Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
2ο Συνέδριο Προϊστορικής
Αρχαιολογίας
4-7 Δεκεμβρίου 2008
Κτίριο "Αλέξανδρος Δελμούζος"
Αμφιθέατρο "Δημήτρης Σαράτσης"
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – Βόλος
Περιλήψεις
Ανακοινώσεων
BENVENUTI Alberto
Η αρχαιολογική έρευνα και η ιστορικο-διαλεκτική εξήγηση
Η επιμονή με την οποία στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες τείνουμε όλο και
περισσότερο να προτείνουμε μια αντίθεση αποκλειστικώς ανάμεσα στην εξήγηση των θετικών
επιστημών και την ιστορική ανάγνωση δεν είναι σε θέση να κρύψει τελείως τα ίχνη μιας
σημαντικής αφαίρεσης, εκείνης της ιστορικο-διαλεκτικής εξήγησης. Μια εξήγηση που προσπαθεί
να συλλάβει τις σταθερές, τις επαναλαμβανόμενες συνθήκες, όχι την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε
να ανακαλύψουμε τις αιτίες, με στόχο να διαπιστωθεί η αντίθεση σε σχέση με άλλες σταθερές, με
επαναλαμβανόμενες συνθήκες, και πιθανώς τα αποτελέσματα της αντίθεσης αυτής: μια εξήγηση
που τοποθετείται απέναντι στα γεγονότα, για να επιβεβαιώσει όχι τόσο το απρόβλεπτο ή,
αντίθετα, το προβλέψιμο, αλλά τον εν δυνάμει ρόλο άρνησης και υπέρβασης του υπάρχοντος.
Στην προ-προϊστορική αρχαιολογία το πρόβλημα είναι όμως πιο συγκεκριμένο και μπορεί να
διατυπωθεί ως εξής: σε ποιους αρχαιολογικούς δείκτες πρέπει να αναζητηθεί η επαλήθευση της
εγκυρότητας μιας εξήγησης ιστορικο-διαλεκτικού τύπου; Η απάντηση που μπορεί να προταθεί
είναι ότι μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη αρχαιολογικών στοιχείων, «τύπων», η λειτουργία των
οποίων δεν είναι το αποτέλεσμα του ρόλου που τους έχει ανατεθεί από το «πολιτιστικό»
σύστημα στο οποίο είναι ενταγμένοι, αλλά μπορεί, αντίθετα, να αλλάζει ως έκφραση ενεργειών
κοινωνικών ομάδων στο πλαίσιο πολύπλοκων κοινωνιών. Η αλλαγή αυτή μπορεί να είναι τέτοιας
φύσης, ώστε να συμβάλλει στον καθορισμό, έστω και φαινομενικά, μιας συνολικής μετατροπής
του συστήματος ή, αν προτιμάει κανείς, να αποτελεί μια ιδιαίτερα πρόωρη αποκαλυπτική ένδειξη
αυτής της μετατροπής που είναι ήδη σε εξέλιξη. Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η διαλεκτική
άρνηση μπορεί να γίνει αντιληπτή αρχαιολογικά μέσω των αλλαγών της λειτουργικής σημασίας
ενός συγκεκριμένου αρχαιολογικού στοιχείου, τότε αυτό θα ισχύει και σε όλους τους τομείς της
ανθρώπινης δραστηριότητας, ξεκινώντας, για παράδειγμα, από τις θρησκευτικές και καλλιτεχνικές
εκδηλώσεις. Πίσω από αυτές, δικαιολογημένα μπορεί κανείς να υποθέσει την ύπαρξη δράσης
συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, όμως ο καθορισμός των ομάδων αυτών δεν είναι καθόλου
εύκολος.
CHAPMAN John, GAYDARSKA Bisserka, ΣΚΑΦΙΔΑ Ευαγγελία,
ΣΟΥΒΑΤΖΗ Στέλλα
Νέες προσεγγίσεις στην ανάλυση και ερμηνεία των οστρέινων δακτυλίων από
Spondylus που προέρχονται από τον νεολιθικό οικισμό του Διμηνίου
Η προσέγγιση των οστρέινων δακτυλίων από Spondylus από τον νεολιθικό οικισμό του Διμηνίου,
υπό το πρίσμα της κατασκευαστικής τους ακολουθίας (chaỉne opératoire), της βιογραφίας τους
(biographical approach) και της ανάλυσης των συμφραζομένων της απόρριψής τους, μας δίνει τη
δυνατότητα να κατανοήσουμε τη μακρά και σύνθετη ιστορία της ζωής τους, καθώς και τον
πολυδιάστατο χαρακτήρα τους. Τα αποτελέσματα της προσπάθειας επανένωσης των σπασμένων
οστρέινων δακτυλίων από διαφορετικά χωρικά συμφραζόμενα μας δίνουν σημαντικές
πληροφορίες, τόσο για την κοινωνική δομή όσο και για τις κοινωνικές σχέσεις των μελών της
νεολιθικής κοινότητας του Διμηνίου. Τέλος, στην παρούσα ανακοίνωση επιχειρείται η συγκριτική
ανάλυση του συνόλου των οστρέινων δακτυλίων που προέρχονται από τον νεολιθικό οικισμό του
Διμηνίου με εκείνα που προέρχονται από τα νεκροταφεία της Εποχής του Χαλκού Durankulak και
Varna, στις βουλγαρικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
HALSTEAD Paul
Παρόν και παρελθόν - Εθνοαρχαιολογία, Λαογραφία και Προϊστορία στην
Ελλάδα
Η χρήση του παρόντος – συνειδητή ή υποσυνείδητη – με στόχο την κατανόηση των
αρχαιολογικών δεδομένων είναι βασική αρχή της αρχαιολογικής ερμηνείας. Στην περίπτωση της
ελληνικής προϊστορίας, σημαντικό ρόλο έχει παίξει η αναλογία με σύγχρονες – ή τουλάχιστον
πρόσφατες – γεωργο-κτηνοτροφικές πρακτικές στον ίδιο τον ελλαδικό χώρο. Αυτό οφείλεται στη
σχετικά πρόσφατη μηχανοποίηση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, στην επιβίωση μικρών
χωριών στην επαρχία και σε μια πλούσια παράδοση λαογραφικής έρευνας. Στόχος της παρούσας
ανακοίνωσης θα είναι η συζήτηση των προβλημάτων, αλλά κυρίως της συμβολής της αναλογικής
προσέγγισης στην ερμηνεία των κοινωνιών της Νεολιθικής και της Εποχής του Χαλκού στην
Ελλάδα.
REINGRUBER Agathe
The Beginning of the Neolithic in Eastern Greece and Western Anatolia
100 years of intensive research of the Neolithic in Greece have been initiated by Chr. Tsountas’
excavations in Thessaly. In an international effort scholars were able to provide the basis for the
understanding of the Neolithic material culture. Different Archaeological schools with different
approaches elaborated comprehensive typological and chronological schemes, among them
scholars like V. Milojčić, D. Theocharis and S. Weinberg. Beyond such descriptive approaches and
definitions of periods and subperiods, questions concerning the transition from the Mesolithic to
the Neolithic were discussed controversially. The idea of a Preceramic period in the eastern part
of the Aegean was accepted by both archaeologists in favour of an autochthonous development,
since an incipient Neolithic without pottery would point to a local development. Scientists
favouring the colonization model, also sustained the high 14C-data for the beginning of the
Neolithic around 7000 BC, since this age would correspond to the latest phase of the PPN in the
Near East.
WIJNEN Mies, ΡΟΝΤΗΡΗ Βάσω, ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗ Αιμιλία
Μια πρώτη προσέγγιση στην κεραμική τεχνολογία της νεολιθικής
εγκατάστασης στη θέση "Καμάρα"
Η νεολιθική εγκατάσταση στη θέση "Καμάρα" της Σούρπης ερευνήθηκε σε τρεις διαφορετικές
περιπτώσεις: Σε σωστική ανασκαφή σε έργα διαπλάτυνσης του εθνικού δρόμου και σε έργα του
Ο.Τ.Ε., καθώς και σε επιφανειακή έρευνα του Πανεπ/μίου του Gröningen και της Εφορείας του
Βόλου. Αφορμή για μια κοινή μελέτη υπήρξε η πρόταση του Reinder Reinders για ένα άρθρο σε
ολλανδικό περιοδικό. Ως βαθύτερο κίνητρο, όμως, θεωρήθηκαν οι διττοί προβληματισμοί που
έβαζε η ίδια η θέση: 1. Μεγάλη κάλυψη σε επιφανειακά ευρήματα και μόνο μία νεολιθική φάση 2.
Μικρή ανασκαφική έρευνα και πολλά ευρήματα. 3. Επίπεδη θέση ή μαγούλα; Η ανακοίνωση,
βασισμένη στη μακροσκοπική ανάλυση ενός δείγματος της κεραμικής, ασχολείται με τα
παραπάνω, σε μια πρώτη προσπάθεια προσδιορισμού της χρήσης του χώρου και της ένταξής του
στον νεολιθικό "ιστό" της πεδιάδας του Αλμυρού.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΑΘΑΝΑΣΑΚΗ Κατερίνα, ΓΑΛΛΗ Ειρήνη
Κατηγορίες και όρια στην αρχαιολογική έρευνα. Η περίπτωση της κρητικής
προϊστοριολογίας
Στην αρχαιολογική έρευνα, βασικά μεθοδολογικά εργαλεία παρουσίασης, κατανόησης και
ερμηνείας αποτελούν η κατηγοριοποίηση και η ταξινόμηση. Και τα δυο αμβλύνουν την
ανομοιομορφία και δημιουργούν περιγεγραμμένο χώρο για όλα, μετασχηματίζοντας τις
αταύτιστες μονάδες σε διαχειρίσιμες ενότητες με κάποιες κοινές, αναγκαίες ή επαρκείς ιδιότητες
και σαφή, ξεκάθαρα όρια. Οι μηχανισμοί της κατηγοριοποίησης και τα ταξινομικά συστήματα
στην αρχαιολογική θεωρία, ως νοητική διαδικασία που δε διαχωρίζεται από την αρχαιολογική
πρακτική, δεν είναι ούτε χρονικά στατικοί ούτε ιδεολογικά ανεξάρτητοι. Κατηγορίες και όρια, που
προέρχονται είτε από εμπειρικές διαπιστώσεις είτε από παγιωμένες θεωρήσεις, αλλάζουν ή
αναθεωρούνται, πάντα σε συνάρτηση με αλλαγές στην αρχαιολογική σκέψη και στα ερμηνευτικά
σχήματα του παρελθόντος. Πώς διαμορφώνονται οι υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις και
ταξινομήσεις, και σε ποιό βαθμό επικαιροποιούνται στο νέο διευρυμένο διεπιστημονικό πλαίσιο
της σύγχρονης προϊστοριολογίας; Χαρακτηριστικά παραδείγματα αντλούνται από το χώρο της
κρητικής έρευνας, χώρο ο οποίος στην έρευνα της προϊστορίας παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες
με την υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και σημαντικές ιδιαιτερότητες.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κωνσταντίνος
Η μελέτη της πολεοδομίας στη Μινωική Κρήτη: Μια ιστοριογραφική
προσέγγιση
Η κατανόηση των βασικών αρχών σχεδιασμού μιας πόλης δίνει τη δυνατότητα στους μελετητές
του αρχαίου κόσμου να βγάλουν πολύτιμα χωρικά, αρχιτεκτονικά, κοινωνικά, ανθρωπολογικά και
άλλα συμπεράσματα. Παρ’ όλα αυτά, οι πολεοδομικές μελέτες που αφορούν στον μινωικό
πολιτισμό είναι λίγες, και από αυτές ακόμα λιγότερες έχουν πραγματοποιηθεί από πολεοδόμους,
γεωγράφους ή αρχιτέκτονες, τους κατεξοχήν δηλαδή ειδικούς σε θέματα πολεοδομίας. Η
εισήγηση αυτή έχει δύο στόχους. Ο πρώτος είναι να παρουσιαστούν εν συντομία οι θεωρητικές
και μεθοδολογικές προσεγγίσεις του χώρου τα τελευταία εκατό χρόνια, δίνοντας ιδιαίτερη
έμφαση στο αστικό τοπίο και στην πολεοδομία. Έτσι, θα διαφανεί το θεωρητικό πλαίσιο μέσα
στο οποίο έδρασαν οι μελετητές του μινωικού πολιτισμού. Ο δεύτερος και σημαντικότερος
στόχος είναι η κριτική παρουσίαση των μελετών που έχουν εκπονηθεί για τις μινωικές πόλεις
κατά τον τελευταίο αιώνα. Η εισήγηση αρχίζει με αναφορά στις μελέτες του Evans, του πατέρα
της μινωικής αρχαιολογίας, και συνεχίζει με τις δύο μελέτες του Hutchinson τη δεκαετία του ’50
(Prehistoric Town Planning in Crete και Prehistoric Town Planning in and around the Aegean),
που αποτελούν την πρώτη προσπάθεια να αναλυθεί ο πολεοδομικός σχεδιασμός ως ξεχωριστό και
αυτόνομο αντικείμενο μελέτης. Πλησιάζοντας προς το τέλος του 20ου αιώνα παρατηρείται
εντονότερο ενδιαφέρον για την πολεοδομική ανάλυση των μινωικών πόλεων (Branigan, Whitelaw
και άλλοι). Στις μελέτες αυτές διαφαίνονται νέες προσεγγίσεις στην πολεοδομία του μινωικού
κόσμου, οι οποίες αντανακλούν τις νέες τάσεις στην αντίληψη και μελέτη του χώρου.
ΑΛΜΑΤΖΗ Αθηνά
Η ιστορία των προϊστορικών ανασκαφών στη Μακεδονία από τις αρχές του
20ου αιώνα ως και τη δεκαετία του 1960
Μέσα από το πρωτότυπο υλικό των ανασκαφικών ημερολογίων, αλλά και από τα δημοσιεύματα,
επιχειρείται μια παρουσίαση της ιστορικής διαδρομής των προϊστορικών ανασκαφικών ερευνών
στη Μακεδονία. Η αναδρομή ξεκινά με τις πρώτες έρευνες των Ρώσων στον Άγιο Παντελεήμονα,
περιλαμβάνει τις έρευνες των γαλλοβρετανικών στρατευμάτων στην περιοχή της Θες/νίκης, του
W.A.Heurtley, του Αν. Κεραμόπουλου στη Δυτική Μακεδονία, του Μ. Ανδρόνικου στη Βεργίνα,
του Δ. Λαζαρίδη στην Αμφίπολη και ολοκληρώνεται με τις συστηματικές ανασκαφές των Γάλλων
στο Ντικιλί Τας και των Άγγλων στη Νέα Νικομήδεια και τους Σιταγρούς.
ΑΛΟΥΠΗ - ΣΙΩΤΗ Ελένη
Προϊστορική χειροποίητη κεραμική, κεραμική τεχνολογία και «ήπια»
μαγειρική: επιστροφή στη αρχή;
Εξετάζονται οι δύο μεγάλες κατηγορίες χρηστικών σκευών της Νεολιθικής και της Εποχής του
Χαλκού, αυτή της σκοτεινόχρωμης στιλβωτής και της γραπτής ανοιχτόχρωμου βάθους, με βάση
τα τεχνολογικά τους χαρακτηριστικά, και δίνονται παραδείγματα από θέσεις της νεολιθικής και
της Εποχής του Χαλκού στη Βόρεια Ελλάδα (Κίτρινη Λίμνη, Μάνδαλο), Αιγαίο (Φτελιά Μυκόνου,
Σάλιαγκο, Μάνικα) και Κύπρο. Η ύπαρξη επιχρίσματος και γραπτής διακόσμησης διευκολύνει τη
συσχέτιση των προϊόντων με τις πρώτες ύλες του περιβάλλοντος χώρου, ενώ εθνοαρχαιολογικά
δεδομένα από τα μέρη όπου επιβιώνουν πρώιμες πρακτικές βοηθούν στη κατανόηση των
συνθηκών παραγωγής. Στις αρχές του 21ου αιώνα ο όρος «κεραμική τεχνολογία» παραπέμπει
πλέον στα βιομηχανικά κεραμικά υλικά υψηλής τεχνολογίας, έχοντας σημαντικά απομακρυνθεί
από το πρωταρχικό κεραμικό προϊόν της όπτησης αργίλων, που τείνει να εκλείψει. Η ευκολία
διάδοσης και διάθεσης της εξειδικευμένης πληροφορίας τα τελευταία χρόνια και η
ευαισθητοποίηση του καταναλωτικού κοινού σε θέματα υγείας και περιβάλλοντος οδήγησαν στον
εντοπισμό και ανάδειξη των στιλβωτών κεραμικών σκευών που παράγονται σε περιοχές της Άπω
Ανατολής (Ινδονησία), της Αφρικής (Μάλι, Νιγηρία, Μαρόκο) και της Νότιας Αμερικής (Κολομβία,
Μεξικό) και στη διάθεση τους είτε στις μεγάλες αγορές της Ευρώπης και της Αμερικής είτε μέσω
διαδικτύου. Τα τελευταία προωθούνται σήμερα ως επιτραπέζια και μαγειρικά σκεύη, φιλικά προς
το περιβάλλον και τον άνθρωπο -παραγωγό και καταναλωτή-, διαφημίζοντας την ήπια μαγειρική
(organic cooking) σε χαμηλή θερμοκρασία, για την ποιότητα της γεύσης και τη διατήρηση της
θρεπτικής αξίας των τροφών. Στην εργασία επιχειρείται η τεχνολογική σύγκριση αρχαίων και
σύγχρονων αγγείων μέσα από τις αναλύσεις, την αναπαραγωγή στο εργαστήριο και την εμπειρία
της χρήσης τους.
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΣ Ορέστης, ΚΥΠΑΡΙΣΣΗ - ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ Νίνα
Μετακινήσεις προϊστορικών πληθυσμών στη Θεσσαλία. Μια νέα θέση στο
οροπέδιο της Λίμνης Πλαστήρα και η πιθανή της σχέση με ήδη γνωστές
θέσεις στην περιοχή: προβλήματα και περιορισμοί
Σε υψόμετρο 800 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και σε απόσταση περίπου 50
χιλιομέτρων νοτιοδυτικά του σπηλαίου της Θεόπετρας -στο οροπέδιο της τεχνητής Λίμνης
Πλαστήρα- εντοπίστηκε μια νέα θέση πλούσια σε προϊστορικά ευρήματα διαφόρων περιόδων. Η
έρευνα πεδίου που ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια και συνεχίζεται ακόμη έχει αποδώσει πληθώρα
ευρημάτων της παλαιολιθικής αλλά και της νεολιθικής περιόδου. Τα παλαιολιθικά ευρήματα είναι
μέχρις στιγμής όλα επιφανειακά, ενώ κατά την έρευνα πεδίου το 2006 είχαμε τη χαρά να
εντοπίσουμε μια νεολιθική θέση που ανασκάπτεται ήδη. Από τη μελέτη του παλαιολιθικού υλικού
προκύπτει ότι τα ευρήματα υπάγονται στη Μέση και στην Ανώτερη Παλαιολιθική, ενώ η νεολιθική
θέση εκτιμάται ότι ανήκει στη Μέση Νεολιθική περίοδο. Ο διαχρονικός χαρακτήρας της χρήσης
του οροπεδίου γεννά ποικίλα και σημαντικά ερωτήματα ως προς τη φύση των μετακινήσεων των
προϊστορικών πληθυσμών, την εποχικότητα της θέσης, την επίγνωση που είχε ο προϊστορικός
άνθρωπος για το άμεσο, αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον καθώς και για τη δυνατότητα
προγραμματισμού κατά τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο. Οι απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα
θα προκύψουν μόνο αν καταφέρουμε να συναρτήσουμε τη νέα θέση με το γενικότερο πλαίσιο
των ήδη γνωστών προϊστορικών θέσεων της περιοχής, παλαιολιθικών και νεολιθικών. Τα στοιχεία
που έχουμε στα χέρια μας είναι αρκετά, αλλά τα προβλήματα και οι περιορισμοί που προκύπτουν
στην πορεία της μελέτης μπορούν να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την ασφάλεια των
συμπερασμάτων μας.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΒΑΒΟΥΡΑΝΑΚΗΣ Γεώργιος
Ο ρόλος των ψηφιακών αναπαραστάσεων στη μελέτη και ερμηνεία της
προϊστορικής αρχιτεκτονικής
Για την καταγραφή και την αποκατάσταση των αρχιτεκτονικών λειψάνων χρησιμοποιούνται
πλέον ευρέως εφαρμογές ψηφιακής τεχνολογίας, όπως λογισμικό σχεδίασης (π.χ. AutoCAD),
τρισδιάστατος σχεδιασμός και εικονικές αποκαταστάσεις (π.χ. γλώσσα VRML). Η παρούσα
ανακοίνωση θα αναφερθεί σε ερευνητικά προγράμματα ψηφιακής αποκατάστασης προϊστορικών
κτιρίων στην Ελλάδα (π.χ. Τούμπα Θεσσαλονίκης, Τσούγκιζα, Κομμός στην Κρήτη κ.ά.) με σκοπό
να φωτίσει τον επιστημολογικό ρόλο των εικόνων αυτών στη μελέτη και ερμηνεία των
αρχιτεκτονικών καταλοίπων. Ο ρόλος αυτός ποικίλλει κατά περίπτωση, από τη χρήση των
αποκαταστάσεων στη διαλεύκανση θεμάτων στρωματογραφίας και χρήσης των αρχιτεκτονικών
στοιχείων, έως την απλή αποτύπωση της τελικής ερμηνείας των αρχαιολόγων για τη μορφή και
τη σημασία των ανασκαμμένων κτιριακών καταλοίπων. Μέσα από την ποικιλομορφία αυτή είναι
δυνατόν να φανεί ότι το μέτρο της ενεργούς αξιοποίησης των ψηφιακών αποκαταστάσεων στην
αρχαιολογική έρευνα είναι συνάρτηση των επιστημολογικών αναζητήσεων των εκάστοτε
ανασκαφέων ή μελετητών. Η ανακοίνωση ασχολείται επίσης με την εξαιρετικά έντονη επίδραση
που ασκούν οι ψηφιακές αποκαταστάσεις, σε σχέση με τα παλαιότερα συμβατικά τεχνικά σχέδια
(π.χ. αξονομετρικά σχέδια) και τις ελεύθερες ζωγραφικές απόψεις. Η επίδραση αυτή αποδίδεται
συνήθως στον νεωτερισμό της ψηφιακής τεχνολογίας, καθώς και στον ιδιαίτερα ακριβή ρεαλισμό
των εικόνων αυτών. Αντίθετα, εδώ θα υποστηριχθεί ότι, όπως κάθε εικόνα, οι ψηφιακές
αποκαταστάσεις δεν είναι πιστές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, αλλά τρόπος
σχηματισμού άποψης για την υλική πραγματικότητα του παρελθόντος. Η επίδρασή τους
οφείλεται στον ολοκληρωτικό, υπερ-ρεαλιστικό τους χαρακτήρα, ο οποίος όχι μόνο αμβλύνει την
κριτική ικανότητα του θεατή της εικόνας, αλλά αφαιρεί και τη δυνατότητα ανάπτυξης
επιστημονικού διαλόγου. Τέλος, διατυπώνονται σκέψεις σχετικά με πιθανές μεθοδολογικές
θεραπείες των παραπάνω αδυναμιών.
ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ Γιώργος
Ο σίδηρος στα ομηρικά έπη. Όμηρος - ένας ευαίσθητος οικολόγος
Ο Όμηρος είχε εντυπωσιασθεί τόσο πολύ από τις μαγικές ιδιότητες του σιδήρου να μετατρέπεται
σε χάλυβα και να σκληραίνει με τη θερμική κατεργασία της βαφής, ώστε τον αναφέρει
επανειλημμένα στα έπη του, αν και ο Τρωικός πόλεμος πραγματοποιείται σε μια εποχή, κατά την
οποία ο χαλκός και τα κράματά του χρησιμοποιούνται κυρίως στην κατασκευή όπλων και
εργαλείων. Πολλές φορές, όμως, θυμάται ότι, στη μακρινή εποχή της Ιλιάδας, ο σίδηρος ήταν
ένα πολύτιμο μέταλλο και η κατοχή του αποτελούσε μια ένδειξη πλούτου. Η παρούσα εργασία
αναφέρεται στην έρευνα του συγγραφέα γύρω από σιδερένια δαχτυλίδια-σφραγίδες (16ος- 14ο
αι. π.Χ.), τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου Κρήτης και στο Εθνικό
Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και ενισχύουν την άποψη ότι πράγματι ο σίδηρος ήταν ένα
πολύτιμο μέταλλο κατά τη Μινωική και Μυκηναϊκή Εποχή. Ο Όμηρος, μάλιστα, αναφέρει
περιπτώσεις κατά τις οποίες ευγενείς Τρωαδίτες, που είχαν συλληφθεί από ηγέτες των Αχαιών,
όπως ήταν ο Μενέλαος, ο Αγαμέμνων και άλλοι, ζητούν να μην εκτελεστούν και σε αντάλλαγμα
να προσφέρουν οι δικοί του ως λύτρα «…χρυσό, χαλκό και αστραφτερό σίδηρο…». Σε άλλες πάλι
περιπτώσεις, ο Όμηρος αναφέρει την προσφορά σιδερένιων επάθλων σε αθλητικούς αγώνες. Μια
τέτοια περίπτωση ήταν οι επικήδειοι αγώνες που οργάνωσε ο Αχιλλέας στη μνήμη του
αγαπημένου του φίλου, του Πατρόκλου, και προσέφερε «…λέβητες, τρίποδες και ένα τεμάχιο
σιδήρου τόσο μεγάλο, που θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες του σε σίδηρο για τα επόμενα
πέντε χρόνια…». Ο Όμηρος, όμως, είναι τόσο εντυπωσιασμένος από τις μαγικές ιδιότητες του
σιδήρου (ή καλύτερα του χάλυβα) να σκληραίνει με τη βαφή, ώστε όταν περιγράφει στην
Οδύσσεια με πολύ γλαφυρό τρόπο την τύφλωση του Πολύφημου από τον Οδυσσέα, κάνει
αναφορά σ’ αυτή τη θερμική κατεργασία του σιδήρου «… όπως ο χαλκιάς για το τρανό πελέκι, το
χώνει στο κρύο το νερό, χοχλοβουίζει εκείνο και δύναμη στο σίδερο γεννώντας, έτσι τσίριζε το
μάτι (του Πολύφημου) στο λιόξυλο τριγύρω…». Η όλη σκηνή αποτελεί μια σαφή αναφορά στην
εντυπωσιακή θερμική κατεργασία του χάλυβα. Τέλος, η παρούσα εργασία κλείνει με αναφορά
στην ευαισθησία του Ομήρου για την καταστροφή του περιβάλλοντος˙ ο Όμηρος καταδικάζει
όλους τους εμπολέμους για τη βαρβαρότητα που επιδεικνύουν μολύνοντας τον ποταμό
Σκάμανδρο με το αίμα και τα πτώματα των αντιπάλων, καθώς και για τον ανεπίτρεπτο εμπρησμό
των δασών.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Ελένη
Κεραμική και κοινωνικές πρακτικές στις κοινότητες της Ηπείρου κατά την
Εποχή του Χαλκού
Η Ήπειρος συχνά περιγράφεται στη βιβλιογραφία ως μία απομονωμένη-ορεινή περιοχή στην
περιφέρεια του λεγόμενου «Μυκηναϊκού» κόσμου, γεγονός που οφείλεται κυρίως στον μικρό
αριθμό των εντοπισμένων θέσεων της Εποχής του Χαλκού. Για τον λόγο αυτό οι κάτοικοί της
κατά την Εποχή του Χαλκού- αλλά και αργότερα- θεωρούνται συντηρητικοί και πρωτόγονοι.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, η παρουσία κάποιων κοινών στοιχείων με τα μυκηναϊκά κέντρα της
νότιας Ελλάδας έχει ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα παθητικής υιοθέτησης προϊόντων ενός
«ανώτερου» πολιτισμού. Η παρούσα ανακοίνωση, μέσα από τη μελέτη των διαδικασιών
παραγωγής, διακίνησης και κατανάλωσης της, τοπικής και εισαγμένης, χειροποίητης και
τροχήλατης κεραμικής της Εποχής του Χαλκού θα επιχειρήσει να ανιχνεύσει τις κοινωνικές,
πολιτικές και οικονομικές διαστάσεις των αγγείων στο πλαίσιο των τοπικών κοινοτήτων της
Ηπείρου κατά την περίοδο αυτή.
ΒΟΥΖΑΞΑΚΗΣ Κωνσταντίνος
Θεωρητικοί και μεθοδολογικοί προβληματισμοί με αφορμή την
πραγματοποίηση επιφανειακής έρευνας στην επαρχία Αλμυρού
Οι επιφανειακές έρευνες αποτελούν μια καθιερωμένη και διαδεδομένη μορφή αρχαιολογικής
έρευνας, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στην περιοχή της Μεσογείου και στην Ελλάδα
ειδικότερα. Με αφορμή την πραγματοποίηση επιφανειακής έρευνας στην ευρύτερη περιοχή της
πεδιάδας του Αλμυρού, θα αναπτυχθούν διάφορα θέματα σχετικά με θεωρητικά προβλήματα
αλλά και με προτάσεις πάνω στη μεθοδολογία διεξαγωγής ανάλογων ερευνών.
ΓΑΛΛΗΣ Κωνσταντίνος
Ενδείξεις για τη χρήση των ανθρωπόμορφων νεολιθικών ειδωλίων, από την
ανασκαφή στον οικισμό και το νεκροταφείο της Πλατειάς Μαγούλας Ζάρκου
Γίνεται συγκριτική εξέταση ενός σχηματοποιημένου ειδωλίου που βρέθηκε στο νεκροταφείο
καύσεων της Πλατειάς Μαγούλας Ζάρκου επάνω από τεφροδόχο, με ειδώλια της ίδιας περιόδου
που βρέθηκαν στον οικισμό μέσα σε πρόπλασμα σπιτιού. Το πρόπλασμα είχε κατατεθεί ως
προσφορά θεμελίωσης κοντά στην εστία, κάτω από το δάπεδο σπιτιού της αρχής της Νεότερης
Νεολιθικής, φάση Τσαγγλιού – Λάρισας (περ. 5.300 – 5.000 π. Χ.). Από τη σύγκριση μπορεί να
φανεί ότι το σχηματικό ειδώλιο του νεκροταφείου εικονίζει άρρεν άτομο, νεαρής ηλικίας. Η
ανθρωπολογική εξέταση των οστών μέσα στην τεφροδόχο έδειξε ότι ανήκουν σε νέο άτομο,
μάλλον άρρεν. Οι παρατηρήσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κάποια ανθρωπόμορφα ειδώλια
σχετίζονταν άμεσα (δηλ. ως προς το φύλο και την ηλικία) με τα άτομα για τα οποία
προορίζονταν.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Μυρτώ
Η παραγωγή των μετάλλων στο νότιο Αιγαίο κατά την Πρώιμη Εποχή του
Χαλκού
Η αρχαιομεταλλουργική έρευνα στο προϊστορικό Αιγαίο επικεντρωνόταν για μεγάλο διάστημα,
σχεδόν εξ ολοκλήρου, σε ερωτήματα σχετικά με την προέλευση και τη διακίνηση των μετάλλων.
Ως εκ τούτου, συμπεράσματα για την εξόρρυξη των μετάλλων και τη σημασία κάποιων περιοχών
έναντι άλλων στη διάθεση των απαραίτητων πρώτων υλών συνάγονταν έμμεσα από τις
προσπάθειες αυτές. Εγγενείς περιορισμοί που απαντώνται στις μελέτες προέλευσης μετάλλων,
καθώς και τα συγκεκριμένα προβλήματα που αναγνωρίζονται στη μέχρι τώρα εφαρμογή τους στο
προϊστορικό Αιγαίο οδηγούν σε μια κριτική ανασκόπηση της προσέγγισης αυτής. Τα τελευταία
χρόνια παρατηρείται μια νέα τάση στην έρευνα, η οποία, μέσα από πιο ολοκληρωμένες και
διεπιστημονικές προσεγγίσεις, δίνει τώρα έμφαση { στην παραγωγή των μετάλλων. Από
πρόσφατες μελέτες σε θέσεις που σχετίζονται με την παραγωγή χαλκού, μολύβδου και αργύρου
κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στο νότιο Αιγαίο και συγκεκριμένα στις Κυκλάδες, την
Αττική, και την Κρήτη, προκύπτει πληθώρα νέων αρχαιολογικών και αναλυτικών δεδομένων. Η
παρούσα εργασία αποσκοπεί σε μια σύνθεση των δεδομένων αυτών, προσεγγίζοντας θέματα που
αφορούν στην οργάνωση της παραγωγής των μετάλλων κατά την περίοδο αυτή. Ειδικότερα,
εξετάζεται η ποικιλόμορφη εικόνα που προκύπτει μέχρι τώρα ως προς τη χωροταξική κατανομή
των διαφορετικών σταδίων της παραγωγής, την κλίμακα, τις τεχνολογικές ομοιότητες ή
διαφοροποιήσεις, τη σχέση με γνωστούς οικισμούς. Διαπιστώνονται συγκεκριμένα μεθοδολογικά
προβλήματα και ζητήματα για περαιτέρω έρευνα, ενώ τονίζονται οι δυνατότητες που προκύπτουν
για την κατανόηση της οργάνωσης της παραγωγής και του κοινωνικοπολιτικού ρόλου των
μετάλλων στις προϊστορικές κοινωνίες.
ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Μερκούριος
Αξιολογώντας τις περιηγήσεις και τις συστηματικές έρευνες επιφανείας σε
νησιωτικό πλαίσιο: η περίπτωση της Αλάσαρνας στην Κω
Η συστηματική επιφανειακή έρευνα έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε ένα πολύ χρήσιμο
εργαλείο για τους αρχαιολόγους. Ενώ, όμως, η μέθοδος εφαρμόζεται εκτεταμένα στην
ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου είναι αρκετά περιορισμένη. Η
παρουσίαση αυτή θα επικεντρωθεί στη συστηματική επιφανειακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε
στην Αλάσσαρνα της Κω από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με έμφαση στις προϊστορικές θέσεις που
επισημάνθηκαν. Ταυτόχρονα, θα παρουσιασθούν τα αποτελέσματα παλαιότερων περιηγήσεων,
που πραγματοποιήθηκαν στο νησί κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960, καθώς και τα ερωτήματα
που έθεσαν. Με τον τρόπο αυτό θα αξιολογηθούν τόσο τα αποτελέσματα της συστηματικής
επιφανειακής έρευνας, σε σχέση με αυτά των περιηγήσεων, όσο και τα πλεονεκτήματα της
πρώτης μεθόδου για την έρευνα της προϊστορικής αρχαιολογίας στο νησιωτικό πλαίσιο εν γένει.
Τέλος, θα γίνει κατανοητό ποια ερωτήματα μπορούν τα τεθούν από τις δύο μεθόδους και σε ποιο
βαθμό μπορούν να απαντηθούν.
ΓΕΩΡΓΟΥΛΑΚΗ Ελένη
Η πολυσημία των κινητών ευρημάτων στους προανακτορικούς και
παλαιονακτορικούς μινωικούς τάφους. Ερμηνευτική προσέγγιση
O αρχαιολόγος που ασχολείται με τα ταφικά έθιμα μιας προϊστορικής κοινωνίας έρχεται
αντιμέτωπος με διάφορα ερωτήματα: πώς προετοιμαζόταν ο ειδικός χώρος (τάφος) που δεχόταν
το νεκρό σώμα, τί διαδικασία ακολουθείτο από τη στιγμή του θανάτου μέχρι την ώρα της ταφής,
ποιο ήταν το είδος και η ποιότητα των κτερισμάτων που συνόδευαν τον νεκρό στην τελευταία
του κατοικία. Στην πραγματικότητα, ο όρος "ταφικά έθιμα" είναι πολυσήμαντος· τα ταφικά έθιμα
σχετίζονται τόσο με το οικονομικό επίπεδο ενός λαού όσο και με την τεχνογνωσία, όπως αυτά
αποτυπώνονται στην ταφική αρχιτεκτονική και τα κτερίσματα, αλλά και με τις θρησκευτικές
αντιλήψεις αυτού του λαού για τον θάνατο, και με τη σχέση των επιγόνων με τους νεκρούς. Tο
πιο δύσκολο για τον αρχαιολόγο είναι, με βάση τα υλικά κατάλοιπα, να μπορέσει να υπεισέλθει,
κατά το δυνατόν, στον συμβολισμό των ταφικών εθίμων. Σ’ αυτά τα πλαίσια θα προσπαθήσουμε
να προσεγγίσουμε και να ερμηνεύσουμε την πολυσημία των κινητών ευρημάτων που
ανακαλύφθηκαν σε μινωικά ταφικά σύνολα. Στην Προανακτορική και Παλαιοανακτορική Περίοδο,
οι νεκροί θάβονταν σε μια προορισμένη γι' αυτό τον σκοπό τοποθεσία, σε προεξέχουσα θέση και
κοντά στον αντίστοιχο οικισμό, σε ομαδικό τάφο ή και κατ’ ευθείαν στο χώμα. Η ταφή του
νεκρού σε έναν προκαθορισμένο χώρο και η τοποθέτηση κτερισμάτων συνόδευαν όλους τους
νεκρούς, ανεξάρτητα από το φύλο, τον πλούτο ή την κοινωνική τάξη. Tα κτερίσματα τα
αποτελούσαν κεραμική, κοσμήματα, εργαλεία, αντικείμενα συμβολικού-θρησκευτικού χαρακτήρα
(ειδώλια) και αντικείμενα που πιθανόν να είχαν, εκτός από χρηστική, και κάποια συμβολική αξία
(π.χ. σφραγίδες). Βέβαια, τα “πολυτελή” αντικείμενα (σφραγίδες, κοσμήματα) που
παρατηρούνται σε ορισμένους τάφους είναι ενδεικτικά της κοινωνικής θέσης ή του πλούτου του
νεκρού. Μπορεί να υποτεθεί ότι ο νεκρός “κατοικούσε” μετά θάνατον στον τάφο,
χρησιμοποιώντας τα προσωπικά του αντικείμενα, ακόμη και τα λατρευτικά (ειδώλια). Τα
κτερίσματα περιλαμβάνουν και πήλινες απομιμήσεις, σε μικρό μέγεθος, αντικειμένων της
καθημερινής ζωής, όπως φλασκιά, πυξίδες, βάσεις για τη στήριξη άλλων αντικειμένων και
εργαλεία, όπως τριπτήρες και κοπείς. Από την άλλη πλευρά, απομιμήσεις πολύ μεγαλύτερων
"αντικειμένων", όπως κάρα, βάρκες και πατητήρια για την παραγωγή κρασιού, θάβονταν επίσης
με τους νεκρούς. Το πρόβλημα της κτερισματικής χρήσης απομιμήσεων αντικειμένων της
καθημερινής ζωής έχει γίνει αντικείμενο διεξοδικής συζήτησης στη βιβλιογραφία. Δυστυχώς,
επειδή διάφοροι συγγραφείς πραγματεύονται τον κάθε τύπο αντικειμένων χωριστά, έχουν δοθεί
διαφορετικές ερμηνείες. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη σύνδεση των πλοίων με θρησκευτικές
δοξασίες, δηλαδή με το "ταξίδι του νεκρού στον Kάτω Kόσμο". Ωστόσο, αν εξετάσουμε τις
απομιμήσεις ως σύνολο και σε συνδυασμό με τα ταφικά συνευρήματα οδηγούμαστε σε μία άλλη
ερμηνεία: η ποικιλία των απεικονιζόμενων αντικειμένων υποδεικνύει απομιμήσεις πραγμάτων που
θα είχε χρησιμοποιήσει ο νεκρός στη διάρκεια της ζωής του (εργαλεία, αγγεία). Mετά θάνατον, τα
παραπάνω αντικείμενα, σε μικρότερο μέγεθος, θα "συνόδευαν" τον νεκρό στον τάφο ως
κτερίσματα. Από την άλλη πλευρά, μερικά από αυτά (πλοίο, πατητήρι, κάρο) μπορούν να
θεωρηθούν ενδεικτικά της επίγειας ασχολίας του νεκρού. Επειδή οι απομιμήσεις αντικειμένων της
καθημερινής ζωής κατασκευάζονταν ειδικά για ταφική χρήση, μπορεί να υποτεθεί ότι οι εν λόγω
απομιμήσεις συνόδευαν νεκρούς που ανήκαν σε κάπως ανώτερο οικονομικό επίπεδο.
Ανθρωπόμορφα σκεύη συνόδευαν σαν κτερίσματα τους νεκρούς· δεδομένου ότι πολλά απ' αυτά
παριστάνουν μία γυναίκα, πολλοί ερευνητές διατύπωσαν την άποψη ότι απεικονίζουν θεότητες με
συγκεκριμένες ιδιότητες. Mάλιστα, ο P. Warren διαπιστώνει στην Kρήτη μια μορφή πολυθεΐας
ήδη την τρίτη χιλιετία π.X. Στις παραπάνω ερμηνείες ίσως ελλοχεύουν κάποιοι κίνδυνοι. Είναι
γνωστό ότι η μελέτη της θρησκείας πληθυσμιακών στρωμάτων των οποίων τα γραπτά μνημεία
δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί, όπως συμβαίνει με τη Mινωική Kρήτη, είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Oι ερευνητές έχουν στη διάθεσή τους μόνο τα αρχαιολογικά δεδομένα, η ερμηνεία των οποίων
καθίσταται συχνά προβληματική λόγω της έλλειψης παραλλήλων, ή την ημιτελή αρχαιολογική
έρευνα. Πολλοί μελετητές προσπάθησαν να θεραπεύσουν τα κενά που υπάρχουν, όσον αφορά
τις πραγματικές μας γνώσεις γύρω από τη μινωική θρησκεία και χρησιμοποίησαν τη λεγόμενη
συγκριτική μέθοδο. Bάσει αυτής της μεθόδου, ανάγουν φαινόμενα της προϊστορικής εποχής σε
αντίστοιχα των ιστορικών χρόνων, για τα οποία υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες. Ωστόσο, αν και η
συγκριτική μέθοδος συνεισφέρει στη γνώση μιας προϊστορικής κοινωνίας, η υπέρμετρη χρήση
της μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνείες. Καλό είναι να τεθούν τα μινωικά ανθρωπόμορφα σκεύη
στη σωστή τους βάση. Πρέπει να εξεταστούν με προσοχή τα συνευρήματα και να γίνει αναφορά
και σε σκεύη άλλων σχημάτων που χρονολογούνται την ίδια εποχή. Έτσι, τα ερωτήματα που
αφορούν αφ’ ενός μεν την ακριβή χρήση των εν λόγω σκευών και αφ' ετέρου την πρώιμη
ύπαρξη πολυθεϊστικού συστήματος στην Mινωική Kρήτη, θα απαντηθούν μέσα σε ορθά πλαίσια.
Αποθέσεις αγγείων ποικίλης τυπολογίας και ποιότητας κατάλληλα για υγρά, βρέθηκαν σε
συγκεκριμένα σημεία των τάφων ή των νεκροταφείων. Χαρακτηριστική είναι και η ανακάλυψη
παρόμοιων αγγείων σε πρωτογενείς ταφές που χαρακτηρίζονται από φανερή έλλειψη άλλων
συνοδευτικών αντικειμένων. Mπορούμε να υποθέσουμε ότι τα αγγεία αυτά δεν ήταν απλά
κτερίσματα, αλλά υπολείμματα κάποιας νεκρικής τελετής (συμβολική χειρονομία, σπονδή σε
ένδειξη σεβασμού ή πρόποση εις μνήμην του νεκρού [?]). Η τελετή αυτή φαίνεται ότι γινόταν
και για τους οικονομικά ασθενέστερους νεκρούς, οι οποίοι που δεν κατείχαν προσωπικά
αντικείμενα. Επίσης, δεν διαπιστώνεται ότι οι κοινωνικά ανώτερες τάξεις απολάμβαναν κάποια
ιδιαίτερη τιμή ή τελετουργία. Τα παραπάνω φανερώνουν το καθαρά συμβολικό περιεχόμενο της
τελετουργίας.
ΔΑΚΟΡΩΝΙΑ Φανουρία
Τί δεν ήταν οι Δωριείς!
Νέα ευρήματα, προερχόμενα από τον ελλαδικό χώρο και κλιμακούμενα χρονολογικά από την
ύστερη εποχή του χαλκού (ΥΕ ΙΙΙ) μέχρι και την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (ΠΓ), τα οποία
αποκαλύφθηκαν, ανασκάφηκαν και δημοσιεύτηκαν τα τελευταία τριάντα χρόνια, μας αναγκάζουν
να αναθεωρήσουμε όλες τις παλαιές θεωρίες σχετικά με τη φυσιογνωμία των Δωριέων και τον
ρόλο που αυτοί έπαιξαν στη διαμόρφωση της ιστορίας των Ελλήνων. Η ανακοίνωση
επικεντρώνεται στα χαρακτηριστικά εκείνα που αμέσως ή εμμέσως αποδόθηκαν στους Δωριείς,
είτε από τις αρχαίες πηγές είτε από τη σύγχρονη έρευνα, αλλά δεν υποστηρίζονται από τα
αντίστοιχα αρχαιολογικά ευρήματα.
ΔΑΜΗΛΑΤΗ Κρίστη
Από τον Marx στον Mauss και την υλικά μη παραγωγική διάσταση του
πλούτου
Σε γενικές γραμμές, η Εποχή του Χαλκού στο Αιγαίο θεωρείται μια περίοδος σταθμός στην
ευρωπαϊκή προϊστορία, δεδομένου ότι σηματοδοτεί την εμφάνιση θεσμοθετημένων κοινωνικών
ανισοτήτων και τον σχηματισμό κρατικών δομών εξουσίας, οι οποίες συνδέονται με τον
ανακτορικό πολιτισμό. Από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα, οι έρευνες στα μινωικά
ανακτορικά συγκροτήματα παρέχουν σαφείς ενδείξεις για την παρουσία διαστρωματωμένων
κοινωνιών. Από την άλλη πλευρά, οι μη ανακτορικές κοινωνίες της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού
θεωρούνται εξελικτικές βαθμίδες προς τις σύνθετες δομές κράτους και τις ανισότητες των
ανακτορικών χρόνων. Πιο συγκεκριμένα, η παρουσία των ανισοτήτων έχει θεωρηθεί ως το
αποτέλεσμα της εντατικοποίησης της αγροτικής παραγωγής και των τρόπων με τους οποίους ο
έλεγχος στην εργασία και στο αγροτικό προϊόν μεταφράζεται σε σχέσεις κοινωνικών ανισοτήτων.
Σύγχρονες μελέτες επιμένουν {ότι η συγκεκριμένη διαδικασία υπονόμευσε την αυτονομία του
οικιακού τρόπου παραγωγής (Domestic Mode of Production), δημιουργώντας οικονομική
αλληλεξάρτηση και θεσμικές αλλαγές (θεσμός κράτους). Εν συντομία, η παρουσία ή η απουσία
εξουσίας και κοινωνικών ανισοτήτων συμπεραίνεται αυτομάτως και κατά κύριο λόγο από την
παρουσία ή την απουσία του πλούτου σε συγκεκριμένα τμήματα της κοινωνίας. Έτσι, λοιπόν, ο
πλούτος θεωρείται η καθολική μονάδα μέτρησης της αξίας, η οποία αφενός αντανακλά και
αφετέρου κατασκευάζει, μέσα από την παραγωγή, την κυκλοφορία και την επανεπένδυσή της σε
οικονομικά παραγωγικές δραστηριότητες, κοινωνικές ανισότητες. Παρακολουθώντας τις
παραδοσιακές αρχαιολογικές προσεγγίσεις του «πλούτου», μπορούμε να συμφωνήσουμε με τους
Berthoud και Sabelli ότι είναι η υλικά παραγωγική (Materially Productive) διάστασή του – δηλαδή
η επένδυση του πλούτου αναπαράγει τις δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής – εκείνη η οποία
θεωρείται το κλειδί στη δημιουργία σχέσεων ανισότητας. Κατά τη γνώμη μου, η ορθότητα της
παραπάνω θέσης, η οποία παραπέμπει στην καπιταλιστική λογική του σύγχρονου κόσμου, μπορεί
εύκολα να αμφισβητηθεί. Αμφισβητείται όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, για τη σαθρή της
συλλογιστική ή για τις προκαταλήψεις και τα μυθεύματα με τα οποία συνεχίζει να τροφοδοτεί
γενεές αρχαιολόγων στην πραγμάτευση των κοινωνικών φαινομένων, αλλά και στο αρχαιολογικό
πεδίο, καθώς δεν αφήνει τα ευρήματα να «μιλήσουν» απαλλαγμένα από τους αστικούς μύθους
του καπιταλισμού. Με βάση τα σημερινά αρχαιολογικά δεδομένα το πρωτομινωικό τοπίο δεν
φαίνεται να δίνει ξεκάθαρη έμφαση σε αξιόλογη παραγωγική επένδυση και επανεπένδυση στη
γεωργία. Ωστόσο, η έλλειψη έμφασης στην παραγωγική διάσταση του πλούτου κατά την
Πρωτομινωική Εποχή δεν πρέπει να μας οδηγεί σε βεβιασμένα συμπεράσματα περί έλλειψης
κοινωνικής πολυπλοκότητας ή απουσίας δομών εξουσίας και ανισοτήτων. Αντίθετα, πρέπει να
επανατοποθετήσουμε στο προσκήνιο την κεντρική ιδέα του Mauss, σύμφωνα με την οποία δομές
κύρους, ισχύος και ανισοτήτων μπορούν να δημιουργηθούν μέσω πρακτικών, όπως η θεαματική
ανάλωση /κατανάλωση ή η συμβολική καταστροφή πλούτου, η γενναιόδωρη παροχή υλικών ή μη
υλικών αγαθών, το δώρο κ.α. Τέτοιου είδους πρακτικές, οι οποίες εστιάζουν στη μη παραγωγική
διάσταση του πλούτου, αν και με πρώτη μάτια εύκολα θα χαρακτηρίζονταν αντιοικονομικές, στην
πραγματικότητα δημιουργούν ένα συμβολικό κεφάλαιο, το οποίο μπορεί να αποτελέσει ένα
εξαιρετικής σημασίας εργαλείο σε παιχνίδια εξουσίας.
