High Quality
Open the downloaded document, and select print from the file menu (PDF reader required).
Learn more about SOPA on:
Wikipedia
New York Times
Google
Είπα, κανείς μη, μ ακλουθήσει, μόνος Θα πάω, κι αν θα γυρίσω, πάλι μόνος. Μ αν δεν ξανάρθω πίσω, τ όνομά μου
Του νεκρού τους, κοιτάει και μεγαλώνει Βαθιά του ό,τι τους άφηκε: εν αλέτρι, Λίγες φούχτες σταριού, δυο ξύλα ακόμα
Να φάει με μας φτωχολογιά, ποτέ της Που δε γνώρισε μάνα ουδέ πατέρα, Φτάνει η φωτιά να κάψει λίγο ακόμα Στο σπίτι, κι ο νεκρός μας να μη λήψει
Κι η ακοή στη σιωπή. Και Συ το ξαίρεις, Ο πατρικός βυθός και πως στ αυτί μας
Πως άρχισε στα φρένα μας να φέγγει Επρωτομπήκε ο λόγος Σου. Το ξαίρεις, Κύριε, Σ ακούμε κι η τραχειά ψυχή μας, Που τη φροντίζεις χρόνια, ως ο τοξότης Του τόξου τη νευρή, σαν τη αλείβει Βράδι και αυγή με λάδι, για να ρίχνει Μακρά το βέλος κι ως το χελιδόνι Ν αντιλαλεί από τ άγγιγμα, δονείται Συθέμελα, τα χείλη Σου ως ανοίξεις.
Μαζί Σου, Κύριε, πάλι, ανηφορώντας Τ άγιου βουνού τα πλάγια όλη τη νύχτα, Καθώς τότε, που Εσύ μας πρωτοπήρες Κι αλαφρός ανηφόριζες προς τα ύψη,
Ή με το χέρι έδειχνες που είν το δίκιο Και που είν η νίκη, Κύριε; Και πως έτσι Να μας αφήσεις συλλογιέσαι τώρα;
Τα πιο κρυφά μυστήρια στην καρδιά μας! Δώρο του Ελέους, που βρίσκεται σε κάθε Τραχιό και πλέριο αγώνα, που μαρτύρους
Στην τέλεια πράξη, χτύπα το φτερό Σου Στο μέτωπο του μια στιγμή, όπως τόσες Φορές του τώχεις άξαφνα δροσίσει!
Τα σκοτεινά πελάγη, έχοντας πάντα Στο νου, αβασίλευτο άστρο, την Αγάπη, Δε θα να σμίξει μόνο αυτός μ εκείνους
Ν αγρυπνήσει του κυρίου του τον τάφο. Κι όλα αν τα χάσω, ετούτο δεν το χάνω. Μα πως να χάσω, Κύριε, τη φωνή Σου, Που, ως την ακούω, λέω, πως τότε μόνο Το παραπέτασμα του ναού τραβιέται, Στ άδυτα νάμπω των αδύτων; Πες μου, Όλα αν τα χάσω, αυτό πως να το χάσω; ΟΡΦΕΑΣ Αληθινά συρμένη είναι μπροστά σου Βαρειά κατάχνια, μήτε που η φωνή μου Μπορεί με μιας να τη διαλύσει. Ελάτε
Αρχίσει ξάφνου ο ήλιος ν αναλιώνει Τα χιόνια στα βουνά και στα ποτάμια Τους πάγους, τα νερά λευτερωμένα Κατρακυλάνε καταρράχτες, όμοια, Μόλις ακούστη η λύρα κι η φωνή μου Μεσ στους λαούς, ωρμήσαν πίσωθέ μου Πλήθη πολλα ως ποτάμια κι ως ετούτα, Στη θάλασσα αν ορμήσουν, δε μπορούνε Να ξαναστρέψουν πίσω ή να σταθούνε, Όμοια κι αυτά ακλουθούσαν. Μα ήταν κάποιοι Στα πλήθη μέσα, που κανείς δε μπόρει Γιατί ερχόνταν να πει. Τι μεσ στο ρέμα Των άλλων εφαντάζαν, σαν οι βράχοι,
