The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20110810094822/http://www.scribd.com:80/doc/50130084/16/%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%95%CE%9B%CE%95%CE%A3%CE%97-%CE%9C%CE%95-%CE%A3%CE%A5%CE%9C%CE%92%CE%9F%CE%9B%CE%91%CE%99%CE%9F%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%9A%CE%9F-%CE%95%CE%93%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%9F

10. ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΕ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

«…Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 και 2 περίπτ. δ ΚΠολΔικ εκτελεστοί τίτλοι, με
βάση τους οποίους μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση είναι, μεταξύ άλλων,
και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα. Κατά το άρθρο 915 ΚΠολΔικ "αναγκαστική
εκτέλεση που αφορά απαίτηση υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία δεν μπορεί να
γίνει πριν πληρωθεί η αίρεση ή περάσει η προθεσμία. Η πλήρωση της αίρεσης
καθώς και η πάροδος της προθεσμίας, εφόσον η λήξη της δεν βρίσκεται
ημερολογιακά, πρέπει να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που έχει
αποδεικτική δύναμη. Κατά το άρθρο 916 ΚΠολΔικ "αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί
να γίνει, αν από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της
παροχής". Κατά το άρθρο 918 παρ. 4 ΚΠολΔικ "απόγραφο δεν δίνεται αν δεν μπορεί
να γίνει εκτέλεση σύμφωνα με τα άρθρα 915 έως 917. Κατά το άρθρο 921 ΚΠολΔικ
"όταν σε αμφοτεροβαρείς συμβάσεις ο οφειλέτης έχει υποχρέωση παροχής, με τον
όρο ότι ο δανειστής θα εκπληρώσει ταυτόχρονα την αντιπαροχή που τον βαρύνει, η
αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να προχωρήσει πριν γίνει η προσφορά της
αντιπαροχής στον οφειλέτη, εκτός αν αποδεικνύεται με έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό
που έχει αποδεικτική δύναμη, ότι εκπληρώθηκε ήδη η αντιπαροχή ή ότι ο οφειλέτης
περιήλθε σε υπερημερία αποδοχής". Τέλος κατά το άρθρο 924 εδ. α ΚΠολΔικ "η
διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του
οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και
στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που
αναφέρεται στο άρθρο αυτό. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται
ότι για να είναι έγκυρη η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση με βάση
συμβολαιογραφικό έγγραφο ως εκτελεστό τίτλο πρέπει η απαίτηση να είναι
βέβαιη, δηλαδή να μην τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία και
εκκαθαρισμένη, δηλαδή να προκύπτει το ποσό και τον ποιόν αυτής. Όταν η
πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, του όρου ή της προθεσμίας, από την
οποία εξαρτάται η απαίτηση, δεν προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο
(συμβολαιογραφικό έγγραφο), τότε οφείλει ο επισπεύδων, με ποινή
ακυρότητας της εκτέλεσης, που υφίσταται ανεξαρτήτως βλάβης του οφειλέτη,
να κοινοποιήσει στον τελευταίο μαζί με το αντίγραφο του απογράφου με
επιταγή προς εκτέλεση και αντίγραφο δημόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου από το
οποίο αποδεικνύεται η πλήρωση της αιρέσεως ή προθεσμίας, εφόσον αυτές
δεν προκύπτουν ημερολογιακώς (ΑΠ 189/1998 ΕΔ 39.828, 753/1994 ΕΔ 36.841)
και με την προϋπόθεση ότι σε δίκη θα έφερε το βάρος απόδειξης αυτών των

