High Quality
Open the downloaded document, and select print from the file menu (PDF reader required).
Λεβ Νταβίντοβιτς Τρότσκι
Του Αλεξάντρ Παντζόφ
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
http://politikokafeneio.com

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να γράψει κανείς γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Η προσωπικότητά του είναι πολύπλοκη, πολύπλευρη, αντιφατική. Η δημιουργική του κληρονομιά είναι τεράστια. Μόνο για τα χρόνια 19241927, το δημοσιευμένο έργο του απλωνόταν ήδη σε δώδεκα τόμους (δεκατέσσερα βιβλία), και ήταν κάθε άλλο παρά πλήρες[2]. Αυτή τη στιγμή γίνονται προετοιμασίες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για τη δημοσίευση μιας ογδοντάτομης ως εκατοντάτομης συλλογής των έργων του. Η βιβλιογραφία των έργων που είναι αφιερωμένα σ’ αυτόν, και που, κατά κύριο λόγο, έχουν ετοιμαστεί και δημοσιευτεί στο εξωτερικό, αποτελείται επίσης από δεκάδες βιβλία και άρθρα. Αλλά αυτή δεν είναι παρά η μια πλευρά του ζητήματος.
Μετάφραση - Επιμέλεια: Θεοδόσης Θωμαδάκης.
Η άλλη είναι το γεγονός ότι υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας, που επιμένουν να πιστεύουν ότι έχουν μάθει τα πάντα γι’ αυτόν τον άνθρωπο εδώ και πολλά χρόνια, παρόλο που δεν έχουν καθόλου υπόψη τους αυτό το άφθονο υλικό. Το λάθος, φυσικά, δεν βαραίνει τον αναγνώστη αλλά εκείνους που, ξεκινώντας από τα τέλη της δεκαετίας του1920, τον έθρεψαν με ψευτοθεωρητικά υποκατάστατα, προτιμώντας να θεμελιώσουν την κοινωνία όχι στη βάση της συναίνεσης, την οποία πετυχαίνει κανείς στην πορεία μιας ελεύθερης διαμάχης ανάμεσα σε συνεργάτες, αλλά ουσιαστικά, στη βάση των ιδεών των μπακουνικών εκδόσεων της Ένωσης Λαϊκών Αντιποίνων («Ναρόντναγια Ρασπράβα»), όπου, με τα λόγια του Κ. Μαρξ και του Φ. Έγκελς, η σκέψη και η επιστήμη απαγορευόταν κατηγορηματικά για τη νεολαία ως «εγκόσμιες δραστηριότητες ικανές να σπείρουν αμφιβολίες απέναντι στην πανκαταστροφική ορθοδοξία»[3]. Η Περεστρόικα και η Γκλάσνοστ έχουν περιορίσει ουσιαστικά τη σφαίρα της κυριαρχίας του μαχόμενου δογματισμού. Παρ’ όλα αυτά, προκαταλήψεις που εδραιώθηκαν επί χρόνια γίνονται ακόμα αισθητές. Στο κάτω-κάτω, η κάθε μηχανική αφομοίωση λίγων προτάσεων που θεωρούνται ότι έχουν αξιωματικό χαρακτήρα, καλλιεργεί σε μάζες ανθρώπων την αυταπάτη ότι κατέχουν πλήρως μια σοβαρή επιστήμη. Και δεν είναι εύκολο να εγκαταλείψει κανείς τις αυταπάτες του, ιδιαίτερα αν αποτελούν ένα μείγμα συνδυασμού ψεμάτων, αληθειών και μισοαληθειών. Το πιο σημαντικό, ζώντας με αυταπάτες δεν είναι κανείς αναγκασμένος να παιδεύεται να καταλάβει. Είναι υπεραρκετό να «γνωρίζει».
Πανούργος Εχθρός
Για παράδειγμα, να «γνωρίζει» ότι ο Λ. Ντ. Τρότσκι ήταν ένας εξαιρετικά πανούργος εχθρός του λενινισμού που πέρασε όλη του τη ζωή παλεύοντας ενεργητικά ενάντια στους μπολσεβίκους σε όλα τα ζητήματα της θεωρίας και πράξης του επαναστατικού κινήματος. Οι «παράμετροι» του διαγράμματος που τέθηκαν εδώ και πολλά χρόνια στην Ιστορία του Παν-ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος(μπ.): Συνοπτική Ιστορία, διατηρήθηκαν πλήρως στη φιλολογία μας. Μέχρι και τον Σεπτέμβρη του 1987, αυτή τη θέση υπερασπίστηκε με θέρμη στην εφημερίδα «Σοβιέτσκαγια Ροσίγια» («Σοβιετική Ρωσία») ο Β. Μ. Ιβανόφ, ο οποίος κάτω από τη σημαία της πάλης ενάντια στη λεγόμενη αποκατάσταση των Μικρών Ιούδων (Γιουντούσκα), στην πραγματικότητα αντιτάχθηκε σε κάθε προσπάθεια μιας σοβαρής αντικειμενικής εξέτασης της πολιτικής βιογραφίας του Τρότσκι. Στην εποχή μας, με την επέκταση της γκλάσνοστ, η παλιά έννοια έχει αρχίσει να διαβρώνεται. Το Σεπτέμβρη του 1988, η «Πράβδα» δημοσίευσε ένα άρθρο του Ντ. Α. Βολκογκόνοφ, που συμπέραινε (έστω και με πολύ προσεκτική μορφή) ότι ο Τρότσκι «δεν ήταν εχθρός της επανάστασης και του σοσιαλισμού κατά τη διάρκεια των χρόνων της ενεργητικής του συμμετοχής» στο Κόμμα των Μπολσεβίκων. Το Γενάρη του 1989, το περιοδικό «Ζνάμια» («Σημαία») αναδημοσίευσε το πρώτο μέρος του έργου του Ρ. Α. Μεντβέντεφ για τον σταλινισμό που έδειχνε, ιδιαίτερα, ότι ακόμα και κατά τη διάρκεια των επόμενων χρόνων, ακόμα και μετά την απέλασή του από την ΕΣΣΔ, ο Τρότσκι δεν είχε καθόλου μα καθόλου αντεπαναστατικές προθέσεις[4]. Οι συνθήκες της δολοφονίας του Τρότσκι, που οργανώθηκε από την Εν Κα Βε Ντε, έχουν τώρα γίνει ευρύτατα γνωστές στην ΕΣΣΔ από μισή δωδεκάδα άρθρων στις εφημερίδες «Λιτερατούρναγια Γκαζέτα» («Λογοτεχνική Επιθεώρηση»), «Μοσκόφσκιε Νοβόστι» («Νέα της Μόσχας»), «Νέβα» και «Σοβιέτσκι Κριμ» («Σοβιετική Κριμαία»). Νέα βήματα στο δρόμο της αποκατάστασης της αλήθειας έγιναν σε δημοσιεύσεις των Β. Ι. Μπίλικ, Β. Π. Ντανίλοφ, Γιου. Ι. Κοραμπλιόφ, Μ. Α. Μολοντσίγκιν, Α. Μ. Ποντσεκόλντιν, Λ. Μ. Σπίριν και Β. Ι. Στάρτσεφ[5], που έχουν παρουσιάσει πολύ αντικειμενικούς χαρακτηρισμούς της πολιτικής συμπεριφοράς του Τρότσκι σε διάφορες περιόδους της ζωής του. Ταυτόχρονα, σε σύγχρονα άρθρα που αφορούν την ιστορία του μπολσεβικισμού και που ξεχύνονται από τις σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών, συμπεριλαμβανομένων αρκετών έργων του Ντ. Α. Βολκογκόνοφ και του Ν. Α. Βασέτσκι, ο Τρότσκι ακόμα συχνά παρουσιάζεται σαν ένα είδος «κακού δαίμονα» που αγαπούσε περισσότερο τον δικό του ρόλο στην Επανάσταση απ’ ότι αγαπούσε την ίδια την Επανάσταση. Τα θετικά πράγματα που έκανε, γενικά αναφέρονται περαστικά, αν αναφέρονται καθόλου, σε ένα γενικό αρνητικό φόντο που συνεχίζει να κατακλύζει τα άρθρα αυτού του τύπου, προκειμένου να ενισχυθεί η εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος αποκλειστικά, από τη φύση του, δεν είχε αρχές. Πολλοί συγγραφείς επιμένουν ιδιαίτερα να τονίζουν την εξαιρετική ωμότητα του Τρότσκι, όπως εκδηλώθηκε στα χρόνια μετά τον Οκτώβρη. Όταν διαβάζεις τέτοια άρθρα, κατά κάποιο τρόπο δεν μπορείς να μην αναθυμηθείς τον Τούρμπιν του Μπουλγκάκοφ. «Χάσαμε τον πόλεμο!» αναφωνεί, γυρνώντας προς τους φίλους του. «Αυτό που έχουμε τώρα είναι κάτι διαφορετικό, κάτι πιο τρομερό από τον πόλεμο, ή τους Γερμανούς, ή οτιδήποτε άλλο υπάρχει στη γη. Αυτό που έχουμε είναι ο Τρότσκι!»[6]. Πράγματι, τί θα μπορούσε να είναι χειρότερο; Εμείς οι ίδιοι στο κάτωκάτω, γνωρίζουμε ακόμα καλύτερα από τους ήρωες του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ, από την πλειοψηφία των σύγχρονων άρθρων, τί μπορεί να φέρει ο Τρότσκι –μονάχα βία, αίμα και δάκρυα. Και χάνουμε πλήρως την αίσθηση ότι, για τον Τούρμπιν και τους συντρόφους του, ο Τρότσκι δεν ήταν παρά ένα σύμβολο του πολιτικού και στρατιωτικού αντιπάλου.
Λένιν
Παρ’ όλα αυτά, κατά κάποιο τρόπο υπάρχει κάτι που δεν ταιριάζει σ’ αυτό το σχήμα, ιδιαίτερα αν θυμηθούμε τα λόγια: «Ο σύντροφος Τρότσκι... είναι ίσως ο πιο ικανός άνθρωπος στην σημερινή Κεντρική Επιτροπή». Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό; Μπορούσε ο Λένιν να είναι τόσο κοντόφθαλμος; Έχοντας διεξαγάγει τόσο συχνά πολεμική με τον Τρότσκι, γιατί να του δίνει τόσο λαμπρές συστάσεις στο γράμμα που έγραψε πριν το θάνατό του; Έχοντας εστιάσει την προσοχή του στα αρνητικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Τρότσκι («έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και παρασύρεται πολύ από την καθαρά διοικητική πλευρά των πραγμάτων»), και έχοντας αναφέρει τον μη-μπολσεβικισμό του Τρότσκι –δηλαδή, το μεγάλο χρονικό διάστημα που ο Τρότσκι ήταν έξω από το Μπολσεβίκικο Κόμμα στην προ-Οκτωβριανή περίοδο, γιατί να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ότι ο μη-μπολσεβικισμός του Τρότσκι «δεν μπορεί να του καταλογιστεί σαν προσωπική κατηγορία»;[7]. Αναλογιζόμενος τη σκοπιμότητα –την παραμονή της κατάληψης της εξουσίας τον Οκτώβρη του 1917– της πρότασης ως υποψηφίων του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος(μπ.) για τη Συντακτική Συνέλευση, μεταξύ άλλων κομματικών μελών, εκείνων που είχαν γίνει μέλη του πολύ πρόσφατα, από τον Ιούλη μέχρι τον Αύγουστο, και ενώ κατηγορηματικά απέρριψε τις υποψηφιότητες του Γιου. Λαρίν του Μ. Ν. Ποκρόφσκι και άλλων νεο-ενταγμένων μελών, γιατί ο Λένιν ολόθερμα ενέκρινε την υποψηφιότητα του Τρότσκι;[8]. Γιατί ο Λένιν στα τέλη του Νοέμβρη 1922 θεώρησε ουσιαστικό να στείλει ένα τηλεγράφημα στον Τρότσκι όπου έλεγε ιδιαίτερα: «Διάβασα τις θέσεις σας που αφορούν την ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική) και τις βρήκα γενικά καλές. Ορισμένες διατυπώσεις είναι εξαιρετικά κατάλληλες, αλλά μερικά σημεία μου φαίνονται συζητήσιμα. Θα σας συμβούλευα να τις τυπώσετε πρώτα στις εφημερίδες και μετά, κάποια στιγμή να τις ανατυπώσετε σε μπροσούρα. Με την προσθήκη ορισμένων σχολίων, θα ήταν ιδιαίτερα αξιόλογες για την πληροφόρηση του κοινού στο εξωτερικό σχετικά με την Νέα Οικονομική Πολιτική μας»[9]. Κι όμως, αυτό το τηλεγράφημα στάλθηκε στον Τρότσκι, που στη συνείδησή μας σταθερά ενσωμάτωνε την πολιτική του «μιλιταριστικού σοσιαλισμού»! Και αφορά την κατανόηση της ουσίας της ΝΕΠ, που οι πλατιές μάζες των κομματικών μελών έβρισκαν εξαιρετικά δύσκολο να συλλάβουν. Έχοντας, προς το τέλος της ζωής του, μια έντονη αίσθηση του κινδύνου του γραφειοκρατικού εκφυλισμού της εξουσίας (ιδιαίτερα σε σχέση με την πασίγνωστη «Υπόθεση της Γεωργίας»), γιατί ο Λένιν στράφηκε για υποστήριξη –πράγματι, προτείνοντάς του τον σχηματισμό ενός μπλοκόχι στον οποιονδήποτε, αλλά στον Τρότσκι;[10]. Για μας, στο κάτωκάτω, ο Τρότσκι είναι ο «πατριάρχης» του διοικητικού-γραφειοκρατικού συστήματος.
Ποιός ήταν ο Τρότσκι;
Ποιός ήταν λοιπόν ο Λεβ Νταβίντοβιτς Τρότσκι, ένας άνθρωπος χωρίς τον οποίο είναι κατηγορηματικά αδύνατο να κατανοηθεί μια ολόκληρη εποχή στην ιστορία της χώρας μας; Θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τουλάχιστον λίγες από τις πιο σημαντικές σελίδες της πολιτικής βιογραφίας του, που προκαλούν σύγχυση και, κατά συνέπεια, έχουν μελετηθεί λιγότερο από άλλες. Ο Λεβ Τρότσκι (Μπρονστάιν) γεννήθηκε στις 26 Οκτώβρη (7 Νοέμβρη) 1879, στην Ουκρανία, στην κοινότητα της Γιανόφκα στην Επαρχία Χέρσον. Όπως και πολύ άλλοι εκπρόσωποι της προοδευτικής νεολαίας στη Ρωσία στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, άρχισε μάλλον νωρίς – από τα δεκαεπτά του χρόνια– να γνωρίζει τη μαρξιστική φιλολογία. Η στροφή αυτού του νεαρού διανοούμενου προς τα αριστερά, από τον «ένθερμο φιλελευθερισμό» στον «σοσιαλ-δημοκρατισμό» – διευκολύνθηκε φοβερά λόγω της άμεσης συμμετοχής του στο εργατικό κίνημα. Το1897, μαζί με μερικούς από τους ομοϊδεάτες του, οργάνωσε την «Εργατική Ένωση Νότιας Ρωσίας» στο Νικολάγιεφ, που έκανε επαναστατική προπαγάνδα σε αρκετές πόλεις της Ουκρανίας. Τον Ιανουάριο του 1898, η ένωση εξαρθρώθηκε από την αστυνομία και οι ηγέτες της συνελήφθησαν. Για τον Τρότσκι, τα χρόνια της φυλακής και της εξορίας στη Σιβηρία (1898-1902) ήταν μια περίοδος εντατικής μελέτης του μαρξισμού. Στη Σιβηρία αποκατάστησε επαφή με τοπικούς και εξόριστους Σοσιαλδημοκράτες (που ήταν ιδιαίτερα κοντά στον Μ. Σ. Ουρίτσκι και τον Φ. Ε. Τζερζίνσκι), προσχώρησε στην Ένωση Σοσιαλδημοκρατών Σιβηρίας, που οργανώθηκε την άνοιξη του 1901 και διεξήγαγε πολεμική ενάντια στους Λαϊκιστές (Ναρόντνικους) και τους Αναρχικούς. Την ίδια περίοδο, με το ψευδώνυμο Αντίντ Ότο, άρχισε να δημοσιεύει άρθρα στο περιοδικό του Ιρκούτσκ «Βοστότσνοε Ομποζρένιε» («Ανατολική Επιθεώρηση»), που χρησίμευε σαν φόρουμ των πολιτικών εξορίστων στη Σιβηρία. Εκείνα τα χρόνια, όπως είναι γνωστό, το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα περνούσε μια περίοδο ιδεολογικού και οργανωτικού κατακερματισμού. Η ομάδα της εφημερίδας «Ίσκρα» («Σπίθα») αποτέλεσε την αιχμή της κίνησης για τη συγκέντρωση και την ένωση των κομματικών δυνάμεων. Από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της, ο Τρότσκι πάλεψε να συμμετέχει όσο πιο ενεργητικά μπορούσε σ’ αυτή τη δουλειά, και μετά την απόδρασή του από την εξορία, το φθινόπωρο του 1902, άρχισε να δουλεύει στο κέντρο της «Ίσκρα» στη Σαμάρα, που το αποτελούσαν μια ομάδα παραγόντων της εφημερίδας. Οι δραστηριότητες του Τρότσκι, ιδιαίτερα τα άρθρα του για τρέχοντα θέματα, τον έκαναν πολύ γνωστό μεταξύ των σοσιαλδημοκρατών (το κομματικό του ψευδώνυμο εκείνη την εποχή ήταν «Πέρο» –«Η Πένα»). Ο Γκ. Μ. Κρζιζανόφσκι, ο ηγέτης του κέντρου της Σαμάρα, βοήθησε τον Τρότσκι να μεταναστεύσει (σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες με προσωπική σύσταση του Λένιν) και στα τέλη του 1902 ο Τρότσκι συνάντησε τον Λένιν στο Λονδίνο για πρώτη φορά. Ο τελευταίος τον επαίνεσε ως «πολύ δραστήριο και ικανό σύντροφο»[11]. Στο Λονδίνο, ο Τρότσκι πήρε μέρος στη δουλειά για την προετοιμασία του Δεύτερου Συνέδριου του ΡΣΔΕΚ και, μετά από σύσταση του Λένιν, του Γιου. Ο. Μάρτοφ και της Β. Ι. Ζασούλιτς, συμμετείχε στις συναντήσεις της συντακτικής επιτροπής της «Ίσκρα». Εκείνη την περίοδο επηρεάστηκε πολύ από τον Μάρτοφ.