Στη συμπονιά πρωτόμαθοι, στη γνώμη Την καλή σαν κρυφά ν αντιστεκόνταν Με τράχηλα σταλόν, ενώ στο Νόμο,
Ο αιματερός σα να ξεχάστη, κι όλα, Γη κι ουρανός και πέλαγα και γύρω Τα βουνά σαν τ αγριόκρινα γαλάζια, Ανασαίναν στον όρθρο αναπαμέναΚαι Συ είχες τραβηχτεί στη μυστική Σου Σπηλιά, τους καθαρμούς για να οργιάσεις Των θεών και της ψυχής Σου-ανταμωμένοι Κρυφά, βαδίσαμε μαζί, ως βαδίζουν Στα νύχια αλαφροκυνηγοί στο δάσο Το σύθαμπο, μονάχο να Σε βρούμε Και δολερά, με μιας, σαν οι Τιτάνες, Που, με πηλό τα πρόσωπα αλειμμένοι, Να σπαράξουνε ωρμήσαν το Ζαγρέα, Για να λυθούν τα μάγια του, που δέναν Και τα θεριά στο θώρι του, παρόμοια Να Σε σπαράξουμε και μεις, να πέσουν Τα δεσμά της γητειάς Σου και να μείνει Στα χέρια μας η δύναμη, που ακέρια
Δόρυ στο πλάι Σου μηδ η Λύρα μόνο, Στο χέρι Σου είδαμε κατάπληχτοι όλοι, Πιθωμένο στο στήθος Σου, να σφίγγεις
Και του πρώτου τα χείλη σιγοτρέμουν Να πάρουνε το λόγο απ τα δικά μου. Σωστό είναι, Κύριε, να μιλήσει πάλι.
Έτσι λοιπόν, σκυμμένοι βλέπαμε όλοι Τον ύπνο Σου, κι αυτό το μέγα Ρόδο, Όπου ανεβοκατέβαινε στην πνοή Σου Και κάποιος από μας, χωρίς καθόλου Να φυλαχτεί μήπως ξυπνήσεις, είπε: «Ανάξιο γι άντρες είναι να ριχτούμε Σ ένα παιδί ως ετούτο, μεσ στον ύπνο Ας πιάσουμε καλύτερα τ αλάφι Ζωντανό». Και γυρνώντας προς εμένα, «Κέντα τον», μούπε, «λίγο με το δόρυ Για να ξυπνήσει, γιατί αλήθεια μοιάζει Ο ύπνος του αδέρφι νάναι του θανάτου
Που λιγοστόν εγλίστραε στο πλευρό Σου, «Παιδιά, γιατί», μας ρώτησες, «ετούτο»; Κι όπως κράταες το ρόδο, στο πλευρό Σου Το πίθωσες σφιχτά και με το νέμα Τριγύρα Σου μας κάλεσες «ελάτε», Σα νάλεες, «μη δειλιάζετε, καθήστε». Κι εμείς στο νέμα αυτό καθήσαμε όλοι Τριγύρα Σου κι ουδ ένας μας το στόμα
Αγνάντια απ τη χρυσήν ειδή Σου, κάτου Απ τα δροσανοιγμένα Σου ρουθούνια, Πόσο επόνεσα μ όλους μου τους πόνους! Η λεύκα ή ο κυπάρισσος, κλεισμένα Σε φαράγγι, ζητώντας να Σε ιδούνε, Δεν πήγαν σε τόσο ύψος, Όσο εγώ για τούτο, Που, ωσά δροσοκομμένος βόστυχός Σου, Μοιάζει χυμένο στο ίδιο Σου χρυσάφι. Μόνο, τ άγιο Μυστήριο δος μου τώρα Να φανερώσω και σε τούτους, όπως Μου το φανέρωσες βαθιά και μένα Στον ύπνο και στον ξύπνο μου, στη μάχη Και στην ειρήνη, στη φιλιά ή στην έχτρα, Στη ζωή και στο θάνατο, αυτό δός μου».
