Sign up
Use your Facebook login and see what your friends are reading and sharing.
-
~-
...... YJ:J:EAJ: Ε YTHI~ Ι ΙΩΤΙΚΗ·
ϋψιλον Ι 818Aia
ΑΘΗΝΑ,
1990
Στήv Ίουλίτα
ΙΔΙΩΤΙΚΗ
ΟΔΟΣ
Α'
ΥΤ Α ΠΟΥ ΜΙ APf!I!(J
""-η?Q.9\'ς.ς, ς.\)<.Ινς.ς
ΥΝ είναι ·ι//.{~ (10Vtifti μου. Δέν σιμώνει ~ανένας.
Ι
X~όν\α "Cώ9α πε?νάω τίς ώρες tlou σuντροφιά μΙ κάτι μεγάλες μισO,σβησμε~ες ν~.
~Q.λQ.\Ιc,~~~&. ~?~~~\.'ς.~~~b\l-'f\ ~'t\~
~b.1.t~~ \'l~~~\\ \~~\\\ ~
σπάστηκαν, γuνα'Lκεςτης άμιλησιας κα( τοϋ κοντοϋ χιτώνα πού φυλάγουν τό κουτί μέ τά οιαμαντικά τοϋ ώκεανοίί. Δέν σιμώνει κανένας. ''Αν δέν είχα κάτι τό πολύ
δυνατό καί άθωο συνάμα νά μέ συντηρεί, δπω; οΙ μέντες καί οΙ λοu'('ζεςπού εύδωα-
μοϋν στόν έξώστη μου, θά 'χα πεθάνει της πείνας. Τόσο μακριά βρίσκομαι άπό τά πράγματα, τόσο κοντά στό κρuφό τοuς καρδιοχτύπι. Ξυπνάω τίς νόχτες άνήσuχος γιά κάποιαν άπόχρωση του μώβ, ποτέ μοu ομως γιά τό τί μπορεϊ νά γίνεται στά έμπορεΤατης 'Αγορας. 'Αλήθεια, οέν εχω ίΟέαν. 'Ακοόω πώς εχοuν πάντα μεγάλη πέραση τά δώφυα κι οΙ αναστεναγμοί (τ' άντίγραφα, σχι τά πρωτότυπα) οπως κι οΙ διωωμάνσεκ του δολαρίου, ό πληθωρισμότ, οΙ σuναλλαγές των κομμάτων - άλίμονο. Μ' ϊφαγε, δπω; τίς καρένες των κα'ίκιων ό άρμόβοuρκος, ή μοναξιά. Καί τά χρόνια περνούν. Στά έβδομήντα τρία του ό Γάλβας άσποϋσε τά στρατεύματά του κι έγώ έξακολοuθοϋσ« νά βγαίνω άπό τά κόματα μέ τή γνώριμη έκείνη κομμάρα στά γόνατα πού φέρνει ή αντίσταση του νερου - οί χρuσές σταλαγματιέ; λάμποντας στά ματοτσίνορα - ετοιμος γιά μάχη. Μόνο πού δ οικός μοu ό Νέρων, τό Ι'Οιοτρελός, δέν καταβάλλεται ό άτιμος μέ τίποτα. Δέν μιλω γι' αύτόν πού βάζει φωτιές τήν Ι'Οιαστιγμή στόν Λίβανο η στήν 'Αγκόλα, πού διαστρέφει συνειδήσει; στήν Καμπότζη, στή Χιλή, στό 'Ιράν. 'Ανήκει σέ ολοuς μα; αύτός καί τόν εχοuμε προυαστεϊ οιά βίου. Τόν άλλον έννοω, τόν «ίοιωτικης χρήσεω;» , πού μόλις καταφέρω κάτι καθαρό μου τό μαγαρίζει: έμένα' πού καί τό πιό ταπεινό πράγμα έάν τ' άγαπω, τ' δνεφεύομαι νά φτάνει τήν τελειότητα ένός , κιονοκρανοu.
10
Ποιό; είναι λοιπόν αύτός πού χώνει στόν λογισμό τών θρησκευομένων τήν αμφιβολ(α, στί; έπιδόσεις τών αθλητών τ' αναβολικά κα( στόν νοί) τών ποιητών τή γλύκα της ηττας; Πώς καί γιατ] καταφέρνει, τό μέρος της ζωης τό φαίιιοιι, τό μή θο-
λ ο ύμ ε v ο ν , νά τό καθιστα σχεδόν αόρατο γιά τους άλλους; Γιατί κα( πώς τους πε(θει νά μήν κάνουν μιάν άπλή κ(νηση εστω, μιά στροφή της κεφαλης, πού θά μποροϋσε νά σημαίνει κα( στροφή τοϋ κόσμου όλόκληρου;
11
Στήν ολίγη Έλλάδα πού μας απέμεινε, τό μόνο πού μπορεϊ; ακόμη νά κάνεις είναι , ~, , εους σου. Π'οιου; θεους; "Ω , μα ειναι πο λλ οι. Σ χεοον οσοι και, ' ,... ' ~,., να οεεσαι στους θ' ό πληθυσμός της χώρας. Δυό μέτρα κάτω απ' τή γης η πάνω από τόν πλα"ίνό σου τοίχο τόν γδαρμένο, αγρυπνοσν. Μέ σπασμένετ μύτες, κομμένο τόν ενα βραχίονα, λίγο πράσινο παλαιοθ καφοσ στόν μανδύα η βυσσινί στούς ώμους κι ενα βλέμμα , ~, " , , ' που οεν σταματάει επανω σου μονο τρα β' περα.. Μ'ζ ουν συλλ ογισμενοι και, αει , οια σκυφτοί σαν νά κρατανε πετονιές πού 'ναι τά Ι'Οιατά νήματα της ζωης μας. Κι αύτά δλα, μέσα σέ μιάν άτμάσφαιρα παραμονή; μεγάλων γεγονότων πού δέν ξέρεις αν θά έπισυμβοδν ποτέ. Είναι σάν νά χαράζει μιά δεύτερη μέρα μέσα στήν πρώτη. 'Οπόταν, 'κείνο πού λίγο πρίν άποπτοϋσε ιδιάζουσα βαρύτητα μέσα στή ζωή σου, τό βλέπει; νά συρρικνώνεται, νά έλαφρύνεται, νά έξαφανίζεται καί νά μήν απομένει στή θέση του παρά μιά κοπέλα πού μόλις έγγίζει τό εδαφος, κρατάει ενα πανέρι μέ λουλούδια καί προχω-', "" , ρει κατα σενα χωρις να σε φτανει ποτε. Τϊ μπορεί νά συμβολίζει μιά τέτοια οπτασία έντελώς αποσπασμένη από τά καθημερινά ένδιαφέροντα; 'Εάν είναι σωστό; ό κώδικας πού χρησιμοποιώ, λέει: «Καλώς έπλάσθηκες, ανθρωπε, χωρίς κανένα λόγο». ''Η μαλλον: «(ο λόγος πού έπλάσθηκες, ανθρωπε, είναι ακριβώς αύτός: ν' αποδεικνύεις κι έσύ μέ τή ζωή σου καί τό εργο σου οτι τά πάντα μπορούν καί πρέπει νά γίνονται χωρίς κανένα λόγο. Νά συντελοϋνται ετσι δπωτ συντελείται όλόκληρη ή δημιουργία». Μόνο, πού γιά νά τό καταλάβεις αύτό, πρέπει νά πας μακριά.
12
v-! -
V
-!
)'
,,'
ι
.,.v
· -_'/ .~
1','/ /' f· //
,./
, "
}'
ι
Ι'
Ι
1/
ι·'Ι '..,/ ' Ι
f.'
ι
Ι
Ι
ff
Ι
Ι·
Ι
ι
ι
•••.
-~
.••...!
----
-,!
Ι
f
~
Ι
Β'
ρεύονται πλάι μου, κι άπό κοντά, παγαιμένες μέ τόν ανεμο τόν βόρειο, οί Μυροφόρες, ώραίες μές στά τριανταφυλλιά τους καί τή χρυσή των άγγέλων άντανώελαση, Γέμισα καθ' όδόν χώμα κιτρινωπό, κοκκινωπό, καστανά, ραβδώσει; άπό πετρώματα σκοϋρα, μπλέ καί μώβ, σάν αότά πού βλέπεις παραπλέοντατ τίς άκτές της Κύθνου Αϋγουστο μήνα. Μιά ευτυχία των ματιών, πού είναι καί της άκοης καί της άφης καί τοϋ νοϋ, άφοϋ ή φύση γίνεται μελετητή ταυτόχρονα κι άπ' δλες τίς μεριές, ώσπου τελικά ν' άφομοιωθεϊ άπό τή δεότερή μας ύπόσταση, 'κείνην πού ξέρει ένίοτε νά γίνεται δέκτης έξαιΡετικά σημαντικών καί κατά τρόπο ύπέροχο άκατανοήτων πραγμάτων. Νά γιατί εόγνωμονω τοός ζωγράφους. Γιά τήν εύγνωμοσύνη πού δείχνουν κι έκείνοι απέναντι στήν uλη καί στί; δυνατότητες πού τού; προσφέρει νά τήν μετασχηματίζουν καί νά της δίνουν εναν άέρα - μή φοβόμαστε τόν δρο - άθα-
Ε
ΡΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ. ΟΙ συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας πο-
νασίας.
'Η σταθερή, ή δρισταή, ή μή άκυρώσιμη πραγματικότητα όφείλεται στά χέρια τους πού, μετατοπίζοντας πολλές φορές κάτι έλάχιστο, άποσποϋν τήν αι'σθηση άπό τό άνταείμενο πού τήν προκαλεί, τήν χειρίζονται κατά διαφορεταό τρόπο κι άποκαλύπτουν σέ μας τού; αλλους μιά κάτοψη τοϋ κόσμου πλησιέστερη πρός τήν πραγματική, έάν μπορεί νά τό πεϊ αύτό κανέ.νας. Πού, έντούτοιτ, είναι αλήθεια. Λίγο ~ t: ' .1. 'θ'" οετιοτερα, λ'ιγο φη λ'οτερα, λ'ιγο πιο" κοκκινο, λ'ιγο πιο" κιτρινο, κι ευ υς να: το φωτάκι άνάβει στόν Παράδεισο των κατανοούντων.
