Print this document
High Quality
Open the downloaded document, and select print from the file menu (PDF reader required).
ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛ/Ο ΤΗΣ ΕΠ/ΚΡΑΤΕ/ΑΣ
ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ μlκού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΜΟΓΟΣ
Α ΘΗΝΩΝ» , που εδρεύει στην Αθήνα, επί της
οδού Ακαδημίας αρ. 60, όπως νόμιμα εκπροσωπείται ..
2. Του Ιωάwου
"(ΑΜ./Δ.Σ.Α Ακαδημίας αρ. 60.
Αδαμόπουλου Προέδρου
του
Δημητρίου,
Δικηγόρου
Αθηνών οδός
12000) -
του Δ.Σ.Α,
κατοίκου
Αθηνών,
ΚΑΤΑ
1. Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου
Οικονομικών.
•• .i.4
από τον Υπουργό
i -'
2. Της υπ' αριθμ.
ΠΟΛ.
1167/02-08-2011
(Φ.Ε.Κ.
Β' 1835/17-08-2011)
αποφ9σεως του Ανάπληρωτή (άρθρα" 3 και 4), που
Υπουργού ΟικονομΙΚών, κατά το μέρος αυτής το
αφορά στην επιβολή του Τέλους Επιτηδεύματος,
οποίο θεσπίζεται με τις διαταξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011. 3. Κάθε άλ~ης συναφούς, προγενέστερης ή μεταγενέστερης, πράξεως ή
παραλείψεως της Διοικήσεως."
*********
Με έννομο συμφέρον ζητούμε την ακύρωση 1835/17-08-2011)
προσφεύγουμε
ενώπιον
του Δικαστηρίου
Σας και
της υπ' αριθμ. ΠΟΛ. 1167/02-08-2011 του Αναπληρωτή Υπουργού
(Φ.Ε.Κ. Β'
αποφάσεως
Οικονομικών,
κατά το μέρος αυτής (άρθρα 3 και 4), που αφορά στην επιβολή του Τέλους Επιτηδεύματος, 3986/2011, που θεσπίζεται και κάθε με τις διατάξεις άλλης του άρθρου 31 του Ν. ή
καθώς
συναφούς,
προγενέστερης
για τους κάτωθι
προβαλλομένους
νομίμους, βασίμους και αληθείς λόγους, καθώς και όσους
επιφυλασσόμεθα να προσθέσουμε στο μέλλον, νομίμως και εμπροθέσμως.
Α. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ Ι. Με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Μεσοπρόθεσμου Α' Πλαισίου Δημοσιονομικής που τιτλοφορείται επιβολή στους Στρατηγικής «Επιβολή 2012Τέλους και του
Εφαρμογής 2015»
(Φ.Ε.Κ.
152/01-07-2011), προβλέπεται η
Επιτηδεύματος», ελευθέρους
επιτηδευματίες οι όροι επιβολής
επαγγελματίες
Τέλους
Επιτηδεύματος,
οποίου ρυθμίζονται, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, ως κατωτέρω: «1. Οι επιτηδευματίες και οι ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον τηρούν βιβλία Β' ή Γ' κατηγορίας του ΚΒ.Σ., υποχρεούνται σε καταβολή ετήσιου
τέλους επιτηδεύματος, το οποίο ορίζεται ως εξής: α) Για τις επιχειρήσεις ή ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες
χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε τετρακόσια (400) ευρώ ετησίως. β) Για επιχειρήσεις ή ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε πεντακόσια (500) ευρώ ετησίως. Η περιοχή του Νομού Αττικής λογίζεται ως μια πόλη, καθώς και το
Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης. 2. Στις περιπτώσεις λειτουργίας υποκαταστημάτων, επιβάλλεται επιπλέον
τέλος επιτηδεύματος τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε υποκατάστημα. Σε περίπτωση επιτηδεύματος διακοπής της δραστηριότητας ανάλογα με μέσα στη χρήση, τους μήνες το τέλος της
περιορίζεται
λειτουργίας
επιχείρησης ή της άσκησης του επαγγέλματος. Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών λογίζεται ως μήνας. 3. Εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις καταβολής του τέλους, εκτός εάν
πρόκειται για τουριστικούς
τόπους, οι εμπορικές επιχειρήσεις και ελεύθεροι
επαγγελματίες που ασκούν τη δραστηριότητα τους σε χωριά με πληθυσμό έως πεντακόσιους (500) κατοίκους και σε νησιά κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό
(3.100) κατοίκους. Επίσης εξαιρούνται ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και η ατομική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον δεν έχουν παρέλθει πέντε (5) έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών, καθώς και οι περιπτώσεις ατομικών επιχειρήσεων εφόσον για τον επιτηδευματία υπολείπονται τρία (3) έτη από το του. Ως έτος συνταξιοδότησης νοείται το 650 έτος
έτος της συνταξιοδότησης της ηλικίας. 4. Για την εν γένει
διαδικασία
επιβολής
και
βεβαίωσης
του
τέλους
επιτηδεύματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κ. Φ.Ε. (ν. 2238/1 ~94).
_~-~-~--~~--------_._-
5. Με
απόφαση.
του -Υπουργού
- - ----- -
..
.. .....
..
--.- .._-_._-~-----'--'--_._---~--_._-
Οlκονομικών- καθορίζεται
π-- ειδικότερη
---------
--
- -
-----._-
--_._---
-~ διαδικασία
για την- επιβολή
_.
του τέλoυς---επlτηδεύματo~-~τα
---
- απαιτούμενα
~.-
--------
- - - --"~~
-δlκαιολογητικά---που --υποβάλλονται. Kαι~κάθε" άλλο-αναγκαίο
~ _. ....•.• :.. ,.-
- θέμα- για την -- -- -- -_._-
εφαρμογή του παρόντος άρθρου. _ 6. Οι διατάξεις επιτηδευματίες των προηγούμενων και ελεύθερους
,_ ~ .__ "."
--.-
παραγράφων
εφαρμόζονται
για τους ή
επαγγελματίες
που ασκούν
επιτήδευμα
ελεύθερο επάγγελμα, αντίστοιχα, κατά την 1.1.2011 και μετά. 7. Ειδικά για το οικονομικό έτος 2011, το τέλος επιτηδεύματος ορίζεται σε
τριακόσια (300) ευρώ και για τις δύο κατηγορίες επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών επιτηδεύματος αλληλεγγύης εφαρμόζονται κανονιστική διαδικασία της παραγράφου και του
1. Για
το
ανωτέρω με
έτος,
το
τέλος
συμβεβαιώνεται του άρθρου
καταβάλλεται παρόντος
την ειδική Κατά
εισφορά τα λοιπά, Με την
29
νόμου.
οι παράγραφοι απόφαση
2 έως 5 του παρόντος 5 καθορίζεται
άρθρου.
της παραγράφου
και η ειδικότερη
για τη διαπίστωση
των εξαιρέσεων
της παραγράφου
3 από την
καταβολή του τέλους επιτηδεύματος
για το οικονομικό έτος 2011, καθώς και
κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου». 11. Εν συνεχεία, κατ' εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου εκδόθηκε η υπ' αριθμ Οικονομικών 1167/02-08-2011 (Φ.Ε.Κ. Β' 1835/
3H~5 του ως άνω Ν. 3986/2011, Απόφαση 17-08-2011) εισφοράς του Αναπληρωτή
Υπουργού
με τίτλο «Διαδικασία για την βεβαίωση και είσπραξη της ειδικής στα φυσικά πρόσωπα, της έκτακτης εισφοράς σε
αλληλεγγύης
αντικειμενικές δαπάνες και του τέλους επιτηδεύματος, που προβλέπονται με τις διατάξεις των άρθρων 29, 30 και 31 αντίστοιχα του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ 152
\ λ \
Α /1 /ουλίου διατάξεων». Υπουργικής 2011). Λοιπά θέματα για την εφαρμογή των παραπάνω Ως προς το υπό κρίση ζήτημα, στο άρθρο 3 της ανωτέρω Αποφάσεως, που τιτλοφορείται «Επιβολή τέλους επιτηδεύματος
(άρθρο 31 ν. 3986/2011)>>, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Για την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος σε όσους φορολογούμενους ασκούν επιτήδευμα ή επάγγελμα, στα πρόσωπα της παραγράφου
4 του
άρθρου 2 του ΚΦΕ (ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες, κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, αστικές κερδοσκοπικές ή μη
εταιρίες, συμμετοχικές ή αφανείς, καθώς και κοινοπραξίες της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ΚΒΣ - π.δ. 186/1992, ΦΕΚ 84 Α') - και της παραγράφου του άρθρου επιχειρήσεις, εκδίδεται σημείωμα 1
1ΟΙ
του ΚΦΕ
(ΑΕ, ΕΠΕ,
δημόσιες,
δημοτικές,
κοινοτικές εταιρειών)
συνεταιρισμούς,
υποκαταστήματα
αλλοδαπών
από τη ΓΓΠΣ με βάση τα στοιχεία που διαθέτει, εκκαθαριστικό υπολογισμού για το τέλος επιτηδεύματος οικονομικού έτους 2011 περίοδος 2010), αντίγραφο στη παραγρ. του οποίου αποστέλλεται στον
(διαχειριστική υπόχρεο απόφασης. βεβαιώνεται κατά
τα οριζόμενα
1 άρθρου 4 της παρούσας
έτους 2012 και μετά θα
Το τέλος επιτηδεύματος
οικονομικού
με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος. Για την εφαρμογή των
διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 οι αγρότες ειδικού καθεστώτος δεν θεωρούνται επιτηδευματίες. 2. Οι επιτηδευματίες επιχείρηση επιβολή και οι επιχειρήσεις που ασκούσαν το επάγγελμα ή την
τους για ορισμένους μήνες μέσα στη χρήση 2010, υπάγονται στην το οποίο περιορίζεται ανάλογα με τους
του τέλους επιτηδεύματος,
μήνες της λειτουργίας δραστηριότητας.