Την ακοήν ορθάνοιχτη, η ψυχή μας Το μυστήριο του Ρόδου καρτερούσε Να της ξηγήσεις, κι είχαμε έναν κύκλο Γύρα Σου κάμει ασάλευτο, ως την ώρα, Που κοιτώντας μας άνοιξες το στόμα. ΟΡΦΕΑΣ Και τώρα πάλι εγώ θα να τ ανοίξω, Τι άλλος κανείς, το ξαίρετε, δεν πρέπει Του Μυστηρίου τα λόγια να τ αγγίξει Στα χείλη του, όσο ζω. Εγώ και πάλι Στερνή φορά βαθιά Σας θα ξυπνήσω,
Να Σ αγκαλιάζει Εσέ, την άγια Νύχτα Και πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει Το γιο, αν τη μάνα πρώτα δε γνωρίσει; Τι κι εγώ γιός της είμαι, κι από βρέφος Ορφανός κι εγώ πιάστηκα στη ρω΄γα Της συμπονιάς της, κάτου από το μαύρο
Μα πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει Το γιο, αν τη Μάνα πρώτα δε γνωρίσει; Ω Μάνα Νύχτα, ω μυστική, ω μεγάλη,
Νύχτα, που μέσα κι απ το φως Σε βλέπω Πιο καθαρά, ω θεμέλιο του Προφήτη, Που δεν ποιμαίνει διόλου με τα μάτια
Σε τούτων τις ψυχές, που δε Σε ξαίρουν, Το Μυστήριο του Ρόδου, φέρνοντάς τους Σκαλί-σκαλί απ΄τη βάση του ως την άγια Κορφή, που πια και Συ δε φαίνεσαι ίδια, Σκοτεινή, θλιβερή, μαυροντυμένη, Παρά χλωμή, βουβή και λευκοφόρα, Τι απ του βυθού του πατρικού τα μαύρα Κι αξεδιάλυτα πλούτη βλέπεις πάντα Εκεί πάνω, χορεύοντας αγάλιΑγάλι πάνω απ της μουγγής αβύσσου Τα πλάτη, σάμπως γλάρος να προβαίνει Ο Αρματωμένος Έρωτας, και πάντα Τον καρτερείς. Και φτάνει του φτερού του Το διάβα απάνωθέ Σου, για ν ανθίσουν Καινούργιοι κόσμοι μέσα Σου, καινούργια! Μα εμείς, εδώ μαστε στη γη κι, ω Μάνα, Πολλά ναι τα σκαλιά ως που ν ανεβούμε Στην άγια κορυφή, που όλα τα σμίγει Σε μια πνοή. Κι αρχίζει από τον ʼδη Το πρώτο το σκαλί και το πιο πάνω Η άγια το χτίζει Δήμητρα. Γιατί όπως Όλοι στον ʼδη εμπρός οι άνθρωποι είν όμοιοι, Όμοια είν ίδιοι κι αγνάντια από το Στάχι Το Μυστικό, που η Ελευσίνα υψώνει, Και σ όλους πλάι η Περσεφόνη, το ίδιο Ξάγρυπνη για όλους, την ψυχή χωρίζει, Σαν το μωρό απ τη μήτρα, απ το κορμί τους. Μα ποιός αυτός, που δίπλα από την Κόρη, Πριν κι απ το θάνατο κι ολοένα απάνω Κι από το θάνατο, βοηθάει το σώμα Και την ψυχή βοηθάει, ανταμωμένα, Μέσα απ τον πόνο, πέρα από τον πόνο, Ν ανεβαίνουν χορεύοντας τα πλάγια Του βουνού, τα πολλά που γίνονται Ένα;
Σε νέες γενιές, και ποιός σε τούτες μπάζει
Την άγια ορμή τ ανήφορου; Ποιός άλλος,
Πλούτωνα-Διόνυσε, από Σε, απ τα βάθη Τα σκοτεινά της γης σαν ανεβάζεις, Θεία μαρτυρία της δύναμής Σου, το ʼγιο Το Κλήμα, που, ως βυζαίνει τα σκοτάδια Της γης και πίνει απ τα ουράνια δρόσο, Συνταιριάζει στις φλέβες του το σκότος
