The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20110620085554/http://www.scribd.com:80/doc/35842998/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82

τοπικη αυτοδιοικηση,η ελευθεριακος κοινοτισμος

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΣ;

α. Κράτος και τοπική αυτοδιοίκηση: μια επιτυχημένη κλωνοποίηση β. Ο Ελευθεριακός κοινοτισμός σαν απελευθερωτικό πρόταγμα

Πρωτοβουλία Αναρχικών Πειραιά Σεπτέμβρης 2006

ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

Η τοπική αυτοδιοίκηση, όπως και κάθε μηχανισμός αστικά διαμορφωμένος με συγκεκριμένο διοικητικό σύστημα, αποτελεί συνέχεια του κρατικού μηχανισμού όσο και ένα ακόμα χώρο επέκτασης των ανταγωνισμών στο εσωτερικό του. Μακριά από προπαγανδιστικά τεχνάσματα που μιλούν για «πεδίο έντασης» και αντίθεσης ανάμεσα στο κεντρικό κράτος και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, υπάρχει η πραγματικότητα ενός διοικητικού μηχανισμού που ασκεί τοπικό έλεγχο και εξουσία μέσα από το πλέγμα συγκεκριμένων κανόνων και αρμοδιοτήτων, που του παρέχονται από την ·κεντρική εξουσία. Έτσι, ενώ η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί την τυπική εκδοχή της διοικητικής αρμοδιότητας του κράτους, ο Δήμος μπορεί να αποτελεί εν δυνάμει την τοπική δομή κοινωνικής οργάνωσης ισότητας και ελευθερίας. Για εμάς Δήμος και Κράτος είναι δυο διαφορετικές έως και αντιθετικές σημασίες με διαφορετικό και αντιθετικό περιεχόμενο. Ο Δήμος ταυτίζεται με το λαό σε μια μικρής κλίμακας κοινωνία, προσδιορισμένη από λόγους γεωγραφικούς-ιστορικούς, ενώ το Κράτος δίνει τον ιεραρχικό και συγκεντρωτικό τύπο οργάνωσης και λήψης των αποφάσεων. Το «κρατικό» και το «δημόσιο» έχουν στο χώρο και στο χρόνο μια ρητή διάσταση αναμεταξύ τους, το περιεχόμενο της οποίας εξαρτάται πάντα από τις επαναστατικές διαδικασίες και εκφράζει την πραγματικότητα του κοινωνικού πολέμου. Οι επαναστατικές διαδικασίες απαλλοτριώνουν από το κράτος το δημόσιο και οι συναινετικές και αντιδραστικές πραγματοποιούν το αντίθετο: ενσωματώνουν το δημόσιο μέσα στο πεδίο ελέγχου κράτους και κεφαλαίου. Οι δυνάμεις της κυριαρχίας απέναντι στις κοινωνικές αντιστάσεις που διαρκώς υπενθυμίζουν αυτή τη διάσταση, θα χρησιμοποιήσουν τη σύγχυση που αναπόφευκτα παράγεται από την όσμωση κράτους και κοινωνίας για να επιβάλουν την ιδεολογική ταύτιση κράτους και κοινωνίας. Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένας τέτοιος τόπος σύγχυσης, για αυτό και αποτελεί κόμβο της καθεστωτικής προπαγάνδας. Η πραγματικότητα είναι πως το κράτος είναι ανέκαθεν σε μια εμπόλεμη σχέση με τις τοπικές κοινωνίες και τους Δήμους, επιδιώκοντας να εξασφαλίζει οικονομικά οφέλη για λογαριασμό των ολίγων και να επιβάλλει το ιεραρχικό-συγκεντρωτικό πρότυπο διαχείρισης των κοινών. Ο Δήμος, ως μια εξελισσόμενη διαδικασία για την επίλυση των ιδιαίτερων καθημερινών ριζικών αναγκών αντιμετωπίζει αυτή τη διαμάχη με το κράτος, συχνά σαν μάχη επιβίωσης. Γιατί o δήμος μπορεί να είναι το έδαφος που αναπτύσσονται αγώνες για τη χειραφέτηση, συνεργατικές δράσεις για την επίλυση των προβλημάτων, η αλληλεγγύη ως γνώμονας ζωής και η ισότητα, ο ζωτικός χώρος δηλαδή της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης. Από την άλλη, διαπλεκόμενος με το κράτος και υπό τον διαρκή έλεγχο του, καταλήγει ένα πεδίο που εξυφαίνονται ανταγωνιστικές δράσεις για την ανάδειξη τοπικών πυραμίδων εξουσίας που ενσωματώνουν τις ιδιαίτερες πολιτικές διαδικασίες με αποτέλεσμα να μορφοποιείται μια εξουσιαστική τοπική κοινότητα μέσα στις δοσμένες επιτακτικές από το κράτος μορφές οργάνωσης. Ο δήμος (ΟΤΑ) της αστικής δημοκρατίας είναι παράλληλα και οικονομική μονάδα. Πέρα από τον ρόλο του σαν τροχονόμου της τοπικής αγοράς (και πολιτικού εκφραστή της όποιας «τοπικής αστικής τάξης»), εκτός από φοροεισπράκτορας, στο εσωτερικό του πραγματοποιεί και αναπαραγωγή εργατικής δύναμης και κατά συνέπεια του κεφαλαίου. Και αφού η χωροθέτηση της αναπαραγωγής θεσμοποιείται διοικητικά, ο έλεγχος των αντίστοιχων λειτουργιών της τοπικής αυτοδιοίκησης, ισοδυναμεί με μια μορφή ελέγχου εργατικής δύναμης και κατά συνέπεια του κοινωνικού κεφαλαίου και εξάρτησης μέρους της ευρύτερης αγοράς.

Η διαχείριση λειτουργιών του κεφαλαίου, ο έλεγχος λειτουργιών της αγοράς προάγει νέους στρατηγικούς ρόλους για την Τοπική Αυτοδιοίκηση σαν διοικητική και οικονομική μονάδα και σαν ιδεολογικό εργαλείο. Φτάνοντας στο ύψος της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας, εξουσίας που παρέχοντας το «καρώτο» της δημοτικής «συμμετοχής» και «ελέγχου» στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, με τη «νομιμοποίηση» που προσφέρει η εκλογική διαδικασία, δημιουργεί νέα ολιγοπώλια εξουσίας που συμμετέχουν με πλεονεκτικούς όρους στους πολιτικούς και οικονομικούς ανταγωνισμούς της εξουσίας. *** Ουσιαστικά η τοπική αυτοδιοίκηση είναι το μακρύ χέρι του κράτους στις τοπικές κοινωνίες επιχειρώντας να τις μετατρέψει σε πιστό αντίγραφό του μέσω της εφαρμογής του ιεραρχημένου και συγκεντρωτικού τρόπου λήψης των αποφάσεων. Είναι εκ των πραγμάτων μια οριοθετημένη δραστηριότητα του κράτους εφόσον εν είδει εργολαβίας αναθέτει τη διαχείριση, μέσω των τοπικών εκλογικών διαδικασιών, τμήματος των καθηκόντων του. Μικρές πυραμίδες εξουσίας καθ’ εικόνα και ομοίωση της κρατικής εξουσίας και σε άμεση διαπλοκή με το καθεστώς, οι δημοτικές αρχές αποτελούν το μικρής κλίμακας αντίγραφο της κρατικής μηχανής. Τμήμα των δαιδαλωδών διαδικασιών της κρατικής γραφειοκρατίας και οι μηχανισμοί – πιο κοντά στους ανθρώπους – έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του κράτους. Ο δήμαρχος, οι αντιδήμαρχοι, το δημοτικό συμβούλιο, οι τομεακές δημοτικές επιτροπές, οι δημοτικές υπηρεσίες, η δημοτική αστυνομία, είναι ρυθμισμένες κατά τα πρότυπα λειτουργίας του κράτους έχοντας το αντίστοιχό τους στους ρόλους του πρωθυπουργού, των υπουργών, και των κρατικών υπηρεσιών. Ο δυϊσμός κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης είναι τεχνητός και είναι αυτός ο οποίος λειτουργεί εκτονωτικά απέναντι σε προβλήματα που διαρκώς διογκώνονται στα πλαίσια της κυριαρχίας και εκμετάλλευσης πιστοποιώντας την τοπική αυτοδιοίκηση ενίοτε ως ένα εναλλακτικό εξουσιαστικό μοντέλο. Μέσα σ’ αυτήν τη δυναμική εισχωρεί ο τοπικισμός. Τίποτα άλλο, από καθυποταγμένη αντίσταση στο κεντρικό κράτος, προϋποθέτει την εξοικείωση με την υπάρχουσα τοπική πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο που ο τοπικισμός αυτός (ο οποίος διεκδικεί και επισφραγίζει αυτό το ψευδές «πεδίο έντασης» ανάμεσα σε κράτος και δημοτικές αρχές) χρησιμοποιείται σαν τόπος ανασύνταξης των κεντρικών κρατικών δυνάμεων προκειμένου να αφομοιώσουν κοινωνικά και πολιτικά την κάθε ανομοιομορφία που διαρκώς παρουσιάζεται. Κι αυτό τον κάνει ένα λειτουργικό εργαλείο του συστήματος που διαχωρίζει το γενικευμένο συμφέρον των καταπιεσμένων. Όπως συμβαίνει στο σύνολο της κρατικής επιβολής στην κοινωνία, έτσι και στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης , εξαφανίζεται δυναμικά κάθε έννοια πολιτικής διαφορετικότητας αφού εκ των προτέρων μέσω διαταγμάτων έχει εξασφαλιστεί μια ενιαία κανονιστική λειτουργία της ζωής και της πιο μικρής κοινότητας. Και η πιο μικρή λεπτομέρεια της συλλογικής ζωής θα ακολουθήσει τις προκαθορισμένες διαδρομές. Αφομοιώνοντας δυναμικά κάθε ξεχωριστή στο χρόνο και στο χώρο ιδιαιτερότητα, την απορυθμίζει σε μια προοπτική ένταξής της στη ρυθμιστική λειτουργία της κρατικής μηχανής. Μέσα σ’ αυτό το σύστημα διαχείρισης των κοινών που αναπτύσσεται σε βάρος της κοινωνίας εμφιλοχωρούν όλα τα φαινόμενα κοινωνικής διαφθοράς και σήψης: οικονομικά «σκάνδαλα», ρουσφέτια, προνομιούχες και πελατειακές σχέσεις, οικονομικές συναλλαγές πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, φωτογραφικές διατάξεις στις ειδικές συνθήκες της τοπικότητας. Εγγενή φαινόμενα που αφορούν παραβάσεις - τα όρια ελαστικότητας του συστήματος - και αντανακλούν τα όρια της αυθαιρεσίας αλλά και της αυτοπεποίθησής του. Σύμφυτα με την εξουσία, τοπική ή κεντρική, εφόσον ο κοινωνικός έλεγχος είναι αυτό που δομικά αποτρέπεται δίνουν τη δυνατότητα στους παράγοντες της να ισχυροποιούνται εις βάρος του συνόλου. Εξ’ άλλου μέσω των διαδικασιών «αυτοκάθαρσης», είτε μέσω της δικαιοσύνης είτε μέσω των

