-Αφηγηµατική Βιογραφία-
Βίος και µαρτύριον του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως -1655-
Η εικόνα του Πολιούχου του Ναυπλίου, έργο του διάσηµου αγιογράφου ∆ηµ. Σ. Γεωργαντά, τιµηµένου µε το µετάλλιο του Βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου ΙΙΙ.
ο 1630, στ' Ανάπλι, ήρθε στον κόσµο κι είδε το φως του
τ
Χριστού ο Αγιος Αναστάσιος. Λέγεται πως γεννήθηκε την µέρα της Λαµπρής γι' αυτό κι όταν τον Βαπτίσανε του δώσανε το καλό αυτό όνοµα . Είχε γονείς απλούς και αγαθούς. Φτωχικούς από τα αγαθά του κόσµου τούτου µα πλούσιους από την αγάπη του Χριστού και της Βασιλείας του. Τούτη την
Αγια κληρονοµιά δώσανε στον γιό τους τον Αναστάση και σαν µεγάλωνε και έπαιζε µε τα άλλα παιδιά του µαχαλά έκοφτε συχνά το παιχνίδι και πήγαινε στις εκκλησίες και στα ξωκκλήσια να προσκυνά και ν' αποθαυµάζει τις Αγιογραφίες και τα κονίσµατα.. Τον γοήτευε περίσσια η τέχνη της θεογραφίας γι' αυτό κι όταν ενηλικιώθη έβαλε σκοπό να µάθει τούτη την άγια τέχνη και να ιστορεί και κείνος τον Χριστό και τα θαυµασιά Του.Αφού λοιπόν εξεπεδεύθη ικανώς και επί καιρόν στους αδελφούς Αγιογράφους Γεώργιον και ∆ηµήτριον Μόσχον δείχνοντας
αξιοθαύµαστο ζήλο έγινε κατόπιν ένας άξιος και ικανότατος Αγιογράφος όχι µόνο στα εικονίσµατα που έφτιαχνε αλλά και στην ζωή του αποδείχνοντας την ψυχή του άξια ζωγραφιά των αρετών του Χριστού. Φθάνοντας το 25ον έτος της ηλικίας του λοιπόν και έχοντας ψυχήν αισθαντικήν και καλλιτεχνικήν αγάπησε και ερωτεύθηκε µε όλη του την καρδιά µία κοπέλα απ' τ' Ανάπλι που την λέγανε Χριστίνα. Ηταν και κείνη άξια ψυχή και αφού συνεφώνησαν να νυµφευθούν εβάλανε το λοιπόν αρραβώνα. Μα ο µεγαλύτερος αδελφός της κοπέλας δεν συµπαθούσε ποσώς τον Αναστάση. Τούτος ήταν τρανός Σαράφης στ' Ανάπλι,
αρπαιονύχης στ' αλήθεια που µε διάφορα νιτερέσια και δώσεπάρε µε την τουρκιά και τους Αγάδες είχε καταφέρει να κάµει γρήγορα πολύ παρά και να µαυρίσει την ψυχή του σαν του κοράκου απ' την απληστία και την αχορταγιά του. Γι' αυτό και ποτές δεν είδενε µε καλό µάτι την αγνή αγάπη τ' Αναστάση µε της αδελφής του. Ο Αναστάσης είχε όνοµα καλού και πιστού χριστιανού και θρήσκου καθ' όλην την εντέλειαν. Μάλιστα πολλάκις είχε πιαστεί και στα χέρια µε κάποιους µωχαµέτηδες που' χαν βρίσει την
άγια πίστη του. ∆εν ήθελε λοιπόν να βγάλει τούτος ο σκύλος όνοµα ότι συγγένευσε µε έναν ζηλωτήν Χρισπανόν βάζοντας έτζι σε κίνδυνο την θέση του και τον παρά του. Γι' αυτό και δεν ξεκουράζονταν ποτέ από το να βάζει διαβολιές και µαναφούκια στην αγάπη τους και από καιρό εις καιρόν να καταφέρει να την δηλητηριάσει και έτζι να τους χωρίσει.Τούτο έκοψε την καρδιά τ' Αναστάση στα δύο και έκτοτε σαν άνθος δίχως ικµάδα, σαν ζωντανός νεκρός άρχισε ν' αποξεχνιέται και να περιφέρεται αφηρηµένος τήδε κακείσε σαν χαµένος σε δρόµους, σοκάκια και αγρούς. Απ' την υπερβολική µελαγχολία δεν άργησε να χάνει και τα λογικά του σιγά-σιγά και να παραφρονήσει τελείως. Εγινε σαν κουζουλός, περίγελος των πάντων και όλοι οι τονε
χασοµέρηδες
προγγίζαν κάνοντας χάζι µαζί του.-
Β
λέποντας Μουσταφά
κιόλας Μπέης
ο την
κατάντια του κι ότι δεν έχει νουν να συντάξει τον εαυτόν εκµεταλλεύτηκε του, την
αρρώστια του κι ένα πρωί του' θέσε στην κεφαλή του ένα άσπρο Σαρίκι
λέγοντας του πειραχτικά: «Να τώρα ∆εν γίνηκες είσαι Από
άνθρωπος! πλέον
χριστιανός.
