Εργαλειοφόρος-Για την κοινωνική και ταξική αντεπίθεση
Η παρούσα µπροσούρα αποτελεί προϊόν συλλογικής δουλειάς της συνέλευσης του εργαλειοφόρου και είναι απόρροια συζητήσεων, εκδηλώσεων και δράσεων που προηγήθηκαν όλο το προηγούµενο διάστηµα, αποτελώντας για εµάς µια νέα αφετηρία ζυµώσεων και εξέλιξης της σκέψης/δράσης µας . Είναι ένα ακόµα σηµείο (ασταθούς) στήριξης, χρήσιµο για να µπορέσουµε να αντιµετωπίσουµε τις αντιφάσεις που η ίδια ζωή καθηµερινά παράγει, µέσα από δαιδαλώδεις µηχανισµούς, στην εργασία, στις προσωπικές σχέσεις, στις πολιτικές διεργασίες… Τροφοδοτούµαστε από την βεβαιότητα ότι αυτά που επεξεργαζόµαστε αποτελούν µια διαρκή δυνατότητα στο σήµερα, ότι απασχολούν πολλούς από αυτούς που βιώνουν τον παραλογισµό αυτού του συστήµατος. Επιζητούµε να συνευρεθούµε µε όλους αυτούς και να ενωθούµε πάνω στα αυτονόητα, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο, χωρίς δογµατισµούς, µε όπλο την αλληλεγγύη. Επιλέξαµε να ασχοληθούµε µε ζητήµατα µε τα οποία βρεθήκαµε αντιµέτωποι όλο το τελευταίο διάστηµα. Συµµετέχοντας στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων, επιλέγουµε να καταθέσουµε το λόγο µας, ελπίζοντας να βρεθούν ευρύτερες συνδέσεις µε τα πληττόµενα κοινωνικά κοµµάτια. ∆εν αντιµετωπίζουµε την σχέση κεφαλαίου/εργασίας σαν απόλυτο σηµείο θέασης των κοινωνικών σχέσεων. Αναγνωρίζουµε την ύπαρξη ποικίλων αντιθέσεων, ταυτοτήτων, συµπεριφορών. Ασχολούµαστε όµως µε αυτή γιατί αποτελεί µια από τις ολοκληρωτικές συνθήκες µέσα στις οποίες καλούµαστε να ζήσουµε Αναγνωρίζουµε την µερικότητα της συνεισφοράς µας, αλλά ακριβώς αυτή η επίγνωση είναι που µας προστατεύει από τις βλαβερές συνέπειες της βεβαιότητας πως έχουµε ένα εργαλείο ικανό να ερµηνεύσει τα πάντα. Κανένας δεν γνωρίζει /πράττει καλύτερα παρά οι ίδιοι οι αγωνιζόµενοι, αυτοί που κάθε φορά αποφασίζουν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Πάτρα, ∆εκέµβρης '10
Οι περσινές κινητοποιήσεις σηµατοδότησαν µια πρώτη απόπειρα να απαντηθούν οι συνεχείς επιθέσεις που δέχονται οι εργαζόµενοι τον τελευταίο χρόνο, και οι οποίες σχηµατοποιούνται στην κατεύθυνση µιας ολοένα και εντεινόµενης καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Τα συγκεκριµένα µέτρα, λίγο πολύ γνωστά και συνεχώς εµπλουτιζόµενα µέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραµµές, συνιστούν µια πρωτοφανή εργασιακή και κοινωνική αναδιάρθρωση υπό τη ρητορεία του δηµόσιου χρέους και της παγκόσµιας οικονοµικής κρίσης. Το 2007, όταν ξέσπασε η κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων στην Αµερική, οι γκουρού του παγκόσµιου καπιταλισµού µίλησαν για επερχόµενη οικονοµική ύφεση. Οι έλληνες εκπρόσωποι του κρατικοκαπιταλιστικού σχηµατισµού, µιλούσαν για την απρόσβλητη ελληνική οικονοµία, επιχαίροντας για τις επιλογές τους τα προηγούµενα χρόνια (ΟΝΕ, Ευρώ κτλ). Φευ… Με πρόσχηµα την αδυναµία αποπληρωµής των δανείων που το κράτος έχει πάρει και επισείοντας τον κίνδυνο της άµεσης χρεωκοπίας, ο ελληνικός αστικός σχηµατισµός επιτίθεται µε όχηµα την βοήθεια που πρόθυµα το διεθνές κεφάλαιο του προσφέρει (∆ΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ). Φυσικά δεν είναι µόνο η ελληνική κοινωνία στο στόχαστρο, καθώς ακολουθούν κράτη όπως η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Πορτογαλία κτλ., ενώ οι δηµόσιες δαπάνες κόβονται ακόµα και σε χώρες όπως η Αγγλία. Η επίθεση είναι γενικευµένη και αφορά ουσιώδη ζητήµατα αναπαραγωγής του κεφαλαίου, µε στόχο να ξεπεράσει την κρίση στην οποία έχει περιέλθει σε παγκόσµιο επίπεδο. Όπως και οι περισσότεροι αστοί οικονοµολόγοι παραδέχονται (η ίδια η κοινή λογική το λέει), η χρεωκοπία του ελληνικού κράτους για 5η φορά στην ιστορία του είναι προ των πυλών. Προς το παρόν θα είναι ελεγχόµενη ώστε να χρηµατοδοτηθούν επαρκώς µέσω του «πακέτου στήριξης» οι τράπεζες στις οποίες χρωστάει το κράτος. Πρόκειται για ελβετικές, γαλλικές, γερµανικές, αµερικανικές και… ελληνικές τράπεζες (Εθνική, Άλφα, Πειραιώς, Eurobank), οι οποίες κατέχουν περίπου το 30% του ελληνικού χρέους και στις οποίες µόλις πέρυσι ο Καραµανλής είχε δώσει 28 δις και ο Παπανδρέου άλλα 17 δις ευρώ για να στηρίξουν τη ρευστότητά τους. Τα ευαγή αυτά ιδρύµατα, διαθέτουν κρατικά οµόλογα άνω των 36 δις, τα οποία χρησιµοποιούν ως βάση ασφαλείας, και από κει και πέρα διαθέτουν άλλα 45 δις σε κρατικά οµόλογα µε τα οποία προσφεύγουν στην ΕΚΤ υπό µορφή εγγυήσεων, δανείζονται µε επιτόκιο 1% και κατόπιν µε τα ίδια αυτά χρήµατα δανείζουν το ελληνικό κράτος µε εξαπλάσιο (!) επιτόκιο και τους ταπεινούς δανειολήπτες µε εικοσαπλάσιο!
Αυτό που προς το παρόν αποτελεί ζητούµενο είναι να χαλιναγωγηθούν όσο είναι δυνατό οι κοινωνικές αντιδράσεις και να αξιοποιηθεί η δηµοσιονοµική τροµοκρατία ώστε να προωθηθούν οι απαραίτητες για το κεφάλαιο εργασιακές/ασφαλιστικές/συνταξιοδοτικές/µισθολογικές αλλαγές. Ουσιαστικά αυτό που εκτυλίσσεται είναι µια βίαιη αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων, εφαρµογή του δόγµατος-σοκ, στη λογική της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Το ελληνικό κεφάλαιο, σκοντάφτοντας τις προηγούµενες φορές που το αποπειράθηκε (από την τριετία Μητσοτάκη µε τις εκτεταµένες αποκρατικοποιήσεις έως το νόµο Γιαννίτση για το ασφαλιστικό) σε έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, επιχειρεί τώρα την τελική του επίθεση επικαλούµενο τον κίνδυνο χρεωκοπίας. Η αποδόµηση του κράτους πρόνοιας είναι η µία διάσταση της επίθεσης. Η ανάκληση των τελευταίων του εφεδρειών (ακροδεξιές συµµορίες), δείχνει την κρισιµότητα της µάχης. Η προπαγάνδα ρίχνει µεγάλο βάρος στη «διαφθορά», «τον υπερδιογκωµένο δηµόσιο τοµέα», τους «έλληνες που τρώνε από τα έτοιµα», τις «πελατειακές σχέσεις µε το κράτος», την αδυναµία υγιούς (καπιταλιστικής) «ανάπτυξης» κτλ. Όλα µέσα στο καζάνι της σύγχυσης, µε προφανή στόχο τη µεταβίβαση της ευθύνης στην καµπούρα των εργαζοµένων, οι οποίοι
πρέπει ως απόδειξη «πατριωτικού» χρέους να την αναλάβουν και να στοιχηθούν πίσω από το «εθνικό συµφέρον», δηλαδή πίσω από το συµφέρον των αφεντικών. Οι κοινωνικές και εργατικές κινητοποιήσεις θεωρούνται κάτι σαν εσχάτη προδοσία, η ταξική συνείδηση και η αντίσταση στον επαπειλούµενο κοινωνικό κανιβαλισµό εξοβελίζεται στο πυρ το εξώτερο και οι τηλεοπτικοί ρουφιάνοι δείχνουν καθηµερινά τον ένοχο µε το δάχτυλο. Οι ιδέες της κοινωνικής χειραφέτησης βρίσκονται στο στόχαστρο.