ΔΗΜΟΥΛΑ Αναστασία, ΠΕΝΤΕΔΕΚΑ Αρετή
Εκατό χρόνια μετά: τέμνοντας την κεραμική του Σέσκλου
Έχει περάσει ακριβώς ένας αιώνας από την πρώτη δημοσίευση της κεραμικής του Σέσκλου, κατά
τη διάρκεια του οποίου είδαν το φως νέες μελέτες και δημοσιεύσεις του υλικού που
χρησιμοποίησαν διαφορετικά μεθοδολογικά εργαλεία και ακολούθησαν τις θεωρητικές
αναζητήσεις κάθε εποχής. Καινοτομία στις μελέτες αυτές αποτέλεσε η εισαγωγή της χρήσης
αναλυτικών τεχνικών, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Πιο συγκεκριμένα, η χρήση της
μεθόδου της κεραμικής πετρογραφίας προσέφερε πολύτιμα δεδομένα που αφορούν ζητήματα
τεχνολογίας και προέλευσης των κεραμικών υλών. Η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε σε μία σειρά
μελετών της κεραμικής του Σέσκλου (Wijnen 1982, Κωτσάκης 1983, Κυριατζή & Πεντεδέκα υπό
προετοιμασία), αλλά και σε μελέτες που ασχολούνται με ευρύτερα ζητήματα της θεσσαλικής
κεραμικής (Schneider et al 1991, Πεντεδέκα 2008, Δημουλά υπό προετοιμασία). Η παρούσα
μελέτη αποσκοπεί στη συγκεντρωτική παρουσίαση και επανεξέταση των αναλυτικών δεδομένων
που αφορούν στην κεραμική του Σέσκλου, υπό το πρίσμα των μεθοδολογικών εξελίξεων στον
αναλυτικό τομέα (κεραμική πετρογραφία, χημικές αναλύσεις), των σύγχρονων θεωρητικών
τάσεων στη μελέτη του υλικού πολιτισμού, καθώς και των επίκαιρων ερωτημάτων σχετικά με τη
θεσσαλική νεολιθική. Κεντρικό σημείο της προσέγγισης αυτής αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο η
χρήση των αναλυτικών τεχνικών διαμόρφωσε τις αντιλήψεις μας για τη ζωή σε ένα νεολιθικό
οικισμό, έπειτα από έναν αιώνα έρευνας.
ΔΟΥΛΓΕΡΗ - ΙΝΤΖΕΣΙΛΟΓΛΟΥ Αργυρούλα
Xρήστος Tσούντας. Από το Στενίμαχο στη Θεσσαλία.
O (η) Στενί(ή)μαχος της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινό Asenovgrad της Βουλγαρίας), όπου
γεννήθηκε το 1857 και έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο Xρήστος Tσούντας, γόνος
παλαιάς και επιφανούς οικογένειας της πόλης, παρουσιάζεται όπως ήταν στα τέλη του 19ου και
στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν ήκμαζε ακόμη εκεί ο Ελληνισμός. Στη συνέχεια ανιχνεύονται τα
βήματα του πρωτοπόρου αρχαιολόγου στη Θεσσαλία και ειδικότερα στην πόλη του Bόλου κατά
τη διάρκεια της εδώ παραμονής του το χρονικό διάστημα 1899-1906, που συμπίπτει με την
εγκατάσταση Στενιμαχιτών προσφύγων στην περιοχή των Παλαιών Bόλου. Ακόμη διερευνώνται
οι σχέσεις του και οι επαφές του με πρόσωπα της εποχής, όπως ο Νικόλαος Γιαννόπουλος, καθώς
και η απήχηση της παρουσίας του και του έργου του στην τοπική κοινωνία.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΕΛΕΦΑΝΤΗ Παρασκευή
Συμβολικές συνιστώσες στη σχέση εμψύχων και αψύχων στην παλαιολιθική
αρχαιολογία
Συστηματικές παλαιολιθικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν πριν από σαράντα περίπου χρόνια
σε επιλεγμένες περιοχές της χώρας, ανάμεσα στις οποίες και η Θεσσαλία, επιβεβαίωσαν την
παρουσία παλαιολιθικών ανθρώπων στην Ελλάδα και αποτέλεσαν τη βάση για τη διατύπωση
θεωριών σχετικά με τη δράση τους στο φυσικό περιβάλλον. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, η
επέκταση των ερευνών και η συνακόλουθη παραγωγή νέων δεδομένων ανέδειξε την πολιτισμική
πολυποικιλότητα των κοινωνιών αυτών και έθεσε τα ερωτήματα για τη δημιουργία και την
εξέλιξή τους σύμφωνα με τη διεθνή αρχαιολογική και παλαιοανθρωπολογική προβληματική.
Ωστόσο, σε επίπεδο ερμηνείας του υλικού πολιτισμού και των κοινωνικών σχέσεων από τις οποίες
απορρέει, η προσέγγιση που ακολουθείται ελάχιστα διαφοροποιείται από τις αρχικές προσεγγίσεις,
αφού συχνά επαναλαμβάνει την αντιθετική σχέση φυσικό περιβάλλον/πολιτισμός. Σύμφωνα με
αυτή, οι άνθρωποι ως παραγωγοί πολιτισμού υπάρχουν, ενεργούν και εκμεταλλεύονται το φυσικό
περιβάλλον, το οποίο παραμένει παθητικό και στάσιμο. Η παρούσα ανακοίνωση συζητά κάποιες
από τις πρόσφατες θεωρητικές απόψεις της παλαιολιθικής αρχαιολογίας, η οποία, αναζητώντας τις
συμβολικές συνιστώσες που ενώνουν τα έμψυχα και άψυχα μέρη ενός πολιτισμικού μορφώματος,
πρεσβεύει ότι άνθρωποι, αντικείμενα και φυσικό περιβάλλον εμπλέκονται σε ένα συνεχές δίκτυο
συσχετισμών, που προσδιορίζει, προσδιορίζεται και επηρεάζει την έκφανση των εκάστοτε
σχέσεών τους.
ΙΣΑΑΚΙΔΟΥ Βαλασία
Ζωοαρχαιολογία και Προϊστορία στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι ζωοαρχαιολογικές μελέτες γίνονται όλο και πιο
συνηθισμένες στα πλαίσια ανασκαφών και αρχαιολογικής ερμηνείας, κυρίως σε σχέση με την
προϊστορική έρευνα. Ενώ στις αρχές του 20ου αι. αναλύσεις συνόλων γίνονταν από ξένους
ζωολόγους, οι οποίοι έδιναν έμφαση στην επίλυση ζωολογικών, κατ’ εξοχήν, ερωτημάτων,
σήμερα κυριαρχούν στο πεδίο αρχαιολόγοι, ξένοι και Έλληνες, εξειδικευμένοι στη μελέτη ζωικών
καταλοίπων, που δίνουν πλέον έμφαση στην απάντηση ερωτημάτων αρχαιολογικού κυρίως
ενδιαφέροντος. Η προτεινόμενη ανακοίνωση θα κάνει μια ιστορική αναδρομή στις διάφορες
ζωοαρχαιολογικές προσεγγίσεις και θα συζητήσει με παραδείγματα τον τρόπο με τον οποίο αυτές
επηρέασαν τα πορίσματα της ζωοαρχαιολογικής έρευνας και την ενσωμάτωσή,ή τη μη
ενσωμάτωσή τους στην ευρύτερη αρχαιολογική ερμηνεία.
ΚΑΚΑΒΟΓΙΑΝΝΗ Όλγα
Σχετικά με τους υπόγειους λαξευτούς θαλάμους στα Μεσόγεια Αττικής
Κατά το 1985, στον πρωτοελλαδικό οικισμό στο Κορωπί αποκαλύφθηκαν πέντε μεγάλοι υπόγειοι
λαξευτοί θάλαμοι, από τους οποίους ο μεγαλύτερος είχε διαστάσεις 10Χ6Χ2,50 μ., οι οποίοι ήσαν
γεμάτοι με απορρίμματα από τον οικισμό. Είχαν κυκλοτερές σχήμα και φρεατοειδή κάθοδο στο
εσωτερικό τους, και υποθέσαμε ότι η χρήση τους ήταν αποθηκευτική. Κατά το 2002,
αποκαλύφτηκε στη Μερέντα προϊστορικός οικισμός, ο οποίος, κατά την πρώτη φάση του (τέλος
της ΤΝΛ/αρχές της ΠΕ Ι) περιελάμβανε 5 (ή 6) συστάδες υπόγειων λαξευτών θαλάμων,
οργανωμένες γύρω από την κορυφή μικρού λόφου. Κάθε συστάδα την αποτελούσαν 3 θάλαμοι,
οι οποίοι είχαν διαστάσεις περίπου 4Χ2,50Χ2μ. και επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Η είσοδος
γινόταν συνήθως με λαξευτές βαθμίδες στο άκρο ενός από τους θαλάμους Οι θάλαμοι αυτοί
ερμηνεύθηκαν ως κατοικίες. Η ανεύρεση των υπόγειων θαλάμων στα Μεσόγεια της Αττικής θέτει
τα εξής ερωτήματα: 1) ποια είναι η αιτία που οδήγησε τους κατοίκους, ενώ υπήρχε ήδη
ανεπτυγμένη οικοδομική τεχνογνωσία, να κατασκευάσουν μεγάλους υπόγειους θαλάμους; 2) ποια
ήταν η χρήση των θαλάμων αυτών; 3) από πού «προέρχεται» η ιδέα της κατασκευής και χρήσης
των υπόγειων θαλάμων και ποια είναι η διάδοσή τους στον χώρο και τον χρόνο;
ΚΑΡΑΔΗΜΑΣ Νεκτάριος
Η συμβολή του Χρήστου Τσούντα στην προϊστορική αιγαιακή αρχαιολογία
και ειδικότερα στη δημιουργία όρων και χρονολογικών περιόδων
Ο Χρήστος Τσούντας δικαίως έχει χαρακτηρισθεί ο «ήρωας της ελληνικής προϊστορικής
αρχαιολογίας». Τις πολλές συστηματικές ανασκαφές του σε όλο τον ελλαδικό χώρο συμπληρώνει
ένα σημαντικότατο συγγραφικό έργο. Ειδικότερα, το βιβλίο τουΜυκήναι και μυκηναίος
πολιτισμός (1893) απέσπασε τόσο καλές διεθνείς κριτικές, που μεταφράστηκε ήδη το 1897 στα
αγγλικά, από τον καθηγητή της ελληνικής γλώσσας James Irving Manatt. Στην ανακοίνωση αυτή
επιχειρείται μια θεωρητική επισκόπηση των προτάσεων του Τσούντα για την αιγαιακή
προϊστορία. Έμφαση δίδεται στη συμβολή του στην καθιέρωση αρχαιολογικών όρων και μιας
χρονολογικής περιοδοποίησης, όταν ακόμη δεν υπήρχε ούτε κοινή αρχαιολογική γλώσσα ούτε
κοινά αποδεκτό χρονολογικό σύστημα. Μέσα από το έργο του Τσούντα μπορεί κανείς να
παρακολουθήσει τα πρώτα βήματα της αιγαιακής προϊστορίας. Μερικές από τις υποθέσεις του
παραμερίστηκαν και ξεχάστηκαν, ενώ άλλες εμπεδώθηκαν και συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται
μέχρι σήμερα.
ΚΑΡΑΜΠΑΤΣΩΛΗ Αννα
Τεχνική εξειδίκευση στην παραγωγή οψιανού κατά την Πρωτοελλαδική
Εποχή : μια συγκριτική μελέτη
Με την παρούσα ανακοίνωση επιχειρείται μια διεξοδική παρουσίαση ενός πολυσυζητημένου
θέματος, που αφορά στην ύπαρξη τεχνικής εξειδίκευσης στην παραγωγή οψιανoύ σε θέσεις της
ηπειρωτικής Ελλάδας κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ΙΙ. Το ερώτημα αυτό τέθηκε αρχικά
στη βάση ευρύτερων συλλογισμών και προσδοκιών που αφορούσαν στον γενικότερο χαρακτήρα
των θέσεων της ΠΕ ΙΙ και αργότερα στη βάση μιας σειράς τεχνολογικών αναλύσεων λιθοτεχνιών
από μεμονωμένες θέσεις (π.χ. Λέρνα Αργολίδας). Στην παρούσα εργασία η μελέτη της τεχνικής
εξειδίκευσης συγκροτείται σε δύο άξονες:α. στην αναζήτηση τεκμηρίων που επιβεβαιώνουν την
ύπαρξη τεχνικής αρτιότητας (Know-how) καιβ. στην αναγνώριση της χωροταξικής οργάνωσης
της παραγωγής (π.χ. ενδείξεις επιτόπιας επεξεργασίας, αναγνώριση ευρείας ή περιορισμένης
παραγωγής, ύπαρξη συσσωρευμένου υλικού σε συγκεκριμένους χώρους και προσδιορισμός των
χώρων αυτών). Μέσα από τη συγκριτική τεχνολογική ανάλυση λιθοτεχνιών μιας σειράς θέσεων
διαφορετικής τοπογραφίας που ανήκουν στην ευρύτερη γεωγραφική ζώνη της κεντρικής Ελλάδας
(Μάνικα Ευβοίας, Λιθαρές Βοιωτίας, Τσούνγκιζα Νεμέας Κορινθίας, Κορωπί Αττικής) διαπιστώνεται
η βεβαιωμένη ύπαρξη ενός άρτιου κοινού τεχνολογικού υποβάθρου, που εμφανίζει κάποιες
στυλιστικές διαφοροποιήσεις από θέση σε θέση και υποδεικνύει την αδιαμφισβήτητη ύπαρξη
εξειδικευμένων τεχνιτών που εμπλέκονται στην παραγωγή οψιανού, ανεξάρτητα από το αν η
έκταση της παραγωγής που διαπιστώνεται ανά θέση είναι ευρεία ή όχι. Όσον αφορά δε στην
χωροταξική οργάνωση της παραγωγής, διαπιστώνεται διαφοροποίηση ανάλογα με τον ρόλο που
η κάθε θέση κατείχε στον ευρύτερο τοπογραφικό και οικονομικό συσχετισμό. Θέσεις όπως η
Μάνικα μαρτυρούν ευρεία παραγωγή, που φαίνεται να αποσκοπεί στην εξαγωγή προϊόντων, ενώ
άλλες θέσεις, όπως η Τσούνγκιζα Νεμέας, μαρτυρούν μια τεχνολογικά άρτια, αλλά περιορισμένη
σε έκταση παραγωγή, πιθανότατα στα χέρια κάποιου πλανόδιου τεχνίτη. Όσον αφορά, τέλος,
στους εργαστηριακούς χώρους που συνήθως αναζητώνται, διαπιστώνεται ότι ιδιαίτερη βαρύτητα
έχουν οι χώροι απόθεσης και τελικής απομάκρυνσης των απορριμμάτων της τεχνικής διαδικασίας,
είτε είναι χώροι παραγωγής in situ είτε όχι (π.χ. βόθροι -αποθέτες).
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΚΑΤΑΠΟΤΗ Δέσποινα
Δεν υπήρξαμε ποτέ μεταμοντέρνοι: Σκέψεις και προβληματισμοί γύρω από
τις σύγχρονες θεωρητικές τάσεις στην αρχαιολογική έρευνα και πράξη
Η εισήγησή μου παραφράζει τον τίτλο του γνωστού βιβλίου του μεταμοντέρνου θεωρητικού
Bruno Latour,We have never been modern (Harvard University Press, 1991). Βασικός της
στόχος είναι να αποδείξει ότι η έννοια της κατηγοριοποίησης, η οποία άρχισε να υφίσταται
εντονότατη κριτική από τη θεμελίωση του μεταμοντέρνου παραδείγματος και εξής, είναι μία
αναγκαία συνθήκη της επιστημονικής (άρα και αρχαιολογικής) πράξης. Προκειμένου να τονίσει
αυτή την αναγκαιότητα, η παρούσα ανακοίνωση συγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο η
μεταμοντέρνα αρχαιολογία προσεγγίζει τη μελέτη του προϊστορικού παρελθόντος, καθώς επίσης
και τη μελέτη ενός πιο πρόσφατου παρελθόντος, αυτού της ιστορίας της αρχαιολογίας (ως
επιστήμης). Τονίζεται ότι στην πρώτη περίπτωση οι μεταμοντέρνοι αρχαιολόγοι δίνουν έμφαση
στην αποδόμηση, στην πολυπλοκότητα και, ως εκ τούτου, στο αδύνατον της κατηγοριοποίησης,
ενώ στη δεύτερη επιλέγουν να απεικονίσουν την πορεία της αρχαιολογικής σκέψης κατά τον 19ο
και 20ο αιώνα τελείως αφαιρετικά και, επομένως, μέσα από μία αυστηρότατη διαδικασία
κατηγοριοποίησης. Η εισήγηση καταλήγει τονίζοντας τη λογική ασυνέπεια και τη μεθοδολογική
ασυμβατότητα αυτών των δύο ειδών προσέγγισης του παρελθόντος και θέτει τον εξής
προβληματισμό: αφού και τα ίδια τα αποδομητικά σχήματα σκέψης δεν μπορούν να αποφύγουν
την κατηγοριοποίηση, μήπως τότε η απαξίωση της τελευταίας συνιστά μία επιστημολογική
/γνωσιολογική πλάνη;
ΚΑΤΣΑΡΟΥ - ΤΖΕΒΕΛΕΚΗ Στέλλα
Το σπήλαιο στη Νεολιθική, ως δυναμικός τόπος νοημάτων και συμβολισμών:
κριτική επανεξέταση των στερεότυπων εξηγήσεων
Η παρούσα ανακοίνωση κάνει μια κριτική επισκόπηση των ερμηνειών που έχουν διατυπωθεί έως
τώρα σχετικά με τη χρήση των σπηλαίων της νότιας Ελλάδας στη Νεολιθική και διαπιστώνει ότι
σ’ αυτό το πεδίο έρευνας κυριαρχούν ακόμα οι οικονομικές, λειτουργιστικές και ντετερμινιστικές
ερμηνείες, οι οποίες οδηγούν σε μια ενιαία στερεοτυπική εξήγηση περί πρακτικής αξιοποίησης
των σπηλαίων από τον άνθρωπο (παραγωγό). Κάποιες απόπειρες εισαγωγής της έννοιας της
λατρείας ή της ιερότητας στη νεολιθική σπηλαιολογία δεν πέτυχαν καμία ερμηνευτική ανανέωση,
διότι έγιναν με νομοτελειακούς όρους που βασίστηκαν είτε στις μεταγενέστερες χρονολογικά
χρήσεις των σπηλαίων ως ιερών είτε στην αυτονόητη εξίσωση του «σπάνιου» και «περίεργου»
(τόπου ή αντικειμένου) με το «λατρευτικό», και δεν προέκυψαν από τη λεπτομερή μελέτη των
στρωματογραφικών συμφραζομένων και των υλικών καταλοίπων κάθε συγκεκριμένης νεολιθικής
φάσης χρήσης σε κάθε συγκεκριμένο σπήλαιο. Στόχος της ανακοίνωσης είναι να διαχωρίσει
καταρχήν τις έννοιες του συμβολισμού (symbolism) και της λατρείας (ceremony) ως προς τα
νεολιθικά σπήλαια και να προτείνει την προσεκτική και κριτική χρήση της δεύτερης ως ερμηνείας
των ειδωλίων και της γραπτής και διακεκριμένης κεραμικής, όταν δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία
που να τεκμηριώνουν τις ιερές πράξεις, κατά τις οποίες τα υποτιθέμενα αντικείμενα έπαιξαν
λατρευτικό ρόλο. Αντίθετα, προτείνει εναλλακτικά, σαν πρώτο και πιο ασφαλές ερμηνευτικό
βήμα, την έμφαση στην ιδεολογική και συμβολική υπόσταση κάθε νεολιθικού σπηλαίου ως φορέα
νοημάτων του συγκεκριμένου νεολιθικού πληθυσμού που το βλέπει και το χρησιμοποιεί. Στα
πλαίσια αυτής της θεωρητικής πρόσληψης, κρίνει απαραίτητο να υπογραμμίσει την ιστορικότητα
αυτού του νοήματος που κάθε σπήλαιο έχει αποκτήσει ως τόπος αναφοράς, άρα και τη
δυναμικότητά του, καθώς βρίσκεται υπό την επιρροή των αστάθμητων και συνεχώς
μεταβαλλόμενων ατομικών και ομαδικών συγκυριών.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΚΟΤΖΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ Ελένη
Ορεινά κοινωνικά τοπία και μακρά διάρκεια: μία προσέγγιση της ανώτερης
παλαιολιθικής ζωοαρχαιολογικής μαρτυρίας από την Ήπειρο
Κατά παράδοση, η αρχαιολογική επιστήμη έχει προσεγγίσει τα ορεινά κοινωνικά τοπία ως
μορφώματα στατικά και ανθεκτικά σε μεταβολές. Η οπτική αυτή αντλεί τις παραδοχές της από
μία κατά βάση οικολογική/ οικονομική παραδειγματική ερμηνεία: το ορεινό περικείμενο θεωρείται
εξ ορισμού ασταθές, απότοκο της κατακερματισμένης τοπογραφίας και της περιορισμένης ή
διασπαρμένης βιομάζας. Συνεκδοχικά και αναφορικά με τον παλαιολιθικό τρόπο παραγωγής, οι
θηρευτικές στρατηγικές και πρακτικές αντιμετωπίζονται ως “παθητικοί” θεσμοί επιβίωσης, σε
απόκριση των κάθε φορά παλαιοοικολογικών συνθηκών. Θεμέλιο αυτής της προσέγγισης
αποτελεί το δυτικοτραφές ερμηνευτικό πρότυπο-δίπολο “φύση-πολιτισμός”. Ο σκοπός αυτής της
εργασίας είναι διττός: αφενός να συζητήσει τις αδυναμίες, ακόμη και τις στρεβλώσεις, μιας
τέτοιας προσέγγισης και αφετέρου να επιδιώξει διόδους υπέρβασης, αξιοποιώντας συνδυαστικά
δεδομένα από τη μελέτη ζωοαρχαιολογικών συνόλων και οργανικών μη-χρηστικών τέχνεργων
της Ανώτερης Παλαιολιθικής από την ενδοχώρα της Ηπείρου. Ειδικότερα, η εργασία θα
επικεντρωθεί σε όψεις της ιδιοσυστασίας των ορεινών κοινωνικών τοπίων από τα 25 έως τα 9
χιλιάδες χρόνια περίπου πριν από το παρόν (αβαθμονόμητες ηλικίες), σε συνάρτηση με την
ιδιομορφία του παλαιοπεριβάλλοντος του βορειοδυτικού ελλαδικού χώρου. Ως ερμηνευτική αιχμή
θα προταθεί ότι: στην Ήπειρο λειτούργησε μεν ως υπόβαθρο συγκρότησης των κοινωνικών
τοπίων η “μακρά διάρκεια”, κατά Braudel, όχι όμως εξαιτίας περιορισμών του βιοχώρου, αλλά ως
απόρροια συγκεκριμένων επιλογών των κυνηγών-συλλεκτών.
ΚΡΑΧΤΟΠΟΥΛΟΥ Αθανασία
Γεωαρχαιολογία, αποκατάσταση του τοπίου και αρχαιότητες
Η γεωαρχαιολογική έρευνα συνδυάζει τα δεδομένα των γεω-επιστημών (π.χ. γεωμορφολογία,
ιζηματολογία, εδαφολογία και στρωματογραφία) με αρχαιολογικά, ιστορικά και βιοαρχαιολογικά
δεδομένα, με στόχο την καλύτερη κατανόηση και αποκατάσταση της ανθρώπινης
δραστηριότητας στα πλαίσια του «φυσικού» τοπίου και της αρχαιολογικής θέσης. Οι
γεωαρχαιολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στον Ελλαδικό χώρο τα τελευταία 40 χρόνια
έδειξαν ότι το τοπίο δεν είναι στατικό, αλλά αλλάζει. Φορείς αυτών των αλλαγών είναι μια
πληθώρα γεωμορφολογικών διαδικασιών και ενεργειών των ανθρώπων. Οι αλλαγές στο τοπίο
έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε, αλλά και στη διατήρηση, την
ορατότητα και τη δυνατότητα εντοπισμού των τοπίων του παρελθόντος και του αρχαιολογικού
υλικού. Στην ανακοίνωση αυτή θα συζητηθούν τα παραπάνω θέματα με παραδείγματα από τον
ελλαδικό χώρο.