τώρα και στο εξής βαπτίζεσαι Ιµπραήµ και θα' σαι πιστός του Μεγάλου προφήτη». Τον επήρε αµέσως στο Κονάκι του και αφού φώναξε
έναν επιτήδειο σ' αυτά τον σουνέτεψε κάµνονάς του περιτοµήν.Αλλά σάµατι καταλάβαινε ο ευλογηµένος τι του κάνανε; ∆εν είχε τότενες µυαλό στην κεφαλή του.Μα ο άνθρωπος όσο κι αν ξεστρατίσει κάποτες, σαν έχει όµως γερές ρίζες στην ψυχή του, έρχεται εις νουν και βρίσκει να κουµαντάρει το πηδάλιο της ζωής του.-Μετά από καιρό που του συνέβει τούτο τ' αγιάτρευτο και µία εσπέρα όπου περνούσε έξω απ' το εκκλησάκι της Αγίας Σοφιάς εξήστραψε εµπρός του µία φωτερή λαµπηδώνα που ανέτειλλε από το παραθύρι του ιερού. Τούτο το φως τον έκανε να συγκλονίσει να πισωστρατίσει και να νοιώσει κάτι σαν σκοτεινά λέπια που τον φυλάκιζαν τόσον καιρόν τον λογισµόν του, να ξεπέφτουν από την κεφαλή του βλέποντας πλέον πεντακάθαρα και διάφανα µέσα του και γύρω του.Αµέσως φούχτωοε το σαρίκι όπου φορούσε, το περιεργάστηκε µε αποστροφή και το πέταξε στις πλάκες πατώντας το, φτύνοντάς το και φωνάζοντας στον εαυτό του: «Εγώ Χριστιανός εγεννήθηκα και χριστιανός θε να πεθάνω».∆εν έχασε καιρό και ευθέως έτρεξε σα µεθυσµένος στα καλντερίµια και στην αγορά κράζοντας σαν τελάλης: «∆όξα στον Χριστό και στην Παναγία. Εγινα και πάλι χριστιανός!» -Φτου σας το λοιπόν Μωχαµέτηδες, χωριασµένα σκυλιά εσείς και η τουρκιά σας που 'ρθατε 'δω να µαγαρίσετε την πίστη µας! Αντέ να ξεκουµπιστείτε από τούτη τη γης να ξεµουνταρέψει ο τόπος µας!» Αυτά και άλλα εφώναζε τότενες που' ρθε στα συγκαλά του και αποτρελάθηκε πλέον µε την καλή και άγια τρέλα της αγάπης του Χριστού.-Επειδή όµως είχε βραδυάσει και γνωρίζοντας όλοι την κουζουλάδα που κουβαλούσε µέσα του δεν τόνε πήρανε τότενες στα σοβαρά και έτζι τον αφήσανε ελεύθερο να φωνάζει.-Σαν ξηµέρωσε όµως, πιότερο µεθυσµένος πλέον απ' την αγάπη του Χριστού, γυροβολούσε κι έτρεχε σαν ελαφοµόσκι σ' όλη την πόλι αναβαίνων στα τειχιά, στις πολεµίστρες και στην αγορά όπου χάραζαν οι ανθρώποι και έκραζε την µετάνοια και την πίστη του που 'χε
αρνηθεί. Επέρασε και απ' έξω από το µεγάλο Τζαµί και γέµισε µε κοπριές και ακαθαρσίες τα τσουράπια των µουσουλµάνων
