The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20100130094019/http://www.scribd.com:80/doc/17298155/%CE%95%CE%9B%CE%95%CE%A5%CE%98%CE%95%CE%A1%CE%9F%CE%99-%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%99%CE%A4%CE%95%CE%A3-%CE%A4%CF%81%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%BA%CE%B9-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ (Τρεις νομοταγείς κι ένας τρομοκράτης)

More from this user

Description:

Σκότωσα το παιδί μου!... Εσείς σκοτώνετε τα παιδιά σας; Τα σκοτώνετε μόνοι σας ή αναθέτετε σε κάποια ιδιωτική επιχείρηση τη σκοτούρα; Υπάρχει, ξέρετε, και παρεμφερής κρατική μέριμνα. Μ' ενδιαφέρει...

or use Facebook Connect

Δημήτρης Τζουβάλης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ
(Τρεις νομοταγείς κι ένας τρομοκράτης)

1997 ISBN 960-90614-0-0

Έπεσα μέσα σ’ ένα βαθύ αναστεναγμό σου Και χάθηκα... Δημήτρης Τζουβάλης

ΝΑΥΑΓΙΑ

Στους μοναχικούς ποιητές του καφενείου Μαχά στο Αγρίνιο

Οι φίλοι μου με μακαρίζουν, με μια μικρή δόση ζήλιας που δεν μπορούν να κρύψουν, για τη δουλειά που κάνω. Εγώ δεν μ’ αρέσει. Τη διάλεξα μόνο επειδή θα μπορούσα εύκολα να κερδίζω χρήματα, χωρίς να είμαι αναγκασμένος να το ρίξω στο εμπόριο. Το εμπόριο στο κορμί της ζωής μου, το αισθάνομαι σαν ένα αποτρόπαιο ινομύωμα. Το εντόπισα νωρίς, στα πρώτα του καλοήθη στάδια, προτού να κάνει μετάσταση σ’ όλο μου το σώμα και το εγχείρησα. Όταν ονειρεύομαι τη δουλειά που θα ήμουν ευτυχισμένος να κάνω, δημιουργώ ένα ακαθόριστο και πυκνό σύννεφο ευδαιμονίας μέσα μου και του

Δημήτρης Τζουβάλης

δίνω ονόματα διάφορα, ανάλογα με τη στιγμή και το κατευχαριστιέμαι. Και να ‘μουν λέει γεωργός. Να έχω ένα κομμάτι γης γυναίκα μου, γεμάτο βυζιά γονιμότητας κι εγώ σφιγμένος στον κόρφο της να τα βυζαίνω. Να πιάνω το σπέρμα μου και να το διασκορπίζω στο οργωμένο χώμα κ’ ύστερα ήσυχος, να παίζω πρέφα στο καφενείο, περιμένοντας να γεννοβολήσει όνειρα. Κι όταν μεστώσουν και γλυκάνουν, να τα θερίσω, να τα βάλω στ’ αμπάρι μου, να ‘χω για όλη μου τη ζωή να πορεύομαι... Είμαι ένα ναυάγιο. Όλοι όσοι ξέρω, είναι ένα ή πολλά ναυάγια ο καθένας τους. Κανείς δεν αρμένισε κατά κει που τράβαγε η ψυχή του. Αναδυθήκαμε ξαφνικά, χωρίς αποχρώντα λόγο, σαν κακομούτσουνες Αφροδίτες, στη μέση του ωκεανού. Κι όλο μας το κορμί ένα καραβόσκαρο, φτιαγμένο από ένα καραβομαραγκό κλέφτη. Μας έταξε ιρόκο και μας έβαλε τελικά δεύτερο ξύλο και λειψά μαδέρια. Του περίσσεψε έτσι αρκετή ξυλεία, να φκιάσει κι αυτός το δικό του σκαρί, να ζήσει κι αυτός το δικό του ναυάγιο. Και πιστός στα ιδανικά του, έκλεψε στα υλικά και τον ίδιο του τον εαυτό. Ήθελε λέει κι αυτός να ‘ναι καπετάνιος. Κι αντί ν’ ανοιχτεί στο πέλαγο, τράβηξε κατά τον ταρσανά κι άφησε τον εαυτό του να ζει τις καθημερινές του μικροκλοπές, που επιβεβαιώνουν την λαθεμένη του πορεία... Όλοι οι ναυαγοί ζούμε τις καθημερινές μας μικροαπάτες, με θύμα τον ίδιο μας τον εαυτό κι ονειρευόμαστε το ταξίδι που δεν κάναμε, που δεν τολμήσαμε να κάνουμε, ή, που δεν άξιζε να γίνει μ’ ένα σκαρί λειψό και σαρακοφαγωμένο. Στη μέση του ωκεανού, χωρίς ν’ αφουγκραζόμαστε την ψυχή μας, τραβήξαμε για την πλησιέστερη κι ασφαλέστερη στεριά. Πάλι καλά. Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν

Δημήτρης Τζουβάλης

απέκτησαν ένα σκαρί να εξοκείλουν στη στεριά. Αλίμονο σ’ αυτούς που τιμωρήθηκαν να μην υπάρξουν... Είμαστε! Ένα τσούρμο πλασμώδια στην κοιλιά κάποιου κήτους ή κάποιου γίγαντα, είμαστε. Σαν κι αυτά πού ‘χουμε κι εμείς μέσα μας. Αυτό είμαστε. Του γαργαλάμε το συκώτι και κάνουμε τσουλήθρα στις φλέβες του. Ευφραινόμαστε! Κάποτε καταφέρνει και μας λιγοστεύει με τα χημικά που καταπίνει. Είναι φορές που τον κάνουμε να στενάζει και να παραδέρνει από τον πόνο. Κάποτε, εξαπολύει κοκορόμυαλες συνομοταξίες, πεπεισμένες για την ευγενή μικροβιακή τους προέλευση και μας πολεμάνε. Άλλες φορές, μας τρελαίνει και πολεμάμε μεταξύ μας. Τοσοδούλικα πλασματάκια, στριμωγμένα πάνω σ’ ένα ερυθρό αιμοσφαίριο, που το νομίζουμε κόκκινο πλανήτη, κάπου στο διάστημα, που πήρε το ρόδινο χρώμα του από την ανατολή κάποιου ήλιου. Δικό μου, δικό σου, σκοτωνόμαστε να μοιράσουμε τα μέλη του στη σύντομη ζωή μας. Μια εικοσιτετράωρη ζωή ενός εντόμου, που γεννιέται, ερωτεύεται, αφήνει απογόνους και πεθαίνει σ’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα που φαντάζει στο μυαλό του αιώνας. Κι ο γίγαντας παραμένει και πριν και ύστερ’ από μας, δικός του. Ναυάγια είμαστε… Ανταποδίδω τις μικροζήλιες των φίλων μου. Τους μακαρίζω κι εγώ με τη σειρά μου για τις δουλειές τους. Καθημερινά προσπαθώ να τους μοιάσω ή να τους μιμηθώ στις δουλειές που τυχαίνουν στο σπίτι. Έτσι γίνομαι λίγο τσαγκάρης, λίγο κηπουρός, λίγο ράφτης, λίγο υδραυλικός,, λίγο μαραγκός. Πάντα κάτι λίγο. Το σπίτι μας παρουσιάζει μια οικτρή εικόνα από τις λιγοενασχολήσεις μου. Έτσι πιστεύει η σύζυγός μου τουλάχιστον. Εγώ βέβαια, αρέσκομαι να