ΚΡΙΓΚΑ Δήμητρα, ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Νίκος
Θεωρία των Παγκόσμιων Συστημάτων (World Systems Theory). Η συμβολή
της στην κατανόηση της Μέσης και Ύστερης Εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο
Η θεωρία των Παγκόσμιων Συστημάτων, που αναπτύχθηκε τo 1979 από τον I. Wallerstein και
αφορά τη μελέτη του σύγχρονου καπιταλισμού, έχει αποδειχθεί χρήσιμο μεθοδολογικό εργαλείο
και για τους προϊστορικούς αρχαιολόγους. Αρχής γενομένης από τον A. Sherratt, πολλοί
ερευνητές υιοθέτησαν τις μεθόδους μακρο-ιστορικής ανάλυσης και επιχείρησαν να ερμηνεύσουν
εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και μεσογειακή προϊστορία ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ
διακριτών οικονομικών συστημάτων μεγάλης κλίμακας. Παρά την πολύπλευρη κριτική που έχει
ασκηθεί (π.χ. αντιμετώπιση της οικονομίας ως αυτόνομης διαδικασίας, υπερβολική έμφαση στο
μοντέλο κέντρου-περιφέρειας, ελλιπής αρχαιολογική τεκμηρίωση, χρήση θεωρητικών
υποθέσεων), η θεωρία των Παγκόσμιων Συστημάτων προσφέρει δύο σημαντικά πλεονεκτήματα:
α) εντάσσει τοπικές διαδικασίες σε ευρύτερο πλέγμα διεθνών εξελίξεων και αλληλεπιδράσεων και
β) επιτρέπει την πληρέστερη κατανόηση και ιστορική ερμηνεία δομικών αλλαγών και
μετασχηματισμών (π.χ. το ζήτημα της εμφάνισης των μινωικών ανακτόρων). Στην ανακοίνωσή
μας εξετάζουμε το παράδειγμα της 2ης χιλιετίας π.Χ., δηλαδή μιας περιόδου έντονων
αλληλεπιδράσεων και επαφών σε όλη τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς
Ανατολής. Υποστηρίζουμε ότι η θεωρία των Παγκόσμιων Συστημάτων μπορεί να προσφέρει
εναλλακτική προσέγγιση στη συνήθως α-χρονική αντιμετώπιση των «ανακτορικών» κοινωνιών
της Μινωικής Κρήτης και της Μυκηναϊκής Ελλάδας, να εξηγήσει τις εμφανείς διαφορές που
υπάρχουν μεταξύ τους, να δώσει πληρέστερη εικόνα της οικονομικής τους οργάνωσης και, τέλος,
να ερμηνεύσει τους λόγους που επέβαλαν την οργάνωση αυτή. Επισημαίνουμε ότι ενώ τα
μινωικά ανάκτορα εμφανίστηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία στην ανατολική Μεσόγειο
κυριαρχούσαν μεγάλης έκτασης πολιτικά μορφώματα, που επεδίωκαν αυτάρκεια μέσω
συγκεντρωτικών οικονομιών αναδιανεμητικού τύπου και οι επαφές μεταξύ τους ήταν
περιορισμένες κυρίως σε «ανταλλαγές κύρους», τα μυκηναϊκά ανάκτορα γεννήθηκαν όταν είχε
ήδη αναπτυχθεί το θαλάσσιο εμπόριο πρώτων υλών και ειδών πολυτελείας, και μαζί του είχαν
διαμορφωθεί μικρότερες πολιτικές οντότητες με άμεση εξάρτηση από τις εμπορικές συναλλαγές.
Η διαφορά αυτή ίσως αντανακλάται στη μεγαλύτερη εξειδίκευση της μυκηναϊκής ανακτορικής
οικονομίας, με την παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων (αρωματικών ελαίων, ελαιόλαδου,
κρασιού, μετάλλινων αντικειμένων κτλ.), η οποία είναι εμφανής τόσο στις πινακίδες Γραμμικής Β
όσο και στην απουσία μεγάλων αποθηκευτικών χώρων από τις ανακτορικές εγκαταστάσεις της
ηπειρωτικής Ελλάδας.
ΚΥΠΑΡΙΣΣΗ-ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ Νίνα
Θεώρηση της θεσσαλικής Μεσολιθικής μέσα από τα ευρήματα του σπηλαίου
της Θεόπετρας. Νεότερα δεδομένα από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο
Η Μεσολιθική υπήρξε εδώ και κάποιες δεκαετίες το ζητούμενο πολιτισμικό υπόβαθρο της
Νεολιθικής στη Θεσσαλία, αλλά και στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Στο σπήλαιο της Θεόπετρας,
με σαφώς διακριτή επίχωση που αντιπροσωπεύει τη Μεσολιθική περίοδο, πιστοποιείται η
παρουσία του ανθρώπου κατά τη συγκεκριμένη περίοδο στη Θεσσαλία, τόσο με ανθρωπολογικά
κατάλοιπα (τουλάχιστον 3 μεσολιθικοί σκελετοί) όσο και με άλλα ευρήματα, τα οποία
παραπέμπουν στις πρώτες προσπάθειες συλλογής πηλού, στη γνώση των ιδιοτήτων του και στη
διαμόρφωσή του σε συγκεκριμένα σχήματα, αποτελώντας τον προάγγελο της κεραμικής
τεχνολογίας. Παράλληλα, η παρουσία εκτεταμένων πυρών, καθώς και καταλοίπων καρπών και
ανθράκων, διαμορφώνουν το οικιστικό αλλά και φυσικό περιβάλλον αυτής της κρίσιμης
μεταβατικής περιόδου, η οποία αποδεικνύεται ιδιαίτερα παραγωγική και δυναμική. Τα ευρήματα
του σπηλαίου της Θεόπετρας αναμφίβολα μπορούν να υποδείξουν τη γενικότερη
δραστηριοποίηση του πληθυσμού της περιόδου αυτής στον θεσσαλικό χώρο, έστω και χωρίς
άλλα σχετικά ευρήματα μέχρι στιγμής, ενώ νεότερες έρευνες σε άλλες μεσολιθικές θέσεις του
ελλαδικού χώρου επιβεβαιώνουν την ενεργή παρουσία πληθυσμού κατά την περίοδο αυτή.
ΚΥΡΙΑΤΖΗ Ευαγγελία
Μετάδοση της τεχνολογικής γνώσης και μετακινήσεις τεχνιτών στο ευρύτερο
προϊστορικό Αιγαίο
Η παρούσα εργασία, αντλώντας από σειρά ερευνών για τις κοινωνικές διαστάσεις της τεχνολογίας
στο ευρύτερο προϊστορικό Αιγαίο σε διαφορετικά γεωγραφικά, χρονικά και κοινωνικά πλαίσια,
επικεντρώνεται στο θέμα της μετάδοσης της τεχνολογικής γνώσης και της αναπαραγωγής
τεχνολογικών παραδόσεων, τόσο στον χρόνο (κάθετα) όσο και στον χώρο (οριζόντια). Κάθε
τεχνολογική παράδοση συνιστά ένα σύνολο κοινωνικά διαμορφωμένων αντιλήψεων και γνώσεων,
που προσδιορίζουν τις επιλογές και τη συμπεριφορά των τεχνιτών, ως μελών μιας συγκεκριμένης
κοινωνικής ομάδας. Η αναπαραγωγή, πρόσβαση και μετάδοση αυτών των αντιλήψεων αποτελεί
ένα καθαρά κοινωνικό φαινόμενο. Η αναπαραγωγή και η μετάδοση της τεχνολογικής γνώσης
στον χρόνο, δηλαδή από τη μια γενιά στην άλλη, σε παραδοσιακές προ-καπιταλιστικές κοινωνίες,
γίνεται συνήθως μέσα στα πλαίσια της ευρύτερης οικογένειας ή της στενής κοινωνικής ομάδας. Η
μετάδοση και η αναπαραγωγή, όμως, της τεχνολογικής γνώσης στον χώρο, ανάμεσα σε
διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, συνήθως δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς κάποιου είδους μετακίνηση
τεχνιτών, μικρής ή μεγάλης κλίμακας, στα πλαίσια διαφορετικών κοινωνικών διαδικασιών ή
πρακτικών (π.χ. μετακινήσεις μεμονωμένων ατόμων /τεχνιτών μέσα από δίκτυα «γάμων»,
εποχιακά μετακινούμενοι τεχνίτες ή τεχνίτες που μεταναστεύουν). Η αρχαιολογική αναγνώριση
τέτοιου είδους φαινομένων προϋποθέτει τη λεπτομερή τεχνολογική μελέτη των τελικών
προϊόντων για την ανασύνθεση των τεχνολογικών επιλογών και, στη συνέχεια, την αξιολόγηση
και την κατανόηση αυτών των επιλογών και της διαφοροποίησής τους στον χρόνο και στον
χώρο, σε συγκεκριμένα περιβαλλοντικά και κοινωνικά πλαίσια. Μέσα από τέτοιου είδους μελέτη,
ομοιότητες ανάμεσα σε προϊόντα (π.χ. κεραμικά αγγεία) μπορούν να αποδοθούν σε μια
τεχνολογική παράδοση με κοινή ή μη προέλευση ή σε απλή μίμηση στοιχείων της εμφάνισης των
προϊόντων, χωρίς κοινή τεχνολογία κατασκευής. Με τον τρόπο αυτό διερευνάται ο κοινωνικός
ρόλος των προϊστορικών τεχνιτών και φωτίζονται πλευρές των κοινωνικών και πολιτισμικών
ταυτοτήτων, όχι μόνο των ίδιων των τεχνιτών, αλλά και των προϊόντων που παράγουν και των
ατόμων ή των ομάδων που τα χρησιμοποιούν, στα πλαίσια του ίδιου ή διαφορετικών
ανθρωπογενών τοπίων. Θα συζητηθούν ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιου είδους ερευνών, που
συνδέονται με διαφόρων τύπων μετακινήσεις τεχνιτών, κάτω από διαφορετικές κοινωνικές και
πολιτικο-οικονομικές συνθήκες, αλλά και σε διαφορετικές κλίμακες. Τα παραδείγματα αυτά
αφορούν τόσο τη Νεολιθική, όσο και την εποχή του Χαλκού και σχετίζονται με διαφορετικές
περιοχές του ευρύτερου Αιγιακού χώρου.
ΚΩΤΣΑΚΗΣ Κώστας
Ο Τσούντας και οι νεολιθικές σπουδές στην Ελλάδα
Εκατό χρόνια μετά τη δημοσίευση των ανασκαφών του Χρήστου Τσούντα οι νεολιθικές σπουδές
στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί σε έναν ισχυρό κλάδο της προϊστορικής αρχαιολογίας με τα δικά
του αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά . Στην κατεύθυνση αυτή έχει συμβάλλει καθοριστικά η
παρουσία και το έργο των ερευνητών που διαδέχτηκαν τον Τσούντα στο πανεπιστήμιο
Θεσσαλονίκης, συγκεκριμένα του Δ. Ρ. Θεοχάρη και του Γ. Χ. Χουρμουζιάδη. Και οι δύο, όπως και
ο Τσούντας, εργάστηκαν στη Θεσσαλία, αλλά το έργο τους, απέκτησε ευρύτερη απήχηση και
επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον νεολιθικό πολιτισμό στην
Ελλάδα διαμορφώνοντας μια διακριτή αρχαιολογική παράδοση. Τα στοιχεία αυτής της
ερευνητικής παράδοσης πρέπει να εξεταστούν σε σχέση με τον ευρύτερο περίγυρο και τα
θεωρητικά ρεύματα της εποχής μέσα στην οποία δραστηριοποιήθηκαν οι τρεις πρωτοπόροι
ερευνητές.
ΛΙΓΚΟΒΑΝΛΗΣ Στέφανος, ΠΑΠΟΥΛΙΑ Χριστίνα
Η παρουσία και η χρήση των εργαλείων με αμφιπρόσωπη επεξεργασία
(bifaces) στον ελλαδικό χώρο κατά την Παλαιολιθική
Τα εργαλεία με αμφιπρόσωπη επεξεργασία (bifaces), που χαρακτηρίζουν την ευρασιατική Πρώιμη
Παλαιολιθική (Κατώτερη-Μέση), σπανίζουν στον ελλαδικό χώρο. Μεμονωμένα δείγματα αυτού
του εργαλειακού τύπου έχουν αποκαλυφθεί τόσο στην Ήπειρο (Καρβουνάρι, Κοκκινόπηλος) όσο
και στη Θράκη. Στην παρούσα ανακοίνωση, με αφορμή την πρόσφατη ανακάλυψη ενός
εργαλείου με αμφιπρόσωπη επεξεργασία κατά την επιφανειακή έρευνα του Φιλανδικού
Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στη θέση Καρβουνάρι στην Ήπειρο, συζητούμε την παρουσία αυτών
των τεχνέργων κατά την Παλαιολιθική στη χώρα μας, τη γεωγραφική, χρονολογική και
λειτουργική τους τοποθέτηση, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία από όμορες περιοχές. Παράλληλα
διερευνούμε τους λόγους για τους οποίους τέτοιου είδους ευρήματα είναι μεμονωμένα στον
ελλαδικό χώρο.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ Ηρώ
Μέθοδοι κατηγοριοποίησης ηπειρωτικής κεραμικής της Μέσης και Πρώιμης
Ύστερης Εποχής του Χαλκού: συγκλίσεις και αποκλίσεις
Αντικείμενο της παρούσας ανακοίνωσης αποτελούν οι μέθοδοι ταξινόμησης και κατηγοριοποίησης
κεραμικού υλικού, που υιοθετούνται από τους μελετητές με στόχο την άμεση πρόσληψη της
αρχαιολογικής πληροφορίας. Εξετάζονται οι απαρχές της σχετικής μεθοδολογίας στον αιγαιακό
(ηπειρωτικό) χώρο κατά τη Μέση και Πρώιμη Ύστερη Εποχή του Χαλκού, με επίκεντρο
κατηγοριοποιήσεις των A. Wace και M. Thompson (1912), A. Wace και C. Blegen (1916), D.
French (1972), S. Dietz (1991), J. Maran (1992), C. Zerner (1993) και J. Rutter (1990, 1995).
Πρόκειται κυρίως για μορφολογικές, ταξινομικές ή αλλιώς εμπειρικές τυπολογίες, που βασίζονται
στα ενδογενή κριτήρια του σχήματος και της διακόσμησης, της επεξεργασίας της επιφάνειας και
της ποιότητας του πηλού. Οι μέθοδοι προσεγγίζονται εδώ συγκριτικά, ενώ δίδεται έμφαση στην
πολλαπλή (σπονδυλωτή) κατηγοριοποίηση υλικού, όπως αυτή διαμορφώνεται υπό την επίδραση
δυναμικών μοντέλων ανασύστασης της αρχαιολογικής πληροφορίας (εδώ: chaîne opératoire).
ΜΑΡΑΓΚΟΥ Χριστίνα
Λειτουργικότητα και φαντασιακό: αντιθέσεις και συμπληρωματικότητα
Η ανακοίνωση επιχειρεί να θέσει ερωτήματα και να προβάλει ίσως, έναν αντίλογο στη συνήθη,
στην αρχαιολογική έρευνα, απόλυτη διάκριση του υλικού ανάμεσα στο χρηστικό και το
συμβολικό - θεωρούμενο απαραίτητα ως μη χρηστικό. Εξετάζονται, μεταξύ άλλων, δεδομένα που
συνδυάζουν παράλληλα λειτουργική μορφολογία και συμβολισμό, κυρίως εικονογραφία. Στις
περιπτώσεις αυτές, δεν είναι βέβαιο αν προηγήθηκε η βούληση αποτύπωσης-μίμησης θεμάτων
της πραγματικότητας ή αναπαράστασης στοιχείων του φαντασιακού, με εκ των υστέρων
χρηστική εκμετάλλευση των μορφολογικών χαρακτηριστικών που προέκυψαν ή αν, αντίθετα,
σημασία είχε η επιλογή μιας «βολικής» μορφολογίας, λόγω των καθαρά πρακτικών
πλεονεκτημάτων της, που τυχαία και μόνο παραπέμπει σε εικόνες ή έννοιες υπαρκτές ή νοητές ή,
τέλος, αν ορισμένες ενδείξεις μάς προσανατολίζουν στην υπόθεση ότι έγινε μάλλον εσκεμμένα ο
συνδυασμός συμβολικών και χρηστικών-λειτουργικών χαρακτηριστικών στο ίδιο αντικείμενο. Τα
δεδομένα στα οποία στηρίζεται η ανακοίνωση χρονολογούνται κυρίως από τη Νεολιθική Εποχή
και προέρχονται ως επί το πλείστον από τη Βόρεια Ελλάδα.
ΜΑΡΘΑΡΗ Μαρίζα
Βαδίζοντας στα ίχνη του Χρήστου Τσούντα: Η αρχαιολογία των προϊστορικών
Κυκλάδων στην εποχή του Τσούντα και σήμερα
Ο Χρήστος Τσούντας πέρασε ορμητικά το κατώφλι της κυκλαδικής προϊστορίας την τελευταία
δεκαετία του 19ου αιώνα, θέτοντας ανεξίτηλα τη σφραγίδα του σε αυτήν και μετατρέποντας σε
υψηλό το ιδιαίτερα χαμηλό, έως τότε, επίπεδό της. Ακαταπόνητος ανασκαφέας ερεύνησε
νεκροταφεία, οικισμούς και άλλα σύνολα και δημοσίευσε τα αποτελέσματα των ανασκαφών του σε
δύο θεμελιώδη άρθρα στην Αρχαιολογική Εφημερίδα του 1898 και 1899, τα «Κυκλαδικά» και τα
«Κυκλαδικά ΙΙ». Με τις πραγματείες του αυτές κατέρριψε τις λάθος θεωρίες του καιρού του,
σχημάτισε το περίγραμμα της κυκλαδικής αρχαιολογίας της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού με τρόπο
επιστημονικά άρτιο και δημιούργησε εκ του μηδενός μια ορολογία που άντεξε στο χρόνο.
Η έρευνα σε αρχεία, όπως είναι εκείνα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, του Νομού
Κυκλάδων στην Ερμούπολη, του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας,
της Αρχαιολογικής Εταιρείας και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, αποκαλύπτουν επιπλέον πτυχές της
αρχαιολογικής προσφοράς του Τσούντα στα Κυκλαδονήσια που ήταν αδύνατο να γίνουν γνωστές
μόνο μέσα από τις δημοσιεύσεις του. Τα έγγραφα, οι προσωπικές του σημειώσεις, ένα
Ημερολόγιο και ένα Σημειωματάριο που έχουν σχέση με τις κυκλαδικές περιοδείες του, η
αρθρογραφία στον τύπο της Ερμούπολης δείχνουν τα εξής:
Πρώτον, ο Χρήστος Τσούντας υπήρξε ο πρωτοπόρος ερευνητής για τις Κυκλάδες και στο
είδος της έρευνας πεδίου, που ονομάζεται σήμερα επιφανειακή έρευνα. Εξερεύνησε ολόκληρα τα
νησιά που επισκέφθηκε και είχε συγκεντρώσει όλο το απαραίτητο υλικό για μια δημοσίευση, παρόλο
που δεν έτυχε ή δεν πρόφθασε να την κάνει. Κύριο επιστημονικό ενδιαφέρον του αποτελούσε ο
κυκλαδικός κόσμος της 3ης χιλιετίας π.Χ. αλλά παράλληλα έδινε μεγάλη σημασία στην κατανόηση
του νησιωτικού τόπου και των εξελίξεων της πορείας του ανθρώπου σε αυτόν συνολικά, τον
ενδιέφερε η διαχρονική διάσταση της έρευνας. Δεύτερον, ο Τσούντας δεν ήταν μόνο κορυφαίος
ερευνητής αλλά και ένας μαχόμενος αρχαιολόγος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, που
ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την καταπολέμηση της αρχαιοκαπηλίας στις Κυκλάδες, την προστασία
των κυκλαδικών μνημείων όλων των περιόδων και την οργάνωση μουσειακής έκθεσης στο
Αρχαιολογικό Μουσείο της Σύρου, ένα από τα αρχαιότερα περιφερειακά μουσεία της χώρας.
Μια σύγκριση της κατάστασης, στην οποία βρισκόταν η έρευνα του προϊστορικού
κυκλαδικού κόσμου αλλά και γενικότερα η αρχαιολογία των Κυκλάδων στην εποχή του Τσούντα,
με εκείνην, στην οποία βρίσκεται σήμερα, είναι ιδιαίτερα διδακτική αφού μας βοηθά να
κατανοήσουμε τα επιτεύγματα αλλά και τις ελλείψεις που εξακολουθούν να υπάρχουν.
ΜΑΥΡΙΔΗΣ Θεοφάνης
Νησιωτική αρχαιολογία: Ένας ανεξάρτητος τομέας έρευνας της προϊστορίας
του Αιγαίου; Προβλήματα μεθοδολογίας, ερμηνείας του πολιτισμικού
φαινομένου και εναλλακτικές προσεγγίσεις
Η νησιωτική αρχαιολογία έχει θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει έναν ανεξάρτητο τομέα έρευνας,
βασιζόμενη κυρίως στις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τα νησιωτικά περιβάλλοντα. Η
απομόνωση ή οι περιορισμένες πλουτοπαραγωγικές πηγές και ο τρόπος προσαρμογής σε αυτές
έχουν θεωρηθεί οι παράγοντες εκείνοι που μπορούν να ερμηνεύσουν τα πολιτισμικά φαινόμενα
στα νησιωτικά περιβάλλοντα. Αυτού του είδους, όμως, η θεώρηση των νησιωτικών πολιτισμών
προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από εκείνους που βρίσκονται ‘εκτός’, από έναν εξωτερικό
παρατηρητή, όπως συνέβη στην περίπτωση της Δύσης με τις αποικίες της. Τα νησιά φάνταζαν
αυτόνομα, περιορισμένα στον χώρο τους, σαν ένα ταξίδι ανάμεσα στην αντίθεση εσωτερικούεξωτερικού και κοινωνικού-άγριου. Χαρακτηρίστηκαν με αυτό τον τρόπο για να γίνει δυνατή η
προσέγγιση του αμφίβολου χαρακτήρα τους και για να προσδιοριστούν, σε σχέση με κυρίαρχους
φυσικούς και κοινωνικούς χώρους και περιβάλλοντα. Πρόκειται, δηλαδή, για μια ολόκληρη
φανταστική μεταφορική δημιουργία, η οποία ορίζει τη σχέση των περιφερειακών χώρων με τις
κυρίαρχες κοινωνίες. Αυτός το τρόπος θεώρησης των νησιών σε παγκόσμιο επίπεδο επηρέασε
και το Αιγαίο, στο οποίο η μόνη ίσως συστηματική προσέγγιση των πρώιμων νησιωτικών
πολιτισμών του έχει γίνει στο πλαίσιο των αρχών και μεθόδων της λεγόμενης νησιωτικής
αρχαιολογίας. Η αναγνώριση της ύπαρξης παγκοσμίως ενός κοινού υπόβαθρου και κοινών
χαρακτηριστικών στους νησιωτικούς πολιτισμούς οδήγησε στις δεκαετίες του 1960-1970, αλλά
και μέχρι σήμερα, στην ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου τομέα έρευνας, ο οποίος, στο πλαίσιο
προτύπων έρευνας των θετικών επιστημών μπορούσε να μετρήσει αντικειμενικά την ανθρώπινη
συμπεριφορά και την προσαρμογή στα νησιωτικά περιβάλλοντα. Η προσέγγιση αυτή βασίστηκε
στην αναλογία της βιολογίας και της βιογεωγραφίας, σε συνδυασμό με την οικονομική ανάλυση
και την εξελικτική θεωρία. Το ερώτημα, όμως, που τίθεται όλο και πιο συχνά από ερευνητές των
νησιωτικών πολιτισμών παγκοσμίως είναι κατά πόσο είναι δυνατόν οι τελευταίοι να μελετηθούν
στη βάση θεωρητικών προτύπων, τα οποία σχεδόν αγνοούν τόσο τις ιδιαιτερότητες που
υπάρχουν στα ίδια τα περιβάλλοντα όσο και τις πολιτισμικές διαφορές, το διαφορετικό ιστορικό
πλαίσιο και τη δυναμική τού εκάστοτε αρχαιολογικού περιβάλλοντος. Στο κείμενο αυτό θα
παρουσιαστούν αναλυτικά τα χαρακτηριστικά, ο τρόπος ανάλυσης και προσέγγισης της
λεγόμενης νησιωτικής αρχαιολογίας, πώς οι τελευταίες έρευνες πεδίου καταρρίπτουν αρκετά από
τα συμπεράσματα των ερευνών αυτών και θα αναζητηθούν εναλλακτικές ερμηνευτικές
προσεγγίσεις, στο πλαίσιο κυρίως της αρχαιολογίας του τοπίου και της ανάλυσης και κατανόησης
κάθε αρχαιολογικού περιβάλλοντος χωριστά.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΜΕΡΟΥΣΗΣ Νίκος, ΣΤΕΦΑΝΗ Λιάνα
Οι θεωρητικοί και μεθοδολογικοί προσανατολισμοί της προϊστορικής
αρχαιολογίας στην Ελλάδα μέσα από τις σελίδες δύο αρχαιολογικών
περιοδικών (Αρχαιολογικό Δελτίο και Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών)
Το Αρχαιολογικό Δελτίο και τα Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών είναι τα μακροβιότερα
αρχαιολογικά περιοδικά που εκδίδει το ελληνικό κράτος. Στις σελίδες τους έχουν αποτυπωθεί
ανάγλυφα οι προσανατολισμοί που ακολούθησε η εγχώρια αρχαιολογική έρευνα από τη δεκαετία
του 1960 έως σήμερα. Στην ανακοίνωσή μας επιχειρούμε να ανιχνεύσουμε -μέσα από τη μελέτη
των άρθρων που δημοσιεύτηκαν στα δύο αυτά περιοδικά κατά την τελευταία πεντηκονταετίατο πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η προϊστορική έρευνα στην Ελλάδα. Οι δημοσιευμένες
επιστημονικές μελέτες, αλλά και οι ανασκαφικές εκθέσεις ή οι ολιγόλογες ειδήσεις είναι
αποτελέσματα της δραστηριότητας κυρίως της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κατά τις δεκαετίες του
1960 και του 1970, όταν ανήκε στο Υπουργείο Παιδείας, καθώς και των μετέπειτα Εφορειών του
Υπουργείου Πολιτισμού˙ οι μελέτες αυτές προσφέρουν τα πιο απτά τεκμήρια για να
ανασυντεθούν οι αρχές στη βάση των οποίων δομήθηκε η προϊστορική έρευνα στην Ελλάδα,
καθώς και η εικόνα που διαμόρφωσαν οι Έλληνες αρχαιολόγοι μέσα από την αφήγηση των
ανασκαφών και των ευρύτερων ερευνών τους για τους προϊστορικούς πολιτισμούς του ελλαδικού
χώρου. Η χωρική κατανομή, τα μεθοδολογικά εργαλεία, το φύλο των ερευνητών, η θεματολογία
τους, οι τρόποι αφήγησης που χρησιμοποιούνται, η γλώσσα κτλ. αποκαλύπτουν τους άξονες με
βάση τους οποίους διαμορφώθηκαν τα χαρακτηριστικά ( μεθοδολογικά και θεωρητικά ) της
προϊστορικής έρευνας στην Ελλάδα. Αξίζει, μάλιστα, να ληφθεί υπόψη ότι στη συντριπτική τους
πλειονότητα τα δημοσιεύματα και στα δύο περιοδικά υπογράφονται από Έλληνες αρχαιολόγους,
κάτι που σημαίνει ότι η προσέγγισή τους μας βοηθάει να πλησιάσουμε τη φυσιογνωμία της
εγχώριας προϊστορικής αρχαιολογίας, τους στόχους και τις επιδιώξεις της, τις ανακατατάξεις και
τις μεταβολές που διαμορφώθηκαν από εσωτερικά και εξωτερικά αίτια μέσα στο πέρασμα των
τελευταίων 50 χρόνων, μια περίοδο μεγάλων αλλαγών στην ελληνική κοινωνία.
