High Quality
Open the downloaded document, and select print from the file menu (PDF reader required).
Ο συγγραφέας μας τονίζει από την αρχή του βιβλίου του ότι παρόλο που ασχολήθηκαν πολλοί συγγραφείς με τα θέματα του εθνικισμού « δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι έχουν ερευνηθεί όλες οι πλευρές και οι παράμετροι του» (σ.20). Κι αυτό είναι φυσικό γιατί η κάθε χώρα και η κάθε εποχή έχει το δικό της ρατσισμό κι εθνικισμό έστω κι αν υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά για όλες τις περιπτώσεις. Οι εξηγήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν πέραν των άλλων ιδιαίτερων κοινωνικών και ιστορικών λόγων και σε ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα: Τη «μη κριτική πρόσληψη δεδομένων και καταστάσεων» Η σκέψη αυτή του συγγραφέα με οδηγεί στη αναζήτηση του παραλογισμού του Κυπριακού εθνικισμού. Επίκεντρο του προβάλλεται η αγάπη για την Ελλάδα αλλά τον συνοδεύει και η υποτίμηση του ελληνικού παράγοντα. Η προσήλωση στις δόξα των Ελλήνων αλλά και η υπεροψία του Ελληνοκυπρίου έναντι του καλαμαρά. Ο θαυμασμός προς την ελληνική ιστορία αλλά η υποτίμηση της σύγχρονης Ελλάδας. Κι αυτά χωρίς να γνωρίζουμε τους αγώνες και τις θυσίες του ελληνικού λαού για να απελευθερωθεί από κατοχές και εξαρτήσεις, να οργανώσει κράτος , να οικοδομήσει θεσμούς, να πάρει μια θέση στο κόσμο. Πόσο μας συγκινεί και η σημερινή προσπάθεια της Ελλάδας να ξεπεράσει τις δομικές της αδυναμίες; Πόσο μας κάνει να ντρεπόμαστε που σε κάθε σκάνδαλο που αποκαλύπτεται στην Ελλάδα βρίσκεται στην Κύπρο η άκρη του νήματος σε υπεράκτιες καταλήστευσης ελληνικού δημόσιου χρήματος; Πόσο εξανίσταται γι’ αυτό ο Κυπριακός ελληνολατρικός εθνικισμός; Βλέπουμε αντίθετα φαινόμενα συγκάλυψης των παρανομιών γιατί είναι σε τέτοιες εταιρείες που στηρίζεται σε κάποιο βαθμό η Κυπριακή ευμάρεια. Αυτά τα φαινόμενα αποκαλύπτουν πόσο ο Κυπριακός εθνικισμός ήταν άσχετος με την Ελληνική πραγματικότητα . Συγκεντρωνόταν γύρω από μια φαντασιακή κατάσταση με βαρυφορτωμένες λέξεις, φράσεις και σύμβολα, κενών όμως ευρύτερου πνευματικού και πολιτιστικού νοήματος. Αυτός ήταν και ο λόγος που στο τέλος οδήγησε πολλούς να γίνουν θαυμαστές ή υποστηρικτές της χούντας αλλά και πολλούς άλλους να δείξουν εντυπωσιακή ανοχή. Όλοι τελικά καταδικάζουν το πραξικόπημα της 15 ης του Ιούλη του 1974, όμως αυτό ήταν μόνο η τελευταία φάση. Από την 21η του Απρίλη 1967 γινόταν στην Κύπρο κάθε μέρα ένα επί μέρους πραξικόπημα που γινόταν ανεκτό αν δεν μας εύρισκε και απολογουμένους όπως συνεβει με το ψήφισμα για την ένωση. Στις 15 του Ιούλη απλά ολοκληρώθηκε. Υπάρχει κι ένα άλλο στοιχείο παθογένειας , μετάλλαξης όπως ο συγγραφέας λέγει, του Κυπριακού εθνικισμού. Δεν υπάρχει πίστη και αγάπη για την Κύπρο. Στα σχολεία στο