εκλογών, το σύστημα κυριαρχίας παύει να αμφισβητείται και προβάλλεται προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε.

ως λύση για

Η ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ
Η τοπική αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα έχει ως επίκεντρο το δήμαρχο ο οποίος μπορεί να διορίσει τους αντιδημάρχους καθώς και τις επιτροπές - όργανα του δήμου. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο παρέμβασης στους υπάρχοντες μηχανισμούς που να έχει προοπτική χειραφέτησης καθότι οι εκλογές διαμορφώνουν ένα σώμα λίγων ανθρώπων που παίρνει αποφάσεις για τέσσερα χρόνια ενώ οι υποχρεωτικές από το νόμο (ο οποίος σπάνια εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη διάταξη) ετήσιες συνελεύσεις έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα. Προσπάθειες υπαγωγής των διοικητικών συμβουλίων ως εκτελεστικών οργάνων της συνέλευσης (π.χ. Απείραθος Νάξου 1987-1999) έχουν καταλήξει σε αδιέξοδο διότι εξαρτώνται πλήρως από τις διαθέσεις του νόμιμα εκλεγμένου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου να τις εφαρμόσει. Μετά την επιβολή του Νόμου «Καποδίστριας» η προσπάθεια αυτή και ιδιαίτερα για τις κοινότητες που εκπροσωπούνται στο συγκεντρωτικό δημοτικό συμβούλιο, κατέστη φενάκη. Ένας λαβύρινθος γραφειοκρατικός που καταλήγει στην Περιφέρεια και από κει στο Κράτος, είναι η οργανωτική δομή της Τ.Α. που ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη γεωγραφική θέση και την ιστορική καταγωγή και ανεξάρτητα από ιδιαίτερες πολιτικές επιλογές των εκλεγμένων τοπικών αρχών, συγκλίνει στην απολυτότητα του Κράτους, στη μονολιθικότητα της Εξουσίας και στη μονομέρεια της άνωθεν επιβολής αποφάσεων. Η β΄ βαθμού τοπική αυτοδιοίκηση και ο αιρετός της χαρακτήρας που χαιρετίστηκε ως βήμα εκδημοκρατισμού (παράλληλες εκλογές στις νομαρχίες) ξεπεράστηκαν από το διορισμό εκπροσώπων στις Περιφέρειες που αποτελούν και το απόλυτα ελεγχόμενο όργανο της εκάστοτε κυβέρνησης. Η συνταγματική αναθεώρηση απόφυγε να δεσμευτεί για τη φύση των δύο βαθμών της Τ.Α.. επιβεβαιώνοντας ότι έπονται και νέα βήματα σε αυτή την κατεύθυνση. Οι νέες ρυθμίσεις δεν παρέλειψαν να επικυρώσουν και να ενσωματώσουν νομικά και την λειτουργία του «δήμου» ως μια επιχείρηση που διαχειρίζεται κοινωνικό πλούτο και εργατική δύναμη με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Αύξηση της φορολογίας, επινόηση νέων φόρων, σύσταση δημοτικών επιχειρήσεων που επιβάλουν τις νέες ελαστικές εργασιακές σχέσεις, εφαρμογή των Τοπικών Συμφώνων Απασχόλησης, καθώς και μια σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση (επιδοτήσεις) και τέλος η δυνατότητα για τις έμμεσες και άμεσες χορηγίες από τους τοπικούς ή όχι επιχειρηματίες, δείχνουν την πορεία που έχουν. Όλα τα παραπάνω συνηγορούν στις περικοπές κοινωφελών δαπανών που κρίνονται πλέον ασύμφορες (π.χ. παιδικοί σταθμοί), στις απολύσεις εργαζομένων και στην εφαρμογή των νόμων για τις συμβάσεις ορισμένου έργου, στην εγκατάλειψη των δημοτικών χώρων (π.χ. παιδικές χαρές, ΚΑΠΗ κλπ), στην ιδιοποίηση δημόσιων χώρων στα πλαίσια εξεύρεσης πόρων και γενικότερα στο ξεπούλημα της δημοτικής περιουσίας. Η δημοτική καταστολή επίσης, είναι μια άλλη πτυχή που αφορά την κοινωνία του γενικευμένου ελέγχου αφού μια αρμοδιότητα επιπλέον εναποτέθηκε σ’ αυτούς που θα εκλεχτούν ως διαχειριστές των ζητημάτων της τοπικής κοινωνίας. Είτε πρόκειται για τη δημοτική αστυνομία, είτε πρόκειται για τα Δημοτικά Συμβούλια Πρόληψης Εγκληματικότητας, είτε για θεσμούς εθελοντών ρουφιάνων που περιπολούν υπό τη διεύθυνση του ΟΤΑ* οι δημοτικές αρχές αποκαλύπτονται σαν το μακρύ χέρι του «κράτους-χωροφύλακα» ενάντια στη νεολαία, σε αστέγους, σε μαθητές, σε κοινωνικά αποκλεισμένους, σε μετανάστες κλπ. Μέσω της τοπικής