17
Κάποτε, εΤναι ή άλήθεια, συμβαίνει τό φωτώα αίιτό νά σου άνάβει χωρί; τίποτε νά τό δικαιολογεί' μήτε ή παιδεία σου μήτε OL εμφυτες ροπές σου. Καί παραμένει; μέ τήν αίσθηση του λαθραίου μές στόν Παράδεισο, εως δτου μιά μέρα σου δοθεί, μέ τήν πείρα καί μέ τή γνώση, νά καταλαβε« δτι δέν ησουν έσύ άλλά τό έπίμαχο θέμα, φορέας ένός σχήματος πού θά μπορούσε νά χαρακτηρισθεί ώς όξύμωρο.
18
Είναι αύτά πού μοί) συνέβη μΙ τόν Κυβισμό στα χρόνια της πρώτη; μου νεάτητατ. 'Όχι κάν στήν περίοδο τή σύντομη δπου είχα πρός στιγμήν ψαύσει τόν ίστοραό ύλισμά καΙ τήν είιχΙρειά του νά έρμηνεύει τά πάντα, θά 'τανε πιό φυσαό. 'Αλλ' άργότερα, δταν μΙ τόν Ι'Οιοφανατισμό είχα βρεθεΤ στούς άντίποοες καί ή μή χαρισταή άντLληψη της ζωης μΙ άπωθοϋσε τόσο, πού εφτασα στό σημεϊο νά δνειρεύομαι
19
γιά τόν ανθρωπο μιά καινούρια Σαρακοστή,
_, , , " _ , , 1 , 1
δπου ν& νηστεύει ολοuς τούς καρπούς
Ι Ι ", Ι ", -
τη; επυωαροτητα; και να μη συντηρείται παρα μονον απο τη στοιχειοαη έννοια των πραγματων και τη μεταφυσαη τουτ προεκταση.
πως ητανε δυνατόν, λοιπόν, νά μου άνάβει τό φωτώα μία Σχολή καταχωρημένη άπό τούς Ιστορικούς στά μητρώα του πλέον ακρατοΙ) ματεριαλισμοϋ; Καί Ομως. Εϋρισκα στά εργα των ζωγράφων της περιόδου έκείνης - τί περίεργο - άκριβως αύτά.πού ζητουσα: τό άντικεΙμενο κεκαθαρμένο άπό τήν άνεκδοτολογική τοΙ) φύση: τό σχημα του, τή δομή του καί τή συνάρτησή του μέ κάτι, απροσδόκητο ίσως, άλλά έξίσοΙ) όποταγμένο σέ μιάν άφανή γεωμετρία. ΚαΙ τήν ϋλη, έπίσης, οπως τήν έννοοθσα. 'Όχι σάν καταναλωτή; άλλά σαν μύστη; αίσθήσεων, 'Όχι σάν κορφολόγος έπωφελων ίδιοτήτων άλλά σάν όρθοτόμος μορφών καί σχημάτων.
(Η εννοια της παραστατυωτητατ, μέ τόν Κυβισμό, είχε σάν άντιληΦη μετατεθεϊ, γιά νά μήν πω &νεβεί, σ' ενα έπίπεδο παράλληλο μ' έκεΤνο των Αίγuπτίων η των Κρητών του Μίνωα, δπου τό λεγόμενο «μοντέλο» δέν είχε τή σημασία πού του δίνουμε σήμερα. Ό Παασσό δέν είχε - γιά ν' άνατρέξοuμε στί; Δεσποινίδες τfjς έξοντώσει μόνον μέ τό εργο του αύτά τήν Φuχογραφία καί τό σκιόφως. Είχε στήν ούσία έξοuδετερώσει τό «μοντέλο» η αν τό προτιμά κανείς, τό είχε ύποβιβάσε,ι στή θέση ένός άπλου προσχήματος.
Άβινιόν-
21
Δέν ενδιέφερε πλέον ή τάδε κιθάρα η τό τάδε τραπέζι άλλά ή κιθάρα, τό τραπέζι κα( οϋτω καθεξης. Ή φιάλη κι οχι ή «φιάλη του Banyuls»· τυπογραφυωί χαρακτηρες του τίτλου μιας εφημερίδας κι οχι τό «Journal» η τό «Ι.' IndCpendant»·
οι
ενα τοπίο μέ σπίτια κι οχι τό «τοπίο του Horta de Ebro». Αύτό εΤχε σημασία.
Ή λιτότητα καί ό άσκητισμός πού άποπνέανε τά εργα του Braque (προτού φτάσουνε στήν άναλ\)τική τουτ περίοδο) του Juan Gris~ του Leger ~όντοποιοϋσαν κυριολεκτικά ενα ιδανικό μο\). Δήλωναν μιάν απόσπαση άπό τή φιλοδοξία νά δώσει; τήν πραγματικότητα της οφθαλμαπάτης καί μιά θέληση νά συλλάβουν τό άντικείμενο στή δομική του άλήθεια, ετσι δπωτ τό άτενίζει ό νους μέσα στήν κοσμική τάξη.
22
:2ΙΙτι4Ι .•. ,....~ ~~
Κι έδώ, βέβαια, θ' άναρωτηθεϊ κανείς: πρός τί ολ' αιιτά; 'Γί δηλοί ό μόθος; Θ' απαντήσω. Πρώτον: έμπιστοσόνη στό φωτάπι: πού παρακάμπτει μέ αλματα τίς έγκεφαλικές διεργασίε; καί πιάνει μέ τήν πρώτη αιιτά πού ό μελετητής χρειάζεται χρόνια γιά νά ξεκαθαρίσει μέσα ταυ καί νά τά κατατάξει. Δεύτερον: δτι ή άγάπη
23
πρός τήν uλη δέν εχει καμιά σχέση μέ τήν υλιστική άντίληΦη της ζωης. ΚαΙ τρίτον: δτι αύτό πού έννοοσσαν OL προπάτορές μας δταν έ.'λεγαν «καθένας δπω; νιώθει» έξακολουθεΤνά ίσχύει, εστω καΙ αν δδηγεΤ μερικές φορές σ' εναν φαΙΥομενικά (έπιμένω στόν δρο) άπαράδεκτο παραλογισμό. 'Έτσι εϊναι, Καθένας δπω; νιώθει, δ, ανεται. πως αισ θ'
24
Γ'
ΕΙΝΑΙ
λάζιες
ΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ βάρκα σέ κηπο. 'ΑχνΙς γάζες γα-
μέρος ενώ τό άλλο μου άκόμη άναδίνει αρμη αιώνων, θά 'λεγες άπό πλαγίαυλο άνεβαίνε; σμύρνα ύακίνθων κι ύγρή γλόκα Κυμοθόης. Αότή ή βάρκα εΤμαιεγώ. Κι δταν λέω «εγώ» εννοώ τόν άτέρμονα μετέπειτά μοu. Δίχως τέλος.
η μώβ μέ καλύπτουν άπό τό 'να
Ό Shaykh Ahmad Ashisi λέει δτι ό Παράδεισοτ τοϋ πιστοί) γνωστυωϋ εΤναι
τό ΙΌιο του τό σώμα, μέ τήν εννοια δτι τοί) άπίστου εΤναι ή Κόλαση. Καί συνεχίζει: «Συλλαμβάνοντας τήν άνθρώπινη φύση σέ κατάσταση μετασχηματιστική, τήν καθιστας άξια νά γίνεται κάτι περισσότερο άπό, άπλώς, οργανο μιας ύπωαιμενυωτητα; πού αντιτίθεται στόν κόσμο' άφοσ οντας ό Παράδεισότ της εΤναι ό κόσμος της, ό άληθινός της κόσμος. Δηλαδή, δχι μιά ξένη πραγματικότητα συμπαγή; άλλά μιά διαφάvεια η άλλιώς άμεση παρουσία του
εαυτου
t _
σου στοv εαυτο
σου».
Καί ό Quotbodine Shirazi : «ΟΙ φανταστιπέτ μορφές δέν ύπάρχοuν μέσα στή σπέΦη, άφοσ κάτι μεγαλύτερο δέν μπορεί ν' άποτυπωθεΤ σέ κάτι μικρότερο. Οϋτε πάλι μέσα στήν πραγματικότητα, δπω; λέμε, άφοσ διαφορεταά ό καθείς πού διαθέτει αισθήσεις σέ καλή κατάσταση θά μπορούσε νά τίς συλλαμβάνει. Άλλά οϋτε πάλι άποτελοϋ» καθαρό μή-είναι άφοu, στήν περίπτωση αότή δέν θά εΤχες τρόπο οϋτε νά τίς άναπαραστήσεκ οϋτε νά ξεχωρίσεις τή μία άπό τήν άλλη' κάτι περισσότερο' δέν θά μπορούσαν αότές φαντασταέ; μορφές - ν' αποτελέσουν άντικείμενο
οι
25
κρίσεων διαφορεταών.
Κατά συνέπεια, έφ' δσον ύπάρχουν πραγματικά
κι έντοό-
τοι; δέν κατουωεδρεύουν μήτε στόν νου μήτε σέ κανέναν άλλο σuγκεκρψένο χώρο, θά πρέπει νά ύπάρχουν σέ μιά διαφορετιπή περιοχή, σ' εναν κόσμο -έvδ,άμεσο μεταξό αίσθήσεων κα( νοημάτων. Πρόκειται γιά εναν κόσμο, θά μποροϋσε νά πεϊ κανε(ς, ΟΠΟι) ένuπάρχει τό σύνολο τών πιθανών μορφών κα( σχημάτων, σγκων κα( διαστάσεων, καθώς κα( δλων δσων αύτά συνεπάγονται: στάσειτ, κινήσεις, μετασχηματισμού; κα( όχι μόνονο άλλά προσέτι θά πρέπει νά ύπάρχουν άφ' έαυτών, αίωροόμενες, χωρίς ν' άποτελοϋν μέρος ένός δλου η νά ΙΙπόκεινται σέ κάποιοΙ) ειδου; άλλο(ωση».
