Print this document
High Quality
Open the downloaded document, and select print from the file menu (PDF reader required).
Ζει ο βασιλιάς Μινώταυρος;
Εικοσιμία σημειώσεις για τον Νίκο Εγγονόπουλο Από τον Θανάση Τριαρίδη 1. Τα αστροπελέκια με τον αιώνα τους χυθήκανε και χάθηκαν μες στην καρδιά της καταχνιάς. Στο ημερολόγιο τα παιδιά ζωγραφίσανε την έναστρη νύχτα. Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ανεβαίνει στην σκάλα. Ο Νατσήδες μάζεψαν την Εσθήρ Μπεσσαλέλ - την Εστερίκα. Τα τραμ πηγαίνουν προς τα τέρματα. Η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε. Μύκονος, Μυκήνες, μύκητες - τρεις λέξεις όμως δύο μόνο φτερά. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα – μα πού, λοιπόν; Ρόδο των ανέμων, των ικριωμάτων, συ μαϊστράλι της οδύνης, έλα να κάνεις ό,τι κάνουν οι γυναίκες και τα πουλιά. Τι έγινε στο ενδιάμεσο; - ποιος ξημερώνει τις μυρουδιές στα Ταταύλα; Κι όμως: φιλιά στα μάτια δεν είναι χωρισμός. Στο ημερολόγιο τα παιδιά ζωγραφίζουνε την έναστρη νύχτα - μα δεν το βλέπεις πως η μέρα φεύγει γοργά; 2. Μαστίζονταν από την Ελλάδα και τον υπερρεαλισμό - και σε όλη του την τέχνη πάσχισε να βρει το χαρμάνι των λέξεων και των εικόνων που θα αποκαλύψουν την ελληνική εμορφιά. Δηλαδή: αρχαίοι μύθοι, δημοτικά τραγούδια, κωνσταντινοπολίτικα ιδιώματα, ρίμες του μεσοπολέμου, θρύλοι της κλεφτουριάς, μαρτυρολόγια αγίων, οι ερεθισμένες εικόνες του Σολωμού, το αλεξανδρινό μικρόδραμα του Καβάφη, η ερημία του Καρωτάκη, η ανεξέλεγκτη λυρική ορμή του Εμπειρίκου, η αρχαία ελληνική φόρμα, η βυζαντινή αγριάδα, το ιταλοκρητικό μεταίχμιο, ο Παρθένης και ο Κόντογλου, η αντανακλαστική αναζήτηση της γενιάς του τριάντα. Πολύ περισσότερο από τον Σεζάν, τον Ντε Κίρικο και τον Νταλί, πολύ περισσότερο από τον Μπωντλέρ, τον Ρεμπό και τον Μπρετόν, ο Εγγονόπουλος ήσαν στην τελική ένα ελληνικό δράμα - τόσο που, διαβάζοντας τον εκ Φουρνών Διονύσιο, ονόμασε τον υπερρεαλισμό ορθοδοξία και ζητούσε από τους νέους ζωγράφους να προσεύχονται πριν ζωγραφίσουν. Στην ουσία δεν είχε φίλους, μήτε καταδεχότανε να γίνει οπαδός, μέλος ή σύντροφος κανενός κι ακόμη, δεν ήταν φιλόσοφος: έκανε Ελλάδα την μοναξιά του, τον Μπολιβάρ και τον Σκεντέρμπεη, την μεγάλη του παραμύθα όπου χωρούσε σύμπασα η θλίψη του καιρού του. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; 3. Λείψανα παλαιών άστρων: μεγαλοαστική καταγωγή, οικονομική στενότητα και αδυσώπητη περηφάνια. Φαναριώτικη καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του, ένας Γερμανός πρόγονος (ο φιλέλληνας Δημήτριος Φρειδερίκος Σμιθ) από την μεριά της μητέρας του, παιδικά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, στα δεκαεφτά του εσωτερικός σε σχολείο στο Παρίσι για τέσσερα χρόνια, έφτασε στην Αθήνα το 1927 και μετά από την θητεία του στον στρατό, ουσιαστικά θα μείνει σε αυτή την πόλη μέχρι το τέλος της ζωής του. Θα δουλέψει ως γραφέας, μεταφραστής, υπάλληλος Υπουργείων, βοηθός, επιμελητής και (μόλις το 1967) καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, σκηνογράφος του θεάτρου και του χοροδράματος και μακετίστας. Απόλυτα περήφανος, ιδιόρρυθμος, ακατάδεκτος, διεκδικητικός και ζηλότυπος στις ερωτικές του σχέσεις, επέμενε, παρά τον πενιχρό μισθό του, που μόλις και του επέτρεπε να ζει σε ένα διαμέρισμα 22,5 τετραγωνικών μέτρων, να καπνίζει τσιγάρα Κιρίτσιλερ και να πίνει ακριβά ποτά. Μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε ως μισθοσυντήρητος: το ψωμί μου το έβγαλα εργαζόμενος συνεχώς στο Πολυτεχνείο. Ουσιαστικά αρνήθηκε να εμπορευτεί τους όχι ευάριθμους πίνακές του, ακόμη και τα χρόνια της μεγάλης του
