
ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ
Cinnamon ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ http://politikokafeneio.com
Με τον όρο Πολιτική άλλοι εκπρόσωποι της αντίστοιχης (Πολιτικής) Επιστήμης εννοούν οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα αφορά στις διανθρώπινες σχέσεις και στο κοινό όφελος, οπότε ο κάθε άνθρωπος οφείλει να ασκεί πολιτική. Άλλοι ως Πολιτική ορίζουν την επιδίωξη οικειοποίησης μεριδίου ισχύος ή επηρεασμού της νομής της εξουσίας είτε ανάμεσα στα κράτη είτε εντός των κρατών ανάμεσα σε ανθρώπινες ομάδες που ανήκουν σε αυτά . Υπό αυτή την έννοια πολιτική εξυπηρετεί τον αρχέγονο νόμο της κυριαρχίας του ισχυροτέρου και της επιβολής του Υπερανθρώπου και δε μπορεί φυσικά να κατανοήσει τη θυσία του Θεανθρώπου. Ι. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Έχει κατακριθεί η Εκκλησία ότι δεν αναπτύσσει πολιτική ή κοινωνική δραστηριότητα. Αρκείται μόνον στη θεωρία της Βασιλείας των Ουρανών, αδιαφορώντας για τα «επί γης». Λατρεύει ένα Θεό, ο οποίος χωρίς να ενδιαφέρεται για τα εγκόσμια κοινωνικά προβλήματα, αυτοϊκανοποείται με την προσφορά της λογικής μας λατρείας. Είναι γνωστή η ρήση του Ρουσσώ: Εγώ δεν γνωρίζω άλλο τι να εναντιώνεται περισσότερο προς το κοινωνικό πνεύμα από το πνεύμα το Χριστιανικό. Κοινωνία αληθινών χριστιανών δε θα κατόρθωνε ποτέ να παραμείνει κοινωνία ανθρώπων. Και βέβαια! Διότι τι πειράζει τάχα εάν κάποιος είναι δούλος ή ελεύθερος, σ΄ αυτήν την κοιλάδα του κλαυθμώνος; Το ἑν δέ ἐστιν χρεία είναι να υπάγει εις τον Παράδεισο, η δε υποταγή στις συμφορές είναι ένας τρόπος για να πετύχει κάποιος το ποθούμενο. Διαδεδομένο επίσης είναι το μότο των Μαρξ και Νίτσε περί της θρησκείας ως «οπίου» του λαού. 2. ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ Ο Ιησούς με τη γέννησή του και τα περιστατικά που τη συνόδευσαν, απέδειξε ότι εκπληρώνει τις μεσσιανικές προσδοκίες του Ισραήλ, αφού είναι ο πραγματικός υιός Δαβίδ που τελειώνει το Νόμο και τους Προφήτες, και ταυτόχρονα ότι αποτελεί το «φως από την Ανατολή» που προσδοκούσαν τα έθνη. Παράλληλα, όμως, το ίδιο το πρόσωπο, όντας από τη γέννησή του Υιός του Θεού, και έχοντας την αποστολή να σώσει διά του πάθους το λαό Του και την οικουμένη από τις αμαρτίες και όχι από τους
τυράννους, μεταλλάσσει το ιουδαϊκό μεσσιανικό ίνδαλμα. Από την αρχή της δημόσιας δράσης του ο Ιησούς έστρεψε τα βέλη του κατεξοχήν ενάντια στο Σατανά, ο οποίος προβάλλει διά των Πειρασμών ως κοσμοκράτορας της Pax Romana. Την εξουσία του την παρέχει σε όποιον τον προσκυνά και υιοθετεί τα δαιμονικά μέσα διακυβέρνησης των μαζών που αυτός έχει καθιερώσει. Τα έθνη, αλλά και ο απλός λαός της Γαλιλαίας, όπως αποδεικνύεται με τη διήγηση του δαιμονισμένου των Γερασηνών, τη θαυμαστή θεραπεία της κόρης της Χαναναίας και αυτή του νέου στους πρόποδες του όρους της Μεταμορφώσεως, πάσχουν υπό το κράτος της εξουσίας του. Ο Ιησούς, σε αντίθεση προς τους συγχρόνους του εξορκιστές, δεν απάλλαξε απλώς κάποιους δαιμονισμένους από τη σατανική επιρροή, προκειμένου να περιβληθεί τη δόξα, που αποδιδόταν στον υιό Δαβίδ, Σολομώντα, αλλά «έδεσε τον Ισχυρό», εξοστράκισε το Σατανά από τον ουρανό και τον αποδυνάμωσε κατόπιν στη γη, μεταδίδοντας αυτήν την εξουσία και στους μαθητές του. Αντί, λοιπόν, να δαιμονοποιήσει τη ρωμαϊκή κατοχή και να προβεί σε «σημεία ελευθερίας», όπως οι σύγχρονοί του ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες, απέδειξε ότι και αυτοί οι Ρωμαίοι ουσιαστικά είναι δούλοι στις δαιμονικές δυνάμεις. Στο σημείο αυτό ο Ιησούς προσπάθησε να μεταμορφώσει τις μεσσιανικές προσδοκίες των συγχρόνων του, οι οποίοι ενώ πίστευαν ότι η εσχατολογική νίκη επί του Σατανά αποτελεί έργο του Θεού και των αγγέλων του στον ουρανό, από το Μεσσία ανέμεναν να απελευθερώσει τη Σιών από τα άνομα και ακάθαρτα έθνη και να δοξάσει έτσι το λαό του. Ο Ιησούς
επιδεικνύοντας θεϊκή εξουσία θεραπεύει τον απλό λαό και τα έθνη και ενταφιάζει στην άβυσσο τα ακάθαρτα πνεύματα. Σε χαρακτηριστική αντίθεση, επίσης, προς το ζηλωτικό κίνημα, ο Ιησούς όχι μόνο δεν υιοθέτησε την άσκηση βίας προς τον εχθρό (έστω και στην περίπτωση της άμυνας), αλλά δεν περιορίστηκε ούτε στην παθητική αντίσταση προς αυτόν (όπως έκανε στον 20ο αι. ο Γκάντι). Η εντολή του για ανάληψη αγγαρείας εις διπλούν προς χάρη τού κατακτητή και η στροφή και της άλλης σιαγόνος στην περίπτωση κολαφίσματος φανερώνει ότι ο Ιησούς θεωρούσε ότι μόνο η ενεργητική δύναμη της αγάπης μπορεί πραγματικά να «σκλαβώσει» τον εχθρό . Μια δεύτερη ενέργεια του Ιησού που διαφοροποιεί τις μεσσιανικές προσδοκίες των ομοεθνών του και έχει πολιτικές προεκτάσεις είναι η ανατροπή των διατάξεων περί καθαρού-ακαθάρτου, αγίου-βεβήλου αλλά και αυτών περί εφαρμογής του Σαββάτου τις οποίες είχε επιβάλει η ιερατική αριστοκρατία με έδρα το Ναό και προωθούσε η φαρισαϊκή μερίδα στον απλό λαό της Γαλιλαίας προκειμένου αυτός να «αφοριστεί» από το περιβάλλον των εθνών και να εξαρτάται άμεσα από το απολυτρωτικό σύστημα της Σιών. Οι διατάξεις αυτές για την αγιότητα αφορούσαν κατεξοχήν στο φαγητό και στη γενετήσια σφαίρα και επέβαλαν την ακοινωνησία (αφού περιθωροποιούσαν από την κοινή τράπεζα) στην ακάθαρτη γυναίκα, στους τελώνες και στις πόρνες, και φυσικά κατεξοχήν στα ακάθαρτα έθνη. Όσοι είχαν ηθικό, κοινωνικό αλλά και φυσικό μώμο (τυφλοί, χωλοί κ.ά.) αποκλείονταν από τη Λατρεία και τη Βασιλεία. Οι διαβαθμίσεις των αυλών του Ναού υπογραμμίζουν τις διαχωριστικές γραμμές που είχε επιβάλει η θρησκευτική
ηγεσία σε Ιουδαίους και Έλληνες, άνδρες και γυναίκες. Ο Ιησούς γκρέμισε «το μεσότοιχο αυτό του φραγμού» άμεσα με φράσεις όπως οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον͵ ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον (Μκ. 7, 20) ή Τὸ Σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο καὶ οὒχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον (Μκ. 2, 27), και έμμεσα με τα κοινά δείπνα του με τελώνες και πόρνες, αλλά και την αποκατάσταση της ψυχικής και σωματικής υγείας των πασχόντων διά της πίστης στο πρόσωπο και στο Ευαγγέλιό Του, χωρίς απαραίτητα την προσφυγή τους στο Ναό. Την αναίρεσε, επίσης, με την εκλογή των δώδεκα μελλοντικών κριτών του Ισραήλ από τον απλό λαό, την ένταξη σε αυτόν και ενός τελώνη, αλλά και τη συμμετοχή στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του και γυναικών. Δεν είναι η ακαθαρσία εκείνη που μεταδίδεται, αλλά η αγιότητα διά της προσφοράς ελέουςαγάπης. Τα παραπάνω απείλησαν τα συμφέροντα της θεοκρατικής ηγεσίας του Ισραήλ και προκάλεσαν το φθόνο της. Στην τελική απόφαση «εκκαθάρισης» του Ιησού οδήγησαν οι πράξεις Του στα Ιεροσόλυμα και ιδίως στο Ναό την περίοδο του Πάσχα, τότε που όλοι ανέμεναν την απελευθέρωσή τους από τον τυραννικό ζυγό. Η ενέργειά Του να διώξει τους τραπεζίτες και τους εμπόρους από την αυλή εθνικών του Ναού πρέπει να συνδυαστεί με την ξήρανση της συκιάς, το λόγιο περί της εκβολής του όρους στη θάλασσα και τέλος τη «Μικρή Αποκάλυψη» και την παράδοση της Καινής Διαθήκης, που απευθύνθηκαν όμως μόνο στους μαθητές του. Ταυτόχρονα, ο Ιησούς, αντί να στραφεί ενάντια στους Ρωμαίους, όξυνε την κριτική του ενάντια στη
θρησκευτική ηγεσία του λαού, απογυμνώνοντας την υποκρισία και τη δουλεία της στο Μαμωνά. Η όλη αυτή στάση του οδήγησε στη Σταύρωσή του. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ο Ιησούς δεν επεδίωκε την κάθαρση απλώς του Ναού, αλλά την πλήρη υποκατάστασή του με μια καινούργια Διαθήκη, που θα εδράζεται στη θυσία του εαυτού του και μια εν Πνεύματι και αληθεία Λατρεία. Απέναντι στη Ρωμαϊκή Εξουσία, ο Ιησούς δεν επέδειξε εχθρική στάση. Ο Stauffer επισημαίνει ότι ο Ιησούς δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι η εξουσία είναι από το Θεό, δεν απαίτησε τη συνηθισμένη προσευχή υπέρ αυτής (της εξουσίας) και δε χρησιμοποίησε ποτέ στο κήρυγμά του το σύνθημα όλων των δικτατόρων ‘υποταγή’. Αντιθέτως δε δίστασε να χαρακτηρίσει αλώπεκα τον Ηρώδη Αντύπα και να διακηρύξει ότι οι άρχοντες των εθνών κατεξουσιάζουν και κατακυριεύουν τις μάζες (Μκ. 10, 41-45 = Μτ. 20, 20-28 // Λκ. 22, 25-27), πράγμα που δεν ανατρέπεται απλώς με μια επανάσταση, αλλά με την ανάσταση του ανθρώπου διά της μετανοίας και με την άσκηση της διακονίας και της θυσίας εντός της Εκκλησίας. Με τη φράση τὰ Καίσαρος ἀπόδοτε Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ αλλά και ακολούθως με τον τονισμό της ύπαρξης αιώνιας μεταθανάτιας ζωής και με την υπενθύμιση της εντολής της απόλυτης λατρείας μόνο προς το Θεό απογύμνωσε και τον Καίσαρα και την «αιώνια» Ρώμη από κάθε θεϊκή διάσταση και έθεσε άμεσα τα όρια μεταξύ πολιτικής εξουσίας και θεϊκής αυθεντίας, πράγμα που διακήρυξαν οι απόστολοι, (όχι προς τις ρωμαϊκές αρχές, αλλά,) προς τον Αρχιερέα: Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις (Πρ. 5, 29). Ο κάθε άνθρωπος με τη
μοναδικότητα και τη διαφορετικότητα της ύπαρξής του και ανεξάρτητα από τη φυλή ή το φύλο του αποτελεί εικόνα – πολύτιμο ‘νόμισμα΄ του Θεού. Ταυτόχρονα, όμως, ο Ιησούς με την πρώτη φράση του τὰ Καίσαρος ἀπόδοτε Καίσαρι στράφηκε εναντίον της ζηλωτικής ιδεολογίας, καθώς αναγνώρισε την καταβολή τελών στον Καίσαρα ως αντάλλαγμα προφανώς για τις υπηρεσίες που εκείνος προσφέρει στο ιουδαϊκό έθνος. Εάν δεν αναγνώριζε την ανταποδοτικότητα των τελών, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αποσιωπήσει το πρώτο ήμισυ της απάντησής του. Στο Μκ. 10, 41-45 (= Μτ. 20, 20-28 // Λκ. 22, 25-27) ο Ιησούς, παρ΄ όλο που ομιλεί μόνο προς τους μαθητές του, αναφέρεται γενικά στις πολιτικές εξουσίες, χωρίς να κάνει ιδιαίτερη μνεία στη Ρώμη. Δεν παραδίδεται, επίσης, κάποιο λόγιο του Ιησού που να στρέφεται άμεσα ενάντια στον Καίσαρα ή στη Ρώμη, όπως αντιθέτως γίνεται με τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους. Όταν του γνωστοποιείται η σφαγή κάποιων Γαλιλαίων από τον Πιλάτο και μάλιστα στο Ναό, κατά την ιερή στιγμή που εκείνοι πρόσφεραν τη θυσία τους, όχι μόνο δεν τους αναδεικνύει σε εθνικούς ήρωες, αλλά ομιλεί για παραδειγματικό θάνατο που οφείλεται σε αμετανοησία (Λκ. 13, 1-3). Στο τέλος επίσης του ίδιου κεφαλαίου, δε φαίνεται να αποδίδει την άλωση της Ιερουσαλήμ στη θηριωδία των Ρωμαίων, αλλά στην ασέβεια των θρησκευτικών ταγών (13, 34-35. πρβλ. 19, 41-48). Σημειωτέον ότι στις ημέρες του Ιησού η ρωμαϊκή εξουσία δεν είχε εγείρει τις αλαζονικές τάσεις αυτοθεοποίησης, όπως συνέβη μερικά χρόνια αργότερα με τον Καλλιγούλα, το Νέρωνα και τέλος με το Δομιτιανό, κάτι που προκάλεσε τη συγγραφή της Αποκάλυψης του Ιωάννη, αλλά και άλλων
Αποκαλύψεων (Δ΄ Έσδρα, συρ. Βαρούχ), όπου ο Μεσσίας διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Δε νομίζω ότι η τακτική του Ιησού απέναντι στη Ρώμη οφείλεται απλώς στο ότι θεωρούσε ουτοπική κάθε προσπάθεια επανάστασης του αδύναμου έθνους του εναντίον των πανίσχυρων Ρωμαίων. Σε μια παραβολή βέβαια ερωτά: τίς βασιλεὺς πορευόμενος ἑτέρῳ βασιλεῖ συμβαλεῖν εἰς πόλεμον οὐχὶ καθίσας πρῶτον βουλεύσεται εἰ δυνατός ἐστιν ἐν δέκα χιλιάσιν ὑπαντῆσαι τῷ μετὰ εἴκοσι χιλιάδων ἐρχομένῳ ἐπ΄ αὐτόν; (Λκ. 14, 31). Συσχετίζει, όμως, το ερώτημα αυτό, όπως και αυτό της οικοδομής του πύργου, με τον υπολογισμό του υψηλού κόστους της μαθητείας κοντά του. Αντιθέτως, ίσως, ο Ιησούς θεωρούσε ότι η ρωμαϊκή εξουσία της εποχής του εμπόδιζε, κατόπιν θείας παραχωρήσεως, το χαοτικό κράτος της αναρχίας , ενώ με το δίκαιο και την ασφάλεια που παρείχε, έδινε δυνατότητες επιβίωσης στο λαό του. Στο κατά Ιωάννην, ενώ η πατρότητα της προδοσίας του Ιούδα και της συμπεριφοράς, γενικότερα, των Ιουδαίων αποδίδεται στην ενέργεια του διαβόλου, η εξουσία του Πιλάτου θεωρείται άνωθεν δεδομένη: Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν κατ΄ ἐμοῦ οὐδεμίαν, εἰ μὴ ἦν δεδομένον σοι ἄνωθεν· διὰ τοῦτο ὁ παραδούς μέ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει (19, 11). Ένα ιουδαϊκό κράτος με θεοκρατικό καθεστώς και νόμο, τις πολυπληθείς και μάλιστα στην πλειονότητά τους απαγορευτικές ρήτρες της Τορά θα δημιουργούσε ένα κράτος εντελώς απομονωμένο από το περιβάλλον του, όπου ο ζυγός για τον απλό λαό που δε θα μπορούσε να τις τηρήσει, θα ήταν φοβερά σκληρότερος από ό,τι με τους Ρωμαίους. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλοι οι εκπρόσωποι της ρωμαϊκής εξουσίας εκατόνταρχοι, σε
αντίθεση προς την πλειονότητα των εκπροσώπων της θεοκρατικής εξουσίας της Σιών δείχνουν στην Κ.Δ. θετικό πνεύμα προς το χριστιανισμό. Όντως, το ανεκτικό πνεύμα της πολυθρησκευτικότητας και πολυπολιτισμικότητας της Ρώμης βοήθησε την εξάπλωση του ευαγγελίου του Ιησού. Δε θεωρώ ότι η προσδοκία της οσονούπω έλευσης της Βασιλείας του Θεού ήταν αυτή που οδήγησε τον Ιησού σε μια παθητική στάση απέναντι στη Ρωμαϊκή Εξουσία. Ο R. Otto επισημαίνει το ότι η αναγγελία της εγγύτητας της ημέρας του Αλλάχ δεν εμπόδισε το Μωάμεθ από το να αφιερωθεί στην πραγματοποίηση μακροπρόθεσμων πολιτικοστρατιωτικών προγραμμάτων. Αυτό ακριβώς το γεγονός χαρακτηρίζει μάλιστα ο Otto ως ουσιώδη παραλογισμό (essential irrationality) της εσχατολογικής σκέψεως. Ο Ιησούς είχε την αυτοσυνειδησία ότι μέσω του Προσώπου και της δράσης Του ανατέλλει εδώ και τώρα (hic et nun), στο ιστορικό παρόν, η Βασιλεία του Θεού, η οποία ήδη δρα σιωπηρά αλλά δυναμικά, όπως ο σπόρος, προκαλώντας ζυμώσεις στον κόσμο. Αυτή η Βασιλεία η οποία βιώνεται από την Εκκλησία κατεξοχήν στο ευχαριστιακό δείπνο αλλά και καθημερινά μέσω της διακονίας - της θυσίας προς τον άλλον (ανεξαρτήτου φύλου ή φυλής) δεν αποτελεί ένα καινούργιο Imperium, που έρχεται να ανατρέψει βίαια το προηγούμενο καθεστώς και να τροφοδοτήσει τον τροχό του αίματος, που κυλά αδιάκοπα στην Ιστορία. Ουσιαστικά, αποτελεί επιστροφή στην προπτωτική παραδείσια κατάσταση, όπου δεν υπήρχε καμιά σχέση εξουσίας και εκμετάλλευσης, αφού ο κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένος άνθρωπος κατείχε το βασιλικό και το ιερατικό αξίωμα ανεξάρτητα φύλου ή φυλής. Όπως
αποδεικνύει κυρίως το γεγονός της Μεταμορφώσεως και η «Κατήχηση» του Ιησού καθ ’οδόν προς το Πάθος (Μκ. 10), η βασιλεία αυτή αποτελεί ένα εσχατολογικό γεγονός, που στην πληρότητά του θα βιωθεί μεταϊστορικά, μετά την ανακαίνιση και την παλιγγενεσία του Σύμπαντος. Στο παρόν η Βασιλεία του Θεού βιώνεται με τη μετάνοια, που «δεν είναι ηθικολογία, αλλά επαναστατική στάση ζωής» (Ν. Ματσούκας) . Πολύ ωραία περιγράφεται αυτή η διαδικασία (της μετάνοιας) στην Παραβολή του Ασώτου. Ο αποσκιρτημένος γυιος που ζει με τους χοίρους, το κλασικό ιουδαϊκό σύμβολο των εθνών, αφού έρχεται εις εαυτόν και αποτινάσσει τη λήθη (βίωση της α-λήθειας), ανασταίνεται και επιστρέφει στην πατρική οικία, ομολογώντας την ενοχή του. Αυτή η κίνηση οδηγεί στην άνευ όρων συγχώρεση από τον πατέρα, στην ένδυση της πρώτης «βαπτισματικής» στολής και στη μετοχή στο ευχαριστηριακό τραπέζι. Σημειωτέον ότι ενώ ο Ιησούς διακήρυξε την έλευση της Βασιλείας του Θεού, ουδέποτε χαρακτήρισε άμεσα το Θεό ως Βασιλέα, όπως αντιθέτως συνηθιζόταν στον Ιουδαϊσμό, ενώ για την ίδια τη Βασιλεία χρησιμοποίησε κατεξοχήν την εικόνα του γεύματος. Η μετάνοια φυσικά ως κίνηση ζωής δεν επιτυγχάνεται με τις αυτονομημένες και διασπασμένες δυνάμεις του ατόμου, αλλά με την πίστη και τη μαθητεία στο πρόσωπο του Ι. Χριστού, που προσφέρθηκε χωρίς αντίσταση στο μαρτύριο. Σημειώνει εύστοχα ο Ε. Φρόμ : ‘O Ιησούς ήταν ο ήρωας της αγάπης, ένας ήρωας χωρίς εξουσία, που δε χρησιμοποιούσε βία, που δεν ήθελε να κυβερνάει, που δεν ήθελε να έχει τίποτε. Ήταν ένας
ήρωας που ήθελε να είναι, να δίνει, να μοιράζεται […]. Ο χριστιανός ήρωας ήταν ο μάρτυρας, γιατί, όπως και στην εβραϊκή παράδοση, η πιο σημαντική πράξη στη ζωή του ήταν να δώσει τη ζωή του για το Θεό ή για τους συνανθρώπους του. Ο μάρτυρας ήταν ακριβώς το αντίθετο του ειδωλολάτρη ήρωα, όπως είχε προσωποποιηθεί από τους Έλληνες και τους Γερμανούς. Οι ήρωες αυτοί είχαν σαν σκοπό την κατάκτηση, τη νίκη, την καταστροφή, τη ληστεία. Σκοπός της ζωής τους ήταν η αλαζονεία, η δύναμη, η δόξα κι η ικανότητα να σκοτώνουν (Ο άγ. Αυγουστίνος παρομοίασε τη ρωμαϊκή ιστορία με την ιστορία μιας συμμορίας ληστών). Για τον ειδωλολάτρη ήρωα, η αξία ενός άντρα βρισκόταν στην ικανότητά του να αποκτήσει και να κρατήσει την εξουσία, και να πεθάνει ευχαριστημένος στο πεδίο της μάχης πάνω στη νίκη […] Τα χαρακτηριστικά του μάρτυρα ήταν να είναι, να δίνει, να μοιράζεται. Του ήρωα, να έχει, να εκμεταλλεύεται, να επιβάλλει τη θέλησή του με βία. Θα πρέπει να προστεθεί ότι η δημιουργία του ειδωλολατρικού ήρωα συνδέεται με την πατριαρχική νίκη πάνω στην κοινωνία, που είχε για κέντρο τη μητέρα. Η κυριαρχία των ανδρών πάνω στις γυναίκες είναι πράξη κατάκτησης και η πρώτη μορφή χρησιμοποίησης βίας για εκμετάλλευση. Σε όλες τις πατριαρχικές κοινωνίες μετά τη νίκη των αντρών, αυτές οι αρχές αποτέλεσαν τη βάση του αντρικού χαρακτήρα. Ποιο από τα δύο ασυμφιλίωτα αντίθετα πρότυπα που καθορίζουν την εξέλιξή μας, επικρατεί σήμερα στην Ευρώπη; Αν κοιτάξουμε μέσα μας, τη συμπεριφορά όλων σχεδόν των ανθρώπων, τους πολιτικούς μας αρχηγούς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρότυπό μας για ό,τι είναι καλό κι έχει αξία είναι ο ειδωλολάτρης ήρωας. Η ευρωπαϊκή και βορειοαμερικανική ιστορία παρά τον
προσηλυτισμό και των δύο ηπείρων στην εκκλησία, είναι μια ιστορία κατακτήσεων, αλαζονείας, απληστίας. Οι μεγαλύτερες αξίες μας είναι: να είμαστε δυνατότεροι από τους άλλους νικητές, να κατακτάμε και να εκμεταλλευόμαστε τους άλλους. Αυτές οι αξίες είναι ίδιες με το ιδανικό του ανδρισμού: όποιος δε δείχνει δύναμη στην χρήση βίας είναι αδύνατος, δηλαδή όχι άντρας’. Από το κείμενο αυτό του Φρόμ μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί ο Ιησούς αποτελεί μέχρι σήμερα το κατεξοχήν ‘σημείο αντιλεγόμενο’ της Ιστορίας (Λκ. 2, 34) και η μαθητεία κοντά του απαιτεί την κατάρρευση του συμβατικού ‘Κόσμου’ της ηδονής, της δόξας και του πλούτου, που διψά για κυριαρχία, επιβολή και εξουσία. Μπορεί, επίσης, κανείς να κατανοήσει τη διακήρυξη του Ιησού ότι δεν ήρθε να φέρει μια ειρήνη αντίστοιχη εκείνης της Ρώμης, αλλά μάχαιρα/πυρ στο ίδιο το ανθρώπινο «σώμα», στην οικογένεια, αλλά και στην κοινωνία. Σχολιάζει σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος υπομνηματίζοντας το Μτ. 10, 34-36: Ὅτι τοῦτο μάλιστα εἰρήνη͵ ὅταν τὸ νενοσηκὸς ἀποτέμνηται͵ ὅταν τὸ στασιάζον χωρίζηται. Οὕτω γὰρ δυνατὸν τὸν οὐρανὸν τῇ γῇ συναφθῆναι. Ἐπεὶ καὶ ἰατρὸς οὕτω τὸ λοιπὸν διασώζει σῶμα͵ ὅταν τὸ ἀνιάτως ἔχον ἐκτέμῃ· καὶ στρατηγὸς͵ ὅταν κακῶς ὁμονοοῦντας εἰς διάστασιν ἀγάγῃ. Οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ πύργου γέγονεν ἐκείνου· τὴν γὰρ κακὴν εἰρήνην ἡ καλὴ διαφωνία ἔλυσε͵ καὶ ἐποίησεν εἰρήνην. Οὕτω καὶ Παῦλος τοὺς κατ΄ αὐτοῦ συμφωνοῦντας διέσχισεν. Ἐπὶ δὲ τοῦ Ναβουθὲ πολέμου παντὸς τότε ἡ συμφωνία ἐκείνη χαλεπωτέρα γέγονεν. Οὐ γὰρ πανταχοῦ ὁμόνοια καλόν· ἐπεὶ καὶ λῃσταὶ συμφωνοῦσιν. Οὐκ ἄρα οὖν τῆς αὐτοῦ προθέσεως τὸ ἔργον͵ ἀλλὰ τῆς ἐκείνων γνώμης ὁ πόλεμος. Αὐτὸς μὲν γὰρ ἐβούλετο πάντας ὁμονοεῖν
εἰς τὸν τῆς εὐσεβείας λόγον· ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνοι διεστασίαζον͵ πόλεμος γίνεται. Ἀλλ΄ οὐκ εἶπεν οὕτως· ἀλλὰ τί φησιν; Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην͵ ἐκείνους παραμυθούμενος. Μὴ γὰρ νομίσητε͵ φησὶν͵ ὅτι ὑμεῖς αἴτιοι τούτων· ἐγώ εἰμι ὁ ταῦτα κατασκευάζων͵ ἐπειδὴ οὕτω διάκεινται. Μὴ τοίνυν θορυβεῖσθε͵ ὡς παρὰ προσδοκίαν τῶν πραγμάτων γινομένων. Διὰ τοῦτο ἦλθον͵ ὥστε πόλεμον ἐμβαλεῖν· τοῦτο γὰρ ἐμόν ἐστι τὸ θέλημα. Μὴ τοίνυν θορυβεῖσθε πολεμουμένης͵ ὡς ἐπιβουλευομένης τῆς γῆς. Ὅταν γὰρ ἀποσχισθῇ τὸ χεῖρον͵ τότε λοιπὸν τῷ κρείττονι συνάπτεται ὁ οὐρανός (P.G. 57, 405). Ο διωγμός, που εξαπέλυσε ο Ηρώδης εναντίον του Ιησού, ο φόνος που επιδίωξαν και σχεδίασαν οι εκπρόσωποι της θεοκρατικής εξουσίας του Ισραήλ, αλλά και οι διωγμοί των Ρωμαίων αυτοκρατόρων στους επόμενους αιώνες εναντίον της Εκκλησίας, οι οποίοι συνδυάστηκαν με μια «δυσφημιστική εκστρατεία» κατεξοχήν εναντίον της ευχαριστηριακής Σύναξής της , αποτελούν σπασμωδικές αντιδράσεις του Κόσμου της δύναμης στην παρουσία της Βασιλείας του Θεού, όταν αυτή παραμένει σταυρωμένη αρνούμενη να εναγκαλιστεί την εξουσία. Δύο χιλιάδες χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά οι ίδιες δύο εξουσίες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη στον πολυβασανισμένο πλανήτη μας: η εξουσία της γυμνής δύναμης, η τυφλωμένη από τρόμο και τρομακτικά απάνθρωπη. Και η ακτινοβόλα εξουσία του παιδιού της Βηθλεέμ. Φαίνεται όμως πως όλη η εξουσία, όλη η δύναμη βρίσκεται στα χέρια αυτής της γήινης αρχής [...] Μόνο όμως φαινομενικά: επειδή ποτέ δεν παύουν να
λάμπουν το αστέρι και η εικόνα της Μητέρας με το Βρέφος (π. Α. Σμέμαν) . Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι εάν ισχύει ο δεύτερος ορισμός της Πολιτικής, τότε η Βασιλεία του Θεού η οποία από τη φύση της ταυτίζεται με το Σταυρό της θυσίας και της ταπείνωσης, δεν μπορεί ποτέ να χρησιμοποιήσει τη δύναμη και τη βία, που αποτελούν εγγενείς δυνάμεις του μεταπτωτικού «πολιτισμού», που συνδέεται με τον Κάιν (4,17 κε.). Εάν ισχύει ο πρώτος ορισμός της Πολιτικής, τότε προφανώς η Βασιλεία του Θεού δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση και ατομική εσωτερική κατάκτηση, αλλά μεταμορφώνει την ανθρώπινη κοινωνία. 3. Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ Συνέπεια του ότι ἐπλήσθησαν πάντες Πνεύματος ἁγίου͵ ήταν το ότι οι πρώτοι χριστιανοί
ἦσαν δὲ προσκαρτεροῦντες 1/ τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ 2/ τῇ κοινωνίᾳ (=άσκηση φιλανθρωπίας)͵ 3/ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ 4/ ταῖς προσευχαῖς. Ἐγίνετο δὲ πάσῃ ψυχῇ φόβος͵ πολλά τε τέρατα καὶ σημεῖα διὰ τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο. Πάντες δὲ οἱ πιστεύσαντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά͵ καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσιν καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν· καθ΄ ἡμέραν τε προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ Ἱερῷ͵ κλῶντές τε κατ΄ οἶκον ἄρτον͵ μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας͵
αἰνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν λαόν (2, 44-47).
