The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20120531052428/http://www.scribd.com:80/doc/38594457/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE-%CE%95%CE%BD%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CF%82-%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%9A%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1-%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%9A%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Μαρξ - Ενγκελς - Βιβλία, Κείμενα (Πολιτικό Καφενείο)

Φρίντριχ Ενγκελς

4 του Μάη στο Λονδίνο

i

Σε αντίθεση με τις προσπάθειες των ρεφορμιστών συνδικαλιστών ηγετών και του βρετανού οπορτουνιστή σοσιαλιστή Χάιντμαν ν' αναλάβουν τον έλεγχο της διαδήλωσης και να τη διεξάγουν με συμφιλιωτικά συνθήματα, φάνηκε ότι οι εργαζόμενοι ήταν έτοιμοι ν' αγωνιστούν για επαναστατικές σοσιαλιστικές διεκδικήσεις. Μόνο μια μικρή μερίδα της επονομαζόμενης "εργατικής αριστοκρατίας" προτίμησε ν' ακολουθήσει τους ρεφορμιστές. Οι υπόλοιποι -περίπου 200.000- υποστήριξαν τα αιτήματα που πρόβαλαν οι μαρξιστές. Τον κύριο ρόλο στη διαδήλωση έπαιξαν οι ανειδίκευτοι εργάτες φωταερίου και οι λιμενεργάτες του Λονδίνου, που ήταν οι πρώτοι οι οποίοι στη δεκαετία του 1880 άρχισαν την εκστρατεία για νέα μαζικά εργατικά συνδικάτα και για το 8ωρο. Ο γιορτασμός της Πρωτομαγιάς από το προλεταριάτο άφησε εποχή όχι μόνο με τον παγκόσμιο χαρακτήρα του που τον κατέστησε πρώτη διεθνή πράξη της αγωνιζόμενης εργατικής τάξης. Προσέφερε επίσης υπηρεσίες στην καταγραφή πολύ ευχάριστων προόδων στις διάφορες χώρες. Φίλοι και εχθροί συμφωνούν ότι σ' ολόκληρη την Ευρώπη ήταν η Αυστρία και στην Αυστρία ήταν η Βιέννη αυτή που γιόρτασε τη γιορτή του προλεταριάτου με τον πιο λαμπρό και αξιοπρεπή τρόπο και ότι οι αυστριακοί και πάνω απ' όλους οι βιεννέζοι εργάτες μ' αυτό τον τρόπο κατέκτησαν οι ίδιοι μια ολότελα διαφορετική θέση στο κίνημα. Μόλις πριν από λίγα χρόνια το αυστριακό κίνημα είχε φτάσει σχεδόν στο μηδέν, και οι εργάτες των γερμανικών και σλαβικών περιοχών του αυστριακού στέμματος είχαν διαιρεθεί σ' εχθρικά κόμματα, σπαταλώντας τις δυνάμεις τους σ' εσωτερικές διαμάχες. 'Οποιος θα ισχυριζόταν, μόλις πριν από τρία χρόνια ότι την 1η του Μάη 1890, η Βιέννη και ολόκληρη η Αυστρία θα ήταν το υπόδειγμα για όλους, για το πώς θα πρέπει να γιορτάζεται μια ταξική γιορτή του προλεταριάτου, θα γινόταν καταγέλαστος. Θα κάνούμε καλά να μην ξεχνάμε αυτό το γεγονός, όταν κρίνουμε τους καβγάδες των εσωτερικών συγκρούσεων, στις οποίες οι εργάτες άλλων χωρών σπαταλούν ακόμη και σήμερα τις δυνάμεις τους, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία. Ποιός μπορεί να ισχυριστεί ότι το Παρίσι δε θα μπορέσει να κάνει αυτό πού έκανε η Βιέννη; Αλλά την 4η του Μάη η Βιέννη επισκιάστηκε από το Λονδίνο. Και θεωρώ ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό και μεγαλειώδες μέρος ολόκληρου του γιορτασμού της Πρωτομαγιάς, το ότι στις 4 του Μάη 1890 το αγγλικό προλεταριάτο, που ξύπνησε από μια σαραντάχρονη χειμέρια νάρκη, ξανασυνδέθηκε με το κίνημα της τάξης του. Για να το κατανοήσει κανείς αυτό είναι απαραίτητο να γνωρίζει την προϊστορία της 4ης του Μάη. Γύρω στις αρχές του περασμένού χρόνου, η μεγαλύτερη και πιο εξαθλιωμένη εργατική συνοικία του κόσμου, οι ανατολικές συνοικίες του Λονδίνου, άρχισε σιγά σιγά να κινείται. Την 1η του Απρίλη 1889 ιδρύθηκε η Ένωση εργαζομένων στο φωταέριο και χειρωνακτών εργατών γενικά (Gas Wοrkers and General Labοurers' Uniοn) σήμερα έχει γύρω στα 100.000 μέλη, με τη συμμετοχή κυρίως αυτού του συνεταιρικού σωματείου (πολλοί είναι εργάτες του φωταέριου το χειμώνα και λιμενεργάτες το καλοκαίρι), μπήκε στο δρόμο της η μεγάλη απεργία των λιμενεργατών που ταρακούνησε ακόμη και το κατώτερο κατακάθι των εργατών του ανατολικού Λονδίνου από την αποτελμάτωση. Σαν αποτέλεσμα, άρχισε να σχηματίζεται το ένα κλαδικό σωματείο μετά το άλλο ανάμεσα σ' αυτούς, τους κατά κύριο λόγο ανειδίκευτους εργάτες, ενώ εκείνα που ήδη υπήρχαν εκεί και τα οποία μέχρι τότε μόλις που κρατιόνταν στη ζωή, τώρα άνθιζαν πολύ γρήγορα. Αλλά η διαφορά ανάμεσα σ' αυτά τα νέα εργατικά συνδικάτα και στα παλιά ήταν πολύ μεγάλη. Τα παλιά, που περιλάμβαναν μόνο τους «ειδικευμένους» εργάτες, έχουν αυστηρά συντεχνιακό χαρακτήρα -αποκλείουν όλους τους εργάτες που δεν έχουν ειδικευθεί συντεχνιακά και μ' αυτό τον τρόπο εκτίθενται στον ανταγωνισμό εκείνων που δεν ανήκουν στις συντεχνίες- είναι πλούσια, αλλά όσο πλουσιότερα γίνονται, τόσο πιο πολύ εκφυλίζονται σε απλά ταμεία ασθενείας και θανάτου -είναι συντηρητικά και αποφεύγουν πάνω απ' όλα τον «τρισκατάρατο» σοσιαλισμό, όσο πιο πολύ και για όσο μεγαλύτερο διάστημα μπορούν. Τα νέα «ανειδίκευτα» συνδικάτα, από την άλλη, δέχονται κάθε συνάδελφο του κλάδου- έτσι είναι κατά κύριο λόγο και οι εργάτες του φωταέριου αποκλειστικά, απεργιακά σωματεία και απεργιακά ταμεία. Και παρ' ότι δεν είναι ακόμη όλοι

σοσιαλιστές, ωστόσο επιμένουν να έχουν οπωσδήποτε για ηγέτες τους μόνο σοσιαλιστές και κανέναν άλλο. Αλλά η σοσιαλιστική προπαγάνδα είχε από χρόνια ήδη ξεκινήσει στις ανατολικές συνοικίες, όπου η κ. Ε. Μαρξ Έβελινγκ και ο άντρας της ο Έντουαρντ Έβελινγκ ήταν κυρίως εκείνοι που είχαν πριν από τέσσερα χρόνια ανακαλύψει και επεξεργαστεί επίμονα με «Ριζοσπαστικές Λέσχες», που απαρτίζονταν σχεδόν αποκλειστικά από εργάτες, το καλύτερο πεδίο προπαγάνδας και όπως είναι τώρα φανερό, με τη μεγαλύτερη επιτυχία. Κατά τη διάρκεια της απεργίας των λιμενεργατών η κ. Έβελινγκ ήταν η μία από τις τρεις γυναίκες που φρόντιζαν για τη διανομή της βοήθειας και σαν «ευχαριστώ» συκοφαντήθηκαν από τον κ. Χάιντμαν, το φυγάδα της Πλατείας Τραφάλγκαρ, που ισχυρίστηκε ότι πληρώνονταν γι' αυτό το σκοπό μ' ένα ποσό τριών λιρών στερλινών την εβδομάδα από το απεργιακό ταμείο. Η κ. Έβελινγκ καθοδήγησε σχεδόν μόνη της την απεργία του περασμένου χειμώνα στο Σίλβερταουν, καθώς επίσης και στις ανατολικές συνοικίες και εκπροσωπεί στην επιτροπή των εργατών του φωταερίου ένα γυναικείο τομέα που έχει ιδρύσει εκεί. Το προηγούμενο φθινόπωρο οι εργάτες του φωταέριου κατέκτησαν ύστερα από αγώνες εδώ στο Λονδίνο την οκτάωρη εργάσιμη ημέρα, αλλά την ξανάχασαν μετά από μια ανεπιτυχή απεργία, στο νότιο τμήμα της πόλης, αποκτώντας αρκετές αποδείξεις ότι αυτή η κατάκτηση δεν έχει κατά κανένα τρόπο εξασφαλισθεί για πάντα ούτε στα βόρεια τμήματα του Λονδίνου. Είναι, λοιπόν, αξιοπερίεργο, που αποδέχτηκαν πρόθυμα την πρόταση της κας Έβελινγκ να εισάγουν στο Λονδίνο το γιορτασμό της Πρωτομαγιάς, που αποφασίστηκε από το Συνέδριο στο Παρίσι, για μια νομοθετημένη οκτάωρη μέρα εργασίας; Από κοινού με μερικές σοσιαλιστικές ομάδες, οι Ριζοσπαστικές Λέσχες και τ' άλλα εργατικά συνδικάτα στις ανατολικές συνοικίες, όρισαν μια Κεντρική Επιτροπή, που θα διοργάνωνε γι' αυτόν το σκοπό μια μεγάλη διαδήλωση στο Χάιντ Παρκ. Επειδή φάνηκε ότι κάθε προσπάθεια να γίνει η διαδήλωση την Πέμπτη 1η του Μάη, οπωσδήποτε θα αποτύχαινε αυτή τη χρονιά, αποφασίστηκε ν' αναβληθεί για την Κυριακή 4 του Μάη. Για να εξασφαλίσει, όσο ήταν δυνατό, τη συμμετοχή όλων των εργατών του Λονδίνου, η Κεντρική Επιτροπή κάλεσε επίσης, με ανεπίτρεπτη αφέλεια, το Συμβούλιο των Συνδικάτων του Λονδίνου. Αυτό είναι ένα σώμα που απαρτίζεται από αντιπροσώπους από τα λονδρέζικα εργατικά συνδικάτα, κύρια από τα παλιότερα συνδικάτα των «ειδικευμένων» εργατών, όπου, όπως ήταν αναμενόμενο, τα αντί-σοσιαλιστικά στοιχεία έχουν ακόμη την πλειοψηφία. Το Συμβούλιο των Συνδικάτων είδε ότι το κίνημα για το οκτάωρο υπήρχε φόβος να μεγαλώσει πέρα από τον έλεγχο τους. Τα παλιά εργατικά συνδικάτα υποστηρίζουν επίσης την οκτάωρη εργάσιμη μέρα, αλλά όχι τη νομοθετημένη. Το οχτάωρο αυτοί το εννοούν με την έννοια ότι το κανονικό μεροκάματο πρέπει να πληρώνεται για οκτώ ώρες τόσο την ώρα -αλλά ότι θα πρέπει να επιτρέπεται υπερωριακή εργασία για οσεσδήποτε ώρες τη μέρα, με την προϋπόθεση ότι κάθε ώρα υπερωρίας θα πληρώνεται μ' ένα μεγαλύτερο ποσό- ας πούμε, με το ποσό της μιάμιση ή των δύο κανονικών ωρών. Στόχος τους λοιπόν ήταν να οδηγήσουν τη διαδήλωση στα νερά αυτού του είδους της εργάσιμης ημέρας, που θα την κατακτούσαν με «ελεύθερη» συμφωνία, αλλά που δε θα γινόταν υποχρεωτική με νόμο της Βουλής. Γι' αυτόν το σκοπό το Συμβούλιο των Συνδικάτων συνενώθηκε με τη Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία του κ. Χάιντμαν που προαναφέρθηκε, μια ένωση που παρουσιάζει τον εαυτό της σαν τη μόνη αληθινή εκκλησία του βρετανικού σοσιαλισμού, που προσφέρει τη μακαριότητα, και πού είχε συνάψει με μεγάλη συνέπεια μια συμμαχία ζωής και θανάτου με τους γάλλους ποσιμπιλιστές. Η Ένωση αυτή έστειλε μια αντιπροσωπεία στο συνέδριο τους και έτσι θεωρούσε εκ των προτέρων τον πρωτομαγιάτικο γιορτασμό που αποφασίστηκε από το μαρξιστικό Συνέδριο σαν αμαρτία κατά του Αγίου Πνεύματος. Το κίνημα είχε ξεφύγει και απ' αυτής τον έλεγχο -όμως το ν' ακολουθήσει την Κεντρική Επιτροπή θα σήμαινε ότι έβαζε τον εαυτό της υπό τη «μαρξιστική» ηγεσία- από την άλλη, εάν το Συμβούλιο των Συνδικάτων έπαιρνε το ζήτημα στα χέρια του και εάν ο γιορτασμός γινόταν στις 4 αντί για την 1η του Μάη, δε θα ήταν πια καθόλου η κακιά «μαρξιστική» Πρωτομαγιά και έτσι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν. Παρά το γεγονός ότι η Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία έχει τώρα περιλάβει στο πρόγραμμα της το νομοθετημένο οκτάωρο, έσφιξε πρόθυμα το χέρι που της προσφέρθηκε από το Συμβούλιο των Συνδικάτων. Τώρα οι νέοι περίεργοι συγκάτοικοι ξεγέλασαν την Κεντρική Επιτροπή μ' ένα κόλπο το

οποίο, πράγματι, θεωρείται όχι μόνο επιτρεπτό αλλά και αρκετά έξύπνο από την πολιτική πρακτική της αγγλικής αστικής τάξης, που όμως οι ευρωπαίοι και οι αμερικάνοι εργάτες θα το βρουν πιθανά πολύ ποταπό. Είναι γεγονός ότι σε περίπτωση οργάνωσης λαϊκών συγκεντρώσεων στο Χάιντ Παρκ οι διοργανωτές πρέπει πρώτα ν' ανακοινώσουν την πρόθεση τους στο υπουργείο Δημοσίων Έργων και να συμφωνήσουν μαζί του στα επιμέρους ζητήματα, εξασφαλίζοντας συγκεκριμένα την άδεια να τοποθετήσουν στο γρασίδι τα κάρα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σαν εξέδρες. Εκτός αυτού, οι κανονισμοί λένε ότι εφόσον έχει ανακοινωθεί μια συγκέντρωση, καμιά άλλη δεν μπορεί να γίνει την ίδια μέρα στο πάρκο. Η Κεντρική Επιτροπή δεν είχε κάνει ακόμη αυτή την ανακοίνωση αλλά οι οργανώσεις που συμμάχησαν εναντίον της μόλις το έμαθαν ανακοίνωσαν πίσω από την πλάτη της μια συγκέντρωση για τις 4 του Μάη στο πάρκο και πήραν την άδεια για επτά εξέδρες. Το Συμβούλιο των Συνδικάτων και η Ομοσπονδία πίστεψαν λοιπόν ότι είχαν νοικιάσει το πάρκο για τις 4 του Μάη και ότι είχαν τη νίκη στην τσέπη τους. Το πρώτο συγκάλεσε μια συγκέντρωση αντιπροσώπων των εργατικών συνδικάτων, στην οποία κάλεσε και δύο αντιπροσώπούς από την Κεντρική Επιτροπή -αυτή έστειλε τρεις, περιλαμβανομένης της κας Έβελινγκ. Το Συμβούλιο των Συνδικάτων τους αντιμετώπισε σαν να ήταν ο αφέντης της κατάστασης. Τους πληροφόρησε ότι μόνο κλαδικά σωματεία, δηλαδή ούτε σοσιαλιστικές ενώσεις ούτε πολιτικές λέσχες θα μπορούσαν να πάρούν μέρος στη διαδήλωση και να κρατούν λάβαρα. Το πώς θα συμμετείχε η Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία στη διαδήλωση παρέμενε μυστήριο. Το Συμβούλιο είχε ήδη συντάξει στην τελική μορφή το ψήφισμα που θα υποβαλλόταν στη συγκέντρωση και είχε μάλιστα σβήσει το αίτημα για το νομοθετημένο οκτάωρο -η πρόταση για να ξαναμπεί το αίτημα στο ψήφισμα δεν επιτράπηκε να συζητηθεί ούτε να μπει σε ψηφοφορία. Και τέλος, το Συμβούλιο αρνήθηκε να δεχθεί την κ. Έβελινγκ σαν αντιπρόσωπο γιατί, όπως είπε, δεν ήταν χειρωνακτική εργάτρια (πράγμα που δεν είναι αλήθεια), παρότι ο ίδιος του ο πρόεδρος, ο κ. Σίπτον, δεν έβαλε ούτε ένα δακτυλάκι στο δικό του κλάδο για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Οι εργάτες της Κεντρικής Επιτροπής εξοργίσθηκαν με την εξαπάτηση που τους έγινε. Φαινόταν σαν να είχε αφεθεί τελικά η διαδήλωση στα χέρια δύο οργανώσεων που δεν αντιπροσώπευαν παρά μόνο κάποιες ασήμαντες μειονότητες των εργατών του Λονδίνου. Δε φαινόταν να υπάρχει άλλο αντίμετρο από τη βίαιη κατάληψη των εξεδρών του Συμβουλίου των Συνδικάτων, που είχαν απειλήσει να κάνουν οι εργάτες του φωταερίου. Τότε ο Έντουαρντ Έβελινγκ πήγε στο υπουργείο και εξασφάλισε, αντίθετα με τους κανονισμούς, την άδεια για την Κεντρική Επιτροπή να τοποθετήσει επίσης επτά εξέδρες στο πάρκο. Η προσπάθεια τους ν' αρπάξουν τη διαδήλωση, προς όφελος της μειοψηφίας απέτυχε. Το Συμβούλιο των Συνδικάτων υποχώρησε, μένοντας ικανοποιημένο που τελικά κατόρθωσε να διαπραγματευθεί με την Κεντρική Επιτροπή σε ίση βάση για την προετοιμασία της διαδήλωσης. Πρέπει κάποιος να ξέρει αυτή την προϊστορία, για να εκτιμήσει τη φύση και τη σημασία της διαδήλωσης. Υποκινούμενη από τους εργάτες του Ανατολικού Λονδίνου που συνδέθηκαν τελευταία με το κίνημα, η διαδήλωση βρήκε τέτοια γενική απήχηση, ώστε οι δύο οργανώσεις που δεν ήταν λιγότερο εχθρικές η μία εναντίον της άλλης απ' όσο και οι δυο μαζί ενάντια στη θεμελιακή ιδέα της διαδήλωσης -υποχρεώθηκαν να συμμαχήσουν για να πάρουν την αρχηγία και να εκμεταλλευτούν τη συγκέντρωση με το δικό τους πνεύμα. Απο τη μια, το συντηρητικό Συμβούλιο των Συνδικάτων που κηρύσσει την ισοτιμία κεφαλαίου και εργασίας, από την άλλη, η Σοσιαλδημοκρατική Ομοσπονδία που παριστάνει τη ριζοσπαστική και μιλά απλόχερα για κοινωνική επανάσταση σε κάθε ακίνδυνη ευκαιρία, και οι δύο, συμμαχώντας με βάση ένα τιποτένιο τέχνασμα για να εκμεταλλευτούν μια διαδήλωση, που ήταν ολότελα μισητή και στις δύο. Εξαιτίας αυτών των συμβάντων η συγκέντρωση της 4ης του Μάη διασπάστηκε σε δύο μέρη: από τη μια ήταν οι συντηρητικοί εργάτες, ο ορίζοντας των οποίων δεν προχωρά πέρα από το σύστημα της μισθωτής εργασίας και δίπλα τους μία αναιμική αλλά αρχομανής σοσιαλιστική αίρεση, από την άλλη, η μεγάλη μάζα των εργατών που είχαν συνδεθεί πρόσφατα με το κίνημα και που δε θέλουν ν' ακούν άλλο για το μαντσεστερισμό των παλιών εργατικών συνδικάτων, θέλοντας να κατακτήσουν οι ίδιοι με αγώνα την ολοκληρωτική τους χειραφέτηση, μαζί με συμμάχους της δικής τους επιλογής και όχι μ' αυτούς που προκαθορίζονται από μια μικρή σοσιαλιστική κλίκα. Από τη μια πλευρά ήταν

η στασιμότητα, που αντιπροσωπευόταν από εργατικά συνδικάτα, που δεν έχουν ακόμη απελευθερωθεί τελείως από το συντεχνιακό πνεύμα και από μια στενόκαρδη αίρεση, που υποστηρίζεται από τους πιο τιποτένιους συμμάχους. Από την άλλη, το ζωντανό ελεύθερο κίνημα του βρετανικού προλεταριάτου, που ξαναξύπνησε. Και ήταν φανερό ακόμη και στους πιο τυφλούς, που ήταν η γεμάτη φρεσκάδα ζωή σ' αυτή τη διπλή συγκέντρωση και πού η στασιμότητα. Γύρω από τις επτά εξέδρες της Κεντρικής Επιτροπής ήταν πυκνά, πελώρια πλήθη, που διαδήλωναν με μουσική και λάβαρα, πάνω από εκατό χιλιάδες οργανωμένοι, ενισχυμένοι από σχεδόν άλλους τόσους που είχαν έρθει μεμονωμένα, παντού επικρατούσε ομοφωνία και ενθουσιασμός και παρ'όλα αυτά τάξη και οργάνωση. Στις εξέδρες των συνενωμένων αντιδραστικών, αντίθετα, τα πάντα έμοιαζαν ξεθωριασμένα, η συγκέντρωση τους ήταν πολύ πιο αδύνατη από την άλλη, κακά οργανωμένη, χωρίς τάξη και ως επί το πλείστον αργοπορημένη, έτσι ώστε σε μερικά σημεία άρχισαν όταν η Κεντρική Επιτροπή είχε ήδη τελειώσει. Ενώ οι φιλελεύθεροι ηγέτες μερικών ριζοσπαστικών Λεσχών και οι υπάλληλοι αρκετών εργατικών συνδικάτων συσπειρώθηκαν γύρω από το Συμβούλιο των Συνδικάτων, τα μέλη των ίδιων συνδικάτων -στην πραγματικότητα, τέσσερα ολόκληρα παραρτήματα της Σοσιαλδημοκρατικής Ομοσπονδίας- παρέλασαν με την Κεντρική Επιτροπή. Παρ' όλα αυτά, το Συμβούλιο των Συνδικάτων κατάφερε να προκαλέσει κάποια προσοχή, αλλά η απόλυτη επιτυχία ήταν αυτή της Κεντρικής Επιτροπής. Αυτό όμως που οι πολυάριθμοι παρακολουθούντες αστοί πολιτικοί αποκόμισαν σαν κύριο αποτέλεσμα, ήταν η βεβαιότητα ότι το αγγλικό προλεταριάτο, που για σαράντα ολόκληρα χρόνια σερνόταν σαν ουρά πίσω από το μεγάλο Φιλελεύθερο Κόμμα υπηρετώντας το σαν ψηφοφόρο αγέλη, είχε επιτέλους ξυπνήσει για μια νέα ανεξάρτητη ζωή και δράση. Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία γι' αυτό: στις 4 του Μάη του 1890 η αγγλική εργατική τάξη προσχώρησε στο μεγάλο διεθνή στρατό. Και αυτό είναι ένα γεγονός πού θ' αφήσει εποχή. Το αγγλικό προλεταριάτο έχει τις ρίζες του στην πιο προχωρημένη βιομηχανική ανάπτυξη και επιπλέον, κατέχει τη μεγαλύτερη πολιτική ελευθερία κινήσεων. Η μακρόχρονη χειμέρια νάρκη του, αποτέλεσμα, από τη μια της αποτυχίας του χαρτιστικού κινήματος του 1836-1850 και από την άλλη, της κολοσσιαίας βιομηχανικής ανόδου του 1848-1880 -έχει επιτέλους σπάσει. Τα εγγόνια των παλιών χαρτιστών μπαίνουν στη γραμμή του πυρός. Εδώ και οκτώ χρόνια υπάρχει κίνηση στις πλατιές μάζες πότε από δω, πότε από κει. Ξεπήδησαν σοσιαλιστικές ομάδες, αλλά καμιά δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τα όρια μιας σέκτας, αγκιτάτορες και υποτιθέμενοι αρχηγοί κομμάτων, ανάμεσά τους και καθαροί κερδοσκόποι και αρριβίστες, έχουν μείνει αξιωματικοί χωρίς στρατιώτες. Ήταν σχεδόν πάντα όπως η περίφημη φάλαγγα τον Ρόμπερτ Μπλουμ στην εκστρατεία του Μπάντεν το 1849: ένας συνταγματάρχης, έντεκα αξιωματικοί, ένας σαλπιγκτής και ένας στρατιώτης. Και οι διαπληκτισμοί ανάμεσα στις διάφορες φάλαγγες τύπου Ρόμπερτ Μπλουμ για την αρχηγία του μελλοντικού προλεταριακού στρατού ήταν κάθε άλλο παρά εποικοδομητικοί. Αυτό θα σταματήσει σύντομα, όπως ακριβώς σταμάτησε στη Γερμανία και την Αυστρία. Το δυναμικό κίνημα των μαζών θα θέσει τέλος σ' όλες αυτές τις σέκτες και τις μικροομαδούλες με το ν' απορροφήσει τους στρατιώτες και να βάλει τους αξιωματικούς στη θέση που τους αξίζει. Σ' όποιο δεν αρέσει, μπορεί να εξαφανιστεί. Αυτό δε θα γίνει χωρίς προστριβές, αλλά θα γίνει οπωσδήποτε και ο αγγλικός προλεταριακός στρατός θα είναι, πολύ νωρίτερα απ' όσο μερικοί περιμένουν, τόσο ενωμένος, τόσο καλά οργανωμένος και τόσο αποφασισμένος, όσο κανένας άλλος και θα χαιρετιστεί με ζητωκραυγές απ' όλους τους συντρόφους του στην Ευρώπη και την Αμερική. Γράφτηκε: μεταξύ 5 και 21 του Μάη 1890

i Το άρθρο «4 του Μάη στο Λονδίνο» ήταν αφιερωμένο στο πρώτο γιορτασμό της Διεθνούς Ημέρας των Εργατών, της Πρωτομαγιάς, από τα σοσιαλιστικά κόμματα και τις εργατικές οργανώσεις, σύμφωνα με την απόφαση του Διεθνούς Συνεδρίού των σοσιαλιστών εργατών, πού έγινε στο Παρίσι το 1889. Οι μαζικές διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις που οι πιο καλοοργανωμένες έγιναν στην Αυστρία διεξήχθησαν σύμφωνα με την απόφαση του Συνεδρίου, με σύνθημα τον αγώνα για νομοθετικά κατοχυρωμένο 8ωρο. Ο πρώτος γιορτασμός της Πρωτομαγιάς, επίσης καλά οργανωμένος από τους εργάτες τον Λονδίνου, έγινε την πρώτη Κυριακή του Μάη, 4 του Μάη 1890. Γράφτηκε: μεταξύ 5 και 21 του Μάη 1890. «Μαρξ - Ένγκελς - Για τον Ρεφορμισμό», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή σελ 184-192

Φρίντριχ Ενγκελς

Aφγανιστάν

1

Tο Aφγανιστάν: μια εκτεταμένη χώρα της Aσίας, βορειοδυτικώς της Iνδίας. Bρίσκεται μεταξύ της Περσίας και των Iνδιών, και στην άλλη διεύθυνση μεταξύ της οροσειράς Iνδοκούς και του Iνδικού Ωκεανού. Παλαιότερα περιελάμβανε και τις περσικές επαρχίες Kορασάν και Kοχιστάν, μαζί με τη Xεράτ, το Mπελουχιστάν, το Kασμίρ και το Σίντ, και ένα σημαντικό μέρος του Παντζάμπ. Στα σημερά όρια του πιθανόν να μην ζουν περισσότεροι από 4.000.000 κάτοικοι. Tο ανάγλυφο του Aφγανιστάν είναι πολύ ακανόνιστο, στο βορρά ψηλά οροπέδια, ογκώδη βουνά, βαθιές κοιλάδες και φαράγγια. Όπως όλες οι ορεινές τροπικές χώρες έχει ευρεία ποικιλία κλίματος. Στο Iνδοκούς, χιόνι καλύπτει τις ψηλές κορυφές του όλο το χρόνο, ενώ στς πεδιάδες το θερμόμετρο σκαρφαλώνει στους 130 βαθμούς Φαρενάιτ (περ. 54 βαθμοί Kελσίου). H ζέστη είναι περισσότερη στα ανατολικά μέρη, παρά στα δυτικά, αλλά το κλίμα είναι γενικά ψυχρότερο από αυτό της Iνδίας· και, αν και οι διαφορές στην θερμοκρασία μεταξύ χειμώνα και καλοκαιριού ή μέρας και νύχτας, είναι πολύ μεγάλες, η χώρα είναι γενικά υγιεινή. Oι κυριότερες ασθένειες είναι πυρετοί, καταρροές και οφθαλμία. Σε μερικές περιπτώσεις η σύφιλη είναι καταστροφική. Tο χώμα είναι εξαιρετικά εύφορο. Στις οάσεις των αμμωδών ακτών φύονται χουρμαδιές· ζαχαροκάλαμα και βαμβάκι στις θερμές πεδιάδες· ευρωπαϊκά φρούτα και λαχανικά αναπτύσσονται πλούσια στα άνδηρα στις πλαγιές των λόφων σε ύψος 6-7000 ποδιών. Tα βουνά καλύπτονται από ευγενή δάση, όπου συχνάζουν αρκούδες, λύκοι και αλεπούδες, ενώ το λιοντάρι, η λεοπάρδαλη και η τίγρης συναντώνται σε περιοχές συγγενείς με τις συνήθειες τους. Δεν λείπουν τα ζώα τα χρήσιμα στον άνθρωπο. Yπάρχει μια καλή ποικιλία προβάτου της περσικής ράτσας. Tα άλογα είναι καλού μεγέθους και ράτσας. Oι καμήλες και τα γαϊδούρια χρησιμοποιούνται ως υποζύγια και οι πάπιες, οι χήνες και οι γάτες υπάρχουν σε μεγάλο αριθμό. Eκτός από το Iνδοκούς, που αποτελεί συνέχεια των Iμαλαΐων, υπάρχει άλλη μια οροσειρά που ονομάζεται Σουλαϊμάν, στα νοτιοδυτικά. Kαι μεταξύ του Aφγανιστάν και του Mπαλκ βρίσκεται μια οροσειρά γνωστή ως η οροσειρά Παροπάμισος, για την οποία πολύ λίγες πληροφορίες έχουν φτάσει την Eυρώπη. Tα ποτάμια είναι λίγα. Tα πιο σημαντικά είναι ο Xιλμάντ και ο Kαμπούλ. Πηγάζουν από το Iνδοκούς, ο Kαμπούλ ρέει ανατολικά και συναντάει τον Iνδό κοντά στο Aττοκ· ο Xιλμάντ ρέει δυτικά μέσω της περιοχής του Σεϊστάν και καταλήγει στη λίμνη Tζιρέχ. O Xιλμάντ έχει την ιδιαιτερότητα να υπερχειλίζει όπως ο Nείλος, φέρνοντας ευφορία στο χώμα, το οποίο, εκτός των ορίων της πλημμύρας είναι αμμώδης έρημος. Oι κύριες πόλεις του Aφγανιστάν είναι η Kαμπούλ, η πρωτεύουσα, το Γκαζνί, το Πεσαβάρ και το Kανταχάρ. H Kαμπούλ είναι μια όμορφη κωμόπολη στις όχθες του ποταμού με το ίδιο όνομα. Tα κτήρια είναι ξύλινα, περιποιημένα και ευρύχωρα, και η πόλη περιτριγυρισμένη από όμορφους κήπους έχει μια ευχάριστη όψη. Περιβάλλεται από χωριά και βρίσκεται στο μέσο μιας μεγάλης πεδιάδας που περικυκλώνεται από λόφους. Tο κύριο μνημείο της είναι ο τάφος του αυτοκράτορα Mπάμπερ. Tο Πεσαβάρ είναι μια μεγάλη πόλη με πληθυσμό γύρω στις 100.000. Tο Γκαζνί, πόλη γνωστή από την αρχαιότητα, κάποτε η πρωτεύουσα του σουλτάνου Mαχμούντ, έχει χάσει την υψηλή θέση του και είναι τώρα ένα φτωχό μέρος. Kοντά βρίσκεται ο τάφος του Mαχμούντ. Tο Kανταχάρ ιδρύθηκε το 1754. Bρίσκεται στη θέση μιας αρχαίας πόλης. Ήταν πρωτεύυσα για μερικά χρόνια, αλλά το 1774 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Kαμπούλ. Θεωρείται ότι έχει 100.000 κατοίκους. Kοντά στην πόλη είναι ο τάφος του Σαχ Aχμέτ, του ιδρυτή της πόλης, ένα άσυλο τόσο ιερό που ακόμα και ο βασιλιάς δεν έχει το δικαίωμα να απομακρύνει από εκεί έναν εγκληματία που κατέφυγε στα τείχη του. H γεωγραφική θέση του Aφγανιστάν και ο παράξενος χαρακτήρας των κατοίκων του, δίνουν στη χώρα πολιτική σημασία, η οποία δύσκολα μπορεί να υποτιμηθεί στα θέματα της Kεντρικής Aσίας. H κυβέρνηση είναι μοναρχική, αλλά η εξουσία του βασιλιά επί των ζωηρών και απείθαρχων υπηκόων του είναι προσωπική και πολύ ασταθής. Tο βασίλειο χωρίζεται σε επαρχίες, η κάθε μια από τις οποίες εποπτεύεται από έναν εκπρόσωπο του ηγεμόνα, ο οποίος συλλέγει τα έσοδα και τα μεταφέρει στην πρωτεύουσα. Oι Aφγανοί είναι μια γενναία, σκληρή και ανεξάρτητη φυλή· ασκούν μόνο γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες, απέχοντας από το εμπόριο, το οποίο περιφρονητικά εγκαταλείπουν στους

Iνδούς, και σε άλλους κατοίκους των πόλεων. Για αυτούς ο πόλεμος είναι μια συγκίνηση και ανακούφιση από την μονότονη απασχόληση με τις εργατικές ασχολίες. Oι Aφγανοί χωρίζονται σε φρατρίες2, επί των οποίων οι διάφοροι αρχηγοί ασκούν κάποιου είδους φεουδαρχική εξουσία. Tο άκαμπτο μίσος τους κατά της εξουσίας και η αγάπη τους για την ατομική ελευθερία, είναι το μόνο που τους εμποδίζει να γίνουν ένα ισχυρό έθνος· αλλά αυτή η ιδιαίτερη μη κανονικόηττα τους και η ασάφεια των πράξεων τους τους κάνει επικίνδυνους γείτονες, ικανούς να εκραγούν από μια ιδιοτροπία ή να ξεσηκωθούν από πολιτικούς μηχανορράφους, που τεχνηέντως εξαίρουν τα πάθη τους. Oι δύο κύριες φρατρίες είναι οι Nτουράνι και οι Γκιλγκί, που πάντα βρίσκονται σε έχθρα μεταξύ τους. Oι Nτουράνι είναι οι πιο ισχυροί, και ο εμίρης ή χαν τους, εκμεταλλευόμενος την υπεροχή τους, έκανε τον εαυτό του βασιλιά του Aφγανιστάν. Έχει έσοδα περί τα 10.000.000 δολλάρια. H εξουσία του είναι κυρίαρχη μόνο στη φρατρία του. Tα στρατιωτικά σώματα επανδρώνονται κατά κύριο λόγο από τους Nτουράνι· ο υπόλοιπος στρατός προέρχεται είτε από τις άλλες φρατρίες ή από τυχοδιώκτες που κατατάσσονται ελπίζοντας να πληρωθούν ή να λεηλατήσουν. H δικαιοσύνη στις πόλεις ασκείται από τον εκάστοτε καδή, αλλά οι Aφγανοί σπάνια προσφεύγουν στον νόμο. Oι Xαν τους έχουν δικαίωμα τιμωρίας ακόμα και ζωής ή θανάτου. H εκδίκηση φόνου είναι οικογενειακό καθήκον·. Παρ΄ όλ΄ αυτά λέγεται ότι είναι φιλελεύθεροι και γεναιόδωροι άνθρωποι, όταν δεν τους προκαλεί κανείς, και τα δικαιώματα της φιλοξενίας είναι τόσο ιερά ώστε ένας μέχρι θανάτου εχθρός που τρώει ψωμί και αλάτι, ακόμα και αν τα εξασφάλισε με πονηριά, είναι ιερός έναντι της εκδίκησης, και μπορεί ακόμα και να απαιτήσει την προστασία του οικοδεσπότη εναντίον όλων των άλλων κινδύνων που διατρέχει. Στο θρήσκευμα είναι μωαμεθανοί της αίρεσης των Σουνιτών· αλλά δεν είναι φανατισμένοι και οι συμμαχίες μεταξύ Σιϊτών και Σουνιτών3 δεν είναι καθόλου ασυνήθιστες. Tο Aφγανιστάν υποτάχθηκε στη μογγολική4 και στην περσική κυριαρχία. Πριν από την άφιξη των Bρεταννών στις ακτές της Iνδίας οι επιδρομές από το εξωτερικό που έφταναν τις πεδιάδες του Iνδουιστάν, πάντα διενεργούνταν από το Aφγανιστάν. O σουλτάνος Mαχμούντ ο Mέγας, ο Tζένκις Xαν, ο Tαμερλάνος και ο Nαδίρ Σαχ, όλοι πήραν αυτόν τον δρόμο. Tο 1747 μετά τον θάνατο του Nαδίρ, ο Σαχ Aχμέτ, που έμαθε την πολεμική τέχνη από τους μισθοφόρους, αποφάσισε να αποτινάξει τον περσικό ζυγό. Yπό την ηγεσία του το Aφγανιστάν έφτασε το πιο ψηλό σημείο μεγαλείου και ευημερίας στη σύγχρονη εποχή. Aνήκε στην οικογένεια των Σαντόσι και η πρώτη του πράξη ήταν να αρπάξει τα λάφυρα που είχε μαζέψει στην Iνδία ο πρώην αρχηγός του. Tο 1748 πέτυχε να εξορίσει τον Mογγόλο κυβερνήτη από την Kαμπούλ και το Πεσαβάρ, και περνώντας τον Iνδό κατέκτησε ταχύτατα το Παντζάμπ. Tο βασίλειο του εκτεινόταν από το Kορασάν μέχρι το Δελχί και αναμετρήθηκε μέχρι και με τις δυνάμεις των Mαχράτα5. Aυτά τα μεγάλα επιτεύγματα όμως δεν τον εμπόδισαν να καλλιεργήσει και μερικές από τις τέχνες της ειρήνης, και ήταν γνωστός ως αγαπητός ποιητής και ιστορικός. Πέθανε το 1772 και άφησε το στέμμα του στον γιο του Tιμούρ, ο οποίος, ωστόσο, δεν ήταν αντάξιος της βαριάς ευθύνης. Eγκατέλειψε την πόλη του Kαλαντάρ, που είχε ιδρυθεί από τον πατέρα του και είχε γίνει μέσα σε λίγα χρόνια μια πλούσια και δημοφιλής πόλη, και μετέφερε την έδρα της κυβέρνησης πίσω στην Kαμπούλ. Kατά τη βασιλεία του οι εσωτερικές διχόνοιες των φρατριών, οι οποίες είχαν συρρικνωθεί υπό το σταθερό χέρι του Σαχ Aχμέτ, αναβίωσαν. Tο 1793 ο Tιμούρ πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Σιμάν. Aυτός ο πρίγκηπας συνέλαβε την ιδέα να συνενώσει την μωαμεθανική δύναμη της Iνδίας και αυτό το σχέδιο, που θα μπορούσε να είχε απειλήσει σοβαρά τις βρεταννικές κτήσεις, θεωρήθηκε τόσο σημαντικό που ο σερ Tζων Mάλκολμ στάλθηκε στα σύνορα για να κρατήσει τους Aφγανούς υπό έλεγχο σε περίπτωση που έκαναν κάποια κίνηση, και ταυτόχρονα άρχισαν διαπραγματεύσεις με την Περσία, με τη βοήθεια της οποίας οι Aφγανοί θα μπορούσαν να βρεθούν μεταξύ δύο πυρών. Aυτές οι προετοιμασίες ήταν ωστόσο μη απαραίτητες. O Σιμάν Σαχ ήταν αρκετά απασχολημένος με συνομωσίες και ενοχλήσεις στο κράτος του, και τα μεγάλα του σχέδια καταπνίγηκαν εν τη γενέσει τους. O αδελφός του βασιλιά, ο Mαχμούντ, όρμησε στη Xεράτ με το σχέδιο να ιδρύσει μια ανεξάρτητη επικράτεια, αλλά απέτυχε στην προσπάθεια του και δραπέτευσε στην Περσία. O Σιμάν Σαχ υποστηρίχθηκε στην άνοδο στο θρόνο από την οικογένεια Mπαϊρουκσί, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Σαΐρ Aφράς Xαν. O Σιμάν ανακύρηξε κάποιο μη δημοφιλές πρόσωπο ως βεζύρη· αυτό ξεσήκωσε το μίσος τον παλαιών υποστηρικτών του και

διοργάνωσαν μια συνομωσία που αποκαλήφθηκε, και ο Σαΐρ Aφράς καταδικάστηκε σε θάνατο. O Mαχμούντ ανακλήθηκε τώρα από τους συνομώτες, ο Σιμάν φυλακίστηκε και τυφλώθηκε. Σε αντιπολίτευση προς τον Mαχμούντ, που υποστηριζόταν από τους Nτουράνι, προβλήθηκε από τους Γκιλγκί ο Σαχ Σουτζάχ, ο οποίος κράτησε τον θρόνο για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά τελικά νικήθηκε, κυρίως εξ αιτίας της προδοσίας από τους ίδιους τους υποστηριχτές του, και αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στους Σιχ6. Tο 1809 ο Nαπολέων έστειλε τον στρατηγό Zαρντάν στην Περσία με την ελπίδα να σπρώξει τον Σάχη (Φαθ ʼλι) να εισβάλλει στην Iνδία και η ινδική κυβέρνηση έστειλε έναν εκπρόσωπο (Mαουντστιούαρτ Eλφινστόουν) στην αυλή του Σάχ Σουτζάχ, για να δημιουργήσει μια αντίδραση στην Περσία. Aυτή την εποχή κερδίζει δύναμη και φήμη ο Pάντζητ Σινγκ. Ήταν αρχηγός φυλής των Σιιτών και με την ευφυία του έκανε τη χώρα του ανεξάρτητη από τους Aφγανούς και ίδρυσε ένα βασίλειο στο Παντζάμπ, κερδίζοντας για τον εαυτό του τον τίτλο του Mαχαραγιά και τον σεβασμό της αγγλο-ινδικής κυβέρνησης. O σφετεριστής Mαχμούντ όμως δεν ήταν γραφτό να χαρεί τον θρίαμβο του για πολύ. O Φατέχ Xαν, ο βεζύρης του, που ταλαντευόταν διαδοχικά μεταξύ του Mαχμούντ και του Σαχ Σουτζάχ, όπως υπαγόρευε κάθε φορά η φιλοδοξία του ή το περιστασιακό συμφέρον του, συνελήφθη από τον γιο του βασιλιά Kαμράν, τυφλώθηκε, και εν συνεχεία καταδικάστηκε σε απάνθρωπο θάνατο. H ισχυρή οικογένεια του δολοφονημένου βεζύρη ορκίστηκε να εκδικηθεί τον θάνατο του. H μαριονέττα Σαχ Σουτζάχ ήρθε και πάλι στο προσκήνιο και ο Mαχμούντ εξορίστηκε. Eπειδή ο Σαχ Σουτζάχ ωστόσο προσέβαλε κάποιους, σύντομα εκθρονίστηκε και ένας άλλος αδελφός στέφθηκε στη θέση του. O Mαχμούντ δραπέτευσε στη Xεράτ, η οποία παρέμενε υπό την εξουσία του και το 1829 που πέθανε, τον διαδέχθηκε ο γιος του Kαμράν στη διακυβέρνηση αυτής της περιοχής. H οικογένεια των Mπαϊρουκσί, έχοντας τώρα γίνει η κύρια δύναμη, χώρισε την επικράτεια μεταξύ των μελών της, αλλά ακολουθώντας την εθνική συνήθεια μάλλωσαν και ενώνονταν μόνο όταν παρουσιαζόταν ένας κοινός εχθρός. Ένας από τους αδελφούς, ο Mοχάμεντ Xαν, κράτησε την πόλη του Πεσαβάρ, για την οποία πλήρωσε φόρο υποτέλειας στον Pάντζητ Σινγκ· ένας άλλος κράτησε το Γκαζνί· ένας τρίτος το Kανταχάρ· την Kαμπούλ πήρε ο Nτοστ Mοχάμεντ, ο πιο ισχυρός από την οικογένεια.

1 Το άρθρο του Φρ. Ενγκελς γράφτηκε τον Iούλιο και τις δέκα πρώτες μέρες του Aυγούστου 1857, και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Nέα Aμερικανική Eγκυκλοπαίδεια, τ. I, 1858. Tο ότι ο Ένγκελς ήθελε να γράψει ένα άρθρο για το Aφγανιστάν (με έμφαση στον αγγλο-αφγανικό πόλεμο του 1838-42) είναι σαφές από το γεγονός ότι συμπεριέλαβε αυτόν τον τίτλο στον κατάλογο των προβλεπόμενων άρθρων για την Nέα Aμερικανική Eγκυκλοπαίδεια στο γράμμα του προς τον Mαρξ στις 28 Mαΐου 1857. Στις 11 Iουλίου όμως ο Ένγκελς πληροφόρησε τον Mαρξ ότι το άρθρο δεν θα ήταν έτοιμο στις 14 Iουλίου, όπως είχαν συμφωνήσει. H δουλειά για αυτό προφανώς πήρε περισσότερο χρόνο απ΄ όσο περίεμενε. O Mαρξ το είχε παραλάβει στις 11 Aυγούστου και, όπως φαίνεται από την ένδειξη στο σημειωματάριο του, το έστειλε στη N. Yόρκη. Σε ένα γράμμα προς τον Mαρξ στις 2 Σεπτεμβρίου 1857 ο Tσαρλς Nτάνα ευχαρίστησε για την παραλαβή του άρθρου "Eισβολή στο Aφγανιστάν". O Ένγκελς, για να γράψει αυτό το άρθρο, χρησιμοποίησε το έργο του Tζ. Γ. Kαγιέ, Iστορία του πολέμου στο Aφγανιστάν, τ. I-II, Λονδίνο 1851). 2 O Ένγκελς χρησιμοποιεί τον διαδεδομένο στη Δυτική Eυρώπη όρο "clan", για να αποδώσει τον όρο "χέλι" (φυλετικές ομάδες), στις οποίες χωρίζονταν οι αφγανικές φυλές. 3 Oι Σουνίτες και οι Σιΐτες είναι τα μέλη των δύο κύριων μωαμεθανικών αιρέσεων, που εμφανίστηκαν κατά τον 7ο αιώνα ως αποτέλεσμα προστριβών μεταξύ των διαδόχων του Mωάμεθ, ιδρυτή του Iσλάμ. 4 Oι Mογγόλοι εισβολείς τουρκικής καταγωγής ήρθαν στην Iνδία από την Kεντρική Aσία κατά τον πρώιμο 16ο αιώνα και το 1526 ίδρυσαν τη Mεγάλη Mογγολική Aυτοκρατορία (που πήρε το όνομα της από την δυναστεία που είχε την εξουσία της αυτοκρατορίας) στη Bόρεια Iνδία. Oι σύγχρονοι τους τους έβλεπαν ως τους κατ΄ ευθείαν απογόνους των πολεμιστών του Tζένγκις Xαν, εξ ου και το όνομα "Mογγόλοι". Στα μέσα του 17ου αιώνα η Mογγολική Aυτοκρατορία περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της Iνδίας και τμήμα του Aφγανιστάν. Aργότερα όμως η αυτοκρατορία άρχισε να παρακμάζει εξ αιτίας εξεγέρσεων των χωρικών, της αυξανόμενης αντίστασης των Iνδών κατά των μωαμεθανών κατακτητών και των αυξανόμενων αποσχιστικών τάσεων. Tο πρώτο μισό του 18ου αιώνα η Mεγάλη Mογγολική Aυτοκρατορία ουσιαστικά αφανίστηκε. 5 Oι Mαχράτα (Mαράτα) ήταν μια εθνότητα που ζούσε στο Bορειοδυτικό Nτεκάν. Στα μέσα του 17ου αιώνα άρχισαν ένοπλο αγώνα κατά της Mογγολικής Aυτοκρατορίας, συμβάλλοντας έτσι στην παρακμή της. Kατά την πορεία του αγώνα οι Mαχράτα ίδρυσαν ένα δικό τους ανεξάρτητο κράτος, του οποίου οι ηγέτες σύντομα άρχισαν κατακτητικούς πολέμους. Στο τέλος του 17ου αιώνα το κράτος τους έχασε σε ισχύ από εσωτερικές φεουδαρχικές συγκρούσεις, αλλά κατά τον 18ο αιώνα σχηματίστηκε μια ισχυρή συνομοσπονδία των πριγκηπάτων των Mαχράτα υπό την ηγεσία ενός ανώτερου διοικητή, του Πέσβα. Tο 1761 υπέστησαν μια συντριπτική ήττα από τους Aφγανούς κατά τον αγώνα για την κυριαρχία στην Iνδία. Eξασθανημένα από αυτόν τον αγώνα και από τις εσωτερικές φεουδαρχικές συγκρούσεις, τα πριγκηπάτα των Mαχράτα υποτάχθηκαν στην Eταιρεία Aνατολικής Iνδίας ως αποτέλεσμα του πολέμου του 1803-5 εναντίον των Aγγλων. 6 Oι Σιχ είναι μια θρησκευτική αίρεση που εμφανίστηκε στο Παντζάμπ (Bορειοδυτική Iνδία) τον 16ο αιώνα. H πίστη τους στην ισότητα έγινε η ιδεολογία των χωρικών και των κατώτερων αστικών στρωμμάτων κατά τον αγώνα τους κατά των Mογγόλων και των Aφγανών εισβολέων στο τέλος του 17ου αιώνα. Στη συνέχεια μια τοπική αριστοκρατία εμφανίστηκε μεταξύ των Σιχ και οι εκπρόσωποι της ηγούνταν στα πριγκηπάτα τους. Kατά τον πρώιμο 19ο αιώνα αυτά τα πριγκηπάτα ενώθηκαν υπό τον Pαντζίτ Σινγκ του οποίου το κράτος περιλάμβανε το Παντζάμπ και μερικά γειτονικά εδάφη. Oι βρεταννικές αρχές της Iνδίας προκάλεσαν μια ένοπλη σύγκρουση με τους Σιχ το 1845 και το 1846 πέτυχαν να μετατρέψουν το κράτος των Σιχ σε υποτελή τους. Oι Σιχ επαναστάτησαν το 1848 αλλά νικήθηκαν το 1849.

Φρίντριχ Ενγκελς

Για το Κύρος

i

Μερικοί σοσιαλιστές άρχισαν τον τελευταίο καιρό μια κανονική σταυροφορία ενάντια σ’ αυτό που ονομάζουν: αρχή του κύρους. Αρκεί να τους πουν ότι τούτη ή εκείνη η πράξη είναι πράξη κύρους, για να την καταδικάσουν. Γίνεται τόση κατάχρηση μ’ αυτή τη συνοπτική διαδικασία, που χρειάζεται να εξετάσουμε την υπόθεση λίγο από κοντά. Κύρος θα πει με τη σημασία της λέξης που πρόκειται εδώ: επιβολή μιας ξένης θέλησης στη δική μας. Το κύρος προϋποθέτει από την άλλη πλευρά την υποταγή. Επειδή όμως και οι δυό αυτές λέξεις χτυπούν άσχημα στ’ αυτιά και η σχέση που εκφράζουν είναι δυσάρεστη για το υποτασσόμενο μέρος, μπαίνει το ερώτημα μήπως υπάρχει κανένα άλλο μέσο για να τα βγάλουμε αλλιώς πέρα. Μήπως θα μπορούσαμε – στις τωρινές κοινωνικές συνθήκες – να φέρουμε στη ζωή μια άλλη κοινωνική κατάσταση, όπου αυτό το κύρος δε θα έχει κανένα πια σκοπό και κατά συνέπεια θα πρέπει να λείψει. Όταν εξετάζουμε τις οικονομικές – βιομηχανικές και αγροτικές – σχέσεις, που αποτελούν τη βάση της σημερινής αστικής κοινωνίας, βρίσκουμε ότι έχουν την τάση να αντικατασταίνουνε σιγά σιγά τη μεμονωμένη δράση των ατόμων με τη συνδυασμένη δράση των ατόμων. Στη θέση των μικρών εργαστηρίων που ανήκουν σε απομονωμένους παραγωγούς μπήκε η σύγχρονη βιομηχανία με τα μεγάλα εργοστάσια και εργαστήρια, όπου εκατοντάδες εργάτες επιβλέπουν πολύπλοκες ατμοκίνητες μηχανές. Τα αμάξια και τα κάρα των μεγάλων δημοσίων δρόμων αντικαταστάθηκαν από τους σιδηροδρομικούς συρμούς, όπως οι μικρές βάρκες με κουπιά και τα ιστιοφόρα αντικαταστάθηκαν από τα ατμόπλοια. Ακόμα και η αγροτική οικονομία περνάει σιγά σιγά κάτω από την κυριαρχία της μηχανής και του ατμού που αργά μα σταθερά βάζουν στη θέση των μικροϊδιοκτητών μεγάλους κεφαλαιοκράτες που καλλιεργούν με τη βοήθεια μισθωτών εργατών μεγάλες εκτάσεις γης. Παντού στη θέση της ανεξάρτητης δράσης των ατόμων μπαίνει η συνδυασμένη δράση, ο συνδυασμός αλληλεξαρτούμενων λειτουργιών. Όποιος όμως μιλάει για συνδυασμένη δράση, μιλάει για οργάνωση. Μπορεί όμως να υπάρχει οργάνωση χωρίς κύρος; Ας υποθέσουμε ότι μια κοινωνική επανάσταση εκθρόνισε τους κεφαλαιοκράτες που το κύρος τους σήμερα διευθύνει την παραγωγή και την κυκλοφορία των υλικών αγαθών. Ας δεχτούμε ακόμα, παίρνοντας πέρα για πέρα τη θέση των αντίπαλων του κύρους: ότι η γη και τα εργαλεία δουλειάς έγιναν συλλογική ιδιοκτησία των εργατών που τα χρησιμοποιούν. Θα λείψει τότε το κύρος ή απλώς θα έχει αλλάξει μορφή; Ας δούμε. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κλωστήριο βαμβακιού. Το βαμβάκι πρέπει να περάσει τουλάχιστον από έξι διαδοχικές επεξεργασίες προτού αποκτήσει τη μορφή του νήματος. Οι επεξεργασίες αυτές γίνονται – στο μεγαλύτερό τους μέρος – σε διάφορες αίθουσες. Χώρια απ’ αυτό χρειάζονται, για να λειτουργούν τα μηχανήματα, διπλωματούχοι μηχανικοί, για να επιβλέπουν τις ατμομηχανές, μηχανουργοί για τρέχουσες επιδιορθώσεις και πολλοί ανειδίκευτοι εργάτες που μεταφέρουν τα προϊόντα από τη μια αίθουσα στην άλλη κλπ. Όλοι αυτοί οι εργάτες άντρες, γυναίκες και παιδιά, είναι υποχρεωμένοι ν’ αρχίζουν και να τελειώνουν τη δουλειά τους μιαν ορισμένη ώρα που την ορίζει το κύρος του ατμού, που δε δίνει μια δεκάρα για την ατομική αυτονομία. Χρειάζεται λοιπόν πρώτα να συμφωνήσουν οι εργάτες για τις ώρες εργασίας. Και άμα οριστούν μια φορά αυτές οι ώρες, τότε ο καθένας υποτάσσεται χωρίς εξαίρεση σ’ αυτές. Ακόμα παρουσιάζονται, σε κάθε αίθουσα των εργοστασίων και κάθε στιγμή, λεπτομερειακά ζητήματα για τον τρόπο της παραγωγής, τη διανομή του υλικού κλπ., ζητήματα, που πρέπει να λυθούν αμέσως αν δεν πρόκειται να σταματήσει την ίδια στιγμή η παραγωγή. Τώρα αν λυθούν με απόφαση ενός εντεταλμένου που έχει τοποθετηθεί επικεφαλής κάθε κλάδου της δουλειάς ή, όπου αυτό είναι δυνατό, με απόφαση της πλειοψηφίας, το αποτέλεσμα είναι πάντα υποταγή της θέλησης του κάθε ατόμου. Αυτό σημαίνει ότι τα ζητήματα θα λυθούν με την επιβολή. Ο αυτόματος μηχανισμός ενός μεγάλου εργοστασίου είναι πολύ πιο τυραννικός από ότι ήταν άλλοτε οι μικροί κεφαλαιοκράτες που απασχολούσαν εργάτες. Τουλάχιστον για τις ώρες εργασίας μπορούμε να γράψουμε πάνω από την είσοδο αυτών των εργοστασίων: Lasciate ogni autonomia, voi che entiale. (σ.σ. Σεις που μπαίνετε εδώ μέσα αφήστε κάθε ιδέα για την αυτονομία). Αν ο άνθρωπος υπόταξε τις δυνάμεις της φύσης με τη βοήθεια της επιστήμης και της εφευρετικής μεγαλοφυΐας, όμως κι αυτές εκδικούνται υποβάλλοντάς τον, στο βαθμό που τις υποτάσσει στην

υπηρεσία του, σ’ έναν αληθινό δεσποτισμό, που, είναι ανεξάρτητος από κάθε κοινωνική οργάνωση. Το να θέλουμε να καταργήσουμε το κύρος στη μεγάλη βιομηχανία, είναι σαν να θέλουμε να καταργήσουμε την ίδια τη βιομηχανία, είναι σαν να θέλουμε να καταστρέψουμε την ατμοκίνητη νηματουργία και να γυρίσουμε πίσω στο ροδάνι. Ας πάρουμε για άλλο παράδειγμα ένα σιδηρόδρομο. Και εδώ επίσης είναι απόλυτα αναγκαία η συνεργασία πολλών ανθρώπων: μια συνεργασία που πρέπει να γίνεται σε απόλυτα καθορισμένες ώρες, γιατί αλλιώς θα γίνουν δυστυχήματα. Και εδώ ο πρώτος όρος της λειτουργίας είναι μια κυρίαρχη θέληση που λύνει κάθε δευτερεύον ζήτημα, άσχετα αν αυτή τη θέληση την εκφράζει ένας αντιπρόσωπος ή μια επιτροπή στην οποία ανέθεσαν την εκτέλεση των αποφάσεων μιας πλειοψηφίας ενδιαφερομένων προσώπων. Και στην μια και στην άλλη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα ξεκάθαρο ζήτημα κύρους. Κάτι παραπάνω: τι θα συνέβαινε με το πρώτο κιόλας τραίνο που θα ξεκινούσε αν καταργούσαμε το κύρος των σιδηροδρομικών υπαλλήλων πάνω στους κυρίους ταξιδιώτες; Μα η αναγκαιότητα του κύρους και μάλιστα του προστακτικού κύρους φαίνεται παραστατικότερα στο καράβι που βρίσκεται στην ανοιχτή θάλασσα. Εδώ τη στιγμή του κινδύνου η ζωή όλων κρέμεται από το αν όλοι υπακούουν αμέσως και απόλυτα στη θέληση ενός και μόνον προσώπου. Κάθε φορά που πρόβαλλα τέτοια επιχειρήματα στους πιο αφηνιασμένους αντιπάλους του κύρους, δεν ήξεραν τίποτα άλλο να μου απαντήσουν εκτός από αυτό: «Αχ! Αυτό είναι αλήθεια, αλλά εδώ δεν πρόκειται για το κύρος με το οποίο περιβάλλουμε τους αντιπροσώπους, αλλά για μια εντολή». Οι κύριοι αυτοί πιστεύουν ότι άλλαξαν το ζήτημα επειδή αλλάξανε το όνομα. Έτσι οι βαθυστόχαστοι αυτοί, κοροϊδεύουν τον κόσμο. Είδαμε λοιπόν ότι, από το ένα μέρος, ένα ορισμένο κύρος, ολότελα αδιάφορο με ποιο τρόπο παραχωρήθηκε, και από το άλλο, κάποια σχετική υποταγή είναι πράγματα που μας επιβάλλονται, ανεξάρτητα από κάθε κοινωνική οργάνωση, μαζί με τους υλικούς όρους κάτω από τους οποίους παράγουμε και κυκλοφορούμε τα προϊόντα. Είδαμε παράλληλα ότι οι υλικοί όροι της παραγωγής και της κυκλοφορίας πλαταίνουν αναπόφευκτα από τη μεγάλη βιομηχανία και τη μεγάλη αγροτική οικονομία και έχουν την τάση να επεκτείνουν όλο και περισσότερο το πεδίο αυτού του κύρους. Είναι επομένως παράλογο να λέμε ότι η αρχή του κύρους είναι μια απόλυτα κακή αρχή και ότι η αρχή της αυτονομίας είναι μια απόλυτα καλή αρχή. Το κύρος και η αυτονομία είναι σχετικά πράγματα, η έκταση στην οποία εφαρμόζονται αλλάζει στις διάφορες φάσεις της κοινωνικής εξέλιξης. Αν οι οπαδοί της αυτονομίας αρκούνταν να λένε ότι η κοινωνική οργάνωση του μέλλοντος θα περιορίσει το κύρος μόνο μέσα στα όρια που γίνονται ανεξάρτητα από τους όρους της παραγωγής, τότε θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Όμως δεν βλέπουν τα γεγονότα που κάνουν αναγκαίο το κύρος και ρίχνονται πάνω στη λέξη. Για ποιο λόγο οι αντίπαλοι του κύρους δεν περιορίζουν την πολεμική τους ενάντια στο πολιτικό κύρος, ενάντια στο κράτος; Όλοι οι σοσιαλιστές έχουν την ίδια γνώμη ότι το πολιτικό κράτος και μαζί του και το πολιτικό κύρος θα εξαφανιστούν σαν αποτέλεσμα της μελλοντικής κοινωνικής επανάστασης και αυτό σημαίνει ότι θα χάσουν οι δημόσιες λειτουργίες τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μετατραπούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα προστατεύουν τα πραγματικά κοινωνικά συμφέροντα. Οι αντίπαλοι όμως του κύρους απαιτούν να καταργηθεί μονομιάς το αυθεντικό πολιτικό κράτος πριν ακόμα εξαφανιστούν οι κοινωνικοί όροι που προκάλεσαν τη γέννησή του. Απαιτούν η πρώτη πράξη της κοινωνικής επανάστασης να είναι η κατάργηση του κύρους. Είδαν ποτέ αυτοί οι κύριοι μια επανάσταση; Μια επανάσταση είναι ασφαλώς το αυθεντικότερο πράγμα που υπάρχει. Είναι μια πράξη με την οποία ένα μέρος του πληθυσμού επιβάλλει τη θέλησή του στο άλλο με όπλα, με λόγχες και με κανόνια, δηλαδή με τα πιο αυταρχικά μέσα που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Και η νικήτρια μερίδα πρέπει, αν δε θέλει να είναι μάταιος ο αγώνας που έκανε, να σταθεροποιήσει αυτή την κυριαρχία της με τον τρόμο που εμπνέουν τα όπλα της στην αντίδραση. Θα κρατούσε ποτέ η Παρισινή Κομμούνα έστω και μια μέρα αν δεν είχε μεταχειριστεί ενάντια στην αστική τάξη αυτό το κύρος του οπλισμένου λαού; Αντίθετα, δε θα πρέπει να την κατηγορήσουμε για το ότι δεν το χρησιμοποίησε όσο έπρεπε; Επομένως ένα από τα δυό: ή δεν ξέρουν τι λένε οι αντίπαλοι του κύρους και έτσι

προκαλούν σύγχυση, ή ξέρουν, και στην περίπτωση αυτή προδίνουν το προλεταριακό κίνημα. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση εξυπηρετούν την αντίδραση.

Ένα άρθρο του ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΈΝΓΚΕΛΣ με τον τίτλο: «ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΡΟΣ». Με τη λέξη κύρος, οι μεταφραστές αποδίδουν τη λέξη Autoritat. Επειδή όμως δεν εξαντλείται έτσι όλη η έννοια της λέξης αυτής, σημειώνουν ότι σημαίνει και: επιβολή, αυθεντία, αρχή, δικαιοδοσία κλπ. Το κείμενο γράφτηκε από τον Φ. Ένγκελς το Γενάρη – Φλεβάρη του 1873. Δημοσιεύτηκε σε ιταλική γλώσσα στο “Aimanacco Requbblicano per l’ anno 1874”. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνεται στα διαλεχτά έργα των Μάρξ – Ένγκελς και Λένιν, που επιμελήθηκε το Ινστιτούτο Μάρξ-ΈνγκελςΛένιν (Κρατικός Εκδοτικός Οίκος για πολιτική φιλολογία, Μόσχα 1948). Τα υλικά αυτών των έργων φυλάγονται στο Ινστιτούτο Μάρξ-Ένγκελς-Λένιν της Μόσχας. Στο Ελληνικό Διαδίκτυο δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ.

i

Φρίντριχ Ενγκελς

Γράμμα στον Ε. Μπλοχ
21-22 Σεπτέμβρη του 1890 Λονδίνο Στον Ε. Μπλοχ ... Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία σε τελευταία ανάλυση, η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να βγαίνει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε αφηρημένη, παράλογη φράση, που δε λέει τίποτα. - Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος: οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τ΄ αποτελέσματά της - οι θεσμοί που τους καθορίζει η νικήτρια τάξη ύστερα από τη μάχη που κέρδισε, κτλ. - οι νομικές μορφές κι ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξή τους σε συστήματα δογμάτων, ασκούν κι αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη μορφή τους. Υπάρχει μια αλληλεπίδραση όλων αυτών των στοιχείων, μέσα στην οποία επιβάλλεται σε τελευταία ανάλυση σαν αναγκαιότητα, η οικονομική κίνηση μέσα από το ατέλειωτο πλήθος των συμπτώσεων (δηλ. των πραγμάτων και γεγονότων που η μεταξύ τους εσωτερική συνάφεια είναι τόσο μακρινή ή τόσο αναπόδειχτη, που μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν ανύπαρχτη και να μη τη λογαριάζουμε). Διαφορετικά, η εφαρμογή της θεωρίας σε μιαν οποιαδήποτε περίοδο της ιστορίας θα ήταν, μα την αλήθεια, ευκολότερη από τη λύση μιας απλής πρωτοβάθμιας εξίσωσης. Την ιστορία μας, την κάνουμε εμείς οι ίδιοι, την κάνουμε όμως, πρώτα, κάτω από πολύ ορισμένες προϋποθέσεις και όρους. Απ΄ αυτούς οι οικονομικοί είναι που αποφασίζουν τελικά. Μα και οι πολιτικοί κτλ., ακόμα και η παράδοση που έχει στοιχειώσει στα κεφάλια των ανθρώπων, παίζουν κάποιο ρόλο, έστω κι αν δεν είναι ο αποφασιστικός. Και το πρώτο πρωσικό κράτος δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε παραπέρα από ιστορικά και σε τελευταία ανάλυση οικονομικά αίτια. Δύσκολα όμως θα μπορούσε κανείς, χωρίς σχολαστικισμούς, να ισχυριστεί ότι ανάμεσα στα πολλά κρατίδια της βόρειας Γερμανίας, ίσα - ίσα το Βραδεμβούργο ήταν εκείνο που προοριζόταν από την οικονομική αναγκαιότητα κι όχι κι από άλλους παράγοντες (πριν απ΄ όλα από το γεγονός ότι το Βραδεμβούργο, χάρη στο ότι κατείχε την Πρωσία, είχε μπλεχτεί στο πολωνικό ζήτημα και μέσον αυτού του ζητήματος στις διεθνείς πολιτικές σχέσεις, που έπαιξαν επίσης αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ισχύος του αυστριακού οίκου) να γίνει η μεγάλη δύναμη που ενσάρκωνε την οικονομική, γλωσσική και, από την εποχή της Μεταρρύθμισης και θρησκευτική διαφορά ανάμεσα στο Βορρά και το Νότο. Δύσκολα θα κατορθώσει κανείς να εξηγήσει με οικονομικά αίτια, δίχως να γίνει γελοίος, την ύπαρξη του κάθε γερμανικού κρατιδίου στο παρελθόν και στο παρόν, ή την προέλευση της τροπής των φθόγγων στην άνω - γερμανική διάλεχτο, που το γεωγραφικό ορεινό τείχος, που εκτείνεται από τα Σουδητικά όρη ως τον Τάουνους, την έχει ευρύνει σε ένα σωστό ρήγμα που χωρίζει όλη τη Γερμανία. Δεύτερο, όμως, η ιστορία γίνεται έτσι, που το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, που η καθεμιά τους πάλι γίνεται τέτοια που είναι από ένα πλήθος ιδιαίτερες συνθήκες ζωής. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μια ατέλειωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη - δηλ. το ιστορικό. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που κοιταγμένη στο σύνολό της δρα ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό που θέλει το κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε. Ετσι η ως τώρα ιστορία κυλά σαν ένα φυσικό προτσές και υπόκειται κι αυτή ουσιαστικά στους ίδιους νόμους κίνησης. Ομως από το γεγονός, ότι οι ατομικές θελήσεις - που η καθεμιά τους θέλει εκείνο προς το οποίο τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες (είτε οι δικές της προσωπικές είτε γενικές - κοινωνικές συνθήκες) - δεν πετυχαίνουν εκείνο που θέλουν, αλλά συγχωνεύονται σ΄ ένα γενικό μέσον όρο, σε μια κοινή συνισταμένη, από το γεγονός αυτό δεν

έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της. Θα ήθελα ακόμα να σας παρακαλέσω να μελετήσετε τη θεωρία αυτή από τις πρώτες πηγές, κι όχι από δεύτερο χέρι. Είναι πραγματικά πολύ ευκολότερο. Ο Μαρξ δεν έχει γράψει σχεδόν τίποτε όπου η θεωρία αυτή να μην παίζει ένα ρόλο. Ιδιαίτερα όμως, "Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" είναι ένα έξοχο παράδειγμα εφαρμογής αυτής της θεωρίας. Στο "Κεφάλαιο" επίσης υπάρχουν πολλές νύξεις. Μπορώ βέβαια να σας παραπέμψω επίσης στα έργα μου: "Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Όυγκεν Ντύρινγκ" και "Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας", όπου έκανα την πιό διεξοδική έκθεση του ιστορικού υλισμού, απ΄ όσες υπάρχουν σήμερα. Για το γεγονός ότι η νεολαία κάποτε δίνει στην οικονομική πλευρά μεγαλύτερη βαρύτητα απ΄ ότι της αναλογεί, φταίμε εν μέρει εμείς οι ίδιοι, ο Μαρξ κι εγώ. Απέναντι στους αντιπάλους μας, είμασταν υποχρεωμένοι να τονίζουμε τη βασική αρχή που την αρνιόνταν κι έτσι δεν υπήρχε πάντα ο χρόνος, ο τόπος και η ευκαιρία να δώσουμε τη θέση που ταιριάζει και στους άλλους παράγοντες που συμμετέχουν στην αλληλεπίδραση. Μόλις όμως το ζήτημα έφτανε στην περιγραφή μιας ιστορικής περιόδου, δηλ. στην πραχτική εφαρμογή, άλλαζαν τα πράγματα και δε χωρούσε πια καμιά παρεξήγηση. Δυστυχώς όμως συμβαίνει πολύ συχνά να πιστεύει κανείς ότι έχει καταλάβει τέλεια μια νέα θεωρία και ότι μπορεί να τη χειρίζεται αμέσως, μόλις αφομοιώσει, και αυτό όχι πάντα σωστά, τις βασικές θέσεις. Και δε μπορώ ν΄ απαλλάξω απ΄ αυτή τη μομφή πολλούς από τους νεότερους "μαρξιστές". Ετσι έκαναν την εμφάνισή τους και θαυμάσια σκουπίδια κι απ΄ αυτόν τον τομέα.

