This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?

H χωροθέτηση των υπαίθριων εξορυκτικών
δραστηριοτήτων
Γενικά κριτήρια χωροθέτησης, η χωροθέτηση πλησίον
οικισµών και η στάθµιση του περιβαλλοντικού κόστους
σύµφωνα µε τη νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας
— Βιβλιογραφική ανασκόπηση —
Μαρία Κ. Στουµπίδη
*
Η χωροθέτηση των υπαίθριων εξορυκτικών δραστηριοτήτων εξαρτάται κατ’ αρχάς από
την ίδια την ύπαρξη εντοπισµένων κοιτασµάτων σε µία περιοχή.
Από νοµικής απόψεως εξαρτάται από ένα πλέγµα διατάξεων του περιβαλλοντικού, του
µεταλλευτικού και του πολεοδοµικού νόµου, που, αν και εξυπηρετούν ο κάθε ένας τον δικό
του σκοπό, εντάσσονται πάντως σε ένα ενιαίο σύστηµα δικαίου µέσα στο οποίο ερµηνεύο-
νται ενιαία και συνδυαστικά µεταξύ τους. Μόνη η εκ του νόµου χωροθέτηση των µεταλλεί-
ων που προκύπτει λόγω της τεκµηριωµένης παρουσίας κοιτασµάτων δεν επαρκεί. Τελικώς
η χωροθέτηση λαµβάνει χώρα σύµφωνα µε τις υφιστάµενες χωροταξικές κατευθύνσεις και
υπό τη στάθµιση του περιβαλλοντικού κόστους της πραγµατοποίησης µεταλλευτικών έργων
προς άλλους παράγοντες αναγόµενους στο γενικότερο εθνικό και δηµόσιο συµφέρον.
Η παρούσα µελέτη ασχολείται µε την ανάδειξη των ερµηνευτικών ζητηµάτων από τη
συνδυασµένη εφαρµογή των γενικών κριτηρίων χωροθέτησης υπαίθριων εξορυκτικών δρα-
στηριοτήτων σύµφωνα µε το Σύνταγµα, τις υφιστάµενες χωροταξικές κατευθύνσεις και τυ-
χόν ένταξη των δραστηριοτήτων εντός προστατευοµένων περιοχών καθώς επίσης και την
εφαρµογή των µεταλλευτικών και των πολεοδοµικών διατάξεων στο πλαίσιο της χωροθέ-
τησης πλησίον οικισµών. Αναλύονται θέµατα όπως η απόσταση των εξορυκτικών έργων
από οικισµούς ή κτίσµατα, ο τρόπος υπολογισµού της απόστασης αυτής και επιχειρείται η
προσέγγιση του ευρύτερου ζητήµατος της επίλυσης των συγκρούσεων των διατάξεων. Επί-
σης αναλύεται η παράλληλη εφαρµογή των διατάξεων αυτών στο πλαίσιο του Συντάγµατος
που επιβάλλει την ολοκληρωµένη περιβαλλοντική προστασία µε στόχο την αποφυγή της πε-
ριβαλλοντικής βλάβης µε προληπτικά και κατασταλτικά µέτρα και την προρρηθείσα στάθ-
µιση. Το ζήτηµα της στάθµισης περιπλέκεται ειδικώς ως προς την υλοποίηση µεταλλευτι-
κών έργων από το γεγονός ότι η εθνική αναγκαιότητα για την ανάπτυξη της µεταλλευτικής
δραστηριότητας ανάγεται στο ίδιο το Σύνταγµα, η δε εκµετάλλευση των µεταλλείων θεω-
ρείται δηµόσια ωφέλεια που µπορεί να οδηγήσει ακόµα και στην αναγκαστική απαλλοτρί-
ωση εκτάσεων, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την εκµετάλλευση σηµαντικής εθνικής
πλουτοπαραγωγικής πηγής.
*
∆ικηγόρος, ∆ικηγορική εταιρεία «∆ρυλλεράκης & Συνεργάτες»
Βουκουρεστίου 25
106 71 Αθήνα
Η/Τ: ms@dryllerakis.gr
18 1-2/2010
1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η χωροθέτηση δραστηριοτήτων για την υπαίθρια εξόρυξη µεταλλευτικών και βιο-
µηχανικών ορυκτών καθώς και την εξόρυξη µαρµάρων
1
εξαρτάται από το πραγµατικό
γεγονός της ίδιας της ύπαρξης κοιτασµάτων σε µία δεδοµένη περιοχή, διαπίστωση που
αφορά και το ουσιαστικότερο κριτήριο χωροθέτησης ενός εξορυκτικού έργου.
Από νοµικής απόψεως η χωροθέτηση των υπαίθριων εξορυκτικών δραστηριοτήτων
διέπεται από τρία βασικά πλέγµατα διατάξεων: την εν γένει περιβαλλοντική νοµοθεσία
2
,
στο πλαίσιο της οποίας λαµβάνονται υπ’ όψιν οι υφιστάµενες χωροταξικές κατευθύνσεις
και τυχόν περιορισµοί από ειδικά καθεστώτα προστασίας του περιβάλλοντος, τις ειδικές
διατάξεις του µεταλλευτικού νόµου
3
και τον πολεοδοµικό νόµο
4
. Κάθε πλέγµα διατάξε-
ων εξυπηρετεί το δικό του σκοπό και κατά περίπτωση µπορεί να οδηγεί τους µελετητές
σε διαφορετικά συµπεράσµατα ως προς την εφαρµογή των διατάξεων χωροθέτησης.
Γεννάται ως εκ τούτου το ερώτηµα µε ποιο τρόπο τα ως άνω πλέγµατα διατάξεων µε
τους διαφορετικούς τους σκοπούς και στόχους εφαρµόζονται στην πράξη και πώς επιλύ-
ονται οι τυχόν συγκρούσεις, δεδοµένου ότι οι επιµέρους διατάξεις τελικώς εντάσσονται
στο ίδιο ευρύτερο ενιαίο σύστηµα δικαίου και ερµηνεύονται σύµφωνα µε αυτό και όχι
µεµονωµένα.
Η νοµοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος και η διαδικασία της περιβαλ-
λοντικής αδειοδότησης εξασφαλίζει τη µετουσίωση της αρχής της πρόληψης
5
και λαµ-
βάνει υπ’ όψιν της και αναφέρεται σε κάθε επιµέρους παράµετρο του φυσικού, πολιτι-
στικού και κοινωνικοοικονοµικού περιβάλλοντος υπό το πρίσµα της αρχής της αειφόρου
αναπτύξεως. Κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση ελέγχεται άλλωστε η συµβατότητα
της ασκήσεως συγκεκριµένης εξορυκτικής δραστηριότητας προς τις απαιτήσεις προστα-
σίας του περιβάλλοντος, ενώ η επιλογή της συγκεκριµένης περιοχής στην οποία θα ανα-
πτυχθεί η υπαίθρια εξορυκτική δραστηριότητα θα επιλεγεί και µε βάση τις εκάστοτε
1
Η µελέτη αυτή δεν ασχολείται µε τη χωροθέτηση των λατοµείων αδρανών υλικών, τα οποία
διέπονται από ειδικές διατάξεις ούτε και µε το θέµα της χωροθέτησης και λειτουργίας των
υπόγειων εκµεταλλεύσεων. Ειδικά για τις τελευταίες πάντως αναφέρεται η πρόσφατη ΣτΕ
462/2010, Ολοµ. σχετικά µε την υπόθεση για την επέκταση της υπόγειας εκµετάλλευσης του
µεταλλείου Μαύρων Πετρών για την εξόρυξη µικτών θειούχων µεταλλευµάτων µολύβδου
και ψευδαργύρου σε συνεχόµενη µε υφιστάµενες µεταλλευτικές εγκαταστάσεις περιοχή κάτω
από τη δοµηµένη περιοχή του οικισµού Στρατονίκης (σκ. 13), σύµφωνα µε την οποία η σκο-
πούµενη δραστηριότητα δεν έρχεται σε αντίθεση µε εγκεκριµένα χωροταξικά, ρυθµιστικά και
πολεοδοµικά σχέδια αφού περιλαµβάνει κατά κύριο λόγο υπόγειες εργασίες.
2
Ν. 1650/1986 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
3
Τον Μεταλλευτικό Κώδικα (Ν∆ 210/1973, ΦΕΚ Α΄ 277/1973) και κυρίως τον κατ’ εξουσιο-
δότηση αυτού εκδοθέντα Κανονισµό Μεταλλευτικών και Λατοµικών Εργασιών (ΚΜΛΕ –
ΥΑ 11-5Η/Φ/17402/1984, ΦΕΚ Β΄ 931/1984). Ειδικά ως προς τα λατοµεία αδρανών υλικών
αναφέρεται ο Ν. 1428/84, ΦΕΚ Α΄ 43/1984.
4
Π.∆. της 2/13.03.1981, Ν. 3325/2005 και Π.∆. της 24.4/3.5.1985.
5
Ίδετε µεταξύ άλλων ΣτΕ 613/2002 (Ολοµ.) υπόθεση της Μεταλλουργίας Χρυσού Ολυµπιά-
δας και την πρόσφατη ΣτΕ 462/2010 (Ολοµ.) υπόθεση επέκτασης υπόγειας εκµετάλλευσης
µεταλλείου Μαύρων Πετρών Στρατονίκης, καθώς και Γλυκερία Σιούτη, ∆ίκαιο Περιβάλλο-
ντος, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κοµοτηνή 2003, σελ. 155, Ευαγγελία Κουτούπα – Ρε-
γκάκου, ∆ίκαιο του Περιβάλλοντος, Εκδ. Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 46 επ.
και 89 επ., Ανδρέα Παπαπετρόπουλο Οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στην Ευρω-
παϊκή και στην Ελληνική Έννοµη Τάξη, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κοµοτηνή 2003,
σελ. 51 επ.
1-2/2010 19
υφιστάµενες χωροταξικές κατευθύνσεις. Από την εφαρµογή της περιβαλλοντικής νοµο-
θεσίας προκύπτει άλλωστε πλήθος κριτηρίων χωροθέτησης και περιορισµών. Ειδικότε-
ρα, περιορισµοί µπορεί να προκύπτουν από Προεδρικά ∆ιατάγµατα / Αποφάσεις Χαρα-
κτηρισµού Περιοχών και Καθορισµού Ζωνών Προστασίας που εκδίδονται κατ’ εξουσι-
οδότηση των άρθρων 18 επ. του Ν. 1650/1986, από την ύπαρξη περιοχών προστατευό-
µενων από διεθνείς συνθήκες
6
ή δίκτυα
όπως το δίκτυο Φύση 2000
7
, από την ύπαρξη
περιοχών αρχαιολογικού ενδιαφέροντος κ.λπ. Επίσης η ανάλυση των επιπτώσεων ενός
έργου µπορεί κατά περίπτωση να οδηγήσει σε περιορισµούς ως προς τη χωροθέτηση
ενός έργου ή ακόµα και σε απαγόρευση υλοποίησης της συγκεκριµένης εξορυκτικής
δραστηριότητας. Τέλος, στο πλαίσιο των διατάξεων για την προστασία του περιβάλλο-
ντος αναφέρεται επίσης η στάθµιση του περιβαλλοντικού κόστους της πραγµατοποίησης
µεταλλευτικών έργων προς άλλους παράγοντες αναγόµενους στο γενικότερο εθνικό και
δηµόσιο συµφέρον, η οποία και τελικά θα κρίνει την πραγµατοποίηση του εξορυκτικού
έργου ή µη.
Οι διατάξεις του µεταλλευτικού νόµου, οι οποίες στοχεύουν στη ρύθµιση των µε-
ταλλευτικών και λατοµικών εργασιών έχουν πολύ ειδικό περιεχόµενο και ως προς το
ζήτηµα της χωροθέτησης αναφέρονται κυρίως σε κριτήρια προστασίας της ασφάλειας
των εγκαταστάσεων και των παρακειµένων κτισµάτων, την οποία εν πολλοίς προσδιορί-
ζουν σε απόσταση 250 µέτρων
8
.
Η πολεοδοµική νοµοθεσία, που αφορά στην εύρυθµη λειτουργία και προστασία των
οικισµών, του δοµηµένου και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος αυτών, στοχεύει στην
προστασία των οικισµών πλησίον των οποίων επιχειρείται η χωροθέτηση της εξορυκτι-
6
Για παράδειγµα αναφέρεται η περίπτωση µεταλλευτικών εργασιών εντός περιοχής ενταγµέ-
νης στο δίκτυο Ραµσάρ που κρίθηκε από την απόφαση του Συµβουλίου της Επικρατείας υπ’
αριθ. 4447/2005. Η υπόθεση αυτή αφορούσε εξορυκτικές εργασίες στην περιοχή των (τότε)
κοινοτήτων Μαυρορράχης και Νικοπόλεως Θεσσαλονίκης, στην ευρύτερη περιοχή της Κο-
ρώνειας, εντός περιοχής Ραµσάρ, για την οποία εν συνεχεία εξεδόθη η υπ’ αριθ. 6919/2004
κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, ΠΕΧΩ∆Ε, Γεωργίας και Μακεδονίας-Θράκης
«Χαρακτηρισµός των λιµναίων, χερσαίων και υδάτινων περιοχών του υγροτοπικού συστήµα-
τος των λιµνών Βόλβης–Κορώνειας και Μακεδονικών Τεµπών ως «Εθνικό Πάρκο Υγροτό-
πων των λιµνών Κορώνειας–Βόλβης και των Μακεδονικών Τεµπών» και καθορισµός ζωνών
προστασίας και καθορισµός χρήσεων, όρων και περιορισµών δόµησης», οριοθετήθηκε ο εν
λόγω υγρότοπος και διαιρέθηκε σε ζώνες προστασίας και χρήσεων.
7
Τα βασικά νοµοθετήµατα για την προστασία της βιοποικιλότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η
Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συµβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οι-
κοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας και η Οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συµβου-
λίου της 2ας Απριλίου 1979 για τη διατήρηση των αγρίων πτηνών (όπως κωδικοποιήθηκε
από την Οδηγία 2009/147/ΕΚ) συνθέτουν το γνωστό δίκτυο Φύση 2000. Οι σχετικές οδηγίες
έχουν ενσωµατωθεί στην ελληνική έννοµη τάξη µε τις ΚΥΑ υπ’ αριθ. 33318/1998 «Καθορι-
σµός µέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων (ενδιαιτηµάτων) κα-
θώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας», ΦΕΚ Β΄ 1289/1998 και 414985/1985 «Μέτρα δι-
αχείρισης της άγριας πτηνοπανίδας», ΦΕΚ Β΄ 757 /1985 σε συνδυασµό µε την ΚΥΑ
37338/2010 «Καθορισµός µέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση της άγριας ορνιθοπανί-
δας και των οικοτόπων/ενδιαιτηµάτων της, σε συµµόρφωση µε τις διατάξεις της Οδηγίας
79/409/ΕΟΚ, “Περί διατηρήσεως των άγριων πτηνών”, του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου της 2ας
Απριλίου 1979, όπως κωδικοποιήθηκε µε την οδηγία 2009/147/ΕΚ» αντίστοιχα.
8
Άλλες διατάξεις του ΚΜΛΕ (π.χ. τα άρθρα 79 επ.) αναφέρονται σε κριτήρια ασφαλείας του
εδάφους και εν γένει του περιβάλλοντος, των εκσκαφών κ.λπ.
20 1-2/2010
κής δραστηριότητας από οχλούσες δραστηριότητες και θεσπίζει υποχρέωση τήρησης
αποστάσεως τουλάχιστον 500 µέτρων από τα όρια των οικισµών.
Ωστόσο, η χωροθέτηση και εν γένει αδειοδότηση εξορυκτικών έργων έχει κάποιες
ιδιοµορφίες σε σύγκριση µε άλλα έργα και δραστηριότητες:
Αφενός, οι εξορυκτικές δραστηριότητες δεν µπορούν εκ της φύσεώς τους να χωρο-
θετηθούν οπουδήποτε, καθώς εξαρτώνται από την ίδια την ύπαρξη των εξορυσσοµένων
πρώτων υλών. Κατ’ ανάγκη δηλαδή οι δραστηριότητες αυτές περιορίζονται ως προς τη
χωροθέτησή τους σε εκείνες τις περιοχές στις οποίες υπάρχουν κοιτάσµατα, συνεπώς οι
όποιες εναλλακτικές λύσεις δεσµεύονται ως προς τη θέση ενός έργου από αυτό το πραγ-
µατικό γεγονός, το οποίο και οδήγησε στην εκ του νόµου χωροθέτηση αυτών των δρα-
στηριοτήτων.
Αφετέρου, οι εξορυκτικές δραστηριότητες αφορούν σε µία εθνικής σηµασίας πηγή
πλούτου µε ειδική συνταγµατική αναφορά
9
, ενώ, εάν κριθεί ότι δια της εξορύξεως υπη-
ρετείται υπέρτερο δηµόσιο συµφέρον, ειδικές διατάξεις επιτρέπουν την αναγκαστική
απαλλοτρίωση ακινήτων
10
, µε την εξορυκτική χρήση να λαµβάνει έτσι προτεραιότητα
έναντι άλλων χρήσεων γης προκειµένου να εξυπηρετηθεί η εκµετάλλευση µεταλλείων, η
οποία λογίζεται ως δηµόσια ωφέλεια.
Η παρούσα µελέτη επιχειρεί να αναδείξει τα ερµηνευτικά ζητήµατα που γεννώνται
κατά τη χωροθέτηση των υπαίθριων εξορυκτικών δραστηριοτήτων, µε έµφαση ιδίως στη
χωροθέτηση πλησίον οικισµών. Παρουσιάζεται το ισχύον θεσµικό πλαίσιο σχετικά µε
την εκ του νόµου χωροθέτηση και τα γενικότερα κριτήρια χωροθέτησης όπως προκύ-
πτουν από τις εγκεκριµένες χωροταξικές κατευθύνσεις του Γενικού Πλαισίου Χωροτα-
ξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης
11
και του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού
Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη Βιοµηχανία
12
καθώς και τις γενικές αρχές
χωροθέτησης εντός προστατευόµενων περιοχών. Επίσης εξετάζεται η προβληµατική της
χωροθέτησης πλησίον οικισµών µε βάση τον µεταλλευτικό και τον πολεοδοµικό νόµο.
Εν συνεχεία παρουσιάζεται η εφαρµογή του ζητήµατος της στάθµισης του περιβαλλο-
ντικού κόστους όπως προκύπτει ειδικώς στην περίπτωση των εξορυκτικών έργων, λαµ-
βανοµένης υπ’ όψιν και της δηµόσιας ωφέλειας από την εκµετάλλευση του ορυκτού
πλούτου και της δυνατότητας απαλλοτριώσεων, όπως έχει ερµηνευτεί από το Συµβούλιο
της Επικρατείας στις σηµαντικότερες αποφάσεις του που αφορούν στη χωροθέτηση των
εξορυκτικών δραστηριοτήτων
13
.
9
Άρθρα 18 και 106 του Συντάγµατος.
10
Άρθρο 128 του Μεταλλευτικού Κώδικα.
11
Το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης εγκρίθηκε από την
Ολοµέλεια της Βουλής των Ελλήνων δια της αποφάσεώς της Βουλής υπ’ αριθ. 6877/4872/
24.06.2008, ΦΕΚ Α΄ 128/2008.
12
ΚΥΑ 11508/2009, ΦΕΚ 151/13.4.09, Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδο-
µικών Θεµάτων.
13
Για λόγους ευκολίας, οι αναφερόµενες στην παρούσα µελέτη υποθέσεις που αφορούν σε
εξορυκτικά έργα κωδικοποιούνται και µε βάση την υπόθεση και όχι µόνο τον αριθµό της α-
πόφασης. Η ένδειξη (7µ) ή (5µ) µετά από την πρώτη φορά που αναφέρεται µία απόφαση του
Συµβουλίου της Επικρατείας αφορά στην Επταµελή ή Πενταµελή Σύνθεση του Ε΄ Τµήµατος
αντίστοιχα, ενώ η ένδειξη (Ολοµ.) αναφέρεται στην Ολοµέλεια του ∆ικαστηρίου.
1-2/2010 21
2 ΓΕΝΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΑΙΘΡΙΩΝ ΕΞΟΡΥΚΤΙΚΩΝ
∆ΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
2.1 Οι διατάξεις περί της εκ του νόµου χωροθέτησης
Όπως αναφέρθηκε, δεν νοείται χωροθέτηση εξορυκτικών δραστηριοτήτων παρά µό-
νο σε περιοχές στις οποίες υπάρχουν εντοπισµένα κοιτάσµατα.
Το θεσµικό πλαίσιο, το οποίο οφείλει να ανταποκρίνεται στις πραγµατικές κατα-
στάσεις τις οποίες καλείται να ρυθµίσει, αναγνωρίζει την ως άνω ουσιαστική προϋπόθε-
ση και προβαίνει στη νοµική αποτύπωση της πραγµατικής κατάστασης της ύπαρξης ή
µη κοιτάσµατος µε την «εκ του νόµου χωροθέτηση». Σύµφωνα µε την παρ. 1 α του άρ-
θρου 12 του Ν. 2837/2000 «ο χώρος στον οποίο εντοπίζεται κοίτασµα µεταλλευτικών,
βιοµηχανικών ορυκτών και µαρµάρων θεωρείται εκ του νόµου χωροθετηµένο µεταλλείο
ή λατοµείο αντίστοιχα». Τους σχετικούς ορισµούς των µεταλλευτικών και των λατοµι-
κών ορυκτών παρέχει ο Μεταλλευτικός Κώδικας στα άρθρα 2 και 5 αντίστοιχα
14
. Η εκ
του νόµου χωροθέτηση δεν ισχύει για τα αδρανή υλικά.
Στο πλαίσιο αυτό και σύµφωνα µε την παράγραφο 6 περ. στ΄ του άρθρου 4 του
Ν. 650/1986 (όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει µετά την έκδοση του Ν. 3010/2002)
15
,
ακριβώς επειδή η περιοχή στην οποία εντοπίζονται τέτοια κοιτάσµατα θεωρείται εκ του
νόµου χωροθετηµένο µεταλλείο ή λατοµείο, δεν απαιτείται Προκαταρκτική Περιβαλλο-
ντική Εκτίµηση και Αξιολόγηση κατά την αδειοδότηση νέων εξορυκτικών έργων, κατ’
αναλογία προς ό,τι συµβαίνει µε κάθε ήδη χωροταξικά θεσµοθετηµένη περιοχή (Βιοµη-
χανική Περιοχή, Περιοχή Οργανωµένης Ανάπτυξης Παραγωγικών ∆ραστηριοτήτων,
καθορισµένες µεταλλευτικές και λατοµικές περιοχές για τις οποίες άλλωστε πρέπει να
έχει προηγηθεί στρατηγική εκτίµηση των επιπτώσεών τους
16
). Η απαλλαγή από την υπο-
χρέωση Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίµησης και Αξιολόγησης καταλαµβάνει
και τη διενέργεια των ερευνητικών εργασιών που προηγούνται της εκµετάλλευσης (ΣτΕ
293/2009, 5µ, σκ. 16).
