«...ανέφερα εγγράφως...
»
ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
«...αΝέφερα εγγράφΩς»
Θησαυροί του ΙστοριΚού Αρχείου της ΑρχαιολογιΚής Υπηρεσίας
ΑΘΗΝΑ 2008
Άποψη της Πύλης Beulé και της Πνύκας, περί το 1895. View of the Beulé Gate and the Pnyx, about 1895.
Η επιστήµη της αρχαιολογίας, αποκαλύπτοντας, ερευνώντας, µελετώντας και προστατεύοντας τους θησαυρούς του παρελθόντος, έχει αποστολή να συντηρεί την πολύτιµη πολιτιστική µας µνήµη και να αναδεικνύει την ανεκτίµητη ιστορική και καλλιτεχνική µας κληρονοµιά. Για να αντεπεξέλθει στη δύσκολη και λεπτή αποστολή της, η Αρχαιολογία οφείλει να συντηρεί και τη δική της µνήµη, προστατεύοντας κι αξιοποιώντας τα τεκµήρια που οριοθετούν την πορεία των ερευνών της, διασώζουν τη µεθοδολογία της και συνθέτουν το χρονικό των συναρπαστικών επιτευγµάτων της. Η υποχρέωση αυτή - µια υπόθεση αρκετά δύσκολη κατά το παρελθόν - µπορεί σήµερα να εκπληρωθεί ευκολότερα µε την εφαρµογή και τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας που διευρύνει τις δυνατότητες διαφύλαξης και αξιοποίησης του πολιτιστικού µας αποθέµατος, το οποίο καθίσταται πλέον ανθεκτικό στο χρόνο και προσβάσιµο από την κοινωνία. Τα διπλά εγκαίνια του κτιρίου της Διεύθυνσης του Εθνικού Αρχείου Μνηµείων όσο και της έκθεσης «...ανέφερα εγγράφως...» συνοψίζουν τη µέριµνα της Πολιτείας για την αξιοποίηση των αρχαιολογικών αρχείων και την επιτυχή προσαρµογή της αρχειακής µας πολιτικής στις ευρωπαϊκές δυνατότητες και κατευθύνσεις. Συγχαίρω τους συντελεστές αυτής της προσπάθειας και είµαι βέβαιος ότι αυτό το πρώτο βήµα, αλλά και όλα όσα θα ακολουθήσουν στο πλαίσιο µιας νέας σειράς δράσεων µε στόχο την προβολή, την προώθηση και την ανάδειξη των πολιτιστικών µας θησαυρών, θα συµβάλλουν στην καλλιέργεια µιας νέας αντίληψης και µιας νέας πρακτικής για την αξιοποίηση και την ανάδειξη των πολύτιµων πολιτιστικών µας αρχείων.
Μιχάλης Λιάπης Υπουργός Πολιτισµού
Υδατογραφία επιτύμβιας στήλης των Παγασών από τον Gilleron. Watercolor of a grave stele from Pagasae by Gilleron.
Τα εγκαίνια του νέου κτιρίου που στεγάζει το Ιστορικό Αρχείο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, µε την ευκαιρία των οποίων εκδίδεται ο παρών τόµος, σηµατοδοτούν µια νέα εποχή για την έρευνα, τη µελέτη και την ανάδειξη των ιστορικών τεκµηρίων της αρχαιολογίας στην Ελλάδα. Η αρχειακή πολιτική στη χώρα µας θεσµοθετήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ο Νόµος 1946 του 1991 αναδιοργάνωσε τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, καθόρισε τη διάκριση των τύπων των αρχείων και των αρχειακών φορέων και καθόρισε όρους πρόσβασης σε αυτά. Με το Άρθρο 39 θεσπίσθηκαν «Ειδικά Ιστορικά Αρχεία», για την αρχειοθέτηση, συντήρηση, φύλαξη και διάθεση των εγγράφων που κατέχουν στους ερευνητές. Ο Οργανισµός του Υπουργείου Πολιτισµού, δηµιούργησε στη Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνηµείων το Τµήµα Αρχείου Υπηρεσιών των Αρχαιοτήτων, «αρµόδιο για την τήρηση του αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας από συστάσεώς της µέχρι σήµερα, την τακτοποίηση των φακέλων και τη σύνταξη γενικού ευρετηρίου, τη µέριµνα για την εκκαθάριση, µικροφωτογράφηση και παροχή αντιγράφων του Αρχείου, καθώς επίσης και για τη λήψη κάθε πρόσφορου µέσου για τη συντήρηση των διατηρητέων εγγράφων και την εν γένει επιστηµονική εκµετάλλευση του Αρχείου». Από το 1999, η Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνηµείου επιχειρεί να συγκεντρώσει το σύνολο του αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, το οποίο υπήρξε διασκορπισµένο σε διάφορες υπηρεσιακές µονάδες, εφόσον κατά καιρούς η Υπηρεσία υπαγόταν σε διάφορα Υπουργεία, αλλά και οι ίδιες οι Διευθύνσεις