This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?

Όπως προαναφέρθηκε και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην λατομική νομοθεσία, η
Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων συνοδεύεται από εγγυητική επιστολή
εκπληρώσεως των περιβαλλοντικών υποχρεώσεων που απορρέουν από την
εγκεκριμένη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η εγγυητική επιστολή
εκδίδεται από αναγνωρισμένη τράπεζα υπέρ του δικαιούχου προς την
αδειοδοτούσα υπηρεσία και έχει ύψος ίσο με το κόστος των έργων
αποκατάστασης για το χρονικό διάστημα ισχύος των περιβαλλοντικών όρων.
Η μη πραγματοποίηση της αποκατάστασης λατομείων όπως αυτή ορίζεται στους
εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, συνεπάγεται την επιβολή των κυρώσεων
που προβλέπονται στις διατάξεις των ν. 1650/1986 (ΦΕΚ Α’ 160) όπως
τροποποιήθηκε με τον ν. 3010/2002 (ΦΕΚ Α’ 91) και τον ν. 4014/2011(ΦΕΚ Α΄
209) και τις λοιπές ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την μη τήρηση
περιβαλλοντικών όρων. Οι περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις για τον έλεγχο της
συμμόρφωσης των λατομείων με τους εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους και
την κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία διενεργούνται από τις κατά το νόμο
αρμόδιες αρχές, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 20 του Ν. 4014/2011.
Η μη αποκατάσταση λατομικού χώρου, ειδικώς σε εκτάσεις που προστατεύονται
από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, συνεπάγεται, πέραν των
προβλεπομένων κυρώσεων που σχετίζονται με την λατομική νομοθεσία, την
υποχρεωτική κήρυξη της έκτασης ως αναδασωτέας και την επιβολή από την
αρμόδια δασική αρχή σε βάρος του δικαιούχου των ποινών της παραγράφου 1 του
άρθρου 71 του νόμου 998/1979. Μη αποκατασταθείσα κατά τα ανωτέρω δασικού
χαρακτήρα έκταση αποκαθίσταται από τη δασική υπηρεσία σύμφωνα με το ύψος
της εγγυητικής επιστολής που καταπίπτει υπέρ του Πράσινου Ταμείου. Οι
ιδιοκτήτες ή διακάτοχοι, εάν πρόκειται για ιδιωτικές ή διακατεχόμενες δασικού
χαρακτήρα εκτάσεις, υποχρεούνται να εξασφαλίζουν τη διακίνηση των
συνεργείων, μηχανημάτων και υλικών, που χρησιμοποιούνται για την
αποκατάσταση, και να μεριμνούν για τη διατήρηση των εκτελούμενων έργων.
Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων οι εκμεταλλεύσεις μαρμάρου της
υπό εξέταση περιοχής πραγματοποιούνται εντός δάσους ή δασικής έκτασης οπότε
και επιβάλλεται πλέον, όπως προαναφέρθηκε, υποχρεωτική αναδάσωση ή
δάσωση έκτασης ίδιου εμβαδού με εκείνης στην οποία εγκρίθηκε η επέμβαση. Η
έκταση αυτή πρέπει να βρίσκεται στην ίδια περιοχή ή σε όμορη αυτής, ελλείψει
δε έκτασης εντός της ιδίας διοικητικής ενότητας ή όμορης αυτής, σε άλλη που θα
υποδειχθεί από τη δασική υπηρεσία (άρθρο 36 Ν. 4280/2014 ΦΕΚ 159Α/8-8-
2014).
Αν δεν πραγματοποιηθεί ή δεν πραγματοποιηθεί προσηκόντως η αναδάσωση ή
δάσωση από τον υπόχρεο, καταβάλλεται από αυτόν ποσό τριπλάσιο από τη
δαπάνη της αναδάσωσης, το οποίο κατατίθεται σε ειδικό κωδικό του Ειδικού
25
Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου. Το ως άνω ποσό διατίθεται αποκλειστικά
για την αναδάσωση ή δάσωση εκτάσεων, κατά προτεραιότητα δε για την
αναδάσωση ή δάσωση έκτασης σε αντικατάσταση εκείνης, της οποίας ενεκρίθη η
μεταβολή του προορισμού, απαγορευμένης απολύτως της διάθεσής του για άλλο
σκοπό.
Σε περίπτωση όμως που η Δασική Υπηρεσία κρίνει ότι η αποκατάσταση του
φυσικού τοπίου και της δασικής βλάστησης των εκτάσεων των παραπάνω
παραγράφων είναι ιδιαίτερα δυσχερής, επιβάλλει στον υπόχρεο προς
αποκατάσταση να αναδασώσει, μετά από υπόδειξή της, άλλες εκτάσεις μέχρι
πενταπλάσιου εμβαδού και οι οποίες βρίσκονται στην περιοχή αρμοδιότητάς της.
Η μη συμμόρφωση του υπόχρεου προς τα ανωτέρω, συνεπάγεται την επιβολή σε
αυτόν των σχετικών δαπανών για την αποκατάσταση. Σε περίπτωση που έχει
κατατεθεί εγγυητική επιστολή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 άρθρου 8
του ν. 1428/1984, όπως ισχύει, ακολουθείται η διαδικασία κατάπτωσης της
εγγυητικής επιστολής και κατάθεσης του ποσού υπέρ του Πράσινου Ταμείου στον
ειδικό κωδικό Ειδικός Φορέας Δασών, διατιθεμένου αυτού αποκλειστικά για την
αποκατάσταση.
Τέλος όπως προαναφέρθηκε, πέρα από την περιβαλλοντική ευθύνη για την
πρόληψη και την αποκατάσταση των ζημιών (ΠΔ 148/2009) στο περιβάλλον
σύμφωνα και με την εναρμόνιση με την οδηγία 2004/35/ΕΚ ισχύει και η ποινική
ευθύνη ακολουθώντας τη βασική αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» που έχει
ενσωματωθεί με τον Ν.4042/2012 (ΦΕΚ 24/Α/13-2-2012) για την ποινική
προστασία του περιβάλλοντος, με ανάλογες διατάξεις του ΠΚ και του Ν998/79
όπως αντικαταστάθηκε από τον Ν2145/93.