304

γεγονότων (βλ. Πρακτικά Αναθ. Επιτρ. Σχ. ΚΠολΔικ σελ. 411, Κ. Μπέη Δ. 24.624,
Εφ.Αθ. 5667/1995 ΕΔ 38.1619). Κατά τον ίδιο τρόπο αποδεικνύεται (με δημόσιο ή
ιδιωτικό έγγραφο) και η εκπλήρωση της αντιπαροχής που βαρύνει το δανειστή
αμφοτεροβαρούς σύμβασης, όταν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του
οφειλέτη, όπως και η περιέλευση του οφειλέτη σε υπερημερία αποδοχής της
αντιπαροχής του δανειστή, ενώ ως προς την κρίση, αν μικρές παρεκκλίσεις από την
προσδιορισμένη με τη σύμβαση, κατά ποσό και ποιό, παροχή ή αντιπαροχή δεν
συνιστούν κακή εκπλήρωση, εφαρμόζεται και η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 288
ΑΚ (ΑΠ 648/1996 ΕΔ. 39.1567). Στον αποδεικτικό πιο πάνω περιορισμό εμπίπτει,
όταν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση με συμβολαιογραφικό έγγραφο ως
εκτελεστό τίτλο για απαίτηση εξαιτίας παράβασης συμβατικών όρων, η βεβαίωση της
παράβασης των όρων και οι συναφείς συμφωνίες κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας ή
επιστροφής αρραβώνα ή υπαναχώρησης, που έχουν τεθεί ως συνέπειες της
αδυναμίας ή πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής ή παράβασης όρων της
σύμβασης (βλ. I. Μπρίνια τομ. I, άρθρο 915 παρ. 71 σελ. 202, Εφ.Πειρ. 332/1991
ΕΔ. 36.841, ΕΑ 1042/1972 Αρχ.Νομ. ΚΕ 312, 2248/1973 ΝοΒ 21.1361)…» (ΕφΛαρ
325/2004, ΝΟΜΟΣ) (ΕφΑθ 11691/1988 ΑρχΝομ 1989, τ. Μ, σελ. 462, ΝΟΜΟΣ,
ΜΠΡόδου 145/2006, ΝΟΜΟΣ) «…εκτελεστός τίτλος δεν είναι κάθε
συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά μόνον όσα περιέχουν αξίωση δεκτική
εκτελέσεως. Η εν λόγω απαίτηση μπορεί να απορρέει από σύμβαση (λ.χ. πώληση,
δάνειο, μίσθωση κ.λπ.), ή, όταν επιτρέπεται από το νόμο, από μονομερή
δικαιοπραξία (π.χ. δημόσια διαθήκη, προκήρυξη), χωρίς μάλιστα να απαιτείται να
περιέχουν ρήτρα εκτελεστότητας. Οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο όροι γέννησης της
εκτελούμενης αξίωσης, πρέπει να προκύπτουν από το εκτελούμενο συμβόλαιο. Τα
συμβολαιογραφικά έγγραφα είναι εκτελεστά όχι μόνο για χρηματικές
απαιτήσεις, αλλά και για μη χρηματικές, όπως για αξιώσεις προς παράδοση ή
απόδοση του πράγματος, εκτελούνται δε μόνον όταν η απαίτηση είναι βεβαία και