τους, εφόσον έχει ήδη υποβληθεί δήλωση διακοπής το και
Σε περίπτωση συγχώνευσης ή διάσπασης επιχειρήσεων, βεβαιώνεται στις επιχειρήσεις που συγχωνεύθηκαν από τη συγχώνευση ή στην διασπασθείσα
τέλος επιτηδεύματος στην προερχόμενη
και στις
επωφελούμενες λειτουργίας περιπτώσεις
από τη διάσπαση και περιορίζεται ανάλογα με τους μήνες στη χρήση για την οποία εδαφίου, επιβάλλεται το τέλος το τέλος. Στις
μέσα του
προηγούμενου
επιτηδεύματος
καταβάλλεται από την προελθούσα από την συγχώνευση ή τις επωφελούμενες από τη διάσπαση, κατά περίπτωση. Σε περίπτωση μετατροπής επιχείρησης σε άλλη νομική μορφή με τις διατάξεις του ν.δ. 1297/1972 (ΦΕΚ 2176 Α') ή του ν.
2166/1993 μετατραπείσα
(ΦΕΚ
137 Α/
το τέλος επιτηδεύματος
βεβαιώνεται
τόσο στη
επιχείρηση
όσο και στην προερχόμενη
από τη μετατροπή
περιοριζόμενο
ανάλογα με τους μήνες λειτουργίας μέσα στη χρήση για την
οποία επιβάλλεται και καταβάλλεται από την προερχόμενη από τη μετατροπή. 3. Για την απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος των φορολογούμενων ασκούν επιτήδευμα ή ελεύθερο επάγγελμα, σε χωριά με πληθυσμό που έως
πεντακόσιους (500) κατοίκους και νησιά κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους, εκτός αν πρόκειται για τουριστικούς τόπους, λαμβάνονται υπόψη τα ___ χωριά και νησιά όπως προβλέπονταν πριν από την έναρξη ισχύος του ν.
_~2?3_9/! 997 (ΦΕΚ 244 Α / για τηΥ εφαρμογή του σχεδίου "Καποδίστριας". Για
__ =-.!ηΥ_ εξερρεση
-
του
πραγματικού
πληθυσμού
τους λαμβάνεται
υπόψη' η
τελευταία
επίσημη
γενική απογραφή
πληθυσμού της 18ης Μαρτίου 2001,
όπως κυρώθηκε με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 6821/ Γ5-908 (ΦΕΚ 715 Β/. Ως τουριστικοί τόποι θεωρούνται όσοι περιλαμβάνονται στο π.δ. 899/1976, όπως αυτό τροποποιήθηκε επιτηδεύματος με το Π.δ. 664/1977. Η επιβολή του τέλους της
κρίνεται χωριστά για την έδρα και το κάθε υποκατάστημα
επιχείρησης ή του ελεύθερου επαγγελματία. 4. Η βεβαίωση του τέλους επιτηδεύματος γίνεται από τη ΔΟΥ που είναι
αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του υπόχρεου κατά το χρόνο επιβολής του τέλους επιτηδεύματος οριζόμενα και για την καταβολή του έχουν εφαρμογή τα Το της
από τις διατάξεις του άρθρου 4 της παρούσας Απόφασης. εδάφιο έχει εφαρμογή και για τα υποκαταστήματα
προηγούμενο
επιχείρησης ή του ελεύθερου επαγγελματία. 5. Η προθεσμία επίλυση άσκησης προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική ενώπιον του
της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής
διοικητικού
πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη του
τέλους επιτηδεύματος. 6. Το τέλος επιτηδεύματος δεν εκπίπτει ως δαπάνη για τον προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος». Περαιτέρω, καθορίζονται οι στο άρθρο 4 ως της ιδίας την Υπουργικής καταβολή Αποφάσεως του Τέλους
λεπτομέρειες
προς
Επιτηδεύματος ειδικά για το Οικονομικό Έτος 2011 (ύψους 300 Ευρώ).
111.
Εντούτοις,
η προπαρατεθείσα παρίσταται
Υπουργική
Απόφαση,
που αποτελεί
κανονιστική διατάξεις αντίκεινται εκτίθεται
πράξη,
ακυρωτέα,
διότι τόσο η ιδία, όσο και οι επί των οποίων ερείδεται, όπως αναλυτικώς όπως θα
του άρθρου
31 του Ν. 3986/2011, διατάξεις
σε θεμελιώδεις κατωτέρω.
του Συντάγματος,
Επιπλέον,
η Υπουργική
αυτή Απόφαση,
καταδειχθεί κατωτέρω, υπερβαίνει τα όρια της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 31~5 του Ν. 3986/2011. Ειδικότερα:
Β. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΟΣ
ι.
Ο νομοθέτης
έσπευσε
να αποδώσει
στην υπό .κρίση φορολογική
επιβάρυνση τον χαρακτηρισμό του «τέλους». Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός αυτός παρίσταται κατωτέρω, στερείται προσχηματικός και παρελκυστικός, καθώς, όπως θα καταδειχθεί αυτή δεν και
κατ' ουσίαν πρόκειται συνεπειών κατά την
για φόρο. Η δε αποσαφήνιση εξέταση των όρων
νομιμότητας
συνταγματικότητας
της σχετικής επιβολής. Η ορθή διάκριση ενός οικονομικού
βάρους ως φόρου ή ανταποδοτικού τέλους έχει σημασία για την εκτίμηση της συνταγματικότητας εφαρμογής περίπτωση, ανταποδοτικό της σχετικής επιβολής, ιδίως σχετικά με την έκταση Σε κάθε φόρο ή
των διατάξεων το κατά
του άρθρου ένα
78 του Συντάγματος. βάρος αποτελεί
πόσον
οικονομικό
τέλος δεν κρίνεται από τον χαρακτηρισμό, που του αποδίδει ο
νομοθέτης, αλλά από τη φύση και τον σκοπό που υπηρετεί.
11.
Σε νομικό επίπεδο, του φόρου από
η έλλειψη ειδικού ανταλλάγματος τα τέλη ανταποδοτικού
επιτρέπει (βλ.
τη Ι.Δ.
διάκριση
χαρακτήρα
Αvαστόπουλου
- Θ.π. Φορτσάκη, Φορολογικό Δίκαιο, Γ' Έκδοση, Εκδόσεις &25, σελ. 22). Τα ανταποδοτικά τέλη είναι μονομερώς
Αvτ. Ν. Σάκκουλα, επιβαλλόμενες με την παροχή δημοσίας
χρηματικές υποχρεώσεις, η καταβολή των οποίων συνδέεται ειδικής ωφελείας στον υπόχρεο, πράγματος δηλαδή την απόλαυση 201/1961, ΣτΕ
υπηρεσίας
ή δημοσίου
(βλ. ΣτΕ
1395/1967, ΣτΕ 649/1981, ΣτΕ 950/1981). Όπως έχει παγίως κριθεί, το ανταποδοτικό τέλος διακρίνεται από τον φόρο κατά το ότι αποτελεί μεν και αυτό, όπως ο φόρος, αναγκαστική παροχή, καταβάλλεται, όμως, έναντι ειδικής αντιπαροχής, ήτοι έναντι ειδικώς
παρεχομένης αντιστοιχίας,
δημοσίας υπηρεσίας, προς την οποία, μάλιστα, τελεί σε σχέση γιατί αποσκοπεί στην κάλυψη του κόστους της υπηρεσίας. Η
δημοσία, δε, αυτή υπηρεσία, προς την οποία αντιστοιχεί το ανταποδοτικό τέλος, παρέχεται προεχόντως χάριν δημοσίου σκοπού, εξυπηρετούνται, που φέρουν και του δημοσίου του
όμως, με αυτήν ταυτοχρόνως και όποιοι την χρησιμοποιούν, το βάρος των της δαπανών ειδικής της. Λόγω, μάλιστα, η ακριβώς
χαρακτήρα
αντιπαροχής,
υποχρέωση χρησιμοποίηση
καταβολής
ανταποδοτικού
τέλους ούτε την πραγματική περίπτωση προϋποθέτει
της υπηρεσίας
στη συγκεκριμένη
κατ' ανάγκην, ούτε την ακριβή
αντιστοιχία μεταξύ του ύψους του τέλους και του κόστους της παρεχομένης υπηρεσίας, υπηρεσίας αφού αρκεί απλώς η δυνατότητα (ετοιμότητα) παροχής της
και η κατ' αρχήν κάλυψη των δαπανών της από το τέλος, που οι χρήστες της (βλ. ΣτΕ
καταβάλλουν
2483/1999,
ΣτΕ
950/1981,
ΣτΕ
649/1981, ΑΕΔ 5/1984). Κατά τη νομολογία, μάλιστα, του Δ.Ε.Κ., το ύψος των ανταποδοτικών τελών πρέπει να είναι και ανάλογο με τη δαπάνη, στην οποία υποβάλλεται η Δημόσια Διοίκηση, άλλως, εάν το ύψος ενός τέλους είναι γενικώς άσχετο η Διοίκηση, τότε δεν μπορεί να της 2ας
προς τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται αποτελεί τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα
(βλ. απόφαση Δ,Ε.Κ Κ.λπ. κατά
Δεκεμβρίου
1997,
Fanfask
A/S
/ndusfriminisferief
(Ehrvervminisferief),
Συλλ. 1997 σελ. /-6783).
