The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20110810102748/http://www.scribd.com:80/doc/50130084/3/%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%A3%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97-%CE%9C%CE%95%CE%A3%CE%95%CE%93%CE%93%CE%A5%CE%97%CE%A3%CE%97-%CE%91%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%9F%CE%A5-%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1-725-727-%CE%9A-%CE%A0%CE%BF%CE%BB-%CE%94

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΜΕΣΕΓΓΥΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ (άρθρα 725-727 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΕΝΙΚΑ

Η δικαστική μεσεγγύηση είναι ασφαλιστικό μέτρο και διατάσσεται από το καθ’ ύλην
και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων.Το δικαστήριο
δικαιούται (και δεν υποχρεούται) να διατάξει τη δικαστική μεσεγγύηση ακινήτου αν
υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή και την κατοχή του ή
οποιαδήποτε άλλη διαφορά που αφορά εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα σχετική με
το ακίνητο. Δικαστική μεσεγγύηση ακινήτου είναι η παράδοση σε κάποιον ακινήτου
πράγματος με δικαστική απόφαση για την εξασφάλιση δικαιωμάτων επ’ αυτού ενός
προσώπου, τα οποία (δικαιώματα) αμφισβητούνται ή είναι αβέβαια. Με το
ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης δεσμεύεται υλικά και νομικά το
ακίνητο με σκοπό να αποδοθεί αυτούσιο στο δικαιούχο, για το λόγο δε αυτό πρέπει
να υπάρχει κίνδυνος βλάβης, καταστροφής ή απώλειας αυτού μέχρις ότου εξοπλισθεί
με εκτελεστό τίτλο η αντίστοιχη απαίτηση του δικαιούχου. Η δικαστική μεσεγγύηση
ακινήτου διατάσσεται ιδίως όταν πιθανολογείται η χειροτέρευση του ή η απώλεια των
φυσικών του καρπών. Η απόφαση του δικαστηρίου, εκτός από τον καθορισμό του
συγκεκριμένου ακινήτου που τίθεται υπό μεσεγγύηση, πρέπει να καθορίζει και το
πρόσωπο που διορίζεται ως μεσεγγυούχος, του οποίου τα καθήκοντα είναι η φύλαξη
του ακινήτου, και να διατάσσει την παράδοσή του σ’ αυτόν. Μεσεγγυούχος μπορεί
να διορισθεί και εκείνος που νέμεται ή κατέχει το ακίνητο και εκείνος που ζήτησε τη
δικαστική μεσεγγύηση. Η εκτέλεση της απόφασης γίνεται κατά τις διατάξεις της
αναγκαστικής εκτέλεσης για την παράδοση ακινήτου, χωρίς προηγουμένη επίδοση
της απόφασης. Η απόφαση με την οποία διατάσσεται η δικαστική μεσεγγύηση
ακινήτου εγγράφεται στα βιβλία κατασχέσεων της περιφερείας του τόπου του