Τ άγιο Κρασί, τι ανοίγεται στο νου μας Η ανάπνια, που όλα πια τα σμίγει σ Ένα, Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους, Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες Με τους αιώνες. Κι είναι τούτη η ώρα Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά μας, Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα Και λυτρωμός απέραντος, μας μπάζει Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει, Γιατί είναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση Της καρδιάς μας για πάντα αναστημένη! Έτσι είπα και βοηθούσεν ο παλμός μου Και της ψυχής το σκίρτημα το λόγο.
Και Σεις, ως Σας εκοίταξα, είχατε όλοι Την όψη και τον τρόπο Σας αλλάξει Καθώς και τώρα. Κι ένας είχε γύρει, Πως γέρνει ο δισκοβόλοςτο κορμί του Σα φεύγει ο δίσκος, όλος ν ακλουθήσει Νους και κορμί το νόημα κι άλλος είχε Στη γη απλωθεί, ως να βύθιζε τα μάτια, Τις ρίζες νάβρει του ʼδη κι είχε ο τρίτος Στην όψη του μια φλόγα, ως να συγκράτει Μ αγώνα την ορμή, να ξεκινήσει Προς την κορφή κι ο τέταρτος κρατούσε Κλειστά τα μάτια, ως νάρχιζε από τώρα Ν ανασαίνει το Ρόδο, κι η ψυχή του
Την αναπνιά Σας στα ρουθούνια, κάποιοι Που τ άνοιγαν πλατιά κι είχαν κλεισμένα Τα χείλη τους σφιχτά. Και ξάφνου εκείνος, Που ως δισκοβόλος έγερνε να πάρει Το νόημα, το κεφάλι του τανυώντας Προς τα πίσω, ως να τίναζε ένα βάρος Τρανό, μου φώναξε έτσι: «Ορφέα, δόσε Το Ρόδο και σ εμάς και δόστο σ όλους, Τι είν η ζωή πικρή απ την ώρα τούτη
Τα θάρρη της ψυχής, τη σπρώχνει πάλι Στους ζωντανούς ανήφορους. Μα τώρα Δος τον αγώνα για το Ρόδο, Ορφέα, Στους λαούς, για να κινήσουνε όλοι αντάμα Προς την κορφή, που όλα τα σμίγει σ Ένα, Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη Μ αγάπη, τόπους μ άλλους τόπους, τάστρα
Μώτρεμε πια, και μώτρεμε το χέρι, Τέτια φωνή ανεπάντεχη ν ακούσω Κι έτσι χλωμός το ματωμένο Ρόδο Το σήκωσα στο χέρι μου, ρωτώντας: «Και που, παιδιά, το Ρόδο θέτε πρώτα Να το φυτέψουμε στη γη, που θέτε;» Κι άργιε η απόκριση νάρθει μα αιφνίδια Αυτός πούχε τα βλέφαρα κλεισμένα, Ανοίγοντας τα, με φωνή που ερχόταν Απ άλλον κόσμο, κι όμως κύλησε όμοια
Στα διάπλατα του τα φτερά ο Παιάνας. «Το Ρόδο, όλοι το Ρόδο στην Ελλάδα!», Φωνάξαμε κι ωρμήσαμε κι ώ, πόσοι Μας έχουν σμίξει από τότε αγώνες!