και τα Τµήµατά της αυξοµειώθηκαν ή άλλαξαν ονοµασίες. Αυτή η κατάσταση προκάλεσε τόσο την έλλειψη σαφούς χρονολογικής διάκρισης του αρχειακού υλικού σε ιστορικό και ανενεργό, µε αποτέλεσµα τη χρονολογική επικάλυψη του ενός τµήµατος από το άλλο, όσο και τη διαφορετική κάθε φορά και ανάλογη µε την εκάστοτε ένταξη της Υπηρεσίας αρχική ταξινόµηση του - άλλοτε θεµατική και άλλοτε χωρική. Ο συνολικός όγκος του αρχείου που έχει συγκεντρώσει η Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνηµείων και πρόσφατα µεταφέρθηκε στο νέο κτίριο της οδού Ψαροµηλίγγου, όπου στεγάζεται σύµφωνα µε τις διεθνείς προδιαγραφές, ανέρχεται σε περισσότερα από 1500 κιβώτια αρχειακού υλικού. Οι τρόποι εισαγωγής και καταγραφής είναι διαφορετικοί κατά περίπτωση, µε βασικό γνώµονα την εξασφάλιση πληροφοριών για το δηµιουργό του αρχείου, τη θεµατική ταξινόµηση των φακέλων, το περιεχόµενο, τη χρονολογία, τη µορφή και τον όγκο του υλικού. Το Ιστορικό Αρχείο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας χρονολογείται από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και καλύπτει όλες τις δραστηριότητες που αφορούν τους αρχαιολογικούς χώρους και τα µνηµεία της Ελλάδας, καθώς και τη διοικητική εξέλιξη και την ιστορία της Υπηρεσίας. Περιλαµβάνει έγγραφα, σχέδια εγγράφων, τηλεγραφήµατα, ηµερολόγια ανασκαφών, βιβλία πρωτοκόλλων, σχέδια και χάρτες, φωτογραφίες, εφηµερίδες, αλλά και ορισµένα τεκµήρια άλλης µορφής, όπως αποµιµήµατα και προσωπικά αντικείµενα. Το Επιχειρησιακό Πρόγραµµα Κοινωνία της Πληροφορίας του Γ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Μέτρο 1.3) προσέφερε τη δυνατότητα ψηφιοποίησης τµήµατος του πολύτιµου αυτού αρχείου. Σηµειώνεται ότι το αρχειακό υλικό δεν αποτελεί µόνον σηµαντικότατη πηγή άγνωστων πληροφοριών σχετικά µε τα µνηµεία και τους χώρους της Ελλάδας, αλλά τα ίδια τα τεκµήρια αποτελούν πολύτιµα µνηµεία. Η ψηφιοποίηση του Ιστορικού Αρχείου αναδεικνύει το εθνικής σηµασίας αυτό πολιτιστικό απόθεµα και το καθιστά προσιτό στην ελληνική και διεθνή επιστηµονική κοινότητα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα και τη διάσωση και διατήρηση των ευαίσθητων τεκµηρίων. Το έργο εκτελέστηκε από οµάδα τεκµηρίωσης και ψηφιοποίησης, από το ήδη υπάρχον επιστηµονικό προσωπικό της Διεύθυνσης, καθώς και από εξειδικευµένο προσωπικό το οποίο προσελήφθη ειδικά για το έργο - όλοι αρχαιολόγοι. Η οµάδα είχε εργασιακή και/ή ερευνητική εµπειρία σε αρχειακά σύνολα, παράλληλα µε την εξειδίκευσή της σε εφαρµογές ψηφιακής τεκµηρίωσης και ψηφιοποίησης αρχειακών συνόλων. Κατά τη φάση αυτή των εργασιών σαρώθηκαν έγγραφα και φωτογραφήθηκαν µεγάλοι χάρτες και τρισδιάστατα τεκµήρια. Τα αρχεία συνδέθηκαν στη Βάση Δεδοµένων του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, σχεδιασµένη ειδικά για την καταγραφή και τεκµηρίωση του Αρχείου, η οποία ακολουθεί το γενικό διεθνές πρότυπο αρχειακής καταγραφής. Η στρατηγική επιλογής των προς ψηφιοποίηση τεκµηρίων ακολούθησε πολλαπλά κριτήρια, µε βασικό µέληµα τη διάσωση και συντήρησή τους, ειδικά των παλαιότερων και πιο ευαίσθητων από αυτά. Στόχος ήταν τα ψηφιακά αρχεία να λειτουργήσουν ως υποκατάστατα των πρωτοτύπων, ελαχιστοποιώντας την αναπόφευκτη φθορά. Παράλληλοι, αλλά πρωτεύοντες στόχοι ήταν η διευκόλυνση της πρόσβασης του επιστηµονικού και του ευρύτερου κοινού στο αρχειακό υλικό, αλλά και η ανάδειξη του πλούτου του αρχείου. Οι δυνατότητες αποµακρυσµένης πρόσβασης σε ψηφιακό υλικό, αλλά και παρουσίασης του υλικού αυτού µε εικονικές εκθέσεις που παρέχονται από το διαδίκτυο, συνέβαλαν στην τελική επιλογή των τεκµηρίων. Το σύνολο του υλικού που τεκµηριώθηκε και ψηφιοποιήθηκε µέχρι σήµερα είναι περίπου 15000 τεκµήρια - κυρίως του 19ου και