Φρίντριχ Ενγκελς

Γράμμα στον Σταρκεμπουργκ
Λονδίνο, 25 του Γενάρη 1894 Αξιότιμε κύριε, Ιδού η απάντηση στα ερωτήματά σας! 1. Με τις οικονομικές σχέσεις, που τις θεωρούμε σαν καθοριστική βάση της ιστορίας της κοινωνίας, εννοούμε τον τρόπο που οι άνθρωποι μιας ορισμένης κοινωνίας παράγουν τα μέσα συντήρησής τους κι ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα προϊόντα (εφόσον υπάρχει καταμερισμός της εργασίας). Δηλαδή, εδώ περιλαμβάνεται ολόκληρη η τεχνική της παραγωγής και των μεταφορών. Η τεχνική αυτή κατά την αντίληψή μας καθορίζει επίσης τον τρόπο της ανταλλαγής καθώς και της διανομής των προϊόντων και, επομένως, ύστερα από τη διάλυση της κοινωνίας των γενών, καθορίζει και το διαχωρισμό των τάξεων, επομένως και τις σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης, επομένως και το κράτος, την πολιτική, το δίκαιο κτλ. Ακόμα, στις οικονομικές σχέσεις περιλαβαίνεται και η γεωγραφική βάση που πάνω της ξετυλίγονται αυτές οι σχέσεις, και τα πραγματικά κληρονομημένα υπολείμματα από προηγούμενα στάδια ανάπτυξης που διατηρήθηκαν, συχνά μόνο από παράδοση ή με τη δύναμη της αδράνειας, και επίσης περιλαβαίνεται φυσικά και το περιβάλλον που περιβάλλει απ' τα έξω την κοινωνική αυτή μορφή. Αν η τεχνική, όπως λέτε, εξαρτιέται στο μεγαλύτερό της μέρος από την κατάσταση της επιστήμης, πολύ περισσότερο ακόμα εξαρτιέται η επιστήμη από την κατάσταση και τις ανάγκες της τεχνικής. Οταν η κοινωνία έχει μια τεχνική ανάγκη, η ανάγκη αυτή προωθεί την επιστήμη περισσότερο από δέκα Πανεπιστήμια. Όλη η υδροστατική (Τορικέλι κτλ.) γεννήθηκε από την ανάγκη να ρυθμιστούν οι ορεινοί χείμαρροι στην Ιταλία το XVI και XVII αιώνα. Για τον ηλεκτρισμό ξέρουμε κάτι το θετικό μόνο αφότου ανακαλύφθηκε η δυνατότητα της τεχνικής εφαρμογής του. Στη Γερμανία όμως έχουν δυστυχώς συνηθίσει να γράφουν την ιστορία των επιστημών έτσι σαν να είχαν πέσει οι επιστήμες απ' τον ουρανό. 2. Θεωρούμε τις οικονομικές συνθήκες, ότι είναι αυτό που καθορίζει σε τελευταία ανάλυση την ιστορική εξέλιξη. Μα και η φυλή ακόμα είναι οικονομικός παράγοντας. Υπάρχουν όμως εδώ δυο σημεία που δεν πρέπει να τα παραβλέπουμε: α) Η πολιτική, νομική, φιλοσοφική, θρησκευτική, φιλολογική, καλλιτεχνική κτλ. ανάπτυξη βασίζεται στην οικονομική. Όλες τους όμως αντεπιδρούν επίσης η μια πάνω στην άλλη και πάνω στην οικονομική βάση. Τα πράγματα όμως δεν έχουν καθόλου έτσι, ότι δηλαδή η οικονομική κατάσταση είναι η μόνη αιτία που δρα, ενώ όλα τα άλλα είναι μόνον παθητικό αποτέλεσμα. Εδώ έχουμε αλληλεπίδραση πάνω στη βάση της οικονομικής αναγκαιότητας που επιβάλλεται πάντα σε τελευταία ανάλυση. Το κράτος, λ.χ. επιδρά με τους προστατευτικούς δασμούς με το ελεύθερο εμπόριο, με μια καλή ή κακή φορολογία. Ακόμα και η θανάσιμη κόπωση και ανικανότητα του Γερμανού μικροαστού, που πηγάζει από την οικονομική αθλιότητα της Γερμανίας στην περίοδο από το 1648 ως το 1830 και που εκδηλώθηκαν πρώτα με τον πιετισμό, κι ύστερα με το συναισθηματισμό και τη δουλική υποταγή στους ηγεμόνες και στους ευγενείς, δεν έμειναν χωρίς οικονομικά αποτελέσματα. Αποτέλεσαν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την καινούρια άνοδο και κλονίστηκαν μόνο όταν οι πόλεμοι της επανάστασης και του Ναπολέοντα έκαναν τη χρόνια αθλιότητα να περάσει σε οξεία μορφή. Δεν είναι λοιπόν, όπως θέλουν να φαντάζονται μερικοί, γιατί τους έρχεται βολικά, ένα αυτόματο αποτέλεσμα της οικονομικής κατάστασης, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως μέσα σ' ένα δοσμένο, καθοριστικό γι' αυτούς περιβάλλον, πάνω στη βάση πραγματικών σχέσεων που προϋπήρχαν, και που ανάμεσά τους οι οικονομικές συνθήκες, όσο κι αν επηρεάζονται από τις υπόλοιπες πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες, είναι ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση, οι αποφασιστικές και αποτελούν τον κόκκινο μίτο που περνά μέσα απ' όλες και που μόνον αυτός οδηγεί στην κατανόηση. β) Οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως ως τώρα όχι με συλλογική θέληση, σύμφωνα μ' ένα γενικό σχέδιο, ούτε καν μέσα στα πλαίσια μιας καθορισμένης, δοσμένης κοινωνίας. Οι προσπάθειές τους διασταυρώνονται, κι ακριβώς γι' αυτό σ' όλες αυτές τις κοινωνίες κυριαρχεί η αναγκαιότητα, που ολοκλήρωση και μορφή έκφρασής της είναι η σύμπτωση. Η αναγκαιότητα που επιβάλλεται εδώ, μέσα από κάθε λογής συμπτώσεις, είναι πάλι, σε τελευταία

ανάλυση, η οικονομική αναγκαιότητα. Και δω φτάνουμε στην εξέταση του ζητήματος των λεγόμενων μεγάλων ανδρών. Οτι κάποιος, κι ακριβώς αυτός ο μεγάλος άνδρας εμφανίζεται σε τούτη την ορισμένη εποχή, σ' αυτή τη δοσμένη χώρα, είναι φυσικά καθαρή σύμπτωση. Αν όμως τον σβήσουμε, τότε ζητείται αντικαταστάτης του, κι αυτός ο αντικαταστάτης βρίσκεται tant, bien que mal1, μα βρίσκεται με τον καιρό. Οτι ο Ναπολέοντας, ακριβώς αυτός ο Κορσικανός, ήταν ο στρατιωτικός δικτάτορας που τον έκανε απαραίτητο η εξαντλημένη από το δικό της πόλεμο Γαλλική Δημοκρατία, αυτό ήταν σύμπτωση. Οτι όμως, αν έλειπε ένας Ναπολέοντας, ένας άλλος θα είχε πάρει τη θέση του, αυτό αποδείχνεται από το γεγονός ότι βρισκόταν πάντα ο άνθρωπος μόλις χρειαζόταν: ο Καίσαρας, ο Αύγουστος, ο Κρόμβελ κτλ. Αν ο Μαρξ ανακάλυψε την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο Τιερί, ο Μινιέ, ο Γκιζό και όλοι οι Αγγλοι ιστορικοί ως το 1850 αποδείχνουν ότι τα πράγματα έτειναν σ' αυτήν, κι η ανακάλυψη της ίδιας αντίληψης από τον Μόργκαν, αποδείχνει ότι ο καιρός ήταν ώριμος γι' αυτήν και ότι ακριβώς έπρεπε να ανακαλυφθεί. Το ίδιο γίνεται και με όλες τις άλλες συμπτώσεις και τις φαινομενικές συμπτώσεις στην ιστορία. Οσο περισσότερο ο τομέας που μελετάμε απομακρύνεται από τον οικονομικό και πλησιάζει στον καθαρά αφηρημένο ιδεολογικό, τόσο περισσότερο θα βρίσκουμε ότι παρουσιάζει στην εξέλιξή του συμπτώσεις, τόσο περισσότερο η καμπύλη του διαγράφει ζικ-ζακ. Αν όμως χαράξετε τον μέσο άξονα της καμπύλης, θα δείτε ότι όσο μακρύτερη είναι η εξεταζόμενη περίοδος κι όσο μεγαλύτερο το μελετώμενο πεδίο, τόσο περισσότερο αυτός ο άξονας είναι παράλληλος με τον άξονα της οικονομικής ανάπτυξης. Στη Γερμανία, το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη σωστή κατανόηση είναι η ανεύθυνη παραμέληση της οικονομικής ιστορίας στη φιλολογία. Είναι πολύ δύσκολο να ξεσυνηθίσει κανείς τις αντιλήψεις για την ιστορία που του μπάσαν στο κεφάλι του όταν φοιτούσε στο σχολειό, μα ακόμα πιο δύσκολο είναι να συγκεντρώσει το υλικό που χρειάζεται γι' αυτό. Ποιος λ.χ. έχει διαβάσει έστω και μόνο το γέρο Γκ. φον Γκίλιχ2, που στη συλλογή του, που αποτελείται από στεγνά στοιχεία, έχει ωστόσο τόσο υλικό για την εξήγηση αναρίθμητων πολιτικών γεγονότων! Αλλωστε, το ωραίο παράδειγμα που έδωσε ο Μαρξ στη «18η Μπρυμαίρ» θα πρέπει, νομίζω, να σας απαντά αρκετά στα ερωτήματά σας, ακριβώς γιατί είναι ένα πρακτικό παράδειγμα. Πιστεύω επίσης ότι έχω θίξει κιόλας τα περισσότερα σημεία στο «Αντι-Ντύρινγκ», Ι, κεφ. 9-11, και ΙΙ κεφ. 2-4, καθώς και ΙΙΙ, κεφ. 1 ή στην εισαγωγή και ύστερα στο τελευταίο μέρος του «Φόϊερμπαχ». Παρακαλώ να μην ψιλοκοσκινίσετε την κάθε λέξη από τα παραπάνω, μα να έχετε πάντα υπόψη τη συνοχή. Λυπάμαι που δεν έχω τον καιρό να σας τα γράψω επεξεργασμένα με την ίδια ακρίβεια που θα ήμουνα υποχρεωμένος να τα γράψω για τη δημοσιότητα...

Φρίντριχ Ενγκελς
(Μαρξ -Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», τ. 2ος, σελ.591-594, εκδόσεις «Γνώσεις»).

1 Καλά ή κακά 2 Ο Ενγκελς εννοεί το πολύτομο έργο του Γκ. φον Γκίλιχ «Ιστορική περιγραφή του εμπορίου της βιομηχανίας
και της γεωργίας των σπουδαιότερων εμπορικών κρατών της εποχής μας», Ιένα, 1830-1845.

Φρίντριχ Ένγκελς

Εισαγωγή στο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, του Μαρξ
Επίπεδο ανάπτυξης Χάρη στην οικονομική και πολιτική ανάπτυξη της Γαλλίας από το 1789, διαμορφώθηκε εδώ και πενήντα χρόνια μια τέτοια κατάσταση στο Παρίσι, που καμιά επανάσταση δεν μπορούσε να ξεσπάσει σ' αυτό χωρίς να πάρει προλεταριακό χαρακτήρα, έτσι που το προλεταριάτο που είχε κερδίσει τη νίκη με το αίμα του, εμφανίστηκε ύστερα από τη νίκη με τις δικές του διεκδικήσεις. Αυτές οι διεκδικήσεις ήταν λίγο πολύ ακαθόριστες, ακόμα και μπερδεμένες, ανάλογα με τον κάθε φορά βαθμό ανάπτυξης των παρισινών εργατών. Τελικά όμως όλες έτειναν προς την κατάργηση της ταξικής αντίθεσης ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες και στους εργάτες. Είναι αλήθεια ότι δεν ήξεραν πως έπρεπε να γίνει αυτό, ωστόσο αυτή η διεκδίκηση, όσο ακαθόριστα κι αν ήταν ακόμα διατυπωμένη, έκλεινε μέσα της μια απειλή για το κοινωνικό καθεστώς που υπήρχε. Οι εργάτες που την πρόβαλαν ήταν ακόμη οπλισμένοι. Γι' αυτό, για τους αστούς που κρατούσαν το τιμόνι του κράτους, πρωταρχική προσταγή ήταν να αφοπλιστούν οι εργάτες. Κι έτσι, ύστερα από κάθε επανάσταση που κέρδιζαν οι εργάτες, ξεσπάει ένας νέος αγώνας που τελειώνει με την ήττα των εργατών. Αυτό συνέβηκε για πρώτη φορά στα 1848. Οι φιλελεύθεροι αστοί της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης οργάνωναν συμπόσια για να πετύχουν την εκλογική μεταρρύθμιση που θα εξασφάλιζε την κυριαρχία του κόμματός τους. Στον αγώνα τους με την κυβέρνηση αναγκάζονταν όλο και πιο πολύ να κάνουν έκκληση στο λαό, κι υποχρεώνονταν βαθμιαία να δίνουν το προβάδισμα στα ριζοσπαστικά και δημοκρατικά στρώματα της αστικής τάξης και των μικροαστών. Μα πίσω απ' αυτούς βρίσκονταν οι επαναστάτες εργάτες, κι οι εργάτες αυτοί είχαν αποχτήσει από το 1830 πολύ μεγαλύτερη πολιτική αυτοτέλεια απ' ό,τι το εποπτεύονταν οι αστοί κι οι δημοκρατικοί ακόμα. Τη στιγμή της κρίσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση, οι εργάτες άρχισαν τη μάχη στους δρόμους. Ο Λουδοβίκος Φίλιππος εξαφανίστηκε και μαζί του εξαφανίστηκε και η εκλογική μεταρρύθμιση, στη θέση της ξεπρόβαλε η δημοκρατία και μάλιστα μια δημοκρατία που οι ίδιοι νικητές εργάτες τη χαρακτήρισαν «κοινωνική» δημοκρατία, ωστόσο κανένας δεν είχε ξεκαθαρίσει τι σήμαινε αυτή η κοινωνική δημοκρατία, ούτε κι οι ίδιοι οι εργάτες. Ομως τώρα είχαν όπλα και αποτελούσαν μια δύναμη μέσα στο κράτος. Γι' αυτό οι αστοί δημοκράτες που βρίσκονταν στην εξουσία, μόλις ένιωσαν λίγο πολύ στέρεο το έδαφος κάτω από τα πόδια τους ο πρώτος σκοπός που επιδίωξαν ήταν ν' αφοπλίσουν τους εργάτες. Αυτό έγινε στην εξέγερση του Ιούνη του 1848, στην οποία τους έσπρωξαν με την άμεση αθέτηση του λόγου τους, με ανοιχτό χλευασμό και την απόπειρα να εξορίσουν τους άνεργους σε μια απόμακρη επαρχία. Η κυβέρνηση είχε φροντίσει να έχει συντριπτική υπεροχή δυνάμεων. Ύστερα από ηρωικό αγώνα, που κράτησε πέντε μέρες, οι εργάτες νικήθηκαν. Και τότες επακολούθησε μια σφαγή των άοπλων αιχμαλώτων, που παρόμοια δεν είχε γίνει από την εποχή των εμφύλιων πολέμων που προετοίμασαν την πτώση της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Ηταν η πρώτη φορά που η αστική τάξη έδειχνε σε τι σημείο έξαλλης σκληρότητας μπορεί να φτάσει στην εκδίκησή της, μόλις τολμήσει το προλεταριάτο να ορθωθεί απέναντί της σαν ξεχωριστή τάξη με τις δικές του διεκδικήσεις και τα δικά του συμφέροντα. Κι όμως, το 1848 δεν ήταν παρά παιχνιδάκι μπροστά στη λίστα της αστικής τάξης το 1871. Η δεύτερη αυτοκρατορία Η τιμωρία ακολουθούσε κατά πόδι. Αν το προλεταριάτο δεν μπορούσε ακόμα να κυβερνήσει τη Γαλλία, η αστική τάξη δεν μπορούσε πια να την κυβερνά. Τουλάχιστον όχι τότε, που στην πλειοψηφία της ήταν ακόμα μοναρχική κι ήταν χωρισμένη σε τρία δυναστικά κόμματα και σ' ένα τέταρτο, δημοκρατικό. Οι εσωτερικές της διαμάχες έδωσαν τη δυνατότητα στον τυχοδιώχτη Λουδοβίκο Βοναπάρτη να πάρει στα χέρια του όλα τα κλειδιά της εξουσίας - το στρατό, την αστυνομία, το διοικητικό μηχανισμό - και στις 2 του Δεκέμβρη 1851, να τινάξει στον αέρα το τελευταίο φρούριο της αστικής τάξης, την εθνοσυνέλευση. Άρχισε η δεύτερη αυτοκρατορία, η εκμετάλλευση της Γαλλίας από μια σπείρα πολιτικούς και οικονομικούς τυχοδιώχτες, μα σύγχρονα άρχισε και μια βιομηχανική

ανάπτυξη, που ποτέ δεν ήταν δυνατή στο στενόκαρδο και φοβισμένο σύστημα του Λουδοβίκου Φιλίππου, κάτω από την αποκλειστική κυριαρχία μονάχα μιας μικρής μερίδας της μεγαλοαστικής τάξης. Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης αφαίρεσε την πολιτική εξουσία από τους κεφαλαιοκράτες με το πρόσχημα ότι θα τους προστατέψει αυτούς, τους αστούς, από τους εργάτες, και από την άλλη, ότι θα προστατέψει τους εργάτες από τους αστούς. Σε αντάλλαγμα όμως η κυριαρχία του ευνόησε την κερδοσκοπία και τη βιομηχανική δραστηριότητα, με μία λέξη, την ανάπτυξη και τον πλουτισμό ολόκληρης της αστικής τάξης, σε πρωτάκουστο ως τα τότε βαθμό. Είναι αλήθεια ότι σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό αναπτύχθηκε η διαφθορά και η μαζική κλεψιά που κέντρο της ήταν η αυτοκρατορική αυλή, που έβγαζε μεγάλα ποσοστά απ' αυτόν τον πλουτισμό. Μα η δεύτερη αυτοκρατορία ήταν μια έκκληση στο γαλλικό εθνικισμό, ήταν η διεκδίκηση των συνόρων της πρώτης αυτοκρατορίας που χάθηκαν το 1814, τουλάχιστον των συνόρων της πρώτης δημοκρατίας. Μια γαλλική αυτοκρατορία, μέσα στα σύνορα της παλιάς μοναρχίας και μάλιστα μέσα στα πιο κουτσουρεμένα ακόμη σύνορα του 1815 - δεν ήταν δυνατό να κρατηθεί πολύν καιρό. Απ' αυτό βγήκε η ανάγκη να χάνει από καιρό σε καιρό πολέμους και η ανάγκη για επέχταση των συνόρων. Καμιά όμως συνοριακή επέκταση δε θάμπωνε τόσο τη φαντασία των Γάλλων εθνικιστών, όσο η επέκταση προς τη γερμανική αριστερή όχθη του Ρήνου. Ενα τετραγωνικό μίλι στο Ρήνο είχε γι' αυτούς μεγαλύτερη αξία από δέκα στις Αλπεις ή οπουδήποτε αλλού. Με τη δεύτερη αυτοκρατορία η διεκδίκηση ν' αποδοθεί ξανά στη Γαλλία η αριστερή όχθη του Ρήνου, είτε μεμιάς, είτε τμηματικά, δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου. Η ώρα έφτασε με τον πρωσο-αυστριακό πόλεμο του 1866. Όταν ο Βοναπάρτης είδε ότι γελάστηκε και από τον Βίσμαρκ και εξαιτίας της δικής του υπερπανούργας δισταχτικής πολιτικής και δεν πήρε την «εδαφική αποζημίωση» που περίμενε, δεν του έμεινε άλλο τίποτα παρά να κάνει πόλεμο, που ξέσπασε το 1870 και που τον οδήγησε πρώτα στο Σεντάν κι από κει στη Βίλχελμσχέε1. Σαν χάρτινος Πύργος Αναπόφευγη συνεπεία ήταν η επανάσταση του Παρισιού στις 4 του Σεπτέμβρη 1870. Η αυτοκρατορία σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος κι ανακηρύχτηκε πάλι η δημοκρατία. Ο εχθρός όμως βρισκόταν έξω από τις πύλες του Παρισιού, οι στρατιές της αυτοκρατορίας είτε ήταν κυκλωμένες στο Μετς χωρίς ελπίδα να ξεφύγουν, ή κρατιούνταν αιχμάλωτες στη Γερμανία. Στην κρίσιμη αυτή κατάσταση ο λαός επέτρεψε στους βουλευτές του Παρισιού του προηγούμενου νομοθετικού σώματος να εμφανιστούν σαν «κυβέρνηση εθνικής άμυνας». Και το δέχτηκε αυτό τόσο πιο εύκολα που για το σκοπό της άμυνας όλοι οι ικανοί να κρατούν όπλα Παρισινοί είχαν καταταχθεί τώρα στην εθνοφυλακή κι ήταν οπλισμένοι, κι έτσι τώρα οι εργάτες αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει σε σύγκρουση η αντίθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση, που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από αστούς, και στο οπλισμένο προλεταριάτο. Στις 31 του Οχτώβρη εργατικά τάγματα κατέλαβαν με έφοδο το δημαρχείο και πιάσανε μερικά από τα μέλη της κυβέρνησης. Η προδοσία, η άμεση αθέτηση του λόγου της από την κυβέρνηση και η παρέμβαση μερικών μικροαστικών ταγμάτων τους απελευθέρωσαν ξανά και οι εργάτες για να μην ανάψουν τον εμφύλιο πόλεμο μέσα σε μια πόλη πολιορκημένη από ξένες στρατιωτικές δυνάμεις, άφησαν στη θέση της την παλιά κυβέρνηση. Τέλος, στις 28 του Γενάρη 1871, συνθηκολόγησε το πεινασμένο Παρίσι. Συνθηκολόγησε όμως με τιμές άγνωστες ως τότε στην Ιστορία των πολέμων. Τα φρούρια παραδόθηκαν, η οχυρωματική γραμμή που περιέβαλε το Παρίσι αφοπλίστηκε, ο ταχτικός στρατός και η κινητή φρουρά παράδωσαν τα όπλα τους και θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Η εθνοφυλακή όμως κράτησε τα όπλα και τα κανόνια της κι έκλεισε μόνο ανακωχή με τους νικητές. Οι ίδιοι οι νικητές δεν τόλμησαν να μπουν θριαμβευτικά στο Παρίσι. Το μόνο που τόλμησαν να καταλάβουν ήταν μια μικρή γωνιά του Παρισιού, που κι αυτή αποτελιόταν κατά ένα μέρος από δημόσια πάρκα. Κι αυτά μόνο για λίγες μέρες! Και σ' όλο αυτό το διάστημα αυτοί, που 131 ολόκληρες μέρες κράτησαν περικυκλωμένο το Παρίσι, βρέθηκαν οι ίδιοι περικυκλωμένοι απ' τους οπλισμένους εργάτες του Παρισιού που πρόσεχαν καλά να μην περάσει κανένας «Πρώσος» τα στενά όρια της γωνιάς που είχε παραχωρηθεί στους ξένους καταχτητές. Τέτοιος ήταν ο σεβασμός που εμπνέανε οι εργάτες του Παρισιού στο στρατό, που μπροστά του είχαν καταθέσει τα όπλα όλες οι στρατιές της αυτοκρατορίας. Και οι Πρώσοι

γιούνκερς που είχαν έρθει να εκδικηθούν στην εστία της επανάστασης, αναγκάστηκαν να σταθούν με σεβασμό και να χαιρετίσουν τούτη ακριβώς την ένοπλη επανάσταση. Η ώρα της Κομμούνας Όσο διαρκούσε ο πόλεμος, οι εργάτες του Παρισιού περιορίστηκαν να ζητούν τη δραστήρια συνέχιση του αγώνα. Τώρα όμως, που με τη συνθηκολόγηση του Παρισιού είχε γίνει ειρήνη, τώρα ο Θιέρσος, ο νέος αρχηγός της κυβέρνησης αναγκάστηκε να καταλάβει ότι η κυριαρχία των κατεχουσών τάξεων - των μεγάλων γαιοκτημόνων και των κεφαλαιούχων - θα βρισκόταν σε αδιάκοπο κίνδυνο όσο οι εργάτες του Παρισιού κρατούσαν τα όπλα στα χέρια τους. Η πρώτη του πράξη ήταν η απόπειρα να τους αφοπλίσει. Στις 18 του Μάρτη έστειλε δυνάμεις του ταχτικού στρατού με τη διαταγή να αρπάξουν το πυροβολικό που ανήκε στην εθνοφυλακή, το πυροβολικό που είχε κατασκευαστεί στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού και που είχε πληρωθεί με δημόσιο έρανο. Η απόπειρα απότυχε, το Παρίσι ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος για να αντισταθεί. Ετσι κηρύχτηκε ο πόλεμος ανάμεσα στο Παρίσι και τη γαλλική κυβέρνηση, που είχε την έδρα της στις Βερσαλλίες. Στις 26 του Μάρτη έγιναν οι εκλογές της Κομμούνας του Παρισιού και στις 28 την ανακήρυξαν. Η Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής που είχε ασκήσει ως τότε την εξουσία, υπέβαλε την παραίτησή της στην Κομμούνα, αφού πρώτα κατάργησε με διάταγμα τη σκανδαλώδικη «αστυνομία ηθών» του Παρισιού. Στις 30, η Κομμούνα κατάργησε τη στρατιωτική θητεία και τον ταχτικό στρατό και ανακήρυξε σα μοναδική ένοπλη δύναμη την εθνοφυλακή, στην οποία θα ανήκαν όλοι οι πολίτες οι ικανοί να κρατούν όπλα. Χάρισε όλα τα νοίκια για τις κατοικίες από τον Οχτώβρη του 1870 ως τον Απρίλη του 1871, συμψηφίζοντας στα ενοίκια της περιόδου που θ' ακολουθούσε τα ποσά που είχαν ήδη πληρωθεί και ανάστειλε κάθε πούληση ενεχύρων στο δημαρχιακό ενεχυροδανειστήριο. Την ίδια μέρα επικυρώθηκε η εκλογή των ξένων υπηκόων στην Κομμούνα, γιατί «η σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας». Την 1η του Απρίλη αποφασίστηκε, ο μεγαλύτερος μισθός οποιουδήποτε υπαλλήλου της Κομμούνας, συνεπώς και των ίδιων των μελών της, να μην ξεπερνάει τις 6.000 φράγκα (4.800 μάρκα). Την επόμενη μέρα ψηφίστηκε το διάταγμα για το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και για την κατάργηση όλων των κρατικών επιχορηγήσεων για θρησκευτικούς σκοπούς, καθώς και για τη μετατροπή όλων των εκκλησιαστικών χτημάτων σε εθνική ιδιοχτησία. Υστερα απ' αυτό διατάχθηκε στις 8 του Απρίλη, κι εφαρμόστηκε σιγά - σιγά, η απομάκρυνση απ' τα σχολειά όλων των θρησκευτικών συμβόλων και εικόνων, και η κατάργηση όλων των θρησκευτικών δογμάτων και προσευχών - με μια λέξη «καθετί που ανάγεται στη σφαίρα τις ατομικής συνείδησης». Μπροστά στις καθημερινές εκτελέσεις αγωνιστών της Κομμούνας που πιάνονταν αιχμάλωτοι από τα στρατεύματα των Βερσαλλιών, εκδόθηκε στις 5 του Απρίλη ένα διάταγμα για τη σύλληψη ομήρων, που ποτέ όμως δεν εφαρμόστηκε. Στις 6 του Απρίλη το 137 τάγμα της εθνοφυλακής έβγαλε τη λαιμητόμο και την έκαψε δημόσια μέσα σε λαϊκό αλαλαγμό. Στις 12 του Απρίλη, η Κομμούνα αποφάσισε να κατεδαφίσει τη στήλη της νίκης στην Πλατεία της Βαντόμ, που είναι χυμένη από το μέταλλο των κανονιών που είχε κυριεύσει ο Ναπολέοντας ύστερα από τον πόλεμο του 1809, γιατί αποτελούσε σύμβολο εθνικισμού και μίσους ανάμεσα στους λαούς. Το διάταγμα αυτό εκτελέστηκε στις 16 του Μάη. Στις 16 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε μια στατιστική απογραφή των εργοστασίων που τα είχαν κλείσει οι εργοστασιάρχες και την επεξεργασία σχεδίων για τη λειτουργία αυτών των εργοστασίων από τους εργάτες που εργάζονταν πριν σ' αυτά και που τώρα θα οργανώνονταν σε συνεργατικούς συνεταιρισμούς καθώς και για την οργάνωση αυτών των συνεργατικών συνεταιρισμών σε μια μεγάλη Ένωση. Στις 20 του Απρίλη, η Κομμούνα κατάργησε τη νυχτερινή δουλειά για τους αρτεργάτες, καθώς και τα γραφεία εξεύρεσης εργασίας που από τον καιρό της δεύτερης αυτοκρατορίας τα διαχειρίζονταν μονοπωλιακά ορισμένα υποκείμενα πρώτης γραμμής εκμεταλλευτές των εργατών - που τα είχε διορίσει η αστυνομία. Τα γραφεία αυτά μεταβιβάστηκαν στα δημαρχεία των είκοσι διαμερισμάτων του Παρισιού. Στις 30 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε το κλείσιμο των ενεχυροδανειστηρίων που αποτελούσαν μια ιδιωτική εκμετάλλευση των εργατών, κι έρχονταν σ' αντίθεση με το δικαίωμα των εργατών στα εργαλεία της δουλειάς τους και με το δικαίωμα να παίρνουν πιστώσεις. Στις 5 του Μάη αποφάσισε να κατεδαφίσει το παρεκκλήσι που είχε χτιστεί σαν εξιλέωση για την εκτέλεση του Λουδοβίκου XVI. Έτσι από τις 18 του Μάρτη πρόβαλε καθαρά και έντονα ο ταξικός χαρακτήρας του παρισι-

νού κινήματος που, με τον πόλεμο ενάντια στην ξενική επέμβαση, είχε ως τώρα απωθηθεί στο βάθος της σκηνής. Και μια και στην Κομμούνα έπαιρναν μέρος σχεδόν μόνο εργάτες ή αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι των εργατών, οι αποφάσεις της είχαν αποφασιστικά προλεταριακό χαρακτήρα. Είτε ψήφιζε μεταρρυθμίσεις, που η δημοκρατική αστική τάξη τις είχε παραλείψει μόνο από δειλία, που αποτελούσαν όμως απαραίτητη βάση για τη λεύτερη δράση της εργατικής τάξης, όπως η εφαρμογή της αρχής ότι η θρησκεία είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση των ατόμων στη σχέση τους προς το κράτος, είτε έπαιρνε αποφάσεις που εξυπηρετούσαν άμεσα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και που μερικά έθιγαν βαθιά το παλιό κοινωνικό καθεστώς. Για την πραγματοποίηση όμως όλων αυτών μέσα σε μια πολιορκημένη πόλη μπορούσαν να γίνουν το πολύ - πολύ τα πρώτα μόνο βήματα. Αλλωστε από τις αρχές του Μάη όλες τις δυνάμεις τους τις απορροφούσε ο αγώνας ενάντια στα στρατεύματα που συγκέντρωνε όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό η κυβέρνηση των Βερσαλλιών. Οι αιματηρές συγκρούσεις Στις 7 του Απρίλη, τα στρατεύματα των Βερσαλλιών είχαν καταλάβει το πέρασμα του Σηκουάνα στο Νεγί στο δυτικό μέτωπο του Παρισιού, αντίθετα όμως, στις 11 του Απρίλη σε μια επίθεση του στρατηγού Εντ στο νότιο μέτωπο αποκρούστηκαν με βαριές απώλειες. Το Παρίσι βομβαρδιζόταν συνεχώς και μάλιστα από τους ίδιους εκείνους ανθρώπους που είχαν στιγματίσει σαν ιεροσυλία το βομβαρδισμό της ίδιας αυτής πόλης από τους Πρώσους. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι εκλιπαρούσαν την πρωσική κυβέρνηση να επιστρέψει γρήγορα τους Γάλλους στρατιώτες που είχε αιχμαλωτίσει στο Σεντάν και στο Μετς, για να ξανακαταλάβουν το Παρίσι για λογαριασμό τους. Η βαθμιαία επιστροφή αυτών των στρατευμάτων έδωσε από τις αρχές του Μάη αποφασιστική υπεροχή στις δυνάμεις των Βερσαλλιών. Αυτό φάνηκε κιόλας στις 23 του Απρίλη, όταν ο Θιέρσος διέκοψε τις διαπραγματεύσεις για την ανταλλαγή, που πρότεινε η Κομμούνα, του αρχιεπισκόπου του Παρισιού και πολλών άλλων παπάδων που κρατιόνταν όμηροι στο Παρίσι, με μόνο τον Μπλανκί, που είχε εκλεγεί δυο φορές στην Κομμούνα, μα ήταν φυλακισμένος στο Κλερβό. Φάνηκε ακόμα περισσότερο στην αλλαγμένη γλώσσα του Θιέρσου. Ως τότε ήταν συγκρατημένος και διφορούμενος, τώρα έγινε ξαφνικά αυθάδης, απειλητικός, βάναυσος. Στις 3 του Μάη οι Βερσαλλιέροι κατέλαβαν το οχυρό του Μουλέν Σακέ, στο νότιο μέτωπο, στις 9 το φρούριο του Ισσί που καταστράφηκε ολότελα απ' το κανονίδι και στις 14 το φρούριο της Βανβ. Στο δυτικό μέτωπο προχωρούσαν σιγά - σιγά κυριεύοντας τα πολυάριθμα χωριά και τα κτίρια που απλώνονταν ως τα τείχη της πόλης, ώσπου έφτασαν στην κύρια οχυρωματική γραμμή. Στις 21 με προδοσία και από αμέλεια του φυλακίου της εθνοφρουράς στο σημείο αυτό, κατάφεραν να μπουν μέσα στην πόλη. Οι Πρώσοι που κρατούσαν τα βορινά και ανατολικά οχυρά επέτρεψαν στα στρατεύματα των Βερσαλλιών να περάσουν μέσα από την απαγορευμένη, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, ζώνη στο βορινό μέρος της πόλης, κι έτσι να προχωρήσουν και να επιτεθούν σ' ευρύ μέτωπο που οι Παρισινοί πίστευαν πως καλυπτόταν από τους όρους της ανακωχής και για το λόγο αυτό το φρουρούσαν μόνο με μικρές δυνάμεις. Αυτό είχε σαν συνέπεια να προβληθεί μικρή μόνον αντίσταση στο δυτικό μισό τμήμα του Παρισιού, στις καθαυτό πλούσιες συνοικίες της πόλης. Όσο τα στρατεύματα του εισβολέα πλησίαζαν στο ανατολικό τμήμα του Παρισιού, στην καθαυτό εργατούπολη, τόσο η αντίσταση δυνάμωνε και γινόταν πιο πεισματική. Μόνο ύστερα από οχταήμερο αγώνα υπέκυψαν στα υψώματα της Μπελβίλ και του Μενιλμοντάν οι τελευταίοι υπερασπιστές της Κομμούνας και τότε έφτασε στο αποκορύφωμά της η σφαγή των άοπλων ανδρών, γυναικών και παιδιών, η σφαγή που μάνιαζε όλη τη βδομάδα σε διαρκώς αυξανόμενη έκταση. Το τουφέκι δε σκότωνε πια αρκετά γρήγορα, γι' αυτό οι νικημένοι εκτελούνταν μαζικά κατά εκατοντάδες με τα πολυβόλα. Ο «Τοίχος των Ομοσπόνδων» στο νεκροταφείο του Περ-Λασέζ, όπου έγινε η τελευταία μαζική σφαγή, ορθώνεται ακόμα σήμερα, βουβή μα εύγλωττη μαρτυρία για τη λύσσα που είναι ικανή να φθάσει η κυρίαρχη τάξη, μόλις το προλεταριάτο τολμήσει να παλέψει για το δίκιο του. Ύστερα, όταν αποδείχτηκε ότι ήταν αδύνατο να τους σφάξουν όλους, άρχισαν να χάνουν μαζικές συλλήψεις, να τουφεκίζουν τα θύματα που διάλεγαν αυθαίρετα μέσα από τις γραμμές των αιχμαλώτων και να μεταφέρνουν τους υπόλοιπους σε μεγάλα στρατόπεδα, όπου περίμεναν να δικαστούν από στρατοδικεία. Τα πρωσικά στρατεύματα που περικύκλωναν το βορινό τμήμα του Παρισιού είχαν διαταγή να μην αφήσουν κανένα φυγάδα να περάσει, μα οι αξιωματικοί έκαναν συχνά στραβά μάτια, όταν οι φαντάροι άκουγαν περισσότερο το πρόσταγμα του ανθρωπισμού από τις

διαταγές του Γενικού Επιτελείου. Ιδιαίτερη τιμή ανήκει στο σαξονικό σώμα στρατού που φέρθηκε με πολύ ανθρωπισμό κι άφησε να περάσουν πολλοί που ήταν ολοφάνερο ότι ήταν μαχητές της Κομμούνας. Διδάγματα από τις παραλείψεις Αν σήμερα, ύστερα από είκοσι χρόνια, ρίξουμε μια ματιά πίσω στη δράση και στην ιστορική σημασία της Κομμούνας του Παρισιού του 1871, θα δούμε ότι είναι ανάγκη να κάνουμε μερικές προσθήκες στην περιγραφή της που γίνεται στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία». Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζονταν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, και σε μια μειοψηφία: μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν. Οι μπλανκιστές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε την εποχή εκείνη σοσιαλιστές μόνο από επαναστατικό και προλεταριακό ένστικτο. Λίγοι μόνον είχαν αποχτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια αρχών, χάρη στο Βαγιάν που γνώριζε το γερμανικό επιστημονικό σοσιαλισμό. Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι στον οικονομικό τομέα η Κομμούνα παρέλειψε αρκετά πράγματα, που κατά τη σημερινή μας αντίληψη, έπρεπε να τα είχε κάνει. Δυσκολότερα βέβαια από όλα μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός ότι η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά με ιερό σεβασμό μπροστά στις πόρτες της τράπεζας της Γαλλίας. Αυτό ήταν επίσης σοβαρό πολιτικό λάθος. Η τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας - αυτό θα άξιζε περισσότερο από δέκα χιλιάδες ομήρους, θα σήμαινε την πίεση που θα ασκούσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών ολόκληρη η αστική τάξη για να κλείσει ειρήνη με την Κομμούνα. Πιο αξιοθαύμαστα όμως ακόμα είναι τα τόσα σωστά πράγματα που έκανε η Κομμούνα, μ' όλο που αποτελούνταν από μπλανκιστές και προυντονιστές. Φυσικά οι προυντονιστές ήταν κυρίως υπεύθυνοι για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνας, τόσο για τις αξιέπαινες όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Και στις δυο περιπτώσεις η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε - όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται στην εξουσία οι δογματικοί να κάνουν και οι δυο το αντίθετο απ' ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους. Ο Προυντόν, ο σοσιαλιστής του μικροχωρικού και του βιοτέχνη μάστορα, μισούσε την οργάνωση με θετικό μίσος. Έλεγε γι' αυτήν ότι περικλείνει περισσότερο κακό παρά καλό, ότι απ' τη φύση της είναι άγονη, ακόμα και βλαβερή, γιατί αποτελεί ένα είδος δεσμών στην ελευθερία του εργάτη, ότι είναι ένα καθαρά στείρο και οχληρό δόγμα που βρίσκεται σε διάσταση, τόσο με την ελευθερία του εργάτη, όσο και με την οικονομία της εργασίας, ότι τα μειονεκτήματά της μεγάλωναν γρηγορότερα από τα πλεονεκτήματά της, ότι απέναντι σ' αυτήν ο ανταγωνισμός, ο καταμερισμός της δουλειάς, η ατομική ιδιοκτησία, αποτελούν οικονομικές δυνάμεις. Μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις - όπως τις αποκαλεί ο Προυντόν - της μεγάλης βιομηχανίας και των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως οι σιδηρόδρομοι, έχει θέση η οργάνωση των εργατών (βλέπε: «Idee generale de la revolution», 3eme etude. «Γενική ιδέα της επανάστασης», 3η μελέτη). Στα 1871, η μεγάλη βιομηχανία, ακόμη και στο Παρίσι, σ' αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν' αποτελεί εξαίρεση που το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που, όπως πολύ σωστά λέει ο Μαρξ στον «Εμφύλιο πόλεμο», τελικά θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό, δηλ. ακριβώς το αντίθετο της προυντονικής θεωρίας. Και γι' αυτό η Κομμούνα έγινε επίσης ο τάφος της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν. Σήμερα η σχολή αυτή έχει εξαφανιστεί από τους γαλλικούς εργατικούς κύκλους. Τώρα σ' αυτούς επικρατεί αναντίρρητα η θεωρία του Μαρξ, όχι λιγότερο ανάμεσα στους ποσιμπιλιστές2, απ' ό,τι ανάμεσα στους «μαρξιστές». Μόνο ανάμεσα στη «ριζοσπαστική» αστική τάξη υπάρχουν ακόμα προυντονιστές. Οι μπλανκιστές δεν είχαν καλύτερη τύχη. Διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνωμοσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ' αυτήν, ξεκινούσαν από την άποψη, ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός από αποφασισμένους, καλά οργανωμένους ανθρώπους είναι ικανοί σε μια δοσμένη ευνοϊκή στιγμή, όχι μόνο να πάρουν το πηδάλιο του κράτους στα χέρια τους μα ακόμα, και με μια δραστήρια και ανελέητη δράση να το κρατήσουν τόσο, ώσπου να κατορθώσουν να τρα-

βήξουν τη μάζα του λαού στην επανάσταση και να τη συσπειρώσουν γύρω από την καθοδηγητική μικρή ομάδα. Για το σκοπό αυτό χρειαζόταν πριν απ' όλα αυστηρότατη δικτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης. Και τι έκανε η Κομμούνα, που στην πλειοψηφία της αποτελούνταν από τέτοιους ακριβώς μπλανκιστές; Σ' όλες της τις διακηρύξεις προς τους Γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία από όλες τις γαλλικές κοινότητες μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που για πρώτη φορά θα δημιουργούνταν πραγματικά από το ίδιο το έθνος. Και ίσα-ίσα η καταπιεστική δύναμη της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης - στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία - που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων στα 1798 και που από τότε την παραλάβαινε, σαν βολικό όργανο κάθε καινούρια κυβέρνηση και τη χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η δύναμη έπρεπε παντού να πέσει όπως είχε κιόλας γκρεμιστεί στο Παρίσι. Η Κομμούνα αναγκάστηκε αμέσως από την αρχή να αναγνωρίσει ότι όταν η εργατική τάξη έρθει πια στην εξουσία, δεν μπορεί να εξακολουθεί να διοικεί με την παλιά κρατική μηχανή, ότι η εργατική αυτή τάξη, για να μην ξαναχάσει την κυριαρχία που μόλις έχει καταχτήσει, πρέπει, από τη μια να παραμερίσει όλη την παλιά καταπιεστική μηχανή που ως τότε είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον της, κι από την άλλη να εξασφαλίσει τον εαυτό της από τους ίδιους της τους βουλευτές και υπαλλήλους, ορίζοντας ότι όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση, μπορούν ανακληθούν σ' οποιαδήποτε στιγμή. Ποια ήταν η χαρακτηριστική ιδιομορφία του ως τα τώρα κράτους; Για την εξυπηρέτηση των κοινών συμφερόντων η κοινωνία είχε αρχικά δημιουργήσει δικά της όργανα με τον απλό καταμερισμό της δουλιάς. Τα όργανα όμως αυτά που η κορυφή τους είναι η κρατική εξουσία, εξυπηρετώντας τα δικά τους ειδικά συμφέροντα, είχαν με τον καιρό μετατραπεί από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, όπως το βλέπουμε λ.χ., όχι μόνο στην κληρονομική μοναρχία, μα και στην αστική δημοκρατία. Πουθενά οι «πολιτικοί» δεν αποτελούν ένα πιο ξεχωριστό και πιο ισχυρό τμήμα του έθνους, όσο ακριβώς στη Βόρεια Αμερική. Εδώ το καθένα από τα δυο μεγάλα κόμματα, που διαδέχονται το ένα το άλλο στην εξουσία, διευθύνεται με τη σειρά του από ανθρώπους που κάνουν την πολιτική, προσοδοφόρα υπόθεση, που κερδοσκοπούν πάνω στις έδρες της νομοθετικής συνέλευσης τόσο της ομοσπονδίας όσο και των ξεχωριστών πολιτειών ή που ζουν από τη ζύμωση που κάνουν για το κόμμα τους και που όταν το κόμμα τους νικήσει, ανταμείβονται με θέσεις. Είναι γνωστό πως οι Αμερικάνοι τριάντα χρόνια τώρα προσπαθούν ν' αποτινάξουν το ζυγό αυτό που έγινε αφόρητος και πως, παρ' όλα αυτά, βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά μέσα στο βάλτο της διαφθοράς. Ακριβώς στην Αμερική μπορούμε να δούμε καλύτερα πώς συντελείται αυτή η ανεξαρτητοποίηση της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία που αρχικά ήταν προορισμένη να γίνει απλό όργανό της. Εδώ δεν υπάρχει καμιά δυναστεία, δεν υπάρχουν ευγενείς, ούτε μόνιμος στρατός, εκτός από τους λίγους άνδρες για την επίβλεψη των Ινδιάνων, δεν υπάρχει ούτε γραφειοκρατία με μόνιμες θέσεις ή με δικαίωμα σύνταξης. Κι όμως, έχουμε εδώ δυο μεγάλες συμμορίες από πολιτικούς κερδοσκόπους που παίρνουν διαδοχικά στα χέρια τους την κρατική εξουσία και την εκμεταλλεύονται με τα πιο διεφθαρμένα μέσα και για τους πιο διεφθαρμένους σκοπούς, ενώ το έθνος είναι ανίσχυρο μπροστά στους δυο μεγάλους αυτούς συνασπισμούς των πολιτικών, που βρίσκονται δήθεν στην υπηρεσία του, μα που στην πραγματικότητα το εξουσιάζουν και το καταληστεύουν. Ενάντια σ' αυτή τη μετατροπή του κράτους και των κρατικών οργάνων από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, μια μετατροπή που είναι αναπόφευκτη σ' όλα τα ως τα τώρα κράτη, η Κομμούνα χρησιμοποίησε δυο αλάνθαστα μέσα. Πρώτα, σ' όλες τις θέσεις -? διοικητικές δικαστικές και εκπαιδευτικές - έβαλε υπαλλήλους εκλεγμένους με βάση την καθολική ψηφοφορία όλων των ενδιαφερόμενων, και μάλιστα με το δικαίωμα των ίδιων των ενδιαφερόμενων ν' ανακαλούν τον αντιπρόσωπό τους οποιαδήποτε στιγμή. Και δεύτερο, πλήρωνε στους υπαλλήλους της, στους ανώτερους και στους κατώτερους, μονάχα το μισθό που έπαιρναν οι άλλοι εργάτες. Ο μεγαλύτερος μισθός, που γενικά πλήρωνε η Κομμούνα, ήταν 6.000 φράγκα. Ετσι μπήκε ένα σίγουρο εμπόδιο στη θεσιθηρία και στον αριβισμό, ακόμα και χωρίς τις δεσμευτικές εντολές που έπαιρναν, χώρια απ' όλα τ' άλλα, οι αντιπρόσωποι στα αντιπροσωπευτικά σώματα. Η δικτατορία του προλεταριάτου... Αυτό το τσάκισμα της παλιάς κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή της από μια καινού-

ρια, αληθινά δημοκρατική εξουσία, περιγράφεται διεξοδικά στο τρίτο μέρος του «Εμφυλίου Πολέμου». Ηταν όμως απαραίτητο να σταματήσουμε εδώ με συντομία για άλλη μια φορά σ' ορισμένα χαρακτηριστικά του, γιατί ακριβώς στη Γερμανία η δεισιδαιμονία για το κράτος πέρασε από τη φιλοσοφία στην κοινή συνείδηση της αστικής τάξης, κι ακόμα και σε πολλούς εργάτες. Σύμφωνα με τη φιλοσοφική άποψη, το κράτος είναι η «πραγματοποίηση της Ιδέας» ή η βασιλεία του θεού πάνω στη γη, μεταφρασμένη σε φιλοσοφική γλώσσα, το πεδίο όπου η αιώνια αλήθεια και η δικαιοσύνη πραγματοποιούνται ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Κι από δω πηγάζει ένας δεισιδαιμονικός σεβασμός προς το κράτος και προς το καθετί που συνδέεται με το κράτος, ένας σεβασμός που ριζώνει τόσο πιο εύκολα, όσο έχουμε συνηθίσει απ' τα πιο μικρά μας χρόνια να φανταζόμαστε ότι όλες οι υποθέσεις και τα συμφέροντα που είναι κοινά για ολόκληρη την κοινωνία, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν αλλιώς, παρά όπως εξυπηρετούνταν ως τώρα, δηλαδή από το κράτος και τα καλοδιορισμένα όργανά του. Και οι άνθρωποι φαντάζονται ότι κάνουν κιόλας ένα εξαιρετικά τολμηρό βήμα προς τα μπρος όταν απολυτρώνονται από την πίστη στην κληρονομική μοναρχία κι ορκίζονται στο όνομα της αστικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως, το κράτος δεν είναι τίποτ' άλλο παρά μια μηχανή για την καταπίεση μιας τάξης από μια άλλη και μάλιστα όχι λιγότερο στην αστική δημοκρατία απ' ό,τι γίνεται στη μοναρχία! Και στην καλύτερη περίπτωση, το κράτος είναι ένα κακό που κληροδοτείται στο προλεταριάτο, που νίκησε στον αγώνα για την ταξική κυριαρχία και που τις χειρότερες πλευρές του, όπως το έκαμε η Κομμούνα δεν μπορεί να μην τις περικόψει όσο το δυνατό γρηγορότερα ωσότου μια γενιά, μεγαλωμένη μέσα σε νέες και ελεύθερες κοινωνικές συνθήκες, θα είναι σε θέση να πετάξει όλα αυτά τα παλιοπράγματα που αποτελούν το κράτος. Τον τελευταίο καιρό, το σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις: Δικτατορία του προλεταριάτου. Ε, λοιπόν κύριοι, θέλετε να μάθετε τι λογής είναι αυτή η δικτατορία; Κοιτάχτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου.

1 Στις 2 του Σεπτέμβρη 1870 ο γαλλικός στρατός νικήθηκε στο Σεντάν και αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον αυτοκράτορα. Ο Ναπολέων Γ΄ κλείστηκε στον πύργο Βίλχελμσχέε στο Κάσελ. 2 Ποσιμπιλισμός: οπορτουνιστική τάση στο γαλλικό εργατικό κίνημα στα τέλη του 19ου αιώνα.

Φρίντριχ Ένγκελς

Οι μπακουνικοί επί το έργον
1873
Ι

1

Ένας απολογισμός της ισπανικής εξέγερσης το καλοκαίρι του

Η αναφορά για τη μυστική Συμμαχία του Μιχαήλ Μπακούνιν που δημοσίευσε μόλις τώρα η Επιτροπή της Χάγης αποκάλυψε στους εργαζόμενους τις δόλιες δραστηριότητες, τα βρόμικα κόλπα και τη λογοκοπία με τη βοήθεια των οποίων το προλεταριακό κίνημα επρόκειτο να μπει στην υπηρεσία της φουσκωμένης φιλοδοξίας και των εγωιστικών σκοπών μερικών παραγνωρισμένων μεγαλοφυϊών. Εντωμεταξύ, αυτοί οι επίδοξοι μεγάλοι άντρες, μας έδωσαν την ευκαιρία στην Ισπανία να δούμε κάτι από την πρακτική επαναστατική τους δράση. Ας δούμε πώς έβαλαν σε εφαρμογή τις υπερεπαναστατικές τους φράσεις για αναρχία και αυτονομία, για κατάργηση κάθε αυταρχισμού, ειδικά του κρατικού αυταρχισμού και για άμεση και πλήρη χειραφέτηση των εργατών. Μπορούμε, επιτέλους, να το κάνουμε αυτό, εφόσον, εκτός από τις αναφορές των εφημερίδων για τα γεγονότα της Ισπανίας, έχουμε τώρα και την αναφορά της Νέας Ομοσπονδίας της Μαδρίτης της Διεθνούς που υποβλήθηκε στο Συνέδριο της Γενεύης. Όπως ξέρουμε, τον καιρό που έγινε το σχίσμα στη Διεθνή οι πιθανότητες ήταν υπέρ των μελών της μυστικής Συμμαχίας στην Ισπανία. Η μεγάλη πλειοψηφία των ισπανών εργατών ακολουθούσε τη γραμμή της. Όταν, το Φεβρουάριο του 1873, ανακηρύχθηκε η Δημοκρατία, τα μέλη της Συμμαχίας βρέθηκαν σε αμηχανία. Η Ισπανία είναι μια τόσο βιομηχανικά καθυστερημένη χώρα που ούτε λόγος δεν μπορεί να γίνει για άμεση πλήρη απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Η Ισπανία πρέπει να περάσει πρώτα από διάφορα προκαταρκτικά στάδια ανάπτυξης και να βγάλει από το δρόμο της μια σειρά από εμπόδια. Η Δημοκρατία πρόσφερε μια ευκαιρία για να διανυθούν αυτά τα στάδια στο βραχύτερο δυνατό χρόνο και να ξεπεραστούν γρήγορα τα εμπόδια. Από αυτή όμως την ευκαιρία μπορούσε να επωφεληθεί η ισπανική εργατική τάξη μόνο αν έπαιζε ένα δραστήριο πολιτικό ρόλο. Οι εργατικές μάζες το κατάλαβαν. Προσπάθησαν παντού να πάρουν μέρος στα γεγονότα, να επωφεληθούν από την ευκαιρία για δράση, αντί να αφήσουν, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα, ελεύθερο το πεδίο στις ιδιοκτήτριες τάξεις για δράση και δολοπλοκίες. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα γίνονταν εκλογές για Συντακτική Βουλή (10 Μαΐου 1873). Ποια έπρεπε να είναι η στάση της Διεθνούς; Οι ηγέτες των μπακουνικών βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Η συνέχιση της πολιτικής αδράνειας γινόταν, κάθε μέρα που περνούσε, περισσότερο γελοία και αδύνατη : οι εργάτες ήθελαν να «δουν έργα». Τα μέλη της Συμμαχίας, από την άλλη, χρόνια ολόκληρα διακήρυσσαν πως δεν έπρεπε κανείς να πάρει μέρος σε μια επανάσταση που δε θα είχε σκοπό την άμεση και πλήρη χειραφέτηση της εργατικής τάξης, ότι η πολιτική δράση οποιουδήποτε είδους συνεπάγεται αναγνώριση του Κράτους, που είναι η ρίζα όλων των κακών και επομένως η συμμετοχή σε οποιασδήποτε μορφής εκλογές ήταν έγκλημα που επισύρει την ποινή του θανάτου. Το πώς βγήκαν από αυτή τη δύσκολη θέση εξιστορείται στην αναφορά της Μαδρίτης που αναφέραμε ήδη : «Την παραμονή κιόλας των γενικών εκλογών για τη Συνταχτική Βουλή οι εργάτες της Βαρκελώνης, του Αλκόι και άλλων πόλεων ήθελαν να μάθουν τι πολιτική γραμμή έπρεπε να υιοθετήσουν στον κοινοβουλευτικό αγώνα και σε άλλες εκστρατείες. Έγιναν, λοιπόν, δύο μεγάλες συγκεντρώσεις, η μία στη Βαρκελώνη και η άλλη στο Αλκόι. Και στις δύο τα μέλη της Συμμαχίας έκαναν τα πάντα για να αποτρέψουν οποιαδήποτε απόφαση που θα πλησίαζε στο ποια πολιτική γραμμή έπρεπε να ακολουθήσει η Διεθνής» (σημειώστε το : η δική τους Διεθνής). «Αποφασίστηκε, λοιπόν, ότι η Διεθνής, σαν ένωση, δεν έπρεπε να ασχοληθεί με οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα, αλλά τα μέλη της, σαν άτομα, μπορούσαν να κάνουν μόνα τους ότι θεωρούσαν σωστό και να υποστηρίξουν το μέρος που θα εξέλεγαν, σύμφωνα με την διάσημη θεωρία τους της αυτονομίας! Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής της παράλογης θεωρίας; Ότι τα περισσότερα μέλη της Διεθνούς, μαζί και οι αναρχικοί, πήραν μέρος στις εκλογές χωρίς πρόγραμμα, χωρίς σημαία και

χωρίς υποψήφιους, βοηθώντας έτσι να εκλεγούν αποκλειστικά σχεδόν αστοί ρεπουμπλικάνοι. Μόνο δύο ή τρεις εργάτες μπήκαν στη Βουλή και αυτοί δεν αντιπροσώπευαν τίποτα, η φωνή τους ποτέ δεν υψώθηκε για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της τάξης μας και χαρούμενα ψήφιζαν υπέρ όλων των αντιδραστικών προτάσεων που υπέβαλε η πλειοψηφία.» Σ’ αυτό οδηγεί η μπακουνική «αποχή από την πολιτική». Σε καιρούς ηρεμίας, όταν το προλεταριάτο ξέρει από πριν ότι, στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να βγάλει μόνο λίγους αντιπρόσωπους στο κοινοβούλιο και δεν έχει καμιά πιθανότητα να κερδίσει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τους εργάτες μπορεί μερικές φορές να τους κάνεις να πιστέψουν ότι είναι μεγάλη επαναστατική πράξη να κάτσουν σπίτι τους ώσπου να τελειώσουν οι εκλογές και, γενικά, να μην επιτεθούν στο Κράτος μέσα στο οποίο ζουν και το οποίο τους καταπιέζει, αλλά να επιτίθενται στο Κράτος ως κράτος που δεν υπάρχει πουθενά και το οποίο συνεπώς δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτόν του. Αυτός είναι ένας υπέροχος τρόπος επαναστατικής συμπεριφοράς, ειδικά για ανθρώπους που αποθαρρύνονται εύκολα. Και ο βαθμός στον οποίο οι ηγέτες της Ισπανικής Συμμαχίας ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία ανθρώπων φαίνεται σε μερικές λεπτομέρειες του προαναφερόμενου δημοσιεύματος. Μόλις τα γεγονότα σπρώξουν το προλεταριάτο στο προσκήνιο, η αποχή γίνεται ολοφάνερος παραλογισμός και η δραστήρια παρέμβαση της εργατικής τάξης αναπόφευκτη αναγκαιότητα. Κι αυτό έγινε στην Ισπανία. Η παραίτηση του Αμαντέο έδιωξε τους ριζοσπάστες μοναρχικούς από την εξουσία και τους στέρησε την δυνατότητα να την ανακτήσουν στο κοντινό μέλλον. Οι αλφονσικοί είχαν ακόμα λιγότερες πιθανότητες εκείνη την εποχή. Όσο για τους καρλιστές, αυτοί, ως συνήθως, προτιμούσαν τον εμφύλιο πόλεμο από μια εκλογική εκστρατεία. Όλα αυτά τα κόμματα, σύμφωνα με το ισπανικό έθιμο, έκαναν αποχή. Μόνο οι ομοσπονδιακοί Ρεπουμπλικάνοι, διασπασμένοι σε δύο πτέρυγες και ο όγκος των εργατών πήραν μέρος στις εκλογές. Δεδομένης της τεράστιας έλξης που ασκούσε ακόμα τότε το όνομα της Διεθνούς στους ισπανούς εργάτες και της εξαιρετικής οργάνωσης του Ισπανικού Τμήματος που, τουλάχιστον για πραχτικούς σκοπούς, υπήρχε ακόμα εκείνο τον καιρό, ήταν σίγουρο πως οποιοσδήποτε υποψήφιος προτεινόταν και υποστηριζόταν από τη Διεθνή θα είχε λαμπρή επιτυχία στις βιομηχανικές περιοχές της Καταλονίας, στη Βαλένθια, στις πόλεις της Ανδαλουσίας κλπ. και ότι στη Βουλή θα εκλεγόταν μια μειοψηφία αρκετά μεγάλη για να κρίνει την έκβαση όταν θα έφτανε να γίνει ψηφοφορία μεταξύ των δύο πτερύγων των Ρεπουμπλικάνων. Οι εργάτες το ήξεραν αυτό. Καταλάβαιναν πως είχε έρθει ο καιρός να μπουν στο παιχνίδι η ακόμα ισχυρή οργάνωσή τους. Αλλά οι αξιότιμοι ηγέτες της μπακουνικής σχολής κήρυσσαν το Ευαγγέλιο της απόλυτης αποχής πάρα πολύ καιρό για να μπορούν να αντιστρέψουν ξαφνικά τη γραμμή τους. Κι έτσι εφεύραν αυτή την αξιοθρήνητη λύση – η Διεθνής σα σώμα να κάνει αποχή, αλλά να επιτρέψει στα μέλη της να ψηφίσουν, σαν άτομα, όπως ήθελαν. Το αποτέλεσμα αυτής της διακήρυξης πολιτικής χρεοκοπίας ήταν οι εργάτες, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, να ψηφίσουν αυτούς που έβγαζαν τους πιο ριζοσπαστικούς λόγους, δηλαδή, τους Αδιάλλακτους και θεωρώντας επομένως τους εαυτούς τους λίγο-πολύ υπεύθυνους για επόμενα βήματα που έκαναν οι βουλευτές τους, να μπλέξουν μ’ αυτά. ΙΙ Τα μέλη της Συμμαχίας δε θα μπορούσαν πιθανώς να επιμείνουν στη γελοία θέση που τους έριξε η πονηρή εκλογική πολιτική τους. Αυτό θα σήμαινε το τέλος του ελέγχου τους πάνω στη Διεθνή για την Ισπανία. Ήταν υποχρεωμένοι να δράσουν, έστω και για τα μάτια του κόσμου. Η σωτηρία γι’ αυτούς βρισκόταν σε μια γενική ΑΠΕΡΓΙΑ. Στο μπακουνικό πρόγραμμα μια γενική ΑΠΕΡΓΙΑ είναι ο μοχλός που χρησιμοποιείται για να αρχίσει η κοινωνική επανάσταση. Ένα ωραίο πρωί όλοι οι εργάτες σε όλα τα εργοστάσια μιας χώρας, ή ακόμα όλου του κόσμου, σταματάνε τη δουλειά και αναγκάζουν έτσι τις ιδιοχτήτριες τάξεις είτε να υποταχτούν ταπεινά μέσα σε ένα μήνα το πολύ, είτε να επιτεθούν στους εργάτες, που θα έχουν τότε το δικαίωμα να αμυνθούν και να χρησιμοποιήσουν την ευκαιρία για να κατεδαφίσουν όλη την παλιά κοινωνία. Η ιδέα δεν είναι καθόλου καινούργια. Αυτή την καραμέλα την πιπιλούσαν αδιάκοπα από το 1848 οι Γάλλοι και αργότερα οι Βέλγοι σοσιαλιστές. Πάντως,

είναι αρχικά αγγλικής προέλευσης. Κατά τη διάρκεια της γρήγορης και ρωμαλέας ανάπτυξης του χαρτισμού ανάμεσα στους Άγγλους εργάτες μετά την κρίση του 1837, τον «ιερό μήνα», ήδη από τις αρχές του 1839 προπαγανδιζόταν μια απεργία σε πανεθνική κλίμακα και αυτό είχε τόσο ισχυρή έλξη που τον Ιούλη του 1842 οι βιομηχανικοί εργάτες της βόρειας Αγγλίας προσπάθησαν να το βάλουν σε πράξη. Μεγάλη επίσης σημασία αποδόθηκε στη γενικά ΑΠΕΡΓΙΑ στο Συνέδριο της Συμμαχίας στη Γενεύη που έγινε την 1η Σεπτεμβρίου 1873, αν και είχε γίνει γενικά παραδεκτό ότι αυτό απαιτούσε μια καλοσχηματισμένη οργάνωση της εργατικής τάξης και άφθονα κεφάλαια. Και εδώ είναι ο κόμπος! Από τη μια μεριά, οι κυβερνήσεις, ειδικά όταν ενθαρρύνονται από την αποχή από την πολιτική, ποτέ δε θα επιτρέψουν να φτάσουν η οργάνωση των εργατών ή τα κεφάλαιά τους σε τέτοιο επίπεδο. Από την άλλη, πολιτικά γεγονότα και καταπιεστικές πράξεις των κυρίαρχων τάξεων θα οδηγήσουν στην απελευθέρωση των εργατών πολύ πριν το προλεταριάτο γίνει ικανό να σχηματίσει μια τέτοια ιδανική οργάνωση και αυτό το κολοσσιαίο χρηματικό απόθεμα. Αλλά εάν τα είχαν αυτά, δε θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουν τον έμμεσο τρόπο της γενικής ΑΠΕΡΓΙΑΣ για να πετύχουν το σκοπό τους. Κανένας με οποιαδήποτε γνώση των μυστικών πηγών της Συμμαχίας δεν μπορεί να αμφιβάλλει πως η ιδέα να χρησιμοποιηθεί αυτή η δοκιμασμένη μέθοδος προήλθε από το ελβετικό κέντρο. Όπως και να έχει, οι Ισπανοί ηγέτες είδαν σ’ αυτή έναν τρόπο για να κάνουν κάτι χωρίς να ανακατευτούν πραγματικά στην «πολιτική» και την υιοθέτησαν με χαρά. Οι θαυματουργές ιδιότητες μιας γενικής ΑΠΕΡΓΙΑΣ προτείνονταν παντού και είχαν γίνει προετοιμασίες για να αρχίσει στη Βαρκελώνη και στο Αλκόι. Εντωμεταξύ, η πολιτική κατάσταση τραβούσε σταθερά για κρίση. Ο Καστελάρ και οι συνεργάτες του, οι παλιοί ομοσπονδιακοί ρεπουμπλικάνοι καυχησιάρηδες, ήταν τρομοκρατημένοι από το κίνημα που τους είχε παραφουσκώσει. Υποχρεώθηκαν να παραδώσουν τα ηνία της κυβέρνησης στον Πι υ Μαργκάλ (στις 11 του Ιούνη του 1837), που επιζητούσε ένα συμβιβασμό με τους Αδιάλλακτους. Από όλους τους επίσημους Ρεπουμπλικάνους ο Πι ήταν ο μόνος σοσιαλιστής, ο μόνος που συνειδητοποίησε πως η δημοκρατία έπρεπε να εξαρτάται από την υποστήριξη των εργατών. Παρουσίασε γρήγορα ένα πρόγραμμα κοινωνικών μέτρων που μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αμέσως και που όχι μόνο θα ωφελούσαν άμεσα τους εργάτες αλλά τελικά οδηγούσαν σε περαιτέρω βήματα και έτσι έδιναν τουλάχιστον την πρώτη ώθηση στην κοινωνική επανάσταση. Αλλά οι μπακουνικοί-μέλη της Διεθνούς που ήταν υποχρεωμένοι να απορρίψουν ακόμα και τα πιο επαναστατικά μέτρα αν πήγαζαν από το «Κράτος», προτιμούσαν να υποστηρίξουν τους πιο τερατώδεις απατεώνες μεταξύ των Αδιάλλακτων παρά έναν υπουργό. Οι διαπραγματεύσεις του Πι με τους Αδιάλλακτους τραβούσαν σε μήκος. Οι Αδιάλλακτοι άρχισαν να χάνουν την υπομονή τους και οι πιο θερμοκέφαλοι ανάμεσά τους άρχισαν, στην Ανδαλουσία, μια εξέγερση καντονιών. Οι ηγέτες της Συμμαχίας ήταν πια αναγκασμένοι να δράσουν αν δεν ήθελαν να συρθούν πίσω από τους αδιάλλακτους αστούς. Και έτσι δόθηκε εντολή για γενική ΑΠΕΡΓΙΑ. Σε λίγο, μεταξύ άλλων, κυκλοφόρησε στη Βαρκελώνη μια αφίσα που δήλωνε : «Εργάτες! Καλούμε σε γενική ΑΠΕΡΓΙΑ για να δείξουμε τη βαθιά αποστροφή που νιώθουμε βλέποντας την κυβέρνηση να χρησιμοποιεί το στρατό για να πολεμάει τα αδέρφια μας τους εργάτες, ενώ παραμελεί τον πόλεμο ενάντια στους καρλιστές» κλπ.2 Οι εργάτες της Βαρκελώνης – της μεγαλύτερης βιομηχανικής πόλης της Ισπανίας που έχει δει τις περισσότερες μάχες οδοφραγμάτων από κάθε άλλη πόλη του κόσμου – εκαλούντο να αντιταχθούν στην ένοπλη δύναμη της κυβέρνησης όχι με το όπλο στα χέρια αλλά με μια γενική απεργία, δηλαδή, με ένα μέσο που αφορούσε μόνο τους ξεχωριστούς κεφαλαιοκράτες, αλλά όχι το συλλογικό τους αντιπρόσωπο – την κρατική εξουσία. Κατά τη διάρκεια της ειρηνικής απραξίας, οι εργάτες της Βαρκελώνης είχαν την ευκαιρία να ακούσουν τις εμπρηστικές φράσεις ήπιων ανθρώπων όπως του Αλερίνι, του Φάργκα Πελισέρ και του Βίνιας. Αλλά όταν έφτασε ο καιρός της δράσης, όταν ο Αλερίνι, ο Φάργκα Πελισέρ και ο Βίνιας πρώτα ανακοίνωσαν το ωραίο εκλογικό τους πρόγραμμα, μετά συνέχισαν με τον κατευνασμό των παθών και τελικά, αντί να καλέσουν στα όπλα, κήρυξαν γενική ΑΠΕΡΓΙΑ, οι εργάτες στην πράξη τους περιφρόνησαν. Ακόμα και οι πιο αδύναμοι Αδιάλλακτοι έδειξαν περισσότερη ενεργητικότητα από τα πιο δυναμικά μέλη της Συμμαχίας. Η Συμμαχία και η Διεθνής,