Διαφωνίες
Ο Τρότσκι πήρε μέρος στις εργασίες του Δεύτερου Συνεδρίου του ΡΣΔΕΚ (Ιούλιος-Αύγουστος 1903) σαν ένας από τους δυο αντιπροσώπους της Ένωσης Σιβηρίας. Κρίνοντας από τα πρακτικά του συνεδρίου, η διαφωνία του με τον Λένιν περιστράφηκε γύρω από δύο μόνο θεμελιακά ζητήματα της ημερήσιας διάταξης –συγκεκριμένα, το άρθρο ένα (1) του Καταστατικού και το ζήτημα της εκλογής των κεντρικών οργάνων του Κόμματος. Αυτό είναι φανερό επίσης από το «Ημερολόγιο των Συνεδριάσεων του Δεύτερου Συνεδρίου του ΡΣΔΕΚ», που κράτησε ο Λένιν[12]. Μαζί υποστήριξαν την ιδέα της οικοδόμησης του κόμματος στη βάση της αρχής της αυτονομίας των οργανώσεών του μάλλον, παρά στη βάση της αρχής της ομοσπονδίας. Ούτε υπήρχε διαφωνία ανάμεσά τους σχετικά με τα ζητήματα του κομματικού προγράμματος. Στη διάρκεια της γεμάτης πάθος πολεμικής με τον Β. Π. Ακίμοφ, τον ηγέτη των «Οικονομιστών», που αμφισβητούσαν τη σκοπιμότητα να περιλαμβάνεται στο κομματικό πρόγραμμα μια παράγραφος για τη δικτατορία του προλεταριάτου, ο Τρότσκι, είναι αλήθεια, έκφρασε την ιδέα ότι η δικτατορία του προλεταριάτου θα γινόταν δυνατή μόνο όταν «το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και η εργατική τάξη... θα κοντεύουν να είναι το ίδιο πράγμα» και όταν η εργατική τάξη αποτελέσει την πλειοψηφία του πληθυσμού[13]. Αλλά αυτό δεν προκάλεσε αντιρρήσεις από τη μεριά του Λένιν ή οποιουδήποτε άλλου συνεργάτη του. Επιπλέον, ο Τρότσκι ποτέ δεν προσπάθησε να κατασκευάσει μια θεωρία στη βάση αυτής της επιφύλαξης που έκφρασε στη διάρκεια μιας πολεμικής. Αντίθετα μάλιστα: λιγότερο από τρία χρόνια μετά, επιχειρηματολογώντας για το αναπόφευκτο της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία, τόνισε: «Είναι αυτονόητο ότι η ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης προκύπτει από την αύξηση της αριθμητικής δύναμης του προλεταριάτου. Οποιαδήποτε δικτατορία του προλεταριάτου απαιτεί το προλεταριάτο να έχει αποκτήσει αριθμητική δύναμη αρκετή ώστε να ξεπεράσει την αντίσταση της αστικής αντεπανάστασης. Αυτό, όμως, με κανένα τρόπο δεν σημαίνει ότι η “συντριπτική πλειοψηφία” του πληθυσμού πρέπει να συνίσταται από μέλη του προλεταριάτου και ότι η “συντριπτική πλειοψηφία” του προλεταριάτου πρέπει να αποτελείται από συνειδητούς σοσιαλιστές»[14]. Ο Τρότσκι υπεράσπιζε με ιδιαίτερο σθένος το αγροτικό πρόγραμμα του Λένιν. Αντιτιθέμενος σε εκείνους που δεν πίστευαν στο επαναστατικό δυναμικό της αγροτιάς δήλωνε: «Στη Δύση, θα μας πουν, η Σοσιαλδημοκρατία δεν έχει μεγάλες επιτυχίες στην αγροτιά. Αλλά στη Δύση το κόμμα του προλεταριάτου αναδύθηκε όταν η επαναστατική αγροτιά είχε ήδη εκπληρώσει το ρόλο της. Η δική μας κατάσταση είναι διαφορετική. Στην επερχόμενη επαναστατική περίοδο θα χρειαστεί να συνδεθούμε με την αγροτιά –τόσο προς το συμφέρον της φτωχής αγροτιάς, όσο και προς το συμφέρον του προλεταριάτου». Ο Λένιν επαίνεσε πολύ το λόγο του Τρότσκι[15]. Όπως είναι πολύ γνωστό, οι διαμάχες σχετικά με το άρθρο ένα του Καταστατικού περιστράφηκαν γύρω από δύο διατυπώσεις, του Λένιν και του Μάρτοφ. Ο Λένιν πρότεινε να θεωρείται μέλος του ΡΣΔΕΚ όποιος, μαζί με όλα τα άλλα, υποστηρίζει το κόμμα μέσα από «την προσωπική συμμετοχή του» σε μια από τις οργανώσεις του Κόμματος. Ο Μάρτοφ επέμενε ότι η «προσωπική βοήθεια» ήταν αρκετή. Έτσι, η πολεμική περιστράφηκε γύρω από την έννοια του ίδιου του «κόμματος», τις αρχές της οργανωτικής του δομής. Στην πραγματικότητα η εστία της διαφωνίας ήταν το ζήτημα του συσχετισμού ανάμεσα στην εσωκομματική δημοκρατία και τον συγκεντρωτισμό. Ο Μάρτοφ και όσοι σκέφτονταν σαν κι αυτόν –ένας από τους οποίους ήταν ο Τρότσκιεπιχειρηματολογούσαν υπέρ μιας πλατιάς, ευλύγιστης οργάνωσης, που τα μέλη της δεν χρειαζόταν να δεσμεύονται με αυστηρή κομματική πειθαρχία. Ο Λένιν, αντίθετα, επιχειρηματολογούσε υπέρ του συγκεντρωτισμού και τόνιζε με ιδιαίτερη έμφαση την αναγκαιότητα της διαφύλαξης της σταθερότητας, της αποφασιστικότητας και της καθαρότητας του κόμματος. Η δημιουργία μιας σταθερής, συγκεντρωτικής οργάνωσης υπαγορευόταν σε μεγάλο βαθμό από τις συνθήκες της πολιτικής δραστηριότητας της αντιπολίτευσης στη Ρωσία εκείνης της εποχής, που καταπιεζόταν από τη δικτατορία του τσαρισμού. Είναι δυνατό, παρ’ όλα αυτά, να κατανοηθεί η θέση των μαρτοφικών. Στο κάτω-κάτω, οι συμμετέχοντες στο επαναστατικό δημοκρατικό κίνημα διατηρούσαν ακόμα ζωηρές τις εικόνες του Ροβεσπιέρου, του Τκατσόφ, του Νετσάγιεφ και άλλων επαναστατών εξτρεμιστών που είχαν εκθέσει τις έννοιες «οργανωτικός συγκεντρωτισμός» και «επαναστατική πειθαρχία». Γι’ αυτόν το λόγο ο Τρότσκι, τόσο στο συνέδριο και ιδιαίτερα μετά απ’ αυτό, διαρκώς επαναλάμβανε την ιδέα ότι οποιαδήποτε οργανωτική υποταγή του ατόμου στο κόμμα θα είχε σαν αποτέλεσμα τον εκφυλισμό του κόμματος σε μια στενή, ριζοσπαστικήσυνωμοτική οργάνωση.
Οργάνωση
Ο Τρότσκι κριτικάρισε με τη μεγαλύτερη οξύτητα τα οργανωτικά σχέδια του Λένιν στην μπροσούρα του: «Τα Πολιτικά μας Καθήκοντα», που βγήκε ένα χρόνο μετά το συνέδριο, τον Αύγουστο του 1904. Επιχειρώντας να δείξει τι μπορούσε να προκύψει αν κανείς παρασυρθεί πολύ από τον συγκεντρωτισμό, ο Τρότσκι περιέγραψε την εξής εικόνα: «Η κομματική οργάνωση (δηλαδή, ο κομματικός μηχανισμός –Α.Π.) “υποκαθιστά” το κόμμα. Η Κεντρική Επιτροπή αντικαθιστά την κομματική οργάνωση και τελικά ο “δικτάτορας” υποκαθιστά την Κεντρική Επιτροπή... επιτροπές ορίζουν την “γραμμή” και την καταργούν ενώ “ο κόσμος μένει σιωπηλός...”, “η οργάνωση των επαγγελματιών επαναστατών” –ή, ακριβέστερα, οι κορυφαίοι ηγέτες τηςαποτελούν το κέντρο της σοσιαλδημοκρατικής συνείδησης, και κάτω από αυτό το κέντρο βρίσκονται οι πειθαρχικοί εκτελεστές τεχνικών λειτουργιών»[16]. Είναι οδυνηρό να συνειδητοποιεί κανείς πόσο ακριβείς αποδείχτηκαν αυτές οι προβλέψεις. Πάντως, ο ίδιος ο Τρότσκι, αναθυμούμενος τα λόγια του πολλά χρόνια αργότερα, έγραψε ότι στη διάρκεια της πολεμικής είχε καταφύγει στην «αναγωγή σε λογικό παραλογισμό» των αρχών της οργανωτικής πολιτικής του Λένιν[17]. Απέρριψε την άποψη ότι οι μέθοδοι του σταλινισμού είχαν εκτεθεί από τον ίδιο τον Λένιν στο Δεύτερο Συνέδριο του ΡΣΔΕΚ: «Οι προβλέψεις της μπροσούρας που έγραψα σε νεαρή ηλικία με κανένα τρόπο δεν διακρίνονται από το είδος του ιστορικού βάθους που λαθεμένα τους αποδίδεται από ορισμένους συγγραφείς... η οργανωτική πολιτική του ίδιου» (του Λένιν) «με κανέναν τρόπο δεν είναι μια ευθύγραμμη πρόταση. Συχνά αναγκάστηκε να αποκρούσει τον υπερβολικό συγκεντρωτισμό στο κόμμα και να απευθυνθεί στη βάση ενάντια στις κορυφές. Μακροπρόθεσμα, παρά τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες ή την θαυμάσια πρόοδο και άνοδο, και παρ’ όλες τις ταλαντεύσεις προς τη μια ή την άλλη πλευρά, το κόμμα διατήρησε την αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στα στοιχεία της δημοκρατίας και του συγκεντρωτισμού»[18]. Ακολουθώντας τη λογική των διαφωνιών σε σχέση με το καταστατικό, ο Τρότσκι ήρθε επίσης σε αντίθεση με τον Λένιν σε σχέση με την εκλογή των κεντρικών οργάνων του κόμματος. Η ψηφοφορία, όπως είναι γνωστό, ανέδειξε νικητή τον Λένιν, ενώ ο Τρότσκι κατέληξε στις γραμμές της μειοψηφίας. Ο Τρότσκι δεν έμεινε πολύ στη φράξια των μενσεβίκων. Ήδη το1904, οι διαφωνίες του με τους ηγέτες των μενσεβίκων αναφορικά με τις δυνατότητες της ηγεμονίας του προλεταριάτου στην επανάσταση οξύνθηκαν τόσο, που τον Σεπτέμβρη ο Τρότσκι ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει τους μενσεβίκους. Δεν προσχώρησε όμως ούτε στη φράξια των μπολσεβίκων.
Η Επανάσταση του 1905
Τα γεγονότα του Γενάρη 1905 στη Ρωσία ανάγκασαν τον Τρότσκι να επιστρέψει στην πατρίδα του. Έπαιξε πολύ ενεργητικό ρόλο στην επανάσταση, υπηρέτησε ως αναπληρωτής του Γκ. Σ. ΧρουστάλεφΝοσάρ, προέδρου του Σοβιέτ των Εργατών Αντιπροσώπων της Αγίας Πετρούπολης και όταν αυτός ο τελευταίος συνελήφθη, υπηρέτησε ως επικεφαλής του Προσωρινού Προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ. Τον Δεκέμβρη του 1905 συνελήφθη και ο ίδιος και τον Γενάρη του1907 εξορίστηκε για δεύτερη φορά στη Σιβηρία. Όλο αυτό το διάστημα ο Τρότσκι ανάπτυξε εντατική θεωρητική και συγγραφική δραστηριότητα, επικεντρωνόμενος κυρίως στα στρατηγικά προβλήματα της επανάστασης, μαζί και στο ζήτημα της συνεχότητάς της (διάρκειας) και των δεσμών της με το παγκόσμιο επαναστατικό προτσές στη νέα ιστορική εποχή. Το έργο τού 1906 Αποτελέσματα και Προοπτικές, παρουσίασε μια συστηματική έκθεση της θεωρίας του της διαρκούς επανάστασης, που είχε πρωτοδιατυπώσει ένα χρόνο νωρίτερα, σε συνεργασία με τον Α. Λ. Πάρβους. Η θεωρία μπορεί να εκτεθεί σχηματικά ως εξής: Η μπουρζουαζία της Ρωσίας δεν είναι ικανή να ηγηθεί του επαναστατικού κινήματος, άρα η ολοκληρωτική νίκη της δημοκρατικής επανάστασης στη Ρωσία μπορεί να κατανοηθεί μόνο με τη μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, που στρέφεται στην αγροτιά για υποστήριξη. Μόνο μια κυβέρνηση εργατών υποστηριζόμενη από την αγροτιά, είναι ικανή να ασχοληθεί με όλο το πλέγμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επανάσταση. Ούτε η δικτατορία της μπουρζουαζίας ούτε η επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς είναι ικανές να το πραγματώσουν αυτό. Η δικτατορία του προλεταριάτου, που θα εκπληρώσει αμείλικτα όχι μόνο σοσιαλιστικά αλλά και δημοκρατικά καθήκοντα στο διάβα της, θα δόσει ταυτόχρονα ισχυρή ώθηση στην παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η νίκη του προλεταριάτου στη Δύση θα προστατεύσει τη Ρωσία απέναντι στην παλινόρθωση της μπουρζουαζίας και θα εξασφαλίσει το θρίαμβο του σοσιαλισμού εκεί.
Ο Ρόλος της Αγροτιάς
Όπως βλέπουμε, ο Τρότσκι με κανένα τρόπο δεν αρνιόταν τον επαναστατικό ρόλο της αγροτιάς ως συμμάχου και υποστηρικτή του προλεταριάτου. Μάλλον τον υπερτιμούσε εκείνη την εποχή, γιατί, σύμφωνα με την αντίληψή του (όπως εκτίθεται στο Αποτελέσματα και Προοπτικές), φαινόταν σαν η αγροτιά στη Ρωσία το 1905-1906 να ήταν ήδη έτοιμη να υποστηρίξει τη δικτατορία του προλεταριάτου. Επίσης, όπως φαίνεται, υποτιμούσε κάτι εντελώς διαφορετικό –την ικανότητα ορισμένων στρωμάτων της αγροτιάς να αποκτήσουν πολιτική ανεξαρτησία. Γι’ αυτό το λόγο θεωρούσε υπερβολικό να επιτρέψει το προλεταριάτο στην αγροτιά (δηλαδή στα αντίστοιχα αγροτικά κόμματα) να εξασκήσουν επιρροή στην κυβερνητική του πολιτική, έστω και πρόσκαιρα, όσο θα αντιμετωπίζονταν τα δημοκρατικά καθήκοντα της επανάστασης. Όμως, λέγοντάς το αυτό, με κανένα τρόπο δεν απέκλειε – αντίθετα, θεωρούσε ουσιαστικό– να επιτραπεί σε επαναστατικούς εκπροσώπους μη-προλεταριακών κοινωνικών ομάδων να αποτελέσουν τμήμα της εργατικής κυβέρνησης. «Μια σωστή πολιτική θα υποχρεώσει το προλεταριάτο να εμπλέξει σημαίνοντες ηγέτες της κατώτερης μικροαστικής τάξης (μεστσάντσβο), της ιντελιγκέντσιας και της αγροτιάς στην κυβέρνηση», έγραφε. «Το όλο ζήτημα είναι ποιός θα δόσει περιεχόμενο στην κυβερνητική πολιτική; Ποιός θα συσπειρώσει μια ομοιόμορφη πλειοψηφία γύρω απ’ αυτήν;... Θα μπορούσαμε, φυσικά, να ονομάσουμε αυτή την κυβέρνηση δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, δικτατορία του προλεταριάτου, της αγροτιάς και της ιντελιγκέντσιας ή τέλος κυβέρνηση συνασπισμού της εργατικής τάξης και της μικρομπουρζουαζίας. Το ζήτημα όμως παραμένει: ποιός θα έχει την ηγεμονία στην ίδια την κυβέρνηση και μέσω αυτής στη χώρα; Επομένως, όταν μιλάμε για κυβέρνηση εργατών, απαντάμε ότι αυτή η ηγεμονία θα ανήκει στην εργατική τάξη»[19]. Η θεωρία του Τρότσκι λοιπόν, αντιπροσώπευε ένα πρόγραμμα άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία. Πολύ πριν από τον Λένιν, επιχειρηματολογούσε υπέρ όχι μόνο της δυνατότητας αλλά και του αναπόφευκτου της νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια χώρα – μια χώρα καθυστερημένη με κοινωνικο-οικονομικούς και πολιτικούς όρους, μια χώρα που ήταν ο πιο αδύνατος κρίκος στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Να τι έγραψε γι’ αυτό το θέμα: «Σε μια χώρα που είναι οικονομικά πιο καθυστερημένη, το προλεταριάτο μπορεί να έρθει στην εξουσία νωρίτερα απ’ ότι σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα... Η έννοια ότι η δικτατορία του προλεταριάτου εξαρτάται αυτόματα από τις τεχνολογικές δυνάμεις και τους πόρους μιας χώρας αποτελεί μια προκατάληψη εξαιρετικά υπεραπλουστευμένου “οικονομικού” υλισμού. Μια τέτοια άποψη δεν έχει τίποτε το κοινό με τον Μαρξισμό. Κατά τη γνώμη μας, η Ρωσική Επανάσταση, προσφέρει το είδος των συνθηκών κάτω από τις οποίες η εξουσία μπορεί (και με τη νίκη της Επανάστασης πρέπει) να έρθει στα χέρια του προλεταριάτου»[20]. Η αντίληψη του Λένιν εκείνη την εποχή ήταν διαφορετική. Όπως είναι γνωστό, μπορεί να συνοψιστεί στα εξής: Όσον αφορά την ταξική της θέση, η μπουρζουαζία στη Ρωσία είναι πράγματι ανίκανη να οδηγήσει τη δική της επανάσταση στην ολοκλήρωση. Παρ’ όλα αυτά οι συνθήκες στη Ρωσία δεν είναι ακόμα ώριμες για μια άμεση σοσιαλιστική επανάσταση (περεβορότ). Κατά συνέπεια, το επαναστατικό προτσές πρέπει να περάσει πρώτα μέσα από ένα στάδιο αστικοδημοκρατικής επανάστασης, αλλά η τελευταία θα πάρει τη μορφή λαϊκής επανάστασης κάτω από την ηγεμονία του προλεταριάτου. Ταυτόχρονα, η αποφασιστική νίκη της επανάστασης επί του τσαρισμού δεν θα οδηγήσει στη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά σε μια επαναστατική-δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς –δηλαδή, σε μια εξουσία που θα μοιράζονται από κοινού αυτές οι δύο τάξεις. Η δικτατορία των εργατών και των αγροτών θα απαλλάξει τη χώρα από την καθυστέρησή της (σρεντνεβεκόβιε) θα οδηγήσει σε μια πλατιά και γοργή, ευρωπαϊκή μάλλον παρά ασιατική ανάπτυξη του καπιταλισμού, θα δυναμώσει το προλεταριάτο στις πόλεις και στην ύπαιθρο και θα ανοίξει δυνατότητες για να ’ρθεί η επανάσταση στο σοσιαλιστικό της στάδιο. Η νίκη της αστικο-δημοκρατικής επανάστασης στη Ρωσία θα δόσει σχεδόν αναπόφευκτα μια ισχυρή ώθηση στη σοσιαλιστική επανάσταση στη Δύση, και αυτή η τελευταία όχι μόνο θα διαφυλάξει τη Ρωσία απέναντι στον κίνδυνο της παλινόρθωσης, αλλά και θα κάνει ικανό το ρωσικό προλεταριάτο να καταλάβει την εξουσία σε σχετικά σύντομο διάστημα.