αυτοδιοίκησης επιτυγχάνεται ή τείνει να επιτύχει ο ασφυχτικός κρατικός έλεγχος. Αντιμετωπίζουμε έως τώρα την τοπική αυτοδιοίκηση σαν σημαντικό εταίρο ενός κυρίαρχου πλέγματος εξουσίας με την απόλυτη εποπτεύουσα κρατική αρχή (υπ. εσωτερικών και δημόσιας διοίκησης) επικεφαλής. Την χρεώναμε την καπηλεία της έννοιας της κοινότητας και του δήμου (σε πόλη και ύπαιθρο), την εξουσιαστική και παρασιτική λειτουργία πάνω στις τοπικές κοινωνίες. Την αναγνωρίζουμε ως ένα κακέκτυπο του κεντρικού κράτους σε πολιτική και λειτουργική ενότητα με αυτό. Βρισκόμαστε μπροστά στην εξέλιξη αυτής της δυναμικής. Μιλάμε για έναν νεοσυγκεντρωτισμό ή αποκέντρωση του συγκεντρωτισμού, ο οποίος συνοδοιπορεί με την συστηματική δημογραφική ερήμωση της περιφέρειας, με την καταστροφή του εναπομείναντος κοινωνικού ιστού, τον ξεκληρισμό των αγροτών προς όφελος της αγροτικής επιχείρησης. Η αποδόμηση του κοινωνικού ιστού, μια σημαία που χωρίς περιστροφές σήκωσε πρώτος ο Θατσερισμός (δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα και οικογένειες), είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη. To κράτος και στην Ελλάδα στα πλαίσια της επίθεσής του στις κοινότητες, προσπαθούσε, προσπαθεί και θα προσπαθεί την πλήρη κηδεμονία και εξάρτησή τους, κάτι που αντίστοιχα οδηγεί στην καταστολή ή το μαρασμό κάθε στοιχείου συλλογικότητας και αυτοδιεύθυνσης που εμφανίζεται ή θα μπορούσε να εμφανιστεί στο εσωτερικό τους, που ουσιαστικά τις καταργεί. O «Καποδίστριας» αποτέλεσε το κρίσιμο θεσμικό βήμα αυτής της δυναμικής: το σύστημα αυτοδιοίκησης έγινε ακόμα πιο συγκεντρωτικό και απρόσωπο μέσω της υπαγωγής των κοινοτήτων στους κεντρικούς δήμους της περιφέρειας. Δεν είναι τυχαίο που ο νόμος πήρε το όνομά του από τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας μετά την επανάσταση του 1821 του οποίου το όραμα ήταν η συγκέντρωση των εξουσιών σε μια Κεντρική Αρχή. Με αυτές τις επιλογές, το Ελληνικό κράτος χτίστηκε πάνω στην ιδέα της σύγκρουσης με τον τοπικό αυτοκαθορισμό στο όνομα της επιβολής μια ενιαίας, εθνικά καθαρής εξουσίας. Η καπιταλιστική εξέλιξη και η απαίτησή της τόσο για μια ενιαία και χωρίς τα άβατα που (εξ ορισμού) θέτει και ο παραμικρός κοινωνικός έλεγχος στην αγορά, όσο και η ιδεολογική κυριαρχία του φιλελευθερισμού ολοκληρώνει σήμερα, το έργο καταστροφής των κοινοτήτων. Αρνούμενοι τις αστικές και μαρξιστικές θέσεις που χαρακτηρίζουν την τοπικότητα και τις κοινότητές της σαν "ξεπερασμένες", "αντιδραστικές", "ενάντια στην ιστορική εξέλιξη", δεν σκοπεύουμε να τις αντιστρέψουμε εξιδανικεύοντας κάποιο παρελθόν που δεν επιστρέφει. Οι εκφράσεις ενός εξουσιαστικού πολιτισμού στο επίπεδο της κοινότητας υπήρξαν και υπάρχουν σαν κυρίαρχες αιτίες της κοινωνικής απαξίωσης κάθε κοινοτικής δομής ανάμεσα στους καταπιεσμένους. Καμιά νοσταλγία δεν δικαιολογείται. Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε αυτά που ξανά και ξανά είδαμε να συμβαίνουν: η κοινότητα, η γειτονιά, (στο χωριό ή στις αστικές περιοχές) ήταν πάντα εκείνες οι κοινωνικές δομές που μέσα από την αυτοοργάνωση, την επιδίωξη της αυτάρκειας, το εσωτερικό δίκτυο αλληλεγγύης αντιμετώπισαν τη φτώχεια και την καταστροφή που έφεραν οι κρατικές (και οι διακρατικές) επιβολές στην Ελλάδα. Μια διαρκής διαδοχή εθνικών πολέμων, εθνοκαθάρσεων (μουσουλμάνοι, σλαβομακεδόνες...), υποχρεωτικών μετακινήσεων, προσφυγιάς δίπλα στη φορολογία, την πολιτική καταστολή, τη φεουδαρχία, υπονόμευσαν την κοινωνική και οικονομική αυτονομία της κοινότητας. Η απώλεια κάθε ελέγχου στην παραγωγή, η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, η διείσδυση των εξουσιαστικών κομματικών φατριασμών με όπλο την αλυσίδα προνομίων και την εξαγορά είναι τελικά μια σειρά από εξωγενείς πραγματικότητες που εξάντλησαν και υπονόμευσαν τον κοινοτικό τρόπο του "ζην", φόρτωσαν στις ίδιες τις κοινότητες που τις υπέστησαν και τις αντιμετώπισαν την ευθύνη της δημιουργίας τους και τις συνέπειές τους. Αξίζει να σημειωθεί πως τόσο το επίσημο κράτος όσο και οι κάθε λογής διεκδικητές της εξουσίας του πάντα σε αυτές τις κοινότητες στρέφονταν για υποστήριξη και απόκτηση κοινωνικής βάσης. Παρά την "αντιδραστικότητα", η κοινότητα, το χωριό, η γειτονιά έγιναν το κύτταρο της εθνικής προπαγάνδας, η βάση για εθνικές και αποσχιστικές διεκδικήσεις, η ρίζα

του κάθε αντάρτικου αγώνα, εθνικού ή πολιτικού, ο τροφοδότης της δημόσιας πολιτικής ζωής. Σήμερα το Ελληνικό κράτος, ίσως γιατί πλέον δεν χρειάζεται τις τοπικές αναφορές, ίσως γιατί δεν έχουν απομείνει αξιοποιήσιμες τοπικές πραγματικότητες, ολοκληρώνει το επί 200 χρόνια πρόταγμα του "κοινωνικού και διοικητικού" εκσυγχρονισμού, το αντικοινωνικό πρόταγμα δηλαδή του συγκεντρωτισμού και της ολοκληρωτικής αστικοποίησης. Με την αγροτική παραγωγική βάση ολοκληρωτικά ετερονομημένη, με διοικητικά κύτταρα όλο και πιο διευρυμένα και απρόσωπα, με τοπικές κοινωνίες που σαπίζουν στην εγκατάλειψη και την εσωτερική κοινωνική απαξίωση, με θεσμούς αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης να αποτελούν ένα γραφικό και ξεχασμένο παρελθόν, ακόμα και το προπαγανδιστικό τέχνασμα της τοπικής αυτοδιοίκησης σαν υποτιθέμενο αντίβαρο στον συγκεντρωτισμό καταρρέει, παίρνοντας μαζί του και τα υπολείμματα των κοινοτήτων. Απομένουν μόνο τοπικά πεδία ενδοεξουσιαστικών ερίδων, μια δυναμική ελέγχου και παρασιτισμού στο δημόσιο χώρο, η επιβεβαίωση της ολοκληρωτικής κρατικής κυριαρχίας. Ο επόμενος "Καποδίστριας" θα ολοκληρώσει αυτό το σχέδιο. Η Τ.Α. έκανε τη δουλειά της και αποσύρεται από τα ράφια: μόνο όργανα διοίκησης, διάδρομοι ροής του κεφαλαίου (ειδικά αυτού που ειδικεύεται στην κατανάλωση δημόσιου πλούτου), μόνο πεδία πολιτικής ανέλιξης απομένουν. Το Ελληνικό κράτος κοπιάρει τον εαυτό του, κι από ότι φαίνεται με ιδιαίτερη ακρίβεια.

(*) Σημείωση : Δεν είναι τυχαίο που οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης ονομάζονται «δήμοι» και «κοινότητες». Είναι μια βασική πρακτική του κράτους να χρησιμοποιεί τους όρους που έχουν ιστορική σημασία για κεκτημένα της ελευθερίας και της ισότητας, με στόχο την αντίστροφη εφαρμογή τους.

ΕΚΛΟΓΕΣ
Οι τοπικές εκλογές προκαλούν μια τεχνητή και ελεγχόμενη πολιτική κρίση. Είναι ο τρόπος επιβεβαίωσης του ίδιου του συστήματος κυριαρχίας με στόχο να μην ξεπεραστεί ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά ως η αναγκαία και μόνη ικανή λύση. Με αφορμή τη διαδικασία των εκλογών δημιουργείται παράλληλα ένας ελεγχόμενος δημόσιος χώρος ο οποίος έχει την προαποφασισμένη δυνατότητα ανανέωσης του συστήματος λήψης των αποφάσεων από τα πάνω. Κάθε σχεδόν δημόσια συζήτηση κανοναρχείται από τη σκοπιμότητα της λύσης που θα καθιστά αναγκαία συνθήκη την εξουσία ανθρώπου από άνθρωπο. Έτσι ακόμα και οι μικρότερες ομαδοποιήσεις που διεκδικούν την εξουσία αποδέχονται έμπρακτα το αυτονόητο του συστήματος: ότι μόνο μέσω μιας εξουσίας, ενός μικρού ή μεγάλου κράτους μπορούν να λύνονται τα προβλήματα, να οργανώνεται η συλλογική ζωή και της μικρότερης ανθρώπινης ομάδας. Όταν μια πολιτική κλίκα καρπώνεται μια σειρά από θέσεις μέσα στη διοίκηση στο βαθμό που σήμερα, η συγκρότηση του «εκσυγχρονισμού» και της «επανίδρυσης» του κράτους, μεταβάλλει όλο και περισσότερο τις πολιτικές διαμεσολαβήσεις σε διοικητικές πρακτικές αποκτά την ικανότητα συμμετοχής, συνδιαλλαγής, συνενοχής με το συνολικό πλέγμα κυριαρχίας. Αποδοχής και συνενοχής μέσα στο μπλοκ των αποφάσεων για την ανάπτυξη και την ασφάλεια του καθεστώτος. Αυτή την ικανότητα οφείλει να την επιβάλλει προς τα «κάτω» με όρους συναίνεσης ή καταστολής μέσα από εκείνους τους θεσμούς που προάγουν και παράγουν εξουσία. Την ίδια στιγμή η πολιτικοκοινωνική και οικονομική ομάδα, γύρω από την κυβερνώσα κλίκα, που συμμετέχει στη διαχείριση του δημόσιου, γίνεται κι αυτή αναπόσπαστο τμήμα του

