Η-πολιτική-ιδεολογία-της-Βυζαντινής-Αυτοκρατορίας
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΊΑΣ
Η ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ γεννήθηκε το 1926. Σπούδασε στην Αθήνα και στο Παρίσι και ειδικεύτηκε στη μελέτη του κόσμου της χριστιανικής Ανατολής, και ειδικότερα του κράτους και της κοινωνίας του Βυζαντίου. Μια σειρά εργασίες της για το Βυζάντιο την έκαναν γνωστή. Έλαβε μέρος σε διάφορα παγκόσμια συνέδρια Ιστορίας και προσκλήθηκε για διαλέξεις στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ενώ έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις. Το 1967 έγινε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης και το 1976 εκλέχτηκε πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης (η πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε με μια τέτοια θέση στα 700 χρόνια παράδοσης του Πανεπιστημίου). Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, πρόεδρος του Πανεπιστημίου των Παρισίων και του Κέντρου Τέχνης και Πολιτισμού Ζορζ Πομπιντού-Μπομπούρ. Είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών καθώς και επίτιμη πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών, ενώ πρόσφατα αναγορεύθηκε επίτιμη διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Θεωρείται μία από τις πλέον εξέχουσες πανεπιστημιακές και πνευματικές προσωπικότητες του τόπου μας που τιμούν πραγματικά την πατρίδα μας στο εξωτερικό.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΛΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΧ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ^ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΌΤΥΠΟΥ: L'IDEOLOGIE POLITIQUE DE L'EMPIRE BYZANTIN Από τις Εκδόσεις PRESSES UNIVERSITAIRES DE FRANCE, Παρίσι 1975 ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ: Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Χρυσούλα Μπουκουβάλα ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Τούλα Δρακοπούλου ΘΕΩΡΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Άννα Μαράντη ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Βασιλική Παχουμίου, Ραλλού Ρουχωτά ΕΚΤΎΠΩΣΗ: Άγγελος Ελεύθερος & ΣΙΑ Ο.Ε. ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ: Κωνσταντίνο Παναγιώτου & ΣΙΑ Ο.Ε. © Presses Universitaires de France, 1975 © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε., Αθήνα 1988
TUV^USTSIAHEULAS
ΕΛΕΝΗ
ΓΛYKATZH-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
Πρώτη έκδοση: Μάρτιος 1997 Δεύτερη έκδοση: Ιανουάριος 2007 Πρώτη ανατύπωση: Μάιος 2007 ISBN 978-960-702-071-0
Τνπώθηκε σε χαρτί ελεύθερο χημικών ουσιών χλωρίου και φιλικό προς το περιβάλλον.
Μετάφραση: ΤΟΥΛΑ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το παρόν έργο πνευματική; ιδιοκτησία; προστατεύεται κατά xtg διατάξει; του Ελληνικού Νόμου (Ν,. 2121/1993 όπω; ε'χει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τι; διεθνείς σνμβάσει; περί πνευματική; ιδιοκτησία;.. Απαγορεύεται απόλυτοι; η άνευ γραπτή; άδεια; του εκδότη κατά οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο αντιγραφή, φωτοαΛχπύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμί σθωση ή δανεισμό;, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρου; του ε'ργου..
ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΤΥΠΩΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε. Έ δ ρ α : Τατοΐου 121 144 52 Μεταμόρφωση Βιβλιοπωλείο: Μαυρομιχάλη 1 106 79 Αθήνα Τηλ.: 2102804800 Telefax: 2102819550 www.psichogios.gr e-mail: info@psichogios.gr
PSICHOGIOS PUBLICATIONS S.A. Head office: 121, Tatoiou Str. 144 52 Metamorfossi, Greece Bookstore: 1, Mavromichali Str. 106 79 Athens, Greece Tel: 2102804800 Telefax: 2102819550 www.psichogios.gr e-mail: info@psichogios.gr
ΨΥΧΟΓΙΟΣ
mr
Στη μνήμη τον Πατέρα VITALIEN LA URENT
I
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΉ 1. Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ 1. Η καταγωγή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Θρύλος και ιστορία 2. Η γε'ννηση των βυζαντινών ιδεολογιών. Εξάρσεις και αντιθέσεις 3. Τα οικουμενικά όνειρα: Οι προσπάθειες του Ιουστινια νού Α και του Ηρακλείου 2. Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ 1. Το βάρος της πραγματικότητας: Η Εικονομαχία 2. Ο βυζαντινός εθνικισμός 3. Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ 1. Η Pax Byzantina 2. Το σύμπλεγμα ανωτερότητας: Μια μεταμόρφωση του ιμπεριαλισμού 4. Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ 1. Η γέννηση του ελληνοβυζαντινού πατριωτισμού 2. Η πόλωση της Κωνσταντινούπολης 3. Ο αριστοκρατικός πατριωτισμός
13
17 23 28
35 41
49 60
74 79 83
5. ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΕΩΝ ΑΞΙΩΝ 1. Η Δυτική πρόκληση και το αντιλατινικό αίσθημα 2. Επαρχιακός πατριωτισμός και αντικωνσταντινουπολίτικη συμπεριφορά 6. Ο ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ 1. Ο «ιερός βυζαντινός πόλεμος»: Το πάθος για την Ορθοδο ξία και την Κωνσταντινούπολη 2. Το εθνικό ανικανοποίητο και η δύναμη της παράδοσης. Η γέννηση της Μεγάλης Ιδε'ας 7. Η ΕΘΝΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ 1. Η βυζαντινή αντεκδίκηση και ο ουτοπικός πατριοκισμός 2. Η πνευματική ουτοπία, η μοιρολατρική εσχατολογία και η πίστη στην Ορθοδοξία ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΕΡΕΥΝΑ Οι βασικε'ς αρχε'ς της πολιτικής σκέψης στο Βυζάντιο 1. «Τάξις» και «Οικονομία» και οι σχε'σεις τους με την κο σμική και πνευματική εξουσία 2. «Τάξις» και «Οικονομία»: Θεμε'λια της βυζαντινής κοι νωνίας 3. «Τάξις» και «Οικονομία» και η τέχνη διακυβέρνησης ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
...Ταξίδεψα στις θάλασσες και ήρθα στην άγια πόλη του Βυζαντίου ...Σεχρυσαφένιο κλώνο κάθισα να τραγουδήσω στους άρχοντες και στις αρχόντισσες του Βυζαντίου Τα περασμένα, τα τωρινά και τα μελλούμενα. ΟΥΙΛΙΑΜ ΓΕΪΤΣ «Ταξιδεύοντας στο Βυζάντιο» (1927)
ΕΙΣΑΓΩΓΉ
Η μελέτη της πολιτικής ιδεολογίας του Βυζαντίου, δηλαδή της χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ρωμαϊκής Ανατολής, κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στα προβλήματα που κυριαρχούν σή μερα στις βυζαντινές σπουδές. Κατά τα τελευταία χρόνια, πα ρουσιάστηκαν σημαντικές και αξιόλογες εργασίες, που οφεί λονται κυρίως σε Γερμανούς και Αγγλοσάξονες επιστήμονες. Οι εργασίες αυτές είναι κυρίως αφιερωμένες στη μελέτη της ιδέας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα ζωντανής στο Βυζάντιο ιδίως κατά τον δέκατο τέταρτο και τον δέκατο πέμπτο αιώνα), στις σχέσεις της με την ελληνιστική ιδέα της βασιλείας, καθοος και στη μελέτη, εννοείται, των προεκτάσεων της ως προς τη χριστιανική αντίληψη για την εξουσία. Έτσι, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το πρόβλημα που έχει αναλυθεί εκτενέστερα είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο της οικουμενικότητας της Βυζα ντινής Αυτοκρατορίας1. Ωστόσο, δεν έχουν μελετηθεί ακόμα, όσο χρειάζεται, οι συνέπειες αυτής της θεμελιακής αρχής της πολιτικής σκέψης στην κοινωνία και τη ζωή των Βυζαντινών.
Οι Σημειώσεις παρατίθενται στο τε'λος του βιβλίου.
14
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
15
Η παρούσα εργασία δεν επιδιώκει καθόλου να καλύψει αυ τό το κενό. Πολύ πιο περιορισμε'να θα προσπαθήσιο να εξετάσω μερικές πλευρές των βασικών ιδεολογικών προσανατολισμών, που κυριάρχησαν στις διάφορες περιόδους της χιλιόχρονης ιστο ρίας του Βυζαντίου, και να μελετήσω την επίδραση τους στη νοο τροπία και την κοινή γνώμη. Τα προβλήματα με τα οποία θα ασχοληθώ, χιορίς ωστόσο να μπορο5 να βροο ικανοποιητικές λύ σεις, είναι: οι σχέσεις των πολιτών με το κράτος και την εξου σία, ο ρόλος τους και οι αντιδράσεις τους μπροστά στα προβλή ματα τα λεγόμενα εθνικού ενδιαφέροντος ή, απλούστερα, δημό σια. Τα αποσπασματικά και διασκορπισμένα στοιχεία που τεκ μηριώνουν την εργασία μου εμποδίζουν συχνά τη συγκέντρωση της προσοχής στη μελέτη προβλημάτων, το ενδιαφέρον των οποίων είναι εντούτοις φανερό. Αναφέρομαι, ανάμεσα σε άλ λα, στο μηχανισμό της διαμόρφωσης της νοοτροπίας, στις μετα στροφές της κοινής γνώμης, στις αντιστάσεις τέλος των πνευμα τικών δομών μπροστά στις μεταβαλλόμενες πραγματικότητες. Τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να τεθούν και να αναλυθούν σωστά, χιορίς μια προηγούμενη εξέταση της σημασιολογικής εξέλιξης των όρων που χρησιμοποιούνται στις συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η μελέτη μας λοιπόν θα είναι ελλιπής, λόγω του ότι δεν έχει ακόμα γίνει ούτε καν αναληφθεί αυτή η έρευνα. Εξάλλου, η μελέτη των πολιτικών ιδεολογιών στο Βυζάντιο (χρησιμοποιώ σκόπιμα τον πληθυντικό, επειδή η ποικιλία των πολιτικών προσανατολισμών της Αυτοκρατορίας είναι δεδομέ νη) απαιτεί τη χρησιμοποίηση πηγών και κατηγοριών διαφορε τικής φύσης. Είναι φανερό ότι οι πληροφορίες από πηγές που προορίζονται για ένα συγκεκριμένο κοινό επιτρέπουν να συλ λάβουμε τις κοινωνικές, εθνικές και πνευματικές διαιρέσεις στις αντιδράσεις προσώποον διαφορετικής προέλευσης και κοι νωνικής θέσης, τα οποία αναμείχθηκαν στις δημόσιες υποθέ-
σεις. Έτσι, οι αγιογραφικές πηγές -Βίοι Αγίων, Διηγήσεις Θαυμάτων, Προσευχές κτλ.— είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για τη μελέτη των λαϊκών δοξασιών και των αντιδράσεων των επαρχια κών πληθυσμών. Αντιθέτως, οι επίσημες πηγές, κυρίους οι νόμοι και οι αυτοκρατορικές Νεαρές2, είναι απαραίτητες για την εξέ ταση των κυβερνητικών ιδεολογικών προσανατολισμών, ενώ η επιστημονική φιλολογία -Λόγοι, Γράμματα κτλ.- προσφέρει πολύτιμες μαρτυρίες για τις θέσεις της βυζαντινής «ελίτ» και ιδιαίτερα τοον διανοούμενων της Κωνσταντινούπολης, που έχουν συχνά πολλές αποχρώσεις. Από την άλλη μεριά, η αυτο κρατορική εικονογραφία, όπως και η νομισματική3 και σε μι κρότερο βαθμό η σιγιλογραφία, αποκαλύπτουν τα μυστικά της επίσημης προπαγάνδας, που είχε ιδιαίτερα καλλιεργηθεί στο Βυζάντιο. Ας προσθέσουμε, τέλος, ότι η μελέτη της στάσης της Εκκλησίας, κεφαλαιώδης για το θέμα μας, απαιτεί τη διερεύνη ση εκκλησιαστικών πηγών και ότι οι Βυζαντινοί ιστορικοί είναι οι μόνοι που προσφέρουν το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνουν χοόρα οι ιδεολογικές εκδηλώσεις, για να καταλά βουμε ότι ο καταθλιπτικός όγκος των στοιχείων της τεκμηρίω σης μας την καθιστά σχεδόν δυσπρόσιτη. Ωστόσο, τα κενά και οι ατέλειες της συγκεκριμένης εργασίας δεν οφείλονται μόνο στις δυσκολίες αυτού του έργου. Γι' αυτό είμαι βεβαία. Εντούτοις, θέλο:> να πιστεύω ότι η προσπάθεια μου, όσο ατελής και να είναι, θα ενθαρρύνει χωρίς αμφιβολία τις περαιτέρίο έρευνες σ' έναν τομέα ενδιαφέροντα και μέχρι σήμερα ελάχιστα διερευνημένο. Ευχαριστώ το διευθυντή αυ τής της συλλογής, τον καθηγητή R. Mousnier, που μου έδωσε την ευκαιρία να επιχειρήσίο αυτή τη μελέτη. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι αυτή η εργασία τελείωσε στο Dumbarton Oaks, στο Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Harvard. Εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου στη διεύθυνση
16
ΕΙΣΑΓΩΓΉ
του, ιδιαίτερα στο διευθυντή του, Μ. W. Loerke, που έθεσε στη διάθεση μου την εξαίρετη βιβλιοθήκη αυτού του κέντρου και μου επέτρεψε να δοο τους ανεκτίμητους θησαυρούς της βυζα ντινής του συλλογής. Εκφράζω τις φιλικές μου ευχαριστίες για τις παρατηρήσεις του στον καθηγητή R. Browning του Πανεπι στημίου του Λονδίνου, που είχε την καλοσύνη να διαβάσει τα χειρόγραφα μου. Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω πάσο βοηθήθη κε αυτό το βιβλίο από τις συζητήσεις με τον Πατέρα F. Dvornik, καθηγητή του Harvard και έναν από τους κυριότερους εμπνευστές των μελετών για την πολιτική ιδεολογία του χρι στιανικού κόσμου.
1 Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ
1. Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΘΡΥΛΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ
Το Βυζάντιο είναι ταυτόχρονα μια πόλη και μια αυτοκρατο ρία. Η περίεργη τύχη της άλλοτε ταπεινής πόλης του Βοσπό ρου δημιούργησε γρήγορα το θρύλο. Το Βυζάντιο-Κωνσταντινούπολη, προορισμένο να γίνει η έδρα της πρώτης χριστιανι κής αυτοκρατορίας, θεωρήθηκε εξαρχής έργο θείας έμπνευ σης. Εμφανίζεται ο Θεός στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο για να του υποδείξει τη θέση της πόλης, στις ακτές του Βοσπόρου. Η θεία παρέμβαση και πάλι καθορίζει με ακρίβεια το Βυζά ντιο, που βρισκόταν στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου (κι όχι τη Χαλκηδόνα που ήταν στην ασιατική). Τέλος, με την κα θοδήγηση ενός αγγέλου χαράζει ο Κωνσταντίνος την περίμε τρο της πόλης, στην οποία, σύμφωνα με μια παράδοση που άρ χισε με τον Μέγα Αλέξανδρο, θα δώσει το όνομα του. Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, της πόλης που διάλεξε ο
18
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
19
Θεός, θεωρήθηκε εξαρχής ότι συμβόλιζε και την ίδρυση της χρι στιανικής αυτοκρατορίας. Η χριστιανική ιστοριογραφία δη μιούργησε το θρύλο της ιερής πόλης της Κωνσταντινούπολης σαν απάντηση, θα ε'λεγε κανείς, σιον ειδωλολατρικό θρύλο για την ίδρυση της Ρώμης — και η ρωμαϊκή Ανατολή έκανε την Κων σταντινούπολη πολιτικό και πολιτιστικό της κέντρο. Έτσι με την Κωνσταντινούπολη ένας νέος κόσμος μπαίνει στην Ιστορία. Το Βυζάντιο που γίνεται Κωνσταντινούπολη εγκαινιάζει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τη νέα δηλαδή Ρωμαϊκή Αυτοκρα τορία, που μπαίνει κάτω από το έμβλημα της νέας θρησκείας. Η παράδοση που επιμένει ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δη μιουργήθηκε από τους χριστιανούς και για τους χριστιανούς αποτελεί αναμφίβολα την πρώτη βυζαντινή ιδεολογική έκφρα ση. Ο ρόλος της Ιστορίας είναι να απομακρύνεται από το θαύ μα. Κάτω από το δικό της φοος η καταγωγή της Βυζαντινής Αυ τοκρατορίας παρουσιάζεται σε όλη της την πολυπλοκότητα. Γνωρίζουμε από την Ιστορία ότι ο Κωνσταντίνος παρέμεινε ει δωλολάτρης μέχρι την ο5ρα του θανάτου του και ότι ο Ιουλια νός ο Αποστάτης κατατάσσεται ανάμεσα στους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Η ύπαρξη του Βυζαντίου οφείλεται πράγματι σε γεγονότα που σημάδεψαν την τύχη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά το τέλος του τέταρτου αιώνα. Αμφισβητούμενη, από τη μια μεριά από ένα συνεχώς αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού της — εν νοώ τους χριστιανούς, που θεωρούνται από μερικούς επίσημους ιστοριογράφους ως υπεύθυνοι για τα ατυχήματα της Ρώμης1 — και απειλούμενη, από την άλλη, από τις βαρβαρικές επιδρομές, που το αμυντικό σύστημα των συνόρων της δεν κατόρθωνε να αναχαιτίσει, υποχρεωμένη, τέλος, να εγκαταλείψει στην αντί ζηλο της, Περσική Αυτοκρατορία, τις αξιώσεις της για την «κυ ριαρχία» στην Ανατολή, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του τέταρτου
αιώνα υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει τους πολιτικούς της προ σανατολισμούς και να επανεξετάσει τα βάθρα των αξιών της. Η σταθεροποίηση της παράδοσης για το ανίκητο της Αυτοκρατο ρίας, η αποκατάσταση της ενότητας που η διάσπαση της προκά λεσε αυτό που ονομάστηκε «ψυχικό σχίσμα» και γέμισε τις καρ διές με απόγνωση, αποτελούσαν επείγοντα καθήκοντα που το εύρος τους αποθάρρυνε την κρατική εξουσία και τους διανοού μενους του τότε ρωμαϊκού κόσμου2. ί2στόσο, η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης οος νέας αυτοκρα τορικής πόλης στο σταυροδρόμι του ανατολικού ρωμαϊκού κό σμου καθώς και η ανοχή απέναντι στη νέα θρησκεία, το χριστια νισμό, που χάρη στο Έδικτο των Μεδιολάνοον3 πολιτογραφείται στο εξής στην Αυτοκρατορία, δείχνουν κατά τη γνώμη μου τη θέ ληση και την προσπάθεια για την ανόρθωση της Αυτοκρατορίας, που δοκιμαζόταν τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Αυτά τα μέτρα μαρτυρούν με βεβαιότητα τη φροντίδα του κράτους να συ σφίξει πάλι τους δεσμούς με τους ανατολικούς πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας, που η πίστη τους στη ρωμαϊκή ιδέα ήταν ζωτική για τη σωτηρία του. Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, που απο τελούσε πιστό αντίγραφο της Ροίμης, μαρτυρούσε τη μετάθεση της προσοχής της κυβέρνησης προς την Ανατολή, ενώ η αποδοχή του χριστιανισμού ανταποκρινόταν στους πόθους των ανατολι κών πληθυσμών, οι οποίοι προμήθευαν το κράτος με τα μέσα για την άμυνα του τόσο σε ανθρώπους όσο και σε χρήμα. Κι ας μην ξεχνάμε πράγματι ότι η Ανατολή, που αποτελούσε τεράστιο απόθεμα δυνάμεων για την Αυτοκρατορία, ήταν το πριότο μέρος όπου επικράτησε η νέα θρησκεία. Ανάμεσα στους δικούς της πληθυσμούς ο χριστιανισμός στρατολογούσε τα στελέχη του και τους πιο ένθερμους οπαδούς του. Οπωσδήποτε, αυτά τα δύο σημαντικότερα γεγονότα —η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και η αποδοχή του χριστιανι-
20
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
21
σμού— οφείλονται σε ε'να μόνο άνθρωπο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Κι αρκούν για να τον καθιερώσουν ους θεμελιω τή της Αυτοκρατορίας που θα προκύψει, της Βυζαντινής Αυτο κρατορίας δηλαδή, ακόμα κι αν ο ίδιος δεν είχε προβλέψει κα θόλου, ούτε επιθυμήσει βέβαια, την κατοπινή πολιτική της εξέ λιξη. Η ύπαρξη πάντως του Βυζαντίου ταυτίστηκε πάντα με την πολιτεία του Κωνσταντίνου. Η Βυζαντινή Εκκλησία τον αγιοποίησε, τον αποκάλεσε «ισαπόστολο», και το κράτος και ο λαός του Βυζαντίου τον μυθοποίησαν4. Έτσι η νέα αυτοκρατορία, που αποτελεί ένα σημαντικό σταθ μό για τα ρωμαϊκά πεπρωμένα, έκανε αμέσως βάση της την Κωνσταντινούπολη ο^ς Νέα Ρώμη, και πνευματικό βάθρο το χριστιανισμό ως θρησκεία των πληθυσμών του ρωμαϊκού κό σμου, που υπάγονταν πια στη νέα αυτοκρατορική πόλη5. Έτσι έχουμε ήδη τις δυο μεγαλύτερες δυνάμεις της πολιτικής ιδεο λογίας της Αυτοκρατορίας, που αποκαλείται Βυζαντινή, ενώ είναι στην πραγματικότητα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της χρι στιανικής Ανατολής με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Ας θυμηθούμε, πράγματι, ότι οι Βυζαντινοί δεν αποκαλούσαν τους εαυτούς τους παρά Ρωμαίους και ότι ο όρος βυζαντινός χρησιμοποιόταν εκείνη την εποχή από αρχαΐζοντες συγγρα φείς αποκλειστικά και μόνο για τους κατοίκους της Κωνστα ντινούπολης, που είχε χτιστεί στη θέση της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου6. Κατανοούμε γιατί ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί αποκα λούν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία «Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρα τορία» ή «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής». Αποφεύ γουν να χρησιμοποιούν τον όρο «βυζαντινή» ως ακατάλληλο, και γιατί — θα πρέπει να το πούμε — ήταν βεβαρυμένος με μια σχεδόν μειωτική έννοια, βασισμένη στις εσπευσμένες ερμη νείες που είχαν διατυπώσει οι λόγιοι συγγραφείς του αιώνα
του Διαφωτισμού για έναν πολιτισμό, του οποίου δεν είχαν συλλάβει το πνεύμα και τη σημασία7. Αυτή η διαμάχη για την ονομασία της Αυτοκρατορίας, που διατρέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί «βυζαντινισμός», αντανακλά κατά τη γνώμη μου μια ιστορική πραγματικότητα που θα ήταν λάθος να παραγνωρί σουμε: μας επιτρέπει να βεβαιώσουμε απόλυτα τη σημασία των δεσμών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με το ρωμαϊκό κό σμο και τις αξίες του. Μας δίνει την ευκαιρία να καθορίσουμε ότι ο όρος «βυζαντινός» πρέπει να θεωρείται, τουλάχιστον ως την εποχή που αποκαλείται Πρωτοβυζαντινή (4ος-τέλος 6ου αιώνα) ότι προσδιορίζει τη χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρω μαϊκής Ανατολής. Εξάλλου, αυτός ο προσδιορισμός της Βυζα ντινής Αυτοκρατορίας μάς επιτρέπει να υπογραμμίσουμε αμέ σως τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής ιδεολογίας του βυζαντινού κόσμου. Μια σχεδόν απόλυτη προσκόλληση στις ρωμαϊκές και χριστιανικές αξίες, όπως τις είχε κατανοήσει ο ελληνικός αλλά και ο εξελληνισμένος κόσμος της Ανατολής. Η Κωνσταντινούπολη, ως κέντρο του ελληνορωμαϊκού εκ χριστιανισμένου κόσμου, θα γίνει φυσιολογικά και πρωτεύου σα της νέας αυτοκρατορίας. Θα πάρει ταυτόχρονα την προσω νυμία της «Νέας Ρώμης» και της «Νέας Ιερουσαλήμ» και θα είναι η πόλη της Παρθένου8. Το κράτος του οποίου είναι πρω τεύουσα θα αποκληθεί «προστατευόμενο του Θεού», ενώ ο αυ τοκράτορας του, «Νικητής και Ειρηνικός» ταυτόχρονα, θα θεω ρηθεί αξιοοματούχος και αντιπρόσωπος του Χριστού στη Γη. Ο οικουμενικός χαρακτήρας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εδραιωμένος στη ρωμαϊκή κληρονομιά, σταθεροποιείται με αυτό τον τρόπο από την οικουμενική χριστιανική ιδέα. Αυτή η χριστιανορωμαϊκή αντίληψη για την οικουμενικότητα της Αυ τοκρατορίας είχε ήδη διαμορφωθεί κατά τη βασιλεία του Με γάλου Κωνσταντίνου. Και εκφράστηκε πανηγυρικά από τον
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
23
Ευσέβιο στο λόγο που εκφώνησε το 335, προς τιμήν του πρώ του χριστιανού αυτοκράτορα9. Μεγάλη συζήτηση έγινε για τη χρονολογία που δημιουργή θηκε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Μερικοί την τοποθέτησαν στην εποχή του Διοκλητιανού (294-305) με αιτιολογία τη διοι κητική μεταρρύθμιση που πραγματοποίησε αυτός ο αυτοκρά τορας. Άλλοι τη συνδέουν με τα εγκαίνια της Κωνσταντινού πολης (330) κι άλλοι τη μεταθέτουν στο 385, οπότε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίστηκε σε Ανατολική και Δυτική. Κατά τη γνώμη μας, είναι βέβαιο ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αρχί ζει με τη βασιλεία του Ρο^μαίου αυτοκράτορα, ο οποίος επέ τρεψε χάρη στο Έδικτο των Μεδιολάνων (312) την ελεύθερη άσκηση της χριστιανικής λατρείας, ήταν πρόεδρος στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325) και ίδρυσε, τέλος, τη νέα αυτοκρατορική πόλη, στην οποία απένειμε τα σύμβολα της εξουσίας και έδωσε το όνομα του10. Ωστόσο η αυτοκρατορία που ίδρυσε, έστω άθελα του, ο Κων σταντίνος επιβεβαίωσε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αρ γότερα και ειδικότερα κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον Θεοδόσιο Α' έως τον Ηράκλειο (379-641). Κατά τη διάρ κεια αυτών των αιώνων το Βυζάντιο θα αποκτήσει τα χαρακτη ριστικά που θα το καταστήσουν αργότερα Ελληνική Αυτοκρα τορία της χριστιανικής Ανατολής. Αυτός ο νέος πολιτικός προ σανατολισμός, που αναπτύσσεται παράλληλα με τη ζωντανή ρωμαϊκή ιδέα, αλλά που τείνει να την υποκαταστήσει, θα προ καλέσει λανθάνουσες ή ανοιχτές συγκρούσεις στο εσοπερικό του βυζαντινού κόσμου που γεννιέται, Αυτές οι συγκρούσεις θα σημαδέψουν και ολόκληρη τη ζωή της Αυτοκρατορίας.
2. Η ΓΈΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΩΝ ΕΞΑΡΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ
Η βασιλεία του Θεοδόσιου Α' σημειώνει μια καμπή στην ιστο ρία της νέας Αυτοκρατορίας, που την απομακρύνει από τις ρω μαϊκές παραδόσεις. Εννοώ τη βίαιη ρήξη με την ειδωλολατρία, που προκλήθηκε από τα αυτοκρατορικά μέτρα. Πράγματι κα τά τη βασιλεία του Θεοδόσιου, ο χριστιανισμός γίνεται η θρη σκεία του Κράτους. Εναντίον των ειδωλολατρών εφαρμόστη καν μέτρα που πήραν συχνά το χαρακτήρα πραγματικιον διώ ξεων. Το Μαντείο των Δελφών υποχρεώθηκε να σιγήσει, οι Ολυμπιακοί Αγώνες και τα Ελευσίνια Μυστήρια απαγορεύτη καν. Τα ιερά λεηλατήθηκαν από τους χριστιανούς, οι ειδωλο λάτρες ιερείς, όπως γράφει με κάποια πίκρα ο Λιβάνιος, υπο χρεώθηκαν «να σιγήσουν ή να αποθάνουν»11. Στο εξής Ρωμαίος πολίτης είναι όποιος ασπάζεται την ορθόδοξη πίστη που καθιε ρώθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους της Νίκαιας (325) και της Κωνσταντινούπολης (381). Ντόπιος ή ξένος, Ευρωπαίος, Ασιάτης ή Αφρικανός (η Αυτοκρατορία περιλαμβάνει πράγ ματι γύρω από τη Μεσόγειο περιοχές που βρίσκονται σε αυτές τις τρεις ηπείρους), αρκεί να είναι χριστιανός για να καταλά βει οποιαδήποτε αυτοκρατορική διοικητική θέση, να ανέβει ακόμα και στο θρόνο. Ο τέταρτος αιώνας, κατά τον οποίο έγι νε η σκληρή προσπάθεια που κατέβαλε η Αυτοκρατορία για να διαμορφώσει τη φυσιογνωμία η οποία θα της επέτρεπε να εγκαινιάσει μια καινούργια ζωή, τελειώνει με το θρίαμβο του χριστιανισμού. Η αρχαιότητα με το ανθρωπιστικό και ανεκτι κό της πνεύμα παρήλθε οριστικά. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία παραχωρεί τη θέση της στη Βυζαντινή, ενοδ ο Δυτικός κόσμος μπαίνει σε μια καινούργια εποχή της ιστορίας του, κατά την
24
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
25
οποία, όπιος γράφει ο Γίββων, δεσπόζουν «η θρησκεία και η βαρβαρότητα»12. Όταν πέθανε ο Θεοδόσιος, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χω ρίζεται σε Αυτοκρατορία της Ανατολής και Αυτοκρατορία της Δύσης, σύμφωνα με μια παλιά μέθοδο και για να ικανοποιη θούν οι δυο γιοι του αυτοκράτορα, και παραδίνεται σπαραγ μένη και μοιρασμένη στις επιθέσεις των βάρβαρων γερμανι κών λαο5ν που είχαν αρχίσει από τον τρίτο αιοόνα να παραβιά ζουν σε αλλεπάλληλα κύματα τις πύλες του Καυκάσου και να εισδύουν στην Ευρώπη. Η Ανατολική Αυτοκρατορία, το Βυζά ντιο, που εκτεινόταν σε πλούσιες περιοχές όπου δέσποζε το ελληνορωμαϊκό στοιχείο, μπόρεσε χάρη στη νέα της θρησκεία και στις πολιτικές και πνευματικές της παραδόσεις να σχημα τίσει ένα στέρεο κράτος, που είχε συνείδηση της αξίας της κλη ρονομιάς του. Έτσι μπόρεσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματι κά τους επιδρομείς13. Οι βάρβαροι φτάνοντας στο Δούναβη, βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας, που τον κάλυπταν σημα ντικές στρατιωτικές δυνάμεις καθώς και μια μακρά σειρά από φρούρια, παρά τις πολλαπλές, συχνά θεαματικές, αλλά πάντα μεμονωμένες επιδρομές τους μέχρι και τα φρούρια της Κων σταντινούπολης ακόμα υποχρεώθηκαν τελικά να αναγνωρί σουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την εξουσία της Αυτοκρα τορίας, που δεν δίσταζε να υποβληθεί σε σοβαρές υλικές θυσίες για να την επιβάλει. Το Βυζάντιο, αυτοκρατορία πολυεθνική, που είχε όμως εμπιστοσύνη στην πολιτιστική της δύναμη, απορ ρόφησε και αφομοίωσε με τον καιρό στοιχεία ξένα προς τις παραδόσεις του, ενοό από την άλλη μεριά διέθετε τα χρήματα της Αυτοκρατορίας στη σοφή διπλουματία του, που ενθάρρυνε τους πείσμονες αρχηγούς τιον διάφοροτν ομάδοον των επιδρο μέων να αναζητήσουν αλλού καταφύγιο και τρόπο για την εγκα τάσταση τους.
Με αυτό τον τρόπο, η Ανατολική Αυτοκρατορία, χάρη στο αμυντικό της σύστημα και στο επιδέξιο διπλωματικό της παι χνίδι που απέβλεπε να στρέψει τους βαρβάρους τον έναν ενα ντίον του άλλου, κατάφερε τελικά να τους κατευθύνει προς την ερημωμένη από τους πληθυσμούς της, φτωχή και εγκαταλειμ μένη στη μοίρα της Δύση. Χάρη, τέλος, στις πολιτιστικές και πολιτικές της δυνάμεις, μπόρεσε να απορροφήσει τους βαρβά ρους που εισέδυσαν στο έδαφος της και προμήθευαν εργατικά χέρια για τη γεοοργία και οπλίτες για τις αυτοκρατορικές στρα τιές, στις τάξεις των οποίων πολέμησαν πολλές φορές εναντίον τοτν αδελφών τους14. Έτσι, ενο5 η Δυτική Αυτοκρατορία, με πρω τεύουσα της τη Ρο5μη, υποδουλωνόταν στους βαρβάρους που μοιράστηκαν μεταξύ τους το έδαφος της το 476, η Ανατολική Αυτοκρατορία βγήκε από τη δοκιμασία, που συγκλόνισε την Ευρώπη από τον τρίτο έως τον πέμπτο αιώνα, με την εδαφική της ακεραιότητα σχεδόν άθικτη και με διαμορφωμένη εθνική και πολιτική φυσιογνωμία. Η Ανατολική Αυτοκρατορία γίνεται από εδώ κι εμπρός ο προμαχώνας της χριστιανοσύνης και το καταφύγιο του ελλη νορωμαϊκού πολιτισμού. Μπροστά στην ερημωμένη από τους βαρβάρους Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη γίνεται το κέντρο του πολιτισμένου κόσμου, η μοναδική πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μόνο οι αυτοκράτορες της θα μπορούν να φέρουν νόμιμα τον τίτλο του αυτοκράτορα, που εξυπονοούσε αυτόν των Ρωμαίων. Ο πατριάρχης της θα υψιοθεί στην ίδια ιε ραρχική τάξη με τον πάπα και θα μπορεί χωρίς αμφισβήτηση να αποκαλείται οικουμενικός. Μόνο η Κωνσταντινούπολη θα είναι η βασιλίς-πόλις, η κατεξοχήν πόλις15, ενώ η Ρώμη, κατε στραμμένη και εκβαρβαρισμένη, υποτάσσεται στην Κωνστα ντινούπολη. Θα θυμηθεί την παλιά της δόξα, τους τίτλους και τα πρωτεία της, όταν η βάρβαρη Δύση, την οποία και θα εκχρι-
26
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
27
σπανίσει, θα βρει τη δύναμη να ορθοοθεί εναντίον του Βυζα ντίου για να διεκδικήσει το προβάδισμα μέσα σ' έναν καινούρ γιο κόσμο. Στο μεταξύ, σκοτεινοί αιώνες περιμένουν τη Δύση, ενώ μεγάλες προσπάθειες για την επιβίωση και τη διατήρηση της περιμένουν την Ανατολή. Το Βυζάντιο, κλεισμένο μέσα στα διαρκώς απειλούμενα σύνορα του, φτωχό και εξαντλημέ νο με την πάροδο του χρόνου από τους συνεχείς πολέμους που εξαπολύουν εναντίον του οι βάρβαροι στο Βορρά (οι Αβαροσλάβοι τιορα και οι Βούλγαροι) και οι Σασσανίδες Πέρσες στην Ανατολή, θα υποχρεωθεί να αναθεοορήσει την πολιτική του και να μετριάσει τις φιλοδοξίες του. Η διπλωματία, η στρα τιωτική και διοικητική οργάνιοση, το διανοητικό και πολιτιστι κό επίπεδο και ο προσανατολισμός του, με δυο λόγια ολόκλη ρη η ζιοή και η ιστορία της Ρίομαΐκής Ανατολικής Αυτοκρατο ρίας, του Βυζαντίου, θα διαπνέονται στο εξής από δύο αντίθε τες και αντιφατικές αρχές: μία ρεαλιστική και ανατολική, που επιθυμεί να διατηρηθεί με κάθε θυσία το έδαφος που παρέμει νε ρωμαϊκό και να αναπτυχθούν μέσα στα σύνορα του πληθυ σμοί οι οποίοι έμειναν βυζαντινοί, και μία ιδεαλιστική και δυ τική, που επιδιώκει να ανακτηθεί από τους βαρβάρους η Ρω μαϊκή Δύση και να επιστρέψουν οι υπόδουλοι αδελφοί στους κόλπους του μεγάλου ρωμαϊκού έθνους. Το όνειρο της μεγά λης οικουμενικής ιδέας, που ενσαρκώνεται τώρα στην «ανά κτηση» του αρχαίου ρωμαϊκού κόσμου, θα έρχεται στο εξής σε αντίθεση με τη φρόνιμη και συντηρητική πολιτική, που απαιτεί την οριστική εγκατάλειψη άσων είχαν ήδη χαθεί και τη σταθε ροποίηση της Αυτοκρατορίας στο ανατολικό της τμήμα, πηγή της ευημερίας της και βάση της στρατιωτικής της δύναμης. Κα θεμία από τις δυο αυτές διαφορετικές πολιτικές διαθέτει έν θερμους οπαδούς. Και οι δυο διαιρούν τους κρατικούς λειτουρ γούς και συνάμα εξάπτουν το λαό της Κωνσταντινούπολης,
τους δήμους, που με τις ταραχώδεις εκδηλώσεις τους απειλούν συχνά τους αυτοκράτορες. Εκδηλώνονται στις διάφορες μορ φές της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζοοής, και όσο και αν φαίνεται παράξενο, σε αυτές ανάγεται η αρχή των μεγάλων θρησκευτικών ερίδων, που συγκλόνισαν συχνά την Αυτοκρα τορία και που, αν τις δει κανείς επιφανειακά, σήμερα φαντά ζουν σαν μάταιες «βυζαντινές φιλονικίες». Κατανοούμε έτσι γιατί αυτοί που ασχολούνται με τη μελέτη του πολύπλοκου φαινομένου της βυζαντινής τέχνης θέτουν το πρόβλημα της καταγωγής της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Βυζαντίου με το εριότημα: «Ρώμη ή Ανατολή;»16. Μερικοί υπο γραμμίζουν την επίδραση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας κι άλλοι θεωρούν μόνο την ελληνιστική ή όχι Ανατολή οος πηγή έμπνευσης των Βυζαντινών δημιουργών. Ο ιστορικός οφείλει να αποφεύγει αυτή τη συνοπτική θεώρηση του βυζαντινού φαι νομένου. Η πραγματική ερμηνεία της περίπλοκης ιστορίας του Βυζαντίου βρίσκεται, αν θέλουμε να διατυπώσουμε το πρό βλημα με ένα σχηματικό τρόπο, στον τύπο: «Η Κωνσταντινού πολη μαζί με τη Ρώμη ή η Κωνσταντινούπολη χωρίς τη Ρώμη», στο βαθμό, εννοείται, που Κωνσταντινούπολη σημαίνει την Ανατολή και Ρώμη τη Ροιμαΐκή Δύση. Οι διάφοροι αυτοκράτο ρες που ανέβηκαν διαδοχικά στον βυζαντινό θρόνο ενστερνί στηκαν, ο καθένας ανάλογα με την καταγωγή του, τις παραδό σεις και το χαρακτήρα του, το ένα από τα δυο μέρη της διατύ πωσης που παραθέτουμε πιο πάνω. Έτσι προσανατόλισαν την πολιτική και την προσπάθεια της αυτοκρατορίας ή προς την επίθεση και την εδαφική επέκταση με το έμβλημα: «Η Ρωμαϊ κή Αυτοκρατορία είναι οικουμενική», ή προς την άμυνα και την εσοπερική οργάνωση με το σύνθημα: «Η χριστιανική αυτο κρατορία είναι η πατρίδα μας, ας την υπερασπιστούμε από τους απίστους». Η βασιλεία του Ιουστινιανού Α' αποτελεί το από-
28
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
29
γειο της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής ιδέας, ενοά η Εικονομαχία ορθώνεται ένθερμος υπερασπιστής της ανατολικής ιδεολογίας. Και οι δυο πολιτικές προκάλεσαν αντιδράσεις που συγκλόνι σαν το Βυζάντιο. Οπωσδήποτε, η τύχη της Ανατολικής Αυτο κρατορίας καθορίζεται από τους πολέμους που διεξάγονται ή μέσα στα σύνορα της ή έξο:> από αυτά. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί η ιστορία της παρουσιάζεται οος ιστορία μιας στρατιωτι κής και χριστιανικής αυτοκρατορίας, που σε διάστημα μεγαλύ τερο από χίλια χρόνια η εξουσία των στρατιωτικών —με επι κεφαλής τον αυτοκράτορα «ζο5σαν εικόνα του Χριστού»—, παρά ορισμένες αδυναμίες της, ασκείται στον κρατικό μηχανι σμό, στην Εκκλησία και στο βυζαντινό λαό. Σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής ιστορίας, ο στρατός επιδιώκει να είναι ο θεμα τοφύλακας των πολιτικών και ιστορικών αξιών της αυτοκρατο ρίας. Από αυτή την άποψη το Βυζάντιο είναι ο μοναδικός κλη ρονόμος της αυτοκρατορικής Ρώμης και για μια μεγάλη χρονι κή περίοδο της ζωής του παρέμεινε ένα κράτος, χωρίς να μπο ρεί να εξελιχθεί σε έθνος17.
3. ΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ: ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ Α' ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
Ο έκτος αιώνας διαπνέεται από την επίμονη επιδίωξη της με γάλης ρωμαϊκής ιδέας. Αυτό το αιώνιο όνειρο έγινε κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού μια απτή πραγματικότητα. Η Κων σταντινούπολη είχε επιτύχει να ανακτήσει τον αρχαίο ρωμαϊ κό κόσμο, να αποκαταστήσει στα παλιά του σύνορα και κάτω
από την αιγίδα της το «Imperium Romanum», και να κάνει να βασιλέψει στον κόσμο η «Pax Romana», δείγμα της οικουμενι κής της ηγεμονίας. Οι βάρβαροι (Οστρογότθοι, Βησιγότθοι, Βάνδαλοι) είχαν απωθηθεί από την Ιταλία, από το μεγαλύτερο μέρος της Ισπανίας και της Αφρικής. Οι Πέρσες σέβονταν τις συνθήκες που είχαν συνάψει με το Βυζάντιο, οι απείθαρχοι και ανυπότακτοι λαοί της Αραβίας αναγνώριζαν την αυτοκρα τορική εξουσία, οι Γότθοι της Κριμαίας είχαν υποχρεωθεί να ησυχάσουν, τα σύνορα του Δούναβη φαίνονταν αδιάβατα. Η Μεσόγειος και ο Εύξεινος Πόντος είχαν γίνει βυζαντινές λί μνες. Η Κωνσταντινούπολη που βρισκόταν στο σταυροδρόμι τους δέσποζε στις θάλασσες, ο πληθυσμός της συσσώρευε τα πλούτη που της προμήθευε ο έλεγχος της ναυσιπλοΐας και του εμπορίου, ενοί οι αυτοκράτορες της οργάνωναν πάνοο σε νέες βάσεις το οικουμενικό κράτος του Βυζαντίου. Η κεντρική κυ βέρνηση, εγκατεστημένη στην Κοονσταντινούπολη, ενισχύθη κε. Δημιουργήθηκαν τα λογοθέσια (υπουργεία), που ήταν υπεύθυνα για την οικονομία, τα δημοσιονομικά και τον αυτο κρατορικό στρατό. Μία χωρίς προηγούμενο νομοθετική εργα σία ολοκληρώθηκε, με την κωδικοποίηση του δικαίου σε όλες τις μορφές του. Έτσι απέκτησε η δικαιοσύνη το εργαλείο που θα χρησιμοποιήσει το Βυζάντιο ως το τέλος της ζωής του και θα μεταβιβάσει στην Ευρώπη των νέιον χρόνων. Η Εκκλησία, τέλος, μετά τον τελικό της θρίαμβο απέναντι στην ειδωλολα τρία — οι ειδωλολάτρες εξοντώθηκαν από τον Ιουστινιανό και η Σχολή των Αθηνών έκλεισε — παίρνει τον αυστηρό της χαρα κτήρα. Η πίστη και ο νόμος είναι στην υπηρεσία του βασιλιά. Η απόλυτη μοναρχία καθιερώθηκε και επέβαλε τη θεία κατα γωγή της. Ο αυτοκράτορας χαρακτηρίζεται «βασιλεύς διορι σμένος από τον Χριστό». Ο Θεός τού δίνει το γόητρο και τον έλεγχο του κράτους. Η Κωνσταντινούπολη βασιλεύει και ταυ-
30
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
31
τόχρονα κυβερνάει. Το αυτοκρατορικό μεγαλείο αποτυπώνε ται μεγαλοπρεπώς σε κτίσματα (στις εκκλησίες της Αγίας Σο φίας, των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, της Αγίας Ειρήνης)18, ενώ σε απομακρυσμένες επαρχίες εφαρμόζονται νέες διοικη τικές μέθοδοι με έντονο στρατιωτικό χαρακτήρα. Οι πόλεις τους προκαλούν την υποστήριξη του αυτοκράτορα. Η Θεσσα λονίκη με τον Άγιο Δημήτριο, η Ραβέννα με τον Άγιο Βιτάλιο και τις βασιλικές του Αγίου Απολιναρίου, λαμπρά στολισμένες με πολύχρωμα μάρμαρα και θαυμάσια ψηφιδωτά, συναγωνί ζονται την Κωνσταντινούπολη. Τα μνημεία της Ρώμης, που έγι νε ξανά βυζαντινή και υποτάχθηκε σε ανατολικούς πάπες (Έλληνες και Σύριους), δεν υστερούν σε τίποτα από τα μνη μεία των πιο σημαντικών τόπων της χριστιανικής Ανατολής, από τα μνημεία των Αγίων Τόπων, του Όρους Σινά και της Εφέσου19. Σπουδαία κτίσματα δημοσίας ωφελείας, υδραγω γεία, λουτρά, διοικητικά μέγαρα κοσμούν τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, που έχουν έναν έντονο αστικό και κοσμο πολίτικο χαρακτήρα, ενώ κατά μήκος τοον απέραντων βυζαντι νών συνόρων ορθώνεται μια αδιάκοπη σειρά από φρούρια, εστίες στρατιωτικών παροικιών, πυρήνες νέων πόλεων. Τέλος, ένα πλούσιο οδικό δίκτυο, σωστά χαραγμένο και τακτικά δια τηρημένο, ενώνει την Κωνσταντινούπολη με τις εξωτερικές της επαρχίες των τριών ηπείρων. Το διατρέχουν οι αυτοκρατορι κές στρατιές και οι έμποροι που μεταφέρουν τα εμπορεύματα της Ανατολής στο Βυζάντιο κι ως τη μακρινή Δύση, κυκλοφοροίντας στον βαρβαρικό κόσμο το βυζαντινό νόμισμα, το «δο λάριο του Μεσαίωνα» κατά την έκφραση του Λοπέζ20. Πάνω στο χρυσό νόμισμα, στο ξακουστό «βυζαντινό», που ξεπερνού σε τα σύνορα, ο κόσμος έβλεπε τον Βυζαντινό αυτοκράτορα με στρατιωτική στολή, στεφανωμένο από τον Χριστό ή την Παρθένο, απεικόνιση της θείας καταγωγής της εξουσίας του.
συνοδευόμενο από τον άγγελο, σύμβολο νίκης και θείας προ στασίας, να κρατάει στο ένα χέρι τη σφαίρα με το σταυρό, ση μάδι της βυζαντινής οικουμενικότητας, και στο άλλο το λάβα ρο ή το σταυρόσχημο σκήπτρο, σύμβολο της ρωμαϊκής και χρι στιανικής εξουσίας στον κόσμο. Ομολογούμε ότι τίποτε άλλο δεν μπορούσε να καταδείξει καλύτερα, και με πιο εντυπωσια κό τρόπο στους λαούς και στα έθνη, τις ιδεολογικές αρχές που εμψύχωναν το Βυζάντιο. Ο πολιτισμένος κόσμος, η οικουμένη, ανήκαν στον «εκλεκτό» και «προστατευόμενο» από τον Θεό Βυζαντινό αυτοκράτορα, το διάδοχο των Ρωμαίων αυτοκρατό ρων. Ο Ιουστινιανός Α' είχε πραγματοποιήσει αυτή τη μεγα λειώδη ιδέα και υπήρξε ο προότος Βυζαντινός αυτοκράτορας που απεικονίστηκε πάνω στο νόμισμα, κρατώντας στο χέρι τη σφαίρα με το σταυρό21. Ωστόσο, η χρυσή εποχή του Ιουστινιανού, μεγάλη για τα επι τεύγματα της, υπήρξε, όπως συμβαίνει συνήθους, μικρής διάρ κειας. Η Αυτοκρατορία σε λίγο θα αντιμετωπίσει δυσκολίες που θα αναστατώσουν τα σύνορα της, θα μεταβάλουν το χαρα κτήρα της μέχρι τότε διεθνούς δύναμης και θα υποχρεώσουν τον αυτοκράτορα της να μετριάσει τις οικουμενικές του βλέψεις. Με το θάνατο του Ιουστινιανού του Μεγάλου (565), όπως αναφέρει ο Προκόπιος στην «Historia Arcana» του22, το κρά τος ήταν κατεστραμμένο από τις αδιάκοπες στρατιωτικές επι χειρήσεις και από τη μεγαλομανή πολιτική του αυτοκράτορα, που υπήρξε ωστόσο ο τελευταίος μεγάλος Ρωμαίος αυτοκράτο ρας. Επακολούθησε η υποτίμηση του χρυσού νομίσματος και οι ταραχές του λαού της Κοονσταντινούπολης έδειξαν τη γενική δυσαρέσκεια. Οι αυτοκρατορικές στρατιές, εξαντλημένες από τους μακροχρόνιους υπερπόντιους πολέμους (Αφρική και Ιτα λία) που εμπνέονταν από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική πολιτική, αποδείχτηκαν ανίκανες να εξασφαλίσουν την άμυνα της χώ-
Β.
32
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
33
ρας, απειλούμενης σε όλα της τα σύνορα. Το κύμα των Αβαροσλάβων θα παραβιάσει σε λίγο τα σύνορα του Δούναβη και οι Βούλγαροι, που ήταν εγκατεστημένοι πέρα από τον ποταμό, θα ιδρύσουν το κράτος τους, το πριοτο βαρβαρικό κράτος που θα δημιουργηθεί στο βυζαντινό έδαφος. Οι αυτοκρατορικές δυνά μεις θα υποστούν βαριές ήττες από τους Πέρσες που επέδραμαν στις ανατολικές επαρχίες, έμπαιναν θριαμβευτικά στην Παλαιστίνη και στρατοπέδευαν τον ίδιο καιρό με τους Αβάρους μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, που σώθηκε όπως το θέλει ο θρύλος από τη θαυματουργή επέμβαση της προστάτιδας της, της Αγίας Παρθένου. Ο Ακάθιστος Ύμνος, αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, που αποδίδεται στον Ρωμανό τον Μελωδό, θεωρείται η φωνή ενός λαού που ξεσηκώθηκε για να ευχαριστήσει την προστάτιδα του, την Παρ θένο, που σε αυτή την περίπτωση αποκαλείται «υπέρμαχος στρατηγός». Η βυζαντινή αντίδραση οργανώθηκε από τον αυ τοκράτορα Ηράκλειο. Κινητοποίησε ένα μεγάλο εθνικό στρα τό, απώθησε τους βαρβάρους του Βορρά, κήρυξε «σταυροφο ρία» εναντίον των Περσών που κατείχαν τους Αγίους Τόπους, μπήκε στην κατεστραμμένη από τον εχθρό Ιερουσαλήμ, εισχώ ρησε στην Περσική Αυτοκρατορία και κατέστρεψε την Κτησιφόνα, την πρωτεύουσα της, και τέλος, το 630, ξανάφερε ο ίδιος θριαμβευτικά τον Τίμιο Σταυρό στην Ιερουσαλήμ, πράγμα που σήμαινε ότι η νίκη του ήταν νίκη της χριστιανοσύνης. Αυτό θα του δώσει και τον τίτλο του «Νέου Κωνσταντίνου»23. Τέλος, η ολοκληρωτική καταστροφή της περσικής δύναμης από τις βυζαντινές στρατιές επέτρεψε στον Ηράκλειο να ιδιο ποιηθεί τον τίτλο του «Βασιλέως», που έφεραν προηγουμένως οι Σασσανίδες μονάρχες. Από δω κι εμπρός εμφανίζεται ανά μεσα στους άλλους αυτοκρατορικούς τίτλους, πλάι σε αυτόν του αυτοκράτορα. Με δυο λόγια, όλα έδειχναν ότι είχε ιδρυθεί
μια ρωμαϊκή χριστιανική αυτοκρατορία στην Ανατολή. Το ρω μαϊκό «dominium» επιβαλλόταν για πρώτη φορά σε αυτή την περιοχή του κόσμου. Αυτό το κορυφαίο γεγονός ξεπερνούσε ακόμα και τα παλιά ρωμαϊκά όνειρα. Είναι κατανοητό λοιπόν γιατί η φήμη του Ηράκλειου επισκίασε τη φήμη του Ιουστινια νού, ακόμα και του Κωνσταντίνου. Ο θρύλος του επέζησε για πολύ ανάμεσα στους πληθυσμούς των περιοχών που γνιόρισαν τα κατορθώματα του, όπιος μαρτυρούν Δυτικά και τουρκικά κείμενα της εποχής τοτν σταυροφοριών24. Μέσα σε αυτό το κλίμα της εθνικής ευφορίας που δημιουρ γήθηκε από τις επιτυχίες του Ηράκλειου, τίποτα δεν προμηνού σε πως η αναταραχή που προκαλούσαν μερικοί ανυπότακτοι Άραβες στις απομακρυσμένες επαρχίες του Νότου θα μπορού σε να υποσκάψει το βυζαντινό μεγαλείο και να βάλει σε κίνδυ νο και την ίδια την ύπαρξη της αυτοκρατορίας. Εντούτοις, ενώ ζούσε ακόμα ο Ηράκλειος, ήταν ακριβώς η ήττα των αυτοκρατορικών στρατιών στο Γιαρμούκ (το 637) που άνοιξε το δρόμο για την αραβική κατάκτηση. Οι κεραυνοβόλες επιτυχίες του θα αποδείξουν την προσωρινότητα της ισορροπίας που πραγματο ποιήθηκε ανάμεσα στις οικουμενικές φιλοδοξίες της Κιονσταντινούπολης και τις βαθιές χωριστικές επιθυμίες των ανατολι κών πληθυσμών, μια ισορροπία που τη θεωρούσαν, ωστόσο, αδιατάρακτη μετά το «κατόρθωμα» του Ηράκλειου. Οι Άραβες, πάντως, πριν από το τέλος του έβδομου αιώνα θα δημιουργήσουν το χαλιφάτο τους πάνω στο ίδιο το βυζαντι νό έδαφος, στη Δαμασκό, θα επωφεληθούν από την υποστήρι ξη των βυζαντινοάν πληθυσμών της Συρίας για να κατασκευά σουν στόλο και θα επιχειρήσουν τακτικές επιδρομές και λεη λασίες στο βυζαντινό έδαφος. Θα εμφανιστούν, τέλος, εμπρός από την αυτοκρατορική πόλη, θα την πολιορκήσουν από ξηρά και από θάλασσα, απειλώντας την ίδια την υπόσταση της Αυ-
34
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
τοκρατορίας, αφού είχαν ήδη γελοιοποιήσει το μεγαλείο της2-\ Η βυζαντινή αντίδραση θα εκφραστεί στο όνομα μιας νέας ιδεολογίας, που η εμφάνιση και η εφαρμογή της σημειώνουν μια αποφασιστική καμπή στην ιστορία της Αυτοκρατορίας. Δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε το νόημα ούτε να υπολο γίσουμε τη σπουδαιότητα της, αν δεν λάβουμε υπόψη τους λό γους που εξηγούν την εκπληκτική επιτυχία των Αράβιον: την παρόρμηση που έδοοσε στους πολεμιστές του Ισλάμ η ιδέα του ιερού πολέμου, την εξάντληση του ριυμαϊκού κόσμου από τους διαρκείς πολέμους και, ιδίιος και προπαντός, τη συνεργασία των ανατολικοόν πληθυσμοδν με τον εξωτερικό εχθρό. Οι εθνι κές παραδόσεις και οι θρησκευτικές τους τάσεις τους διαφο ροποιούσαν από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο που κυβερνούσε την Κωνσταντινούπολη και έδινε στην αυτοκρατορική πολιτι κή έναν προσανατολισμό ανάλογο με τα δικά του συμφέρο ντα26. Αυτά τα γεγονότα εξηγούν και δικαιολογούν σ' έναν ορισμένο βαθμό την απώλεια τοον ανατολικο5ν επαρχιών της Αυτοκρατορίας, μόνιμη εστία των θρησκευτικοί' ερίδοον, που είχαν συγκλονίσει το Βυζάντιο και είχαν τελικά επιλυθεί όλες σύμφωνα με τις επιθυμίες της Κωνσταντινούπολης, της Εκκλη σίας της και του αυτοκράτορα της. Είναι θεμιτή η διαπίστωση ότι η νέα βυζαντινή ιδεολογία θα δώσει επιχειρήματα για μια άμεση απάντηση στη δύσκολη και απειλητική μάλιστα κατά σταση που είχε δημιουργηθεί. Γι' αυτό θα υπολογίσει τις αδυ ναμίες της προηγούμενης αυτοκρατορικής πολιτικής, απέναντι στην οποία θα διαχωρίζει όλο και περισσότερο τη θέση της.