26
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 : ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ
ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΟΥ – ΟΠΤΙΚΗ, ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΠΙΠΤΩΣΗ
Η χωροθέτηση των εκμεταλλεύσεων κοιτασμάτων μαρμάρου, δηλαδή το που και
πως θα πραγματοποιηθούν οι εξορυκτικές εργασίες καθορίζεται αυστηρά από τα
ποιοτικά χαρακτηριστικά του κοιτάσματος καθώς σύμφωνα με το αρ. 12 παρ.1
του Ν 2837/2000 (ΦΕΚ 178Α/ 03-08-2000) « ο χώρος στον οποίο εντοπίζεται
κοίτασμα μαρμάρων θεωρείται εκ του νόμου χωροθετημένο λατομείο
μαρμάρου.» Αυτό χαρακτηρίζει την a priori ή de facto χωροθέτηση του
κοιτάσματος μαρμάρου σε συγκεκριμένο χώρο με αυτόματη ένταξη στις
προτεραιότητες του σχεδιασμού χρήσης γης ενώ οι αποθέσεις των στείρων
υλικών έχουν μια δυνατότητα επιλογής χωροθέτησης σε κάποια ευρύτερα όρια
που ενώ θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη και περιβαλλοντικά κριτήρια, συνήθως
είναι αποκλειστικά οικονομικά.
Οι λατομικές εκμεταλλεύσεις μαρμάρου στην ευρύτερη περιοχή της Αν.
Μακεδονίας και Θράκης έτσι όπως υλοποιούνται μέχρι σήμερα προσδίδουν
μεγάλη βαρύτητα στην ελαχιστοποίηση του κόστους σε σχέση με τα
περιβαλλοντικά κριτήρια της οπτικής επίπτωσης των εξορυκτικών επεμβάσεων
καθώς κάτι τέτοιο θα επέβαλε επιπλέον μεταφορά στείρων υλικών στην
κοιλότητα εκσκαφής ή επαναπόθεση σε οριστικό χώρο. Το επιπλέον αυτό κόστος
σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα κοστολόγια και φορολογήσεις που βαραίνουν το
λατομείο θα μπορούσε να καταστήσει την εκμετάλλευση ασύμφορη και κατά
συνέπεια την επένδυση μη υλοποιήσιμη.
Σύμφωνα με τους Gunn και Bailey (1993)20
, οι πλαγιές των όρων προτιμώνται
καθώς είναι οικονομικότερη η εκμετάλλευση να λαμβάνει χώρα σε οριζόντια
μέτωπα εξόρυξης με τις φορτώσεις και αποθέσεις των στείρων υλικών να
χωροθετούνται χαμηλότερα, σε σχέση με την πορεία της εκμετάλλευσης, όπου η
πορεία της κατεβαίνει σε βάθος και αναπόφευκτα τα εξορυχθέντα υλικά
επιβάλλεται να μετακινηθούν σε ανώτερα υψόμετρα. Τούτο ισχύει για τη μεγάλη
αν όχι καθολική πλειοψηφία των λατομείων της Αν. Μακεδονίας και Θράκης,
όπου και σύμφωνα με τους Pinto et al (2001)21
, δημιουργούνται υψηλές
χρωματικές αντιθέσεις με τον περιβάλλοντα χώρο σε συνδυασμό με κάθετες,
μεγάλων διαστάσεων, επιφάνειες (κομμένες με συρματοκοπές) και η εξορυκτική
εκσκαφή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή από μεγάλες αποστάσεις. Κάτι τέτοιο, δηλαδή
η οπτική, αισθητική επίδραση αποτελεί την σημαντικότερη περιβαλλοντική
υποβάθμιση. Ανάλογα προβλήματα καταγράφονται και σε άλλες
μαρμαροπαραγωγές χώρες όπως στην Ιταλία (Gentili et al, 2011)22
και Ισπανία
(Duque et al, 1998)23
.
Η οπτική όχληση από τις εξορυκτικές εκσκαφές και την απόθεση των στείρων
υλικών όμως αποτελεί βασική περιβαλλοντική επίπτωση που με ορθή διαχείριση
27
μπορεί ακόμη και αυτή να καταστεί προσωρινή και, μερικώς έως ολικώς,
αναστρέψιμη.
Βασικός παράγοντας που επηρεάζει την οπτική επίπτωση είναι το μέγεθος της
επέμβασης, ήτοι όσο μεγαλύτερη είναι η επιφάνεια επέμβασης που
καταλαμβάνεται από τη λατομική εκμετάλλευση τόσο αυξάνεται και η οπτική
όχληση από τις εξορυκτικές εκσκαφές και την απόθεση των στείρων υλικών.
Οι Pinto et al, (2001)21
αναλύουν τη χρωματική αντίθεση που δημιουργούν οι
εκσκαφές σε μια πλαγιά ως την τεχνητή αλλαγή που συνίσταται από ασυνέχειες
τόσο στο χρώμα όσο και στη μορφή, ενώ οι Μερτζάνης κ.α. (2004)24
αναλύουν
την αισθητική υποβάθμιση του τοπίου, ως αποτέλεσμα της διαφοροποίησης της
φυσιογνωμίας του ανάγλυφου, με την καταστροφή των φυσικών στοιχείων του
(βλάστηση, έδαφος, βραχώδεις σχηματισμοί), που συνοδεύεται από την
εξαφάνιση των οπτικών χαρακτηριστικών του φυσικού τοπίου (γραμμές, υφή,
χρώμα) και την αντικατάστασή τους από νέους ανθρωπογενείς οπτικούς
χαρακτήρες, με έντονα χρώματα, γεωμετρικές γραμμές και σχήματα,
διαφοροποιημένη υφή και μεγέθη που κυριαρχούν στο τοπίο, λόγω της αφαίρεσης
όγκου από το χώρο του ορύγματος και της εναπόθεσης των «στείρων» σε σωρούς
κατάντη των λατομείων (Μπρόφας 1987, 2000)25, 26
.
Γενικά οι λατομικές εκμεταλλεύσεις μαρμάρου προκαλούν έντονες οπτικές
αλλαγές στο τοπίο αλλοιώνοντας τα βασικά χαρακτηριστικά του (μορφή, σχήμα,
χρώμα και υφή) και είναι ιδιαίτερα εμφανείς καθώς ο χαρακτήρας της επέμβασης
είναι έντονος και αφορά σε όλα τα στοιχεία και λειτουργίες του χώρου (Brofas
1979, Mertzanis 2012)27,28
. Έτσι ο σχεδιασμός της εκμετάλλευσης όσο και η
αποκατάστασή της θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ακόλουθες παραμέτρους
που μεταβάλλουν την οπτική επίπτωση και κατά επέκταση την αισθητική
υποβάθμιση του τοπίου (Μπρόφας 1989)29
:
Αλλοίωση των ακανόνιστων μορφών του φυσικού αναγλύφου και
δημιουργία κανονικών γεωμετρικών μορφών.