εκπαιδευτικό σύστημα γνωρίζαμε την Κύπρο μέσω της Ελλάδας. Παραμελούσαμε την Κυπριακή ιστορία. Δε μαθαίναμε τα δημοτικά τραγούδια της Κύπρου. Δε μαθαίναμε τους Κυπριακούς χορούς. Δε ξέρουμε να γλεντούμε να τραγουδούμε και να χορεύουμε όπως οι πρόγονοι μας. Δεν καταλάβαμε ότι αν διασώσουμε κι αν κάνουμε γνωστή την Κυπριακή παράδοση και πολιτισμό, πλουτίζουμε το πολιτισμό του Ελληνισμού αν όχι και της περιοχής. Αντίθετα με τους άλλους Έλληνες εμείς ντρεπόμαστε ακόμη για την Κυπριακή μας διάλεκτο , όχι όμως οι Κρήτες ή οι Χιώτες ή οι Κερκυραίοι. Και φτάσαμε μέχρι του σημείου να έχουμε αλλοιώσει και τα τοπωνύμια μας για να τα εξελληνίσουμε, να τα κάνουμε πιο πατριωτικά, και κάναμε τα Λατσιά Λακκιά, την Αγλαντζιά Αγλαγγιά , το Τζίαος Κίαδος τη Λακατάμια Λακαταμεία τη Ζώδια Ζωδεία το Μένοικο Μένικο με γιώτα το Μάμμαρι Μάμμαρη με ήττα, την Αναφωτία Αναφωτίδα. Κι επειδή δεν έχουμε γνώση της αξίας της λαογραφίας και του πολιτισμού μας δεν θυμώσαμε, δεν διαμαρτυρηθήκαμε και τα αφήσαμε εκεί να μολύνουν την ιστορία τη παράδοση και τη ζωή μας κι ύστερα παραπονιόμαστε ότι άλλαξαν τα τοπωνύμια οι Τούρκοι. Κι επειδή δε πιστέψαμε εμείς στο τόπο μας αφήσαμε τους άλλους, στο βαθμό που δε τους βοηθήσαμε κιόλας, να μας καταστρέψουν με ηρωικά λόγια και πατριωτικά εμβατήρια. Ακόμη και σήμερα γίνεται συζήτηση κατά πόσο υπάρχει ή όχι Κυπριακή λογοτεχνία. Μια αμφισβήτηση της Κυπριακής κουλτούρας που έχει τις ρίζες της μέσα στο πιο βαθύ εθνικισμό που δυστυχώς επεκτείνεται και μέσα στο ίδιο το Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Το θέμα των μύθων το αναλύει πολύ πειστικά ο συγγραφέας.
Η ιστορία η αντίληψη ότι μόνο εμείς αγαπούμε την πατρίδα μας κι ότι το Ελευθερία ή Θάνατος είναι πολιτογραφημένο μόνο στον ελληνικό κόσμο είναι ας πούμε το ελάχιστο μια παραπληροφόρηση γενεών. Η ιδέα ότι η Κύπρος είναι μόνο ελληνική είναι έννοια βαθειά ριζωμένη μες στο λαό. Αν είχαμε διαφορετική παιδεία, αν είχαμε αναπτύξει τη κριτική σκέψη, αν είχαμε έστω απλά δημοκρατική συνείδηση θα είχαμε πάρει έγκαιρα το μήνυμα ότι η Κύπρος δεν είναι ένα νησί που κατοικείται μόνο από Έλληνες. Η μακρά ελληνική παρουσία και η ιστορική και γεωγραφική συνέχεια, συνδυάζεται με μια πολυπολιτιστική σύνθεση του πληθυσμού. Αυτό δεν είναι αρνητικό αντίθετα εμπλουτίζει το χαρακτήρα τις προοπτικές και τις δυνατότητες της Κύπρου. Δίνει στη κουλτούρα της Κύπρου μια ευρύτερη διάσταση ικανή να έχει μια απήχηση και σημασία για όλους τους λαούς της Ευρώπης και της περιοχής. Μπορούμε άραγε να φανταστούμε ότι όπως αγαπούμε εμείς την Κύπρο, την αγαπούν και οι άλλοι Κύπριοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι. Λατίνοι και Τούρκοι της Κύπρου; Τώρα συμβαίνει κάτι που δεν έγινε ποτέ προηγουμένως. Παρόλη τη διαίρεση υπάρχει περισσότερος