Μετάβαση στο περιεχόμενο

visa

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
visa visas

visa (fr) αρσενικό

  1. η βίζα
  2. η θεώρηση



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

visa (ro)