Όλο το τελευταίο διάστηµα δυνάµεις της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς επεξεργάζονται και προτείνουν σχέδια «εξόδου από την κρίση». Αναδιάρθρωση του χρέους, στάση πληρωµών, διαγραφή του χρέους, έξοδος από την Ε.Ε. είναι µερικά από αυτά. Οι προτάσεις αυτές δεν είναι τίποτα άλλο από επιλογές στις οποίες το ίδιο το ελληνικό κράτος (όπως συνέβη και στις περιπτώσεις της Πολωνίας και της Αργεντινής παλιότερα) ίσως αναγκαστεί να καταφύγει στο άµεσο µέλλον µε σκοπό τη διάσωση -όχι φυσικά των εργαζοµένων -αλλά του ίδιου του ελληνικού κρατικοκαπιταλιστικού σχηµατισµού. Η αριστερή φρασεολογία, εγκλωβισµένη ανάµεσα στις ένδοξες επαναστατικές αναφορές της και τις συνθήκες σοσιαλδηµοκρατικής διαχείρισης στις οποίες µεταπολεµικά ανδρώθηκε, αδυνατεί να συνδέσει την «έξοδο από την κρίση» µε ένα σαφές ανατρεπτικό περιεχόµενο. Οι δοµές που στηρίζουν τόσο το κράτος όσο και το κεφάλαιο έχουν µείνει αλώβητες ύστερα από πολύ πιο δύσκολες γι' αυτές περιόδους. Η περίοδος που διανύουµε είναι περίοδος ρήξης. Αν η διαγραφή του χρέους δεν συνοδευτεί από την µάχη για κοινωνική στάση πληρωµών, για πραγµατική χρεοκοπία του ελληνικού κράτους και όχι για µια νεφελώδη σωτηρία της χώρας, τότε δεν κάνουµε τίποτα άλλο παρά να στοιχιζόµαστε πίσω από την κυρίαρχη ρητορεία. Ένα βασικό χαρακτηριστικό του τρόπου που συνεχίζουν τα κόµµατα-συνδικάτα της αριστεράς να ασκούν κριτική είναι η συνεχής αγωνία τους για την διατύπωση αιτηµάτων που «εκφράζουν τον λαό» και αποτελούν αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση στο επίπεδο µιας άλλης διαχείρισης ή βελτίωσης των όρων διαβίωσης των εργαζόµενων. Η στάση τους αυτή συνδέεται µε το φαντασιακό εκείνο που περιορίζεται στην αναπόληση ενός δίκαιου κράτους, του κράτους πρόνοιας , γεγονός που είναι απόρροια του σκοπού που είχαν τα συνδικάτα και τα κόµµατα της αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες: τη βελτίωση της ζωής του εργαζόµενου µέσα στον καπιταλισµό. Ο αιτηµατικός λόγος όµως είναι πλέον ανεδαφικός και µε όρους κοινής (πολιτικής) λογικής, ανεξάρτητα από την ιδεολογική οπτική του καθενός. Το κεφάλαιο τα θέλει όλα και τα θέλει τώρα. Το ίδιο θα πρέπει να κάνουµε και εµείς. Απότοκο µιας εποχής (πρώτο µισό του 20ου αιώνα) που σηµαδεύτηκε από δύο πολέµους, πραγµατοποιήθηκε µια πρωτοφανής καταστροφή παραγωγικών δυνάµεων, έλαβαν χώρα συνεχείς επαναστατικές απόπειρες από την πλευρά των καταπιεσµένων (Ρωσία, Γερµανία, Ισπανία κτλ.) και ξέσπασε η σφοδρή οικονοµική κρίση του µεσοπολέµου, το κοινωνικό κράτος ήταν σύµφυτο µε την εποχή της ξέφρενης µεταπολεµικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το φαντασιακό της αιτηµατικής πολιτικής κατατρώει τα σωθικά της αριστεράς, ως κριτήριο πολιτικής σοβαρότητας και επιβίωσης. Το πρόβληµα απογυµνώνεται και γιγαντώνεται τώρα, σε µια περίοδο όπου το ίδιο το κεφάλαιο αποδέχεται και κάνει
1. Η µεθοδευµένη σύγχυση αποκρύπτει το γεγονός πως όλα αυτά είναι σύµφυτα µε το καπιταλιστικό µοντέλο ανάπτυξης. ∆εν υπάρχει κερδοσκοπία έξω από ένα οικονοµικό σύστηµα που ούτως ή άλλως βασίζεται στο κέρδος όπως δεν υπάρχει διαφθορά πάρα µόνο σε ένα πολιτικό σύστηµα που βασίζεται στην απάθεια και την αντιπροσώπευση. 2. Για κάποιους η αναπόληση περιλαµβάνει και το προλεταριακό κράτος. Η ουσία όµως δεν αλλάζει. Ακόµα και αν ιδωθεί µε όρους υπέρτατης (οικονοµικής ) δικαιοσύνης/ισότητας , δεν είναι τίποτα άλλο από µια ακραία έκφραση σοσιαλδηµοκρατικής διαχείρισης.
κάνει πράξη την εγκατάλειψη της όποιας κοινωνικής πολιτικής είχε επιλέξει να ασκήσει. Το σηµείο ισορροπίας πάνω στο οποίο δοµήθηκε η µεταπολεµική πραγµατικότητα είναι πλέον «γύρος του θανάτου». Η εποχή που διαπραγµατευόµασταν µε τα αφεντικά την αξία της εργατικής µας δύναµης, αποσπώντας παροχές/ψίχουλα είναι πια παρελθόν. Η κοινωνική πολιτική εκτός από παραχώρηση ήταν βέβαια και ζήτηµα επιβίωσης του καπιταλισµού, αλλά και προϋπόθεση για την περαιτέρω ανάπτυξή του. Συνοδεύτηκε µε την υιοθέτηση µιας εργασιακής/καταναλωτικής ηθικής από την πλευρά των εκµεταλλευοµένων. Η ιδέα του µισθωτούεργάτη από εκβιαστική µεταλλάχτηκε σε δελεαστική δυνατότητα ύπαρξης, µε αποτέλεσµα τη µετατόπιση της ιδέας της εργασίας από το πεδίο του εκβιασµού σε αυτό του δικαιώµατος. Μέσω των παροχών (καλοί µισθοί, κοινωνική ασφάλιση, επιδόµατα ανεργίας, συλλογικές συµβάσεις εργασίας, δωρεάν υγεία, παιδεία, άδειες κτλ.), δόθηκε η δυνατότητα συµµετοχής στην κοινωνική ζωή σε στρατιές περιφερόµενων εξαθλιωµένων, και έτσι η (αστική) ταυτότητα του µισθωτού/καταναλωτή εγκολπώθηκε πλήρως ως τρόπος (και µάλιστα ηθικότατος ) ύπαρξης και κοινωνικοποίησης και όχι ως αυτό που τώρα φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι και πάντα ήταν µια σκλαβιά µε επιχρυσωµένες αλυσίδες.
Οι περσινές απεργίες αποτέλεσαν µια πρώτη απόπειρα απάντησης από την πλευρά των εργαζοµένων. Αυτών που ούτως ή άλλως βίωναν µια ασφυκτική πραγµατικότητα, των µικροαστικών στρωµάτων που βιαίως πια προλεταριοποιούνται, αλλά και των νέων (µαθητών-φοιτητών-εργαζοµένων) που ουσιαστικά γεννηθήκαν έχοντας υποθηκευµένο το µέλλον τους, µην προσδοκώντας καµία ουσιαστική βελτίωση στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Παρ' όλα αυτά το εύρος και η δυναµική των περσινών απεργιών δεν εκτυλίχτηκαν πλήρως, γεγονός που οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Ασφαλώς ο ένας είναι ο χρόνιος εναγκαλισµός της εργατικής τάξης µε την κυβερνητική ΓΣΕΕ, γεγονός που έχει επιδράσει καταλυτικά στη δυνατότητα αναδιοργάνωσης των αντιστάσεων των από κάτω. Από την εποχή του πρώτου ασφαλιστικού το 2001 µέχρι σήµερα, έχουν περάσει αιώνες κοινωνικής ιστορίας. Η ΓΣΕΕ είναι πλήρως απονοµιµοποιηµένη ιδεολογικά από όλους όσων τα συµφέροντα υποτίθεται πως εξυπηρετεί. ∆εν είναι όµως ξεπερασµένη οργανωτικά και κατ' επέκταση πολιτικά. Ο συντονισµός των πρωτοβάθµιων σωµατείων σε αρκετές περιπτώσεις είναι πολιτικάντικη διαχείριση σωµατείων-σφραγίδων, χειραγωγηµένη από επίδοξους σωτήρες του εργατικού κινήµατος, ενώ σε άλλες περιπτώσεις αρκείται στον παραδοσιακό ρόλο της µεσολάβησης ανάµεσα στον εργαζόµενο και το αφεντικό, αδυνατώντας να συνολικοποιήσει την αντιπαράθεση. Αντίθετα, τα σωµατεία βάσης αποτελούν (όπου παρεµβαίνουν) µαχητικά εγχειρήµατα µε σαφή πρόθεση να χτυπηθεί η λογική της ανάθεσης και να χτιστούν πραγµατικές σχέσεις αλληλεγγύης µεταξύ των εκµεταλλευοµένων.Ένας άλλος λόγος αφορά τους ίδιους τους άµεσα θιγόµενους. Η ελληνική κοινωνία, σε µεγάλο βαθµό µαθηµένη στην ανάθεση, την παραίτηση και τον ωχαδερφισµό, αντιλαµβάνεται την υπάρχουσα κατάσταση πραγµάτων ως φυσική. Ακόµα και τώρα που οι πρόσφατες εκλογές φανέρωσαν ένα πρωτοφανές αίσθηµα απονοηµατοδότησης του πολιτικού status quo (αποχή, άκυρα κτλ.), µοιάζει να είναι σε αναζήτηση του αµόλυντου σωτήρα ή φλερτάρει σε κάποιες περιπτώσεις µε τη γοητεία του ολοκληρωτισµού ως µια κάποια λύση από το αδιέξοδο.
3. Ουσιαστικά µέσω της δυνατότητας να καταναλώσει ο εργαζόµενος αυτά που παράγει. 4. Είναι ίσως διακινδυνευµένη µια µετατόπιση της µισθωτής εργασίας στο πεδίο της ηθικής αλλά αν σκεφτεί κανείς την απαξίωση του άνεργου/άεργου/τεµπέλη και την συνακόλουθη ηθική της τίµιας εργασίας νοµίζουµε πρόκειται για θεµιτή απόπειρα.
Όλο αυτό το διάστηµα ούτε οι πολιτικές δοµές (αυτοοργάνωσης ή άλλες) έχουν ακριβώς πολλαπλασιαστεί, ούτε ο κόσµος συρρέει στις συνελεύσεις και τις καταλήψεις για να βρει στήριξη (πόσο µάλλον να πραγµατώσει ο ίδιος τέτοια εγχειρήµατα). Με λίγα λόγια δεν έχει ξεπεραστεί το υπάρχον σύστηµα (εξουσίας, εργασίας, αντιπροσώπευσης…) στα µυαλά πλειοψηφικών κοινωνικών ρευµάτων. Μπορεί να απονοµιµοποιείται µε ταχείς ρυθµούς αλλά δεν έχει ξεπεραστεί. Γνωρίζουµε πως όλα αυτά µπορεί να ανατραπούν σε µια νύχτα και µάλιστα να παραχθούν κοινωνικές συµπεριφορές καινοφανείς, έχει ξαναγίνει και θα επαναληφθεί στο µέλλον. Γνωρίζουµε όµως πως έχει συµβεί και το αντίστροφο. Οι αιτίες βέβαια αφορούν και όλους εµάς, το µαχητικό εκείνο κοινωνικό και πολιτικό κοµµάτι που στηρίζεται και στηρίζει την πρακτική της αυτοοργάνωσης. Τα προηγούµενα χρόνια µάς βρήκαν πολλές φορές ακόµα και σε αντιπαράθεση µε πολλά κοινωνικά κοµµάτια. Εν µέσω µιας ακατάσχετης φιλολογίας περί ισχυρής Ελλάδας, άκρατου καταναλωτισµού, κοινωνικού ρατσισµού, υιοθέτησης του life style, θριάµβου της ιδιώτευσης, πλάι στις παραδοσιακές αγκυλώσεις του εθνικισµού, της θρησκοληψίας και της οικογενειοκρατίας, υπήρξε η επιλογή να µη χαϊδευτούν τα αυτιά κανενός. Ο «περιούσιος λαός» αφορά στις πολιτικές ιδεολογίες/θρησκείες και τους παπάδες της . Οι εξελίξεις µάς βρίσκουν λοιπόν στην πολύπλοκη θέση να προσπαθούµε να συνθέσουµε ετερόκλητες αρνήσεις σε µία και µόνη κατεύθυνση την επίθεση απέναντι στους εκπροσώπους ενός κόσµου γερασµένου και σάπιου. Πλάι στους επισφαλείς εργαζόµενους και τους εξαθλιωµένους µετανάστες, δίπλα στους εσχάτως προλεταριοποιηµένους και τους εξεγερµένους µαθητές του '08… Παρόντες σε όλα τα πεδία της καταπίεσης, δίπλα στα θύµατα όλων των επιµέρους µετώπων αντιπαράθεσης µε την κυριαρχία (φυλακές, έµφυλη καταπίεση, ψυχιατρική περιθωριοποίηση…) αλλά και µε τη σιγουριά πως η φυγή από την ασφάλεια της ολιστικής ερµηνείας της καταπίεσης µε όρους οικονοµίας και µόνο γεννά προοπτικές αλλά και αναδεικνύει την περίπλοκη υφή της κυριαρχίας.