διοικητικού κρατικού μηχανισμού. Οι ψηφοφόροι, αυτή η θλιβερή αφαίρεση του πολίτη, καλούνται κάθε τέσσερα χρόνια να εκλέξουν τα δημοτικά τους συμβούλια, όχι βέβαια για να αυτοδιαχειριστούν τις ανάγκες τους, αλλά για να παραχωρήσουν το δικαίωμα διαχείρισης, για τέσσερα χρόνια, σε κάποιους άλλους εν λευκώ. Ψηφίζουν για να εκλέξουν εκείνες τις γραφειοκρατικές ομάδες που εξουσιοδοτούνται να ασκήσουν έλεγχο σε τοπικό επίπεδο, να αναπαράγουν την κρατική εξουσία στο πεδίο της καθημερινότητας του δήμου. Ο εκλογικός δημόσιος χώρος είναι μια καρικατούρα πολιτικής ζύμωσης. Στο επίπεδο της τοπικής κομματικής σύγκρουσης των εξουσιαστών κομμουνιστών, σοσιαλδημοκρατών, δεξιών και των όλο και περισσότερων «ανεξάρτητων», επικρατούν σε γενικές γραμμές όροι παραδεκτοί με σημασίες αποδοτικότητας: π.χ. σχολεία, συγκοινωνίες, πάρκα, γήπεδα και σε επίπεδο ηθικολογίας, π.χ. διαφθορά, σκάνδαλα. Ο τοπικός παραγοντισμός, σε ευθεία σύνδεση τόσο με τα αλισβερίσια των κομματικών πόλων όσο και με τους τοπικούς καπιταλιστές παίζει βασικό ρόλο στο να κατανοήσει κανείς την ακριβή σημασία όλου αυτού του λεκτικού ορυμαγδού «έργων», «ποιότητας ζωής». «κοινωνικής πολιτικής», «αξιοποίησης». Βέβαια όλα αυτά τα διακηρυγμένα αιτήματα αντιγράφουν σε γενικές γραμμές και ευθυγραμμίζονται με το ιδεολογικό πρόταγμα της αστικής δημοκρατίας και το διακύβευμα των εθνικών εκλογών: ανάπτυξη οικονομική – ασφάλεια θεσμική. Δηλαδή, ανάπτυξη για τους κεφαλαιοκράτες, ασφάλεια για το καθεστώς. Και όπως και στις εθνικές εκλογές δεν μένει τίποτα άλλο, από το ποια παράταξη θα αναλάβει τη διαχείριση. Με αυτούς τους όρους διεξάγεται η εκλογική διαμάχη που στοχεύει στην ανακατανομή των εξουσιαστικών-διοικητικών θέσεων και την εξισορρόπηση των κοινωνικών ομάδων που διεκδικούν την άνοδο στην τοπική ιεραρχία, στο επίπεδο της διοίκησης, των αποφάσεων και της διαχείρισης των ζητημάτων τοπικής σημασίας. Το ερώτημα που θέτουν οι δημοτικές εκλογές είναι πάνω από όλα για ποιόν γίνονται και ποιόν ωφελούν. Η απάντηση είναι προφανής: πίσω από το μανδύα της ρητορικής για “δημοκρατία”, “αντιπροσώπους”, “συμμετοχή” κρύβεται η λυσσαλέα πάλη για εξουσία και προνόμια (ήδη ενεργών ή νέων και φιλόδοξων) παραγόντων της πολιτικής και της οικονομίας. Το κράτος απλά κάνει τη δουλειά του νομιμοποιούμενο, αναπαραγόμενο ανακαλύπτοντας ένα νέο τόπο εκπαίδευσης αφεντικών, ένα νέο εργαλείο ελέγχου της κοινωνίας και εκμετάλλευσης του πλούτου που παράγει. Είναι αξιοσημείωτο το πόσο καιρό βάστηξε το εκλογικό ψέμα στις συνειδήσεις των καταπιεσμένων, είναι ακόμα χειρότερο το ότι σήμερα που σχεδόν κανείς δεν πείθεται για τις “καλές προθέσεις” των πολιτικών, που όσοι δεν ελπίζουν σε νταραβέρια με τους νικητές ψηφίζουν με τη λογική του “μικρότερου κακού” αναγνωρίζοντας μια κάποια αξία χρήσης στη ψήφο, πέρα από την ανταλλακτική. Και είναι χειρότερος αυτός ο κυνισμός γιατί αναδεικνύει μια κοινωνική παράλυση πολύ περισσότερο εκμεταλλεύσιμη από την εξουσία από ότι η ψήφος του ιδεολόγου. Δεν είναι καθόλου λαϊκίστικο το ερώτημα εάν ο καθένας θεωρεί λογικό να παραχωρήσει εν λευκώ τη διαχείριση του σπιτιού του για 4 χρόνια σε κάποιον που θα επιλέξει το 42% των κατοίκων αυτού του σπιτιού. Εάν θεωρεί λογικό μετά από 4 χρόνια διαχείρισης να έχει το «δημοκρατικό δικαίωμα» να διώξει τον προηγούμενο και να βάλει κάποιον άλλο (και μάλιστα αυτό να ονομάζεται και τιμωρία για τον παλιό «κακό» διαχειριστή). Ο Δήμος είναι το κοινό σπίτι όλων μας, το σπίτι του καθένα μας. Ότι υπάρχει σε αυτόν, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα σχολεία, οι υπηρεσίες, υπάρχει και λειτουργεί εξαιτίας του πλούτου που όλοι παράγουμε, της εργασίας που όλοι προσφέρουμε. Γι΄ αυτό και ανήκει σ΄ εμάς. Η άρνηση κάθε συμμετοχής στο εκλογικό τσίρκο πέρα από την αξιοπρέπεια που προσφέρει με το να μη νομιμοποιεί τη ληστεία του κοινωνικού πλούτου και του δικαιώματος ελέγχου σε όσα μας αφορούν, είναι και μήνυμα και πράξη αντίστασης προς την εξουσία σαν σύνολο. Μικρό και αναποτελεσματικό μήνυμα - αφού η εξουσία όταν δεν μπορεί να εκμαιεύσει τη συναίνεση έχει και τα όπλα - αλλά πολύ καλύτερο από το μήνυμα της υποταγής.

Η προσπάθεια για επανάκτηση από την κοινωνία του πλήρους και άμεσου ελέγχου της συλλογικής ζωής της, της ισότιμης διαχείρισης του πλούτου που η ίδια παράγει είναι η ουσία του επαναστατικού, απελευθερωτικού προτάγματος όλων των τάσεων του αναρχικού κινήματος. Η πραγματοποίηση όμως αυτού του προτάγματος είναι έργο όλων. Καμία «πρωτοπορία», ούτε φυσικά και οι αναρχικοί, δεν μπορεί να αναλάβει την εργολαβία. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει μέσα φτιαγμένα εξ αρχής στα μέτρα του εχθρού για να τον χτυπήσει. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την υποταγή και τη συνενοχή σαν εργαλείο για την απελευθέρωση. Άλλωστε, τόσοι και τόσοι (και θα ήμαστε άδικοι να μην αναγνωρίσουμε πως μια πολύ μικρή μειοψηφία το προσπάθησε ή το προσπαθεί με τις εντιμότερες των προθέσεων) κατάφεραν να εκλεγούν με σκοπό να «αλλάξουν τα πράγματα». Η εμπειρία της ολοκληρωτικής τους αποτυχίας (αν όχι της πλήρους διαφθοράς και παρακμής τους σε προσωπικό και πολιτικό επίπεδο) είναι διδακτική. Η άρνηση συμμετοχής στις εκλογές, όπως και κάθε μορφή αντίστασης, μπορεί να ξεπεράσει το σημαντικό αλλά αναποτελεσματικό όριο της «αξιοπρέπειας» ή του «μηνύματος», μόνο αν συνοδευτεί με πράξεις αντεπίθεσης: οφείλουμε να προχωρούμε άμεσα στη δημιουργία αυτοοργανωμένων κοινωνικών δομών που με όρους ισότητας και αλληλεγγύης όχι μόνο θα δίνουν αγώνες σε τοπικό επίπεδο αλλά θα διεκδικούν τον πλήρη έλεγχο όλο και μεγαλύτερων κομματιών του δημοσίου.

ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Η αριστερά συμμετέχοντας στις εκλογές διεκδικεί περισσότερη αυτονόμηση και φυσικά περισσότερες δαπάνες από τον κρατικό προϋπολογισμό. Όχι βέβαια, γιατί έχει στο νου της κάποιο μη συγκεντρωτικό σύστημα (έτσι κι αλλιώς δε θεωρεί τις μάζες ικανές να αυτοδιευθυνθούν), αλλά γιατί θέλει να δημιουργήσει την κομματική της αναπαραγωγή σε τοπικό επίπεδο και να αναρτήσει στην εξουσία εκείνες τις διευθυντικές ομάδες που θα πυκνώσουν την κομματικότητά της. Τα κόμματα της αριστεράς συμμετέχουν στη διαχείριση της τοπικής αυτοδιοίκησης με τους όρους – αξίες που θέτει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα: ικανότητα – ανικανότητα, αποτελεσματικότητα – αναποτελεσματικότητα, ορθολογικότητα – ανορθολογικότητα και τέλος, προγραμματισμός, επιστημονικότητα, διαιωνίζοντας συνεχώς την αντίληψη του ιστορικά διαμορφωμένου ρόλου που έχει η αστική τάξη για την τοπική αυτοδιοίκηση. Πολύ περισσότερο από τις κοινοβουλευτικές εκλογές, οι εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, έδωσαν και δίνουν στην κοινοβουλευτική αριστερά (και πολλές φορές και στην εξωκοινοβουλευτική) τη δυνατότητα να ελέγξει τμήματα του δημοσίου, να «κατακτήσει» μέρος της κρατικής διοίκησης σε ισχυρούς τοπικά και οικονομικά δήμους. Της δίνουν επίσης, τη δυνατότητα να καρπωθεί το μονοπώλιο στα όρια μιας περιοχής της εφαρμογής ενός προγράμματος και της προβολής που αυτό συνεπάγεται. Και όταν όλα αυτά συμβούν, αν αυτή η ευκαιρία δεν εξελιχθεί σε προετοιμασία για ατομική ανέλιξη και μελλοντική μεταγραφή φιλόδοξων πολιτικών, αν δεν ενσωματώσει τις έξεις αυτού που περιγράψαμε σαν τοπική αυτοδιοίκηση, θα καταλήξει στην αδυναμία να προσπεράσει τα εγγενή εμπόδια που θέτει η ίδια η φύση ενός θεσμού διαμεσολάβησης και ετερονομίας. Έχουμε ένα επαρκές βάθος χρόνου (ενάμιση αιώνα από την 1 η Διεθνή και αρκετές δεκαετίες πλήρους νομιμότητας για την ελληνική αριστερά) για να διαπιστώσουμε πως ούτε άλλες πολιτικές εφαρμόστηκαν, ούτε τα μέσα προβολής ωφέλησαν τη διάδοση των (κρατικίστικων και εύπεπτων )ιδεών της αριστεράς. Οδήγησαν περισσότερο σε ακόμα μεγαλύτερη απαξίωσή τους προς όφελος του φιλελευθερισμού. Μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πως και τα διάφορα «επαναστατικά» πυροτεχνήματα που εκτόξευσαν κατά καιρούς οι αριστεροί δήμαρχοι, παρέμειναν πυροτεχνήματα, όπως κάθε προσπάθεια που ξεκινά από τα πάνω. Και αν για την κοινοβουλευτική αριστερά, η νομή του μεριδίου εξουσίας είναι πλάι στη νομιμοποίηση το αντίκρισμα της συνδιαλλαγής της με το