προγγίζοντας αυτούς και την πίστη τους.-Σε λίγο που αποτέλειωσε η λειτουργία και ο ύµνος στον Προφήτη και ξαµολυθήκανε όλοι οι Αγαρηνοί (κι ήταν πολλοί στρατιώτες και ζαπτιέδες τότε στ' Ανάπλι, που 'χαν αλαργέψει άθλιοι και µανιασµένοι απ' τον Χάνδακα της Κρήτης) µόλις αντικρύσανε τον Αναστάση να λέει και να κάµει αυτά τα πράγµατα και άλλη αφορµή δεν ζητούσανε πλέον για να βγάλουν το δηλητήριο της βάρβαρης ψυχής τους χιµήξανε σαν θεριά απάνω του και µε κλωτσιές και γρονθιές τονε κάνανε τόσο λιπόθυµο που κάποιοι είπανε πω πέθανε. Μα µόλις είδανε πως αναπνέει ακόµη δεν χάσανε καιρό και πιάνοντάς τον σηκωτό τονε φέρανε στον Αγά-Εφέντη να κάµει κρίση γι'αυτό τον µωραµένο που µόλυνε το κοράνι τους.0 Αγάς εγνώριζε από καιρό τον Ιµπραήµη γι'αυτό και µόλις τον είδε σ' αυτά τα χάλια και έµαθε για το τι συνέβη στο Τζαµί λέγει του τάχατες και µε ψυχοπονιά: «Ξέρω πως είσαι Μουσουλµάνος και πως λέγεσαι Ιµπραήµ, κι όχι Αναστάσης. Το λοιπόν έλα στα σωστά σου και µη γίνεσαι ρεζίλι στον κόσµο και δίνεις αιτία να σηκωθούνε ρεµπελιά κι ακαταστασίες!» Μα ο Αναστάσης δεν πλανεύτηκε, και λέγει του Αγά: «Εγώ Αναστάσης γεννήθηκα και Αναστάσης θε ν' αποθάνω!» Μόνο τούτα τα λόγια είπε και σώπασε κοιτώντας τον Αγά κατάµατα. Κι ο Αγάς συγκρούστηκε, για πρώτη φορά τον κοίταξε µε τέτοιο µάτι ένας ραγιάς. Μα πάλε έκανε υποµονή και καµώθηκε πως δε θύµωσε, και του ξαναλέγει: «∆ε λυπάσαι,µωρέ Ιµπραήµη τα νιάτα σου; ∆ε βάζεις µε το νου σου πως το µαχαίρι κι η θελειά είναι στο λαιµό σου; Πώς κάνεις λοιπόν τέτοιες ζεβζεκιές, που να κρέµεται από µία τρίχα η ζωή σου; Πε µου πως είσαι Τούρκος και πάνε να προσκυνήσεις στο Τζαµί, για να συχωρεθείς και να ζήσεις δίχως να σε πειράζει κανένας!» Κι ο Αναστάσης του απάντησε: «Τότες που ήµουνα σα χαµένος κι' είχαν αµολύσει τα λογικά µου, έπεσα στη
µεγαλύτερη αµαρτία, και µόλεψα τα Αγιο Βάπτισµα φορώντας το σαρίκι σας µα τώρα πια µε φώτισε ο Χριστός µου. Για τούτο µη χάνεις τα λόγια σου άδικα, µόνο κάνε σύντοµα ό,τι έχεις να κάµεις!» Πάλε ο αγάς καµώθηκες πως δεν τον συνερίστηκε και ξανάπιασε τις γαλιφιές, τάζοντας του να τον κάνει µπέη και να τον παντρέψει µε µιαν όµορφη χανούµισσα. Μα ο Αναστάσης του ξανάπε νέτα-σκέτα πώς η απόφαση του ήτανε να πεθάνει και πως η θρησκεία τους είναι για φτύσιµο! Ακούγοντας τον να µιλά έτζι, ο Τούρκος γάβγιξε σαν σκύλος και πρόσταξε τους ζαπτιέδες να τον πισταγκωνίσουνε και να χτυπάνε αλύπητα. Μετά από ώρα και ενώ οι Αγαρηνοί βαρούσανε και ποµπεύανε ακόµη τον Αναστάση του αποκρίνεται ο Αγάς: «Υστερ' από τούτο το µερεµέτι, αν είσαι άντρας, θα φυλαχτείς µην πάθεις χειρότερο ρεζιλίκι µπρος σε Τούρκους και σε χριστιανούς.» Αν δεν έρθεις στα µυαλά σου και δε γυρίσεις στην πίστη µας, έχω κατά νου να σε µποµπέψω καταµεσίς στο παζάρι, κι ύστερα να σε χαλάσω µε τον πιο σκληρό θάνατο!»