των αρχών του 20ού, και πολύ λιγότερα µεταγενέστερα. Επιχειρήθηκε να αποτυπωθεί συνολικά το εύρος και η ποικιλοµορφία του αρχειακού υλικού. Η µεταστέγαση του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στο ειδικά διαµορφωµένο κτήριο της οδού Ψαροµηλίγγου 22, το οποίο είναι πλήρως εξοπλισµένο µε ειδικές αίθουσες ελεγχόµενου κλιµατισµού για τη φύλαξη του αρχείου, ειδικές αρχειοθήκες υψηλών προδιαγραφών, εργαστήρια συντήρησης και χώρους µελέτης, µετά από µια µεταβατική περίοδο αναταξινόµησης και τακτοποίησης του υλικού στις αρχειοθήκες, θα προσφέρει πλέον ευκαιρία άνετης πρόσβασης στο ερευνητικό κοινό. Η έκθεση που ετοιµάστηκε µε την ευκαιρία των εγκαινίων, την οποία συνοδεύει ο παρών τόµος, δίνει στο ενδιαφερόµενο ευρύ κοινό ουσιαστική ευκαιρία γνωρι� Για την ψηφιοποίηση του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας εργάστηκαν, για µικρότερα ή µεγαλύτερα χρονικά διαστήµατα, οι Δρ. Αλεξάνδρα Αλεξανδρή, Μαρία Αντωνίου, Γιάννης Βάσιλας, Φραγκούλα Γεώρµα, Δρ. Ιωάννα Δηµοπούλου, Έλενα Μαραγκουδάκη, Κατερίνα Μπίχτα, Νίνα Νικολακέα, Βασίλης Οικονόµου, Δρ. Έρη Παπαθεοδώρου, Αρχοντούλα Παπουλάκου, Σοφία Τσίρλη, Δηµήτρης Χαραλαµπίδης, Αφροδίτη Χατζόγλου και Πελαγία Χουρδάκη.
Με την ευκαιρία των εγκαινίων του νέου κτιρίου, οργανώθηκε έκθεση σηµαντικών τεκµηρίων του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, µε σκοπό τη γνωστοποίηση προς τους µελετητές και το ευρύ κοινό της ύπαρξης και ιδιαίτερα της σηµασίας του. Η έκθεση αποτελεί, εξάλλου, το πρώτο βήµα για σειρά άλλων δράσεων, τις οποίες η Διεύθυνση έχει ήδη οργανώσει, ή σχεδιάσει για το άµεσο µέλλον, όπως το εκπαιδευτικό πρόγραµµα και το οπτικοακουστικό έκθεµα που τη συνοδεύουν, αλλά και η σειρά ενηµερωτικών διαλέξεων που πρόκειται να ξεκινήσουν το 2009. O τόµος αυτός δεν αποτελεί πλήρη δηµοσίευση των εγγράφων που περιλαµβάνει, αλλά φιλοδοξεί οπωσδήποτε να είναι ουσιαστικότερος από ένα συνήθη κατάλογο έκθεσης, ο οποίος αναγκαστικά θα είχε ευκαιριακό χαρακτήρα και περιορισµένη εµβέλεια. Για το λόγο αυτό επιλέχθηκε αντί της απλής παρουσίασης των τεκµηρίων µε τις αντίστοιχες λεζάντες, να φωτισθούν εννέα διαφορετικά θέµατα, κρίσιµης σηµασίας όλα για την ιστορία της Αρχαιολογίας στην Ελλάδα. Εννέα από τους αρχαιολόγους της Διεύθυνσης πραγµατοποίησαν τη σχετική έρευνα και συνέγραψαν τα κεφάλαια του τόµου, βασισµένα πάνω στα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου, ως εξής κατά σειρά παρουσίασης: Δ. Χαραλαµπίδης, «Θεσµοθέτηση και Ίδρυση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας»· Ε. Παπαθεοδώρου, «Σύµβαση Ελλάδας και Γερµανίας για την ανασκαφή στην αρχαία Άλτη της Ολυµπίας»· Κ. Μπίχτα, «Το επίπονο έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κατά τον 19ο αιώνα και η καταγραφή των αρχαιοτήτων»· Φ. Γεώρµα, «Ενάλια Αρχαιολογία»· Μ. Αντωνίου, «Αρχαιολογικές Συλλογές και Μουσεία του Ελληνικού κράτους κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα»· Α. Αλεξανδρή, «Το πρώτο Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο»· Γ. Βάσιλας, «1912-1922: η Αρχαιολογική Υπηρεσία κατά την επέκταση του Ελληνικού κράτους»· Ν. Νικολακέα, «Η προστασία των Αρχαιοτήτων κατά τον Β � Παγκόσµιο Πόλεµο»· και Ι. Δηµοπούλου, «Φώτης Κόντογλου, Θεοτόκος Πλατυτέρα, 1945». Όλους τους παραπάνω ευχαριστώ θερµότατα για τη σοβαρή και υπεύθυνη εργασία τους στην ψηφιοποίηση και τεκµηρίωση του Αρχείου, καθώς και για τα κείµενα του παρόντος τόµου και την επιλογή των τεκµηρίων. Για το γεγονός ότι το Ιστορικό Αρχείο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας αποκτά σήµερα τη στέγη που του αρµόζει, εκφράζω την ευγνωµοσύνη της Διεύθυνσης προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισµού και ιδιαίτερα τον Υπουργό κ. Μιχάλη Λιάπη, ο οποίος µας τίµησε εγκαινιάζοντας το κτίριο. Για την άρτια παρουσίαση του βιβλίου, την οργάνωση της Έκθεσης, καθώς και το συνολικό έργο προβολής της Διεύθυνσης Εθνικού Αρχείου Μνηµείων, ευχαριστώ από καρδιάς την Εταιρεία Logos Associates και ιδιαίτερα τη συνάδελφο Δρ. Αγγελική Κοσµοπούλου και όλους τους συνεργάτες της: τη Στέλλα Βάσου, τη µουσειολόγο Αλεξάνδρα Νικηφορίδου, το Νίκο Μαυροειδή, τη γραφίστρια Ειρήνη Καπετανάκη και την Κατερίνα Νικολοπούλου. Εργάστηκαν όλοι, σε άριστη συνεργασία µε το προσωπικό της Διεύθυνσης, υπό εξαιρετικά δύσκολες και πιεστικές συνθήκες, συµµεριζόµενοι απόλυτα το όραµά µας για τη γνωστοποίηση και την ανάδειξη του έργου µας. Δρ. Μεταξία Τσιποπούλου Διευθύντρια, Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνηµείων
Διάγραμμα της πλακοστρώσεως του αναπαυτηρίου της κυρίας κλίμακος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, 19 Ιουνίου 1885. Sketch of the pavement of the main staircase at the National Archaeological Museum, June 19, 1885.
Τεύχος του Εθνικού Τυπογραφείου με τον πρώτο Αρχαιολογικό Νόμο, 1899. Copy of the first Archaeological Law, 1899.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΛΤΗ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΤΟ ΕΠΙΠΟΝΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19Ο ΑΙΩΝΑ: ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΕΝΑΛΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19Ο ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙ. ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 1912-1922: Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Β ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ, 1945 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
13 19 22 32 38 46 50 56 60 64
Εικ. 1.1 : Απόφαση του βασιλιά Όθωνα στις 31-12-1848 με την οποία ο Πιττάκης προβιβάζεται σε Γενικό Έφορο Αρχαιοτήτων. Pic. 1.1 : King Otto’s decision dated December 31, 1848, according to which Pittakis is promoted to General Ephor of Antiquities.
1.
13
Δηµήτρης Χαραλαµπίδης
ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αι., η ελληνική επικράτεια γνώρισε ληστρικές συµπεριφορές ευγενών της δυτικής Ευρώπης, οι οποίοι, υπό το πάθος της συλλογής αρχαιοτήτων, λεηλάτησαν την ελληνική ύπαιθρο, µε ή χωρίς το προκάλυµµα των επιστηµονικών ερευνών. Μέχρι τις αρχές του 20ού αι., πολλά µουσεία της Δυτικής Ευρώπης απέκτησαν εκθέµατα της ελληνικής αρχαιότητας. Οι Έλληνες αντέδρασαν από την πρώτη στιγµή της σύστασης του νέου κράτους στην απογύµνωση της χώρας από την προγονική τους κληρονοµιά. Πρώτος ο Κοραής, µε υπόµνηµά του προς το Οικουµενικό Πατριαρχείο και την Ιερά Σύνοδο, έδωσε τις γενικές αρχές, καθόρισε τα απαραίτητα µέτρα για να αποφευχθεί η διαρπαγή χειρογράφων και αρχαιοτήτων και έθεσε το πλαίσιο της καταγραφής τους σε λεπτοµερείς καταλόγους. Ο Κοραής στις παρατηρήσεις του εξηγούσε ότι στους καταλόγους έπρεπε να σηµειώνεται µε ακρίβεια ο τόπος προέλευσης του αρχαίου, µε απώτερο στόχο να επεξηγηθούν λεπτοµέρειες της διάρκειας και της χρήσης του. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα, εκδόθηκαν αρκετές διοικητικές και νοµοθετικές πράξεις, οι οποίες στόχευαν στην προστασία των αρχαιοτήτων. Πρώτη γνωστή ενέργεια των επαναστατηµένων Ελλήνων ήταν ο καθορισµός από τη Γερουσία της Ανατολικής Ελλάδας, το 1822, ότι µεταξύ των καθηκόντων του Εφόρου της Πολιτικής συγκαταλεγόταν η φροντίδα για τη διαφύλαξη των αρχαιοτήτων. Τον επόµενο χρόνο, στις 27 Αυγούστου 1823, ο Κοραής απηύθυνε µακροσκελή επιστολή προς το Συνέδριο των Αντιπροσώπων (τη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους), σχετικά µε την τύχη των αρχαιοτήτων. Η