κράτος, είναι απορίας άξιο το πώς επιμένει η εξωκοινοβουλευτική και επαναστατική αριστερά να ισχυρίζεται ότι η καταγραφή της εκλογικής προτίμησης που κερδίζει, ισοφαρίζει τη νομιμοποίηση που προσφέρει στο σύστημα με τη συμμετοχή της. Το «γεμάτο νόημα» κλείσιμο του ματιού, η κουτοπονηριά να θεωρείς ότι το κράτος και ο καπιταλισμός θα πιαστούν μαλάκες και θα σου χαρίσουν το σκοινί που θα τους κρεμάσεις, το να ελπίζεις σε «νομιμοποίηση» και δυνατότητα «να ακουστεί η φωνή» χωρίς έμπρακτη δήλωση μετάνοιας (και αυτό να παρουσιάζεται σαν κοινωνική κατάκτηση) μπορεί να φέρει μόνο γραφικότητα και αναξιοπιστία ειδικά αν «σε παίρνουν οι κάμερες». Η αριστερά παρότι ευαγγελίζεται το «διαφορετικό» και επιμένει να καταγγέλλει τα αστικά κόμματα και το σάπιο σύστημα (λέγοντας πάντα πως θα καταρρεύσει από τα μέσα), συμμετέχει στην εκλογική διαμάχη που στοχεύει στην ανακατανομή των εξουσιαστικών – διευθυντικών θέσεων και την εξισορρόπηση των πολιτικών – κοινωνικών ομάδων που διεκδικούν την άνοδο στην τοπική ιεραρχία. Στη «διαμάχη» αυτή επικρατούν βέβαια κάποιες ομάδες τεχνοκρατών – διευθυντών. Αυτές οι ομάδες μπορούν να επιβάλλονται και να εκπροσωπούνται στους τοπικούς θεσμούς, στο μέτρο που μπορούν να ελέγχουν, να κινητοποιούν και να σφετερίζονται τη λαϊκή θέληση, στο βαθμό που μπορούν να πείσουν ότι οι δικές τους διευθυντικές ανάγκες – πολιτικές ανάγκες είναι ανάγκες του λαού.

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΑΣ
Η κεφαλαιο-κρατία αστικοποιώντας (αποικίζοντας) όλες τις πλευρές της ανθρώπινης ζωής και επιχειρώντας να αποκρύψει τα οριακά της αδιέξοδα στους οικονομικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς τομείς και φτάνοντας την οικολογική ισορροπία του πλανήτη σε οριακό επίπεδο, καταφέρνει να αποσπάσει την προσοχή από αυτά τα ζητήματα, ωθώντας τους ανθρώπους απλά και μόνο στην ικανοποίηση πλασματικών αναγκών και στον «πόλεμο όλων εναντίον όλων», μέσω του ανταγωνισμού και της αγοραιοποίησης της ζωής και της ύπαρξης. Οι κοινωνικές σχέσεις, από φυσική ανάγκη των ανθρώπων, μετατρέπονται σε ανάγκη λειτουργίας της αγοράς (κατανάλωσης) έτσι που η ελευθερία είναι η ελευθερία του καταναλωτή και όχι η ελευθερία του πολίτη, μετατρέποντας όποια έννοια του πολίτη της είχε μείνει από την παλιά της αστική αίγλη, σε οπαδό, ψηφοφόρο, καταναλωτή (που είναι στην ουσία κατάντημα και αφαίρεση της έννοιας του πολίτη). *** Η αποπνευματοποίηση και η μηχανοποίηση του ανθρώπου από την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, τον υποβιβάζει σε μια «ζωώδη» κατάσταση: να προσπαθεί να ικανοποιήσει μόνο τα βασικά ένστικτά του, τα οποία παραμένουν διαρκώς ανικανοποίητα. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και ο ατομικισμός, που αποτελεί κυρίαρχη κοινωνική συμπεριφορά, διαλύουν τις κοινωνικές σχέσεις, δίνοντας στο κράτος το ρόλο του ρυθμιστή αυτών των κοινωνικών σχέσεων, μέσω διοικητικών μέτρων. Φυσικά, το κράτος από μόνο του σαν μηχανισμός, δεν μπορεί να κινητοποιηθεί και να αυτενεργήσει, παρά μόνο μέσα από τις εντολές των εκάστοτε ελίτ που βρίσκονται στην κυβερνητική εξουσία. Εντολές που επιβάλλουν τη συναίνεση και τη νομιμοποίηση, μέσω των πάσης φύσεως εκλογών (από τις βουλευτικές εκλογές μέχρι και τις εκλογές στον τελευταίο σύλλογο στο τελευταίο χωριό), που έχουν στόχο τη διαιώνιση των παρακμασμένων και σάπιων θεσμών τους, όπως π.χ. ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης (1) - που στην ουσία είναι ο καντηλανάφτης της κεντρικής εξουσίας. Εδώ ισχύει το παλιό γνωμικό: «αν μπορούσαν οι εκλογές να αλλάξουν την κατάσταση, τότε αυτές θα ήταν παράνομες». Και ενώ, οι κοινωνικές λειτουργίες διαλύονται και η πλειοψηφία των «πολιτών» παραιτείται από οποιαδήποτε κοινωνική και συλλογική αντίληψη, για να

μπορούν να λειτουργήσουν έστω και στοιχειωδώς οι θεσμοί που έχει ανάγκη ο καπιταλισμός και το κράτος, εκεί που δεν αρκεί η επιβολή της συναίνεσης, εφαρμόζεται η τακτική του καρώτου και του μαστίγιου. Από την άλλη, ο νεοφιλελεύθερος οικονομισμός, έχει αναγάγει όλη την ανθρώπινη δραστηριότητα σε οικονομικές – εμπορευματικές σχέσεις. Για το νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτισμό, όλα είναι κέρδος, όλα είναι εμπόρευμα, ακόμα και οι ψυχές μας, και μέσα από το δίπτυχο ασφάλεια θεσμική – ανάπτυξη οικονομική, προσπαθεί να τρομοκρατήσει για να επιβιώσει, να σταθεροποιηθεί και να διαιωνισθεί. *** Ο νεοφιλελευθερισμός σαν κοινωνικό μοντέλο και ο ατομικισμός σαν αντίληψη που προάγονται και επιβάλλονται από τις κυρίαρχες ελίτ της τεχνογραφειοκρατίας και της πολιτικής μαζί με την άρχουσα οικονομική τάξη, τείνουν να επικρατήσουν σαν κοινωνικές σχέσεις και μέσω της ιδεολογικής τρομοκρατίας (βλέπε τη θεωρία του μονόδρομου, όσο αφορά το κοινωνικό μοντέλο και επίσης, βλέπε τη θεωρία “ανάπτυξη ή θάνατος”) και του φόβου, έχουν αδρανοποιήσει την καταπιεσμένη κοινωνία από το όνειρο, τη διάθεση και τον αγώνα για υπέρβαση και ανατροπή της σημερινής πραγματικότητας. *** Η ιδεολογία του πραγματισμού, της λειτουργικότητας και της εργαλειακής χρήσης των ατόμων, έχει μετατρέψει εκατομμύρια ανθρώπους σε πληθυσμιακές στοίβες και σε νούμερα για στατιστικές, Μιλάμε για τα κοπάδια των καταπιεσμένων της νέας εποχής που περιφέρονται από ανατολή σε δύση και από βορρά σε νότο, στροβιλίζοντας πάνω στα παγωμένα ερείπια που άφησε ο επιστημονικός σοσιαλισμός, διεκδικώντας το τίποτα ή αυτό που ήδη υπάρχει , ή ψάχνοντας για ένα νέο ποιμένα. Ο επιστημονικός μαρξιστικός σοσιαλισμός (με τις δύο εκδοχές του την σοσιαλδημοκρατική και την μπολσεβίκικη), αφού μονοπώλησε και κυριάρχησε για σχεδόν έναν αιώνα, στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, μετά την κατάρρευση του έδωσε το πλεονέκτημα σε αυτή τη γριά πουτάνα το φιλελευθερισμό, να φαντάζει σαν νεωτερισμός. *** Η αποξένωση και η αλλοτρίωση αγγίζει τα όρια της τραγωδίας - και δεν είναι μόνο η αλλοτρίωση από την εργασία που μετατράπηκε σε μισθωτή δουλεία και τώρα σε «απασχόληση». Δεν είναι μόνο η αλλοτρίωση από τα παραγόμενα αγαθά, που μετατρέπονται σε εμπορεύματα. Δεν είναι μόνο η αποξένωση από τον ελεύθερο χρόνο, που έχει μετατραπεί σε νέα σκλαβιά, μέσα από την αναγκαστική καταναλωτική μαζική διασκέδαση, εξαιτίας της πλήξης, της ανίας και της κατάθλιψης (απόρροια του τρόπου ζωής που επιβάλλει το καπιταλιστικό σύστημα). Δεν είναι μόνο η αποξένωση από το ταξίδι και την περιήγηση, που έχει μετατραπεί σε μαζικό τουρισμό. Δεν είναι μόνο η αποξένωση από την πόλη, που μετατρέπεται σε πολεοδομικό σύστημα, ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα και ιδιωτικό χώρο, αλλά είναι κύρια, η αποξένωση από την κοινότητα μέσα από την ιδιώτευση’ από την ίδια μας την εαυτότητα σαν βιωματική κατάσταση, μέσα από την θεαματοποίηση της πραγματικής ζωής και την μετατροπή μας σε παθητικούς δέκτες και θεατές’ από την ίδια τη Φύση που μεταβάλλεται σιγά σιγά από το σύστημα, σε τεχνο-φασιστικό περιβάλλον και οικονομικό μέγεθος, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και την έμβια ζωή πάνω στον πλανήτη, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου. Ενώ, για την λεγόμενη κρίση των πόλεων (2), των κωμοπόλεων και των χωριών, θέλουν να μας πείσουν πως είναι ζήτημα ορθών λειτουργιών και χρηστής διοίκησης και όχι κρίση κατ΄ ουσίας των θεσμών του συστήματος. *** Ο ατομικισμός και ο νεοφιλελευθερισμός είναι στείρες και παγωμένες ιδεολογίες από το όνειρο για μια δικαιότερη και καλύτερη ανθρωπότητα, από την αγάπη, τον ανθρωπισμό και την κοινωνική αλληλεγγύη. Από τη μια, το «κράτος δικαίου» είναι ένα ασύστολο ψεύδος, γιατί δίκαιο είναι πάντα αυτό που ορίζει ο ισχυρός, και αυτό ισχύει τόσο για τις διακρατικές σχέσεις, όσο και εσωτερικά σε κάθε κράτος. Από την άλλη, γιατί άραγε, ο ατομικός ωφελιμισμός και ο νεοφιλελευθερισμός, ο τόσο δημοκρατικός, όπως διατυμπανίζεται, χρειάζεται την καθαρή μορφή του κράτους, δηλαδή την καταστολή μέσα από την ιδεολογική τρομοκράτηση (που ασκείται και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αφού είναι συγκοινωνούντα δοχεία των συμφερόντων των