εκκαθαρισμένη, υπό την έννοια των άρθρων 915, 916 και 921 παρ. 4 ΚΠολΔ (Βλ. ΑΠ
1600/1992 ΕλλΔνη 35.392, ΕφΑθ 11643/1995 ΕλλΔνη 38.1620, 1141/1995 ΕλλΔνη
37.1626, 2881/1993 ΕλλΔνη 35.455, 7210/1982 ΝοΒ 31.370, 191/1976 Αρμ Λ.579, Ι.
Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, έκδ. Β', υπ' άρθρο 904 παρ. 24, Γέσιου-Φαλτσή,
Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Γεν. Μέρος, έκδ. 1998, σελ. 305 επ., Κ. Μπέη,
ΚΠολΔ, υπ' άρθρο 904, αρ. 66 επ., Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 904, σελ.
61 επ., Β. Μπρακατσούλα, Αν. Εκτέλεση, έκδ. 1993, σελ. 89 επ.)…» (ΑΠ 909/2006
ΧρΙΔ 2007/Ζ, σελ. 284, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 305/2004 ΕλλΔνη 2004, τ. 45, σελ 1433, ΕφΑθ
3678/2007 ΕφΑΔ 2008, σελ. 1118, ΝΟΜΟΣ, ΜΠΡόδου 2514/2007, ΝΟΜΟΣ) «…Από
τις διατάξεις των άρθρων 904 και 918 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο συμβολαιογράφος,
για την περιαφή του τύπου εκτελέσεως στα συμβολαιογραφικά έγγραφα,
πρέπει να εξετάζει μόνο αν αυτά αποτελούν κατά νόμο τίτλο εκτελεστό και
φέρουν τα τυπικά στοιχεία τούτου. Αν υπάρχει η συνδρομή αυτών των
προϋποθέσεων, είναι υποχρεωμένος να χορηγήσει στον έχοντα έννομο
συμφέρον αιτούντα, το σχετικό κατά περίπτωση απόγραφο. Εξάλλου, τα
συμβολαιογραφικά έγγραφα είναι εκτελεστά όχι μόνο για χρηματικές
απαιτήσεις αλλά και για μη χρηματικές απαιτήσεις, όπως για αξιώσεις προς
παράδοση ή απόδοση πράγματος - πώληση, μίσθωση - (Φραγκίστας- Φαλτσή,
Το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, έκδοση 2η σελ.81-82). Σε περίπτωση δε
που ο συμβολαιογράφος αρνηθεί την έκδοση του, αυτός που έχει έννομο
συμφέρον μπορεί να προσφύγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο
δικάζον κατά την ειδική διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ,
λύνει τη σχετική διαφωνία περιοριζόμενο στην εξέταση μόνο των
προϋποθέσεων, με βάση τις οποίες εκδίδεται αυτό, ενώ η αμφισβήτηση του
κύρους του εγγράφου, λόγω μη συνδρομής των διαδικαστικών και
ουσιαστικών προϋποθέσεων έκδοσης του, απόκειται στους διαδίκους με τις
δίκες περί την εκτέλεση. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση του
απογράφου, το δικαστήριο δεν εκδίδει το ίδιο απόγραφο, αλλά διατάζει τον