185

ακινήτου. Ειδικότερα: «…το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, το
οποίο αναγνωρίζεται ως αυτοτελές ασφαλιστικό μέτρο, μπορεί να ζητηθεί για την
εξασφάλιση της μελλοντικής άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης προς παράδοση ή
απόδοση του υπό δέσμευση πράγματος, εφόσον υπάρχει μεταξύ άλλων και διαφορά
για την κυριότητα του πράγματος ή και για άλλο δικαίωμα είτε πάνω στο πράγμα είτε
σχετικά με αυτό. Συνεπώς και για διαφορά σχετικά με ενοχικό δικαίωμα, ακόμη και
για δικαίωμα προσδοκίας, με την επιφύλαξη ότι τα ενοχικά τούτα δικαιώματα είναι
δεσμευτικά για τον κύριο του πράγματος, είτε άμεσα, ως ειδικότερες εξουσίες που
απέρρευσαν από την κυριότητά του είτε έμμεσα, δηλαδή ως νόμιμοι περιορισμοί που
επιβάλλονται από τις αρχές της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών … Μπορεί
λοιπόν κάποιος εταίρος να ζητήσει τη δικαστική μεσεγγύηση του εταιρικού ακινήτου
για την εξασφάλιση της μελλοντικής άμεσης εκτέλεσης της παραπάνω ενοχικής
αξίωσής του (με εφαρμογή του άρθρου 949 ΚΠολΔ) για τη μεταβίβαση της
συγκυριότητας του εταιρικού ακινήτου, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές
προϋποθέσεις των άρθρων 725 επ. ΚΠολΔ (πρβλ. για την περίπτωση του εκ
προσυμφώνου δικαιούχου ανάλογου ενοχικού δικαιώματος: Κ. Μπέη, Πολιτική
Δικονομία κάτω από το άρθρο 725, σελ. 600.3.2, Π. Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρα, έκδ.
Β’, σελ. 237, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρο 166, αριθ. 6, ΜονΠρΠειρ
35/1991 Δ 23.352, ΜονΠρΑθ 17689/1981 Δ 13.272, ΜονΠρΚορ 734/1983 ΝοΒ
32.700, ΜονΠρΑθ 16171/1978 ΝοΒ 27.246)…» (ΜΠΤρικάλων 830/1999 Αρμ 2000, τ.
ΝΔ, σελ. 74, ΤΝΠ ΔΣΑ).

ΕΝΝΟΙΑ – ΦΥΣΗ

«…Κατά το άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως
ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας
πραγμάτων ή επιχείρησης αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή
την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά ή αν κατά τις διατάξεις του
ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί μεσεγγύηση. Υπό τον όρο δικαστική
μεσεγγύηση νοείται η παράδοση σε κάποιον, καλούμενο μεσεγγυούχο, δυνάμει
δικαστικής απόφασης, του εριζόμενου πράγματος, κινητού ή ακινήτου κλπ, για την
εξασφάλιση των επ΄ αυτού δικαιωμάτων ενός ή περισσότερων προσώπων, τα οποία
(δικαιώματα) αμφισβητούνται ή είναι αβέβαια, ο μεσεγγυούχος δε υποχρεούται να
αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, μόνο μετά από δικαστική απόφαση...» (ΑΠ
1306/2006 τ. 54, σελ. 1817, ΝΟΜΟΣ). «…Έτσι η δικαστική μεσεγγύηση, που
αντικατέστησε «τη συντηρητική κατάσχεση επί σκοπώ διεκδικήσεως» του
προϊσχύσαντος δικαίου, διαφοροποιείται από το άλλο ασφαλιστικό μέτρο της
συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρο 707 επ. Κ.Πολ.Δ), ως προς το ότι η μεν δικαστική
μεσεγγύηση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση μη χρηματικών απαιτήσεων,
δεσμεύει προσωρινά το πράγμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μελλοντική
άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση ή απόδοση αυτούσιου του
δεσμευμένου πράγματος, η δε συντηρητική κατάσχεση, που διατάσσεται για την
εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 723, 724 Κ.Πολ.Δ), δεσμεύει
προσωρινά το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη που κατασχέθηκε, προκειμένου
να καταστεί δυνατή, μετά την τροπή της συντηρητικής κατασχέσεως σε αναγκαστική
(άρθρο 722 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), η μελλοντική έμμεση αναγκαστική εκτέλεση, για την
ικανοποίηση της χρηματικής απαιτήσεως του δανειστή που την επέβαλε από το
προϊόν του πλειστηριασμού…» (ΑΠ 1653/2008 ΧρΙΔ 2009/Θ, σελ. 647) (ΑΠ
1306/2006, ΝΟΜΟΣ).