Φιλόµουσος Εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε το 1813 στην Αθήνα, κατέβαλλε προσπάθειες για την προστασία των αρχαιοτήτων και την ίδρυση Μουσείου στο Ερέχθειο. Στις 10 Φεβρουαρίου 1825, ο Υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας) εξέδωσε διάταγµα µε το οποίο όριζε την περισυλλογή των αρχαιοτήτων και τη φύλαξή τους στα σχολεία. Στις 22 Φεβρουαρίου 1826, διάταγµα της προσωρινής Διοίκησης προέβλεπε µέτρα για την εξασφάλιση των µνηµείων της Αθήνας, ενώ τον Μάρτιο του 1827, το καταστατικό του νέου Ελληνικού Κράτους όριζε ότι: «ο Διοικητής χρεωστεί να φροντίζει να µην πωλώνται ή να µη µεταφέρονται εκτός της Επικρατείας αι Αρχαιότηται». Αυτό επικυρώθηκε από τη Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας και περιλαµβάνεται στο ΙΗ’ άρθρο του Πολιτεύµατος που ψηφίστηκε. Η άποψη του Καποδίστρια για τη Φιλόµουσο Εταιρεία ήταν ότι η επιρροή των Άγγλων σε αυτήν ήταν ιδιαίτερα µεγάλη και ότι η µέριµνα για τις αρχαιότητες δεν ήταν ο πραγµατικός σκοπός της. Ξένοι, µέλη της Φιλοµούσου Εταιρείας, ήταν πρόσωπα διάσηµα για τις αρπαγές αρχαίων από την Ελλάδα, όπως ο Cockerell µε την οµάδα του, καθώς και ο Γεώργιος Χριστιανός Gropius, ιδρυτικό µέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Σύµφωνα µε στοιχεία που προέκυψαν από νεώτερες έρευνες, ορισµένοι Έλληνες, µέλη της Φιλοµούσου Εταιρείας, πραγµατοποίησαν ανασκαφές για λογαριασµό ξένων συλλεκτών. Στις 21 Φεβρουαρίου 1826 εκδόθηκε η υπ’ αρ. 17164 απόφαση του Εκτελεστικού, µε την οποία διέταξε «την εξασφάλιση και περιποίηση των Αρχαιοτήτων των Αθηνών». Η απόφαση αυτή, όπως και η συναφής υπ’ αρ. 3218 της 15/3/1826 διαταγή της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος εκδόθηκαν έπειτα από αναφορά της Φιλοµούσου Εταιρείας, την οποία προσυπέγραψε, µεταξύ άλλων, ο Gropius. Το 1827, η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας θέσπισε, την απαγόρευση πώλησης και µεταφοράς αρχαιοτήτων εκτός της επικράτειας. Λίγους µήνες µετά την άφιξή του στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας εξέδωσε, στις 12 Μαΐου 1828, την υπ. αρ. 2400 διαταγή «προς τους κατά το Αιγαίον Πέλαγος Εκτάκτους Επιτρόπους», µε την οποία επίσης απαγόρευε την εξαγωγή αρχαιοτήτων από την Ελληνική Επικράτεια και όριζε αυτές να παραχωρούνται κατά προτίµηση στην Κυβέρνηση - στοιχεία που αποτελούν βασικές διατάξεις όλων των αρχαιολογικών νόµων έκτοτε. Τον επόµενο χρόνο, το 1829, η Δ’ Εθνοσυνέλευση επικύρωσε το Άρθρο ΙΗ’ του ψηφίσµατος της Συνέλευσης της Τροιζήνας. Η πρώτη Αρχαιολογική Υπηρεσία οφείλει τη σύστασή της στον Καποδίστρια, ο οποίος τον Οκτώβριο του 1829 διόρισε Διευθυντή και Έφορο του Εθνικού Μουσείου στην Αίγινα τον Κερκυραίο λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη. Από τα πρώτα έργα του Μουστοξύδη ήταν η σύνταξη και δηµοσίευση της Εγκυκλίου υπ’ αρ. 953 της 23/6/1830, µε βασικές αρχές για την προστασία των αρχαίων, καθώς και η σύνταξη σχεδίου ψηφίσµατος περί των αρχαίων, δηλαδή σχεδίου Αρχαιολογικού Νόµου. Η δολοφονία του Καποδίστρια, στις 27 Σεπτεµβρίου 1831, ανέστειλε προσωρινά τις προσπάθειες για νοµική προστασία των αρχαιοτήτων. Ο Μουστοξύδης
Εικ. 1.2: Απόφαση του βασιλιά Όθωνα της 2/14-10-1834, με την οποία ο Πιττάκης διορίζεται Έφορος του Κεντρικού Μουσείου. Pic. 1.2: King Otto’s decision dated October 14, 1834, according to which Pittakis is appointed Curator of the Central Museum.
Εικ. 1.3: Απόφαση του Βασιλιά Γεωργίου του Α της 2-2-1864, με την οποία διορίζεται ο Ευστρατιάδης ως Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων. Pic. 1.3: King Georgios I’s decision dated February 2, 1864, according to which Eustratiadis is appointed General Ephor of Antiquities.