305

αρνούμενο συμβολαιογράφο να το χορηγήσει. (Μπρίνιας, Αναγκαστική εκτέλεση
άρθρο 918, σελ. 231, Φραγκίστας - Φαλτσή, Το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης
2η έκδοση, σελ. 174). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 904, 915, 918, και 921 παρ. 4 ΚΠολΔ,
ο εκτελεστός τίτλος, ο οποίος δύναται να είναι και το συμβολαιογραφικό έγγραφο,
πρέπει να περιέχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, έννομο δε συμφέρον για την
έκδοση του απογράφου τούτου, έχει προεχόντως, ο δικαιούμενος να προβεί σε
αναγκαστική εκτέλεση (Μπρίνιας, Αναγκ. εκτέλεση 1978, άρθρο 918, παρ. 84
σελ.228 επ.). (ΜΠΧανίων 447/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ). «…Αν η κυρία σύμβαση, ο χρόνος
εκπληρώσεως και η ρήτρα αποδεικνύονται από συμβολαιογραφικό έγγραφο, που
είναι τίτλος εκτελεστός, κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. δ’ ΚΠολΔ, ο δανειστής
μπορεί να ζητήσει απόγραφο και να επιδώσει επιταγή, κάτω από αντίγραφο
του απογράφου, κατά τα άρθρα 918 παρ. 1 και 2 περιπτ. γ’ σε συνδ. προς 924
ΚΠολΔ. Η απαίτηση της ποινής στην περίπτωση αυτή δεν τελεί υπό αίρεση ούτε έχει
έδαφος εφαρμογής το άρθρο 915 σε συνδ. με το άρθρο 924 ΚΠολΔ. Ο οφειλέτης
δικαιούται με ανακοπή να προβάλει τις ενστάσεις του, λ.χ. ότι εκπλήρωσε
εγκαίρως την παροχή ή ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονότα για τα οποία
δεν ευθύνεται (ΑΚ 342) ή ότι η ποινή είναι υπέρμετρη (ΑΚ 409), οι οποίες
(ενστάσεις) είναι παραδεκτές (ΕφΑθ 8398/1982 ό.π.)…» (ΕφΔωδ 28/2006,
ΝΟΜΟΣ) «…Αν η πλήρωση της αίρεσης ή του όρου ή η πάροδος της προθεσμίας
δεν μπορεί να βρεθεί ημερολογιακώς, απαιτείται απόδειξη αυτών με δημόσιο ή
ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να κοινοποιείται μαζί με το αντίγραφο από το
απόγραφο του εκτελετού τίτλου (συμβολαιογραφικού εγγράφου) με επιταγή προς
εκτέλεση…» (ΑΠ 753/1994 ΕλλΔνη 1995, τ. 36, σελ. 841, ΝΟΜΟΣ) «…Από τις
ΚΠολΔ 915, 916, 924, συνάγεται ότι απαιτείται, προκειμένου να γίνει αναγκαστική
εκτέλεση, να προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο η ποσότητα και ποιότητα της
παροχής και επομένως για την εγκυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση και την
ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, η παροχή, δηλαδή το αντικείμενο της
απαίτησης του επισπεύδοντος και κατά νομική ακολουθία το αντικείμενο της
υποχρέωσης του καθ' ου η εκτέλεση, προς προστασία του οποίου έχει τεθεί η
διάταξη, πρέπει να είναι εκκαθαρισμένη μέσα στον εκτελεστό τίτλο, χωρίς την ανάγκη
συνεκτίμησης και άλλων εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών με δεσμευτική αποδεικτική
δύναμη, κατ’ απόκλιση της ΚΠολΔ 915, για το χαρακτηρισμό της εκτελούμενης
απαίτησης ως βέβαιης. Δεν αποκλείεται η έγκαιρη επίσπευση της εκτέλεσης, παρά το
μη προσδιορισμό του ποσού της παροχής στον εκτελεστό τίτλο, αν κατά την σύνταξη
της επιταγής είναι δυνατός ο καθορισμός αυτός με αριθμητική εργασία η λογιστική, με
βάση τα στοιχεία του τίτλου, πλην όμως αποκλείεται οποιαδήποτε συμπλήρωση που
βρίσκεται εκτός του εκτελεστού τίτλου και δεν μπορεί, κατ’ απόκλιση της ΚΠολΔ 915,
η αοριστία αυτή να συμπληρωθεί με την επίδοση άλλου εγγράφου που αποδεικνύει
το εκκαθαρισμένο…» (ΜΠΠειρ 5949/2006 ΑρχΝομ 2006, τ. ΝΖ, σελ 367, ΝοΒ 2006,
τ. 54, σελ 1094, ΝΟΜΟΣ) «…από τον συνδυασμό των άρθρων 933 παρ. 4, 915 και
924 εδ α' του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι επί πωλήσεως οριστικής ή προσυμφώνου
πωλήσεως πράγματος με συμβολαιογραφικό έγγραφο, η νομή και κατοχή του οποίου
παραδόθηκε στο αγοραστή με την διαλυτική αίρεση της πληρωμής του τιμήματος στη
συμφωνημένη προθεσμία, εάν επισπεύδεται με βάση το πωλητήριο συμβόλαιο
αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του πωλητή κατά του
αγοραστή προς απόδοση του ακινήτου, η γένεση της οποίας εξαρτήθηκε συμβατικώς
από την πλήρωση της ως άνω διαλυτικής αίρεσης και ο καθού η εκτέλεση ασκήσει
ανακοπή κατά το άρθρο 933 του Κ.Πολ.Δικ., ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι
εξεπλήρωσε την οφειλή του και ματαιώθηκε έτσι οριστικώς η πλήρωση της
διαλυτικής αίρεσης από την οποία εξαρτήθηκε η γέννηση της οποίας εξαρτήθηκε
συμβατικώς από την πλήρωση της ως άνω διαλυτικής αίρεσης και ο καθού η
εκτέλεση ασκήσει ανακοπή κατά το άρθρο 933 του Κ.Πολ.Δικ., ο ισχυρισμός του
ανακόπτοντος ότι εξεπλήρωσε την οφειλή του και ματαιώθηκε έτσι οριστικώς η
πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκε η γέννηση της
απαίτησης του επισπεύδοντος, δεν υπόκειται στον αποδεικτικό περιορισμό του

