The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20110803071800/http://www.scribd.com:80/doc/50130084/26/%CE%9C%CE%95%CE%A3%CE%9F%CE%A4%CE%9F%CE%99%CE%A7%CE%9F%CE%A3

23. ΜΕΣΟΤΟΙΧΟΣ

«…Ο μεσότοιχος είναι ειδικός τύπος συγκυριότητας, εφαρμοζόμενος μόνο επί
κοινού διαχωριστικού τοίχου. Τα της μεσοτοιχίας αρχικά ρύθμιζε το έχον ισχύ
νόμου διάταγμα της 9/21 Απριλίου 1836 “περί εκτελέσεως του σχεδίου πόλεως
Αθηνών”, το οποίο επεκτάθηκε με το β.δ της 5.6.1842 και στις λοιπές πόλεις της
Ελλάδας. Στη συνέχεια τα περί μεσοτοίχου ρυθμίστηκαν από το π.δ της 3/22.4.1929,
το οποίο ορίζει ότι μεσότοιχος ή κοινός τοίχος ή διαχωριστικός τοίχος καλείται ο
τοίχος ο ανεγειρόμενος επί του κοινού ορίου των δύο όμορων ιδιοκτησιών και ο
οποίος καταλαμβάνει μέρος κάθε μιας από αυτές. Τα μεταξύ των ιδιοκτησιών
διαχωριστικά περιφράγματα τοποθετούνται εξ ημισείας επί αμφοτέρων των
συνορευουσών ιδιοκτησιών. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η επί του
μεσοτοίχου έννομη σχέση κατ’ ακρίβεια δεν είναι η εκ της συγκυριότητας εξ
αδιαιρέτου, αλλά η κυριότητα καθενός των ομόρων επί του μεσοτοίχου χωρίζεται με
νοητή γραμμή διαμέσου του τοίχου η οποία αποτελεί το όριο των όμορων
ιδιοκτησιών (ΕφΑθ 480/2001 ΕλλΔνη 43.497, Τούση, ΕμπρΔ, σελ. 588 επ. όπου και
παραπομπές στη νομολογία). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 9
του ν.δ 8/1973 «Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού», η ισχύς του οποίου
παρατάθηκε και μετά την κατάργηση του εν λόγω διατάγματος (άρθρο 31 παρ. 1 ν.
1577/1985 και 296/88/1987 και 233/1988 αποφ. Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ), και των
άρθρων 10 παρ. 9-10 και 36 παρ. 2 του «Κτιριοδομικού Κανονισμού» (υπ’ αριθ.
3046/304/1989 απόφ. Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε), και των άρθρων 10 παρ. 9 – 10 και 36 παρ. 2
του «Κτιριοδομικού Κανονισμού» (υπ’ αριθ. 3046/304/1989 απόφ. Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., η
οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 26 ν. 1577/1985 και
αντικαταστάθηκε με την 49977/3068/1989 όμοια), προκύπτει ότι σε μεσότοιχους ή σε
εξωτερικούς τοίχους κτιρίου που ανεγείρονται σε επαφή με το κοινό όριο ιδιοκτησιών
απαγορεύεται η διάνοιξη ανοιγμάτων και ότι τέτοια ανοίγματα που προϋπήρχαν του
ν.δ 8/1973 δεν κλείνονται με πράξη της διοίκησης, αλλά ύστερα από δικαστική
απόφαση η οποία εκτελείται κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Οι
παραπάνω διατάξεις περιέχουν κανόνα γειτονικού δικαίου, ο οποίος εισάγει έμμεσο
και γενικό περιορισμό της κυριότητος του γείτονα, χωρίς πάντως να την επιβαρύνει
με εμπράγματα υπέρ τρίτου δικαιώματα (νόμιμες δουλείες), παρέχουν δε στον κύριο
του ακινήτου που έχει κοινό όριο με κτίσμα, στον τοίχο του οποίου υπάρχουν
ανοίγματα, ενοχικό δικαίωμα να αξιώσει το κλείσιμο των ανοιγμάτων αυτών (ΑΠ
36/1994 ΕΕΝ 1995.23, ΑΠ 570/1993 ΕλλΔνη 35.1359, ΕφΑθ 6157/2001 ΕλλΔνη
44.196, ΕφΑθ 9300/1998 ΕλλΔνη 40.1187). Από τα παραπάνω παρέπεται ότι η
αγωγή που παρέχουν οι εν λόγω διατάξεις, απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου, καθόσον είναι ανεπίδεκτη χρηματικής αποτίμησης (ΕφΑθ 4128/2001
ΕλλΔνη 44.852), έχει ενοχικό και όχι εμπράγματο χαρακτήρα και διαφέρει συνεπώς
της αρνητικής αγωγής κατά τούτο, αλλά και διότι δεν προϋποθέτει διαταρακτικές
ενέργειες στο ακίνητο του ενάγοντος, αλλά θεμελιώνεται στο γεγονός και μόνο της

