The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20110803092154/http://www.scribd.com:80/doc/50130084/15/%CE%95%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A4%CE%97%CE%A4%CE%91-%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%99%CE%9F%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%99%CE%91%CE%A3-%CE%A0%E2%84%A6%CE%9B%CE%97%CE%A3%CE%97%CE%A3

9. ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ ΠΩΛΗΣΗΣ

«…Κατά το άρθρο 138 εδάφ. α' ΑΚ, δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα
σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Πραγματικό,
επομένως, της παρ. 1 της ανωτέρω διατάξεως αποτελεί το γεγονός ότι η
δήλωση των συμβαλλομένων για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας βρίσκεται σε
θελημένη διάσταση με τη βούληση αυτών, αφού αυτοί συνήψαν μία δικαιοπραξία
κατ' επίφαση μόνο γενόμενη, κατά κανόνα προς παρακώλυση των δανειστών ή
της φορολογικής αρχής, έννομη δε συνέπεια αυτού του πραγματικού είναι η
απόλυτη ακυρότητα της δικαιοπραξίας. Εάν η δήλωση των κατ' επίφαση
δικαιοπρακτούντων γίνεται ενώπιον τρίτου, π.χ. ενώπιον συμβολαιογράφου,
εφόσον πρόκειται για πώληση ακινήτου, δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει και
αυτός ότι η δήλωση αυτή γίνεται μόνο κατ' επίφαση (βλ. Karl Larenz, Allgem.
Teil, έκδοση 1980, παρ. 20 I c, σελ. 332, Tuhr παρ. 66 zu Anm. 49). Βάσει της
διατάξεως του άρθρου 138 ΑΚ, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη,
η οποία επιφέρει την ακυρότητα της μόνης εικονικής δικαιοπραξίας που δεν
καλύπτει άλλη, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα μόνο της
φαινομενικής (εικονικής) δικαιοπραξίας όχι όμως και της κάτω από αυτήν
καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω κατά νόμο
προϋποθέσεις (βλ. ΑΠ 387/1993 ΕλλΔνη 1994.1301). Η ΑΚ 138 παρ. 2,
θεωρούσα ότι η δήλωση για την κατάρτιση της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας
ενυπάρχει στην εικονική δήλωση (βλ. Palandt, BGB 41η έκδοση (1982) παρ.
117 Anm. 3, σελ. 79), προάγει την πραγματική αυτή βούληση σε ολοκληρωμένη
δικαιοπραξία, διαφορετική της εικονικής, έστω και αν οι δύο δικαιοπραξίες
εμφανίζονται ως μία ενιαία πράξη (βλ Π. Κορνηλάκη, Παρατηρήσεις υπό την
ΕφΘεσ 612/ 1980, Αρμ 1980.952)…» (ΕφΑθ 553/1996 Αρμ 1998, τ. ΝΒ, σελ.
1334, ΝΟΜΟΣ) «…Σε περίπτωση καταχωρισμένων, σε συμβολαιογραφικο έγγραφο,
συμβάσεων πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας
ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις
βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές, υπό την
έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις
εκείνων ήταν ως να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την
κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να
πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν
υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη,
θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα
της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της
τελευταίας. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο
έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο

301

για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ιδίου
άρθρου. Καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης
πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το
συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί
καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο
τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης
των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η
σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το
αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο.…» (ΑΠ
323/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ) (ΑΠ 1340/2008 ΕφΑΔ 2008, σελ. 1201, ΕφΠατρών 54/2007
ΕφΑΔ 2009, σελ. 278). «…για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το
γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με
ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή
των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται και ότι σε
περίπτωση αναγνώρισης, με δικαστική απόφαση της εικονικότητας δικαιοπραξίας
που έχει μεταγραφεί γιατί αφορά ακίνητο, η απόφαση αυτή σημειώνεται στο
περιθώριο της δικαιοπραξίας αυτής, όχι προς τον σκοπόν ενάρξεως των
αποτελεσμάτων της ακυρότητας από του χρόνου της σημειώσεως, αφού η
ακυρότητα υπάρχει και χωρίς τη μεταγραφή, αλλά προς εξασφάλιση της
δημοσιότητας και προστασίας των τρίτων…» (ΑΠ 1276/2008, ΝΟΜΟΣ) «…η έννοια
της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ’ εαυτής και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του
ισχυρισμού περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας, αντιστοίχως δε και για την
πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης που καταφάσκει την
εικονικότητα, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήσαν εν γνώσει
της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως
σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον (ΑΠ
1169/2003, ΑΠ 874/96, ΑΠ 517/80)…» (ΑΠ 1659/2006 ΕλλΔνη 2007, τ. 48, σελ. 799,
ΝΟΜΟΣ) «…η αναγνώριση της ακυρότητας δικαιοπραξίας λόγω εικονικότητας
μπορεί να ζητηθεί και από τρίτο εφόσον υπάρχει έννομο συμφέρον, πράγμα που
συμβαίνει όταν πρόκειται για αβεβαιότητα της σχέσης από την οποία δημιουργείται
για τα συμφέτοντα του τρίτου κίνδυνος είτε αυτός είναι άμεσος και επικείμενος είτε
εξαρτάται από την συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού από την αποτροπή
του οποίου κατατείνει η ζητούμενη αναγνώριση της ακυρότητας (ΕφΔωδ 85/1993
Αρμ ΜΗ.258)…» (ΕφΠατρών 369/2004 ΑχΝομ 2005, τ. 21, σελ. 7, ΝΟΜΟΣ)
ΥΠΟΚΡΥΠΤΟΜΕΝΗ ΑΛΛΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ «…κατά το αρθρ. 138 Α.Κ. δήλωση
βουλήσεως που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη.
Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη
την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της. Με τη
διάταξη αυτή γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, που επιφέρει την
ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας και σε σχετική η οποία επιφέρει
την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και
εκείνης που υποκρύπτεται. Η τελευταία είναι έγκυρη αν συντρέχουν οι όροι που
ορίζει η διάταξη, αν δηλαδή την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι για τη
σύστασή της. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι και όταν συντρέχει σχετική
εικονικότητα, συντρέχει δε συγχρόνως στο πρόσωπο του συμβαλλομένου, κατά τις
διατάξεις των αρθρ. 68 και 70 του Κ.Πολ.Δικ., έννομο συμφέρον, είναι δυνατή η
έγερση αναγνωριστικής αγωγής με την οποία να ζητείται από τη μια πλευρά η
αναγνώριση της φανερής δικαιοπραξίας ως άκυρης λόγω εικονικότητας και από την
άλλη η αναγνώριση της υποκρυπτόμενης δικαιοπραξίας, την οποία ήθελαν τα μέρη
και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου, ως έγκυρης. Στην περίπτωση αυτή, αν η
αγωγή αποδειχθεί βάσιμη, εκδίδεται απόφαση με ανάλογο διατακτικό που
αναγνωρίζει την ακυρότητα της φανερής και το κύρος και τη φύση της
υποκρυπτόμενης δικαιοπραξίας (βλ. ΑΠ(ολ) 36/98, Δνη 99.40, ΑΠ. 1438/95, Δνη
98.554, 1363/91, Δνη 92.1197). Τέτοια δικαιοπραξία αποτελεί και η υπό την εικονική
σύμβαση πωλήσεως ακινήτου καλυπτόμενη σύμβαση δωρεάς, την οποία ήθελαν τα

302

συμβαλλόμενα μέρη και τηρήθηκε ο απαιτούμενος γι` αυτήν συμβολαιογραφικός
τύπος, εφόσον η κυριότητα του πράγματος μεταβιβάσθηκε δια της μεταγραφής του
συμβολαίου στον δικαιούχο και κατά το φαινόμενο αγοραστή (βλ. ΑΠ. 253/92, Δνη
93.1312). Πάντως, η σύμβαση πωλήσεως δεν είναι άνευ ετέρου εικονική από
μόνο το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαρισθεί ή
να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με
παραγραφή ή κατ` άλλον τρόπο. Κατά την εξέταση όμως της υπάρξεως
συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων το δικαστήριο μπορεί να συναγάγει
τεκμήριο ή επιχείρημα για την εικονικότητα της συμβάσεως πωλήσεως από την
αποδεικνυόμενη μη καταβολή του τιμήματος (βλ. ΑΠ. 787/94, Δνη 95.840, 306/93,
Δνη 94.1301, ΕφΑθ. 3271/98, Δνη 98.899, 8342/98, ΝοΒ 46.237). Η κατ’ αρθρ. 138
και 180 Α.Κ. ακυρότητα της δηλώσεως βουλήσεως ως εικονικής αφορά τη
δημόσια τάξη και για τον λόγο αυτό η παραίτηση από αυτήν είναι ανίσχυρη