Στην ψυχή και στα πόδια και στα χέρια, Και τώρα με της Λύρας Σου το Νόμο Χορευτικά αρχινούσαν να σαλεύουν
Χαμόγελο τους έλεγες : «Σηκώστε Στον ουρανό τα μάτια και κοιτάχτε Κάθ αστέρι φωτάει κι απώναν κόσμο Να, κόσμοι για κατάχτηση». Κι εκείνοι Μικροί στη Νύχτα εμπρός και στο δικό Σου Το Λόγο, ζαλισμένοι από την άπλα Της λευτεριάς Σου, έσκυβαν το κεφάλι. Κι έλεες στα πλήθη γύρω: «Φυλαχτήτε Από του πλούσιου το τραπέζι τι άλλο Πλατύ τραπέζι από της Γης δεν είναι. Και μη χωρίστε από τη Γη, θαρρώντας Ψηλότερα από τούτη να καθήστε Σε θρόνο δόξας ψεύτικης, το θρόνο Της Γης σαν έχετε όλο αλλ ό,τι βγαίνει Από τη Γη, στυλώστε το, είτ αμπέλι Είτε δεντρί κι αν γέρνει, δοσετέ του Και το ίδιο Σας ραβδί να το στεριώσει, Το ίδιο Σας δόρυ. Έτσι που μια μέρα
Βαθιά της, τι της είναι, αν αδερφός της, Αν μάνα, ή αν πατέρας, ή αν κρυμμένος Κάποιος θεός. Παρόμοια και τα πλήθη Για Σε. Αλλ ως ο Λόγος Σου ξαπλώθη Στην Ελλάδα κι εσπάσαν οι αλυσίδες, Που εδώ κι εκεί την είχαν περιδέσει, Κι ανάσαινε όλη, ως ανασαίνουν κάθε Πρωί τα γαλάζια βουνοπέλαγά της, Απ το Παγγαίο όσοι είχαμε κινήσει, Τώρα γοργά τα πλάγια ανηφορώντας
Σιγά-σιγά τα μέλη όλου του κόσμου Το παγκόσμο στη γη να δέσουν Ρόδο, Στο αγνό του το παράδειγμα Δωρίδα, Ιωνία, Φωκίδα, Βοιωτία, Λοκρίδα, Την Αρκαδία, την Αργολίδα, όλες Τις χώριες της φυλές, φωνάζοντάς τις Μαζί, καθώς ο Απόλλωνας τις Μούσες, Την ώρα τούτη, κι, ως πληγή, που μόλις Ανοίχτη κι έμοιαζε πως είναι η βρύση
Παιδιά; Δε με ρωτήσατε; Κι ως τώρα, Το θάρρος μόνο να μη χάσετε, είπα, Στο χωρισμό. Μα τώρα ελάτε, ελάτε Κι ακόμα πιο σιμά, από την πληγή μου Να πιείτε ν αλαφρώσει. Γιατί φεύγω Να Σας το πω, κι αν φεύγω, γιατί μόνος, Κι αν δεν ξανάρθω πίσω, τ όνομά μου Γιατί Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω, Στη μοναξιά Σας νάστε ανταμωμένοι
Το βλέπει μόνος μεσ απ τους αιώνες Στα σκοτεινά να λάμπει, τι η ψυχή του, Ριζωμένη στη θλίψη ωσά σε βράχο, Βυζαίνει όλη τη νύχτα από τη ρώγα Των άστρων και τη μέρα από τον ήλιο, Και προχωρεί ως εκεί, που πια κι η μέρα Κι η νύχτα φέγγουν γύρα του σα γάλα Δεν είν η τάξη η σαρκική κι ο χρόνος Οπού μετριέται, που θα δώσουν τούτο Το πλήρωμα, είν ο Έρωτας, που λέει Και δε σιγάει στιγμή μεσ στην καρδιά μας: «Όλο ν αθλείς και να μην πείς ποτέ σου Πως νίκησες τι όσο τρανά και νάναι Ο άθλος και η νίκη, αληθινά είναι πάντα