αναγνώρισης, στοιβιάζοντάς τους στο σπίτι με την επιφάνεια στραμμένη προς τον ντουβάρι. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; 4. Δύο γάμοι σε μάλλον ώριμη ηλικία: με την ζωγράφο Νέλη Ανδρικοπούλου από το 1950 μέχρι το 1954 (το 1951 γεννήθηκε ο γιος τους Πάνος) και με την Ελένη Τσιώκου-Εγγονοπούλου το 1960 (το 1961 γεννήθηκε η κόρη του Εριέττα). Πίστευε σε ένα ζευγάρι που ενώνεται και περνούνε την ζωή τους ως ανδρόγυνο, κλεισμένοι στο σπίτι τους, απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Η Νέλη αφηγείται τον τρόπο που ο Εγγονόπουλος έγινε έξαλλος όταν, σε μια κοινή τους έξοδο, εκείνη ανταπέδωσε με το νεύμα του κεφαλιού της τον χαιρετισμό που της απηύθυνε ο φίλος του ποιητής -και εξίσου αγοραφοβικός - Μίλτος Σαχτούρης. Οι θυελλώδεις αντιδράσεις και λοιδωρίες που ξεσήκωσε η δημοσίευση των δύο πρώτων του ποιητικών συλλογών (Μην ομιλείτε εις στον οδηγόν το 1938 και Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής το 1939) καθώς και η πρώτη ατομική έκθεση της ζωγραφικής του (το 1939) τον οδήγησαν στο να κλειστεί στον εαυτό του σαν τον στρείδι. Σε αντίθεση με τον γενάρχη του υπερρεαλισμού στην ελληνική γλώσσα, τον θυελλώδη Ανδρέα Εμπειρίκο, ο Εγγονόπουλος πάντοτε δύσπιστος περίμενε από τον άλλον να κάμει τα πρώτα βήματα της προσέγγισής του και μόνον αν αυτά ήσαν ιδιαίτερα ένθερμα ανοιγόταν διστακτικά και ο ίδιος - σε κάθε άλλη περίπτωση θα ένιωθε πως φαινόταν να εκλιπαρεί για υποστήριξη ή για άναγνώριση. Τίποτε δεν είναι τυχαίο μόνο που δεν ήρθε η ώρα - δεν ήρθε η ώρα ακόμη -, ήρθαν μονάχα τα μουσικά σαλιγκάρια, ο τρελός κοχλίας. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; 5. καίω τα νιάτα μου / που είναι κιθάρα / που είναι κινάρα / που είναι κινύρα // λέω το άθροισμα / που είναι Μερόπη / που είναι μετόπη / που είναι με τόπι // κλαίω τις θύμισες / σαν το κοράκι / σαν το Κοράνι / σαν το κοράλλι // κι είμ’ ο Μινώταυρος / μεσ’ στο σεντούκι / μεσ’ το σεντόνι / μεσ’ το σεντέφι. 6. Είμαι ο Μινώταυρος. Όταν το 1938 ο ποιητής Απόστολος Μελαχρινός δημοσίευσε στις εκδόσεις του Περιοδικού «Κύκλος» την πρώτη συλλογή ποιημάτων του Νίκου Εγγονόπουλου Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν οι λογοτεχνικοί κύκλοι και οι εφημερίδες της έκαναν την βιαιότερη υποδοχή που έγινε ποτέ σε ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο. Μπορεί να είχε προηγηθεί η κατακραυγή εναντίον της Υψικαμίνου του Εμπειρίκου το 1935, ωστόσο κάτι το μεταξικό καθεστώς που είχε σκληρύνει τη στάση του απέναντι στους «διανοουμένους», κάτι η στιχουργική διάταξη των ποιημάτων του Εγγονόπουλου έκαμαν την αστική κριτική να βγάλει αφρούς. Οι ασταμάτητες ύβρεις και οι σκληρότατες ειρωνίες μαζί με την παράλληλη αναδημοσίευση των ποιημάτων από τα φύλλα των εφημερίδων με σχετλιαστικά σχόλια ήταν κάτι το πρωτοφανές - και ο Εγγονόπουλος, σε αντίθεση με τον εφοπλιστή Εμπειρίκο ήσαν ένας υπάλληλος που δεν είχε κανέναν να τον υπερασπιστεί. Ωστόσο, αυτός ο τόσο μοναχικός και τόσο ευάλωτος, αποφάσισε να βγει στην κόντρα. Μόλις την επόμενη χρονιά δημοσίευσε τα Κλειδοκύμβαλα της σιωπής - σαν τα παιδιά που ζητούνε πόλεμο. Φυσικά οι επιθέσεις εναντίον του γίναν ακόμη βιαιότερες. Τούτη η βαλίτσα των ύβρεων πήγε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ακόμη κι όταν ήρθε ο καιρός των βραβείων, της διακρίσεων και των τιμών (που ουδέποτε επιδίωξε), κάθε λίγο ήταν υποχρεωμένος να διαβάζει άλλοτε κάποιον αριστερό διανοούμενο που τον εγκαλούσε για «παρακμιακό εστετισμό και αφ’ υψηλού θέαση της ζωής» κι άλλοτε κάποιον αστό κριτικό που αποφαινόταν πως ο Εγγονόπουλος αντιμετωπιζόταν «με φόλα - ή έστω με βρεγμένη σανίδα». Μα ο
στραθιώτης έχει το σκερπάνι του, το μικρό παιδί το βλέμμα του, ο ποιητής το ροκάνι του - κάπως έτσι. Ναι, κρατώ το ροκάνι κι είμαι ο Μινώταυρος. 7. Όλοι μου φωνάζουν: παραδόσου. Όχι. Θα παραδώσω μόνον τις εξάγωνες φωτοβολίδες των λαιμητόμων στον μαρμαρωμένο βασιλιά. 8. Εγώ τον υπερρεαλισμό δεν τον γνώρισα - τον είχα μέσα μου. Όλοι λογαριάζουν τον Εγγονόπουλο για τον ακραιφνέστερο Έλληνα υπερρεαλιστή - μα πρέπει να σκεφτούμε τι θα πει υπερρεαλισμός. Ο Εγγονόπουλος, ειδικά στις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, και παρά το γεγονός ότι προέταξε αποσπάσματα των μανιφέστων του Μπρετόν και στα δύο πρώτα του βιβλία, έκανε μεγάλη προσπάθεια να αρνηθεί την υπαγωγή της ποίησής του και της ζωγραφικής του σε ένα νεότευκτο λογοτεχνικό δόγμα - στα μάτια του ο υπερρεαλισμός ξεκινάει από τον Όμηρο και τον Πίνδαρο, από τους Βυζαντινούς αγιογράφους και τον Μανουήλ Πανσέληνο του Πρωτάτου. Αυτό είναι - ή τουλάχιστον όσο περνούν τα χρόνια γίνεται όλο και περισσότερο - μια πραγματικότητα κι αυτό είναι η μεγάλη νίκη του υπερραλισμού: πως αποκάλυψε έναν είδη υπαρκτό ορίζοντα κι όχι μιαν οφθαλμαπάτη. Ο Εγγονόπουλος ήταν από τους μεγάλους υπερρεαλιστές, ίσως μεγαλύτερος κι από τον ίδιο τον Εμπειρίκο, γιατί ήταν μια σπάνια συνθετική περίπτωση - στα σίγουρα πολύ μεγαλύτερη από όσο νομίζουμε στην πρώτη ιδιότροπη ανάγνωση της ποίησής του. Στον Εγγονόπουλο συνυπάρχουν (και παραδόξως αρμόζονται) όλων των λογιών οι αντιφάσεις: ας πούμε, για να μείνω στην πιο τρανταχτή, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός με τον Καβάφη - ας πούμε: ο Σολωμός με τον Καριωτάκη ας πούμε, ο Κάλβος με τα δημοτικά τραγούδια κι όλοι αυτοί με τον Μπρετόν και με τον Εμπειρίκο. Και για να πάω στις εικόνες του: σε μια εξαιρετικά αυστηρή φόρμα που νομίζεις πως δεν χωράει συζήτηση, βρίσκεις και πρώιμο Πικάσο και Γκογκέν, και γήινο Σεζάν και εξαϋλωμένο Παρθένη, και Ματίς και Κόντογλου και Νταλί. Μέσα από το κύμα βγαίνει μια ανταριασμένη γοργόνα. Οι ναύτες αφήνουν τα κουπιά και παλεύουν να κλείσουν τα μάτια και τα αυτιά τους. 9. Είμαι ο Μινώταυρος: αν επιχειρούσα μια αμφίβολη απάντηση για τα όρια του κόσμου του Εγγονόπουλου θα έβαζα στην μια άκρη την ερεθισμένη σεξουαλική οπτική (ίσως η πιο καθαρή υπερρεαλιστική του επιρροή - ό,τι στον Εμπειρίκο είναι σπερματική λαχτάρα, στον Εγγονόπουλο, θαρρώ και στον Μπρετόν, είναι σωματική