Δημήτρης Τζουβάλης

θαυμάζω τα δημιουργήματά μου. Τώρα όμως που οι επεμβάσεις μου έχουν πληθύνει κι έχω ξεχάσει ποιες από αυτές σεμνύνονται να με θεωρούν δημιουργό τους, κάνω τρομερά λάθη. “Ποιος άτεχνος έκαμε τούτο το κατασκεύασμα”, ανέκραξα κάποτε, κραδαίνοντας με αγανάκτηση ένα πήλινο τερατούργημα. Η γυναίκα μου, το πήρε, κοιτάζοντάς με μ’ ένα μυστηριώδες ύφος, σαν κι αυτό που παίρνει όταν είναι σίγουρη για κάποιο της θρίαμβο και μια αντίστοιχη δική μου ήττα, το γύρισε ανάποδα κι έβαλε κάτω από τη μύτη μου το μέρος όπου, αναλογιζόμενος το δικαίωμα των επερχομένων γενεών να γνωρίζουν τους μεγάλους δημιουργούς της τέχνης, είχα βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή μου. Έτσι για να μείνει στον αιώνα τον άπαντα, δική μου η ευθύνη της τερατογένεσης. Ή της δημιουργίας, δεν ξέρω. Κοίταξα με ύφος, αδιάφορο, σαν κι αυτό που παίρνω σε τέτοιες περιπτώσεις, σηκώνοντας το ένα μου φρύδι. Έτσι ξαφνικά που είδα το βάζο, αποξενωμένο από τις ιδιοκτησιακές μου αξιώσεις, μου φάνηκε ξένο κι άσχημο. Πιο πολύ ξένο, πιο πολύ άσχημο; Τι να πω; Πιο πολύ κι απ’ τα δύο. Έφτασε όμως ν’ αντικρίσω την υπογραφή μου από κάτω του για να το εναποθέσω με λατρεία πάλι στη θέση του και ν’ αρχίσω να εντοπίζω τις σπάνιες αρετές που έκλειναν οι γραμμές του. Θέμα ιδιοκτησίας λοιπόν το καλό ή το κακό, το ωραίο ή το άσχημο. Αν μπορούσαμε να τα βλέπαμε με ξένο μάτι, θα βλέπαμε ίσως την αληθινή τους μορφή, ή κάποια αλήθεια τέλος πάντων, αφού κάποιος άλλος που θα έβλεπε με τα δικά μας τα μάτια, θα έβλεπε διαφορετικά. Έτσι να μπορούσαμε ν’ ανταλλάξουμε μάτια! Να έβλεπα τον εαυτό μου και να τον έφτιαχνα. Με τα δικά μου στραβώνομαι. Δεν βλέπω παρά τα

Δημήτρης Τζουβάλης

προτερήματά μου εξογκωμένα και τι ωραίος χαρακτήρας που είμαι. Σα να μην έχω τίποτε άσχημο επάνω μου Σα να είμαι ο καλύτερος άνθρωπος στη γη. Και το νιώθω, έτσι κάπου στο βάθος, σε κάποιες αναλαμπές ή κάποια κρίση, πως δεν είμαι. Να είχατε κι εσείς τα μάτια μου, να βλέπατε τα χάλια σας…

Δημήτρης Τζουβάλης

ΝΕΟΣ ΕΞ ΕΠΑΡΧΙΑΣ (ή το κορίτσι μου στα σκοτάδια)

Στους φίλους μου Κοσμήτορες των ουζερί Του Τσελεπή και του Κολώνια

Ούτε και σήμερα σήκωσε τα μάτια της να με δει. Υποτίθεται πως είναι το κορίτσι μου. Άλλη μια μέρα θα περάσει στη ζωή της χωρίς να την πλουτίσει με κάποιο νόημα, χωρίς να ζωγραφίσει μέσα της τη μορφή μου. Όλα τα κορίτσια είναι το κορίτσι μου. Δεν έχω παρά το δαχτυλάκι ν' απλώσω. Δεν θέλω όμως. Τα κορίτσια... Όλα τα κορίτσια που η φτωχή τους ύπαρξη διασταυρώνεται με τη δική μου χωρίς να το πάρουν είδηση κι εξακολουθούν να υπάρχουν. Όλα τα κορίτσια που είχαν την ευκαιρία ν' απλώσουν το χέρι ν' αγγίξουν τη ζωή μου και να φωτίσουν την καρδούλα τους και δεν το έπραξαν καταδικάζοντάς την στο έρεβος. Εκείνο το πλήθος των κοριτσιών που ζει χωρίς να το έχουν πιστοποιήσει τα μάτια μου και ώς εκ τούτου αδυνατεί να υπάρξει. Όλα τα κορίτσια που σπαταλούν τη ζωή τους σε σχέσεις που η απουσία της συμμετοχής μου εκχυδαΐζει. Όσες με