26
Έκατοντάδες
χρόνια πρίν, δταν ύπηρχαν άκόμη ανθρωπOL πού δέν είχαν κλεισθεί
στό κλουβί των αίτίων καί των αίτιατών, ή καρέκλα πετοϋσε καί ή θάλασσα πατιόταν. (ο ροφός άνέβ~ινε τό ρεϋμα των φυλλωμάτων κι ολοι οί δαίμονες των άγροκηπίων βομβίζοντας περιβάλλοντα» τό ίμάτιο τοϋ (Αγίου. Μ' αλλα λόγια, τότε πού τοί) 'παιρναν τοϋ άνθρώπου τή μιλιά οί ξωθιές, αυτός μιλοϋσε. Σήμερα κιοτεύει καί συντηρείται μέ τή μασημένη τροφή των μέσων μαζικης ένημέρωσης - ποuθε νά περάσει ό αγγελος; «Μά είναι πλάσμα της φαντασία; σου» Φιθυρίζουνε δειλά μερικοί. (Ωραία. Κι έκείνη τίνος πλάσμα είναι; Ρωτάω. 'Ένα βόδι μας βλέπει 11μας φαντά-
27
ζεται; (Η όμορφLάτης τέχνη; όφείλεται στά uλLκά η στήν απόσπαση άπό αότά μLας παράσταση; πού ύπερβαίνει τό άρχαό ύπόδειγμα; Στίς Σημειώσεις του ό Braque εςομολογεΤταL γLά νά κινήσει ζωγραφLκά τό ενΟLαφέροντου ενα όποιοδήποτε άν-
ση
ταείμενο είναι άνάγκη προηγουμένως ν' άποςενωθεΤ &~ό τήν χρηστική του ίδιότητα. Κι εγώ, άπό τό μέρος τό ΟLκόμου, εςομολογουμαι δτι μπροστά σ' ενα ώραΤο τοπίο δέν θά μπορούσα νά γράφω τίποτε. (Η φυσαή όμορφιά καταΠLέζεLτή νοητική, πού αίτεϊται τήν πλήρη απόσπαση καί άνάπτυςή της ως τό άπίθανο. Καλά νά 'ναι λοιπόν, άπό τήν αποφη αύτή, του καθενός μας ή ίΟLωΤLκή όδός πού βγάζεL σ' ενα «παντού» πού εΤναLτων αλλ ων τό «πουθενά».
29
ΔΙ
ΗΙΔΙΩΤΙΚΗ
ΟΔΟΣ κόβει μέσ' άπ' τόν χρόνο. πας πιό γρήγορα σπίτι
Καί πάλι, τό σπίτι σου δέν είνα~ άΚΡLβως έκεΤνο
σου άπό τήν Κωνσταντινούπολη,
πού ηξερες. Eίνα~ μ~ά άγΡOLκία μεγάλη μέ δ~πλές πέΤΡLνες σκάλες σάν έκείνη του Πούσκιν στήν Κριμαία. Παράδειγμα στήν τύχη φέρνω.
Κάποτε συμβαίνει καί νά προλαβαίνεκ
τά πράγματα στήν παιδαή του; ήλLκία: τό
αυλ~δάκ~, τό κοuζ~νάκ~, τή λεμονίτσα, τίς λψνουλες. ΆντιλαμβάνεσαL πόσο λίγη σημασία εχε~ ό χρόνος, αν δέν είσα~ ληξίαρχος. Καί ρίχνε~ς τήν καθετή σου μέσα στά γεγονότα γ~ά ν' άνασύρεLς, άπλως, λίγην ευφράδεLα νερων, μ~άν άντανάκλαση, μLά κuανή διαφάνεια. Τ' αλλα, καί δή σέ κατάσταση ώμή, σου είναι αχρηστα. Βγάνοuν συμφέρον, όξuγόνο δέν βγανουν. Κι ή φρόνηση της έλαίας άπό κοντά.
Είναι άνοιχτή γ~ά τόν καθένα μα; ή ίδ~ωτική του όΟός. Καί ομως τήν άκολοuθουν έλάχιστοι. Μερυωί, μόνον δταν συμβεί μία η δύο φορές στή ζωή του; νά είνα~ έρωτευμένοι. Κι οί ύπόλοιποι ποτέ. Είναι αυτοί πού άποχωροϋν μιά μέρα άπό τή ζωή χωρί; νά εχοuν πάρει κάν εΙΌηση τί τούς συνέβη, Καί είναι κρίμας. Eίνα~ κρίμας αύτά; ό ίσόβ~oς έγκλε~σμός στήν κιβωτό της' Ανάγκης, μέ καθηλ,ωμένες τίς αίσθήσει; σέ ύπηρεταό έπίπεδο. Καί νά 'φτα~γ~νoν ή ε'λλε~Φη πα~δείας; 'Εδώ κι ενας άμπελοuργός η ενας Φαράς, έάν είνα~ αυθ~τ~κoί, φτάνουν άπό τήν αποΦη της συνειδητοποίηση; των δρωμένων στόν ΙΌιο βαθμό πού φτάνε; καί ό ποιητής. Μuριάδες άνεπαίσθητες δονήσει; άπό τήν πυρωμένη γης η τό πρωινό πέλαγος έπενεργοϋν έπάνω τουτ, μέ άποτέλεσμα ό Φuχ~σμός τουτ νά δέχεται καί ν' άποταμιεύει έγχαρά-
30
(
ξεις ανώνυμα θε'ίκές, Κάτι άλλο λοιπόν συμβαίνει' πού σφραγίζει τήν Φυχή καί σ' έμποδίζει νά πάρει; θέση άπένανττ στό δίλημμα πού δέν επαΦε ποτέ νά θέτει μέ τόν πιό άπλό τρόπο ή ζωή καί στό πρακτικό καί στό θεωρητικό έπίπεδο. 'Ή παραμένεις μέ τίς πέντε σου αίσθήσει; άγόμναστες καί τόν ψυχικό σου κόσμο έκτεθειμένο σέ συμβάντα έπιφανεία; πού άπλως καταγράφεις, όπόταν, μεϊον τή διαφορά της
31
ποιότητατ, τοποθετεϊσαι στήν Ι'δLα παράλληλο μέ τά λα'ίκά τραγοόΟL~' άναι γνώσματα των έβδομαδιαίων περιοδαών: 11αποδέχεσαι, κατ' άρχήν, τήν ϋπαρξη μυστηρίου, όπόταν θέτεLς υπό άμφLσβήτηση τά ε.ξαγόμενα κάθε πρωτοβάθμια; ε.μπειρία; καί είσχωρεϊ; μέ μLά βαθLά τομή στήν πραγματαάτητα, ε.ΠLΟLώκοντας v' τό φαινόμενο της ζωης βάσει των στοιχείων πού σοϋ προσκομίάνασυνθέσεις ζουν, ή άποδεσμευμένη άπό κάθε πρωεατάληφη σκέΦη, άφ' ένός καί άφ' έτέρου, ο] άσκημένες, δπω; ενα λαγωνLκό, αLσθήσεLς πού ε.νίοτε αν εΤσαLτυχερά; τίς βλέπε« νά έπιστρέφουν άπό τά πεδία δπου τίς εΤχες ε.ξαπολόσεL, κρατώντας στά δόντια τους θηράματα της Ι'δLας σπουδαιότητα; μ' αότά πού κατά καφοός εχουν ε.ΠLτόχεLνά «χτυπήσουν» OLθρησκεΤες.
32
Δuστuχώς, ή ανθρωπότητα παράγει πολύ αίσθημα καί όλίγο πνεύμα. Καί τό πολύ , " , τρωει το, λ'ιγο. Δ'εν το, λ'εω σχετ λ ιαστυω;: το λ'εω με λ'υπη, 'Ε πει δ'η το, πο λ'υ σπαταλιέτα; καί συσσωρεύεται σέ τόσο μεγάλες ποσότητε; πού καταντδ ν' αποκλείει κάθε προσέγγιση πρός τό Οόσιώδες. Καί τό δώφυ, τό πιό ίερό πράγμα, μέ τό νά θολώνει τά μάτια (καί τόν νου) γίνεται ή αίτία πού συγχέουμε στήν τέχνη τήν όμιλία σέ πρώτο πρόσωπο μέ τήν Ιδιωτική περίπτωση του δημιουργού. 'Έτσι, μοναδικό μας κριτήριο απέναντι σέ κάθε δημιούργημα εφτασε νά 'ναι ή «συγκίνηση» καί μό-
νον. Είναι δμως ετσι; Αύτά είναι τό σωστό;
Προσωπικά, δέν θuμαμαι ποτέ νά δοκίμασα σuγκίνηση απέναντι στόν Παρθενώνα
η τήν 'Ιλιάδα, στϊ; Φηφιδογραφίες της Ραβέννας η τόν Σολωμό. Δόνηση, ναί. Δέος, ναί' αν οχι καί απορία: πώς γίνεται, πώς είναι δυνατόν ενας ανθρωπος τόσο από τή φύση του ύπό, νά φτάνει σ' ενα τέτοιο ύπέρ. Νά εύθειάσει η νά καμπυλώσει τίς γραμμές στό μάρμαρο, στή γλώσσα, στού; ηχοuς, μέ τόση ακρίβεια πού νά ύποαούουν καί νά μας παραδίδονται τά στοιχεία του κόσμοι; δπω; θά θέλαμε νά είναι, δπω; τά ζητα ή Φuχή μας καί δπως δλες οί πιθανότητετ δείχνουν δτι θά μποροϋσαν νά είναι. 'Αλλά τό ΙΌιο, ύπό τόν δρο της ύΦηλης ποιότητατ, παρατηροϋμε καί σέ πιό μικρή κλίμακα: στ' ιXpxιx"LxιX είδώλια καί τόν 'Αρχίλοχο, στί; λα"Lκές Βαϊφόρου; καί τόν Θεόφιλο, στήν Παραπορτιανή καί τό Ρόδον τό 'Αμάραντον.
π v ε Gμ α πού
γιά νά τό είσδεχθείς πρέπει νά κάνεις αλμα πάνω από τή συγκίνηση.
Καί νά 'χεις τήν Φuχή σοι; στά δάχτυλα, στα μάτια, στα ρουθούνια, στά χείλη. 'Από 'κεΤ μιλάει ό κόσμος. 'Από 'κεΤ βρίσκεις τήν ίδιωταή σοι; όδό. Πιό καλά θάλ-
λουν τά λουλούδια στόν 'Επιτάφιο.
δέν τελειώνει. 'Εδώ.
Μυρίζει ερωτα ή έκκλησία. (Η ζωή μένει καί
33
Ε'
ΕΜΠΡΟΣ
ΛΟΙΠΟΝ μιά στιγμή ας παίξουμε δ.τι μας κατέβει άπό τόν γιά
νου: ζάρια, κουδούνια, πλόες, άγάπες, Οστρακα. Καί τά λάθη μας νά τά βάζουμε " 'λ κι αυτα στον ογαριασμο.' * * * Φώς άπό χαλαζία κυανόν της Παρθένου. * * * Δυνάμεις πολλών 'ίππων σέ κάτι σταλτό της όμορφιας κιόλας φευγάτο. * * *
ί
Ή κολυμπήθρα μώβ. Τό άγγελούδι.