Δημιουργείται δηλαδή, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο κοινωνικό πρόγραμμα, μια Κοινότητα η οποία βιώνει πραγματικά μέσω της μετάληψης από το κοινό ευχαριστιακό Ποτήριο και τις κοινές αγάπες-τράπεζες την ισότητα και την κοινοκτημοσύνη: ἐνταῦθα δὲ οὐδεὶς ἕτερος ἑτέρου πλεῖον εἶχε͵ καὶ ταχέως ἦλθεν
ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐπὶ τὸ πᾶσι μεταδοῦναι· τοῦτο πολιτεία ἀγγελικὴ͵ μηδὲν αὐτῶν λέγειν ἴδιον εἶναι· εὐθέως ἡ ῥίζα τῶν κακῶν ἐξεκόπη· δι΄ ὧν ἔπραττον ἔδειξαν ἃ ἤκουσαν· τοῦτο ἦν ὃ ἔλεγε͵ ώθητε ἀπὸ τῆς γενεᾶς ῆς σκολιᾶς ταύτης. Πλούσιοι ὄντες ἡδέως ἐπτώχευον͵ μεμνημένοι τοῦ δι΄ αὐτοὺς πτωχεύσαντος πλουσίου Θεοῦ. (Ι. Χρυσόστομος). Σημειωτέον ότι στο παραπάνω κείμενο των Πράξεων απαντά για πρώτη φορά ο όρος communa (<Κομουνισμός). Έτσι λοιπόν ιδρύεται, η Εκκλησία , η οποία φανερώνει ότι η Βασιλεία του Θεού δεν αποτελεί μια προσδοκία, αλλά σαρκώνεται στις ιστορικές συντεταγμένες. Μια άλλη «πολιτική» ενέργεια των αποστόλων, ηγετών αυτής της χριστιανικής κοινοπολιτείας, η οποία δε συγκροτήθηκε βάσει ενός προκαθορισμένου κοινωνικού σχεδίου, αλλά ως θαυμαστός καρπός της προσωπικής ανακαινίσεως, ήταν α/ η εκλογή των επτά διακόνων (από το λαό) για την υπηρεσία των υλικών αναγκών της κοινότητας και β/ η περιοδεία του απ. Παύλου για τη συγκέντρωση λογείας/ βοήθειας οικονομικής για την ιεροσολυμιτική κοινότητα (το περίσσευμα του ενός καλύπτει το υστέρημα του άλλου), και γ) η προτροπή του Παύλου να προΐστανται «καλών έργων». Με τον κοινοβιακό της χαρακτήρα, τη συνοδικότητα και την εκλογή των αρχόντων-διακόνων βιώνεται μια καινή πολιτεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα πάντα ήταν ιδεατά (πρβλ. επεισόδιο Ανανία και Σάπφειρας. Πρ. 4). Οι εκδηλώσεις της κοινωνικότητας της πρώτης Εκκλησίας την διαφοροποιούν ριζικά από τις αγαπητικές εκδηλώσεις του κόσμου καθώς α) η οποιαδήποτε προσφορά δε γίνεται αόριστα σε συνανθρώπους, αλλά σε
«εικόνες του Θεού» και αδελφούς εν Χριστώ. β) Πραγματοποιείται με τη συνείδηση ότι ο Χριστιανός δεν προσφέρει τα δικά του, αλλά τα του Θεού, τα οποία είναι κοινά. Γι' αυτό και εκλαμβάνεται ως «οφειλή» και όχι ως «ηθικό χρέος». γ) Η αγάπη δεν είναι φατριαστική αλλά παγκόσμια. στ) Όπως αποδεικνύεται από τη θυσία του Ι. Χριστού, η προσφορά φθάνει τα όρια της ανιδιοτελούς θυσίας . Χαρακτηριστική είναι η εικόνα της Πεντηκοστής. Οι απόστολοι, στους οποίους κατά παράδοξο τρόπο συγκαταλέγεται και ο διώκτης (τότε) Σαύλος, δέχονται την επίσκεψη του Παρακλήτου και δε δημιουργούν ένα κύκλο κλειστό (γκέτο), αλλά ανοικτό προς τους πάντες. Ο βαπτισμένος στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του αγ. Πνεύματος, συνειδητοποιεί καθημερινά ότι η ορθόδοξη θεολογία είναι κατ΄ εξοχήν «πολιτική», γιατί αρχέτυπό της είναι ο Τριαδικός Θεός. Δεν πιστεύει ούτε σε ένα άτεγκτο μονάρχη Θεό, ούτε ένα συνοθύλευμα θεών. Στην αγ. Τριάδα υπάρχει ταυτότητα ουσίας και ετερότητα προσώπων. Πρόκειται για μια κοινωνία ανιδιοτελούς αγάπης. Κι αυτό γιατί και τα τρία Πρόσωπα είναι τέλεια. Συνεπώς δε μπορεί αυτή η σχέση των προσώπων να νοηθεί ως ‘ιδιοτελής’ λήψη, αλλά ως έκφραση πληρότητας. Την προς τα έξω έκφραση αγάπης της Αγίας Τριάδος την συνειδητοποιούμε εν Χριστώ στο σχέδιο της θείας Οικονομίας. Η σάρκωση του Λόγου του Θεού δεν ήταν μία αναγκαιότητα, όπως υποστηρίζει ο Hegels, αλλά μια έκφραση ανιδιοτελούς αγάπης του Θεού προς τον «κατ' εικόνα» πλασμένο άνθρωπο.
Το Πάτερ ἅγιε͵ τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι͵ ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς (Ιω. 17, 11) εκφράζει απόλυτα την αναλογία (όχι πλήρη αντιστοιχία) της τριαδικής και της ανθρώπινης κοινωνίας. Διά του δόγματος της αγίας Τριάδος λύνεται το οξύτατο πρόβλημα της ενότητας και της ελευθερίας. Η ενότητα της κοινωνίας δεν καταργεί την ελευθερία του προσώπου και η ελευθερία του προσώπου δεν αφανίζει την ενότητα της κοινωνίας. Όταν εν ονόματι της ελευθερίας καταργείται η ενότητα, έχουμε αναρχία. Και όταν εν ονόματι της ενότητας της κοινωνίας καταργείται η ελευθερία του προσώπου, έχουμε δικτατορία. Το «ομοούσιο και αχώριστο» των τριαδικών Προσώπων δίνει έτσι την πρέπουσα απάντηση στο δίλημμα «άνθρωπος ή κοινωνία»., στο οποίο τόσο ο Καπιταλισμός όσο και ο Μαρξισμός αστόχησαν. Ο μεν πρώτος εξήρε τον άνθρωπο με αποτέλεσμα την αυθαιρεσία, ενώ ο δεύτερος έδωσε προτεραιότητα στην ενότητα, τη συνοχή της κοινωνίας, καταργώντας την ελευθερία του προσώπου. Αγάπη και Ελευθερία, όμως, αλληλοπεριχωρούνται. «Εργαζόμενος κανείς για τους άλλους προκόβει στην αγάπη. Και προκόβοντας στην αγάπη, προκόβει στην ελευθερία». Τριαδολογία και Χριστολογία εκφράζουν έτσι πλήρως την κοινωνική διάσταση της Εκκλησίας. Να γιατί οι Πατέρες πάλεψαν για την ορθοτόμηση της αληθείας. Το δόγμα δεν αποτελεί μια φιλοσοφική θεωρία αλλά καρπό αγιοπνευματικής εμπειρίας και βίου με συνέπειες στην καθημερινή ζωή των πιστών . Ο καρπός του Πνεύματος δεν συνίσταται σε κάποιες πτήσεις σε εξωκόσμιους χώρους αλλά είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη.., υπέρβαση της ανθρώπινης επιθετικότητας και των κοινωνικών συγκρούσεων. Έτσι μετατρέπεται η κοινωνία από
σύνολο κόκκων άμμου, όπου κάθε άτομο είναι κλειστό και αδιάφορο για τον διπλανό του, σε οργανικό σύνολο κυττάρων, όπου το ένα συμπάσχει με το άλλο. Κάθε άνθρωπος για αν είναι ελεύθερος πρέπει να αγαπά. Η ανακαίνιση του κόσμου, η «καινή πολιτεία», την οποία επαγγέλλεται ο Χριστιανισμός σ' αυτήν εδώ τη γη δεν συντελείται με κάποιο κοινωνικό πρόγραμμα ούτε επί τη βάσει μιας ιδεολογίας, η οποία προσπαθεί να μεταμορφώσει τον κόσμο με αφηρημένα και βάναυσα πολλές φορές για τον άνθρωπο σχήματα. Η Εκκλησία απευθύνεται στο άτομο, το οποίο ζητά να κάνει πρόσωπο, δηλαδή άγιο. Η διαφορά μεταξύ εκκλησιαστικής φιλανθρωπίας και κοινωνικής πρόνοιας έγκειται στα εξής σημεία: α) Η αφετηρία είναι διαφορετική. Στην πρόνοια προηγείται η προσπάθεια για άρτια συγκρότηση της κοινωνίας, αφού πιστεύεται ότι όταν βρεθεί το κατάλληλο σύστημα διοργανώσεως της κοινωνίας, τότε θα επιτευχθεί η λύτρωση του ανθρώπου. Στο φιλανθρωπικό έργο προηγείται η μεταμόρφωση του ανθρώπου, γιατί πιστεύεται ότι συνιστά το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα. β) Η κοινωνική εργασία ενδιαφέρεται κυρίως και πρωτίστως για τη θεραπεία των βιολογικών και υλικών αναγκών των ανθρώπων, ενώ ή φιλανθρωπική εργασία ενδιαφέρεται για την πνευματική και υλική θεραπεία του προσώπου, προσλαμβάνοντας και μεταμορφώνοντας τον όλο άνθρωπο ως ψυχή και κορμί: καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῶ τῷ Θεῷ παραθώμεθα. Σε έναν αγώνα μπορεί οι κανόνες παιχνιδιού να είναι τέλειοι. Εάν οι παίκτες όμως είναι ψυχολογικά άρρωστοι, τότε αργά ή γρήγορα το παιχνίδι θα τιναχθεί στον αέρα. Το μέλημα της Εκκλησίας δεν
είναι καταρχήν να καθορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού αλλά να αλλοιώσει τους παίχτες. Κατηγορείται η Εκκλησία το ότι δεν έκανε τίποτα το εντυπωσιακό για να εξαλείψει τη δουλεία, την εκμετάλλευση της γυναίκας αλλά και τις άλλες κοινωνικές αταξίες. Όντως η Εκκλησία δεν κατάρτισε ένα φιλόδοξο ουτοπικό κοινωνικό πρόγραμμα. Επιδόθηκε όμως σε ένα αθόρυβο αλλά αποτελεσματικό αγώνα να θεραπεύσει τον βρωτό απαλλάσσοντάς τον από το βάρος των ενοχών και τον τρόμο του θανάτου, στοιχεία τα οποία ευθύνονται για την παθογένεια της φιλαυτίας και κατ΄ επέκτασιν των κοινωνικών προβλημάτων: Ο φόβος του θανάτου δημιουργεί στον άνθρωπο τον εγωκεντρισμό και την ιδιοτέλεια. Έτσι η ανάπτυξη ανιδιοτελών κοινωνικών σχέσεων με τον πλησίον γίνεται ανέφικτη. Ο ατομισμός, ο εγωκεντρισμός είναι συνεπώς μία αυτόματη αντίδραση μπροστά στο τραγικό συμβάν του θανάτου και το μηδέν πού αυτός συνεπάγεται. Αυτός ο θάνατος, ως «ο μόνος επί γης αθάνατος», δεν μπορεί να νικηθεί με εγκόσμια κοινωνικά συστήματα πού φθείρονται και πεθαίνουν, αλλά μόνον από τον υπερβατικό Θεό, ο οποίος παίρνοντας σάρκα τον «πατά» και τον εξουθενώνει. Αυτός είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς, τον οποίο καλούνται οι άνθρωποι να εγκολπωθούν, να πιστέψουν. Εν Χριστώ ζωή σημαίνει παραίτηση από την ατομική ζωή εν ονόματι της ζωής του Χριστού, δηλαδή της ζωής ενός Προσώπου πού υπερβαίνει τη φθορά, τις ενοχές και το θάνατο. Η εμπειρία καταδεικνύει ότι η εσχατολογία της Εκκλησίας, η οποία έχει τόσο παρεξηγηθεί γιατί έχει πολύ λίγο βιωθεί, δεν είναι μια χιμαιρική προσδοκία, αλλά ένα δυναμικό παρόν: ἔρχεται ὥρα͵ καὶ νῦν ἐστιν
(Ιω. 4, 23). Σχετικοποιεί το χρόνο εισάγοντας την αιωνιότητα στην ιστορία με το λειτουργικό χρόνο ο οποίος σε μια στιγμή συνοψίζει την αιωνιότητα. Σχετικοποιεί το χώρο μεταβάλλοντας τη γη σε ουρανό. Γι΄ αυτό αναφέρει ο Παύλος στο Α΄ Κορ. 7, 21-23: Δοῦλος ἐκλήθης; μή σοι μελέτω· ἀλλ΄ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος γενέσθαι͵ μᾶλλον χρῆσαι. ὁ γὰρ ἐν Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν· ὁμοίως ὁ ἐλεύθερος κληθεὶς δοῦλός ἐστιν Χριστοῦ. τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων. Ο Ι. Χρυσόστομος σχολιάζει ως εξής: «Όταν εκλήθης δούλος στο Χριστό ήσουν δούλος; Μη σε μέλει […] Και αν δύνασαι να γίνεις ελεύθερος χρησιμοποίησε μάλλον την δουλεία, δηλαδή να μείνεις εις την δουλεία. Γιατί; Διότι εκείνος που εκλήθη εν Κυρίω όταν ήταν δούλος, είναι απελεύθερος Κυρίου. Είδες την δουλεία να είναι λέξη, εις την πραγματικότητα δε ελευθερία; Γιατί επέτρεψε να παραμείνει δούλος; Διά να μάθεις την δύναμη της ελευθερίας. Διότι, όπως ακριβώς ήταν πολύ θαυμαστότερο να διατηρήσει τα σώματα αβλαβή εντός της πυράς, παρά να σβήσει την κάμινο κατά την εποχή των τριών Παίδων, ούτω και από το να καταργήσει τη δουλεία ήταν πολύ μεγαλύτερο να δείξει την δύναμη της ελευθερίας». Ο Χριστιανισμός μέσω των μυστηρίων και της άσκησης παρέχει τη δυνατότητα, τη χάρη, στον άνθρωπο να εκτινάξει την κυριαρχική δύναμη των παθών τα οποία τον αιχμαλωτίζουν αδυσώπητα στα τείχη της φυλακής του εγώ, έστω κι αν εξωτερικά είναι κύριος, δυνάστης, αφέντης. Ο Ι. Χρυσόστομος πολύ χαρακτηριστικά υπογραμμίζει την καταδυναστευτική ιδιότητα του πάθους της αρχομανίας: «Άνθρωπε βλέπεις τον άρχοντα και στενοχωριέσαι γιατί δεν είσαι εσύ
άρχοντας και είσαι απλός πολίτης. Αν γίνεις έπαρχος, λυπάσαι γιατί δεν έγινες βασιλιάς. Όταν χριστείς αυτοκράτορας, λυπάσαι γιατί δεν είσαι κυρίαρχος και των βαρβάρων. Κι αν γίνεις Κριτής όλης της Οικουμένης, τότε θλίβεσαι γιατί δεν είσαι και του άλλου κόσμου». Ίσως γι΄αυτό ο Σολτσενίτσιν, εξόριστος στα νησιά Γκούλαγκ διακήρυσσε ότι στους τέσσερεις τοίχους της φυλακής ανακάλυψα την άβυσσο της ελευθερίας μου. Ο άνθρωπος της πτώσεως -έστω και αν τυπικά λέγεται χριστιανός- είναι υποδουλωμένος στο άγχος, στο περιβάλλον, στη σωματικότητα, και την υλικότητα. «Λατρεύει τη κτίσει παρά τον Κτίσαντα» με άμεση συνέπεια την κατάλυση της αυθεντικότητας των σχέσεων του την ατομοποίηση και την α-κοινωνικότητά του, την αυτοθεοποίηση και ειδωλοποίησή του. Η άρση αυτών των συνεπειών της πτώσης, η συμφιλίωση των αντίρροπων δυνάμεων του εαυτού μας και η αγαπητική σχέση με τον πλησίον αποτελεί πρωταρχικό μέλημα της Εκκλησίας, η οποία αίρει τις συνέπειες της πτώσεως σε αυτόν εδώ το χρόνο και χώρο. Η κατάσταση της πτώσεως, της αναστολής δηλαδή της εσωτερικής κοινωνίας Θεού και ανθρώπου στο κέντρο της ανθρωπινής υπάρξεως, της καρδιάς, εκφράζεται ως αντικοινωνικότητα. Έτσι καλείται η Εκκλησία να αποκαταστήσει αυθεντικές τις σχέσεις αλλήλων αποκαθιστώντας κατ’ αρχήν τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, αναγεννώντας τον. Τη διαδικασία της θεραπείας περιγράφει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός ως εξής. «Στο σώμα του Χριστού εισέρχεται ο άνθρωπος για να θεραπευθεί. Να
θεραπεύσει την αρρώστια της πτώσεως που είναι: α) η αδρανοποίηση της προσευχητικής λειτουργίας του νου (δυνάμεως της ψυχής) και β) η απώλεια της αέναης μνήμης του Θεού μέσα στην καρδιά. Ο σκοτισμένος από τα πάθη και τους λογισμούς Νους πρέπει να χωρισθεί από τη λογική (λόγος, διάνοια) και να επιστρέψει στην καρδιά, όπου είναι η οικεία του θέση. Η κάθαρση του νου-καρδιάς από λογισμούς και πάθη συνιστά τη θεραπεία του ανθρώπου, η οποία συντελείται μέσα στο κέντρο απεξάρτησης από τα πάθη και ιδίως τη φιλαυτία, το πνευματικό Νοσοκομείο που είναι ή Εκκλησία (ενορία). Χωρίς τη θεραπεία αυτή που ισοδυναμεί με την επιστροφή-επάνοδο στην προπτωτική κατάσταση της κάθαρσης του κατ' εικόνα δεν μπορεί να προχωρήσει ο άνθρωπος στο φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και να δεχθεί το θεϊκό δώρο, τη θέωση, την τελείωση της ανθρώπινης υπάρξεως μέσα στην άκτιστη χάρη και βασιλεία του Τριαδικού Θεού. Η ένταξη στην πνευματική ζωή είναι βασική και αμετακίνητη προϋπόθεση για την ορθή κοινωνικότητα. Οι κοινωνικές αρετές δεν μπορεί να είναι καρπός της δικής μας θελήσεως. Η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η χρηστότητα, η αγαθοσύνη, η πίστη, η πραότητα και η εγκράτεια είναι καρποί του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,1). Όπου δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα εκεί δεν προβάλλει κι ο καρπός Του. Μ' αυτήν την μέθοδο συνειδητοποιούμε ότι στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει διάκριση δόγματος και ήθους, θεωρίας και πράξεως, πνευματικής και κοινωνικής διακονίας. Η κοινωνική διακονία αποτελεί καρπό, αποτέλεσμα της πνευματικής ανακαινίσεως και μεταμορφώσεως, η οποία συντελείται κατά τη διάρκεια της κατηχήσεως (στην
αρχέγονη Εκκλησία) και της θείας Ευχαριστίας. Αυτή ως κοινή λατρεία (όχι ατομική προσευχή) αποτελεί το κορυφαίο κοινωνικό γεγονός της Ορθοδοξίας. Η αίσθηση της πατρότητας του Θεού οδηγεί στην αδελφοποίηση όλων οι οποίοι αφού αγαπήσουν αλλήλους μπορούν να ομολογήσουν: Πατέρα, Υιό και άγιο Πνεύμα. Αφού αποθέσουν κάθε βιοτική μέριμνα μπορούν να σηκώσουν ψηλά τις καρδιές τους για να ψάλλουν μαζί με τις αγγελικές δυνάμεις τον Τρισάγιο Ύμνο κοντά στο θρόνο του Θεού, αλλά και να γίνουν σύσσωμοι και σύναιμοι, τρώγοντας τον Ίδιο. Να γιατί ή Ορθοδοξία λύνει κάθε κοινωνικό πρόβλημα• γιατί το σχετικοποιεί. Δεν αρκείται σε επιφανειακές λύσεις, αλλά κόβει το σάπιο δένδρο από τη ρίζα του. Δεν το κλαδεύει απλώς. Ο απεγκλωβισμός των ανθρώπων από τα γήινα πού είναι φθαρτά και παροδικά τον εξυψώνει, Οπότε μπορεί από ένα ύψος να θεωρήσει τα πράγματα διαφορετικά. Όταν αποδεσμευτεί από το φαύλο κύκλο του εγωισμού και της αυτοαπομόνωσης, δεν μπορεί κανείς ούτε τύραννος, ούτε δυνάστης να το επηρεάσει, μπορώ να καταλάβω γιατί ένας δούλος κοινωνικά μπορεί να είναι πια ελεύθερος από τον κύριο του, ένας πτωχός μπορεί να νοιώθει τον εαυτό του πολύ πιο πλούσιο από κάποιον τυπικά πλούσιο. 4. ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΣΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ Οι αποστολικοί Πατέρες έχοντας απέναντί τη Ρώμη υποστήριξαν καταρχάς ότι η πολιτική εξουσία πραγματικά αποτελεί θεϊκή παραχώρηση και οικονομία: επειδή ο άνθρωπος αποστάτησε από το Θεό, τόσο πολύ
εξαγριώθηκε, ώστε και τον συγγενή του ακόμα να τον θεωρεί εχθρό του και να ζει μέσα σε τόση ανησυχία κι ανθρωποκτονία και πλεονεξία χωρίς φόβο, ενέβαλε ο Θ. τον φόβο των ανθρώπων, αφού δεν ήξερε το φόβο του Θ., ώστε υποταγμένοι στην ανθρώπινη εξουσία και παιδαγωγημένοι από τον ανθρώπινο νόμο να φθάσουν σε κάποιο σημείο δικαιοσύνης και να σωφρονίζονται ο ένας με τον άλλο φοβούμενοι το ξίφος.. Η γήινη βασιλεία ορίσθηκε από το Θεό προς όφελος των ανθρώπων, όχι από το διάβολο, ο οποίος δεν θέλει τα έθνη να βρίσκονται σε ησυχία. Οι βασιλείς ορίζονται κατάλληλοι προς τους υπηκόους τους (Ειρηναίος Βιβλ.5,24). Ο Ιουστίνος γράφει τα εξής προς τον αυτοκράτορα Αντωνίνο στην Α΄ Απολογία του: Αν αναμέναμε ανθρώπινη βασιλεία, θα αρνούμεθα τουλάχιστον να φονευθούμε και θα φροντίζαμε κρυφά να επιτύχουμε τα προσδοκώμενα.. Είμαστε βοηθοί και σύμμαχοί σας στην ειρήνη. Περισσότερο από όλους τους ανθρώπους εμείς φρονούμε, ότι ο κακούργος δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής του Θ... Αν γνώριζαν αυτά όλοι οι άνθρωποι, κανείς δεν θα διάλεγε την κακία, γιατί θα γνώριζε ότι πηγαίνει στην αιώνια καταδίκη δια της φωτιάς… Προσκυνούμε μόνο το Θ. Κατά τα άλλα υπηρετούμε ευχάριστα εσάς, παραδεχόμενοι εσάς ως βασιλείς κι άρχοντας ανθρώπους και ευχόμενοι να βρεθεί μαζί με την βασιλική δύναμη να έχετε και σώφρονα σκέψη... Επειδή σε όλους όσοι έζησαν και συνείδηση παραμένει και κόλαση επίκειται, μην αμελήσετε να πεισθείτε και πιστεύσετε ότι αυτά είναι αληθινά (Απολ. Α, 17-18). Ο βασιλιάς δεν έγινε για να προσκυνείται, αλλά για να τιμάται με νόμιμη τιμή, γιατί δεν είναι Θ. αλλά άνθρωπος τεταγμένος υπό του Θ., όχι για προσκυνείται αλλά για να κρίνει δίκαια.. Βασιλεύς είναι το όνομά του..