2
Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ
1. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ: Η ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ
Ο νέος πολιτικός και ιδεολογικός προσανατολισμός δεσπόζει στην περίοδο που εκτείνεται από την αρχή του όγδοου έως τα μέσα του ένατου αιώνα. Αυτή η περίοδος είναι γνωστή με το απατηλό όνομα της Εικονομαχίας. Στην πραγματικότητα, όμως, η διαμάχη για τις εικόνες δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, παρά μια εξωτερική άποψη —θα έλεγα, μάλιστα, ένα απλό πρόσχημα— για τις αλλαγές και τις βαθιές αναστατοοσεις που έβαλαν σε δοκιμασία για περισσότερο από έναν αιώνα τη Βυ ζαντινή Αυτοκρατορία, το κράτος της, την Εκκλησία και την κοινοονία της. Οι πολιτικοί προσανατολισμοί των εικονομάχων αυτοκρατόροον, που ονομάζονται Ίσαυροι, παρόλο που ο ιδρυτής της δυναστείας Λέοον Γ' (717-741) καταγόταν από τη Γερμανίκεια (Αρμενία) κι όχι από την Ισαυρία, μπορούν να χαρακτηριστούν
36
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
37
ρεαλιστικές και λαοφιλείς. Σε ό,τι αφορά την εσωτερική πολι τική, διαπιστώνεται μια έντονη επιθυμία για κοινοονική δικαιο σύνη και μια φροντίδα για την προστασία των αδυνάτων από τις πιε'σεις των ισχυρών. Η Εκλογή, συλλογή νόμων που δημοσιεύτηκε από τον Λέοντα F , γεννήθηκε από την προσπάθεια που κατε'βαλε ο συγκε κριμένος αυτοκράτορας να κάνει τους νόμους και το δίκαιο «που είχαν γίνει ακατανόητα για το λαό και ιδιαίτερα για τους επαρχιώτες» προσιτά σε όλους. Το αποτέλεσμα αυτής της προ σπάθειας για απλοποίηση μιας λόγιας και σε πολλά σημεία αναχρονιστικής νομοθεσίας αντιπροσωπεύει το σύνολο του νομοθετικού έργου TCOV Ισαύρων που θα ισχύσει έιυς την προ σπάθεια των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, έως τη σύνταξη των Βασιλικών, στο τέλος του ένατου αιώνα, δηλαδή περισσότερο από έναν αιώνα. Η Εκλογή, που γεννήθηκε από τη φροντίδα να εξυπηρετήσει και τους πιο απλούς πολίτες, δείχνει με το πε ριεχόμενο της ότι οι βυζαντινοί νόμοι μπορούσαν να είναι — κι εκείνη την εποχή ήταν από κοινωνιολογική και οικονομική άποψη— στην υπηρεσία των πιο αδυνάτων. Το πνεύμα της κοινωνικής δικαιοσύνης που διαπνέει τη μεγάλη εισαγοογή της Εκλογής και αποδίδεται στον ίδιο τον Λέοντα είναι από αυτή την άποψη ιδιαίτερα ενδεικτικό. Αυτή η εισαγωγή αποτελεί αναμφισβήτητα την καλύτερη διακήρυξη κοινοονικής πολιτικής που άφησε ποτέ βυζαντινός αυτοκράτορας. Ο Λέων δηλώνει: «Την τε δικ.αιοσύνην πάντων των επιγεύον προτιμήσαντες». Ο αυτοκράτορας διαπιστώνει ότι μόνο η εφαρμογή της δικαιοσύ νης πάνω στη Γη.συμβιβάζεται με τη θεία βούληση και επιφορ τίζει «τους δε μετι'ένάι τεταγμένους τα νόμιμα πάντων των αν θρωπίνων παθών παραινούμεν άμα και παρεγγυοδμεν απέχεσθαι, και από υγιούς διανοίας προφέρειν της αληθούς δικαιο σύνης τα κρίματα και μήτε πένητας καταφρονείν, μήτε δυνά-
στην αδικούντα εάν ανεξέλεγκτον». Καλεί τέλος τους δικα στές «μήτε μην σχήματι μεν και λόγω την δικαιοσύνην υπερθαυμάζειν και την ισότητα» και να θυμούνται ότι «στάθμιον μέγα και μικρόν, βδελυκτά παρά Κυρίω»1. Η επιδίωξη του Λέοντα Γ' με τη δημοσίευση της Εκλογής και με τις ιδέες που ανέπτυξε διεξοδικά στην εισαγωγή της δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για τους προσανατολισμούς της εικονομαχικής πολιτικής, που συνοψίζονται στα παρακάτω: Φροντίδα για το φτωχό λαό, προστασία του απέναντι στους ισχυρούς, γιατί όποος το καθορίζει με σαφήνεια ο Λέων Γ' αυ τή είναι η θέληση του Θεού και γιατί έτσι μόνο θα μπορέσουν οι Βυζαντινοί «εν τούτοις τοις όπλοις τη δυνάμει αυτού* ευοθενώς αντιτάττεσθαι τοις πολεμίοις». Με άλλα λόγια, το σύν θημα «Μαζί με τον Θεό για τους φτωχούς και τους καταπιε σμένους και την υπεράσπιση της πατρίδας» αποτελεί το θεμέ λιο της εικονομαχικής πολιτικής. Αυτή η πολιτική θα υπαγο ρεύσει και τη νέα βυζαντινή ιδεολογία, η οποία αποβλέπει ακριβώς στο να δημιουργήσει μια εθνική αλληλεγγύη που θα επιτρέψει να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η εξοοτερική απει λή και κυρίους οι αραβικές εισβολές στην Ανατολή και οι σλα βικές επιδρομές στη Δύση. Η κοινωνική δικαιοσύνη παρουσιάζεται ως το συνδετικό στοιχείο γι' αυτή την αλληλεγγύη. Επινοήθηκε για να συνενώ σει τα απόκληρα στρώματα της βυζαντινής κοινοονίας, κυρίως τους αγροτικούς πληθυσμούς στο εσωτερικό της χώρας, που είχαν ως τότε παραμεληθεί από την Κωνσταντινούπολη, απορ ροφημένη καθώς ήταν στα οικουμενικά της σχέδια που της υπαγόρευαν οι ανώτερες ελληνοροομάίκές τάξεις της. Από δω κι εμπρός έπρεπε να εγκαταλείψει κάθε πολιτική, που εξυπη* Του Θεού δηλαδή. (Σ.τ.Μ.)
38
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
39
ρετούσε τα συμφέροντα των αστικών πληθυσμών, των εμπό ρων και των βιομηχάνων, των παραθαλάσσιων περιοχών, δη λαδή κάθε πολιτική ξένη και αδιάφορη προς τα προβλήματα των αγροτικών πληθυσμοδν, που κρατήθηκαν ως τότε μακριά από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και από τα πλεονεκτήματα που προσέφερε στους οπαδούς του. Η μεγάλη ρωμαϊκή ιδέα είχε φτάσει στο τέλος της. Η Αυτοκρατορία όφειλε στο εξής να υπερασπίζει τα συμφέροντα των ίδιων των υπερασπιστών της. Μόνο υπό αυτή την έννοια μπορούμε να κατανοήσουμε το τε ράστιο πολιτικό, στρατιωτικό και κοινωνικό κίνημα που ξεκί νησε με τον εμπνευστή της Εικομοναχίας, τον Λέοντα Γ, εκεί νον που νομοθέτησε την Εκλογή και υπαγόρευσε τις αρχές που την εμπνέουν. Χρειάζεται μήπως να θυμίσουμε ότι στην αρχή του όγδοου αιώνα η κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά για την Αυτοκρατορία και ότι λίγο έλειψε να κυριευθεί, το 717, η πρω τεύουσα της από τους Άραβες; Ας υπογραμμίσουμε μερικά γεγονότα που φωτίζουν την εικονομαχική πολιτική και τους προσανατολισμούς της. Ήδη, πριν από την αρχή του έβδομου αιώνα, οι αραβικοί στόλοι διέ σχιζαν τις βυζαντινές θάλασσες (μόνο ο Εύξεινος Πόντος θα μείνει έξω από την ακτίνα δράσης τους), λεηλατώντας με τις ετήσιες επιδρομές τους τις ακτές και τα νησιά, προκαλώντας την ερήμωση των παράκτιων περιοχών, λεηλατώντας τις άλλο τε πλούσιες πόλεις, εμποδίζοντας κάθε εμπορική δραστηριό τητα και οδηγώντας, τέλος, τις μουσουλμανικές στρατιές μπρο στά στην Κωνσταντινούπολη, που σώθηκε χάρη στο «υγρό πυρ» που δημιουργήθηκε από τους αραβικούς στόλους2. Ενώ η Ανατολή συνταρασσόταν από την αραβική κατάκτηση, η βυζα ντινή Δύση παρουσίασε την εικόνα της καταστροφής που προ κλήθηκε από τις σλαβικές επιδρομές και από τις επιθέσεις των Βουλγάρων, οι οποίοι, αφού πέτυχαν να δημιουργήσουν πριν
από το τέλος του προηγούμενου ακυνα (679-680) το κράτος τους εδώθε από τον Δούναβη, προκάλεσαν βαριές ήττες στις αυτοκρατορικές στρατιές. Η ύπαιθρος των Βαλκανίων είχε κατακλυστεί από τα κύματα τοον Σλάβων που έκαναν αισθητή την παρουσία τους ως τη μακρινή Πελοπόννησο, ενο5 ο ντόπιος πληθυσμός αναζητούσε καταφύγιο στις πόλεις, που, περικυ κλωμένες από τους Σλάβους, ασφυκτιούσαν βαθμιαία κάτω από την πίεση τους. Με λίγα λόγια, η σλαβική διείσδυση όχι μόνο διατάραξε —τουλάχιστον προσωρινά-- τις συνθήκες της ζωής και τον εθνικό χαρακτήρα της βυζαντινής Δύσης, αλλά δεν επέτρεψε επίσης για πολύ καιρό σε αυτές τις περιοχές να συντρέξουν την Αυτοκρατορία και να συμμετάσχουν στην προσπάθεια της να αντιμετωπίσει την αραβική πρόοδο που έγινε απειλητική στην Ανατολή3. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, γινόταν όλο και πιο φανερό ότι η σωτηρία της Αυτοκρατορίας εξαρτιόταν αποκλειστικά από τους αγροτικούς πληθυσμούς του εσοοτερικού της Μικρός Ασίας, μια και η αραβική κατάκτηση είχε σταματήσει μπροστά στην Οροσειρά του Ταύρου, στις πύλες της Κιλικίας. Η Αυτο κρατορία επιδίωξε φυσικά να πάρει με το μέρος της τους πλη θυσμούς των οποίων οι δεσμοί και η πίστη μπορούσαν να συμ βάλουν στην επιβίωση της. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η εικονομαχική πολιτική, που ήταν εντελώς αντίθετη σε ό,τι θύ μιζε τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και την παλιά ιδεολογία, θα μπορούσε να συμφιλιώσει την Κωνσταντινούπολη με τους αγροτικούς πληθυσμούς της ανατολικής Μικράς Ασίας, που εξαθλιωμένοι και πάμφτωχοι αποζούσαν από τη γη, την οποία τώρα όφειλαν να υπερασπίσουν από τους επιδρομείς, και επη ρεάζονταν στη θρησκευτική τους πρακτική από την αυστηρό τητα των ανεικονικών αιρέσεων, που ανθούσαν ακόμα σε αυ τές τις περιοχές. Ας πούμε απλώς πως κάτω από αυτό το φως η
40
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
41
Εικονομαχία παρουσιάζεται όχι πια ο;>ς νέος πολιτικός προσα νατολισμός αλλά ως μια ριζική αλλαγή που υπαγορεύθηκε από την αναγκαιότητα. Η Εικονομαχία, που επινοήθηκε για να αλαιμετιυπίσειτον αραβικό κίνδυνο στην Ανατολή, εξαφανίστη κε φυσιολογικά μαζί του. Το πέρασμα της ωστόσο άφησε ίχνη στις ψυχές, που σημάδεψαν βαθιά και για μεγάλο χρονικό διά στημα τη ζωή, την κοινωνία, ακόμα και τους θεσμούς του Βυζανιίου. Μπορούμε να πούμε, πάντως, με κάπως σχηματικό τρόπο, πως η Εικονομαχία σημαίνει για το Βυζάντιο τη ρήξη με την ελληνορωμαϊκή παράδοση σε όλες τις μορφές της. Αντιλαμβά νεται κανείς εύκολα αυτή τη ρήξη, η οποία αντιπροσοοπεύει μια βαθιά αλλαγή του βυζαντινού κόσμου και εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, όπως λόγου χάρη με την παρακμή της αστι κής ζωής. Ο όρος απαστικοποίηση ή μάλλον αγροτοποίηση της Αυτοκρατορίας, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτό το φαινόμενο, δεν είναι καθόλου υπερβολικός για εκείνη την εποχή4: Με την απάρνηση κάθε πνευματικής ζωής3 και με την απογύμνωση των καλλιτεχνικών μορφών, που εξηγείται εξάλ λου από τις ανεικονικές απαιτήσεις της εικονομαχικής τε'χνης. Και τε'λος, αυτό που είναι σημαντικό για τη μελέτη μας, με την εγκατάλειψη κάθε οικουμενικής επιδίωξης από μέρους της Αυτοκρατορίας, που μεγαλύτερη φροντίδα της είναι τώρα η οργάνωση της άμυνας της. Το Βυζάντιο μπροστά στο βάραθρο θα πραγματοποιήσει με την εικονομαχική πολιτική του τον εθνικό ξεσηκωμό που θα του επιτρέψει να επιζήσει. Αυτό όμως θα γίνει με θυσίες και απώλειες, οι οποίες θα προκαλέσουν, όπως θα δούμε, ένα μί σος το οποίο θα τροφοδοτήσει το ρεύμα που θα αντιταχτεί στην εικονομαχία. Γι' αυτή την εποχή και για περισσότερο από έναν αιατνα, η εθνική προσπάθεια συγχέεται με το έργο των ει-
κονομάχων αυτοκρατόρων. Ενδιαφέρει να την εξετάσουμε με ιδιαίτερη προσοχή για να δούμε τις επιπτώσεις της στη νοο τροπία και στις ιδεολογίες της εποχής.
2. Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ
Ο όγδοος αιώνας αρχίζει για τους πληθυσμούς που είχαν πα ραμείνει βυζαντινοί μέσα σε ένα κλίμα απόγνωσης και φτώ χειας. Το κράτος που κινδυνεύει εναποθέτει όλο και περισσό τερο τις ελπίδες του στο στρατό του, μόνο εχέγγυο της σωτηρίας του. Ο στρατός σφετερίζεται κανονικά όλο και περισσότερο τον κρατικό μηχανισμό. Επιβάλλει τις απόψεις και τις θελή σεις του, κατευθύνει τη λειτουργία του. Απόδειξη αποτελούν οι πολυάριθμες εξεγέρσεις αυτής της εποχής, που ανέβασαν στο θρόνο τους εκλεκτούς διάφορων στρατιωτικών μονάδων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι διοικητικές και δικαστικές υπηρε σίες, που βρίσκονταν πάντα στα χέρια ατόμων εκπαιδευμένων με τα παλιά κριτήρια και εμποτισμένων με την ελληνορωμαϊκή παράδοση, χάνουν προοδευτικά τη σημασία τους προς όφελος τιον επαρχιωτοον και των στρατιωτικών. Η φροντίδα του Λέο ντος Γ για την απλοποίηση της νομοθεσίας και τη χαλάρωση των δικαστικών διαδικασιών αποτελεί την απόδειξη. Αυτή η στρατικοποίηση της χώρας, της κοινωνίας της, των θεσμών της, που φαίνεται μια σχεδόν φυσιολογική εξελικτική πορεία κατά τις περιόδους εθνικής αναταραχής, αποτελεί κα τά τη γνώμη μας την πιο ενδεικτική συνέπεια του νέου πολιτι κού και ιδεολογικού προσανατολισμού της Βυζαντινής Αυτο κρατορίας. Αυτός ο προσανατολισμός, που είχε εγκαινιαστεί
42
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
43
με τους εικονομάχους αυτοκράτορες αλλά συνεχίστηκε για πολλά ακόμα χρόνια έπειτα από αυτούς, δείχνει ανάγλυφα την κινητοποίηση των εθνικών δυνάμεων για την επιβίωση της πα τρίδας που βρισκόταν σε κίνδυνο. Πολλές πλευρές της ζωής καθώς και των βυζαντινών θε σμών μαρτυρούν για το βάθος του φαινομένου, που αποκαλού με «στρατικοποίηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας». Διαπι στώνουμε τις επιδράσεις της στα ήθη. Θυμίζουμε, για παρά δειγμα, ότι οι στρατιωτικές οικογένειες έχουν όχι μόνο χρήμα και εξουσία (είναι οι «δυνατοί», βυζαντινός όρος που σήμαινε αυτούς που είχαν δύναμη και πλούτο), αλλά περιβάλλονται επί σης και από τον γενικό σεβασμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι από αυτήν ακριβώς την εποχή αρχίζει η χρήση οικογενειακών ονομάτων. Όσα διέσωσαν οι πηγές είναι σχεδόν αποκλειστικά επώνυμα στρατιωτικών οικογενειών, αφού η βυζαντινή αριστο κρατία προερχόταν από το στρατό και ήταν περήφανη για τα κατορθώματα των προγόνων της6. Ας υπενθυμίσουμε επίσης ότι το Βυζάντιο δεν είχε ποτέ μια κληρονομική τάξη ευγενών όπως αυτή που υπήρχε στη Δύση, πράγμα που δείχνει τη δύνα μη της κυβέρνησης του Βυζαντινού Κράτους, δύναμη που θα δια τηρηθεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής της Αυτοκρατορίας. Η στρατικοποίηση της χώρας φαίνεται ιδιαίτερα στη μορφή που αποκτούν αυτή την περίοδο οι βυζαντινές πόλεις. Πρόκει ται για ένα συγκρότημα κατοικιών, μέτριας μάλλον σημασίας, εκτός βέβαια από την Κωνσταντινούπολη που δεν έπαψε ποτέ να είναι η κατεξοχήν πόλις και παρέμεινε η σημαντικότερη του Μεσαίωνα. Οι πόλεις είναι φυσικά ή τεχνητά οχυρωμένες. Πολλές πό λεις αυτής της εποχής είναι συμπτωματικά χτισμένες σε από κρημνα και δυσπρόσιτα μέρη. Χρησιμεύουν σαν καταφύγια των αγροτικών πληθυσμών της περιοχής και στεγάζουν μόνιμα
περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές στρατιωτικές φρουρές, χαρακτηρίζονται όλες «κάστρα» (φρούρια) κι έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι αυτός ο όρος αντικαθιστά προοδευτι κά τον όρο «πόλις». Τελικά, στην ελληνική βυζαντινή γλώσσα κατέληξε το κάστρο να γίνει συνώνυμο με το «πόλις»7. Ωστόσο, η στρατικοποίηση της χώρας φαίνεται καθαρά σε όλο το εύρος και το μεγαλείο της στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και σε όλους τους μοχλούς της διοίκησης. Με μια λέξη, διαποτίζει όλους τους θεσμούς που ρυθμίζουν τις σχέ σεις των πολιτών με το κράτος και επιβάλλει τις αρχές της σε όλη την ιεραρχία που καθιερώθηκε στην εσωτερική λειτουρ γία της πολύπλοκης βυζαντινής διοίκησης. Είναι το αποτέλε σμα του νέου επαρχιακού συστήματος που εφαρμόστηκε. Πρό κειται για το συστημάτων «θεμάτων» (ο όρος «θέμα» σημαίνει «συνάθροιση» στρατιωτιον) που θα διατηρηθεί με μερικές μι κρές αλλαγές ως το τέλος της Αυτοκρατορίας. Το σύστημα των «θεμάτων» εκφράζει αναμφίβολα την επικράτηση των στρατιω τικών στον κρατικό μηχανισμό. Πρόκειται οπωσδήποτε για καθαρά βυζαντινή επινόηση, που απομάκρυνε την Αυτοκρα τορία από τη ρωμαϊκή διοικητική παράδοση. Σύμφωνα με το συστημάτων «θεμάτων» που εξελίχθηκε και γενικεύτηκε από τους εικονομάχους αυτοκράτορες, όλη η επι κράτεια χο^ρίστηκε σε στρατιωτικές περιφέρειες που ονομάζο νταν «θέματα» (ο όρος σήμαινε επαρχίες και διοικητικές περι φέρειες) τα οποία μπήκαν κάτω από τη διοίκηση ενός ανώτε ρου αξιωματικού, του στρατηγού, οας αντιπροσώπου του αυτο κράτορα. Αυτός συγκεντρώνει, πράγματι, όλες τις πολιτικές και στρατιωτικές εξουσίες στην περιοχή του. Διοικεί ένα στρα τιωτικό σοόμα (που κι αυτό ονομάζεται «θέμα») αποτελούμενο —κι αυτό είναι νέο και σημαντικό στοιχείο— από στρατιώτες που στρατολογούνται επιτόπου και εξοπλίζονται με τα μέσα
44
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
45
που προμηθεύουν οι πληθυσμοί της περιοχής. Αυτό σημαίνει ότι το «θε'μα» επιφορτίζεται'κανονικά με την άμυνα της περιο χής του, του τόπου από τον οποίο προέρχεται. Θεοορώ ότι αυτό το μέτρο εκφράζει κατά τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα της νέας μεταρρύθμισης: δημιουργία εθνικού στρατού, συντηρούμενου από τη γενική εισφορά, εγκατάλειψη των πολυδάπανοι και αβέβαιων για την πίστη τους μισθοφορικών στρατών. Έμπνευ ση, με δυο λόγια, πνεύματος συλλογικής ευθύνης σε ό,τι αφορά την άμυνα της χοόρας και δημιουργία —όπως έγινε με τον και ρό— ενός πνεύματος εθνικής αυτοάμυνας8. Είναι φανερό ότι αυτός ο εθνικός στρατός εμπνέεται από αξίες διαφορετικές από εκείνες που επικρατούσαν στους πα λιούς μισθοφόρους. Ο νέος βυζαντινός στρατός, που αποτελεί ται από πολίτες όλων TOJV κοινωνικών τάξεων, από τους πιο φτιοχούς έως τους πιο πλούσιους, επιφορτισμένος με την άμυ να της χώρας του, δεν ελκύεται διόλου από το κέρδος. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν γίνεται πια συζήτηση για διεκδικήσεις των στρατιωτών που αφορούν την πληρωμή και τη φορολογία των αποδοχών τους, όπως γινόταν πολύ συχνά κατά τη διάρ κεια της προηγούμενης περιόδου. Αυτός ο νέος στρατός δεν υπηρετεί την επεκτατική πολιτική, που υπαγορεύεται από την οικουμενική ρωμαϊκή ιδέα, αλλά διεξάγει με μετριοφροσύνη και με πολύ μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τον αγο5να για τη σωτηρία της πατρίδας. Το Βυζάντιο εγκαταλείπει έτσι τη με γαλεπήβολη ρωμαϊκή ιδέα για να ενστερνιστεί την ιδέα της άμυνας του πατρίου εδάφους, της πατρίδας αυτοίν των ίδιων των στρατιωτών, την οποία επιβουλεύονται αντίπαλοι που εί ναι εχθροί του κράτους και της θρησκευτικής πίστης των Βυζα ντινών. Αυτοί με άλλα λόγια είναι οι εχθροί του βυζαντινού έθνους, και η συγκεκριμένη ιδέα γεννήθηκε από τον κίνδυνο που αποτέλεσαν για την Αυτοκρατορία οι άπιστοι Άραβες.
Έτσι ο βυζαντινός εθνικισμός εμφανίζεται σαν ένα ευρύτα το κίνημα αλληλεγγύης, που ενώνει πληθυσμούς με διαφορετι κή εθνική και κοινωνική προέλευση αλλά εξίσου αποφασισμέ νους να αντιμετωπίσουν την κοινή δοκιμασία, τον κίνδυνο δη λαδή που απειλούσε ταυτόχρονα το κράτος και τη θρησκεία τους. Η χριστιανική αλληλεγγύη ταυτίζεται τώρα με την εθνική αλληλεγγύη, που μόνο αυτή μπορεί να διώξει την ανησυχία και να ξαναδώσει στα άτομα και στο κράτος την αξιοπρέπεια και το γόητρο, στοιχεία που είχαν θιγεί από τους άπιστους. Κι όπως συμβαίνει συνήθως, ο βυζαντινός εθνικισμός ήταν κι αυ τός αντίδραση, δικαιολογημένη και συνυφασμένη με όλες τις αρετές ενός κράτους και ενός λαού, που βρισκόταν σε δύσκο λη θέση αλλά ήταν αποφασισμένος να αποκαταστήσει το πα λιό του μεγαλείο. Η εθνική ενότητα, που αποτελούσε τον απα ραίτητο όρο για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, πραγματοποιή θηκε στο Βυζάντιο χάρη στη χριστιανική αλληλεγγύη9. Ένα κείμενο που οφείλεται ακόμα μια φορά σε αυτοκρατο ρική πένα, η πραγματεία για την τέχνη του πολέμου (τα «Τα κτικά») του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ του Σοφού10, δείχνει με σαφήνεια την εξέλιξη και τη διάδοση αυτής της κυρίαρχης ιδέας: την ταύτιση δηλαδή της σωτηρίας του βυζαντινού έθνους με τη σωτηρία της χριστιανοσύνης, ιδέα που είχε καλλιεργηθεί κατά τη διάρκεια του μακρόχρονου αγώνα κατά των απίστων. Αυτό τον αγώνα τον ανέλαβαν με αποφασιστικότητα και τον διεξή γαγαν νικηφόρα οι εικονομάχοι αυτοκράτορες. Ο Λέων ΣΤ, εμπνεόμενος αναμφίβολα από στρατιωτικές πραγματείες προη γούμενων εποχών, στο έργο του δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη διατήρηση του καλού ηθικού των στρατευμάτων που εκστρα τεύουν. Γι' αυτό συμβουλεύει τη χρησιμοποίηση ασμάτων, πα τριωτικών θα λέγαμε σήμερα, που τα έγραφαν ποιητές, οι οποίοι συνόδευαν γι' αυτόν το σκοπό τα στρατεύματα κατά την
46
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
47
εκστρατεία. Συνιστά επιπλέον στους διοικητές να βγάζουν λό γο στους στρατιώτες πριν από κάθε επίθεση. Επισημαίνει τέ λος στους ποιητές και στους διοικητές τα θέματα, τα κείμενα τα οποία πρέπει να εκμεταλλεύονται, για να αγγίζουν ως το βάθος τις καρδιές των πολεμιστών, να τους ενθαρρύνουν και να ενισχύουν την ανδρεία τους. Έτσι ο Λέων ΣΤ μάς άφησε άθελα του ένα υπέροχο πατριωτικό μανιφέστο, που αποτελεί στην πραγματικότητα το εγχειρίδιο των εθνικών βυζαντινών αξιών. Αυτό το κείμενο, από το οποίο δίνουμε πιο κάτω μερι κά αποσπάσματα, δεν χρειάζεται κανένα σχολιασμό για το πε ριεχόμενο του εθνικισμού που εμψύχωνε εκείνη την εποχή κά θε βυζαντινό. Οι κανταδόροι (συνθέτες) πρέπει να υπενθυμί ζουν πριν απ' όλα την ανταμοιβή που συνοδεύει την πίστη στον Θεό, τα ευεργετήματα που παραχωρούνται από τον αυτοκρά τορα και τις προηγούμενες επιτυχίες. Να υπογραμμίζουν κυρίως ότι η μάχη που θα δώσουν είναι για τον Θεό, για την αγάπη του Θεού, για όλο το έθνος και πάνοι απ' όλα για τα αδέλφια μας, που βρίσκονται κάτω από το ζυγό των απίστων, για τα παιδιά μας και τις γυναίκες μας, για την πατρίδα μας. Να μην ξεχνούν να υπενθυμίζουν ότι η μνήμη εκείνων που έπεσαν για την ελευ θερία των αδελφών μας είναι αιώνια και ότι ο πόλεμος διεξάγε ται εναντίον των εχβρών του Θεού. Πιο κάτω στις συμβουλές που απευθύνει ο Λέων ΣΤ στους διοικητές, τους θυμίζει ότι οφείλουν να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για την πα τρίδα και την ορθή χριστιανική πίστη όπως και οι στρατιώτες τους, που με την κραυγή: «Ο Σταυρός θα νικήσει» πολεμούν σαν στρατιώτες του Χριστού, του Κυρίου μας, για τους γονείς, για τους φίλους, για την πατρίδα, για ολόκληρο το χριστιανικό έθνος11. Μπορεί να υπάρξει καλύτερη περιγραφή για το υπό βαθρο, το περιεχόμενο, τη δύναμη και την επίδραση του βυζα ντινού εθνικισμού πάνω στους αξιωματικούς και τους στρατιοό-
τες που, ας μην το ξεχνάμε, προέρχονταν τώρα από όλα τα στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας; Είναι γεγονός ότι ο βυζαντινός εθνικισμός προκάλεσε την κινητοποίηση των δυνάμεων ενός ολόκληρου λαού για τη σω τηρία της πατρίδας του, της βυζαντινής πατρίδας, που ταυτιζό ταν τώρα με ολόκληρη τη χριστιανική κοινότητα. Αυτή ακρι βώς η κυρίαρχη ιδέα, που συνδέει το βυζαντινό και το χριστια νικό έθνος, αποτελεί το θεμέλιο της ενότητας του Βυζαντίου και τη βάση της ιδεολογικής πολιτικής του εκείνη την εποχή. Από εδώ και εμπρός οι Βυζαντινοί θεωρούν κανονικά ότι αποτελούν τον νέο «περιούσιον λαόν», ότι η αυτοκρατορία τους είναι ο καθορισμένος υπερασπιστής της χριστιανοσύνης, ότι το κράτος και ο στρατός του είναι τα όργανα του Θεού εναντίον των εχθρών του, των απίστων. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι το έθνος και κατά συνέπεια και ο βυζαντινός εθνικισμός δεν γεν νήθηκαν για την αντιμετώπιση των Βουλγάρων, τους οποίους η Αυτοκρατορία κατόρθωσε με τον καιρό να απορροφήσει ή να αφομοιώσει μην μπορώντας να τους απομακρύνει από τα εδά φη της, ούτε για την αντιμετώπιση των Περσών, από τους οποίους διεκδίκησε ωστόσο την κυριαρχία στην Ανατολή, αλλά για την αντιμετώπιση των Αράβων, που ήταν οι κατεξοχήν άπιστοι και εμπνέονταν επίσης από τη δύναμη και τη μεγάλη ιδέα του ιε ρού πολέμου. Δεν υπερβάλλουμε καθόλου, αν πούμε ότι ο βυ ζαντινός εθνικισμός υπήρξε ακριβώς η βυζαντινή απάντηση στον ιερό πόλεμο του Ισλάμ. Πρόκειται λοιπόν, πριν απ' όλα, για μια χριστιανική ιδέα, εμποτισμένη μάλιστα με μυστικιστι κούς τόνους. Είναι αυτή η ιδέα που δίνει πράγματι στο εξής σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Αυτοκρατορίας τη μορ φή και το χαρακτήρα πραγματικών «σταυροφοριών»12. Ο Βυζαντινός λαός θα αγαπήσει αυτή τη ζωντανή ιδέα που ταυτίζει τη βυζαντινή πατρίδα και τη χριστιανική πίστη στον
48
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
αγώνα εναντίον των απίστων, που απειλούν ταυτόχρονα τη χριστιανική ψυχή και το εθνικό έδαφος. Όπως εκφράστηκε απλά και εντυπωσιακά κατανοήθηκε από όλους. Το κράτος, η Εκκλησία και ο λαός του Βυζαντίου την ενστερνίστηκαν ως το τέλος της Αυτοκρατορίας. Στο όνομα αυτής της ιδέας θα κάνει τώρα η Αυτοκρατορία τις συμμαχίες της και στο όνομα της θα τις διαλύει, Οι επιτυχίες ή οι αποτυχίες της θα αποτελούν το κριτήριο για την προσπάθεια των φίλων της και με αυτό θα με τράει τις ίδιες τις δυνάμεις της. Με δυο λόγια, στο όνομα αυτής της ιδέας θα κάνει ειρήνη ή πόλεμο. Οι Βυζαντινοί θα χαρα κτηρίσουν «δίκαιο και ευγενή τον πόλεμο που δεν χύνει χρι στιανικό αίμα»13. Αυτός ο χαρακτηρισμός για ευγενή πόλεμο, πόλεμο δηλαδή που διεξάγεται για την υπεράσπιση της χριστια νοσύνης, θα επιτρέψει να ξεχαστεί ο πόλεμος που είχε διεξα χθεί για την ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και εί χε κινητοποιήσει άλλοτε την οικουμενική Αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Ας πούμε πιο απλά ότι η Αυτοκρατορία στην έσχα τη προσπάθεια για την επιβίωση της άντλησε δυνάμεις από την ορθή πίστη της. Στο εξής θα υπερασπίζεται με πάθος την ορ θοδοξία (την ορθή πίστη) απέναντι σε κάθε εσοπερικό ή εξω τερικό εχθρό14. Αυτί] η τελευταία διαπίστωση μας επιτρέπει να ασχοληθούμε με τη μελέτη της νέας περιόδου των βυζαντινών ιδεολογιών, που χαρακτηρίζεται από τα ιμπεριαλιστικά σχέ δια της Αυτοκρατορίας. Σχέδια που την οδήγησαν, απροσδό κητα, στη διεξαγωγή πολέμων εναντίον άπιστων ή ειδωλολα τρών, για τον απλό λόγο ότι χριστιανοί παρουσιάζονταν να αμ φισβητούν την «πίστη» που αντιπροσώπευε και υπερασπιζό ταν το Βυζάντιο και ο αυτοκράτορας του.
3 Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΙ
1. Η PAX ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ
Το τέλος της Εικονομαχίας και ο θρίαμβος της ορθοδοξίας, της «ορθής πίστης», που σημειώθηκε με την αποκατάσταση των ει κόνων (843), συμπίπτει με την υποχώρηση της αραβικής δύνα μης στην Ανατολή. Εσωτερικοί λόγοι του μουσουλμανικού κό σμου, κυρίως όμως θα έλεγα το στρατιωτικό έργο των εικονομάχων αυτοκρατόρων, που όπως είδαμε προκάλεσε την εθνική κινητοποίηση των Βυζαντινών, εξηγούν την παρακμή των Αρά βων της Ανατολής και την αποκατάσταση της βυζαντινής εξου σίας, που τα σύνορα της έφτασαν ως τον Ευφράτη, ο οποίος θεω ρούνταν πάντα το έσχατο όριο ακτινοβολίας της ελληνικής παι δείας, ακόμα και στις καλύτερες στιγμές της ιστορίας της1. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι η παθιασμένη εικονόδουλη λο γοτεχνία της εποχής, η μόνη που έφτασε ως εμάς, αμαυροτνει και δυσφημεί σκόπιμα το έργο και την προσπάθεια των εικονομάχων αυτοκρατόρων, που εργάστηκαν όλοι με όλες τους
50
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
51_
τις δυνάμεις για να σώσουν το Βυζάντιο από τον αραβικό κίν δυνο. Όλοι αυτοί έδρασαν χωρίς λιποψυχία και επιτυχημένα, γι' αυτό που δικαιολογημένα θεοορούσαν εθνική σωτηρία. Κατά τον ένατο αιώνα, η βυζαντινή εξουσία επιβάλλεται στην Ανατολή —οι Άραβες δεν θα μπορέσουν ποτέ πια να απειλή σουν την Κωνσταντινούπολη— και σταθεροποιείται στις βαλ κανικές επαρχίες, σε εκείνες τουλάχιστον που δεν είχαν υπο ταχτεί στους Βουλγάρους. Το Βυζαντινό Κράτος κατορθώνει να ξεπεράσει την αναστάτωση που προκάλεσε η ενοχλητική εγκατάσταση των σλαβικών φύλων και να επιβάλει εκεί την επιρροή του2. Νέοι κίνδυνοι εμφανίζονται τοόρα στον ορίζοντα, που απει λούν τη βυζαντινή Ιταλία και την Ελλάδα, χώρες που παρέμει ναν αποφασιστικά εχθρικές προς την εικονομαχική πολιτική, της οποίας οι ανατολικής έμπνευσης προσανατολισμοί δεν αντα ποκρίνονταν καθόλου στις διαθέσεις των πληθυσμών τους. Οι κίνδυνοι προέρχονταν κυρίως από τις κινήσεις των Αράβων της Αφρικής, που, αφού πάτησαν το πόδι τους στη Σικελία, απει λούσαν την ιταλική χερσόνησο, και από την πειρατική δράση των εγκατεστημένων στην Κρήτη Αράβων. Την Κρήτη την είχε καταλάβει αιφνιδιαστικά μια ομάδα Ισπανών μουσουλμάνων και τη χρησιμοποιούσε κατόπιν για βάση των επιδρομών της κατά τοον ελληνικών παράκτιων περιοχών και των ελληνικών νησιών. Σε αυτή την αναστάτωση που ανησυχούσε ήδη την Αυ τοκρατορία, προστέθηκε η βουλγαρική απειλή, που βάραινε πάνοο στις επαρχίες των Ρώσων, τα πλοία των οποίων εμφανί στηκαν μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης το 8603. Ανακεφαλαιώσαμε σύντομα τα γεγονότα που υποχρέωσαν το Βυζάντιο να μην ασχολείται πια με τα ανατολικά του σύνο ρα, όπου βασίλευε ειρήνη, και να στρέψει την προσοχή του στις δυτικές περιοχές, και ειδικότερα στις ναυτικές χώρες.
Μια αντίδραση, που καθορίστηκε από το εθνικό συμφέρον, υπαγόρευσε και πάλι τους προσανατολισμούς της αυτοκρατο ρικής πολιτικής και κατά συνέπεια και τις αλλαγές της βυζα ντινής ιδεολογίας. Η Εικονομαχία, που εξέφραζε τους ανατο λικούς πληθυσμούς, εγκαταλείφθηκε αμαχητί. Η Αυτοκρατο ρία ασπάζεται τώρα τις επιθυμίες τοον δυτικών πληθυσμών της, του κόσμου δηλαδή που ήταν βαθιά προσκολλημένος στις ελ ληνορωμαϊκές παραδόσεις, ενός κόσμου ασχολούμενου με το εμπόριο, τη βιομηχανία και τη ναυτιλία. Επρόκειτο, με δυο λό για, για τον εικονόδουλο πληθυσμό των ναυτικών περιοχών, λίκνο της παλιάς πνευματικής αριστοκρατίας, που το Βυζάντιο είχε προηγουμένως παραμελήσει, υποχρεωμένο από τα γεγο νότα να αναλάβει πριν απ' όλα την άμυνα της ανατολικής του πατρίδας. Μετά την επιτυχία της επιχείρησης στην Ανατολή, η Αυτοκρατορία έστρεψε κανονικά την προσοχή της προς τη Δύ ση και πολύ φυσιολογικά έκανε τους δικούς της χειρισμούς στον αγιυνα για τη διατήρηση του Imperium Romamun κάτω από την εξουσία της, κατά την Πρωτοβυζαντινή Εποχή, όταν η Κωνσταντινούπολη, κυνηγώντας το όνειρο της μεγάλης ρωμαϊ κής ιδέας, προσπαθούσε να έχει υπό τον έλεγχο της και τη ρω μαϊκή Δύση και τη ρωμαϊκή Ανατολή. Πράγματι, όλα δείχνουν ότι κατά την περίοδο που αρχίζει από τα μέσα του ένατου αιώνα, θα παρακολουθήσουμε την αναγέννηση της βυζαντινής οικουμενικότητας. Αυτή υπήρξε αναμφισβήτητα η επιθυμία και το σχέδιο τοον βυζαντινών κυ βερνήσεων και ο πόθος των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινού πολης. Ωστόσο, ας το πούμε αμέσως, η εξέλιξη που είχε στο μεταξύ πραγματοποιηθεί στον γειτονικό κόσμο δεν επέτρεπε πια στη χριστιανική Αυτοκρατορία της Ανατολής να πραγμα τώσει εύκολα τα μεγαλεπήβολα σχέδια της. Οι βίαιες αντιδρά σεις των άλλων λαών υποχρέωσαν την Κωνσταντινούπολη να
52
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
53
μετριάσει τις αξιώσεις της και να δώσει κατά συνε'πεια μια νέα μορφή στην πολιτική και την ιδεολογία της. Ο ρόλος της χρι στιανικής Δύσης, κληρονόμου μιας αυτοκρατορίας που στηρι ζόταν —για την ο5ρα τουλάχιστον— στην Εκκλησία της Ρώμης, διεκδικούσε από την Κωνσταντινούπολη τους τίτλους ευγενείας της, δηλαδή τον τίτλο του μοναδικού κληρονόμου της Ρωμαϊ κής Αυτοκρατορίας και του μοναδικού υπερασπιστή της χρι στιανοσύνης. Από αυτή την άποψη, ο συγκεκριμένος ρόλος υπήρξε αποφασιστικός. Είναι γνωστό ότι οι αυτοκρατορικοί τίτλοι, που ιδιοποιήθη κε ο Καρλομάγνος και οι διάδοχοι του με την υποστήριξη και την ευλογία του Πάπα, προκάλεσαν διαμαρτυρίες και βίαιες αντιδράσεις από μέρους της Κωνσταντινούπολης, που δεν δί στασε καθόλου να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Δύσης. Έναν πόλεμο που δεν υπήρξε μόνο διπλωματικός. Θεωρούμε ότι η έκταση και η βιαιότητα αυτού του γεγονότος σημειώνουν το προ5το σημαντικό σχίσμα στους κόλπους της χριστιανοσύνης. Η χριστιανική Δύση και η χριστιανική Ανατολή, για λόγους πολιτικού γοήτρου, μπαίνουν σε μια περίοδο αμοιβαίας δυσπι στίας, που το τέλος της θα είναι καταστροφικό για το «χριστιανικόν έθνος». Αυτή η κατάσταση θα επιδεινωθεί σε λίγο από την εκκλησιαστική διαφωνία γύρο.) από τη θεωρία που αφο ρούσε την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και η οποία απέ κρυψε την πραγματική αιτία της αντίθεσης που υπήρχε ανάμε σα στις δύο Εκκλησίες, τουλάχιστον σε αυτή την εποχή, για τις αμοιβαίες διεκδικήσεις τους για τα πρωτεία, για την πρωτοκα θεδρία δηλαδή. Είναι γεγονός ότι η εξέλιξη των σχέσεων ανά μεσα στον χριστιανικό κόσμο της Δύσης και στο Βυζάντιο, που άλλοτε παρουσιάζεται ως πρόβλημα αυτοκρατορικής διπλω ματίας και άλλοτε οος πρόβλημα θρησκευτικού δόγματος, βρί σκεται στο προσκήνιο της πολιτικής ζοοής του Βυζαντίου. Αυτό
καθορίζει πριν απ' όλα την εξέλιξη και το περιεχόμενο της βυ ζαντινής ιδεολογίας της εποχής4. Πάντως, κατά την περίοδο που καλύπτει η βασιλεία των αυ τοκρατόρων της μακεδόνικης δυναστείας, δηλαδή από τα μέ σα του ένατου ως τα μέσα του ενδέκατου αιώνα (πιο συγκεκρι μένα από το 867 ως το 1056), το Βυζάντιο ακολουθεί μια επε κτατική πολιτική, την οποία ολοκληροόνει χάρη στα μέσα, σε ανθριόπους και σε χρήμα που του προμηθεύει η ανακτημένη Ανατολή. Αυτή η προσπάθεια θα στεφθεί για πολύ καιρό από επιτυχία. Στα μέσα του ενδέκατου αιο5να τα σύνορα του Βυζα ντίου θα επεκταθούν από τον Ευφράτη και τον Καύκασο έως την Ιταλία και από τον Δούναβη έως την Παλαιστίνη. Αυτή η επέκταση θα φέρει σε αντίθεση το Βυζάντιο με τους γείτονες του, όχι μόνο με τους άπιστους αλλά και με τους χριστιανούς, ειδικά τους Βουλγάρους, γεγονός που θα αλλοιώσει, στην πο ρεία, τον θεμελιακό χαρακτήρα της βυζαντινής ιδεολογίας, το υπόβαθρο της οποίας ήταν, όπως είδαμε, η υπεράσπιση της χριστιανοσύνης από τους απίστους. Εννοείται ότι αυτή η επε κτατική προσπάθεια θα πραγματωθεί από ένα λαό που πιστεύει στο δίκαιο τοον αγώνων του, ακόμα και εναντίον των ομοθρή σκων του. Είναι λοιπόν αναγκαίο να παραδεχτούμε ότι ο Βυ ζαντινός εκείνης της εποχής είναι υποχρεωμένος να εγκατα λείψει την ιδέα της άμυνας που ταυτίζεται ως τότε με την ιδέα της εθνικής σωτηρίας. Την ανταλλάσσει με την ιδέα του μεγα λείου της Αυτοκρατορίας, που θεοορείται η μόνη εγγύηση του κοινού καλού3. Με την έναρξη της εποχής του βυζαντινού ιμπεριαλισμού, η εξέλιξη της νέας βυζαντινής ιδεολογίας θα δημιουργήσει και νέα νοοτροπία. Είναι αναγκαίο να αναλύσουμε την πορεία αυ τής της εξέλιξης, που σημειώνει ένα νέο σταθμό στην ιστορία της πολιτικής σκέψης του Βυζαντίου. Ας θυμηθούμε μόνον ότι
54
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
55
αυτή η στροφή έγινε από τη φροντίδα του Βυζαντίου να σταθε ροποιήσει την εξουσία του στη Δύση και να ελκύσει σε αυτή την υπόθεση τους πληθυσμούς των ναυτικών περιοχών, όπου οι ελληνορωμαϊκές παραδόσεις ήταν ιδιαίτερα ζωντανές. Ας προσθέσουμε ότι η πραγματοποίηση αυτού του σκοπού θα οδη γήσει την αυτοκρατορία στο να αναλάβει και να διεξάγει επί μονα επιθετικούς πολέμους, που με την πάροδο του χρόνου θα επιδεινιόσουν τις σχέσεις της με τους γειτονικούς λαούς, χρι στιανικούς και μη, που ήταν υποχρεούμενοι τιάρα να αντιτα χθούν ή να υποταχθούν στην αυτοκρατορική πολιτική. Το βάθρο του νέου προσανατολισμού της πολιτικής του Βυ ζαντίου, που αποτελεί ταυτόχρονα και το βάθρο της νέας ιδεο λογίας της Αυτοκρατορίας, εξηγείται και εκτίθεται θαυμάσια, με ένα συνοπτικό και διαφωτιστικό τρόπο, από τον πατριάρχη Φώτιο, μία από τις πιο αξιόλογες πολιτικές και εκκλησιαστι κές μορφές της εποχής. Στον Φώτιο, πράγματι, αποδίδουν δι καιολογημένα τη συλλογή τοον νόμων, που είναι γνωστή με την ονομασία «Επαναγωγή», και αποτελούσε στην πραγματικότη τα μια εισαγωγή στο σύνολο της μακεδόνικης νομοθεσίας6. Πάντως, είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό ότι αρχές της πολιτικής ιδεολογίας της Αυτοκρατορίας βρίσκουν τώρα θέση σε μια νο μοθετική συλλογή (η «Επαναγωγή» γράφτηκε και δημοσιεύτη κε το 883-886), γεγονός που της δίνει αναμφισβήτητα έναν επί σημο και θα έλεγα μάλιστα και οικουμενικό χαρακτήρα, μέσα στο πλαίσιο, εννοείται, του βυζαντινού κόσμου. Έπειτα από μια εισαγωγή αφιερωμένη, όπως γίνεται συνήθως, στην έννοια του νόμου και της δικαιοσύνης, το πρώτο Κε φάλαιο αναφέρεται στον αυτοκράτορα, που ορίζεται πολύ χα ρακτηριστικά ως «η νόμιμη εξουσία, το κοινό αγαθό όλων των πολιτών», καθώς και στα αυτοκρατορικά καθήκοντα, στις δι καιοδοσίες του και στους σκοπούς του. Σύμφωνα με αυτό το
κεφάλαιο, «ο αυτοκράτορας αποβλέπει με την αρετή του στο να διατηρεί και να διαφυλάσσει τα υπάρχοντα αγαθά. Να ανα κτά με την άγρυπνη δράση του τα χαμένα. Να κατακτά με το ζήλο του, με τη φροντίδα και τις δίκαιες νίκες του τα αγαθά που λείπουν». Ας καταδείξουμε αμέσως την ιδέα που θα δικαιο λογήσει στο εξής τις επεκτατικές επιχειρήσεις της Αυτοκρατο ρίας και εμφανίζεται καθαρά σαν ένα μέρος από τα καθήκο ντα και τους στόχους που πρέπει να επιδιώξει χωρίς λιποψυχία ο αυτοκράτορας. Την υποχρέωση δηλαδή που έχει αναλά βει να ανακτήσει τα «χαμένα αγαθά» και να «προμηθεύει τα αγαθά που λείπουν». Έχουμε οπωσδήποτε απομακρυνθεί από τον περιορισμένο στόχο που είχαν αναλάβει οι εικονομάχοι αυτοκράτορες, και ο οποίος, σύμφωνα με μια άλλη συλλογή νόμων, την «Εκλογή», είχε προσδιοριστεί σαν διάσωση και υπεράσπιση, με τη βοήθεια του Θεού, των αγαθών που υπήρ χαν. Εξάλλου είναι φανερό ότι η μνεία στο κείμενο μας για δί καιη νίκη ως μέσο που χρησιμοποιούσε ο αυτοκράτορας για να φτάσει στους σκοπούς του, την απόκτηση δηλαδή νέων αγα θών που έλειπαν ως τότε, υποθέτει μια τροποποίηση της έννοιας του πολέμου. Θεοορώ, με άλλα λόγια, ότι η παλαιότερη έννοια για «ευγενή πόλεμο», «για τον πόλεμο» δηλαδή «που δεν προ καλούσε το θάνατο χριστιανών», έχει αντικατασταθεί τώρα με την έννοια του «δικαίου» πολέμου, όπως τον καθόρισε πράγ ματι με εμφανή τρόπο ο Φοότιος, σαν πόλεμο δηλαδή που επι τρέπει στους κατεξοχήν χριστιανούς του Βυζαντίου να επε κτείνουν την Αυτοκρατορία τους, εγγυητή κατά τη γνώμη τους του οικουμενικού αγαθού7. Η «Επαναγωγή», και πάλι με το δεύτερο κεφάλαιο της, αφιε ρωμένο στον πατριάρχη, μας επιτρέπει να αποκαλύψουμε την εξελικτική πορεία που θα πείσει τους Βυζαντινούς για το σωτή ριο και, θα πρόσθετα, το «σωτηριολογικό» χαρακτήρα των επι-
56
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
57
χειρήσεών τους, πράγμα που θα δικαιολογήσει στο τέλος όλες τις ενέργειες τους έναντι και εναντίον άλλων χριστιανών και πολύ περισσότερο εναντίον των απίστοον. Σύμφωνα με αυτό το κεφάλαιο της «Επαναγωγής», αποστολή του πατριάρχη είναι κατ' αρχάς να προστατεύει την αγνή και ευσεβή ζοοή εκείνων που του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Να επαναφέρει σε συνέχεια, όσο του είναι δυνατόν, στην ορθοδοξία και την ένωση με την Εκκλησία τους αιρετικούς, εκείνους δηλαδή που, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες, είχαν απομακρυνθεί από την Καθολική Εκκλησία. Να οδηγήσει ακόμα, με το θαυμαστό και λαμπρό παράδειγμα των πράξεων του, τους απίστους στη «χρι στιανική πίστη». Έχουμε εδώ, κατά τη γνώμη μου, τον προσδιο ρισμό μιας στρατευμένης Εκκλησίας που μάχεται για την «ορ θή πίστη». Αυτή η Εκκλησία θα επιδιώξει να επιβάλει την πίστη αυτή με το αποστολικό της έργο, που εμφανίζει πράγματι αυτή την εποχή μια χωρίς προηγούμενο ανάπτυξηδ, αλλά επίσης και με την υποστήριξη που θα δώσει στις επιχειρήσεις του αυτο κράτορα εναντίον των αιρετικών (απόδειξη αποτελούν οι διώξεις εναντίον των Παυλικιανών9 και η εξόντωση τους) και ενα ντίον εκείνων, εννοείται, που αποσχίστηκαν από την Καθολική Εκκλησία (από την οικουμενική, δηλαδή, Εκκλησία της Κων σταντινούπολης), τοιν «σχισματικών» δηλαδή. Τελικά η Εκκλη σία και ο αυτοκράτορας έκριναν αν η συμπεριφορά μιας ομά δας ατόμων ή και ολόκληρων λαών ήταν ή δεν ήταν συμπεριφο ρά αιρετική ή σχισματική. Έτσι η πόρτα ήταν ανοιχτή για όλες τις αυθαιρεσίες εναντίον των απείθαρχων απέναντι στην Κων σταντινούπολη χριστιανών, που ήταν αντίθετοι στην πολιτική της. Κι όπως θα δούμε δεν έλειψαν τα επιχειρήματα για να δι καιολογήσουν τους πραγματικούς πολέμους, που διεξάγονταν τώρα εναντίον χριστιανικών λαοίν και πολύ περισσότερο ενα ντίον λαών που είχαν εκχριστιανιστεί από το Βυζάντιο.
Θα κατανοήσουμε έτσι εύκολα την εξέλιξη τοαν σχέσεων ανάμεσα στο Βυζάντιο και στους γείτονες του, σε όλη τη διάρ κεια του δέκατου και στο μεγαλύτερο μέρος του ενδέκατου αιώ να, και ιδιαίτερα τη στρατιωτική και διπλωματική δραστηριό τητα που ανέπτυξε η Αυτοκρατορία προς όλες τις κατευθύν σεις για να εδραιώσει την εξουσία της. Οι αποκαλούμενοι δια νοούμενοι αυτοκράτορες, όπως ο Λέων ΣΤ ο Σοφός ή Φιλόσο φος και ιδίως ο γιος του ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννη τος, προσπαθούν στα γραπτά τους να παρουσιάσουν τη βυζα ντινή εξουσία σαν ένα φυσικό και ιστορικό φαινόμενο, σύμφουνο με τη θεία βούληση, ενώ οι στρατιωτικοί αυτοκράτορες, όπως ο Νικηφόρος Φιοκάς, ο Ιουάννης Τσιμισκής και κυρίους ο Βασίλειος Β' ο αποκαλούμενος Βουλγαροκτόνος, διεξάγουν διαδοχικά στρατιωτικές εκστρατείες, που εκτείνουν τα σύνο ρα του Βυζαντίου έως τον Καύκασο, την Παλαιστίνη και τον Δούναβη. Κι όλα αυτά, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι θρη σκευτικές πεποιθήσεις των αντιπάλων τους. Το αποδείχνει η προσοτνυμίατου Βουλγαροκτόνου, που δόθηκε στον Βασίλειο, ο οποίος υπήρξε η πιο λαοφιλής και ηρωική μορφή της βυζα ντινής εποποιίας10. Η Εκκλησία, έτοιμη πάντα να υποστηρίξει από την πλευρά της την επεκτατική προσπάθεια του Κράτους που εξασφάλιζε την επέκταση της δικαιοδοσίας της, αναλαμβάνει το μεγάλο αποστολικό της έργο στους βαλκανικούς λαούς, στους λαούς του Εύξεινου Πόντου και της Κεντρικής Ευρώπης ακόμα.. Ο Φώτιος και ο Νικόλαος Μυστικός, οι πιο σημαντικοί πατριάρ χες της εποχής που υπήρξαν και πολιτικές προσωπικότητες πρώτης σειράς, ενθάρρυναν ιδιαίτερα τις αποστολικές επιχει ρήσεις. Ο Φώτιος θα περηφανευτεί γι' αυτό στην Εγκύκλιο Επιστολή που απηύθυνε στους άλλους πατριάρχες11, και ο Νι κόλαος θα επιβλέψει για να αποδοόσει ο ευαγγελισμός των λαών
58
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
59
του Εύξεινου Πόντου τα προεξοφλημε'να αποτελε'σματα. Στις επιστολε'ς του προς τους αρχιεπισκόπους της Χερσοιινος και της Αλανίας, καθορίζει τη συμπεριφορά που πρέπει να ακο λουθήσει η Εκκλησία απέναντι σε λαούς που είχαν πρόσφατα, και επόμενους ανεπαρκώς ακόμα, εκχριστιανιστεί. Είναι ενδιαφε'ρον να σημειώσουμε ότι οι σκέψεις του δεν είναι καθόλου άσχετες από πολιτικές φροντίδες και θα έλεγα ακόμη ότι υπο τάσσονταν στα συμφέροντα του Βυζαντινού Κράτους, στα πο λιτικά και διπλωματικά συμφέροντα της Αυτοκρατορίας σε αυτό το μέρος του κόσμου, που τα εξυπηρετεί η Εκκλησία με το αποστολικό της έργο12. Ο εκχριστιανισμός των Βουλγάρων και των Ροδσοον αργότερα αποτελεί αναμφισβήτητα την πιο αξιοσημείοπη επιτυχία αυτής της πολιτικής, που επέτρεψε στο Βυζάντιο να επεκτείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα την πνευ ματική, καλλιτεχνική και πολιτική ακόμα επιρροή του στον σλαβικό κόσμο, και σε μια ακτίνα που ξεπερνούσε κατά πολύ τα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας13. Ο δέκατος και το μεγαλύτερο μέρος του ενδέκατου αιώνα, εποχή κατακτήσεων και επέκτασης σε όλους τους τομείς, ση μαδεύουν την τελευταία περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατο ρίας που θεωρείτο διεθνής δύναμη. Οι Βυζαντινοί, αναλαμβά νοντας το ρόλο διαιτητών στον κόσμο εκείνης της εποχής, αι σθάνονταν περηφάνια για τις επιτυχίες του κράτους τους και χειροκροτούσαν τις αγέρωχες και αναντίρρητες δηλώσεις των αυτοκρατόρων και των αρχιερέων τους. Τίποτα, πράγματι, δεν φαινόταν να αμφισβητεί την ορθότητα της πολιτικής, που έδινε ξανά στο Βυζάντιο τη δυνατότητα να παίξει το ρόλο που του εμπιστεύτηκε ο Θεός, που του ανήκε ιστορικά, να οδηγήσει δηλαδή τον κόσμο στη σωτηρία του. Η διαβεβαίωση, επόμε νους, του Νικόλαου Μυστικού, που ήταν τότε αντιβασιλέας της Αυτοκρατορίας, στον Βούλγαρο τσάρο Συμεο5ν ότι «η Δύση
ανήκει στο κράτος TOJV Ρωμαίων» (Βυζαντινών)14, καθώς και η υπεροπτική δήλωση του Νικηφόρου Φωκά στον πρεσβευτή του Γερμανού αυτοκράτορα, Λιουτπράνδο, ότι «η κυριαρχία των θαλασσοτν είναι δική μου»1-^, πράγμα που σημαίνει καθαρά «η ηγεμονία του κόσμου μου ανήκει», γίνονταν όχι μόνο κατανοη τές από τον μέσο Βυζαντινό, αλλά θεωρώ ότι εξέφραζαν τις βαθιές του πεποιθήσεις. Αυτή η υπεροπτική συμπεριφορά, αυ τή η αυτοκρατορική, θα λέγαμε, στάση, εξηγούν, όπως θα δού με, τις αλλαγές στη νοοτροπία των Βυζαντινοόν απέναντι στους άλλους λαούς. Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα το εκπληκτικό, αν μερικά χρόνια αργότερα, όταν καταστράφηκε η Βουλγαρική Αυτοκρατορία, που ήταν χριστιανικό κράτος, από τις αυτο κρατορικές στρατιές, ο Βασίλειος Β' παίρνει το θάρρος να γράψει σε ένα επίσημο έγγραφο, που απευθύνεται μάλιστα σε έναν εκκλησιαστικό, ότι «ανάμεσα στα αγαθά που μου πρό σφερε ο Θεός, προτιμάω οπωσδήποτε την προσάρτηση εδα φών στην Αυτοκρατορία μου»16. Ας πούμε ακόμα μια φορά ότι πραγματική άβυσσος χωρίζει αυτή τη δήλωση του Βασίλειου Β' από εκείνη του Λέοντα Γ που, όπως είδαμε17, βεβαίοονε μετριόφρονα ότι από όλα τα αγαθά προτιμούσε τη δικαιοσύνη στη Γη. Οι τρεις αιώνες που κύλησαν ανάμεσα σε αυτές τις δυο αυτοκρατορικές δηλώσεις είναι οι αιχονες που χρειάστηκε το Βυζάντιο για να ανακτήσει την αξιοπρέπεια του έναντι των Αράβων και για να σταθεροποιήσει στον κόσμο το ανανεωμέ νο γόητρο του. Αυτό όμως το γόητρο θα αμαυρωθεί γρήγορα από τις επιτυχίες των πολυάριθμων εχθρών που απέκτησε το Βυζάντιο κατά την περίοδο του μεγαλείου του.