αλληλοσεβασμός και συνεργασία σε επίπεδο διανοουμένων ακόμη και σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων, από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Εκείνο που υστερεί είναι η διακοινοτική συνεργασία, γι’ αυτό έχουμε και την παράταση του Κυπριακού προβλήματος Αλλά και έναντι της Τουρκίας. Όποιος βλέπει στην Τουρκία το απόλυτο κακό είναι στην ασφαλή πλευρά. Αυτό δε μας επιτρέπει όμως να δούμε τις αλλαγές που συντελούνται στη Τουρκία και μας οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Εκεί βρίσκεται η πηγή της άποψης ότι η κάθε κίνηση της Τουρκίας είναι επικοινωνιακό κόλπο. Υπάρχουν όμως πια πολλοί που βλέπουν όχι μόνο τι μας χωρίζει εφόσον συνεχίζεται το πρόβλημα αλλά και τι θα μας ενώνει από τη στιγμή που θα λυθεί. Προσέγγιση που έχει τη δική της δυναμική για την εξεύρεση λύσης. Πέρα όμως από πρόβλημα είμαστε μια κοινωνία κι ένα κράτος. Ένα δημοκρατικό κράτος, και στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες ρόλο διαδραματίζουν οι ηγεσίες και τα ΜΜΕ. Η μάχη είναι σκληρή και συνεχής . Οι άνθρωποι χρειάζονται ενημέρωση για να κατανοήσουν τα νέα δεδομένα της ζωής, στην Κύπρο, στην ΕΕ στην οποία ανήκουμε, στο κόσμο, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Όταν η προκατάληψη και η άγνοια θεωρεί την παρουσία των ξένων εργατών ως μόλυνση τότε δημιουργείται σχέση ανισότητας φορτισμένη με εθνικιστικές και ρατσιστικές νοοτροπίες και συμπεριφορές. Όταν το Υπουργείο Παιδείας έθεσε ως στόχο την επικοινωνία με τις άλλες Κυπριακές κοινότητες αντιμετώπισε μεγάλη αντίδραση. Όταν έγινε εισήγηση να γνωρίσουμε και την Τουρκοκυπριακή λογοτεχνία τότε ξεσηκωθήκαν κόμματα και ηγεσίες κι είπαν ότι έτσι θα μειωθεί η αγωνιστική διάθεση του λαού. Αλλοίμονο αν ορίσουμε ως αρετή την άγνοια, την προκατάληψη και τη μισαλλοδοξία. Δεν είναι αλήθεια κρίμα ο λαός και η νεότητα που πέφτει θύμα τέτοιων επιλογών; Όμως ο ρόλος της ηγεσίας είναι να εξουδετερώσει την προκατάληψη και την άγνοια και να προσφέρει ιδιαίτερα στη νέα γενιά τη δυνατότητα να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό της και το σύγχρονο κόσμο . Όλοι έχουμε να ωφεληθούμε από την γνωριμία με τον άλλο. Σκεφθήκαμε πόσο ωφελημένοι θα βγαίναμε αν βλέπαμε τις Ασιάτισσες οικιακές βοηθούς και τους εργαζόμενους από άλλες χώρες ως φορείς πολιτισμών, μεγάλων και σημαντικών, με μεγάλη συμβολή στο παγκόσμιο πολιτισμό; Αυτό όμως από κάπου πρέπει να αρχίσει και φυσικά από την ηγεσία. Χρειάζεται ο τόπος φωτισμένη και πρωτοποριακή ηγεσία που θα ανοίξει νέους δρόμους και θα υψώσει νέους στόχους αλληλοκατανόησης αλληλοσεβασμού και συμπόρευσης μέσα και έξω από την Κύπρο. Η βία, μας λέγει ο συγγραφέας, που συνυπάρχει με τον εθνικισμό και μάλιστα τον παραλλαγμένο ή εξαλλαγμένο εκτρέφει