αφεντικών και της εκάστοτε κυβερνητικής ελίτ) και την αστυνομική βία, για να επιβάλλει και να εφαρμόσει το πρόγραμμα του; Γιατί στις μέρες του νεοφιλελευθερισμού, παρόλες τις αντιδραστικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις (ιδιωτικοποιήσεις) το κράτος παραμένει ο μεγαλύτερος εργοδότης, με νέες εκδοχές κευνσιανισμού (άχρηστης εργασίας και παραγωγικότητας); *** Ο νεοφιλελευθερισμός, δεν έχει προχωρήσει καμιά πολιτική θεσμική μεταρρύθμιση, που να βοηθά τη συμμετοχή του λαού στα κέντρα των αποφάσεων. Είναι ένα κλειστό σύστημα που δεν επιδέχεται καμιά μεταρρύθμιση. Οι εκδοχές που μπορεί να πάρει είναι όλο και περισσότερο ολοκληρωτικές και καθόλου αμεσοδημοκρατικές. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να υπάρξει το αντίθετο, γιατί θα ανατρεπόταν το οικοδόμημα της κυριαρχίας του (κυριαρχία που με τόσο κόπο και έξοδα έχουν επιβάλλει τα αφεντικά στο σύνολο της καταπιεσμένης προλεταριοποιημένης ανθρωπότητας). *** Η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση (νεοαποικισμός), η απάτη του νεοφιλελευθερισμού και του νόθου και άξιου τέκνου του, του σοσιαλφιλελευθερισμού, είναι ένα από τα πιο άδικα κοινωνικοοικονομικά συστήματα που έχουν περάσει ποτέ από την ιστορία της ανθρωπότητας. Ποτέ στο παρελθόν δε συσσωρεύτηκε τόσος πολύς παραγόμενος κοινωνικός πλούτος σε τόσο λίγα χέρια. Σε σύγκριση με τη σημερινή κατάσταση, η λεγόμενη εποχή της πρωτοσυσσώρευσης του καπιταλισμού του 19ου αιώνα, φαντάζει αθώα περιστερά. Ενώ, το 2006, χαρακτηρίστηκε από τον ΟΗΕ σαν σημείο καμπής, αφού πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, οι αστικοί πληθυσμοί ξεπερνούν αυτούς της υπαίθρου, με μεγάλες συνέπειες τόσο για την ίδια ύπαιθρο (εγκατάλειψη, ερημοποίηση), όσο και για τις μεγάλες πόλεις λόγω γιγάντωσης και υπερπληθυσμού. *** Ο μεσαίωνας και η παρακμή αυτού του συστήματος θα διαρκέσει όσο εμείς παραμένουμε αδρανείς και υποπροϊόντα του. Θα παραμείνουμε, λοιπόν, υποπροϊόντα και κατάλοιπα αυτής της κατάστασης ή θα παλέψουμε να ανατρέψουμε αυτόν τον μεσαίωνα και την παρακμή προχωρώντας στη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού; Ενάντια στο σάπιο και παρακμασμένο πολιτισμό του κεφαλαίου και του κράτους, οι αναρχικοί εκτός των άλλων προτείνουν την Ελευθεριακή Αυτοδιεύθυνση και κατ΄ επέκταση τον Ελευθεριακό Κοινοτισμό.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ
Απέναντι στο εξουσιαστικό μοντέλο της τοπικής αυτοδιοίκησης προτείνουμε την δημοτική αυτοδιεύθυνση. Σκεφτόμαστε οικουμενικά και δρούμε τοπικά. Είναι αδύνατον να παραμένει τοπικό το οποιοδήποτε πρόβλημα αλλά και ταυτόχρονα αδύνατον να μπορούμε να έχουμε οικουμενική παρέμβαση. Ο τόπος που ζούμε πρέπει να γίνει ένας τόπος ζωής, δημιουργίας, αλληλεγγύης και διαρκούς εξέλιξης προς την κατεύθυνσης της ελευθερίας. Η δημοτική αυτοδιεύθυνση είναι η εναλλακτική λύση που ως αναρχικοί παρουσιάζουμε στην κοινωνία και εμπεριέχει μια δυναμική διευθέτησης των προβλημάτων της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας. Το όραμά μας είναι τόσο σαφές όσο και οι προτάσεις του. Αναδιανομή του πλούτου και της λήψης αποφάσεων για τα κοινά μέσα στην κοινότητα. Αγωνιζόμαστε για την ισότητα στις αποφάσεις προτείνοντας τη συνέλευση της γειτονιάς,

του χωριού και κάθε άλλου κοινωνικού κύτταρου που μπορεί ισότιμα να παίρνει αποφάσεις για λογαριασμό του. Κανένας διαμεσολαβητικός μηχανισμός δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εξισωτική σχέση μεταξύ των ανθρώπων. Η συνέλευση είναι το μοναδικό όργανο για τη λήψη των αποφάσεων στην κοινότητα που ανάλογα με τη γεωγραφική θέση κανονίζει τα του οίκου της. Μόνο τότε ο Δήμος αποκτά την πραγματική του σημασία. Οι περιφερειακές συνελεύσεις που εκπροσωπούνται από άμεσα ανακλητά πρόσωπα, είναι η βάση για την κλιμάκωσή τους σε ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες κοινοτήτων που ξεπερνώντας τα διοικητικά όρια του κράτους θα μπορούν να δίνουν λύση για τα προβλήματα και θα διευρύνουν τους ορίζοντες ελευθερίας. Η ελευθεριακή κοινότητα είναι ταυτόχρονα το πείραμα, το βίωμα και το βήμα για το διαρκές ξεπέρασμα του εξουσιαστικού μοντέλου ως τρόπου λήψης αποφάσεων και ζωής. Είμαστε ενάντια και πέρα από τη συμμετοχή στις εκλογές. Από την άλλη το άκυρο ή η αποχή από τις εκλογές δεν μπορούν να περιγράψουν το όραμα για μια κοινότητα και αποφάσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Ενώ αποτελεί μια πολιτική απόφαση που μας απομπλέκει από τις εξουσιαστικές διαδικασίες, ενώ υπογραμμίζει μια αντιπαράθεση με το Κράτος και την εξουσιαστική διαχείριση των κοινών δεν αποτελεί πρόταση και όραμα για την κοινότητα στην οποία θα ζήσουμε και σ’ αυτήν θα παρεμβαίνουμε μέχρι να καταργηθεί η εξουσία ανθρώπου από άνθρωπο. Είμαστε η κοινωνική δύναμη που διαρκώς υπενθυμίζει την διάσταση και αντίθεση μεταξύ κράτους και κοινωνίας αφού διαρκώς επιδιώκουμε να αποκαθιστούμε το δημόσιο ως αυτό που ανήκει στο Δήμο και όχι στο κράτος. Ενάντια στο κράτος και στην τοπική αυτοδιοίκηση που συμπεριλαμβάνεται στις δραστηριότητές του, οραματιζόμαστε τις ελεύθερες κοινότητες στις οποίες καθένας και καθεμιά και όλοι μαζί αποτελούν το σώμα που διευθύνει τη ζωή του, ορίζει την εργασία του, αποφασίζει για τον εαυτό του και μοιράζεται εξίσου όλα τα υλικά αγαθά.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ ΚΟΙΝΟΤΙΣΜΟΣ
Λέγοντας Ελευθεριακό Κοινοτισμό, θέλουμε να τονίσουμε και να υποστηρίξουμε πως ο άνθρωπος είναι κατά φύση και κατ΄ ουσία κοινωνικό ον. Επομένως, όταν μιλάμε για ανθρώπους και όχι για αρκούδες, αγνοώντας την αστική μπούρδα «η ελευθερία μου τελειώνει εκεί που αρχίζει του άλλου», υποστηρίζουμε πως «προϋπόθεση της ελευθερίας μου είναι η ελευθερία του άλλου». Και για να υπάρξει αυτή η ελευθερία πρέπει να υπάρχει κοινωνική, οικονομική και πολιτική ισότητα. Άρα, Ελευθεριακός Κοινοτισμός, σημαίνει την κοινότητα (κομμούνα) των ανθρώπων, οι οποίοι έχουν απαλλαγεί από τις οικονομικές, τις κοινωνικές και πολιτικές ανισότητες που επιβάλλουν το κράτος και το κεφάλαιο. Αυτή η κοινότητα, δεν είναι μόνο κοινότητα αλληλεξάρτησης αναγκών, είναι ουσιαστική κοινότητα. Είναι η κοινότητα της συμμετοχής, της συναποφάσισης, της αυτοοργάνωσης και της πραγμάτωσης της έννοιας του πολίτη, άρα της αυτοδιεύθυνσης. Κανένας και καμία δεν εξαιρείται από αυτό το σχέδιο. Κανένας και καμία δεν μπορεί να είναι έξω από αυτή την κοινότητα, κανένας και καμία δε θα αποτελεί απόβλητο και περιθώριο (ακόμα και αν θελήσει να μη συμμετέχει ή και να αναχωρήσει). Και γιατί το λέμε αυτό; Γιατί είναι η δική μας κοινότητα, - που είναι σαν τη βαρύτητα, ( κανείς δε μπορεί να ζήσει έξω από αυτή). Είναι κοινότητα οργανωμένη από τα κάτω προς τα πάνω και αυτό σημαίνει: από την κοινότητα, στην ομοσπονδία των κοινοτήτων και από την ομοσπονδία των κοινοτήτων, στην συνομοσπονδία των ομοσπονδιών. Θέλουμε Πόλεις στα μέτρα των ανθρώπων και όχι τερατουπόλεις. Θέλουμε αυτές τις