60
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
61
2. ΤΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑΣ: ΜΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ
Το απόγειο της δόξας του Βυζαντίου εκτείνεται από τα με'σα του δε'κατου ως τα με'σα του ενδε'κατου αιώνα. Είναι δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς ότι σε αυτή την περίοδο η Αυτοκρατο ρία είναι η μεγάλη παγκόσμια δύναμη. Αυτό το γεγονός είναι φανερό για τους φίλους της και αποδεκτό ακόμα και από τους εχθρούς της. Έτσι, στην παγκόσμια ιεραρχία των εθνών, σύμ φωνα με τη μεσαιωνική αντίληψη, κατά την οποία κάθε κράτος είχε τη δική του σειρά ανάλογα με την αξία του μέσα σε μια υποθετική αλλά αυστηρή τάξη, το Βυζάντιο βρισκόταν στην κορυφή της πυραμίδας. Η αυτοκρατορική γραμματεία καθιέ ρωσε ένα καλομελετημένο προοτόκολλο, φροντίζοντας να υπο γραμμίσει με κάθε τρόπο αυτή την πρωτοκαθεδρία. Τα αυτο κρατορικά έγγραφα που απευθύνονται σε ξένους βασιλιάδες και πρίγκιπες χρησιμοποιούν για τον καθένα χαρακτηρισμούς που δείχνουν τη σειρά του στην ιεραρχία των εθνών, σύμφωνα εννοείται με το βαθμό συγγένειας και με τις σχέσεις του με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα, που θεωρείται ο «πατήρ» αυτής της υποθετικής οικογένειας των μοναρχών. Έτσι, αν ο Γερμανός αυτοκράτορας έχει δικαίωμα στον τίτλο του «αδελφού», ο τσά ρος της Βουλγαρίας περιορίζεται στη σειρά του «υιού», ενώ οι λιγότερο σημαντικοί πρίγκιπες αποκαλούνται απλοί «φίλοι», όταν δεν τους παραχιυρούνται τίτλοι που δείχνουν την έστω και ονομαστική εξάρτηση τους από τον Βυζαντινό αυτοκράτο ρα, όπως για παράδειγμα ο τίτλος του κουροπαλάτη και σε ορισμένες περιπτοόσεις του άρχοντα18. Η βυζαντινή Αυλή οργανώνει επίσης το αυτοκρατορικό τε λετουργικό με μοναδικό σκοπό να προβάλει το μεγαλείο της
Αυτοκρατορίας. Ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος μας άφησε ένα πλήρες έργο για τη διεξαγωγή των τελετών στη βυ ζαντινή Αυλή, που, αν και είναι γραμμένο σία ελληνικά, είναι γνωστό με τον λατινικό τίτλο De Ceremoniis aulae Byzantinae19. Εκεί αναφέρει ότι «ότε δια της επαινετής τάξεως της βα σιλείου αρχής δεικνυομένης κοσμιωτε'ρας και προς το ευσχημονέστερον ανατρεχούσης... εικονίζοιμεν του δημιουργού την περί τόδε το παν αρμονίαν και κίνησιν».20 Δεν εκπλήσσει λοι πόν το γεγονός ότι αυτό το τελετουργικό καθορίζει με ιδιαίτε ρη φροντίδα τον τρόπο υποδοχής των ξένο^ν μοναρχών και των πρεσβευτών τους, σύμφωνα με τη σειρά τους, υπογραμμίζοντας επίσης και κυρίως σε όλους τον μεγαλοπρεπή και απρόσιτο χα ρακτήρα του Βυζαντινού αυτοκράτορα, που εμφανίζεται από κάθε άποψη σύμφωνα με μια εικόνα που δίνει ο ίδιος ο Κων σταντίνος Ζ', όπως ο «Χριστός εν μέσω των Αποστόλων»21. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αντίληψη του Κωνσταντίνου για την καταγωγή της βυζαντινής εξουσίας αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τον ίδιο τον Πορφυρογέννητο, στο έργο που απηύθυνε στο γιο του, τον μέλλοντα αυτοκράτορα Ρωμανό Β', για τον τρόπο διακυβέρνησης της Αυτοκρατορίας. Κι αυτό το έργο εί ναι γνωστό με τον λατινικό τίτλο De administrando imperio22. Σύμφωνα με την αντίληψη που αποκαλούμε «Κωνσταντινική» (όρος που αναφέρεται ταυτόχρονα στον Κωνσταντίνο, ιδρυτή της Αυτοκρατορίας, και στον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέν νητο, εμπνευστή αυτής της πολιτικής ιδεολογίας), το Βυζάντιο κατέχει μια εξαιρετική θέση ανάμεσα στα έθνη, εξαιτίας των προνομιακών σχέσεων του με τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, που μετέφερε όλη τη δόξα της Ρώμης στην Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας του. Η ιστορική θεμελίωση των πρωτείων του Βυζαντινού αυτο κράτορα ως διαδόχου του πρώτου χριστιανικού αυτοκράτορα,
62
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
63
που καθιερώθηκε χάρη στην αναφορά στον Κχονσταντίνο, επέ τρεπε στο Βυζάντιο να βλέπει με συγκατάβαση τα λίγα δικαιώ ματα των Δυτικών μοναρχών και των περιοχών τις οποίες είχε διατρέξει ο Μέγας Κωνσταντίνος και που είχαν γίνει συχνά μάρτυρες των πράξεων του23. Αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα τη διατύπωση και την ανά πτυξη αυτής της θεωρίας από τον Κωνσταντίνο Ζ' τον Πορφυ ρογέννητο, γιατί δείχνουν κατά τη γνώμη μου ότι ο αυτοκράτορας-συγγραφέας όχι μόνο γνώριζε την αποκαλούμενη «δωρεά του Κωνσταντίνου» στον πάπα Σΰλβεστρο —πράγμα που δεί χνει την κυκλοφορία της πληροφόρησης μέσα στον μεσαιωνι κό κόσμο-, αλλά ότι χρησιμοποίησε και εκμεταλλεύτηκε το πε ριεχόμενο αυτού του κειμένου για να εδραιώσει τις βυζαντινές αξιώσεις για την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια τάξη των εθνών. Η χρησιμοποίηση ενός Δυτικού εγγράφου, που ήταν επιπλέον πλαστό, για τη θεμελίωση των βυζαντινών διεκδική σεων απέναντι στη Δύση συγκεκριμένα δείχνει συμπτωματικά, εκτός από τις εσωτερικές διαφωνίες που υπήρχαν στους κόλ πους του Δυτικού κόσμου και τη διαφορά ανάμεσα στην πνευ ματική εξουσία και την κοσμική, και κυρίως την καλή οργάνω ση των βυζαντινών υπηρεσιών, και μια διπλωματική επιτηδειότητα από την πλευρά του Κο^νσταντίνου του Πορφυρογέννη του, την οποία οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε οος αντίβαρο στις στρατιωτικές αρετές που του έλειψαν τόσο24. Ας θυμηθούμε, πράγματι, ότι συμφωνά με το έγγραφο που είναι γνωστό ως «δωρεά του Κωνσταντίνου» και επινοήθηκε πιθανώς κατά το πριότο μισό του ένατου αιώνα από τους ρω μαϊκούς εκκλησιαστικούς κύκλους, ο Μέγας Κωνσταντίνος, πη γαίνοντας μετά την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης να εγκατα σταθεί στη νέα του πόλη, εμπιστεύθηκε τη Ρώμη και την περιο χή της στον ανώτατο ποντίφικα, τον πάπα Σΰλβεστρο. Έτσι
αυτό το έγγραφο, που δικαιολογεί κατά κάποιο τρόπο την ύπαρξη του παπικού κράτους και την ανεξαρτησία του Πάπα από την κοσμική εξουσία, πρόσφερε μία απροσδόκητη ευκαι ρία στο Βυζάντιο να θεμελιώσει τα δικαιώματα του ως μοναδι κή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Πράγματι, αυτό το έγγραφο υπο δεικνύει έμμεσα τη μεταφορά της Αυτοκρατορίας — translatio imperii— (αφού ο αυτοκράτορας εγκατέλειψε τη Ρώμη) στην Κωνσταντινούπολη, που θεωρήθηκε έτσι, από την ίδρυση της, όχι σαν μια δεύτερη αυτοκρατορική πόλη, όπως υπήρξε στην πραγματικότητα, αλλά ως η μόνη αυτοκρατορική πόλη, η πρω τεύουσα. Ήταν φανερό ότι έτσι που παρουσιαζόταν η κατά σταση με τη «δωρεά του Κωνσταντίνου» επέτρεπε στη Βυζα ντινή Αυτοκρατορία να θεωρείται συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυ τοκρατορίας, ως διάδοχος, κληρονόμος και κληροδόχος της Ριόμης. Έτσι κάθε άλλη απαίτηση για τον αυτοκρατορικό τίτλο από την πλευρά κάθε άλλου μονάρχη αντικρουόταν ως παρά νομη. Αυτό το επιχείρημα ίσχυε κυρίως για τη Γερμανική Αυ τοκρατορία25. Έτσι, χάρη στους προνομιακούς δεσμούς που ένωναν το Βυζάντιο με τον Μέγα Κωνσταντίνο, αναγνωρισμένο ιδρυτή του, ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος δεν δίστασε καθό λου να θεμελιώσει μια θεωρία για την ευγένεια των γενών που η αρχή της θα αναφέρεται επίσης στον Κωνσταντίνο Α'. Αφιε ρώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο έργο του De administrando Imperio σε αυτό που θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς, με κάποια υπερβολή βέβαια, «τάξη γενών». Σε αυτό ξεχωρίζει γένη ευγενή, λιγότερο ευγενή, άλλα στερημένα από κάθε ευ γένεια, χωρίς καμιά διάκριση για τις θρησκευτικές πεποιθή σεις των λαών αλλά με μοναδικό κριτήριο την αρχαιότητα του πολιτισμού τους, που μετριόταν με τις στενότερες ή όχι σχέσεις τους με τον Μέγα Κωνσταντίνο, δηλαδή με τη Ρώμη και την
64
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
65
Κωνσταντινούπολη ταυτόχρονα, που σημαίνει με το Βυζάντιο26. Από το σημείο αυτό οος την εκτίμηση της ιστορίας του βυζα ντινού λαού, ως ιστορίας του κατεξοχήν ευγενούς γένους, δεν χρειαζόταν παρά ένα βήμα, που το έκαναν άλλωστε γρήγορα οι ιστορικοί και οι διανοούμενοι του Βυζαντίου. Με τον ίδιο σκοπό αναπτύχθηκε επίσης «η βιβλική αναφορά», που διατη ρήθηκε από την Εκκλησία και που θεωρούσε τους Βυζαντι νούς «τον νέον περιούσιον λαόν»27. Ας πούμε σχετικά με αυτό πως η βιβλική αναφορά, που συμπλήρωνε έντεχνα την Κωνσταντινική και αυτοκρατορική αναφορά, έβρισκε μεγάλη απή χηση στον βυζαντινό λαό, ο οποίος είχε πειστεί για την ιστορι κή αποστολή του και ήταν αλληλέγγυος με την ιμπεριαλιστική πολιτική των κυβερνητών του. Αυτή η συμπεριφορά εξηγεί τις μεταμορφώσεις που επήλ θαν στη βυζαντινή ιμπεριαλιστική ιδέα. Η εξέλιξη της βρίσκε ται στην πηγή του συλλογικού αισθήματος υπεροχής, του βυζα ντινού σωβινισμού, που πήρε συχνά τη μορφή ενός ιδιόμορφου ρατσισμού κι εκδηλώθηκε προς καθετί που θεωρήθηκε ξένο προς το σύνολο TOJV Βυζαντινών. Διαπιστώνουμε ότι εκφρά σεις, όπως «γένος άνευ τιμής και αξιοπρέπειας», «γένος διεφθαρμένον», «γένος βάρβαρον», «λαός μηδαμινός και αιμοχαρής»28, χρησιμοποιούνταν συχνά από τους Βυζαντινούς για να προσδιορίσουν τους λαούς, όπως τους Βουλγάρους, τους Ρώ σους και τους Φράγκους, που χαρακτηρίζονταν εντούτοις στα έγγραφα τα οποία τους απηύθυνε η αυτοκρατορική Γραμμα τεία ως έθνη «χριστιανικώτατα». Αυτή η βυζαντινή στάση απέναντι στους ξένους, βασισμένη κυρίως στην υπεροχή της ελληνικής παιδείας που είχε γίνει τώρα πηγή του βυζαντινού πολιτισμού, σημειώνει κατά τη γνώ μη μας ένα σημαντικό σταθμό για την καλλιέργεια της ιδέας του έθνους στο Βυζάντιο. Μπορούμε να πούμε ότι η Αυτοκρα-
τορία, με την ποικιλία των λαών και των εθνών που περιλάμ βανε προηγουμένως το Βυζάντιο, παραχοίρησε τη θέση της σε μια ελληνορθόδοξη Αυτοκρατορία, με μια ενιαία παιδεία, ανε πιεική και αδιάλλακτη έναντι λαοδν και εθνών που είχαν δια φορετικά ιδεώδη. Έτσι κατανοεί κανείς την περιφρόνηση που εκδηλώθηκε προς λαούς, όποας οι Αρμένιοι29, που κατείχαν ωστόσο μια σημαντική θέση στην Αυτοκρατορία, και μπορεί να εξηγήσει την πιεστική πολιτική εναντίον των αιρετικών στοιχείων ή εκείνοον που κρίνονταν ως αιρετικά, γιατί δεν συμ μερίζονταν μια αντίληψη ζωής που η Κωνσταλτινούπολη θεω ρούσε ως μόνη σωστή. Η εξόντωση TOJV Παυλικιανοόν και οι διώξεις εναντίον κάθε μανιχάίκής τάσης, που παίρνουν πολ λές φορές τη μορφή ενός πραγματικού κυνηγητού μαγισσιόν, μου φαίνεται ότι αποτελούν τις καλύτερες αποδείξεις.30 Αυτή η κατάσταση μπορεί να εξηγήσει, όποος υποστηρίχθη κε, την απάνθρωπη σκληρότητα που έδειξε ο Βασίλειος Β' στους Βούλγαρους στρατιοότες που έπεσαν στα χέρια του μετά τη Μάχη του Κλειδιού (1014), που σήμανε και το τέλος της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Όπως αναφέρει ο Κεδρηνός, δε καπέντε χιλιάδες άνθρωποι τυφλοόθηκαν με διαταγή του αυτο κράτορα και πήραν το δρόμο του γυρισμού στον τόπο τους, οδη γούμενοι από εκείνους που τους άφησαν για αυτόν το σκοπό μονόφθαλμους. Το είδος της τιμοϋρίας που επιβλήθηκε σε στρατιοότες αιχμαλοότους πολέμου αφήνει πράγματι να υποθέσει κανείς ότι οι Βούλγαροι και ο τσάρος τους, Σαμουήλ, θεωρούνταν πραγματικά ότι ήταν απλοί στασιαστές εναντίον του φυσικού μονάρχη τους, εναντίον του Βυζαντινού αυτοκράτορα δηλαδή. Ας θυμηθούμε σχετικά ότι η αφαίρεση της όρασης ήταν η τιμωρία που πρόβλεπαν οι βυζαντινοί νόμοι για τους ενόχους για εγκλήματα καθοσιοοσεως. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό ότι οι τυφλοί αποκλείονταν από τον βυζαντινό θρόνο.31
66
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
67
Είναι γεγονός ότι αυτή η ερμηνεία για τη συμπεριφορά του Βασιλείου Β' στηρίζεται στο χαρακτήρα των σχε'σεων ανάμε σα στον Βούλγαρο τσάρο και τον Βυζαντινό αυτοκράτορα, όποος τις είχε καθορίσει τον προηγούμενο ήδη αιώνα ο Νικό λαος Μυστικός στην επίσημη αλληλογραφία του με τον τσάρο Συμεοόν: Ο τσάρος όφειλε να θεοορεί τον αυτοκράτορα σαν πατέρα του. Κάθε κίνηση των Βουλγάριον εναντίον των Βυζα ντινών ισοδυναμούσε με αδελφοκτόνο πόλεμο. Τη σύγκριναν με στάση, με ανταρσία ενός αχάριστου υιού εναντίον του πνευ ματικού του πατέρα, που την υποκινούσε ο Σατανάς για τον όλεθρο χριστιανικοόν ψυχών. Γι' αυτό έπρεπε και να τιμοορηθεί από τον Θεό, κι επόμενους από τον αντιπρόσοοπό του στη Γη, τον Βυζαντινό αυτοκράτορα32. Αυτή είναι αναμφίβολα η θεωρία που επέτρεψε σ' ένα χριστιανικότατο αυτοκράτορα να τιμωρήσει με έναν τρόπο που ήταν αντίθετος με όλες τις παραδόσεις και τις αρχές του Βυζα ντίου τους Βούλγαρους στρατιώτες, που είχαν διαπράξει το έγκλημα καθοσιώσεοος. Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι στους Βυζαντινούς στρατιώτες που στασίασαν, οδηγημένοι από ένδοξους στρατιωτικούς, εναντίον αυτού του ίδιου αυτοκράτο ρα, δεν επιβλήθηκε η ίδια τιμωρία. Αυτό αποτελεί αναμφίβο λα μια νέα απόδειξη για το σεβασμό που όφειλε να απολαμβά νει το ευγενές γένος τοτν Βυζαντινοτν, έστω κι αν έπεφτε σε σφάλματα έναντι του ίδιου του αρχηγού του. Είναι γεγονός ότι οι Βυζαντινοί εκείνης της εποχής δεν δί στασαν ποτέ να καταφύγουν σε καταδικαστέα μέσα, αντίθετα ακόμα και με τις ίδιες τις πεποιθήσεις τους. Ας θυμηθούμε σχετικά ότι οι βυζαντινοί νόμοι απαγόρευαν τα βασανιστήρια οος ασυμβίβαστα με το πνεύμα του βυζαλτινού πολιτισμού33. Οι Βυζαντινοί δεν επέτρεπαν τα βασανιστήρια παρά μόνο εναντίον εκείνων που αποκαλούσαν «γένη χιυρίς τιμή», που ήταν ουσια-
στικά εκείνη την εποχή όλοι οι ξένοι λαοί της εποχής που ζή λευαν το μεγαλείο τους. Δεν υπήρχε επομένως τίποτα το εκ πληκτικό αν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες ειδίυλολατρικών λαών, όπως ήταν οι Πατζινάκες και οι Ούγγροι, εναντίον λαών αποδεδειγμένα χριστιανικών, όποος ήταν οι Βούλγαροι34. Αν δήλίονε για τους Αρμενίους του στρατού του «το γαρ των Αρμενίων άστατον και πολυπλανές»35. Αν οι αρχιερείς της Εκκλησίας θεωρούσαν ότι «οι Λατίνοι, που δεν είχαν βγει ακόμα εντελώς από τη βαρβαρότητα, είναι ανίκανοι να κατανοήσουν τις αποχρώσεις του δόγματος και μετά βίας είναι σε θέση να καταλάβουν το μυστήριο της Αγίας Τριάδος»36. Τίποτα το παράξενο, τέλος, αν αυτά τα ρατσιστικά αισθήματα έτρεφαν τον Βυζαντινό λαό37. Ωστόσο, είναι αναμφισβήτητο ότι κατά τον ενδέκατο αιώνα η Κωνσταντινούπολη παραμένει το μεγάλο πνευματικό κέντρο του μεσαιωνικού κόσμου. Ο Μαυρόπους, συγγραφέας των μέ σων αυτού του αιώνα, πολιτικός και εκκλησιαστικός άνδρας ταυτόχρονα, εκφράζει το κοινό αίσθημα σημειοόνοντας ότι «εις την Κίονσταντινούπολιν συρρεΌυν και σπεύδουν οι λαοί και τα έθνη των κόσμου ολοκλήρου, τα οποία ο θεός υπέταξε εις τον αυτοκράτορα». Ο ίδιος συγγραφέας στο Λόγο του προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου βρίσκει απροσδόκητα την ευκαιρία να υπογραμμίσει τον εξαιρετικό χαρακτήρα που έχει ό,τι αφορά το Βυζάντιο και να πλέξει το εγκώμιο όχι μόνο της κατεξοχήν Πόλεως —έτσι αποκαλούσε ο κόσμος την Κωνσταντινούπο λη — αλλά και του λαού και του αυτοκράτορα της. Σχετικά με την προοτεύουσα, ο Μαυρόπους σημειώνει: Πάντες ούτοι συντρέχουσι πασίν αυτομάτοις επί την Σιών την αγίαν, την πιστήν μητρόπολιν ταύτην, την Ιερουσαλήμ τηννέαν... ο Θεός εν μέσοι αυτής, και ου σαλευθήσεται, ο θεμελιώσας και ταύτην ως τη γην επί των υδάτων, θαύμα μεν τοις ορώσι. Για τον αυτοκράτορα
68
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
69
Κωνσταντίνο τον Μονομάχο καταφεύγει σε βιβλικές παραβο λές, αποδίδοντας του τα χαρακτηριστικά ενός νέου Δαβίδ, ενώ ο βυζαντινός λαός αποκαλείται «το νέον Ισραήλ», «λαός ως αληθώς περιούσιος τα τε άλλα και ειρήνης βαθείας αυτοί τε και το υπήκοον διηνεκώς απολαύοντες»38. Αυτές ήταν οι εικό νες που έπρεπε να τρέφουν τη λαϊκή φαντασία, μια και ο λόγος του Μαυρόπου εκφωνήθηκε μπροστά στο λαό της Κωνσταντι νούπολης. Περιγράφουν βεβαίως την ατμόσφαιρα που επι κρατούσε στην Κωνσταντινούπολη κατά το 1040, σε μια εποχή δηλαδή που οι βυζαντινές στρατιές αποβιβάζονταν στη Σικε λία, όταν το τελευταίο αρμενικό κράτος του Καυκάσου, το Πρι γκιπάτο του Ανίου, έμπαινε εθελοντικά στην τροχιά της Αυτο κρατορίας, ενώ η έκπληκτη Δύση ανακάλυπτε με τους εμπό ρους, τους προσκυνητές και τους στρατιώτες της, που ήταν μι σθοφόροι του Βυζαντίου, τους θησαυρούς που κοσμούσαν τη βυζαντινή πρωτεύουσα και τα μυθικά πλούτη της, των οποίων η επίδειξη και η λάμψη προκάλεσαν ζήλια, φθόνο και μνησι κακία, στοιχεία που θα εκδηλωθούν ανοιχτά όταν η τύχη του Βυζάντιου θα γνωρίσει απρόβλεπτες μεταπτώσεις κατά το τέ λος του πρώτου μισού του ενδέκατου αιώνα. ^ Δύναμη, πολυτέλεια και αλαζονεία είναι τα χαρακτηριστι κά της ιστορίας της Αυτοκρατορίας εκείνη την εποχής, που υπαγορεύουν και τον τρόπο ζωής καθώς και τη νοοτροπία των Βυζαντινών. Η υπερβολή τους θα αποτελέσει την αιτία των αντιξοοτήτων που θα αντιμετωπίσει το Βυζάντιο. Οπωσδήπο τε, αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των Βυ ζαντινών εξηγούν γιατί το κράτος έδειξε λίγο ενδιαφέρον για τα συμφέροντα των πληθυσμών που περιλαμβάνονταν τώρα στα νέα του σύνορα, τακτική που θ' αποδειχθεί καταστροφική για την Αυτοκρατορία. Αυτά τα χαρακτηριστικά εξηγούν τη συμπεριφορά του βυζαντινού λαού, που, μεθυσμένος από τη
δόξα της Αυτοκρατορίας και πιστεύοντας στη διαιώνιση της, επιδόθηκε σε απασχολήσεις οι οποίες υπαγορεύονταν από την ατομική άνεση χωρίς να ενδιαφέρεται εξίσου για την κοινή ευη μερία. Η βαθμιαία εγκατάλειψη του εθνικού στρατού και η αντικατάσταση του από ξένους μισθοφόρους, παρά τους κιν δύνους που παρουσίαζε η συγκεκριμένη πρακτική για ένα κράτος το οποίο καλλιεργούσε την περιφρόνηση γι' αυτούς τους «αγροίκους στρατιώτες», αποτελούν την καλύτερη από δειξη γι' αυτή την ανεύθυνη συμπεριφορά. Αλλά κυρίως και πριν απ' όλα, η υπεροπτική και αδιάλλακτη βυζαντινή συμπε ριφορά φαίνεται ιδιαίτερα στη στάση της Εκκλησίας έναντι των άλλων χριστιανών. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το ορι στικό σχίσμα ανάμεσα στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και στην Εκκλησία της Ρώμης γίνεται αυτή την εποχή (1054), ακριβώς κατά τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Μονομάχου. Εξάλλου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι αυτό το μέγιστο γεγο νός για την ιστορία της χριστιανοσύνης, όπως έδειξε η συνέ χεια των γεγονότων, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο από τους γεμάτους υπεροψία για τη δύναμη τους Βυζαντινούς της επο χής, που έκλειναν τα μάτια σε καθετί που αφορούσε τον έξοο κόσμο, γεμάτοι περηφάνια για τη δύναμη τους. Η αλλαγή της τύχης δεν άργησε να χτυπήσει το Βυζάντιο που ήταν ναρκωμένο από τον πλούτο του και μεθυσμένο από ένα μεγαλείο που πίστευε αιώνιο και εγγυημένο από τον Θεό. Έτσι μόνο η αμέλεια για την εκτέλεση TOJV καθηκόντων που επιβάλλει η αγάπη του Θεού θα μπορούσε, για τους Βυζαντι νούς, να εξηγήσει την αλλαγή της τύχης τους. Η καθαρά βυζα ντινή θεωρία για την ήττα, που επιβλήθηκε από τον Θεό σαν τιμωρία για τη λιποψυχία του λαού του, βρίσκει τώρα όλο και μεγαλύτερη απήχηση. Θα δούμε ότι η εξέλιξη της, κυρίως κατά τις περιόδους της πιο μεγάλης εθνικής αγιονίας που προκάλε-
70
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
71
σε ο τουρκικός κίνδυνος, θα δημιουργήσει συνθήκες πολύ λίγο κατάλληλες για την άμυνα της Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, πολύ πριν από το τέλος του ενδέκατου αιώνα, το Βυζάντιο δεν ήταν σχεδόν ικανό να διασοόσει ούτε ελάχιστα ίχνη από το λιγόχρονο μεγαλείο του. Στη Δύση, το 1071, οι Νορμανδοί κατέλαβαν τον τελευταίο προμαχο5να της βυζαντινής Ιταλίας, το Μπάρι, Τον ίδιο καιρό ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ρωμανός Δ' ο Διογένης αιχμαλω τίστηκε από τους Σελτζουκίδες Τούρκους στο Μαντζικέρτ (Βαν), όπου είχε χαθεί «το άνθος της νεότητος της Ρωμανίας»39. Λίγα χρόνια αργότερα, η Ελλάδα και οι αλβανικές ακτές κατακλύζονιαν από τους Νορμανδούς, ενω στη Μικρά Ασία εγκα θίστανται οι Τούρκοι που, δέκα μόλις χρόνια μετά τη Μάχη του Μαντζικέρτ, είχαν δημιουργήσει στο ίδιο το έδαφος της βυζαντινής Μικράς Ασίας το κράτος τους, το Σουλτανάτο του Ικονίου, εισέβαλλαν σε ολόκληρη τη χώρα και στρατοπέδευαν απέναντι στην Κωνσταντινούπολη. Τέλος, την ίδια εποχή οι λαοί του Βορρά, οι Πατζινάκες και οι Κουμάνοι, περνούσαν τον Δούναβη και λεηλατούσαν τις βαλκανικές επαρχίες έως τις ίδιες τις πύλες της Κωνσταντινούπολης. Προτού τελειώσει ακόμα ο αιώνας του μεγαλείου του, το Βυζάντιο έβλεπε τα σύ νορα του να περιορίζονται, μέχρι του σημείου να φθάνουν, όποας έγραψε με κάποια υπερβολή ο Ιωάννης ο Αντιοχεύς, «εχος τα τείχη της πρωτεύουσας του»40. Η ταχύτητα της καταστροφής τάραξε τα πνεύματα και έσπει ρε τη σύγχυση στους Βυζαντινούς, στο λαό και στην κυβέρνηση, που ήταν ελάχιστα προετοιμασμένοι να την αντιμετωπίσουν. Ο ίδιος ο Μαυρόπους, μόλις λίγα χρόνια μετά τον μεγαλόστομο λό γο του για τη δόξα του Βυζαντίου, θα βρει παθητικούς τόνους για να προειδοποιήσει μάταια τους συμπολίτες του για το σκοτεινό μέλλον που τους περιμένει, Θα καυτηριάσει τη διαφθορά, την
αδικία, την έλλειψη κάθε ηθικής έννοιας που βασίλευαν τότε στο Βυζάντιο κι έσπρωχναν το έθνος στην άβυσσο41. Εντούτοις, οι ιστορικοί της εποχής εξηγούν ομόφωνα την καταστροφή με την απιστία των συνοριακών πληθυσμών, που ήταν εχθρικοί προς την Κωνσταντινούπολη και ζήλευαν το μεγαλείο της. Τους κατη γορούν για μανιχάίσμό και ότι έδρασαν εναντίον του βυζαντινού λαού, υποκινούμενοι από το πάθος τους εναντίον της ορθοδο ξίας. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης, από την πλευρά του, που «τον άπαντα βίον εορτήν μίαν άγουσιν»42, αποπροσανατολισμέ νος, οδηγούμενος από φιλόδοξους τυχοδιώκτες, θα δείξει τη σύγχυση του με μια σειρά από ταραχές και φιλονικίες, που λίγο έλειψε να κάνουν την Αυτοκρατορία παιγνίδι των ταραχοποιών «που σύχναζαν στην αγορά» καθώς και των ξένων μισθοφόρων, που το βάρος τους γινόταν όλο και περισσότερο αισθητό στην Κωνσταντινούπολη και στις επαρχίες, προκαλώντας στους Βυ ζαντινούς αισθήματα ξενοφοβίας43. Απάντηση, θα μπορούσε να πει κανείς, σε ένα άλλο ιστορικό πλαίσιο, στην περιφρόνηση και στα αισθήματα υπεροχής που έτρεφαν και έδειχναν προηγούμε να οι Βυζαντινοί απέναντι σε καθετί που ήταν ξένο. Πάντως, κατά το τελευταίο τέταρτο του ενδέκατου αιώνα, η σύγχυση και η ανασφάλεια καταλαμβάνουν τους βυζαντινούς πληθυσμούς των επαρχιών, που τους απειλούσαν όχι μόνο οι επιδρομές εξωτερικών εχθρών αλλά επίσης και οι ενέργειες εκείνων που όφειλαν να εξυπηρετούν την Αυτοκρατορία και τα συμφέροντα της: οι στρατιές των μισθοφόρων, που δουλεύουν τώρα για δικό τους λογαριασμό —ας θυμηθούμε πως ο Ρουσέλ και οι Φράγκοι του είχαν επιτύχει να δημιουργήσουν μία αυ τόνομη εστία στη Μικρά Ασία— και ανώτεροι Βυζαντινοί στρατιωτικοί που προσπαθούν με στρατιές που τους είναι αφοσιωμένες να καταλάβουν το θρόνο, εύκολη λεία για τους τυχο διώκτες της Κωνσταντινούπολης.
72
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
73
Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικό πως τα κείμενα της εποχής μιλούν πάλι για «Δημοκρατία»44. Ο όρος χρησιμοποιόταν συχνά κατά τον έκτο αιοίνα, όταν οι δήμοι (ενώσεις που αντιπροσο5πευαν τον βυζαντινό λαό) έδειχναν θορυβωδώς το ενδιαφε'ρον τους για τις δημόσιες υποθέσεις, αλλά στο μεταξύ είχε πέσει σε αχρησία, στο Βυζάντιο σήμαινε «την εξουσία του λαού, και κυρίους του όχλου», πράγμα που λογιζό ταν αντίθετο με τις παραδόσεις του νόμιμου κράτους. Η «δη μοκρατία» θεωρήθηκε πάντα ως εθνικό κακό και έδειχνε για τους Βυζαντινούς την οργή του Θεού, που τιμωρούσε με αυτό τον τρόπο το λαό του γιατί διέπραξε ανάξιες πράξεις. Αυτά εί ναι τα θέματα που η πολιτική λογοτεχνία του Βυζαντίου ανα πτύσσει πλατιά, στην προσπάθεια της να δείξει ότι μόνο η μο ναρχία είναι πολίτευμα άξιο για έναν πολιτισμένο λαό. Ούτε η «δημοκρατία» ούτε η «τυραννία», σύμφωνα δηλαδή με τη βυ ζαντινή αντίληψη ο σφετερισμός της εξουσίας από πρόσοοπα που ενεργούσαν για το δικό τους συμφέρον, δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν στον βυζαντινό λαό την ευημερία που του πρόσφερε μόνο η νόμιμη μοναρχία45. Ωστόσο, το δεύτερο μισό του ενδέκατου αιώνα άρχισε μέσα σε αυτό το κλίμα αναρχίας και αταξίας που δημιουργούσαν ακριβιός οι πολλαπλές απόπειρες τοον οπαδοόν της «δημοκρα τίας» και των «τυραννιών». Εξάλλου η κατάσταση αυτή επιδει νωνόταν ιδιαίτερα από την εξωτερική απειλή. Μέσα σε αυτό το κλίμα της απόγνιοσης και της καταστροφής, το Βυζάντιο θα προσπαθήσει να αναζωογονήσει την εθνική πνοή και να ανα λάβει την προσπάθεια για τη σωτηρία του, όπιος είχε κάνει και κατά την εποχή της εικονομαχίας για να αντιμετοοπίσει τους Άραβες. Αυτό θα είναι έργο των αυτοκρατόρων της δυναστείας τοον Κομνηνών, που η πολιτική τους θυμίζει σε πολλά σημεία την πολιτική των Ισαύρων αυτοκρατόροτν. Η πραγματοποίηση
της θα απορροφήσει όλες τις εθνικές δυνάμεις, ενοο η φανερή σπουδή της θα προσδώσει στους ιδεολογικούς προσανατολι σμούς της Αυτοκρατορίας την επιτακτική όψη μιας εθνικής κι νητοποίησης για την επιβίωση της ελληνικότητας και της ορθο δοξίας, που αποτελούσαν τώρα ειδικά χαρακτηριστικά του Βυζαντίου.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
75
4
Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ
1. Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ
Για να φωτίσουμε τις μορφές που παίρνει σε αυτό τον νέο σταθμό της ιστορίας του Βυζαντίου η πολιτική του ιδεολογία, είναι αναγκαίο να παρουσιάσουμε σύντομα την εξέλιξη και τις τάσεις της πνευματικής ζωής των Βυζαντινών κατά τον δέκατο και ενδέκατο αιώνα, γιατί κατά τη γνώμη μας καθορίζουν σε έναν ορισμένο βαθμό τις μορφές και το περιεχόμενο ακόμα των ιδεολογικών εκδηλώσεων των κατοπινών χρόνων. Θεωρούμε ότι το βασικό χαρακτηριστικό της πνευματικής ζωής του Βυζαντίου κατά τους αιώνες του μεγαλείου του πα ραμένει η ανανέωση του ενδιαφέροντος για την ελληνική αρ χαιότητα και τις επιτεύξεις της1. Είναι πράγματι σημαντικό ότι σε αυτή την περίοδο οι αναφορές στον κλασικό κόσμο και στις αξίες του πολλαπλασιάζονται, ότι η διάδοση των έργων τιον κλασικών συγγραφέων αποκτά αξιόλογη σημασία ενώ η μελέ-
τη της κλασικής λογοτεχνίας κατακτά όλο και περισσότερο, όχι μόνο τις σχολές της Κωνσταντινούπολης, αλλά επίσης και το ενημερωμένο κοινό. Οι αρχές που διατύποοσαν οι μεγάλοι φιλόσοφοι της αρχαιότητας αποτελούν αντικείμενο προχοορημένων σχολίων και ο τρόπος που έζησαν αποκτά απροσδόκητα τα χαρακτηριστικά ενός αρχέτυπου, ενός ηθικού ιδεώδους. Η έννοια και η χρησιμοποίηση της έκφρασης «φιλοσοφική ζωή», που η αξία της υπογραμμίζεται από τον Ψελλό, καθοός κι εκεί νη της «ελληνικής ζωής» το αποδεικνύουν2. Με δυο λόγια, οι αρετές του αρχαίου κόσμου δεν θεωρούνται πια ασυμβίβαστες με τη χριστιανική ζωή, αλλά αντίθετα εμφανίζονται σαν το σχεδόν αναγκαίο συμπλήρωμα της χριστιανικής διδασκαλίας, τουλάχιστον για τους «υπερβάλλοντας εις σεβασμόν» για την αρχαιότητα διανοούμενους, ενώ διατηρούν ταυτόχρονα κριτι κό πνεύμα για τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις. Έτσι, συγ γραφείς που η ορθοδοξία τους δεν αμφισβητείται και δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί —όλοι εξάλλου οι αρχιερείς της Εκ κλησίας της Κωνσταντινούπολης— όποος ο Φώτιος τον ένατο αιώνα, ο Αρέθας τον δέκατο και ο Ψελλός —κι αυτός σε κά ποια στιγμή της ζωής του υπήρξε θρησκευόμενος — , ο Ξιφιλίνος και ο Μαυρόπους τον ενδέκατο αιώνα, για να μην αναφέ ρουμε παρά τους πιο επιφανείς, αποκαθιστούν τον ελληνικό κόσμο και το έργο του, από το οποίο, εξάλλου, εμπνέονται για το δικό τους. Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο πως, αυτήν ακριβώς την επο χή, οι όροι Έλληνας και Ελληνισμός απέκτησαν τη σημασία που τους νομιμοποιεί στον βυζαντινό πολιτισμό. Όπως ξέρου με, αυτοί οι όροι σήμαιναν προηγουμένως ειδωλολάτρης και ειδωλολατρία, και ονειδίζονταν από την αυστηρή χριστιανική παράδοση. Τιόρα σημαίνουν τον αρχαίο Έλληνα και την παι δεία του, που έγιναν πηγές νέων αρετών και θα διατηρήσουν
76
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
77
αυτή την ευγενική σημασία ιυς το τε'λος της Βυζαντινής Αυτο κρατορίας3. Ο ενθουσιασμός για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό που ση μειώνει την ύπαρξη μιας «αναγέννησης» στο Βυζάντιο θα έλε γε κανείς ότι, πριν από την επίσημη χρησιμοποίηση του όρου, αγκαλιάζει προοδευτικά ολόκληρη την πνευματική ζ(οή του Βυζαντίου, σε βάρος μάλιστα της χριστιανικής παράδοσης. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικό ότι, με τον καιρό, οι όροι ελληνικός και ελληνισμός χρησιμοποιούνται από τους καλύτερους εκπροσώπους τους για να προσδιορίσουν τη βυζα ντινή παιδεία και τον βυζαντινό πολιτισμό. Αυτό αποτελεί, κα τά τη γνώμη μας, ε'να σημαντικό γεγονός για τη μελέτη του ιδεο λογικού υπόβαθρου του Βυζαντίου κατά τη διάρκεια των τε λευταίων αιώνων της ζωής του. Οι Βυζαντινοί συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο τους προνομιακούς δεσμούς τους με την ελληνική αρχαιότητα εξαιτίας της ελληνοφωνίας τους. Αυτό τους διαφοροποιεί από τον λατινικό κόσμο, εννοείται, και τους αποδίδει έτσι νε'ους τίτλους ευγενείας. Θα λέγαμε ότι οι Βυζα ντινοί διανοούμενοι υιοθετούν τους όρους Έλληνας και ελλη νικός, συνυφασμένους πόρα με την αρετή, για να απαντήσουν στον σχεδόν μειωτικό όρο του Γραικού που χρησιμοποιούσαν γι' αυτούς οι Λατίνοι, οι χριστιανοί δηλαδή της Δύσης. Διαπι στώνουμε ότι το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες τείνει να υποκατα στήσει το ρωμαϊκό ιδεώδες, όχι μόνο γιατί αυτό το τελευταίο το διεκδικεί η Δύση, αλλά κυρίως γιατί ο ρωμαϊκός κόσμος, που το ιδεοόδες του ήταν συνυφασμένο με μια στρατιωτική και πολιτική έννοια, είχε στο τέλος κατακτηθεί από το ελληνικό πνεύμα. Εννοείται ότι σε μια στιγμή κρίσης, που προκλήθηκε εκτός από άλλους λόγους και από τις διεκδικήσεις και τις ενέργειες της ροομαΐκής και χριστιανικής Δύσης, κατά του Βυζαντίου, η
αναφορά στον ελληνισμό θα είναι για τους Βυζαντινούς, έστω και ασυνείδητα, ένα στέρεο ιδεολογικό επιχείρημα, που βε βαίωνε την υπεροχή της βυζαντινής παιδείας, αφού δεν μπο ρούσε να επικυρωθεί η ανωτερότητα τιον αυτοκρατορικών στρατιών κατά του Δυτικού κόσμου. Από αυτή την άποιμη είναι πολύ διδακτικό το ότι οι Βυζαντινοί συγχέουν σκόπιμα όλο και περισσότερο τη Δύση με τον βαρβαρικό κόσμο. Αυτός ο όρος χρησιμοποιόταν με την έννοια που του έδιναν οι αρχαίοι Έλ ληνες, δηλαδή για τους μη πολιτισμένους λαούς που έμειναν μακριά από την ελληνική παιδεία4. Έτσι ο αρχαίος Ελληνισμός και η μεσαιωνική ελληνικότητα αποτελούν για τους Βυζαντινούς δύο σταθμούς του ίδιου πολιτι σμού, του δικού τους. Και οι δύο οφείλονται σε ανθρο5πους που πάντα αντιμετιοπισαν αποτελεσματικά τις εφόδους του βαρβα ρικού κόσμου για την τιμή και τη σωτηρία του πολιτισμένου κό σμου. Ομολογούμε ότι η εικόνα του βυζαντινού κόσμου και του βαρβαρικού που δημιουργείται από αυτή την αντίληψη ήταν κα τάλληλη για να αφυπνίσει τον βυζαντινό πατριωτισμό, σε μια στιγμή που η Αυτοκρατορία, περικυκλωμένη απ' όλες τις πλευ ρές από δραστήριους και επιθετικούς εχθρούς, είχε ανάγκη να οργανοόσειτην αντίδραση της. Η εθνική ενότητα έπρεπε να επι τευχθεί εναντίον εχθρών, που ενώ ενεργούσαν ο καθένας για τα δικά του συμφέροντα, απειλούσαν όλοι με τον ίδιο τρόπο την Αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο ενδιαφερόταν να τους βάλει όλους κάτω από το ίδιο έμβλημα, την ετικέτα του βαρβάρου που τους ταίριαζε θαυμάσια, αφού κανένας από αυτούς δεν είχε πράγμα τι κάποια σχέση με την ελληνική αρχαιότητα. Ξεκινώντας από κει καλλιέργησε το Βυζάντιο την ιδιαιτερότητα του, βάση τ(όρα της εθνικής συνείδησης. Καθώς ο χριστιανισμός δεν επαρκούσε πια για να απαλλάξει το Βυζάντιο από τους αντιπάλους του, κι εφόσον η χριστιανική Δύση —για την ώρα λόγω Νορμανδών —
78
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
79
συγκαταλεγόταν ανάμεσα σε αυτούς, οι Βυζαντινοί θα προ σκολληθούν στην αρχαία ελληνική παράδοση, όπως τους έδινε το δικαίωμα η ελληνοφωνία τους, και στην ορθοδοξία βε'βαια, την ορθή πίστη, που την απειλούσαν τώρα οι άπιστοι, οι Τούρ κοι αυτή τη στιγμή, αλλά ταυτόχρονα και οι αιρετικοί και σχι σματικοί, δηλαδή οι χριστιανοί της Δύσης. Έτσι η ελληνικότητα και η ορθοδοξία είναι τα ανεκτίμητα αγαθά που θα κληθούν να υπερασπίσουν με κάθε θυσία οι Βυ ζαντινοί από κάθε εξωτερικό και εσωτερικό εχθρό. Οι Βυζα ντινοί διανοούμενοι, προσκολλημένοι περισσότερο στην αρ χαία παιδεία, και ο βυζαντινός λαός, προσκολλημένος κυρίως στην ορθόδοξη παράδοση, θα αναλάβουν μαζί την προσπά θεια να σώσουν το κράτος των ορθόδοξων Ελλήνοαν που είναι στο εξής το Βυζάντιο. Αυτή είναι η καταγωγή και η βάση του βυζαντινού πατριωτισμού, που θα δεσπόσει στη ζωή του Βυζανπ'ου από τον δωδε'κατο αιώνα και που, σαν αίσθημα εθνικής αποστέρησης από την περασμένη δόξα, θα πάρει τη μορφή ενός πραγματικού πάθους, η υπερβολή του οποίου θα αποδει χθεί στην πορεία ολέθρια για την Αυτοκρατορία. Ωστόσο, από το τέλος του ενδέκατου αιώνα και για πολλά χρόνια, ο ελληνορθόδοξος πατριωτισμός, που υπαγορεύει τους πολιτικούς και ιδεολογικούς προσανατολισμούς του Βυ ζαντίου, θα πάρει, όπως θα δούμε, στη μεγάλη περίοδο της ζωής του νέες και μάλιστα απροσδόκητες μορφές. Οι ιστορικές συν θήκες άλλοτε θα ενισχύουν τη σημασία του ελληνικού του χα ρακτήρα και άλλοτε του ορθοδόξου, πράγμα που θα δημιουρ γήσει στο τέλος εσωτερικές οροθετήσεις στις βυζαντινές επιδιώ ξεις. Πάντα όμοος και χωρίς λιποψυχία, το πατριωτικό αίσθημα θα καθοδηγεί στο εξής τις πράξεις των ορθόδοξων Ελλήνων, των Βυζαντινών δηλαδή, μέχρι το τέλος της ιστορίας της Βυζα ντινής Αυτοκρατορίας, και ύστερα από αυτό ακόμα.
Είναι γεγονός ότι η διαμόρφωση του βυζαντινού πατριωτι σμού φαίνεται να έχει ήδη καλλιεργηθεί πριν από τον ενδέκα το αιώνα. Φαίνεται σαν έργο των διανοουμένων της πρωτεύου σας, ιερωμένων και λαϊκών, που ανέπτυξαν το στοιχείο της ελ ληνικότητας σαν επίκαιρο συμπλήρωμα του στοιχείου της ορ θοδοξίας. Γι' αυτό, θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, ότι ο βυζαντινός πατριωτισμός, όπως τον ορίσαμε, υπήρξε κατ' αρ χάς ένα δημιούργημα διανοητικό και κωνσταντινουπολίτικο. Στο βαθμό που εισχωρούσε στα λαϊκά στρώματα και κατα κτούσε τις επαρχίες, έχανε μερικές όψεις του αρχικού του χα ρακτήρα για να πάρει άλλες, ενο5 το ιστορικό πλαίσιο των διά φορων περιόδων τού επέβαλε νέες τροποποιήσεις. Ας πούμε με άλλα λόγια ότι ο βυζαντινός πατριωτισμός, όπως κάθε ζωντανό αίσθημα, θα παραμείνει πάντα έντονος στην ψυχή των Βυζαντινών. Καθένας, ανάλογα με τις προσωπικές του πεποι θήσεις και τα δικά του συμφέροντα, θα του δίνει κάθε φορά τη μορφή που του ταιριάζει.
2. Η ΠΟΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
Ένα γεγονός που μας φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικό (βάρυνε πολύ πάνω στις τύχες της Ευρώπης) είναι χωρίς αμφιβολία η σημασία που αποκτά τοίρα η Κωνσταντινούπολη όχι μόνο ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπως υπήρξε πά ντα, αλλά 03ς πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο του βυζαντι νού κόσμου και ο;>ς εστία όλης της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ακόμα ζωής του Βυζαντίου. Το φαινόμενο αυτό, που η έκταση του δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τον διοικη-
Γ
SO
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
81
τικό ρόλο της Κωνσταντινούπολης, το θεωρούμε συνέπεια του βυζαντινού πατριωτισμού, που φρόντισε να υπογραμμίσει το πνευματικό του βάθρο, του οποίου καλύτερη ε'κφραση παρέ μενε φυσικά η Κωνσταντινούπολη. Η Κωνσταντινούπολη, αναμφισβήτητη εστία των ανώτερων τάξεων του έθνους, που δεν είναι πια αποκλειστικά στρατιωτι κές, υπαγορεύει όλες τις μορφές της πνευματικής ζωής και δί νει τον τόνο σε όλες τις κοινωνικές και κοσμικές εκδηλώσεις. Διαλεγμένη για διαμονή από μια εκλεπτυσμένη κοινωνία, που επιδεικνύει τα πλούτη και την πολυτέλεια της ακόμα και σε στιγμές εθνικών κινδύνων, αποκτά με τον καιρό τις διαστάσεις ενός πραγματικού θρύλου, που ξεπερνά γρήγορα τα βυζαντινά σύνορα. Η ομορφιά, η μεγαλοπρέπεια και προπαντός τα πλού τη της πόλης κεντρίζουν τα πνεύματα των συγχρόνοον, εξάπτουν την περιέργεια και προκαλούν το θαυμασμό και την έκ σταση, αισθήματα που σε άλλους προκαλούν περηφάνια και συγκίνηση, και σε άλλους απληστία και φθόνο. Έτσι η εικόνα της Κωνσταντινούπολης θα συγχωνευθεί γρήγορα με την εικόνα ολόκληρης της Αυτοκρατορίας και κυ ρίως για τους ξένους, που τώρα όλο και περισσότεροι επισκέ πτονται τη βασιλίδα των πόλεων. Θα υπάρξουν Δυτικοί συγ γραφείς που, έχοντας ακούσει τις θαυμαστές διηγήσεις για τη βυζαντινή πρωτεύουσα ή έχοντας νιώσει οι ίδιοι τη γοητεία της, θα γράψουν ότι περισσότερα από τα μισά πλούτη όλου του κόσμου βρίσκονται στα χέρια των Βυζαντινοόν. Αυτό θα έχει, όπως το φαντάζεται κανείς, ολέθριες συνέπειες για την πόλη και την Αυτοκρατορία, εκτεθειμένες σε ξένους στρατούς, που είχαν τραφεί με αυτόν το θρύλο5. Έτσι, στο τέλος, η Κωνστα ντινούπολη θα θεωρηθεί πιο γοητευτική κι από το ίδιο το Βυ ζάντιο, όπως χρησιμοποιείται αυτός ο τελευταίος όρος με τη σύγχρονη έννοια του. Θα καταλήξει να σημαίνει ολόκληρη την
Αυτοκρατορία6, παρόλο που η τύχη του Βυζαντινού Κράτους παίζεται τώρα στα σύνορα, κι αυτοί που δέχονται τα πλήγματα είναι οι επαρχιακοί πληθυσμοί. Με δυο λόγια η αυτοκρατορική πόλη, στολισμένη με όλα τα μεγαλοπρεπή ονόματα, συγκρινόμενη με θεά και, με έναν πιο αλληγορικό τρόπο, με μια «γυναίκα που η άπειρη ομορφιά της την εξέθετε στα χυδαία βλέμματα των αγροίκων στρατιωτών των αντιπάλων στρατιόν»7, θα γίνει οπωσδήποτε το κέντρο του ενδιαφέροντος του κόσμου εκείνης της εποχής. Θα προκαλέ σει αντιφατικά συναισθήματα ακόμα και στους Βυζαντινούς. Γιατί άλλοι έβλεπαν την ύπαρξη της σαν απόδειξη της θείας ευλογίας κι άλλοι σαν αιτία της δυστυχίας τους. Με τον καιρό όλα θα αποκρυσταλλωθούν γύρω από αυτή την πόλη και το θρύλο της. Η Κιονσταντινούπολη, άλλοτε ευλογημένη κι άλλο τε «αμαρτωλή» πόλη, θα βρίσκεται στο εξής στο επίκεντρο των πεπρωμένων της Αυτοκρατορίας και του βυζαντινού λαού. Γιατί όπως έγραψε ο Νικήτας Χωνιάτης, η Κωνσταντινούπολη είναι για τον κόσμο [.. .]Πόλις πόλεων, πασών οφθαλμός, άκου σμα παγκόσμιον, θέαμα υπερκόσμιον, εκκλησιών γαλονχός, πί στεως αρχηγός, ορθοδοξίας ποδηγός, λόγων μέλημα, καλού πα ντός ενδιαίτημα8. Θεωρούμε ότι η πόλοοση της Κωνσταντινούπολης, φαινόμε νο που αφορά όχι μόνο τον βυζαντινό κόσμο αλλά και τους λαούς που είχαν κάποια σχέση με το Βυζάντιο, μπορεί να εξηγήσει μερικά ιστορικά γεγονότα που δεν έχουν ακόμα καλά φωτι στεί, προκαλοόντας γι' αυτό πολλές διχογνωμίες. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στην καταστροφή του 1204, στην άλωση δηλαδή της Κωνσταντινούπολης από τα στρατεύματα της τέταρτης σταυ ροφορίας, αλλά και στη γέννηση του βυζαντινού επαρχιωτι σμού, σαν απάντηση, θα έλεγε κανείς, των επαρχιακοόν πληθυ σμών στην επιρροή της Κωνσταντινούπολης. Η ανάπτυξη
82
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
S3
πράγματι του περιφερειακού πνεύματος με αντικοονσταντινουπολίτικες αποχροόσεις θα κατακτήσει με τον καιρό ένα μεγάλο με'ρος των βυζαντινών επαρχιών, που θα επιδιώξουν να σταθε ροποιήσουν τη θε'ση τους απέναντι στην Κωνσταντινούπολη, με κίνδυνο ακόμα να εξασθενήσουν τις δυνάμεις της Αυτο κρατορίας. Οφείλουμε όμως να πούμε ότι, στο τέλος, ο εξωτε ρικός παράγοντας επέβαλε λύσεις που δεν ήταν καθόλου σύμ φωνες με τα συμφέροντα της Κωνσταντινούπολης, χωρίς όμως και να ικανοποιούν τις επιδιώξεις των επαρχιών. Αυτή ακρι βούς η επίδραση του εξωτερικού κόσμου πάνω στην τύχη του Βυζαντίου τροφοδοτούσε διαρκώς τον ελληνορθόδοξο πατριω τισμό, που η εξέλιξη του παραμένει οπωσδήποτε σε στενή εξάρ τηση με την τύχη της Κωνσταντινούπολης. Ας πούμε συμπερασματικά ότι ο ελληνορθόδοξος πατριωτι σμός και η κωνσταντινουπολίτικη πόλωση αποτελούν τα βά θρα του ονείρου της «Μεγάλης Ιδέας», που συνοψίζει όλες τις ελληνικές επιδιώξεις για την ανανέωση του μεγαλείου του κράτους τους. Πράγματι, αυτό το όνειρο, που ξεκινάει από την πεποίθηση ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία θα αποκατασταθεί μια μέρα στην Κωνσταντινούπολη κάτω από έναν Έλληνα αυ τοκράτορα, έθρεψε τους χριστιανούς σε όλη τη μεγάλη περίο δο της τουρκικής κατάκτησης κι εξακολουθεί να συγκινεί πολ λούς Νεοέλληνες, που έχουν διαπαιδαγωγηθεί με τα μεγάλα κατορθώματα των Μακεδόνων αυτοκρατόρων κατά την τελευ ταία περίοδο του βυζαντινού μεγαλείου.