που είχε εξαπατηθεί από αυτήν, έχασαν κάθε επιρροή και όταν αυτοί οι κύριοι κάλεσαν σε γενική ΑΠΕΡΓΙΑ ισχυριζόμενοι ότι αυτό θα παρέλυε την κυβέρνηση οι εργάτες απλά τους περιγέλασαν. Αυτό, πάντως, που κατάφεραν πραγματικά οι δραστηριότητες της ψεφτοδιεθνούς, ήταν η Βαρκελώνη να μη λάβει μέρος στην εξέγερση των καντονιών. Η Βαρκελώνη ήταν η μόνη πόλη της οποία η συμμετοχή θα μπορούσε να δώσει σταθερή υποστήριξη στο εργατικό στοιχείο, που αντιπροσωπευόταν δυναμικά σε όλο το κίνημα και έτσι να προσφέρει την προοπτική στους εργάτες να ελέγξουν τελικά ολόκληρο το κίνημα. Επιπλέον, με τη συμμετοχή της Βαρκελώνης, η νίκη θα είχε σχεδόν επιτευχθεί. Αλλά η Βαρκελώνη δεν κούνησε ούτε το δαχτυλάκι της. Οι εργάτες της Βαρκελώνης, που είχαν καταλάβει τι ήταν οι Αδιάλλακτοι και είχαν εξαπατηθεί από τη Συμμαχία, παρέμειναν αδρανείς, επιτρέποντας έτσι στην κυβέρνηση της Μαδρίτης να εξασφαλίσει την τελική νίκη. Όλα αυτά δεν εμπόδισαν τον Αλερίνι και τον Μπρούσε, μέλη της Συμμαχίας (η αναφορά για τη Συμμαχία περιείχε περαιτέρω λεπτομέρειες γι’ αυτούς) να δηλώσουν στην εφημερίδα τους, την Επαναστατική Αλληλεγγύη : «Το επαναστατικό κίνημα απλώνεται σαν ανεξέλεγκτη φωτιά στη χερσόνησο ... τίποτα δεν έχει γίνει ακόμα στη Βαρκελώνη, αλλά η επανάσταση βρίσκεται μόνιμα στο γήπεδο!» Αλλά επρόκειτο για την επανάσταση των Συμμαχιτών, η οποία συνίσταται στο να λες μεγάλα λόγια και γι’ αυτό παραμένει μόνιμα στο ίδιο «γήπεδο». Τον ίδιο καιρό, η γενική ΑΠΕΡΓΙΑ έγινε το σύνθημα της ημέρας στο Αλκόι. Το Αλκόι είναι μια νέα βιομηχανική πόλη με 30.000 κατοίκους περίπου, όπου η Διεθνής, στην μπακουνική μορφή της είχε κερδίσει μια βάση στήριξης μόλις ένα χρόνο πριν και είχε εξαπλωθεί γρήγορα. Ο σοσιαλισμός, με οποιαδήποτε μορφή είχε επιτυχία σ’ αυτούς τους εργάτες, που μέχρι τότε δεν είχαν μάθει τίποτα για το κίνημα. Το ίδιο συμβαίνει στη Γερμανία, όταν συμπτωματικά σε κάποια καθυστερημένη πόλη η Γενική Ένωση των Γερμανών Εργατών κερδίζει ξαφνικά πολλούς οπαδούς. Το Αλκόι εκλέχτηκε συνεπώς ως η έδρα της μπακουνικής Ομοσπονδιακής Επιτροπής για την Ισπανία και το έργο αυτής της Ομοσπονδιακής Επιτροπής θα εξετάσουμε εδώ. Στις 7 του Ιούλη, μια συγκέντρωση εργατών ψήφισε υπέρ μιας γενικής ΑΠΕΡΓΙΑΣ και την επόμενη ημέρα έστειλε μια αντιπροσωπεία στον αλκάλντε (δήμαρχο) ζητώντας του να καλέσει τους εργοστασιάρχες μέσα σε 24 ώρες και να τους γνωστοποιήσει τις απαιτήσεις των εργατών. Ο δήμαρχος Αλμπόρς, ένας αστός Ρεπουμπλικάνος, καθυστέρησε τους εργάτες, ζήτησε στρατεύματα από το Αλικάντε και συμβούλεψε τους εργοστασιάρχες να μην υποχωρήσουν αλλά να οχυρωθούν στα σπίτια τους. Αυτός θα έμενε στο πόστο του. Μετά από μία συνάντηση με τους εργοστασιάρχες – δίνουμε εδώ την επίσημη αναφορά της Ομοσπονδιακής Επιτροπής της Συμμαχίας με ημερομηνία 14 Ιούλη 18733 – ο Αλμπόρς, που αρχικά είχε υποσχεθεί στους εργάτες πως θα παραμείνει ουδέτερος, κυκλοφόρησε μια προκήρυξη όπου «έβριζε και συκοφαντούσε τους εργάτες και έπαιρνε το μέρος των εργοστασιαρχών καταπατώντας έτσι τα δικαιώματα και την ελευθερία των απεργών και προκαλώντας τους να δώσουν μάχη». Πώς οι ευσεβείς ευχές ενός δημάρχου μπορούν να καταπατήσουν τα δικαιώματα και την ελευθερία των απεργών δεν ξεκαθαρίζεται. Εν πάση περιπτώσει, οι εργάτες καθοδηγημένοι από τη Συμμαχία ειδοποίησαν το δημοτικό συμβούλιο μέσω μιας επιτροπής ότι αν δε σκόπευε να παραμείνει ουδέτερο κατά τη διάρκεια της απεργίας όπως είχε υποσχεθεί, θα έπρεπε να παραιτηθεί για να αποφευχθεί η σύγκρουση. Η επιτροπή δεν έγινε δεχτή και καθώς εγκατέλειπε το δημαρχείο, η αστυνομία άνοιξε πυρ πάνω στο ειρηνικό και άοπλο πλήθος που βρισκόταν στην πλατεία. Έτσι άρχισε η μάχη, σύμφωνα με την αναφορά της Συμμαχίας. Το πλήθος εξοπλίστηκε και άρχισε μια μάχη που, όπως λένε, κράτησε «είκοσι ώρες». Από τη μια μεριά, οι εργάτες, που ο αριθμός τους δίνεται από τη Solidarité Révolutionnaire (Επαναστατική Αλληλεγγύη) ως 5.000, από την άλλη, 32 χωροφύλακες στο δημαρχείο και λίγοι οπλισμένοι άντρες σε τέσσερα ή πέντε σπίτια στην αγορά. Αυτά τα σπίτια καταστράφηκαν με εμπρησμό κατά το ωραίο πρωσικό πρότυπο. Τελικά, οι χωροφύλακες έμειναν από πολεμοφόδια και αναγκάστηκαν να παραδοθούν. «Θα είχαμε θρηνήσει λιγότερα θύματα», λέει η αναφορά της Συμμαχίτικης Επιτροπής, «αν ο Αλκάλντε Αλμπόρς δεν είχε εξαπατήσει το λαό, ισχυριζόμενος ότι θα παραδοθεί και μετά διατάζοντας άνανδρα τη δολοφονία αυτών που μπήκαν στο δημαρχείο βασιζόμενοι στο λόγο του. Και ο ίδιος ο Αλκάλντε δε θα είχε σκοτωθεί από το δίκαια εξαγριωμένο πληθυσμό αν δεν είχε

πυροβολήσει με το ρεβόλβερ του σχεδόν εξ επαφής αυτούς που πήγαν να τον συλλάβουν». Και ποιες ήταν οι απώλειες αυτής της μάχης; «Αν και δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς τον αριθμό των νεκρών και των τραυματιών» (από τη μεριά του λαού) «μπορούμε πάντως να πούμε ότι ήταν όχι λιγότεροι από δέκα. Από τη μεριά αυτών που προκάλεσαν τη μάχη ήταν όχι λιγότεροι από δεκαπέντε νεκροί και τραυματίες». Αυτή ήταν η πρώτη οδομαχία της Συμμαχίας. Επί είκοσι ώρες, 5.000 άντρες πάλεψαν με 32 χωροφύλακες και λίγους οπλισμένους αστούς και τους νίκησαν όταν τους τέλειωσαν τα πολεμοφόδια, χάνοντας συνολικά δέκα άντρες. Η Συμμαχία μπορεί μια χαρά να χώσει στα κεφάλια των οπαδών της το ρητό του Φάλσταφ4 ότι «το καλύτερο συστατικό της ανδρείας είναι η σύνεση». Δε χρειάζεται να πούμε ότι όλες οι ιστορίες φρίκης που δημοσίεψαν οι αστικές εφημερίδες για εργοστάσια που κάηκαν χωρίς λόγο, για πολυάριθμους χωροφύλακες που εκτελέστηκαν και ανθρώπους που αφού τους κατάβρεξαν με βενζίνη τους έβαλαν φωτιά, είναι καθαρά επινοήματα. Οι εργάτες που νικούν, φέρονται πάντα στους νικημένους αντιπάλους τους πάρα πολύ γενναιόδωρα κι έτσι οι τελευταίοι τους κατηγορούν για όλα τα αδικήματα που αυτοί οι ίδιοι ποτέ δεν παραλείπουν να διαπράξουν όταν νικήσουν. Κι έτσι η νίκη κατακτήθηκε. Η Επαναστατική Αλληλεγγύη γράφει θριαμβευτικά : «Οι φίλοι μας στο Αλκόι, που αριθμούν 5.000, είναι κύριοι της κατάστασης». Και τι έκαναν αυτοί οι «κύριοι» την «κατάστασή» τους: Εδώ η αναφορά της Συμμαχίας και η εφημερίδα της μας αφήνουν στα κρύα του λουτρού και είμαστε αναγκασμένοι να βασιστούμε στις συνηθισμένες αναφορές των εφημερίδων. Από αυτές μαθαίνουμε ότι οργανώθηκε στο Αλκόι μια «Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας», δηλαδή, μια επαναστατική κυβέρνηση. Για να επιβεβαιωθεί αυτό που στο Συνέδριό τους στο Σεν Ιμιέ (8) της Ελβετίας, στις 15 του Σεπτέμβρη του 1872, τα μέλη της Συμμαχίας αποφάσισαν : ότι «κάθε οργάνωση πολιτικής, αυτοαποκαλούμενης προσωρινής ή επαναστατικής αρχής, δεν μπορεί παρά να είναι μια καινούργια απάτη και είναι τόσο επικίνδυνη για το προλεταριάτο όσο και καθεμιά από τις ήδη υπάρχουσες κυβερνήσεις».5 Τα μέλη της Ισπανικής Ομοσπονδιακής Επιτροπής, που συνήλθε στο Αλκόι, έκαναν επιπλέον ότι μπορούσαν για να υιοθετηθεί αυτή η απόφαση και από το Συνέδριο του Ισπανικού Τμήματος της Διεθνούς. Και παρ’ όλα αυτά, μαθαίνουμε ότι ο Σεβερίνο Αλμπαραθίν, ένα μέλος αυτής της Επιτροπής και, σύμφωνα με ορισμένες αναφορές, και ο Φρανθίσκο Τομάς, ο γραμματέας του, ήταν μέλη αυτής της προσωρινής και επαναστατικής κυβέρνησης, της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας του Αλκόι. Και τι έκανε η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας; Τι μέτρα υιοθέτησε για να φέρει την «άμεση και πλήρη χειραφέτηση των εργατών»; Απαγόρευσε στους άντρες να εγκαταλείψουν την πόλη, αν και στις γυναίκες αυτό επιτρεπόταν, με την προϋπόθεση ότι είχαν ... διαβατήριο! Οι εχθροί κάθε αρχής να εισαγάγουν ξανά το διαβατήριο! Όλα τα άλλα ήταν έσχατη σύγχυση, απραξία και ανημποριά. Εντωμεταξύ, ο στρατηγός Βελάρντε πλησίαζε με στρατό από το Αλικάντε. Η κυβέρνηση είχε κάθε λόγο να θέλει να ξεμπερδέψει ήσυχα με τις τοπικές εξεγέρσεις των επαρχιών. Και οι «κύριοι της κατάστασης» στο Αλκόι είχαν κάθε λόγο να θέλουν να ξεμπλέξουν από μια κατάσταση που δεν ήξεραν πώς να τη χειριστούν. Συνεπώς, ο βουλευτής Θερβέρα, που ενεργούσε σα μεσολαβητής, είχε ένα εύκολο καθήκον. Η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας παραιτήθηκε και στις 12 του Ιούλη τα στρατεύματα μπήκαν στην πόλη χωρίς να συναντήσουν οποιαδήποτε αντίσταση. Η μόνη υπόσχεση που δόθηκε στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας σαν αντάλλαγμα ήταν για ... γενική αμνηστία. Οι Συμμαχίτες «κύριοι της κατάστασης» είχαν για άλλη μια φορά ξεμπλέξει από μια δύσκολη θέση. Και εδώ τελειώνει η περιπέτεια του Αλκόι. Η αναφορά της Συμμαχίας μας πληροφορεί ότι στο Σανλούκαρ της Μπαραμέντα, κοντά στο Κάντιθ, «ο Αλκάλντε έκλεισε τα γραφεία της Διεθνούς και οι απειλές του και οι αδιάκοπες επιθέσεις του στα ατομικά δικαιώματα των πολιτών εξόργισαν τους εργάτες. Μια επιτροπή

απαίτησε από τον υπουργό να τηρηθεί ο νόμος και να ανοίξουν ξανά τα γραφεία που είχαν κλείσει αυθαίρετα. Ο κ. Πι συμφώνησε ότι έτσι έπρεπε ... αλλά στην πράξη αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Οι εργάτες ξεκαθάρισαν ότι η Κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να κηρύξει εκτός νόμου την Ένωσή τους (τη Διεθνή, σ.τ.μ.). Κατάργησαν τις τοπικές αρχές και διόρισαν άλλους στη θέση τους, οι οποίοι ξανάνοιξαν τα γραφεία της Ένωσης.»6 «Στο Σαλούνκαρ ... ο λαός είναι κύριος της κατάστασης!» γράφει θριαμβευτικά η Επαναστατική Αλληλεγγύη. Τα μέλη της Συμμαχίας, που και εδώ, αντίθετα με τις αναρχικές τους αρχές, σχημάτισαν μια επαναστατική κυβέρνηση, δεν ήξεραν τι να κάνουν την εξουσία τους. Έχασαν τον καιρό τους σε μάταιες λογομαχίες και χάρτινες αποφάσεις και όταν ο στρατηγός Παβία στις 5 Αυγούστου, αφού κατέλαβε τη Σεβίλλη και το Κάντιθ, έστειλε μερικούς λόχους της ταξιαρχίας Σόρια στο Σανλούκαρ δε συνάντησε ... καμιά αντίσταση. Αυτά ήταν τα ηρωικά κατορθώματα που εκτέλεσε η Συμμαχία εκεί που δεν είχε κανέναν ανταγωνιστή. ΙΙΙ Αμέσως μετά τις οδομαχίες στο Αλκόι, ακολούθησε μια εξέγερση των Αδιάλλακτων στην Ανδαλουσία. Ο Πι υ Μαργκάλ που ήταν ακόμα στο πηδάλιο του κράτους, άρχισε συνεχείς διαπραγματεύσεις με τους ηγέτες αυτού του κόμματος με το σκοπό να σχηματίσει μαζί τους ένα Υπουργικό Συμβούλιο. Γιατί, λοιπόν, άρχισαν την εξέγερση πριν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις; Οι αιτίες αυτής της απερίσκεπτης ενέργειας ποτέ δεν εξηγήθηκαν αρκετά, πάντως είναι σίγουρο ότι η κύρια φροντίδα των Αδιάλλακτων ήταν η πραγματική εγκαθίδρυση μιας ομοσπονδιακής δημοκρατίας όσο το δυνατό γρηγορότερα για να καταλάβουν την εξουσία και τα πολυάριθμα διοικητικά πόστα που θα δημιουργούνταν στα διάφορα καντόνια. Το χώρισμα της Ισπανίας είχε καθυστερήσει πολύ από τη Βουλή της Μαδρίτης και επομένως έπρεπε να καταπιαστούν με την υπόθεση οι ίδιοι και να ανακηρύξουν παντού ανεξάρτητα καντόνια. Η στάση που ως τώρα κρατούσε η (μπακουνική) Διεθνής, η οποία από τις εκλογές ήταν πολύ μπλεγμένη με τις ενέργειες των Αδιάλλακτων, έδινε λαβή για υπολογίζουν στην υποστήριξη των Μπακουνικών. Πραγματικά, δεν είχαν μόλις καταλάβει οι Μπακουνικοί βίαια το Αλκόι και ήταν επομένως σε ανοιχτή σύγκρουση με την κυβέρνηση; Επιπλέον, οι Μπακουνικοί για χρόνια κήρυσσαν ότι κάθε επαναστατική δράση από τα πάνω ήταν ένα κακό και τα πάντα έπρεπε να οργανώνονται και να εκτελούνται από τα κάτω. Και να που τώρα βρέθηκε η ευκαιρία να εφαρμοστεί η περίφημη αρχή της αυτονομίας από τα κάτω, τουλάχιστον σε μερικές πόλεις. Όπως αναμενόταν, οι Μπακουνικοί εργάτες έπεσαν στην παγίδα και έβγαλαν τα κάστανα από τη φωτιά για χάρη των Αδιάλλακτων, μόνο για να ανταμειφθούν αργότερα από τους συμμάχους τους με τις συνηθισμένες κλοτσιές και σφαίρες. Ποια ήταν η θέση των μελών της μπακουνικής Διεθνούς σε όλο αυτό το κίνημα; Το βοήθησαν να αναπτύξει τον ομοσπονδιακό τοπικισμό του. Έβαλαν σε πράξη όσο ήταν δυνατό το αναρχικό τους ιδεώδες. Οι ίδιοι αναρχικοί οι οποίοι πριν λίγους μήνες είχαν διακηρύξει στην Κόρντομπα ότι το να εγκαθιδρυθεί μια επαναστατική κυβέρνηση ήταν προδοσία και εξαπάτηση των εργατών, οι ίδιοι Μπακουνικοί παρακάθονταν τώρα σε όλες τις επαναστατικές δημοτικές κυβερνήσεις της Ανδαλουσίας, αλλά πάντα σε μειοψηφία, έτσι που οι Αδιάλλακτοι μπορούσαν να κάνουν ότι ήθελαν. Ενώ οι τελευταίοι διατηρούσαν την πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία, τους εργάτες τους ξεφορτώνονταν με πομπώδεις φράσεις ή αποφάσεις που εμφανίζονταν ότι εισάγουν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του πιο χοντροκομμένου και χωρίς νόημα είδους, οι οποίες επιπλέον υπήρχαν μόνο στα χαρτιά. Μόλις οι Μπακουνικοί ηγέτες απαιτούσαν πραγματικές παραχωρήσεις, τους έδιωχναν με περιφρόνηση. Όταν μιλούσαν με τους ανταποκριτές αγγλικών εφημερίδων, οι Αδιάλλακτοι ηγέτες του κινήματος βιάζονταν να διαχωρίσουν τον εαυτόν τους από τα αυτοαποκαλούμενα «μέλη της Διεθνούς» και να αποποιηθούν κάθε ευθύνη γι’ αυτούς, δηλώνοντας ότι τους ηγέτες τους και όλους τους φυγάδες της παρισινής Κομμούνας τους είχαν κάτω από αυστηρή αστυνομική παρακολούθηση. Τελικά, όπως θα δούμε, οι Αδιάλλακτοι στη Σεβίλλη, κατά τη διάρκεια της μάχης με τα κυβερνητικά στρατεύματα, πυροβόλησαν και ενάντια στους

μπακουνικούς συμμάχους τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα σε λίγες ημέρες όλη η Ανδαλουσία ήταν στα χέρια των ένοπλων Αδιάλλακτων. Η Σεβίλλη, η Μάλαγα, η Γρανάδα, το Κάντιθ κλπ. καταλήφθηκαν σχεδόν χωρίς αντίσταση. Κάθε πόλη αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητο καντόνι και σχημάτισε μια επαναστατική επιτροπή (χούντα). Η Μούρθια, η Καρταχένα, και η Βαλένθια ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Μια παρόμοια απόπειρα, αλλά πιο ειρηνικού χαρακτήρα, έγινε στη Σαλαμάνκα. Έτσι, σχεδόν όλες οι μεγάλες πόλεις της Ισπανίας ήταν στα χέρια των εξεγερμένων, εκτός από τη Μαδρίτη, την πρωτεύουσα, που είναι μια πόλη του λούσου και σχεδόν ποτέ δεν παίζει αποφασιστικό ρόλο, και τη Βαρκελώνη. Αν εξεγειρόταν η Βαρκελώνη, η επιτυχία θα ήταν σχεδόν εξασφαλισμένη και επιπλέον θα είχε προσφέρει ισχυρή υποστήριξη στο εργατικό στοιχείο του κινήματος. Αλλά, όπως είδαμε, οι Αδιάλλακτοι στη Βαρκελώνη ήταν συγκριτικά ανίσχυροι, ενώ οι Μπακουνικοί, που ήταν ακόμα πολύ ισχυροί εκείνο τον καιρό, χρησιμοποίησαν τη γενική ΑΠΕΡΓΙΑ με σκοπό τον κατευνασμό. Έτσι η Βαρκελώνη αυτή τη φορά δε βρέθηκε στο πόστο της. Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1873. Δημοσιεύτηκε στο Φοκλστάατ, 31 Οκτωβρίου, 2 και 5 Νοεμβρίου 1873

1 http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1073014
Γράφτηκε το Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 1873. Πρώτη δημοσίευση, στο Φοκλστάατ 31 Οκτωβρίου, 2 και 5 Νοεμβρίου 1873 Πρώτη δημοσίευση στα αγγλικά, 1939. Ιστορικά. Αυτή η σειρά των άρθρων γράφτηκε την επομένη των γεγονότων στην Ισπανία το καλοκαίρι του 1873, γεγονότα που αποτέλεσαν την κορύφωση της ισπανικής αστικής επανάστασης του 1868-74. Ο Ένγκελς επικεντρώνει την προσοχή του στη συμβολή των Ισπανών Μπακουνικών στις αποτυχημένες εξεγέρσεις καντονιών του ΙουλίουΣεπτεμβρίου, που οργανώθηκαν στη νότια και νοτιοανατολική Ισπανία από τους Αδιάλλακτους, μια εξτρεμιστική ρεπουμπλικάνικη ένωση που υποστήριζε το χωρισμό της Ισπανίας σε ανεξάρτητα καντόνια. Οι Αδιάλλακτοι και οι Μπακουνικοί σύμμαχοί τους δεν ικανοποιήθηκαν με τα ριζοσπαστικά κοινωνικά μέτρα που είχε πάρει η αριστερή ρεπουμπλικανική κυβέρνηση του Πι υ Μαργκάλ (πώληση των κρατικών και εκκλησιαστικών γαιών, ίδρυση μικτών επιτροπών για τη ρύθμιση των συνθηκών εργασίας, ελεύθερο καθεστώς στις αποικίες, κλπ.) και από το Σύνταγμα που είχε συντάξει το Κορτές (Βουλή), που ανακήρυξε την ομοσπονδιακή δημοκρατία. Εξασθένισαν το ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο εξαναγκάζοντας τον Πι υ Μαργκάλ να παραιτηθεί στις 18 Ιουλίου 1873 και έτσι έστρωσαν το δρόμο για την εγκαθίδρυση στρατιωτικής δικτατορίας στην Ισπανία στις αρχές του 1874 και για τη μετέπειτα παλινόρθωση της μοναρχίας των Βουρβόνων.Ο Ένγκελς άντλησε τις πληροφορίες του από τον περιοδικό τύπο και από διάφορα έγγραφα των ισπανικών τμημάτων της Διεθνούς, κυρίως από την αναφορά που υπέβαλε η Νέα Ομοσπονδία της Μαδρίτης στο Συνέδριο της Διεθνούς που έγινε στη Γενεύη στις 8-13 Σεπτεμβρίου 1873. 2 Ο Ένγκελς πιθανόν παραθέτει από τη La Solidarité Révolutionnaire (Επαναστατική Αλληλεγγύη), No 6, 16 Ιούλη του 1873, Σ.τ.Ε. 3 “A los Trabahadores” («Προς τους εργάτες»), La Federaciόn (Η Ομοσπονδία), Νο 206, 26 Ιούλη 1873 4 Κωμικός φαφλατάς στο Σέκσπιρ, Σ.τ.Μ. 5 «Τα δύο Συνέδρια του Σεν Ιμιέ», Δελτίο της Ομοσπονδίας του Ιούρα ... Νο 17-18, 15 Σεπτέμβρη-1 Οκτώβρη 1872, σελ.13. 6 «Στους εργάτες», Η Ομοσπονδία, Νο 206, 26 Ιούλη 1873.

Φρίντριχ Ενγκελς

Η Περσία και η Κίνα
(New York Daily Tribune, Λονδίνο, 5 Ιούνη 1857) Υ.Γ: Κάθε ομοιότητα με σημερινές καταστάσεις είναι.... εντελώς συμπτωματική Είναι φανερό ότι τώρα υπάρχει διαφορετικό πνεύμα στους Κινέζους από εκείνο που έδειξαν στον πόλεμο από το 1840 έως το 1842. Τότε ο λαός ήταν ήσυχος. Άφησαν τους στρατιώτες του αυτοκράτορα να πολεμήσουν τους εισβολείς και υποτάχτηκαν με ανατολίτικη μοιρολατρία στη δύναμη του εχθρού. Τώρα, όμως τουλάχιστον στις νότιες επαρχίες στις οποίες έχει περιοριστεί μέχρι στιγμής η διαμάχη η μάζα του λαού παίρνει ενεργητικό, ακόμα και φανατικό μέρος στην πάλη ενάντια στους ξένους. Βάζουν δηλητήριο στο ψωμί της ευρωπαϊκής κοινότητας στο Χονγκ Κονγκ μαζικά και με την ψυχρότερη προμελέτη, (Μερικά καρβέλια στάλθηκαν στον Liebig για εξετάσεις. Βρήκε μεγάλες ποσότητες αρσενικού να διαποτίζουν μεγάλα τμήματα του ψωμιού, δείχνοντας ότι είχαν ήδη επεξεργαστεί τη ζύμη με το δηλητήριο. Η δόση, πάντως ήταν τόσο ισχυρή που πρέπει να έδρασε σαν εμετικό και έτσι αντιρρόπησε τα αποτελέσματα του δηλητηρίου). Πάνε με κρυμμένα όπλα πάνω σε εμπορικά ατμόπλοια κι όταν Βρεθούν στα ανοιχτά, στη διάρκεια του ταξιδιού σφάζουν το πλήρωμα και τους Ευρωπαίους επιβάτες και καταλαμβάνουν το πλοίο. Απάγουν και σκοτώνουν όποιον ξένο βρίσκουν στην εμβέλεια τους. Οι ίδιοι οι κούληδες που μεταναστεύουν σε ξένες χώρες προχωρούν σε ανταρσία και σαν να το έχουν προσυμφωνημένο πάνω σε κάθε πλοίο μεταναστών και πολεμούν για να το καταλάβουν, προτιμώντας, αντί να παραδοθούν, να βυθιστούν μαζί του ή να χαθούν στις φλόγες του. Ακόμα κι έξω από την Κίνα, οι απόδημοι Κινέζοι που ήταν μέχρι τώρα οι πια υποτακτικοί και ήμεροι υπήκοοι, συνωμοτούν και ξαφνικό ξεσηκώνονται σε νυχτερινές εξεγέρσεις όπως στο Σαρα Βάκ ή στη Σιγκαπούρη, όπου η εξέγερση καταπνίγηκε μόνο με τη βία και την επαγρύπνηση. Η πειρατική πολιτική της Βρετανικής κυβέρνησης έχει προκαλέσει αυτό το γενικευμένο ξέσπασμα όλων των Κινέζων εναντίον όλων των ξένων και του έδωσε το χαρακτήρα πολέμου εξόντωσης. Τι μπορεί να κάνει ένας στρατός ενάντια σε έναν λαό που καταφεύγει σε τέτοια μέσα πολέμου; Πού, πόσο μακριά, μπορεί να διεισδύσει στη χώρα του εχθρού, πώς να διατηρηθεί εκεί μέσα; Οι φλυαρούντες περί πολιτισμού, οι οποίοι ρίχνουν πύρινες οβίδες σε μια ανυπεράσπιστη πόλη και προσθέτουν τους βιασμούς στους φόνους, μπορούν να αποκαλούν το σύστημα αυτό δειλό, βάρβαρο, φρικαλέο. Τι νοιάζει, όμως, αυτό τους Κινέζους, εάν είναι αποτελεσματικό αφού οι Βρετανοί τους μεταχειρίζονται σαν βάρβαρους, δεν μπορούν να τους αρνηθούν και όλα τα αγαθά της βαρβαρότητάς τους. Εάν οι απαγωγές τους, οι αιφνιδιασμοί, ο σφαγές του μεσονυκτίου είναι αυτό που ονομάζουμε δειλία οι φλυαρούντες περί πολιτισμού δεν θα πρέπει να ξεχνούν ότι, σύμφωνα με όσα οι ίδιοι πράττουν, δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν τα ευρωπαϊκά μέσα καταστροφής με τα συνήθη δικά τους πολεμικά μέσα. Εν συντομία, αντί να ηθικολογεί κανείς για τις τρομερές φρικαλεότητες

των Κινέζων, όπως κάνει ο ιπποτικός εγγλεζικός τύπος, θα έπρεπε καλύτερα να αναγνωρίσουμε ότι αυτός είναι ένας πόλεμος pro aris et focis (υπέρ βωμών και εστιών), ένας λαϊκός πόλεμος για τη διάσωση της κινέζικης εθνότητας, με όλη την παραφορτωμένη προκατάληψη, ανοησία, μορφωμένη αμάθεια και λόγια βαρβαρότητά της, αν θέλετε - ένας λαϊκός πόλεμος, πάντως. Και σε έναν λαϊκό πόλεμο τα μέσα που χρησιμοποιεί το εξεγερμένο έθνος δεν μπορούν να μετρηθούν με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες διεξαγωγής τακτικού πόλεμοι ούτε με οποιοδήποτε άλλο αφηρημένο μέτρο σύγκρισης αλλά μόνο από το βαθμό πολιτισμού στον οποίο έχει φτάσει αυτό το εξεγερμένο έθνος. Λονδίνο 23 Νοεμβρίου 1871

Φρίντριχ Ενγκελς

Καρλ Μαρξ

i

Ο άνθρωπος που έδωσε για πρώτη φορά επιστημονική βάση στο σοσιαλισμό και επομένως σε όλο το εργατικό κίνημα της εποχής μας, ο Καρλ Μάρξ, γεννήθηκε στο Τρήρ το 1818. Σπούδασε στη Βόννη και στο Βερολίνο στην αρχή νομικές επιστήμες, αλλά αμέσως κατόπιν αφιερώθηκε αποκλειστικά στη μελέτη της ιστορίας και της Φιλοσοφίας και ετοιμαζόταν το 1842 να γίνει υφηγητής της φιλοσοφίας, όταν η πολιτική κίνηση που δημιουργήθηκε μετά το θάνατο του Φρειδερίκου Γουλιέλμου ΙΙΙ τον οδήγησε σε άλλη σταδιοδρομία. Οι αρχηγοί της φιλελεύθερης αστικής τάξης της Ρηνανίας, οι Καμπχάουζεν, Χάνσεμαν, κτλ., ίδρυσαν με τη συνεργασία του στην Κολωνία την «Εφημερίδα του Ρήνου» και ο Μάρξ, που είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση με την κριτική του για τις συζητήσεις του επαρχιακού κοινοβουλίου της Ρηνανίας, κλήθηκε το φθινόπωρο του 1842 ν’ αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας. Η «Εφημερίδα του Ρήνου» έβγαινε βέβαια κάτω από λογοκρισία. Η λογοκρισία όμως δεν κατάφερνε να τα βγάλει πέρα μαζί της. (σ.σ. Ο πρώτος λογοκριτής της «Εφημερίδας του Ρήνου» ήταν ο αστυνομικός σύμβουλος Ντόλεσαλ, ο ίδιος που άλλοτε έσβηνε από την «Εφημερίδα της Κολωνίας» την αγγελία της μετάφρασης της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη από τον Φιλαλήθη (τον κατοπινό βασιλιά Ιωάννη της Σαξονίας) με την παρατήρηση: Με θεία πράγματα δεν επιτρέπεται να παίζουμε κωμωδία) Η «Εφημερίδα του Ρήνου» δημοσίευε σχεδόν πάντα τα άρθρα που χρειάζονταν. Στην αρχή πρόσφεραν στο λογοκριτή κατώτερης ποιότητας υλικό για να σβήνει, ώσπου υποχωρούσε είτε μόνος του, είτε αναγκάζονταν να υποχωρήσει εμπρός στην απειλή ότι δε θα έβγαινε η εφημερίδα την άλλη μέρα. Αν υπήρχαν δέκα εφημερίδες με το ίδιο θάρρος σαν την «Εφημερίδα του Ρήνου» και αν οι εκδότες τους θυσίαζαν μερικές εκατοντάδες τάλιρα παραπάνω για έξοδα εκτύπωσης, η λογοκρισία στη Γερμανία θα είχε κιόλας γίνει αδύνατη από το 1843. Όμως οι γερμανοί ιδιοκτήτες εφημερίδων ήταν μικρόλογοι, δειλοί φιλισταίοι και η Εφημερίδα του Ρήνου έκανε τον αγώνα μόνη της. Έφθειρε τον ένα λογοκριτή ύστερα από τον άλλο. Τελικά την περνούσαν από διπλή λογοκρισία. Ύστερα από την πρώτη λογοκρισία την έβλεπε άλλη μια φορά και την λογόκρινε τελικά ο κυβερνητικός πρόεδρος Regierungspsasident) (σ.σ. Κυβερνητικούς προέδρους – Regierungspsasident – λέγανε στην Πρωσία τους εκπροσώπους της κεντρικής κυβέρνησης στους νομούς). Αλλά κι αυτό δεν ωφέλησε. Στις αρχές του 1843 η κυβέρνηση δήλωσε ότι δε μπορεί να τα βγάλει πέρα μ’ αυτή την εφημερίδα και την απαγόρευσε χωρίς άλλη διαδικασία. Ο Μάρξ που στο μεταξύ είχε παντρευτεί την αδελφή του κατοπινού αντιδραστικού υπουργού φον Βέστφαλεν, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και έβγαλε εκεί μαζί με τον Α. Ρούγκε τα Γερμανογαλλικά Χρονικά, όπου με την Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου άρχισε τη δημοσίευση της σειράς των σοσιαλιστικών του έργων. Δημοσίευσε ακόμα μαζί με τον Φ. Ένγκελς την Αγία οικογένεια. Ενάντια στον Μπρούνο Μπάουερ και Σία. Το έργο αυτό ήταν μια σατιρική κριτική μιας από τις τελευταίες μορφές που είχε πάρει ο τότε γερμανικός φιλοσοφικός ιδεαλισμός. Ο Μάρξ δίπλα στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας και της ιστορίας της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης έβρισκε πάντα καιρό για να χτυπάει σε κάθε ευκαιρία την πρωσική κυβέρνηση. Η πρωσική κυβέρνηση για να εκδικηθεί ενέργησε και πέτυχε την άνοιξη του 1845 από την κυβέρνηση Γκιζό την απέλαση του Μάρξ από τη Γαλλία. Φαίνεται ότι ο κύριος Αλέξανδρος φον Χούμπολντ έπαιξε εδώ το ρόλο του μεσολαβητή. Ο Μάρξ εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες και δημοσίευσε εκεί το 1848, (σ.σ. Στο πρωτότυπο αναφέρεται λαθεμένα η χρονολογία 1846) στα γαλλικά το Discours sur le libre ecange (Διατριβή για την ελεύθερη ανταλλαγή) και το 1847 τη Misere dela philosophie (Φιλοσοφία της αθλιότητας) του Προυντόν. Ταυτόχρονα βρήκε την ευκαιρία να ιδρύσει στις Βρυξέλλες ένα γερμανικό εργατικό σύλλογο και έτσι άρχισε την πρακτική ζύμωση. Αυτή η δουλειά απόκτησε γι’ αυτόν μεγαλύτερη σημασία όταν το 1847 μαζί με τους πολιτικούς του φίλους μπήκε στη μυστική «Ένωση των Κομμουνιστών» που υπήρχε από κάμποσα χρόνια. Όλη αυτή η οργάνωση άλλαξε τώρα ριζικά. Από λίγο πολύ συνωμοτική ένωση, μετατράπηκε σε μια απλή, μόνο στην ανάγκη μυστική, οργάνωση κομμουνιστικής προπαγάνδας, στην πρώτη οργάνωση του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Η ένωση υπήρχε παντού όπου υπήρχαν γερμανικοί εργατικοί σύλλογοι. Σχεδόν σ’ όλους αυτούς τους συλλόγους της Αγγλίας, του Βελγίου, της

Γαλλίας, της Ελβετίας και σε πάρα πολλούς συλλόγους της Γερμανίας στο αναπτυσσόμενο γερμανικό εργατικό κίνημα ήταν πολύ σημαντική. Ταυτόχρονα ήταν η ένωσή μας η πρώτη, που τόνισε και απόδειξε στην πράξη το διεθνιστικό χαρακτήρα όλου του εργατικού κινήματος, είχε μέλη άγγλους, βέλγους, Ουγγαρέζους, πολωνούς κλπ., και οργάνωνε, ιδίως στο Λονδίνο, διεθνείς εργατικές συγκεντρώσεις. Η μετατροπή της ένωσης έγινε σε δύο συνέδρια που συνήλθαν το 1847. Στο δεύτερο αποφασίστηκε η σύνταξη και η δημοσίευση των βασικών αρχών του κόμματος σ’ ένα μανιφέστο που θα το συνέτασσαν οι Μάρξ και Ένγκελς. Έτσι γεννήθηκε το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1848, λίγο πριν από την επανάσταση του Φλεβάρη, και που κατοπινά μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Η συμμετοχή του Μάρξ στη Γερμανική εφημερίδα των Βρυξελλών (σ.σ. Η «Γερμανική εφημερίδα των Βρυξελλών» ήταν όργανο των γερμανών φυγάδων στις Βρυξέλλες. Κυκλοφορούσε από το 1847 μέχρι το Φλεβάρη του 1848. Από το Σεπτέμβρη του 1847 διεύθυναν την εφημερίδα ο Μάρξ και ο Ένγκελς), που ξεσκέπαζε αμείλικτα την αστυνομική μακαριότητα της πατρίδας του, έδωσε την αφορμή στην πρωσική κυβέρνηση να επιδιώξει ξανά – χωρίς όμως να το κατορθώσει – την απέλαση του Μάρξ. Όταν όμως η επανάσταση του Φλεβάρη ξεσήκωσε λαϊκά κινήματα και στις Βρυξέλλες και φαινόταν ότι και το Βέλγιο βρισκόταν στις παραμονές μιας ανατροπής, η βελγική κυβέρνηση συνέλαβε χωρίς προσχήματα τον Μάρξ και τον απέλασε. Στο μεταξύ τον είχε προσκαλέσει η προσωρινή κυβέρνηση της Γαλλίας μέσω του Φλοκόν να πάει πάλι στο Παρίσι και ο Μάρξ δέχτηκε αυτή την πρόσκληση. Στο Παρίσι αντιτάχθηκε πριν απ’ όλα στα τυχοδιωκτικά σχέδια που είχαν επινοήσει οι εκεί γερμανοί που θέλανε να συγκροτήσουν τους γερμανούς εργάτες στη Γαλλία σε ένοπλες λεγεώνες για να εισαγάγουν έτσι την επανάσταση και τη δημοκρατία στη Γερμανία. Από τη μια μεριά, έπρεπε να κάνει η Γερμανία την επανάσταση μονάχη της, και από την άλλη, κάθε σχηματιζόμενη ξένη επαναστατική λεγεώνα στη Γαλλία την πρόδιδαν προκαταβολικά οι Λαμαρτίνοι της προσωρινής κυβέρνησης στην κυβέρνηση που επιδίωκαν ν’ ανατρέψουν, όπως έγινε και στο Βέλγιο και στη Βάδη. Ύστερα από την επανάσταση του Μάρτη ο Μάρξ πήγε στην Κολωνία και ίδρυσε εκεί τη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, που έβγαινε από την 1η του Ιούνη 1848 έως τις 19 του Μάη 1849. Ήταν η μόνη εφημερίδα που εκπροσωπούσε την προλεταριακή άποψη μέσα στο τότε δημοκρατικό κίνημα. Το γεγονός μάλιστα ότι πήρε ανεπιφύλακτα το μέρος των επαναστατών του Ιούνη του 1848, είχε σαν αποτέλεσμα να αποχωρήσουν όλοι οι μέτοχοι της εφημερίδας. Μάταια κατάγγελνε η Κρόϋτς Τσάϊτουγκ (σ.σ. Κρόϋτς Τσάϊτουγκ, δηλ. Εφημερίδα του Σταυρού) λέγανε τότε την αντιδραστική μοναρχική καθημερινή εφημερίδα Νέα Πρωσική Εφημερίδα που έβγαινε στο Βερολίνο από το 1848 και είχε στην προμετωπίδα ένα σταυρό) την αναίδεια Κιμποράσο (σ.σ. Κιμποράσο, μια από τις πιο ψηλές βουνοκορφές της Νότιας Αμερικής) με την οποία η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου πρόσβαλε όλα τα άγια, από το βασιλιά και τον αντιπρόσωπο του Ράιχ μέχρι το χωροφύλακα και αυτό γινόταν μέσα σ’ ένα πρωσικό φρούριο που είχε τότε μια φρουρά από 800 άντρες. Μάταια αγανακτούσαν οι φιλελεύθεροι φιλισταίοι της Ρηνανίας που έγιναν απότομα αντιδραστικοί, μάταια με βάση την κατάσταση πολιορκίας στην Κολωνία το φθινόπωρο του 1848 έκλεισαν για πολύ καιρό την εφημερίδα, μάταια κατάγγελνε το αυτοκρατορικό υπουργείο δικαιοσύνης της Φρανκφούρτης στην εισαγγελία της Κολωνίας ένα προς ένα τα άρθρα για δικαστική δίωξη. Το φύλλο εξακολούθησε να συντάσσεται και να τυπώνεται ήσυχα εμπρός στα μάτια της αστυνομίας και όσο οξύνονταν οι επιθέσεις ενάντια στην κυβέρνηση και την αστική τάξη – τόσο μεγάλωνε η κυκλοφορία και η φήμη της εφημερίδας. Όταν το Νοέμβρη του 1848 έγινε το πραξικόπημα στην Πρωσία, η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου έβαζε στην επικεφαλίδα κάθε φύλλου συνθήματα, καλώντας το λαό να αρνηθεί την πληρωμή των φόρων και να αντιμετωπίσει τη βία με τη βία. Γι’ αυτό καθώς και για ένα άλλο άρθρο παράπεμψαν τη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου την άνοιξη του 1849 στο ορκωτό δικαστήριο, αλλά και τις δύο φορές αθωώθηκε. Τελικά, όταν καταπνίγηκαν οι εξεγέρσεις του Μάη του 1849 στη Δρέσδη και στην επαρχία του Ρήνου και όταν, ύστερα από συγκέντρωση και κινητοποίηση μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων, άρχισε η πρωσική εκστρατεία ενάντια στην εξέγερση της Βάδης και του Παλατινάτου, η κυβέρνηση νόμισε ότι ήταν

αρκετά δυνατή για ν’ απαγορεύσει με τη βία τη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου. Το τελευταίο φύλλο – τυπωμένο με κόκκινη μελάνη – εκδόθηκε στις 19 του Μάη. Ο Μάρξ πήγε πάλι στο Παρίσι, λίγες όμως εβδομάδες αργότερα, ύστερα από τις διαδηλώσεις στις 13 του Ιούνη 1849, υποχρεώθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση να διαλέξει: ή να πάει να εγκατασταθεί στη Βρετάνη ή να εγκαταλείψει τη Γαλλία. Προτίμησε το δεύτερο και πήγε και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου μένει από τότε χωρίς διακοπή. Μπροστά στην αντίδραση που διαρκώς δυνάμωνε εγκαταλείφθηκε σε λίγο καιρό η προσπάθεια να επανεκδοθεί (το 1850) η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου με τη μορφή επιθεώρησης (στο Αμβούργο). Αμέσως μετά το πραξικόπημα στη Γαλλία, το Δεκέμβρη του 1851, ο Μάρξ δημοσίευσε τη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (Βοστόνη 1852, δεύτερη έκδοση, Αμβούργο 1869, λίγο πριν από τον πόλεμο). Το 1853 έγραψε τις Αποκαλύψεις για τη δίκη των Κομμουνιστών στην Κολωνία (που τυπώθηκε πρώτα στη Βασιλεία, αργότερα στη Βοστόνη, και τελευταία πάλι στη Λειψία). Ύστερα από την καταδίκη των μελών της Ένωσης των Κομμουνιστών στην Κολωνία, ο Μάρξ αποτραβήχτηκε από την πολιτική ζύμωση και αφιερώθηκε από τη μια, δέκα ολόκληρα χρόνια, στην έρευνα των πλούσιων θησαυρών που του πρόσφερε η βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου στον τομέα της πολιτικής οικονομίας, και από την άλλη στη συνεργασία του στο Βήμα της Νέας Υόρκης, (New York Daily Tribune – δημοκρατική εφημερίδα που έβγαινε στη Νέα Υόρκη από το 1841 μέχρι το 1924. Ο Μάρξ συνεργάστηκε σ’ αυτήν από το 1851 μέχρι το 1862) όπου δημοσίευσε, μέχρι την έκρηξη του αμερικάνικου εμφυλίου πολέμου, όχι μόνο ενυπόγραφες ανταποκρίσεις αλλά και πολλά κύρια άρθρα για ευρωπαϊκά και ασιατικά ζητήματα. Στο Λονδίνο ανατυπώθηκαν σε φυλλάδιο τα δριμύτατα άρθρα του ενάντια στο λόρδο Πάλμερστον που στηρίζονταν σε επισταμένη μελέτη των επίσημων αγγλικών ντοκουμέντων. Ο πρώτος καρπός των μακρόχρονων οικονομικών μελετών του δημοσιεύτηκε το 1859: «Κριτική της πολιτικής οικονομίας, πρώτο τεύχος» (Βερολίνο, Ντούνκερ). Το έργο αυτό περιέχει την πρώτη συστηματική έκθεση της θεωρίας του Μάρξ για την αξία, μαζί και τη θεωρία του χρήματος. Στη διάρκεια του ιταλικού πολέμου, ο Μάρξ καταπολέμησε από τις στήλες της γερμανικής εφημερίδας Ο Λαός, (σ.σ. Η γερμανική εφημερίδα Das Volk (Ο Λαός), που δραστήριος συνεργάτης της ήταν ο Μάρξ, έβγαινε από το Μάη μέχρι τον Αύγουστο του 1859 στο Λονδίνο), που έβγαινε στο Λονδίνο, το βοναπαρτισμό που παρουσιαζόταν τότε με φιλελεύθερο χρώμα, θέλοντας να παραστήσει τον απελευθερωτή των καταπιεζόμενων εθνοτήτων, καθώς και την τότε πρωσική πολιτική, που κάτω από το μανδύα της ουδετερότητας προσπαθούσε να ψαρέψει στα θολά. Με αυτή την ευκαιρία έπρεπε να χτυπηθεί και ο κύριος Κάρολος Φόγκτ που με εντολή του πρίγκιπα Ναπολέοντα (Πλόν-Πλόν) και σαν μισθωτό όργανο του Λουδοβίκου Ναπολέοντα προπαγάνδιζε την ουδετερότητα και προσπαθούσε να κινήσει τη συμπάθεια της Γερμανίας. Ο Μάρξ απάντησε στις κακοηθέστατες, συνειδητά ψεύτικες συκοφαντίες, με τις οποίες τον είχε περιλούσει ο Φόγκτ, στο βιβλιαράκι: Ο κύριος Φόγκτ, Λονδίνο 1860. Σ’ αυτό ξεσκεπάστηκαν ο κύριος Φόγκτ και οι άλλοι κύριοι της αυτοκρατορικής συμμορίας των ψευτοδημοκρατών και με βάση τα στοιχεία από το εξωτερικό και το εσωτερικό αποδειχνόταν ότι ο Φόγκτ είχε δωροδοκηθεί από τη δεκεμβριανή αυτοκρατορία. Ακριβώς ύστερα από δέκα χρόνια ήρθε η επιβεβαίωση: στον κατάλογο των ανθρώπων που είχαν πουληθεί στο βοναπαρτιστικό καθεστώς, που βρέθηκε στον Κεραμεικό το 1870 και δημοσιεύτηκε από την κυβέρνηση του Σεπτέμβρη, βρέθηκε στο γράμμα Φ: «Φόγκτ (V: Vogt) τον Αύγουστο του 1859 του δόθηκαν …40.000 φράγκα». Τέλος εκδόθηκε το 1867 στο Αμβούργο Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος πρώτος - το κύριο έργο του Μάρξ, όπου εκθέτονται οι βάσεις των οικονομικών – σοσιαλιστικών απόψεών του και οι κύριες γραμμές της κριτικής του για την υπάρχουσα κοινωνία, για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και τις συνέπειές του. Η δεύτερη έκδοση αυτού του έργου που άφησε εποχή έγινε το 1872. Ο συγγραφέας ασχολείται τώρα με την επεξεργασία του δεύτερου τόμου. Στο μεταξύ είχε τόσο ξαναδυναμώσει στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες το εργατικό κίνημα, που μπορούσε ο Μάρξ να σκεφτεί να εκπληρώσει μια επιθυμία που είχε από πολύ καιρό: την ίδρυση μιας εργατικής ένωσης που θα αγκάλιαζε τις πιο προχωρημένες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Η Ένωση θα έδειχνε σα να πούμε χειροπιαστά τόσο στους εργάτες όσο και στην αστική

τάξη το διεθνιστικό χαρακτήρα του σοσιαλιστικού κινήματος – πράγμα που θα χαροποιούσε και θα δυνάμωνε το προλεταριάτο, και θα φόβιζε τους εχθρούς του. Την αφορμή για να βάλει το ζήτημα την έδωσε μια λαϊκή συγκέντρωση, στις 28 του Σεπτέμβρη 1864, στην αίθουσα Σαίντ Μάρτιν του Λονδίνου υπέρ της Πολωνίας, που για μια ακόμα φορά στραγγαλιζόταν τότε από τη Ρωσία. Η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Ιδρύθηκε η Διεθνής Εργατική Ένωση και σ’ αυτή τη συγκέντρωση εκλέξανε ένα προσωρινό Γενικό Συμβούλιο με έδρα το Λονδίνο. Η ψυχή αυτού του Συμβουλίου καθώς και όλων των άλλων Γενικών Συμβουλίων μέχρι το Συνέδριο της Χάγης ήταν ο Μάρξ. Ο ίδιος συνέταξε όλα σχεδόν τα έγγραφα, που έβγαλε το Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς, από την Ιδρυτική Διακήρυξη, το 1864, μέχρι τη Διακήρυξη για τον εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία το 1871. Αν περιγράφαμε τη δράση του Μάρξ στη Διεθνή θα ήταν σα να γράφαμε την ίδια την ιστορία αυτής της Ένωσης, ιστορία που είναι άλλωστε ζωντανή ακόμα στη μνήμη των εργατών της Ευρώπης. Η πτώση της Παρισινής Κομμούνας έφερε τη Διεθνή σε αδιέξοδο. Προωθήθηκε στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας σε μια στιγμή που είχε χάσει παντού κάθε δυνατότητα για αποδοτική πρακτική δράση. Τα γεγονότα που την ανέβασαν στο επίπεδο έβδομης μεγάλης δύναμης, την εμπόδιζαν ταυτόχρονα να κινητοποιήσει τις μαχητικές της δυνάμεις και να τις χρησιμοποιήσει στην πράξη επί ποινή βέβαιης ήττας και υποχώρησης του εργατικού κινήματος για πολλά χρόνια. Ακόμα από διάφορες πλευρές προωθούνταν στοιχεία που προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν για λόγους προσωπικής κενοδοξίας ή προσωπικής φιλοδοξίας τη φήμη της Ένωσης που είχε τόσο απότομα μεγαλώσει. Και το έκαναν χωρίς να κατανοούν και χωρίς να παίρνουν υπόψη την πραγματική κατάσταση της Διεθνούς. Έπρεπε να παρθεί μια ηρωική απόφαση, και ήταν πάλι ο ίδιος ο Μάρξ που την πήρε και την πέρασε στο Συνέδριο της Χάγης. Η Διεθνής με μια πανηγυρική απόφασή της αποκήρυξε κάθε υπευθυνότητα για τις ενέργειες των μπακουνιστών, που αποτελούσαν το κέντρο αυτών των ανόητων και όχι καθαρών στοιχείων. Έπειτα εξαιτίας της γενικής αντίδρασης δε μπορούσε να ανταποκριθεί στις μεγαλύτερες απαιτήσεις που είχε να αντιμετωπίσει και να διατηρήσει όλη τη δράση της, παρά μόνο κάνοντας μια σειρά θυσίες που θα αποστράγγιζαν το αίμα του εργατικού κινήματος. Εμπρός σ’ αυτή την κατάσταση αποσύρθηκε προσωρινά η Διεθνής από το προσκήνιο, μεταφέροντας την έδρα του Γενικού Συμβουλίου στην Αμερική. Τα γεγονότα που ακολούθησαν απόδειξαν πόσο σωστή ήταν αυτή η απόφαση – που την κατηγόρησαν τότε και πολλές φορές αργότερα. Από τη μια μεριά αμβλύνθηκαν όλες οι προσπάθειες να κάνουν στο όνομα της Διεθνούς ανώφελα πραξικοπήματα. Από την άλλη όμως η συνεχιζόμενη στενή επαφή των σοσιαλιστικών εργατικών κομμάτων των διαφόρων χωρών απόδειξε ότι η συνείδηση της ταυτότητας των συμφερόντων και της αλληλεγγύης του προλεταριάτου όλων των χωρών, που είχε αφυπνίσει η Διεθνής, μπορεί να επιβληθεί και χωρίς το δεσμό της τυπικής ύπαρξης, μιας διεθνούς Ένωσης, που για μια στιγμή μετατράπηκε σε τροχοπέδη. Μετά το Συνέδριο της Χάγης βρήκε ο Μάρξ επιτέλους καιρό και άνεση να ξαναρχίσει τις θεωρητικές του εργασίες και ελπίζουμε ότι σύντομα θα μπορέσει να στείλει στο τυπογραφείο το δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου. Από τις πολλές σπουδαίες ανακαλύψεις, με τις οποίες έγραψε ο Μάρξ το όνομά του στην ιστορία της επιστήμης, μπορούμε εδώ να υπογραμμίσουμε μόνο δύο. Η πρώτη είναι η ριζική αλλαγή που έφερε στον τρόπο αντίληψης της παγκόσμιας ιστορίας. Όλη η μέχρι σήμερα αντίληψη της ιστορίας βασιζόταν στη γνώμη ότι τα τελικά αίτια όλων των ιστορικών αλλαγών πρέπει να αναζητηθούν στις μεταβαλλόμενες ιδέες των ανθρώπων και ότι απ’ όλες τις ιστορικές αλλαγές οι πολιτικές είναι οι σπουδαιότερες, είναι αυτές που καθορίζουν την πορεία όλης της ιστορίας. Από πού όμως έρχονται οι ιδέες στους ανθρώπους και ποιες είναι οι κινητήριες αιτίες των πολιτικών αλλαγών; Γι’ αυτά δε ρωτούσαν. Μόνο στη νεότερη σχολή των γάλλων και εν μέρει και των άγγλων ιστορικών γεννήθηκε η πεποίθηση ότι, τουλάχιστον από την εποχή του μεσαίωνα, η κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής ιστορίας είναι ο αγώνας της αναπτυσσόμενης αστικής τάξης ενάντια στη φεουδαρχική αριστοκρατία για την κοινωνική και πολιτική επικράτηση. Τώρα ο Μάρξ απόδειξε ότι όλη η προηγούμενη ιστορία είναι ιστορία ταξικών αγώνων, ότι σ’ όλους τους πολλαπλούς και σύνθετους πολιτικούς αγώνες πρόκειται μόνον για την κοινωνική και πολιτική επικράτηση κοινωνικών τάξεων, για τη διατήρηση της κυριαρχίας από τις παλιές τάξεις, για την κατάκτηση της κυριαρχίας από τις καινούργιες τάξεις που ανεβαίνουν. Από πού όμως πάλι σχηματίζονται και υπάρχουν αυτές οι τάξεις; Από τους κάθε φορά χειροπιαστούς υλικούς όρους,

κάτω από τους οποίους, σε κάθε δοσμένη στιγμή, παράγει και ανταλλάσσει η κοινωνία τα μέσα συντήρησής της. Η φεουδαρχία του μεσαίωνα στηριζότανε στην αυτάρκη οικονομία μικρών αγροτικών κοινοτήτων που ικανοποιούσε μόνη και σχεδόν χωρίς καμιά ανταλλαγή όλες σχεδόν τις ανάγκες τους, και που η στρατιωτική αριστοκρατία τις προστάτευε από εξωτερικούς κινδύνους και τους εξασφάλιζε εθνική ή τουλάχιστον πολιτική συνοχή. Όταν εμφανίστηκαν οι πόλεις και μαζί τους η ξεχωριστή χειροτεχνική βιομηχανία και η εμπορική κυκλοφορία, αρχικά στο εσωτερικό της χώρας και αργότερα διεθνώς, δημιουργήθηκε η αστική τάξη των πόλεων που παλεύοντας ενάντια στην αριστοκρατία επέβαλε από το μεσαίωνα κιόλας την ένταξή της, σαν εξίσου προνομιούχα τάξη, στο φεουδαρχικό καθεστώς. Με την ανακάλυψη όμως της εξωευρωπαϊκής υδρογείου από τα μέσα του XV αιώνα, η αστική τάξη απόκτησε ένα πολύ ευρύτερο εμπορικό πεδίο και ένα νέο κίνητρο για τη βιομηχανία της. Στους σπουδαιότερους κλάδους εκτοπίστηκε η χειροτεχνία από την εργοστασιακή μανιφακτούρα και αυτή πάλι από τη μεγάλη βιομηχανία, που μπόρεσε να δημιουργηθεί ύστερα από τις ανακαλύψεις του περασμένου αιώνα, ιδίως της ατμοκίνητης μηχανής. Η μεγάλη βιομηχανία επέδρασε με τη σειρά της πάνω στο εμπόριο παραμερίζοντας στις καθυστερημένες χώρες την παλιά χειροτεχνία και δημιουργώντας στις πιο αναπτυγμένες τα σημερινά καινούργια μέσα συγκοινωνίας, ατμοκίνητες μηχανές, σιδηροδρόμους, ηλεκτρικούς τηλέγραφους. Έτσι η αστική τάξη συγκέντρωνε στα χέρια της όλο και πιο πολύ τον κοινωνικό πλούτο και την κοινωνική δύναμη, ενώ για πολύ καιρό ακόμα έμενε αποκλεισμένη από την πολιτική εξουσία που βρισκόταν στα χέρια της αριστοκρατίας και της μοναρχίας που στηριζόταν στην αριστοκρατία. Σε μιαν ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξης – στη Γαλλία ύστερα από τη μεγάλη Επανάσταση – η αστική τάξη κατάκτησε και την πολιτική εξουσία και έγινε έτσι με τη σειρά της κυρίαρχη τάξη απέναντι στο προλεταριάτο και τους μικροχωρικούς. Με βάση αυτή την άποψη και με την απαραίτητη γνώση της κάθε φορά οικονομικής κατάστασης της κοινωνίας – κάτι που λείπει ολότελα από τους ειδικούς ιστοριογράφους μας – εξηγούνται, με τον πιο απλό τρόπο, όλα τα ιστορικά φαινόμενα. Έτσι, επίσης με τον πιο απλό τρόπο, εξηγούνται οι παραστάσεις και οι ιδέες, που επικρατούσαν σε κάθε ιστορική περίοδο, από τους οικονομικούς όρους ζωής και από τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις αυτής της περιόδου που καθορίζονται από τους όρους αυτούς. Για πρώτη φορά η ιστορία τοποθετήθηκε στη σωστή της βάση. Το χειροπιαστό γεγονός, που όμως μέχρι τώρα το είχαν εντελώς παραβλέψει, ότι οι άνθρωποι πριν απ’ όλα πρέπει να τρώνε, να πίνουν, να έχουν κατοικία και να ντύνονται, ότι πρέπει επομένως να εργάζονται, πριν αρχίσουν να παλεύουν για την κυριαρχία, πριν αρχίσουν να ασχολούνται με την πολιτική, τη θρησκεία, τη φιλοσοφία κτλ. – αυτό το χειροπιαστό γεγονός απόκτησε επιτέλους την ιστορική του δικαίωση. Αυτός ο νέος τρόπος αντίληψης της ιστορίας είχε την πιο μεγάλη σημασία για τη σοσιαλιστική άποψη. Απόδειξε ότι όλη η μέχρι σήμερα ιστορία κινείται μέσα σε ταξικές αντιθέσεις και ταξικούς αγώνες, ότι πάντα υπήρχαν κυρίαρχες και υπόδουλες, εκμεταλλεύτριες και εκμεταλλευόμενες τάξεις και ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων ήταν πάντα καταδικασμένη σε σκληρή δουλειά και λίγη απόλαυση. Γιατί αυτό; Απλούστατα, γιατί σ’ όλες τις προηγούμενες βαθμίδες εξέλιξης της ανθρωπότητας η παραγωγή ήταν ακόμα τόσο λίγο αναπτυγμένη, που η ιστορική εξέλιξη δε μπορούσε να γίνει παρά μόνο μ’ αυτή την ανταγωνιστική μορφή. Η ιστορική πρόοδος είχε ανατεθεί γενικά στη δράση μιας μικρής προνομιούχας μειοψηφίας, ενώ η μεγάλη μάζα έμενε καταδικασμένη να βγάζει με τη δουλειά της τα πενιχρά μέσα συντήρησης για τον εαυτό της και επιπρόσθετα να μεγαλώνει αδιάκοπα τα πλούτοι των προνομιούχων. Αυτός ο ίδιος τρόπος εξέτασης της ιστορίας που εξηγεί έτσι φυσικά και λογικά την τωρινή ταξική κυριαρχία που την απόδιδαν πριν στην κακία των ανθρώπων, οδηγεί επίσης και στην κατανόηση ότι εξαιτίας της τόσο τεράστιας αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων της σημερινής εποχής, τουλάχιστον στις πιο προηγμένες χώρες, εξαφανίστηκε και η τελευταία δικαιολογία για το χωρισμό των ανθρώπων σε κυρίαρχους και υπόδουλους, σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Ότι η κυρίαρχη μεγαλοαστική τάξη εκπλήρωσε την ιστορική της αποστολή, ότι δεν είναι πια σε θέση να καθοδηγεί την κοινωνία και ότι μάλιστα γίνεται εμπόδιο στην ανάπτυξη της παραγωγής, όπως το αποδείχνουν οι κρίσεις στο εμπόριο και ιδίως η τελευταία μεγάλη κρίση και η ασφυκτική κατάσταση της βιομηχανίας σ’ όλες τις χώρες. Ότι η ιστορική καθοδήγηση πέρασε στα χέρια του προλεταριάτου, της τάξης που σύμφωνα με όλη την κοινωνική της θέση, μπορεί να απελευθερωθεί μόνο με την

κατάργηση κάθε ταξικής κυριαρχίας, κάθε δουλείας και κάθε εκμετάλλευσης γενικά. Ότι οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις, που με την ανάπτυξή τους ξέφυγαν από τα χέρια της αστικής τάξης, περιμένουν μόνο τη στιγμή να τις πάρει στην κατοχή του το οργανωμένο προλεταριάτο για να δημιουργήσει μια κατάσταση, που θα επιτρέψει σε κάθε μέλος της κοινωνίας όχι μόνο τη συμμετοχή στην παραγωγή, αλλά και στην κατανομή και διαχείριση του κοινωνικού πλούτου, και που με μια σχεδιασμένη οργάνωση όλης της παραγωγής θα ανεβάσει σε τέτοιο σημείο τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και την απόδοσή τους που θα εξασφαλίζουν στον καθένα και σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό την ικανοποίηση όλων των λογικών αναγκών του. Η δεύτερη σπουδαία ανακάλυψη του Μάρξ είναι ότι εξήγησε επιτέλους τη σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, με άλλα λόγια ότι απόδειξε πως γίνεται η εκμετάλλευση του εργάτη από τον κεφαλαιοκράτη μέσα στην τωρινή κοινωνία, στο σημερινό κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Από τότε που η πολιτική οικονομία διατύπωσε τη θέση ότι η εργασία είναι η πηγή κάθε πλούτου και κάθε αξίας, έγινε αναπόφευκτο το ερώτημα: Πως λοιπόν συμβιβάζεται να μην παίρνει ο μισθωτός εργάτης το συνολικό ποσό της αξίας που παράγεται με την εργασία του, αλλά να είναι υποχρεωμένος να δίνει ένα μέρος αυτής της αξίας στον κεφαλαιοκράτη; Τόσο οι αστοί οικονομολόγοι, όσο και οι σοσιαλιστές μάταια προσπαθούσαν να δώσουν στο ερώτημα μια επιστημονικά θεμελιωμένη απάντηση, ώσπου στο τέλος παρουσιάστηκε ο Μάρξ με τη λύση του. Η λύση αυτή είναι η ακόλουθη: Ο σημερινός κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής προϋποθέτει την ύπαρξη δυό κοινωνικών τάξεων: από τη μια μεριά των κεφαλαιοκρατών που έχουν στην κυριότητά τους τα μέσα παραγωγής και τα μέσα συντήρησης, και από την άλλη μεριά των προλετάριων που έχουν αποκλειστεί απ’ αυτή την κυριότητα και έχουν μόνο ένα εμπόρευμα για πούλημα: την εργατική τους δύναμη και που αναγκάζονται να πουλούν αυτή την εργατική δύναμη για να αποκτήσουν τα απαραίτητα μέσα συντήρησης. Η αξία όμως ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το κοινωνικά αναγκαίο ποσό της εργασίας που είναι ενσωματωμένη (verkorpert) στην παραγωγή του, επομένως και στην αναπαραγωγή του. Επομένως και η αξία της εργατικής δύναμης του μέσου ανθρώπου για το διάστημα μιας ημέρας, ενός μήνα ή ενός χρόνου καθορίζεται από το ποσό της εργασίας που είναι ενσωματωμένη στην ποσότητα των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για τη διατήρηση αυτής της εργατικής δύναμης, μια μέρα, ένα μήνα ή ένα χρόνο. Αν υποθέσουμε ότι για να παραχθούν τα μέσα συντήρησης ενός εργάτη χρειάζονται έξι ώρες εργασία ή, πράγμα που είναι το ίδιο, η εργασία που περιέχεται σ’ αυτά τα μέσα συντήρησης ισοδυναμεί με ποσότητα εργασίας έξι ωρών, τότε η αξία της εργατικής δύναμης μιας ημέρας θα εκφράζεται με ένα χρηματικό ποσό, όπου είναι ενσωματωμένες επίσης έξι ώρες εργασίας. Ας υποθέσουμε ακόμα, ότι ο κεφαλαιοκράτης, που απασχολεί τον εργάτη του παραδείγματός μας, του δίνει αυτό το ποσό, δηλαδή όλη την αξία της εργατικής του δύναμης. Αν τώρα ο εργάτης εργασθεί έξι ώρες για τον κεφαλαιοκράτη, τότε ξεπληρώνει στον κεφαλαιοκράτη στο ακέραιο όλα τα έξοδά του: έξι ώρες εργασία για έξι ώρες εργασίας. Έτσι βέβαια δε θα περίσσευε τίποτα για τον κεφαλαιοκράτη και γι’ αυτό το λόγο ο κεφαλαιοκράτης αντιλαμβάνεται το ζήτημα εντελώς διαφορετικά: εγώ, λέει, δεν αγόρασα την εργατική δύναμη αυτού του εργάτη για 6 ώρες, αλλά για μια ολόκληρη μέρα και με βάση αυτό το συλλογισμό βάζει τον εργάτη να δουλέψει 8,10,12,14 ώρες και ακόμα περισσότερο ανάλογα με τις συνθήκες. Έτσι το προϊόν της εργασίας από την έβδομη, όγδοη ώρα και πέρα είναι προϊόν απλήρωτης εργασίας που πάει κατευθείαν στην τσέπη του κεφαλαιοκράτη. Έτσι ο εργάτης στην υπηρεσία του κεφαλαιοκράτη δεν αναπαράγει μόνο την αξία της εργατικής του δύναμης, που την πληρώνεται, αλλά παράγει ακόμα και πάνω απ’ αυτή μιαν υπεραξία, που την ιδιοποιείται πρώτα ο κεφαλαιοκράτης, και που στην παραπέρα πορεία, σύμφωνα με ορισμένους οικονομικούς νόμους, μοιράζεται σε όλη την τάξη των κεφαλαιοκρατών και αποτελεί έτσι το βασικό απόθεμα, απ’ όπου πηγάζουν η γαιοπρόσοδος, το κέρδος, η συσσώρευση του κεφαλαίου, με λίγα λόγια όλα τα πλούτη που καταβροχθίζονται ή συσσωρεύονται από τις μη εργαζόμενες τάξεις. Έτσι όμως αποδείχτηκε ότι οι σημερινοί κεφαλαιοκράτες αποκτούν τα πλούτη τους με την ίδια μέθοδο της ιδιοποίησης ξένης απλήρωτης εργασίας, όπως οι δουλοκτήτες ή οι φεουδάρχες που εκμεταλλεύονταν τις αγγαρείες των δουλοπάροικων, και ότι όλες αυτές οι μορφές εκμετάλλευσης διαφέρουν μόνο από το διαφορετικό τρόπο και μέθοδο που γίνεται η ιδιοποίηση της απλήρωτης εργασίας. Έτσι όμως έφυγε ολότελα το έδαφος κάτω από τα πόδια όλης αυτής της υποκριτικής

φρασεολογίας των ιδιοκτητριών τάξεων, ότι επικρατεί τάχα δίκαιο και δικαιοσύνη στο σημερινό κοινωνικό καθεστώς, ισότητα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γενική αρμονία των συμφερόντων. Και ξεσκεπάστηκε και η σημερινή αστική κοινωνία, όχι λιγότερο από τις προηγούμενες, σαν ένα μεγαλόπρεπο ίδρυμα για την εκμετάλλευση της απέραντης πλειοψηφίας του λαού από μιαν ασήμαντη μειοψηφία που όσο πάει και λιγοστεύει. Σ’ αυτά τα δύο βασικά γεγονότα στηρίζεται ο σύγχρονος επιστημονικός σοσιαλισμός. Στο δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου θα αναπτυχθούν πάρα πέρα αυτές, καθώς και άλλες εξίσου σπουδαίες επιστημονικές ανακαλύψεις στο πεδίο της έρευνας του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού συστήματος, και έτσι θα ανατραπούν ριζικά και οι πλευρές εκείνες της πολιτικής οικονομίας που δεν εξετάστηκαν στον πρώτο τόμο. Ας ευχηθούμε ότι θα μπορέσει ο Μάρξ να δώσει γρήγορα το δεύτερο τόμο για εκτύπωση.

Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει Το κείμενο του ΈΝΓΚΕΛΣ «ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ» γράφτηκε τον Ιούνη του 1877 και δημοσιεύτηκε στο «Λαϊκό ημερολόγιο», Μπράουνσβαϊγκ το 1878. Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στα διαλεχτά έργα των Μάρξ – Ένγκελς και Λένιν, που επιμελήθηκε το Ινστιτούτο Μάρξ-Ένγκελς-Λένιν (Κρατικός Εκδοτικός Οίκος για πολιτική φιλολογία, Μόσχα 1948). Τα υλικά αυτών των έργων φυλάγονται στο Ινστιτούτο ΜάρξΈνγκελς-Λένιν της Μόσχας. Στο Ελληνικό Διαδίκτυο δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ.

i

Φρίντριχτ Ένγκελς

Ο Δημοκρατικός Παν-Σλαβισμός

i

Έχουμε πολλές φορές επισημάνει ότι τα ρομαντικά όνειρα που εμφανίστηκαν μετά τις επαναστάσεις του Φλεβάρη και Μάρτη, όπως οι φλογερές φαντασιώσεις περί οικουμενικής αδελφικής ένωσης των λαών, μιας Ευρωπαϊκής ομοσπονδιακής δημοκρατίας, και αιωνίου παγκόσμιας ειρήνης, βασικά δεν ήταν παρά ένα κουκούλωμα της τεράστιας αμηχανίας και αδράνειας των ηγετικών προσώπων εκείνων των ημερών. Ο κόσμος δεν είδε, ή δεν ήθελε να δει, εκείνα που έπρεπε να γίνουν για την υπεράσπιση της επανάστασης, δεν μπορούσε ή ήταν απρόθυμος να πάρει οποιαδήποτε επαναστατικά μέτρα, η αναποφασιστικότητα κάποιων και οι αντεπαναστατικές συνωμοσίες άλλων είχαν σαν αποτέλεσμα να λάβει ο λαός μόνο συναισθηματικές φράσεις αντί για επαναστατική πράξη. Ο αχρείος Λαμαρτίνος με τις πομπώδεις διακηρύξεις του ήταν ο κλασσικός ήρωας αυτής της εποχής προδοσίας του λαού κρυμμένης πίσω από ποιητικές φιοριτούρες και ρητορικές φιγούρες. Οι λαοί που πέρασαν μέσα από την επανάσταση ξέρουν πόσο ακριβά έχουν πληρώσει την αφέλεια τους να πιστέψουν σε φωνακλάδικες και στομφώδεις διαβεβαιώσεις. Αντί να περιφρουρείται η επανάσταση - παντού αντεπαναστατικά κέντρα που υποσκάπτουν την επανάσταση. Αντί για την εκπλήρωση των υποσχέσεων που δόθηκαν στα οδοφράγματα - αντεπανάσταση στην Νάπολη, το Παρίσι, την Βιέννη, το Βερολίνο, η πτώση του Μιλάνου, και ο πόλεμος κατά της Ουγγαρίας. Αντί αδελφική ένωση των λαών - ανανέωση της Ιερής Συμμαχίας σε διευρυμένη βάση πατροναρισμένη από την Αγγλία και την Ρωσία. Και τα ίδια πρόσωπα που τον Απρίλη και τον Μάη ανταποκρίθηκαν θριαμβευτικά στις πομπώδεις φράσεις της εποχής, τώρα νιώθουν ντροπή και εξευτελισμό στην σκέψη ότι άφησαν την ώρα εκείνη τον εαυτό τους να εξαπατηθεί από ηλίθιους και παλιανθρώπους. Ο λαός έχει μάθει με την πικρή του πείρα ότι "η αδελφική ένωση των λαών της Ευρώπης" δεν κατακτείται μόνο με λόγια και ευσεβείς πόθους, αλλά μόνο με ριζικές επαναστάσεις και αιματηρούς αγώνες. Έχει μάθει ότι το ζήτημα δεν είναι η αδελφική ένωση των Ευρωπαϊκών λαών κάτω από μια και μοναδική δημοκρατική σημαία, αλλά η συμμαχία των επαναστατικών λαών ενάντια στους αντεπαναστατικούς λαούς, μια συμμαχία που υλοποιείται όχι στα χαρτιά αλλά μόνο στο πεδίο της μάχης. Απ' άκρη σ' άκρη της Δυτικής Ευρώπης αυτές οι πικρές αλλά απαραίτητες εμπειρίες κατέστησαν εντελώς ανυπόληπτη της φρασεοκαπηλία του Λαμαρτίνου. Απ' την άλλη μεριά, στην Ανατολή, υπάρχουν ακόμα τμήματα, δήθεν δημοκρατικά, επαναστατικά τμήματα, που δεν έχουν κουραστεί ν’ αναμασούν αυτές τις φράσεις και τις συναισθηματικές ιδέες και κηρύττουν ιεραποστολικά την αδελφική ένωση των λαών της Ευρώπης. Αυτές είναι οι δραστηριότητες - εξαιρούμε απ' τον λογαριασμό μερικούς αδαείς Γερμανόφωνους ονειροπόλους όπως ο Κύριος A. Ρούγκε, κλπ. - των δημοκρατικών παν-Σλαβιστών των διάφορων Σλαβικών λαών. Το πρόγραμμα του δημοκρατικού παν-Σλαβισμού βρίσκεται μπροστά μας με την μορφή ενός φυλλαδίου: Aufruf an die Slaven. Von einem russischen Patrioten, Michael Bakunin, Mitgleid des Slavencongresses in Prag. Koethen, 1848. Ο Μπακούνιν είναι φίλος μας. Αλλά αυτό δεν θα μας εμποδίσει να κριτικάρουμε το φυλλάδιο του. Ακούστε πως ο Μπακούνιν απ' την αρχή της Έκκλησης του επιμένει στις αυταπάτες του τελευταίου Μάρτη και Απρίλη: "Το πρώτο σημάδι ζωής της επανάστασης ήταν μια κραυγή μίσους εναντίον της παλιάς [πολιτικής της] καταπίεσης, ένα δάκρυ συμπάθειας και αγάπης για όλες τις καταπιεσμένες εθνότητες. Οι λαοί... νιώθουν τελικά την ατιμία με την οποία η παλιά διπλωματία φορτώνει την ανθρωπότητα, και αντιλαμβάνονται ότι η ευημερία των εθνών ποτέ δεν θα είναι εξασφαλισμένη όσο υπάρχει οπουδήποτε στην Ευρώπη έστω και ένα έθνος που καταπιέζεται.... Έξω οι καταπιεστές! ήταν η ομόφωνη κραυγή, όλοι ζητωκραύγαζαν τους καταπιεσμένους, τους Πολωνούς, τους Ιταλούς και άλλους! Όχι άλλους κατακτητικούς πολέμους αλλά μόνο ένα τελευταίο πόλεμο μέχρι το τέλος, τον καλό αγώνα της επανάστασης για την τελική απελευθέρωση όλων των λαών. Κάτω τα τεχνητά φράγματα που έχουν υψωθεί βίαια απ' το συνέδριο των δεσποτών [εννοεί τα Συνέδρια της Βιέννης 1814-15] σε συμφωνία με τις λεγόμενες ιστορικές,

γεωγραφικές, εμπορικές και στρατηγικές ανάγκες! Δεν πρέπει να υπάρχουν άλλα σύνορα εκτός απ' τα φυσικά όρια που χαράσσονται σε σχέση με την δικαιοσύνη την δημοκρατία και που εγκαθιδρύει η κυρίαρχη θέληση των ίδιων των λαών στην βάση των εθνικών τους χαρακτηριστικών. Τέτοιο είναι το κάλεσμα που απορρέει απ' ολόκληρο τον λαό." Σελ. 6,7. Σε τούτο το εδάφιο βρίσκουμε ήδη όλον αυτόν τον εκστατικό ενθουσιασμό των πρώτων μηνών μετά την επανάσταση. Λέξη δεν υπάρχει για τα παρόντα πραγματικά εμπόδια μιας τέτοιας οικουμενικής απελευθέρωσης, ή για τις διαφορετικές πολιτικές ανάγκες των ξεχωριστών λαών. Όλα τα υποκαθιστά η λέξη "ελευθερία". Δεν υπάρχει ούτε λέξη για την συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων, ή, στον βαθμό που της δίνεται κάποια προσοχή, περιγράφεται σαν απόλυτα κατακριτέα, και αυθαίρετα εγκαθιδρυμένη από "συνέδρια των δεσποτών" και "διπλωμάτες". Σ' αυτή την κακή πραγματικότητα αντιτάσσεται η υποτιθέμενη θέληση του λαού με την κατηγορική της προσταγή, με την απόλυτη διεκδίκηση απλά της "ελευθερίας". Είδαμε ποιος αποδείχτηκε πιο δυνατός. Η υποτιθέμενη θέληση του λαού εξαπατήθηκε τόσο αισχρά ακριβώς επειδή εμπιστεύτηκε μια τέτοια φανταστική αφαίρεση από τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν. "Με την απόλυτή της εξουσία η επανάσταση διακήρυξε την κατάλυση των δεσποτικών κρατών, τη διάλυση του Πρωσικού κράτους... της Αυστρίας... της Τουρκικής Αυτοκρατορίας... και, τελικά, της τελευταίας ελπίδας των δεσποτών... της Ρώσικης Αυτοκρατορίας... και σαν τελικό σκοπό όλων - την οικουμενική ομοσπονδία των Ευρωπαϊκών δημοκρατιών." Σελ. 8. Είναι γεγονός πως εδώ στην Δύση μας χτυπάει παράξενα ότι αφού όλα αυτά τα ωραία σχέδια κατέρρευσαν στην πρώτη απόπειρα να εκπληρωθούν, μπορούν ακόμα να θεωρούνται σαν κάτι σπουδαίο και πολύ μεγάλο. Βέβαια, το δυστύχημα ήταν ακριβώς ότι παρότι η επανάσταση "με την απόλυτη εξουσία της επανάστασης διακήρυξε την κατάλυση των δεσποτικών κρατών", την ίδια στιγμή "με την απόλυτή της εξουσία" δεν κούνησε το δακτυλάκι της για να εφαρμόσει το διάταγμα της. Την ίδια ώρα συγκαλούνταν το Σλαβικό Συνέδριο. Το Σλαβικό Συνέδριο υιοθέτησε πλήρως την οπτική γωνία αυτών των αυταπατών. Ακούστε αυτό: "Με ζωντανή αίσθηση των κοινών δεσμών της ιστορίας(;) και του αίματος, ορκιστήκαμε να μη επιτρέψουμε ξανά στην μοίρα να μας χωρίσει. Προφέροντας μια κατάρα για την πολιτική της οποίας για τόσο καιρό υπήρξαμε θύματα, διεκδικήσαμε το δικαίωμα μας σε πλήρη ανεξαρτησία και ορκιστήκαμε ότι απ' εδώ και πέρα αυτό θα είναι κοινό για όλους τους Σλαβικούς λαούς. Αναγνωρίσαμε την ανεξαρτησία της Βοημίας και της Μοραβίας... Τείναμε χέρι φιλίας στον Γερμανικό λαό, στην δημοκρατική Γερμανία. Στο όνομα όσων από εμάς ζουν στην Ουγγαρία, προτείναμε στους Μαγυάρους, τους λυσσαλέους εχθρούς της ράτσας μας... την αδελφική μας συμμαχία. Δεν ξεχάσαμε, στην συμμαχία για την απελευθέρωση, εκείνα τα αδέλφια μας που στενάζουν κάτω απ' τον Τούρκικο ζυγό. Ανοιχτά καταδικάσαμε την ύπουλη πολιτική που τρεις φορές κομμάτιασε την Πολωνία... Αυτά διακηρύξαμε, και μαζί με τους δημοκράτες όλων των λαών(;) διεκδικήσαμε ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη όλων των εθνών." σελ. 10. Οι παν-Σλαβιστές δημοκράτες συνεχίζουν να θέτουν αυτές τις διεκδικήσεις: "Εκείνες τις στιγμές αισθανόμαστε σίγουροι για τον σκοπό μας... η δικαιοσύνη και η ανθρωπιά ήταν πλήρως στο πλευρό μας, και στο πλευρό των εχθρών μας δεν υπήρχε παρά μόνο η παρανομία και η βαρβαρότητα. Οι ιδέες στις οποίες αφιερώσαμε την ύπαρξη μας δεν ήταν άδεια αποκυήματα ενός ονείρου, αντιπροσώπευαν τις ιδέες της μοναδικής αληθινής και αναγκαίας πολιτικής, της πολιτικής της επανάστασης." "Δικαιοσύνη", "ανθρωπιά", "ελευθερία", "ισότητα", "αδελφοσύνη", "ανεξαρτησία" - στον βαθμό που βρίσκουμε κάτι στο παν-Σλαβικό μανιφέστο δεν είναι τίποτε περισσότερο από ηθικές κατηγορίες, οι οποίες ακούγονται, είναι αλήθεια, πολύ ωραία, αλλά δεν λένε απολύτως τίποτα για τα ιστορικά και πολιτικά ζητήματα. Οι αρχές της "δικαιοσύνης", της "ανθρωπιάς", της "ελευθερίας", κλπ. μπορεί ν' απαιτούν κάποια πράγματα χίλιες φορές. Αλλά αν αυτά τα πράγματα είναι αδύνατα, δε συμβαίνουν, και σε πείσμα όλων παραμένουν "άδεια αποκυήματα ενός ονείρου". Οι παν-Σλαβιστές θάπρεπε να είχαν καταλάβει όπως όλοι οι ευσεβείς πόθοι και τα ωραία όνειρα δεν χρησιμεύουν εναντίον της σιδερένιας πραγματικότητας, και ότι η πολιτική τους ουδέποτε υπήρξε περισσότερο "πολιτική της επανάστασης" από αυτή των Γάλλων Δημοκρατών. Παρόλα

αυτά εξακολουθούν να απευθύνονται σε μας, σήμερα, τον Γενάρη του 1849, με τις ίδιες παλιές φράσεις, για το περιεχόμενο των οποίων η Δυτική Ευρώπη έχει ξεπεράσει κάθε αυταπάτη, μέσα απ' την πιο αιματηρή αντεπανάσταση! Μόνο μία λέξη για την "οικουμενική αδελφική ένωση των λαών" και την χάραξη των "συνόρων που καθιερώνει η κυρίαρχη θέληση των ίδιων των λαών στην βάση των εθνικών τους χαρακτηριστικών". Οι Ενωμένες Πολιτείες και το Μεξικό είναι δύο δημοκρατίες, στις οποίες η θέληση του λαού είναι κυρίαρχη. Πώς συνέβη και ξέσπασε πόλεμος για το Τέξας ανάμεσα στις δύο δημοκρατίες, οι οποίες σύμφωνα με την ηθική θεωρία, έπρεπε να είναι "αδελφικά ενωμένες" και "ομόσπονδες", και πώς, εξαιτίας "γεωγραφικών, εμπορικών και στρατηγικών αναγκών", η "κυρίαρχη θέληση" του Αμερικάνικου λαού, υποστηριζόμενη απ' την γενναιότητα των Αμερικάνων εθελοντών, μετακίνησε τα σύνορα που είχε χαράξει η φύση μερικές εκατοντάδες μίλια πιο νότια; Και θα κατηγορήσει ο Μπακούνιν τους Αμερικάνους γι' αυτόν τον "κατακτητικό πόλεμο" που παρότι δίνει ένα γερό χτύπημα στην θεωρία του, την βασισμένη στην "δικαιοσύνη και την ανθρωπιά", διεξήχθη πλήρως και αποκλειστικά προς το συμφέρον του πολιτισμού; Ή μήπως είναι ίσως ατύχημα που η θαυμάσια Καλιφόρνια αποσπάστηκε απ' τους τεμπέληδες Μεξικάνους, που δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε μ' αυτήν; Που οι δραστήριοι Γιάνκηδες με την εντατική εκμετάλλευση των Καλιφορνέζικων ορυχείων χρυσού αυξάνουν τα μέσα κυκλοφορίας, σε μερικά χρόνια θα συγκεντρώσουν μεγάλους πληθυσμούς και εκτεταμένο εμπόριο στα πιο κατάλληλα μέρη της ακτής του Ειρηνικού Ωκεανού, δημιουργούν μεγάλες πόλεις, επικοινωνίες με ατμόπλοια, κατασκευάζουν σιδηρόδρομο απ' την Νέα Υόρκη στο Σαν Φρανσίσκο, ανοίγοντας στην πραγματικότητα για πρώτη φορά τον Ειρηνικό Ωκεανό στον πολιτισμό, και δίνοντας για τρίτη φορά στην ιστορία νέα κατεύθυνση στο παγκόσμιο εμπόριο; Η "ανεξαρτησία" μερικών Ισπανόφωνων της Καλιφόρνιας και του Τέξας ίσως δοκιμάστηκε απ' αυτό, σε κάποια μέρη η "δικαιοσύνη" και οι άλλες ηθικές αρχές ίσως βιάστηκαν, αλλά τι είναι αυτά τα γεγονότα μπροστά σε τέτοια γεγονότα κοσμοϊστορικής σημασίας; Παρεμπιπτόντως, θα επισημάνουμε, ότι αυτή την θεωρία της οικουμενικής αδελφικής ένωσης των λαών, η οποία καλεί αδιακρίτως σε αδελφική ένωση, ανεξάρτητα απ' την ιστορική κατάσταση και το στάδιο ανάπτυξης των ξεχωριστών λαών, οι συντάκτες της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου την πολεμούσαν ήδη πολύ πριν απ' την επανάσταση, και μάλιστα ενάντια στους καλύτερούς τους φίλους, τους Εγγλέζους και Γάλλους δημοκράτες. Αποδείξεις γι' αυτό θα βρεθούν στις Αγγλικές, Γαλλικές και Βελγικές δημοκρατικές εφημερίδες αυτής της περιόδου. Όσον αφορά ιδιαίτερα τον παν-Σλαβισμό, στην Νέα Εφημερίδα του Ρήνου Νο. 194 δείξαμε ότι ανεξάρτητα απ' τις καλοπροαίρετες αυταπάτες των δημοκρατών παν-Σλαβιστών, δεν έχει στην πραγματικότητα άλλο στόχο από το να δώσουν στους Σλάβους της Αυστρίας, που είναι διασπασμένοι και που ιστορικά, κυριολεκτικά, πολιτικά, εμπορικά και βιομηχανικά εξαρτώνται από τους Γερμανούς και τους Μαγυάρους, μια βάση υποστήριξης στην Ρωσία απ' την μια μεριά, και απ' την άλλη στην ενωμένη Αυστριακή μοναρχία, η οποία κυριαρχείται από τη Σλαβική πλειοψηφία και εξαρτάται απ' την Ρωσία. Δείξαμε πώς τέτοια μικρά έθνη, τα οποία για αιώνες ρυμουλκούνται απ' την ιστορία παρά την θέληση τους, είναι εξ ανάγκης αντεπαναστατικά, και ότι η όλη θέση τους απέναντι στην επανάσταση του 1848 ήταν ακριβώς αντεπαναστατική. Λόγω του μανιφέστου των παν-Σλαβιστών, που ζητάει ανεξαρτησία για όλους τους Σλάβους χωρίς εξαίρεση, πρέπει να επιστρέψουμε σ' αυτό το ζήτημα. Ας επισημάνουμε πρώτα απ' όλα ότι είναι αρκετά δικαιολογημένος ο πολιτικός ρομαντισμός και συναισθηματισμός των δημοκρατών στο Σλαβικό Συνέδριο. Με εξαίρεση τους Πολωνούς - οι Πολωνοί δεν είναι παν-Σλαβιστές για πολύ προφανείς λόγους - όλοι ανήκουν σε λαούς που είτε, όπως οι Νότιοι Σλάβοι, είναι αναγκαστικά αντεπαναστατικοί εξ αιτίας ολόκληρης της ιστορικής τους θέσης, ή, όπως τους Ρώσους, τους χωρίζει πολύς δρόμος απ' την επανάσταση και άρα, τουλάχιστον για την ώρα, είναι ακόμα αντεπαναστατικοί. Αυτά τα τμήματα, δημοκρατικά λόγω της παιδείας τους που αποκτήθηκε στο εξωτερικό, επιχειρούν να φέρουν τις δημοκρατικές τους αντιλήψεις σε αρμονία με το εθνικό τους αίσθημα, το οποίο ως γνωστόν είναι πολύ ισχυρό ανάμεσα στους Σλάβους, και επειδή ο πραγματικός κόσμος, η συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων στην χώρα τους, δεν προσφέρει την βάση, ή προσφέρει μόνο μια φανταστική βάση για τέτοια

εναρμόνιση, δεν τους μένει παρά το αλλοπαρμένο "αέρινο βασίλειο των ονείρων" [για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Ερρίκου Χάινε] η σφαίρα των ευσεβών πόθων, η πολιτική της φαντασίας. Πόσο θαυμάσιο θα ήταν αν οι Κροάτες, οι Πανδούροι, οι Κοζάκοι συγκροτούσαν την πρωτοπορία της Ευρωπαϊκής δημοκρατίας, αν ο πρέσβης της δημοκρατίας της Σιβηρίας έδινε τα διαπιστευτήρια του στο Παρίσι! Σίγουρα μια τέτοια προοπτική θα ήταν πολύ απολαυστική, αλλά, στο τέλος, ακόμα και οι πιο ενθουσιώδεις παν-Σλαβιστές δεν θα ζητούσαν απ' τους Ευρωπαίους δημοκράτες να αναμένουν την πραγμάτωση της - και σήμερα είναι ακριβώς αυτά τα έθνη για τα οποία το μανιφέστο ειδικά διεκδικεί ανεξαρτησία που είναι ειδικά εχθροί της δημοκρατίας. Επαναλαμβάνουμε: με την εξαίρεση των Πολωνών, των Ρώσων, και το πολύ των Τούρκων Σλάβων, κανένας Σλαβικός λαός δεν έχει μέλλον, για τον απλό λόγο ότι όλοι οι άλλοι Σλάβοι δεν έχουν τις βασικές ιστορικές, γεωγραφικές, πολιτικές και βιομηχανικές προϋποθέσεις ανεξαρτησίας και βιωσιμότητας. Λαοί που δεν είχαν ποτέ δική τους ιστορία, οι οποίοι την ώρα που έφτασαν στο πρώτο, το πιο στοιχειώδες σκαλοπάτι του πολιτισμού μπήκαν κάτω από ξένη κυριαρχία, ή που εξαναγκάστηκαν να φτάσουν στο πρώτο σκαλοπάτι του πολιτισμού μόνο μέσω του ξένου ζυγού, δεν είναι βιώσιμοι και ποτέ δεν θα είναι σε θέση να κερδίσουν κάποιο είδος ανεξαρτησίας. Κι' αυτή ήταν η μοίρα των Αυστριακών Σλάβων. Οι Τσέχοι, μεταξύ των οποίων θα περιλαμβάναμε τους Μοραβιανούς και τους Σλοβάκους, αν και διαφέρουν απ' την άποψη της γλώσσας και της ιστορίας, ποτέ δεν είχαν δική τους ιστορία. Η Βοημία ήταν αλυσοδεμένη στην Γερμανία απ' την εποχή του Καρλομάγνου. Το Τσέχικο έθνος απελευθερώθηκε για μια στιγμή και δημιούργησε το κράτος της Μεγάλης Μοραβίας, για να υποταχτεί αμέσως μετά και να είναι ξανά για άλλα 500 χρόνια ένας λογαριασμός που τον πετούσαν ο ένας στον άλλο, στην Γερμανία, την Ουγγαρία και την Πολωνία. Ακολούθως, η Βοημία και η Μοραβία πέρασαν οριστικά στην Γερμανία και οι Σλοβακικές περιοχές έμειναν στην Ουγγαρία. Και αυτό το ιστορικά απολύτως ανύπαρκτο "έθνος" θέτει διεκδικήσεις ανεξαρτησίας; Το ίδιο ισχύει για τους καθεαυτώ Νότιους Σλάβους. Ποια είναι η ιστορία των Ιλλυριών Σλοβένων, των Δαλματών, των Κροατών και των Σοκάζιων; Απ' τον 11ο αιώνα έχουν χάσει και την τελευταία επίφαση πολιτικής ανεξαρτησίας και ήταν εν μέρει κάτω απ' την Γερμανική, εν μέρει κάτω απ' την Βενετσιάνικη, και εν μέρει κάτω απ' την Μαγυάρικη κυριαρχία. Και επιθυμούν να δημιουργήσουν ακμαίο, ανεξάρτητο και βιώσιμο έθνος από αυτά τα κουρελιασμένα υπολλείματα; Ακόμα περισσότερο. Αν οι Αυστριακοί Σλάβοι ήταν μια συμπαγής μάζα σαν τους Πολωνούς, τους Μαγυάρους και τους Ιταλούς, αν ήταν σε θέση να συγκεντρωθούν και να συγκροτήσουν ένα κράτος 12-20 εκατομμυρίων λαού, οι διεκδικήσεις τους θα είχαν ασφαλώς περισσότερη σοβαρότητα. Αλλά η κατάσταση είναι ακριβώς η αντίθετη. Οι Γερμανοί και οι Μαγυάροι έχουν χωθεί ανάμεσα τους σαν μια φαρδιά σφήνα μέχρι τα απώτατα άκρα των Καρπαθίων, σχεδόν μέχρι την Μαύρη Θάλασσα. Έχουν χωρίσει τους Τσέχους, τους Μοραβιανούς και τους Σλοβάκους απ' τους Νότιους Σλάβους, με μια φαρδιά ζώνη 60-80 μίλια [το Γερμανικό μίλι αντιστοιχεί σε 4,7 Εγγλέζικα] πλάτος. Στο Βορρά υπάρχουν 5,5 εκατομμύρια Σλάβοι, στο νότο 5,5 εκατομμύρια Σλάβοι, χωρισμένοι από μια συμπαγή μάζα 10-12 εκατομμυρίων Γερμανών και Μαγυάρων, που η ιστορία και η ανάγκη τους έκανε σύμμαχους. Αλλά γιατί τα 5,5 εκατομμύρια Τσέχοι, Μοραβιανοί και Σλοβάκοι να μην ιδρύσουν ένα κράτος και τα 5,5 εκατομμύρια Νότιων Σλάβων μαζί με τους Τούρκους Σλάβους ένα άλλο κράτος; Κοιτάξτε σε οποιοδήποτε καλό γλωσσικό χάρτη την κατανομή των Τσέχων και των γλωσσικά συγγενών γειτόνων τους. Σπρώχτηκαν σαν σφήνα μέσα στην Γερμανία αλλά και στις δύο πλευρές φαγώθηκαν και απωθήθηκαν πίσω απ' το Γερμανικό στοιχείο. Το ένα τρίτο της Βοημίας μιλάει Γερμανικά, σε κάθε 34 Τσέχους της Βοημίας αντιστοιχούν 17 Γερμανοί. Και είναι ακριβώς οι Τσέχοι της Βοημίας που ισχυρίζονται ότι θ' αποτελέσουν τον πυρήνα του προτεινόμενου Σλαβικού κράτους. Οι Μοραβιανοί, επίσης, είναι αξιοσημείωτα αναμιγμένοι με τους Γερμανούς, το ίδιο οι Σλοβάκοι με τους Γερμανούς και τους Μαγυάρους και επιπλέον πλήρως αποθαρρημένοι από εθνική άποψη. Και τι Σλαβικό κράτος θα ήταν αυτό, όπου σε τελική ανάλυση η Γερμανική αστική μπουρζουαζία θα έλεγχε την κατάσταση; Τα ίδια ταιριάζουν και στους Νότιους Σλάβους. Οι Σλοβένοι και οι Κροάτες αποκόβουν την Γερμανία και την Ουγγαρία απ' την Αδριατική Θάλασσα, αλλά η Γερμανία και η Ουγγαρία, δε μπορούν να επιτρέψουν την αποκοπή τους απ' την Αδριατική

Θάλασσα, λόγω "γεωγραφικής και εμπορικής ανάγκης", η οποία, είναι αλήθεια, δεν είναι εμπόδιο για του Μπακούνιν την φαντασία, μα που παρ' όλα αυτά υπάρχει και έχει τόσο ζωτική σημασία για την Γερμανία και την Ουγγαρία, όσο για παράδειγμα οι ακτές της Βαλτικής Θάλασσας απ' το Ντάντσιχ μέχρι την Ρίγα, για την Πολωνία. Και εκεί που μπαίνει ζήτημα ύπαρξης, της ελεύθερης ανάπτυξης όλων των δυνατοτήτων των μεγάλων εθνών, τέτοια συναισθηματική προσέγγιση όπως το ενδιαφέρον για λίγους διάσπαρτους Γερμανούς ή Σλάβους δεν καθορίζει τίποτα. Ανεξάρτητα απ' το γεγονός ότι οι Νότιοι Σλάβοι είναι όπως παντού ανακατεμένοι με Γερμανούς, Μαγυάρους, και Ιταλούς, μια μόνο ματιά στον γλωσσικό χάρτη δείχνει ότι το σχεδιαζόμενο Νοτιοσλαβικό κράτος θα καταλήξει στα χέρια της Ιταλικής μπουρζουαζίας της Τεργέστης, του Φιούμε και της Ζάρα, και της Γερμανικής μπουρζουαζίας του Αγκράμ, Λάϊμπαχ (Λιουμπλιάνκα - σ.τ.μ.), Κάρλσταντ, Πάντσοβα, και Βάϊσκίρχε! Μα δεν θα μπορούσαν οι Νότιοι Σλάβοι της Αυστρίας να ενωθούν με τους Σέρβους, τους Βόσνιους, τους Μορλάκους, και τους Βούλγαρους; Σίγουρα θα μπορούσαν αν, εκτός απ' όλες τις δυσκολίες που αναφέραμε παραπάνω, δεν υπήρχε επίσης το αρχαίο μίσος που τρέφουν οι κάτοικοι της Αυστριακής μεθορίου για τους Τούρκους Σλάβους στην άλλη πλευρά του Σάβα και του Ούννα. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι, που για αιώνες θεωρούν οι μεν τους δε κατεργάρηδες και ληστές, παρά τη φυλετική τους ομοιότητα, μισούν ο ένας τον άλλο απείρως περισσότερο απ' ότι οι Σλάβοι και οι Μαγυάροι. Πράγματι, η θέση των Γερμανών και των Μαγυάρων θα ήταν εξαιρετικά ευχάριστη αν οι Αυστριακοί Σλάβοι βοηθούνταν να κερδίσουν τα λεγόμενα δικαιώματα τους! Ένα ανεξάρτητο Βοημικό-Μοραβιακό κράτος θα έμπαινε σφήνα ανάμεσα στην Σιλεσία και την Αυστρία, η "Νοτιοσλαβική δημοκρατία" θα στερήσει την Αυστρία και τη Στυρία απ' την φυσική τους διέξοδο την Αδριατική Θάλασσα και τη Μεσόγειο, και το ανατολικό τμήμα της Γερμανίας θα γίνει κομμάτια σαν ένα καρβέλι ψωμί που το ροκάνισαν οι αρουραίοι! Και όλα αυτά για να ευχαριστήσουν τους Γερμανούς που μπήκαν στον μπελά να εκπολιτίσουν τους πεισματάρηδες Τσέχους και Σλοβένους, και να εισάγουν σ' αυτούς το εμπόριο, τη βιομηχανία, ένα υποφερτό επίπεδο γεωργίας, και κουλτούρα! Αλλά είναι ακριβώς αυτός ο ζυγός που επιβάλλεται στους Σλάβους με το πρόσχημα του εκπολιτισμού, που θεωρείται ένα απ' τα μεγαλύτερα εγκλήματα των Γερμανών και των Μαγυάρων! Ακούστε: "Δίκαιο το πάθος σας, δίκαιο το αίσθημα εκδίκησης εναντίον της καταραμένης Γερμανικής πολιτικής, που δεν σκέπτεται άλλο παρά τον αφανισμό σας, που σας κρατά υπόδουλους για αιώνες..." σελ.5 "...Οι Μαγυάροι, οι απαίσιοι εχθροί της ράτσας μας, που με δυσκολία αριθμούν τέσσερα εκατομμύρια, τολμούν και επιχειρούν να επιβάλουν τον ζυγό τους σε οκτώ εκατομμύρια Σλάβους..." Σελ.9 "Ξέρω όλα όσα έχουν κάνει οι Μαγυάροι στους Σλάβους αδελφούς μας, τι εγκλήματα έχουν διαπράξει ενάντια στην εθνότητα μας, και πως ποδοπατούν την γλώσσα και την ανεξαρτησία μας." Σελ.30 Ποια είναι λοιπόν τα μεγάλα, τα φοβερά εγκλήματα που έκαναν οι Γερμανοί και οι Μαγυάροι ενάντια στην Σλαβική εθνότητα; Δεν μιλάμε για τον διαμελισμό την Πολωνίας που δεν είναι εδώ το ζήτημα, μιλάμε για "αιώνες αδικίας" που υποτίθεται ότι επιβάλλεται στους Σλάβους. Στον Βορρά οι Γερμανοί επανακατέκτησαν την πρώην Γερμανική και μετά Σλαβική περιοχή απ' τον Έλβα έως τον Βάρτα, μια κατάκτηση που καθορίστηκε από "γεωγραφικές και στρατηγικές ανάγκες", που προέκυψαν απ' τον διαμελισμό του Καρολίγγειου βασίλειου. Αυτές οι Σλαβικές περιοχές έχουν πλήρως εκγερμανιστεί, το πράγμα έγινε και δεν μπορεί να ξεγίνει, εκτός αν οι παν-Σλαβιστές πρόκειται ν' αναστήσουν τις χαμένες γλώσσες, Σορβική, Βεντική και Ομποτρίτεια και να τις επιβάλουν στους κάτοικους της Λειψίας, του Βερολίνου και του Στεττίνου. Αλλά μέχρι τώρα ποτέ δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτή η κατάκτηση ήταν σε όφελος του πολιτισμού. Στον νότο, οι Γερμανοί βρήκαν τις Σλαβικές φυλές ήδη διασπασμένες. Αυτό το είχαν φροντίσει οι μη-Σλάβοι Άβαροι, που κατέλαβαν την περιοχή η οποία αργότερα κατοικήθηκε απ' τους Μαγυάρους. Οι Γερμανοί επέβαλλαν φόρο υποτέλειας σε αυτούς τους Σλάβους και διεξήγαγαν πολλούς πολέμους εναντίον τους. Αγωνίστηκαν επίσης κατά των Αβάρων και των

Μαγυάρων, απ' τους οποίους πήραν όλα τα εδάφη μεταξύ των ποταμών Εμς και Λάϊθα. Ενώ εδώ πραγματοποίησαν τον εκγερμανισμό με την βία, ο εκγερμανισμός των Σλαβικών περιοχών προχώρησε σε πολύ πιο ειρηνική βάση, με την μετανάστευση και την επίδραση ενός πιο ανεπτυγμένου έθνους πάνω σ' ένα υπανάπτυκτο. Η Γερμανική βιομηχανία, το Γερμανικό εμπόριο, η Γερμανική κουλτούρα καθιέρωσαν από μόνες τους και την Γερμανική γλώσσα στην χώρα. Και όσον αφορά την "καταπίεση" των Σλάβων αυτοί δεν καταπιέζονταν περισσότερο απ' τις μάζες του ίδιου του Γερμανικού πληθυσμού. Όσο αφορά τους Μαγυάρους, υπάρχει σίγουρα επίσης ένας μεγάλος αριθμός Γερμανών στην Ουγγαρία, αλλά οι Μαγυάροι που αριθμούν "δύσκολα τέσσερα εκατομμύρια", ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να παραπονεθούν για την "καταραμένη Γερμανική πολιτική"! Και αν για οκτώ αιώνες τα "οκτώ εκατομμύρια Σλάβοι" ανέχονταν τον ζυγό που επέβαλαν τέσσερα εκατομμύρια Μαγυάροι, αυτό από μόνο του είναι αρκετό ν' αποδείξει ποιοι ήταν πιο βιώσιμοι και ακμαίοι, οι πολλοί Σλάβοι ή οι λίγοι Μαγυάροι! Αλλά βέβαια το μεγαλύτερο "έγκλημα" των Γερμανών και των Μαγυάρων είναι ότι εμπόδισαν αυτά τα 12 εκατομμύρια Σλάβους να γίνουν Τούρκοι! Τί θα είχαν απογίνει όλες αυτές οι διάσπαρτες εθνότητες, που έπαιξαν τόσο αξιοθρήνητο ρόλο στην ιστορία, αν δεν τις είχαν κρατήσει μαζί οι Μαγυάροι και οι Γερμανοί και δεν τις είχαν οδηγήσει ενάντια στις στρατιές του Μωάμεθ και του Σουλεϊμάν, και αν οι υποτιθέμενοι καταπιεστές δεν καθόριζαν την έκβαση των μαχών στις οποίες κρίθηκε η άμυνα αυτών των αδύναμων εθνοτήτων! Η μοίρα "12 εκατομμυρίων Σλάβων, Βαλλάσιων, και Ελλήνων" που "τους ποδοπατούν 700.000 Οθωμανοί" (σελ.8) μέχρι σήμερα, δε μιλάει μήπως αρκετά εύγλωττα; Και τελικά, τι "έγκλημα" κι' αυτό, τι "καταραμένη πολιτική", όταν σε μια εποχή που στην Ευρώπη γενικά οι μεγάλες μοναρχίες έχουν γίνει μια "ιστορική αναγκαιότητα", οι Γερμανοί και οι Μαγυάροι ένωσαν όλα αυτά τα μικρά και ανίσχυρα έθνη-νάνους μέσα σ' ένα και μόνο μεγάλο κράτος καθιστώντας τα ικανά να πάρουν μέρος σε μιά ιστορική ανάπτυξη που από μόνα τους θα είχαν μείνει εντελώς παράμερα! Βεβαίως ζητήματα αυτού του είδους δεν μπορεί να λυθούν χωρίς να σπάσουν βίαια πολλά τρυφερά εθνικά μπουμπούκια. Αλλά στην ιστορία τίποτε δεν κατακτήθηκε χωρίς αδυσώπητη και ανελέητη βία, και αν ο Αλέξανδρος, ο Καίσαρας, και ο Ναπολέων καθοδηγούνταν από εκκλήσεις σαν αυτές που τώρα κάνουν οι πανΣλαβιστές στο όνομα αφανισμένων υποτακτικών, ποια θα ήταν η πρόοδος της ιστορίας! Και είναι οι Πέρσες, οι Κέλτες, και οι χριστιανοί Γερμανοί μικρότερης αξίας απ' τους Τσέχους, τους Ογουλιανούς, και τους Σερεζάνους; Σήμερα, ωστόσο, σαν αποτέλεσμα της δυναμικής ανάπτυξης της βιομηχανίας, του εμπορίου και των επικοινωνιών, η πολιτική συγκεντροποίηση έχει γίνει ακόμα πιο επείγουσα ανάγκη απ' όσο ήταν στον 15ο και 16ο αιώνα. Ότι μένει ακόμα να συγκεντροποιηθεί, συγκεντροποιείται. Και τώρα έρχονται οι παν-Σλαβιστές και ζητούν ν' "απελευθερώσουμε" τους μισό-εκγερμανισμένους Σλάβους, και ότι πρέπει ν' καταλύσουμε αυτή τη συγκεντροποίηση που επιβάλεται σ' αυτούς τους Σλάβους από όλα τα υλικά τους συμφέροντα! Κοντολογίς, τα "εγκλήματα" των Γερμανών και των Μαγυάρων εναντίον των συγκεκριμένων Σλάβων, βγαίνει ότι είναι ανάμεσα στα καλύτερα και πιο αξιέπαινα κατορθώματα που έχουν να επιδείξουν ο δικός μας και ο Μαγυάρικος λαός στην ιστορία τους. Ακόμα περισσότερο, όσον αφορά τους Μαγυάρους, πρέπει ειδικά να τονιστεί, ότι κυρίως από την εποχή της επανάστασης, ενήργησαν υπερβολικά υποχωρητικά και άτολμα εναντίον των φουσκωμένων Κροατών. Είναι πασίγνωστο ότι ο Κοσσούθ τους έκανε όλες τις δυνατές παραχωρήσεις, με την εξαίρεση ότι οι αντιπρόσωποι τους δεν θα μιλούσαν Κροατικά στην Δίαιτα. Και αυτή η υποχωρητικότητα προς ένα έθνος που είναι αντεπαναστατικό από τη φύση του, είναι το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί να κατηγορηθούν οι Μαγυάροι. 14 Φεβρουαρίου του 1849

Το άρθρο αυτό του Φ. Εγκελς πρωτοδημοσιεύτηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1849 στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου (Neue Rheinische Zeitung). Η Ελληνική μετάφραση έγινε από τον Δ. Τούμπανη το 2000, με βάση την Αγγλική μετάφραση, και πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ελληνικό τμήμα του Αρχείου των μαρξιστών στο Internet.

i

Φρίντριχ Ενγκελς

Ο Μαρξ και η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου (1848-1849)

i

Όταν ξέσπασε η επανάσταση του Φλεβάρη, το Γερμανικό «Κομμουνιστικό Κόμμα», όπως το ονομάζαμε, αποτελούνταν από ένα μικρό πυρήνα, από την «Ένωση των Κομμουνιστών», οργανωμένη σαν μυστική εταιρία προπαγάνδας. Μυστική ήταν η Ένωση μόνον επειδή τότε στη Γερμανία δεν υπήρχε ελευθερία οργάνωσης και συγκέντρωσης. Εκτός από τους εργατικούς συλλόγους στο εξωτερικό, απ’ όπου στρατολογούσε τα μέλη της, είχε τριάντα περίπου κοινότητες ή τμήματα στο εσωτερικό και χώρια απ’ αυτά είχε μεμονωμένα μέλη σε πολλά μέρη. Αυτή όμως η ασήμαντη μαχητική δύναμη είχε έναν αρχηγό, στον οποίο υποτάσσονταν όλοι πρόθυμα, έναν αρχηγό πρώτης γραμμής, τον Μάρξ, και χάρη σ’ αυτόν, ένα πρόγραμμα αρχών και τακτικής, που και σήμερα ακόμα διατηρεί όλη του την αξία: Το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Εδώ μας ενδιαφέρει πριν απ’ όλα το μέρος του προγράμματος που αφορά την τακτική. Οι γενικές του θέσεις ήταν τούτες: «Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στα άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολό του. Δεν διατυπώνουν ξεχωριστές αρχές, που σύμφωνα μ’ αυτές θα θέλανε να πλάσουν το προλεταριακό κίνημα. Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα μονάχα κατά τούτο: ότι από τη μια μεριά, στους αγώνες των προλετάριων των διαφόρων εθνών τονίζουν και επιβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σ’ όλο το προλεταριάτο και ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη, στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του. Στην πράξη λοιπόν οι κομμουνιστές είναι το πιο αποφασιστικό τμήμα των εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, το τμήμα που τα κινεί πάντα προς τα εμπρός. Θεωρητικά, πλεονεκτούν από την υπόλοιπη μάζα του προλεταριάτου, στην κατανόηση των όρων, της πορείας και των γενικών αποτελεσμάτων του προλεταριακού κινήματος». Και ειδικότερα για το Γερμανικό Κόμμα: «Στη Γερμανία κάθε φορά που η αστική τάξη εκδηλώνεται επαναστατικά, το κομμουνιστικό κόμμα παλεύει μαζί με την αστική τάξη ενάντια στην απόλυτη μοναρχία, ενάντια στη φεουδαρχική γαιοκτησία και στο μικροαστισμό. Μα ούτε στιγμή δεν παραμελεί το κομμουνιστικό κόμμα να καλλιεργεί στους εργάτες μια όσο μπορεί πιο καθαρή συνείδηση σχετικά με την εχθρική αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο, για να μπορέσουν οι γερμανοί εργάτες να στρέψουν αμέσως ενάντια στην αστική τάξη, σαν ισάριθμα όπλα, τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που η αστική τάξη είναι υποχρεωμένη να δημιουργήσει με την κυριαρχία της, έτσι που, αμέσως ύστερα από την ανατροπή των αντιδραστικών τάξεων, ν’ αρχίσει ο αγώνας ενάντια στην ίδια την αστική τάξη. Οι κομμουνιστές στρέφουν την κύρια προσοχή τους στη Γερμανία, γιατί η Γερμανία βρίσκεται στις παραμονές μιας αστικής επανάστασης», κλπ. (Μανιφέστο, κεφ. IV) (σ.σ. Βλ. τόμος Ι, της ελληνικής έκδοσης, σελ. 57). Ποτέ άλλοτε ένα πρόγραμμα τακτικής δεν ανταποκρίθηκε τόσο καλά στον προορισμό του όσο αυτό. Διατυπωμένο την παραμονή μιας επανάστασης άντεξε στη δοκιμασία αυτής της επανάστασης. Και από τότε κάθε φορά που ένα οποιοδήποτε εργατικό κόμμα παρέκκλινε απ’ αυτό το πρόγραμμα τιμωρούνταν για κάθε παρέκκλιση, και σήμερα, σχεδόν ύστερα από σαράντα χρόνια, είναι ο οδηγός όλων των αποφασιστικών και συνειδητών εργατικών κομμάτων της Ευρώπης, από τη Μαδρίτη ίσαμε την Πετρούπολη. Τα γεγονότα του Φλεβάρη στο Παρίσι επιτάχυναν την επικείμενη γερμανική επανάσταση και της άλλαξαν έτσι το χαρακτήρα. Η γερμανική αστική τάξη αντί να νικήσει με τις δικές της δυνάμεις νίκησε ρυμουλκούμενη από μια γαλλική εργατική επανάσταση. Προτού προλάβει να καταβάλει οριστικά τους παλιούς της αντίπαλους, την απόλυτη μοναρχία, τη φεουδαρχική γαιοκτησία, τη γραφειοκρατία και το δειλό μικροαστισμό, υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει έναν καινούργιο εχθρό, το προλεταριάτο. Εδώ όμως φάνηκαν αμέσως οι επιδράσεις των πολύ καθυστερημένων, σε σύγκριση με τη Γαλλία και την Αγγλία, οικονομικών συνθηκών, επομένως

και του καθυστερημένου επίσης συσχετισμού των τάξεων στη Γερμανία. Η γερμανική αστική τάξη, που μόλις άρχιζε να δημιουργεί τη μεγάλη της βιομηχανία, δεν είχε ούτε τη δύναμη, ούτε το θάρρος, ούτε και την επιτακτική ανάγκη να κατακτήσει την απεριόριστη κρατική κυριαρχία. Το προλεταριάτο που ήταν στην ίδια αναλογία ανεξέλικτο, που μεγάλωσε μέσα σε συνθήκες ολοκληρωτικές πνευματικής υποδούλωσης, ανοργάνωτο και ακόμα ανίκανο για αυτοτελή οργάνωση, είχε μονάχα το θολό αίσθημα της βαθιάς αντίθεσης των συμφερόντων του με τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Έτσι, αν και ήταν στην ουσία ο απειλητικός αντίπαλος της αστικής τάξης, έμενε ωστόσο το πολιτικό της εξάρτημα. Τρομαγμένη όχι απ’ αυτό που ήταν το γερμανικό προλεταριάτο, αλλά απ’ αυτό που απειλούσε να γίνει και που ήταν κιόλας το γαλλικό προλεταριάτο, έβλεπε η αστική τάξη τη σωτηρία της μόνο σε οποιονδήποτε, ακόμα και στον πιο άνανδρο, συμβιβασμό με τη μοναρχία και τους ευγενείς. Το προλεταριάτο, μη έχοντας ακόμα συνείδηση του δικού του ιστορικού ρόλου, ήταν υποχρεωμένο στη μεγάλη του μάζα να αναλάβει πρώτα το ρόλο της πρωτοποριακής άκρας αριστερής πτέρυγας της αστικής τάξης. Οι γερμανοί εργάτες έπρεπε πριν απ’ όλα να κατακτήσουν τα δικαιώματα που τους ήταν απαραίτητα για την αυτοτελή οργάνωσή τους σε ταξικό κόμμα: την ελευθερία του τύπου, της οργάνωσης και της συγκέντρωσης – δικαιώματα που έπρεπε να τα είχε κατακτήσει η αστική τάξη για το συμφέρον της δικής της κυριαρχίας, και που απ’ το φόβο της τα διαμφισβητούσε τώρα στους εργάτες. Τα σκορπισμένα μέλη της Ένωσης, που ήταν μερικές εκατοντάδες, χάθηκαν μέσα στην τεράστια μάζα που εκσφενδονίστηκε απότομα μέσα στο κίνημα. Το γερμανικό προλεταριάτο παρουσιάστηκε έτσι για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή σαν άκρο δημοκρατικό κόμμα. Έτσι, όταν ιδρύσαμε μια μεγάλη εφημερίδα στη Γερμανία, μας είχε καθοριστεί από μόνη της η σημαία. Και η σημαία αυτή μπορούσε να είναι μονάχα η σημαία της δημοκρατίας, όμως μιας δημοκρατίας που πάντα και σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση πρόβαλε τον ειδικό προλεταριακό της χαρακτήρα, που ωστόσο δε μπορούσε ακόμα να τον γράψει μια για πάντα στο λάβαρό της. Αν δεν ενεργούσαμε έτσι, αν δεν πιάναμε το κίνημα από το πιο προχωρημένο πραγματικά προλεταριακό άκρο του που υπήρχε τότε και δεν το προωθούσαμε παραπέρα δε θα μας έμενε τίποτε άλλο παρά να κηρύσσουμε τον κομμουνισμό από καμιά μικρή επαρχιακή εφημεριδούλα και αντί να ιδρύσουμε ένα μεγάλο κόμμα δράσης, να φτιάξουμε μια μικρή αίρεση. Για κήρυκες όμως στην έρημο είμαστε ακατάλληλοι, κι αυτό γιατί είχαμε μελετήσει πολύ καλά τους ουτοπικούς. Δεν είχαμε φτιάξει το πρόγραμμά μας για τέτοιο σκοπό. Όταν ήρθαμε στην Κολωνία, είχαν γίνει από δημοκρατική και εν μέρει από κομμουνιστική πλευρά προετοιμασίες για την έκδοση μιας μεγάλης εφημερίδας. Ήθελαν να την κάνουν καθαρά τοπική εφημερίδα της Κολωνίας, και εμάς να μας ξαποστείλουν στο Βερολίνο. Αλλά μέσα σε 24 ώρες, κυρίως χάρη στον Μάρξ, κατακτήσαμε το έδαφος, η εφημερίδα έγινε δική μας με την υποχώρηση να πάρουμε στη σύνταξη τον Χάινριχ Μπύργκερς. Ο Μπύργκερς έγραψε ένα άρθρο (στο 2ο Φύλλο) και δεν ξανάγραψε δεύτερο. Έπρεπε να πάμε ακριβώς στην Κολωνία και όχι στο Βερολίνο. Πρώτα η Κολωνία ήταν το κέντρο της επαρχίας του Ρήνου, που είχε ζήσει τη Γαλλική Επανάσταση, είχε διατηρήσει με το ναπολεόντειο κώδικα σύγχρονες αντιλήψεις δικαίου, είχε αναπτύξει την πιο σημαντική μεγάλη βιομηχανία και ήταν τότε από κάθε άποψη το πιο προοδευτικό τμήμα της Γερμανίας. Το Βερολίνο εκείνης της εποχής το γνωρίζαμε πολύ καλά από προσωπική αντίληψη, με την αστική τάξη που μόλις τότε γεννιόταν, με τους θρασείς στα λόγια, αλλά δειλούς στα έργα και δουλοπρεπείς μικροαστούς του, με τους εντελώς ανεξέλικτους εργάτες του, με τις μάζες των γραφειοκρατών του, με το συρφετό των ευγενών και της αυλής, με όλο του το χαρακτήρα μιας πόλης – “Residenz”ii. Αποφασιστική σημασία όμως είχαν τα παρακάτω: στο Βερολίνο επικρατούσε το άθλιο πρωσικό δίκαιο και οι πολιτικές δίκες γίνονταν από επαγγελματίες δικαστές. Στο Ρήνο ίσχυε ο ναπολεόντειος κώδικας, που δεν ξέρει αδικήματα τύπου, γιατί προϋποθέτει τη λογοκρισία. Αν λοιπόν ένας άνθρωπος δεν έκανε πολιτικά εγκλήματα, μα μόνο παραπτώματα, δικαζόταν απ’ τα ορκωτά δικαστήρια. Στο Βερολίνο ύστερα από την επανάσταση καταδικάστηκε ο νεαρός Σλέφελ για το τίποτα σε ένα χρόνο φυλακή, στο Ρήνο είχαμε απόλυτη ελευθερία τύπου και την εκμεταλλευτήκαμε ως την τελευταία δυνατότητα.

Έτσι αρχίσαμε την 1η του Ιούνη 1848 με ένα πολύ μικρό μετοχικό κεφάλαιο, από το οποίο μόνο ένα μικρό μέρος είχε κατατεθεί. Κι όσο για τους μετόχους, ήταν πολύ αβέβαιοι άνθρωποι. Αμέσως μετά το πρώτο φύλλο μας εγκατέλειψαν οι μισοί, και στο τέλος του μήνα δεν είχαμε ούτε έναν. Το καθεστώς μέσα στη σύνταξη ήταν απλούστατα η δικτατορία του Μάρξ. Μια μεγάλη καθημερινή εφημερίδα που πρέπει να είναι έτοιμη σε ορισμένη ώρα δε μπορεί με κανένα άλλο καθεστώς να κρατήσει συνεπή γραμμή. Εδώ όμως πρέπει να προστεθεί ότι η δικτατορία του Μάρξ ήταν αυτονόητη, αδιαφιλονίκητη και όλοι την αναγνωρίζαμε πρόθυμα. Το ξεκάθαρο μάτι και η σταθερή στάση του Μάρξ, ήταν πριν απ’ όλα αυτό που έκανε το φύλλο αυτό να γίνει η πιο φημισμένη γερμανική εφημερίδα των χρόνων της επανάστασης. Το πολιτικό πρόγραμμα της «Νέας εφημερίδας του Ρήνου» αποτελούνταν από δυο κύρια σημεία: Ενιαία, αδιαίρετη γερμανική δημοκρατία και πόλεμος ενάντια στη Ρωσία, που περιλάμβανε σαν όρο την αποκατάσταση της Πολωνίας. Η μικροαστική δημοκρατία χωρίστηκε τότε σε δυό παρατάξεις: τη βορειογερμανική, που επιθυμούσε έναν δημοκρατικό πρώσο Κάιζερ και τη νοτιογερμανική, που ήταν τότε ειδικά σχεδόν ολότελα Βαδική και που ήθελε να μετατρέψει τη Γερμανία σύμφωνα με το ελβετικό πρότυπο σε ομοσπονδιακή δημοκρατία. Εμείς έπρεπε να καταπολεμάμε και τις δύο παρατάξεις. Το συμφέρον του προλεταριάτου απαγόρευε τόσο τον εκπρωσισμό της Γερμανίας όσο και τη διαιώνιση της διαίρεσής της σε κρατίδια. Το συμφέρον του προλεταριάτου απαιτούσε την οριστική ένωση της Γερμανίας σε ένα έθνος, που μόνον αυτό μπορούσε να αποκαταστήσει τον ξεκαθαρισμένο απ’ όλα τα κληρονομημένα μικροπρεπή εμπόδια στίβο, όπου επρόκειτο να αναμετρήσουν τις δυνάμεις τους το προλεταριάτο και η αστική τάξη. Το συμφέρον του προλεταριάτου απαγόρευε επίσης την ένωση με την Πρωσία επικεφαλής. Το πρωσικό κράτος με όλη του τη διάρθρωση, τις παραδόσεις και τη δυναστεία του ήταν ακριβώς ο μοναδικός σοβαρός εσωτερικός αντίπαλος που έπρεπε να καταβάλει η επανάσταση στη Γερμανία. Χώρια απ’ αυτά, η Πρωσία δε μπορούσε να ενώσει τη Γερμανία παρά μόνο διαμελίζοντάς την, αποκλείοντας τη γερμανική Αυστρία. Δε μπορούσαμε επομένως να έχουμε άλλο επαναστατικό, άμεσο πρόγραμμα από τη διάλυση του πρωσικού κράτους, την κατάρρευση του αυστριακού κράτους και την πραγματική ένωση της Γερμανίας σε μια δημοκρατία. Κι αυτό μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο με έναν πόλεμο ενάντια στη Ρωσία και με τίποτα άλλο. Στο σημείο αυτό θα επανέλθω. Κατά τα άλλα ο τόνος της εφημερίδας δεν ήταν καθόλου πανηγυρικός, σοβαρός ή ενθουσιώδικος. Είχαμε να κάνουμε μόνο με περιφρονητέους αντιπάλους και τους μεταχειριζόμαστε χωρίς εξαίρεση με την πιο μεγάλη περιφρόνηση. Τη μοναρχία που συνωμοτούσε, την αυλική κλίκα, τους ευγενείς, την «Κρόϋτς-Τσάϊτουγκ», όλη την «αντίδραση», που προκαλούσε τόσο την ηθική αγανάκτηση των φιλισταίων – τους μεταχειριζόμαστε όλους με ειρωνεία και χλευασμό. Το ίδιο κάναμε και για τα καινούργια είδωλα που βγήκαν στη μέση με την επανάσταση: για τους υπουργούς του Μάρτη, τις Συνελεύσεις της Φρανκφούρτης και του Βερολίνου, για όλους μαζί τους δεξιούς και τους αριστερούς της. Το πρώτο φύλλο κιόλας άρχισε με ένα άρθρο που ειρωνευόταν τη μηδαμινότητα του κοινοβουλίου της Φρανκφούρτης, τους άσκοπους ατέλειωτους λόγους του και τις περιττές άνανδρες αποφάσεις του. Το άρθρο αυτό μας στοίχισε τους μισούς μετόχους. Το κοινοβούλιο της Φρανκφούρτης δεν ήταν καν λέσχη συζητήσεων. Σ’ αυτό δε συζητούσαν σχεδόν καθόλου, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις διαβάζονταν έτοιμες ακαδημαϊκές πραγματείες που τις έφερναν μαζί τους και παίρνονταν αποφάσεις, που προορίζονταν να ενθουσιάσουν το γερμανό φιλισταίο, για τις οποίες όμως δε νοιαζόταν κανένας άλλος άνθρωπος. Η συνέλευση του Βερολίνου είχε κιόλας μεγαλύτερη σημασία. Αντιμετώπιζε μια πραγματική δύναμη, συζητούσε και έπαιρνε αποφάσεις όχι κούφιες, ούτε στα ύψη, πάνω στα σύννεφα της συνέλευσης της Φρανκφούρτης. Γι’ αυτό και καταπιαστήκαμε μ’ αυτήν πιο διεξοδικά. Μα τα είδωλα που είχαν εκεί οι αριστεροί, τον Σούλτσε-Ντέλιτς, τον Μπέρεντς, τον Έλσνερ, τον Στάϊν, κτλ., τους μεταχειριστήκαμε με την ίδια αυστηρότητα όπως τα είδωλα της Φρανκφούρτης. Αποκαλύψαμε χωρίς έλεος την αναποφασιστικότητά τους και τους αποδείχναμε ότι με τους συμβιβασμούς που έκαναν πρόδιδαν βήμα προς βήμα την επανάσταση. Αυτό προκαλούσε φυσικά ανατριχίλα στο δημοκράτη μικροαστό, που μόλις είχε κατασκευάσει αυτά τα

είδωλα ακριβώς για δική του χρήση. Όμως αυτή η ανατριχίλα ήταν για μας το σημάδι ότι είχαμε βρει καλά το στόχο. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίσαμε την πλάνη που τη διέδιδαν με ζήλο οι μικροαστοί, ότι τάχα η επανάσταση είχε ολοκληρωθεί με τα γεγονότα του Μάρτη και ότι τώρα δεν είχαμε παρά να δρέψουμε τους καρπούς. Για μας θα μπορούσαν να έχουν τα γεγονότα του Φλεβάρη και του Μάρτη τότε μόνο την έννοια πραγματικής επανάστασης αν γίνονταν όχι το τέρμα, αλλά αντίθετα η αφετηρία ενός μακρόχρονου επαναστατικού κινήματος, μέσα στο οποίο, όπως στη μεγάλη γαλλική ανατροπή, ο λαός θα αναπτυσσόταν παραπέρα με τους δικούς του αγώνες, τα κόμματα θα ξεχώριζαν όλο και πιο ξεκάθαρα, ώσπου θα συνταυτίζονταν ολότελα με τις μεγάλες τάξεις, με την αστική τάξη, με τη μικροαστική, με το προλεταριάτο – και πού στη διάρκειά του το προλεταριάτο θα κατακτούσε σιγά-σιγά, και ύστερα από μια σειρά μάχες, τη μια θέση ύστερα από την άλλη. Γι’ αυτό και αντιταχθήκαμε παντού στους δημοκράτες μικροαστούς, κάθε φορά που ήθελαν να συγκαλύψουν την ταξική τους αντίθεση με το προλεταριάτο, με την αγαπημένη τους φράση: «Όλοι θέλουμε το ίδιο, όλες οι διαφορές μας οφείλονται σε απλές παρεξηγήσεις». Όσο λιγότερο όμως επιτρέπαμε στους μικροαστούς να παρεξηγούν την προλεταριακή μας δημοκρατία, τόσο πιο ήμεροι και υποχωρητικοί γίνονταν απέναντί μας. Με όσο μεγαλύτερη οξύτητα και αποφασιστικότητα τους αντιμετωπίζουμε, τόσο πιο πρόθυμα σκύβουν, τόσο περισσότερες παραχωρήσεις κάνουν στο εργατικό κόμμα. Αυτό το είδαμε. Τέλος ξεσκεπάσαμε τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό (όπως έλεγε ο Μάρξ) των διαφόρων εθνικών, όπως τις λέγανε, συνελεύσεων. Αυτοί οι κύριοι είχαν αφήσει να τους ξεφύγουν όλα τα μέσα της εξουσίας και εν μέρει τα είχαν παραχωρήσει πάλι εθελοντικά στις κυβερνήσεις. Δίπλα στις νεοδυναμωμένες αντιδραστικές κυβερνήσεις υπήρχαν στο Βερολίνο και στη Φρανκφούρτη συνελεύσεις χωρίς καμιά δύναμη που παρ’ όλα αυτά φαντάζονταν ότι οι ανήμπορες αποφάσεις τους θα ανέτρεπαν τον κόσμο. Αυτή η ηλίθια αυταπάτη κυριαρχούσε ως την άκρα αριστερά. Εμείς τους φωνάζαμε: η κοινοβουλευτική σας νίκη θα συμπέσει με την πραγματική σας ήττα. Και πραγματικά έτσι έγινε και στο Βερολίνο και στη Φρανκφούρτη. Όταν η «αριστερά» απόκτησε την πλειοψηφία, η κυβέρνηση διέλυσε όλη τη συνέλευση, και αυτό το κατόρθωσε, γιατί η συνέλευση είχε χάσει την εμπιστοσύνη του λαού. Όταν διάβασα αργότερα το βιβλίο του Μπουζάρ για τον Μαρά,iii βρήκα ότι εμείς πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνουμε είχαμε μιμηθεί το μεγάλο πρότυπο του γνήσιου (όχι του παραποιημένου από τους βασιλόφρονες) «φίλοι του λαού», και ότι όλη η λύσσα και όλη η παραποίηση της ιστορίας που εξαιτίας της έναν ολόκληρο αιώνα σχεδόν είχαμε γνωρίσει έναν εντελώς παραμορφωμένο Μαρά, είχε μόνο τούτη την αιτία: ότι ο Μαρά είχε αφαιρέσει χωρίς οίκτο τον πέπλο που σκέπαζε τα είδωλα της στιγμής, τον Λαφαγιέτ, τον Μπαγύ και άλλους και ακόμα ότι ο Μαρά, όπως και εμείς, δεν παραδεχόταν την επανάσταση σαν τελειωμένη, αλλά ήθελε να την κηρύξει διαρκή. Διακηρύξαμε ανοιχτά ότι η τάση που εκπροσωπούσαμε τότε μόνο θα μπορούσε ν’ αρχίσει τον αγώνα για να πετύχει τους πραγματικούς κομματικούς σκοπούς μας, όταν θα βρίσκεται στην εξουσία το πιο άκρο από όλα τα υπάρχοντα επίσημα κόμματα στη Γερμανία: τότε απέναντι σ’ αυτό εμείς θα αποτελούσαμε την αντιπολίτευση. Όμως τα γεγονότα φρόντισαν πλάι στην κοροϊδία για τους γερμανούς αντιπάλους μας να πάρει τη θέση του και το φλογερό πάθος. Η εξέγερση των γάλλων εργατών τον Ιούνη του 1848 μας βρήκε στις θέσεις μας. Απ’ τον πρώτο πυροβολισμό κιόλας υποστηρίξαμε ανεπιφύλακτα τους επαναστάτες. Ύστερα από την ήττα τους τίμησε ο Μάρξ τους νικημένους μ’ ένα από τα πιο δυνατά του άρθρα. (σ.σ. Βλέπε Μάρξ-Ένγκελς, Άπαντα, μέρος πρώτο, τομ. 7ος, σελ. 115-118). Τότε μας εγκατέλειψαν και οι υπόλοιποι μέτοχοι. Όμως είχαμε την ικανοποίηση ότι ήμασταν το μόνο φύλλο στη Γερμανία και σχεδόν στην Ευρώπη, που κράτησε ψηλά τη σημαία του ποδοπατημένου προλεταριάτου, τη στιγμή που η αστική τάξη και οι φιλισταίοι όλων των χωρών άδειαζαν πάνω στους νικημένους τον οχετό των συκοφαντιών τους. Η εξωτερική πολιτική ήταν απλή: υποστήριξη κάθε επαναστατικού λαού, έκκληση για ένα γενικό πόλεμο της επαναστατικής Ευρώπης ενάντια στο μεγάλο στήριγμα της ευρωπαϊκής αντίδρασης, τη Ρωσία. Ύστερα από τις 24 του Φλεβάρη ήταν σε μας φανερό, ότι η επανάσταση είχε μονάχα έναν πραγματικά τρομερό εχθρό, τη Ρωσία, και ότι αυτός ο εχθρός ήταν τόσο πιο αναγκασμένος να μπει στον αγώνα, όσο περισσότερο έπαιρνε το κίνημα ευρωπαϊκές διαστάσεις.

Τα γεγονότα της Βιέννης, του Μιλάνου, του Βερολίνου, επιβράδυναν αναγκαστικά τη ρούσικη επίθεση, όμως ήταν τόσο πιο βέβαιο ότι η επίθεση αυτή θα γινόταν τελικά, όσο περισσότερο η επανάσταση πλησίαζε προς τη Ρωσία. Αν κατορθωνόταν όμως να ξεσηκωθεί η Γερμανία σε πόλεμο ενάντια στη Ρωσία, τότε αυτό θα σήμαινε το τέλος των Αψβούργων και των Χοεντσόλερν και η επανάσταση θα νικούσε σ’ όλη τη γραμμή. Αυτή η πολιτική περνούσε σαν κόκκινο νήμα μέσα από κάθε φύλλο της εφημερίδας μας ίσαμε τη στιγμή της πραγματικής εισβολής των ρώσων στην Ουγγαρία, που επιβεβαίωσε ολότελα τις προβλέψεις μας, και έκρινε την ήττα της επανάστασης. Όταν την άνοιξη του 1849 πλησίαζε ο αποφασιστικός αγώνας, η γλώσσα της εφημερίδας μας γινόταν από φύλλο σε φύλλο πιο έντονη και πιο φλογερή. Ο Βίλχελμ Βόλφ θύμιζε στους χωρικούς της Σιλεσίας με το «Δισεκατομμύριο της Σιλεσίας» (οχτώ άρθρα) ότι με την απολύτρωσή τους από τα φεουδαρχικά βάρη, τους εξαπάτησαν οι τσιφλικάδες με τη βοήθεια της κυβέρνησης και τους πήραν χρήματα και γη, και απαιτούσε την αποζημίωσή τους με ένα δισεκατομμύριο τάλιρα. Ταυτόχρονα δημοσιεύτηκε τον Απρίλη σε μια σειρά κύρια άρθρα της εφημερίδας η πραγματεία του Μάρξ: «Μισθωτή εργασία και Κεφάλαιο», (σ.σ. Βλέπε τόμο Ι, εκδοτικός οίκος «ΓΝΩΣΕΙΣ» ΔΙΑΛΕΧΤΑ ΕΡΓΑ, σελ. 64-108) που έδειχνε ξεκάθαρα τον κοινωνικό σκοπό της πολιτικής μας. Κάθε φύλλο, κάθε έκτακτη έκδοση έδειχναν την προετοιμαζόμενη μεγάλη μάχη, την όξυνση των αντιθέσεων στη Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία και Ουγγαρία. Ιδίως οι έκτακτες εκδόσεις του Απρίλη και του Μάη ήταν άλλες τόσες εκκλήσεις στο λαό να είναι έτοιμος για το χτύπημα. «Έξω σ’ όλη τη Γερμανία» παραξενεύονταν γιατί κάναμε όλα αυτά χωρίς να μας ενοχλούν, μέσα σ’ ένα πρωσικό οχυρό πρώτης γραμμής, μπρος σε μια φρουρά με 8.000 άντρες και μπρος στα μάτια της αστυνομίας. Όμως τα 8 όπλα με ξιφολόγχη και οι 250 σφαίρες που βρίσκονταν στο δωμάτιο της σύνταξης και οι κόκκινοι γιακωμπίνικοι σκούφοι των τυπογράφων, έκαναν τους αξιωματικούς να θεωρούν και το δικό μας σπίτι φρούριο που δε μπορούσε να παρθεί με ένα απλό εγχείρημα. Τέλος, στις 18 του Μάη 1849, ήρθε το χτύπημα. Η εξέγερση στη Δρέσδη και στο Έλμπερφελντ είχε κατασταλεί, η εξέγερση του Ιζερλόν είχε περικυκλωθεί, η επαρχία του Ρήνου και η Βεστφαλία είχαν πλημμυρίσει από ξιφολόγχες, που, ύστερα από βίαιη κατάπνιξη της πρωσικής Ρηνανίας, προορίζονταν να βαδίσουν στο Παλατινάτο και τη Βάδη. Τότε τόλμησε επιτέλους η κυβέρνηση να μας επιτεθεί. Οι μισοί συντάκτες διώκονται δικαστικά, οι άλλοι μπορούσαν να απελαθούν γιατί δεν ήταν πρώσοι. Εδώ δε μπορούσε να γίνει τίποτα, εφόσον πίσω από την κυβέρνηση βρισκόταν ένα ολόκληρο σώμα στρατού. Έπρεπε να παραδώσουμε το φρούριό μας, αποσυρθήκαμε όμως με τα όπλα και τα εφόδιά μας, με μουσικές και με κυματίζουσα σημαία το τελευταίο κόκκινο φύλλο της εφημερίδας, όπου προειδοποιούσαμε τους εργάτες της Κολωνίας να φυλάγονται από πραξικοπήματα της απελπισίας, και τους λέγαμε: «Οι συντάκτες της “Νέας εφημερίδας του Ρήνου” αποχαιρετώντας σας ευχαριστούν για τη συμπαράσταση που τους δείξατε. Η τελευταία τους λέξη θα είναι παντού και πάντα: χειραφέτηση της εργαζόμενης τάξης!». Έτσι τελείωσε η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου» λίγο πριν συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της έκδοσής της. Αρχίζοντας σχεδόν εντελώς χωρίς χρηματικά μέσα – όπως είπαμε πολύ γρήγορα χάθηκαν τα λίγα που της είχαν υποσχεθεί – έφθασε κιόλας το Σεπτέμβρη να τυπώνει σχεδόν 5.000 φύλλα. Η κατάσταση πολιορκίας της Κολωνίας την έκλεισε. Στα μέσα του Οκτώβρη έπρεπε να ξαναρχίσει πάλι από την αρχή. Το Μάη όμως του 1849, όταν την απαγόρευσαν, είχε κιόλας πάλι 6.000 συνδρομητές, ενώ η «Εφημερίδα της Κολωνίας» σύμφωνα με τη δική της ομολογία δεν είχε τότε περισσότερους από 9.000. Καμιά γερμανική εφημερίδα, ούτε πριν ούτε μετά, δεν είχε ποτέ τη δύναμη και την επιρροή και δε μπόρεσε να ηλεκτρίζει τόσο τις προλεταριακές μάζες όσο η «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου». Κι αυτό το χρωστούσε προπάντων στον Μάρξ. Όταν ήρθε το χτύπημα, διαλύθηκε η σύνταξη. Ο Μάρξ πήγε στο Παρίσι, όπου προετοιμαζόταν η αποφασιστική μάχη που δόθηκε στις 13 του Ιούνη 1849. Ο Βίλχελμ Βόλφ πήρε τη θέση του στο κοινοβούλιο της Φρανκφούρτης – τώρα που θα έπρεπε να εκλέξει η συνέλευση ανάμεσα στη διάλυσή της απ’ τα πάνω και στην προσχώρησή της στην επανάσταση. Εγώ πήγα στο

Παλατινάτο και έγινα υπασπιστής στα εθελοντικά σώματα του Βίλλιχ.

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τον Φ. Ένγκελς, το Φλεβάρη – αρχές Μάρτη του 1884 και δημοσιεύτηκε στο «Σοσιαλδημοκράτη» στις 13 του Μάρτη του 1884. Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στα διαλεχτά έργα των Μάρξ – Ένγκελς και Λένιν, που επιμελήθηκε το Ινστιτούτο Μάρξ-Ένγκελς-Λένιν (Κρατικός Εκδοτικός Οίκος για πολιτική φιλολογία, Μόσχα 1948). Τα υλικά αυτών των έργων φυλάγονται στο Ινστιτούτο Μάρξ-ΈνγκελςΛένιν της Μόσχας. Στο Ελληνικό Διαδίκτυο δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ. ii σ.σ. πόλη ή τόπος όπου έχει την έδρα του ένας ηγεμόνας iii σ.σ. Πρόκειται για το βιβλίο του A. Bougeart: Marat, l’ amid u peupie, (Μαρά, ο φίλος του λαού), Παρίσι, 1865

i

Φρίντριχ Ενγκελς

Ομιλία στον τάφο του Καρλ Μαρξ

i

Στις 14 του Μάρτη το απόγευμα, στις τρεις παρά τέταρτο έπαψε να σκέφτεται ο μεγαλύτερος σύγχρονος στοχαστής. Μόλις τον είχαμε αφήσει μονάχο του δυό λεπτά και τον βρήκαμε όταν ξαναμπήκαμε στο δωμάτιό του ήσυχα αποκοιμισμένο στην πολυθρόνα του – αλλά για πάντα. Είναι αδύνατο να εκτιμήσουμε τι έχασε το μαχητικό ευρωπαϊκό και αμερικάνικο προλεταριάτο, τι έχασε η ιστορική επιστήμη με το θάνατο αυτού του ανθρώπου. Πολύ γρήγορα θα γίνει αισθητό το κενό που δημιούργησε ο θάνατος αυτού του γίγαντα. Όπως ο Δαρβίνος ανακάλυψε το νόμο εξέλιξης της οργανικής φύσης, έτσι ο Μαρξ ανακάλυψε το νόμο εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας: το σκεπασμένο ίσαμε τώρα με ιδεολογικά επιστρώματα απλό γεγονός, ότι οι άνθρωποι, πριν απ’ όλα, πρέπει να τρώνε, να πίνουν, να έχουν κατοικία και να ντύνονται προτού αρχίσουν να ασχολούνται με την πολιτική, την επιστήμη, την τέχνη, τη θρησκεία κλπ. Ότι επομένως η παραγωγή των άμεσων υλικών μέσων συντήρησης και κατά συνέπεια η κάθε φορά βαθμίδα της οικονομικής ανάπτυξης ενός λαού, η μιας χρονικής περιόδου, αποτελεί τη βάση, απ’ όπου εξελίχθηκαν οι κρατικοί θεσμοί, οι αντιλήψεις για το δίκαιο, την τέχνη, ακόμα και οι θρησκευτικές παραστάσεις των ανθρώπων αυτής της εποχής, τη βάση απ’ όπου επομένως πρέπει να εξηγηθούν και όχι αντίθετα – όπως συνέβαινε ίσαμε τώρα. Μα αυτό δεν είναι όλο. Ο Μαρξ ανακάλυψε επίσης τον ειδικό νόμο κίνησης του σημερινού κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και της αστικής κοινωνίας που προέρχονταν απ’ αυτόν. Με την ανακάλυψη της υπεραξίας, φωτίστηκαν με μιας όλα, ενώ όλες οι προηγούμενες έρευνες, τόσο των αστών οικονομολόγων, όσο και των σοσιαλιστών κριτικών είχαν πλανηθεί στο σκοτάδι. Δυό τέτοιες ανακαλύψεις θα ήταν αρκετές για μια ζωή, και θα ήταν ευτυχής εκείνος που θα αξιωνόταν να κάνει έστω και μια τέτοια ανακάλυψη. Ο Μαρξ όμως έκανε πρωτότυπες ανακαλύψεις σε κάθε τομέα που ερεύνησε – ακόμα και στα μαθηματικά – και τέτοιοι τομείς υπήρξαν πάρα πολλοί και δεν υπάρχει ούτε ένας μέσα σ’ αυτούς που να τον ερεύνησε μόνον επιφανειακά. Τέτοιος ήταν ο άνθρωπος της επιστήμης. Αυτό όμως δεν ήταν το βασικό στο έργο του. Η επιστήμη ήταν για τον Μαρξ μια ιστορία κινητήρια, επαναστατική δύναμη. Όσο μεγάλη χαρά κι αν αισθανόταν για κάθε νέα ανακάλυψη σε οποιαδήποτε θεωρητική επιστήμη, που δε μπορούσε ίσως να προβλεφθεί ακόμα καθόλου η πρακτική της εφαρμογή – αισθανόταν μια εντελώς αλλιώτικη χαρά όταν επρόκειτο για μια ανακάλυψη που επιδρούσε αμέσως επαναστατικά στη βιομηχανία και γενικά στην ιστορική εξέλιξη. Έτσι παρακολούθησε επισταμένα την πορεία των ανακαλύψεων στον τομέα του ηλεκτρισμού και τελευταία τις ανακαλύψεις του Μαρκ Ντεπρέ. Γιατί ο Μαρξ ήταν προπάντων επαναστάτης. Ο πραγματικός σκοπός της ζωής του ήταν να βοηθήσει με έναν οποιοδήποτε τρόπο στην ανατροπή της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και των κρατικών θεσμών που έχει δημιουργήσει, να πάρει μέρος στην απελευθέρωση του σύγχρονου προλεταριάτου, που αυτός του έδωσε για πρώτη φορά τη συνείδηση της θέσης του και των αναγκών του, τη συνείδηση των όρων της χειραφέτησής του. Ο αγώνας ήταν το στοιχείο του. Και αγωνίστηκε με πάθος, με επιμονή, με επιτυχία, όσο λίγοι. Η πρώτη «Εφημερίδα του Ρήνου» 1842, το παρισινό «Φόρβερτς» 1844 (σ.σ. “Vorwarts” («Εμπρός») – ριζοσπαστική εφημερίδα που έβγαινε στα γερμανικά στο Παρίσι το 1844 από γερμανούς σοσιαλιστές φυγάδες. Ένας από τους συνεργάτες της ήταν και ο Μάρξ), «Η Γερμανική εφημερίδα των Βρυξελλών» 1847, «Η Νέα εφημερίδα του Ρήνου» 1848-49, «Το Βήμα της Νέας Υόρκης» από το 1852 έως το 1861 – και χώρια ένα πλήθος από μαχητικά βιβλιαράκια, δουλειά σε συλλόγους στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο, έως ότου ήρθε τελικά σαν στεφάνωμα του συνόλου, η μεγάλη «Διεθνής των Εργατών» - αληθινά ένα ακόμα αποτέλεσμα, που γι’ αυτό μπορούσε να περηφανεύεται ο δημιουργός του – κι αν ακόμα δεν είχε κάνει τίποτε άλλο. Να γιατί είχαν μισήσει και συκοφαντήσει τον Μάρξ περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο της εποχής του. Τον απέλαυναν κυβερνήσεις απολυταρχικές και δημοκρατικές. Αστοί, συντηρητικοί και δημοκράτες των άκρων συναγωνίζονταν αναμεταξύ τους ποιος θα τον δυσφημήσει περισσότερο. Όλα αυτά τα παραμέριζε σα να ήταν ιστός αράχνης, δεν τους έδινε

σημασία και δεν απαντούσε παρά μόνο σε μεγάλη ανάγκη. Και πέθανε τιμημένος, αγαπημένος, τον κλάψανε εκατομμύρια επαναστάτες συνεργάτες του, που κατοικούν σ’ όλη την Ευρώπη και την Αμερική, από τα ορυχεία της Σιβηρίας έως την Καλιφόρνια. Και τολμώ να πω: μπορεί να είχε πολλούς αντιπάλους, όμως δύσκολο είναι να πούμε πως είχε έστω και έναν προσωπικό εχθρό. Το όνομά του και το έργο του θα ζήσουν στους αιώνες!