μεγαλύτερο φανατισμό, και με προκάλυμμα τις απόλυτες έννοιες και αξίες καταστρέφει το σκοπό που κηρύσσει . Αν σκοπός είναι η ελευθερία με τη βία καταπνίγεται η ελευθερία, αν σκοπός είναι η δημοκρατία η βία καταπιέζει και υποδουλώνει. Η ευνομία σε συνθήκες βίας καταργείται και επιτρέπει την κυριαρχία των συμμοριών και των παρακρατικών οργανώσεων. Κι όλα αυτά χάριν, όπως ο εθνικισμός διακηρύσσει, ενός ιεροτέρου σκοπού, τη καθαρότητα της φυλής και τη εξουδετέρωση του άλλου. Η προσκόλληση στη βία μέσα από τη προηγούμενη εμπειρία ΕΚ και ΤΚ οδήγησε σε βάναυσα εγκλήματα τόσο έναντι των ομοφύλων τους όσο και έναντι του εθνοτικού αντιπάλου. Η έννοια της νομιμότητας και της δημοκρατίας είχε τέλεια εξαφανιστεί κάτω από τους εθνικιστικούς στόχους της απόλυτης επικράτησης της μιας πλευράς πάνω στην άλλη. Η ένωση και η διχοτόμηση, στο καιρό της βίας, ήταν τα εργαλεία που συντηρούσαν την αντιπαράθεση. Και τα δύο στηρίζονταν στο φόβο. Το ξεπέρασμα της βίας και του φόβου μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από την οικοδόμηση και προβολή κοινού στόχου και κοινού οράματος για την Κύπρο στο σύνολο της και για κάθε Κύπριο χωριστά σημειώνει χαρακτηριστικά ο Κυριάκος Τζιαμπάζης.
Αλλά και πάλι ο συγγραφέας μέσα από μια διαλεκτική προσέγγιση δε θέλει να μας εγκλωβίσει σε μονοσήμαντες έννοιες όπου οι πεποιθήσεις ακόμη και τα στερεότυπα να σημαίνουν μόνο αρνητικές εξελίξεις και προσανατολισμούς. Εύστοχα μας λέγει ότι ο αγώνας για την ένωση δεν ολοκληρώθηκε αλλά με το τερματισμό της αποικιοκρατίας συνέβαλε στη δημιουργία ενός κράτους που αγκάλιαζε και τις δύο κοινότητες. Αν κάτι έλειψε ήταν η πολιτική ωριμότητα να αντιληφθούμε το τι επιτευχθηκε και να λειτουργήσουμε μέσα σε δημοκρατικό κλιμα ανοχής και σύνθεσης θέσεων και απόψεων. Σχολιάζει το θέμα της πλειοψηφίας και μειοψηφίας για να υποδείξει ότι η Ελληνική πλειοψηφία επιζήτησε την επιβολή κι έτσι δε μπόρεσε να συμπορευτεί και να αξιοποιήσει τη διαφορετικότητα που αντιπροσώπευε το σύνοικο στοιχείο κάτι που θα ενίσχυε ως σύνολο το κυπριακό λαό. Δεν μένει μόνο στη διαπίστωση. Διερευνά το ρόλο της εκκλησίας και την απουσία του διαφωτισμού στην ιστορία και την παράδοση μας. Μια έννοια που απασχόλησε και άλλους συγγραφείς προηγουμένως όπως το Γιάννη Ιωάννου. Σχολιάζει στη συνέχεια τις πεποιθήσεις και τα στερεότυπα όπως και τη διαδικασία σύνθεσης και εδραίωσης τους. Διαπιστώνει ότι όλα αυτά συντελούνται στην περίοδο διαμόρφωσης της προσωπικότητας του ανθρώπου. Κι αυτό εξηγεί γιατί τα συναισθήματα και οι αντιλήψεις «που συνοδεύουν τον εθνικισμό στη σκέψη και τη συμπεριφορά των ανθρώπων» είναι τόσο βαθειά και σταθερά ριζωμένα ώστε σπάνια να διαφοροποιούνται. Επικαλούμενος ο συγγραφέας τη βιβλιογραφία μας λέγει ότι « Αυτό επιτυγχάνεται (διότι) ο εθνικισμός