3. Ο ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ
Ο Αλέξιος, ο ιδρυτής της νέας δυναστείας των Κομνηνών, ανέ βηκε στο θρόνο χάρη στην αντίδραση της στρατιωτικής αρι στοκρατίας (στην οποία ανήκε η οικογένεια του) εναντίον της χαλαρής και δημαγωγικής πολιτικής του αυτοκράτορα Νικη φόρου Βοτανειάτη, που είχε οδηγήσει την Αυτοκρατορία σε ναυάγιο, ενώ η χρεοκοπία των δημόσιων οικονομικών προστέ θηκε στην καταστροφή των στρατιών της. Κατά την άνοδο του Αλεξίου στο θρόνο, το 1081, οι Νορμανδοί της Ιταλίας, οδη γούμενοι από τον Ροβέρτο Γυισκάρδο, που κατά τα λεγόμενα της Άννας Κομνηνής, ιστορικού του έργου του πατέρα της Αλεξίου, είχε βλέψεις στον βυζαντινό θρόνο9, είχαν αποβιβα στεί στις αλβανικές ακτές και προχωρούσαν στο εσωτερικό της χοδρας. Οι Τούρκοι, αφού δημιούργησαν τα σουλτανάτα τους πρώτα στη Νίκαια και έπειτα στο Ικόνιο και τα «εμιράτα» τους σε ολόκληρη σχεδόν τη βυζαντινή Μικρά Ασία —μόνο στη Φρυγία αντιστάθηκαν μερικές βυζαντινές νησίδες στην πίε ση τους — , είχαν φτάσει στις ακτές του Βοσπόρου. Ενώ οι Πατζινάκες, που δεν είχαν σταματήσει τις επιδρομές τους στις βαλκανικές επαρχίες, εμφανίζονταν έπειτα από μερικά χρό νια μπροστά στις πύλες της ίδιας της Κωνσταντινούπολης. Όπως ακριβώς κατά την περίοδο των κεραυνοβολούν επιτυ χιών των Αράβων, η ταχύτητα των επιτυχιών των Τούρκων δεί χνει, εκτός από τη ζωτικότητα και τη δύναμη των επιδρομέων, τις αδυναμίες του κόσμου που είχε δεχθεί την επιδρομή. Όλα μας κάνουν να πιστεύουμε ότι οι πληθυσμοί της βυζαντινής Μικράς Ασίας έδειξαν λίγη διάθεση να υπερασπίσουν αποτε λεσματικά τον τόπο τους, ακόμα και να αντιταχθούν στην τουρκική προέλαση, που την ευνοούσε άλλωστε πολύ η πολιτι-
84
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
85
κή των αυτοκρατόρων και των πολυάριθμων διεκδικητών του θρόνου, οι οποίοι επιδίωκαν να στρατολογήσουν μέσα από τις γραμμε'ς των Τούρκων μισθοφόρους για τους στρατούς τους. Οι επίσημοι ιστορικοί της εποχής, φερε'φωνα της Κωνσταντι νούπολης, προσπαθοόντας να δικαιολογήσουν τους Βυζαντι νούς κυβερνήτες, θεωρούν αυτή τη στάση των επαρχιών απο τέλεσμα των αιρετικών πεποιθήσεων του πληθυσμού τους. Αυτό το επιχείρημα προβάλλεται κυρίως για να εξηγήσει τη στάση τοαν πληθυσμο5ν των ανατολικών συνόρων, ιδιαίτερα των Αρμένιων10. Αντίθετα η νεότερη ιστοριογραφία βλέπει σε αυτή τη στάση το αποτέλεσμα της αποτυχίας της αυτοκρατορι κής πολιτικής, που υπηρετιύντας ανεπιφύλακτα την Κωνστα ντινούπολη, ενδιαφέρθηκε ελάχιστα για τα συμφε'ροντα και τις ανησυχίες των επαρχιακών πληθυσμών11. Ωστόσο, η ειρηνική συμβίωση ανάμεσα στους αυτόχθονες βυζαντινούς πληθυσμούς και τους νεοφερμένους είναι γεγο νός αποδεδειγμένο, παρά τη διαφορά στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Αυτή η συνεργασία εκδηλώθηκε ενεργά έπειτα από μερικά χρόνια, όταν ο βυζαντινός πληθυσμός της περιο χής της Σμύρνης βοήθησε τον τολμηρό Τούρκο εμίρη Τζαχά να κατασκευάσει το στόλο με τον οποίο λεηλάτησε τα νησιά και τις ακτές του Αιγαίου και απείλησε και την ίδια την Κ(ονσταντινούπολη12. Και προπαντός όταν ο διάδοχος του Αλεξίου, Ιωάννης Κομνηνός, επιχείρησε την ανάκτηση της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους. Οι βυζαντινοί πληθυσμοί της περιοχής της λίμνης Πουσγκουζέ στη Φρυγία αρνήθηκαν να συμμαχήσουν με τον αυτοκράτορα και να τον βοηθήσουν στο έργο του, όποος σημειώνει ο ιστορικός Κίνναμος, που αναφέρει το γεγονός: «χρόνου γαρ δη και έθει μακροί Πέρσας τας γνώμας ανακραθέντεςήσαν»13. Η κατάσταση και στα άλλα βυζαντινά σύνορα, στη δύση και
στο βορρά, όπου εμφανίζονται άλλοι εχθροί, παρουσιάζει πα ρόμοια σημάδια έλλειψης αφοσίωσης προς την Κωνσταντινού πολη, πολύ πριν από την άνοδο των Κομνηνών. Πάντως οι νορ μανδικές επιτυχίες και προπαντός οι πρόοδοι των Πατζινάκων μπορεί να εξηγηθούν μόνο αν δεχτούμε ότι οι εισβολείς βρή καν στους πληθυσμούς των περιοχών, στους οποίους και απέ βλεπε η δράση τους, μια ευμενή ουδετερότητα, αν όχι μια ενερ γό συνεργασία. Ας θυμηθούμε σχετικά ότι η πόλη του Ντουράτζο παραδόθηκε στους Νορμανδούς εξαιτίας της προδοσίας των Ιταλών που βρίσκονταν εκεί14. Και ότι οι βαλκανικοί πλη θυσμοί των περιοχών του Δούναβη, ιδιαίτερα καταπονημένοι από τα μέτρα που είχε πάρει απέναντι τους η Κωνσταντινού πολη, εκδήλωισαν τη δυσαρέσκεια τους με διαδοχικές εξεγέρ σεις εναντίον της αυτοκρατορικής εξουσίας, μέχρι του σημείου να δημιουργήσουν, όπο:>ς αναφέρει η σύγχρονη ιστοριογραφία, σχεδόν διαρκή κινήματα αποσκίρτησης15. Όπως ακριβούς τα σχισματικά κινήματα των Αρμενίων στην Ανατολή, τα κινήμα τα τοον βαλκανικών λαών υπόσκαψαν τη βυζαντινή αντίσταση και εξασθένησαν σημαντικά τη δύναμη της Αυτοκρατορίας. Μήπως πρέπει να δούμε σε αυτή τη στάση των επαρχιο5ν, εκτός από την εκδήλωση οργισμένοι εθνικοίν αισθημάτων (αυτό είναι βέβαιο στην περΰπχυση TCJV Αρμενίοτν και των Βουλγά ρων), και την αντίδραση αγροτικών και απόκληροι πληθυσμοτν εναντίον της πολιτικής της Κοκνσταντινούπολης απέναντι τους; Με άλλα λόγια, μήπως πρέπει να δούμε εδώ το αποτέλεσμα της επεκτατικής και ιμπεριαλιστικής πολιτικής του Βυζαντίου του ενδέκατου αιώνα, που αξίωσε από τις εργαζόμενες μάζες, από την αγροτιά εκείνης της εποχής, σημαντικές θυσίες για να πραγ ματοποιήσει τα σχέδια του, χο^ίς οοστόσο να επωφεληθούν οι επαρχιακοί πληθυσμοί από τις επιτυχίες του; Ας θυμηθούμε πράγματι ότι είχε επιβληθεί στους αγροτικούς πληθυσμούς, από
86
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
87
μια ανελέητη διοίκηση πάντα στην υπηρεσία της Κωνσταντινού πολης, ένα βαρύ και αυστηρό φορολογικό σύστημα, το προϊόν του οποίου πλούτισε τα ταμεία της προοτεύουσας και των εκλε κτών της, που δεν έδειχναν παρά μόνο συγκατάβαση απέναντι στους αγροτικούς πληθυσμούς της υπαίθρου16. Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί παρά να εί ναι καταφατική. Ωστόσο, αυτή η κατάσταση εξηγεί μόνο μερι κώς τη μεταγενέστερη συμπεριφορά αυτών των πληθυσμών κυρίως απέναντι στους Τούρκους, που οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ήταν πολύ διαφορετικές από εκείνες TOJV Βυζα ντινών. Για να εξηγήσουμε, πράγματι, το από πρώτη άποψη εκπληκτικό φαινόμενο της βυζαντινοτουρκικής ειρηνικής συμ βίωσης στη Μικρά Ασία, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ένα άλλο σημαντικό γεγονός: εννοώ την ανεκτικότητα που επέδει ξαν οι επιδρομείς απέναντι στους πληθυσμούς των κατακτημέ νων περιοχών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Το μαρτυρούν πολλά γεγονότα, όπως για παρά δειγμα η ανέγερση εκκλησιών στα κατεχόμενα εδάφη και η μη κατάταξη μεταξύ TOJV αγίων, από την πλευρά της ορθόδοξης Εκκλησίας, νεομαρτύρων αυτής της εποχής. Η περίπτωση του Θεόδωρου Γαβρά, του υπερασπιστή της περιοχής της Τραπε ζούντας εναντίον TOJV Τούρκων, είναι μοναδική και από κάθε άποψη εξαιρετική, γιατί πρόκειται για ένα στρατιωτικό θύμα του πολέμου εναντίον των Τούρκων κι όχι για έναν απλό χρι στιανό, που υποχρεώθηκε να απαρνηθεί τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις17. Με άλλα λόγια η περίπτωση του Θεοδιόρου Γα βρά ανήκει στα γεγονότα που λαμπρύνουν τον αριστοκρατικό πατριωτισμό, ο οποίος εμψύχωνε αυτή την ώρα την αντίσταση εναντίον του εξωτερικού εχθρού της Αυτοκρατορίας και που ο καλύτερος εκπρόσωπος του υπήρξε η στρατιωτική αριστοκρα τία του Βυζαντίου, αυτή ακριβώς που είχε ανεβάσει στο θρόνο
τον Αλέξιο Κομνηνό. Έτσι η άνοδος αυτού του αυτοκράτορα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πρώτη πράξη της βυζαντινής αντίστασης και της εθνικής αφύπνισης. Το έργο TOJV Κομνηνών, που άρχισε με τον Αλέξιο, χαρα κτηρίζει πράγματι την προσπάθεια για την ανάκτηση των αυ τοκρατορικών εδαφών και η εφαρμογή αυτού του στρατιωτι κού προγράμματος εξηγεί τις βαθιές αλλαγές στην πολιτική ιδεολογία του Βυζαντίου. Ο αιώνας των τριών πρώτων Κομνηνών (1081-1182) είναι η περίοδος αναδιοργάνωσης της αυτοκρατορίας, του Βυζαντι νού Κράτους, που είχε εξαρθρωθεί εντελώς από τις αναστατώ σεις που προκάλεσαν οι ξένες επιτυχίες. Το Βυζάντιο, απει λούμενο από τη Δύση και από την Ανατολή, θα αναλάβει για μία ακόμα φορά την προσπάθεια της εθνικής αποκατάστασης, που γινόταν κάτω από την ηγεσία TOJV Κομνηνών, από τη στρα τιωτική αριστοκρατία της χώρας, την τάξη που διαμορφώθηκε κατά την εποχή TOJV Εικονομάχων, που μεγάλωσε κατά την εποχή TOJV Μακεδόνων, που παραμελήθηκε από τις πολιτικές κυβερνήσεις της Κωνσταντινούπολης TOJV μέσων του ενδέκα του αιώνα και ανανεώθηκε τέλος από τους μεγάλους Κομνη νούς, τους καλύτερους εκπροσώπους της. Έτσι κάτω από τους Κομνηνούς, ο αναδιοργανωμένος με τις φροντίδες TOJV αυτοκρατόρων του βυζαντινός στρατός θα κληθεί για μία ακόμα φορά να παίξει τον αποφασιστικό ρόλο για την επιβίωση του έθνους. Όπως ακριβώς ο στρατός TOJV ει κονομάχων αυτοκρατόρων, ο στρατός των Κομνηνών θα κρα τήσει στα χέρια του την τύχη της Αυτοκρατορίας κι όπoJς ακρι βώς ο στρατός TOJV εικονομάχων, θα εκπληρώσει το έργο του με επιτυχία. Υπάρχουν πράγματι πολλές κοινές πλευρές ανά μεσα στην εικονομαχική περίοδο και σε αυτή TOJV Κομνηνών, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την κατάσταση της Αυτοκρατορίας
88
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
89
και τη θέση της στον κόσμο. Και οι δυο περίοδοι χαρακτηρίζο νται από τον επικείμενο κίνδυνο, που απειλεί την ίδια υπόστα ση του Βυζαντίου. Εξυπηρέτησαν κι οι δυο πριν απ' όλα την εθνική επιταγή, την αντιμετώπιση δηλαδή του εξωτερικού εχθρού. Κι οι δυο, τέλος, εξαιτίας της αναγκαιότητας των και ρών, προκάλεσαν τη στρατικοποίηση της Αυτοκρατορίας, των θεσμοδν και της κοινωνίας της. Κατά τη διάρκεια αυτοόν τοον δύο περιόδων έγινε δυνατό να κινητοποιηθεί το έθνος και να σωθεί η βυζαντινή πατρίδα. ί2στόσο, η εικονομαχία και η πε ρίοδος των Κομνηνοον διαφέρουν σε ένα βασικό σημείο: στους κοινωνικούς προσανατολισμούς τοον εμπνευστούν τους. Ενοό οι Ίσαυροι στηρίχθηκαν κυρίως στο λαϊκό εθνικό στοιχείο, οι Κομνηνοί έφεραν σε πέρας την προσπάθεια τους, ευνοώντας κυρίως την αριστοκρατία της χοόρας, δηλαδή τις μεγάλες αστι κές και στρατιοοτικές οικογένειες, που σφετερίστηκαν τον κρατικό μηχανισμό και έμειναν πάντα αλληλέγγυες σε μια δράση σχεδόν οικογενειακή, γιατί πολλές από αυτές συνδέο νταν μεταξύ τους με οικογενειακούς δεσμούς. Οι Κομνηνοί τό νισαν ακόμα περισσότερο την αριστοκρατική και οικογενεια κή πολιτική. Ο Ζωναράς αναφέρει για τον Αλέξιο: «και τοις πράγμασι ουχ ως κοινόίς ουδ' ους δημοσίοις εκέχρητο και εαυ τόν ουκ οικονόμον ήγητο τούτοον, αλλά δεσπότην, και ουκ οί κον οικείον ενόμιζε και ωνάμαζε τα βασίλεια»18. Ο Αλέξιος συγκροτούσε πραγματικές ομάδες, που έλεγχαν τα κυβερνητι κά κέντρα λήψης αποφάσεων και υπαγόρευαν έτσι την πολιτι κή του. Πόντιος η πολιτική των τριών πρώτων Κομνηνών, του Αλεξίου, του Ιωάννου και του Μανουήλ, υπήρξε εκείνη που υπαγόρευε η σωτηρία του έθνους. Φέρνει τη σφραγίδα ενός πραγματικού αριστοκρατικού πατριωτισμού, που κατόρθοοσε να συγκεντρώσει γύροο του τις λαϊκές μάζες της χώρας, από την εποχή κυρίως που πήρε τη μορφή αντίστασης εναντίον της
ρωμαϊκής Δύσης. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πολιτι κή τοον Κομνηνών, ως πολιτική πατριωτική, αποτελεί συνέχεια της έξαρσης που είχε γνωρίσει το Βυζάντιο κατά την εποχή τοον εικονομάχων αυτοκρατόρων, και οος πολιτική αριστοκρα τική, εμπνέεται από τις αρχές που είχαν οδηγήσει τους Μακε δόνες αυτοκράτορες. Αυτή η πολιτική είναι οπωσδήποτε η τέ λεια έκφραση της κρίσιμης κατάστασης στην οποία βρέθηκε ένα μεγάλο έθνος, που είχε συνείδηση της κλονισμένης δόξας του και βρισκόταν κάτω από μια επικίνδυνη απειλή. Ωστόσο είναι σοοστό να σημειώσουμε ότι η αριστοκρατική σφραγίδα στην προσπάθεια του Βυζαντίου, για την ανάκτηση του γελοιοποιημένου μεγαλείου του, δόθηκε για πρώτη φορά από έναν πολίτη αξιωματούχο κι όχι από κάποιον εκπρόσωπο της στρατιωτικής αριστοκρατίας, πολύ πριν από την άνοδο των Κομνηνοον. Είναι πράγματι ο μέγας λογοθέτης Νικηφορίτζης, που προσπάθησε πρώτος να ανορθώσει το κράτος με μια σει ρά μέτρα, που δεν κατανοήθηκαν εξάλλου και που το μόνο αποτέλεσμα τους υπήρξε η ανατροπή του εμπνευστή τους. Μό νο ένα μέτρο στρατιωτικής τάξης επέζησε μετά τον Νικηφορίτζη: η συγκρότηση ενός ειδικού σιρατιοοτικού σοοματος, επι φορτισμένου να αντιταχθεί στην τουρκική προώθηση στη βυ ζαντινή Ανατολή. Έτσι δημιουργήθηκε το περίφημο «Τάγμα τοον Αθανάτοον», που όπως δείχνει και η ονομασία του είχε συ γκροτηθεί από επίλεκτους του στρατού. Ας σημειώσουμε μερι κές χαρακτηριστικές πλευρές αυτού του «τάγματος»19. Έχει το όνομα του επίλεκτου σώματος του αυτοκράτορα Τσιμισκή, γε γονός που θυμίζει όλες τις στρατιοοτικές δόξες του δέκατου αιοόνα. Αποτελείται από άνδρες που δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τον τουρκικό ζυγό, επομένως πραγματικούς πατριοοτες. Δέχε ται τη νεότητα της Μικράς Ασίας, της χώρας που υπήρξε, όποος ξέρουμε, το λίκνο της βυζαντινής αριστοκρατίας. Έτσι οι
90
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
91_
«Αθάνατοι», επιφορτισμένοι να συνεχίσουν το έργο των ένδο ξων προγόνων τους, υπήρξαν πρακτικά το μόνο καθαρά βυζα ντινό στρατιωτικό σώμα που βρήκε το 1081 ο Αλέξιος Κομνη νός, κατά την άνοδο του στο θρόνο20. Στην προσπάθεια του να ανασυστήσει τον αυτοκρατορικό στρατό ο Αλέξιος εμπνεύ στηκε από τις αρχές που εμψύχωναν το σώμα των «Αθανάτων», για να δημιουργήσει το σώμα των «Αρχοντόπουλων», που η σύσταση του εγκαινιάζει την προσπάθεια αυτού του αυ τοκράτορα για την αναδιοργάνωση του αυτοκρατορικού στρα τού. Σώμα αριστοκρατικό, όπως δείχνει και η ονομασία του (ο όρος «άρχοντας» σημαίνει στο Βυζάντιο κάθε άτομο που ανή κει στις ανώτερες τάξεις), αποτελούμενο από τους γιους στρα τιωτών που είχαν πέσει στον πόλεμο. Το «Τάγμα των Αρχο ντόπουλων» υπήρξε στην πραγματικότητα «η βυζαντινή λεγεώ να Τιμής»21, ανοιχτή για τα παιδιά εκείνων που θυσίασαν τη ζωή τους για τη ρωμαϊκή πατρίδα, τη «Ρωμανία». Ξέρουμε ότι η κληρονομική ευγένεια ήταν άγνωστη στο Βυζάντιο, γι' αυτό και η συμμετοχή σε αυτό το σώμα σημαίνει τον «εξευγενισμό». Ο Αλέξιος δημιουργώντας το σωμάτων «Αρχοντόπουλων» θέ λησε να έχει γύρω του άνδρες που εμπνέονταν από τις ίδιες αρχές με εκείνον: πατριιότες και αριστοκράτες. Χρειάζεται να θυμίσουμε σχετικά ότι αυτός ο αυτοκράτορας ήταν γιος στρα τιωτικού άρχοντα από τη Μικρά Ασία και ότι «ως σοφός ή αρ χιτέκτονας καινοτομούσε συχνά», αλλά πάντα για το καλό του Κράτους και της Ρωμανίας;22 Πράγματι κατά τη βασιλεία του Αλεξίου το σύνολο του βυ ζαντινού στρατού, αναδιοργανο^μένο χάρη στις μεγάλες οικο νομικές θυσίες που γίνονταν κυρίως από τους εκκλησιαστι κούς, θησαυρούς, θα εμψυχώνεται από την ιδέα της σωτηρίας της πατρίδας που κινδύνευε, και από την αριστοκρατική ιδέα να ξαναδώσει στο Βυζάντιο την αίγλη, που αμαυρώθηκε από
τη δημαγωγική πολιτική των προηγούμενων αυτοκρατόρων, οι οποίοι είχαν καταστήσει την Αυτοκρατορία εύκολη λεία για τους εχθρούς της. Ο στρατός των Κομνηνών, κάτω από τις δια ταγές διοικητών που ανήκαν στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, αν όχι στην αυτοκρατορική οικογένεια, θα είναι ο μοχλός για την κινητοποίηση ολόκληρου του έθνους, κάτω από την ηγεσία των καλύτερων εκπροσώπων του, για να ανακτήσει τα εδάφη του και για να ξαναβρεί επίσης το γόητρο του. Αυτές ήταν οι αρχές της πολιτικής ιδεολογίας του Βυζαντίου στην εποχή των Κομνηνών, που μας οδήγησαν να τη χαρακτηρίσουμε με την ονομασία του αριστοκρατικού πατριωτισμού.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
93
5 ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΕΩΝ ΑΞΙΩΝ
1. Η ΔΥΤΙΚΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΛΑΤΙΝΙΚΟ ΑΙΣΘΗΜΑ
Ένα γεγονός, που στάθηκε καθοριστικό για τη συμπεριφορά των Βυζαντινούν από το τέλος του ενδέκατου αιώνα κι έδοοσε την τελική του μορφή στον πατριωτισμό και στην πολιτική τους ιδεολογία, παραμε'νει αναμφισβήτητα η διαφορά που αντιπα ραθέτει στο εξής τη χριστιανική Δύση με τη χριστιανική Ανα τολή. Επιβάλλεται να εξετάσουμε ιδιαίτερα την εξέλιξη των σχέσεων ανάμεσα στα δυο τμήματα της χριστιανοσύνης, γιατί φοπίζει τη νέα βυζανιινή νοοτροπία, εξηγεί τη στάση που υιο θέτησαν οι διαδοχικοί αυτοκράτορες της εποχής και εμπνέει τις εκδηλώσεις της Εκκλησίας και κατά συνέπεια και του βυ ζαντινού λαού, που η πίεση του βάρυνε συχνά πολύ πάνω στις αποφάσεις των κυβερνήσεων. Η εκκλησιαστική διαφορά, που άρχισε ήδη από τον ένατο αιοόνα (κατά τη διάρκεια του λεγόμενου Φωτίειου Σχίσματος,
από το όνομα του πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης), αλλά σαν απλή διαφωνία για την ερμηνεία των κειμένων των Πατέ ρων, που αφορούσαν μερικά σημεία του δόγματος (εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος) και μερικές λειτουργικές πρακτικές (άζυμα) και κανονικές (αγαμία των ιερέων), λεπτομέρειες που κάλυπταν στην πραγματικότητα τις αξιώσεις της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης για τα πρωτεία της έδρας τους, πήρε με τον καιρό μια έκταση που προκάλεσε όχι μόνο το χωρισμό των Εκκλησιών, αλλά αληθινό σχίσμα στους κόλπους της χριστια νοσύνης. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε τελικά στο οριστικό Σχίσμα των Εκκλησιών, που είναι ακόμα οδυνηρά αισθητό και αναγ γέλθηκε το 1054, όταν ο καρδινάλιος Ουμβέρτος, απεσταλμέ νος του πάπα, και ο πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος έριξαν, ο πρώτος μέσα στην ίδια την Αγία Σοφία και ο δεύτερος στην Αγία Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης, το αμοιβαίο ανάθεμα. Κι αυτό απροσδόκητα, γιατί — έσχατη ειρωνεία— η συνάντηση ανάμεσα στις δυο αντιπροσωπείες φαίνεται ότι είχε σκοπό να μελετήσει την προσέγγιση και την ένωση των δύο Εκκλησιών1. Παρά την προσπάθεια του αυτοκράτορα που εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως, μια και τα συμφέροντα του στην Ιταλία είχαν διακυβευτεί από την τροπή των σχέσεοον ανάμεσα στις Εκκλη σίες της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, για να πλησιάσει τον Πάπα και να σβήσει τα ίχνη των Πράξεων του 1054, που ήταν ανάξια της χριστιανοσύνης, το χάσμα που άνοιξε ανάμε σα στις δύο Εκκλησίες γινόταν όλο και πιο μεγάλο. Οι ορθό δοξοι χριστιανοί και οι Ρωμαίοι χριστιανοί, που ζούσαν πλάι πλάι στην Ιταλία και στις μεγάλες πόλεις της Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη, ενεπλάκησαν προοδευτικά στο σχίσμα και άρχισαν να αλληλοκατηγορούνται αμοιβαία ως σχισματικοί και αιρετικοί. Υιοθέτησαν ο ένας απέναντι στον άλλο μια συμπεριφορά εχθρότητας και ασυνεννοησίας, που
94
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
95
συμβάδιζε με μια τέτοια κατάσταση. Στο Βυζάντιο δημιουργεί ται και ευδοκιμεί αυτή τη στιγμή ε'να νέο είδος εκκλησιαστικής λογοτεχνίας: οι πραγματείες εναντίον των Λατίνων2. Εκθέ τουν εκτεταμένα και με εντυπωσιακές για τα απλά μυαλά λε πτομέρειες τις πλάνες των Λατίνων, τοτν Ρωμαίων χριστιανών δηλαδή. Γίνονται ένα είδος εγκολπίου του τέλειου ορθόδοξου, που οφείλει να γνωρίζει όλες τις μομφές εναντίον της Εκκλη σίας της Ρώμης και των υπηρετών της. Οι πραγματείες αυτές αποκτούν όλο και πιο πλατιά διάδοση και γίνονται δεκτές με ενθουσιασμό από ένα λαϊκό κοινό, επηρεαζόμενο από την Εκ κλησία, που χάρη στην οργάνωση της μπορούσε να συγκινεί γρήγορα και αποτελεσματικά όλους τους βυζαντινούς πληθυ σμούς, που πάντα φανατίζονταν, όπως αρκετά το υπογραμμί σαμε, με ζητήματα θρησκευτικά και δογματικά. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την εκκλησιαστική διαφορά επιδεινώθηκε σημαντικά από τη στιγμή που Δυτικοί στρατοί άρχισαν επιχειρήσεις εναντίον της Βυζαντινής Αυτο κρατορίας. Η στρατιωτική σύγκρουση εμφανίστηκε έτσι οος συνέπεια της εχθρότητας των Εκκλησιών, πράγμα που δηλητη ρίασε ακόμα περισσότερο τις ήδη κακές σχέσεις των δύο χρι στιανικών κοινοτήτων. Έτσι εξήγησαν στο Βυζάντιο τουλάχι στον τη νορμανδική επιδρομή εναντίον των ιταλικών κτήσεων της Αυτοκρατορίας και εναντίον του αυτοκρατορικού εδά φους σε συνέχεια. Ας μην ξεχνούμε πράγματι ότι μετά τη συμ φωνία της Μέλφιδας, που επισφράγισε τη νορμανδο-παπική συμφωνία το 1059, δηλαδή λίγα μόλις χρόνια μετά το Σχίσμα των Εκκλησιών, οι Νορμανδοί, λαϊκός βραχίονας στο εξής της παποσύνης, άρχισαν τις επιχειρήσεις τους εναντίον των Βυζα ντινών της Ιταλίας, που κατέληξαν στην εκδίωξη της βυζαντι νής διοίκησης αυτής της επαρχίας, και επιχείρησαν αμέσως μετά το 1081 την κατάκτηση της Αυτοκρατορίας, με τελευταίο
σκοπό της βαλκανικής τους εκστρατείας την ίδια την Κωνστα ντινούπολη. Υπήρξαν Βυζαντινοί που δεν παρέλειψαν να πουν ανοιχτά αυτό που σκέφτονταν ενδόμυχα, ότι δηλαδή οι αντιβυζαντινές νορμανδικές επιχειρήσεις ενθαρρύνονταν από την παποσύνη, που επιθυμούσε να εξασθενήσει τον κόσμο της αντίπαλης Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Η στρατιωτική εξουσία και οι κοσμικές φιλοδοξίες της παποσύνης, που εκδηλοίνονταν έντονα τη δεδομένη στιγμή ιδιαίτερα εναντίον του Γερμανού αυτοκράτορα, θεωρούμενου ως φίλου του Βυζαντίου, προκαλούσαν έκπληξη στους Βυζαντινούς που ήταν σταθερά προσηλωμένοι στην παράδοση των Πατέροον και θεοορούσαν την Εκκλησία μια πνευματική δύναμη που εξυπηρετούσε την ειρήνη. Όλα αυτά αποδείκνυαν γι' αυτούς το βάσιμο των υπο ψιών τους. Πάντως, η αντιβυζαντινή πολιτική των Νορμανδών σημειώ νει ένα σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη των σχέσεων ανάμεσα στη χριστιανική Δύση και στη χριστιανική Ανατολή, γιατί εγκαινιάζει την ένοπλη σύγκρουση της Δύσης με το Βυζάντιο. Αυτό δεν ήταν για τους Βυζαντινούς σημάδι ζωτικότητας και δύναμης ενός κόσμου που ανέβαινε, αλλά η πραγματοποίηση σκοτεινών σχεδίων που έκαναν αυτοί οι βάρβαροι λαοί, επιθυ μώντας να μειώσουν την ένδοξη Αυτοκρατορία του Βυζαντίου, του κόσμου που το μόνο του κρίμα ήταν ότι δεν υπάκουσε στην Εκκλησία της Ρώμης. Έτσι, με τη σειρά τους οι νορμανδικές επιθέσεις τραυμάτι σαν βαθιά τους χριστιανούς της Ανατολής, που τις είδαν ως δείγμα προδοσίας και αδελφοκτόνου πολέμου. Εξάλλου, επη ρέασαν την κρίση των Βυζαντινών για κάθε επιχείρηση στην οποία είχαν αναμειχθεί οι Νορμανδοί και εξέθεσαν στα μάτια τους ακόμα και τις πιο αξιέπαινες προσπάθειες της δυτικής χριστιανοσύνης, που αγωνιζόταν για την κοινή πίστη. Μπο-
96
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
97
ρούμε να πούμε ότι για τον με'σο Βυζαντινό, η νορμανδική επί θεση φάνηκε από τη μια πλευρά σαν συνε'πεια του Σχίσματος των Εκκλησιών και της παπικής απιστίας, και από την άλλη, σαν προοίμιο των σταυροφοριών, που γρήγορα θεοίρήθηκαν (ος η πιο φοβερή μορφή της Δυτικής επίθεσης. Πράγματι, η συμμετοχή κι ακόμα περισσότερο ο σημαντικός ρόλος που έπαιξαν οι Νορμανδοί στις πρώτες σταυροφορίες, ιδιαίτερα υπό την καθοδήγηση του Βοημούνδου (πολύ γνοοστού στους Βυζαντινούς γιατί είχε λεηλατήσει προηγούμενα το έδαφος τους) και κυρίως η εξοργιστική σύμπτωση της μεγάλης νορ μανδικής εκστρατείας εναντίον της Ελλάδας, με την κήρυξη της δεύτερης σταυροφορίας, που οι στρατοί της αποδείχτηκαν ιδιαίτερα απειλητικοί για την Κωνσταντινούπολη, επιβεβαίω σαν τη δυσπιστία των Βυζαντινών απέναντι στη σταυροφορία, παπική στρατιωτική επιχείρηση, ξένη προς κάθε βυζαντινή αντίληψη για τον πόλεμο. Σχετικά με αυτό, είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι, οπωσδήποτε και ανεξάρτητα από τα καταστροφικά αποτελέ σματα που είχαν τελικά για το Βυζάντιο οι σταυροφορίες, η ίδια η ιδέα και το φαινόμενο της σταυροφορίας, όπως τα αντι λαμβανόταν η Δύση, παρέμειναν απολύτως ακατανόητα για τους Βυζαντινούς. Κι αυτό για λόγους που ανάγονταν στις πιο παλιές παραδόσεις της Εκκλησίας και του Κράτους του Βυζα ντίου. Ας θυμηθούμε σχετικά ότι το Βυζάντιο, πιστός κληρονό μος της Ρώμης ως προς αυτό, θεώρησε πάντα τον πόλεμο ως έργο του πρίγκιπα, ενώ η Εκκλησία περιοριζόταν στην πνευ ματική εξουσία που εργαζόταν για τη σωτηρία της ανθρωπότη τας και της ειρήνης. Έτσι η σταυροφορία, αν και εμφανιζόταν σαν ιερός πόλεμος που κηρύχθηκε από τον πάπα, ήταν πριν απ' όλα για τους Βυζαντινούς δείγμα σφετερισμού μιας αυτο κρατορικής εξουσίας από την πνευματική, που διέπραττε έτσι
ένα σχεδόν ανοσιούργημα. Οπωσδήποτε, η σταυροφορία οδη γούσε τους οπαδούς της στο να διαπράττουν πραγματικά ανοσιουργήματα, αφού μέσα στις γραμμές των σταυροφόρων πο λεμούσαν ιερείς που, αν και τα χέρια τους ήταν βαμμένα με ανθρώπινο αίμα, δεν δίσταζαν να προσφέρουν τη θεία κοινω νία. Η έκπληξη της Άννας Κομνηνής, που έβλεπε ότι ο πάπας διαθέτει δικά του στρατεύματα3, ήταν μεγάλη, ειλικρινής και τη συμμερίζονταν όλοι στο Βυζάντιο. Ο λαός και η αυτοκρατο ρική πριγκίπισσα ήξεραν ότι η Εκκλησία τους καταδίκαζε αυ στηρά το να φέρουν όπλα οι ιερείς ή οποιοσδήποτε άλλος εκ κλησιαστικός. Ίσως να είχαν υπόψη τους την περίπτωση εκεί νου του φτωχού ιερέα από ένα χωριό των καπουτσίνων, που τον είχαν αφορίσει πριν από μερικούς αιώνες, γιατί είχε πάρει τα όπλα για να υπερασπιστεί την πατρίδα του εναντίον των Αράβων4. Ανεξάρτητα όμως από αυτά τα εξωτερικά γεγονότα, ο ίδιος ο σκοπός της σταυροφορίας, ο πόλεμος δηλαδή για την απε λ ε ύ θ ε ρ ο ς των Αγιων Τόπων, έφερνε σε αμηχανία τους Βυζα ντινούς που, και στην καλύτερη περίπτιυση, έβλεπαν σε αυτόν ένα σφετερισμό του τίτλου τους (ος υπερασπιστών της χριστια νοσύνης, και στη χειρότερη, ένα πρόσχημα για να καλυφθούν ανομολόγητα επεκτατικά σχέδια της Δύσης εναντίον της Ανα τολής5. Θυμούνταν αναμφίβολα ότι η ρωμαϊκή Εκκλησία και οι πιστοί της δεν είχαν δείξει καμιά επιθυμία να βοηθήσουν τους Βυζαντινούς, όταν οι αυτοκράτορες τους, πριν από μερι κά χρόνια, πολεμούσαν εναντίον των Φατιμιδών της Αιγύπτου που κατείχαν τους Άγιους Τόπους και κατέστρεφαν τις εκκλη σίες της Ιερουσαλήμ, οι οποίες και ξαναχτίστηκαν χάρη στη δράση των βυζαντινών στραπόν. Σημειώνουμε τέλος ότι η «σωτηριολογική» πλευρά της σταυ ροφορίας, που βεβαίωνε την άφεση των αμαρτιών για εκείνους
98
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
99
που συμμετείχαν σε αυτήν, πρακτική που απέρριψε πάντα η ορ θόδοξη Εκκλησία, παρά την επιμονή αυτοκρατόροον με ισχυρή θέληση όπως ο Νικηφόρος Φωκάς, εξέπληττε τους Βυζαντι νούς, οι οποίοι δεν συγκινήθηκαν καθόλου από το εσχατολογικό πνεύμα που βασίλευε τότε στη Δύση, οι πληθυσμοί της οποίας, όποος ξέρουμε, είχαν ζήσει με το φόβο του χιλιασμού. Ας πούμε σχετικά ότι ο θρύλος για την πάλη του Χριστού εναντίον του Αντίχριστου στην ίδια την Ιερουσαλήμ, γύρο;» από το ε'τος 1000, φαίνεται ότι ήταν τελείους άγνωστος στο Βυζάντιο. Εξάλλου, το Βυζάντιο, αντίθετα από τη Δύση, είχε υιοθετήσει το ημερολό γιο της χρονολογίας «από κτίσεοχ κόσμου» κι όχι το ημερολό γιο που άρχιζε με τη Γε'ννηση του Χριστού. Έτσι το Σχίσμα τοον Εκκλησιοον, η νορμανδική επίθεση εναντίον της Αυτοκρατορίας στην Ιταλία και στα Βαλκάνια, η μη κατανόηση του φαινομένου και των αρχοόντης σταυροφορίας, καθοος και η ανοργανωσιά αυτής της επιχείρησης, που θύμιζε στους Βυζαντινούς τις παλιές βαρβαρικές επιδρομές — ιδιαί τερα από το γεγονός ότι οι σταυροφόροι έφταναν κατά κύματα και ότι κάθε ομάδα υπάκουε σε διαφορετικό αρχηγό— έκα ναν τους Βυζαντινούς δύσπιστους απέναντι σε κάθε επιχείρη ση των χριστιανοαν της Δύσης. Από το σημείο αυτό, μέχρι να θεοορηθεί το σύνολο των λαών και των εθνών της Δύσης ότι αποτελεί ένα μπλοκ ενιαίο και εχθρικό προς το Βυζάντιο, δεν χρειαζόταν παρά ένα βήμα, που το έκανε άλλοοστε γρήγορα ο βυζαντινός λαός. Έτσι, στο μυαλό των Βυζαντινών η χριστια νική Δύση, παρά τις πολιτικές και εθνικές διαφορές, αποτέλε σε ένα σύνολο, μια ενότητα, και ακόμα περισσότερο μια συ μπαγή οντότητα. Οι Βυζαντινοί απέδοοσαν αυτόν το χαρακτή ρα στη Δύση εξαιτίας κυρίως της πνευματικής πειθαρχίας των λαών της σε μια κοινή εξουσία, τον Πάπα. Πρέπει να πούμε, επίσης, ότι κατά την ίδια έννοια για τους Βυζαντινούς, η χρι-
στιανική Δύση κρατούσε ακόμα, συγκεχυμένα βέβαια, τον τίτλο της ως κληρονόμου της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Δύσης. Με άλλα λόγια, το Βυζάντιο, βαθιά προσκολλημένο στον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του κράτους του, πρόβαλε τη δική του εικόνα στη Δυτική πραγματικότητα, η οποία εντούτοις, όπως ξέρουμε, δεν ανταποκρινόταν καθόλου σε αυτή την ενιαία θεώ ρηση τοον πράγματος. Έτσι, δεν υπερβάλλουμε καθόλου αν πούμε ότι η έννοια της Δύσης ως ανθρώπινης κοινότητας, που στηριζόταν στις ίδιες αξίες, γεννήθηκε στο Βυζάντιο στο τέλος του ενδέκατου αιώνα και δικαιολογείται πριν απ' όλα από την πνευματική ενότητα του Δυτικού κόσμου και, σε ένα ορισμένο βαθμό, από τις σχέσεις του με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Δύσης. Είναι ενδεικτικό ότι ο όρος «Λατίνος» χρησιμοποιόταν από τους Βυ ζαντινούς για να προσδιορίσει τους λαούς της Δύσης, ανεξάρ τητα από το πού ανήκαν εθνικά και πολιτικά. Με άλλα λόγια, η λατινικότητα είναι στο εξής ένα είδος απάντησης στην ελληνι κότητα. Αυτοί οι όροι προσδιορίζουν τοόρα δύο κόσμους, που διαφέρουν κατά τις πολιτιστικές τους παραδόσεις και τις πνευ ματικές τους επιδιοόξεις. Και όταν ο κοινός δεσμός τους, ο χρι στιανισμός, θα εξασθενήσει, αυτοί οι δύο όροι θα καταλήξουν να προσδιορίζουν δύο κόσμους αντίθετους. Διαπιστώνουμε ότι, από το τέλος του ενδέκατου αιώνα, η ταυτότητα των ενδιαφέροντος αυτών των δύο κόσμων, που στηριζόταν στη δύναμη της ρωμαϊκής κληρονομιάς και στη δύ ναμη της κοινής πίστης, θα αποδειχθεί χ(ορίς βάρος μπροστά στις επιταγές που δημιουργήθηκαν από την εξέλιξη που είχε γνωρίσει ο καθένας κατά τη μακρά περίοδο της ιστορίας του, που τον είχε οδηγήσει από τον τέταρτο στο κατώφλι του δίϋδέκατου. Μπορούμε ανεπιφύλακτα να θεωρήσουμε ότι ο δοοδέκατος αιοόνας στάθηκε η περίοδος που, κατά τη διάρκεια της, η
100
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
ΗΗ_
ταυτότητα ανάμεσα στα δύο μέρη της χριστιανοσύνης άλλαξε σε ετερότητα και διαφορισμό, που το βάθος τους μεγάλοοσε με τον καιρό, ώσπου επέτρεψε το οριστικό τους διαζύγιο, το οποίο σφραγίστηκε την αυγή του δέκατου τρίτου αιώνα με την καταστροφή του Βυζαντινού Κράτους από τους στρατούς της τέταρτης σταυροφορίας το 12046. Θα έπρεπε ίσους να πούμε ότι αυτή η έκβαση δικαίωσε εκ των υστέρων όλη τη δυσπιστία των Βυζαντινών απέναντι στη Δύση; Οπωσδήποτε κατέστησε στο εξής αδύνατη κάθε πραγματική συνεννόηση ανάμεσα στα δύο τμήματα της χριστιανοσύνης εναντίον των απίστων και (όθησε τους Βυζαντινούς σε ένα αντιλατινικό πάθος, που, όπως θα δούμε, τους οδήγησε συχνά σε ενέργειες αντίθετες ακόμα και με τα συμφέροντα του κράτους τους. Η πηγή των αντιλατινικοον αισθημάτοτν, που η εξέλιξη τους θα πάρει βίαιες μορφές κυρίως στον βυζαντινό λαό, δεν βρί σκεται καθόλου, όπως θα περίμενε κανείς, στο Σχίσμα του 1054 (άλλωστε, αυτό υπήρξε μια υπόθεση των εκκλησιαστικοόν Αρχοάν που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από το λαό), αλλά στη νορμανδική επίθεση, που θεωρήθηκε, εξαιτίας των προνο μιακοί σχέσεων των Νορμανδών με τον Πάπα και εξαιτίας της σύμπτωσης της με τις σταυροφορίες, ως μία σημαντική πλευρά ενός εκτεταμένου ανομολόγητου σχεδίου της παποσύνης εναντίον του ορθόδοξου κόσμου. Κατά τον ίδιο τρόπο, λί γο αργότερα, ο βυζαντινός κόσμος θα θεωρήσει τη σταυροφο ρία οος μια επιχείρηση που έκρυβε, κάτο} από ευσεβείς σκο πούς, σκοτεινά σχέδια των αγροίκων στρατιοκών της Δύσης εναντίον της Αυτοκρατορίας και του πλούτου της. Ας ομολογή σουμε ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από τη «χριστιανική ειρή νη», που υπήρξε εντούτοις για μια μεγάλη περίοδο της ιστορίας της Ευρώπης η προέκταση της «ρωμαϊκής ειρήνης», όπου και οι δύο εκφράστηκαν, σύμφοονα με τις καλύτερες παραδόσεις
του Βυζαντίου, με τα αποτελέσματα της «βυζαντινής ειρήνης», με την τάξη δηλαδή της Αυτοκρατορίας των χριστιανοί της Ανατολής. Είναι γεγονός ότι γύρω στον δέκατο τρίτο αιώνα, ο βυζαντι νός λαός θεωρεί ότι είναι θύμα μιας συνδυασμένης επίθεσης του Δυτικού κόσμου στο σύνολο του. Ανόσια επιχείρηση, που την ένιωσαν οι Βυζαντινοί σαν μια προσβολή εναντίον του Θεού, επειδή απέβλεπε κατά τη γνοόμη τους στην καταστροφή της «Χριστιανικωτάτης Αυτοκρατορίας», «Του Κράτους που προ στάτευε και αγαπούσε ο Θεός», σύμφοονα με τους όρους που χρησιμοποιήθηκαν σε επίσημες πράξεις για να προσδιορίσουν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Ωστόσο, η σύγκρουση της Δύσης με το Βυζάντιο, που άρχισε με τους νορμανδικούς πολέμους, οι οποίοι ξέσπασαν σε μια στιγμή κατά την οποία η Αυτοκρατορία συγκλονιζόταν στην Ανατολή από τις τουρκικές προόδους, θεοορήθηκε από τους Βυ ζαντινούς ως απόδειξη του δυτικού ιμπεριαλισμού που εκδηλώ θηκε ταυτόχρονα σε πολλά πεδία: πνευματικός ιμπεριαλισμός εξαιτίας του σχίσματος και της εχθρότητας της παποσύνης, στρατιωτικός και πολιτικός ιμπεριαλισμός εξαιτίας των νορ μανδικοί κινήσεων και των αποτελεσμάτων των σταυροφοριών, οι οποίες, ας μην το ξεχνάμε, κατέληξαν όχι μόνο στην απελευ θέρωση τοον Αγίων Τόπων, αλλά επίσης και στη σύσταση λατι νικών κρατών στην Ανατολή. Και, τέλος, οικονομικός ιμπερια λισμός εξαιτίας της επιρροής, που άσκησαν οι Δυτικοί έμποροι, κυρίως οι Ιταλοί, όχι μόνο στο διεθνές εμπόριο (αποτέλεσμα ακριβώς της δημιουργίας κρατών τοον σταυροφόροτν) αλλά επί σης και στην ίδια την αγορά της Αυτοκρατορίας. Αυτό το τελευ ταίο γεγονός, που οι συνέπειες του υπήρξαν αργότερα κατα στροφικές για την ευημερία της Αυτοκρατορίας και την ευημε ρία τοον πολιτών της, παραμένει, ακόμα και με απροσδόκητο
102
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
103
τρόπο, σαν συνέπεια της νορμανδικής επίθεσης, που χωρίς συ ζήτηση σημαδεύει την οριστική καμπή στις σχέσεις ανάμεσα στη Δΰση και στην Ανατολή σε όλα τα πεδία. Η απελπιστική κατάσταση, στην οποία έριξαν το Βυζάντιο οι νορμανδικές επιθέσεις στο ίδιο το έδαφος της Αυτοκρατο ρίας το 1081, υποχρέωσε τον Αλέξιο Κομνηνό, που δεν διέθετε τότε κανένα μέσο άμυνας (η βυζαντινή Ανατολή είχε υποκύ ψει στον τουρκικό ζυγό) να ζητήσει τη ναυτική βοήθεια των Βενετσιάνων, που είχαν παλιούς και προνομιακούς δεσμούς με το Βυζάντιο. Οι Βενετσιάνοι, ανήσυχοι από την εγκατάστα ση των Νορμανδών στις δυο ακτές των στενών του Οτράντο, πράγμα που μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο την ελεύθερη επι κοινωνία στην Αδριατική και να καταπνίξει αργότερα την ευη μερία της Γαληνότατης, έσπευσαν να αλταποκριθούν στη βυ ζαντινή αίτηση. Έστειλαν το στόλο τους στον Αλέξιο, με την παραχώρηση προνομύαν που τους επέτρεψαν να εγκαταστα θούν σε εμπορικές θέσεις της Αυτοκρατορίας και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη. Το χρυσόβουλο που δημοσίευσε το 1082 ο Αλέξιος Α' προς όφελος των Βενετσιάνων θεωρήθηκε δικαιολογημένα ως η προ5τη πράξη υποταγής της Αυτοκρατο ρίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου, οι Βε νετσιάνοι εγκατέστησαν στην Κωνσταντινούπολη ένα αληθινό εμπορείο. Στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου παραχωρήθηκαν σημαντικές δωρεές, ενώ οι έμποροι της Γαληνότατης ασκού σαν στο εξής το εμπόριο τους απολαμβάνοντας όρους και φο ρολογικά προνόμια, που τους έκαναν πολίτες ενός ευνοούμε νου κράτους. Έτσι οι Βενετσιάνοι εγκατέστησαν προοδευτικά τις αποικίες και τα εμπορεία τους σε όλες τις ναυτικές και εμπορικές θέσεις της Αυτοκρατορίας (μόνον ο Εύξεινος Πό ντος έμεινε κλειστός γι' αυτούς για λόγους που αφορούσαν τον ανεφοδιασμό της Κοονσταντινούπολης) και απόκτησαν με τον
καιρό σημαντικά πλούτη σε βάρος του κράτους και των Βυζα ντινών πολιτών. Η δραστηριότητα τους μέσα στην αυτοκρατο ρία και η ευημερία τους αυξάνονταν τόσο γρήγορα όσο και η περιφρόνηση τους για τους Βυζαντινούς. Αυτό προκάλεσε μια εκρηκτική κατάσταση, που η έκβαση της θα έβαζε σε κίνδυνο τις σχέσεις ανάμεσα στη Βενετία και στο Βυζάντιο. Η λαϊκή μνησικακία και η επίσημη δυσαρέσκεια που προ κλήθηκαν από την αδιάντροπη συμπεριφορά των Βενετσιά νων, τους οποίους γρήγορα θεοόρησαν οι Βυζαντινοί ιός ενο χλητικούς ξένους, εκδηλώθηκαν μόλις ανέβηκε στο θρόνο ο γιος του Αλεξίου, Ιωάννης Κομνηνός. Η μεγαλύτερη φροντίδα του υπήρξε να σταθεροποιήσει τις ναυτικές δυνάμεις της αυτο κρατορίας και να απαλλαγεί το συντομότερο από τη βενετσιά νικη επιρροή. Στην Κωνσταντινούπολη και στις άλλες πόλεις της Αυτοκρατορίας έγιναν ανάμεσα στις δυο κοινότητες αιμα τηρές συγκρούσεις. Αυτές εγκαινίασαν τη βενετο-βυζαντινή σύγκρουση που, λανθάνουσα ή φανερή, θα είναι στο εξής ση μαντικός παράγοντας της βυζαντινής πολιτικής απέναντι στη Δύση και ιδιαίτερα απέναντι στις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας. Πάντως, η βίαιη μορφή της σύγκρουσης ανάμεσα στους Βυ ζαντινούς και στους εγκατεστημένους στην Αυτοκρατορία Βε νετσιάνους θα είναι για το Βυζάντιο η απόδειξη μιας νέας μορ φής επίθεσης, της οικονομικής, που πρόσθεσε στους εχθρούς της Αυτοκρατορίας τις επικίνδυνες ναυτικές πόλεις της Ιταλίας. Γιατί η Πίζα και κυρίως η Γένοβα μιμήθηκαν γρήγορα το βενε τσιάνικο παράδειγμα. Το ιστορικό πλαίσιο και η αναγκαιότη τα των καιρών οδήγησαν αργότερα το Βυζάντιο, που φρόντιζε να απαλλαγεί από τη βενετσιάνικη επιρροή, στο να παραχω ρήσει τα ίδια προνόμια και στις άλλες ιταλικές πόλεις7. Κατα νοούμε γιατί θεωρείται ότι η ημερομηνία που δημοσιεύτηκε
104
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΓΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
105
από τον Αλέξιο το χρυσόβουλο προς όφελος TOJV Βενετσιάνοι σημαδεύει την αρχή των συνθηκολογήσεων του Βυζαντίου κι εγκαινιάζει από τότε την οικονομική επίθεση της Δύσης ενα ντίον της Αυτοκρατορίας, επίθεση που τα αποτελέσματα της υπήρξαν πιο φοβερά για την τύχη του Βυζαντίου από τις επιτυ χίες των όπλων των στρατιωτο5ν της Δύσης. Από αυτή την άποψη, η πολιτική των Κομνηνών, που φρό ντιζαν πριν απ' όλα να επεκτείνουν όσο ήταν δυνατόν τα σύνο ρα της Αυτοκρατορίας μετρώντας το μεγαλείο της αποκλειστι κά με τις στρατιωτικές επιτυχίες —στάση, οφείλουμε να πού με, πολύ αριστοκρατική — , φαίνεται αμφισβητήσιμη και αμφι σβητήθηκε από τους συγχρόνους, που έβλεπαν ανήσυχοι τη διά βρωση της Αυτοκρατορίας από την ιταλική διείσδυση σε όλες τις εμπορικές θέσεις. Είναι πραγματικά εκπληκτικό ότι αυτοί οι αξιόλογοι αυτοκράτορες, όπως ήταν οι τρεις πρώτοι Κομνη νοί, οι οποίοι κατάφεραν με την ακούραστη προσπάθεια τους να ξαναδοόσουν στην Αυτοκρατορία το στρατιωτικό γόητρο, που τόσο της είχε λείψει κατά το τέλος του ενδέκατου αιώνα, φάνηκαν τόσο λίγο προνοητικοί για τα αποτελέσματα και τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει στο μέλλον η πολιτική τους απέναντι στις ιταλικές Δημοκρατίες. Οι Κομνηνοί, παρα χωρώντας διαδοχικά σε καθεμία από αυτές υπερβολικά εμπο ρικά προνόμια, με την ελπίδα να καταπολεμήσουν τη δύναμη της μιας με την πρόοδο της άλλης, υπέταξαν προοδευτικά την οικονομική ζωή του Βυζαντίου στην καλή θέληση των Ιταλών εμπόρων, που κατέληξαν να συμπεριφέρονται όχι μόνο σαν κύριοι της αγοράς αλλά επίσης και σαν διαιτητές της δημόσιας ζωής της χώρας. Αυτή την πολιτική την εφάρμοσε ιδιαίτερα ο Μανουήλ Α', ο οποίος συνέλαβε πράγματι επεκτατικά σχέδια, που η πραγμα τοποίηση τους απαιτούσε νέες συμμαχίες και ιταλικά στηρίγ-
ματα. Ο Μανουήλ Κομνηνός θέλησε να πραγματοποιήσει τη μεγαλεπήβολη και τρελή ιδέα να ενώσει ακόμα μια φορά και κάτω από την αιγίδα της Κοονσταντινούπολης, με τη βοήθεια όμως του πάπα, τον ρωμαϊκό κόσμο της Δύσης και της Ανατο λής. Ο Μανουήλ εμπνεόμενος απ' αυτό το ουτοπικό όνειρο της αποκατάστασης, της επανάκτησης του ρωμαϊκού κόσμου, δεν δίστασε να οργανοδσει και να επιχειρήσει πολυδάπανες υπερ πόντιες εκστρατείες, που οδήγησαν τις βυζαντινές στρατιές ακόμα μια φορά, αλλά για λίγο καιρό, στην Ιταλία, τη Συρία και την Αίγυπτο ακόμα. Οι συμμαχίες, που χρειαζόταν η Αυτο κρατορία για να πραγματοποιήσει μια τέτοια πολιτική, κλεί στηκαν με τη χρησιμοποίηση σημαντικών χρηματικών ποσών, αλλά επίσης και με την παραχοόρηση εμπορικών προνομίων στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Η μεγαλομανία του τελευ ταίου μεγάλου αυτοκράτορα του οίκου των Κομνηνών στοίχι σε στο Βυζάντιο την οικονομική του καταστροφή. Αυτή η πολι τική, που επικρίθηκε αυστηρά από την κοινή γνώμη της επο χής, παραμένει κατά τη γνώμη μας η καλύτερη απεικόνιση του αριστοκρατικού πατριωτισμού που έφθασε στο έσχατο όριο του, στο βαθμό που η επιλογή έγινε περισσότερο για το γόητρο του Βυζαντίου παρά για την ευημερία των πολιτών, οι οποίοι πλήρωσαν τα έξοδα αυτού του εφήμερου μεγαλείου της Αυτο κρατορίας8. Η αντίδραση εναντίον των «Καταστροφικών και αξιοθρήνητων πολέμων»9 του Μανουήλ Κομνηνού, ο οποίος, όπως λέει ο Νικήτας Χωνιάτης «...Καιτα σχοινίσματα ουκ από θαλάσσης μόνον έως θαλάσσης υφαπλούμενα πριν παρετάτετο, αλλά έκτων εώων ορισμάτων με'χριτων εσπερίων διικνείτο στηλών»10 εκδηλώθηκε βίαια μόλις πέθανε αυτός ο αυτοκρά τορας. Η αντίδραση αυτή πήρε ένα χαρακτήρα αντιλατινικό και αντιαριστοκρατικό, πράγμα που σημαίνει, κατά τη γνώμη μας, το τέλος του αριστοκρατικού πατριωτισμού, όπως τον εί-
106
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
107
χαν συλλάβει οι μεγάλοι Κομνηνοί, ακόμα κι αν αυτός ο νέος σταθμός της ιστορίας της ιδεολογίας είχε ως εμπνευστή έναν άλλο Κομνηνό. Πράγματι, κάτιο από την καθοδήγηση του Ανδρόνικου Κο μνηνού11, ο οποίος θεωρήθηκε, με κάποια υπερβολή, ο κόκκι νος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, τα επαρχιακά πλήθη, ιδιαί τερα οι στρατιοκες της Παφλαγονίας, μπήκαν στην Κωνσταντι νούπολη το 1082 και βοηθούμενοι από τον όχλο της προπεύουσας έσφαξαν τους ξένους, λεηλάτησαν τις εγκαταστάσεις τους, χωρίς να σεβαστούν τις ωραίες συνοικίες της πόλης, για να χρησιμοποιήσουμε ένα σύγχρονο όρο, και ανακήρυξαν αυτο κράτορα τον Ανδρόνικο. Κανονικά, η πολιτική αυτού του ευ νοούμενου των λαϊκών και επαρχιακών μαζών υπήρξε πριν απ' όλα αντιλατινική και αντιαριστοκρατική. Κατά τη σύντομη βασιλεία του, το αντιλατινικό αίσθημα παίρνει μια νέα διάστα ση, μέσα από την οργισμένη μορφή που του έδοοσε η λαϊκή αντί δραση. Μετατρέπεται σε πραγματικό μίσος απέναντι σε καθετί που είναι Δυτικό. Αυτό το αίσθημα το συμμεριζόταν ο λαός της Κωνσταντινούπολης, που είδε τους Ιταλούς να πλουτίζουν σε βάρος του, και οι επαρχιακοί πληθυσμοί, που υπέφεραν από το πέρασμα των σταυροφόροον και από τη στάθμευση στο έδαφος τους Δυτικών μονάδων μισθοφόρων, οι οποίοι στρατολογήθη καν από τον Μανουήλ και χρησιμοποιήθηκαν όλο και περισσό τερο από το Βυζάντιο εξαιτίας της ποιότητας του εξοπλισμού τους και, ας το πούμε, και των πολεμικών τους αρετών. Έτσι η αντίδραση εναντίον της Δυτικής διείσδυσης στην Αυτοκρατορία θα προκαλέσει την αντίδραση εναντίον tcov αρ χών που ενέπνεαν την πολιτική των μεγάλων Κομνηνών, οι οποίοι θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την υποταγή της Αυτοκρα τορίας στους ανθρώπους της Δύσης. Ο αριστοκρατικός πατριω τισμός των Κομνηνών, που ήθελαν να δώσουν στο Βυζάντιο το
γόητρο της παλιάς Αυτοκρατορίας και να ανυψοόσουν την Κο:>νσταντινούπολη σε κέντρο του πολιτισμένου κόσμου, θα εγκαταλειφθεί. Ένας παθιασμένος και λαϊκός πατριωτισμός, εμψυχωμένος από το αντιλατινικό μίσος, και ένα επαρχιακό πατριωτικό πνεύμα, ταπεινό στις φιλοδοξίες του αλλά σταθε ρό στις επιδιώξεις του, θα υπαγορεύουν στο εξής την ιδεολογι κή πολιτική του Βυζαντίου, που, τυφλωμένη από το αντιλατινι κό πάθος και απειλούμενη από τη Δύση και την Ανατολή ταυ τόχρονα, δεν θα μπορέσει να ξαναβρεί ποτέ πια εκείνη την πνοή που άλλοτε της είχε εξασφαλίσει το μεγαλείο.