Δημήτρης Τζουβάλης

γνώρισαν, τρελαίνονται. Ξέρουν πως είναι μάταιο ν' αναζητούν αλλού τον έρωτα όταν τις εγκαταλείπω. Στη σκέψη ότι δεν περιμένουν πια τίποτε καλύτερο στη ζωή τους, τρελαίνονται... Όλα τα κορίτσια, που δεν κουνάω το δαχτυλάκι μου για ν' αποκτήσω. Ούτε και σήμερα σήκωσε τα μάτια της να με δει. Πέρασα δυό και τρεις από την γειτονιά της, χωρίς η ψυχή της να το αντιληφθεί. Περπατάω τώρα στους δρόμους γύρω από την πλατεία. Τώρα, θα προσπεράσω τους τύπους στη γωνία. Θα με κοιτάξουν αγέρωχα μ' εκείνο το σαρκαστικό τους χαμόγελο κρεμασμένο στην άκρη των χειλιών, που με μεγάλη ευχαρίστηση θα έσβηνα. Έτσι κοιτούν πάντα οι χυδαίοι νεαροί που δεν έχουν τη δική μου καλλιέργεια. Παίρνω ύφος. Πρέπει να με νομίσουν γιά κάποιον σπουδαίο -όπως άλλωστε είμαι. Έτσι να αισθανθούν τη μηδαμινότητα που είναι ντυμένοι, για να μην κοκορεύεται η χωρίς λόγο ύπαρξή τους. Έτσι που να μην μπορέσουν να διακρίνουν το φόβο μου. Πάντα παίρνω ύφος σ' αυτές τις περιπτώσεις. Γίνομαι κάποιος αφάνταστα σπουδαίος και μυστήριος που το μυαλουδάκι τους είναι αδύνατο να χωρέσει. Είμαι κατ' ευθείαν βγαλμένος από κάποιο αστυνομικό μυθιστόρημα τέτοιο, που ούτε στον ύπνο τους δεν μπορούν να πλησιάσουν. Περνάω. Κάποιος απ' αυτούς τους μηδαμινούς με λοξοκοιτάζει. Θα το μετανιώσει.. Κοιτάζω σκληρά. Είμαι έτοιμος να εφαρμόσω όλα τ' αεροπλανικά μου κόλπα κι όλες τις γνώσεις μου στο καράτε. Είμαι ο μεγάλος πολεμιστής Bosido, ξεσκολισμένος στις μυστηριώδεις χώρες της Ανατολής. Προσπερνάω. Πάνε κι αυτοί. Δεν τόλμησαν να εμποδίσουν την πορεία μου. Τώρα θα στέκονται στήλες άλατος και θ' αναρωτιούνται για μένα. Η κοπέλα που είχαν μαζί τους, θα τους κοιτάζει με λύπηση. Η κοπέλα με τα ωραία μάτια, που

Δημήτρης Τζουβάλης

σπινθηροβόλησαν όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας, κατάλαβε. Οι άλλοι θα έχουν σαστίσει. Η υπεροχή είναι κάτι που ακτινοβολεί κι όλοι την αισθάνονται χωρίς και να μπορούν να εννοήσουν. Ετούτοι εδώ ήταν πιο εύκολοι. Συναισθάνθηκαν αμέσως την μειονεκτική τους θέση και λούφαξαν. Δεν ήταν σαν κι αυτούς που έχουν την τάση να εξευτελίζουν τον άλλον. Που δεν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο να τα βάλουν με κάποιον σαν και μένα. Και σε εκθέτουν μπροστά στο κορίτσι που έχουν μαζί τους. Ύστερα, το μαθαίνουν όλα τα κορίτσια και τότε χάνεσαι. Είναι άλλοι που σε κοιτάνε με βλέμμα αρσενικού που ψάχνει εναγωνίως να βρει το θηλυκό σ' ό,τι κυκλοφορεί γύρω τους. Τότε, πρέπει να προσέχεις το βάδισμα και τις κινήσεις σου. Όλα επάνω σου πρέπει να δείχνουν τον άντρα τον αδιαμφισβήτητο. Τότε σφίγγεσαι και οι κινήσεις σου είναι σπασμωδικές και δύσκολες. Γίνονται παράξενες και τότε σε κοιτάνε πιο πολύ. Περνάς βαρύς με το ύφος σου ν' αποπνέει αρσενικάδα. Φτύνεις με τρόπο προκλητικό και αγέρωχο έτσι που να μη μείνει αμφιβολία για τον άξεστο αντρικό χαρακτήρα σου. Βάζεις ένα τσιγάρο να κρέμεται στα χείλη σου και πειράζεις χυδαία τη νεαρά που ο από μηχανής θεός φέρνει μπροστά σου κι ελπίζεις ότι υπέβαλλες ικανά διαπιστευτήρια αντροσύνης, στα αχόρταγα μάτια των πεινασμένων νεαρών ερωτιδέων. Έτσι που να μην ξανατολμήσουν ν' αφήσουν τη ματιά τους να βόσκει αναιδής επάνω σου. Κατατροπωμένοι, να προσπαθούν να μαντέψουν την προέλευσή σου. "Σιωπή!" να τους προστάζει κάποια δύναμη που άρπαξε το μυαλό τους και το πλάθει σε μικρούς σωρούς ασήμαντους. Μπαίνω στο ζαχαροπλαστείο. Σ' ένα τραπέζι, εκείνη με την παρέα της. Χαχανίζουν. Περιμένω το