δικαιώνει και αυταρχικές και πλουραλιστικές κοινωνικοπολιτικές ρυθμίσεις ( και) χρησιμοποιείται με την ίδια ευχέρεια και από ολοκληρωτικά και από δημοκρατικά καθεστώτα , (και) έχει κατορθώσει να συνδυάζεται συγχρόνως με επαναστατικές , μεταρρυθμιστικές συντηρητικές ή αντιδραστικές στοχεύσεις». Βλέπουμε το ρατσισμό να αναγεννάται και να εμφανίζεται και σε χώρες με εδραιωμένο από αιώνες το δημοκρατικό σύστημα και που αποτέλεσαν πρότυπα κοινωνικής πολιτικής και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το πρόσφατο παράδειγμα της Σουηδίας είναι δηλωτικό ότι ο αγώνας εναντίον του ρατσισμού και του εθνικισμού δεν τελειώνει ποτέ. Ο αγώνας για τη δημοκρατία και τον αλληλοσεβασμό πρέπει να είναι καθημερινός. Οι εργαζόμενοι είναι ευάλωτοι σε εθνικιστικές τάσεις και ξενοφοβικά αισθήματα ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής κρίσης . Τα ακροδεξιά κόμματα αντλούν ψηφοφόρους από την εργατική τάξη γιατί εκλαμβάνουν ως αντιπάλους τους εργαζόμενους από άλλες χώρες ή από την άλλη κοινότητα. Προς την ίδια κατεύθυνση στρέφεται κι ο Κυπριακός νεοφασιστικός εθνικισμός. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κεφάλαιο που διαπραγματεύεται την έννοια του εθνοκεντρισμού . Αντιπαραθέτει τον εθνοκεντρισμό προς την έννοια του πατριωτισμού. Ο Εθνοκεντρισμός κατά το συγγραφέα εξυψώνει τις θετικές πλευρές του δικού του έθνους, μειώνοντας τα ίδια αυτά στοιχεία που υπάρχουν στις άλλες εθνότητες. Αντιπαρατάσσει τον εθνοκεντρισμό προς την έννοια του πατριωτισμού γιατί όπως και στα παραδείγματα που αναφέρει τοποθετεί πάνω από το συμφέρον της πατρίδας ως συνόλου το συμφέρον της συγκεκριμένης εθνοτικής κοινότητας. Προκειμένου για την Κύπρο ο εθνοκεντρισμός εντοπίζει τις επιδιώξεις του στην εθνική καθαρότητα έστω κι αν αυτό σημαίνει την απώλεια της μισής Κύπρου. Η κλιμάκωση των εννοιών εθνικός εθνοτικός εθνοκεντρισμός από τη μια και πατριωτισμός από την άλλη προσφέρουν τη δυνατότητα πιο σύνθετης ανάλυσης και κατανόησης των καταστάσεων. Διασαφηνίζει τη παθογένεια του εθνικισμού και εθνοκεντρισμού όπως και την αίσθηση της ανωτερότητας που τον συνοδεύει. Με τον εθνοκεντρισμό στο επίκεντρο η κλιμάκωση των εντάσεων και των συγκρούσεων προβάλλει ως αναπόφευκτη εξέλιξη. Η έκδοση του βιβλίου « Ο Εθνικισμός στην πολιτική ψυχολογία» έρχεται να επιβεβαιώσει τη διαπίστωση ότι υπάρχουν ανάμεσά μας πνευματικοί άνθρωποι και διανοούμενοι που ανέλαβαν ένα καινούργιο ρόλο ευθύνης και δημιουργίας. Είναι πια βέβαιο ότι μόνο αν μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και το μονότονο και δογματικό πολιτικό λόγο της δημαγωγίας και του τακτικισμού θα προβάλουν μπροστά νέοι ελπιδοφόροι ορίζοντες. Το βιβλίο του Κυριάκου Τζιαμπάζη έρχεται να μας προσφέρει αυτή τη δυνατότητα.
Add a Comment