ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ http://politikokafeneio.com
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Μονά εισαγωγικά έχουν παραμείνει, όπως φαίνονται στην έκδοση. ΙΩΣΗΦ ΜΠΕΝΤΙΕ (JOSEPH BÉDIER)) ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΖΟΛΔΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΎ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α Ν Τ. Β Ε Ν Τ Η Ρ Η ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ “ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922
Με πολλή ευχαρίστηση παρουσιάζω στους αναγνώστες το ποιο πρόσφατο από τα ποιήματα που γέννησε ο θαυμάσιος θρύλος του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Αν και γραμμένο σε ωραία και απλή πρόζα, είναι, αλήθεια, ένα ποίημα. Ο κ. Ι. Μπεντιέ γίνεται ο άξιος συνεχιστής των παλιών τροβαδούρων που δοκίμασαν να χύσουν στο ελαφρό κρύσταλλο της γλώσσης μας το μεθυστικό ποτό όπου οι δύο αγαπημένοι της Κορνουάλλης ήπιαν, στους παλιούς καιρούς, την αγάπη και τον
θάνατο. Για να ξαναπεί τη θαυμάσια τους ιστορία: το μάγευμά τους, της χαρές τους, τους πόνους τους και το θάνατό τους, έτσι όπως βγήκε από τα βάθη του Κελτικού ονείρου και εγοήτευσε και συντάραξε την ψυχή των Γάλλων του δωδεκάτου αιώνος, χρειάστηκε να αναπαραστήσει, με την δύναμη μιας φαντασίας συμπαθητικής και μιας υπομονητικής σπουδής, την ίδια εκείνη την ψυχή, την ώρα που μόλις έβγαινε από την ομίχλη, και που η συγκινήσεις αυτές της ήτανε όλως διόλου καινούργιες. Την ψυχή που αφηνότανε να κατακλυσθεί απ' αυτές χωρίς να σκέπτεται να της αναλύσει, και προσάρμοζε χωρίς να το κατορθώνει πλήρως, το παραμύθι που την έθελγε στης συνθήκες της συνηθισμένης υπάρξεώς της. Αν είχε φθάσει μέχρι των ημερών μας μία πλήρης Γαλλική απόδοσης του θρύλου, ο κ. Μπεντιέ, για να γνωρίσει τον θρύλο αυτό στους σύγχρονους αναγνώστες, θα μπορούσε να περιοριστή σε μια πιστή μετάφραση. Η ιδιότροπη μοίρα που θέλησε να μας φτάσει μόνον σε σκορπισμένα κομμάτια, τον υποχρέωσε ν' αναλάβει ποιο ενεργητικό ρόλο, για τον οποίον δεν έφθανε ποια νάνε σοφός, για τον οποίον χρειαζότανε νάνε ποιητής.
Από τα μυθιστορήματα του Τριστάνου, όσων γνωρίζουμε στην ύπαρξι, και που όλα θα ήσαν μεγάλης εκτάσεως, του Κρετιέν ντε Τροά και του Λασέβρ εχάθησαν ολόκληρα. Από του Μπερούλ εσώθησαν τρεις χιλιάδες στίχοι περίπου. Άλλοι τόσοι του Τομάς. Κάποιου άλλου, ανωνύμου, χίλιοι πεντακόσιοι. Έπειτα υπάρχουν ξένες μεταφράσεις: Τρεις απ' αυτές αποδίδουν αρκετά πλήρως, ως προς το βάθος, αλλ' όχι κι' ως προς τη φόρμα, το έργο του Τομάς. Άλλη μας παρουσιάζει ένα ποίημα αρκετά όμοιο με του Μπερούλ. Υπαινιγμοί πολυτιμότατοι κάποτε· μικρά επεισοδιακά ποιήματα· και τέλος το αχώνευτο εις πεζόν μυθιστόρημα όπου μέσα σε κυκεώνα αδιακόπως αυξημένο από τους διαδοχικούς συντάκτες, διετηρήθησαν κάποια λείψανα των χαμένων ποιημάτων. Τι να κάμη εκείνος που εμπρός στο σωρό όλων αυτών των ερειπίων, θα ήθελε να ανεγείρη ένα από τα γκρεμισμένα οικοδομήματα; Ένα από τα δύο: να προσκολληθή στον Τομάς ή στον Μπερούλ. Ο πρώτος δρόμος παρουσίαζε το πλεονέκτημα ότι κατέληγεν ασφαλώς, χάρις στης ξένες μεταφράσεις, στην αναδημιουργία μιας αφηγήσεως πλήρους και ομογενούς. Είχε το μειονέκτημα να μην αποδίδη παρά το λιγώτερο αρχαίο από τα ποιήματα του Τριστάνου, εκείνο οπού το παληό βαρβαρικό στοιχείο είχεν εντελώς αφομοιωθή με το πνεύμα και τα έργα της ιπποτικής Αγγλογαλλικής κοινωνίας. Ο κ. Μπεντιέ προτίμησε τη δεύτερη
λύσι την πολύ δυσκολώτερη και γι' αυτό ακριβώς πειο ελκυστική για την τέχνη του και τη μόρφωσί του, και, ακόμη, πειο κατάλληλος ως προς το σκοπό που είχε τάξει: ν' αναστήση για τους ανθρώπους των ημερών μας το θρύλο του Τριστάνου υπό την αρχαιότερη μορφή που επήρε, εκείνη τουλάχιστον που μπορούμε να φθάσουμε στην Γαλλία. Άρχισε λοιπόν μεταφράζοντας όσο πειο πιστά μπορούσε το κομμάτι του Μπερούλ που έφθασε μέχρι της εποχής μας, και που αποτελεί το κέντρο της ιστορίας, περίπου. Αφού προσηνατολίσθη έτσι καλά στο πνεύμα του αρχαίου ιστορικού, αφού αφωμοίωσε τον αφελή τρόπο του τού αισθάνεσθαι, τον απλό τρόπο του τού σκέπτεσθαι, μέχρι ως την παιδική κάποτε αμηχανία της αφηγήσεως και την ελαφρώς αδεξία χάρι του ύφους του, ξανάδωσε στον κορμόν εκείνο κεφάλι και μέλη, όχι με μια μηχανική προσαρμογή, αλλά μ' ένα είδος οργανικής αναδημιουργίας, έτσι καθώς μας την παρουσιάζουν τα ζώα εκείνα, που ακρωτηριασμένα, συμπληρώνονται εκ νέου με την εσωτερική τους δύναμη στο σχέδιο της αρχικής φόρμας τους. Αυτές η αναδημιουργίες πιτυχαίνουν — είναι γνωστό — τόσο καλλίτερα όσο ο οργανισμός είναι λιγώτερο οριστικός και λιγώτερο ανεπτυγμένος. Αυτή ίσα-ίσα ήταν η περίπτωσις για τον Μπερούλ. Αφωμοίωνε ο ίδιος στοιχεία κάθε προελεύσεως, κάποτε αρκετά ανόμοια, και που η ανομοιότης τους δεν τον στενοχωρούσε, αφού άλλωστε τα υπέβαλλε συχνά σ' ένα είδος προσαρμογής που αρκούσε να τους δώση μια επιφανειακή ομοιογένεια. Ο μοντέρνος Μπερούλ μπόρεσε λοιπόν να κάνη κι' αυτός το ίδιο, εκτός φυσικά που έβαλε περισσότερη εκλεκτικότητα και καλαισθησία. Από το ανώνυμο κομμάτι που ακολουθεί το κομμάτι του Μπερούλ, από την Γερμανική μετάφρασι ενός ποιήματος συγγενεύοντος με του Μπερούλ, από τον Τομάς και τους μεταφραστές του, από τους υπαινιγμούς και τα επεισοδιακά ποιήματα, από το πεζό μυθιστόρημα ακόμη, επήρε ό,τι χρειαζότανε για να δημιουργήση εκ νέου στο διατηρημένο κομμάτι μια αρχή, συνέχεια και τέλος, ζητώντας πάντοτε, μέσα στης διάφορες εκδόσεις του παραμυθιού, εκείνη που καλλίτερα πήγαινε με το πνεύμα και τον τόνο του
βλέπουμε τον Τριστάνο με πανοπλία ιππότη και την Ιζόλδη με μακρυά ρόμπα στ' αγάλματα των Γαλλικών κατεντράλ. που καυχιέται πως έσβυσε μερικά ίχνη της πρωτογενούς βαρβαρότητος. ευφυία. αφού. ελαφρότερο από ότι το είχε κάμει παλαιά. Έπειτα — κι' αυτή είναι η πειο πνευματώδης κι' η λεπτότερη προσπάθεια της τέχνης του — δοκίμασε να δώση σ' όλα αυτά τα σκόρπια μέρη τη φόρμα και το χρώμα που θα τους έδινε ο Μπερούλ.αυθεντικού. αφού όλες η φόρμες που επήρε από τότε ανάγονται στον πρώτο εκείνο Γαλλικό τύπο. το ανέσυραν από την άβυσσο από την οποίαν μόλις ένα λείψανο επέπλεε. Το βιβλίο του κ. Έτσι έπρεπε να παρουσιάση στους Γάλλους αναγνώστες την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης. αφού μ' αυτό το Γαλλικό κοστούμι του δωδεκάτου αιώνος εκυρίευσεν έκτοτε όλες της φαντασίες. πληρέστερο αναμφιβόλως. πειο προσεκτικός τηρητής των κανόνων της ευγενείας. δεν είναι το αρχαϊκό. μας ανοίγει μολαταύτα δω και κει παράξενες απόψεις ως προς τον αληθινό χαρακτήρα των ηρώων του και του περιβάλλοντος όπου κινούνται. Ο Μπερούλ προ πάντων. που συνετέθη όμως στο τέλος του δεκάτου ενάτου. κατορθώνει κανείς να ιδή τι θα ήταν στους Κέλτες το άγριο . και το έφεραν στην επιφάνεια. θα έμενε έκθαμβος βλέποντας με πόση ευλάβεια. αναγκαστικά. Κι' ο ίδιος ο Τομάς. Αν ο παληός ποιητής ξαναζούσε σήμερα. λαμπρότερο. Θα ωρκιζόμουν ότι έγραψε ολόκληρο το ποίημα σε στίχους όσο το δυνατόν πειο όμοιους με τους στίχους του Μπερούλ. Όσο ανήκει στους ήρωες της Ελλάδος και της Ρώμης που συγχρόνως τους το φορούσε ο μεσαίωνας. για να τους μεταφράση έπειτα στην μοντέρνα Γαλλική με όση επιμέλεια το είχε κάμει για τους τρεις χιλιάδες διατηρημένους στίχους. Συνδυάζοντας της πολύ αόριστες συνήθως ενδείξεις των Γάλλων ιστορητών. Μπεντιέ είναι λοιπόν ένα ποίημα του δωδεκάτου αιώνος. Το βλέπει κανείς σε πολλά στοιχεία που διετήρησαν οι διασκευαστές. κόπο και επιτυχία. άφησε άθικτα πολλά άλλα. Αλλά το Γαλλικό και ιπποτικό αυτό κοστούμι. και ρωτούσε για το έργο του. άλλο τόσο ανήκει και στους ήρωές μας.
ήταν ξένη στο περιβάλλον όπου την διέδιδαν και με το οποίον μάταια προσπαθούσαν να την πλαισιώσουν. Ό. Οι αναγνώστες εύκολα θα τ' αντιληφθούν. ένα ασύγκριτο έπος της αγάπης. και θα αισθανθούν πόσο η ιστορία που οι Γάλλοι ποιηταί μας του δωδεκάτου αιώνος αφηγούντο στους συγχρόνους τους. μέσα στην ήσυχη αφήγησι των Γάλλων ιστορητών. κάνουν τόσο δυνατή και τόσο παράξενη εντύπωσι. μ' όλες της δυσκολίες και της σκοτεινότητες που παρουσίαζε. στης διάφορες μορφές του. και μαζύ μ' αυτά. Δεν πρόκειται να επαναλάβω εδώ ποιος είναι στον θρύλο του Τριστάνου και της Ιζόλδης ο χαρακτήρας του πάθους που τους ενώνει. εσκότωνε ελάφια και αγριογούρουνα. ανίκητης και παντοτεινής αγάπης με το ποτό.αυτό ποίημα.τι τους τραβούσε από την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης. αφοσιώσεως και φθόνου. που η ενέργεια του — σ' αυτό διαφέρει από τα κοινά φίλτρα βαστάει σ' όλη τη ζωή. που κάθε στιγμή. στον . και μάλιστα επιμένει και μετά τον θάνατο. ήξερε να μιμήται εξαίσια το κελάδημα όλων των πουλιών. Ο τύπος αυτός είχε σχηματισθή ασφαλώς από πολύ παλαιά στον Κελτικό κόσμο: ήταν απαραίτητο να συμπληρωθή με τον έρωτα. ζώντας μια ζωή σχεδόν υπεράνθρωπη. Δεν θέλω επίσης να επιμείνω στα χαρακτηριστικά σημεία των βαρβαρικών ηθών και αισθημάτων. Θα υπενθυμίσω μόνον ότι η ιδέα του συμβολισμού της αθέλητης. Ο κ. ήταν φυσικά ανίκητος στης μάχες. η ιδέα αυτή που δίνει στην ιστορία των δυο αγαπημένων τον μοιραίο και μυστηριώδη χαρακτήρα της. νανουρισμένο ολόκληρο από τη θάλασσα και σκεπασμένο από το δάσος. Μπεντιέ τα περισυνέλεξε φυσικά με στοργή. παντοτινό αντικείμενο θαυμασμού. παρουσιαζότανε κάτοχος ή μάλιστα εφευρέτης όλων των βαρβάρων τεχνών. προστάτης των πιστών του. ετεμάχιζε σοφά το κυνήγι. δαμαστής θηρίων. που ο ήρωας του ημίθεος μάλλον παρά άνθρωπος. και τι είναι εκείνο που κάνει αυτόν τον θρύλο. αλύπητος στους εχθρούς του. και τους παρεκίνει να επιχειρήσουν να τη βάλουν. έχει προφανώς την καταγωγή της στης τέχνες της αρχαίας Κελτικής μαγείας. ήταν παλαιστής και άλτης ασύγκριτος. θαλασσοπόρος τολμηρός. ικανός μέσα σ' όλους να δίνη παλμούς στην άρπα.
που ανταποκρίνεται στο μυστικό αίσθημα τόσων ανδρών και τόσων γυναικών. έξαλλο. Ανάμεσα στη συνηθισμένη αστασία των ανθρωπίνων αισθημάτων. η ιδέα αυτή. που προσέθεσε και τη δύναμι της μουσικής γοητείας. αμέσως μόλις έγινε γνωστή στον Ρωμανογερμανικό κόσμο. όσο παρουσιάζεται εδώ εξαγνισμένη από τον πόνο και σαν καθηγιασμένη από τον θάνατο. στης διαρκείς απογοητεύσεις που παθαίνει η ερωτική ιλλυζιόν. . κυνηγημένο απ' όλες της καταιγίδες και παλαίβοντας εναντίον τους. που μάταια δοκιμάζει να ξεφύγη και παραδίνεται τελικά. τόσο πειο πολύ εκυρίευσε της καρδιές. κι' ακόμη σήμερα καθώς το παρεσκεύασε ο νεώτερος μάγος. ό. Αλλά δεν υπάρχει ιδανικό που το θέλγητρό του νάναι ακίνδυνο. ολοένα αλλάζουσα αντικείμενο. μια χωρίς προηγούμενο δημοτικότητα. το ποτό της αγάπης ασφαλώς εζάλισε. είναι συγχρόνως από της πειο επικίνδυνες· η ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης σε πολλές ψυχές έχυσε παλαιικά. που κυκλοφορεί σε όλα της τα επεισόδια σαν το «ερωτικό ποτό» στης φλέβες των δυο ηρώων: η ιδέα του μοιραίου στην αγάπη. που την υψώνει πειο ψηλά απ' όλους τους νόμους. το ζεύγος του Τριστάνου και της Ιζόλδης.καθιερωμένο ήδη τύπο των εκτοσυλλάβων στίχων. — φαινότανε και φαίνεται ακόμη σαν μια από της φόρμες του ιδανικού αυτού που ποτέ δεν κουράζεται ο άνθρωπος να φαντάζεται πλανώμενο απάνω από την πραγματικότητα. — δεν μπορεί κανείς ν' αμφιβάλλη. και που η διάφορες και αντίθετες όψεις του δεν είναι παρά εκδηλώσεις της επιμόνου τάσεώς μας προς την ευτυχία. σ' έναν τελευταίο και αιώνιο εναγκαλισμό.τι έδωσε πραγματικά την επιτυχία στην προσπάθειά τους κ' έφερε στην ιστορία αυτή. — εξ αρχής υποδουλωμένο από δεσμά μυστηριωδώς αδιάλυτα. ήταν το πνεύμα που την εμψυχώνει απ' άκρη σ' άκρη. κ' εν τούτοις δεν θα μπορούσε ν' αφαιρέση κανείς το ιδεώδες από την ζωή χωρίς να την καταδικάση στην χυδαιότητα ή στη ζοφερή απελπισία. — διαπεραστικό δηλητήριο. Αν η μορφή αυτή είναι μια από της πειο συγκινητικές και της πειο γοητευτικές. περνώντας από το άντρο των Σειρήνων. Πρέπει μόνον να ξέρη κανείς. κι' ίσως παρεπλάνησε πολλές καρδιές. Ενσαρκωμένη σε δυο εξαιρετικές υπάρξεις.
θα είναι για τους μοντέρνους αναγνώστες σαν πρόσωπα αρχαίου vitrail.να κρατιέται στερεά δεμένος στο κατάρτι. με τον μεσαιωνικό τους τρόπο του ζην. ό. Αλλ' ό. Αρκεί αυτό για να θέλξη τους αναγνώστες που διψούν ιστορία και ποίησι μαζύ. είναι σημαντικά μικρότερος ως προς τους ανθρώπους της εποχής μας. αντιπροσωπευόμενο από μορφές που ο αρχαϊκός τύπος τους της κάνει ακριβώς πειο ενδιαφέρουσες: να όλο το ποίημα του ανανεωτού του Μπερούλ. τα πάθη διατηρούν όλο τους το μεγαλείο κι' όλη την καλλονή τους. βλέπουμε. η μυστηριώδης και μυθική καλλονή κάποιων επεισοδίων. αιώνια το αυτό.τι δεν μπόρεσα να πω.τι κάνει αυτό το ποίημα ένα μοναδικό μίγμα αμνημονεύτου αρχαιότητος και διαρκώς νέας νωπότητος. Κελτικής μελαγχολίας και Γαλλικής χάριτος. αναστημένοι από τον κ. άκαμπτα.τι θ' ανακαλύψετε με γοητεία διαβάζοντες το αρχαϊκό αυτό έργο. χωρίς να παραιτήται από το άκουσμα της θείας μελωδίας που κάνει τους θνητούς να διαβλέπουν της υπεράνθρωπες ευδαιμονίες. ό. αν όλο το θέλγητρο του παληού ποιήματος διατηρείται στην «ανανέωσι» αυτή. Ένα αιώνιο θέμα μελέτης και σκέψεως και ταραχής της καρδιάς. Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του Μπερούλ. ο κίνδυνος που μπορούσε να παρουσιάζη για τους συγχρόνους του Μπερούλ. του αισθάνεσθαι και του ομιλείν. η επιτυχής επινόησις άλλων πειο μοντέρνων. Τα πάθη είναι τόσο περισσότερο μεταδοτικά στης ψυχές όσο παρουσιάζονται σε ψυχές όμοιες: όταν πρόκειται για ψυχές πολύ μακρυνές και πολύ διάφορες. δυνατού νατουραλισμού και λεπτής . αλλά χάνουν πολύ από την υποβλητική δύναμί τους. και φυσιογνωμίες αινιγματικές. το απρόοπτο των καταστάσεων και των αισθημάτων. να λάμπη το πάθος. Μπεντιέ με τα κοστούμια και τα φερσίματα του αλλοτινού καιρού. που την φωτίζει και την κάνει ολόκληρη να λαμποκοπά και να ρίχνη αστραπές. Αλλά πίσω από την εικόνα αυτή τη σφραγισμένη με τον ειδικό χαρακτήρα μιας εποχής. αν όχι στο φόντο τους τουλάχιστον στης εξωτερικές συνθήκες της ενεργείας τους. με εκφράσεις αφελείς. Άλλωστε. είναι το θέλγητρο των λεπτομερειών. όπως ο ήλιος πίσω από το vitrail.
Την ιστορία του Τριστάνου και της Βασίλισσας Ιζόλδης. Ανήκει αληθινά στην «φιλολογία του κόσμου» για την οποία μιλούσε ο Γκαίτε. έχετε την ευχαρίστησι ν' ακούστε μια ωραία ιστορία αγάπης και θανάτου.ψυχολογίας. πέρασε τη θάλασσα για να του φέρη βοήθεια. βασίλευε στην Κορνουάλλη ο Βασιληάς Μάρκος. και πώς πέθαναν έπειτα την ίδια μέρα — αυτός εξ αιτίας εκείνης. Έπειτα ο Ριβαλάν συνάθροισε τους βαρώνους του κ' έφυγε για τον πόλεμο. Δεν τον έκλαψε καθόλου: ούτε κλάμματα. Η ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ Άρχοντες. Αλλά ότι την είχε πάρει του έφεραν την είδησι ότι ο αρχαίος εχθρός του ο Δούκας Μόργκαν μπήκε στο Λοοννουά και κατέστρεφε τα χωράφια. ούτε θρήνους. την ωραία Μπλανσεφλέρ. Άραξε μπρος στον Πύργο του. Στους παληούς καιρούς. Μια μέρα έμαθε ότι ο Δούκας Μόργκαν τον είχε σκοτώσει με προδοσία. στην μακρυνή πατρίδα του. Μαθαίνοντας ότι οι εχθροί του τού έστησαν πόλεμο. Αλλοίμονο! Δεν του ήτανε γραφτό να γυρίση. Ο Ριβαλάν αρμάτωσε βιαστικά τα καράβια του και πήρε την Μπλανσεφλέρ. Πολύν καιρό τον περίμενε η Μπλανσεφλέρ. τα χωριά. ο Βασιληάς του Λοοννουά ο Ριβαλάν. — τόσο πιστά. αυτή εξ αιτίας εκείνου. που είχε μείνη έγκυος. σαν υποτελής. GASTON PARIS Α'. και της πολιτείες. μονάχα τα μέλη της . Ακούστε πώς με μεγάλη χαρά και μεγάλη λύπη αγαπήθηκαν. — του Ρόχαλτ που για την ευθύτητά του όλοι τον ονόμαζαν μ' ένα ωραίο όνομα «Ρόχαλτ ο Πιστός». Οι γάμοι έγιναν στο Μοναστήρι του Τινταγκέλ. που ο Βασιληάς Ριβαλάν αγαπούσε μ' έναν υπερκόσμιο έρωτα. Άφησε τη Βασίλισσα στη φύλαξι του Στρατάρχου Ρόχαλτ. που ο Μάρκος τούδωσε γι' αμοιβή την αδελφή του. στο Κανοέλ. Τον εβοήθησε και με το σπαθί και με τη συμβουλή.
Αναγκάστηκε λοιπόν να παραδοθή στην διάκρισι του Δουκός Μόργκαν. Ας παρακαλούμε μόνον να πέρνη ο Θεός τους πεθαμένους και να φυλάη τους ζωντανούς!… Αλλά κείνη δεν ήθελε ν' ακούση. γέννησε ένα παιδί. γεννήθηκες με τη λύπη. και μόλις τον εφίλησε πέθανε. Η ψυχή της πήρε μια δυνατή επιθυμία να χωριστή από το σώμα. Όσοι γεννιούνται δε θα πεθάνουν όλοι μια μέρα. κι' όταν ήλθε ο καιρός να τον πάρη από της γυναίκες. ένα γυιό. Τρεις μέρες περίμενε. Τον αγκάλιασε. θέλοντας να πάη με τον αγαπητό της κύριο. πολύν καιρό είχα επιθυμία να σε ιδώ. Κ' έτσι. Εξ αιτίας σου είμαι περίλυπη μέχρι θανάτου. του είπε. ο Στρατάρχης τον παρουσίασε για δικό του. Και βλέπω τώρα την ωραιότερη ύπαρξι που γέννησε ποτέ γυναίκα. τόνομά σου θε είναι Θλιβερός. . έλεγε. Είπε αυτά τα λόγια. Θλιβερή είναι η πρώτη γιορτή που σου κάνω. Πώς θα μπορούσε πεια ο Ρόχαλτ να βαστήξη περισσότερο τον πόλεμο. Ο Ρόχαλτ ο Πιστός πήρε το ορφανό. Αλλά από το φόβο του μήπως ο Μόργκαν σφάξη τον γυιό του Ριβαλάν. — Βασίλισσα. τον εφίλησε. Ο Ρόχαλτ προσπαθούσε να την παρηγορήση. τον καλό ιπποκόμο Γκορνεβάλη. Οι άνθρωποι του Μόργκαν είχαν κι' όλας περικυκλώσει τον πύργο Κανοέλ. αφού. Την τετάρτη. Θλιμμένη σε γέννησα. Σωστά έχουνε πη ότι: «η τρέλλα δεν είναι αντρεία». που πρέπουνε στους βαρώνους. Τούμαθε να χειρίζεται το κοντάρι. Εφτά ολόκληρα χρόνια πέρασαν. Ο Γκορνεβάλης σε λίγα χρόνια του έμαθε όλες της τέχνες. Τριστάνος».έγιναν όλα άσπρα και αδυνάτισαν. ο Ρόχαλτ εμπιστεύτηκε τον Τριστάνο σ' ένα γνωστικό δάσκαλο. «Παιδί μου. και τον ανάστησε μαζύ με τα παιδιά του. δεν θα βγη κανένα κέρδος από ένα καινούργιο πένθος.
κι' οχτώ μέρες κι' οχτώ νύχτες τώφερνε δω ή εκεί. Τον έμαθε να μισή το ψέμμα και την απιστία. και την ξέρουν όλοι οι ναυτικοί: πώς η θάλασσα οργίζεται τα άπιστα καράβια. Και λοιπόν συνέβηκε να του αρπάξουν όλη τη χαρά του… Μια μέρα κάποιοι έμποροι από την Νορβηγία τράβηξαν τον Τριστάνο στο καράβι τους. και τον πήραν σαν ωραίο λάφυρο. στην τύχη. πέρα από μια έρημη και βαθειά σαν κοιλάδα έκτασι. Μα αυτή η αλήθεια έχει αποδειχθή. να ρίχνη τους πέτρινους δίσκους.το ξίφος. ένα δάσος . τα όπλα του κι' αυτό το ίδιο δεν ήτανε παρά ένα. να κρατάει τον όρκο του. Με μεγάλη προσπάθεια. όλοι παινούσαν τον Ρόχαλτ που είχε ένα τέτοιο γυιό. να βοηθή τους αδυνάτους. πιστό και αντρείο. κι' ότι ποτέ δε θα χωριζόντανε. τον έμαθε να παίζη άρπα. δυνατό. και τώβαλαν σε μια βάρκα για να το βγάλη στη στεριά. θάλεγε κανείς ότι το άλογό του. και το τόξο. Κι' ενώ το καράβι των Νορβηγών έφευγε μακρυά. οι ναυτικοί παρατήρησαν μέσα από τη μαύρη καταχνιά μια ακτή που ύψωνε τους γκρεμούς της και της ξέρες της: κομμάτια θα τους έκανε κει απάνω η θάλασσα. Τούμαθε διάφορους τρόπους άσματα. Σηκώθηκε λοιπόν μανιασμένη. καθώς και την τέχνη του αρχικυνηγού. Καθώς αρμένιζαν γι' άγνωστα μέρη. Έλαμψε ο ουρανός. Μετάνοιωσαν. την ασπίδα. ενώ μυστικά τον εσέβετο σαν κύριο του. Βλέποντάς το τόσο ευγενικό και περήφανο. Στο τέλος. με τους πλατειούς ώμους του και τη λεπτή μέση. Αμέσως έπεσαν οι άνεμοι και τα κύματα. ώρα μαύρη. είχαν αρπάξει — αποφάσισαν να το ελευθερώσουν. ανέβηκε στους γκρεμούς και είδε. ήρεμα και γελαστά τα κύματα έφεραν τη βάρκα του Τριστάνου στην άμμο της παραλίας. να πηδάη με μιας τα πειο πλατειά χαντάκια. Κι' όταν το παιδί πήγαινε καβάλλα μαζύ με τους νεαρούς ιπποκόμους. σκέπασε το καράβι με σκοτάδια. Αλλά ο Ρόχαλτ θυμότανε τον Ριβαλάν και την Μπλανσεφλέρ — που ξαναζούσε η χάρι τους και η νεότης τους — κι' αγαπούσε τον Τριστάνο σαν παιδί του. Γνωρίζοντας ότι ο θυμός της θάλασσας ερχότανε από αυτό το παιδί — που. και δεν βοηθάει ούτε της αρπαγές ούτε της προδοσίες. ο Τριστάνος πάλαιβε σαν λυκόπουλο πιασμένο στη παγίδα.
— Ωραίο αδέρφι. την καρδιά. Ο Τριστάνος γονάτισε και προτού κόψη το ελάφι. ο Τριστάνος είδεν έκπληκτος τον αρχικυνηγό να μαχαιρώνη βαθειά το λαιμό του ελαφιού σαν νάθελε να τον κόψη. ωραίο αδέρφι. δείχ'τη μας. είπεν ο αρχικυνηγός. κρεμασμένα από τη σέλλα μας. Αλλά. Στην άκρη του δάσους. το ρύγχος. τα λαγωνικά και οι κυνηγοί ξεχύθηκαν πίσω του με μεγάλο θόρυβο φωνών και σαλπίγγων. τον κύτταζαν. κόβω πρώτα το κεφάλι τον ελαφιού. Πέσε μας την πατρίδα σου και τόνομά σου. «Τι κάνετε.απέραντο. Άρχοντα. Ενώ οι κυνηγοί. Έπειτα τεμάχισε το ζω. Θα την μάθουμε ευχαρίστως». αφήνοντας τα κέρατα απείραγα. καθώς τα λαγωνικά είχαν κρεμαστεί από το λαιμό του. Θρηνούσε πεθυμώντας τον Γκορνεβάλη. Ναι. Μολαταύτα αν ξέρης καμμιά πειο καλή μέθοδο. ένα ωραίο ελάφι ξεπετάχτηκε. Έτσι το κάνουμε πάντα κι' έτσι έκαναν από τα παλαιικά χρόνια οι άνθρωποι της Κορνουάλης. «Φίλε. Έτσι λοιπόν το συνηθάτε σ' αυτόν τον τόπο. όταν ο μακρυνός θόρυβος κυνηγιού με σάλπιγγες και κραυγές χαροποίησε ξαφνικά την ψυχή του. του έβγαλε το τομάρι. έπειτα θα κόψω το σώμα του τέσσερα κομμάτια και θα τα πάμε. . Σε ποιον τόπο της έμαθες. και τάλλα εντόσθια. Κυνηγοί και οδηγοί των λαγωνικών. στέκοντας σε κύκλο εσάλπιπιζαν με τα κέρατα. αυτές η συνήθειες είναι ωραίες. το Ρόχαλτ τον πατέρα του. Το κοπάδι. το ελάφι έπεσε χάμου και τα παράδωκε. σκυμμένοι γύρω του. Ένας κυνηγός το επέρασε με τη λόγχη. και τη γη του Λοοννουά. απάντησε ο αρχικυνηγός· τι κάνω που σας φαίνεται παράξενο. Πάρε αυτό το μαχαίρι. γοητευμένοι. στο Βασιλιά Μάρκο τον κύριό μας. Πάει να κομματιάζετε ένα τόσο ευγενικό ζώο σα σφαχτό γουρούνι. τα νεφρά. φώναξε. Έπειτα έκοψε τη γλώσσα.
κι' άλλα ευχάριστα συστήματα του κυνηγιού. Αλλά ο Τριστάνος που ήξερε να μιλάη καλά και να σωπαίνη καλλίτερα. Έδωσε στους σκύλους την καρδιά. τον κύριό μας». και σ' άλλον τα πόδια. . και τάντερα. Έλα όμως μαζύ μας. ο Θεός ν' ανταμείψη τον πατέρα σου που σανάστησε τόσο ευγενικά. παράξενο μου φαίνεται να υπάρχη τόπος όπου οι γυιοί των εμπόρων μαθαίνουν πράγματα που αλλού δεν τα ξέρουν ούτε τα παιδιά των ιπποτών. ωραίε Άρχοντα.— Ωραίε άρχοντα. αφού το θέλεις. σ' άλλους τους ώμους. στον άλλο τα πισινά και τα μεγάλα φιλέτα. θα σας ακολουθήσω ευχαρίστως. με λένε Τριστάνο κι' αυτές της συνήθειες της έμαθα στην πατρίδα μου. κι' έδειξε στους κυνηγούς πώς πρέπει να γίνεται με τη σάλπιγγα η πρόσκλησις και το τάισμα των σκυλιών. ο πατέρας μου είναι έμπορος. Έπειτα έβαλε απάνω σε διχάλες τα καλοκομμένα κομμάτια τον ελαφιού και τάδωσε στους κυνηγούς: Στον ένα το κεφάλι. γιατί ήθελα να μάθω πώς είναι και τι κάνουν οι άνθρωποι των γειτονικών τόπων. Χωρίς άλλο. θάναι κάποιος βαρώνος πλούσιος και δυνατός. απάντησε με πονηρία. αναλόγως της σπουδαιότητος του κομματιού που κρατούσε καθένας σ' τη διχάλα του. — Τριστάνε. Τους έδειξε πώς έπρεπε να ταχθούν δύο-δύο για να καλπάσουν με καλή διάταξι. και θα σας μάθω. Έφυγα μυστικά από το σπήτι μ' ένα καράβι που έφευγε για εμπόριο μακρυά. Θα σε οδηγήσωμε μπρος στο Βασιληά Μάρκο. «Όχι. Άρχοντα. Ο Τριστάνος τέλειωσε το κομμάτιασμα του ελαφιού. Αν με θέλετε να με πάρετε μαζύ με τους κυνηγούς σας.» — Ωραίε Τριστάνε. στο Λοοννουά. και καλοσωρισμένος νάσαι. είπε ο αρχικυνηγός. σ' άλλους τα μπούτια.
και τα σπουδαία συστήματα του κυνηγιού. και χωράφια καλλιεργημένα. παλαιικά οι γίγαντες.Τότε ξεκίνησαν. Από πού του ερχότανε αυτή η πρώτη τρυφερότης. και πήραν το δρόμο κουβεντιάζοντας. και αμέσως κατέβηκαν στης πόρτες οι βαρώνοι κι' ο ίδιος ο Βασιληάς Μάρκος. Μα προ πάντων θαύμαζε το ωραίο. εδώ άλλοτε ο πατέρας του ο Ριβαλάν. και η αγάπη που είχε άλλοτε για την αδερφή του την Μπλανσεφλέρ. μέχρις ότου έφθασαν επί τέλους σ' έναν πλούσιο πύργο. Άρχοντες. Ο Τριστάνος ρώτησε τόνομα του Πύργου. ξένο αγόρι. κήποι με λαχανικά. Ό Πύργος υψώνετο αντίκρυ στη θάλασσα. το καλό κόψιμο του ελαφιού. και τα μάτια του δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν από πάνω του. ήταν φτιαγμένος από μεγάλους και καλοκομμένους πέτρινους όγκους. ο Μάρκος θαύμασε την ωραία διάταξι της συνοδείας. — Τινταγκέλ. νερά τρεχούμενα. ο Θεός να σ' ευλογήση σένα και τους άρχοντές σου!» Άρχοντες. εγκαταστάσεις για ψάρεμα. Ο ψηλότερος πυργίσκος του. Πολλά καράβια έμπαιναν στο λιμάνι. είχε πάρει την Μπλανσεφλέρ. ήταν το αίμα του που εσυγκινείτο και μιλούσε μέσα του. Τινταγκέλ ονομάζεται. ισχυρός και ωραίος καλά προφυλαγμένος από κάθε επίθεσι και κάθε πολεμική προσβολή. Ο Βασιληάς ρωτούσε την καρδιά του και δεν μπορούσε να καταλάβη. πράσινους και γαλανούς. Όταν έφθασαν κάτω από τη μεγάλη σκοπιά του πύργου. . με μεγάλη χαρά. «Ωραίε ακόλουθε. τα σαλπίσματα των κυνηγών αντήχησαν. που τον είχαν χτίσει. Αφού ο αρχικυνηγός του ιστόρησε τα συμβάντα. Αλλά — αλλοίμονο! — ο Τριστάνος δεν το ήξευρε. Λειβάδια ήτανε γύρω. φώναξε ο Τριστάνος.
Το βράδυ, αφού σήκωσαν τα τραπέζια, ένας Ουαλλός θαυματοποιός, μάστορης στην τέχνη του, προχώρησε ανάμεσα στους συναθροισμένους βαρώνους, και τραγούδησε ποιήματα με την άρπα. Ο Τριστάνος ήτανε καθισμένος στα πόδια του Βασιληά. Και καθώς ο θαυματοποιός άρχιζε μια νέα μελωδία, ο Τριστάνος του μίλησε ως εξής: «Πατριώτη, πολύ ωραίο είναι το τραγούδι. Γλυκός ο σκοπός του, και γλυκά τα λόγια. Τώκαναν τον παληό καιρό οι αρχαίοι Βρεττανοί για να υμνήσουν τον έρωτα της Γρηλέντας. Πατριώτη, η φωνή σου είναι ωραία, τραγούδησε το καλά με την άρπα». Ο Ουαλλός τραγούδησε, έπειτα απάντησε: «Παιδί, πού ξέρεις λοιπόν, εσύ, από την τέχνη των οργάνων; Αν οι έμποροι του Λοοννουά μαθαίνουν επίσης στα παιδιά τους να παίζουν την άρπα, και την σαμβύκη, σήκω, πάρε την άρπα και δείξε την τέχνη σου. Ο Τριστάνος πήρε την άρπα και τραγούδησε τόσο ωραία που οι βαρώνοι συνεκινούντο ακούγοντάς τον. Και ο Βασιληάς Μάρκος θαύμαζε τον αρπιστή που είχεν έλθει από τον τόπο του Λοοννουά, όπου άλλοτε ο Ριβαλάν είχεν οδηγήσει την Μπλανσεφλέρ. Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Βασιληάς έμεινε πολλή ώρα αμίλητος. «Παιδί, είπε έπειτα, ευλογημένος νάναι ο δάσκαλος που σε δίδαξε, ευλογημένος και συ από το Θεό. Ο Θεός αγαπάει τους καλούς τραγουδιστές. Η φωνή τους και η φωνή της άρπας μπαίνουν μέσ' την καρδιά των ανθρώπων, ξυπνάνε της πειο αγαπημένες τους αναμνήσεις, και τους κάνουν να ξεχνάνε τόσες και τόσες λύπες και ατυχίες. Για χαρά μας μεγάλη ήλθες εδώ σπήτι μας. Μείνε πολύν καιρό κοντά μου, φίλε!
— Ευχαρίστως, θα σας υπηρετήσω, Μεγαλειότατε, ως αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής». Έτσι και έκαμε. Και μέσα σε τρία χρόνια μια αμοιβαία τρυφερότης μεγάλωσε μέσ' της καρδιές τους. Την ημέρα ο Τριστάνος ακολουθούσε τον Βασιληά στης δίκες ή στο κυνήγι, και τη νύχτα, καθώς κοιμώτανε στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους σπιτικούς, αν ο Βασιληάς ήτανε λυπημένος, έπαιζε με την άρπα για να γλυκάνη τη θλίψι του. Οι βαρώνοι τον αγαπούσαν, και απ' όλους πειο πολύ, καθώς θα το ιδούμε παρακάτω, ο Αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν. Αλλά τρυφερώτερα ακόμη από τους βαρώνους και τον Ντινάς ντε Λιντάν, τον αγαπούσε ο Βασιληάς. Μ' όλη του όμως την τρυφερότητα, ο Τριστάνος δε μπορούσε να παρηγορηθή που είχε χάσει τον πατέρα του το Ρόχαλτ και το δάσκαλό του Γκορνεβάλη, και την πατρίδα του, το Λοοννουά. Άρχοντες, δε στέκει στον ιστορητή, που θέλει να σας ευχαριστήση, να λέη πάρα πολλά. Το θέμα αυτής της ιστορίας είναι τόσο ωραίο και έχει τόση ποικιλία: γιατί να την μακραίνω φλυαρώντας; Θα πω λοιπόν σύντομα πώς, αφού πέρασε βουνά και θάλασσες, και πλανήθηκε πολύν καιρό δω και κει, ο Ρόχαλτ ο Πιστός έφθασε τέλος πάντων στην Κορνουάλη, ξαναύρε τον Τριστάνο, και πώς, δείχνοντας στο Βασιληά το ρουμπίνι, που άλλοτε είχε δώσει στην Μλανσεφλέρ για δώρο νυφικό, του είπε: «Βασιληά Μάρκο, αυτός εδώ είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ανεψιός σου, γυιός του Βασιληά Ριβαλάν και της αδερφής σου Μπλανσεφλέρ. Ο Δούκας Μόργκαν κρατάει τον τόπο του με το άδικο. Είναι καιρός να γυρίση στον νόμιμο κληρονόμο». Και θα πω σύντομα πώς ο Τριστάνος πήρε από το θείο του τα άρματα του ιππότη, πώς πέρασε τη θάλασσα μετά καράβια της Κουρνουάλης, πώς ανεγνωρίσθη από τους αρχαίους υποτελείς του πατέρα του, πώς προεκάλεσε το φονηά του Ριβαλάν, πώς τον εσκότωσε και ανέκτησε την πατρίδα του.
Έπειτα σκέφτηκε πώς ο Βασιληάς Μάρκος δεν μπορούσε πεια να ζήση ευτυχισμένος δίχως αυτόν, και καθώς η ευγενικιά καρδιά του τού έδειχνε πάντοτε την πειο φρόνιμη απόφασι, εμάζεψε τους κόμητες και τους βαρώνους του, και τους μίλησε έτσι: «Άρχοντες του Λοοννουά, ανέκτησα αυτόν τον τόπο και εκδικήθηκα για τον Βασιληά Ριβαλάν με τη βοήθεια του Θεού και την δική σας. Όμως δυο άνθρωποι, ο Ρόχαλτ και ο Βασιληάς Μάρκος της Κορνουάλης υπεστήριξαν τ' ορφανό και το περιπλανώμενο παιδί, και οφείλω να τους ονομάζω πατέρες. Δεν έχω χρέος, το ίδιο, όπως απέδωκα στον πατέρα μου τα δικαιώματά του, να τ' αποδώσω και σ' αυτούς; Λοιπόν δυο πράγματα έχει ένας άνθρωπος σαν και μένα: τον τόπο του και το σώμα του. Στον Ρόχαλτ από δω, δίνω τον τόπο μου. Πατέρα, θα τον κρατήσης και ο γυιός σου κατόπιν θα τον κρατήση κατόπιν σου. Στον Βασιληά Μάρκο θα δώσω το σώμα μου. Θ' αφήσω αυτόν τον τόπο, αν και μου είναι πολύ αγαπητός, και θα πάω να υπηρετήσω τον κύριό μου τον Βασιληά Μάρκο της Κορνουάλλης. Αυτή είναι η σκέψις μου. Αλλά σεις, σαν πιστοί μου άρχοντες του Λοοννουά που είσθε, μου οφείλετε την συμβουλήν σας: Αν λοιπόν κανείς σας θέλη να μου συμβουλέψη άλλη, απόφασι καλλίτερη, ας σηκωθή κι' ας μιλήση!». Αλλά όλοι οι βαρώνοι τον παίνεψαν με δάκρυα στα μάτια, και ο Τριστάνος, παίρνοντας μαζύ του μόνον τον Γκορνεβάλη, έφυγε για τη χώρα του Βασιληά Μάρκου. Β'. Ο ΜΟΡΧΟΛΤ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ Όταν γύρισε ο Τριστάνος, ο Μάρκος και όλοι του οι βαρώνοι είχαν μεγάλο πένθος. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας αρμάτωσε μεγάλο στόλο για να λεηλατήση την Κορνουάλλη, αν ο Μάρκος εξακολουθούσε ν' αρνιέται, όπως τώκανε δω και δέκα πέντε χρόνια, να πληρώση ένα φόρο που έδιναν τον παληό καιρό οι
θα τα πάρη για να γίνουνε σκλάβοι μας. έπερναν με κλήρο απ' όλες της οικογένειες της Κορνουάλης τρακόσια παιδιά και τρακόσια κορίτσια δέκα πέντε χρονών. αυτή τη χρονιά. ότι σύμφωνα με παληές συνθήκες. θα δεχθώ την πρόκλησί του. ο Βασιληάς έστειλε στο Τινταγκέλ. παραγγέλνει να μου παραδώσης σήμερα τρακόσα αγόρια και τρακόσα κορίτσια δέκα πέντε χρονών. που θα τα διαλέξουμε με τον κλήρο απ' όλες της οικογένειες της Κορνουάλλης. για να μη πληρώση ο τόπος σας το φόρο. κάθε τέταρτη χρονιά. Σου παραγγέλνει να πληρώσης επί τέλους τον φόρο που του οφείλεις. Ο ένας έλεγε: «Κύτταξε. για να πάρη τη συμβουλή τους. θέλει να πολεμήση. Βασιληά Μάρκε — αν κανείς από τους βαρώνους σου θέλει ν' αποδείξη με μονομαχία ότι αυτός ο φόρος είναι άδικος. ο Μόρχολτ μίλησε έτσι: «Βασιληά Μάρκο. το ανάστημα του Μόρχολτ της Ιρλανδίας: είναι πειο δυνατός από τέσσερες . τον Μόρχολτ που είχε πάρει την αδελφή του γυναίκα και βασίλισσα. Ποιος από σας. άκουσε για τελευταία φορά το μήνυμα του Βασιληά της Ιρλανδίας και κυρίου μου. Άρχοντες της Κορνουάλλης. και χαμήλωναν τα κεφάλια. Αλλά ο Βασιλιάς Μάρκος με σφραγισμένα γράμματα είχε συγκαλέσει στην Αυλή του όλους τους βαρώνους του τόπου του. για να φέρη την παραγγελία του. καθώς πρέπει. Κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να νικήση τον Μόρχολτ σε μονομαχία. Το καράβι μου. Μολαταύτα — και δεν βγάνω έξω παρά μοναχά σένα. όταν οι βαρώνοι συναθροίσθηκαν στην θολωτή σάλα του ανακτόρου. ένα γίγαντα ιππότη.πρόγονοί του. Αλλά. αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Τινταγκέλ. οι Ιρλανδοί μπορούσαν να πέρνουν από την Κορνουάλην τον πρώτο χρόνο τρακόσες λίτρες χάλκωμα. Επειδή τόσον καιρό τώρα τον έχεις αρνηθή. δύστυχε. Λοιπόν μάθετε. το δεύτερο τρακόσες λίτρες καθαρό ασήμι και τον τρίτο τρακόσες λίτρες χρυσάφι. Λοιπόν. Την ωρισμένη μέρα. και ο Βασιληάς Μάρκος κάθησε στο θρόνο του.» Οι βαρώνοι κύτταζαν λαθραία ο ένας τον άλλο.
Ο Μόρχολτ μίλησε για τρίτη φορά.». Κοκόμοιρε το θάνατό σου γυρεύεις. . «Αί λοιπόν. — τόσα χρόνια τώρα που ο Βασιλιάς της Ιρλανδίας στέλνει το γίγαντα στους υποτελείς τόπους για να πηγαίνη τα μηνύματά του. Σώπαιναν πάντα εκείνοι. στο πέλαγος του Τινταγκέλ. άρχοντες της Κορνουάλης. έκοψε τα κεφάλια των πειο τολμηρών μαχητών. Αλλά όμως δεν πίστευα ότι αυτός ο τόπος κατοικείται μοναχά από σκλάβους». αγαπημένα παιδιά και αγαπημένα κορίτσια. Κύτταξε το σπαθί του: δεν ξέρεις ότι αυτό το σπαθί.». θέλει να δεχθή την πρόκλησί μου. Κι' όλοι σιωπούσαν. Ο Μόρχολτ έμοιαζε με γεράκι κλεισμένο στο κλουβί μαζύ με μικρά πουλάκια: όταν μπη εκεί μέσα όλα σωπαίνουν. αφού αυτή η απόφασις σας φαίνεται πειο τιμητική. Εκεί. Αλλά μήπως ο θάνατός μου θα σας έσωζε τάχα. Ο Μόρχολτ είπε πάλι: «Ποιος από σας. εγώ θα πολεμήσω». μεγεμένο. ωραίοι άρχοντες της Κουρνουάλλης. και είπε: «Βασιληά και κύριε. αν θέλης να μου κάνης αυτή τη χάρι. βάλτε τα παιδιά σας στον κλήρο και θα τα πάρω. Τότε ο Τριστάνος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιληά Μάρκου. Ήταν τόσο νεαρός ιππότης: εις τι θα του εχρησίμευεν η τόλμη του. Και η δόξα ότι ανάλαβε τον αγώνα αυτό θα φωτίση όλη τη γενιά του». για να γίνετε σκλάβοι. Άδικα ο Βασιληάς Μάρκος θέλησε να του αλλάξη ιδέα. Του προσφέρω μια ωραία μάχη: σε τρεις ημέρες θα πάμε με βάρκες στο νησί του Αγίου Σαμψών.ρωμαλέους άντρες. Ο άλλος συλλογιζότανε: «Σας ανάστησα. ο ιππότης σας κ' εγώ θα παλαίψουμε ολομόναχοι.