Εμφάνιση άκαμπτων ευθύγραμμων τμημάτων σε αντίθεση με τις φυσικές
γραμμές του τοπίου.
Εμφάνιση ανοικτών και πιο έντονων χρωμάτων των εκσκαφών και
αποθέσεων σε αντίθεση με τα σκούρα χρώματα (από τον ήλιο, παλαιότητα,
καιρικές συνθήκες κτλ).
Μεταβολή της υφής του φυσικού τοπίου.
Η σύνθεση όλων των παραπάνω αντιθέσεων χρωμάτων, γραμμών, μορφών και
υφής αυξάνουν εκθετικά το αποτέλεσμα της οπτικής επίπτωσης φαινόμενο, που
σε συνδυασμό με την μεγάλη ένταση της μεταβολής του φυσικού αναγλύφου
γίνεται έντονα αντιληπτό, δεδομένου ότι η γύρω ευρύτερη αδιατάρακτη περιοχή
καθίσταται χώρος σύγκρισης και αναφοράς.
28
Η ένταση της οπτικής επίπτωσης καθορίζεται και από την οπτική απορροφητική
ικανότητα του τοπίου, που σύμφωνα με τον Μπρόφα (1989)29
ορίζεται ως η
ικανότητα του τοπίου να δέχεται διάφορες επεμβάσεις – αλλαγές και να διατηρεί
την οπτική του ακεραιότητα. Η οπτική απορροφητικότητα του τοπίου εξαρτάται
από τις ακόλουθες παραμέτρους:
Αντιστρόφως ανάλογα με την κλίση του μορφολογικού αναγλύφου καθώς
όσο αυξάνεται η κλίση, αυξάνεται και η γωνία παρατήρησης, το οπτικό
πεδίο και μειώνονται τα οπτικά εμπόδια.
Ανάλογα με την ποικιλότητα της βλάστησης, τον αριθμό των φυσικών
στοιχείων και ανθρώπινων δραστηριοτήτων καθώς όσο αυξάνονται, τόσο
ευκολότερα δέχεται το τοπίο την αλλαγή από την λατομική εκμετάλλευση.
Ανάλογα με την απόσταση από ένα οριζόμενο σημείο αναφοράς –
παρατήρησης καθώς όσο αυτή αυξάνεται τόσο απορροφάται η επέμβαση
από το τοπίο.
Αντιστρόφως ανάλογα με το υψόμετρο και τον προσανατολισμό των
εκμεταλλεύσεων σε σχέση με το οριζόμενο σημείο αναφοράς –
παρατήρησης καθώς όσο ψηλότερα χωροθετείται η επέμβαση τόσο
μειώνεται η οπτική απορροφητικότητα του τοπίου.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τον Κασιό (2014)30
όπου σύμφωνα με τις
αρχές αρχιτεκτονικής τοπίου σε εξορυκτικές επεμβάσεις θέτει τη δομή και τη
σχέση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του τοπίου με βάση το ακόλουθο
Διάγραμμα 1:
Διάγραμμα 130
: Αρχές αρχιτεκτονικής τοπίου κατά τις εξορυκτικές δράσεις.
29
Στις εξορυκτικές επεμβάσεις υπάρχουν αρνητικές επιδράσεις στο χαρακτήρα, στα
βασικά στοιχεία του τοπίου και στις αρχές της αντίθεσης – συνέχειας και
πλαισίωσης. Οι μεταβλητές που επηρεάζουν το μέγεθος των επιδράσεων είναι η
θέση παρατήρησης, η απόσταση και η κλίμακα.
Η επιλογή θέσεων για την απόθεση των στείρων υλικών είτε με μικρή
χωρητικότητα είτε επιφανειών με μεγάλη κλίση όπου δεν μπορούν να
σταθεροποιηθούν τα στείρα υλικά έχει σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα την
κατάληψη μεγάλων εκτάσεων φαινόμενο, που αποτελεί κανόνα στις
χωροθετήσεις των λατομείων της Αν Μακεδονίας & Θράκης με την πλειοψηφία
των περιπτώσεων να δραστηριοποιούνται σε πλαγιές βουνών και σε μεγάλα
υψόμετρα. Κάτι τέτοιο έχει σαν συνέπεια οι κλίσεις πολλές φορές να πλησιάζουν
ή ακόμα και να ξεπερνούν τη γωνία ισορροπίας των στείρων υλικών.
Με την διαδικασία αποκατάστασης και τις διορθωτικές παρεμβάσεις διαμέσου
μιας ορθής χωροθέτησης και της εγκατάστασης φυτεύσεων, όπως αναλύονται
παρακάτω βελτιώνονται ο χαρακτήρας του τοπίου, τα βασικά στοιχεία του, οι
αρχές της συνέχειας και σύγκλισης και τέλος, οι μεταβλητές θέσεως, απόστασης
και χρόνου.
30
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 : ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
Ο στόχος της αποκατάστασης είναι δυνατόν να διαφέρει ανάλογα με τις νομικές
δεσμεύσεις, τις κοινωνικές ανάγκες σε γη, τις προϋπάρχουσες χρήσεις γης, τη
φύση της εκμετάλλευσης και τις γεωμορφολογικές συνθήκες που δημιουργούνται.
Είναι απαραίτητο λοιπόν να μελετηθούν όλα τα παραπάνω δεδομένα με τις
δυνατότητες και εναλλακτικές που παρέχουν έτσι ώστε να επιλεχθεί η βέλτιστη
δυνατή λύση. Με αυτό τον τρόπο οι αποκαταστάσεις μπορούν να εξυπηρετήσουν
παραγωγικούς σκοπούς, να διευκολύνουν την αναψυχή, να έχουν αυστηρά
προστατευτικό χαρακτήρα, να δημιουργήσουν την υποδομή εγκατάστασης άγριας
ζωής ή ακόμη και να επιτρέψουν μια νέα χρήση.
Σύμφωνα με τον Simonds (1961)31
«για κάθε χρήση υπάρχει ένα ιδεώδες τοπίο
και για κάθε τοπίο μια ιδεώδης χρήση», δηλαδή η ιδεώδης χρήση για να
εφαρμοστεί δε θα απαιτήσει καθόλου ή θα απαιτήσει ελάχιστες διαμορφώσεις
όσο αφορά το γεωμορφολογικό τοπίο που προκύπτει από την εκμετάλλευση. Στις
εκμεταλλεύσεις των λατομείων μαρμάρου το τοπιακό δυναμικό που
διαμορφώνεται και δημιουργείται θεωρείται ως προς την οπτική επίπτωση του
έντονο, με αντιθέσεις χρωμάτων, γραμμών, μορφών και υφής και με επιφάνειες
με ποικιλία κλίσεων κατάλληλες για διάφορες χρήσεις.