Ο Λόγος που εκφωνήθηκε από τον ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΈΝΓΚΕΛΣ αγγλικά στο νεκροταφείο του Χάϊγκειτ στις 18 του Μάρτη 1883. Το κείμενο του Λόγου του δημοσιεύθηκε στα γερμανικά στο «Σοσιαλδημοκράτη» στις 22 Μαρτίου του 1883. Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στα διαλεχτά έργα των Μάρξ – Ένγκελς και Λένιν, που επιμελήθηκε το Ινστιτούτο Μάρξ-Ένγκελς-Λένιν (Κρατικός Εκδοτικός Οίκος για πολιτική φιλολογία, Μόσχα 1948). Τα υλικά αυτών των έργων φυλάγονται στο Ινστιτούτο Μάρξ-Ένγκελς-Λένιν της Μόσχας. Στο Ελληνικό Διαδίκτυο δημοσιεύεται για πρώτη φορά από το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ.

i

Φρίντριχ Ενγκελς

Πρόλογος στο έργο του Μαρξ Για το Ζήτημα του Ελεύθερου Εμπορίου*
Προς τα τέλη του 1847, στις Βρυξέλλες έγινε ένα συνέδριο του Ελευθέρου Εμπορίου1. Ηταν μια στρατηγική κίνηση στην εκστρατεία ελευθέρου εμπορίου που γινόταν τότε από τους Αγγλους βιομηχάνους. Νικητές στο εσωτερικό, με την κατάργηση των Νόμων για τα Σιτηρά το 18462, τώρα εισέβαλλαν στην ήπειρο για να ζητήσουν, σε αντάλλαγμα για την ελεύθερη αποδοχή των ηπειρωτικών σιτηρών στην Αγγλία, την ελεύθερη αποδοχή των αγγλικών μεταποιητικών προϊόντων στις ηπειρωτικές αγορές. Στο Συνέδριο αυτό, ο Μαρξ είχε εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών, αλλά, όπως θα μπορούσε κανείς να περιμένει, τα πράγματα δεν ήταν τόσο καλά οργανωμένα με αποτέλεσμα πριν έλθει η σειρά του το συνέδριο να έχει κλείσει τις εργασίες του. Ετσι, αυτά που είχε να πει ο Μαρξ για το θέμα του ελευθέρου εμπορίου αναγκάστηκε να τα πει μπροστά στο Δημοκρατικό Σύνδεσμο των Βρυξελλών, ένα διεθνές σώμα του οποίου ήταν ένας από τους αντιπροέδρους3. Καθώς το ερώτημα Ελεύθερο Εμπόριο ή Προστασία είναι στην ημερήσια διάταξη στην Αμερική, θεωρήθηκε χρήσιμη η δημοσίευση μιας αγγλικής μετάφρασης του λόγου του Μαρξ, στην οποία κλήθηκα να γράψω έναν εισαγωγικό πρόλογο. «Το προστατευτικό σύστημα», λέει ο Μαρξ, «ήταν ένα τεχνητό μέσον για να κατασκευάζονται εργοστασιάρχες, ν’ απαλλοτριώνονται ανεξάρτητοι εργάτες, να κεφαλαιοποιούνται τα εθνικά μέσα παραγωγής και συντήρησης και για να συντομευτεί με τη βία το πέρασμα από το μεσαιωνικό στο σύγχρονο τρόπο παραγωγής»4. Αυτή ήταν η προστασία στις αρχές της στον 17ο αιώνα, αυτή παρέμεινε βαθιά μέσα στον 19ο αιώνα. Τότε θεωρούνταν η φυσιολογική πολιτική κάθε πολιτισμένου κράτους στη δυτική Ευρώπη. Οι μόνες εξαιρέσεις ήταν τα μικρότερα κράτη της Γερμανίας και της Ελβετίας - όχι από αντιπάθεια προς το σύστημα αλλά λόγω της αδυναμίας να εφαρμοσθεί το σύστημα αυτό σε τόσο μικρό έδαφος. Κάτω από τις προστατευτικές φτερούγες της προστασίας εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε στην Αγγλία το σύστημα της σύγχρονης βιομηχανίας - παραγωγή με ατμοκίνητες μηχανές - στο τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα. Και, σαν να μην ήταν αρκετή η δασμολογική προστασία, οι πόλεμοι ενάντια στη Γαλλική Επανάσταση βοήθησαν στην εξασφάλιση του μονοπωλίου από την Αγγλία των νέων βιομηχανικών μεθόδων. Για πάνω από 20 χρόνια, τα αγγλικά πολεμικά απέκοψαν τους βιομηχανικούς αντιπάλους της Αγγλίας από τις αντίστοιχες αποικιακές τους αγορές, ενώ άνοιγαν βίαια αυτές τις αγορές στο αγγλικό εμπόριο. Ο αποχωρισμός των Νοτιοαμερικανικών αποικιών από τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις τους, η κατάκτηση από την Αγγλία όλων των γαλλικών και ολλανδικών αποικιών που άξιζαν τον κόπο, η προοδευτική υποταγή της Ινδίας μετέτρεψαν τους κατοίκους όλων αυτών των τεραστίων εδαφών5 σε πελάτες των αγγλικών αγαθών. Η Αγγλία συμπλήρωσε έτσι την προστασία που εφάρμοζε στο εσωτερικό με το ελεύθερο εμπόριο που επέβαλλε στους ενδεχομένους πελάτες της στο εξωτερικό και, χάρις στο ευτυχές μείγμα των δύο συστημάτων, στο τέλος των πολέμων, το 18156, βρέθηκε, όσον αφορά όλους τους σημαντικούς κλάδους της βιομηχανίας, να κατέχει το ουσιαστικό μονοπώλιο του εμπορίου στον κόσμο. Το μονοπώλιο επεκτάθηκε και δυνάμωσε παραπέρα στα χρόνια της ειρήνης που ακολούθησε. Η αρχική διαφορά, την οποία είχε αποσπάσει η Αγγλία στη διάρκεια του πολέμου, αυξανόταν από χρόνο σε χρόνο. Εμοιαζε να ξεπερνά όλο και πιο πολύ όλους τους ενδεχομένους αντιπάλους της. Οι εξαγωγές μεταποιητικών αγαθών σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες έγιναν πράγματι ένα ζήτημα ζωής και θανάτου γι’ αυτή τη χώρα. Και φαίνεται να υπήρχαν μοναχά δύο * Το παρόν κείμενο είναι ο εισαγωγικός πρόλογος που έγραψε ο Φρ. Ενγκελς για την αγγλική έκδοση σε μπροσούρα (1888) σε λόγο του Κ. Μαρξ για το ζήτημα του ελεύθερου εμπορίου (1847). Ο «Πρόλογος» αυτός δεν έχει εκδοθεί στην ελληνική γλώσσα. Τη μετάφραση έκανε ο Θ. Παπαρήγας και την επιμέλεια ο Ηλ. Λέγγερης. Για τις υποσημειώσεις του επιμελητή πάρθηκαν υπόψη και αυτές που υπήρχαν στην αγγλική έκδοση. Η μετάφραση έγινε από την αγγλική έκδοση των Απάντων Μαρξ - Ενγκελς Collected Works volume 26 (Engels: 1882-1889) των εκδόσεων Progress, Μόσχα 1990. Πρώτη δημοσίευση στην «Die Neue Zeit», Νο. 7, Ιούλης 1888, καθώς επίσης και στο φυλλάδιο «Κ. Μαρξ: Ελεύθερο Εμπόριο», Βοστόνη, 1888.

εμπόδια στον δρόμο. Η απαγορευτική και προστατευτική νομοθεσία των άλλων χωρών και οι φόροι επί των εισαγομένων πρώτων υλών και τροφίμων στην Αγγλία. Μετά οι θεωρίες του Ελευθέρου Εμπορίου της κλασικής πολιτικής οικονομίας - των Γάλλων φυσιοκρατών7 και των Αγγλων διαδόχων τους Ανταμ Σμιθ και Ρικάρντο8 - έγιναν δημοφιλείς στη χώρα του Τζον Μπουλ. Η προστασία στο εσωτερικό ήταν άχρηστη σε κατασκευαστές που είχαν νικήσει όλους τους ξένους αντιπάλους τους και των οποίων η ίδια η ύπαρξη βασιζόταν στην επέκταση των εξαγωγών τους. Η προστασία στο εσωτερικό δε συνέφερε κανέναν εκτός από τους παραγωγούς τροφίμων και άλλων πρώτων υλών, τα αγροτικά συμφέροντα, τα οποία, στις τότε συνθήκες στην Αγγλία, σήμαιναν τους αποδόχους της προσόδου, την έγγεια αριστοκρατία. Και αυτό το είδος προστασίας ήταν επιζήμιο για τους κατασκευαστές. Φορολογώντας τις πρώτες ύλες, αύξαινε τις τιμές των προϊόντων που κατασκεύαζαν αυτοί, φορολογώντας τα τρόφιμα, αύξαινε την τιμή της εργατικής δύναμης. Και στις δύο περιπτώσεις, έβαζε το Βρετανό κατασκευαστή σε δυσμενή θέση σε σύγκριση με τον ξένο ανταγωνιστή του. Και, καθώς όλες οι άλλες χώρες έστελναν στην Αγγλία κυρίως αγροτικά προϊόντα και έπαιρναν από την Αγγλία κυρίως μεταποιητικά προϊόντα, η κατάργηση των αγγλικών προστατευτικών δασμών στα δημητριακά και τις πρώτες ύλες γενικά ήταν, ταυτόχρονα, μια έκκληση στις ξένες χώρες να καταργήσουν ή τουλάχιστον να μειώσουν σε αντάλλαγμα τους εισαγωγικούς δασμούς που επέβαλλαν στους Αγγλους κατασκευαστές. Υστερα από παρατεταμένο και βίαιο αγώνα, οι Αγγλοι βιομηχανικοί καπιταλιστές, ήδη, στην πραγματικότητα ηγετική τάξη του έθνους, η τάξη εκείνη της οποίας τα συμφέροντα ήταν τότε τα κύρια εθνικά συμφέροντα, βγήκαν νικητές. Η έγγεια αριστοκρατία αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Οι δασμοί στα δημητριακά και άλλες πρώτες ύλες καταργήθηκαν. Το Ελεύθερο Εμπόριο έγινε το σύνθημα της ημέρας. Ο προσηλυτισμός των άλλων χωρών στο ευαγγέλιο του Ελεύθερου Εμπορίου και η δημιουργία -έτσι- ενός κόσμου στον οποίο ή Αγγλία ήταν το μεγάλο μεταποιητικό κέντρο, με όλες τις άλλες χώρες σαν ανεξάρτητες αγροτικές περιφέρειες, αυτό ήταν το κύριο καθήκον μπροστά στους Αγγλους κατασκευαστές και τους εκφραστές τους, τους θεωρητικούς της πολιτικής οικονομίας. Αυτή ήταν η εποχή του Συνεδρίου των Βρυξελλών, η εποχή όταν ο Μαρξ ετοίμαζε την εν λόγω ομιλία του. Αναγνωρίζοντας ότι η προστασία μπορεί ακόμη, σε μερικές περιπτώσεις, π.χ. στη Γερμανία του 1847, να είναι προς το συμφέρον των καπιταλιστών της μεταποίησης, αποδεικνύοντας ότι αυτό το Ελεύθερο Εμπόριο δεν ήταν μια πανάκεια για τα δεινά από τα οποία υπέφερε η εργατική τάξη και θα μπορούσε ακόμα και να τα επιδεινώσει, τάσσεται, τελικά και καταρχήν, υπέρ του Ελευθέρου Εμπορίου. Γι’ αυτόν, το Ελεύθερο Εμπόριο είναι η φυσιολογική κατάσταση της σύγχρονης καπιταλιστικής παραγωγής. Μόνο σε συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου μπορούν να αναπτυχθούν πλήρως οι τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις του ατμού, του ηλεκτρισμού, των μηχανών και, όσο πιο γρήγορος ο ρυθμός αυτής της ανάπτυξης τόσο πιο γρήγορα και πληρέστερα θα πραγματοποιηθούν τα αναπόφευκτα αποτελέσματά της. Η κοινωνία διασπάται σε δύο τάξεις, καπιταλιστές από δω, μισθωτοί εργάτες από κει. Κληρονομικός πλούτος από τη μια, κληρονομική φτώχεια από την άλλη. Με την προσφορά να ξεπερνά τη ζήτηση, με τις αγορές ανίκανες να απορροφήσουν την όλο και μεγαλύτερη μάζα της παραγωγής της βιομηχανίας, με ένα κύκλο, που συνεχώς επαναλαμβάνεται, ευημερίας, κορεσμού, κρίσης, πανικού, χρόνιας ύφεσης και βαθμιαίας αναζωογόνησης του εμπορίου, προάγγελο όχι μόνιμης βελτίωσης αλλά ανανεωμένης υπερπαραγωγής και κρίσης, με λίγα λόγια, με τις παραγωγικές δυνάμεις να επεκτείνονται σε τέτιο βαθμό ώστε επαναστατούν σαν ενάντια σε ανυπόφορα δεσμά, ενάντια στους κοινωνικούς θεσμούς κάτω από τους οποίους έχουν μπει σε κίνηση. Η μόνη δυνατή λύση: μια κοινωνική επανάσταση9, που θα απελευθερώσει τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις από τα δεσμά μιας ξεπερασμένης κοινωνικής τάξης και τους πραγματικούς παραγωγούς, τη μεγάλη μάζα του λαού, από τη μισθωτή σκλαβιά. Και επειδή το Ελεύθερο Εμπόριο είναι η φυσική, η ομαλή ατμόσφαιρα γι’ αυτή την ιστορική εξέλιξη, το οικονομικό περιβάλλον στο οποίο οι συνθήκες για την αναπόφευκτη κοινωνική επανάσταση10 θα δημιουργηθούν το ταχύτερο δυνατό - για αυτό το λόγο και μόνο για αυτόν, ο Μαρξ τάχθηκε υπέρ του Ελευθέρου Εμπορίου.

Πάντως, τα χρόνια που ακολούθησαν αμέσως τη νίκη του Ελευθέρου Εμπορίου στην Αγγλία έμοιαζαν να επαληθεύουν τις πιο παράλογες προσδοκίες ευημερίας που βασίζονταν σ’ αυτό το γεγονός. Το βρετανικό εμπόριο αυξήθηκε σε μυθώδη ποσά, το βιομηχανικό μονοπώλιο της Αγγλίας στην αγορά του κόσμου έμοιαζε πιο σταθερό από ποτέ. Νέα σιδηρουργία, νέα υφαντουργία δημιουργήθηκαν σε μαζική κλίμακα, νέοι βιομηχανικοί κλάδοι αναπτύχθηκαν παντού. Υπήρχε βέβαια μια βαριά κρίση το 1857, αλλά ξεπεράστηκε και η πορεία προς τα εμπρός στο εμπόριο και τη βιομηχανία έμπαινε πάλι γρήγορα σε πλήρη κίνηση, μέχρι που, το 1866, συνέβη ένας νέος πανικός, ο οποίος, αυτή τη φορά, φαίνεται να σημειώνει μια νέα εκκίνηση στην οικονομική ιστορία του κόσμου. Η άνευ προηγουμένου επέκταση της βιομηχανίας και του εμπορίου της Βρετανίας μεταξύ του 1848 και του 1866 οφειλόταν, αναντίρρητα και σε μεγάλη έκταση, στην κατάργηση των προστατευτικών δασμών στα τρόφιμα και στις πρώτες ύλες. Αλλά όχι εντελώς. Ταυτόχρονα έγιναν και άλλες σημαντικές αλλαγές που τη βοήθησαν. Τα παραπάνω χρόνια περιλαμβάνουν την ανακάλυψη και την αξιοποίηση των χρυσωρυχείων της Καλιφόρνιας και της Αυστραλίας11(11) οι οποίες αύξησαν τα μέσα κυκλοφορίας του κόσμου τόσο τεράστια, σηματοδότησαν την τελική νίκη του ατμού ενάντια σε όλες τα άλλα μέσα μεταφοράς,12 στον ωκεανό τα ατμόπλοια ξεπερνούν τώρα τα ιστιοφόρα, στο έδαφος, σε όλες τις πολιτισμένες χώρες, ο σιδηρόδρομος έχει πάρει την πρώτη θέση, οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι τη δεύτερη. Η μεταφορά τώρα γίνεται τέσσερις φορές γρηγορότερη και τέσσερις φορές φθηνότερη. Δεν είναι περίεργο ότι σε τέτιες ευνοϊκές συνθήκες, οι βρετανικές βιομηχανίες που εργάζονταν με ατμό θα επέκτειναν την κυριαρχία τους σε βάρος των ξένων εθνικών βιομηχανιών που βασίζονταν στη χειρωνακτική εργασία. Αλλά θα κάθονταν οι άλλες χώρες ήσυχες και θα υποτάσσονταν σ’ αυτή την αλλαγή, η οποία τις υποβάθμιζε στη θέση του απλού αγροτικού εξαρτήματος της Αγγλίας, του «εργαστηρίου του κόσμου»; Οι ξένες χώρες δεν έκαναν τίποτα τέτιο. Η Γαλλία, για 200 σχεδόν χρόνια, κάλυπτε τα εργαστήρια της πίσω από ένα τέλειο Σινικό τείχος προστασίας και απαγόρευσης, και είχε φθάσει σε όλα τα είδη πολυτελείας και γούστου μια υπεροχή την οποία η Αγγλία ούτε καν προσπάθησε να αμφισβητήσει. Η Ελβετία, κάτω από τέλειο Ελεύθερο Εμπόριο, διέθετε σχετικά σημαντικά εργαστήρια, τα οποία ο αγγλικός ανταγωνισμός δεν μπορούσε να αγγίξει. Η Γερμανία, με ένα δασμολόγιο πολύ πιο φιλελεύθερο από εκείνο οποιασδήποτε μεγάλης ηπειρωτικής χώρας ανέπτυσσε τις βιομηχανίες της με ρυθμό ταχύτερο ακόμη και από την Αγγλία. Και η Αμερική, λόγω του Εμφυλίου Πολέμου του 186113, στράφηκε ξαφνικά προς τις πηγές της, έπρεπε να βρει μέσα ανταπόκρισης στη ζήτηση μεταποιητικών προϊόντων κάθε είδους και μπορούσε να το κάνει μόνο με τη δημιουργία δικών της βιομηχανιών στη χώρα. Η πολεμική ζήτηση σταμάτησε όταν σταμάτησε ο πόλεμος, αλλά οι νέες βιομηχανίες ήταν εκεί και έπρεπε να αντιμετωπίσουν το βρετανικό ανταγωνισμό. Και ο πόλεμος είχε ωριμάσει, στην Αμερική την αντίληψη ότι ένα έθνος των 35 εκατομμυρίων, που διπλασιάζει τον πληθυσμό του κάθε 40 χρόνια το πολύ, με τέτιους τεράστιους πόρους και περιτριγυρισμένο από γείτονες αναγκασμένους για πολλά χρόνια να περιορίζονται στην αγροτική οικονομία, ότι ένα τέτιο έθνος είχε το «έκδηλο πεπρωμένο»14 να είναι ανεξάρτητο από ξένες βιομηχανίες για τα βασικά του καταναλωτικά του είδη και να είναι έτσι και σε ειρηνικούς και σε πολεμικούς καιρούς. Και τότε η Αμερική έγινε προστατευτική. Εδώ και 15 ίσως χρόνια, ταξίδευα σ’ ένα βαγόνι με έναν έξυπνο έμπορο από τη Γλασκόβη, που ίσως ενδιαφερόταν για το εμπόριο σιδήρου. Μιλώντας για την Αμερική, με φίλεψε με τις παλιές ρητορείες του Ελευθέρου Εμπορίου: «Δε θα ήταν αδιανόητο ένα έθνος από πανέξυπνους επιχειρηματίες όπως οι Αμερικανοί να πληρώνουν φόρο υποτελείας σε ιθαγενείς σιδηρουργούς και βιομηχάνους, ενώ θα μπορούσαν να αγοράσουν το ίδιο, αν όχι καλύτερο, εμπόρευμα πολύ πιο φτηνά σ΄ αυτή τη χώρα;». Και μετά μου έδωσε παραδείγματα για το πόσο οι Αμερικανοί επιβαρύνουν τον εαυτό τους για να πλουτίσουν μερικούς άπληστους σιδηρουργούς. «Πάντως», απάντησα, «υπάρχει και μια άλλη πλευρά στο θέμα. Ξέρετε ότι στους τομείς του άνθρακα, της υδραυλικής ενέργειας, του σιδήρου και άλλων μεταλλευμάτων, των φτηνών τροφίμων, του ντόπιου βαμβακιού και άλλων πρώτων υλών, η Αμερική διαθέτει πόρους και πλεονεκτήματα απλησίαστα από οποιαδήποτε Ευρωπαϊκή χώρα, και ότι αυτές οι πηγές δεν

μπορούν να αναπτυχθούν πλήρως εκτός εάν η Αμερική γίνει βιομηχανική χώρα. Θα παραδεχτείτε επίσης, ότι ένα μεγάλο έθνος σαν τους Αμερικανούς δεν μπορεί να ζήσει μόνο με την αγροτική οικονομία, που θα ήταν συνώνυμο με την καταδίκη στη μόνιμη βαρβαρότητα και κατωτερότητα, και κανένα μεγάλο έθνος δεν μπορεί να ζήσει, στην εποχή μας, χωρίς δικές του βιομηχανίες. Ωραία, λοιπόν, αν η Αμερική πρέπει να γίνει μια βιομηχανική χώρα και αν έχει κάθε πιθανότητα όχι μόνο να επιτύχει αλλά και ακόμη και να ξεπεράσει και τους αντιπάλους της, υπάρχουν δύο δρόμοι ανοιχτοί σ’ αυτήν: ή να διεξαγάγει για -ας πούμε- 50 χρόνια έναν εξαιρετικά δαπανηρό ανταγωνιστικό πόλεμο σε συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου ενάντια στους Αγγλους βιομηχάνους, που έχουν αρχίσει εδώ και 100 περίπου χρόνια ή αλλιώς να αποκλείσει με προστατευτικούς δασμούς τους Αγγλους βιομηχάνους για -ας πούμε- 25 χρόνια, με τη σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα ότι στο τέλος των 25 ετών θα είναι ικανή να σταθεί στην ανοιχτή αγορά του κόσμου. Ποιο από τα δύο θα είναι το φθηνότερο και το συντομότερο; Αυτό είναι το ερώτημα. Αν θέλετε να πάτε από τη Γλασκόβη στο Λονδίνο παίρνετε το κοινοβουλευτικό τραίνο15 με μία πέννα το μίλι και ταξιδεύετε με ταχύτητα 12 μιλίων την ώρα. Αλλά δεν το κάνετε αυτό, ο χρόνος σας είναι πολύ πολύτιμος, παίρνετε το εξπρές, πληρώνετε δύο πέννες το μίλι με 40 μίλια την ώρα. Πολύ καλά, οι Αμερικανοί προτιμούν να πληρώσουν ναύλα εξπρές και να πάνε με ταχύτητα εξπρές». Ο Σκοτσέζος οπαδός του Ελευθέρου Εμπορίου δεν είχε ούτε μια λέξη να απαντήσει. Η προστασία σαν μέσο τεχνητής κατασκευής κατασκευαστών μπορεί, συνεπώς, να φανεί χρήσιμη όχι μόνο σε μια ατελώς αναπτυγμένη καπιταλιστική τάξη που ακόμη παλεύει με το φεουδαρχισμό. Μπορεί να δώσει ζωή και σε μια καπιταλιστική τάξη που ανέρχεται σε μια χώρα η οποία όπως η Αμερική δε γνώρισε ποτέ το φεουδαρχισμό, αλλά η οποία έφθασε σε κείνο το σημείο εξέλιξης όπου το πέρασμα από την αγροτική οικονομία στις βιομηχανίες έχει γίνει αναγκαίο. Η Αμερική, όταν βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση, αποφάσισε υπέρ του προστατευτισμού. Από τότε που εφαρμόστηκε αυτή η απόφαση, τα 5 και 20 χρόνια για τα οποία μίλησα στον συνταξιδιώτη μου έχουν περίπου περάσει και, αν δεν είχα άδικο, η προστασία θα ’πρεπε να ’χε κάνει τη δουλιά της στην Αμερική και θα ‘πρεπε να γίνεται ενόχληση. Αυτή ήταν η άποψη μου για καιρό. Εδώ και δύο χρόνια περίπου, έλεγα σε έναν Αμερικανό οπαδό του προστατευτισμού: «Είμαι πεπεισμένος ότι αν η Αμερική στραφεί προς το Ελεύθερο Εμπόριο θα έχει σε 10 χρόνια νικήσει την Αγγλία στην παγκόσμια αγορά». Η προστασία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια ατέλειωτη βίδα και ποτέ δεν ξέρεις πότε έχεις τελειώσει με αυτήν. Προστατεύοντας μια βιομηχανία άμεσα ή έμμεσα βλάφτεις όλες τις άλλες και πρέπει συνεπώς να τις προστατέψεις κι αυτές. Κάνοντάς το αυτό, πάλι βλάφτεις τη βιομηχανία που αρχικά προστάτευες και πρέπει να το αντισταθμίσεις, αλλά αυτό το αντιστάθμισμα αντιδρά, όπως πρώτα, σε όλους τους άλλους κλάδους και τους δίνει το δικαίωμα να ζητήσουν διορθωτική κίνηση και ούτω καθ’ εξής επ’ άπειρον. Η Αμερική, από αυτή την άποψη, μας δίνει ένα κτυπητό παράδειγμα του καλύτερου τρόπου εξόντωσης ενός σημαντικού βιομηχανικού κλάδου μέσω του προστατευτισμού. Το 1856, οι συνολικές εισαγωγές και εξαγωγές από τις Ενωμένες Πολιτείες ανέρχονταν στο ποσό των 641.604.850 $. Από αυτό το ποσό, το 75,2% μεταφέρονταν από αμερικανικά και μόνο το 24,8% από ξένα πλοία. Τα βρετανικά ατμοκίνητα υπερωκεάνια ήδη τότε εκτόπιζαν τα αμερικανικά ιστιοφόρα. Ωστόσο, το 1860, από ένα συνολικό θαλάσσιο εμπόριο ύψους 762.288.550 $, τα αμερικανικά πλοία μετέφεραν ακόμη το 66,5%. Ο εμφύλιος πόλεμος ήρθε και (μαζί) η προστασία των αμερικανικών ναυπηγείων. Και το τελευταίο σχέδιο ήταν τόσο επιτυχημένο ώστε έδιωξε σχεδόν εντελώς την αμερικανική σημαία από τις ανοιχτές θάλασσες. Το 1887, το συνολικό θαλάσσιο εμπόριο των Ενωμένων Πολιτειών ανερχόταν στο ποσό του 1.408.502.979 $, αλλά από αυτό το σύνολο μόνο το 13,8% μεταφερόταν με αμερικανικά και το 86,2% με ξένα πλοία. Τα αγαθά που μεταφέρονταν με αμερικανικά πλοία ανέρχονταν, το 1856, στο ποσό των 482.268.274 $16, το 1860 στο ποσό των 507.247.757 $. Το 1887, είχε μειωθεί σε 194.356.746 $. Εδώ και 40 χρόνια, η αμερικανική σημαία ήταν ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος της βρετανικής και προμήνυε να την ξεπεράσει στον ωκεανό, τώρα δεν είναι πουθενά. Η προστασία της ναυπηγικής σκότωσε και τη ναυτιλία και τη ναυπηγική.

Ενα άλλο σημείο. Οι βελτιώσεις των μεθόδων της παραγωγής ακολουθούν τόσο γρήγορα η μια την άλλη και αλλάζουν το χαρακτήρα ολοκλήρων κλάδων της βιομηχανίας τόσο απότομα και τόσο ολοκληρωτικά ώστε εκείνο που μπορεί να ήταν χτες ένας ισορροπημένος προστατευτικός δασμός σήμερα δεν είναι πια. Ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα από την Εκθεση του Υπουργού Οικονομικών του 1887: «Η βελτίωση στα τελευταία χρόνια στα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για το χτένισμα του μαλλιού έχει τόσο πολύ αλλάξει το χαρακτήρα αυτού που είναι εμπορικά γνωστό σαν worsted clothes (ρούχα από μαλλί στριμμένο) ώστε τα τελευταία έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεπεράσει τα woolen clothes (τα μάλλινα υφάσματα)17 σαν εξοπλισμός ένδυσης του ανθρώπου. Αυτή η αλλαγή... έχει λειτουργήσει προς σοβαρή ζημιά της εθνικής βιομηχανίας αυτών των μάλλινων (worsted) αγαθών, διότι ο δασμός στο μαλλί το οποίο πρέπει να χρησιμοποιήσουν είναι ο ίδιος με αυτόν για το μαλλί που χρησιμοποιείται για την παραγωγή μάλλινων υφασμάτων (woolen clothes), ενώ το ποσοστό δασμού που επιβάλλεται στο τελευταίο όταν αξιολογείται να μην ξεπερνά τα 80 σεντς τη λίρα είναι το 35% κατ’ αξία 18, ενώ ο δασμός για τα υφάσματα αυτά (worsted) που αξιολογούνται να μην ξεπερνούν τα 80 σεντς φτάνει από 10 έως 24 σεντς τη λίρα και 35% κατ’ αξία. Σε μερικές περιπτώσεις ο δασμός στο μαλλί που χρησιμοποιείται για την παραγωγή αυτών των υφασμάτων (worsted cloths) ξεπερνά το δασμό που επιβάλλεται στο έτοιμο είδος». Ετσι αυτό που ήταν χθες προστασία για την εθνική βιομηχανία προκύπτει σήμερα να είναι αμοιβή για τον ξένο εισαγωγέα και σωστά λέει ο Υπουργός Οικονομικών:19 «Υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύουμε ότι ο κατασκευαστής αυτών των υφασμάτων (worsted cloths) θα πρέπει σύντομα να πάψει να υπάρχει σ΄ αυτή τη χώρα εκτός εάν τροποποιηθεί ο σχετικός νόμος περί δασμών». (σελ. XIX) Αλλά για να τροποποιηθεί θα πρέπει να γίνει αγώνας ενάντια στους παραγωγούς μάλλινων υφασμάτων (woolen clothes) που επωφελούνται από αυτή την κατάσταση πραγμάτων, θα πρέπει να ανοίξει μια κανονική εκστρατεία για να έρθουν η πλειοψηφία και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, και τελικά η κοινή γνώμη της χώρας να ταχθούν υπέρ αυτής της άποψης. Και το ερώτημα είναι. Θα αποδώσουν όλα αυτά; Ωστόσο το χειρότερο στην προστασία είναι ότι, όταν την αποκτήσετε, δύσκολα μπορείτε να απαλλαγείτε από αυτήν. Οσο δύσκολη κι αν είναι η διαδικασία καθορισμού ενός δίκαιου δασμού, η επιστροφή στο Ελεύθερο Εμπόριο είναι τεράστια δυσκολότερη. Οι περιστάσεις που επέτρεψαν στην Αγγλία να ολοκληρώσει την αλλαγή αυτή σε λίγα χρόνια δε θα επαναληφθούν. Και ακόμα και εκεί ο αγώνας χρονολογείται από το 1823 (Χάσκισσον),20 άρχισε να είναι επιτυχής το 1842 (δασμοί του Πήλ)21 και συνεχίστηκε για πολλά χρόνια μετά την κατάργηση των νόμων για τα σιτηρά. Ετσι η προστασία στον μεταξοβιομήχανο (τον μόνο που φοβόταν ακόμη τον ξένο ανταγωνισμό) παρατάθηκε για μια σειρά ετών και μετά παραχωρήθηκε με άλλη, οπωσδήποτε κακόφημη μορφή. Ενώ οι άλλες υφαντουργικές βιομηχανίες υπόκεινταν στον νόμο περί Εργοστασίων - που περιόριζε τις ώρες εργασίας των γυναικών, των νέων και των παιδιών22 - ο κλάδος του μεταξιού ευνοούνταν με σημαντικές εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα που του έδιναν τη δυνατότητα να απασχολεί παιδιά μικρότερης ηλικίας και να επιβάλλει μακρύτερα ωράρια στους νέους και στα παιδιά από τους άλλους υφαντουργικούς κλάδους. Το μονοπώλιο που οι υποκριτές οπαδοί του Ελεύθερου Εμπορίου είχαν καταργήσει όσον αφορά τους ξένους ανταγωνιστές, το δημιούργησαν και πάλι σε βάρος της υγείας και της ζωής των παιδιών της Αγγλίας. Αλλά καμία χώρα δε θα μπορέσει πια να περάσει από την Προστασία στο Ελεύθερο Εμπόριο σε μια εποχή όπου όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι βιομηχανικοί της κλάδοι μπορούν να αψηφήσουν τον ξένο ανταγωνισμό στην ανοικτή αγορά. Η ανάγκη για την αλλαγή θα έρθει πολύ πριν να μπορέσει να υπάρξει ακόμα και ελπίδα για μια τέτια ευτυχισμένη κατάσταση. Αυτή η ανάγκη θα γίνει φανερή στους διαφορετικούς κλάδους σε διαφορετικές εποχές, και από τα συγκρουόμενα συμφέροντα των κλάδων αυτών θα προκύψουν οι πιο κατατοπιστικές συγκρούσεις, μηχανορραφίες των παρασκηνιακά οργανωμένων συμφερόντων (lobby), και κοινοβουλευτικές συνομωσίες. Ο παραγωγός μηχανών, ο μηχανικός και ο ναυπηγός μπορούν να βρουν ότι η προστασία που παρέχεται στον σιδηρουργό αυξάνει την τιμή των αγαθών του τόσο ώστε με αυτό τον τρόπο και μόνο με αυτό τον τρόπο το εξαγωγικό του εμπόριο εμποδίζεται. Ο παραγωγός

βαμβακερών υφασμάτων θα μπορούσε να είχε βρει τον τρόπο να διώξει τα αγγλικά υφάσματα από τις κινέζικες και ινδικές αγορές, αν δεν υπήρχε η υψηλή τιμή που αναγκάζεται να πληρώσει για το νήμα, εξ αιτίας της προστασίας των νηματουργών κ.ο.κ.. Τη στιγμή που ένας κλάδος της εθνικής βιομηχανίας έχει κατακτήσει πλήρως την εσωτερική αγορά εκείνη τη στιγμή η εξαγωγή γίνεται αναγκαία γι’ αυτόν. Στις συνθήκες του καπιταλισμού, μια βιομηχανία ή επεκτείνεται ή μαραίνεται. Ενας κλάδος δεν μπορεί να μείνει στάσιμος, σταμάτημα της εξάπλωσης σημαίνει έναρξη της καταστροφής. Η πρόοδος της μηχανικής και χημικής εφεύρεσης, μέσω της συνεχούς αντικατάστασης της ανθρώπινης εργασίας και της όλο και ταχύτερης αύξησης της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, δημιουργεί σε κάθε στάσιμη βιομηχανία μια πληθώρα τόσο εργατών όσο και κεφαλαίου, μια πληθώρα που δε βρίσκει διέξοδο πουθενά, γιατί η ίδια διαδικασία γίνεται σ΄ όλες τις άλλες βιομηχανίες. Ετσι, το πέρασμα από ένα κλάδο στραμμένο προς το εσωτερικό σε ένα κλάδο στραμμένο προς τις εξαγωγές γίνεται ζήτημα ζωής και θανάτου για όλες τις ενδιαφερόμενες βιομηχανίες. Αλλά βρίσκονται αντιμέτωπες με τα καθιερωμένα δικαιώματα και με τα συγκεκριμένα συμφέροντα άλλων που ακόμα βρίσκουν την προστασία ή ασφαλέστερη ή επικερδέστερη από το Ελεύθερο Εμπόριο. Τότε ακολουθεί ένας μακρόχρονος και πεισματικός αγώνας μεταξύ των οπαδών του Ελεύθερου Εμπορίου και των Προστατευτιστών, ένας αγώνας όπου, και στις δύο πλευρές, η ηγεσία γρήγορα περνάει από τα χέρια των ανθρώπων που ενδιαφέρονται άμεσα στα χέρια των επαγγελματιών πολιτικών, αυτών που τραβούν τα νήματα των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, των οποίων το συμφέρον δεν ήταν ο διακανονισμός του θέματος αλλά η διατήρησή του σε ανοιχτή κατάσταση για πάντα και το αποτέλεσμα μιας τεράστιας απώλειας χρόνου, ενεργητικότητας και χρήματος είναι μια σειρά συμβιβασμών που ευνοούν πότε τη μια και πότε την άλλη πλευρά και που μετακινούνται αργά, αν και όχι μεγαλόπρεπα, προς την κατεύθυνση του Ελευθέρου Εμπορίου εκτός κι αν η Προστασία κατορθώσει, στο μεταξύ, να κάνει τον εαυτό της εντελώς ανυπόφορο για το έθνος, πράγμα που είναι ακριβώς το πιο πιθανό να συμβεί τώρα στην Αμερική. Υπάρχει, ωστόσο, ένα άλλο είδος προστασίας, το χειρότερο απ’ όλα, και αυτό παρουσιάζεται στη Γερμανία. Και η Γερμανία άρχισε να αισθάνεται, γρήγορα μετά το 1815, την ανάγκη ταχύτερης ανάπτυξης των βιομηχανιών της. Ωστόσο, ο πρώτος όρος γι’ αυτό ήταν η δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς μέσω της αφαίρεσης των αναρίθμητων τελωνειακών γραμμών και των ποικιλιών της φορολογικής νομοθεσίας που είχαν δημιουργηθεί από τα μικρά Γερμανικά κράτη - με άλλα λόγια η δημιουργία μιας Γερμανικής Τελωνειακής Ενωσης, ή Zollverein. 23 Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο στη βάση ενός φιλελευθέρου δασμού που είχε στόχο μάλλον τη δημιουργία κοινού εισοδήματος παρά προστασίας της εσωτερικής παραγωγής. Με καμία άλλη προϋπόθεση δε θα μπορούσαν τα μικρά κράτη να παρακινηθούν να προσχωρήσουν. Ετσι το νέο γερμανικό δασμολόγιο, αν και ελαφρά προστατευτικό για μερικούς κλάδους, ήταν, την εποχή της εισαγωγής του, ένα πρότυπο νομοθεσίας Ελευθέρου Εμπορίου και παρέμεινε τέτιο αν και, μόνιμα από το 1830, η πλειοψηφία των Γερμανών κατασκευαστών δεν έπαψε να φωνάζει για προστασία. Ωστόσο, κάτω από αυτό το εξαιρετικά φιλελεύθερο δασμολόγιο και παρά το ότι οι γερμανικές εθνικές βιομηχανίες, βασισμένες στη χειρωνακτική εργασία, τσακίζονταν αμείλικτα από τον ανταγωνισμό των αγγλικών εργοστασίων που εργάζονταν με ατμό, η μετάβαση από τη χειρωνακτική εργασία στις μηχανές βαθμιαία ολοκληρώθηκε και στη Γερμανία και σήμερα έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Η μετατροπή της Γερμανίας από αγροτική σε βιομηχανική χώρα συντελέστηκε με τον ίδιο ρυθμό και, από το 1866, βοηθήθηκε από ευνοϊκά πολιτικά γεγονότα: τη δημιουργία μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης και ομοσπονδιακής νομοθεσίας που εξασφάλιζε ομοιογένεια στους νόμους που ρύθμιζαν το εμπόριο, καθώς και στο νόμισμα, στα μέτρα και σταθμά και, τελικά, η πλημμύρα των γαλλικών δισεκατομμυρίων. Ετσι, γύρω στο 1874, το γερμανικό εμπόριο στην παγκόσμια αγορά ήταν αμέσως μετά από κείνο της Μεγάλης Βρετανίας24 και η Γερμανία χρησιμοποιούσε περισσότερη ατμοδύναμη σε εργοστάσια και μετακίνηση από οποιαδήποτε άλλη ηπειρωτική ευρωπαϊκή χώρα. Δόθηκε έτσι η απόδειξη ότι, ακόμη και σήμερα και παρά το τεράστιο πλεονέκτημα που έχει η αγγλική βιομηχανία, μια μεγάλη χώρα μπορεί να ανέβει ως τον επιτυχή ανταγωνισμό στην ανοιχτή αγορά με την Αγγλία.

Τότε, ξαφνικά, έγινε μια αλλαγή μετώπου: η Γερμανία έγινε προστατευτική σε μια στιγμή που το Ελεύθερο Εμπόριο φαινόταν να ήταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά αναγκαίο γι’ αυτήν. Η αλλαγή ήταν, αναμφίβολα, παράλογη, αλλά μπορεί να εξηγηθεί. Ενώ η Γερμανία ήταν μια χώρα εξαγωγής σιτηρών όλα τα αγροτικά συμφέροντα, όχι λιγότερο από όλο το θαλάσσιο εμπόριο, ήταν φλογεροί οπαδοί του Ελευθέρου Εμπορίου. Αλλά, το 1874, αντί να εξάγει, η Γερμανία ζήτησε μεγάλες προμήθειες σιτηρών από το εξωτερικό. Περίπου την ίδια περίοδο, η Αμερική άρχισε να πλημμυρίζει την Ευρώπη με τεράστιες αποστολές φτηνών σιτηρών. Οπου πήγαιναν, έριχναν το χρηματικό εισόδημα που έβγαινε από τη γη και συνεπώς την πρόσοδό της και από κείνη τη στιγμή τα αγροτικά συμφέροντα σε όλη την Ευρώπη άρχισαν να φωνάζουν για προστασία. Ταυτόχρονα, οι βιομήχανοι στη Γερμανία υπέφεραν από τις επιπτώσεις του ασυγκράτητου υπέρ-εμπορίου25 που δημιούργησε η εισροή των γαλλικών δισεκατομμυρίων, ενώ η Αγγλία, της οποίας το εμπόριο, από την εποχή της κρίσης του 1866, βρισκόταν σε κατάσταση χρόνιας ύφεσης, πλημμύρισε όλες τις προσιτές αγορές με αγαθά που ήταν αδύνατον να πουληθούν στην εγχώρια αγορά και προσφέρονταν στο εξωτερικό σε καταστροφικά χαμηλές τιμές. Ετσι συνέβη ώστε οι Γερμανοί βιομήχανοι, αν και εξαρτημένοι πριν από όλα από τις εξαγωγές, άρχισαν να βλέπουν στην προστασία ένα μέσο εξασφάλισης γι’ αυτούς του αποκλειστικού εφοδιασμού της εσωτερικής αγοράς. Και η κυβέρνηση, εντελώς στα χέρια της έγγειας αριστοκρατίας και των επαρχιακών αξιωματούχων, με μεγάλη χαρά επωφελήθηκε απ’ αυτή την περίσταση για να ωφελήσει τους εισπράκτορες της έγγειας προσόδου προσφέροντάς προστατευτικούς δασμούς και στους γαιοκτήμονες και στους βιομηχάνους. Το 1878, μπήκε σε εφαρμογή ένας υψηλός προστατευτικός δασμός για τα αγροτικά προϊόντα και τα βιομηχανικά προϊόντα.26 Η συνέπεια ήταν ότι, στο εξής, η εξαγωγή των γερμανικών μεταποιητικών προϊόντων γινόταν άμεσα σε βάρος των εσωτερικών καταναλωτών. Οπου ήταν δυνατόν, «κύκλοι» ή «τραστ» 27 δημιουργήθηκαν για να ρυθμίσουν το εξαγωγικό εμπόριο και ακόμη και την ίδια την παραγωγή. Το γερμανικό εμπόριο σιδήρου βρίσκεται στα χέρια μερικών μεγάλων εταιρειών, κατά το πλείστον εταιρειών του χρηματιστηρίου, οι οποίες συνολικά μπορούν να παραγάγουν περίπου τετραπλάσιο σίδηρο από όσο μπορεί να απορροφήσει η μέση κατανάλωση της χώρας. Για να αποφύγουν τον περιττό ανταγωνισμό μεταξύ τους, οι εταιρείες αυτές σχημάτισαν ένα τραστ το οποίο μοιράζει μεταξύ τους όλα τα εξωτερικά συμβόλαια και καθορίζει σε κάθε περίπτωση την εταιρεία που θα γίνει ο δικαιούχος. Αυτό το «τραστ», εδώ και μερικά χρόνια, είχε κάνει συμφωνία ακόμα και με τους Αγγλους βασιλείς του σιδήρου, αλλά αυτό δεν υπάρχει πια. Κατά παρόμοιο τρόπο, τα ανθρακωρυχεία της Βεστφαλίας (που παράγουν περίπου 30 εκατομμύρια τόνους το χρόνο) δημιούργησαν ένα τραστ για να ρυθμίζει την παραγωγή, τους δικαιούχους των συμβολαίων και τις τιμές. Και, συνολικά, κάθε Γερμανός βιομήχανος θα σας πει ότι το μόνο που κάνουν οι προστατευτικοί δασμοί γι’ αυτόν είναι να του επιτρέπουν να κινείται με κέρδος στην εσωτερική αγορά μπροστά στις καταστροφικές τιμές που είναι υποχρεωμένος να δίνει στο εξωτερικό. Και αυτά δεν είναι όλα. Αυτό το παράλογο σύστημα προστασίας στους βιομηχάνους δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κόκαλο που πετιέται στους καπιταλιστές της βιομηχανίας για να τους πείσει να υποστηρίξουν ένα ακόμη πιο σκανδαλώδες μονοπώλιο που παρέχεται στα έγγεια συμφέροντα. Οχι μόνο όλη η αγροτική παραγωγή υπόκειται σε βαρείς εισαγωγικούς δασμούς, οι οποίοι αυξάνονται από χρόνο σε χρόνο, αλλά μερικές αγροτικές βιομηχανίες, που λειτουργούν σε μεγάλα αγροκτήματα για λογαριασμό του ιδιοκτήτη, ουσιαστικά προικίζονται από το δημόσιο ταμείο. Η παραγωγή ζάχαρης από ζαχαρότευτλα όχι μόνο προστατεύεται αλλά παίρνει και τεράστια ποσά με τη μορφή εξαγωγικών βραβείων. Κάποιος που ξέρει είναι της γνώμης ότι αν η ζάχαρη που εξάγεται πεταγόταν ολόκληρη στη θάλασσα ο παραγωγός θα είχε πάλι ένα κέρδος από το κυβερνητικό βραβείο. Κατά παρόμοιο τρόπο, τα διυλιστήρια οινοπνεύματος από πατάτα παίρνουν σαν αποτέλεσμα της πρόσφατης νομοθεσίας ένα δώρο περίπου 9 εκατομμυρίων δολαρίων 28 το χρόνο από τις τσέπες του κοινού. Και, καθώς σχεδόν κάθε μεγάλος γαιοκτήμονας της ΒόρειοΑνατολικής Γερμανίας είναι ή παραγωγός ζάχαρης από ζαχαρότευτλα ή ιδιοκτήτης διυλιστηρίου οινοπνεύματος από πατάτες, ή και τα δύο, δεν είναι παράξενο που ο κόσμος έχει κυριολεκτικά πλημμυρίσει με την παραγωγή τους. Η πολιτική αυτή, καταστροφική σε οποιεσδήποτε συνθήκες, είναι διπλά τέτια σε μία χώρα

της οποίας οι βιομηχανίες κρατούν τη θέση τους στις ουδέτερες αγορές κυρίως μέσω του χαμηλού κόστους εργατικής δύναμης. Οι μισθοί στη Γερμανία, που κρατιούνται κοντά στα όρια της πείνας μέσω του υπεραρίθμου πληθυσμού (ο οποίος αυξάνει γρήγορα, παρά τη μετανάστευση), πρέπει να αυξηθούν σαν συνέπεια της αύξησης των τιμών όλων των αναγκαίων (αγαθών) που προκαλεί η προστασία και ο Γερμανός βιομήχανος δε θα μπορεί πια τότε, όπως συχνά μπορεί τώρα, να ισοφαρίζει την καταστροφική τιμή των εμπορευμάτων του μέσω μιας αφαίρεσης από τις φυσιολογικές αμοιβές των εργατών του και θα διωχτεί από την αγορά.29 Η προστασία, στη Γερμανία, σκοτώνει τη χήνα που γεννά τα χρυσά αυγά. Η Γαλλία επίσης υποφέρει από τις συνέπειες της προστασίας. Το σύστημα σ΄ αυτή τη χώρα έχει γίνει, μέσω των δύο αιώνων αναμφισβήτητης κυριαρχίας του, σχεδόν στοιχείο της ζωής του έθνους. Παρ’ όλα αυτά, γίνεται όλο και πιο πολύ εμπόδιο. Οι μόνιμες αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής αποτελούν την ημερησία διάταξη30 αλλά η προστασία κλείνει το δρόμο. Το πίσω μέρος των μεταξωτών βελούδων γίνεται σήμερα από βαμβακερό νήμα. Ο Γάλλος κατασκευαστής πρέπει ή να πληρώσει προστατευτική τιμή για αυτό ή να υποβληθεί σε μια τέτια ατέλειωτη διοικητική διαδικασία που πλήρως ισοφαρίζει τη διαφορά μεταξύ της τιμής αυτής και της κυβερνητικής έκπτωσης κατά την εξαγωγή και, έτσι, ο κλάδος των βελούδων μετακινείται από τη Λυών στο Κρέφελντ, όπου η τιμή προστασίας για το λεπτό βαμβακερό νήμα είναι σημαντικά χαμηλότερη. Οι γαλλικές εξαγωγές, όπως είπα παραπάνω, αποτελούνται κυρίως από είδη πολυτελείας, όπου το γαλλικό γούστο δεν μπορεί, ως τώρα, να ξεπεραστεί, αλλά οι κύριοι καταναλωτές σε όλο τον κόσμο αυτών των ειδών είναι οι σύγχρονοι νεόπλουτοι καπιταλιστές μας, που δεν έχουν ούτε εκπαίδευση ούτε καλλιέργεια και εξυπηρετούνται εξίσου καλά από φτηνές και αδέξιες γερμανικές και αγγλικές απομιμήσεις και συχνά γίνονται θύματα παρουσίασής τους για πραγματικά γαλλικά προϊόντα σε υπέρ - υπερβολικές τιμές. Η αγορά για αυτά τα είδη που δεν μπορεί να γίνουν έξω από τη Γαλλία γίνεται όλο και στενότερη, οι Γάλλοι εξαγωγείς μόλις συγκρατούνται, και θα πρέπει γρήγορα να γονατίσουν. Με ποια νέα προϊόντα μπορεί η Γαλλία να αντικαταστήσει εκείνα των οποίων οι εξαγωγές εξαφανίζονται; Αν κάτι μπορεί να βοηθήσει εδώ, αυτό είναι ένα τολμηρό μέτρο Ελευθέρου Εμπορίου, που θα βγάλει το Γάλλο βιομήχανο από τη συνηθισμένη του ατμόσφαιρα θερμοκηπίου31 και θα τον βάλει πάλι στον ανοιχτό αέρα του ανταγωνισμού με ξένους αντιπάλους. Πράγματι, το γαλλικό γενικό εμπόριο θα είχε από καιρό αρχίσει να συρρικνώνεται αν δεν ήταν το μικρό και διστακτικό βήμα προς την κατεύθυνση του Ελευθέρου Εμπορίου που έγινε από την (αγγλο - γαλλική) συνθήκη του Κόμπντεν του 1860,32 αλλά αυτή ήδη έχει σχεδόν εξαντληθεί και απαιτείται μια ισχυρότερη δόση του ίδιου φαρμάκου. Για τη Ρωσία δεν αξίζει τον κόπο να μιλήσουμε. Εκεί, το προστατευτικό δασμολόγιο - με τους δασμούς να πρέπει να πληρωθούν σε χρυσό, αντί για το υποτιμημένο χαρτονόμισμα της χώρας - χρησιμεύει πριν απ’ όλα στην ανεύρεση αντικειμένων για τον εφοδιασμό της εξαθλιωμένης (άθλιας, πάμπτωχης) κυβέρνησης με το σκληρό συνάλλαγμα που απαιτείται για τις συναλλαγές με τους ξένους πιστωτές. Την ίδια μέρα κατά την οποία αυτό το δασμολόγιο θα εκπληρώσει την προστατευτική του αποστολή, αποκλείοντας ολοκληρωτικά τα ξένα εμπορεύματα, εκείνη την ημέρα η ρωσική κυβέρνηση θα χρεοκοπήσει. Και, ωστόσο, αυτή ίδια κυβέρνηση διασκεδάζει τους υπηκόους της33 κουνώντας μπροστά στα μάτια τους την προοπτική της μετατροπής της Ρωσίας, μέσω αυτού του δασμολογίου, σε πλήρως αυτάρκη χώρα, που δε θα ζητά από τον ξένο ούτε τρόφιμα ούτε πρώτες ύλες ούτε μεταποιητικά προϊόντα ούτε έργα τέχνης. Οι άνθρωποι που πιστεύουν στο όραμα μιας Ρωσικής Αυτοκρατορίας, κλειστής και απομονωμένης από τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τον πατριώτη Πρώσο επιλοχία που πήγε σε ένα κατάστημα και ζήτησε μία υδρόγειο, όχι γήινη ή επουράνια, αλλά μια υδρόγειο της Πρωσίας. Ας επιστρέψουμε στην Αμερική. Αφθονούν τα συμπτώματα ότι η Προστασία έκανε ό,τι μπορούσε να κάνει για τις ΕΠΑ,34 και ότι, όσο νωρίτερα ειδοποιηθεί να αποχωρήσει, τόσο το καλύτερο για όλα τα μέρη. Ενα από αυτά τα συμπτώματα είναι η δημιουργία «κύκλων» ή «τραστ» 35 μέσα στις προστατευμένες βιομηχανίες για τη συστηματικότερη εκμετάλλευση του μονοπωλίου που τους έχει παραχωρηθεί. Τώρα, οι «κύκλοι» και τα «τραστ»36 είναι πραγματικά αμερικανικοί θεσμοί, και, όπου εκμεταλλεύονται φυσικά πλεονεκτήματα, γενικά αν και γκρινιάρικα πετυχαίνουν την υποταγή.

Η μετατροπή της παροχής πετρελαίου στην Πενσυλβανία σε μονοπώλιο από τη Στάνταρ Οϊλ Κόμπανι37 είναι μια διαδικασία εντελώς σύμφωνη με τους κανόνες της καπιταλιστικής παραγωγής. Αλλά εάν οι παραγωγοί ζάχαρης προσπαθήσουν να μετατρέψουν το προνόμιο που τους παραχωρήθηκε, από το έθνος, ενάντια στον ξένο ανταγωνισμό, σε μονοπώλιο ενάντια στον εσωτερικό καταναλωτή, δηλαδή ενάντια στο ίδιο έθνος που παραχώρησε την Προστασία, αυτό είναι ένα διαφορετικό πράγμα. Ωστόσο, οι μεγάλοι παραγωγοί ζάχαρης σχημάτισαν ένα «τραστ» το οποίο δεν έχει κανένα άλλο στόχο.38 Και το τραστ της ζάχαρης δεν είναι το μόνο αυτού του είδους. Τώρα, η δημιουργία τέτιων τραστ σε προστατευμένες βιομηχανίες είναι το πιο ασφαλές σημάδι ότι η προστασία έχει κάνει τη δουλειά της και αλλάζει το χαρακτήρα της, ότι δεν προστατεύει πια το βιομήχανο ενάντια στον ξένο εισαγωγέα αλλά ενάντια στον εσωτερικό καταναλωτή, ότι έχει δημιουργήσει, τουλάχιστον στον ειδικά ενδιαφερόμενο κλάδο, αρκετούς, αν όχι υπέρ-αρκετούς, βιομηχάνους, ότι το χρήμα που βάζει στις τσέπες αυτών των βιομηχάνων39 είναι πεταμένο χρήμα, ακριβώς όπως στη Γερμανία. Στην Αμερική, όπως και αλλού, η Προστασία προωθείται μέσω του επιχειρήματος ότι το Ελεύθερο Εμπόριο θα ευνοήσει μόνο την Αγγλία. Η καλύτερη απόδειξη για το αντίθετο είναι ότι στην Αγγλία όχι μόνο οι αγροκαλλιεργητές και οι γαιοκτήμονες αλλά ακόμη και οι βιομήχανοι στρέφονται προς τον προστατευτισμό. Στην πατρίδα της «σχολής του Μάντσεστερ»40 του Ελευθέρου Εμπορίου, το Εμπορικό Επιμελητήριο του Μάντσεστερ συζήτησε, την 1 η Νοέμβρη του 1886, ένα ψήφισμα «ότι, έχοντας μάταια αναμείνει επί 40 χρόνια τα άλλα έθνη να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Ελευθέρου Εμπορίου της Αγγλίας, το επιμελητήριο πιστεύει ότι ήρθε ο καιρός της αναθεώρησης αυτής της θέσης». Η απόφαση, βέβαια, απορρίφθηκε αλλά με 22 ψήφους έναντι 21! Και αυτό έγινε στο κέντρο της βαμβακουργίας - δηλαδή, του μόνου κλάδου της αγγλικής βιομηχανίας του οποίου η υπεροχή στην ανοιχτή αγορά φαίνεται ακόμη αναμφισβήτητη! Αλλά, πάντως, ακόμη και σ’ αυτόν τον ειδικό κλάδο η εφευρετική ιδιοφυία πέρασε από την Αγγλία στην Αμερική. Οι τελευταίες βελτιώσεις στα νηματουργικά και υφαντουργικά μηχανήματα του βάμβακος ήρθαν, σχεδόν όλες, από την Αμερική και το Μάντσεστερ αναγκάστηκε να τις υιοθετήσει. Στις βιομηχανικές εφευρέσεις όλων των ειδών, η Αμερική έχει ξεκάθαρα πάρει την πρώτη θέση, ενώ η Γερμανία ανταγωνίζεται την Αγγλία πολύ στενά για τη δεύτερη θέση. Στην Αγγλία κερδίζει έδαφος η συνείδηση ότι το βιομηχανικό μονοπώλιο της χώρας αυτής έχει ανεπανόρθωτα χαθεί, ότι πάντα χάνει σχετικά έδαφος, ενώ οι αντίπαλοί της προχωρούν, και ότι κατευθύνεται προς μια κατάσταση όπου θα πρέπει να ικανοποιείται με τη θέση ενός βιομηχανικού έθνους μεταξύ πολλών, αντί, όπως κάποτε ονειρευόταν, του «εργαστηρίου του κόσμου». Για την απόκρουση αυτού του επικειμένου πεπρωμένου, γίνονται επικλήσεις, μόλις καλυμμένες κάτω από το πέπλο του «εντίμου εμπορίου» και των δασμών αντιποίνων, της προστασίας από τους γιους των ίδιων εκείνων ανθρώπων οι οποίοι, πριν από 40 χρόνια, δεν έβλεπαν σωτηρία παρά μόνο στο Ελεύθερο Εμπόριο. Και όταν οι Αγγλοι αρχίζουν να βρίσκουν ότι το Ελεύθερο Εμπόριο τους καταστρέφει και ζητούν από την κυβέρνηση να τους προστατέψει απέναντι στους ξένους ανταγωνιστές τους, τότε, ασφαλώς, ήρθε η ώρα για αυτούς τους ανταγωνιστές να αντιδράσουν πετώντας ένα προστατευτικό σύστημα στο εξής άχρηστο, να πολεμήσουν το βιομηχανικό μονοπώλιο της Αγγλίας που εξαφανίζεται με το ίδιο του το όπλο: το Ελεύθερο Εμπόριο. Αλλά, όπως είπα παραπάνω, μπορείτε εύκολα να επιβάλλετε την Προστασία αλλά δεν μπορείτε να απαλλαγείτε από αυτή τόσο εύκολα. Το νομοθετικό σώμα, εγκρίνοντας το προστατευτικό σχέδιο, έχει δημιουργήσει μεγάλα συμφέροντα για τα οποία είναι υπεύθυνο. Και δεν είναι κάθε ένα από αυτά τα συμφέροντα - όλοι οι κλάδοι της βιομηχανίας - εξίσου έτοιμο, στην δεδομένη στιγμή, να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό. Μερικοί καθυστερούν ενώ άλλοι δε χρειάζονται πλέον προστατευτική φροντίδα. Η διαφορά της θέσης θα δημιουργήσει τις γνωστές συνομωσίες των οργανωμένων συμφερόντων (lobby) και είναι αυτό καθ’ εαυτό μια ασφαλής εγγύηση ότι οι προστατευμένες βιομηχανίες, εάν αποφασιστεί το Ελεύθερο Εμπόριο, δε θα εγκαταλειφθούν στην τύχη τους, όπως δεν εγκαταλείφθηκε η βιομηχανία μετάξης στην Αγγλία μετά το 1846. Αυτό είναι αναπόφευκτο στις σημερινές συνθήκες και θα πρέπει να τηρηθεί από το κόμμα του Ελευθέρου Εμπορίου στο βαθμό που η αλλαγή θα αποφασιστεί κατ’ αρχήν.

Το ερώτημα του Ελευθέρου Εμπορίου ή της Προστασίας κινείται μέσα στα πλαίσια του σημερινού συστήματος της καπιταλιστικής παραγωγής και συνεπώς δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον για μας τους σοσιαλιστές που θέλουμε να απαλλαγούμε από το σύστημα. Εμμεσα, ωστόσο, μας ενδιαφέρει στο βαθμό που πρέπει να επιθυμούμε το σημερινό σύστημα παραγωγής να αναπτυχθεί και να εξαπλωθεί όσο το δυνατό πιο ελεύθερα και ταχύτερα, διότι μαζί του θα αναπτυχθούν και αυτά τα οικονομικά φαινόμενα που είναι οι αναγκαίες του συνέπειες και τα οποία πρέπει να καταστρέψουν το σύστημα στο σύνολό του:41 αθλιότητα για τη μεγάλη μάζα του λαού, σαν αποτέλεσμα της υπερπαραγωγής. Αυτή η υπερπαραγωγή γεννά ή περιοδικούς κορεσμούς και σπασμούς, που συνοδεύονται από πανικό, ή σε άλλες περιπτώσεις μια χρόνια στασιμότητα του εμπορίου, διαίρεση της κοινωνίας σε μια μικρή τάξη μεγάλων καπιταλιστών και μια μεγάλη ουσιαστικά κληρονομικών μισθωτών δούλων, τους προλετάριους, οι οποίοι, ενώ ο αριθμός τους συνεχώς αυξάνεται, ταυτόχρονα συνεχώς αντικαθίστανται από μηχανές που εξοικονομούν νέα εργατική δύναμη. Με λίγα λόγια, μια κοινωνία που οδηγείται στο αδιέξοδο, από το οποίο δεν υπάρχει διαφυγή παρά μέσω μιας πλήρους αναμόρφωσης της οικονομικής δομής που αποτελεί τη βάση της. Από αυτή την άποψη, εδώ και 40 χρόνια, ο Μαρξ τάχθηκε, κατ’ αρχήν, υπέρ του Ελευθέρου Εμπορίου σαν το πιο προοδευτικό σχέδιο και, συνεπώς, σαν το σχέδιο που θα έφερνε πιο γρήγορα την καπιταλιστική κοινωνία σ’ αυτό το αδιέξοδο. Αλλά εάν ο Μαρξ τάχθηκε υπέρ του Ελευθέρου Εμπορίου με αυτή τη δικαιολογία, δεν είναι αυτό λόγος για οποιονδήποτε υποστηρικτή του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος για να ταχθεί ενάντια στο Ελεύθερο Εμπόριο; Εάν το Ελεύθερο Εμπόριο θεωρείται επαναστατικό, δε θα πρέπει όλοι οι καλοί πολίτες να ψηφίσουν υπέρ της Προστασίας σαν συντηρητικής κατεύθυνσης; Εάν μια χώρα δεχθεί σήμερα το Ελεύθερο Εμπόριο, δε θα το κάνει ασφαλώς για να ικανοποιήσει τους Σοσιαλιστές. Θα το κάνει γιατί το Ελεύθερο Εμπόριο έχει γίνει ανάγκη για τους βιομηχάνους καπιταλιστές. Ωστόσο αν απέρριπτε το Ελεύθερο Εμπόριο και παρέμενε στην Προστασία, για να εξαπατήσει τους Σοσιαλιστές αποφεύγοντας την κοινωνική καταστροφή που αναμένεται, αυτό δε θα βλάψει τις προοπτικές του Σοσιαλισμού στο ελάχιστο. 42 Η Προστασία είναι ένα πρόγραμμα για την τεχνητή παραγωγή κατασκευαστών και, συνεπώς, και ένα πρόγραμμα για την τεχνητή παραγωγή μισθωτών εργαζομένων. Δεν μπορείτε να δημιουργήσετε το ένα χωρίς να δημιουργήσετε και το άλλο. Ο μισθωτός παντού ακολουθεί κατά πόδας το βιομήχανο, είναι σαν τη «θλιβερή φροντίδα» του Οράτιου που κάθεται πίσω από τον ιππέα και που δεν μπορεί να την αποτινάξει όπου και να πάει.43 Δεν μπορείτε να αποφύγετε το πεπρωμένο, με άλλα λόγια, δεν μπορείτε να αποφύγετε τις αναγκαίες συνέπειες των πράξεων σας. Ενα σύστημα παραγωγής βασισμένο στην εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας, στο οποίο ο πλούτος αυξάνει ανάλογα με τον αριθμό των χρησιμοποιουμένων και εκμεταλλευομένων εργαζομένων, ένα τέτιο σύστημα είναι αναγκασμένο να αυξάνει την τάξη των μισθωτών εργαζομένων,44 δηλαδή την τάξη που προορίζεται μια μέρα να καταστρέψει το ίδιο το σύστημα. Στο μεταξύ, δεν μπορεί να γίνει τίποτε: πρέπει να συνεχίσετε να αναπτύσσετε το καπιταλιστικό σύστημα, πρέπει να επιταχύνετε την παραγωγή, τη συσσώρευση και τη συγκεντροποίηση του καπιταλιστικού πλούτου, και, μαζί μ’ αυτό, την παραγωγή μιας επαναστατικής τάξης εργαζομένων.45 Είτε δοκιμάσετε την Προστασία είτε το Ελεύθερο Εμπόριο, στο τέλος δεν υπάρχει διαφορά και ελάχιστη διαφορά στο μήκος της ανάπαυλας που σας έχει δοθεί μέχρι τη μέρα που θα έρθει το τέλος. Γιατί πολύ πριν απ’ αυτή τη μέρα η Προστασία θα έχει γίνει μια ανυπόφορη (αφόρητη) τροχοπέδη για κάθε χώρα που φιλοδοξεί, με μια πιθανότητα επιτυχίας, να κρατήσει τη θέση της στην παγκόσμια αγορά. Απρίλης - Μάης 1888

1 Για το Συνέδριο των Βρυξελλών πάνω στο Ελεύθερο Εμπόριο ο Ενγκελς έχει γράψει επίσης τα άρθρα «Το Οικονομικό Συνέδριο» και «Το Συνέδριο του Ελεύθερου Εμπορίου στις Βρυξέλλες». Απαντα 6 ος τόμος, αγγλική έκδοση του Progress, Μόσχα, 1990, σελ. 274-78 και 282-90 αντίστοιχα. 2 Οι εισαγωγικοί δασμοί στα σιτηρά επιβλήθηκαν στην Αγγλία με τους λεγόμενους νόμους για τα σιτηρά που εκδόθηκαν το 1815, 1822 και 1828. Σκοπός τους ήταν να περιορίσουν ή να απαγορεύσουν την εισαγωγή σιτηρών για να κρατούνται υψηλές οι τιμές τους προς όφελος των μεγάλων άγγλων γαιοκτημόνων. Απαγόρευαν την εισαγωγή σιταριού, όταν η εσωτερική τους τιμή έπεφτε κάτω από 80 σελίνια το κουάρτερ. Οι νόμοι αυτοί χειροτέρευαν την κατάσταση των πιο φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού αλλά ήταν ασύμφοροι και για τη βιομηχανική αστική τάξη, γιατί ακρίβαιναν την εργατική δύναμη, μείωναν την απορροφητικότητα της εσωτερικής αγοράς και παρεμπόδιζαν την ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου. Οι νόμοι αυτοί συνδύαζαν τους υψηλούς εισαγωγικούς δασμούς για το στάρι με τις υψηλές τιμές στη ντόπια αγορά και εμπόδιζαν την αύξηση του καπιταλιστικού κέρδους. Το 1883, δυο βιομήχανοι του Μάντσεστερ, ο Κόμπντεν και ο Μπράιτ (Cobden and Bright) ίδρυσαν την Ενωση Ενάντια στο Νόμο των Σιτηρών (Anti-Corn Law League), η οποία ζητούσε χαμηλούς δασμούς στα σιτηρά και απεριόριστη ελευθερία του εμπορίου με σκοπό την εξασθένηση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης των μεγαλογαιοκτημόνων (της αριστοκρατίας της γαιοκτησίας) και την ελάττωση των μισθών των εργατών γης. Οι νόμοι καταργήθηκαν ύστερα από μακρόχρονη πάλη ανάμεσα στους μεγαλογαιοκτήμονες και την αστική τάξη το 1846 όταν πρωθυπουργός ήταν ο σερ Ρόμπερτ Πηλ. Η κατάργηση τους συνέβαλε στη γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Αγγλία. (Δες και σημειώσεις 20, 21, 32 και 40). 3 Ο Δημοκρατικός Σύνδεσμος ιδρύθηκε στις 27 Σεπτέμβρη του 1847 στις Βρυξέλλες και αποτελούνταν από επαναστάτες προλετάριους, κύρια γερμανούς πρόσφυγες και προοδευτικούς αστούς και μικροαστούς δημοκράτες. Ο Μαρξ και ο Ενγκελς πήραν ενεργό μέρος στην ίδρυσή της. Στις 15 Νοέμβρη του 1847, ο Μαρξ εκλέχτηκε Αντιπρόεδρος (Πρόεδρος ήταν ο Λουσιέν Τζοττράν -Lusien Jottrand-, ένας βέλγος δημοκράτης) και κάτω από την επίδρασή του έγινε ένα κέντρο του διεθνούς δημοκρατικού κινήματος. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Φλεβάρη του 1848 στη Γαλλία, η προλεταριακή πτέρυγα του Δημοκρατικού Συνδέσμου απαίτησε να εξοπλιστούν οι Βέλγοι εργάτες και να εντείνουν την πάλη τους για λαοκρατική δημοκρατία (democratic republic). Οταν ο Μαρξ διώχθηκε από τις Βρυξέλλες το Μάρτη του 1848 και τα πιο επαναστατικά στοιχεία καταστάλθηκαν από τις βελγικές αρχές, η δραστηριότητα του Συνδέσμου αδυνάτισε, πήρε καθαρά τοπικό χαρακτήρα και το 1849 ο Σύνδεσμος έπαψε να υπάρχει. 4 Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, κεφάλαιο 24ο - Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση -, σελ. 781, έκδοση Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978. Στην ελληνική μετάφραση (Π. Μαυρομάτη) αντί για μεσαιωνικό έχει αρχαϊκό, η λέξη πάντως που έχει ο Ενγκελς στα αγγλικά είναι medieval=μεσαιωνικός. (Απαντα Μαρξ - Ενγκελς, τόμος 26, σελ. 522, αγγλική έκδοση Progress, Μόσχα, 1990, - Protection and Free Trade, Preface to the pumphlet: Karl Marx, Speech On The Question of Free Trade -). 5 Στη γερμανική μετάφραση της Εισαγωγής αυτής (Ιούλης 1888) αντί γι’ αυτό, ο Ενγκελς γράφει «μετέτρεψαν όλες αυτές τις χώρες». 6 Η αναφορά γίνεται στους πολέμους της Αγγλίας ενάντια στη Γαλλική Δημοκρατία και στην αυτοκρατορία του Ναπολέοντα από το 1793 ως το 1815 - οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι ήταν από το 1796-1814. Χαρακτηρίζεται και ως αντιγιακωβίνικος πόλεμος (Το Κεφάλαιο, τόμος 3, κεφάλαιο 37, - Εισαγωγικές Παρατηρήσεις [στο έκτο τμήμα που αφορά τη Μετατροπή Πρόσθετου Κέρδους σε Γαιοπρόσοδο] - σελ.779 - 780, έκδοση Νέα Βιβλία, ΔρέσδηΓΛΔ/Σύγχρονη Εποχή) όπου γίνεται αναφορά στους νόμους λ.χ. του 1815 για το σιτάρι - έναν φόρο που μπήκε πάνω στο ψωμί για να εξασφαλίσει στους αργόσχολους γαιοκτήμονες τη συνέχιση των υπερβολικά αυξημένων από τον πόλεμο αυτό εσόδων τους - είχαν επίσης σαν αποτέλεσμα, εκτός από μερικά εύφορα χρόνια, να κρατούν τις τιμές των αγροτικών προϊόντων πάνω από το επίπεδο στο οποίο θα έπεφταν, αν η εισαγωγή σίτου γινόταν ελεύθερη... 7 Η Φυσιοκρατική Σχολή, Φυσιοκράτες, αποτελούν μια τάση της αστικής πολιτικής οικονομίας που εμφανίστηκε στη Γαλλία στα 1750. Θεωρούσαν τη Φύση σαν τη μοναδική πηγή του πλούτου και την αγροτική οικονομία σαν τη μόνη σφαίρα της οικονομίας που δημιουργούσε αξία. Αυτούς που ασχολούνταν στην αγροτική οικονομία τους αποκαλούσαν παραγωγική τάξη ενώ τη βιομηχανία τη θεωρούσαν «στείρα» σφαίρα και τους ανθρώπους που ασχολούνταν σ’ αυτή τους ονομάτιζαν «στείρα τάξη» γιατί κατά τη γνώμη τους δε δημιουργούσαν νέο πλούτο. Αν και υποτιμούσαν το ρόλο της βιομηχανίας και του εμπορίου, πρόσφεραν μια σημαντική υπηρεσία γιατί έστρεψαν την προσοχή της έρευνας για τις πηγές της υπεραξίας από τη σφαίρα της κυκλοφορίας στη σφαίρα της παραγωγής, στην οποία στηρίζεται η βάση για την ανάλυση της καπιταλιστικής παραγωγής. Υποστηρίζοντας τα μεγάλης κλίμακας καπιταλιστικά αγροκτήματα, έδειξαν την ετοιμοθάνατη φύση της φεουδαρχικής οικονομίας και συνεισέφεραν έτσι στην ιδεολογική προετοιμασία της αστικής επανάστασης στη Γαλλία. Επικεφαλής της Σχολής θεωρείται ο γάλλος Φρανσουά Κενέ, ο «οικονομικός πίνακας» του οποίου αποτελεί μια πρώτη απόπειρα να εκφραστεί η καπιταλιστική διαδικασία της αναπαραγωγής στο σύνολό της και τον οποίο ο Μαρξ εξήγησε επιστημονικά και έγραψε πολύ καλά λόγια: «στο πρώτο τρίτο του 18 ου αιώνα, στην παιδική εποχή της πολιτικής οικονομίας... ήταν αναμφισβήτητα η πιο μεγαλοφυής επινόηση, που κατάφερε ως τότε η πολιτική οικονομία» (Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος πρώτο, -4ος τόμος του Κεφαλαίου-, κεφάλαιο έκτο, Η σημασία του Tableau Economique στην ιστορία της πολιτικής οικονομίας, σελ. 379, έκδοση Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981). Οι Φυσιοκράτες ήταν οπαδοί της απεριόριστης κυριαρχίας της ατομικής ιδιοκτησίας, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ελευθερίας του εξωτερικού εμπορίου (Laissez faire, laissez aller!).