Δημήτρης Τζουβάλης

10

σάλο που θα δημιουργήσει η είσοδός μου. Ούτε που με προσέχουν. Χάνομαι. Γίνομαι μικρό σβολαράκι τιποτένιο σαν κι αυτά που κυλάνε οι βρωμομπούρμπουλες κι ευελπιστώ πως κάποιος θα υπάρχει εκεί κοντά να με σπρώξει στη φωλιά του, να με σώσει. Να μένω στη φωλιά του σκαθαριού, τοσοδούλης, μικρούτσικος και να ευτυχώ που δεν υπάρχει κανείς γύρω μου. Και νά, εκείνη τη στιγμή δυό υπέροχες καλλονές, που κανείς δεν ξέρει από ποια ταινία προέρχονται, πανώριες, ελκυστικές, έρχονται αρωγοί μου. Προσέχοντας να προμαντέψουν τις επιθυμίες μου, μπαίνουν λικνιστές, κι επιθυμητές απ' όλους και με σώζουν. Μ' αγκαλιάζουν και με καθίζουν στο πιό κεντρικό σημείο της αίθουσας. Έτσι που να μην υπάρξει αμφισβήτηση της θριαμβευτικής μου παρουσίας. Εκείνη, με κοιτάζει με την εγκατάλειψη οικοδέσποινα να δεξιώνεται την απογοήτευση στη ματιά της, ανάμεσα στο πλήθος των μηδαμινοτήτων που την περιβάλλουν, εντελώς μόνη, κατάμονη. Εγώ απολαμβάνω το θρίαμβο. Ζω έντονα τα προνόμιά μου. Αύριο που θα την συναντήσω στο δρόμο δε θα προσπεράσει πάλι αδιάφορη. Θα σταματήσει , θα με κοιτάξει με συντριβή και θα εκλιπαρήσει την παρέα μου. Εγώ βράχος, θ' αντιστέκομαι. Ίσως βέβαια στο τέλος, έτσι από λύπηση, καταδεχτώ να της μιλήσω και ν' ανεχτώ την πρότασή της να βγούμε τ' απόγευμα. Ίσως. Συνήθως δε με προσέχουν στο δρόμο. Ούτε στα ζαχαροπλαστεία και τα μπαρ. Κρύβομαι στην πιό σκοτεινή γωνιά κάποιου παταριού. Παραγγέλνω ένα εντυπωσιακό ποτό που το πίνω μονορούφι και παραγγέλνω κι άλλο. Κοιτάζω τη λυγερόκορμη τραγουδίστρια στην τηλεόραση. Δεν ξέρουν τις σχέσεις μου μαζί της. Δεν ξέρουν πως μόνο για μένα

Δημήτρης Τζουβάλης

11

τραγουδάει. Δεν ξέρουν το μυστικό κώδικα επικοινωνίας μας. Είναι καταδικασμένοι να μην ξέρουν. Με κοιτάζουν αδιάφορα χωρίς να ξέρουν ποιος είμαι. Πιστεύουν πως είμαι ό, τι ακριβώς φαίνομαι. Δεν μπορούν να ιδούν πέρα από τα απλά ρούχα που φοράω. Δεν μπορούν να ξέρουν πως η απλότης, δεν είναι κατ' ανάγκη και αδυναμία. Δεν ξέρουν βέβαια για τη λιμουζίνα που έχω παρκαρισμένη πιο πάνω. Με κοιτάνε χωρίς να με βλέπουν, χωρίς ο νους τους να μπαίνει στον κόπο ν' αποκωδικοποιήσει τα σήματα που στέλνει η παρουσία μου στα μάτια τους... Κι εκείνη ανάμεσά τους, να με αγνοεί παντελώς. Τότε μεταμορφώνομαι. Παίρνω την πραγματική μου μορφή την απαστράπτουσα και την εκδικούμαι. Παρουσιάζομαι σ' όλη μου τη λάμψη, έτσι που να με προσέξουν όλοι κι ας καούν όσοι δεν αντέχουν. Παίρνω τη μορφή της ψυχής μου και τους θαμπώνω. Τους προσπερνάω και φτάνω στη λιμουζίνα μου. Μπαίνω μέσα και περνάω σαν σίφουνας από μπροστά τους. Όχι πολύ σίφουνας, για να προλάβουν να με δουν και να καεί η καρδούλα τους. Περνάω με το ξέσκεπο αμάξι μου και τα μαλλιά των συνοδών μου, των περικαλλών νεανίδων που με συνοδεύουν, ανεμίζουν στον αέρα. Με κοιτάζουν χαίνοντας. Εκείνη μαραίνεται. Ποιος της φταίει; Ας πρόσεχε να μη με προσβάλει με την αδιαφορία της. Ας πρόσεχε. Η αδιαφορία της μπαίνει μέσα μου και τρυπάει το μυαλό μου. Τρυπάει την κρύπτη των αιθέριων συνοδών μου. Βγαίνουν έξω λαμπρές και υπαρκτές, έτοιμες να με υπηρετήσουν, να θυσιαστούν για χάρη μου. Άλλες φορές καβαλάω τη χιλιάρα τη μηχανή μου και με βλέπουν να εξαφανίζομαι στην άσφαλτο κάνοντας σούζα. Άλλες, ιππεύω το άσπρο μου άλογο και καλπάζω για κάπου που με περιμένουνε κι αυτοί δεν μπορούνε να πάνε. Δεν

Δημήτρης Τζουβάλης

12

είναι καλεσμένοι να πάνε. Δεν καλούν όποιον κι όποιον εκεί. Κάποια μέρα θα μάθουν. Όλοι θα μάθουν και θα θαυμάσουν. "Ώστε λοιπόν, αυτός ήταν. Αυτός ήταν που έκανε όλα ετούτα τα σπουδαία, χωρίς να φαίνεται! Ποιος να το φανταστεί! Μα ναί, αυτός ήταν. Θυμάμαι πως έλειπε στην Αθήνα όταν συνέβη. Μα ναι, πάντα ήταν στην Αθήνα όταν συνέβαιναν γεγονότα εκεί. Τώρα είναι πια ξεκάθαρο. Δε χωράει καμιά αμφιβολία". Εκείνη, θα καυχιέται πως με ήξερε περισσότερο απ' όλους. Θα είναι περίλυπος άχρι θανάτου που δεν είχε παρά το χέρι της ν' απλώσει να μ' αγγίξει και δεν το έκανε. Τώρα πάει πια, χάθηκε γι' αυτήν κάθε ευκαιρία. Δε θα της επιτρέπω πια να μου μιλάει ούτε στα όνειρά μου. Δε θα την αφήνω να μπαίνει σαν κλέφτρα τα βράδια και να κρύβεται κάτω από τα σκεπάσματά μου. Δε θα στέρξω σ' άλλες τέτοιες ερωτοδουλειές μαζί της. Θα κρατάω κλειστές τις πόρτες της σκέψης μου γι' αυτήν. Ν' ασφυκτιά στη στενότητα του χώρου έξω απ' τα όνειρά μου...