Η Μενσεβίκικη Άποψη
Και οι δύο αντιλήψεις διέφεραν ριζικά από τη μενσεβίκικη άποψη της επανάστασης. Από την σκοπιά των Μενσεβίκων, η νίκη της ρωσικής αστικής επανάστασης εννοείτο μόνο κάτω από την ηγεσία της φιλελεύθερης μπουρζουαζίας και θα έπρεπε να παραδόσει την εξουσία στην τελευταία. Ένα αστικό δημοκρατικό καθεστώς θα έδινε τη δυνατότητα στο ρωσικό προλεταριάτο να διεξαγάγει την πάλη για το σοσιαλισμό με ασύγκριτα μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας απ’ ό,τι πριν. Αν αφήσουμε προς στιγμή στην άκρη την έντονη πολεμική που γινόταν εκείνη την εποχή ανάμεσα στους υποστηρικτές και των τριών αντιλήψεων, μπορούμε να δούμε ότι η δυνατότητα της πραγμάτωσης οποιασδήποτε από αυτές εξαρτιόταν από έναν αριθμό ιδιαίτερων συνθηκών και προσδιοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από την ετοιμότητα των μαζών για επαναστατική δράση. Ο ίδιος ο Λένιν, για παράδειγμα, άλλαξε την άποψή του το Μάρτη του 1917, όταν υποστήριξε την πορεία προς τη σοσιαλιστική επανάσταση στη διάρκεια της οποίας οι Μπολσεβίκοι «θα ασχολούνταν με τα προβλήματα της αστικο-δημοκρατικής επανάστασης επί τροχάδην, στο πέρασμα, σαν “υποπροϊόν”...της πραγματικής και θεμελιακής προλεταριακής-επαναστατικής σοσιαλιστικής προσπάθειας»[21]. Πράγματι, τότε, το πρόγραμμα του Τρότσκι ήταν πρόωρο, αλλά αυτό με κανένα τρόπο δεν σημαίνει ότι ήταν εντελώς χωρίς νόημα. Πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι τα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, το έργο του Τρότσκι Αποτελέσματα και Προοπτικές ανατυπώθηκε αρκετές φορές –κι εδώ συμπεριλαμβάνονται και εκδόσεις σε ξένες γλώσσες– ως η θεωρητική αιτιολόγηση του Οκτώβρη. Αφού απέδρασε από τη Σιβηρία για δεύτερη φορά, την άνοιξη του1907, ο Τρότσκι πήγε και πάλι στο Λονδίνο, όπου πήρε μέρος στις εργασίες του Πέμπτου Συνεδρίου του ΡΣΔΕΚ. Ακολούθησαν πολλά χρόνια στην εμιγκράτσια, όπου προπαγάνδιζε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης. Ταυτόχρονα, ενώ τυπικά παρέμενε έξω από φράξιες, ο Τρότσκι κατέβαλε σημαντική προσπάθεια να συμφιλιώσει τους Μενσεβίκους και τους Μπολσεβίκους. Μ’ αυτό το σκοπό κατά νου, το καλοκαίρι του 1912 στη Βιένη, σχημάτισε το «Μπλοκ του Αυγούστου» μέσα στα πλαίσια της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας, που στην πραγματικότητα δεν συγκέντρωσε παρά μόνο τους συνεργάτες του Τρότσκι, ένα μέρος των Μπουντιστών, των Μενσεβίκων και των λικβινταριστών. Η άποψη του Τρότσκι, στο ζήτημα της ενοποίησης των διαφόρων ομάδων στο ΡΣΔΕΚ δεν άλλαξε ακόμα και μετά την έναρξη του παγκόσμιου πολέμου, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος πήρε καθαρά διεθνιστικές θέσεις, και σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, τάχθηκε υπέρ της καταδίκης της πολιτικής του ιμπεριαλισμού με το σύνθημα της «προλεταριακής επανάστασης». Αντικειμενικά μιλώντας, οι ενοποιητικές προσπάθειες του Τρότσκι έβλαψαν το ρωσικό όπως και το διεθνές σοσιαλδημοκρατικό κίνημα. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ήταν εκείνη την περίοδο που ο Λένιν, από τη μεριά του, έκφρασε τους πιο αρνητικούς χαρακτηρισμούς για τον Τρότσκι, μαζί και τον πιο καταλυτικό, όταν τον αποκάλεσε Μικρό Ιούδα[22]. Χωρίς να επιθυμώ με κανένα τρόπο να δικαιολογήσω την πολιτική γραμμή του Τρότσκι εκείνα τα χρόνια, παρ’ όλα αυτά θα ήθελα να τονίσω ότι αυτό το παρατσούκλι, αυτόν το χαρακτηρισμό, που υμνήθηκε δύο δεκαετίες αργότερα, ο Λένιν ο ίδιος ποτέ δεν τον χρησιμοποίησε σε ανοιχτή πολεμική. Δεν είδε το φως της δημοσιότητας παρά μόνο στις 21 Γενάρη του 1932. Εκείνη τη μέρα η «Πράβντα» τύπωσε το κείμενο «Για το Χρώμα της Ντροπής του Μικρού Ιούδα Τρότσκι», που ο Λένιν είχε γράψει με μορφή πρόχειρων σημειώσεων τον Γενάρη του 1911, αλλά που δεν είχε επιτρέψει ποτέ, ούτε τότε ούτε αργότερα, να τυπωθεί. Τα περισσότερα θεμελιακά λάθη που διέπραξε ο Τρότσκι την περίοδο ανάμεσα στις δύο Ρωσικές Επαναστάσεις, τα παραδέχτηκε ο ίδιος περισσότερες από μια φορές. Ας παραθέσουμε μόνο ένα απόσπασμα: «Ο συγγραφέας», έγραφε για τον εαυτό του το 1919, «έκανε... λάθος στις εκτιμήσεις του για τις συγκρουόμενες φράξιες της Σοσιαλδημοκρατίας... Όντας στην εμιγκράτσια, έξω και από τις δύο φράξιες, ο συγγραφέας απέτυχε να εκτιμήσει το κεφαλαιώδες γεγονός ότι στα πλαίσια των διαφωνιών ανάμεσα στους Μπολσεβίκους και τους Μενσεβίκους, στην πραγματικότητα υπήρχε, από τη μια, μια ομάδα αλύγιστων επαναστατών ενώ, από την άλλη, υπήρχαν στοιχεία που όλο και περισσότερο διαβρώνονταν από τον οπορτουνισμό και το βόλεμα»[23].
Η Επανάσταση του Φλεβάρη
Η Επανάσταση του Φλεβάρη βρήκε τον Τρότσκι στις Ενωμένες Πολιτείες. Συλλαμβάνοντας γρήγορα το μεταβατικό χαρακτήρα των γεγονότων που ξεδιπλώνονταν στη Ρωσία, έγραψε αμέσως αρκετά άρθρα κριτικάροντας με οξύτητα τους ηγέτες των Μενσεβίκων, που καλούσαν σε υποστήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης και τονίζοντας και πάλι την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης[24]. Οι θέσεις του Τρότσκι σχετικά με την μπουρζουαζία, την Προσωρινή Κυβέρνηση, τον πόλεμο και τη διεθνή επανάσταση συνέπιπταν με τις αντιλήψεις του Λένιν, όπως τις διατύπωσε στα «Γράμματα από Μακριά» που έστειλε από την Ελβετία στους εκδότες της «Πράβντα» στην Πετρούπολη[25]. Έτσι, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, τόσο ο Λένιν όσο και ο Τρότσκι, τον Μάρτη του 1917, ουσιαστικά έφτασαν στα ίδια στρατηγικά συμπεράσματα, βασισμένα στην κατάσταση που είχε αναπτυχθεί στη Ρωσία ως αποτέλεσμα της Φεβρουαριανής Επανάστασης. Αυτό πρέπει να τονιστεί με έμφαση, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι την ίδια εποχή το Ρωσικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΡΣΔΕΚ, με επικεφαλής τους Α. Γκ. Σλιάπνικοφ, Μ. Ι. Καλίνιν, και Β. Μ. Μόλοτοφ και μερικούς άλλους παλιούς μπολσεβίκους, όπως και οι εκδότες της «Πράβντα» κάτω από την ηγεσία του Στάλιν και του Κάμενεφ, ήταν ανίκανοι να απαντήσουν σ’ έναν αριθμό θεμελιακών προβλημάτων που προκύπτανε από την επανάσταση. Γνήσια στροφή στις απόψεις ενός σημαντικού αριθμού ηγετών του ΡΣΔΕΚ(μπ.) προκάλεσαν οι «Θέσεις του Απρίλη» του Λένιν, οι ομιλίες του Λένιν στο Συνέδριο της Επιτροπής Πόλης της Πετρούπολης και στο Έβδομο Πανρωσικό Συνέδριο του ΡΣΔΕΚ(μπ.) τον Απρίλη του 1917. Όταν επέστρεψε στην Πετρούπολη στις αρχές του Μάη, ο Τρότσκι συνεργάστηκε αμέσως με την ομάδα που αποκαλούνταν Διαχτιδική Οργάνωση Ενωμένων Σοσιαλδημοκρατών (Μεζραγιόντζι). Πολλά από τα μέλη αυτής της οργάνωσης ήταν παλιοί σύντροφοί του στη μάχη. Την εποχή που έφτασε ο Τρότσκι, οι «Διαχτιδικοί», που νωρίτερα (από τον Νοέμβρη του 1913) είχαν ταχθεί υπέρ της συγχώνευσης των διαφόρων φραξιών του Κόμματος, είχαν απορρίψει τη συμφιλίωση με τους «αμυνίτες» (ομπορόντσι) και, συνολικά είχαν πάρει τις θέσεις των διεθνιστών. Οι αποφάσεις που ψηφίστηκαν στο συνέδριό τους στις 10 του Μάη 1917, συνέπιπταν βασικά με τις αποφάσεις που είχε ψηφίσει το Έβδομο Πανρωσικό Συνέδριο των Μπολσεβίκων. «Οι πολιτικές αποφάσεις των Διαχτιδικών ουσιαστικά ακολούθησαν τη σωστή γραμμή της ρήξης με τους αμυνίτες», έγραφε ο Λένιν σχετικά με αυτό το ζήτημα[26]. Όλα αυτά προετοίμασαν το έδαφος για να ενωθούν οι Διαχτιδικοί με τους Μπολσεβίκους. Στα τέλη του Μάη 1917, οργάνωσαν κοινή εκλογική εκστρατεία για τις τοπικές δούμες της Πετρούπολης. Οι ενεργητικές και ουσιαστικά φιλο-μπολσεβίκικες δραστηριότητες των Διαχτιδικών που στις γραμμές τους συμπεριλαμβάνονταν εκτός του Τρότσκι, πολύ γνωστοί επαναστάτες όπως οι Μ. Μ. Βολοντάρσκι, Α.Α. Γιόφε, Λ.Μ. Κάραχαν, Α.Β. Λουνατσάρσκι, Ντ.Ζ. Μανουίλσκι, Μ.Σ. Ουρίτσκι και Κ. Κ. Γιουρένεφ, κέρδισαν το σεβασμό όχι μόνο των εργατών της Πετρούπολης αλλά επίσης και του ΡΣΔΕΚ(μπ.). Γι’ αυτό, στη διάρκεια των ημερών της κρίσης του Ιούλη οι Διαχτιδικοί υπέστησαν διωγμούς που δεν ήταν λιγότερο σκληροί απ’ αυτούς που γνώρισαν οι Μπολσεβίκοι. Στις 23 Ιούλη, ο Τρότσκι συνελήφθη και στάλθηκε στο Κρέστι (μια φυλακή στην Πετρούπολη) απ’ όπου απελευθερώθηκε μόλις στις 2 του Σεπτέμβρη[27]. Ήταν ακόμα στη φυλακή όταν πραγματοποιήθηκε το Έκτο (Ενωτικό) Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ[28] (στα τέλη Ιούλη αρχές Αυγούστου του 1917), στη διάρκεια του οποίου τα μέλη της Οργάνωσης των Διαχτιδικών έγιναν δεκτά επίσημα στο Μπολσεβίκικο Κόμμα. Απόδειξη της αναγνώρισης που δόθηκε στις προσωπικές υπηρεσίες του Τρότσκι στο ρωσικό επαναστατικό κίνημα (κανείς εκείνη την εποχή δεν σκεφτόταν να θυμηθεί τα λάθη του) είναι το γεγονός ότι πρώτον, εκλέχτηκε ως ένας από τους επίτιμους αντιπροσώπους στο συνέδριο και αργότερα ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής. Στις εκλογές για την Κεντρική Επιτροπή ήρθε τρίτος μαζί με τον Κάμενεφ (μετά τον Λένιν και τον Ζινόβιεφ) –με 131 από τους 134 ψήφους. Με άλλα λόγια αναγνωρίστηκε σαν ένας από τους τέσσερεις ηγέτες του Κόμματος. Επιπλέον, το συνέδριο αποφάσισε να τον προτείνει υποψήφιο (μαζί με τις υποψηφιότητες του Λένιν, του Ζινόβιεφ, της Κολοντάι και του Λουνατσάρσκι) στις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση.
Κορνίλοφ
Μόλις ελευθερώθηκε από τη φυλακή, ο Τρότσκι πήρε ενεργητικά μέρος στην οργάνωση της απόκρουσης του Κορνίλοφ, που ακολουθήθηκε από τις άμεσες προετοιμασίες για την ένοπλη εξέγερση ενάντια στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Όπως και πολλά από τα άλλα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, εστίασε το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής του εκείνη την εποχή στην πολιτική και τεχνική υποστήριξη του επικείμενου πραξικοπήματος, διοχετεύοντας όλη την ενέργειά του στο μάξιμουμ της μπολσεβικοποίησης των Σοβιέτ, στο καθήκον να κερδηθεί η Φρουρά της Πετρούπολης στο πλευρό των μπολσεβίκων και στον εξοπλισμό των εργατών. Στις 24 Σεπτέμβρη, η Κεντρική Επιτροπή του ΣΔΕΚΡ(μπ.) αποφάσισε να «διορίσει» τον Τρότσκι πρόεδρο του Σοβιέτ της Πετρούπολης[29]. Απ’ αυτή τη θέση ο Τρότσκι άρχισε να εργάζεται για την πρακτική οργάνωση της εξέγερσης. Στα μέσα του Οκτώβρη ανέλαβε την ηγεσία της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής που είχε συσταθεί υπό την αιγίδα του σοβιέτ[30]. Λίγο πιο πριν είχε εκλεγεί για πρώτη φορά μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής. (Εκτός του Τρότσκι εκείνη την εποχή μέλη του Πολιτικού Γραφείου ήταν ο Λένιν, ο Ζινόβιεφ, ο Κάμενεφ, ο Στάλιν, ο Σοκόλνικοφ και ο Μπουμπνόφ). Στη διάρκεια του Σεπτέμβρη και του Οκτώβρη, η Κεντρική Επιτροπή συζήτησε το χρονοδιάγραμμα και τις προοπτικές της ένοπλης εξέγερσης. Η ευθύνη που έπεφτε στους ώμους των Μπολσεβίκων ήταν τεράστια. Ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ μίλησαν ενάντια στην εξέγερση. Τις απόψεις τους, ουσιαστικά, μοιραζόταν ο Λουνατσάρσκι. Διαμετρικά αντίθετη θέση πήρε ο Λένιν, που είχε καλέσει για άμεση κατάληψη της εξουσίας ήδη από το δεύτερο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη. Η πλειοψηφία όμως, ενώ αναγνώριζε ότι «η ένοπλη εξέγερση είναι αναπόφευκτη και επικείμενη», πίστευε ότι το κόμμα δεν ήταν ακόμα αρκετά προετοιμασμένο να δράσει με επιτυχία, για μια σειρά λόγους[31]. Σημαντικός αριθμός αξιωματούχων του κόμματος προτιμούσαν να περιμένουν το Δεύτερο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ και να ξεκινήσουν την εξέγερση έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξή του. Υπάρχει λόγος να υποθέτουμε ότι αυτή ήταν η θέση που υποστήριζε, ιδιαίτερα, ο Στάλιν. Αυτό αποδείχνεται εύγλωττα από το λόγο του στη γιορταστική συγκέντρωση που οργανώθηκε στην πεντηκοστή επέτειο των γενεθλίων του Λένιν τον Απρίλη του 1920. Θυμούμενος τις προετοιμασίες της Οκτωβριανής Επανάστασης ο Στάλιν δήλωσε: «Εμείς στη Κεντρική Επιτροπή είχαμε αποφασίσει να προχωρήσουμε στην ενίσχυση των Σοβιέτ, να συγκαλέσουμε το Συνέδριο των Σοβιέτ, να ξεκινήσουμε την εξέγερση και να ανακηρύξουμε το Συνέδριο των Σοβιέτ όργανο της κρατικής εξουσίας. Ο Ιλιτς [Λένιν], που κρυβόταν εκείνη την εποχή, δεν συμφωνούσε... Παρά την απαίτησή [του] αυτή, δεν τον ακούσαμε και εξακολουθήσαμε να ενισχύουμε τα Σοβιέτ και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε καταλήξαμε στο Συνέδριο των Σοβιέτ στις 25 Οκτώβρη και στην επιτυχημένη εξέγερση»[32]. Άλλοι ηγέτες του Κόμματος, όμως, επιχειρούσαν να χρησιμοποιήσουν το σύνθημα της σύγκλησης του Συνεδρίου των Σοβιέτ μόνο σαν νόμιμο κάλυμμα, για να κινητοποιήσουν τις μάζες και για να προετοιμάσουν την τεχνική υποστήριξη ώστε να δράσουν σε οποιαδήποτε κατάλληλη στιγμή κοντά στο Συνέδριο των Σοβιέτ, αλλά όχι αναγκαστικά μετά τη σύγκλησή του. Σ’ αυτή την ομάδα ανήκε ο Τρότσκι, και αυτό αποδείχνεται ιδιαίτερα στο λόγο που εκφώνησε στη συνάντηση του Σοβιέτ της Πετρούπολης στις 18 Οκτώβρη. Σε μια φανερή προσπάθεια να αποπροσανατολίσει τους Μενσεβίκους και τους δεξιούς Εσέρους, απάντησε στο ερώτημα ενός αριθμού αντιπροσώπων σχετικά με την πιθανότητα ένοπλης μπολσεβίκικης εξέγερσης, δηλώνοντας ότι τέτοια εξέγερση δεν είχε σχεδιαστεί αλλά ότι «στη πρώτη προσπάθεια της αντεπανάστασης να παρενοχλήσει το συνέδριο θα απαντήσουμε με μια αντεπίθεση που θα είναι ανελέητη και που θα την φτάσουμε ως το τέλος»[33].Φυσικά, ο Τρότσκι, που ήταν σταθερός υποστηρικτής του επαναστατικού πραξικοπήματος, δεν θα είχε μιλήσει ανοιχτά για την πιθανότητα ένοπλης εξέγερσης στη διάρκεια του συνεδρίου, αν συνέδεε όλες τις ελπίδες του για την επιτυχία της επανάστασης με αυτό το τελευταίο. Ο Λένιν αντέδρασε ευνοϊκά στο λόγο του και στην πραγματικότητα εκτίμησε την παραπάνω δήλωση σαν μια μανούβρα αποπροσανατολισμού. «Δεν είναι τόσο δύσκολο να κατανοηθεί», έγραψε στις 19 Οκτώβρη, «ότι ο Τρότσκι δεν μπορούσε, δεν είχε το δικαίωμα και δεν έπρεπε να πει περισσότερα απ’ όσα είπε μπροστά στους εχθρούς μας. Δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί ότι είναι καθήκον του κόμματος να κρύβει τους σκοπούς του από τον εχθρό (την αναγκαιότητα της ένοπλης εξέγερσης, το γεγονός ότι μια τέτοια εξέγερση επίκειται, τις ουσιαστικές προετοιμασίες και λοιπά), και ότι αυτή η απόφαση μας αναγκάζει σε δημόσιες δηλώσεις, όχι μόνο να αποδίδουμε το “φταίξιμο” αλλά επίσης και την πρωτοβουλία στον αντίπαλό μας. Μόνο παιδιά θα δυσκολευόντουσαν να το καταλάβουν αυτό»[34].