2. ΕΠΑΡΧΙΩΊΊΚΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΑΙΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ
Με το θάνατο του Μανουήλ Α' Κομνηνού το 1180, οι επίσημοι ρήτορες της Αυλής παρουσιάζουν έναν απολογισμό του έργου αυτού του αυτοκράτορα, που έρχεται σε κάποια αντίθεση με όσα άρχιζε να ψιθυρίζει ο βυζαντινός λαός μετά τις καταστρο φικές υπερπόντιες εκστρατείες του Μανουήλ. Ωστόσο, μπο ρούμε να σκεφτούμε ότι οι επίσημοι λόγοι είχαν μια πραγματι κή βάση, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον το στρατιωτικό έργο αυ τού του αυτοκράτορα, που οι πολυάριθμες νίκες του πάνοο στους εξωτερικούς εχθρούς της Αυτοκρατορίας δικαιολογούν τα πομπώδη κοσμητικά που χρησιμοποίησε στους τίτλους του. Κατά το παράδειγμα του Ιουστινιανού του Μεγάλου, που τον είχε ως υπόδειγμα, ο Μανουήλ χαρακτηρίστηκε στις επίσημες πράξεις Ίσαυρος, Κιλικιανός, Αρμένιος, Δαλματός, Ούγγρος,
108
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
109
Σέρβος, Λαζός, Ίβηρας, Βούλγαρος, Χάζαρος, Γοτθικός κτλ., από τα ονόματα των λαών τους οποίους είχε νικήσει12. Έτσι δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό, αν οι τόνοι που βρήκε ο ανοτνυμος ρήτορας για να θρηνήσει τον Μανουήλ13 θυμίζουν ταυτόχρονα τους τόνους των επαίνων για τον Ιουστινιανό, τους τόνους του επιταφίου για τον Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο, για τους πιο ένδοξους, δηλαδή, αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Καθοίς επίσης και τους λόγους που απηύθυναν στον Μονομά χο ο Μαυρόπους και ο Ψελλός, όταν δηλαδή είχε επιτύχει η Αυτοκρατορία την πιο μεγάλη εδαφική της έκταση, μετά, εννοεί ται, τη βασιλεία του Ιουστινιανού. Ο Μανουήλ χαρακτηρίζεται σε αυτόν το λόγο «ο στρατηγός αυτοκράτορας» που οδήγησε τους βυζαντινούς στρατούς στην άκρη του κόσμου, που κατέ στρεψε τη δύναμη τίον Τούρκων και ταπείνωσε τους συμμά χους τους στο κακό, δηλαδή τους εχθρούς που έρχονταν από τη Δύση, τους Ιταλούς, που υπόταξε τα έθνη του κόσμου στους Ροομαίους, που ήξερε να κυβερνάει με χρηστότητα και δικαιο σύνη, που υπήρξε ο αυτοκράτορας, ο κοσμοκράτορας, ο εξου σιαστής των λααίν, ο πρώτος παράκλητος αυτοκράτορας, εκεί νος που αποκατάστησε την ειρήνη στον κόσμο14. Διαβάζοντας αυτόν το λόγο, που εκφωνήθηκε δημόσια στην Κωνσταντινούπολη τέσσερις μήνες μετά το θάνατο του αυτο κράτορα και από τον οποίο αναφέραμε μόνο μερικές φράσεις, που μας φάνηκαν αποκαλυπτικές για τον τόνο και το περιεχό μενο αυτού του μεγάλου κειμένου, δύσκολα καταλαβαίνει κα νείς ποίς μόλις τρία χρόνια μετά το θάνατο του Μανουήλ ο λαός της Κωνσταντινούπολης ανέτρεψε το γιο αυτού του μεγάλου αυτοκράτορα, για να ανακηρύξει αυτοκράτορα των Ρωμαίων τον Ανδρόνικο Κομνηνό, που διαπνεόταν από διαμετρικά αντί θετες αρχές σε σχέση με όλες εκείνες που υπαγόρευσαν την αριστοκρατική και επιπλέον φιλολατινική πολιτική του τελευ-
ταίου μεγάλου Κομνηνού. Η εξέλιξη αυτής της κατάστασης θα είναι απροσδόκητη και γεμάτη εκπλήξεις. Πράγματι, έγινε αμέσους φανερό ότι οι προσανατολισμοί της πολιτικής του Αν δρόνικου Α' Κομνηνού δεν συμβιβάζονταν με τα συμφέροντα των μεγάλων οικογενειών, των στρατιοκικών, οι οποίοι είχαν διακριθεί κατά τους πολέμους που είχε διεξάγει ο Μανουήλ και κρατούσαν στα χέρια τους την εξουσία στις επαρχίες, όπου οι τρεις μεγάλοι Κομνηνοί είχαν επιβάλει ένα ιδιαίτερα αυστηρό στρατιωτικό καθεστώς. Οι πολυάριθμες εξεγέρσεις που συγκλόνισαν την Αυτοκρατορία, με την άνοδο του Ανδρό νικου στο θρόνο, αποτελούν την καλύτερη απεικόνιση της δυ σαρέσκειας ενός σημαντικού τμήματος του στρατού, αισθήμα τος που κατέλαβε προοδευτικά τους επαρχιακούς πληθυσμούς και την προοτεύουσα. Οι βίαιες αντιδράσεις εναντίον του Αν δρόνικου και της πολιτικής του κατέβαλαν τελικά αυτό τον ορ μητικό αυτοκράτορα με την ιδιαίτερα ταραχώδη ζωή. Δύο μό λις χρόνια μετά την άνοδο του στο θρόνο, ο Ανδρόνικος εκ θρονίστηκε και θανατώθηκε από το ίδιο πλήθος που τον είχε οδηγήσει θριαμβευτικά στο θρόνο. Αλλά τότε η Κωνσταντι νούπολη βρισκόταν σε κατάσταση πολιορκίας εξαιτίας της απειλής των Νορμανδών, οι οποίοι, αφού λεηλάτησαν τη Θεσ σαλονίκη, τη δεύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας (Αύγουστος 1185)15, έφτασαν μπροσιά στην πρωτεύουσα σπέρνοντας τον πανικό και τη σύγχυση. Το τραγικό τέλος του Ανδρόνικου σημαδεύει το τέλος της προσπάθειας, που πολύ επαινέθηκε από τους συγχρόνους του, για την απαλλαγή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη μέγ γενη της Δύσης, στις θελήσεις της οποίας θα υποχρεο^θεί στο εξής να υποτάσσεται προοδευτικά η Κωνσταντινούπολη. Εξάλ λου, οι διαδοχικές εξεγέρσεις εναντίον του Ανδρόνικου μαρ τυρούν μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη της νοοτροπίας των επαρχία-
110
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
111
κοόν πληθυσμών απέναντι στην Κωνσταντινούπολη. Πράγματι, αυτές οι βίαιες εξεγέρσεις, που κινητοποίησαν διαδοχικά τις στρατιές και τους πληθυσμούς των επαρχιών εναντίον της πρω τεύουσας, κατέληξαν στο να δημιουργηθούν στους επαρχιώτες εχθρικά αισθήματα προς την πρωτεύουσα και να εξαπλωθεί μια εχθροπάθεια προς την Κωνσταντινούπολη, που στις περισ σότερες περιπτώσεις θα την εκμεταλλευθούν φιλόδοξοι κυ βερνήτες για να πραγματοποιήσουν τα προσωπικά τους σχέ δια. Αυτές οι εξεγέρσεις, αν και αποβλέπουν αρχικά στην ανα τροπή του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, αρκούνται στις περισσότερες περιπτώσεις να αφαιρούν από την εξουσία του περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές επαρχίες. Αν και υπο κινούνται από διοικητές του αυτοκρατορικού στρατού, κατορ θώνουν να συσπειρώνουν το λαϊκό στοιχείο και υποστηρίζο νται από τους τοπικούς πληθυσμούς, που βρίσκονται έτσι αντι μέτωποι με την Κωνσταντινούπολη και συνειδητοποιούν τελι κά τα δικά τους συμφέροντα, τα οποία πολλές φορές δεν είναι σύμφωνα με τις επιθυμίες της πρωτεύουσας. Με τον καιρό εμ φανίζεται μια επαρχιακή αλληλεγγύη, ένα επαρχιακό πνεύμα θα λέγαμε, που η ανάπτυξη του θα παρουσιάσει πολύ μεγά λους κινδύνους καθοος και μια πραγματική απειλή για την εθνική ενότητα, που ενσάρκοανε πάνια η Κωνσταντινούπολη. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που εγκαινιάζει η σύντομη βασιλεία του Ανδρόνικου Α' Κομνηνού και μέχρι την άλοοση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204, δια πιστώνεται στις απομακρυσμένες επαρχίες η ύπαρξη ενός ισχυ ρού κεντρόφυγου κινήματος που κατακτά προοδευτικά σχε δόν την ολότητα του αυτοκρατορικού εδάφους, με τελικό απο τέλεσμα την τελική απομόνωση της Κωνσταντινούπολης, που η εξουσία της σε ένα μεγάλο μέρος του βυζαντινού κόσμου γίνε ται έτσι καθαρά ονομαστική. Πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτό
το κίνημα αποσύνθεσης του κράτους, το οποίο διατηρούσε ωστό σο τον αυστηρά συγκεντρωτικό του χαρακτήρα ο οποίος απο τελούσε ως τότε τη δύναμη του, εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές, που είχαν όμως όλες το ίδιο αποτέλεσμα: την απώλεια δηλαδή του γοήτρου της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύου σας, που ήλεγχε αποτελεσματικά τα εδάφη τα οποία είχε στην εξάρτηση της. Διαπιστώνουμε, από τη μια μεριά, την ανοιχτή διαφωνία των επαρχιακών διοικητών, που οι ενέργειες τους καταλήγουν πολύ συχνά στη σύσταση μικρών βυζαντινών «Κρατών», αποσπασμε'νων από την εξουσία της Κωνσταντι νούπολης — η Τραπεζούντα κάτω από τους Γαβράδες, η Κύ προς κάτω από τον Ισαάκ Κομνηνό, πολλές περιοχές της δυτι κής Μικράς Ασίας κάτω από τους Ασιδηνό, Μαγαπά, Μαυροζούμη και άλλους προσφέρουν το καλύτερο παράδειγμα16. Κι από την άλλη διαπιστώνουμε την εξασθένηση του ελέγχου της Κωνσταντινούπολης εξαιτίας της αδύναμης διοίκησης της, ανί κανης να κυβερνήσει αποτελεσματικά τις επαρχίες, που ωθή θηκαν έτσι, σχεδόν παρά τη θέληση τους, να απομακρυνθούν από την κεντρική διοίκηση. Οι επαρχίες, εγκαταλειμμένες στην τύχη τους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε την άμυνα τους απένα ντι στον εξωτερικό εχθρό, αν και εκπλήρωναν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις (φαίνεται ότι το φορολογικό σύστημα λει τούργησε πάντα καλά στο Βυζάντιο), επιδιώκουν φυσικά να υιοθετήσουν δικές τους κατάλληλες λύσεις. Κάτω από την κα θοδήγηση τοπικών προσωπικοτήτων, προσπαθούν να ανασυ στήσουν ένα στοιχειώδη κρατικό μηχανισμό, που επιφορτίζε ται να εξυπηρετεί τα συμφέροντα και τις ανάγκες των πληθυ σμών, των οποίων η συνεισφορά εξασφαλίζει, εξάλλου, τη λει τουργία του. Οι περιπτοόσεις του Καματερού και του Λέοντα Σγουρού στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην Πελοπόννησο αποτελούν τα καλύτερα παραδείγματα διακυβέρνησης σήμα-
112
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
U3
νακών περιοχών από τοπικούς ηγέτες. Εξάλλου είναι χαρα κτηριστικό ότι μαθαίνουμε από άλλες πηγές, κυρίως από την αλληλογραφία του Μιχαήλ Χοονιάτη, μητροπολίτη Αθηνών κα τά το τέλος του δωδέκατου αιώνα, ότι αυτές οι περιοχές είχαν ιδιαίτερα παραμεληθεί από την κεντρική διοίκηση17. Πάντως, τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης, ανεξάρ τητα από τις μορφές διαφωνίας που αποκαλύπτουν, είναι ταυ τόσημα για την Κωνσταντινούπολη και τον αυτοκράτορα της. Η αυτοκρατορική εξουσία της Κωνσταντινούπολης, αμφισβη τούμενη εξαιτίας TOJV ανεπαρκειών της ή της αδυναμίας της, υποχωρεί προοδευτικά από περιοχές ζωτικές για την ύπαρξη του Βυζαντινού Κράτους. Είναι αξιοσημείωτο ότι ακόμα και σε περιοχές που έμειναν κάτω από τον αυτοκρατορικό έλεγχο, διαπιστώνεται η χαλάρωση τιον δεσμών με την Κωνσταντινού πολη, που η διοίκηση της αποδεικνύεται όλο και πιο ανίκανη να ασχοληθεί με το πρόβλημα της και που ο πληθυσμός της εμ φανίζεται στα μάτια των επαρχιωτών κλεισμένος εγωιστικά σε έναν κόσμο κυριαρχούμενο από την πολυτέλεια και τη δια φθορά, παρά την αξιοθρήνητη κατάσταση της υπόλοιπης Αυ τοκρατορίας. Σχετικά με αυτό, τι καλύτερη απεικόνιση από το γράμμα του Μιχαήλ Χωνιάτη, που γράφει: Υμείς δε, ω τρυφε ροί της Κωνσταντινουπόλεο^ς πολίται, ουδέ του τείχους των πυ λών προκύπτειν εθέλετε, ουδέ τας αστυγείτονας και αγχιπύλους επισκέπτεσθαι πόλεις ποτέ, ίνα της παρ' ημών ευνομίας όναιντο, μόνους δε φορολόγους και θηρίων οδόντας κατά την μωσαϊκήν απειλήν στέλλετε... Αυτοί δε μένετε κατά χώραν, ησυχίαν άγοντες... Εξερημούσι δε τας πόλεις οι φθόροι και λοι ποί πράκτορες18. Ας πούμε, παρεμπιπτόντως, ότι αυτή η εικό να τ<χ>ν Κιονσταντινουπολιτών, που είχαν διαφθαρεί από τη μυθώδη πολυτέλεια της πόλης τους και τον τρόπο της ζωής τους, είχε επίσης διαδοθεί και στη Δύση. Και θα παίξει το ρόλο της
κατά την τέταρτη σταυροφορία, κατά την οποία ο «φτοοχός άν θρωπος της Δύσης» (le povre gent de l'ost) θα παρακινηθεί να τιμωρήσει αυτούς τους «επικίνδυνους ανθρώπους», αυτούς τους εχθρούς του Θεού19. Έτσι δημιουργείται μια πραγματική παρανόηση ανάμεσα στους επαρχιακούς πληθυσμούς και στον πληθυσμό της KOJVσταντινούπολης, που αλληλοκατηγορούνται για αγνωμοσύνη και αδιαφορία. Με τον καιρό το ρήγμα γίνεται ένα γεγονός γε νικά αισθητό. Η έλλειψη αφοσίωσης που εκδηλώνουν όλο και περισσότερο οι επαρχιακοί πληθυσμοί απέναντι στην πρωτεύ ουσα θα σφραγίσει τελικά τη ρήξη στο εσωτερικό του βυζαντι νού κόσμου, που απειλείται, οοστόσο, αδιάκοπα και στο σύνολο του από εξοκερικούς εχθρούς. Αυτή τη στιγμή, πράγματι, βρή καν οι Βούλγαροι την ευκαιρία να ανασυστήσουν το κράτος τους, που είχε καταλύσει ο Βασίλειος Β' (το δεύτερο Βουλγαρι κό κράτος χρονολογείται από το 1185-1186), οι Νορμανδοί πέ τυχαν μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης το 1185 να απειλήσουν και την ίδια την Κωνσταντινούπολη, εν(ό οι σταυροφόροι της τρίτης σταυροφορίας εγκαταστάθηκαν και στην Κύπρο το 1192. Αυτό το νησί είχε ήδη αποσπαστεί από την εξουσία της Κωνστα ντινούπολης από τον Ισαάκ Κομνηνό, που, μην μπορώντας να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα, έκανε έδρα του το νησί της Κύπρου, ανακηρύχθηκε εκεί αυτοκράτορας των Ρωμαίων κι έκοψε νόμισμα στο όνομα του. Ας προσθέσουμε τέλος ότι την ίδια εποχή οι Τούρκοι, επωφελούμενοι από τη γενική σύγχυση και με τη συνενοχή αναμφίβολα το)ν τοπικών κυβερνητών, επέ κτειναν τον έλεγχο τους στη Μικρά Ασία, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν μοιρασμένη ανάμεσα σε διάφορους «δυνάστες», ανεξάρτητους από την Κωνσταντινούπολη20. Έτσι στο διάστημα αυτιόν των είκοσι χρόνοι που χωρίζουν το θάνατο του Μανουήλ Α' από την τέταρτη σταυροφορία, η Βυ-
114
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
Π5
ζαντινή Αυτοκρατορία είδε την τύχη της να αναστρε'φεται, γνώ ρισε τη διάβρωση και την κατάπτωση ακόμα, κι αυτό παρά την αξιέπαινη αλλά ανεπαρκή προσπάθεια που ανέπτυξαν αυτο κράτορες του οίκου των Αγγέλων, και κυρίως ο Ισαάκ Άγγελος, για να ανορθοόσουν τον ετοιμόρροπο μηχανισμό της αυτοκρατο ρικής διοίκησης. Μέσα σε αυτό το κλίμα σύγχυσης ξέσπασαν οι περισσότερες χωριστικές επιχειρήσεις που στέφθηκαν από επι τυχία. Οι επαρχίες, η μία μετά την άλλη, προσπαθούν να χειρα φετηθούν από την Κωνσταντινούπολη, που όλο και περισσότε ρο απομονωμένη επιδεικνύει την αδιαφορία της, χωρίς οοστόσο να παραιτείται από τα μητρικά της προνόμια που της εξασφάλι ζε η εκμετάλλευση επαρχιακών πληθυσμών, οι οποίοι βρίσκο νταν ακόμα κάτω από την εξουσία της. Φωνές συναγερμού που ακούστηκαν από μεγάλους αξιωματούχους και εκκλησιαστι κούς προς την Κωνσταντινούπολη και προς την κυβέρνηση της για να προκαλέσουν ένα αίσθημα εθνικής αλληλεγγύης έμειναν χωρίς ανταπόκριση21. Ο δηκτικός τόνος που χαρακτηρίζει αυτά τα κείμενα δείχνει το μέγεθος της απόγνωσης των επαρχιακοόν πληθυσμών, που ο μόνος δεσμός τους με την πρωτεύουσα εκ φραζόταν συγκεκριμένα με την παρουσία στη χο5ρα τους φορολογικών υπαλλήλων, σταλμένων από την Κωνσταντινούπολη για να επιβλέπουν τα συμφέροντα της. Με'σα στη θλίψη και την απελπισία, οι επαρχίες η μία μετά την άλλη θα απομακρυνθούν από την πρωτεύουσα. Ο πληθυσμός τους θα διευκολύνει, ίσως ασυνείδητα, τις φιλοδοξίες των Βυζαντινών κυβερνητών κι ακό μα τις επιδιώξεις των εξωτερικών εχθρών της Αυτοκρατορίας, που η συμπεριφορά τους απέναντι του τους φαινόταν τελικά πιο υποφερτή από εκείνη των υπαλλήλων της Κωνσταντινούπολης. Με δυο λόγια, ας το πούμε αλλιώς, το Κράτος του Βυζαντίου, η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης είναι για τους Βυζαντι νούς της εποχής ένας θεσμός αδικίας και διαφθοράς: κράτος
ξένων ή ντόπιων μισθοφόρων στην υπηρεσία εκείνου που πρό σφερε περισσότερα, στο έλεος των ξένων εμπορικών αποικιών. Κράτος αιχμάλωτο μιας κάστας νεόπλουτων, που μοιράζονται μεταξύ τους ευεργετήματα και προνόμια, παρά τη δυστυχία που βασιλεύει παράλληλα με την ανασφάλεια στις επαρχίες. Λεία, τέλος, τοον εσωτερικοίν αγώνων που συγκλονίζουν το παλάτι χω ρίς να συγκλονίζουν καθόλου τις συνειδήσεις των κυβερνητών και τοον διανοουμένων, το Βυζαντινό Κράτος στην αυγή του δέ κατου τρίτου αιώνα βάδιζε αδυσοδπητα προς το χαμό και το δια μελισμό του, ανεξάρτητα από όποια ενέργεια έκανε εναντίον του ο εξωτερικός εχθρός και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι σταυροφόροι της τέταρτης σταυροφορίας και οι σύμμαχοι τους. Με άλλα λόγια, αυτό που μας φαίνεται σημαντικό για να κατανοήσουμε την εξέλιξη της νοοτροπίας στο τέλος του δω δέκατου αιώνα είναι η παρακμή του Βυζαντινού Κράτους, η διαφθορά τοον ηθών της διοίκησης, το μπλοκάρισμα του μηχα νισμού της, η αναποτελεσματικότητα του, παρόλο που ήταν έμπειρος και περίπλοκος, η αδιαφορία τοον πολιτών του και η απληστία, η αρπακτικότητα ακόμα, των υπαλλήλων του. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1204, αν τη δούμε μέσα από αυτό το πρίσμα, δεν είναι παρά μια συνέπεια σχεδόν αναπό φευκτη της κατάστασης που βασίλευε στο Βυζάντιο πριν από αυτή τη χρονολογία. Με την έκταση της καταστροφής που προ κάλεσε υπήρξε ο καταλύτης που ξύπνησε τις κοιμισμένες συ νειδήσεις και επέτρεψε την τελευταία αναλαμπή που θα ξανα δώσει τη ζωή στον βυζαντινό κόσμο. Να γιατί, παρά τον κίνδυ νο να φανεί κανείς προκλητικός, θα μπορούσε ακόμα να υπο στηρίξει ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε ένα σχε δόν σωτήριο γεγονός για το έθνος και εξυγιαντικό για το Βυ ζαντινό Κράτος που ο μηχανισμός του ήταν σοβαρά και σχε δόν αθεράπευτα άρρωστος. Για να ενισχύσουμε αυτές τις σκέ-
116
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
117
ψεις, ας θυμηθούμε μερικές σκηνές από τη ζωή της Κωνσταντι νούπολης, που οι πηγές της εποχής μάς δίνουν απλοϊκά και χω ρίς κανένα είδος κακεντρέχειας: Ο Ισαάκ Άγγελος, γνο^στάς και για τα ακόλαστα ήθη του, δεν δίστασε να απογυμνώσει τις εκκλησίες από τους θησαυρούς τους «κακ των θείων αυτά ναών αποσπών ταις εαυτού τραπέζαις παρεισέφερεν... αυ κατά το δοκούν μεταβάλλων ετέραις ενήρμοζεν απεριθαμβήτοχ βασιλικαίς στολαίς»22. Οδηγημένος από τη μοναδική απληστία του «και τας αρχάς παρούβαλλεν εις εξώνησιν ως τας οπώρας οι αγοραίοι»23. Ο αδελφός του, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ, απα γόρεψε τη μεταφορά του ξύλου από τα κτήματα του, όπου κυ νηγούσε και που βρίσκονταν κοντά στην Κωνσταντινούπολη, παρά τις επείγουσες ανάγκες του βυζαντινού στόλου. Ο μέγας δούκας Στρυφνός, όπως αναφέρει ο Νικήτας Χοχνιάτης «ναι μην και ο του στόλου δουξ Μιχαήλ Στρυφνός, δεινότατος ων μη μόνον γόμφους και αγκύρας χρυσίον αλλάξασθαι αλλά και λαίφεσιν επιθέσθαι και εξαργυρίσαι πρότονα, απαξάπαντος πλοίου μακρού τα νεοίρια Ρωμαίων εκένωσε». Και συνεχίζει ο Χωνιάτης ότι αντί να ετοιμάσει την άμυνα της πόλης προτίμη σε «νυν δε εις επιδείπνιον είχε γέλωτα την του Λατινικού στό λου απόπλοιαν ται ojg μύθον απέλυε τα τοις ωσίν έναυλα δεινά και προ ομμάτων πολλοίς κείμενα»24. Έτσι οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν τελικά να αντιτάξουν παρά «τα των σκαφιδίων υπόσαθρά τε και θριπηδέστατα μόλις ες είκοσιν αριθμούμενα»25. Ας σημειώσουμε, ωστόσο, ότι λίγο προηγουμένως ο αυτοκρά τορας είχε εξοπλίσει πλοία, που τα έστειλε να ακολουθήσουν και να απογυμνώσουν τα εμπορικά πλοία που έπλεαν στον Εύ ξεινο Πόντο και να φέρουν το πολύτιμο φορτίο τους στο παλά τι26. Μήπως πρέπει να εκπλαγούμε γιατί δεν υπήρξε κανένα μεγάλο στρατιωτικό γεγονός που να δείχνει την άμυνα της πό λης, που τη φύλαγαν ξένοι στρατιώτες, οι Βάραγγοι; Ο τελευ-
ταίος αυτοκράτορας προσπάθησε να φύγει ντροπιασμένα παίρ νοντας μαζί του τον αυτοκρατορικό θησαυρό, ενώ ο όχλος της Κωνσταντινούπολης διέπρεπε στο εμπόριο ιερών αντικειμέ νων, που είχαν αρπάξει από τις εκκλησίες οι Λατίνοι. Οι στρα τιώτες της Δύσης «ηύχοντο τάχιον κρατήσαι Γραικών», λέει ο Νικήτας, «ως αγεννών τα ες πόλεμον και περισπουδαζόντο;>ν τας ανδραποδώδεις χλιδάς»27. Και συνεχίζει: «...ήδεσαν γαρ εκ μακρού την των Ρωμαίων οι αφ' εσπέρας αρχήν ες μηδέν έτερον περιστάσαν ή κραιπάλην και μέθην και την Βυζαντίδα Σύβαριν ατεχνώς την υμνουμένην επί τρυφή»28. Διαβάζοντας αυτές τις περιγραφές του Νικήτα Χοτνιάτη, που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας στα γεγονότα, που δεινοπάθη σε από τη λεηλασία της πόλης από τους Λατίνους και ήταν ένας από τους ανώτερους αξιωματούχους της Αυτοκρατορίας, πολύ κοντά στους διαδοχικούς αυτοκράτορες της εποχής, βρί σκουμε τις έξαλλες λοιδορίες TOJV Δυτικών μοναχών εναντίον του τόπου της απώλειας που ήταν γι' αυτούς η Κωνσταντινού πολη, κατώτερες από την πραγματικότητα, όπως την είχαν πε ριγράψει οι καλύτεροι και πιο αυθεντικοί αντιπρόσωποι του βυζαντινού κόσμου. Αξίζει να υπογραμμιστεί το γεγονός, γιατί εξηγεί τη συμπεριφορά των σταυροφόρων, που μόλις μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη επιδόθηκαν, όπως ξέρουμε, σε μια φοβερή λεηλασία.29 Και προπαντός γιατί φωτίζει τη συμπερι φορά των επαρχιακών μπροστά «στο βιασμό και την κατα στροφή της βασιλίδος πόλεως». Ο Νικήτας Χοανιάτης μας πε ριγράφει, άθελα του, την αντίδραση των γύρω από την Κων σταντινούπολη πληθυσμών, μπροστά στα ατυχήματα των κα τοίκων της ως εξής: «Κενώσαντες [την πόλη] πορευόμενοι εμπορευόμεθα... οι δ' αγροίκοι και αγελαίοι επεκερτόμουν μάλλον τοις εκ Βυζαντίου ημίν, και την εν πτώχεια και γυμνότητι κακουχίαν ισοπολιτείαν αφρόνοος ωνόμαζον, ου τοις των
118
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
Π9
πέλας κακοίς παιδευόμενοι. Πολλοί δε και ανομίαν υπολαμβάνοντες "ευλογητός κύριος ότι πεπλουτήκαμεν", ε'λεγον, ολί γον τας τοον συμφυλετοόν ουσίας αποδιδομένας ωνούμενοι»30. Ας μετρήσουμε κάπως τη σπουδαιότητα αυτής της αποκάλυ ψης: Βυζαντινοί χαίρονταν για την καταστροφή που χτύπησε την πρωτεύουσα τους και τους κατοίκους της. Διαπίστωναν ότι είχε αποδοθεί δικαιοσύνη, αφού τότε, και μόνο τότε, όλοι οι Βυζαντινοί ήταν ίσοι πολίτες. Είναι ενδεικτικό ότι ο όρος που χρησιμοποίησε ο Χωνιάτης είναι «ισοπολιτεία», που σημαίνει αυτολεξεί νομική ισότητα (και κοινά αστικά δικαιώματα) αφού η μίζερη τύχη τους είχε γίνει κοινή μοίρα και τη συμμερίζονταν, τέλος, κι εκείνοι που είχαν απαλλαγεί ως τότε από τις δυστυχίες του έθνους, δηλαδή οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης. Ο Χω νιάτης αναφέρει το γεγονός με πικρία αλλά χωρίς έκπληξη. Ήταν αρκετά ενήμερος για να ξέρει ότι αυτή η συμπεριφορά ήταν φυσική συνέπεια της αδιαφορίας που είχε από πολύ καιρό εκδηλώσει η πρωτεύουσα απέναντι στους επαρχιακούς πληθυ σμούς και τους φτωχούς. Γνώριζε ότι ολόκληροι πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, θαμπωμένοι από την ανεκτικότητα και την κα τανόηση που είχαν δείξει οι Τούρκοι απέναντι στους χριστια νούς πριν από λίγα χρόνια, εγκατέλειπαν μαζικά τις βυζαντινές πόλεις για να εγκατασταθούν σε περιοχές που τους διέθεσε ο σουλτάνος. Ο Χωνιάτης λέει: «αλλά και διά το πληθυνθήναι την ανομίαν απεψύγη των πολλών η αγάπησις, (ος την παρά βαρβάροις αποικίαν πόλεις όλας Ελληνίδας ελέσθαι και της πατρίδος ασμένως αλλάξασθαι...»31 Να συμμεριστούν την κοι νή άθλια τύχη, να αλλάξουν ακόμα και πατρίδα, αυτά ήταν τα αισθήματα που υπαγορεύουν στους επαρχιακούς πληθυσμούς τη συμπεριφορά τους απέναντι στην Κωνσταντινούπολη, στην πολιτική της και στους κατοίκους της. Τίποτα δεν θα μπορούσε να δείξει καλύτερα τη ρήξη της εθνικής ενότητας μπροστά σε
μια κατάσταση, η οποία είχε εντούτοις όλα τα σημάδια της γε νικής καταστροφής, μια κατάσταση που σήμαινε καθαρά την ολοκληρωτική παραίτηση μπροστά σε αυτούς, τους οποίους πριν από μερικά χρόνια οι Βυζαντινοί χαρακτήριζαν περιφρονητικά βάρβαρους της Ανατολής, τους Τούρκους, και βάρβα ρους της Δύσης, τους Λατίνους. Χρειαζόταν να επιμείνουμε σε αυτά τα γεγονότα, που αξιο λογήθηκαν λίγο από τους ιστορικούς, οι οποίοι συνηθίζουν να μελετούν μεγάλες ενότητες της βυζαντινής ιστορίας και να περνούν συνεπώς στα γρήγορα μια κατάσταση που δεν κράτη σε παρά λίγα χρόνια. Τα υπογραμμίσαμε ιδιαίτερα γιατί ρί χνουν, κατά τη γνώμη μας, ένα νέο φως στα αποτελέσματα της τέταρτης σταυροφορίας, σε αυτό το μέγιστο γεγονός για την ιστορία της χριστιανοσύνης, και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο αποτελεί και αντικείμενο πολεμικής. Θεοορούμε, προτού προ σεγγίσουμε τη μελέτη της διεξαγοογής της τέταρτης σταυροφο ρίας, ότι είναι απόλυτα αναγκαίο να έχουμε στο μυαλό μας πως στο έσχατο τέλος του δωδέκατου αιιόνα η Κωσταντινούπολη, στολισμένη πάντα με τα μυθώδη πλούτη της που είχαν γί νει πια θρυλικά, βυθίστηκε στην πιο τέλεια απομόνωση («απεψύγη των πολλίόν η αγάπησις»32 κατά τον όρο εκείνης της επο χής) από τον κόσμο, που όφειλε ωστόσο να τη βλέπει σαν τον ήλιο της ύπαρξης του και τον εγγυητή της ευημερίας του. Έτσι, μνησικακία και πικρία είναι τα αισθήματα που αισθάνονται οι πληθυσμοί των επαρχιών απέναντι σε μια πρωτεύουσα, η οποία κρίθηκε ανάξια, αδιάφορη και τυφλωμένη από τον αντικατοπτρισμό της δύναμης της, που τελικά δεν ήταν παρά φαινομε νική33. Όλα μας ενισχύουν την πεποίθηση ότι, στο κατώφλι του δέκατου τρίτου αιοτνα, η Κωνσταντινούπολη είναι μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί. Κυριεύτηκε από τους σταυροφόρους της τέταρτης σταυροφορίας που τους οδήγησαν οι Βενετσιά-
120
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
121
νοι, εκείνοι δηλαδή που ήταν καλύτερα σε θέση να γνωρίζουν την κατάπτοοση που βασίλευε εκεί, οι μόνοι ικανοί να εκτιμή σουν το στρατηγικό ενδιαφέρον της θέσης και τα οικονομικά πλεονεκτήματα του ρόλου της στο σταυροδρόμι των θαλάσσιοι δρόμων. Αυτοί μόνο έτρεφαν πραγματικό μίσος εναντίον των Βυζαντινών, κυρίως εναντίον των Κωνσταντινουπολιτών, που είχαν προσπαθήσει συχνά να φρενάρουν την απληστία τους34. Εκείνοι, τέλος, που ήταν αρκετά πανούργοι, (όσιε να παρουσιά σουν στους γενναίους στρατιοοτες της τέταρτης σταυροφορίας την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης σαν μια σωτήρια επι χείρηση και στο κάτω-κάτω νόμιμη, αφού επρόκειτο να ανέ βουν στο θρόνο του Βυζαντίου αυτοκράτορες, φίλοι του Χρι στού και της σταυροφορίας. Η άλίυση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους παρουσιάζεται τελικά όσο και απροσδόκητα σαν συνέπεια της πολιτικής της, ενώ οι Βυζαντινοί επιχείρησαν να τη θεωρή σουν σαν επιχείρηση που αφορούσε αποκλειστικά την Κων σταντινούπολη. Στον βυζαντινό κόσμο εκείνης της εποχής, που ζούσε στο γενικό κλίμα του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», ο πα τριωτισμός είχε εξαφανιστεί ή το πολύ πολύ είχε πάρει τη μορ φή της άμυνας περιοχών λίγο-πολύ ασήμαντων, που προσπα θούν, κάτω από την καθοδήγηση ντόπιων ηγετών, να κρατη θούν μακριά από τη διαφθορά της Κωνσταντινούπολης και του διεφθαρμένου κόσμου της. Από αυτή την άποψη είναι σημα ντικό ότι οι επαρχιακοί «δυνάστες» επιδίωξαν συμβιβασμούς με τον εξωτερικό εχθρό, για να σταθεροποιήσουν την εξουσία τους στην περιοχή τους, και ότι ήταν λίγοι εκείνοι που διεκδί κησαν τον τίτλο του αυτοκράτορα και προσπάθησαν να φτά σουν στην Κωνσταντινούπολη για να στεφθούν εκεί. Το γόη τρο του αυτοκρατορικού στέμματος είχε πολύ αμαυρίΰθεί στα μάτια τους και προτίμησαν να μείνουν στις απομακρυσμένες
επαρχίες τους και να βλέπουν την Κωνσταντινούπολη, «την αμαρτωλή πόλη», να γλιστράει προς το χαμό της. Η καταστρο φή του 1204 θα είναι μία από τις συνέπειες αυτής της στάσης. Θα φανερώσει με τη σειρά της όλες τις αδυναμίες και τις αντι φάσεις του τότε βυζαντινού κόσμου. Οι εθνικές διαφωνίες και οι διαφορές κοινωνικής κατάστα σης αναφαίνονται κυρίως τότε και υπαγορεύουν τελικά τη συ μπεριφορά των κοινωνικών ομάδο:>ν μπροστά στη νέα κατά σταση. Οι πληθυσμοί της Θράκης και της Μακεδονίας που συ μπεριλάμβαναν ένα σημαντικό αριθμό από ετερογενή εθνικά στοιχεία (Σλάβους, Κουμάνους και Βουλγάρους) δεν διστά ζουν να συνεργαστούν στενά με τους Βουλγάρους, που είχαν χειραφετηθεί από την Κωνσταντινούπολη και ανέλαβαν μέσα στο πλαίσιο της δεύτερης αυτοκρατορίας τους, με την ενθάρ ρυνση των ντόπιων πληθυσμών, την αντίσταση εναντίον των Λατίνων στο όνομα μάλιστα της βυζαντινής νομιμότητας. Αντί θετα, το αρμενικό στοιχείο της Θράκης και κυρίως της δυτικής Μικράς Ασίας, εξοργισμένο αναμφίβολα από τη θέση της Κωνσταντινούπολης απέναντι στην Εκκλησία του, συνεργάζε ται ανοιχτά με τους Λατίνους και διευκολύνει την πρόοδο τους35. Θεωρούμε ακόμα πιο ενδιαφέρουσες τις κοινωνικοοι κονομικές αντιθέσεις (γιατί αφορούν άμεσα τους Βυζαντι νούς), που έγιναν φανερές με τα γεγονότα του 1204 και για τις οποίες η μαρτυρία του Νικήτα Χωνιάτη αποτελεί την καλύτερη απεικόνιση, για τη συμπεριφορά των γύρω από την Κωνστα ντινούπολη πληθυσμών απέναντι στα ατυχήματα των Κοονσταντινουπολιτών36. Όλες οι μαρτυρίες των πηγών συμφωνούν πράγματι σε ένα σημείο. Τα απόκληρα στριόματα της βυζαντινής κοινωνίας των επαρχιών, αλλά και της ίδιας της Κωνσταντινούπολης, όχι μό νο έμειναν αδιάφορα μπροστά στην καταστροφή της πρωτεύου-
122
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
123
σας, της οποίας στο κάτ<Ό κάτω δεν γνώριζαν παρά το βάρος της κυβέρνησης, αλλά προσπάθησαν ακόμα να επωφεληθούν από την καταιγίδα και τη σύγχυση που προκλήθηκαν. Τα έγ γεια αγαθά των μεγάλων ιδρυμάτων της Κωνσταντινούπολης, κυρίως του πατριαρχείου και των μοναστηριών, που βρίσκο νταν στις επαρχίες, έγιναν λεία των χωρικών που δούλευαν εκεί37. Ο όχλος της Κωνσταντινούπολης πήρε μέρος μαζί με τους σταυροφόρους στη λεηλασία των παλατιών και των σπι τιών των ευγενών. Οι μικροεισοδηματίες τέλος αισθάνθηκαν την κατάργηση του κράτους σαν απελευθέρωση από το βάρος, που ανενδοίαστοι κρατικοί λειτουργοί, αξιωματούχοι του Κρά τους και της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι επομένως αντιπροσώπευαν τους πιο σημαντικούς γαιοκτήμο νες του βυζαντινού κόσμου, έκαναν να βαραίνει πάνω τους. Κατανοούμε γιατί μέσα σε αυτές τις συνθήκες το πένθος για την άλοοση της Κωνσταντινούπολης δεν υπήρξε ομόθυμο ακό μα και στο εσωτερικό του βυζαντινού κόσμου, και μετράμε τις δυσκολίες που συνάντησαν οι εξόριστοι από την Κωνσταντι νούπολη στην προσπάθεια τους να ανασυστήσουν στη Μικρά Ασία ένα κράτος, που ήθελε να είναι συνεχιστής της Βυζαντι νής Αυτοκρατορίας. Αλλά εξηγούνται κυρίως οι πρόοδοι των σταυροφόρων στην υπόλοιπη Αυτοκρατορία, παρά τις διαφω νίες που βασίλευαν στο στρατόπεδο τους και παρά τον αυτο σχεδιασμό της κατάκτησης τους. ί2στόσο, είναι σημαντικό ότι η μόνη αντάξια αυτού του χαρακτηρισμού αντίσταση που συ νάντησαν ήταν εκείνη των τοπικών «δυναστών», όπως του Σγουρού και του Καματερού, που, αν και είχαν διαχωρίσει την τύχη τους από εκείνη της Κωνσταντινούπολης, δεν ανε'χονταν να βλέπουν να εγκαθίστανται στον τόπο τους οι Λατίνοι, που τους θεωρούσαν πάντα εχθρούς της ορθοδοξίας38. Αυτοί έδω σαν έτσι την προότη ώθηση για την αφύπνιση της εθνικής συνεί-
δησης, που θα επιτρέψει στους Βυζαντινούς να συνέλθουν και να επανεκτιμήσουν τα γεγονότα του 1204. Πράγματι, η απήχηση στη Δύση από την άλωση της Κων σταντινούπολης και κυρίως η αχαρακτήριστη συμπεριφορά των Λατίνων θα προκαλέσουν τελικά την αγανάκτηση των Βυζαντινών, που θα θυμηθούν τότε το παλιό τους μεγαλείο. Από δω κι εμπρός, η είσοδος των σταυροφόρων στη «Βασιλίδα Πά λι» θα θεωρείται ότι σημαίνει αληθινή εθνική καταστροφή, «την αιχμαλωσία του περιούσιου λαού του Θεού»39. Ο συγκλονισμός από την απώλεια της Πόλης θα γίνει προοδευτικά αι σθητός από όλους ανεξαίρετα τους ορθόδοξους Έλληνες. Ο μέσος Βυζαντινός θα μάθει με φρίκη πως η φοβερή λεηλασία σε ό,τι πιο ιερό είχε η πόλη οργανώθηκε από εκείνους που αυτοονομάζονταν στρατιοότες του Χριστού. Θα μάθει ότι σφαγές, πυρκαγιές, βιασμοί και ανείπωτες ατιμίες είχαν γίνει εναντίον γυναικόπαιδων, και το όνομα Λατίνος θα καταλήξει να σημαί νει τον άτιμο βεβηλωτή, από τον οποίο έπρεπε να γλιτώσουν με κάθε θυσία. Η εθνική ομοψυχία θα εκδηλωθεί εναντίον εκείνων που είχαν προσβάλει την πίστη, το νόμο και την πατρί δα. Η Κωνσταντινούπολη ξανάγινε γρήγορα το ιερό σύμβολο του βυζαντινού κόσμου, που έπρεπε να σώσουν και να ελευθε ρώσουν από τους ασεβείς. Έτσι, η μνησικακία κι ακόμα περισσότερο ο τραυματισμός που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά TOJV Λατίνων, καθώς και η απογοήτευση που θα προκύψει, θα κάνουν να γεννηθεί ο νέος βυζαντινός πατριωτισμός, που θα αποκρυσταλλωθεί στο εξής στην τύχη της Κωνσταντινούπολης και στον αγοόνα εναντίον τ(ον κατακτητών της. Η Κωνσταντινούπολη θα ξαναβρεί στην καρ διά των Βυζαντινών τις παλιές της αρετές, ενώ τα λάθη και τα αμαρτήματα της θα συγχωρεθούν και θα ξεχαστούν. Ο πατριω τισμός κατά τη νέα αυτή φάση της βυζαντινής ιστορίας θα συγ-
124
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
χέεχαι με το αντιλατινικό πάθος, ενώ η ανάκτηση της «πόλης, έδρας του Θεού» από τους ασεβείς Λατίνους (έτσι θα χαρακτη ρίζουν στο εξής την Κωνσταντινούπολη) θα είναι λόγος ύπαρ ξης του40. Αυτός ο εθνικός σκοπός θα επικρατήσει σε όλους τους άλλους, αν και τα συμφε'ροντα της Αυτοκρατορίας, που ανασυστήθηκε πάνω σε νέες βάσεις στη Νίκαια της Μικράς Ασίας, απαιτούσαν μια πολιτική ανεξάρτητη από την τύχη της Κιονσταντινούπολης. Η προσπάθεια που θα γίνει για την ανά κτηση της πόλης από τον κόσμο, που πριν από μερικά χρόνια έμενε αδιάφορος για την τύχη της και εχθρικός ακόμα σε ό,τι αυτή αντιπροσώπευε, δείχνει, κατά τη γνώμη μας, το βάθος των διαφορών που χώριζαν τα δύο τμήματα της χριστιανοσύνης, και σφραγίζει το οριστικό διαζύγιο ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κό σμους, που, εντούτοις, όπως έλεγε ο Σοφοκλής, «είχαν γεννηθεί για να αγαπιούνται κι όχι για να μισούνται».
6 ο ΕΛΛΗΝΟΡΘΌΔΟΞΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ
1. Ο «ΙΕΡΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ»: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ Κί2ΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Οι σταυροφόροι, περιφρονώντας τα συμφέροντα της χριστια νικής κοινότητας, μπαίνουν στις 12 Απριλίου του 1204 στην αυ τοκρατορική πόλη, ολοκληρώνοντας έτσι την πράξη που ση μειώνει τη ρήξη, θα λέγαμε καλύτερα το διαμελισμό, ανάμεσα στα δύο τμήματα της χριστιανοσύνης. Καταλαβαίνουμε ότι αυ τό το γεγονός το αισθάνθηκαν και εκείνοι που το έζησαν αλλά και εκείνοι που το μελέτησαν σαν αποφασιστική καμπή για το πεπρωμένο του Βυζαντίου. Οι ιστορικοί θεωρούν ομόφωνα ότι το έτος 1204 σημειώνει το τέλος της οικουμενικής Αυτοκρατο ρίας του Βυζαντίου. Οι Βυζαντινοί έκαναν ομόφωνα την εκτί μηση ότι η χριστιανική Δύση, ένοχη για την πιο μεγάλη ιεροσυ λία, τη λεηλασία δηλαδή της Κωνσταντινούπολης, που ήταν το
126
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
127
ιερό της χριστιανοσύνης, ήταν ο μόνος εχθρός που έπρεπε να πολεμήσουν και να νικήσουν για να σο5σουν το έθνος και την πίστη. Το πάθος για την ορθοδοξία και για την Κωνσταντινού πολη θα εμψυχώσει τον «ιερό πόλεμο» των Ελλήνων, TCOV Βυ ζαντινών στο σύνολο τους, όχι εναντίον των απίστων, των Τούρκων, αλλά εναντίον των χθεσινοόν αδελφών, τοον Λατίνων. Έτσι εξηγεί κανείς τη στέρεα ριζωμε'νη γνώμη, σύμφωνα με την οποία τα γεγονότα του 1204 υπήρξαν για τον ελληνικό λαό τόσο απο φασιστικά όσο κι εκείνα του 1453. Ας προσπαθήσουμε όμοος να δούμε ποια είναι η σπουδαιότητα και η σημασία της πτώσης της Κωνσταντινούπολης το 1204 για καθε'να από τα αντίπαλα στρατόπεδα, για να φωτίσουμε την αμοιβαία στάση που υιοθέ τησαν στη συνε'χεια. Είναι γεγονός ότι τα στρατεύματα που κατέλαβαν την Κων σταντινούπολη το 1204 τα αποτελούσαν πολεμιστές, επιστρα τευμένοι για την τέταρτη σταυροφορία. Είναι επίσης γεγονός ότι η τέταρτη σταυροφορία τέλειωσε με την άλοοση της Kcovσταντινούπολης και δεν έφτασε ποτέ στους Άγιους Τόπους. Διαπιστώνουμε μαζί με τους Βυζαντινούς ότι η έκβαση της τέ ταρτης σταυροφορίας αποκάλυψε πλευρές, που ελάχιστα έπει θαν για τον ιερό πόλεμο της Δύσης. Με άλλα λόγια, διαπιστώ νουμε ότι η τέταρτη σταυροφορία απεικονίζει τέλεια την πα ρέκκλιση ή μάλλον την παραμόρφωση της αρχικής ιδέας της σταυροφορίας1. Γιατί αυτοί που πήραν τότε το σταυρό της τέ ταρτης σταυροφορίας δεν συνάντησαν ποτέ απίστους. Γιατί αυτοί που άφησαν την Ιερουσαλήμ στα χέρια των μουσουλμά νων και προτίμησαν να ασκήσουν τον πολεμικό τους ζήλο ενα ντίον των ομόδοξων και να μείνουν στην πόλη του Βοσπόρου χωρίς καν να επιχειρήσουν το ταξίδι στην Άγια Γη, δεν μπο ρούσαν πια να ισχυρισθούν ότι επιτελούν το «σωτηριολογικό» έργο που είχαν αναλάβει τόσες φορές οι προκάτοχοι τους. Ο
Ε. Perroy σημειώνει δικαιολογημένα ότι η τέταρτη σταυροφο ρία απομακρύνθηκε περισσότερο από κάθε άλλη από το αρχι κό ιδεοίδες2. Οι Βυζαντινοί ήταν οι τελευταίοι που εξεπλάγησαν γι' αυτό. Ας υπογραμμίσουμε ακόμα μία φορά ότι η δυσπιστία που έτρεφαν οι Βυζαντινοί απέναντι στη σταυροφορία από την αρ χή, δικαιώθηκε απόλυτα το 1204. Ο μέσος Βυζαντινός διατή ρησε την εικόνα μιας Κωνσταντινούπολης, που καταστράφηκε και λεηλατήθηκε από τους σταυροφόρους. Θυμήθηκε τότε τους φόβους που είχαν ήδη αισθανθεί οι προγονοί του μπρο στά στα πλήθη των σταυροφόρων, οι οποίοι είχαν στρατοπε δεύσει μπροστά στην αυτοκρατορική πόλη κατά τη διάρκεια της δεύτερης σταυροφορίας, όταν, όπως αναφέρει ο Μιχαήλ ο Ρήτορας, «τα άοπλα λαϊκά πλήθη της Κωνσταντινούπολης ζού σαν μέσα στο φόβο και στην αγωνία... όταν η πόλη προσπα θούσε ν' αποκρούσει τις προτάσεις των ανεπιθύμητων και ενοχλητικών εραστών της» και όταν «οι οργισμένοι στρατιωτικοί ζητούσαν από τον αυτοκράτορα (Μανουήλ Κομνηνό) τη δια ταγή να χτυπήσουν και να διαλύσουν αυτό το ανθρώπινο συ νονθύλευμα [των σταυροφόρων]3», οι οποίοι όπως το ορίζει ένας άλλος συγγραφέας της εποχής της δεύτερης σταυροφορίας, ο Ευστάθιος της Θεσσαλονίκης, «είχαν οδηγηθεί από την απλη στία και είχαν εξαφθεί από το δέλεαρ του κέρδους και δεν απέβλεπαν στην πραγματικότητα παρά στο να καταλάβουν την Αυτοκρατορία και κυριευμένοι από την αρπακτική τους επιθυ μία έλπιζαν να βουλιάξουν το μεγάλο πλοίο του σύμπαντος [το Βυζάντιο]4». Έτσι αυτό που φοβήθηκαν και προφήτεψαν οι Βυζαντινοί, κατά τη δεύτερη κιόλας σταυροφορία, πραγματο ποιήθηκε κατά την τέταρτη. Για τους Βυζαντινούς η τέταρτη σταυροφορία δεν ήταν παρά η φυσική συνέπεια του σκοπού, που επιδίωξαν όλες οι λεγόμενες ιερές επιχειρήσεις της Δύ-
128
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
129
σης. Με άλλα λόγια, αποκάλυψε το πραγματικό πρόσωπο της σταυροφορίας γενικά, και επιβεβαίωσε έτσι την αίσθηση του Βυζαντινού ότι η Δύση, με'σω της σταυροφορίας και με το πρό σχημα του ιερού πολέμου, επιδιδόταν σε μια μεγάλη επιχείρη ση λεηλασίας εναντίον του κόσμου της Ανατολής χωρίς διά κριση φυλής και θρησκείας. Αυτή η αίσθηση ενισχύθηκε ιδιαί τερα από τη δικαίωση που βρήκε εκ των υστέροον στη Δύση η έκβαση της τε'ταρτης σταυροφορίας. Πράγματι, παρά κάποιες αντιδράσεις, που εκδηλώθηκαν μέσα στις ίδιες τις γραμμε'ς των σταυροφόρων μπροστά στη στροφή που είχε πάρει η σταυροφορία, ο άνθροοπος της Δύ σης, όποος ακριβώς και ο πάπας Ιννοκε'ντιος Π, θεώρησε τελι κά ότι αυτή η σταυροφορία, που είχε αρχίσει σαν ε'νας «αγώ νας εναντίον του σουλτάνου της Βαβυλοανας [του Καΐρου]», σύμφωνα με τα λόγια του Hughes de Saint-Pol στον δούκα του Λουβέν, είχε επιτύχει ε'ναν άλλο σκοπό εξίσου ιερό: την τιμω ρία των αιρετικών, οι οποίοι κατά τον Ρομπε'ρ ντε Κλαρί, φερέφουνο του με'σου σταυροφόρου, ήταν ασεβείς και χειρότεροι από τους Εβραίους. Με άλλα λόγια, οι στρατιιότες της τε'ταρ της σταυροφορίας είχαν πραγματοποιήσει αυτό που πολλοί και από πολύ καιρό ζητούσαν στη Δύση, την καταστροφή της Ελλάδας δηλαδή, η οποία, σύμφωνα με ένα ποίημα του Γερμα νού μοναχού Gunther, «ήταν η μήτηρ πασών των κακιών5». Έτσι η άλωση της Κωνσταντινούπολης από στρατούς, που κι νητοποιήθηκαν ωστόσο εναντίον τιον απίστων και για να πολε μήσουν στην Άγια Γη, κατέληξε να θεωρείται στη Δύση σαν μια νίκη της χριστιανοσύνης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο εξής η Κωνσταντινούπολη ισοδυναμούσε για τους Δυτικούς με την Ιερουσαλήμ. Καταλαβαίνουμε επομένιος γιατί η τάφρος που άνοιξε έτσι ανάμεσα στη χριστιανική Ανατολή και στη χριστιανική Δύση θα είναι στο εξής αδιάβατη.
Η άλωση της Κοονσταντινούπολης το 1204, παρέκκλιση ή ανομολόγητος σκοπός της τέταρτης σταυροφορίας, έδειξε ότι το μεγάλο θύμα του ιερού πολέμου της Δύσης δεν υπήρξε το Ισλάμ αλλά η χριστιανική Αυτοκρατορία της Ανατολής, το Βυ ζάντιο. Κι αυτό όχι μόνο εξαιτίας της λεηλασίας της Κοονσταντινούπολης, αλλά κυρίως εξαιτίας τοον με'τρων που πήραν οι σταυροφόροι αμέσους μετά την άλοοση της βυζαντινής πρωτεύου σας. Αυτά τα μέτρα συνοψίζονται σε μια κεφαλαιώδη απόφα ση: την κατάλυση του Βυζαντινού Κράτους και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αυτή η απόφαση πηγάζει από το μοίρασμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ανάμεσα στους νικητές. Το «Partitio di Romania», αυτό το εξαιρετικό έγγραφο, μας δια φύλαξε τις λεπτομέρειες αυτού του μοιράσματος6: Πραγματο ποιήθηκε με τη δημιουργία της Λατινικής Αυτοκρατορίας και του λατινικού πατριαρχείου της Κο^νσταντινούπολης, με τη σύ σταση μιας σειράς λατινικών πριγκιπάτων στο έδαφος της Ελ λάδας και στα νησιά του Αρχιπελάγους, αλλά απέτυχε στη Μι κρά Ασία, που παρά τις προχτές επιφυλάξεις των κατοίκων της, δέχτηκε τους πρόσφυγες της Κωνσταντινούπολης και στέγασε την εξόριστη αυτοκρατορία, την Αυτοκρατορία της Νικαίας, την πιο σημαντική εστία της ελληνικής αντίστασης. Εναντίον των ιερόσυλοον Λατίνοον, εναντίον των κατακτητικών κρατών τους και εναντίον της εκκλησίας τους που, ειρήσθω εν παρό διο, εγκατέστησε τους επίσημους εκπροσώπους της σε όλα τα κατακτημένα εδάφη στη θέση του ορθόδοξου κλήρου. Θα οργανοοθεί εκεί η ελληνική αντίσταση, που μέγιστος σκοπός της θα είναι η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης και η υπεράσπι ση της ορθοδοξίας, οι δυο στόχοι δηλαδή αυτού που χαρακτηρί σαμε, αναμφίβολα με κάποια υπερβολή, ιερό βυζαντινό πόλεμο.
130
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
131
2. ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΑΝΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΟ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ Η ΓΈΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ
Ο διαμελισμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η διάσπαση της εθνικής ενότητας, που συγκρατιόταν ως τότε έστοο και τε χνητά από την Κωνσταντινούπολη, υπήρξαν οι σοβαρότερες συνέπειες της άλωσης της Πόλης από τους σταυροφόρους το 1204. Η ανάγκη ανασυγκρότησης του βυζαντινού κόσμου, ανα γκαστικά πάνω σε νέες βάσεις, θα γίνει γρήγορα αισθητή από τους υποταγμένους ή όχι στον λατινικό ζυγό Βυζαντινούς. Θα κατευθύνει στο εξής την πολιτική των βυζαντινών κρατών, που σχηματίστηκαν μετά την καταστροφή του 1204, δηλαδή της Αυ τοκρατορίας της Νικαίας στη Μικρά Ασία, του «Δεσποτάτου» της Ηπείρου στην Ελλάδα και σε μικρότερο βαθμό της αυτο κρατορίας της Τραπεζούντας. Αυτή η τελευταία, εξαιτίας της ιστορίας και της γεωγραφικής της θέσης, θα συγκρουστεί κυ ρίως με διάφορα τουρκικά και τουρκομανικά εμιράτα που περιέβαλλαν το έδαφος της και δεν θα μπορέσει να παίξει έναν αποφασιστικό ρόλο στον αντιλατινικό πόλεμο υπέρ της Κων σταντινούπολης. Ειρήσθοο εν παρόδου πως η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας εμφανίζεται περισσότερο σαν ένας κρατικός διασπαστικός σχηματισμός, όπους αυτοί που γνωρίσαμε στο τέ λος του δοοδέκατου αιοόνα7, παρά σαν ένα κράτος που προήλθε από τα γεγονότα του 1204. Κατά συνέπεια ο ζήλος της εναντίον τιον Λατίνων και υπέρ της Κωνσταντινούπολης είναι σημαντι κά ελαττωμένος. Είναι γεγονός ότι τα γεγονότα του 1204 είχαν ένα διπλό αποτέλεσμα για τον βυζαντινό κόσμο: από τη μια μεριά έκα ναν φανερή, ακόμα και στα μάτια των πιο φανατικών υπερα-
σπιστών της, την αποτυχία της αυτοκρατορικής πολιτικής που ασκούνταν πριν από την άλοοση της πόλης, προκαλοοντας έτσι μια βαθιά ανάγκη ανανέωσης και ριζικής αλλαγής. Κι από την άλλη, προξένησαν στους Βυζαντινούς ένα αφόρητο αίσθημα ταπείνωσης, που μετατράπηκε σε μίσος εναντίον εκείνων που είχαν καταλύσει το κράτος τους, η ύπαρξη του οποίου ήταν το δείγμα της αξιοπρέπειας τους. Η χαμένη Κωνσταντινούπολη ξαναγίνεται το σύμβολο του εθνικού μεγαλείου, που όφειλαν να ξαναβρούν: έτσι γεννήθηκε ένα αίσθημα άμετρης και απε ριόριστης προσκόλλησης στις αξίες του παρελθόντος. Η δύνα μη της παράδοσης θα είναι ο μοχλός για την ενότητα και την εθνική κινητοποίηση. Για να ξαναβρεθούν οι αρετές και το παλιό μεγαλείο, πρέπει πριν απ' όλα να ανακτηθεί η έδρα της εθνικής δόξας, η Κωνσταντινούπολη. Η μόνη πραγματικά αυ τοκρατορική πόλη, σύμβολο στο εξής κάθε ελπίδας ενός τα πεινωμένου λαού κι ενός γελοιοποιημένου έθνους. Η Κωνστα ντινούπολη λοιπόν, που μερικά χρόνια πριν την αποστρέφο νταν και αδιαφορούσαν γι' αυτήν, εξαγνισμένη από την τιμω ρία της, θα γίνει για μία ακόμα φορά η ψυχή ολόκληρου του βυζαντινού κόσμου, που στο όνομα της χαμένης του πόλης θα εκτελέσει πάλι πράξεις που θα του ξαναδοοσουν την αξιοπρέ πεια του, χωρίς όμως να μπορέσουν και να του εξασφαλίσουν τη θέση που είχε καταλάβει άλλοτε στην οικουμενική ιστορία. Ωστόσο, γύρω από την Κωνσταντινούπολη και από τη μοί ρα της θα παιχτεί η τύχη της εξόριστης Αυτοκρατορίας. Η Κωνσταντινούπολη, σύμβολο μιας λιποψυχίας προς αποφυγή ή εικόνα του μεγαλείου που πρέπει να ξαναποκτηθεί, καθορί ζει στο εξής τη βυζαντινή πολιτική. Κάτω από αυτό το φοος θα πρέπει να εξετάσουμε την ιδεολογία της Αυτοκρατορίας της Νικαίας, που περισσότερο από κάθε άλλο ελληνικό κράτος, προερχόμενο από το διαμελισμό της Αυτοκρατορίας το 1204,
132
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
133
αποτελεί τον φυσικό συνεχιστή της παλιάς Βυζαντινής Αυτο κρατορίας, όχι μόνο εξαιτίας της άμεσης γειτνίασης της με την Κωνσταντινούπολη, αλλά κυρίως εξαιτίας της καθαρά κωνσταντινουπολίτικης καταγωγής των διανοουμένοον της και των κυβερνητο5ν της. Και πράγματι, στο ε'δαφος της Αυτοκρατορίας της Νικαίας βρήκε καταφύγιο ο ναυαγισμένος κόσμος της Κωνσταντινού πολης και απόκτησε έτσι μια άμεση γνώση για το τι ήταν πραγ ματικά μια βυζαντινή επαρχία και συμπτωματικά μία από τις πιο σημαντικές και πιο ζωτικές του άλλοτε βυζαντινού κόσμου. Από αυτή την άποψη η εμπειρία της Νικαίας παραμένει παρα δειγματική για τη βυζαντινή ιστορία. Η ανάλυση της θα μας επιτρέψει να αποκαλύψουμε τα σημεία επαφής καθοός και τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις των δύο βυζαντινών κόσμοον, δηλαδή των Κο^νσταντινουπολιτοόν και των επαρχιοπών, που μέσα στο πλαίσιο της Αυτοκρατορίας της Νικαίας, όχι μόνο να συγκατοικήσουν ειρηνικά ήταν υποχρεωμένοι, αλλά και να ζή σουν την ίδια ζο^η και να εργαστούν μαζί για την κοινή υπόθε ση, για την αποκατάσταση δηλαδή του Βυζαντινού Κράτους. Ας ξεκαθαρίσουμε αμέσως ότι οι διανοούμενοι της Αυτοκρα τορίας της Νικαίας και κατά συνέπεια τα στελέχη του κράτους της, που προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη, τουλάχι στον στην αρχή, για να κυβερνήσουν και να οργανώσουν τη νέα αυτοκρατορία, όφειλαν να στηριχθούν στους επαρχιακούς πληθυσμούς που οι προσδοκίες τους, αλλά και το επίπεδο ζωής και μόρφοοσης διέφεραν σημαντικά από τα δικά τους. Η Αυτο κρατορία της Νικαίας εμφανίζεται έτσι από το ξεκίνημα της σαν μια εστία από ετερόκλητα στοιχεία, που συνδέονταν μόνο από το κοινό τους πάθος για την ορθοδοξία και την Κοονσιαντινούπολη, ή πιο απλά από το μίσος τους εναντίον των Λατίνων, πράγμα που δεν τους εμπόδισε εντούτοις να χρησιμοποιήσουν
Λατίνους μισθοφόρους στον ανασυγκροτημένο στρατό τους, που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε όποιον πληρούνε καλύτε ρα και που πάντα ήταν ξακουστοί για τη μαχητικότητα τους8. Έτσι στον πρώτο διαχοορισμό της κοινωνίας της Νικαίας που σημειώθηκε από την προέλευση των πληθυσμο'τν της (ας πούμε σχετικά ότι πολύ γρήγορα η Αυτοκρατορία της Νικαίας έγινε το καταφύγιο των Βυζαντινών των ελληνικών περιοχών, που υποτάχθηκαν στους Λατίνους) προστίθεται και ο κοινωνιο λογικός διαχωρισμός μαζί με τη διαφορά στις παραδόσεις, στην παιδεία, στον πλούτο και στα ήθη. Έτσι εξηγούμε εύκολα τα διάφορα ρεύματα, που εκδηλοίθηκαν πολύ γρήγορα στους κόλπους της νέας Αυτοκρατορίας και που προσανατολίζουν, το καθένα ανάλογα με τη δύναμη του, την πολιτική και την ιδεο λογία του νέου βυζαντινού κόσμου, χοορίς ωστόσο να τον εκτρέ πουν από τον μεγάλο του στόχο: τον αγοόνα για την Κο^νσταντινούπολη. Αυτός ο εθνικός σκοπός επέτρεψε στους πολιτικούς άνδρες της Αυτοκρατορίας της Νικαίας να σφυρηλατήσουν την ενωτική ιδεολογία απέναντι στα διάφορα και συχνά αντι φατικά ρεύματα, που κινδύνευαν να εξουδετερο5σουν με τον καιρό κάθε προσπάθεια για την ανανέωση του έθνους. Το αντιλατινικό αίσθημα, βαθιά ριζωμένο <> τότε στον χς φτωχό λαό, τον ευσεβή, προληπτικό και αιχμάλωτο μιας απλοϊ κής θρησκευτικότητας, παίρνει τώρα τις διαστάσεις μιας εθνι κής απαίτησης. Αυτό το αίσθημα επιδεικνύεται φανερά από αυτούς τους ίδιους, η πολιτική των οποίοον οδήγησε τους Λατί νους στρατιώτες στο εσοπερικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στις ιταλικές εμπορικές παροικίες, που με τον καιρό απο δείχτηκαν πολύ πιο επικίνδυνες για το Βυζάντιο από την τέ ταρτη σταυροφορία, της οποίας τα αποτελέσματα άλλωστε υπήρξαν πολύ εφήμερα. Η ανεπιφύλακτη προσκόλληση στην ορθοδοξία σημαίνει στο εξής την πίστη στην εθνική υπόθεση
134
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
135
και η ελάχιστη απομάκρυνση θεωρείται πραγματική προδο σία. Το αντιλατινικό αίσθημα όμως δεν θα έχει για όλους την ίδια σημασία. Θα ερμηνευθεί από τους μεν ως μέσο κινητοποίη σης της εθνικής προσπάθειας για την ανασύσταση της παλιάς Αυτοκρατορίας, θα κατανοηθεί από τους άλλους ως δικαίωση και ως αναγνώριση των αρετών ενός κόσμου, που είχε ως τότε άδικα παραγκωνιστεί από τη διαχείριση των δημόσιων υποθέ σεων. Κατά τον ίδιο τρόπο, η θεμελιώδης απαίτηση για την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, κύριος στόχος της ενωτι κής αντιλατινικής ιδεολογίας, θα κατανοηθεί από τους μεν 03ς απαραίτητος όρος για να ξαναβρούν τα χαμένα της αγαθά και να αποκαταστήσουν την εξουσία της, ενώ από τους άλλους θα θεωρηθεί ως η τελευταία ελπίδα για την ανανέωση της ελληνι κότητας και της ορθοδοξίας, στοιχεία που είχαν απειληθεί και τα δύο από τους Λατίνους. Με άλλα λόγια, οι μεν έλπιζαν να βρουν στην ανακτημένη Κωνσταντινούπολη μια Νέα Ρώμη οικουμενική και αυτοκρα τορική, ενώ οι άλλοι έβλεπαν σ' αυτή μια Νέα Ιερουσαλήμ και μια πραγματική Αντι-Ροάμη. Σε αυτή τη διφορούμενη αντίληψη στηρίχθηκε, αμέσως μετά το 1204, το κωνσταντινουπολίτικο όνειρο του ελληνικού λαού, το όνειρο που γέννησε μια ιδιαίτε ρη ιδεολογία, γνωστή με το ηχηρό όνομα της «μεγάλης ιδέας». Αυτή ακριβώς η ιδεολογία βρίσκεται στη βάση του νεοελληνι κού πατριωτισμού, που έθρεψε για πολύ καιρό τους Βυζαντι νούς και που δεν έπαψε να γαλβανίζει ως τις μέρες μας τα εξημμένα πνεύματα, που επιθυμούν να δουν να κυματίζει στην Αγία Σοφία ο σταυρός της ελληνικής σημαίας9. Η ειρωνεία της τύχης θέλησε αυτή η ιδεολογία με τους εθνικιστικούς τόνους, η μεγάλη ιδέα, να γεννηθεί σαν απάντηση στον χριστιανικό ιμπεριαλισμό της Δύσης και όχι εναντίον των Τούρκων. Μετά το 1204 όμως είχε τη δικαιολογία και το λόγο της ύπαρξης της.