Από την έρευνα όμως που πραγματοποιήθηκε στα λατομικά κέντρα της
περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης διαπιστώθηκε, ότι η
συντριπτική πλειοψηφία (>98%) των λατομείων μαρμάρου χωροθετούνται σε
δασικές εκτάσεις, γεγονός που περιορίζει ασφυκτικά την επιλογή ως προς τη
χρήση του χώρου, δηλαδή είναι δεσμευτικό να επανέλθει ο χώρος στον πρότερο
δασικό χαρακτήρα του (κατά προορισμό χρήση του). Κατά συνέπεια, ο σκοπός
των αποκαταστάσεων στα λατομεία μαρμάρου περιορίζεται και εστιάζεται στην
αναδάσωση του τοπίου με γνώμονα την περιβάλλουσα αδιατάρακτη περιοχή και
με αυτή ως πρότυπο για την επανεγκατάσταση των φυτευτικών ειδών. Με αυτόν
τον τρόπο, ο λατομικός χώρος θα εναρμονίζεται με τη γύρω περιοχή, διότι θα
λαμβάνει χώρα τόσο η τεχνητή (αναδάσωση) όσο και η φυσική αποκατάσταση
(οικολογική διαδοχή). Η διαδικασία αποκατάστασης βασίζεται σε ένα σχέδιο, το
οποίο προβλέπει και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια :
Χωροθέτηση, προσανατολισμό της εκμετάλλευσης έτσι ώστε να
προστατευθούν οπτικά ευάλωτες θέσεις, να καταλάβει θέσεις με μεγάλη
οπτική απορροφητική ικανότητα ή και θέσεις μη ορατές από τους χώρους
αναφοράς.
Επιλογή μεθόδων εκμετάλλευσης με σχεδιασμό χώρου εκσκαφής –
εξορύξεων και χώρου αποθέσεων ώστε να καταλάβουν τη μικρότερη
δυνατή επέμβαση και να περιορίζεται το ορατό μέγεθος αυτών.
Συλλογή και αποθήκευση του επιφανειακού εδάφους ξεχωριστά.
31
Διαμόρφωση κυρίων χώρων εξόρυξης και αποθέσεων με δευτερεύοντα
συνοδά έργα δρόμων προσπέλασης, εγκαταστάσεων και προσωρινών
αποθέσεων (πχ φυτικής γης, εδαφικού υλικού).
Επιχωμάτωση με κατάλληλο εδαφικό υπόστρωμα και φυτική γη.
Επιλογή κατάλληλων εντόπιων φυτικών ειδών για αναχλοάσεις και
αναδασώσεις.
Υλοποίηση κατάλληλων μεθόδων σποράς και φύτευσης με παρακολούθηση
της εξέλιξης του χώρου.
Συντήρηση των υφιστάμενων έργων με συμπλήρωση φυτεύσεων.
Ο παραπάνω σχεδιασμός σύμφωνα και με τον Κασιό (2014)30
συνοψίζεται στο
ακόλουθο Διάγραμμα 2 αποκατάστασης περιβάλλοντος ενός δασικού τοπίου από
εξορυκτική δραστηριότητα.
Αφού έχουν εκτιμηθεί οι μεταβλητές και θέσεις του τοπίου, έχουν καθοριστεί οι
χώροι εκμετάλλευσης και απόθεσης των στείρων εξετάζεται το έδαφος που θα
αποτελέσει το βασικό εκείνο επιφανειακό τμήμα που θα πρέπει να έχει
κατάλληλες φυσικοχημικές και βιολογικές ιδιότητες έτσι ώστε να καθίσταται
ικανό να συντηρήσει τη βλάστηση που θα εγκατασταθεί.
32
Διάγραμμα 230
: Γενικό σχέδιο αποκατάστασης περιβάλλοντος ενός δασικού
τοπίου από εξορυκτική δραστηριότητα.
Ανάλογα με τις ιδιότητες, το βάθος, την προέλευση τους τα εδάφη ταξινομούνται
σε διάφορες κατηγορίες (εικ. 1) και τύπους που είναι συνυφασμένα με το είδος
του πετρώματος, την κοκκομετρία, τις κλιματολογικές συνθήκες, τα είδη
βλάστησης και τη φυσιογραφία της περιοχής. Οι παράμετροι που εξετάζονται
συνήθως για την καταλληλότητα των εδαφών είναι : το pH, η
ηλεκτραγωγιμότητα, ο κορεσμός σε βάσεις, το ποσοστό ανταλλάξιμου Να, η υφή,
η εναλλακτική ικανότητα και η οργανική ουσία που περιέχεται.
33
34
Εικ.1 : Ταξινόμηση – καταλληλότητα εδαφών 30
.
Ως προς την προετοιμασία του εδάφους τα στείρα εξορυκτικά υλικά, όπως
αποτίθενται σε βαθμίδες αποτελούν το υπόβαθρο των φυτεύσεων και γενικά
χαρακτηρίζονται από ακατάλληλες ιδιότητες για ανάπτυξη βλάστησης, με μεγάλη
περιεκτικότητα κροκάλων και βράχων, υψηλό pH, αυξημένα ποσοστά στη σχέση
Mg/Ca, έλλειψη οργανικών ουσιών, αζώτου και φωσφόρου (Χατζηστάθης &
Λόης 1990)32
. Από τις παραπάνω ιδιότητες η μεγάλη περιεκτικότητα σε
χονδρόκοκκα υλικά έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της ωφέλιμης
υδατοικανότητας του εδάφους γεγονός καθοριστικό στην εγκατάσταση
βλάστησης στη συγκεκριμένη περιοχή. Για το λόγο αυτό είναι σημαντική η
διαβάθμιση του μεγέθους των στείρων υλικών στις αποθέσεις με τα πιο
χονδρόκοκκα υλικά στο αρχικό στάδιο διαμόρφωσης της βαθμίδας απόθεσης και
την πλήρωση τους με λεπτομερέστερα υλικά έτσι ώστε να μπορεί να
χρησιμοποιηθεί ως βάση για την φυτική γη.
Ακόμα και τα καλύτερα προγράμματα αποκατάστασης είναι καταδικασμένα να
αποτύχουν εάν δεν έχουν διαμορφωθεί κατάλληλες εδαφικές συνθήκες έτσι ώστε
να συντηρήσουν τη βλάστηση στο διηνεκές. Η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου
εγκατάστασης βλάστησης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη πολλά κριτήρια, όπως
διαθέσιμους πόρους (οικονομικά), δυνατότητες και ιδιότητες των εδαφών, είδη
βλάστησης κλπ.