Η εκ του νόµου χωροθέτηση δεν καταργεί την υποχρέωση της ∆ιοίκησης να εξετά-
σει και τα υπόλοιπα στοιχεία που αποτελούν το περιεχόµενο της Προκαταρκτικής Περι-
βαλλοντικής Εκτίµησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ)
17
, η εξέταση των οποίων απλώς µε-
14
Συναφώς αναφέρεται η κατηγοριοποίηση των λατοµικών ορυκτών κατά το άρθρο 1 του
Ν. 669/1977 σε α) βιοµηχανικά ορυκτά
14
, β) µάρµαρα
14
και γ) αδρανή υλικά
14
, τα οποία διέ-
πονται από το ειδικό πλαίσιο του Ν. 1428/84 ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 2115/1993.
15
Η παρ. 6 στ΄ του άρθρου 4 του Ν. 1650/1986 ορίζει επί λέξει: «στ. Προκαταρκτική περιβαλ-
λοντική εκτίµηση και αξιολόγηση δεν απαιτείται στις θεσµοθετηµένες βιοµηχανικές περιοχές
και ζώνες, στις βιοτεχνικές περιοχές και πάρκα, στις ναυπηγοεπισκευαστικές περιοχές, σύµ-
φωνα µε την ισχύουσα σχετική νοµοθεσία, στις Περιοχές Οργανωµένης Ανάπτυξης Παραγω-
γικών ∆ραστηριοτήτων (Π.Ο.Α.Π.∆.) του άρθρου 10 του Ν.2742/1999 (ΦΕΚ 207 Α) και στις
περιπτώσεις που η χωροθέτηση προβλέπεται από νόµο ή εγκεκριµένο χωροταξικό ή πολεο-
δοµικό ή ρυθµιστικό σχέδιο, στις περιοχές που εντοπίζονται κοιτάσµατα µεταλλευτικών ορυ-
κτών, βιοµηχανικών ορυκτών και µαρµάρων, σύµφωνα µε την περ. Α' της παρ. 1 του άρθρου
12 του Ν. 2837/2000 (ΦΕΚ 178 Α'), καθώς και στις µεταλλευτικές και λατοµικές περιοχές
που έχουν καθορισθεί σύµφωνα µε την ισχύουσα νοµοθεσία».
16
Μετά την έκδοση της ΥΑ 107017/2006 (ΦΕΚ Β΄ 1225/5.9.2006) περί εκτιµήσεως των περι-
βαλλοντικών επιπτώσεων ορισµένων σχεδίων και προγραµµάτων.
17
Σύµφωνα µε το άρθρο 4 του Ν. 1650/1986 ως τροποποιηµένο ισχύει µετά την έκδοση του
Ν. 3010/2002 άρθρο 2 παρ. 6. β΄ «για την προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίµηση και αξιο-
λόγηση λαµβάνονται υπόψη: αα) οι γενικές και ειδικές κατευθύνσεις της χωροταξικής πολι-
22 1-2/2010
τατίθεται στο δεύτερο στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Εξάλλου µόνη η εκ
του νόµου χωροθέτηση δεν επαρκεί για την τελική χωροθέτηση ενός εξορυκτικού έργου:
κατά την έκδοση των περιβαλλοντικών όρων εξετάζονται, µεταξύ άλλων, οι κατευθύν-
σεις του χωροταξικού σχεδιασµού καθώς και η συµβατότητα της ασκήσεως της εξορυ-
κτικής δραστηριότητας προς τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία δεν
αποκλείεται να καταλήξει υπό τις ειδικές εκάστοτε περιστάσεις ακόµα και σε παντελή
αδυναµία ασκήσεως της δραστηριότητας, παρά το γεγονός ότι στη συγκεκριµένη περιο-
χή µπορεί να έχει εντοπιστεί κοίτασµα µεταλλευτικών ορυκτών (και άρα να λογίζεται
χωροθετηµένο µεταλλείο). Σχετικές µε το θέµα αυτό είναι η ΣτΕ 462/2010 (Ολοµ.) σκ.
8, υπόθεση Επέκτασης Υπόγειας Εκµετάλλευσης Μεταλλείου Μαύρων Πετρών Στρατο-
νίκης, η ΣτΕ 293/2009 (5µ) σκ. 11, υπόθεση Λατοµείου Μαρµάρου στα Αρβανίτικα
Σερρών, η ΣτΕ 2059/2007 (7µ.) σκ. 12, υπόθεση Κοιτασµάτων Βωξίτη στη Φωκίδα κα-
θώς και η ΣτΕ 998/2005 (Ολοµ.) σκ. 7, υπόθεση ∆ΕΗ ∆υτικό Πεδίο Πτοµελαϊδος)
18
.
2.2 Το Σύνταγµα
Κατά το Σύνταγµα, τα υπόγεια και υποθαλάσσια κοιτάσµατα χαρακτηρίζονται εθνι-
κός πλούτος, θεσπίζονται ειδικοί νόµοι γι’ αυτά, το δε Κράτος πρέπει να λαµβάνει όλα
τα επιβαλλόµενα µέτρα για την εκµετάλλευσή τους µέσα στο πλαίσιο της Εθνικής Οικο-
νοµικής Ανάπτυξης, καθώς µε τον τρόπο αυτό εξυπηρετούνται και διασφαλίζονται η
κοινωνική ειρήνη και η προστασία του κοινού οικονοµικού συµφέροντος
19
. Η αναπτυξι-
τικής, που προκύπτουν από εγκεκριµένα χωροταξικά, ρυθµιστικά και πολεοδοµικά σχέδια ή
άλλα σχέδια χρήσεων γης, ββ) η περιβαλλοντική ευαισθησία της περιοχής, που ενδέχεται να
θιγεί, από το έργο ή τη δραστηριότητα, γγ) τα χαρακτηριστικά των ενδεχόµενων σηµαντικών
περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όπως το µέγεθος, η πολυπλοκότητα, η ένταση και η έκτασή
τους, ο διασυνοριακός χαρακτήρας τους, η διάρκεια, η συχνότητα και η αναστρεψιµότητά
τους, δδ) τα οφέλη για την εθνική οικονοµία, την εθνική ασφάλεια, τη δηµόσια υγεία και η
εξυπηρέτηση άλλων λόγων δηµόσιου συµφέροντος και εε) οι θετικές επιπτώσεις στο φυσικό
και ανθρωπογενές περιβάλλον σε µία ευρύτερη περιοχή από εκείνη που επηρεάζεται άµεσα
από το έργο ή τη δραστηριότητα».
18
Η συνταγµατικότητα της διατάξεως αυτής έχει κριθεί θετικά από το Συµβούλιο της Επικρα-
τείας, το οποίο έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές, κατά το µέρος που προβλέπουν την απαλλαγή
από την υποχρέωση τηρήσεως του προηγούµενου σταδίου της προκαταρκτικής περιβαλλο-
ντικής εκτίµησης και αξιολόγησης µεταθέτουν, όµως, την εξέταση όλων των κατά νόµο στοι-
χείων στο στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, δεν παραβιάζουν τις διατάξεις
του Συντάγµατος και του κοινοτικού δικαίου, δεδοµένου ότι η διαδικασία έρευνας των περι-
βαλλοντικών επιπτώσεων συγκεκριµένου έργου σε δύο στάδια δεν έχει έρεισµα στο Σύνταγ-
µα ή σε ορισµούς των σχετικών κοινοτικών οδηγιών σύµφωνα και µε τις προαναφερθείσες
υποθέσεις. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση της αδειοδότησης έργων εντός
των ως άνω θεσµοθετηµένων ζωνών και των σχεδίων ήδη σήµερα ισχύει η προϋπόθεση της
προηγούµενης εκπονήσεως στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων κατά τις δι-
ατάξεις της ΥΑ 107017/2006 (ΦΕΚ Β΄ 1225/5.9.2006) περί εκτιµήσεως των περιβαλλοντι-
κών επιπτώσεων ορισµένων σχεδίων και προγραµµάτων, σε συµµόρφωση µε τις διατάξεις
της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, στο πλαίσιο της οποίας αξιολογούνται και τα στοιχεία αυτά.
19
Σύµφωνα µε το άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγµατος «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρή-
νης και την προστασία του γενικού συµφέροντος το Κράτος προγραµµατίζει και συντονίζει
την οικονοµική δραστηριότητα στη Χώρα επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονοµική ανά-
πτυξη όλων των τοµέων της εθνικής οικονοµίας. Λαµβάνει τα επιβαλλόµενα µέτρα για την
αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου από την ατµόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθα-
1-2/2010 23
ακή προοπτική της χώρας δεν µπορεί να αγνοεί τον ορυκτό πλούτο και την προσέλκυση
επενδύσεων στον τοµέα αυτό. Οι µεταλλευτικές δραστηριότητες απετέλεσαν πάντοτε
ιστορικά αλλά και σήµερα σηµαντική πηγή πλούτου και ανάπτυξης σε όσες χώρες ήταν
προικισµένες µε πλούσιους ορυκτούς πόρους, βιοµηχανικά και µεταλλευτικά ορυκτά και
η ορθή πραγµάτωση της αρχής της αειφορίας δεν µπορεί να παραβλέπει την ταυτοχρό-
νως συνυπάρχουσα ανάγκη και για οικονοµική ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα. Εξάλ-
λου η ανάγκη πρόσβασης σε ακατέργαστες πρώτες ύλες µεταλλευµάτων τεκµηριώνεται
και σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο
20
. Έτσι, παρά το γεγονός ότι, κατά το Σύνταγµα, το Κράτος
επιδιώκει την ανάπτυξη όλων των τοµέων εθνικής οικονοµίας, για την εκµετάλλευση
του ορυκτού πλούτου υπάρχει ιδιαίτερη πρόνοια.
Εξάλλου και κατά το άρθρο 102 του Μεταλλευτικού Κώδικα, η εκµετάλλευση των
µεταλλείων χαρακτηρίζεται για την εφαρµογή των διατάξεών του ως δηµόσια ωφέλεια.
Αυτός ο νοµικός προσδιορισµός επιτρέπεται λόγω αυτής ακριβώς της ένταξης των µε-
ταλλείων στην έννοια του «εθνικού πλούτου»
21
, ενώ ο Μεταλλευτικός Κώδικας προβλέ-
πεται ως ειδικό νοµικό καθεστώς που προσδιορίζεται από το Σύνταγµα
22
.
2.3 Οι χωροταξικές κατευθύνσεις
Οι ως άνω σκέψεις βρίσκουν σήµερα έρεισµα και στο Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού
Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης της χώρας, το οποίο επιδιώκει όχι µόνο τη διατή-
ρηση της εξορυκτικής δραστηριότητας στις υφιστάµενες περιοχές εκµετάλλευσης αλλά
και διασφαλίζει τη δυνατότητα επέκτασης σε περιοχές όπου εντοπίζονται νέα κοιτάσµα-
τα ή νέα ορυκτά
23
. Οι βασικοί άλλωστε χωροταξικοί στόχοι για την εξόρυξη οµοίως
αναγνωρίζουν την συµβολή των µεταλλευµάτων και των ορυκτών στην παραγωγική
διαδικασία, ενώ παρέχεται ως ειδική κατεύθυνση η διασφάλιση των εξορυκτικών δρα-
στηριοτήτων από ανταγωνιστικές χρήσεις µε κριτήρια τις επιπτώσεις στο περιβάλλον
και τη σπανιότητα του µεταλλεύµατος, ιδίως στις περιοχές του δικτύου ΦΥΣΗ 2000
(αναλυτικά κατωτέρω υπό 2.4.3). Αναγνωρίζεται επίσης η χωρική διάσταση της εξορυ-
λάσσια κοιτάσµατα , για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδί-
ως της οικονοµίας των ορεινών, νησιωτικών και παραµεθόριων περιοχών.»
20
Commission communication of 4.11.08 “The raw materials initiative – meeting our critical
needs for growth and jobs in Europe,” Com (2008) 699 final,
http://ec.europa.eu/enterprise/newsroom/cf/document.cfm?action=display&doc_id=894&user
service_id=1, EU Strategy on Sustainable Use of Natural Resources,
http://ec.europa.eu/environment/natres/index.htm, EC Guidance on undertaking new non-
energy extractive activities in accordance with Natura 2000 requirements,
http://ec.europa.eu/environment/nature/natura2000/management/docs/neei_n2000_guidance.p
df .
21
Ίδετε και Αναστ. Τάχο, «Μεταλλευτικός Κώδικας (ΜΚ) – Έννοια και περιεχόµενο της αρχής
της προτεραιότητας – Συνέπειες της αρχής της προτεραιότητας – ∆ιοικητική αναστολή εκτέ-
λεσης διοικητικών πράξεων του ΜΚ και αρχή της προτεραιότητας (γνωµ.)», Περιβαλλον &
∆ίκαιο, Τόµος 2006, σελ. 30.
22
Σύµφωνα µε το άρθρο 18 παρ. 1 του Συντάγµατος «Ειδικοί Νόµοι ρυθµίζουν τα σχετικά µε
την ιδιοκτησία και διάθεση των µεταλλείων, ορυχείων, σπηλαίων, αρχαιολογικών χώρων και
θησαυρών, ιαµατικών, ρεόντων και υπογείων υδάτων και γενικά του υπογείου πλούτου».
23
Άρθρο 7 (Β) του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης.
24 1-2/2010
κτικής και της µεταλλευτικής δραστηριότητας, η οποία συνδέεται µε την ανάγκη ανα-
γνώρισης των ορυκτών πόρων ως ισότιµων προς τους λοιπούς φυσικούς πόρους
24
.
Ειδικότερα σύµφωνα µε το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου
Ανάπτυξης παρέχονται οι εξής κατευθύνσεις:
«– ∆ιατήρηση της εξορυκτικής δραστηριότητας στις υφιστάµενες περιοχές εκµετάλλευ-
σης και διασφάλιση της δυνατότητας επέκτασης σε περιοχές, όπου εντοπίζονται νέα
κοιτάσµατα ή νέα ορυκτά, µε τήρηση των όρων προστασίας του περιβάλλοντος και των
προϋποθέσεων λειτουργίας των γειτονικών δραστηριοτήτων». Γίνεται δε σαφής αναφο-
ρά σε συγκεκριµένους ορυκτούς πόρους και συγκεκριµένες περιοχές στις οποίες εντοπί-
ζονται και οι οποίοι καλύπτουν εγχώριες ανάγκες ή διεθνείς αγορές
25
.
«– Εξασφάλιση των θεµελιωδών προϋποθέσεων για τη λειτουργία των εξορυκτικών
δραστηριοτήτων και κυρίως της δυνατότητας χωροθέτησης µονάδων πρωτογενούς επε-
ξεργασίας ορυκτών πρώτων υλών και µονάδων µεταποίησης για καθετοποίηση της πα-
ραγωγής στους χώρους εξόρυξης, όπως επίσης και της εξασφάλισης θαλάσσιων διεξό-
δων για διακίνηση των προϊόντων, όταν αυτό επιβάλλεται για τεχνικο-οικονοµικούς λό-
γους ή για λόγους ασφάλειας, λαµβάνοντας παράλληλα και τα αναγκαία µέτρα προστα-
σίας και αποκατάστασης του περιβάλλοντος.
»– ∆ιασφάλιση των χώρων της εξορυκτικής δραστηριότητας από ανταγωνιστικές χρή-
σεις µε κριτήρια τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και τη σπανιότητα των προς εκµετάλ-
λευση πόρων, ειδικά στις παράκτιες ζώνες και στις περιοχές του δικτύου ΦΥΣΗ 2000.
»– Εξασφάλιση των προϋποθέσεων σταδιακής και οριστικής αποκατάστασης των µε-
ταλλείων και των λατοµείων.»
26
Οι στόχοι αυτοί εξειδικεύονται περαιτέρω στο Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδι-
ασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη Βιοµηχανία
27
.
24
Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΦΕΚ Α΄ 128/2008)
έχοντας υπ’ όψιν, ΙΙΙ. Ε. παρ. 6.
25
Ειδικότερα αναφέρεται: «Πρόκειται, κυρίως, για ορυκτούς πόρους που καλύπτουν εγχώριες
ανάγκες ή απευθύνονται σε διεθνείς αγορές, όπως: ο λιγνίτης στην ∆υτική Μακεδονία και
την Πελοπόννησο, ο βωξίτης στην Φωκίδα, Βοιωτία και Φθιώτιδα, τα σιδηρονικελιούχα µε-
ταλλεύµατα στη Βοιωτία, Φθιώτιδα, Εύβοια, ∆υτική και Κεντρική Μακεδονία, το αργό πε-
τρέλαιο στο νοµό Καβάλας, τα βιοµηχανικά ορυκτά στην ∆υτική και Κεντρική Μακεδονία,
τα µεικτά θειούχα και ο λευκόλιθος στη Χαλκιδική, οι άστριοι και στη κεντρική Μακεδονία,
ο χρυσός στην Κεντρική Μακεδονία, η ποζολάνη, ο περλίτης, ο µπεντονίτης και γενικά τα
βιοµηχανικά ορυκτά στις Κυκλάδες και το νότιο Αιγαίο και ιδίως στη Μήλο, τη Νίσυρο και
το Γυαλί, ο γύψος στην Κρήτη και τα µάρµαρα σε διάφορες θέσεις στο Ελλαδικό χώρο. Πρέ-
πει να σηµειωθεί ότι τα µάρµαρα αποτελούν µία σηµαντική κατηγορία ορυκτών πόρων µε
πολιτισµική και εµπορική σηµασία που απαντώνται σε διάφορες θέσεις µε ποικιλία µορφών
και ιδιοτήτων. Οι µεγαλύτερες συγκεντρώσεις εντοπίζονται στους νοµούς ∆ράµας, Καβάλας,
Ηµαθίας, Ιωαννίνων, Αττικής, Κοζάνης, Βοιωτίας, Αργολίδος, Αρκαδίας και νήσων όπως η
Χίος και η Νάξος.»
26
Ως προς τα λατοµεία αδρανών το Γενικό Πλαίσιο παρέχει ειδικές κατευθύνσεις που εξειδι-
κεύονται περαιτέρω ως προς τα νησιά µε περιορισµένες ανάγκες δοµικών υλικών, οπότε και
η χωροθέτησή τους «θα διενεργείται σύµφωνα µε την ισχύουσα νοµοθεσία».
1-2/2010 25
Στο άρθρο 5 του Ειδικού Πλαισίου «Κατευθύνσεις κλαδικού και ειδικού χαρακτήρα
για τη στρατηγική χωρική οργάνωση της βιοµηχανίας» προβλέπονται ειδικές κατηγορίες
δραστηριοτήτων µε χωροθετική εξάρτηση από πρώτες ύλες που προέρχονται από την
εξόρυξη και στις οποίες εντάσσονται «Εγκαταστάσεις πρωτογενούς επεξεργασίας ορυ-
κτών πρώτων υλών (των λατοµικών ορυκτών συµπεριλαµβανοµένων) στις περιοχές ε-
ξόρυξής τους. Μονάδες µεταποίησης χωροθετηµένες σε περιοχές εκµετάλλευσης ορυ-
κτών πρώτων υλών, τις οποίες οι µονάδες αυτές καθετοποιούν. Μονάδες ηλεκτροπαρα-
γωγής µε εξάρτηση από ορυκτές πρώτες ύλες στις περιοχές εξόρυξης τους».
Για την ίδρυση ή το µετασχηµατισµό τέτοιων µονάδων το Ειδικό Πλαίσιο παρέχει
συγκεκριµένες κατευθύνσεις και ειδικότερα διευκρινίζεται ότι επιτρέπονται οι ως άνω
µονάδες σε χωροθετηµένα µεταλλεία ή λατοµεία (άρα και στην περίπτωση της εκ του
νόµου χωροθετήσεως) «εφόσον παρουσιάζουν εξάρτηση από πρώτες ύλες που παράγο-
νται στον αντίστοιχο χώρο». Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι είναι δυνατή η χωροθέτησή
τους εντός περιοχών του δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (εκτός οικοτόπων προτεραιότητας) σύµ-
φωνα µε τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται από τα νοµικά καθεστώτα προ-
στασίας τους καθώς επίσης και εντός δασικών περιοχών, υπό συγκεκριµένες προϋποθέ-
σεις
28
.
Επίσης στο Παράρτηµα Ι του Ειδικού Πλαισίου µε τίτλο «Κατευθύνσεις για τη Χω-
ρική Οργάνωση της Βιοµηχανίας σε Περιφερειακό και Νοµαρχιακό Επίπεδο» του Ειδι-
κού Πλαισίου αναγνωρίζονται οι εξορυκτικές δραστηριότητες ανά περιφέρεια και ανά
νοµό και παρέχονται κατευθύνσεις, µεταξύ άλλων, για τον συνδεόµενο µε την εξόρυξη
κλάδο της µεταποίησης ή για τυχόν αντιµετώπιση των τυχόν έντονων περιβαλλοντικών
πιέσεων.
Χωροταξικές Κατευθύνσεις παρέχονται και στα Περιφερειακά Πλαίσια, τα οποία
όµως, δεδοµένου ότι τα περισσότερα εκδόθηκαν στα τέλη 2003 και µερικά στις αρχές
του 2004, ήδη χρήζουν αναθεωρήσεως, αφενός µεν κατ’ άρθρον 8 παρ. 5 του
Ν. 2742/99
29
, αφετέρου δε προκειµένου να εναρµονιστούν µε τα εν τω µεταξύ εκδοθέ-
ντα Γενικό και Ειδικά Πλαίσια, ενώ τέλος, περιορισµοί µπορεί να προκύπτουν και από
οποιαδήποτε άλλα σχέδια χρήσεων γης που ισχύουν ανά περιοχή, εξαντλητική αναφορά
των οποίων εκφεύγει του αντικειµένου της παρούσας µελέτης.
27
Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη Βιοµηχανία, ΦΕΚ
151/13.4.09, Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδοµικών Θεµάτων.