Την ωρισμένη μέρα.Αλλά ο Τριστάνος έδωσε την πρόκλησί του στο Μόρχολτ. Ο Μόρχολτ είχε υψώσει στο κατάρτι του ένα πανί από πλούσια πορφύρα. με κλάμματα και ευχές. και ντροπή για τον εαυτό τους. ετράβηξαν μέσα στο νησί. «Υποτελή. και κάθησε να του φορέσουν την πανοπλία του για τη μεγάλη περιπέτεια. ο Τριστάνος ετοποθετήθη στο μεταξωτό βυσσινί πάπλωμα. Εφόρεσε το θώρακα και την περικεφαλαία από μελανό ατσάλι. ερεθιζόμενοι για τη μάχη με υβριστικά λόγια. έλεγαν. «Α! Τριστάνε. απάντησε ο Τριστάνος. όταν ο Τριστάνος πηδώντας κι' αυτός στη στεριά έσπρωξε με το πόδι τη δική του κατά τη θάλασσα. Τρεις φορές όμως φάνηκε ότι ο θαλασσινός άνεμος έφερνε στην παραλία μια μανιασμένη κραυγή. Κανείς δεν είδε τη φοβερή μάχη. γιατί στην καρδιά του ανθρώπου η ελπίδα ζη με το τίποτε. και όλοι. οι βαρώνοι και οι άνθρωποι του λαού. Η καμπάνες χτυπάνε. Και γιατί δεν κράτησες την βάρκα σου. — Υποτελή. για ποιο λόγο. συνοδεύουν τον Τριστάνο ως την παραλία. γέροι. και γυναίκες. μέσα. Δεν του φτάνει μια βάρκα. Τότε. Πρώτος έφτασε στο νησί. Ήλπιζαν ακόμη. όπως εγώ. Έδενε τη βάρκα στην παραλία. Ο Τριστάνος ανέβηκε μονάχος σε μια βάρκα και τράβηξε κατά το νησί του Αγίου Σαμψών. Οι βαρώνοι έκλαιγαν από λύπη για τον αντρείο. τι κάνεις εκεί. Και οι δύο. Ένας από τους δυο μας θα φύγη μονάχος του από δω. δείχνοντας το πένθος τους.». παιδιά. η γυναίκες χτυπούσαν . Ο θάνατός μου θάρριχνε λιγώτερο πένθος στη χώρα». είπε ο Μόρχολτ. για τι να μη δεχτώ καλλίτερα εγώ αυτόν τον αγώνα. και κείνος την εδέχτη. τολμηρέ βαρώνε.
Άλλοτε. Τρυφερά τον υποδέχοντο. των κωδωνοκρουσιών. Ένα κομμάτι της λάμας έμεινε βυθισμένο στα κεφάλι του. Ξεφωνητά απελπισίας αντηχήσανε: «Ο Μόρχολτ! Ο Μόρχολτ!» Αλλά καθώς μεγάλωνε. το πορφυρό ιστίο: Ήταν η βάρκα του Ιρλανδού. κι' αν είχε πληγωθή . και τ' αγόρια έτρεχαν κατ' απάνω του κολυμπώντας. — τόσο μεγάλο θόρυβο που ούτε τους κεραυνούς του Θεού δε θα μπορούσε κανείς ν' ακούση — όταν ο Τριστάνος έφθασε στο ανάκτορο. κ' ενώ η μητέρες γονατιστές του φιλούσαν τα σιδερένια παπούτσια. γελούσαν. στο βάθος.τα χέρια τους. έπεσε μισολιπόθυμος στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. Ήτανε ο Τριστάνος. και την αδερφή του την Βασίλισσα. ενώ οι σύντροφοι του Μόρχολτ. η βάρκα. τα ελευθερωμένα παιδιά τον εχαιρέτιζαν με μεγάλες κραυγές κινώντας πράσινα κλαδιά. πλησιάζοντας. και καθώς ξαφνικά την εσήκωσε στην κορυφή του ένα κύμα. Ο αντρείος επήδησε αλαφρά στην ακτή. Έπειτα ανέβη κατά το Τινταγκέλ. Αλλά όταν. τους ανθρώπους του που τον χαιρετούσαν με ζητωκραυγές. των σαλπίγγων και των κεράτων. Κατά το δείλι. ο Μόρχολτ χαιρότανε βλέποντας μεζεμένους πλήθος. Πάρτε. Αμέσως είκοσι βάρκες πέταξαν να τον συναντήσουν. αυτό το κομμάτι το ατσάλι: είνε ο φόρος της Κορνουάλλης!». Εν μέσω μεγάλης λύπης. όταν έμπαινε στο λιμάνι του Βάιζεφορ. που η καλλονή της άρχιζε να λάμπη σαν απαλή αυγή. κι' από τα παράθυρα έβγαιναν η γυναίκες. Δέτε: το σπαθί μου είναι τσακισμένο στην άκρη. ο Μόρχολτ επολέμησε καλά. εφώναξε στους συντρόφους του Μόρχολτ: «Άρχοντες της Ιρλανδίας. Δυο σπαθιά κρατούσε στα χέρια. Και το αίμα έτρεχε από της πληγές του ποτάμι. που έφευγε από το νησί. και την Ιζόλδη την ανηψιά του με τα χρυσά μαλλιά. μαζεμένοι παράμερα μπρος στης σκηνές τους. φάνηκε. φάνηκε ένας ιππότης που στεκότανε όρθιος στην πλώρη. άρχοντες. οι σύντροφοι του Μόρχολτ έφθασαν στην Ιρλανδία. μέσα στο θόρυβο και τον ενθουσιασμό των ασμάτων. Στο πέρασμά του.
μητέρα και κόρη. καταμόναχο. πολύτιμο σαν αγιοθήκη. τον Γκορνεβάλη. Αλλά τώρα πεια τι μπορούσαν να χρησιμεύσουν η μαγικές συνταγές. Αλλά τι μπορεί η αγάπη σας. που μόνοι μπορούσαν κ' έμεναν στο προσκέφαλό του: η αγάπη τους υπερνικούσε τη φρίκη. ωραίε θείε. ξανάλεγαν ατελείωτα το παινετικό μοιρολόγι του νεκρού και ρίχνανε την ίδια κατάρα κατά του φονηά. το γνωρίζω. Σε ποιον τόπο. δεν ξέρω. ο Τριστάνος έλυωνε: φαρμακωμένο αίμα έτρεχε από της πληγές του. Όχι. τον άφησαν στη φύλαξι του Θεού. και τα φίλτρα όλα. ότι θα δίνατε την ζωή σας για τη δική μου. Και με τη σειρά της μία μία γυναίκα έπαιρνε το μοιρολόγι. μένα που έσωσα την τιμή του τόπου σας. . Οι γιατροί είπαν ότι ο Μόρχολτ είχε βυθίσει στη σάρκα του δηλητηριασμένο ξίφος. και τα βότανα τα μαγεμένα στην κατάλληλη ώρα. Ήτανε κει νεκρός. ως κυνηγός. Και σκυμμένες απάνω στο πελώριο πτώμα. ραμένος μέσα σε δέρμα ελαφιού. στην παραλία. αλλά κει που ίσως θα βρω τη γιατρειά μου. Μια τόσο απαίσια βρώμα έβγαινε από της πληγές του. Επί τέλους ο Τριστάνος είπε και τον μετέφεραν σε μια καλύβα χτισμένη απόμερα. και ως υποτελής».πουθενά τον εγιάτρευαν: γιατί ήξεραν τα βάλσαμα και τα γιάτρια που ανασταίνουν πληγωμένους ομοίους με νεκρούς. ώστε και οι πειο αγαπημένοι του φίλοι έφευγαν από κοντά του. Αλλά στο Τινταγκέλ. και το κομμάτι του εχθρικού σπαθιού έμενε ακόμη βυθισμένο στο κεφάλι. και τον Νανάς ντε Λιντάν. Πρέπει να πεθάνω. ωραίε θείε. Κατάκοιτος μπρος στα κύματα περίμενε το θάνατο. ως αρπιστής. και η καρδιά μου είναι τολμηρή ακόμη. και καθώς με τα φάρμακά τους και τη θεριακή τους δεν μπορούσαν να τον κάμουν καλά. η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε να μισή το όνομα του Τριστάνου του Λοοννουά. μακρυά. Μολαταύτα είνε γλυκό πράγμα να βλέπη κάνεις τον ήλιο. Από κείνη την ημέρα. Βασιληά Μάρκε. Σκεφτότανε: «Μ' εγκαταλείψατε λοιπόν. Η Ιζόλδη η Ξανθή το έβγαλε και τώκλεισε σ' ένα φιλντισένιο κουτί. όλοι εκτός από τον Βασιληά Μάρκο. Και ίσως μια μέρα θα σας υπηρετήσω ακόμη. Θέλω ν' αρμενίσω στην άγνωστη θάλασσα… Θέλω να με πάνε τα κύματα μακρυά.
έσπρωξε προς το πέλαγος τη βάρκα που ήτανε κατάκοιτος μέσα ο αγαπημένος του γυιός· και η θάλασσα τον επήρε και τον τράβηξε. ο Τριστάνος για να γλυκαίνη τον πόνο του έπαιζε με την άρπα. είπαν μέσα τους. για να ρίξουν τα δίχτυα στα βαθειά. Επί τέλους. Κάποτε. Ακίνητοι. έτσι και ο Γκορνεβάλης. Τι να τα κάνη τα πανιά που τα χέρια του δε θα μπορούσαν να τα σηκώσουν. Με τα πρώτα θαμπά φώτα της αυγής παρατήρησαν την περιπλανημένη βάρκα. Και τι το σπαθί. και τράβαγαν με τα κουπιά. Τι να τα κάνη τα κουπιά. με τα κουπιά κρεμασμένα απάνου από τα κύματα. άκουγαν. ρίχνουν από το κατάστρωμα στη θάλασσα το πτώμα κάποιου παληού τους συντρόφου. με τρεμουλιαστά χέρια. κι' όταν επλεύρισαν. τα χέρια του Τριστάνου είχανε πέσει νεκρά απάνω στης χορδές που έφρισσαν ακόμη. Εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες η θάλασσα τον έφερνε αλαφρά. Όπως οι ναυτικοί. που στο τέλος ο Βασιληάς Μάρκος τούκανε το θέλημά του. ζωηρή και δυνατή. που κυλούσε απάνου στα κύματα. Ακριβώς εκείνη τη νύχτα κάτι ψαράδες είχαν αφήσει το λιμάνι. που πήγαινε στην τύχη και τίποτα δε φαινότανε να ζη μέσα εκτός από τη φωνή της άρπας. Τον έφερε σε μια βάρκα δίχως πανιά και δίχως κουπιά. στα μεγάλα ταξίδια. Πήραν τα κουπιά και τράβηξαν γρήγωρα για να φθάσουν τη βάρκα.Παρακάλεσε τόσο θερμά. μια υπερφυσική μουσική εσκέπαζε το καράβι του Αγίου Βρεντάν όταν αρμένιζε κοντά στα Νησιά της Τύχης απάνω σε μια θάλασσα άσπρη όπως το γάλα». Και ο Τριστάνος θέλησε να του βάλουν μονάχα κοντά του την άρπα του. . όταν ξαφνικά άκουσαν μια γλυκειά μελωδία. Μα όσο επλησίαζαν. «Έτσι. στο τέλος έπαψε. χωρίς να το καταλάβη. η θάλασσα τον έφερε κοντά σε μια παραλία. η μελωδία αδυνάτιζε. Τον επεριμάζεψαν και γύρισαν ατό λιμάνι για να παραδώσουν τον πληγωμένο στην σπλαχνική κυρία τους που ίσως θα μπορούσε να τον γιατρέψη.
Πειραταί είχαν προσβάλει το καράβι. Έφυγε κρυφά. Μόνη αυτή. Γνωρίζοντας ότι ο Βασιληάς μελετούσε να γεράση άτεκνος για ν' αφήση την χώρα του στον Τριστάνο. Αλλά μόνη αυτή μέσα σ' όλες της γυναίκες ήθελε το θάνατό του. όπου κοίτονταν νεκρός ο Μόρχολτ. . Η ΩΡΑΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΛΛΙΑ Μέσ' την αυλή του Βασιληά Μάρκου ήτανε τέσσερες βαρώνοι — οι πειο άπιστοι των ανθρώπων — που μισούσαν με μαύρο μίσος τον Τριστάνο για την αντρεία του και για την τρυφερή αγάπη που του είχε ο Βασιληάς. κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγη. Όταν ο Τριστάνος. μια μέρα παρουσιάστηκε πάλι μπρος στον Βασιληά Μάρκο. γνωρίζοντας τα φίλτρα. Τον πίστεψαν. Λοιπόν ο Δούκας Αντρέ ήταν όπως και ο Τριστάνος. και ταξίδευε μ' ένα εμπορικό καράβι για την Ισπανία όπου ήθελε να μάθη να διαβάζη στ' αστέρια. ζωογονημένος από τα γιατρικά της. Γοντοΐν. Αλλά τολμηρός ακόμη. Και ξέρω καλά να σας ξαναπώ τα ονόματά τους: Αντρέ. ανέλαβε και ξαναύρε της αισθήσεις του. Κανείς από τους συντρόφους του Μόρχολτ δεν ανεγνώρισε τον ωραίο ιππότη του Νησιού Αγίου Σαμψών. Τόσο άσχημα το φαρμάκι είχε παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του. Αλλά όταν. ανηψιός του Βασιληά Μάρκου. μπορούσε να σώση τον Τριστάνο. κι' άρχιζε στα ξανανεωμένα μέλη του να φαίνεται η χάρη και η δύναμη. και η κυρία τους ήτανε η Ιζόλδη η Ξανθή. κατάλαβε ότι τα κύματα τον είχαν ρίξει σ' ένα τόπο γεμάτο κινδύνους. ο φθόνος τους άναψε και με ψέμματα ερέθιζαν κατά του Τριστάνου τους Άρχοντες της Κορνουάλλης. προκειμένου να υπερασπισθή τη ζωή του. η Ιζόλδη με τα χρυσά μαλλιά τον είχε σχεδόν όλως διόλου γιατρέψει. κι' αυτός πληγωμένος ξέφυγε μ' αυτή τη βάρκα.Αλλοίμονο! Αυτό το λιμάνι ήτανε το Βάιζεφορ. έπειτα από σαράντα μέρες. Γ'. και Ντενοαλέν. Γκενελόν. Διηγήθη ότι ήτανε τραγουδιστής. Κι' έπειτα από χίλιους κινδύνους. μπόρεσε γρήγωρα να βρη ωραία πονηρά λόγια.
» . που πολύ τον ντρόπιαζε η υποψία ότι αγαπούσε το θείο του με υστεροβουλία. και μαγεμένη είναι η άρπα του που κάθε μέρα σταλάζει δηλητήρια μέσ' την καρδιά του Βασιληά Μάρκου. καθώς λένε.«Πόσα θαύματα στη ζωή του! έλεγαν οι άπιστοι. Ο Βασιληάς αντιστεκότανε και έκανε όρκους ότι όσο ζούσε ο αγαπημένος του ανηψιός. ώστε να υποκριθώ. Ασφαλώς είναι κάποιος μάγος. Ναι. που θα τούδινε νόμιμους κληρονόμους. σχεδόν πεθαμμένος. να του στήσουν πόλεμο. να ταξιδέψη καταμόναχος μέσα στη θάλασσα. άνδρες με μεγάλη γνώσι και μπορείτε καλά να κρίνετε αυτά τα θαύματα. θα πηγαίνανε στους πύργους των. Πώς μπόρεσε να δαμάση αυτή την καρδιά με τη δύναμι και τα θέλγητρα της μαγείας. Τότε ο Βασιληάς έβαλε προθεσμία στους βαρώνους του: σε σαράντα μέρες θάλεγε την απόφασί του. και συλλογιζότανε θλιμμένος: «Πού να βρω λοιπόν κάποια βασιλοπούλα πάρα πολύ μακρυνή. άρχοντες. και τα εδάφη σας θα εξαρτώνται από ένα μάγο!» Έπεισαν τους πειο πολλούς βαρώνους: γιατί πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν ότι όσα ανήκουν στην εξουσία των μάγων. Έπειτα σε ποιον τόπο μάγων κατώρθωσε να βρη φάρμακο για της πληγές του. άρχοντες. Οι μάγοι μπορούν μοναχά. Θα γίνη Βασιληάς. μα μονάχα να υποκριθώ. άρχοντες. μπορεί και η καρδιά να τα κατορθώση με τη δύναμι της αγάπης και της τόλμης. καμμιά βασιλοπούλα δε θα γινότανε γυναίκα του. θα μπορούσε να διευθύνη μια βάρκα χωρίς πανιά και χωρίς κουπιά. Αλλ' είσαστε. Αλλά και ο Τριστάνος. τον ηπείλησε: ότι αν ο Βασιληάς δεν κάνη το θέλημα των βαρώνων. Αν αρνιότανε. Ποιος από μας. θάφευγε από την αυλή και θα πήγαινε να υπηρετήση τον πλούσιο Βασιλέα της Γαβοΐας. Αλλά με ποιες μαγείες κατώρθωσε. ποτέ. Την ωρισμένη μέρα μόνος μέσ' το δωμάτιο του τους περίμενε νάλθουν. πως τη θέλω για γυναίκα. η βάρκα του ήταν νεράιδα καθώς και το ξίφος του. Γι' αυτό οι βαρώνοι επίεσαν τον Βασιλέα Μάρκο να πάρη γυναίκα μια βασιλοπούλα. Ενίκησε τον Μόρχολτ: να ένα ωραίο ανδραγάθημα.
Έπειτα τρομαγμένα ξαφνικά. Αλλά μάταια ετοίμασες αυτό το τέχνασμα: Θα πάω να ζητήσω την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. μπήκαν μέσα και εμαλώνανε. Οι βαρώνοι κατάλαβαν ότι τους εκορόιδευε. Αλλά ο Τριστάνος. θυμήθηκε την Ιζόλδη την Ξανθή. πειο λεπτή από κλωστή μεταξωτή. — Κι' από που. κυττάζοντας τη χρυσή τρίχα. και μάθετε ότι δε θέλω καμμιά άλλη. και λαμπρή σαν ακτίνα του ήλιου. βαρώνοι. παίρνοντάς την στα δάκτυλά του. Μάθετε ότι το διάβημα είναι επικίνδυνο και ότι θα είναι δυσκολότερο να γυρίσω από τον τόπο της παρά από . Ποια διάλεξες λοιπόν. έρχεται αυτή η χρυσή τρίχα. Ο Μάρκος. Δε βλέπεις ότι η υποψίες των αρχόντων από δω με εξευτελίζουν. Αυτά ξέρουν από ποιον τόπο». Εκύτταζαν τον Τριστάνο με πείσμα. — Και βέβαια θέλουμε. θα πάρω γυναίκα. από την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. Μόνον όμως αν θέλετε να ζητήστε εκείνη που διάλεξα. εχαμογέλασε και μίλησε έτσι: «Βασιλέα Μάρκε. ωραίε άρχοντα. άρχοντες. Γιατί τον υπωπτευόντανε ότι αυτός είχε συμβουλέψει την πανουργία. Δυο χελιδόνια μου την έφεραν.Εκείνη τη στιγμή από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε προς τη θάλασσα. έγιναν άφαντα. ωραίε άρχοντα. δυο χελιδόνια πούχτιζαν τη φωληά τους. — Έρχεται. — Διάλεξα εκείνη που έπεσε από τα μαλλιά της αυτή η χρυσή τρίχα. Αλλά από τα ράμφη τους ξέφυγε μια μακρυά γυναικεία τρίχα. κακά και άδικα φέρεσαι. εκάλεσε μέσα τους βαρώνους και τους είπε: «Για να σας κάμω τη χάρι.
και δεν ήξερε πώς να κάνη. και ξέρανε καλλίτερα να ρίχνουν τους κύβους παρά να μετράνε το σιτάρι. για ποιον τόπο να βάλω πλώρη. κρασί. Πρώτα-πρώτα ο Τριστάνος έπεισε τους ανθρώπους του Βάιζεφορ ότι οι σύντροφοι του ήτανε έμποροι από την Αγγλία κι' είχαν έλθει για ειρηνικό εμπόριο. τράβα κατά την Ιρλανδία. ότι έπειτα από τον φόνο του Μόρχολτ ο Βασιληάς της Ιρλανδίας κυνηγούσε τα πλοία της Κορνουάλλης. ο Τριστάνος φοβώτανε μη τους ανακαλύψουν. ωραίε θείε. καθώς οι παράξενοι αυτοί εμπόροι όλη την ημέρα έτρεχαν στα ευγενικά παιχνίδια. βελούδο. εκτός από τον Γκορνεβάλη. Αλλά και πάλι θέλω. Δεν ήξερε ο Τριστάνος. διαλεγμένους μέσα στους πειο αντρείους. και πορφύρα. Αλλά κάτω από τη γέφυρα του καραβιού έκρυβαν της πλούσιες στολές από διάχρυσο ύφασμα. Αλλά. — Φίλε. Για να ξέρουν οι βαρώνοι σου αν σ' αγαπάω με πιστή και τίμια αγάπη. ώστε να μοιάζουν με εμπόρους. Κι' όσους ναυτικούς έπιανε. Μολαταύτα ο πιλότος υπάκουσε και έπλευσε στον επικίνδυνο τόπο. και το γέμισε με στάρι. ερώτησε ο πιλότος: «Ωραίε άρχοντα. να βάλω προς χάρι σου το σώμα μου και τη ζωή μου στο ρεφούδο. μέλι. και τους έβαλε και φόρεσαν κοντοκάπια και μαντύες από χοντρά πρόστυχα πανιά. που αρμόζουν στους απεσταλμένους ενός Βασιληά ισχυρού και μεγάλου. . Όταν το καράβι μπήκε στο πέλαγος. Ανατρίχιασε ο πιλότος. εκατό ιππότες από μεγάλες γενιές. κάνω αυτόν τον όρκο: ή θα πεθάνω σ' αυτήν την επιχείρησι ή θα φέρω 'δώ στο ανάκτορο του Τινταγκέλ τη Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά». Αρμάτωσε ένα ωραίο καράβι. στο ζατρίκι. Πήρε μαζύ του. τους κρεμούσε σε δίκρανα. και στο τάβλι. και άλλες καλές τροφές. κατευθείαν για το λιμάνι του Βάιζεφορ».το νησί που σκότωσα τον Μόρχολτ.
— Και βέβαια. και θάτανε ώμορφο νάβλεπε κανείς από αυτό το καράβι των εμπόρων να βγαίνη τόσο πλούσιο πολεμικό άτι και τόσο υπερήφανος καβαλλάρης. μη με ειρωνεύεσθε. πέντε άνδρες ξεχύθηκαν στο δρόμο. είπεν ο Τριστάνος. δεν ξέρω. κυρία. αν δε δώσουν. Οπλίζεται μυστικά. αυτή η φωνή που άκουσα. Κανείς δεν μπορεί να μπη. κύριε. Το βέβαιο είναι. με τα χαλινάρια αμπολημένα. ωραίε και γλυκέ μου κύριε. Κάθε μέρα κατεβαίνει από τη σπηλιά του και στέκεται σε μια από της πύλες της Πολιτείας. άκουσε μια φωνή τόσο τρομερή που θάλεγε κανείς ότι ήταν η κραυγή κάποιου δαίμονα. Μη μου το κρύβετε. γιατί μόλις είχε χαράξει. Αλλά το τέρας τους έφαγε όλους». κ' έτσι κανείς δεν είδε τον αντρείο να καλπάζη κατά το μέρος που τούδειξε η γυναίκα. και έφευγαν κατά .Λοιπόν. — Αλήθεια. φρικαλέο και καταπληκτικό. κανείς να βγη. Σπηρούνιζαν τάλογά τους. αλλά πέστε μου αν θα μπορούσε ένας άντρας γεννημένος από μάννα να πολεμήση το θεριό και να το σκοτώση. Ξαφνικά. στο δράκοντα μια τρυφερή κόρη. πρώτα. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας εδήλωσε με το δημόσιο κήρυκα ότι θα δώση την κόρη του την Ιζόλδη την Ξανθή σε όποιον σκοτώση το τέρας. Φώναξε μια γυναίκα που περνούσε στο λιμάνι: «Πέστε μου. Ο Τριστάνος αφήνει τη γυναίκα και γυρίζει στο καράβι του. κατά τα ξημερώματα. — Κυρία. ότι είκοσι δοκιμασμένοι ιππότες δοκίμασαν μέχρι τώρα. Κι' όταν την πάρη στα νύχια του την καταπίνει σε λιγώτερη ώρα απ' όση χρειάζεται κανείς για να πη τον πάτερ ημών. Βγαίνει από το πειο αγέρωχο και το πειο φρικτό θηρίο που υπάρχει στον κόσμο. δίχως ψέμμα. από πού βγαίνει. Ποτέ δεν είχεν ακούσει ζωντανό να μουγκρίζη με τέτοιον τρόπο. θα σας το πω. ένα πρωί. Αλλά το λιμάνι ήταν έρημο.
Είχε κεφάλι πελωρίου φειδιού. ώστε κείνο. χωρίς όμως ούτε το τομάρι να σκίση. Ρίχνει να νύχια του στην ασπίδα και τη σκίζει. το φρικτό μουγκρητό του και ψοφάει. κέρατα στο κούτελο. Το κοντάρι του Τριστάνου χτυπάει απάνου στα χοντρά λέπια και γίνεται κομμάτια. Δεν μπορεί να το πληγώση. ωραίε κύριε! είπεν ο Τριστάνος. και το σώμα του ήταν λεπιδωτό. και τον εσταμάτησε. Από ποιο δρόμο έρχεται ο δράκοντας. με της τρίχες ολόρθες από τον τρόμο. Ο Τριστάνος έρριξε κατά πάνω του το άτι με τέτοια δύναμι. — Ο Θεός να σας σώση. τ' άλογο του κυλιέται χάμου και ψοφάει. και χτυπάει το θεριό στα πλευρά με τόση δύναμι που σείεται ο αέρας. το σηκώνει. Τότε ο Δράκοντας ξέρασε από τα ρουθούνια ένα διπλόν πίδακα φαρμακερές φωτιές: Ο θώρακας του Τριστάνου μαυρίζει σαν σβυμένο κάρβουνο. νύχια λέοντα. ώρμησε μολαταύτα κατά του τέρατος. Αλλά ο Τριστάνος ξανασηκώνεται αμέσως και χώνει το γερό ξίφος του μέσα στο στόμα του θηρίου: το ξίφος περνάει πέρα για πέρα και του κόβει την καρδιά στα δύο. ο Τριστάνος τον άφησε. σημαδεύει πάλι με το σπαθί. Με το στήθος ξέσκεπο ο Τριστάνος. Μολαταύτα το θεριό αισθάνθηκε τα χτυπήματα. ουρά ερπετού.την πόλι. Αλλά το διαλυμένο δηλητήριο που . και το κατεβάζει στο κεφάλι του δράκοντα. μια τελευταία φορά. για να πιή. Τότε ο αντρειωμένος τραβάει το σπαθί του. Έπειτα. Το τέρας επλησίαζε. μάτια κόκκινα σαν κάρβουνα αναμμένα. αυτιά μακρυά και τριχωτά. τράβηξε. Ο Τριστάνος έπιασε στο πέρασμα ένα απ' αυτούς από τα ορθωμένα κόκκινα μαλλιά τόσο δυνατά ώστε αναποδογύρισε στα καπούλια του αλόγου του. Άδικα. ζαλισμένος από τον καυτερό καπνό. Ο Τριστάνος τούκοψε την γλώσσα και την έβαλε μέσα στη μπότα του. Ο δράκοντας βγάζει. σ' ένα λάκκο με νερό στάσιμο που έβλεπε να γυαλίζη λίγο πάρα πέρα.» Και όταν ο φυγάς τούδειξε το δρόμο.
ο αυλάρχης Αγκυγκεράν θάδινε αποδείξεις της νίκης του. ακολουθούμενος από τους τέσσερες συντρόφους του. Βεβαίως. τον ξανθό Περινίς.βγήκε από την γλώσσα του τέρατος άναψε απάνου στο σώμα του. πρώτα γέλασε ώρα πολλή κ' έπειτα έκλαψε. το νεκρό άλογο. Μολαταύτα μη θέλοντας και να τον αδικήση έστειλε παραγγελία στους υποτελείς του να συναθροισθούν σε τρεις ημέρες στην αυλή του. και την Βραγγίνα. ότι ο φυγάς με τα σηκωμένα κόκκινα μαλλιά ήταν ο Αγκυγκεράν ο Ρούσσος. Όταν η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε ότι θα την έδιναν γυναίκα σ' αυτόν το θρασύδειλο. και ο αντρείος έπεσε λιποθυμισμένος στα ψηλά χορτάρια που ήσαν γύρω από τον βάλτο. και ζήτησε την ωραία αμοιβή που είχε υποσχεθή. Ήτανε δειλός. Έπειτα ηύρε το θερίο χωρίς κεφάλι και το νεκρό άλογο: δεν ήτανε σελωμένο κατά τα έθιμα της Ιρλανδίας. την σπασμένη ασπίδα. τώφερε στον Βασιλέα. Τότε έκοψε το κεφάλι του τέρατος. ετόλμησε να γυρίση πίσω. κι' ότι γύρευε την Ιζόλδη την Ξανθή. και σκέφτηκε ότι ο νικητής θα πέθανε κι' όλα κάπου. Εκεί εμπρός στο συνέδριο των αρχόντων. Ηύρε τον δράκοντα σκοτωμένο. πήρε μαζύ της τον ακόλουθό της. Λοιπόν μάθετε. Ο Βασιλέας δεν πίστεψε καθόλου στο ανδραγάθημα. Μολαταύτα σαν άκουγε από πολύ μακρυά το μουγκρητό του. κάποιος ξένος είχε σκοτώσει τον δράκοντα. . ώστε κάθε πρωί παραμόνευε για να σκοτώση το θερίο. αυλάρχης του Βασιλέα της Ιρλανδίας. Εκείνη την ημέρα. και οι τρεις μαζύ πήγαν καβάλλα μυστικά κατά την σπηλιά του θερίου. μέχρις ότου η Ιζόλδη παρατήρησε στο δρόμο κάτι ίχνη με περίεργο σχήμα. αλλά τόση είναι η δύναμις της αγάπης. την νεαρά υπηρέτρια και σύντροφό της. Ζούσε όμως ακόμη. Αλλά την άλλη μέρα καθώς υποπτευότανε την απάτη. ο ήρωας έφευγε.
Μήπως έκανα τάχα τίποτε που να μη στέκη. ο ιππότης μου θα πολεμήση καλά και γερά». Εκεί η Ιζόλδη αφηγήθη την περιπέτεια στη μητέρα της. σε δυο μέρες να του αποδείξης το άδικό του με μονομαχία. μέσ' τα χορτάρια του βάλτου η Βραγγίνα είδε να λάμπη το κράνος του αντρειωμένου. Μην . είδε πόσο ήταν ωραίος. Τότε η Βασίλισσα της Ιρλανδίας ξύπνησε τον πληγωμένο με κάποιο βότανο. η προθεσμία είναι μικρή. η φαρμακωμένη γλώσσα του δράκοντα έπεσε από την μπότα. Ίσως θα την κατακτήσω παλαίβοντας τώρα και προς τον αυλάρχη». Όμως. γνωρίζω ότι συ πραγματικώς σκότωσες το θεριό. ο Περινίς. Θα μπορέσης. και της εμπιστεύτηκε τον ξένο. άρχισε να χαμογελάη. η Ιζόλδη η Ξανθή του ετοίμασε μπάνιο και απαλά άλειψε το σώμα του με ένα φίλτρο που είχε φτιάσει η μητέρα της. ένας άπιστος. — Βασίλισσα. «Γιατί τάχα να γέλασε αυτός ο ξένος. ένας τιποτένιος. αν η αντρεία του είναι ίση με την ωμορφιά του. Καθώς η Βασίλισσα του έβγαζε την πανοπλία του. και του είπε: «Ξένε. Ο Περινίς τον πήρε στο άλογό του και τον επήγε μυστικά στην αίθουσα των γυναικών. Την άλλη μέρα. και ζητάει γι' αμοιβή την κόρη μου την Ιζόλδη την Ξανθή. Η Ιζόλδη το πρόσεξε και είπε μέσα της. και η Βραγγίνα έψαξαν πολλή ώρα: στο τέλος. είπεν ο Τριστάνος. την εκύτταζε και σκεπτόμενος ότι είχε κατακτήσει την Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά.Η Ιζόλδη. Αλλά ο Τριστάνος ζωογονημένος από τη ζέστα του νερού και τα δυνατά αρώματα. ο αυλάρχης μας. Έρριξε τα μάτια της στο πρόσωπο του πληγωμένου. Ανέπνεε ακόμη. και συλλογίστηκε: «Σίγουρα. Τότε πλούσια τον επεριποιήθη η Βασίλισσα και του ετοίμασε αποτελεσματικά φάρμακα. Κατάκτησα την Ιζόλδη παλαίβοντας προς το δράκοντα. Αλλά βέβαια σε δυο μέρες θα μπορέστε να με γιατρέψετε. τούκοψε το κεφάλι.
Το πνεύμα του όμως έμεινε ευκίνητο. Κι' αυτός ο θώρακας δυνατός. Ενώνει το κομμάτι με το ξίφος στο μέρος που ήτανε τσακισμένο: μόλις που μπορούσε να διακρίνη το ίχνος του τσακίσματος. όπως πρέπει σ' έναν τολμηρό βαρώνο». σκέφτηκε. Πήρε το ξίφος από την λαβή. Κυττάζει το σχήμα του τσακίσματος: μήπως τάχα είναι το ξίφος που έσπασε μέσα στο κεφάλι του Μόρχολτ. γερή και σίγουρη. «Βέβαια ωραίο σπαθί κι' αυτό. και θέλει να βεβαιωθή.παραμέλησα καμμιά από της περιποιήσεις που μια κόρη ώφειλε να του κάμη. Το σώμα του ήταν ακόμη σαν παράλυτο. του αγαπημένου μου θείου. έχεις δικαίωμα απάνω στη ζωή μου αφού δυο φορές μου την έσωσες και μου . Τρέχει στο δωμάτιο όπου φύλαγε το ατσαλένιο κομμάτι που είχαν άλλοτε βγάλει από το κρανίο του Μόρχολτ. ίσως να γέλασε επειδή ξέχασα να γυαλίσω τα όπλα του που τα μαύρισε το δηλητήριο». του φώναξε: «Είσαι ο Τριστάνος του Λοοννουά. τη ματωμένη λάμα. Ναι. μάθε ότι δεν έχεις μοναχά την εξουσία. ο φονηάς του Μόρχολτ. άκουσε. αλαφρός. Μα. για να την καθαρίση. Τόσο καλά εφαρμόζανε! Τότε ώρμησε κατ' απάνου στον Τριστάνο και στριφογυρίζοντας γύρω από το κεφάλι του πληγωμένου το μεγάλο σπαθί. θα πεθάνω. Πήγε λοιπόν στο μέρος όπου είχαν αποθέσει τα όπλα του Τριστάνου: «Αυτή η περικεφαλαία είνε από καλό ατσάλι. άξιος να τον φορή ένας ήρωας». για να μην έχης βαρειές τύψεις. Διστάζει. Πέθανε λοιπόν τώρα και συ με τη σειρά σου! Ο Τριστάνος προσπάθησε να συγκρατήση το χέρι της: άδικα. Βλέπει ότι έχει ένα μεγάλο τσάκισμα. Βγάζει από το πλούσιο φυκάρι. κυττάζει πάλι. Βασιληά κόρη. Μίλησε λοιπόν με τέχνη: «Έστω. αλλά και το δικαίωμα να με σκοτώσης. Ναι.
ραμμένη μέσα στης χρυσές κλωστές του επενδύτη μου. Η χρυσές κλωστές ξέβαψαν. Δεν με προεκάλεσε. κόρη Βασιληά. αν σκέπτεσαι ότι θα σε παινέσουν και θα δοξασθής γι' αυτό. Δεν ώφειλα να υπερασπίσω το σώμα μου. Σκότωσέ με λοιπόν. Α! δίχως άλλο. έχεις δικαίωμα στη ζωή μου. Πίστεψα ότι ερχόντανε να μου αναγγείλουν ειρήνη και αγάπη. είπεν ο Τριστάνος. Αλλά μια μέρα δυο χελιδόνια πέταξαν μέχρι το Τινταγκέλ κ' έφεραν μια τρίχα από τα χρυσά μαλλιά σου. έτσι και συ τώρα με τη σειρά σου. Α! κόρη. Μήπως σκότωσα τον Μόρχολτ με προδοσία. Να γιατί αντιμετώπισα το θερίο και το φαρμάκι του. Μια φορά. αλλά όχι και η χρυσή τρίχα των μαλλιών σου». για ωραία εκδίκησι καυχήθηκεςν να πάρης σκλάβα σου εκείνη που ο Μόρχολτ περισσότερο απ' όλες αγαπούσε… — Όχι. τρυφερή κόρη. — όπως ο Μόρχολτ ήθελε τότε να πάρη στο καράβι του τα τρυφερά κορίτσια της Κορνουάλλης. Για δεύτερη φορά μ' έσωσες που με περιμάζεψες στο βάλτο. πολεμώντας τίμια και αντρίκια. Γιατί ο φονηάς του Μόρχολτ θέλησε να με κατακτήση. θα σου είναι γλυκό να συλλογιέσαι τον πληγωμένο ιππότη. όπου γιάτρεψες αυτές της πληγές.την απέδωκες. που είχε βάλει τη ζωή του στο ρεφούδο για να σε κατακτήση. Μην κοκκινίζης. και συ τον εσκότωσες έτσι ανυπεράσπιστο μέσα σ' αυτό το μπάνιο!» Η Ιζόλδη εφώναξε: «Αλλόκοτα λόγια ακούω. Δεν της επήρα μήπως. όταν θα βρίσκεσαι στην αγκαλιά του αυλάρχη. Ήθελα μοναχά να σου αποδείξω ότι αφού με έσωσες δυο φορές από κίνδυνο θανάτου. . για σένα πολέμησα το δράκοντα… Μα ας αφήσουμε αυτά. σε είχε κατακτήσει. Κύτταξε αυτή την τρίχα. Χωρίς άλλο. Να γιατί πέρασα τη θάλασσα κι' ήρθα να σε ζητήσω. άλλοτε: ήμουν ο πληγωμένος τραγουδιστής που έσωσες όταν έβγαλες από το σώμα του το φαρμάκι με το οποίο ήταν δηλητηριασμένη η λόγχη του Μόρχολτ.
Ο Γκορνεβάλης και οι εκατό ιππότες θρηνούσαν από τέσσερες ημέρες που έχασαν τον Τριστάνο. Και τα πολύτιμα πετράδια λαμποκοπούσαν απάνω στα πλούσια πορφυρά ενδύματά τους. στην αίθουσα όπου άρχιζαν να μαζεύονται αναρίθμητοι οι βαρώνοι της Ιρλανδίας. στης πόρπες των γουναρικών. Ένας-ένας. στολισμένοι όπως έπρεπε στους απεσταλμένους πλουσίου Βασιληά: γιατί ήλπιζε την ίδια μέρα κι' όλας να φθάση στο τέρμα της περιπετείας. ο Τριστάνος έστειλε μυστικά στο καράβι του τον Περινίς. τον ακόλουθο της Ιζόλδης. Τους γνωρίζει κανείς.Η Ιζόλδη έρριξε μακρυά το μεγάλο σπαθί και πήρε στα χέρια τον επενδύτη του Τριστάνου. Και πολύ χάρηκαν με την παραγγελία του. πώς αστραποβολούν και τι νερά κάνουνε τα ρουμπίνια. τα μπερούλια. οποίος και νάμπαινε. Έπειτα φίλησε τον πληγωμένο στα χείλη. τα μεταξωτά και βελουδένια. Όταν ο βασιληάς της Ιρλανδίας κάθησε κάτω από το θόλο του θρόνου του. Είδε τη χρυσή τρίχα και σώπασε ώρα πολλή. Οι Ιρλανδοί ρωτούσαν. και χίλιες άλλες πολύτιμες πέτρες που ούτε τόνομά τους δεν ξέρουμε! Ποιος λοιπόν είδε ποτέ τόση λαμπρότητα. Κυττάχτε στη λαβή των σπαθιών. Κυττάχτε τι βαρύτιμοι μαντύες. τα σμαράγδια. «Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι μεγαλόπρεποι άρχοντες. και είπε: . ο αυλάρχης Αγκυγκεράν ο Ρούσσος προσεφέρθη ν' αποδείξη με μάρτυρες ή και να υποστηρίξη με μονομαχία ότι αυτός εσκότωσε το θερίο κι' ότι έπρεπε να του δώσουν την Iζόλδη γυναίκα. και του φόρεσε τα πλούσια ρούχα του. Και τίνος είναι. μπήκαν και κάθησαν γραμμή στην ίδια σειρά. Από πού έρχονται όλοι αυτοί οι άρχοντες. Την ημέρα της συναθροίσεως των βαρώνων. για να παραγγείλη στους συντρόφους του να βρεθούν στην αυλή. Τότε η Ιζόλδη υπεκλίθη μπρος σ' τον πατέρα της. στολισμένοι με γουναρικό και με χρυσάφι.» Αλλά οι εκατό ιππότες έστεκαν αμίλητοι και δεν εσηκώνοντο από τα καθίσματά τους. για σημείο ειρήνης.
υπάρχει εδώ ένας άνθρωπος. και μανιασμένες φωνές επανελάμβαναν: — Θάνατος! Θάνατος! . και οι Ιρλανδοί είδαν ότι ήτανε ο αρχηγός τους. οι εκατό ιππότες σηκώθηκαν όλοι μαζύ. Μεγαλειότατε. και μεγάλη κραυγή σηκώθηκε απ' όλες της μεριές: — Είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά. κάμετέ το! Ό Βασιληάς είπε: «Το υπόσχομαι!» Μα η Ιζόλδη γονάτισε τότε στα πόδια του. δώσε μου πρώτα το φίλημα της ευχαριστίας και της ειρήνης. ο φονηάς του Μόρχολτ! Γυμνά λάμψανε τα σπαθιά. Στη θέα του. δίνετε υπόσχεσι να του συγχωρήστε όλα τα παληά σφάλματα του.« Βασιληά. πήγε και ηύρε τον Τριστάνο. και ότι η κόρη σας δεν πρέπει να παραδοθή σ' έναν τιποτένιο. «Πατέρα. ως σημείο ότι θα το δώστε όμοια και σ' αυτόν τον άνθρωπο!» Όταν πήρε το φίλημα. που ισχυρίζεται ότι μπορεί ν' αποδείξη τον αυλάρχη σας ψεύτη και άπιστο. και τον ωδήγησεν από το χέρι στη συνάθροισι. Αλλά οι βαρώνοι φώναξαν όλοι μαζύ. και να του δώστε την ειρήνη και την ευχαριστία σας. πλήθος: — Κάμετέ το. τον εχαιρέτισαν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Σ' αυτόν τον άνδρα.» Ο Βασιληάς συλλογίστηκε και δε βιαζότανε καθόλου ν' απαντήση. Πολλοί τον ανεγνώρισαν όμως τότε. έτοιμο ν' αποδείξη ότι ελευθέρωσε τον τόπο από το κακό. όσο μεγάλα κι' αν είναι.
Μολαταύτα. την περιφρονούσε! Η ωραία ιστορία της χρυσής τρίχας δεν ήτανε παρά ένα ψέμμα… Και λοιπόν θα την παρέδινε σε άλλον… Αλλά ο Βασιληάς έβαλε το δεξί χέρι της Ιζόλδης στο δεξί χέρι . Ώστε ο Τριστάνος αφού την κατέκτησε. ο αγαπητός μου κύριος. και η βουή εγαλήνεψε. εσκότωσα το Μόρχολτ. Κυττάχτε κει εκατό ιππότες από ψηλή γενειά έτοιμους να ορκισθούν στα λείψανα των Αγίων: ότι ο Βασιληάς Μάρκος στέλνει ειρήνη και αγάπη. για να μη βασιλεύη πεια από δω και πέρα στης χώρες της Ιρλανδίας και της Κορνουάλλης το μίσος αλλά η αγάπη. έβαλα τη ζωή μου σε κίνδυνο θανάτου και σας ελευθέρωσα από το θεριό. φώναξε η Ιζόλδη. φίλησε αυτόν τον άνθρωπο στο στόμα καθώς το υπεσχέθης. Έπειτα ο Τριστάνος μίλησε έτσι: «Άρχοντες. και οι εκατό ιππότες ωρκίσθηκαν ότι είπε την αλήθεια. φέρανε τα λείψανα των Αγίων. θα την πάρη γυναίκα. και ότι το θέλημά του είναι να τιμήση την Ιζόλδη σαν αγαπημένη του νόμιμη γυναίκα. ο Τριστάνος ωρκίστη. Και να που κατέκτησα έτσι την Ιζόλδη την Ξανθή. και ωμολόγησε την ψευτιά του.— Βασιληά. Ο Βασιληάς τον εφίλησε στο στόμα. Μπρος στους βαρώνους της Ιρλανδίας και τους εκατό ιππότες του. Για να ξεπλύνω το άδικο. Και ότι όλοι οι άντρες της Κορνουάλλης θα την υπηρετήσουν σαν κυρία τους και σαν βασίλισσά τους!» Με μεγάλη χαρά. μάθετε ότι ο Βασιληάς Μάρκος. αλλά πέρασα τη θάλασσα για να σας προσφέρω λαμπρή ικανοποίησι. ναι. Θα την πάρω λοιπόν στο καράβι μου. Η Ιζόλδη η Ξανθή ανατρίχιαζε από ντροπή και αγωνία. Τότε ο Τριστάνος έδειξε τη γλώσσα του δράκοντα και προεκάλεσε τον αυλάρχη να πολεμήσουν· μα εκείνος δεν ετόλμησε να δεχτή. Ο Βασιληάς πήρε την Ιζόλδη από τα χέρια και ρώτησε τον Τριστάνο αν θα την ωδηγούσε τίμια στον κύριό του.
— Κόρη. ο Τριστάνος επραγματοποίησε την αίτησι της Βασίλισσας με τα χρυσά μαλλιά. η μητέρα της εμάζεψε χόρτα. Αλλά όσο έφευγε μακρύτερα από την Ιρλανδική γη. Γιατί τέτοια είναι η δύναμί του: κείνοι που θα πιούν μαζύ. θα χύσης αυτό το κρασί σ' ένα ποτήρι. κόρη. . θ' αγαπηθούν με όλες της αισθήσεις τους και όλη τους την ψυχή. θακολουθήσης την Ιζόλδη στη χώρα του Βασιληά Μάρκου. τώκλεισε μέσα σ' ένα μπουκαλάκι και είπε κρυφά στη Βραγγίνα. Το καράβι έσχιζε τα βαθειά κύματα κ' έφερνε μακρυά την Ιζόλδη. την υπηρέτρια της. Έτσι για την αγάπη του Βασιληά Μάρκου. καλά ώστε μονάχα οι δυο τους να μπορέσουν να πιούν απ' αυτό το ποτό. Καθισμένη κάτω από τη σκηνή όπου είχε κλειστή μαζύ με τη Βραγγίνα. Πάρε λοιπόν αυτό το μπουκαλάκι με το κρασί και κράτα καλά τα λόγια μου. Κρύφ' το με τέτοιον τρόπο ώστε κανένα μάτι να μη το ιδή και κανένα χείλι να μη τ' αγγίση. Δ'. άνθη και ρίζες. Αφού το αποτελείωσε με μαγικές τέχνες. θυμότανε την πατρίδα της κ' έκλαιγε. Η Βραγγίνα υπεσχέθη στη Βασίλισσα ότι θάκανε κατά το θέλημά της. πάντα. με την πονηρία και με τη δύναμι. Και ο Τριστάνος το εκράτησε ως σημείο ότι εξ ονόματος του Βασιληά της Κορνουάλλης την έπαιρνε στην κατοχή του. στη ζωή και στο θάνατο». τόσο θλιβερώτερα θρηνούσε η τρυφερή κόρη. Πρόσεξε. και ετοίμασε ένα δυνατό ποτό. και θα το παρουσιάσης στο Βασιληά Μάρκο και στην Ιζόλδη να το πιούν μαζύ. και θα την αγαπάς με πιστή αγάπη. Αλλά όταν τη νύχτα του γάμου έρθη η στιγμή που αφήνουν μοναχούς τους συζύγους. ΤΟ ΦΙΛΤΡΟ Όταν επλησίασε ο καιρός να παραδώση την Ιζόλδη στους ιππότες της Κορνουάλης.του Τριστάνου. τα ανακάτεψε μέσα σε κρασί.