Δημήτρης Τζουβάλης

13

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Στους τρυφερούς “αυτόχειρες” Των έρημων νεοκλασικών Του Μεταξουργείου

Σκότωσα το παιδί μου!... Εσείς σκοτώνετε τα παιδιά σας; Τα σκοτώνετε μόνοι σας ή αναθέτετε σε κάποια ιδιωτική επιχείρηση τη σκοτούρα; Υπάρχει, ξέρετε, και παρεμφερής κρατική μέριμνα. Μ' ενδιαφέρει η τεχνική σας πάντως. Γι' αυτό ερωτώ. Μπορεί ο Θεός να μου δώσει κι άλλο παιδί. Πρέπει να ξέρω τις καινούριες τεχνικές και μεθόδους. Γι αυτό ερωτώ. Εγώ, απουσίαζα την κρίσιμη στιγμή. Απουσίαζα φυσικά παντελώς από τη ζωή του. Η παρουσία μου, μπορεί να πει κανείς, και η συμμετοχή μου στη γέννησή του ήταν εντελώς συμπτωματική. Τυχαία θα έλεγα. Στιγμιαία. Μετά ανέλαβαν οι “άλλοι”. Οι συνεργάτες μου. Το πήραν να το μεγαλώσουν και να το φτάσουν απρόσκοπτα σε ηλικία εκτέλεσης. Εγώ, απουσίαζα και τότε.

Δημήτρης Τζουβάλης

14

Το έβλεπα ενίοτε. Το άφηναν να έρχεται τα μεσημέρια να τρώει και τα βράδια να κοιμάται. Δεν μπορούσαν ν' αναλάβουν και τη διατροφή του. Δεν είχαν την κατάλληλη υποδομή και τα κονδύλια δεν ήταν εύκολο να βρεθούν. Ο καινούριος υπουργός ήταν σφιχτοχέρης. Οι “άλλοι” το αναγκάζουν να πηγαίνει καθημερινά κοντά τους. Το κρατούν εκεί και το εκπαιδεύουν πώς να δεχτεί καρτερικά την εκτέλεση. Το αγαπούσα το παιδί μου. Όλα μου τα όνειρα που δεν κατάφερα να πραγματοποιήσω, περίμεναν αυτό για να ζήσουν. Αυτό θα δικαίωνε τα όνειρα όλων των προγόνων πού 'φυγαν ξεχασμένοι και παρακατιανοί. Μέσα του προσπαθούν να χορτάσουν οι πειναλέες ορδές του σογιού μου. Μόλις γεννήθηκε, έτρεξαν όλοι να δώσουν γνωριμία και να κάμουν κατοχή. Ζωντανοί και πεθαμένοι, κατέλαβαν ο καθένας τη γωνίτσα του κουβαλώντας μαζί τους τα συγύρια και τα κουσούρια τους. Πάνω του κρεμάστηκαν όλοι προσδοκώντας ελεημοσύνη δείχνοντας για λύπηση τις ανεπανόρθωτα πληγιασμένες τους ψυχές τις κακομοίρικες. “Να πάς φαντάρος”, του λέει ο ηλίθιος θείος που δεν πήγε ο ίδιος και ντρέπεται πιά να δείχνει το απολυτήριο του τρελού που άλλοτε κοσμούσε την ανδρική του αξιοσύνη και το 'χε στην τσέπη του σε πρώτη ζήτηση, έτσι για να δείχνει στην παρέα πόσο ξύπνιος ήτανε. “Εκεί γίνεσαι άνδρας πραγματικός, υποταγμένος, τέλειος πολίτης”. “Ο Θεός”! του σφυρίζει κάθε λίγο στ' αυτί η θεία του η Λίτσα, καραπουτανάρα που τρόμαξε σαν είδε να φεύγει η φρεσκάδα που μαγνήτιζε τους άνδρες το πάλαι ποτέ και μην έχοντας ώμο ανδρικό ν' ακουμπήσει, ακούμπησε στο Θεό και τους Αγίους που δεν κοιτάνε, οι έρημοι, ομορφιές και τέτοια κι όλες τις καλοδέχονται.

Δημήτρης Τζουβάλης

15

“Ο Θεός! Να φοβάσαι το Θεό! Να υποτάσσεσαι”! “ Ο πόλεμος”! Ανακράζουν οι παππούδες αναριγώντας στη σκέψη των πολέμων που έκαναν και ντρέπονται ή των πολέμων που δεν έκαναν και πάλι ντρέπονται. “Να κάνεις το σωστό πόλεμο”! “Οι εχθροί μας”! “Οι φίλοι μας”! “Οι γείτονες”! “Οι συγγενείς”! “ Οι άλλοι”! “Η οικογένεια”! “Η θρησκεία”! “Τα ήθη”! “Τα έθιμα”! Όλοι έχουν κάποια υποθήκη να βάλουν, κάτι ν' απαιτήσουν, κάποια συμπεριφορά κακομοίρικη να υποδείξουν. “Τους καθηγητές σου τους σέβεσαι”; πρέπει να το ρωτάω κατά καιρούς. Είναι μέσα στη σύμβαση που έχω με τους “άλλους”. Νιώθω αμηχανία σαν με κοιτάει εξεταστικά και με μιά επιτιμητική διάθεση. Δεν μπορώ ν' αντέξω αυτό το βλέμμα “Τους έχω χεσμένους πατέρα”, μου απάντησε αναιδέστατα. Το σκαμπίλισα. Τα σημερινά παιδιά δε σέβονται πλέον τις αξίες. Πρέπει κανείς δυστυχώς να τα επαναφέρει στην τάξη με τη βία. “Εσύ σεβόσουνα τους καθηγητές σου πατέρα”; αυθαδίασε. “Οι δικοί μου οι καθηγητές ήταν άνθρωποι αγροίκοι, οπισθοδρομικοί, βλάκες, αψυχολόγητοι, απαίδευτοι, χωρίς καμιά κοινωνικότητα. Ήταν άλλες εποχές τότε”. “Οι καθηγητές είναι όντα διαχρονικά πατέρα”, μου παρατήρησε αναιδέστατα.