28
«− Σε περιοχές του δικτύου ΦΥΣΗ (NATURA) 2000, εκτός των οικοτόπων κοινοτικής προ-
τεραιότητας όπου απαγορεύεται η εγκατάσταση των ανωτέρω βιοµηχανικών µονάδων, είναι
δυνατή η χωροθέτηση τους σύµφωνα µε τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται από τα
νοµικά καθεστώτα προστασίας τους.
»− Οµοίως, είναι κατ’ αρχήν αποδεκτή η εγκατάσταση των βιοµηχανικών µονάδων της
παρούσας παραγράφου σε δάση ή δασικές εκτάσεις, στο πλαίσιο των διατάξεων της δασικής
νοµοθεσίας, όταν δεν είναι τεχνικοοικονοµικά πρόσφορη ή εφικτή η εγκατάσταση εκτός των
περιοχών αυτών. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξετάζεται η ύπαρξη κατάλληλων θέσεων σε
δασική έκταση, και µόνον όταν αυτή δεν είναι δυνατή εξετάζεται η χωροθέτηση σε δάσος. Σε
περιπτώσεις που παρά την κατεύθυνση αυτή δεν θα γίνεται, σε πρώτο στάδιο, δεκτή µια
τέτοια χωροθέτηση, θα πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα έγκρισης της χωροθέτησης υπό
τον όρο της δάσωσης µε δαπάνες του φορέα της µονάδας έκτασης µη δασικού χαρακτήρα
χωροθετηµένης σε µια ευρύτερη περιοχή νοµαρχιακής κλίµακας, εµβαδού τουλάχιστον ίσου
µε τη δασική περιοχή στην οποία γίνεται η επέµβαση.»
29
Σύµφωνα µε το άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 2742/99 τα Περιφερειακά Πλαίσια αναθεωρούνται ανά
πενταετία εφόσον κατά την αξιολόγησή τους προκύπτει τεκµηριωµένη προς τούτο ανάγκη.
26 1-2/2010
2.4 Περιορισµοί από τις διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος· ειδικά
καθεστώτα προστασίας, το ∆ίκτυο ΦΥΣΗ 2000 και οι δασικές περιοχές
2.4.1 Γενικά το άρθρο 24 του Συντάγµατος
Το άρθρο 24 του Συντάγµατος επιβάλλει τη λήψη µέτρων για την προστασία του
περιβάλλοντος
30
. Κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση ενός έργου, η οποία µετουσιώ-
νει την αρχή της πρόληψης, είναι δυνατόν από την ενδελεχή µελέτη των στοιχείων µιας
περιοχής να προκύψουν δεδοµένα τα οποία να δυσκολεύουν ή και να απαγορεύουν τη
χωροθέτηση µιας δραστηριότητας, όπως για παράδειγµα λόγω σηµαντικών επιπτώσεων
στο φυσικό ή και στο πολιτιστικό περιβάλλον (π.χ. ύπαρξη αρχαιοτήτων ή οπτική όχλη-
ση από µνηµεία ή τόπους αρχαιολογικού ενδιαφέροντος). Ιδίως στην περίπτωση των
εξορυκτικών δραστηριοτήτων, οι ενδεχόµενες επιπτώσεις από τη λειτουργία ενός έργου,
στις οποίες συµπεριλαµβάνεται και ο τυχόν κίνδυνος από την πληµµελή λειτουργία ενός
έργου, µπορεί να είναι αυξηµένες και να δυσκολέψουν τη χωροθέτηση. Η εξαντλητική
αναφορά τέτοιων παραδειγµάτων εκφεύγει του αντικειµένου της παρούσας µελέτης.
Ωστόσο, γίνεται σύντοµη αναφορά στην περίπτωση των προστατευόµενων περιοχών του
Ν. 1650/86, του ∆ικτύου Φύση 2000 και των δασικών περιοχών, που άλλωστε αναφέρο-
νται ειδικώς και στο Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυ-
ξης για τη Βιοµηχανία.
2.4.2 Τα καθεστώτα προστασίας κατά το Ν. 1650/86
Σύµφωνα µε το άρθρο 18 του Ν. 1650/1986 (η βιοποικιλότητα
31
) «η φύση και το
τοπίο προστατεύονται και διατηρούνται ώστε να διασφαλίζονται οι φυσικές διεργασίες,
η αποδοτικότητα των φυσικών πόρων, η ισορροπία και η εξέλιξη των οικοσυστηµάτων
καθώς και η ποικιλοµορφία, η ιδιαιτερότητα ή η µοναδικότητά τους». Χερσαίες, υδάτι-
νες ή µεικτού χαρακτήρα περιοχές, µεµονωµένα στοιχεία ή σύνολα της φύσης και του
τοπίου µπορούν να αποτελέσουν αντικείµενα προστασίας και διατήρησης λόγω της οι-
κολογικής, γεωµορφολογικής, βιολογικής, επιστηµονικής ή αισθητικής σηµασίας τους.
Προς τούτο, οι περιοχές αυτές, τα στοιχεία ή τα σύνολα µπορεί να χαρακτηρίζονται ως
περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης, περιοχές προστασίας της φύσης, εθνικά πάρ-
κα, προστατευόµενοι φυσικοί σχηµατισµοί, προστατευόµενα τοπία και στοιχεία του το-
πίου ή περιοχές οικοανάπτυξης
32
. Ο χαρακτηρισµός, ο καθορισµός των ορίων των ως
30
Το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγµατος ορίζει µεταξύ άλλων: «Η προστασία του φυσικού και
πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωµα του καθενός.
Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατα-
σταλτικά µέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόµος ορίζει τα σχετικά µε την προ-
στασία των δασών και των δασικών εκτάσεων.»
31
Η βιοποικιλότητα προστίθεται σύµφωνα µε το νοµοσχέδιο που έχει κατατεθεί προς ψήφιση
στη Βουλή «∆ιατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις» στο προτεινόµενο άρθρο 4.
Κατά τη σύνταξη της παρούσας µελέτης ο σχετικός νόµος δεν είχε ακόµα ψηφιστεί και αξιο-
λογήθηκε η από 10.01.2011 έκδοσή του. Ο τελικώς ψηφισθείς νόµος (Ν. 3937/2011, ΦΕΚ Α΄
60) δεν διαφοροποιήθηκε ως προς τις διατάξεις του νοµοσχεδίου που σχολιάζονται στην πα-
ρούσα µελέτη.
32
Το κατατεθειµένο νοµοσχέδιο «∆ιατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις» στο
προαναφερθέν προτεινόµενο άρθρο 4 προτείνει την αντικατάσταση του ως άνω άρθρου 18
του Ν. 1650/1986 και προτείνει, ως τύπους προστατευοµένων περιοχών τις περιοχές απόλυ-
1-2/2010 27
άνω περιοχών και των ζωνών προστασίας τους γίνεται µε Προεδρικό ∆ιάταγµα σε ε-
φαρµογή περιφερειακού ή νοµαρχιακού ή ειδικού χωροταξικού σχεδίου ή γενικού πολε-
οδοµικού σχεδίου ή ειδικής περιβαλλοντικής µελέτης. Η σύνταξη της τελευταίας είναι
απαραίτητη σε κάθε περίπτωση για την τεκµηρίωση της σηµασίας του προστατευτέου
αντικειµένου και τη σκοπιµότητα των προτεινόµενων µέτρων προστασίας.
Με τα ως άνω Προεδρικά ∆ιατάγµατα καθορίζονται οι αναγκαίοι για την προστασία
του συγκεκριµένου αντικειµένου γενικοί όροι, απαγορεύσεις και περιορισµοί στις χρή-
σεις γης, στη δόµηση και στην κατάτµηση ακινήτων, καθώς και στην εγκατάσταση και
άσκηση δραστηριοτήτων και στην εκτέλεση έργων. Το άρθρο 19 του Ν. 1650/86 δίδει
τις απαραίτητες κατευθύνσεις για της επιτρεπόµενες χρήσεις σε κάθε είδος προστατευό-
µενης περιοχής . Προφανώς, εάν σε µία περιοχή έχει εκδοθεί τέτοιο διάταγµα, η χωρο-
θέτηση των εξορυκτικών δραστηριοτήτων θα µπορεί να γίνει µόνο υπό τους όρους και
τις προϋποθέσεις των διαταγµάτων αυτών.
Το Προεδρικό ∆ιάταγµα που προβλέπεται από τα άρθρα 18 επ. του Ν. 1650/86 για
την προστασία συγκεκριµένων περιοχών χρησιµοποιήθηκε ιδιαίτερα για την προστασία
και των περιοχών που εντάσσονται στο ∆ίκτυο ΦΥΣΗ 2000, σύνδεση που αναγνωρίζε-
ται και επιδιώκεται θεσµικά από το προτεινόµενο νοµοσχέδιο για την προστασία της
βιοποικιλότητας.
2.4.3 Το ∆ίκτυο ΦΥΣΗ 2000
Η δυνατότητα χωροθέτησης εξορυκτικών δραστηριοτήτων εντός περιοχών του ∆ι-
κτύου ΦΥΣΗ 2000 και εκτός οικοτόπων προτεραιότητας είναι συµβατή µε το πνεύµα
της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, που από κοινού µε την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ (όπως κωδικο-
ποιήθηκε από την Οδηγία 2009/147/ΕΚ0 συνθέτουν το ∆ίκτυο Φύση 2000, θέτοντας ως
µοναδικό κριτήριο τη µη πρόκληση από τη λειτουργία µίας δραστηριότητας ιδιαιτέρως
δυσµενών επιπτώσεων στην ακεραιότητα του κοινοτικού τόπου. Οι Οδηγίες αυτές, οι
οποίες έχουν ενσωµατωθεί στην ελληνική έννοµη τάξη (ίδετε ανωτέρω, υποσηµ. 7) δεν
απαγορεύουν τη λειτουργία σχεδίων ή έργων που δεν συνδέονται µε τη διαχείριση του
τόπου που εντάσσεται στο πεδίο εφαρµογής τους. Σηµειώνεται µάλιστα ότι οι ανθρώπι-
νες δραστηριότητες κατά περίπτωση µπορεί να ενθαρρύνονται
33
. Τίθεται ωστόσο ο όρος
ότι δεν θα παραβλάψουν τα έργα αυτά τον κοινοτικό τόπο και θα διαφυλάσσεται η ακε-
ραιότητά του λαµβανοµένων υπ’ όψιν των στόχων διατήρησής του, ενώ εξυπακούεται
ότι επί της αρχής δεν θα θίγονται οικότοποι προτεραιότητας. Στην οικεία µελέτη περι-
βαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να περιέχονται εκτιµήσεις ως προς τις τυχόν επι-
πτώσεις τους και να προτείνονται αποτελεσµατικά µέτρα για την αντιµετώπισή τους. Για
το λόγο αυτό προβλέπεται ειδική «δέουσα» εκτίµηση στο άρθρο 6 παρ. 3 της Οδηγίας
της προστασίας της φύσης, τις περιοχές προστασίας της φύσης, τα φυσικά πάρκα (…), τις πε-
ριοχές προστασίας οικοτόπων και ειδών (συνδέοντας έτσι επίσηµα τις διατάξεις του
Ν. 1650/1986 µε το δίκτυο ΦΥΣΗ 2000) και τα προστατευόµενα τοπία. Στο πλαίσιο αυτό η
µεθοδολογία της προσέγγισης δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς, αφού τόσο οι Ειδικές Ζώνες
∆ιατήρησης ως προς τους τόπους κοινοτικής σηµασίας, όσο και οι Ζώνες Ειδικής Προστασί-
ας για την προστασία της ορνιθοπανίδας αποτελούν περιοχές για τις οποίες λαµβάνεται ειδική
µέριµνα για την προστασία των εκάστοτε προστατευοµένων ειδών, αναλυτικά κατωτέρω υπό
5.3. Το πρόβληµα από τις προτεινόµενες διατάξεις του νοµοσχεδίου εντοπίζεται ως προς τις
εν γένει µη επιτρεπόµενες δραστηριότητες εντός του δικτύου ΦΥΣΗ 2000 (αναλυτικά στην
παρ. 2.4.3 κατωτέρω).
33
Προοίµιο Οδηγίας 92/43, σκέψη 3 και Προοίµιο Οδηγίας 79/409, σκέψη 8.
28 1-2/2010
92/43/ΕΟΚ
34
, ενώ συναφείς προβλέψεις θεσπίζονται και από την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ
στο άρθρο 4.
Μέχρι σήµερα, η εκτίµηση αυτή (που στο ελληνικό δίκαιο προκύπτει από την παρ. 1
του άρθρου 6 της ΚΥΑ 33318/98) είναι η µόνη προϋπόθεση για την υλοποίηση έργων
εντός περιοχών του δικτύου ΦΥΣΗ 2000, προστασία η οποία θεωρείται επαρκής σύµ-
φωνα και µε τη νοµολογία του ∆ικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
35
, χωρίς να
χρειάζεται η θέσπιση από τον εθνικό νοµοθέτη άλλων ειδικών καθεστώτων προστασίας,
(ίδετε όµως και ανωτέρω υπό 2.4.2, ως προς το προτεινόµενο άρθρο 4 του νοµοσχεδίου
για την προστασία της βιοποικιλότητας).
Ούτε και η νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας όµως αποκλείει, µέχρι σή-
µερα τουλάχιστον, την εκτέλεση έργου εντός της περιοχής αυτής ή την ανάπτυξη παρα-
γωγικών δραστηριοτήτων — εφόσον στην οικεία µελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων
περιέχονται εκτιµήσεις ως προς τις επιπτώσεις του και προτείνονται µέτρα για την αντι-
µετώπισή τους κατά τρόπο αποτελεσµατικό, ώστε να µην επέρχεται υποβάθµιση της
περιοχής (ΣτΕ 2547/2005 Επταµελούς, ΣτΕ 2240/1999 Ολοµελείας). Περαιτέρω και εξ
αφορµής του έργου των κοιτασµάτων βωξίτη στη Φωκίδα (ΣτΕ 1990/2007) έχει κριθεί
ότι η έγκριση περιβαλλοντικών όρων ενός έργου εντός περιοχής του δικτύου ΦΥΣΗ
2000 παρίσταται νοµίµως και επαρκώς αιτιολογηµένη, εφόσον ληφθεί υπ’ όψιν και ε-
κτιµηθεί η ένταξη της περιοχής στο δίκτυο, εφόσον εντοπισθεί η ακριβής θέση των επί
µέρους έργων και δραστηριοτήτων εντός της προστατευοµένης περιοχής, εφόσον εκτι-
µηθούν οι επιπτώσεις της αναπτύξεως των συγκεκριµένων έργων στην περιοχή αυτή και
εφόσον προβλεφθεί δέσµη µέτρων, η οποία κατά την ουσιαστική και ανέλεγκτη ακυρω-
τικά κρίση της ∆ιοικήσεως εξασφαλίζει την αποτελεσµατική προστασία της ως άνω πε-
ριοχής από τις δραστηριότητες που τελικώς επιτρέπονται (ΣτΕ 1990/2007, σκ. 14).
Εξάλλου, κατά την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, η εκτέλεση ενός έργου είναι δυνατόν να ε-
πιτραπεί ακόµα και παρά τα αρνητικά συµπεράσµατα της εκτίµησης των επιπτώσεων
και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων για λόγους επιτακτικού δηµοσίου συµφέροντος µε
τη λήψη αντισταθµιστικών µέτρων και υπό τους όρους και προϋποθέσεις του άρθρου 6
παρ. 4
36
, γεγονός που µας οδηγεί στην παραπλήσια στάθµιση του περιβαλλοντικού κό-
στους κατά το ελληνικό δίκαιο και την εφαρµογή του άρθρου 106 του Συντάγµατος
37
.
34
«3. Κάθε σχέδιο, µη άµεσα συνδεόµενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο
όµως είναι δυνατόν να επηρεάζει σηµαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού µε
άλλα σχέδια, εκτιµάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαµβανοµένων υπόψη
των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συµπερασµάτων της εκτίµησης των επιπτώσεων
στον τόπο και εξαιρουµένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρµόδιες
εθνικές αρχές συµφωνούν για το οικείο σχέδιο µόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλά-
ψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχοµένως, αφού εκφρασθεί
πρώτα η δηµόσια γνώµη.» Η πληρέστερη έκδοση της Οδηγίας αναφέρει «κάθε σχέδιο ή έργο
µη άµεσα συνδεόµενο…» (έλεγχος έκδοσης στην Αγγλική, Γερµανική και Γαλλική γλώσσα).
35
Ίδετε σχετικά αποφάσεις του ∆ΕΚ C-127/02, C-157/96, C-236/91.
36
Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 είχε ενσωµατωθεί στο ελληνικό εθνικό δίκαιο µε το άρθρο 6
παρ. 2 της ΚΥΑ 33318/98, διάταξη η οποία προτείνεται να τροποποιηθεί από το άρθρο 9 παρ.
5 του νοµοσχεδίου για την προστασία της βιοποικιλότητας κατά τρόπο µάλλον αυστηρότερο
από αυτόν της σχετικής διάταξης της Οδηγίας, την οποία ακολουθούσε η ΚΥΑ 33318/98. Το
άρθρο 6 παρ. 4 της Οδηγίας ορίζει ότι «4. Εάν, παρά τα αρνητικά συµπεράσµατα της
εκτίµησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να
πραγµατοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σηµαντικού δηµοσίου συµφέροντος,
περιλαµβανοµένων λόγων κοινωνικής ή οικονοµικής φύσεως, το κράτος µέλος λαµβάνει
κάθε αναγκαίο αντισταθµιστικό µέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής
1-2/2010 29
Ειδικότερα ως προς τη χωροθέτηση εξορυκτικών δραστηριοτήτων εντός περιοχών
του ∆ικτύου ΦΥΣΗ 2000 αναφέρεται ότι αν και η εξόρυξη µπορεί να επιφέρει αρνητικές
επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στους φυσικούς οικοτόπους και να διαταράξει την άγρια
ζωή, ωστόσο το είδος και ο βαθµός των επιπτώσεων ποικίλλει ανάλογα µε την περίπτω-
ση, ενώ τα προγράµµατα αποκατάστασης µετά το πέρας του µεταλλευτικού κύκλου
µπορεί να συνεισφέρουν σηµαντικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας (παλαιά µεταλ-
λεία και ορυχεία έχουν αποτελέσει τόπους εγκατάστασης προστατευόµενων ειδών π.χ.
νυχτερίδων). Ταυτόχρονα συνήθως οι φορείς εκµετάλλευσης αναλαµβάνουν σηµαντικές
δεσµεύσεις, επανορθωτικά και αντισταθµιστικά µέτρα εις όφελος του φυσικού (και του
ανθρωπογενούς) περιβάλλοντος
38
.
Σηµειώνεται πάντως ότι οι ρυθµίσεις του σχεδίου νόµου για τη βιοποικιλότητα υιο-
θετούν µία µάλλον διαφορετική προσέγγιση για τη χωροθέτηση των εξορυκτικών δρα-
στηριοτήτων εντός των περιοχών του δικτύου ΦΥΣΗ 2000, που ίσως να ανατρέπουν τις
πιο πάνω πάγιες έως σήµερα σκέψεις. Σύµφωνα µε το νοµοσχέδιο που κατατέθηκε προς
ψήφιση στη Βουλή (σχέδιο της 10.01.2011), στο άρθρο 9 ορίζεται ότι «1. Με την επιφύ-
λαξη της παρ. [5], στις περιοχές του ∆ικτύου Natura 2000 … α) Απαγορεύεται η εγκα-
τάσταση ιδιαιτέρως οχλουσών και επικίνδυνων βιοµηχανικών εγκαταστάσεων που εµπί-
πτουν στις διατάξεις της Οδηγίας 96/82/ΕΚ (Seveso), όπως ισχύει. β) Απαγορεύεται η
εγκατάσταση βιοµηχανικών εγκαταστάσεων υψηλής όχλησης, όπως αυτές ορίζονται στο
Παράρτηµα της ΚΥΑ 13727/724/2003 (ΦΕΚ Β΄ 1087/5.8.2003)…»· η δε παρ. 5 του
ιδίου άρθρου περιέχει ρύθµιση ανάλογη µε αυτή του άρθρου 6 παρ. 4 της Οδηγίας
92/43/ΕΟΚ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όµως, και εάν παραµείνει αυτή η διατύπωση και στον
τελικό νόµο, εισάγεται διαφοροποίηση από το πνεύµα της Οδηγίας. Και ναι µεν η νεώ-
συνοχής του Natura 2000. Το κράτος µέλος ενηµερώνει την Επιτροπή σχετικά µε τα
αντισταθµιστικά µέτρα που έλαβε.
»Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυ-
σικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβλη-
θούν µόνον επιχειρήµατα σχετικά µε την υγεία ανθρώπων και τη δηµόσια ασφάλεια ή σχετι-
κά µε θετικές συνέπειες πρωταρχικής σηµασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωµοδοτήσε-
ως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σηµαντικοί λόγοι σηµαντικού δηµοσίου συµφέροντος.».
Το προτεινόµενο νοµοσχέδιο για την προστασία της βιοποικιλότητας έχει κατ’ ουσίαν παρα-
λείψει το δεύτερο µέρος της παρ. 4. ∆εν αναλύουµε όµως το θέµα περαιτέρω διότι το εν λόγω
νοµοσχέδιο δεν έχει ακόµη, κατά τη σύνταξη του παρόντος, ψηφισθεί.
37
Γενικώς για την αξιολόγηση έργων σε περιοχές του ∆ικτύου ΦΥΣΗ 2000 ίδετε “Managing
Natura 2000 sites. The provisions of Article 6 of the ‘Habitats’ Directive 92/43/EEC”,
http://ec.europa.eu/environment/nature/natura2000/management/docs/art6/provision_of_art6_
en.pdf , “Assessments of plans and projects significantly affecting Natura 2000 sites. Meth-
odological guidance on the provisions of Article 6(3) and (4) of the Habitats Directive
92/43/EEC”, http://ec.europa.eu/environment/nature/natura2000/management/docs/art6/
natura_2000_assess_en.pdf, “Guidance document on Article 6(4) of the ‘Habitats Directive’
92/43/EEC”,
http://ec.europa.eu/environment/nature/natura2000/management/guidance_en.htm.
38
Αναλυτικά για το θέµα των επιπτώσεων των εξορυκτικών δραστηριοτήτων στις περιοχές του
∆ικτύου ΦΥΣΗ 2000, τα λαµβανόµενα µέτρα και την εν τέλει συµβατότητα της άσκησης της
εξορυκτικής δραστηριότητας και την επίλυση των συγκρούσεων στις περιοχές αυτές, ίδετε
EC Guidance on undertaking new non-energy extractive activities in accordance with Natura
2000 requirements, European Commission, July 2010 ο.π.