ΜΟΥΛΙΟΥ Μάρλεν, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Στρατής
Αναπαραστάσεις και αναγνώσεις του προϊστορικού παρελθόντος στο
αρχαιολογικό μουσείο του 21ου αιώνα. Προ-κλήσεις και προ-τάσεις
Ποια θα πρέπει να είναι η επιστημολογική, εκπαιδευτική και κοινωνική φυσιογνωμία και αποστολή
ενός αρχαιολογικού μουσείου τον 21ο αιώνα; Ποιες είναι οι ισχύουσες και ποιες οι διαφαινόμενες
προκλήσεις που προσδιορίζουν το πλαίσιο της μουσειακής ερμηνείας του προϊστορικού
παρελθόντος σήμερα και, κατ’ επέκταση, της υποδοχής και πρόσληψής του από τους επισκέπτες
του μουσείου; Με άξονα αυτά τα δύο σύνθετα ερωτήματα, θα επιχειρήσουμε να
σκιαγραφήσουμε {ένα πρότυπο αναφοράς για} τις αρχές που πρέπει να διέπουν την οργάνωση
μιας μουσειακής έκθεσης για το προϊστορικό παρελθόν στην Ελλάδα, καθώς και την ανάλυση των
τρόπων πρόσληψης των μηνυμάτων της από τους επισκέπτες του μουσείου. Ως βασικό
παράδειγμα θεωρητικού σχεδιασμού αλλά και πρακτικής εφαρμογής, θα χρησιμοποιήσουμε τη
νέα έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Θάσου, που ολοκληρώθηκε το 2006 και παρουσιάζει
ευρήματα και συμπεράσματα ανασκαφικών ερευνών τριάντα ετών σε προϊστορικές θέσεις του
νησιού. Θα παρουσιαστούν: α] οι βασικές θεωρητικές αρχές, αρχαιολογικές και μουσειολογικές,
που επελέγησαν και καθόρισαν τη δομή, τη μορφή και τον αφηγηματικό λόγο της έκθεσης β] οι
τύποι των ερμηνευτικών μέσων που προτείναμε κατά περίπτωση για τη μεταφορά μηνυμάτων και
πληροφοριών στους επισκέπτες, καθώς και γ] τα μεθοδολογικά εργαλεία που μας βοήθησαν να
κατανοήσουμε πώς οι επισκέπτες του μουσείου διαμόρφωσαν τις αντιλήψεις τους για το
προϊστορικό παρελθόν. Το συγκεκριμένο παράδειγμα δεν θα είναι παρά η αφορμή για την
ανάπτυξη μιας περαιτέρω συλλογιστικής για την κοινωνικοποίηση της αρχαιολογίας του
προϊστορικού παρελθόντος.
ΜΟΥΝΔΡΕΑ-ΑΓΡΑΦΙΩΤΗ Αντίκλεια
Από τον Τσούντα στον Wace: θεωρήσεις και κατονομασίες της προϊστορικής
Θεσσαλίας
Στην ηρωική εποχή της Αιγαιακής Προϊστορίας, η πορεία του Χρήστου Τσούντα διασταυρώθηκε
με αυτή του κατά μία γενιά νεότερου Alan Β. Wace, σε δυο ευτυχή πεδία, τη Θεσσαλία και τις
Μυκήνες. Έχει ενδιαφέρον ότι το 1908, όταν ο σκαπανέας Τσούντας δημοσιεύει το ‘Προϊστορικαί
Ακροπόλεις Δημινίου και Σέσκλου’ και ορίζει για πρώτη φορά το πλαίσιο αναφοράς της
θεσσαλικής προϊστορίας (ταξινομώντας και κατονομάζοντας τους κεραμικούς και εργαλειακούς
τύπους, στους οποίους ακόμη αναφερόμαστε), αρχίζει η παράλληλη πορεία του Alan Wace στη
θεσσαλική προϊστορία, με την ανασκαφή στα Ζερέλια (Ιούνιος 1908). Ο Τσούντας, στον πρόλογο
του βιβλίου του αναφέρεται, με τη σεμνότητα που τον διακρίνει, στις μελλοντικές έρευνες που
θα συμπληρώσουν τα δικά του κενά. Αναφέρεται, μάλιστα, στην έναρξη των ερευνών της
βρετανικής Σχολής στα Ζερέλια, και είναι βέβαιος ότι «νέον φως θα προέλθει εξ αυτών…
συμφωνότερον προς την αληθή ακολουθίαν των πραγμάτων». Τέσσερα χρόνια αργότερα, το
1912, το βιβλίο “Prehistoric Thessaly” των A. J. B. Wace και M. S. Thompson δείχνει ότι
ακολούθησαν τα βήματα του Τσούντα στην ίδια περίπου αρένα, συμπλήρωσαν ενδεχομένως τα
κενά και πρότειναν μια πρώτη στρωματογραφική αλληλουχία τεσσάρων θεσσαλικών
προϊστορικών περιόδων. Σήμερα, έναν αιώνα αργότερα, η εξειδίκευση και η πολυπλοκότητα των
επιστημονικών προσεγγίσεων και των ερευνητικών μεθόδων δημιουργούν νέες συνθήκες
κατανόησης και ερμηνείας. Τα δυο αυτά βιβλία παραμένουν όμως συνεχείς πηγές έμπνευσης και
αναφοράς.
ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ Ιωάννης, ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Μυρτώ
Διάτρητες μεταλλουργικές κάμινοι στον χώρο του Αιγαίου: μια «καινοτομία»
της 3ης π. Χ. χιλιετίας
Η άποψη ότι στο Αιγαίο της Πρώιμης Χαλκοκρατίας είχαν λάβει χώρα τεχνολογικές εξελίξεις που
επέτρεπαν την παραγωγή μετάλλων από εγχώριες πρώτες ύλες είχε διατυπωθεί από
πρωτοπόρους αρχαιολόγους κατά τη δεκαετία του `70, μολονότι την εποχή αυτή δεν είχαν
ακόμη αναληφθεί στην Ελλάδα οι αναγκαίες τεχνολογικές - αναλυτικές μελέτες, και τα τότε
ανασκαφικά δεδομένα παρείχαν μόνο έμμεσες ενδείξεις. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25
ετών, οι εκτιμήσεις αυτές επαληθεύτηκαν πλήρως, και οι γνώσεις μας για τα σχετικά θέματα
διευρύνθηκαν κατά τρόπο εντυπωσιακό, με την αποκάλυψη νέων ευρημάτων και με τον
συνδυασμό ανασκαφικών ερευνών και αρχαιομεταλλουργικών μελετών. Τούτο συνάγεται από
ένα μεγάλο αριθμό σχετικών αναλυτικών δημοσιεύσεων και από δεκάδες μονογραφίες, διατριβές
και πρακτικά ειδικών συνεδρίων που πραγματοποιήθηκαν στο μεταξύ διάστημα. Οι
προαναφερόμενες πρόοδοι επιτρέπουν πλέον τη διαχείριση περισσότερο σύνθετων ζητημάτων
της πρώιμης αιγαιακής μεταλλείας, όπως αυτό της χωρικής και χρονικής διαφοροποίησης
μεταλλουργικών πρακτικών εντός των ‘Ελληνικών Χωρών’, αλλά και της τεχνολογικής συσχέτισής
τους με γειτνιάζοντες πολιτισμικούς χώρους αντίστοιχων εποχών, όπως η Βαλκανική, η Ανατολία,
η Συρο-Παλαιστίνη κ.ά. Με την παρούσα μελέτη γίνεται για πρώτη φορά μια τεχνολογική
διερεύνηση, μέσω της οποίας καταγράφονται, σχολιάζονται και αξιολογούνται οι μορφολογικές
και λειτουργικές ομοιότητες και διαφορές των ‘διάτρητων μεταλλουργικών καμίνων’, η ύπαρξη
και η λειτουργία των οποίων , κατά την 3η Χιλιετία, έχει αναγνωρισθεί σε επτά μέχρι σήμερα
γνωστές θέσεις-εργαστήρια παραγωγής χαλκού, που εντοπίζονται μόνο στο κεντρικό και νότιο
Αιγαίο. Πρόκειται για εντελώς ιδιόμορφες φρεατώδεις πήλινες καμίνους με μορφή ανοικτού
κόλουρου κώνου, που έφεραν περιφερειακά πολυπληθείς οπές διαμέτρου ~2cm σε απόσταση 2-
4cm μεταξύ τους. Συστηματικές μελέτες για τις καμίνους αυτές (που ανευρίσκονται στους
μεταλλουργικούς χώρους μόνο σε θραύσματα) έχουν γίνει στη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας
από το Κέντρο “Δημόκριτος”, σε συνεργασία με αρχαιολόγους-ανασκαφείς και με γνωστά
Πανεπιστήμια. Η παρουσία τους είναι μέχρι τώρα γνωστή σε δύο θέσεις της ΒΔ. Κύθνου, στη
Ραφήνα Αττικής, στη Β. Κέα, σε δύο θέσεις της Β. Σερίφου και στο Χρυσοκάμινο της Α. Κρήτης.
Οι λεπτομερείς παρατηρήσεις και μετρήσεις στα θραύσματα από τις θέσεις καμινείας οδήγησαν
στην κατανόηση της προϊστορικής ιδέας, και στην αναπαράσταση και τελικά στην ανακατασκευή
ολόκληρης της περιφερειακώς διάτρητης πήλινης καμίνου, η οποία είχε διάμετρο κάτω βάσης
~50cm, διάμετρο άνω βάσης ~35cm και ύψος ~50cm. Οι μελέτες που έχουν γίνει ως τώρα
αφορούν στις θέσεις της Κύθνου, της Σερίφου και στο Χρυσοκάμινο. Για το τελευταίο, μάλιστα,
έγιναν και επιτυχείς πειραματικές προσομοιώσεις λειτουργίας της καμίνου υπό πραγματικές
προϊστορικές συνθήκες. Τα πειράματα απέδειξαν ότι η κάμινος αυτού του τύπου αποτελεί μια
ιδιαιτέρως αποτελεσματική τεχνολογική επινόηση-μεταλλουργική μηχανή της 3ης χιλιετίας, η
οποία με τη διείσδυση αέρα, προερχόμενου είτε από την πνοή του ανέμου είτε από εισφύσηση,
μπορεί να παράγει μεταλλικό χαλκό με απόδοση μέχρι ~95%, τροφοδοτούμενη από τα αιγαιακά,
χαμηλής περιεκτικότητας δευτερογενή χαλκούχα μεταλλεύματα, που θεωρούνται μη
εκμεταλλεύσιμα, σύμφωνα με τις σύγχρονες απόψεις. Οι επίμονες αναζητήσεις μας για τον
εντοπισμό αντίστοιχων κατασκευών (δημοσιευμένων και μη) στους ομήλικους πολιτισμικούς
χώρους της Α. Μεσογείου και στα Βαλκάνια δεν είχαν θετικό αποτέλεσμα, συνεπώς, βάσει των
μέχρι τώρα ερευνών, οι ‘διάτρητες κάμινοι’ καταγράφονται ως μια καθαρά αιγαιακή
μεταλλουργική καινοτομία της 3ης π.Χ. χιλιετίας και αποδεικνύονται απόλυτα προσαρμοσμένες
στα τοπικά ανεμολογικά και κοιτασματολογικά δεδομένα για να λειτουργήσουν αποδοτικά. Πέραν
των ομοιοτήτων, καταγράφονται ωστόσο στις καμίνους, σε διαφορετικές θέσεις, και αρκετές
κατασκευαστικές και μορφολογικές ιδιαιτερότητες, οι οποίες συνεπάγονται και λειτουργικές
διαφοροποιήσεις. Αυτές εντοπίζονται στα εκάστοτε πάχη των καμίνων, στην κλίση των οπών,
στην τοποθέτηση των καμίνων (σε οριζόντιο ή επικλινές έδαφος) και στον τρόπο εισφύσησης
αέρα, που τεκμαίρεται από την ανεύρεση των αντίστοιχων πήλινων προσαρτημάτων, όπως τα
χειροκίνητα φυσερά, τα ακροφύσια και οι μεταλλουργικοί αεραγωγοί (tuyères). Από τη συνθετική
αξιολόγηση των ομοιοτήτων και των διαφορών που διαπιστώνονται, προκύπτει η εκτίμηση ότι
αυτές δεν είναι τυχαίες, αλλά αποτελούν αποτέλεσμα τεχνολογικών επιλογών των πρώιμων
χαλκέων, οι οποίοι κατέχουν τη γνώση των τότε διαθέσιμων πρακτικών, αλλά εξαρτούν τις κατά
περίπτωση εφαρμοζόμενες μεθοδολογίες τους από μερικούς καθοριστικούς παράγοντες, όπως η
ποιότητα και η καθαρότητα της εκάστοτε διαθέσιμης μεταλλικής πρώτης ύλης. Αλλά τέτοιες
εκτιμήσεις, εφ’ όσον τεκμηριώνονται από τεχνολογικές μελέτες, παραπέμπουν, πλέον, σε αμιγώς
αρχαιολογικούς προβληματισμούς, με σκοπό, ίσως, τη διερεύνηση των αναγκαίων εμπορικών και,
εν τέλει, πολιτιστικών επαφών και σχέσεων μεταξύ κοινοτήτων και κοινωνιών, οι οποίες
προαπαιτούνται ώστε να διακινηθούν και να εδραιωθούν οι τεχνικές γνώσεις που διέθεταν οι
πρωτοπόροι αυτοί πρώιμοι χαλκείς.
ΝΑΝΟΓΛΟΥ Στράτος
Πρακτικές αναπαράστασης στη Νεολιθική Ελλάδα: μεθοδολογικές προτάσεις
Οι μελέτες για τις αναπαραστάσεις ανθρώπων, ζώων και πραγμάτων στη Νεολιθική Ελλάδα τα
τελευταία εκατό χρόνια υπήρξαν πολλές και ποικίλες. Σε πολλά σημεία, οι μελέτες αυτές
συνεχίζουν μέχρι σήμερα μια ερευνητική παράδοση που κρατάει από τον Τσούντα και είχε
διαμορφωθεί στο πλαίσιο της εποχής του. Αντικείμενο της ανακοίνωσης είναι οι μεθοδολογικές
συνιστώσες που προβάλλει αυτή η παράδοση και στόχος η αναδιάρθρωσή τους, ώστε να
αντεπεξέρχονται σε σημερινά ερωτήματα.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΝΑΝΟΓΛΟΥ Στράτος, ΠΑΠΠΑ Μαρία
Σκεύος έχον σχήμα κολούρου πυραμίδος
Αντικείμενο της ανακοίνωσης είναι μια καγηγορία πυραμιδόσχημων αντικειμένων, τα οποία πρώτη
φορά περιέγραψε ο Χ. Τσούντας το 1908 στη δημοσίευση του Διμηνίου και του Σέσκλου, χωρίς
να προτείνει κάποια ερμηνεία. Τα αντικείμενα αυτά έκτοτε έχουν βρεθεί και σε άλλους οικισμούς
της Νεότερης Νεολιθικής και έχουν χαρακτηριστεί «κρατευτές» ή «βάρη» (συνήθως υφαντικά)
και έχουν συνδεθεί με τους γραπτούς «κρατευτές» που δημοσίευσε ο Τσούντας. Τα μορφολογικά
στοιχεία των αντικειμένων είναι λίγο πολύ γνωστά, αλλά μέχρι τώρα ελάχιστα στοιχεία
γνωρίζουμε για το ανασκαφικό τους πλαίσιο. Η παρουσίαση του συνόλου των αντικειμένων που
βρέθηκαν στο νεολιθικό οικισμό της Θέρμης, στο νομό Θεσσαλονίκης, μπορεί να καλύψει τμήμα
αυτού του κενού και να βοηθήσει στον καθορισμό των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της
κατηγορίας. Στη Θέρμη τα αποκαλυφθέντα θραύσματα υπερβαίνουν τα 100 και εμφανίζουν μια
συγκεκριμένη κατανομή στους χώρους απόθεσης.
ΝΤΑΡΛΑΣ Ανδρέας
H παλαιολιθική έρευνα στην Ελλάδα και οι προοπτικές ανάπτυξής της: πόσο
αναπόφευκτο είναι το πέρασμα από μια «ηρωική εποχή» και ποιος ο ρόλος
των σωστικών επεμβάσεων;
Όπως είναι γνωστό, η παλαιολιθική αρχαιολογία στην Ελλάδα έχει παραμείνει στο περιθώριο της
εν γένει αρχαιολογικής έρευνας. Κύριες συνέπειες αυτής της υπανάπτυξης είναι αφενός μεν οι
εξαιρετικά περιορισμένες γνώσεις μας για την Παλαιολιθική Εποχή στον ελλαδικό χώρο, αφετέρου
δε –και ίσως σημαντικότερο- η ουσιαστική έλλειψη προστασίας των παλαιολιθικών καταλοίπων,
αφού, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, οι Έλληνες αρχαιολόγοι αδυνατούν να τα αναγνωρίσουν, να
τα προστατέψουν και να τα μελετήσουν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ως τώρα έχουν καταστραφεί
πολλές παλαιολιθικές θέσεις, δίχως να γίνουν αντιληπτές. Ο αριθμός τους, μάλιστα, συνεχώς
μεγαλώνει, δεδομένης της ραγδαίας αύξησης του αριθμού των εκτελούμενων έργων και του
μεγέθους των επεμβάσεων.
ΝΤΟΥΜΑΣ Χρίστος
Ο Τσούντας και εμείς: 100 χρόνια μετά
Απόπειρα απολογισμού των επιδιώξεων της αρχαιολογίας σήμερα, σε σύγκριση με εκείνες της
εποχής του Τσούντα, καθώς και του βαθμού επίτευξής των.
ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ Ελένη, ΤΟΥΡΛΟΥΚΗΣ Βαγγέλης
Απώτατη προϊστορία της Ελλάδας: θεωρίες, αρχαιολογική μαρτυρία, νέες
προσεγγίσεις
Η ανακοίνωση αυτή πραγματεύεται την πρώιμη φάση του εποικισμού της Ελλάδας, γνωστή στην
αρχαιολογική ιδιόλεκτο ως Κατώτερη Παλαιολιθική. Στο πρώτο τμήμα της παρουσιάζονται τα
μοντέλα εξάπλωσης των πρώτων πληθυσμών στην Ευρασία και αναδεικνύεται ο κομβικός ρόλος
της Ελλάδας στη χαρτογράφηση αυτής της διαδικασίας. Στη συνέχεια, συνοψίζεται η
ανθρωπολογική και αρχαιολογική μαρτυρία της περιόδου και εκτίθεται ο προβληματισμός γύρω
από τη μέθοδο επιστημονικής συγκρότησης του πεδίου. Συγκεκριμένα, σχολιάζεται το είδος των
ερωτημάτων που τίθενται, ο χαρακτήρας των τεκμηρίων που χρησιμοποιούνται για να δοθούν
απαντήσεις, το τι συνιστά ερμηνεία και πώς κρίνεται η εγκυρότητά της. Στο τέλος σκιαγραφείται
μιά συνολική προσέγγιση του θέματος, με βάση την εμπειρία πεδίου από πρόσφατες
διεπιστημονικές έρευνες.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Κωνσταντίνος
Προκλήσεις στην αρχαιολογία του 21ου αιώνα: εικονική πραγματικότητα, ένα
σύγχρονο εργαλείο στην αρχαιολογική έρευνα. Η περίπτωση του μινωικού
νεκροταφείου στο Φουρνί Αρχανών
Η εικονική πραγματικότητα είναι ένα από τα πλέον διαδεδομένα πεδία στον χώρο των
υπολογιστών, το οποίο μεταφέρει τον χρήστη σε ένα σύνθετο, τεχνητό, εικονικό και
κατασκευασμένο από υπολογιστή περιβάλλον. Ο ρόλος της είναι ιδιαίτερα σημαντικός, όχι μόνο
στη μετάδοση της αρχαιολογικής γνώσης, καθώς μέσω αυτής παρουσιάζονται γνωστά
αρχαιολογικά δεδομένα μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία, αλλά και στη διερεύνηση
ποικίλων ερευνητικών προβλημάτων, τα οποία δεν είναι πάντα δυνατό να εξεταστούν με τις
παραδοσιακές μεθόδους του συμβατικού αρχιτεκτονικού σχεδίου και της αρχαιολογικής
φωτογραφίας. Στην Ελλάδα, αν και η χρήση της εικονικής πραγματικότητας ως εργαλείου
έρευνας δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη, κυρίως λόγω της εμπορευματοποίησής της, τα
τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα έντονο ενδιαφέρον για τις αρχικά αμφισβητούμενες
δυνατότητές της, οι οποίες, αν χρησιμοποιηθούν σωστά, δηλαδή μέσα από ένα σοβαρό
αρχαιολογικό προβληματισμό, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στις αρχαιολογικές αναζητήσεις
του 21ου αιώνα. Μέσα από την εικονική αναπαράσταση του νεκροταφείου στο Φουρνί Αρχανών,
θα προσπαθήσουμε να συζητήσουμε μια σειρά από υποθέσεις που σχετίζονται με συγκεκριμένα
αρχαιολογικά ζητήματα, ένα από τα οποία είναι η χρήση των ταφικών κτισμάτων και η κίνηση
των ανθρώπων μέσα σε αυτά κατά τη διάρκεια των ταφών και των άλλων τελετουργιών που τις
συνοδεύουν. Ταυτόχρονα, θα εξεταστούν οι σημαντικές εργονομικές μεταβολές που συμβαίνουν
κατά τη διάρκεια των διαφορετικών φάσεων της χρήσης των ταφικών κτιρίων, καθώς και τα
όποια προβλήματα δημιουργούν σε μια τέτοια προσέγγιση τα υπάρχοντα ανασκαφικά δεδομένα,
ιδιαίτερα όταν τα σύνολα προέρχονται από παλιές ανασκαφές. Ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στην
προσπάθεια αναπαράστασης δύο δημοσιευμένων παραδειγμάτων: του θολωτού τάφου Γ και του
ταφικού κτιρίου 19, που δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για τη διατύπωση σημαντικών
αρχαιολογικών προβληματισμών. Επιπλέον, με αφορμή σχετικές μελέτες κυρίως από τη Μινωική
Κρήτη που συνδέουν τον προσανατολισμό των τάφων με το φως του ήλιου και / ή της σελήνης,
θα παρουσιάσουμε κάποιες σκέψεις για την επίδραση του φυσικού και του τεχνητού φωτός στο
εσωτερικό των ταφικών κτιρίων και θα συζητήσουμε τόσο τον λειτουργικό, όσο και τον
ενδεχόμενο μεταφυσικό τους ρόλο στην αντίληψη της ζωής και του θανάτου από τους ζώντες. Η
συζήτηση τέτοιων θεμάτων κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική στη Μινωική ταφική αρχαιολογία, καθώς
τα ίδια τα δεδομένα από δημοσιευμένες μελέτες ταφικών συνόλων αναδεικνύουν τη σημασία του
θανάτου και της διαχείρισης των νεκρών ως κρίσιμων εργαλείων στη διαπραγμάτευση
καθοριστικών ρόλων και κοινωνικών σχέσεων στην κοινωνία των ζωντανών. Απώτερος στόχος
της προτεινόμενης παρουσίασης είναι να αναδείξουμε πώς με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών
μπορούμε να προσεγγίσουμε αρχαιολογικά ζητήματα σε νέες προοπτικές. Το εξελιγμένο
λογισμικό, σε συνδυασμό με τη μεθοδική αρχαιολογική τεκμηρίωση που θα πρέπει πάντα να
τονίζεται, καθιστούν δυνατούς κάθε λογής πειραματισμούς, ενώ προσφέρουν ταυτόχρονα μια
πραγματική εξομοίωση του αρχαίου κόσμου, όχι απλά δημιουργώντας αληθοφανείς συνθήκες,
αλλά τις πραγματικές συνθήκες που υπήρχαν, για παράδειγμα στο Φουρνί Αρχανών, σε κάποια
συγκεκριμένη στιγμή του παρελθόντος. Με αυτό τον τρόπο, οι πολύπλοκες μαθηματικές
εξισώσεις μετατρέπονται σε απλούστερες εντολές, καθιστώντας τις τεχνολογικές εξελίξεις όπλο
στα χέρια των εξειδικευμένων αρχαιολόγων για τη διερεύνηση πολύπλοκων αρχαιολογικών
ζητημάτων, τα οποία θα ήταν αρκετά δύσκολο να προσεγγιστούν μέσω συμβατικών μεθόδων.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ-MΑΝΙΟΥΔΑΚΗ Λένα
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Προϊστορική Συλλογή: Aπό την ανασκαφή στο
Mουσείο. O Xρήστος Tσούντας έφορος της Προϊστορικής Συλλογής του Eθνικού
Aρχαιολογικού Mουσείου
O Xρ. Tσούντας υπήρξε ο πρώτος έφορος της ‘’Προελληνικής (ή Mυκηναίας)’’ Συλλογής
του Eθνικού Aρχαιολογικού Mουσείου από το 1892, όταν οι μυκηναϊκές αρχαιότητες
μεταφέρθηκαν στο Eθνικό Mουσείο από το Πολυτεχνείο και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το
1904. H έκθεση των προϊστορικών (και των αιγυπτιακών) αρχαιοτήτων στην κεντρική αίθουσα
του Mουσείου πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του και ο ίδιος φρόντισε για την
καταγραφή των αρχαίων στο πρώτο ευρετήριο της Προϊστορικής Συλλογής. Yπήρξε όμως, την
ίδια αυτή χρονική περίοδο και κατά κύριο λόγο, ο πρωτοπόρος ανασκαφέας και συστηματικός
μελετητής που έθεσε τα μέτρα της επιστημονικής έρευνας του Nεολιθικού, του Kυκλαδικού και
του Mυκηναϊκού Πολιτισμού. Tα πολυπληθή ευρήματα του από τη Θεσσαλία, τις Kυκλάδες, τις
Mυκήνες και το θολωτό τάφο του Bαφειού κατέχουν διαχρονικά περίοπτη θέση στο Eθνικό
Aρχαιολογικό Mουσείο. Στην Προϊστορική Συλλογή το πρόγραμμα για την συγκέντρωση σε
corpus όλων των δημοσιευμένων και αδημοσίευτων ευρημάτων του Xρ. Tσούντα από την
Aκρόπολη των Mυκηνών, ‘’εκτός των τάφων’ είναι σε εξέλιξη.
ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Αναστασία
Υγεία, διατροφή και κοινωνικές προεκτάσεις στη Νεολιθική Ελλάδα, από τη
μελέτη του ανθρώπινου οστεολογικού υλικού
Στην εργασία αυτή γίνεται μια σύνθεση όλου του ανθρωπολογικού οστεολογικού υλικού από τη
Νεολιθική Ελλάδα, το οποίο έχει μελετηθεί και δημοσιευθεί, και παρουσιάζονται τα
συμπεράσματα που προκύπτουν α) σε σχέση με την υγεία, τα παθολογικά προβλήματα και τις
δημογραφικές παραμέτρους των νεολιθικών πληθυσμών και β) σε σχέση με τη διατροφή και, κατ’
επέκταση, με την οικονομική βάση της Νεολιθικής, όπως αυτά προκύπτουν από τη χημική
ανάλυση των οστών με σταθερά ισότοπα άνθρακα και αζώτου. Επισημαίνονται, τέλος, οι
προεκτάσεις που επιτρέπει η μελέτη του οστεολογικού υλικού και των ταφικών πρακτικών σε
σχέση με την κοινωνική οργάνωση, την καθημερινή ζωή και τις διαπροσωπικές σχέσεις στις
κοινωνίες που μελετούμε. Οι θέσεις που παρουσιάζονται είναι οι εξής: Μαυροπηγή, Ξηρολίμνη,
Ποντοκώμη, Θεόπετρα, Προσκυνάς, Κεφάλα, Φράγχθι και Αλεπότρυπα . Συνοπτικά, τα
συμπεράσματα περιλαμβάνουν: σχετικά καλά επίπεδα υγείας, με κυριώτερο πρόβλημα την
σιδηροπενική αναιμία και μετά την οστεοαρθρίτιδα και τη φυσική καταπόνηση, σχετικά χαμηλό
βιοτικό επίπεδο, χαμηλό μέσο όρο ενηλίκου ζωής, αυξημένη παιδική θνησιμότητα και, συνεπώς,
γρήγορα αυξανόμενο πληθυσμό, χαμηλά επίπεδα διαπροσωπικής βίας, διατροφή βασισμένη
κυρίως σε δημητριακά, με μικρή κατανάλωση κρέατος και ελάχιστη θαλάσσιων ειδών, που
υποδηλώνει αγροτική οικονομία, και, τέλος, ίδια ταφική μεταχείρηση ανδρών, γυναικών και
παιδιών. Τα παραπάνω συμπεράσματα διαφοροποιούνται και ενδιαφέρον έχουν οι διακυμάνσεις
μεταξύ θέσεων ή χρονολογικών περιόδων.
ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Μαρία – Φωτεινή
Ο τύμβος της Αταλάντης
Ο ταφικός τύμβος που βρέθηκε το 2006 στο οικόπεδο ιδιοκτησίας Αργυρώς και Γεράσιμου
Κοκορέτση, στην οδό Αίαντος Λοκρού στην Αταλάντη, αποτελεί ιδιαίτερης σημασίας για την
κεντρική Ελλάδα, και όχι μόνο, δεδομένης της σπανιότητας των πρωτοελλαδικών τύμβων, και
αναπάντεχο εύρημα κάτω από τα θεμέλια οικοδομικών συγκροτημάτων ελληνιστικών – ρωμαϊκών
χρόνων. Τον τύμβο οριοθετεί περίβολος από μεγάλες ακατέργαστες πέτρες, και το εσωτερικό
του φέρει γέμισμα από μικρού και μεσαίου μεγέθους λίθους. Η εκτιμώμενη διάμετρός του είναι
15 μ. Μεγάλο μέρος του είχε καταστραφεί από τα μεταγενέστερα κτίρια, ενώ τμήμα του
συνεχίζεται κάτω από την παρακείμενη οδό. ΄Ετσι, ανασκάφηκε το 1/4 περίπου του συνόλου του
και αποκαλύφθηκε ένας ταφικός πίθος τοποθετημένος σε οριζόντια θέση στο κέντρο του τύμβου,
καθώς και το αποτύπωμα ενός άλλου, στο νοτιοδυτικό τμήμα της περιφέρειάς του. Ο πίθος
περιείχε λίγα οστά και ένα σύνολο αγγείων γνωστών από την περιοχή ΠΕ ΙΙΙ κεραμικών
κατηγοριών (Κίρρα, Εύτρηση). Οι τύποι των αγγείων και η διακόσμησή τους είναι γνωστά από
αντίστοιχες κεραμικές ΠΕ ΙΙΙ κατηγορίες της περιοχής, στον πολιτιστικό ορίζοντα της οποίας
ανήκουν (Κίρρα, Εύτρηση, Αγία Μαρίνα).
ΠΑΠΟΥΛΙΑ Χριστίνα, ΛΙΓΚΟΒΑΝΛΗΣ Στέφανος
Επιφανειακές έρευνες, στρωματογραφία και παλίμψηστα. Η ερυθρογή (terra
rossa) της Ηπείρου και οι παλαιολιθικές υπαίθριες θέσεις
Τις προηγούμενες δεκαετίες, διαδοχικές επιφανειακές έρευνες στις αποθέσεις ερυθρογής (terra
rossa) της Ηπείρου πιστοποίησαν, μέσω της ανάκτησης μεγάλων ποσοτήτων λίθινων ευρημάτων,
την ανθρώπινη δραστηριότητα σε αυτούς τους χώρους, κυρίως κατά τη Μέση, αλλά και την
Ανώτερη Παλαιολιθική. Οι συζητήσεις για την προέλευση, τον τρόπο και τον χρόνο διαμόρφωσης
αυτών των γεωλογικών σχηματισμών, σχετίζονται άμεσα με το πρόβλημα της αποσαφήνισης του
αρχαιολογικού πλαισίου των ευρημάτων που προέρχονται από αυτούς. Τα τελευταία χρόνια
εξεταζόταν το ενδεχόμενο της ανάκτησης αρχαιολογικού υλικού σε πρωτογενή αρχαιολογικά
πλαίσια, μέσα από ανασκαφές σε αποθέσεις terra rossa, υπερβαίνοντας έτσι το πρόβλημα του
παλίμψηστου που διατυπώθηκε τα προηγούμενα χρόνια, κατά τη μελέτη των ευρημάτων των
επιφανειακών ερευνών. Σε αυτή την ανακοίνωση κάνουμε μια ανασκόπηση των μεθοδολογιών
έρευνας, καθώς και των συμπερασμάτων από τις μελέτες για τις παλαιολιθικές υπαίθριες θέσεις
της Ηπείρου. Επίσης αποσαφηνίζουμε το αρχαιολογικό πλαίσιο των ευρημάτων που προέρχονται
από τρεις πρόσφατα ανασκαμμένους, στρωματογραφημένους παλαιολιθικούς χώρους, οι οποίοι
εντοπίζονται σε αποθέσεις ερυθρογής στην περιοχή (Μολόνδρα Παραποτάμου, Μεσοβούνι,
Ελευθεροχώρι). Στο πλαίσιο αυτό προτείνουμε δρόμους για τη μελλοντική αρχαιολογική
αντιμετώπιση των παλαιολιθικών υπαίθριων θέσεων στην περιοχή της Ηπείρου, καθώς και των
ευρημάτων που προέρχονται από αυτές.
ΠΑΠΠΑ Μαρία
Οι διαφοροποιήσεις στην κοινωνική δομή των νεολιθικών οικισμών της
Κεντρικής Μακεδονίας και η αποτύπωσή τους στο χώρο
Η μελέτη της εσωτερικής οργάνωσης των νεολιθικών κοινοτήτων της Κεντρικής Μακεδονίας
οδήγησε στον εντοπισμό σημαντικών διαφοροποιήσεων που παρατηρούνται μέσα από τα υλικά
κατάλοιπα τριών επίπεδων οικισμών, οι οποίοι ερευνήθηκαν κατά την τελευταία δεκαπενταετία
και βρίσκονται στη Διεθνή Έκθεση και στη Θέρμη Θεσσαλονίκης καθώς και στον Μακρύγιαλο
Πιερίας. Η ανάλυση του οικιστικού χώρου των τριών οικισμών πραγματοποιήθηκε σε επίπεδο
κοινοτικό, με την εξέταση των έργων που αφορούν το σύνολο της κοινότητας τόσο σε επίπεδο
χρήσης όσο και κατασκευής, και σε επίπεδο ενδοκοινοτικό, με την εξέταση των κατασκευών που
σχετίζονται με τις επιμέρους οικιακές ενότητες του οικισμού. Από τα σύνολα των ανασκαφικών
ευρημάτων, που προέρχονται από τις κατασκευές και στα δύο επίπεδα ανάλυσης του χώρου,
προέκυψαν κατά τη διάρκεια της ΝΝΙ διαφορετικά μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης, που στην
περίπτωση του Μακρύγιαλου φαίνεται να σχετίζονται με την παραγωγή σε επίπεδο οικιακό, ενώ
στην περίπτωση της Θέρμης σε επίπεδο κοινοτικό. Επιπλέον, λόγω της μεγάλης έκτασης της
ανασκαφής στον Μακρύγιαλο και λόγω της οριζόντιας μετατόπισης των δύο φάσεων του
οικισμού, δόθηκε η δυνατότητα να διαπιστωθεί η σταδιακή μετάβαση από τον συλλογικό
χαρακτήρα του οικισμού κατά τη φάση ΝΝΙ, σε μια οργάνωση του χώρου που φαίνεται να δίνει
μεγαλύτερη έμφαση στο ατομικό επίπεδο κατά τη φάση ΝΝΙΙ. Τέλος, τίθεται το ζήτημα του
βαθμού κινητικότητας των επίπεδων οικισμών και της σχέσης τους με τη μόνιμη μορφή
κατοίκησης.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΠΕΝΤΕΔΕΚΑ Αρετή
Κεραμικές πράξεις στον χώρο: δίκτυα ανταλλαγής της κεραμικής στη
νεολιθική Θεσσαλία
Ένας αιώνας ερευνών έχει συμπληρωθεί από την πρώτη ενασχόληση του Χ. Τσούντα με τη
θεσσαλική Νεολιθική. Παρ’όλα αυτά, όμως, η γνώση μας παραμένει περιορισμένη ως προς το
εύρος, την ένταση και τη μορφή των ανταλλαγών της κεραμικής στη Θεσσαλία κατά τη
Νεολιθική. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται η ανάγκη να διατυπωθεί μια συνθετική θεωρητική και
μεθοδολογική προσέγγιση της μελέτης της κεραμικής, ως πολυδιάστατης έκφρασης της
ανθρώπινης πρακτικής, μέσα από τις αλληλένδετες διαστάσεις της παραγωγής (δηλαδή της
τεχνολογίας κατασκευής), της ανταλλαγής και της κατανάλωσής της. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας
προσέγγισης, εξετάστηκαν αρχαιομετρικά (πετρογραφική ανάλυση, δοκιμές επανόπτησης) 480
δείγματα κεραμικής της ΜΝΙΙΙ και ΝΝΙ από 12 ανασκαμμένους οικισμούς, τόσο της ανατολικής
όσο και της δυτικής θεσσαλικής πεδιάδας, καθώς και συγκριτικό υλικό επιφανειακής κεραμικής,
που έχει αναλυθεί παλαιότερα με χημική ανάλυση. Αυτή η συνδυαστική μελέτη διέκρινε την
ύπαρξη διαφορετικών δικτύων διακίνησης, τα περισσότερα εκ των οποίων αφορούν
συγκεκριμένες κεραμικές κατηγορίες ("ξεστή", τεφρή, μαύρη στιλβωμένη) και εμφανίζουν
διαφορετική διασπορά στον θεσσαλικό χώρο. Αν και τα αποτελέσματα της έρευνας υποδεικνύουν
ότι όλες οι κατηγορίες κεραμικής αποτελούν αντικείμενο διακίνησης, το φαινόμενο της
ανταλλαγής φαίνεται ότι εντείνεται κατά τη ΝΝΙ. Τα δίκτυα σχέσεων που αναγνωρίζονται έχουν
διάφορες μορφές, ενώ ο τρόπος συμμετοχής δεν είναι ο ίδιος για όλους τους οικισμούς, καθώς
διαπιστώνονται τρία διαφορετικά σχήματα σχέσεων μεταξύ των οικισμών. Η Πλατιά Μαγούλα
Ζάρκου φαίνεται ότι κατέχει κομβικής σημασίας θέση τόσο στα δίκτυα ανταλλαγής, όσο και στη
Νεολιθική της Θεσσαλίας γενικότερα, καθώς εμφανίζει την πιο έντονη κινητικότητα και
συμμετοχή στα περισσότερα δίκτυα, αλλά και πολυπλοκότητα στη μεταχείριση του υλικού της
πολιτισμού.
ΠΕΡΠΕΡΑΚΗ Ολυμπία
Επαναπροσδιορίζοντας τη μελέτη της «κοινωνικής οργάνωσης»: Η
περίπτωση της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα
Η ανάλυση της «κοινωνικής οργάνωσης» αποτελεί σκοπό και εξαγγελία πολλών προϊστορικών
μελετών. Το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έχουν λάβει χώρα οι περισσότερες τέτοιες
μελέτες είναι αυτό της κοινωνικής εξέλιξης, με τη γνωστή αντίληψη της ιστορίας ως μιας πορείας
από απλές προς συνθετότερες μορφές, και την έμφαση στην εμφάνιση κεντρικής εξουσίας, ως
μίας κρίσιμης καμπής σε αυτή την ιστορία. Οι διαδικασίες αυτές συχνά συνοψίζονται σε
διαφορετικούς «τύπους» κοινωνικής οργάνωσης και, πραγματικά, η κοινωνική ανάλυση ενίοτε
εξισώνεται με την αναγνώριση στο αρχαιολογικό υλικό κάποιου από τους τύπους αυτούς. Τα
προβλήματα και οι εσφαλμένες παραδοχές αυτής της μεθόδου έχουν ήδη υπογραμμιστεί.
Παραδείγματος χάριν, η προσέγγιση αυτή έχει δεχθεί δριμεία κριτική για τις ισοπεδωτικές
γενικεύσεις που επιβάλλει, με αποτέλεσμα να χάνεται και να παραβλέπεται η μοναδικότητα της
εκάστοτε περίπτωσης. Εξίσου προβληματική είναι η στατική εικόνα της κοινωνίας την οποία
αναγκαστικά προωθεί. Σημαντική θεωρητική εξέλιξη της τελευταίας εικοσαετίας ήταν η απόρριψη
της ιδέας της «κοινωνίας» ως δόκιμου αντικειμένου ανάλυσης επιδεχόμενου κατηγοριοποίησης
και η εναλλακτική έμφαση στις διαδικασίες παραγωγής και αναπαραγωγής των κοινωνικών
σχέσεων. Αναλυτική προτεραιότητα δίνεται τώρα στις κοινωνικές πρακτικές που στηρίζουν
διαφορετικές ανθρώπινες σχέσεις. Η ισχύς αναγνωρίζεται ως εγγενής σε όλες τις σχέσεις και,
κατά συνέπεια, ως διάχυτη στο κοινωνικό τοπίο. Το μειονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι ότι,
επιχειρώντας να αναδείξει την πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής και τη ρευστότητα του
κοινωνικού τοπίου, οδηγεί σε συχνή απώλεια της αίσθησης «τάξης» και συνοχής που
προϋποθέτει η κοινωνική ύπαρξη. Επανασυνθέτοντας σημαντικές αρχές αυτής της προσέγγισης,
η παρούσα ανακοίνωση προτείνει ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνικής ανάλυσης. Βασική
αφετηρία είναι η αντίληψη της κοινωνικής πράξης ως μέσου για την προβολή συγκεκριμένων
κοινωνικών σχέσεων που είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την κοινωνική αναπαραγωγή – καθώς έξω
από τις σχέσεις αυτές η κοινωνική ύπαρξη θεωρείται αδύνατη. Βασικός στόχος της κοινωνικής
ανάλυσης γίνεται η ανάδειξη αυτής ακριβώς της δυναμικής διαδικασίας. Το είδος των
αποτελεσμάτων που υπόσχεται η προσέγγιση αυτή καταδεικνύεται σε μία συγκεκριμένη περίοδο
της Αιγαιακής Προϊστορίας, στην Πρωτοελλαδική Εποχή. Σε προηγούμενες αναλύσεις, η εποχή
αυτή είχε συζητηθεί ιδιαίτερα για την εμφάνιση μνημειώδους αρχιτεκτονικής και πολύπλοκων
σφραγιστικών συστημάτων, που έχουν μέχρι σήμερα θεωρηθεί ως αναμφισβήτητες ενδείξεις για
την ύπαρξη κεντρικής εξουσίας. Προσφέροντας μία διαφορετική ερμηνεία των στοιχείων αυτών
του υλικού πολιτισμού, η παρούσα ανακοίνωση επαναπροσδιορίζει τη φύση και την ιστορική
σημασία αυτής της μορφής οργάνωσης και τις σχέσεις ισχύος που αυτή αντιπροσωπεύει.
ΠΕΤΡΑΚΟΣ Βασίλειος
Ο Χρήστος Τσούντας, η σχέση του με την εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία
και το όλο έργο του
ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΟΥ-ΣΓΟΥΡΙΤΣΑ Νάγια
Χρήστος Τσούντας: Αρχαιολόγος πεδίου και ακαδημαϊκός δάσκαλος
Στον Χρήστο Τσούντα οφείλονται οι μεγαλύτερες προϊστορικές ανασκαφές του τέλους του 19ου
και της αρχής του 20ου αιώνα, τις οποίες διενήργησε ως εκπρόσωπος του Υπουργείου της
Παιδείας, όπου υπήγετο τότε η αρχαιολογική έρευνα. Από τότε που κατέλαβε «την σχολάζουσαν
έδραν της Ιστορίας της Αρχαίας Τέχνης», τον Φεβρουάριο 1904, ως Tακτικός Καθηγητής της
Ιστορίας της Αρχαίας Τέχνης και της Επιγραφικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου διετέλεσε και
κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής κατά το ακαδημαϊκό έτος 1906 -7, δίδαξε, επί 21 έτη, μέχρι
το Νοέμβρη 1925, ανελλιπως, όλες τις προϊστορικές και ιστορικές εποχές και περιόδους. Η
διδασκαλία του υπήρξε «εξόχως καρποφόρα, της οποίας δείγματα οι εν τω αρχαιολογικώ κλάδω
τοσούτοι τόσον ευδοκίμως ασχολούμενοι μαθηταί» του, όπως γράφεται στην επιστολή που του
απηύθυνε ο Κοσμήτωρ εκφράζοντας την λύπη της Σχολής για την αμετάκλητη παραίτησή του. Το
έργο και η πολιτεία του τον καθιστούν τον πρώτο ΄Ελληνα Αρχαιολόγο που κάλυψε με άριστο
τρόπο τόσα πεδία έρευνας και εργασίας.
ΡΟΥΣΙΩΤΗ Δήμητρα
Αστικά ιερά στη Πελοπόννησο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.
Προσεγγίσεις στην πολεοδομική οργάνωση
Οι αρχαιολογικές έρευνες στην Πελοπόννησο αποκάλυψαν σε μια σειρά οικιστικών συνόλων της
Ύστερης Εποχής του Χαλκού (τειχισμένες ακροπόλεις Μυκηνών και Τίρυνθας, περιφερειακός
οικισμός Μεθάνων, μετανακτορικός οικισμός Ασίνης) κτίρια, τα οποία λειτουργούσαν ως ιερά και
χαρακτηρίζονται αστικά. Παράλληλα, η κατάσταση διατήρησής τους, τα ποσοτικά και ποιοτικά
χαρακτηριστικά των ευρημάτων (συγκριτικά με την έκταση των ανασκαφών) πιστοποιούν την
τέλεση οργανωμένης λατρείας. Στην παρούσα ανακοίνωση διερευνάται η έννοια και ο
λειτουργικός ρόλος των αστικών ιερών στις ανακτορικές και μετανακτορικές κοινότητες της
Πελοποννήσου, με έμφαση στη συμβολή τους στην πολεοδομική οργάνωση, τον συσχετισμό
δημοσίων και ιδιωτικών χώρων, τη συγκριτική χωροθέτηση των ιερών και τη σχέση τους με τα
κτίρια διοικητικού χαρακτήρα. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία για τη μετανακτορική περίοδο,
διερευνούνται επίσης οι πιθανές συνέπειες των κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών
στη θρησκευτική οργάνωση και έκφραση.