356

ύπαρξης των υπόψη ανοιγμάτων, στρέφεται δε κατά του εκάστοτε ιδιοκτήτη του
ομόρου ακινήτου, ανεξάρτητα αν είναι αυτός που δημιούργησε τα ανοίγματα, το δε
αίτημά της περιορίζεται στο κλείσιμο μόνο των ανοιγμάτων, και όχι στην παράλειψη
μελλοντικής διατάραξης (ΕφΑθ 6157/2001 ό.π., ΕφΑθ 6153/1994 ΕλλΔνη 37.1148,
ΕφΑθ 9300/1998 ό.π.)...» (ΠΠΧανίων 79/2006, Εφετειακή Νομολογία Κρήτης,
ΝΟΜΟΣ). «…η μεσοτοιχία παράγεται είτε με συμφωνία των κυρίων των δύο
γειτονικών ακινήτων, οι οποίοι παρέχουν από κοινού το απαιτούμενο για την
ανέγερση του τοίχους έδαφος είτε με κληρονομία, κληροδοσία ή κάποια άλλη
νομότυπη πράξη μεταβίβασης δικαιώματος μεσοτοιχίας είτε τέλος όταν ο τοίχος που
διαχωρίζει τα δύο όμορα ακίνητα έχει κτισθεί επί κοινού εδάφους των ακινήτων
αυτών, απαιτείται δε για τη δημιουργία της στο οικόπεδο επί του οποίου έχει κτισθεί
ο τοίχος να έχει διατεθεί και από τους δύο ιδιοκτήτες. Στην περίπτωση όμως που ο
τοίχος έχει κτισθεί σε επαφή με το κοινό όριο των ιδιοκτησιών επί εδάφους όμως εξ
ολοκλήρου της μιας ή της άλλης απ’ αυτές τότε δεν πρόκειται περί μεσοτοίχου αλλά
τοίχου ανήκοντος αποκλειστικά στον κύριο του εδάφους, ο οποίος έχει και το
δικαίωμα της αποκλειστικής του χρήσης, αφού το δικαίωμα της σύγχρησης είναι
άρρηκτα συνδεδεμένο με την κυριότητα και δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χωριστής
διάθεσης, εκτός αν με εμπράγματη σύμβαση σύστασης πραγματικής δουλείας ο
κύριος παραχωρήσει δικαίωμα χρήσης και στο γείτονα (βλ. ΑΠ 1299/00 Δνη 43-140,
1029/02 και 1350/05 ΤΝΠ-ΔΣΑ, 579/74 Αρχ.Ν. ΚΣΤ-55, ΕφΠατρ. 412/96 ΑχΝομ.
1977-123, Ειρ.Πυργ. 98/73 Δ/νη 1973-625, ΕιρΠολιχ. 5/1988 ΑρχΝ 1988 – 419,
ΕιρΣαμ. 24/2002 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Ερμ.ΑΚ αρθ. 1021 αριθ.
1,2,4,5 και 1022 αριθ. 6,10, Τούση, Εμπράγματον δίκαιον, έκδ. 1954, σ. 484 επ.,
Παπαχρήστου, Εμπράγματον Δίκαιον, έκδ. 1985, σελ. 224). Και ο τελευταίος αυτός
τοίχος αποκτά τον χαρακτήρα του μεσότοιχου κατόπιν σχετικής συμφωνίας μεταξύ
των κυρίων των ομόρων ιδιοκτησιών, η οποία από το έτος 1955, κατά το οποίο
περιορίστηκαν οι τρόποι συστάσεως μεσοτοιχίας (άρθρ. 50 παρ. 7 εδ. 1 του β.δ. της
9.8/30.9.1955) και μετά πρέπει να περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού
εγγράφου, ενώ μέχρι το ίδιο έτος (1955) δικαίωμα μεσοτοιχίας επί του ιδίου τοίχου
μπορούσε να αποκτηθεί και με την χρησικτησία εάν γινόταν χρησιμοποίηση του
τοίχου ως μεσοτοίχου με διάνοια κυρίου και εφόσον συνέτρεχαν και οι υπόλοιπες
προϋποθέσεις της χρησικτησίας (βλ. άρθρ. 50 παρ. 1 εδ. β και 7 του β.δ της
9.8/30.9.55, ΑΠ 625/73 ΝοΒ 22-23, ΕφΠατρ. 412/96 ΑχΝομ. 1977-123, ΕιρΛιβ. 2/84
ΑρχΝ ΚΕ – 527, ΕιρΠολιχ. 5/88 ΑρχΝ 1988 – 419, ΕιρΣαμ. 24/2002 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ).
Ο τοίχος που κατά τους προαναφερόμενους τρόπους αποκτά την ιδιότητα του
μεσότοιχου αποτελεί διαχώρισμα συνεχομένων ακινήτων υπό την έννοια που
προσδίδει σ’ αυτό ο ΑΚ (άρθρ. 1921 και 1022 ΑΚ), λογίζεται δηλαδή ως προς τη
χρήση κοινό πράγμα εξ αδιαιρέτου και μάλιστα αυθύπαρκτο χρησιμεύον ως
παράρτημα των οικοδομών τις οποίες διαχωρίζει και παρέχον το δικαίωμα στον
καθένα από τους κυρίους των ομόρων ιδιοκτησιών να χρησιμοποιήσει αυτόν
ολόκληρο ανάλογα με τον προορισμό του υπό τον μόνο περιορισμό να μην
παρεμποδίζει τη χρήση του γείτονα ενώ η επ’ αυτού κυριότητα δεν ανήκει εξ
αδιαιρέτου στους ομόρους ιδιοκτήτες αλλά στον καθένα απ’ αυτούς ανήκει το
ξεχωριστό τμήμα του που αντιστοιχεί στο έδαφος του οποίου είναι κύριος. Αποτελεί
δηλαδή η μεσοτοιχία ειδικό τύπο συνιδιοκτησίας κατά τον οποίο οι όμοροι ιδιοκτήτες
παρά την κοινή χρήση δεν είναι ακριβώς συγκύριοι του μεσότοιχου αλλά κύριοι του
τμήματός του που περιέχεται στο ακίνητο του καθενός απ’ αυτούς, προστατευόμενοι
σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων τους επί του μεσότοιχου ως συννομείς
με τα μέσα περί προστασίας της νομής (αγωγή αποβολής ή ασφαλιστικά μέτρα) και
της κυριότητας (ΑΠ 1350/2005 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΕιρΛιβ. 2/84, ΕιρΣαμ. 24/2002 ό.π.,
Τούση ό.π Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, τεύχος V, έκδ. 1985, σελ.
295)…» (ΕιρΠατρών 284/2008, ΝΟΜΟΣ). «…μόνοι νομιμοποιούμενοι ως διάδικοι
είναι οι κύριοι γειτονικών ακινήτων. (Οι σχετικές διατάξεις) περιέχουν κανόνα
γειτονικού δικαίου, αφού εισάγουν περιορισμό της κυριότητας του γείτονα χωρίς
επιβάρυνση της ιδιοκτησίας του με εμπράγματα υπέρ τρίτου δικαιώματα και