Ό χαμένος Κήρυκας.
* * *
Δειλινό μέ σύννεφα ετσι δπωτ τ' αποτυπώνει της όρτανσίας ή άκοή.
34
(
Τίμιο ξόλο άπό τή «Φτερωτή» στά μπλάβα.
* * *
Διάφορα μυστικά στό πανέρι: άρρεβωνιάσματα, βότσαλα των Σπετσών, καραμέλλες κανέλας μέ ξυλάκι, περιστερογουργουρίσματα.
35
Κορίτσι βε.νέτικο.
* * *
Κι οUτε. μέ σέ κι οUτε. μέ μέ κι οUτε. μ' ολο τόν κόσμο.
* * *
Βάρκα πράσινη άπό κούνια ξuπνή κι ε.Uχαρις.
* * *
"Ως τά πέρατα τοσ μικροσ μικροσ μου καημοσ πό 'χει της γης τό φάρδος.
* * *
"Οπως βυθίζετα; τό σεντόνι μές στά μεσάνυχτα κι απομένουν Φηλά οί όροσε.ιρές κομμένε.ς μέ τό ΦαλΙδι.
* * *
Σωτήρ φε.ρέοικος έξ ένστίκτου μέ τήν lanterne magique του.
* * *
'Η Θ ' Φυτω, μπ λ'ε. μω β στ ,,,άσπρα. , ••εα
36
Βάρκα δεμένη μαζί μου διά βίου μέ τά δεσμά του κήπου.
* * *
Είπαν σε
η
'Ανθοθσα
η
Σελαμένα.
37
Μεταξωτό Φυχης φερμένο από τή Δαμασκό ή τήν Κωνσταντινούπολη.
* * *
'Αέρας αζαλέας μ' ανδρικό φέγγος καί ή πρόσοφη δλη μ' άπαλά ύδροχρώματα.
* * *
Τ ά χίλια σώματα του ανέμου και τό ενα του ανθρώπου.
* * *
<Ένεκα ό καιρός.
* * *
Τέως θάλασσα μέ φακιόλι καί ράντιστρο ήχων.
* * *
"Ω Σ ελ αμενα, τα μπ λ ε σου τα ξιοευουν κι ο Θ ι οεν βλ επει τον θανατο. ι ι ι ~ ι ι ι ...εος ~ ι
Ι (
38
ΣΤ'
ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΜΕΙΔΙΟΥΝ καΙ οΙ ποιητέ; διανοοϋνται. ·Οχι. Χρειάζεται κάτι αλλο. "Ισω; ή άφέλεια. Μάλλον Τι άφέλεια χα{ Τι χάρις μαζΙ
'Εάν μας χτυπούν, νά βγάζοuμε ηχο καθαρό. Καί νά προτείνουμε μιά ζωή πού, γιά νά σταθεί, νά μήν εχει άνάγκη άπό ύποσημειώσεκ. Είναι καιρός, θά τό ξαναπώ, ή παλιά μας έκείνη γνώριμη Άμαδρυάςάκόμη καί μέσ' άπό τούς ήλεκτρονικούς όπολογιστές νά ξαναβρεί τό δέντρο της. Νά μπεϊ πάλι μπροστά ό μηχανισμός μιας άτελεύτητης είκονογραφίας. Καί νά δοκιμάσουμε καταπρόσωπο τόν άέρα μιας έλεuθερίας διόλου δμοιας μ' έκείνην πού' κατοχυρώνουν τά δημοκρατικά μα; Συντάγματα.
ΟΙ
'Η έλλειπτικότητα στήν εκφραση καί τό αυθαίρετο στή σκέΦη εχοντας άπό καιρό άποκτήσει τίτλου; νομψ.ότητας, οί τομές πού έπtχεφουν, έπtτρέπουν στό μάτt νά μήν πτοείται πλέον άπό τά παραδομένα σχήματα. 'Ο πιό άνερυθρίαστα ειλικρινής γίνεται καί ό πιό άποτελεσματαά καινοτόμος. Κλωσάμεδλοι μα; μιά μικρούλα ίδιαιτερότητα πού αν δέν κάνοuμε τό παν ωστε ό όποΦήφιος νεοσσά; νά σπάσει τό τσόφλι ΤΟι) καί νά πεταχτεί εξω, πάμε χαμένοι. Στούς έκατό ζωγράφοuς όγδόντα
οι
πνίγονται μέσα στούς αλλοuς είκοσι, μόνο καί μόνο έπειδή δέν έπέτuχαν 11δέν μπόρεσαν έγκαίρως νά καταθέσουν τήν βαπτιστική του; σφραγίδα. ΟΙ ναυτες του Τσαρούχη, τά όμηρικά άκρογιάλια καΙ 'Αριάδνες του Στέρη, τά κορίτσια του Μόραλη κι σuκιές του Νικολάοu, οΙ ποδηλάτες του Φασιανοϋ, πρωτίστω; μας έλκύοuν
οι
οι
γιά τήν όΦηλή του; ζωγραφική ποιότητα. Τό σωστό σωστό. 'Άλλωστε αυτό είναι μιά προϋπόθεση γιά κάθε τέχνη, χωρίς έξαίρεση. Δεuτερεuόντως δμως - ας τ'
40
,ι/
(
,
/1
/f
Ι
\
\
,
ι
"Ι
\ \
{
Ι
Ι
f
\ ! ~ί
Ι
\Ι
\ι
\l~
Ι !
Ι
' i
Ι
Ι
ι
) Ι
i
ι Ι
f .ί
ι
Ι
Ι
,!
Ι ,:
{;
:'
Jι
;'
ι
Ι
\.
όμολογήσουμε - μας γοητεύουν επειδή τραβοϋν τό κοuρτινάκι σέ κάποια μυσταή γωνιά της φuχης τοuς. Παροαολουθοϋμε τόν θίασο τοϋ εσωτε.ρικοσ του; κόσμου νά μας «παίζει πραγματικότητα», μιά πραγματικότητα πού δέν θά ύπηρχε, χωρίς αυτούς, περίπτωση νά καταλάβει ποτέ θέση στή συνείδησή μας καί ν' αρχίσει νά γίνεται μόθος. Δηλαδή, ν' αρχίσει κάποια συγκεκριμένη πτυχή της φuχης τοϋ διπλανοσ μας πού αγνοούσαμε ν' αποσπάται από τά συμφραζόμενά της καί, χωρίς ν' αλλάξει ταυτότητα, νά όδηγεϊτα: στόν ύπερθετυω της βαθμό μέσα μας. 'Έκπληκτοι μένουμε μερικές φορές σέ μιά τέτοια δυνατότητα πού αγνοούσαμε δτι διαθέτουμε, δπω;
ό πεζογράφος τοσ Μολιέρου.
'Ακόμα καί ή παρουσία μιας γεωμετρικης καθαρότητας άπλως
η αντιθέτως
ένός
παραμορφωτυωϋ παροξυσμοσ στά εργα τ' άνευωνικά, είναι κι εκείνη μέ τόν τρόπο της, θέμα· πuρήνας μύθου.
Νά λοιπόν πού εκείνο τό περιφρονητέο «τί μας ίστοροϋνε οί ζωγράφοι» ζητάεινά έπανεγγραφεϊ στίς αξιολογήσεις μα;: δσο είναι δυνατόν βέβαια νά τό άποχωρίσει κανείς από τή λεγόμενη τεχνοτροπία τοϋ καλλιτέχνη. Χώρια δτι αποτελεί καί μιά δεύτερη άφετηρία γιά νά ελέγξεις καί νά εκτιμήσεις τίς αποκλίσεις σου, τίς ροπές σου.
45
Συχνά εχω άναρωτηθεΤ, γιά νά φέρω ενα προσωπικό παράδειγμα, γιά ποιόν λόγο ένώ βρίσκω Φυχρόν τόν Seurat κι οϋτε συμπαθώ - άπεναντίας - τά λεγόμενα «στίγματα», γοητεύομαι από τό τελικό άποτέλεσμα. Νά 'ναι ή ύπόκωφη γεωμετρία του, σέ μιάν έποχή πού ή φόρμα είχε ύποχωρήσει μπροστά στί; δονήσει; του , , -" , χρωματος, που μου ενευε παταφαταα;
46
Μαλλον. ΚαΙ στόν Piero della Francesca; Μήπως
αν έ.'λειπαν έκείνα τ'
άρχιτεκτο-
νικά στό βάθος 11τά μυστηριοαά βλέμματα πού πλημμυρίζουν μέ σιωπή τόν χώρο, θά μέ άπασχολοϋσε λιγότερο; Σαφώτ προτιμώ τόν Πλυμέvο άέρα του Max Ernst άπό τό ΚυvηΥημέvο Δάσος του της ΙΌιας χρονιας (1969), χωρίς νά ξέρω γιατί. Πολύ περισσότερο τό ΠοιμεVΙΧό του Klee άπό τό ΈπιλεΥμέvο τοπίο του της ϊοιας έπίσης χρονιας (1927).
"Ομωτ έοω, τό φόβητρο της Ψυχολογία;
- XΙXL oLκαLωμα το
, , ~,
να πατησω
,'1::'
μέ σταματά. Δέν εχω τή διάθεση , , 1::' , ~ενα χωραφLα. Μ' ν " ακουω ~ερω XΙXL ονο
νά βλέπω. Νά συλλαμβάνω τά πράγματα που συγκρουονταL μέσα μας 11 πιό ,. , ", , " ", , , ι , σωστά XΙXL ακρα προσοχη, τα μηνύματα που εππεμπονται απο την κρουση με των μυστικών της ζωης έπάνω στήν Φυχή μας.