Πρωταρχικό ρόλο στην αποκατάσταση τέτοιων περιοχών παίζει η όσο το δυνατόν
ταχύτερη εγκατάσταση βλάστησης, που αποτελεί προστάτη του εδάφους από τη
διάβρωση (ASLA 1978, Garcia C. et al 2000)33, 34
. Η δυνατότητα χρησιμοποίησης
ανθεκτικών σε μακρά ξηρόθερμη περίοδο του καλοκαιριού και πυρκαγιών
(κινδύνων μεσογειακού κλίματος) θαμνομορφων ειδών θα βοηθήσει τα μέγιστα
στην εγκατάσταση μικτών πολυόροφων συστάδων που καθίστανται
σταθερότερες, αισθητικά και οικολογικά προτιμότερες και αυξάνουν τη
βιοποικιλότητα.
Σύμφωνα με τους Χατζηστάθη και Ντάφη (1989)35
τα προς επιλογή δασοπονικά
είδη πρέπει να πληρούν τις εξής προϋποθέσεις :
Να είναι βιολογικά προσαρμοσμένα προς τις οικολογικές συνθήκες του
σταθμού, στον οποίο θα εισαχθούν.
Να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του δασοπονικού σκοπού.
Η εγκατάστασή τους και ο παραπέρα χειρισμός τους να είναι εύκολος,
χωρίς ιδιαίτερα υψηλές δαπάνες.
Ως σταθμός καθορίζεται στη δασική οικολογία το σύνολο των επί μιας
συγκεκριμένης περιοχής επιδρώντων παραγόντων του περιβάλλοντος.
Οι Χατζηστάθης κ.α. (1997)36
χρησιμοποίησαν αυτόχθονα πρόσκοπα είδη και μη,
θερμόβια κωνοφόρα και αείφυλλα πλατύφυλλα για την ίδρυση εξαρχής μικτών
συστάδων, αποτελούμενα από ανώροφο χαλεπίου πεύκης (pinus helepensis) και
υπόροφο πουρνάρι (Quercus coccifera) και σχίνο (Pistacia lentiscus) ανθεκτικών
πλατύφυλλων με υψηλή παραβλαστική ικανότητα. Τα αποτελέσματα τους
κρίθηκαν ιδιαίτερα ικανοποιητικά. Συνεπώς η επιλογή δασοπονικών ειδών
κατάλληλων για την αποκατάσταση και αισθητική αναβάθμιση της περιοχής
επιβάλλεται να βασίζεται σε αυστηρά και οικολογικά κριτήρια. Επιβάλλεται να
χρησιμοποιούνται προελεύσεις σπόρων από τη στενή περιοχή του λατομείου
καθώς οι οικοτύποι αυτών των ειδών διαθέτουν προσαρμοστικές γενετικές
αλλαγές που απέκτησαν από τις προηγούμενες γενεές τους.
Τέτοιες μικτές συστάδες με χρησιμοποίηση αείφυλλων ειδών με υψηλή
παραβλαστική ικανότητα από ανώροφο πεύκης και υπόροφο πουρνάρι, φιλίκι,
σχίνο, κουμαριά κλπ. είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακές από αισθητική άποψη αλλά
και οικολογικά ανθεκτικές, αφού όλα τα παραπάνω είδη αναγεννώνται ακόμα και
μετά από πυρκαγιά άλλα με σπόρους και άλλα με παραβλαστήματα (Ζάγκας
1987, Τσιτσώνη 1991)37,38
.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τους Khater & Arnaud (2007)39
ως προς
την επιλογή δασοπονικών ειδών, οι οποίοι συμπεραίνουν ότι αυτά που θα
επιλεχθούν κατά την διαδικασία αναδάσωσης πρέπει να τηρούν δύο κανόνες ώστε
να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα. Τα είδη να απαντώνται και στην
περιβάλλουσα μη διαταραγμένη περιοχή και να προσαρμόζονται εύκολα στις νέες
οικολογικές συνθήκες.
Η πιο διαδεδομένος μέθοδος αναδάσωσης μιας λατομικής περιοχής είναι η
φύτευση ξυλωδών φυτών και θάμνων, η δημιουργία μικτών συστάδων με τοπικά
είδη της περιοχής αποτελούμενα από ανώροφο διάφορα είδη πεύκης (χαλεπίου,
τραχείας, μαύρης κτλ) είτε κωνοφόρων και υπόροφο διάφορα πλατύφυλλα με
35
μεγάλη καλυπτικότητα και παραβλαστική ικανότητα όπως πρίνο, σπάρτο, σχίνο,
ψευδακακία κτλ.
Οι φυτεύσεις φυταρίων απαιτούν συνδυασμό γνώσεων τόσο για την εγκατάσταση
των διαφόρων φυτών όσο και για την οικολογία των ειδών της πανίδας. Αυτό
σημαίνει, ότι κατά το σχεδιασμό υπάρχουν πολλοί παράγοντες που πρέπει να
ληφθούν υπόψη και μεγάλο εύρος εναλλακτικών επιλογών. Η παρουσία
καρποφόρων ξυλωδών φυτών είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη επαναδημιουργία
και διατήρηση της πανίδας.
Στην υπό εξέταση περιοχή χρησιμοποιούνται συνήθως μονετή ή διετή φυτάρια
βολόφυτα ή γυμνόριζα με όχι και τόσο καλά αναπτυγμένο το υπέργειο τμήμα
τους σε σχέση με το ριζικό τους σύστημα. Οι φυτεύσεις πραγματοποιούνται την
κατάλληλη φυτευτική περίοδο με τη μέθοδο του λοστού, αφού προηγούμενα
έχουν διανοιχθεί λάκκοι και διαμορφωθεί λεκάνες για την συγκράτηση του νερού.
Ο φυτευτικός σύνδεσμος είναι κατά κανόνα 2x2 ή 3x3 εξαρτώμενο από
διάφορους παράγοντες (επιλογή φυταρίων, κλιματολογικές συνθήκες κλπ).