Τ
ότες πια
ο
Αναστάσης ξάναψε
και
τα'
αποκρίθηκε:
«Ψωριασµένε σκύλε, είπα και το ξαναλέγω πως δεν ήρθα
για να κάνω ριτζά σαν αδικηµένη χήρα, µηδέ τεµενά σαν σκλάβος! Ηρθα να θανατωθώ, για να ξεπλύνω µε το αίµα µου το κρίµα µου! Κι εσύ πολεµάς να µε µεταστρέψεις µε λόγια
που λένε στα µωρά, να γίνω άπιστος από χριστιανός και Τούρκος από Γραικός! Ποιος είναι κείνος που θε' να έβγαζε τα µεταξωτά σαλβάρια για να φορέσει ψειριασµένον ελιφιέ; Ποιος άνθρωπος σκεφτικός αν άλλαζε ένα άτι σελωµένο µ'ένα µαδηµένο γαϊδούρι; Ποιο αηδόνι θε' νε έστρεγε να ζήσει, σαν του παίρνανε τη λαλιά του και του δίνανε στον τόπο της το κράξιµο του κοράκου; Εσύ θαρρείς πως θα δειλιάσω και θα προσκυνήσω; Το κορµί µου µπορείς να το τυραγνήσεις , µα η ψυχή µου στέκεται σαν βαλανιδιά, κ' εσύ µοιάζεις το µερµήγκι που δαγκάνει τη ρίζα της και θαρρεί πως θα τη ρίξει κάτου! Ψοφίµια! Η Χριστιανωσύνη δεν
ξεκληρίζεται µηδέ µε το σπαθί, µηδέ µε την κρεµάλα, µηδέ µε τίποτα, γιατί είναι η γωνιακή πέτρα του κόσµου!».
Ακόµα δεν είχε τελειώσει τούτα τα λόγια και τον αρπάξανε οι ζαπτιέδες και τον τραβολογούσανε δέρνοντάς τον. Και κείνος γύριζε το κεφάλι και φώναζε τ' Αγά, ως που τον βγάλανε απ' το
Κονάκι. Ο κόσµος ακολουθούσε καταπόδι. Σα φτάξανε στη φυλακή, δεν τον βάλανε µέσα, µόνον τον ξεγυµνώσανε πρώτα και τον ξαπλώσανε στο χώµα µπρούµυτον, κι ύστερα ένας αράπης τον έδειρε αλύπητα µ' ένα βούνευρο. Και σαν τον ξεθεώσανε κι' είδανε πως δε σπάραζε, τον αρπάξανε και τον ρίξανε µέσα στο µπουντρούµι. Για πολλές µέρες τον
τυραγνούσανε και τον µποµπεύανε. Κάθε µέρα µέσα στο παζάρι τρέχανε άξαφνα οι χριστιανοί κατά τη φυλακή, λέγοντας ο ένας στον άλλο: «Πάλε τον Ανάσταση δέρνουνε!». Μα µ' ούλα τα βασανιστήρια κείνος δεν άλλαζε γνώµη και δεν έβγανε πλια γρυ απ' το στόµα του, µηδέ ρωµεϊκο, µηδέ τούρκικο.0 Αγάς, σαν είδε κι απόειδε πως δεν έκανε τίποτα µε τις φοβέρες, και πως µόνο ρεζιλευότανε η αρχή από ναν ραγιά, έβγαλε απόφαση να τόνε αποκεφαλίσουν... Μαρτύριον του Αγ. Αναστασίου του Ναυπλιέως «Κείνες τις µέρες πολλοί χριστιανοί στ' Ανάπλι έπεσαν σε µεγάλη θλίψη, δεν ακούστηκε µηδέ τραγούδι, µηδέ λαλούµενο και πολλοί φορέσανε µαύρα. Ο Αναστάσης µήνυσε στους δικούς του να µην τον αφήσουνε να πεθάνει πιάστηκε αµετάλαβος. τάχα σε Τότες καβγά ένας µ' παπάς καµώθηκε και πως τους
έναν
χριστιανό
φυλακώσανε, κι έτζι έσµιξε µε τον Αναστάση, τον ξαγόρεψε και τον µετάλαβε. Στις 31 του Γενάρη ο Ανάστασης δεν κοιµήθηκε ούλη τη νύχτα, µόνο προσευχότανε γονατισµένος µέσα στο κελί του, µε την µπάλα στα ποδάρια.Κείνον τον χρόνο έπεσε βαροχειµωνιά. «Οξω στα χωράφια φυσούσε ένα αγριοβόρι σα µολύβι. Τα νερά ήτανε παγωµένα, και το κρύο τάντανο. Ξηµέρωσε πια και η 1η Φεβρουαρίου, η µέρα του που θα τον σφάζανε. Κατά το µεσηµέρι οι ζαπτιέδες τ' Αναπλιού κουβαλήσανε µία µεγάλη πλάκα σαρµουσακόπετρα κάτω απ' το µεγάλο πλατάνι όπου θα τον θανατώνανε. Οι χριστιανοί στα µαχαλά χαιρετιόντανε µονάχα µε το κούνηµα του κεφαλιού... Κατά το σούρουπο οι στρατιώτες στήσανε τον σοφά για τον Αγά και για το συµβούλιο.-