Πόλεις που μπορούμε και να τις πούμε συνασπισμού τομέων και κοινοτήτων, ομοσπονδιακά ενωμένες μεταξύ τους, όπου η κάθε μία από αυτές ξεχωριστά και ελεύθερα να συνάπτει συνεργασίες με τις άλλες κοινότητες ή και να αποχωρεί από αυτές τις συνεργασίες. Αυτές οι Πόλεις οι όμορφες, οι καθαρές, οι ευχάριστες, οι ερωτικές, οι ηλιόλουστες (χωρίς την τρύπα του όζοντος), οι οποίες δεν θα΄ χουν δημοτικό άρχοντα , ούτε δημοτικά συμβούλια αλλά κοινωνικά συμβούλια και γενικές συνελεύσεις, όπου θα παίρνονται όλες οι αποφάσεις που αφορούν «τα της Πόλης», από όλους τους πολίτες της που μετέχουν ενεργά και ισότιμα ασκώντας πολιτική (διαχείριση της λειτουργίας της Πόλης). Σ΄ αυτές τις Πόλεις η οικονομία δεν είναι μια ξεχωριστή λειτουργία πάνω από την κοινότητα, αλλά ενσωματωμένη μέσα σ΄ αυτή. Γιατί αυτή η κοινότητα θα έχει καταφέρει από τη μια, να καταργήσει τις διαχωρισμένες παραγωγικές διαδικασίες και τον κεφαλαιοκρατικό διαχωρισμό της εργασίας, δηλαδή την πνευματική, την χειρονακτική, τη βιομηχανική, την αγροτική και των υπηρεσιών και από την άλλη να τις ενοποιήσει και να τις ολοκληρώσει δημιουργικά σε μια ζωή «βίος και τέχνη». Γύρω από αυτές τις Πόλεις θα υπάρχουν αγρο-κοινότητες (τα χωριά) συνδεμένα άμεσα με αυτές, χωρίς να ασκείται κυριαρχία από την πόλη στο ύπαιθρο, αλλά θα υπάρχει ενοποίηση αυτής της σχέσης. Και βέβαια, μέσα από τη μη κυριαρχική αντίληψη «κέντρο είναι παντού και περιφέρεια πουθενά», δεν θα υπάρχουν ούτε κέντρα ούτε επαρχίες. Αντίθετα, θα υφίσταται ο πανκεντρισμός, αφού κέντρο θα είναι η εκάστοτε κοινότητα και δεν έχει σημασία αν είναι μικρή ή μεγάλη. Έτσι, οι αγρο-κοινότητες (χωριά) εφοδιάζουν την πόλη με αγροτικά προϊόντα και οι πόλεις τις αγρο-κοινότητες (χωριά) με βιο-τεχνικά εφόδια και υπηρεσίες. Και μέσω αυτής της αλληλεξάρτησης η πόλη αποκτάει ύπαιθρο και η αγρο-κοινότητα (το χωριό) σπάει την εσωστρέφειά, τον τοπικισμό και τον επαρχιωτισμό του. Σ΄ αυτές τις πόλεις και τις αγροκοινότητες υφίσταται η κοινωνική κατοχή, όσον αφορά τα συλλογικά – κοινωνικά μέσα παραγωγής: βιοτεχνίες, γη, εργοστάσια, καταστήματα, υπηρεσίες και ατομική κατοχή ως προς τα ατομικά μέσα παραγωγής. Σ΄ αυτές τις «συνεταιριστικές κοινοπολιτείες» στο μέτρο που η παραγωγή και η κατανάλωση θα ενώνονται σε ανθρώπινη κλίμακα, η κοινωνία θα μπορεί να γίνει όσο το δυνατόν περισσότερο αυτοδιαχειριζόμενη και αυτοδιευθυνόμενη. Με την εναλλαγή των μελών της κοινότητας στους διάφορους τόπους δουλειάς, ούτε ο αγρός, ούτε το εργοστάσιο, ούτε το κατάστημα, ούτε το γραφείο, θα μπορούν να λειτουργούν σαν ξεχωριστές ομάδες συμφερόντων μέσα στην κοινότητα. Ο ελευθεριακός λειτουργικός καταμερισμός της εργασίας, καθώς οι πολίτες θα εναλλάσσονται στις εργασιακές τους ενασχολήσεις, θα ενσωματώσει την εργασία μέσα στην κοινοτική ζωή και όχι έξω από αυτή όπως αντίθετα συμβαίνει στον καπιταλισμό μέσω της μισθωτής εργασίας (δουλείας). Ο αποκεντρωτισμός και η αυτοσυντήρηση πρέπει να εμπεριέχουν μια αρχή κοινωνικής οργάνωσης πολύ ευρύτερη από τον απλό τοπικισμό ή την τοπικότητα. Μαζί με την αποκέντρωση, τη σχετική αυτάρκεια, την ανθρώπινη κλίμακα κοινωνικής οργάνωσης, τις εναλλακτικές τεχνολογίες, υπάρχει επιτακτική η ανάγκη για αμεσοδημοκρατικές και αληθινά κοινοτικές μορφές αλληλεξάρτησης. Με λίγα λόγια για ελευθεριακές μορφές συνομοσπονδισμού.

Τι είναι επομένως ο συνομοσπονδισμός (η κοινότητα των κοινοτήτων);
Πάνω από όλα είναι ένα δίκτυο εκτελεστικών συμβουλίων, τα μέλη και οι εκπρόσωποι των οποίων, ορίζονται από αμεσοδημοκρατικές λαϊκές συνελεύσεις στα διάφορα χωριά και στις πόλεις, ακόμη και στις γειτονιές των πόλεων (τομείς).