306

άρθρου 933 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., αφού δεν αφορά στην απόσβεση της απαίτησης
του επισπεύδοντος για την οποία επισπεύτηκε η εκτέλεση αλλά στη ματαίωση
(διακώλυση) της γέννησής της. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 415, 418, 422, 423 του ΑΚ
και 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εάν ο οφειλέτης αντιτάσσει την ένσταση απόσβεσης
του επίδικου χρέους με καταβολή και ο ενάγων δανειστής δεν επικαλεσθεί την
ύπαρξη άλλων ομοειδών χρεών, οπότε μπορεί να γεννηθεί ζήτημα καταλογισμού της
παροχής στα περισσότερα χρέη, κατά τους ορισμούς και τις προϋποθέσεις των
άρθρων 422, 423 του ΑΚ, αρκεί για την ευδοκίμηση της ένστασης αυτής η απόδειξη
της καταβολής, έστω και αν κατ’ αυτήν ο οφειλέτης δεν όρισε ειδικώς ότι ενήργησε
προς απόσβεση του συγκεκριμένου επίδικου χρέους…» (ΑΠ 1007/1995, ΝΟΜΟΣ)
«…Μόνο το γεγονός ότι, για να μπορεί να εκτελεσθεί … συμβολαιογραφικό έγγραφο
πρέπει να εξοπλιστεί με τον εκτελεστήριο τύπο, που δίνεται από το δικαστή του
μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρο 218 ΚΠολΔ), οι πράξεις δε της εκτελέσεως
ενεργούνται από κρατικά όργανα, δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού εδώ δεν
πρόκειται για το κύρος των πράξεων των εν λόγω κρατικών οργάνων αλλά για το
υποστατό της απαιτήσεως, τα μέρη δε δικαιούνται και κατά το στάδιο της εκτελέσεως
να συμβιβάζονται ως προς την απαίτηση και τις κατ' αυτής ενστάσεις αλλά και να
καταργούν την αναγκαστική εκτέλεση, η οποία έχει μεν δημόσιο χαρακτήρα,
υπόκειται όμως σε πολύ μεγάλο βαθμό στη κυριαρχία των μερών…» (ΑΠ 1328/2001,
ΤΝΠ ΔΣΑ). ΚΗΡΥΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΥ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ «…Σύμφωνα με τη
διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του υπ’ αριθ. 44/2001 Κανονισμού του Συμβουλίου
"για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές
και εμπορικές υποθέσεις", που άρχισε (κατά το άρ. 76 του κανονισμού) να ισχύει από
1.3.2002 και αντικατέστησε (κατά το άρ. 69) τη σύμβαση μεταξύ της Ελλάδας και της
Γερμανίας, για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων,
συμβιβασμών και δημοσίων εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που
υπογράφηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 1961, "τα δημόσια έγγραφα, που
έχουν εκδοθεί και είναι εκτελεστά σε κράτος μέλος, περιβάλλονται κατόπιν
αιτήσεως τον εκτελεστήριο τύπο σε άλλο κράτος μέλος κατά τη διαδικασία των
άρθρων 38 και επόμενα". Η σχετική αίτηση υποβάλλεται στο Μονομελές
Πρωτοδικείο (άρ. 39 παρ. 1, σε συνδυασμό με το παράρτημα II του
κανονισμού) του τόπου κατοικίας του προσώπου, κατά του οποίου ζητείται η
εκτέλεση ή του τόπου της εκτέλεσης (άρ. 29 παρ. 2 του κανονισμού). Αυτός
που ζητεί την κρίση της εκτελεστότητας οφείλει να προσκομίσει αντίγραφο του
δημοσίου εγγράφου, το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις
γνησιότητας (άρ. 53 παρ. 1) με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από
πρόσωπο που έχει σε ένα από τα κράτη μέλη τη σχετική εξουσία (άρ. 55 παρ.
2), καθώς και τη βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο 57 παρ. 4. Σύμφωνα με
το άρ. 41, σε συνδυασμό με το άρ. 57 του κανονισμού, το δημόσιο έγγραφο
κηρύσσεται εκτελεστό ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται
στο άρθρο 53, ενώ δεν προβλέπεται γνωστοποίηση της αιτήσεως και της
δικασίμου στον καθού η εκτέλεση, ο οποίος και αν ακόμη λάβει γνώση της
διαδικασίας δεν δικαιούται να παραστεί στη δίκη, ούτε να υποβάλει στο στάδιο
αυτό παρατηρήσεις και ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να αποκλείεται έτσι η
παρέμβασή του και η σχετική διαδικασία να χαρακτηρίζεται από έλλειψη
αντιδικίας (ΕφΑθ 3209/2006 ΕλλΔνη 2007.274, ΕφΑθ 8237/2004 ΕλλΔνη
2005.1530). Περαιτέρω, το δημόσιο έγγραφο κηρύσσεται εκτελεστό, χωρίς να
προηγείται έλεγχος για το αν η εκτέλεσή του αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους
- μέλους εκτελέσεως, ενώ ο σχετικός έλεγχος γίνεται από το δικαστήριο, ενώπιον του
οποίου ασκείται το προβλεπόμενο από τον κανονισμό ένδικο μέσο (προσφυγή
ενώπιον του Εφετείου και αναίρεση κατά τις διακρίσεις των άρθρων 43 και 44), το
οποίο δύναται να απορρίψει ή να ανακαλέσει την κήρυξη εκτελεστότητας…»
(ΜΠΠρέβεζας 93/2007 Αρμ 2008, τ. ΞΒ, σελ. 1390, ΝΟΜΟΣ). «…Η ανωτέρω
συμβολαιογραφική πράξη είναι τίτλος εκτελεστός κατά το γερμανικό δίκαιο (αρθρ.
794 παρ. 1 περ. 5 του γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), όπως είναι τίτλος