Συμπερασματικά, ως προς την επιλογή φυτικών ειδών κατάλληλων για
αποκατάσταση, θα πρέπει να θεωρούνται κατάλληλα τα σκληραγωγημένα με
καλή αναλογία υπέργειου-υπόγειου στελέχους, μεγάλη σχετική περιεκτικότητα σε
φώσφορο και κάλιο, μικρή σε άζωτο και απαλλαγμένα από ασθένειες. Βασική
προτεραιότητα ως προς την επιλογή θα πρέπει να έχουν τα αυτόχθονα πρόσκοπα
φυτικά είδη, συμβατά με τη σύνθεση της φυτοκοινότητας της γειτνιάζουσας
αδιατάρακτης περιοχής
Ο Κασιός (2014)30
σύμφωνα με τους παρακάτω Πίνακες 2 & 3 προτείνει μια
σειρά φυτικών ειδών κατάλληλων για εργασίες αποκατάστασης όπου βέβαια πέρα
από τα προτεινόμενα υπάρχουν και σειρά άλλων ντόπιων και ξενικών που
μπορούν να χρησιμοποιηθούν με επιτυχία. Η πλειοψηφία των προτεινόμενων
ειδών του καταλόγου απαντάται σε συστάδες βλάστησης δασικών εκτάσεων της
περιοχής που εξετάζεται.
36
37
Πίνακας 2: Κατάλογος ενδεικτικών κατάλληλων για αποκατάσταση ειδών
βλάστησης (ξηλώδη – δενδρώδη) 30
.
Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία
Από τα παραπάνω ενδεικτικά είδη με σκοπό την ορθή επιλογή είναι αναγκαίο να
τηρούνται όσο το δυνατόν πληρέστερα τα ακόλουθα κριτήρια όσο αφορά τη
μορφή του είδους και του ριζικού του συστήματος, της ικανότητας αναβλάστησης
και αναπαραγωγής του, της προσαρμοστικότητας και της διάρκειας φυλλώματος.
38
Πίνακας 3: Κατάλογος ενδεικτικών κατάλληλων για αποκατάσταση ειδών
βλάστησης (θαμνώδη) 30
.
Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία
Η επιλογή των φυτευτικών ειδών καθορίζουν έως ένα βαθμό και τη μέθοδο
εγκατάστασής των, που συνοψίζονται στις απευθείας σπορές, στη χρήση μικρού
μεγέθους ειδών 3-4 μηνών με μεγαλύτερο βαθμό προσαρμοστικότητας, στις
κλασσικές φυτεύσεις (με διάνοιξη λακκών - βολόφυτα ή μέθοδο του λοστού -
γυμνόριζα) και τελευταία στις υδροσπορές. Συνήθως γίνεται παράλληλη
χρησιμοποίηση με παραλλαγές των παραπάνω μεθόδων.
Η απευθείας σπορά (χειρονακτικά ή με υδροσπορέα) αποτελεί την πιο ελκυστική
μέθοδο καθώς καλύπτονται μεγάλες εκτάσεις με μικρό κόστος και σε μικρό
χρονικό διάστημα. Απαιτείται εντούτοις πολύ καλή προετοιμασία τόσο των
εδαφών όσο και των σπόρων για υψηλά ποσοστά επιτυχίας.
Η πιο αποτελεσματική μέθοδος αλλά υψηλού κόστους για την φυτοκάλυψη των
κεκλιμένων δυσπρόσιτων πρανών αλλά γενικότερα κατάλληλη για μεγάλες
επιφάνειες είναι η υδροσπορά. Κατά την υδροσπορά εκτοξεύεται από ένα
μηχανισμό (υδροσπορέα) υδατικό διάλυμμα που περιέχει σπέρματα των
επιλεγμένων φυτικών ειδών, λιπάσματα και διάφορα βοηθητικά προϊόντα. Αυτά
μπορεί να είναι βελτιωτικά υδατικών συνθηκών, χημικοί σταθεροποιητές
εδάφους, επικαλυπτικά προστατευτικά (χουμικό οξύ, άχυρο, ξερά φύλλα, πίσσα,
κυτταρίνη κτλ. που βοηθούν στο να επιτευχθεί η φύτρωση των σπερμάτων καθώς
επίσης και η προφύλαξή τους από αυξημένη θερμοκρασία και διάβρωση του
εδάφους (Αlbaladejo et al 2000)40
. Τέλος, συνεπικουρούν καθώς αυξάνουν τα
επίπεδα υγρασίας του εδάφους, απαραίτητη προϋπόθεση για τα σπέρματα.
Σχετικά με την εποχή των φυτεύσεων στην ευρύτερη περιοχή έχουν καθοριστεί
δύο φυτευτικές περίοδοι, μία αρχές φθινοπώρου, περίοδο κατά την οποία το
ριζικό σύστημα των φυτών αυξάνεται και εισέρχεται βαθύτερα στο έδαφος ακόμη
και στη διάρκεια του χειμώνα και μία στις αρχές της άνοιξης μετά την τήξη του
χιονιού σε υγρές μέρες χωρίς ανέμους.
Για την θερινή περίοδο ξηρασίας στα πλαίσια της συντήρησης των φυτεύσεων
θεωρείται απαραίτητη η εγκατάσταση αρδευτικού δικτύου για τα δύο με τρία
πρώτα χρόνια τουλάχιστον. Τα συνηθέστερα είδη άρδευσης κατάλληλα και για
υδρολιπάνσεις είναι τα στάγδην συστήματα (σταλάκτες) με εύρος παροχής 5-10
λίτρα ανά συχνότητα άρδευσης ή τα συστήματα διαβροχής (sprigler) έχοντας
όμως μεγαλύτερες απώλειες νερού. Τέλος, υπάρχει και η απλή χειρονακτική
άρδευση με σωλήνες με ακόμη μεγαλύτερες απώλειες νερού.
Για την υποστήριξη των φυτεύσεων κατά τα πρώτα χρόνια και μετά από την
εδαφολογική ανάλυση επιλέγεται εάν θα πρέπει να ενισχυθεί το έδαφος με
λιπαντική αγωγή με θρεπτικά στοιχεία ή εδαφοβελτιωτικά. Λιπαντική αγωγή
εφαρμόζεται συνήθως και κατά τη φύτευση αλλά πρέπει να βρίσκονται σε σωστή
δόση, να είναι ισορροπημένα και να είναι κατά προτίμηση βραδείας
αποδέσμευσης ώστε να αξιοποιούνται από τα φυτά. Η κατάλληλη εποχή για την
προσθήκη λιπασμάτων και εδαφοβελτιωτικών είναι η άνοιξη καθώς έχουν
παρέλθει οι χειμερινές βροχοπτώσεις που προκαλούν εκπλύσεις και δεν έχουν
έρθει ακόμη οι ξηροθερμικές συνθήκες του καλοκαιριού, που προκαλούν απώλεια
θρεπτικών συστατικών.