Όλα αυτά και άλλα ακόµα που χρειάζονται διεξοδική προσέγγιση είχαν σαν αποτέλεσµα την καθυστερηµένη ενεργοποίηση των αντανακλαστικών στην κατεύθυνση της δηµιουργίας αντι-δοµών αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης. Παρότι οι ενέργειες κατευθύνονται πλέον προς τα εκεί, ο δρόµος είναι ακόµα µακρύς. Χωρίς ίχνη πολιτικής και ιδεολογικής έκπτωσης, µε όλα τα µέτωπα πάντα ανοιχτά και πολεµικά, πιστεύουµε στην αξία όλων των εγχειρηµάτων αυτοοργάνωσης που σε όλη την Ελλάδα δοκιµάζονται, όπως συνελεύσεις γειτονιάς, νέες καταλήψεις χώρων, απόπειρες δηµιουργίας σωµατείων βάσης κτλ. Οι απεργίες που καλέστηκαν από την ΓΣΕΕ πέρυσι έδειξαν τα όρια που οι συγκεκριµένες κινητοποιήσεις µπορούν να έχουν από εδώ και µπρος. Το να περιµένει κανείς ότι θα κάνει κάτι πέρα από τις περσινές επτά γενικές απεργίες που κάλεσε είναι τουλάχιστον αφελές. Είναι όµως και πολιτικά επικίνδυνο. ∆ηλώνει αδυναµία απεγκλωβισµού από το παρελθόν και ανεπάρκεια στη χάραξη του διαφορετικού δρόµου που έχουν ανάγκη οι καιροί. Στη συγκυρία αυτή αναδεικνύονται δυνατότητες και προοπτικές µε ιδιαίτερο ιστορικό βάρος. Θα πρέπει να δοκιµαστούν στην πράξη οι δοµές της αυτοοργάνωσης τόσο στους εργασιακούς χώρους όσο και έξω από αυτούς. Ταµεία αλληλεγγύης, συλλογικές διαδικασίες συµβίωσης σε κατειληµµένα κτίρια, άρνηση πληρωµών λογαριασµών, δανείων, καρτών, συλλογικές απαλλοτριώσεις αγαθών, δηµιουργία ανοιχτών συνελεύσεων στις συνοικίες κτλ. Όλες αυτές οι αντιδοµές θα βοηθήσουν στην οργάνωση της κοινωνικής/ταξικής µας άµυνας στην παρούσα φάση της κρίσης, αλλά και θα αποτελέσουν το προοίµιο
5. Ευτυχώς όµως ο θεός πέθανε και µαζί του πέθαναν (µεταξύ) άλλων και οι απόλυτες αλήθειες.
για πιο εξελιγµένες δοµές µελλοντικά ως το οργανωτικό πρόπλασµα της γενικευµένης κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης.
Από τις πρώτες κιόλας ταξικές συγκρούσεις δύο ήταν τα βασικά ρεύµατα συνδικαλισµού: ο ρεφορµιστικός και ο επαναστατικός. Θα προσπαθήσουµε να σκιαγραφήσουµε τα χαρακτηριστικά της κάθε αντίληψης καθώς και να δείξουµε τις βασικές διαφορές που τις χωρίζουν τόσο σε επίπεδο οργανωτικό , όσο και σε αυτό του πολιτικού περιεχοµένου. Οι εκπρόσωποι του ρεφορµιστικού συνδικαλισµού δεν αντιλαµβάνονται το συνδικάτο σαν ένα όργανο στα χέρια των εργαζοµένων για τον αγώνα προς την επανάσταση, αλλά σαν ένα διαµεσολαβητικό όργανο µεταξύ εργαζοµένων και εργοδοσίας που καθορίζει την τιµή και τις συνθήκες αγοραπωλησίας της εργατικής δύναµης. Ο ρόλος του συνδικάτου σε αυτό το πλαίσιο είναι να αναθέτει τη δύναµη στους εργατοπατέρες, των οποίων οι διεκδικήσεις και οι απαιτήσεις περιορίζονται και τελικά καθορίζονται από συµφέροντα δικά τους και του κεφαλαίου, καθιστώντας έτσι έρµαια στα χέρια του καπιταλιστικού παιχνιδιού τους εργαζοµένους. Κι αυτό διότι οι εργαζόµενοι, επαναπαυµένοι στον κάθε πρόεδρο, δεν συµµετέχουν ενεργά στα σωµατεία τους, ώστε οι αποφάσεις να παίρνονται από τα κάτω και αποδέχονται το ρόλο του θεατή. Η οργανωτική δοµή του ρεφορµιστικού συνδικαλισµού (γραφειοκρατία), στηρίζεται στη δοµή του καπιταλιστικού συστήµατος: ιεραρχία, εκπροσώπηση, ανάθεση και προσωπική ανέλιξη, έννοιες κοινές. Έτσι, αντί οι αποφάσεις να παίρνονται από τα κάτω, αφού οι συνελεύσεις των σωµατείων είναι βάσης, οι αποφάσεις παίρνονται από την κεντρική διοίκηση µε στόχο την ενίσχυση της συγκεντρωτικής διαδικασίας, καταργώντας µε αυτό τον τρόπο κάθε αυτονοµία των σωµατείων. Σήµερα λοιπόν τα θεσµοποιηµένα συνδικάτα ενσωµατώνονται στον κρατικό µηχανισµό, αποτελώντας έτσι οργανικά κοµµάτια του για την διαιώνιση και επίτευξη των στόχων του. Το επαναστατικό συνδικάτο αντίθετα είναι ένα µέσο οργάνωσης και πάλης των εργαζοµένων στην κατεύθυνση της συνολικής ρήξης µε το εκµεταλλευτικό σύστηµα. ∆εν προήλθε ως µια θεωρία γεννηµένη στα µυαλά κάποιων σοφών, αλλά ως απόρροια της πάλης των τάξεων στο πεδίο της οργάνωσης. Για τον επαναστατικό συνδικαλισµό δεν υπάρχουν αιτήµατα? υπάρχουν απαιτήσεις. Βασίζεται σε δύο πράγµατα: στην άµεση δράση και την αντιεξουσιαστική οργάνωση. Η άµεση δράση είναι η πρακτική που εξασκείται από τη βάση των εργαζοµένων χωρίς τη µεσολάβηση διαιτητών και µεσαζόντων. Η απευθείας ταξική σύγκρουση των εργατών µε τα αφεντικά, που οξύνει τις αντιθέσεις εξασκώντας επαναστατικούς τρόπους πάλης, είναι το κύριο χαρακτηριστικό της. Άγριες απεργίες, σαµποτάζ παραγωγής κ.τ.λ. Η συµµετοχή των εργαζοµένων στις συνελεύσεις είναι απαραίτητος όρος λειτουργίας ώστε όλες οι αποφάσεις να παίρνονται από τη βάση είτε σε τοπικά είτε σε ευρύτερα επίπεδα. Αποτέλεσµα αυτού είναι όλες οι αρµοδιότητες του προεδρείου να είναι εκτελεστικές και όχι αποφασιστικές. Στόχος του είναι η προώθηση των κατακτήσεων των εργαζοµένων και η προώθηση του ταξικού αγώνα ως την κατάργηση της µισθωτής σκλαβιάς και κατ' επέκταση την ελεύθερη οργάνωση της κοινωνίας µέσω της γενικευµένης αυτοδιεύθυνσης.