ΣΑΜΨΩΝ Αδαμάντιος, ΚΑΤΣΑΡΟΥ-ΤΖΕΒΕΛΕΚΗ Στέλλα,
ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ Βάγια
Χώρος και αντικείμενα κοινωνικού και συλλογικού συμβολισμού στον
νεολιθικό οικισμό της Φτελιάς Μυκόνου
Κατά την ανασκαφή του νεολιθικού οικισμού της Φτελιάς στη Μύκονο ήρθε στο φως, στη φάση
Ι, χώρος που περιείχε κεραμική με ιδιαίτερα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά. Αγγεία
σερβιρίσματος με πολύχρωμη διακόσμηση («polychrome crusted ware»), «καρποδοχεία» με
διπλή βάση («rechauds») και αδρές λεκάνες με διάτρητα χείλη («cheese-pots») βρίσκονται
σχεδόν αποκλειστικά μέσα στις επιχώσεις ενός αποσπασματικά διατηρημένου κτιρίου στο
ψηλότερο σημείο του νεολιθικού γήλοφου, ενός κτιρίου με μεγάλες διαστάσεις και προσεγμένη
τοιχοδομία με αψιδωτή ή ελλειψοειδή κάτοψη (κτίριο Α6). Πέραν του γεγονότος ότι τα
παραπάνω ευρήματα παρέχουν νέα στοιχεία στην αιγαιακή νεολιθική τυπολογία και τεχνολογία
(εφαρμογή πολύχρωμων κοσμημάτων σε μετόπες μετά την όπτηση, πρώτος διαχωρισμός των
«rechauds» από τις καρποδόχες βάσει της τριμερούς τεχνολογίας τους και του βαθύ όρθιου
κοίλου πυθμένα μέσα από το εξωτερικό κωνικό πόδι, πρώιμη χρονολόγηση των «cheese-pots»
στις αρχές της 5ης χιλιετίας π.Χ., ντόπια τεχνολογικά χαρακτηριστικά), η στρωματογραφική τους
συνάφεια υποδηλώνει μια μη συνηθισμένη σχέση. Η ιδιαιτερότητα επιτείνεται από τη συλλογή
πολλών ειδωλίων και μικροαντικειμένων στον χώρο αυτό, όπως ένα χρυσό εξάρτημα (ένδυσης;)
και ένα χάλκινο δακτυλιοειδές περίαπτο (ring idol). Στην παρούσα ανακοίνωση «χτίζουμε» σιγά
σιγά μια ερμηνεία του συγκεκριμένου χώρου, χρησιμοποιώντας τις χρηστικές και στατιστικές
πληροφορίες των ευρημάτων σε συνδυασμό με τη θεωρία για τον κοινωνικό ρόλο του υλικού
πολιτισμού. Με αφετηρία τον προσδιορισμό της πρακτικής χρήσης των αγγείων του κτιρίου Α6
της Φτελιάς, βλέπουμε καταρχήν ένα χώρο πολυλειτουργικό, που συνδυάζει την άσκηση
εξειδικευμένων πρακτικών επεξεργασίας και προετοιμασίας τροφίμων (στα «rechauds» και
«cheese-pots») με την κατανάλωση των ίδιων ή άλλων προϊόντων τους (στα γραπτά
πολύχρωμα). Διαπιστώνουμε ότι οι δράσεις στον χώρο αυτό παρουσιάζουν μαζικά
χαρακτηριστικά και μεγάλη πυκνότητα χρήσης, και υποδηλώνουν συγκέντρωση πολλών
ανθρώπων στον χώρο. Ταυτόχρονα βλέπουμε ένα χώρο όπου παράγονται ή καταναλώνονται
κεραμικά προϊόντα ντόπια και εντελώς ιδιόμορφα μέσα στον ευρύτερο νεολιθικό πολιτισμό των
Κυκλάδων, πράγμα που αποτελεί δείκτη της δυνατότητας για πολιτισμική διαφοροποίηση. Με
βάση τα δεδομένα αυτά, προτείνουμε την ανάγνωση του κτιρίου Α6 ως χώρου
συλλογικών/ομαδικών ή κοινοτικών συνευρέσεων με επίκεντρο το φαγητό και τα σκεύη της
ιδιαίτερης ντόπιας φυσιογνωμίας. Ως συνεύρεση μπορεί να υποτεθεί ποικιλία δράσεων, από την
παραγωγή κεραμικής έως τη συστηματική επεξεργασία κάποιου τροφικού προϊόντος και την
κατανάλωση και των δύο. Βλέπουμε τόσο τον χώρο όσο και τον υλικό πολιτισμό του ως φορείς
ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας για τη διαμόρφωση και διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και
για την εκτόνωση των κοινωνικών αντιθέσεων του πληθυσμού της Φτελιάς. Ταυτόχρονα,
εξετάζουμε την πιθανότητα ο ιδιόμορφος υλικός πολιτισμός της Φτελιάς να λειτουργεί ως σημείο
αναγνωρισιμότητας των κατοίκων της Φτελιάς μέσα στην ευρύτερη πολιτισμική σφαίρα των
Κυκλάδων.
ΣΑΜΨΩΝ Αδαμάντιος, KOZLOWSKI J., KACZANOWSKA M.
The Mesolithic in the Aegean. New perspectives
Με την ανασκαφή μέχρι σήμερα τριών μεσολιθικών θέσων στον χώρο της αιγαιακής λεκάνης
(Σπήλαιο Κύκλωπα Γιούρων, Μαρουλάς Κύθνου, Κεραμέ Ικαρίας) και με τον εντοπισμό αρκετών
άλλων παρουσιάζεται μία νέα εικόνα του πολιτισμικού αυτού σταδίου. Φαίνεται ότι κατά τη
μεσολιθική περίοδο στο Αιγαίο υπήρχε έντονη δραστηριότητα με μοντέλα κατοίκησης και δίκτυα
ανταλλαγών, όπως δείχνουν και οι ομοιότητες στη λιθοτεχνία. Τα νέα δεδομένα δημιουργούν
προβληματισμούς σχετικά με την προέλευση του πολιτισμού αυτού και την αρχή της
νεολιθικοποίησης στη ΝΑ Ευρώπη, αφού εμφανίζονται πρώιμα εξημερωμένα ζώα ήδη από την
αρχή της 9ης χιλιετίας π.Χ. Χρειάζεται επίσης να δημιουργηθεί ένα νέος τρόπος επιφανειακής
έρευνας για τον εντοπισμό μεσολιθικών θέσεων σε νησιά του Αιγαίου που να μπορεί να
εφαρμοσθεί και στον χώρο της ηπειρωτικής Ελλάδας.
ΣΤΡΑΤΟΥΛΗ Γεωργία, ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ Τάσος
Η αρχαιολογία των λάκκων: πρακτικές και χώροι (εν-)απόθεσης στη
Νεολιθική της Βόρειας Ελλάδας
Η διάνοιξη λάκκων και η απόρριψη ή και απόθεση υλικών σε αυτούς συνιστά μια μάλλον κοινή
πρακτική για την ευρωπαϊκή Νεολιθική. Λάκκοι ποικίλων μεγεθών και σχημάτων αποκαλύπτονται
σχεδόν σε κάθε νεολιθική θέση: σε επίπεδους οικισμούς και σε τεχνητούς γήλοφους, στο
εσωτερικό οικιακών μονάδων και άλλων κτιριακών δομών, σε υπαίθριες περιοχές των
εγκαταστάσεων και ακόμα εκτός των νεολιθικών οικισμών. Με βάση τη μέχρι τώρα έρευνα δεν
υπάρχει αμφιβολία πως η διάνοιξη ορυγμάτων και η απόθεση καταλοίπων του υλικού πολιτισμού
σε αυτά αποτελούσε δραστηριότητα και ‘οικιακού’ (domestic) χαρακτήρα, άμεσα συνδεδεμένη με
το νεολιθικό ‘νοικοκυριό’ και πλήρως ενσωματωμένη στην καθημερινότητα των κατοίκων των
νεολιθικών οικισμών. Παρόλο, όμως, που αποτελούν συνηθισμένα ανασκαφικά ευρήματα, οι
νεολιθικοί λάκκοι (και τα περιεχόμενά τους) έχουν συζητηθεί ελάχιστα ως μια ειδική κατηγορία
κατασκευών με ερευνητική αξία και ερμηνευτική δυναμική. Η εύρεση στο εσωτερικό τους
σπασμένων αντικειμένων, διατροφικών υπολειμμάτων ή υποπροϊόντων μιας παραγωγικής
διαδικασίας οδήγησε την αρχαιολογική σκέψη στη σύνδεση των νεολιθικών λάκκων με
δραστηριότητες κυρίως απορριμματικού χαρακτήρα, που διέπονται από τυχαιότητα, απέχουν από
τα πεδία κοινωνικής δράσης των νεολιθικών κοινωνιών και συνεπώς στερούνται οποιασδήποτε
κοινωνικής ή και νοηματικής ανάγνωσης. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η αρχαιολογική θεωρία και
πρακτική τείνει να προσεγγίσει την απόρριψη καταλοίπων στους νεολιθικούς λάκκους ως
δομημένη και κοινωνικά οργανωμένη πρακτική επιλεκτικής και σκόπιμης εναπόθεσης. Αντίστοιχες
ερμηνευτικές προσεγγίσεις βρίσκονται εδώ και πολλές δεκαετίες στο επίκεντρο του αρχαιολογικού
ενδιαφέροντος για τα νεολιθικά ορύγματα της Βόρειας Ευρώπης. Αντίθετα, για τη Βαλκανική
Νεολιθική οι θεματικές αυτές έχουν συζητηθεί ελάχιστα, παρόλο που οι ανασκαφές, ιδιαίτερα τα
τελευταία χρόνια, έχουν φέρει στο φως αρκετά παραδείγματα λάκκων, οι οποίοι δεν
ερμηνεύονται ως απορριμματικοί χώροι, αλλά ανήκουν σε άλλες κατηγορίες ορυγμάτων, όπως
λάκκοι κατοίκησης, εργασίας, αποθήκευσης, απόληψης / πρόσκτησης υλικών και ενταφιασμού. Η
παρούσα συζήτηση αξιοποιεί αρχαιολογικά παραδείγματα λάκκων από τη Νεολιθική, κυρίως, της
Βόρειας Ελλάδας, στοχεύοντας στην υπέρβαση της διχοτομίας μεταξύ λάκκων απορριμματικού
χαρακτήρα, που επιδέχονται καθαρά χρηστικές ερμηνείες, και λάκκων οργανωμένης απόθεσης
υλικών, που εμπεριέχουν σύνθετες κοινωνικές και νοηματικές πρακτικές. Αντίθετα, θα
προσπαθήσουμε να αναδείξουμε την ερμηνευτική πολυπλοκότητα των λάκκων, τονίζοντας την
κοινωνική σημασία που αποκτούν οι εν λόγω κατασκευές μέσω οργανωμένων πρακτικών
απόθεσης ή και απόρριψης υλικών σε αυτές. Παράλληλα, εξετάζεται η σημασία αυτών των
πρακτικών για την ιδεολογική αναπαραγωγή των νεολιθικών κοινωνιών και την ανάπτυξη
ποικίλων ενδοκοινοτικών και διακοινοτικών σχέσεων.
ΣΩΦΡΟΝΙΔΟΥ Μαρίνα
Η άφιξη του Χρήστου Τσούντα στη Θεσσαλία, ως αφετηρία της νεολιθικής
έρευνας στην Ελλάδα
Η άφιξη του Χρήστου Τσούντα στη Θεσσαλία συμπίπτει με τα δημόσια έργα και την ανασκαφή
της Μαρμαριανής. Η δραστηριότητα αυτή του έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσει τους
αρχαιολογικούς χώρους, ιδιαίτερα της Μαγνησίας. Η πρόσκληση όμως του Β. Στάη να συνεχίσει
τις έρευνες στο Διμήνι και αργότερα στο Σέσκλο στάθηκε η αφετηρία της νεολιθικής έρευνας
στην Ελλάδα, που είδε το φως της δημοσιότητας με τη μνημειώδη έκδοση «Αι Ακροπόλεις
Σέσκλου και Διμηνίου» πριν από 100 χρόνια. Με την ανακοίνωση αυτή επιχειρείται η αναφορά
στα γεγονότα που σχετίζονται με τις έρευνες αυτές, όπως καταγράφηκαν στον τοπικό και
αθηναϊκό ημερήσιο και περιοδικό τύπο, με εικόνες και σχόλια. Και αυτά τα γεγονότα δεν έχουν
σχέση μόνο με το ανασκαφικό έργο του Τσούντα, αλλά αναφέρονται επίσης τόσο στην εποχή
όσο και στα πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, αποκαλύπτοντας, με τον τρόπο
αυτό, τις αντικειμενικές συνθήκες (κοινωνικές και πολιτικές), στο πλαίσιο των οποίων είχε
αναπτυχθεί ένα σημαντικό ενδιαφέρον για την αρχαιολογική έρευνα της περιοχής. Μια έρευνα
που τη σημασιοδοτούσε και τη διαμόρφωνε πρακτικά η επιθυμία αρχαιολόγων και μη, ήδη από το
1887, να εντοπιστούν και στη Μαγνησία μυκηναϊκές αρχαιότητες, γεγονός που οι δύο θολωτοί
τάφοι στο Διμήνι το καθιστούσαν σοβαρό ενδεχόμενο.
ΤΖΕΒΕΛΕΚΙΔΗ Βάσω
Θάβοντας το δείπνο: η συμβολή της ζωοαρχαιολογικής έρευνας στην
αναγνώριση δομημένων εναποθέσεων (structured deposition) κατά τη
Νεολιθική Εποχή: η περίπτωση της Τούμπας Κρεμαστής-Κοιλάδας
Παρόλο που ο προσδιορισμός της επίδρασης των μετα-αποθετικών διαδικασιών (ταφονομία) στη
συγκρότηση ενός ζωοαρχαιολογικού υλικού αποτελεί πια βασική μέριμνα κάθε συστηματικού
ερευνητή, η επιρροή των ανθρωπογενών πρακτικών δομημένης εναπόθεσης (structured
deposition) στη δημιουργία ζωοαρχαιολογικών συνόλων δεν συνιστά στοιχείο συζήτησης για την
ελληνική Νεολιθική. Χρησιμοποιώντας ως αφετηρία γνωστά παραδείγματα δομημένων
εναποθέσεων από θέσεις της Εποχής του Χαλκού στον ελληνικό χώρο, η παρούσα ανακοίνωση
θα ασχολήθεί με την περίπτωση της Τούμπας Κρεμαστής-Κοιλάδας (Νεότερη Νεόλιθική) στον
νομό Κοζάνης, όπου, σε κάποιους από τους 400 περίπου λάκκους της θέσης, έχουν αποκαλυφθεί,
πέρα από τα συνηθισμένα ανθρωπογενή κατάλοιπα κατανάλωσης ζώων, ολόκληροι, ή σχεδόν
ολόκληροι, σκελετοί ζώων. Στόχος της ανακοίνωσης είναι η συζήτηση γύρω από τα μεθοδολογικά
προβλήματα που προκύπτουν κατά την αναγνώριση των «δομημένων εναποθέσεων», καθώς
επίσης και η ερμηνεία αυτής της πρακτικής.
ΤΟΠΑ Χαρά, ΣΚΑΦΙΔΑ Ευαγγελία
Μελέτη ζωγραφικής επιφάνειας σε λίθινα και πήλινα αντικείμενα: Η
περίπτωση των νεολιθικών ειδωλίων του Διμηνίου
Στην παρούσα ανακοίνωση τοίχου (poster) παρουσιάζονται τα πρώτα αποτελέσματα της
ανάλυσης των χρωμάτων, τα οποία εντοπίσθηκαν πάνω στα λίθινα και πήλινα ειδώλια που
προέρχονται από τις ανασκαφές του Γιώργου Χουρμουζιάδη στον νεολιθικό οικισμό του Διμηνίου
κατά τη δεκαετία του ΄70. Από τις μικροσκοπικές παρατηρήσεις, πού έγιναν αρχικά στην
επιφάνεια των ειδωλίων με τη χρήση στερεομικροσκοπίου, εντοπίσθηκαν σε εννέα λίθινα ειδώλια
ίχνη κόκκινου και μαύρου χρώματος, σε δώδεκα πήλινα ειδώλια ίχνη καφέ-μαύρου χρώματος και
σε δέκα από αυτά λευκόχρωμη βάση. Στη συνέχεια, τα εντοπισθέντα χρώματα αναλύθηκαν με τη
μέθοδο της φθορισιμετρίας ακτινών (XRF), η οποία μας προσφέρει γρήγορα αποτελέσματα, χωρίς
να απαιτείται η αφαίρεση δείγματος (μη καταστροφική μέθοδος). Από την παραπάνω ανάλυση
διαπιστώσαμε ότι όσον αφορά στα λίθινα ειδώλια: α) η χρήση των οξειδίων του σιδήρου υπήρξε
το κύριο μέσο για την παραγωγή κόκκινου χρώματος β) σε μία περίπτωση τεκμηριώθηκε η χρήση
του θειούχου υδράργυρου (το κιννάβαρι) για την απόδοση επίσης του κόκκινου χρώματος και γ)
για την παραγωγή του μαύρου χρώματος πιθανόν τα μέλη της νεολιθικής κοινότητας του
Διμηνίου χρησιμοποιούσαν την πιο συνηθισμένη, για την εποχή αυτή, χρωστική ουσία οργανικής
σύστασης. Όσον αφορά στα πήλινα ειδώλια, διαπιστώσαμε ότι: α) για την παραγωγή του καφέ-
μαύρου χρώματος έγινε χρήση οξειδίων του μαγγανίου σε συνδυασμό με οξείδια του σιδήρου και
β) για τη λευκόχρωμη βάση χρησιμοποιήθηκε πιθανόν ασβεστίτης. Η προσέγγιση των ειδωλίων
του Διμηνίου μέσα από το πρίσμα της μελέτης της ζωγραφικής τους επιφάνειας μπορεί να μας
προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για την τεχνογνωσία, τις επιλογές, τις αντιλήψεις, τις
ιδεολογίες, τις συμβολικές εκφράσεις και τις δομές επικοινωνίας της κοινωνίας, που τα
δημιούργησε και τα χρησιμοποίησε.
ΤΟΥΛΟΥΜΗΣ Κοσμάς
Με τη μόνιμη εγκατάσταση γεννιέται η έννοια της πατρίδας: η αναπλαισίωση
της προϊστορικής αρχαιολογίας στη σύγχρονη εκπαίδευση
Η εκπαίδευση συνιστά μια σημαντική παράμετρο για τη διερεύνηση της υποδοχής της
προϊστορίας από την ελληνική κοινωνία. Επισημαίνοντας, λοιπόν, τα χαρακτηριστικά της
«αναπλαισίωσης» της προϊστορικής αρχαιολογίας σε σχέση με την εκπαίδευση, καθίστανται
περισσότερο φανερές τόσο οι «θεσμοποιημένες» υποκείμενες αντιλήψεις για το παρελθόν και τη
διαχείρισή του, καθώς και οι εκπαιδευτικές τους διαστάσεις, όσο και η θέση που κατέχει η
προϊστορική αρχαιολογία στη σύγχρονη εκπαίδευση ως γνωστικό αντικείμενο ή εκπαιδευτικό
εργαλείο. Τίθεται έτσι αναπόφευκτα το ερώτημα: συγκαταλέγεται, τελικά, η προϊστορία στην
εκπαίδευση του 21ου αιώνα; Έχει περάσει αρκετός καιρός από το 1994, όταν η προϊστορία είχε
χαρακτηριστεί, από τους P. Stone και D. McKenzie, ως ένα «αποκλεισμένο», από την εκπαίδευση,
παρελθόν. Στην ελληνική μέση εκπαίδευση πραγματοποιήθηκε, τα τελευταία χρόνια, σωρεία
εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων: άλλαξαν σχολικά εγχειρίδια, συγκροτήθηκαν νέα αναλυτικά
προγράμματα σπουδών, εισήχθησαν νέες παιδαγωγικές έννοιες στα σχολεία, ενώ, ήδη, κάνουν
δειλά την εμφάνισή τους και οι πρώτες μορφές διδασκαλίας με τη χρήση των Τεχνολογιών της
Πληροφορίας και των Επικοινωνιών. Παράλληλα, η ανάπτυξη της μουσειακής εκπαίδευσης
,οδήγησε στην υλοποίηση σε αρκετά μουσεία της χώρας εκπαιδευτικών προγραμμάτων
εξοικείωσης των μαθητών με την προϊστορία, ενώ και οι προϊστορικοί αρχαιολόγοι αναζητούν
τρόπους επαφής με το μαθητικό κοινό. Δεν αρκεί, όμως, η προσπάθεια μουσείων και
μεμονωμένων αρχαιολόγων, ιδίως όταν στο πλαίσιο του τυπικής σχολικής εκπαίδευσης η
αντίληψη για την προϊστορία παραμένει αναλλοίωτη. Η «αναπλαισίωση» της προϊστορικής
αρχαιολογίας στη σύγχρονη εκπαίδευση πραγματοποιείται στα σχολικά εγχειρίδια που
απευθύνονται σε μαθητές και εκπαιδευτικούς, στα εκπαιδευτικά λογισμικά για την υποβοήθηση
της διδασκαλίας της Ιστορίας και στα σενάρια και σχέδια μαθημάτων που εκπονούνται τόσο στο
πλαίσιο της τυπικής σχολικής εκπαίδευσης (π.χ. διδασκαλία Ιστορίας) όσο και σε μορφές
ημιτυπικής σχολικής εκπαίδευσης (π.χ. Περιβαλλοντική Εκπαίδευση). Δεν πρόκειται απλά για μια
διαδικασία προσαρμογής της επιστημονικής γνώσης σε εκπαιδευτικούς σκοπούς και μαθησιακά
δεδομένα. Συσχετίζεται με το κοινωνικό νόημα που παράγεται και αντικατοπτρίζει ευρύτερες
αντιλήψεις και παραδοχές, συνεισφέροντας, στην ουσία, στη συγκρότηση αυτού που οι
κοινωνιογλωσσολόγοι ονομάζουν «λόγο» (discourse): την οργάνωση και τη δομή του τρόπου με
τον οποίο πρόκειται να συζητηθεί το θέμα «προϊστορία». Η «αναπλαισίωση» της προϊστορίας στη
σύγχρονη εκπαίδευση, συνεπώς, αποτελεί μια διαδικασία αναπαράστασης, «επιτέλεσης» της
μνήμης, η οποία πραγματοποιείται με όλους τους δυνατούς τρόπους (γραπτό λόγο, εικόνα,
πολυμεσικές εφαρμογές σε λογισμικά κτλ.). Είναι, όμως, γεγονός ότι παρά την ολοένα
αυξανόμενη συμμετοχή των άλλων τρόπων, π.χ. της εικόνας στα σχολικά εγχειρίδια, ο γραπτός
λόγος παραμένει κυρίαρχος, άρα και η ανάλυση της γλωσσικής έκφρασης του κοινωνικού
νοήματος παραμένει βασικό εργαλείο για να γίνει αυτή κατανοητή.
ΤΟΥΦΕΞΗΣ Γιώργος
Μορφές νεολιθικών οικισμών στη θεσσαλική πεδιάδα: ερωτήματα, κανόνες
και εξαιρέσεις
Τίθενται ερωτήματα που απορρέουν από τη μορφή των νεολιθικών οικισμών τύπου μαγούλας και
συζητιούνται θέματα ταφονομίας οικισμών. Προτείνεται μια σχέση αναλογίας ανάμεσα στις ψηλές
πεδινές μαγούλες της θεσσαλικής πεδιάδας και στους νεολιθικούς οικισμούς στις λοφώδεις
περιοχές της, ως προς την επιδιωκόμενη θέασή τους, με την επισήμανση ότι στους δεύτερους
πρωταρχικό ρόλο έχει η μνημειακότητα του φυσικού αναγλύφου.Επίσης, η πρόσφατη
ανασκαφική έρευνα στην πεδιάδα της Λάρισας υποδεικνύει, εκτός από τις «τυπικές» για τη
Θεσσαλία νεολιθικές μαγούλες, την ύπαρξη επίπεδων εγκαταστάσεων με χαρακτηριστικά
κατοίκησης, οι οποίες αποτελούσαν, πιθανόν, περιοχές γύρω από οικισμούς τύπου μαγούλας και
είχαν άμεση σχέση με εκείνους .
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ Σεβαστή
Προσεγγίσεις σε θέματα διατροφής από τα σκελετικά κατάλοιπα στο
προϊστορικό Αιγαίο
Η μελέτη της διατροφής και των διατροφικών συνηθειών των προϊστορικών πληθυσμών αποτελεί
σημαντικό αντικείμενο της αρχαιολογικής έρευνας και ερμηνείας. Μέχρι πρόσφατα, βασικές πηγές
άντλησης πληροφοριών σε θέματα διατροφής θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικά η
αρχαιοβοτανική και η ζωοαρχαιολογία, που ασχολούνται, αντίστοιχα, με τη μελέτη των φυτικών
και ζωικών καταλοίπων, τα οποία συλλέγονται από τους προϊστορικούς οικισμούς. Ωστόσο, η
κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών από τον άνθρωπο φαίνεται να έχει σημαντική επίδραση
στον ανθρώπινο σκελετό και στα δόντια και, επομένως, η μελέτη των σκελετικών καταλοίπων
εμφανίζεται να προσφέρει εξίσου σημαντικές δυνατότητες πληροφοριών σε ζητήματα διατροφής
και διατροφικών συνηθειών των προϊστορικών ανθρώπων. Η σχετική συζήτηση σε αυτού του
είδους τα θέματα αποτελεί βασικό αντικείμενο της βιοαρχαιολογικής προσέγγισης στη μελέτη των
ανθρώπινων πληθυσμών, που τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται δυναμικά στον χώρο του
Αιγαίου από αρχαιολόγους εξειδικευμένους σε ζητήματα φυσικής ανθρωπολογίας. Παράλληλα, η
προοδευτικά αυξανόμενη εφαρμογή μεθοδολογικών εργαλείων, όπως είναι οι χημικές αναλύσεις,
οι αναλύσεις σταθερών ισοτόπων του άνθρακα και του αζώτου και η ανάλυση των μικροϊχνών
αποτριβής (dental microwear) στα δόντια των σκελετικών πληθυσμών συμπληρώνουν το εύρος
των πληροφοριών που αφορούν σε ζητήματα διατροφής. Η συγκεκριμένη παρουσίαση θα
αναφερθεί πρώτον στα μεθοδολογικά εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σήμερα στη
μελέτη της αρχαίας διατροφής με βάση τα σκελετικά κατάλοιπα και δεύτερον στα αποτελέσματα,
όπου αυτά τα μεθοδολογικά εργαλεία μπορούν να συνδυαστούν και να συμβάλουν, επομένως,
σημαντικά στην καλύτερη κατανόηση των σχετικών ζητημάτων.