Με τη διαδικασία που αναλύθηκε στο κεφάλαιο αυτό, οι επιπτώσεις μετριάζονται
σημαντικά κατά τη φάση της αποκατάστασης τόσο από τη λήψη και το
συνδυασμό όλων των επανορθωτικών μέτρων που προαναφέρθηκαν όσο και από
τη φυσική ανάκαμψη. Η βλάστηση, που θίχτηκε κατά τη διάρκεια μιας
εκμετάλλευσης μαρμάρου θα επανέλθει με μια άλλη μορφή «τεχνητού δάσους»
που με την πάροδο των χρόνων η φύση θα αφομοιώσει και θα ενσωματώσει στην
αδιατάρακτη γειτνιάζουσα περιοχή.
39
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 : ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΛΑΤΟΜΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ
ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΑΝ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ.
ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΟΠΤΙΚΟΥ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΟΣ
Οι Βουγιούκας και Χατζηπαναγής (2005)41
διακρίνουν τα λατομεία μαρμάρου
της Αν. Μακεδονίας σε ασβεστιτικά (75%), δολομιτικά (5%) και σιπολινικά
(20%), που στο σύνολό τους καλύπτουν έκταση 1.800 τ.χλμ. Έως τότε, τα ενεργά
λατομεία ήταν 86 με ετήσια παραγωγή στα 210.000 κ.μ., είχαν διανοιχτεί 576
λατομεία μαρμάρου, από τα οποία συνολικά εξορύχτηκαν 3,7 εκ. κ.μ.
ογκομάρμαρα, συνεπώς περί των 33 εκ. κ.μ. στείρων υλικών που με συντελεστή
επιπλήσματος 1,4 ανέρχονται σε 46 εκ. κ.μ.
Χάρτης 1: Αποτύπωση λατομικών κέντρων Αν. Μακεδονίας.
Η γεωχωρική κατανομή όλων των λατομικών κέντρων (ενεργών και ανενεργών)
αποτυπώνεται στον παραπάνω γεωλογικό Χάρτη 1, σύμφωνα με τους Βουγιούκα
και Χατζηπαναγή (2005)41
με συνολικά 18 περιοχές.
Από το 2005 μέχρι σήμερα και με οδηγό τη γεωχωρική κατανομή των λατομικών
χώρων, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων (latomet) του ΥΠΑΠΕΝ (πρώην
ΥΠΕΚΑ), συνδυαζόμενη με την υπηρεσία θέασης ορθοφωτογραφιών του
Κτηματολογίου και υποβάθρου από το ArcMap του ArcGis καταγράφηκε το
40
οπτικό αποτύπωμα των λατομικών κέντρων και εστιάστηκε σε περιοχές με έντονη
λατομική δραστηριότητα. Από τη βάση δεδομένων του ΥΠΑΠΕΝ (πρώην
ΥΠΕΚΑ) διαπιστώθηκαν ποιες άδειες εκμετάλλευσης είναι ενεργές και έπειτα
από επισκέψεις στους εν λόγω χώρους αξιολογήθηκαν ποια λατομεία είναι
παραγωγικά και καθορίστηκαν ακολούθως τα λατομικά κέντρα για την
Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
Τα παραπάνω λατομικά κέντρα επικαιροποιούνται με βάση τις προϋποθέσεις ότι
είναι ενεργά, παραγωγικά και ότι αποτελούν λατομικά κέντρα (περισσότερες από
δύο όμορες άδειες εκμετάλλευσης σε κάποια περιοχή και όχι κάποιες
μεμονωμένες).
Έτσι, σύμφωνα με το ακόλουθο Χάρτη 2 και τον Πίνακα 4 καθορίστηκαν τα
ακόλουθα 5 κέντρα όπου η λατομική δραστηριότητα εμφανίζεται με έντονα
παραγωγικά χαρακτηριστικά:
Πίνακας 4: Ενεργά Λατομικά κέντρα Αν Μακεδονίας – Θράκης.
Άδειες Εκμετάλλευσης
Α)
Λατομικό κέντρο Νέστου
50
1) Περιοχή Δ.Δ. Στενωπού – Αγ. Κοσμά
41
2) Περιοχή Δ.Δ. Κεχρόκαμπου
4
3) Περιοχή Δ.Δ. Κομνηνών Σταυρούπολης
5
Β)
Λατομικό κέντρο Θάσου
26
1) Περιοχή Δ.Δ. Σαλιάρα Παναγίας
12
2) Περιοχή Δ.Δ. Θεολόγου
14
Γ)
Λατομικό κέντρο Παγγαίου
14
1) Περιοχή Δ.Δ. Νικήσιανης
12
2) Περιοχή Δ.Δ. Πλατανότοπου
2
Δ)
Λατομικό κέντρο Κ. Νευροκόπιου
66
1) Περιοχή Δ.Δ. Οχυρού - Γρανίτη
44
2) Περιοχή Δ.Δ. Βώλακα
22
Ε)
Λατομικό κέντρο Δράμας
43
1) Περιοχή Δ.Δ. Πύργων
17
2) Περιοχή Δ.Δ. Βαθυλάκου- Ξηροποτάμου
26
Σύνολο: 199
Επιπροσθέτως στον παραπάνω πίνακα καταμετρήθηκαν και οι άδειες
εκμετάλλευσης που περιλαμβάνονται σε κάθε λατομικό κέντρο, οι οποίες στο
σύνολό τους ανέρχονται σε 199 με το λατομικό κέντρο Κ. Νευροκοπίου να
περικλείει τις περισσότερες (66) .
41
Χάρτης 2 : Ενεργά Λατομικά κέντρα Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης.
42
43
Οι Mouflis et. al. (2008)42
σχετικά με την παραπάνω περιβαλλοντική επίπτωση
των λατομείων μαρμάρου αναφέρουν, ότι η πλαγιά αλλοιώνεται μόνιμα, η έκταση
αποψιλώνεται και η αρχική βλάστηση καταστρέφεται. Έτσι εστιάζοντας σε αυτές
τις επιδράσεις (οπτικά «σημάδια») μέσω Landsat εικόνων στην Β. Θάσο όπου τα
31 εκτάρια των λατομικών εκμεταλλεύσεων διανεμημένα σε 28 τεμάχια γης είχαν
μια οπτική επίπτωση σε μια έκταση 4700 εκταρίων ή 12,29% του νησιού κατά το
1984. Το 2000 αντίστοιχα τα 180 εκτάρια των λατομικών εκμεταλλεύσεων
διανεμημένα σε 36 τεμάχια γης είχαν μια οπτική επίπτωση σε μια έκταση 5.180
εκταρίων ή 13,54% της νήσου.