Κατά συνέπεια, όταν ελλείπουν τα στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν σε ένα οικονομικό επιβάρυνση βάρος να χαρακτηρισθεί φόρο ως τέλος, τότε η σχετική ΕΔΔΔΔ 2011.516, ΣτΕ
αποτελεί
(βλ. ΣτΕ 60/2010
2462/1999 ΕΕμπΔ 2001.355). 111. Εν προκειμένω, το τιτλοφορούμενο ως «Τέλος Επιτηδεύμστοο) ανταποδοτικό τέλος, καθώς,
ουδόλως αποτελεί, στην πραγματικότητα
εν απουσία όλων των στοιχείων, που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο, συνιστά κατ' ουσίαν φόρο. Ο νομοθέτης επιχειρεί να στηρίξει τη δήθεν ανταποδοτικότητα την πιστοποίηση, του τον
Τέλους διά της συνδέσεώς του με την αδειοδότηση, έλεγχο και το ίδιο το γεγονός της ασκήσεως
του επιτηδεύματος
ή του
~ ;)' !'I,;~; ~
'
1'-' \~.
.
ελευθερίου επαγγέλματος, ελαχίστου πιστοποίηση. πραγματοποιείται δραστηριότητάς καταβάλλοντας, τέλους του σε του, εκ των οποίων απορρέει η ανάγκη επιβολής ενό~ τους. Εντούτοις, ή του ήτοι η αδειοδότηση και η ασκήσεώς
"t~: \ii:-.
c.
"λ,.,,:.
επιτηδευματία πρώιμο από
ελευθέρου αυτό της
επαγγελματία ενάρξεως τούτο της
στάδιο,
εξουσιοδοτημένους
προς
φορείς,
αντιστοίχως, τέλη, δικαιώματα, εισφορές ή παράβολα. Ως εκ η ετησία καταβολή «τέλους» επιτηδεύματος
τούτου, ουδόλως δικαιολογείται
ως όρος της ασκήσεως του επιτηδεύματος ή επαγγέλματος. Τέλος, το Κράτος διαθέτει, σε εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, το δικαίωμα να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας επιχειρήσεως ή την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, περίπτωση, που παύουν να πληρούνται με αποτέλεσμα οι προβλεπόμενες σε
εκ του Νόμου ανάγκης
προϋποθέσεις, συνεχούς
και το επιχείρημα
περί δήθεν
εγκρίσεως και πιστοποιήσεως
των ανωτέρω προσώπων από το
Κράτος και δη σε ετησία βάση να αποδυναμώνεται πλήρως, καθώς, μάλιστα, η σταθερή καταβολή του «τέλους» δεν συνεπάγεται, αυτή μόνη (εφ' όσον δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις ασκήσεως), τη συνέχιση του επιτηδεύματος ή του επαγγέλματος. Τέλος, ουσιώδες είναι το γεγονός ότι ελλείπει παντελώς το στοιχείο του κόστους ή της δαπάνης, η στην οποία υποβάλλεται αντιπαροχή της το Δημόσιο, ώστε να στους
εδραιώνεται επιτηδευματίες
υποτιθεμένη
ειδικής
ωφελείας
ή τους ελευθέρους επαγγελματίες. υπέρ της προπαρετεθείσης ερμηνευτικής προσεγγίσεως
IV.
Επιχείρημα
αντλείται και από την ιδία την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, σύμφωνα με την οποία «προτείνεται η θέσπιση ελαχίστου φόρου εισοδήματος (τέλους
επιτηδεύματοd
από τη δραστηριότητα
των εμπορικών επιχειρήσεων και των
ελευθέρων επαγγελματιών»,
ενώ «το ποσό του ελάχιστου φόρου επιβάλλεται
μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που προκύπτει μικρότερος φόρος με βάση τα δηλούμενα καθαρά κέρδη», ώστε, μάλιστα, όπως τονίζεται μετ' επιτάσεως, να μην επιβαρύνονται οι «ειλικρινείς φορολογούμενοι (επιτηδευματίες ποσά». Εντούτοις, και η
ελεύθεροι
επαγγελματίες)
που δηλώνουν μεγαλύτερα
άμεση και πιεστική ανάγκη ταχείας ανευρέσεως δημοσίων εσόδων οδήγησε στην οριζόντια ρύθμιση της επιβολής Τέλους Επιτηδεύματος σε όλους τους επιτηδευματίες και ελευθέρους επαγγελματίες (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων).
Εξ όλων των ανωτέρω αβίαστα συνάγεται ότι το Τέλος Επιτηδεύματος, παρά την καταχρηστική του ονομασία, αποτελεί γνησία φορολογική
επιβάρυνση, που πρέπει να αξιολογηθεί και να κριθεί υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων 78~~1,4 και 4~~1 ,5 του Συντάγματος.
Γ. ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ
10ς Λόγος Ακυρώσεως
Ι. Στη διάταξη του άρθρου 78&1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Κανένας το τις
φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας,
δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 78&4 του Συντάγματος
προβλέπεται ότι «Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης». Στις ανωτέρω ουσιώδη στοιχεία συνταγματικές διατάξεις ορίζονται τα αντικειμενικώς και ο
του φόρου,
ήτοι το υποκείμενο,
ΟΙ
το αντικείμενο
συντελεστής του φόρου, καθώς και
φορολογικές απαλλαγές ή εξαιρέσεις, τα
οποία, μάλιστα, κατά ρητή επιταγή, δύνανται να ορίζονται μόνο με τυπικό νόμο. Ειδικώς ως προς το αντικείμενο της φορολογίας, αυτό εντοπίζεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου
78~1 του Συντάγματος
στο
εισόδημα, στο είδος της περιουσίας, στις δαπάνες και στις συναλλαγές ή κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. Τα στοιχεία αυτά, μάλιστα, που μπορούν ορίζονται να αποτελέσουν αντικείμενο (βλ. ΣτΕ φορολογικής 693/2011 ΝοΒ
επιβαρύνσεως, 2011.611).