Σαν σκοτείνιασε , ο κόσµος αρχίνησε να κατεβαίνει στο παζάρι από ούλες τις µεριές. Κείνοι που δε βαστούσε η καρδιά τους να δούνε το κακό πηγαίνανε στα βουνά, στα παρεκκλήσια και κάµανε προσευχές και µετάνοιες.-
Οι Τούρκοι φοβούντανε κανένα ρεµπελιό από µέρος των χριστιανών, και γι' αυτό αραδιάσανε γύρω απ' τη φυλακή καµιά πενηνταριά µπασιµποζούκηδες. Στο παζάρι φυλάγανε άλλα εκατό ζεϊµπέκια µανιασµένα και αρµατωµένα ίσαµε τα δόντια και µε λουµπούτια στα χέρια, για να βαστούνε µακριά τον κόσµο. Στ' Άργος, λέγανε πως είχανε κατεβάσει απ' την Κόρινθο ολάκερο ταµπούρι για κάθε ενδεχόµενο.-Μιαν αναµπαµπούλα κι ένα πατιρντί έβγαινε απ' το πλήθος που ζουλιόντανε σαν γίδια, πασκίζοντας να ζυγώσουνε στο µέρος που θα κάνανε την εκτέλεση. Κάµποσοι πάλε φουκαράδες χώνανε ανάµεσα στους άλλους για να ζεσταθούνε. Οι χριστιανοί, όσοι είχαν το θάρρος και την µπόρεση να 'ρθουνε και να µην υπολογίσουν τις φοβέρες των Τουρκαλάδων στεκότανε χλωµιασµένοι γύρου-τριγύρου. Κι απ' ούλα τα στόµατα έβγαινε ένα µούρµουρο λυπητερό: «Κύριε, ελέησον!». Οι φίλοι του Αναστάση δεν είχανε βάλει τίποτα στο στόµα τους απ' το πουρνό και πιάσανε από νωρίς τα πόστα γύρω στην µεγάλη πλατεία κι άλλού όπου µπορούσαν για να του δώσουνε καρδιά, αν τύχαινε να λιγοψυχήσει. Μονάχα κάποιοι µεγαλοπιασµένοι γραικοί, όσοι ήντουσαν σαγαλογλείφτες των Αγάδων, χαµένα κορµιά, που είχε πέραση ο λόγος τους, κονούσαν αδιάφορα τους ώµους και δικαιολογούσαν τα πράγµατα λέγοντας σε όσους τους παρακαλούσαν να στέρξουν να
βοηθήσουν τον Αναστάση: -Αϊντε βρε χασοµέρηδες! Με τούτον τον Ζεβζέκι ασχολείστε; Τρελός είναι, καλά να τα πάθει. Ποιος του πε να τα βάλει µε την Τουρκιά; θαρρείτε του λόγου σας πως θα καθήσουµε να βάλουµε το κεφάλι µας στον ντορβά για έναν συφοριασµένο; Τέλος έφταξε ο αγάς µε τη δωδεκάδα και καθήσανε στις θέσεις τους. Πέντε-έξι σκλάβοι βαστούσανε από να
µεγάλο φανάρι κι ο τόπος έφεγγε σαν µέρα, µ' όλο που τα' αναβόσβηνε ο βοριάς. Ο αγάς, αφού διπλοπόδισε, έστριψε και κοίταξε άγρια τον κόσµο κι' είπε σιγανά, χτενίζοντας µε τα δάχτυλα τα γένεια του: «Ολέν, µπου γκιαουρλάρ νε ιστερλέρ;», «Μωρέ, τούτοι οι γκιαούρηδες τι θέλουνε;» Κοντά στην πλάκα στεκότανε ο µπόγιας, µ' ακόµα δύο-τρια ζεϊµπέκια, για να του κάνουνε γιαρντίµι, ούλοι τους