Στην Ελλάδα η ιστορία του επαναστατικού συνδικαλισµού αρχίζει µε τη δηµιουργία των πρώτων σωµατείων και συνεχίζεται µέσα από αγώνες πιο αυτόνοµους και λιγότερο γενικευµένους, που πολλές φορές οδήγησαν σε µεγάλες συγκρούσεις της εργατικής τάξης µε το κράτος και το κεφάλαιο. Στην ουσία όµως το συνδικαλιστικό κίνηµα το µονοπωλούν σήµερα οι εκάστοτε ρεφορµιστικές παρατάξεις (κάθε απόχρωσης). Η ΓΣΕΕ και η Α∆Ε∆Υ, είναι θεσµοποιηµένοι, γραφειοκρατικοί µηχανισµοί. Οι επιµέρους κλαδικές ή οµοιοεπαγγελµατικές οργανώσεις που πρόσκεινται σε αυτήν δεν έχουν επαφή µε τους εργαζοµένους και περιλαµβάνουν κυρίως ψηφοφόρους/πελάτες των µεγάλων αστικών κοµµάτων. Το βασικό ζήτηµα του πολιτικού ρόλου του συνδικαλισµού από τις αρχές του 20ού αιώνα ως σήµερα έγκειται στο ότι, εκτός της γραφειοκρατικής και ιεραρχικής δοµής του, εξυπηρετεί διαφορετικά συµφέροντα από αυτά της βάσης του. Όσο η ιδρυτική διακήρυξη της ΓΣΕΕ έβαζε ως πρωταρχικό το θέµα της πάλης των τάξεων (δηλ. ότι οι εργάτες αποτελούν ξεχωριστή και αντίθετη από τους καπιταλιστές τάξη και ότι τα συµφέροντά τους θα τα υπερασπιστούν µε την πάλη εναντίον των καπιταλιστών και όχι σε συνεργασία µε αυτούς) τόσο η πορεία της έδειξε και δείχνει πως εντέλει δεν εξυπηρετεί τίποτα από αυτά που καλείται να υποστηρίξει. Αποτέλεσµα της κατάστασης αυτής είναι η µετάλλαξη του περιεχοµένου των διεκδικήσεων, η οποία µε εκφραστές τους εργατοπατέρες και όχηµα την πολιτική του πασοκ από το '81 και µετά, µετατράπηκε σε απαίτηση για εθνικό πλούτο και προνόµια µέσα στο ισχύον καπιταλιστικό σύστηµα. Ένα ακόµα στοιχείο που οδήγησε σε αυτή την εξέλιξη του συνδικαλισµού στην Ελλάδα είναι ότι επηρεάστηκε άµεσα από το άνοιγµα της κοινωνικής διαστρωµάτωσης µε τη διεύρυνση της µεσαίας και µικροαστικής τάξης και την άνοδο πολλών από τη βάση της κοινωνικής πυραµίδας. Έτσι έχουµε φτάσει στο σηµείο τα τελευταία 30 χρόνια, οι ξεπουληµένοι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ και της Α∆Ε∆Υ να υπογράφουν συλλογικές συµβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) εις βάρος των εργαζοµένων, ευτελίζοντας τις µορφές πάλης και συνολικά τον αγώνα των εργαζοµένων µε το να καλούν εικοσιτετράωρες στηµένες απεργίες-πανηγύρια. Στη συνέχεια συνθηκολογούν περιµένοντας το δώρο της εξουσίας, που περιέχει βουλευτικά και υπουργικά αξιώµατα. Χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι η δήλωση του ρουφιάνου πρόεδρου της ΓΣΕΕ Παναγόπουλου: «Έχουµε κάνει πάρα πολλές κινητοποιήσεις. Όµως σκληρές πολιτικές, αυτές που προβλέπονται στο µνηµόνιο, εφαρµόστηκαν, και ορατές πολιτικές, εναλλακτικές λύσεις, δεν φαίνεται να υπάρχουν». Με αυτό τον τρόπο σαµποτάρει την διάθεση των εργαζοµένων για κινητοποιήσεις. Και τέλος ας θυµηθούµε το παράδειγµα των προκατόχων του Παναγόπουλου, πρωτόπαπα και Πολυζωγόπουλου, οι οποίοι ανέβηκαν τα κοµµατικά σκαλιά της ιεραρχίας µετά το τέλος της θητείας τους ως συνδικαλιστές. Όσο κι αν εξοργίζονται για την κατάργηση της ΣΣΕ και την εφαρµογή εταιρικών συµβάσεων, τα ψωµιά τους τα έχουν φάει. Όλη η ρεφορµιστική πολιτική των συνδικάτων και της αριστεράς έλαβε τέλος. Έλαβε τέλος γιατί ο στόχος τους πάντα ήταν ν α πάρουν λίγα ψίχουλα για την εργατική τάξη µέχρι να ζητήσουν λίγα ακόµα. Όµως πλέον, που δεν ισχύει τίποτα από όσα ξέραµε για τη µεσαία τάξη, δεν υπάρχει και τίποτα να ζητήσουν. Όταν όλα έχουν ανατραπεί, και ακόµα και ο µικροαστικός παράδεισος που έκλεισαν την κοινωνία µέσα έχει γίνει κόλαση, ό,τι προσχηµατικά σήµαινε το κοινωνικό κράτος (συντάξεις, αυξήσεις µισθών, δηµόσια παιδεία και υγεία) καταρρέει µαζί µε τα όνειρα κάθε λογής αριστερού, ΚΚΕ, κεντρώου συνδικαλιστή. Την περίοδο αυτή η κρίση του συστήµατος συνολικά οδηγεί τα κράτη σε βίαιη αναδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού, µε την κατάργηση κεκτηµένων των εργαζοµένων, την όλο και µεγαλύτερη υποβάθµιση του βιοτικού επιπέδου σε συνθήκες οικολογικής καταστροφής, την κλιµακούµενη και αναβαθµισµένη καταστολή και τον µεγαλύτερο έλεγχο. Όταν η κοινωνία και ιδιαίτερα τα χαµηλά στρώµατα ασφυκτιούν, το µόνο σίγουρο είναι ότι οι δοµές και ο λόγος του καθεστωτικού συνδικαλισµού δεν είναι ικανά να δώσουν κάποια προοπτική στο εργατικό κίνηµα.
Την περίοδο αυτή η κρίση του συστήµατος συνολικά οδηγεί τα κράτη σε βίαιη αναδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού, µε την κατάργηση κεκτηµένων των εργαζοµένων, την όλο και µεγαλύτερη υποβάθµιση του βιοτικού επιπέδου σε συνθήκες οικολογικής καταστροφής, την κλιµακούµενη και αναβαθµισµένη καταστολή και τον µεγαλύτερο έλεγχο. Όταν η κοινωνία και ιδιαίτερα τα χαµηλά στρώµατα ασφυκτιούν, το µόνο σίγουρο είναι ότι οι δοµές και ο λόγος του καθεστωτικού συνδικαλισµού δεν είναι ικανά να δώσουν κάποια προοπτική στο εργατικό κίνηµα. Μετά ''το τέλος εποχής'' του γραφειοκρατικού συνδικαλισµού δηµιουργείται ένα κενό το οποίο καλούνται να συµπληρώσουν άλλες µορφές οργάνωσης και πάλης. Με άλλα λόγια οι εργατοπατέρες πέταξαν το µπαλάκι της ευθύνης από πάνω τους. ∆ιαβλέπουµε πως το βάρος αυτό, και κυριότερα όσον αφορά τα εργασιακά ζητήµατα, θα το σηκώσουν τα πρωτοβάθµια σωµατεία, τα οποία όµως δεν είναι απαλλαγµένα από τα αρνητικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Ο καιροσκοπισµός των κάθε λογής κοµµατικών παρατάξεων που ενυπήρχαν στα κεντρικά όργανα δεν απουσιάζει και από τις µικρότερες οργανώσεις βάσης. Ο καιροσκοπισµός αυτός, µε σύµµαχο την αναθετική λογική που ισχύει για µεγάλο κοµµάτι της κοινωνίας, µπορεί να δώσει στις οργανώσεις αυτές τη µορφή ενός διοικητικού συµβουλίου (∆.Σ.) το οποίο καταλήγει στην ουσία να είναι αυτό και µόνο το σωµατείο, προωθώντας εξουσιαστικές φόρµες λειτουργίας, αναλισκόµενο σε µια τυπική περιφορά «αγωνιστικών» σφραγίδων. Το κυριότερο χαρακτηριστικό τους όµως, το οποίο µπορεί να είναι προωθητικό στο ρόλο που καλούνται να διαδραµατίσουν, είναι ότι είναι σωµατεία βάσης. Με άξονα αυτό, όσο η βάση ριζοσπαστικοποιείται τότε µπορεί να δώσει µια αγωνιστική προοπτική. Αυτό δοµικά εκφράζεται µε την οριζόντια δοµή, τον τυπικό χαρακτήρα του ∆.Σ. (για θεσµικούς λόγους) και την αγωνιστική πρακτική. Ως αναρχικοί τασσόµαστε ενάντια στις κάθετες δοµές της ιεραρχικής κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και προωθούµε την αντικατάστασή τους από αυτόνοµες κοινότητες µέσα στις οποίες οι σχέσεις θα είναι ισότιµες και οριζόντιες. Αρνούµαστε το σύστηµα της διαµεσολάβησης και προτάσσουµε την αντικατάστασή του από την άµεση δηµοκρατία των συνελεύσεων µε άµεσα ανακλητή και κυκλική εκπροσώπευση. Για εµάς η οριζόντια συνέλευση σε οποιοδήποτε πεδίο από εργατικό µέχρι γειτονιάς είναι αυτή που τελικά ορίζει τα πράγµατα. Κατ' επέκταση, αυτό που έχει ουσία σε ένα σωµατείο βάσης και το οποίο µας φέρνει κοντά είναι η συνέλευσή του και ο τρόπος λειτουργίας της π.χ. ΣΒΕΟ∆ (Συνέλευση Βάσης Εργαζοµένων Οδηγών ∆ικύκλου). Προτάσσουµε και υιοθετούµε τέτοιες δράσεις που θα αντικαταστήσουν την παθητική και υποτελή στάση µε ενεργή συµµετοχή των εργαζοµένων µέσα στα σωµατεία τους. Σίγουρα ένα σωµατείο βάσης δεν είναι το τελικό µοντέλο οργάνωσης και δεν το βλέπουµε ως τέτοιο αλλά ως ένα από τα πολλά εργαλεία που κινούνται σε µια απελευθερωτική κατεύθυνση. Το σίγουρο είναι ότι τώρα είναι η ώρα για ένα συνολικότερο λόγο. Πέρα από το πώς οργανώνεσαι πρέπει να µπουν συνολικές τοποθετήσεις στον πολιτικό µας λόγο. Τοποθετήσεις που έχουν να κάνουν µε όλη την κίνηση της εξουσίας απέναντι στην αντίσταση π.χ. η επέκταση του τροµονόµου σχετικά µε τις απεργίες. Από την άλλη, πρέπει να έχουµε ανοιχτά τα αυτιά µας στα σωµατεία βάσης όπου αυτά πλησιάζουν τις δοµές µας, αλλά ο λόγος µας να είναι συνολικής ρήξης. Ξεφεύγοντας από τον σηµερινό τρόπο λειτουργίας των συνδικάτων που ωθούν τους εργαζοµένους στην υποταγή, τον στρουθοκαµιλισµό, τον ανταγωνισµό και την ανευθυνότητα, παλεύουµε για µια κοινωνία ελεύθερη όπου η αλληλεγγύη και η αυτοοργάνωση θα είναι κοµµάτια της καθηµερινότητάς µας.