30 1-2/2010
τερη
39
έκδοση του νοµοσχεδίου διατηρεί σε ισχύ την παρ. 1 του άρθρου 6 της ΚΥΑ
33318/98, που επιτρέπει οποιαδήποτε δραστηριότητα υπό την προϋπόθεση των αποτε-
λεσµάτων της εκτίµησης κατ’ άρθρο 6 παρ. 3, ωστόσο παραµένουν οι αρχικά προτεινό-
µενες σαφείς απαγορεύσεις ως προς τις δραστηριότητες που εµπίπτουν είτε στις διατά-
ξεις της Οδηγίας SEVESO, είτε στις βιοµηχανικές εγκαταστάσεις υψηλής όχλησης.
Βέβαια, η ίδια η εξόρυξη και η µεταλλευτική έρευνα εξαιρούνται ρητώς από το πε-
δίο εφαρµογής της Οδηγίας 96/82/ΕΚ (άρθρο 4 περ. ε της Οδηγίας). Επίσης η µεταλλεία
αντιδιαστέλλεται από τη µεταλλουργία και η µεταλλεία δεν πρέπει να θεωρείται «βιοµη-
χανική δραστηριότητα». Ωστόσο, είναι ερευνητέο κατά πόσον κάποιες από τις εγκατα-
στάσεις που συνοδεύουν τη λειτουργία ενός µεταλλείου εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής
των ανωτέρω ρυθµίσεων. Προβληµατισµοί άλλωστε γεννώνται ιδιαίτερα ως προς την
περίπτωση της απαγόρευσης υψηλής όχλησης εγκαταστάσεων, ιδίως λαµβανοµένων υπ’
όψιν των σκέψεων που εκφράζονται από το Συµβούλιο της Επικρατείας στην υπόθεση
του Έργου Χρυσού Περάµατος (ΣτΕ 2315/2008) και όσον αφορά στη διάκριση της µε-
ταλλείας από τη µεταλλουργία και τη µη ένταξη της µεταλλείας στις βιοµηχανικές δρα-
στηριότητες (αναλυτικά κατωτέρω, ενότητα 3.2.2.2 και ιδίως υποσηµ. 73). Σηµειώνεται
άλλωστε ότι µετά από την αντικατάσταση της ΚΥΑ 10537/93 (σύµφωνα µε την οποία η
µεταλλεία, ως δραστηριότητα της ΑΙΙ κατηγορίας της ΚΥΑ 69269/90, ανήκε στις δρα-
στηριότητες µέσης όχλησης) από την ΚΥΑ 13727/2003, η µεταλλεία δεν εντάσσεται
σαφώς σε κατηγορία όχλησης, παρόλο που «ο δικαιολογητικός λόγος της ρυθµίσεως
συντρέχει και επί µεταλλείων» (ΣτΕ 2315/2008, σκ. 6). Η ισχύουσα σήµερα ΚΥΑ καθο-
ρίζει το βαθµό όχλησης όχι για την ίδια τη µεταλλεία αλλά µόνο για τις επιµέρους δρα-
στηριότητες, όπως ενδεικτικά για την παραγωγή βασικών µετάλλων, την οποία κατα-
τάσσει άλλοτε στις δραστηριότητες υψηλής και άλλοτε στις δραστηριότητες µέσης ό-
χλησης ανάλογα µε το είδος του µετάλλου ή την ποσότητα παραγωγής. Έτσι όµως γεν-
νώνται προβληµατισµοί ως προς το επί της αρχής επιτρεπτόν της αδειοδότησης εξορυ-
κτικών έργων εντός περιοχών του ∆ικτύου ΦΥΣΗ 2000. Σχετική τροπολογία που κατα-
τέθηκε στις 08.02.2011 επιτρέπει τουλάχιστον σαφώς τη λατοµική και τη µεταλλευτική
δραστηριότητα εντός των καταφυγίων άγριας ζωής µε το σκεπτικό ότι «η εξορυκτική
δραστηριότητα δεν είναι εξ ολοκλήρου ασύµβατη µε την προστασία σηµαντικών βιοτό-
πων, δεδοµένου όµως πάντα ότι θα υπόκειται σε αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους και
θα διασφαλίζει την αποκατάσταση της βλάστησης όπου αυτή διαταράσσεται» σύµφωνα
και µε τη σχετική οµιλία της Υπουργού Περιβάλλοντος και Κλιµατικής Αλλαγής (ίδετε
τελικό άρθρο 5 Ν. 3937/2011, άρθρο 19, παρ. 3 στ Ν. 1650/86). ∆εν επιλύονται όµως
έτσι οι προβληµατισµοί που προαναφέρθηκαν.
2.4.4 ∆ασικές περιοχές
Η χωροθέτηση µεταλλείων ή λατοµείων είναι εφικτή και εντός δασικών περιοχών,
υπό τις προϋποθέσεις του δασικού νόµου. Ο Ν. 998/79 ορίζει ειδικώς στο άρθρο 57 ότι
επιτρέπονται οι µεταλλευτικές έρευνες και η εκµετάλλευση µεταλλείου ή λατοµείου
εντός δασικής περιοχής κατόπιν ειδικής αδείας. Εξάλλου από το Σύνταγµα επιβάλλεται
η απαγόρευση µεταβολής του προορισµού των δασών και η αλλοίωση της µορφής των
δασών επιτρέπεται µόνο κατ’ εξαίρεση και κατόπιν εκτιµήσεως των επιπτώσεων της
39
Σε σχέση µε την ασάφεια της έκδοσης που είχε κατατεθεί για δηµόσια διαβούλευση (τότε
προτεινόµενο άρθρο 5) ως προς τη ρύθµιση της περιπτώσεως που καλύπτει η παρ. 6 παρ. 3
της Οδηγίας 92/43/ΕΚ.
1-2/2010 31
αλλοίωσης στο φυσικό περιβάλλον και της σηµασίας της διαφύλαξης των εκτάσεων µε
δασική βλάστηση συγκριτικά µε το σκοπό της επέµβασης και µόνο εάν ο σκοπός αυτός
δεν µπορεί να επιτευχθεί µε άλλον, ακόµα και δαπανηρότερο τρόπο, ο οποίος δε θα έθι-
γε την υπάρχουσα δασική βλάστηση. Πάντως υπό το πνεύµα του άρθρου 57 του
Ν. 998/1979 πρέπει να λαµβάνεται ειδική πρόνοια ώστε η εκµετάλλευση να γίνεται µε
τρόπο τέτοιο, ώστε να µην καταστρέφεται η δασική βλάστηση παρά µόνο στο απολύτως
απαραίτητο µέτρο, ενώ η ζηµιά στο δάσος πρέπει να αποκαθίσταται σύµφωνα µε τις
οδηγίες των αρµοδίων υπηρεσιών και ο φορέας εκµετάλλευσης του έργου να προβαίνει
περιοδικώς σε αποκατάσταση του τοπίου και της δασικής έκτασης µέσω της εφαρµογής
προγράµµατος αναδάσωσης. Εξάλλου, σύµφωνα και µε την πάγια νοµολογία του Συµ-
βουλίου της Επικρατείας η κατά τα ανωτέρω επέµβαση στη δασική περιοχή είναι προ-
σωρινή και αποκλειστικά για τους σκοπούς που ορίζονται στο άρθρο 57, δε συνεπάγεται
µεταβολή του νοµικού χαρακτήρα των εκτάσεων αυτών, σχετίζεται µε τη δραστηριότητα
της εκµετάλλευσης πλουτοπαραγωγικών πόρων που έχει συγκεκριµένη χρονική διάρ-
κεια, η δε αποκατάσταση της δασικής έκτασης µετά από το πέρας της λειτουργίας του
µεταλλείου ή του λατοµείου είναι υποχρεωτική (ενδεικτικά ΣτΕ 2517/2009 5 µ. σκ. 7,
ΣτΕ 2763/2006 7 µ. σκ. 8 κ.λπ.).
3 Η ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΠΛΗΣΙΟΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ
3.1 Οι διατάξεις του Κανονισµού Μεταλλευτικών και Λατοµικών Εργασιών
3.1.1 Η απόσταση των µεταλλευτικών και των λατοµικών εργασιών κατά το άρθρο
81 παρ. 2 του Κανονισµού Μεταλλευτικών και Λατοµικών Εργασιών
Ο Κανονισµός Μεταλλευτικών και Λατοµικών Εργασιών (ΚΜΛΕ) θεσπίζει στο
άρθρο 86 κάποια γενικά κριτήρια χωροθέτησης των µεταλλευτικών εργασιών. Σύµφωνα
µε το άρθρο αυτό «η χωροθέτηση κάθε επέµβασης (θέση και προσανατολισµός) πρέπει
να επιλέγεται µε τρόπο ώστε να προκαλείται η µικρότερη δυνατή αισθητική αλλοίωση
του τοπίου». Προς το σκοπό αυτό παρέχει µάλιστα κατευθύνσεις για την τεχνητή από-
κρυψη της επέµβασης και την εν γένει κατασκευή και λειτουργία του έργου
40
που µπο-
ρούν να λειτουργήσουν και ως κριτήρια ή περιορισµοί ως προς τη χωροθέτηση ενός
έργου.
Κυρίως όµως ο Κανονισµός Μεταλλευτικών και Λατοµικών Εργασιών περιέχει ει-
δική ρύθµιση για τη χωροθέτηση των επιφανειακών εργασιών κοντά σε κτίσµατα µε
στόχο την ασφάλεια των τελευταίων. Ειδικότερα, το άρθρο 81 παρ. 2 του ΚΜΛΕ ορίζει
ότι: «για τη χωροθέτηση επιφανειακών µεταλλευτικών ή λατοµικών εργασιών κοντά σε
40
Zώνες πράσινου, αναχώµατα κ.λπ., την επιφανειακή εκσκαφή «µε βαθµίδες κατάλληλων
γεωµετρικών χαρακτηριστικών, ώστε να δηµιουργείται η µικρότερη δυνατή αισθητική αλ-
λοίωση του τοπίου και [να] διασφαλίζεται η αποκατάστασή του κατά στάδια και στο σύνο-
λο», τη διαµόρφωση του σωρού των στείρων σε βαθµίδες και την ενίσχυσή τους µε δενδρο-
φυτεύσεις (άρθρο 86 περ. δ΄). Ως προς την αποκατάσταση του περιβάλλοντος σηµειώνεται η
υποχρέωση για «ξεχωριστή εξόρυξη και απόθεση της φυσικής γης και [διατήρηση] αυτής κα-
τάλληλα για µελλοντική επαναχρησιµοποίησή της» (άρθρ. 86 περ. γ΄), καθώς και η γενικότε-
ρη υποχρέωση «η τελική µορφή της αποκατάστασης, […] να εναρµονίζεται µε το ευρύτερο
περιβάλλον και στις περιπτώσεις δηµόσιων ή δηµοτικών ή κοινοτικών εκτάσεων να προβλέ-
πεται η κάλυψη των τοπικών αναγκών, για ειδικές χρήσεις γης […]»(άρθρ. 86 περ. ζ΄).
32 1-2/2010
βιοµηχανικά κτίσµατα, οικίες, έργα κοινής ωφέλειας, πλατείες, γυµναστήρια, νεκροτα-
φεία και λοιπούς κοινόχρηστους χώρους και εφόσον δεν χρησιµοποιούνται για την εκτέ-
λεσή τους εκρηκτικές ύλες, πρέπει να αφήνεται απόσταση ασφαλείας, το λιγότερο,
250 µ. από εκείνες που έχουν άµεσες επιπτώσεις (π.χ. κατολισθήσεις πρανών, ρωγµατώ-
σεις, δονήσεις από µηχανήµατα, σκόνη και εκσκαφές ή αποθέσεις) στα φυσικά χαρα-
κτηριστικά του γειτονικού και του ευρυτέρου χώρου, ενώ σε περίπτωση που γίνεται
χρήση εκρηκτικών υλών, το πιο πάνω όριο διπλασιάζεται». Κατά τούτο είναι αυστηρή
διάταξη, αφού λαµβάνει υπ’ όψιν της την ύπαρξη οιουδήποτε, ακόµα και ενός µόνο κτί-
σµατος ή κοινόχρηστου χώρου και δε δεσµεύεται από την ύπαρξη οικισµού, οριοθετη-
µένου ή µη. Η παρεχόµενη προστασία αφορά στις ήδη υφιστάµενες εγκαταστάσεις και
κτίσµατα και περιορίζεται κατά το γράµµα της στον καθορισµό της αποστάσεως που
πρέπει να τηρείται από κατοικίες, κτίσµατα εγκαταστάσεις κ.λπ. κατά τη χωροθέτηση
µεταλλευτικών ή λατοµικών εργασιών. To ίδιο δεν ισχύει και αντιστρόφως, δηλαδή για
την ανέγερση κτίσµατος σε απόσταση µικρότερη των 250 µέτρων από ένα µεταλλευτικό
ή λατοµικό χώρο, περιορισµός που άλλωστε αφορά το πεδίο του πολεοδοµικού νόµου
41
.
Περαιτέρω στο ίδιο άρθρο ορίζεται ελάχιστη απόσταση 50 µέτρων ως προς τη χω-
ροθέτηση του εξορυκτικού έργου πλησίον του υφισταµένου οδικού δικτύου, η οποία σε
περίπτωση χρήσης εκρηκτικών αυξάνεται σε 300 µέτρα (άρθρ. 82 παρ. 3 ΚΜΛΕ) και
απόσταση χωροθέτησης του εξορυκτικού έργου κατ’ ελάχιστον 70 µέτρων από στύλους
γραµµών µεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και 50 µέτρων από στύλους γραµµών τηλεπι-
κοινωνιών, η οποία αυξάνεται σε 150 µέτρα σε περίπτωση χρήσεως εκρηκτικών υλών
(άρθρ. 82 παρ. 4 ΚΜΛΕ). Τέλος θεσπίζεται εξαίρεση για την περίπτωση της περιορι-
σµένης χρήσης εκρηκτικών υλών σε περιστασιακές ή υποβοηθητικές ή µικρής έκτασης
και διάρκειας εργασίας, περίπτωση κατά την οποία η ελάχιστη απόσταση ορίζεται σε 50
µέτρα.
Η ως άνω διάταξη του άρθρου 81 του ΚΜΛΕ αφορά σε υπαίθριες λατοµικές ή µε-
ταλλευτικές εργασίες, ως τέτοιες δε ορίζονται κατά τον ΚΜΛΕ «οι εργασίες που κύρια
γίνονται µε διατρητικά ή γεωτρητικά ή εξορυκτικά ή και άλλα µηχανικά µέσα και που
συµβάλλουν άµεσα ή έµµεσα, στον εντοπισµό κοιτασµάτων ορυκτών υλών, όπως αυτές
ορίζονται από την κείµενη νοµοθεσία, καθώς και οι εργασίες που, άµεσα ή έµµεσα συµ-
βάλλουν στην εκµετάλλευση ή επεξεργασία ή γενικότερα αξιοποίηση των ορυκτών υ-
λών κάθε µεταλλευτικού ή λατοµικού χώρου» (άρθρο 2 περ. β ΚΜΛΕ). Αυτές οι εργα-
σίες για τις οποίες απαιτείται κατά τον ΚΜΛΕ η ελάχιστη απόσταση ασφαλείας 250
µέτρων είναι διαφορετικές από τις (βιοµηχανικές) εργασίες της αξιοποίησης
42
και της
41
Το θέµα αυτό κρίθηκε από την ΣτΕ 2564/1999 (5µ) σκ. 8 όπου και σηµειώνεται ότι ο ΚΜΛΕ
έχει θεσπιστεί από την «κανονιστικώς δρώσα ∆ιοίκηση κατ’ επίκληση νοµοθετικής εξουσιο-
δότησης, η οποία, έχουσα ως αντικείµενο τον καθορισµό των κανόνων που διέπουν τις λατο-
µικές εργασίες επιτρέπει κατ’ αρχήν την επιβολή, εις βάρος των εκµεταλλευοµένων λατοµεί-
α, υποχρεώσεων προς προστασία των περιοίκων και των διερχόµενων καθώς και των υφι-
στάµενων στην περιοχή κτισµάτων και εγκαταστάσεων, δεν παρέχει όµως κανένα έρεισµα
για την επιβολή υποχρεώσεων ή περιορισµών (εξικνούµενων µάλιστα µέχρι απολύτου απα-
γορεύσεως δοµήσεως) εις βάρος των ιδιοκτητών των γειτονικών προς το λατοµείο ακινήτων»
(ίδετε και Εγκύκλιο 65 Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.∆.Ε. Αθήνα 19/9/2000 µε Αρ.Πρωτ.: 82438 και µε
θέµα «Ανακοίνωση της υπ΄αριθ. 2564/1999 απόφασης του Σ.Τ.Ε. που αναφέρεται στη δυνα-
τότητα έκδοσης οικοδοµικών αδειών πλησίον λατοµείων»).
42
«Το σύνολο των εργασιών του έργου που γίνονται µε σκοπό την παραγωγή εµπορεύσιµων
προϊόντων απ’ τις ορυκτές ύλες που περιλαµβάνονται στους αντίστοιχους µεταλλευτικούς ή
λατοµικούς χώρους» περ. ζ΄ άρθρου 2 ΚΜΛΕ.
1-2/2010 33
εκµετάλλευσης
43
που πραγµατοποιούνται στην εγκατάσταση
44
και για τις οποίες ούτως ή
άλλως ισχύουν και ειδικοί πολεοδοµικοί περιορισµοί. Ωστόσο, σε περίπτωση ύπαρξης
βιοµηχανικών εγκαταστάσεων, οι τελευταίες δε διαχωρίζονται από τις λατοµικές ή τις
µεταλλευτικές εργασίες από πλευράς κριτηρίων χωροθέτησης, σύµφωνα µε την ερµη-
νεία των διατάξεων αυτών από το Συµβούλιο της Επικρατείας.
Η διάταξη του άρθρου 81 παρ. 2 του ΚΜΛΕ τέθηκε για σκοπούς προστασίας πιο ει-
δικά ορισµένους (και περιορισµένους) από αυτούς που καλύπτει η εν γένει περιβαλλο-
ντική αδειοδότηση και σχετίζονται µε «ασφάλεια της επιφάνειας»
45
. Το όριο τίθεται ως
απόσταση ασφαλείας ως προς εκείνες τις εργασίες, οι οποίες έχουν άµεσες επιπτώσεις
στα φυσικά χαρακτηριστικά του γειτονικού και του ευρυτέρου χώρου
46
µε σκοπό την
προστασία του φυσικού και δοµηµένου χώρου από ενέργειες που απειλούν τη σταθερό-
τητα του εδάφους, την ασφάλεια των κτισµάτων και των λοιπών προστατευόµενων χώ-
ρων και περιοχών, ώστε να µην καταστούν γεωλογικά ή εδαφοτεχνικά ακατάλληλες για
δόµηση. Κατά την εξέταση των ειδικών εδαφολογικών κ.λπ. συνθηκών κατά την περι-
βαλλοντική αδειοδότηση µπορεί δηλαδή να τίθενται και αυστηρότερες ρυθµίσεις από
αυτές του ΚΜΛΕ, δεδοµένου άλλωστε ότι η τιθέµενη από τον ΚΜΛΕ απόσταση αφορά
το ελάχιστο όριο αποστάσεως ασφαλείας, το οποίο προφανώς και κατά το νόµο µπορεί
να αυξηθεί εάν το επιβάλλουν οι συνθήκες (ίδετε και υπόθεση ∆ΕΗ, ∆υτικό Πεδίο Πτο-
µελαϊδος, ΣτΕ 998/2005 (Ολοµ). Επίσης, µε δεδοµένο τον σκοπό θέσπισης των ως άνω
ελάχιστων ορίων απόστασης, θεωρητικά, εάν κάποιες εργασίες δεν έχουν άµεσες επι-
πτώσεις στα φυσικά χαρακτηριστικά του γειτονικού και ευρύτερου χώρου, η απόσταση
θα µπορούσε να είναι και µικρότερη, άποψη που άλλωστε υποστηρίζεται και στην υπ’
αριθ. 921/86 γνωµοδότηση του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους
47
. Στο πλαίσιο αυτό,
στο σχέδιο του υπό αναθεώρηση και υπό δηµόσια διαβούλευση ΚΜΛΕ προτείνεται η
προσθήκη νέου εδαφίου στο πνεύµα του ως άνω σχολίου και ειδικότερα «Εφόσον δε
δηµιουργούνται δυσµενείς επιπτώσεις, όπως αυτές ενδεικτικά αναφέρονται στο πρώτο
εδάφιο της παραγράφου αυτής, και δε ανακύπτουν θέµατα ασφαλείας, δεν αποκλείεται η
χωροθέτηση των εργασιών αυτών και σε αποστάσεις µικρότερες από τις καθοριζόµενες
στο άρθρο αυτό.» Ωστόσο στην πράξη αυτό ίσως να µην είναι εφικτό, αφού σύµφωνα
και µε τα κατωτέρω αναφερόµενα αφενός το ελάχιστο αυτό όριο τηρούµενης απόστασης
αφορά τελικώς και σύµφωνα µε τη νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας, στο
σύνολο του λατοµικού ή του µεταλλευτικού χώρου, αφετέρου µπορεί να εµποδίζεται
από την παράλληλη εφαρµογή άλλων διατάξεων, ενώ τονίζεται και η απαγόρευση επι-
δείνωσης του πολεοδοµικού κεκτηµένου (ίδετε κατωτέρω υπό 3.1.2 και υπό 3.2.2.1 και
3.2.2.2 αντίστοιχα).
43
«Το µέρος των εργασιών του έργου απ' την προσπέλαση του κοιτάσµατος µέχρι την παραγω-
γή εµπορεύσιµων προϊόντων», περ. η΄ άρθρου 2 ΚΜΛΕ.
44
«Ο συνδυασµός µηχανηµάτων ή και δικτύων που λειτουργούν µόνιµα τοποθετηµένα, καθώς
και η δοµική κατασκευή που χρησιµοποιείται για τη στέγαση ή τοποθέτηση µηχανηµάτων ή
δικτύων ή οργάνων ή εργαλείων ή βοηθητικού εξοπλισµού ή υλικών κ.λπ. και που, σε κάθε
περίπτωση, για την κατασκευή και λειτουργία της απαιτείται, σύµφωνα µε την κείµενη νοµο-
θεσία, ειδική άδεια», περ. θ΄ άρθρου 2 ΚΜΛΕ. Ίδετε και άρθρα 44 επ. ΚΜΛΕ.