Εικ. 1.4: Απόφαση του Βασιλιά Γεωργίου του Α της 7-9-1884, με την οποία διορίζεται ο Σταματάκης ως Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων. Pic. 1.4: King Georgios I’s decision dated September 7, 1884 according to which Stamatakis is appointed General Ephor of Antiquities.
Εικ. 1.5: Σχέδιο νόμου «Περί συντηρήσεως και υποστηρίξεως των αρχαίων μνημείων». Pic. 1.5: Bill “About the preservation and support of the ancient monuments”.
I. ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
15
παραιτήθηκε και έφυγε από την Αίγινα εν µέσω περιπετειών οφειλόµενων σε πολιτικούς αντιπάλους του. Δύο µήνες µετά την παραίτηση του Μουστοξύδη, επί υπουργείας Ιακώβου Ρίζου Νερουλού, καθήκοντα επιστάτη του Μουσείου Αίγινας ανέλαβε ο Ιατρίδης, χωρίς να έχει µέχρι τότε σχέση µε τον αρχαίο κόσµο. Τον Ιατρίδη είχε γνωρίσει στην Αίγινα ως επιστάτη ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, ένα από τα ιδρυτικά µέλη της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Το 1832, µε διάταγµα των Κουντουριώτη και Κωλέττη, ο Κυριάκος Πιττάκης διορίστηκε «Επιστάτης των εν Αθήναις Αρχαιοτήτων», µε δικαιοδοσία στην Αττική και την Εύβοια. Με την εκλογή του Όθωνα ως Βασιλιά της Ελλάδας το 1832, άρχισε µια νέα περίοδος για τις αρχαιότητες. Το 1833 ιδρύθηκε η Αρχαιολογική Υπηρεσία του Κράτους, µε το Β.Δ. «Περί του σχηµατισµού και της αρµοδιότητος της επί των Εκκλησιαστικών και της Δηµόσιας Εκπαιδεύσεως Γραµµατείας της Επικρατείας», το οποίο όρισε ότι στις αρµοδιότητές της ανήκουν η προπαρασκευή για ανασκαφή και ανακάλυψη των χαµένων αριστουργηµάτων των τεχνών, η φροντίδα για τη διαφύλαξη των υπαρχόντων και η µέριµνα για τη µη εξαγωγή τους από τα σύνορα του Κράτους. Η γενική αυτή διατύπωση δεν προέβλεπε κυρώσεις για τους παραβάτες. Το κράτος ακόµα δεν είχε ξεκαθαρίσει το βασικό θέµα της κυριότητας των αρχαίων. Προϊστάµενος ορίστηκε ο Γερµανός αρχιτέκτονας Adolf Weissenburg (1790-1840), αρµόδιος «διά την διατήρησιν αλλά και την ανεύρεσιν και συλλογήν των αρχαιολογικών θησαυρών του Βασιλείου» (Conservator), µε υφισταµένους (Unterconservatoren) τον Κυριάκο Πιττάκη για τη Στερεά Ελλάδα, τον Ιωάννη Κοκκώνη για τα νησιά του Αιγαίου
και τον Ludwig Ross για την Πελοπόννησο. Τα πρόσωπα που στελέχωσαν αρχικά την Υπηρεσία, µαζί µε τον Αθανάσιο Ιατρίδη, Σχεδιαστή Αρχαιοτήτων, υπεδείχθησαν από τον Υπουργό Παιδείας Σπυρίδωνα Τρικούπη. Μετά τον Weissenburg και τον Ross, πρώτος Έλληνας Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων διορίστηκε ο Κυριάκος Πιττάκης, µε απόφαση του Όθωνα στις 31 Δεκεµβρίου 1848, ο οποίος ήταν ήδη από τον Οκτώβριο του 1836 Έφορος του Κεντρικού Μουσείου εκπληρώνοντας, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται σε επιστολή του προς το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως, χρέη Γενικού Εφόρου «αυτοπροαιρέτως». Τον Πιττάκη διαδέχτηκαν ως Γενικοί Έφοροι µέχρι το τέλος του αιώνα οι Ευστρατιάδης (1864) και Σταµατάκης (1884) Η δηµιουργία Αρχαιολογικής Υπηρεσίας µε τη σηµερινή έννοια συνέπεσε µε τη µεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα και οφείλεται στο Νόµο του 1834 «Περί των επιστηµονικών και τεχνολογικών συλλογών, περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων και της χρήσεως αυτών» - δηµιούργηµα του Αντιβασιλέα G. Maurer µε βάση τη νοµοθεσία του παπικού κράτους για τις αρχαιότητες της Ρώµης. Σηµαντικό στοιχείο του νέου Νόµου είναι ο καθορισµός των εντός της επικράτειας αρχαιοτήτων, ως εθνικού κτήµατος. Παράλληλα αναγνωρίστηκαν και οι ιδιωτικές συλλογές, ενώ οι αρχαιότητες σε ιδιωτικές εκτάσεις ανήκαν κατά το ήµισυ στο κράτος. Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε, εξάλλου, το διάταγµα για τη διάσωση των Βυζαντινών αρχαιοτήτων της Αθήνας, σε µια εποχή όπου το κύριο βάρος δινόταν γενικά στα έργα της κλασικής αρχαιότητας.