Ακολούθως με οδηγό τα «οπτικά σημάδια» και τη γεωχωρική κατανομή των
λατομικών χώρων, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων (latomet) του ΥΠΑΠΕΝ
(πρώην ΥΠΕΚΑ) όπου αποτυπώνονται οι υφιστάμενες, ενεργές άδειες
εκμετάλλευσης μαρμάρων (εικ.1,6,10,15 και 19 του Παραρτήματος) και από την
υπηρεσία θέασης ορθοφωτογραφιών του Κτηματολογίου (εικ.
3,4,5,8,9,12,13,14,17,18,21 και 22 του Παραρτήματος) και υποβάθρου από Arc
Gis (εικ. 2,7,11,16 και 20 του Παραρτήματος) σχηματίζονται πολύγωνα στις
παραπάνω περιοχές. Από τις επισκέψεις στους χώρους των λατομικών κέντρων
έχουν διαπιστωθεί ότι οι επεμβάσεις που διακρίνονται αφορούν λατομική
δραστηριότητα, οπότε και εμβαδομετρούνται με τη χρήση Autocad
καταγράφοντας τη συνολική έκταση επέμβασης στο δεδομένο λατομικό
κέντρο.
Οι εμβαδομετρήσεις από το υπόβαθρο του επικαιροποιημένου χάρτη (2012-2013)
του ArcMap του ArcGis καταγράφονται στον ακόλουθο Πίνακα 5 και
επαληθεύονται από τα πολύγωνα των αποσπασμάτων του κτηματολογίου
(ΕΚΧΑ). Τέλος στον πίνακα παρατίθενται και τα αντίστοιχα εμβαδά των
αδειοδοτημένων χώρων.
Θεωρώντας συγκριτικά τα υποσύνολα των εκτάσεων επέμβασης του κάθε
λατομικού κέντρου διαπιστώνονται αποκλίσεις σε σχέση με τις αδειοδοτηθείσες
εκτάσεις, οι οποίες δικαιολογούνται ως ακολούθως:
Το λατομικό κέντρο Νέστου εμφανίζει μια αύξηση 10% που εκτιμάται
φυσιολογική καθώς υπάρχει μικρότερο σχετικά ενδιαφέρον για εκμεταλλεύσεις
στο εν λόγω λατομικό κέντρο.
Στο λατομικό κέντρο της Θάσου καταγράφεται μια μείωση που ξεπερνά το 30%
και οφείλεται στο γεγονός, ότι ο Δήμος Θάσου (καθώς οι εκτάσεις ως προς το
ιδιοκτησιακό καθεστώς είναι ως επί τω πλείστον δημοτικές) ως ιδιοκτήτης δε
συναινεί για δημιουργία νέων λατομείων με αποτέλεσμα να υπάρχουν εκτάσεις
που έχουν λατομευθεί χωρίς την κατά τον νόμο απαιτούμενη άδεια. Επιπλέον
λόγω της μακράς παράδοσης του νησιού στην παραγωγή του διεθνώς γνωστού
λευκού μαρμάρου «Θάσου» υπάρχουν πολλές εγκαταλελειμμένες παλαιές
εκμεταλλεύσεις που χρήζουν αποκατάστασης.
Πίνακας 5: Έκταση Ενεργών Λατομικών κέντρων Αν. Μακεδονίας – Θράκης.
α/α
Περιοχή – Λατομικό κέντρο
Εμβαδομέτρηση
Έκτασης
Επέμβασης στρ. Άδειες
Εκμ/σης
Εμβαδόν
Αδειοδοτημένων
χώρων
1) Περιοχή Δ.Δ. Στενωπού –
Αγ. Κοσμά
3.224,013
41
2) Περιοχή Δ.Δ. Κεχρόκαμπου
409,583
4
3) Περιοχή Δ.Δ. Κομνηνών
Σταυρούπολης
218,929
5
Α)
Λατομικό κέντρο Νέστου
3.852,525
50
4.263,846
1) Περιοχή Δ.Δ. Σαλιάρα
Παναγίας
1.028,983
12
2) Περιοχή Δ.Δ. Θεολόγου
890,440
14
Β)
Λατομικό κέντρο Θάσου
1.919,423
26
1.399,098
1) Περιοχή Δ.Δ. Νικήσιανης
694,911
12
2) Περιοχή Δ.Δ. Πλατανότοπου
115,778
2
Γ) Λατομικό κέντρο Παγγαίου
804,554
14
963,727
1) Περιοχή Δ.Δ. Οχυρού -
Γρανίτη
2.561,460
44
2) Περιοχή Δ.Δ. Βώλακα
1.151,932
22
Δ)
Λατομικό κέντρο Κ.
Νευροκόπιου
3.713,392
66
5.658,658
1) Περιοχή Δ.Δ. Πύργων
1.039,680
17
2) Περιοχή Δ.Δ. Βαθυλάκου -
Ξηροποτάμου
1.034,001
26
Ε)
Λατομικό κέντρο Δράμας
2.073,681
43
3.047,785
Σύνολα:
12.363,575
199
15.333,114
44
Στο λατομικό κέντρο Παγγαίου εμφανίζεται μια αύξηση 20% που καταδεικνύει
το έντονο λατομικό ενδιαφέρον στην περιοχή, το οποίο όμως μετριάζεται από τη
αναοριοθέτηση του Όρους σύμφωνα με την ΥΑ ΥΠΠΟΤ/ΓΔΑΠΚ
/ΑΡΧ/Α1/Φ43/26114/1087/16-3-2011 (ΦΕΚ 56/Α/1-4-2011) απόφαση του
Υπουργείου Πολιτισμού και τον αυστηρό καθορισμό των ορίων των λατομικών
ζωνών.
Στα λατομικά κέντρα Δράμας και Κ. Νευροκοπίου εμφανίζεται μια αύξηση της
τάξης του 50% που καταδεικνύει ιδιαίτερα έντονα το λατομικό ενδιαφέρον για τα
δολομιτικά μάρμαρα στην περιοχή, τα οποία αποτελούν και το κύριο εξαγώγιμο
προϊόν.
Πέρα από τα γεωχωρικά δεδομένα για τα λατομεία μαρμάρου της υπό εξέτασης
περιφέρειας εξετάζονται ακολούθως και τα παραγωγικά δεδομένα των
λατομικών κέντρων. Στα ακόλουθα δεδομένα του Πίνακα 6 και Διαγράμματος 3
καταγράφεται η παραγωγή ογκομαρμάρων σε κ.μ. ανά Περιφερειακή Ενότητα σε
όλη την Επικράτεια για το έτος 2013. {Πηγή, βάση δεδομένων latomet.gr του
πρώην ΥΠΕΚΑ},
This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?