45
Έτσι ο ίδιος ο τίτλος του Β΄ Μέρους του ΚΜΛΕ.
46
Κατολισθήσεις πρανών, ρωγµατώσεις, δονήσεις από µηχανήµατα, σκόνη και εκσκαφές ή
αποθέσεις.
47
http://www.nsk.gr/gnompdf/1986/9211986.pdf
34 1-2/2010
3.1.2 Η εφαρµογή του άρθρου 81 παρ. 2 ως προς το σύνολο του µεταλλευτικού ή του
λατοµικού χώρου
Οι µεταλλευτικές ή οι λατοµικές εργασίες, οι οποίες προφανώς ασκούνται εντός των
ορίων ενός (κατά περίπτωση ευρύτερου) µεταλλευτικού ή λατοµικού χώρου, είναι σαφές
ότι πρέπει να τηρούν τις ελάχιστες αποστάσεις που ορίζει το άρθρο 81. Γεννάται όµως
το ερώτηµα εάν η ίδια απόσταση πρέπει να τηρείται και κατά το στάδιο του καθορισµού
ολόκληρου του µεταλλευτικού ή λατοµικού χώρου, όπως αυτός αποτυπώνεται επακρι-
βώς κατά τα διάφορα στάδια του καθορισµού του και τελικώς οριοθετείται, ήτοι κατά
την εκπόνηση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για τη σχεδιαζόµενη εξορυ-
κτική δραστηριότητα και τελικώς τη λεπτοµερή χωροθέτηση ενός έργου και των επιµέ-
ρους στοιχείων του.
Όσον αφορά στον εν γένει σχεδιασµό της εξορυκτικής δραστηριότητας στο πλαίσιο
ενός αδειοδοτούµενου έργου λαµβάνονται υπ’ όψιν όλες οι παράµετροι του φυσικού και
ανθρωπογενούς περιβάλλοντος που ενδέχεται να επηρεαστούν από την υλοποίηση ενός
έργου, που περιλαµβάνουν και την προστασία των εδαφών. Η ελάχιστη απόσταση των
250 µέτρων από κτίσµατα αποτελεί λοιπόν, κατά τη νοµολογία του Συµβουλίου της Επι-
κρατείας παράµετρο που πρέπει να λαµβάνεται υπ’ όψιν από τα πρώτα στάδια του σχε-
διασµού ενός εξορυκτικού έργου, και, σε περίπτωση που είναι απολύτως απαραίτητο και
ελλείψει άλλων λύσεων, να σταθµίζονται οι εναλλακτικοί τρόποι αξιοποίησης των κοι-
τασµάτων, είτε µε υπόγεια εξόρυξη είτε, στην εξαιρετική περίπτωση που κριθεί απαραί-
τητο και εφόσον συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, µε απαλλοτρίωση των σχε-
τικών όµορων εκτάσεων. Τούτο διότι οι καθοριζόµενες αποστάσεις κατά τον ΚΜΛΕ
αφορούν στο λατοµικό ή το µεταλλευτικό χώρο, όπως αυτός οριοθετείται στο σύνολό
του και όχι στις εντοπισµένες χρήσεις της εξόρυξης, σύµφωνα και µε την πρόσφατη νο-
µολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας. Το ίδιο ισχύει και για τη χρήση εκρηκτικών
υλών, που ακόµα και σε ενδεχόµενη χρήση τους θα πρέπει το πλησιέστερο όριο του λα-
τοµικού ή του µεταλλευτικού χώρου να απέχει τουλάχιστον 500 µέτρα από το σηµείο
που προστατεύει κάθε φορά ο ΚΜΛΕ (κτίσµα, οικία κ.λπ.).
Η υπόθεση του Λατοµείου Μακρυρράχης Φθιώτιδος (ΣτΕ 396/2006 5µ.) η οποία
αντιµετώπισε το θέµα όσον αφορά στα λατοµεία, αναφέρει στη σκ. 9 ότι οι διατάξεις του
άρθρου 81 του ΚΜΛΕ ερµηνευόµενες υπό το φως των διατάξεων του ν. 1650/1986,
παρά τη ρητή αναφορά τους στη χωροθέτηση λατοµικών εργασιών «έχουν την έννοια
ότι η απόσταση … την οποία πρέπει να έχει ένα λατοµείο αδρανών υλικών από …, εφό-
σον χρησιµοποιούνται εκρηκτικές ύλες, αναφέρεται στον κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του
ν. 1428/1984 λατοµικό χώρο, δηλαδή στο σύνολο της ενιαίας έκτασης γης, στην οποία
έχει δικαίωµα εκµεταλλεύσεως ένας µόνος εκµεταλλευτής, και όχι στο τµήµα του λατο-
µικού χώρου, όπου επιτρέπεται η διενέργεια λατοµικών εργασιών» (όχι δηλαδή στο ίδιο
το λατοµείο, αφού σύµφωνα µε τον ορισµό του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 1428/1984 «λα-
τοµείο είναι η έκταση γης µέσα στο λατοµικό χώρο όπου αναπτύσσονται λατοµικές ερ-
γασίες»). Σηµειώνεται ότι στην απόφαση αυτή εκφράστηκε γνώµη µειοψηφίας σύµφωνα
µε την οποία, επειδή µε τις διατάξεις του άρθρου 81 του Κ.Μ.Λ.Ε. επιδιώκεται η απο-
τροπή κινδύνων από τη λειτουργία του λατοµείου, η απόσταση πρέπει να αφορά στο
χώρο στον οποίο επιτρέπεται η εκτέλεση των λατοµικών εργασιών. Η µειοψηφία όµως
αυτή ανετράπη σιωπηρά από την υπόθεση του Έργου Χρυσού Περάµατος (ΣτΕ
2315/2008 7 µ.) κατά την οποία το θέµα αντιµετωπίστηκε και ως προς τα µεταλλεία.
Στην απόφαση του Έργου Χρυσού Περάµατος, παρά τις δεδοµένες διαφορές ενός
µεταλλευτικού και ενός λατοµικού χώρου, ενός µεταλλείου και ενός λατοµείου, οµοίως
1-2/2010 35
όπως στην υπόθεση του Λατοµείου Μακρυρράχης Φθιώτιδος (ΣτΕ 396/2006), κρίθηκε
ότι η αφετηρία για τον υπολογισµό της απόστασης ασφαλείας των 500 µέτρων (λόγω
της χρήσης εκρηκτικών) του ΚΜΛΕ πρέπει να υπολογίζεται από το όριο της περιοχής
του µεταλλευτικού χώρου
48
. Η απόφαση αυτή ελήφθη οµόφωνα από την επταµελή σύν-
θεση του ∆ικαστηρίου χωρίς να διατυπωθεί αντίστοιχη άποψη µειοψηφίας όπως είχε
συµβεί στην περίπτωση του Λατοµείου Μακρυρράχης Φθιώτιδος (ΣτΕ 396/2006)
49
.
Συνεπώς, σύµφωνα µε την ως άνω νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας, οι
ελάχιστες αποστάσεις που ορίζονται στο άρθρο 81 του ΚΜΛΕ αφορούν στα όρια του
µεταλλευτικού ή του λατοµικού χώρου και όχι µόνο στο σηµείο των εξορυκτικών εργα-
σιών ή στο σηµείο χρήσης εκρηκτικών.
3.1.3 Λοιπά κριτήρια χωροθέτησης του ΚΜΛΕ
Κατά τα λοιπά ο ΚΜΛΕ δεν περιέχει άλλα τέτοια ειδικά κριτήρια χωροθέτησης. Ο
ΚΜΛΕ εστιάζει την προσέγγισή του στην ασφάλεια των ίδιων των εργασιών και των
εργαζοµένων, ενώ κάποιες βασικές ρυθµίσεις για την προστασία του περιβάλλοντος
περιλαµβάνονται στο άρθρο 85 του ΚΜΛΕ. Κυρίως όµως τα κριτήρια χωροθέτησης των
εξορυκτικών εργασιών αποτελούν αντικείµενο άλλων νοµοθετηµάτων. Εξάλλου και
ειδικά για τη µεταλλεία σηµειώνεται ότι η µεταλλειοκτησία, το δικαίωµα δηλαδή κυριό-
τητας επί µεταλλείου, (που κατά περίπτωση προϋποτίθεται της έναρξης των µεταλλευτι-
κών εργασιών) όπως ορίζεται στο άρθρο 15 του Μεταλλευτικού Κώδικα, παραχωρείται
τελικώς µετά από την έγκριση της οικείας Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, στο
στάδιο της οποίας αξιολογούνται όλες εκείνες οι περιβαλλοντικές παράµετροι που µπο-
ρεί (µεταξύ άλλων) να επηρεάσουν τη χωροθέτηση των εξορυκτικών εργασιών (ίδετε
και ΣτΕ 4447/2005, σκ. 6, υπόθεση εξορυκτικών εργασιών στην Κορώνεια). Συνεπώς
θεωρητικά, τα ειδικά κριτήρια του ΚΜΛΕ µε τον ως άνω πολύ ειδικό σκοπό προστασίας
τον οποίο υπηρετούν επαρκούν, αφού η εφαρµογή τους έπεται της περιβαλλοντικής αξι-
ολόγησης των εξορυκτικών έργων, οπότε και έχει ήδη εφαρµοστεί πλήθος κριτηρίων
χωροθέτησης.
48
Όσον αφορά τα µεταλλεία και τους µεταλλευτικούς χώρους αναφέρεται ότι κατά τον ΚΜΛΕ
(άρθρο 2) ως µεταλλευτικός χώρος νοείται ο χώρος για τον οποίο έχει δοθεί Άδεια Μεταλ-
λευτικών Ερευνών, Οριστική Παραχώρηση, Άδεια εξόρυξης, παραχώρηση µε φιρµάνια, τα
δηµόσια µεταλλεία, οι ερευνητέες απ’ το ∆ηµόσιο περιοχές, καθώς και ο χώρος που χαρα-
κτηρίζεται ως τέτοιος από την κείµενη νοµοθεσία. Ιδίως ως προς την οριστική παραχώρηση
σηµειώνεται ότι αυτή αφορά στο δικαίωµα της εκµετάλλευσης του ορυκτού πλούτου, αφού,
εν αντιθέσει µε ό,τι συµβαίνει στα λατοµεία, όπου ο κύριος της γης έχει και το δικαίωµα εκ-
µετάλλευσης, στα µεταλλεία η κυριότητα επί της γης ουδόλως παρέχει δικαίωµα εκµετάλ-
λευσης και κυριότητος επί των µεταλλευµάτων που βρίσκονται επί της γης ή υπογείως αυτής,
δικαίωµα που παραχωρείται αποκλειστικά µε την οριστική παραχώρηση. Ειδικές διατάξεις
καλύπτουν τα περί της υπόγειας εκµετάλλευσης, ενώ όπως προαναφέρθηκε, η επιφανειακή
εκµετάλλευση πρέπει υποχρεωτικώς να σταµατάει το πολύ 250 µ. από το τελευταίο κτίσµα ή
κοινόχρηστο χώρο κατά τη διάταξη του ΚΜΛΕ.
49
Ο εκφραστής της µειοψηφούσας απόψεως στην ΣτΕ 396/2006, υπέρ δηλαδή του τόπου χρή-
σεως των εκρηκτικών και όχι του µεταλλευτικού χώρου εν γένει αν και συµµετείχε και στην
ΣτΕ 2315/2008, συντάχθηκε µε την άποψη της πλειοψηφίας.
36 1-2/2010
3.2 Οι διατάξεις του Πολεοδοµικού Νόµου
3.2.1 Οι ισχύουσες πολεοδοµικές ρυθµίσεις
Το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.∆. της 2/13.03.1981
50
ορίζει για τους οικισµούς που υφί-
στανται πριν από το 1923, οι οποίοι στερούνται εγκεκριµένου ρυµοτοµικού σχεδίου και
έχουν πληθυσµό µέχρι 2.000 κατοίκους, ότι «εντός των ορίων των οικισµών ως και ε-
κτός αυτών εις απόστασιν τουλάχιστον 500 µέτρων περιµετρικώς των καθοριζοµένων
ορίων, απαγορεύεται η ανέγερσις οχλουσών επαγγελµατικών εγκαταστάσεων, βιοµηχα-
νικών, βιοτεχνικών κ.λπ.»
51
. Το άρθρο αυτό καταργήθηκε ρητά από το άρθρο 39 του
Ν. 3325/2005 (Ίδρυση και Λειτουργία Βιοµηχανικών Βιοτεχνικών Εγκαταστάσεων στο
πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης και άλλες διατάξεις, ΦΕΚ Α΄ 68/2005). Ο νόµος αυτός
50
Π.∆. της 2/13.03.1981 «περί των ληπτέων υπ’ όψιν στοιχείων και του τρόπου καθορισµού
των ορίων των προ της 16.8.1923 υφισταµένων οικισµών των στερουµένων εγκεκριµένου
ρυµοτοµικού σχεδίου ως και καθορισµού των όρων και περιορισµών δοµήσεως των οικοπέ-
δων αυτών» (ΦΕΚ ∆΄ 138/1981).
51
Η διάταξη του άρθρου 9 του Π∆ 2/13.03.1981 επαναλαµβάνεται αυτούσια στο άρθρο 106
παρ. 1 του ΚΒΠΝ που κωδικοποίησε τη βασική πολεοδοµική νοµοθεσία το οποίο ορίζει ότι
«εντός των ορίων των οικισµών καθώς και εκτός αυτών σε απόσταση τουλάχιστον 500 µέ-
τρων περιµετρικά των καθοριζοµένων ορίων, απαγορεύεται η ανέγερση οχλουσών επαγγελ-
µατικών εγκαταστάσεων, βιοµηχανικών, βιοτεχνικών κ.λπ.». Κατά το άρθρο 99 του ΚΒΠΝ,
στις διατάξεις του παρόντος τµήµατος υπάγονται «οι υφιστάµενοι πριν από το έτος 1923 οι-
κισµοί οι οποίοι στερούνται εγκεκριµένου ρυµοτοµικού σχεδίου. Στην περίπτωση που έχουν
πληθυσµό µέχρι 2.000 κατοίκους και δεν έχουν οριοθετηθεί σύµφωνα µε τις διατάξεις του
προηγούµενου κεφαλαίου Β΄, από τις διατάξεις του παρόντος τµήµατος εφαρµόζονται τα άρ-
θρα 102 και επόµενα». Το Π∆ της 2/13.03.1981 αναφέρεται σε όλες τις οχλούσες δραστηριό-
τητες, δεδοµένου ότι η διάκριση των περιορισµών σύµφωνα µε το είδος της όχλησης ειδικά
ως προς τους οικισµούς που διέπονται από τις ρυθµίσεις του διατάγµατος αυτού κρίθηκε µη
νόµιµη ως επιφέρουσα επιδείνωση του πολεοδοµικού κεκτηµένου. Πλήθος αποφάσεων του
Συµβουλίου της Επικρατείας ερµηνεύει και εφαρµόζει την απαγόρευση για όλες τις οχλούσες
επαγγελµατικές εγκαταστάσεις άσχετα από το βαθµό όχλησης (χαµηλής, µέσης ή υψηλής).
Ίδετε ενδεικτικά ΣτΕ 2769/1998 (5µ) σκ. 8 για την περίπτωση άδειας λειτουργίας ξυλουργεί-
ου, ΣτΕ 2821/1999, (5µ) σκ. 6 για την περίπτωση βιοµηχανίας κατασκευής προκατασκευα-
σµένων οικοδοµικών στοιχείων, ΣτΕ 2133/2002 (5µ) σκ. 5 για την περίπτωση οινοποιείου,
ΣτΕ 2196/2006 (7µ) σκ. 5 για την περίπτωση άδειας λειτουργίας συνεργείου αυτοκινήτων).
Όσον δε αφορά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Π∆ 24.4/3.5.1985 κρίθηκε ότι στο µέτρο
που διαφοροποιεί τον κανόνα δικαίου που θεσπίζεται µε τη διάταξη του άρθρου 9 του Π∆ του
1981 (δεδοµένου ότι υπάγονται στο πεδίο εφαρµογής της όλοι οι οικισµοί µε πληθυσµό κάτω
από 2.000 κατοίκους και άρα και οι προϋφιστάµενοι του 1923 για τους οποίους όµως υπάρχει
ειδική διάταξη από το Π∆ της 2/13.03.1981) επιφέρει επιδείνωση στο οικιστικό περιβάλλον
κατά παράβαση συνταγµατικής επιταγής, ανακαλεί πολεοδοµικό κεκτηµένο και συνιστά χει-
ροτέρευση πολεοδοµικού καθεστώτος, αντίκειται στο Σύνταγµα και ως εκ τούτου είναι ανί-
σχυρη (ίδετε ενδεικτικά ΣτΕ 2769/1998 (5µ) σκ.8, ΣτΕ 2821/1999 (5µ) σκ. 6, ΣτΕ 406/2003
(5µ) σκ. 4 και 5, ΣτΕ 2169/2006 (7µ) σκ. 5, ΣτΕ 3603/2007, (5µ), σκ. 10 κ.λπ.). Κατά τα λοι-
πά, νοµίµως επιτρέπεται η λειτουργία βιοτεχνικών εγκαταστάσεων χαµηλής όχλησης σε οικι-
σµούς κάτω των 2.000 κατοίκων και µεταγενέστερους του 1923, δεδοµένου του διαφορετι-
κού τρόπου πολεοδοµήσεως και όρων δοµήσεως των οικισµών αυτών (ΣτΕ 2169/2006, σκ.5
ενώ επίσης σηµειώνεται ότι µόνο το πληθυσµιακό κριτήριο δεν αποτελεί επαρκές πολεοδοµι-
κό κριτήριο, ενδεικτικά ΣτΕ 2821/99, (5µ) σκ. 6.
1-2/2010 37
εισάγει αντίστοιχες ρυθµίσεις
52
για την εγκατάσταση και λειτουργία των δραστηριοτή-
των που εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής του και του µηχανολογικού εξοπλισµού τους.
Ο Ν. 3325/2005 εισάγει ρητή εξαίρεση
53
και δεν εφαρµόζεται ως προς τις «µηχανολογι-
κές εγκαταστάσεις για την εξόρυξη, επεξεργασία µεταλλευτικών και λατοµικών προϊό-
ντων, όταν η επεξεργασία γίνεται εντός του µεταλλευτικού ή λατοµικού χώρου και η
άδεια λειτουργίας χορηγείται σύµφωνα µε το Ν.∆. 210/1973
54
(ΦΕΚ Α΄ 277/1973) και
το Ν. 2115/1993
55
(ΦΕΚ Α΄ 15/1993)». Έτσι όµως, για τα µεν λατοµεία αδρανών υλι-
κών ισχύουν τα ειδικώς οριζόµενα από το Ν. 1428/84
56
όπως έχει τροποποιηθεί από τον
Ν. 2115/93 και ισχύει, ενώ για τα µεταλλεία και τα λοιπά λατοµεία υπάρχει κενό, αφού
ο νόµος παραπέµπει µεν στις διατάξεις του Μεταλλευτικού Κώδικα, οι οποίες όµως δεν
περιέχουν ρυθµίσεις αντίστοιχες είτε µε αυτές που καταργήθηκαν (Π.∆. της
2/13.03.1981), είτε µε αυτές που αφορούν στη χωροθέτηση των λατοµείων αδρανών
υλικών.
Σηµειώνεται εν προκειµένω ότι οι κατευθύνσεις για τη χωροθέτηση των λατοµείων
αδρανών υλικών και τη θεσµοθέτηση των λατοµικών περιοχών
57
είναι σαφώς πληρέστε-
ρες αφού προβλέπονται ειδικώς. Ειδικότερα, από τον Ν. 1428/84 προβλέπεται απαγό-
ρευση της επέκτασης του σχεδίου πόλεως σε απόσταση τουλάχιστον 1.000 µέτρων από
την οριογραµµή της λατοµικής περιοχής
58
(και προφανώς και αντιστρόφως δεν δύναται
52
Συνοπτικά, ο νόµος αυτός επιτρέπει την εγκατάσταση δραστηριοτήτων χαµηλής όχλησης σε
απόσταση 500 µέτρων από τα όρια των οικισµών που υφίστανται πριν από το 1923 πάντοτε
(άρθρο 6 παρ. 1 περ. γ΄) όµως λαµβανοµένων υπ’ όψιν και των εν γένει κριτηρίων της περι-
βαλλοντικής αδειοδότησης κατά τον Ν. 1650/1986 (άρθρο 6 παρ. 2).
53
Άρθρο 3 παρ. 2 περ. θ΄ του Ν. 3325/2005.
54
Ν.∆. 210 της 3/5.10.1973: «Περί Μεταλλευτικού Κώδικος».
55
Τροποποίηση, αντικατάσταση και συµπλήρωση διατάξεων του Ν. 1428/1984 «Εκµετάλλευση
λατοµείων αδρανών υλικών και άλλες διατάξεις».
56
Ν. 1428/84, Εκµετάλλευση λατοµείων αδρανών υλικών και άλλες διατάξεις, όπως έχει τρο-
ποποιηθεί και ισχύει.
57
Σηµειώνεται ότι οι λατοµικές περιοχές που ορίζονται κατά τις διατάξεις του Ν. 1428/84 είναι
«εκτάσεις, που ανήκουν σε νοµικά πρόσωπα δηµόσιου δικαίου (ν.π.δ.δ.), οι οποίες προσφέ-
ρονται, κυρίως από πλευράς ποιότητας πετρωµάτων, µορφολογίας της περιοχής, υπάρξεως
αποθεµάτων και συνθηκών προσπελάσεως προ αυτές και προς τα καταναλωτικά κέντρα, για
την εκµετάλλευση λατοµικών ορυκτών της παρ. 1 του άρθρ.1» του Ν. 1428/84, (δεν χρειάζο-
νται τα παρακάτω που ορίζουν τα λατοµικά ορυκτά και που άλλωστε έχουν ξανααναφερθει
στην παραποµπή 14) δηλαδή των «υλικ[ών] διαφόρων διαστάσεων που προέρχονται από την
εξόρυξη κατάλληλων πετρωµάτων ή την απόληψη φυσικών αποθέσεων θραυσµάτων τους και
που χρησιµοποιούνται όπως έχουν ή µετά από θραύση ή λειοτρίβηση ή ταξινόµηση για την
παρασκευή σκυροδεµάτων ή κονιαµάτων ή µε µορφή σκύρων ή µεγαλυτερων κοµµατιών,
στην οδοποιία ή λοιπά τεχνικά έργα ή οικοδοµές, καθώς και τα ασβεστολιθικά πετρώµατα
που χρησιµοποιούνται για την παραγωγή ασβέστη ή υδραυλικών κονιών ή συλλιπασµάτων
µεταλλουργίας» ενώ «[σ]την έννοια των αδρανών υλικών περιλαµβάνονται και οι δοµικοί λί-
θοι, λαξευτοί ή όχι».