Ο διορισµός του L. Ross ως Προϊσταµένου της Υπηρεσίας οδήγησε σε έντονη δραστηριότητα σχετικά µε τις αρχαιότητες, αν και η αρχαιοκαπηλία δεν περιορίστηκε. Το Θησείο ορίστηκε ως Κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο και άρχισαν ανασκαφές στην Ακρόπολη από τους Ross, Schaubert, Hansen, Laurent και Πιττάκη. Πάνω στον ιερό βράχο υπήρχαν κατοικίες, πολλά από τα µνηµεία δεν ήταν ορατά, ενώ άλλα, όπως ο Ναός της Αθηνάς Νίκης, δεν ήταν παρά διάσπαρτα µέλη. Το 1835 ο χώρος περιήλθε στη δικαιοδοσία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, αφού αποµακρύνθηκε η βαυαρική φρουρά, µε ενέργειες του Klenze και του Ross, και ξεκίνησε η αναστήλωση του Ναού της Αθηνάς Νίκης. Παράλληλα, ο Πιττάκης καθάρισε την Ακρόπολη από τους αργούς λίθους της εκεί συνοικίας, οι οποίοι χρησιµοποιήθηκαν για το ανάκτορο του Όθωνα. Τη φύλαξη του βράχου ανέλαβαν απόµαχοι, ενώ συγχρόνως καθορίστηκε είσοδος επί πληρωµή για τους ξένους. Στην προσπάθεια να αποκτήσει η υπηρεσία ένα νέο νοµικό όργανο για την προστασία των αρχαίων, έλαβε χώρα έντονη κοινοβουλευτική δραστηριότητα µε την κατάθεση πολλών σχεδίων νόµου υπό την καθοδήγηση του τότε Γενικού Εφόρου Aρχαιοτήτων Π. Καββαδία, η οποία κατέληξε στο νόµο ΒΧΜΣΤ (2646) του 1899, επί Υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία. Η µελέτη αυτού του νόµου παράλληλα µε τον ΚΝ. 5351/1932 “Περί Αρχαιοτήτων”, ο οποίος ίσχυε ως το 2002, οδήγησε στο συµπέρασµα ότι πολλά άρθρα του παλαιότερου πέρασαν αυτούσια στο νεώτερο, ιδιαίτερα τα 1 και 3, που όριζαν αφενός την έννοια του αρχαίου και αφετέρου ότι η κυριότητα των αρχαιοτήτων ανήκει στο
Εικ. 1.6: Τεύχος του «Περί Αρχαιοτήτων Νόμου (ΒΧΜς)» , με τα κανονιστικά διατάγματα προς εκτέλεσή του. Pic. 1.6: Issue of the “Law about Antiquities (BXMς)”, including the regulative decrees for its exercise.
Εικ. 1.7: Φ.Ε.Κ. δημοσίευσης του νόμου ΓΩΚΖ «Περί διδακτηρίων εν γένει και οργανώσεως της σχετικής υπηρεσίας». Εικ. 1.7: The Govern�
I. ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
17
Κράτος. Ακολούθησε η έκδοση ποικίλων κανονιστικών Βασιλικών Διαταγµάτων, «Περί δηλώσεως εισαγωγής και εξαγωγής αρχαίων», «Περί πωλήσεως και εµπορίας αρχαίων εντός του Κράτους», «Περί πωλήσεως και εξαγωγής αποµιµηµάτων αρχαίων και αντιτύπων», «Περί εκτελέσεως ανασκαφών», «Περί καταγραφής των εν τη κατοχή του Δηµοσίου αρχαίων και περί της εις τους ιδιοκτήτας και ευρετάς παρεχοµένης επί τούτοις αποζηµιώσεως και αµοιβής», καθώς και «Περί Αρχαιολογικής Επιτροπής και περί Κανονισµού της υπηρεσίας αυτής». Η Επιτροπή αυτή αποτελούσε την πρώτη µορφή του Αρχαιολογικού Συµβουλίου, οργάνου το οποίο απέκτησε µεγάλο κύρος. H επανάσταση στο Γουδί, η πολιτική αναταραχή και τα πολεµικά γεγονότα που ακολούθησαν (Βαλκανικοί, Α’ Παγκόσµιος Πόλεµος, Μικρασιατική Εκστρατεία) επέφεραν σηµαντικές αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Το 1911 δηµοσιεύθηκαν οι Νόµοι ΓΨΛ (3730) «της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας του Κράτους» και ΓΩΚΖ (3827), όπου για πρώτη φορά εµφανίστηκε η Διεύθυνση Αναστήλωσης, µε τον τίτλο «Αρχιτεκτονικόν Γραφείον Σχολικών
Κτηρίων και Συντηρήσεως Αρχαίων Μνηµείων και Αρχαιολογικών Μουσείων». Ακολούθησαν, το 1914, οι Νόµοι 401 «Περί ιδρύσεως Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου» και 491 «Περί πωλήσεως αχρήστων αρχαίων», καθώς και το σηµαντικότατο Βασιλικό Διάταγµα «Περί της εκδόσεως Αρχαιολογικού Δελτίου». Η έκδοση του Προεδρικού Διατάγµατος του 1927 «Περί του τρόπου εκτελέσεως αρχαιολογικών ανασκαφών» συµπλήρωσε το υπάρχον νοµοθετικό κενό σε θέµατα επιστηµονικής οργάνωσης. Λίγο αργότερα, επί Προεδρίας της Δηµοκρατίας Α. Ζαΐµη, ο Κωδικοποιηµένος Νόµος 5351/1932, «Περί Αρχαιοτήτων» όρισε αναλυτικότερα τα καθήκοντα των ανασκαφέων και καθόρισε τις υποχρεώσεις των Ξένων Αρχαιολογικών Σχολών και τις αρµοδιότητες των Ελλήνων εποπτών τους. Ο νέος αυτός νόµος διατήρησε τη βασική διάταξη της κυριότητας των αρχαίων από το κράτος, αλλά περιείχε αρκετές αντιφάσεις, οι οποίες φαίνεται ότι προκλήθηκαν λόγω παρεµβάσεων ορισµένων συλλεκτών στην τότε Κυβέρνηση. Οι βασικές διατάξεις του 1899 παρέµειναν. Ωστόσο, η αναγκαστική απόκτηση δηλουµένων αρχαίων από το Κράτος κατόπιν