περιοριστικώς
Από την αναλυτική
αυτή αναφορά
προκύπτει
ότι υπάγονται
στη
φορολογία οι οικονομικές δραστηριότητες, των υποκειμένων της φορολογίας,
τα δικαιώματα και οι καταστάσεις να ταυτισθεί το
ενώ απαγορεύεται
υποκείμενο με το αντικείμενο της φορολογίας. Με άλλα λόγια, αποτελεί ανεπίτρεπτο κατά το Σύνταγμα αντικείμενο
9
φορολογίας
η
«κατά
κεφαλήν»
(caput) φορολόγηση,
ο κεφαλικός φόρος των
συστημάτων
(βλ. Ι.Δ. Αvαστόποuλοu - Θ.π. Φορτσάκη, Φορολογικό Δίκαιο,
Γ' Έκδοση, Εκδόσεις Αvτ. Ν. Σάκκοuλα, & 87, σελ. 72). 11. Εν προκειμένω, το Τέλος Επιτηδεύματος, το οποίο επιβάλλεται με τη
διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 και αποτελεί, όπως προαναλύθηκε, γνησία φορολογική επιβάρυνση, δεν αφορά αναφερόμενα σε αντικείμενο, το οποίο
περιλαμβάνεται
στα περιοριστικώς
στη διάταξη του άρθρου
7891 του Συντάγματος στοιχεία. Αντιθέτως, μοναδικό κριτήριο της επιβολής
του αποτελεί μια ιδιότητα, αυτή του επιτηδευματία ή του ελευθέρου
επαγγελματία, χωρίς να συνδέεται με το εισόδημα, την περιουσία, τις δαπάνες ή τις συναλλαγές των προσώπων, τα οποία φέρουν την ανωτέρω ιδιότητα. Κατά τον τρόπο, όμως, αυτό επέρχεται ανεπίτρεπτη ταύτιση υποκειμένου και αντικειμένου του φόρου, συνταγματικώς καθώς μόνη η
διαπίστωση της ιδιότητας αυτής αρκεί, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο φορολογητέο αντικείμενο, για τον καταλογισμό του φορολογικού
βάρους με πάγιο ύψος. Εάν η αληθής βούληση του νομοθέτη ήταν να αποτελέσει αντικείμενο της εν λόγω επιβαρύνσεως το εισόδημα των ανωτέρω κατηγοριών
προσώπων, όπως προσχηματικώς αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, θα είχε μεριμνήσει ο ίδιος να προσδιορίσει αναλόγως και τη βάση
επιβολής του φόρου με την εξειδίκευση των στοιχείων, που καταλήγουν σε επιβάρυνση συγκεκριμένου ύψους. Ειδικότερα, θα είχε καθορίσει πραγματικό ή τεκμαρτό τρόπο υπολογισμού του ανωτέρω εισοδήματος, ώστε να
αποδώσει εν συνεχεία στο αντικείμενο αυτό ανάλογο φορολογικό βάρος. Εν απουσία τέτοιου συστήματος, είναι σαφές και αναντίρρητο ότι στοχοποιούνται συλλήβδην συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων με
προσωποποιημένα
κριτήρια, χωρίς να πλήττεται ορισμένη φορολογητέα ύλη, η επιβάρυνση αποκλειστικώς αυτού του κύκλου και
ώστε να δικαιολογείται προσώπων εν συγκρίσει
με άλλες κατηγορίες
επί τη βάσει γενικών
αντικειμενικών
κριτηρίων, τελούντων σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο ζήτημα
(βλ. ΣτΕ Όλ. 2469-2471/2008, ΣτΕ 93/2011 ΕΔΔΔΔ 2011.408). Κατά συνέπεια, διατάξεων αντικειμένων η επιβολή του Τέλους Επιτηδεύματος στη συνταγματική ερείδεται επί
διάταξη του άρθρου 78~1 του
10
,~ ..
,~;'~"!'.
/~
...
'
. "-
..... J
.. ο,.Υ .e.':..,. ' ' ' '-Συντάγματος
....
~
, .'~:λl
και,
ως
εκ
τούτου,
η
προσβαλλομένη
υπ'
αριθμ.
1167/02-08-2011 κατ' εφαρμογή
Υπουργική Απόφαση, κατά το μέρος αυτής, που εκδόθηκε της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 31 ~5 του Ν.
3986/2011, τυγχάνει ακυρωτέα.
20ς Λόγος Ακυρώσεως
Ι. Στη διάταξη του άρθρου 4~5 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις
πολίτες συνεισφέρουν
δυνάμεις τους». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικώς η αρχή της φορολογικής υποχρεώσεως ισότητας, με την έννοια της καθολικότητας της φορολογικής ικανότητα των
και της φορολογίας
με βάση τη φοροδοτική
πολιτών. Εξάλλου, ο γενικός κανόνας της ισότητας ενώπιον του νόμου, όπως καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 4~ 1 του Συντάγματος, εφαρμοζόμενος στο αντικείμενο της φορολογίας, συνεπάγεται για τον νομοθέτη την
υποχρέωση να χειρίζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο τις όμοιες από πλευράς φοροδοτικής ικανότητας περιπτώσεις, δηλαδή την ίση μεταχείριση των
φορολογουμένων,
που τελούν υπό τις αυτές συνθήκες (οριζόντια φορολογική
ισότητα, βλ. Κ. Δ. Φινοκαλιώτη, Φορολογικό Δίκαιο, Γ' Έκδοση, σελ. 136 και ΣτΕ 2060/1990, ΣτΕ 648/1995 ΔΔίκη 1995 ΔΦΝ 1996.592), Αντιθέτως,
Q
νομοθέτης όχι μόνο δεν κωλύεται, αλλά και υποχρεούται, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής φορολογικής διαφορετική αντικειμενικώς αυτής αρχής, και αλλά του και των επιταγών κράτους, της να αρχής της
δικαιοσύνης μεταχείριση κρινόμενοι,
κοινωνικού
προβλέπει ευρίσκονται, (κάθετη
κατηγοριών
φορολογουμένων, ιδιαίτερες
που
σε διαφορετικές,
συνθήκες
φορολογική ισότητα, βλ. Κ. Δ. Φινοκαλιώτη, ό. Π., σελ. 136 και ΣτΕ 1228/1963, ΣτΕ 3095-97/1976, ΣτΕ 2912/1980, ΣτΕ 4446/1984, ΣτΕ 2254/1987, ΣτΕ
2060/1990, ΣτΕ 323/1993 ΔΦΝ 1994.227, ΣτΕ 1642/1993 ΦορΕπιθ 1994.493, ΣτΕ
2269/1995
ΤοΣ
1997.154, ΣτΕ
3136/1997
ΔΦΝ
1998.1446,
ΣτΕ
1305/1999). 11. Στην κρινομένη επιβάλλεται περίπτωση, μια με τη διάταξη του άρθρου επιβάρυνση στο 31 του Ν, των
3986/2011
φορολογική
σύνολο
επιτηδευματιών
και ελευθέρων επαγγελματιών,
χωρίς περαιτέρω διακρίσεις,
11
(\\ ιL. .;-'; : . /.
,
/.
j" .
"':i# ,:'
.-
•
:ί :
r'
~
)ο ".
υπαγορευόμενες υπολαμβάνεται επιτηδευματίες συμπληρώσει ευρίσκονται ικανότητας,
από τη διαφορετική φοροδοτική τους ικανότητα. Κατ' αρχά κατά τρόπο ή πέντε ολοκληρωτικό και ισοπεδωτικό οι
~Ι::,.
"
'
ότι όλοι οι>. έχουν τους,
i ""
.. & ••.
ελεύθεροι (5)
επαγγελματίες, της
οποίοι
ασκήσεως
δραστηριότητάς
στην ιδία θέση και κατάσταση ώστε να δύνανται και τετρακοσίων
από πλευράς
φοροδοτικής
να καταβάλλουν
το τέλος των τριακοσίων (500) εν συνεχεία υπ' όψιν
(300) αρχικώς Ευρώ.
(400) ή πεντακοσίων
Κατά τον τρόπο, όμως, αυτό ουδόλως παράγοντες προσδιορισμού προσώπων,
λαμβάνονται
ουσιώδεις ικανότητας τους, γένει,
της πραγματικής
φοροδοτικής εισόδημά και, εν ασκεί τη
των ανωτέρω
όπως είναι το ετήσιο ή αντικειμενικό, υπό τις οποίες Αντιστοίχως,
υπολογιζόμενο οι ιδιαίτερες
κατά τρόπο συνθήκες
πραγματικό
ή περιστάσεις, εξ αυτών.
δραστηριότητά διαφοροποίηση επιβαρύνσεως, συγκεκριμένης προοδευτικής
του
έκαστος
ουδεμία
προβλέπεται
ως προς το τελικό ύψος της φορολογικής ενός αναλογικού συντελεστή επί
είτε με την εφαρμογή φορολογικής κλίμακας.
βάσεως είτε με την υιοθέτηση συγκεκριμένης
111.
Αντιθέτως,
η εικόνα, που διαμορφώνεται προσλαμβάνει
ως προς την επιβολή της τα στοιχεία φορολογικού
εξεταζομένης
επιβαρύνσεως,
τεκμηρίου, το οποίο, μάλιστα, καθιερώνεται ως αμάχητο. Δικαιολογητική βάση της εισαγωγής ενός συστήματος τεκμαρτού προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης αποτελεί η αποφυγή ή ο περιορισμός της φοροδιαφυγής, που συνιστά, αναμφισβήτητα, σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Εν όψει του ως άνω σκοπού,
όταν ο πραγματικός προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης είναι ανέφικτος ή αλυσιτελής, μεθόδους, ύλης, έχει ο νομοθέτης προκειμένου δε ευρεία οφείλει να προβλέψει επικουρικές διαδικασίες ή
να καταστεί δυνατή η σύλληψη της φορολογητέας διακριτική ευχέρεια σχετικά με την επιλογή του
προσφοροτέρου η θέσπιση
για την επίτευξη του σκοπού αυτού συστήματος. Εντούτοις, ως επικουρική για να είναι μέθοδος προσδιορισμού συνταγματικώς ανεκτή, της να
των τεκμηρίων, ύλης, οφείλει,
φορολογητέας διακρίνεται συναγωγή
από τη σταθερότητα της αποδεικτικής βάσεως και την αβίαστη του συμπεράσματος των τεκμηρίων αυτών, ως και από τη η
συμφωνία τους με τα δεδομένα της κοινής πείρας, ώστε να αποφεύγεται
12
φορολόγηση πλασματικής φορολογητέας ύλης και να μη θίγονται οι αρχές της νομιμότητας του φόρου και της φορολογίας βάσει της φοροδοτικής ικανότητας (βλ. ΣτΕ 4340/1983, ΣτΕ 2065/1988 Λογιστής 1988.973, ΣτΕ 2443/1989, ΣτΕ 1192/1990 ΔΦΝ 1991.139, ΣτΕ 1145/1991 ΔΦΝ 1991.1442). Εν προκειμένω, ουδόλως στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα η
σύνδεση φορολογικής επιβαρύνσεως ιδίου ύψους με όλα τα υποκείμενα στον ανωτέρω φόρο πρόσωπα. Στοιχεία, όπως το παραγόμενο εκ της
δραστηριότητας
εισόδημα, τα έτη ασκήσεως της δραστηριότητας,
ο τόπος
ασκήσεως αυτής Κ.λπ. δεν λαμβάνονται υπ' όψιν, τουλάχιστον - τα τελευταία - σε επαρκή βαθμό, ώστε το τελικό συμπέρασμα, το οποίο θεσπίζεται ως τεκμήριο, πείρας. να εμφανίζεται ως ανταποκρινόμενο στα διδάγματα της κοινής ήτοι η
Οι δε δύο και μόνες σχετικές προβλέψεις
του νομοθέτη,
διάκριση με βάση τα έτη ασκήσεως της δραστηριότητας
και η διάκριση με τη κατάσταση,
βάση τον τόπο ασκήσεως αυτής όχι μόνο δεν εξομαλύνουν αλλά και, λόγω της γενικότητάς βάσεως του θεσπιζομένου τους, καταφάσκουν
την έλλειψη σταθερής μάλιστα,
τεκμηρίου.