αγριάνθρωποι που δε γέννησε η φύση. Ο µπόγιας ήτανε ένας Ατσίγγανος. Η δουλειά του ήτανε γύφτος, µα επειδής δούλευε και στο σαλαχανά τις µέρες που 'χανε πολλά βόδια για σφάξιµο, ήτανε πρώτος µάστορας στο µαχαίρι και στο θανατικό. Το κορµί του το'χε φασκιωµένο µέσα σ' ένα κόκκινο ζουνάρι, που' πιάνε απ' τα βυζιά του ίσαµε τη µέση του. κι από πάνου ήτανε ζωσµένος µε πλατιά λουριά ένα σαλαχλίκι παραγιοµισµένο µ' ένα σωρί µαχαίρια και πιστόλες και µασάτια και τσιµπούκια, που φτάνανε για να αµαρτωθούνε γερά τρεις και τέσσερες νοµάτοι. Τα ποδάρια του ήτανε µελανά και κοκκαλιάρικα, µε ροζασµένα γόνατα σαν της καµήλας. Ούλο το σουλούπι του ήταν ίδιος δαίµονας. Ανάµεσα στα δόντια του δάγκανε ένα γυµνό χαντζάρι παραπόνου από µισή οργκιά. Οι άλλοι σύντροφοι του είχανε και κείνοι το ίδιο σκέδιο, µόνο που φοράγανε στο κεφάλι κάτι µπασλίκια ψηλά τρεις πιθαµές, κ οι µαρχαµάδες πέφτανε απάνου στα µαύρα µούτρα τους και τα κάνανε πιο άγρια.Το χτυποκάρδι πλήθαινε όσο σίµωνε η ώρα, ως που σηκώθηκε ένα σούσουρο µέσα στον κόσµο κατά τη µεριά της φυλακής. «Τον φέρνουνε! Τον φέρνουνε! Τρεις αρµατωµένοι τον είχανε οριζωσµένον, µα δεν είχανε ολότελα χέρι απάνω του. Κείνος περπατούσε µε τα χέρια µπαγλαρωµένα πιστάγκοινα, µε τα στήθια µπρος, το κεφάλι ριχµένο κατά πίσω. Τα ρούχα του ήτανε κατακάθαρα, γιατί του τα' χάνε στείλει στη φυλακή οι χριστιανοί, να' ναι συγυρισµένος. Τα µάτια του γελαζούµενα, τα γένεια του σαν του Χριστού. Το προσωπό του είχε µία τέτοια ηµερότη, που' λεγες πως έβλεπε κιόλας τον
θεό. Το αντερί του ήταν κουµπωµένο σεµνά στο λαιµό του, κι η φλέβα του λαιµού φούσκωνε, όπως ήτανε τραβηγµένες οι πλάτες του κατά πίσω απ' το δέσιµο. Μπροστά του πάγαινε ένα φανάρι.-
Σαν έφταξε στη µέση, τον σταµατήσανε µπροστά στον κριτή. Κι ο αγάς θέλησε να του πει κατιτίς, µα δεν πρόφταξε, γιατί ο Αναστάσης, δίχως να στήσει αυτί στο τι θα του' λέγε ο κόπρος, για κακό, πήγε και γονάτισε πάνω από την πλάκα έσκυψε που θα τόνε το κεφάλι σφάζανε Ο κι
του.
αγάς
απόµεινε µε βουλωµένο στόµα, κι ούλοι οι Τούρκοι Μέσα σταθήκανε στον κόσµο
ντροπιασµένοι.
σηκώθηκε ένα µούρµουρο απ' τους χριστιανούς, που καταχαρήκανε για την αντρεία του και δοξάζανε τον θεό. Μάλιστα ένας απ' τους φίλους του, που παρέστεκε κοντά στην πλάκα, δεν βάσταξε και του φώναξε δυνατά: «Αφεριµ, Αναστάση!» Μα τότες κάποιος Τούρκος µπεχλιβάνης χύθηκε και του κατέβασε µια καµουτσιά
κατάµουτρα και τον πήρανε τα αίµατα.Σε τούτο το µεταξύ ο µπόγιας σίµωσε τον Αναστάση όπως ήτανε γονατισµένος και τον έβαλε µέσα στα σκέλια του, κι ένας άλλος ζεϊµπέκης έφεγγε µε το φανάρι απάνω από το κεφάλι.Σηκώθηκε ο µουφτής που καθότανε δίπλα στον αγά, και ζυγώνοντας το µελλοθάνατο, τον ρώτηξε αν µετάνοιωνε, για να του χαριστεί η ζωή. Αλλά εκείνος κούνησε µε φούρια το κεφάλι του πως όχι. Τότε ο γύφτος ξέσκισε βλαστηµώντας το ζωστικό του Αναστάση, ένα γύρο στο λαιµό του και έχωσε τα δάχτυλα µέσα στα µαλλιά του λες κι ήθελε να τον χαδέψει, και µε τα' άλλο χέρι χάραξε γλήγορα-γλήγορα το λαιµό µ' ένα µικρό µαχαίρι. Τόσο σβέλτα κι άξαφνα το κάνε, π' όσοι βλέπανε ξαφνιαστήκανε σαν είδανε τ' άλικο αίµα πόσταξε απάνου στην πλάκα.-