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

«…Για να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, το οποίο
αναγνωρίζεται ως αυτοτελές ασφαλιστικό μέτρο και αποβλέπει στη διατήρηση του
πράγματος με σκοπό απόδοσης του αυτούσιου στο δικαιούχο, πρέπει να υπάρχει,

186

εκτός από τη βασική προϋπόθεση λήψης κάθε ασφαλιστικού μέτρου, δηλαδή
επείγουσα περίπτωση και επικείμενος κίνδυνος (ΚΠολΔ 682 παρ. 1) και διαφορά για
το πράγμα, στην οποία περιλαμβάνεται και η ενοχική έστω αξίωση, βάσει της οποίας,
αυτός, που ζητεί την δικαστική μεσεγγύηση, δικαιούται να ζητήσει αυτούσιο το
πράγμα, όπως στην περίπτωση της απαλλοτρίωσης προς βλάβη των δανειστών (ΑΚ
939 επ.), οπότε, δικαιούται να ασκήσει την αγωγή διάρρηξης της καταδολιευτικής
δικαιοπραξίας κατά του τρίτου, που απέκτησε το πράγμα προκειμένου να επιληφθεί
αυτού και να ικανοποιήσει την πιο πάνω απαίτηση του (ΜΠρΘεσ 5418/1998, Αρμ
52.1106, ΜΠρΑθ 39415/1999 ΝοΒ 48.64, ΜΠρΑθ 20415/1997, ΕλΔνη 39.953,
ΜΠρΒερ 659/1996, Αρμ 1996.1371)…» (ΜΠΑθ 1495/2009, ΝΟΜΟΣ).

ΤΙ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ - ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΣΕΓΓΥΗΣΗΣ

α. Αίτηση στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα.
β. Επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που
επιβάλλει τη δικαστική μεσεγγύηση, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου
στην οποία αναφέρεται το ποσό εγγραφής και περιγράφεται το προς δικαστική
μεσεγγύηση ακίνητο.
γ. Περίληψη του ακινήτου για το οποίο ζητείται η επιβολή δικαστικής μεσεγγύησης, η
οποία υπογράφεται από δικηγόρο.
δ. Καταβολή δικαιωμάτων του Υποθηκοφύλακα (σήμερα: 7,75 0/000). Η απόφαση,
με τα παραπάνω έγγραφα, επιδίδεται με Δικαστικό Επιμελητή στον αρμόδιο
Υποθηκοφύλακα.

ΔΙΑΘΕΣΗ ΜΕΣΕΓΓΥΗΜΕΝΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ

«…Κατά το άρθρο 727 ΚΠολΔ, στη δικαστική μεσεγγύηση εφαρμόζονται, μεταξύ
άλλων, και τα άρθρα 715 και 721 του ίδιου Κώδικα. Το πρώτο από αυτά ορίζει στην
παρ/φο 1 εδ. α ότι “απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την
κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του
οποίου έγινε η κατάσχεση”. Επομένως, σύμφωνα με την πιο πάνω κατά παραπομπή
νομοθέτηση, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που ζήτησε τη δικαστική
μεσεγγύηση η διάθεση των μεσεγγυημένων πραγμάτων, από εκείνον σε βάρος του
οποίου διατάχθηκε το ασφαλιστικό αυτό μέτρο...» (ΑΠ 1306/2006 ΝοΒ 2006, τ. 54,
σελ. 1817) «…Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 715 παρ. 1 εδ. α
Κ.Πολ.Δ, που είναι παρόμοια με τις διατάξεις των άρθρων 958 παρ. 1 και 997 παρ. 1
εδ. α Κ.Πολ.Δ, η διάθεση είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτριώσεως και
περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική
μεταβολή του πράγματος ή δικαιώματος που συντηρητικώς κατασχέθηκε ή τέθηκε
υπό δικαστική μεσεγγύηση. Και ναι μεν με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και
αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και
πλειστηριασμό, όμως, από τη ρητή παραπομπή του άρθρου 727 Κ.Πολ.Δ στο άρθρο
721 του ίδιου Κώδικα σαφώς προκύπτει, ότι αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να
επιβληθεί και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση…»
(ΑΠ 1653/2008 ΝοΒ 2009, τ. 57, σελ. 635, ΧρΙΔ 2009/Θ, σελ. 647). (ΑΠ 1306/2006,
ΝΟΜΟΣ). «…η προαναφερθείσα απαγόρευση (διάθεσης) αφορά μόνο τις
απαλλοτριώσεις που γίνονται με τη βούληση του οφειλέτη, δηλαδή τις
εκούσιες και όχι εκείνες που επέρχονται από το νόμο ή από δικαστική
απόφαση, δηλαδή τις αναγκαστικές (Β. Βαθρακοκοίλης: ό.π στο άρθρο 715 σελ.
234 αρ. 2, Ι. Μπρίνιας, Αναγκ. Εκτέλεση στο άρθρο 958 παρ. 301 σελ. 789)…»
(ΕφΑθ 7228/2004 ΕλλΔνη 2005, τ. 46, σελ. 543, ΝΟΜΟΣ) «…η συνέπεια αυτή
(στέρηση της εξουσίας διάθεσης), όταν αφορά ακίνητο, επέρχεται με την
εγγραφή της στο βιβλίο κατασχέσεων της περιφέρειας του τόπου, στην οποία
κείται το ακίνητο (βλ. ΓνμΕισΑΠ 12/1970 ΝοΒ 18/1268). Τούτο επιβάλλεται από την