Αυτοί οι εκπρόσωποι είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί και υπεύθυνοι ενώπιον των Γενικών Συνελεύσεων που τους επιλέγουν για το συντονισμό και την εφαρμογή της πολιτικής, που διαμορφώνεται από τις ίδιες (τις γενικές συνελεύσεις). Η λειτουργία τους, επομένως, είναι καθαρά εκτελεστική και πρακτική. Η ιδέα της συνομοσπονδίας περιέχει μια σαφή διάκριση μεταξύ της διαμόρφωσης της πολιτικής, του συντονισμού και της εκτέλεσης πολιτικής που έχει υιοθετηθεί. Η διαμόρφωση πολιτικής είναι αποκλειστικό δικαίωμα των λαϊκών κοινοτικών γενικών συνελεύσεων που βασίζονται στην πρακτική της άμεσης δημοκρατίας, ενώ ο συντονισμός και η διαχείριση είναι υπευθυνότητα των συνομοσπονδιακών συμβουλίων που είναι όργανα αποκλειστικά για τη διασύνδεση των χωριών, πόλεων, γειτονιών σε συνομοσπονδιακά δίκτυα. Η οργάνωση, επομένως ρέει από τη βάση προς την κορυφή και όχι από την κορυφή προς τη βάση. Το αποφασιστικό στοιχείο που δίνει υπόσταση στο συνομοσπονδισμό είναι η αλληλεξάρτηση των κοινοτήτων με στόχο την αλληλοβοήθεια και την ανταλλαγή και βασίζεται στη συμμετοχή σε σχέση με την κατανομή των πόρων, την παραγωγή και τη διαμόρφωση πολιτικής. Εάν μια κοινότητα δεν είναι υποχρεωμένη να βασίζεται σε κάποια άλλη ή άλλες γενικότερα, για την ικανοποίηση σημαντικών υλικών αναγκών και την πραγματοποίηση κοινών πολιτικών στόχων με τρόπο που να αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου όλου, τότε η απομόνωση και ο ακραίος τοπικισμός είναι η πιθανότερη κατάληξη. Με δυο λόγια η κοινότητα μπορεί να διατηρεί την αυτονομία της και την ταυτότητά της, ενώ παράλληλα να συμμετέχει ισότιμα στο μεγαλύτερο σύνολο που συγκροτεί μια ισορροπημένη ελευθεριακή κοινωνία. Ο συνομοσπονδισμός ως αρχή κοινωνικής οργάνωσης φθάνει στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής του, όταν η ίδια η οικονομία λειτουργεί σε συνομοσπονδιακή βάση, θέτοντας τα αγροκτήματα, τα εργοστάσια και τις άλλες αναγκαίες επιχειρήσεις της περιοχής υπό τοπικό έλεγχο – όταν δηλαδή, μια κοινότητα όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι, αρχίζει να διαχειρίζεται τους δικούς της οικονομικούς πόρους σε ένα αλληλένδετο δίκτυο με άλλες κοινότητες. Μια συνομοσπονδιακή κοινότητα θα βασίζεται στη συμμετοχή και στην ικανοποίηση που δίνει η κατανομή των αγαθών μεταξύ των κοινοτήτων σύμφωνα με τις ανάγκες τους κι όχι σε «συνεταιριστικές» καπιταλιστικές κοινότητες που βαλτώνουν στο δούναι και λαβείν των σχέσεων ανταλλαγής. Η συνομοσπονδία (3) είναι η σύνθεση της αποκέντρωσης, της αυτάρκειας, της αλληλεξάρτησης και κυρίως των συνθηκών εκείνων που οδηγούν στους ορθολογικούς και ενεργούς πολίτες της άμεσης δημοκρατίας αντί για τους παθητικούς ψηφοφόρους και καταναλωτές της σημερινής «δημοκρατίας».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΔΡΑΣΗ
Σ΄ αυτές τις συνθήκες που ζούμε μόνο η δημιουργία κινήματος από τη βάση προς τα πάνω, δηλαδή από τον κοινωνικό, εργασιακό και δημοτικό χώρο σε μια κατεύθυνση ρήξης και ανατροπής των θεσμών και διαδικασιών της κεφαλαιοκρατικής τάξης πραγμάτων, θεσμών όπως η τοπική αυτοδιοίκηση, διαδικασιών όπως οι εκλογές, η αρχή της αντιπροσώπευσης (σαν η παραχώρηση σε εκπροσώπους πλήρους και αδιαμφισβήτητης εξουσίας) και της ιεραρχίας, μπορεί να θέσει τα προβλήματα επί τάπητος όχι παράλληλα με την τοπική αυτοδιοίκηση αλλά ανταγωνιστικά, ανατρέποντας την κυριαρχία της , ανοίγοντας το δρόμο για την ελευθεριακή δημοτική αυτοδιεύθυνση. Μέσα από τις διαδικασίες των γενικών συνελεύσεων και της ανακλητής εκπροσώπησης για την από κοινού λειτουργία της κοινωνικής ζωής, δημιουργώντας και προτείνοντας στην

κοινωνία διαδικασίες και όργανα που θα την κάνουν ανοιχτή σε συνθήκες επανατροφοδοτούμενης ελευθερίας, γκρεμίζοντας το συγκεντρωτισμό του κράτους και την αστικοποίηση των πόλεων, ενάντια στην οικονομία για την οικονομία και την κατανάλωση για την κατανάλωση, μετατρέποντας την εργασία από μισθωτή δουλεία σε δημιουργική δράση και δημιουργώντας εκείνες τις συνθήκες που θα επιτρέπουν την κατανόηση και τη συνεργασία με τη φύση. Σ΄ αυτή την κατεύθυνση, είναι αναγκαία η δημιουργία ελευθεριακών συλλογικοτήτων δράσης (συμβούλια γειτονιάς, επιτροπές κατοίκων, συνεργατικές δράσεις κτλ) που μπορούν να μετατραπούν σε όργανα αποδόμησης του κρατικού ελέγχου και ρήξης με την υπάρχουσα κατάσταση. Αυτά τα όργανα αποδόμησης, σε οριζόντια διασύνδεση και συνεργασία με άλλες γειτονιές και περιοχές, τόσο για τα τοπικά όσο και για τα γενικότερα προβλήματα πρέπει να εμπεριέχουν ξέχωρα από το μερικό ζήτημα, και το ολικό ζήτημα ανατροπής, μέσα από τη σύνδεση της καθημερινότητας με τα υπαρκτά προβλήματα που δημιουργεί αυτή η κοινωνία της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, σε μια διαδικασία αναπόσπαστης από την υπόθεση της συνολικής ρήξης και ανατροπής της κεφαλαιο-κρατικής βιομηχανικής κοινωνίας. Τη γνωρίζουμε καλά την «αθώα» κριτική για «ουτοπίες». Την επιστρέφουμε ρωτώντας το πόσο ουτοπικό είναι να περιμένει κανείς από υποψήφια αφεντικά να μην κοιτάξουν το συμφέρον τους, θεωρώντας ουτοπία να διατηρηθεί η κατάσταση ως έχει, αφού είναι αντιανθρώπινο να μην ονειρεύεσαι, να μην προσδοκάς και εν τέλει να μην αγωνίζεσαι για μια καλύτερη ανθρωπότητα, να μην προσδοκάς και να μην αγωνίζεσαι για το αυτονόητο. Τελειώνοντας, αξίζει να παραθέσουμε εδώ, μια εξαιρετική έκφραση του πρόσφατα εκλιπόντος συντρόφου Μάρραιη Μπούκτσιν: «Να διεκδικήσουμε το αδύνατο για να μη βρεθούμε μπροστά στο αδιανόητο».

Σημειώσεις 1. Σε παλιότερο σχολικό βιβλίο του δημοτικού της πολιτικής και κοινωνικής αγωγής, τα παιδιά διαπαιδαγωγούνται για το πώς λειτουργεί η τοπική αυτοδιοίκηση με κείμενα και φωτογραφίες: « Ένα μικρό παιδί βλέπει μια στοίβα με σκουπίδια σε κάποιο σημείο της πόλης. Το λέει αμέσως στη γιαγιά του. Αυτή με τη σειρά της το λέει στο δημοτικό σύμβουλο της περιοχής της και αυτός με τη σειρά του το μεταβιβάζει στο δημοτικό συμβούλιο. Το δημοτικό συμβούλιο συνεδριάζει και παίρνει απόφαση να μαζευτούν τα σκουπίδια και ο δήμαρχος δίνει εντολή στον σκουπιδιάρη - οδοκαθαριστή να τα μαζέψει». Έτσι, που τα παιδιά να μην διαπαιδαγωγούνται στην αυτενέργεια και στην αυτοβούληση, αλλά στην κοινωνία των αρμοδίων. 2. Μιλάμε γι΄αυτές τις «πόλεις» που δεν έχουν καρδιά ή μάλλον έχουν, αλλά είναι τσιμεντένια και ιδιαίτερα αναφερόμαστε στην Αθήνα, στον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, αλλά και στις άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, των πάσης φύσεως εργολάβων, των επενδυτών, των πολυεθνικών, των μεγαλοϊδιοκτητών, αλλά και των μικροϊδιοκτητών της αθλιότητας, όπου το κράτος παίζει το ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε‘ το χωροφύλακα των κυρίαρχων τάξεων ,που αν αφεθούν, και έχουν αφεθεί σε πολλές περιπτώσεις, δεν έχουν πρόβλημα να τσιμεντοποιήσουν τα πάντα. Σ΄ αυτές τις πόλεις που αστικοποιήθηκαν και αστικοποιούνται βίαια από εσωτερικούς και εξωτερικούς μετανάστες, που το θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης, αυτό το πτώμα που το περιφέρουν συνέχεια και δεν το ενταφιάζουν, το περιτριγυρίζουν ανά τετραετία οι πτωματοφάγες μύγες των διάφορων κομματικών και μη υποψηφίων γιατί μυρίζονται κονόμα αλλά και ευκαιρία για αναρρίχηση σε ανώτερους κρατικούς κυβερνητικούς θώκους γράφοντας στα παλιά τους παπούτσια τα περί «λαϊκού θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης», της «συμμετοχικής δημοκρατίας» και της «κοινωνίας των πολιτών». Αυτές τις πόλεις που δεν είναι

πόλεις πλέον, αφού δεν υπάρχουν πολίτες αλλά μόνο ετεροδημότες, που μετατρέπονται σε πολεοδομικούς σχηματισμούς. Αυτές τις αστικοποιήσεις, αυτές τις τερατουπόλεις, θα έρθει κάποια μέρα που οι επαναστάτες θα τις γκρεμίσουν και θα τις διαλύσουν για να δημιουργήσουμε τις πόλεις των ονείρων μας. 3. Πολλά στοιχεία τα αντλήσαμε από το κείμενο «Τι είναι ο συνομοσπονδισμός» του Μάρραιη Μπούκτσιν, βλ. περιοδικό «Κοινωνία και φύση», τ. 3

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...