Ζ'
ΠΙΕΣ
ΧΩΜΑΤιΝΕΣ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ~xouv καΙ ποιός γεωμέτρη; τού;
κάνει τόν ύποβολέα; 'Επειδή κάτι τό γαιώδε; καί όρθογωνίζον ύπωωμαίνεται κάτω άπ' τ' Άντιληπτά. Μ' άόρατα δάχτυλα μας έγγίζει τόν νου ό εξω κόσμος. 'Ακοϋμε σάν νά βλέπουμε, βλέπουμε σάν ν' άκουμε. 'Αδειάζουν τ' αντικείμενα κι απομένουν
50
σκέτες γραμμές μέ σοφία χαραγμένες δπω; Ε.κεΤνατά σχέδια της 'Γριγωνομετρία; δπου εσκυβα, μαθητή; στό Γυμνάσιο, καί άδυνατοϋσα νά τά καταλάβω. 'Άλλες φορές πάλι, πιό σπάνια, λάμπουν μέσα σέ μιά διαφάνεια καθάριου αίθέρος. 'Αλ ηθινή ούράνια επικράτεια, μετέωρη, διαπερασμένη άπό τίς άχτίδες καί άντιπροσωπευ-
ταή, άπλως, της ϋλης καί της απέραντη; μορφολογίας της.
Θuμίζει Πλάτωνα μιά τέτοια πρόταση,τό καταλαβαίνω. πως γίνεται δέν καταλαβαίνω. Άφου Ιγώ τό μόνο πού κάνω είναι νά ξεκινω άπό τήν αισθηση καί νακαταλήγω, περνώντας από τόν καθαρμό της, πάλι στήν αΙσθηση. Κάτι πολύ άπλό πού ώστόσο μέ απομονώνει άπό τό κοινό αισθημα καί συχνά μέ κάνει νά προβαίνω σέ ρήσεις κατάλληλες μόνο γιά τούς πολύ εuφuεΤς η τούς τρελούς.
, ' Ετιναι σαν να"βκο εται ο κοσμος στα ουο: απο τη μια, το αναποφευπτο της Μ οιρα;:
(ι ,
~I " ,
ι
",
άπό τήν αλλη, τό άλάθητο μιας μαργαρίτας. Ιπιχειρω
1'
Τί είναι πιό δύσκολο δέν λέω. Τό
- ποτέ τό εϋκολο δέν μου ηταν εϋκολο - μέ κάθε μέσο, άκόμη καί μέ
τά χρώματα πού μου άνοίγοuν τήν ορεξη νά τά τρώω λές κι εχω άνάγκη άπό τίς βιταμίνες τοικ. Καί ή γεύση τοuς; Γεύση Σαντορίνης, γεύση Κρήτης, γεύση" Αθω. Μαζί μέ μιάν Ιλιά, Ιδω η ΙκεΤ, κοντακίου η κάλβειας ώδης ωσποΙ) άπό τά μεσοδιαστήματα, τίς ώχρες καί τά μπλέ κοβαλτίου, τίς συνηχήσεκ καί τίς μεταφορές, άναδuθεΤ 'Αμφίων των χρωματιστών θαλασσων άναπαρθενευμένοτ ό κόσμος. Κόσμος αιώνιος άλλ' άδιάπτωτα σέ κατάσταση νεογέννητου. Σκηνές, πού γιά νά εxouv ΙπαναληφθεΤ ταυτάσημεξ τόσο πολλές φορές, εφτασαν νά γίνουν συντεταγμένες του 'Ελληνισμού.
Τό χωριό τ' δρεινά σέ κάποιο νησί, τό φτωχοοαλησώ«,
ό παπάς ό ερμος μέ δλο
δλο γιά Ικκλησίασμα μιά γραϊα καί τρία μικρά παιδιά. «Δι' εόχων των άγίων πατέρων ήμων». Στό παραθυρώα μέ τό σπασμένο τζάμι ό ξεραμένος βασιλαό; κι άπ'
Ι.'
εξω, πέρα, ως κάτοΙ) άριστερά, οι πλαγιές μέ τίς φuτεΤες άπό κρεμμύδια καί τ' άγριεμένο πέλαγος.
52
Κάτι τέτοιες φυσηματιέ; μοσ 'ρχονται κάθε τόσο καΙ μέ άνασταίνουν. Φαίνεται δτι κάπου μέσα στό διάστημα, δπου Ιξακολουθοσν νά τρέχουν τά ί δ ω μ έ vα, θά πρέπει
νά σηκώνονται άερώαα πού πάνε κόντρα στό ρεσμα
είναι άπλώς πιό ισχυρά δπωτ οί σπηλιάδες καΙ μας έπιστρέφουν παρόμοιες στιγμές ακρας ταπεινωσύνη; καί όμορφιας, δπω; θά 'πρεπε νά 'ναι οί κανόνες τοϋ βίου μας. 'Όπου νά εχει τή θέση
η πού
του καί ό καλλιτέχνης χωρΙς νά αισθάνεται καταπίεση. Νά χτυπδ, πληκτρα καί νά παράγει ε ιJ φ ω ν ία· δηλαδή, μέ τόν τρόπο του, δικαιοσύνη. 'Επειδή, στό βάθος, μοναδική του εγνοια κι Ικεινοσ είναι πόσο μέρος θά δώσει στό ενα καί πόσο στό αλλο άπό τά απεφα πού καταπιάστηκε νά παίξει. Μιά μέσφ τοϋ θανάτου αθανασία. 'Οπόταν, Ιάν ό βαθμός της ποιότητα; φτάνει στό Ι'διο ιιφηλό σημείο, οί άποστάσει; καταργούνται. 'Ανάμεσα στόν Ronsard
η τόν
Fra Angelico καΙ τόν Mallarme
η τόν
Juan Gris δέν μεσολαβεί παρά τό σημα τοϋ σταθμάρχη της ευαισθησίας μας.
"Ω, ας είναι καλά ό αγγελός μου ό κατεβασμένος άπό κάποιο τέμπλο, θεός τοϋ ανέμου συνάμα κι 'Έρως καΙ Γοργόνα, θά 'λεγες τόν είχα κάνει πρίν γεννηθώ ειδική παραγγελία. Μέ τήν ευλογία του παλαντζάρω καλUτερα τίς φουρτοσνες τίς δικές μου καί προχωρώ στίς Ιπικίνδυνες περιοχές, τά υφαλα καί τίς κρυφονεριές, περασμένα μεσάνυχτα μέ άναμμένα τά δυό μου φωτώαα πρόσω ήρέμα.
53
ΠΡΟΣΩ
ΗΡΕΜΑ
ΑΙ
ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΙΚΉ &νθρωπότητα, κατάφορτη &πό τΙς άμαρτίες παλαιών καΙ νέων δογμάτων, εχω στήσει τά πενήντα τετραγωνικά
μοu καί περιμένω' μέ δύο άόρατα γιά τού; &λλοuς άκοuστικά περασμένα στ' αίιτιά μου, αίιτοδίδακτος άσυρματιστή; πού ξέρει σ' αίιτά προπάντων τά «έπιτόπου»
ΜΣΑ
ση
ταξίδια είναι δυνατόν νά παρουσιαστούν οί πιό άπροσδόκητες, οί πιό σuγκλονιστικές περιπέτειετ.
Μιά μέρα πού ρωτοϋσα τόν Παασσό πώς ετuχε νά μήν κάνει ποτέ στή ζωή του μεγάλα ταξίδια, μοu άπωφίθηπε: «Παρά νά τρέχεις έσύ πίσω άπό τόν κόσμο, δέν
57
είνα~ καλύτερα νά τόν κάνε~ς νά 'ρχεται 'κείνος κοντά σου;». Καί πρίν προλάβω ν' άνοίξω τό στόμα μου, συνέχισε: «Ξέρετε πως; Είναι πολύ άπλό. Έξαρτατα~ άπό τόν τρόπο πού ζείς, πού έργάζεσα~, πού έρωτεύεσαι. Bref, έγώ τίς πέντε ήπείροuς τίς εχω μέσα στό άτελιέ μου».
Παρά τήν κάΠΟLαΟLηση,τά λόγια του μ' αγγ~ζαν. "Εδιναν βαρύτητα δχι τόσο στήν κινηταάτητα τήν ί'O~αδσο στήν Ικανότητα του μυαλοϋ μας νά ύπωαθίσταται σ' αυτήν. Κι εβαζαν τόν τόνο στή σωστή σuλλαβή δταν γύρω μου άφθονουσαν οΙ άνορθο-
γραφίες. 'Αλήθεια. Παρωωλουθοϋσα, χρόνια τώρα, μέ κατανόηση άλλά καί άμηχανία, τίς προσπάθειες που εκαναν μερικοί συνάδελφο] μου γιά νά διαφοροποιηθοϋν άπό τους άστούτ. "Αλλος μέ τό άναποδογύρισμα του εΙκοσιτετραώρου του. "Αλλος μέ τήν άλλο ίωση του παρουσιαστυωϋ αεροπλάνο γιά νά μή συναπωωμίσουν του. Πολλοί, πηδώντα; άπό άεροπλάνο σέ έπιστρέφοντα; παρά μερικές χιλιάδες χιλιό-
μετρα καί λίγο συμπιεσμένον άέρα. Καί τί νά πείς γιά κάποιων άλλων τίς καθιερωμένες άπό καιρό καί μεγάλης κυκλοφορίας «αΙσθαντικές στιγμέ;»: 'κείνα τά δειλινά πάνω άπό τό λιμάνι· τόν ζητιάνο που παίζει φυσαρμόνιπα μές στό Φιλόβροχο· τό
"---.
.. T'~
...-.-..,..,.,' •••• . ~_.,.~---~.,
..
----/
#J
"""
'\
_/
μ
κοuτσό παιδί στό καλνΤιΡίμι τ~ς φτωχογειτονιά;: ό μακρύς διάδρομος ένός νοσωωμείου μέ τ' άμαξίδια καί τή λεuκή μπέρτα πού χάνεται στό βάθος δλα τοuς τσαλακωμένα καί μέ καθυστερημένη αφιξη δελτάρια πού αμα τά βλέπω νά «βγάνοuν δάxpu» άκόμα, μου' ρχεται ν' άνοίξω τό παράθυρο καί νά καλέσω σέ βοήθεια τόν φίλο μου τόν Βορρέα. Θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στήν T~νo, πού νά 'ρθει μέ τήν εύχή τ~ς Παναγία; καί νά καθαρίσει τόν τόπο άπ' δλων των λογιω τ/ς τοuρκιας καί τ~ς γηραιας Εύρώπης τ' απομεινάρια.