Δημήτρης Τζουβάλης

16

“Την κοινωνία μας, λοιπόν, τη σέβεσαι”; είναι μια άλλη απ' τις συμβατικές μου ερωτήσεις. “Να τη βράσω την κοινωνία σας”, μου ήρθε κατά πρόσωπο η απάντηση. Το ξανασκαμπίλισα. Για το καλό του το κάνω. Να μάθει πως δεν μπορεί να βρίζει χωρίς τιμωρία. Υπάρχουν κανόνες συμπεριφοράς, νόμοι. Δεν μπορεί να βρίζει χωρίς τιμωρία. Το ξανασκαμπίλισα. “Οι νόμοι”! “Να σέβεσαι τους νόμους”! “Οι αρχές”! “ Να είσαι άνθρωπος με αρχές”! “Έχεις σκεφτεί το μέλλον σου”; “Τι θα γίνεις σαν μεγαλώσεις”; “Η πατρίδα”! “Την αγαπάς την πατρίδα σου”; “Πρέπει να την αγαπάς την πατρίδα σου”. “Με πνίγει η πατρίδα σας. Δεν είναι δική μου”. “Είναι μάνα μας”! ξεφώνισα αγανακτισμένος. “Είναι μητριά μου, απάντησε ξεδιάντροπα. Τηλεφώνησα στον κύριο διοικητή. Οι αρνησιπάτριδες είναι άνθρωποι επικίνδυνοι. "Θα έχω το νου μου", με διαβεβαίωσε. “Θέλω να ξεχάσω πατέρα”, μου είπε κάποτε κλαίγοντας. “Τι να ξεχάσεις παιδί μου”, το ρώτησα κάποια άλλη στιγμή που μπόρεσα να κλέψω από τις ασχολίες μου και να του την αφιερώσω. “Να ξεχάσω ότι με προορίζετε για εκτέλεση”, μου είπε σα να ήξερε. “Η λησμονιά κοστίζει ακριβά”, πρόσθεσε, αλλά δεν είχα πιά άλλο καιρό να του αφιερώσω. Τον βρήκα σήμερα ξέπνοο, με μια σύριγγα στο χέρι.

Δημήτρης Τζουβάλης

17

“Σας ξέφυγα πατέρα”, μου 'πε μ' ένα σαρκαστικό και πικραμένο χαμόγελο. Το παιδί μου. Το καλό μου το παιδάκι. Άραγε να είχε καταλάβει από καιρό; Θα μιλήσει ένας απ' τους καθηγητές του στην κηδεία. Οι συμμαθητές του θα καταθέσουν στεφάνι. Θ' ανακρουστεί ο εθνικός ύμνος. Θα πει δυο λόγια και ο πρόεδρος του συλλόγου κατά των ναρκωτικών. “Να είσαι υπερήφανος για το γιο σου, ανένηψε πιά”, με χτύπησε στην πλάτη ο κύριος Διοικητής. “Η αποστολή εξετελέσθη”, μου σφύριξε στ' αυτί ο Θεολόγος με την καράφλα. Τον ευχαρίστησα. “Να μας προτιμήσετε και στο άλλο σας παιδί”. Όλα έγιναν όπως είχαν προγραμματιστεί...

Δημήτρης Τζουβάλης

18

ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΩ ΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΩ (Παρουσίες)
Στους νεαρούς θαμώνες Της “Ακαδημίας” Άσπρων Σπιτιών

Έφυγα και σήμερα από το σχολείο... Μου 'κανε πάλι τον έξυπνο ο καράφλας ο θεολόγος. Να 'ρθει ο Βαγγέλης να μας κάνει την προσευχή, σφύριξε και τέντωσε σαρκαστικά το ένα άκρο της γραμής που έχει για χείλη. Έχει πάντα τη διάθεση να ξεφτιλίζει τον άλλον. Έτσι, ανοίγει το στόμα του κι ότι πλάσει η φιδόγλωσσά του το ξεφουρνίζει. Κανένας έλεγχος να μην πονέσει ο άλλος. Είναι λέει λυκειάρχης και ως εκ τούτου έχει το δικαίωμα... Έτσι έχουν το δικαίωμα όλοι οι δυνατοί πάνω στους ανήμπορους: Ως εκ τούτου! “Δεν την ξέρω”, του είπα. “Να έρθεις μετά στο γραφείο”, με προσκάλεσε με νόημα. Μας τράβηξε μετά κι ένα κήρυγμα περί προσευχής, έτσι για να μας φτιάξει πρωί - πρωί. Πήγα. “Να τη γράψεις πενήντα φορές, μέχρι να τη μάθεις”, με πρόσταξε. “Την έχω γραμμένη”, του είπα και τον άφησα μονάχο του να ξινίζει τα μούτρα. Τι θέλει δηλαδή να κάνει ο άλλος. Να παραδεχτεί ότι ξέρει την προσευχή
Δημήτρης Τζουβάλης

19

και να μην έχει μούτρα μετά να παρουσιαστεί στο προαύλιο; Να τον δει η "Άλλη" και να τον φτύσει; "Θα σε δούμε το απόγευμα στο κατηχητικό", να ρίχνει το καρφί του ο Νίκος. Τον ξέρετε το Νίκο; Ένα τόσο δα περιμένει να σε εκθέσει. Του πέφτει βαρύ να 'ρχεται δεύτερος. Πάω στην παμπ και περνάω όλη τη μέρα μου. Έχουν άλλα μέτρα εκεί. Δε σου ζητάνε βαθμούς και τέτοιες μαλακίες. Εδώ μετράει το πρόσωπο που διαθέτεις. Αντέχεις τις διαδικασίες, το ποτό και το τσιγάρο, αντέχεις γενικά τις διάφορες κόντρες, είσαι ο καλύτερος τότε. Να σε βλέπει ο Χρήστος ο μπάρμαν να μπαίνεις και να σε μετράει στους καλούς και στους τσίφτηδες. Να σε περιμένουν τα παιδιά να 'ρθεις και να αισθάνονται δυνατοί σαν είσαι ανάμεσά τους. Ν' αργείς και να μην μπορούν να το διασκεδάσουν οι δικοί σου. Να κρέμονται όλοι από το στόμα σου. Να σε βλέπει η “Έτσι” σου και να χύνεται. Να νιώθει μεγάλη που ο δικός της χαίρει εκτίμησης κι όλοι την αγαπάνε και τη σέβονται που είναι το κορίτσι σου. Μόνο ο νεαρούλης ο φιλόλογος έρχεται και μας βρίσκει στην pub. “Κέρνα τα παιδιά ρε Χρήστο”. Κι εμείς μαζευόμαστε γύρω του, σαν τα μικρά γύρω από τη μάνα που θ’ αρχίσει το παραμύθι. Ή, μας φωνάζει στο σπίτι του. “Τώρα μιλάτε εσείς κι εγώ ακούω”. Χείμαρρος η ψυχούλα μας, αποκαλύπτεται. Να ‘τανε όλοι οι καθηγητές έτσι. Να γινότανε ρε φίλε στην pub τα μαθήματα. Έτσι να τη βρίσκουμε λιγάκι και με το σχολείο δηλαδή. “Δεν αρμόζει σε σας να συχνάζετε σε τέτοια χαμαιτυπεία”, του παρατήρησε μια μέρα ο Λυκειάρχης μπροστά μας. “Ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Απόστολος Παύλος, εκεί θα σύχναζαν, τον ρούμπωσε, όπως φάνηκε ο δικός μας, γιατί συγχύστηκε κι έφυγε ο καράφλας.