Τίμα τον βασιλέα με ευμενή διάθεση, υποτασσόμενος σε αυτόν κι ευχόμενος γι' αυτόν. Πράττων τούτο εκτελείς το θέλημα του Θ. (Παρ. 24, 21) (Προς Αυτόλ. Α, 345) . Παράλληλα ο πρώτος χριστιανός προτρέπεται από τη Διδαχή: Να μην κολληθεί η ψυχή σου στους δοξασμένους του κόσμου, αλλά να θέλγεσαι στη συντροφιά των δικαίων και των ταπεινών. Ό,τι σου συμβαίνει, να το δέχεσαι ως καλό, ξέροντας ότι τίποτε δεν γίνεται χωρίς να το επιτρέπει ο Θ. (Διδαχή III. 13) . Ταυτόχρονα οι Χριστιανοί τις κρίσιμες στιγμές επιδημιών και θανατικών που οι διάσημοι εθνικοί φιλόσοφοι αλλά και ιατροί όπως ο διάσημος Γαληνός εξαφανίζονταν, ενώ και οι προσευχές και οι χρησμοί των ειδώλων αποδεικνύονταν άχρηστοι, έδειξαν καταπληκτική αυτοθυσία, διακονώντας ετοιμοθάνατους εθνικούς συμπολίτες τους. έτσι απεδείκνυαν έμπρακτα την αγάπη προς τον πλησίον και μεταμόρφωναν τη Ρώμη σε Βυζάντιο. Σημειώνει ο Διονύσιος Αλεξανδρείας στο αποκορύφωμα της β΄ μεγάλης επιδημίας το 260 μ.Χ. που έπληξε την πόλη του : Οι περισσότεροι από τους χριστιανούς αδελφούς μας έδειξαν απεριόριστη αγάπη και πίστη, χωρίς να φείδονται, εαυτόν και σκεπτόμενοι μόνο ο ένας τον άλλο. Χωρίς να σκέπτονται τον κίνδυνο, ανέλαβαν την ευθύνη των αρρώστων, επιμελούμενοι κάθε τους ανάγκη και υπηρετώντας τους εν Χριστώ, και μαζί τους έφευγαν απ' αυτή τη ζωή γαλήνια ευτυχισμένοι. Γιατί μολύνθηκαν από άλλους με την ασθένεια, επισύροντας πάνω τους την ασθένεια των γειτόνων τους και αποδεχόμενοι με χαρά τους πόνους τους. Πολλοί, ενόσω
περιποιούνταν και θεράπευαν τους άλλους, μετέφεραν το θάνατο τους στους ίδιους και πέθαναν στη θέση τους [...]. Οι καλύτεροι από τους αδελφούς μας έχασαν τις ζωές τους με αυτόν τον τρόπο, διάφοροι πρεσβύτεροι, διάκονοι και λαϊκοί κερδίζοντας μεγάλο έπαινο, έτσι ώστε ο θάνατος με αυτήν την μορφή, το αποτέλεσμα της μεγάλης ευσέβειας και της ισχυρής πίστης, φαίνεται με κάθε τρόπο ισοδύναμο του μαρτυρίου. Ο Διονύσιος υπογράμμισε το μέγεθος της θνησιμότητας της επιδημίας διαβεβαιώνοντας ότι οι επιζώντες θα ήταν ευτυχέστεροι εάν έχαναν μόνο το πρωτότοκο παιδί από πάθε σπίτι, όπως συνέβη με τους Αιγυπτίους στα χρόνια του Μωυσή. Γιατί «δεν υπάρχει ένα σπίτι στο οποίο να μην υπάρχει ένας νεκρός -μακάρι να ήταν μόνο ένας». Αλλά, ενώ υπήρχαν και χριστιανοί μεταξύ των θυμάτων της επιδημίας, σύμφωνα με τον Διονύσιο, οι εθνικοί ήταν εκείνοι που πληρούσαν το μεγαλύτερο αντίτιμο, καθώς «υπέστησαν τον αντίκτυπο της στο σύνολο του». Ο Διονύσιος έδωσε επίσης μια εξήγηση αυτής της ασυμφωνίας θνησιμότητας. Αφού σημείωσε επί μακρόν πώς η χριστιανική κοινότητα περιποιήθηκε τους αρρώστους και τους ετοιμοθάνατους και αφειδώς ενασχολήθηκε με την προετοιμασία των νεκρών για τον κατάλληλο ενταφιασμό, έγραψε: Οι εθνικοί συμπεριφέρθηκαν με τελείως αντίθετο τρόπο. Στην πρώτη έφοδο της ασθένειας, απώθησαν τους πάσχοντες μακριά και τράπηκαν σε φυγή από τους πιο αγαπημένους τους, πετώντας τους στους δρόμους προτού πεθάνουν και μεταχειρίστηκαν τους άταφους νεκρούς ως ακαθαρσία, ελπίζοντας με αυτόν τον τρόπο να αποτρέψουν την εξάπλωση και τη μόλυνση από την μοιραία ασθένεια. Ό,τι όμως και. να έκαναν, δύσκολα μπορούσαν να ξεφύγουν… έναν αιώνα αργότερα, ο
αυτοκράτορας Ιουλιανός ξεκίνησε μια επιχείρηση θεσμοθέτησης εθνικών φιλανθρωπιών σε μια προσπάθεια να συναγωνιστεί τους χριστιανούς. Ο Ιουλιανός σε επιστολή του προς τον αρχιερέα της Γαλατίας το 362 παραπονέθηκε ότι οι εθνικοί έπρεπε να προσεγγίσουν τις αρετές των χριστιανών, επειδή η πρόσφατη χριστιανική αύξηση οφειλόταν στον «ηθικό χαρακτήρα τους, ακόμα κι αν είναι προσποιητός» και «στην καλοκαγαθία τους προς τους ξένους και την μέριμνα για τους τάφους των νεκρών». Σε μια επιστολή προς άλλο ιερέα, ο Ιουλιανός έγραψε: «σκέφτομαι ότι όταν παραμελήθηκαν και να αγνοήθηκαν οι φτωχοί από τους ιερείς, οι ασεβείς Γαλιλαίοι το πρόσεξαν και αφιερώθηκαν στην αγαθοεργία», σημειώνοντας: «οι ασεβείς Γαλιλαίοι υποστηρίζουν όχι μόνο τους δικούς τους φτωχούς, αλλά και τους δικούς μας επίσης. Καθένας μπορεί να δει ότι οι άνθρωποι μας στερούνται της δικής μας βοήθειας»… Σαφώς, ο Ιουλιανός απεχθανόταν «τους Γαλιλαίους». Υποψιάστηκε ότι ακόμη και η αγαθοεργία τους είχε υστερόβουλα κίνητρα. Αλλά αναγνώρισε ότι οι φιλανθρωπίες τόσο οι δικές του, όσο και εκείνες της οργανωμένης ειδωλολατρίας, ωχριούσαν σε σύγκριση με τις χριστιανικές προσπάθειες που είχαν δημιουργήσει «μια μικρογραφία κράτους κοινωνικής πρόνοιας σε μια αυτοκρατορία που εστερείτο ως επί το πλείστον κοινωνικών υπηρεσιών. Στα χρόνια της Νέας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (του Βυζαντίου) δεν γίνεται λόγος για σχέσεις «ΕκκλησίαςΠολιτείας», αλλά Ιεροσύνης και Βασιλείας. Ιεροσύνη είναι το σώμα του Κλήρου με πρώτον τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος διακονεί πνευματικά το λαό του Θεού. Βασιλεία είναι ο πολιτειακός οργανισμός με
πρώτο τον αυτοκράτορα, τον «εν Χριστώ βασιλέα των Ρωμαίων» (Ρωμιών - Ορθοδόξων), ο οποίος κυβερνά τον ίδιο λαό. Δεν έχουμε δηλαδή δύο αντιμέτωπες εξουσίες μεταξύ τους, αφού και οι δύο διακονούν τον ίδιο λαό της χριστιανικής αυτοκρατορίας. Κατ΄ ουσίαν ολόκληρη η αυτοκρατορία είχε την αίσθηση ότι ήταν Εκκλησία, Σώμα Χριστού, κοινωνία των Ορθοδόξων πιστών : Μέγιστα εν ανθρώποις εστί δώρα Θεού παρά της άνωθεν δεδομένα φιλανθρωπίας, Ιεροσύνη τε και Βασιλεία, η μεν τοις θείοις υπηρετουμένη, η δε των ανθρώπων εξάρχουσά τε και επιμελομένη και εκ μιας και της αυτής αρχής εκάτερα προϊούσα και του ανθρωπίνου κατακοσμούσα βίου. Γι΄ αυτό άλλωστε και οι αιρετικοί καταδικάζονταν ως εχθροί του κράτους. Αφού η αποστολή Πολιτείας και Εκκλησίας είναι ταυτόσημη άρα και η συνεργασία τους οφείλει να είναι διαρκής προς το συμφέρον του λαού, που είναι λαός τόσο της Πολιτείας όσο και της Εκκλησίας. Ο Χριστός άλλωστε ουκ επί ανατροπή της κοινής πολιτείας τους παρ' αυτού νόμους εποίησε άλλ' επί διορθώσει βελτίονι. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές γιατί στο Βυζάντιο δεν υπάρχει αντίθεση πολιτείας κι εκκλησίας, αλλά το φαινόμενο της συναλληλίας. Ο άρχοντας έχοντας συνείδηση της διακονίας του ή οποία του έχει δοθεί από το Θεό συνεργάζεται με τον επίσκοπο ο οποίος έχει δεχθεί κι αυτός το χάρισμα από τον ίδιο Κύριο (ο οποίος αναγνωρίζεται ως κατεξοχήν μόνος Κύριος και Βασιλέας): «Ο Θεός έχει εμπιστευθεί στο βασιλιά τα επίγεια, στον ιερέα τα επουράνια» τονίζει ο Ι. Χρυσόστομος και προσθέτει: «στο βασιλιά έχει εμπιστευθεί τα σώματα, στον ιερέα τις ψυχές. Ο βασιλιάς χαρίζει τα χρήματα. Ο ιερέας καθαρίζει τα
κατακάθια των αμαρτιών. Εκείνος αναγκάζει. Αυτός παρακαλεί... Εκείνος χρησιμοποιεί υλικά όπλα, αυτός πνευματικά. Εκείνος πολεμάει τους βαρβάρους. Αυτός τους δαίμονες».
Καταχρήσεις υπήρξαν αλλά δεν καθιερώνονται. Ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων αρνήθηκε να κοινωνήσει τον
παντοδύναμο αυτοκράτορα Θεοδόσιο για τη διαταγή πού έδωσε στα στρατεύματά του να σφάξουν τον ξεσηκωμένο όχλο της Θεσσαλονίκης -μολονότι την ανακάλεσε αργοπορημένα-. Σύμφωνα με τον Αμβρόσιο, «ο αυτοκράτωρ είναι μέσα στην Εκκλησία, όχι πάνω από την Εκκλησία». Ο Ι. Χρυσόστομος κατηγόρησε την άνασσα Ευδοξία γιατί άρπαξε κτήμα από χήρα γυναίκα, όπως έπραξε στην Π.Δ. η Ιεζάβελ. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος διέταξε τον επίσκοπο Καλλίνικο να ξανακτίσει μια Συναγωγή, την οποία (ο επίσκοπος) ενθάρρυνε το ποίμνιό του να τη λεηλατήσει. Οι υπερβάσεις των δύο εξουσιών πού πέρασαν στην ιστορία ως καισαροπαπισμός («Βασιλεύς ειμί και Ιερεύς» Λέων Γ' ο Ίσαυρος. «όπερ εγώ βούλομαι, τούτο κανών νομιζέσθω» Κωνστάντιος) ή ως παποκαισαρισμός (Δύση). Στην μεν Ανατολή καταδικάσθηκαν, στη δε φράγκικη (μετά τον 10ο αι. μ.Χ.) Δύση με τον περί Περιβολής αγώνα υπερίσχυσαν με αποτέλεσμα ο πάπας να είναι ταυτόχρονα και πολιτικός και εκκλησιαστικός ηγέτης. Σημειώνει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: Ο νόμος του Χριστού σας θέτει κάτω από την εξουσία μου και κάτω από αυτό το βήμα. Γιατί και μεις εξουσιάζουμε. Θα προσθέσω ότι η δικιά μας εξουσία είναι μεγαλύτερη και τελειότερη. Ή μήπως το Πνεύμα θα υποχωρήσει στη σάρκα και τα επουράνια στα επίγεια; Θα δεχθείς την παρρησία μου γιατί είσαι ιερό πρόβατο από το ιερό ποίμνιό μου και θρέμμα του μεγάλου Ποιμένα κι ότι καθοδηγηθεί καλώς από το Πνεύμα από τον ουρανό και φωτίζεσαι από το φως της αγ. και μακαριάς Τριάδος.. Άρχεις μαζί με το Χριστό και διοικείς μαζί μ' Αυτόν. Από Εκείνον σου έχει δοθεί το ξίφος, όχι για να το
χρησιμοποιήσεις, αλλά για να αποτελεί απειλή. Πρέπει να το διαφυλάσσεις καθαρό για να το επιστρέψεις σε Εκείνον που στο 'δωσε. Είσαι εικόνα του Θεού κι οδηγείς με τα χέρια σου την άλλη εικόνα, που προσωρινά διαμένει εδώ και μεταβαίνει στην άλλη ζωή, στην οποία όλοι θα μεταβούμε αφού παίξουμε λίγο, είτε στο δεσμωτήριο, είτε στο στάδιο! Τίμησε τη συνένωση! Σεβάσου το αρχέτυπο! Συντάξου με τον Θ. κι όχι με τον άρχοντα του κόσμου! Με τον αγαθό Δεσπότη κι όχι τον πικρόχολο τύραννο! Συ άνθρωπε θυμήσου ποιανού είσαι δημιούργημα, και που καλείσαι να πάς και πόσα έχεις και τι οφείλεις να κάνεις!.. Μιμήσου τη φιλανθρωπία του Θ.. Το πιο θεϊκό πράγμα που διαθέτει ο άνθρωπος είναι να ευεργετεί . Μπορείς να γίνεις Θεός χωρίς καθόλου να κοπιάσεις.. Ανάμιξε την απειλή με την ελπίδα, την ηπιότητα με το φόβο!.. Να μην πιστεύεις ότι υπάρχει τίποτε ανάξιο για την εξουσία.. Ο Θ. ορισμένες φορές ανταμείβει και με τα επίγεια αγαθά για να πιστέψουμε στα μελλοντικά. Λίγο και θα περάσει ο κόσμος και η σκηνή θα διαλυθεί.. Ο καθένας μας είναι υπόδικος κι η σάρκα οφείλει πολλά. Σου παρουσιάζω τον Χ, και.. τα καρφιά, με τα οποία έχω απαλλαγεί από την αμαρτία.. Νίκησε μας με την φιλανθρωπία.. Είθε ο Θ. να σε κρίνει όπως θα κρίνεις και συ εκείνους που διοικείς (Λόγος 17, 385κ.ε.). Δεν χαρίζει τη σωτηρία στο βασιλέα ούτε η στρατιωτική δύναμη, ούτε τα τείχη των πόλεων, ούτε η πεζική φάλαγγα, αλλά η θεία χάρη. Γιατί ο Κ. ενθρονίζει κι εκθρονίζει β... Αν η καρδιά του β. είναι στο χέρι του Θ. δεν σώζεται από την ένοπλη δύναμη, αλλά από την θεία χειραγωγία. Είναι δε στο χέρι του Θ. όχι ο τυχών αλλά ο άξιος β...Όλα τα ανθρώπινα μαζί είναι ασθενή αν συγκριθούν προς την θεία δύναμη. Για τούτο τα ισχυρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός.. Άλογο δεν
χρησιμοποιείται από τους αγίους, αλλά από τον Φαραώ και τον Σενναχερείμ, που συνετρίβησαν (Στον 32 Ψαλμ. 191 κ.ε.). κληρονομικώς ούτε δια της βίας αλλά με την ορθή κρίση του Πατέρα & την απόφαση του Θεού.. Εάν η βασιλεία είναι νόμιμος επιστασία, είναι ολοφάνερο ότι οι υποθήκες που δίδονται από τον β. αποβλέπουν στην κοινή για όλους ωφέλεια.. Σ' αυτό διαφέρει ο τύραννος από τον β. Ο πρώτος αποσκοπεί στο ατομικό συμφέρον, ο δεύτερος παρέχει το ωφέλιμο στους υπηκόους. (Στην αρχή των Παροιμ., 365}.. Ο πόνος κάνει ταπεινούς ακόμη και τους βασιλείς.. Κάποια ασθένεια βρήκε τον ύπαρχο και τον γονατίζει μπροστά στον άγιο Βασίλειο Κι αληθινά το χτύπημα στους φρόνιμους γίνεται παιδαγωγία και συχνά η κακοπάθεια είναι ωφελιμότερη από την ευτυχία (Στον Μεγ.Βασ.,221-3). Κόσμος ολόκληρος είναι υπό την χείρα σας, κρατούμενος με μικρό διάδημα και λίγο ύφασμα. Τα άνω είναι μόνο του θ., τα κάτω και δικά σας. Γίνεσθε θεοί στους υπηκόους σας, για να πω κάτι πιο τολμηρό: Ή καρδιά του β. είναι στο χέρι του Θ. Είναι αισχρό να κυριαρχείτε των πόλεων, από δε τις ηδονές να ηττάστε... ώστε η πρώτη μεταξύ των πόλεων να είναι πόλις παιχτών (Παρ.21, 1) (Λογ.33,219-21). Δε θα ανεχθούμε την υποταγή σε βασιλικό διάταγμα που επιχειρεί να ανατρέψει την παράδοση των πατέρων, γιατί αυτό δεν είναι γνώρισμα ευσεβών βασιλέων δεν είναι πατρικά όσα γίνονται με την βία κι όχι την πειθώ, παράδειγμα η ληστρική σύνοδο της Εφέσου.. Ο Ι. Χ. δεν έδωσε την εξουσία στους β να δένουν και να λύνουν
αμαρτίες, αλλά στους αποστόλους και στους διαδόχους του και στους ποιμένες και διδασκάλους. "Ακόμα κι να άγγελος σας κηρύξει άλλο ευαγγέλιο, να είναι ανάθεμα'. Στο αποκαλούμενο Βυζάντιο η Εκκλησία ήλεγχε με δριμύτητα τους πλουσίους και τις κάθε μορφής καταχρήσεις και παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ο Ι. Χρυσόστομος δικαιολογούσε ακόμη και τη χρήση βίας εκ μέρους αυτού πού πεινά: κἂν προσέλθῃ τις αἰτῶν ὀβολὸν ἕνα͵ ὑβρίζομεν͵ λοιδοροῦμεν͵ ἐπιθέτην καλοῦμεν. Οὐ φρίττεις͵ ἄνθρωπε͵ οὐκ ἐρυθριᾷς͵ ἐπιθέτην ὑπὲρ ἄρτου καλῶν; Εἰ δὲ καὶ ἐπίθεσιν ὁ τοιοῦτος ποιεῖ͵ διὰ τοῦτο καὶ ἐλεεῖ σθαι δίκαιος͵ ὅτι οὕτως ὑπὸ λιμοῦ πιέζεται ὡς τοιοῦ τον ὑποδῦναι προσωπεῖον. Καὶ τοῦτο τῆς ἡμετέρας ὠμότητος ἔγκλημα (60, 535. 45-52). Είναι γνωστή ή αυστηρή κριτική του Μ. Βασιλείου «προς τους Πλουτούντας»: Τι θα αποκριθείς στο Θεό Κριτή συ πού καλύπτεις τους τοίχους του σπιτιού σου με πολύτιμα ταπέτα και το συνάνθρωπο σου δεν τον ντύνεις ούτε με τα απαραίτητα ρούχα; Συ πού στολίζεις ακριβά τα άλογά σου και τον αδελφό σου πού δεν έχει πώς να κρύψει την ασχήμια του τον περιφρονείς. Γράφει ο π. Ιερόθεος Βλάχος σχετικά με την ταξική διάκριση πλουσίων και πτωχών, η οποία κατά τον Μαρξ αποτελεί τα οντολογικό θεμέλιο της επανάστασης του προλεταριάτου: «Η Ορθοδοξία δεν βλέπει εξωτερικά το θέμα, αλλά επιδιώκει να εισέλθει στο βάθος του προβλήματος. Επιδιώκει να απαλλάξει τον άνθρωπο από το πάθος της φιλαργυρίας πού είναι δυνατό να υπάρχει σ' όλους τους ανθρώπους αδιάκριτα αν είναι πλούσιοι ή πτωχοί. Ο πλούσιος από φιλαργυρία κρατά όλα τα υλικά
αγαθά και διακατέχεται από το άγχος να τα αύξηση. Και ο πτωχός είναι δυνατόν από φιλαργυρία να γκρινιάζει καθημερινά και να αποβλέπει στην απόκτηση υλικών αναγκών. Παράλληλα οι Πατέρες μίλησαν με καυστική γλώσσα εναντίον των πλουσίων πού προσπαθούσαν να πλουτίσουν ενώ οι συνάνθρωποι τους υπέφεραν». 5. Η «ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» ΣΤΗ ΔΥΣΗ Η θεολογική παράδοση του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως παρουσίασε από τους πρώτους αιώνες την τάση να υπερτονίζει την Ενότητα των Προσώπων της αγίας Τριάδος μεταφέροντας έτσι το κέντρο βάρος της θεολογίας από το επίπεδο των Προσώπων σε αυτό της ουσίας. Αυτό την καθιστούσε ιδιαίτερα ευπαθή σε αποκλίσεις σαβελλιανικής κατευθύνσεως, κάτι που έγινε τελικά φανερό με την καθιέρωση του Filioque, όπου έχουμε μείωση του Προσώπου του Αγ. Πνεύματος και υποταγή και ένωση των δύο άλλων Προσώπων της θεότητας. Αντιθέτως η ορθόδοξη θεολογία τόνιζε σθεναρά τη ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ. Κινούμενη σε οντολογικό επίπεδο, ξεκινούσε πάντα από το Πρόσωπο, θεωρώντας την ουσία ως περιεχόμενο του Προσώπου: Ου γαρ εκ της ουσίας ο ων άλλ' εκ του όντος η ουσία1 αυτόν γαρ ων όλον εν εαυτώ συνείληφε το είναι. Στο σημείο αυτό πρέπει να προσθέσουμε και τις ιστορικές παραμέτρους αφού οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι αντιμετώπιζαν στην αρχή με διαφορετικό τρόπο το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι Έλληνες έβλεπαν τον άνθρωπο κάτω από το πρίσμα της ελευθερίας, ενώ οι Ρωμαίοι κάτω από το πρίσμα της πειθαρχίας.
Οι παραπάνω λόγοι είχαν συνέπειες στον τρόπο καθορισμού της αγάπης και ελευθερίας: Αγάπη: Η αντίληψη πού διαμορφώθηκε στη Δύση με την επίδραση φιλοσοφικών αρχών για την απλότητα του Θεού και η άρνηση που απορρέει από την αντίληψη αυτή για τη δυνατότητα αληθινής προσωπικής κοινωνίας Θεού και ανθρώπου μέσω των άκτιστων ενεργειών οδηγούν σε αλλοίωση του κενωτικού χαρακτήρα της θείας αγάπης και του τρόπου οικειώσεώς της από τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοπροσφερόμενη αγάπη, αλλά ως ύψιστο Αγαθό το οποίο καλείται να προσεγγίσει ο άνθρωπος με ιδιοτελή κίνηση. Η νέκρωση του εγωϊσμού και η βίωση της δημιουργικής και ανιδιοτελούς αγάπης του Θεού με την απάθεια και τον αφανισμό της φιλαυτίας, έτσι παραθεωρούνται. Ελευθερία: Η δυτική θεολογία μη διακρίνοντας τις ενέργειες του Θεού από την ουσία Του και εκλαμβάνοντας το Θεό ως καθαρή Ενέργεια (actus purus) σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αριστοτελικής φιλοσοφίας αδυνατεί να διατηρήσει τις σχέσεις Θεού και ανθρώπων στο επίπεδο της ελεύθερης προσωπικής κοινωνίας. Τρέμοντας πάλι μπροστά στην άβυσσο της ελευθερίας των λογικών όντων, τα οποία απομακρύνθηκαν από το Θεό προσπαθεί να την καλύψει με τη θεία παντοδυναμία, καταφεύγοντας είτε στον απόλυτο προορισμό είτε στην αναγνώριση της δικανικής εξιλεώσεως. Σύμφωνα όμως με τη βιβλική και πατερική παράδοση, ελευθερία σημαίνει δυνατότητα απρόσκοπτης σταυρικής κοινωνίας με το θεό και τους συνανθρώπους, η οποία απέναντι μεν στο Θεό εκφράζεται ως εκούσια αυτοπαράδοση του ανθρώπου στη Χάρη-Αγάπη του
Θεού απέναντι δε στους συνανθρώπους ως ελεύθερη και ανιδιοτελής αυτοπροσφορά -αυτοθυσία για τη δική τους σωτηρία. Την υποταγή του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους στους Βανδάλους, Γότθους και Λογγοβάρδους (5ος αι.) ακολούθησε η υποταγή στα φραγκογερμανικά φύλα. Με την ομαδική τους προσέλευση στο Χριστιανισμό αισθάνθηκαν έντονα την υπεροχή των Ρωμαίων, εντυπωσιάστηκαν από τον πολιτισμό τους και τη θρησκεία τους και επεδίωξαν την άμεση οικειοποίησή τους. Γι’ αυτό άλλωστε όχι μόνο δεν πολέμησαν τον Χριστιανισμό, αλλά και τον δέχτηκαν με την προθυμία πού δέχονται και σήμερα οι λεγόμενα υπανάπτυκτοι λαοί τα διάφορα στοιχεία του τεχνικού πολιτισμού. Κι όπως σήμερα υπάρχουν λαοί που δεν μπορούν να αφομοιώσουν οργανικά αντικειμενικές αξίες του τεχνικού πολιτισμού, γιατί δεν έχουν την κατάλληλη υποδομή, έτσι κι οι γερμανικοί λαοί δέχτηκαν το Χριστιανισμό ως μια αντικειμενική αξία, που δεν μπορούσαν εύκολα να την κάνουν σώμα τους γιατί τους έλειπε ή απαραίτητη θρησκευτική υποδομή. Μέσα στα πλαίσια μιας αντικειμενικής θεωρήσεως του Χριστιανισμού ήταν φυσικό να μη μπορεί καθόλου να εννοηθεί η διάκριση ουσίας και ενεργείας στο Θεό, γιατί απέβλεπε ακριβώς στην υπέρβαση της αντικειμενικής θεωρήσεως του Θεού και τη δυνατότητα ενώσεως του ανθρώπου με Αυτόν. Άλλωστε ή διάκριση αυτή ερχόταν σε αντίθεση και με το βασικό φιλοσοφικό αίτημα για την απλότητα του Θεού. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για την αυτοτελή θεώρηση του κόσμου και άρχισε να διαμορφώνεται ένας νέος τρόπος αντιμετωπίσεως και
χρήσεως του κόσμου πού κυριάρχησε στους νεότερους χρόνους. Η καθολική εκφράγκευση της Ευρώπης σήμανε την κυριαρχία του φραγκικού φεουδαλισμού του οποίου τα θεμέλια είναι καθαρά ρατσιστικά και κατέστησε την Εκκλησία θεραπαινίδα της αριστοκρατίας. Έτσι ενώ στην ορθοδοξία ο κλήρος επωμίστηκε εθναρχική αποστολή και συνέβαλε στη διάσωση των ρωμαϊκών εθνοτήτων, στη Δύση μεταβλήθηκε σε αντιδραστική φεουδαρχική τάξη. Κατά τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη, τα ιδεολογικά θεμέλια της Ρωμιοσύνης δεν υποτάσσονται ούτε εις τον καπιταλισμό ούτε στον κομουνισμό ούτε στο σοσιαλισμό τα οποία είναι καρποί του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος ως ξεκίνημα είχε: 1) τον ευρωπαϊκό φεουδαλισμό με την ταξική και ρατσιστική φιλοσοφία και οργάνωση και 2) τις επαναστάσεις κατά των ταξικών τούτων διακρίσεων, με βάση το δικαίωμα ο καθείς ν' αγωνισθεί δια την ευδαιμονία. Ο ευρωπαϊκός φεουδαλισμός ήταν κάτι τα τελείως ξένον προς την ιστορική εμπειρία της Ρωμιοσύνης ως θα έπρεπε να είναι και οι αναφερθέντες «-ισμοί» δια τους οποίους είναι διαιρεμένοι μεταξύ των Γραικύλοι είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να θυσιαστούν. Ουδέποτε υπήρχε εις την Ρωμιοσύνη τάξις εκ γενετής ευγενών και τάξις εκ γενετής δουλοπάροικων ώστε κάποιος να ήταν καταδικασμένος δογματικώς ή θεολογικώς εκ της φύσεως του να είναι δούλος και αντικείμενο εκμεταλλεύσεως. Ο Μαρξισμός όσο κι ο Καπιταλισμός έχουν τη ρίζα τους στο Ρωμαιοκαθολικισμό του οποίου οι δογματικές αποκλίσεις είχαν τεράστιες κοινωνικές συνέπειες.