Πήρε το μπουκαλάκι. — Ηύρα κρασί! τους εφώναξε. σαν ζαλισμένοι και σαν μαγεμένοι.» Όταν την επλησίαζε ο Τριστάνος κ' ήθελε να την ησυχάση με γλυκά λόγια. οι άνεμοι έπεσαν. ο οποίος το άδειασε. οι εκατό ιππότες της Κορνουάλλης και οι ναυτικοί κατέβηκαν στην παραλία. και το ποτήρι. Καταραμένη νάναι η θάλασσα που με βαστάει. μέχρις ότου ανακάλυψε το μπουκαλάκι που είχεν εμπιστευτή η μητέρα της Ιζόλδης στη Βραγγίνα. «Κακομοίρα! έλεγε μέσα της. παρά να που την έπερνε σαν λάφυρο στα κύματα. τον έδιωχνε. Δεν κατεδέχτη να την κρατήση για τον εαυτό του. Ο Τριστάνος είπε κι' άραξαν σ' ένα νησί. και η αγωνία η ατελείωτη. σ' τα κατάρτια. Μοναχά η Ιζόλδη με μια μικρή υπηρέτρια είχανε μείνει στο καράβι. Ήτανε το πάθος. Βαρυεστημένοι από τη θάλασσα. εθύμωνε. Καλλίτερα θα προτιμούσα να πεθάνω στον τόπο που γεννήθηκα παρά να ζήσω κει κάτω!…» Μια μέρα. κι' ο θάνατος. Η μικρή γέμισε ένα ποτήρι και τώδωσε στην κυρία της. Καθώς έκαιγε ο ήλιος και διψούσαν. Τι την περίμενε. σχεδόν άδειο. Ο Τριστάνος ήρθε στη Βασίλισσα και προσπαθούσε να γαληνέψη την καρδιά της. Εκείνη τη στιγμή εμπήκε η Βραγγίνα και τους είδε που κύτταζαν ο ένας τον άλλο αμίλητοι. έτρεξε στην πρύμη. Όχι δεν ήτανε κρασί. για τον εχθρικό του τόπο. Η μικρή υπηρέτρια έψαξε να βρη κανένα ποτό. κ' έπειτα τώδωσε στον Τριστάνο. και τα πανιά κρεμόντανε. Είδε μπροστά τους το μπουκαλάκι. Εκείνη ήπιε με μεγάλες ρουφηξιές. το πέταξε στη θάλασσα και φώναξε θρηνώντας: . και την επήρε με πανουργίες από τη μητέρα της και την πατρίδα της. ζητήσανε να πιούν.«Πού την επήγαιναν αυτοί οι ξένοι. χαλαρωμένα. Είχ' ερθή αυτός ο άρπαγας. Σε ποιον. ο φονηάς του Μόρχολτ. και το μίσος εφούσκωνε την καρδιά της. η τραχειά χαρά.
που μόνη ήξερε τι κακό είχε κάμει. και σεις. Η Ιζόλδη είναι γυναίκα σου. . Σκεφτότανε: «Αντρέ. . Φαινότανε στον Τριστάνο ότι ολοζώντανος βάτος με κοφτερά αγκάθια και μεθυστικά άνθη εβύθιζε της ρίζες του στο αίμα της καρδιάς του και με δυνατά δεσμά ένωνε το σώμα του στο ωραίο σώμα της Ιζόλδης. κάθε ποτό. Τριστάνε. και να ζητάη ο ένας τον άλλον σαν τυφλοί που βαδίζουν ψηλαφητά ο ένας προς τον άλλο: δυστυχισμένοι όταν εμαραίνοντο χωρισμένοι. και μαζύ όλη τη σκέψι του κι' όλες της επιθυμίες του. Με αγωνία τους παρατηρούσε η Βραγγίνα. και Γοντοΐν. καταραμένη η μέρα που μπήκα σ' αυτό το καράβι! Ιζόλδη. Α! μα τι έβαλα λοιπόν με το νου μου. προτού ακόμη ν' αναγνωρίσης το αίμα της αδερφής σου Μπλανσεφλέρ. το θάνατό σας ήπιατε!» … Και πάλι το καράβι αρμένιζε για το Τινταγκέλ. που ήρθε να σε προδώση. Η Ιζόλδη τον αγαπούσε. Και πειο σκληρά ακόμη βασανιζότανε αυτή. και πειο πολύ δυστυχισμένοι όταν βρισκόντανε μαζύ και τρέμανε μπρος σ' τη φρίκη της πρώτης ομολογίας.. πάθε στυλωτικό. Γκενελόν. Συ που μέκλαιγες τρυφερά όταν με τα ίδια σου τα χέρια με πήγαινες στη βάρκα που δεν είχε ούτε κουπιά ούτε πανιά. Και η καρδιά της ήτανε θυμωμένη για την τρυφερότητα αυτή. την πειο οδυνηρή από το μίσος.«Δυστυχισμένη εγώ! Καταραμένη νάναι η μέρα που γεννήθηκα. Ντενοαλέν. κ' εγώ γυιός σου. άπιστοι που με κατηγορούσατε ότι είχα στο μάτι τη χώρα του Βασιληά Μάρκου! Α! είμαι ακόμα πειο τιποτένιος. Ήθελε να τον μισή μολαταύτα: δεν την είχε περιφρονήσει κατά ένα χυδαίο τρόπο. Ήθελε να τον μισή. και τους είδε να διώχνουν κάθε τροφή. φίλη. Δυο μέρες τους παρακολούθησε. Και δεν μπορούσε. Η Ιζόλδη είναι γυναίκα σου και δεν μπορεί να μ' αγαπήση!». κ' έχω άλλο πράγμα παρά τη χώρα του βάλει στο μάτι! Ωραίε θείε. Γιατί καλλίτερα να μη διώξης από την πρώτη μέρα το περιπλανημένο παιδί. που μ' αγάπησες ορφανό.
Αλλοίμονο! δεν ήξερα τότε αυτό που ξέρω σήμερα! — Ιζόλδη. να σας υπηρετώ και να σας αγαπώ σαν βασίλισσα μου και σαν κυρία μου. Το γνωρίζεις ότι η δύναμί σου με κατέχει ολόκληρη και ότι είμαι σκλάβα σου. Κι' ο ουρανός αυτός με βασανίζει. καθώς ο Τριστάνος πήγαινε κατά τη σκηνή τη στημένη στη γέφυρα του καραβιού. υποχρεωμένος να σας σέβωμαι.Την τρίτη μέρα. Έβαλε το χέρι της στον ώμο του Τριστάνου. κύριε. τι ξέρετε λοιπόν σήμερα. Η Ιζόλδη απάντησε: — Όχι. κι' η θάλασσα και το σώμα μου κι' η ζωή μου. τι είναι αυτό που σας βασανίζει. Δάκρυα έσβυσαν της αστραπές των ματιών της. — Βασίλισσα. Γιατί να μην τον χτυπήσω. — Α! όλα όσα ξέρω με βασανίζουν. και ταπεινά του είπε: «Εμπάτε μέσα. με το ξίφος που τώχα κι' όλα σηκώσει. όταν ήτανε κατάκοιτος στο λουτρό. το γνωρίζεις ότι είσαι ο άρχοντάς μου και ο κύριός μου. κι' όλα όσα βλέπω. Τα χείλη της έτρεμαν. γιατί με λέτε κύριο. . Α! γιατί καλλίτερα να μην ανοίξω τότε της πληγές του λαβωμένου τραγουδιστή. Δεν είμαι ίσα-ίσα υποτελής και υποταχτικός σας. Γιατί να μην αφήσω να πεθάνη το φονηά του θεριού μέσα στα χόρτα του βάλτου. απάντησε ο Τριστάνος. τον είδε η Ιζόλδη να πλησιάζη.
Ο δρόμος δεν έχει γυρισμό. φίλη Ιζόλδη. τιμωρήστε με για την κακή φύλαξι που έκαμα. — Η αγάπη για σένα! απάντησε. η Βραγγίνα που τους παρακολουθούσε.Εκείνος ξανάπε: — Φίλη. Σας παραδίνω το σώμα μου. την αγάπη και το θάνατο!» Οι αγαπημένοι εσφίχτηκαν δυνατά. γιατί η δύναμι της αγάπης από τώρα κι' όλα ανίκητα σας τραβάει. το ερωτικό ποτό που η μητέρα σας. ερρίχτηκε στα πόδια τους: «Δυστυχισμένοι! σταματήστε. — που ταχύτερα τώρα πηδούσε σ' τα κύματα για τη χώρα του Βασιληά Μάρκου. Αλλά ο Σατανάς μας εκορόιδεψε και τους τρεις. Στα ωραία κορμιά τους ανατρίχιαζε η επιθυμία και η ζωή. τη ζωή μου. Ιζόλδη. αφέθηκαν στον έρωτα! Η ΒΡΑΓΓΙΝΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ . και με τα χέρια τεντωμένα ικετευτικά. τι είναι λοιπόν αυτό που σας βασανίζει. με το πρόσωπο πλημμυρισμένο από δάκρυα. Σας κατέχει το μαγεμένο κρασί που ήπιατε. — αιώνια ενωμένοι. και γυρίστε πίσω αν μπορείτε ακόμη! Αλλά όχι. κ' έτσι αδειάσατε σεις το ποτήρι. μου είχεν εμπιστευθή. Γιατί από δικό μου έγκλημα ήπιατε. ροφούσαν τη χαρά της αγάπης. Ο Τριστάνος είπε: — Ας έλθη λοιπόν ο θάνατος! Και όταν η βραδυνή σκοτεινιά ετύλιξε το καράβι. για πρώτη φορά κι' οι δυο τους. και ποτέ πεια δε θα βρήτε χαρά δίχως λύπη. Φίλε Τριστάνε. άφησε μια φωνή. στο καταραμένο ποτήρι. Αλλά καθώς. Μονάχα ο Βασιληάς Μάρκος ώφειλε να το πιή με σας. Τότε ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της.
Οι ιστορητές ισχυρίζονται εδώ ότι η Βραγγίνα δεν είχε ρίξει στη θάλασσα το μπουκάλι το μισοαδειασμένο από τους αγαπημένους. η πιστή. Ο Βασιληάς την πήρε στην κατοχή του πιάνοντάς την κι' αυτός από το χέρι. και έκανε το γάμο του με την Ιζόλδη την Ξανθή. Με μεγάλες τιμές. με όλη την . η Βραγγίνα έχυσε σ' ένα ποτήρι. ποτέ ο Βασιληάς Μάρκος. Παρά ότι το πρωί όταν η κυρία της επήγε στο κρεβάτι του Βασιληά Μάρκου. ότι όσοι τα λένε αυτά επλαστογράφησαν και ενόθεψαν την ιστορία. Για να τιμωρηθή που δε φύλαξε καλά το μαγεμένο ποτό. συνάθροισε όλους τους βαρώνους. το τραχύ πένθος και τα μεγάλα μαρτύρια. Αλλοίμονο! Το καράβι σου κομίζει και σένα. επήρε τη θέσι της Ιζόλδης. στο γαμήλιο κρεβάτι.τι έμενε από το φίλτρο και τώδωσε στους συζύγους.Ο Βασιληάς Μάρκος υπεδέχθη την Ιζόλδη την Ξανθή στην παραλία. τώκαναν γιατί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον υπερκόσμιο έρωτα που ο Μάρκος αισθάνθηκε πάντα για τη Βασίλισσα. Αλλά μάθετε. Αν επενόησαν αυτό το ψέμμα. ευγενικέ Βασιληά. Τότε ο Βασιληάς Μάρκος ευλόγησε τα χελιδόνια που τόσο ευγενικά είχανε φέρει τη χρυσή τρίχα. ό. το μπουκάλι με το μαγικό ποτό. την αγνότητα του κορμιού της. Δέκα οχτώ μέρες αργότερα. τέτοια λάμψι έρριξε η ωμορφιά της όπου άστραψαν οι τοίχοι της σάλας σαν να τους φώτισε ξαφνικά ο ήλιος της ανατολής. καθώς θα το ακούστε σε λίγο. ενώ η Ιζόλδη έχυσε κρυφά το δικό της χάμου. η Βραγγίνα για να κρύψη την ντροπή της Βασίλισσας και για να ν' τη σώση από το θάνατο. εν τω μέσω των υποτελών. εθυσίασε. Βέβαια. Ο Τριστάνος την επήρε από το χέρι και την ωδήγησε μπρος στο Βασιληά. Το σκοτάδι της νύχτας έκρυψε από το Βασιληά την πανουργία της και την ντροπή της. Κι' όταν η Ιζόλδη παρουσιάστηκε στην αίθουσα. την ωδήγησε στο παλάτι του Τινταγκέλ. Ευλόγησε τον Τριστάνο και τους εκατό ιππότες που με το καράβι του κινδύνου είχανε πάει να βρουν τη χαρά των ματιών του και της καρδιάς του. Άλλα όταν ήρθε η νύχτα. άρχοντες. και από αγάπη για τη φίλη και κυρία της. Και ότι ο μεν Βασιληάς Μάρκος ήπιε πολύ.
Ποιος μάρτυρας. βασίλισσα και φαίνεται να ζη ευτυχισμένη. το βασανιστήριο. και τη νύχτα και την ημέρα: γιατί. Λυπηθήτε την. καθώς θα το ακούστε. Ακούστε. τη μεγάλη προδοσία που εσχεδίασε. και σεις άρχοντες! . Η Βραγγίνα την κρατεί στη διάκρισί της. Η Ιζόλδη περνάει την ημέρα της στης πλούσιες ζωγραφιστές αίθουσες της σπαρμένες με άνθη. παπαγάλοι της Αμερικής. Οι βαρώνοι την τιμούν. Η Ιζόλδη έχει τους φλογερούς κι' ωραίους έρωτές της και ο Τριστάνος κοντά της. Αν ο Τριστάνος πέθαινε. . αν τους μαρτυρούσε στον Βασιλέα. τη χαίρεται. ο φόβος κάνει τρελλή τη Βασίλισσα. και τα τρομερά αντίποινα. κοιμάται μέσα στη βασιλική αίθουσα. Η Βραγγίνα μοναχά γνωρίζει την ζωή της. Έτσι. ποτέ δε μπόρεσε να βγάλη από την καρδιά του ούτε την Ιζόλδη ούτε τον Τριστάνο: αλλά μάθετε. από την απιστία της! . Η Ιζόλδη είναι βασίλισσα και ζη με τον πόνο. Ποιος τηνέ βλέπει. Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον Τριστάνο. Θεέ! Αν. ένας μάρτυρας την κατασκοπεύει. τα τραγούδια των αρπιστών. Η Ιζόλδη τρέμει μολαταύτα.αγωνία. Γιατί να τρέμη. βαρυεστημένη να ετοιμάζη το κρεββάτι όπου πρώτη αυτή κοιμήθηκε την νύχτα του γάμου. αλλά από την ίδια την καρδιά της. Ούτε φαρμάκι. ούτε μαγεία: μονάχα η ευγενική τρυφερότης της καρδιάς του τού ενέπνευσεν αυτήν την αγάπη. κι' όλα τάλλα ζώα και τα θερία της θάλασσας και των δασών. Δεν κρατεί μυστικούς τους έρωτές της. Η Ιζόλδη έχει την τρυφερότητα του Βασιληά Μάρκου. Ποιος την κατασκοπεύει. δεν προέρχεται από την Βραγγίνα την πιστή. όπως είναι συνήθεια στους μεγάλους άρχοντες. την ελυπήθηκε. Αλλά ο Θεός. άρχοντες. Όχι. και της κουρτίνες όπου είναι κεντημένες λεοπαρδάλεις. αετοί. . ότι δεν είχε πιεί από το μαγεμένο κρασί. Η Ιζόλδη έχει τα ευγενικά στολίδια. Ναι. μαζύ με τους πιστούς και τους σπιτικούς. Η Ιζόλδη είναι. τα μαρτύρια. Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον ίδιο το γυιό του Βασιληά. Και οι άνθρωποι του λαού την αγαπούν. άρχοντες. Η Βραγγίνα την παραμονεύει. τα πορφυρά υφάσματα και τους τάπητες της Θεσσαλίας. η Βραγγίνα.
Δυο σκλάβοι που είναι δω. Ωρκίσθηκαν. Θυμηθήτε. Η Βραγγίνα γύρισε προς τον άλλο δούλο ζητώντας βοήθεια. Έπειτα εκάλεσε τη Βραγγίνα. αλλά σε τέτοιο μέρος που ποτέ κανείς να μην ανακαλύψη τίποτε. Αδερφή. μακρυά ή κοντά. είπε. και είπε: . Πηγαίνετε. για να μου τα επαναλάβετε. εκείνη θέλησε να σταματήσουν. αγκάθια και γαϊδουράγκαθα ανακατωμένα. κι' ο Τριστάνος δεν έμαθε αυτό το έγκλημα. τα λόγια που θα πη. Γνωρίζουν πού φυτρώνουν τα μαγικά βότανα. και μπήκαν μέσα σε βάτους. ο Τριστάνος κι' ο Βασιληάς κυνηγούσαν μακρυά.Εκείνη την ημέρα. Άφησαν τα πατημένο μονοπάτι. θα σε οδηγήσουν. Στο γυρισμό θάσαστε ελεύθεροι και πλούσιοι». και πώς λυώνει. «Θα σας παραδώσω λοιπόν. το κάνω επειδή πρόκειται για τη ζωή μου και την ησυχία μου». Θέλεις να πας στο δάσος να βρης τα χόρτα που χρειάζονται στην αρρώστεια μου. Θα την πάτε στο δάσος. Ακολούθησέ τους. Τότε ο σκλάβος που βάδιζε μπροστά γύρισε κατά πίσω και τράβηξε το σπαθί του. μια κόρη. πίστεψέ με: αν σε στέλνω στο δάσος. Εκεί θα την σκοτώσετε και θα μου φέρετε τη γλώσσα της. Ο ένας σκλάβος εβάδιζε μπροστά της. λοιπόν. δεν είναι δω το κατάλληλο μέρος». κόρη. γιατί τα σωτήρια βότανα φύτρωναν γύρω τους άφθονα. Κρατούσε κι' αυτός γυμνό το σπαθί στο χέρι. αν έδιναν όρκο ότι θα κάνουν το θέλημά της. «Φίλη. Οι σκλάβοι την επήραν μαζύ τους. ο άλλος την ακολουθούσε. Όταν έφτασαν στο δάσος. Έλα. Η Ιζόλδη εκάλεσε δυο σκλάβους: τους έταξε ελευθερία και εξήντα χρυσά Βυζαντινά. Αλλά την ετράβηξαν πειο μακρυά. βλέπεις πώς υποφέρει το σώμα μου.
Η Βραγγίνα έπεσε στα χόρτα και με τα χέρια της πολεμούσε ν' απομακρύνη της αιχμές των σπαθιών. φίλοι. για να θέλη η Βασίλισσα Ιζόλδη το θάνατό σου. ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι. Όταν φύγαμε από την Ιρλανδία πήραμε καθεμία. κάποιο μεγάλο άδικο της έχεις κάνει». Αλλ' αφού θέλει να πεθάνω. εμίλησε. η κυρία η δική σου και η δική μας. ρώτησε κείνη. την έδεσαν σ' ένα δένδρο. και την ευχαριστώ για όλα τα καλά και της τιμές που μου έκαμε από τότε που παιδί με άρπαξαν οι πειρατές. ανήσυχη. σαν το πολυτιμότερο στολίδι. και βρίσκοντας ότι ίσως ένα τέτοιο έγκλημα δεν άξιζε καθόλου το θάνατο. Μοναχά ένα άδικο θυμάμαι. το σώμα της. με πούλησαν στη μητέρα της.— Κόρη. — Εμίλησε καθόλου. Στη θάλασσα. και τη ζωή της. πρέπει να σε σκοτώσουμε. που τη λυπηθήκανε και της είπαν: «Κόρη. Έπειτα εσκότωσαν ένα μικρό σκυλί. την έβαλε στη τσέπη του κοντοκακιού του. — Ναι. Αδερφοί. κι' αφωσιώθηκα στην υπηρεσία της. να όλο το άδικο που της έκαμα. Ο καλός Θεός ας φυλάη την τιμή της. και τη νύχτα των γάμων της. με τόσο λυπητερή και τρυφερή φωνή. χτυπάτε με τώρα». χωρίς άλλο. συνέβη να σχίση η Ιζόλδη το γαμήλιο πουκάμισό της. Ζητούσε έλεος. και παρουσιάσθηκαν έτσι πάλι στην Ιζόλδη. Σκεφθήκανε. πέστε της ότι της στέλνω αγάπη και ειρήνη. Απάντησε: «Δε γνωρίζω. Φίλοι. Ο ένας του έκοψε τη γλώσσα. Βασίλισσα. Οι δούλοι την ελυπήθηκαν. της εδάνεισα εγώ το δικό μου. ένα πουκάμισο για την νύχτα των γάμων μας. Είπε ότι είσαστε ωργισμένη εξ αιτίας αυτού μοναχά του αδικήματος: ξεσχίσατε στη θάλασσα .
Την ίδια ώρα η γυναίκα γελάει. κλαίει. Κράτησε τον ένα σκλάβο κοντά της. αγαπάει. Αλλά η . η Βραγγίνα γοτάτισε. σωστά έχουνε πη: «Η γυναίκα αλλάζει σε λίγες ώρες. Το ξέρατε κακούργοι. Αλλά η Ιζόλδη δεν τους επίστευε. η γλυκειά. δώστε μου πίσω τη Βραγγίνα. πότε καταριώτανε τους φονηάδες και πότε τον ίδιο τον εαυτό της. Την είχα στείλη να βρη σωτήρια βότανα. και παρακάλεσε το Θεό να προστατεύση την τιμή σας και τη ζωή σας. Σας παραγγέλνει αγάπη και σωτηρία. Όταν παρουσιάστηκε μπροστά στην Ιζόλδη. να η γλώσσα της που τη φέρνουμε. και σας δάνεισε το δικό της τη βραδυά των γάμων σας. και θα σας κάψουνε απάνου στα κάρβουνα. — Γιατί θα το διάταζα. Αυτό ήταν. το μόνο της έγκλημα.ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι που φέρνατε από την Ιρλανδία. την αγαπητή μου υπηρέτρια. Και σας την εμπιστεύτηκα για να την προστατέψετε στο δρόμο. — Βασίλισσα. Φονηάδες. η πιστή. — Βασίλισσα. Την εσκοτώσαμε. έλεγε. δώστετή μου πίσω. θα πω ότι την εσκοτώσατε. καθώς διατάξατε. ο Θεός σε λυπήθηκε και να που η κυρία σου σε ξαναφωνάζει». Βασίλισσα. Για ποιο έγκλημα. — Ωραία. μισεί». — Φονηάδες. μάθετε λοιπόν ότι ζη και ότι θα σας την ξαναφέρουμε σώα και απείραγη». ζητώντας να της συγχωρήση τ' άδικά της. Δεν ήταν η αγαπημένη μου σύντροφος. Είπε την ευγνωμοσύνη της σε σας για τόσα καλά που της κάνατε. εφώναξε η Ιζόλδη. Δεν ξέρατε ότι ήτανε η μόνη μου φίλη. Και σαν άλλη στρατισμένη. η ωραία. ενώ ο άλλος έτρεξε στο δένδρο που ήτανε δεμένη η Βραγγίνα.
καθένας δε μπορεί να ιδή πώς τους ζαλίζει ο πόθος. τον Τριστάνο διωγμένο ή σκοτωμένο. ώρα πολλή έμειναν λιπόθυμες. Θα φέρουν την είδησι στο Βασιληά: θα ιδούν την τρυφερότητα να γίνεται μανία. ΣΤ'. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΥΚΟ Δεν είναι η Βραγγίνα η πιστή.τι ξαφνικά. Λυπόμαστε και οι τέσσερες γι' αυτό πολύ. τριγυρίζουν τη Βασίλισσα. Αλλ' οφείλουμε να σου αποκαλύψουμε ό. Γνωρίζουν κι' όλα το μυστικό των ωραίων ερώτων της. κανείς δεν έπιασε τη Βασίλισσα στα χέρια του φίλου της. Η αγάπη τους σπρώχνει. και της Βασίλισσας τα μαρτύρια. Αλλοίμονο! η αγάπη ποτέ δεν κρύβεται. Κι' ο Τριστάνος θέλει να σ' εξευτελίση. Καίγονται από επιθυμία.Βασίλισσα έπεσε κι' αυτή στα γόνατα μπροστά της και. ότι ο Τριστάνος αγαπάει τη Βασίλισσα. πώς τους σφίγγει. δίχως άλλο η καρδιά σου θα οργισθή. περιφρονείς όλους σου τους συγγενείς κι' όλους σου τους βαρώνους. Έδωσες την καρδιά σου στον Τριστάνο. και ξεχειλίζει από της αισθήσεις τους όπως το καινούργιο κρασί ξεχειλίζει από το βαρέλι. και χαρά. αγκαλιασμένες. και μας αφήνεις μόνους. μίσος. Κ' έτσι ακόμη. και χίλια λόγια άρχισαν να λέγωνται δω και κει. εμάθαμε. Και ο Αντρέ του είπε: — Ωραίε Βασιληά. Αλλά στο τέλος το μίσος ενίκησε τον τρόμο: μια μέρα οι τέσσερες βαρώνοι εζήτησαν ακρόασι από το Βασιληά Μάρκο. το γεράκι έπειτα από μακρυά νηστεία ρίχνεται στη λεία του. Αλλά σε κάθε ώρα και σε κάθε τόπο. Βέβαια. όπως η δίψα σπρώχνει το ελάφι προς το ποτάμι. χάρις στης προφυλάξεις της Βραγγίνας. Ήδη οι τέσσερες προδότες της αυλής. Μάθε λοιπόν. Είναι πράγμα αποδειγμένο. Αλλά πώς θα μπορούσαν η μεθυσμένες καρδιές τους να γίνουν προσεκτικές. Άδικα σε είχαμε ειδοποιήσει. . είναι ο ίδιος ο εαυτός τους που πρέπει να φοβούνται οι αγαπημένοι. Εφοβούντο μολαταύτα το θυμό του Τριστάνου. που μισούσαν τον Τριστάνο για τα κατορθώματά του. Για την αγάπη ενός ανθρώπου.
Ο ευγενικός Βασιληάς κλονίσθηκε, και απάντησε. — Άναντρε! Τι ατιμία σκέφτηκες; Βέβαια έδωσα την καρδιά μου στον Τριστάνο. Την ημέρα όπου ο Μόρχολτ σας προκάλεσε σε μάχη, κατεβάζατε όλοι τα κεφάλια τρέμοντας, και μένατε αμίλητοι σαν μουγγοί. Αλλά ο Τριστάνος, για την τιμή αυτού του τόπου, πήγε και τον αντιμετώπισε, και κάθε μια από της πληγές που πήρε τότε έφτανε για να πεθάνη. Αυτός είναι ο λόγος που τον μισείτε, και γι' αυτό τον αγαπώ εγώ περισσότερο από σένα, Αντρέ, περισσότερο από όλους σας, περισσότερο από κάθε τι. Αλλά τι ισχυρίζεσθε πως ανακαλύψατε; Τι είδατε; Τι ακούσατε; — Τίποτε, Μεγαλειότατε, μα την αλήθεια, που να μη μπορής να το ιδής με τα μάτια σου και να τ' ακούσης με τ' αυτιά σου. Κύτταξε, άκουσε, ωραίε Βασιληά. Ίσως είναι ακόμη καιρός. Απεσύρθησαν, και με χαρά τον άφησαν να καταπίνη το φαρμάκι. Ο Βασιληάς Μάρκος δε μπόρεσε ν' αντισταθή στον πειρασμό. Αθέλητα κατασκόπευσε τον ανηψιό του, παραμόνεψε τη Βασίλισσα. Αλλά η Βραγγίνα τα κατάλαβε, τους ειδοποίησε, και μάταια ο Βασιληάς προσπάθησε να πιάση την Ιζόλδη με πονηρίες. Έπειτα από λίγο αγανάκτησε μ' αυτήν τη χυδαία ιστορία, και καταλαβαίνοντας ότι δε θα μπορούσε πεια να διώξη της υποψίες του, εκάλεσε τον Τριστάνο και του είπε: — Τριστάνε, φύγε από το ανάκτορο. Κι' όταν θα το αφήσης, μη σούλθη πεια η τόλμη να περάσης την τάφρο του και της γέφυρές του. Άπιστοι άνθρωποι σε κατηγορούν για μεγάλη προδοσία. Μη ρωτάς: δε θα μπορούσα να επαναλάβω τα λόγια τους χωρίς και οι δυο μας να εξευτελισθούμε. Μη ζητάς λόγια να με καταπραΰνουν. Αισθάνομαι πώς θάμεναν χωρίς αποτέλεσμα. Μολαταύτα δεν πιστεύω τους προδότες. Αν τους πίστευα, θα σε είχα κι' όλας σκοτώσει με θάνατο ατιμωτικό.
Αλλά τα σατανικά λόγια τους μου τάραξαν την καρδιά, και μόνη η αναχώρησίς σου θα με ησυχάση. Φεύγα. Και βέβαια πάλι θα σε καλέσω σε λίγο. Πήγαινε, πάντοτε αγαπημένο παιδί μου!» Όταν οι προδότες έμαθαν το νέο: Έφυγε, είπαν μεταξύ τους, έφυγε ο μάγος, διωγμένος σαν λωποδύτης. Τι θα καταντήση στο μέλλον; Δίχως άλλο θα περάση τη θάλασσα για να ζητήση περιπέτειες και να προσφέρη της άπιστες υπηρεσίες του σε κάποιον μακρυνό Βασιλέα!» Όχι! Ο Τριστάνος δεν είχε τη δύναμι να φύγη. Όταν πέρασε την τάφρο και της γέφυρες του ανακτορικού πύργου, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε ν' απομακρυνθή περισσότερο. Εσταμάτησε μέσα στη μικρή πολιτεία του Τινταγκέλ, εγκατεστάθη στο σπήτι κάποιου αστού μαζύ με τον Γκορνεβάλη, κ' έλυωνε εκεί βασανισμένος από τον πυρετό, σκληρότερα πληγωμένος παρά άλλοτε, τον καιρό που η λόγχη του Μόρχολτ είχε δηλητηριάσει το σώμα του. Άλλοτε, όταν ήταν κατάκοιτος στην καλύβη μπρος στα κύματα και όλοι έφευγαν μακρυά από τη βρώμα των φρικτών πληγών του, τρεις άνθρωποι μολαταύτα τον παράστεκαν: ο Γκορνεβάλης, ο Ντινάς ντε Λιντάν, και ο Βασιληάς Μάρκος. Τώρα ο Ντινάς ντε Λιντάν και ο Γκορνεβάλης μένανε πάλι στο προσκέφαλό του. Αλλά ο Βασιληάς Μάρκος δεν ερχότανε πεια, και ο Τριστάνος θρηνούσε: — Βέβαια, ωραίε θείε, τώρα το σώμα μου βγάζει τη βρώμα κάποιου φαρμακιού πειο αποκρουστικού ακόμη, και η αγάπη σου δεν μπορεί πεια να υπερνικήση τη φρίκη. Αλλά απάνω στη φλόγα του πυρετού, ακατάπαυστα η επιθυμία, σαν μανιασμένο άλογο τον έσπρωχνε κατά τους πύργους τους καλοφτιαγμένους όπου βρισκότανε κλεισμένη η Βασίλισσα: άλογο και καβαλάρης τσακιζόντανε στους πέτρινους τοίχους.
Άλογο και καβαλάρης σηκωνόντανε αμέσως και ξανάρχιζαν τον ίδιο καλπασμό. Πίσω από τους καλοκλεισμένους πύργους, η Ιζόλδη η Ξανθή λυώνει κι' αυτή, πειο πολύ δυστυχισμένη ακόμη: γιατί ανάμεσα στους ξένους που την παραμονεύουν είναι αναγκασμένη να φαίνεται διαρκώς χαρούμενη και γελαστή. Και τη νύχτα, ξαπλωμένη στο πλευρό του Βασιληά Μάρκου, αναγκάζεται να δαμάζη ακίνητη την ταραχή των μελών της και της ανατριχίλες του πυρετού. Θέλει να φύγη προς τον Τριστάνο. Της φαίνεται ότι σηκώνεται και τρέχει έως την πόρτα: αλλά οι προδότες έχουνε στήσει στο σκοτεινό κατώφλι μεγάλα κοφτερά δρέπανα. Η ακονισμένες και κακές λάμες πιάνουν, στο πέρασμα, τα λεπτά γόνατα της. Της φαίνεται ότι πέφτει, και ότι από τα κομμένα γόνατά της ξεχύνονται δυο κόκκινες βρύσες. Σε λίγο οι ερασταί θα πεθάνουν, αν κανείς δεν τους βοηθήση. Και ποιος άλλος θα τους βοηθήση λοιπόν εκτός από τη Βραγγίνα. Με κίνδυνο της ζωής της εγλύστρησε ως το σπήτι που έλυωνε ο Τριστάνος. Ο Γκορνεβάλης της ανοίγει με χαρά, και για να σώση τους αγαπημένους η Βραγγίνα συμβουλεύει ένα πονηρό τέχνασμα. Όχι, Άρχοντες, ποτέ δε θ' ακούσατε να μιλούν για ωραιότερο ερωτικό τέχνασμα. Πίσω από τον πύργο του Τινταγκέλ απλώνεται ένας κήπος, μεγάλος και κλεισμένος με γερούς πασσάλους. Αναρίθμητα ωραία δέντρα τονέ στολίζουν, φορτωμένα από καρπούς, άνθη, και πουλιά. Στο πειο μακρυνό από τον πύργο μέρος, πολύ κοντά στους πασσάλους του φράχτη, βρίσκεται ίσο και ψηλό ένα πεύκο: ο ρωμαλέος κορμός του βαστάει άφθονα κλαδιά και φύλλα. Στην ρίζα του, τρέχει γρήγορο το νερό καθαρής βρυσούλας, και πέφτει σε μαρμάρινη μικρή λίμνη, ήρεμο και διαυγές. Έπειτα ακολουθεί μια στενή κοίτη, περνάει έτσι όλον τον κήπο και φθάνει ως τον πύργο, περνώντας μέσα στο εσωτερικό του και μάλιστα μέσα στο διαμέρισμα των γυναικών.
Λοιπόν, σύμφωνα με τη συμβουλή της Βραγγίνας, ο Τριστάνος έκοβε με τέχνη κομματάκια ξύλο και λεπτά κλαράκια. Περνούσε τους αιχμηρούς στύλους, ερχότανε κάτω από το πεύκο, κ' έρριχνε τα κομματάκια μέσ' την πηγή. Ελαφρά σαν τον αφρό πήγαιναν απάνω-απάνω, και κυλούσαν μαζύ του μέχρι πέρα, ως τα δωμάτια των γυναικών, όπου η Ιζόλδη παραμόνευε τον ερχομό τους. Αμέσως, — τα βράδυα που η Βραγγίνα είχε καταφέρει ν' απομακρύνη το Βασιληά Μάρκο και τους προδότες, — η Ιζόλδη έτρεχε στο φίλο της. Ευκίνητη πηγαίνει κι' όμως περίφοβη, κυττάζοντας σε κάθε βήμα μήπως πίσω από τα δέντρα προδότες είναι κρυμμένοι. Μόλις τη βλέπει ο Τριστάνος με τα χέρια ανοιχτά, τρέχει απάνω της. Τότε η νύχτα κι' ο φιλικός ίσκιος του μεγάλου πεύκου τους προστατεύουν. . .. — Τριστάνε, λέει η Βασίλισσα, δεν παρασταίνουν οι θαλασσινοί πως ο πύργος του Τινταγκέλ είναι στοιχειωμένος, κι' ότι με μάγια δυο φορές το χρόνο, το χειμώνα και το καλοκαίρι, χάνεται και φεύγει από τα μάτια; Τώρα έχει χαθή. Αυτός δεν είναι ο θαυμάσιος κήπος για τον οποίο μιλάνε τα τραγούδια της άρπας; τοίχος από αέρα τον κλείνει απ' όλες της μεριές. Δέντρα ανθισμένα, χώμα που μυρίζει μαγευτικά. Ο ήρωας ζη μέσα, χωρίς να γερνάη ποτέ, στην αγκαλιά της φίλης του, και καμμιά εχθρική δύναμις δε μπορεί ποτέ να σπάση το αέρινο τοίχωμα…» Στης επάλξεις του Τινταγκέλ αντηχούν η σάλπιγγες των σκοπών που χαιρετούν την αυγή. — Όχι, λέει ο Τριστάνος, το αέρινο τοίχωμα έσπασε κι' όλα. Δεν είν' αυτός ο κήπος των θαυμάτων. Μια μέρα, ω φίλη, θα πάμε μαζύ στον ευτυχισμένον τόπο απ' όπου κανείς δε γυρίζει πίσω. Εκεί υψώνεται ένας μαρμάρινος άσπρος πύργος. Σε καθένα από τα χίλια παράθυρα του λάμπει αναμμένη λαμπάδα. Σε καθένα, τραγουδιστές παίζουν, και τραγουδάνε μελωδίες
ότι ο Τριστάνος είδε τη Βασίλισσα. διατάχτε τους κυνηγούς σας νάχουν έτοιμα τα λαγωνικά και να σελλώσουν τάλογα. αν απόψε κι' όλα δεν ακούστε τι λόγια λέει ο Τριστάνος στη Βασίλισσα». ας συμβουλευτούμε το νάνο Φροσίνο. ανακαλύπτει όλα τα κρυφά πράγματα. και να με κρεμάστε από της διχάλες. όμως κανείς δεν πεθυμάει το φως του. είπεν ο μάγος. όταν γεννιέται ένα παιδί. τον καμπούρη. . εκύτταξε την τροχιά του Ωρίωνος και του Αυγερινού και είπε: — Χαρήτε. Γνωρίζει της εφτά τέχνες και όλα τα είδη της μαγείας. έρριξε όλα τα μάγια του. Αυτή τη νύχτα θα μπορέσετε να τους πιάσετε. εχάραξε τα σημεία της μαγείας. Ο ήλιος δε λάμπει εκεί. Στο τέλος. ο μικρόσωμος μοχθηρός άνθρωπος. «Μεγαλειότατε. Είναι ο ευτυχισμένος τόπος των ζωντανών». . Ξέρει. Αλλά η Βραγγίνα φυλάει καλά. Αν θέλη θα μας πη της πανουργίες της Ιζόλδης της Ξανθής». Η Ιζόλδη ξαναηύρε τη χαρά της: η υποψίες του Βασιληά Μάρκου διαλύονται. η αυγή φωτίζει της μεγάλες πράσινες και βαθυκύανες πέτρες . ωραίοι άρχοντες. . να κυττάζη τόσο καλά τους εφτά πλανήτες ώστε προκαταβολικώς απαριθμεί όλα τα γεγονότα της ζωής του. ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον παιδέψη! — λέει σ' τους συντρόφους του: «Άρχοντες. Απ' εναντίας οι προδότες καταλαβαίνουν.χωρίς τέλος. Τον επήγαν μπροστά στο Βασιληά. … Στην κορυφή των επάλξεων και των πυργίσκων του Τινταγκέλ. Από μίσος της ωμορφιάς και της αντρείας. Πέστε ότι εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες θα λείψετε στο δάσος για κυνήγι. Με τη δύναμι του Βουγιβού και του Νουαρού. και άδικα παραμονεύουν.
πρέπει ν' ανεβήτε στα κλαδιά αυτού του δένδρου. ευκίνητη μα και προσεχτική. Αλλά όχι. Ξαφνικά. είδε να καθρεφτίζεται μέσα η εικόνα του Βασιληά. Έρχεται! Καθισμένος. δε θα περιμένετε πολύ. Πάρ'τε κει πάνω το τόξο και τα βέλη σας: ίσως σας χρειασθούν. Γιατί απόψε δεν τρέχει ο Τριστάνος να με προϋπαντήση. και απάνω στο δένδρο ακούει το τρίξιμο του βέλους που τεντώνεται στην κόρδα του τόξου. και γύρισε στο Τινταγκέλ. Και ησυχάστε. — Φεύγα. σκέπτεται. δίχως άλλο. σκύλλε του Σατανά! απάντησε ο Βασιληάς. βλέπει τη σκιά του Βασιληά στην πηγή. ακίνητος. διά μέσου του κήπου. όπως συνηθίζει πάντα. έλαμπε το φεγγάρι. καθαρό και ωραίο. Ο νάνος επήρε το άλογο κ' έφυγε. Ο Τριστάνος ήλθε κάτω από το πεύκο και έρριξε στο νερό τα ξύλινα κομματάκια και τα κλαράκια. καθώς ήταν σκυμμένος στο νερό της πηγής. «Τι συμβαίνει λοιπόν. Κρυμμένος στα κλαδιά. . πήρε το νάνο πισοκάπουλα. Έρχεται. Από μια είσοδο που ήξερε. θάρχεται! Ο Θεός να προστατέψη τους αγαπημένους. Αλλά. στο φως του φεγγαριού. Μην είδε τάχα κανένα.Έτσι κ' έκανε ο Βασιληάς. Τώρα. άφησε τους κυνηγούς του στο δάσος. ο Βασιληάς είδε τον ανηψιό του να πηδάη τους αιχμηρούς στύλους. θα τα είδε. Α! αν μπορούσε να σταματήση τα ξυλαράκια που φεύγουν. ο Τριστάνος την παρατηρεί. «Ωραίε Βασιληά.» Στέκεται. Είχε πη αλήθεια: ο Βασιληάς δεν περίμενε πολύ. Κει κάτω στην αίθουσα των γυναικών η Ιζόλδη παραμονεύει τον ερχομό τους. αν και όχι με την καρδιά του. ψάχνει με το βλέμμα τα μαύρα φυλλώματα. Εκείνη τη νύχτα. Σαν έπεσε η νύχτα. τρέχουν γρήγορα. μπήκε στον κήπο κι' ο νάνος τον ωδήγησε κάτω από το μεγάλο πεύκο.
Ο κύριος μου πιστεύει ότι σας αγαπώ με ένοχο έρωτα. λέγατε. εγώ να σας το πω. δεν ξέρω για ποιο λόγο. να σας ικετεύσω να μαλακώστε το θυμό του Βασιληά. τι τόλμη πήρατε. Τι περιμένετε από μένα. Αλλά ο Τριστάνος ευλογεί το Θεό που έδειξε στη φίλη του τον κίνδυνο. ποτέ δεν έδωσα την αγάπη μου σε κανέναν άνθρωπο εκτός σ' εκείνον που πρώτος με πήρε παρθένα στα χέρια του. — Ναι. ποτέ δεν καταδεχτήκατε ναρθήτε στην πρόσκλησί μου. Ποίος άλλος θα μπορούσε να μαλακώση το θυμό του. Ο Θεός το ξέρει μολαταύτα. — Βασίλισσα. Χίλιες φορές μ' έχετε προσκαλέσει για να με ικετεύσετε. ούτε σηκώνει τα μάτια κατά το φύλλωμα του δέντρου. ω τιμιωτάτη Βασίλισσα. «Θεέ και κύριε μου! λέει χαμηλόφωνα. Λυπηθήτε με το δυστυχισμένον. που μοναχά σε σας εμπιστεύεται η καρδιά του. Αφ' ότου μ' έδιωξε ο Βασιλιάς.Γνωστική όπως όλες η γυναίκες. ότι ήρθα κάτω απ' αυτό το πεύκο. Τι να με ικετεύσετε. άρχοντα Τριστάνε. Και για ποία προδοσία! Πρέπει. κάνετε μοναχά ώστε να μιλήσω εγώ πρώτη!» Πλησιάζει ακόμη. κι' αν λέω ψέμματα. Αλλ' αν ήξερε μοναχά. δεν ξέρετε ότι μας υποπτεύεται και τους δυο. Επί τέλους ήρθα: γιατί. — Αλήθεια. δε μπορώ να το λησμονήσω. Και θέλετε. Να με λοιπόν. Ακούστε πώς προλαμβάνει και ειδοποιεί τον φίλο της: «Άρχοντα Τριστάνε. Τριστάνε. θάρριχνε αύριο τη στάχτη μου στους τέσσερες ανέμους!» . ευγενική Ιζόλδη. ας παιδέψη το κορμί μου. Ο Βασιληάς με μισεί. Τρέμει η Ιζόλδη και κλαίει. εκτός από σας. σεις τον ξέρετε ίσως. να ζητήσω εγώ από το Βασιληά να σε συχωρέση. ως Βασίλισσα είχα αυτήν την υποχρέωσι. Τι θέλετε. σας προσκάλεσα πολλές φορές και πάντοτε άδικα. Να με τραβήχτε τέτοια ώρα σ' αυτό το μέρος. Βασίλισσα. γι' ακόμη μεγαλύτερη ντροπή.
— Βασίλισσα. Αλλά οι προδότες αυτού του τόπου τον έκαναν να πιστέψη το ψέμμα. και να εξοφλήσω το άλογό μου και τα όπλα μου. για τόνομα του Χριστού. Ο Βασιληάς. Ακόμη και τώρα αν σας συχωρέση. σας αγαπούσα. αν δεν κάνη παληανθρωπιές». φεύγω. γι' ανταμοιβή των περασμένων υπηρεσιών μου και για να μπορώ δίχως ντροπή να φύγω μακρυά από δω. — άθλιος όπως ήρθα άλλοτε. ποτέ δεν θα φανταζότανε μόνος του τέτοια ατιμία. γιατί είναι εύκολο να ξεγελιούνται η τίμιες καρδιές. Η Ιζόλδη φεύγει. γιατί να το αρνηθούμε. Κ' εγώ πάλι σας αγαπούσα. και τώρα τον περιγελούν. Γι' αγάπη του Βασιλιά. και ο Τριστάνος τη φωνάζει. . βοηθήστε με! Οι τιποτένιοι προδότες ήθελαν να διώξουν μακρυά από το Βασιληά όλους όσοι τον αγαπούν. Αλλά το σώμα μου τρέμει. ο Βασιληάς και κύριος μου. Αγαπιούνται.Ο Τριστάνος είπε θρηνώντας: — Α! ωραίε θείε! λένε ότι «κανείς δεν είναι παληάνθρωπος. μέσ' τα κλαδιά. Μα σε ποία καρδιά μπόρεσε να γεννηθή τέτοια υποψία! — Τι θέλετε να πήτε. και οι προδότες του το παράστησαν ως έγκλημα. άρχοντα Τριστάνε. Δεν είσαστε από τη γενιά του Βασιληά. Ναι. Τριστάνε. λυπηθήτε με. έμεινα κι' όλα πάρα πολύ». Δεν είμαι η γυναίκα του θείου σας και δε σας έσωσα δυο φορές τη ζωή. Έστω. με αγαπούσατε. και γέλασε γλυκά. Τριστάνε. του είπαν. θα φύγω λοιπόν μακρυά απ' αυτό τον τόπο. Αλλά τουλάχιστον. Όχι. πήτε στο Βασιληά. φοβάμαι πολύ. να μου δώση λίγα χρήματα να πληρώσω τα έξοδά μου. Επέτυχαν το σκοπό τους. θα χαρώ. μακρυά. και δεν άκουσα χίλιες φορές τη μητέρα μου να λέη ότι μια γυναίκα δεν αγαπάει τον άντρα της αν δεν αγαπάη κι' όλο του το σώι. λυπήθηκε.
ο Μεγάλος Θεός θα σας είναι αληθινός φίλος». στη διάκρισι του Βασιληά.— Όχι. Η Βασίλισσα της διηγείται την περιπέτεια. Ζ'. Είναι πατέρας πονετικός και δε θέλει το κακό των αθώων. τελείωσε κι' όλα. δεν έπρεπε να μου κάμετε αυτή την αίτηση. ο . πολύ άδικα. Κει κάτω. φούσκωσε από θυμό. ο Θεός να σας προστατεύη. ο Θεός έκανε μεγάλο θαύμα για σας. ο Βασιληάς είπε γελώντας: — Ωραίε ανηψιέ. Ο Βασιληάς σας μισεί. ο Τριστάνος. Φεύγει η Ιζόλδη και τρέχει έως το δωμάτιό της όπου η Βραγγίνα την πέρνει ολότρεμη στα χέρια της. Είμαι ολομόναχη σ' αυτόν τον τόπο. στηριγμένος στο μαρμάρινο χείλος της λίμνης. Αν του πω μια λέξι για σας. ολομόναχη σ' αυτό το παλάτι όπου κανείς δε μ' αγαπά. ότι ο Βασιληάς τον απειλούσε με θάνατο. Η Βραγγίνα φωνάζει: «Ιζόλδη. κυρία μου. Να. ευλογημένη νάναι αυτή η ώρα. το μακρυνό ταξίδι που ετοίμαζες γι' αύριο πρωί. Φίλε. Αλλά σ' όποιον τόπο και να πάτε.» Κάτω από το μεγάλο πεύκο. θρηνούσε: — Ας με λυπηθή ο Θεός κι' ας επανορθώση τη μεγάλη αδικία που μου κάνει ο αγαπητός μου κύριος! Όταν πέρασε το φράχτη του κήπου. Ο ΝΑΝΟΣ ΦΡΟΣΙΝΟΣ Ο Βασιληάς Μάρκος έκαμε ειρήνη με τον Τριστάνο. και γρήγορα-γρήγορα τούδωσε για τη γη της Ουαλλίας. Του έδωσε την άδεια να γυρίση πίσω στο παλάτι. χωρίς στήριγμα κανένα. και όπως άλλοτε. ο νάνος Φροσίνος εξέταζε την τροχιά των άστρων: Εδιάβασε κει. Τριστάνε. δε βλέπετε ότι κινδυνεύω να βρω ατιμωτικό θάνατο. σ' ένα πλάτωμα του δάσους. Μαύρισε από το φόβο και τη ντροπή.