έλξη) και στην άλλη την σπληνική (κωνσταντινουπολίτικη, θα την έλεγε κανείς) πετριά του ρομαντισμού. Ανάμεσα σε ετούτες τις δύο άκρες ένα άγριο παιχνίδι με τα θραύσματα των αρχαίων τραγωδιών, με το δράμα και τα δράματα των ανθρώπων, παρόμοιο, ενδεχομένως και διδαγμένο από τον Καβάφη. Ο Αλεξανδρινός είναι κρίσιμο πρόσωπο -κρίσιμος Μινώταυρος- για τον Εγγονόπουλο. Να το πω αλλιώς: για μένα ο Εγγονόπουλος είναι ο Καβάφης του υπερρεαλισμού - κι όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο περισσότερο καβάφιζε: με ελληνικές λέξεις και με κόκκινα χρώματα έφτιαξε μικροδράματα με κόκκινο αίμα κι ελληνικές νοσταλγίες. Το κεφάλι του Θεόδοτου είναι το κεφάλι του σεμνών παρθένων - εκεί όπου τα νησιά γίνονται σάβανα. Τα νέα από το χαντάκι του Καμίνο Ντε Λα Φουέντε φτάνουν. Και στην κοιλάδα με τους ροδώνες ο Θεός απολείπει τον Αντώνιο. 10. το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου / να διέκρινε άραγε των ροδόδενδρων την αρμονία; / όχι -όχι- μιαν απέραντη ηθικολογία / δεν θα βοηθήσει να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο // να ελπίσεις - να ελπίζεις πάντα- πως ανάμεσα εις τους ανθρώπους / -που τους ρημάζει η τρομερή «ευκολία»- / θα συναντήσεις απαλές ψυχές
με τρόπους / που τους διέπει καλοσύνη -πόθος ευγενείας- ηρεμία // ίσως όχι πολλές ίσως νασ’ άτυχος: καμμία- / τότες εσύ προσπάθησε να γίνεις καλλίτερος / εις τρόπον ώστε να έρθει κάποια σχετική ισορροπία // άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζονται πως κάνουν κάτι / συ σκέψου με τι γλυκειά γαλήνη / προσμένεις ναρθ’ η ώρα να ξαπλώσεις στο παρήγορο του θανάτου κρεβάτι. 11. Νωρίτερα στη ζωή του είχε γυρέψει κάποτε το μεγάλο ελληνικό ποίημα. Με την κήρυξη του Πολέμου ο Εγγονόπουλος βρέθηκε να πολεμάει αδιάκοπα στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου τον Απρίλιο του 1941 αιχμαλωτίζεται από τους Γερμανούς, δραπετεύει, διασχίζει την μισή Ελλάδα με τα πόδια ώσπου να φτάσει στην Αθήνα. Η Κατοχή είναι ο καιρός όπου όλοι όσοι μπορούν κι αντέχουν να τραγουδήσουν ψάχνουν ένα ένδοξο αλωνάκι. Τρία εθνικά ποιήματα πήγε να γεννήσει ο υπερρεαλισμός εκείνα τα χρόνια - μα και τα τρία, ευτυχώς, πήγανε κάπου άλλου: η Αμοργός του Γκάτσου ήσαν εξ αρχής μια αστραπή ατομικής ελευθερίας, μια αλόγιστη κραυγή καταπιεσμένης σεξουαλικότητας και καταπιεσμένης ερημιάς. Το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας ήσαν η πιο σολωμική (:η πιο σιλλερική) ριξιά στην πρόθεσή της, μα κάποτε προδόθηκε από την ρητορεία της (ωστόσο τούτη η αποτυχία φαίνεται πως στάθηκε εξαιρετικά χρήσιμη για τον Ελύτη καθώς δεκαπέντε χρόνια αργότερα με το Άξιον Εστί πέτυχε το εθνικό ποίημα που έψαχνε η ελληνική ποίηση για έναν αιώνα). Ο Μπολιβάρ ήσαν ένα μεγαλόδραμα που ξεκίνησε για ύμνος εις την ελευθερία - μα στον δρόμο έγινε κάτι σαν την Eroika του Μπετόβεν: ένα ρομαντικό ελεγείο στην λεβεντιά που έλκεται από τον θάνατο. Δεν μπορώ να πω πως έχω διαβάσει πολλά ποιήματα για τον Ελευθερωτή - η λατινοαμετρικάνικη λογοτεχνία φαντάζομαι πως θα είναι γεμάτη από τέτοια: ωστόσο ότι κι αν διαβάσω για εκείνον τον Σίμωνα που μάγευε τους εχθρούς τους και τις γυναίκες, πάντοτε θυμούμαι που τρίζουν τα εικονίσματα της Καστοριάς, της σκοτεινής