Μετατρεπόμενος ο Ρωμαιοκαθολικισμός σε «ιδεολογία των ευγενών», η οποία ευνοούσε τη φεουδαρχία, το ρατσισμό και τον ιμπεριαλισμό, προκάλεσε την αντίδραση των Προτεσταντών. Αυτοί με τη σειρά τους φυγαδεύτηκαν σε ένα στείρο πιετισμό και ηθικολογία, στοιχεία τα οποία αποτέλεσαν τη μήτρα του Καπιταλισμού. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ ο Μαρξισμός γεννήθηκε στη Δύση, εντούτοις επικράτησε στην Ανατολή, στην οποία οι άνθρωποι λόγω της ορθόδοξης εμπειρίας, είχαν αυξημένη ευαισθησία στα θέματα δικαιοσύνης, ειρήνης κ.ά. Δυστυχώς η δυτική εμπειρία μεταφυτεύτηκε αυτούσια στην ορθόδοξη Ανατολή η οποία μη έχοντας παρόμοια εμπειρία δέχτηκε από τον Μάουερ και τους Βαυαρούς καίριο πλήγμα αφού ίσχυσε και στους Ρωμιούς η αρχή της πολιτειοκρατίας. Ένας από τους λόγους πού ο Μάουερ θέσπισε το «αυτοκέφαλο» της Εκκλησίας (απομονώνοντάς την από το Οικουμενικό Πατριαρχείο) ήταν ο φόβος «μήπως ο κλήρος της Ελλάδος εξελιχθεί, σύμφωνα με το προηγούμενο του Παπισμού, και καταστεί κράτος εν κράτει». Έτσι πραγματοποιήθηκε η «μετακένωση» του πνεύματος της Ευρώπης στον ανατολικό χώρο με την αλλοίωση των δομών του και εν μέρει της ταυτότητάς του. Μία από τις αλλοιώσεις ήταν η απολυτοποίηση της ισχύος της Πολιτείας κάτω από την οποία (και για χάρη της οποίας) λειτουργούσε η Εκκλησία. ΕΠΙΜΕΤΡΟ:ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ 1. ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ;
Πανίσχυρα είναι στην Ευρώπη τα δεξιά χριστιανοδημοκρατικά κόμματα. Στην πατρίδα μας η συζήτηση σχετικά με τη δυνατότητα ύπαρξης αντίστοιχης πολιτικής παράταξης διεξήχθη τη δεκαετία του 80, εξ αφορμής της παρουσίας του κόμματος της Χριστιανικής Δημοκρατίας, το οποίο μάλιστα έκλινε προς την Αριστερά. Η Ορθοδοξία, ως Εκκλησία ένεκα της καθολικότητας της αλήθειας την οποία σαρκώνει, δεν μπορεί να ταυτίζεται με κανένα χριστιανοδημοκρατικό έστω κόμμα. Κάθε απολυτοποιημένο πολιτικό σύστημα ενσαρκώνει αθεΐα. Γράφει ο Ντοστογιέφσκι για το σοσιαλισμό: ο σοσιαλισμός (εννοείται μάλλον ο Κομουνισμός) δεν είναι το πρόβλημα της λεγομένης τετάρτης τάξεως, αλλά προ παντός άλλο ένα αθεϊστικό πρόβλημα πού εγγίζει τα όρια του εγχειρήματος του πύργου της Βαβέλ. Το εγχείρημα αυτό δεν αποσκοπεί μόνο στην ύψωση του ανθρώπου προς τον ουρανό, αλλά και στην κάθοδο του Ουρανού στη γη. Δυστυχώς η Εκκλησία στην Ευρώπη, αποπροσανατολίστηκε από το εσχατολογικό - σωτηριολογικό της περιεχόμενο και περιορίστηκε στο να αποκτήσει μία απλή ενδοκοσμική λυτρωτική διάσταση. Σύμφωνα άλλωστε με μια κοινωνιολογική θεωρία, η εισαγωγή των κομμάτων κατ΄ ουσίαν βοήθησε στη διάσπαση της λαϊκής μάζας. Το αποτέλεσμα ήταν η αντιπαράθεση να μην γίνεται σε ένα κάθετο άξονα διαστρωμάτωσης των κοινωνικών τάξεων της κοινωνίας και με φορά από κάτω προς τα άνω, αλλά πλαγίως με τη σύγκρουση ομάδων της ίδιας κοινωνικής τάξης αλλά διαφορετικών πολιτικών κομμάτων . Έτσι η κορυφή της
κοινωνίας παραμένει πάντα κορυφή και αντλεί νέους και επίδοξους κατακτητές της μόνο μετά από έλεγχο και αποδοχή των κανόνων του συστήματος. Άλλωστε σήμερα υπάρχει τέτοια ιδεολογική αχρωμία ώστε οι συγκρούσεις εντός του ίδιου κόμματος είναι πολύ πιο ισχυρές από τις συγκρούσεις μεταξύ των κομμάτων. Όσον αφορά στη σχέση Ορθοδόξων και Πολιτικής μπορούν να διατυπωθούν οι εξής σκέψεις: 1. Η ιδιότητα του καλού Χριστιανού δε συνεπάγεται αναγκαστικά και επιτυχία στην άσκηση πολιτικής εξουσίας. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Καβάσιλας, οι κυβερνήτες φροντίζουν για τους ταξιδιώτες μόνον κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, ενώ δε θεωρούν υποχρέωσή τους να ενδιαφερθούν και για την ασφάλεια και ευόδωσή τους μετά την αποβίβασή τους από το πλοίο. Έτσι και αυτοί που ρυθμίζουν την πολιτική ζωή των ανθρώπων δεν θεωρούν ως καθήκον τους να ενδιαφερθούν και για την αιώνια ευδαιμονία τους. Γι’ αυτό προσθέτει ουδέν εκώλυσε τούτα πολιτικά μόνον χρηστούς μυρίων κακών γέμοντας απελθείν και δόξαν επιεικείας ενταύθα και δικαιοσύνης λαβόντας εις τους πονηρότατους εκεί τελέσαι και των χείρον των ψήφων τυχείν. Γι’ αυτό και το «πάρτε τους Πιστούς, αγνούς, χριστιανούς, αναθέστε τους τη διακυβέρνηση της χώρας και θα δείτε πώς αλλάξει όψη ή χώρα μας» δεν ευσταθεί για τον απλούστατο και τον επιπρόσθετο λόγο του ότι δυσκολότατο είναι να διακρίνεις αυτούς τους «αγνούς» από τους νόθους χριστιανούς. 2. Σκοπός του σύγχρονου κράτους δεν είναι η νοηματοδότηση της ανθρώπινης ζωής, αλλά η ασφάλεια
και η ευημερία των πολιτών του. Ο σκοπός αυτός πραγματοποιείται με ένα σύνολο πολιτικών ενεργειών και ρυθμίσεων που εκδιπλώνονται στο επίπεδο της εγκοσμιότητας και πού πρέπει να συνδέονται με την παράδοση του τόπου. Η νοηματοδότηση της ανθρώπινης ζωής και η ουσιαστική καταξίωση της ανθρώπινης ελευθερίας ανάγονται σ' ένα άλλο επίπεδο πού αναφέρεται η Εκκλησία. Η γραμμή, πού θα ακολουθήσει μια χριστιανική κυβέρνηση σε ζητήματα, όχι ηθικής, αλλά καθαρώς πολιτικής σκοπιμότητας και μέσων, μπορεί να συγχυσθεί με τη γραμμή της χριστιανικής διδασκαλίας. Έτσι, αν ένα κόμμα θεωρηθεί χριστιανικό, υπάρχει κίνδυνος να θεωρήσουμε κάθε πολιτική του πράξη (π.χ. το α΄ ή β΄ φορολογικό σύστημα) ως υπαγόρευση της χριστιανικής διδασκαλίας. 3. Τι θα γίνει με τους χριστιανούς, οι οποίοι θα διαφωνούν με την πολιτική του συγκεκριμένου χριστιανικού κόμματος; Θα τους υποχρεώσουμε να υποστηρίξουν την πολιτική που δεν παραδέχονται; Ή θα βλέπουμε να καταψηφίζεται το «χριστιανικό κόμμα» από πιστούς χριστιανούς; Και τι θα γίνει αν σχηματισθεί και δεύτερο «χριστιανικό κόμμα» και τρίτο και τέταρτο»; Νομίζω ότι τα παραπάνω αποδεικνύουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο ότι η ιδιότητα του πιστού χριστιανού δεν μπορεί να αποτελεί προ-εκλογικό τίτλο. Ο πολιτικός - ως πολιτικός εννοείται - δεν είναι ιεροκήρυκας όπως και το κάθε πολιτικό κόμμα δεν αποτελεί ιεραποστολική οργάνωση. Άλλωστε ο κρατικός εξαναγκασμός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εκείνο πού είναι ανώτερο από κάθε εξαναγκασμό. Αποτελεί Ουτοπία το να γίνει η επί του Όρους Ομιλία Ποινικός ή Αστικός Κώδικας γιατί
ο Κώδικας εξαναγκάζει, ενώ ή επί του Όρους Ομιλία προϋποθέτει ελεύθερη αφοσίωση . Η Εκκλησία, ο Χριστιανισμός μπορεί να προσφέρει πολλά στην πολιτική χωρίς να αλλοιώσει βασικές αρχές του και χωρίς να ριψοκινδυνεύσει να γίνει σκάνδαλο. 1. Η Εκκλησία μετατρέπει το άτομο σε πρόσωπο, σε δυναμικό κύτταρο, ποιοτική και όχι ποσοτική μονάδα του κοινωνικού συνόλου. Αυτό το πρόσωπο τελικά θα μετασχηματίσει την πολιτική θεωρία σε πράξη και θα προάγει έτσι ολόκληρη την κοινότητα, την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Η κατεξοχήν προσφορά του Χριστιανισμού στην Πολιτική έγκειται στην εξύψωση του επιπέδου του λαού και συνάμα - όπως είναι φυσικόστην ανύψωση του πολιτικού ήθους και ωριμότητας. Έτσι ο λαός από αγέλη - παίγνιο των κομματικών παθών γίνεται σύνολο πολιτών με σκέψη και ευσυνείδητη κριτική μελέτη χωρίς φανατισμούς, πάθη και αδιαλλαξίες. 2. Ο Χριστιανός έχει πολιτική ευθύνη και συμμετέχει στα κοινά με τα κριτήρια, τα οποία του υπαγορεύει η χριστιανική συνείδηση, η οποία καθορίζει και την προτεραιότητα σε κάθε δίλημμα το οποίο προκύπτει. Αν ο χριστιανός έχει το αντίστοιχο χάρισμα δεν αποτρέπεται από το να συμμετέχει σε πολιτικά σχήματα γινόμενος έτσι αγωγός χριστιανικών αξιών στην πολιτική ζωή. Τα μέλη της Εκκλησίας τα οποία ανήκουν σε κόμματα μπορούν να παίξουν ένα σπουδαίο ρόλο στη συνεργασία της Εκκλησίας με αυτά, στην παρεμπόδιση απολυτοποίησης των κομμάτων, στην ενότητα των ανθρώπων και στην ευόδωση των διαφόρων κοινωνικοοικονομικών σκοπών τους, για να μπορεί
εύκολα ο άνθρωπος να ενταχθεί στη Βασιλεία των Ουρανών. 3. Η ορθόδοξη πολιτική θεολογία μπορεί να μην συνεργάζεται για την επικράτηση μιας συγκεκριμένης Πολιτικής. Οφείλει όμως να κρίνει κάθε κατάσταση, ούσα ανεξάρτητη από αύτη όχι όμως και αδιάφορη. Η «σιωπή» της θεολογίας, όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπνίγονται, οι ηθικές αξίες ευτελίζονται και οι αυθαιρεσίες νομιμοποιούνται, παραπέμπει στην τακτική του Πόντιου Πιλάτου. 4. Η τελική αποστολή της θεολογίας είναι να ενώνει «εν τω συνδέσμω της αγάπης» τους πάντες σε όποια πολιτική παράταξη κι αν ανήκουν, όποια ιδεολογία ή κοινωνικοπολιτικό σύστημα κι αν πρεσβεύουν. Η Εκκλησία αποτελεί «ενώσεως και συμφωνίας όνομα». Χρησιμοποιώντας την αγάπη, σβήνει την κάμινον των παθών που υποδαυλίζει η κομματική και ιδεολογική αντιπαράθεση. Γι’ αυτό και ή κοινωνική της αποστολή είναι μοναδική και αναντικατάστατη. 5. Με την εσχατολογική της προοπτική η Εκκλησία παραμένει ελεύθερη από οποιοδήποτε κοινωνικοπολιτικό θεσμό και οδηγεί τον άνθρωπο στην πραγματική Γη της Επαγγελίας, το χώρο της αληθινής ελευθερίας. Όταν η Εκκλησία χάνει αυτήν την προοπτική τότε μεταβάλλεται σε ένα κοσμικό θεσμό, ο οποίος αισθάνεται τη φυσική ανάγκη να δικαιωθεί στο επίπεδο της εγκοσμιότητας μέσω της πολιτικής ή του κοινωνικού έργου. 6. Η Εκκλησία, ούσα ανεξάρτητη κι όχι υποχείριο του Κράτους, έχει τη δυνατότητα να κρίνει κατά πόσο η
άσκηση της Πολιτικής Εξουσίας γίνεται για χάρη των πολιτών, κατά πόσο οι δυνατότητες ελευθερίας μετατρέπονται σε δυνατότητες ζωής, κατά πόσο εγγυάται μια αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου μέσα από τις πολιτικές σχέσεις. Μια συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη είναι πολύ χαρακτηριστική: Σ΄ αυτά τα 40 χρόνια που πέρασαν, έχω καταλήξει σε ορισμένα βασικά συμπεράσματα και ένα από αυτά είναι ότι η Εκκλησία αποτελεί για μας τους Έλληνες ένα χώρο πάνω και έξω από οποιεσδήποτε πολιτικό-ιδεολογικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις. Είναι θα΄ λεγα το λίκνο του έθνους, το λίκνο της φυλής, το λίκνο του Ελληνισμού. Μέσα εκεί περνάμε τις πιο ακριβές ώρες της ζωής μας. Εκεί βαφτίζουμε τα παιδιά μας, αφού πρώτα βαφτιστούμε εμείς οι ίδιοι, εκεί παντρευόμαστε και εκεί αποχαιρετάμε τους αγαπημένους μας. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε τις πιο σημαντικές και συνταρακτικές στιγμές της ζωής μας τις έχομε περάσει όλοι μας μέσα στην Εκκλησία… Άμα σκύψεις στο παρελθόν του Έλληνα, θα δεις ότι έχει μια δόξα στο τέλος της έχει ένα πυρήνα σκληρό τη βυζαντινή καταγωγή… Εάν σήμερα υπάρχει αυτή ή αγάπη στο λαϊκό μας τραγούδι, είναι γιατί αφομοιώνει δημιουργικά τις βυζαντινές μνήμες που μας τις ξαναδίνει μ' ένα καινούριο ντύμα». 2. ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ; Στη Δύση γίνεται λόγος για θεολογία της Επανάστασης (στην Ευρώπη), της απελευθέρωσης (στη Λατινική Αμερική), και Μαύρη θεολογία στη Νότια κυρίως Αφρική. Υπάρχει μια έντονη κινητικότητα στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία η οποία προσπαθεί να δώσει μια προοδευτική υφή στη διδασκαλία της και να υπερβεί
ένα έντονα συντηρητικό πνεύμα πού την διακατείχε στο παρελθόν. Οι έννοιες της αληθινής «αγάπης», «ελευθερίας», «δικαιοσύνης» έπρεπε και πάλι να ανασυρθούν τώρα που η επαναστατικότητα και η ευαισθησία για κοινωνικά δικαιώματα είναι έντονη.
Η θεολογία της επανάστασης αποτελεί την αντίδραση στην καπιταλιστική εκδοχή της θεολογίας ως συμμάχου τυραννικών καθεστώτων, φορέα της διάκρισης των ανθρώπων σε χρώματα και ιδεολογικού στηρίγματος δικτατοριών: Το Ευαγγέλιο αποτελεί την πρώτη και ριζοσπαστικότερη επανάσταση δηλ. την επιστροφή σαν την ολοκληρωτική αντιστροφή από την αμαρτία στην χάρη, από τον εγωϊσμό στην αγάπη, από την υπερηφάνεια στην ταπεινωτική διακονία. Κι αυτή η
επιστροφή δεν είναι σε καμία περίπτωση μόνο εσωτερική και πνευματική, αλλά και ένα κοινωνικά σημείο πού ενέχει μεγάλη σπουδαιότητα. Ο Χριστιανισμός, σύμφωνα με αυτή τη Θεολογία, είναι εκ φύσεως επαναστατικός γιατί α) ο εσχατολογικός χαρακτήρας του βιβλικού μεσσιανισμού προβάλλει ένα Θεό ελευθερωτή, ο οποίος υψώνει τους καταπιεσμένους και ταπεινώνει τους δυνάστες. Ο ίδιος ο Θεός είναι το κέντρο του αγώνα για τη δημιουργία των προϋποθέσεων για μια ανθρωπινότερη ύπαρξη. β) Ο δυναμικόςιστορικός χαρακτήρας της ενέργειας του Θεού πιστοποιείται από τον ερχομό του Χριστού και το έργο του Αγ. Πνεύματος, Πρόσωπα τα οποία φύτεψαν δυνάμεις ανησυχίας στον κόσμο». γ) Αυτό σημαίνει ότι ποτέ δεν πρέπει να μένουμε αμέτοχοι στο δράμα των φτωχών, των μαύρων, των καταπιεσμένων από τα στυγνά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής, πού συγκροτούν τις «κοινότητες της βάσης και διψούν για κοινωνική δικαιοσύνη, ελευθερία, ισότητα πού καταστρατηγήθηκαν δυστυχώς εν ονόματι του Ευαγγελίου. Σίγουρα στην Ορθοδοξία δεν χρειάστηκε να διαμορφωθεί μια ιδιαίτερη θεολογία της Επανάστασης γιατί η Εκκλησία συμμετείχε σ' όλα τα γνήσια επαναστατικά κινήματα, όπως πρωταγωνίστησε και σ' αυτό του 1821. Σε αντίθεση με τα δυτικό κλήρο πού μέσα στα φράγκικα πλαίσια εγκλωβίστηκε σε σχήματα κοσμικά για την στήριξη του Παπισμού και των εγκοσμιοκρατικών του βλέψεων, στην Ελληνορθόδοξη Ανατολή ή αποστολή του κλήρου έμεινε καθαρά απελευθερωτική νοούμενη στον καιρό της ειρήνης ως έργο θεραπείας και απαλλαγής από τη δουλεία των παθών της αμαρτίας. Ευθύς εξ αρχής «η Επανάσταση
θεωρήθηκε ως «βουλή του Θεού», και καταξιώθηκε στη συλλογική εθνική συνείδηση ως θρησκευτική πράξη:η σημαία του Σταυρού γίνεται σημείο της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο κληρικός κρατά στο ένα χέρι το τουφέκι και στο άλλο τη θεία Μετάληψη, οι Ναοί μεταβάλλονται σε χὠρους «μυστικοσυμβουλίων» και τα Μοναστήρια σε καταφύγια των αγωνιστών». Η ορθόδοξη άποψη για τη θεολογία της Επανάστασης είναι η εξής: 1. Η θεολογία της απελευθέρωσης είναι μια καθαρά εκκοσμικευμένη θεολογία όπου ο Θεός υποχρεώνεται να κατέβει για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων αφού θεωρείται υπεύθυνος για τη δημιουργία τους. Το Ευαγγέλιο της θεολογίας της Απελευθέρωσης χάνει κάθε μεταφυσικότητα και ισχύει σαν «ευαγγέλιο του σοσιαλισμού. 2. Πρόκειται επίσης και για μια προσπάθεια αλλοτρίωσης της έννοιας της αμαρτίας και μιας μονομερούς εντόπισης του κακού στον κόσμο χωρίς καμία οντολογική και μεταφυσική αναφορά σ' αυτό. Έτσι αν το κακό είναι η πείνα, η φτώχεια, η αθλιότητα, η καταπίεση, η εκμετάλλευση τότε το αγαθό είναι η απελευθέρωση από όλα αυτά. Έτσι δεν είναι καθόλου δύσκολο να γίνει ο Θεός ένα κοσμικό μέγεθος χάνοντας την ουσία της θεολογίας και γινόμενος ένα ηθικόκοινωνικό αγαθό. Όπως ήδη αποδείχθηκε, η θεολογία θέτει την τόσο ταλαιπωρημένη έννοια της «ελευθερίας» σε κάποια άλλη βάση. Δεν αρνείται την απελευθέρωση από τους
κατακτητές, τους τυράννους ή τους δικτάτορες. Αντίθετα όπως είδαμε στην περίπτωση της ελληνικής επανάστασης ευλόγησε ακόμη και τα όπλα. Δεν είναι όμως αυτός «ο προγραμματικός της στόχος». Η Ορθοδοξία επικεντρώνει τον αγώνα της στην ανακαίνιση του ανθρωπίνου προσώπου. Η ελευθερία δεν είναι απαίτηση αλλά παραίτηση, δεν είναι διεκδίκηση αλλά υποχρέωση, δεν είναι δικαίωμα αλλά θυσία και αυτοθυσία, αφού για τίποτε άλλο δεν είμαστε τόσο ελεύθεροι όσο στην κακοποίηση, στο μηδενισμό και στην κατάλυση της ίδιας της ελευθερίας μας. Αυτή η ελευθερία είναι πάνω και πέρα από τις «ατομικές ελευθερίες», οι οποίες όχι σπάνια καταλήγουν στον εγωκεντρισμό και την αντικοινωνικότητα. Η ελευθερία δεν είναι συνεπώς ιδεολογική υπόθεση, αλλά δυναμική του ανθρωπίνου προσώπου κι ο αγώνας για την κατάκτησή της είναι αγώνας θεολογικός κι όχι πολιτικός. Έτσι η Εκκλησία μας καλεί να ανοιχτούμε «στο δρόμο της αληθινής ελευθερίας πού δεν είναι ταλάντευση εκλογής, αλλά προσχώρηση στην αλήθεια και στην αγάπη, στην αλήθεια της αγάπης με τέτοιο τρόπο πού δεν υπάρχει άλλη εκλογή» (Μπερντάγιεφ). Ως υψίστη μορφή ελευθερίας παρουσιάζεται η αγάπη προς τους εχθρούς, όχι όμως και προς την αμαρτία. Συνειδητοποιούμε συνεπώς ότι ο ρόλος της Εκκλησίας είναι «αδελφοποιός» και στοχεύει στους ίδιους σκοπούς πού αποβλέπει και μια ακόμα επανάσταση, εργάζεται όμως όχι από έξω προς τα μέσα, αλλά από μέσα προς τα έξω. Σβήνει τα πάθη, τα οποία τις περισσότερες φορές κυριαρχούν στις επαναστάσεις, αφού σχεδόν πάντα τα κακά πού προηγούνται της επανάστασης ωχριούν μπροστά στα κακά κατά τη διάρκεια και μετά την
επανάσταση. Το πρόβλημα άρα δεν λύνεται με τον να γίνουν οι φτωχοί πλούσιοι και οι καταπιεζόμενοι καταπιεστές και με το να αλλάξουν οι ρόλοι οι οποίοι διαιωνίζουν το κακό. Αυτό έγινε και με τις δύο μεγαλύτερες επαναστάσεις της νεότερης Ιστορίας, τη Γαλλική και τη Ρωσική, οι οποίες «απομυθοποιούνται» όλο και πιο πολύ από τους σύγχρονους ιστορικούς, αφού ουσιαστικά μετατόπισαν το κατεστημένο. Ο λόγος της Εκκλησίας δεν είναι εξουσιαστικός αλλά υπηρετικός. Στις διανθρώπινες σχέσεις καλλιεργεί τη χριστιανική ελευθερία. Απωθεί τη βία και στη βία δεν αντιτάσσει την αντι-βία, αλλά «νικά το κακό εν τω αγαθώ» (Ρωμ. 12,21). Η βία αποτελεί αναγκαίο κομμάτι της πεσμένης ανθρωπινής φύσης και των ανθρωπίνων κοινωνιών και όχι της Εκκλησίας . Η στάση της Εκκλησίας έναντι των άλλων πού αγωνίζονται για τα κοινωνικά δικαιώματα είναι στάση αγάπης και κατανόησης. «Πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι η Εκκλησία αγκαλιάζει όλα τα στρώματα (κοινωνικά) δέχεται τον οποιοδήποτε άνθρωπο με την αποτυχία του - την αμαρτία του και επιδιώκει να τον θεραπεύσει, να τον βοηθήσει να αναχθεί από την ατομικότητα στην προσωπικότητα, από την αίρεση στην καθολική διάσταση της αλήθειας (επομένως ή Εκκλησία ανήκει σ' όλους). Η έμφυτη τάση του ανθρώπου προς αγαθά με αιώνια διάσταση όπως αυτά της δικαιοσύνης, της ειρήνης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας είναι ακριβείς εκφάνσεις του κατ’ εικόνα το Οποίο έστω και αμαυρωμένο και αχρειωμένο, δεν εξαφανίσθηκε από την καρδιά του πεπτωκότος ανθρώπου. «Ο Χριστός συνεπώς δεν αποκλείει κανένα άνθρωπο από την κοινωνία Του. Γιατί δεν υπάρχει κανείς άνθρωπος πού να μην αναζητεί
- έστω και ανεπίγνωστα - στα μύχια της ύπαρξης Του το Χριστό. Η ψυχή κάθε ανθρώπου είναι από τη φύση της Χριστοκεντρική και Χριστολογική. Κάθε αγώνας για την αλήθεια, ειρήνη, δικαιοσύνη, αδελφότητα, ισότητα. Συνοψίζοντας θα ήθελα να τονίσω ότι το γεγονός ότι προσδοκώμεν «καινούς ουρανούς και καινήν γήν» όχι μόνο δεν προκαλεί αδιαφορία για τα διάφορα κοινωνικά επείγοντα προβλήματα, αλλά θέτει αυτά στη σωστή οντολογική τους βάση, η οποία έγκειται στα μύχια του διασπασμένου ατόμου πού προσπαθεί με την εξωστρέφεια και τις πολύκροτες διαδηλώσεις να αποφύγει να αντιμετωπίσει τη διάσπαση πού επικρατεί μέσα του. Για την Εκκλησία ο εγωισμός και ο ατομισμός, ή τάση προς ικανοποίηση του εγώ αποτελούν τις ρίζες των κοινωνικών προβλημάτων, τα οποία όμως δεν αποφεύγει παράλληλα να αντιμετωπίσει. ΙΙΙ. ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ἰδοὺ καινὰ ποιῶ τὰ Πάντα Από το βιβλίο Σ. Δεσπότη, Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, Εκδόσεις Άθως, Αθήνα 2005 όπου μπορεί ο ενδιαφερόμενος να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες. Ολόκληρο το Σύμπαν ενώνεται σε μια παγκόσμια Συμφωνία για να ανυμνήσει τον Θεό και το Αρνίο (5,13). Η παγκόσμια Συμφωνία και Ευχαριστία της Κτίσεως αποτελεί την αποκορύφωση και τον επίλογο συνάμα της Επουράνιας Λατρείας και "προλαμβάνει" αντίστοιχο εσχατολογικό γεγονός, το οποίο εξαίρει ο ύμνος της προς τους Φιλιππησίους (2,10-11):
ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων͵ καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Τα Έσχατα και η Βασιλεία του Θεού δεν αναμένονται. Έχουν ήδη εγκαινιασθεί με τη Σφαγή και την Ενθρόνιση του Αρνίου και η Κτίση, η οποία λαχταρά τη λύτρωσή της (Ρωμ. 8, 19), δοξολογεί τον Κύριο και ιδιαίτερα το Αρνίο, όχι μόνον διαμέσου των αντιπροσώπων της, των 4 ζώων, αλλά και δια του ιδίου του στόματός της (5, 13). Ο Ιωάννης δεν διστάζει να περιγράψει την λαμπρότητα του καθήμενου επί του θρόνου με πολύτιμους λίθους (4, 3), τα Χερουβείμ με τέσσερα ζώα (4, 8) και τον IX. με λέοντα, ρίζα, και κατεξοχήν με Αρνίον (5 , 5-6), με εικόνες δηλ. παρμένες από το φυτικό και ζωικό βασίλειο. Το κοσμοείδωλο του τελευταίου βιβλίου είναι απλούστερο από εκείνο των συγχρόνων της αποκαλυπτικών συγγραμμάτων και υπηρετεί ύψιστους θεολογικούς σκοπούς. Στην παγκόσμια συμφωνία της Αποκ. (5, 13) γίνεται διάκριση του ουρανού, της γης, της θάλασσας και των υποχθονίων. Αντί της τριμερούς διαιρέσεως του κόσμου είτε σε ουρανό, γη και θάλασσα (10,6. 12, 12. 14, 7 - 21, 1) είτε σε ουρανό, γη και υποκάτω της γης (5, 3), το Σύμπαν παρουσιάζεται τετραμερές να άδει μια δοξολογία με τέσσερα δοξολογικά ονόματα, εκ των οποίων τα τρία πρώτα αποτέλεσαν την κατακλείδα της αναφωνήσεως των αγγέλων (5, 12). Η κυριαρχία του αριθμού 4 κατανοείται, εάν ληφθεί υπόψη ότι στη συμβολική των αριθμών, συνδέεται άρρηκτα με τη Δημιουργία.