Χωρίς να είναι μεγάλη, δηλαδή υπερβολική, ήταν απλά μια ιδέα δυνατού εθνικού μεγαλείου, που κινητοποιούσε τότε τους μεγάλους και τους μικρούς της εξόριστης στη Νίκαια Αυτο κρατορίας. Πράγματι, ο λόγος του θρόνου του Θεοδώρου Λασκάρεοος Α', του πρώτου αυτοκράτορα της Νικαίας, αναγγέλλει καθαρά το βάθρο της ιδεολογίας της μεγάλης ιδέας και αποτελεί από αυτό το γεγονός τον πολιτικό και ιδεολογικό χάρτη της νέας Αυτοκρατορίας, που υιοθετήθηκε από το σύνολο των Βυζαντι νών χο3ρίς αποσιώπηση ούτε δισταγμό. Ο Θεόδωρος Λάσκαρις λέει: «και των πατρίδων αύθις λαβώμεθα ων αμαρτόντες απεσφαιρίσθημεν, αύται δε εισί το αρχαίον και πρώτον ημίν ενδιαίτημα, ο παράδεισος, και η προς Ελλησπάντω πόλις του Κυρίου των δυνάμεων, η πόλις του θεού ημών, το εύρριζον αγαλλίασμα πάσης της γης»10. Οι υποδουλοομένοι Βυζαντινοί θα στραφούν προς τον αυτοκράτορα της Νικαίας, προς εκείνον που χαρακτηρίσθηκε αμέσους «αυτοκράτωρ των Ρωμαίων» σαν ενσάρκωση της ελπίδας τους. Από τη μακρινή του εξορία στο νησί της Κέας, ο Μιχαήλ Χωνιάτης θα γράψει στον Θεόδοορο: Ταύτα τα θαυμαστά κατορθώματα και διηγήματα και έτι το πα ρά πάντων ελπιζόμενον και ευχόμενον, το εγκασταοτήσαι όιά σον τον θρόνον του μεγάλου Κωνσταντίνου εν τω τόπο) ω αρχήθεν εξελέξατο Κύριος και την πάλιν όλην επανασώσασθαι. Τις γαρ δικαιότερος σου αποκαταστήσαι ην εξεναγώγησας πάλιν και βασιλείαν ην ανορθώσω κινδυνεύουσαν οίχεσθαι. Και συ νεχίζει ο Χωνιάτης λέγοντας ότι μόνο ο Θεόδωρος μπορεί την βασιλίδα των πόλεων απαλλάξαι της εαυτών ύβρεως και ως Κύνας λνσσητήρας απελάσαι των ιερών περιβόλων της καθ' ημάς Ιερουσαλήμ, νέον δε πολεμιστήν και συνοικιστήν ονομάζεσθαι ot' αιώνος της πό)·.εοις Κωνσταντίνου, της βασιλίδος της πανευόαίμονος1ί.
136
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
137
Αλλά, όπως ξέρουμε, οι Έλληνες θα περιμένουν περισσό τερο από μισόν αιώνα να ανακτήσουν την Κωνσταντινούπολη, κι αυτός που θα την ελευθερώσει και θα πάρει τον τίτλο του Νέου Κωνσταντίνου θα είναι ο χειρότερος εχθρός της δυνα στείας του ιδρυτή της αυτοκρατορίας της Νικαίας, πράγμα που αποτελεί, ειρήσθω εν παρόδοο, μία ακόμη απόδειξη των αντι θέσεων που συγκλόνισαν την κοινωνία της Νικαίας. Ας μην ξεχνάμε, πράγματι, ότι η πραγματοποίηση του μεγαλεπήβολου σκοπού, που ήταν η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, απαιτούσε σημαντικές και ελεύθερα απο δεκτές προσπάθειες εκ μέρους ανθρώπων που εμψυχώνονταν από αντιφατικά συμφέροντα και από διαφορετικές επιδιώ ξεις, παρά την κοινή τους επιθυμία για αντεκδίκηση εναντίον των Λατίνων και της Εκκλησίας τους. Αυτή την ανάγκη να επιτύχουν μια ευρεία συγκατάθεση την κατανόησαν γρήγορα οι ηγέτες της νέας Αυτοκρατορίας. Αυτή η ανάγκη εξηγεί τους συμβιβασμούς και τις πολιτικές επιλογές που υιοθέτησαν οι διάφοροι αυτοκράτορες της Νικαίας. Αυτή υπαγορεύει επιλογές που πρόσθεταν στον ιδεολογικό πίνακα της μεγάλης ιδέας αποχρώσεις και νέα στοιχεία, που αξίζει να εξεταστούν. Μετά τις πρώτες ψηλαφήσεις του ξεκινήματος και διατηρώ ντας, σαν ένα είδος σκηνικού, τον ύψιστο σκοπό, δηλαδή, την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, οι αυτοκράτορες της δυνα στείας των Λασκάρεων προσανατόλισαν τις προσπάθειες τους σε δυο κατευθύνσεις: την ανασυγκρότηση της κρατικής μηχα νής πάνω σε υγιείς βάσεις, και τη στερέωση της εξουσίας τους απέναντι στον εξαττερικό εχθρό, τους Λατίνους, αλλά και τους Τούρκους επίσης, καθο5ς και απέναντι στα διαφωνούντα στοι χεία του εσωτερικού. Αυτά τα τελευταία αντιπροσωπεύονταν κυρίως από τους εξόριστους διανοούμενους της Κωνσταντι-
νούπολης, πάντα άπληστους για εξουσία και έτοιμους να υπο θάλψουν συνωμοσίες και εξεγέρσεις. Γι' αυτόν το λόγο, οι πρώτοι αυτοκράτορες της Νικαίας έβαλαν σε εφαρμογή νέους θεσμούς, δοκιμασμένους όχι μόνο στο Βυζάντιο, όπως για πα ράδειγμα το συστημάτων «θεμάτων», η στρατικοποίηση δηλα δή της επαρχιακής διοίκησης, αλλά επίσης και στο στρατόπεδο των εχθριόν της, όποος: η υιοθέτηση στρατιωτικών και κοινωνι κών μορφών του λατινικού κόσμου, η χρησιμοποίηση Δυτικών στρατιωτοόν στις γραμμές του στρατού της Νικαίας, η παραχώ ρηση «κληροδοσιών» στους μεγάλους της Αυτοκρατορίας, συ χνά ξένους στην καταγωγή, καθώς και η άφεση αμαρτιοόν για τους στρατιοοτες που είχαν πέσει στη μάχη, εφαρμόστηκαν απροσδόκητα από τους αυτοκράτορες της Νικαίας στην προ σπάθεια τους να δημιουργήσουν μια εθνική συνοχή και να στε ρεώσουν τα θεμέλια του κράτους τους. Αυτοί οι αυτοκράτορες είχαν προηγουμένως εξασφαλίσει συνετά την υποστήριξη και την πίστη των τοπικών πληθυσμών, που κάτω από τη βασιλεία τους γνώριζαν μια νέα πρόοδο, συνοδευόμενη από υλική ευη μερία. Εξάλλου, υπολόγιζαν και τον τοπικό κλήρο που έβλεπε να αυξάνει η επιρροή του και να συμμερίζονται, ο λαός και οι ηγέτες, τις αδιάλλακτες θέσεις του απέναντι στη Ρώμη. Τέλος, προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν τις ικανότητες τιον νέων ανθρώπων, που γεννήθηκαν στο έδαφος της Νικαίας και είχαν τραφεί με την ελληνική παιδεία, που γνωρίζει μια σημαντική ανανέωση, ιδιαίτερα κάτω από τη βασιλεία του πολύ καλλιερ γημένου αυτοκράτορα όποος ήταν ο Θεόδοορος Β' Λάσκαρις. Είναι φανερό ότι αυτή την πολιτική την αντιλαμβάνονται σαν αποτυχία οι εκπρόσωποι των εξοριστούν cm] Νίκαια διανοούμε νων Κωνσταντινουπολιτών. Η αντίδραση τους εκδηλώθηκε γρή γορα και βίαια. Η σφαγή TOJV Μουζαλώνων, που ήταν αυτόχθο νες της Μικράς Ασίας, ταπεινής κοινωνικής προέλευσης, σύμ-
138
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ' ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
139
βουλοι και φίλοι του Θεόδωρου Β' Λασκάρεως, του αυτοκράτο ρα που είχε εφαρμόσει την πιο άγρια αντιαριστοκρατική πολιτι κή, και κυρίως η άνοδος στο θρόνο του Μιχαήλ Η' Παλαιολό γου με τις επιπλοκές που προκάλεσε αυτό το γεγονός στην Εκ κλησία και στους πληθυσμούς της Νικαίας, αποτελούν, κατά τη γνώμη μας, τις καλύτερες απεικονίσεις της αντεκδίκησης της Κωνσταντινούπολης εναντίον του μικρασιατικού κράτους, που πήγαινε να γίνει η αυτοκρατορία της Νικαίας12. Ο πατριάρχης Αρσε'νιος, εγγυητής της νομιμότητας της δυ ναστείας των Λασκάρεοον, στηριζόμενος στις λαϊκές και αγρο τικές μάζες της χωράς, καυτηρίασε και αναθεμάτισε το σφετε ριστή Μιχαήλ Παλαιολόγο, που ανέβασε στο θρόνο το αριστοκρατικό-κουνσταντινουπολίτικο κόμμα, εκθρονίζοντας τον νε αρό αυτοκράτορα Ιωάννη Δ' Λάσκαρι. Ο Αρσένιος, επίτροπος του νόμιμου αυτοκράτορα και εκπρόσιυπος των μικρασιατι κών πληθυσμών, που ήταν προσκολλημένοι στον οίκο των Λασκάρεων, δεν δίστασε να προκαλέσει με τις πράξεις του ενα ντίον του Μιχαήλ Παλαιολόγου ένα πραγματικό σχίσμα στους κόλπους της ελληνικής Εκκλησίας13, γνωστό με το όνομα του πατριάρχη, σχίσμα που προκάλεσε τότε πάθη πολύ πιο σημα ντικά από τη λατινική διένεξη, που πέρασε για μια στιγμή σε δεύτερο πλάνο. Είναι όμως αλήθεια ότι το σχίσμα του Αρσένιου υπήρξε εφήμερο. Μένει στην ιστορία σαν μια έκφραση της βα θιάς αντίδρασης του κόσμου της Μικρός Ασίας απέναντι στους Κωνσταντινουπολίτες, που με τον Μιχαήλ Παλαιολόγο ξανά παιρναν τη διοίκηση της Αυτοκρατορίας. Οι λαϊκές μάζες της Μικράς Ασίας, που κάτω από τη βασιλεία των Λασκάρεων γνοίρισαν μια εποχή πραγματικής ευημερίας, αισθάνονταν αό ριστα ότι κάτοο από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο θα έρχονταν για μία ακόμα φορά να δουλέψουν για την πραγματοποίηση των σκοπών εκείνων, που για το γόητρο της Κωνσταντινούπολης
είχαν οδηγήσει άλλοτε την Αυτοκρατορία στην καταστροφή. Αντέδρασαν αλλά χωρίς επιτυχία. Η Κωνσταντινούπολη, και αιχμάλωτη ακόμα, επιβαλλόταν για άλλη μια φορά στις επαρ χίες. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος για να την ελευθερώσει δεν θα διστάσει καθόλου να κλείσει με τους Γενοβέζους συμφωνίες που θα βαρύνουν πολύ στο μέλλον της Αυτοκρατορίας. Για να την κρατήσει, δεν θα διστάσει να υποτάξει την Εκκλησία της Αυτο κρατορίας στη Ρώμη, αλλά θα λυγίσει με τον καιρό μπροστά στη λαϊκή αντίδραση που θα εκδηλωθεί ομόφωνα, για να αντιταχθεί στα ουτοπικά σχέδια του αυτοκράτορα, ο οποίος υπήρξε αναμ φίβολα ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου που εφάρμο σε, και μάλιστα με επιτυχία, μια οικουμενική πολιτική14.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
141
7 Η ΕΘΝΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ
1. Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΝΤΕΚΔΙΚΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΟΥΤΟΠΙΚΟΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ
Στις 25 Ιουλίου 1261, λίγες μόλις εκατοντάδες Έλληνες στρατιώτες, βοηθούμενοι από τον πληθυσμό της Κωνσταντινούπο λης, πραγματοποίησαν το όνειρο που είχε θρέψει για περισσό τερο από μισόν αιώνα τον βυζαντινό κόσμο. Η Κωνσταντινού πολη, και πάλι βυζαντινή, ετοιμαζόταν να πάρει την αντεκδίκη ση της απέναντι στους χτεσινούς της αφε'ντες. «Και δίκας ετίννυον άντικρυς Ιταλοί ων εκείνοι ποτέ προς Ρωμαίους εποίουν»1, λέει ο Παχυμέρης. Οι πρώτοι που εκδιώχθηκαν από τους Βυ ζαντινούς ήταν οι Βενετσιάνοι. Ας θυμηθούμε τον ολέθριο ρό λο τους για το Βυζάντιο κατά την τέταρτη σταυροφορία. Η έξοδος των άλλων Λατίνων, που τους εγκατέλειψε ο βασιλιάς τους Βαλδουίνος, ο οποίος το έσκασε, έγινε μέσα σε πανικό και απόγνωση. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος έσπευσε να πάει στην προπεύου-
σα. Εκεί στέφθηκε για δεύτερη φορά «Αυτοκράτωρ των Ρω μαίων», το πλήθος τον επευφήμησε αποκαλώντας τον «Νέο Κοονσταντίνο», ενώ η αυτοκρατορική Γραμματεία συγκέντρω νε στους τίτλους του όλα τα μεγαλειώδη ονόματα των μεγάλων δυναστειών του παρελθόντος: Μιχαήλ Παλαιολόγος, Δούκας, Κομνηνός, Άγγελος, Νέος Κωνσταντίνος και Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων. Όλα αυτά, πέρα από τίτλους, αποτελούν πριν απ' όλα, ένα ολόκληρο πολιτικό και ιδεολογικό πρόγραμμα2. Πράγματι, το χρυσόβουλο που δημοσίευσε ο Μιχαήλ Η' μό λις μπήκε στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο απευθυνόταν σε ολόκληρο τον βυζαντινό κόσμο, αποτελείτο νέο πολιτικό χάρ τη της ανασυσταθείσας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: «αυτής ωσανεί τίνος καρδίας της πατρίδος παθούσης συνενεκρώθησαν πάντα, και τα μεν Ιταλοί τα δε Πέρσαι Βούλγαροι τε και Τριβαλλοί και πάντες άλλοι διεμερίσαντο... και γε έλπιζειν, (όσπερ καταπεσούσης ταύτης συγκατέπιπτον τα λοιπά, ούτους ανακληθείσης αυτής ουκ έστιν όπως ουκ ανακληθήσεσθαιταύ τα... και ούτω πάλιν το κενωθε'ν αναπληρωθήσεται...»3 Αυτό το μεγαλεπήβολο πρόγραμμα θα κυριαρχήσει σε όλη τη βυζα ντινή προσπάθεια. Θα προσκρούσει στην αντίδραση της Δύ σης, που, αφού συνήλθε από την κατάπληξη που προκάλεσε η κατάλυση του λατινικού βασιλείου της Κωνσταντινούπολης, θα προσπαθήσει να αποκρούσει τα βυζαντινά σχέδια χρησιμο ποιώντας τον τολμηρό Κάρολο ντ' Ανζού. Θα σπαταλήσει για μία ακόμα φορά τις ισχνές βυζαντινές δυνάμεις και θα εξα ντλήσει με τον καιρό τα μέσα που διέθετε η χώρα για να αμυν θεί εναντίον της τουρκικής προόδου στην Ασία. Ακόμα μια φορά το ανέφικτο όνειρο της οικουμενικής ηγε μονίας που έτρεφε η Κωνσταντινούπολη, που μόλις είχε βγει από το χάος, θα αποδειχθεί μοιραίο για το μέλλον της Αυτο κρατορίας. Οι πληθυσμοί της Μικρός Ασίας θα κληθούν και
142
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
143
πάλι να προμηθεύσουν τα με'σα σε ανθρώπους και σε χρήμα για την εφαρμογή της Δυτικής πολιτικής του Μιχαήλ Η', σε μια στιγμή που ο πραγματικός εχθρός, οι Τούρκοι, απειλούσε τις εστίες τους. Θα θυσιαστούν ακόμα μια φορά από την Κωνστα ντινούπολη, που ρίχτηκε αποφασιστικά στην επιδίιοξη της ου τοπικής επεκτατικής πολιτικής από τον Μιχαήλ Η'. Καταλαβαί νουμε τώρα τα παράξενα λόγια ενός ανοοτερου αξιωματούχου της Νικαίας, του Πρωτοασηκρήτη Σεναχηρείμ του επονομαζό μενου «Κακού», που μόλις αναγγε'λθηκε η κατάληψη της Kcovσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς και με'σα στη γενική ευ φορία αναφώνησε: «Του λοιπού καλόν τις μη ελπιζέτω, επεί Ρίομαίοι και αύθις πατούσι την πόλιν»4. Ο Σεναχηρείμ, ανατο λικής καταγοογής όπως δείχνει και το όνομα του, εξέφρασε με τα πικρά και τόσο προφητικά του λόγια τη βαθιά πεποίθηση του κόσμου της Μικράς Ασίας, του κόσμου που είχε αποτελέσει τη δύναμηTOJVΛασκάρεοον και που κάτω από τους Παλαιο λόγους είδε για μία ακόμα φορά να διαψεύδονται οι ελπίδες του, προς όφελος της Κωνσταντινούπολης, που την οιστρηλατούσε το ανε'φικτο όνειρο της οικουμενικής αυτοκρατορίας. Η απελευθεροομε'νη Κωνσταντινούπολη ανέλαβε, υπό την καθοδήγηση του Μιχαήλ Παλαιολόγου, την προσπάθεια για την πραγματοποίηση του μεγαλεπήβολου προγράμματος που καθόρισε αυτός ο αυτοκράτορας. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος θα υπερηφανευτεί στην αυτοβιογραφία του για την επιτυχία της διεθνούς πολιτικής του5, θα μνημονεύσει τις λατινικές και ιτα λικές νίκες του, θ' αναφέρει την ανάμειξη του στον «Σικελικό Εσπερινό»6, θα σταματήσει στις καλές του σχέσεις με τους Αι γυπτίους και τους Μογγόλους μονάρχες καθώς και στις επιτυ χίες του εναντίον των δεσποτών της Ηπείρου. Αλλά θα ξεχά σει να ξεκαθαρίσει ότι οι Γενοβέζοι, τους οποίους είχε μπάσει στην Αυτοκρατορία, λίγο έλειψε να γίνουν οι νέοι αφέντες
στην Κοονσταντινούπολη, ότι η ένωση των Εκκλησιών που θέ λησε να επιβάλει θεωρήθηκε από τον κλήρο και τον ελληνικό λαό προσβολή, και ότι διατάσσοντας την τύφλωση του νεαρού αυτοκράτορα Ιιυάννη Δ' διέπραξε ένα αποτρόπαιο έγκλημα απέναντι στους ανθρώπους και στον Θεό, του οποίου εντού τοις επικαλείται την προστασία. Αλλά ο Μιχαήλ Η' θα αποφύ γει κυρίως να μας πει ότι η ανατολική πολιτική του έναντι τοον πληθυσμών και των στρατιωτών της βυζαντινής Μικράς Ασίας υπήρξε καταστροφική για την τύχη της Αυτοκρατορίας, που την είχε εντούτοις θελήσει τόσο μεγαλειώδη. Ας θυμηθούμε σχετικά ότι ο Μιχαήλ Η', πριν ακόμα από την άλωση της Κων σταντινούπολης από τους Λατίνους, είχε διατάξει την οργάνω ση αυτοκρατορικής και δημόσιας κηδείας για το πτώμα του Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου, που το βρήκαν Βυζαντινοί στρατιώτες ματωμένο, κακοποιημένο, γυμνό και με ένα φλάου το στο στόμα, σαν δείγμα χλευασμού, μέσα στα ερείπια του μο ναστηριού του Εβδόμου, εγκαταλειμμένο από τους Λατίνους7. Χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι ο Μιχαήλ Η', με αυτή τη συμβολική πράξη, συνέδεε το όνομα του με εκείνο του μεγαλύ τερου αυτοκράτορα της εποχής του βυζαντινού ιμπεριαλισμού; Και ότι κανένας δεν μπορούσε να αμφιβάλει τότε για το νόημα του παραδείγματος που έπαιρνε ο αυτοκράτορας για την πολι τική του; Ωστόσο, ο Μιχαήλ Η' ήξερε να χρησιμοποιεί όλα τα όπλα που διέθετε για το μεγαλείο της Αυτοκρατορίας: διπλωματία, στρατός, χρήμα, ψυχολογία και ιδεολογία κινητοποιήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς της ιμπεριαλιστικής πολι τικής, της οποίας η μεγαλύτερη νίκη ήταν για τους Βυζαντινούς η εμπιστοσύνη και η αξιοπρέπεια που ανακτήθηκαν. Η «Ρω μανία», το έδαφος δηλαδή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, θα είναι πάλι η αγαπημένη πατρίδα, για την οποία μπορούν και
144
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΌΚΡΑΤΌΡΙΑΣ
145
οφείλουν «να υπομείνουν οδύνες με υπερηφάνεια», καθορίζει ε'νας ανοότερος αξι<χ>ματούχος της Αυτοκρατορίας8, ενώ ο φτω χός λαός της Κιονσιαντινούπολης, οι άνθρίοποι της αγοράς, λέει ο Παχυμέρης που μας αναφέρει το γεγονός, δεν διστάζουν να λιντσάρουν τον Λατίνο που είχε τολμήσει να κάνει έναν απλό υπαινιγμό για τη λατινική κατοχή της πόλης4. Βλέπουμε ότι η αντεκδίκηση που πήραν οι Βυζαντινοί από τους Λατίνους με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης δεν μείωσε καθόλου το αντιλατινικό πάθος. Αντίθετα, οι ενέρ γειες τοον Γενοβέζων και τοον Βενετσιάνων, τους οποίους ο Μι χαήλ Η' είχε φέρει πάλι στην Αυτοκρατορία με την πολιτική του, θα τροφοδοτήσουν το μίσος εναντίον της Δύσης. Είναι όμως αλήθεια ότι Γενοβέζοι και Βενετσιάνοι εκμεταλλεύτη καν χωρίς ενδοιασμούς τους πόρους του βυζαντινού κόσμου, που τον είχαν εξάλλου διαλέξει σαν θέατρο των πολέμοον τους και του άγριου ανταγοτνασμού τους10. Η θέρμη επίσης για την ορθοδοξία, που απειλήθηκε για μια στιγμή από την ενοπική πολιτική του Μιχαήλ Η', θα κερδίζει όλο και περισσότερο τον βυζαντινό λαό, καθοδηγούμενο από μιαν αυστηρή Εκκλησία κι έναν αδιάλλακτο κλήρο. Το αποτέλεσμα θα είναι το μίσος απέναντι σε καθετί λατινικό. Έτσι κάθε προσέγγιση ανάμεσα στην Ανατολή και στη χριστιανική Δύση θα αποδειχθεί αδύνατη. Κι αυτό σε μια στιγμή που ο αγοίνας εναντίον των Τούρκων ήταν πασίδηλα μια απόλυτη αναγκαιότητα για τη σωτηρία της χρι στιανοσύνης. Έτσι, με το θάνατο του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου (το 1282) στο κατιόφλι του δέκατου τρίτου αιοίνα, το αναστη λωμένο Βυζάντιο λίγο ανησυχούσε από την πρόοδο τοον ανοργάνοκων ορδώνra>vΤουρκομάνων, που είχαν όμως δημιουρ γήσει αναταραχή στους πληθυσμούς της Μικρός Ασίας. Με το θάνατο του Μιχαήλ Η', η Αυτοκρατορία, τυφλωμένη από το αντιλατινικό της πάθος και περήφανη για τις εφήμερες, ωσιό-
σο, επιτυχίες της, εισερχόταν με εμπιστοσύνη στη νέα περίοδο της ιστορίας της. Αυτή θα είναι, απροσδόκητα, η περίοδος τιυν βυζαντινοόν απογοητεύσεων. Η Αυτοκρατορία, που βρέθηκε για μία ακόμα φορά ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, θα υπο χρεωθεί να επανεξετάσει τους στόχους της, να αναθεωρήσει την πολιτική της και να εγκαταλείψει τα όνειρα της. Η ιδεολο γία της θα πάρει μορφές που θα αναγγείλουν μια πικρή πραγ ματικότητα, το παρόν θα είναι φευγαλέο και το μέλλον αβέ βαιο. Φόβοι και αμφιβολίες θα καταλάβουν στο εξής τον περιο ρισμένο στο βαλκανικό του τμήμα βυζαντινό κόσμο, προτού κλειστεί ασφυκτιοοντας στον περίβολο της άλλοτε θρυλικής προ> τεύουσάς του.
2. Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ, Η ΜΟΙΡΟΛΑΤΡΙΚΗ ΕΣΧΑΤΟΛΟΠΑ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Η περίοδος που εγκαινιάζεται με τη βασιλεία του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου χαρακτηρίζεται από μια σειρά εσωτερικές κρίσεις, που θα εμποδίσουν το κράτος να ακολουθήσει μια ενιαία πολιτική απέναντι στους πολυάριθμους εξωτερικούς εχθρούς του11. Κατά τη διάρκεια μεγάλων δυναστικοί κρίσεων που έφεραν σε αντίθεση τους Παλαιολόγους μεταξύ τους και τον οίκο τους προς εκείνον του σφετεριστή Κατακουζηνού και που διαίρεσαν το λαό και τον πολιτικό κόσμο, η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την τουρκική πρόοδο χειροτέρευε σπέρνοντας τον πανικό και τη σύγχυση σιους πληθυσμούς12. Από την αρχή, πράγματι, του δέκατου τέταρτου αιώνα, οι
146
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
147
Τούρκοι επιχείρησαν την κατάκτηση του ευροοπαϊκού τμήμα τος της Αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο μετά την οριστική απώ λεια της Μικρός Ασίας, με εξαίρεση τη Φιλαδε'λφεια που έμει νε βυζαντινή ε'ως το 139013, πριν ακόμα από το τε'λος του δέκα του τρίτου αιώνα περιορίστηκε στην περιοχή της Κωνσταντι νούπολης και στο Δεσποτάτο του Μορε'ως ή του Μυστρά στην Πελοπόννησο14. Οι αυτοκράτορες της εποχής, έκπληκτοι θα έλεγε κανείς από τη γρήγορη επιδείνωση της κατάστασης, εφάρ μοσαν την πολιτική των συμβιβασμών και πήραν συχνά αντι φατικά μέτρα, που η εφαρμογή τους σπάνια έδωσε τα προεξο φλημένα αποτελέσματα. Οι αφύσικες συμμαχίες με τους διά φορους Τούρκους αρχηγούς, οι προσπάθειες προσέγγισης με τη Γένοβα ή με τη Βενετία, και το ενωτικό και αντιενωτικό ταυτόχρονα παιχνίδι που εφαρμόστηκε από τις κυβερνήσεις και την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, κατέληξαν τελικά στο να εξοργίσουν τους Βυζαντινούς, να σπείρουν τη σύγχυση στα πνεύματα και να αφαιρέσουν κάθε εμπιστοσύνη και πίστη στην αυτοκρατορική πολιτική, που ήταν τιάρα στο έλεος δυνάμεων στις οποίες δεν κατορθώνει να επιβληθεί. Κόπωση και αποθάρρυνση χαρακτηρίζουν τη στάση τχυν Βυζαντινών κατά τη διάρκεια αυτής της μεγάλης περιόδου της βυζαντινής ιστορίας, που οι ιστορικοί αρέσκονται να την περι γράφουν ως την περίοδο της αργής αγωνίας του κράτους και της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Το Βυζάντιο, μό λις έγινε μικρό κράτος, όπως σούστα το χαρακτήρισε ο Οστρογκόρσκι15, θα επιδιώξει σε όλη αυτή την περίοδο διευθετήσεις που θα του επιτρέψουν να συνεχίσει τη μίζερη ύπαρξη του σε βάρος συχνά της αξιοπρέπειας του λαού του. Χρειάζεται να θυμίσουμε σχετικά ότι βλέπουμε αυτή την περίοδο Βυζαντι νούς αυτοκράτορες να ζητούν ταπεινά από πόλη σε πόλη στην Ευροοπη τη βοήθεια της Δύσης16, που αδιάλλακτη σε ό,τι αφο-
ρά τις ενωτικές της θέσεις δεν θα αποφασίσει ποτέ να κηρύξει μια πραγματική σταυροφορία εναντίον των Τούρκων; Χρειά ζεται επίσης να πούμε ότι καταγράφουμε μαζί με τους Βυζα ντινούς ιστορικούς της εποχής την προσωπική συμμετοχή ενός αυτοκράτορα σε μια τουρκική έφοδο εναντίον πόλεων, που εί χαν μείνει στα χέρια των Βυζαντινών;17 Όλα αυτά τα λυπηρά γεγονότα μαρτυρούν, κατά τη γνώμη μας, τη βαθιά αναταραχή που βασίλευε στην Κωνσταντινούπο λη κατά τον δέκατο τέταρτο και τον δέκατο πέμπτο αιώνα. Μέ σα σε αυτό το κλίμα της εθνικής απόγνωσης οι Βυζαντινοί θα αντιδράσουν, αλλά ο καθένας ανάλογα με την κοινωνική του θέση, την παιδεία του και τα προσωπικά του συμφέροντα. Με άλλα λόγια, το άτομο θα πάρει αυτή τη στιγμή τη θέση του πο λίτη που βγαίνει από την πλάνη. Ο καθένας ανάλογα με τη δύ ναμη του και τις προσδοκίες του θα αναζητήσει προσωπικές λύσεις, των οποίων το μόνο κοινό χαρακτηριστικό θα είναι η έλλειψη κάθε ελπίδας για το μέλλον του βυζαντινού κράτους. Αυτήν ακριβούς την εποχή σημειώνονται για πρώτη φορά στο Βυζάντιο λαϊκές εξεγέρσεις, που προκλήθηκαν αποκλει στικά από κοινωνικές και οικονομικές διεκδικήσεις. Το κίνη μα των ζηλωτών της Θεσσαλονίκης, που χαρακτηριζόταν από τη βιαιότητα της λαϊκής αντίδρασης εναντίον των μεγάλων της περιοχής, θεωρείται η πιο μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση των απόκληρων στρωμάτων της κοινωνίας. Αναφέρεται συχνά σαν το καλύτερο παράδειγμα κατάπτωσης του κοινωνικού κλίμα τος και των ενδοεθνικών σχέσεων στο Βυζάντιο (η περιοχή της Θεσσαλονίκης αριθμούσε ένα σημαντικό αριθμό κατοίκων σλα βικής καταγωγής). Χαρακτηρίζεται, επίσης, με κάπως υπερβο λικό τρόπο κατά τη γνώμη μας, η «κόκκινη κομμούνα της Θεσ σαλονίκης»18. Παραμένει, οοστόσο, η τέλεια απεικόνιση μιας αιματηρής επιχείρησης, που υπαγορεύτηκε από την ανασφά-
148
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
149
λεία, η οποία είχε καταλάβει τις λαϊκε'ς μάζες της Αυτοκρατο ρίας μπροστά στο φτώχεμα των πηγών της, που προκλήθηκε από την τουρκική κατάκτηση καθώς και από τη Δυτική εκμε τάλλευση. Αυτή τη στιγμή επίσης παρατηρείται μια αλτίδραση τελείως διαφορετική στις μορφές και στους σκοπούς της, που αξίζει να την προσέξουμε. Τα πιο εκλεκτικά μυαλά, θρεμμένα με πνευματικές παραδό σεις της Αυτοκρατορίας, θα καταφύγουν με μανία στη μελέτη της αρχαίας σκέψης, της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας19. Αρέσκονται στο να υπογραμμίζουν το μεγαλείο του πνεύματος της κλασικής Ελλάδας, του οποίου ήθελαν επίμονα να θεωρού νται συνεχιστές του. Θα έλεγε κανείς ότι, μέσω αυτής της φυγής προς την αίγλη του παρελθόντος, ζητούσαν να ξεχάσουν τις συμφορές του παρόντος και τις αβεβαιότητες του μέλλοντος. Το καλύτερο παράδειγμα αυτού του αρχαΐζοντος πνεύμα τος, που μας άφησε μια ενδιαφέρουσα παραγωγή και που ση μάδεψε την ολότητα σχεδόν των λαϊκών διανοουμένοίν της Κωνσταντινούπολης και του Μυστρά, παραμένει χωρίς καμιά αμφιβολία ο Γεμιστός (Πλήθοον κατά την αρχαΐζουσα μορφή του ονόματος του20). Χρειάζεται να θυμίσουμε ότι ο Γεμιστός προκάλεσε ακόμα και στη Δύση τον ενθουσιασμό για τις πλατωνικές σπουδές, ότι αυτός θεωρήθηκε συχνά ένας από τους προδρόμους της Αναγέννησης και ότι χαρακτηρίστηκε συμβο λικά ο τελευταίος των Βυζαντινών και ο πρώτος των Ελλήνων; Ας πούμε μόνο ότι η Δύση αναγνώρισε το χρέος της απέναντι σε αυτό το ουσιαστικό και αριστοκρατικό πνεύμα με τη χειρο νομία του Σιγισμοϋνδου Μαλατέστα, που μετέφερε το πτο5μα του Πλήθοονα από τον κατεχόμενο από τους Τούρκους Μυ στρά στο Ρίμινι, Στην πραγματικότητα, άνθρωποι σαν τον Πλήθωνα στον Μυστρά και τον Βησσαρίωνα που κατέφυγε στην Ιταλία, που κρατήθηκαν μακριά από την τύφλωση του αντιλα-
τινικού πάθους, προσπάθησαν με τα πνευματικά κατάλοιπα της Κωνσταντινούπολης να αναβιώσουν το ενδιαφέρον για την ελληνική αρχαιότητα, η δύναμη της οποίας θα στηρίξει τον φορτισμένο ελληνισμό μπροστά στις προσβολές που δεχόταν τότε από τους μεγάλους της εποχής, τους Τούρκους, που είχαν εγκατασταθεί έξω από τις πύλες της Κωνσταντινούπολης, και τους Ιταλούς εμπόρους, που είχαν γίνει αφέντες στο εσωτερι κό της πόλης. Δίπλα και μπροστά σε αυτό το κίνημα του «Διαφωτισμού»21 θα λέγαμε, κίνημα γενικά πολύ υψηλό και αριστοκρατικό από τη φύση του, σημειώνεται ένα λαϊκό ρεύμα, εμψυχούμενο από πεποιθήσεις διαδεδομένες στους απλούς ανθροόπους, που έμειναν κάτοο από την επίδραση της Εκκλησίας. Το ρεύμα αυ τό συνοψίζεται με λίγα λόγια σε μια στάση βαθιά αντιλατινική, που στόχος της παραμένει πάνω απ' όλα η Εκκλησία της Ρώ μης. Φαντάζεται κανείς ότι το μίσος εναντίον της λατινικότητας συνδαυλίζεται από τον αντιενωτικό κλήρο, που ο καλύτε ρος εκπρόσωπος του είναι ο πατριάρχης Γεννάδιος22, ο πιο άγριος πολέμιος του ρεύματος της ελληνικής ανανέωσης που κηρυσσόταν κυρίως στο Μυστρά. Δεν είναι καθόλου εκπληκτι κό το ότι οι εκπρόσωποι του αρχαΐζοντος ρεύματος αναζητούν την προσέγγιση με τη Ρώμη και τη Δύση, ενώ εκείνοι του λαϊ κού και εκκλησιαστικού ρεύματος, τυφλωμένοι από το αντιλατινικό τους πάθος, δεν διστάζουν να προσεγγίσουν τους Τούρ κους. Μου φαίνεται ότι μέσα σε αυτό το παθιασμένο κλίμα πρέπει να τοποθετήσουμε αυτά τα καταπληκτικά λόγια του τε λευταίου μεγάλου δούκα του Βυζαντίου: «Κρειττύτερόν εστίν ιδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκο^ν ή καλύπτραν Λατινικήν»23. Η σκαιότητα και η ειλικρίνεια τους απεικο νίζουν τέλεια την ένταση που υπήρχε στην Κωνσταντινούπολη την αυγή της άλωσης της πόλης. Δείχνουν την τύφλο^η που εί-
150
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
151_
χε υποστεί η Εκκλησία, ο λαός και η ίδια η βυζαντινή κυβέρνη ση, που πείστηκε στο τέλος ότι οι λόγοι της Εκκλησίας όφειλαν να υπερισχύσουν πάνω στους λόγους και το συμφέρον του Κράτους. Όπως ξέρουμε, το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή του 1453 από την οποία χρειάστηκαν πάνυ) από τέσσερις αιώ νες για να συνέλθει ο ελληνικός λαός. Όπως και να 'ναι, στην Κωνσταντινούπολη, περικυκλωμένη από τους Τούρκους, συγκλονισμένη από τους εσωτερικούς αγώνες και αποικιοποιημένη οικονομικά από τους Λατίνους, ο λαός κατέληξε να δεχτεί τις αδιάλλακτες και παθιασμένες θέ σεις της ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήταν οι μόνες που του πρό σφεραν βεβαιότητα μέσα στη γενική αβεβαιότητα. Μπροστά στην έκταση της καταστροφής θυμήθηκαν ότι η ήττα ήταν η έκ φραση της θέλησης του Θεού. Η βιβλική θεωρία για την ήττα, θειυρούμενη ως η δίκαιη τιμίυρία που υπαγορεύτηκε από τον Θεό, μπορούσε να εξηγήσει τα ατυχήματα της Αυτοκρατορίας και να συγκρατήσει το λαό, πιστό στο κήρυγμα της Εκκλησίας του. Αλλά θα θυμηθούν επίσης την εσχατολογική θέση για την τύχη του Βυζαντίου: Αυτή μπορούσε να καθησυχάσει τα πνεύ ματα που είχαν εμπιστοσύνη στην τύχη που τους είχε επιφυλα χθεί σΓΟ υπερπέραν και να κάνει έτσι υποφερτό το ανυπόφορο παρόν24. Με αυτές τις θεωρίες έχουμε με κάποιο τρόπο τη λαϊκή απάλαηση στις θέσεις του αρχαΐζοντος ρεύματος23. Κι αξίζει να τις προσέξουμε, γιατί εξηγούν τη στάση των Βυζαντινών, στάση πραγματικά εκπληκτική μέσα στην αναμονή της οικου μενικής καταστροφής. Πράγματι, η θεωρία για την ήττα στηριζόταν στη βιβλική παράδοση, που, όπως είδαμε, επέμενε ότι η οργή του Θεού θα χτύπαγε τον αγαπημένο του λαό αν απομακρυνόταν από τον ορθό δρόμο. Έτσι μόνο τα αμαρτήματα και τα λάθη που είχαν
διαπράξει ο βυζαντινός λαός και οι κυβερνήτες του εξηγούν την τιμωρία που περιμένει τον βυζαντινό κόσμο.26 Με αυτή την πεποίθηση κάθε απόπειρα να αναληφθεί οποιαδήποτε δράση για αποφυγή του χειρότερου, κάθε προσπάθεια, απλούστατα, για τη σωτηρία ή πιο περιορισμένα για το συμφέρον της χώ ρας, απέβαινε μάταιη και ανώφελη, μια και η κρίση του Θεού ήταν οριστική και αμετάκλητη. Το Βυζάντιο όφειλε να χαθεί για να αποπλύνει τα αμαρτήμα τα του. Αυτή ήταν η θεία βούληση και τίποτα δεν μπορούσε να εμποδίσει την εκπλήροοσή της. Έτσι έχουμε την αρχή που εξή γε ίτη μοιρολατρική στάση των Βυζαντινοδν μπροστά σε σοβαρά γεγονότα που κρίθηκαν όμως ανεπανόρθοπα. Κάθε «κατ' οικονομίαν» διευθέτηση ήταν αποδεκτή, η προσέγγιση με τους Τούρ κους δεν ήταν καταδικαστέα, αφού μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι Τούρκοι εμφανίζονταν (ος το μέσο για την εκπλήρωση της θείας βούλησης. Η προέκταση αυτής της θεωρίας βρίσκεται φυσικά στο αποκαλυπτικό όραμα του τέλους της Ιστορίας, που κατακτά όλο και περισσότερο τους Βυζαντινούς27. Κατά την τελευταία αυτή περίοδο του Βυζαντίου, η εσχατολογική λογοτεχνία για το τέλος του πολιτισμένου κόσμου και τη βασιλεία του Αντίχρι στου γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση28. Προοδευτικά ο λαός άρχισε να συγχέει το τέλος του Βυζαντίου με το τέλος του κόσμου στο σύνολο του. Η αναγέννηση του Βυζαντίου θα σημείωνε κανο νικά την αναγέννηση του Χριστιανικού Κόσμου. Αυτή η μεσσια νική πεποίθηση για το ανανεωμένο Βυζάντιο θα διατυποοθεί με ποιητικό τρόπο με την έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες του Εύξεινου Πόντου: «Η Ρουμανία (δηλαδή το Βυ ζάντιο) ακόμα και νεκρή ανθεί». Αυτό το προφητικό όραμα θα οδηγήσει τους Έλληνες να υιοθετήσουν ως σύμβολο της ιστο ρίας τους, συχνά άτεχνο εξάλλου, το φοίνικα που ξαναγεννιέ-
152
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
153
ται από τις στάχτες του. Με δυο λόγια, αυτή η βαθιά πίστη στην προνομιούχα τύχη του ελληνικού έθνους θα θρέψει τις υπερ βολές που έγιναν στο όνομα της ιδεολογίας της μεγάλης ιδέας που η επίδραση της πάνου στον ελληνικό λαό θα εκδηλιοθεί με τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους29. Αλλά, ας το πούμε για μία ακόμα φορά, η εγκληματική παθητικότητα που έδειξαν οι Βυζαντινοί μπροστά στην τουρκική απειλή μαρτυρά πριν απ' όλα την αδυναμία στην οποία βρέθηκε το τυφλωμένο από το αντιλατινικό του πάθος βυζαντινό έθνος να κάνει την αναγκαία για την επιβύοσή του και απαραίτητη για τη διατήρηση του Κράτους του μεταβολή. Πράγματι, η δύναμη TGJV εκκλησιαστικοάν και θρησκευτικο5ν ερίδων, που συγκλόνισαν την Κωνσταντινούπολη κατά την εποχή των Παλαιολόγων, ο ησυχασμός, ο παλαμισμός, η ενο> τική και αντιενωτική πολιτική, για να μην αναφέρουμε παρά τις πιο σημαντικές30, σημειώνουν μια αποφασιστική καμπή στις ανησυχίες του βυζαντινού κόσμου. Όλα οδηγούν στο να πι στεύουμε ότι οι Βυζαντινοί, ανίκανοι στο εξής να βρουν βιώσι μες λύσεις σε ζωτικά προβλήματα της Αυτοκρατορίας, όπως για παράδειγμα η ειρήνη και η ασφάλεια των πληθυσμχόν της, κατέφυγαν στην πνευματική ικανοποίηση, στις φιλοσοφικές θεωρίες και στα πνευματικά πάθη, στα οποία είχαν πάντα δια πρέψει. Άγονες διαμάχες, και συχνά για μηδαμινά ζητήματα, διαιρούν τις ασθενικές δυνάμεις της Αυτοκρατορίας και ωθούν έναν κόσμο, που βαδίζει αναπόφευκτα προς την καταστροφή του, να παθιάζεται. Πιστεύουν σταθερά στην Κωνσταντινού πολη ότι το τέλος της Αυτοκρατορίας είναι γραμμένο στα γε γονότα, γιατί αυτό είναι ανεξιχνίαστο σχέδιο της Θείας Οικο νομίας. Οι Βυζαντινοί, ο νέος περιούσιος λαός, και η Κωνστα ντινούπολη, η Νέα Ιερουσαλήμ, θα αποπλύνουν με τη θυσία τους τα αμαρτήματα όλου του κόσμου. Προτιμούν να εκβαρ-
βαριστούν παρά να εκλατινιστούν, γιατί μόνο ο εκβαρβαρισμός του μόνου πολιτισμένου λαού του κόσμου, του βυζαντι νού, σημαίνει το τέλος της ιστορίας31. Τα λίγα ουτοπικά πνεύ ματα, φορείς ενός νέου μηνύματος ελπίδας, θα αποβληθούν γρήγορα από την ορθόδοξη κοινότητα. Ας θυμηθούμε σχετικά ότι ο πατριάρχης Γεννάδιος διέταξε να κάψουν τα έργα του φιλοσόφου Πλήθοονος. Η Κίονσταντινούπολη θα είναι για πο λύ καιρό η αμαρτωλή πόλη, που, όπως έγραψε ο Παλαμάς, ο εθνικός ποιητής της σύγχρονης Ελλάδας: Σαν πόρνη εκαρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει11. Η Ευρώπη θα πληροφορηθεί με έκπληξη την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και θα αισθανθεί σαν μονόφθαλμη, όπως έγραψε ένας Πολωνός συγ γραφέας της εποχής,33 αλλά θα παρακολουθήσει ανήμπορη την κατάλυση από τους Τούρκους της μεγαλύτερης χριστιανι κής αυτοκρατορίας του μεσαίωνα, της αυτοκρατορίας που πρώ τη αυτή είχε ζηλέψει το μεγαλείο της34. Η αντίσταση και ο ηρωι κός θάνατος του τελευταίου αυτοκράτορα, Κοονσταντίνου Πα λαιολόγου Δραγάτση, πάνω στα τείχη της πόλης, θα είναι η μό νη πράξη που απέβη αντάξια του παλιού Βυζαντίου. Θα τρο φοδοτήσει το θρύλο του ελληνικού λαού για την ανάσταση του αυτοκράτορα και την αναγέννηση του Βυζαντίου35. Με τη με γάλη ιδέα θα διατηρήσει την τρεμάμενη φλόγα του ελληνικού πατριωτισμού, που οι ελπίδες του θάφτηκαν για πολύ καιρό κάτω από τα ερείπια της αυτοκρατορικής πόλης το 145336. Στο εξής, τα Γράμματα και οι Τέχνες θα εγκαταλείψουν την πατρίδα τους —ο πάπας Πίος Β' το είχε καταλάβει όταν χαρα κτήρισε την πτιόση της Κο^νσταντινούπολης «το δεύτερο θάνα το του Ομήρου και του Πλάτωνα»37 —, ενώ ο ελληνισμός, κάτω από την καθοδήγηση της Εκκλησίας του, θα προσπαθήσει να σώσει τις ορθόδοξες παραδόσεις του. Το πατριαρχείο της Κων σταντινούπολης, συνεργαζόμενο με τον κατακτητή —ο MOJO-
154
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
μεθ Β' το προικοδότησε με ένα ειδικό καθεστώς38— θα αποβεί το καταφύγιο των εθνικών αξιών και η μόνη πολιτική δύναμη των υπόδουλων λαοόν. Αλλά αυτό έγινε με τίμημα ταπεινώσεις και παραχωρήσεις, που τα ίχνη τους σημάδεψαν την ιστορία των βαλκανικών λαών. Αυτοί ακριβώς οι βαλκανικοί λαοί, θρεμ μένοι με τις πνευματικές παραδόσεις του Βυζαντίου, θα μοι ραστούν μαζί με τους Έλληνες την κληρονομιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το βιβλίο του Ν. Jorga, με τον εντυποοσιακό τίτλο Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο*1* εκθέτει τη μεταγενέστε ρη ζωή της Αυτοκρατορίας, που ο πολιτισμός της σημάδεψε όλους τους λαούς, οι οποίοι ε'στω και για μια στιγμή της ιστορίας τους βρέθηκαν μέσα στα σύνορα της ή κάτω από την ακτινοβο λία της.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΕΡΕΥΝΑ ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
1. «ΤΑΞΙΣ» ΚΑΙ «ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
Για να καταλάβουμε το βάθρο της πολιτικής ιδεολογίας του Βυζαντίου και να εξηγήσουμε την πληθοόρα των μορφών που πήρε αλλά και την ποικιλία των εκφράσεων που χρησιμοποίη σε κατά τη διάρκεια της διάφορων περιόδων της χιλιόχρονης ιστορίας της Αυτοκρατορίας,1 είναι αναγκαίο να εξετάσουμε μερικές πλευρές των αρχών που καθοδήγησαν την πολιτική σκέψη και τον πνευματικό προσανατολισμό των Βυζαντινών. Αυτή η εξέταση θα βοηθήσει τη μελέτη της εξέλιξης της νοο τροπίας, που είναι απαραίτητη για την κατανόηση του ιδεολο γικού φαινομένου. Το Κράτος και η Εκκλησία, εκπροσωπούμενα αντίστοιχα από τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη, υπήρξαν, όπως ξέ ρουμε, τα στηρίγματα του βυζαντινού κόσμου, που διαδέχθηκε
156
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
157
τον ρωμαϊκό εκχριστιανισμένο κόσμο. Πράγματι, οι σχέσεις της κοσμικής και της πνευματικής εξουσίας επηρεάζουν βαθιά τους πολιτικούς και ιδεολογικούς προσανατολισμούς κάθε επο χής, και προσδιορίζουν τη συμπεριφορά του βυζαντινού λαού. Η αλληλεξάρτηση τους, που εκδηλοτνεται σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της Αυτοκρατορίας, αποτελεί μια βασική πλευρά του βυζαντινού πολιτισμού, που δεν έχει ακόμα μελετηθεί αρ κετά. Ας πούμε αμέσ<κς ότι η φύση των σχέσεων ανάμεσα στο Κράτος και στην Εκκλησία του Βυζαντίου, αν και στηρίζονται σε μια διαρκή και αμοιβαία αποδεκτή αλληλεγγύη, δημιουργεί συχνά λεπτές καταστάσεις ανάμεσα στα δύο μέρη, η πολυπλο κότητα των οποίων ξεστρατίζει τα σύγχρονα πνεύματα, που έχουν την τάση να εξετάζουν το πρόβλημα τχυν σχέσεων ανά μεσα στο Κράτος και στην Εκκλησία κάτω από την απλουστευ τική σκοπιά του καισαροπαπισμού2. Η σχεδόν γενική πεποίθηση, σε ό,τι αφορά το Βυζάντιο, ότι η Εκκλησία είναι υποταγμένη στο Κράτος, πράγμα που εκ φράζεται με τον καισαροπαπισμό, δεν μου φαίνεται ικανή να περιγράψει μια πραγματικότητα που έχει περισσότερες απο χρώσεις και είναι πολύ πιο περίπλοκη στις σχέσεις ανάμεσα στην κοσμική και την πνευματική εξουσία, ανάμεσα δηλαδή στον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη της Κιονσταντινούπολης, που ο καθένας στον τομέα του ενσαρκώνει την ανώτατη Αρχή, η οποία αναγνοορίζεται σαν τέτοια από όλους εκείνους που εξαρτώνται απ' αυτήν. Με άλλα λόγια, ο αυτοκράτορας, ως χριστιανός, εξαρτάται από τον πατριάρχη. Ο πατριάρχης, ως πολίτης του Κράτους, εξαρτάται από τον αυτοκράτορα.3 Αυτό το γεγονός προϋποθέτει τον απόλυτο χοορισμό, τη σαφή διάκριση, ανάμεσα στην αυτοκρατορική εξουσία και στο ιερα τείο, πράγμα που συνέβη στο Βυζάντιο. Έτσι η πλατιά διαδε δομένη θεωρία, που παρουσιάζει τον Βυζαντινό αυτοκράτορα
ως ιερέα4, δεν αντέχει καθόλου όταν εξετάζουμε τις πηγές. Στηρίζεται σε μια πρακτική της εκκλησίας της Κωνσταντινού πολης, που θέλησε να επιβάλει ο Μέγας Θεοδόσιος στη Δύση και που αφορά τη θέση του αυτοκράτορα στο ιερό της εκκλη σίας κατά τη διάρκεια της ευχαριστίας. Στη θέση αυτή ασκήθηκε αυστηρή κριτική από τον Άγιο Αμβρόσιο, που αντιτάχθηκε στον Θεοδόσιο, εκφράζοντας τη θειορία η οποία θα αποτελέσει στο εξής την επίσημη θεωρία της Εκκλησίας με αυτά τα λόγια: «Αλουργίς γαρ βασιλείς, ουχ ιερέας ποιεί»3. Το διάβημα του Θεοδόσιου απέτυχε και το προ νόμιο του αυτοκράτορα να μένει στο εσωτερικό του ιερού κα ταργήθηκε, ακόμα και στην Κωνσταντινούπολη6, όπως μας το βεβαιώνει ο Κωνσταντίνος Ζ'. Πάντως, ο χωρισμός της αυτοκρατορικής εξουσίας από την εκκλησιαστική είναι ένα γεγονός που καθιερώθηκε από τον βυζαντινό νόμο7 και τηρήθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη, παρά τις αμοιβαίες απόπειρες να καταπατήσει ο ένας τα προ νόμια του άλλου. Η βυζαντινή ιστορία αναφέρει πολλές από πειρες που έτειναν να διαταράξουν αυτή την ισορροπία. Αλλά όλες ήταν έργο προσοίπων και όχι αποτέλεσμα θεσμιδν. Υπήρ ξαν, βέβαια, στο Βυζάντιο ισχυροί αυτοκράτορες, που επέβα λαν τη θέληση τους σε πατριάρχες οι οποίοι υποχρεώθηκαν να υποταχθούν (το καλύτερο παράδειγμα είναι εκείνο του Λέο ντα Γ' Ίσαυρου, του εμπνευστή της Εικονομαχίας8). Όποις υπήρξαν και πατριάρχες που συμπεριφέρθηκαν σαν πραγμα τικοί αυτοκράτορες και μάλιστα σε θέματα που δεν ήταν της αρμοδιότητας τους: το καλύτερο παράδειγμα το έδωσε αναμ φίβολα ο Μιχαήλ Κηρουλλάριος, ο εμπνευστής του Σχίσματος των Εκκλησιών το 10549. Αλλά, ας το επαναλάβουμε ακόμα μια φορά, πρόκειται για εξαιρετικές περιπτώσεις κι όχι για κανονικές και διαρκείς καταστάσεις.
158
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
159
Στο Βυζάντιο ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης είναι κατα δικασμένοι, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, να συνεργάζονται. Αλλιώς διαταράσσεται το ίδιο το θεμέλιο της Αυτοκρατορίας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο χριστιανισμός είχε νομιμοποιηθεί και είχε γίνει επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας με αυτοκρατορικές αποφάσεις, αλλά και ότι η Αυτοκρατορία έγινε βυζαντινή γιατί ήταν χριστιανική. Επομένως, αλληλεγγύη και, ακόμα, συνενοχή είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στην Εκκλησία και στο Κράτος στο Βυζάντιο, πολύ περισσότερο από ό,τι ο καισαροπαπισμός ή ο παποκαισαρισμός (για να χρησιμο ποιήσουμε νεολογισμούς), που θεωρήθηκαν πάντα σαν καταδι καστέες υπερβολές. Ο Ιοοάννης Τσιμισκής, ένας από τους μεγα λύτερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, εκφράζει την αληθινή θεχορία για τις σχέσεις ανάμεσα στον αυτοκράτορα και τον πα τριάρχη όταν δηλώνει: «Δύο δέ τας εν τώδε τω βίω γινώσκω και τη κάτω περιφορά ιερωσύνην και βασιλείαν, OJV τη μεν την των ψυχών επιμέλειαν, τη δε την των σωμάτοον κυβέρνησιν ενεχείρισεν ο δημιουργός, ως αν μη τούτοιιν χωλεύσοιτο μέρος, άρτιόν τε και ολόκληρον διασώζοιτο»10. Αυτή η επίσημη δήλωση, που έγινε από τον αυτοκράτορα μπροστά στη Σύνοδο και τη Γερουσία, μπροστά δηλαδή στα δύο νόμιμα σώματα που αντιπροσωπεύουν την εκκλησιαστική, πολιτική και κοινωνική ελίτ της Αυτοκρατορίας, απεικονίζει τέλεια την επίσημη θέση για την αντίστοιχη θέση του αυτοκρά τορα και του πατριάρχη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Θεο> ρούνται ιος δυο αρχές αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοε ξαρτώμενες. Σκόπιμα λοιπόν προτίμησα να ασχοληθώ ιδιαίτερα με αυ τές τις δυο έννοιες, την «τάξιν» και την «οικονομίαν», που προσ διορίζουν και οι δύο τους σκοπούς και τις επιταγές, που επιδίω καν αδιάκοπα ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης από κοινού.
Πράγματι, αυτές οι δυο βασικές έννοιες της σκέψης και της πολιτικής του βυζαντινού κόσμου, η «τάξις» και η «οικονομία», η μία με πολιτική και κοινωνική καταγωγή και η άλλη με δια νοητική και πνευματική, τουλάχιστον κατά τη βυζαντινή περίο δο, υιοθετήθηκαν και η μια και η άλλη από το Κράτος και την Εκκλησία ταυτόχρονα, ως βάση της οργάνωσης τους και ως θεμέλια της κοσμοθεωρίας τους. Άλλες έννοιες, όπως για πα ράδειγμα η ειρήνη, η ομόνοια (και τα αντίθετα τους), υπήρξαν βασικές για τη ζωή και την πολιτική του Βυζαντίου, αλλά κα μιά, κατά τη γνώμη μου, δεν αποκαλύπτει καλύτερα από τις έν νοιες της «τάξεοος» και της «οικονομίας» το θεμέλιο των βυζαντινών πεποιθήσεων. Ανακαλύπτουμε τη συγκαλυμμένη πο ρεία της σκέψης των Βυζαντινών, όταν θυμηθούμε πως γι' αυ τούς, οι έννοιες της τάξης και της οικονομίας, όπως ακριβώς η κοσμική και η πνευματική εξουσία, αλληλοσυμπληροίνονται και αλληλοεξαρτώνται, στηρίζοντας η μία την άλλη, στο βαθμό που η τάξη προκύπτει από τη δράση της οικονομίας και όπου η οικονομία δεν είναι παρά μια έκφραση της τάξης. Αυτή την τε λευταία θεωρούσαν τότε σαν βασική αρχή της δημιουργίας. Ας προσπαθήσουμε όμως να εξετάσουμε από πιο κοντά αυτές τις δυο έννοιες, που αποτελούν ασφαλώς το αληθινό βάθρο κάθε βυζαντινής ιδεολογίας, και που η σταθερότητα και η διάρ κεια τους, όπ(ος προκύπτει από τη μελέτη των πηγών διάφο ροι περιόδου, έρχονται σε αντίθεση με τις συχνές αλλαγές της νοοτροπίας τοον βυζαντινών, ανάλογα με τις πολιτικές εξελί ξεις. Αυτή ακριβώς η εξαιρετική πλευρά της διαρκούς παρου σίας των εννοιών της τάξης και της οικονομίας, στο σύνολο σχεδόν της βυζαντινής λογοτεχνίας όλων των εποχών, εξηγεί την πληθώρα των εννοιών και των αποχρώσεων που πήρε η καθεμία, και επιβεβαιώνει τον καθοριστικό τους ρόλο στο σύ νολο των εκδηλώσεων της ζωής και της βυζαντινής σκέψης.