58
Η παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 1428/84 ορίζει ότι «µέσα στις λατοµικές περιοχές, καθώς και
σε απόσταση τουλάχιστον 1.000 µέτρων έξω από την οριογραµµή τους, απαγορεύεται η επέ-
κταση του σχεδίου πόλεως ή η δηµιουργία ανεξάρτητου ρυµοτοµικού σχεδίου ή η ανέγερση
οποιουδήποτε κτίσµατος, µε εξαίρεση εκείνα που εξυπηρετούν τη λατοµική δραστηριότητα,
για τα οποία αποφαίνεται ο αρµόδιος νοµάρχης. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για την ανέ-
γερση και λειτουργία κτιριακών και µηχανολογικών εγκαταστάσεων όπου ασκούνται δρα-
στηριότητες, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2516/1997 (ΦΕΚ Α΄ 159/1997),
όπως αυτές ισχύουν, µετά την αντικατάσταση τους, καθώς και για τις εγκαταστάσεις έργων
38 1-2/2010
να χωροθετηθεί λατοµική περιοχή παρά µόνο σε απόσταση µεγαλύτερη των 1.000 µέ-
τρων από τα όρια οικισµού), απαγορεύεται η χωροθέτηση λατοµικών περιοχών σε από-
σταση µικρότερη από 500 µέτρα από προστατευόµενες ζώνες, ενώ σε απόσταση µικρό-
τερη από 2 χλµ. η χωροθέτηση επιτρέπεται µόνο µετά από τη σύµφωνη γνώµη του καθ’
ύλην αρµόδιου Υπουργείου
59
. Η τήρηση της εφαρµογής των διατάξεων αυτών έχει ανα-
τεθεί στα οικεία πολεοδοµικά όργανα του Ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.) όπως έχει τροποποιη-
θεί και ισχύει. Εν αντιθέσει δηλαδή µε όσα ισχύουν από τον ΚΜΛΕ, οι διατάξεις που
διέπουν τα λατοµεία αδρανών υλικών εισάγουν ευθείς πολεοδοµικούς περιορισµούς.
Το άρθρο 7 παρ. 3 του Π.∆. της 24.4/3.5.1985
60
για τους οικισµούς µε πληθυσµό
κάτω από 2.000 κατοίκους ορίζει ότι «απαγορεύεται η ανέγερση βιοµηχανικών και βιο-
τεχνικών εγκαταστάσεων µέσης και υψηλής όχλησης
61
εντός των εγκεκριµένων ορίων
των οικισµών και εντός ζώνης που εκτείνεται περιµετρικά του οικισµού και σε απόστα-
ση 500 µ. από τα όρια του οικισµού, όπως αυτά ισχύουν» ενώ η απόσταση αυτή δύναται
να τροποποιείται ανάλογα µε την κατηγορία του οικισµού
62
.
Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.), και τις εγκαταστάσεις κάθε µορφής Βιοµηχανικών
και Επιχειρηµατικών Περιοχών (Β.Ε.ΠΕ.) που προβλέπονται στο ν. 2545/1997 (ΦΕΚ Α΄
254/1997) σε αποστάσεις µεγαλύτερες των πεντακοσίων (500) µέτρων από τα όρια των λα-
τοµικών περιοχών. Η ανωτέρω απόσταση, όταν πρόκειται για πυλώνες ανεµογεννητριών, ο-
ρίζεται στα εκατόν πενήντα (150) µέτρα. Οι αποστάσεις αυτές µπορεί να περιορίζονται, κατά
περίπτωση, ύστερα από εισήγηση της αρµόδιας Επιθεώρησης Μεταλλείων, µε αιτιολογηµένη
απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, εφόσον το ανάγλυφο της περιοχής και οι συγκεκριµένες
συνθήκες το επιτρέπουν».
59
Άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 1428/84 ως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Η αρχική διατύπωση του άρθρου
αυτού, πριν από την τροποποίησή του από το Ν.3335/2005 απαγόρευε γενικώς τον καθορι-
σµό λατοµικών περιοχών σε ακτίνα δύο (2) χιλιοµέτρων από κηρυγµένους αρχαιολογικούς
χώρους ή προστατευόµενες ζώνες.
60
Π.∆. της 24 Απρ. /3 Μαίου 1985 (ΦΕΚ ∆' 181/1985) Τρόπος καθορισµού ορίων οικισµών της
χώρας µέχρι 2.000 κατοίκους, κατηγορίες αυτών και καθορισµός όρων και περιορισµών δό-
µησής τους.
61
Ειδική ΚΥΑ καθορίζει το βαθµό όχλησης µιας εγκατάστασης σε χαµηλό, µέσο και υψηλό. Η
ισχύουσα σήµερα ΚΥΑ 13727/2003 κατατάσσει και ορίζει την αντιστοίχιση των βιοµηχανι-
κών και των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων σε δραστηριότητες χαµηλής, µέσης και υψηλής
όχλησης περιλαµβάνει δε διάφορες ειδικές κατηγορίες έργων που σχετίζονται µε την παρα-
γωγή βασικών µετάλλων, ο βαθµός όχλησης των οποίων δύναται να εµπίπτει κατά περίπτωση
ακόµα και στη χαµηλή όχληση. Η ΚΥΑ αυτή άλλωστε ορίζει επίσης (άρθρο 4) ότι «νόµιµα
υφιστάµενες και λειτουργούσες, κατά τη δηµοσίευση της παρούσας, εγκαταστάσεις χαµηλής
όχλησης, που σύµφωνα µε το άρθρο 3 κατατάσσονται στη µέση όχληση εξακολουθούν να
παραµένουν στη χαµηλή όχληση».
62
Το άρθρο 87 παρ. 3 του ΚΒΠΝ που κωδικοποίησε τη βασική πολεοδοµική νοµοθεσία ως
προς το πιο πάνω διάταγµα του 1985 ορίζει ότι «απαγορεύεται η ανέγερση βιοµηχανικών και
βιοτεχνικών εγκαταστάσεων κατηγορίας ΑΙ και ΑΙΙ της ΚΥΑ 69269/1990 εντός των εγκε-
κριµένων ορίων των οικισµών και εντός ζώνης που εκτείνεται περιµετρικά του οικισµού και
σε απόσταση 500 µ. από τα όρια αυτού, όπως αυτά ισχύουν». Σύµφωνα µε το άρθρο 79
ΚΒΠΝ, «Το παρόν κεφάλαιο αφορά στους οικισµούς της χώρας οι οποίοι κατά την εκάστοτε
τελευταία απογραφή έχουν πληθυσµό µέχρι και 2.000 κατοίκους. Οικισµός νοείται κάθε δια-
κεκριµένο οικιστικό σύνολο, το οποίο αναφέρεται σε απογραφή πριν από τη 14.3.1983 (ηµε-
ροµηνία έναρξης ισχύος του ν. 1337/1983) ως οικισµός, ανεξάρτητα εάν ο δήµος ή η κοινό-
τητα στον οποίο υπάγεται έχει πληθυσµό µεγαλύτερο από 2.000 κατοίκους».
1-2/2010 39
3.2.2 Η ερµηνεία των πολεοδοµικών περιορισµών
Ως προς τους πολεοδοµικούς περιορισµούς στη χωροθέτηση υπαίθριων εξορυκτι-
κών δραστηριοτήτων γεννώνται διάφορα ερωτήµατα σχετικά µε α) την εφαρµογή του
Ν. 3325/2005 (κατωτέρω υπό 3.2.2.1), β) εάν οι πολεοδοµικές αυτές διατάξεις καταρ-
γούν στην πράξη τη διάταξη του ΚΜΛΕ, η οποία επιτάσσει µικρότερη απόσταση ασφα-
λείας 250 µέτρων από το τελευταίο κτίσµα (και όχι τα όρια του οικισµού — κατωτέρω
υπό 3.2.2.2) και γ) τον τρόπο υπολογισµό των ελάχιστων αυτών αποστάσεων ήτοι αφε-
νός µεν τα όρια του οικισµού και αφετέρου το πλησιέστερο όριο του οριοθετηµένου
µεταλλευτικού ή του λατοµικού χώρου ή µόνο τη θέση της βιοµηχανικής εγκατάστασης
που σχεδιάζεται στο πλαίσιο της εξορυκτικής δραστηριότητας (κατωτέρω υπό 3.2.2.3).
Στο πλαίσιο του δεύτερου ερωτήµατος αναλύονται και οι όποιοι προβληµατισµοί σχετι-
κά µε την ένταξη της µεταλλείας στις οχλούσες βιοµηχανικές εγκαταστάσεις ή δραστη-
ριότητες και τις συνέπειες αυτών ως προς τη χωροθέτηση των εξορυκτικών έργων, σύµ-
φωνα µε την πρόσφατη νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας.
3.2.2.1 Η εφαρµογή του Ν. 3325/2005
Ως προς την εφαρµογή του Ν. 3325/2005 ανακύπτει το ερώτηµα, πώς πρέπει να α-
ντιµετωπίζονται οι εξαιρούµενες από το πεδίο εφαρµογής του ως άνω νόµου περιπτώ-
σεις; ο πολεοδοµικός περιορισµός του Π∆ της 2/13.03.1981 αναφερόταν σε όλες ανε-
ξαιρέτως τις οχλούσες δραστηριότητες (και εν πάση περιπτώσει κρίθηκε νοµολογιακά
ότι αφορά και τη µεταλλεία και τη λατοµία), οι οποίες δεν επιτρεπόταν να χωροθετη-
θούν σε ακτίνα µικρότερη από 500 µέτρα από τα όρια οικισµού προϋφιστάµενου του
1923. Η διάταξη αυτή ναι µεν καταργήθηκε ρητώς, πλην όµως δε ρυθµίστηκε ποια θα
είναι η τύχη των δραστηριοτήτων εκείνων, αφού οι δραστηριότητες αυτές δεν εµπίπτουν
στο πεδίο εφαρµογής του Ν. 3325/2005, ο οποίος κατήργησε το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.∆.
της 2/13.03.1981.
Οι περισσότερες από τις εξαιρούµενες από το πεδίο εφαρµογής του Ν. 3325/2005
δραστηριότητες διέπονται από ειδικά καθεστώτα ως προς την εγκατάσταση και λειτουρ-
γία τους, αρκετές από αυτές δύνανται να χωροθετηθούν ακόµα και εντός των ορίων οι-
κισµών (σύµφωνα άλλωστε και µε τις επιτρεπόµενες χρήσεις γης κάθε περιοχής), ενώ
κατά περίπτωση υφίστανται εξαντλητικά κριτήρια χωροθέτησής τους, όπως για παρά-
δειγµα συµβαίνει µε την περίπτωση των µονάδων ηλεκτροπαραγωγής για τις οποίες πα-
ρέχονται λεπτοµερέστατες κατευθύνσεις
63
. Ούτε άλλωστε υπάρχουν ειδικές διατάξεις
όπως στην περίπτωση των λατοµείων αδρανών υλικών. ∆εδοµένης της ύπαρξης του Με-
ταλλευτικού Κώδικα και του ΚΜΛΕ θα µπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η περίπτω-
ση των µηχανολογικών εγκαταστάσεων των λατοµείων και των µεταλλείων εξαιρέθηκε
63
Ειδικά ως προς την ηλεκτροπαραγωγή πλέον και µετά από την έγκριση του Ειδικού Πλαισίου
Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιµες Πηγές Ενέργειας
(ΦΕΚ Β΄ 2464/03.12.2008) υφίστανται εξαντλητικά κριτήρια χωροθέτησης που καλύπτουν
τις απαιτήσεις του συνόλου της περιβαλλοντικής αδειοδότησης και όχι µόνο του πολεοδοµι-
κού νόµου, αφού αναφέρονται σε παραµέτρους τόσο του φυσικού όσο και του πολιτιστικού
και κοινωνικοοικονοµικού περιβάλλοντος. Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη
Βιοµηχανία («Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανά-
πτυξης για τη Βιοµηχανία και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
αυτού που εγκρίθηκε στις 18.02.2009) οµοίως παρέχει βασικές χωροταξικές κατευθύνσεις
και επιπλέον εφαρµόζεται και ο N. 3325/2005 και οι εκάστοτε και κατά περίπτωση ισχύουσες
διατάξεις.
40 1-2/2010
διότι ο νοµοθέτης θεώρησε ότι οι ειδικές διατάξεις (οι οποίες άλλωστε αναφέρονται ρη-
τώς στη σχετική διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 περ. θ΄) καλύπτουν ειδικώς το θέµα της
χωροθέτησης των µεταλλείων και των λατοµείων, ενώ επιπλέον υπάρχουν και τα εν γέ-
νει κριτήρια του περιβαλλοντικού νόµου. Παρέβλεψε ο νοµοθέτης ότι η ύπαρξη του
πολεοδοµικού νόµου εφαρµόζεται παράλληλα µε τον µεταλλευτικό, ή επιχείρησε να
επαναφέρει τον αποκλειστικό περιορισµό που προβλέπεται από τον ΚΜΛΕ
64
; Εν πάση
περιπτώσει, είτε ο νοµοθέτης θεώρησε επαρκή την ρύθµιση του θέµατος από τον
ΚΜΛΕ, είτε παρέβλεψε ότι δια της καταργήσεως του άρθρου 9 η περίπτωση των µεταλ-
λείων παραµένει αρρύθµιστη, η χωροθέτηση του µεταλλευτικού ή του λατοµικού χώρου
σε απόσταση µικρότερη από 500 µ. από τα όρια ενός οικισµού δεν θα µπορούσε να θεω-
ρηθεί νόµιµη ούτως ή άλλως, συνεπαγόµενη επιδείνωση στο οικιστικό περιβάλλον κατά
παράβαση της συνταγµατικής επιταγής του άρθρου 24 παρ. 2 και του πολεοδοµικού
κεκτηµένου
65
.
64
Και όλα αυτά ενώ διαφαίνεται σαφώς η τάση διαχωρισµού της βιοµηχανίας/µεταλλουργίας
από τη µεταλλεία (ίδετε και Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανά-
πτυξης (ΦΕΚ Α΄ 128/2008) και Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Α-
νάπτυξης για τη Βιοµηχανία ΦΕΚ 151/13.4.09, Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και
Πολεοδοµικών Θεµάτων.
65
Συναφώς και για την πληρέστερη αντίληψη της πιο πάνω σκέψης αναφέρεται και η ΣτΕ
1528/2003 (Ολοµελείας) σκ. 6, που επαναλαµβάνει τη νοµολογία πλήθους άλλων αποφάσεων
του ΣτΕ σύµφωνα µε την οποία µε το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγµατος
65
«έχει αναχθεί σε
συνταγµατικά προστατευόµενη αξία το οικιστικό, φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, από το
οποίο εξαρτάται η ποιότητα ζωής και η υγεία των κατοίκων των πόλεων και των οικισµών.
Οι συνταγµατικές αυτές διατάξεις απευθύνουν επιταγές στο νοµοθέτη (κοινό ή κανονιστικό)
να ρυθµίσει τη χωροταξική ανάπτυξη και πολεοδοµική διαµόρφωση της χώρας µε βάση ορ-
θολογικό σχεδιασµό υπαγορευόµενο από πολεοδοµικά κριτήρια, σύµφωνα µε την ιδιοµορφία,
την φυσιογνωµία και τις ανάγκες κάθε περιοχής. Κριτήρια για την χωροταξική αναδιάρθρω-
ση και την πολεοδοµική ανάπτυξη των πόλεων και των οικιστικών εν γένει περιοχών είναι η
εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και της αναπτύξεως των οικισµών και η εξασφάλιση των
καλυτέρων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων. Απαγορεύεται, καταρχήν, η λήψη µέ-
τρων που επιφέρουν την επιδείνωση των όρων διαβιώσεως και την υποβάθµιση του υπάρχο-
ντος φυσικού ή του προβλεποµένου από την ισχύουσα πολεοδοµική νοµοθεσία οικιστικού
περιβάλλοντος. Εποµένως ο κοινός νοµοθέτης µπορεί να τροποποιεί, οσάκις το κρίνει σκόπι-
µο, τις ισχύουσες πολεοδοµικές ρυθµίσεις και να µεταβάλει τους ήδη θεσπισµένους όρους
δοµήσεως ή χρήσεις ακινήτων, εφόσον η εισαγόµενη νέα ρύθµιση αποσκοπεί στη βελτίωση
των συνθηκών διαβιώσεως των κατοίκων των πόλεων και οικισµών. Η τήρηση της συνταγ-
µατικής αυτής επιταγής υπόκειται στον οριακό έλεγχο του ακυρωτικού δικαστού, ο οποίος
οφείλει βάσει των διδαγµάτων της κοινής πείρας, να σταθµίσει σε κάθε συγκεκριµένη περί-
πτωση κατά πόσον υποβαθµίζεται το περιβάλλον (πρβλ. αποφ. ΣτΕ Ολοµελείας 10/1988,
1159/1989, 106/1991, 1071/1994, 3618/1995, 3236/1995, 4946/1995, 4572/1996, 6070/1996,
3478/2000)».
Ειδικότερα για το θέµα του πολεοδοµικού κεκτηµένου σχετικά µε την εφαρµογή του ί-
διου του άρθρου 9 παρ. 1 του Π.∆. της 2/13.03.1981 ίδετε και ανωτέρω υποσηµ. 51.
1-2/2010 41
3.2.2.2 Η εφαρµογή του πολεοδοµικού νόµου παράλληλα µε τον ΚΜΛΕ
Το δεύτερο ερώτηµα που ανακύπτει είναι εάν από τις πολεοδοµικές διατάξεις που
εισάγουν υποχρεωτική απόσταση 500 µέτρων από τον οριοθετηµένο οικισµό αναιρείται
ο περιορισµός των 250 µέτρων του ΚΜΛΕ και στην πράξη αυξάνεται στα 500 µέτρα
66
.
∆εδοµένης της ύπαρξης των δύο αυτών διαφορετικών διατάξεων θα µπορούσε να
υποστηριχθεί ότι για µεν την ίδια την εξορυκτική δραστηριότητα επαρκεί η τήρηση της
απόστασης που προβλέπει ο ΚΜΛΕ, οι δε πολεοδοµικοί περιορισµοί τίθενται για τις
τυχόν συνοδές βιοµηχανικές εγκαταστάσεις, όπως π.χ. ένα εργοστάσιο επεξεργασίας ή
εµπλουτισµού του µεταλλεύµατος. Τούτο διότι α) ο πολεοδοµικός νόµος αφορά τις εν
γένει επαγγελµατικές δραστηριότητες, β) η εξορυκτική δραστηριότητα διέπεται από ει-
δικό καθεστώς, αυτό του ΚΜΛΕ, γ) εν πάση περιπτώσει οι όποιες επιπτώσεις κρίνονται
κατά την περιβαλλοντική αξιολόγηση, η οποία περιλαµβάνει και την προστασία του
ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και συνεπώς και τους προβληµατισµούς του πολεοδοµι-
κού νόµου και δ) η εξόρυξη δεν αποτελεί ούτε βιοµηχανική, ούτε βιοτεχνική εγκατά-
σταση
67
.
Ωστόσο έχει κριθεί ότι για την εφαρµογή της πιο πάνω πολεοδοµικής διατάξεως, η
οποία δεσµεύει όλες τις διοικητικές αρχές και όχι µόνο τις πολεοδοµικές
68
, ενδιαφέρει το
σύνολο των βιοµηχανικών δραστηριοτήτων, ανεξάρτητα από την κατηγοριοποίησή τους
σε δραστηριότητες χαµηλής, µέσης ή υψηλής όχλησης και συνεπώς η απόσταση των 500
µέτρων από τα όρια ενός οικισµού θα πρέπει να εφαρµόζεται σε κάθε περίπτωση
69
. Το
θέµα πάντως έχει κριθεί ειδικώς αρχικά για τα λατοµεία και αργότερα και τα µεταλλεία.
Ως προς τις λατοµικές δραστηριότητες αναφέρεται η υπόθεση του λατοµείου «ράχη
Λουκά» στο Ζαγόρι, ΣτΕ 4004/2004 (5µ) µε την οποία κρίθηκε η τηρητέα απόσταση
των λατοµείων από τα όρια οικισµού που προϋπήρχε του 1923. Στην απόφαση αυτή
επαναλήφθηκε η πάγια ως άνω νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας, ότι δηλαδή
κατά το άρθρο 9 του Π∆ 2/13.03.1981 θεσπίζεται απαγόρευση όλων των οχλουσών δρα-
στηριοτήτων ανεξάρτητα από το βαθµό όχλησης που προκαλούν. Το Συµβούλιο της
Επικρατείας έκρινε στην υπόθεση αυτή ότι η έγκριση περιβαλλοντικών όρων για λατο-
µείο µαρµάρου στο Ανατολικό Ζαγόρι µε εκµετάλλευση χωρίς χρήση εκρηκτικών, πρέ-
πει να ακυρωθεί επειδή η απόσταση του λατοµείου από τα όρια του παρακείµενου οικι-
σµού ήταν µικρότερη από 500 µέτρα (και ειδικότερα 390 µέτρα και άρα σε συµφωνία µε
την ελάχιστη οριζόµενη από τον ΚΜΛΕ απόσταση). Τούτο διότι η διάταξη του ΚΜΛΕ
δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του από 2.3.1981 Προεδρικού
∆ιατάγµατος, ούτε όµως και υπερισχύει αυτής. Με άλλα λόγια, σε περίπτωση υπάρξεως
οικισµού, ένα λατοµείο πρέπει απαραιτήτως (κατ’ εφαρµογή του πολεοδοµικού νόµου)
να απέχει τουλάχιστον 500 µέτρα από τα όρια του οικισµού, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει
να τηρείται η προβλεπόµενη από τον ΚΜΛΕ απόσταση ασφαλείας από κάθε κτίσµα ή
κοινόχρηστο χώρο εµπίπτει στο πεδίο εφαρµογής της διάταξης του άρθρου 81 παρ. 2
του ΚΜΛΕ. Κατά τούτο οι δύο διατάξεις δεν συγκρούονται αλλά εφαρµόζονται παράλ-
ληλα
70
.