307

εκτελεστός και κατά το ελληνικό δίκαιο (αρθρ. 904 παρ. 1δ' ΚΠολΔ) και δεν είναι
αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς την ημεδαπή δημόσια τάξη. Ειδικά ως προς το
τελευταίο (ημεδαπή δημόσια τάξη) πρέπει να σημειωθεί ότι η, κατά τις διατάξεις
των άρθρων 323 αρ. 5 και 905 παρ. 2 ΚΠολΔ, έννοια της δημόσιας τάξης είναι η
του άρθρου 33 ΑΚ (Μπέης, ΠολΔικ 6, 1317 επ., Σινανιώτης, ΠολΔ, σελ. 119 επ.),
αλλοδαπός δε τίτλος (όπως το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο) περί οφειλής
ξένου νομίσματος (όπως εδώ μάρκα) δεν αντίκειται στην ελληνική νομισματική
νομοθεσία και αν ακόμη η νομοθεσία αυτή θεωρηθεί ότι εμπίπτει στη δημόσια τάξη,
διότι με αυτόν (αλλοδαπό τίτλο) δεν θίγεται το εθνικό νόμισμα ούτε μειώνεται το
συναλλαγματικό απόθεμα, αφού η πληρωμή θα γίνει σε δραχμές (βλ. Βαθρακοκοίλη,
Αναλυτική Ερμηνεία - Νομολογία Αστικού Κώδικα, έκδ. 1989, άρθρ. 291, σελ. 433,
και ιδίου Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 1997, άρθρ. 917, σελ. 216)…»
(ΜΠΚαβάλας 359/1997 Αρμ 1998, τ. ΝΒ, σελ. 349, ΝΟΜΟΣ). «…με τον ισχύοντα
ΚΠολΔ ο καθ' ού η αίτηση, για κήρυξη στην ημεδαπή αλλοδαπού εκτελεστού τίτλου
σύμφωνα με το άρθρ. 905 αυτού, δεν δικαιούται να προβάλει στη σχετική δίκη
ενστάσεις κατά της απαιτήσεως στην ικανοποίηση της οποίας αποβλέπει ο
εκτελεστός τίτλος διακωλυτικές της γενέσεώς της ή της ασκήσεώς της, ή καταλυτικές
αυτής, όχι μόνο διότι στο άρθρ. 905 ΚΠολΔ δεν επαναλήφθηκε η αντίθετη ρύθμιση
του άρθ. 860 της καταργηθείσας Πολιτικής Δικονομίας, αλλά κυρίως διότι τόσο η
φύση της ειδικής διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθ. 740 επ., κατά την
οποία εκδικάζεται η αίτηση κηρύξεως εκτελεστού αλλοδαπού εκτελεστού τίτλου, όσο
και η διάρθρωση των αντιρρήσεων κατά της εκτελέσεως, οι οποίες εισάγονται μόνο
με την ανακοπή του άρθρ. 933 του ίδιου κώδικα, αποκλείουν την εισαγωγήν των,
κατά το ουσιαστικό δίκαιο, καταργητικών της ισχύος του αλλοδαπού τίτλου λόγων
ενώπιον του κατά το άρθρ. 905 παρ. 1 αρμοδίου δικαστηρίου, το οποίο δεν δικάζει
διαγνωστικά την κατά του οφειλέτη απαίτηση του δανειστή, αλλά λαμβάνει απλώς
ρυθμιστικό μέτρο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, αναγνωρίζοντας στο
δανειστή την κατά της ημεδαπής Πολιτείας αξίωση προς παροχή έννομης
προστασίας υπό τη μορφή της αναγκαστικής εκτελέσεως. Εξάλλου το άρθ. 905
ΚΠολΔ δεν θέτει ως αυτοτελή προϋπόθεση τη μη ύπαρξη λόγων που καταργούν την
ισχύν του τίτλου (I. Μπρίνιας, Αναγκ. Εκτέλ., άρθ. 905 παρ. 3γ', σελ. 101, Κ. Μπέη, Αι
διαδικασίαι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, σελ. 620 επ.). Ενόψει αυτών, ο
μοναδικός λόγος της εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών - καθ' ού η αίτηση οφειλέτης
προβάλλει ουσιαστικές ενστάσεις κατά της εκτελέσεως του τίτλου, ήτοι του
αλλοδαπού εκτελεστού γερμανικού συμβολαίου, και ειδικότερα ότι υπέγραψε αυτός
με το οποίο αναγνώρισε ανύπαρκτη απαίτηση της εφεσίβλητης κατ’ αυτού λόγω
πλάνης εκ του ότι δεν γνώριζε τη γερμανική γλώσσα, αλλά και λόγω απάτης,
απαράδεκτα προβάλλεται σ' αυτήν τη δίκη και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος…»
(ΕφΘεσ 2056/1992 Αρμ 1992, τ. ΜΣΤ, σελ. 821, ΝΟΜΟΣ) ΕΚΤΕΛΕΣΗ
ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΚΑΤΑ ΟΤΑ – ΔΗΜΟΣΙΟΥ «…Κατά τη διάταξη του
άρθρου 1 του Ν. 3068/2002 (ΦΕΚ Α-274), "το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής
αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να
συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να
προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της
υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις
κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών,
πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση
συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους
όρους που κάθε απόφαση τάσσει". Ενώ με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου,
όπως προστέθηκε με το άρθρο 20 Ν. 3301/2004, (ΦΕΚ Α’ 263/23.12.2004), ορίζεται
ότι "δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται
οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ’-ζ' της παρ. 2
του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ. πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών
δικαστικών αποφάσεων". Επειδή στο κανονιστικό περιεχόμενο του καθιερούμενου
από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., θεμελιώδους