Οκτωβριανή Επανάσταση
Καθώς εξετάζουμε όλα αυτά, είναι σωστό να δηλώσουμε ότι ο Τρότσκι έπαιξε εξέχοντα ρόλο στις προετοιμασίες της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της Σοβιετικής εξουσίας, κανείς, μαζί και οι εχθροί του Τρότσκι δεν το αμφισβητούσαν αυτό. Στη πρώτη σοβιετική κυβέρνηση κατείχε τη θέση του Επίτροπου του Λαού για τις Εξωτερικές Υποθέσεις. Δυστυχώς δεν έχουμε πρακτικά της συνάντησης που ασχολήθηκε με το ζήτημα της σύνθεσης του πρώτου Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού (απλά κανείς δεν κράτησε πρακτικά), και το αποτέλεσμα είναι ότι δεν υπάρχει δυνατότητα με αρκετή σιγουριά να βεβαιώσουμε πώς έγιναν οι διορισμοί στα κυβερνητικά πόστα. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Τρότσκι, πριν το δικό του διορισμό έγινε πολεμική: αρχικά ο Λένιν τον πρότεινε για τη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού, με το επιχείρημα ότι ο Τρότσκι ήταν ο «επικεφαλής του Σοβιέτ της Πετρούπολης που πήρε την εξουσία». Με προτροπή του Τρότσκι αυτή η εκδοχή απορρίφθηκε χωρίς συζήτηση. Τότε ο Λένιν πρόβαλε επιχειρήματα υπέρ του διορισμού του Τρότσκι στη θέση του Επιτρόπου επί των Εσωτερικών Υποθέσεων, γιατί θεωρούσε ότι το πιο άμεσο καθήκον της Σοβιετικής εξουσίας ήταν να πολεμήσει την αντεπανάσταση. «Του προέβαλα αντιρρήσεις», θυμάται ο Τρότσκι, και «κοντά στ’ άλλα επιχειρήματα πρόταξα και το ζήτημα της εθνικότητας: “Είναι ανάγκη”, είπα, “να δόσουμε στους εχθρούς μας ένα ακόμη όπλο –την εβραϊκή καταγωγή μου;”. Ο Λένιν φαινόταν σαν να τά ’χε σχεδόν χαμένα. “Κάναμε μια μεγάλη διεθνή επανάσταση. Ποιά σημασία μπορούν να έχουν αυτές οι μικρότητες;”. Πάνω σ’ αυτό το θέμα άνοιξε μεταξύ μας μια κωμική σχεδόν λογομαχία. “Η επανάσταση είναι μεγάλη”, απάντησα, “έχει απομείνει, όμως, σημαντικός αριθμός ηλιθίων”. “Και πρέπει εμείς να συντονίσουμε τα βήματά μας με τους ηλίθιους;”. “Δεν λέω, βέβαια, να ακολουθήσουμε τα βήματά τους! Πότε-πότε όμως πρέπει να κάνει κανείς μικρές παραχωρήσεις στη στενοκεφαλιά... Για ποιό λόγο από τις πρώτες μέρες να δημιουργήσουμε περιττές περιπλοκές;”». Ο Τρότσκι πήρε με το μέρος του τον Σβερντλόφ και μερικά άλλα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. «Ο Λεβ Νταβίντοβιτς πρέπει να απασχοληθεί με την Ευρώπη. Να αναλάβει τις Εξωτερικές Υποθέσεις», είπε ο Σβερντλόφ[35]. Ο Λένιν συμφώνησε. Στις 29 Νοέμβρη (12 Δεκέμβρη) 1917, ο Τρότσκι, ένας από τους ηγέτες με το μεγαλύτερο κύρος στο Μπολσεβίκικο Κόμμα, ορίστηκε να συμμετέχει μαζί με τον Λένιν, τον Σβερντλόφ και τον Στάλιν σ’ ένα μικρότερο Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής το οποίο, λόγω των δυσκολιών που υπήρχαν στο να συγκληθεί συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής σε τόσο έκτακτες συνθήκες, είχε εξουσιοδοτηθεί να ασχολείται με όλα τα επείγοντα ζητήματα. Είχε μάλιστα προβλεφθεί «όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που βρίσκονται στο Ινστιτούτο Σμόλνι εκείνη τη στιγμή να είναι υποχρεωμένα να συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων»[36].
Μπρεστ - Λιτόφσκ
Ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που αντιμετώπισαν οι νέες αρχές ήταν το πρόβλημα της σύναψης μιας καθολικής, δημοκρατικής ειρήνης, και ο Τρότσκι ανέλαβε να ασχοληθεί μ’ αυτό. Όμως, δεν κατάφερε να πείσει τις δυνάμεις της Αντάντ για την αναγκαιότητα να τερματιστεί ο πόλεμος, και η Σοβιετική κυβέρνηση άρχισε χωριστές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία και τους συμμάχους της στο ΜπρεστΛιτόφσκ. Φαίνεται, ότι οι πρώτες μάλλον βραχύβιες διαφορές ανάμεσα στον Τρότσκι και τον Λένιν στην μετα-Οκτωβριανή περίοδο χρονολογούνται από την εποχή των διαπραγματεύσεων του Μπρεστ. Για να καταλάβει κανείς την άποψη που είχε ο Τρότσκι εκείνη την εποχή, είναι απαραίτητο ιδιαίτερα να έχει το εξής στο νου του: ο Τρότσκι κατανοούσε εξίσου καλά όσο και οποιοσδήποτε άλλος την ανικανότητα της Ρωσίας να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις και δεν υιοθετούσε το κάλεσμα του Μπουχάριν για άμεσο «επαναστατικό πόλεμο». Ταυτόχρονα θεωρούσε ουσιαστικό να παρατείνει τις διαπραγματεύσεις όσο το δυνατό περισσότερο, ώστε να δοθεί ο χρόνος στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο να εκτιμήσει τόσο το γεγονός της Σοβιετικής Επανάστασης όσο και την πολιτική της για καθολική δημοκρατική ειρήνη. Ως προς αυτό επίσης, η θέση του Τρότσκι δεν διέφερε καθόλου από τη θέση του Λένιν. «Η τακτική του Τρότσκι που είχε στόχο να παρατείνει τις διαπραγματεύσεις ήταν σωστή», τόνισε ο Λένιν[37]. Οι απόψεις τους παρέκκλιναν μόνο όταν αναδύθηκε το ζήτημα πόσο έπρεπε να καθυστερήσουν την υπογραφή της δρακόντειας συμφωνίας ειρήνης. Ενώ ο Λένιν πίστευε ότι θά ’πρεπε να «κρατήσουν» μέχρι να διατυπωθεί το τελεσίγραφο των Γερμανών, ο Τρότσκι ήταν πεπεισμένος ότι ήταν αναγκαίο να προσφέρουν στους εργάτες της Ευρώπης αδιαμφισβήτητες αποδείξεις ότι υποχωρούν προσωρινά μόνον από τις αρχές της δημοκρατικής ειρήνης, με τα όπλα παρά πόδας. Αλλιώς, σκεφτόταν ο Τρότσκι, οι ιμπεριαλιστές μπορεί να παρουσιάσουν τις διαπραγματεύσεις σαν «μια κωμωδία όπου οι ρόλοι έχουν μοιραστεί επιδέξια» και μ’ αυτό τον τρόπο να αδυνατίσουν την επιρροή του Οκτώβρη στις μάζες των εργαζομένων. Αυτά πήρε υπόψη του για να διατυπώσει τη φόρμουλα: «Σταματάμε τον πόλεμο, κηρύσσουμε αποστράτευση, αλλά δεν υπογράφουμε την συνθήκη ειρήνης». Φυσικά, τώρα που γνωρίζουμε πώς εξελίχτηκαν τα γεγονότα, αυτό το σύνθημα ίσως φαίνεται τυχοδιωκτικό. Όμως, δεν φαινόταν έτσι στους περισσότερους ηγέτες του κόμματος εκείνη την εποχή. Θεωρούσαν ως ύψιστο καθήκον τους να κάνουν ό,τι ήταν δυνατόν για να επιταχύνουν την παγκόσμια επανάσταση. Πολλοί κομμουνιστές επενδύανε ιδιαίτερες ελπίδες στη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στην ίδια τη Γερμανία. Η υπογραφή της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, όμως, έδοσε τη δυνατότητα στους γερμανούς ιμπεριαλιστές να μεταφέρουν μερικά στρατεύματα από το μέτωπο για να καταστείλουν πιθανές εξεγέρσεις του γερμανικού προλεταριάτου. Επιπλέον, εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχε ακόμα απάντηση στο ερώτημα αν η Γερμανία θα εξαπέλυε επίθεση ή όχι. Στο κάτω-κάτω, αντί να πολεμούν οι Γερμανοί καθόντουσαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων! Η θέση του Τρότσκι είχε τα πολιτικά της πλεονεκτήματα. Αφαιρούσε το έδαφος, ώστε να μη μπορούν να κατηγορηθούν οι Μπολσεβίκοι ότι προδίδουν τις αρχές της καθολικής δημοκρατικής ειρήνης και ταυτόχρονα, αφαιρούσε κάθε τυπική δικαιολογία που θα μπορούσαν να βρουν οι δυνάμεις της Αντάντ ώστε να επέμβουν ενάντια στη Ρωσία, με πρόσχημα ότι είχε παραβιάσει το καθήκον της σαν σύμμαχος. Τέλος, εξομάλυνε ουσιαστικά τις διαφορές απόψεων μεταξύ του Λένιν και των «Αριστερών Κομμουνιστών». Ας μη ξεχνάμε ότι καθώς οι διαπραγματεύσεις στο Μπρεστ-Λιτόφσκ πλησίαζαν το κρίσιμο σημείο, η «αριστερή πτέρυγα» του Κόμματος προσέλκυε όλο και περισσότερους συμμάχους, κι έτσι όπως εξελίσσονταν οι συνθήκες, η απλή αποδοχή του τελεσιγράφου των Γερμανών θα μπορούσε να είχε προκαλέσει σχίσμα στις γραμμές των Μπολσεβίκων. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η θέση του Τρότσκι είναι υπεράνω κριτικής. Είναι φανερό ότι σοβαρές αντιρρήσεις απέναντι της, μπορούν να εγερθούν σε δύο σφαίρες: Πρώτο, στην περίπτωση μιας γοργής προέλασης του εχθρού ένα σημαντικό μέρος του πυροβολικού και άλλου στρατιωτικού υλικού, μαζί και περισσότερα εδάφη, μπορούσαν να πέσουν στα χέρια των Γερμανών, γεγονός που θα αδυνάτιζε ακόμα πιο πολύ τη Σοβιετική Ρωσία. Δεύτερο, ο κίνδυνος μεγάλωνε, αν οι επιθέσεις των Γερμανών είχαν επιτυχία, αυτοί απλώς να μην συνέχιζαν τις ειρηνευτικές συνομιλίες με τους Σοβιετικούς. Στη πραγματικότητα, πολλοί από τους ηγέτες του Κόμματος θεωρούσαν ότι αυτός ο κίνδυνος ήταν εφήμερος. Η φόρμουλα του Τρότσκι συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους στη συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής της 11 Γενάρη (24) 1918, όπως και στη κοινή συνάντηση των κεντρικών επιτροπών των Μπολσεβίκων και των Αριστερών Εσέρων, που έγινε την επόμενη μέρα[38]. Έτσι, απορρίπτοντας το γερμανικό τελεσίγραφο στο Μπρεστ, ο Τρότσκι δρούσε σε συμφωνία με την απόφαση των κεντρικών επιτροπών και των δύο κυβερνώντων κομμάτων. Στη πραγματικότητα, είναι αλήθεια ότι ανάμεσα σ’ αυτόν και στον Λένιν υπήρχε προσωπική συμφωνία «να κρατήσουν» μέχρι να διατυπωθεί το τελεσίγραφο των Γερμανών, και μετά το τελεσίγραφο να υποχωρήσουν από τις θέσεις τους[39]. Πρέπει όμως να αναγνωριστεί ότι αυτή η συμφωνία ήταν αντίθετη με το ψήφισμα της Κεντρικής Επιτροπής. Ο Τρότσκι δεν είχε καμιά γραπτή εντολή από τον Λένιν να υπογράψει τη συνθήκη ειρήνης. Σε απάντηση στην ερώτηση του σχετικά με το τελεσίγραφο, πήρε ένα τηλεγράφημα στις 28 Γενάρη (υπογραμμένο από τον Λένιν και τον Στάλιν) που έλεγε: «Η άποψη μας σας είναι γνωστή. Τελευταία, αυτή έχει ενισχυθεί». Πώς έπρεπε να ερμηνευτεί αυτό το τηλεγράφημα; Σαν εντολή του Προέδρου του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού να υπογραφεί η συνθήκη, ή σαν επιβεβαίωση της απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής; Πιθανότερο το δεύτερο. Το τηλεγράφημα δεν υπογραφόταν μόνο από τον Λένιν αλλά και από τον Στάλιν, ο οποίος δεν μπορούσε να γνωρίζει την προσωπική συμφωνία ανάμεσα στον Λένιν και τον Τρότσκι. Το σημαντικότερο ήταν πως το τηλεγράφημα τόνιζε ότι είχαν υπάρξει επιτυχίες στον πόλεμο ενάντια στην Κεντρική Ράντα[40].