187

αρχή της δημοσιότητας των επί των ακινήτων ασφαλιστικών μέτρων ή μέσων
αναγκαστικής εκτέλεσης…» (ΕφΑθ 7575/1996 ΕλλΔνη 1998, τ. 39, σελ. 180).

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΜΕΣΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ

«…(Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 715 ΚΠολΔ και του άρθρου 727
ΚΠολΔ, προκύπτει ότι) η προσωρινή διαταγή, που εκδίδεται στα πλαίσια της δίκης
των ασφαλιστικών μέτρων για τη θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση,
ως συνάρτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και τελολογικό παρεπόμενο της
αντίστοιχης απόφασης, αποτελεί το πρόσφορο μέσο προς πραγμάτωση του με το
ασφαλιστικό μέτρο επιδιωκόμενου σκοπού και δε μπορεί να είναι περισσότερο
εξασφαλιστική από την ίδια την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων. Έτσι η
απαγόρευση, με προσωρινή διαταγή, της νομικής μεταβολής ακινήτου ή
εμπράγματου δικαιώματος σ’ αυτό, ισχύει έναντι των τρίτων με την προϋπόθεση ότι
σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα δημόσια βιβλία
κατασχέσεων, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 715 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. η
οποία εφαρμόζεται αναλόγως…» (ΑΠ(Ολ) 17/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΝΟΜΟΣ).

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΜΕΣΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ

«…Η δικαστική μεσεγγύηση, που αντικατέστησε «τη συντηρητική κατάσχεση επί
σκοπώ διεκδικήσεως» του προϊσχύσαντος δικαίου, διαφοροποιείται από το άλλο
ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρα 707 επ. ΚΠολΔ), ως προς
το ότι η μεν δικαστική μεσεγγύηση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση μη
χρηματικών απαιτήσεων, δεσμεύει προσωρινά το πράγμα, προκειμένου να καταστεί
δυνατή η μελλοντική άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση ή απόδοση
αυτούσιου του δεσμευμένου πράγματος, η δε συντηρητική κατάσχεση, που
διατάσσεται για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 723, 724 ΚΠολΔ),
δεσμέυει προσωρινά το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη που κατασχέθηκε,
προκειμένου να καταστεί δυνατή, μετά την τροπή της συντηρητικής κατάσχεσης σε
αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 ΚΠολΔ), η μελλοντική έμμεση αναγκαστική
εκτέλεση, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του δανειστή που την
επέβαλε από το προϊόν του πλειστηριασμού...» (ΑΠ 1306/2006 ΝοΒ 2006, τ. 54, σελ.
1817, ΝΟΜΟΣ).