Αποτελεί πεποίθηση της Αποκ. ότι η Κτίση αποτελεί δημιούργημα του τριαδικού Θεού. Αυτό εξαίρει ο ύμνος 4, 10-11, η παγκόσμια συμφωνία της Κτίσεως (5,13), η όρκειος φράση (10,6) και ιδιαίτερα το πανηγυρικό 'Ευαγγέλιο' στο 14,7. Το ότι στη Δημιουργία συμμετείχε και ο Υιός φαίνεται στο 3,14. Ο ουρανός, ο οποίος είναι χώρος κατοικίας του Θεού, χωρίζεται στην Αποκ. από τη γη, διαμέσου του στερεώματος πάνω στο οποίο βρίσκεται θύρα. Έτσι γίνεται εφικτή η είσοδος του Ιωάννη στον επουράνιο Ναό (4,1). Σημαντικό είναι ότι ο Ιωάννης κάνει λόγο για έναν και όχι τρεις, επτά ή δέκα ουρανούς. Η γη εκλαμβάνεται ως τετράγωνη. Στις άκρες της βρίσκονται τα σύνορα του Άδη, από όπου τα μυθικά έθνη Γώγ και Μαγώγ ανεβαίνουν στο πλάτος της γης (20,9). Τα υποχθόνια έχουν διαφορετικές ονομασίες στην Αποκ. Ο Άδης, ο οποίος εμφανίζεται προσωποποιημένος μαζί με τον θάνατο στο 6,8 (1,18), αποτελεί την κατοικία των κεκοιμημένων, σε αντίθεση προς την άβυσσο, η οποία αποτελεί το ορμητήριο των δαιμόνων (9,3-11), του Θηρίου (11,7. 17,18), της δαιμονικής τριάδας (20,2κ.ε.), και των μυθικών εθνών Γωγ και Μαγώγ και προς την λίμνη του πυρός, η οποία αποτελεί χώρο τιμωρίας των δαιμόνων και των αμαρτωλών ανθρώπων (20,14). Ο συμβολικός και αλληγορικός χαρακτήρας, που αποδίδουν στα στοιχεία της φύσεως παλαιοί και νεότεροι ερμηνευτές, πιστεύω ότι είναι πολλές φορές υπερβολικός. Ο αλληγορικός χαρακτήρας της θάλασσας και των ορέων πάνω στα οποία κάθεται η πόρνη, σημαίνεται από τον ίδιο τον Ιωάννη (17,9.15). Είναι παράδοξη η δοξολογία της Κτίσεως προς τον Θεό στην Αποκ., εάν ληφθεί υπόψη, ότι είναι εκείνη η οποία
κατεξοχήν δέχεται την οργή του Θεού ιδίως με τις 4 πρώτες καταστροφές των δυο τελευταίων επτάδων των συμφορών (8, 7-12• 16, 3-4). Η Αποκ. πιστεύει ότι το Σύμπαν έχει μολυνθεί από την αμαρτία και τους φορείς της. Τη μόλυνση αυτή χαρακτηρίζει ως "διαφθορά" και τους προξένους αυτής της μόλυνσης ως "διαφθαρείς" (11,18). Διαφθορείς της φύσης είναι καταρχήν οι αντίθεες δυνάμεις• ο Δράκοντας και τα Θηρία. Στα κεφ.12-13 κάθε τμήμα της φύσης αποτελεί το κατοικητήριο ενός από τα τρία μέλη αυτής της τριάδος. Στον ουρανό εμφανίζεται ο Δράκοντας, ο οποίος μάλιστα καταστρέφει την αρμονία και την ωραιότητα του Σύμπαντος, σύροντας το τρίτον των αστέρων (12, 4). Από τη θάλασσα προβάλλει ο αντικατοπτρισμός του Δράκοντα, το Θηρίο - η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, της οποίας οι αξιωματούχοι και ο στρατός έφταναν δια της θαλάσσης στα μικρασιατικά παράλια, γινόμενοι αντικείμενο θεϊκών τιμών και λατρείας (13,1). Από τη γη ανεβαίνει το τρίτο Θηρίο (13, 11), ο ψευδοπροφήτης, ο τοπικός αρχιερέας της Λατρείας του Καισαρος και κατεξοχήν φορέας της προπαγάνδας της ρωμαϊκής εξουσίας στη Μικρά Ασία και ευρύτερα στην Ανατολή. Δεν είναι όμως μόνον η αντίθεη τριάδα αυτή, η οποία διαφθείρει τη γη. Είναι επίσης και οι κατοικούντες στη γη, οι οπαδοί του Θηρίου, αυτοί που την καταστρέφουν.Οι συνεργάτες της Βαβυλώνας προέρχονται επίσης από τη γη (βασιλείς, έμποροι) και από τη θάλασσα (ναύτες), ενώ στον λεπτομερή κατάλογο των εμπορευμάτων (18, 11-13) περιλαμβάνονται είδη πολυτελείας που προέρχονται από τη βάρβαρη σύλησή της και προορίζονταν για τη διασκέδαση των πλούσιων Ρωμαίων. Παρ’ όλο όμως ότι η φύση είναι υπόδουλη στα δαιμονικά αυτά στοιχεία, εντούτοις δεν έχει πάψει να
βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία του Θεού, καθότι η εξουσία, την οποία ασκούν ο Δράκοντας και τα Θηρία, είναι σχετική και περιορισμένη. Αυτό φαίνεται στο κεφ. 12. Ο Δράκοντας δεν μπορεί να εμποδίσει τη φυγάδευση της γυναίκας, η οποία φέροντας τις δύο πτέρυγες του αετού του μεγάλου (12,14) διασχίζει τον αέρα, στον οποίο φαινομενικά αυτός κυριαρχεί. Η μητέρα - γη, η οποία έχει μολυνθεί από το τρίτο Θηρίο, επίσης δείχνει την εξαιρετική της αλληλεγγύη στη μητέρα του αρπαγέντος παιδιού, ανοίγοντας το στόμα της και καταπίνοντας τον ποταμόν που προέρχεται από το στόμα του δράκοντα (12,16). Η αλληλεξάρτηση ανθρώπων και φύσης φαίνεται στα αποκαλυπτικά κείμενα του Ιουδαϊσμού. Στον Σλαβωνικό Ενώχ (8) είναι σαφής η αντιστοιχία μελών του ανθρωπίνου σώματος και φύσης. Γη: σάρκα Λίθος: οστά Θάλασσα: Αίμα και δάκρυα Άγγελοι και νέφη: νόηση Δροσιά: αίμα Χόρτο: τρίχες και φλέβες Ήλιος: οφθαλμοί Άνεμος: ψυχή και αναπνοή Ο παραλληλισμός αυτός αποδεικνύει, ότι οι πληγές οι οποίες απευθύνονται στη φύση, προειδοποιούν και πλήττουν τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος έστω και αν συγγενής με αυτήν, είτε την ειδωλοποίησε είτε την διέφθειρε. Η ίδια η φύση "οπλοποιείται", όπως επισημαίνει η Σοφ.Σολομώντος (5,7), προκειμένου να σωθούν οι μετανοούντες και να συντριβούν οι αντίθεες σατανικές δυνάμεις. Όπως στην περίπτωση του Κατακλυσμού, έτσι και στην περίπτωση της Αποκ. οι πληγές, που δέχεται η Κτίση, αποτελούν το πρώτο στάδιο της προοδευτικής ανακαινισής της. Στο 12ο κεφ.
ο Δράκοντας χάνει την κυριαρχία του στον ουρανό. Στην ενότητα 19,11-20,10 το Θηρίο και οι οπαδοί του εξαφανίζονται από τη γη. Η θάλασσα, ως άβυσσος, κατοικητήριο δηλ. δαιμονίων και θηρίων, δεν έχει θέση στην Καινή Ιερουσαλήμ. Η παραμονή μαρτύρων του Θεού στη γη για χίλια έτη (20,4) αποτελεί ακριβώς το πρώτο στάδιο της αποκαταστάσεως και της ανακαινίσεώς της, ενώ η ανάσταση των νεκρών από τον Άδη και την θάλασσα (20.13) συνιστά την κάθαρση των εγκάτων της. Ο Roloff επισημαίνει ότι, αν και ο σκοπός του Θεού στην Αποκ. είναι ο καινός ουρανός και η καινή γη, εντούτοις ο Θεός δεν εγκαταλείπει τη Δημιουργία του, αλλά την αποκαθιστά στην πρώτη της ωραιότητα και αρμονία. Ο Θεός είναι παντοκράτωρ και το σχέδιό Του αποσκοπεί στο να καταστήσει ορατή τη Βασιλεία Του σε όλα τα πλάτη και τα μήκη του κόσμου Του. Ενώ ο Θεός κατεβάζει 'καινή γη και καινό ουρανό', εντούτοις δεν απαρνείται το παλαιό Σύμπαν, το οποίο ο ίδιος κατασκεύασε με τόση σοφία και χαρακτήρισε ως 'καλό' (Γεν. 1,8). Ο Θεός καταβιβάζει την καινή Κτίση, όχι διότι είναι αδύναμος να ανακαινίσει την παλαιά, αλλά διότι έχει ετοιμάσει έναν ακόμη καλύτερο κόσμο για τους εκλεκτούς του. Επιδιώκει απλά να ελευθερώσει τον παρόντα κόσμο από τη δουλεία του Σατανά και των οργάνων του. Η ίδια η καινή Κτίση δεν ονομάζεται καινός παράδεισος, αλλά Καινή Ιερουσαλήμ. Αυτό σημαίνει ότι τα Έσχατα δεν αποτελούν μια απλή επιστροφή στο πρωτόκτιστο κάλλος. Ο Θεός δεν διαγράφει την ανθρώπινη Ιστορία και Δημιουργία. Κατέστρεψε την πόλη Βαβυλώνα και όλες τις βιοτικές, καλλιτεχνικές και τεχνικές
(τεχνολογικές) δραστηριότητες της (18,21-23), όχι διότι ζηλοφθονεί τον πολιτισμό και τα επιτεύγματα του ανθρώπου, αλλά διότι αυτά τα θετικά στοιχεία έγιναν δούλα της αμαρτίας. Ο Θεός σχεδιάζοντας πάλι μία Πόλη, η οποία αποτελεί το κατεξοχήν σύμβολο του ανθρωπίνου πολιτισμού, της ανθρώπινης Ιστορίας και του ανθρωπίνου πνεύματος και δημιουργίας και όχι ένα καινούργιο φυσικό παράδεισο, αντιστρέφει προς το συμφέρον του ανθρώπου τη Γνώση, η οποία στην περίπτωση του ιδρυτών της Πόλης, απογόνων του Κάιν και εμπνευστών του πολιτισμού λειτούργησε αυτοκαταστροφικά. Δημιουργείται έτσι μια καινούργια Κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Η κατάβαση της Νύμφης, της Καινής Ιερουσαλήμ και η ανακαινιση του Σύμπαντος δεν αναμένεται μόνον στο μέλλον. Πραγματοποιείται ήδη στο παρόν και βιώνεται στην σύναξη της Εκκλησίας με την ευχαριστηριακή μεταμόρφωση της ύλης, του άρτου και του οίνου και κατ' επέκτασιν αυτής της ανθρωπινής σάρκας σε Σώμα και Αίμα του εσφαγμένου Αρνίου. Έτσι αιτιολογείται η δοξολογία ολοκλήρου του Σύμπαντος στο Θεό και στο εσφαγμένο Αρνίο, η οποία κατακλείει την Επουράνια Λατρεία. Έθνη, άγγελοι και Κτίση μπορούν δυνάμει της Σφαγής του Αρνιού να υπακούσουν στην πρόσκληση των τριών παιδιών (Δν.3, 58 κ.ε.) και στον ψαλμωδό, ο οποίος κατακλείει τον Ψαλτήρα με την πανηγυρική προσταγή: πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον ἀλληλούια (Ψ. 148-150). Ο Ινδουισμός, μια από τις μεγαλύτερες θρησκείες στον πλανήτη
Ινδουισμός που είναι η τέταρτη μεγαλύτερη θρησκεία του πλανήτη, έχει πάνω από 900 εκατομμύρια πιστούς, το 96% των οποίων κατοικεί στην Ινδία. Όμως ινδουιστές υπάρχουν και στο Νεπάλ, το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν, τη Σιγκαπούρη, τη Μαλαισία, τη Σρι Λάνκα, το Μπουτάν και το Μπαλί της Ινδονησίας.
Το Νεπάλ μάλιστα, είναι το μοναδικό κράτος στον κόσμο, το οποίο έχει ως επίσημη θρησκεία του τον Ινδουισμό. Ο «Ινδουισμός» αντίθετα από τις δυτικές θρησκείες είναι θρησκεία πολυθεϊστική και αποτελείται από περισσότερες από 300 εκατομμύρια θεότητες. Ο όρος «Ινδουισμός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά γύρω στο 1830 από Ευρωπαίους μελετητές. Με τον όρο αυτό ορίζονται ο πολιτισμός και οι θρησκείες που αναπτύχθηκαν στην περιοχή της ινδικής υποήπειρου -που εκτείνεται από την κοιλάδα του ποταμού Ινδού, έως τον Ινδικό ωκεανό-, κατά τη διάρκεια περίπου των τελευταίων 3000 χρόνων. Οι ίδιοι οι Ινδοί για να περιγράψουν τη θρησκεία τους χρησιμοποιούν τον όρο "σανατάνα ντάρμα", που σημαίνει: ο αιώνιος νόμος.
Ο ινδουιστής έχει την τάση να σέβεται το θείο, σε κάθε του εκδήλωση, και είναι από δογματική άποψη ανεξίθρησκος, επιτρέποντας σε ινδουιστές και μη ινδουιστές οποιαδήποτε πίστη και λατρευτική πρακτική προτιμούν. Ένας ινδουιστής πιστεύει ότι οι ανώτατες θείες δυνάμεις συμπληρώνουν η μία την άλλη για το καλό του ανθρώπινου γένους. Η ουσία της θρησκείας δεν έχει σχέση καν με την ύπαρξη Θεού ή μη και δεν έχει καμιά δογματική διατύπωση. Είναι μορφή πολιτισμού, αλλά και άθροισμα θρησκειών ταυτόχρονα. Όλες οι απόπειρες να δοθεί συγκεκριμένος ορισμός στον ινδουισμό έχουν καταλήξει σε μη ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Οι Βέδες και οι ινδουιστικές κάστες Οι παραδόσεις και ο πολιτισμός του Ινδουισμού βασίζονται σε 2 ιερά βιβλία: τις Βέδες και τις Ουπανισάδες. Οι Βέδες αποτελούν το αρχαιότερο σώμα θρησκευτικών κειμένων καθώς γράφτηκαν από το 1500 έως το 1000 π. Χ.. Εμπεριέχουν την "απόλυτη αυθεντία", η οποία αποκαλύπτει τη θεμελιώδη και αναντίρρητη αλήθεια, την αιώνια πραγματικότητα του κόσμου. Οι Βέδες αντιστοιχούν στην αρχαία βεδική θρησκεία των Ινδών, που ήταν πολυθεϊστική και περιλάμβανε λατρεία με θυσίες σε θεούς όπως ο ουρανός, η φωτιά, ο ήλιος, ο θεός της καταιγίδας, της γονιμότητας και του πολέμου. Στις Βέδες κυριαρχεί η ιδέα του Ντάρμα. Ντάρμα, ονομάζουν την παγκόσμια τάξη, την οποία οφείλουν οι άνθρωποι να σέβονται και να προσαρμόζουν τη ζωή τους σ΄ αυτήν. Έχει θεία καταγωγή κι αφορά τόσο στη δομή και λειτουργία του κόσμου, όσο και της κοινωνίας. Όσον αφορά την κοινωνία, είναι χωρισμένη σε τρεις τάξεις, τις βάρνες ή κάστες όπως τις ονόμασαν αργότερα οι Πορτογάλοι άποικοι. Τους ιερείς ή βραχμάνους, τους
αριστοκράτες πολεμιστές και τους εμπόρους βιοτέχνες. Σε αυτές προστέθηκαν αργότερα οι χειρώνακτες, οι οποίοι αποτέλεσαν την τέταρτη κάστα. Στο τέλος της βεδικής εποχής διαμορφώνεται η αντίληψη ότι στο βάθος του κόσμου βρίσκεται μια θεϊκή πραγματικότητα, ενώ ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι το εξωτερικόεπιφανειακό στρώμα αυτής της θεϊκής πραγματικότητας. Έτσι ο κόσμος χωρίζεται σε δυο μέρη: τη θεμελιώδη πραγματικότητα και τον "φαινόμενο κόσμο". Οι Ουπανισάδες γράφτηκαν απ΄ το 800 ως το 500 π. Χ.. Εδώ, σε αντίθεση με τις Βέδες που θεωρούν τον κόσμο καλό, καλή θεωρείται μόνο η θεϊκή πραγματικότητα που αποτελεί το υπόστρωμα του σύμπαντος. Η υπέρτατη πραγματικότητα είναι το Βράχμαν. Το Βράχμαν είναι το Όλον, το Παν από το οποίο εκπορεύονται το σύμπαν, και όλα τα όντα. Είναι εκείνο που δημιουργεί, συντηρεί, μετουσιώνει και απορροφά και πάλι το καθετί. Το Βράχμαν βρίσκεται μέσα σε όλα τα πράγματα και είναι ο εαυτός όλων των έμβιων όντων. Αυτό το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα σε κάθε τι, καθώς και στον άνθρωπο, ονομάζεται Άτμαν. Σύμφωνα με τις Βέδες, η λύτρωση επιτυγχάνεται με το σεβασμό και την υποταγή στο Ντάρμα, ενώ σύμφωνα με τις Ουπανισάδες επιτυγχάνεται με τη σταδιακή απόσυρση του νου του ανθρώπου από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό, ώστε το Άτμαν του να ταυτιστεί με το Βράχμαν. ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ (Ρήγας Μαλαμούτσης) α) Οι κάστες
Η εμφάνιση της διαίρεσης της ινδικής κοινωνίας σε κάστες (τζάτι = γέννηση, καταγωγή), που είναι το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό της, δεν μπορεί να εξηγηθεί με το να αποδοθεί σε έναν απλό κατακερματισμό των Βάρνα, ούτε, όπως το θέλει η ινδική παράδοση, με το ότι οι Βάρνα αναμίχθηκαν μέσω επιγαμίας, η οποία θεωρείται παραβίαση του ντάρμα, ούτε, επίσης, σύμφωνα με μερικές μονόπλευρες σύγχρονες θεωρίες, με την κλειστή συμβίωση, που προήλθε από τη λατρεία μέσα στην οικογένεια, από φυλετικές ή τυπολατρικές διαφορές ή διαφοροποιήσεις σε σχέση με την απασχόληση, από διάφορα ταμπού ή τοτεμισμούς. Αυτό δεν σημαίνει άρνηση του ότι μερικοί από αυτούς τους παράγοντες συνέλαβαν στην αύξηση και επέκταση της εξαιρετικά περίπλοκης διαίρεσης της ινδουιστικής κοινωνίας σε 3.000 σχεδόν κάστες και υποκάστες, από τις οποίες μικρά τμήματα συνυπάρχουν ουσιαστικά στην ίδια περιοχή - μια διαίρεση που εξακολούθησε να υπάρχει ιδιαίτερα στη νότια Ινδία, αν και με μια σταθερή τάση μετριασμού, ως τη σύγχρονη εποχή. Βραχμάνοι ιερείς - μπραχμίν, ευγενείς στρατιωτικοί -ξατρίγια, έμποροι γαιοκτήμονες - βαϊσια, χωρικοί - σουτρα. Μια κάστα είναι γενικά μια ενδογαμική, με κληρονομικούς δεσμούς, ομάδα οικογενειών που έχουν κοινό όνομα που διεκδικούν συχνά κοινή καταγωγή που, κατά κανόνα, αφιερώνονται στην ίδια κληρονομική απασχόληση ή αποστολή, εμμένουν στα ίδια ήθη και έθιμα κυρίως σ΄ότι αφορά την καθαρότητα, τα γεύματα και τους γάμους, και πολύ συχνά υποδιαιρούνται σε μικρότερους ακόμη ενδογαμικούς κύκλους. Οι σχέσεις ανάμεσα στις κάστες είναι ιεραρχικά καθορισμένες: οι
κατά τόπους ομάδες Βραχμάνων κατέχουν την ανώτατη θέση και οι διαφορές καθαρότητας από τελετουργική άποψη είναι το κύριο κριτήριο της κοινωνικής θέσης. Περισσότερο ακάθαρτοι είναι οι εκτός κάστας (οι "παρίες") ή, όπως χαρακτηρίζονται σήμερα, οι εξωτερικές ή πρόσθετες κάστες, που έχουν όμως στους κόλπους τους πολυάριθμες υποδιαιρέσεις, η καθεμιά από τις οποίες θεωρεί τον εαυτό της ανώτερη από τις άλλες. Όπως η κόλαση και οι περιοχές του παραδείσου στην άλλη ζωή, έτσι και οι κάστες είναι το εγκόσμιο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι εγκατεστημένο το κάρμα. Μια κατώτατη κοινωνική θέση είναι η αναπόφευκτη συνέπεια των αμαρτιών που διαπράχθηκαν σε μια προηγούμενη ζωή, αλλά είναι δυνατόν, με την αρετή και τη θεία χάρη, να ακολουθήσει μια καλύτερη θέση στην επόμενη γέννηση και ύπαρξη. β) Οι απαρχές της φιλοσοφίας: οι "Ουπανισάδες". Η επόμενη φάση της ινδικής θρησκευτικής ζωής, ανάμεσα στο 700 και στο 500 περίπου π.Χ., είναι η περίοδος στην οποία έχουν την αρχή τους η φιλοσοφία και ο μυστικισμός που φέρουν τη σφραγίδα των "Ουπανισάδων" - όρου που σημαίνει "φοίτηση (μαθητεία) κοντά στο δάσκαλο". Από ιστορική άποψη, σπουδαιότερες από τις Ουπανισάδες είναι οι δύο παλαιότερες, η βρανταρανυάκα (κείμενο του μεγάλου δάσους)και η Τσαντόγκυα.Αρχικό κίνητρο των Ουπανισάδων υπήρξε η επιθυμία για μια μυστική γνώση ικανή να εξασφαλίσει απελευθέρωση από τον "νέο θάνατο". Η εποχή των Ουπανισάδων ήταν εποχή ραγδαίας τελικής προόδου και κατά τη διάρκειά της ο πολιτισμός των πόλεων αναβίωσε. Οι νέες εξελίξεις
συνδέονταν με την ανάπτυξη του ασκητισμού και με την εμφάνιση του δόγματος περί νέας γέννησης, της λεγόμενης γενικά μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσης. Η καταγωγή και η εξέλιξη της πίστης στη μετάβαση της ψυχής (μετενσάρκωση ή μετεμψύχωση) είναι πολύ σκοτεινή. Έχουν βρεθεί ελάχιστα χωριά που υπαινίσσονται ότι το δόγμα αυτό ήταν γνωστό στην εποχή ακόμη της Ριγκβέδα, αλλά πρώτη φορά προβάλλεται καθαρά στην παλιότερη Ουπανισάδα, τη Βρανταρανυάκα. Στο κείμενο αυτό αναφέρεται ότι κανονικά η ψυχή επιστρέφει στη Γη και "ξαναγεννιέται" με μορφή ανθρώπου ή ζώου. Το δόγμα αυτό της σαμσάρα (μετενσάρκωσης) αποδίδεται στο σοφό Ουνταλάκα Αρούνι, ο οποίος λέγεται ότι το διδάχθηκε από έναν αρχηγό των Ξατρίγια. Στο ίδιο κείμενο, το δόγμα κάρμα (έργα δόγμα των έργων) κατά το οποίο στην ψυχή επιφυλάσσεται μια ευτυχής ή άτυχη νέα γέννηση ανάλογα με τα έργα της στην προηγούμενη ζωή της, εμφανίζεται επίσης για πρώτη φορά αποδιδόμενο στον Γιατζναβάλκυα. Η παλαιότερη, η Βρανταρανυάκα, περιέχει μερικά ελάχιστα γνωστά χωρία θειστικού ενδιαφέροντος. Οι νεότερες Ουπανισάδες έχουν σε πού μεγαλύτερη έκταση θειστικό περιεχόμενο και συνδέονται απευθείας με τις θειστικές εξελίξεις μεταγενέστερων χρόνων. Οι Ουπανισάδες αντιπροσωπεύουν τις απαρχές της φιλοσοφίας στην Ινδία. Οι συγγραφείς τους στηρίζουν τις απόψεις τους στην κατ΄αναλογία απόδειξη, αλλά η ουπανισαδική φιλολογία περιέχει επίσης πάμπολλες απόπειρες λογικής απόδειξης και επιχειρηματολογίας με βάση την άμεση παρατήρηση.