ο οποίος τον ελυπήθη και του συχώρεσε το σφάλμα του. χαμηλώνει το κεφάλι κατά τη γη. Κάποια μέρα που ξανάπιασαν τον Τριστάνο με τη Βασίλισσα. Παρουσιασθήκανε στο Βασιληά: «Μεγαλειότατε. Αγαπάει τη Βασίλισσα. Αλλά ποιος λοιπόν μπορεί πολύν καιρό να κρατήση μυστικούς τους έρωτές του. όπως θέλεις. και καθώς ο αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν ηύρε μια μέρα σε κάποιο μακρυνό δάσος να πλανάται. Όποτε θέλει. Τι θα κάμης. Ο Βασιληάς είχε συχωρέσει τους προδότες. τον ξανάφερε στο Βασιληά. έπαυσε πεια να σου φαίνεται παράξενη. έκαμαν αυτό τον όρκο: αν ο Βασιληάς δεν έδιωχνε τον ανηψιό του μακρυά από τη χώρα. άθλιο και ελεεινό. Σκέψου και συμβουλέψου. σωπαίνει. μπορεί να μπαίνη και να βγαίνη. αλλόκοτη άλλοτε. κι' είναι φανερό για όποιονε θέλει να κυττάξη. αναστενάζει. «Όχι Βασιληά. διάλεξε μεταξύ των δυο! . ο έρωτας δεν κρύβεται. Αλλά θέλουμε να διώξης τον Τριστάνο. αυτοί θ' αποτραβιώντανε στους οχυρούς πύργους των για να τον πολεμήσουν. Αλλά η καλωσύνη του δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά να μεγαλώση το μίσος των βαρώνων. Ο Βασιληάς τους ακούει. Ο Βασιληάς δεν έχει πεια καμμιά ανησυχία. αν δεν απομακρύνης μια για πάντα τον ανηψιό σου. το νάνο καμπούρη. δε θάν' το ανεχθούμε πεια. γιατί δεν μπορούμε ν' ανεχτούμε να μένη περισσότερο εδώ. θα τραβηχτούμε στης βαρωνείες μες παίρνοντας και τους γείτονες μας μακρυά από την αυλή σου. Όσο για μας. Μεις δε θάν' το ανεχθούμε ποτέ». Αλλοίμονο. Γιατί ξέρουμε τώρα ότι αυτή η είδησι. Βασιληά. Βλέπουμε ότι ανέχεσαι το έγκλημά τους.Τριστάνος κοιμάται στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους σπητικούς. μπορεί να μας αγαπάς ή να μας μισής.
Βγε από το δωμάτιό σου την ώρα του πρώτου ύπνου. Τότε ο νάνος σοφίστηκε μια βρωμερή ατιμία. Ξέρει χίλια πράγματα. Μολαταύτα δεν είχε διαβάσει στάστρα ότι η Βασίλισσα θαρχότανε κείνο το βράδυ κάτω από το πεύκο.— Άρχοντες. διάταξε τον ανηψιό σου να πάη αύριο την αυγή καλπασμό στο Καρδουέλ μια επιστολή σε περγαμηνή καλοσφραγισμένη με κερί. από την ιστορία του κήπου. Δεν τούχετε εμπιστοσύνη. «Μεγαλειότατε. Άρχοντα. μια φορά επίστεψα στα βρωμερά λόγια που λέγατε για τον Τριστάνο. Τη νύχτα. και δε θέλω να χάσω την υπηρεσία των ανθρώπων μου. για το Βασιληά Αρθούρο. Ο Τριστάνος κοιμάται κοντά στο κρεββάτι σου. Πήγε σ' ένα φούρνο. Τρεχάτος ήρθε ο καταραμένος καμπούρης. καλέστε δω το νάνο Φροσίνο. Α! ποιος θάβανε ποτέ με το νου του τέτοια προδοσία. . Ο Ντενοαλέν τον αγκάλιασε. και σ' το ορκίζομαι στο Θεό και στο νόμο της Ρώμης. σεις που μου οφείλετε συμβουλή. Καλά γνωρίζετε ότι αποφεύγω κάθε υπερβολή και κάθε αγέρωχο εγωισμό. — Λοιπόν. Συμβουλεύτε με λοιπόν. σαν απόφαγε ο Βασιλιάς και οι άνθρωποι του κοιμήθηκαν στην αίθουσα που ήτανε κολλητά στη δική του. και μετάνοιωσα. — Ναι. Αλλά είστε υποτελείς μου. Για τ' άλλα. άφησέ με να κάνω εγώ όπως ξέρω και φυλάξου μοναχά μην πης τίποτε στον Τριστάνο γι' αυτήν την επιστολή προ της ώρας του ύπνου. σας παρακαλώ. απήντησε ο Μάρκος. αγόρασε ψιλή φαρίνα αλεύρι και τώκρυψε στην τσέπη της ρόμπας του. Κι' αν έλθη χωρίς να το πάρω κάβο και χωρίς να τον δης και συ. Πάρτε συμβουλή απ' αυτόν». πώς αν αγαπάη την Ιζόλδη με τρελλή αγάπη θα θελήση να της μιλήση προτού φύγη. τότε σκότωσέ με. Ακούστε τι άτιμη προδοσία συμβούλεψε στο Βασιληά. έτσι ας γίνη».
η . γιατί του πέρασε αυτή η σκέψις. ο Βασιληάς σηκώθηκε και βγήκε έξω. η φαρίνα θα έδειχνε το ίχνος των βημάτων. ήρθε στο δωμάτιο του Βασιληά Μάρκου. ένα μεγάλο αγριογούρουνο τον είχε χτυπήσει στη γάμπα με το δόντι του. — Βασιληά. Αν ο ένας από τους αγαπητικούς πήγαινε να σμίξη τον άλλο. Ο Τριστάνος σηκώθηκε όρθιος στο κρεββάτι του. Πολύ τρελλός θάταν όποιος θάφηνε να του πιάσουν τ' αχνάρια των βημάτων του». κατά τη συνήθειά του. Σκοτάδι ήταν μέσ' το δωμάτιο. θα την πάω αύριο. Τρελλή επιθυμία τον έπιασε να μιλήση της Βασίλισσας. πηδάει. στο δωμάτιο του Βασιληά. Αλλοίμονο! την προηγουμένη. να την ανοίξη μπροστά σας. — Ναι. και ξαναπέφτει στο κρεββάτι του Βασιληά. όπως πάντα. Αλλά θα την πάθη. κάνετε το θέλημά μου: την αυγή θα καβαλήστε και θα πάτε στο Καρδουέλ αυτή την επιστολή στο Βασιληά Αρθούρο. ούτε λάμπα. Θεέ. Α! Θεέ! Τι τρελλή σκέψις. ο Τριστάνος.ο Τριστάνος. για τη δυστυχία του. Σε μεγάλη συγκίνησι βρίσκεται ο Τριστάνος. κι' αποφάσισε αν κατά την αυγή κοιμώτανε ο Μάρκος. στο δάσος. αύριο την αυγή». Χαιρετήστε τον από μέρος μου και μείνετε μια μέρα μονάχα κοντά του. Από το κρεββάτι του έως το κρεββάτι του Βασιληά Μάρκου τόνε χώριζε απόστασις κονταριού. που έμεινε ξύπνιος τον είδε. ακολουθούμενος από τον νάνο καμπούρη. Κατά τα μεσάνυχτα. μετράει την απόστασι. σηκώθη και ανάμεσα στο κρεββάτι του Τριστάνου και της Βασίλισσας έχυσε την ψιλή φαρίνα. Ούτε κερί αναμμένο. «Ωραίε ανηψιέ. και. Ό νάνος κοιμώτανε. Αυτός ο νάνος δεν συνηθίζει να με υπηρετή για το καλό μου. να την πλησιάση. Αλλά καθώς τη σκορπούσε. «Τι πα να πη αυτό. Ενώνει τα πόδια. Όταν πίστεψε ότι όλοι κοιμώντανε.
και είπε στο Βασιληά: «Πήγαινε. κι' απειλούν τη Βασίλισσα και την κοροϊδεύουν. ο νάνος. άνοιξε κι' άρχισε να τρέχη. την περιγελούν και της υπόσχονται καλή δικαιοσύνη. Ο Τριστάνος τους ακούει. Είχαν μείνει μόνοι στο δωμάτιο με τον Περινίς που κοιμώτανε στα πόδια του Τριστάνου και έμενεν ακίνητος. Αύριο θα πεθάνετε». πηδάει. Μεγαλειότατε. τώρα πεια καμμιά διάψευσι δεν περνάει. και οι τέσσερες προδότες. οι βαρώνοι. κατά το πέρασμα. Ανακαλύπτουν την πληγή που τρέχει. χάρι ζητώ. ο Βασιληάς. ο Βασιλιάς. Σηκώνεται. Ο Βασιληάς βλέπει στο κρεββάτι κατακκόκινα τα σεντόνια και στο πάτωμα την ψιλή φαρίνα βρεγμένη από φρέσκο αίμα. κρέμασέ με!» Πηγαίνουν λοιπόν στο δωμάτιο. Για τόνομα και για τα πάθη του Χριστού. Αλλοίμονο. τα σεντόνια. στη φαρίνα. Τρεμούλιασε από τη χαρά του. το αίμα χύθηκε άφθονο από την πληγή. Οι τέσσερες βαρόνοι που μισούσαν τον Τριστάνο για την αντρεία του. Έξω στο φως του φεγγαριού. Του φωνάζει: «Μεγαλειότατε. Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη έκαμαν πώς κοιμούνται.πληγή δεν ήταν δεμένη. ο νάνος είδε με τα μάγια του ότι είχαν σμίξει οι αγαπητικοί. Στο τάνημα του πηδήματος. «Τριστάνε. Να. κι' αν αυτή τη φορά δεν τους πιάσης στα φόρα. τον κρατούν στο κρεββάτι. και ο νάνος που κρατεί ένα φως. λέγει ο Βασιληάς. Αλλά ο Τριστάνος δε βλέπει το αίμα που ξεβρυσάει και κοκκινίζει. έλεος για μας! . φτάνει στο κρεββάτι του.
που δίχως τη δική σας προστασία. με το δίκηο του.— Μεγαλειότατε. Όταν έκανε όρκο ότι ποτέ δεν είχε αγαπήσει τη Βασίλισσα μένοχο έρωτα. Αλλά σας επικαλούμαι. σεις που καταλαβαίνετε. από σεβασμό και αγάπη για σας. — έλεγε ψέμματα. — Ωραίε θείε. σε κλειστό χώρο. παραδίνομαι στη διάκρισί σας. για τόνομα του Μεγάλου Θεού». Βέβαια. Αλλά οι τρεις βαρώνοι τον δένουν με σκοινιά. παρά από την κρίσι.τι θέλετε. Αλλ' εμπιστευότανε στο Θεό. Αλλά. κομμάτια θα τον έκαναν προτού ανεχτή να τόνε δέσουν έτσι χυδαία. Να με. Τι με νοιάζει για το θάνατο. οι προδότες γελούσαν για την αδιάντροπη αγυρτεία του. αυτοί οι τέσσερες παληανθρώποι θα πλήρωναν ακριβά το θράσος τους. αυτοί. και ήξερε ότι κανείς δε θα τολμούσε να σηκώση απάνω του σπαθί. Αλλά λυπηθήτε τη Βασίλισσα!» Και ο Τριστάνος γονατίζει και ταπεινώνεται στα πόδια του. και γι' αυτό ο Θεός πέρνει στης μονομαχίες το μέρος του αθώου. Οι άνθρωποι βλέπουν το πράγμα. Και βέβαια. Γιατί αν στο παλάτι σου βρίσκεται κανείς που νάχη την τόλμη να υποστηρίξη το ψέμμα ότι την αγάπησα ποτέ μένοχο έρωτα θα μεύρη μπροστά του ολόρθο. Το έγκλημα δεν αποδεικνύεται από το πράγμα. μέσα σε κλειστό χώρο. ούτε να μ' αγγίξουν δε θα τολμούσαν. Μεγαλειότατε. «Έλεος για τη Βασίλισσα. Γι' αυτό και ο Τριστάνος ζητούσε δικαιοσύνη και . Κάμετέ με ό. Α! αν ήξερε ότι δεν θα του επέτρεπαν ν' αποδείξη με μονομαχία την αθωότητά του. αυτόν και τη Βασίλισσα. δε σας ικετεύω για τον εαυτό μου. εκδίκησι! φωνάζουν οι προδότες. αν δεν ήτανε ο φόβος μη θυμώστε. μα ο Θεός βλέπει της καρδιές. και μόνος αυτός είναι δίκαιος κριτής. Γι' αυτό κι' όλα ώρισε πως ότι κάθε κατηγορούμενος θα μπορούσε με μονομαχία να υποστηρίζη το δίκηο του. χάρι γι' αυτήν. Μεγαλειότατε. είχε την πεποίθησι στο Θεό. Άρχοντες: σεις που ξέρετε την αλήθεια για το φίλτρο που ήπιανε στη θάλασσα.
Αυτά λοιπόν κατώρθωσε με τα μάγια του ο νάνος καμπούρης. κι' ο Βασιληάς θέλει να τους σκοτώση. τρέχει το κακό μαντάτο κατά την πολιτεία: πιάσανε τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα. κανένας από τους βαρώνους μας δεν ετόλμησε να ζώση τ' άρματα. ξεχνώντας όλα αυτά θα ανεχτούμε το θάνατό σου. Ω! που να μη δη ποτέ Θεού πρόσωπο όποιος τον απαντήση στο δρόμο του και δεν του χώση το σπαθί στην κοιλιά του! Τριστάνε. περνούν όλη την πολιτεία.» Οι θρήνοι. κι' όλοι. Και συ. ο Βασιληάς καλπάζει όξω από την πόλι. Τριστάνε. αγαπημένε ώμορφε φίλε. Και λίγο έλειψε να πεθάνης από της πληγές που σούδωκε με το φαρμακωμένο σπαθί του. Α! Θεέ! γιατί δεν τους σκότωνε. Τριστάνε. για όλη την Κορνουάλλη. Βασίλισσα τιμημένη. Και μοναχά συ. Αλλά ο θυμός του Βασιληά είναι τέτοιος που κανείς βαρώνος — όσο δυνατός και νάναι κι' όσο αγέρωχος — δεν τολμά να πη κουβέντα για να τον μαλακώση. έμεναν αμίλητοι. αντρειωμένε βαρώνε. στον τόπο οπού συνήθιζε να δικάζη! Διατάζει να σκάψουν λάκκο στο χώμα και να τον γεμίσουν με χοντρές και κοφτερές κληματόβεργες κι' αγκάθια άσπρα και μαύρα. όταν ο Μόρχολτ ήρθε στον τόπο μας για ν' αρπάξη τα παιδιά μας. βγαλμένα από την γη μαζύ με της ρίζες τους. Προτού σηκωθή ο ήλιος. Φεύγει η νύχτα. Η'. όλοι κλαίνε: «Αλλοίμονο! Πώς να μην κλαίμε. θα πεθάνης λοιπόν με τόσο άτιμη προδοσία. Πλούσιοι αστοί και άνθρωποι του λαού. Όλοι τρέχουνε στο παλάτι. και σκότωσες το Μόρχολτ. σίγουρα θα σκότωνε τους προδότες. Μα αν είχε προΐδει τι θα γινότανε. πολέμησες για όλους μας. και γι' αυτό παραδόθηκε έτσι στο Βασιλέα Μάρκο.μονομαχία. σε ποιον τόπο θα γεννηθή ποτέ βασιλοπούλα τόσο ώμορφη και τόσο αξιολάτρευτη. . Βασίλισσα αγνή. ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ Μέσα στην κατάμαυρη νύχτα. Σήμερα. Η μέρα πλησιάζει. η κραυγές. σαν τους μουγγούς.
ούτε δίκη. μα τι ωφελούν τα δάκρυα. Βασιληά. να τους σκοτώσουμε χωρίς δίκη. Αισχρά τον πέρνουν και τον πάνε. τι μεγάλη χαρά!» . Κλαίει για την προσβολή. κι' ο Βασιληάς περιμένει. Να γίνη δίκη πρώτα.Πρωί-πρωί. για να σωθής. Και η Βασίλισσα. αν κανείς τολμήση να δευτερώση αυτήν την αίτησι. Τότε ο Βασιληάς τους μίλησε έτσι: «Άρχοντες. αναβολή και έλεος γι' αυτούς!» Θυμωμένος απάντησε ο Βασιλιάς: «Όχι. ούτε αναβολή. Βασιληά. αυτή η πυρά είναι για τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα. φωνάζει: «Αν μπορούσα να σκοτωθώ. Με μεγάλη βουή μαζεύονται: όλοι κλαίνε εκτός από τον νάνο του Τινταγκέλ. πρώτος θα καή απάνω σ' τη φωτιά!» Διατάζει ν' ανάψουνε τη φωτιά και να πάνε στο παλάτι να φέρουνε πρώτον τον Τριστάνο. Καλέ Θεέ! τι χυδαιότης να τόνε δέσουν έτσι. Οι υπηρέτες τρέχουνε στο δωμάτιο όπου με αυστηρή επίβλεψι φυλάνε τους αγαπητικούς. χτυπάνε τα τύμπανα για να μαζευτούν αμέσως οι άνθρωποι της Κορνουάλλης. Τραβάνε τον Τριστάνο από τα σκοινιά. Είναι ντροπή και κρίμα. Καίνε ταγκάθια. ούτε έλεος. φίλε. Μα τον Ύψιστο Θεό που έφτιασε τον κόσμο. Όλοι φώναξαν: «Δίκη. σχεδόν τρελλή από αγωνία. γιατί εγκλημάτησαν». όλοι μένουν αμίλητοι.
δεν μπορώ να βλέπω αυτά τα σκοινιά. Είναι ο Ντινάς. Κύριοι. είπε στους υπηρέτες. στην κορυφή ενός βράχου και φάτσα κατά το βορρηά.Οι φύλακες κι' ο Τριστάνος κατεβαίνουν στην πόλι. για τον τόπο της φωτιάς. κι' άμα . τους φτάνει. είπεν ο Τριστάνος στους οδηγούς του. Ο αφρός. βλέποντας κατά το βάραθρο ήτανε μια χρωματιστή τζαμαρία. Αν δοκιμάση να φύγη. Ένας καβαλλάρης τρέχει κατά πίσω τους. βραχώδη. Αυτός. που ούτε του αμαρτωλού δε θέλει το θάνατο. Ο κυκλικός τοίχος του ιερού ήτανε χτισμένος απάνω σ' ένα ψηλό γκρεμό του γυαλού. «Κύριοι. Στο άκουσμα των συμβάντων. το εκκλησάκι δεν έχει άλλη έξοδο απ' αυτή. Κοντά στο δρόμο που περνούσε ο Τριστάνος. Θέλω να παρακαλέσω το Θεό να με συγχωρήση για τα τόσα κρίματά μου. Καθένας σας κρατάει το σπαθί του στα χέρια. Λοιπόν. έκοψε τα σκοινιά με το σπαθί του. μου επέτρεψε τουλάχιστον να σας κάνω αυτήν τη μικρή υπηρεσία: Φίλοι. ο ιδρώτας. Σε λίγο θα πεθάνω. και το αίμα αυλάκια κυλάνε στα πλευρά του αλόγου του: «Υγιέ. Ο Θεός θα με βοηθήση ίσως να δώσω κάποια συμβουλή που θα βγη σε καλό και των δυο σας. περίτεχνο έργο κάποιου αγίου ερημίτη. ο καλός αυλάρχης. πηδάει από το άτι που τρέχει ακόμη. άφησε αμέσως τον πύργο του Λιντάν. μήπως δεν έχετε τα σπαθιά σας. ακούστε πώς ο καλός Θεός λυπάται τους ανθρώπους. βρισκότανε ένα εκκλησάκι απάνω από τη θάλασσα. πάω στο δικαστήριο του Βασιληά. Στο ιερό. δέχτηκε ευνοϊκά τα δάκρυα και της ικεσίες των φτωχών ανθρώπων που τον παρακαλούσαν για τους βασανισμένους εραστές. Για την ώρα. με απότομες κατωφερειές. — κι' ο Ντινάς.» Φιλάει τον Τριστάνο στα χείλη. ξανακαβαλλικεύει και φεύγει. Ξέρετε καλά ότι μόνον απ' αυτήν την πόρτα μπορώ να περάσω. αφήστε με να μπω σ' αυτό το εξωκκλήσι.
ο Θεός με λυπήθηκε! Α! δυστυχισμένος εγώ! Τι με ωφελεί. μ' αμπολυμένα χαλινάρια. Ιζόλδη. ότι ο Θεός τον ελυπήθη. πιάνει το παράθυρο. Τριζομανάνε η φλόγες και ψηλά ανεβαίνει ο μαύρος καπνός. — είχε φύγει ο Γκορνεβάλης από την πολιτεία. μάθετε. τον σηκώνει και τον αποθέτει σε μια πλατειά πέτρα στα πόδια του γκρεμού. τι μ' ωφελεί. περνάει το χορό. Οι άνθρωποι της Κορνουάλλης ακόμη ονομάζουν αυτήν την πέτρα «Πήδημα του Τριστάνου». Άδικα όμως. μπροστά σ' εκείνη τη συνάθροισι. Φεύγει… Ο αλαφρός άμμος βουλιάζει στα πόδια του. — γιατί τώρα πεια τον πήρε ο Θεός στη φύλαξί του.παρακαλέσω το Θεό. Για μένα την καίνε! Γι' αυτή.. Ο Βασιληάς θα τον έψηνε ζωντανό. Απάντησε τον Τριστάνο στο γιαλό κι' ο Τριστάνος φώναξε: «Δάσκαλε. Τον αφήκαν να μπη. θέλοντας και μη θα ξαναπέσω πάλι στα χέρια σας!» «Μπορούμε να τον αφήσουμε!» είπεν ένας από τους φύλακες. Ο άνεμος πιάνεται στα ρούχα του. Χωρίς την Ιζόλδη. Ο Γκορνεβάλης του είπε: . Μπρος στην εκκλησιά. οι άλλοι όλο τον περίμεναν. Κι' ο Τριστάνος φεύγει. το ανοίγει και πηδάει στο γκρεμό… Καλλίτερα αυτό το πήδημα παρά ο θάνατος στη φωτιά. Άρχοντες. Αλλά. γυρίζει πίσω. — στα τέσσερα. Γιατί καλλίτερα να μην γίνω κομμάτια στο πέσιμο! Εγώ ξέφυγα. Ζωσμένος το σπαθί του. αντί του αφεντικού του. Τρέχει μέσ' το εκκλησάκι. Πέφτει χάμω. και σένα θα σε σκοτώση. βλέπει μακρυά τη φωτιά. φθάνει στην τζαμαρία του ιερού. πρέπει κ' εγώ να πεθάνω».
— Να το. μην ακούτε το θυμό σας. — Όχι. — Καλά. — Ωραίε μου δάσκαλε. ποτέ να μην κοιμηθώ κάτω από στέγη αν δεν την εκδικηθούμε πρώτα». Γύρω είναι οι αστοί. Σκέψου ότι δεν είναι στο χέρι σου να ζυγώσης στη φωτιά. . τον υγιό της Μαρίας.» Όταν πήδησε ο Τριστάνος από το γκρεμό. έχω ακόμη κάτω από το κοντοκάπι μου ένα πράγμα που θα σ' ευχαριστήση: αυτόν το στερεό και ελαφρό θώρακα που ίσως σου χρειαστή. Κυττάχτε αυτόν τον πυκνό θάμνο. σου το έφερα. ένας φτωχός άνθρωπος του λαού τον είδε να σηκώνεται και να φεύγη. μη βιάζεσαι έτσι. είπε ο Γκορνεβάλης. θα πάω τώρα να ελευτερώσω τη φίλη μου. Μα το Θεό στον οποίο πιστεύω. — Φέρε δω. καλά έχουνε πη: «η τρέλλα δεν είναι αντρεία». Τώρα ας με δέσουν ας με κάνουν ό. Γιε μου. είπε η Ιζόλδη. ησυχάστε. — Βασίλισσα. δεν έχω το σπαθί μου. και φοβούνται το Βασιληά. δάσκαλε. Ο Θεός βέβαια σου φυλάει πειο σίγουρη εκδίκησι. Δε φοβάμαι τίποτα πεια εκτός από το Θεό! — Γιε. . Σ' αγαπούν και θέλουν την ελευτερία σου.τι θέλουν. πάψε πεια τα κλάμματα. Κι' αν κάψουν την Ιζόλδη. ορκίζομαι στο Χριστό.. το φραγμένο από πλατύ αυλάκι. ωραίε δάσκαλε. Ας κρυφτούμε κει. Έτρεξε στο Τινταγκέλ και γλύστρησε ως το δωμάτιο της Ιζόλδης. κι' όμως όλοι θα σε χτυπήσουν. Θα μας πουν νέα.«Ωραίε άρχοντα. Ο φίλος σου ξέφυγε. δε με μέλει πεια». — Δόξα τω θεώ. Περίμενε λίγο! . ας με σκοτώσουν. Πολλοί περνάνε από το δρόμο.
χωρίς κέρδος κανένα: ποιος φτωχός ή ποιος ορφανός ή ποια γρηά γυναίκα θα μούδινε μια πεντάρα για όλη την αυλαρχεία που κράτησα στη ζωή μου. Πολύν καιρό σε υπηρέτησα πιστά και τίμια. Αλλά όλους τους βαρώνους. τους πόρους. την ώρα που ο καλός Θεός πήρε το φίλο μου από τα νύχια των απίστων. Μεγαλειότατε. Σκέψου άλλωστε: αν κάψης το σώμα της. άκουσέ με. και δε θα επιτεθή ποτέ εναντίον σου. λυπηθήτε την. τα στενά. που θα πιάση. τους υποτελείς σου. βέβαια. Και εμφανίζεται η Ιζόλδη στο κατώφλι της αιθούσης. Αγνή Βασίλισσα. ο άρχοντας του Λιντάν. Ο Ντινάς. χωρίς δίκη. πέφτει στα πόδια του Βασιλιά. τα δάση. «Βασιληά. καμμιά ασφάλεια δε θα υπάρξη πεια στον τόπο. δε θάξιζα τίποτα!» Όταν πήγανε στο Βασιληά την είδησι ότι ο Τριστάνος ξέφυγε από τη τζαμαρία της μικρής εκκλησίας. τη χάρι να λύπηθής τη Βασίλισσα. Θέλεις ζωντανή να την κάψης. πρασίνισε από το θυμό του. Ο Τριστάνος ξέφυγε. Κ' είναι τολμηρός. και διέταξε τους ανθρώπους του να φέρουν την Ιζόλδη. Τι πένθος έρριξαν στον τόπο αυτοί που σας πρόδωσαν! Καταραμένοι να είναι!» Σέρνοντας φέρνουν τη Βασίλισσα έως τ' αναμμένα αγκάθια. Είναι άδικο πράγμα. που βγάνουν μεγάλες φλόγες. Βέβαια είσαι θείος του. Σπιθαμή προς σπιθαμή γνωρίζει της πεδιάδες.Οι άπιστοι προδότες τόσο σφιχτά της είχαν δέσει τα σκοινιά που το αίμα έτρεχε από τα χέρια της αυλάκι. . κάνε μου. θα τους σκοτώση». Μεγάλη βουή ανεβαίνει από το δρόμο: «Ω! Θεέ. απλώνοντας τα λεπτά χέρια της που στάζουν αίμα. Για αμοιβή. Τη σέρνουν. Αλλά εκείνη είπε γελαστή: «Αν έκλαιγα γι' αυτόν τον πόνο. αφού δεν αναγνωρίζει το έγκλημα για το οποίο την κατηγορείς. Βασίλισσα τιμημένη.
Οι τέσσερες άπιστοι προδότες χλωμιάζουν, σαν ακούνε αυτά τα λόγια. Βλέπουν κι' όλα κρυμμένο τον Τριστάνο να τους παραμονεύη. «Μεγαλειότατε, λέει ο αυλάρχης, αν αλήθεια σε υπηρέτησα σ' όλη μου τη ζωή παράδωσέ μου την Ιζόλδη. Αναλαμβάνω γι' αυτή σα φύλακας και σαν Εγγυητής της». Αλλά, αλύγιστος, ο Βασιληάς πιάνει το Ντινάν από το χέρι κι' ορκίζεται στους αγίους πως θα τιμωρήση δίχως αναβολή. Τότε ο Ντινάς σηκώθηκε: «Βασιληά, ξαναγυρίζω στο Λιντάν, και παραιτούμαι από την υπηρεσία σου». Κ' ενώ η Ιζόλδη του στέλνει θλιβερό μειδίαμα, ανεβαίνει στο άτι του κι' απομακρύνεται, περίλυπος και σκυθρωπός, με το κεφάλι σκυφτό. Όρθια στέκει η Ιζόλδη κοντά στην πυρά. Το πλήθος γύρω, φωνάζει, καταριέται το Βασιληά, καταριέται τους προδότες. Δάκρυα βρέχουν το πρόσωπό της. Φορεί στενό επενδύτη, πλεγμένο με λεπτό χρυσάφι. Χρυσοΰφαντη ελαφρή εσάρπα είναι πλεγμένη στα μαλλιά της που πέφτουν ως τα πόδια. Όποιος μπορούσε να τη δη χωρίς να τη λυπηθή, δίχως άλλο θα είχε καρδιά προδότη. Θεέ, θεέ! Τι σφιχτά που της έχουνε δέσει τα χέρια! Εκατό λεπροί, παραμορφωμένοι, με το κρέας φαγωμένο και ξασπρουλιασμένο, είχανε τρέξει με τα δεκανίκια τους, και στριφογύριζαν μπροστά στη φωτιά, και τα αιματηρά μάτια τους, κάτω από τα πρισμένα βλέφαρα, έχαιραν με το θέαμα.
Ο Ύβαινος ο απαισιώτερος από τους λεπρούς, φώναζε στο Βασιληά με τη στριγγιά φωνή του: «Μεγαλειότατε, θέλεις να ρίξης τη γυναίκα σου σ' αυτό το καμίνι. Καλή είναι η τιμωρία, μα πολύ σύντομη. Η μεγάλη φωτιά θα την κάψη αμέσως, κι' ο δυνατός άνεμος θα σκορπίση γρήγορα την στάχτη της. Κι' όταν σε λίγο θα πέση η φλόγα, η τιμωρία της θα τελειώση κι' όλα. Θέλεις να σου μάθω εγώ ακόμη χειρότερη τιμωρία: τέτοια που να ζη, αλλά στην ατιμία κι' όλο ένα παρακαλώντας το θάνατο; Βασιληά, το θέλεις;» Απάντησε ο Βασιληάς: «Ναι, να της αφήσουμε την ζωή, αλλά με μεγάλη ατίμωσι, χειρότερη από το θάνατο. Όποιος με συμβουλέψη τέτοιο μαρτύριο, πειο πολύ θα τον αγαπήσω. — Μεγαλειότατε, θα σου πω λοιπόν σύντομα τη σκέψι μου. Να, έχω δω εκατό συντρόφους. Δώσε μας την Ιζόλδη, να την έχουμε όλοι μαζική. Η αρρώστεια ανάβει της ορμές μας. Δώσ' τη στους λεπρούς σου, ποτέ γυναίκα δεν θάχη βρη χειρότερο τέλος. Να, τα κουρέλια μας είναι κολλημένα στης πληγές μας που βγάνουν κακό ιδρώτα. Αυτή που κοντά σου ευχαριστιότανε με τα πλούσια υφάσματα, με τα λευκά γουναρικά, με τα στολίδια, με της μαρμάρινες σάλλες, τα καλά κρασιά, της τιμές και της χαρές, α! όταν θα δη την αυλή των λεπρών σου, όταν θ' αναγκασθή να μπη στης χαμηλές μας τρώγλες και να κοιμηθή μαζύ μας, τότε η Ιζόλδη η Ωραία, η Ξανθή, θ' αναγνωρίση την αμαρτία της, και θα πεθυμήση χίλιες φορές αυτήν την ωραία φωτιά των αγκαθιών!» Ο Βασιληάς ακούει, σηκώνεται και πολλή ώρα μένει ακίνητος. Επί τέλους ορμάει κατά τη Βασίλισσα και την πιάνει από το χέρι. Κείνη φωνάζει: — Έλεος, Μεγαλειότατε, καλλίτερα να καώ, καλλίτερα να καώ!»
Ο Βασιληάς την παραδίνει. Ο Ύβαινος την παίρνει κι' οι εκατό λεπροί αναδεύουνε γύρω της. Ακούγοντάς τους να φωνάζουν και να γαυγίζουν γύρω της, όλες η καρδιές λυώνουν από οίκτο. Αλλά ο Ύβαινος είναι χαρούμενος. Η Ιζόλδη φεύγει και ο Ύβαινος την οδηγεί. Η απαισία συνοδεία κατεβαίνει έξω από την πόλι. — Πήραν το δρόμο που είναι κρυμμένος ο Τριστάνος. Ο Γκορνεβάλης αφήνει κραυγή: — «Τι θα κάμης; Να η φίλη σου!» Ο Τριστάνος τραβάει τάλογό του όξω από το θάμνο. — Ύβαινε, αρκετά της κράτησες συντροφιά. Τώρα άφησέ τη, αν θέλης να ζήσης!» Ο Ύβαινος ξεκουμπώνει το μαντύα του. «Θάρρος, σύντροφοι! Τα μπαστούνια σας! Τα δεκανίκια σας. Να η στιγμή να δείχτε την αντρεία σας!» Τότε, ήτανε αλλόκοτο πράγμα να βλέπη κανείς τους λεπρούς να ρίχνουνε κάτω τους μαντύες, να στεριώνουνται στ' άρρωστα πόδια τους, να φυσοκοπάνε, να φωνάζουν, να στριφογυρίζουν τα δεκανίκια τους: άλλοι απειλούν, άλλοι ουρλιάζουν. Αλλά ο Τριστάνος συχαινότανε να τους χτυπήση. Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο Τριστάνος εσκότωσε τον Ύβαινο: βρωμερό ψέμμα. Τέτοιος ήρωας δε θάπλωνε το χέρι να σκοτώση τέτοιο σκυλλολόι. Ο Γκορνεβάλης τον εσκότωσε μ' ένα χοντρό ξύλο, που του κατάφερε στο κεφάλι το μαύρο αίμα τινάχτηκε κ' έτρεξε μέχρι τα κακοφτιαγμένα πόδια του. Ο Τριστάνος ξαναπήρε τη Βασίλισσα, η οποία δεν υποφέρει πεια καθόλου. Έκοψε τα σκοινιά των χεριών της, και αφήνοντας
ο σεβαστός γέρως στηριγμένος στο δεκανίκι του. Τ' αδυνατισμένα πρόσωπά τους γίνονται χλωμά. τα ρούχα τους πέφτουν κυρέλια. γυρίζουν δω κ' εκεί. ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΟΥΑ Στο βάθος του αγρίου δάσους. ξεσκισμένα από τ' αγκάθια. έφθασαν κατά τύχη στο ερημητήριο του αδελφού Ογκρίν. στο βάθος του αγρίου δάσους. Τρώνε όλο κρέας των αγριμιών και πιθυμούν τη γεύσι τ' αλατιού. Αγαπιούνται όμως. μάθετε τι μεγάλο όρκο έκαμαν οι άνθρωποι της Κουρνουάλλης. πήγαινε με μικρά βήματα. Δεν υποφέρουν. Θ'. Μια μέρα. σταμάτησαν στους πρόποδες κάποιου βουνού. και τάδωσε στον Τριστάνο. άρχισε για τους φυγάδες η τραχειά ζωή. στα μεγάλα δάση. Εκεί. Ο Βασιληάς έβαλε προκήρυξι σ' . φώναξε. ο Γκορνεβάλης πήρε από κάποιο δασοφύλακα το τόξο του και δυο καλοφτιαγμένα βέλη. Ανάπαυσε το κεφάλι της στο σώμα του Τριστάνου και απεκοιμήθη. καθώς περνούσαν τα μεγάλα απάτητα δάση. Τότε. Στον ήλιο. κοντά στο εκκλησάκι του. μπήκαν στο δάσος του Μορουά. σαν κυνηγημένα ζώα. Ο φόβος είχε κουράσει τη Βασίλισσα. — αγαπημένη μολαταύτα. ο Τριστάνος αισθάνεται ασφάλεια σα να βρίσκεται πίσω από τείχη φρουρίου.την πεδιάδα. τον καλό τοξότη. έφτιασε μια καλύβα και τη σκέπασε με φύλλα. Ο Γκορνεβάλης άναψε φωτιά από ξερά κλαδιά για να ψήση το κυνήγι. με μεγάλους μόχθους. και σπάνια τολμούν να ξαναπάνε το βράδυ στο άσυλο της προηγουμένης. Με τη δύσι του ηλίου. Ο Τριστάνος έκοψε φυλλώματα. Το πρωί. που ξεπέταξε ένα ελάφι και το σκότωσε. «Άρχοντα Τριστάνε. σ' ένα ελαφρό δάσος ιτιών.
ούτε αυτή μπορεί να χωριστή από μένα. Ναι. και τ' όργωμα μένει μάταιο. Την έδωκε στους λεπρούς του. Τριστάνε. Αλλά. άρχοντα Ογκρίν. — Να μετανοήσω. Και για ποιο έγκλημα.όλο τον τόπο. Από τα χέρια τους την πήρα. Όποιος σας πιάση θα πάρη εκατό χρυσά μάρκα κι' όλοι οι βαρώνοι ορκίστηκαν να σας παραδώσουν νεκρό ή ζωντανό. Δε μπορώ να την χωριστώ. Στα πόδια του η Ιζόλδη έκλαιγε. πώς να παρηγορήση κανείς πεθαμένους. — Άρχοντα Τριστάνε. Όποιος προδίνει τον κύριό του. Μετανόησε. με το κεφάλι στα γόνατα του ανθρώπου που υποφέρει για το Θεό. . το καλό ποτό μας έχει μεθύσει. όποιος ζη στην αμαρτία χωρίς να μετανοή. Μετανοήστε. Από δω και πέρα είναι δική μου. Τα δέντρα κ' η χλόη μαραίνονται. κατά τον νόμο της Ρώμης. και όπου πέση η στάχτη του τίποτε πεια δε φυτρώνει. με κλάμματα εκείνη κουνούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να τον πιστέψη. είναι πεθαμένος. και θα προτιμούσα να ζητανιεύω όλη μου τη ζωή στους πέντε δρόμους και να ζω με χόρτα και με ρίζες μαζύ με την Ιζόλδη παρά νάμαι. Τριστάνε· γιατί. ο Θεός να σας βοηθήση· γιατί εχάσατε τούτον τον κόσμο και τον άλλο. Βασιληάς της πειο μεγάλης χώρας. — Τώρα πεια δεν του ανήκει. Ο ερημίτης της έλεγε τα άγια λόγια της Βίβλου. δώσε πάλι τη Βασίλισσα σε κείνον που την πήρε γυναίκα. τον διαμελίζουν με δυο άλογα. Ο Ογκρίν είχε καθήσει χάμω. ή τον καίνε στην πυρά. δίχως αυτή. Σεις μπορείτε και κρίνετε: ξέρετε τι ποτό ήπιαμε στη θάλασσα. — Αλλοίμονο. είπε ο Ογκρίν. Τριστάνε! Ο Θεός συγχωρεί τον αμαρτωλό όταν μετανοή.
με τη γλώσσα μια πήχυ έξω. θα τον δήτε. είναι το λαγωνικό μου». ζωηρό. σωστά είπε ο Σολομών: «ο αληθινός μου φίλος. έλεγαν. Θα γυρίσουμε στο δάσος που μας προστατεύει και μας φυλάει. ώμορφο. έξυνε το χώμα με τα πόδια. επί τέλους βρίσκει τα ίχνη του κυρίου του. συλλογιζότανε τα περασμένα. Διασχίζει βήμα προς . κανένα σκυλί δεν αγάπησε ποτέ έτσι τον κύριό του. ούρλιαζε. Τα δέντρα ξανάκλεισαν πίσω τα κλαδιά τους. Ακούστε μια ωραία περιπέτεια. με το στόμα ανοικτό. Από την ημέρα που έχασε τον κύριό του. Θα ιδούμε αν κάνη έτσι γιατί πεθυμάει τον κύριό του. Τον λύνουν. φίλη!» Σηκώθηκε η Ιζόλδη. Κι' ο Βασιληάς Μάρκος. κ' έλεγε μέσα του: «Μεγάλη γνώσι δείχνει τούτο το σκυλί που κλαίει έτσι τον αφεντικό του. τα μάτια του έτρεχαν. ζώα και ανθρώπους». ψάχνει. δεν ήθελε καμμιά τροφή. Έλα. Και χαθήκανε μέσ' τα φυλλώματα. Πιάσθηκαν από τα χέρια. Άρχοντες. διατάχτε να λύσουν τον Χουσδάν. μόλις λυθή. Μήπως δα υπάρχει κανείς σ' όλη την Κορνουάλλη που ναξίζη το νύχι του Τριστάνου. κλαίει.» Τρεις βαρώνοι ήρθαν στο Βασιληά: «Μεγαλειότατε. Αν όχι. Τον είχαν κλείσει στον ψηλότερο πύργο του φρουρίου. Ναι.— Όχι! είμαι ζωντανός. Γαυγίζει. Ο Τριστάνος είχε αναστήσει ένα σκυλλί: ένα λαγωνικό. «Χουσδάν. για να δαγκώση. ελαφρό στην τρεχάλα. Πηδάει στην πόρτα και τρέχει στο δωμάτιο όπου άλλοτε βρισκότανε ο Τριστάνος. Μπήκαν στα ψηλά χόρτα και της φτέρες. Πολλοί τον ελυπήθηπαν. μ' ένα βαρύ ξύλο κρεμασμένο στο λαιμό. σαν εσένα. Ιζόλδη. και ούτε μετανοώ. να κυνηγάη. Τον έλεγαν Χουσδάν. Κανένας κόμης κι' ούτε ο ίδιος ο Βασιληάς δεν έχει το όμοιό του για το κυνήγι με το τόξο.
Τον αφήνουν και γυρίζουν πίσω. άρχοντα! Άκουσα άλλοτε να μιλούν για έναν Ουαλλό δασοφύλακα που είχε συνηθίσει το σκύλλο του ν' . Γαυγίζει δυνατά. στον Γκορνεβάλη. πηδάει απάνω του. Όλοι τον πέρνουν από πίσω. με λαγωνικά. ένας άνθρωπος καταδιωγμένος. Έπειτα τρέχει στην Ιζόλδη την Ξανθή. Στην άκρη στέκεται όρθιος ο Τριστάνος με τεντωμένο το τόξο του. «Αλλοίμονο! Τι δυστυχία να μας ανακαλύψη. Τι να το κάνη αυτό το σκυλί που δεν μπορεί να μείνη ήσυχο. Μολαταύτα. Θα μπορούσε να μας πάη σε μέρος όπου ο γυρισμός δεν θάταν εύκολος». σαν άγρια θερία. έπειτα φεύγει για το δάσος. Το δάσος αντιλαλούσε από τα γαυγητά του Χουσδάν. και σκαρφαλώνει κατά την ακτή. ας πάψουμε πεια να τον ακολουθούμε. Ποιος είδε ποτέ τέτοια χαρά. ακόμη και στο άλογο. κουνάει το κεφάλι και την ουρά. Στης πεδιάδες και στα δάση. Όλοι συγκινούνται. πέφτει στα πόδια του βράχου. Συμβουλεύτε με!» Η Ιζόλδη χάιδεψε το Χουσδάν με το χέρι και είπε: «Λυπηθήτε τον. ξαναβρίσκει τα ίχνη στην παραλία. Βαθειά συγκινήθηκε ο Τριστάνος. Βυθίζονται σε κάτι πυκνά φυλλώματα. σ' όλη τη χώρα του. Ξαφνικά ρίχνεται από την τζαμαρία. κι' από μακρυά ο Τριστάνος. και κάνει χαρές. Μπαίνει στην εκκλησιά και πηδάει στο βωμό. κυλιέται χάμου. λένε οι ιππότες. Τι να κάνουμε. ο Βασιληάς μας κυνηγάει: ο Χουσδάν με τα γαυγητά του θα μας προδώση. Α! η αγάπη κ' η ευγενική φύσι του τον έσπρωχναν εδώ να βρη το θάνατο. «Ωραίε Βασιληά. Αλλά ο Χουσδάν. βλέποντας και αναγνωρίζοντας τον κύριο του.βήμα το δρόμο που είχε ακολουθήσει ο Τριστάνος ως τον τόπο της φωτιάς. η Βασίλισσα κι' ο Γκορνεβάλης τον ακούνε· «ο Χουσδάν!» Τρομάζουν: δίχως άλλο ο βασιληάς τους κυνηγάει. πρέπει να φυλαχτούμε. στέκει μια στιγμή στο θάμνο που είχε κρυφτεί ο Τριστάνος. τεντώνεται.
καθώς συνηθίζουν να κάνουν οι κυνηγοί για να ερεθίσουν τα σκυλιά. Ο Χουσδάν σηκώνει το κεφάλι προς τον κύριό του. το κάνει να σωπάση. ξεπετάει ένα ζαρκάδι. τι χαρά αν κατωρθώναμε.ακολουθή χωρίς γαυγητά τα ίχνη των πληγωμένων ελαφιών. ακολουθούσε ταχνάρια στον πάγο. χτυπώντας. Ο Τριστάνος. Με τη δύναμι της αγάπης. Ο Τριστάνος ήξερε από παιδί να κάνη τη φωνή των πουλιών του . εσώρευε χόρτα απάνω στο σκοτωμένο αγρίμι και χωρίς γαυγητό. γύριζε να βρη τον κύριό του. και το πληγώνει μ' ένα βέλος. Αν τώπιανε στην πεδιάδα. παραξενεύεται και μην τολμώντας πεια να γαυγίση. έστησαν κάτω από τα μεγάλα δέντρα την καλύβα με τα πρασινισμένα φύλλα. τον εγύμνασε να κυνηγάη στα μουγγά. Λυπήθη ο Τριστάνος και είπε: «Θα δοκιμάσω. Στο χώμα. να γυμνάσουμε έτσι τον Χουσδάν!» Σκέφτηκε μια στιγμή. Το καλοκαίρι φεύγει. Όταν το βέλος του πλήγωνε κανένα ζαρκάδι ή αγριοκάτσικο. Αν πρόφταινε το αγρίμι στα δάση. Το λαγωνικό θέλει να τρέξη πίσω του και γαυγίζει τόσο δυνατά που όλο το δάσος αντιλαλεί. ούτε ο ένας ούτε άλλος δεν αισθάνθηκαν την αθλιότητα της θέσεως τους. Ο Τριστάνος τον βάζει μέσα στα πόδια του. Αλλά. ο Τριστάνος βγαίνει στο κυνήγι. αφήνει ταχνάρια. όταν ξαναγύρισε η καλοκαιρία. ο Χουσδάν χωρίς πεια να γαυγίζη. Οι αγαπητικοί έζησαν χωμένοι στη σπηλιά ενός βράχου. η παγωνιά άπλωνε το στρώμα των πεθαμμένων φύλλων. ήξερε να σημαδεύη το μέρος μαζεύοντας φύλλα. Μ' αυτό το σύνθημα. σκληρό από την ψύχρα. κι' ο Τριστάνος τον χτυπά. κι' έρχεται ο χειμώνας. Δεν μου κάνει καρδιά να τον σκοτώσω!» Σε λίγο. έπειτα χτυπά την μπότα του με την καρυδένια μπαγκέτα. σ' ένα μήνα μοναχά. σιγά-σιγά με υπομονή. Μ' αυτή τη διδασκαλία. ενώ ο Χουσδάν έγλυφε τα χέρια της Ιζόλδης. στο χιόνι ή στα χορτάρια. ο Χουσδάν θέλει πάλι να γαυγίση. Φίλε Τριστάνε.
Μακρυά. στην πεδιάδα. ο Γκορνεβάλης άκουσε το θόρυβο κοπαδιού σκυλιών: με μεγάλη ορμή τα λαγωνικά κυνηγούσαν ένα ελάφι. ο Γκορνεβάλης είχε ξεσελλώσει το άτι του και τάφησε να βόσκη στη δροσερή χλόη. Γιατί κανείς από τους βαρώνους δεν τολμούσε να τους κυνηγήση. Και. Κει κάτω στη χορταρένια καλύβα. ο Γκενελόν. πέρνοντας μαζύ του το κομμένο κεφάλι. φάνηκε ένας κυνηγός. με το λαιμό φουσκωμένο. και φεύγει. Κει κάτω. με τα σπηρούνια βυθισμένα στα ματωμένα πλευρά του αλόγου του. που είχε ριχτεί στη χαράδρα. στην καλύβα. ο άνθρωπος που περισσότερο απ' όλους μισούσε ο Τριστάνος. Περνάει. Ξαφνικά. πολυάριθμα πουλιά. — μέσα στο φως. τα τραγούδια τους. απάνω στην ανθισμένη χλόη. Κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο. τον παραμονεύει: γρήγορα έρχεται. το μελισσοφάγο. πιάνει το χαλινό. Εκείνο το πρωί.. — που καταραμένος νάναι από το Θεό — παρασύρθηκε από την ορμή του κυνηγίου. Οι εραστές έπαψαν πεια να γυρίζουν εδώ κ' εκεί μέσα στο δάσος. συχνά. κι' όλο το βασίλειο των πουλιών!. κελαδούσαν απάνω στα κλαδιά της καλύβας. τόνε ρίχνει κάτω. Ο Γκορνεβάλης τον εγνώρισε: ήτανε ο Γκενελόν. ο Τριστάνος και η Βασίλισσα κοιμώντανε σφιχτά αγκαλιασμένοι. ο Τριστάνος και η Βασίλισσα κοιμούνται σφιχτά αγκαλιασμένοι. τον κάνει κομμάτια. αργά θα γυρίση. χωρίς ιπποκόμο. Εγνώριζαν ότι ο Τριστάνος θα τους κρεμούσε στα κλαδιά των δέντρων. ο Γκορνεβάλης. το φλώρο. Μόνος. Ο Γκορνεβάλης ξεπετιέται από τον κρυψώνα του. τραβηγμένα από τη φωνή του. κι' ετόλμησε να προχωρήση μέχρι απ' έξω από το δάσος του Μορουά. Μια μέρα μολαταύτα. έτρεχε στα τέσσερα. στην παρυφή του δάσους.δάσους. Μπορούσε να κάνη το αηδόνι. και συλλογιζόμενος στη στιγμή όλο το κακό πούχε κάμει αυτός ο άνθρωπος. . ένας από τους άπιστους προδότες.