Ως προς το πληθυσμιακό,
κριτήριο πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι, σύμφωνα με την Υ.Α. ΠΟΛ. 1167/2011, το πληθυσμιακό κριτήριο λαμβάνεται υπ' όψιν με βάση τα δεδομένα της
απογραφής του έτους 2001. Ακολούθως, ζήτημα γεννάται και ως προς την επιλογή αυτών των και ελεύθεροι επαγγελματίες) φόρο έναντι των λοιπών εισόδημα από
κατηγοριών φορολογουμένων για την επιβάρυνσή κατηγοριών τους
(επιτηδευματίες με έναν επιπλέον (Π.χ. μισθωτοί,
φορολογουμένων
αποκτώντες
ακίνητα, αποκτώντες εισόδημα από κινητές αξίες, αποκτώντες εισόδημα από γεωργικές αυθαίρετη μεγαλύτερη επιχειρήσεις). Η επιλογή αυτή εκκινεί, ενδεχομένως, από την
αντίληψη ότι τα ανωτέρω πρόσωπα είτε έχουν, κατά τεκμήριο, φοροδοτική ικανότητα έναντι των υπολοίπων, είτε
φοροδιαφεύγουν
σε μεγαλύτερο βαθμό έναντι των υπολοίπων. Εντούτοις, η τοποθέτηση μπορεί να σταθεί
ανωτέρω αντίληψη μόνο ως πολιτικοκοινωνική
και ουδόλως ως επαρκές κριτήριο διακρίνουσας φορολογικής μεταχειρίσεως, ιδίως όταν αυτή αφορά σε ένα επιπρόσθετο οικονομικό βάρος, που ελέγχεται, μάλιστα, καθ' όσον χαρακτηρίζεται από την Αιτιολογική Έκθεση ως
13
..'
,;'
επιβαλλομένη
επί των εισοδημάτων,
και υπό το πρίσμα της αρχής της
\..
:..
απαγορεύσεως της διπλής φορολογήσεως.
Iv.
του
Προκειμένου ένα φορολογικό τεκμήριο να είναι ανεκτό, υπό το πρίσμα συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος δικαστικής προστασίας και
(άρθρο 20S1 του Συντάγματος), υπερνομοθετικής προστασίας
το οποίο, παραλλήλως,
απολαμβάνει
(άρθρο 6 της ΕΣ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το η δυνατότητα να
Ν.Δ. 53/1974), πρέπει να παρέχεται στον φορολογούμενο αμφισβητήσει αυτό, επικαλούμενος
τις ιδιαίτερες συνθήκες της προσωπικής
του καταστάσεως
(βλ. ΣτΕ 2919/1999 ΔΕΕ 2000.215, ΣτΕ 3284/2000 ΔΕΕ
2001.924, ΣτΕ 1576/2002, ΣτΕ 1340/2003). Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώνεται ότι με τη διάταξη του άρθρου 6&5 του Ν. 1249/1982 διαβιώσεως, καταργήθηκε το αμάχητο των τεκμηρίων βάσει των δαπανών
τα οποία είχαν θεσπισθεί με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. του
820/1978. Έκτοτε, επιτρέπεται η αμφισβήτηση από τον φορολογούμενο τεκμαρτού διαβιώσεως περίπτωσή προσδιορισμού (πλέον του εισοδήματός δαπανών) του βάσει των
δαπανών ότι στην
αντικειμενικών
και η απόδειξη
του συντρέχουν διαφορετικά πραγματικά στοιχεία και συνθήκες, και υπερνομοθετικώς στο
κατά τρόπο, ώστε να μη θίγεται το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της αποτελεσματικής
δικαστικής προστασίας,
οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα αποδείξεως (βλ και Κ. Μπέη, Τεκμήρια: είναι και πόσο αντισυνταγματικά, Δίκη
9.761,
Μ.
Κυπραίο,
Τα
αντισυνταγματικά ΔΠρωτΑθ
αμάχητα τεκμήρια του Ν. 870/1978, ΔΦΝ 1980, 679 και ΔΠρωτΘεσ 1903/1980 και 1932/1980, ΔΠρωτΛειβ
102/1980,
97/1980, ΔΕφΧαν 35/1982). Εντούτοις, όπως προαναφέρθηκε, διατάξεις του άρθρου 31 του ουδεμία πρόβλεψη ως προς υφίσταται στις τη δυνατότητα
Ν. 3986/2011
ανατροπής του τεκμηρίου, το οποίο οι διατάξεις αυτές ουσιαστικά εισάγουν, με αποτέλεσμα αυτό να εμφανίζεται, ως αμάχητο, αντίθετο στο δικαίωμα
παροχής δικαστικής προστασίας.
v.
Προσβολή της αρχής της ισότητας σημειώνεται, ωστόσο, και μεταξύ με το Τέλος Επιτηδεύματος. Ειδικότερα, στις
των ιδίων των βαρυνομένων
διατάξεις του άρθρου 31S1 του Ν. 3986/2011 ορίζεται ότι «Εξαιρούνται από τις
14
,'\
, \''\1' •..\ ..•
~Vi=
i'c."••
Ί
υποχρεώσεις καταβολής του τέλους, εκτός εάν πρόκειται για τουριστικούς
,,:-.J..J,.
_~.~=<;(
τόπους, οι εμπορικές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες που ασκούν τη δραστηριότητα τους σε χωριά με πληθυσμό έως πεντακόσιους (500) κατοίκους και σε νησιά κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους. Επίσης
εξαιρούνται ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και η ατομική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον δεν έχουν παρέλθει πέντε (5) έτη από την πρώτη
έναρξη εργασιών, καθώς και οι περιπτώσεις ατομικών επιχειρήσεων εφόσον για τον επιτηδευματία υπολείπονται τρία
(3)
έτη
από
το
έτος
της
συνταξιοδότησης ηλικίας».
του. Ως έτος συνταξιοδότησης
νοείται το 650 έτος της
Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, προβλέπεται επιβολή εμπορική του Τέλους επιχείρηση, για τους επιτηδευματίες, εφ' όσον υπολείπονται Αντιθέτως, κατά
εξαίρεση από την ατομική
οι οποίοι ασκούν
τρία (3) έτη έως το έτος του Νόμου, δεν
συνταξιοδοτήσεώς
τους.
το γράμμα
προβλέπεται αντίστοιχη εξαίρεση και για τους ελευθέρους επαγγελματίες, εφ' όσον συντρέχουν οι ίδιες προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, παρατηρείται
αδικαιολόγητη
δια κρίνουσα μεταχείριση μεταξύ των ιδίων των υποκειμένων
στον φόρο, που αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας. Επομένως, η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1167/02-08-2011 Υπουργική
Απόφαση, που στηρίζεται στις αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 4~5 του Συντάγματος διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση διατάξεις αμάχητο αυτού, τυγχάνει ακυρωτέα. Επιπλέον, δε, καθ' όσον με τις 31 του Ν. 3986/2011 τεκμήριο, αυτές θεσπίζεται, τόσο ουσιαστικά, ένα
του άρθρου φορολογικό
αντίκειται
στη συνταγματική ισχύος διάταξη του
διάταξη του άρθρου 20~1 όσο και στην υπερνομοθετικής άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και, συνακόλουθα,
η ως άνω προσβαλλομένη
Απόφαση αποβαίνει και εκ του λόγου αυτού ακυρωτέα.