Δημήτρης Τζουβάλης

20

Στο σχολείο σε παραπετάνε. Οι άλλοι καθηγητές δε χαίρονται, όπως το φιλολογάκι, άμα σε βλέπουν. Σε κοιτάνε κακομοίρικα και στα μάτια τους διακρίνεις τη ζήλια. Αυτοί ό,τι ήταν να γίνουν, γίνανε. Τυχαία οι περισσότεροι. Δεν αντέχουν να βλέπουν στα μάτια του άλλου τη δύναμη να τους ξεπεράσει. Δεν αντέχουν να μην είναι ο άλλος κακομοίρης σαν και του λόγου τους και να μήν υποτάσσεται στα μέτρα και τα σταθμά τους. Δεν έχουνε και τίποτε να σου πουλήσουνε ακριβά ή ν’ αγοράσουνε μισοτιμής. Και σε πατάνε τότε... “Δε διάβασες”, σου λέει. Πώς να διαβάσει ο άλλος. Δεν ξέρουν πως πέθανε το φιλαράκι του πριν ένα μήνα; Το ξέρουν. Τι σκατά θέλουνε λοιπόν. "Τον φέρατε αργά", είπε ο Γιατρός. Έτσι απλά το ξεπερνάς και στρώνεσαι μπροστά στις αηδίες; Δεν τον προλάβαμε, καταλαβαίνετε; “Αδερφός του είσαι”; Αδερφός του είσαι; με ρώτησε η νοσοκόμα που μ' έβλεπε νυχθημερόν στην κλινική να του κρατάω το χέρι και να με παίρνουνε τα κλάματα σα γκόμενα. “Είναι το φιλαράκι μου”, της είπα. Εννιά μέρες και εννιά νύχτες! Εννιά ζωές κι εννιά θάνατοι! Εννιά αιώνες φωτός κι εννιά σκότους! Εννιά γεννήσεις κι εννιά καταστροφές του σύμπαντος! Μου 'σφιξε ένα πρωί το χέρι, " Να μου προσέχεις τη μηχανή", είπε κι έφυγε... Τόσος κόσμος, κι ο Θεός το φιλαράκι το δικό μου βρήκε να πάρει... Με τις κακές παρέες που κάνει, όλο παραξενιές είναι. Τι του ‘ρθε τώρα, να ορίσει εκπρόσωπό του στο σχολείο τον καράφλα. Αν είχε άλλο σύμβουλο, το φιλολογάκι ας πούμε, θα τον ενημέρωνε: “Όχι το φιλαράκι του Βαγγέλη”, θα του έλεγε. Δεν έχει άλλονε στον κόσμο ο Βαγγέλης”! “Έλεος”!

Δημήτρης Τζουβάλης

21

Άμα μάθω εγώ προσευχή να με χέσει πατόκορφα ο λυκειάρχης. Να εξακολουθήσει δηλαδή, να μ’ έχει χεσμένο “Θα μείνεις από απουσίες”, ήταν η πρώτη κουβέντα του λυκειάρχη όταν ξαναπήγα σχολείο μετά την κηδεία. “Θα μείνω από παρουσίες”, του είπα, αλλά άντε να του δώσεις να καταλάβει αυτουνού. Άντε να καταλάβει ο άνθρωπος, πως υπάρχουν κι άλλα προσκλητήρια, εκτός απ' αυτό που παίρνει στο κατηχητικό. Υπάρχουν φορές που πρέπει να πεις το "παρών", και να τραβήξεις όλα τα ζόρια που συνεπάγεται η πράξη σου. Κι ας μην στο αναγνωρίζουνε στο σχολείο. "Αδικαιολογήτως απών θα σημειώσει ο απουσιολόγος. Κι εσύ, σ' ένα νοσοκομείο τρίτης κατηγορίας, σαν αυτά που κανένας κτήτορας ή κυβερνήτης δεν καταδέχεται να περάσει το κατώφλι του, να 'χεις στηθεί στην πόρτα του θαλάμου προσπαθώντας να μήν αφήσεις δίοδο για τον πούστη το Χάρο και να σκοτώνεσαι μαζί του εννιά μέρες κι εννιά νύχτες στους μαρμαρένιους διαδρόμους. Κι όταν περάσει θριαμβευτής από πάνω σου, να ουρλιάζεις: "Όχι το φιλαράκι μου ρέ καριόλη! Πάρε εμένα στη θέση του”! Πότε να βρίζεις και να φωνάζεις και πότε να εκλιπαρείς... Αλλά κανείς να μη σ' ακούει... Αδικαιολογήτως παρών. Ο Γιάννης, έτσι θέλει να τον φωνάζουμε ο φιλόλογος, είναι αλλιώς. Σε κοιτάει και βλέπει μέσα σου τον πόνο και την ανησυχία και σε κερνάει ένα ποτήρι, πιάνοντάς σου το χέρι με νόημα. Σε κατάλαβε, πάει να πει. Σε κατάλαβε και παραδέχεται πως κάπως έτσι πρέπει να αισθάνεσαι και είναι μαζί σου. Συμπαραστέκεται. Οι άλλοι οι καθηγητές δεν μπορούνε να κεράσουνε δηλαδή; Ένα χτύπημα στην