Τότε λοιπόν τό ζητούμενο; Ή πραγματικά ποιητική ζωή; Δέν ύπάρχει άπάντηση, δέν όπάρχει μάρτυτ, κι ισως αύτό νά 'ναι τό ώραϊο, Στό σημεϊον δπου τό μόριον της Φuχ~ς μεταβάλλεται πάλι σέ μόριον ϋλης, έκτός άπό τόν έαυτό σου δέν γίνεται νά παρίσταται αλλος κανείς. Κι είναι, άλήθεια, σ' ενα τέτοιου εΙΌοuς πείραμα πού συνίσταται τό μυστυω: νά δημιουργείται καί στόν εξω κόσμο, άπά τίς πράξεις σου η τίς ένέργειές σου, ενας πυρήνας ταυτόσημο; μ' αύτόν πού διαμορφώνεται άπό τίς σuγκινήσεις σου καί τά Ιδανικά σου σέ δσα γράφεις. "Εχει σημασία ή συνέπεια καί όχι μόνον: είναι ή λειτουργία των σuγκοινωνούντων δοχείων πού ένδιαφέρει. Νά κυκλοφορεί τό μυστήριο καί στού; δύο χώροuς μέ τήν ΙΌια εύλογοφάνεια.
<Όλα τά παράγωγα τ~ς μuστικ~ς ηχησης πού συντελείται σέ μιά γραφή νά βρίσπουν τήν άναλογία του; στό έπίπεδο των άνθρωπίνων σχέσεων. Μέ τέτοιον τρόπο πού άκόμα καί οί σuζεύξεις των λέξεων, οί παραπλήσιε; τ~ς μαντικ~ς, νά βρίσκουν κατ' άντιστοιχίαν τήν έφαρμογή του; στίς πέραν του όρθολογισμου τυχόν ένέργειες καί διασυνδέσει; σου, έ.ιiν μπορεί νά τό πεϊ αύτό κανένας. Τό αγνωστο χέρι πού σφίγγει τό χέρι σου. Τό σκοτάδι δπου του θέτέ-ις αστρο. Τ' άγόρια πού Φέλνουν κι ή έκκλησία, τελικά, φανερώνεται. <Όλα μαζί κι ενα ενα χωριστά.
60
Μιά καφεμαντεία χωρίς καφέ η μαλλον μιά χαρτοπαικτική πρακτική δπου τή θέση των ασων καί των ρηγάδων έπέχουν οΙ ανθρωποι. Καί ΟΠΟΙ) τ' άποτελέσματα, δσο ποινότυπα η Ικπληκτικά καί αν συμβαίνει νά βγαίνουν, κρέμονται άπό τό νημα κάποια; ανώτερη; δύναμης πού η δέν τήν χρειάζεσαι η τήν χρειάζεσαι καί τήν άποδέχεσαι χωρίς αλλοuς Ινδοιασμοός.
Τήν Ιποχή πού πρωτογνώρισα
τίς άρχαΤες θάλασσες, ή στεφάνη των κuμάτων ε-
μοιάζε κομμένη στά μέτρα μου. Περπατοϋσα κι ακοuγα τόν Ποσειδώνα πως θύμωνε καί πως χτυπούσε τήν τρίαινα. ΟΙ αίιλόπορτες μέ τόν βαρό χαλκά διαμιας ανοιγαν κι εβλεπες τό κορίτσι μέ τό σχισμένο φουστάνι νά χάνεται στό βάθος άπό τίς άσβεστωμένε; καμάρες. ΟΙ γλάστρες μιλοθσαν. Στήν περίοδο της άνθοφορίας γέμιζαν τόν άέρα μέ φθόγγοuς πού άνέβαιναν όλοένα, σχημάτιζαν Ιπωδοός του' Αρχίλόχου κι υστερα διαλόονταν άφήνοντας μιά μικρή σπίθα στήν καρδιά μου: τήν Ι'Οια πού κάθε τόσο τινάζεται ίσαμε σήμερα, φεψάλuξ πού τή λέει κι ό ποιητής.
"Α, είναι σκληρό πράγμα νά ζεΤςμέ τό αίσθημα δτι σuνεχως γuρίζεις στήν πατρίδα σου καί δέν σέ άναγνωρίζει κανένας. Μιλας καί τίποτα. Μιλαν καί τίποτα. Βαβίζουν. "Γλωωϋν. Μιά συνεννόηση σκύλων μεΤον τή νοημοσύνη τουτ. Δέν ξέρω. 'Ίσως νά 'ναι άπά Θεοϋ νά μήν εχει θέση ό ποιητής ποuθενά. Σuνεχως νά βρίσκεται μέ άναμμένες τίς μηχανές καί άνεβασμένη τήν αγκuρα. "Οπωτ, χωρίς νά τό ξέρω, εκανα κι Ιγώ πού άπό λιμάνι σέ λιμάνι εφτασα ως Ιδω νηι συν σμΙΚΡΌ μεγαν ποντον περησατ,
.,., -ι ι ,
62
Β'
ΜΕΓΑΣ ΠΟΝΤΟΣ ε!ναι πέντ' εξι χιλιάδες λέξεις. Καί τό σκάφος μου ενας χώρος ίσαμε δεκαπέντε βήματα μάκρος πού άνεβωατεβαίνει όλοένα καί προχωρεϊ άνάμεσα 'Ηρακλείτου καί Πινδάρου μέ κατεάθυνση τήν 'Ακρόπολη καί πιό
πέρα, τά Φαληρα, τίς Αίγινες.
Ο
63
Γ
Φυσάει νοτιάς καί χλαπαταγάνε οΙ τέντες μου. Κάθομαι στό πιλοτήριο μέ τήν οίκειότητα τοϋ πολύπειρου άλλά καί τόν κόμπο στόν λαιμό τοίί ύπεύθυνου, πού νιώθει νά τόν παρωωλουθοϋνε μέ αγρυπνο μάτι ό Φρειδερϋωτ Χαίλντερλιν άπό τή μιά καί ό Διονύσιω; Σολωμός άπό τήν αλλη. Δέν είναι άστεϊα. Μικρές δονήσει; άπά μιάν ακρα σιωπή χωμένη μέσα στόν θόρυβο νιώθεις νά σοίί 'ρχονται, δπω; τά βλέμματα μιας κοπέλας πού οιακρίνεις μιά στιγμή μέσα στό ανώνυμο πληθος καί χάνεται χωρίς νά ξέρεις αν θά τήν ξανασυναντήσεις ποτέ. Δέν ξέρεις αν θά σοϋ ξανα-
δοθεί ποτέ νά σμίξεις τίς λέξεις μέ τήν Ι~ια θαυμαστή άσυμμετρία ένός άριθμου τηλεφώνου πού τόλμησες κάποτε, γοητευμένοτ, νά πάρεις καί σου άλλαξε τή ζωή. 'Επειδή τό Ι~ιo είναι' ή Ι~ια Ιπιδίωξη' ν' άπαλλάξεις τήν εκφραση άπό τήν όσμή του παλαιοπωλείου καί τίς καθημερινές σοι>ήμέρες άπό τήν σκουριά των χεφαφιων καί των φιλοφρονήσεων. Μαζί πάνε. Μερικές φορές, μάλιστα, χρειάζεται καί κάτι άλλο γιά νά πετύχει; τόν στόχο σου' ν' άκολουθήσεις μιά τεθλασμένη σάν αίιτή, Ιπί παραδείγματι, πού σχηματίζεται στόν χώρο της δοuλειας μοι> άπό τή λάμΦη του μπρούντζου. Πού ξεκινάει άπό τά πόμολα του μυφοϋ γραφείου, άντιχτυπδ σ' ενα παλιό μοναστηριοαό ρολόι (χωρί; τζάμι) καί καταλήγει στόν κορμό μιας λάμπα; πετρελαίου διασπευασμένη; σέ ήλεκτρική. Συμβαίνει, αίι~ό'τό ζίγκ ζάγκ σ' ενα ποίημα Ινίοτε,Υά προσδίδει παρόμοια λάμΦη.
Λέξείς Ιρχομένες άπό πολύ παλαιά η άλλες νεότερες, άκόμα καί ίδιωματικές, συνωστίζονται στήν άκρη της πένας σου, σαλεύουνε σάν κάτι νά ζητανε, άναπηδοθν ως τό σημείο νά σέ πιτσιλάνε καί στό πρόσωπο' καθώς ή πλώρη βυθίζεται μέσα στά γεγονότα κι οΙ σταγόνες άπό τό πάφλασμα φτάνουν ως τό κατάστρωμα, σέ καταβρέχουν, σου κολλανε στό μέτωπο συνθήματα διαδηλώσεων, σήματα κομμάτων, ίαχές. Χρειάζεται συνεχως ν' άπωθείς, ν' άποποιεϊσατ, νά Ιπιλέγεις, νά υίοθετείς. Ή πιό σώφρων στάση μπορεί νά 'ναι κι ή πιό τολμηρή' δέν ξέρεις. Άλλά πρέπει νά δοκιμάσεις. Νά δοκιμάσεις μέ τόν Ι~ιo τρόπο πού δοκιμάζει δ Σολωμός δεκαεννέα-φορές τόν Ι~ιo στίχο. 'Επειδή - κοντά στ' άλλα πρέπει νά τό ίιπενθυμίζει καν εΙς αίιτό - Τι άχριβολΟΥία
στή σΧέΦη δέν συμπίπτει
πάντοτε
μέ τήν άχριβο-
λΟΥία στά αίσθήματα'
κοτητας.
πόσο μαλλον στά δράματα ηστούς διασκελισμούς πού άπαιτοϋνται γιά νά κινηθείς σ' ενα έπίπεδο ύπεράνω πολύ της χρηστικης πράγματι-
65
Έκεί πού κατουωϋν Θεοί κι πιά άνεπαίσθητες άποκλίσεις άποκτοϋν τεράστιε; διαστάσει; καί δείχνουν πόσο βάρος εχει καί στί; πράξεις μας καί στόν νοσ μας 'κείνο πού θεωρούσαμε ασήμαντο. 'Ίσως - δέν είναι παράξενο μεγάλες καί συνε-
οι
οι
οι
χείς άποτυχίε; μας έκεί νά δφείλονται. Σ' αύτήν τήν παράλειψη. Σάν fίλιoς δπού ξάφνου σκεί πυκνά καί μαυρα νέφη ΝαΙ Τό ρολόι δείχνει σωστά τήν (;ψα. Καί φανερά σου γίνονται τά σπίτια μές στή χλόη 'Όχι. Κάτι δέν πάει καλά.
v ι 'δ Λαι φαινονται τα κατασπρα σπιτια στην πρασινα α.