Νέα Γερμανική Επίθεση
Στις 16 Φλεβάρη, το γερμανικό γενικό επιτελείο ανακοίνωσε τον τερματισμό της κατάπαυσης του πυρός και την έναρξη εκ νέου των στρατιωτικών επιχειρήσεων στις 12 η ώρα της 18 Φλεβάρη. Σε συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής που έγινε το απόγευμα της 17 Φλεβάρη, ο Τρότσκι φυσικά ψήφισε ενάντια στην πρόταση του Λένιν να σταλεί στη Γερμανία άμεση πρόταση ν’ αρχίσει νέες διαπραγματεύσεις για υπογραφή συνθήκης ειρήνης, αφού οι Γερμανοί δεν είχαν ακόμα ξεκινήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και, για οποιονδήποτε παρακολουθούσε στενά την πορεία των γεγονότων, η εξαγγελία της έναρξής τους μπορούσε να μη σημαίνει τίποτε άλλο παρά μια διπλωματική μανούβρα. Παρ’ όλα αυτά, όταν το επόμενο ερώτημα μπήκε σε ψηφοφορία –«αν θεωρήσουμε ότι η γερμανική επίθεση είναι γεγονός, και αν δεν ξεσπάσει επαναστατική εξέγερση στη Γερμανία και την Αυστρία θα συνάψουμε τη συνθήκη ειρήνης;»– τόσο ο Τρότσκι όσο και ο Λένιν απάντησαν θετικά. Και μόλις έγινε ολοφάνερο, (προς το βράδι της 18 Φλεβάρη), ότι η γερμανική επίθεση ήταν γεγονός, ο Τρότσκι ψήφισε υπέρ του να προταθεί στους Γερμανούς η άμεση σύναψη της συνθήκης ειρήνης[41]. Στη συνέχεια, στις 22 Φλεβάρη, ανακοίνωσε επίσημα ότι παραιτείται από το πόστο του Επιτρόπου του Λαού επί των Εξωτερικών Υποθέσεων, με στόχο να υπογραμμίσει την αλλαγή πολιτικής του σοβιετικού κράτους. Τίποτε από τα προαναφερθέντα, φυσικά, δεν απαλλάσσει τον Τρότσκι από τις ευθύνες του για το γεγονός ότι τελικά, η χώρα μας αναγκάστηκε να συνάψει τη συμφωνία ειρήνης, με όρους πιθανόν χειρότερους από όσο χρειάζονταν. Ταυτόχρονα είναι αναγκαίο να αξιολογήσουμε την εξαιρετική πολυπλοκότητα και τον αντιφατικό χαρακτήρα της κατάστασης μέσα στην οποία έπρεπε να παρθεί η σωστή απόφαση. Τον Μάρτη του 1918, ο Τρότσκι διορίστηκε Επίτροπος του Λαού επί των Στρατιωτικών Υποθέσεων και πρόεδρος του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου. Τον Απρίλη του ίδιου χρόνου διορίστηκε επίσης Επίτροπος επί των Ναυτικών Υποθέσεων και τον Σεπτέμβρη διορίστηκε πρόεδρος του νεο-ιδρυμένου Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας. Έτσι, ανέλαβε την ευθύνη να οικοδομήσει τον Κόκκινο Στρατό και να τον κινητοποιήσει έτσι ώστε να συντριβούν οι εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Επιπλέον, είναι επίσης αναγκαίο, να έχουμε υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έπρεπε να σχηματιστεί ο στρατός και το κοινωνικό υλικό που υπήρχε διαθέσιμο. Ο πρώην τσαρικός στρατός είχε καταρρεύσει. Οι στρατιώτες, οι πλειοψηφία των οποίων ήταν μισο-αναλφάβητοι αγρότες, δεν ήθελαν να πολεμήσουν ούτε για τον τσάρο ούτε για τα Σοβιέτ, και πρακτικά δεν υπήρχε χρόνος να χτιστεί ένας νέος στρατός. Σε μια τέτοια κατάσταση, αυτό που χρειαζόταν πάνω από όλα ο πρόεδρος του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας ήταν σιδερένια θέληση και αποφασιστικότητα, ενεργητικότητα και αυταπάρνηση. Όλες αυτές τις ιδιότητες ο Τρότσκι τις διέθετε σε αφθονία. Ο Κόκκινος Στρατός οργανώθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και όχι μόνο στη βάση του καταναγκασμού (με την εισαγωγή της θανατικής καταδίκης και λοιπά). Όπως και άλλοι Μπολσεβίκοι, ο Τρότσκι συγκρότησε το στρατό πρωταρχικά στη βάση της πλατιάς προπαγάνδισης των κομμουνιστικών ιδεωδών. Ταυτόχρονα, φυσικά, επικέντρωνε διαρκώς την προσοχή του, στην ενίσχυση της πειθαρχίας. Το οπλοστάσιο του δεν περιλάμβανε μονάχα το «ρόπαλο του εμφυλίου πολέμου», αλλά επίσης και τη λαμπρή επαναστατική ρητορική[42]. Πίστευε, φυσικά, ότι «δεν μπορείς να κτίσεις ένα στρατό χωρίς καταπίεση», αλλά ταυτόχρονα ήταν πεπεισμένος ότι «σε τελική ανάλυση, οι στρατοί δεν χτίζονται με το φόβο». «Ο τσαρικός στρατός δεν αποσυντέθηκε λόγω της έλλειψης καταπίεσης», έγραψε αρκετά χρόνια μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο. «Σε μια προσπάθεια να τον σώσει, επανεισάγοντας την θανατική καταδίκη, ο Κερένσκι το μόνο που έκανε ήταν να τον αποτελειώσει. Οι Μπολσεβίκοι δημιούργησαν ένα νέο στρατό πάνω στις στάχτες του Μεγάλου Πολέμου... Οι ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης αποτελούσαν το ισχυρό τσιμέντο του νέου στρατού»[43]. Αναλαμβάνοντας να εξαλείψει την παρτιζάνικη δραστηριότητα στις μονάδες του Κόκκινου Στρατού και επιστρατεύοντας πρώην ανώτερους αξιωματικούς, είχε την πλήρη και αταλάντευτη υποστήριξη του Λένιν. Σε συμμαχία με τον Λένιν, εκείνα τα χρόνια, ο Τρότσκι έδοσε μάχη με όσους είχαν προσχωρήσει στη λεγόμενη «στρατιωτική αντιπολίτευση» (Ι. Β. Στάλιν, Κ. Ε. Βοροσίλοφ, Β. Μ. Σμιρνόφ και άλλοι), η οποία αντιστεκόταν στην οργάνωση ενός τακτικού στρατού. Σε μια περίοδο σοβαρών δοκιμασιών, σε μια εποχή παρτιζάνικης δραστηριότητας και απειθαρχίας, οι σκληρές μέθοδοι ήταν κατά βάση αναγκαίες. Διεξαγόταν ανοιχτός εμφύλιος πόλεμος, και συνολικά, εκείνα τα χρόνια, ο Λένιν εκτιμούσε πάρα πολύ τις προσπάθειες του Τρότσκι. Τον Ιούλη του 1919 για παράδειγμα, ο Λένιν με δική του πρωτοβουλία, που αντανακλούσε τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και υποστήριξη, του έδοσε μια λευκή φόρμα, ένα είδος διαταγής. Σ’ αυτή τη φόρμα, ο Τρότσκι μπορούσε να γράψει όποια απόφαση θεωρούσε αναγκαία, και ο Λένιν την ενέκρινε εκ των προτέρων, όπως βεβαίωνε με την υποσημείωση που είχε γράψει στο κάτω μέρος της φόρμας: «Σύντροφοι! Γνωρίζοντας τον αυστηρό χαρακτήρα των διαταγών του Συντρόφου Τρότσκι, είμαι τόσο πεπεισμένος –απόλυτα πεπεισμένος– για την ορθότητα, τη σκοπιμότητα και την αναγκαιότητα της διαταγής που έκδοσε ο Σύντροφος Τρότσκι προς το συμφέρον της υπόθεσής μας, που υιοθετώ απόλυτα αυτή τη διαταγή. Β. Ουλιάνοφ (Λένιν)»[44]. Υπήρχαν σίγουρα διαφωνίες, αλλά στα θεμελιακά ζητήματα η πολιτική του Λένιν και του Τρότσκι ήταν ταυτόσημη. Συντριβή των Αντεπαναστατικών Συμμοριών Ως πρόεδρος του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας, ο Τρότσκι πήρε άμεσα μέρος στο σχεδιασμό των επιχειρήσεων για τη συντριβή του Κολτσάκ, του Ντενίκιν, του Γιούντενιτς, και των Λευκών Πολωνών. Για την άμυνα της Πετρούπολης παρασημοφορήθηκε με το Παράσημο της Κόκκινης Σημαίας. Ως υπεύθυνος του Κόκκινου Στρατού, που τον αποτελούσαν κυρίως αγρότες, ο Τρότσκι δεν μπορούσε παρά να βλέπει την αναγκαιότητα της ενίσχυσης των δεσμών ανάμεσα στην αγροτιά και την εργατική τάξη, δεσμών που σε μεγάλο βαθμό θα προσδιόριζαν την τύχη της σοβιετικής εξουσίας. Γι’ αυτόν το λόγο επέμενε διαρκώς στη θεμελιακή σημασία της συμμαχίας με τη μεσαία αγροτιά (σερεντιάκ), καταγγέλλοντας κατηγορηματικά εκείνα τα χρόνια οποιεσδήποτε εκδηλώσεις στο κόμμα, μιας ανεπαρκούς ενασχόλησης μ’ αυτό το πρόβλημα ή μιας επιφανειακής στάσης απέναντί του. «Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι στη Δύση επέρχεται μια νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση», τόνιζε για παράδειγμα σε ένα υπόμνημά του από το Βόλγα προς την Κεντρική Επιτροπή, τον Μάρτη του 1919, «για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, εμείς θα αναγκαστούμε σε τεράστιο βαθμό να στηριχτούμε στο μεσαίο αγρότη και να τον συμπεριλάβουμε στην σοσιαλιστική οικονομία»[45]. Οι εχθροί της επανάστασης προσπάθησαν να σπείρουν τη διχόνοια ανάμεσα στους ηγέτες της, διαδίδοντας ιδιαίτερα φήμες ότι υπήρχαν «θεμελιακές διαφωνίες» μεταξύ τους πάνω στο ζήτημα της μεσαίας αγροτιάς. Τον Φλεβάρη του 1919, πρώτα ο Τρότσκι και στη συνέχεια ο Λένιν αναγκάστηκαν να κάνουν διαψεύσεις στον Τύπο. «Ο Σύντροφος Τρότσκι έχει ήδη απαντήσει... στην «Ιζβέστιγια» της 7 Φλεβάρη», έγραψε ο Λένιν. «Οποιεσδήποτε φήμες για διαφωνίες ανάμεσα σ’ αυτόν και σε μένα είναι τερατώδη, ασυνείδητα, ψέματα που διαδίδονται είτε από τους γαιοκτήμονες και τους καπιταλιστές είτε από τα τσιράκια τους, σκόπιμα ή όχι. Από τη μεριά μου, επιβεβαιώνω πλήρως τη δήλωση του Συντρόφου Τρότσκι. Μεταξύ μας δεν υπάρχουν διαφορές απόψεων»[46]. Ταυτόχρονα, η πρακτική του «Πολεμικού Κομμουνισμού», ιδιαίτερα η αναγκαστική επίταξη των σιτηρών (προντραζβέρστκα), υπονόμευε όλο και περισσότερο την εμπιστοσύνη των αγροτών απέναντι στα Σοβιέτ. Ήταν αναγκαία η αλλαγή πολιτικής, και ο Τρότσκι ήταν ένας από τους πρώτους στην ηγεσία του Ρωσικού ΚΚ(μπ.), που άρχισε να μιλάει για την αναγκαιότητα ριζικών αλλαγών σ’ αυτή τη σφαίρα. Το Φλεβάρη του 1920, ο Τρότσκι ήταν στα Ουράλια, όπου έμεινε κάποιο διάστημα, επιθεωρώντας την οικονομική δουλειά. Εκεί άρχισε να βλέπει στην πράξη ότι είχε εξαντληθεί η χρησιμότητα των μεθόδων της αναγκαστικής επίταξης. Με την επιστροφή του στη Μόσχα, στις 20 Μάρτη, υπέβαλε στην Κεντρική Επιτροπή ένα «προσχέδιο» –απευθυνόμενο στον Λένιν, τον Ν. Ν. Κρεστίνσκι, τον Ν. Ι. Μπουχάριν και τον Λ. Μπ. Κάμενεφ«σκέψεων που αφορούν την επισιτιστική πολιτική» όπου διατύπωνε την ιδέα της αντικατάστασης της αναγκαστικής επίταξης των τροφίμων με το φόρο σε είδος. Σ’ αυτό το ντοκουμέντο που είχε τον τίτλο «Βασικά Ζητήματα Πολιτικής για τα Τρόφιμα και τη Γη», έγραφε: «Η επισιτιστική πολιτική είναι θεμελιωμένη στην επίταξη των πλεονασμάτων (πάνω από τις νόρμες κατανάλωσης). Αυτό ενθαρρύνει τον αγρότη να δουλεύει τη γη του έτσι ώστε να καλύπτει μόνο τις ανάγκες της οικογένειας του. Ιδιαίτερα, το διάταγμα που αφορά την επίταξη της τρίτης πλεονάζουσας αγελάδας, έχει στην πραγματικότητα οδηγήσει στη σφαγή των ζώων στα κρυφά, στην πώληση κρέατος σε κερδοσκοπικές τιμές και στην καταστροφή της παραγωγής των προϊόντων γάλακτος. Η βιομηχανία χάνει την εργατική της δύναμη και η γεωργία εξελίσσεται στην κατεύθυνση της αύξησης του αριθμού των αγροκτημάτων που παράγουν μόνο για οικογενειακή χρήση. Αυτό τείνει να υπονομεύσει τη βάση οποιασδήποτε επισιτιστικής πολιτικής που θεμελιώνεται στην επίταξη των πλεονασμάτων...Υπάρχει η απειλή να εξαντληθούν οι προμήθειες τροφίμων, και δεν υπάρχει τρόπος αυτή να αποφευχθεί με την βελτίωση του μηχανισμού επίταξης. Αυτές οι τάσεις οικονομικής υποβάθμισης μπορούν να καταπολεμηθούν με τη χρήση των ακόλουθων μεθόδων: 1) Αντικατάσταση της επίταξης των πλεονασμάτων με τη μείωση τους κατά ένα ορισμένο ποσοστό (ένα προοδευτικό φόρο εισοδήματος σε είδος), υπολογισμένο έτσι ώστε το όργωμα περισσότερης γης και αποτελεσματικότερη καλλιέργειά της να είναι ακόμα κερδοφόρα. 2) Εγκαθίδρυση μεγαλύτερης σχέσης ανάμεσα στις ποσότητες βιομηχανικών αγαθών που πηγαίνουν στους αγρότες και στις ποσότητες σιτηρών που σπέρνουν –όχι μόνο σε επίπεδο ολόκληρων περιοχών (βολόστι) και χωριών αλλά ακόμα και σε επίπεδο αγροτικών νοικοκυριών (ντβόρι)... Σε κάθε περίπτωση, είναι φανερό ότι η σημερινή πολιτική της ίσης επίταξης τροφίμων σε αντιστοιχία με τις νόρμες, η συλλογική ευθύνη στη σπορά, και η ίση διανομή των βιομηχανικών αγαθών τείνει να μειώνει την αγροτική παραγωγή και να σκορπίζει το βιομηχανικό προλεταριάτο και τελικά απειλεί να υπονομεύσει την οικονομική ζωή της χώρας»[47]. Είναι καθαρό ότι οι προτάσεις του Τρότσκι ήταν μάλλον προσεκτικές και, ιδιαίτερα, ότι δεν άγγιζαν ένα από τα πιο ουσιαστικά προβλήματα της οικονομίας –την ανάπτυξη της αγοράς. Επιπλέον, πρότεινε να εισαχθούν με διαφοροποιημένο τρόπο: βασικά, στις πλούσιες αγροτικές περιοχές της Σιβηρίας, του Ντον και της Ουκρανίας. Από την άλλη, στις κεντρικές επαρχίες, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν δυνατό να συμπληρωθεί «η αναγκαστική επίταξη βάσει της σποράς, με την αναγκαστική επίταξη βάσει της οργωμένης γης και της καλλιέργειας γενικά» και επίσης ήταν δυνατό να «συγκροτηθούν κρατικά αγροκτήματα πιο πλατιά, πιο σωστά και με πιο επιχειρηματικό τρόπο». Όμως, πρέπει να έχουμε στο νου, ότι όλα αυτά συνέβαιναν στο αποκορύφωμα του Πολεμικού Κομμουνισμού, ένα χρόνο πριν τη στροφή στην Νέα Οικονομική Πολιτική. Επίσης είναι χαρακτηριστικό πόσο προσεκτική είναι η διατύπωση του συνοδευτικού σημειώματος: Το υλικό που είχε υποβληθεί «δεν είναι ένα σχέδιο θέσεων που πρέπει να ανακοινωθεί, αλλά μόνον ένα προσχέδιο που τίθεται υπόψη της Κεντρικής Επιτροπής. Αν θα μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία η διατύπωση θα πρέπει να είναι ουσιωδώς διαφορετική»[48]. Η Κεντρική Επιτροπή απέρριψε τις προτάσεις του Τρότσκι με 11ψήφους έναντι τεσσάρων. Ο Λένιν επίσης δεν τις υποστήριξε. Αφού ούτε ο ίδιος είχε ακόμη πεισθεί πλήρως για την ορθότητα των συμπερασμάτων του, ο Τρότσκι έμεινε ευχαριστημένος με τα αποτελέσματα της συζήτησης και μαζί με άλλους θεωρητικούς του Κόμματος, συμπεριλαμβανομένου του Μπουχάριν, συνέχισε την θεωρητική αναζήτηση ενός άμεσου δρόμου προς το σοσιαλισμό, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους που ήταν γενικά αποδεκτές στο Κόμμα εκείνη την εποχή: «στρατιές εργασίας», μη οικονομικός καταναγκασμός, και άλλα τέτοια. Αυτό γέννησε επίσης την αντίληψη της «ενσωμάτωσης των συνδικάτων στο κράτος (ογκοσουντάρστβλενιε)», μια αντίληψη που ήταν αναμφίβολα λαθεμένη αν την δει κανείς στα πλαίσια της ΝΕΠ, αλλά που απόρρεε αναπότρεπτα από το σύστημα του Πολεμικού Κομμουνισμού. Ο Λένιν την υπέβαλε σε κριτική στα τέλη του1920 και τις αρχές του 1921 –την εποχή ακριβώς που και ο ίδιος άρχισε να αισθάνεται την αναγκαιότητα των αλλαγών στην οικονομική πολιτική. Ο Τρότσκι επίσης, αποδεχόμενος την ΝΕΠ σαν μια μέγιστη αλλαγή στις μέθοδες οργάνωσης της σοσιαλιστικής οικονομίας, σύντομα απέρριψε αυτή την αντίληψη. «Στο βαθμό που η νέα πορεία στην οικονομική πολιτική συνίσταται στην λειτουργία ενός σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων σε εμπορική βάση και, μέσα σε ορισμένα όρια, στην αποκατάσταση της ελεύθερης αγοράς», έγραφε τον Αύγουστο του 1921, «όχι μόνο πρέπει να εμποδιστεί η ενσωμάτωση των συνδικάτων στο κράτος αλλά μάλιστα πρέπει να τους δοθεί μια ώθηση προς την αντίθετη κατεύθυνση»[49]. Ν.Ε.Π. Ξεκινώντας το 1921, ο Τρότσκι ασχολήθηκε ενεργητικά με την επεξεργασία των θεωρητικών και πρακτικών προβλημάτων της ΝΕΠ, εστιάζοντας ιδιαίτερα την προσοχή του στα προβλήματα του συσχετισμού του πλάνου και της αγοράς, της εντατικοποίησης της αποτελεσματικότητας της παραγωγής, του περιορισμού του βασικού κόστους των βιομηχανικών αγαθών, του κορεσμού την αγοράς και της ενίσχυσης του κρατικού τομέα της οικονομίας. Ποτέ δεν επέστρεψε στις ιδέες του Πολεμικού Κομμουνισμού. Αντίθετα, συγκρατούσε εκείνους που πίστευαν ότι μπορούσε να δοθεί ώθηση στη οικονομία με τη χρήση των μεθόδων του Πολεμικού Κομμουνισμού. «Τέτοιου είδους ακραία μέτρα μπορούν να φέρουν αποτελέσματα, για συγκριτικά σύντομη περίοδο», τόνιζε σ’ ένα γράμμα του –ο παραλήπτης δεν είναι γνωστός– με ημερομηνία 21 Σεπτέμβρη, 1926, «όταν οι μάζες αισθάνονται ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Σε συνθήκες μακροπρόθεσμης οικοδόμησης του σοσιαλισμού, όμως, η εργασιακή πειθαρχία πρέπει διαρκώς να αναζητά υποστήριξη στην πρωτοβουλία των εργατών και στο αυξανόμενο ενδιαφέρον τους απέναντι στα αποτελέσματα της ίδιας τους της εργασίας... Η γενική πορεία μας δεν πρέπει να προσανατολίζεται προς την πίεση και το “σφίξιμο των λουριών” αλλά προς την πρωτοβουλία και το προσωπικό ενδιαφέρον των εργαζομένων προς τη συλλογική παρακολούθηση της άποψης των κοινοτήτων τους, προς τη σωστή οργάνωση της παραγωγής και τα λοιπά»[50]. Βαθμιαία στη θεωρητική του ανάλυση έδοσε όλο και μεγαλύτερη προσοχή σε προβλήματα εκδημοκρατισμού της εσωκομματικής ζωής, προβλήματα που γίνονταν περισσότερο επείγοντα όσο αύξαινε ο κίνδυνος του γραφειοκρατικού εκφυλισμού του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού. Έγινε δυσκολότερο να προστατευτεί το Κόμμα ενάντια στην εισροή στοιχείων με ανεπαρκή εκπαίδευση, τόσο θεωρητική όσο και πολιτική. Στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου ήταν συχνά αναγκαίο να δέχεται κανείς στο κόμμα όποιον πάλευε με αυταπάρνηση για την σοβιετική εξουσία. Το1922, σύμφωνα με τα στοιχεία της κομματικής απογραφής, το 92,7% των μελών του ΡΚΚ(μπ.) ήταν στη πραγματικότητα ημι-αναλφάβητα[51]. Κομματικά μέλη που είχαν απομνημονεύσει μηχανικά λίγες μαρξιστικές φράσεις, δεν είχαν φυσικά την ικανότητα να κάνουν δημιουργική δουλειά. Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο δύσκολη μετά το τέλος του πολέμου. Ανήσυχος ο Λένιν, σχολίασε την πραγματική πίεση που εξασκούσαν εκείνοι που είχαν κυριευτεί από τον γιγάντιο «πειρασμό να προσχωρήσουν στο κυβερνών Κόμμα»[52]. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι στη Ρωσία δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί μια κοινωνία πολιτών. Τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού αποτελούσε η ημι-πατριαρχική αγροτιά που στερούνταν οποιασδήποτε δημοκρατικής παράδοσης. Οι τυφλές, ημι-αναλφάβητες μάζες συνηθισμένες να υπακούουν, έψαχναν και βρήκαν τον δικτάτορά τους, ενσαρκωμένο στην κομματική-σοβιετική γραφειοκρατία. Και αυτή η γραφειοκρατία απέκτησε τον ηγέτη της. Αυτός ο ηγέτης ήταν ο Στάλιν. Ο πρώτος στην ηγεσία του ΡΚΚ(μπ.) που συνειδητοποίησε τον πραγματικό κίνδυνο του γραφειοκρατικού εκφυλισμού ήταν ο Λένιν, όπως φαίνεται στα άρθρα και τα γράμματά του, του 1922 και του 1923. Και ήταν επίσης το πρώτο θύμα της γραφειοκρατίας στην έφοδό της προς την απεριόριστη εξουσία. Άρρωστος, εξαναγκάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό. Νεκρός, μετατράπηκε σε εικόνισμα. Το δεύτερο θύμα ήταν ο Τρότσκι, τον οποίον ο Λένιν έβλεπε σαν σύμμαχό του στην πάλη ενάντια στη γραφειοκρατία. Το πρώτο βήμα στην πάλη της γραφειοκρατίας ενάντια στον Τρότσκι ήταν ο μυστικός σχηματισμός του μπλοκ τριών άλλων μελών του Πολιτικού Γραφείου –Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και Στάλιν. Κανένας από αυτούς δεν μπορούσε να συναγωνιστεί ατομικά τον Τρότσκι, ούτε από άποψη δημοτικότητας ούτε ως προς το επίπεδο θεωρητικής εκπαίδευσης. Αυτή η τριανδρία επωφελούμενη της αρρώστιας του Λένιν, στην πάλη της να απομονώσει τον Τρότσκι, μπλοκάρισε ουσιαστικά κάθε δυνατότητα να παρθούν δημοκρατικές αποφάσεις στα ανώτατα επίπεδα του Κόμματος. Στο ΡΚΚ(μπ.) και στην Κόμιντερν ταυτόχρονα, ξεκίνησε μια εκστρατεία δυσφήμισης του Τρότσκι (πολύ προσεκτική και καμουφλαρισμένη).