30ς Λόγος Ακυρώσεως
Ι. Στη διάταξη του άρθρου 5&1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Καθένας να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να
έχει δικαίωμα
συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον
15
δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 25&1 του Συντάγματος προβλέπεται ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους (. ..). Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη
υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 5&1 του Συντάγματος
κατοχυρώνεται, ειδικότερη
ως ατομικό δικαίωμα, η προσωπική και οικονομική ελευθερία, της οποίας αποτελεί η ελευθερία Στην ασκήσεως άσκηση της
εκδήλωση ή
επιχειρηματικής
επαγγελματικής
δραστηριότητας.
ελευθερίας αυτής είναι δυνατόν να επιβληθούν από τον νόμο περιορισμοί, είτε με την μορφή αρνητικών όρων και απαγορεύσεων, είτε με την μορφή θετικών υποχρεώσεων προς ενέργεια, πριν από την επιλογή ή και κατά την άσκηση Οι όροι όμως και οι προϋποθέσεις πρέπει να ορίζονται αυτοί, για να είναι κατά τρόπο ή
του επαγγέλματος. συνταγματικώς αντικειμενικό
επιτρεπτοί,
γενικώς,
και να δικαιολογούνται
από αποχρώντες λόγους δημοσίου
κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζομένης επαγγελματικής δραστηριότητας. Εν
όψει, δε, της συνταγματικής
αρχής της αναλογικότητας,
που κατοχυρώνεται
στις διατάξεις του άρθρου 2591 του Συντάγματος,
οι ως άνω περιορισμοί
πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι εν σχέσει προς τον σκοπό αυτό (βλ. ΣτΕ Ολ. 1585/201 Ο, ΣτΕ Ολ. 3177/2007 Αρμ. 2008.482, ΣτΕ Ολ. 1991-212005 ΕΔΔΔΔ 2005.779, ΣτΕ Ολ. 3665/2005 ΔΔίκη 2006.391).
11.
Τα προαναφερθέντα,
αναγόμενα στην περίπτωση του επιβαλλομένου
με τη διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 Τέλους Επιτηδεύματος, άγουν στο συμπέρασμα ότι διά της επιβολής του βάρους αυτού εισάγεται ένας
δυσμενής όρος ως προς την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας ή ελευθερίου επαγγέλματος. φόρου, καθώς Ο όρος αυτός δεν φέρει ούτε τη συνταγματική περιωπή του ελλείπει ο προσδιορισμός του αντικειμένου αυτού ως
16
. ϊ
,:
'__ ' . % ~ _-...
'Λ' .
~ 'Ι.
~\-'\}
7\,
'.
ουσιώδους
στοιχείου
της
σχετικής
επιβολής,
ούτε,
βεβαίως,
συνιστά
ανταποδοτικό τέλος. Πρόκειται για μια αυθαίρετη οικονομική επιβάρυνση, στερουμένη αρνητικά νομίμου ερείσματος, η οποία δύναται να επηρεάσει
τους οικονομικά ή μη της
ασθενεστέρους ασκήσεως
ως προς την επιλογή της της δραστηριότητάς τους.
συνεχίσεως
Προσλαμβάνοντας,
κατά τον τρόπο αυτό, έναν οιονεί «κυρωτικό» χαρακτήρα αυτές, δύναται, σε περίοδο οξυτάτης αποφασιστικά ως προς την
για όσους ασκούν τις δραστηριότητες οικονομικής συγκυρίας, να
λειτουργήσει
αποθάρρυνση πλήθους επιτηδευματιών συνέχιση της δραστηριότητάς
ή ελευθέρων επαγγελματιών από τη
τους, ώστε να αποφύγουν την καταβολή του
ανωτέρω τέλους, ως προς την οποία, ελλείψει συνδέσεώς τις με σταθερά κριτήρια διαγνώσεως της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας, υποχρεούνται να συμμορφωθούν οικονομικές ακόμη και στην - εξόχως πιθανή, υπό τις παρούσες περίπτωση, που η δραστηριότητά τοςυ αυτή
συνθήκες
αποβαίνει ζημιογόνος.
111.
Επιπροσθέτως, το επιβαλλόμενο μέτρο αντιβαίνει και στην κοινοτικής
προελεύσεως επιταγή για απλούστευση της προσβάσεως στην παροχή των υπηρεσιών. Η επιταγή αυτή αποτυπώνεται στην Οδηγία 2006/123/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με τον Ν. 3844/201 Ο (Φ.Ε.κ. Α' 63/03-05-201 Ο). Στο άρθρο 3 του Νόμου αυτού ορίζεται, κατ' επανάληψη της διατυπώσεως του άρθρου 1 της Οδηγίας, ότι
«ο
νόμος αυτός
θεσπίζει
τις γενικές
διατάξεις
που
διευκολύνουν υπηρεσιών
την άσκηση
της ελευθερίας παροχή
εγκατάστασης
των παροχών υψηλό
και την ελεύθερη
υπηρεσιών,
διατηρώντας
ποιοτικό επίπεδο υπηρεσιών». Στο πλαίσιο αυτό, παρίσταται αντιφατικό να επιζητείται αφενός η διευκόλυνση της παροχής των υπηρεσιών και αφετέρου να επιβάλλεται επίπλαστης μια ουσιώδης οικονομική υποχρέωση, με την επίκληση της ένα ελάχιστο τέλος ασκήσεως σε αποθάρρυνση του της
ανάγκης να προβλεφθεί που θα οδηγήσει
επαγγέλματος,
κατ' αποτέλεσμα
ασκήσεως των σχετικών δραστηριοτήτων. Εκ των ανωτέρω συνάγεται 3986/2011, διάταξη που επιβάλλουν ότι οι διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. αντίκεινται και στη
το Τέλος Επιτηδεύματος,
του άρθρου 5~ 1 του Συντάγματος,
με αποτέλεσμα
να καθίσταται
17
ακυρωτέα
και η εκδοθείσα
δυνάμει
αυτών προσβαλλομένη
υπ' αριθμ.
1167/02-08-2011 Υπουργική Απόφαση.
40ς Λόγος Ακυρώσεως Ι. γένει Στη διάταξη του άρθρου 3194 του Ν. 3986/2011 ορίζεται ότι «Για την εν διαδικασία επιβολής και βεβαίωσης του τέλους επιτηδεύματος
εφαρμόζονται διάταξη του
οι διατάξεις του Κ. Φ.Ε. (ν. 2238/1994)>>. άρθρου 7496 εδ. α' του
Σύμφωνα, δε, με τη (Κ.Φ.Ε.), όπως
Ν. 2238/1994
αντικαταστάθηκε δεν επιτευχθεί
με τη διάταξη του άρθρου 2197 εδ. α' του Ν. 3943/2011, «Αν Διοικητική επίλυση της διαφοράς και ασκηθεί αμέσως από από το τον
φορολογούμενο προϊστάμενο
εμπρόθεσμη
προσφυγή,
βεβαιώνεται
της Δ. Ο. Υ. ποσοστό πενήντα τοις εκατό του αμφισβητούμενου με αυτόν
κύριου φόρου, πρόσθετου φόρου και λοιπών συμβεβαιούμενων φόρων και τελών». 11. ΠΟΛ. Εντούτοις, με τη διάταξη Β' του άρθρου 395 της
υπ'
αριθμ του της «Η
1167/02-08-2011
(Φ.Ε.Κ.
1835/17-08-2011)
Αποφάσεως
Αναπληρωτή διατάξεως
Υπουργού Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 31~5 του Ν. 3986/2011, προβλέπεται ότι
προθεσμία άσκησης προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη του τέλους
επιτηδεύματος» . 111. Με τον τρόπο αυτό στερείται από τον φορολογούμενο η δυνατότητα να
τύχει, με μόνη την άσκηση της προσφυγής του, του δικαιώματος αυτόματης και αυτοδίκαιης αναστολής εκτελέσεως ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητουμένου με βάση φόρου, τις καίτοι αυτός, όπως και, προαναφέρθηκε, κατά συνέπεια,
βεβαιώνεται περιστέλλεται καταλογισμός
διατάξεις
του
κ.Φ.Ε.,
το δικαίωμα δικαστικής του προστασίας. Σημειώνεται, δε, ότι ο του Τέλους Επιτηδεύματος δεν ακολουθεί την υποβολή
κάποιου είδους δηλώσεως εκ μέρους του φορολογουμένου,
παρά ο φόρος
αυτός βεβαιώνεται οίκοθεν από την αρμοδία φορολογική αρχή. Επιπλέον, η δυνατότητα αυτοδίκαιης αναστολής ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του
18
, ,
αμφισβητουμένου
φόρου με μόνη την άσκηση της προσφυγής συνδέεται και της αμφισβητήσεως του
με την εν γένει δυνατότητα και αποτελεσματικότητα
αμαχήτου - όπως καθιερώνεται - τεκμηρίου, το οποίο κατ' ουσίαν συνιστά το Τέλος Επιτηδεύματος επικλήσεως Σημειώνεται, Επιτηδεύματος, επιλύσεως Απόφαση των με τον τρόπο που υπολογίζεται, ατομικών με τον στοιχείων τρόπο που επί τη βάσει της περιπτώσεως. το Τέλος
ιδιαιτέρων ότι,
εκάστης
μάλιστα, δεν
θεσπίζεται και πεδίο
υφίσταται
εν τοις πράγμασι
διοικητικής
της διαφοράς. Τέλος, ελεγκτέα τυγχάνει η ως άνω Υπουργική και ως προς τη συμμόρφωσή της με τα όρια της νομοθετικής
εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 31~5 του Ν. 3986/2011.