357

παρέχουν στον κύριο του γειτονικού ακινήτου το δικαίωμα να απαιτήσει να κλείσουν
τα ανοίγματα. Το δικαίωμα αυτό συνίσταται στην αξίωση κατά του εκάστοτε ιδιοκτήτη
στον οποίο και επιβάλλεται η υποχρέωση να προβεί στο κλείσιμο κενού λόγω
ανοιγμάτων. Θεμελειώνει, δηλαδή, η καθεμιά από τις παραπάνω διατάξεις αγωγή
ενοχικού χαρακτήρα, η οποία διαφέρει από την αρνητική αγωγή του άρθρου 1108
ΑΚ ως προς την ιστορική βάση, τη νομιμοποίηση και το αίτημα, γιατί, ενώ η τελευταία
προϋποθέτει επενέργεια στο ακίνητο του ενάγοντος διαταρακτική της κυριότητάς
του, απευθύνεται εναντίον εκείνου από τον οποίο προήλθε η διατάραξη (προσβολή),
ανεξάρτητα εάν αυτός συνδέεται με συγκεκριμένο ακίνητο ως κύριος, νομέας ή
επικαρπωτής κ.λπ και έχει ως αίτημα την άρση της προσβολής και την παράλειψή
της στο μέλλον. Η από τον ΓΟΚ ή το άρθρο 10 παρ. 9 και 10 της πιο πάνω
υπουργικής απόφασης αυτοτελής ενοχική αγωγή στηρίζεται απλώς και μόνο στο
γεγονός της ύπαρξης ανοιγμάτων στο μεσότοιχο ή στον τοίχο του οικοδομήματος
που εφάπτεται στο όριο γειτονικού ακινήτου, έστω και αν καμία βλαπτική ενέργεια
(διατάραξη) δεν προκαλείται από τα ανοίγματα αυτά στην ιδιοκτησία του ενάγοντος –
γείτονος, στρέφεται κατά του εκάστοτε κυρίου του παραπάνω οικοδομήματος,
αδιαφόρως αν είναι εκείνος που κατασκεύασε τα ανοίγματα και το αίτημά της
περιορίζεται μόνο στο κλείσιμο των εν λόγω ανοιγμάτων…» (ΑΠ 399/2006 ΝΟΜΟΣ).
«…από τις διατάξεις των άρθρων 2 αριθμοί 14 και 19, 9 παρ. 1 και 3, 25 του ΓΟΚ
1985 (Ν. 1577/85), 10 της υπ' αριθμ. 3046/304/30.1.1989 υπουργικής αποφάσεως
«Κτιριοδομικός Κανονισμός» όπως τροποποιήθηκε με την ΥΑ 49977/ 3068/89, που
εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 26 του παραπάνω ΓΟΚ, προκύπτουν τα
εξής: α) από την έναρξη ισχύος του ΓΟΚ (18.12.85) το κτίριο τοποθετείται εντός των
ορίων του οικοπέδου, για κάθε δε κτίριο που κατασκευάζεται μέχρι το όριο του
οικοπέδου πρέπει να κατασκευάζεται και ξεχωριστός εξωτερικός τοίχος, εντός του
ορίου του οικοπέδου που έχει τοποθετηθεί το κτίριο, β) απαγορεύεται η κατασκευή
μεσοτοίχων στα κτίρια, μεσότοιχοι δε που είχαν κατασκευασθεί μέχρι 30.9.55
κατεδαφίζονται με την συγκατάθεση των ιδιοκτητών των κτιρίων, τέτοιοι δε μεσότοιχοι
που δεν κατεδαφίζονται ενσωματώνονται στα παρακείμενα κτίρια, κατά το μέτρο
επιφανείας που αναλογούν σ' αυτά και δεν επιτρέπεται επ' αυτών η μεταβίβαση
φορτίων. Από τις διατάξεις αυτές του ΓΟΚ που είναι δημοσίας τάξεως προκύπτει ότι
μετά τον ΓΟΚ του έτους 1985 δεν επιτρέπεται η κατασκευή μεσοτοίχου στο κοινό
όριο ούτε με συμφωνία των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, διότι έτσι συνιστάται
παρανόμως πραγματική δουλεία υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου και εις βάρος του
βεβαρυμένου, η οποία όμως δουλεία καταργήθηκε με τον ΓΟΚ του έτους 1985 (ΑΠ
28/03 Ελλ.Δ. 44.442, ΑΠ 204/01 Ελλ.Δ. 42.693)…» (ΕφΠατρών 1004/2003 ΑχΝομ
2003, σελ. 140).