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΜΕΣΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ

«…Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 715 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, που
είναι παρόμοια με τις διατάξεις των άρθρων 958 παρ. 1 και 997 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ,
η διάθεση είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτριώσεως και περιλαμβάνει οποιαδήποτε
μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική μεταβολή του πράγματος ή
δικαιώματος που συντηρητικώς κατασχέθηκε ή τέθηκε υπό δικαστική μεσεγγύηση.
Και ναι μεν με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται
από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, όμως, από τη ρητή
παραπομπή του άρθρου 727 ΚΠολΔ στο άρθρο 721 ίδιου Κώδικα σαφώς προκύπτει,
ότι αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και σε αντικείμενα τα οποία έχουν
ήδη τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση. Έτσι, η δικαστική μεσεγγύηση ακινήτου δεν
αποκλείει, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, την αναγκαστική
κατάσχεση του ακινήτου αυτού και τις συνακόλουθες βέβαια πράξεις της
εκτελεστικής διαδικασίας, όπως την κατασχετήρια έκθεση, τον πλειστηριασμό
του ακινήτου και την κατακύρωσή του, των οποίων έτσι το κύρος δεν
επηρεάζεται από την ύπαρξη της δικαστικής μεσεγγύησης και επομένως αυτές
δεν μπορούν να προσβληθούν για ακυρότητα. Βεβαίως, υπό την ερμηνευτική
αυτή εκδοχή, δεν προστατεύεται επαρκώς ο δανειστής, ο οποίος, για την εξασφάλιση
ενοχικής του απαίτησης για τη μετάβαση της κυριότητας πράγματος, έχει επιτύχει τη

188

δικαστική μεσεγγύησή του. Όμως ο δανειστής αυτός προστατεύεται με το
ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης στο μέτρο της προστασίας που ο
ίδιος ο νόμος παρέχει. Η ελλιπής αυτή προστασία δεν αντιστρατεύεται στο άρθρο 20
παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης
προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για
τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει», ούτε βέβαια στο άρθρο 6
παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι «πάν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή
του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και
αμερόληπτου δικαστηρίου…», διότι έτσι ο νόμος προσδιορίζει και δεν περιορίζει το
δικαίωμα του δανειστή. Επιτρέπει δηλαδή την αναγκαστική κατάσχεση του
μεσεγγυημένου πράγματος και κατά τα λοιπά εμποδίζει τον ίδιο τον οφειλέτη
να προβεί στη διάθεσή του. Εξάλλου, με τη δικαστική μεσεγγύηση δεν κτάται
προνόμιο και συνεπώς ο δανειστής που έχει ενοχική απλώς αξίωση για την
παράδοση ή απόδοση μεσεγγυημένου πράγματος, δεν μπορεί να βρίσκεται σε
προνομιακή θέση έναντι άλλων δανειστών, οι οποίοι και αυτοί έχουν κατά του ίδιου
οφειλέτη ποιοτικώς μεν διάφορες (χρηματικές) αλλά πάντως απαιτήσεις. Και υπό το
προγενέστερο δίκαιο είχαν ανακύψει σχετικοί προβληματισμοί ως προς το αν ήταν