Ο τρόμος φυλάει της πόρτες του κι' οι δυο εραστές είναι κύριοι κει μέσα. Ο Τριστάνος ξύπνησε και είδε μισοκρυμμένο πίσω από τα φύλλα. είναι νεκρός. ετοίμασε το «Αλάθευτο». Μ' αυτό το σπαθί τον σκότωσα. Κι' ο Τριστάνος χαίρεται: ο χειρότερος εχθρός του. ήταν εχθρός σου!». στην εποχή του θερισμού. ο Γκενελόν. το κεφάλι που τον εκύτταζε. σα να τους κυνηγούσε κι' όλα ο Τριστάνος. άνθρωπο ή αγρίμι στο σημαδεμένο μέρος. ο Γκορνεβάλης κρέμασε από τα μαλλιά το κεφάλι στη διχάλα της καλύβας. σηκώνεται όρθιος. έζωσε το σπαθί του. αλληστρατισμένοι. Αλλά ο Γκορνεβάλης του φωνάζει: «Ησύχασε. . Γιε. Μέχρι το βράδυ κατακόπηκε από την κούρασι. Αναγνωρίζει τον Γκενελόν. Ω! όχι ποτέ άνθρωποι δεν αγαπήθηκαν τόσο πολύ και δε βασανίστηκαν τόσο σκληρά. με το κεφάλι του σκοτωμένου στο χέρι. κανείς πεια δεν ήρθε να κυνηγήση στο δάσος. Ταραγμένος. χαιρέτιζαν κελαδώντας την αυγή που άρχιζε να χαράζη. Άρχοντες. Όταν οι κυνηγοί ηύραν κάτω από το δέντρο το ακέφαλο σώμα. Από τότε. είναι σκοτωμένος! Από τότε κανείς πεια δεν ετόλμησε να μπη στο άγριο δάσος. Εκείνη την εποχή ο Τριστάνος έφτιασε το «α λ ά θ ε υ τ ο» τόξο.Ο Γκορνεβάλης έρχεται αθόρυβα. που πάντοτε πετύχαινε το στόχο. και τα πυκνά φύλλα το επλαισίωναν γύρω-γύρω. ο πειο μισητός. Για να χαρεθή ο κύριός του όταν θα ξυπνούσε. και έφυγε να κυνηγήση στο δάσος. Ο Τριστάνος βγήκε από την καλύβα. λίγο μετά την Πεντηκοστή· και τα πουλιά στη δροσιά. ήτανε μια καλοκαιρινή ημέρα. τούδωσαν στα τέσσερα. καταπράσινοι από το φόβο.
που έλειπες όλη την ημέρα. Μην αναγνωρίζοντας όμως το αποτύπωμα των σωμάτων. δυο λεύγες μακρυά. μια ακτίνα ηλίου έμπαινε στην καλύβα κ' έπεφτε στο πρόσωπο της Ιζόλδης. Ούτε ένα φύσημα αύρας. ούτε ένα φύλλο να τρέμη. Τους είδε να κοιμούνται. και τρομαγμένος μην ξυπνήση ξαφνικά ο Τριστάνος. τους ανεγνώρισε.Όταν ο Τριστάνος γύρισε από το κυνήγι. αγκάλιασε τη Βασίλισσα με τα χέρια του.» — Κυνηγούσα ένα ελάφι. Από μια χαραμάδα της σκεπής. Η Βασίλισσα φορούσε στο δάχτυλο το χρυσό δαχτυλίδι με τα ωραία σμαράγδια που της είχε δώσει ο Βασιληάς Μάρκος την ημέρα των γάμων. στη μέση των συναθρισμένων υποτελών του. Κύττα. και ο Τριστάνος έπεσε δίπλα της. γυμνό. σφιχτά αγκαλιασμένοι με το ένα χέρι του Τριστάνου περασμένο στο λαιμό της φίλης του. ανέβη τα σκαλιά της Βασιλικής σάλλας και ηύρε το Βασιληά που προήδρευε σε κάποια δίκη. ο ιδρώτας τρέχει από το σώμα μου. . το άλλο ριγμένο στ' ωραίο της σώμα. κ' έφθασε έτσι μέχρι την καλύβα. Τα δάχτυλά της τόσο πολύ είχαν αδυνατίσει που μόλις κρατούσε απάνω το δαχτυλίδι. Αλλά τα χείλη τους δεν άγγιζαν καθόλου. Κοιμώντανε έτσι. ακολούθησε τ' αχνάρια. που έλαμπε σαν το χιόνι. Θάθελα να πέσω να κοιμηθώ». κ' είμαι σκοτωμένος από την κούρασι. Ένας δασοφύλακας ανακάλυψε στο δάσος ένα μέρος όπου τα χόρτα ήτανε πατημένα: την προηγουμένη είχαν κοιμηθή εκεί ο Τριστάνος και η Ιζόλδη. Στην καλύβα με τα πράσινα κλαδιά. αποθέτοντας το σπαθί του στη μέση. τσακισμένος από τη βαρειά ζέστη. Έφυγε μέχρι το Τινταγκέλ. τη στρωμένη με δροσερά χόρτα πρώτη ξαπλώθη η Βασίλισσα. Τυχερό τους που δεν είχανε βγάλει τα ρούχα τους. «Φίλε. τώβαλε στα πόδια.
Ποιος σ' έδιωξε από το δάσος μου. Μην πης μιλιά σε κανένα για ό. Ο Βασιληάς διάταξε και του σέλλωσαν το άλογο. έζωσε το σπαθί του. και ολομόναχος. Θάλεγε κανείς πώς είσαι οδηγός λαγωνικών και τρέχεις κατ' οπίσω τους να τα πιάσης. ω! πώς θα τιμωρήση τα μεγάλα τους κρίματα! Πώς θα εκδικηθή εκείνους που τον ατίμασαν!… Στον Κόκκινο Σταυρό. αν θέλης να πάρης εκδίκησι. Μήπως έρχεσαι και συ να ζητήσης δικαιοσύνη για κανένα άδικο που σου κάνανε. και χαμηλόφωνα του είπε: — «Είδα τη Βασίλισσα και τον Τριστάνο. να ζητήσης εδώ μέσα.τι είδες. ηύρε το δασοφύλακα. καθώς θα το δήτε πάρα κάτω. και μ' έπιασε φόβος. Καταραμένος νάναι ο σπιούνος! Αλλά. στο Μορουά. έφυγε από την πολιτεία. όσο θέλης. έτσι λαχανιασμένος. Έλα γρήγορα. γρήγορα. — Σε μια καλύβα.» Ο δασοφύλακας τον επήρε κατά μέρος. γραμμή». Καλπάζοντας. θυμήθηκε τη νύχτα όπου είχε πιάσει τον ανηψιό του: τι τρυφερότητα είχε δείξει τότε για τον Τριστάνο η Ιζόλδη η Ξανθή. θα πάη με αισχρό θάνατο.«Φίλε. — Πήγαινε να με περιμένης στην είσοδο του δάσους. με το φωτεινό πρόσωπο. Θα σου δώσω χρυσάφι και ασήμι. Ο δασοφύλακας πηγαίνει και κάθεται κάτω από τον Κόκκινο Σταυρό. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι. κοντά στον Κόκκινο σταυρό. Αν τους πιάση. — Σε ποιο μέρος. τι έρχεσαι. Πήγαινέ με γρήγορα. Κοιμώντανε. . «Τράβα μπροστά.
Ο μαύρος ίσκιος των δέντρων τους σκεπάζει. ότι δε θέλησα το θάνατό τους. κοντεύουμε. Θάτανε μεγάλη αμαρτία να τους χτυπήσω. και ότι ο Θεός τους λυπήθηκε». μπαίνει μέσ' την καλύβα. ένας από τους δυο. Τόσον καιρό που ζουν μαζύ στο δάσος. Ο Βασιλιάς ξεκουμπώνει τον περίχρυσο μαντύα. θα μείνη στον τόπο. ξυπνώντας. Κι' ένα γυμνό σπαθί χωρίζει τα σώματά τους: «Θεέ! τι βλέπω. Επιτέλους ο δασοφύλακας λέει σιγά. Ο Βασιληάς ακολουθεί τον κατάσκοπο. θα κοιμώντανε έτσι τόσο αγνά. θάβαζαν να τους χωρίζη αυτό το γυμνό σπαθί. Κάνει νόημα στο δασοφύλακα να γυρίση πίσω. Και δεν ξέρει καθένας. Αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη. κι' εμφανίζεται το ωραίο του σώμα. Βγάζει το σπαθί και ορκίζεται ακόμη μια φορά πως ή θα τους σκοτώση ή θα σκοτωθή. Έχει πεποίθησι στο σπαθί του που άλλοτε χτύπαγε τόσο καλά χτυπήματα! Α! Αν ξυπνήση ο Τριστάνος. Κι' αν ξυπνούσα τον Τριστάνο κ' ένας από τους δυο μας έμενε στον τόπο. Πλησίασαν ακόμη. Του κράτηοε τον αναβατήρα κ' έδεσε τα χαλινάρια τ' αλόγου στα κλαδιά μιας καταπράσινης μηλιάς. Πρέπει να τους σκοτώσω.σιγά. δε θα τους σκοτώσω. αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη. τον ρίχνει κάτω. σ' ένα ηλιοφωτισμένο πλάτωμα του δάσους είδαν την ανθοφορτωμένη καλύβα. ότι τους έπιασα κοιμισμένους. ο Θεός ξέρει ποιος!. — Μεγαλειότατε. και ξαφνικά. Αλλά θα κάμω έτσι ώστε. πολύν καιρό θα μιλούσαν στη χώρα γι' αυτή την ντροπή. ότι μια ολόγυμνη λάμα που χωρίζει δυο σώματα. και μόνος. κραδαίνοντας το γυμνό σπαθί. Α! τι πένθος αν χτυπήση… Αλλά βλέπει ότι τα χείλη τους δεν αγγίζουν. Όχι. να καταλάβουν. είναι εγγύησις και φύλακας αγνότητος. .
σηκώνεται όρθιος ο Τριστάνος. βγήκε από την καλύβα. Ας φεύγουμε!…» Βαδίζοντας ολημερίς. και είπε στο δασοφύλακα. φωνάζει. είπε ο Τριστάνος. έκαιγε το πρόσωπο της Ιζόλδης. Στη θέσι του ο Βασιληάς έβαλε το δαχτυλίδι που του είχε χαρίσει άλλοτε η Βασίλισσα.» Τάβαλε στα κλαδιά για να κλείση την χαραματιά από την οποία έμπαινε ο ήλιος.. Δυο λιοντάρια πέφτανε απάνω της και πολεμούσαν ποιο θα την πάρη. «Αυτή. και θα μας κάψη μπροστά σε όλο το λαό. θα φοβήθηκε. θέλει να πάρη από χάμω το σπαθί του και στη θέσι του βλέπει το Βασιλικό σπαθί με τη χρυσή λαβή. φεύγουν για την Ουαλλία. ήτανε το ίδιο σπαθί που είχε σπάσει μέσ' το κεφάλι του Μόρχολτ — έβαλε στη θέσι του το δικό του. δυστυχία μας! Μας έπιασε ο Βασιληάς!» — Ναι. Ο Βασιλιάς πήρε τα γάντιά του τα στολισμένα με γουναρικό. μαζύ με τον Γκορνεβάλη. μέχρι τα τελευταία όρια του Μορουά. κι' αν μπορής κύττα να γλυτώσης το τομάρι σου». και πήγε να φέρη ενίσχυσι. στη μέση μεγάλου δάσους. Και η Βασίλισσα βλέπει στο δάχτυλό της το δαχτυλίδι του Μάρκου: «Άρχοντα. Με τη φωνή. Θα γυρίση. Έπειτα απαλά-απαλά τράβηξε το δαχτυλίδι με τα σμαράγδια που είχε δώσει στη Βασίλισσα: με πόση δυσκολία μπήκε τότε το δαχτυλίδι! Τώρα η Βασίλισσα τόσο είχε αδυνατίσει. Έρριξε μια κραυγή και ξύπνησε: τα με γουναρικό στολισμένα γάντια έπεσαν ξαφνικά στο στήθος της. Έπειτα πήρε το σπαθί που χώριζε τους αγαπημένους — το αναγνώρισε. σκέφτηκε μου τάφερε άλλοτε από την Ιρλανδία!.Ο ήλιος. που το δαχτυλίδι εβγήκε χωρίς την παραμικρή προσπάθεια. Τι μαρτύρια τους φέρνει αυτή η αγάπη! … . επήρε το σπαθί μου. Στον ύπνο της η Ιζόλδη είχε δη μιαν οπτασία: βρέθηκε σε μια πλουσία σκηνή. Ήτανε μόνος. «Δίνε του τώρα. περνώντας από της χαραματιές. . πήδησε στο άτι του.
μπορούσε να με χτυπήση. Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΟΓΚΡΙΝ Τρεις ημέρες αργότερα. ήτανε δική μου. και με την ευγένεια της καρδιάς του κατάλαβε τα πράγματα. παρά εκατάλαβε. Δεν ήτανε πεια δική του. Να τώρα που με τη σπλαχνική στοργή του ξύπνησε την τρυφερότητά μου κι' απόκτησε πάλι τη Βασίλισσα. θέλει ν' αποδείξω το δίκηο μου. Είδε. Τι έκαμα τα νειάτα της. καταδιωγμένος απ' αυτόν. από τα επεισόδια της φωτιάς. Πατέρα! Όχι από φόβο. και τη χώρα του Λοοννουά που για χάρι του εγκατέλειψα. να μη με σφάξη στον ύπνο μου. τον πρόφτασε η νύχτα μέσα στο σκοτεινό δάσος. έπαιζε την άρπα στα πόδια του. αισθάνεται ότι δεν είπα ψέμματα. έπειτα μάφησε το ίδιο το σπαθί του. καθώς ο Τριστάνος είχε πολλή ώρα ακολουθήσει ταχνάρια πληγωμένου ελαφιού. και για σένα. που γύρω του δεν καταλαβαίνει κανείς. Θυμήθηκε ότι δεν ανεγνώρισα το έγκλημά μου. Αλλ' αμφιβάλλει. Α! σε κατάλαβα. Είχε παραδώσει την Ιζόλδη στα χέρια των λεπρών. να κερδίσω την ειρήνη σου. δεν εσυγχώρησε. κοιμώμουνα. Όχι πως ξέρει ή μπορεί ποτέ να μάθη την αλήθεια για την αγάπη μας. κάθησε χάμου και σκέφτηκε. να νικήσω σε μάχη με τη βοήθεια του Θεού. και τη λόγχη του Μόρχολτ.Ι'. Να μας συγχωρήση. «Όχι. . Ποια η ανάγκη να φέρη βοήθεια. παληά. Θα ξανάπερνε την Ιζόλδη… Θα του την έδινα. ελπίζει. Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να δώση αθώωσι για ένα τέτοιο έγκλημα χωρίς να εξευτελισθή. δεν είναι από φόβο που δε μας χτύπησε ο Βασιληάς. και το αίμα που έχυσα για την τιμή του. Προ ολίγου. Κι' αν ήθελε πάλι να με πιάση ζωντανό γιατί. της ενέδρας κατά των λεπρών. Πήρε το σπαθί μου. θέλησες να μας συγχωρήσης. κι' ότι μάταια ζήτησα κρίσι. του πηδήματος από την εκκλησιά. μπορούσα να το μισώ και να τον ξεχάσω. Θυμήθηκε τότε το παιδί που. Τη Βασίλισσα. ήμουν στη διάκρισί του. να ξαναφορέσω το θώρακα και την περικεφαλαία! Αλλά τι σκέφτηκα. Γιατί καλλίτερα. δικαιοσύνη και μονομαχία. Α! ωραίε θείε. αφού με αφώπλισε. παρά από τρυφερότητα κι' από οίκτο. Όχι. ότι ο Θεός μας είχε πάρει στην προστασία του. Βασίλισσα ήτανε δίπλα του και τώρα εδώ στο δάσος ζη σαν σκλάβα.
εξορισμένος από την Αυλή. Πώς αγαπούσε τον Τριστάνο! Αλλά ήρθα εγώ. και τον ικετεύω να μου δώση τη δύναμι να παραδώσω πάλι την Ιζόλδη στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. είπεν ο Τριστάνος. το Βασιληά του κόσμου. . είναι το ξίφος του Βασιληά Μάρκου. Ήρθε να μας σφάξη. και πολλή ώρα θρηνεί ο Τριστάνος μέσα στη νύχτα. «Φίλη. με υπεδέχτη και με προστάτεψε. και να τον αλαφρώση από τάρματα. και ζη έτσι σαν άγριος!…» Άκουσε ξαφνικά στα κλαδιά και στα ξερά φύλλα να πλησιάζουν τα βήματα του Τριστάνου. που τους εχρησίμευε για άσυλο. Σκέφτηκε: «Αυτός που έτσι ευγενικά μου έδωκε τούτο το χρυσό δαχτυλίδι. με εκατό νεαρούς ακολούθους γύρω του που θα τον υπηρετούσαν για να τους χρίση μια μέρα ιππότες. Συχώρεσι ζητώ από το Θεό.Αντί των αιθουσών με τα πλούσια μεταξωτά. της δίνω αυτό το άγριο δάσος. όπως πάντα. και του ξέζωσε το σπαθί. που είχε αφήσει στο δάχτυλό της ο Βασιληάς Μάρκος. Ήρθε να τον απαντήση.» Ακουμπάει στο τόξο του. Δεν έπρεπε να ζη ο Τριστάνος στο παλάτι του Βασιληά. Του πήρε από τα χέρια το τόξο το «αλάθευτο» και τα βέλη. που την επήρε με το Νόμο της Ρώμης. Αλλά προς χάρι μου ξεχνάει όλες αυτές της δόξες. είναι ο στοργικός άρχοντας που από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στη χώρα του. Και προς χάρι μου ακολουθεί αυτόν τον κακό δρόμο. δεν είναι ο ίδιος θυμωμένος άνθρωπος που με παρέδωκε στους λεπρούς. Κι' όμως δεν τώκαμε». και τι έκαμα. Δεν είναι γυναίκα του. καταδιωγμένος σ' αυτό το δάσος. Μια καλύβα. Στο μυχό του δάσους. η Ιζόλδη η ξανθή περίμενε την επάνοδο του Τριστάνου. Όχι. γυρίζοντας με τάλογό του στης Αυλές και στης Βαρωνείες να ζητάη κατορθώματα και περιπέτειες. Δεν έπρεπε. Μια ακτίνα του φεγγαριού φώτισε το χρυσό δαχτυλίδι. μπροστά σ' όλους τους πλουσίους ανθρώπους του τόπου του. τον περιτριγυρισμένο με κλαδιά.
εσάς. Ας γυρίσουμε σ' αυτόν. Ωραία. Βασίλισσα. Κι' αν προτιμούσε να με διώξη και να σας κρατήση. και φίλησε τη χρυσή λαβή του. Η Ιζόλδη καβάλλησε στο άλογο που οδηγούσε ο Τριστάνος από το χαλινάρι. αν μπορούσα να τα συμβιβάσω με το Βασιληά Μάρκο! Αν μου επέτρεπε να υποστηρίξω με μονομαχία. — Τριστάνε. Μα όπου κι' αν πήγαινα. θα τον υπηρετούσα με μεγάλη τιμή σαν κύριό μου και σαν πατέρα μου. κι' από μακρυά τους φώναξε τρυφερά: «Φίλοι! Σε τι δυστυχίες σας σέρνει η αγάπη! Πόσο θα βαστήξη η τρέλλα σας. Θάρρος! Μετανοήστε. «Φίλη. ξεκουράστηκαν λίγο.Η Ιζόλδη πήρε το σπαθί. ότι ποτέ ούτε με γεγονότα ούτε με λόγια σε αγάπησα με ένοχο έρωτα. όσο που έφτασαν στο ερημητήριο. εβάδισαν δίχως μιλιά. Το πρωί. θα πήγαινα στη Βρεττάνη με τον Γκορνεβάλη για μόνο μου σύντροφο. θυμηθήτε τον ερημίτη Ογκρίν στο άλσος του. Στο κατώφλι της εκκλησίτσας του. Κ' είθε να μπορέσουμε να ζητήσουμε έλεος από τον Ουράνιο Πατέρα. φίλε!» Ξύπνησαν τον Γκορνεβάλη. Τους είδε. ο Ογκρίν εδιάβαζε σ' ένα βιβλίο. Κ' έπειτα αν ο Βασιλιάς ήθελε να επιτρέψη να μείνω στην υπηρεσία του. είπε. παντού και πάντοτε. σ' αυτόν τον έρημο τόπο». Ιζόλδη. Τριστάνε. έπειτα εβάδισαν ακόμη. επί τέλους!» . ποτέ δε θα συλλογιζόμουν αυτόν το χωρισμό αν δεν ήτανε η μίζερη αυτή ζωή που προς χάρι μου υποφέρετε τόσον καιρό τώρα. θα μεύρισκε αντιμέτωπο μπροστά του σε κλειστό χώρο. Ο Τριστάνος την είδε να κλαίη. θάμενα δικός σας. όποιος ιππότης του Βασιλείου του από το Ντινάν μέχρι το Ντούρχαμ θα τολμούσε να με διαψεύση. κι' όλη την νύχτα περνώντας τ' αγαπημένα δάση για τελευταία φορά.
Μια μέρα. Θα πάω εγώ αντί για σας: γνωρίζω καλά τους ανθρώπους του Παλατιού. άρχοντα Τριστάνε. η Ιζόλδη είπε κι' αυτή. Αλλά τα σώματά μας τουλάχιστον. θα γύριζα και θα τον υπηρετούσα όπως οφείλω». Θα του ξανάδινα τη Βασίλισσα. — Ποιος θα πάη αυτή την επιστολή. — Θα την πάω μοναχός μου. Βοηθήστε μας να προτείνουμε ένα συμβιβασμό στο Βασιληά.Ο Τριστάνος του είπε: « Ακούστε. ωραίε άρχοντα Ογκρίν. Μόλις πέση η νύχτα θα πάω μαζύ με τον ιπποκόμο μου. «Θεέ! ωραίε παντοδύναμε Βασιλέα! Δοξασμένος νάσαι που μ' άφηκες να ζήσω αρκετά ώστε να μπορέσω να βοηθήσω τούτους εδώ!» Τους συμβούλεψε γνωστικά. Έπειτα. ακόμη και πάντοτε. στη Βρεττάνη. θα χωριστούν». Η Βασίλισσα θα μείνη στο ερημητήριό σας. Δεν λέω πώς μετανοώ επειδή αγάπησα τον Τριστάνο και τον αγαπώ. θάφευγα μακρυά. Σκυμμένη στα πόδια του ερημίτη. θρηνητικά: «Δε θα ζήσω πεια άλλο έτσι. . ρώτησε ο ερημίτης. ο οποίος θα φυλάξη το άλογό μου». αν ο Βασιληάς ήθελε να με ανεχθή κοντά του. έπειτα πήρε μελάνι και χαρτί κ' έγραψε μια επιστολή όπου ο Τριστάνος επρότεινε συμβιβασμό στο Βασιληά. Ο ερημίτης έκλαψε κ' εδόξασε το Θεό. — Αφήστε. Όταν έγραψε όλα όσα είπε ο Τριστάνος την εσφράγισε από κάτω με το δαχτυλίδι του. δεν θα επιχειρήστε αυτήν την παράτολμη εκδρομή. από δω και πέρα. — Όχι. άρχοντα Ογκρίν.
περίμενέ με. «Τρελλέ. Ο γραμματέας έσπασε το κερί και χαιρέτισε κατά πρώτον το Βασιλέα εξ ονόματος του Τριστάνου. Εχώθηκε μέσα στην τάφρο και διέσχισε την Πολιτεία με κίνδυνο της ζωής του. είπε ο Γκορνεβάλης. Γρήγορα ας φύγουμε απ' αυτόν το δρόμο». Στα τείχη. Ηύρε τον ιπποκόμο του και μ' ένα ελαφρό πήδημα βρέθηκε στη σέλλα. ωραίε ανηψιέ. Έφθασε τέλος στο ερημητήριο όπου ηύραν να τους περιμένουν τον ερημίτη που παρακαλούσε και την Ιζόλδη που έκλαιγε. — Μεγαλειότατε. Έπειτα του ιστόρησε όλα όσα παρήγγελνε ο Τριστάνος.Όταν το σκοτάδι κατέβηκε στο δάσος. «Τριστάνε. που με φωνάζεις μέσ' τη νύχτα. ξαναείδε τη μαρμάρινη σκάλα. Ο Μάρκος εξύπνησε. υγιέ μου! Αλλά ο Τριστάνος είχε φύγει. Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΟΣ Ο Μάρκος ξύπνησε τον εφημέριο και γραμματέα του και τούδωσε το γράμμα. σας φέρνω μια επιστολή. την πηγή και το μεγάλο πεύκο και πλησίασε στο παράθυρο πίσω από το οποίο κοιμώτανε ο Βασιληάς Μάρκος. Τον εφώναξε σιγά. Τριστάνε. Στείλτε κρεμάστε την απάντησί σας στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού. συ. Ο . Τριστάνε. — Γι' αγάπη του Θεού. τέτοια ώρα. είμαι ο Τριστάνος. ΙΑ'. Έτρεξε στο κατώφλι και τρεις φορές εφώναξε μέσα στη νύχτα. στη γρίλλια του παραθύρου. «Ποιος είσαι. Πέρασε όπως άλλοτε τους μυτερούς στύλους του κήπου. οι φρουροί χτυπούσαν της σάλπιγγες. Στης πύλες του Τινταγκέλ τον αφήκε. ο Τριστάνος πήρε δρόμο μαζύ με τον Γκορνεβάλη. Την αφήνω κει.
ωραίε θείε και κύριέ μου. είμαι έτοιμος. για να σας την παραδώσω. Ονομαστί συγκάλεσε τους πειο ξακουστούς βαρώνους του. Ο γραμματέας σηκώθηκε.Μάρκος άκουγε χωρίς μιλιά και κατά βάθος εχαιρότανε. Ακούστε τι μου παραγγέλνουν. Την έφερα στον τόπο σας και σας τήνε παράδωσα. κι' όταν μαζεύτηκαν όλοι. κινδύνευσε μολαταύτα να χάση τη ζωή της. Διατάχτε τη . Απάνω στο θυμό σας. ξεδίπλωσε την επιστολή με τα χέρια του. Τον ικετεύσαμε. Έφυγα μαζύ της στα δάση. το απαιτώ. μα δεν το θέλησα. όταν εσκότωσα το δράκοντα και κατάκτησα την κόρη του Βασιληά της Ιρλανδίας. έσωσε τη Βασίλισσα και ήτανε δικαιοσύνη που την έσωσε. ο Τριστάνος παραγγέλνει πρώτα πρώτα χαιρετίσματα και αγάπη στο Βασιληά και σε όλη την βαρωνεία του. και την επήρα. ότι ποτέ η Βασίλισσα δεν είχε για μένα και ποτέ εγώ δεν είχα για τη Βασίλισσα έρωτα τέτοιον που να σας προσβάλλη. Τι έκανα έπειτα το αξιοκατάκριτο. Έπειτα συμβουλεύτε με. γιατί μου οφείλετε συμβουλή». έκαναν ησυχία και μίλησε ο Βασιληάς: «Άρχοντες. Η Βασίλισσα ήτανε παραδομένη στους λεπρούς. θελήσατε να μας κάψετε χωρίς δίκη. ωραίε Άρχοντα. και γλύτωσα με τη βοήθεια του Θεού. Αλλά ο Θεός μας λυπήθηκε. Είμαι Βασιληάς σας κ' είστε υποταχτικοί μου. Μπορούσα να μείνω με δεμένα τα χέρια βλέποντας σ' αυτή την κατάστασι εκείνη που. Δεν είχατε δώσει διαταγή να μας πιάσουν νεκρούς ή ζωντανούς. Έπειτα προσθέτει: Βασιληά. έτρεξα να την βοηθήσω. να προκαλέσω οποιονδήποτε και να υποστηρίξω σε μονομαχία. Ήμουν κύριος να την κρατήσω. γιατί αγαπούσε ακόμη τη Βασίλισσα. κι' όρθιος μπροστά στο Βασιληά: «Άρχοντες. αθώα. Κι' εγώ επίσης πήδησα από έναν ψηλό βράχο. οι προδότες σας έκαμαν να πιστέψετε τα ψέμματά τους. Αλλά και σήμερα όπως τότε. εναντίον όποιου θέλη. Μολαταύτα μόλις την πήρατε γυναίκα σας. Μήπως μπορούσα να βγω από το δάσος και να κατέβω στην πεδιάδα. είπε. έλαβα αυτή την επιστολή. σε μένα την έδωκαν.
Όσο για τον Τριστάνο.μάχη: δεν αρνούμαι κανέναν αντίπαλο. Αλλ' αν νικήσω κι' αν σας ξαναρέση να πάρτε πάλι την Ιζόλδη με το φωτεινό πρόσωπο. κανείς από τους βαρώνους δε θα σας υπηρετήση πειο πιστά από μένα. απεναντίας. Προσέθεσε: «Θα πήτε ακόμη ότι στέλνω και στους δύο χαιρετισμούς και αγάπη». Τότε είπε στο γραμματέα: «Κάνετε λοιπόν το γρηγορώτερο μια επιστολή. κι' αν δε δέχεστε κανένα συμβιβασμό. κι' αν δεν μπορέσω ν' αποδείξω το δίκηο μου. Αν. Διατάζω να κρεμαστή η απάντησις στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού πριν από απόψε το βράδυ. δεν θέλετε της υπηρεσίες μου. πάρτε συμβουλή από τους βαρώνους σας. Θα είναι Βασίλισσα στον τόπο της». κάψετέ με μπροστά στους ανθρώπους σας. Όλοι σιωπούσαν. την τάδε μέρα και γρήγορα». να πολεμήση στη Γαβοΐα ή κοντά στο Βασιληά της Φρίζης. θα ξαναπάω την Ιζόλδη στην Ιρλανδία από όπου την επήρα. . και δεν θακούστε πεια ποτέ να μιλάνε για μένα. πάρε πάλι τη Βασίλισσα. όπως το προτείνει. Ο Βασιληάς ρώτησε τρεις φορές: «Κανείς δε σηκώνεται να κατηγορήση τον Τριστάνο. ας φύγη. Ακούσατε τι πρέπει να γράψετε. θα περάσω τη θάλασσα και θα πάω στον Βασιληά της Γαβοΐας ή στον Βασιληά της Φρίζης.». Κάνετε γρήγορα». είπαν όλοι στο Βασιληά: «Μεγαλειότατε. Όταν οι βαρώνοι της Κορνουάλλης άκουσαν. Ανόητοι ήτανε αυτοί που την εσυκοφάντησαν. Μεγαλειότατε. ότι ο Τριστάνος τους πρότεινε μονομαχία. Παράγγειλέ του να σας ξαναφέρη την Ιζόλδη. Κάνετε γρήγορα: η Ιζόλδη υπέφερε πάρα πολύ μέσα στα καλλίτερα χρόνια της.
φίλη! Είναι ανάγκη μολαταύτα. να ξαναπάρη την Ιζόλδη. άφησέ μου τον Χουσδάν. — Φίλε.Κατά το βραδάκι. σύμφωνα με τη συμβουλή όλων των βαρώνων του. — Φίλη. πάρε και συ αυτό το δαχτυλίδι. όφειλε ύστερα να περάση τη θάλασσα και να φύγη». Στέναξε η Ιζόλδη και είπε: «Τριστάνε. είτε γνωστικό είτε τρέλλα είναι. Φίλε. καμμιά δύναμι. . ο Τριστάνος πέρασε τον άσπρο Κάμπο. Ο ερημίτης διάβασε τα γράμματα: Ο Βασιληάς Μάρκος συγκατετίθετο. Τι. Αλλά μόλις το ιδώ. Όταν θάρθη η στιγμή να χωριστούμε. μα όχι να κρατήση κοντά του τον Τριστάνο ως πολεμιστή του. καμμιά βασιλική απαγόρευσι. Από τον άγνωστο τόπο όπου πηγαίνω. στον Επικίνδυνο Πόρο. έχω ένα δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα. αφού σε τρεις ημέρες παράδινε τη Βασίλισσα στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. θα σας στείλω έναν απεσταλμένο.τι κι' αν κάνη. Θα του πήτε τη θέλησί σας και στην πρώτη πρόσκλησι. Όσο για τον Τριστάνο. σου αφήνω το Χουσδάν.τι κι' αν πη.τι μου παραγγείλης. Και οι δυο φιλήθηκαν στα χείλη. το σκύλλο σου. ό. από το μακρυνό τόπο. Ποτέ λαγωνικό δε θάχη φυλαχτή με μεγαλύτερες τιμές. δε θα μ' εμποδίσουν να κάνω ό. όσο δε μου δείξη αυτό το δαχτυλίδι. αμέσως θα τρέξω». πάρ' το γι' αγάπη μου. «Θεέ! είπε ο Τριστάνος. ηύρε την επιστολή και σφραγισμένη την επήγε στον ερημίτη Ογκρίν. αφού μπορώ έτσι να σε γλυτώσω απ' όσα εξ αιτίας μου υπέφερες. και φόρα το στο δάχτυλό σου. θα σας χαρίσω ένα δώρο. εγγύησι της αγάπης μου. Όταν τον βλέπω θα σε θυμάμαι και θάμαι λιγώτερο θλιμμένη. πόνος να σε χάσω. Όταν κανένας απεσταλμένος λέη ότι έρχεται από μέρους σου. δεν θα τον πιστέψω ό.
Κυρίες και ιππότες. ο Ξανθός. τους τρεις που ζούσαν ακόμη. ο Τριστάνος εκάλπαζε με την Ιζόλδη. που πήγαινε βάδην. κατά των εχθρών των. Όλοι επιθυμούσαν να ξαναϊδούν τη Βασίλισσα Ιζόλδη. Οι άνθρωποι γελούσαν βλέποντάς τον να σκορπίζη γι' αυτά τα αλλόκοτα και μεγαλοπρεπή ψώνια. έτρεξαν για την τελετή.Στο αναμεταξύ. πλήθος. στον Πόρο του Κινδύνου. στον Πόρο του Κινδύνου. κι' ακόμη ένα βασιλικό άλογο σελλωμένο με χρυσάφι. σιντζάπια. για νάσαστε πειο ώμορφη την ημέρα που θα πάτε στον Πόρο του Κινδύνου. θα δώση εκδίκησι στους αγαπημένους. εκτός από τους προδότες. τα λειβάδια έλαμπαν μακρυά σκεπασμένα. και στολισμένα απ' άκρη σ' άκρη με της πλούσιες σκηνές των βαρώνων. Όσο για το δασοκόμο. που μισεί την αδικία. ερμίνα. Δεχθήτε αυτά τα δώρα. ο ένας θα σκοτωθή με το σπαθί. Από τους τρεις. αυτόνε ο Περινίς ο Πιστός. είχε φορέσει την περικεφαλαία του και το . θα τον σκοτώση μ' ένα ραβδί. όλοι την αγαπούσαν. πορφύρα. σιγά-σιγά. και κόκκινο βελούδο. Την ημέρα που είχε ορισθή για την τελετή. της οικονομίες που τόσον καιρό είχε μαζέψει. Έτσι ο Θεός. Φοβούμαι μήπως δε σας αρέσουν. αφήνοντας τους αγαπημένους στο ερημητήριο. Αγόρασε γουναρικό. γιατί δεν έχω καθόλου πείρα σ' αυτά τα πράγματα». μέσα στο δάσος. θάκανε συμβιβασμό με τη Βασίλισσα. κ' ένα πέπλο λευκότερο από κρίνο. κι' από φόβο παγίδας. ο άλλος με το βέλος που θα τον περάση κατάστηθα. μεταξωτά υφάσματα. Αλλά. ο γέρως ερημίτης φόρτωσε στο άλογο τα πλούσια υφάσματα και γύρισε κοντά στην Ιζόλδη: «Βασίλισσα τα ρούχα σας πέφτουν κουρέλια. ο άλλος θα πάη πνιχτός. ο Ογκρίν είχε βαδίσει με το ραβδί του μέχρι το Μοντ. Στο δάσος. Μολαταύτα ο Βασιληάς εκήρυξε σ' όλη την Κορνουάλλη ότι εντός τριών ημερών.
«Φίλη. ο Βασιληάς Μάρκος εκάλπαζε τολμηρά: μαζύ του ήτανε ο Ντινάς ντε Λιντάν. είπεν η Ιζόλδη. «Φίλε. ας φυλαχτή το θυμό μου σαν το Διάβολο». κάνε ό. Ξαφνικά. — Φίλη κανείς δε θα τολμήση. Στ' όνομα του παντοδυνάμου και δοξασμένου Θεού. Τα δυο τους άλογα βάδιζαν κοντά-κοντά. Φοβάμαι.τι θα σου παραγγείλω! — Φίλε Τριστάνε. ούτε πύργος ούτε τείχος. να ο Βασιληάς και κύριός σου. ο Θεός να σε προστατεύη. Θα μείνω κρυμμένος στου Όρρι. Περίμενε τουλάχιστον μερικές ημέρες.θώρακά του. . σ' εξορκίζω αν ποτέ σου στείλω κανέναν απεσταλμένο. στο ερειπωμένο κελλί του όσο χρειαστή: πήγαινε ως εκεί τη νύχτα. Είμαι καταμονάχη. Κρύψου κάπου μέχρις ότου μάθης πώς μου φέρεται ο Βασιληάς. Όποιος σε πειράξη. μόλις ιδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. Σε μια στιγμή δε θα μπορούμε πεια να μιλάμε. Θα στείλω τον Περινίς να σε ειδοποιήσω αν κανείς με κακομεταχειρίζεται. στο θυμό του ή την καλωσύνη του. και οι δύο φάνηκαν έξω από το δάσος και είδαν μακρυά. Σε απόστασι βέλους μπροστά από τους δικούς του. Ο δασοφύλακας Όρρι θα σε κρατήση μυστικά. μέσα στους βαρώνους το Βασιληά Μάρκο. Ποιος θα με υπερασπιστή κατά των προδοτών. οι ιππότες του και οι πολεμιστές του. ούτε φρούριο κανένα θα μεμποδίση να κάνω το θέλημα του φίλου μου. — Ιζόλδη. Οι δύο όμιλοι είχαν αρκετά πλησιάσει ώστε ν' ανταλλάξουν τους χαιρετισμούς των. είπε ο Τριστάνος. Σε λίγο θ' αφήσης αυτόν τον τόπο. άκουσε την τελευταία μου παράκλησι. Την τράβηξε κοντά του και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
Χαρούμενος ο Ντινάς έκαμε στη Βασίλισσα χίλιες τιμές και χίλιες περιποιήσεις. Όταν οι προδότες την είδαν έτσι ωραία και τιμημένη σαν άλλοτε. Αλλά οι προδότες είπαν: . για να την στολίση. Χάρις σ' αυτόν θα εμπνέης μεγαλύτερο φόβο στους εχθρούς σου». και φωτεινά τα μαλλιά της σαν ακτίνες του ήλιου. κ' εμπιστευόμενος τη Βασίλισσα στο Λιντάν. αν δε θέλης να με κρατήσης. Κ' η Βασίλισσα δε μπόρεσε να κρατήση τα γέλοια σαν θυμήθηκε τον καλό γέρω-ερημίτη που είχε σκορπίση και της τελευταίες οικονομίες του. ένας βαρώνος. Η ρόμπα της είναι πλούσια. σιγά σιγά. σου παραδίνω πάλι την Ιζόλδη την Ξανθή. Μπροστά σ' όλο τον κόσμο εδώ. να δώσω μάχη. πήγε παράμερα για να πάρη συμβουλή. Διάταξε. κράτησε κοντά σου τον Τριστάνο. και χαριτωμένο φάνηκε το σώμα της στη λεπτή τουνίκα και στο μεγάλο μεταξωτό φόρεμα. Βασιληά. Και.Όταν συναντήθησαν. εχαιρέτησε το Βασιληά και είπε: «Βασιληά. Αν νικήσω κράτησέ με κοντά σου. Ποτέ δεν εδικάστηκα. Της έβγαλε τον πλούσιο πορφυρό μαντύα. ο Τριστάνος κράτησε από τα χαλινάρια το άλογο της Ιζόλδης. Ή. Αν νικηθώ. Κανείς δεν εδέχθη την πρόκλησι του Τριστάνου. Ο Μάρκος πήρε στα χέρια του τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης. ζητώ να με παραδεχτής στην Αυλή σου για να μπορέσω να υπερασπίσω τον εαυτό μου κατά των συκοφαντών. εμαλάκωνε την καρδιά του Μάρκου. τα μάτια της γαλανά. Κείνη την στιγμή. ωργισμένοι. θα φύγω σε μακρυνόν τόπο». ο Αντρέ Ντενικόλ προσπαθούσε να τον πείση: «Μεγαλειότατε. εκάλπασαν προς το Βασιληά. κάψε με στο θειάφι. λεπτά τα μέλη της.
το παραδεχόμαστε. Αλλά ο Βασιληάς συγκινήθηκε. μεγάλοι και μικροί. δεν εγύρισε καθόλου το πρόσωπό της. είπε ο Τριστάνος. και για να πανηγυρίση την ημέρα. πάλι θ' αρχίσουν τα λόγια. Με την είδησι του συμβιβασμού.«Βασιληά. θα πάω πιστά να υπηρετήσω τον πλούσιο Βασιληά της Φρίζης». χαιρέτιζαν με μεγάλο ενθουσιασμό την επιστροφή της Βασίλισσας. Η Βασίλισσα ντράπηκε μπρος στον κόσμο και κοκκίνησε. με την Ιζόλδη στη μέση. Άφησε καλλίτερα τον Τριστάνο να φύγη για λίγον καιρό. Γύρισε τάλογό του και κατέβη κατά τη θάλασσα.τι θέλεις. Ο Μάρκος παράγγειλε στον Τριστάνο με τους βαρώνους του. Πάρε από το θησαυροφυλάκιό μου ελεύθερα ό. περνούσε η λαμπρή συνοδεία: ο Βασιληάς. Εσυκοφάντησαν τη Βασίλισσα. Όπως μπορέσω. να την αποχαιρετίση. και μια μέρα βέβαια θα τον ανακαλέσης». ο . Η Ιζόλδη τον ακολούθησε με το μάτι κι' όσο μπορούσε να τον κυττάζη μακρυά. Καταλυπημένοι για την ιστορία του Τριστάνου. έτρεξαν αθρόοι έξω από την πόλι να υποδεχτούν την Ιζόλδη. αν ο Τριστάνος κι' αυτή γυρίσουν μαζύ στην Αυλή. τίποτα. — Βασιλιά. και για πρώτη φορά μιλώντας στον ανηψιό του: «Πού θα πας μ' αυτά τα κουρέλια. Μέσα από τους καλοστρωμένους δρόμους. γουναρικά. ν' απομακρυνθή δίχως αναβολή. Κυττάχτηκαν στα μάτια. άδικα. ασήμι. οι κόμητες και οι πρίγκηπες. γυναίκες και παιδιά. Αλλά. υφάσματα. Η πόρτες του παλατιού ανοίχτηκαν σε όλο το λαό: πλούσιοι και φτωχοί στρώθηκαν στο τραπέζι. Τότε ο Τριστάνος πλησίασε τη Βασίλισσα. στολισμένους με μεταξωτές γιρλάντες. άκουσε τη συμβουλή που τίμια σου δίνουμε και πιστά. άνδρες. δε θα πάρω ούτε πεντάρα. χρυσάφι. Η καμπάνες χτυπούσαν.
Να διώξω τη Βασίλισσα στην Ιρλανδία. Από σας έδιωξα τον ανηψιό μου. άκουσέ μας. Η ΙΖΟΛΔΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΑΘΟΩΤΗΤΑ ΤΗΣ Γρήγορα ο Ντενοαλέν. ο οποίος τον έκρυψε μυστικά στο ερειπωμένο κελλάρι. Συμβούλεψέ τη καλλίτερα να ζητήση μόνη της την κρίσι του Θεού. ο Αντρέ. και ο Γκοντοΐν. στο κυνήγι. Σήμερα την αθώωσες πάλι χωρίς δίκη. Τι καινούργιες κατηγόριες έχετε. άρχοντες της Κορνουάλλης. Τι θα της στοιχίση. κι' όλοι σας τον . Τι άλλο θέλετε πεια. και ώπλισε με τα χέρια του είκοσι ιππότες. καθώς ο Βασιλέας ακούγοντας το θόρυβο των κυνηγών και των λαγωνικών. Μολαταύτα. σας προσέφερε μάχη. — καθώς το είχε υποσχεθή στη Βασίλισσα. Για της παληές κατηγόριες. και οι Βαρώνοι του τόπου σου σας κατηγορούν και τους δυο. Έτσι το θέλει το έθιμο. πήγαν κοντά του καλπάζοντας και οι τρεις: «Βασιληά. Ας τρέμουν οι προδότες! ΙΒ'. να ορκισθή στα οστά των Αγίων ότι δεν έσφαλε ποτέ της. Δίχως άλλο ο Τριστάνος περνούσε τη ζωή του πέρα από τη θάλασσα. μια κ' είναι αθώα. Ή να πιάση ένα σίδερο κοκκινισμένο στη φωτιά.Βασιληάς Μάρκος έδωσε την ελευθερία σε εκατό σκλάβους. σαν έπεσε η νύχτα. Ποτέ δεν εδικαιολογήθη. Είχες καταδικάσει τη Βασίλισσα χωρίς δίκη. που ακατάπαυστα ζητάτε να με ντροπιάστε. κ' ήταν άδικο. κρατούσε το άλογο του στη μέση ενός ωργωμένου χωραφιού. Και μ' αυτήν την εύκολη δοκιμή θα διαλυθούν για πάντα η παληές υποψίες». σε τόπο πολύ μακρυνό για να μπορή να τους φθάση. Ωργισμένος. δεν προσεφέρθη να την υπερασπίση ο Τριστάνος. δίνοντάς τους το θώρακα και τάλλα ιπποτικά άρματα. Λοιπόν μια μέρα. Για να την υπερασπίση. απάντησε ο Μάρκος: «Ο Θεός να σας τιμωρήση κακά. — ο Τριστάνος τρύπωσε στου δασοκόμου Όρρι. επίστεψαν ότι σιγουρεύτηκαν. Δεν είναι και πάλι άδικο.
όταν η Ιζόλδη ρίχνοντας απάνω του τα μάτια της. κ' η Βασίλισσα άκουσε τα βιαστικά βήματά του ν' αντηχούν στης πλάκες. μπροστά στη φωτιά. έδιωξα!» Τρεμούλα τους έπιασε τους τιποτένιους. Ο Μάρκος την πήρε από τα χέρια και την εσήκωνε. τούλυσε το σπαθί καθώς συνήθιζε. πήγε να τον συναντήση. Οι πύργοι μας είναι οχυροί. Τρομερός παρουσιάστηκε στα μάτια τους ο Τριστάνος. . ωραίε Βασιλιά. Ανέβηκε τα σκαλιά της αιθούσης. και υποκλίθηκε ως τα πόδια του. για την τιμή σας. — σα μανιασμένος. για ν' ανέβη κανείς!» Και χωρίς να χαιρετήσουν. προδότες! Ποτέ πεια δε θάχετε την αγάπη μου! Από σας. τότε. μου ζητάτε άδικα πράγματα. Γιατί δε ζωστήκατε εναντίον του τους θώρακές σας και γιατί δεν πήρατε τα κοντάρια σας. Χωρίς να περιμένη κυνηγούς και λαγωνικά. σας δίναμε τίμια και πιστή συμβουλή. Τέτοιος της είχε φανή. είδε τα ευγενικά χαρακτηριστικά του παραμορφωμένα από το θυμό. ο Βασιλιάς Μάρκος βάρεσε τ' άλογο για το Τινταγκέλ. μήπως ανακαλέσω πάλι εδώ πέρα αυτόν που. καθώς είναι το καθήκον των υποτελών σας. Τον έβλεπαν κι' όλα να βυθίζη το σπαθί του στα κορμιά τους … «Μεγαλειότατε. γύρισαν της πλάτες.ακούγατε. του πήρε τάρματα. Φοβηθήτε. Μα από δω και πίσω θα σωπάσουμε. έδιωξα τον Τριστάνο. Όξω λοιπόν και σεις από τον τόπο μου! — Καλά. Άρχοντες. Ξεχάστε το θυμό σας. Σηκώθηκε. και δώστε μας πάλι την αγάπη σας!» Ολόρθος σηκώθηκε ο Μάρκος στης σκάλες του αλόγου του: «Όξω από τον τόπο μου. από σας.
— Ναι. γύριζα θυμωμένος απ' αυτό το κυνήγι. για να με υπερασπίση. δεν έχω κανένα εκτός από σας. — Τι σε νοιάζει. Αυτή η δοκιμή είναι τίποτα για τους αθώους. έλεγαν.» Γέλασε ο Μάρκος μ' αυτή την κουβέντα. — Α! Μεγαλειότατε.«Α! σκέφτηκε. Σας είδα τόσο θυμωμένο. Τους έδιωξα. — Φοβάμαι. ω φίλη. Την πήρε στα χέρια του και την εφίλησε γλυκά. Κι' από ποιον θα το μάθαινα. δεν οφείλει από μόνη της να ζητήση την κρίσι. Τους έδιωξα από τον τόπο μου. φίλη. — Μεγαλειότατε. — Έστω. Μόνη σ' αυτό τον τόπο. Με θύμωσαν τρεις προδότες που πολύν καιρό τώρα μας μισούν. Επάγωσε η καρδιά της. Τι θα της . τι κακό ετόλμησαν να πουν εναντίον μου. «Η Βασίλισσα. Τους γνωρίζεις: Αντρέ. Μεγαλειότατε. Δενοαλέν. Ήθελαν λοιπόν να σε προκαλέσουν να δικαιολογηθής με όρκο και με τη δοκιμασία του καυτού σίδερου. Μεγαλειότατε. κι' αμίλητη η Ιζόλδη έπεσε στα πόδια του Βασιλιά. τι σε βασανίζει έτσι. «Φίλη. — Μεγαλειότατε. αξίζει τάχα να τα πέρνετε τόσο κατάκαρδα αυτά τα πράγματα. αν σας λύπησαν οι κυνηγοί. Λίγο-λίγο πήρε κουράγιο εκείνη. αν όχι από σας. Αλλά έχω κ' εγώ το δικαίωμα να μάθω τι κατηγόρια είπαν εναντίον μου. «Όχι. δεν με θύμωσαν οι κυνηγοί μου. και Γκοντοΐν. καθένας έχει το δικαίωμα να λέη τη σκέψι του. Τον έπιασε ο Βασιλιάς». ο φίλος μου ανακαλύφτηκε. ξένη.