πόλης κοντά στη λίμνη. Κι ακόμη: από τον φριχτότερο όρκο, το φριχτότερο σκότος, το φριχτότερο παραμύθι, αυτό το Libertad που κόβει σαν ξυράφι Γουίλκινσον, ένας χορός ελευθεροτεκτόνων να γυρεύει τον φαλλό του Μπολιβάρ Διόνυσου - κυρίως γυρεύει την εξαλλότητά του για να σπείρει στον κόσμο την καινούρια γενιά. Ήταν ένα άλμα δίχως δίχτυ μα του βγήκε: Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας. 12. Γύρευε τον ελληνικό τρόπο - για την ακρίβεια πάλεψε να ελευθερώσει από μέσα του τον ελληνικό τρόπο και τα ελληνικά γιουρούσια προς το παράλογο. Στον αγώνα αυτό αναγνώρισε έναν δάσκαλο και έναν ευεργέτη: ο δάσκαλος ήταν ο Παρθένης (στο εργαστήρι του οποίου είχε μαθητέψει), ευεργέτης ο Εμπειρίκος (που πέρα από τα άλλα τον έκρυψε στο σπίτι του όταν Γερμανικές Αρχές Κατοχής τον καταζητούσαν εξαιτίας των όσων έγραφε στον Μπολιβάρ). Αυτός ο τόσο δύσκολος στα λόγια, έβαλε τον Παρθένη και τον Εμπειρίκο ανάμεσα στους κορυφαίους του κόσμου - και όλα δείχνουν πως δεν είχε άδικο. Ο Παρθένης, περισσότερο κι από το πώς πιάνεται το πινέλο, του έμαθε πως τέχνη σημαίνει να πηγαίνεις την νύχτα σου μέχρι το τέλος. Ο Εμπειρίκος, με εκείνη την δρυϊδική του αθωότητα που μαρτυρούν όσοι τον γνώρισαν, έπεισε τον βλοσυρό και καχύποπτο Εγγονόπουλο, πως ένας τουλάχιστον άνθρωπος αναγνωρίζει τον κήπο του - την επερχόμενη κοιλάδα με τους ροδώνες - και μπορεί να περπατήσει μέσα σε αυτόν. Η προμετωπίδα του κόκκινου βιβλίου δείχνει πολλά. Η Νέλη Ανδρικοπούλου γράφει πως στο κέντρο της τέχνης του Εγγονόπουλου ήταν μανιακά ο εαυτός του - κι ακόμη γράφει πως θα αρνούνταν σε κάθε περίπτωση να ψυχαναλυθεί. Ο Εμπειρίκος ελευθέρωσε τον Εγγονόπουλο αναγνωρίζοντάς τον: στον Ύμνο που δημοσίευσε στο περιοδικό «Τετράδιο» το 1945
με τίτλο «Νίκος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου» θυμήθηκε τον αγαπημένο του Λαφόργκ: ιδού που τρομάζει διότι τρόμαξε, ιδού που ηδονίζει διότι ηδονίστηκε, ιδού που συγκλονίζει διότι συγκλονίστηκε. Μάλιστα από το στήθος μας θα βγει, λοιπόν, η γοργόνα; 13. Ζωγράφισε κούκλες, άψυχα μοντέλα που τα έντυνε με φορεσιές και περούκες, τους έβαζε τρίχες και μουστάκια. Εύκολα κανείς τον βγάζει γιο του Ντε Κίρικο - εύκολο να πει πως ζωγραφίζει νεκρές φύσεις και τοπία. Μα γιατί μου φαίνονται τόσο ζωντανά αυτά τα πλάσματα, και προπαντός γιατί μου φαίνονται τόσο θλιμμένα και συνάμα τόσο απελπισμένα και συνάμα τόσο ερεθισμένα; Ναι, αντέγραψε τον Ντε Κίρικο μα έκανε κάτι ολότελα διαφορετικό: ο Ιταλοβολιώτης ξεκίνησε από τα σώματα για να καταλήξει στα σύμβολα της μεταμόρφωσης, της αρχαίας και της επικείμενης ο Κωνσταντινουπολίτης έκαμε το ανάποδο: από ένα σημείο και πέρα τα σύμβολά του είναι πρόσχημα για τον ερεθισμό των σωμάτων. Ήσαν δυτικοβυζαντινός - και σε κάθετη αντίθεση με τον λατρεμένο του Παρθένη (και προς μεγάλη τιμή του δασκάλου του) παρέμεινε κολλημένος με την ύλη και με τη σάρκα και με τα χρώματα, μαγεμένος με το χώμα και τη λάσπη, όπως ο Γάλλος Σεζάν και ο μικρασιάτης Κόντογλου. Ο Εγγονόπουλος ξεκίνησε τις εικόνες για να σκαρώσει μια πλάκα στην ιστορία - μα πόσα χουνέρια και τι πλεκτάνες η ιστορία; Ωστόσο το παιχνίδι αγρίεψε - κι αίφνης εκείνος γέμισε ετούτους τους αόμματους πρωτόπλαστους, ετούτους τους προσχηματικούς αυγοκέφαλους με ρίγη ερημιάς και επερχόμενους σπασμούς της αγάπης. Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας. 14. Φέρε το πλούσιο αίμα να σεργιανίσει τον ήχο της καμπάνας. Ιδού: Ο Βελισάριος. Ο Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης. Ο Σίμωνας Μπολιβάρ. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο Βελεστινλής. Ο Αντώνης Οικονόμου. Ο Πασβατζόγλου. Ο Μερκούριος Μπούας. Ο Μήτσος Αστερίου. Ο Κορκόδειλος Κλαδάς. Ο Ισίδωρος -Σιδέρης- Στοϊκοβιτς. Οι ιεροί Εβραίοι της Σαλονίκης. Η Εστερίκα ή Ρίκα που ίσως να την έκαμαν λουλούδι οι Νατσήδες. Ο Θεόφιλος που αλητόπαιδες τον γκρέμισαν από την σκάλα του και τον τσάκισαν (και τούτοι οι αλητόπαιδες σαν μεγάλωσαν θα γίνανε φιλήσυχοι και ευυπόληπτοι αστοί). Ο Παναγής Κουταλιανός. Ο Αλέξανδρος Καραμανλάκης. Ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος. Ο Γκέορκ Τρακλ. Ο Πάμπλο Πικάσο. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο Λεονάρντο από το Βίντσι. Ο Αλέξανδρος. Ο Παύλος Μελάς. Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Κώστας Λαγουμιτζής Χορμοβίτης που έσκαβε λαγούμια κάτω από τα στρατόπεδα και τα τίναζε στον αέρα. Οι σκληρότατες παρθένες της Θράκης που κομμάτιασαν τον Ορφέα. Φέρε το πλούσιο αίμα να σεργιανίσει τον ήχο της καμπάνας. Ο Ύπνος και ο Θάνατος: καλπάζουμε. Στο κατάστρωμα ο Τζιάκομο Καζανόβα και ο κόμης του Λωτρεαμόν με πτηνόμορφο πρόσωπο. Ο Ορφέας με τη λύρα και η Ευρυδίκη με τις κατακόκκινες ρόγες στο στήθος. Η Καρχηδών εσίγησε δια παντός. Οι εραστές έτοιμοι. Η γυναίκα οδηγεί τον τοξότη: εκεί. Ο Άργος με τα χίλια μάτια παραπονιέται στον Ερμή. Η Αδελαϊδα, η μεγάλη ιέρεια του φετιχισμού. Ο Δαίδαλος με τον διαβήτη. Ποιανού πατέρας ήταν ο Δαίδαλος; - να σκεφτείς την δύσκολη απάντηση αυτήν που θέλει τόλμη. Ω ναι, φέρε το πλούσιο αίμα να σεργιανίσει τον ήχο της καμπάνας. 15. τι είναι στη ζωή που να μην είν’ αίνιγμα γρίφος; / μα κι’ η ζωή η ίδια δεν είναι γρίφος αίνιγμα; // τι δυστυχία οι τεχνοκράτες / μέσα στην τύφλα απ’ ολούθε πού τους περιζώνει / να παραμένουνε / στις κούφες πεποιθήσεις (;) τους/ ισχυρογνώμονες / πεισματωμένοι / γινατζήδες // του ποιητή / πια μόνη -θεόθεν- σωτηρία λύσις /
παρηγόρηση / μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές / ο έστι / μεθερμηνευόμενο / η κοιλάδα των ροδώνων. 16. Τι είναι η ζωή που να μην είναι αίνιγμα γρίφος; Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέθανε στις 31 Οκτωβρίου του 1985. Κανείς δεν είναι αθάνατος. Υπάρχει Θεός όμως δεν είναι παντοκράτορας μα ένας απελπισμένος Ορφέας. Μια Ευριδίκη με βγαλμένα μάτια τον καλεί. Όχι στη δεύτερη παρουσία - ναι στην κοιλάδα με τους ροδώνες. Τι είναι δίπους, τρίπους και τετράπους; Ποιο ποίημα παραμονεύει; Ποια Ελλάδα κυκλώνει τις σάρκες μας; Ποια γοργόνα θα μας τελειώσει; Ζει ο βασιλιάς Μινώταυρος; 17. πρόσεξε: αυτός ο Οιδίπους / που πρόκειται να συναντήσουμε / στη διχάλα των βιωτικών δρόμων / όχι: δεν είναι ο Οιδίπους της μυθολογίας // παρ’ όλη την οιωνεί ελεφαντίαση / την ποδάγρα -την ακρομεγαλία- / απ’ την οποία πάσχει / σ’ το λέω δεν έχει σχέση με τον Οιδίποδα τον παλιό // ούτε τον πατέρα του έχει σκοτώσει / ούτε σύρε και πρόλαβε και πες το της Ιοκάστης- / ούτε και τη