Η Σταλινική Φράξια
Αντιμετωπίζοντας την πίεση της τριανδρίας και της φράξιας της ο Τρότσκι πέρασε στην αντεπίθεση. Σε αντίθεση όμως με τους αντιπάλους του, αρχικά δεν επικέντρωσε την προσοχή του σε αυτούς προσωπικά. Ξεκίνησε, αναγκάζοντάς τους να μπουν σε ανοιχτή συζήτηση σχετικά με τον κίνδυνο γραφειοκρατικού εκφυλισμού του κομματικού-κυβερνητικού μηχανισμού, και τάχθηκε υπέρ της επέκτασης της εσωκομματικής δημοκρατίας και της διάλυσης του συστήματος «τρομοκρατίας του μηχανισμού», που φανερά διαμορφωνόταν. Αυτό ήταν το θέμα του γράμματος που έστειλε στα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής με ημερομηνία 8 Οκτώβρη 1923, ορισμένων άρθρων του στην «Πράβντα», της μπροσούρας με τίτλο «Νέα Πορεία», του λόγου του στο Δέκατο Τρίτο Συνέδριο του ΡΚΚ(μπ.) τον Μάη του 1924 και άλλων άρθρων και λόγων. «Το καθεστώς που άρχισε να διαμορφώνεται βασικά πριν το Δωδέκατο Συνέδριο (δηλαδή πριν τον Απρίλη του 1923 –Α.Π.) και που σταθεροποιήθηκε τελικά μετά το συνέδριο», έγραφε ο Τρότσκι στις 8 Οκτώβρη, 1923, «είναι πολύ πιο απομακρυσμένο από την εργατική δημοκρατία απ’ όσο το καθεστώς των πιο σκληρών περιόδων του Πολεμικού Κομμουνισμού. Η γραφειοκρατικοποίηση του κομματικού μηχανισμού έχει φτάσει σε ύψη χωρίς προηγούμενο... Δεν υπάρχει πια ούτε ίχνος... μιας ειλικρινούς ανταλλαγής απόψεων γύρω από προβλήματα που γνήσια απασχολούν το κόμμα... Είναι αναγκαίο να μπει τέλος στον γραφειοκρατισμό των γραμματέων».Ο Τρότσκι θεωρούσε ότι η γραφειοκρατικοποίηση του μηχανισμού ήταν μια από τις πιο σημαντικές πηγές ανάδυσης ενός άλλου φαινομένου μέσα στο κόμμα, που απειλούσε να το υπονομεύσει από τα μέσα –του φραξιονισμού. «Ο μηχανικός συγκεντρωτισμός αναπόφευκτα αυξάνει λόγω του φραξιονισμού, που είναι μια άσχημη καρικατούρα κομματικής δημοκρατίας και ταυτόχρονα ένας απειλητικός πολιτικός κίνδυνος», δήλωνε στο γράμμα του «Προς τις Συνδιασκέψεις του Κόμματος» στις 8 Δεκέμβρη 1923[53]. Ο Τρότσκι πρόβαλε επιχειρήματα ενάντια στο φραξιονισμό και υπέρ μιας πλατιάς εσωκομματικής δημοκρατίας, με συμμόρφωση προς τις αρχές του συγκεντρωτισμού, που προστάτευε το δικαίωμα του κάθε κομματικού μέλους να κάνει ανεξάρτητες εκτιμήσεις και να τις υπερασπίζεται θαρρετά[54]. Απαντώντας στις θέσεις του Τρότσκι, η τριανδρία ανέλαβε να διευρύνει τη φραξιονιστική πάλη. Στη διάρκεια της Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του Αυγούστου 1924, μια ομάδα ομοϊδεατών πραγματοποίησε μια συνδιάσκεψη (Στάλιν, Μπουχάριν, Ρουτζουτάκ, Ρίκοφ, Τόμσκι, Καλίνιν, Κάμενεφ, Ζινόβιεφ, Βοροσίλοφ, Μικογιάν, Καγκάνοβιτς, Ορντζονικίτζε, Πετρόφσκι, Κουϊμπίτσεφ, Ουγκλάνοφ και ορισμένοι άλλοι), στη διάρκεια της οποίας συγκροτήθηκε μάλιστα και ένα εκτελεστικό όργανο –η σεμέρκα (Επτανδρία), αποτελούμενο από τους Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Στάλιν, Μπουχάριν, Ρίκοφ, Τόμσκι και Κουϊμπίτσεφ. Οι Φ. Ε Τζερζίνσκι, Μ. Ι. Καλίνιν, Β. Μ. Μόλοτοφ, Ν. Α. Ουγκλάνοφ και Μ. Β. Φρούνζε ήταν υποψήφια μέλη αυτού του αντικαταστατικού, ανοιχτά φραξιονιστικού οργάνου. Ουσιαστικά, η σεμέρκα καταχράστηκε τα δικαιώματα του ανώτατου οργάνου του Κόμματος. Συζητούσε εκ των προτέρων τα ίδια ζητήματα που αργότερα έθετε στις συναντήσεις του Πολιτικού Γραφείου. Όπως γράφει ο Ο. Ναντοτσέγιεφ: «Όλα αυτά τα έκαναν ώστε, πηγαίνοντας στις συναντήσεις του Πολιτικού Γραφείου, να είναι έτοιμοι να αποκρούουν τον Τρότσκι ομόφωνα και να μιλούν από ενιαία θέση σχετικά με τα υπό συζήτηση θέματα»[55]. Επιπλέον, κλιμάκωσαν τις δημόσιες επιθέσεις ενάντια στον Τρότσκι και τον κατηγορούσαν όλο και συχνότερα για τα λάθη που έκανε στο παρελθόν, την περίοδο πριν από τον Οκτώβρη. Ο Τρότσκι προσπάθησε να διασπάσει την ενότητα των αντιπάλων του. Σκόπευε να δόσει το κύριο χτύπημα στον Κάμενεφ και τον Ζινόβιεφ. Τον Οκτώβρη του 1924 δημοσίευσε το πρώτο μέρος του τρίτου τόμου των «Έργων» του, ενσωματώνοντας σ’ αυτό τα κείμενά του, του 1917. Έγραψε έναν πρόλογο για το βιβλίο με τίτλο Τα Μαθήματα του Οκτώβρη, όπου υπενθύμιζε στο Κόμμα τα λάθη που έκαναν αυτά τα δύο πολιτικά πρόσωπα στη διάρκεια της προετοιμασίας και της διεξαγωγής της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ενώ όξυνε σκόπιμα την κριτική του απέναντι στη συμπεριφορά τους (ο Τρότσκι έγραψε ότι είχαν «γλιστρήσει στον Μενσεβικισμό»), εντούτοις, δεν είπε ούτε μια λέξη για την θέση του Στάλιν εκείνη την εποχή, που και αυτή ήταν μάλλον αντιφατική, ιδιαίτερα την περίοδο που ο Στάλιν μαζί με τον Κάμενεφ ήταν επικεφαλής της συντακτικής επιτροπής της «Πράβντα». Αυτό που ήθελε πάνω απ’ όλα ο Τρότσκι ήταν να σπάσει την απομόνωσή του. Είναι καθαρό ότι δεν ήθελε να κλιμακωθεί η πάλη. Φαίνεται ότι δεν απέκλειε τη δυνατότητα να έρθει σε κάποια συμφωνία ακόμα και με τον Κάμενεφ και τον Ζινόβιεφ. Αυτό που προσπαθούσε να κάνει κυρίως μ’ αυτό το άρθρο, ήταν να δείξει ότι στη ζωή κάθε κομματικού ηγέτη υπάρχουν στιγμές που διαπράττει ιδιαίτερα λάθη και, έτσι, ήταν άκαρπο και σε βάρος των εμπνευστών της ίδιας της διαμάχης, να αρχίσουν να μιλούν μόνο για τα λάθη του Τρότσκι πριν τον Οκτώβρη. Δεν ήταν τυχαίο ότι τόνιζε επανειλημμένα το εξής: «θα ήταν πολύ μικροπρεπές τώρα, αρκετά χρόνια αργότερα, να προσπαθεί κανείς να τις μετατρέψει (τις παλιές διαφωνίες – Α.Π.) σε όπλο ενάντια σ’ εκείνους που τότε είχαν λάθος... Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ούτε πρέπει η μελέτη των διαφορών γνώμης να αντιμετωπίζεται σαν να κατευθύνεται ενάντια σ’ εκείνους τους συντρόφους που ακολούθησαν λαθεμένη πολιτική»[56].
Ο «Τροτσκισμός»
Ουσιαστικά όμως, ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ θεώρησαν τις θέσεις του Τρότσκι προσωπική προσβολή και ζήτησαν να διαγραφεί από το Πολιτικό Γραφείο και να απομακρυνθεί από το πόστο του προέδρου του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ. Στην προσπάθειά τους να τον δυσφημίσουν πλήρως πολιτικά, εξαπέλυσαν μια εκστρατεία ενάντια σ’ αυτό που αποκαλούσαν Τροτσκισμό (σε συμμαχία με τον Στάλιν, τον Μπουχάριν και άλλα μέλη της ηγεσίας του Κόμματος). Τσιμπολογώντας τσιτάτα από έργα του Λένιν και του Τρότσκι της προΟκτωβριανής περιόδου, δηλαδή της περιόδου όπου ο Λένιν και ο Τρότσκι βρίσκονταν σε πολεμική μεταξύ τους, παρουσίαζαν τον Τρότσκι σαν έναν αδιόρθωτο αντίπαλο του Λενινισμού. Η εκστρατεία ήταν πέρα για πέρα αδίστακτη. Τυπικά την ξεκίνησε ο Μπουχάριν που στις 2 Νοέμβρη του 1924 –τρεις βδομάδες περίπου μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του Τρότσκι– δημοσίευσε στην «Πράβντα» ένα κύριο άρθρο με τίτλο «Πώς δεν Πρέπει να Γραφτεί η Ιστορία του Οκτώβρη (Σχετικά με το Βιβλίο του Συντρόφου Τρότσκι “1917”)»[57]. Είναι ολοφάνερο, όμως, ότι δεν εγκαινίασε αυτός την εκστρατεία, ούτε έπαιζε τον κύριο ρόλο σ’ αυτήν. Το κύριο χτύπημα ενάντια στον Τρότσκι καταφέρθηκε από μέλη της τριανδρίας: τον Κάμενεφ, που μίλησε στις 18 Νοέμβρη σε συνάντηση μελών της Επιτροπής Μόσχας του ΡΚΚ(μπ.) και στα ενεργά μέλη της κομματικής επιτροπής πόλης, εκφωνώντας μια μακροσκελή ομιλία με τίτλο: «Λενινισμός ή Τροτσκισμός;» (την επανέλαβε στις 19 Νοέμβρη στη συνάντηση της Κομμουνιστικής φράξιας του Πανενωσιακού Κεντρικού Συμβουλίου των Συνδικάτων και στις 21 Νοέμβρη σε μια συνδιάσκεψη στρατιωτικών αξιωματούχων, μετά την οποία, στις 26 Νοέμβρη, δημοσιεύτηκε στη «Πράβντα»), τον Στάλιν, που αφιέρωσε την ομιλία του στη συνάντηση της Κομμουνιστικής φράξιας του Πανενωσιακού Κεντρικού Συμβουλίου των Συνδικάτων στις 19 Νοέμβρη σε μια κριτική ενάντια στον Τρότσκι (δημοσιεύτηκε επίσης στην «Πράβντα» στις 25 Νοέμβρη) και τον Ζινόβιεφ, που δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Μπολσεβικισμός ή Τροτσκισμός» στην «Πράβντα» στις 30 Νοέμβρη. Αυτά τα άρθρα και οι λόγοι, μαζί με άλλα των Ε. Ι. Κβίριγκ, Ο Β. Κούουζινεν και Γκ. Για. Σοκόλνικοφ, καθώς και με ένα κοινό άρθρο της Κεντρικής Επιτροπής, της Επιτροπής Μόσχας και της Επιτροπής Λένινγκραντ της Κομσομόλ, συγκεντρώθηκαν σε μια συλλογή που εκδόθηκε βιαστικά με τίτλο «Σχετικά με τα “Μαθήματα του Οκτώβρη”»[58]. Οι Θέσεις του Κάμενεφ, του Στάλιν, του Ζινόβιεφ και του Μπουχάριν στη συνέχεια αναδημοσιεύτηκαν σε αρκετές άλλες συλλογές τόσο στη Μόσχα όσο και στις επαρχίες[59].Ταυτόχρονα έγιναν προετοιμασίες για την έκδοση μιας συλλογής με τίτλο «Ο Λένιν για τον Τρότσκι και τον Τροτσκισμό: από την Ιστορία του ΡΚΚ(μπ.)». Αυτή κυκλοφόρησε στις αρχές του 1925. Η δεύτερη έκδοσή της κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Το Νοέμβρη του 1924 ο Τρότσκι απάντησε γράφοντας ένα άρθρο με τίτλο «Οι Διαφορές μας»[60] που όμως δεν δημοσιεύτηκε. Στο μεταξύ, προς το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1924 το μπλοκ Στάλιν-Ζινόβιεφ άρχισε να δείχνει σημάδια μιας βαθιάς ρήξης. Μετά τα Μαθήματα του Οκτώβρη ο Στάλιν, που είχε ουσιαστικά δράσει σαν διαιτητής στη διαμάχη του Τρότσκι με τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, βρέθηκε σε ισχυρότερη θέση. Παρ’ όλο που ανέλαβε την υπεράσπιση του Ζινόβιεφ και του Κάμενεφ και μίλησε με οξύτητα ενάντια στον «Τροτσκισμό» ο Στάλιν δεν επέτρεψε να διευρυνθεί η πάλη ενάντια στον Τρότσκι. Το Γενάρη του 1925 ο Τρότσκι απομακρύνθηκε από τα πόστα του Επίτροπου του λαού για τις Στρατιωτικές και Ναυτικές Υποθέσεις και του Προέδρου του Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου. Όμως, χάρη στην πρόταση του Στάλιν κυρίως, που όπως φαίνεται εκτιμούσε την χειρονομία του Τρότσκι στα Μαθήματα του Οκτώβρη, ο Τρότσκι παρέμεινε μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Βέβαια, η απόφαση της Ολομέλειας του Γενάρη 1925 της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής του ΡΚΚ(μπ.) έκφραζε την επιφύλαξη ότι «σε περίπτωση που ο Τρότσκι προσπαθήσει εκ νέου να παρεμποδίσει ή αποτύχει να εκτελέσει αποφάσεις του Κόμματος, η Κεντρική Επιτροπή θα αναγκαστεί, χωρίς να περιμένει το Συνέδριο, να θεωρήσει αδύνατη την παραμονή του Τρότσκι στο Πολιτικό Γραφείο και θα θέσει σε κοινή συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής το θέμα της απομάκρυνσης του από τη δουλειά της Κεντρικής Επιτροπής»[61]. Τον Μάη –αφού η τριανδρία είχε διαλυθεί– ο Τρότσκι διορίστηκε σε πόστα τριτεύουσας σημασίας: πρόεδρος της Κύριας Επιτροπής Παραχωρήσεων, επικεφαλής της Διοίκησης Ηλεκτρικού Εξοπλισμού και πρόεδρος του Επιστημονικού Τεχνολογικού Τμήματος του Πανρωσικού Συμβουλίου Εθνικής Οικονομίας. Η απόφαση της 17 του Γενάρη 1925 δήλωνε ότι η διαμάχη γύρω από τον «Τροτσκισμό» είχε κλείσει αλλά ταυτόχρονα καλούσε να συνεχιστούν και να επεκταθούν οι προσπάθειες να ξεκαθαριστεί ο «αντιΜπολσεβίκικος χαρακτήρας του Τροτσκισμού» τόσο μέσα στο Κόμμα όσο και έξω απ’ αυτό. Η απόφαση ιδιαίτερα εισήγαγε στο πολιτικόεκπαιδευτικό πρόγραμμα σαν ειδικό θέμα το ξεσκέπασμα αυτής της ιδεολογικο-πολιτικής τάσης. Στο μεταξύ, η απομάκρυνση του Τρότσκι και η πάλη για εξουσία που ακολούθησε ανάμεσα στον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, από τη μια, και τον Στάλιν, από την άλλη –ο Στάλιν προσποιούνταν ότι έπαιζε το ρόλο του θεωρητικού του Κόμματος (βλέπε την προώθηση στα τέλη του 1924 της θεωρίας της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα»)– ανέβαλε για μια περίοδο την πάλη ενάντια στον «Τροτσκισμό». Αυτή ξανάρχισε με νέα δύναμη το 1926, όταν ο Τρότσκι ενώθηκε με τους ηγέτες της «νέας αντιπολίτευσης», που αναγνώρισαν ότι είχαν κάνει λάθος στην εκστρατεία ενάντιά του.