Ι Ι , Ι Ι
Ούτε. Μοιάζει μέ έπεξήγηση. Τ' δρος βαρεί !,ατάρραχα καί σπίτια ίδές στή χλόη. Αύτό είναι. Αύτό τό «σπίτια ιδές στή χλόη» πού πέφτει σάν σκισιματιά, αίρει πραγματικά τή θολάδα. Έάν δέν καταλαβαίνεις τή διαφορά, έάν δέν τό 'χει; όπ' οψιν σου καί στήν πολιτική καί στόν ερωτα καί στα γραφτά σου έξίσοu, πας χαμένος. Είναι κι αύτό μιά έξήγηση γιά τό πόσο δόσκολα πορεύεται ή άνθρωπότητα.
Δuστuχως, ανθρωποι άπωετοϋν εύκολα μεγάλη παιδεία καί σέ ο, τι άπαιτεϊται μονάχα έγκέφαλος, διαπρέπουν. Σέ ο, τι ομως άπαιτεϊται νά μετέχουνε οί αισθή-
οι
66
σεκ, ύπνώττουν. Τά αΙσθητήριά τουτ, σέ κατάσταση μονίμου ύποθερμΙας, άδυνατοϋν νά μετατρέψουν τήν πηγή του έρεθισμου σέ εΙΌωλο πού νά καθρεψτΙζεται κατ' άναλογΙαν μέσα στό πνεϋμα. 'Εξ ου καΙ ό περίφημο; διανοητισμότ της έποχης μας πού άπωωπτει ενα ενα δσα νήματα μας συνδέουν μέ τήν αμεση ζωή καΙ μας καταδικάζει σέ πείνα θερμης άγκαλιας καΙ άληθινων δωφύων.
67
Τί σόι «ποιητική» μπορεΤ νά είναι ή ζωή σου δταν XilLτό κορίτσι πού φLλησες XilL τό σκοτεινό δρομώα δπου τό φLλησες XilLτή μουσική πού σοσ έρχότανε άπά μακριά οταν τό φLλησες, πρέπει νά φάξεις γιά νά τά βρεΤς μέσα στά λεξικά.
Κουράστηκα. ΈξακολουθεΤ νά φυσαει. Σηκώνομαι νά κάνω μερικά βήματα έπάνω κάτω' υστερα σταματώ γιά λLγο πίσω άπό τήν τζαμόπορτα XilLπαρακολουθώ τό άνεμο μαχητό ποό κάνουν οί μπεγκόνιες XilLτά πελαργόνια. Παλεύουν. "Ολοι μα; παλεύουμε. Ίό σκάφος άνασηκώνεται XilLχτυπά τά κόματα, γέρνει πότε άπό τή μιά, πότε άπά τήν άλλη μπάντα. Εύτυχως πού τό φορτίο μου είναι βαρό κι άέρtνο. Βαρύ άπό ένανΤLωση πού κανείς δέν εόρέθηκε ως τώρα ν' άναγνωρίσει, νά υίοθετήσει. Κι έλαφρό άπό ίχνογράμματα βιωμάτων πού τοός άφαιρέθηκε, μετά τόν έξαγιασμά, τό πρόσκαιρο περιεχόμενο κι εφτασαν νά γίνουν άπιαστα καί μελισσοδίαιτα στοιχεία: λόγια τοσ Παρμενίδη, φούλια μόλις έλευθερωμένα, θά 'λεγες, άπό χέρι άγαπημένο, μπάλες γυάλtνες άπό νερά τοϋ Κάβο-Μαλιά, συννεφώαα τοσ Παρθένη, ρήσεις τοϋ Blake, φιλιά καί δάκρυα περασμένα κομπολόι, μερσίνες κι άλλες άθωότητες τοσ νοσ μου σέ κατάσταση πρωτογενή.
Καταμεσή; της φουρτουνιασμένη;
θάλασσας καί στό πεϊσμα των καιρων καί των δπου
συρμών, ενας άλλου εί'δους, δεύτεροτ, όδαρής κόσμος, ολος άπό χλωρίδα,
βουτώ κάθετα καί ξανανεβαίνω στήν έπιφάνεια κατά εtκοσι χρόνια νεότερος στήν άντίληφη γιά τά πράγματα καί τό μεταβλητό πού άντιπροσωπεύουν. Δηλαδή, τό χρημα της υλης πού άπαιτεϊται γιά νά φτάσεις ν' άγγίξεις τό διαρκές ποό αύτά καλύπτουν.
68
Μοναχικό ταξίδι που τ' άποπειράθηπα μέ κενή τή θέση στά δεξιά μου, ναί, άείποτε ομως συντροφευμένοτ από μιά συστοιχία φυτών πού διαιροϋν γεωμετρικά τόν χώρο, άγίους δπω; ό Σουαβίατ 11ό Ζωωνθου, .κορίτσια μόλις κομμένα σαν τό κεράσι, μισο-πραγματαά, μισο-φανταστικά, πού μετατοπίζονται άνάλαφρα, πάντα ομως μ' άραχνοuφαντα έσώρουχα- πού πρώτα τρίβονται πάνω σου δπω; τό σπίρτο κι άνάβουν- ίίστερα τρέμουν καί λιώνουν γιά ν' άφήσουν πάνω στό ήλιοκαμένο σου μπράτσο δυό τρεΤςσταγόνες δροσιά. 'Έτσι συμβαίνει νά: κάνω ερωτα καί νά γίνομαι θρησκευόμενος άπό τούς λίγους.
73
Γ'
ή ωρα εξι άκριβώς. Ό Λένιν έννοοϋσε νά βρίσκει τούς κοντuλοφόροuς του έκεΤ πού τούς είχε άφήσει καί μέ τήν Ι'δια σειρά. Ό Πούσκιν, εόθύς πού τελείωνε τό γράΦιμο, ξανάβαζε τά βιβλία στήν προκαθορισμένη του; θέση κι άπαγόρευε στούς ύπηρέτες του νά τ' άγγίξοuν.
Ο
Λ ΟΡ ΔΟ Σ ΜΠΑ ΥΡο Ν συνήθιζε νά πίνει ~~α ποτήρι νερό κάθε άπόγεμα
Οί μεγάλοι μας ρομαντικοί κι έπαναστάτετ, δπω; βλέπουμε, εϊχανε κι έκεΤνω τίς μικρές τουτ σuνήθειες, τήν δική του; άντίληΦη γιά τήν τάξη. ''Αν καί, γιά νά 'μαστέ δίκαιοι, δέν πρόκειται άκριβώς γι' αύτό. Μαλλον έπιζητούσανε , πιστεύω, νά έπιβάλουνε μιά ποινή στόν χρόνο γιά τήν Ιδιότητά του νά μεταβάλλεται σέ καθημερινό μας τύραννο, άνταποδίδοντάς του τά Ισα. Γιά νά μήν ριΦοκινδuνέΦω μιάν αποΦη πιό τολμηρή. "Οτι έπιθuμούσανε - ύποσυνείδητά τοuς βέβαια - νά έπαναλάβουνε στή δική του; άτομική κλίμακα, τή λειτουργία πού έκπληρώνανε μέ τήν κατά τακτά διαστήματα έπαναφορά τουτ, τά χορικά στήν άρχαία τραγωδία η οί έπωδοί στούς Ψαλμούς καί τίς δUτLκές μπαλάντες. Πού, πραγματικά, μ' εναν πολύ εuφuή τρόπο κόβανε τή διάρκεια καί τήν δένανε συνάμα. Τό Ι'δισ αλλωστε πού κάνοuν οί γιορτές τών διαφόρων θρησκειών πού δένουν μέ τόν σπάγκο τοuς τίς ήμέρες κάθε χρονιας μήν άπλώσουν καί μ~ς φύγουν.
75
Ή «τάξη», σύμφωνα μέ μιά τέτοιαν άποψη, δέν ένέχει τή σχολαστική εννοια πού
συνηθίσαμε νά της άποδϊδουμε. Μοιάζει μ' ενα κλειστό κουτί πού μας απωθεΤ αλλά πού αμα τό ανοΙξοuμε, ανακαλύπτοuμε δτι φuλάγει τήν μικρή μας έλεuθερΙα σύν μιά μικρή προτροπή: ν' απαλλαγουμε από τό περιττό. Κι αλήθεια εΤναι ανάγκη. Δέν γίνεται αλλιως. 'Ή θά 'σαι όλιγαρκής στά ύλικά σου αγαθά η θά 'σαι δλιγαρκής στά βιώματά σου. 'Απαιτείται, θά ε'λεγα γιά παράδειγμα, νά 'χεις φτάσει στήν ως τόν εσχατο βαθμό έλαχιστοποΙηση των χρηστιπών όργάνων της δοuλειας σου - ακόμη καΙ των βιβλίω» - γιά νά μπορέσει; άπερίσπαστα νά έπιδοθεΤς στήν ακτογραφία του γuμνου σώματος πού πάλλεται δίπλα σου η νά σιγοτραγουδήσεκ τόν σκοπό πού σου ύποβάλλε; κάποιο ξανθό μαλλ! παίζοντα; δίπλα σου μέ βραδινό αεράκι. 'Από σένα έξαρταται. (Η μιά τύχη σπρώχνει τήν άλλη, αρκεΤ νά κάνεις έσύ , , , την πρωτη κινηση.
Μέ τήν ύπαγωγή του; τέτοιο σημεΤο ταύτιση; νιστά ενα μικρό θαϋμα. της ζωης σου. Κι δχι
στήν ίΌια νομοτέλεια οί δύο σου φύ~εις, φτάνουν ένΙοτε σέ πού ή ποιητική νά προτρέχει της καθημερινης. ΚαΙ αύτό συΝά γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, τό ποίημα 'Ονειρωφϊτη; μ' αίιτά πού λέει αλλά μέ τόν τρόπο πού τά λέει.
Δύο άλφα κοντά κοντά, Ισον λάκκος
χρωματιστό
η
δπου κινδuνεύεις νά πέσειτ. (Υαλί 'Εν τιρ μηνί Άθύρ: θά χρειασθεϊ από μέροuς σου μεγάλη είιγένεια
η παγίδα
κι εύαισθησία γιά ν' άντιμετωπίσεκ τήν κατάσταση. Άπόσκια η σούροuπο: μήν ασχοληθεΤς, δέν αξίζει τόν κόπο. AιJθάδη ναύτηv: κάτι απροσδόκητο θά σου τύχει.