Θέλω κει. είναι πολύ σύντομη. την ώρα και τον τόπο που είχαν ορισθή. απεσταλμένοι του Μάρκου στο Βασιληά Αρθούρο. ως ότου έφθασε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι όπου. παραγγείλατε τους να ξαναγυρίσουν στην Αυλή σας. και εκατό ιππότες ως τα σύνορα της χώρας σου. μάλιστα. στην όχθη του ποταμού που χωρίζει τα Βασίλειά σας. — Σε δέκα μέρες. Ο Περινίς έτρεξε μέσα στα δάση. Γιατί δε θα πρόφθανα καλάκαλά να ορκιστώ. από πολλές ημέρες. την ημέρα της δίκης. Ανατρίχιασε η Ιζόλδη. Κύτταξε το Βασιλιά. Αλλ' ας τ' αφήσουμε. αν ο Αρθούρος κι' οι ιππότες του γίνουν εγγυηταί της δίκης». Έτσι μια για πάντα θα μπορούσε να διαλύση της παληές υποψίες». Τους έδιωξα. Αυτό έλεγαν. . την καινούργια προδοσία.εστοίχιζε. αποφεύγοντας τα πατημένα μονοπάτια. — Η προθεσμία. μπροστά σ' αυτούς να ορκιστώ. μυστικά η Ιζόλδη έστειλε στον Τριστάνο τον ακόλουθό της Περινίς. Ο Θεός είναι αληθινός κριτής. «Μεγαλειότατε. φίλη. τον Ζίρφλετ. τον περίμενε ο Τριστάνος. Αλλά δε θα τολμήσουν πεια. τον Πιστό. κι' οι βαρώνοι σου θα ζητούσαν να μου επιβάλετε καμμιά καινούργια δοκιμή. κι' όχι μοναχά μπροστά στους βαρώνους σου. — Πότε. τον Ξανθό. Αλλά ζητώ το εξής: Να παραγγείλετε στο Βασιληά Αρθούρο να έρθη με τ' άλογό του μαζύ με τον άρχοντα Γκωβαίν. και ποτέ τα βάσανα μας δε θάπερναν τέλος. — Είναι πολύ μακρυνή. Ενώ έσπευδαν για το Καρδουέλ οι κήρυκες. Ο Περινίς του ιστόρησε όλα τα συμβάντα. στον Άσπρο Κάμπο. τον αυλάρχη Κε. Θα δικαιολογηθώ με όρκο. σου λέω».
κοιμισμένους στην καλύβα. καβάλλα στα υπερήφανα άλογά τους. ωραίε γλυκέ φίλε Περινίς. που μοναχός σου έκαμες κι' όλα τον κόπο να σκάψης». συνέβη να παρατηρήση μέσα σε κάτι δέντρα τον ίδιο δασοφύλακα που άλλοτε ανακάλυψε τους αγαπημένους. που την επήρε άλλοτε από τα χέρια των λεπρών». . αί. μεθυσμένος. χωρίς όπλα να βρεθήτε στον Άσπρο Κάμπο. Είδε που ερχότανε καταπάνω του ο ακόλουθος της Βασίλισσας και θέλησε να φύγη. Λοιπόν. Ραβδί και κεφάλι έσπασαν μαζύ κομμάτια. Άρχοντες. Δίχως άλλο. Στην αντίθετη όχθη. Κάθησε αυτού κοντά στον τάφο. για να πιάση λύκους κι' αγριογούρουνα. την ωρισμένη μέρα. έσπρωξε με το πόδι το πτώμα μέσα στο λάκκο τον σκεπασμένο με φύλλα. αλλά τόσο καλά αλλαγμένος που κανείς να μη μπορέση να σας αναγνωρίση. η Ιζόλδη και οι βαρώνοι της Κορνουάλλης. Τώρα είχε σκάψει ένα λάκκο βαθύ. Το ραβδί του στριφογύρισε στον αέρα βουίζοντας. (Μια μέρα. Ο Περινίς τον εστύλωσε στο γκρεμό της παγίδας: «Σπιούνε που πρόδωσες τη Βασίλισσα. θα την περιμένετε. ο Πιστός. θα χρειασθή να περάση το ποτάμι με βάρκα. έφθασαν — λαμπρή συνοδεία — στον Άσπρο Κάμπο. όταν ο Περινίς γύριζε στο Τινταγκέλ. κει που θα βρίσκωνται οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου. ο Ξανθός. κι' ο Περινίς. — Γύρισε στη Βασίλισσα. θα μπορέστε βέβαια να την βοηθήστε. η κυρία μου σας παραγγέλνει. Την ωρισμένη μέρα. ο Βασιλιάς Μάρκος. μ' ένδυμα προσκυνητού. Η κυρία μου φοβάται την ημέρα της δίκης: μολαταύτα έχει εμπιστοσύνη στην καλωσύνη του Θεού. και τους πρόδωσε στο Βασιληά.«Άρχοντα. να φύγης μου θέλεις. Για να φθάση στον τόπο της δίκης. είχε περηφανευτή για την προδοσία του). Πες της ότι θα κάνω το θέλημά της». και τον εσκέπαζε προσεχτικά με φυλλώματα.
Σαν έφθασαν στην όχθη. αν δηλαδή δε φοβάσαι. «Αφήστε τον. Ένας από τους ιππότες φώναξε τον προσκυνητή. τυλιγμένος στον μαντύα του. κρατώντας τη Βασίλισσα σφιγμένη στα χέρια του. οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου τους εχαιρέτισαν με τ' αστραφτερά τους λάβαρα. και βάστηξε τη Βασίλισσα. είπε η Βασίλισσα. σήκωσε το μαντύα σου. Σαν έφθασε στην όχθη. Και βγάζοντας μια χρυσή αλυσσίδα. δίχως άλλο έχει εξαντληθή από μακρυνές περιοδείες σε άγιους τόπους». «Φίλε. πώς θα μπορέσω να φθάσω στη στεριά χωρίς να λερώσω τα μακρυά μου φορέματα στη λάσπη. κατέβα στο νερό. ένας κακομοιριασμένος προσκυνητής. μη λυγίσης στη μέση του δρόμου». «Φίλε» του είπε κείνη σιγά. Η βάρκες των Κορνουαλλών επλησίαζαν. . άπλωνε το ξύλινο δισκάκι του και με μια στριγγή και θρηνητική φωνή ζητούσε ελεημοσύνη. Μπροστά τους. Ιπποκόμοι και βαρκάρηδες άδραξαν τα κουπιά και τα καμάκια. Από την αντικρυνή όχθη. η Ιζόλδη ρώτησε τους ιππότες που την συνώδευαν: «Άρχοντες. Έπειτα ακόμη σιγώτερα: «Κάνε να πέσης στον άμμο». κυνηγώντας το φτωχό άνθρωπο. έτσι τσακισμένο που σε βλέπω. την πέταξε στον προσκυνητή. Ο προσκυνητής πήρε τη Βασίλισσα στα χέρια του. καθισμένος στην όχθη. Θάπρεπε νάρθη κανένας πορθμέας να με βοηθήση». εσκόνταψε κι' έπεσε.μέχρι τον ποταμό.
και σεις άρχοντα Γκωβαίν. Με τρεμούλα άπλωσε η Ιζόλδη το δεξί χέρι στα οστά των αγίων και είπε: «Βασιληά του Λογρ. και σεις όλοι που ήρθατε δω εγγυητές μου. ορκίζομαι ότι ποτέ κανείς άνθρωπος γεννημένος από γυναίκα δε με κράτησε στα χέρια του εκτός από το Βασιληά Μάρκο τον κύριό μου. και τα ποδήματά της τα στολισμένα με πολύτιμα πετράδια.Μπροστά στη σκηνή του Βασιληά Αρθούρου. και σεις Βασιληά της Κορνουάλλης. — Ναι. και τάδωσε στους φτωχούς επαίτες. προχώρησε μπροστά στους Βασιληάδες. Βασίλισσα. Κοντά στα λείψανα των αγίων έκαιγε φωτιά. φθάνει ο όρκος. άρχοντα Κε. είχαν απλώση χάμω ένα πλούσιο ύφασμα της Νικαίας. αφού παρακάλεσε το Θεό. — Βασιληά Μάρκε. έβγαλε το πλούσιο σάλι. Η Βασίλισσα. βγαλμένα από της ιερές θήκες τους. και με τα μπράτσα και τα πόδια γυμνά. Έβγαλε τον πορφυρό μαντύα. . και απάνω είχαν τοποθετήσει τα λείψανα των αγίων. άρχοντα Ζιρφλέ. κ' έκλαιγαν. και τάδωσε κι' αυτά. είπε η Ιζόλδη». σ' αυτά τα άγια λείψανα και σ' όλα τα άγια λείψανα που βρίσκονται στον κόσμο. και ο αυλάρχης Κε τα κρατούσαν υπό την επίβλεψί τους. κι' από το φτωχό προσκυνητή που προ ολίγου έπεσε χάμω μπρος στα πόδια σας. χλωμή και κλονιζομένη. έβγαλε έπειτα τα στολίδια της από το λαιμό και τα χέρια. Επλησίασε στη φωτιά. Γύρω οι βαρώνοι την κύτταζαν σιωπηλοί. Ο άρχοντας Γκωβαίν. — Αμήν. Κι' ο Θεός ας φανερώση την κρίσι του την αληθινή. ο Ζιρφλέ. Κράτησε μοναχά επάνω της μια τουνίκα χωρίς μανίκια. Έδωσε ακόμη το μπούστο της. και το φόρεμά της.
Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΗΔΟΝΙΟΥ Όταν ο Τριστάνος γύρισε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι. Κι' όλοι είδαν που το κρέας της έμεινε απείραχτο και αβρό σαν το δαμάσκηνο της δαμασκηνιάς. ανοιχτά. Εν ανάγκη ο Βασιληάς Αρθούρος θ' ανελάμβανε την προστασία της. κ' έρριξε μακρυά το ραβδί και την κάπα του προσκυνητή. Τι χασομερούσε ακόμη. ήρθε η ώρα του μεγάλου ταξιδιού: θα πάμε στη χώρα της Ουαλλίας.Όλοι σιωπούσαν. Η Βασίλισσα είχε δικαιλογηθή. καμμιά απιστία δε μπορούσε πεια να τη βάλη σε κίνδυνο. ΙΓ'. και είπε στο Γκορνεβάλη: «Ωραίε κύριε. γύρω από το Τινταγκέλ. και να φύγη μακρυά από την Κορνουάλλη. και την ησυχία της Ιζόλδης. την τιμούσε. και στο μέλλον. Βύθισε τα γυμνά μπράτσα της μέσ' τη φωτιά. χωρίς να μπορή να ξεκολλήση από τον τόπο που ζούσε η Βασίλισσα. αποχαιρέτησε το δασοκόμο που τον είχε φιλοξενήσει. Γιατί να τριγυρίζη άλλο. Άδικα έβανε σε κίνδυνο τη ζωή του δασοκόμου. Αλλά όταν ήρθε η τετάρτη ημέρα. και να το πάρη απόφασι πως για τελευταία φορά είχε κρατήσει. Τότε απ' όλα τα στήθεια μεγάλη κραυγή ευχαριστίας βγήκε προς το Θεό. έκανε εννιά βήματα κρατώντας το στα χέρια της σε σχήμα σταυρόν.» . έπιασε το σιδερένιο ραβδί. αισθάνθηκε βαθειά στην καρδιά του ότι ήρθε η ώρα να κρατήση το λόγο που είχε δώσει στο Βασιληά Μάρκο. Δίχως άλλο έπρεπε να φύγη. κάτω από την κάπα του προσκυνητή — στον Άσπρο Κάμπο — τ' ωραίο σώμα της Ιζόλδης στα χέρια του. Κόκκινο ήτανε το καυτό σίδερο. Τρεις ημέρες ακόμη έφαγε έτσι. ο Βασιληάς την αγαπούσε.
Με φρόνιμα και αλαφρά βήματα. ούτε φονηά καρδιά δε θα μπορούσε να την ακούση δίχως να συγκινηθή. Φεύγει. έμενε άγρυπνη η Ιζόλδη. από το μονοπάτι που έπερνε άλλοτε η Βασίλισσα. από τα μισοανοιγμένα τζάμια του παραθύρου όπου έπαιζαν η ακτίνες του φεγγαριού. Αλλά ο δρόμος τους περνούσε από τον κήπο το φραγμένο με πασσάλους. κοντά στο μαρμαρένιο πλατύσκαλο. στα χέρια του Μάρκου αποκοιμισμένου. βάλθηκαν στο δρόμο. είχε περάσει κι' όλα το κιγκλίδωμα. Πήγε κάτω από το μεγάλο πεύκο. ποτέ πεια δε θ' ακούσω τη φωνή σου!» . μ' ένα σίγουρο. κ' η φωνή ανέβαινε παραπονετική — τόσο γλυκειά που καμμιά σκληρή καρδιά.…» σκέφτηκε η Βασίλισσα. μπήκε η φωνή ενός αηδονιού. Η Ιζόλδη άκουγε την καθαρή και γλυκειά φωνή που ερχότανε να μαγέψη τη νύχτα. ζητάς κι' όλα το θάνατό σου. όπου άλλοτε ο Τριστάνος περίμενε τη φίλη του. Στο δωμάτιό της. φεύγει. Θα γυρίσω σε λίγο. Μα τι ώφελος κι' αν έρριχνε τώρα.» Αλλά ο Τριστάνος. «Ωραίε κύριε. ετόλμησε να πλησιάση στο Παλάτι. Έτσι και στο δάσος του Μορουά έκανε. πήδημα. αποχαιρώντας με μεγάλη θλίψι. περίμενέ με στο πρώτο δάσος που θ' απαντήσης. Στη στροφή. — Πού πάς. Η Ιζόλδη δε θαρχότανε πεια. Ξαφνικά. κι' αυτό. κατάλαβε: »Α! είναι ο Τριστάνος.Θλιβερά μέσα στη νύχτα. όταν τελειώνη το καλοκαίρι. Ξαφνικά. Καθαρή έλαμπε η νύχτα. Φίλε. όχι μακρυά από το ψηλό κιγκλίδωμα. είναι το τελευταίο του χαίρε… Πώς θρηνεί! Έτσι το αηδόνι. για να μ' ευχαριστήση. «Από που νάρχεται αυτή η μελωδία. Τρελλέ. καλοκομμένα ξυλάκια στο νερό της πηγής. τη φωνή των πουλιών. είδε να υψώνεται στην ξαστεριά τ' ουρανού τον εύρωστο κορμό του μεγάλου πεύκου.
ο Τριστάνος ξαναγύρισε στου Όρρι. «Α! τι ζητάς. Παρά τον Βασιληά και όλους τους φρουρούς του κόσμου. Αυτή η νυχτιά ξετρέλλανε τους αγαπημένους. — Ποιος. και τον Γκοντοΐν. σήκωσε το σίδερο της πόρτας. Πέρασε το κατώφλι. κατά τύχη. Νάρθω. . το θερίο που το νομίζετε μακρυά ξαναγύρισε στη φωληά. ο θάνατος μας τριγυρίζει. Σώπαινε. μα χωρίς να ξυπνήση κανείς από τους φρουρούς. κ' έτρεξε να βρη τον Αντρέ. Όχι! Θυμήσου τον ερημίτη Ογκρίν και τους όρκους που κάναμε. έρχομαι!» Γλύστρησε από τα μπράτσα του Βασιληά κ' έρριξε στ' ολόγυμνο σχεδόν κορμί της ένα μαντύα με γουναρικό. Έπρεπε να περάση τη γειτονική αίθουσα όπου κάθε νύχτα δέκα ιππότες αγρυπνούσαν με τη σειρά τους. Έκαμε κρότο ο σύρτης. είχαν όλοι αποκοιμηθή. Η Ιζόλδη πέρασε τα ξαπλωμένα σώματά τους. Ενώ οι πέντε κοιμώντανε.Πειο φλογερή άρχισε να πάλλεται η μελωδία. Τι με νοιάζει ο θάνατος. κι' ο τραγουδιστής έπαψε. Αλλά. Κάτω από τα δέντρα. πέντε στης πλάκες. έμειναν έτσι. σαν τυλιγμένοι με σχοινιά. Σφιχτά δέθηκαν τα μπράτσα τους γύρω από τα κορμιά τους. φύλαγαν άγρυπνοι. Ένας σκλάβος τον έπιασε. και τόλμησε κάθε πρωί — με τον ήλιο! — να γλυστράη από τον κήπο ως της αίθουσες των γυναικών. οι αγαπημένοι εγλέντησαν τη χαρά τους και την αγάπη τους. με θέλεις. την έσφιξε στο στήθος του. «Άρχοντες. οι άλλοι πέντε ωπλισμένοι. δίχως μιλιά. όρθιοι μπροστά στης πόρτες και στα παράθυρα. Και της άλλες μέρες. καθώς συνέβη ν' αφήση ο Βασιληάς το Τινταγκέλ για να πάη στης δίκες του Σαιν-Λουβέν. πέντε στα κρεββάτια. τον Ντενοαλέν. και ως την αυγή. Με φωνάζεις.
— Πότε τον είδες. είπεν ο δούλος. ένα τόξο στο χέρι.τι σας είπα. Την άλλη μέρα την αυγή. Μα αν σας τον δείξω τι θα μου δώστε. Ένας από τους τρεις σας ας μπη αύριο με τρόπο στον κήπο. ο Τριστάνος. Θα κόψη ένα μακρύ κλαδί και θα το ξεμυτίση στην άκρη. Άρχοντες!» Ο Αντρέ. ακούστε. Αν πίσω από το παραπέτασμα δεν ιδήτε τότε ό. — Από ένα παράθυρο που ξέρω γω. και ο Ντενοαλέν. . — Πού θα τον δούμε. — Ένα χρυσό μάρκο. Στο τέλος συνεφώνησαν υπέρ του Γκοντοΐν. αφήνοντας την καλύβα του Όρρι του δασοκόμου. πιάστηκαν ποιος πρώτος θάχε τη χαρά να ιδή αυτό το θέαμα. φυλαχθήτε τον Τριστάνο! Την άλλη μέρα. Χωρίστηκαν.— Ο Τριστάνος. Καθώς έβγαινε από μια λόχμη. Την άλλη μέρα. την αυγή. Μπορεί κανείς να ιδή στο δωμάτιο της Βασίλισσας από ένα στενό παραθυράκι που βρίσκεται πειο ψηλά στο τείχος. — Λοιπόν. Μπορείτε και σεις αύριο την αυγή να τον δήτε που έρχεται. μέσα στη σκοτεινή ακόμη νύχτα. και θα γίνης ένας πλούσιος σκλάβος. με το σπαθί του ζωσμένο. ο Γκοντοΐν. Ας σκαρφαλώση τότε ως το ψηλό παράθυρο κι' ας παραμερίση λίγο με το κλαδί το πανί της κουρτίνας. πήρε το δρόμο του παλατιού μέσα από πυκνές συστάδες βάτων και δέντρων. κύτταξε πέρα σ' ένα πλάτωμα κ' είδε τον Γκοντοΐν που έβγαινε από τον πύργο του. το κορμί μου να κάψετε. ωραίοι Άρχοντες. δυο βέλη στο άλλο. Αλλά μια μεγάλη κουρτίνα τεντωμένη κατά μήκος της αιθούσης σκεπάζει τη θέα. ήθελαν πάλι συναντηθή. — Αυτό το πρωί και τον εγνώρισα καλά.
Ο Τριστάνος τον παραφύλαξε. ο Τριστάνος πέταξε χάμω την κάπα του. για τη φίλη του. ο κύριός τους θα λάβη τέτοια πληγή που κανείς γιατρός δε θα μπορέση να την γιατρέψη. σημάδεψε. . με το σκουφάκι στο κεφάλι. Ήθελε να της δείξη στην Ιζόλδη για να κάνη χαρά στην καρδιά της φίλης του. Ο προδότης θέλει να φύγη. προτού τα λαγωνικά το ξεπετάξουν από τον κρυψώνα του. το ξανάβαλε στη θήκη. Τον είδε που παρακινούσε τα σκυλλιά του να ξετρυπώσουν κάποιο αγριογούρουνο από μια συστάδα δέντρων και πυκνών χόρτων. έσυρε απάνω από το πτώμα έναν κορμό δέντρου. κατεβαίνοντας σιγά-σιγά το μονοπάτι. ο Ντενοαλέν. ώρμησε. και της έχωσε στη μπότα του. να που ερχότανε από μακρυά. έκοψε της μπούκλες που κρεμόντανε γύρω στο πρόσωπό του. Αλλά κατά σύμπτωσι ο Γκοντοΐν πήρε έναν άλλο δρόμο και απεμακρύνθη. κι' ωρθώθηκε μπρος στον εχτρό του. Δεν πρόφτασε να φωνάξη: «Μ' έφαγες!». Ο Τριστάνος τούκοψε το κεφάλι. κ' έπεσε από τάλογο. Ξέφυγε! αχ. Όταν ο Ντενοαλέν έφτασε κοντά. σ' ένα μαύρο αλογάκι που πήγαινε βάδην. κι' αφήνοντας το βουτηγμένο στο αίμα. να μη μπορέσω να τον ανταμείψω με την ίδια πληρωμή!» Καθάρισε το σπαθί του. Ο Τριστάνος βγήκε από τη λόχμη απογοητευμένος. «Αλλοίμονο! συλλογιζότανε. ακολουθούμενος από δυο μεγάλα λαγωνικά. Αυτήν τη στιγμή. έφυγε. τον περίμενε. Μα.Ο Τριστάνος κρύφτηκε μέσα στα βάτα και σμούλωξε παραμονεύοντας: «Α! Θεέ! Κάνε ώστε αυτός που προχωρεί κει κάτω να μη με αντιληφθή πριν από την στιγμή που θέλω!» Με το ξίφος στο χέρι. τι έγινε ο Γκοντοΐν. τέντωσε το τόξο του. Αλλοίμονο! ο άθλιος ήτανε εκτός βολής φτασμένος. κρυμμένος πίσω από μια μηλιά.
παρακαλώ. ξεσκίζει το . Κρατούσε σ' το ένα του χέρι το ξύλινο τόξο του και στο άλλο δυο μακρυές μπούκλες ανδρός. Υπεκλίθη η Ιζόλδη η Ξανθή για να τον χαιρετίση. Ο Τριστάνος της έλεγε: «Βλέπεις αυτές της ωραίες μπούκλες. και καθώς σηκωνότανε.Στο παλάτι του Τινταγκέλ ο Γκοντοΐν τον είχε προλάβει. Ποτέ του πεια δε θ' αγοράση ούτε θα πουλήση θώρακα ούτε κοντάρι! — Καλά. είναι του Ντενοαλέν. ταχύτερο από χελιδόνι και γεράκι. μπήκε η Ιζόλδη. Ο Τριστάνος το τέντωσε μ' έκπληξι. ριγμένη στο παραπέτασμα. Έπειτα ο Τριστάνος. σήκωσε το κεφάλι και είδε ψηλά στην κουρτίνα τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν. είχε χώσει το μακρύ κλαδί του μέσ' την κουρτίνα και με τρόπο ελαφρά είχεν απομακρύνει δυο άκρες του υφάσματος και κύτταζε μέσα στο καλοστρωμένο δωμάτιο. Σου πήρα εκδίκηση απάνω του. Είπε. Έβγαλε την κάπα. ρίχνει. «Ο Θεός να οδήγηση καλά αυτό το τόξο». και φάνηκε το ωραίο του σώμα. Αλλά τεντώστε το τόξο σας. Στην αρχή δεν είδε κανέναν άλλο εκτός από τον Περινίς. Το μακρύ βέλος σφυρίζει στον αέρα. γυρίζει κατά το τείχος. Η Ιζόλδη πήρε ένα από τα δυο τόξα το εφάρμοσε. είπε. βγάζει το μάτι του προδότη. Θάθελα να ιδώ αν τεντώνεται εύκολα». κύτταξε αν η χορδή ήτανε καλή. και με σιγανή και γρήγορη φωνή: « — Βλέπω κάτι που δε μ' αρέσει. Σημάδεψε καλά Τριστάνε!» Πήρε την κατάλληλη στάσι. χωρίς να καταλαβαίνη καλά. Αλλά να. Έπειτα ήρθε η Βραγγίνα κρατώντας ακόμα το χτένι με το οποίο προ ολίγου είχε χτενίσει τη Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά». άρχοντα. με το κεφάλι στραμμένο απάνω του. Σκαρφαλωμένος κι' όλα στο ψηλό παράθυρο. βλέπει τη σκιά του κεφαλιού του Γκοντοΐν.
Δίχως κιχ. Αλλ' αν ποτέ ξαναϊδής το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. Ο Δούκας ήτανε νέος. είμαστε σα ραμμένοι κ' είμαστε σα δεμένοι σε μια ζωή. ο Θεός που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ας σε ανταμείψη. το ξέρεις: αν ξαναδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. Δεν είσαι πεια ασφαλισμένος στην καλύβα του δασοφύλακα.τι σου ζητήσω μ' αυτό.μυαλό του. — Φίλε. Τον εδέχθη σαν έναν ευπρόσδεκτο ξένο. φεύγε. Το σώμα μου μένει εδώ. ούτε φρούριο. Ο Τριστάνος είπε: «Πώς θα μπορέσω να ζήσω. Ο Αντρέ ζη. Και γω πώς θα μπορέσω να ζήσω. ο Γκοντοΐν σωριάζεται και πέφτει απάνω σ' ένα στύλο. κι' ας είναι φρονιμάδα και τρέλλα ας είναι! — Φίλη. Αλλά συ. θα το προδώση στο Βασιληά. Φεύγα. Για να κάνη χαρά και τιμή . φεύγω. στον τόπο του ευγενικού Δούκα Γκιλαίν. θα κάμης ό. για τη σωτηρία τη δική σου και τη δική μου». — Ναι. τόσο καλά που ποτέ δε θα μάθη τίποτα ο Βασιληάς. δεν ξέρω για ποιον τόπο. και σταματάει παλλόμενο απάνω στο κρανίο. ούτε πύργος. ούτε Βασιλική διαταγή θα μ' εμποδίσουν να κάνω τη θέλησι του φίλου μου. φεύγα απ' αυτόν τον τόπο. αγαθός. ισχυρός. Ο Περινίς ο Πιστός θα κρύψη αυτό το σώμα στο δάσος. λέει η Ιζόλδη στον Τριστάνο. — Ναι. ο Θεός ας σ' έχη στη φύλαξί του!» Ο Τριστάνος κατέφυγε στην Ουαλλία. φίλε Τριστάνε. — Ιζόλδη. φίλε. φίλη. σαν τη σάρκα μήλου. Έχεις την καρδιά μου. Το βλέπεις οι προδότες ανακάλυψαν το καταφύγιό σου. «Και τώρα φίλε. ο ένας με τον άλλο.
Σ' ένα τραπέζι σκεπασμένο με ευγενική και πλούσια πορφύρα. Δε θυμώτανε πεια καμμιά από της πίκρες και της δυστυχίες που είχε υποφέρει για τη Βασίλισσα. Ο δούκας Γκιλαίν αγαπούσε τον Πτικρού περισσότερο από κάθε τι . συγκινημένος. Στο λαιμό του. το άλλο κίτρινο σαν σαφράνι. τίποτα δεν παράλειψε. ξεχνούσε κάθε πόνο. Γιατί αυτή ήταν η θαυματουργική δύναμι του κουδουνιού: η καρδιά σαν το άκουγε να κουδουνίζη τόσο γλυκά. τόσο καθαρά. Αλλά όταν το κύττταζε κανείς πειο πολύ. σκοτεινά ή φωτεινά. Το τρίχωμά του ήτανε χρωματισμένο με τέτοιες θαυμάσιες διακυμάνσεις που δε θα μπορούσε κανείς να πη τι τρίχωμα είχε. μπλε. τόσο θλιμμένη ήταν η καρδιά του. τα πισινά του πειο πράσινα από τριφύλλι. εγλυκάθη. που τόσο χαρωπά. κρεμότανε από μια χρυσή αλυσσιδίτσα ένα κουδουνάκι. Ήταν ένα σκυλλί μαγεμένο: μια νύφη το είχε στείλει από το νησί Αβαλλόν στο Δούκα για δώρο ερωτικό. καθαρά. Κανείς δε θαύρισκε αρκετά δυνατά λόγια για να περιγράψη τη φύσι του και την καλλονή του. η καρδιά του Τριστάνου μαλάκωσε. στην αφή αβρότερο από το πειο πολύτιμο ύφασμα. το ένα από τα πλευρά του κόκκινο σαν πορφύρα. Ο Δούκας για να γλυκάνη τον πόνο του διάταξε να του φέρουν στο ιδιαίτερο δωμάτιό του το χαΐδεμένο σκυλλάκι του που με μαγεία στης θλιβερές ώρες. Αλλά ούτε η περιπέτειες ούτε η γιορτές μπόρεσαν να καταπραΰνουν την αγωνία του Τριστάνου. και γλυκά χτυπούσε. όλα αυτά τα χρώματα χόρευαν στα μάτια και άλλαζαν. Μια μέρα που ήτανε καθισμένος δίπλα στο νεαρό Δούκα. συλλογιζότανε ότι αυτό θάτανε ένα καλό δώρο για την Ιζόλδη. που αναστέναζε χωρίς να το καταλαβαίνη. πορφυρά. χάιδευε το μικρό μαγεμένο ζωντανό που τούδιωχνε όλη τη λύπη. ετοποθέτησαν το σκυλλάκι του Πτικρού. κι' ο πόνος του έλυωσε. τόσο χαρωπά. δυνατά. πότε άσπρα και κίτρινα.στον Τριστάνο. εγοήτευε τα μάτια του και την καρδιά του. η κοιλιά του άσπρη σα λαζούρι. η ράχη ρόδινη. από τη μαγεία. και του οποίου το τρίχωμα φαινότανε. Μα πώς να κάμη. ώστε ακούγοντάς το. Κ' ενώ ο Τριστάνος. πράσινα. Ο τράχηλός του φαινότανε πειο άσπρος από το χιόνι.
θάδινα στο νικητή να διαλέξη από τα πλούτη μου ό. Αλλ' αν πολέμησα τον Ούργκαν τον Τριχωτό. δε θα παραιτιώμουνα από την επιθυμία μου να πολεμήσω το γίγαντα. ξανάπεν ο Τριστάνος. κι' ωραία είναι επίσης η χώρα σου. ωραία είναι η αδερφή σου.τι θα θεωρούσε πειο πολύτιμο. το ευκίνητο σπαθί το βαρύ ρόπαλο. κι' ο Τριστάνος έκοψε τη δεξιά γροθιά του γίγαντα και την επήγε στο Δούκα. καθώς υποσχεθήκατε. — Άρχοντα. Αλλά κανείς δε θα τολμήση να τα βάλη με το γίγαντα. — Φίλε. — Τότε. — Να λόγια θαυμάσια. τι θα δίνατε σε όποιον ήθελε ελευτερώσει τη χώρα σου από το γίγαντα Ούργκαν τον τριχωτό. που σας ζητεί τόσο βαρείς φόρους. Στο τέλος η αντρεία ενίκησε τη δύναμι. ούτε με παρακαλετά ούτε με πονηρίες.στον κόσμο.! Άφησε το μου και πάρε καλλίτερα την αδερφή μου και το μισόν τόπο μου. ο Θεός ο υιός της Παρθένου να σας συντροφεύη και να σας φυλάη από το θάνατο!» Ο Τριστάνος πρόσβαλε τον Ούργκαν τον Τριχωτό μέσ' τη σπηλιά του. να τον καταφέρη να του το πάρη. Μια μέρα ο Τριστάνος είπε στο Δούκα: «Άρχοντα. το μαγεμένο σκυλλάκι σας. Θυμηθήτε την υπόσχεσί σας! . — Μα την αλήθεια. δώστε μου τον Πτικρού. γι' ανταμοιβή. Αλλά σ' έναν τόπο μόνο με την τόλμη έρχεται το καλό· και για όλο το χρυσάφι της Παβίας. «Άρχοντα. Πολλήν ώρα πολέμησαν μανιασμένοι. τώκανα για να κερδίσω το μαγεμένο σκυλλί σας. και κανείς δε θα μπορούσε. είπεν ο Δούκας Γκιλαίν. τι εζήτησες.
να μου δώση τη χαρά του και να ξαναπάρη τη λύπη του. νοσταλγίες. Έπειτα. Ο Τραγουδιστής έφτασε στο Τινταγκέλ και το παράδωσε κρυφά στη Βασίλισσα. Αλλά γνώριζε ότι μου πέρνεις τη χαρά των ματιών μου και τη χαρά της καρδιάς μου!». Ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε το σκυλλί σ' έναν τραγουδιστή της Ουαλλίας. Έβαλε ένα χρυσοχόο κ' έφτιασε για το σκυλλί ένα ωραίο σπιτάκι στολισμένο με χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια. Ήταν δίχως άλλο η θύμησι του φίλου της που κοίμιζε έτσι κάθε λύπη. τώλυσε σιγά-σιγά. λύπη. και στο Βασιληά είπε ότι η μητέρα της η Βασίλισσα της Ιρλανδίας της έστελνε αυτό το δώρο. ήταν. «Α! σκέφτηκε. Τριστάνε. Αλλά μια μέρα αντελήφθη. θέλω να υποφέρω όσο υποφέρεις και συ». Στην αρχή δεν κατάλαβε το θαύμα. από το ανοιχτό παράθυρο. Αν εύρισκε τόση γλύκα να το κυττάζη. Η ΙΖΟΛΔΗ ΜΕ ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΧΕΡΙΑ . επειδή τώστελνε ο Τριστάνος. τώρριξε στη θάλασσα. συλλογιζότανε. κι' όπου πήγαινε τώπερνε κοντά της. Αλλά δε στέκει αυτό το πράγμα. γνωστικό και παμπόνηρο ο οποίος το πήγε εκ μέρους του στην Κορνουάλλη. ενώ ο Τριστάνος είναι δυστυχισμένος. Θα μπορούσε να κρατήση αυτό το μαγεμένο σκυλλί και να ξεχνάη έτσι όλο τον πόνο του. Και κάθε φορά που το κύτταζε. στέκει να βρίσκω την ανάπαυσι μ' αυτόν τον τρόπο. έφευγαν από την καρδιά της. ότι ήτανε μαγεία. ΙΕ'.— Πάρ' το λοιπόν. Πήρε το μαγικό κουδουνάκι. άκουσε μια τελευταία φορά το ντιν-ντιν. Δέκα χρυσά μάρκα έδωκε στον τραγουδιστή. Αλλ' από ευγενική καλωσύνη προτίμησε να μου το στείλη. κι' ότι μοναχά το ντιν-ντιν του κουδουνιού γοήτευε την καρδιά της. αγωνία. για θύμησι του φίλου της.
ποτέ δε θα την ξαναϊδώ. και λίγο τη μέλει για της περασμένες χαρές και λύπες. — και τάλογά τους πατούσαν στάχτες και κάρβουνα. Βέβαια το κουδουνάκι του μαγεμένου σκυλλιού τάκαμε αυτά. κανένα νέο δεν τούρθε από την Κορνουάλλη. τα νησιά. αλλά ήτανε μαζύ και ο θάνατος και η ζωή. Αλλοίμονο! δυο ολόκληρες χρονιές. Ποτέ δε θα βρω κάποια που να γιατρέψη τη λύπη μου. Παντού τείχη γκρεμισμένα. Ξαναείδε την πατρίδα του.» . Γύρισε της θάλασσες. Στο Τινταγκέλ. Τότε πίστεψε ότι η Ιζόλδη δεν τον αγαπούσε πεια και τον λησμονούσε. Στον έρημο κάμπο. όπου ο Ρόχαλτ ο Πιστός δέχτηκε το γυιό του με δάκρυα τρυφερότητος. Αλλά. Λοιπόν συνέβηκε μια μέρα. από την Φρίζα στη Γαβοΐα. Ούτε μια είδησί της δεν έλαβα. καθώς εκάλπαζε με μόνο τον Γκορνεβάλη. Πέρασαν μια πεδιάδα λεηλατημένη. πώς δεν έστειλε να με γυρέψη στης χώρες που γύριζα. σκέφτηκε ο Τριστάνος: «Είμαι βαρυεστημένος κ' είμαι αποσταμένος. Με ξεχνάει. και τους τόπους. μη βαστώντας να ζη στην ησυχία του τόπου του. ζητώντας περιπέτειες! Από το Λοοννουά στην Φρίζα. ο Βασιληάς την τιμάει και την υπηρετεί. Η αγαπημένη μου είναι μακρυά. ο Τριστάνος έφυγε στα δουκάτα και στα βασίλεια. να μπη στη χώρα της Βρεττάνης. χωριά δίχως κατοίκους. Δυο χρόνια τώρα. για να διώξη την απελπισία του. λίγο την μέλει για το δυστυχισμένο που περιπλανιέται σ' αυτόν τον καταστραμμένο τόπο. Ζη μέσα στη χαρά. πολλούς άρχοντες υπηρέτησε και πολλά κατορθώματα έκανε. Κ' εγώ λοιπόν δε θα ξεχάσω ποτέ κείνη που με ξεχνάει. χωράφια — ωργωμένα από τη φωτιά.Οι αγαπημένοι δε μπορούσαν μήτε να ζουν μήτε να πεθάνουν ο ένας χωρίς τον άλλο. ούτε καλό ούτε κακό. Ο χωρισμός δεν ήταν η ζωή ούτε ο θάνατος. από τη Γερμανία στην Ισπανία. Τι ωφελούν αυτές η περιπέτειες. το Λοοννουά.
κ' ενώ ο Γκορνεβάλης έβαλε τάλογα στο σταύλο. πλησίασαν σ' ένα λόφο όπου υψωνότανε ένα παληό εξωκκλήσι. παρακαλούσε τη Μαρία και τη Μαγδαληνή να του εμπνεύση σωτήριες προσευχές. Λοιπόν.Δυο μέρες. το Χόελ. σκύλλο. με πλούσια λειβάδια και χωράφια: εδώ μύλοι. κατά το δείλι. γιατί ο κόμης Ριόλ τάκαμε όλα αυτά στον Άρχοντά σας. — Θα σας πω λοιπόν. την αφορμή του πολέμου. ο Δούκας έχει μια κόρη. του Δούκα Χόελ. και πολύ κοντά το οίκημα ενός ερημίτη. καθώς είχε πέσει πεια η νύχτα. Άρχοντα. παρά μόνον ένα τομάρι γίδας και μάλλινα κουρέλια στη ράχι. Ο κόμης Ριόλ της Νάντης έκαμε την καταστροφή. κι' ο κόμης ήθελε να την πάρη γυναίκα. Πόσοι και πόσοι σκοτώθηκαν γι' αυτή τη δουλειά!» Ρώτησε ο Τριστάνος: «Ο Δούκας Χόελ μπορεί ακόμη. είναι η γη της Βρεττάνης. Προύμητα στο χώμα. ο Τριστάνος ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο ρημαγμένος τόπος. . Δεν τους έδωσε πλούσια φαγιά. Την τρίτη μέρα. «Ωραίε Άρχοντα. εκεί μηλιές. Οι άνθρωποι του έγιναν για όλη τους τη ζωή πλούσιοι: έτσι είν' ο πόλεμος. Ήταν άλλοτε ωραίος τόπος. είπεν ο Τριστάνος. Οι στρατιώτες του έσπειραν παντού τη φωτιά. ο Τριστάνος κι' ο Γκορνεβάλης πέρασαν τα χωράφια και της πολιτείες χωρίς να ιδούν ψυχή. πήρε τάρματα του Τριστάνου. βαστάει τον πόλεμο. ότι ο Ριόλ ήτανε υποτελής του Δούκα Χόελ. είπεν ο ερημίτης. άνθρωπο. με τα γόνατα και τους αγκώνες γυμνούς. — Αδελφέ. έπειτα ετοίμασε το φαΐ. Μετά το φαΐ. Μάθετε. εκεί αρχοντικά υποστατικά. Ευχήθηκε το «καλώς ωρίσατε» στους φρεσκοφερμένους. και παντού πήρανε πλιάτσικα. κ' ήτανε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά. κόκκορα. Ο ερημίτης δε φορούσε φορέματα από υφάσματα. Αλλά ο πατέρας της αρνήθηκε να τη δώση σ' ένα υποτελή. μια πεντάμορφη κόρη. αλλά νερό της πηγής και κριθαρένιο ψωμί ζυμωμένο με στάχτη. κι' ο κόμης Ριόλ θέλησε να την πάρη δια της βίας.
Βασιληάς του Λοοννουά. — Αλλοίμονο! άρχοντα Τριστάνε.» Ο Τριστάνος ρώτησε πόσο μακρυά ήτανε το φρούριο του Κάρχαιξ. ρίζες. Έμαθα. Ο Χόελ ήτον επί κεφαλής των μαζύ με το γυιό του Καερντέν. «Άρχοντα. είπεν ο Τριστάνος. Το πρωί αφού έψαλε πρώτα ο ερημίτης και μοιράστηκαν το κριθαρένιο ψωμί. Δεν έχουμε πεια τροφές. και μάθετε ότι εύρισκα ωραία αυτή τη ζωή. του Καερντέν. Μολαταύτα το τελευταίο του φρούριο το Κάρχαιξ αντέχει ακόμη. Πώς να σας δεχτούμε εδώ μέσα. πηγαίνετε το δρόμο σας κι' ο Θεός να σας ανταμείψη. κ' εκάλπασε για το Κάρχαιξ. και δυνατή είναι η καρδιά του γυιού του. μόνον με κουκιά και κριθάρι βαστιώμαστε. και με κυνήγι. γιατί δυνατά είναι τα τείχη του. Διατάχτε να μ' ανοίξουν την πόρτα». του καλού ιππότη. Έζησα δυο χρόνια ολόκληρα σ' ένα δάσος και ζούσα με χόρτα. κι' ο Μάρκος ο Βασιλιάς της Κορνουάλλης είναι θείος μου. Μα ο εχθρός τους τσιτώνει ολοένα και πεινάνε: θα μπορέσουν να βαστήξουν πολύ ακόμη. . Όταν σταμάτησε κάτω από τα κλειστά τείχη. ο Τριστάνος αποχαιρέτισε τον σεβάσμιο ερημίτη. είδε στο φυλάκιο μια περίπολο φρουρών και ζήτησε το Δούκα.— Με μεγάλη δυσκολία. Χωρίστηκαν και κοιμήθηκαν. δυο μίλλια μοναχά». Είπε τ' όνομά του κι' ο Τριστάνος του είπε: «Είμαι ο Τριστάνος. ότι οι υποτελείς σου σού έκαμαν άδικο πόλεμο κι' ήρθα να σου προσφέρω της υπηρεσίες μου. Άρχοντα. — Τι με μέλει. Καθόλου σιτάρι. άρχοντα.
Με τα χέρια ενωμένα. δεχτήτε τον να λάβη μέρος στα καλά μας και στης δυστυχίες μας». Όταν γύρισαν στο παλάτι. καθισμένη στον άνεμο κάτω από τον άσπρο βάτο. την εκύτταξε πειο γλυκά. Ο κόμης Ριόλ είχε στήσει το στρατόπεδο του τρία μίλλια μακρυά από το Κάρχαιξ κι' από πολλές ημέρες οι άντρες του . κ' έπειτα οι δυο ιππότες κάθησαν δίπλα τους. πατέρα. τι εργάτισα είναι η μητέρα μου. Τότε ο Τριστάνος. ο Καερδέν είπε στον Τριστάνο: — Τώρα.Ο Καερδέν είπε τότε: «Αφού είναι τόσο γενναίος. ωραία αδερφή. Ο Τριστάνος της χαιρέτησε. θ' ανεβούμε στη σάλλα που είναι η μητέρα μου κι' η αδερφή μου. Ο Καερδέν εγύρισε τον Τριστάνο στα τείχη. Η μητέρα και η κόρη. κεντούσαν με χρυσή κλωστή ένα πλούσιο ύφασμα της Αγγλίας και τραγουδούσαν κάποιον παληό σκοπό: έλεγαν πώς η ωραία Δοέττη. πεθυμάει και περιμένει το φίλο της. για να τα χαρίζη στα φτωχά μοναστήρια. Πώς ξέρει θαυμάσια να στολίζη τα πετραχείλια και τ' άμφια. με το δίκηο σου να σε λένε Ιζόλδη με τ' άσπρα χέρια!». και χαμογελώντας. αντιχαιρέτισαν εκείνες. ωραίε φίλε. ωραίε φίλε Τριστάνε. που τόσο πολύ αργεί νάρθη. είπε. τριγυρισμένο από προμαχώνες με πασσάλους. Από της πολεμότρυπες τούδειξε μακρυά στον κάμπο της σκηνές και τα παραπήγματα πούχε στήσει ο κόμης Ριόλ. Με τιμή τον εδέχτηκαν. το Ντον. και στον μεγάλο πύργο. Μα την πίστι. Ο Καερδέν δείχνοντας τ' ωραίο τούλι που κεντούσε η μητέρα του: «Κυττάχτε. ακούγοντας πώς τη λέγανε Ιζόλδη. μπήκαν στο δωμάτιο των γυναικών. Και πώς τα χέρια της αδερφής μου κεντούν της χρυσές κλωστές στο άσπρο μεταξωτό. όπου κρύβονταν οι τοξότες. καθισμένες σ' έναν καναπέ.
Απ' αυτή τη μέρα. ο Τριστάνος. ο Τριστάνος κι' ο Καερδέν άρχισαν ν' αγαπιώνται με τρυφερότητα και με πίστη κι' ωρκίστηκαν φιλία μέχρι θανάτου. Ένα πρωί. έρριχναν κάτω της σκηνές του.Δούκα Χόελ δεν τολμούσαν πεια να περάσουν της πόρτες να τον χτυπήσουν. . καθώς χάραζεν η αυγή. ένας φρουρός κατέβηκε λαχανιάζοντας από τον πύργο του. ο Ριόλ έρχεται να κάνη επίθεσι!» Ιππότες και αστοί ωπλίστηκαν κ' έτρεξαν στα τείχη: είδαν στον κάμπο να λάμπουν η περικεφαλαίες. κι' όλον το στρατό του Ριόλ που προχωρούσε σε καλή τάξι. να κυματίζουν η τριγωνικές σημαίες των ιπποτών. ορμώντας ξαφνικά από το μέρος που παραμόνευαν. άρπαξαν μια συνοδεία αμάξια του κόμητος Ριόλ. κ' έτρεξε στης σάλλες φωνάζοντας: «Άρχοντες. φορώντας τους θώρακας και της περικεφαλαίες. και ποτέ δεν εγύριζαν στο Κάρχαιξ χωρίς να φέρουν κάποια λεία. Λοιπόν. Ο Δούκας Χοέλ και ο Καερδέν παρέταξαν αμέσως τα πρώτα τμήματα των ιπποτών. Έπειτα. συχνά ο Καερδέν παινούσε στον αγαπητό του σύντροφο την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια. χτυπούσαν της εφοδιοπομπές. και κάλπασαν κάτω από το δάσος των ελάτων μέχρι της εχθρικές σκηνές. καθώς γύριζαν απ' αυτές της επιδρομές. Έτσι. αλλάζοντας πονηρίες και αντρεία. σκότωναν τους άντρες. καθώς θα το μάθετε απ' αυτή την ιστορία. και δώδεκα νεαροί ιππότες βγήκαν από το Κάρχαιξ. πολύ κοιμηθήκατε: Σηκωθήτε. την απλή. συζητώντας για ευγένεια και ιπποτισμό. μπρος στης πόρτες των τειχών. ο Καερδέν. Ποτέ δεν απίστησαν σ' τον όρκο τους. την ωραία. Όμως την άλλη μέρα κι' όλα.