8 Ανταμ Σμιθ (1723-1790). Ενας από τους σημαντικότερους αστούς οικονομολόγους στην Αγγλία, που δίνει στην κλασική αστική πολιτική οικονομία τη διαμορφωμένη της μορφή. Ο Μαρξ τον ονομάζει οικονομολόγο της μανιφακτουρικής περιόδου του καπιταλισμού και του ανερχόμενου τότε εργοστασιακού συστήματος, εκφράζει τα συμφέροντα της αναπτυσσόμενης βιομηχανικής αστικής τάξης εκείνης της περιόδου. Οι βασικές του απόψεις περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Ερευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών» (1776). Ο Νταβίντ Ρικάρντο (1772-1823), αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο εκπρόσωπο της κλασικής αστικής πολιτικής οικονομίας και εκφράζει τα συμφέροντα της αστικής τάξης ιδιαίτερα της Αγγλίας, που προπορεύεται από τις άλλες ευρωπαϊκές. Βασικό του έργο είναι «Οι Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας» (1817). Κριτικάρισε τη θεωρία της αξίας του Α. Σμιθ και έδειξε μια σειρά αντιφάσεις της. Τις αντιθέσεις της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και των κοινωνικών τάξεων τις θεωρούσε φυσικές που δεν μπορούσαν όμως να ξεπεράσουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Συνεπής εκφραστής της τάξης του, θεωρούσε τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής αιώνιο... 9 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) αντί για κοινωνική επανάσταση έχει κοινωνικός μετασχηματισμός (social transformation). 10 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) έχει αναπόφευκτη λύση (this inevitable solution). 11 Η ανακάλυψη στην Καλιφόρνια το 1848 και στην Αυστραλία το 1851 των πλούσιων σε χρυσό κοιτασμάτων επηρέασαν πολύ την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης και Αμερικής. 12 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) αντί της τελευταίας φράσης έχει: αντιπροσωπεύουν ένα γενικό μετασχηματισμό των μέσων μεταφοράς. 13 Η αναφορά γίνεται στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο του 1861-65. Οι δουλοκτήτες του Νότου στράφηκαν ενάντια στην Ενωση και δημιούργησαν μια Ομοσπονδία των Πολιτειών του Νότου. Στην ουσία ο πόλεμος προήλθε από τη σύγκρουση δύο κοινωνικών συστημάτων: στη μια πλευρά βρισκόταν το καπιταλιστικό σύστημα της μισθωτής εργασίας που είχε εγκαθιδρυθεί στο Βορρά και από την άλλη ήταν το δουλοκτητικό καθεστώς του Νότου. Ο Εμφύλιος Πόλεμος, που είχε το χαρακτήρα μιας αστικο-δημοκρατικής επανάστασης, πέρασε από δύο στάδια ανάπτυξης: την περίοδο ενός συνταγματικού πολέμου για τη διατήρηση της Ενωσης και την περίοδο ενός επαναστατικού πολέμου για την κατάργηση της δουλείας. Τον αποφασιστικό ρόλο στην ήττα των Νοτίων έπαιξαν οι εργάτες και οι αγρότες. 14 «Manifest Destiny», ήταν μια έκφραση πλατιά διαδομένη στον 19ο αιώνα από τους ιδεολόγους της επεκτατικής πολιτικής που ακολουθούνταν από τους κυρίαρχους κύκλους των Ενωμένων Πολιτειών για την επικύρωση αυτής της πολιτικής. Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε από τον Τζον Ο Σάλλιβαν, εκδότη του περιοδικού, Περιοδικό των ΕΠΑ και Δημοκρατική Επιθεώρηση, στο τεύχος Ιούλη - Αυγούστου 1845, τόμος 18, σελ. 5. 15 Ετσι λέγονταν στην Αγγλία τα τραίνα τρίτης κατηγορίας, που σύμφωνα με το νόμο του 1844, κάθε σιδηροδρομική εταιρεία είχε την υποχρέωση να δρομολογεί μια φορά τη μέρα με ταχύτητα 12 μίλια την ώρα και ναύλα που δεν ξεπερνούσαν τη μια πένα ανά μίλι. 16 Ετήσια Εκθεση του Υπουργού Οικονομικών κλπ. για το Ετος 1887, Ουάσιγκτον 1887, σελ. XXVIII, XXIX. 17 Στην Αγγλία, όπως σημειώνει ο Ενγκελς, κάνουν αυστηρή διάκριση ανάμεσα στην Woolen Manufacture που κλώθει και υφαίνει κοντόϊνο μαλλί (κοντής ίνας) και κύριο κέντρο είχε το Λιτζ και στην Worsted Manufacture που από μακρόϊνο μαλλί (μακριάς ίνας) κλώθει νήμα πενιέ και υφαίνει μ΄ αυτό και κύρια έδρα είχε το Μπράντφορντ στο Υιόρκσαϊρ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 3, κεφάλαιο 6, - Επίδραση της αλλαγής των τιμών, ΙΙΙ. Γενική περιγραφή: η κρίση του βαμβακιού 1861-1865. Προϊστορία 1845-1860, σημείωση 18, σ. 161. Εκδοση Νέα Βιβλία, Δρέσδη-ΓΛΔ/Σύγχρονη Εποχή. 18 Σε αναλογία με την υπολογισμένη χονδρικά αξία των εμπορευμάτων (αγαθών). [In proportion to estimated value of goods]. 19 Ο Υπουργός ήταν ο Charles Fairchild (και στη γλώσσα μας το επίθετο μπορεί να αποδοθεί ως ομορφόπαιδο ή και ως δίκαιο παιδί). 20 Ο Χάσκισσον [Huskisson, William] (1770-1830), άγγλος πολιτικός με το κόμμα των Τόρυ, το 1823 έγινε Πρόεδρος του Εμπορικού Συμβουλίου (έως το 1827) και μείωσε τους εισαγωγικούς δασμούς σε μια σειρά αγαθά και έκανε σημαντικές αλλαγές στην αποικιακή πολιτική. Με πρωτοβουλία του, πάρθηκαν μια σειρά μέτρα στις αρχές της δεκαετίας του 1820, που αναδιοργάνωσαν το απαρχαιωμένο σύστημα των δασμών. Το σύστημα των απαγορευμένων ειδών στα σιτηρά αντικαταστάθηκε από μια κυλιόμενη κλίμακα δασμού, από την οποία η άνοδος ή η πτώση των εισαγωγών αυτών των ειδών εξαρτιόταν από την πτώση ή την άνοδο των τιμών των σιτηρών μέσα στη χώρα. 21 Ο Ρόμπερτ Πηλ [Peel, Sir Robert] (1788-1850), μετριοπαθής Τόρυ (Υπουργός Εσωτερικών στα 1822-27, 1828-30, και Πρωθυπουργός στα 1834-35, 1841-46), το 1842 έκανε μια δασμολογική μεταρρύθμιση χαμηλώνοντας τους τελωνειακούς δασμούς στα σιτηρά και σε άλλα εισαγόμενα αγαθά αλλά ταυτόχρονα εισήγαγε ξανά το φόρο εισοδήματος σαν μια αποζημίωση για το ταμείο του κράτους. (Ο φόρος εισοδήματος μπήκε για πρώτη φορά το 1799, ως ένα πολεμικό μέτρο, ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει η Αγγλία στον πόλεμο με τη Γαλλία και καταργήθηκε όταν τελείωσαν οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι το 1816. - W.H.B. Court, A Concise Economic History of Britain from 1750 to recent times. Cabridge/University Press, 1967, p. 129). 22 Το 1847 έγινε ο νόμος για το 10ωρο που άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Μάη του 1848. Τον Αύγουστο

του 1850 το Κοινοβούλιο ψήφισε έναν πρόσθετο εργοστασιακό νόμο ο οποίος παρέτεινε την εργάσιμη μέρα για τις γυναίκες και τους έφηβους σε 10 ½ ώρες για τις 5 πρώτες μέρες της βδομάδας και τη μείωνε σε 7 ½ ώρες το Σάββατο. 23 Η Τελωνειακή Ενωση των Γερμανικών κρατών, Zollverein, (αρχικά περιελάμβανε 18 κράτη) έγινε το 1834 κάτω από την ηγεσία της Πρωσίας. Η συμφωνία εξάλειφε τους τελωνειακούς φραγμούς που υπήρχαν ανάμεσα στα γερμανικά κράτη και εγκαθιστούσε κοινά τελωνειακά σύνορα. Η δημιουργία της ανταποκρινόταν στην ανάγκη ύπαρξης μιας ενιαίας γερμανικής αγοράς και συνέβαλε αποφασιστικά στην πολιτική ενοποίηση της Γερμανίας που πραγματοποιήθηκε το 1871. Ετσι η διαδικασία που ξεκίνησε το 1819 η Πρωσία κλείνοντας τελωνειακές συμφωνίες με μια σειρά μικρότερα γερμανικά κράτη - το μεγαλύτερο ήταν του Εσεν/Ντάρμσταντ - πέρασε σε μια νέα φάση το 1834 και τελείωσε το 1871 με μια ισχυρή Γερμανία. Στην Ενωση αυτή (που έπαψε να υπάρχει το 1871) δε συμμετείχαν η Αυστρία και οι ελεύθερες ομοσπονδιακές πόλεις (Χανσεατικές) Λύμπεκ/Λυβέκη, Αμβούργο και Βρέμη. 24 Σύμφωνα με την καταγραφή των στοιχείων που έγινε το 1874 των Εξαγωγών και Εισαγωγών σε εκατομμύρια δολάρια, η συμμετοχή ήταν: Μεγάλη Βρετανία - 3300, Γερμανία - 2325, Γαλλία - 1665, Ενωμένες Πολιτείες - 1245 εκατομμύρια δολάρια. (Κολμπ, Στατιστική, 7η έκδοση, Λειψία, 1875, σ. 790). Στο φυλλάδιο αυτό τα στοιχεία δίνονταν σε εκατομμύρια τάλιρα (thaler), και στη γερμανική μετάφραση δίνονταν σε εκατομμύρια μάρκων. 25 Στη γερμανική μετάφραση του κειμένου (Ιούλης 1888) έχει προστεθεί αμέσως μετά «και την υπερβολική κερδοσκοπία». 26 Η ανάγκη για μια τροποποίηση των τελωνειακών δασμών καθώς και της αύξησης των δασμών στα εισαγόμενα βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα, διακηρύχτηκε από μια ομάδα βουλευτών του Ράϊχσταγκ τον Οκτώβρη του 1878. Το Δεκέμβρη, ο Μπίσμαρκ έδωσε το αρχικό του σχέδιο της τροποποίησης στην ειδική επιτροπή που είχε γίνει γι’ αυτό το θέμα. Το τελικό κείμενο προς συζήτηση στο Ράϊχσταγκ άρχισε το Μάη του 1879 και εγκρίθηκε τον Ιούλη του ίδιου χρόνου. Το νέο σύστημα τελωνειακών δασμών πρόβλεπε μια σημαντική αύξηση των εισαγωγικών δασμών στο σίδερο, στα μηχανήματα, στα υφαντουργικά προϊόντα, στα σιτηρά, στα βοοειδή, στα λίπη, στις ίνες λιναριού, στη ξυλεία, κ.α. 27 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) αντί των όρων «κύκλοι» και «τραστ» έχει τον όρο «καρτέλ». 28 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) έχει «τριάντα έξι εκατομμύρια μάρκα». 29 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) αντί του «θα διωχτεί από την αγορά» έχει «θα χάσουν την ανταγωνιστικότητά τους». 30 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) η πρόταση αρχίζει ως εξής: «Η βιομηχανία μεγάλης κλίμακας απαιτεί μόνιμες αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής». 31 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) οι τρεις τελευταίες λέξεις έχουν απαλειφθεί (δηλαδή, με ξένους αντιπάλους). 32 Η αναφορά αφορά την εμπορική συμφωνία μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας που υπογράφηκε στις 23 Γενάρη του 1860. Επικεφαλής της βρετανικής πλευράς (και πρωταγωνιστής) ήταν ο θερμός υποστηρικτής του ελεύθερου εμπορίου Ρίτσαρντ Κόμπντεν (Richard Cobden). (Δες και σημείωση 2 και 40). Με τη συμφωνία, η Γαλλία εγκατέλειπε την απαγορευτική δασμολογική της πολιτική και εισήγαγε ένα σύστημα δασμών που δεν μπορούσε να ξεπεράσει το 30%, και αργότερα το 25% του κόστους των αγαθών. Η συμφωνία έδινε το δικαίωμα στη Γαλλία να εξάγει τον όγκο των προϊόντων της στην Αγγλία αφορολόγητα. Μια επίπτωση της συμφωνίας ήταν η ένταση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά εξαιτίας της εισροής των αγγλικών προϊόντων, τα οποία προκάλεσαν δυσαρέσκεια μεταξύ των Γάλλων κατασκευαστών και βιομηχάνων. 33 Η γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) έχει «αφοσιωμένους υπηκόους» (faithful subjects). 34 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888) το τέλος αυτής της πρότασης έχει ως εξής: «είναι ώρα να τελειώνει με αυτή» (it is time to finish with it). 35 Δες την σημείωση 27, όπου η γερμανική μετάφραση χρησιμοποιεί τον όρο «καρτέλ». 36 Δες τη σημείωση 27, όπου η γερμανική μετάφραση χρησιμοποιεί τον όρο «καρτέλ». 37 Η Στάνταρ Οϊλ Κόμπανι [Standard Oil Company] ιδρύθηκε από τον Τζον Ντ. Ροκφέλλερ στην Πολιτεία του Οχάιο το 1870 με αρχικό κεφάλαιο 1 εκατομμύριο δολάρια. Στη δεκαετία του 1870 η εταιρεία κυριάρχησε στη διύλιση και διακίνηση του πετρελαίου και έλεγχε σχεδόν το σύνολο της βιομηχανίας πετρελαίου των Ενωμένων Πολιτειών. Το 1882, η εταιρεία μετασχηματίστηκε σ’ ένα τραστ με το ίδιο όνομα, λειτουργώντας μ’ ένα κεφάλαιο 75 εκατομμυρίων δολαρίων. Αργότερα, η Στάνταρ Οϊλ αναπτύχθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον κόσμο. 38 Το τραστ Αμερικανική Εταιρεία Ζάχαρης [American Sugar Company] έγινε το 1887 και κατόπιν το 1891 μετονομάστηκε σε Αμερικανική Εταιρεία Διύλισης Ζάχαρης [American Sugar Refining Company]. Τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του, το τραστ κυριάρχησε σχεδόν σε όλες τις βιομηχανίες ζάχαρης των Ενωμένων Πολιτειών. Αργότερα, παρά τη διαμόρφωση μεγάλων ανταγωνιστικών εταιρειών, το τραστ μπόρεσε να διατηρήσει τη θέση του ως η μεγαλύτερη εταιρεία στον τομέα αυτό, πετυχαίνοντας τον έλεγχο πάνω σε αρκετούς ανταγωνιστές του και συνεργαζόμενο με άλλους στη βάση του συστήματος συμμετοχής στα κέρδη. 39 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888), έχει αμέσως μετά: «μέσω των προστατευτικών δασμών». 40 Η Σχολή του Μάντσεστερ αποτελούσε μια τάση στην αστική οικονομική σκέψη που αντανακλούσε στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, τα συμφέροντα της βιομηχανικής αστικής τάξης. Οι οπαδοί της, γνωστοί και ως υπερασπιστές του ελεύθερου εμπορίου (Free Traders) τάχθηκαν υπέρ της ελευθερίας του εμπορίου και της μη

επέμβασης της κυβέρνησης στην οικονομική ζωή. Το κέντρο των δραστηριοτήτων των οπαδών του Ελευθέρου Εμπορίου ήταν το Μάντσεστερ, όπου το κίνημα είχε επικεφαλής δυο βιομηχάνους υφαντουργίας το Ρίτσαρντ Κόμπντεν και τον Τζον Μπράϊτ, οι οποίοι ίδρυσαν την Ενωση ενάντια στον Νόμο των Δημητριακών το 1838. Στις δεκαετίες του 1840 και 1850, οι οπαδοί του Ελευθέρου Εμπορίου ίδρυσαν μια χωριστή πολιτική ομάδα η οποία αργότερα αποτέλεσε την αριστερή πτέρυγα του Φιλελευθέρου Κόμματος (Liberal Party). (Δες και σημειώσεις 2 και 32) 41 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888), λείπουν οι τελευταίες λέξεις: «και τα οποία πρέπει να καταστρέψουν το σύστημα στο σύνολό του». 42 [...] 43 Οράτιος, Carminum, (Ωδές) ΙΙΙ.1. 44 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888), η πρόταση καταλήγει ως εξής: «και μ’ αυτό τον τρόπο να παροξύνει την ανταγωνιστική τάξη η οποία μια μέρα θα καταστρέψει όλο το σύστημα». 45 Στη γερμανική μετάφραση (Ιούλης 1888), η λέξη «επαναστατική» λείπει και η πρόταση καταλήγει ως εξής: «που βρίσκεται εκτός επίσημης κοινωνίας».

Φρίντριχ Ενγκελς

Το Βιβλίο της Αποκάλυψης
Μια επιστήμη σχεδόν άγνωστη σε τούτη τη χώρα, μ΄ εξαίρεση σε λίγους ελευθερόφρονες θεολόγους, που κατορθώνουν να την κρατούν όσο μπορούν μυστική, είναι η ιστορική και γλωσσολογική κριτική της Βίβλου, η έρευνα για την ηλικία, την καταγωγή και την ιστορική αξία των διάφορων γραφτών, που περιλαμβάνονται στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Η επιστήμη αυτή είναι σχεδόν αποκλειστικά γερμανική. Και, ωστόσο, το λίγο απ΄ αυτήν που πέρασε τα σύνορα της Γερμανίας, δεν είναι ακριβώς το καλύτερο κομμάτι της: είναι εκείνη η λατιτουδινάρια {ελευθερόφρονη στα θρησκευτικά ζητήματα} κριτική που καυχιέται ότι είναι απροκάλυπτη και ευσυνείδητη, και, ταυτόχρονα Χριστιανική. Η Βίβλος δεν αποκαλύφθηκε ακριβώς από το Άγιο Πνεύμα, αλλά είναι αποκαλύψεις της θεότητας μέσω του ιερού πνεύματος της ανθρωπότητας. Έτσι, η Σχολή της Τυβίγγης, (Μπάουερ, GFRORER, κλπ) είναι οι μεγάλοι ευνοούμενοι στην Ολλανδία, Ελβετία, όσο και στην Αγγλία, και, αν μερικοί θέλουν να προχωρήσουν λίγο περισσότερο, ακολουθούν τον Στράους. Το ίδιο μετριοπαθές, αλλά απόλυτα ανιστόρητο, πνεύμα κυριαρχεί στον φημισμένο Ερνέστ Ρενάν, που δεν είναι παρά ένας φτωχός λογοκλόπος των γερμανικών κριτικών. Απ΄ όλα του τα έργα τίποτε δεν του ανήκει εκτός μονάχα ο αισθητισμός της κυριαρχικής νόησης, και η γλυκανάλατη γλώσσα που τον περιτυλίγει. Ωστόσο, ο Ερνέστ Ρενάν, είπε κι ένα καλό: "Όταν θέλετε να σχηματίσετε μια καθαρή ιδέα, του τι ήταν οι πρώτες Χριστιανικές κοινότητες, μην τις συγκρίνετε με τις σημερινές ενοριακές συναθροίσεις, ήταν πιο πολύ σαν τα τοπικά τμήματα της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων". Κι αυτό είναι σωστό. Ο χριστιανισμός κρατεί τις μάζες ακριβώς όπως ο σύγχρονος σοσιαλισμός, κάτω από τη μορφή ποικίλων αιρέσεων, κι ακόμα πιο πολύ με συγκρουόμενες ατομικές απόψεις - μερικές πιο ξάστερες, μερικές πιο μπερδεμένες, οι τελευταίες είναι οι πιο πολλές - που όμως όλες τους είναι αντίθετες στο σύστημα που κυβερνά, στο "κατεστημένο". Ας πάρουμε λογου χάρη, την Αποκάλυψή μας, που θα δούμε ότι, αντί να είναι το πιο σκοτεινό και πιο μυστηριώδες, είναι το απλούστερο και πιο ξάστερο βιβλίο όλης της Καινής Διαθήκης. Για την ώρα, πρέπει να ζητήσουμε από τον αναγνώστη να πιστέψει, αυτό που θα αποδείξουμε σιγά-σιγά. Ότι, η Αποκάλυψη, γράφτηκε το έτος 68 ή το Γενάρη του 69 της δικής μας χρονολογίας, κι ότι είναι, συνεπώς, όχι μονάχα το μόνο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, που η χρονολογία του είναι πραγματικά καθορισμένη, αλλά και το πιο παλιό βιβλίο. Εδώ μπορούμε να δούμε σαν σε καθρέφτη του τι ήταν ο Χριστιανισμός το έτος 68. Πρώτα απ΄ όλα, αιρέσεις πάνω στην αίρεση. Στα μηνύματα στις εφτά Εκκλησίες της Ασίας μνημονεύονται, το λιγότερο, τρεις αιρέσεις, που γι΄ αυτές, εξάλλου, δεν ξέρουμε απόλυτα τίποτε: των Νικολαϊτών, των Βαλααμιτών και οπαδών μιας γυναίκας, που συμβολίζεται με το όνομα Ιεζάβελ. Και για τις τρεις λέγεται ότι επιτρέπανε στους οπαδούς τους να τρώνε πράγματα που θυσιάζονται στα είδωλα, κι ότι επιδίδονταν στην πορνεία. Είναι παράξενο το γεγονός, ότι σε κάθε μεγάλο επαναστατικό κίνημα το ζήτημα του "ελεύθερου έρωτα" βγαίνει στο προσκήνιο. Για μια μερίδα ανθρώπων σαν επαναστατική πρόοδος, σαν μια αποτίναξη παλιών παραδοσιακών δεσμών, που δεν είναι πια αναγκαίοι, γι΄ άλλους σαν μια καλόδεχτη διδασκαλία, που καλύπτει βολικά κάθε είδους ελεύθερες και εύκολες πράξεις ανάμεσα σ΄ άνδρα και γυναίκα. Η τελευταία, το φιλισταϊκό είδος, φαίνεται πως επεκράτησε εδώ, γιατί η "πορνεία" συσχετίζεται πάντα με το φάγωμα "ειδωλόθυτων", που απαγορευόταν αυστηρά να το κάνουν οι Ιουδαίοι και Χριστιανοί, αλλά, που συχνά, μπορεί να ήταν επικίνδυνο ή το λιγότερο, δυσάρεστο να το αρνούνται. Αυτό δείχνει ολοφάνερα ότι οι ελεύθεροι εραστές που αναφέρονται εδώ είχαν γενικά την κλίση να είναι φίλοι με τον καθένα, και δεν ήταν καθόλου από το υλικό για μάρτυρες. Ο Χριστιανισμός, σαν κάθε μεγάλο επαναστατικό κίνημα έγινε από τις λαϊκές μάζες. Αναφάνηκε στην Παλαιστίνη, κατά τρόπο απόλυτα άγνωστο σε μας, σε μια εποχή όπου καινούργιες αιρέσεις, καινούργιες θρησκείες, καινούργιοι προφήτες αναφαίνονταν κατά εκατοντάδες. Είναι, στην πραγματικότητα, ένας απλός μέσος όρος, που σχηματίστηκε αυτόματα από την αμοιβαία σύγκρουση των πιο προοδευτικών από τις τέτοιες αιρέσεις, και μετέπειτα σχηματοποιήθηκαν σε μια διδασκαλία με την προσθήκη θεωρημάτων του Αλεξανδρινού Ιουδαίου,

του Φίλωνα, και αργότερα με ισχυρές στωικές διαβρώσεις. Στην πραγματικότητα, αν μπορούμε να ονομάζουμε το Φίλωνα το θεωρητικό πατέρα του χριστιανισμού, ο Σενέκας ήταν ο θείος του. Ολόκληρες περικοπές στην Καινή Διαθήκη φαίνονται, σχεδόν κατά γράμμα αντιγραφή από τα έργα του, και θα βρείτε, από την άλλη μεριά, περικοπές στις σάτιρες του Πέρσιους, που φαίνονται αντιγραφές από την τότε άγραφη Καινή Διαθήκη. Απ΄ όλα τα θεωρητικά στοιχεία δεν βρίσκεται ούτε ίχνος τους στην Αποκάλυψη. Εδώ έχουμε το Χριστιανισμό στην πιο ακατέργαστη μορφή του που διασώθηκε ως σήμερα. Υπάρχει μονάχα ένα δεσπόζον δογματικό στοιχείο: ότι ο πιστός σώθηκε με τη θυσία του Χριστού. Να με ποιο τρόπο, και γιατί είναι τέλεια ακαθόριστο. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο από την παλιά Ιουδαϊκή και ειδωλολατρική έννοια, ότι ο Θεός, ή οι θεοί, πρέπει να εξευμενίζονται με θυσίες, που μετατράπηκε στην ειδική Χριστιανική έννοια (που, πραγματικά έκαμε το Χριστιανισμό παγκόσμια θρησκεία) ότι ο θάνατος του Χριστού είναι η μεγάλη θυσία που αρκεί μια για πάντα. Για την προπατορική αμαρτία, ούτε ίχνος. Τίποτε για την Αγία Τριάδα. Ο Ιησούς είναι το "αρνίον", αλλά υποταγμένος στο Θεό. Στην πραγματικότητα, σε μια περικοπή (XV, 3) τοποθετείται σε ίση μοίρα με το Μωϋσή. Αντί ενός Αγίου Πνεύματοςε υπάρχουν "τα επτά πνεύματα του Θεού" (ΙΙΙ, 1 και IV, 5). Οι φονευμένοι άγιοι (οι μάρτυρες) φωνάζουν στο Θεό, για εκδίκηση: "Εως πότε, ο δεσπότηςο άγιος και αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;" (VI, 10) - ένα αίσθημα που, αργότερα, διαγράφτηκε με προσοχή από το θεωρητικό κώδικα του Χριστιανισμού, αλλά που εφαρμόστηκε με εκδικητικότητα μόλις ο Χριστιανισμός επιβλήθηκε στους ειδωλολάτρες. Φυσικά, ο Χριστιανισμός, παρουσιάζεται σαν μια απλή αίρεση του Ιουδαϊσμού. Ετσι, στα μηνύματα στις εφτά εκκλησίες "Οίδα και την βλασθημίαν εκ των λεγόντων Ιουδαίους είναι εαυτούς, και ουκ εισίν, αλλά συναγωγή του σατανά" (II, 9) kai p;ali III, 9: "Ιδού, δίδωμοι εκ της συναγωγής του σατανά των λεγόντων εαυτούς Ιουδαίους, είναι, και ουκ εισίν, αλλά ψεύδονται". Ετσι, ο συγγραφέας μας, το έτος 69 της δικής μας χρονολογίας, δεν είχε ούτε την πιο αόριστη ιδέα ότι αντιπροσώπευε μια καινούργια φάση θρησκευτικής εξέλιξης, που προοριζόταν να γίνει μια από τα μεγαλύτερα επαναστατικά στοιχεία. Ετσι, επίσης, όταν οι άγιοι παρουσιάζονται μπροστά στο θρόνο του Θεού, υπάρχουν πρώτα 144.000 Ιουδαίοι, 12.000 από κάθε μια από τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, και μονάχα ύστερα απ΄ αυτούς γίνονται δεκτοί οι ειδωλολάτρες που προσχώρησαν σ΄ αυτή την καινούργια φάση του Ιουδαϊσμού. Τέτοιος ήταν ο Χριστιανισμός το έτος 68, όπως απεικονίζεται στο πιο παλιότερο, και το μοναδικό βιβλίο της Καινής Διαθήκης, που η αυθεντικότητά του, δεν μπορεί ν' αμφισβητηθεί. Ποιος ήταν ο συγγραφέας του, δεν ξέρουμε. Λέγει πως ονομάζεται Ιωάννης. Όμως δεν ισχυρίζεται ότι είναι ο "απόστολος" Ιωάννης, γιατί στους "θεμελίους" της "Νέας Ιερουσαλήμ" είναι τα "ονόματα των δώδεκα αποστόλων του αρνίου" (ΧΧΙ, 14). Συνεπώς αυτοί πρέπει να είχαν πεθάνει όταν εκείνος έγραφε. Ότι ήταν Εβραίος είναι φανερό από τους εβραϊσμούς που αφθονούν στα ελληνικά του, που ξεπερνούν σε κακή γραμματική, πάρα πολύ, ακόμα και τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ότι το λεγόμενο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, οι Πράξεις του Ιωάννη και τούτο το βιβλίο είχαν το λιγότερο τρεις διαφορετικούς συγγραφείς, το αποδεικνύει ολοκάθαρα, η γλώσσα τους, αν δεν το αποδείκνυαν οι διδασκαλίες που περιέχουν και που συγκρούονται απόλυτα η μια με την άλλη. Τα αποκαλυπτικά οράματα που αποτελούν σχεδόν το σύνολο της Αποκάλυψης, είναι παρμένα, σε πολλές περιπτώσεις κατά λέξη, από τους κλασικούς προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και τους τελευταίους μιμητές τους, αρχίζοντας από τις προφητείες του Δανιήλ (γύρω στο 190 πριν από τη δική μας χρονολογία, που προφήτευαν γεγονότα που έγιναν πριν εκατονταετηρίδες) και τέλειωναν με τις "Προφητείες του Ενώχ", ένα αποκρυφικό κατασκεύασμα, γραμμένο στα ελληνικά, λίγα χρόνια πριν την αρχή της δικής μας χρονολογίας. Η αρχική εφεύρεση, ακόμα και η συσσώρευση των σφετερισμένων οραμάτων, είναι εξαιρετικά πτωχή. Ο καθηγητής Φερνάνδος Μπέναρυ, που στα μαθήματά του, στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, το 1841, χρωστώ τα όσα ακολουθούν, απόδειξε, κατά κεφάλαιο και παράγραφο, από που ο συγγραφέας μας δανείστηκε το καθένα από τα τάχατες οράματά του. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να παρακολουθήσουμε τον "Ιωάννη" μας σ΄ όλες τις φαντασιοπληξίες του. Το καλύτερο είναι να

φτάσουμε αμέσως στο σημείο που αποκαλύπτει το μυστήριο του καθόλα περίεργο αυτού βιβλίου. Σε απόλυτη αντίθεση μ΄ όλους τους ορθόδοξους σχολιαστές του, που όλοι τους περιμένουν ακόμα ότι οι προφητείες του πρόκειται να πραγματοποιηθούν, ύστερα από 1800 χρόνια, ο "Ιωάννης" δε σταματά ποτέ να λέει, "α δει γενέσθαι εν τάχει, και ιδού έρχομαι ταχύ". Κι αυτό είναι ειδικά η περίπτωση με την κρίση που προλέγει, και που φανερά περιμένει να δει. Η κρίση αυτή είναι η μεγάλη μάχη ανάμεσα στο Θεό και τον "αντίχριστο", όπως τον ονόμασαν άλλοι. Τα αποφασιστικά κεφάλαια είναι το ΧΙΙΙ και ΧVΙΙ. Παραλείπουμε όλα τα περιττά στολίσματα. Ο "Ιωάννης" βλέπει ένα θηρίο να βγαίνει από τη θάλασσα που έχει εφτά κεφαλές και δέκα κέρατα (τα κέρατα δε μας ενδιαφέρουν καθόλου) "και είδον εκ της θαλάσσης θηρίον ανεβαίνον, έχον κέρατα δέκα και κεφαλάς επτά, και μίαν εκ των κεφαλών αυτών ως εσφαγμένην εις θάνατον, και η πληγή του θανάτου αυτού εθεραπεύθη". Στο θηρίον αυτό δόθηκε η εξουσία πάνω στη γη, ενάντια στο Θεό και το αρνίον για σαράντα δύο μήνες (το μισό των ιερών εφτά χρόνων), και όλοι οι άνθρωποι ήταν υποχρεωμένοι σ΄ αυτό το διάστημα να έχουν το σημάδι {χάραγμα} του θηρίου ή τον αριθμό του ονόματός του, στο δεξί τους χέρι ή στο μέτωπό τους. "Ωδε η σοφία εστίν, ο έχων νουν ψηφισάτω τον αριθμόν του θηρίου, αριθμός γαρ ανθρώπου εστί, και ο αριθμός αυτού χξς!". {666}. Ο Ειρηναίος, στο δεύτερο αιώνα, ήξερε καλά ότι η κεφαλή που ήταν τραυματισμένη και θεραπεύθηκε, σήμαινε τον Αυτοκράτορα Νέρωνα. Ήταν ο πρώτος διώκτης των Χριστιανών. Όταν πέθανε διαδόθηκε η φήμη, ειδικά στην Αχαϊα και την Ασία, ότι δεν είχε πεθάνει, αλλά μονάχα τραυματισθεί, και ότι θα ξαναφαινόταν κάποια μέρα για ν΄ απλώσει τον τρόμο σ΄ όλον τον κόσμο (Τάκιτος, Ann. VI, 22). Και ταυτόχρονα ο Ειρηναίος, γνώριζε ένα πάρα πολύ παλιό ανάγνωσμα, που ανέφερε τον αριθμό 616, αντί τον αριθμό 666. Στο κεφάλαιο ΧΙΙ, το θηρίο με τα εφτά κεφάλια εμφανίζεται πάλι, αυτή τη φορά με καβάλα πάνω του την πασίγνωστη πορφυρή γυναίκα, που την κομψή περιγραφή της ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει ο ίδιος στην Αποκάλυψη. Εδώ ένας άγγελος εξηγεί στον Ιωάννη:"Το θηρίον ο είδες, ην και ουκ εστί... αι επτά κεφαλαί όρη επτά εισίν, όπου η γυνή κάθηται επ΄ αυτών, και βασιλείς επτά εισίν, οι πέντε έπεσαν, ο εις εστίν, ο άλλος ούπω ήλθε, και όταν έλθη ολίγον αυτόν δει μείναι, και το θηρίον ο ην και ουκ έστι, και αυτός όγδοος έστι, και εκ των επτά έστι,... Και η γυνή ην είδες έστιν η πόλις η μεγάλη η έχουσα βασιλείαν επί των βασιλέων της γης". Εδώ, λοιπόν, έχουμε δύο καθαρές προτάσεις: (1) η πορφυρή γυναίκα είναι η Ρώμη, η μεγάλη πόλη που βασιλεύει πάνω στους βασιλιάδες της γης, (2) την εποχή που γραφόταν το βιβλίο βασιλεύει ο έκτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, ύστερα απ΄ αυτόν θα βασιλεύσει ένας άλλος για σύντομο διάστημα, κι ύστερα θα γυρίσει ένας που "εκ των επτά έστι", που τραυματίστηκε και που θεραπεύτηκε και που το όνομά του περιλαμβάνεται σ΄ εκείνον το μυστηριώδη αριθμό, και που ο Ειρηναίος ξέρει ακόμα ότι είναι ο Νέρων. Λογαριάζοντας από τον Αύγουστο, έχουν τον Αύγουστο, Τιβέριο, Καλιγούλα, Κλαύδιο, Νέρωνα πέμπτο. Ο έκτος, ποιος είναι, είναι ο Γάλβας, που η άνοδός του στο θρόνο υπήρξε το σύνθημα για μια σύρραξη των λεγεώνων στη Γαλατία, μ΄ επικεφαλής τον Όθωνα, το διάδοχο του Γάλβα. Ετσι το βιβλίο μας γράφτηκε την εποχή του Γάλβα, που βασίλεψε από τις 9 του Ιούνη του ΄68, ίσαμε τις 15 του Γενάρη του ΄69. Και προλέγει ότι είναι άμεση η επιστροφή του Νέρωνα. Αλλά τώρα η τελική απόδειξη - ο αριθμός. Κι αυτός, επίσης, ανακαλύφθηκε από τον Φερδινάνδο Μπέναρυ, κι από τότε δεν αμφισβητήθηκε στον επιστημονικό κόσμο. Περίπου 300 χρόνια πριν από τη δική μας χρονολογία οι Ιουδαίοι άρχισαν να χρησιμοποιούν τα γράμματα του αλφαβήτου τους σαν σύμβολα για αριθμούς. Οι θεωρητικοί Ραββί βρήκανε σ΄ αυτό μια καινούργια μέθοδο για μυστική ερμηνεία της καββάλα. Μυστικές λέξεις εκφράζονταν με τον αριθμό που σχημάτιζαν με την πρόσθεση των αριθμητικών αξιών των γραμμάτων που περιείχαν οι λέξεις αυτές. Η καινούργια αυτή επιστήμη ονομάστηκε γεματρία, γεωμετρία. Τώρα αυτή η επιστήμη εφαρμόζεται εδώ από τον "Ιωάννη" μας. Πρέπει να αποδείξουμε (1) ότι ο αριθμός περιέχει το όνομα ενός ανθρώπου και, ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο Νέρων, και (2) ότι η λύση που δίδεται ισχύει για το διάβασμα του αριθμού 666 όσο και για το διάβασμα του παλιού 616. Παίρνουμε τα εβραϊκά γράμματα και τις αξίες τους - NERON KESAR, ο Αυτοκράτορας Νέρων, ελληνικά Νέρων Καίσαρ. Τώρα, αν αντί του συλλαβισμού στα ελληνικά, μεταφέρουμε το

λατινικό NERON KAESAR, στους εβραϊκούς χαρακτήρες, το νουν στο τέλος του Νέρων εξαφανίζεται, και μ΄ αυτό η αξία πενήντα. Αυτό μας γυρίζει στην παλιά ανάγνωση του 616, κι έτσι η απόδειξη είναι όσο θα θέλαμε πλήρης. Το μυστηριώδες βιβλίο λοιπόν, είναι τώρα τελείως σαφές. Ο "Ιωάννης" προλέγει την επιστροφή του Νέρωνα γύρω στο έτος 70, και μια βασιλεία τρόμου κάτω από το σκήπτρο του που θα κρατήσει σαράντα δύο μήνες ή 1.260 μέρες. Στο τέλος αυτής της περιόδου ο Θεός φανερώνεται, νικά τον Νέρωνα, τον αντίχριστο, καταστρέφει τη μεγάλη πόλη με φωτιά και φυλακίζει το διάβολο για χίλια χρόνια. Η χιλιετηρίδα αρχίζει και έτσι συνέχεια. Ολα αυτά τώρα έχουν χάσει κάθε ενδιαφέρον, εκτός για τους αμόρφωτους που μπορεί να προσπαθούν ακόμα να υπολογίσουν την ημέρα της τελευταίας κρίσης. Ομως σαν αυθεντική εικόνα του αρχέγονου σχεδόν Χριστιανισμού, που την έδωσε ένας από τους πρωτοχριστιανούς, το βιβλίο αξίζει πολύ περισσότερα απ΄ όλη την Καινή Διαθήκη, στο σύνολό της.

http://allotriosi.wordpress.com

http://allotriosi.wordpress.com

http://allotriosi.wordpress.com

http://allotriosi.wordpress.com

http://allotriosi.wordpress.com

http://allotriosi.wordpress.com

http://allotriosi.wordpress.com

Καρλ Μαρξ

Αιματηρή νομοθεσία ενάντια στους απαλλοτριωνένους από τα τέλη του 15ου αιώνα.
Οσοι διώχθηκαν με τη διάλυση των φεουδαρχικών ακολουθιών και με την απότομη, βίαιη απαλλοτρίωση της γης τους, το προγραμμένο αυτό προλεταριάτο σε καμμιά περίπτωση δεν μπορούσε ν' αποροφηθεί από τη γεννώμενη μανουφακτούρα τόσο γρήγορα, όσο γρήγορα δημιουργήθηκε. Από την άλλη μεριά, οι απότομα εκσφενδονισμένοι από τη συνηθισμένη τροχιά της ζωής τους άνθρωποι δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν εξίσου απότομα στην πειθαρχία της νέας κατάστασής τους. Μετατράπηκαν μαζικά σε διακονιάρηδες, ληστές, αλήτες, εν μέρει από κλίση και στις περισσότερες περιπτώσεις από την ανάγκη των πραγμάτων. Γι΄ αυτό, στα τέλη του 15ου και στη διάρκεια όλου του 16ου αιώνα σ' όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης εκδίδονται αιματηροί νόμοι ενάντια στην αλητεία. Οι πατέρες της σημερινής εργατικής τάξης ήταν οι πρώτοι που τιμωρήθηκαν, γιατί τους μετάτρεψαν με τη βία σε αλήτες και πάουπερ. Η νομοθεσία τους μεταχειριζόταν σαν «εθελοντές» εγκληματίες, ξεκινώντας από την προϋπόθεση πως εξαρτιόταν από την καλή τους θέληση να εξακολουθούν να ζουν στις παλιές συνθήκες που δεν υπήρχαν πια. Η νομοθεσία αυτή άρχισε στην Αγγλία επί Ερρίκου Ζ΄. Ερρίκος Η΄ 1530: Στους γέρους και ανίκανους για εργασία ζητιάνους δίνεται άδεια επαιτείας. Αντίθετα, οι σωματικά γεροί αλήτες μαστιγώνονται και φυλακίζονται. Σύμφωνα με το νόμο τους δένουν πίσω απ' ένα κάρο και τους μαστιγώνουν ως που να τρέξει αίμα από το κορμί τους, έπειτα τους βάζουν και ορκίζονται πως θα επιστρέψουν στον τόπο που γεννήθηκαν, ή εκεί όπου κατοικούσαν τα τελευταία τρία χρόνια, για να «δουλέψουν» (to put himself to labour). Τι φρικτή ειρωνεία! Με το νόμο 27 του Ερρίκου Η΄ επαναλαβαίνεται αυτός ο νόμος, μόνο που γίνεται αυστηρότερος με συμπληρωματικές διατάξεις. Οταν συλληφθεί κανείς για δεύτερη φορά ν' αλητεύει, το μαστίγωμα επαναλαβαίνεται και του κόβουν το μισό αφτί. Σε περίπτωση όμως νέας υποτροπής χαρακτηρίζεται μεγάλος εγκληματίας και εχθρός της κοινωνίας και εκτελείται. Εδουάρδος Στ΄: Ενας νόμος του πρώτου έτους της βασιλείας του, 1547, ορίζει πως, αν κάποιος αρνιέται να εργαστεί, πρέπει να δίνεται σκλάβος στο πρόσωπο που τον κατάγγειλε σαν αργόσχολο. Ο αφέντης πρέπει να τρέφει το σκλάβο του με ψωμί και νερό, με αδύνατα ποτά και με ό,τι απορίμματα κρεάτων κρίνει αυτός κατάλληλα. Εχει το δικαίωμα να τον βάζει να κάνει οποιαδήποτε εργασία, όσο αηδιαστική κι αν είναι, μαστιγώνοντας κι αλυσοδένοντάς τον. Αν ο σκλάβος λείψει 15 μέρες, πρέπει να καταδικαστεί σε ισόβια σκλαβιά και με πυρακτωμένο σίδερο να χαραχθεί στο μέτωπο ή στο μάγουλό του το γράμμα «S»* , αν φύγει για τρίτη φορά, εκτελείται σαν ένοχος εσχάτης προδοσίας. Ο αφέντης του μπορεί να τον πουλήσει, να τον κληροδοτήσει και να τον εκμισθώσει σαν δούλο, απαράλλαχτα όπως και κάθε άλλο κινητό αγαθό ή ζώο. Οι σκλάβοι εκτελούνται επίσης, αν επιχειρήσουν κάτι ενάντια στον αφέντη τους. Οι ειρηνοδίκες έχουν υποχρέωση, μόλις πληροφορηθούν ότι δραπέτευσαν σκλάβοι, να ψάχνουν να τους βρουν. Αν αποδειχθεί πως ένας τους αλήτεψε τρεις μέρες, πρέπει να μεταφερθεί στον τόπο που γεννήθηκε, να του χαράξουν με καυτό σίδερο το σημάδι «V» στο στήθος και να χρησιμοποιείται αλυσοδεμένος σε δουλειές του δρόμου ή και σε άλλες εργασίες. Αν ο αλήτης δηλώσει ψεύτικο τόπο γέννησης, για τιμωρία του γίνεται ισόβιος σκλάβος του τόπου αυτού, των κατοίκων ή της συντεχνίας του και στιγματίζεται με το γράμμα «S». Ο καθένας έχει το δικαίωμα να παίρνει τα παιδιά των αλητών και να τα χρησιμοποιεί σαν μαθητευόμενους, τους νέους ως 24 χρονών και τα κορίτσια ως 20. Αν δραπετεύσουν, υποχρεώνονται ως αυτή την ηλικία να είναι σκλάβοι των μαστόρων τους που έχουν το δικαίωμα να τους αλυσοδένουν, να τους μαστιγώνουν κλπ. κατά βούληση. Κάθε μάστορας έχει το δικαίωμα να περνάει ένα σιδερένιο χαλκά στο λαιμό, στα χέρια ή στα πόδια του σκλάβου του, για να μπορεί να τον γνωρίζει πιο εύκολα και για να τον κρατάει πιο σίγουρα. Το τελευταίο μέρος τούτου του νόμου προβλέπει πως ορισμένοι φτωχοί πρέπει να χρησιμοποιούνται από τον τόπο ή από πρόσωπα που τους ταΐζουν, τους ποτίζουν και τους βρίσκουν δουλιά. Τέτιου είδους σκλάβοι των ενοριών διατηρήθηκαν στην Αγγλία ως τα μέσα του 19ου αιώνα με το όνομα roundsmen (περιφερόμενοι).

Νόμος της Ελισάβετ, 1572: Οι ζητιάνοι που δεν έχουν άδεια επαιτείας και είναι πάνω από 14 χρονών μαστιγώνονται σκληρά και καυτηριάζονται στο αριστερό αφτί, αν δεν υπάρχει κανένας που να θέλει να τους πάρει στην υπηρεσία του για δύο χρόνια. Σε περίπτωση υποτροπής, κι αν είναι πάνω από 18 χρονών, εκτελούνται, αν δεν υπάρχει κανένας που να θέλει να τους πάρει στην υπηρεσία του για δυό χρόνια. Σε περίπτωση όμως νέας υποτροπής, εκτελούνται χωρίς οίκτο σαν ένοχοι προδοσίας. Παρόμοιες διατάξεις περιέχει ο νόμος 18, κεφ. 13, της Ελισάβετ και ο νόμος του 1597. Ιάκωβος Α΄: Ενας άνθρωπος που περιπλανιέται και ζητιανεύει θεωρείται αλήτης και μπαγαπόντης. Οι ειρηνοδίκες των Petty Sessions (τοπικών δικαστηρίων) είναι εξουσιοδοτημένοι να διατάζουν τη δημόσια μαστίγωσή του και να τον κλείνουν 6 μήνες στη φυλακή στην πρώτη επαυτοφώρω σύλληψή του και δυό χρόνια στη δεύτερη σύλληψή του. Στη διάρκεια της φυλάκισής του πρέπει να μαστιγώνεται όσες φορές και όσο κρίνουν οι ειρηνοδίκες... Τους αδιόρθωτους και επικίνδυνους αλήτες πρέπει να τους χαράζουν με καυτό σίδερο το γράμμα R* στον αριστερό ώμο και να τους στέλνουν σε καταναγκαστικά έργα, κι αν τους ξαναπιάσουν επαυτοφώρω να ζητιανεύουν να τους εκτελούν χωρίς οίκτο. Οι διατάξεις αυτές των νόμων ίσχυαν ως τις αρχές του 18ου αιώνα και ακυρώθηκαν μόνο με το νόμο 12 της Αννας, κεφ. 23. Παρόμοιοι νόμοι υπήρχαν και στη Γαλλία, όπου στα μέσα του 17ου αιώνα είχε ιδρυθεί στο Παρίσι ένα βασίλειο αλητών (royaune des truands). Στις αρχές ακόμα της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ (ordonnance = διάταγμα) της 13 του Ιούλη 1777) κάθε σωματικά υγιής άνθρωπος από 16 ως 60 χρονών στέλνονταν στα κάτεργα, αν δεν είχε μέσα συντήρησης και δεν ασκούσε κανένα επάγγελμα. Τα ίδια θέσπιζε για τις Κάτω Χώρες ο νόμος του Καρόλου Ε΄ που εκδόθηκε τον Οχτώβρη του 1537, το πρώτο διάταγμα των κρατών και των πόλεων της Ολλανδίας της 19 του Μάρτη 1614, το Placat (Διακήρυξη) των Ενωμένων Επαρχιών της 25 του Ιούνη 1649 κλπ. Ετσι ο αγροτικός πληθυσμός, που με τη βία τον απαλλοτρίωσαν, τον κυνήγησαν και τον μετάτρεψαν σε αλήτες, υποτάχθηκε με τερατώδικους τρομοκρατικούς νόμους, με μαστιγώσεις, με στιγματισμούς και με βασανιστήρια σε μια πειθαρχία τέτια που απαιτεί το σύστημα της μισθωτής εργασίας. Δε φτάνει που οι όροι της εργασίας εμφανίζονται στον ένα πόλο σαν κεφάλαιο, ενώ στον αντίθετο πόλο υπάρχουν μόνο άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν εκτός από την εργατική τους δύναμη. Δε φτάνει επίσης που εξαναγκάζονται άνθρωποι να πουλούν θεληματικά τον εαυτό τους. Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η οργάνωση του διαμορφωμένου κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής σπάει κάθε αντίσταση, η διαρκής δημιουργία ενός σχετικού υπερπληθυσμού κρατάει σε μια τροχιά, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου, το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας, επομένως και το μισθό εργασίας, ο βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων επισφραγίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη. Είναι αλήθεια πως εξακολουθεί να χρησιμοποιείται εξωοικονομική, άμεση βία, μόνο όμως σαν εξαίρεση. Για τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εργάτης μπορεί ν' αφεθεί στην επενέργεια των «φυσικών νόμων της παραγωγής», δηλ. στην εξάρτησή του από το κεφάλαιο, εξάρτηση που ξεπηδάει από τους ίδιους τους όρους της παραγωγής που την εγγυούνται και τη διαιωνίζουν. Διαφορετικά έχει το ζήτημα τον καιρό της ιστορικής γένεσης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Η κεφαλαιοκρατία που γεννιόταν χρειάζεται και χρησιμοποιεί την κρατική εξουσία για να «ρυθμίζει» το μισθό της εργασίας, δηλ. για να τον στριμώχνει μέσα στα όρια που ευνοούν την παραγωγή κέρδους, για να παρατείνει την εργάσιμη ημέρα, και για να κρατάει τον ίδιο τον εργάτη σε κανονικό βαθμό εξάρτησης. Αυτό είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο της λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης. Η τάξη των μισθωτών εργατών που γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα αποτελούσε και στον επόμενο αιώνα μονάχα ένα πολύ μικρό κομμάτι του λαού, που η θέση του προστατευόταν πολύ από το αυτοτελές αγροτικό νοικοκυριό στο χωριό και από τη συντεχνιακή οργάνωση της πόλης. Και στο χωριό και στην πόλη το αφεντικό και ο εργάτης βρίσκονταν από κοινωνική άποψη ο ένας κοντά στον άλλο. Η υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο ήταν μονάχα

τυπική, δηλ. ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής δεν είχε ακόμα ειδικά κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα. Το μεταβλητό στοιχείο του κεφαλαίου ξεπερνούσε πολύ το σταθερό μέρος του κεφαλαίου. Γιαυτό και η ζήτηση μισθωτής εργασίας αύξανε γρήγορα κάθε φορά που αύξανε η συσσώρευση, ενώ η προσφορά μισθωτής εργασίας ακολουθούσε μόνον αργά. Μεγάλο μέρος του εθνικού προϊόντος που αργότερα μετατράπηκε σε κοντύλι συσσώρευσης του κεφαλαίου, πήγαινε ακόμα τότε στο κοντύλι κατανάλωσης του εργάτη. Η νομοθεσία, η σχετική με τη μισθωτή εργασία, που μιας εξαρχής απόβλεπε στην εκμετάλλευση του εργάτη και που στην παραπέρα εξέλιξή της είναι πάντα εξίσου εχθρική απέναντί του, εγκαινιάζεται στην Αγγλία το 1349 με το Stature of Labourers (Καταστατικό για τους εργάτες) του Εδουάρδου Γ΄. Στη Γαλλία, στο Καταστατικό αυτό αντιστοιχεί η ordonnance (διάταγμα) του 1350 που εκδόθηκε εξ ονόματος του βασιληά Ιωάννη. Η αγγλική και γαλλική νομοθεσία βαδίζουν παράλληλα και είναι ταυτόσημες στο περιεχόμενο. Εφόσον τα Καταστατικά για τους εργάτες επιδιώκουν να επιβάλουν την παράταση της εργάσιμης ημέρας, δεν επανέρχομαι σ' αυτά, επειδή το σημείο αυτό το εξέτασα προηγούμενα (στο 8ο κεφάλαιο, 5). Το Stature of Labourers (Καταστατικό για τους εργάτες) είχε εκδοθεί ύστερα από επίμονη αίτηση της Βουλής των Κοινοτήτων. «Παλιότερα - λέει με αφέλεια ένας τόρυ - οι φτωχοί ζητούσαν τόσο μεγάλο μεροκάματο, που έβαζαν σε κίνδυνο τη βιομηχανία και τον πλούτο. Τώρα ο μισθός τους είναι τόσο χαμηλός, που απειλεί επίσης τη βιομηχανία και τον πλούτο, όμως αλλιώτικα και ίσως πιο επικίνδυνα από τότε. Είχε καθοριστεί με νόμο ένα μισθολόγιο για την πόλη και το χωριό, για τη δουλιά με το κομμάτι και τη δουλιά με την ημέρα. Οι εργάτες των χωριών καθορίζεται να μισθώνονται για ολόκληρο το χρόνο, και οι εργάτες της πόλης «στην ανοικτή αγορά». Απαγορεύεται με ποινές φυλάκισης να πληρώνεται μεγαλύτερος μισθός από το μισθό που προβλέπει το Καταστατικό, όμως τιμωρείται πιο βαριά το πρόσωπο που εισπράττει μεγαλύτερο μισθό παρά το πρόσωπο που τον πληρώνει. Ετσι, ακόμα και με τα άρθρα 18 και 19 του Καταστατικού της Ελισάβετ για τους μαθητευόμενους επιβάλλεται δέκα μέρες φυλάκιση σε κείνον που πληρώνει μεγαλύτερο μεροκάματο, ενώ επιβάλλεται εικοσιμία μέρες φυλάκιση σε κείνον που το εισπράττει. Ενα Καταστατικό του 1360 καθόριζε ακόμα πιο αυστηρές ποινές και εξουσιοδοτούσε μάλιστα το αφεντικό να υποχρεώνει τους εργάτες με φυσικό εξαναγκασμό να δουλεύουν με βάση το επίσημο μισθολόγιο. Ολες οι ενώσεις, τα συμβόλαια, οι όρκοι κλπ. που συνέδεαν αμοιβαία τους χτίστες και τους μαραγκούς οικοδομών ακυρώνονταν. Από το 14ο αιώνα ως το 1825, το χρόνο που καταργήθηκαν οι νόμοι ενάντια στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, τιμωρούνταν σαν βαρύ έγκλημα η οργάνωση εργατών. Το πνεύμα του Καταστατικού του 1349 για τους εργάτες καθώς και το πνεύμα όλων των νόμων που ακολούθησαν φαίνεται πεντακάθαρα στο ζήτημα ότι, ναι μεν το κράτος υπαγορεύει ένα ανώτατο όριο μισθού, δεν καθορίζει όμως καθόλου ένα κατώτατο όριό του. Οπως είναι γνωστό, το 16ο αιώνα είχε χειροτερέψει πολύ η κατάσταση των εργατών. Το μεροκάματο σε χρήμα ανέβαινε, όχι όμως στην ίδια αναλογία που υποτιμιόταν το χρήμα και όχι αντίστοιχα με την ύψωση των τιμών των εμπορευμάτων. Στην πραγματικότητα λοιπόν έπεφτε το μεροκάματο. Και όμως εξακολουθούσαν να ισχύουν οι νόμοι που απέβλεπαν στην ελάττωσή του και ταυτόχρονα συνεχίζονταν τα κοψίματα των αφτιών και ο στιγματισμός με καυτό σίδερο εκείνων «που κανένας δεν ήθελε να τους πάρει στη δούλεψή του». Με το Καταστατικό 5, κεφ. 3, της Ελισάβετ για τους μαθητευόμενους εξουσιοδοτήθηκαν οι ειρηνοδίκες να καθορίζουν ορισμένους μισθούς και να τους τροποποιούν ανάλογα με τις εποχές του έτους και τις τιμές των εμπορευμάτων. Ο Ιάκωβος Α΄ επέκτεινε αυτή τη ρύθμιση της εργασίας και στους υφαντές, τους κλώστες και σ' όλες τις άλλες κατηγορίες εργατών, και ο Γεώργιος Β΄ επέκτεινε σ' όλες τις μανουφακτούρες τους νόμους που απαγόρευαν την οργάνωση των εργατών. Στην καθαυτό περίοδο της μανουφακτούρας ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είχε δυναμώσει αρκετά ώστε να κάνει και ακατόρθωτη και περιττή τη ρύθμιση με νόμο του μισθού εργασίας, όμως για κάθε ενδεχόμενο δε θέλαν να στερηθούν τα όπλα του παλιού οπλοστασίου. Και ο νόμος 8 ακόμα του Γεωργίου Β΄ απαγόρευε στους καλφάδες ραφτάδες του Λονδίνου και των περιχώρων του να παίρνουν περισσότερα από 2 σελίνια και 7 1/2 πένες μεροκάματο, εκτός από τις περιπτώσεις γενικού πένθους. Και ο νόμος 13 ακόμα του Γεωργίου Γ΄, κεφ. 68, ανάθετε στους

ειρηνοδίκες τη ρύθμιση των μεροκάματων των μεταξοϋφαντουργών. Και το 1796 ακόμα χρειάστηκαν δυό αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων για ν' αποφασίσουν αν οι αποφάσεις των ειρηνοδικών σχετικά με τα μεροκάματα ισχύουν και για τους μη γεωργικούς εργάτες. Και το 1799 ακόμα ένας νόμος της βουλής καθόριζε πως ο μισθός των ανθρακορύχων της Σκωτίας ρυθμίζεται από ένα Καταστατικό της Ελισάβετ και από δύο σκωτικούς νόμους του 1661 και 1671. Πόσο πολύ είχαν αλλάξει στο μεταξύ τα πράγματα, το αποδείχνει ένα γεγονός πρωτάκουστο για την αγγλική Κάτω Βουλή. Στη Βουλή αυτή, όπου εδώ και πάνω από 400 χρόνια φτιάχναν νόμους σχετικά με το ανώτατο όριο που οπωσδήποτε δεν πρέπει να το ξεπερνά ο μισθός της εργασίας, ο Ουάϊτμπρεντ πρότεινε το 1796 να καθοριστεί με νόμο ένα κατώτατο όριο μισθού για τους μεροκαματιάρηδες της γεωργίας. Ο Πητ αντιτάχθηκε, παραδέχθηκε όμως πως «η κατάσταση των φτωχών είναι φρικτή (cruel)». Τέλος, το 1813 καταργήθηκαν οι νόμοι που ρύθμιζαν τους μισθούς. Οι νόμοι αυτοί αποτελούσαν μια γελοία ανωμαλία από τότε που ο κεφαλαιοκράτης ρύθμιζε με την ατομική του νομοθεσία τη δουλιά στο εργοστάσιο και κανόνιζε να συμπληρώνεται από το φόρο για τους φτωχούς ο μισθός του εργάτη γης, ώστε να φτάνει το απαραίτητο κατώτατο όριο. Οι διατάξεις των Καταστατικών εργασίας σχετικά με τα συμβόλαια ανάμεσα σ' αφεντικά και μισθωτούς εργάτες, σχετικά με τους όρους καταγγελίας των συμβολαίων αυτών κλπ. διατάξεις που επιτρέπουν μόνο μήνυση στα πολιτικά δικαστήρια ενάντια στον παραβάτη του συμβολαίου, όταν ο παραβάτης αυτός είναι αφεντικό, ενώ προβλέπουν παραπομπή στα ποινικά δικαστήρια όταν ο παραβάτης είναι εργάτης, οι διατάξεις αυτές ισχύουν μέχρι στιγμής απόλυτα. Οι απάνθρωποι νόμοι ενάντια στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι έπεσαν το 1825 μπρος στην απειλητική στάση που πήρε το προλεταριάτο. Και όμως έπεσαν μόνο εν μέρει. Μόλις το 1859 εξαφανίστηκαν μερικά ωραία υπολείμματα των παλιών Καταστατικών. Τέλος, ο νόμος που ψήφισε η Βουλή στις 29 του Ιούνη 1871 εξαφάνιζε στα λόγια και το τελευταίο ίχνος αυτής της ταξικής νομοθεσίας, δίνοντας νομική αναγνώριση στα τρέιντγιουνιον (εργατικά συνδικάτα). Ομως ένας νόμος της βουλής της ίδιας ημερομηνίας [an act to amend the criminal law relating to violence, threats and molestation (ένας νόμος για τη συμπλήρωση της ποινικής νομοθεσίας σχετικά με τη χρησιμοποίηση βίας, απειλών και ενόχλησης)] στην ουσία αποκατάσταινε την παλιά κατάσταση πραγμάτων με καινούργια μορφή. Με την κοινοβουλευτική αυτή ταχυδακτυλουργία όλα τα μέσα που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι εργάτες σε περίπτωση απεργίας ή λοκάουτ (απεργία των συνασπισμένων εργοστασιαρχών με ταυτόχρονο κλείσιμο των εργοστασίων τους) αφαιρέθηκαν από το κοινό δίκαιο και υπάχθηκαν σε μια έκτακτη νομοθεσία που η ερμηνεία της πέρασε στους ίδιους τους εργοστασιάρχες με την ιδιότητά τους σαν ειρηνοδίκες. Δυό χρόνια πρωτήτερα στην ίδια Κάτω Βουλή ο ίδιος κύριος Γλάδστον πρότεινε με το γνωστό έντιμο τρόπο ένα νομοσχέδιο για την κατάργηση όλων των έκτακτων ποινικών νόμων που στρέφονταν ενάντια στην εργατική τάξη. Το νομοσχέδιο όμως αυτό δεν μπόρεσε να προχωρήσει πέρα από τη δεύτερη ανάγνωση κι έτσι τράβηξαν την υπόθεση σε μάκρος ώσπου τελικά το «μεγάλο φιλελεύθερο κόμμα», συμμαχώντας με τους τόρυ, απόκτησε το σθένος να ταχθεί κατηγορηματικά ενάντια στο ίδιο εκείνο προλεταριάτο που είχε ανεβάσει το κόμμα αυτό στην εξουσία. Κι επειδή δεν ικανοποιήθηκε μ' αυτήν την προδοσία, το «μεγάλο φιλελεύθερο κόμμα» επέτρεψε στους άγγλους δικαστές, που πάντα εξυπηρετούσαν δουλικά τις κυρίαρχες τάξεις, να ξεθάψουν τους παλιωμένους νόμους σχετικά με τη «συνωμοσία» και να τους εφαρμόσουν ενάντια στα εργατικά σωματεία. Ετσι βλέπουμε πως μόνο δυστροπώντας και κάτω από την πίεση των μαζών η αγγλική βουλή παραιτήθηκε από τους νόμους ενάντια στις απεργίες και τα τρέιντγιουνιον, αφού προηγούμενα η ίδια βουλή επί πέντε αιώνες συνέχεια με ξετσίπωτο κυνισμό έπαιζε το ρόλο ενός μόνιμου τρέιντγιουνιον των κεφαλαιοκρατών ενάντια στους εργάτες. Αμέσως από την αρχή κιόλας της επαναστατικής θύελλας η γαλλική αστική τάξη τόλμησε να ξαναφαιρέσει από τους εργάτες το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι που μόλις το είχαν κατακτήσει. Με το διάταγμα της 14 του Ιούνη 1791 χαρακτήρισε όλες τις εργατικές ενώσεις σαν «επιβουλή ενάντια στην ελευθερία και τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου», επιβουλή που τιμωρούνταν με 500 λίβρες (φράγκα) πρόστιμο και ένα χρόνο στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του ενεργού πολίτη. Ο νόμος αυτός, που την πάλη του ανταγωνισμού ανάμεσα στο

κεφάλαιο και στην εργασία τη στριμώχνει με κρατικά αστυνομικά μέτρα μέσα στα όρια που βολεύουν το κεφάλαιο, επέζησε των επαναστάσεων και των δυναστικών αλλαγών. Ακόμα και η κυβέρνηση της τρομοκρατίας τον άφησε άθιχτο. Μόλις τελευταία αφαιρέθηκε από τον Code Pinal (Ποινικό Κώδικα). Δεν υπάρχει τίποτα πιο χαρακτηριστικό από την πρόφαση που χρησιμοποιήθηκε γι' αυτό το αστικό πραξικόπημα. «Αν και θάπρεπε - λέει ο εισηγητής του νόμου Λε Σαπελιέ - ο μισθός εργασίας νάναι λίγο ανώτερος απ' ό,τι είναι σήμερα, ώστε αυτός που τον παίρνει ν' απαλλαχτεί απ' εκείνη την απόλυτη εξάρτηση που δημιουργεί η στέρηση των αναγκαίων μέσων συντήρησης και που είναι σχεδόν ίδια με την εξάρτηση της δουλείας», ωστόσο δεν επιτρέπεται στους εργάτες να συνεννοούνται μεταξύ τους για τα συμφέροντά τους, να δρουν από κοινού και να μετριάζουν έτσι την «απόλυτή τους εξάρτηση που είναι σχεδόν δουλεία», γιατί έτσι παραβιάζουν «την ελευθερία των ci-devant maitres (πρώην μαστόρων) τους και σημερινών επιχειρηματιών» (την ελευθερία να κρατούν εργάτες στη δουλεία!) και γιατί μια ένωση ενάντια στη δεσποτεία των πρώην μαστόρων των συντεχνιών αποτελεί - μαντέψτε το! - ξανασύσταση των συντεχνιών που τις έχει καταργήσει το γαλλικό Σύνταγμα!

http://allotriosi.wordpress.gr

http://allotriosi.wordpress.gr

http://allotriosi.wordpress.gr

http://allotriosi.wordpress.gr

http://allotriosi.wordpress.gr

http://allotriosi.wordpress.gr

Καρλ Μαρξ

Γράμμα του Μαρξ στον J. Weydemeyer (Πάλη των τάξεων και Δικτατορία του Προλεταριάτου» )
i