308

δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, περιλαμβάνεται, εκτός από την οριστική και
προσωρινή δικαστική προστασία και η αναγκαστική εκτέλεση, ως ισότιμη μορφή
δικαστικής προστασίας και ως αναγκαία αυτοτελής δικονομική προέκταση του
ουσιαστικού δικαιώματος και όχι αποκλειστικά ως προέκταση κάποιας διαγνωστικής
διαδικασίας. Έτσι, με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες υπερισχύουν των
διατάξεων του Ν. 3068/2002, δεν κατοχυρώνεται απλώς η εκτελεστότητα των
δικαστικών αποφάσεων, αλλά η αναγκαστική εκτέλεση, ως έκφανση του
δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Τούτο έχει την έννοια ότι η αναγκαστική
εκτέλεση, ως αντικείμενο του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, αφορά
στην υποχρέωση της πολιτείας όπως, προς αποτροπή της αυτοδικίας, παρέχει, με τα
αρμόδια όργανά της, την προσήκουσα συνδρομή, για τη λήψη των εξαναγκαστικών
εκείνων μέσων, ώστε να διαμορφωθεί η κατά νόμο αποκατάσταση κατά τρόπο
συνάδοντα με το περιεχόμενο της ενσαρκούμενης στον εκτελεστό τίτλο ουσιαστικής
αξίωσης. Είναι δε αδιάφορο το θεμέλιο στο οποίο στηρίζεται αυτή η μετάβαση: είτε
δηλαδή η αναγκαστική εκτέλεση διεξάγεται με βάση εκτελεστό τίτλο που είναι
δικαστική (ή διαιτητική) απόφαση είτε με βάση τους άλλους αναφερόμενους στα
άρθρα 904, 905 του Κ.Πολ.Δ. εκτελεστούς τίτλους, γιατί η έννομη τάξη δεν αρκεί να
αναγνωρίζει απλώς δικαιώματα, αλλά πρέπει και να εξασφαλίζει και τον τρόπο
αναγκαστικής ικανοποίησής τους (πραγμάτωσης του δικαιώματος), για την ύπαρξη
και το περιεχόμενο των οποίων τα ενδιαφερόμενα μέρη, σε περίπτωση
αμφισβήτησης, μπορούν να προσφύγουν στη δικαστική διάγνωση, είτε πριν, είτε
μετά την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια επιτρέπεται
αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου και των λοιπών νομικών
προσώπων, στα οποία έχουν επεκταθεί τα προνόμια αυτού, για την
ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που πηγάζουν από κάθε αιτία, με βάση
τους αναφερόμενους στον Κ.Πολ.Δ. εκτελεστούς τίτλους (άρθρα 904, 905),
ενόψει και της δυνατότητας καθοριστικής επέμβασης της δικαιοδοτικής
λειτουργίας στις περιπτώσεις που αναφύονται αμφισβητήσεις κατά τη
διάρκεια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Σημειωτέον ότι ναι μεν οι
τίτλοι αυτοί εξαιρούνται από το άρθρο 1 του Ν. 3068/2002 "Συμμόρφωση της
Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις πλην τούτο δεν μεταβάλλει τα πράγματα.
Κατ’ ακολουθίαν υπάρχει υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται και στους
ανωτέρω εκτελεστούς τίτλους, αφού παρέχεται η δυνατότητα υλοποίησης αυτών με
την αναγκαστική εκτέλεσή τους, κατ’ εφαρμογή της εγγυώμενης από τα άρθρα 20
παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α πραγμάτωσης των
προβλεπόμενων από την έννομη τάξη δικαιωμάτων (βλ. ΕΣ (ΠΡΑΚΤ) 19-3/2003
ΕΔΚΑ 2003.606). Τέλος κατά το άρθρ. 7 παρ. 2 του Ν.Δ 496/1974 "περί λογιστικού
των ν.π.δ.δ." ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού
προσώπου ορίζεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή
ειδικό νόμο και αρχίζει από της επιδόσεως της αγωγής. Η ως άνω διάταξη ενέχεται
ότι αντιβαίνει στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος 6 και 14 της
Ε.Σ.Δ.Α και 2 παρ. 3α και β’, 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα
ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), διότι θεσπίζει άνιση προνομιακή
μεταχείριση των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς να
δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ανακύπτει έτσι το νομικό
ζήτημα της αντιθέσεως ή μή της εν λόγω διατάξεως προς τις προαναφερόμενες
διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και
πολιτικά δικαιώματα. Για το παραπάνω ζήτημα είχαν υποστηριχθεί σε παρόμοιες ή
παρεμφερείς περιπτώσεις οι ακόλουθες απόψεις α) Με την 3651/2002 απόφαση του
Σ.Τ.Ε. κρίθηκε ότι η πανομοιότυπη διάταξη του άρθρ. 21 του Κώδικα νόμων περί
δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26-6/ 10.7.1944) αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 20
παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου προσθέτου
πρωτοκόλλου αυτής. β) Η πλειοψηφία της 804/2002 αποφάσεως του Α.Π. δέχθηκε
αντίθετα την συνταγματικότητα της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα
νόμων περί δικών Δημοσίου με την αιτιολογία ότι δεν παραβιάζεται με αυτή η αρχή