που κάτω από τα βήματά τους. με τα χαλινάρια αμπολυμένα. χάμω στο λειβάδι. Φορεί το θώρακα. Μπροστά σε όλους. ο αδερφός του κόμητος Ριόλ. με τα κοντάρια χαμηλωμένα. το κοντάρι του Τριστάνου έσπασε στα χέρια του. φωνάζοντας: «Κάρχαιξ!» Ήταν καιρός: οι άντρες του Χοέλ υποχωρούσαν κι' όλα κατά τα τείχη. ως τη λαβή. ενώ σαν βροχή του Απρίλη έπεφταν απάνω τους τα βέλη. Σηκώνεται αμέσως ο Τριστάνος. και τους πληγωμένους υποτελείς.Άμα έφθασαν σε απόστασι τόξου. ο Καερδέν είχεν υπερήφανα σταματήσει. και τα χορτάρια. Το κοντάρι του Ριόλ χώθηκε στο στήθος του εχθρικού αλόγου. Ώρμησαν με τα κοντάρια χαμηλωμένα και χτυπήθηκαν. Δένει της μπότες του. βλέποντας νάρχεται απάνω του ένας τολμηρός βαρώνος. Στην κραυγή τ' αδερφού του. σταμάτησαν τάλογα. σιάζει την περικεφαλαία. Αναποδογυρισμένος από τη σέλλα ο ιππότης ξεφεύγει από της σκάλες και πέφτει. και τα χτυπήματα που έδιναν οι νεαροί ιππότες. περνάει το κοντοκάπι του. Άμα χτυπήθηκαν. με το γυαλιστερό σπαθί στο χέρι: . της σφιχτές κάλτσες και τα χρυσά σπηρούνια. ο Δούκας Ριόλ ρίχνεται κατ' απάνω του Καερδέν. σπηρουνίζει τ' άλογό του έως την πεδιάδα κ' εμφανίζεται με την ασπίδα σηκωμένη στο στήθος. Ανεβαίνει. Τότε ήταν ωραίο νάβλεπε κανείς το ανακάτωμα των αλόγων που σωριάζονται χάμω. Ο Τριστάνος ωπλιζότανε κι' αυτός με κείνους που τελευταία είχε ξυπνήσει ο φρουρός. γινόντανε κόκκινα από το αίμα. Ο βαρώνος της Νάντης έσπασε το δικό του χωρίς να κλονίση τον Καερδέν που μ' ένα πειο σίγουρο χτύπημα παραμέρισε την ασπίδα του αντιπάλου και του βύθισε το μαυρειδερό σίδερο στο πλευρό. πέρασε της σάρκες και το ξάπλωσε νεκρό. Αλλά ο Τριστάνος του κόβει το δρόμο.
του φωνάζει ο Τριστάνος. χτύπησε βαρειά τη λάμα του στην περικεφαλαία του Ριόλ: την εβούλιαξε από πάνω και της έρριξε κάτω την προσωπίδα.«Άναντρε. Ο Ριόλ ζητάει ψυχικό. ξεφεύγοντας την επίθεσι. Πεζοί κ' οι δύο. που ο κόμης έπεσε χάμω. Το χτύπημα ήτανε τόσο δυνατό και καλοσημαδεμένο. υποτελή. παρακαλεί να του χαρίση τη ζωή. η μάχη έπαψε. με της κάσκες σαλατιασμένες. Το κοντάρι γλύστρησε από τον ώμο του ιππότη στα πλευρά του αλόγου. ο κακός θάνατος θε ναύρη κείνον π' αφίνει τον κύριο για να χτυπήση το άλογο. και σηκώνοντας το χέρι. και θα πεθάνης!» Ο Ριόλ σηκώνεται πάλι στα πόδια. Παραμέρισε όμως ο Τριστάνος. το οποίο κλονίστηκε κ' έπεσε χάμω. σπρώχνοντας κατ' απάνω του το άτι. αλλά ο Τριστάνος μ' ένα χτύπημα πειο δυνατό σχίζει την κάσκα. Κακή ώρα ήρθες δω πέρα. να του ορκισθή πάλι πίστι και τιμή. γιατί απ' όλες της μεριές οι βαρώνοι της Νάντης έτρεχαν να βοηθήσουν τον κύριό τους. και το κεφάλι μένει ακάλυπτο. Καιρός ήτανε. — Μου φαίνεται πώς δε λέτε αλήθεια! απάντησε ο Ριόλ. Στη διαταγή του. Δε θα βγης ζωντανός απ' αυτό το λειβάδι. Στο τέλος ο Τριστάνος χτυπάει τον Ριόλ στο μάτι της κάσκας. αιχμάλωτος. κι' απεμακρύνθη ο στρατός του. σμίγουν και χτυπιούνται. «Σήκω τώρα αν μπορής. Ο Ριόλ έδωσε υπόσχεσι να πάη στη φυλακή του Δουκός Χοέλ. . με της ασπίδες τρυπημένες. τσακισμένες. στα γόνατα και στα χέρια. φωνάζει. Ο Ριόλ κατώρθωσε να ξεγλυστρήση και σηκώθηκε πάλι όρθιος. να ξαναφτιάση τα πυρπολημένα χωριά και της πολιτείες. Αλλά ο κύριός τους ήτανε πεια παραδομένος. κι' ο Τριστάνος πέρνει το σπαθί του.
το δώρο της Ιζόλδης. ο Τριστάνος με τους δικούς του. ποτέ δε θα μπορούσα να σ' αγαπήσω αρκετά. Όρισαν την ημέρα. ο Καερδέν είπε στον πατέρα του: «Μεγαλειότατε. Καθαρό ήχο άφησε πέφτοντας στης πλάκες. Δε βρίσκεται καλλίτερος ιππότης. ενώ οι άνθρωποι του Τριστάνου τούβγαζαν τα ρούχα του. Θέλω λοιπόν να ξεπληρώσω την οφειλή μου. Α! Άρχοντες. Μπροστά σ' όλους. ο Δούκας Χοέλ εκάλεσε τον Τριστάνο: «Φίλε. ο Τριστάνος παίρνει γυναίκα την Ιζόλδη με τα λευκά χέρια. σύμφωνα με το νόμο της Αγίας Εκκλησίας. Γι' αυτόν το λόγο πέθανε. που έσωσες αυτόν τον τόπο. είπεν ο Τριστάνος. Αφού πήρε τη συμβουλή των ανθρώπων του. — Μεγαλειότατε. στην πόρτα του μοναστηριού. την παίρνω. ώρισαν την προθεσμία. Μεγαλοπρεπείς ήταν οι γάμοι και πλούσιοι. . Η κόρη μου η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια είναι από γενιά δουκών. βασιλιάδων και βασιλισσών: πάρτε την. συνέβηκε ώστε καθώς έβγαζαν το πολύ στενό μανίκι του κοντοκαπιού. καλέστε τον Τριστάνο και κρατήστε τον. Ο Δούκας έρχεται με τους φίλους του. Σας τη δίνω». να παρασύρουν από το δάχτυλο του το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. Ξυπνάει τότε η παληά αγάπη του· κι' ο Τριστάνος καταλαβαίνει το κρίμα που έκαμε. γιατί είπε αυτόν το λόγο. Μα σαν ήρθε η νύχτα. κι' ο τόπος σου έχει ανάγκη από ένα βαρώνο με τέτοια αντρεία».Όταν οι νικητές γύρισαν στο Κάρχαιξ. Ο εφημέριος του παλατιού ψέλνει τη λειτουργία. Ο Τριστάνος κυττάζει και το βλέπει.
μόνο αυτός την είχε προδώσει. Μολαταύτα.Θυμήθηκε την ημέρα όπου η Ιζόλδη η Ξανθή τούδωσε αυτό το δώρο: μέσα στο δάσος του τώδωκε. μη σας πρόσβαλα σε τίποτα. κι' αν μπορώ. και συλλογίστηκε ότι δεν είχε δικαίωμα σ' αυτό το στολίδι. και όλοι οι κυνηγοί του. ένα χρόνο ούτε θα τη φιλούσα ούτε θα την αγκάλιαζα. θα σας ανταμείψω ωραία. το πρωί. αλλά έχω δώσει όρκο. Της έδωκα υπόσχεσι. είπεν ο Τριστάνος. Κακή ώρα τον αγάπησαν οι δυο Ιζόλδες. ο Τριστάνος. αν έπαιρνα ποτέ γυναίκα. παραξενευότανε να τον ακούη. την απλή. μη θυμώσετε. Γιατί δε μου δίνετε ούτ' ένα φιλί. Και ξαπλωμένος τώρα δίπλα στην άλλη Ιζόλδη. Πέστε μου για να ξέρω το άδικό μου. στο δάσος όπου προς χάρι του είχε κακοπαθήσει στην τραχειά ζωή. Όχι· αυτή υπόμενε για χάρι του όλες της δυστυχίες. θα το υπομείνω όπως μπορώ». Και στης δυο είχε φανή άπιστος. σε άλλον τόπο. είπεν η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια. ξαναείδε την καλύβα του Μορουά. όταν θυμήθηκα τη Θεομήτορα. ν' αναστενάζη. ΙΣΤ'. την ωραία. — Φίλη. — Λοιπόν. ξαπλωμένο δίπλα της. Τι τρέλλα χτύπησε την καρδιά του ώστε να μπορέση να κατηγορήση τη φίλη του για προδοσία. Αλλά όταν η υπηρέτριες. η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια. της φόρεσαν τον πέπλο των παντρεμμένων γυναικών. είχα πολεμήσει ένα δράκοντα. γέλασε θλιβερά. ο αυλάρχης του. Αλλά πάλι λυπότανε την Ιζόλδη τη γυναίκα του. η Ιζόλδη με τα λευκά χέρια . σαν ντροπιασμένη λίγο του είπε: «Αγαπητέ Άρχοντα. κι' ήρθα κοντά στο θάνατο. Στο τέλος. ΚΑΕΡΔΕΝ Μερικές ημέρες αργότερα ο Δούκας Χοέλ. ότι αν είχε την καλωσύνη να μ' ελευτερώση από το θεριό. Άλλοτε.
αδερφέ. Βέβαια η αδερφή σου με αγαπά και με τιμά. αν δεν μου δώστε ικανοποίησι.κι' ο Καερδέν. Από δω και πέρα. Σ' ένα στενό δρόμο. Αλλά δεν κράτησες πίστι. εβγήκαν μαζύ από το παλάτι για να κυνηγήσουν στο δάσος. ήρθα εδώ σε σας για δυστυχία σας. Το νερό πετάχτηκε δυνατά. και ντρόπιασες το σύνδεσμό μας. η αδερφή μου μού ωμολόγησε την αλήθεια για τους γάμους σας. και τα ρούχα της Ιζόλδης έγιναν μουσκίδι: απάνω από τα γόνατα ανέβηκε η κρυάδα. το άλογο σκόνταψε σ' ένα λάκκο νερό. ωραίε γλυκέ φίλε. που υπέφερε και υποφέρει ακόμη προς χάρι μου χίλιες πίκρες. και μετανοιώνω». Γι' αυτό γέλασα. Αλλά πολλά είπα. Σε είχα αδερφό και σύντροφο. . κ' εκάλπασαν μαζύ κι' οι τρεις. μέχρι το σπήτι του κυνηγιού. αδερφέ και σύντροφε. Άφησε εκείνη μικρή φωνή. την ετσίτωσε τόσο πολύ με της ερωτήσεις. ο Τριστάνος κάλπαζε δίπλα στον Καερδέν που κρατούσε με το δεξί του χέρι τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης με τα Λευκά χέρια. μάθετε ότι σας προκαλώ». Λοιπόν. παραξενεμένος. γιατί γελάτε. την ερώτησε: «Ωραία αδερφή. του είπα: «Νερό. ωραιότερη απ' όλες της γυναίκες. Μάθε ότι έχω μια άλλη Ιζόλδη. Ο Τριστάνος απάντησε: «Ναι. και του είπε: «Άρχοντα Τριστάνε. Όταν το νερό πετάχτηκε απάνω μου. και ίσως η καρδιά σου μαλακώση. Τότε ο Τριστάνος τους έφτασε. και σπηρούνισε το άλογό της γελώντας τόσο δυνατά και καθαρά ώστε ο Καερδέν τρέχοντας πίσω της. Ο Καερδέν. είσαι τολμηρότερο από όσο υπήρξε ποτέ ο Τριστάνος ο τολμηρός!». ώστε στο τέλος αναγκάσθηκε να του πη την αλήθεια για το γάμο της. — Για μια ιδέα που μου ήρθε. ωραίε αδερφέ. Αλλά μάθε τη συφορά μου. αμίλητοι. Κει κάλεσε ο Καερδέν τον Τριστάνο να κουβεντιάσουν.
θα σου πω τη σκέψι μου». Σε ποιον τόπο. Δίχως μιλιά έτρεξαν με τάλογα σ' ένα βαθύ μέρος του δάσους. λέει στο τέλος. η άλλη Ιζόλδη περιποιέται μ' ακόμη μεγαλύτερες τιμές απ' όσες μου κάνει η αδερφή σου. ούτε άλλη ελπίδα. «Φίλε. Την τρίτη μέρα. Πώς την είχε παραδώσει στο Βασιληά Μάρκο. Συγκινήσατε την καρδιά μου μέχρι του οίκτου. Είπε την προδοσία των βαρώνων και του νάνου. πώς παρεδόθη στους λεπρούς. να μαλακώνη ο θυμός του. θέλησε ν' αγαπήση την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Στο δωμάτιο της. Και πώς. Να την αγαπάη πάντοτε. Είπε πώς είχε πιή στη θάλασσα την αγάπη και το θάνατο. και δυο χρόνια τώρα δεν ξέρει τίποτε από μέρους του. Στο δωμάτιο της. αθέλητα. και τη λύπη αυτηνής. ένα σκυλλί που της έδωσα. Όλη της η επιθυμία είναι σ' αυτόν. Εκεί. Είπε πώς ωδηγήθη η Βασίλισσα στην πυρά. Πώς ήξερε πεια τώρα ότι δε θα μπορούσε δίχως τη Βασίλισσα. θαυμάσια λόγια ακούω. Έλα. η Ιζόλδη η Ξανθή στενάζει για τον Τριστάνο και τον προσκαλεί. Αισθάνεται. ο Τριστάνος απεκάλυψε τη ζωή του στον Καερδέν. ούτε να ζήση ούτε να πεθάνη. η Ιζόλδη η Ξανθή είναι καθισμένη και τραγουδάει σιγανά κάποιο θλιβερό ερωτικό τραγούδι. και της αγάπες τους στο μεγάλο άγριο δάσος.Αλλά γι' αγάπη μου. Υπομείνατε τόσες πίκρες που ο Θεός να φυλάη τους Χριστιανούς. Ας γυρίσουμε στο Κάρχαιξ. αν μπορώ. στο Τινταγκέλ. Πού είναι. αφού έφυγε μακρυά της. ούτε άλλη επιθυμία. ας αφήσουμε αυτό το κυνήγι. άλλη σκέψι δεν έχει. Να ζη τάχα τουλάχιστον. ακολούθα με όπου θα σε οδηγήσω. . Ο Καερδέν σωπαίνει και παραξενεύεται. Θα σου πω τη δυστυχία της ζωής μου». Λέει πώς έπιασαν ξαφνικά και σκότωσαν τον Γκουρόν για την αγάπη της γυναίκας που αγαπούσε πειο πολύ από κάθε τι στον κόσμο· και πώς με δόλο ο κόμης έδωσε την καρδιά του Γκουρόν στη γυναίκα του να τη φάη.
αλαζονικός και υπερήφανος.τι κι' αν γίνη με το θάνατο που μου αγγέλλει το νεκροπούλι. Σήμερα. είσαστε θυμωμένη.Γλυκά τραγουδάει η Βασίλισσα. Το θάνατό μου βέβαια αγγέλλει το τραγούδι σας: γιατί πεθαίνω από την αγάπη σας! — Έστω. την κόρη του . και δεν ξέρω γιατί.» Ο Καριάδος απάντησε: «Βασίλισσα. Ό. Πήρε με μεγάλες τιμές γυναίκα του την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Από δω και πέρα μπορείτε να οικονομηθήτε απ' αλλού. κανονίζοντας τη φωνή της με την άρπα. σιγανός ο τόνος και γλυκειά η φωνή. τι κακό νέο μου φέρνετε πάλι. γιατί αυτός περιφρονεί την αγάπη σας. Ηύρε την Ιζόλδη να τραγουδάη. αλλά η αξία του ήτανε μεγαλύτερη μέσα στα δωμάτια των γυναικών παρά στη μάχη. τι θλιβερό τραγούδι. θλιβερό σαν του νεκροπουλιού. Αλλά η Βασίλισσα απέκρουε της αιτήσεις του και τον έλεγε τρελλό. Πήρε γυναίκα σ' άλλον τόπο. Αλλά πολύ τρελλός είναι όποιος ταράζεται με τα λόγια σας. Μακάρι το τραγούδι. Τα χέρια είναι ωραία. και της είπε γελαστά: «Αρχόντισσα. καλό το τραγούδι. γιατί ποτέ δε μπήκατε δω μέσα χωρίς να μου φέρετε κάποιο κακό μαντάτο. Κείνη τη στιγμή μπαίνει ο Καριάδος. Πάντοτε εγίνατε νεκροπούλι και γκιώνης για να πήτε κακά για τον Τριστάνο. να τι κακή είδησι σας φέρνει ο γκιώνης: ο Τριστάνος. πλούσιος κόμης από κάποιο μακρυνό νησί. μιλούσε ευχάριστα. είναι χαμένος για σας. Δε λένε πώς αυτό το πουλί κελαδάει όταν είναι να πεθάνη κανείς. μου να σημαίνη το θάνατό σας. Αρχόντισσα Ιζόλδη. και πολλές φορές μετά την αναχώρησι του Τριστάνου της είχε πη τον έρωτά του. Είχεν έλθει στο Τινταγκέλ για να προσφέρη στη Βασίλισσα της υπηρεσίες του. Ήταν ωραίος ιππότης. του είπεν η Ιζόλδη. ο φίλος σας.
Μυστικά.Δουκός της Βρεττάνης». Η Ιζόλδη η Ξανθή χαμηλώνει το κεφάλι κι' αρχίζει τα κλάμματα. ο Ντινάς ντε Λιντάν. καλά έχει ειπωθή ότι η καρδιά ενός άνθρωπου αξίζει όλο το χρυσάφι του κόσμου». την ωραία. Εκεί δίχως άλλο ο καλός αυλάρχης. Ο Καριάδος φεύγει θυμωμένος. αν μούπατε την αλήθεια. ίσως τότε θα συμπαθήστε περισσότερο την Ιζόλδη την αδερφή μου. Θα περάσουμε τη θάλασσα και θα πάμε μαζύ στο Τινταγκέλ. θα τους φιλοξενούσε και θα μπορούσε να κρατήση μυστικό τον ερχομό τους. οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν. Ο άνεμος τους ήρθε καλός κι' αλαφρός. αρμάτωσαν ένα καράβι κι' αρμένισαν για την Κορνουάλλη. πήραν ρόπαλα και κάπες. Δεν είμαι ισάδελφος και σύντροφός σας. την απλή. Λοιπόν ακούστε τι θα σας πω. Απεχαιρέτισαν τον Δούκα Χοέλ. συμβουλεύτηκα την καρδιά μου: Ναι. Ερρίχτηκαν πίσω από τα δέντρα. Σε λίγο. ο Τριστάνος κι' ο Καερδέν ντύθηκαν σαν προσκυνητές. Την τρίτη μέρα ο Καερδέν κάλεσε τον Τριστάνο: «Φίλε. είπεν ο Τριστάνος. κι' ο Καερδέν έναν ιπποκόμο μοναχά. και τίποτε καλό δε μπορεί να βγη ούτε για σας ούτε για την αδερφή μου την Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. Αν σας λησμόνησε. οι τέσσερες σύντροφοι ανέβαιναν στο Λιντάν. πριν από την αυγή. όταν είδαν νάρχεται πίσω τους ένας άνθρωπος που ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο καβάλλα στο άλογό του που πήγαινε βήμα σιγά σιγά. Κατά την αυγή. κ' ένα πρωί. Θα σας ακολουθήσω. η ζωή που κάνετε σ' αυτό τον τόπο είναι παραφροσύνη και τρέλλα. Θα ξαναδήτε τη Βασίλισσα και θα δοκιμάστε αν σας πεθυμάη πάντοτε ακόμη κι' αν σας μένη πιστή. Ο Τριστάνος πήρε μαζύ τον Γκορνεβάλη. — Αδερφέ. κι' ο . σα νάθελαν να πάνε να προσκυνήσουν τ' άγια λείψανα σε μακρυνό τόπο.
Ο Ντινάς απάντησε: «Λυπάμαι τη Βασίλισσα και δε θα της πω τίποτε.άνθρωπος πέρασε χωρίς να τους δη γιατί ήταν κοιμισμένος. μαραίνεται και κλαίει για σένα. Ο Τριστάνος τον ανεγνώρισε. . Μόνο ακολούθα με από μακρυά». κι' αθόρυβα εβάδισε δίπλα του. — Α! Άρχοντα. — Αλλοίμονο! Κακά νέα. — Φίλε. είπεν ο Τριστάνος. αν δε βεβαιωθώ ότι σου έχει μείνει αγαπητή πειο πολύ απ' όλες της γυναίκες του κόσμου. Τριστάνε λυπήσου τη Βασίλισσα. Μα αυτή από τότε πώφυγες. Είναι τόσος καιρός που την περίμενα! — Φίλε ο Θεός να σας προστατεύη. Α! γιατί να γυρίσης κοντά της. Δίχως άλλο γυρίζει από τη φίλη του και βλέπει ακόμη όνειρα γι' αυτή. είπε σιγανά στον Καερδέν. Στο τέλος ένα σκόνταμα του αλόγου ξύπνησε τον Ντινάς. — Αδερφέ. Κάμετε μου μια χάρι. πέστε της πώς ήρθα και κάμετε να την ξαναΐδώ μια φορά ακόμη». Ο Βασιληάς την αγαπάει και την τιμάει. είναι ο ίδιος ο Ντινάς ντε Λιντάν. βλέπει τον Τριστάνο. έπιασε σιγά το άλογο από τα γκέμια. διστάζει: «Συ. Τριστάνε. Γυρεύεις πάλι το θάνατό της και το δικό σου. Τι νέα έχετε από τη Βασίλισσα. εσύ! Ο Θεός να ευλογήση την ώρα που σε ξαναβλέπω. Κρύψετέ με στο Λιντάν. Κοιμάται. Δε θάτανε ευγενικό να τον ξυπνήσουμε. Έφτασε τον Ντινάς. άφησέ την στην ησυχία της. Ανοίγει τα μάτια. πέστε της ότι μου έμεινε αγαπητή περισσότερο από όλες της γυναίκες του κόσμου.
είπε. έπαιζαν ζατρίκι. και δε μπορώ πεια να το εξακολουθήσω». Βασίλισσα. οι κυνηγοί θάφηναν το Τινταγκέλ για να εγκατασταθούν στο Παλάτι του Άσπρου Κάμπου. ανέβη τα σκαλιά. η Βασίλισσα αποσύρεται στο δωμάτιο της. Βρίσκεται στο Λιντάν. ΙΖ'. και μπήκε στην αίθουσα. . ο Βασιληάς Μάρκος. Ο Ντινάς πήρε θέσι κοντά στη Βασίλισσα σ' ένα σκαμνί. «Κυττάχτε. «Φίλε. ακολούθα με. οι ιπποκόμοι. καθισμένοι. κι' όταν ο Τριστάνος του ιστόρησε λέξι προς λέξι όλες της τελευταίες περιπέτειες του. Ο Μάρκος εγκαταλείπει την αίθουσα. θα σε βοηθήσω». Ο αυλάρχης έκρυψε στο Λιντάν τον Τριστάνο. και καλεί τον Ντινάς κοντά της. Έμαθε ότι σε τρεις ημέρες. τον Καερδέν και τον ιπποκόμο του. αυλάρχη· μου χαλάσατε το παιγνίδι. για να παρακολουθήση τάχα το παιγνίδι. τον Γκορνεβάλη. Τη δεύτερη φορά η Βασίλισσα αναγνώρισε το δαχτυλίδι με το πράσινο πετράδι. Τότε βαρυέστησε το παιγνίδι. Τότε ο Τριστάνος εμπιστεύτηκε στη Βασίλισσα το δαχτυλίδι με το πράσινο πετράδι και το μήνυμα που θα πήγαινε στη Βασίλισσα. η Βασίλισσα Ιζόλδη. όπου μεγάλα κυνήγια είχαν προετοιμαστή. Κάτω από το βασιλικό θόλο ο Μάρκος και η Ιζόλδη η Ξανθή. — Ναι. ο Ντινάς πήγε στο Τινταγκέλ για να μάθη νέα της Αυλής. κρυμμένος στον πύργο μου. και δυο φορές κάνοντας ότι της δείχνει τα κομμάτια έβαλε το χέρι του στο ζατρίκι. Τριστάνε. Σκούντησε ελαφρά το χέρι του Ντινάς με τέτοιον τρόπο που πολλά κομμάτια έπεσαν με αταξία δω κ' εκεί. όλη του η ακολουθία. ΝΤΙΝΑΣ ΝΤΕ ΛΙΝΤΑΝ Ο Ντινάς εγύρισε λοιπόν στο Τινταγκέλ. σε στέλνει ο Τριστάνος.— Λοιπόν καλά.
— Βασίλισσα. ο Καερδέν κι' ο ιπποκόμος του. Ούτε πύργος. — Είπα. ούτε διαταγή βασιλική θα μ' εμποδίσουν να κάνω το θέλημα του φίλου μου». την τελευταία φορά που μου μίλησε. Σας μηνάει να τον λυπηθήτε. έστω και μια φορά ακόμη. πήρανε τα σπαθιά και της ασπίδες τους. και κάμποση ώρα έμεινε αμίλητη. ο Γκορνεβάλης. Σας εξορκίζει να δεχτήτε. θυμάμαι που του είπα: «Αν ποτέ ξαναϊδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. Ο Τριστάνος κι' ο Καερδέν ετοποθέτησαν σ' αυτόν τους δυο ιπποκόμους: θα τους περίμεναν εκεί. ο άλλος παραμελημένος και γεμάτος πέτρες. Βεβαιώνει όμως ότι καθόλου δε σας πρόδωσε: Ότι ούτε μια μέρα δεν έπαψε να σας αγαπά περισσότερο απ' όλες της γυναίκες. κι' από κρυφούς δρόμους τράβηξαν για τ' ωρισμένο μέρος. σε δυο μέρες η Αυλή θαφήση το Τινταγκέλ για τον Άσπρο Κάμπο. ούτε πύργος. Η Βασίλισσα συλλογίστηκε την άλλη Ιζόλδη. . — Βασίλισσα. ενώ όλη η Αυλή του Βασιληά Μάρκου ετοιμαζότανε για την αναχώρησι από το Τινταγκέλ. Έπειτα απάντησε: «Ναι. όπου θα περνούσε η βασιλική συνοδεία. ούτε διαταγή Βασιλική θα μ' εμποδίσουν να κάνω το θέλημα του φίλου μου κι' ας είναι φρονιμάδα ή τρέλλα. Ο ένας ωραίος και διατηρημένος καλά. Μέσα από το δάσος περνούσαν δυο δρόμοι για τον Άσπρο Κάμπο. στον όρκο που του κάνατε την τελευταία φορά που σας μίλησε». Ο Τριστάνος σας μηνάει ότι θάναι κρυμμένος στο δρόμο μέσα στα βάτα. ο Τριστάνος. ούτε φρούριο. Την παράλλη μέρα. Ότι θα πεθάνη αν δε σας ξαναϊδή. ούτε φρούριο. αλήθεια σας είπαν. φόρεσαν τους θώρακες.— Είναι αλήθεια πως παντρεύτηκε στη Βρεττάνη.
μάτια γελαστά. δυο από την άλλη. ντυμένους στο χρυσάφι και στην πορφύρα.φυλάγοντας τ' άλογα και της ασπίδες. έρχονται οι γραφιάδες. λέει ο Τριστάνος. Πρώτα-πρώτα η συνοδεία του Βασιληά Μάρκου. έπειτα οι γερακοτρόφοι κρατώντας τα πουλιά στο αριστερό χέρι. κ' ένας νεαρός ιππότης συνοδεύει κάθε μια τους. Πηγαίνουν σιγά. σ' ένα ψαρρί άλογο έρχεται μια άλλη πειο άσπρη από το χιόνι του Φλεβάρη. στο δρόμο. Τα . κ' είναι ωραίο να τους βλέπη κανείς. — Η Βασίλισσα. κι' έπειτα η γυναίκες και η κόρες των κομητών και των βαρώνων. έρχονται οι οδηγοί των σκυλλιών κρατώντας λαγωνικά κι' άλλα σκυλλιά. πλούσια ντυμένους απάνω στα στολισμένα με χρυσοκεντημένο βελούδο περήφανα άλογά τους. έπειτα οι ιππότες και οι βαρώνοι. Έπειτα πέρασε ο Βασιληάς Μάρκος. Οι ίδιοι τρύπωσαν μέσ' το δάσος και κρύφτηκαν σε μια συστάδα δέντρων και βάτων. φρύδια ζωγραφιστά. μέση χαμηλή. Φορεί κόκκινη πλούσια ρόμπα. με καλή σειρά δύοδύο. η υπηρέτρια της». δυο από τη μια μεριά. έπειτα οι κυνηγοί. Κ' έπειτα προχωρεί η πομπή της Βασίλισσας. Με ωραία τάξι έρχονται οι σιτιστές και οι πεταλωτές. Όχι. πειο ροδαλή από τα τριαντάφυλλα. Θαμπώθηκε ο Καερδέν βλέποντας τους υπασπιστές γύρω του. είναι η Καμίλλη. Πρώτα-πρώτα πηγαίνουν η πλύντριες κι' η καμαριέρες. Μπροστά. Λεπτό περιδέραιο από χρυσάφι και πετράδια στολίζει το φωτεινό της μέτωπο: — Η Βασίλισσα! λέει σιγανά ο Καερδέν. οι μάγειροι κι' οι οινοχόοι. Τέλος πλησιάζει ένα άλογο με την ωραιότερη γυναίκα που έχει δει στη ζωή του ο Καερδέν: Καλοκαμωμένο σώμα και πρόσωπο. και μικρά δοντάκια. Σε λίγο εμφανίζεται στο δρόμο η πομπή. Μία-μία περνούν. Έπειτα. ο Τριστάνος έστησε ένα κλαδί μοσκοκαρυδιάς όπου ήτανε τυλιγμένο αγιόκλημα.
κι' ο Τριστάνος έβαζε στης μελωδίες του όλη του την τρυφερότητα. σας αγαπώ και σας χαιρετώ. — Ε! όχι! είναι η Βραγγίνα η Πιστή. Κει μέσα σ' ένα πορφυρό χαλί ήτανε ξαπλωμένος ο Πτικρού. κατεβαίνει. λέει ο Τριστάνος». Κείνη τη στιγμή κελαδητά κορυδαλού κι' άλλων πουλιών βγήκαν από τη συστάδα. Αλλά ο Αντρέ ο προδότης άρχισε κι' όλα ν' ανησυχή. Έπειτα τον ξαναβάζει στο σπητάκι του. και γυρίζοντας κατά τη συστάδα λέει με δυνατή φωνή: «Πουλιά του δάσους που τόση χαρά μου φέρατε με τα κελαδητά σας. του κάνει χίλιες περιποιήσεις. Ο Τριστάνος κράτησε αυτά τα λόγια και χάρηκε. και συλλογιέται μέσα της: «Ναι έτσι είμαστε μεις. φίλε. Πλούσια θα σας ανταμείψω απόψε. Η Βασίλισσα κατάλαβε το μήνυμα του φίλου της. ελάτε κοντά μου κι' εκεί. τον χαϋδεύει.λαμπρά μάτια της κάνουν μαρμαρυγές όπως τ' αστέρια στο καθαρό νερό της πηγής. εγώ θα μείνω στον πύργο του Σαιν-Λουμπέν. κι' η πομπή απεμακρύνθη. Ξανάβαλε τη Βασίλισσα στη σέλλα. Ούτε εγώ δίχως εσέ». σα να ξεχείλισε ξαφνικά το φως του ήλιου μέσ' από τα φυλλώματα των μεγάλων δέντρων: η Ιζόλδη η Ξανθή παρουσιάστηκε! Ο Δούκας Αντρέ — ο Θεός να τον τιμωρήση! — εκάλπαζε δεξιά της. Τον πέρνει στα χέρια της. Κυττάζει χάμω το κλαδί της μοσκοκαρυδιάς σφιχτά αγκαλιασμένο από το αγιόκλημα. . — Α! να την. Ενώ ο άρχοντάς μου Βασιληάς Μάρκος θα καλπάση για τον Άσπρο Κάμπο. Σταματάει τ' άλογό της. σαν καλούς τραγουδιστές που είστε». τώρα τη βλέπω! λέει ο Καερδέν. Αλλά τότε ο δρόμος έλαμψε με μιας. Πουλάκια. πηγαίνει σε μια φοράδα που βάσταζε ένα μικρό σπητάκι σκυλλιού στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. η Βασίλισσα. Ούτε σεις δίχως εμένα.
Την ηύρε μοναχή και της είπε: «Βασίλισσα. κει κάτω στον άλλο δρόμο που ο Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν φύλαγαν τ' άλογα των κυρίων τους. Οι ιπποκόμοι έφευγαν πάντα. ένας ιππότης αρματωμένος: Μπλεχερή τον έλεγαν. φωνάζοντας «Τριστάνε!» Αλλά οι δυο ιπποκόμοι είχαν κάμει κι' όλα μεταβολή κ' έφευγαν. «Στάσου. Είναι ο Γκορνεβάλης. Άδικα. Έφτασε στο παλάτι του ΣαινΛουμπέν την ίδια στιγμή που είχε εγκατασταθή κει η Βασίλισσα. φωνάζοντας: «Τριστάνε! Στάσου! στην αντρεία σου σ' εξορκίζω». στ' όνομα της Ιζόλδης της Ξανθής!» Τρεις φορές επανέλαβε στους φυγάδες την πρόσκλησι. «Τι είδα σκέφτηκε. Μα τον είχε πιάσει φόβος. Άρχοντες. παρουσιάστηκε ξαφνικά. . Τον καιρό όπου περνούσε η Βασιλική πομπή. και δεν τόλμησε να με περιμένη. Εξαφανίστηκαν. Εσπηρούνισε τάλογό του κατά πάνω τους. Πώς μπορεί να βρίσκεται δω ο Τριστάνος. Πώς θάφευγε μπροστά σας. εξ ονόματος της Ιζόλδης της Ξανθής. Αναγνώρισε από μακρυά τον Γκορνεβάλλη και το οικόσημο του Τριστάνου. Ο Μπλεχερή ρίχτηκε κατά πίσω τους. κι' ο Μπλεχερή δεν μπόρεσε να φτάση παρά μόνον ένα από τάλογά τους.Λοιπόν ακούστε μια κακή περιπέτεια. Τρεις φορές τον κάλεσα να σταθή. Πώς δε θα σταματούσε άμα άκουγε τόνομά μου. ωραίε άρχοντα. — Ψέμματα και τρέλλες λέτε. ξορκίζοντάς τον στ' όνομα της Ιζόλδης της Ξανθής. ο Τριστάνος είναι εδώ. και το πήρε λάφυρο. Τριστάνε! Στ' όνομα της Βασίλισσας σ' εξορκίζω. κι' αυτός ο άλλος θάναι ο ίδιος ο Τριστάνος·». Τον είδα στον παραμελημένο δρόμο πώρχεται από το Τινταγκέλ.
γιατί αγαπούσε τον Τριστάνο και τη Βασίλισσα. και του είπε της ειδήσεις που είχε φέρει ο Μπλεχερή. Βασίλισσα. αν δεν καταδέχτηκε να σταθή στ' όνομα της φίλης του. αφού είδα την ημέρα όπου ο Τριστάνος με κοροϊδεύει και με ντροπιάζει. Τότε. κι' ακόμη τους γυρεύομε!» . Με είχε προδώσει. Δεν τους ξαναβρήκαμε στο ωρισμένο μέρος. Ο Γκορνεβάλης και ένας ιπποκόμος τα φύλαγαν. φώναξε ο Τριστάνος. στην Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια!» Εκάλεσε τον Περινίς τον Πιστό. όπως βλέπεις και μόνος σου. Προσέθεσε: «Φίλε. ντροπιασμένος κι' αυτός. τι μου λες εκεί. μετανοιώνοντας που μίλησε. και μη τολμήση να με πλησιάση γιατί θα βάλω τους υπηρέτες και τους βαλέδες να τον πετάξουν όξω». πήγαινε να βρης τον Τριστάνο στο μεγάλο παραμελημένο δρόμο που πάει από το Τινταγκέλ στο ΣαινΛουμπέν. Άλλοτε. Ο Περινίς έψαξε και ηύρε τον Τριστάνο και τον Καερδέν· τους είπε το μήνυμα της Βασίλισσας. και μάλιστα του πήρα ένα από τάλογά του. και ποιον εχτρό δε θ' αντιμετώπιζε. τον είδα.— Μολαταύτα. Λυπήθηκε. και θέλησε παραπανιστά. η Ιζόλδη έκλαψε και είπε: «Δυστυχισμένη εγώ! Πάρα πολύ έζησα. Αλλά ο Μπλεχερή είδε τη Βασίλισσα θυμωμένη. Κυττάχτε το κει κάτω σελλωμένο στ' αλώνι». δεν έχουμε δω τάλογά μας. να μ' εξευτελίση: αυτό είναι! Δε τον έφταναν τα παληά μαρτύριά μου. Είναι γενναίος. Να του πης πώς δεν τον χαιρετώ. Την άφησε. Ας γυρίση λοιπόν. για τόνομά μου. Γιατί γύρισε. «Αδελφέ. Αν έφυγε μπρος στο Μπλεχερή. α! — είναι γιατί τον κατέχει η άλλη Ιζόλδη. Πώς θα μπορούσα να φύγω μπρος στον Μπλεχερή αφού.
Περινίς. από παιδάκι ακόμη. Πολύ περίμενε ο Τριστάνος τον Περινίς να του φέρη τη συγγνώμη της Βασίλισσας. να με υπηρετής. Πέσ' της να σε ξαναστείλη να μου φέρης τη συγγνώμη της. ο Τριστάνος τυλίγεται σε μια κουρελιασμένη κάπα. βάφει μεριές-μεριές το μούτρο του κόκκινο και μαύρο. δε σε πιστεύω. σκληρά λόγια ακούω. Θα περιμένω δω να γυρίσης». Πέσ' της ότι της στέλνω αγάπη και χαιρετισμό. με πρόδωσες!». «Περινίς. Φύγε από δω!» Ο Περινίς γονατίζει στα πόδια της. «Α! Περινίς.Εκείνη τη στιγμή γύρισαν ο Γκορνεβάλης κι' ο ιπποκόμος του Καερδέν. Το πρωί. Πολύ αργά θα είναι όταν μετανοήστε. Ο Περινίς γύρισε λοιπόν στη Βασίλισσα και της ξαναείπε ό. Αλλά ο Τριστάνος ο μάγος σε κατάφερε με τα ψέμματα και τα δώρα του.τι είδε κι' άκουσε. Ο Περινίς δε φάνηκε. Κείνη όμως δεν τον επίστεψε. Ωμολόγησαν το πάθημά τους. . με πρόδωσες. Πέρνει ένα ξύλινο δοχείο για να μαζεύη ελεημοσύνες. ωραίε γλυκειέ φίλε. ήσουν ο σπητικός μου κι' ο πιστός μου κι' ο πατέρας μου σε είχε προορίσει. είπεν ο Τριστάνος. Λυπάμαι σας να κάνετε αυτή την προσβολή στον άρχοντα Τριστάνο. ότι μου είναι η πειο αγαπητή απ' όλες της γυναίκες. «Κυρία. — Φεύγα. ότι πάντοτε της έμεινα πιστός. γύρισε γρήγορα στην κυρία σου. Μα λίγο με μέλει για τον εαυτόμου. και γίνεται σα λεπρός. Και συ. Και συ. συ ο Περινίς ο Πιστός. Ποτέ δε δοκίμασα τέτοια λύπη στη ζωή μου.
μη θυμώνετε. σπαράζεται η καρδιά να τον ακούη κανείς. λυπηθήτε με!». Την ίδια μέρα. με το πρόσωπο χάμω. Επί τέλους η Ιζόλδη βγαίνει από το παλάτι. Οι βαλέδες τον σπρώχνουν. Όταν την άκουσε να γελάη. ο Τριστάνος αποχαιρέτησε τον Ντινάς. Η Βραγγίνα. η γυναίκες της. Θα μπορέση τάχα να ιδή πουθενά τη Βασίλισσα. αν τολμώ να σας πλησιάζω. οι βαλέδες της. ο λεπρός έφυγε. από το ανάστημά του. σε τέτοιο χάλι που φαινότανε σα να τα είχε χαμένα. Τότε η Βασίλισσα έσκασε τα γέλοια. Το γέλοιο της αντηχούσε ακόμη όταν μπήκε στην εκκλησιά. Ο λεπρός την ικετεύει. παρακαλεί με παραπονετική φωνή: «Βασίλισσα. Σέρνεται πίσω της. κ' έπεσε στα γόνατα. και το καράβι του αρμένισε για τη Βρεττάνη. και τα χέρια σταυρωμένα. Πέρνει το δρόμο που πάει στην Εκκλησιά. βοηθήστε με. Ο λεπρός ακολουθεί τους βαλέδες. το αξίζω!». χτυπάει το τασσάκι του. τον χτυπούν. Έπειτα λύθηκε όλο το κορμί της. . Αλλά η Βασίλισσα φωνάζει τους βαλέδες: «Διώχτε από δω αυτόν το λεπριάρη!». Πεινάω!» Από το ωραίο του σώμα. «Βασίλισσα. τη συνοδεύουν. Λυπηθήτε με.Μπαίνει στους δρόμους του Σαιν-Λουμπέν κι' αλλάζοντας τη φωνή του ζητεί ελεημοσύνη απ' όλους τους διαβάτες. μα δεν καταδέχεται να χαμηλώση το βλέμμα της απάνω του. Εκείνος αντιστέκεται και φωνάζει: «Βασίλισσα. Η Βασίλισσα έκανε μερικά βήματα μέσ' το ναό. Σύσσωμη ανατριχιάζει. η Ιζόλδη τον ανεγνώρισε.
ούτε τι τιμωρία θα επιβάλω στον εαυτό μου. Πολύν καιρό έλυωσε μακρυά της. . στα Κάρχαιξ. τον αγαπημένο του σύντροφο. ήξερε ότι ο θάνατός του ήτανε βέβαιος και προσεχής. παρά σιγά. κι' η γυναίκα του η Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια. Καλλίτερα να πέθαινε με μιας. Τι άξιζε πεια γι' αυτόν όλος ο άλλος κόσμος. Όταν έμαθε από τον Ντινάς ντε Λιντάν με πόση λύπη έφυγε ο Τριστάνος άρχισε να πιστεύη ότι ο Περινίς της είχε πη την αλήθεια.Αλλοίμονο! Αμέσως η Βασίλισσα μετάνοιωσε. σας έδιωξα λοιπόν σας. Έφυγε από το Κάρχαιξ χωρίς να ειδοποιήση κανένα. Αλλ' ας μάθη τουλάχιστον η Βασίλισσα ότι πέθανε για την αγάπη της. συλλογιζότανε. ΙΗ'. Μακρυά της. θέλει το θάνατο. και θα σας την προσφέρω ως ελάχιστο δείγμα της τύψεώς μου!» Απ' αυτή την ημέρα για να τιμωρηθή για την τρέλλα της και την πλάνη της. η Ιζόλδη η Ξανθή φόρεσε κατάσαρκα τον τρίχινο χιτώνα των ασκητών. κι' όλοι τον υποδέχτηκαν: ο Δούκας Χοέλ. Αλλά η Ιζόλδη η Ξανθή τον είχε διώξει. φίλε! Τώρα πεια με μισείτε και ποτέ δε θα σας ξαναϊδώ. Ο ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΤΡΕΛΛΟΣ Ο Τριστάνσς γύρισε στη Βρεττάνη. ούτε τους συγγενείς. Όποιος ζη με πόνο είναι σαν πεθαμμένος. προκαλεσμένος στ' όνομά της. σκέφτηκε ότι έπρεπε να την ξαναϊδή. Ας το μάθη! Ο θάνατός του θα είναι έτσι πειο γλυκός. Ότι ο Τριστάνος δεν είχε φύγει.σιγά κάθε μέρα. ούτε τους φίλους. και μάλιστα ούτε τον Καερδέν. Έπειτα μια μέρα. Ποτέ δε θα μάθετε πόσο τουλάχιστον μετάνοιωσα. Ο Τριστάνος επιθυμεί το θάνατο. Ότι πολύ άδικα τον έδιωξε: «Πώς. Τριστάνε. έστω κι' αν έβανε πάλι τους βαλέδες της να τον χτυπήσουν.
— Για το Τινταγκέλ. Α! άρχοντες πάρτε με και μένα!». Για ποιον τόπο είσαστε. και σήκωναν την άγκυρα για ν' αρμενίσουν στην ανοιχτή θάλασσα. βάδισε. «Αλλά πού είναι η Βασίλισσα. και σκέφτηκε πώς ούτε με πονηρία. Πέντε νύχτες και πέντε μέρες αρμένισε κατ' ευθείαν στην Κουρνουάλλη. όπως πάντα». φραγμένο απ' όλες της μεριές. ο Θεός να σας βοηθήση να κάνετε καλό ταξείδι. Και η Βραγγίνα η ωραία της υπηρέτρια. Έμαθε από έναν περαστικό ότι ο Μάρκος ήταν από παλάτι κι' ότι προ ολίγου είχε προεδρεύσει σε μεγάλη δίκη. ούτε με αντρεία δε θα μπορούσε να . ένα μεγάλο εμπορικό καράβι ήταν έτοιμο να ξεκινήση. το καράβι τρέχει στα κύμματα. Ο Τριστάνος κατέβη από το καράβι και κάθησε στην παραλία. Ευνοϊκός αέρας φουσκώνει τα πανιά. με τα πόδια. Η Βασίλισσα Ιζόλδη φαινότανε θλιμμένη. υψώνεται προς τη θάλασσα το παλάτι. και την έκτη έρριξε την άγκυρα στο λιμάνι του Τινταγκέλ. Στο λιμάνι. Οι ναύτες άπλωναν κι' όλα τα πανιά. άρχοντες. Βάδισε. ως που έφθασε στην ακτή της θάλασσας. δεν πάει πολύ που της είδα. — Κι' αυτές στο Τινταγκέλ βρίσκονται. — γιατί κανείς δε δίνει προσοχή στους φτωχούς Τρουάνδους που πλανιώνται στους μεγάλους δρόμους. Πώς να μπη. ο Τριστάνος αναστέναξε. Μπαίνει μέσα. Πέρα από το λιμάνι. «Ο Θεός να σας φυλάη.Έφυγε άθλια ντυμένος. Στ' όνομα της Ιζόλδης. — Για το Τινταγκέλ. Δεν μπορούσε να μπη κανείς παρά μόνον από μια σιδερένια πόρτα που μέρα και νύχτα δυο άγρυπνοι φρουροί την εφύλαγαν.
Ναι. σχεδιάζοντας απάνω στο κεφάλι ένα σταυρό. Τον βλέπει ο Τριστάνος. Μου αρέσει πολύ». Και τι άλλο κάνω κάθε μέρα. θα καταδεχόσαστε να μιλήστε στο φίλο σας. Τότε ο Τριστάνος κούρεψε σύρριζα τα ωραία ξανθά μαλλιά του.» . φερμένο από τον τόπο του. το έφτιασε ρόπαλο. Ιζόλδη. και μεγάλη κουκούλα. Θα ντυθώ σαν τρελλός. Έκοψε ένα κλαδί καρυδιάς. και του φώναξε: «Ελάτε κοντά. τον πέρνει κατά μέρος. κι' αυτή η τρέλλα θάναι μεγάλη φρονιμάδα. Δε θα βάνατε τους βαλέδες σας να με διώξουνε πάλι. Δώσε μου το κοντοκάπι σου.ξαναϊδή τη φίλη του. πού μείνατε λοιπόν τόσον καιρό. αν ξέρατε πως βρίσκομαι εδώ. θέλεις ναλλάξουμε ρούχα. κι' αμέσως το χρώμα κ' η όψι του προσώπου του άλλαξαν τόσο αλλόκοτα που κανείς στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον αναγνωρίση. Αλλά σεις τουλάχιστον. τα πήρε αμέσως και γρήγοραγρήγορα έφυγε. φορώντας κοντοκάπι από χονδρό χνουδωτό πανί. Ο πορτιέρης πίστεψε πώς δίχως άλλο ήταν τρελλός. κι' όποιος με πιστέψη τρελλό θα είναι ο ίδιος πειο τρελλός παρά εγώ». «Φίλε. ξυπόλητος. χαίροντας για την αλλαγή. θα επιχειρήσω μια κατεργαριά. «Αλλά τι κι' αν με σκοτώση. Ιζόλδη. Ο ψαρράς κύτταξε τα ρούχα του Τριστάνου. Άλειψε τη φάτσα του μ' ένα υγρό καμωμένο από μαγικό βότανο. Ένας ψαρράς περνούσε. και βρίσκοντας τα καλλίτερα από τα δικά του. Κ' έτσι. Γιατί ο Βασιληάς Μάρκος θα τον εσκότωνε. τράβηξε γραμμή στο παλάτι. του κάνει νόημα. Όποιος με πιστέψη αποβλακωμένο θάναι λιγώτερο γνωστικός από μένα. από να πεθαίνω. και το κρέμασε στο λαιμό του. Δεν οφείλω να πεθάνω για την αγάπη σου.
