Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τιβέριος Κλαύδιος Νάρκισσος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τιβέριος Κλαύδιος Νάρκισσος
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Tiberius Claudius Narcissus (Λατινικά)
Γέννηση1ος αιώνας
Θάσος[1]
Θάνατος54
Συνθήκες θανάτουαυτοκτονία
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταab epistulis
Οικογένεια
ΣύζυγοςClaudia Dicaeosyna[2]

Ο Τιβέριος Κλαύδιος Νάρκισσος, λατιν.: Tiberius Claudius Narcissus (απεβ. το 54 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος μεγιστάνας, που το όνομά του έμεινε στην Ιστορία ως ταυτόσημο της φιλαργυρίας. Απελευθερωμένος δούλος από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Κλαύδιο και ευνούχος (κατά τον Ιουβενάλη), ο Νάρκισσος υπηρέτησε το υπέρμετρο πάθος του, της φιλαργυρίας, όσο κανένας άλλος στην ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Αναλαμβάνοντας το έργο της αποξήρανσης της λίμνης του Φοκίνου, καθώς και τα έργα στο λιμάνι της Όστιας, λέγεται ότι πλήρωσε πολύ πενιχρά τους 30.000 εργάτες που απασχολούσε. Εξ αυτών δε, αλλά και άλλων παρόμοιων έργων, απέκτησε μυθώδη πλούτη, ανερχόμενα κατά τον Δίωνα τον Κάσιο σε 400.000.000 σηστέρτιoυς. Αφού κατάφερε και έγινε Γραμματέας του Κλαύδιου, άσκησε μεγάλη επιρροή σε αυτόν, προκαλώντας τον θάνατο της Βαλ. Μεσσαλίνας, 3ης συζύγου του Κλαύδιου, της οποίας προηγουμένως υπήρξε φίλος και σύμβουλος. Φονεύθηκε, μόλις ο Νέρων ανήλθε στην εξουσία (54 μ.Χ.) μετά από εισήγηση της μητέρας του Ιουλ. Αγριπίνας, 4ης συζύγου του Κλαύδιου, επειδή είχε προσπαθήσει να ματαιώσει τον γάμο της με τον Κλαύδιο, μετά το τέλος της Βαλ. Μεσσαλίνας.