Η απεργία ως µέσο διεκδίκησης και αγώνα είναι συνυφασµένη µε την ταξική ταυτότητα των εργατών. Από νωρίς οι εργάτες στα εργοστάσια και στις µεγάλες βιοµηχανίες την αναγνώρισαν ως δυνατό χαρτί διαπραγµάτευσης, µιας και αντιλήφθηκαν ότι η µόνη λέξη που καταλαβαίνουν τα αφεντικά είναι το κέρδος. Στις αρχές του εργατικού κινήµατος οι απεργίες δεν είχαν το χαρακτήρα της γενικής απεργίας όπως το εννοούµε σήµερα, αλλά περιορίζονταν σε επίπεδο εργοστασίου, βιοτεχνίας ή αγροτικής
Το 1886 το Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο και η ∆ιεθνής Ένωση Εργαζοµένων αποτελούν τις πιο δραστήριες οργανώσεις , οι οποίες έχουν περάσει τα συνθήµατα και τις θέσεις τους στο Σύνδεσµο για την καθιέρωση του οχταώρου. Έτσι, η 1η Μαΐου 1886 κηρύσσεται µέρα γενικής απεργίας και πραγµατοποιούνται δυναµικές µαζικές διαδηλώσεις µε πάνω από 45.000 εργάτες να συµµετέχουν στις απεργιακές κινητοποιήσεις. Αίτηµα των εργαζοµένων ήταν η µείωση των καθηµερινών ωρών εργασίας από δέκα-δώδεκα (ανάλογα µε την περίπτωση) σε οκτώ. Η διάρκεια της απεργίας ήταν µια εβδοµάδα, παρ' όλα αυτά το κράτος, οι µεγαλοεπιχειρηµατίες και οι µεγαλοβιοµήχανοι προσπάθησαν να συντονίσουν τις ενέργειές τους προκειµένου να καταστείλουν, ακόµη και µέσω δολοφονιών, τη µεγαλειώδη εργατική εξέγερση. Απότοκο όλων αυτών των κινητοποιήσεων ήταν δύο νεκροί, αρκετοί τραυµατίες και µια πόλη γεµάτη εξεγερµένους.
Οι εργάτες του Λαυρίου και της Καµάριζας διεξήγαγαν αγώνες για µια εικοσαετία µε τη µορφή βίαιων αυθόρµητων κινητοποιήσεων εξεγερσιακού χαρακτήρα, µε αιµατηρές συγκρούσεις µε την αστυνοµία και το στρατό. Οι πρώτες απεργίες έγιναν το 1883 και 1887 µε αιτήµατα οικονοµικά, καθώς και για τη λήψη µέτρων κατά των ατυχηµάτων και την κατάργηση της κυριακάτικης αγγαρείας. Στις 8 Απρίλη 1896 ξέσπασε µεγάλη απεργία η οποία κράτησε 13 ηµέρες και συνοδεύτηκε από σφοδρές ένοπλες συγκρούσεις. Αποτέλεσµα όλων αυτών των κινητοποιήσεων ήταν δύο εργάτες νεκροί , πολλοί τραυµατίες, συλλήψεις, δίκες και αύξηση τελικά του µεροκάµατου κατά µια πεντάρα.
περιοχής. Βέβαια, όπου υπήρχαν µεγάλες παραγωγικές µονάδες απασχολούσαν ένα σηµαντικό κοµµάτι του πληθυσµού που ζούσε στις γύρω περιοχές, οπότε αναπόφευκτα ο απεργιακός αγώνας εξαπλωνόταν από τα στενά όρια του εργοστασίου στον ευρύτερο κοινωνικό ιστό. Οι απεργίες ξεκινούσαν συνήθως µε αφορµή απολύσεις εργατών, αλλά τις περισσότερες φορές πραγµατεύονταν παράλληλα τις συνθήκες εργασίας, το ωράριο και τους µισθούς. Το µπλοκάρισµα της παραγωγής δεν άφηνε προφανώς αδιάφορα τα αφεντικά, που µε την «ευγενή» συνδροµή της αστυνοµίας και του στρατού κατέστελλαν συχνά µε όπλα τις κινητοποιήσεις. Η ανηλεής καταστολή και ο φόβος της απόλυσης σε εποχές που η συντριπτική πλειοψηφία του κόσµου ήταν βουτηγµένη στην εξαθλίωση δεν επέτρεπαν τη συχνή χρήση του µέσου της απεργίας. Για τους ίδιους όµως λόγους και σε συνδυασµό µε τις άθλιες συνθήκες εργασίας, όποτε αποφασιζόταν αποκτούσε χαρακτήρα πολέµου µε την εργοδοσία. Οι απεργοσπάστες αντιµετωπίζονταν µε µηδενική ανοχή, αφού θεωρούνταν προδότες και ρουφιάνοι, ενώ οι απεργοί ήταν έτοιµοι να υπερασπιστούν το κλειστό εργοστάσιο µε τη ζωή τους προκειµένου να διαφυλάξουν την αξιοπρέπειά τους. Στην ιστορία του εργατικού κινήµατος η απεργία έχει καταγραφεί ως ένα από τα πιο µαχητικά µέσα που έχουν επιλέξει οι εργάτες. Το ξεπέρασµα του εκβιασµού της δουλειάς και η απόφαση του µπλοκαρίσµατος της παραγωγής µε συλλογικούς όρους, η αντίληψη ότι οι εργάτες έχουν έναν κοινό εχθρό, πως δουλεύουν κάτω από τις ίδιες συνθήκες και πως όλοι µαζί πρέπει να παλέψουν αποτελούν την απαρχή των εργατικών αγώνων που έχουν δοθεί µέχρι σήµερα, όχι µόνο στην ελλάδα αλλά παγκόσµια. Στην Ελλάδα, που είναι µόνιµα πίσω στην εξέλιξη του καπιταλισµού συγκριτικά µε τις υπόλοιπες «ανεπτυγµένες» χώρες, το εγχώριο εργατικό κίνηµα αναπτύχθηκε µε κάποια καθυστέρηση σε σχέση µε το ευρωπαϊκό, παρ' όλα αυτά κινήθηκε στα χνάρια του. Οι εργατικοί αγώνες στράφηκαν σε διεκδικήσεις που αφορούσαν το σύνολο των εργατών (οκτάωρο, πενθήµερο κτλ.) και κατά συνέπεια απέκτησαν γενικευµένο χαρακτήρα. Το πιο σηµαντικό όµως είναι ότι τις περισσότερες φορές πίσω από τα εργατικά αιτήµατα κρυβόταν ο στόχος να αποσταθεροποιηθούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που «άνθιζαν» στην ελλάδα τον 20ό αιώνα. Τον αντικαθεστωτικό χαρακτήρα των απεργιών ο ρεφορµιστικός συνδικαλισµός από το '80 και έπειτα όχι µόνο τον κατέπνιξε, αλλά άνοιξε το δρόµο για την επικράτηση του ατοµικισµού, της ιδιοτέλειας και των πελατειακών σχέσεων σαν αντίβαρο της συλλογικής εργατικής συνείδησης που είχε µέχρι τότε καλλιεργηθεί µέσα από τους ιστορικούς εργατικούς αγώνες. Οι ηγεσίες των κύριων συνδικαλιστικών φορέων χρίστηκαν ως οι µόνοι νόµιµοι αντιπρόσωποι των εργατών και ανέλαβαν τη διαπραγµάτευση µε το κράτος, ενώ ταυτόχρονα χτιζόταν το τέρας του κοµµατικού µηχανισµού µέσα στο εργατικό κίνηµα.
Οι εργάτες άφησαν την τύχη τους στα χέρια κοµµατικών παραγόντων και αυτό είχε ως αυτονόητο αποτέλεσµα την αποδυνάµωση του εργατικού κινήµατος και των πιο δυναµικών µορφών αγώνα, όπως η απεργία. Στόχος του επίσηµου συνδικαλισµού έγινε η εκτόνωση της οργής των εργαζοµένων κυρίως µέσα από τον ατέρµονο διάλογο µε τα αφεντικά και τη στροφή σε συντεχνιακά αιτήµατα.
Πώς φτάσαµε λοιπόν σήµερα στο σηµείο να απαξιώνουµε ένα τόσο ισχυρό µέσο και να δεχόµαστε µε τόση απάθεια και παραίτηση την καταστρατήγηση κεκτηµένων µέσα από αγώνες; Πώς φτάσαµε στον εκφυλισµό της ιδέας της απεργίας, τη στιγµή που µια γενική απεργία διαρκείας θα µπορούσε να είναι η µόνη αποτελεσµατική απάντηση στη συντονισµένη επίθεση κράτους και κεφαλαίου; Κατ' αρχάς, µια απεργία µπορεί να είναι αποτελεσµατική µόνο όταν µπλοκάρει την παραγωγική διαδικασία. Με αυτό εννοούµε την παραγωγική διαδικασία στο σύνολό της: όχι µόνο την παραγωγή, αλλά και τη µεταφορά εµπορευµάτων και την κατανάλωση. Η χρονιά που διανύουµε είναι χαρακτηριστική. Ποια ήταν η πάγια τακτική που ακολούθησαν οι συνδικαλιστικοί φορείς από τη στιγµή που ανακοινώθηκαν τα µέτρα λιτότητας; Πολλές µονοήµερες απεργίες στη σειρά, ανώδυνες για την εξουσία όχι µόνο λόγω της προκαθορισµένης 24ωρης διάρκειάς τους, αλλά και λόγω της έλλειψης συντονισµού µεταξύ των φορέων που τις καλούσαν. Από µαχητική συλλογική διαδικασία η απεργία απέκτησε εθιµοτυπικό χαρακτήρα, µε αποτέλεσµα να µειωθεί η συµµετοχή και να επικρατήσει ένα συναίσθηµα απογοήτευσης και ηττοπάθειας. Το γεγονός ότι τα συνδικάτα αναγνωρίζονται ως διαµεσολαβητές αποτελεί έναν από τους στυλοβάτες του συστήµατος. Η πιο οδυνηρή διαπίστωση όµως είναι η απουσία του συλλογικού σε επίπεδο διαδικασιών και διεκδικήσεων. Η δυναµική των απεργιών κατακερµατίζεται σε συντεχνιακά αιτήµατα (αυτό αποτυπώνεται συχνά και χωροταξικά στις απεργίες). Με αυτόν τον τρόπο καταλήξαµε σταδιακά να διαχειρίζεται ο καθένας ως υποκείµενο όχι µόνο τη συµµετοχή του στην απεργία αλλά και τις διεκδικήσεις του απέναντι στον εργοδότη του. Οι δεσµοί κοινωνικής ή πολιτικής αλληλεγγύης στενεύουν ασφυκτικά, µιας και όλο και περισσότερο ο καθένας κοιτάει να σώσει και να βολέψει τον εαυτό του, µην αναγνωρίζοντας τους συµµάχους του µέσα σε µικρά ή µεγάλα κοινωνικά σύνολα. Η πραγµάτωση µιας απεργίας ωστόσο εµπεριέχει τη στάση εργασίας από τη µεριά του εργαζόµενου και την άρνηση κατανάλωσης του εµπορεύµατος από τη µεριά του αλληλέγγυου, ώστε να επιτευχθεί το µπλοκάρισµα της
Ενώ τα µεταλλεία αποτελούν την καρδιά του νησιού, οι συνθήκες εργασίας και υγιεινής παραµένουν άθλιες. Τα µέτρα ασφαλείας είναι ανύπαρκτα ενώ κατά περιόδους οι εργάτες φτάνουν να δουλεύουν έως και 20 ώρες την ηµέρα µέσα στις στοές. Αυτό ωθεί τους ριζοσπάστες της περιοχής να οργανωθούν και να δηµιουργήσουν ένα σωµατείο. Τον Αύγουστο του 1916 κηρύσσεται απεργία µε άγριες συµπλοκές, η οποία καταλήγει σε µια εξέγερση που απλώθηκε σε όλο το νησί και είχε ως αποτέλεσµα την κατάληψη όλων των διοικητικών κτιρίων και την κατάλυση κάθε µορφή εξουσίας. Από την πλευρά των εξεγερµένων καταγράφονται συνολικά πέντε νεκροί και 38 τραυµατίες. Η εξέγερση τελειώνει µε τους σεριφιώτες εργάτες να κερδίζουν άµεσα τον έλεγχο του ταµείου αλληλεγγύης και έµµεσα το 8ωρο, το οποίο νοµοθετήθηκε το 1920 και τέθηκε σε εφαρµογή στα µεταλλεία πέντε χρόνια αργότερα.