παίζουν. Πλησιάζει στην πόρτα. χου. και στο πλευρό της Βασίλισσας. Από το Μπεζανσόν μέχρι το Μον. Γιατί οφείλω το βράδυ να σερβίρω στο τραπέζι του Βασιληά». και χορεύουν στη σκιά των μεγάλων δέντρων. γυρίζει και χτυπάει δεξιά. γυιέ του Ούργκαν του τριχωτού. ήταν καθισμένος ο Βασιληάς Μάρκος. χου!» Του ρίχνουν πέτρες. από τ' αριστερά. Κι' όλοι στον κάμπο. χου. καλόγερος. παίζοντας με το ρόπαλό του. Πήρε μια παπαδιά. Ο πορτιέρης του είπε: «Έμπάτε λοιπόν. . καλογεροπαίδι. τον χτυπούν με τα ραβδιά. Φέρτε τονε κοντά». αββάς. όπου κάτω από το θόλο του θρόνου. άρχοντα. Είσαστε μεγαλόσωμος και τριχωτός. φθάνει ως το κατώφλι της πόρτας. αλλάζοντας τη φωνή του: «Στους γάμους του Αββά του Μον που είναι φίλος μου. και τον κυνηγούσαν σαν λύκο από δω κι' από κει. Ο Βασιληάς τον είδε και είπε: «Να ένας καλός σύντροφος. κρεμάει το ρόπαλο στο λαιμό του. πηδούν. και μπαίνει. Αλλά τους άφησα για νάρθω εδώ. Αλλά τους ξεφεύγει με τρόπο: αν του επιτίθενται. σέρνονται πίσω του ολόκληρο πλήθος. μια χοντρή κυρία με βέλο. Μέσα σε γέλοια και γιουχαητά. να μην πάη στους γάμους. δεν έμεινε παππάς. βαλέδες και ιπποκόμοι μαζεύτηκαν στο πέρασμά του. βαστώντας τα μπαστούνια τους και της μαγκούρες τους. Όταν μπήκε μέσα στο φρούριο. «Κυττάχτε τον τρελλό. και μοιάζετε αρκετά του πατέρα σας».Απάντησε ο Τριστάνος.
Ο Βασιληάς και οι βαρώνοι του είπαν μεταξύ τους: «Να ένας τρελλός. Θα πάω τη Βασίλισσα σ' ένα δωμάτιο όλο κρύσταλλο. ωραίε Άρχοντα! — Φίλε.Τον οδηγούν. Ο Βασιληάς γέλασε και είπε στον τρελλό: «Αν σου δώσω τη Βασίλισσα. Είχε καθήσει σ' ένα χαλί και κύτταζε τρυφερά την Ιζόλδη. «Φίλε. ολόλαμπρο κάθε πρωί σαν το φωτίζη ο ήλιος». Πού θα την πας. και σας την φέρνω. μέσα από τον ουρανό και τα σύννεφα. που ξέρει και μιλάει με τέχνη». που τόσο πολυαγάπησα. στολισμένο με ρόδα. «Φίλε καλώς ήρθατε!» Ο Τριστάνος απάντησε με την αλλόκοτα αλλαγμένη φωνή του: «Μεγαλειότατε. καλέ και ευγενή μέσα σ' όλους τους Βασιλιάδες. — Την Ιζόλδη. σας δίνω την αδελφή μου δανείστε μου την Ιζόλδη. Ή Βασίλισσα είναι πληχτική για σας. Ο ήλιος το περνάει με της αχτίνες του. — Κει πάνω. του είπεν ο Μάρκος. — την πανώρηα Βρουνεώτη. τι θα θελήσης να την κάμης. Θα την πάρω και θα σας υπηρετήσω με αγάπη». τι ήρθατε να ζητήστε δω μέσα. Ας κάμουμε αλλαγή. σ' ένα ωραίο γυάλινο παλάτι. πού σου ήρθε η ελπίδα ότι η Βασίλισσα θα προσέξη έναν τρελλό απαίσιο σαν και σένα. το ήξερα πώς στην όψι σου θάλυωνε η καρδιά μου από τρυφερότητα. . Ο Θεός να σας προστατεύη. οι άνεμοι δε μπορούν να το σκίσουν. με το ρόπαλο στο λαιμό. Έχω μια αδερφή. για δοκιμάστε αυτή.
Βασίλισσα. άλλαξε το χρώμα της. Αφήστε με να κουβεντιάσω με τη Βασίλισσα. Ο τρελλός γύρισε τότε κατά τους βαρώνους. Παρατήρησε το θυμό της ο τρελλός κ' είπε: «Βασίλισσα Ιζόλδη. έχω μεγάλα δικαιώματα για να με προσέξη. Πολλά έκαμα γι' αυτήν. ακούγοντας τόνομα του Τριστάνου. «Φύγε από δω.— Μεγαλειότατε. Ποιος σ' έμπασ' εδώ μέσα! Φύγε. ήρθα μέχρι τ' ακρογυάλια σας. βρωμοπαλαβέ!». Δε θυμόσαστε πεια. όξω από δω. — Ποιος είσαι λοιπόν. της Ιρλανδίας. με την άρπα μου μοναχό σύντροφο. ούτε τ' αστεία σου μ' αρέσουνε ούτε συ ο ίδιος». εκείνος που τόσο αγάπησε την Ιζόλδη. διώχτε αυτόν τον τρελλό». Ήρθα δω μέσα γιατί την αγαπάω». «Μεγαλειότατε. Αναστέναξε η Ιζόλδη. και θυμωμένη του είπε: «Φύγε από δω. μισοπεθαμμένος από το φαρμακωμένο σπαθί του Μόρχολτ.» Η Ιζόλδη απάντησε. και τους έσπρωξε προς την πόρτα φωνάζοντας: «Τρελλοί. κι' απ' αυτήν κατάντησα τρελλός. Μ' εγιατρέψατε. . δε θυμάσαι τότε που. — Είμαι ο Τριστάνος. περνώντας τη θάλασσα. κι' ως που να πεθάνη θα την αγαπάη. τρελλέ. Ο Βασιλείς εγέλασε. Κοκκίνησε η Ιζόλδη.
που μοναχά αυτή και κανένας άλλος μπορούσε να καταλάβη. . σηκώθηκε και θέλησε να φύγη. και το κρασί σας έφερε όλα αυτά τα ονείρατα. Από τότε είμαι παντοτεινά ζαλισμένος από κακό μεθύσι…» Μόλις άκουσε η Ιζόλδη αυτά τα λόγια. Αλλά ο Βασιλέας την εκράτησε από τη βελουδένια κάπα της και την ξανάβαλε να καθήση δίπλα του. Βασίλισσα Ιζόλδη δε θυμόσαστε εκείνη την τόσο ωραία. ω κόρη Βασιληά.Μα ο τρελλός ξανάρχισε με την αλλόκοτη φωνή του «Βασίλισσα Ιζόλδη. είμαι μεθυσμένος. και ολόκαυτος από το φαρμάκι. Ήμουνα τότε ένας θαυμάσιος ιππότης!. — Αλήθεια. δε θυμόσαστε το μπάνιο όπου θέλατε να με σκοτώστε με το σπαθί μου. Έκρυψα τη γλώσσα του στη μπότα μου. . Και πώς σας υπερασπίστηκα εναντίον του ανάντρου αυλάρχη. Και περίμενα το θάνατο όταν ήρθατε σεις και με βοηθήσατε». έπεσα χάμω κοντά στο έλος. έκρυψε το κεφάλι μέσα στο μαντύα της. μοχθηρέ ψεύτη. δε θυμάστε το μεγάλο δράκοντά που σκότωσα στον τόπο σας. Είσαι ένας βρωμοτρελλός από γέννησή σου. Δίχως άλλο μεθυσμένος θάσαστε χθες βράδυ. την τόσο θερμή μέρα μέσα στην πλατειά θάλασσα. Είχατε δίψα!. . δε θυμώσαστε. μη βρίζης τους ιππότες. αντί να σε πετάξουν στη θάλασσα!» Έσκασε τα γέλοια ο τρελλός κι' εξακολούθησε: «Βασίλισσα Ιζόλδη. Γιατί έρχεστε δω ν' αραδιάστε τα παραμύθια σας. . και με τέτοιο ποτό που ποτέ πεια δε θα μου περάση αυτό το μεθύσι. ναι. Στο ίδιο ποτήρι ήπιαμε μαζύ. Απάντησε η Ιζόλδη: «Πάψε. Καταραμένοι νάναι οι θαλασσινοί που σε κουβάλησαν δω πέρα. — Παύτε. Και την ιστορία της χρυσής τρίχας που σας μαλάκωσε την καρδιά.
να κουρδίζω την άρπα και να τραγουδάω. Τρελλέ. Σήμερα είδατε πώς ξέρω να παίζω το ραβδί». Δε φάγατε αρκετά. αφού διασκέδασε με τον τρελλό. Άρχοντες της Κορνουάλλης! Τι μένετε ακόμη. και ν' αγαπώ της Βασίλισσες. ξέρεις να κυνηγάς με σκυλλιά και με πουλιά. Κι' όταν γυρίζω σ' αυτόν που με φιλοξενεί. — Υπηρέτησα κόμητες και Βασιληάδες. Ιζόλδη φίλη. τι δουλειά ξέρεις να κάνης. — Ό. καβάλλησε το άτι του κ' ετοιμάστηκε για κυνήγι με τους βαρώνους και τους ιπποκόμους. Τ' αγριογούρουνα και τα ζαρκάδια και τους λαγούς. — Αλήθεια. και τους κύκνους τους άσπρους και τους σταχτερούς. ξέρω πολύ καλά να παίζω με το ρόπαλο. και να ρίχνω στα ποταμάκια καλοκομμένα κομματάκια ξύλο. κι' ο Βασιληάς ρώτησε: «Και τι πιάνεις. ξέρω να πιάνω με τα λαγωνικά μου τους γερανούς που πετάνε στα σύννεφα. — Βέβαια. αδερφέ.— Περιμένετε λίγο. και τ' αγριοπερίστερα. Με το τόξο μου τα γεράκια και τους γυπαετούς!» Για καλά γέλασαν όλοι. Τους λύκους των δασών και της μεγάλες αρκούδες. νακούσωμε αυτές της τρέλλες ως το τέλος. Δεν χορτάσατε. Μα την αλήθεια. δεν είμαι καλός τραγουδιστής. Και χτυπάει γύρω του με το ρόπαλο: «Φευγάτε από δω.τι βρίσκω. όταν κυνηγάς στο ποτάμι. . όταν μ' αρέση να κυνηγάω στο δάσος.» Ο Βασιληάς. να μοιράζω τα κούτσουρα στους ιπποκόμους.
κι' ο Τριστάνος γνωρίζουμε. Αλλά πηγαίνετε να τον βρήτε. — Όχι! Ο Τριστάνος είναι ωραίος. . ενώ αυτός είναι κακοφτιαγμένος. Πού μάθατε αυτό το επάγγελμα. έπεσε στο κρεββάτι. κυττάχτε αν θα τον αναγνωρίστε». του είπεν η Βασίλισσα. Τα ξέρει. Ξέρει πράγματα που μόνον εσύ. δεν τον ανεγνώρισα. Η καρδιά μου βαρειά είναι και πληγωμένη. — Δεν πιστεύω. Καταραμένος νάναι από το Θεό. είναι ο καλλίτερος ιππότης. αυτός ο αγύρτης είναι μάγος ή μάντης. η ζωή μου είναι τόσο σκληρή και τραχειά που χίλιες φορές θα προτιμούσα το θάνατο. που ήρθε δω μέσα στην κακή ώρα. ωραία φίλη. Σκεφτική απεσύρθη στο δωμάτιο της. απαίσιος. Καταραμένη η ώρα που γεννήθηκε. Δε μπορώ ν' ακούω περισσότερο αυτές της τρέλλες». είπεν η Βραγγίνα. γιατί ξέρει με το νι και με το σίγμα όλη μου τη ζωή και την ύπαρξί μου. μιλήστε του. εγώ. Αυτός ο τρελλός. αγαπητή αδελφή. Βραγγίνα. κυρία. κ' είχε μεγάλη λύπη. Ποιος ξέρει αν αυτός ο άνθρωπος δεν είναι αποσταλμένος από τον Τριστάνο. ο αλήτης. καταραμένο το καράβι που μας τον έφερ' εδώ αντί να τον πνίξη 'κει κάτω στα βαθειά κύματα. Πάρα πολλές κατάρες κι' αφορεσμούς λέτε σήμερα. — Ήσυχάστε. «Δυστυχισμένη! γιατί να γεννηθώ. κουρεμένος σταυρωτά. με της μαγείες του».«Μεγαλειότατε. Είναι κει ένας τρελλός. είμαι κουρασμένη κι' αδιάθετη! Αφήστε με να πάω να ναπαυθώ στο δωμάτιό μου. Η Βραγγίνα απάντησε: «Μην είναι ο ίδιος ο Τριστάνος.
Η Βραγγίνα πήγε στη σάλα όπου ο τρελλός μεινεμένος μονάχος. ποιος διάβολος σας είπε τόνομά μου. λυπηθήτε με! — Βρωμερέ τρελλέ. Έτσι είναι η αγάπη όταν ξεραθή». Ο Τριστάνος βλέποντας ότι αποφεύγει την προσέγγισί του. Αλλά ντροπιασμένη. σ' ένα χρυσό ποτήρι. Αλλά ο τρελλός έτρεξε πίσω της. — Ωραία. είχε καθήσει σε έναν πάγκο. κ' έπειτα τώδωσα στην Ιζόλδη. Δε θυμόσαστε πεια. κι' υποχωρεί κατά τον τοίχο. Και με την παραλαγμένη φωνή του: «Βέβαια. αφού είδα την ημέρα όπου η Ιζόλδη με διώχνει. ώρμησε προς το δωμάτιο της Ιζόλδης. βρεγμένη από ιδρώτα αγωνίας. Α! Ιζόλδη όποιος αγαπάει πολύ. Ο Τριστάνος την ανεγνώρισε. έζησα πάρα πολύ. Την ημέρα που ξεραίνεται δεν αξίζει τίποτε πεια. αργά ξεχνάει. φωνάζοντας «Έλεος!» Μπαίνει. μια πηγή άφθονη που ξεχύνεται και τρέχει. ωραία. δεν καταδέχεται να μαγαπήση. με τη μεγάλη ζέστη. Ιζόλδη. κοντά στην πόρτα. με μεγάλα και καθαρά κύματα. τρέμει από θυμό κι' από πείσμα. και καταταραγμένη. ότι αν το λογικό έφυγε απ' αυτό το κεφάλι. . Σεις δεν ωφείλατε να φυλάχτε το ποτό που ήπια στην ανοιχτή θάλασσα. άφησε κάτω το ρόπαλο κ' είπε: «Βραγγίνα. οπισθοχωρεί κατά πίσω. είναι ωραίο και πολύτιμο πράγμα μια πηγή. με μεταχειρίζεται σαν χυδαίο. θέλει να την σφίξη στο στήθος του. Ορκίζομαι στα μαλλιά μου που άλλοτε ήτανε ξανθά. τον αποφεύγει. — Όχι!» απάντησε η Βραγγίνα. άδολη Βραγγίνα. ωραία. σας εξορκίζω στο Θεό. Το ήπια. ορμά απάνω της. βλέπει την Ιζόλδη. με τα χέρια τεντωμένα. Σεις μόνη το μάθατε. σεις είσαστε η αιτία. είναι πολύς καιρός που το ξέρω τόνομά σου. είπε.
Κι' ο Τριστάνος της λέει: «Βασίλισσα κι' Αρχόντισσα. — Βασίλισσα Ιζόλδη. — και το δώρο που σας έστειλα. φέρε μου τον εδώ. Πού είναι. τρέμω. είμαι ο Τριστάνος αυτός που τόσο σας αγάπησε. Αυτός τουλάχιστον θα με ανεγνώριζε.» Η Ιζόλδη τον κυττάζει. δεν ξέρω. στην καλυβίτσα με τα φύλλα. το καλό μου το σκυλλί. Θυμόσαστε ακόμη την ημέρα που σας έδωκα το Χουσδάν. σας κυττάζω. . δεν αναγνωρίζω τον Τριστάνο. δεν ξέρει τι να πη και τι να πιστέψη. Βραγγίνα. ημέρες που μ' αγαπούσατε με έρωτα: Ήτανε τότε στο δάσος. Λέτε μια τρέλλα. γνωρίζω δα με ξεχάσατε. αμφιβάλλω. Δε θυμόσαστε τα χαλοκομμένα ξυλάκια που έρριχνα στο ρυάκι. Γιατί από τότε που λείπει ο Τριστάνος είναι ξαπλωμένος κει κάτω μέσ' την καλύβα του κι' όποιος τον πλησιάση του ρίχνεται. — Θα σας ανεγνώριζε. Ήσουν δικός μου. Γνώρισα μολαταύτα. σε ξαναπέρνω».Η Ιζόλδη απάντησε: «Αδελφέ. βλέπει ότι τα ξέρει όλα. μα θάτανε τρέλλα να ομολογήση πώς είναι ο Τριστάνος. «Έλα δω. Και το πήδημα που έκαμα. Η Βραγγίνα τον φέρνει. αναστενάζει. Δε θυμόσαστε το νάνο που έσπειρε τη φαρίνα μέσα στα κρεββάτια μας. Χουσδάν. και το αίμα που έτρεξε από την πληγή μου. Τι τον κάματε. και προς χάρι μου θα την άφηνε την Ιζόλδη την Ξανθή. και σας κατηγορώ για προδοσία. το σκύλλο Πτικρού με το μαγικό κουδουνάκι. λέει ο Τριστάνος. ωραία. 'Α! αυτός μ' αγάπησε πάντοτε.
Με δέχτηκες πειο καλά παρά εκείνη που τόσο αγαπούσα. στη θέα του δαχτυλιδιού. Ωρκίστικα ότι. είτε γνωστικό είτε τρέλλα είναι. Πολλές φορές του ζήτησα συμβουλή στης συφορές μου. «Χουσδάν.τι νομίζεις. Ανοίγει τα χέρια της: «Νάμε! Πάρε με. λείχει τα χέρια του. πειο πολύ από το σκύλλο. με κλάμματα και με φιλιά. ευλογημένος νάναι ο κόπος που έκανα για να σ' αναστήσω.τι μου πης. γαυγίζει χαρωπά. τρέχει στον κύριό του. — να με! Πάρε με. Τον ήχο της καρδιάς μου έπρεπε ν' ακούσης. Θαναγνωρίση τουλάχιστον αυτό το δαχτυλίδι που μούδωσε άλλοτε. είπεν η Ιζόλδη. Αυτό το δαχτυλιδάκι με την πράσινη πέτρα ποτέ δε μάφησε. Τι σημαίνει ο ήχος της φωνής μου. Τι σημασία έχει το δαχτυλίδι. Έπρεπε να ακολουθήσω την επιθυμία μου σαν αυτόν το σκύλλο. Εκείνη δε θέλει να μαναγνωρίση. με κίνδυνο να σε πιάσουν και να σε σκοτώσουν μπροστά στα μάτια μου. πώς έκανες τόσον καιρό να με γνωρίσης. Τριστάνε!» .Ακούγοντας τη φωνή του. Πολλές φορές αυτή την πράσινη πέτρα την έβρεξα με τα θερμά δάκρυα μου». γιατί όλα αυτά μπορεί να είναι κατεργαριές μοχθηρού μάγου. φωνάζει ο τρελλός. άμα το ξαναϊδώ. θα κάνω ό. έστω κι' αν πρόκειται να χαθώ. ίσως τον άκουσα γρηγορώτερα απ' ό. Δεν αισθάνεσαι πως θα ήτανε πειο γλυκό για μένα να μαναγνωρίσης από μόνη την ανάμνησι των παληών μας ερώτων. Η Ιζόλδη είδε το δαχτυλίδι. κυλιέται στα πόδια του. Μολαταύτα. Φρονιμάδα ή τρέλλα. την ημέρα του χωρισμού. παραδίνομαι. ούτε ο ήχος της φωνής σου. ούτε κι' αυτό το δαχτυλίδι ακόμη αποδεικνύουν τίποτε. Τριστάνε!» Τότε ο Τριστάνος έπαψε να παραλλάζη τη φωνή του: «Φίλη. Ούτε η ανάμνησι της περασμένης ζωής. τραβάει την αλυσσίδα του από τα χέρια της Βραγγίνας. ο Χουσδάν. Αλλ' απ' όλες της μεριές μας τριγυρίζουν πονηρίες. — Φίλε.
Γλυκά υπόμενε της ειρωνείες τους και τα χτυπήματά τους. Όταν ο Τριστάνος θέλησε να περάση την πόρτα: «Πίσω. Αλλά. τρελλέ. — Φίλε. Κρύφτηκαν πίσω από το παραπέτασμα.Έπεσε λιποθυμισμένη στο στήθος του φίλου της. Κάποτε κάποτε πέρνοντας το σχήμα του και την καλλονή του. Όταν συνήλθε. κλείσε τα χέρια και σφίξε με τόσο δυνατά ώστε απάνω σ' αυτό το αγκάλιασμα να σπάσουν η καρδιές μας κ' η ψυχές μας να φύγουν. Ειδοποίησαν τον Αντρέ. τρεις σπιούνους. Πάρε με στον ευτυχισμένο τόπο για τον οποίο . Σε λίγο θα μανακαλύψουν. αρματωμένους. φώναξαν γύρισε στο σκυλλόσπιτό σου να κοιμηθής στ' άχερα. Πρέπει να φύγω και ποτέ πεια δε θα σε ξαναϊδώ βέβαια. Κρατεί την Βασίλισσα στα χέρια του. ο πόθος θα με πεθάνη. σαν οκυλλί στη σκυλλοκαλύβα. Φοβήθηκαν και τον αφήκαν να περάση. είπεν ο τρελλός δε θα πάω απόψε ν' αγκαλιάσω την Βασίλισσα. Πήρε την Ιζόλδη στα χέρια του: «Φίλη. Ο θάνατος μου είναι κοντινός: μακρυά μας. ο Τριστάνος την κρατούσε αγκαλιασμένη και φιλούσε τα μάτια της και το πρόσωπό της. ο οποίος έβαλε μπρος στα δωμάτια των γυναικών. — Αι τι. Για να κάνουν γούστο με τον τρελλό. πρέπει κι' όλα να φεύγω. έπειτα από λίγες ημέρες δυο καμαριέρες υπωπτεύτηκαν την πανουργία. Δεν ξέρετε ότι μαγαπάει και με περιμένει. οι υπηρέτες τον έβαλαν να κοιμάται στα σκαλιά της σάλας. περνούσε από την τρώγλη του στην αίθουσα της Βασιλίσσης. ωραίοι άρχοντες.» Ο Τριστάνος σήκωσε το ρόπαλό του.
Δεν έχω να κάνω πεια τίποτα κει μέσα. Πάρε με! — Ναι. λοιπόν. οι σπιούνοι. Στον τόπο από τον οποίο δε γυρίζουν. φώναξέ με. πήγε να βοηθήση τον αγαπητό του σύντροφο Καερδέν. Όταν έρθη το πλήρωμα του χρόνου. τρελλέ. θάρθης. «Φεύγα. όπου λαμπροί μουσικοί τραγουδούν ρυθμούς χωρίς τέλος. το ξέρεις πώς θάρθω! — Φίλη. ΙΘ'. Ο τρελλός έσκασε τα γέλοια. Μία μέρα έπεσε σε ενέδρα που του στήσανε ο Μπενταλίς κι' οι αδερφοί του. ο Θεός να σε ανταμείψη! Όταν πέρασε το κατώφλι. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ [Amor condusse noi ad una morte. Στο διάβολο!» Οι υπηρέτες άνοιξαν τόπο κι' ο τρελλός χωρίς βία. αφού η κυρά μου με στέλνει μακρυά να ετοιμάσω το ολοφώτεινο σπήτι που της υποσχέθηκα. το κρυστάλλινο σπήτι. ωραίοι άρχοντες. D a n t e. το στολισμένο με ρόδα. στο Κάρχαιξ. Μήπως μένουν πεια κι' άλλες πίκρες να πιούμε.] Μόλις γύρισε ο Τριστάνος στη Μικρή Βρεττάνη. — Φίλε. Ο Τριστάνος σκότωσε . Πλησιάζει ο καιρός. Πλησιάζει ο καιρός. ερρίχτηκαν απάνω του.μου μιλούσες άλλοτε. φωτεινό το πρωί όταν λάμπη ο ήλιος. θα σε πάρω στον ευτυχισμένο τόπο των ζωντανών. εναντίον ενός βαρώνου Μπενταλίς. Γιατί τάχα. έφυγε χοροπηδώντας. αν σε καλέσω Ιζόλδη. κι' άλλες χαρές. στριφογύρισε το ρόπαλό του και είπε: «Με διώχνετε.
Θρηνεί. άδικα μαζεύουν χόρτα. όπου τούδεσαν της πληγές. γι' ασφάλεια. σηκώνεται. πώς θα γλύτωνε από τους εχθρούς του. Αρχίζουν να φαίνονται τα κόκκαλά του. Πεθαίνω. Ο Καερδέν κάθεται δίπλα του και κλαίνε μαζύ τρυφερά. Η Ιζόλδη. εκτός από σε. η γυναίκα του. Αλλά πληγώθηκε κι' αυτός με μια κονταριά. που τόσο γρήγωρα πήρε τέλος. Στην αδυναμία που βρίσκεται. Κι' άλλωστε κι' αν έφτανε ακόμη στην Κορνουάλλη. θαύμαζε μέσα της γι' αυτό το αλλόκοτο θέλημα. ω αγωνία! — και περιμένει το θάνατο. Δεν καταλάβανε ούτε ένα κατάπλασμα να βάλουν για να τραβήξουν το δηλητήριο έξω. Πρασινίζει. Ήρθε όξω από το δωμάτιο και κόλλησε τ' αυτί της στον τοίχο. λέει ο Τριστάνος. Κι' ο ένας θρηνεί για τον άλλο. Κατάλαβε ότι πέθαινε. «Ωραίε γλυκέ φίλε. γιατί ούτε το ανακάλυψαν καθόλου. άδικα φτιάνουν ποτά. Θέλησε τότε να ξαναϊδή την Ιζόλδη την Ξανθή. Κάλεσε κρυφά τον Καερδέν να του πη τον καϋμό του.τα εφτά αδέρφια. μα κανείς δε μπόρεσε να γιατρέψη το φαρμάκι. Ένας από τους πιστούς της παραφυλάει απ' όξω. στηρίζεται στον τοίχο. Άδικα κοπανίζουν της ρίζες τους. Μα πώς να πάη ως εκεί. Κλαίνε τη συντροφιά τους στ' άρματα. . και μάλιστα ούτε στα γειτονικά δωμάτια να μη μείνη κανείς. εκτός από τον Καερδέν. θέλησε να μη μείνη κανείς μέσ' το δωμάτιο. γιατί κι' οι δύο αγαπιώντανε με μια άδολη αγάπη. Αισθάνθηκε ότι έφευγε η ζωή του. τη μεγάλη φιλία τους. Ακούει. και της αγάπες τους. Μόνον συ μούδωσες χαρά και παρηγοριά σ' αυτή τη χώρα. Με μεγάλον κόπο έφθασε ως το παλάτι του Κάρχαιξ. Ο Τριστάνος όλο και χειροτερεύει. Το φαρμάκι τον βασανίζει. είμαι σε ξένον τόπο όπου δεν έχω μήτε φίλο μήτε συγγενή κανένα. Το δηλητήριο απλώνεται στο σώμα του. Ο Τριστάνος συγκεντρώνει της δυνάμεις του. Πλήθος έτρεξαν οι γιατροί. η θάλασσα θα τον σκότωνε. και το κοντάρι ήτανε δηλητηριασμένο.
ωραίε σύντροφε. ως έμπορος. με αγάπη: «Μην κλαις άλλο. της μεγάλες λύπες. να θρηνή. στη συμμαχία μας. με τι τέχνασμα να κάνω να μάθη τη θέσι μου. σε παρακαλώ! Κάμετε προς χάρι μου αυτό το τόλμημα. Πες της να θυμηθή της περασμένες μας χαρές. στη φιλία μας. θα κάνω το θέλημά σου. κι' ετοιμάζομαι!» Ο Τριστάνος απάντησε: «Φίλε. κατάφερε να περάσης μέσα στην Αυλή. κι' απαντά γλυκά. Καερδέν. Λυώνει η καρδιά του από την τρυφερότητα. άκουσε την παράκλησί μου. Εκράτησα την υπόσχεσί μου!» Πίσω από τον τοίχο. Τότε πες της ότι η καρδιά μου τη χαιρετά. κι' αν της πας το μήνυμά μου. και της χαρές. Είναι ένα σύνθημα μεταξύ εμένα και κείνης. στην ευγένεια της καρδίας σου. Σχεδόν ελιποθύμησε. . αν δεν έρθη πεθαίνω. Ο Καερδέν βλέπει τον Τριστάνο να κλαίη. που νάθελε να πάη κει πέρα. Πες της ότι. Πάρε αυτό το δαχτυλίδι. Καμμιά συφορά. Μα πώς. Φίλε. Παρουσίασε της μεταξωτά. Όταν θα φθάσης στον τόπο της. κάνε ώστε να ιδή το δαχτυλίδι. η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια άκουσε αυτά τα λόγια. Πέστε ό. Α! αν είχα έναν απεσταλμένο. καμμιά αγωνία δε θα μ' εμποδίση να κάνω ό. Λοιπόν. Αμέσως εκείνη θα βρη τρόπο για να σου μιλήση κρυφά. τόσο πολύ μαγαπάει.Θα ήθελα να ξαναϊδώ την Ιζόλδη την Ξανθή. για την αγάπη σου θα πήγαινα βέβαια να σκοτωθώ. ωραίε σύντροφε. τους μεγάλους πόνους. και της πίκρες της άδολης και τρυφερής μας αγάπης· να θυμηθή το μαγεμένο κρασί που μαζύ ήπιαμε στη θάλασσα· να θυμηθή τον όρκο που της έδωσα ότι μόνον αυτή θ' αγαπώ. Ότι μονάχα αυτή μπορεί να μου κάνη καλό. σκλάβος σου θα γίνω και θα σ' αγαπώ πειο πολύ απ' όλους τους ανθρώπους».τι μπορώ. ν' απελπίζεται.τι θέλετε να μηνύσω στη Βασίλισσα. ευχαριστώ. αμέσως θαρχότανε η Ιζόλδη.
κι' αρμένισαν με τ' ανάλαφρο αεράκι. Αν μπορέση μια μέρα. κι' όμοια κλαίει ο Καερδέν. μεταξωτά με σπάνιους χρωματισμούς. κρασιά του Ποατού. ή πέσε ότι πας να ζητήσης κάποιο γιατρό. Ξέρουνε η γυναίκες να μετριάζουνε τον έρωτα. Οργή γυναίκας. φιλεί τον Τριστάνο και τον αποχαιρετά. και μ' αυτό το τέχνασμα πίστευε ο Καερδέν ότι θάφθανε μέχρι τη Βασίλισσα. Αν φέρνης τη Βασίλισσα Ιζόλδη σήκωσε το άσπρο πανί. μα όχι το μίσος. Πάρε μαζύ σου δυο πανιά. Όπου μια γυναίκα αγαπάει πειο πολύ. εξακολούθησε να τον υπηρετή και να τον περιποιέται. Θα πάρης το ωραίο μου καράβι. άμα έρθη μια φορά. και γύρισε αμέσως εδώ. όλα τα άκουσεν η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. πουλιά σπάνια της Ισπανίας. γρήγωρα και το μίσος. κλαίει και θρηνεί. το ένα μαύρο το άλλο άσπρο. Η πλώρη έσκισε τα ψηλά βαθειά κύματα. ν' αρμενίσης μ' αυτό. σερβίτσια από το Τουρ. πώς θα εκδικηθή κείνον που περισσότερο από κάθε τι αγαπάει στον κόσμο! Μολαταύτα δεν έδειξε τίποτα.«Κάνε γρήγωρα. και μόλις άνοιξαν της πόρτες μπήκε στο δωμάτιο του Τριστάνου. Πάρε προθεσμία σαράντα μέρες. δε θα με ξαναϊδής πεια. Κ' η έχθρα τους. οχτώ νύχτες. τέντωσαν το πανί. Οι ναύτες σηκώσανε της άγκυρες. κι' αν δεν την φέρνης βάλε το μαύρο. έσκισαν τα κύματα. Ο Θεός να σε οδηγήση και να σε ξαναφέρη υγιή και γερό!» Αναστενάζει. Φίλε. Κρύψε την αναχώρησί σου από την αδερφή σου. . Κράτησε καλά στο μυαλό της τα λόγια του Τριστάνου. Γρήγωρα έρχεται η αγάπη στης γυναίκες. Οχτώ μέρες. και με φουσκωμένα πανιά αρμένισαν για την Κορνουάλλη. και κρύβοντας την οργή της. Είχαν πάρει μαζύ πλούσια υφάσματα. και φέρε μου την Ιζόλδη την Ξανθή. Με τον πρώτο άνεμο. παρά η αγάπη. κει θα εκδικηθή πειο σκληρά. δεν έχω τίποτ' άλλο να σου ειπώ. τρομερό πράγμα: και καθένας ας φυλάγεται. έβαλε μπρος. σύντροφε. βαστάει πειο πολύ. Όρθια πίσω από τον τοίχο. Αν αργήσης.
Κι' ο Βασιληάς του το παραχώρησε μπροστά σ' όλους τους ανθρώπους του παλατιού του. ο Τριστάνος είναι πληγωμένος με φαρμακερό σπαθί. για να μπορέση να εμπορευθή στον τόπο δίχως να φοβάται τίποτα ούτε από αυλικό ούτε από υποκόμη. το χρυσάφι είναι καλό» και βγάζοντας το δαχτυλίδι του Τριστάνου. — φόβος την έκοψε τι θάκουγε. Του μιλούσε γλυκά. «Κυττάχτε. Τότε ο Καερδέν προσέφερε στη Βασίλισσα μια ωραία πόρπη δουλεμένη με φίνο χρυσάφι. τώβαλε δίπλα. κοντά σ' ένα παράθυρο. ένα ωραίο μετάλλινο ποτήρι. Τράβηξε παράμερα τον Καερδέν.καθώς πρέπει σε μια που αγαπάει. και τα χάρισε στο Βασιληά Μάρκο. και πεθαίνει. Πήρε ένα λαμπρό ύφασμα με σπάνιο χρώμα. για να ιδή τάχα καλλίτερα και να παζαρέψη το δαχτυλίδι. Μα πάντα ζητούσε να βρη την εκδίκησι. και τον ρωτούσε αν θα γύριζε γρήγωρα ο Καερδέν με το γιατρό που θα τον εγιάτρεβε. είπε. Βασίλισσα: το χρυσάφι αυτής της πόρπης είναι πολυτιμότερο. Ο Καερδέν της είπεν απλά: «Βασίλισσα. Σας μηνά ότι μονάχα σεις μπορείτε να του κάνετε καλό. κ' ένα μεγάλο γυπαετό στο χέρι. Ο Καερδέν ταξείδευε αδιάκοπα ως που έρριξε άγκυρα στο λιμάνι του Τινταγκέλ. κι' όμως κι' αυτού του δαχτυλιδιού το χρυσάφι την έχει την αξία του…» Όταν η Ιζόλδη ανεγνώρισε το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. «Βασίλισσα. τρεμούλιασε η καρδιά της κι' άλλαξε το χρώμα της. παρακαλώντας τον με ευγένεια να του παραχωρήση την προστασία του και την ειρήνη του. τον φιλούσε στα χείλη. .
Ο Αντρέ θέλει να την ακολουθήση. και την συνώδευσε. Αύριο. Σας το δίνει». Όταν βγήκαν στα χωράφια. Πήγε ν' απαντήση τη Βασίλισσα. το γεράκι κούρνιασε κει κάτω. στο λιμάνι. και πατάει στην τάβλα. — Κυρία. έχετε έτοιμο το καράβι σας γι' αναχώρησι!» Την άλλη μέρα το πρωί. απάντησε η Ιζόλδη: «Φίλε. στο κατάρτι ενός άγνωστου καραβιού. Ο Αντρέ αμπόλησε ένα γεράκι για να τον πιάση. όρθιος . το πρωί. Τίνος είναι. αν θέλατε. όχι μακρυά από την παραλία.Σας θυμίζει της μεγάλες πίκρες και τους μεγάλους πόνους που υποφέρατε μαζύ. την περνάει. η Βασίλισσα είπε πως ήθελε να κυνηγήση με τα γεράκια κ' είπε να ετοιμάσουν τα σκυλιά της. είναι το καράβι του εμπόρου της Βρεττάνης που χθες σας χάρισε τη χρυσή πόρπη. Ο Καερδέν είχε ρίξει μια τάβλα. αλλά ο καιρός ήταν ωραίος και λαμπρός: το γεράκι πήρε φόρα και χάθηκε. Αλλά ο Δούκας Αντρέ την παραμόνευε. άρχοντα. πάει κατ' ευθείαν στη μικρή γέφυρα. Κρατήστε αυτό το δαχτυλίδι. θα σας ακολουθήσω. ένας φασιανός πέταξε ψηλά. μπαίνει στο καράβι. «Κυττάχτε. σαν γεφυράκι. Αλλά ο Καερδέν. από το καράβι του στη στεριά. Μισολιποθυμισμένη. είπεν ο Ανρέ. Κατεβαίνει από τ' άλογο. Πάμε να πιάσουμε το γεράκι μας». — Ευχαρίστως. Άρχοντα Αντρέ. «Βασίλισσα. είπεν η Βασίλισσα. απάντησεν η Βασίλισσα. να μπαίνατε στο καράβι μου να σας έδειχνα τα πλούσια εμπορεύματά μου.
Άρχοντες. Η Ιζόλδη πλησίαζε κι' όλα. ολόασπρη και φωτεινή πέρα. είναι γιατί περιμένει. προδότη! Να η αμοιβή σου για το κακό που έκανες στον Τριστάνο και στη Βασίλισσα Ιζόλδη!» Τέτοια εκδίκησι έδωσε ο Θεός εναντίον των προδοτών που τόσο τους είχαν μισήσει: Σκοτωτοί πήγαν κ' οι τέσσεροι. Κάθε μέρα έστελνε στην παραλία να κυττάξουν μήπως έρχεται το καράβι. Μάζεψαν την άγκυρα. που θα κάνη να κλάψουν όσους αγαπούν. Ο Γκενελόν. Ο δροσερός πρωινός άνεμος εβούιζε στα σκοινιά. Χτυπάει τα πανιά. Περιμένει με πόθο τον ερχομό της Ιζόλδης. μια θλιβερή ιστορία. κύτταζε μακρυά στη θάλασσα. φωνάζοντας: «Πέθανε. Λυσσάει ο άνεμος. σήκωσαν το κατάρτι. κ' η βροχή πέφτει κατακλυσμός. και πειο χαρωπά αρμένιζε το καράβι. Οι ναύτες τρέχουνε στο «προσήνεμο» και με θλιμμένη καρδιά. μαυρίζει η θάλασσα. τέντωσαν το πανί. Ακούστε. Ο Αντρέ κλονίζεται και πέφτει στη θάλασσα. στριφογυρίζει το καράβι. ο Ντενοαελέν. κι' ο Αντρέ. κάνουν πίσω. Καμμιά άλλη επιθυμία δεν είχε πεια στην καρδιά του. κι' όσο ήταν ο ήλιος στον ουρανό. και τι χρώμα έχει το πανί του. τον χτυπάει με το κουπί του. κι' αν ζη ακόμη. Ξαφνικά άνεμος καταιγίδας σηκώνεται. κάτω από της ακτίνες του ήλιου. Ο Καερδέν τονέ χτυπάει πάλι με το κουπί και τον βουλιάζει μέσα στα κύματα. Η ακτή του Πέμμαρχ φαινότανε μακρυά.στην κουπαστή. ο Τριστάνος λυώνει από το κακό του. ώρμησε το καράβι. και φούσκωναν τα πανιά. ο ουρανός σκοτεινιάζει βαθειά. Τα βαθειά κύμματα αναταράζονται. Τίποτε δε τον παρηγορεί πεια. Σκοινιά και κατάρτια . Στο Κάρχαιξ. Έπειτ' από λίγο είπε και τον πήγαν στην ακτή του Πέμμαρχ. ο Γκοντοΐν. Έξω από το λιμάνι στην ανοιχτή θάλασσα.
Αλλοίμονο! σχεδόν αμέσως η κάλμα ακολουθεί την καταιγίδα. Αφού ο Θεός το θέλει θα τον δεχτώ. κι' οι ναύτες . όταν θα το μάθετε. Θέλει να πνιγώ σ' αυτή την θάλασσα. Αλλά. η θάλασσα γίνεται γλυκειά και ήσυχη σαν λάδι.τσακίζονται. Ένα μεγάλο κύμα την ξεκόβει από το καράβι και την πέρνει μακρυά. δε θα ζούσα ούτε στιγμή έπειτα. Όσο για μένα. Αν μάλιστα το θέλη ο Θεός. Αλλά θα πεθάνω μόνη. Αλλά έπειτα από πέντε μέρες έπαψε το κακό. λίγο θα μ' έμελλε πεια να πεθάνω. θα πεθάνετε. Ο άνεμος έπαψε να φουσκώνη τα πανιά. θ' αγαπήστε την Ιζόλδη με τα Λευκά χέρια. Τριστάνε. Αλλοίμονο! φίλε. Ψηλά-ψηλά στο κατάρτι ο Καερδέν σηκώνει το άσπρο πανί. ούτ' εγώ δίχως εσάς. αν δε φθάσω μέχρις εσένα. μια φορά ακόμη. θα ζήστε ακόμη. περιμένοντας ολοένα να έρθω. θα πη πώς δεν το θέλει ο Θεός. Λίγο με μέλει για το θάνατο. κι' αφήνονται στη διάκρισι των κυμάτων και του ανέμου. Φίλε. ίσως και να γιατρευτήτε. ή να προφθάσω να σε κάνω καλά ή να πεθάνουμε μαζύ από τον ίδιο θάνατο!». Έτσι θρηνεί η Βασίλισσα. είχαν ξεχάσει να σηκώσουν στο κατάστρωμα τη βάρκα που είχε δεθή στην πρύμη κ' έσκιζε τη θάλασσα. για να το γνωρίση από μακρυά ο Τριστάνος από το χρώμα. να με θάψουν στον ίδιο τάφο με σας. δε θα ικανοποιηθή ο πόθος μου: ήτανε να πεθάνω μέσα στα χέρια σας. κι' αυτή είναι η πειο μεγάλη μου λύπη. φίλε. φίλε. μια φορά αν σας μιλούσα. το ξέρω καλά. Τέτοιος είναι ο έρωτάς μας που δε μπορείτε να πεθάνετε δίχως εμένα. μοναχά μια φορά. και δίχως εσάς θα χαθώ στη θάλασσα. Για δυστυχία τους. Α! ίσως έπειτα από μένα θ' αγαπήστε άλλη γυναίκα. Η Ιζόλδη φωνάζει: «Αλλοίμονο! Δυστυχισμένη εγώ! Ο Θεός δε θέλει να ζήσω αρκετά για να ιδώ τον Τριστάνο. Δεν ξέρω τι θ' απογίνετε. το φίλο μου. Ο Καερδέν βλέπει κι' όλα στα βάθη. αν μάθαινα το θάνατό σας. Βλέπω το θάνατό σας μπροστά μου την ίδια ώρα με τον δικό μου. όσο βαστάει η καταιγίδα. Παρακαλώ το Θεό. οι ναύτες χαμηλώνουν το πανί. τη Βρεττάνη …. Ίσως δε θα μάθετε το θάνατό μου.
Έρχεται στο κρεββάτι του Τριστάνου και λέει: «Φίλε. Είδα το καράβι του στη θάλασσα. Ο Τριστάνος είχε πολύ αδυνατίσει και δε μπορούσε πεια να μένη στην ακτή του Πέμμαρχ. Τότε η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια εκδικήθηκε.πηγαίνουν άδικα βόλτες το καράβι δεξιά κι' αριστερά. Το έχουν ολάνοιχτο και τεντωμένο πολύ ψηλά. Την τρίτη νύχτα. και δε μπορούσαν να βγουν έξω. αλλά η φουρτούνα είχεν αρπάξει τη βάρκα. είσαστε βέβαιη ότι είναι το καράβι του. Ο Θεός να δώση να σου φέρη τη γιατρειά σου» Αναταράζεται ο Τριστάνος. «Ωραία φίλη. παράδωσε την ψυχή. . Λίγο θέλει για να πεθάνη από τον καϋμό του. Επί τέλους. κι' από πολλές μέρες κλεισμένος στο παλάτι έκλαιγε για την Ιζόλδη που δεν ερχότανε. παραλυμένος. μπρος και πίσω. φίλη!» Την τέταρτη. Μακρυά πέρα έβλεπαν την ακτή. φύσηξεν ο άνεμος και φάνηκε το άσπρο πανί. Μάθετε ότι είναι κατάμαυρο». πέστε μου τι πανί έχει. Μολαταύτα το αναγνώρισα. — Το είδα καλά. αναστενάζει. Σιγά-σιγά προχωρεί. Ο Τριστάνος γύρισε κατά τον τοίχο και είπε: «Δε μπορώ να κρατηθώ πεια άλλο στη ζωή».! Λοιπόν. η Ιζόλδη ονειρεύτηκε ότι κρατούσε στα γόνατά της το κεφάλι μεγάλου αγριογούρουνου που λέρωνε τη ρόμπα της με αίμα. θρηνεί. Είπε τρεις φορές: «Ιζόλδη. ο Καερδέν φθάνει. κ' έτσι κατάλαβε πώς δε θα ξανάβλεπε πεια το φίλο της ζωντανό. γιατί ο άνεμος είναι αλαφρός. Τσακισμένος.
Οι Βρεττανοί την κυττάζουν θαυμάζοντας. Άκουσε μεγάλους θρήνους στους δρόμους. Έχω πειο πολλά δικαιώματα να τον κλάψω. Έπειτα ξεσκέπασε λίγο το σώμα. Ένας γέρος της λέει: «Αρχόντισσα. κι' αφήστε με να πλησιάσω. Ποτέ τέτοια συφορά δεν έπεσε σ' αυτόν τον τόπο. Πειο πολύ τον αγάπησα». η Ιζόλδη με τα Λευκά Χέρια. ξαπλώθη κοντά του. Τον ακούει η Ιζόλδη. Μπήκε η άλλη Ιζόλδη και της είπε: «Σηκωθήτε. πιστεύτε με. και βοηθούσε όσους υπέφεραν.Τότε. δίπλα στο φίλο . Ο Τριστάνος. οι σύντροφοι του Τριστάνου. Το καράβι έφτασε γρήγωρα στη στεριά. πέθανε. Ρωτάει τους περαστικούς γιατί η πένθιμες καμπάνες. Ποία είναι. σ' όλο το παλάτι έκλαψαν οι ιππότες. κυρία. Πέρνει τον ανηφορικό δρόμο. Τον εσήκωσαν από το κρεββάτι του. ο τίμιος. Ποτέ τους δεν είχαν ιδή τόσο ώμορφη γυναίκα. Πούθ' έρχεται. δίχως να μπορή να βγάλη μιλιά. ο αντρείος. τον εξάπλωσαν σ' έναν πλούσιο τάπητα. γιατί οι θρήνοι. Ο μπούστος της έχει ξελυθή. τρελλή από το κακό που η ίδια είχε κάνει. Ανεβαίνει πατά το παλάτι. Κοντά στον Τριστάνο. μεγάλο κακό μας ηύρε. είχε για καλά σηκωθή ο άνεμος και χτυπούσε δυνατά τα πανιά. χτυπιώτανε με μεγάλες φωνές απάνω από το πτώμα. Στη θάλασσα. Ήτανε ανοιχτοχέρης στους φτωχούς. Γύρισε κατά την ανατολή και παρακάλεσε το Θεό. άλλοτε. και σκέπασαν το σώμα του μ' ένα σάβανο. Η Ιζόλδη η Ξανθή βγήκε όξω. Άκουσε να χτυπούν η καμπάνες λυπητερά στης εκκλησιές και στα μοναστήρια.
και ζωηρός και βυθίζεται στο νεκρικό κρεββάτι της Ιζόλδης. και τον αγκάλιασε σφιχτά. με άνθη αρωματικά. και πεθαίνει κοντά του για τον πόνο του φίλου της. δεξιά και αριστερά από το ιερό. Σας στέλνουν με μένα το χαιρετισμό τους. κ' εκείνος διάταξε να μη ξανακόψουν πεια το θάμνο. ο Βερούλ. για όλες της πίκρες της αγάπης! ΤΕΛΟΣ . Έπειτα το είπαν του Βασιληά Μάρκου. Τρεις φορές θέλησαν να τον κόψουν. Την άλλη μέρα ξαναφυτρώνει όμοια πράσινος. κι' ο Θωμάς. τους χαρούμενους και τους λυπημένους. και σαν ήρθε στη Βρεττάνη. το άλλο με βύριλλο για τον Τριστάνο. Χαιρετούν τους σκεφτικούς και τους ευτυχισμένους. Πήρε στο καράβι του για τη Βρεττάνη τ' αγαπημένα τους σώματα.της. από το μνήμα του Τριστάνου ξεφύτρωσε ένας πράσινος και φουντωτός θάμνος με γερά κλαδιά. αφηγήθηκαν αυτή την ιστορία για κείνους που αγαπούν. τους έθαψε σε δυο μνήματα. για την αδικία. του φίλησε το στόμα και το πρόσωπο. Εύχονται να βρουν εδώ παρηγοριά για την αστάθεια. πέρασε τη θάλασσα. Άρχοντες. Κορμί με κορμί. κι' ο άρχοντας Άιλχαρτ. Αλλά τη νύχτα. Άδικα. κείνους πούναι πικραμένοι και κείνους πώχουν πόθο στην καρδιά. στόμα με στόμα. είπε κ' έφτιασαν και στόλισαν δυο φέρετρα το ένα με αχάτη για την Ιζόλδη. όχι για τους άλλους. ανθισμένος. Οι άνθρωποι του τόπου έκοψαν το θάμνο. όλους τους εραστές. οι καλοί τροβαδούροι του παληού καιρού. παραδίνει έτσι την ψυχή της. Όταν ο Βασιληάς Μάρκος έμαθε το θάνατο των αγαπημένων. Σηκώθηκε απάνω από το ξωκκλήσι και βυθίστηκε στον τάφο της Ιζόλδης. κι' ο κύριος Γκόττφριδ. Κοντά σ' ένα ξωκκλήσι. για τον πόνο. για το πείσμα.