γ) Η εποχή του μπάκτι (11ος - 19ος αιώνας) Η πρόκληση του ισλαμισμού και η λαϊκή θρησκεία. Κατά την περίοδο της ινδικής ιστορίας που σφραγίστηκε από την κυριαρχία των μουσουλμάνων στο μεγαλύτερο τμήμα της βόρειας Ινδίας, συντελέστηκαν μεγάλες αλλαγές στην ινδική θρησκεία. Ο όρος Μπάκτι, με τη σημασία της αφοσίωσης σε έναν προσωπικό Θεό, εμφανίζεται ήδη στην Μπαγκαβαντγκίτα και στην Ουπανισάδα Σβετασβατάρα. Στις παλαιότερες πηγές όμως αντιπροσωπεύει μιαν αφοσίωση που ήταν ακόμη κάπως συγκρατημένη και μη συναισθηματική. Αντίθετα, η νέα μορφή του Μπάκτι, καθώς με ύμνους που ψάλλονταν στη γλώσσα του απλού λαού, ήταν πολύ φορτισμένη συναισθηματικά και υποστηριζόταν συχνά ότι η σχέση μεταξύ θεότητας και αφοσιωμένου πιστού ήταν ανάλογη με τη σχέση μεταξύ εραστή και ερωμένης. Η στάση των μουσουλμάνων ηγεμόνων απέναντι στον ινδουισμό ποίκιλλε. Μερικοί, όπως ο Φιρούζ Τουγκλούκ (Firuz Tughluq - βασίλευσε το 1659-1707), ήταν φανατικά αντινδουϊστές και επέβαλαν την πληρωμή τζίζγια, κεφαλικού φόρου, στους "άπιστους". Άλλοι, όπως ο σουλτάνος Χουσείν Σάχη (Hussein Shah βασίλεψε το 1493-1519) και ο μέγας Άκμπαρ (Akbar βασίλεψε 1556-1605), έδειξαν καλές διαθέσεις απέναντι στους ινδουιστές υπηκόους τους και στην ινδουιστική πίστη. Πολλοί ναοί, ωστόσο, καταστράφηκαν από τους περισσότερο φανατισμένους ηγεμόνες. Από την περίοδο Γκούπτα και στο εξής οι ναοί οικοδομούνταν όλο και μεγαλύτεροι σε διαστάσεις, αποκτούσαν σπουδαιότερη διαρκώς θέση στον ινδουισμό
και αρχιτεκτονική τους εξελισσόταν σύμφωνα με χωριστές τοπικές τεχνοτροπίες. Στην βόρεια Ινδία, οι ωραιότεροι σωζόμενοι ινδουιστικοί ναοί βρίσκονται στην Ορίσα, αλλά και στο Χατζράο, στο βόρειο Μάντυα Πραντές. Το τελειότερο δείγμα αρχιτεκτονικής ναών της Ορίσα είναι ο ναός του Λινγκαράντζα στην Μπουμπανεσβάρ, πρωτεύουσα της Ορίσα, ο οποίος χτίστηκε γύρω στο 1000. Ο μεγαλύτερος όμως ναός της περιοχής είναι η περίφημη Μαύρη Παγόδα, ο Ναός του Ηλίου (Surya Deula) στο Κόναρακ που χτίστηκε στα μέσα του 13ου αιώνα. Ο πύργος του έχει ύψος 60m. Προς το τέλος της 1ης μ.Χ. χιλιετίας, η τεχνοτροπία της νότιας Ινδίας είχε φθάσει στο απόγειο της με τον μεγάλο ναό του Ρατζαρατζεσβάρα στο Ταντζαβούρ (Ταντζόρη).Η ιδέα του μικροκοσμικού συμβολισμού είναι πολύ ισχυρή στον ινδουισμό και έχει την καταγωγή της στους βεδικούς χρόνους. Μέσα στον ναό, η λατρεία του Θεού γινόταν με τις ιεροτελεστίες πουτζά (απονομή σεβασμού σε ιερό ον ή αντικείμενο), κατά το πρότυπο της προσφοράς υπηρεσιών σε ένα μεγάλο βασιλιά. Στους ιδιαίτερα σπουδαίους ναούς, ένα πολυμελές προσωπικό από ειδικά εκπαιδευμένους λειτουργούς υπερετούσε το θεό. Το τυπικό της λατρείας αποτελούσαν ύμνοι που ψάλλονταν, άναμμα φαναριών, αιώρηση φώτων μπροστά στην θεία εικόνα και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις σεβασμού. Η αντιστοιχία του ναού προς τη βασιλική αυλή είναι επίσης φανερή στις Ραθαγιάτρα, στις ιεροτελεστικές πομπές. Όπως και κατά τις επίσημες γιορτές ο βασιλιάς εξερχόταν από το ανάκτορό του και περιερχόταν στην πόλη με συνοδεία αυλικών,
στρατιωτικών αποσπασμάτων και μουσικών, κατά τον ίδιο τρόπο παρήλαυνε και ο Θεός, σε λαμπρή πομπή μαζί με τους υποδεέστερους Θεούς των μικρότερων ιερών. Ο Θεός παρήλαυνε οχούμενος σε ένα πελώριο και εκθαμπωτικού μεγαλείου καταστόλιστο τροχοφόρο σκήνωμα, το ράθα, που το έσυραν συνήθως πολυμελείς ομάδες αφιερωμένων πιστών. Η μουσουλμανική κατάκτηση έφερε την Ινδία σε στενή επαφή με μια διαφορετική, επιθετικότερη θρησκευτική πίστη. Κάτω από τις περιστάσεις αυτές, η απουσία μιας κεντρικής θρησκευτικής αρχής του ινδουισμού έγινε πηγή ισχυροποιήσής του μάλλον παρά εξασθένησης. γ)Γράμματα-Τέχνες Η Ινδική γραμματεία είναι απέραντη και περιλαμβάνει όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου.Οι ύμνοι των «Βεδών» και τα μεγάλα έπη «Μαχαβάρατα» και «Ραμαγιάνα» αποτελούν κορυφαία δημιουργήματα του ανθρώπινου πολιτισμού .Η θρησκειο-φιλοσοφική σκέψη καλλιεργήθηκε με ιδιαίτερη ένταση,ποικιλία και πάθος στο ινδουιστικό έδαφος.Από τις τέχνες ιδιαίτερα άνθισε η αρχιτεκτονίκη.Τα ινδικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα είναι πολυσύνθετα(στις μορφές τους).Οι κυριότεροι ρυθμοί της αρχιτεκτονικής είναι 6: 4 στο βορά και 2 στο νότο. Σε στενό συνδυασμό με την αρχιτεκτονική, ως συμπλήρωμα και εξάρτημα της, αναπτύχθηκε η γλυπτική. Αμέτρητα αγάλματα, συνήθως ογκώδη, και άλλα γλυπτά κοσμούν τους ινδικούς ναούς. Η διάθεση των καλλιτεχνών είναι συμβολική. Προσπαθούν με το υλικό τους - πυλό, ξύλο, μέταλλο, κεραμίδι, κυρίως όμως
πέτρα - να αποδώσουν διάφορες όψεις της ινδικής θεολογίας και μυθολογίας. Τα αγάλματα των Θεών δεν αποτελούν απομίμηση ιδανικής ανθρώπινης μορφής, αλλά προσπάθεια να εκφραστεί το υπερφυσικό με αισθητούς συμβολισμούς. Λίγα μόνο παραδείγματα σώζονται από την πρώιμη εποχή, υποδειγματικά στο σχέδιο, τις γραμμές, τα χρώματα. Η μουσική καλλιεργήθηκε στην Ινδία από τα αρχαία χρόνια και θεωρήθηκε σπουδαίο μέσο για την ανάπτυξη της πνευματικότητας του ανθρώπου. Στις περισσότερες ινδουιστικές λατρευτικές εκδηλώσεις η μουσική, ενόργανη και φωνητική, έχει δεσπόζουσα θέση. Σε στενό σύνδεσμο με τα τελούμενο στους ναούς αναπτύχθηκε ο χορός, ο οποίος για τους Ινδούς δεν αποτελεί μόνο αισθητική απόλαυση, αλλά και διακόνημα στην ινδουιστική λατρεία. Με την έντονη συμβολικότητά του ανακαλεί ιστορίες των Θεών, επανενεργοποιεί ιερά γεγονότα. Χάρη στη γεωγραφική της θέση η Ινδία δέχτηκε επιδράσεις τόσο από τη δυτική Ασία, όσο και από την κεντρική. Οι Ινδοί καλλιτέχνες έδειξαν μεγάλη ικανότητα στην αποδοχή, αφομοίωση και μεταμόρφωση αυτών των στοιχείων, σύμφωνα με τη δική τους παράδοση και πνευματικότητα. Εξάλλου, η ινδική τέχνη επέδρασε γόνιμα και σε άλλες ασιατικές χώρες: Κεϋλάνη, Βιρμανία, Ταϊλάνδη, Καμπότζη, έως και Ινδονησία. Γενικά, η ινδουιστική τέχνη, πλούσια και πολυποίκιλη, χωρίς όμως να χάνει τη συνοχή της, διακρίνετε άλλοτε για πλαστικότητα, άλλοτε για αφαίρεση και συνήθως διαπνέεται από πολύμορφο συμβολισμό. Καρπός δημιουργικής φαντασίας εκατομμυρίων ανθρώπων,
διαμορφωμένη σε διάστημα χιλιάδων χρόνων, η τέχνη αυτή είναι διαποτισμένη με τη βαθύτατη θρησκευτικότητα της Ινδίας. Το Άσραμ, ινδουισμός ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ - ΓΚΟΥΡΟΥ ------------------------------------------------------------------------------Εκ του βιβλίου: Οι Γκουρού ο νέος και ο Γέρων Παΐσιος Του Διονυσίου Φαρασιώτου ------------------------------------------------------------------------------Το άσραμ διέθετε μία βιβλιοθήκη για χρήση των μελών του. Τα περισσότερα βιβλία ήταν βιβλία του γκουρού σε διάφορες γλώσσες. Ήταν όλα βιβλία σχετικά με τη γιόγκα και τα συναφή. Υπήρχαν ελάχιστοι άλλοι συγγραφείς εκτός του συγκεκριμένου κυκλώματος του συγκεκριμένου γκουρού. Ένας από αυτούς ήταν και ο σουάμι Βιβεκανάντα. Δε γνωρίζω, αν τον θεωρούσαν πνευματικό τους πρόγονο ή απλά τον δεχόντουσαν και είχαν τα βιβλία του στη βιβλιοθήκη τους. Αυτός λοιπόν ο σουάμι Βιβεκανάντα, μαθητής ενός μεγάλου γιόγκι, έγινε πολύ γνωστός στη Δύση, Αγγλία - Αμερική κυρίως, στις αρχές του αιώνα μας. Πέρασε όλη του τη ζωή δίνοντας διαλέξεις, ομιλίες πάνω στον Ινδουισμό, όπου τον καλούσαν στη Δύση, Προσπάθησε να ιδρύσει και κάποια κέντρα Ινδουισμού στην Αμερική με
περισσότερη επιτυχία, και αλλού. Αυτή η αποστολή του ανατέθηκε, ως έργο ζωής από τον γκουρού του Ραμακρίσνα, μεγάλο καταξιωμένο «άγιο» του Ινδουισμού. Πέθανε γύρω στα 1930. Είχα διαβάσει κάποια βιβλία του, γι΄ αυτό κοίταξα με ενδιαφέρον τη διαθήκη του που βρήκα σ' ένα ράφι της βιβλιοθήκης. Λίγων σελίδων βιβλίο, που όμως δεν το είχα ξαναδεί, ούτε είχα ξανακούσει ποτέ, αλλά και μέχρι σήμερα δεν το ξαναείδα πουθενά. Άρχισα να το διαβάζω. Ξαφνικά έμεινα έκπληκτος από τα γραφόμενά του!... Μα εδώ υπήρχε η ομολογία μιας μακρόχρονης προσπάθειας ή συνωμοσίας μέσα στους αιώνες με σκοπό την πολιτισμική αλλοίωση και τελικά κατάληψη του Δυτικού Χριστιανικού κόσμου από τις ανατολικές δοξασίες και την καταστροφή του Χριστιανισμού. Μιλούσε για κάποιο σχέδιο που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και που άρχισε κάμποσες γενεές πριν από αυτόν. Ένα σχέδιο που είχε σκοπό να προετοιμάσει το Δυτικό νου, ώστε να γίνει δεκτικός στις ανατολικές δοξασίες περί κόσμου και Θεού. Ένα σχέδιο που είχε συλληφθεί από κάποια ανώτερα πνευματικά όντα, εξωανθρώπινα, απ' όσο κατάλαβα. Θεωρούσε τον εαυτό του ταπεινό υπηρέτη αυτού του σχεδίου και τον τοποθετούσε σε μια σειρά ονομάτων, που πριν από αυτόν το υπηρέτησαν. Ήταν ευχαριστημένος, γιατί έφερε εις πέρας το κομματάκι που ανέλαβε και έφευγε απ΄ αυτή τη ζωή ικανοποιημένος. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν η ομολογία ότι υπάρχει ένα σχέδιο θρησκευτικής κατάληψης του δυτικού κόσμου. Αυτό όμως που με εξέπληξε ήταν ο
τρόπος, τα μέσα και τα πρόσωπα αυτού του σχεδίου. Τόσο πλάγια, τόσο ύπουλα, τόσο πονηρά. Ποιος από μας θα υποψιαζόταν ότι η ψυχιατρική επιστήμη χρησιμοποιήθηκε γι' αυτό το σκοπό. Ο πατέρας της σύγχρονης ψυχιατρικής, ο άνθρωπος με τον οποίο αρχίζει η ψυχιατρική, ο Καρλ Γιούνγκ, δεν κάνει κάποια πρωτότυπη ανακάλυψη, όπως πιθανόν πολλοί πιστεύαμε. Αυτό που κάνει είναι ότι παίρνει τις «ανακαλύψεις» του Ινδουισμού για την ανθρώπινη ψυχή, δομή και λειτουργία της, αντικαθιστά τους σανσκριτικούς όρους με δικούς του απλούς ξυπόλητους, τα «ντύνει» και με μία επιστημονική ορολογία και τα παρουσιάζει για πρώτη φορά ως νέες ανακαλύψεις στη Δυτική Κοινωνία. Όσο αυτά γίνονται αποδεκτά, τόσο προχωρεί σε νέα έργα, που έχουν πια καθαρά μεταφυσικό χαρακτήρα, για να φανερώσει στο τέλος της ζωής του τη σχέση του και τη συμπάθεια του στον Ινδουισμό. Έβγαλε και κάποιο σχετικό βιβλίο για τις Μαντάλες και το Αι Τσίνγκ. Ποιος θα υποψιαζόταν ότι ο Γιούνγκ έπαιξε τέτοιο παιχνίδι. Αυτός που έχει διαβάσει και σκεφτεί το Γιούγκ είναι ήδη επηρεασμένος εξοικειωμένος, με στάσεις, με θεωρήσεις, με Ινδουιστικές απόψεις. Τέτοια πλάγια διείσδυση ιδεών;!!!... Αυτό το πράγμα συνεχίζεται και στις μέρες μας. Η μηχανής στήθηκε και εξακολουθεί να δουλεύει, αφού κάθε γιατρός, κάθε μορφωμένος άνθρωπος έχει επαφή , αν μη τι άλλο , μ' αυτόν τον τρόπο σκέψης. Ντύνοντας τον Ινδουισμό έναν «επιστημονικό» μανδύα τον περνάνε πιο εύκολα. Τι το επιστημονικό
μπορεί να έχει μία άποψη που δεν μπορεί να ελεγχθεί με τη λογική ή το πείραμα; Πως θα ελέγξουμε το Κάρμα ή τη θεωρία της Μετενσάρκωσης επιστημονικά; Πόσο επιστημονικό μπορεί να είναι ένα σύστημα που θεμελιώνεται πάνω στις δύο αυτές θεωρίες; Μιλάνε για καθαρή μεταφυσική, για καθαρή πίστη δηλαδή θρησκεία. Κι όμως κατορθώνουν να ξεγελούν τον κόσμο και να ντύνονται το προσωπείο του επιστήμονα. Σήμερα μάλιστα, χρόνια μετά την επίσκεψη μου, ο νυν γκουρού Νιραντζανάντα (πρώην Νιράντζαν) έχει «ονομάσει» το άσραμ σε «πανεπιστήμιο», αυτοανακηρύχθηκε σε «πρύτανη του πανεπιστημίου».... έχουν μάλιστα ιδρύσει και «μεταπτυχιακά» προγράμματα, και κοκορεύονται ότι «αυτό το πανεπιστήμιο είναι το πρώτο στο είδος του, παγκοσμίως (δες σελ. 24 του περιοδικού Νέα της Γιόγκα Παιανίας, τεύχος 3 αριθμ. 1, 1999 που εκδίδουν οι ίδιοι). «Ξεχνούν» βέβαια ότι κάποιοι άλλοι δικοί τους τους πρόλαβαν και ίδρυσαν το Παγκόσμιο Πνευματικό Πανεπιστήμιο Brahma Kumaris». Συνάντησαν όμως την αντίδραση του Ο.Η.Ε. και του πανεπιστημίου του Αμβούργου Γερμανίας, που τους προειδοποιεί ότι «όποιος χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο με δόλο ή από αμέλεια, χωρίς να το δικαιούται, τιμωρείται» (δες σελ. 121 του βιβλίου «Διαλογισμός ή προσευχή» του π. Αντώνιου Αλεβιζόπουλου). Από την άλλη μεριά ο καθολικισμός και ο προτεσταντισμός, αυτές τις φοβερές αιρέσεις, έχουν καταστρέψει την αυθεντική χριστιανική πνευματική παράδοση και έχουν αφήσει τους λαούς τους πνευματικά όχι απλά πεινασμένους, αλλά να λιμοκτονούν.
Ποθώντας κάτι βαθύτερο οι άνθρωποι ανακαλύπτουν τη Γιόγκα πρώτα και μετά καταλήγουν Ινδουιστές. Μέχρι και σε καθολικά μοναστήρια, στη Νότια Αμερική και αλλού, πήγαιναν οι γιόγκι από τα άσραμ, για να διδάξουν την «επιστήμη» τους. Τους προσκαλούσαν οι καθολικοί μοναχοί, που πρόσφεραν τους χώρους των μοναστηριών, που καλούσαν τον κόσμο να συμμετάσχει, που στήριζαν και οικονομικά τα «μαθήματα» Γιόγκα!!. Αφού έχασαν το Χριστό πάνε τώρα να χορτάσουν με ξυλοκέρατα. Το δεύτερο που μου έκανε εντύπωση το ανακάλυψα σ' ένα περιοδικό που ρύπωνε το ίδρυμα. Εκεί λοιπόν υπήρχαν διάφορες διηγήσεις σχετικά με τη ζωή του γκουρού. Αυτή τη διηγόταν ο ίδιος. «Όταν ήμουν νεώτερος, έλεγε, περιόδευα τα χωριά της Ινδίας». Σε κάποιο χωριό, δεν θυμάμαι με ποιον τρόπο, είχε ευεργετήσει κάποιον άνθρωπο κι αυτός για ανταπόδοση του υποσχέθηκε να του διδάξει πως να καλεί τις ψυχές του κάτω κόσμου. «Πήγα λοιπόν ένα βράδυ στο νεκροταφείο με μερικούς μαθητές μου και εφάρμοσα αυτά που είχα μάθει. Όμως όταν ήρθαν τα πνεύματα, δεν μπορούσα να τ' αντιμετωπίσω, γι' αυτό τα έστρεψα προς μια μαθήτρια μου που την κατέλαβαν. Βασανίστηκε πολύ και τελικά πέθανε. Για να εξαγνιστώ απ΄ αυτή την πράξη έμεινα τρία μερόνυχτα συνεχώς μέσα στα νερά του Γάγγη». Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σ' αυτή τη διήγηση;.... Νυχτερινή επίσκεψη σε νεκροταφείο... επίκληση
πνευμάτων!!! Πως λέγεται αυτό; Πνευματισμός; Μαγεία; Σατανισμός;... Οπωσδήποτε όμως όχι επιστήμη. Τα πνεύματα του κάτω κόσμου που ήρθαν τι ήταν;.... Μήπως οι δαίμονες που μας προειδοποιεί το ευαγγέλιο γι' αυτούς. Να θαυμάσουμε την ηθική αντοχή και ποιότητα του γκουρού, που προκειμένου να σώσει τον εαυτό του, θυσιάζει μία μαθήτριά του που του εμπιστεύθηκε το σώμα, την ψυχή, το νου και ολόκληρη τη ζωή της; Αλήθεια εσείς θα τον εμπιστευόσασταν μετά απ΄ αυτό; «Για να εξαγνιστώ απ' αυτή την πράξη έμεινα τρία μερόνυχτα συνεχώς μέσα στα νερά του Γάγγη». Αλήθεια.... Ένα ηθικό έγκλημα αντιμετωπίζεται μ' ένα σωματικό κατόρθωμα; Δεν υπάρχει λύση; Συντριβή; Μετάνοια γι' αυτή την άσχημη πράξη; Κανένα δάκρυ γι' αυτή την κοπέλα; Αμ το άλλο! Από πότε το νερό ενός ποταμού έχει την ιδιότητα να ξεπλένει αμαυρωμένες και ένοχες συνειδήσεις; Είναι αυτό μία «επιστημονική» αποδεδειγμένη ιδιότητα σύμφωνα με την «επιστήμη» της Γιόγκα ή είναι πια πράξη απόλυτα θρησκευτική; Απ' ότι ξέρω οι μόνοι που θεωρούν ιερό ποταμό το Γάγγη είναι οι Ινδουιστές. Ούτε μουσουλμάνοι, ούτε Βουδιστές, ούτε οι Ταοϊστές, ούτε οι Χριστιανοί, ούτε κανένα άλλο θρήσκευμα έχει τέτοια πίστη, ούτε φυσικά, πολύ περισσότερο οι επιστήμονες.
Ο θεμελιωτής και εισηγητής της «επιστημονικής» Γιόγκα στην Ελλάδα και άλλου συμπεριφέρεται απόλυτα ως ένας πιστός. Ως ένας Ινδουιστής. Τι συμβαίνει;... Απλά θέλουν με πλάγιο τρόπο να μας ζαλίσουν μ' ότι επιστημονικοφανές, να μας καταστρέψουν τη χριστιανική μας πίστη λίγο-λίγο και να μας φέρουν στο τέλος στην ινδουιστική κακοπιστία. Γιατί δε μας προτείνουν ευθέως την πίστη τους; Γιατί δεν τη βάζουν δίπλα - δίπλα στη Χριστιανική πίστη να δούμε ποια αντέχει; Γιατί είναι άνθρωποι πονηροί και είναι πονηροί και οι τρόποι τους. «Γόητες πλανώντες και πλανώμενοι προκόψουσι επί το χείρον ...» λέει το ευαγγέλιο*. (κοίτα σελ 412). Κανείς πνευματικώς ευθύς δεν μπορεί να επιζητεί την καταστροφή του χριστιανισμού (Αϊστάιν). (Ινδουισμός) Κατά τον Ινδουισμό όλες οι θρησκείες είναι αληθινές, όχι για λόγους στρατηγικής, αλλά ως υποχρέωση. Συνεπώς, δεν ενθαρρύνει ούτε το μίσος, ούτε τη περιφρόνηση και δεν δυσφημεί τις άλλες πίστεις, θεωρώντας τις αιρετικές. Επειδή η αγάπη είναι η άγκυρα του Ινδουισμού, ανέχεται την ανεπιείκεια χωρίς να συγχέει την ανοχή αυτή με την αδράνεια ή την απάθεια. Αποστολή του δεν είναι να προσηλυτίσει τους άλλους στη δική του άποψη, γιατί αυτό που τελικά ενδιαφέρει, είναι η συμπεριφορά και όχι η πίστη. Εφ' όσον ενθαρρύνει την προσκόλληση προς την αλήθεια, δεν
θεωρεί ανήθικα τα λάθη κρίσεως ή την έλλειψη κατανόησης. Ο Ινδουισμός χαρακτηρίζεται από μια εσωτερική αρμονία, όχι επί τη βάση μιας πίστης εντός κανόνων, αλλά ως μια συναισθηματική υποχρέωση, που τη μοιράζονται οι Ινδουιστές όλου του κόσμου, σε μια κοινή αναζήτηση της αιώνιας αλήθειας. Αυτό είναι ένα διακριτό χαρακτηριστικό του Ινδουισμού. Ο Ινδουισμός δέχεται και, μάλιστα προτείνει, κάθε άτομο να έχει τον δικό του Θεό - μια έννοια που του είναι μοναδική - δεδομένου ότι έτσι προσφέρει ένα αντικείμενο βαθιάς σκέψης και διαλογισμού σε κάθε έναν προσαρμοζόμενο σε ότι αυτός αγαπά. Όπως το νερό όταν πέφτει απ' τον ουρανό παίρνει διάφορους δρόμους, ποτάμια και ρυάκια για να φτάσει, τέλος, στον ωκεανό, έτσι και η λατρεία κάθε Θεού και κάθε μορφής, θα φέρει τον πιστό προς τον Παντοδύναμο. Παρόλο που στον Ινδουισμό λατρεύονται διάφοροι Θεοί, αυτό δεν αποτελεί ούτε αντίφαση ούτε απαξίωση των άλλων εννοιών του Θεού, εφ' όσον εύχεται το κάθε άτομο να αφιερώνει καθημερινά χρόνο για βαθιά σκέψη και διαλογισμό. Για τον λόγο αυτόν συνιστά ένθερμα «έναν προσωπικό Θεό». Ο σπόρος της ανοχής στον Ινδουισμό συνίσταται στην θετική αποδοχή και στην εκτίμηση όλων των Θεών, ανεξάρτητα από θεολογικές αιτιολογίες. Εφ' όσον ο καθένας έχει το δικαίωμα να λατρεύει τον προσωπικό του Θεό, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε το μίσος, ούτε η εχθρότητα που καλύπτουν το δρόμο της μεγαλύτερης αρετής, που είναι η ανοχή. Υπό τέτοιες προϋποθέσεις, επομένως, η αφοσίωση αποκλειστικά σε έναν προσωπικό
Θεό, ακόμα και με υπερβολικό πάθος, δεν οδηγεί στην ανεπιείκεια, γιατί ο κύριος σκοπός δεν είναι ο Θεός, αλλά η αφοσίωση ή η αγάπη. Ο Ινδουισμός αναγνωρίζει τριών ειδών επιθυμίες: την επιθυμία της γης, την επιθυμία του πλούτου και τη σεξουαλική επιθυμία. Κανείς δεν είναι ελεύθερος απ' την μια ή την άλλη ή απ' τον συνδυασμό αυτών των επιθυμιών. Για το λόγο αυτό ο Ινδουισμός διδάσκει την αρχή της αποστασιοποίησης. Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει κανείς να εγκαταλείπει, αλλά αντίθετα να αναπτύσσει μια συμπεριφορά ικανοποίησης γι' αυτό που είναι προορισμένος να λάβει, όποια κι αν είναι η προσμονή του. Με άλλα λόγια, ο Ινδουισμός συμβουλεύει την αποφυγή της ζηλοφθονίας. Όταν κανείς προσδοκά πολλά και αποκτά λιγότερα, είναι ανικανοποίητος, όταν όμως επιθυμεί λιγότερα είναι και λιγότερο ανικανοποίητος. Εκείνος που πέφτει από ψηλά τραυματίζεται βαρύτερα απ' αυτόν που βρίσκεται χαμηλά. Γι' αυτό ο Ινδουισμός συμβουλεύει τη μείωση των προσδοκιών. Πρέπει να ικανοποιείται κανείς μ' αυτά που αποκτά. Αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει να πραγματοποιούμε το καλύτερο δυνατό, αλλά να επιζητούμε μόνο να φέρνουμε σε πέρας το καθήκον μας, χωρίς να σκεφτόμαστε τα οφέλη των πράξεών μας. Οι ηθικοί κανόνες στον Ινδουισμό αφορούν αποκλειστικά την υπέρβαση της ψυχής. Είναι φανερό ότι όταν υπάρχει ικανοποίηση δεν υπάρχει θέση για το ανικανοποίητο, τη δυσαρέσκεια ή τη μικρότητα. Φυσικά πρέπει να είναι κανείς ανεκτικός απέναντι στους άλλους.