Η τεχνολογική ανάπτυξη έφερε αναδιαρθρώσεις και προκάλεσε οξύνσεις µε αποτέλεσµα την εξέγερση των εργατών στο λιµάνι της Καλαµάτας τον Μάη του 1934. Στις 8 Μαΐου πραγµατοποιείται γενική απεργία εν µέσω περιπολιών του στρατού και της χωροφυλακής, η οποία θα διαρκέσει µόνο δύο µέρες καθώς οι αιµατηρές επιθέσεις της χωροφυλακής καταφέρνουν να διασπάσουν το πλήθος. Σαν κατακλείδα αξίζει να σηµειωθεί πως τα γεγονότα της Καλαµάτας έγιναν γνωστά σε όλη την Ελλάδα. Ωστόσο οι µόνες µεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις σε ένδειξη αλληλεγγύης κηρύχθηκαν στη Θεσσαλονίκη από τα σωµατεία της πόλης.
Το 1936 αποτελεί µια περίοδο πολιτικής και κοινωνικής κρίσης και αναταραχής. Ένα κύµα κινητοποιήσεων λαµβάνει χώρα στον ελλαδικό χώρο, µε απεργίες που έχουν ως επίκεντρο τη Β. Ελλάδα, κινήσεις φυµατικών εργατών/τριών, πανεργατικές απεργίες στη Χίο, το Βόλο, τις Σέρρες, την Ξάνθη και την Καλαµάτα. Μέσα σ' αυτό το κλίµα που ξέφευγε πλέον από τα απλά συντεχνιακά αιτήµατα και απαιτούσε βελτίωση των συνθηκών εργασίας ξέσπασε η εξέγερση της Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 1963.Ο καπνεργατικός κλάδος της πόλης βρισκόταν σε αναταραχή λόγω της οξύτητας των προβληµάτων που αντιµετώπιζε. Η απόρριψη των αιτηµάτων από τους εργοδότες είχε ως αποτέλεσµα όλες οι πόλεις στις οποίες υπήρχε σωµατείο καπνεργατών να µετατραπούν σε πεδίο µάχης. Η απεργία εξελίσσεται σε πανεργατική, µε τη συµµετοχή όλο και περισσότερων εργατών και από άλλους κλάδους. Οι αιµατηρές συγκρούσεις των συγκεντρωµένων µε τους άντρες της χωροφυλακής πληθαίνουν συνεχώς µε αποτέλεσµα οι νεκροί να ανέλθουν στους 12 και οι τραυµατίες στους 300. Η γενική πανελλαδική απεργία που είχαν υποσχεθεί να κηρύξουν οι δύο συνοµοσπονδίες είχε στο τέλος µηδαµινά αποτελέσµατα. Η κατάσταση µε την πάροδο των ηµερών είχε ξεθυµάνει και η αποτυχία της ήταν αναµενόµενη. Έτσι κατάρρευσε προδοµένη µια µεγαλειώδης εξέγερση.
παραγωγικής διαδικασίας. Το κοινωνικό άνοιγµα κάθε απεργίας είναι ακόµα ένας µοχλός πίεσης. Η στήριξη µε κάθε τρόπο και µέσο των αλληλέγγυων κοινωνικών κοµµατιών είναι που κάνουν δυνατή τη συνέχιση του αγώνα. Ένα δεύτερο ζήτηµα που συµβάλλει στην αποδυνάµωση της απεργίας είναι η απώλεια της ταξικής συνείδησης. Αυτό οφείλεται αφενός στο ότι έχει αλλάξει η φύση της εργασίας αφετέρου στον οικειοθελή ταξικό «ευνουχισµό» χάριν της ελληνικής βερσιόν του αµερικανικού ονείρου. Πάλαι ποτέ οι εργαζόµενοι σε παραγωγικές µονάδες, µέσα από το εξοντωτικό φορντικό µοντέλο που εφαρµοζόταν σε εργοστάσια, βιοτεχνίες κτλ., έβλεπαν τον εργοδότη ως δυνάστη και τον συνάδελφο ως δυνάµει σύντροφο/σύµµαχο στον σκληρό αγώνα επιβίωσης και διεκδίκησης. Μέσα από την καθηµερινή επαφή στο χώρο εργασίας υπήρχαν οι προϋποθέσεις να καλλιεργηθούν διαπροσωπικές επαφές και να αναπτυχθούν σχέσεις αλληλεγγύης. Με την εγκαθίδρυση του νεοφιλελευθερισµού όµως οι όροι εργασίας αλλάζουν δραστικά. Η στροφή από τη βιοµηχανία στον τριτογενή τοµέα (υπηρεσίες) και οι τεχνολογικές εξελίξεις ευνόησαν την «ευέλικτη εργασία» (αυτοαπασχολούµενοι από το σπίτι, χωρίς ωράριο και πεδίο συνεύρεσης µε συναδέλφους, part-time, µε ολιγόµηνες συµβάσεις). Σήµερα η εργασία είναι τόσο αποσπασµατική και κατακερµατισµένη που δεν γνωρίζουµε καλά καλά ποιοι δουλεύουν δίπλα µας και συχνά ούτε καν για ποιους δουλεύουµε µέσα στις απρόσωπες δοµές των µεγάλων εταιρειών. Μόνοι µπροστά στην οθόνη ή σε συνεχές τρέξιµο για εξωτερικές δουλειές, σε βάρδιες µια στο τόσο, ανασφάλιστοι, µπλοκάκηδες, υπό τη συνεχή απειλή της απόλυσης. Συνθήκες εργασίας που ευνοούν τη φοβική αποξένωση, τον ανταγωνισµό και τη ρήξη µεταξύ συναδέλφων. Πόσο µάλλον τώρα που ο τροµονόµος απειλεί τα όποια ψήγµατα συνδικαλιστικής έκφρασης και δράσης (νόµος 3875/2010 που ψηφίστηκε αυθηµερόν σε θερινό τµήµα της Βουλής), η απεργία βάλλεται σε ακόµα µεγαλύτερο βαθµό από την εξουσία. Ο εκβιασµός «ή συναινείς ή πας σπίτι σου» έγινε απειλή: «ή συναινείς ή διώκεσαι ποινικά σε βαθµό κακουργήµατος». Η επισφάλεια εντείνεται, γενικεύεται και η ανασφάλεια γίνεται κοινωνική συνθήκη οµηρείας. Από τη µία ο καπιταλισµός ως µονόδροµος, τα ΜΜΕ µε τις συναινετικές κραυγές τους και η εξατοµίκευση µπλοκάρουν τις αντιστάσεις. Από την άλλη οι εκτονωτικές εκλογές και η πειθαρχία των συνδικάτων στον κρατικό µηχανισµό απορροφούν τους κραδασµούς. Το κράτος προετοιµάζει συνεχώς την άµυνά του προκειµένου να αντιµετωπίσει µαχητικές διεκδικήσεις και αναταράξεις, αναβαθµίζοντας την καταστολή µε θεσµικό αλλά και στρατιωτικό οπλοστάσιο. Στόχος αυτός των µηχανισµών είναι να εκφοβίσουν τον πληθυσµό στο σύνολό του ώστε να δηµιουργήσουν συνειδήσεις πειθαρχηµένες και συναινετικές.
Ας µην τα ρίχνουµε όµως όλα στη φύση της εργασίας και στις συνδικαλιστικές δοµές. Η απώλεια της ταξικής συνείδησης είναι και ζήτηµα προσωπικό, και ως εκ τούτου καθένας µας φέρει το µερίδιο ευθύνης που του αναλογεί. Τα πρότυπα του νεοπλουτισµού, του κοµφορµισµού και του «καταναλώνω άρα υπάρχω» έγιναν τρόπος ζωής. Και για όσους δεν έχουν την οικονοµική δυνατότητα να εξαγοράσουν «ταυτότητα» και αυτοεκτίµηση από τις βιτρίνες, υπάρχει το διανοµή κατ' οίκον lifestyle του τηλεοπτικού οχετού. Υιοθετήσαµε το καπιταλιστικό τρόπο ζωής και θυσιάσαµε στο βωµό του στιλάτου ντυσίµατος και του 4Χ4 τη συνείδηση του ποιοι είµαστε, ποιοι µας εκµεταλλεύονται και γιατί. Πιστωτικές κάρτες, δάνεια και χρεοκοπηµένα νοικοκυριά, τζόγος στο χρηµατιστήριο και µεγάλα φαγοπότια για τους γκόλντεν εκλεκτούς, φτώχεια, µιζέρια, ρατσισµός και ξενοφοβία. Στην παραζάλη των ριάλιτι και του λαϊκίστικου πολιτικού λόγου που ξερνάνε τα τηλεοπτικά παράθυρα περί δήθεν δηµοκρατίας επιτρέψαµε στο κεφάλαιο να συνθλίψει τους εργαζόµενους. Παρ' όλα αυτά µπορούµε να αντιληφθούµε συνεκτικούς δεσµούς µέσα στο προλεταριάτο και έτσι να το προσδιορίσουµε µε την ευρεία του έννοια. Αναφερόµαστε σε όλους εκείνους που κάτω από τους ζυγούς της µισθωτής σκλαβιάς βρίσκονται καθηµερινά στα εργασιακά κάτεργα ξεπουλώντας την εργατική τους δύναµη, σε εκείνους που καθηµερινά ζουν υπό την τροµοκρατία της επισφάλειας και της ανεργίας χωρίς να ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο, σε όλους εκείνους που επωµίζονται τα βάρη της κρίσης του καπιταλισµού. Απευθυνόµαστε σε εκείνους οι οποίοι δεν βλέπουν θετικά τις συντελούµενες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, σε εκείνους που δεν έχουν διάθεση συναίνεσης στις κλήσεις περί εθνικής ενότητας, σε εκείνους που δεν επιλέγουν το δρόµο του ατοµισµού και της προσωπικής σωτηρίας (είτε αυτή είναι εφικτή είτε όχι), σε εκείνους που έχουν αρχίσει να αµφιβάλλουν για την “ορθολογικότητα” αυτού του κόσµου και σε εκείνους που µέσω της συλλογικής δράσης θα προσπαθήσουν να βρουν λύσεις που ξεφεύγουν από τα όρια αυτού του συστήµατος.