66
Εξυπακούεται ότι το ερώτηµα αφορά στην περίπτωση κατά την οποία δεν γίνεται χρήση ε-
κρηκτικών, διότι διαφορετικά ο ΚΜΛΕ ορίζει ούτως ή άλλως ελάχιστη απόσταση ασφαλείας
τα 500 µέτρα, οπότε ο προβληµατισµός είναι αλυσιτελής.
67
Ίδετε και ανωτέρω υπό 2.4.3.
68
Ενδεικτικά ΣτΕ 4996/88, 2769/98 5µ. σκ.9, 2133/02 5µ. σκ. 6, 406/03 5µ. σκ. 5 κ.λπ.
69
Ανωτέρω, υποσηµ. 65.
70
Ως προς την ύπαρξη οικισµού αναφέρεται ότι σε περίπτωση που τα όρια ενός οικισµού δεν
έχουν θεσπιστεί ή δεν έχουν οριοθετηθεί νοµίµως, εκείνο που πραγµατικά έχει σηµασία είναι
42 1-2/2010
Η κρίση αυτή επαναλήφθηκε πρόσφατα στην περίπτωση της υποθέσεως του Έργου
Χρυσού Περάµατος, ΣτΕ 2315/2008 (σκ 5) ως προς τα µεταλλεία. Περαιτέρω, στο πλαί-
σιο της υποθέσεως αυτής, ερευνήθηκε εάν µεταβάλλεται η ως άνω νοµολογία εκ του
γεγονότος ότι η αναφερθείσα ως άνω ΚΥΑ 10537/93 και η οποία κατέτασσε τις βιοµη-
χανικές δραστηριότητες σε βαθµούς όχλησης
71
και ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της
πράξεως που ακυρώθηκε δια της ΣτΕ 2315/2008 αναφέρεται σε βιοµηχανικές και βιοτε-
χνικές δραστηριότητες και εξετάστηκε εάν µόνη της η µεταλλεία εντάσσεται σε αυτές. Η
παλαιότερα ισχύουσα ΚΥΑ 10537/93 κάλυπτε το σύνολο των έργων και δραστηριοτή-
των, αφού προέβαινε στην αντιστοίχηση του συνόλου των δραστηριοτήτων της ΚΥΑ
69269/90 σε δραστηριότητες χαµηλής, µέσης ή υψηλής όχλησης. Η νεώτερη ΚΥΑ
13727/2003
72
δεν αντιµετωπίζει το θέµα µε παρόµοια γενική αναφορά στο σύνολο των
κατηγοριών της ΚΥΑ 69269/1990 (και πλέον ΚΥΑ 15393/2002, ΦΕΚ Β’ 1022/2002)
αλλά προβαίνει σε εξαντλητική απαρίθµηση των βιοµηχανικών / βιοτεχνικών δραστηρι-
οτήτων, τις κατατάσσει σε κατηγορίες µε βάση συγκεκριµένα κριτήρια και δεν συµπερι-
λαµβάνει τη µεταλλεία και τη λατοµία
73
. Η προσέγγιση αυτή είναι άλλωστε σύµφωνη
και µε την άποψη ότι η µεταλλεία δεν είναι βιοµηχανία, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να
εξοµοιώνεται µε αυτήν, υποστηρίζεται από τον ορισµό του άρθρου 85Γ του Μεταλλευ-
τικού Κώδικα (Ν.∆. 210/73) περί µεταλλουργικής βιοµηχανίας. Η τελευταία είναι δια-
η πραγµατική ύπαρξη των ορίων του οικισµού, λαµβάνεται δε οποιοδήποτε πρόσφορο στοι-
χείο προς απόδειξη του πραγµατικού γεγονότος της εκτάσεως και των ορίων του (ίδετε ΣτΕ
2423/2000 (5µ) σκ. 9 αλλά και ερµηνευτικώς από τις ΣτΕ 3221/99 (7µ) σκ. 11 και ΣτΕ
2315/2008 (7µ) σκ. 6).
71
«Καθορισµός αντιστοιχίας της κατάταξης των βιοµηχανικών - βιοτεχνικών δραστηριοτήτων
της ΚΥΑ 69269/90 µε την αναφερόµενη στις πολεοδοµικές ή και σε άλλες διατάξεις διάκρι-
ση των δραστηριοτήτων σε χαµηλή µέση και υψηλή όχληση», ΦΕΚ Β΄ 139/1993.
72
«Αντιστοίχηση των κατηγοριών των βιοµηχανικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων µε τους
βαθµούς όχλησης που αναφέρονται στα πολεοδοµικά διατάγµατα», ΦΕΚ Β΄ 1087/2003.
73
Σχετικά µε τις οχλούσες δραστηριότητες, οι διάφορες βιοµηχανικές – βιοτεχνικές δραστηριό-
τητες κατατάσσονται σε κατηγορίες υψηλής, µέσης ή χαµηλής όχλησης, ενώ όπου στις πολε-
οδοµικές διατάξεις αναφέρεται ο όρος «µη οχλούσα δραστηριότητα» νοοείται µία δραστηριό-
τητα χαµηλής όχλησης. Η αντιστοιχία της κατάταξης των οχλουσών δραστηριοτήτων καθο-
ρίστηκε αρχικά από την ΚΥΑ 10537/93 και εν συνεχεία από την ισχύουσα σήµερα ΚΥΑ υπ’
αριθ. 13727/724/2003. Το πεδίο εφαρµογής της πρώτης αφορά τις βιοµηχανικές – βιοτεχνικές
δραστηριότητες της παλαιάς ΚΥΑ 69269/90 (ΦΕΚ Β΄ 678/1990). Καθορίστηκε ότι οι δρα-
στηριότητες της υψηλής όχλησης αντιστοιχούν µε τις δραστηριότητες της ΑΙ κατηγορίας της
ΚΥΑ 69269/90, οι δραστηριότητες της µέσης όχλησης µε τις δραστηριότητες της ΑΙΙ κατη-
γορίας και τέλος, οι δραστηριότητες της χαµηλής όχλησης αντιστοιχούν µε τις δραστηριότη-
τες της Β' κατηγορίας της ΚΥΑ 69269/90. Το ίδιο πεδίο εφαρµογής έχει και η προαναφερ-
θείσα ισχύουσα σήµερα ΚΥΑ υπ’ αριθ. 13727/724/2003, δηλαδή τις βιοµηχανικές και βιοτε-
χνικές δραστηριότητες της πρώτης και της δεύτερης κατηγορίας του άρθρου 3 του
Ν. 1650/1986 (όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3010/2002 και ισχύει σήµερα),
προκειµένου να διευκολύνει όλα εκείνα τα διατάγµατα τα οποία αναφέρονται ειδικώς σε βαθ-
µούς όχλησης (άρθρο 1 της ΚΥΑ). Εν αντιθέσει όµως µε την προϊσχύσασα, η ΚΥΑ
13727/2003 δεν αναφέρεται συνολικά σε κατηγορίες έργων και δραστηριοτήτων αλλά προ-
βαίνει σε εξαντλητική απαρίθµηση των δραστηριοτήτων. Τονίζεται ότι η απαρίθµηση δρα-
στηριοτήτων δεν περιλαµβάνει τη µεταλλεία και τη λατοµία. Αντίθετα, συµπεριλαµβάνονται
δραστηριότητες όπως η παραγωγή κραµάτων ή αµιγών πολυτίµων µετάλλων, ή ηµικατεργα-
σµένων προϊόντων (π.χ. περίπτωση 178 της ΚΥΑ 13727) µία προφανώς βιοµηχανική δρα-
στηριότητα, η δε σχετική κατάταξη σε δραστηριότητα υψηλής, µέσης ή χαµηλής όχλησης γί-
νεται ανάλογα µε την ποσότητα παραγωγής κατ’ έτος.
1-2/2010 43
φορετική από τη µεταλλεία καθώς αποσκοπεί στην εξαγωγή εκ του µεταλλεύµατος των
περιεχοµένων σ’ αυτό µετάλλων αµιγών, είτε υπό µορφή κραµάτων ή χηµικών ενώσεων,
είτε ως ηµιτελών προϊόντων, εργασίες οι οποίες πραγµατοποιούνται στα εργοστάσια
επεξεργασίας και όχι στο χώρο του υπαίθριου µεταλλείου, όπου ασκείται η εξορυκτική
δραστηριότητα (µεταλλεία). Η ΚΥΑ 10537/93 έπρεπε ίσως να έχει ρητώς εξαιρέσει ε-
κείνες τις δραστηριότητες που αν και περιλαµβάνονται στις οµάδες της ΚΥΑ 69269/90,
ωστόσο δεν είναι βιοµηχανικές ή βιοτεχνικές, όπως εν προκειµένω την περίπτωση η)
«εξόρυξη µεταλλεύµατος» (ΑΙΙ κατηγορία Οµάδα 2)
74
. Το Συµβούλιο της Επικρατείας
έκρινε στην υπόθεση του Έργου Χρυσού Περάµατος (σκ. 6) ότι η εξουσιοδοτική διάτα-
ξη του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 1650/1986, «παρέχουσα την δυνατότητα καθορισµού α-
ντιστοιχιών µε τα έργα και τις δραστηριότητες της κ.υ.α. 69269/5387/1990» αφορά σε
όλα τα έργα και τις δραστηριότητες του Ν. 1650/1986 χωρίς «παρόµοια διάκριση, δεδο-
µένου ότι ο δικαιολογητικός λόγος της ρυθµίσεως συντρέχει και επί µεταλλείων»
75
. Αυ-
τή η κρίση ίσως γεννήσει διαφόρους προβληµατισµούς στο µέλλον, συµπεριλαµβανοµέ-
νων και όσων προαναφέρθηκαν σε σχέση µε τη χωροθέτηση εξορυκτικών έργων εντός
περιοχών του δικτύου ΦΥΣΗ 2000.
3.2.2.3 Ο υπολογισµός των αποστάσεων του πολεοδοµικού νόµου
Όσον δε αφορά στο τρίτο ερώτηµα που τέθηκε στην αρχή της ενότητας αυτής, δη-
λαδή ως προς τον τρόπο υπολογισµό των ελάχιστων αυτών αποστάσεων ήτοι αφενός µεν
τα όρια του οικισµού και αφετέρου το πλησιέστερο όριο του οριοθετηµένου µεταλλευτι-
κού ή του λατοµικού χώρου ή µόνο τη θέση της βιοµηχανικής εγκατάστασης που σχε-
διάζεται στο πλαίσιο της εξορυκτικής δραστηριότητας, θεωρούµε ότι, δεδοµένων όσων
προαναφέρθηκαν για την περίπτωση της διάταξης του ΚΜΛΕ καθώς και για την παράλ-
ληλη εφαρµογή του µεταλλευτικού και του πολεοδοµικού νόµου, η ελάχιστη απόσταση
των 500 µέτρων πρέπει να εκτείνεται από τα όρια του οικισµού έως το πλησιέστερο όριο
του καθορισµένου λατοµικού ή µεταλλευτικού χώρου.
3.3 Η δυνατότητα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων
Όπως προαναφέρθηκε τα υπόγεια και υποθαλάσσια κοιτάσµατα χαρακτηρίζονται
εθνικός πλούτος, θεσπίζονται ειδικοί νόµοι γι’ αυτά, το δε Κράτος θα πρέπει να λαµβά-
νει όλα τα επιβαλλόµενα µέτρα για την εκµετάλλευσή τους µέσα στο πλαίσιο της Εθνι-
74
Σηµειώνεται ότι στην περίπτωση του Έργου Χρυσού Περάµατος, το εργοστάσιο εµπλουτι-
σµού, η βιοµηχανική δηλαδή δραστηριότητα, απείχε πολύ περισσότερο από 500 µέτρα από τα
όρια του γειτονικού οικισµού.
75
Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 4 του Ν. 1650/86 όπως ίσχυε κατά την εποχή εκδόσεως της
ΚΥΑ 10537/93 όριζε ότι «µε απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και ∆η-
µόσιων Έργων και Βιοµηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας καθορίζεται αντιστοιχία της κα-
τάταξης σε κατηγορίες και υποκατηγορίες των βιοµηχανικών και βιοτεχνικών έργων και δρα-
στηριοτήτων της ΚΥΑ 69269/5387/1990 σε έργα ή δραστηριότητες µεγάλου, µεσαίου ή µι-
κρού κινδύνου µε την αναφερόµενη στις πολεοδοµικές διατάξεις διάκριση σε έργα ή δραστη-
ριότητες υψηλής, µέσης και χαµηλής όχλησης». Εν συνεχεία, και όπως η παράγραφος αυτή
ίσχυε κατά την έκδοση της ΚΥΑ 13727/2003 ορίζεται ότι «µε απόφαση των Υπουργών Πε-
ριβάλλοντος, Χωροταξίας και ∆ηµόσιων Έργων και Ανάπτυξης µπορεί να καθορίζεται αντι-
στοιχία της κατάταξης σε κατηγορίες και υποκατηγορίες των βιοµηχανικών και βιοτεχνικών
έργων και δραστηριοτήτων µε τη διάκριση που αναφέρεται στις πολεοδοµικές διατάξεις σε
έργα ή δραστηριότητες υψηλής, µέσης και χαµηλής όχλησης. Με την ίδια απόφαση µπορεί να
εξειδικεύεται, για την εφαρµογή της πολεοδοµικής νοµοθεσίας, η κατάταξη των παραπάνω
δραστηριοτήτων και έργων σε υψηλής, µέσης και χαµηλής όχλησης».
44 1-2/2010
κής Οικονοµικής Ανάπτυξης. Ακριβώς λόγω της σηµασίας του ορυκτού πλούτου και της
συνταγµατικής προστασίας της εκµετάλλευσής του µπορεί να προβλέπεται ακόµα και η
µετεγκατάσταση παρακείµενων οικισµών
76
µε χρήση των διατάξεων για την αναγκαστι-
κή απαλλοτρίωση.
Γενικά, οι απαλλοτριώσεις ιδιοκτησιών είναι συνταγµατικά ανεκτές µόνο όταν εξυ-
πηρετείται δηµόσια ωφέλεια, αφού σύµφωνα µε το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγµατος
«Κανένας δε στερείται την ιδιοκτησία του παρά µόνο για δηµόσια ωφέλεια που έχει α-
ποδειχθεί µε τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόµος ορίζει, και πάντοτε αφού
προηγηθεί πλήρης αποζηµίωση» ενώ όπως προαναφέρθηκε, µε ειδικές διατάξεις ρυθµί-
ζονται θέµατα απαλλοτριώσεων επί των περιπτώσεων του άρθρου 18 του Συντάγµατος,
µεταξύ των οποίων και σχετικά µε την ιδιοκτησία και τη διάθεση των µεταλλείων και
των ορυχείων.
Ο Μεταλλευτικός Κώδικας προβλέπει τα περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αστι-
κών ή αγροτικών ακινήτων (άρθρα 128 επ.) που βρίσκονται εντός ή εκτός του χώρου
του µεταλλείου µε σκοπό την εκτέλεση έργων που είναι απαραίτητα για την εκµετάλ-
λευση µεταλλείων, σκοπός που λογίζεται ως «δηµόσια ωφέλεια». Τα έργα για την εκµε-
τάλλευση των µεταλλείων καλύπτουν ένα ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων από τις στοές, και
τα φρέατα µέχρι τις πλατείες για την απόθεση των στείρων, από τα εργοστάσια εµπλου-
τισµού µεταλλεύµατος µέχρι τις κατοικίες εργατών και υπαλλήλων. Επίσης, επιτρέπεται
η αναγκαστική απαλλοτρίωση σε κάθε περίπτωση που τα κτίσµατα, ή η ζωή ή η υγεία
των κατοίκων αυτών τίθενται σε κίνδυνο από τις υπόγειες ή επιφανειακές εργασίες εκ-
µεταλλεύσεως.
Συναφώς αναφέρονται ενδεικτικά οι περιπτώσεις απαλλοτριώσεως ακινήτου στις
Ράχωνες Πολυγύρου (ΣτΕ 3293/2004), απαλλοτρίωση «αναγκαία» για την αξιοποίηση
µεγαλύτερου κοιτάσµατος λευκολίθου το οποίο βρισκόταν στην απαλλοτριωθείσα έκτα-
ση και στην περιοχή Μαδέµ Λάκκος και Μαύρες Πέτρες Χαλκιδικής (ΣτΕ 3733/1992)
απαλλοτρίωση κηρυχθείσα προς αποτροπή κινδύνου από τις προκαλούµενες ρηγµατώ-
σεις και καθιζήσεις από τη λειτουργία του µεταλλείου.
Αντίστοιχα επιχειρούνται απαλλοτριώσεις στις περιοχές των οικισµών Μαυροπηγή
και Ποντοκώµη Κοζάνης, οι οποίοι πρόκειται να µετεγκατασταθούν κατόπιν απαλλο-
τριώσεως των σχετικών εκτάσεών ακριβώς λόγω της ύπαρξης σηµαντικών κοιτασµάτων
76
Την περίπτωση αυτή (αλλά σε προηγούµενο στάδιο σχεδιασµού του έργου) αφορά άλλωστε
και η ΣτΕ 998/2005, η οποία ακύρωσε την αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων εκµεταλ-
λεύσεως λιγνιτωρυχείου της ∆.Ε.Η. στη θέση ∆υτικό Πεδίο περιοχής ∆ήµου Πτολεµαΐδος, µε
επιφανειακή εξόρυξη του λιγνίτη, µεταξύ άλλων επειδή η αρχική Μελέτη Περιβαλλοντικών
Επιπτώσεων δεν εξέτασε όλα τα βασικά στοιχεία για την εκµετάλλευση του επίµαχου ορυ-
χείου, µεταξύ των οποίων και η µετεγκατάσταση του οικισµού της Μαυροπηγής, ενώ για το
γεγονός αυτό είχε υποβληθεί από τον οικείο ∆ήµο ειδική µελέτη για τις επιπτώσεις της εξο-
ρυκτικής δραστηριότητος στον ως άνω οικισµό και για την εντεύθεν ανάγκη µετεγκαταστά-
σεώς του, η δε θετική γνωµοδότηση του Νοµαρχιακού Συµβουλίου Κοζάνης για την εκµε-
τάλλευση του ορυχείου συναρτήθηκε µε το ζήτηµα της µετεγκαταστάσεως του οικισµού.
Σήµερα, επανασχεδιάζεται το έργο επί τη βάσει ακριβώς της µετεγκατάστασης του οικισµού.
∆ιαφαίνεται δηλαδή και από την περίπτωση αυτή η σηµασία µεν της εκ του νόµου
χωροθέτησης πλην όµως πάντοτε υπό το πρίσµα της τήρησης των υπόλοιπων αρχών της
περιβαλλοντικής αδειοδότησης που τελικά θα επιτρέψουν ή θα απαγορεύσουν µια
δραστηριότητα, ακόµα και εάν θεωρείται εκ του νόµου χωροθετηµένη.
1-2/2010 45
λιγνίτη κάτω από αυτούς
77
. Για την υλοποίηση της απαλλοτρίωσης στην (εξωδικαστική)
στάθµιση των σχετικών εννόµων αγαθών και στη σύγκρουση των χρήσεων γης προφα-
νώς υπερίσχυσε η ανάγκη αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου και προχωρούν οι διαδικα-
σίες απαλλοτρίωσης. Κρίθηκε δηλαδή από τη ∆ιοίκηση ότι το υπέρτερο δηµόσιο συµ-
φέρον καλεί για την εκµετάλλευση του ορυκτού πλούτου της περιοχής και ωφέλεια τέ-
τοια που να δικαιολογεί την απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών των κατοίκων – άλλως δεν
είναι συνταγµατικά ανεκτή η απαλλοτρίωση. Το προτεινόµενο µάλιστα νοµοσχέδιο για
την προστασία της βιοποικιλότητας περιέχει ειδική διάταξη (προτεινόµενο άρθρο 28)
για την µετεγκατάσταση και οικισµών που βρίσκονται πλησίον ορυχείων και περιοχών
που διαθέτουν λιγνιτοφόρα κοιτάσµατα. Πάντως νοµικό έρεισµα για τη µετεγκατάσταση
αυτών των οικισµών παρέχεται από την ίδια την διάταξη του άρθρου 128 του Μεταλ-
λευτικού Κώδικα.
3.4 Η χωροθέτηση στο πλαίσιο του συνολικού συστήµατος δικαίου και η στάθµιση
του περιβαλλοντικού κόστους
Ζήτηµα γεννάται τέλος κατά πόσον η κατά τα ανωτέρω εθνική αναγκαιότητα αξιο-
ποιήσεως του εθνικού πλούτου, επηρεάζει τη χωροθέτηση των µεταλλευτικών δραστη-
ριοτήτων, δεδοµένων και των χωροταξικών κατευθύνσεων. Τίθεται λοιπόν το ερώτηµα
πώς συνδυάζονται όλες αυτές οι διατάξεις και πώς εφαρµόζονται στην πράξη, λαµβανο-
µένου υπ’ όψιν του γεγονότος ότι ειδικά ως προς τις εξορυκτικές δραστηριότητες υπάρ-
χει η νοµική αναγνώριση της πραγµατικής κατάστασης των εντοπισµένων κοιτασµάτων
µε σχετικό de facto περιορισµό των εναλλακτικών θέσεων υλοποίησης ενός έργου, κα-
θώς επίσης και εθνική αναγκαιότητα αξιοποίησης του εθνικού ορυκτού πλούτου µε συ-
νταγµατική αναφορά
78
.
Η συνταγµατική επιταγή και οι χωροταξικές κατευθύνσεις για την αξιοποίηση του
ορυκτού πλούτου, την περιφερειακή ανάπτυξη και την προαγωγή της οικονοµίας καθώς
και οι διατάξεις δια των οποίων ορίζεται η εκ του νόµου και σύµφωνα µε τα πραγµατικά
δεδοµένα µιας περιοχής (δηλαδή τα εντοπισµένα κοιτάσµατα) χωροθέτηση των µεταλ-
λείων και των λατοµείων, δεν επηρεάζουν άνευ ετέρου την εφαρµογή του άρθρου 81 του
ΚΜΛΕ, ούτε του πολεοδοµικού νόµου, ούτε βέβαια και της κατά τα λοιπά περιβαλλο-
ντικής αδειοδότησης. Οι διατάξεις αυτές εφαρµόζονται παράλληλα, ενταγµένες µέσα
στο συνολικό δικαιικό σύστηµα
79
. Η µεν χωροθέτηση εξαρτάται από το πραγµατικό γε-
γονός της ύπαρξης (ή µη) ορυκτού πλούτου και περιορίζει πρακτικά τις εναλλακτικές
77
Ενδεικτικά, ανακοίνωση Υπουργείου Ανάπτυξης, Γ. ∆/νση Ενέργειας, ∆/νση Ηλεκτροπαρα-
γωγής, υπ’ αρ. πρωτ. ∆5-ΗΛ/β.Φ41.8887/1589/17079.