Αυτό είναι μια άλλη αρετή του Ινδουισμού. Είναι πασίγνωστο ότι ο θυμός είναι κακός υπό όλες τις συνθήκες. Ο Ινδουισμός περιγράφει έξι τάσεις που βάζουν τον άνθρωπο σε πειρασμό και τον ωθούν προς τη μισαλλοδοξία: την επιθυμία, τον θυμό, τη φιλαργυρία, την προσκόλληση, την τύφλωση κα τη ζήλια (kama, krodha, lobha, moha, mada, και matsarya). Ο θυμός και η φιλαργυρία είναι δύο διαφορετικές συνέπειες της επιθυμίας. Αν δεν αποκτήσει κανείς αυτό που επιθυμεί, προκαλείται θυμός. Αν αποκτήσει κανείς αυτό που επιθυμεί, προκαλεί φιλαργυρία, γιατί θα θέλει όλο και περισσότερα. Εν πάση περιπτώσει, οι δύο αυτές καταστάσεις οδηγούν στη μη ικανοποίηση, που έχει ως αποτέλεσμα τη ζήλια. Όταν υπάρχει ζήλια ή μίσος δεν μπορεί να υπάρξει ανοχή. Ο Μαχάτμα Γκάντι λέει ότι η βία προέρχεται από επτά λάθη: Τον πλούτο χωρίς εργασία Την ευχαρίστηση χωρίς συνείδηση Το εμπόριο χωρίς ηθική Την πολιτική χωρίς αρχές Τη γνώση χωρίς χαρακτήρα Την επιστήμη χωρίς ανθρωπισμό Την αφοσίωση χωρίς θυσία Οι Ινδουιστές αποκαλούν όλες τις γυναίκες, εκτός απ' τη σύζυγό τους, «μητέρα», γιατί η μητέρα είναι η μόνη έννοια ελεύθερη από κάθε σαρκική επιθυμία. Για να αναπτύξει την έννοια αυτή, ο Ινδουισμός εντυπώνει την αξία του ειδώλου της μητέρας. Η απουσία επιθυμίας δεν θα εκθρέψει ούτε τη φιληδονία, ούτε την απληστία. Η ασυνείδητη σεξουαλική επιθυμία, βρισκόμενη στη ρίζα
της τύφλωσης, θα δημιουργήσει ζήλια και μισαλλοδοξία. Αυτός είναι ο λόγος που ο Ινδουισμός θεωρεί ολόκληρη τη γη ως μητέρα.
Ο Ινδουισμός μας συμβουλεύει να κάνουμε καλό στους άλλους με επιμονή, χωρίς να ενδιαφερόμαστε για ανταπόδοση ή για ευγνωμοσύνη. Τα ποτάμια κυλούν, τα δέντρα δίνουν καρπούς, οι αγελάδες δίνουν γάλα για το καλό των άλλων, παρόμοια και η ύπαρξή μας υπάρχει για το καλό των άλλων. Τα ποτάμια δεν πίνουν το νερό που μεταφέρουν, τα δέντρα δεν τρώνε τα φρούτα που παράγουν, τα σύννεφα της βροχής δεν τρώνε τους σπόρους που βοηθούν να φυτρώσουν. Έτσι και ο άνθρωπος πρέπει να μοιράζεται τον πλούτο του με αυτούς που έχουν ανάγκη. Όπως τα ποτάμια, τα δέντρα, οι αγελάδες ανέχονται τη συμπεριφορά των ανθρώπων, έτσι και ο άνθρωπος θα έπρεπε να ανέχεται τη
συμπεριφορά των άλλων, δεδομένου μάλιστα, ότι αυτός διαθέτει την εξυπνάδα που ούτε τα ποτάμια, ούτε τα δέντρα, ούτε τα σύννεφα της βροχής διαθέτουν. Ο Ινδουισμός συμβουλεύει τον άνθρωπο να συμπεριφέρεται με γαλήνη, που θα αποτελέσει το πεδίο της ανοχής. Ο Ινδουισμός μας διδάσκει να κάνουμε, όσο είναι δυνατό, όλο το καλό που μπορούμε να κάνουμε. Αν όχι, τουλάχιστον να μην κάνουμε κακό στον άλλον. Τ. Κ. Σριμπασιάμ Το παραπάνω κείμενο θα το βρείτε στο δελτίο της Γιογκακσέμαμ Αρ. τεύχους 11 Ο ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ Δεν αποτελει μια ενιαία θρησκεία με δόγμα, αλλά πρόκειται για ένα σύνολο παραδόσεων που αναπτύχθηκαν στην περιοχή γύρω από την κοιλάδα του Ινδού ποταμού σταδιακά, καθ΄όλη τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας των Ινδών.Περιέχεται ηπαράδοση αυτή στα ιερά βιβλία τους: τις βέδες και τις Ουπανισάδες. Οι βέδες γράφτηκαναπό το 1500 έως το 1000 π.Χ.κι αντιστοιχούν στην Βεδική θρησκεία των Ινδών,που ήταν πολυθεϊστική και περιλάμβανε λατρεία με θυσίες σε θεούς όπως ο ουρανός ,η φωτιά ,ο ήλιος ,ο θεός της καταιγίδας ,της γονιμότητας, του πολέμου κ.α. Στις Βέδες κυριαρχεί η ιδέα του Ντάρμα.
Ντάρμα, ονομάζουν την παγκόσμια τάξη,την οποία οφείλουν οιάνθρωποι νασέβονται και να προσαρμόζουν τη ζωή τους σ΄αυτήν.Έχει θεία καταγωγή κι αφορά τόσο στη δομή και λειτουργία του κόσμου,όσο και της κοινωνίας.¨Οσον αφορά την κοινωνία,ήταν χωρισμένη πριν από τηνεγκατάσταση των Αρίων σε τρεις τάξεις ,τις βάρνες ή κάστες όπως τις ονόμασαν αργότερα οι Πορτογάλλοι άποικοι. Τους ιερείς ή βραχμάνους, τους αριστοκράτες πολεμιστές και τους καλλιεργητές,στους οποίους προστέθηκαν αργότερα οι χειρώνακτες δηλαδη οι κατακτημένοι ντόπιοι λαοί.Απ΄τη στιγμή που κάποιος γεννιόταν ήταν καθορισμένο σε ποιά κάστα θα ανήκε για όλη του τη ζωή,χωρίς καμιά δυνατότητα αλλαγής (έλλειψη κοινωνικής κινητικότητας).Οικάστες εντάσσονταν στην ιδέα του Ντάρμα.(Ντάρμα επίσης ονομάζεται το σύνολο των κανόνων της κάθε κάστας.Στο τέλος της βεδικής εποχής διαμορφώνεται η αντίληψη ότι στο βάθος του κόσμου βρίσκεται μια θεϊκή πραγματικότητα, ενώ ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι το εξωτερικό-επιφανειακό στρώμα αυτής της θεϊκης πραγματικότητας.Ετσι ο κόσμος χωρίζεται σε δυο μέρη:τη θεμελιώδη πραγματικότητα και τον φαινόμενο κόσμο. Οι Ουπανισάδες γράφτηκαν απ΄το 800 ως το 500 π.Χ.Εδώ σ΄αντίθεση με τις Βέδες που θεωρούν τον κόσμο καλόκαλό θεωρείται μόνο η θεϊκή πραγματικότητα που αποτελεί το υπόστρωμα του σύμπαντος κιονομάστηκε Μπράχμαν.
¨Ατμαν ονομάστηκε ένα τμήμα του Μπράχμαν,ένα θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα σε κάθε τι. Σαμσάρα είναι η ανακύκληση των υπάρξεων. Κάρμα είναι οι πράξεις που διέπραξε το ον στην προηγούμενη μορφή ύπαρξης και καθορίζουντη μορφήστην οποία θα μεταβούν.Κάρμα=πράξη. Μόξα είναι η λύτρωση από από την ατέρμονη παραμονή σε κάποια μορφή ύπαρξης,πράγμα που θεωρείται οδυνηρό. Σύμφωνα με τις Βέδες η λύτρωση επιτυγχάνεται με το σεβασμό και την υποταγή στο Ντάρμα, ενώ σύμφωνα με τις Ουπανισάδες επιτυγχάνεται τη σταδιακή απόσυρση του νου του ανθρώπου από τον εξωτερικό κόσμο, ηστροφή του στον εσωτερικό, ώστε το ¨Ατμαν του να ταυτιστεί με το Μπράχμαν. Γιόγκα ονομάζεται αυτή ησταδιακή απόσυρση του νου από τον εξωτερικό κόσμο, κι η ένωση με το Μπράχμαν. Aνεξάντλητη η ακτινοβολία των γκουρού O ινδουισμός αποκτά διεθνή απήχηση και επηρεάζει το πολιτικό σκηνικό στην Iνδία The Economist «Γράψε!» έδωσε εντολή ο σουάμι με σοβαρό ύφος, διορθώνοντας τα γυαλιά του. Ο ρεπόρτερ του Economist έβγαλε στυλό και σημειωματάριο και έγραψε: «Κάθε εργασία είναι λατρεία». Ευγενικός άνθρωπος ο σουάμι Γκοκουλανάντα, της αποστολής Ραμακρίσνα στο Δελχί,
μας βοηθάει να καταλάβουμε τον ρόλο που παίζει η πνευματικότητα στην ινδική κοινωνία και πολιτική. Στη συνέχεια, μιλάει για την ανάγκη να επιτύχει κανείς μια ισορροπία ανάμεσα στον στοχασμό και τη δράση και να ελευθερώσει τη δύναμη που υπάρχει σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα σε κάθε άνθρωπο, σαν κουλουριασμένο φίδι. Για ένα έντυπο που έχει σημαία του τον ορθολογισμό, την πίστη στην ανθρώπινη ευφυΐα, οι συναντήσεις αυτές στην Ινδία δεν ήταν εύκολες. Οι δημοσιογράφοι μας δεν είναι συνηθισμένοι να γράφουν για το θείο. Εάν η εργασία μας είναι λατρεία, σχεδόν όλη αυτή η λατρεία κατατίθεται σε κοσμικό βωμό. H αναζήτηση της πνευματικότητας Πολλοί σουάμι -άνθρωποι που στη δυτική ορολογία θα αποκαλούνταν ιερείς ή μοναχοί- δέχτηκαν με καλόβολη προθυμία να μας διαφωτίσουν. Ολοι προσυπογράφουν την άποψη ότι η πνευματικότητα, γενικά οριζόμενη, αποτελεί ουσιώδες τμήμα της ινδικής ταυτότητας και ότι η Ινδία είναι ένας ιδιαίτερα πνευματικός τόπος. Πολλοί ξένοι συμφωνούν. Γενιές και γενιές δυτικών έχουν ταξιδέψει στην Ινδία με την ελπίδα να βρουν λίγη από αυτή την πνευματικότητα για να τους βοηθήσει να φτάσουν πιο κοντά στη φώτιση. Πολλοί έρχονται στη Ρισικές, μια ιερή πόλη χτισμένη εκεί όπου ο Γάγγης κατεβαίνει ορμητικός από τους πρόποδες των Ιμαλαΐων για να συναντήσει τη μεγάλη πεδιάδα στα βόρεια της Ινδίας. Τα άσραμ, χώροι διαλογισμού, στεγάζουν εδώ «πνευματικούς τουρίστες»
από την Ιταλία και το Ισραήλ, καθώς και από όλη την Ινδία. Κάποτε φιλοξένησαν και μια παρέα από το Λίβερπουλ - τους Μπιτλς. Ο σουάμι Βιβεκαβάντα, ένας δάσκαλος του 19ου αιώνα, είχε πει ότι κάθε έθνος έχει μια «ιδιαίτερη ιδιοφυΐα» και ότι η ιδιοφυΐα της Ινδίας ήταν η θρησκεία. Τέσσερις από τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου γεννήθηκαν εδώ: ο βουδισμός, ο ζαϊνισμός, ο σιχισμός, καθώς και μια πολύ αρχαιότερη θρησκεία, πηγή της παράδοσης από την οποία προέρχεται η διδασκαλία των σουάμι, ο ινδουισμός. Ο πιο φημισμένος ηγέτης της ανεξαρτησίας της Ινδίας, ο Μαχάτμα («μεγάλη ψυχή») Γκάντι, ενδιαφερόταν εξίσου για την πνευματική ευμάρεια της Ινδίας όσο και για την πολιτική της απελευθέρωση. H θρησκεία είναι παντού Ο Καράν Σινγκ, γόνος της πριγκιπικής οικογένειας του κρατιδίου Τζαμού και Κασμίρ του οποίου υπήρξε κυβερνήτης, πιστεύει ότι «για τους Ινδούς, η θρησκεία τα διαποτίζει τα πάντα· μας υπαγορεύει όλα όσα κάνουμε». Στην Ινδία λοιπόν, σε αντίθεση με τη Δύση όπου τα θρησκευτικά καθήκοντα ασκούνται κυρίως με τον κυριακάτικο εκκλησιασμό, η θρησκευτική ζωή δεν είναι χωρισμένη από τη δημόσια ζωή. «Στη Δύση, η θρησκεία έχει γίνει σαν αποστειρωμένο νερό». Στην Ινδία, είναι σαν τον ιερό ποταμό Γάγγη: «Μοιάζει λασπερός αλλά βρίσκεται πάντα εδώ». Πολλοί Ινδοί βουτούν στα νερά του. Δεν χρειάζεται άλλη απόδειξη για τη δύναμη έλξης της θρησκείας στην Ινδία. Τον περασμένο Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο,
εκατοντάδες χιλιάδες πιστοί κατέβηκαν στην πόλη Νασίκ της Μαχαράστρα, για το φεστιβάλ Κουμπ Μελά που γίνεται κάθε τρία χρόνια. Είναι μια γιορτή που αγαπούν πολύ τα δυτικά ΜΜΕ για το πολύχρωμο θέαμα που προσφέρει: χιλιάδες ασκητικοί «άγιοι», με μακριά μαλλιά και γένια, άλλοι με τους σαφρόν μανδύες τους, άλλοι σχεδόν γυμνοί, αυτοκίνητα και κάρα στολισμένα σαν άρματα θριάμβου, αργοκίνητοι ελέφαντες, πλήθη που περιμένουν στα σκαλοπάτια της όχθης για να κάνουν το «σάσι σναν», το ιερό λουτρό στα νερά του ποταμού και να εξαγνιστούν από τις αμαρτίες τους. Χαρισματικό αγκάλιασμα Εκτός από αυτές τις εξαιρετικά δημοφιλείς γιορτές, η Ινδία είναι πλούσια σε γκουρού, που διαθέτουν πολυπληθές ακροατήριο. Τον περασμένο Σεπτέμβριο έγιναν επίσης οι γιορτές για τα 50ά γενέθλια της Μάτα Αμριτανανταμάι, μιας «αγίας γυναίκας» ευρύτερα γνωστής ως «Αμμα». Η γιορτή, που κράτησε τρεις ημέρες, έγινε στο στάδιο της πόλης Κόσι, στο κρατίδιο της Κεράλας, και προσέλκυσε πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους, στους οποίους περιλαμβάνονταν ξένοι από 131 χώρες, καθώς και πολλά μέλη της ινδικής ελίτ, ανάμεσά τους ο πρόεδρος Αμπντούλ Καλάμ, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Λαλ Κρίσνα Αντβάνι και πολλοί υπουργοί ινδικών κρατιδίων. Μαζί τους, πολλοί κορυφαίοι επιχειρηματίες, ανάμεσά τους ο Μικές Αμπάνι, διευθυντής της Reliance, μιας από τις μεγαλύτερες ινδικές εταιρείες. Η Αμμα, αγράμματη κόρη ενός ψαρά, είναι μια ασυνήθιστη σοφή. Δεν διαθέτει ρητορική δεινότητα και
δεν εκφωνεί φιλοσοφικούς λόγους. Το πιο φημισμένο χάρισμά της είναι το αγκάλιασμα. Στις συγκεντρώσεις που κάνει, πλήθος άνθρωποι στέκονται σε ουρές περιμένοντας να τους σφίξει στην αγκαλιά της για να νιώσουν, όπως λένε, ένα εξαιρετικό αίσθημα ζεστασιάς και σοφίας. Οι οπαδοί της εκτιμούν ότι έχει σφίξει στην αγκαλιά της πάνω από 21 εκατομμύρια ανθρώπους. Οταν ερωτήθηκε γιατί το κάνει, απάντησε κάποτε ότι ήταν σαν να ρωτούν τον ποταμό γιατί κυλάει. Δωρεές πιστών Ο ινδουισμός είναι μια ασυνήθιστη θρησκεία, καθώς δεν έχει ιδρυθεί από έναν συγκεκριμένο προφήτη και τους οπαδούς του. Ο πλουραλισμός είναι συνυφασμένος με τον ινδουισμό. Ποτέ δεν υπήρξε μια «εκκλησία». Διάφοροι «άγιοι δάσκαλοι» -άνδρες και λίγες γυναίκεςέχουν εμφανιστεί στο πέρασμα των χρόνων και έχουν προσελκύσει οπαδούς οι οποίοι δημιουργούν ιδρύματα και άσραμ. Σήμερα, μερικοί από αυτούς τους γκουρού βρίσκονται επικεφαλής επιχειρήσεων παγκόσμιας εμβέλειας. Το ίδρυμα της Αμμα, π.χ., έχει σε λειτουργία άσραμ σε πάνω από 30 χώρες. Οι πιστοί της κάνουν δωρεές και το ίδρυμα διαθέτει τα χρήματα σε ένα δίκτυο σχολείων που δημιουργήθηκαν σε κατεστραμμένες από τον σεισμό περιοχές του κρατιδίου του Γκουτζαράτ, καθώς και σε ένα νοσοκομείο στο Κόσι. Ραμαγιάνα Το μέγα έπος της Ινδίας Σαν την Οδύσσεια, η Ραμαγιάνα αφηγείται τις περιπέτειες ενός ήρωα, του Ράμα, που περιπλανιέται από
την βόρεια Ινδία έως την Κεϋλάνη, μέχρι να ξαναβρεί το χαμένο του βασίλειο. Σαν την Ιλιάδα, περιγράφει τις μάχες και τις περιπέτειες για την ανάκτηση μιάς βασίλισσας, της Σίτα, της ίδιας της ψυχής του. Οπωσδήποτε, η συνεχής απήχηση για χιλιάδες χρόνια που έχει το έργο αυτό, που με την Μαχαμπαράτα αποτελούν τα δύο παραδοσιακά έπη της Ινδίας, οφείλεται στο έντονο στοιχείο της περιπέτειας. Επίκεντρο της Ραμαγιάνα είναι η μάχη που δίνει διαρκώς το Καλό ενάντια στο Κακό. Οι ήρωές της πολεμούν εκείνους που δεν σεβάστηκαν το ντάρμα, την αντανάκλαση του θείου νόμου πάνω στην κοινωνία. Οι μαγικές πράξεις προσθέτουν ενδιαφέρον, και η συνεργασία των ανθρώπων με τα ζώα δίνει στο έργο μιαν μυθική διάσταση. Η Ραμαγιάνα έχει επηρεάσει αφάνταστα τον πολιτισμό στην Ινδία. Έδωσε μορφή στις αξίες της κοινωνίας της, επαναλαμβάνοντας σε αναρίθμητες γενιές τα πρότυπα ορθής συμπεριφοράς. Για πολλούς αιώνες υπήρξε απαραίτητο στήριγμα της παιδείας. Οι χαρακτήρες του έπους είναι μοντέλα, ήρωες της καθημερινής ζωής. Αυτός που σε στιγμές κρίσης βασίζει τη δράση του πάνω στο πρότυπο του Ράμα, είναι βέβαιος πως πράτει το σωστό, και ότι θα έχει τη γενική αποδοχή των συνανθρώπων του. Η Ραμαγιάνα παραμένει μέχρι τις μέρες μας αναπόσπαστο μέρος της Ινδικής παράδοσης. Οι οικογένειες δίνουν στα παιδιά τους τα ονόματα των ηρώων της και τα μεγαλώνουν με ιστορίες και παραμύθια παρμένα από τα κείμενά της. Το έπος, στο
σύνολό του ή αποσπασματικά, ανεβάζεται σε θεατρικές παραστάσεις ή θρησκευτικές τελετές στην Ινδία, την Ινδονησία, την Ταϋλάνδη, σ' όλες τις περιοχές που έχει αγγίξει ο Ινδουϊσμός. Τα βάσανα που πρέπει να υποστεί ο Ράμα και η Σίτα δεν είναι παρά απόψεις των ταλαιπωριών που περνά κάθε άνθρωπος στη ζωή του. Ιστορικά, το έπος αναφέρεται στις παραδόσεις δύο αρχαίων ισχυρών λαών, των κατοίκων της Αγιοντία και της Μιτίλα στη βόρειο Ινδία, όπου βασίλευαν οι οικογένειες του Ράμα και της Σίτα, αντίστοιχα. Οι μελετητές, που δέχονται το γεγονός της ύπαρξής τους τα χρόνια μεταξύ του 1.200 και 1.000 π.Χ., εντοπίζουν ότι ο πολιτισμός στις περιοχές αυτές την περίοδο εκείνη ήταν σημαντικά ανώτερος απ' ό,τι σε άλλα μέρη της Ινδίας. Οι Γερμανοί ιστορικοί του δέκατου ένατου αιώνα θεωρούσαν ότι η νίκη του Ράμα επικεφαλής μιάς συμμαχίας στρατιών της βορείου και μέσης Ινδίας πάνω στα στρατεύματα των Ραξάσα, των κατοίκων της σημερινής Κεϋλάνης, απεικονίζει την επικράτηση των Αρείων φυλών πάνω στους πιό πρωτόγονους πολιτισμούς της νοτίου Ινδίας. Η μυστικιστική ανάλυση της Ραμαγιάνα σχετίζεται με τον συνεχή αγώνα του ανθρώπου ενάντια στην κατώτερή του φύση και τους δαιμονικούς πειρασμούς που διαταράσσουν τη σχέση του με τις δυνάμεις του Ιερού. Ο Ράμα κατανικά τους πειρασμούς έναν έναν και ολοκληρώνει τον θρίαμβό του νικώντας τον Ραβάνα, τον δαίμονα της σάρκας. Έτσι ξαναβρίσκει τη Σίτα, τη ψυχή
του, κατακτώντας και το δικαίωμα της βασιλείας πάνω στο πατρογονικό βασίλειο της Αγιοντία. Οι στίχοι του Βαλμίκι, του φερόμενου σαν συγγραφέα του έπους, κρατούν με τη μεγάλη τους ποιητική δύναμη την ισορροπία ανάμεσα στις δύο ερμηνείες, την μυστικιστική και την ιστορική, διατηρώντας έτσι το ενδιαφέρον τόσο των θεατών που βλέπουν τη Ραμαγιάνα σαν περιπέτεια, όσο και αυτών που το ερμηνεύουν σαν μείζον θρησκευτικό έργο. Aρχέγονος και ο έσχατος χρόνος (Από χειρόγραφο του 9ου μ.Χ. αιώνα της μονής του Βέσομπρουν). Από το 1895, τότε που ο Χέρμαν Γκίνκελ δημοσίευσε το διάσημο έργο του για τη δημιουργία και το χάος στον αρχέγονο και τον έσχατο χρόνο[1], έχουν γίνει πολλές αλλαγές στην ιστορία των θρησκειών και τα σχετικά πεδία της εθνολογίας, της ανθρωπολογίας και της ψυχολογίας. K. Καλογερόπουλος
Όμως, τούτη η λαμπρή ενόραση, η σύλληψη του αρχέγονου και του έσχατου χρόνου ως των δύο πόλων της ίδιας ιστορίας, επιβεβαιώθηκε και επιβεβαιώνεται καθημερινά από τότε, με ακρογωνιαίους λίθους δύο σημαντικές μελέτες, όπως το «Νόημα στην Ιστορία», του
Καρλ Λέβιθ[2] και «Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής», του Μιρτσέα Ελιάντε. Το αίνιγμα του χρόνου είναι στην πραγματικότητα το αίνιγμα της έναρξης, γιατί εκεί βρίσκεται η βάση όλου του παρελθόντος. Η έναρξη είναι το παρελθόν. Ωστόσο, καθημερινά γίνεται μια νέα έναρξη μέσα στην περιοδική κίνηση της ημέρας. To σύνολο όλων αυτών των επαναλαμβανόμενων ενάρξεων το αποκαλούμε χρόνο. Ζούμε στο χρόνο και καθημερινά βιώνουμε τη νέα έναρξη σε κάθε έργο που αναλαμβάνουμε να εκπληρώσουμε. Εκείνο που λείπει, είναι το γεγονός ότι δεν κατανοούμε τη μαγεία της νέας έναρξης, τούτη την αέναη μετάβαση από το παρελθόν στο παρόν. Δεν κατανοούμε το μυστηριώδες και αψηλάφητο παρόν, στο οποίο και μέσω του οποίου βιώνουμε την ύπαρξή μας. «Τι είναι, λοιπόν, ο χρόνος; Αν δε με ρωτά κανείς, γνωρίζω. Αν, όμως,, θέλω να το εξηγήσω σε κάποιον που με ρωτά, δε γνωρίζω. Αλλά σε κάθε περίπτωση τολμώ να πω πως τούτο γνωρίζω Αν τίποτε δεν τελείωνε, δε θα υπήρχε παρελθόν. Αν τίποτε δεν πλησίαζε, δε θα υπήρχε μέλλον. Αν τίποτε δεν υπήρχε, δε θα υπήρχε και παρόν.» Όμως, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει το παρελθόν και το μέλλον, αφού τo παρελθόν πέρασε και το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμη; Από την άλλη, αν το παρόν ήταν πάντα παρόν και δεν κυλούσε, το παρελθόν δε θα ήταν χρόνος αλλά αιωνιότητα Αλλά, αν ήταν το παρόν μόνο χρόνος, γιατί κυλά στο παρελθόν, πώς μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει; Υπάρχει, μόνον γιατί κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει. To μόνο, λοιπόν, που μπορούμε να