Λονδίνο, 5 Μαρτίου 1852 Αγαπητέ μου Weymy [J. Weydemeyer], Φοβάμαι ότι έγινε κάποια σύγχιση, γιατί having misunderstood the last letter (μη έχοντας καταλάβει το τελευταίο σου γράμμα), ανέγραψα στα δυο μου τελευταία γράμματα μιαν ανακριβή διεύθυνση: «Office of the Revolution, 7, Chamberstreet, Box (κουτί) 1817». Η σύγχιση προέρχεται απ’ αυτή την ιερή «box 1817», παίρνοντας υπ’ όψη ότι μου είχες γράψει ότι πρέπει να προσθέσω αυτή τη διευκρίνιση: «Στην παλιά διεύθυνση», χωρίς να υποδείχνεται αν πρόκειται για την πρώτη ή για τη δεύτερη. Ελπίζω ωστόσο ότι η υπόθεση θα έχει ξεκαθαριστεί προτού φτάσει αυτό το γράμμα, και τόσο περισσότερο όσο η επιστολή της τελευταίας Παρασκευής περιείχε το πολύ ογκώδες κεφάλαιο του έργου μου*. Αυτή τη βδομάδα δε μπόρεσα να τελειώσω το έκτο και τελευταίο κεφάλαιο… Αν η εφημερίδα σου έχει ήδη ξαναρχίσει να εκδίδεται, αυτή η αργοπορία δε θα προκαλέσει την παραμικρή καθυστέρηση γιατί και χωρίς αυτό το κεφάλαιο έχεις υλικό περισσότερο απ’ όσο χρειάζεσαι… Το άρθρο σου ενάντια στον Heinzen, που ο Ένγκελς δυστυχώς μου το έστειλε πολύ αργά, είναι πολύ καλό, σύγχρονα βίαιο και λεπτό, ακριβώς αυτό που χρειάζεται για μιαν αληθινή πολεμική. Το έδειξα στον E. Jones κι εσωκλείω εδώ την επιστολή που σου απευθύνει για να δημοσιευτεί. Έχοντας όμως για δοσμένο ότι ο Jones γράφει κατά τρόπο απόλυτα αδιάβαστο, με συντομεύσεις, και καθώς υποπτεύομαι ότι δεν έγινες ακόμα ένας out-and-out (πέρα για πέρα) τέλειος Βρετανός, επισυνάπτω στο πρωτότυπο ένα αντίγραφο γραμμένο απ’ τη γυναίκα μου καθώς και τη γερμανική του μετάφραση, για να μπορέσεις να δημοσιεύσεις σύγχρονα το πρωτότυπο και τη μετάφραση. Μπορείς ακόμα να προσθέσεις αυτό το σημείωμα στο γράμμα του Jones: για ό,τι αφορά τον George Julian Harney, που είναι επίσης μια αυθεντία για τον κ. Heinzen, και που δημοσίευσε στην Red Republican του την αγγλική μετάφραση του Κομμουνιστικού μας Μανιφέστου με τη μνεία ότι είναι «the most revolutionary document ever given to the world» (το πιο επαναστατικό ντοκουμέντο που εκδόθηκε ποτέ), και που μετάφρασε στην Democratic Review του, τους αγροίκους αστεϊσμούς που «ανασκευάστηκαν» απ’ τον Heinzen – τα άρθρα μου πάνω στη Γαλλική επανάσταση** της Revue der Neuen Rheinischen Zeitung. Σ’ ένα άρθρο για τον Luis Blanc αναφέρεται σ’ αυτά τα άρθρα σα ν’ αποτελούν μιαν «αψευδή κριτική» των γαλλικών γεγονότων. Είναι αλήθεια ότι στην Αγγλία δεν είναι απαραίτητο ν’ αναφέρεται κανείς αποκλειστικά σ’ εκείνους της «άκρας αριστεράς». Εδώ, όταν ένα μέλος του Κοινοβουλίου γίνεται υπουργός, πρέπει να ξαναεκλεγεί και βλέπουμε τον Ντισραέλι, το νέο καγκελάριο-λόρδο του Θησαυροφυλακίου να γράφει d.d. (de dato) την 1η Μαρτίου στους εκλογείς του: «Θα προσπαθήσουμε να θέσουμε ένα τέρμα σ’ αυτήν την πάλη των τάξεων που όλα αυτά τα χρόνια είχε μια τόσο αξιοθρήνητη επίδραση στην ευημερία του βασιλείου μας». Σχετικά με αυτό το θέμα οι Τάιμς της 2 Μαρτίου παρατηρούν: «Αν υπάρχει κάτι στη χώρα μας που μπορεί να διαιρέσει τις τάξεις ως ένα σημείο που η επανασυμφιλίωση να είναι αδύνατη και που δε θα υπάρχει πια η δυνατότητα μιας δίκαιης και έντιμης ειρήνης, είναι οι εισαγωγικοί δασμοί στο ψωμί». Και για να μη φανταστεί ένα αμόρφωτο πρόσωπο της κατηγορίας του Heinzen ότι οι αριστοκράτες είναι υπέρ και οι αστοί εναντίον του νόμου για το ψωμί, αφού οι πρώτοι αγωνίζονται υπέρ του μονοπωλίου και οι δεύτεροι υπέρ της ελευθερίας –γιατί για έναν ενάρετο φιλισταίο οι αντιθέσεις δεν υπάρχουν παρά μονάχα κάτω απ’ αυτή την ιδεολογική μορφή– πρέπει να σημειώσουμε ότι στον 18ο αιώνα οι αριστοκράτες της Αγγλίας ήσαν υπέρ της «ελευθερίας» (του εμπορίου) και οι αστοί υπέρ του «μονοπωλίου», μ’ άλλα λόγια ότι κατείχαν μια θέση όμοια μ’ εκείνην που οι δυό αυτές τάξεις κατέχουν τώρα «στην Πρωσία απέναντι στους νόμους για το ψωμί». Η Neue Preussische Zeitung είναι ο θερμότερος freetrader (οπαδός της ελεύθερης ανταλλαγής). Τέλος, αν ήμουν ο εαυτός σου, θα παρατηρούσα στους κ.κ. δημοκράτες en generale (γενικά) ότι θα κάνουν καλύτερα να εξοικειωθούν οι ίδιοι με την αστική φιλολογία πριν επιτρέψουν

στον εαυτό τους να γαυγίζουν ενάντια σ’ εκείνο που είναι ακριβώς το αντίθετο. Θα έπρεπε π.χ. αυτοί οι κύριοι να μελετήσουν τα έργα των Thierry, Guizot, John Wade κ.λπ., και κάπως να φωτισθούν σχετικά με «την ιστορία των τάξεων» στο παρελθόν. Θα έπρεπε να εξοικειωθούν με τα στοιχεία της πολιτικής οικονομίας, προτού να έχουν την αξίωση να επιδοθούν στην κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αρκεί π.χ. ν’ ανοίξεις το μεγάλο έργο του Ρικάρντο*** για να πέσεις, απ’ την πρώτη κιόλας σελίδα, στις γραμμές με τις οποίες αρχίζει ο πρόλογος: The produce of the earthall that is derived from its surface by the united application of labour, machinery and capital, is divided among three classes of the community; namely, the proprietor of the land, the owner of the stock or capital necessary for its cultivation, and the labourers by whose industry it is cultivated». (Το προϊόν της γης –όλο το κέρδος που μπορεί ν’ αποσπαστεί απ’ την επιφάνειά της με τη συντονισμένη εφαρμογή της εργασίας, των μηχανών και του κεφαλαίου– μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις τάξεις της κοινωνίας, δηλαδή: τον ιδιοκτήτη του εδάφους, τον κάτοχο των κεφαλαίων που απαιτεί η καλλιέργειά του και τους εργάτες που, με την τέχνη τους, καλλιεργούν αυτό το έδαφος). Σε ποιό βαθμό η αστική κοινωνία στις Ενωμένες Πολιτείες στερείται ακόμα της αναγκαίας ωριμότητας για να καταστήσει την πάλη των τάξεων αισθητή και κατανοητή είναι αυτό που αποδείχνει κατά το φαεινότερο τρόπο ο C.H. Garey**** (απ’ τη Φιλαδέλφεια), ο μόνος σημαντικός οικονομολόγος της Αμερικής του Βορρά. Επιτίθεται ενάντια τον Ρικάρντο –τον κλασικό αντιπρόσωπο (εκφραστή) της αστικής τάξης και τον πιο στωικό αντίπαλο του προλεταριάτου– σα σ’ έναν άνθρωπο που τα έργα του θα χρησίμευαν σαν οπλοστάσιο στους αναρχικούς, στους σοσιαλιστές και σ’ όλους τους εχθρούς της αστικής κοινωνίας. Και δεν επιτιμά μονάχα αυτόν, μ’ ακόμα τους Malthus, Mill, Say, Torrens, Wakefield, Mac Culloch, Sencor, Whately, R. Jones κ.λπ., όλους αυτούς τυος αρχηγούς της οικονομικής επιστήμης στην Ευρώπη, που τους κατηγορεί ότι διαιρούν την κοινωνία και προετοιμάζουν τον εμφυλιο πόλεμο με το ν’ αποδείχνουν ότι οι οικονομικές βάσεις των διαφόρων κοινωνικών τάξεων δεν μπορούν παρά να προκαλούν μεταξύ τους ένα αναγκαίο και συνεχώς αναπτυσσόμενο ανταγωνισμό. Προσπαθεί να τους ανασκευάσει, όχι ασφαλώς όπως αυτός ο ηλίθιος d’ Heinzen συνδέοντας την ύπαρξη των τάξεων με την ύπαρξη των πολιτικών προνομίων και των μονοπωλίων, μα προσπαθώντας ν’ αναπτύξει ότι οι οικονομικές συνθήκες: πρόσοδος (έγγειος ιδιοκτησία), κέρδος (κεφάλαιο) και μισθός (μισθωτή εργασία), μακριά απ’ του ν’ αποτελούν προϋποθέσεις πάλης και ανταγωνισμού, αποτελούν περισσότερο προϋποθέσεις συνένωσης και αρμονίας. Φυσικά, το μόνο που κατορθώνει ν’ αποδείξει είναι ότι οι σχέσεις των Ενωμένων Πολιτειών «που ακόμα είναι ανεπαρκώς αναπτυγμένες» αντιπροσωπεύουν στα μάτια του «κανονικές σχέσεις». Τώρα, για ό,τι με αφορά, δεν ανήκει σ’ εμένα η τιμή ότι ανακάλυψα την ύπαρξη των τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, όπως και την πάλη που διεξάγουν ανάμεσά τους. Πολύ πριν από μένα αστοί ιστορικοί είχαν εκθέσει την ιστορική ανέλιξη αυτής της πάλης των τάξεων και αστοί οικονομιλόγοι είχαν περιγράψει την οικονομική της ανατομία. Το νέο που έφερα είναι: 1ο ότι απόδειξα ότι η ύπαρξη των τάξεων είναι συνδεδεμένη με καθορισμένες ιστορικές φάσεις της ανάπτυξης της παραγωγής. 2ο ότι η πάλη των τάξεων οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου. 3ο ότι η ίδια αυτή δικτατορία δεν αντιπροσωπεύει παρά μια μετάβαση προς την κατάργηση όλων των τάξεων και προς μια κοινωνία χωρίς τάξεις. Αμόρφωτοι ηλίθιοι, όπως Heinzen, που δεν αρνούνται μονάχα την πάλη των τάξεων, μα και την ίδια την ύπαρξή τους ακόμα, δείχνουν μονάχα ότι παρά το ματωμένο τους σάλιο, παρά τα τσιρίγματά τους που θέλουν να τα περάσουν γι’ ανθρωπιστικές δηλώσεις, θεωρούν τις κοινωνικές συνθήκες ανάμεσα στις οποίες η αστική τάξη εξασφαλίζει την κυριαρχία της, για το έσχατο αποτέλεσμα, για την τελευταία λέξη της ιστορίας. Αποδείχνουν ότι δεν είναι παρά οι υπηρέτες της αστικής τάξης, δουλοπρέπεια τόσο πιο αποκρουστική όσο λιγότερο καταλαβαίνουν αυτοί οι ηλίθιοι, το παροδικό μεγαλείο και την αναγκαιότητα αυτού του ίδιου του αστικού καθεστώτος… Απ’ τις προηγούμενες παρατηρήσεις μου, μπορείς να διαλέξεις ό,τι κρίνεις καλό. Άλλωστε ο Heinzen μας δάνεισε τη «συγκεντροποίηση» σ’ αντικατάσταση της «ομοσπονδιακής του δημοκρατίας». Την εποχή που οι ταξικές αντιλήψεις που διαδίδουμε σήμερα θα έχουν γίνει κοινές, ένα απλό συνηθισμένο εργαλείο για «μέση ανθρώπινη διανοητικότητα», τότε αυτός ο ηλίθιος θα τις κηρύξει σαν το πιο μοντέρνο προϊόν «της δικής του πολυμάθειας» και θ’ αρχίσει να ουρλιάζει

ενάντια στην κατοπινή τους ανάπτυξη από μας. Κατά τον ίδιο τρόπο, στηριζόμενος αποκλειστικά στη «δική του πολυμάθεια», ο Heinzen πολεμούσε τη φιλοσοφία του Χέγκελ όσο αυτή η τελευταία ήταν προοδευτική. Να τον όμως τώρα που τρέφεται απ’ αυτά τα ψίχουλα τα πολύ λίγο ορεκτικά που τα έφτυσε ο Ruge, γιατί δε μπόρεσε να τα χωνέψει. Σου αποστέλλω εσώκλειστα το τέλος της ουγγρικής αλληλογραφίας. Αν το φύλλο σου εκδίδεται ακόμα, κοίταξε να τη χρησιμοποιήσεις, τόσο περισσότερο που ο Szemere, πρώην πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, μου υποσχέθηκε να γράψει για σένα απ’ το Παρίσι ένα αναλυτικό άρθρο, που θα είχε και την υπογραφή του. Αν η εφημερίδα σου επανάλαβε την έκδοσή της, στείλε μου το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό αντιτύπων για να την κάνω όσο το δυνατό πιο γνωστή. Δικός σου Κ. Μαρξ

i

Το Γράμμα του Μαρξ στον J. Weydemeyer Στη Νέα Υόρκη

Καρλ Μαρξ

Εγκώμιον του Εγκλήματος

i

Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο πάστορας κηρύγματα και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν προσέξουμε καλύτερα πώς σχετίζεται αυτός ο τελευταίος κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θ’ απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις. Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και το ποινικό δίκαιο και τον καθηγητή που διδάσκει ποινικό δίκαιο και, συνάμα, το αναπόφευκτο σύγγραμμα με το οποίο ο ίδιος καθηγητής ρίχνει στη γενική αγορά τις παραδόσεις του εν είδει «εμπορεύματος». Έτσι πολλαπλασιάζεται ο εθνικός πλούτος. Για να μην αναφέρουμε την ατομική απόλαυση που παρέχει το χειρόγραφο του συγγράμματος στο δημιουργό του, όπως μας λέει ένας πολύ αξιόπιστος μάρτυρας, ο καθηγητής Roscher. Πέραν τούτου, ο καθηγητής παράγει ολόκληρη την αστυνομία και την ποινική δικονομία, κλητήρες, δικαστές, δήμιους, ενόρκους και λοιπά. Όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι επαγγελματικοί κλάδοι, που αποτελούν ισάριθμες κατηγορίες του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αναπτύσσουν διάφορες ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος, φτιάχνουν νέες ανάγκες αλλά και νέους τρόπους για την ικανοποίησή τους. Και μόνο τα βασανιστήρια έγιναν αφορμή για τις ευφυέστερες μηχανικές εφευρέσεις, ενώ πλήθος τίμιοι χειρώνακτες απασχολούνται στην παραγωγή των σχετικών εργαλείων. Ο εγκληματίας παράγει μια εντύπωση, εν μέρει ηθική, εν μέρει τραγική, αναλόγως, κι έτσι προσφέρει μια «υπηρεσία» στη διακίνηση των ηθικών και αισθητικών συγκινήσεων του κοινού. Δεν παράγει μόνο συγγράμματα ποινικού δικαίου, ούτε απλώς τους ποινικούς κώδικες και τους νομοθέτες, παράγει και τέχνη, ωραία λογοτεχνία, μυθιστορήματα, ακόμη και τραγωδίες, όπως αποδεικνύουν, όχι μόνο η Ενοχή του Müllner και οι Ληστές του Schiller, αλλά και αυτός ο Οιδίπους και ο Ριχάρδος ο Τρίτος. Ο εγκληματίας σπάζει τη μονοτονία και την καθημερινή ασφάλεια της αστικής ζωής. Έτσι την προστατεύει από την τελμάτωση και προκαλεί την ανήσυχη ένταση και την κινητικότητα, χωρίς τις οποίες θα αμβλυνόταν ακόμη και η ορμή του ανταγωνισμού. Δίνει, λοιπόν, ένα κίνητρο στις παραγωγικές δυνάμεις. Το έγκλημα αποσύρει από την αγορά εργασίας ένα τμήμα του περιττού πληθυσμού, οπότε μειώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών, εμποδίζοντας, ως ένα βαθμό, την πτώση του μισθού κάτω από το ελάχιστο όριο, ενώ παράλληλα ο αγώνας εναντίον του εγκλήματος απορροφά ένα άλλο τμήμα του ίδιου πληθυσμού. Άρα ο εγκληματίας αναδεικνύεται σε μια από εκείνες τις φυσικές «εξισορροπήσεις» που αποκαθιστούν το σωστό επίπεδο και ανοίγουν μιαν ολόκληρη προοπτική «ωφέλιμων κλάδων απασχόλησης». Οι επενέργειες του εγκλήματος στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσαν να αποδειχθούν ως την τελευταία λεπτομέρεια. Οι κλειδαριές θα είχαν αποκτήσει τη σημερινή τους αρτιότητα, αν δεν υπήρχαν κλέφτες; Η νομισματοκοπία θα έφτανε στην τωρινή της τελειότητα, αν δεν υπήρχαν παραχαράκτες; Το μικροσκόπιο θα έβρισκε ποτέ τρόπο να περάσει στη συνήθη εμπορική σφαίρα (βλ. και Babbage), αν δεν γινόταν απάτη στο εμπόριο; Τέλος, η εφαρμοσμένη χημεία δεν οφείλει στη νοθεία των εμπορευμάτων και στην προσπάθεια ανακάλυψής της όσα ακριβώς οφείλει και στον τίμιο παραγωγικό ζήλο; Το έγκλημα επινοεί διαρκώς νέα επιθετικά μέσα για να προσβάλει την ιδιοκτησία, κι έτσι γεννά και νέα αμυντικά μέσα, οπότε επιδρά παραγωγικά στην ανακάλυψη νέων μηχανών – όπως ακριβώς και οι απεργίες. Ας αφήσουμε όμως τη σφαίρα του ιδιωτικού εγκλήματος: χωρίς εθνικό έγκλημα θα μπορούσε να υπάρξει η παγκόσμια αγορά; Θα υπήρχαν έθνη; ‘Αραγε το δέντρο της αμαρτίας δεν είναι, ταυτόχρονα, και δέντρο της γνώσης, από την εποχή του Αδάμ ως σήμερα; Στο Μύθο Των Μελισσών (1705) ο Mandeville έχει αποδείξει την παραγωγική δύναμη που διαθέτουν όλα τα πιθανά είδη επαγγελμάτων, αλλά και το γενικό συμπέρασμα όλου αυτού του επιχειρήματος: «Αυτό που ονομάζουμε στον κόσμο μας Κακό, είτε ηθικό είτε φυσικό, είναι η μεγάλη αρχή που μας κάνει κοινωνικά πλάσματα, η σταθερή βάση, η ζωή και το στήριγμα όλων των τεχνών και των ενασχολήσεων ανεξαιρέτως. Και τη στιγμή που θα έπαυε να υπάρχει το Κακό, η κοινωνία θα ήταν καταδικασμένη να φθαρεί, αν όχι να καταποντιστεί αύτανδρη.»Μόνο που, βέβαια, ο Mandeville ήταν απείρως πιο τολμηρός και έντιμος από τους Φιλισταίους απολογητές της αστικής

κοινωνίας». Αυτό ήταν το, κατά Κάρολο Μαρξ, εγκώμιο του εγκλήματος. Το βλογ τούτο, βαθιά μαρξιστικό, ξεκινά από αύριο την παρουσίαση εγκλημάτων που συντάραξαν τον κόσμο και εγκληματιών που κουβάλησαν πολύ νερό στο μύλο της παραγωγής, εν γένει!

Γράφτηκε ανάμεσα στα 1860 και 1862. Οι εκδότες του Μαρξ το ενσωμάτωσαν στις Θεωρίες της υπεραξίας, τόμος IV του Κεφαλαίου. Στα ελληνικά το βρίσκετε μόνο του, σε έκδοση της ΑΓΡΑΣ και σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη.

i

Καρλ Μαρξ
Επιστολή στον Φρίντριχ Μπόλτε στη Νέα Υόρκη
1

Δοκίμασα μεγάλη έκπληξη, όταν πληροφορήθηκα ότι το υπ' αριθ. 1 Γερμανικό Τμήμα (στη Ν. Υόρκη) υποψιάζεται πως το Γενικό Συμβούλιο εκδηλώνει κάποια μεροληπτικότητα απέναντι στους αστούς φιλελεύθερους και σε κάποιες ομάδες αιρετικών και ντιλετάντηδων. Το πράγμα είναι εντελώς αντίστροφο. Η Διεθνής ιδρύθηκε για να αντικαταστήσει τις σοσιαλιστικές ή μισο-σοσιαλιστικές αιρέσεις με μια πραγματική οργάνωση της εργατικής τάξης για αγώνα. Στο αρχικό Καταστατικό και στην Ιδρυτική Διακήρυξή της αυτό φαίνεται με την πρώτη ματιά. Εξάλλου, η Διεθνής δε θα μπορούσε να στεργιώσει, αν η ιστορική διαδικασία δεν είχε ήδη συντρίψει τις αιρέσεις. Η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών αιρέσεων και η ανάπτυξη του πραγματικού εργατικού κινήματος βρίσκονταν πάντα σε μια σχέση αντιστρόφως ανάλογη. Οι αιρέσεις έχουν (ιστορική) δικαίωση, όσο η εργατική τάξη είναι ακόμα ανώριμη για ένα αυθυπόστατο ιστορικό κίνημα. Μόλις φτάσει σ' αυτή την ωριμότητα, οι αιρέσεις γίνονται ουσιαστικά αντιδραστικές. Άλλωστε, στην ιστορία της Διεθνούς αποκαλύφθηκε εκείνο που αποκαλύπτεται ανέκαθεν στην ιστορία. Ο,τι έχει παλιώσει, επιχειρεί να παλινορθωθεί και να εδραιωθεί μέσα στα πλαίσια των νέων μορφών που προέκυψαν. Η ιστορία της Διεθνούς ήταν επίσης ένας αδιάκοπος αγώνας του Γενικού Συμβουλίου ενάντια στις αιρέσεις και τους ερασιτεχνικούς πειραματισμούς, που προσπαθούσαν να επιβληθούν μέσα στη Διεθνή σε αντίθεση με το πραγματικό κίνημα της εργατικής τάξης. Η διαπάλη αυτή γινόταν στα Συνέδρια, πολύ περισσότερο όμως στις ιδιαίτερες συζητήσεις του Γενικού Συμβουλίου με τα κατά τόπους τμήματα. Επειδή στο Παρίσι οι προυντονικοί (μουτουαλιστές2) ήσαν απ' τους συνιδρυτές της Ενωσης, ήταν επόμενο, τα πρώτα χρόνια, να κρατούν αυτοί το πηδάλιο εκεί. Αργότερα, φυσικά, σαν αντίβαρο προς αυτούς, δημιουργήθηκαν εκεί οι ομάδες των κολεκτιβιστών, των ποζιτιβιστών και άλλων. Στη Γερμανία είναι η κλίκα των λασσαλικών. Εγώ ο ίδιος, αλληλογραφούσα δυο χρόνια με τον περιβόητο Σβάιτσερ και του υπέδειχνα κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι η Οργάνωση του Λασσάλ είναι απλώς μια αιρετική οργάνωση και σαν τέτοια είναι εχθρική προς την Οργάνωση του πραγματικού εργατικού κινήματος που επιδιώκει η Διεθνής. Αυτός όμως είχε τους «λόγους» του να μην το εννοεί. Στα τέλη του 1868 μπήκε στη Διεθνή ο Ρώσος Μπακούνιν, με σκοπό να συγκροτήσει μέσα στους κόλπους της μια δεύτερη Διεθνή με αρχηγό τον ίδιο και με την επωνυμία «Alliance de la Domocratie Socialiste». Ο Μπακούνιν - ένας άνθρωπος που δεν είχε διόλου θεωρητικές γνώσεις είχε την αξίωση να εκπροσωπεί, με την ιδιαίτερη αυτή οργάνωση, την επιστημονική προπαγάνδα της Διεθνούς και να τη μετατρέψει σε ειδικότητα της δεύτερης αυτής Διεθνούς μέσα στη Διεθνή. Το πρόγραμμά του ήταν ένα προχειροφτιαγμένο συναξάρι - ισότητα των τάξεων (!), κατάργηση του δικαιώματος κληρονομιάς ως απαρχή κοινωνικού κινήματος (μονομανία του ΣενΣιμόν), αθεϊσμός, που ορίζεται για τα μέλη της Διεθνούς σαν θεωρητικό πιστεύω κτλ. και, σαν θεμελιώδες δόγμα, η (προυντονική) αποχή από την πολιτική κίνηση. Αυτός ο μύθος για μικρά παιδιά βρήκε απήχηση (κι έχει ακόμα κάποια πέραση) στην Ιταλία και την Ισπανία, όπου οι πραγματικοί όροι του εργατικού κινήματος είναι ακόμα όχι πολύ αναπτυγμένοι, και σε μερικούς ματαιόδοξους, αρχομανείς, κουφιοκέφαλους δογματικούς στη ρωμανική Ελβετία και στο Βέλγιο. Για τον κ. Μπακούνιν, το θεωρητικό του πιστεύω (απομεινάρια που μάζεψε, διακονεύοντας απ' τον Προυντόν, τον Σεν-Σιμόν κ.ά.) ήταν και παραμένει κάτι το παρεπόμενο, απλώς ένα μέσο για την προσωπική του ανάδειξη. Αν όμως θεωρητικά είναι ένα μηδενικό, σαν μηχανορράφος βρίσκεται στο στοιχείο του. Το Γενικό Συμβούλιο χρειάστηκε να αντιπολεμήσει χρόνια ολόκληρα αυτή τη συνωμοσία (που ως ένα ορισμένο βαθμό είχε την υποστήριξη των Γάλλων προυντονικών, ιδίως στη Νότια Γαλλία). Τελικά, με τις αποφάσεις αρ. 1, 2 και 3, IX, XVI και XVII που ψήφισε η Συνδιάσκεψη, κατάφερε το προετοιμαζόμενο από καιρό πλήγμα.

Αυτονόητο είναι πως το Γενικό Συμβούλιο δε θ' αρχίσει να υποστηρίζει στην Αμερική αυτό που καταπολεμά στην Ευρώπη. Οι αποφάσεις αρ. 1, 2, 3 και IX δίνουν τώρα στην Επιτροπή Νέας Υόρκης τα νόμιμα όπλα για να ξεκαθαρίσει όλες τις αιρέσεις και τις ομάδες των ντιλετάντηδων και, στην ανάγκη, να τις διαγράψει.(...) Το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης έχει βέβαια ως τελικό σκοπό την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για δικό της λογαριασμό και γι' αυτό, φυσικά, χρειάζεται προηγουμένως μια οργάνωση της εργατικής τάξης, μια οργάνωση που να είναι σε κάποιο βαθμό αναπτυγμένη και να εκπορεύεται μέσα από τους ίδιους τους οικονομικούς αγώνες. Αλλά, απ' την άλλη μεριά, κάθε κίνημα, με το οποίο η εργατική τάξη αντιπαρατάσσεται στις κυρίαρχες τάξεις ως τάξη και προσπαθεί να τις κατανικήσει με μια πίεση απ' τα έξω, είναι κίνημα πολιτικό. Λόγου χάρη, η προσπάθεια να υποχρεωθούν οι κάποιοι κεφαλαιοκράτες σε κάποιο εργοστάσιο ή σε κάποιο βιομηχανικό κλάδο με απεργίες κτλ. να μειώσουν τις ώρες εργασίας, είναι μία κίνηση καθαρά οικονομική. Απεναντίας, ένα κίνημα, που έχει σκοπό να επιβάλει την ψήφιση ενός νόμου για το οκτάωρο κτλ., είναι κίνημα πολιτικό. Κι έτσι, απ' τα σποραδικά οικονομικά κινήματα των εργατών, αναπτύσσεται παντού ένα πολιτικό κίνημα, δηλαδή ένα κίνημα της τάξης, που αποσκοπεί στην υλοποίηση των συμφερόντων της με γενικευμένη μορφή, δηλαδή με μια μορφή, που έχει γενική ισχύ για όλη την κοινωνία. Αν τα κινήματα αυτά προϋποθέτουν ότι πρέπει να υπάρχει προηγουμένως μια ορισμένη οργάνωση, τότε, με τη σειρά τους και στον ίδιο βαθμό, αποτελούν επίσης μέσο για την ανάπτυξη αυτής της οργάνωσης. Όπου η εργατική τάξη δεν έχει ακόμα προχωρήσει αρκετά στην οργάνωσή της για να επιχειρήσει μια αποφασιστική εκστρατεία ενάντια στην απρόσωπη εξουσία, δηλαδή ενάντια στην πολιτική εξουσία των κυρίαρχων τάξεων, πρέπει οπωσδήποτε να προπαρασκευάζεται γι' αυτό, με μια αδιάκοπη ζύμωση εναντίον αυτής της εξουσίας, με μια στάση αντιπαράθεσης προς την πολιτική των κυριάρχων τάξεων. Σε αντίθετη περίπτωση, παραμένει ένα άθυρμα στα χέρια τους, όπως το απέδειξε η Σεπτεμβριανή επανάσταση στη Γαλλία και όπως το αποδείχνει σ' ένα βαθμό το παιχνίδι που παίζει ως τώρα με επιτυχία ο κ. Γλάδστων και Σία στην Αγγλία.

1 Κ. ΜΑΡΞ - Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ, «Άπαντα», τόμ. 33, σελ. 328-330. 2 Οι προυντονικοί πήραν την ονομασία μουτουαλιστές (mutualistes) απ' το σύνθημά τους για «αλληλοβοήθεια»
(mutuel = αμοιβαίος).

Καρλ Μαρξ

Η Αδιαφορία για την πολιτική

1

"Η εργατική τάξη δεν πρέπει να συγκροτηθεί σε πολιτικό κόμμα, δεν πρέπει για κανένα λόγο να έχει πολιτική δράση, διότι το να πολεμάς το κράτος σημαίνει ότι αναγνωρίζεις το κράτος και αυτό είναι αντίθετο στις αιώνιες αρχές. Οι εργάτες δεν πρέπει να κάνουν απεργίες. Διότι το να επιδιώκει κανείς να αυξήσει το μισθό του ή να εμποδίσει τη μείωσή του σημαίνει ότι αναγνωρίζει το Μισθό και αυτό είναι αντίθετο στις αιώνιες αρχές της χειραφέτησης της εργατικής τάξης! Αν στην πολιτική δράση ενάντια στο αστικό κράτος οι εργάτες επιτυγχάνουν μόνον να αποσπάσουν ορισμένες παραχωρήσεις, τότε προβαίνουν σε συμβιβασμούς -και αυτό είναι αντίθετο στις αιώνιες αρχές. Πρέπει λοιπόν να περιφρονούμε κάθε ειρηνική κίνηση ανάλογη με αυτές που έχουν την κακή συνήθεια να οργανώνουν οι άγγλοι και αμερικανοί εργάτες. Οι εργάτες δεν πρέπει να επιδιώκουν να καθορισθεί ένα νομοθετικό όριο της εργάσιμης μέρας, γιατί αυτό είναι ένα είδος συμβιβασμού με τα αφεντικά, τα οποία δεν θα μπορούν πλέον να τους εκμεταλλεύονται παρά 10 ή 12 ώρες αντί για 14 ή 16. Οι εργάτες δεν πρέπει καν να επιδιώξουν να απαγορευθεί με νόμο η πρόσληψη παιδιών κάτω των 10 ετών στα εργοστάσια, γιατί με τον τρόπο αυτό δεν παύει η εκμετάλλευση των παιδιών άνω των 10 ετών και έτσι κάνουν έναν νέο συμβιβασμό που αμαυρώνει την καθαρότητα των αιώνιων αρχών! Κατά μείζονα λόγο, οι εργάτες δεν πρέπει να θέλουν να υποχρεωθεί το κράτος -του οποίου ο προϋπολογισμός τροφοδοτείται από την εργατική τάξη- να παρέχει στα παιδιά των εργατών στοιχειώδη εκπαίδευση, όπως συμβαίνει στην Αμερικανική Δημοκρατία γιατί η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν είναι πλήρης εκπαίδευση. Είναι καλύτερο οι εργάτες και οι εργάτριες να μη γνωρίζουν ανάγνωση, γραφή και αριθμητική παρά να εκπαιδεύονται από δασκάλους των κρατικών σχολείων. Είναι καλύτερο να αποβλακώνονται οι εργαζόμενες τάξεις από την αμάθεια και την καθημερινή εργασία επί 16 ώρες, παρά να παραβιασθούν οι αιώνιες αρχές. Αν η πολιτική πάλη της εργατικής τάξης πάρει βίαιες μορφές, αν οι εργάτες αντικαταστήσουν τη δικτατορία της αστικής τάξης με τη δική τους επαναστατική δικτατορία, τότε διαπράττουν το φρικτό έγκλημα της προσβολής αρχών. Διότι, με σκοπό να ικανοποιήσουν τις βέβηλες και πεζές καθημερινές τους ανάγκες και να συντρίψουν την αντίδραση της αστικής τάξης, δίνουν στο κράτος μια επαναστατική και μεταβατική μορφή αντί να κατεβάσουν τα όπλα και να καταργήσουν το κράτος. Οι εργάτες δεν πρέπει να ιδρύουν ξεχωριστά σωματεία για κάθε επάγγελμα διότι έτσι διαιωνίζουν τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, όπως υπάρχει στην αστική κοινωνία, ενώ αυτός ο καταμερισμός διασπά τους εργάτες και αποτελεί στην πραγματικότητα τη βάση της σημερινής σκλαβιάς τους. Με μια λέξη, οι εργάτες πρέπει να σταυρώσουν τα χέρια και να μην χάνουν το χρόνο τους με πολιτικές και οικονομικές κινήσεις. Αυτές οι κινήσεις δεν μπορούν να τους προσφέρουν παρά άμεσα αποτελέσματα. Ως ειλικρινά θρησκευόμενοι άνθρωποι πρέπει να περιφρονήσουν τις καθημερινές τους ανάγκες και να φωνάξουν γεμάτοι πίστη: 'Ας σταυρωθεί η τάξη μας, ας χαθεί η γενιά μας, αν είναι να μείνουν αμόλυντες οι αιώνιες αρχές'. Ακριβώς όπως οι ευσεβείς χριστιανοί, πρέπει να πιστέψουν στα λόγια του παπά, να περιφρονήσουν τα αγαθά του κόσμου τούτου και να σκέφτονται μόνο το πώς θα κερδίσουν τον Παράδεισο. Αντικαταστήστε το Παράδεισος με το ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΛΥΣΗ, η οποία θα επέλθει κάποτε, σε κάποια γωνιά της γης, χωρίς να ξέρουμε πώς και χάρη σε ποιον, και το παραμύθι θα είναι ακριβώς το ίδιο. Αναμένοντας λοιπόν αυτή την περίφημη κοινωνική διάλυση, η εργατική τάξη πρέπει να συμπεριφέρεται κοσμίως σαν καλοβοσκημένο κοπάδι προβάτων, να αφήνει ήσυχη την κυβέρνηση, να φοβάται την αστυνομία, να σέβεται τους νόμους, να παρέχει αδιαμαρτύρητα κρέας για τα κανόνια. Στην πρακτική ζωή της κάθε μέρας οι εργάτες πρέπει να είναι οι πιο πειθήνιοι υπηρέτες του κράτους, αλλά εσωτερικά πρέπει να διαμαρτύρονται ενεργητικά ενάντια στην ύπαρξή του και να του διαδηλώνουν τη βαθιά θεωρητική τους περιφρόνηση με την προμήθεια και μελέτη φιλολογικών πραγματειών περί καταργήσεως του κράτους. Θα πρέπει δε να αποφεύγουν με κάθε τρόπο να προβάλλουν στο καπιταλιστικό σύστημα οποιαδήποτε αντίδραση εκτός των αναφωνήσεων περί

μελλοντικής κοινωνίας, στην οποία αυτό το μισητό καθεστώς θα έχει πάψει να υπάρχει!" Κανείς δεν θα αρνηθεί ότι αν οι απόστολοι της αδιαφορίας για την πολιτική εκφράζονταν τόσο καθαρά, η εργατική τάξη θα τους έστελνε στο ανάθεμα και θα ένιωθε ότι χλευάζεται από αυτούς τους δογματικούς αστούς και τους ξεπεσμένους ευγενείς που είναι τόσο ανόητοι ή αφελείς ώστε να της απαγορεύουν κάθε πραγματικό μέσο πάλης, ενώ όλα τα όπλα της πάλης πρέπει να τα παίρνει κανείς από την υπάρχουσα κοινωνία και οι μοιραίοι όροι αυτής της πάλης έχουν το κακό να μην προσαρμόζονται στις ιδεαλιστικές φαντασιώσεις που αυτοί οι διδάκτορες κοινωνικών επιστημών θεοποίησαν με τα ονόματα Ελευθερία, Αυτονομία, Αναρχία. Αλλά το κίνημα της εργατικής τάξης είναι σήμερα τόσο ισχυρό, ώστε αυτοί οι σεχταριστές φιλάνθρωποι δεν τολμούν πια να επαναλάβουν σχετικά με την οικονομική πάλη τις μεγάλες αλήθειες που ακούραστα διακήρυσσαν για την πολιτική πάλη. Είναι αρκετά φοβιτσιάρηδες για να εξακολουθήσουν να τις εφαρμόζουν στις απεργίες, στα συνδικάτα, στα επαγγελματικά σωματεία, τους νόμους για την εργασία των γυναικών και των παιδιών, τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας κ.λπ. Ας εξετάσουμε τώρα αν οι άνθρωποι αυτοί είναι σε θέση να επικαλούνται τις καλές παραδόσεις, την αιδώ, την καλή πίστη και τις αιώνιες αρχές! Για τους πρώτους σοσιαλιστές (Φουριέ, Όουεν, Σαιν-Σιμόν κλπ.) ήταν μοιραίο να περιοριστούν σε όνειρα για την υποδειγματική κοινωνία του μέλλοντος και να καταδικάσουν κάθε προσπάθεια που έκαναν οι εργάτες για να βελτιώσουν έστω και λίγο την τύχη τους (απεργίες, συνδικάτα, πολιτικές κινήσεις). Και αυτό ήταν μοιραίο διότι οι κοινωνικές συνθήκες δεν είχαν φτάσει σε τέτοιο βαθμό ανάπτυξης, ώστε να επιτρέπουν στην εργατική τάξη να συγκροτηθεί σε μαχόμενη τάξη. Αν όμως δεν μας επιτρέπεται να αποκηρύξουμε αυτούς τους πατριάρχες του σοσιαλισμού, όπως δεν επιτρέπεται στους χημικούς να αποκηρύξουν τους πατέρες τους, τους αλχημιστές, θα πρέπει πάντως να αποφύγουμε να πέσουμε ξανά στα σφάλματά τους, που θα ήταν ασυγχώρητα αν διαπράττονταν από μας. Αργότερα πάντως, το 1839 -όταν η πολιτική και οικονομική πάλη της εργατικής τάξης είχε λάβει αρκετά οξύ χαρακτήρα στην Αγγλία- ο Bray, ένας από τους μαθητές του Όουεν και ένας από αυτούς που είχαν ανακαλύψει την αλληλοβοήθεια αρκετά πριν από τον Προυντόν, εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο LABOUR'S WRONGS AND LABOUR'S REMEDY (Τα δεινά και τα μέσα θεραπείας της εργασίας). Σε ένα από τα κεφάλαια που αναφέρεται στην αναποτελεσματικότητα όλων των μέσων θεραπείας που μπορεί να προσφέρει η παρούσα μορφή πάλης, ασκεί σκληρή κριτική σε όλες τις κινήσεις, πολιτικές και οικονομικές, των άγγλων εργατών. Καταδικάζει το πολιτικό κίνημα, τις απεργίες, τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας, τη ρύθμιση της εργασίας των γυναικών και των παιδιών στις βιομηχανίες διότι, κατά την άποψή του, όλα αυτά όχι μόνον δεν μας επιτρέπουν να ξεφύγουμε από το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς, αλλά και μας κρατούν δέσμιους σ' αυτό και εντείνουν ακόμη περισσότερο τους ανταγωνισμούς. Φτάνουμε τώρα στον Προυντόν, τον προφήτη αυτών των διδακτόρων κοινωνικών επιστημών. Ο δάσκαλος είχε το θάρρος να εκφρασθεί ρητά ενάντια σε όλες τις οικονομικές κινήσεις (συνδικάτα, απεργίες κλπ.) που ήταν αντίθετες στις μεσσιανικές θεωρίες του περί αλληλοβοήθειας και ενθάρρυνε με τα γραπτά και την προσωπική συμμετοχή του το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης. Αντίθετα οι μαθητές του δεν τολμούν να εκφρασθούν ανοιχτά ενάντια στο κίνημα. Ήδη το 1847, στιγμή κατά την οποία εκδίδεται το μεγάλο έργο του δασκάλου: Οι οικονομικές αντιφάσεις, αντέκρουσα τις σοφιστείες του που στρέφονταν ενάντια στο εργατικό κίνημα2. Πάντως το 1864, μετά το νόμο Ollivier που παρείχε στους γάλλους εργάτες το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι με μεγάλους περιορισμούς, ο Προυντόν επανήλθε στο ίδιο θέμα με το βιβλίο του Πολιτικές ικανότητες των εργαζόμενων τάξεων, το οποίο εκδόθηκε λίγες μέρες μετά το θάνατό του. Οι επιθέσεις του δασκάλου ταίριαζαν τόσο πολύ στα γούστα των αστών ώστε οι Times με αφορμή τη μεγάλη απεργία των ραφτάδων του Λονδίνου το 1866 έκαναν στον Προυντόν την τιμή να τον μεταφράσουν και να καταγγείλουν τους απεργούς με τα ίδια του τα λόγια. Ιδού ορισμένα δείγματα. Οι ανθρακωρύχοι του Rive-de-Gier έκαναν απεργία. Οι στρατιώτες έσπευσαν να τους

επαναφέρουν στην τάξη. "Η κρατική αρχή, φωνάζει ο Προυντόν που διέταξε να εκτελεσθούν οι ανθρακωρύχοι του Rive-de-Gier έκανε αχάριστο έργο. Έδρασε ωστόσο όπως ο αρχαίος Βρούτος που έπρεπε να διαλέξει μεταξύ της πατρικής αγάπης και του καθήκοντός του ως Υπάτου: έπρεπε να θυσιάσει τα παιδιά του για να διασώσει τη Δημοκρατία. Ο Βρούτος δεν δίστασε και οι επόμενες γενιές δεν τολμούν να τον καταδικάσουν"3. Οι προλετάριοι δεν θυμούνται κάποιον αστό που να δίστασε να θυσιάσει τους εργάτες του προκειμένου να διασώσει τα συμφέροντά του. Πόσο Βρούτοι4 είναι οι αστοί! "Και όμως όχι: δεν υπάρχει το δικαίωμα δημιουργίας συνδικάτων, όπως δεν υπάρχει το δικαίωμα της απάτης ή της κλοπής, όπως δεν υπάρχει το δικαίωμα της αιμομιξίας και της μοιχείας"5. Πρέπει πάντως να πούμε ότι αναμφίβολα υπάρχει το δικαίωμα της ανοησίας. Ποιες είναι λοιπόν οι αιώνιες αρχές, στο όνομα των οποίων ο δάσκαλος εξαπολύει τους αλλοπρόσαλλους αφορισμούς του; Πρώτη αιώνια αρχή: "Το ύψος του μισθού καθορίζει την τιμή των εμπορευμάτων". Και αυτοί ακόμη που δεν έχουν καμιά γνώση πολιτικής οικονομίας και αγνοούν ότι ο μεγάλος αστός οικονομολόγος Ricardo αντέκρουσε οριστικά αυτό το παραδοσιακό λάθος στο βιβλίο του Αρχές της πολιτικής οικονομίας που εκδόθηκε το 1817, γνωρίζουν το τόσο αξιοσημείωτο παράδειγμα της αγγλικής βιομηχανίας, η οποία μπορεί να πουλά τα προϊόντα της σε τιμές αρκετά χαμηλότερες από εκείνες οποιασδήποτε άλλης χώρας, ενώ οι μισθοί είναι στην Αγγλία συγκριτικά υψηλότεροι απ'ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης. Δεύτερη αιώνια αρχή: "Ο νόμος που επιτρέπει τα συνδικάτα είναι εξαιρετικά αντινομικός, αντιοικονομικός, αντίθετος σε κάθε κοινωνία και τάξη". Με μια λέξη είναι "αντίθετος στο οικονομικό Δικαίωμα του ελεύθερου ανταγωνισμού". Αν ο δάσκαλος ήταν κάπως λιγότερο σωβινιστής, θα διερωτάτο πώς εξηγείται το ότι στην Αγγλία εκδόθηκε σαράντα χρόνια νωρίτερα ένας νόμος τόσο αντίθετος στα οικονομικά δικαιώματα του ελεύθερου ανταγωνισμού και πώς γίνεται αυτός ο νόμος --που είναι τόσο αντίθετος σε κάθε κοινωνία και τάξη να επιβάλλεται ως αναγκαιότητα ακόμη και για τα ίδια τα αστικά κράτη, στο βαθμό που αναπτύσσεται η βιομηχανία και μαζί με αυτή ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Τότε θα ανακάλυπτε ίσως ότι αυτό το Δικαίωμα (με Δ κεφαλαίο) υπάρχει μόνο στα Οικονομικά εγχειρίδια που συγγράφουν οι αδελφοί Αδαείς της αστικής πολιτικής οικονομίας και στα οποία βρίσκονται μαργαριτάρια όπως το παρακάτω: H ιδιοκτησία είναι καρπός της εργασίας... των άλλων παρέλειψαν να προσθέσουν. Τρίτη αιώνια αρχή: "Συνεπώς με το πρόσχημα να ανυψωθεί η εργατική τάξη από τη λεγόμενη κοινωνική κατωτερότητα, πρέπει να αρχίσουμε να καταγγέλλουμε μια ολόκληρη τάξη πολιτών: την τάξη των κυρίων, επιχειρηματιών, εργοδοτών και αστών: πρέπει να ωθήσουμε την εργατική δημοκρατία στο να περιφρονεί και να μισεί αυτούς τους ανάξιους συμπολίτες της μεσαίας τάξης. Πρέπει να προτιμήσουμε τον εμπορικό και βιομηχανικό πόλεμο από την έννομη καταστολή και τον ανταγωνισμό των τάξεων από την κρατική αστυνομία"6. Για να εμποδίσει την εργατική τάξη να ξεφύγει από τη λεγόμενη κοινωνική κατωτερότητά της, ο δάσκαλος καταδικάζει τα συνδικάτα που συγκροτούν την εργατική τάξη σε τάξη ανταγωνιστική προς την αξιοσέβαστη κατηγορία των εργοδοτών, επιχειρηματιών, αστών, οι οποίοι αναμφίβολα προτιμούν, όπως και ο Προυντόν, την κρατική αστυνομία από τον ταξικό ανταγωνισμό. Για να αποφευχθεί κάθε ενόχληση αυτής της αξιοσέβαστης τάξης, ο καλός μας Προυντόν προτείνει στους εργάτες -μέχρις ότου φτάσει το αλληλοβοηθητικό καθεστώς και παρά τα μειονεκτήματά της- "την ελευθερία ή ανταγωνισμό, τη μοναδική εγγύησή μας"7. Ο δάσκαλος κήρυσσε την αδιαφορία για τα οικονομικά ζητήματα προκειμένου να προστατέψει την ελευθερία ή τον αστικό ανταγωνισμό, τη μοναδική εγγύησή μας. Οι μαθητές του διδάσκουν την αδιαφορία για τα πολιτικά ζητήματα για να προστατέψουν την αστική ελευθερία, τη μοναδική εγγύησή τους. Αν οι πρώτοι χριστιανοί που επίσης κήρυσσαν την αδιαφορία για τα πολιτικά ζητήματα χρειάστηκαν τη συνδρομή ενός αυτοκράτορα για να μεταμορφωθούν από καταπιεζόμενους σε καταπιεστές, οι σύγχρονοι απόστολοι της αδιαφορίας για τα πολιτικά ζητήματα δεν πιστεύουν ότι οι αιώνιες αρχές τους επιβάλλουν και σ' αυτούς τους ίδιους την αποχή από τις κοσμικές απολαύσεις και τα πρόσκαιρα προνόμια της αστικής κοινωνίας. Πάντως πρέπει να τους αναγνωρίσουμε ότι υπομένουν με στωικότητα αντάξια των χριστιανών μαρτύρων το ασήκωτο

φορτίο των 14 ή 16 ωρών εργασίας που φέρουν οι βιομηχανικοί εργάτες! Λονδίνο, Ιανουάριος 1873

1 Μετάφραση Δημήτρης Δημούλης
Το κείμενο γράφτηκε από τον Μαρξ στα γαλλικά μεταξύ Δεκεμβρίου 1872 και Ιανουαρίου 1873. Δημοσιεύθηκε στο Almanacco Repubblicano per l'anno 1874 σε ιταλική μετάφραση Εnrico Bignami. Το γαλλικό χειρόγραφο του Μαρξ δεν έχει βρεθεί. Η μετάφραση γίνεται από τα ιταλικά σύμφωνα με την έκδοση MEGA-2 (τ. 24, σ. 105-109) (Στμ). 2 Βλ. το κεφάλαιο ΙΙ παρ. V με τίτλο Οι απεργίες και τα εργατικά συνδικάτα στο τομίδιο Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, απάντηση στη Φιλοσοφία της Αθλιότητας του κυρίου Προυντόν (Παρίσι 1847 -εκδόσεις Frank). 3 Π. Ζ. Προυντόν, Περί της πολιτικής ικανότητας των εργαζόμενων τάξεων, Παρίσι, εκδόσεις Lacroix και σία, 1868, σελ. 327. 4 “Che Bruti”, το οποίο είναι ομόηχο με το “che bruti” (τι κτήνη) και περίπου ομόηχο με το 'che brutti' (πόσο αποκρουστικοί) (Στμ). 5 Ό.π., σελ. 333. 6 Ό.π., σελ. 337-38. 7 Ό.π., σελ. 334.

Καρλ Μαρξ

Η ιστορική τάση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης
Πού οδηγεί η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου, δηλαδή, η ιστορική γέννησή του; Εφόσον δεν πρόκειται για την άμεση μετατροπή δούλων και δουλοπάροικων σε μισθωτούς εργάτες, δηλαδή για απλή αλλαγή στη μορφή, σημαίνει μονάχα την απαλλοτρίωση των άμεσων παραγωγών, δηλ. τη διάλυση της ατομικής ιδιοχτησίας που στηρίζεται στην προσωπική εργασία. Η ατομική ιδιοχτησία σαν αντίθεση στην κοινωνική, συλλογική ιδιοχτησία, υπάρχει μονάχα εκεί όπου τα μέσα εργασίας και οι εξωτερικοί όροι της εργασίας ανήκουν σε ιδιώτες. Ανάλογα όμως με το αν οι ιδιώτες είναι εργάτες ή μη εργάτες, έχει και η ατομική ιδιοχτησία έναν άλλο χαρακτήρα. Οι ατελείωτες αποχρώσεις, που παρουσιάζει στην πρώτη ματιά, αντανακλούν μονάχα τις μέσες καταστάσεις που βρίσκονται ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα. Η ατομική ιδιοχτησία του εργάτη στα μέσα της παραγωγής είναι η βάση της μικρής επιχείρησης, η μικρή επιχείρηση είναι ο απαραίτητος όρος για την εξέλιξη της κοινωνικής παραγωγής και της ελεύθερης ατομικότητας του ίδιου του εργάτη. Βέβαια, αυτός ο τρόπος της παραγωγής υπάρχει και μέσα στη δουλεία, στη δουλοπαροικία και σ' άλλες σχέσεις εξάρτησης. Ανθίζει όμως, αναπτύσσει όλη του την ενεργητικότητα, αποχτά την ταιριαστή κλασική μορφή μονάχα εκεί όπου ο εργάτης είναι ελεύθερος ατομικός ιδιοχτήτης των όρων της εργασίας του που τους χειρίζεται ο ίδιος, όπου ο αγρότης είναι ο ελεύθερος ατομικός ιδιοχτήτης του χωραφιού που καλλιεργεί κι εκεί που ο χειροτέχνης είναι ιδιοχτήτης του εργαλείου - αριστοτέχνης χειριστής του. Αυτός ο τρόπος παραγωγής προϋποθέτει το κομμάτιασμα της γης και των άλλων μέσων παραγωγής. Όπως αποκλείει τη συγκέντρωση των τελευταίων, έτσι αποκλείει και τη συνεργασία, τον καταμερισμό της εργασίας μέσα στα ίδια τα προτσές της παραγωγής, αποκλείει την κοινωνική κυριαρχία και ρύθμιση της φύσης, την ελεύθερη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων. Συμβιβάζεται μονάχα με τους στενούς αυτοφυείς περιορισμούς της παραγωγής και της κοινωνίας. Το να θέλουμε να τον διαιωνίσουμε, θα σήμαινε, όπως λέει με το δίκιο του ο Πέκερ, «να θεσπίσουμε τη γενική μετριότητα». Σε έναν ορισμένο βαθμό ανάπτυξης δημιουργεί ο ίδιος τα υλικά μέσα της καταστροφής του. Από τη στιγμή αυτή στους κόλπους της κοινωνίας μπαίνουν σε κίνηση δυνάμεις και πάθη που αισθάνονται τον εαυτό τους δεσμευμένο από την κοινωνία. Πρέπει να καταστραφεί αυτός ο τρόπος παραγωγής, και θα καταστραφεί. Η καταστροφή της, δηλ. η μετατροπή των ατομικών και κομματιασμένων μέσων παραγωγής σε κοινωνικά συγκεντρωμένα, επομένως η μετατροπή της μικροσκοπικής ιδιοχτησίας των πολλών σε μαζική ιδιοχτησία των λίγων, δηλ. η απαλλοτρίωση της μεγάλης μάζας του λαού από τη γη, τα μέσα συντήρησης και τα εργαλεία δουλιάς, αυτή η φοβερή και δύσκολη απαλλοτρίωση της μάζας του λαού αποτελεί την προϊστορία του κεφαλαίου. Περιλαβαίνει μια σειρά μεθόδους βίας, από τις οποίες παρουσιάσαμε μονάχα τις μεθόδους εκείνες που άφησαν εποχή σαν μέθοδοι της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η απαλλοτρίωση των άμεσων παραγωγών πραγματοποιείται με τον πιο αμείλιχτο βανδαλισμό και με κίνητρο τα πιο άνομα, τα πιο βρωμερά και τα πιο μικρόπρεπα απεχθή πάθη. Η ατομική ιδιοχτησία, που αποχτήθηκε με τη δουλειά και που στηρίζεται σαν να λέμε στη σύμφυση του μεμονωμένου, ανεξάρτητα εργαζόμενου ατόμου με τους όρους της δουλιάς του, παραμερίζεται από την κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοχτησία, που βασίζεται στην εκμετάλλευση ξένης, μα τυπικά ελεύθερης εργασίας. Από τη στιγμή που αυτό το προτσές της μετατροπής έχει αποσυνθέσει αρκετά σε βάθος και έκταση την παλιά κοινωνία, από τη στιγμή που οι εργάτες έχουν μετατραπεί σε προλετάριους και οι όροι της δουλειάς τους σε κεφάλαιο, από τη στιγμή που ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στέκεται στα δικά του τα πόδια, από τη στιγμή αυτή αποχτούν μια νέα μορφή η παραπέρα κοινωνικοποίηση της εργασίας και η παραπέρα μετατροπή της γης και των άλλων μέσων παραγωγής σε μέσα παραγωγής που τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά, δηλαδή σε κοινά μέσα παραγωγής, επομένως αποχτάει νέα μορφή και η παραπέρα απαλλοτρίωση, των ατομικών ιδιοχτητών. Αυτός που είναι τώρα ν' απαλλοτριωθεί δεν είναι πια ο εργάτης που διευθύνει μόνος το νοικοκυριό του, αλλά ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες. Η απαλλοτρίωση αυτή συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων. Κάθε κεφαλαιοκράτης

σκοτώνει πολλούς άλλους κεφαλαιοκράτες. Χέρι - χέρι μ' αυτή τη συγκεντροποίηση, δηλ. με την απαλλοτρίωση πολλών κεφαλαιοκρατών από λίγους, αναπτύσσεται σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα η συνεργατική μορφή του προτσές της εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μονάχα από κοινού, η οικονομία σ' όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίησή τους σαν μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικής εργασίας, η περιπλοκή όλων των λαών στο δίχτυ της παγκόσμιας αγοράς και μαζί μ' αυτό, ο διεθνής χαρακτήρας του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος. Μαζί με τη διαρκή ελάττωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, που σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα τα οφέλη αυτού του προτσές μετατροπής, αυξάνει η μάζα της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά αυξάνει μαζί και η αγανάχτηση της εργατικής τάξης, που διαρκώς πληθαίνει και που διαπαιδαγωγείται, συνενώνεται και οργανώνεται απ' αυτό τον ίδιο το μηχανισμό του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής. Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ' αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε ένα σημείο, όπου δε συμβιβάζονται με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σιμώνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοχτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται. Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος ιδιοποίησης, που προέρχεται από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, άρα και η κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοχτησία, αποτελεί την πρώτη άρνηση της ατομικής ιδιοχτησίας που βασίζεται στην προσωπική εργασία. Μα η κεφαλαιοκρατική παραγωγή παράγει με την αναγκαιότητα φυσικού προτσές την ίδια της την άρνηση. Πρόκειται για άρνηση της άρνησης. Η άρνηση αυτή δεν αποκαθιστά ξανά την ατομική ιδιοχτησία, αποκαθιστά όμως την προσωπική ιδιοχτησία πάνω στη βάση της κατάχτησης της κεφαλαιοκρατικής εποχής της συνεργασίας και της κοινής ιδιοχτησίας της γης και των μέσων παραγωγής που τα παράγει η εργασία. Η μετατροπή της κομματιασμένης ατομικής ιδιοχτησίας που βασίζεται στην προσωπική εργασία των ατόμων, σε κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοχτησία, είναι φυσικά ένα προτσές, ασύγκριτα πιο μακρόχρονο, σκληρό και δύσκολο από τη μετατροπή σε κοινωνική ιδιοχτησία της κεφαλαιοκρατικής ιδιοχτησίας που βασίζεται πραγματικά κιόλας πάνω σε κοινωνικό τρόπο παραγωγής. Εκεί επρόκειτο για την απαλλοτρίωση της λαϊκής μάζας από λίγους σφετεριστές, εδώ πρόκειται για την απαλλοτρίωση λίγων σφετεριστών από τη λαϊκή μάζα1. Κ. Μαρξ Φ. Ενγκελς, Διαλεχτά Εργα, τ. 1ος σελ. 544-547, Γνώσεις.

1 «Η περίοδος της βιομηχανίας, που η αστική τάξη είναι ο άβουλος και παθητικός της φορέας, βάζει στη θέση της απομόνωσης των εργατών με το συναγωνισμό, την επαναστατική τους συνένωση με την οργάνωση. Έτσι, με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας αφαιρείται κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το έδαφος που πάνω στη βάση του παράγει και ιδιοποιείται τα προϊόντα. Πριν απ' όλα, η αστική τάξη παράγει τους νεκροθάφτες της. Η πτώση της και η νίκη του προλεταριάτου είναι το ίδιο αναπόφευγες... Οι μεσαίες τάξεις, ο μικρός βιομήχανος, ο μικρέμπορος, ο βιοτέχνης, ο αγρότης, όλοι αυτοί καταπολεμούν την αστική τάξη για να διατηρήσουν την ύπαρξή τους σα μεσαίες τάξεις και να σωθούν απ' τον αφανισμό... είναι αντιδραστικές γιατί ζητούν να στρέψουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας». (Καρλ Μαρξ και Φ. Ενγκελς: Μανιφέστο του Κομμουνιστικού του Κόμματος, Λονδίνο 1847, σελ. 9-11). [Σημείωση του Μαρξ].

Μαρξ

Η υπόθεση Νετσάγιεφ

1

Η δίκη Νετσάγιεφ «Πληροφορηθήκαμε, γράφουν οι Μαρξ - Ενγκελς, για τη δράση της Συμμαχίας στη Ρωσία από την πολιτική δίκη, γνωστή ως υπόθεση Νετσάγιεφ, που έγινε τον Ιούλιο του 1871 στο δικαστήριο της Πετρούπολης. Για πρώτη φορά στη Ρωσία μια πολιτική δίκη έγινε μπροστά σε ορκωτό δικαστήριο και δημόσια. Ολοι οι δικαζόμενοι, πάνω από ογδόντα άτομα, άνδρες και γυναίκες, ανήκαν, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στη σπουδάζουσα νεολαία. Είχαν μείνει προφυλακισμένοι από το Νοέμβριο του 1869 ως τον Ιούλιο του 1871 στα μπουντρούμια του φρουρίου του Πετροπαβλίφσκ, με αποτέλεσμα δυο απ' αυτούς να πεθάνουν και μερικοί άλλοι να παραφρονήσουν. Βγήκαν από τα μπουντρούμια απλώς για να ακούσουν την απόφαση, που τους καταδίκαζε σε καταναγκαστικά έργα στα ορυχεία της Σιβηρίας, σε ειρκτή και σε φυλάκιση δεκαπέντε, δώδεκα, δέκα, εφτά και δύο χρόνων(...) Το έγκλημά τους ήταν πως ανήκαν σε μια μυστική εταιρία, η οποία είχε σφετερισθεί το όνομα της Διεθνούς Ενωσης Εργατών και στην οποία στρατολογήθηκαν από απεσταλμένο της διεθνούς επαναστατικής επιτροπής, που διέθετε πληρεξούσια δήθεν με τη σφραγίδα της Διεθνούς. Αυτός ο απεσταλμένος τους έβαλε να διαπράξουν μια σειρά απάτες και ανάγκασε μερικούς απ' αυτούς να γίνουν συνεργοί του στη διάπραξη μιας δολοφονίας. Αυτή η δολοφονία ήταν που οδήγησε την αστυνομία στα ίχνη της μυστικής εταιρίας, αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως, ο ίδιος ο απεσταλμένος είχε ήδη εξαφανιστεί. Σ' όλη αυτή την υπόθεση ο ρόλος του απεσταλμένου ήταν πολύ ύποπτος. Ο απεσταλμένος αυτός ήταν ο Νετσάγιεφ (...) Το 1861, απαντώντας στα φορολογικά μέτρα, που αποσκοπούσαν στο να μην μπορούν οι άποροι νέοι να πλησιάσουν στην ανώτερη εκπαίδευση, και στα δικαστικά μέτρα, που απέβλεπαν στο να τους υποτάξουν στην αστυνομική αυθαιρεσία, οι φοιτητές εξέφρασαν έντονη και ομόφωνη διαμαρτυρία, που από τις συνελεύσεις την κατέβασαν στους δρόμους και τη μετέτρεψαν σε εντυπωσιακές διαδηλώσεις (...) Οι συνελεύσεις (...) έδιναν ταυτόχρονα τη δυνατότητα να συζητούνται πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Η ρωσική σπουδάζουσα νεολαία, που στο μεγαλύτερο μέρος της την αποτελούσαν παιδιά αγροτών και άλλων φτωχών ανθρώπων, είχε διαποτιστεί σε τέτοιο βαθμό απ' τις σοσιαλιστικές ιδέες, ώστε ονειρευόταν κιόλας την άμεση υλοποίησή τους(...) Μέσα σ' αυτή την κατάσταση έκανε την εμφάνισή του ό Νετσάγιεφ, που, εκμεταλλευόμενος το κύρος της Διεθνούς και τον ενθουσιασμό αυτής της νεολαίας, επιχείρησε να πείσει τους φοιτητές ότι δεν είναι καιρός να ασχολούνται με τέτοια μικροπράγματα, τη στιγμή που υπάρχει μέσα στη Διεθνή μια τεράστια μυστική εταιρία, που ανάβει τη φωτιά της παγκόσμιας επανάστασης και είναι έτοιμη για άμεσες ενέργειες στη Ρωσία. Ο Νετσάγιεφ κατάφερε να εξαπατήσει μερικούς νέους ανθρώπους και να τους παρασύρει σε εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, που έδωσαν την ευκαιρία στην αστυνομία να τσακίσει αυτό το κίνημα των σπουδαστών, τόσο επικίνδυνο για την επίσημη Ρωσία. Η ύποπτη φυγή στη Γενεύη Το Μάρτιο του 1869 έφτασε στη Γενεύη ένας νεαρός Ρώσος, που προσπάθησε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη όλων των Ρώσων εμιγκρέδων, παριστάνοντας τον αντιπρόσωπο των φοιτητών της Πετρούπολης. Εμφανιζόταν με διάφορα ονόματα. Μερικοί εμιγκρέδες γνώριζαν από αξιόπιστες πηγές πως από την Πετρούπολη δεν είχε σταλεί κανένας αντιπρόσωπος. Αλλοι, ύστερα από συζήτηση με τον δήθεν αντιπρόσωπο, τον πέρασαν για χαφιέ. Στο τέλος, είπε το πραγματικό του όνομα: Νετσάγιεφ. Ελεγε ότι είχε αποδράσει απ' το φρούριο της Πετρούπολης, όπου ήταν έγκλειστος σαν πρωτεργάτης των ταραχών που ξέσπασαν τον Ιανουάριο του 1869 στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πρωτεύουσας. Μερικοί εμιγκρέδες, που είχαν μείνει για καιρό έγκλειστοι σ' αυτό το φρούριο, γνώριζαν από προσωπική εμπειρία ότι από κει είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς. Γι' αυτό κατάλαβαν ότι εδώ ο Νετσάγιεφ λέει ψέματα. Εξάλλου, επειδή στις εφημερίδες και τα γράμματα που έπαιρναν μνημονεύονταν τα ονόματα των διωκόμενων φοιτητών και πουθενά δε γινόταν λόγος περί Νετσάγιεφ, θεώρησαν ότι τα όσα αραδιάζει για τη δήθεν επαναστατική δράση του είναι παραμύθια. Ο Μπακούνιν, όμως, έπαιρνε φανερά το μέρος του

Νετσάγιεφ. Διαλαλούσε παντού πως ο Νετσάγιεφ είναι "έκτακτος απεσταλμένος της μεγάλης μυστικής οργάνωσης που υπάρχει και δρα στη Ρωσία"(...)Σε μια συζήτηση που είχε ο Νετσάγιεφ με έναν εμιγκρέ, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι δεν τον έστειλε αντιπρόσωπο καμία μυστική οργάνωση (...) Και όμως έπεφταν στα χέρια του Τσάρου Από τον Απρίλιο του 1869 οι Μπακούνιν και Νετσάγιεφ άρχισαν να προετοιμάζουν το έδαφος για επανάσταση στη Ρωσία. Από τη Γενεύη έστελναν επιστολές, εκκλήσεις και τηλεγραφήματα στην Πετρούπολη, στο Κίεβο και σε άλλες πόλεις. Ωστόσο, γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να φτάσουν στη Ρωσία επιστολές, εκκλήσεις και ιδίως τηλεγραφήματα, δίχως να το μάθει το "III Γραφείο", (σ.σ.το 3ο Γραφείο της καγκελαρίας του Τσάρου, που ήταν η διεύθυνση της μυστικής αστυνομίας στη Ρωσία), (η μυστική αστυνομία). Ολα αυτά μπορούσαν να έχουν ένα και μόνο σκοπό: να εκθέσουν ανθρώπους. Αυτές οι ανέντιμες μέθοδοι, ανθρώπων που δε ριψοκινδύνευαν τίποτα στην καλοστεκούμενη Γενεύη, οδήγησαν σε πολυάριθμες συλλήψεις στη Ρωσία. Τους είχαν, μάλιστα, προειδοποιήσει ότι δημιουργούν κινδύνους. Εχουμε αποδείξεις πως γνωστοποίησαν στον Μπακούνιν την ακόλουθη περικοπή μιας επιστολής απ' τη Ρωσία. "Για όνομα του Θεού, πέστε στον Μπακούνιν να πάψει, αν έχει έστω και κάτι ιερό μέσα του για την επανάσταση, να στέλνει τις εξωφρενικές προκηρύξεις του, που οδηγούν σε έρευνες σε πολλές πόλεις, σε συλλήψεις και παραλύουν κάθε σοβαρή δουλιά"(...) Στις 7 Απριλίου 1869, ο Νετσάγιεφ γράφει στην Κα Τομίλοβα, σύζυγο συνταγματάρχη, ο όποιος αργότερα πέθανε απ' τον καημό για τη σύλληψη της γυναίκας του, ότι "στη Γενεύη πνίγονται στις δουλιές" και την προτρέπει να στείλει εκεί έναν σίγουρο άνθρωπο για να μιλήσει μαζί του. "Η υπόθεση, για την οποία πρέπει να κουβεντιάσουμε, δεν άφορα μόνο το δικό μας εμπόριο, αλλά και το πανευρωπαϊκό. Εδώ το πράγμα βράζει. Μαγειρεύεται μια τέτοια σούπα, που δε θα μπορέσει ούτε όλη η Ευρώπη να την αποτελειώσει. Βιαστείτε, λοιπόν". Ακολουθεί σύσταση της Γενεύης. Αυτή η επιστολή δεν έφτασε στον παραλήπτη. Την έπιασε στο ταχυδρομείο η μυστική αστυνομία, με επακόλουθο τη σύλληψη της Κας Τομίλοβα, που πρωτοείδε την επιστολή μόνο κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων ("Εφημερίδα της Πετρούπολης", αρ. φύλ. 187, 1871)(...) Και η περίπτωση της Αλεξαντρόφσκαγια Η Κα Αλεξανδρόφσκαγια ήταν πολύ εκτεθειμένη στην περίοδο των ταραχών του 18611862. Κάθισε μάλιστα και στη φυλακή, όπου η στάση της δεν ήταν και τόσο σωστή. Σε μια κρίση ειλικρίνειας έγραψε μια εξομολόγηση προς τους δικαστές της και η εξομολόγηση αυτή ενοχοποίησε πολλούς ανθρώπους(...) Είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο ο Νετσάγιεφ χρειάστηκε έναν συνεπιβάτη,(σ.σ. για ταξίδι από τη Ρωσία στη Γενεύη), του οποίου και μόνο η παρουσία θα ήταν αρκετή για να προκαλέσει τη σύλληψή του στα σύνορα: Μολαταύτα, ο Νετσάγιεφ, συνοδευόμενος από την Κα Αλεξανδρόφσκαγια, έφθασε αισίως στη Γενεύη και, ενώ τους άμοιρους ανθρώπους που εξαπάτησε τους έριχναν στη φυλακή, αυτός μαζί με τον Μπακούνιν καταπιάστηκε με τη σύνταξη του δεύτερου τεύχους της "Λαϊκής Τιμωρίας". Ο Μπακούνιν, απέραντα υπερήφανος διότι η "Journal de Geneve" γράφει για τη συνωμοσία Νετσάγιεφ και του αποδίδει (του Μπακούνιν) καθοδηγητικό ρόλο σ' αυτήν, ξέχασε πως η "Λαϊκή Τιμωρία" του τυπώνεται δήθεν στη Μόσχα και αναδημοσίευσε σ' αυτήν μια ολόκληρη σελίδα απ' το άρθρο της "Journal de Geneve", γραμμένο στα γαλλικά. Μόλις ετοιμάστηκε το περιοδικό, ανέθεσαν στην Κα Αλεξανδρόφσκαγια να το μεταφέρει μαζί με άλλες προκηρύξεις στη Ρωσία. Στα σύνορα, ένας πράκτορας του ΙΙΙ Γραφείου, που είχε στήσει καρτέρι στην Κα Αλεξανδρόφσκαγια, της πήρε το πακέτο. Μετά τη σύλληψή της, παρέδωσε στον πράκτορα έναν κατάλογο ονομάτων, που μόνο ο Μπακούνιν μπορούσε να τα γνωρίζει. Ενας από τους κατηγορούμενους στην υπόθεση Νετσάγιεφ, αλλά και από τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, παραδέχτηκε στο δικαστήριο ότι "θεωρούσε προηγούμενα τον Μπακούνιν έντιμο άνθρωπο και δεν καταλαβαίνει πως αυτός, μαζί με τους άλλους, μπόρεσε τόσο ύπουλα να εκθέσει αυτή τη γυναίκα στον κίνδυνο της σύλληψης"». Αυτός λοιπόν ήταν ο Νετσάγιεφ, ένας κοινός προβοκάτορας, που είχε σχέση ή χρησιμοποιήθηκε από τις τσαρικές αρχές ενάντια στους επαναστάτες. Τα κείμενα των Μαρξ - Ενγκελς είναι από το βιβλίο «Κ.Μαρξ - Φ.Ενγκελς, για τον αναρχισμό, εκδόσεις «Καζάντζα».