Είναι απαραίτητο λοιπόν να επανοηµατοδοτήσουµε την απεργία. Η ΓΣΕΕ και η κάθε ΓΣΕΕ είναι εξορισµού προγραµµατισµένη να λειτουργεί µε τον τρόπο που λειτουργεί. Όταν λέµε ότι οι εργατοπατέρες είναι ξεπουληµένοι, δεν αναφερόµαστε σε συγκεκριµένα πρόσωπα και µόνο αλλά σε ρόλους. Η συνδικαλιστική ηγεσία είναι µια καρικατούρα διότι έχει επιλέξει να αποµακρυνθεί από τη βάση και να γίνει ένα κέντρο εξουσίας. ∆εν αντιλαµβανόµαστε την απεργία ως ένα µέσο για να επιτευχθούν επιµέρους συντεχνιακά αιτήµατα ή να ξεπεραστεί
Ο νόµος για την ιδιωτικοποίηση όλων των ∆ΕΚΟ οδήγησε τον Φλεβάρη του 1991 όλους τους εργαζόµενους της ΕΑΣ να ξεκινήσουν συνεχείς κινητοποιήσεις ενάντια στην ιδιωτικοποίηση, µε επιπλέον στόχο τη µισθολογική αύξηση. Παρ' όλες τις υποχωρήσεις που δείχνει να κάνει η κυβέρνηση συνεχίζουν να πραγµατοποιούνται απεργίες ανά τακτά χρονικά διαστήµατα. Η επιµονή της κυβέρνησης για περικοπές προσωπικού και ιδιωτικοποίηση έχει ως αποτέλεσµα να κηρυχτούν απεργίες διαρκείας. Όµως πλέον τη σκυτάλη του αγώνα την έχουν πάρει και άλλοι? καθώς το µικρόβιο της ΕΑΣ απλώνεται σε όλη την εργατική τάξη, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αδυνατεί να περάσει το παραµικρό µέτρο. Τελικά τον ∆εκέµβρη του '93, µετά από 18 µήνες αγώνων, επανακρατικοποιούνται τα αστικά λεωφορεία. Πρόκειται για µια πρωτοφανή σε πανευρωπαϊκό επίπεδο νίκη του εργατικού κινήµατος. Στη διάρκεια του 18µηνου αγώνα ασκήθηκαν διώξεις σε τουλάχιστον 200 απεργούς, που καταδικάστηκαν σε µεγάλες ποινές (8 τουλάχιστον φυλακίστηκαν για µήνες στον Κορυδαλλό).
Στις 22 Μαΐου 2009 976 εργάτες της αυτοκινητοβιοµηχανίας Ssangyong motors ξεκίνησαν απεργία και ταυτόχρονα προχώρησαν σε κατάληψη του εργοστασίου της εταιρείας, στην πόλη Pyeongtaek. Τον Φεβρουάριο η εταιρεία είχε ανακοινώσει ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεων που περιλάµβανε την περικοπή των θέσεων εργασίας κατά 36%, την απόλυση δηλαδή 2.646 εργαζοµένων. Από τότε, περίπου 1.670 εργαζόµενοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την επιχείρηση µέσω εθελοντικών σχεδίων αποχώρησης, ενώ οι υπόλοιποι 976 ξεκίνησαν απεργία. Όλοι οι εργάτες της Ssangyong motors ήταν µέλη του συνδικάτου µεταλλεργατών της Κορέας (KMWU) και εργάζονταν κατά µέσο όρο 15-20 χρόνια στην εταιρεία. Τα κεντρικά αιτήµατα των απεργών ήταν: 1) καµία απόλυση, 2) εργασιακή ασφάλεια και 3) καµία ανάθεση εργασίας σε εξωτερικούς συνεργάτες (outsourcing). Κατά τη διάρκεια της απεργίας πραγµατοποιήθηκαν οι σφοδρότερες ταξικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών. Οι απεργοί µαζί µε τους αλληλέγγυους απέκρουσαν αρκετές φορές τη συντονισµένη επίθεση µπάτσων, απεργοσπαστών και πληρωµένων από την εργοδοσία παρακρατικών. Η απεργία και η κατάληψη τελείωσαν µετά από 77 ηµέρες στις 6 Αυγούστου, µε την παράδοση του εργοστασίου από τους απεργούς, αφού η εταιρεία υπόσχεται την ανάκληση 48% των απολυµένων και πρόγραµµα εθελούσιας αποχώρησης για τους υπολοίπους. 96 απεργοί συλλαµβάνονται και ανακρίνονται, ασκούνται διώξεις σε 41, και η εταιρία καταθέτει µήνυση ενάντιων του KMWU ζητώντας 45 εκατοµµύρια δολάρια αποζηµίωση.
η παρούσα κρίση. Η οργή και η αγανάκτησή µας παραµένουν ίδιες και τις µέρες που οι δείκτες του χρηµατιστηρίου και των spreads είναι «καθησυχαστικές». Άλλωστε η επίθεση του κεφαλαίου έχει ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν, απλώς τώρα παγιώνεται και θεσµικά η επισφάλεια και η συρρίκνωση εργασιακών/ασφαλιστικών κεκτηµένων. Είναι αφελές λοιπόν να περιµένουµε ότι όταν παρέλθει η κρίση τα πράγµατα θα βελτιωθούν. Η κρίση είναι συστηµική και γι' αυτό το ζητούµενο είναι οι απεργιακές κινητοποιήσεις να αποτελέσουν µια ισχυρή γροθιά στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής και τις σχέσεις που αναπαράγει. Προτάσσουµε τη γενική απεργία διαρκείας διότι σκοπός µας είναι η ολική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, κοινωνικών και παραγωγικών, µέσα από αδιαµεσολάβητες συλλογικές διαδικασίες. Χωρίς «ειδικούς», κοµµατικούς αντιπροσώπους, χωρίς ιεραρχία και λογικές ανάθεσης. Ανάλογα µε τη συγκυρία, ενίοτε επιλέγουµε να συµµετέχουµε στις απεργίες που καλούν οι ξεπουληµένοι συνδικαλιστικοί φορείς. Κι αυτό διότι αναγνωρίζουµε την απεργία, στην ουσία της, ως ένα ισχυρό µέσο αγώνα και ένα πεδίο συνάντησης των εργαζοµένων στο δρόµο? ένα πεδίο όπου µπορούµε να συνδιαµορφώσουµε συνθήκες πάλης και σχέσεις αλληλεγγύης. Στο κάτω-κάτω η ανατροπή αυτού του κόσµου είναι πάνω απ' όλα ζήτηµα συνείδησης. Αναγνωρίζοντας τον κατακερµατισµό της σύγχρονης εργασίας και τις επισφαλείς εργασιακές σχέσεις που δυσχεραίνουν ακόµα περισσότερο την οργάνωση των εργαζοµένων, θεωρούµε ότι είναι σηµαντικό να δηµιουργήσουµε διαδικασίες αντίστασης στους χώρους εργασίας, όπως εργατικές συνελεύσεις, σωµατεία βάσης κτλ. Να συνδεθούµε µε τα κοµµάτια του εργατικού κινήµατος που αντιστέκονται σε δοµές οργάνωσης που αµφισβητούν την ιεραρχία και την αντιπροσώπευση. ∆οµές που ευνοούν τις συνθήκες για µια συνολική αντιπαράθεση.
Εάν µπορούσαµε να συµπεριλάβουµε σε κάποια φράση ή κάποιο σύνθηµα την ουσία των προταγµάτων και των επιθυµιών µας, αυτό δεν θα ήταν άλλο από το «αντίσταση – αυτοοργάνωση – αλληλεγγύη». Ένα σύνθηµα που περιλαµβάνει στην ουσία τόσο την αντίληψή µας για το παρόν και τους στόχους µας για το µέλλον όσο και τον τρόπο που αυτές µπορεί να πραγµατοποιηθούν. Με τον όρο «αντίσταση» εννοούµε την έµπρακτη διάθεση για καταστροφή αυτού του σάπιου κόσµου, που ενυπάρχει σε κάθε µικρή ή µεγάλη ενέργεια που κοιτάει προς την απελευθερωτική κατεύθυνση, σε κάθε µικρό ή µεγάλο ρήγµα στον κυρίαρχο λόγο, στις υπάρχουσες δοµές και στους κρατικούς θεσµούς από όσους αποφασίζουν να δράσουν κάτω από τις αρχές της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης, του αλληλοσεβασµού και της αξιοπρέπειας.
.Η αυτοοργάνωση σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν µπορεί παρά να είναι το µέσο για την πραγµάτωση τόσο των από τα µεγαλύτερα εργοστάσια και η τωρινών ενεργειών µας όσο και των µελλοντικών. Η οριζόντια αυτή µεγαλύτερη κεραµοποιία της Νότιας µορφή οργάνωσης εξ'ορισµού στρέφεται ενάντια σε οποιαδήποτε Αµερικής. Απασχολούσε εκατοντάδες εργαζόµενους, στηρίζοντας ιεραρχική δοµή, προαπαιτώντας τη συνεννόηση, επικοινωνία και την σηµαντικά την τοπική οικονοµία. Στα κατανόηση της διαφορετικότητας και της πολυµορφίας των κοµµατιών που συµµετέχουν σε αυτή, εγκαθιδρύοντας έτσι τέλη όµως της δεκαετίας του '90, και ενώ η Αργεντινή βυθιζόταν στην ουσιαστικές σχέσεις ανάµεσά τους. Απαιτεί σε ένα βαθµό την ενεργοποίηση όλων, φανερώνοντας τις δυναµικές που κρύβει ο οικονοµική κρίση, ο ιδιοκτήτης του καθένας σε αντίθεση µε το καπιταλιστικό σύστηµα που προσπαθεί εργοστασίου είδε τα κέρδη του να να τις καλουπώσει προς όφελός του ή να τις εξαλείψει όπου αυτές πέφτουν και άρχισε τις απολύσεις, τείνουν να γίνουν επικίνδυνες. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι η και τις περικοπές µισθών και αδράνεια και η ανάθεση προβάλλονται ως ο τρόπος µε τον οποίο εργατικών δικαιωµάτων. Από τότε κινούνται τα πράγµατα. Η οριζόντια αυτή οργάνωση ορίζει τον δικό ξεκινάει ο αυτοοργανωµένος αγώνας της χωροχρόνο, που δεν εξαρτάται από τις ανάγκες οποιουδήποτε των εργατών της Zanon. Εκτός από µηχανισµού (αγορά, κράτος κλπ.) αλλά από τις ανάγκες και τις την εργοδοσία, είχαν να επιθυµίες των ανθρώπων να δηµιουργήσουν όταν αυτοί το αντιµετωπίσουν και τη αποφασίσουν και µε τον τρόπο που αυτοί θα επιλέξουν.