24. ΕΝΝΟΙΑ ΔΑΣΟΥΣ / ΔΑΣΙΚΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ - ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ

«…Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 “περί
ιδιωτικών δασών”, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου
διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που
αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του
απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα
αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο θα έπρεπε να
υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του
ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι με τις προαναφερόμενες διατάξεις
θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των
δασών, που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του
ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη
διαδικασία του ίδιου δ/τος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη
δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Δάσος, κατά την έννοια των

358

προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται
ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα
οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με
τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΛΧΝ’/1988
“περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών”, η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο
ν. 3077/1924 “περί δασικού κώδικος” και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του
άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων
του ν. 998/1979 “ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, η
οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε
διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και
αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ
των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός
του φυσικού περιβάλλοντος” (άρθρο 3 παρ. 1) και ως “δασική έκτασις νοείται πάσα
έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή
θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να
εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών”
(άρθρο 3 παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι οργανικό
σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα
οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της
αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη
βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον
(δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης
βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια
του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής
(δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης η οποία με τη συνύπαρξη της όλης
δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ’ αυτό την ιδιαίτερη
ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999). Περαιτέρω, από τις ίδιες
διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης
περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις
χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι
πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των
βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός
της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς
εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του
προïσχύσαντος β.ρ.δ. ν. 8 παρ. 1 Κ (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50-14), ν. 2 παρ.20
Πανδ. (41-4) ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 767 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ.
(23.3), που έχουν εφαρμογή κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον πριν από την έναρξη
της ισχύος του ΑΚ χρόνο για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη
χρησικτησία απαιτείται τριακονταετής νομή και καλή πίστη και ο καθολικός ή ο ειδικός
διάδοχος μπορεί να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο και τον χρόνο των
δικαιοπαρόχων του. Το ίδιο συμβαίνει κατά τις αντίστοιχες προς το άρθρο 271 ΑΚ
διατάξεις ν. 7 παρ. 2, 8 παρ. 1 Κωδ (7.39) και επί παραγραφής εμπράγματης
αξίωσης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και
21 του ν. της 21-6/3-7-1837 “περί διακρίσεως κτημάτων” (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ)
συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και επί
δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα εθνικά δάση. Προς τούτο όμως έπρεπε η
τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915, διότι
μεταγενέστερα δεν ήταν δυνατή χρησικτησία στα κτήματα αυτά, όπως προκύπτει
από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ’/1912 και των διαταγμάτων “περί δικαιοστασίου”
που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφ’ ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/15-5-
1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης”, με
τις οποίες έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές
διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του
Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ’ αυτά (ΟλΑΠ
75/1987). Η απαγόρευση αυτή επαναλήφθηκε και από τις διατάξεις των άρθρων 2

359

και 4 του α.ν. 1539/1938 “περί προστασίας δημόσιων κτημάτων”, με τις οποίες
ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο έστω και αν
ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ’ αυτών και ότι τα επί των ακινήτων κτημάτων
δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή…» (ΑΠ 1906/2006
ΧρΙΔ 2007/Ζ, σελ. 325, ΑρχΝομ 2008, σελ 25, ΕΕΝ 2008 τ. 75, σελ. 495).

47433319-Υποθηκοφυλακεία-Ακίνητα-Νομολογιακές-Συνθέσεις

Sections

show all« prev | next »

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...