78
Ίδετε ανωτέρω, άρθρο 106 παρ. 1, υποσ. 19 και άρθρο 18 παρ. 1 του Συντάγµατος, υποσ. 22.
79
Εξάλλου, η εκ του νόµου χωροθέτηση αφορά στην υποχρέωση προηγούµενης υποβολής µε-
λέτης για την Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίµηση και Αξιολόγηση (ΠΠΕΑ) για το ί-
διο το µεταλλείο ή κατά περίπτωση το λατοµείο (και όχι για τις συνοδές του εγκαταστάσεις),
ενώ η εφαρµογή των διατάξεων του ΚΜΛΕ αφορούν στον τρόπο της εκµετάλλευσης και την
απόσταση που πρέπει να τηρείται από τα κτίσµατα. Συνεπώς δεν τίθεται θέµα σύγκρουσης
των κανόνων αυτών ενώ άλλωστε η όποια τελική εκµετάλλευση θα πρέπει να γίνει κατόπιν
περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως (η οποία και τελικώς θα κρίνει το επιτρεπτόν της δραστη-
ριότητας σύµφωνα και µε τον εκάστοτε προτεινόµενο τρόπο εκµετάλλευσης) και υπό τους
περιορισµούς και τις προϋποθέσεις που τίθενται από τις κείµενες διατάξεις (Βλ. όµως και την
περίπτωση κατά την οποία η ύπαρξη των κοιτασµάτων και ο βέλτιστος τρόπος εκµετάλλευ-
σής των υπαγόρευσε την µετεγκατάσταση του παρακειµένου οικισµού, κατωτέρω).
46 1-2/2010
λύσεις ενός έργου ως προς τη θέση ενός µεταλλείου ή ενός λατοµείου. Η περιβαλλοντι-
κή αδειοδότηση όµως, αφορά το σύνολο των παραµέτρων της εξορυκτικής δραστηριό-
τητας και του σχεδιασµού ενός έργου, παράµετροι οι οποίες εκτιµώνται υπό τα κριτήρια
του περιβαλλοντικού νόµου και φυσικά του Συντάγµατος. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε
η νοµική αναγνώριση µιας πραγµατικότητας (της ύπαρξης ή µη κοιτάσµατος) δεν προε-
ξοφλεί και την ίδια την εκµετάλλευση, τον τρόπο και τις επιπτώσεις της, ούτε βέβαια
όπως προαναφέρθηκε το ίδιο το επιτρεπτό της
80
. Κατά συνέπεια, η εκ του νόµου χωρο-
θέτηση (που άλλωστε αφορά µόνο στο πρώτο στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότη-
σης) δε συγκρούεται ούτε µε την κατά τα λοιπά διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότη-
σης αλλά ερµηνεύεται και εφαρµόζεται µέσα στο πλαίσιο της τελευταίας.
Ούτε και η συνταγµατικά τεκµηριωµένη ανάγκη αξιοποίησης του εθνικού πλούτου
επαρκεί ώστε να τεκµηριωθεί κατά περίπτωση απόκλιση από τους περιορισµούς του
µεταλλευτικού και του πολεοδοµικού νόµου. Πλήθος αποφάσεων αναφέρονται στη
στάθµιση αφενός της εκτιµώµενης περιβαλλοντικής βλάβης και αφετέρου της εκτιµώµε-
νης εθνικής ωφέλειας. Θεωρούµε όµως ότι η στάθµιση αυτή δεν αφορά στους περιορι-
σµούς του µεταλλευτικού και του πολεοδοµικού νόµου, ιδίως αφού η περίπτωση αυτή
καλύπτεται από την προβλεπόµενη δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ξένων
ιδιοκτησιών. Αντίθετα, η στάθµιση αυτή έχει αξιολογηθεί από το Συµβούλιο της Επι-
κρατείας σε περίπτωση σύγκρουσης µε τους κανόνες και τους περιορισµούς που προκύ-
πτουν από την περιβαλλοντική νοµοθεσία.
Σηµαντική περίπτωση σταθµίσεως απετέλεσε για το χώρο της εξορυκτικής δραστη-
ριότητας η υπόθεση της Μεταλλουργίας Χρυσού Ολυµπιάδας (ΣτΕ 613/2002, Ολοµ.)
στην σκέψη 7 της οποίας αναφέρεται ότι κατά τη λήψη µέτρων για τη διαφύλαξη του
περιβάλλοντος είναι απαραίτητη η στάθµιση και άλλων παραγόντων που ανάγονται στο
γενικότερο εθνικό και δηµόσιο συµφέρον όπως είναι εκείνοι που σχετίζονται µε τους
σκοπούς της οικονοµικής αναπτύξεως, της αξιοποιήσεως του εθνικού πλούτου, της ενι-
σχύσεως της περιφερειακής αναπτύξεως και της εξασφαλίσεως εργασίας στους πολίτες
(άρθρο 22 του Συντάγµατος), καθώς επίσης και της ανόδου του βιοτικού επιπέδου και
της βελτιώσεως της ποιότητας ζωής, (ίδετε και ΣτΕ 1672/2005 (Ολοµ.) σκ. 3 και 4, όπου
και αναφορά και στις ανάλογες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου). Η επιδίωξη όµως των
σκοπών αυτών και η στάθµιση των προστατευοµένων αντιστοίχων εννόµων αγαθών
πρέπει να συµπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να µεριµνά για την προστα-
σία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιµη ανάπτυξη,
και να µην προβαίνουν οι αρµόδιες αρχές στην έγκριση της κατασκευής και λειτουργίας
ενός έργου όταν οι κίνδυνοι από το έργο υπερακοντίζουν προδήλως τα προσδοκώµενα
οφέλη από την λειτουργία του (ίδετε µεταξύ άλλων και ΣτΕ 3478/2000 (Ολοµ.) σκ. 7,
1569/2005 (Ολοµ.) σκ. 5, ως άνω 1672/2005, 2170/2006 (7µ) σκ. 8, 2059/2007 (7µ)
σκ. 11 και την πρόσφατη 293/2009 (5µ) σκ. 10, Λατοµείο Μαρµάρου στα Αρβανίτικα
Σερρών)
81
. Σε κάθε περίπτωση πάντως, θα πρέπει να συνεκτιµώνται αφενός ο τρόπος, η
µέθοδος και η τεχνολογία κατασκευής και λειτουργίας της συγκεκριµένης εγκαταστά-
σεως και αφετέρου ο ειδικότερος χαρακτήρας του δηµοσίου συµφέροντος, το οποίο
80
Έχει άλλωστε ακυρωθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων επειδή ακριβώς θεωρήθηκαν δεδο-
µένα όλα τα βασικά στοιχεία για την εκµετάλλευση (λόγω της εκ του νόµου χωροθέτησης
του ορυχείου) και οι περιβαλλοντικοί όροι περιορίστηκαν στη διατύπωση ειδικών όρων για
τον τρόπο εκτέλεσης των σχετικών εργασιών (ΣτΕ 998/2005 σκ. 9) αντί να διερευνήσουν
τους όρους εκείνους, υπό τους οποίους η εκµετάλλευση επιτρέπεται.
81
Γλυκερία Σιούτη, ο.π. σελ. 106 επ.
1-2/2010 47
προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί από το έργο ή την δραστηριότητα αυτή, δεδοµένου ότι
η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόµενη στάθµιση συναρτάται εκάστοτε µε το είδος και την
έκταση της επαπειλούµενης βλάβης και την φύση της εξυπηρετούµενης µε την εκτέλεση
του έργου ανάγκης. Ο επιδιωκόµενος όµως σκοπός θα πρέπει να µην µπορεί να επιτευ-
χθεί µε άλλον, ακόµα και δαπανηρότερο τρόπο, ενώ θα πρέπει να εκτιµάται η δηµόσια
ωφέλεια σε εθνικό επίπεδο (ίδετε και υπόθεση Λατοµείου Μαρµάρου στα Αρβανίτικα
Σερρών, ΣτΕ 293/2009 (5µ) σκ. 12, υπόθεση Λατοµείου στο Χορτιάτη Θεσσαλονίκης,
ΣτΕ 3297/2007 (5µ) σκ. 4).
Πέραν των αποφάσεων που προαναφέρθηκαν, σηµειώνεται επίσης η υπόθεση λατο-
µείου αδρανών υλικών στο Μελιγαλά Μεσσηνίας, ΣτΕ 2675/2003, (7µ) σκ. 8 η οποία
ιδίως σχετικά µε την εκµετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών έκρινε ότι σταθµί-
ζοντας την προστασία του περιβάλλοντος, την εθνική οικονοµία και την οικονοµική
ελευθερία, ο συντακτικός νοµοθέτης επιτάσσει τον συγκερασµό τους κατά τρόπο που θα
διασφαλίζει τη «βιώσιµη ανάπτυξη» (πρβλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις του ΣτΕ
καθώς και ΣτΕ 3944/2001 (7µ.) σκ. 8, 796/2003 (5µ) σκ.4, 3094/2005 (5µ) σκ. 7). Η δε
υποχρέωση σχεδιασµού και προγραµµατισµού για την εκµετάλλευση των πλουτοπαρα-
γωγικών πόρων απορρέει από την ίδια την αρχή της βιώσιµης αναπτύξεως, ώστε να εξα-
σφαλίζεται αφενός η µείωση των δυσµενών για το περιβάλλον επιπτώσεων και ο σεβα-
σµός της φέρουσας ικανότητας της περιοχής στην οποία αναπτύσσεται η σχετική δρα-
στηριότητα, αφετέρου η ορθολογική και µε φειδώ εκµετάλλευση των φυσικών πόρων,
ενώ σε εξειδίκευση της επιταγής αυτής προβλέφθηκε ο καθορισµός λατοµικών και των
µεταλλευτικών περιοχών.
Με άλλα λόγια κατά την ως άνω νοµολογία η ανάγκη προστασίας του περιβάλλο-
ντος και οικονοµικής ανάπτυξης είναι άρρηκτα συνδεδεµένες και όχι σε σύγκρουση µε-
ταξύ τους, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την υπόθεση των Κοιτασµάτων Βωξίτη
στη Φωκίδα, στην οποία το ∆ικαστήριο προέβη µεν σε στάθµιση των άρθρων 24 και 106
− πλην όµως σε µία περίπτωση στην οποία η βλάβη θα ήταν περιορισµένη, προσωρινή
και αναστρέψιµη (και άρα κατ’ ουσίαν δεν κλήθηκε να «επιλέξει» το ένα αγαθό έναντι
του άλλου). Ειδικότερα, στην υπόθεση των Κοιτασµάτων Βωξίτη στη Φωκίδα (ΣτΕ
2059/2007, 7µ, σκ. 20 και 21) το ∆ικαστήριο αναφέρεται στο γεγονός ότι η ∆ιοίκηση
κατά την αδειοδότηση του έργου εκµετάλλευσης των κοιτασµάτων έλαβε (µεταξύ άλ-
λων) υπ’ όψιν της το γεγονός ότι ο βωξίτης αποτελεί το µοναδικό µετάλλευµα – πρώτη
ύλη παραγωγής αλουµινίου µε ιδιαίτερη σηµασία για την εθνική οικονοµία. Τα ειδικά
µέτρα που είχαν ληφθεί για την προστασία του περιβάλλοντος σε συνδυασµό µε το γε-
γονός ότι δεν προέκυψε ιδιαίτερος κίνδυνος από την κατασκευή και λειτουργία του έρ-
γου, ο οποίος να «υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώµενα οφέλη» και πάντως ότι η
βλάβη θα ήταν περιορισµένη, προσωρινή και αναστρέψιµη οδήγησε σε απόρριψη της
σχετικής αιτήσεως ακυρώσεως και τελικά την υλοποίηση του έργου
82
. ∆ε γνωρίζουµε
82
Στην υπόθεση αυτή αναφέρεται ειδικότερα ότι η ∆ιοίκηση κατά την αδειοδότηση του έργου
εκµετάλλευσης κοιτασµάτων βωξίτη στη Φωκίδα έλαβε (µεταξύ άλλων) υπ’ όψιν της το γε-
γονός ότι ο βωξίτης αποτελεί το µοναδικό µετάλλευµα – πρώτη ύλη παραγωγής αλουµινίου
µε ιδιαίτερη σηµασία για την εθνική οικονοµία, ότι η συνεισφορά του κλάδου αλουµινίου
στην ελληνική οικονοµία ανέρχεται σε 2,3% του ΑΕΠ και στο 9% των εξαγωγών, ότι η µε-
ταλλευτική δραστηριότητα των εταιρειών εξόρυξης βωξίτη αποφέρει στην τοπική κοινωνία
της Φωκίδας 20 εκ. Ευρώ ετησίως υπό τη µορφή µισθών, αµοιβών, παροχής υπηρεσιών,
τοπικών προµηθευτών και, τέλος, ότι στον τοµέα προστασίας του περιβάλλοντος οι
δραστηριότητες της παρεµβαίνουσας εταιρείας είναι συµβατές µε το πρότυπο ISO 14001, ότι
στην αποκατάσταση των εκµεταλλεύσεων η εταιρεία εφαρµόζει την πλέον σύγχρονη
48 1-2/2010
περίπτωση κατά την οποία, αν και προέκυπτε τέτοιος κίνδυνος, παρ’ όλ’ αυτά να επε-
τράπη η υλοποίηση ενός έργου στη βάση του άρθρου 106 του Συντάγµατος, κατ’ αναλο-
γία δηλαδή προς όσα θεσπίζονται στο άρθρο 6 παρ. 4 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.
4 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η χωροθέτηση και η εν γένει κατασκευή και λειτουργία των εξορυκτικών έργων και
δραστηριοτήτων υπακούει στο όλο δικαιικό σύστηµα και εφαρµόζεται κατά τρόπο ευρύ
και µέσα από την αρχή της πρόληψης µε υπέρτατο αγαθό την προστασία του περιβάλλο-
ντος. Εντούτοις, παρά την ύπαρξη ειδικού και φαινοµενικά σαφούς θεσµικού πλαισίου,
η ερµηνεία των διατάξεων για τη χωροθέτηση των εξορυκτικών δραστηριοτήτων εγείρει
διάφορα επιµέρους νοµικά ζητήµατα. Οι διατάξεις αυτές, ενταγµένες στο ευρύτερο αυτό
σύστηµα αλληλοπεριορίζονται και αλληλοπροσδιορίζονται.
Ειδικότερα, προκύπτει ότι ο µεταλλευτικός νόµος εφαρµόζεται από κοινού και εκ
παραλλήλου µε τον πολεοδοµικό ως προς τη χωροθέτηση και την απόσταση των εξορυ-
κτικών δραστηριοτήτων από κτίσµατα και οικισµούς αντίστοιχα. Οι σχετικές διατάξεις
εφαρµόζονται παράλληλα παρά τους προβληµατισµούς που υπάρχουν ως προς την ειδι-
κή φύση του Κανονισµού Μεταλλευτικών και Λατοµικών εργασιών και τη διαφορετική
θεώρηση της µεταλλείας από τη βιοµηχανία, δεδοµένου ότι ο δικαιολογητικός λόγος της
ρυθµίσεως συντρέχει και επί µεταλλείων.
Σύµφωνα µε τη νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας, οι αποστάσεις που
προκύπτουν από τον µεταλλευτικό και τον πολεοδοµικό νόµο θα πρέπει να λαµβάνουν
ως σηµείο αφετηρίας το σύνολο του µεταλλευτικού ή του λατοµικού χώρου αντί για την
ίδια την εγκατάσταση του µεταλλείου και του λατοµείου, τον χώρο δηλ. στον οποίο επι-
τρέπεται η διενέργεια µεταλλευτικών/λατοµικών εργασιών ή τη θέση των επιµέρους
βιοµηχανικών δραστηριοτήτων που συνδέονται µε τη λειτουργία ενός µεταλλείου. ∆εν
είναι δηλαδή επαρκής η αναφορά του τόπου εκτέλεσης των εργασιών που επιφέρουν
άµεσες ή έµµεσες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ούτε η απόσταση από αυτές τις εργασίες,
ακόµα και εάν οι τελευταίες προσδιορίζονται σαφώς στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επι-
πτώσεων ενός έργου, ενώ είναι σαφές ότι οι περιοχές που απέχουν λιγότερο από τις κατά
τα ανωτέρω ελάχιστες αποστάσεις θα πρέπει να αποκλείονται κατά τον καθορισµό ενός
µεταλλευτικού ή λατοµικού χώρου και εν πάση περιπτώσει κατά την τελική οριοθέτηση
του αδειοδοτούµενου έργου.
µεθοδολογία ελαχιστοποίησης των επιπτώσεων στο φυσικό περιβάλλον και ότι ήδη έχει
επιστραφεί στη διαχείριση του ∆ασαρχείου έκταση πλέον των 1.500 στρεµµάτων
αναδασωτέων εκτάσεων. Ιδίως σε ό,τι αφορά στην αποψίλωση δασικής έκτασης σηµειώνεται
ότι αφ’ ενός µεν τα κοιτάσµατα ενέπιπταν στην περίπτωση αυτή κατά βάση σε δασικές εκτά-
σεις της κατηγορίας ε του άρθρου 4 του ν. 998/1979 (γυµνές επιφάνειες, επιφάνειες καλυπτό-
µενες µε χορτολιβαδική βλάστηση ή θαµνώνες) οι οποίες θα αποκαθίστανται σταδιακά και
παράλληλα µε την υπόλοιπη εκµετάλλευση και δε θα θιγεί η προστατευτική λειτουργία του
δάσους, αφ’ ετέρου η βλάβη από την αποψίλωση τµήµατος δασικής βλαστήσεως, δεν θα ήταν
εκτεταµένη και πάντως προσωρινή και αναστρέψιµη, όπως και η βλάβη που θα προκαλείτο
στην αισθητική και το τοπίο. Εν πάση περιπτώσει όµως, η βλάβη συνεκτιµήθηκε δε κατά την
έκδοση της προσβαλλοµένης αποφάσεως, κατά την οποία σταθµίστηκε και η εκτεθείσα
συµβολή της συγκεκριµένης µεταλλευτικής δραστηριότητας στην εθνική και τοπική
οικονοµία.
1-2/2010 49
Σηµειώθηκε επίσης ότι κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση των εξορυκτικών
δραστηριοτήτων είναι δυνατόν να επιβληθούν περιορισµοί ακόµη και πλήρης αποκλει-
σµός των εργασιών αυτών, για λόγους που αυτό κριθεί απαραίτητο για την εξασφάλιση
της προστασίας του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Αυτό µπορεί να γίνει
ανεξάρτητα από τις διατάξεις για την εκ του νόµου χωροθέτηση, την de facto δηλαδή
νοµική αναγνώριση της πραγµατικής κατάστασης των εντοπισµένων κοιτασµάτων, αλλά
και από την ευθεία συνταγµατική αναφορά στην αξιοποίηση του εθνικού ορυκτού πλού-
του ή και συγκεκριµένες χωροταξικές κατευθύνσεις.
∆εδοµένης της δηµόσιας ωφέλειας που υπάρχει από την αξιοποίηση του ορυκτού
πλούτου και ειδικώς ως προς τη χωροθέτηση πλησίον οικισµών και τους περιορισµούς
που εισάγει ο πολεοδοµικός και ο µεταλλευτικός νόµος πρέπει να εξετάζεται η δυνατό-
τητα που παρέχεται για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησιών, εάν κατ’ αυτόν
τον τρόπο επιτυγχάνεται αξιοποίηση κοιτασµάτων. Αντίθετα, η αναγωγή στην ευρύτερη
οικονοµική ωφέλεια από τη στάθµιση αφενός της περιβαλλοντικής επαπειλούµενης
βλάβης και αφετέρου της προσδοκώµενης ωφέλειας δεν επαρκεί από µόνη της και θα
πρέπει να γίνεται πολύ προσεκτικά κατά το σχεδιασµό των εξορυκτικών έργων και να
µην αποτελεί από µόνη της κριτήριο χωροθέτησης, δεδοµένης της µάλλον περιορισµέ-
νης αποδοχής της από το Συµβούλιο της Επικρατείας, αφού τελικά η προστασία του
περιβάλλοντος και η προστασία της οικονοµικής ανάπτυξης όχι µόνο δε βρίσκονται σε
σχέση ανταγωνιστική αλλά τελούν η µία ως προϋπόθεση της άλλης, ιδίως υπό το πρίσµα
της συνταγµατικά κατοχυρωµένης αρχής της αειφόρου αναπτύξεως.
50 1-2/2010
Land planning of surface mining operations
General land planning criteria, land planning near settle-
ments and the evaluation of environmental cost as inter-
preted by the Conseil d’Etat
— A Review —
Maria Stoumpidi
*
ABSTRACT
The land planning of surface mining operations depends primarily on the actual location
of the existing mining reserves. From a legal standpoint, the land planning of such activities
is governed by a number of environmental, mining and urban planning law provisions. Al-
though each of these provisions serves its own purpose, they are essential parts of a complex
legal system and must balance and be interpreted within this system as a whole.
The exploitation of mines is a matter of public interest. This may further complicate the
land planning of mining operations adding an important parameter in the planning criteria.
The question then is: can such public interest lead to the realization of projects even at en-
vironmental cost?
This study highlights issues related to the interpretation of such laws and regulations de-
riving from the combined application of a) the overall land planning criteria, as they derive
from the Land Plans of the Country, b) the principles of planning within protected areas, c)
specific mining laws and d) urban planning provisions. It also draws attention on the public
interest served by the exploitation of mines and the subsequent possibility to expropriate
lands to serve this purpose. It also discusses the manner in which the land planning of min-
ing activities has been handled by the Supreme Administrative Court (Conseil d’Etat),
which adjudicates appeals against environmental permits.
In this light this study attempts to approach the broader issue of the conflict between the
economic and social benefits of a mining project on one hand and the potential environ-
mental damage on the other. This will be decided in the light of Article 24 of the Greek
Constitution, which calls for environmental protection through both preventive measures as
well as sanctions aimed at the avoidance of environmental damage and promotes the need
for sustainable development.
*
Attorney at Law, Dryllerakis & Associates Law firm
Voukourestiou 25
GR-106 71 Athens
Greece
Email: ms@dryllerakis.gr
This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?