160
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
161
Αυτε'ς οι έννοιες παραμένουν αναμφισβήτητα και σε μεγάλο βαθμό οι δυο μέγιστες ιδέες, που διέπουν τη σκέψη και την πο λιτική πράξη του μεσαιωνικού ελληνικού κόσμου.
2. «ΤΑΞΙΣ» ΚΑΙ «ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»: ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Η «τάξις» και η «οικονομία» (ο τελευταίος όρος δεν έχει καμιά σχέση με τη σημερινή του έννοια, αν και η παραπέρα σημασιο λογική του εξέλιξη φωτίζει μερικές πλευρές της βυζαντινής αντίληψης) θα εξεταστούν εδώ με την τεχνική τους έννοια και στην αλληλοεξάρτησή τους. Έτσι, ανάμεσα στις πολλαπλές ση μασίες του όρου οικονομία (το λεξικό της ελληνικής πατρολο γίας του Lampe δίνει περισσότερες από τριάντα, χουρισμένες σε πολλά κεφάλαια, και δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη του τις έν νοιες αυτού του όρου στην ειδοολολατρική λογοτεχνία)11, θα στα θούμε ιδιαίτερα σε εκείνη που εκφράζεται με τον όρο «κατ' οικονομίαν», δηλαδή «σύμφοΰνα με την οικονομία» (κατά την κα λύτερη δυνατή διευθέτηση), που καθιστά αυτή την έννοια αρχή της πράξης στον κόσμο και της πορείας της σκέψης, στην προ σπάθεια της να κατανοήσει το σύμπαν και να κάνει τα πράγμα τα κατανοητά (η θεωρία). Πάντως, η χρησιμοποίηση αυτο5ν των όρων σε μια σειρά τεχνικών διαλέκτων (χωρίς να υπολογίσου με εκείνη της καθημερινής ζωής), που καλύπτουν παλλαπλούς τομείς της ζοοής, και η συχνή χρήση τους από διαφορετικούς κύ κλους και σε διαφορετικές και ποικίλες συνθήκες, κάνουν μά ταιη κάθε προσπάθεια να προτείνουμε έναν ικανοποιητικό ορισμό. Επίσης, για να υπογραμμίσουμε απλά τη σημασία και
τη σπουδαιότητα που είχαν για το Βυζάντιο οι έννοιες της «τάξεο^ς» και της «οικονομίας», θα καταφύγουμε σε προσεγγίσεις με περισσότερο γνοοστές έννοιες, επειδή ανήκουν στον κλασι κό ελληνικό κόσμο, που η σκέψη του έχει πολύ περισσότερο με λετηθεί από εκείνη του βυζαντινού κόσμου. Ξεκαθαρίζοντας αμέσως ότι αυτή η αναφορά στην αρχαιό τητα πρέπει να κατανοηθεί ο^ς μια απλή εικόνα, που επιτρέπει, όχι να αποκαταστήσουμε σημασιολογικές σχέσεις περιεχομέ νου, αλλά, πιο περιορισμένα, να συγκρίνουμε την επίδραση που είχαν αντίστοιχα οι έτσι προσεγγιζόμενες έννοιες στη σκέψη κάθε εποχής, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο όρος «τά ξις» έπαιξε στο Βυζάντιο το ρόλο που είχε παίξει στην αρχαιό τητα ο όρος «μέτρο». Κι ότι ο όρος «οικονομία» στο θεο^ρητικό πεδίο ήταν φορτισμένος στο Βυζάντιο με τις ίδιες αρετές που είχε ο όρος «σοφία» στην αρχαία Ελλάδα12. Αυτή η κάποας τολ μηρή προσέγγιση, που, επαναλαμβάνουμε, πρέπει να κατανο ηθεί σαν μια απεικόνιση της σπουδαιότητας αυτών των εννοιοόν, θεωρο5 ότι αρκεί για να υπογραμμίσει τη βαθιά διαφορά ανά μεσα στην ελληνική σκέψη και τη βυζαντινή νοοτροπία. Καθε μία από αυτές εκφράζει κόσμους που τοποθετούνται και εμ φανίζονται αμέσους σαν διαφορετικά προσανατολισμένοι κό σμοι, αν και τα κοινά γλοοσσικά τους στοιχεία μπορούσαν να τους κάνουν να θεωρηθούν δύο σταθμοί της ίδιας διανοητικής πορείας. Είναι εντούτοις φανερό ότι ανάμεσα στο μέτρο και στην τάξη και ανάμεσα στη σοφία και την οικονομία (συνετή διευθέτηση) υπάρχει η ίδια απόσταση που επίσης εμφανίζεται ανάμεσα στον ορθολογιστικό κόσμο της ερευνητικής σκέψης της αρχαιότητας και στον πνευματικό κόσμο της αυθεντίας της μέσα ιων ική ς αποκάλυψη ς. Με άλλα λόγια, ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυ ζάντιο, μεσολαβούν ήδη ο ελληνιστικός στωικισμός, η ρωμαϊκή
162
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ-
163
αυτοκρατορία, πηγή της πολιτικής εξουσίας, και ο ανατολικός χριστιανισμός, πηγή της πνευματικής εξουσίας, που αποτελούν πράγματι το υπόβαθρο της εξουσίας και κατά συνε'πεια της πο λιτικής ιδεολογίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας13. Τελικά, αυτή η απροσδόκητη σύγκριση των εννοιών της τάξης και της οικονομίας με εκείνες του μέτρου και της σοφίας είναι για μας το πιο γρήγορο με'σο για να καθορίσουμε το πλαίσιο, με'σα στο οποίο έδρασε πάντα ο Βυζαντινός άνθρωπος, περιορισμένος στη σκέψη και στις πράξεις του, από τα όρια που είχαν σφυρη λατήσει γι' αυτόν η αναμφισβήτητη πνευματική και κοσμική εξουσία. Οι έννοιες της τάξης και της οικονομίας καλύπτουν, πράγματι, για τον Βυζαντινό το σύνολο των αρχών και των αρε τών που διέπουν τη δημιουργία, που οφείλουν να διέπουν την κοινωνία, την Εκκλησία και το Κράτος. Και οι οποίες, οποιοδή ποτε, καθορίζουν την τύχη του κόσμου σε όλες τις μορφές του. Με άλλα λόγια, έχουν την αξία οικουμενικών αρχιόν. Η «τάξις» εκφράζει την κατηγορία που κυριαρχεί στη φύ ση, στην κοινωνία και στις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι η αρχή κάθε ζο:>ής, εγγεγραμμένης και έμφυτης στα πράγματα του κό σμου. Κατανοούμε γιατί ο όρος «τάξις», πλάι στην πρωταρχι κή του σημασία, της καθεστηκυίας τάξεως εννοείται που έπρε πε να είναι πάση θυσία σεβαστή, ως θεμελιακή αρχή της θείας δημιουργίας, πήρε γρήγορα στο Βυζάντιο την έννοια της «ιε ραρχίας». Κι έτσι έγινε ο τεχνικός όρος, που χρησιμοποιόταν σε όλες τις κατάλληλες διαλέκτους για τους ποικίλους τομείς της ανθροόπινης δραστηριότητας, που συνεπάγεται η συντονι σμένη δράση συγκεκριμένοι ανθροίπινων ομάδοον. Είναι χα ρακτηριστικό ότι ο όρος της ιεραρχίας στη σύγχρονη έννοια του είναι καθαρά βυζαντινό δημιούργημα και ότι θεωρήθηκε αμέσοχ (φαίνεται κατά τον πέμπτο αιώνα) σαν μια απεικόνιση της παγκόσμιας τάξης. Η σχέση ανάμεσα στην τάξη και στην
ιεραρχία αποτελεί το θεμέλιο της σκέψης του ψευδο-Διονύσιου του Αρεοπαγίτη, που το έργο του για την ουράνια και την εκ κλησιαστική ιεραρχία (προκότυπος συνδυασμός τοτν νεοπλατωνικών άρχουν, της αριστοτελικής θεο^ρίας και της διδασκαλίας TOJV Πατέροη' της Εκκλησίας για το μυστήριο της δημιουργίας) άσκησε μια αξιόλογη επίδραση στην επεξεργασία της θεο^ίας της τάξης, σαν έννοιας ηθικής, θρησκευτικής και πνευματικής14. Πράγματι ο ψευδο-Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης καθορίζει με σαφήνεια στα έργα του ότι «γι' αυτόν η ιεραρχία είναι η θεία και ιερή τάξη», που «τείνει να φτάσει την τάξη που διέπει τον κόσμο»13. Στην παράφραση του έργου του ψευδο-Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, από τον Παχυμέρη, διαβάζουμε ότι πρέπει να διακρίνουμε «πολλές τάξεις»: τη φυσική τάξη, όπως η αριθ μητική πρόοδος (πρόκειται επομένο3ς χωρίς αμφιβολία για μια ιεραρχία), όποχ και την τάξη που αφορά τα πρόσο;>πα, όπο^ς η αυτοκρατορική τάξη TOJV τίτλοον και των αξιώματος και η ιερή τάξη της εκκλησίας16 (εννοούμε την εκκλησιαστική ιεραρχία στην οποία αφιέροοσε, πράγματι, ο ψευδο-Διονύσιος Αρεοπα γίτης μια ξεχο^ριστή πραγματεία). Όλες αυτές οι τάξεις οφεί λουν να αντανακλούν το αρχέτυπο τους, την ουράνια17 τάξη, τη μόνη τέλεια, γιατί καθιερο^θηκαν «κατ' οικονομίαν», είναι δη λαδή οι καλύτερες δυνατές στον ατελή κόσμο της ύλης. Οι όροι τάξη και ιεραρχία συγχέονται πάντο^ς στο βυζαντι νό πνεύμα. Δεν είναι γι' αυτό καθόλου εκπληκτικό να βρί σκουμε τον όρο τάξη, και μερικές φορές ταξιαρχία18, να ση μαίνει την τάξη TOJV νόμιμων σωμάτων του κράτους, της πολιτι κής, στρατιωτικής και εκκλησιαστικής διοίκησης, αλλά επίσης και τις τάξεις και κοινωνικές ομάδες. Έτσι, τα «Τακτικά», δη λαδή οι κατάλογοι των προποκαθεδριο3ν που ήταν ιδιαίτερα αρεστοί στο Βυζάντιο, αποτελούν μια πολύτιμη πηγή όχι μόνο για τη μελέτη της οργάνοισης του κράτους και της κοινωνίας
164
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
165
του Βυζαντίου, αλλά και για την αντίληψη της αρχής της εξου σίας σε όλη τη ζωή της Αυτοκρατορίας. Έχουμε, εκτός από τα σιρατιοπικά τακτικά, γνωσιά ήδη και στην αρχαιότητα, τα εκ κλησιαστικά τακτικά, τα τακτικά των πόλεων και τα τακτικά τοον τίτλων και των αυτοκρατορικών υπηρεσιοάν, των αυλικών αξιωμάτων, κείμενα καθαρά βυζαντινής δημιουργίας που κα λύπτουν όλες τις περιόδους της ιστορίας της Αυτοκρατορίας19. Η εικόνα της οργάνο3σης του βυζαντινού κόσμου που προ βάλλει από τη μελέτη αυτιόν των πηγών, συμπληρωμένη εννο είται από πληροφορίες που παρε'χει η βυζαντινή λογοτεχνία γενικά, θέλει να είναι, όπως οφείλει, η πιστή αντανάκλαση της ουράνιας τάξης, με τους αγγε'λους, τους αγίους, τους αποστό λους και τους προφήτες, που περιβάλλουν τον Δημιουργό. Με άλλα λόγια, κάθε ομάδα και κάθε άτομο κατέχουν στον βυζα ντινό κόσμο μια ακριβή θέση, μια σειρά στην πυραμίδα που καταλήγει στον αυτοκράτορα, όπως ακριβοίς η ουράνια ιεραρ χία καταλήγει στον Θεό20. Βρίσκουμε εδώ την τέλεια απεικό νιση της θε'σης του αυτοκράτορα μέσα στον βυζαντινό κόσμο. Είναι ο αξιωματούχος του θεού στη Γη, είναι ο αντιπρόσωπος του Χριστού. Ας θυμηθούμε σχετικά ότι ο Κοονσταντίνος Έ ο Πορφυρογέννητος, στο έργο του που φέρει τον χαρακτηριστι κό τίτλο «Έκθεσις περί βασιλείου τάξεως» και είναι στην πραγματικότητα μια πραγματεία για την αυλική τάξη και τις τελετές της Αυλής, δεν διστάζει καθόλου να συγκρίνει τους πατρικίους και τους μάγιστρους της Αυτοκρατορίας με τους Αποστόλους, και τον αυτοκράτορα, κρατώντας την αναλογία όπως το σημειώνει ο ίδιος σε ένα ξέσπασμα μετριοφροσύνης, με τον ίδιο τον Χριστό21. Είναι εύκολο να φανταστούμε τις συ νέπειες αυτής της πίστης πάνω στην αυτοκρατορική ιδεολογία, καθιός επίσης και πάνο3 στο σύνολο της βυζαντινής νοοτροπίας, που τρέφονται από την αρχή των προνομιακών σχέσεων του
Κράτους τους με τον Θεό και την τάξη Του. Το μαρτυρούν τα κοσμητικά που χρησιμοποιούνται για να χαρακτηρίσουν τον αυτοκράτορα και το βυζαντινό κράτος: ο αυτοκράτορας είναι «ο εκλεκτός, ο αγαπημένος, ο διαλεγμένος από τον Θεό». Το κράτος είναι «η εξουσία που φυλάγεται, προστατεύεται και εί ναι εγγυημένη από τον Θεό», για να μην αναφέρουμε παρά μερικούς από τους επίσημους τίτλους που επιφυλάσσονται στους «αγιωτάτους και χριστιανικωτάτους» αυτοκράτορες του Βυζαντίου και στο «ευσεβέστατο ν Κράτος TOJV»22. Αυτή η κατάσταση οδηγεί σε ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις για την πολιτική και κοινωνική ζωή της Βυζαντινής Αυτοκρα τορίας και κατά συνε'πεια για τη μελέτη τοον ιδεολογιών της. Κατανοούμε πρώτα πρώτα ότι η αυτοκρατορική τάξη, με όλες τις παραδοχές αυτού του όρου, δεν μπορεί να ανατραπεί γιατί αντανακλά την ουράνια τάξη και απορρέει από τη θεία βούλη ση. Δεύτερον, αφού κατά τον ίδιο τρόπο η τάξη συγκεκριμενο ποιείται σε μιαν αυστηρή ιεραρχία, οι βαθμίδες της πυραμίδας που απορρέουν από αυτήν διοικούνται όλες από την πυραμί δα, στη συγκεκριμένη περίπτιυση από τον αυτοκράτορα, ανώ τατο κύριο του κράτους και της κοινιονίας, αλλά και του κό σμου, αφού είναι αντιπρόσωπος του Θεού στη Γη. Έτσι εξη γείται ο χαρακτηρισμός του Κοσμοκράτορα, και ο άλλος, ο πιο εκπληκτικός ακόμα, του Χρονοκράτορα (Κύριου του Χρό νου23) που αποδίδονταν στον Βυζαντινό αυτοκράτορα, ενώ ο χαρακτηρισμός του Παντοκράτορα (του Κυρίου του Σύμπα ντος) αποδιδόταν στον Χριστό. Έτσι, τα σύμβολα της αυτο κρατορικής εξουσίας θα είναι, φυσικότατα, η σταυροφόρος σφαίρα και το σκήπτρο, ενώ το αυτοκρατορικό στέμμα, που στην επίσημη εικονογραφία προσφέρεται στον αυτοκράτορα από τον άγγελο ή από τον ίδιο τον Χριστό, θα είναι το σύμβολο της θείας προέλευσης της εξουσίας24. Αυτή η πηγή αντιπροσι»
166
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
167
πεύεται στην πραγματικότητα από τον πατριάρχη, που ανοίγει την ιεροτελεστία της στέψης, θέτοντας το στε'μμα επάνω στο κεφάλι του αυτοκράτορα, αφού πρώτα τον ευλογήσει23. Ας συ γκρατήσουμε αυτή τη λεπτομέρεια, που δείχνει ότι στη γλοόσσα των θεσμών είναι ο πατριάρχης που απονέμει την εξουσία στον αυτοκράτορα. Πράγματι, τη στιγμή της στέψης είναι ο μό νος αντιπρόσωπος του Χριστού. Η ενδεχόμενη άρνηση του να προχωρήσει σε αυτή την πράξη θα έκανε αδύνατη τη νομιμο ποίηση της αυτοκρατορικής εξουσίας. Έχουμε εδώ ακόμα μια πλευρά των πατριαρχικών προνομίων, που μειώνει τον αποκα λούμενο βυζαντινό καισαροπαπισμό. Η άλλη είναι η δυνατό τητα που είχε ο πατριάρχης να αφορίσει τον αυτοκράτορα, υπαίτιο για εγκλήματα τιμωρούμενα από την Εκκλησία, που, ας μην το ξεχνάμε, κατέχει το δικαίωμα της δικαιοσύνης για τις υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου. Ο αυτοκρατορικός γάμος ήταν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες υποθέσεις, εξαιτίας της νομι μοποίησης των παιδιών που θα μπορούσαν να γεννηθούν από αυτόν και για τις συνέπειες του στην αυτοκρατορική διαδοχή. Ωστόσο, πρέπει να το υπογραμμίσουμε, στην υποθετική πυρα μίδα που αντιπροσωπεύει την ιεραρχία του βυζαντινού κό σμου, η θέση ή η κορυφή που επιφυλάσσεται στον αυτοκράτο ρα δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Ο πατριάρχης κατέχει πράγματι, στους καταλόγους των αξιωμάτων, τη δεύτερη σειρά, αν και η εξουσία του στις πνευματικές υποθέσεις, όπως το είδαμε, δεν συγκρίνεται με εκείνη του αυτοκράτορα, που δεν θεωρείται σε αυτή την περίπτωση παρά ένας απλός υποδειγματικός πολίτης. Αυτή η κάθετη οργάνωση του βυζαντινού κόσμου ίσχυσε σε όλη τη διάρκεια της ζωής της Αυτοκρατορίας. Υπήρξε αυστη ρή σε όλες τις μεγάλες περιόδους της βυζαντινής ιστορίας και δεν αμφισβητήθηκε ποτέ πραγματικά, γιατί η βυζαντινή κοι νωνία διατήρησε πάντα τη μορφή μιας αξιοκρατικής κοινωνίας.
Έτσι ο καθένας κρατούσε τη θέση του μέσα στη βυζαντινή κοινωνία σαν αποτέλεσμα της προσωπικής του αξίας, αφού και το αυτοκρατορικό αξίωμα ήταν θεσμικά ανοιχτό για κάθε πολίτη της Αυτοκρατορίας. Κατανοούμε γιατί η σημασία κάθε σειράς μέσα στην ιεραρχία μετριέται σύμφωνα με την απόστα ση που τη χωρίζει από την αυτοκρατορική θέση. Έτσι, η σημα σία του άμεσου περιβάλλοντος του αυτοκράτορα βρίσκει μια σχεδόν θεσμική εξήγηση. Η Κωνσταντινούπολη, σαν έδρα του αυτοκράτορα και της Αυλής, κατέληξε να θεωρείται έδρα όλης της εξουσίας. Έτσι φωτίζεται και ο ρόλος αυτής της πόλης μέ σα στο σύνολο της Ιστορίας και του βυζαντινού πολιτισμού. Όπως ξέρουμε, η έλξη της επέδρασε όχι μόνο πάν(ϋ στους Βυ ζαντινούς, αλλά και πάνοο στους βυζαντινολόγους, που επιχεί ρησαν να εξηγήσουν το βυζαντινό φαινόμενο διαμέσου της Κωνσταντινούπολης, που, έχοντας γίνει ο ήλιος της Αυτοκρα τορίας εξαιτίας του αυτοκράτορα που κατοικούσε εκεί, επι σκίασε τις επαρχίες πάνω στις οποίες, εντούτοις, στηριζόταν το πραγματικό μεγαλείο της Αυτοκρατορίας. Ας πούμε μόνο σχετικά με το θέμα μας ότι η Κωνσταντινούπολη κατέχει την κορυφή της τάξης των πόλεων, όπως ακριβώς ο αυτοκράτορας της κατέχει την πιο υψηλή θέση στον κόσμο και ο πατριάρχης της την ανώτερη θέση στην εκκλησιαστική ιεραρχία. Η Κων σταντινούπολη, που μπήκε από την ίδρυση της κάτω από την προστασία της Παρθένου26, η προηεύουσα, ως «βασιλίς των πόλεων» —είναι η επίσημη ονομασία της — , ο αυτοκράτορας ως κοσμοκράτορας και ο πατριάρχης, που πριν απ' όλα είναι οικουμενικός, ως πνευματικός δηλαδή ηγέτης του κατοικούμενου από πολιτισμένους λαούς κόσμου, αποτελούν τις βάσεις της αναμφισβήτητης εξουσίας του βυζαντινού κόσμου πάνω στην οικουμένη27. Καθένας στον τομέα του ενσαρκώνει την οι κουμενική εξουσία του Βυζαντινού Κράτους. Η αλληλεγγύη
168
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
169
τους είναι η εγγύηση για την προστασία της οικουμενικής τά ξης, που είναι σύμφωνη με τα απόκρυφα σχέδια της Θείας Οι κονομίας.
3. «ΤΑΞΙΣ» ΚΑΙ «ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ!
Ο ιερός χαρακτήρας της βυζαντινής τάξης, προσιοποποιημένος από τον αυτοκράτορα, που καθαγιάζει καθετί που τον αφορά (ας θυμηθούμε σχετικά με αυτό ότι το κοσμητικό «θείος» αποδίδεται σε ό,τι αφορά τον αυτοκράτορα), αποτελεί την υπέρ τατη εγγύηση για τη διατήρηση του πολιτικού και κοινωνικού status quo. Με άλλα λόγια, η βυζαντινή τάξη δεν μπορούσε να ανεχθεί αμφισβήτηση ούτε από το εσωτερικό ούτε από το εξω τερικό, γιατί ήταν εγγυημένη από τον Θεό: κάθε διαταραχή, οποιουδήποτε χαρακτήρα, ήταν αντίθετη με τις αρχές του Κρά τους, αλλά επίσης, και κυρίως, με τη θεία βούληση. Έτσι, κάθε απόπειρα κατά της αυτοκρατορικής τάξης είχε για τους Βυζα ντινούς τη μορφή πραγματικής ιεροσυλίας και θεωρούνταν έρ γο των εχθριόν του Θεού και της ορθής πίστης2*5. Ο Θεός και ο αυτοκράτορας τιμωρούσαν τους υποκινητές. Αυτί] η σχεδόν αγιοποίηση της καθεστηκυίας τάξειυς (ο όρος «τάξις» μέσα σε αυτό το πλαίσιο με τη σημασία του status quo), της Pax Byzantina, φωτίζει μερικές πλευρές της βυζαντινής ιστο ρίας, που, κατά τη γνώμη μου, δεν έχουν καλά κατανοηθεί από τους σύγχρονους ιστορικούς, που είναι λίγο εξοικειωμένοι με την άκρα πολυπλοκότητα του πολιτικού και πνευματικού βυζα ντινού κόσμου. Κατανοούμε, για παράδειγμα, γιατί το Βυζαντινό
Κράτος δεν εφάρμοσε σχεδόν ποτέ πραγματικές μεταρρυθμί σεις των θεσμών του, παρά τη μακρόχρονη ζωή του. Προχωρεί πάντα «κατ' οικονομίαν», προσαρμόζεται δηλαδή προοδευτικά με τις νέες πραγματικότητες, χωρίς να καταργήσει ποτέ τις προη γούμενες. Τα βολεύει με τις νέες καταστάσεις χωρίς να πραγμα τοποιεί ριζικές μεταβολές. Με δυο λόγια, αιχμάλωτο του παρελ θόντος του, προσπαθεί να κατανοήσει το παρόν και να βολέψει το αβέβαιο μέλλον, χωρίς ωστόσο να έρθει σε ρήξη με την παρά δοση, που παραμένει το θεμέλιο της ύπαρξης του29. Κατανοούμε γιατί η εικονομαχική απόπειρα, η μόνη αληθινή μεταρρύθμιση που γνώρισε ο βυζαντινός κόσμος, προκάλεσε την καταιγίδα που όλοι ξέρουμε, δημιουργώντας το μεγάλο ρήγμα μέσα στο βυ ζαντινό έθνος, και γιατί η εξωτερική πλευρά, τουλάχιστον του Βυζαντινού Κράτους, παρουσιάζεται ως ακίνητη διαμέσου των αιώνων. Η σχεδόν ιερατική ακινησία του βυζαντινού πνεύματος παραμένει μια αρεστή εικόνα για τους ιστορικούς, κι αυτό παρά τις βαθιές αλλαγές που υπέστη η Αυτοκρατορία κατά τη μακρά διάρκεια της ζοοής της. Ας πούμε μονάχα ότι η «τάξις» και η «οι κονομία» συντέλεσαν από κοινού για την αιώνια ανανέωση των μορφών μιας πάντα ζωντανής παράδοσης, των «πατρίων» των Βυζαντινών, δηλαδή της ρωμαϊκής ελληνικής και χριστιανικής παράδοσης, που τη διεκδικούσαν και την επιβουλεύονταν οι εξωτερικοί και εσωτερικοί εχθροί της Αυτοκρατορίας. Ο απεριόριστος σεβασμός στην καθεστηκυία τάξη, εγγε γραμμένος στα γεγονότα κατά τη βυζαντινή αντίληψη, εξηγεί επίσης μερικές πλευρές της πολιτικής ηθικής και φωτίζει έμμε σα τις αρχές της βυζαντινής ιδεολογίας. Ήταν κατανοητό, πράγματι, ότι η απουσία τάξης δεν μπορούσε παρά να φωτίσει μια κατάσταση πραγμάτων που ήταν ταυτόχρονα αντίθετη με τη σωτηρία του ανθρώπου και του έθνους. Ο όρος «αταξία» και τα συνώνυμα του (ταραχή, ακαταστασία, σάλος, σύγχυση,
170
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΊΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
171
ανησυχία κτλ.) χαρακτηρίζουν καταστάσεις που οδηγούν πνευ ματικά στην απώλεια «της ψυχής» (ψυχόλεθρος) και πολιτικά στο εγκληματικό καθεστοός, στη «δημοκρατία», δηλαδή στο σφετερισμό της εξουσίας από τον ιερόσυλο απέναντι στον αυ τοκράτορα λαό, που αντιπροσώπευε τη μόνη νομιμοποιημένη από τον Θεό εξουσία30. Κατανοούμε ότι ο αυτοκράτορας και η κυβέρνηση του μπορούσαν να τιμωρούν αυστηρά, χωρίς δι σταγμό και με την ευλογία της Εκκλησίας, ενέργειες που, βά ζοντας σε κίνδυνο το Κράτος, έρχονταν σε αντίθεση με τη θεία βούληση προς μεγάλη ζημία ολόκληρου του έθνους. Ο όρος «τάξις», φορτισμένος εκείνη την εποχή με όλες τις αρετές, σε αντίθεση με τα αντίθετα του, κατέληξε να σημαίνει τις ηθικές αρχές και τους κανονισμούς που ίσχυαν και που όφειλαν να γίνονται σεβαστοί χοορίς αμφισβήτηση για το κοινό καλό. Μέσα από αυτή την πορεία, ο όρος «πειθαρχία», κυριολε κτικά υπακοή στην αρχή, κατέληξε να σημαίνει τη μέγιστη αρε τή που εγγυόταν την τάξη, η οποία έγινε τότε —κι αυτό είναι σημαντικό— συνο3νυμο της ειρήνης, υπέρτατου αγαθού της ανθροοπότητας κατά τη διδασκαλία του ίδιου του Χριστού31. Η τά ξη που σημαίνει ειρήνη γίνεται μια «σοπηριολογική» αρετή, που διδάσκεται από την Εκκλησία. Κάθε ανατρεπτική κίνηση, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της, που διατάρασσε την τάξη, επομένο3ς και την ειρήνη, τιμοορούνταν ταυτόχρονα από τον αυ τοκράτορα και από την Εκκλησία, που τα συμφέροντα τους σε αυτό τον τομέα τα προστάτευε η κοσμική εξουσία. Κατανοούμε έτσι γιατί ο αγοίινας εναντίον των αιρετικών, καταδικασμένων από την Εκκλησία, διεξαγόταν πάντα στο Βυζάντιο από τους αυτοκρατορικούς στρατούς. Ο αυτοκράτορας, πιστός υπηρέτης της Εκκλησίας, στη διδασκαλία της οποίας υπάκουε όπως κάθε χριστιανός, παρέμεινε ο μόνος εγγυητής της τάξης-ειρήνης, όπως ήταν κι ο μόνος κύριος του πολέμου, του πολέμου δηλαδή
εναντίον των εχθρών του Κράτους και της πίστης προς το Βυζά ντιο, που υπήρξε πάντα η ελέω Θεού Αυτοκρατορία. Έτσι η «τάξις» θεουρούνταν στο Βυζάντιο ένα μη ανατρέψιμο γεγονός, όπως και το Κράτος, που προερχόταν από τη Θεία Οι κονομία, έπρεπε να διατηρηθεί πάση θυσία με την αυτοκρατορι κή και εκκλησιαστική δράση. Από αυτί] την άποψη είναι χαρα κτηριστικό ότι ο αυτοκράτορας, όπως και ο πατριάρχης, φροντί ζουν να σημειώνουν ότι η πολιτική τους καθοδηγείται από το πνεύμα της «οικονομίας», που τους βοηθάει να εφαρμόζουν την καλύτερη δυνατή τάξη στον ατελή κόσμο των ανθρώπων, και τους οδηγεί πάντα «κατ' οικονομίαν» να βρίσκουν πρωτότυπες λύσεις στα προβλήματα που απασχολούσαν τον κόσμο, ο οποίος εξαρ τιόταν από αυτούς. Η «οικονομία» εμφανίζεται έτσι ως η πορεία που υπαγορεύει τις λιγότερο κακές λύσεις, εκείνες που προκα λούν το μικρότερο δυνατό κακό, με δυο λόγια τις λύσεις που απο μακρύνονται το λιγότερο δυνατό από ένα υποθετικό ιδεώδες. Βρισκόμαστε μακριά από την πορεία, που οδήγησε αλλού και πο λύ αργότερα στην επεξεργασία του αλάθητου, που ήταν αδιανόη το στο Βυζάντιο, γιατί ακριβώς ήταν αντίθετο με το πνεύμα της οι κονομίας. Εξάλλου, φτάνουμε μέσα από αυτές τις λύσεις, που θεω ρούνται ατελείς γιατί υπαγορεύονται από τις αρχές της «οικονο μίας» στο μόνο ρήγμα της θεωρίας, που είναι κατά τα άλλα τέ λεια, στον απεριόριστο σεβασμό της καθεστηκυίας τάξης. Πράγματι, αφού η τάξη του κόσμου αντανακλά μέσα στο μέ τρο του δυνατού τη θεία τάξη, θα μπορούσε να διαταραχθεί αν έτσι αποφάσιζε ο Θεός: Αν το θέλει ο Θεός, υπογραμμίζει ένα βυζαντινό κείμενο, η τάξη της φύσης ανατρέπεται32. Αυτή η κα τηγορηματική διαβεβαίωση, που, ειρήσθω εν παρόδω, αποτελεί το θεμέλιο του θαύματος (αποκαλούν θαύμα την ανατροπή της σύμφωνης με τη βούληση του Θεού φυσικής τάξης) υποθέτει επί σης ότι στην περίπτιοση που η κυβέρνηση, η οποία διευθύνει την
172
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
173
τάξη, απομακρύνεται από τιιν καλύτερη δυνατή τάξη, αν με άλλα λόγια η «αυτοκρατορική οικονομία» λειτουργήσει ανεπαρκούς, ο Θεός μπορεί να αποφασίσει την ανατροπή του εμπνευστή της. Αυτή η αλλαγή, που πραγματοποιείται πάντα μέσα σε μια φαινο μενική αταξία, εξηγεί τη βίαιη ανατροπή των αυτοκρατόρων. Έτσι αυτή η διαρκής εμπλοκή της θείας βούλησης σε καθετί που αφορά την τάξη, με άλλα λόγια σε ό,τι αφορά τη διακυβέρνηση του κόσμου, δικαιολογεί ανέκκλητα τις επιτυχημένες εξεγέρσεις κατά του αυτοκράτορα, που θεωρείται σε αυτί] την περίπτωση αποτυχημένος και ανάξιος για τη θεία εμπιστοσύνη, κι ότι πρέ πει επομένως να αντικατασταθεί από εκείνον, που οι αρετές του τον κάνουν άξιο να είναι ο αντιπρόσωπος του Χριστού. Αυτί] η εμπλοκή εξηγεί επίσης τη μακρόχρονη θρησκευτική αναταραχή, που συγκλόνιζε πάντα το Βυζάντιο. Στην πραγματικότητα εκ φράζει τη διαρκή αναζήτηση της καλύτερης λύσης, σε έναν κό σμο που διευθύνεται «κατ' οικονομίαν» και κατά συνέπεια χωρίς την πνευματική και διανοητική ασφάλεια, που προσφέρεται από την εμπνευσμένη από την αποκάλυψη βεβαιότητα. Εννοείται ότι αυτή η αντίληψη για τη διαρκή εκδήλίοση της θείας βούλησης έθετε την τύχη του βυζαντινού κόσμου στα χέ ρια του Θεού. Έκανε έτσι τους Βυζαντινούς τον «νέο εκλεκτό λαό», «το νέο Ισραήλ», όργανο έκφρασης της κρίσης του Θεού για τους ανθρώπους και τις πράξεις τους. Έτσι οι αυτοκρατο ρικές νίκες θεωρούνται ως εκδήλωση μιας θείας ανταμοιβής για τις αρετές του βυζαντινού λαού, ενώ οι ήττες είναι η έκφρα ση της θείας οργής εναντίον του λαού του, που απομακρύνεται από τον ίσιο δρόμο. Από αυτή την άποψη είναι σημαντικό ότι στο βαθμό που η Αυτοκρατορία γνώριζε ατυχήματα, τα οποία αλλοίωσαν τελικά το χαρακτήρα της ως οικουμενικής ή, πιο απλά, διεθνούς δύναμης, ο όρος «κρίμα», που σήμαινε αρχικά κρίση (εννοείται θεία κρίση) έχασε την αρχική του έννοια και
κατέληξε να είναι συνώνυμο του «αμαρτήματος». Ο Θεός τιμω ρούσε αμέσως το αμάρτημα ή, στην καλύτερη περίπτωση, μέσα σε ένα πνεύμα «οικονομίας» ανέβαλλε και συγχοΰρούσε33. Πά ντως ο όρος «τάξις», με τις πολλαπλές σημασίες που πήρε στην πολιτική, πνευματική, ηθική και θεσμική γλώσσα, κατέληξε να σημαίνει την αληθινή οικουμενική αρχή του βυζαντινού κό σμου. Οι νόμοι και οι κανόνες, που υπαγορεύονταν από τη φροντίδα για την πιο τέλεια «οικονομία», αποβλέπουν στο να εξασφαλίσουν αυτό το υπέρτατο αγαθό για ολόκληρη την αν θρωπότητα. Οι πρόλογοι στις αυτοκρατορικές Νεαρές, οι εισα γωγές στις νομικές συλλογές, όλες τέλος οι νομοθετικές πρά ξεις, φροντίζουν να ξεκαθαρίσουν ότι ο αυτοκράτορας που τις δημοσιεύει εμπνέεται από την επιθυμία να υπηρετήσει την ει ρήνη και την τάξη, στις οποίες βασίζεται η ρο:>μάίκή μεγαλο πρέπεια, η βυζαντινή δηλαδή, και η ευημερία των πολιτών. Ωστόσο, όπως είδαμε34, η ιστορία του Βυζαντίου διέψευσε συχνά τις ελπίδες που είχαν αποθέσει οι Βυζαντινοί στη διαιώνιση της τάξης στην Αυτοκρατορία τους, χωρίς εντούτοις να μειώσει τη βαθιά τους πίστη ότι η κάθε φορά καθεστηκυία τάξη ήταν η αντανάκλαση της θείας βούλησης, που όφειλαν να σέβο νται. Στο κάτω κάτω, ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης όφει λαν να δημιουργούν τις συνθήκες, που υπαγορευμένες από «την πιο σοφή οικονομία» (η έκφραση είναι εκείνης της εποχής) μπορούσαν να εγγυηθούν τη βασιλεία της βυζαντινής τάξης, της Pax Byzantina35. Επίσης ήταν έργο του βυζαντινού λαού να φροντίσει να είναι οι πράξεις του ευθυγραμμισμένες με τη θέ ληση του Θεού, που σύμφωνα με το άφατο σχέδιο του είχε δια λέξει το βυζαντινό έθνος σαν εργαλείο. Ξεκινώντας από αυτή τη βάση, οι μεταπτώσεις της τύχης που γνώριζε ο βυζαντινός κόσμος θα δικαιολογούνται πάντα. Οι πιο ποικίλες και απροσ δόκητες μορφές της ιδεολογίας του θα καταστούν δυνατές και
174
ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
η φαινομενική αντιφατικότητα τους δεν θα είναι για τους Βυζα ντινούς παρά το αποτέλεσμα της «οικονομίας» που ενεργεί πά ντα για το καλύτερο δυνατό, αλλά πάντοτε σε διαφορετικές συνθήκες. Ας πούμε σχετικά ότι αυτό το διστακτικό και αναπο φάσιστο αποτέλεσμα του έργου της βυζαντινής «οικονομίας», που εκφράζεται ωστόσο'στον κόσμο των πνευματικών βεβαιο τήτων του Μεσαίωνα, φαίνεται σαν μια μακρινή ανάμνηση του κριτικού πνεύματος της ελληνικής αρχαιότητας, που, αν και το καταφρόνησε η Εκκλησία, άφησε ίχνη, κυρίως στη σκέψη των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι επεξεργάστηκαν το δόγμα και συνεπώς τη θεωρία της «οικονομίας». Εξάλλου, ας υπογραμμίσουμε για μία ακόμα φορά ότι όλη η διανοητική βυζαντινή πορεία τείνει προς την «τάξη», που, όποις το γράφει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ', είναι αυτό το μεγά λο και πολύτιμο πράγμα, στολίδι και ομορφιά της αυτοκρατορίας και θεμέλιο της ενότητας της, που η απουσία της είναι προσβο?ιή για το αυτοκρατορικό μεγαλείο. Γιατί η ακαταστασία είναι ίδιον ενός σώματος κακοφτιαγμένου, που τα μέλη του είναι ενωμένα φύρδην μίγδην, πράγμα που δείχνει μια συμπεριφορά χωρίς αξιο πρέπεια και χωρίς μόρφωση, χαρακτηριστική για ανθρώπους που δεν είναι ελεύθεροι. Θεωρούμε ότι η ευχή που εξέφρασε αυτός ο αυτοκράτορας, κλείνοντας την εισαγωγή στην πραγματεία του «Περί Βασιλείου Τάξεως», ήταν εκείνη όλων των Βυζαντινών: Είθε η αυτοκρατορική εξουσία, ασκούμενη με ταξί] και αξιοπρέ πεια, να αναπαράγει την κίνηση και την αρμονία που δίνει ο δη μιουργός σε όλο το Σύμπαν.36 Ιδού ο υπέρτατος σκοπός που έτα ξε στον εαυτό της η Βυζαντινή Αυτοκρατορία: Για να τον πραγ ματοποιήσει όφειλε να ενεργήσει «κατά την οικονομία», που υπαγόρευε την καλύτερη πορεία, την οποία έπρεπε να ακολου θήσει, και άνοιγε το δρόμο για το δυνατό ιδεώδες.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Βασική εργασία: Treitinger Ο., Die Ostromische Kaisenind Reichside, δεύτερη έκδοση, Darmstadt 1956. 2. Οι Νεαρές είναι 168 περίπου διατάξεις, «αι παράτων κατά νό μους βασιλέων νε'αι διατάξεις», όπως γράφει ο Αρμενόπουλος. Μα ζί με τις Εισηγήσεις, τους Πανδέκτες και τον Κώδικα αποτελούν το Corpus Juris Civilis του ρωμαϊκού δικαίου. (Σ.τ.Μ.) 3. Εκτός από το θεμελιακό έργο του Grabar Α., L'empereur dans I'art byzantin, Παρίσι 1932, βλ. Galavaris G., The symbolism of the im perial costume as displayed on byzantine coins, στο Museum Notes, T. 8,1958, σελ. 99-177. Επίσης Schramm P., Spheira, Globus, Reichsapfel, Στουτγκάρδη,1958.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΙ 1. Momigliano Α., «Pagan and Christian historiography in the fourth century A.D.» στο The Conflict between paganism and Christia nity in the fourth century A.D., Οξφόρδη 1933, σελ. 79. 2. Γι' αυτά τα σημεία, βλ. Remondon R., La crise de VEmpire re main, συλ. «Nouvelle Clio», αρ. 11, Παρίσι 1964. 3. Διάταγμα του Μιλάνου. (Σ.τ.Μ) 4. Εκτός από το βασικό έργο του Vogt J., Constatin der Grosse una
u
176
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
177
sein Jahrhundert, Μόναχο 1960, βλ. Burch V., Myth and Constantine the Great, Λονδίνο 1927. Πάντα ενδιαφέρουσα και χρήσιμη η εργα σία του Piganiol Α., L'empereur Constantin, Παρίσι 1932. 5. Sherrard Ph., Konstantinopel, Bild einer heiligen Stadt, Urs Graf 1963. Επίσης Dolger F., Rom in der Gedankenwelt der Byzantiner, στο Byzanz und die europatsche Staatenwelt, Ettal, σελ. 70-115. 6. Moravcsik G., To Βυζάντιον εις το κάτοπτρον των ονομάτων του, στο Acta Antiqua Acad. Scientiarum Hungaricae, τ. XVI, τεύχ. 14, Βουδαπέστη 1968, σελ. 455-464. 7. Voltaire,Oeuvres Compl.,%. 27, Παρίσι 1879, σελ. 265. «Είναιτο όνειδος του ανθρουπίνου πνεύματος, όπως η Ελληνική Αυτοκρατορία ήταν το όνειδος της Γης». Επίσης Lemerle P., Montesquieu et Byzance, στο Flambeau, έτος 31, 1948, σελ. 5. Επίσης Zakythinos D., Byzanz, Terminologie und politische Theorie, στο Byzance: Etat-societe-Economie, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1973. 8. Alexander P., The strength of Empire and Capital as seem through Byzantine Eyes, στο Speculum, τ. XXXVII, 1962, σελ. 346 κ.ε. Επίσης Baynes N., The supernatural Defenders of Constantinople, στο Byzantine Studies and other Essays, Λονδίνο 1960, σελ. 248-260. 9. Για τον Ευσε'βιο, βλ. τέλος, Farina R., L'impero e Timperatore christiano in Eusebio di Cesarea, la prima teologia politica del christianesimo, Ζυρίχη 1966. 10. Γι' αυτό το ζήτημα, βλ. το βασικό έργο του Ostrogorsky G., Geschichte des byzantinischen staates, 3η έκδ., Μόναχο 1963, σελ. 1-19 (γαλλ. μετάφρ. της β' έκδ. από τον J. Gouillard, Παρίσι 1956). 11. Ο Λόγος «Υπέρ των Ιερών», που απηύθυνε ο Λιβάνιος στον Θεοδόσιο, αποτελεί την καλύτερη απεικόνιση αυτής της κατάστα σης πνευμάτων. Έκδοση Foerster, Oratio, XXX § 8 κ.ε. 12. Γι' αυτή τη γνώμη του Γίββωνος, βλ. τις παρατηρήσεις του Os trogorsky, όπου ανωτ., σελ. 16. 13. Bury J. B., Causes of the survival of the Roman Empire in the East, στο Selected Essays, Κέμπριτζ 1930, σελ. 231-242. 14. Ο καλύτερος εκπρόσωπος αυτής της πολιτικής τής ανοχής ένα ντι των βαρβάρων παραμένει ο ΘΕΜΙΣΤΙΟΣ. Βλ. το «Λόγο» του αρ. XVI, Hildesheim 1961, σελ. 251.
15. Για τις σχέσεις μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, βλ. Dol ger F., όπου ανωτ. Ας σημειώσουμε ότι η Κωνσταντινούπολη χαρακτη ρίζεται επίσης «πόλις εστί βασιλεύουσα του τε κόσμου παντός υπερέ χουσα» (Constantin Porphyrogenete, De Thematibus, Εκδ. A. Pertusi, σελ. 84, 85), ως «πατρίς της ανθρωπότητος» (Zepos, Jus Graecoromanum, I, σελ. 33), ως η «πανευδαίμων» (Chronicon Paschale, Εκδ. Bonn, σελ. 712), ως «ο οφθαλμός της χριστιανικής πίστεως» (Sternbach L., Analecta Avarica, axoActes de I Acad, de Charcow, 1900, σελ. 304), χω ρίς να μιλήσουμε για τους συχνούς χαρακτηρισμούς της ως «Νέα Ρώ μη» και «Νέα Ιερουσαλήμ» (ή «Νέα Σιών»). Θα συμφωνήσουμε ότι αυτά τα ονόματα αποκαλύπτουν τα βάθρα της ιδεολογίας του Βυζαντι νού Κράτους, από τότε που δημιουργήθηκε. Θα σημειώσουμε ότι η Κωνσταντινούπολη δεν διεκδίκησε καθόλου τον τίτλο «Νέα Αθήνα». 16. Τίτλος του συγγράμματος του J. Strzygowskij, που έθεσε το πρόβλημα, «Rom oder Orient». Βλ., τέλος, Grabar Α., Le premier art chretien (200-395), «L'univers des formes», Παρίσι 1966. 17. Βλ. το άρθρο μου L'empire byzantin: Formation, Evolution, Decadence, στο Les Grands Empires, Receuils de la societe Jean-Bodin, Βρυξέλλες 1973, σελ. 181-198. Εκεί υπάρχει μια συστηματική ανάλυση των προβλημάτων αυτής της εποχής. 18. Οι ιδιώτες συμμετέχουν στο έργο της κατασκευής. Ο Άγιος Πο λύευκτος, μία από τις σπουδαιότερες εκκλησίες της Κωνσταντινούπο λης του έκτου αιώνα, κτίστηκε από έναν πλούσιο αριστοκράτη. 19. Για τα επιτεύγματα της βασιλείας του Ιουστινιανού Α', βλ. Diehl Ch., Justinien et la civilisation byzantine au Vie siecle, Παρίσι 1901. Επίσης Grabar Α., L'age d'or de Justinien. De la mort de Theoclose a Vlslam, «L'univers des formes», Παρίσι 1966. Και τέλος, Bro wning R., Justinien and Theodora, Λονδίνο 1971. 20. Lopez R. S., The Role of trade in the Economic Readjustement of Byzantium in the seventh Century, στο Dumbarton Oaks Parers, XIII, 1959, σελ. 67-85, όπου βρίσκει κανείς σκέψεις για τη συνέχεια της νομισματικής οικονομίας στο Βυζάντιο και την προηγούμενη βιβλιο γραφία. 21. Βλ. Grabar Α., L'empereur dans I'art byzantin, Παρίσι 1932. Ας σημειώσουμε ότι κάτω από τον Ιουστινιανό το Βυζάντιο προσδιορί-
178
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
179
ζεται cog «Οικουμενικόν Κράτος» (Migne, Patr. Gr. 86, Agapetos, Conseils a Justinien, συλλ. 1.163 κ.ε.). 22. «Historia Arcana» («Ανέκδοτα») — Εκδ. Haury. 23. Για τη σημασία της πολιτικής του Ηρακλείου, βλ. Lemerle P., Quelques remarques sur le regne d'Heraclius, στο Studi medievali 3η σειρά, Ι, 2,1960, σελ. 347-361. 24. Απήχηση της επικής πλευράς της βασιλείας του Ηρακλείου, στο Giorgio di Pisidia, Poemi, I, Panegirici epici, a cura di A. Pertusi: Studia patristica et Byzantina, 7, Heft, Ettal 1960. Για το θρύλο του αήττητου αυτοκράτορα Ηράκλειου, βλ. Μιχαήλ Χωνιάτης, Εκδ. Σ. Λάμπρου, σελ. 354. Για το κοσμητικό του «Νε'ου Κωνσταντίνου» βλ. Chronicon Paschale, Εκδ. Bonn, σελ. 712. 25. Για τις προόδους των Αράβων, βλ. Ahrweiler Helene, L'Asie mineure et les invasions arabes, στη Revue historique, τ. 227, 1962, σελ. 1-32. Της ίδιας, Byzance et la mer, Παρίσι 1966. 26. Gregoire H., Mahomet et le monophysisme, στο Melanges Ch. Diehl, τ. Ι, Παρίσι 1930, σελ. 107 κ.ε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 1. Εισαγωγή στην Εκλογή, Εκδ. Α. Μομφεράτου, σελ. 2 κ.ε. Ας σημειώσουμε ότι στο χειρόγραφο που εξε'δωσε ο Migne, Pat. Graeca, τ. 113, συλλ. 453 κ.ε. η εισαγωγή στην Εκλογή εμφανίζεται ως ει σαγωγή στην Επαναγωγή (έργο μεταγενέστερο περισσότερο από έναν αιώνα). 2. Ahrweiler Helene, Byzance et la mer, Παρίσι 1966 (κυρύος το πρώτο μέρος). 3. Zakythinos D., La grande breche dans la tradition historique de l'Hellenisme du septieme au neuvieme siecle, στο Χαριστήριον εις Αναστάσιον Ορλάνδον, III, 1966, σελ. 300-324. 4. Zakythinos D., Die byzantinische Stadt (Berichte zum XI, inter. Byzantinisten — Kongress, V, 3) Μόναχο 1958. Βλ. επίσης την ανα κοίνωση του Ε. Kirsten με τον ίδιο τίτλο. 5. Lemerle Ρ., L'humanisme byzantin, Παρίσι 1972.
6. Είναι ενδιαφέρουσα η μνεία των «αρχαιογενών πολιτών» (από αρχαίο γένος) στον Θεοφάνη, Εκδ. Boor, σελ. 383. Για τη βυζαντινή αριστοκρατία έχουν δημοσιευθεί τα τελευταία χρόνια πολλές εργα σίες στη σοβιετική επιθεώρηση, Viz. Vremennik, οφειλόμενες στον Α. Kazdan. 7. Ahrweiler Helene, Problemes de la geographie historique de VEmpire byzantin, στο Proceedings of the Xlllth. inter. Congr. of Byz. stud. Οξφόρδη 1967, σελ. 465 κ.ε. 8. Για τη σημασία και τη σπουδαιότητα των «Θεμάτων» βλ. Ahrweiler Helene, Les structures administratives de VEmpire byzantin, Variorum Reprints, Λονδίνο 1971 (L'administration provinciale aux IXe-XIe siecles). 9. Δεν κατόρθωσα να δω το βιβλίο του Tipton C. Nationalism in the middle ages. Νέα Υόρκη 1972. 10. Εκδ. Migne, patr. Gr., τ. 107. 11. Εκδ. Migne, patr. Gr., τ. 107. 12. Βλ. σχετικά τα κείμενα που δημοσίευσε ο Pertusi Α., Una Acolouthia inedita del X secolo, στο Aevum, τ. 22, 1948, σελ. 145-168 και από την Ahrweiler Helene, Un discours inedit de Constantin VII Porphyrogenete, στο Travaux et Memoires, τ. II, 1967, σελ. 393 κ.ε. Αξίζει να σημειώσουμε ότι σε αυτό το τελευταίο κείμενο οι Βυζαντι νοί στρατιώτες χαρακτηρίζονται «υπερασπισταί της χριστιανοσύνης και του Χριστού» και «αγωνισταί του Χριστού» που μάχονται τους «στρατιώτας του Μωάμεθ». 13. Δήλωση του εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δ'. Βλ. Kedrenos, Εκδ. Bonn, τ. Π, σελ. 17. 14. Ο σεβασμός της Ορθοδοξίας θεωρείτο απαραίτητος όρος για τη διατήρηση του Βυζαντινού Κράτους (βλ. κυρίως Euagrios Hist. eccl., Εκδ. Bidez-Parmentier, σελ. 101 κ.ε.). Αυτή η επίσημη θέση γί νεται θέση του λαού, γενικοί παραδεκτή κατά τον αγώνα εναντίον του Ισλάμ. Τότε, όπως το καθορίζει ο Πορφυρογέννητος (βλ. Κεφά λαιο 2, Σημ. 12 του παρόντος) «ο πόλεμος διά την χριστιανοσύνην» γίνεται «μια αρετή και η πηγή κάθε δόξης».
ISO
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
181
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 1. Για τον Ευφράτη και τον Τίγρη σαν σύνορα του ελληνορωμαϊ κού πολιτισμού, βλ. Lemerle P., La notion de la decadence: ά propos de I'Empire byzantin, στο Classicisme et declin culturel dans I'Historie de l'lslam (Symposium de Bordeaux), 1957, σελ. 263-277. Για τα πολιτι στικά σύνορα γενικά, βλ. Rapports du XlVe Congres intern. d'Et. byz., Bucarest, 1971, Theme: Les frontieres (Rapports de D. Obolensky, A. Pertusi, Z. Udalcova — A. Kazdan, N. Oikonomidis, et rapport general de H. Ahrweiler). 2. Γι' αυτό το ιδιαίτερα αμφισβητούμενο σημείο, βλ. τε'λος Vlasto Α. P., The Entry of the Slavs into Christendom, Κέμπριτζ 1970, σελ. 6-12 (προηγούμενη βιβλιογραφία) και Charanis P., Observations on the his tory of Greece during the early middle ages, στο Balkan Studies, τ. XI, 1970, σελ. 1-34. 3. Για τις πρώτες βυζαντινορωσικές επαφές, βλ. Bulletin d'information et de Coordination de l'Ass. intern. d'Et. byz., τ. V, 1971, σελ. 44 κ.ε. (Ανακοινώσεις των L. Miiller, G. Ostrogorsky και Η. Ahrweiler, που παρουσιάστηκαν στο Congr. intern des Sc. hist, de Moscou). 4. Βλ. σχετικά τις βασικές εργασίες του Dolger F., με τίτλο Byzanz una die europdische staatenwelt, Ettal 1953. Επίσης Bach E., Imperium Romanum,.Eft/ife sur Videologie politique du XHe siecle, στο Class, et Mediev., τ. 7,1945. Υπογραμμίζει τη δύναμη της ρωμαϊκής ιδέας. 5. Obolensky D., The Byzantine Commonwealth, Λονδίνο 1971, σελ. 202 κ.ε. 6. Βλ. την έκδοση του Ζέπου, Jus Graecoromanum, τ. Π, σελ. 229 κ.ε. Επίσης Migne, pair. Gr. τ. 113, στ. 456 κ.ε. 7. Ο D. Obolensky χαρακτηρίζει «αμυντικό ιμπεριαλισμό» την έννοια του δίκαιου πολέμου, που δικαιολογεί τα μέσα, τα οποία χρησιμοποίησαν οι Βυζαντινοί, ασκώντας με τέχνη την επεκτατική πολιτική. 8. Για το έργο των Κύριλλου και Μεθόδιου βλ. τέλος Dvornik F., Byzantine Missions among the Slavs S.S. Constantine — Cyril and Methodius, New Brunswick, N. J. 1970. 9. Τα προβλήματα και τα κείμενα που αφορούν τους Παυλικια-
νους της Μικρός Ασίας τα έχει θαυμάσια χειριστεί ο P. Lemerle και οι συνεργάτες του, στο Travaux et Memoires, τ. V, 1973. 10. Το έργο των στρατιωτικών αυτοκρατόρων της εποχής έχει εκτε θεί λεπτομερειακά στο μνημειώδες και πάντα χρήσιμο σύγγραμμα του G. Schlumberger, L epopee byzantine, Παρίσι 1890-1905. 11. Ανάλυση του εγγράφου από την Ahrweiler Η., Les rapports byzantino-msses au IXe siecle, στο Bulletin d'Inform. et de Coord, de l'Ass. inter. d'Et. byz., τ. V, 1971, σελ. 44 κ.ε. 12. Ιδιαίτερα ενδεικτική η συμβουλή του Νικολάου στον Πέτρο, αρχιεπίσκοπο της Αλανίας, «να είναι ανελέητος προς τους φταίχτες των ανώτερων τάξεων και αυστηρός προς τους φτωχούς του έθνους». Migne, patr. Gr. r, III, στ. 244 κ.ε. (κυρίως στ. 248). 13. Obolensky D., The Byzantine Commonwealth, Λονδίνο 1971. 14. Migne, patr. Gr. τ. Ill, στ. 176. 15. Ανάλυση αυτής της δήλωσης από την Ahrweiler Η., στο Byzance et la met; Παρίσι 1966, σελ. 119. 16. Zepos, Jus Graecoromanum, τ. Ι, σελ. 272. Π. Avon. σελ. 31. 18. Για τη μεσαιωνική ιδέα της ιεραρχίας των εθνών, βλ. Ostro gorsky G., The Byzantine Emperor and the hierarchical world Order, στο The Slavonic and East European Review, τ. XXXV, αρ. 84,1956, σελ. 1-14. Επίσης Zaimova V., L'idee byzantine de I'unite du monde et de I'Etat bulgare, στο Revue de l'Association inter. d'Et. du Sud-Est europeen, τ. Ill, Σόφια 1969, σελ. 291-298. 19. Εκδόθηκε από τον Reiske στη βυζαντινή συλλογή της Bonn. Σχετικά με αυτό το έργο, βλ. Moravcsik G., Byzantinoturcica, δεύτε ρη έκδοση, τ. Ι, Βερολίνο 1958, υπό τον τίτλο Konstantinus Poiphyrogenitus. Βλ. Toynbee Α., Constantine Porphyrogenitus and his world, Λονδίνο 1973. 20. De Ceremoniis, Εκδ. Bonn, σελ. 3 κ.ε. 21. ΣΤΟ ίδιο, σελ. 638 «Οι μάγιστροι και οι πατρίκιοι (οι ανώτεροι αξιωματούχοι της Αυτοκρατορίας) παίζουν το ρόλο των αποστόλων και ο αυτοκράτορωρ, εις το μέτροντου δυνατού, εκείνον του Χριστού». 22. Έκδοση Moravcsik G. — Jenkins R. (με αγγλική εισαγωγή), Dumbarton Oaks 1967.
1S2
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
183
23. De Administrando Imperio, Κεφ. 13, σελ. 68 κ.ε. 24. Για την αποκαλούμενη «δωρεά του Κοονσταλττνου» και το Βυ ζάντιο, Βλ. Dolger F., Byzanz und die europaische Staatenwelt, Ettat 1953, σελ. 100 κ.ε., όπου ωστόσο δεν αναδεικνύεται ο ρόλος του Κωνσταντίνου Ζ'. Επίσης Alexander P., The Donation of Constantine at Byzantium, στο Recueil des Travaux de FInstitut byz., Belgrande, τ. 8,1963, σελ. 25 κ.ε. 25. Κατανοούμε γιατί το Βυζάντιο χρησιμοποίησε αυτό το έγγρα φο μόνο κατά τον δε'κατο αιώνα, την εποχή δηλαδή των ιμπεριαλι στικών του διεκδικήσεων: η θέση του translatio imperii καθορίζεται σαφώς από τον Κωνσταντίνο Ζ', ο οποίος σε ένα κεφάλαιο του De Administrando Imperio (27, 6) σημειώνει: Μετά δε το ανελθείν το βασίλειον ενΚωνσταντινονπόλει, φράση που δεν αφήνει καμία αμφιβο λία για τα δικαιώματα του Βυζαντίου στην Αυτοκρατορία. Σημειώ νουμε ότι η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, μη εξυπηρετούμενη από τη «δωρεά του Κωνσταντίνου» που άφηνε τα πρωτεία στη Ρώ μη, επεξεργάστηκε αυτή την εποχή τη θεωρία της αποστολικότητάς της, κατά την οποία η Εκκλησία του Βυζαντίου (πριν από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης) ιδρύθηκε από τον απόστολο Ανδρέα τον «πρωτόκλητον και πρωτότοκον αδελφόν του Πέτρου». Γι' αυτά τα σημαντικά σημεία της εκκλησιαστικής διπλωματίας, βλ. Dvornik F., The idea of apostolicity in Byzantium and the Legend of the Apostle An drew, Cambridge Mass. 1958. 26. De Administrando imperio, 13 (106 σελ. 70). «και ατίμων βο ρείων γενών». Στο ίδιο, 13, 100-103: «διά την άνωθεν των μερών εκείνων και γενών (Φράγκων) περηφάνειαν και ευγένειαν». Του ίδιου, De Thematibus, Εκδ. Pertusi, σελ. 85, «Το θεομίσητοντων Βουλ γάρων έθνος». 2Υο ίδιο, σελ. 91, «η φυλετική κατωτεράτης των Σλάβιον» κτλ. 27. Ας σημειώσουμε ότι ο Κωνσταντίνος Ζ' αποκαλεί «περιούσιον λαόν» τον βυζαντινό στρατό (βλ. On discours inedit... εκδ. Ahrweiler Η., στο Travaux et Memoires, τ. II, 1967, σελ. 392 κ.ε.). Για τον βυζα ντινό λαό, που χαρακτηρίζεται «Νέον Ισραήλ», βλ. Μαυρόπους, Εκδ. Lagarde, σ. 140. Επίσης Anonyme, Εκδ. Regel, Fontes rerum Byz. II, Petrograd, 1917, σελ. 191 κ.ε. και σελ. 227.