Το κορµί τίναξε, µε το στόµα µουρµούριζε ακόµα: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξου το πνεύµα µου!» επειδής το µαχαίρι δεν είχε κόψει το λαρύγγι. Ωστόσο, ίσαµε να παίξει το µάτι, όλοι οι παραστεκάµενοι Τούρκοι στρατιώτες και ζαπτιέδες σαν να τους δώκανε σύνθηµα και όπως µανιάζει ταύρος τραβήξανε τα χατζάρια τους κι ό,τι άλλο κοφτερό βαστούσανε και πέσανε δαιµονισµένοι πάνω στον Αγιο να τον κοµµατιάσουνε. Τον σπρώξανε στην αρχή και τον ν' ερίξανε σαν ασκί κάτω και αρχίζανε να τον τραβολογούν και να τον σέρνουν κατά τη θάλασσα που τότες έφτανε κοντά στην παλιά Εκκλησιά της Παναγίας. Ο Αγιος µούγκριζε απ'τον πόνο και έβγαζε πηχτό αίµα απ' τις πληγές που του κάµαν τα βίαια σουρσίµατα.Το αίµα γιουργιάρισε απάνω στα στήθια του και στο ζωστικό του. Τότες ο σκύλος ο µπόγιας µαζί µ' όλο το τουρκοµάνι µε κραυγές και σαµατά άρχιζαν να κουνούνε πάνω κάτω τα µαχαίρια και να ξεκοιλιάζουνε και να πετσικόβουνε τον Αγιο λες και ήταν γη που την αλέθι τα' αλέτρι. Το αίµα π' έβγαινε πιτσιλούσε στις λιγδιασµένες µούρες τους και ύστερα άρχισε να ρέει χάµω στις ρίζες µιας ελαιάς που ταν εκεί. Οι χίλιοι τ' Αγιου αναποδογυριστήκανε µέσα στις µατότρυπες και το µαυράδι κρύφτηκε ολότελα. Τα νεύρα παίζανε απάνου στα µάγουλα, το στόµα ανοιγόκλεινε κ' έβγαζε µατωµένον αφρό. Και κείνοι οι δαίµονες τον έσφιγγαν ανάµεσα στα ποδάρια τους και τα µεριά τους αφού το σώµα τ' αγίου τρανταζότανε σαν τ' αρνιού που το κόβει ο χασάπης, µεθυσµένοι απ'το αίµα κ' έπαιζαν µε τέχνη τροµερή τα µαχαίρια σαν να κλάδευαν κανένα δέντρο.Μα κάποια µαχαίρια ήταν στοµωµένα ξεπίτηδες για να τον τυραγνήσουν, και δεν έκρυβαν, µόνο πριγιόνιζαν το σώµα του. Κι' έβλεπες να πέφτουνε µαζί µε το αίµα κοµµάτια κρέατα, που πηδούσανε ακόµα απάνου στην ελιά και το κορµί τίναζε
ανάµεσα στα χέρια και στα ποδάρια που το σφίγγανε σα να 'θελε να φύγει. Τέλος ο τζελάτης ακούµπησε στο
κατακοµµατιασµένο κορµί το' να γόνατο και, βάζοντας τα δυνατά του, του' χώσε το µαχαίρι όσο µπόρεσε πιο βαθιά στο λαιµό. Επεσε λαχανιασµένος από πάνω του δίχως να
παρατήσει το µαχαίρι, επειδής είχε σφηνώσει τόσο γερά µέσα στο κόκκαλο, που µάταια πάσκιζε να το βγάλει, και πέρασε κάµποσο ως να µπορέσει να το τραβήξει χτυπώντας το µε µία πέτρα.Ποια καρδιά µπορεί να βαστάξει σ'έναν τέτοιο αγώνα; Τίνος µάπα δε θα σφαλούσανε για να µη βλέπουνε πια; Και κείνο το χώµα κάτου απ' την Ελιά λες και ανετρίχιαζε από τ' άγριο πάλεµα που γινότανε απάνου της! Και, σαν πάνιασε πλια το κορµί κ η άγια ψυχή είχε πάγει στον ουρανό, το παρατήσανε για µια στιγµή να ξανασάνουν από το σατανικό µεθύσι τους να σφουγγίξουν τα χέρια τους, κ' ύστερα χώρισαν το κεφάλι απ' το πονεµένο κορµί βαρώντας απ'το σβέρκο. Τέλος σηκώθηκε ο τζελάτης απάνου βαστώντας το αψηλά, κι αφού πρώτα το' δείξε στον Αγά που κοιτούσε τόσην ώρα µε ικανοποίηση κουνούντας το κεφάλι του λες και βλέπε τίποτες παιχνίδι στο παζάρι το τριγύρισε ύστερα να του δούνε κ οι χριστιανοί.