(βλ. ΑΠ. 1274/94, Δνη 96.608)…» (ΕφΠατρών 57/2001, ΝΟΜΟΣ) ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΑΓΟΡΑΣΤΗ «…από τις διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ, οι
οποίες ορίζουν η μεν πρώτη ότι “Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά
μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω
από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που
απαιτούνται για τη σύστασή της”, η δε δεύτερη ότι “Η εικονικότητα δεν βλάπτει
εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την”, συνάγεται ότι σε περίπτωση
εικονικότητας της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης κατά κυριότητα ακινήτου ή
του προσυμφώνου τέτοιας πώλησης και μεταβίβασης, η οποία εικονικότητα αφορά
στο πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύει η σύμβαση και το προσύμφωνο όχι για
τον φαινομενικά εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον
πρόσωπο, ήτοι τον πραγματικό αγοραστή, απαιτείται γνώση και αντίστοιχη
συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του πωλητή, του φαινομενικού
αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή, ότι η σύμβαση ή το προσύμφωνο
καταρτίζεται όχι με τον φαινομενικό αλλά με τον πραγματικό αγοραστή. Εξάλλου,
καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της έτσι καταρτιζόμενης συμβάσεως ή
προσυμφώνου το αν το τίμημα οφείλεται εισέτι ή καταβλήθηκε στον πωλητή είτε από
τον φαινομενικό αγοραστή είτε από τον πραγματικό αγοραστή είτε από τρίτον. Τέλος,
όταν η εικονικότητα στη σύμβαση ή το προσύμφωνο αναφέρεται στο πρόσωπο του
αγοραστή, η σύμβαση ή το προσύμφωνο είναι άκυρη και γι΄αυτό θεωρείται σαν να
μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή, ισχύοντας αντίστοιχα για τον
πραγματικό αγοραστή, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να
προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των
άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, για να είναι ορισμένη και άρα
να προτείνεται παραδεκτά η ένσταση περί εικονικότητας μιας συμβάσεως πωλήσεως
και μεταβιβάσεως κατά κυριότητα ακινήτου ή του αντίστοιχου προσυμφώνου, ως
προς το πρόσωπο του αγοραστή, πρέπει να μνημονεύεται σ΄ αυτήν εκτός άλλων, ότι
υπήρξε σχετική συμφωνία μεταξύ του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του
πραγματικού αγοραστή…» (ΑΠ 74/2006, ΕλλΔνη 2006, τ. 47, σελ. 1383, ΝΟΜΟΣ).
«…Από τη διάταξη όμως του άρθρου 138 παρ. 2 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις
των άρθρων 369, 513 και 1033 του ίδιου Κώδικα, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις
εγκυρότητας των συμβάσεων πωλήσεως και μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα,
ακινήτου, προκύπτει ότι σε περίπτωση εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως
ακινήτου και της τυχόν ενωμένης με εκείνη συμβάσεως μεταβιβάσεως, κατά
κυριότητα, του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία
εικονικότητα αφορά το πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύουν οι συμβάσεις αυτές
όχι για τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον
πρόσωπο, ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία ανάμεσα σε όλους τους
εμπλεκόμενους, εικονικούς και πραγματικούς, ήτοι ανάμεσα στον πωλητή, στον
εμφανιζόμενο ως αγοραστή και στο πρόσωπο που καλύπτεται από εκείνον, ότι οι πιο
πάνω συμβάσεις καταρτίζονται, όχι με τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά με το
καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, που είναι και ο αληθινός αγοραστής…» (ΑΠ

303

323/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ) «…Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138, 180
και 513 Α.Κ. προκύπτει ότι, όταν η εικονικότητα στη σύμβαση πωλήσεως
ακινήτου αναφέρεται στο πρόσωπο του αγοραστή, η σύμβαση αυτή είναι
άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή και
ισχύει και για τον κατά τη βούληση των συμβαλλομένων αληθινό αγοραστή. Η
ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει
έννομο συμφέρον (Ολ.ΑΠ. 32/1987)…» (ΑΠ 408/2002, ΝΟΜΟΣ). «…Τούτο
συμβαίνει και όταν ο φαινόμενος αγοραστής κατά την κατάρτιση της συμβάσεως
εκπροσωπήθηκε από άμεσο αντιπρόσωπο, οπότε τα ελαπώματα της βουλήσεως,
συνεπώς και η εικονικότητα κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, χωρίς
να απαιτείται και έγκριση από τον πραγματικό αγοραστή. Περαιτέρω η κατ’ άρθρο
138 ΑΚ εικονικότητα δύναται να αποδειχθεί με όλα τα κατά τις διατάξεις του
ΚΠολΔ επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και με μάρτυρες, εφόσον αναφέρεται
στο κύρος της δικαιοπραξίας και δεν πρόκειται για τροποποίηση αυτής ως
προς το καθορισμένο από τα συμβαλλόμενα μέρη περιεχόμενό της, ώστε να
απαιτείται ο οριζόμενος για τη δικαιοπραξία τύπος (ΑΠ 1403/2003 Δ/νη 45.1037,
Νόμος, ΑΠ 430/2000 Δ/νη 41.1607, ΑΠ 289/1995 Δ/νη 38.1083, ΑΠ 1017/1978 ΝοΒ
24.302)…» (ΕφΛάρισας 137/2006, ΝΟΜΟΣ).

47433319-Υποθηκοφυλακεία-Ακίνητα-Νομολογιακές-Συνθέσεις

Sections

show all« prev | next »

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...