δυνατή η αναγκαστική κατάσχεση του πράγματος που ήδη προηγουμένως είχε
συντηρητικώς κατασχεθεί. Παρά ταύτα ο νομοθέτης, εν γνώσει των
προβληματισμών, με ρητές διατάξεις (άρθρα 727, 721 ΚΠολΔ), επέτρεψε την
αναγκαστική κατάσχεση και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη κατασχεθεί
συντηρητικώς, αλλά και σε αντικείμενα που ήδη έχουν τεθεί υπό δικαστική
μεσεγγύηση, με αυτονόητη βέβαια επίγνωση και της εντεύθεν συνέπειας να
αχρηστευθεί ενδεχομένως για το δανειστή το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής
μεσεγγύησης, ύστερα από μία μεταγενέστερη αναγκαστική κατάσχεση του
μεσεγγυημένου πράγματος, αφού, όπως έχει ήδη προεκτεθεί, μέλημά του (του
νομοθέτη) ήταν, όχι να δημιουργήσει προνόμιο υπέρ εκείνου που ζήτησε το
ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, αλλά να αποτρέψει την
οικειοθελή περαιτέρω διάθεση του μεσεγγυημένου πράγματος από τον
οφειλέτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 1β ΚΠολΔ, τρίτος έχει
δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται
δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει
σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως... β) απαγόρευση
διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμο την
ακυρότητα της διάθεσης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των
άρθρων 175 και 176 ΑΚ, που ορίζουν, η πρώτη ότι η διάθεση ενός αντικειμένου είναι
άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει και η δεύτερη ότι αν την απαγόρευση του
προηγούμενου άρθρου έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ό,τι και στην
απαγόρευση από το νόμο, σαφώς προκύπτει, ότι ο τρίτος μπορεί να προσβάλει την
αναγκαστική εκτέλεση, αν η απαγόρευση της διάθεσης του αντικειμένου της
εκτέλεσης, που συνεπάγεται την ακυρότητα της διάθεσης, έχει ταχθεί υπέρ αυτού με
διάταξη νόμου ή δικαστική απόφαση. Αλλά, κατά τα προεκτιθέμενα, η δικαστική
μεσεγγύηση δεν αποκλείει την επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως και επομένως
δεν είναι κατά το νόμο άκυρη η μεταβίβαση σε τρίτον της κυριότητας του υπό
μεσεγγύηση πράγματος, που γίνεται στα πλαίσια της αναγκαστικής αυτής εκτέλεσης,
έναντι του δανειστή που είχε επιτύχει το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής
μεσεγγύησης … στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, συνακόλουθα και στη
δικαστική μεσεγγύησή του, η ακυρότητα που αναφέρεται στην παρ. 1 (του άρθρου
715) ισχύει ως προς τους τρίτους μόνο αν κατά το χρόνο της διάθεσης είχε γίνει η
εγγραφή της κατάσχεσης επομένως και της δικαστικής μεσεγγύησης στο βιβλίο
κατασχέσεων. Το γεγονός ότι στο άρθρο 727 δεν περιλήφθηκε στις
συμπληρωματικώς εφαρμοστέες διατάξεις και η διάταξη του άρθρου 714 παρ. 1
Κ.Πολ.Δ., με την οποία ρητώς ορίζεται η εγγραφή της συντηρητικής κατάσχεσης στο
βιβλίο κατασχέσεων, δεν υποδηλώνει βούληση του νομοθέτη για διαφοροποίηση ως
προς τη δικαστική μεσεγγύηση, ενόψει της ρητής και αδιάστικτης παραπομπής από