γραφειοκρατική ηγεσία του συνδικάτου των κεραµοποιών, της Νεουκέν, που στην ουσία δούλευε για τα αφεντικά. Αφού κατάφεραν να αναλάβουν τη διοίκηση του συνδικάτου, ξεκίνησαν τον αγώνα µε απεργίες και διαδηλώσεις στην πόλη. Το αποκορύφωµα της διαµάχης ήρθε τον Οκτώβρη του 2001, όταν η εργοδοσία απείλησε να κλείσει το εργοστάσιο. Οι εργάτες ξεκίνησαν απεργία διαρκείας, η οποία µετατράπηκε σε κατάληψη του εργοστασίου. Παράλληλα ξεκίνησαν δικαστικό αγώνα ενάντια στη διοίκηση, ο οποίος κατέληξε σε µια πρωτοφανή πρόταση υπέρ των εργαζοµένων. Μετά από τέσσερις µήνες αγώνα και περιφρούρησης του εργοστασίου, και µε τον «αέρα» της λαϊκής εξέγερσης που είχε σαρώσει τον ∆εκέµβρη-Γενάρη όλη τη χώρα, οι περίπου 270 εργάτες που είχαν αποµείνει αποφάσισαν τον Μάρτιο του 2002 να επαναλειτουργήσουν το εργοστάσιο, αυτή τη φορά χωρίς αφεντικά και επιστάτες.
Η Zanon ήταν για πολλά χρόνια ένα
Μέσα από την άρνηση κάθε θεσµού χειραγώγησης, οι εργάτες θα πάρουν τον αγώνα στα χέρια τους. Πρώτο και κύριο βήµα λοιπόν είναι η αυτενέργεια. Απαλλαγµένοι από οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα θα είναι σε θέση να ορίσουν οι ίδιοι τα µέσα και τους σκοπούς τους και να προχωρήσουν στον πλήρη αυτοκαθορισµό τους. Μέσα από µια τέτοια επιλογή, οι εργάτες θα έχουν ήδη προχωρήσει ένα βήµα στην υπόθεση του κοινωνικού και ταξικού πολέµου, θα έχουν οξύνει την κοινωνική κατάσταση και θα έχουν κάνει ξεκάθαρο, τόσο στα αφεντικά αλλά και πολύ περισσότερο στους ίδιους τους εαυτούς τους, σε ποιο στρατόπεδο βρίσκονται. Από τις απεργίες και τα σαµποτάζ στα µέσα παραγωγής, τη δηµιουργία µαχητικών πρωτοβάθµιων σωµατείων µέχρι τις καταλήψεις και τα εργατικά συµβούλια, τα όπλα είναι πολλά και διαφορετικά στο δρόµο για την εργατική αυτοδιεύθυνση. Από κει και πέρα, στα χέρια όλων µας είναι ο αγώνας αυτός να καταφέρει να συνδεθεί µε ευρύτερα ζητήµατα, µε υποκείµενα και φορείς άλλων αγώνων και από κοινού να συστήσουν ένα ενιαίο µέτωπο αγώνα που θα παρεµβαίνει σε κάθε πεδίο επιβολής της κυριαρχίας µε στόχο τη συνολικότερη κοινωνική ανατροπή. Χαρακτηριστικά θα µπορούσαµε να αναφέρουµε εγχειρήµατα όπως οι καταλήψεις στέγης, οι αυτοδιαχειριζόµενοι χώροι και η επανοικειοποίηση των δηµόσιων-ελεύθερων χώρων που παίρνουν πίσω ένα µέρος από το χαµένο χωροχρόνο µας. Αντίστοιχα, οι συνελεύσεις γειτονιάς, οι συλλογικές κουζίνες, η ανταλλαγή αγαθών και οι προσπάθειες
συλλογικής αυτοµόρφωσης (αυτοδιαχειρζόµενοι παιδικοί σταθµοί, ελευθεριακά σχολεία, µαθήµατα σε µετανάστες) δηµιουργούν ειλικρινείς δεσµούς και σχέσεις αλληλεγγύης µεταξύ των καταπιεσµένων και δίνουν την απάντηση από τα κάτω στον καπιταλισµό και την ασφυκτική καθηµερινότητα που επιβάλλει. Παράλληλα, οι οµάδες στήριξης απεργών όπως στην περίπτωση του αγώνα των εργαζοµένων στο εστιατόριο Banquet στη Θεσσαλονίκη, η δηµιουργία µαχητικών πρωτοβάθµιων σωµατείων και το ξεπέρασµα του γραφειοκρατικού συνδικαλισµού, οι απεργίες, οι γενικές συνελεύσεις και οι µαζικές δυναµικές κινητοποιήσεις δείχνουν ότι οι πρώτες σταγόνες της βροχής είναι ήδη εδώ. Η καταιγίδα της κοινωνικής οργής που έρχεται απλά θα τους σαρώσει. Φυσικά, οι αυτοοργανωµένες-οριζόντιες κοινωνικές διαδικασίες αλλά και οι άµεσες δράσεις δεν περιορίζονται µόνο σε ό,τι προαναφέρθηκε. Ο πλούτος των χειρονοµιών και πρακτικών αντίστασης είναι τεράστιος, διαµορφώνεται και εµπλουτίζεται κάθε φορά που οι καταπιεσµένοι είναι στο δρόµο, κάθε φορά που παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Βασική προϋπόθεση για όλα αυτά όµως είναι η αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη (είτε εκφράζεται σε κάποιο άτοµο είτε σε οµάδες ατόµων) για να αποκτήσει πρακτική και ουσιαστική αξία πρέπει να έχει συνείδηση του λόγου της και των στόχων της. Αυτό σηµαίνει ότι η αλληλεγγύη δεν µπορεί παρά να στρέφεται ενάντια του συστήµατος που γεννάει τις συνθήκες καταπίεσης και εκµετάλλευσης, εναντίον του ίδιου του καπιταλισµού και του κράτους. Αν η αλληλεγγύη ήταν µόνο αποτέλεσµα κάποιας συγκεκριµένης στιγµής ή γεγονότος αποκοµµένου από την κοινωνική πραγµατικότητα και σταµατούσε εκεί τότε θα έχανε το ίδιο το νόηµά της και θα καταντούσε απλά µια πολυχρησιµοποιηµένη λέξη µε επαναστατικό προσωπείο, ικανή να σώζει µόνο τα προσχήµατα και να δίνει την αφελή πεποίθηση ότι το καθήκον επιτελέστηκε και είναι ώρα για ξεκούραση µέχρι η επικαιρότητα ή οι συγκυρίες να κρίνουν ότι είναι καιρός να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Η επιλογή του να σταθείς αλληλέγγυος απέναντι σε κάποιον δεν είναι απλά µια συγκυριακή επιλογή, είναι µια συνειδητή επιλογή, είναι τελικά επιλογή ζωής. Για µας η αλληλεγγύη δεν αποτελεί µόνο µια συνθήκη που εκδηλώνεται σε περιόδους κρίσης, αλλά ακριβώς έναν τρόπο αντίληψης της πραγµατικότητας και του πλέγµατος των κοινωνικών σχέσεων και των κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν σε κάποια δεδοµένη στιγµή. Είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη που πρέπει να υφίσταται µεταξύ των ατόµων µιας κοινωνίας για την εγκαθίδρυση σχέσεων αλληλοσεβασµού, αλληλοβοήθειας, αλληλοκατανόησης, ισότητας και συνεργασίας. Σχέσεις και αξίες που µπορούν και πρέπει να αντικαταστήσουν τις αντίστοιχες αυτού του γερασµένου και σάπιου κόσµου της εξατοµίκευσης, της απάθειας και του φόβου. Μακριά από λογικές ειδικών, διεκπεραιωτών, αρχηγών και κοµµατικών σχεδιασµών. Να δηµιουργήσουµε κοινούς τόπους συζήτησης, συνδιαµόρφωσης και κατεύθυνσης των τοπικών (ή και υπερτοπικών) αγώνων.
Από τα απλά καθηµερινά ζητήµατα της γειτονιάς (π.χ. ελεύθεροι χώροι, κεραίες κινητής τηλεφωνίας κλπ.) ως τα πιο σύνθετα ή και για τη δηµιουργία συνεργατικών οµάδων αλληλοβοήθειας. Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν, ούτε φόρµουλες ελευθερίας. Μόνοι µας πρέπει να φτιάξουµε τους δρόµους και τα µονοπάτια που θα ακολουθήσουµε. Είναι σίγουρο ότι και µόνο η απουσία συγκεκριµένων προτάσεων λειτουργεί αποτρεπτικά σε πολλούς, όµως αυτό που τους περιορίζει δεν είναι αυτή καθεαυτή η απουσία προτάσεων αλλά ο φόβος που έχει ενσωµατωθεί στην κοινωνική συνείδηση από το ίδιο το σύστηµα για οποιαδήποτε αλλαγή έξω από αυτό, αναγνωρίζοντάς την ως καταστροφική και µη εφικτή, ως ονειροπόλα και παιδική. Βέβαια µια αλλαγή προς την απελευθερωτική κατεύθυνση, ένας κοινωνικός µετασχηµατισµός, θα σήµαινε και την καταστροφή αυτού του συστήµατος. Και αυτή ακριβώς είναι η µόνη ρεαλιστική, βιώσιµη και συγκεκριµένη πρόταση. Η καταστροφή του καπιταλιστικού οικοδοµήµατος, η εξάλειψη κάθε εξουσιαστικού κατάλοιπου και η οικοδόµηση ενός νέου κόσµου. Μιας αταξικής κοινωνίας όπου µόνη της θα διαχειρίζεται τα προβλήµατά της, βασιζόµενη στις ανάγκες που ορίζει η κάθε κοινότητα τόσο υλικά όσο και ηθικά. Όπου η εργασία δεν θα είναι η συνθήκη εκµετάλλευσης από άνθρωπο σε άνθρωπο αλλά η προσφορά για τη διατήρηση και την εξέλιξη της κοινότητας, µέσα από µια ελευθεριακή προοπτική…
Add a Comment
Anarchist Raidenleft a comment