309

της αναλογικότητας (η παραβίαση της αρχής της ισότητας δεν ερευνήθηκε λόγω
αοριστίας του σχετικού λόγου της αναιρέσεως). γ) Με την 11/2003 απόφαση της
Ολομελείας του Α.Π. κρίθηκε στο παρεμφερές ζήτημα της συνταγματικότητας του
άρθρου 52 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 που προβλέπει την αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη
από το δικαστήριο της ενστάσεως παραγραφής των αξιώσεων κατά των ν.π.δ.δ., ότι
η διάταξη αυτή δεν παραβιάζει την αρχή της συνταγματικότητας, διότι δικαιολογείται
από λόγους δημοσίου συμφέροντος. δ) Η ίδια ως άνω άποψη έγινε δεκτή με την
3850/2000 απόφαση του Σ.Τ.Ε για την όμοια ρύθμιση του άρθρου 96 του Ν.Δ.
321/1969, με την αιτιολογία όμως ότι η εν λόγω ρύθμιση δικαιολογείται από την
διαφορετική φύση των αξιώσεων και την ιδιαίτερη θέση και οργάνωση του
Δημοσίου…» (ΜΠΗρακλ 3878/2005 Αρμ 2006, τ. Ξ, σελ. 443, ΝΟΜΟΣ).
ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΕΡΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ «…Από τις διατάξεις
των άρθρων 523 παρ. 3, 550, 579 παρ. 2, 914 και 940 ΠολΔ συνάγεται, ότι η
επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση μπορεί να
διαταχθεί μόνο αν η εκτέλεση έγινε δυνάμει δικαστικής αποφάσεως, η οποία
μετά την εκτέλεση απέβαλε για οποιονδήποτε λόγο την ισχύ της, όχι δε και
όταν η εκτέλεση έγινε δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου (ΕφΑθ 6458/1978
ΝοΒ 27.586 επ. πρβλ. ΑΠ 456/1959 ΝοΒ 8.307, υπό το όμοιο με το άρθρο 914 ΠολΔ
άρθρο 766 Α της προϊσχύουσας ΠολΔικ, πρβλ ΕφΑθ 72/1978 ΕλΔ 19, σ. 208, πρβλ.
Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεση υπό το άρθρο 914 παρ. 66), δεδομένου ότι όλες
αυτές οι διατάξεις ομιλούν περί εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων, δεν υπάρχει δε
διάταξη περί επαναφοράς των πραγμάτων σε περίπτωση ακυρώσεως εκτελέσεως
που έγινε δυνάμει άλλου εκτελεστού τίτλου. Όσο για το άρθρο 940 ΠολΔ, ενώ
αναφέρεται στο άρθρο 914 ΠολΔ σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεων και
επαναλαμβάνει ότι μπορεί να ζητηθεί και η σύμφωνα με αυτό επαναφορά των
πραγμάτων, δεν επαναλαμβάνει το ίδιο και στην παρ. 3 που αφορά την ακύρωση
αναγκαστικής εκτελέσεως, για την οποία δεν προβλέπει επαναφορά των πραγμάτων
και αποζημίωση του καθού η εκτέλεση, τις οποίες προβλέπουν οι παρ. 1 και 2 αυτού
προκειμένου περί εκτελέσεως αποφάσεων, αλλά προβλέπει μόνο αποζημίωση
(ΕφΑθ 6458/1978 ό.π.)…» (ΜΠΚορίνθου 46/1988 Δ 1989, σελ. 278).

47433319-Υποθηκοφυλακεία-Ακίνητα-Νομολογιακές-Συνθέσεις

Sections

show all« prev | next »

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...