189

το άρθρο 727 σε όλες τις διατάξεις του άρθρου 715…» (ΑΠ 1306/2006 ΝοΒ 2006, τ.
54, σελ. 1817). ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΜΕΣΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΣΕ ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ
«…Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 949 Κ.Πολ.Δ και 1192 παρ. 4 του ΑΚ
προκύπτει, ότι επί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως ακινήτου για
την ολοκλήρωση της συμβάσεως και τη συντέλεση της μεταβιβάσεως της κυριότητας
του ακινήτου απαιτείται μεταγραφή τόσο της τελεσίδικης κατ' άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ
αποφάσεως, όσο και της δηλώσεως, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, περί αποδοχής
του αντισυμβαλλομένου, αλλιώς δεν επέρχεται το εκποιητικό αποτέλεσμα και δεν
τελειούται η εμπράγματη δικαιοπραξία. Αν όμως η μεταγραφή αυτή (αποφάσεως και
δηλώσεως) γίνει μετά την επίδοση της περιλήψεως ή αντιγράφου της αναγκαστικής
κατασχέσεως, είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και δεν
αντιτάσσεται κατ' αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 997 παρ. 1-3
Κ.Πολ.Δ, αφού κατά τα προλεχθέντα η μεσεγγύηση δεν κωλύει την έγκυρη
επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως και δεν επηρεάζει το κύρος των πράξεων
της εκτελεστικής διαδικασίας του επακολουθούν, ούτε ανατρέπει τις συνέπειές
τους…» (ΑΠ 1653/2008 ΝοΒ 2009, τ. 57, σελ. 635, ΧρΙΔ 2009/Θ, σελ. 647). «…Κατά
μεν το άρθρο 919 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται
για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει
δεδικασμένο, κατά δε το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ, το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και
κατά εκείνων που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το
τέλος της. Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων συνάγεται ότι στην περίπτωση
της ειδικής διαδοχής το δεδικασμένο ισχύει και η εκτελεστότητα υφίσταται έναντι του
διαδόχου, είτε πρόκειται περί εμπραγμάτων είτε περί ενοχικών δικαιωμάτων. Η
δέσμευση, όμως, αφορά το επίδικο δικαίωμα και μόνο εκείνου που διαδέχεται επ'
αυτού τον διάδικο. Επομένως, αν έχει ασκηθεί ενοχική αγωγή, που έχει αντικείμενο
τη μεταβίβαση της κυριότητας πράγματος, επίδικο είναι το προς τούτο ενοχικό
δικαίωμα και όχι το ίδιο το πράγμα, δεσμεύεται δε ο διάδικος σ' αυτό το δικαίωμα και
όχι ο αποκτών την κυριότητα του πράγματος από έναν των διαδίκων. Τέτοιας
φύσεως (ενοχικής) είναι και η από το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ αγωγή, για την καταδίκη
κάποιου σε δήλωση βουλήσεως. Ακόμα δε και αν στην αγωγή αυτή σωρεύεται
αίτημα για την εκπλήρωση της υπό κατάρτιση συμβάσεως και συνακόλουθα η
απόφαση περιέχει καταδίκη και σε παράδοση του πράγματος, το από την απόφαση
αυτή δεδικασμένο δεν έχει ισχύ και εναντίον του τρίτου που απέκτησε το πράγμα
κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας της από το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ δίκης, διότι στην
περίπτωση αυτήν ο τρίτος είναι ειδικός διάδοχος του οφειλέτη που νικήθηκε, αλλά
μόνο ως προς το δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο, το οποίο όμως δεν ήταν επίδικο,
αλλ' επίδικη ήταν η αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου για την καταδίκη του
σε δήλωση βουλήσεως, ως προς την οποία ο τρίτος δεν είναι ειδικός διάδοχος. Αν
στην αγωγή για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως είχε σωρευτεί, κατ’ άρθρο 69
παρ. 1 περ. δ' και ε' Κ.Πολ.Δ, και διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) επεκτείνεται
το δεδικασμένο της απόφασης και στον τρίτο, αφού τότε επίδικο καθίσταται το ίδιο το
δικαίωμα της κυριότητας στο ακίνητο. Το ίδιο ισχύει και όταν ο δικαιούχος της κατά το
άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως, είχε επιτύχει το ασφαλιστικό
μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης του πράγματος, υπό την απαραίτητη και
αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο της διαθέσεως, η απόφαση για την
θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση είχε εγγραφεί στα βιβλία
κατασχέσεων της περιφέρειας του τόπου, όπου βρίσκεται το ακίνητο. Η προϋπόθεση
αυτή προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 721 και 715 παρ. 3
Κ.Πολ.Δ., η τελευταία από τις οποίες ορίζει ότι στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου,
συνακόλουθα και στη δικαστική μεσεγγύησή του, η ακυρότητα που αναφέρεται στην
παρ. 1 (του άρθρου 715) ισχύει ως προς τους τρίτους μόνο αν κατά το χρόνο της
διάθεσης είχε γίνει η εγγραφή της κατάσχεσης επομένως και της δικαστικής
μεσεγγύησης στο βιβλίο κατασχέσεων. Το γεγονός ότι στο άρθρο 727 δεν
περιλήφθηκε στις συμπληρωματικώς εφαρμοστέες διατάξεις και η διάταξη του
άρθρου 714 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με την οποία ρητώς ορίζεται η εγγραφή της

190

συντηρητικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, δεν υποδηλώνει βούληση του
νομοθέτη για διαφοροποίηση ως προς τη δικαστική μεσεγγύηση, ενόψει της ρητής
και αδιάστικτης παραπομπής από το άρθρο 727 σε όλες τις διατάξεις του άρθρου
715…» (ΑΠ 1306/2006, ΝΟΜΟΣ).

47433319-Υποθηκοφυλακεία-Ακίνητα-Νομολογιακές-Συνθέσεις

Sections

show all« prev | next »

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...