μητέρα του πρόκειται να παντρευτεί // ασ’ τονε ακόμη λίγο και θα προχωρήση / κι ύστερα -σε λίγο πάλε- μια για πάντα θα χαθεί // όμως εκείνος ο μαύρος σκύλος / που κείτεται στη μέση του δρόμου του ηλιόλουστου / -του «ηλιόλουστου» από τον ήλιο που πάει να βασιλέψει- / κοιμισμένος ή νεκρός ανάμεσα στις καβαλίνες / ε! λοιπόν αυτός είναι / αυτός είναι κάτι // μάθε το: είναι η Σφίγγα του παραμυθιού / ως έπεσε απ’ το βάθρο / σαν είδε / πως «μυστικό» / δεν υπήρχε πια 18. Η Σφίγγα πέθανε - της φάγανε τα μάτια τα κοράκια. Οι αστραπές πέθαναν - τις πήρανε οι βαλανιδιές και τις έθαψαν στο δάσος τους. Ο Αντρέας Μπρετόν πέθανε - αιχμάλωτοι νεροσταγόνων δεν είμαστε παρά για πάντα ζώα. Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέθανε - προς Θεού, όχι συγκινήσεις, κι υπερβολές, κι απελπισίες. Ο Αιγέας πέθανε - γιατί ήτανε πάντοτε μαύρα τα πανιά των καραβιών. Ο Ορφέας πέθανε - ας όψονται τα κορίτσια της Θράκης με τα άπονα χέρια τους. Τα ένιωσες τα βήματα των Ερινύων; Ο Μινώταυρος πέθανε - τον σκότωσε ο Θησέας όταν του αποκάλυψε πως το μέλλον ανήκει στα μαθηματικά, στη λογική και στους καθρέφτες. Ο Μινώταυρος πέθανε - και τώρα πια από ποιον θα φαγωθούμε εμείς τα νέα παιδιά των Αθηνών; Ο Μινώταυρος πέθανε - κι όλες οι γοργόνες του ωκεανού βγαίνουν στη στεριά και παραγγέλνουν στους τοξότες τους: εκεί. 19. (Και τα βέλη σχίζουν τον αγέρα και σε βρίσκουν κατάστηθα. Εσύ αιμορραγείς κι ο κόσμος θηλάζει.) 20. Αυτό είναι ο Εγγονόπουλος: ένα ελληνικό δράμα, μια έξαλλη φαντασμαγορία, μια θεριεμένη ανυπακοή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Αλλιώς: εκείνος που περπατά σε βιωτικούς δρόμους και κατά βάθος προσεύχεται να κομματιαστεί. Αλλιώς: είναι κάποιος που δάγκωσε κατάστηθα τον αιώνα της καταχνιάς. Αλλιώς: κάποιος που ζει με τη ροκάνα στα χέρια. Ο Παν δεν πέθανε. Ο Παρμενίδης δεν πέθανε. Ο Βελισσάριος δεν πέθανε. Ο Άργος τυφλώθηκε δια παντός - του πέρασαν σπαθί πυρωμένο μπροστά στα χίλια μάτια του. Ο Μπολιβάρ παίζει μελόντικα σε θεσσαλικά καραγάτσια. Ο Μινώταυρος ντύθηκε τον λαβύρινθό του δίχως αυτόν είναι γυμνός. Κι από την άλλη το σφυρίζουν όλες οι μαρμαρωμένες φλογέρες: λαβύρινθος δίχως Μινώταυρο δεν υπάρχει. Εμπρός, λοιπόν: έρχουνται οι Βάκχες για να σμίξουν μαζί του. Μη με ακολουθείτε - όπου κι αν πάτε, στο εξής να το κάνετε δίχος τον μίτο της Αριάδνης, δίχως επιστροφή.
21. Στρατηγέ, τι ζητούσες στη Λάρισα, εσύ, ένας Υδραίος; Μετά από χίλια χρόνια οι άνθρωποι θα εξακολοθούν να περιμένουν τον Αντίχριστο, θα βάζουν μαύρα πανιά στα καράβια τους, θα κατασπαράζουν τους άλλους από αγάπη. Στη Λάρισα γυρεύεις το μυστικό που βούλιαξε στα διάφανα νερά της Ύδρας. Μες το σεντούκι, μες το σεντέφι, μες το σεντόνι, μετά από χίλια χρόνια θα ξανάρθεις, όχι ως στεφανωμένος Μεσσίας ή ως στεφανωμένος Αντίχριστος, όχι ως μαντατοφόρος με σκεπασμένο πρόσωπο ή ως Ορφέας με υποσχετική λίγων ωρών, μα ως αίνιγμα στο στόμα της Σφίγγας, δίπους, τρίπους και τετράπους, μαύρος σκύλος που τα δόντια του αστράφτουν, λουλούδι που εμοιράζει τα μερτικά της νοσταλγίας, στραθιώτης που κρατά το σκερπάνι του. Αιχμάλωτοι νεροσταγόνων, δεν είμαστε παρά για πάντα ζώα. Όχι, μην ομιλείτε εις τον οδηγό που φαντασιοκοπεί. Ο βασιλιάς Μινώταυρος ζει.