ιν.
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 69&2 του Ν. 2717/1999 (Κ.Δ.Δ.) χρηματικά ποσά
ορίζεται ότι «Κατ' εξαίρεση, αν με την πράξη καταλογίζονται
που αναφέρονται σε φορολογικές εν γένει απαιτήσεις του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή αυτοτελείς χρηματικές κυρώσεις για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, η προθεσμία για την άσκηση της
προσφυγής, καθώς και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης Ειδικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν την αναστολή ή θεσπίζουν την κατά ορισμένο μόνο ποσοστό αναστολή των πράξεων τούτων, διατηρούνται ισχύ». Επομένως, αποκλείσει την εάν ο νομοθέτης του Ν. 3986/2011 επιθυμούσε του να σε
αναστολή
εκτελέσεως
της
καταλογιστικής
Τέλους
Επιτηδεύματος
πράξεως, θα έπρεπε να το προβλέψει ευθέως στην ιδία τη
διάταξη του άρθρου 31 του ανωτέρω Νόμου και όχι να αφήσει τη ρύθμιση του ζητήματος στην , κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, η οποία και παρέκκλινε από τη διάταξη του άρθρου 74~6 του Ν. 2238/1994. Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1167/02-08-2011
Υπουργική Απόφαση, στο μέτρο, που δεν χορηγεί, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής Διοικητικών πενήντα κατά της καταλογιστικής Δικαστηρίων, (50%) δικαίωμα του φόρου πράξεως αυτοδίκαιης ενώπιον των
αναστολής φόρου,
ποσοστού στο
τοις εκατό
του αμφισβητουμένου κατοχυρωμένο
αντίκειται
συνταγματικώς προστασίας,
και υπερνομοθετικώς
δικαίωμα
δικαστικής
ενώ υπερβαίνει και τα όρια της νομοθετικής
εξουσιοδοτήσεως,
19
που χορηγείται με τη διάταξη του άρθρου 31~4 του Ν. 3986/2011, και, ως εκ τούτου, τυγχάνει παράνομη και ακυρωτέα.
sος
Λόγος Ακυρώσεως Ζήτημα υπερβάσεως αναφορικά ως των ορίων της νομοθετικής με τη ποσού μη δυνατότητα εξουσιοδοτήσεως εκπτώσεως έσοδα του του
ανακύπτει
και
καταβαλλομένου καταβάλλοντος
«Τέλους»
από
τα ακαθάριστα
αυτό επιτηδευματία
ή ελευθέρου επαγγελματία.
Ειδικότερα,
στη διάταξη του άρθρου 31&1 περ. ε' του Ν. 2238/1994 (Κ.Φ.Ε.) προβλέπεται, καθ' όσον αφορά στο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, ότι «Το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία δεύτερης και τρίτης κατηγορίας του κ.8.Σ. εξευρίσκεται λογιστικώς με έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, των ακόλουθων εξόδων, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 51Α και 518 του παρόντος: ... ε) Των ποσών των κάθε είδους φόρων, τελών και
δικαιωμάτων, που βαρύνουν την επιχείρηση. Ως χρόνος έκπτωσης λογίζεται ο χρόνος της καταβολής αυτών υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων. Δεν εκπίπτουν οι τυχόν καταβαλλόμενΟ! από την επιχείρηση κάθε είδους φόροι που βαρύνουν τρίτους, με εξαίρεση τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών που επιβάλλεται επί των πάσης φύσεως ωφελειών από μετοχικού τίτλους». Περαιτέρω, καθ' στη διάταξη του
όσον αφορά στο εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα,
άρθρου 49&2 του Ν. 2238/1994 (κ.Φ.Ε.) ορίζεται ότι «Από το ακαθάριστο εισόδημα εκπίπτουν Ο!επαγγελματικές δαπάνες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 31, μόνο εφόσον αποδεικνύεται η καταβολή τους με νόμιμο
φορολογικό στοιχείο και έχουν αναγραφεί στα βιβλία του υποχρέου». Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, τόσο για το εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, όσο και για το εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, από το ακαθάριστο εισόδημα εκπίπτουν, μεταξύ άλλων, τα ποσά των κάθε είδους φόρων, τελών και δικαιωμάτων. Εντούτοις, στην προσβαλλομένη αριθμ, ΠΟΛ. 1167/02-08-2011 (Φ.Ε.κ. Β' 1835/17-08-2011) υπ'
Απόφαση του
Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως του άρθρου 31&5 του Ν. 3986/2011 , και, συγκεκριμένα, στο άρθρο
20
.~
/Ι Δ .. 3&6
'Τ,Ι
αυτής ορίζεται ότι «Το τέλος επιτηδεύματος δεν εκπίπτει ως δαπάνη για προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματο(». Είναι, επομένως,
τον
προφανές ότι η ανωτέρω διάταξη της Υπουργικής Αποφάσεως αντίκειται στον Νόμο και δη στις διατάξεις των άρθρων 31~1 περ. ε' και 49~2 Κ.Φ.Ε., η δε σχετική ρύθμιση κείται εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, που χορηγεί η διάταξη του άρθρου 31~5 του Ν. 3986/2011. Ως εκ τούτων, μάλιστα, ο επιτηδευματίας ή ελεύθερος επαγγελματίας, ο οποίος καταβάλλει
τον φόρο αυτό, υφίσταται επιδείνωση της θέσεώς του εκ του λόγου ότι του στερείται αυθαιρέτως η νόμιμη δυνατότητα να εκπέσει, τουλάχιστον, το ποσό που κατέβαλε ως Τέλος Επιτηδεύματος από τα ακαθάριστα εισοδήματά του.
Δ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΝΝΟΜΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ
ι.
Ο πρώτος των αιτούντων, Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, έχει έννομο
συμφέρον και δικαίωμα και δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 199 περ. δ' του Κώδικα περί Δικηγόρων παρούσα προσβαλλομένης (Κ.Δ. 3026/1954) να στραφεί κατά της με την
Αποφάσεως, αφού αφορά σε μεγάλο μέρος των
Μελών του και δη στο σύνολο αυτών, που υπερβαίνουν τα πέντε (5) έτη ασκήσεως της δραστηριότητάς τους. Άλλωστε, παγίως η νομολογία του
Συμβουλίου της Επικρατείας δέχεται ότι τα επαγγελματικά
σωματεία (όπως
και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, σύμφωνα με τον διφυή χαρακτήρα τους, βλ. ΣτΕ 1443/1993) δικαιούνται, αλλά και υποχρεούνται να προστατεύουν τα
δικαιώματα των μελών τους. 11. Περαιτέρω, τις διατάξεις του άρθρου 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων
ορίζεται ότι: «Εις τους Δικηγορικούς Συλλόγους και τα Διοικητικά Συμβούλιο αυτών ανήκουσι: α) Η μέριμνα περί της εν γένει αξιοπρέπειας των Δικηγόρων και της απονομής παρά πάσης αρχής του προς αυτούς οφειλομένου
σεβασμού κατά την ενάσκησιν
του λειτουργήματος
αυτών, β) η υποβολή
προτάσεων και γνωμών αφορωσών εις την βελτίωσιν της νομοθεσίας εις την ερμηνείαν και την εφαρμογήν αυτής. γ) η διατύπωσις παρατηρήσεων και
κρίσεων ως προς την απονομήν της δικαιοσύνης και δ) η συζήτησις και η απόφασις περί παντός ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα
21
μέλη του Συλλόγου ως τοιαύτα ή ως επαγγελματική ν τάξιν και επί παντός γενικωτέρου ζητήματος Εθνικού ή Κοινωνικού περιεχομένου». 111. Οι Δικηγόροι, ως δημόσιοι λειτουργοί μετέχοντες ενεργά στην απονομή
της Δικαιοσύνης (βλ. ΣτΕ 441/1978), πρέπει και αυτοί, κατά το άρθρο 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων, να έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν δικαστικά επί παντός γενικοτέρου ζητήματος, όπως είναι και προκειμένη υπόθεση. Οι Δικηγόροι με την ιδιότητά τους αυτή ως συλλειτουργών της Δικαιοσύνης κατά το Σύνταγμα μετέχουν στα Δικαστήρια των άρθρων 88~2 και 93 του
Συντάγματος, γεγονός, που τους κατατάσσει σε εξέχουσα θέση όσον αφορά σε ζητήματα λειτουργίας και απονομής της Δικαιοσύνης εξαιρετική δυνατότητα παρεμβάσεως κι έτσι εξηγείται η
σε μείζονος σημασίας ζητήματα, την
οποία τους απονέμει το άρθρο 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Από τα παραπάνω καταρρίπτεται η άποψη ότι οι Δικηγόροι έχουν έννομο συμφέρον μόνον σε υποθέσεις τους συμφερόντων, που άπτονται διότι αμιγώς των στενών ως
παρεμβάσεως επαγγελματικών Ν.Π.Δ.Δ. λειτουργία ρύθμιση και
οι Δικηγορικοί σωματεία,
Σύλλογοι,
όχι συνήθη
επαγγελματικά
επιτελούν
δημοσία
χάριν του δημοσίου συμφέροντος του άρθρου
και, συνεπώς, είναι θεμιτή η έννομο συμφέρον στους
199 Κ.Δ., που χορηγεί
Δικηγορικούς
Συλλόγους να παρέμβουν σε θέματα μείζονος σημασίας λόγω
της εξέχουσας θέσεώς τους στη λειτουργία του Κράτους Δικαίου και στην εν γένει απονομή της Δικαιοσύνης. Συνεπώς, ο θεσμικός ρόλος των Δικηγορικών Συλλόγων δεν εξαντλείται στην υπεράσπιση των συμφερόντων των μελών των
τους, αλλά περιλαμβάνει εν γένει και τη μέριμνα για την αξιοπρέπεια Δικηγόρων, αλλά και τη δυνατότητα παρεμβάσεως επί
ζητημάτων συνταγματικά
συνταγματικότητας δικαιώματα
νομοθετημάτων,
που θίγουν
θεμελιώδη
και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ο νομοθέτης με την ως άνω
διάταξη θέσπισε ειδική δημοσίου δικαίου υποχρέωση, η οποία συνδέεται με έννομο συμφέρον για ενέργειες, που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση εθνικού ή κοινωνικού Είναι ζητήματος, να ακόμη σκεφθεί και στο επίπεδο κανείς ότι ένας ενός
της έννομης από τους
προστασίας. νομοθετημένους
αδύνατο
σκοπούς ενός νομικού προσώπου
και μάλιστα δημοσίου
δικαίου δεν θα ήταν οπλισμένος με έννομο συμφέρον δικαστικής προστασίας, την οποία απολαμβάνουν από το Σύνταγμα όλα τα φυσικά και νομικά
22
~,
"
~
.