1 Τα κείμενα των Μαρξ - Ενγκελς είναι από το βιβλίο Κ.Μαρξ - Φ.Ενγκελς, Για τον αναρχισμό, εκδόσεις Καζάντζα. Η υπόθεση Νετσάγιεφ, με αφορμή μια δίκη που έγινε στη Ρωσία το 1871, αποκάλυψε το ρόλο του ως πράκτορα, με διάφορα περιστατικά ανθρώπων, οι οποίοι έχοντας σχέση μαζί του συνελήφθησαν από το τσαρικό καθεστώς, με επαναστατικό υλικό στην κατοχή τους. Τα κείμενα των Μαρξ - Ενγκελς γι' αυτή την υπόθεση, αποκαλύπτουν τον προβοκατόρικο ρόλο αυτού, που ως επαναστατική μορφή πάλης είχε την ατομική τρομοκρατία. Ας αφήσουμε τα κείμενα των κλασικών του μαρξισμού να μιλήσουν γι' αυτόν.

http://allotriosi.wordpress.com

Καρλ Μαρξ

Προσφώνηση της Κεντρικής Επιτροπής στην Ένωση των Κομμουνιστών
Η κεντρική Επιτροπή προς την Ένωση Αδέλφια! Στα δυο χρόνια της επανάστασης του 1848-49 η Ένωση των Κομμουνιστών ανταποκρίθηκε διπλά στη δοκιμασία. Πρώτα, γιατί σ΄ όλα τα μέρη, τα μέλη της πήραν ενεργό μέρος στο κίνημα, γιατί στον τύπο, στα οδοφράγματα και στα πεδία της μάχης στάθηκαν στις πρώτες γραμμές της μόνης αποφασιστικής επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου. Η Ένωση ανταποκρίθηκε ακόμα γιατί η αντίληψή της για το κίνημα, όπως διατυπώθηκε στις εγκυκλίους των Συνεδρίων και της Κεντρικής Επιτροπής του 1847 και στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, αποδείχτηκε η μόνη σωστή αντίληψη, γιατί εκπληρώθηκαν πέρα για πέρα οι προσδοκίες που εκφράστηκανσε κείνα τα ντοκουμέντα, και γιατί η αντίληψη για το σημερινό κοινωνικό καθεστώς, που παλιά προπαγανδιζόταν μονάχα στα κρυφά από την Ένωση, βρίσκεται τώρα στο στόμα των λαών και κηρύσσεται δημόσια στις πλατείες. Ταυτόχρονα χαλαρώθηκε σημαντικά η πριν σφιχτοδεμένη οργάνωση της Ένωσης. Ένα μεγάλος μέρος των μελών, που είχε πάρει άμεσα μέρος στο επαναστατικό κίνημα θεώρησε ότι πέρασε η εποχή των μυστικών εταιριών και ότι φτάνει μονάχα η ανοιχτή δράση. Οι ξεχωριστές περιφέρειες και κοινότητες άφησαν ν΄ ατονήσει και σιγά σιγά να σβήσει η σύνδεση με την Κεντρική Επιτροπή. Τη στιγμή λοιπόν που στη Γερμανία το δημοκρατικό κόμμα, το κόμμα των μικροαστών, οργανώνονταν ολοένα και περισσότερο, το εργατικό κόμμα έχανε το μόνο στέρεο στήριγμά του, έμενε το πολύ - πολύ οργανωμένο σε ξεχωριστά μέρη για τοπικούς σκοπούς και έπεφτε έτσι μέσα στο γενικό κίνημα ολότελα κάτω από την κυριαρχία και την καθοδήγηση των μικροαστών δημοκρατών. Πρέπει να δοθεί τέλος σ΄ αυτή την κατάσταση, πρέπει ν΄ αποκατασταθεί η ανεξαρτησία των εργατών. Η Κεντρική Επιτροπή αντιλήφθηκε αυτή την ανάγκη και γι΄ αυτό, το χειμώνα κιόλας του 1848-49, έστειλε στη Γερμανία έναν επίτροπο, το Γιόζεφ Μολ, για την αναδιοργάνωση της Ένωσης. Η αποστολή του Μολ, ωστόσο, έμεινε χωρίς μόνιμο αποτέλεσμα, εν μέρει γιατί οι γερμανοί εργάτες δεν είχαν τότε ακόμα συγκεντρώσει αρκετή πείρα και εν μέρει γιατί η εξέγερση του περασμένου Μάη διέκοψε την αποστολή αυτή. Ο ίδιος ο Μολ πήρε το ντουφέκι, κατατάχθηκε στο στρατό του Μπάντεν Παλατινάτου κι έπεσε στις 19 του Ιούλη στη μάχη του Μουργκ. Η Ένωση έχασε στο πρόσωπό του ένα από τα πιο παλιά, τα πιο δραστήρια και τα πιο έμπιστα μέλη της, που έδρασε σ΄ όλα τα συνέδρια και τις Κεντρικές Επιτροπές και που παλιότερα ακόμα είχε εκπληρώσει μ΄ επιτυχία μια σειρά από ταξίδια-αποστολές. Ύστερα από την ήττα των επαναστατικών κομμάτων της Γερμανίας και της Γαλλίας τον Ιούλη του 1849 συγκεντρώθηκαν ξανά στο Λονδίνο σχεδόν όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, συμπληρώθηκαν με νέες επαναστατικές δυνάμεις κι άρχισαν με ανανεωμένο ζήλο την αναδιοργάνωση της Ένωσης. Η αναδιοργάνωση μπορεί να γίνει μονάχα με έναν επίτροπο και η Κεντρική Επιτροπή θεωρεί εξαιρετικά σπουδαίο ζήτημα ν΄ αναχωρήσει ο επίτροπος ακριβώς αυτή τη στιγμή που έρχεται μια νέα επανάσταση όπου το εργατικό κόμμα πρέπει να εμφανιστεί όσο το δυνατό πιο ομόφωνο, όσο το δυνατό πιο αυτοτελές, αν δεν θέλει ξανά να το εκμεταλλευτεί η αστική τάξη και να το σύρει από πίσω της. Από το 1848 κιόλας, αδέλφια, σας είπαμε ότι οι γερμανοί φιλελεύθεροι αστοί θάρχονταν σε λίγο στην εξουσία και ότι τη νεοκαταχτημένη εξουσία τους θα την έστρεφαν αμέσως ενάντια στους εργάτες. Είδατε πως εκπληρώθηκε αυτό. Πραγματικά ήταν οι αστοί, που ύστερα από το κίνημα του Μάρτη του 1848, κατέλαβαν αμέσως την κρατική εξουσία και χρησιμοποίησαν αυτή την εξουσία για ν΄ απωθήσουν αμέσως τους εργάτες, τους συμμάχους τους στον αγώνα, πίσω στην προηγούμενη κατάσταση καταπίεσης. Αν και η αστική τάξη δε μπορούσε να το πετύχει αυτό, χωρίς νάχει συνδεθεί με το φεουδαρχικό κόμμα που είχε παραμεριστεί το Μάρτη κι ακόμα χωρίς τελικά νάχει παραχωρήσει ξανά στο φεουδαρχικό αυτό απολυταρχικό κόμμα την εξουσία, ωστόσο εξασφάλισε για τον εαυτό της όρους που, χάρη στις οικονομικές δυσκολίες της κυβέρνησης, θα της παράδιναν την εξουσία μόνιμα και θα εξασφάλιζαν όλα της τα συμφέροντα, στην περίπτωση που θα μπορούσε από τώρα κιόλας το επαναστατικό κίνημα ν΄

ακολουθήσει μια λεγόμενη ειρηνική εξέλιξη. H αστική τάξη, για να εξασφαλίσει την κυριαρχία της, δε θα χρειαζόταν καν να γίνει μισητή με τη χρησιμοποίηση μέτρων βίας ενάντια στο λαό, γιατί όλα αυτά τα μέτρα βίας τα έχει πάρει κιόλας η φεουδαρχική αντεπανάσταση. Η εξέλιξη όμως δε θ΄ ακολουθήσει αυτή την ειρηνική πορεία. Αντίθετα, έρχεται η επανάσταση που θα την επιταχύνει, η επανάσταση που είτε θα προκληθεί από μια ανεξάρτητη εξέγερση του γαλλικού προλεταριάτου,, είτε από την εισβολή της Ιερής Συμμαχίας στην επαναστατική Βαβέλ1. Και το ρόλο που έπαιξαν απέναντι στο λαό οι Γερμανοί φιλελεύθεροι αστοί το 1848, αυτό τον τόσο προδοτικό ρόλο, θα τον αναλάβουν στην επερχόμενη επανάσταση οι δημοκράτες μικροαστοί, που σήμερα παίρνουν στην αντιπολίτευση την ίδια θέση που έπαιρναν οι φιλελεύθεροι αστοί πριν από το 1848. Αυτό το κόμμα, το δημοκρατικό, που είναι πολύ πιο επικίνδυνο στους εργάτες από το προηγούμενο, το φιλελεύθερο κόμμα, αποτελείται από τα τρία στοιχεία: 1. Από τα προοδευτικά τμήματα της μεγάλης αστικής τάξης, που βάζουν για σκοπό το άμεσο ολοκληρωτικό γκρέμισμα της φεουδαρχίας και της απολυταρχίας. Η ομάδα αυτή εκπροσωπείται από τους πρώην βερολινέζους συμβιβαστές, από τους αρνητές των φόρων. 2. Από τους δημοκράτες - συνταγματικούς μικροαστούς, που ο κύριος τους σκοπός στο ως τα τώρα κίνημα ήταν η αποκατάσταση ενός λίγο-πολύ δημοκρατικού ομοσπονδιακού κράτους όπως το επιδίωκαν οι εκπρόσωποί τους, οι αριστεροί της Συνέλευσης της Φρανκφούρτης και αργότερα η βουλή της Στουτγάρδης και αυτοί οι ίδιοι στην εκστρατεία για το σύνταγμα του Ράϊχ. 3. Από τους ρεπουμπλικάνους μικροαστούς, που το ιδεώδες τους είναι μια γερμανική ομόσπονδη δημοκρατία του είδους της Ελβετίας, και που ονομάζουν σήμερα τον εαυτό τους κόκκινο και σοσιαλδημοκράτη, γιατί τρέφουν τον ευσεβή πόθο να καταργήσουν την πίεση του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στο μικρό του μεγάλου αστού πάνω στο μικροαστό. ΟΙ εκπρόσωποι αυτής της ομάδας ήταν τα μέλη των δημοκρατικών συνεδρίων και επιτροπών, οι καθοδηγητές των δημοκρατικών συλλόγων, οι συντάχτες των δημοκρατικών εφημερίδων. Όλες αυτές οι ομάδες, ύστερα από την ήττα τους, ονομάζουν τώρα τον εαυτό τους ρεπουμπλικάνο ή κόκκινο, ακριβώς όπως στη Γαλλία οι ρεπουμπλικάνοι μικροαστοί ονομάζουν τους εαυτούς τους σοσιαλιστές. Οπου βρίσκουν ακόμα ευκαιρία να επιδιώκουν την πραγματοποίηση των σκοπών τους με το συνταγματικό δρόμο, όπως στη Βυρτεμβέργη, στη Βαυαρία κλπ, πιάνονται από την ευκαιρία για να διατηρήσουν τις παλιές τους φράσεις και για ν΄ αποδείξουν με την πράξη, ότι δεν άλλαξαν ούτε στο παραμικρό. Κατά τα άλλα είναι αυτονόητο ότι η αλλαγή του ονόματος αυτού του κόμματος δεν αλλάζει σε τίποτα τη στάση του απέναντι στους εργάτες, μα αποδείχνει μονάχα ότι τώρα το κόμμα αυτό πρέπει ν΄ αντιπαραταχτεί ενάντια στην αστική τάξη που είναι ενωμένη με την απολυταρχία και ότι πρέπει να στηριχτεί στο προλεταριάτο. Το μικροαστικό-δημοκρατικό κόμμα στη Γερμανία είναι πολύ δυνατό, δεν αγκαλιάζει μονάχα τη μεγάλη πλειοψηφία των αστών κατοίκων των πόλεων, τους μικρούς βιομήχανους εμπόρους και τους βιοτέχνες-μαστόρους, αριθμεί στην ακολουθία του τους αγρότες και το προλεταριάτο της υπαίθρου, εφόσον αυτό το τελευταίο δε βρήκε ακόμα ένα στήριγμα στο αυτοτελές προλεταριάτο των πόλεων. Η σχέση του επαναστατικού εργατικού κόμματος προς τη μικροαστική δημοκρατία είναι αυτή: πάει μαζί της ενάντια στην ομάδα που το επαναστατικό εργατικό κόμμα επιδιώκει την ανατροπή της, αντιτάσσεται στη μικροαστική δημοκρατία σ΄ όλα εκείνα με τα οποία η μικροαστική δημοκρατία θέλει να στεριώσει τη θέση της. Οι δημοκράτες μικροαστοί που καθόλου δε θέλουν να ανατρέψουν ολόκληρη την κοινωνία προς το συμφέρον των επαναστατών προλετάριων, επιδιώκουν μιαν αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, έτσι που η κοινωνία που υπάρχει να τους γίνει όσο το δυνατό πιο υποφερτή και βολική. Γι΄ αυτό ζητούν πριν απ΄ όλα τη μείωση των κρατικών εξόδων με τον περιορισμό της γραφειοκρατίας και με τη μετατόπιση των κύριων φόρων στους γαιοχτήμονες και στους αστούς. Ζητούν ακόμα να παραμεριστεί η πίεση του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στο μικρό με τη δημιουργία δημόσιων πιστωτικών ιδρυμάτων και με νόμους ενάντια στην τοκογλυφία, έτσι που να δοθεί σ΄ αυτούς και στους αγρότες η δυνατότητα να παίρνουν με ευνοϊκούς όρους προκαταβολές από το κράτος, αντί από τους καπιταλιστές. Ζητούν ακόμα την εφαρμογή των αστικών σχέσεων ιδιοχτησίας στην ύπαιθρο με την ολοκληρωτική κατάργηση του φεουδαρχισμού. Για να τα εφαρμόσουν όλα αυτά, χρειάζονται μια δημοκρατική, συνταγματική ή ρεπουμπλικάνικη κρατική

συγκρότηση, που θα δίνει την πλειοψηφία σ΄ αυτού και στους συμμάχους τους, τους αγρότες, και ένα δημοκρατικό καταστατικό των δήμων και των κοινοτήτων, που θα δίνει στα χέρια τους τον άμεσο έλεγχο στην κοινοτική ιδιοχτησία και μια σειρά άλλες λειτουργίες που τις εξασκούν σήμερα οι γραφειοκράτες. Στην κυριαρχία και στη γρήγορη αύξηση του κεφαλαίου πρόκειται ν΄ αντιδράσουν, εν μέρει με τον περιορισμό του κληρονομικού δικαιώματος, εν μέρει με την ανάθεση όσο το δυνατό πιο πολλών εργασιών στο κράτος. Οσο για τους εργάτες είναι πριν απ΄ όλα βέβαιο ότι πρόκειται να παραμείνουν μισθωτοί εργάτες, όπως και πριν, μόνο που οι δημοκράτες μικροαστοί εύχονται στους εργάτες καλύτερο μισθό και μια πιο ασφαλισμένη ζωή και ελπίζουν να το πετύχουν αυτό με τη μερική απασχόλησή τους από το κράτος και με μέτρα φιλανθρωπίας, με δυο λόγια ελπίζουν να εξαγοράσουν τους εργάτες με λίγο-πολύ σκεπασμένες ελεημοσύνες και να σπάσουν την επαναστατική τους δύναμη κάνοντας προσωρινά υποφερτή την κατάστασή τους. Τις διεκδικήσεις της μικροαστικής δημοκρατίας, που συνοψίζονται εδώ, δεν τις εκπροσωπούν ταυτόχρονα όλες οι ομάδες της και μονάχα σ΄ ένα πολύ μικρό κύκλο ανθρώπων προβάλλονται συνολικά σαν καθορισμένος σκοπός. Όσο πιο μπροστά πάνε μερικοί άνθρωποι ή ομάδες ανθρώπων, τόσο μεγαλύτερο αριθμό από τις διεκδικήσεις αυτές θα υιοθετούν, και οι λίγοι που βλέπουν το πρόγραμμά τους σ΄ αυτά που αναφέραμε θα πίστευαν ότι διεκδίκησαν έτσι το ανώτατο που μπορεί να ζητήσει κανείς από την επανάσταση. Οι διεκδικήσεις αυτές όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να είναι αρκετές για το κόμμα του προλεταριάτου. Ενώ οι δημοκράτες μικροαστοί θέλουν ν΄ αποτελειώσουν την επανάσταση όσο το δυνατό πιο γρήγορα και με την πραγματοποίηση το πολύ - πολύ των παραπάνω διεκδικήσεων, συμφέρον δικό μας και καθήκον δικό μας είναι να κάνουμε την επανάσταση διαρκή, ώσπου όλες οι λίγο - πολύ ιδιοχτήτριες τάξεις νάχουν απωθηθεί από την εξουσία, ώσπου νάχει καταχτηθεί η κρατική εξουσία από το προλεταριάτο, κι ώσπου η συνένωση των προλετάριων, όχι μονάχα σε μια χώρα, αλλά σ΄ όλες τις κυρίαρχες χώρες του κόσμου, να έχει προχωρήσει τόσο, που νάχει σταματήσει ο συναγωνισμός ανάμεσα στους προλετάριους αυτών των χωρών και ώσπου να συγκεντρωθούν στα χέρια των προλετάριων τουλάχιστον οι αποφασιστικές παραγωγικές δυνάμεις. Εμείς δε μπορεί ν΄ αποβλέπουμε στην αλλαγή της ατομικής ιδιοχτησίας, αλλά μονάχα στην εκμηδένισή της, δεν μπορεί ν΄ αποβλέπουμε στην απόκρυψη των ταξικών αντιθέσεων, μα στην κατάργηση των τάξεων, δε μπορεί ν΄ αποβλέπουμε στην καλυτέρευση της σημερινής κοινωνίας, μα στην ίδρυση μιας νέας κοινωνίας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μικροαστική δημοκρατία στην παραπέρα εξέλιξη της επανάστασης θ΄ αποχτήσει στη Γερμανία για μια στιγμή την επικρατέστερη επιροή. Μπαίνει λοιπόν το ερώτημα, ποια θα είναι η στάση του προλεταριάτου και ειδικά της Ενωσης απέναντί της: 1. Όσο θα συνεχίζονται οι σημερινές συνθήκες όπου καταπιέζονται επίσης και οι μικροαστοί δημοκράτες. 2. Στον επερχόμενο επαναστατικό αγώνα που θα τους σώσει την υπεροχή. 3. Yστερα απ΄ αυτόν τον αγώνα, στο διάστημα της υπεροχής τους πάνω στις τάξεις που ανατράπηκαν και πάνω στο προλεταριάτο. 1. Στη σημερινή στιγμή, οι δημοκράτες μικροαστοί, που καταπιέζονται παντού, κηρύσσουν γενικά στο προλεταριάτο τη συνένωση και τη συμφιλίωση, του προσφέρουν το χέρι και τείνουν προς τη δημιουργία ενός μεγάλου κόμματος της αντιπολίτευσης που θ΄ αγκαλιάζει όλες τις αποχρώσεις στο δημοκρατικό κόμμα, δηλ. τείνουν να μπλέξουν τους εργάτες σε μια κομματική οργάνωση, όπου θα επικρατούν οι γενικές σοσιαλδημοκρατικές φράσεις που πίσω τους κρύβονται τα ιδιαίτερα συμφέροντα των δημοκρατών μικροαστών και όπου, για χατίρι της ποθητής ειρήνης, δε θα επιτρέπεται να προβάλλονται οι ιδιαίτερες διεκδικήσεις του προλεταριάτου. Μια τέτοια συνένωση θα κατέληγε μονάχα προς όφελός τους και θάταν ολότελα σε βάρος του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο θα έχανε όλη την αυτοτελή και με κόπο εξαγορασμένη θέση του και θα ξανάπεφτε σε κατάσταση εξαρτήματος της επίσημης αστικής δημοκρατίας. Αυτή η συνένωση λοιπόν πρέπει να αποκρουστεί με τον πιο αποφασιστικό τρόπο. Αντί να ξεπέσουν ξανά τόσο χαμηλά, που να υπηρετούν τους αστούς δημοκράτες σαν κόρο κλακαδόρων, πρέπει οι εργάτες, και πρώτα απ΄ όλα η Ένωση, να επιδιώξουν να δημιουργήσουν, πλάι στους επίσημους δημοκράτες, μιαν ανεξάρτητη μυστική και ανοιχτή οργάνωση του εργατικού κόμματος. Πρέπει ακόμα την κάθε

κοινότητα να τη μετατρέψουν σε κέντρο και πυρήνα εργατικών ενώσεων όπου η θέση και τα συμφέροντα του προλεταριάτου θα συζητιούνται ανεξάρτητα από τις αστικές επιδράσεις. Πόσο λίγο παίρνουν στα σοβαρά οι αστοί δημοκράτες μια συμμαχία, μέσα στην οποία οι προλετάριοι θα στέκονται στο πλάι τους με την ίδια εξουσία και με ίσα δικαιώματα, το δείχνουν λ.χ., οι δημοκράτες του Μπρεσλάου, που στο όργανό τους, τη "Νέα Εφημερίδα του Οντερ"2 κατατρέχουν με τη μεγαλύτερη λύσσα τους ανεξάρτητα οργανωμένους εργάτες που τους τιτλοφορούν σοσιαλιστές. Για την περίπτωση της πάλης ενάντια σ΄ έναν κοινό αντίπαλο δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη συνένωση. Οταν χρειαστεί να καταπολεμηθεί άμεσα ένας τέτοιος αντίπαλος, συμπίπτουν τα συμφέροντα και των δυο κομμάτων για τη στιγμή αυτή, κι όπως γινόταν ως τώρα θ΄ αποκατασταθεί και στο μέλλον αυτή η σύνδεση που είναι υπολογισμένη μονάχα για τη στιγμή αυτή. Είναι αυτονόητο ότι στις μελλοντικές αιματηρές συγκρούσεις, καθώς και μόλις τις προηγούμενες, κυρίως οι εργάτες θα υποχρεωθούν να καταχτήσουν τη νίκη με το θάρρος τους, με την αποφασιστικότητά τους και με την αυτοθυσία τους. Κι όπως γινόταν ως τα τώρα, και στον αγώνα αυτόν οι μικροαστοί σα μάζα θα αφεθούν για όσο μπορεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα δισταχτικά, αναποφάσιστα, παθητικά, για να σφετεριστούν ύστερα, μόλις θάχει κριθεί ο αγώνας, τη νίκη, για να ζητήσουν από τους εργάτες να ησυχάσουν και να γυρίσουν στα σπίτια τους, στη δουλειά τους, για να προλάβουν τις λεγόμενες ακρότητες και για ν΄ αποκλείσουν το προλεταριάτο από τους καρπούς της νίκης. Δεν είναι στο χέρι των εργατών να εμποδίσουν τους μικροαστούς δημοκράτες να το κάνουν αυτό, είναι όμως στο χέρι τους να τους δυσκολέψουν την επικράτηση πάνω στο ένοπλο προλεταριάτο και να τους υπαγορεύσουν τέτοιους όρους, που η κυριαρχία των αστών δημοκρατών να περικλείνει από τα πριν το σπέρμα του αφανισμού της και να διευκολύνει σημαντικά τον παραμερισμό της κυριαρχίας των αστών δημοκρατών από την κυριαρχία του προλεταριάτου. Οι εργάτες, πριν απ΄ όλα, πρέπει στο διάστημα της σύγκρουσης, κι αμέσως ύστερα από τον αγώνα, να αντιδράσουν όσο το δυνατό περισσότερο στον αστικό κατευνασμό και ν΄ αναγκάσουν τους δημοκράτες να πραγματοποιήσουν τις σημερινές τρομοκρατικές απειλές τους. Πρέπει να δουλέψουν έτσι που να μην κατασταλεί ξανά, αμέσως μετά τη νίκη, ο άμεσος επαναστατικός αναβρασμός. Αντίθετα, πρέπει να τον διατηρήσουν όσο το δυνατόν πιο πολύ. Όχι μόνο δεν πρέπει ν΄ αντιδράσουν στις λεγόμενες ακρότητες, στα παραδείγματα της λαϊκής εκδίκησης ενάντια σε μισητά πρόσωπα ή δημόσια κτίρια, με τα οποία συνδέονται μόνο μισητές αναμνήσεις, όχι μόνο πρέπει ν΄ ανέχονται αυτά τα παραδείγματα, μα πρέπει να πάρουν οι ίδιοι στα χέρια τους την καθοδήγησή τους Στο διάστημα του αγώνα και ύστερα απ΄ τον αγώνα πρέπει οι εργάτες, πλάι στις διεκδικήσεις των αστών δημοκρατών, να θέτουν σε κάθε ευκαιρία τις δικές τους διεκδικήσεις. Πρέπει να ζητήσουν εγγυήσεις για τους εργάτες, μόλις οι δημοκράτες αστοί ετοιμάζονται να πάρουν την κυβέρνηση στα χέρια τους. Πρέπει εν ανάγκη να αποσπάσουν με τη βία αυτές τις εγγυήσεις και γενικά να φροντίσουν ν΄ αναλάβουν οι νέοι κυβερνήτες την υποχρέωση να κάνουν όλες τις δυνατές παραχωρήσεις και υποσχέσεις, πράγμα που αποτελεί το πιό σίγουρο μέσο για να τους εκθέσουν. Γενικά, πρέπει με κάθε τρόπο να συγκρατήσουν όσο μπορούν τη μέθη της νίκης και τον ενθουσιασμό για τη νέα κατάσταση που σημειώνεται ύστερα από κάθε νικηφόρο αγώνα των πεζοδρομίων, με την ήρεμη και ψύχραιμη αντίληψη της κατάστασης και με την απροκάλυπτη δυσπιστία απέναντι στη νέα κυβέρνηση. Πρέπει, πλάι στις νέες επίσημες κυβερνήσεις, να εγκαθιστούν ταυτόχρονα δικές τους επαναστατικές εργατικές κυβερνήσεις, είτε με τη μορφή κοινοτικών διοικήσεων, κοινοτικών συμβουλίων, είτε με τη μορφή εργατικών λεσχών ή εργατικών επιτροπών, έτσι που οι αστικές δημοκρατικές κυβερνήσεις να χάσουν αμέσως όχι μονάχα το στήριγμά τους στους εργάτες, μα να αισθάνονται απ΄ τα πριν ακόμα ότι παρακολουθούνται και απειλούνται από εξουσίες που πίσω τους στέκεται όλη η μάζα των εργατών. Με μια λέξη: από την πρώτη στιγμή της νίκης, πρέπει η δυσπιστία τους να κατευθύνεται όχι πια ενάντια στο ως τα τώρα αντιδραστικό κόμμα, αλλά ενάντια στους ως τότε συμμάχους τους, ενάντια στο κόμμα που θέλει να εκμεταλλευθεί μονάχο του την κοινή νίκη. 2. Για να μπορέσουν όμως οι εργάτες να αντιταχθούν δραστήρια κι απειλητικά στο κόμμα

αυτό, που η προδοσία του σε βάρος των εργατών θ΄ αρχίσει από την πρώτη ώρα της νίκης, πρέπει να είναι οπλισμένοι και οργανωμένοι. Ο εξοπλισμός ολόκληρου του προλεταριάτου με τουφέκια, με καραμπίνες, με κανόνια και πυρομαχικά πρέπει να πραγματοποιηθεί αμέσως, πρέπει να αντιδράσουμε στο ξαναζωντάνεμα της παλιάς αστικής πολιτοφυλακής που στρεφόταν ενάντια στους εργάτες. Εκεί όμως όπου δεν θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί αυτό, πρέπει οι εργάτες να προσπαθήσουν να οργανωθούν ανεξάρτητα σαν προλεταριακή φρουρά, με αρχηγούς εκλεγμένους απ΄ τους ίδιους και με δικά τους, από τους ίδιους εκλεγμένα επιτελεία, και να μπουν κάτω από τις διαταγές όχι της κρατικής εξουσίας, αλλά των επαναστατικών δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων που θάχουν επιβάλει οι εργάτες. Εκεί όπου θ΄απασχολούνται εργάτες για λογαριασμό του κράτους, πρέπει να επιβάλλουν τον εξοπλισμό τους και την οργάνωσή τους σε ένα ιδιαίτερο σώμα με αρχηγούς εκλεγμένους από τους ίδιους ή σαν τμήμα της προλεταριακής φρουράς. Τα όπλα και τα πυρομαχικά δεν πρέπει με κανένα πρόσχημα να παραδοθούν και στην ανάγκη κάθε προσπάθεια αφοπλισμού θα πρέπει να ματαιωθεί με τη βία. Εκμηδένιση της επιρροής των αστών δημοκρατών στους εργάτες, άμεση, ανεξάρτητη και ένοπλη οργάνωση των εργατών και επιβολή τέτοιων όρων που να δυσκολεύουν και να εκθέτουν όσο μπορεί πιο πολύ την προσωρινή αναπόφευκτη κυριαρχία της αστικής δημοκρατίας, αυτά είναι τα κύρια σημεία, που θα πρέπει νάχει υπόψη του το προλεταριάτο και επομένως και η Ένωση στο διάστημα της επερχόμενης εξέγερσης και ύστερα απ΄ αυτήν. 3. Μόλις θάχουν κάπως στερεωθεί οι νέες κυβερνήσεις, θ΄ αρχίσουν αμέσως τον αγώνα τους ενάντια στους εργάτες. Για να μπορέσουμε εδώ να αντιμετωπίσουμε γερά τους δημοκράτες μικροαστούς, χρειάζεται πριν απ΄ όλα οι εργάτες να είναι οργανωμένοι και συγκεντρωμένοι σε λέσχες. Ύστερα από την ανατροπή αυτών των κυβερνήσεων και μόλις αυτό γίνει οπωσδήποτε δυνατό, η Κεντρική Επιτροπή θα πάει στη Γερμανία, θα συγκαλέσει αμέσως ένα συνέδριο και θα υποβάλει σ΄ αυτό τις απαραίτητες προτάσεις για τη συγκέντρωση των εργατικών λεσχών κάτω από μια διεύθυνση που θάναι εγκατεστημένη στην κύρια έδρα του κινήματος. Η γρήγορη οργάνωση, τουλάχιστον μιας επαρχιακής σύνδεσης των εργατικών λεσχών, αποτελεί έναν από τους πιο σπουδαίους παράγοντες για το δυνάμωμα και την εξέλιξη του εργατικού κόμματος. Η άμεση συνέπεια της ανατροπής των σημερινών κυβερνήσεων θα είναι η εκλογή μιας εθνικής αντιπροσωπείας. Το προλεταριάτο πρέπει εδώ να φροντίσει: Ι. Με κανένα πρόσχημα και με κανενός είδους μηχανορραφίες των τοπικών αρχών και των κυβερνητικών επιτρόπων να μην αποκλειστεί από τις εκλογές ένας αριθμός από εργάτες. ΙΙ. Να μπουν παντού, πλάι στους αστούς δημοκράτες υποψηφίους, εργάτες υποψήφιοι, που θα πρέπει, όσο αυτό είναι δυνατό, να προέρχονται από μέλη της Ενωσης και που η εκλογή τους θα πρέπει να επιδιωχθεί με όλα τα δυνατά μέσα. Ακόμα και κει όπου δεν υπάρχει καμιά προοπτική για την εκλογή τους, πρέπει οι εργάτες να εκθέσουν τους υποψηφίους τους, για να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους, για να μετρήσουν τις δυνάμεις τους, για να παρουσιάσουν στο κοινό την επαναστατική τους θέση και τις κομματικές τους απόψεις. Εδώ δεν πρέπει να γελαστούν από τα λόγια των δημοκρατών, ότι λ.χ. διασπούν έτσι το δημοκρατικό κίνημα και προσφέρουν στην αντίδραση την ευκαιρία να νικήσει. Όλα αυτά τα λόγια επιδιώκουν τελικά ένα πράγμα, να εξαπατήσουν το προλεταριάτο. Η πρόοδος που θα πραγματοποιήσει το προλεταριακό κόμμα με μια τέτοια ανεξάρτητη εμφάνιση θα είναι απέραντα πιο σπουδαία από τη ζημιά που θα μπορούσε να προκαλέσει η παρουσία στην αντιπροσωπεία μερικών αντιδραστικών. Αν από την αρχή η δημοκρατία εκδηλωθεί αποφασιστικά και τρομοκρατικά ενάντια στην αντίδραση, τότε η επιρροή της αντίδρασης στις εκλογές θάχει απ΄ τα πριν κιόλας εκμηδενιστεί. Το πρώτο σημείο στο οποίο οι αστοί δημοκράτες θάρθουν σε σύγκρουση με τους εργάτες θα είναι η κατάργηση της φεουδαρχίας. Όπως στην πρώτη Γαλλική Επανάσταση, οι μικροαστοί θα δώσουν τις φεουδαρχικές γαίες σαν ελεύθερη ιδιοχτησία στους αγρότες, δηλαδή θα αφήσουν να υπάρχει το αγροτικό προλεταριάτο και θα θελήσουν να σχηματίσουν μια μικροαστική αγροτική τάξη που θα διαγράψει τον ίδιο κύκλο της φτώχευσης και της καταχρέωσης, μέσα στον οποίο κινείται σήμερα ακόμα ο Γάλλος αγρότης. Οι εργάτες πρέπει ν΄ αντιταχθούν σ΄ αυτό το σχέδιο για το συμφέρον του αγροτικού προλεταριάτου και για το δικό τους συμφέρον. Πρέπει να ζητήσουν η κατασχεμένη φεουδαρχική

ιδιοχτησία να παραμείνει περιουσία του κράτους και να χρησιμοποιηθεί για εργατικούς αποικισμούς που το οργανωμένο αγροτικό προλεταριάτο θα τους καλλιεργεί με όλα τα πλεονεκτήματα της μεγάλης γεωργίας. Έτσι, μέσα στις κλονιζόμενες αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας η αρχή της κοινής ιδιοκτησίας θα αποκτήσει μια γερή βάση. Όπως οι δημοκράτες συνδέονται με τους αγρότες έτσι πρέπει και οι εργάτες να συνδεθούν με το αγροτικό προλεταριάτο. Ακόμα, οι δημοκράτες, είτε θα επιδιώξουν απευθείας την ομοσπονδιακή δημοκρατία, είτε, αν δεν μπορούν να αποφύγουν τη μια και αδιαίρετη δημοκρατία, θα προσπαθήσουν να παραλύσουν την κεντρική κυβέρνηση με όσο το δυνατό μεγαλύτερη αυτοτέλεια και ανεξαρτησία των κοινοτήτων και των επαρχιών. Οι εργάτες, μπρος σ΄ αυτό το σχέδιο πρέπει να επιδιώξουν όχι μονάχα μια και αδιαίρετη Γερμανική δημοκρατία, μα και μέσα σ΄ αυτήν πρέπει να επιδιώξουν την αποφασιστική συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια των κρατικών αρχών. Δεν πρέπει να παραπλανηθούν από τη φλυαρία για ελευθερία των κοινοτήτων, για αυτοδιοίκηση κλπ. Σε μια χώρα σαν τη Γερμανία, όπου μένουν ακόμα για να παραμεριστούν τόσο πολλά υπολείμματα του Μεσαίωνα, όπου πρέπει να σπάσει τόση πολλή τοπική κι επαρχιακή ιδιοτροπία, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να γίνει ανεκτό το κάθε χωριό ή κάθε πόλη ή κάθε επαρχία να βάζει και από ένα νέο εμπόδιο στο δρόμο της επαναστατικής δράσης, που σ΄ όλη της τη δύναμη μπορεί να ξεκινά μονάχα από το κέντρο. Δεν μπορεί να γίνει ανεκτό να επαναληφθεί η σημερινή κατάσταση, όπου οι Γερμανοί είναι υποχρεωμένοι για μια και την αυτή πρόοδο να χτυπιούνται χωριστά σε κάθε πόλη, σε κάθε επαρχία. Λιγότερο απ΄ όλα μπορεί να γίνει ανεκτή η διαιώνιση, με το λεγόμενο ελεύθερο καθεστώς των κοινοτήτων, μιας μορφής ιδιοκτησίας, της κοινοτικής ιδιοκτησίας, που βρίσκεται ακόμα πιο πίσω κι από τη σύγχρονη ατομική ιδιοκτησία και που παντού διαλύεται αναγκαστικά μέσα σ΄ αυτή. Δεν μπορεί να γίνει ανεκτή η διαιώνιση της κοινοτικής ιδιοκτησίας και οι διχόνοιες ανάμεσα σε φτωχές και πλούσιες κοινότητες που προκαλούνται απ΄ αυτήν, καθώς και η διαιώνιση της κοινοτικής ιθαγένειας που υπάρχει πλάι στην κρατική ιθαγένεια και που έχει οχληρές συνέπειες σε βάρος των εργατών. Όπως στη Γαλλία του 1793, το καθήκον του πραγματικού επαναστατικού κόμματος στη Γερμανία είναι σήμερα η πραγματοποίηση της πιο αυστηρής συγκέντρωσης3. Είδαμε ότι στο κείμενο που θ΄ ακολουθήσει άμεσα, θάρθουν οι δημοκράτες στην εξουσία, ότι θα υποχρεωθούν να προτείνουν λίγο-πολύ σοσιαλιστικά μέτρα. Θα ρωτήσει κανείς: τί μέτρα θα αντιπροτείνουν οι εργάτες; Οι εργάτες φυσικά δεν μπορούν στην αρχή ακόμα του κινήματος να προτείνουν άμεσα κομμουνιστικά μέτρα. Μπορούν όμως: 1. Να εξαναγκάσουν τους δημοκράτες να επέμβουν από πολλές πλευρές στο ίσαμε τότε κοινωνικό καθεστώς, να διαταράξουν την κανονική του πορεία και να εκτεθούν μόνοι τους. Μπορούν να τους εξαναγκάσουν επίσης να συγκεντρώσουν στα χέρια του κράτους όσο το δυνατόν περισσότερες παραγωγικές δυνάμεις, μέσα μεταφοράς, εργοστάσια, σιδηροδρόμους κλπ. 2. Πρέπει να εξωθούν ως το έπακρο τις προτάσεις των δημοκρατών, που οπωσδήποτε δεν θα εκδηλωθούν επαναστατικά, αλλά ρεφορμιστικά και να τις μετατρέψουν σε άμεσες επιθέσεις ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία. Έτσι λογουχάρη αν οι μικροαστοί προτείνουν να εξαγοραστούν οι σιδηρόδρομοι και τα εργοστάσια, τότε οι εργάτες πρέπει να απαιτήσουν αυτοί οι σιδηρόδρομοι και τα εργοστάσια να κατασχεθούν απλούστατα από το κράτος, χωρίς να δοθεί καμιά αποζημίωση στους ιδιοκτήτες αντιδραστικούς. Αν οι δημοκράτες προτείνουν αναλογική φορολογία, οι εργάτες θα ζητήσουν προοδευτική. Κι αν ακόμα οι δημοκράτες προτείνουν μέτρια προοδευτική φορολογία, τότε οι εργάτες θα επιμείνουν σε μια φορολογία που τα ποσοστά της θα ανεβαίνουν τόσο γρήγορα, που το μεγάλο κεφάλαιο θα καταστραφεί μ΄ αυτήν. Αν οι δημοκράτες ζητούν τη ρύθμιση των κρατικών χρεών, τότε οι εργάτες θα ζητούν να κηρυχτεί το κράτος σε κατάσταση χρεοκοπίας. ΟΙ διεκδικήσεις των εργατών θα πρέπει λοιπόν παντού να προσαρμοστούν σύμφωνα με τις παραχωρήσεις και τα μέτρα των δημοκρατών. Αν οι Γερμανοί εργάτες δεν μπορούν να κυριαρχήσουν και να επιβάλουν τα ταξικά τους συμφέροντα, χωρίς να περάσουν από μια μακρόχρονη επαναστατική εξέλιξη, έχουν ωστόσο τούτη τη φορά τη βεβαιότητα ότι η πρώτη πράξη αυτού του μελλούμενου επαναστατικού δράματος συμπίπτει με την άμεση νίκη της δικής τους τάξης στη Γαλλία και έτσι θα επιταχυνθεί πολύ. Μα οι ίδιοι θα συντελέσουν περισσότερο απ΄ όλα στην τελική νίκη τους, όταν

ξεκαθαρίσουν στον εαυτό τους τα ταξικά τους συμφέροντα, όταν πάρουν την αυτοτελή κομματική τους θέση όσο μπορεί πιο γρήγορα, όταν δεν παρασυρθούν ούτε στιγμή από τα υποκριτικά λόγια των δημοκρατών μικροαστών και όταν δεν ξεφύγουν από το δρόμο της ανεξάρτητης οργάνωσης του κόμματος του προλεταριάτου. Η πολεμική τους κραυγή πρέπει να είναι: ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Λονδίνο, Μάρτης του 1850.

1 σ.. σ. Με την έκφραση "επαναστατική Βαβέλ" εννοούσαν το Παρίσι, που από τον καιρό της γαλλικής αστικής επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα θεωρούνταν εστία της επανάστασης. 2 Εφημερίδα που έβγαινε στο Μπρέσλαου στα 1849-1855. 3 [Παρατήρηση του Ενγκελς στην έκδοση του 1885] Πρέπει σήμερα να υπενθυμίσουμε ότι το εδάφιο αυτό στηρίζεται πάνω σε μια παρεξήγηση. Τότε - χάρη στους βοναπαρτικούς και φιλελεύθερους πλαστογράφους της Ιστορίας - θεωρούσαν βέβαιο ότι η Γαλλική συγκεντρωμένη διοικητική μηχανή είχε εισαχθεί από την μεγάλη επανάσταση και ότι μάλιστα την χρησιμοποίησε η Συμβατική σαν απαραίτητο και αποφασιστικό όπλο για την κατανίκηση της βασιλικής και ομοσπονδιακής αντίδρασης και του εξωτερικού εχθρού. Σήμερα όμως είναι γνωστό γεγονός ότι σ΄ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης ως τις 18 Μπρυμαίρ, στη διοίκηση των νομών, των διαμερισμάτων και των κοινοτήτων υπήρχαν αρχές εκλεγμένες από τους διοικούμενους, που δρούσαν απόλυτα ελεύθερα μέσα στα πλαίσια των γενικών κρατικών νόμων. Είναι γνωστό ότι αυτή η επαρχιακή και τοπική αυτοδιοίκηση, που είναι όμοια με την Αμερικάνικη, έγινε ίσα-ίσα ο πιο ισχυρός μοχλός της επανάστασης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που ο Ναπολέων αμέσως ύστερα από το πραξικόπημα του της 18ης Μπρυμαίρ βιάστηκε να την αντικαταστήσει με το καθεστώς των νομών, που υπάρχει ακόμα, και που ήταν επομένως από την αρχή καθαρά όργανο της αντίδρασης. Οσο λίγο όμως η τοπική και επαρχιακή αυτοδιοίκηση αντιφάσκει στην πολιτική και εθνική συγκέντρωση, άλλο τόσο πιο λίγο συνδέεται αναγκαστικά με το στενοκέφαλο καντονικό ή κοινοτικό εγωισμό που τον συναντάμε τόσο αηδιαστικό στην Ελβετία και που όλοι οι Νοτιογερμανοί ομοσπονδιακοί ρεπουμπλικάνοι θέλαν να τον καθιερώσουν το 1849 σαν κανόνα στη Γερμανία.

Καρλ Μαρξ

Τι είναι η Διεθνής

1

Ερώτηση: Ο κόσμος, όπως φαίνεται, έχει άσχημη εικόνα για το τι είναι η Διεθνής. Τρέφουν προς αυτήν ένα ισχυρό μίσος, αλλά τους είναι δύσκολο να καταφέρουν να εξηγήσουν τι ακριβώς μισούν. Ορισμένοι άνθρωποι, που θεωρούν ότι κατάφεραν να εισχωρήσουν βαθύτερα στο μυστικό της Διεθνούς, ισχυρίζονται ότι πρόκειται για ένα είδος Ιανού, μ' ένα ειλικρινές και καλοσυνάτο χαμόγελο του εργάτη στο ένα πρόσωπο και με το προσωπείο του κακούργου - συνωμότη στο άλλο. Ζήτησα από τον Μαρξ να ρίξει φως στο μυστικό... Κ. Μαρξ: Εδώ δεν υπάρχει κάποιο μυστικό, καλέ μου κύριε, παρά μόνο το μυστικό της βλακείας των ανθρώπων,οι οποίοι πεισματικά παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η Ένωση μας δρα ανοιχτά και οι σχετικοί απολογισμοί για τη δράση του τυπώνονται για όλους, όσους θέλουν να τις διαβάσουν. Μπορείτε να αγοράστε το Καταστατικό μας με λίγες πένες. Με μια λίρα μπορείτε να έχετε μπροσούρες, από τις οποίες θα μάθετε σχεδόν τα πάντα για μας, ό,τι κι εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε. Ερώτηση: «Το σχεδόν» αυτό είναι πολύ πιθανό, αλλά μήπως το πιο σημαντικό που δε θα μάθω, βρίσκεται σ' αυτό; Θα είμαι εντελώς ειλικρινής μαζί σας και θα θέσω το ζήτημα έτσι, όπως φαίνεται σ' έναν άσχετο παρατηρητή: δε μαρτυρά αυτή η γενική κακόβουλη στάση προς την οργάνωσή σας κάτι περισσότερο απ' ό,τι το μίσος της αστοιχείωτης μάζας; Και θα μου επιτρέψετε να σας ρωτήσω μια ακόμη φορά, άσχετα από αυτά που ήδη είπατε: τι είναι η Διεθνής; Κ. Μαρξ: Είναι αρκετό να ρίξετε μια ματιά στους ανθρώπους, από τους οποίους αποτελείται, στους εργάτες. Ερώτηση: Ναι, αλλά ο στρατιώτης δεν είναι πάντοτε αντιπροσωπευτικός για την κυβέρνηση, η οποία τον διοικεί. Εγώ γνωρίζω ορισμένα από τα μέλη σας και μπορώ να πω πως δεν είναι από κείνη την πάστα από την οποία βγαίνουν οι συνωμότες. Πολύ περισσότερο που το μυστικό, το οποίο είναι γνωστό σε ένα εκατομμύριο ανθρώπους, δεν είναι μυστικό. Τι γίνεται όμως αν αυτοί οι άνθρωποι είναι απλώς εργαλεία στα χέρια κάποιας τολμηρής, και θα μου επιτρέψετε να προσθέσω, όχι τόσο ξεκάθαρης στα μέσα, παρέας; Κ. Μαρξ: Τίποτα δεν αποδεικνύει ότι είναι έτσι. Ερώτηση: Κι η τελευταία εξέγερση στο Παρίσι; Κ. Μαρξ: Καταρχήν θα σας παρακαλέσω να μου αποδείξετε ότι εδώ υπήρχε κάποια συνωμοσία πως ό,τι συνέβηκε δεν ήταν ένα νομοτελειακό αποτέλεσμα των καταστάσεων που διαμορφώθηκαν. Κι αν ξεκινήσουμε από την ύπαρξη συνωμοσίας, τι είναι αυτό που αποδεικνύει ότι σ' αυτήν πήρε μέρος η Διεθνής Ενωση; Ερώτηση: Μα η ύπαρξη πλήθους μελών της Ενωσης στα όργανα της Κομμούνας. Κ. Μαρξ: Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν επίσης συνωμοσία των φραγκομασόνων, αφού η ατομική συμμετοχή τους στη δραστηριότητα της Κομμούνας δεν ήταν καθόλου μικρή. Εγώ μάλιστα δε θα εκπλησσόμουν καθόλου αν ο πάπας ανακοίνωνε πως η όλη εξέγερση ήταν στα χέρια των φραγκομασόνων. Προσπαθήστε να βρείτε άλλη ερμηνεία. Η εξέγερση στο Παρίσι πραγματοποιήθηκε από τους εργάτες του Παρισιού. Οι πιο ικανοί εργάτες αναπόφευκτα θα έπρεπε να γίνουν ηγέτες και οργανωτές, αλλά οι πιο ικανοί εργάτες είναι την ίδια στιγμή μέλη της Διεθνούς Ενωσης. Ομως η Ενωση, ως τέτοια, δεν μπορεί να είναι υπεύθυνη για τη δράση τους. Ερώτηση: Ο κόσμος όμως τα βλέπει διαφορετικά. Ανθρωποι κάνουν λόγο για μυστικές οδηγίες από το Λονδίνο και ακόμη και για χρηματική υποστήριξη. Μπορούμε να υποστηρίξουμε πως ο ανοιχτός χαρακτήρας της δραστηριότητας της Ενωσης, την οποία εσείς επικαλείστε, αποκλείει τη δυνατότητα κάθε μυστικής επικοινωνίας; Κ. Μαρξ: Εμφανίστηκε μήπως ποτέ κάποια οργάνωση η οποία έκανε τη δουλιά της χωρίς τη χρησιμοποίηση μυστικών όσο και φανερών μέσων επικοινωνίας; Αλλά το να λένε για μυστικές οδηγίες από το Λονδίνο, σαν διατάγματα σε ζητήματα πίστης και ηθικής, που στέλνει κάποιο κέντρο παπικής εξουσίας και ίντριγκας, σημαίνει να μην καταλαβαίνεις πλήρως την ουσία της Διεθνούς. Για κάτι τέτοιο θα απαιτούνταν μια κεντρική εξουσία στη Διεθνή, ενώ στην

πραγματικότητα η μορφή της οργάνωσης δίνει ακριβώς την πιο μεγάλη ελευθερία στην τοπική αυτοτελή δράση και ανεξαρτησία. Στην ουσία η Διεθνής δεν είναι μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης, αλλά αποτελεί περισσότερο ένωση, παρά διοικητική δύναμη. Ερώτηση: Ενωση με ποιον σκοπό; Κ. Μαρξ: Με στόχο την οικονομική απελευθέρωση της εργατικής τάξης μέσω της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας, με στόχο τη χρησιμοποίηση αυτής της πολιτικής εξουσίας για την υλοποίηση των κοινωνικών στόχων. Οι στόχοι μας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο πλατιοί, ώστε να εντάσσονται σ' αυτούς όλες οι μορφές δράσης της εργατικής τάξης. Το να δώσουμε ειδικό χαρακτήρα θα σήμαινε να τις προσαρμόσουμε στις ανάγκες μόνο κάποιας ομάδας εργατών, στις ανάγκες των εργατών κάποιου έθνους. Και τότε πώς θα καλέσουνε όλους τους ανθρώπους σε ενότητα για τα συμφέροντα κάποιων; Αν η Ενωσή μας έμπαινε σ' αυτόν το δρόμο, θα έχανε το δικαίωμα να ονομάζεται Διεθνής. Η Ενωση δεν προδιαγράφει μια συγκεκριμένη μορφή πολιτικών κινήσεων, αλλά μόνο απαιτεί αυτές οι κινήσεις να κατευθύνονται στον ίδιο στόχο. Αποτελεί (μτφρ. η Ενωση) ένα δίκτυο ενοποιημένων κοινοτήτων, διάσπαρτων σε όλο τον κόσμο της εργασίας. Σε κάθε τμήμα του κόσμου το καθήκον μας καταλαβαίνεται από κάποια ιδιαίτερη πλευρά, κι οι εργάτες εκεί προσεγγίζουν την υλοποίησή του με τον δικό τους δρόμο. Οι οργανώσεις των εργατών δεν μπορούν να είναι εντελώς ίδιες σε όλες τους τις λεπτομέρειες, στο Νιούκαστλ και στη Βαρκελώνη, στο Λονδίνο και στο Βερολίνο. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, μπροστά στην εργατική τάξη είναι ανοιχτός ο δρόμος να δείξει την πολιτική της δύναμη. Η εξέγερση θα ήταν παραφροσύνη εκεί όπου η ειρηνική διαφώτιση θα οδηγούσε στους στόχους με πιο γρήγορο και σωστό τρόπο. Στη Γαλλία οι πολυπληθείς κατασταλτικοί νόμοι και ο θανατηφόρος ανταγωνισμός ανάμεσα στις τάξεις κάνουν, όπως φαίνεται, αναπόφευκτη τη βίαιη επίλυση του κοινωνικού πολέμου. Αλλά την επιλογή, με ποιον τρόπο θα πρέπει να γίνει η επίλυση, θα πρέπει να την κάνει η εργατική τάξη της συγκεκριμένης χώρας. Η Διεθνής δεν αναλαμβάνει να υπαγορεύσει κάτι σχετικό με αυτό το ζήτημα κι ακόμη είναι αμφίβολο αν θα δώσει συμβουλές. Αλλά σε κάθε κίνημα εκφράζει τη συμπάθεια και παρέχει τη βοήθειά της στα πλαίσια των δικών της κανόνων. Ερώτηση: Και ποιος είναι ο χαρακτήρας αυτής της βοήθειας; Κ. Μαρξ: Θα σας εξηγήσω με ένα παράδειγμα. Μια από τις πιο συνηθισμένες μορφές του κινήματος για την απελευθέρωση είναι η απεργία. Στο παρελθόν, όταν ξεκινούσε μια απεργία σε μια χώρα, «έσπαζε» εξαιτίας της εισαγωγής εργατών από άλλες χώρες. Η Διεθνής έβαλε τέλος σ' αυτήν την κατάσταση. Εχει πληροφορίες για την επικείμενη απεργία και διαδίδει αυτές τις πληροφορίες στα μέλη της, τα οποία αμέσως γνωρίζουν το μέρος, όπου διεξάγεται ο αγώνας, και το οποίο θα πρέπει να είναι γι' αυτούς απαγορευμένη ζώνη. Ετσι λοιπόν τα αφεντικά θα πρέπει να τα βρουν μόνο με τους δικούς τους εργάτες. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι απεργοί δε χρειάζονται κάποια άλλη βοήθεια. Τα απαραίτητα χρηματικά μέσα συγκεντρώνονται με το ταχυδρομείο ανάμεσα στα μέλη των οργανώσεων, με τις οποίες αυτά συνδέονται πιο άμεσα, αλλά αν η κατάστασή τους αποδειχτεί ιδιαίτερα δύσκολη κι αν η απεργία έχει τη σύμφωνη γνώμη της Ενωσης, τότε στους απεργούς δίνονται χρήματα από το κοινό ταμείο. Ετσι λοιπόν για παράδειγμα κερδήθηκε πρόσφατα η απεργία στην καπνοβιομηχανία της Βαρκελώνης. Συνοψίζοντας, για την ουσία της υπόθεσης. Η εργατική τάξη παραμένει φτωχή, ενώ ο πλούτος αυξάνεται. Φτωχή, ενώ η χλιδή αυξάνεται. Οι υλικές στερήσεις σακατεύουν τους εργάτες, τόσο από ηθική, όσο κι από σωματική πλευρά. Γι' αυτό μπροστά στους εργάτες εμφανίστηκε η επιτακτική ανάγκη να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Οι εργάτες πρέπει να αλλάξουν τις υπάρχουσες σχέσεις, ανάμεσα σ' αυτούς από τη μια και στους καπιταλιστές και ιδιοκτήτες γης από την άλλη. Κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουν την κοινωνία. Αυτός είναι ο κοινός στόχος οποιασδήποτε από τις γνωστές εργατικές οργανώσεις. Η λίγκα της γης και εργασίας, οι επαγγελματικές ενώσεις και οι κοινότητες αλληλοβοήθειας, το συνεταιριστικό εμπόριο και η συνεταιριστική παραγωγή είναι απλώς τα μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου. Η αποκατάσταση της πλήρους αλληλεγγύης ανάμεσα σ' αυτές τις οργανώσεις είναι υπόθεση της Διεθνούς Ενωσης. Η επιρροή της αρχίζει να γίνεται αισθητή παντού. Δύο εφημερίδες προπαγανδίζουν τις απόψεις της στην Ισπανία, τρεις στη Γερμανία, τόσες στην Αυστρία και την

Ολλανδία, έξι στο Βέλγιο, έξι στην Ελβετία. Και τώρα, αφού σας έχω εξηγήσει τι είναι η Διεθνής, θα μπορέσετε να διαμορφώσετε άποψη και για τις υποτιθέμενες συνομωσίες. Ερώτηση: Και ο Ματζίνι είναι επίσης μέλος της οργάνωσής σας; Κ. Μαρξ: (γελώντας) - Ω, όχι! Οι επιτυχίες μας δε θα ήταν τόσο μεγάλες, αν εμείς δεν πηγαίναμε πιο πέρα από τις ιδέες του. Ερώτηση: Με εκπλήσσετε! Ημουν σίγουρος ότι αυτός αποτελεί εκπρόσωπο των πιο πρωτοπόρων απόψεων. Κ. Μαρξ: Αυτός εκπροσωπεί όλο κι όλο την παλιά ιδέα της αστικής δημοκρατίας. Εμείς όμως δε θέλουμε να έχουμε τίποτα το κοινό με την αστική τάξη. Ο Ματζίνι καθυστέρησε σε σχέση με το σύγχρονο κίνημα όχι λιγότερο απ' ό,τι οι Γερμανοί καθηγητές, οι οποίοι ως τα σήμερα θεωρούνται απόστολοι της αναπτυγμένης δημοκρατίας του μέλλοντος. Αυτοί ήταν τέτοιοι κάποτε, μπορεί έως το 1848, όταν η γερμανική αστική τάξη είχε μόλις αναπτυχθεί. Αλλά τώρα αυτοί οι καθηγητές πέρασαν εξ ολοκλήρου με το μέρος της αντίδρασης και το προλεταριάτο δε θέλει άλλο να τους ξέρει. Ερώτηση: Ορισμένοι θεωρούν ότι η οργάνωσή σας έχει στοιχεία θετικισμού. Κ. Μαρξ: Καθόλου. Μεταξύ μας υπάρχουν θετικιστές και θετικιστές, αλλά αυτοί δεν ανήκουν στην οργάνωσή μας και με επιτυχία προωθούν την υπόθεσή τους. Ομως αυτό δεν είναι κάποια υπηρεσία της φιλοσοφίας τους, η οποία δεν έχει τίποτα κοινό με την ιδέα της λαϊκής εξουσίας, όπως εμείς την καταλαβαίνουμε. Είναι μια φιλοσοφία η οποία επιδιώκει απλώς να αλλάξει την παλιά ιεραρχία με μια νέα. Ερώτηση: Μου φαίνεται πως, σ' αυτήν την περίπτωση, οι αρχηγοί του σύγχρονου διεθνιστικού κινήματος θα έπρεπε να επεξεργαστούν τη δική τους φιλοσοφία, όπως δημιούργησαν και τη δική τους Ενωση. Κ. Μαρξ: Απολύτως σωστά. Είναι δύσκολο να περιμένουμε, για παράδειγμα, πως εμείς θα μπορούσαμε να έχουμε επιτυχία στον πόλεμό μας ενάντια στο κεφάλαιο, εάν δε χτίζαμε τη δική μας τακτική, στηριζόμενοι, ας πούμε, στην πολιτική οικονομία του Μιλ. Αυτός σκιαγράφησε την εικόνα ενός είδους σχέσεων ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο. Εμείς ελπίζουμε να δείξουμε ότι είναι δυνατό να διαμορφώσουμε άλλες σχέσεις. Ερώτηση: Τι έχετε να πείτε για τις Ηνωμένες Πολιτείες; Κ. Μαρξ: Τα βασικά κέντρα της δραστηριότητάς μας βρίσκονται τώρα στις παλιές ευρωπαϊκές χώρες. Πολλές συνθήκες επιτρέπουν ως τα σήμερα να σκεφτόμαστε ότι το εργατικό ζήτημα δεν αποκτά γενικευμένη σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά αυτές οι συνθήκες γρήγορα εξαφανίζονται και το εργατικό ζήτημα γρήγορα προωθείται εκεί σε πρώτο πλάνο μαζί με την άνοδο, όπως και στην Ευρώπη, της εργατικής τάξης, διαφορετικής από τα άλλα στρώματα της κοινωνίας και διαχωρισμένης από το κεφάλαιο. Ερώτηση: Εγώ πιστεύω ότι στην Αγγλία η επικείμενη επίλυση, όποια κι αν θα είναι αυτή, θα μπορούσε να επιτευχθεί όχι με το δρόμο της βίαιης επανάστασης. Η αγγλική μέθοδος διαφώτισης στις συγκεντρώσεις και στον τύπο, ως ότου η μειοψηφία γίνει πλειοψηφία, επιτρέπει να ελπίζουμε σε κάτι τέτοιο. Κ. Μαρξ: Εγώ σ' αυτό το ζήτημα δεν είμαι τόσο αισιόδοξος, όσο εσείς. Η αγγλική αστική τάξη πάντοτε εμφάνιζε την ετοιμότητά της να αποδέχεται την απόφαση της πλειοψηφίας όσο η ίδια έλεγχε μονοπωλιακά το δικαίωμα ψήφου. Αλλά, πιστέψτε με, τη στιγμή που θα βρεθεί στη μειοψηφία στα ζητήματα που θεωρεί ζωτικής σημασίας, τότε θα έχουμε εδώ έναν νέο πόλεμο των δουλοκτητών...

1 Συνέντευξη του Κ. Μαρξ στον ανταποκριτή της εφημερίδας «THE WORLD» για τη Διεθνή, που δόθηκε στο Λονδίνο, την 3η Ιουλίου 1871.

Ένγκελς

Για την εξουσία
1872

Πλήθος Σοσιαλιστών έχει εσχάτως εξαπολύσει μια συστηματική εκστρατεία ενάντια σε αυτό που αποκαλούν αρχή της εξουσίας*. Επαρκεί να τους πούμε ότι κάθε πράξη είναι εξουσιαστική για αυτό καταδικαστέα. Αλλά επειδή αυτή η διαδικασία της κριτικής της εξουσίας έχει καταχραστεί τόσο, ώστε είναι πλέον απαραίτητο να δούμε το θέμα πιο συγκεκριμένα. Η εξουσία με την έννοια που χρησιμοποιείται η λέξη εδώ σημαίνει η επιβολή της θέλησης ενός πάνω στην δίκη μας επιπρόσθετα η εξουσία προϋποθέτει την υποταγή. Τώρα, μιας και αυτές οι δύο λέξεις ακούγονται κάπως άσχημες, και η σχέση που αντιπροσωπεύουν είναι δυσμενής για το υποταγμένο μέρος, το ερώτημα είναι να εξακριβώσουμε αν υπάρχει τρόπος να απαλλαχτούμε από αυτήν , με δοσμένες τις συνθήκες της υπάρχουσας κοινωνίας, αν μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο η εξουσία δεν θα έχει κανένα σκοπό και κατά συνέπεια θα εξαφανιστεί. Εξετάζοντας τις οικονομικές, βιομηχανικές και αγροτικές συνθήκες που διαμορφώνουν την βάση της σημερινής αστικής κοινωνίας βρίσκουμε ότι τείνουν ολοένα και περισσότερο να αντικαθιστούν την μεμονωμένη πράξη με την συνδυασμένη πράξη ατόμων. Η σύγχρονη βιομηχανία με τα μεγάλα εργοστάσια όπου εκατοντάδες εργάτες επιτηρούν πολύπλοκες μηχανές κινούμενες με ατμό έχει υπερβεί τα μικρά εργαστήρια των μεμονωμένων παραγωγών, τα κάρα και οι άμαξες των λεωφόρων έχουν αντικατασταθεί από τα σιδηροδρομικά τραίνα, όπως και οι μικρές βάρκες από ατμόπλοια. Ακόμα και η γεωργία υποκύπτει στην κυριαρχία της μηχανής και του ατμού που αργά αλλά αμείλικτα βάζει στην θέση του μικρού ιδιοκτήτη μεγάλους καπιταλιστές που με την βοήθεια μισθωμένων εργατών καλλιεργεί μεγάλες εκτάσεις γης. Παντού η συνδυασμένη πράξη, η πλοκή διαδικασιών που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, εκτοπίζει την ανεξάρτητη δράση από μεμονωμένα άτομα. Αλλά οποιοσδήποτε μιλά για συνδυασμένη πράξη μιλάει για οργάνωση. Είναι δυνατόν να έχεις οργάνωση χωρίς εξουσία ; Υποθέτοντας ότι μια κοινωνική επανάσταση ανέτρεπε τους καπιταλιστές που τώρα ασκούν την εξουσία τους πάνω στην παραγωγή και διανομή του πλούτου. Υποθέτοντας ότι υιοθετώντας πλήρως την θέση των αντιεξουσιαστών ότι η γη και τα εργαλεία της εργασίας γινόντουσαν συλλογική ιδιοκτησία των εργατών που τα χρησιμοποιούν. Μήπως τότε η εξουσία θα εξαφανιζόταν ή θα άλλαζε μόνο μορφή ; Για να δούμε. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κλωστοϋφαντουργικό εργοστάσιο. Το βαμβάκι πρέπει να περάσει τουλάχιστον από 6 διαδοχικές διαδικασίες προτού καταλήξει στην μορφή της κλωστής και αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα κατά κύριο λόγο σε διαφορετικά δωμάτια. Επιπλέον κρατώντας σε λειτουργία τις μηχανές απαιτεί έναν μηχανικό που θα επιβλέπει την ατμομηχανή, τεχνικούς να κάνουν τις επιδιορθώσεις και πολλούς άλλους εργάτες που η δουλειά τους θα είναι να μεταφέρουν τα προϊόντα από ένα δωμάτιο στο άλλο και ούτω καθεξής. Όλοι αυτοί οι εργάτες , άνδρες γυναίκες παιδιά είναι υποχρεωμένοι να ξεκινήσουν και να τελειώσουν την δουλειά τους υπό την εξουσία του ατμού που ποσώς τον ενδιαφέρει για την προσωπική ανθρώπινη αυτονομία. Οι εργάτες πρέπει εκ τούτου να εξετάσουν τις κατάλληλες ώρες εργασίας/χρονοδιάγραμμα και εφόσον αυτές οι ώρες ορισθούν οφείλουν να τηρούνται από όλους χωρίς εξαίρεση. Όσο συγκεκριμένα ζητήματα ανακύπτουν σε κάθε δωμάτιο ανά πάσα στιγμή σε σχέση με τον τρόπο παραγωγής, διανομής του υλικού κτλ. πρέπει να λύνονται από μια απόφαση ενός εκπρόσωπου τοποθετημένου σε κάθε κλάδο εργασίας η αν είναι δυνατόν με μια ψηφοφορία με όρους πλειοψηφίας. Η θέληση του ατόμου θα πρέπει πάντα να υποτάσσεται σε αυτήν την απόφαση που σημαίνει ότι τα ζητήματα του τρόπου παραγωγής θα λύνονται με εξουσιαστικό τρόπο. Η αυτόματη μηχανή του μεγάλου εργοστασίου είναι πολύ πιο δεσποτική από όσο ήταν οι μικροί καπιταλιστές που έχουν υπάλληλους. Σε σχέση με τις ώρες εργασίας κάποιος θα μπορούσε να γράψει στην πύλη αυτών των εργοστασίων Lasciate ogni autonomia, voi che entrate! “Άφησε, εσύ που μπαίνεις, κάθε
* “Για την εξουσία”-Φ.Ένγκελς,1872, από Τσινάσκι, Πέμπτη 7 Ιουνίου 2007,
http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=714637

αυτονομία πίσω σου!.” Αν ο άνθρωπος με την γνώση του και το εφευρετικό του πνεύμα έχει καθυποτάξει τις δυνάμεις της φύσης, οι τελευταίες παίρνουν εκδίκηση υποβάλλοντας τον , όσο τις χρησιμοποιεί, σε έναν αληθινό δεσποτισμό ανεξάρτητο από κάθε κοινωνική οργάνωση. Το να θέλεις να καταργήσεις την εξουσία στην μεγάλη βιομηχανία είναι ισάξιο με το να θέλεις να καταργήσεις την βιομηχανία καθεαυτή να καταργήσεις την ατμομηχανή για να γυρίσεις στον τροχό. Ας πάρουμε άλλο ένα παράδειγμα, τον σιδηρόδρομο. Εδώ και πάλι η συνεργασία ενός άπειρου αριθμού ατόμων είναι απολύτως απαραίτητη και αυτή η συνεργασία πρέπει να ασκείται με ακριβείς καθορισμένες ώρες έτσι ώστε να μην γίνουν ατυχήματα. Εδώ πάλι η κύρια συνθήκη της δουλειάς είναι η κυρίαρχη θέληση που καθορίζει όλα τα υπόλοιπα ζητήματα είτε είναι η θέληση ενός εκπροσώπου είτε μιας επιτροπής υπεύθυνης με την εκτέλεση των αποφάσεων μιας πλειοψηφίας ατόμων. Όποια και αν είναι η περίπτωση υπάρχει μια σαφής εξουσία. Επιπλέον τι θα γινόταν αν η εξουσία των υπαλλήλων πάνω στους επιβάτες καταργηθεί; Αλλά η αναγκαιότητα της εξουσίας, και δεσποτική μάλιστα, δεν θα μπορούσε να βρεθεί περισσότερο παρά σε ένα καράβι εν πλω. Εκεί σε συνθήκες κινδύνου, οι ζωές όλων στηρίζονται στην ακαριαία και απόλυτη πειθαρχία στην θέληση του ενός. Όταν υπέβαλα αυτά τα επιχειρήματα στους πιο λυσσαλέους αντιεξουσιαστές την μόνη απάντηση που μπορούσαν να δώσουν ήταν η ακόλουθη. Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι εξουσία που παραχωρούμε στους διαμεσολαβητές μας αλλά μια εντολή εμπιστοσύνης. Αυτοί οι κύριοι νομίζουν ότι με το να αλλάζουν τα ονόματα των πραγμάτων αλλάζουν και τα πράγματα τα ίδια. Έτσι κοροϊδεύουν τον κόσμο αυτοί οι βαθυστόχαστα διανοητές. Είδαμε λοιπόν, ότι από τη μια, κάποια εξουσία, ανεξαρτήτως πόσο διαμεσολαβημένη, και από την άλλη μια κάποια υποταγή είναι πράγματα που ανεξαρτήτως όλων των κοινωνικών οργανώσεων επιβάλλονται πάνω μας μαζί με τις υλικές συνθήκες κάτω από τις οποίες παράγουμε και διανέμουμε προϊόντα. Είδαμε, εξάλλου, ότι οι υλικές συνθήκες παραγωγής και διανομής αναπόφευκτα αναπτύσσονται με την μεγάλη βιομηχανία και την μεγάλης κλίμακας γεωργία και αυξανόμενα τείνουν να μεγεθύνουν το εύρος της εξουσίας. Εκ τούτου είναι παράλογο να θεωρείς ότι η αρχή της εξουσίας είναι απόλυτα κακή και η αρχή της αυτονομίας απόλυτα καλή. Η εξουσία και η αυτονομία είναι σχετικά πράγματα που οι σφαίρες του κυμαίνονται μαζί με τις διάφορες φάσεις της ανάπτυξης της κοινωνίας. Αν οι αυτόνομοι περιορίζονταν στο να πουν ότι η μελλοντική κοινωνική οργάνωση θα περιορίσει την εξουσία μέσα στα όρια των συνθηκών παραγωγής που την καθιστούν αναπόφευκτη, θα μπορούσαμε να το κατανοήσουμε, αλλά είναι τυφλοί σε όλα τα στοιχεία που την κάνουν απαραίτητη και με πάθος πολεμάνε την ίδια την πραγματικότητα. Γιατί οι αντιεξουσιαστές δεν περιορίζονται με το να ωρύονται ενάντια στην πολιτική εξουσία και το κράτος; Όλοι οι Σοσιαλιστές συμφωνούν ότι το πολιτικό κράτος και μαζί με αυτό η πολιτική εξουσία θα εξαφανιστούν ως τελικό αποτέλεσμα της επικείμενης κοινωνικής επανάστασης, δηλαδή, οι δημόσιες υποθέσεις θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μεταμορφωθούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα συμβάλλουν στα πραγματικά συμφέροντα της κοινωνίας. Αλλά οι αντιεξουσιαστές απαιτούν το πολιτικό κράτος να καταργηθεί με ένα χτύπημα, ακόμη και πριν οι κοινωνικές συνθήκες που το γέννησαν έχουν καταστραφεί. Απαιτούν η πρώτη πράξη της κοινωνικής επανάστασης να είναι η κατάργηση της εξουσίας. Αυτοί οι κύριοι έχουν δει ποτέ τους μια επανάσταση; η επανάσταση είναι σίγουρα το πιο εξουσιαστικό πράγμα που υπάρχει, είναι η πράξη όπου μια μερίδα του πληθυσμού επιβάλλει την θέληση του στην άλλη μερίδα, με τουφέκια, ξιφολόγχες και κανόνια, εξουσιαστικά μέσα, και εφόσον η νικήτρια μερίδα δεν θελήσει ο αγώνας της να είναι μάταιος, θα πρέπει να διατηρήσει την εξουσία της μέσω του τρόμου που αποθαρρύνει τους αντιδραστικούς. Θα είχε κρατήσει η Παρισινή Κομμούνα έστω μια μέρα αν δεν είχε χρησιμοποιήσει την εξουσία του οπλισμένου λαού ενάντια στην αστική τάξη; Μήπως αντίθετα θα πρέπει να την κατακρίνουμε που δεν την χρησιμοποίησε τόσο ελεύθερα όσο χρειαζόταν; Κατά συνέπεια, συμβαίνει ένα από τα δύο , είτε οι αντιεξουσιαστές δεν ξέρουν γιατί μιλάνε, σε αυτήν την περίπτωση σπέρνουν σύγχυση είτε όντως ξέρουν και σε αυτήν την περίπτωση προδίδουν το προλεταριακό κίνημα. Όπως και να έχει εξυπηρετούν την αντίδραση.

Leave a Comment

You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...
You must be to leave a comment.
Submit
Characters: ...