Των δυο τρανών Θεών και τη Συνθήκη Τη μυστική τους να τη φέρουν πλέρια Χαραγμένη σε πλάκες στα έρμα πλήθη, Που καρτερούν ακόμα τ άγιο Μέτρο Να τα στυλώσει όλα μαζί. Κι ακόμα, Το Ρόδο το εκατόφυλλο τους δίνω, Το σύμμετρο εκατόφυλλο, όπου όλα Τα φύλλα του ένα, και καθένα είν όλα, Της μύησης το στεφάνωμα. Και κείνοι, Με τη ζωή μεθούν τους λαούς κι ολοένα Στρέφουν τη γνώση ενάντια τους, κι αφήνουν Της αγίας συμμετρίας τ Ολύμπιο δώρο, Το μυστικό εκατόφυλλο, να ρέψει Πότε σ αυτό και πότε πάνω στ άλλο Σκαλί της Μέθης κι ο καθένας στέκει Σε κείνο το σκαλί και λέει: «Είν όλος Ο Διόνυσος δικός μου» και θαρρώντας,
Τ Όργιο τ αγνό να λειτουργήσω μέλλω, Στο βωμό πώχω στήσει απάνω-απάνω Του Απόλλωνα, κομίζοντας το Ρόδο, Που ζωής και γνώρας είδωλο, στους κάμπους Με τόσην αναστήσαμε άγρυπνη έννια! Το Ρόδο θέλω να του πάω, και ξαίρω, Πως στου βουνού τα πλάγια καρτερούνε
Το Ρόδο πρέπει αυγή στο κορφοβούνι Να φέρω του Παγγαίου, και να το φέρω Δίχως οργή, αλαφρός, γαλήνιος, μόνος,
Γεμάτος απ τη γνώρα του, γεμάτος Από την άγια λάμψη του, γεμάτος Από το φως το μάγο του, γεμάτος Ακέριος απ το θάμα του και μόνο;
ντρας ή λαός, το χάος για να μαγέψει Με την κρυφή του λάτρα κι από πάνω
ʼ
Όλο ν αθλεί και να μη λέει ποτέ του
Κανένας πως νικά γιατί, όση νάναι Η νίκη και η θυσία, θα νάναι πάντα Μικρά μπροστά στον Έρωτα. Ώ καλοί μου, Σε λίγο Σας αφήνω, και τι τάχα Για παρηγόρια να Σας πω; Είστε οι λίγοι Σπόροι μιας άμετρης σποράς, νανθίσει Που θα ν αργήσει αιώνες; Μα είστε οι σπόροι Ενός ακέριου λυτρωμού, και φτάνει. Κι, ω αγαπημένοι, αν θα δειπνήσω απόψε, Σ ομοφαγία κρυφά μαζί Σας τ άγιο Ψωμί και το Κρασί, τα φύλλα ακόμα Του πρώτου του εκατόφυλλου, που σ Ένα Την αναπνιά μας έσμιξε, κι αν τώρα Ξερό ναι, όλο και πιότερο ευωδάει, Πηγή της τέλειας Μνήμης και του Πόνου Και του Σκοπού, να Σας τ αφήσω θέλω, Να Σας θυμίζει, κι απ τα βάθη του δη,
ʼ
Τα μυστικά σκαλιά, που η κάθε Μούσα Φυλάει κρυφά κι αλλάζει τ όνομά της Καθώς του Διόνυσου και να, από μνήμη Σε μνήμη, ο λογισμός Σας ν ανεβαίνει, Και οι αιστήσεις και το θάρρος Σας κι η πνοή Σας, Ως την ψηλή κορφή, που πια δε φτάνει Τ άγιο Κρασί, τι ανοίγει πια στο νου Σας Η ανάπνια, που όλα Σας τα δίνει σ Ένα, Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους, Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες Με τους αιώνες. Κι αυτή νάναι η ώρα Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά Σας, Κι η ώρα του Ορφέα νάναι σε Σας για πάντα, Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα Και λυτρωμός τεράστιος, θα Σας μπάζει Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει, Τι θάναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση Της καρδιάς Σας για πάντα αναστημένη! Μα να, βραδιάζει ο Έσπερος εφάνη Στον ουρανό κι είναι μακρύς ο δρόμος Ως την κορφή. Τα χέρια δόστε τώρα Ανάμεσό Σας και στεριώστε πάλι Τη μαγικήν ασύντριφτη αλυσίδα, Που με τον Όρκο εδέσατε τη νύχτα Την πρώτη, που ολοφάνερα μπροστά Σας Μέσα στα ουράνια δούλευε ο Πατέρας, Τα σκότη οργώνοντας βαθιά, κι ο νους Σας Δέχτη τα πρώτα φέγγη του κι ο πόθος Ο μυστικός, από τη μαύρη βάση Της γης, τινάχτη ως δόρυ πέρα απ τάστρα! Κι εγώ τη Λύρα θα κρατήσω ακόμα Για Σας απόψε μια φορά. Σκωθήτε, Τι σκοτεινιάζει ο Έσπερος εφάνη Χτυπάτε τις ασπίδες Σας κι αρχίστε Το μυστικό πυρρίχιο το στερνό μου. Τις ασπίδες χτυπάτε. Όρθιοι στον Όρθιο Της ψυχής Σας Σκοπό. Κι αρχίστε αγάλι Το φοβερό Χορό του Τέλειου Νόμου. Τραγουδήστε τον Όρκο. Αυτόν αφήνω Στον τόπο μου. Κι ακέρια την ψυχή Σας Μεσ στον τιτάνα αιθέρα ριζωμένη Κρατείτε πια. Ορφανά παιδιά, χορεύτε! Την άγια Λύρα εχτύπησα. Ορκιστήτε!
(Όρθιος ο Ορφέας κρούει τη λύρα. Οι πολεμιστές σηκώνουν τις ασπίδες τους και αρχούνται γύρωθέν του. Ταγουδάν).
ΧΟΡΟΣ
Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων, Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ ως το χνάρι Το πρώτο του αχνοχάραξεν η χάρη Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη, Γέμισε αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι, Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως. Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων, Με θεούς κι ανθρώπους δένουμε τα χέρια εδώ, Τι πάνω από των χρόνων και των τόπων Τα σύνορα την άγια Σου επωδό Μας χάρισες. Απ τ άραχλο σκοτάδι Του πόνου μας ελέησες τη χαρά, Μονάκριβη σα νάβγαινε απ΄τον δη
ʼ
Με κρύφια παντοδύναμα φτερά. Κι απ το βαθύ Σου αμέτρητο βασίλειο, Ακούραστο Τιτάνα κάθε αυγή, Απάνω από τις έχθρητες τον Ήλιο, Ν αγκαλιάζει στα χέρια του τη Γη. Κι από τη γην εμείς, που η άγια μέθη Μας ύψωσε ως το μέγα μυστικό, Που απ ουρανό και γην αντάμα εδέθη Το Ρόδο, ω Νύχτα, τούτο το Ορφικό, Της πιο κρυφής φροντίδας μας το θρέμα, Τ ορκιζόμαστε, πάνω από ναούς, Να το ποτίσουμε όλο μας το γαίμα, Για να το δώσουμε αύριο στους λαούς. Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων, Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ ως το χνάρι Το πρώτο του αλαφρόγραψεν η χάρη Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη, Γιομίζει αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι, Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως!
Add a Comment