Ενωμένη Αντιπολίτευση
Ο Τρότσκι σκέφτηκε πολύ πριν ενώσει τις δυνάμεις του με τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ. Αναλύοντας προσεκτικά τις διαφορές ανάμεσα στη «νέα» αντιπολίτευση (ή για να την πούμε διαφορετικά στην αντιπολίτευση του Λένινγκραντ) και στην πλειοψηφία της ηγεσίας του Κόμματος, που έγιναν ιδιαίτερα έντονες στις παραμονές και στη διάρκεια του Δέκατου Τέταρτου Συνεδρίου (το Δεκέμβρη του 1925), ο Τρότσκι εξέτασε προσεκτικά όλα τα υπέρ και τα κατά μιας τέτοιας συμμαχίας. Δεν πήρε μέρος στην εσωκομματική διαμάχη και τη στάση του απέναντί της μπορούμε να την κρίνουμε μόνο βάσει των προσωπικών του σημειώσεων, που έχουν κυρίως τον χαρακτήρα ημερολογίου και βάσει ενός αριθμού προσωπικών γραμμάτων που έχουν κρατηθεί στα αρχεία. Μπορούμε να δούμε απ’ αυτά τα ντοκουμέντα (μερικά έχουν χαρακτηριστικούς τίτλους «Το Μπλοκ με τον Ζινόβιεφ», «Ανάλυση Συνθημάτων και Διαφορές Απόψεων», «Σχετικά με την Αντιπολίτευση του Λένινγκραντ»)[62] ότι ο Τρότσκι είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ ήταν απαράτσικ (άνθρωποι του μηχανισμού) του ίδιου είδους με τον Στάλιν (αν όχι χειρότεροι) και ότι η επίθεσή τους αποτελούσε απλά «μια αντιπολίτευση του μηχανισμού» προς την πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής. Γι’ αυτό το λόγο αναγνώρισε ότι: «οι μέθοδοι κομματικής και οικονομικής ηγεσίας του Λένινγκραντ, οι αγκιτατόρικες φωνασκίες, ο αλαζονικός τοπικισμός και τα λοιπά έχουν συσσωρεύσει εξαιρετικά μεγάλη δυσφορία στο κόμμα απέναντι στην ηγεσία του Λένινγκραντ. Αυτή η δυσφορία συνοδεύεται από μεγάλη αγανάκτηση απέναντι στο καθεστώς του Λένινγκραντ από τη μεριά εκατοντάδων κι εκατοντάδων εργατών που τη μια ή την άλλη εποχή εκδιώχθηκαν από το Λένινγκραντ και διασκορπίστηκαν σ’ όλη τη χώρα –αυτά τα γεγονότα είναι πέρα για πέρα αδιαμφισβήτητα και η σημασία τους δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Σ’ αυτά τα πλαίσια, η ανανέωση της ηγεσίας του Λένινγκραντ και η υιοθέτηση από τη μεριά της λιγότερο διοικητικού τόνου απέναντι σ’ ολόκληρο το κόμμα θα αποτελέσουν αναμφίβολα γεγονότα θετικής σημασίας»[63]. Ταυτόχρονα, καταλάβαινε ότι η κατάσταση που είχε αναπτυχθεί στην κομματική οργάνωση του Λένινγκραντ δεν αποτελούσε εξαίρεση. Με τα λόγια του Τρότσκι: «Η κατάσταση στο Λένινγκραντ αντανακλά απλά, πιο καθαρά και πιο τερατώδικα τα αρνητικά χαρακτηριστικά του Κόμματος σαν όλο». Έχοντας συνειδητοποιήσει αυτό το γεγονός απέρριψε τις καθαρά γραφειοκρατικές μεθόδους κατάπνιξης της «νέας αντιπολίτευσης» στις οποίες είχε καταφύγει η ομάδα Στάλιν-Μπουχάριν. Ο Τρότσκι ήταν πεπεισμένος ότι «η καταπίεση, με τη χρησιμοποίηση του μηχανισμού, του καθεστώτος του Λένινγκραντ που επίσης χρησιμοποιεί το μηχανισμό» δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στη δημιουργία ενός ακόμα χειρότερου καθεστώτος στο Λένινγκραντ, γιατί η πάλη ενάντια στις φραξιονιστικές ομάδες με τη χρησιμοποίηση του μηχανισμού αναπόφευκτα θα «παροξύνει τις γραφειοκρατικές τάσεις στο μηχανισμό». Από τη μεριά του πρότεινε να γίνουν προσπάθειες να εξυγιανθεί η ζωή όλων των οργανώσεων του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος(μπ.), με τη «μετάβαση από το σημερινό κομματικό καθεστώς σε ένα υγιέστερο –χωρίς ξεσηκωμούς, χωρίς νέες διαμάχες, χωρίς πάλη για εξουσία, χωρίς τρόικες (τριανδρίες), τσερτβέρκας (τετρανδρίες) ή ντεβιάτκας (ενιανδρίες), μέσα από τη φυσιολογική και ενεργητική δουλειά όλων των κομματικών οργανώσεων, ξεκινώντας από την ίδια την κορυφή, το Πολιτικό Γραφείο»[64]. Ακούγοντας προσεκτικά τη διαμάχη, ο Τρότσκι φυσικά δεν μπορούσε να αγνοήσει το γεγονός ότι η εστία της πολεμικής, δεν ήταν τόσο ή αποκλειστικά τα προβλήματα της «πάλης μέσα στο μηχανισμό», αλλά μάλλον θεμελιακά ζητήματα πολιτικής. Με σκοπό τη λύση αυτών των προβλημάτων, ο Ζινόβιεφ, ο Κάμενεφ και ο ίδιος ο Τρότσκι, στα τέλη του 1925 και στις αρχές του1926, άρχισαν να αναπτύσσουν προσεγγίσεις που ήταν πρακτικά ταυτόσημες. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη: ο Τρότσκι τελικά έφτασε στο συμπέρασμα, που διατύπωσε με πρωτόγονους κοινωνιολογικούς όρους, απόλυτα φυσικούς όχι μόνο γι’ αυτόν αλλά και για όλα τα ηγετικά πρόσωπα στο κομμουνιστικό κίνημα εκείνης της εποχής, ότι: «Η θέση που πήραν οι ανώτατοι ηγέτες του Λένινγκραντ είναι μια γραφειοκρατικά διαστρεβλωμένη αντανάκλαση του πολιτικού συναγερμού του πιο προχωρημένου τμήματος του προλεταριάτου για την τύχη της οικονομικής μας ανάπτυξης σαν όλο και για την δικτατορία του προλεταριάτου»[65]. Ο Τρότσκι, ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ μίλησαν για πρώτη φορά από ίδιες θέσεις στην Ολομέλεια του Απρίλη της Κεντρικής Επιτροπής του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος. Τρεις μήνες αργότερα, στην Ολομέλεια του Ιούλη, ενώθηκαν τυπικά σε μια κοινή πλατφόρμα. Το κύριο ζήτημα της διαμάχης που διεξήγαγε η Ενωμένη Αντιπολίτευση και που δεν κόπασε σ’ όλη τη διάρκεια του 1926 και του 1927 ήταν αν υπήρχε δυνατότητα να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός (να επιτευχθεί η νίκη του) στην ΕΣΣΔ σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης. Ο Στάλιν απαντούσε θετικά. Ο Τρότσκι, όμως, απαντούσε αρνητικά. Συνοπτικά, η άποψη του Τρότσκι σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα μπορεί να εκτεθεί ως εξής. Ο σοσιαλισμός είναι δυνατός, μονάχα αν η χώρα όπου έχει θριαμβεύσει η επανάσταση έχει φθάσει στο ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν εγγυήσεις ενάντια σε εξωτερικές προσπάθειες να παλινορθωθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις), και σε γενικές γραμμές αυτό το επίπεδο είναι ήδη γνωστό –είναι το επίπεδο το οποίο έχουν προσεγγίσει οι αναπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες (γιατί ο ιμπεριαλισμός, κατά την εκτίμηση των Μπολσεβίκων, είναι το υψηλότερο και τελικό στάδιο του καπιταλισμού, η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης!).
Σοσιαλισμός σε μια Μόνη Χώρα
Όσον αφορά τη Σοβιετική Ρωσία, αυτή αντιμετωπίζει το καθήκον να ξεπεράσει, το συντομότερο δυνατόν, το χάσμα που την χωρίζει από τις πιο αναπτυγμένες χώρες. Χωρίς τη νίκη του προλεταριάτου στις κύριες χώρες της Ευρώπης, τόνιζε ο Τρότσκι, είναι αδύνατο να φτάσει στο σοσιαλισμό –γιατί, πρώτα απ’ όλα, η παγκόσμια μπουρζουαζία θα προσπαθεί διαρκώς να ανατρέψει τη σοβιετική εξουσία με ένοπλη βία. Δεύτερον, η παγκόσμια οικονομία «στα ανώτατα κλιμάκια ...ελέγχει το καθένα από τα μέρη της, ακόμα κι αν αυτό το μέρος βρίσκεται υπό την προλεταριακή δικτατορία και οικοδομεί μια σοσιαλιστική οικονομία»[66]. Τα παραπάνω, φυσικά, δεν σημαίνουν ότι ο Τρότσκι αρνιόταν την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Σοβιετική Ένωση. «Το ερώτημα δεν είναι... αν είναι δυνατό και αναγκαίο να οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ», έγραφε. «Ένα τέτοιο ερώτημα ισοδυναμεί με το ερώτημα αν είναι δυνατό και αναγκαίο το προλεταριάτο να παλεύει για εξουσία σε μια καπιταλιστική χώρα... Το έργο μας της οικοδόμησης του σοσιαλισμού είναι απλά ένα συστατικό μέρος της παγκόσμιας επαναστατικής πάλης, όπως είναι και η οργάνωση μιας απεργίας ανθρακωρύχων στην Αγγλία ή η δημιουργία εργοστασιακών πυρήνων στη Γερμανία... Κάθε οικονομικό μας επίτευγμα σηματοδοτεί το πλησίασμα της ευρωπαϊκής επανάστασης». Φυσικά, η κομματική-κρατική γραφειοκρατία δεν μπορούσε να υιοθετήσει την αντίληψη του Τρότσκι. Προτιμούσε να εργάζεται για τη σταθεροποίηση της κυρίαρχης θέσης της, όσο το δυνατό συντομότερα, παρά να ασχολείται με τα αφηρημένα συμφέροντα της παγκόσμιας επανάστασης. Πήρε αυτή την προοπτική της κλειστής οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης από τη θεωρία του Στάλιν. Στη βάση αυτής της θεωρίας, όπως έλεγε ο Τρότσκι, ήταν δυνατό «να χαρακτηρίζεται εκ των προτέρων ως σοσιαλισμός ό,τι συμβαίνει και θα συμβεί στη Σοβιετική Ένωση, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει έξω από τα σύνορά της»[67]. Έχοντας θέσει σωστά το ζήτημα της στενής αλληλοσύνδεσης ανάμεσα στα οικονομικά προτσές στην ΕΣΣΔ και στην ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς, ο Τρότσκι παρόλα αυτά έκανε ένα λάθος στην ανάλυση του, όταν εκτιμούσε ότι το σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα βρισκόταν σε κατάσταση προοδευτικής αποσύνθεσης που θα οδηγούσε σε σοσιαλιστικές επαναστάσεις στα επόμενα λίγα χρόνια, τουλάχιστον στις κύριες ευρωπαϊκές χώρες. Η δυνατότητα μιας μακροπρόθεσμης σταθεροποίησης του καπιταλισμού, και ιδιαίτερα μιας νέας και πιο ισχυρής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στα πλαίσια αυτής της κοινωνικής δομής, ήταν κάτι που υποθετικά το έπαιρνε υπόψη του, αλλά αμέσως το απέρριπτε κατηγορηματικά, θεωρώντας ότι μια τέτοια θέση έρχεται σε σύγκρουση με το Μαρξισμό. Τα τεράστια προβλήματα θεωρίας δεν έσπρωξαν προς τα πίσω την πάλη του Τρότσκι ενάντια στη γραφειοκρατία του Στάλιν. Αντίθετα, η μάχη εντατικοποιήθηκε. Αυτό αποδεικνύουν τα πολυάριθμα γράμματά του προς την Κεντρική Επιτροπή και την Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος(μπ.), διάφορες δηλώσεις του το 1926 και το 1927, συμπεριλαμβανομένων των λόγων του στο Δέκατο Πέμπτο Συνέδριο του Κόμματος και στις κοινές ολομέλειες της ΚΕ και της ΚΕΕ του ΠΚΚ(μπ.) τον Ιούλη-Αύγουστο και τον Οκτώβρη του 1927, όπου συζητήθηκε το ζήτημα της διαγραφής του Τρότσκι και του Ζινόβιεφ από την Κεντρική Επιτροπή. Όμως, οι δηκτικές και οργισμένες προειδοποιήσεις του για τον κίνδυνο γραφειοκρατικού εκφυλισμού της σοβιετικής εξουσίας απευθύνονταν πρωταρχικά σ’ αυτόν τον ίδιο το μηχανισμό που γραφειοκρατικοποιούνταν όλο και περισσότερο.
Προβοκάτσιες και Δυσφήμηση
Οι δηλώσεις του Τρότσκι δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να εξοργίζουν τους γραφειοκράτες, που δεν σταματούσαν σε τίποτα προκειμένου να τον απομονώσουν και τελικά να τον δυσφημίσουν. Δεν δίστασαν ακόμα και να οργανώσουν σκόπιμες προβοκάτσιες. Μια από τις πιο κραυγαλέες προβοκάτσιες (που, όπως γίνεται φανερό από τα αρχεία, είχε σχεδιαστεί και προετοιμαστεί εκ των προτέρων), ήταν οι οδομαχίες με μέλη της Αντιπολίτευσης, που εμπνεύστηκαν οι συνεργάτες του Στάλιν, κατά τη διάρκεια της πορείας για τον γιορτασμό της δέκατης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης[68]. Όλες οι ευθύνες για τα γεγονότα της 7 Νοέμβρη 1927, φορτώθηκαν στους ηγέτες της Αντιπολίτευσης. Αμέσως μετά από αυτά τα γεγονότα, ο Τρότσκι και ο Ζινόβιεφ διαγράφτηκαν από τις γραμμές του ΠΚΚ(μπ.). Το Γενάρη του 1928, ο Τρότσκι εξορίστηκε στην Άλμα-Άτα. Όμως ακόμα και μετά απ’ αυτό, συνέχισε την πάλη του ενάντια στο σύστημα της γραφειοκρατικής δικτατορίας. Ο γιος του Λ. Λ. Σεντόφ, εκτιμά ότι ανάμεσα στον Απρίλη και τον Οκτώβρη του 1928 ο Τρότσκι έστειλε στους ομοϊδεάτες του οκτακόσια γράμματα και περισσότερα από πεντακόσια τηλεγραφήματα πολιτικού περιεχομένου[69]. Όμως, ήταν ήδη καταδικασμένος σε ήττα. Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατο να σταματήσει το αμετάκλητο προτσές της εδραίωσης της κομματικήςκρατικής γραφειοκρατίας στην εξουσία. Το Φλεβάρη του 1929, ο Τρότσκι απελάθηκε από την ΕΣΣΔ. Εξορίστηκε στη Τουρκία (στο νησί Πρίγκιπο στη Θάλασσα του Μαρμαρά), όπου δεν έμεινε πολύ. Από εκεί ξεκίνησαν τα χρόνια της περιπλάνησης. Την Τουρκία ακολούθησε η Γαλλία, στη συνέχεια η Νορβηγία και τέλος το Μεξικό. Το 1932, όταν ο Τρότσκι βρισκόταν ακόμα στην Τουρκία, του αφαιρέθηκε η Σοβιετική υπηκοότητα. Η δραστηριότητα του Τρότσκι στην εξορία απαιτείται να εξεταστεί ιδιαίτερα. Το μόνο που θα ήθελα να τονίσω εδώ, είναι ο έκδηλος αντισταλινικός χαρακτήρας της πολιτικής του γραμμής εκείνη την περίοδο. Το ένα μετά το άλλο, δημοσίευε έργα αφιερωμένα στο ξεσκέπασμα του σταλινισμού. Τα πιο σημαντικά είναι τα εξής: «Ζητήματα Ιστορίας» (ήδη γνωστό στους αναγνώστες), «Η Σταλινική Σχολή της Πλαστογραφίας» και επίσης «Τί Είναι και πού Πηγαίνει η ΕΣΣΔ;». Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, άρχισε να δουλεύει σ’ ένα ιδιαίτερο βιβλίο για τον Στάλιν. Ο αντισταλινικός, αντιγραφειοκρατικός προσανατολισμός χαρακτηρίζει επίσης και τα άλλα βιβλία που έγραψε ο Τρότσκι στο εξωτερικό, μαζί και τα πιο σημαντικά που είναι η αυτοβιογραφία του, «Η Ζωή μου», και η «Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης». Μαζί με τη θεωρητική δραστηριότητα και τα γραπτά του σχετικά με τρέχοντα ζητήματα, ο Τρότσκι κατέβαλε σημαντική προσπάθεια για την ίδρυση μιας διεθνούς ένωσης συμμάχων, που ο κύριος σκοπός της ήταν η ανατροπή της δικτατορίας του Στάλιν. Η πρώτη τέτοια οργάνωση –η «Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση» – ιδρύθηκε στο Παρίσι τον Απρίλη του 1930 και έθεσε στον εαυτό της το καθήκον της «αναγέννησης» της Διεθνούς. Η νέα Τέταρτη Διεθνής ιδρύθηκε τον Σεπτέμβρη του 1938.