πρόσωπα. Θα ήταν συνεπώς παράβαση του δικαίου η μη αναγνώριση
εννόμου συμφέροντος σε έναν Δικηγορικό Σύλλογο να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αντιμετώπιση εθνικών και κοινωνικών ζητημάτων, ιδίως αν αυτά
είναι μείζονος σημασίας, όπως τα κρινόμενα από το Δικαστήριό Σας. IV. Άλλωστε η Ολομέλεια του ΣτΕ, με την υπ' αριθμ. 4576/1977 απόφασή
της με Εισηγητή τον τότε Σύμβουλο Βασίλη Ρώτη, ερμήνευσε το άρθρο 199 του Κώδικος περί Δικηγόρων,ως εξής: «Η διάταξις αύτη έχουσα την έννοια, ως εκ του χαρακτήρος των νομικών
τούτων προσώπων και της εξεχούσης θέσεως αυτών εις την κοινωνίαν, ότι μεταξύ των ζητημάτων προς αντιμετώπισιν των οποίων δικαιούνται οι
δlκηγόρlκοί σύλλογοι να αναμιχθούν, συγκαταλέγεται και η προς αΠΟτΡοπήν του υποβιβασμού της ανθρωπίνης ζωής ... και έχουν έννομο συμφέρον προς άσκησιν της αιτήσεως». Αντίστοιχη είναι και η υπ' αριθμ. 421/1983 απόφαση του ΣτΕ με
Εισηγητή τον Αντιπρόεδρο Σύλλογοι είναι νομικά
του ΣτΕ κ. Ρίζο, που έκρινε ότι: «οι Δικηγορικοί πρόσωπα δημοσίου λίαν δικαίου, ευρέως των υπό οποίων οι
αρμοδιότητες
και σκοποί χαράσσονται
των
σχετικών
διατάξεων του άρθρου 199 Κώδικα περί Δικηγόρων, ιδία υπό εδάφιο δ αυτού, καθ' ό εις τούτους ανήκει και η συζήτησις και η απόφασις ζητήματος ενδιαφέροντος περί παντός
το Δικηγορικό Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου, ως τάξη και επί παντός γενlκωτέρου ζητήματος
τοιαύτα ή ως επαγγελματική
εθνικού ή κοινωνικού περιεχομένου». Αντίστοιχα απόφασή του. έκρινε και ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 424/1986
V.
Ο δεύτερος των αιτούντων έχω έννομο συμφέρον για την ακύρωση της κανονιστικής πράξεως φορολογικού περιεχομένου, διότι επί
προσβαλλομένης
της πράξεως αυτής ερείδεται και το εκκαθαριστικό σημείωμα, διά του οποίου μου επιβάλλεται Ευρώ. ατομικώς Τέλος Επιτηδεύματος ύψους τριακοσίων (300)
Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής, παραδεκτώς δε ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.
Επειδή
η προσβαλλομένη
υπ' αριθμ. ΠΟΛ. 1167/02-08-2011
Υπουργική
Απόφαση αποτελεί κανονιστική πράξη, εκδοθείσα δυνάμει ρητής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, ποτ παρέχει η διάταξη του άρθρου 31~5 του Ν. 3986/2011,
και, κατά συνέπεια, παραδεκτώς προσβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας. Επειδή η προσβαλλομένη ως άνω Υπουργική Απόφαση τυγχάνει παράνομη νομίμους, βασίμους και αληθείς
και ακυρωτέα για τους προαναφερθέντες λόγους.
Επειδή η παρούσα ασκείται με προφανές έννομο συμφέρον. Επειδή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Ν 3900/2010 διοικητικού
«Οποιοδήποτε δικαστηρίου
ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε
μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο
της Επικρατείας με πράξη
τριμελούς Επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρο του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ' ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου
ενδιαφέροντος
που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη
αυτή δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Μετά την επίλυση του, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να
παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της
ενώπιον του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε
διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκηση της δεν
δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής». Επειδή στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται ζήτημα γενικότερου
ενδιαφέροντος,
που έχει συνέπειες για ευρύτερο Kύl\λO προσώπων, καθώς των Μελών των Δικηγορικών και επιτηδευματιών Συλλόγων, -σ-λλά και και, ως εκ τούτου,
αφορά στην πλειοψηφία
όλων των ελευθέρων επαγγελματιών
συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την εισαγωγή της υποθέσεως στην πλήρη
24
Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 του Ν. 390012010 και 14~2 περ. β' του Π.Δ. 18/1989.
ΓΙΑ Tovr ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ '. και όσους επlφUλασσόμεθα να προσθέσουμε στο μέλλον
,J.
ι'
'.
"'ι.
..,:
•..
ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ - Να γίνει δεκτή στο σύνολό της η παρούσα Αίτηση Ακυρώσεως. - Να ακυρωθεί 1167/02-08-2011 και να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ΠΟΛ.
(Φ.Ε.Κ. Β' 1835/17-08-2011)
απόφαση του Αναπληρωτή
Υπουργού Οικονομικών,
κατά το μέρος αυτής (άρθρα 3 και 4), που αφορά
στην επιβολή του Τέλους Επιτηδεύματος, που θεσπίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011. - Να εισαχθεί με πράξη της προβλεπομένης Τριμελούς Επιτροπής στην
Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας η ασκηθείσα Αίτηση Ακυρώσεως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 του Ν. 390012010 και 14~2 περ. β' του Π.Δ. 18/1989, διότι το κρινόμενο ζήτημα εμφανίζει γενικότερο
ενδιαφέρον, που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. - Να καταδικασθεί το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή της εν γένει
.•.. --;:----.
δικαστική μας δαπάνης.
Ι
Αθήνα, 22-09-2011 Οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι
/ i- / --;\'" ,~•. -> Λ,λ ~ t.lI~I'-!i .. /
/
-t: •
//
t: /~
/1>-
<, (f (ς:,ς, ~,;';~
\
ι.ΓΥ
:.j~.-~\/i--'
\_ι,-~ """-.', _ \ ....., .~
\Υ
ί -'_
\",\'/ .ι. .)Or'<,::~~l:::'~-'~;;;'-~./ /
Ι
~:
-\-. '"~ ο Ιι
,10_ί~/:' ..
ι \.-' ,
'--~"Ι/ /
' .
Υ-IflANNH ΔΗΜ. ΑΔΑΜθFlθΥΛΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
ΜΠΟΤΑΣΗ 5 • ΑΘΗΝΑ 10682 ΤΗΛ.: (210) 3841588, 3815040 FAX: (210) 3300188
EYΣT~
.
ΔΙΚΗΓΟ Σ
ΛΗΠ/ΟΥ 18 - 10680 ΑΘΗΝΑ
. 10 7719433 - 6946497614 ΑΦΜ: 113802191 ΔΟΥ: Δ' ΑΘΗΝΩΝ
26
Add a Comment