'Όρεξη Υιά μάτια lxouv ο[ κρίνοι: νά δοθεΤς χωρίς κανένα δισταγμό. Ποuλιά του Προύθοu: θά γνωρίσεις εαρ γλυκύ.
76
--~
•
_~_-
Δυστυχώτ, δσο πληθαίνουν οί σπουδασμένοι, τόσο ή άντίληΦη αότή χάνεται. Πρόκειται γιά μιά χωριατιά της μάθησης πού μας άπαγορεύει νά βλέπουμε τή ζωή σάν αίνιγμα, χωρίς καί νά μας φέρνει άποοείξεις
, , ", Ι(
ΟΤΙ
δέν είναι. Συντεταγμένοι διοπτρο,
φόροι θεσμοθετοθν στό δνομα της ρuτίοας καί των Φηφιακων άριθμων, οΙ αθλιοι, ,!_ τη στιγμη που εσυ κοιτας πω; να υπωιαταστησειτ, γραφοντας, το νοητο σωμα σου στό «τρέχον σώμα», ωστε ν' άποφόγεις τά γηρατειά. "Ομω; ετσι άποκτα ή ζωή σου, άνάλογα μέ τήν ωρα η τήν έποχή, τό σχήμα του ρόμβοu, τή μυρωδιά της λου'ί'Ι
77
Ι
ζας, τόν τόνο της ωχρας του τοίχου, τόν ρυθμό ένός «τρίο» του Χάυντν, τόν άέρα της ταχυτητα; του αυτοκινητου σου.
, -, Ι
Βλέπεις τά βιώματά σου, αλλοτε ν' άπομακρύνονται θαρά όνεφική προοπτική,
σέ μεγάλο βά.θος μέ μιάν κα-
αλλοτε πάλι νά 'ρχονται σέ πρώτο πλάνο, τόσο πού νά
διακρίνεις τούς πόρους του δέρματός σου. Κεϊνο τό έλαφρότατα έπιχρισμένο μέ ρόζ καί λευκά σπίτι πού κάποτε είδες στόν ίίπνο σου καί τό βρηκες άπαράλλαχτο στήν πραγματικότητα, δμω; μέ σφαλιχτά παράθυρα καί πόρτες, χωρίς νά μάθεις ποτέ τό μυστήριο πού κλείνει. 'Όπως καί τό ροδακινί φουστάνι, πού σου ενευε άπό μακριά ενα βράδυ σέ κάποιον θερινό κινηματογράφο καί τό ξαναβρηκες στό έξώφυλλο μιας ποιητικης συλλογης πού ε'λαβες τήν έπομένη τό πρωί άπό μιάν αγνωστη Ρουμάνα συνάδελφό σου καί δέν κατάφερες νά τήν διαβάσει; ποτέ. Κοντολογίς, αότά πού πιάνει ό νους σου κι αότά πού πιάνει τό χέρι σου, καμωμένα ενα πράγμα. Πότε βαριά, γιομάτα αΙσθήσει; πρωτογενεΤς, πότε άνάλαφρα κι άέρινα σάν τίς μακρινές γραμμές τών βουνών πού διακρίνουμε, καθώς πλέουμε, στό βάθος. Πού μήτε πιάνονται, μήτε άγγίζονται, μήτε ξέρεις αν κρύβουν ε κάτι πίσω τους.
, ' t, ,,, " Τ,ωρα τα, νερα μοια'ζ ουν πιοι γα ληνεμενα: ο αερα; εχει κοπασει· ακουγονται πιο δυΙ ,
νατά οι μηχανές καί οι χτύποι της καρδιας μου, Προπαντός αυτοί - πώς άλλιώς. Κανένα λιμάνι δέν μας δέχεται πιά, Είναι γεγονός. Ή παλιά άδιαφορία εφτασε νά γίνει έχθρότητα. Μόλις κάνουμε δτι πλησιάζουμε, βλέπεις νά συνάζεται στό μουράγιο ενα πληθος άλλοπρόσαλλο, γύναια κουμπωμένα ως τόν λαιμό, γέροντε; χαιρέκακοι, νέοι μέ μακρύ μαϋρο έπανωφόρι καί σκουλαρίκι στ' αύτί. Χειρονομοϋν, φωνάζουν, μας κάνουν σινιάλα νά φύγουμε, ν' άπομαπρυνθοϋμε, λές καί μυρίζονται τί εΙοους είναι τό φορτίο ματ, τί σημασία εχει τό «άγαθόν» 11 ή «έναντίωση» πού , " , ,~ , γι αυτουτ, το ιοιο κανει.
78
(ο μόνος
ορόμος πού μας άπομένεL τώρα είναL ό κΙνΟuνος. ΕίναL ή μαυριδερή έκεΙνη
διαχωριστική γραμμή πού σχηματίζεται οεςLά, στό βάθος, ή γεμάτη βράχια κοφτά, ςέρες, uφαλα, ροuφηχτρε~, άπονέρια. Μένουμε σταματημένο: μεσοπέλαγα. (Η μοναςLά της θάλασσας είναι πυφή καΙ ατελεάτητη. 'Απλώνεται ως τ' άκρότατα δρια του όρΙζοντα, τεντώνεται, τσιτώνεται θά 'λεγες, ωσποΙ) κάΠΟLα σΤLγμή ό νους σου ν' άγγιςεL άπό τό άλλο του άκρο τό ΙοανLκό πού κείται πέραν· στήν ούσία ομως γειτονεύει δπωτ συμβαίνει μ' ολα τ' άντ(θε~α στήν εσχατη εντασή τουτ. 'Αλήθει«, νιώθω τώρα νά 'μαι κοντά, σχεδόν «ν' άκοuμπω» 'κεΤνα πού διηγοϋντα. OL παλιοί ναυτυωί. Γιά μLά ζώνη άπέραντης καΙ άπεφθης καθαρότητας ΟΠΟΙ)τό βάρος σου έκεΤ δέν μετράει XLΟΠΟΙ) ό φως δέν εΤναLτου ήλ(οΙ) πού ςέροuμε μήτε κανενός άλλοΙ) τ τεχνητοϋ 11 οδρανίου σώματος. ΕίναL τό φως πού δέν χρειάζεται νά περάσει άπό τά μάτια γLά νά σου γίνει αίσθητό. ΈκεΤ, εχοuν νά λένε, συντελείται ή έπανάκτηση του σώματος μεϊον τήν είίτρωτη πλευρά του, (Η άνασόνθεση της uλης πού σέ άποτελεΤ, μέ βάση δεδομένα έντελως άγνωστα γLά μας καΙ συγκλονισταά, προπάντων άπό τήν άποΦη δτι δέν ύπάγονται πλέον στί; διαδαασίετ του χρόνου. Στροφή λοιπόν δλο οεςLά καΙ πρόσω καταπάνω στόν xfvOuvo. Δέν γίνετα, άλλLως. ''Η θά συνθηκολογήσεLς καΙ θά με(νεLς άπό τούς έοωθε 11 θά περάσει; πέρα. Προσοχή. Κανένας μήν λLγοΦuχήσεL. Τά χέρια στό τιμόνι. Κιόλω; ενα μήνυμα οιήΥηνου όςuγόνου φτάνε; ως έμας. Προσοχή. Θάρρος. "Εφτασε ό καφός νά έπαληθεuτουμε. Τά χέρια στό τιμόνι. Πρόσω. Πρόσω ήρέμα πρός τό μή θολοι5μενον, τό έτρε-
πτον, τό Υυμνόν, τό φαίνον,
τό αύτφ καταληπτόν,
τό άναλλοίωτον.
79
ΠΙΝΑΚΑΣ
ΤΩΝ
ΕΡΓΩΝ
Εύάδνη (1979)
Ή Θεά Φυτώ δΙ (1988) Ή κίτρινη γραμμή (1988)
Ίό «Κιόσκι» (1987) Ριπιδωτό (1986) Μπλέ καί Πράσινο (1988) Ό Φυλλένιος (1988) Ίό αρχαίο καράβι (1988) Πικρό (1988) Καράβι σέ κηπο (1988) Ίά λευκά φσλλα (1983) Ή Θεά Φυτώ βι (1983) ΕΙρμός (1969) Ίά φσλλα (1988) Ίά νοόφαρα (1988) Μέ θάλασσα κι ασβέστη (1988) Ρομαντικό (1988) Μορφή Νίκης (1969) Ίό μασρο σώμα (1988) Ίό Έγκόλπιο (1988) Ίά ψάρια (1988) Παιδικό (1988) Ίό χρυσό πλέγμα (1988) Πλέγμα μέ καλάμι (1988)
3 6 9 11 18 19
20 22 23 24 26
27 28 31
32 35
37 39
46 47 48 49
50
51
83
Λεπτομέρεια βάρκας (1988) Τά βότσαλα (l988) Τό κάτοπτρο (1988) Ή Καθαρή Δευτέρα (1988) ΟΙ χορδές (1988) Μεταλλικό (1988) Πλατύφυλλο (1988) Άπό ψηλά (1985) Τό φυλλόδεντρο (1988) Τό καραβάκι (1988) Εύάδνη (1979)
54
57 58 59
61 63
64 67 74 77
81
84
Η
"ΙΔΙΩΤΙΚΉ ΟΔΟΣ"
ΜΕ ΤΡΙΑΝΤ Α ΤΡΕΙΣ ΤΕΜΠΕΡΕΣ ΜΙΑ ΥΔΑΤΟ ΓΡ ΑΦ ΙΑ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1990 ΣΕ ΧΑΡΤΙ FEDRIGONI AVORIO 120 ΓΡ. ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝΙΒΙΒΑΙΑ * ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΑΟΚΥΡΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ ΦΩΤΟΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑ ΦΩΤΟΚΥΤΤΑΡΟ ΕΠΕ ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΑΟΣ ΕΠΕ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΦΙΛΜΣ ΑΔΕΑΦΟΙ ΠΙΝΑ ΟΕ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΕΞΩΦΥΛΛΩΝ ΑΔΕΑΦΟΙ ΒΟΜΠΡΑ
Ο μόνος δρόμος που μας απομένει τώρα είναι ο κίνδυνος.Προσοχή.Θάρρος.Τ α χέρια στο τιμόνι.Πρόσω.Πρόσω ήρεμα προς το μη θολούμενον,το έτρεπτον,το γυμνόν,το φαίνον,τω αυτώ καταληπτόν,το αναλλοίωτον.
kyriaz20 left a comment
Spiros Pappas left a comment
Christos Lorentzos left a comment