βεβαιώσουμε είναι ότι ο χρόνος οδηγεί στη μηύπαρξη»[3]. Άγιος Αυγουστίνος Εδώ χρειάζεται να θυμηθούμε τον περίφημο διαχωρισμό του Μπεργκσόν ανάμεσα στο χωροχρόνο και τον καθαρό χρόνο[4]. Ο χωροχρόνος είναι είναι ο χρόνος των ρολογιών μας, μια υβριδική έννοια που προκύπτει από την εισβολή της ιδέας του χώρου στην επικράτεια της καθαρής συνείδησης. Πρόκειται για την εμπειρία του χρόνου, έτσι όπως την οργανώσαμε στο χώρο, ως ακολουθία χρονικών μονάδων. Στην πραγματικότητα αυτές οι χρονικές μονάδες δεν υπάρχουν, γιατί ο χρόνος είναι μια μελωδία, ένα ποτάμι. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο γεγονός ότι κυλά μέσα απ' τα χέρια μας σαν νερό, είναι αψηλάφητος, όπως το έθεσε ο Αγ. Αυγουστίνος. Δεν υπάρχει σταθερό παρόν. Είτε είναι ήδη παρελθόν ή είναι ακόμη μέλλον. Όταν λέμε ότι είναι δέκα και μισή δεν είναι πια δέκα και μισή. Ένα ισχυρό ρεύμα μας μεταφέρει μέσα στο ποτάμι του χρόνου. Είμαστε προσωρινοί, φευγαλέοι, καθώς δεν μπορούμε να αδράξουμε σταθερά ένα σημείο και να αντισταθούμε στο ρεύμα. Ο άνθρωπος των δέκα και μισή δεν είναι ίδιος με τον άνθρωπο των έντεκα. Στην πραγματικότητα είμαστε ο χρόνος. Παρόλα αυτά έχουμε το παρελθόν μας και κάνουμε σχέδια για το μέλλον μας. Εδώ υπεισέρχεται η ιδέα του «ταυτόχρονου», όπως το έθεσε ο Καρλ Χάιμ. Τη στιγμή που βιώνουμε ένα ψήγμα του χρόνου, υπάρχει μια σχέση «ταυτόχρονου», σε σχέση με τις άλλες διαδοχικές χρονικές μονάδες. Οι νότες ενός μουσικού κοματιού δεν
παίζονται μόνον ως διακεκριμένες νότες, αλλά και ως συγχορδίες, δηλαδή ταυτόχρονα. Κατά τον ίδιο τρόπο συγχωνεύονται οι διαδοχικές σταθερές εικόνες ενός φιλμ για να παράγουν το κινητικό αποτέλεσμα στην οθόνη του κινηματογράφου, διαχεόμενες η μία μέσα στην άλλη. Το Αρχέγονο Σύμβολο του Κύκλου Τούτη η σχέση του «ταυτόχρονου» συνδέθηκε από αμνημονεύτων εποχών με την εικόνα του κύκλου, καθώς η σχέση χώρου και χρόνου είναι ίδια με αυτήν που έχει η ευθεία σε σχέση με τον κύκλο. Το πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου δεν είναι ιδιοτροπία των μαθηματικών, αλλά ένα πρόβλημα ριζωμένο στην εσώτατη ύπαρξή μας. Ο κύκλος δεν είναι μια σειρά απειροστών ευθειών. Κάθε σημείο του είναι ταυτόχρονα το επόμενο σημείο. Μπορούμε να γράψουμε μια εφαπτομένη στον κύκλο, αλλά στην πραγματικότητα δεν πρόκειται να αγγίξει τον κύκλο, εκτός και αν δούμε το θέμα μαθηματικά. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορούμε να περάσουμε από το χρόνο στο χώρο, μόνο αν τον δούμε ως ένα συνεχές, πάλι με τη μαθηματική έννοια. Ο αυθεντικός χώρος δεν είναι μια επιφάνεια που μπορεί να διαιρεθεί, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν μπορεί να διαιρεθεί ο αυθεντικός χρόνος. Ο χώρος που βιώνουμε δεν είναι ένα συνεχές, αλλά ένας αριθμός νησίδων ανάμεσα στις οποίες υπάρχει μόνον κενό. Στην πραγματικότητα τόσο ο χώρος όσο και ο χρόνος δεν είναι παρά μορφές της ζωής, που δημιουργεί επιλέγοντας καθοριστικά σημεία και μεσοδιαστήματα στο χωροχρονικό συνεχές. Ο χώρος στην πραγματικότητα που βιώνουμε δεν είναι ένα
αφηρημένο μέγεθος, αλλά μια σειρά «τόπων», όπως ο χρόνος είναι μια σειρά φευγαλέων στιγμών. Συνήθως, από αυτές τις οτιγμές επιλέγουμε κάποιες ως σταθερά σημεία εναλλαγής του κυκλικού χρόνου. Στην πραγματικότητα αυτές τις στιγμές τις αποκαλούμε εορτασμούς και συνδέονται στενά μέσω του ημερολογίου με τις κυκλικές εναλλαγές του χρόνου. Ο θερισμός, η σπορά, η ανατολή ή η δύση ενός ουράνιου σώματος είναι τα πραγματικά δεδομένα, οι «πληροφορίες» από τις οποίες εξαρτάται η ζωή μας μέσα στο χρόνο. Στο έργο του «Ο Άνθρωπος και το Ιερό»[5] ο Σαλουά λέγει πως «ο γιορτασμός δεν είναι τίποτ' άλλο παρά η εκ νέου ανακάλυψη και συγκεκριμενοποίηση του χάους» και από αυτή την άποψη κατέχει μια θεμελιακή σχέση με τη δημιουργία. Το πρωταρχικό χάος είναι άχρονο και απεριόριστο, άναρχο και αδιαμόρφωτο. Από τη στιγμή που μορφοποιείται, υφίσταται τους νόμους του χρόνου είτε στην ενοποιημένη είτε στη διαφοροποιημένη μορφή του. Η περιοδικότητα των φαινομένων είναι το μέγεθος που μορφοποιεί, που παρέχει το καλούπι για να εκδηλωθεί το άναρχο δυναμικό του χάους. Από αυτή την άποψη οι αρχέγονοι εορτασμοί συνδέονται με αστρονομικές κοσμικές περιόδους, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δεδομένες αξίες στη ζωή. Κάποτε έρχεται η στιγμή της σποράς, του θερισμού, του ύπνου και της αφύπνισης, της δύσης και της ανατολής. Αρχικά, λοιπόν, το έτος δεν ήταν όπως το γνωρίζουμε σήμερα, αλλά σχετιζόταν άμεσα με την εναλλαγή των εποχών και την εναλλαγή σημαντικών περιόδων. Σύμφωνα με την Τζέιν Χάρισον ο ελληνικός «ενιαυτός»
είναι το έτος της συγκομιδής, οι «Ώρες» φέρνουν άνθη και καρπούς. Την ίδια στιγμή είναι «δαίμονες», δηλαδή Θεοί που ανανεώνουν διαρκώς τη ζωή. Έτσι, το έτος είναι έτος της ψυχής και ο χρόνος είναι χρόνος της ζωής. Βέβαια, αυτό που πρέπει να διακρίνουμε εδώ είναι το γεγονός ότι η σχέση μας με τον εξωτερικό κόσμο μας παρέχει μια σταθερή βάση, πάνω στην οποία επεξεργαζόμαστε ένα ημερολόγιο, τις dies fasti και nefasti, τις εορταστικές και αποφράδες ημέρες του ρωμαϊκού ημερολόγιου για παράδειγμα. Μαθαίνουμε, δηλαδή να βάζουμε τις σωστές διαχωριστικές γραμμές, προκειμένου να επιβεβαιώσουμε το χρόνο. Στην αρχαία Ρώμη το ημερολόγιο -δηλαδή οι μέρες τη σποράς, του θερισμού, του γάμου κ.λπ.- διακηρύσσονταν με επίσημο τρόπο από τον rex sacrorum, Βασιλέα των Ιερουργιών και διάδοχο του βασιλιά κατά τις Νόνες, στο πρώτο τέταρτο της σελήνης. Οι Αζτέκοι με τη σειρά τους ονόμαζαν την περίοδο των πενήντα δύο χρόνων, «δεμάτι του χρόνου». Στο τέλος αυτής της περιόδου όλες οι φωτιές έσβηναν για να ανάψουν εκ νέου, υποδεικνύοντας τη φωτιά ως μέσο μέτρησης των χρονικών μεσοδιαστημάτων. Αν δεν προκηρυσσόταν το νέο ημερολόγιο τα πάντα σταματούσαν, περνώντας στη λήθη της Ωραίας Κοιμωμένης του Κάστρου. Ποιος είναι αυτός που προκηρύσσει το νέο ημερολόγιο. Ο άνθρωπος, ως αντιπρόσωπος και αγγελιαφόρος της αρχέγονης οντότητας που προκήρυξε τον αρχέγονο χρόνο. Η ανθρώπινη προκήρυξη δεν είναι παρά μίμηση και επανάληψη της αρχικής προκήρυξης, της αρχέγονης οντότητας, της ίδιας της Αρχής που βρίσκεται πίσω από τη Δημιουργία. Σύμφωνα με τα λόγια του Βάλτερ βαν ντερ Βόγκελβαϊντ:
Εκείνος που δεν εlχε ποτέ αρχή, Εκεlνος που μπορε! να φτιάξει μια vέa αρχή, Εκεlνος σlγουρα μπορεl να φέρει και το τέλος Ή την αιωνιότητα. Ο Μύθος και ο Χρόνος Σημαντική παράμετρος στην αντίληψη του χρόνου είναι η συνείδηση του μύθου ως «αληθινής ιστορίας» και όχι ως παραμυθιού, όπως τον αντιλαμβάνεται ένας μεγάλο τμήμα της ανθρωπότητας. Και τούτο γιατί η έννοια μύθος και η έννοια χρόνος είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες, καθώς ο μύθος παράγει το χρόνο, του δίνει περιεχόμενο και μορφή. Ανάμεσα στα αποκτήματα του πρωτόγονου ανθρώπου, έτσι όπως τα αξιολογούν οι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι, εκτός από τα όπλα, τα σκεύη και τα εργαλεία αναφέρονται επίσης οι χοροί, τα τραγούδια, οι ιστορίες, οι τελετουργίες και τα ονόματα. Όλα αυτά είναι μορφές έκφρασης του μύθου που περνά από γενεά σε γενεά. Ο μύθος και η πραγματικότητα είναι άρρηκτα συνυφασμένες έννοιες με κυριολεκτική έκφραση μέσα στη ζωή. Στην πραγματικότητα ο μύθος είναι ζωή και η ζωή μύθος[6]. Πέρα από αυτό ο μύθος ανάγει τη συνείδηση στην αδιαφοροποίητη αρχή του κόσμου, στον αρχέγονο χρόνο. Η αρχή του κόσμου, της ανθρωπότητας, η αρχή της ζωής και του θανάτου, του ζωικού και του φυτικού βασίλειου, η αρχή του κυνηγιού και της καλλιέργειας, η αρχή της φωτιάς, της λατρείας, των μυητικών τυπικών και των θεραπευτικών δυνάμεων είναι γεγονότα απομακρυσμένα στο χρόνο. Εκεί έχει τα θεμέλιά της η σημερινή ζωή και από εκεί αντλούν την καταγωγή τους
οι σύγχρονες κοινωνικές δομές. Οι θείες ή υπερφυσικές οντότητες που δραστηριοποιούνται στο μύθο, τα κατορθώματά τους, οι μοναδικές τους περιπέτειες, όλος αυτός ο θαυμαστός κόσμος είναι μια υπερβατική πραγματικό τητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Πρόκειται για μια sine qua non συνθήκη στην παρούσα πραγματικότητα. Ο μύθος είναι αληθινή ιστορία, γιατί είναι ιερή ιστορία. Και τούτο όχι μόνο για το περιεχόμενό της αλλά για τις συγκεκριμένες ιεροφάνειες που θέτει σε κίνηση. Η αφήγηση των μύθων της δημιουργίας ενσωματώνεται στις παγκόσμιες λατρείες, γιατί οι μύθοι είναι από μόνοι τους λατρεία και συνεισφέρουν στο σκοπό για τον οποίο έχουν εγκαθιδρυθεί οι λατρείες σε όλον τον κόσμο. Η υπενθύμιση της δημιουργίας βοηθά τη ζωή του ανθρώπινου γένους, δηλαδή της κοινότητας ή της φυλής. Η υπενθύμιση των μυητικών τελετουργιών βοηθά στην επιβεβαίωση της διάρκειας και της αποτελεσματικότητας της ανθρωπότητας. Τούτο γιατί οι μύθοι είναι αληθινές ιστορίες και δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να είναι ψευδείς. Η αλήθεια τους δεν ανήκει στη σφαίρα της λογικής, ούτε της ιστορικής τάξης. Ανήκει στη σφαίρα της θρησκείας και πάνω απ' όλα της αληθινής μαγείας. Αυτά που ο Λεβί Μπριλ, ο Κ.Τ. Πρέους, ο Μαλινόβσκι και πολλοί άλλοι ακαδημαϊκοί διατύπωσαν με πολυάριθμα και χαρακτηριστικά παραδείγματα, αναφέρονται ουσιαστικά στο γεγονός ότι ο μύθος δεν είναι απλά η αφήγηση μιας ιστορίας, αλλά η βίωση της πραγματικότητας -όχι μια διανοητική αντίδραση σ' ένα αίνιγμα, αλλά μια εξέχουσα πράξη πίστης- μια αναφορά της αρχέγονης πραγματικότητας που ζει στην παρούσα
ζωή[7]. Άλλωστε, η ύπαρξη του κόσμου είτε τη μελετά κανείς μακροκοσμικά ή μικροκοσμικά δεν είναι συμπαγής και αδρανής. Ανανεώνεται διαρκώς μέσω της αναφοράς στο μύθο. Ο μύθος και η ιερή δράση που συνδέεται μαζί του εγγυάται στην πραγματικότητα την επιβίωση του κόσμου. Σύμφωνα με τον Πρέους, «ο πρωτόγονος άνθρωπος όχι μόνον επαναλαμβάνει, αλλά ανασυνθέτει μέσω του μύθου την αρχική πράξη της Δημιουργίας»[8]. Ο αρχέγονος χρόνος είναι δημιουργικός. Δημιουργεί αυτό που συμβαίνει σήμερα, μέσω της επανάληψης του μύθου. Διατηρεί μια εικόνα του κόσμου κατά πολύ διαφορετική από τις συνηθισμένες μας συλλήψεις. Στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι καθορισμένο, τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει, εκτός και αν ανανεώνεται διαρκώς, ενεργοποιούμενο από τον μύθο. Αλλά κάτι τέτοιο σημαίνει ότι ο μύθος είναι αιτιολογικός, όχι γιατί εξηγεί κάτι, αλλά γιατί παρέχει εγγύηση για την ύπαρξη του γεγονότος. Τούτο βρίσκει την εφαρμογή του όχι μόνο στις ιδιαίτερες όψεις της ζωής, αλλά στο σύνολο της δημιουργίας. Με άλλα λόγια βρίσκει την εφαρμογή του στη δημιουργική δύναμη που βρίσκεται πίσω από την εκδήλωση κάθε γεγονότος. Στη σύγχρονη εποχή μόνον υπολείμματα αυτής της μυθικής άποψης για τον κόσμο επιβιώνουν. Αυτό δε σημαίνει ότι η μυθική άποψη είναι νεκρή. Απλά είναι θαμμένη κάπου στο ατομικό και το συλλογικό ασυνείδητο, περιμένοντας το στοιχείο που θα τη διεγείρει και θα τη φέρει στην επιφάνεια σε οποιαδήποτε στιγμή, όπως έχει δείξει η ψυχολογία του βάθους. Βρίσκεται, όμως, ολοζώντανη στις μεγάλες θρησκείες
του κόσμου, που ζουν ακριβώς εξαιτίας της μυθικής τους άποψης για τον κόσμο και της αιτιολογικής τους σχέσης με το σωτηριολογικό μύθο. Στην εβραϊκή, στη χριστιανική θρησκεία, στο Βουδισμό, τον Ινδουϊσμό, το Μωαμεθανισμό, τον Μανδαϊσμό, σε όλες σχεδόν τις αποκαλούμενες μεγάλες ή μικρές θρησκείες του κόσμου υπάρχει ο μύθος της δημιουργίας αλλά και της λύτρωσης, που είναι στην πραγματικότητα μια δεύτερη δημιουργία. Υπάρχουν επίσης τα μυστήρια, καθιερωμένα από τα κεντρικά πρόσωπα κάθε θρησκείας. Σε κάθε, λοιπόν, ενεργοποίηση των μυστηρίων, οποιαδήποτε και αν είναι η εξωτερική μορφή τους, αυτό που αναβιώνει είναι το ρεύμα της ανανέωσης του κόσμου που κουβαλούν εν δυνάμει μέσα τους οι θρησκείες. Σήμερα η θρησκεία είναι ο κατεξοχήν αντιπρόσωπος της μυθοποιητικής σκέψης, γιατί αστα δρώμενά της απεικονίζονται οι σημαντικότερες μορφές της πραγμάτωσης του μύθου. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, η συμμετοχή στα δρώμενα μετατρέπει το βιωμένο χρόνο σε μυθικό χρόνο, τον χρόνο της έναρξης της Δημιουργίας, της μέσης και του τέλους που υποδεικνύεται από την «πρόνοια» ή τους ίδιους τους εαυτούς μας ως συμμέτοχους στη δημιουργία. Ένα έξοχο παράδειγμα αυτής της αλληλοσύνδεσης της αρχής της μέσης και του τέλους βρίσκεται στους πρώτους στίχους της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Στο μέσο της ζωής του ο ποιητής βρίσκεται στο σκοτάδι. Ένα τέρας απειλεί να τον οδηγήσει στον τόπο όπου «ο ήλιος είναι σιωπηλός». Σε αυτό το σημείο μια νέα αρχή πρέπει να γίνει, ένας νέος μύθος να προφερθεί. Κι έτσι γίνεται! Η αρχαιότητα τον παίρνει από το χέρι και τότε όλα τα πλούτη της
κόλασης, του καθαρτήριου και του παράδεισου διαχύνονται μέσα στη ζωή του ως νέο περιεχόμενο. Εξαγνισμένος, μεταμορφωμένος τραβά το δρόμο του. Όπως είπε ο Κ. Γκ. Γιουνγκ, «Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι ο ποιητής εργάζεται με υλικά που παίρνει από δεύτερο χέρι. Πηγή της δημιουργικότητάς του είναι η αρχέγονη εμπειρία, για αυτό χρειάζεται μυθολογικό υλικό για να της δώσει μορφή. Ο Γκαίτε ψαχουλεύει στον Κάτω Κόσμο της ελληνικής αρχαιότητας. Ο Βάγκνερ αντλεί από όλο το σώμα της σκανδιναβικής μυθολογίας, ενώ ο Νίτσε επιστρέφει στην ιερατική λειτουργία και αναδημιουργεί το θρυλικό προφήτη των προϊστορικών εποχών». Από αυτή την άποψη οι αυθεντικοί ποιητές είναι οι μόνοι που βιώνουν το μυθικό χρόνο και ξεδιψάνε την ψυχή τους από τις αιώνιες πηγές του μύθου. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι συνηθίσαμε τον ομογενοποιημένο χρόνο του ρολογιού μας, αυτόν που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Όμως, βαθιά μέσα μας αναπαύονται οι αρχαίοι θησαυροί, οι αρχαίοι δράκοντες και οι αρχαίοι θεοί, η κόλαση και ο παράδεισος. Ο Έσχατος Χρόνος Με τον έσχατο χρόνο, ή εσχατολογία όπως έχουμε συνηθίσει να την ακούμε, εννοούμε την άποψη του ανθρώπου για γεγονότα που συμβαίνουν στα όρια του δημιουργημένου κόσμου, για το τι υπήρχε πριν τη δημιουργία του και για το τι θα υπάρξει μετά το τέλος του. Περιλαμβάνει τη δόξα και το μεγαλείο της πρώτης ημέρας, καθώς και τον τρόμο της τελευταίας ημέρας. Όμως, ο αποκαλούμενος πρωτόγονος άνθρωπος δε γνωρίζει τίποτα για την εσχατολογία. Γνωρίζει μόνο τον
αρχέγονο χρόνο, που κατά την άποψή του κυριαρχεί σε όλη τη ζωή. Ένα χρόνο που ανανεώνεται διαρκώς μέσα από τα συμβάντα του παρόντος, που εγγυούνται τη ζωή του. Η πραγματικότητα αποκτάται μόνον μέσω της επανάληψης και της συμμετοχής στα τελετουργικά δρώμενα[9]. Όσο τελεί τις τελετουργίες σωστά, κάθε μέρα ξαναδημιουργεί τον κόσμο ή μάλλον τον αναδημιουργεί για εκείνον ο δημιουργικός λόγος του μύθου. Τούτη η διαδικασία της καθημερινής ανανέωσης της ζωής είναι παρούσα ακόμη και σήμερα στους απόγονους των Μάγια και των γηγενών (αβορίγινων) της αυστραλιανής ηπείρου[10]. Όμως, εδώ λείπει το τέλος της ιστορίας. Ο χρόνος παραμένει ακίνητος, όπως στο παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης. Όπως η έναρξη υπονοεί μια αρχέγονη αρχή, έτσι και κάθε τέλος προϋποθέτει μια ολοκλήρωση μια «τελική κρίση». Οπωσδήποτε μέσα σε ένα εκδηλωμένο και συνεπώς δυαδικό σύμπαν ο αρχέγονος χρόνος βρίσκει το ταίρι του στον έσχατο χρόνο, αλλά μόνον όταν η ανθρωπότητα προχωρήσει αρκετά στην οδυνηρή συνειδησιακή της αφύπνιση, επιλέγοντας για τον εαυτό της είτε τον υπέρτατο τρόμο ή την αιώνια ευδαιμονία. Η πιο ριζοσπαστική εικόνα του τέλους είναι πιθανώς εκείνη του Ράγκναροκ, της σκανδιναβικής μυθολογίας, της στιγμής κατά την οποία οι Θεοί πεθαίνουν μαζί με τους ανθρώπους. Αλλά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι οι λαοί που δημιούργησαν έναν κόσμο για την ύπαρξή τους, οι Ινδοί, οι Πέρσες, οι Έλληνες, οι Άραβες, οι Εβραίοι, οι Μάγια και πολλοί άλλοι, όρισαν επίσης και το τέλος του. Η καταπληκτική ιδέα του τέλους του χρόνου δεν είναι παρά μια προσπάθεια αναίρεσης της αιώνιας στάσης, μια
προσπάθεια για να σπάσει ο κύκλος. Όλοι εκείνοι που αφυπνίστηκαν στην κατάσταση της αγνής συνείδησης, μέσα από τον πόνο και την ελπίδα της ανθρώπινης ενσάρκωσης, κατανόησαν τούτη την ιδέα ολοκληρωτικά. Έσπασαν τον κύκλο του χρόνου, ανοίγοντας δρόμο για να βαδίσει πίσω τους ολόκληρη η ανθρωπότητα. Πού οδηγεί αυτός ο δρόμος; Μάλλον σε αυτό που η ανθρωπότητα με διαφορετικά ονόματα ονομάζει θέωση. Τούτη είναι η μεγαλύτερη από τις επιστήμες που ‘μαθα ανάμεσα στους ανθρώπους, Πως δεν υπήρχε η γη, μήτε ο ουρανός πανωθέ της, Μήτε δεντρί, μήτε βουνό. Άστρα δεν υπήρχαν, ούτε έλαμπε ο ήλιος, Φεγγάρι δε λαμπύριζε, μήτε υπήρχε η θάλασσα η ένδοξη. Κι εκεί που τέλος δεν υπήρχε, μήτε σύνορα, Εκεί υπήρχε ο ένας παντοδύναμος Θεός... (Από χειρόγραφο του 9ου μ.Χ. αιώνα της μονής του Βέσομπρουν). Συγγραφέας: K. Καλογερόπουλος (ΜΑ) in Anthropology Ενδεικτική Βιβλιογραφία Preuss, K.T., Der religiose Gehalt der Mythen, Tubingen, 1933. Pettazzoni, Mitti e legende, Vol Ι, Turin 1948. Henri Bergson, Time and Free Will: An Essay on the Immediate Data of Consciousness, London 1910. Lowith Carl, Meaning in History, Chicago 1949. Eliade M., The Myth of the Eternal Return, London, 1954. Gunkel H., Schopfung und Chaos in Urseit und Endzeit, Gottingen, 1895. Goldenweiser A., Anthropology, New York- 1946.
Malinowski Β., Myth in Primitive Psychology, London 1926. Caillois Roger, L' Homme et le Sacre, Paris, 1939. St. Augustine, Confessions, London, 1944. de Broglie L.. Continu et le Discontinu dans la Physique Moderne, Paris, 1942. Jung C.G., Modern Man in Search of a Soul, New York, 1955. Καλογερόπουλος K., Σοφία του Ονειρόχρονου, Αθήνα, 1996. Παραπομπές-Σημειώσεις [1]Schopfung und Chaos in Urseit und Endzeit, Gottingen, 1895 [2] Lowith Carl, Meaning in History, Chicago 1949. [3] Αγ, Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, XI, 14. [4] Βλ. Henri Bergson, Time and Free Will: An Essay on the Immediate Data of Consciousness, (μτφρ F.L. Pogson), London: George Allen and Unwin (1910). [5] Βλ. Caillois Roger, L' Homme et le Sacre, Paris, 1939: 34-38 [6] Bλ. Pettazzoni, Mitti e legende, τομ. Ι, (Turin 1948): v [7] Malinowski, Myth in Primitive Psychology, (London, 1926): 21,43,124 [8] Preuss, K.T., Der religiose Gehalt der Mythen, (Tubingen, 1933): 7 [9] Βλ. Eliade M., The Myth of the Eternal Return, (London, 1954):10,15,34. [10] Βλ. Καλογερόπουλος K., Σοφία του Ονειρόχρονου, (Αθήνα, 1996):25-32. Πηγή: http://www.mindtrap.gr Υπεύθυνος γραπτού λόγου: Cinnamon Ο αρχέγονος και ο έσχατος χρόνος
ΤΕΛΟΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
http://politikokafeneio.com
Add a Comment