28. Βλ. Κεφάλαιο 3, Σημείωση 43 του παρόντος. Και για παρά δειγμα, Φωτίου, Επιστολαί, Εκδ. Βαλέττα, σελ. 398: «νόθοις γένεσι». Επίσης Miklosich — Muller, Acta et Diplomata, τ. VI, σελ. 30: «γένος αιμοχαρές». 29. Οι Αρμένιοι θεωρούνται ασταθείς και άπιστοι. Η συμπεριφο ρά τους κρίνεται αμφίβολη. Βλ. De Administrando Imperio, σελ. 188. Επίσης Ζέπος, Jus Graec. Ι, σελ. 247. ΓΊα να μην αναφέρουμε παρά κρίσεις που οφείλονται σε αυτοκράτορες. 30. Σε αυτή την εποχή πρέπει να τοποθετηθεί το κείμενο που φέ ρει τον τίτλο Φιλόπατρις και τελειώνει με την ευχή να υποταχθούν στους Βυζαντινούς οι λαοί και τα έθνη: Αναφέρονται σαφώς η Αρα βία, η Βαβυλώνα, η Αίγυπτος, οι Πέρσες και οι Σκύθες (βλ. Leon Diacre, Εκδ. Bonn σελ. 341-342). 31. Ζακυθηνού Δ., Βυζαντινή Ιστορία, Αθήναι 1972, σελ. 441. 32. Αυτή η θεωρία παρουσιάζεται λεπτομερειακά από τον Νικό λαο Μυστικό στη μεγάλη αλληλογραφία που διατηρεί με τον Συμε ών κατά την εποχή των βουλγαρικών επιθέσεων εναντίον του Βυζα ντίου. Βλ. Migne, Pair. Gr. τ. Ill, στ. 48. Η συμπεριφορά του Συμεών συγκρίνεται με συμπεριφορά «τυράννου», σαν επιορκία δηλαδή προς τον αυτοκράτορα, στ. 148, στ. 174 κ.ε. Την ίδια γλώσσα χρησι μοποιεί και ο αυτοκράτορας Ρωμανός Α' προς τον Συμεών. Βλ. Δελτίον Ιστ. Εθν. Ετ., τ. II, 1885, σελ. 41. 33. Ας υπογραμμίσουμε ότι η φιλανθρωπία θεωρείται ως η μεγαλύ τερη αρετή του αυτοκράτορα του Βυζαντινού Κράτους. Βλ., για παρά δειγμα, το βάθρο της «φιλανθρωπίας των Ρωμαίων», όπως εκτίθεται από τον Μυστικό (αλλά σε σχέση με τους Άραβες αιχμαλώτους), στον Migne, pair. Gr. τ. Ill, στ. 309 κ.ε. Ας σημειώσουμε επίσης ότι ο βυζα ντινός νόμος απαγόρευε τη χρήση βασανιστηρίων (Zepos, Jus Greacoromanum, τ. VI, σελ. 355-356) ως αντίθετη προς τη «φιλανθρωπία». 34. Migne, patr. Gr. τ. Ill, στ. 152, 153. 35. Ζέπος, Jus Graecoromanum, I, σελ. 247. 36. Αναφέρεται από τον Μ. Jugie, he Schisme des Eglises, Παρίσι 1941, σελ. 227. 37. Βλ. Ψελλός, Scripta Minora, Εκδ. Kurt-Drexl, τ. II, σελ. 239. Cecaumeni Strategicon, Εκδ. Wassilievsky-Jernstedt, σελ. 95.
184
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
185
38. Μαυρόπους, Εκδ. Lagarde, σελ. 137 κ.ε. και κυρίως σελ. 140141. 39. Έκφραση του αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων, Ατταλειάτη, Εκδ. Bonn, σελ. 77. 40.Λόγος προς τον Αλέξιον Α', που εκδόθηκε από τον P. Gautier, Revue des Etudes byz. τ. 28,1970, σελ. 5-55. 41. Μαυρόπους, Εκδ. Lagarde, σελ. 165 κ.ε. 42. Μαυρόπους, Εκδ. Lagarde, σελ. 141. 43. Η αντίδραση εναντίον των ξε'νων είναι ιδιαίτερα ζωηρή στην επαρχία, όπου σταθμεύουν στρατιωτικε'ς μισθοφορικές μονάδες. Βλ. τα κείμενα που συγκέντρωσε η Ahrweiler Η., Recherches surl'admin istration provinciate aiix IXe-XIe siecles, στο Variorum Reprints, Les structures administratives de l'Empire byzantin, Λονδίνο 1971, VIII, σελ. 33 κ.ε. 44. Vryonis Sp., Byzantine «Demokratia» and the Guilds in the 11th Century Byzantium, στο Dumbarton Oaks Papers, τ. 17, 1963, σελ. 289-314. 45. Αυτές οι ιδέες αποτελούν τη βάση της πολιτικής θεωρίας τοπ Βυζαντινών. Είναι σύμφωνες με την ελληνιστική αντίληψη περί βασι λείας. Τις βρίσκουμε εκτεθειμένες λεπτομερειακά και χωρίς αξιοση μείωτες τροποποιήσεις σε όλη την πολιτική φιλολογία του Βυζαντίου, ιδιαίτερα σε πλήθος εγκωμιαστικών λόγων που απευθύνονταν στους αυτοκράτορες καθώς και στις πραγματείες περί κράτους (Πολιτεία), κείμενα που γνώρισαν μεγάλη άνθηση στο Βυζάντιο. Ωστόσο, ο σχολι κός και διδακτικός χαρακτήρας τους εμποδίζει να τα θεωρήσουμε έργα πολιτικής επικαιρότητας. Αξίζουν μια βαθιά μελέτη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 1. Για την καταγωγή αυτής της ανανέωσης, βλ. Lemerle P., Lepre mier humanisme byzantin. Notes et remarques sur enseignement et cul ture a Byzance des origines an Xe siecle, Παρίσι 1971. 2. Βλ. κυρίως Psellos, Scripta minora, Εκδ. Kurtz-Drexl, Μιλάνο 1936 και 1941. Επίσης Σάθας Κ., Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τ. 5, Παρίσι 1876.
3. Για την έννοια αυτών των όρων, βλ. Lechner K., Barbaren und Hellenen, im Weltbild der Byzantiner, Μόναχο 1954. 4. Βλ. Hussey J., Church and Learning in the Byzantine Empire 8671185, Λονδίνο 1937. 5. De Clari, Robert, 81, 88, 92. Gunter de Paris 8, και κυρίους, 10, Εκδ. P. Riant, Exuviae sacrae Const., Γενεύη 1877, σελ. 57 κ.ε. 6. Ο όρος «Νέα Ρώμη» με την έννοια της Βυζαντινής Αυτοκρατο ρίας χρησιμοποιήθηκε από τον Ψελλό, βλ. Σάθας Κ., όπου ανωτ. σελ. 121,128, 224. 7. Ευστάθιος της Θεσσαλονίκης, Εκδ. W. Regel, Fontes, 1, σελ. 107. 8. Νικήτας Χωνιάτης, Εκδ. Bonn, σελ. 763. 9. Anne Comnene, Alexiade, Εκδ. Leib, τ. Ι, σελ. 43,144. 10. Laurent J., Byzance et les Turcs Seldjoucides dans I'Asie Mineure occidentalejusqu'en 1081, Παρίσι-Νανσύ 1913, σελ. 7 κ.ε. 11. Χρειάζεται να συμβουλευόμαστε στο εξής το θεμελιώδες βι βλίο του Sp. Vryonis, The decline of Medieval Hellenism in Asia Minor and the Process of islamization from the eleventh through the fifteenth century. Μπέρκλεϊ-ΛοςΆντζελες-Λονδίνο 1971. 12. Anne Comnene, Εκδ. Leib, τ. Π, σελ. 110. Επίσης Ahrweiler Η., Byzance etla met; Παρίσι 1966, σελ. 184-187. 13. Κίνναμος, Εκδ. Bonn, σελ. 22. 14. Guillaume de Pouille, La geste de Robert Guiscard, Εκδ. Mar guerite Mathieu, Παλέρμο 1961, σελ. 231: Προδοσία των Βενετσιά νων. Επίσης Anne Comnene, Εκδ. Leib, Π, σελ. 56-57, όπου αναφέ ρεται ότι οι ίδιοι οι Λατίνοι παρέδωσαν το Ντουράτζο στον Αλέξιο μετά το θάνατο του Γυισκάρδου. 15. Αυτή είναι θέση των Ρουμάνων ιστορικών, κυρίως του Ε. Stanescu, La crise du Bas-Danube Byzantin an cows de la seconde moitie du Xle siecle, στο Recueil des travaux de I'lnstitut d'Etudes byzantines, τ. IX, Βελιγράδι 1966, σελ. 49-73. Επίσης Ν. Servan Tanasoca, Les Mixobarbares et les formations politiques paristriennes du Xle siecle, στο Revue roumaine d'Histoire, τ. XII, 1973, σελ. 61-82. 16. Για τη συμπεριφορά της βυζαντινής αριστοκρατίας, βλ. τέλος το Συμποσιον του Dumbarton Oaks με θέμα «La societe byzantine» και
186
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
187
ιδιαίτερα την ανακοίνωση του G. Ostrogorsky, Observations on the Aiistocraty in Byzantium, Dumb. Oaks Papers, τ. XXV, 1971, σελ. 3-32. 17. Γι' αυτά τα σημεία, βλ. Vryonis S., όπου ανωτ., σελ. 145 κ.ε. 18. Ζωναράς, Εκδ. Bonn, σελ. 766. 19. Βρυε'ννιος Νικηφόρος, Εκδ. Bonn, σελ. 133-134. 20. Άννα Κομνηνή, Εκδ. Leib, τ. Ι, σελ. 92. 21. ΣΤΟ ίδιο, τ. II, σελ. 108-109. Η Άννα συγκρίνει αυτά το σοίμα με τον Ιερό Λόχο των Σπαρτιατών. 22. Άννα Κομνηνή, Εκδ. Leib, τ. Ι, σελ. 114-115.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 1. Βλ. σχετικά: Brehier L., Le Schisme oriental du XLe siecle, Πα ρίσι 1899. Επίσης Jugie Μ., Le Schisme byzantin. Apergu historique et doctrinal, Παρίσι 1941. 2. Beck H.-G., Kirche unci theologisch Literatur in byz. Reich, Μό ναχο 1950, σελ. 306 κ.ε., 663 κ.ε. Επίσης, Darrouzes J., Unfauxacte... στη Revue d'Etudes Byz., τ. 28., 1970, σελ. 221 κ.ε. και τη σημείωση για τη βιβλιογραφία. 3. Άννα Κομνηνή, Εκδ. Leib, Ι, σελ. 47. 4. Γλυκάς Μ., Εκδ. Bonn, σελ. 561-562. 5. Για το Βυζάντιο και τη σταυροφορία, Βλ. Lemerle P., στο Χ Congresso di Scienze Storiche, Ρώμη 1955, Relazioni, III, σελ. 545637 (το σύνολο των ανακοινώσεων που παρουσιάστηκαν). 6. Lemerle P., L'orthodoxie et Toeucumenisme medieval: Les origines du «schisme» des Eglises, στο Bulletin de l'Ass. Guillaume-Rude, Juin 1965, σελ. 228 κ.ε. Δείχνει την πορεία του διαζυγίου μεταξύ της χριστιανικής Ανατολής και της χριστιανικής Δύσης. 7. Για όλα αυτά τα σημεία πρβλ., τε'λος, Αρβελε'ρ Ελε'νης, Το Βυ ζάντιο και η θάλασσα, Παρίσι 1966, σελ. 175 κ.ε. 8. Για την πολιτική του Μανουήλ. βλ. στο ίδιο, σελ. 233 κ.ε. 9. Ο Τζε'τζης στο Epistulae, αρ. 10, σελ. 12, μιλάει για «ασεβή εκ στρατεία». 10. Νικήτας Χωνιάτης, Εκδ. Bonn, σελ. 265 κ.ε., επίσης σελ. 208.
11. Γι' αυτό τον αυτοκράτορα, βλ., τε'λος, Jurewicz, Andronik Komnenos, Βαρσοβία 1962. 12. Πρβλ. Migne, Patr. Gr. r., 133, στ. 773. Στο ίδιο τ. 140 στ. 273 κτλ. 13. Anonyme, Εκδ. W. Regel, Fontes rerum Byz. τ. II, Petrograd 1917, σελ. 191-228. 14. Στο ίδιο, σελ. 225. 15. Για τη λεηλασία της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς, βλ. Eustathe de Thessalonique, De expugnatione Thessal, Εκδ. St. Kyriakides, Παλε'ρμο 1961. 16. Βλ. τις παρατηρήσεις που διατυπιόνω στην εργασία μου, L'histoire et la geographic de la region de Smyrne entre les deux occupations turques (1081-1317), στο Travaux et Memoires, τ. 1,1965, σελ. 4 κ.ε. 17. Μιχαήλ Ακομινάτος-Χωνιάτης, Τα Σωζόμενα, υπό Σπ. Λά μπρου σε δύο τόμους, Αθήναι 1879-1880. 18. Στο ίδιο, τ. Ι, σελ. 307 κ.ε., μνημόνιο που απευθύνεται στον αυτοκράτορα Ισαάκ Άγγελο, και προπαντός, τ. II, σελ. 83. 19. Για την αντίδραση του απλού σταυροφόρου απε'ναντι στην Κωνσταντινούπολη, βλ. τη διήγηση του Robert de Clari, La conquete de Constantinople, Εκδ. Ρ. Laner, Παρίσι 1924. 20. Για την εξουσία των ανεξάρτητων δυναστιόν, βλ. Ahrweiler Helene, Byzance et la met; Παρίσι 1966, σελ. 280 κ.ε. 21. Βλ. για παράδειγμα το μνημόνιο που απηύθυνε ο μητροπολί της Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτης στον Ισαάκ Άγγελο, Εκδ. Λάμπρου, Ι, σελ. 307 κ.ε. 22. Νικήτας Χωνιάτης, Εκδ. Bonn, σελ. 582-583. 23. Στο ίδιο, όπου ανωτ. 24. Νικήτας Χωνιάτης, Εκδ. Bonn, σελ. 716. 25. Στο ίδιο, σελ. 717. 26.Σ'ΓΟ ίδιο, σελ. 699. 27. Νικήτας Χωνιάτης, εκδ. Bonn, σελ. 629. 28. Στο ίδιο, σελ. 717. 29. Για τα δυτικά κείμενα και την Κωνσταντινούπολη μπορεί να συμβουλευτεί κανείς: Β. EBELS-HOVING, Byzantium im westerse ogen, 1096-1204, Assen, Van Gorcum, 1971.
188 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 189
30. Νικήτας Χωνιάτης, Εκδ. Bonn, σελ. 785. 31. Στο ίδιο, σελ. 657. 32. Νικήτας Χωνιάτης, Εκδ. Bonn, σελ. 657,1,12-13. 33. Στο ιόιο, σελ. 784-785. 34. Για την εξέλιξη των βενετοβυζαντινών σχε'σεων, βλ. Ahrweiler Η., Byzance et la mer, Παρίσι 1966, σελ. 255 κ.ε. 35. Βλ. Helene Ahrweiler, L 'histoire et la geographie de la region de Smyrne, στο Travaux et Memoires, τ. 1,1965, σελ. 20. 36. Νικήτας Χωνιάτης, Εκδ. Bonn, σελ. 784-785. 37. Βλ. Ahrweiler Η., όπου ανωτ., σελ. 56 κ.ε. 38. Νικήτας Χωνιάτης, Εκδ. Bonn, Urbs Capta, σελ. 799 κ.ε. 39. Mesarites Nikolaos, Die Palastrevolution des Johannes Komnenos, Wurzburg, Εκδ. A. Heisenberg, 1907, σελ. 16 (σημείωση). 40. Βλ. για παράδειγμα, Μιχαήλ Ακομινάτος-Χωνιάτης, Εκδ. Λά μπρου, τ. II, σελ. 151.
10. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τ. 1, σελ. 106 κ.ε. 11. Λάμπρου Σπ., Τα Σωζόμενα, τ. Π, σελ. 150,151,260, 355. 12. Βλ. Irmscher J., Nikaa als, Zentrum desgriech. Patiiotismus στο Revue des Etudes sud-est europeennes», τ. 8,1970, σελ. 33-47. 13. Βλ. τη διήγηση στη διαθήκη του Αρσενίου, Εκδ. Migne, Part. Gr. τ. 140, στ. 948-958. 14. Για τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, βλ. Chapman C, Michel Paleologue restaurateur de ['Empire byzantin, Παρίσι 1926, και, τέλος, Geanakoplos D., Michael Palaeologus and the West, Cambridge, Mass. 1959.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 1. Παχυμέρης, Εκδ. Bonn, Ι, σελ. 148. 2. Μια προσωπογραφία του Μιχαήλ Παλαιολόγου, που ανασύ στησε την Αυτοκρατορία, από την Η. Arwheiler στο Les hommes d'Etat celebres, που δημοσιεύθηκε υπό τη διεύθυνση του Ch. Samaran, Παρίσι, Εκδόσεις L. Mazenod, 1970, σελ. 30 κ.ε. 3. Παχυμέρης, Εκδ. Bonn, σελ. 153 κ.ε. 4. Ο Σεναχηρείμ υπήρξε ένας γνωστός λόγιος και επιστήμονας. Για την κρίση του σχετικά με την Κωνσταντινούπολη, πρβλ. Παχυμέ ρης, Εκδ. Bonn, Ι, σελ. 149. 5. Imper. Michaelis Palaeologi, De vita Sua, Εκδ. Η. Gregoire, στο Byzantion, τ. 29-30, 1959-1960, σελ. 460. 6. Ταραχές κατά τις οποίες το 1282 κατασφάχτηκαν οι Γάλλοι της Σικελίας (Σ.τ.Μ.) 7. Βλ. τη διήγηση του Παχυμέρη, Εκδ. Bonn, Ι, σελ. 124-125. Αυτό το γεγονός ενέπνευσε στον εθνικό ποιητή της νεότερης Ελλάδας Κ. Παλαμά το μεγάλο επικό ποίημα, που φέρει τον τίτλο Η φλογέρα του βασιλιά. 8. Miklosich-Miiller,^c/fl et Diplomata Graeca, τ. IV, σελ. 235. 9. Παχυμέρης, Εκδ. Bonn, Ι, σελ. 425. 10. Για τους πολέμους Βενετσιάνων και Γενοβε'ζων στο βυζαντινό έδαφος, βλ. Bratianu G., La mer Noire, Μόναχο 1969,171 κ.ε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 1. Gregoire H., The question of the diversion of the fourth Crusade, στο Byzantion, τ. XV, 1940/1, σελ. 158, 166. Επίσης Frolow Α., Recherches sur la deviation de la 4e croisade, Παρίσι 1955. 2. Perroy E., Moyen Age. 3. Εκδ. W. Regel, Fontes rerum Byz., τ. Ι, σελ. 173-174. 4. Eustathe de Thessalonique, Εκδ. W. Regel, στο ίδιο, τ. Ι, σελ. 106-107. 5. Giinther de Pairis, Historia Constantinopolitana, Εκδ. Ρ. Riant, Exuviae, I, § 10. 6. Πρβλ. την έκδοση του Α. Carile, Partitio terramm imperii Rotnanie, στο Studi Veneziani, τ. VII, 1965, σελ. 125-305. 7. Βλ. ανωτ., σελ. 110. 8. Για την κοινωνία της Νικαίας, βλ. Ahrweiler Helene, Histoire et geographie de la region de Smyrne, στο Travaux et Memoires, τ. 1,1965, 2-202. 9. Δημαράς Γ., Για την Μεγάλη Ιδέα, Αθήναι 1970.
190
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
191
11. Γι' αυτό τον αυτοκράτορα, βλ. Laiou Α., Constantinople and the Latins, the foreign policy of Andronikos II (1282-1328), Cambridge, Mass., 1972. 12. Για μια λεπτομερή ανάλυση της κατάστασης κάτω από τους Παλαιολόγους, βλ. Ostrogorsky G., Histoire de I'Etat byzantin, Παρίσι 1956, σελ. 490 κ.ε. Παρακμή και πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορί ας (1282-1453). 13. Vryonis Sp., The decline of Medieval Hellenism in Asia Minor.,,, Λος Άντζελες-Λονδίνο 1971. 14. Γι' αυτό το κράτος, βλ. Ζακυθηνού Δ., Le despotat grec de Moree, σε δύο τόμους, Παρίσι 1932, Αθήναι 1953. 15. Ostrogorsky G., Byzance, Etat tributaire de I'Empire turc στο Recueils des travaux de l'Inst. buz. de Belgrade, τ. 5,1958, σελ. 49-58. Του ιδίου, Histoire de I'Etat byz., Παρίσι 1956, σελ. 499. 16. Βλ., για παράδειγμα, Loenertez R-J., Jean V. Paleologne a Venise (1370-1371) στη Revue des Et. byz., τ. 16, 1953, σελ. 217 κ.ε. 17. Για τον Μανουήλ Β' Παλαιολόγο, βλ. Barker J., Manuel II Palaeologus (1391-1425), New Brunswick, 1969. 18. Browning R., La commune des Zelotes de Thessalonique (ρωσι κά, στο Istoritcheski Pregled, τ. 6,1950, σελ. 509 κ.ε.). 19. Για όλα αυτά τα προβλήματα, βλ. Art et societe a Byzance sous les Paleologues, Actes du Colloque organise par l'Ass. inter, des Et. Byzant. a Venise, Σεπτέμβριος 1968, Bibliotheque de l'institut d'Etu des Byz. et post-Byz. de Venise, No 4, Venise 1971. Και Actes du XIV Congres intern, des Et. Byz., Βουκουρέστι 1971. «Rapports», Societe et vie intellectuelle au XlVe siecle, τ. I. 20. Βλ. Masai F.,Plethon etplatonisme de Mistra, Παρίσι 1956. Και Zakythinos D., Le Despotat give de Moree, τ. Π, σελ. 322 κ.ε. 21. Runciman St., The Last Byzantine Renaissance, Κέμπριτζ 1970. 22. Ο Γεννάδιος υπήρξε ο πρώτος πατριάρχης της Κωνσταντινού πολης υπό τους Τούρκους. Για τον Γεννάδιο, βλ., τέλος, Turner C. J. G., The career of George-Gennadius Scholarius, στο Byzantion, τ. 39, 1969-1970, σελ. 420-455^ 23. Γι' αυτά τα λόγια του Λουκά Νοταρά, βλ. Evert-Kappesowa Η., La tiare on le turban, στο Byzantinoslavica, τ. XIV, 1953, σελ. 245 κ.ε.
24. Αυτά τα θέματα έχουν τονιστεί από τον Mango C, Byzantinism and Romantic Hellenism, στο Journal of the Warburg and Courtauld institutes, τ. XXVIII, 1965, σελ. 29-43. 25. Για την εσχατολογική λογοτεχνία στο Βυζάντιο, βλ. Alexan der P., The Oracle of Baalbek, Dumbarton Oaks, 1967, και τις Σημειώ σεις του C. Mango όπου ανωτ. 26. Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε και από τους ενωτικούς, που υπογράμμιζαν ότι το μεγαλείο της Αυτοκρατορίας εξαρτάται από την ειρήνη των Εκκλησιών. Βλ. Bekkos και Migne Part. Gr., τ. 141, στ. 16, 44. Επίσης Meliteniotis C., στο ίδιο, στ. 1.036 κ.ε.: Αιτία όλων των ατυχημάτων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι το Σχί σμα των Εκκλησιών. 27. Γι' αυτή τη θεμελιακή αρχή της βυζαντινής σκέψης, βλ. κατ. σελ. 145. (να μπει η σωστή σελίδα) 28. Vasiliev Α., Medieval Ideas of the End of the world στο By zantion, τ. 26,1942-3, σελ. 497 κ.ε. 29. Βλ. τις παρατηρήσεις του Nicol D.M., Byzantium and Greece (εναρκτήριος λόγος στην Koraes Chair, του Πανεπιστημίου), Λονδί νο 1971, σελ. 20. 30. Βλ. Meyendorff J., Spiritual Trends in Byzantium in the late 13th and early 14th centuries στο Art et societe a Byzance sous les Paleo logues, Βενετία 1971, σελ. 53-71. Επίσης Beck H.G., Humanismus and palamismus, στο Rapports du Xlle Congres intern, des Et. Byz., Ill, Βελιγράδι-Αχρίδα 1961. Επίσης Sevcenco I., Society and intellectual life in the 14th century, στο XVIe Congres inter, des Et. Byz., Βουκου ρέστι 1971, Rapports, Ι, σελ. 7-31. 31. Δεν κατόρθωσα να δω το σύγγραμμα του Irmscher J., Die Weltgeschitliche Bedeutung des Byz. Reiches, Βερολίνο 1967. 32. Παλαμά Κ., Ο Δωδεκάλογος τον Γύφτου. 33. Αναφέρεται από τον Halecki Ο., La Pologne et I'Empire Byzantin, στο Byzantion, τ. VII, 1932, σελ. 65. 34. Για την πτώση της Πόλης, βλ., τέλος, Runciman St., La chute de Constantinople, Παρίσι 1968. 35. Βλ. Μέγα Γ., Η πτώση της Κωνσταντινούπολης στα τραγούδια και τους θρύλους ηυν Ελλήνων, στο «Σύγχρονος Ελληνισμός», τόμος
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 192 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
193
της πέμπτης εκατονταετηρίδας από την άλωαη της Κωνσταντινουπόλε ως, Αθήναι 1953, σελ. 247 κ.ε. 36. Κείμενα για την πόλη της Κωνσταντινούπολης, συγκεντρωμένα από τον Fenster Ε., Laudes Constantinopolitanae, Miscellanea Byzantina Monacensia, v. 9, Μόναχο 1968, εγκώμια και μονωδίες. 37. Secunda mors ista Homero est, secundus Platonis obitus: Ανα φέρθηκε από τον Δ. Ζακυθηνό, Η Κωνσταντινούπολις του Γένους στη «Νέα Εστία», τ. 1.086,1972, σελ. 5 κ.ε. 38. Laurent V., Les premiers patriarches de Constantinople sous la domination turque (1454-1476) στη Revue des Et. Byzantines, τ. 26, 1968, σελ. 229-263. 39. Jorga Ν., Byzance apres Byzance, νέα έκδοση, Βουκουρέστι 1971.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΕΡΕΥΝΑ 1. Βλ. ανωτ. σελ. 24 κ.ε. οικουμενικότητα, εθνικισμός, ιμπεριαλι σμός και σωβινισμός, πατριωτισμός κτλ. 2. Γι' αυτό το θεμελιώδες πρόβλημα, βλ. Ziegler A. W., Die Byzantinische Religionspolitik und der sog Ccisaropapismus, Festgabe f iir Paul Diels, Μόναχο 1953, σελ. 81-97. Επίσης, Dvornik, Early Christian and Byzantine political philosophy, The Dumbarton Oaks Center for Byz. studies, 1966. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η θέση για τον βυζαντινό καισαροπαπισμό, που δεν την παραδέχονται άλλωστε οι παραπάνω αναφερόμενοι συγγραφείς, στηρίζεται στην υπ' αριθ. 131 Νεαρά του Ιουστινιανού Α' του έτους 545. Πρόκειται για κείμενο που δημοσιεύτη κε για να ρυθμίσει προβλήματα της Εκκλησίας, σε μια στιγμή που οι σχέσεις με τη Ρώμη απασχολούν σοβαρότατα τον αυτοκράτορα. 3. Ας σημειώσουμε σχετικά τη θέση που εκφράζεται στη συλλογή των αποφθεγμάτων, που είναι γνωστή με τον τίτλο Μέλισσα: «Ως προς το σώμα, ο αυτοκράτιορ είναι όμοιος με κάθε άλλο άνθρωπο». Migne, Part. Gr. τ. 136, στηλ. 1.012β, βλ. το σχόλιο του Sevcenko Ι.,Α neglected Byz. source of Muscovite political ideology, στο Harvard Sla vic Studies, τ. 11,1954, σελ. 141-179.
4. Βλ. Brehier L., Hiereus et Basileus, στο Memorial Louis Petit, Βουκουρέστι 1948, σελ. 41-45. 5. Αναφέρεται από τον Reiske, σχόλιο στο De Ceremoniis Aulae Byzantinae, Εκδ. Bonn, τ. Π, σελ. 736. 6. De Ceremoniis, Εκδ. Bonn, I, σελ. 627. 7. Βλ. Επαναγωγή, Εκδ. Zepos, Jus Graecoromanum, τ. II, κεφ. 2 και 3. 8. Βλ. ανοπ. σελ. 31. 9. Ο Κηρουλλάριος είναι αυτός που δήλοοσε ότι «η διαφορά ανά μεσα στην αυτοκρατορία και στο ιερατείο ή είναι ανύπαρκτη ή ελά χιστη», Skylitzes, Εκδ. Bonn, σελ. 643. Επίσης ο Ψελλός στο Scripta Minora, Εκδ. Kurtz Drexl, I, σελ. 276 και 280. 10. Diacre Leon, Εκδ. Bonn, σελ. 101. 11. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο όρος «οικονομία» χρησιμοποιόταν στη βυζαντινή εποχή για να δηλώσει το προνόμιο που παραχω ρούσε ο αυτοκράτορας: σήμαινε το σύνολο των μέτρων που παίρνο νταν προς όφελος ενός ιδιώτη. Αυτή η έννοια εμφανίζεται μετά τον έβδομο αιώνα και δεν τη συγκράτησε ο Lampe. Όσον αφορά την «τά ξη», ο Lampe δίνει περισσότερες από δεκαπέντε σημασίες. 12. Ας σημειώσουμε την έκφραση «φρόνησις οικονομίας», στο Basile de Seleucie, Oratio, XXIX. Migne Part. Gr. τ. 85, σελ. 325. Η βυζαντινή «οικονομία» πλησιάζει επίσης στη «φρόνησιν» των αρ χαίων, που σήμαινε την ανθρώπινη σοφία. 13. Το Βυζάντιο οφείλει τη θεωρία του για τον αυτοκράτορα στην ελληνιστική σκέψη και πλησιάζει τη θεωρία για τη βασιλεία, όπως κα θιερώθηκε από τον Εκφάντη, τον Διοτογένη, τον Στενίδα, τον Δίον. Χρυσόστομο κτλ. Γι' αυτό το πρόβλημα, βλ. Lacombrade C, Le discours sur la royaute de Synesios de Cyrene, Belles-Lettres, Παρίσι 1951, σελ. 88 κ.ε. 14. To έργο του ψευδο-Διονύσιου εκδόθηκε από τον Migne, Patr. Gr., τ. Ill και IV. 15. Migne, Patr. Gr. τ. Ill, συλ. 373 κ.ε. 16.ΣΤΟ ίδιο, τ. III, συλ. 128 και 385. Και σχόλια, στο ίδιο, τ. IV, συλ. 29. 17.Στο ίδιο, τ. III, συλ. 506 και κυρίως συλ. 537, πρέπει να σημειώ-
194
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
195
σουμε ότι οι Πε'ρσες δεν συμμερίζονταν καθόλου την κατεξοχήν χρι στιανική και βυζαντινή θεωρία, κατά την οποία η επίγεια τάξη είναι ατελής αντανάκλαση του κόσμου των ιδεών. Βλ. σχετικά τη δήλοοση ενός Σασσανίδη πρεσβευτή στον Μαυρίκιο: «Η τάξις του κόσμου που κυβερνάται από τους ανθρο5πους αποτελεί τον αντίποδα της ου ράνιας τάξεως που κυβερνάται από τον Θεό». (Θεοφύλακτος Σιμμοκάτης, Εκδ. Bonn, σελ. 174). 18.0 όρος ταξιαρχία = ιεραρχία, στον Pseudo-Denis, Εκδ. Migne, Patr. Gr. τ. IV συλ. 273. Θεοφύλακτος Σιμ. Εκδ. Bonn, σελ. 174 και 52, και κυρίως στο Pierre Patrice, De politica sapientia, Εκδ. Mai, Script, vet. nova συλ. Π, σελ. 599-600. (Για τον συγγραφέα και το έργο, βλ. Valdenberg V., Les idees politiques dans lesfragmentsattribnesa Pierre le Patrice, στο Byzantion, τ. II, 1926, σελ. 55-76.) 19. Για τα Τακτικά, βλ., τέλος, Oikonomides N., Les Listes depreseance Byzantines des IXe και Xe siecles, Παρίσι 1972. 20. Δεν είχα τη δυνατότητα να δω την εργασία του Goltz Η., Hiera Mesiteia: Zur Theorie der hierarchischen Sozietdt in Corpus areopagiticum Diss. Halle (Saale), 1972. 21. De Ceremoniis, Εκδ. Bonn, σελ. 639. Επίσης Treitinger Ο., Dier ostromische Kaiser-und Reischidee nach ihrer Gestaltung im hofischen Zeremoniell, Darmstadt 1965. 22. Για την καταγοογή της αυτοκρατορικής μυστικιστικής, βλ. Gaudemet J., Les Institutions de I'Antiquite, Παρίσι 1967, σελ. 459 κ.ε., και Brehier L., Les Institutions de I'Empire Byzantin, Παρίσι, σελ. Ι κ.ε. 23. De Ceremoniis, Εκδ. Bonn, σελ. 639. 24. Grabar Α.,L'Empereurdans VartByzantin, Παρίσι 1936. 25. De Ceremoniis, Εκδ. Bonn, σελ. 192,193. 26. Baynes N., The supernatural Defenders of Constantinople, στο Byzantine Studies and other essays, Λονδίνο 1960, σελ. 248-260. 27. Γι' αυτή τη θεωρία, βλ., τέλος, Ostrogorsky G., Die Byzantinische Staatenhierarchie, στο Zur Byzantinischen Geschichte, Darmstadt 1973, σελ. 119, 141. 28. Γι' αυτή τη θεμελιακή ιδέα του βυζαντινού καθεστώτος, βλ., για παράδειγμα, Nicephore, Εκδ. De Boor, σελ. 6. Επίσης Lydos, De
Ostentis, Εκδ. Bonn, σελ. 15. Επίσης Theophylacte Simmocata, Εκδ. Bonn, σελ. 303 κ.ε. 29. Ο σεβασμός της παράδοσης των «πατρίιον» αποτελεί για τους Βυζαντινούς τη δύναμη της Αυτοκρατορίας τους, Βλ. Synesios, De reg no, Εκδ. Migne, Patr. Gr. τ. 566, συλ. 1.077. 30. Βλ., μεταξύ άλλων, Theophylacte Simmocata, Εκδ. Bonn, σελ. 327 και κυρίως σελ. 166,168-169. 31. Η πειθαρχία οδηγεί στην ειρήνη, εγγυητή της ευημερίας τίον πολιτιόν. Βλ. την έκθεση του Βασίλίσκου στο Euagrios, Hist. Eccl., Εκδ. Bidez Parmentier, σελ. 101-104. Βλ. σχετικά με τον όρο «Ευτα ξία» στο Pseudo-Denis, Εκδ. Migne, Patr. Gr. τ. IV, συλ. 272. 32. Jugie Μ., Homilies mariales byzantines, Patrologia Orientalis, τ. XVI, 1922, τεύχ. 3, σελ. 460. 33. Ο όρος σήμερα σημαίνει κρίμα. 34. Βλ. παραπάνω, σελ. 36 κ.ε. 35. Για το αυτοκρατορικό έργο, θεωρούμενο ως αποτέλεσμα της καλύτερης «οικονομίας», βλ. Mysticos Nicolas, Epistulae, Εκδ. Migne, Patr. Gr. τ. Ill, συλ. 212-213 και 319. Ας σημειώσουμε έναν ενδιαφέρο ντα ορισμό του Μυστικού για την οικονομία: «Η οικονομία είναι η μί μηση της θείας ευσπλαχνίας» (συλ. 213). Επίσης: «Η οικονομία είναι ένας σωτήριος συμβιβασμός». 36. De Ceremoniis, Εκδ. Bonn, Ι, σελ. 3-4, 5 και 517.
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΌΡΩΝ
197
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ
324-337 Κωνσταντίνος Ι 337-361 Κωνστάντιος 361-363 Ιουλιανός 363-364 Ιοβιανός 364-378 Ουάλης 379-395 Θεοδόσιος Ι 395-408 Αρκάδιος 408-450 Θεοδόσιος II 450-457 Μαρκιανός 457-474 Λε'ων Ι 474 Λέοον II 474-475 Ζήνων 475-476 Βασιλίσκος 476-491 Ζήνων 491-518 Αναστάσιος Ι 518-527 Ιουστίνος Ι 527-565 Ιουστιανιανός Ι 565-578 Ιουστίνος II 578-582 Τιβέριος Ι Κωνσταντίνος 582-602 Μαυρίκιος 602-610 Φωκάς
610-641 Ηράκλειος 641 Κωνσταντίνος III και Ηρακλωνάς 641 Ηρακλωνάς 641-668 Κοτνστάντιος II 668-685 Κοτνσταντίνος IV 685-695 Ιουστινιανός II 695-698 Λεόντιος 698-705 Τιβέριος II 705-711 Ιουστινιανός II (για δεύτερη φορά) 711-713 Φιλιππικός 713-715 Αναστάσιος II 715-717 Θεοδόσιος III 717-741 Λέων III 741-775 Κοτνσταντίνος V 775-780 Λέων IV 780-797 Κωνσταντίνος VI 797-802 Ειρήνη 802-811 Νικηφόρος Ι 811 Σταυράκιος 811-813 Μιχαήλ Ι ο Ραγκαβε'ς 813-820 Λέων V 820-829 Μιχαήλ II 829-842 Θεόφιλος 842-867 Μιχαήλ III 867-886 Βασίλειος Ι 886-912 Λέων VI 912-913 Αλέξανδρος 913-959 Κοονσταντίνος VII 920-944 Ρουμάνος Ι Λακαπηνός 959-963 Ρωμανός II 963-969 Νικηφόρος II Φωκάς 969-976 Ιοοάννης Ι Τσιμισκής 976-1025 Βασίλειος II
18 9
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΌΡΩΝ
1025-1028 Κωνσταντίνος VIII 1028-1034 Ρωμανός II ο Αργυρός 1034-1041 Μιχαήλ IV 1041-1042 Μιχαήλ V 1042 Ζωή και Θεοδοόρα 1042-1055 Κωνσταντίνος IX ο Μονομάχος 1055-1056 Θεοδώρα (για δεύτερη φορά) 1056-1057 Μιχαήλ VI 1057-1059 Ισαάκιος Ι ο Κομνηνός 1059-1067 Κωνσταντίνος Χ ο Δούκας 1078-1081 Νικηφόρος III ο Βοτανειάτης 1081-1118 Αλέξιος Ι ο Κομνηνός 1118-1143 Ιωάννης II ο Κομνηνός 1143-1180 Μανουήλ Ι ο Κομνηνός 1180-1183 Αλέξιος II ο Κομνηνός 1183-1185 Ανδρόνικος Ι ο Κομνηνός 1185-1195 Ισαάκιος II ο Άγγελος 1195-1203 Αλέξιος IV ο Άγγελος 1204 Αλέξιος V ο Μουρτζούφλης 1204-1222 Θεόδωρος Ι ο Λάσκαρις 1222-1254 Ιωάννης III ο Δούκας Βατατζής 1254-1258 Θεόδωρος II ο Λάσκαρις 1258-1261 Ιωάννης VI ο Λάσκαρις 1259-1282 Μιχαήλ VIII ο Παλαιολόγος 1282-1328 Ανδρόνικος II ο Παλαιολόγος 1328-1341 Ανδρόνικος III ο Παλαιολόγος 1341-1391 Ιοοάννης V ο Παλαιολόγος 1347-1354 Ιωάννης VI ο Κατακουζηνός 1376-1379 Ανδρόνικος IV ο Παλαιολόγος 1390 Ιωάννης VII ο Παλαιολόγος 1391-1425 Μανουήλ II ο Παλαιολόγος 1425-1448 Ιωάννης VIII ο Παλαιολόγος 1449-1453 Κωνσταντίνος XI ο Παλαιολόγος
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Barker E., Social and political thought in Byzantium, Οξφόρδη 1957 (Επιλογή κειμένων και αγγλική μετάφραση). Baynes Ν. Η., Byzantine Studies and other Essays, Λονδίνο 1960. Ιδίως το The Hellenistic civilisation and East Rome. Brehier L., Les intitutions de {'Empire byzantin, Παρίσι 1949 (Γενικό και χρήσιμο). Dagron G., Naissance d'une capitale. Constantinople etses institutions de 330 a 451. Παρίσι 1974. D'dlger F., Byzanz una die europaische Staatenwelt, Ettal 1953 (απα ραίτητο για τις σχέσεις μεταξύ χριστιανικής Ανατολής και χρι στιανικής Δύσης πριν από τις σταυροφορίες). Diehl Ch., Byzance: grandeur et decadence, Παρίσι 1919. Drornik F., Early Christian and Byzantine political philosophy. The Dumbarton Oaks Center for Byzantine Studies 1966. (Δύο τό μοι. Μόνον ο 2ος τόμος που είναι βασικό έργο αφορά την πε ρίοδο μας.) Grabar Α., L'Empereur dans I'Art byzantin. Παρίσι 1936 (σημαντικά για την Επίσημη τέχνη). Hunger Η., Prooimion. Elemente der byz. Kaiseridee in den Aregen der Urkunden. Wien, Graz, Koln 1964 (απαραίτητο για την επίσημη πολιτική). — Byzantinische Geisteswelt, Baden-Baden 1958 (επιλογή κειμένων και γερμανική μετάφραση).
200
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
201
Lechner Κ., Hellenen imdBarbaren im WeltbildderByzantiner. Μόναχο 1954 (αντικαθιστά για το Βυζάντιο το κλασικό έργο του J. Juthner, Hellenen and Barbaren, Leipzig 1923). Lemerle P., Le premier humanisme byzantin. Notes et remarques sur enseignement et culture a Byzance des origines an Xsiecle, Παρί σι 1971. (Βασικό για την πνευματική ζιυή.) Miller D. Α., The Byzantine tradition. Νέα Υόρκη-Λονδίνο 1966 (μι κρό βιβλίο τσέπης, με πρωτότυπες συχνά ιδέες). ' Obolensky D., The Byzantine Commonwealth, Eastern Europe 5001453. Λονδίνο 1971. (Απαραίτητο για τη μελέτη της ακτινοβο λίας του βυζαντινού πολιτισμού.) Ostrogorsky G., Histoire de I'Etat Byzantin. Παρίσι 1956. (Απαραίτη το για τη γενική ιστορία.) Sherrard Ph., The Greek East and the Latin West. A study in the Chris tian Tradition. Λονδίνο 1959. (Τονίζεται η ιστορία της διανόη σης·) Vacalopoulos Α., Origins of the Greek Nation. The Byzantine period 1204-1461, New Brunswick, N. Jersey 1970. (Η ελληνική άπο ψη για τις τελευταίες περιόδους του Βυζαντίου. Χρήσιμο έρ γο.) Ζακυθηνός Δ., Βυζάντιο, Κράτος και Κοινωνία, Αθήνα 1951 (έργο εξαιρετικά χρήσιμο για την ανάπτυξη του βυζαντινού κόσμου).
Irmscher J., Der Hellenismus im Geschichtsverstandnis der Byzantiner. Στο «Soziale Probleme im Hellenismus und im romischen Re ich», Πράγα 1973, σελ. 37-62. Lemerle P., Byzance et les origines de notre civilisation, στο «Venezia e 1'Oriente fra tardo Medioevo e Rinascimento», Φλοορεντία 1966, σελ. 1-17. Mango C, Byzantium and Romantic Hellenism, στο The Journal of the Warburg and Courtauld Institutes, τόμ. 28ος, 1965, σελ. 29-43. Moravcsik Gy., Byzance a la lumiere de ses noms στο «Acta Antiqua Academice Scientiarum Hungaricae», τόμ. 16ος, σελ. 455-464. Nicol D. Μ., Byzantium and Greece, Inaugural Lecture in the Koraes Chair, University of London, 1971, σελ. 1-20. Runciman St., Byzantine and Hellene in the 14th centwy. Στο «Ανάλε κτα διά την 600ρίδα της Εξαβίβλου του Κωνστ. Αρμενόπου λου», Θεσσαλονίκη 1952, σελ. 27-31. Salaville S., De I'hellenisme au byzantinisme, στο «Echos d'Orient», τόμ. 30ός, 1931, σελ. 28-64. Valdengerg V., Les idees politiques dans les fragments attribues a Piene Le Patrice, στο «Βυζάντιον», τόμ. 2ος, 1926, σελ. 55-76. Ζακυθηνός Δ., Η Κωνσταντινούπολις τον Έθνους. Στη «Νέα Εστία», τεύχος 1.086, σελ. 1-14.
ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ Alexander P. J., The strength of Empire and Capital as seen through Byzantine eyes. Στο «Speculum», τόμ. 37ος, 1962, σελ. 346. Angelov D., Byzance et VEurope occidentale. Στο Etudes historiques a l'occasion du XHe Congres international des Sciences his toriques, Σόφια 1965, τόμ. 2ος, σελ. 47-61. Charanis P., How Greek was the Byzantine Empire, στο «Bucknell Re view», Λιούισμπ:ουργκ 1963, σελ. 101-106.
ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥΣ Carlyle R. W. Α. J., A History of Medieval Political Theoiy in the West, Εδιμβούργο-Λονδίνο, 6 τόμοι. Morral J., Political though in medieval times, Νέα Υόρκη 1958 (μικρό εγχειρίδιο). Rosenthal E., Political though in medieval Islam, Cambridge Univer sity Press, 1958.
202
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Schraeder Η., Moskau das Dritte Rom, Studien zur Geschichte der politischen Theorien in der slavischen Welt. Αμβούργο 1929. Σημ.: Η σημαντική βιβλιογραφία για τον αυτοκράτορα και την αυτο κρατορική ιδέα δεν αναφε'ρεται. Λαμβάνεται υπόψη στις Σημει ώσεις του κειμένου.
Διαβάστε
επίσης...
MICHEL FOUCAULT - ΠΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Μετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια Πρόλογος: Στέφανος Ροζάνης «Για την υπεράσπιση της κοινωνίας». Αυτόν τον τίτλο χρησιμοποιεί ο FOUCAULT για τη σειρά των διαλέξεων του στο College de France κατά την περίοδο 1975-1976. ΠΑ ΤΗΝ Σ' αυτές τις διαλέξεις, τις τόσο ουσιώδεις και ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ως προς το εύρος της ιστορικής έρευνας και ως ΤΗΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ προς την αναλυτική διεισδυτικότητα με την οποία αναπτύσσεται η θεματική, ο FOUCAULT θέτει το όλο πρόβλημα σε σχέση με τη διερεύ■ Άνηση και/ή διαχείριση της ιστορικής σφαίρας και των κοινωνικών διαδικασιών που διαμορ φώνονται εντός της επικράτειας της. Σταθερή βάση των αναλύσεων του FOUCAULT είναι η διερεύνηση του κρίσιμου προβλήματος της γνώσης και της εξουσίας.
MAX HASTINGS ΑΡΜΑΓΕΔΔΩΝ, Η ΜΑΧΗ ΠΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ 1944-1945 Μετάφραση: Βαγγέλης Κατσάνης Το ΑΡΜΑΓΕΔΔΩΝ εξιστορεί μια σημαντικότατη περίοδο του Β' Παγκο σμίου Πολε'μου κατά την οποία επήλθε η καταστροφή της Γερμανίας του Χίτλερ. Ο Μαξ Χε'ιστινγκς μελε'τησε αρχεία σε τέσσερις χώρες και πήρε συνεντεύξεις από πολλούς μάρτυρες με σκοπό να ανασυνθε'σει ένα έπος, μιαν ανεπανάληπτη πολεμική ιστορία και ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη ανθρώπινη τραγωδία του εικοστού αιώνα. Κάποιες μάχες, όπως αυτή των Αρδενών και του Άρνεμ, είναι πολύ γνωστές, αλλά εδώ παρουσιάζονται οι άγνωστες πτυχές τους. Άλλα γεγονότα, πάλι, όπως η συγκλονιστική πορεία του Κόκ κινου Στρατού προς την Ανατολική Πρωσία, η οποία επέφερε το θάνατο τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου ανθρώπων, είναι σχεδόν άγνωστη στη Δύση. Άγνωστες, επίσης, είναι και ορισμένες προσω πικές ανθρώπινες ιστορίες, που συνθέτουν τα τραγικά γεγονότα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Χέιστινγκς προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε κρίσιμα πολεμι κά ζητήματα. Γιατί οι Σύμμαχοι δεν κέρδισαν τον πόλεμο του 1944 ενώ ήταν σαφώς πιο ισχυροί από τους Γερμανούς; Γιατί οι Ρώσοι στρατηγοί ήταν μακράν οι καλύτεροι του πολέμου; Πώς ήταν να πο λεμάς στον βρετανικό, αμερικανικό, γερμανικό και ρωσικό στρατό; Το ΑΡΜΑΓΕΔΔΩΝ αποτελεί ένα από τα πιο παραστατικά βιβλία για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο περιγράφοντας τις μάχες στα ανατο λικά και τα δυτικά της Ευρώπης, αναλύοντας και πολιτικά τις απο φάσεις των στρατηγών, και αποτιμώντας τις συνέπειες τους τόσο για τους ένστολους όσο και για τον άμαχο πληθυσμό.
ROBERT DAHL - ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Μετάφραση: Βασίλης Κόρκας Πρόλογος: Στέφανος Ροζάνης Η αυγή της νέας χιλιετίας έχει αναδείξει τη Δημοκρατία και τα προβλήματα της ως ένα από τ α κρισιμότερα προτάγματα των σύγ ; . χρονων Δυτικών κοινωνιών, αλλά και γενικόΠΕΡΙ τερα του παγκόσμιου κοινωνικού και οικονοΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ , μ|ΚΟυ" συστήματος. Ιδιαίτερα, μέσα στους έντο νους προβληματισμούς και τις αντιμαχίες που συνοδεύουν τη σημερινή παγκοσμιοποιημένη τάξη πραγμάτων, ο αναστοχασμός περί της ~~~^ΪΓΖ „,...,, ουσίας της Δημοκρατίας αποτελεί ένα σταθε ρό πόλο έλξης, ο οποίος τις περισσότερες φο ρές λαμβάνει ένα δραματικό χαρακτήρα. Ο ROBERT DAHL με το βιβλίο του «Περί Δημοκρατίας» επιτυγχάνει μια σημαντική συμβολή στην πολιτική θεωρία της εποχής μας, παρέ χοντας μια ολοκληρωμένη άποψη σχετικά με το πρωτείο της Δημο κρατίας. Με απόλυτη σαφήνεια και μεθοδολογική αυστηρότητα ανα λύει το νόημα και τη σημασία της Δημοκρατίας, τους τρόπους λει τουργίας της, τις προκλήσεις τις οποίες αντιμετωπίζει στον σύγχρο νο κόσμο και τις προοπτικές της για το με'λλον.
Αγαπητοί αναγνώστες των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Γίνετε κι εσείς μέλη της Λέσχης Αναγνωστών των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ εντελώς δωρεάν. Φωτοτυπήστε τη σελίδα, συμπληρώστε τα στοιχεία σας και στείλτε τα στο fax: 210.330.20.98, ή ταχυδρομήστε τα στη διεύθυνση: Ζαΐμη 8, 10683 Αθήνα, ή στείλτε μας e-mail στη διεύθυνση: info@psichogios.gr Μόλις γίνετε μέλη, θα σας στείλουμε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα: την κάρτα μέλους, έντυπα με αποσπάσματα βιβλίων, την εφημερίδα μας, προσκλήσεις για εκδηλώσεις, σελιδοδείκτες και καταλόγους μας. Επιπλέον, θα σας ενημερισνουμε για οτιδήποτε αφορά τους αναγνώστες των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Εάν έχετε παιδιά και επιθυμείτε να ενημερώνονται κι εκείνα, φωτοτυπήστε τη σελίδα περισσότερες φορές και συμπληρώστε την και για τα παιδιά σας, σημειώνοντας ποιοι είναι οι αγαπημένοι τους ήρωες από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ. ί ] ! Ι ί ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ: ΟΔΟΣ: ΑΡΤΟΜΟΣ· ΠΟΛΗ: ΤΚ: .. e-mail: ΗΜ/ΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ: ΤΗΛ.: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: ..KIN. ΤΗΛ.: Με ενδιαφέοοτ}ν ιδιαίτεοα: D Ελληνική' Λογοτεχνία D Ιστορικό Μυθιστόρημα D Βιβλία Γενικών Γνώσεων D Άλλο: Ξε'νη Λογοτεχνία D Δοκίμια D Βιβλία Πρακτικής Ζωής D
Κεοδιΐουν όλοι όσοι συμμετέχουν! Μήπως είστε φανατικοί αναγνώστες των βιβλίων μας; Μήπως θα θέλατε να σας χαρίσουμε κάποια μυθιστορήματα της επιλογής σας; Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι το εξής: αγοράζοντας από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο* ένα βιβλίο των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλώστε πάνω στην απόδειξη την τιμή του και σημειώστε από πίσω το ISBN του βιβλίου αυτού (θα το βρείτε στο οπισθόφυλλο). Μόλις συμπληρώσετε αγορές βιβλίων αξίας 200 €, αποκλειστικά των Εκδόσεων μας. κερδίζετε ένα μυθιστόρημα της επιλογή; σας εντελώς ΔΩΡΕΑΝ.
9
Στείλτε μας: Τον αριθμό της κάρτας μέλους σας, το ονοματεποίνυμο και το τηλέφωνο σας (ή ιην αίτηστ] εγγραφής μέΆονς στο Fan Club ή στί] Λέσχη Αναγί'αχπών) • Τις πρωτότυπες αποδείξεις (όχι φωτοτυπίες) * Τον τίτλο του βιβλίου που θέλετε να σας στείλουμε ΔΩΡΕΑΝ. Εμείς θα σας ενημερώσουμε από ποιο βιβλιοπωλείο της περιοχής σας θα μπορέσετε να παραλάβετε το μυθιστόρημα της επιλογής σας.
ί ! ί ί ! ί Ι j
Τη διαδικασία αυτή μπορείτε να την επαναλαμβάνετε κάθε φορά που θα συμπληοιύνετε αγορές αξίας 200 € . μέχρι και την ημερομηνία λήξης του διαγ&ηασμού (για το 2007:31/12/2007)! Ο αναγνώστης που θα δηλώσει το υψηλότερο ποσό αγορών μέχρι το τέλος του έτους θα κερδίσει, εκτός από τα μυθιστορήματα της επιλογής του, και ένα δώρο-έκπληξη! Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν στους νικητές γραππός καθώς και μέσα από το site μας (για το 2007 το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 2008). * Εξαιρούνται ελάχιστα βιβλιοπωλεία που δε συνεργάζονται απευθείας με τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ.
Μπορείτε να διαγραφείτε από τη Λέσχη Αναγνωστών των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ ανά πάσα στιγμή μ' ένα τηλεφώνημα στο 80011 646464.
* Αλλά οι ανθρωπιστικές επιστήμες, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτές οι οποίες επιτρέπουν στους νέους ανθρώπους να έχουν το κριτικό πνεύμα, το άνοιγμα μυαλού, ψυχής και καρδιάς για να μπορέσουν ακριβώς να εποπτεύσουν τη μηχανή, η οποία οπωσδήποτε είναι ένας σύντροφος επιστημονικός αυτή τη στιγμή. Αν υποταχθείς στη μηχανή, με την οποία πρέπει να έχεις ένα interface, και αντί να τη θρέψεις να σε τρέφει, τότε βέβαια οι ανθρωπιστικές σπουδές έχουν χάσει και το σκοπό τους και το στόχο τους και δεν μπορούν να προσφέρουν καμιά υπηρεσία. Αρα, οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι όλες οι επιστήμες οι οποίες μπορούν να μάθουν στον νέο να κλείνει την τηλεόραση και όχι να την ανοίγει. Από τις πιο υπεύθυνες κινήσεις είναι το να κλείνεις την τηλεόραση. Το να την ανοίγεις είναι η πιο μηχανική κίνηση που υπάρχει και η πιο αυτόματη. Από συνέντευξη της Ελένης ΓλύκατζηΑρβελέρ στο περιοδικό ΕΝΔΕΪΚΤΗΣ (έκδοση του Πανεπιστημίου Κύπρου) * Δείτε, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν είναι παρά ένας πολιτισμός μεταναστών. Ανέκαθεν αυτό ήταν. Λαοί και λαοί στο διάβα των αιώνων μπήκαν στην Ευρώπη και συνεχίζουν να μπαίνουν. Στην ίδια την Ελλάδα - Πελασγοί, Μίνωες, Αχαιοί, Δωριείς... Για να μείνουμε μόνο στα αρχαία χρόνια, να μην πάμε σε μεταγενέστερα. Σταμάτησε ποτέ; Γι' αυτό και υποστηρίζω το ότι μόνο παγκόσμιο αγαθό δεν είναι ούτε το νερό ούτε ο αέρας, τίποτα: είναι η μοιρασιά του Πολιτισμού. Η Ευρώπη, ιστορικά, είναι ένας χώρος πολιτισμού που βάζει κάθε φορά υπό αίρεση τον εαυτό της. Θέτει υπό αμφισβήτηση αυτό που είναι. Και τι θα σε εξαναγκάσει να αμφιβάλεις γι' αυτό που είσαι, αν όχι κάτι πιο ξένο; Υπάρχει όμως ένα όριο, ένα κατώφλι λέω εγώ, που δεν πρέπει να ξεπεραστεί [...] Ένας επιστήμονας φίλος μου, ερευνητής στο ζήτημα του καρκίνου, μου έλεγε ότι μπορούμε να εμποδίσουμε την ανάπτυξη όλων των μορφών καρκίνου αρκεί να έχουν πειραχτεί έως 1.000 κύτταρα. Αν έχουν πειραχτεί 1.001, τελείωσε. Από συνέντευξη της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΗΡΙΔΑΝΟΣ
Το Βυζάντιο είναι ταυτόχρονα μια πόλη και μια αυτοκρα τορία. Η περίεργη τύχη της άλλοτε ταπεινής πόλης του Βο σπόρου δημιούργησε γρήγορα το θρύλο. Το Βυζάντιο-Κωνσταντινούπολη, προορισμένο να γίνει η έδρα της πρώτης χρι στιανικής αυτοκρατορίας, θεωρήθηκε εξαρχής έργο θείας έμπνευσης [...] και η ίδρυση της πόλης που διάλεξε ο Θεός θεωρήθηκε ότι συμβόλιζε και την ίδρυση της χριστιανικής αυτοκρατορίας. Η χριστιανική ιστοριογραφία δημιούργησε το θρύλο της ιερής πόλης της Κωνσταντινούπολης σαν απά ντηση, θα έλεγε κανείς, στον ειδωλολατρικό θρύλο για την ίδρυση της Ρώμης [...] Έτσι με την Κωνσταντινούπολη ένας νέος κόσμος μπαίνει στην Ιστορία... Το βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ έχει αποσπάσει ομόφωνα τον έπαινο της διεθνούς κριτικής. «Θα έπρεπε να αποτελεί αναπόσπαστο βοήθημα κάθε φοιτητού της ελληνικής ιστορίας και κάθε ανθρώπου που προβληματίζεται για την νεοελληνική ιστορία και πολιτισμό», έγραφε ΤΟ ΒΗΜΑ στις 18/4/1976. Και με την ίδια πεποίθηση το προσφέρουμε σήμερα με υπερηφάνεια στο ελληνικό κοινό.
Ι Ι5ΒΝ 978-960-702-071 -0
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 1,106 79 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ.: 210 28 04 800 · ΡΑΧ: 210 28 19 550
νν\Λ/\Λ/.ρ5ίοήθ9ίοε.9Γ * 6-Π13Ν: ίηίο@ρδίοήθ9ίθ5.9Γ
Ι
υιιιιιιιυιιιι ι ι ι ι ι ι ι ι ι ι ι 917 8 9 60 7 "02 07 10II
Commenting has been disabled.