Δημήτρης Τζουβάλης

22

πλάτη ρε φίλε, τι σου ζητάει ο άλλος δηλαδή. Να του κλείσεις το μάτι ζητάει και να του δείξεις πως μπήκες στο νόημα. Άμα είναι απλά και μόνο να μας εξετάζεις στην ιστορία, για ποιο λόγο να μας δεξιώνεσαι κάθε μέρα. Ερχόμαστε μιά και καλή στο τέλος της χρονιάς και ξεμπερδεύουμε. Άλλο περιμένουμε όμως. Έχουμε ανάγκη από στοργή, παρέα και αναγνώριση. Έτσι ακριβώς όπως μας αναγνωρίζει ο Χρήστος κι ο Γιάννης και μαζευόμαστε γύρω τους. Δεν τη γουστάρουμε την προσευχή σας και τις ξινές σας τις φάτσες. Θέλουμε να μας βοηθήσετε ν' ανοίξουμε τα μουδιασμένα φτερά μας και σεις μας τα κόβετε σύρριζα. “Εγώ κάνω μάθημα με πεντέξι καλούς, που καταλαβαίνουνε”, χαριεντίζεται η κουφαλίτσα η Γαλλικού. “Κι εμείς για καλούς ψάχνουμε”, παρατηρούμε, αλλά δεν δείχνει να το πιάνει κι όλο κωλοτρίβεται πάνω μου, τάχα μου κατά λάθος. “Τι σκατά θα κάνεις ρε Βαγγέλη στη ζωή σου”, πουλάει εξυπνάδα ο μαθηματικός. Τι να του πεις τώρα. “Πάντως κακομοίρης σαν και σένα δε θα γίνω”, του είπα. Κι άντε μετά εσύ να δεις βαθμό στα μαθηματικά. “Να σου δώσω ένα τσιγάρο να πας στο πάρκο”, ξανακάνει τον έξυπνο. “ Δεν τα καπνίζω τ’ αλαφρά, έχω τα δικά μου”, τον σκοτώνω και του κακοφαίνεται. “Ανησυχώ για σένα, δε σε βλέπω στην εκκλησία, τι θ' απογίνεις”; δίνει κι ο θεολόγος την παρουσία του. “Ε, άμα δεν καταφέρω τίποτε σπουδαίο, αν δε μου κόβει, θα καταντήσω κανένας θεολόγος και δεν έχω

Δημήτρης Τζουβάλης

23

μανούλα για να με κλαίει”, του πετάω την μπηχτή. Κι όλο ξινίζει τα μούτρα και ποτέ δε μαθαίνει. Να 'χε ένα φράγμα η κοινωνία. Κάτι σαν το φράγμα του ήχου. Έτσι να καβαλήσω τη μηχανή του φίλου μου και να το σπάσω. Να τους κουφάνει ο ήχος κι εγώ να πετάξω γι' αλλού. Δεν θέλουν να μεγαλώσω. Θέλουν να με δουν ερείπιο, να σέρνομαι στις βρομερές φυλακές των περιθωρίων τους. Να εκλιπαρώ για μια δόση λησμονιάς τους παντοειδείς εμπόρους που γεννάνε οι ανέραστες κοινωνίες τους. Θα τους το πω να μην ανησυχούν. Δε θα μεγαλώσω. Δε θα μεταμορφωθώ σε αποκρουστικό, αδηφάγο τέρας όπως οι ίδιοι. Θα παραμείνω νέος. Ακούω το φιλαράκι μου στα όνειρά μου. “Εσύ να γλυτώσεις”, μου λέει. “Μην αφήσεις να σου μαυρίσουνε την ψυχή. Χαλύβδωσέ την για να μην οξειδωθεί. Βάλε της φωτιά και πρόσεχε να μην την σβήσουν οι ψυχοσβέστες υποτελείς της καθημερινότητας. Γέμισέ την με πάθος. Πυρπόλησε το νου αυτών που σε πλησιάζουν! Αγκάλιασε όλον τον κόσμο! Εσύ μην μεγαλώσεις. Εσύ αγάπα. Άσε την αγάπη σου να στροβιλίζεται γύρω από τον κόσμο κι όταν τελειώνει ο κύκλος της ημέρας σου, μην βασιλεύεις όπως ο ήλιος. Ξεκίνα για την επόμενη γύρα”. Το φιλαράκι μου. Το καλό μου το φιλαράκι... Πάει του ‘στριψε εκεί στον ουρανό που πήγε. “Ν’ αγκαλιάσω και το λυκειάρχη δικέ μου”; Ρωτάω προσπαθώντας να καταλάβω τις καινούργιες του ιδέες. “Μη λες μαλακίες”, με κόβει. “Αγκάλιασε όσο χωράει η αγκαλιά σου την κάθε φορά. Άμα προσπαθείς ν’ αγκαλιάσεις περισότερο, ξεθυμαίνει η αγάπη”, μου τη βγαίνει λοξά, χωρίς να μ’ απαντάει στα ίσια.

Δημήτρης Τζουβάλης

24

Στο ίδιο το όνειρο, βλέπω την αγκαλιά μου να μεγαλώνει και να μπορεί να κρύψει μέσα της όλο τον κόσμο. Εκεί βρίσκουν την ευκαιρία ο Λυκειάρχης και η κουφαλίτσα η Γαλλικού και τρυπώνουν μέσα. Κι εγώ δεν τους αποδιώχνω. Τους παίρνω και τους κανακίζω στα πόδια μου, σα να είναι τα σκυλάκια μου. Ύστερα γίνομαι μικρός, τοσοδούλης. Τόσος που να χωράω και στην παραμικρή χαραμάδα. Κοιτάζω γι’ αγκαλιές ανοιχτές και δεν βρίσκω. Ξαπλώνω έκθετο μωράκι στην πόρτα του σχολείου, στην πόρτα σας. Να υπήρχε μια γωνίτσα στοργής να κρυφτώ μέσα της. Μια τόση δα αγάπη να μ’ αγκαλιάσει.

Δημήτρης Τζουβάλης

25