ΤΣΟΡΑΚΗ Χριστίνα
Ερμηνευτικές προσεγγίσεις λίθινης τεχνολογίας: το παράδειγμα της τριπτής
λιθοτεχνίας από τον νεολιθικό οικισμό του Μακρύγιαλου
Σε αντίθεση με μελέτες προϊόντων άλλων τεχνολογιών, η μελέτη της τριπτής λιθοτεχνίας
επικεντρώνεται, ως επί το πλείστον, σε περιγραφικούς καταλόγους και τυπολογικές αναλύσεις,
ενώ τα προιόντα της αντιμετωπίζονται ως ‘στατικά’ αντικείμενα με μονοδιάστατο πρακτικό
χαρακτήρα. Η προσέγγιση, όμως, της τριπτής λιθοτεχνίας μέσα από το πρίσμα της μελέτης της
κατασκευαστικής ακολουθίας (chaîne opératoire) και της βιογραφίας (biographical approach)
αυτών των αντικειμένων μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε τον πολυδιάστατο χαρακτήρα τους: ενώ
κάλυπταν πρακτικές ανάγκες, είχαν παράλληλα μια συμβολική διάσταση και αποτελούσαν
αναπόσπαστο τμήμα των κοινωνικών πρακτικών που συνέβαλαν στην κοινωνική αναπαραγωγή
των κοινωνιών της Αιγαιακής προϊστορίας. Εστιάζοντας στον κύκλο ζωής των τριπτών
αντικειμένων από την επιλογή της πρώτης ύλης, την κατασκευή και τη χρήση, έως την απόρριψή
τους, το παρόν άρθρο θα επικεντρωθεί στο σύνολο της τριπτής λιθοτεχνίας (8842 αντικείμενα)
από τον νεολιθικό οικισμό του Μακρύγιαλου, η ανάλυση του οποίου επιβεβαιώνει την πρακτική
και συμβολική διάσταση των τριπτών αντικειμένων.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΦΑΠΠΑΣ Ιωάννης
Αρχαιολογικά δεδομένα, επιγραφικά τεκμήρια και έξωθεν μαρτυρίες: το
τρίπτυχο των πηγών για τη μελέτη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στο
Αιγαίο
Ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς στη μελέτη των ύστερων χρόνων της Προϊστορίας
του Αιγαίου υπήρξε αναμφίβολα η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής γραφής Β. Το σημαντικό
αυτό επίτευγμα έδωσε το έναυσμα για την ανάπτυξη μιας ξεχωριστής επιστήμης που, εκτός από
τη γλωσσολογική μελέτη της πρώιμης αυτής μορφής της ελληνικής γλώσσας, διαφώτισε και
πτυχές του μυκηναϊκού πολιτισμού, για τις οποίες τα αρχαιολογικά στοιχεία είναι περιορισμένα ή
και εντελώς ανύπαρκτα. Σημαντικό, ωστόσο, βήμα στην περαιτέρω εξέλιξη της μυκηναϊκής
έρευνας συντελείται τα τελευταία κυρίως χρόνια, καθώς όλο και περισσότερες μελέτες
χρησιμοποιούν τις πληροφορίες των πινακίδων σε συνδυασμό και αντιπαραβολή με αρχαιολογικά
δεδομένα, που δεν προέρχονται από τη λεγόμενη «παραδοσιακή αρχαιολογία» αλλά από τις νέες
τάσεις της επιστήμης. Ωστόσο, σε μια σύγχρονη προσέγγιση ενός πολιτισμού ζητούμενο
παραμένει η ψηλάφηση των ιδεών και των αντιλήψεων που βρίσκονταν πίσω από συγκεκριμένες
πρακτικές, οι οποίες καταγράφονται στα αρχαιολογικά του δεδομένα. Ο αυστηρά όμως
οικονομικός χαρακτήρας των πινακίδων της Γραμμικής Β πολλές φορές περιορίζει καθοριστικά την
προσπάθεια αναγνώρισης των πρακτικών αυτών και, κατ’ επέκταση, περιορίζει τη δυνατότητα
προσέγγισης της μυκηναϊκής κοινωνίας. Για τον σκοπό αυτό σημαντική βοήθεια μπορεί να
προσφέρει η παράλληλη έρευνα σε αρχαιολογικά δεδομένα και επιγραφικό υλικό που προέρχεται
από τον άμεσο περίγυρο του μυκηναϊκού κόσμου. Σημαντικό πλεονέκτημα της προσέγγισης
αυτής είναι ότι μελετά τον μυκηναϊκό πολιτισμό όχι αποκομμένο από τον ευρύτερο περίγυρό του,
αλλά τον τοποθετεί στο πραγματικό περιβάλλον του, που ήταν η Αδριατική – Βαλκανική και η
Ανατολική Μεσόγειος. Έτσι, αποφεύγοντας αναγωγές και γενικεύσεις, χωρίς να γίνεται
προσπάθεια να συμπληρωθούν τα κενά των μυκηναϊκών δεδομένων με στοιχεία από τους
σύγχρονους γύρω πολιτισμούς, προτείνεται η μελέτη και η προσεκτική χρήση των τελευταίων ως
πολύτιμου συγκριτικού υλικού που, σε συνδυασμό με τα μυκηναϊκά αρχαιολογικά στοιχεία και τις
μαρτυρίες των πινακίδων της Γραμμικής Β, μπορεί, ίσως, να βοηθήσει στην κατανόηση πτυχών
και του μυκηναϊκού πολιτισμού.
ΦΙΛΙΠΠΑ -TOUCHAIS Άννα
Η πρακτική των intra muros ταφών στην Εποχή του Χαλκού: κοινωνική και
ιδεολογική διάσταση του φαινομένου
Ο ενταφιασμός βρεφών και ενηλίκων μέσα στα όρια των οικισμών αποτελεί μια πρακτική που
εμφανίζεται με ιδιαίτερη έμφαση κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού στον νότιο ελλαδικό χώρο. Η
παρουσία του φαινομένου έχει συνδεθεί κυρίως με θρησκευτικές δοξασίες, τελετουργικές
πρακτικές και, γενικότερα, με μεταφυσικές αντιλήψεις και λιγότερο με κοινωνικές συνθήκες και
συμπεριφορές. Πρόσφατες προσπάθειες για τη διερεύνηση των κοινωνικοπολιτικών δομών και
αντιλήψεων στη διάρκεια της Μεσοελλαδικής Περιόδου έχουν συμβάλει στην ανάδειξη νέων
παραμέτρων για την ερμηνεία του φαινομένου. Η εξέταση των intra muros ταφών στο πλαίσιο
της γενικότερης ταφικής συμπεριφοράς (διαφοροποίηση ταφικών χαρακτηριστικών), καθώς και
της αντίληψης και οργάνωσης του οικιστικού χώρου, επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι η παρουσία
του φαινομένου επηρεάζεται άμεσα από την επικρατούσα κοινωνικοπολιτική οργάνωση και
ιδεολογία: η πρακτική των ταφών intra muros (με εμφανή στοιχεία ποικιλότητας και όχι
κοινωνικής προβολής) συνδέεται με κοινωνίες χωρίς έντονες διαφοροποιήσεις (ιεραρχίας, φύλου
κτλ.), χωρίς αυστηρούς κοινοτικούς κανόνες και συλλογικές διαδικασίες, αλλά με έμφαση μάλλον
στους οικογενειακούς και προγονικούς δεσμούς, στον δυναμικό ρόλο του σπιτιού και στην
αντίληψη της ατομικής διάθεσης. Η παραπάνω πρόταση ελέγχεται μέσα από την εξέταση της
συγκεκριμένης ταφικής πρακτικής και σε άλλες χρονικές στιγμές.
2ο Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας, 2008
ΧΑΤΖΗΤΟΥΛΟΥΣΗΣ Σταμάτης, ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ Γεώργιος
Το κενό της αρχαιολογίας των ένυδρων θέσεων στον ελλαδικό χώρο. Το
παράδειγμα του λιμναίου νεολιθικού οικισμού στο Δισπηλιό Καστοριάς
Στόχος αυτής της ανακοίνωσης είναι να στρέψει την προσοχή των Ελλήνων αρχαιολόγων σε έναν
κλάδο της αρχαιολογίας, ο οποίος έχει παραγκωνιστεί μέχρι σήμερα και αφορά στη μελέτη των
ένυδρων θέσεων. Η φύση των ταφονομικών αποθέσεων στις ένυδρες θέσεις και η ποικιλομορφία
των περιβαλλοντικών και πολιτισμικών οργανικών καταλοίπων που διατηρούνται σε αυτές
δημιουργούν ευνοϊκότατες προϋποθέσεις για μία όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένη
αποκατάσταση της σύνθεσης και δομής του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος
(μέσω αναλύσεων περιβαλλοντικών, όπως η παλαιομικρομορφολογία, η παλυνολογία, οι
ανθρακολογικές και ιζηματολογικές αναλύσεις, η δενδροχρονολόγηση και οι αναλύσεις που
αφορούν το ένυδρο ξύλο) και παράλληλα για τη διερεύνηση των διαφόρων πτυχών της
ανθρώπινης δραστηριότητας (οικιστικές επιλογές, τεχνολογικές επινοήσεις, οικονομικές
αποφάσεις, ιδεολογικές αντιλήψεις). Η συστηματική διερεύνηση μιας ένυδρης θέσης απασχόλησε
για πρώτη φορά την αρχαιολογική έρευνα στην Ελλάδα με την περίπτωση του λιμναίου
νεολιθικού οικισμού στο Δισπηλιό Καστοριάς, όπου διενεργήθηκαν σε μεγάλο εύρος
περιβαλλοντικές αναλύσεις σχετικές με τα οργανικά κατάλοιπα που διατηρήθηκαν στη θέση αυτή.
Μεταξύ αυτών μπορούμε να ξεχωρίσουμε την πρώτη, μέσα στα όρια του ελλαδικού χώρου,
μελέτη με αντικείμενο τα ένυδρα ξύλα, η οποία συνέβαλε: 1. Στην πληρέστερη ανασύνθεση του
δασικού περίγυρου της προϊστορικής εγκατάστασης, με τον εντοπισμό δασοπονικών ειδών υποαντιπροσωπευμένων στις παλυνολογικές και ανθρακολογικές αναλύσεις. 2. Στη διαπίστωση
εφαρμογής συγκεκριμένων πρακτικών διαχείρισης των δασικών πόρων (αποψιλωτικές
επιχειρήσεις). 3. Στην αποκατάσταση των τεχνικών κατεργασίας και στην ανίχνευση των πιθανών
εργαλειακών τύπων που χρησιμοποιούνταν για την κατεργασία της ξυλείας. 4. Στη διαφώτιση του
πεδίου λήψης αποφάσεων όσον αφορά τον εντοπισμό, τη συγκομιδή, τη μεταφορά, τον τόπο
επεξεργασίας και την ειδική χρήση της ξυλείας. Παρ’ όλα αυτά, ο πλούτος των πληροφοριών που
μπορούν να προέλθουν από παρόμοιες ένυδρες θέσεις παραμένει ανεκμετάλλευτος, παρόλο που,
τουλάχιστον στον χώρο της βόρειας Ελλάδας, υπάρχει πλήθος υγροτόπων (έλη, λίμνες, παράκτιες
ή παραποτάμιες περιοχές) κατάλληλων για κατοίκηση κατά το μακρινό παρελθόν και ικανών,
χάρη στα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά τους, να έχουν διατηρήσει σε πολύ καλή κατάσταση
πιθανές αρχαιολογικές αποθέσεις. Οι θέσεις αυτές είτε έχουν καταγραφεί με επιφανειακή έρευνα
(π.χ. σε λίμνες της δυτικής Μακεδονίας) είτε έχουν αποσπασματικά ερευνηθεί (π.χ. Πρόδρομος
Καρδίτσας, βόρεια Εορδαία,) ενώ το υλικό που έχει προκύψει από αυτές δεν έχει μελετηθεί
συστηματικά. Μια ενδεχόμενη στροφή του ενδιαφέροντος της αρχαιολογικής έρευνας στην
Ελλάδα σε αυτού του είδους τις θέσεις θα μπορούσε να συμβάλει στη συμπλήρωση της
αρχαιολογικής ερμηνείας, βασιζόμενη σε ένα σημαντικό απόθεμα πληροφοριών και εστιάζοντας
στη διερεύνηση της δυναμικής φύσης αυτών των φυσικών και ανθρωπογενών τοπίων, των
διαδικασιών εγκατάστασης, προσαρμογής, εκμετάλλευσης και αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου
μέσα από αυτά και, επίσης, στην αναζήτηση στοιχείων (κοινωνικοοικονομικής) ποικιλομορφίας
μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων εγκατεστημένων σε διαφορετικές μικροπεριβαλλοντικές ζώνες.
ΧΟΛΕΒΑ Μαρία
Κεραμική τεχνολογία: θεωρητικές προσεγγίσεις και μεθοδολογικά εργαλεία
Για την ερμηνεία των προϊστορικών κοινωνιών, ο αρχαιολόγος έχει στη διάθεσή του δύο
δεδομένα: από τη μια τις ιδιαίτερες μεθοδολογικές και θεωρητικές επιλογές του (την
«κοσμοθεωρία» του), οι οποίες και καθοδηγούν την κοινωνική και εν γένει ιστορική
ανασυγκρότηση του προϊστορικού περιβάλλοντος, και από την άλλη το καθαυτό, αρχαιολογικό
«αντικείμενο», το εμπειρικό ανασκαφικό υλικό. Στη συνάντηση των δύο αυτών στοιχείων στην
αρχαιολογική διαδικασία σκιαγραφείται η εικόνα του εκάστοτε υλικού πολιτισμού, ενώ κάθε
αρχαιολογίκο δεδομένο, ως θραυσμένη αντανάκλαση της πραγματικής ζωής του προϊστορικού
ανθρώπου, συσχετίζεται με την προσπάθεια κατανόησης των βασικών πτυχών της ανάπτυξής του
ως μονάδας και ως ομάδας. Ένα τέτοιο ακριβώς κατάλοιπο αποτελεί η κεραμική. Ωστόσο, στην
προσπάθεια τους οι αρχαιολόγοι να αξιοποιήσουν τη κεραμική ως μέσο επίλυσης χρονολογικών
και ερμηνευτικών προβλημάτων, που ταλανίζουν την έρευνα της Εποχής του Χαλκού στον
αιγαιακό χώρο, παραβλέπουν συχνά όλα εκείνα τα στοιχεία που κρύβονται πίσω από το αγγείο
και τα οποία συγκροτούν την τεχνολογία και την τεχνογνωσία. Παρόλο που τα πρώτα σπέρματα
αναζήτησης τεχνολογικών προσεγγίσεων των τεχνημάτων, μέσα από έναν προσανατολισμό στην
εθνοαρχαιολογία, συναντώνται στο έργο αρχαιολόγων ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, με
χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τις έρευνες του Τσούντα και κατόπιν του Ξανθουδίδη, η
ελληνική προϊστορική αρχαιολογία έμεινε για δεκαετίες αγκυλωμένη σε τυπολογικές και
μορφολογικές αναλύσεις. Κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, η διεθνής έρευνα
της κεραμικής τεχνολογίας, στρεφόμενη σε εθνοαρχαιολογικές και ανθρωπολογικές μελέτες, έχει
φέρει στο προσκήνιο των αρχαιολογικών αναζητήσεων ένα μεθοδολογικό και ερμηνευτικό
εργαλείο, γνωστό ως chaîne opératoire (εγχειρηματική ή τεχνολογική αλυσίδα). Η ανασύνθεση
αυτής της εγχειρηματικής αλυσίδας, η οποία μετατρέπει τις πρώτες ύλες σε χρηστικά κοινωνικά
προϊόντα, μπορεί να αποκαλύψει, στον βαθμό του δυνατού, όλους εκείνους τους πολύμορφους
μηχανισμούς, οι οποίοι διέπουν την παραγωγική διαδικασία και οι οποίοι αντανακλούν το
κοινωνικό, το ιδεολογικό και το οικονομικό πλέγμα του εκάστοτε κοινοτικού περιβάλλοντος. Στο
φόντο αυτού του νέου προσανατολισμού, η ελληνική προϊστορική αρχαιολογία επιδεικνύει πλέον
ένα αναβιούμενο ενδιαφέρον για τις τεχνολογικές προϊστορικές δραστηριότητες, ιδιαιτέρα στα
πλαίσια της Νεολιθικής, το οποίο παραμένει, ωστόσο, αρκετά άτονο στο πλαίσια της έρευνας της
Εποχής του Xαλκού, κατά τη διάρκεια της οποίας οι τεχνικές κατασκευής των αγγείων
παρουσιάζουν μια βαθιά τομή στην εξέλιξη τους, με την εμφάνιση ενός νέου μέσου παραγωγής
της κεραμικής, του κεραμικού τροχού. Μέσα από μια ιχνηλάτηση της πορείας, την οποία
ακολούθησε η έρευνα της κεραμικής τεχνολογίας από τα τέλη του 19ου αιώνα ως σήμερα,
σκοπός αυτής της ανακοίνωσης είναι ο προσδιορισμός του περιεχομένου της εγχειρηματικής
αλυσίδας, ως μεθοδολογικής και ερμηνευτικής έννοιας συνδεδεμένης με τη μελέτη της κεραμικής
τεχνολογίας των προϊστορικών συστημάτων παραγωγής.
ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ Αναστασία
Στον προθάλαμο των ελληνικών αρχαιολογικών μουσείων
Τα ελληνικά αρχαιολογικά μουσεία δεν αποτέλεσαν ποτέ αθώους οργανισμούς φύλαξης και
προβολής των καταλοίπων του παρελθόντος. Η γέννηση και, σε πολύ μεγάλο βαθμό, η πορεία
τους καθορίστηκε από την ανάγκη στήριξης των επιχειρημάτων της ελληνικότητας και της
εθνικής ταυτότητας. Κάτω από αυτό το πρίσμα οι προϊστορικές αρχαιότητες, έξω από τα γνωστά
στερεοτυπικά πρότυπα της αρχαίας κλασικής τέχνης, μόνο αμηχανία δημιούργησαν και στο
επίπεδο της μουσεαικής τους αξιοποίησης. Αν δεν διέθεταν τα στοιχεία εκείνα που, μέσα από τον
μύθο ή μια α-ιστορική αισθητική αντίληψη, τους επέτρεπαν να προσαρτηθούν στο άρμα της
πολιτισμικής συνέχειας, απλώς ξεχάστηκαν στον προθάλαμο των ελληνικών μουσείων. Μετά από
εκατό πενήντα χρόνια ζωής και εξέλιξης των ελληνικών αρχαιολογικών μουσείων, και παρά τις
έντονες αλλαγές στα γράμματα, στα χρώματα και στα υλικά των εκθέσεων, με τον πυρήνα όμως
του ιδεολογικού τους προσανατολισμού ελάχιστα διαφοροποιημένο, η προϊστορία συνεχίζει να
στριμώχνεται στους προθαλάμους των εκθέσεων, αναζητώντας ακόμη τους όρους και τα μέσα
για να συγκροτήσει μουσειακά τη δική της αφήγηση.
ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ Γιώργος
Το «ιστορικό» περιεχόμενο της προϊστορίας
Όχι μόνο στις πληροφορίες της εγκύκλιας εκπαίδευσης, αλλά και στο πλαίσιο της «κοινής
γνώμης», η προϊστορία περιγράφεται με βάση τις ελλείψεις και τις αδυναμίες της, περίπου ως μη
πολιτισμική περίοδος και ως παραγωγός βαρβαρότητας. Σπάνια αναφέρεται μια τέτοια περιγραφή
στις επινοήσεις (γεωργοκτηνοτροφία, κεραμική, αρχιτεκτονική, επικοινωνιακές πρακτικές,
ιδεολογικές εκδηλώσεις), η πραγμάτωση των οποίων διαμόρφωσε τον χαρακτήρα και τη
δυναμική μιας προϊστορικής κοινότητας στα πεδία της οικονομίας, της οργάνωσης του χώρου και
της ιδεολογίας. Στην ανακοίνωση αυτή επιχειρείται η ανάδειξη της σημασίας που προτείνεται από
την αλλαγή μιας τέτοιας, επιστημολογικά ξεπερασμένης, περιγραφής. Επιχειρείται, επίσης, η
ανάδειξη του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει ένας ριζοσπαστικός χαρακτηρισμός της
δραστηριότητας του ανθρώπου της «προϊστορίας», στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου
περιβάλλοντος, ως σχέσης παραγωγικής, χωρικής και ιδεολογικής. Και, τέλος, επιχειρείται η
υποστήριξη της άποψης ότι μια τέτοιου είδους προσέγγιση, απαλλαγμένη από τις θετικιστικές και
φαινομενολογικές ακρότητες, είναι δυνατόν να μας οδηγήσει στη διατύπωση ενός
«παραδειγματικού» συμπεράσματος, που θα προτείνει τα εξής: (α) Οι δραστηριότητες του
ανθρώπου της προϊστορίας και τα προϊόντα τους συνιστούν το «ιστορικό» περιερχόμενο της
περιόδου αυτής. (β) Η επιμονή στον αποκλειστικό χαρακτηρισμό της «προϊστορίας» ως περιόδου
ελλείψεων και ως παραγωγού βαρβαρότητας αποτελεί ιδεολογική επιλογή του οριενταλισμού της
«δυτικής» αρχαιολογίας. (γ) Η πρόταση μιας άλλης «περιοδοποίησης» είναι δυνατόν να
θεμελιωθεί στην ερμηνεία της κορυφαίας σχέσης ανθρώπου και περιβάλλοντος, γνωστής ως
διαδικασία της Φυσικής Επιλογής !
Κατάλογος Συνέδρων
Οργανωτική Επιτροπή
Κώστας Κωτσάκης ,
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Αργυρούλα Δουλγέρη - Ιντζεσίλογλου,
ΙΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών & Κλασικών
Αρχαιοτήτων, Υπουργείο Πολιτισμού
Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη,
Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής
Ανθρωπολογίας,
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Οργανωτική στήριξη
Συνεδρίου
Χριστίνα Μητσοπούλου,
Eργαστήριο Αρχαιολογίας Τμήματος ΙΑΚΑ, ΠΘ
Ζωή Μαλακασιώτη,
ΙΓ΄ΕΠΚΑ, ΥΠΠΟ
Ευαγγελία Σκαφιδά,
ΙΓ΄ΕΠΚΑ, ΥΠΠΟ
Βάσω Ροντήρη,
ΙΓ΄ΕΠΚΑ, ΥΠΠΟ
Κωνσταντίνος Βουζαξάκης,
ΙΓ΄ΕΠΚΑ, ΥΠΠΟ
Ιωάννα Αυγερινού,
ΙΓ΄ΕΠΚΑ, ΥΠΠΟ (γραμματεία)
Υπεύθυνος ιστοσελίδας
Θέμης Ντάλλας,
Webmaster Τμήματος ΙΑΚΑ, ΠΘ
Γραφιστική Επιμέλεια
Ν. Βαλασιάδης
Συνεργάτης ΑΠΘ,
Σχεδιασμός ιστοσελίδας και αφίσας συνεδρίου
Επιστημονική Επιτροπή
Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη,
Διευθ. ΑΙΘΣ, ΥΠΠΟ
Στέλιος Ανδρέου,
Καθ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ΑΠΘ
Βιβή Βασιλοπούλου,
Γεν. Διευθύντρια ΠΚΑ, ΥΠΠΟ
Λίλιαν Καραλή,
Καθ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ
Κατερίνα Κόπακα,
Αν. Καθ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ΠΚ
Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα,
Διευθ. ΕΠΣ Νοτ. Ελλάδας, ΥΠΠΟ
Γιάννος Λώλος,
Αν. Καθ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ΠΙ
Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν,
Καθ. Κλασικής Αρχαιολογίας ΠΘ
Ελένη Μαντζουράνη,
Καθ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ
Ανθή Μπάτζιου-Ευσταθίου,
Διευθ. ΙΕ΄ ΕΠΚΑ, ΥΠΠΟ
Ανδρέας Ντάρλας,
Διευθ. ΕΠΣ Βορ. Ελλάδας, ΥΠΠΟ
Αικατερίνη Παπαευθυμίου-Παπανθίμου,
Καθ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ΑΠΘ
Νάγια Πολυχρονάκου-Σγουρίτσα,
Καθ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ
Ίρις Τζαχίλη,
Αν. Καθ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ΠΚ
Μιχάλης Φωτιάδης,
Αν. Καθ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ΠΙ
Λεωνίδας Χατζηαγγελάκης,
Διευθ. ΛΔ΄ ΕΠΚΑ, ΥΠΠΟ
Οικονομική Υποστήριξη του Συνεδρίου
- Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας: Τμήμα ΙΑΚΑ, Προπτυχιακό & Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα
Σπουδών. Επιτροπή Ερευνών ΠΘ
- Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Διεύθυνση Μεταπτυχιακών Σπουδών και
Έρευνας
- ΙΓ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Μαγνησίας, Υπουργείο Πολιτισμού
- Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Leave a Comment