Ενάντια στη Γραφειοκρατία
Η συμπεριφορά του Τρότσκι στο εξωτερικό έχει εκτιμηθεί με διάφορους τρόπους. Μια άποψη είναι ότι είχε γίνει αντισοβιετικός και κακόβουλος εχθρός του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτό θα ήταν λογικό αν υποθέταμε ότι η προσωπολατρία του Στάλιν δεν συνδεόταν με τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό της Σοβιετικής εξουσίας και δεν εξασκούσε αρνητική επίδραση στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Μου φαίνεται ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν αβάσιμο. Ο Τρότσκι δεν πάλευε ενάντια στη Χώρα των Σοβιέτ αλλά ενάντια στη σταλινική γραφειοκρατία, που είχε σφετεριστεί τους καρπούς του Οκτώβρη, δεν πάλευε το λαό που πίστευε ότι οικοδομούσε τον πραγματικό σοσιαλισμό, αλλά εκείνους που εξαπατούσαν το λαό. Μέχρι το θάνατο του παρέμεινε προσηλωμένος στο κάλεσμα με το οποίο έκλεισε το λόγο του στην Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής το 1927: «Για μια Σοσιαλιστική Πατρίδα; Ναι! Για τη σταλινική πορεία; Όχι!»[70]. Τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ της ανατροπής της σταλινικής γραφειοκρατίας και, με τα λόγια του Ισαάκ Ντόιτσερ, του πιο σημαντικού βιογράφου του, «ακόμα και στη θέρμη της πιο άγριας πολεμικής... πάντα τόνιζε ότι σε κάθε περίπτωση αυτός και οι σύμμαχοι του θα υπερασπιστούν χωρίς όρους την ΕΣΣΔ ενάντια σε όλους τους εξωτερικούς εχθρούς»[71]. Για τον Τρότσκι, η πάλη ενάντια στον Στάλιν έληξε τραγικά. Στις 20 Αυγούστου του 1940, στο σπίτι του, στα προάστεια της Πόλης του Μεξικού, τραυματίστηκε θανάσιμα από τον ισπανό κομμουνιστή Ραμόν Μερκαντέρ, που έδρασε κατ’ εντολή της Νι-Κα-Βε-Ντε. Απ’ ότι φαίνεται, αρχικά ο Μερκαντέρ έπαιζε το ρόλο του επιτηρητή της επιχείρησης ενάντια στον Τρότσκι. Έγινε η κεντρική φιγούρα μόνο μετά την αποτυχημένη απόπειρα ενάντια στη ζωή του Τρότσκι στις 24 Μάη του 1940, της ομάδας, ένας από τους επικεφαλής της οποίας ήταν ο πολύ γνωστός καλλιτέχνης Νταβίντ Αλφάρο Σικουέιρος, μέλος του Μεξικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Μερκαντέρ επισκέφτηκε το σπίτι του Τρότσκι για πρώτη φορά στις 24 του Μάη. Στους τρεις μήνες που ακολούθησαν επισκέφτηκε το σπίτι του Τρότσκι δώδεκα φορές και κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη όχι μόνο του επικεφαλής του σπιτιού αλλά και των μελών της οικογένειάς του. Στη συνέχεια ήρθε η αιματηρή κατάληξη. Σε μια επίσκεψη ρουτίνας, ο Μερκαντέρ μπήκε στο γραφείο του Τρότσκι και του κατάφερε ένα ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι με μια αξίνα αλπινιστή. Ο Τρότσκι πέθανε την επόμενη μέρα. Ο δολοφόνος του επιβραβεύτηκε μυστικά με τον τίτλο του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης. Κήρυκας της Επανάστασης, ήρωας του Οκτώβρη, οργανωτής του Κόκκινου Στρατού, ο υπ’ αριθμόν δύο (μετά τον Λένιν) στην ηγεσία του Κόμματος, άνθρωπος εξαιρετικά δημοφιλής στις μάζες –έτσι ήταν γνωστός ο Τρότσκι στη Σοβιετική Ρωσία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920. «Κρατούσε διπλά βιβλία», «μικροαστός συνθηκολόγος», «ένας αντισοβιετικός που διείσδυσε στο Κόμμα με μόνο στόχο να το καταστρέψει» –αυτή είναι η εικόνα του Τρότσκι που σέρβιραν στο λαό οι σταλινικοί. Αλλά ο Τρότσκι ήταν και παρέμεινε ένας επαναστάτης, πρακτικά ο μόνος ανάμεσα στους πιο στενούς συντρόφους του Λένιν, που ποτέ, μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν έσκυψε το κεφάλι στη δικτατορία του Στάλιν. «Δεν είναι ανάγκη για άλλη μια φορά να απορρίψω τις ανόητες και φτηνές συκοφαντίες του Στάλιν και των πρακτόρων του. Δεν υπάρχει ούτε ένα στίγμα στην επαναστατική μου τιμή», έγραφε στη «Διαθήκη» του λίγους μήνες πριν δολοφονηθεί. «Ποτέ ούτε άμεσα ούτε έμμεσα δεν έκανα οποιουδήποτε είδους συμφωνίες ούτε καν διαπραγματεύσεις στα παρασκήνια με τους εχθρούς της εργατικής τάξης. Χιλιάδες αντίπαλοι του Στάλιν έχουν εξοντωθεί, θύματα των ίδιων ψεύτικων κατηγοριών. Οι νέες επαναστατικές γενιές θα αποκαταστήσουν την πολιτική τους τιμή και θα δόσουν στους χασάπηδες του Κρεμλίνου αυτό που τους αξίζει... Παρέμεινα επαναστάτης σ’ όλη τη διάρκεια των σαράντα τριών χρόνων της συνειδητής μου ζωής, και τα σαράντα δύο απ’ αυτά πάλεψα κάτω από τη σημαία του Μαρξισμού. Αν χρειαζόταν να το ξανακάνω από την αρχή, θα προσπαθούσα φυσικά να αποφύγω ορισμένα λάθη, αλλά ο συνολικός προσανατολισμός της ζωής μου θα παρέμενε ο ίδιος. Θα πεθάνω προλετάριος επαναστάτης, Μαρξιστής, διαλεκτικός υλιστής και κατά συνέπεια ασυμβίβαστα άθεος. Η πίστη μου στο κομμουνιστικό μέλλον της ανθρωπότητας δεν είναι λιγότερο θερμή τώρα. Είναι μάλλον ισχυρότερη απ’ ό,τι ήταν της μέρες της νιότης μου... Η ζωή είναι όμορφη. Ας την αποκαθάρουν οι μελλοντικές γενιές από το κακό, το μίσος και τη βία και ας την απολαύσουν ολοκληρωμένα»[72]. Ήταν ένοχος πολλών αβλεψιών στη ζωή του, μερικές φορές ουσιαστικών, αλλά τελικά παρέμεινε πάντα αφοσιωμένος στον κύριο σκοπό στον οποίο αφιέρωσε τη ζωή του.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Ο Αλεξάντρ Νταβίντοβιτς Παντσόφ είναι ιστορικός και πήρε μέρος στις εργασίες της Β΄ Συνόδου του «Συμπόσιου ’90» τον Οκτώβρη του 1991 στην Αθήνα. Επικεφαλής τότε μιας ομάδας νεαρών ιστορικών, ερευνούσαν τα κομματικά αρχεία του ΚΚΣΕ, με σκοπό την έκδοση τεσσάρων τόμων αρχειακού υλικού με γενικό τίτλο «Ο Τρότσκι ενάντια στον Στάλιν». Η μελέτη αυτή του Παντσόφ για τον Τρότσκι, πρωτοδημοσιεύτηκε το 1990 στην «Πράβντα» και στο περιοδικό «Ζητήματα Ιστορίας». Η αγγλική της μετάφραση, απ’ όπου έγινε και η ελληνική μετάφραση, δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 1991 στο αμερικανικό περιοδικό «Σοβιετικές Ιστορικές Μελέτες» (τόμος 30, Νο 1). Στα ελληνικά δημοσιεύτηκε στη «Σοσιαλιστική Αλλαγή» (φύλλα 1442-1446), που εκείνη την περίοδο δημοσίευσε άλλα δυο ενδιαφέροντα άρθρα του ίδιου συγγραφέα –το ένα με τίτλο «Η Νέα Σχολή της Πλαστογραφίας (σχετικά με ένα ρεύμα στη σύγχρονη σοβιετική τροτσκιστολογία)», που το βάλαμε ως εισαγωγή στο υπό έκδοση βιβλίο του Λεόν Τρότσκι: «Η Σταλινική Σχολή της Πλαστογραφίας», και το άλλο, «Η Ειρήνη του Μπρεστ», που το αναδημοσιεύουμε κι αυτό στα Μαρξιστικά Βιβλία για το ΙΝΤΕΡΝΕΤ, μαζί με το κεφάλαιο «Διαπραγματεύσεις στο Μπρεστ Λιτόφσκ» από την Αυτοβιογραφία του Λεόν Τρότσκι.
[2]. Ο συγγραφέας σχεδίαζε να δημοσιεύσει είκοσι τρεις τόμους, που θα συμπεριλάμβαναν είκοσι επτά βιβλία.
[3]. Κ. Μαρξ και Φ. Έγκελς, «Άπαντα», τόμ. 18, σελ. 398.
[4]. Βλέπε επίσης την εισαγωγή του ίδιου συγγραφέα στη μετάφραση του τελευταίου κεφαλαίου του βιβλίου του Ισαάκ Ντόιτσερ «Prorok v izgnanii» «Inostrannaia literatura», 1989, No3, σελ. 172).
[5]. Αναφέρονται τα άρθρα των αντίστοιχων συγγραφέων. Μεταξύ αυτών, του Β. Μπίλικ: «Τρότσκι: Στον Δρόμο της Αλήθειας γι’ αυτόν», Σομπιεσιέντνικ, 1989, του Α. Ποντσεκόλντιν: «Νέα Πορεία: Ο Πρόλογος μιας τραγωδίας», Μολοντόι Κόμουνιστ, 1989, Νο 8, και του Β. Ι. Στάρτσεφ: «Λ. Ντ. Τρότσκι: Μια Απόπειρα Πολιτικής Βιογραφίας», που έχουν δημοσιευτεί στη «Σοσιαλιστική Αλλαγή».
[6]. Μ. Μπουλγκάκοφ: «Μπέλαγια Γκβάρντια, Τεατράλνι Ρομάν, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» (Μόσχα, 1975), σελ. 44.
[7]. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 45, σελ. 345, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». (Εδώ οι σταλινικοί πλαστογράφοι της «Σύγχρονης Εποχής» οργιάζουν –κάνουν, όπως συνήθως, το άσπρο μαύρο. Γράφουν όσον αφορά τον «...μή μπολσεβικισμό του Τρότσκι»: «Δεν πρόκειται να χαρακτηρίσω και τα άλλα μέλη της ΚΕ με βάση τις προσωπικές τους ιδιότητες, θα θυμίσω μόνο ότι το επεισόδιο του Οχτώβρη με τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ δεν ήταν φυσικά τυχαίο, όμως παράλληλα δεν μπορούμε να ρίξουμε όλη την ευθύνη προσωπικά στους ίδιους, όπως τη ρίχνουμε στον Τρότσκι για τον μη μπολσεβικισμό του»!!! (η υπογράμμιση είναι δική μας –Θ.Θ.) «Μεταφράζουν» δηλαδή, το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που γράφει στη «Διαθήκη» του ο Λένιν –Θ.Θ.).
[8]. Β. Ι. Λένιν: όπ.π., τόμ. 34, σελ. 345.
[9]. Β. Ι. Λένιν: όπ.π., τόμ. 54, σελ. 314.
[10]. Β. Ι. Λένιν: όπ.π., τόμ. 54, σελ. 329.
[11]. Β. Ι. Λένιν: όπ.π., τόμ. 46, σελ. 277. Ας σημειώσουμε από την αρχή ότι παρ’ όλο που στη ζέση της πολεμικής ο Λένιν συχνά είχε αργότερα την ευκαιρία να χαρακτηρίσει τον Τρότσκι με εξαιρετικά μηκολακευτικούς όρους, φαίνεται ότι διατήρησε σ’ όλη του τη ζωή την πρώτη του εντύπωση για τον Τρότσκι σαν ένα πολύ δραστήριο και ικανό εργάτη. Αυτό αποδείχνεται όχι μόνο από το «Γράμμα στο Συνέδριο», του Λένιν, αλλά κι από το γράμμα της Κρούπσκαγια προς τον Τρότσκι, που το έγραψε λίγες μέρες μετά το θάνατο του Λένιν, στις 29 του Γενάρη
1924. Ένα αντίγραφο αυτού του γράμματος, που ο Τρότσκι το σύγκρινε προσωπικά με το πρωτότυπο, δημοσιεύτηκε πρόσφατα στις ΕΠΑ από τον Γιου. Γκ. Φελστίνσκι (Πανεπιστήμιο Στάνφορντ). Θα το παραθέσουμε ολόκληρο εδώ: «Αγαπητέ Λεβ Νταβίντοβιτς, σας γράφω για να σας πω ότι περίπου ένα μήνα πριν πεθάνει, ο Βλαντιμίρ Ιλιτς εξέταζε το μικρό σας βιβλίο, και σταματώντας στο σημείο που χαρακτηρίζετε τον Μαρξ και τον Λένιν, μου ζήτησε να του διαβάσω αυτό το απόσπασμα. Άκουσε πολύ προσεκτικά και στη συνέχεια το ξαναδιάβασε μόνος του. Και να κάτι άλλο που θέλω να σας πω: η εντύπωση που σχημάτισε ο Β. Ι. για σας όταν ήρθατε από τη Σιβηρία να μας δείτε στο Λονδίνο, δεν άλλαξε ποτέ μέχρι το τέλος της ζωής του. Λεβ Νταβίντοβιτς, σας εύχομαι υγεία και δύναμη και σας φιλώ με αγάπη. Ν. Κρούπσκαγια».
[12]. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 7, σελ. 403-421.
[13]. Πρακτικά του Δευτέρου Συνεδρίου του ΡΣΔΕΚ, Ιούλης-Αύγουστος 1903 (Μόσχα 1959), σελ. 136.
[14]. Λ. Ντ. Τρότσκι: «Αποτελέσματα και Προοπτικές» (Μόσχα 1919), σελ. 56.
[15]. Ημερολόγιο του Δεύτερου Συνέδριου του ΡΣΔΕΚ, Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 8, σελ. 221-29.
[16]. Τρότσκι: «Τα Πολιτικά μας Καθήκοντα», (Μόσχα 1904), σελ.3940.
[17]. Τρότσκι: «Στάλιν», τόμ. 2 (Μπένσον 1985), σελ. 140.
[18]. Τρότσκι: όπ.π.
[19]. «Αποτελέσματα και Προοπτικές», σελ. 39-40.
[20]. Τρότσκι: όπ.π., σελ. 34-35.
[21]. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 44, σελ. 147.
[22]. Λένιν: όπ.π., τόμ. 20, σελ. 99.
[23]. Τρότσκι: Αποτελέσματα και Προοπτικές, σελ. 5.
[24]. Τρότσκι «Έργα», τόμ. 3, μέρος Ι, (Μόσχα, 1924), σελ. 3-23.
[25]. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 31 (σελ. 178, 204-205, 206 ... 268-269).
[26]. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 32, σελ. 113.
[27]. Βλέπε «Ραμπότσι Πουτ», 3 Σεπτέμβρη 1917.
[28]. Ο χαρακτηρισμός «Ενωτικό» του Συνεδρίου υιοθετήθηκε από τους αντιπροσώπους στην τελική του σύνοδο. Στη σημερινή φιλολογία χαρακτηρίζεται ως το Έκτο Συνέδριο του ΡΣΔΕΚ(μπ.).
[29]. Πρωτόκολλα (πρακτικά) της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΔΕΚΡ(μπ.): Αύγουστος 1917-Φλεβάρης 1918 (από τώρα και στο εξής θα αναφέρονται απλά ως «Πρωτόκολλα» (Μόσχα 1958), σελ. 69.
[30]. Βλέπε «Κόμουνιστ», 1989, αρ. 10, σελ. 102, 104.
[31]. «Πρωτόκολλα», σελ. 86.
[32]. Πεντηκοστή Επέτειος των γενεθλίων του Β. Ι. Ουλιάνοφ-Λένιν, (Μόσχα 1920), σελ. 27-28.
[33]. Λ. Ντ. Τρότσκι: Απόσπασμα από το λόγο που εκφώνησε στο Σοβιέτ της Πετρούπολης στις 18 του Οκτώβρη 1917.
[34]. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 34, σελ. 423 [Γράμμα προς την ΚΕ του ΣΔΕΚΡ(μπ.) της 19/10/1917].
[35]. Λ. Ντ. Τρότσκι: «Η Ζωή μου», σελ. 320, εκδόσεις «Αλλαγή».
[36]. Βλέπε «Πρωτόκολλα», σελ. 155.
[37]. Λένιν : «Άπαντα», τόμ. 36, σελ. 30.
[38]. Βλέπε «Πρωτόκολλα», σελ. 173, 283.
[39]. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 36, σελ. 30.
[40]. Η άποψη που «σας είναι γνωστή» ενισχύθηκε «τελευταία», στο βαθμό που «επαναλαμβάνουμε άλλη μια φορά ότι τίποτα δεν παραμένει από τη Ράντα του Κιέβου και ότι οι Γερμανοί θα αναγκαστούν να αναγνωρίσουν το γεγονός αν δεν το έχουν ήδη αναγνωρίσει» (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 35, σελ. 332).
[41]. Βλέπε «Πρωτόκολλα», σελ. 204.
[42]. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε Σπίριν «Από την ιστορία του ΡΚΚ (μπ.)», σελ. 39.
[43]. Τρότσκι: «Η Ζωή μου», (Βερολίνο, 1930), τόμ. 2, σελ. 141.
[44]. «Κείμενα του Τρότσκι», 1917-1922, τόμ. 1, (Εκδόσεις Χάγη, Παρίσι 1971), σελ. 588.
[45]. Τρότσκι: «Έργα», τόμ. 17, μέρος ΙΙ, (Μόσχα, 1926), σελ.540.
[46]. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 37, σελ. 478.
[47]. Τρότσκι: «Έργα» τόμ. 17, μέρος ΙΙ, σελ. 543, 544.
[48]. «Κείμενα του Τρότσκι», τόμ. 2, σελ. 126, 128.
[49]. Παρατίθεται από το «Ενδέκατη Συνδιάσκεψη ΡΚΚ(μπ.), ΜάρτηςΑπρίλης 1922, Στενογραφημένα πρακτικά», (Μόσχα,1961), σελ. 271.
[50]. «Κομμουνιστική Αντιπολίτευση στην Ρώσικη Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία, 1923-1927», τόμ. 2, σελ. 76.
[51]. «Πράβδα», 27 Γενάρη 1923.
[52]. Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 45, σελ. 19.
[53]. Λ. Ντ. Τρότσκι: «Νέα Πορεία», (Μόσχα 1924), σελ. 82. (Στην έκδοση της «Νέας Πορείας» στα Ελληνικά το κείμενο αυτό αναφέρεται ως «Ένα Γράμμα προς τα Όργανα του Κόμματος» –Θ.Θ.)
[54]. Λ. Ντ. Τρότσκι: όπ.π.
[55]. Β. Ναντοτσέγιεφ: «“Τρόικα”, “σεμέρκα”, Στάλιν», «Νεντέλια», 1989, Νο 1, σελ. 15.
[56]. Τρότσκι: «Έργα», τόμ 3, μέρος Ι, σελ. ΧΙΙ, LΧΙΙ.
[57]. Ο κάθε τόμος των «Έργων» του Τρότσκι έχει ένα διαφορετικό τίτλο. Ο 3ος τόμος είχε τίτλο «Το 1917».
[58]. «Σχετικά με τα “Μαθήματα του Οκτώβρη”», (Λένινγκραντ, 1924).
[59]. Βλέπε για παράδειγμα, «Λενινισμός και Τροτσκισμός: Συλλογή Άρθρων και Λόγων», (Τούλα, 1924). «Λενινισμός ή Τροτσκισμός», (Σβερντλόφσκ, 1924) και έναν αριθμό άλλων εκδόσεων με παρόμοιους τίτλους.
[60]. Το χειρόγραφο αυτού του άρθρου βρίσκεται στα αρχεία του Τρότσκι στη Βιβλιοθήκη Χάουτον του Πανεπιστήμιου Χάρβαρντ. Δημοσιεύτηκε το 1988 («Κομμουνιστική Αντιπολίτευση στην ΡΣΣΔ, 1923-1927», τόμ. 1, σελ. 110-142).
[61]. «Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής του ΡΚΚ της 17 Γενάρη 1925», περιέχεται στο «Λενινισμός ή Τροτσκισμός», σελ. 291.
[62]. Η αντιπολίτευση συμπεριλάμβανε όλη την ηγεσία της κομματικής οργάνωσης του Λένινγκραντ που είχε επικεφαλής τον Ζινόβιεφ.
[63]. «Κομμουνιστική Αντιπολίτευση», τόμ. 1, σελ. 153, 155.
[64]. Λ. Τρότσκι: «Για Προβλήματα και “Αυτοκριτικές”», (Γράμμα στον Ν. Ι. Μπουχάριν της 9 Γενάρη 1926) στο βιβλίο «Επαναστατικά Πορτρέτα» του Τρότσκι (Μπένσον 1988), σελ.147, 150, 155-157.
[65]. «Κομμουνιστική Αντιπολίτευση», τόμ. 1, σελ. 154.
[66]. «Παγκόσμια Επαναστατική Πορεία». Έβδομη Ολομέλεια του ΠΚΚ, 22 Νοέμβρη - 16 Δεκέμβρη, 1926. Στενογραφημένα πρακτικά, τόμ. 2, (Μόσχα-Λένινγκραντ, 1927), σελ. 102.
[67]. «Κομμουνιστική Αντιπολίτευση», τόμ. 2, σελ. 142, 145, 146.
[68]. «Κομμουνιστική Αντιπολίτευση», όπ.π., τόμ 4, σελ. 250-266.
[69]. Βλέπε Τρότσκι: «Η Ζωή μου», (Βερολίνο, 1930), τόμ. 2, σελ. 305.
[70]. Παρατίθεται από το έργο «Πορτρέτα» του Τρότσκι, σελ. 87.
[71]. «Ξένη Λογοτεχνία», 1989, Νο. 3, σελ. 216.
[72]. Λ. Ντ. Τρότσκι, «Ημερολόγια και Γράμματα» (Τέναφλι, NJ: 1986), σελ. 164, 165.
Γράφτηκε: το 1990
Πηγή: «Πράβδα» και «Ζητήματα Ιστορίας» (1990) / Αμερικανικό Περιοδικό «Σοβιετικές Ιστορικές Μελέτες» (1991) / «Σοσιαλιστική Αλλαγή » (1991) Μετάφραση - Επιμέλεια: Θεοδόσης Θωμαδάκης
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ http://politikokafeneio.com
Add a Comment