Σημ. Στην παράθεση των αποσπασμάτων από το ποιητικό έργο του Νίκου Εγγονόπουλου, διατηρήθηκε η ορθογραφία και η ιδιωματική γραφή του συγγραφέα (Ιδιωματικές λέξεις, όπως στραθιώτης, απουσία στίξης και έναρξης της πρότασης με κεφαλαία)
Nίκος Εγγονόπουλος: συνοπτικό χρονολόγιο 1907, 21 Οκτωβρίου: Γεννιέται στην Αθήνα ο Νίκος Εγγονόπουλος. Πατέρας του ο Παναγιώτης Εγγονόπουλος, ο οποίος καταγόταν από φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπουλης. Η μητέρα του Ερριέττη ήτανε απόγονη του Γερμανού φιλέλληνα Δημήτριου Φρειδερίκου Σμιθ. 1914 – 1923: Με την κήρυξη του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου διαμονή στην Κωνσταντινούπολη. Εγκύκλιες σπουδές. 1914 – 1927: Διαμονή στο Παρίσι, ως εσωτερικός μαθητής σε Λύκειο. Πρώτη επαφή με τα κινήματα της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. 1927: Επιστροφή στην Ελλάδα και στράτευση μέχρι το 1928. Στην συνέχεια εγκατάσταση στην Αθήνα και έναρξη υπαλληλικής εργασίας προκειμένου να καλύψει τις βιοποριστικές του ανάγκες. Το φάσμα της οικονομικής στενότητας θα τον συνοδέψει μέχρι το τέλος της ζωής του. 1928 – 1930: Εργάζεται ως μεταφραστής και ως γραφέας, ενώ φοιτά και σε νυχτερινό Γυμνάσιο για να πάρει και το ελληνικό απολυτήριο του Γυμνασίου. 1932 –1938: Σπουδές στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Μαθητής στο εργαστήρι του Κωνσταντίνου Παρθένη και στο εργαστήρι του Φώτη Κόντογλου. Υπαλληλική εργασία σε Υπουργεία. Συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις με τέμπερες μακεδονίτικων σπιτιών. 1938: Δημοσιεύει μεταφράσεις του Τρίσταν Τζάρα και τις δημοσιεύει στο περιοδικό «Υπερ(ρ)εαλισμός». Αρχίζει να κάνει σκηνικά για θεατρικές παραστάσεις. Κυκλοφορία του ποιητικού του βιβλίου Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν. Βιαιότατες αντιδράσεις της αστικής κριτικής. 1939: Κυκλοφορία του δεύτερου ποιητικού του βιβλίου Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής. Και πάλι βιαιότατες αντιδράσεις της κριτικής. Πρώτη ατομική έκθεση πινάκων του. 1940-1941: Επιστρατεύεται στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, όπου και παραμένει μέχρι την λήξη των επιχειρήσεων. Τον Απρίλιο του 1941 συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς, δραπετεύει και φτάνει στην Αθήνα με τα πόδια.
1943 - 1944: Γράφει τον Μπολιβάρ, ποίημα το οποίο εκδίδεται τον Σεπτέμβριο του 1944. Καθώς οι Γερμανικές Αρχές Κατοχής αναζητούν τον συγγραφέα του ποιήματος, καταφεύγει για αρκετές εβδομάδες στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου, διάστημα κατά το οποίο αναπτύσσεται η στενή φιλική σχέση τους. 1946 –1973: Εργάζεται, με μικρά διαλείμματα στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο ως βοηθός, επιμελητής και μόνιμος καθηγητής στις έδρες Σχεδίου και Διακοσμητικής, Γενικής Ιστορίας της Τέχνης και Ελεύθερου Σχεδίου. Συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής. Το 1954 εκπροσωπεί την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας με 72 έργα του. Το 1963 γίνεται ατομική έκθεση του έργου στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Αθηνών. Το 1973 γίνεται μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου του με 105 πίνακες στην Εθνική Πιανκοθήκη. 1946: Εκδίδεται το βιβλίο του Η επιστροφή των πουλιών 1948: Εκδίδεται το βιβλίο του Έλευσις. 1950 –1954: Γάμος του με την ζωγράφο Νέλη Ανδρικοπούλου. Το 1951 γεννιέται ο γιος τους Πάνος. 1954: Εκδίδεται σε ανάτυπο το ποίημά του Ο Ατλαντικός. 1957: Εκδίδεται το βιβλίο του Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω, για το οποίο του απονέμεται το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. 1960: Γάμος του με την Ελένη Τσιόκου. Το 1961 γεννιέται η κόρη του Ερριέττη. 1966: Συγκεντρωτική έκδοση του μέχρι τότε ποιητικού του έργου σε δύο τόμους με τίτλο Ποιήματα Α’ και Ποιήματα Β’ 1978: Κυκλοφορία του βιβλίου του Η κοιλάδα με τους ροδώνες για το οποίο του απονέμεται και πάλι το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. 1984: Ατομική έκθεση με ακουαρέλες και τέμπερες. 1985, 31 Οκτωβρίου: Ο Νίκος Εγγονόπουλος πεθαίνει στην Αθήνα από ανακοπή καρδιάς. Μετά τον θανατό του γίνονται μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις του ζωγραφικού του έργου (1985, 1987, 1996, 1997). Από την άλλη πλευρά τα ποιητικά του βιβλία, καθώς και τα συγκεντρωμένα πεζά του κείμενα, κυκλοφορούν σε συνεχείς ανατυπώσεις από τις εκδόσεις Ίκαρος, ενώ έχουν μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες.
Add a Comment