-Στο µεταξύ ο µπόγιας µε την βοήθεια κάποιων άλλων που χαν γίνει οι µούρες τους κατακόκκινες απ' το αίµα µαζέψανε στα βιαστικά όσα κοµµάτια µπορούσαν απ'το κορµί του Αναστάση, όπως αναµαζώνει ο θεριστής τα στάρια που του πέσανε απ' το δεµάτι, τα φορτωθήκανε και πήγανε και τα πετούσανε στη θάλασσα, θροφή στα ψάρια.-Όµως τότενες συνέβη κάτι παράδοξο! Η θάλασσα σαν άλλη καλή γης που βυζαίνει την βροχή για να την κάνει άνθος έτζι και αυτή σαν στοργικήν µητέρα δέχονταν το άγιο και
τυραγνισµένο κορµί κι' όπου ακουµπούσε το βερό φωτίζονταν, σαν κοµµάτι από χρυσάφι, γίνονταν, κάµνοντας τους δήµιους να ξανοίγουν µε τρόµο το στόµα τους και να ανατριχιάζουν σ"όλο το κορµί τους.-Με τον τρόπο αυτό µαρτύρησε για την πίστη ο Αγιος
Αναστάσιος ο Ναυπλιέας, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού, σφραγίζοντας και το δικό του όνοµα στο µατωµένο βιβλίο που πρωτάνοιξε ο πρωτοµάρτυρας Στέφανος.-Με τα χρόνια έφυγε η Τουρκιά κι οι Χριστιανοί ελεύθεροι πια τον ιστορήσανε σε διάφορες Εικόνες.-
Τον πρωτοζωγράφισε ένας Ζωγράφος, Ματθαίος λεγόµενος απ' τα µέρη της Κορίνθου στα 1895, τότε που επισήµως πια η του Χριστού Εκκλησία τον συγκατάλεξε στο νέφος των Αγίων
Νεοµαρτύρων. Στο κόνισµα τον παράστησε παλληκάρι ως εικοσιπέντε χρονών και παραπονεµένο, καστανοµάλλη, µε γενάκι σαν του Χριστού, λιγνόκορµο, φορεµένον αντερί. Στο δεξί χέρι κρατά έναν σταυρό και στ' αριστερό ένα κλαδί ελιάς όπως της περιστεράς που κόµισε στην κιβωτό του Νώε, σηµείο νίκης και ειρήνης. Απ' τις ουράνιες αψίδες ανατέλλει δεξιόθεν µε χρώµατα απαλά ο Ι. Χριστός ευλογώντας καθώς και αριστερόθεν άγιος Αγγελος αναβαστώντας ένα στέφανον νίκης και ένα Αγιο
∆ισκοπότηρο. Τα ποδάρια του πατούνε σ' ένα µικρό λοφίσκο και παραπίσου ξανοίγεται η πολιτεία του Ναυπλίου µε τους διάφορους οικίσκους, το θαυµαστό τείχος του Παλαµηδίου και ο προκύπτων θαλάσσιος κολπίσκος.-Επίσης εκείνη την χρονιά (1895) ο εκ Κάσσου και Καρπάθου επίσκοπος Νεόφυτος συνέγραψεν εν Αγίω Ορει ιδιόχειρον ακολουθίαν του Αγίου όπου φυλάσσεται µαζί µε την αναφερόµενη Εικόνα, ιερόν κειµήλιον, στο Ι. Ναό της Παναγίας (Γενέσιον της Θεοτόκου) τ' Αναπλιού.-
(Τα παρατεθέντα στοιχεία και αναφορές δια τον βίον του Αγίου Ανασιασίου είναι κατά µεγάλο µέρος ειληµµένα και εµπνευσµένα από τον βίον του Αγ. Γεωργίου του Χιοπολίτιδος, όπως τον συνέγραψεν ο σπουδαίος Φ. Κόντογλου. Τα πολύ κοινά στοιχεία των δύο Αγίων: Νεαροί, νέοµάρτυρες, εξιλαµισθέντες και
εκχριστιανισθέντες κατά τον Τούρκικο ζυγό µαζί µε όσα γραπτώς και προφορικώς αναφέρονται δια τον Αγ. Αναστάσιο µας δίνουν το δικαίωµα για την ανάπτυξη του παραθεµένου αφηγηµατικού συναξαριού αναδεικνύοντας και αναπτύσσοντας ουσιαστικά το γεγονός της µετανοίας-µαρτυρίας και γενναιότητας του Αγίου στα ζοφερά χρόνια της Τουρκιάς).-