αποζηµιώσεως επιτρεπόταν µόνο σε περίπτωση δήλωσης από εµπόρους αρχαιοτήτων. Το 1950, µε το Νόµο 1469, τέθηκαν υπό κρατική προστασία τα µεταγενέστερα του 1830 κινητά και ακίνητα πολιτιστικά αγαθά, χαρακτηρισµένα µε υπουργικές αποφάσεις ως µνηµεία και έργα τέχνης «χρήζοντα ειδικής κρατικής προστασίας». Το 1975, το Σύνταγµα της Ελληνικής Δηµοκρατίας όρισε (Άρθρο 18, παρ. 1) ότι για τους αρχαιολογικούς χώρους, τους αρχαιολογικούς θησαυρούς και τα µνηµεία ισχύουν ειδικοί όροι ιδιοκτησίας και διάθεσης, ενώ δια Νόµου καθορίστηκαν ο τρόπος και το είδος της αποζηµίωσης σε πολίτες για τους περιορισµούς που η προστασία αυτή συνεπάγεται (Άρθρο 24, παρ. 6). Το 2002, ο Νόµος του 1932 αντικαταστάθηκε από το Νόµο 3028 «Για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονοµιάς», ο οποίος ισχύει σήµερα. Στο σύνολό του αποτελεί συγκέντρωση κανονιστικών ρυθµίσεων, ενώ επανέφερε τη διάταξη της αναγκαστικής απόκτησης από το κράτος των αξιόλογων δηλουµένων αρχαίων.
❧
The article examines the archaeological legislation and the foundation of the Greek Archaeological Service from the newly-formed Greek State to World War II. In the pre-revolutionary years, educated people saved antiquities and prevented their transfer to Western European countries. Korais was the first to introduce the issue of preservation of antiquities. The Greeks attempted to save antiquities from destruction during the Revolution of 1821. However, it was Ioannis Kapodistrias, Greece’s first Governor, who prohibited illicit traffic of antiquities and founded the first National Archaeological Museum in Aegina. King Otto founded later the first Greek Archaeological Service which operated with a limited number of staff member. The first pertinent legislation of 1834 clearly states that antiquities belong to the Greek State. According to Law 2646/1899, all antiquities belong to the Greek State. Law 5351/1932 “On antiquities” defines Greek archaeological legislation, as it includes regulations for the protection of antiquities which are valid up to the present.
Εικ. 2.1: Βασιλικό Διάταγμα έγκρισης της δωρεάς του Ανδ. Συγγρού προς οικοδόμηση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ολυμπίας. Pic. 2.1: Royal Decree approving the donation by Andreas Syngros for the construction of the Archaeological Museum of Olympia.
Εικ.2.2: Προσχέδιο των Γάλλων για τη διεξαγωγή ανασκαφής στους Δελφούς. Pic. 2.2: French draft plan for excavations at Delphi.
11.
19
Έρη Παπαθεοδώρου
Σύµβαση ΜΕΤΑΞΥ Ελλάδας ΚΑΙ ΓερµαΝίας για τηΝ αΝασΚαφή τηΣ αρχαίαΣ Ολυµπίας
Η επιθυµία της Γ ερµανίας για διερεύνηση του αρχαιολογικού χώρου της Ολυµπίας εκφράστηκε µέσω του Διαδόχου της Πρωσίας στον Βασιλιά Γ εώργιο A ήδη από το 1869. Ωστόσο, η επίσηµη πρόταση της αυτοκρατορικής κυβέρνησης της Γ ερµανίας για τη διεξαγωγή ανασκαφών από κοινού µε την Ελλάδα, τόσο στην περιοχή της Ολυµπίας, όσο και σε άλλες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, γνωστοποιήθηκε στο Βασίλειο της Ελλάδας µόλις στις 18 Μαΐου του 1873. Την 1η Αυγούστου, το Υπουργείο των Εξωτερικών διαβίβασε στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως, µε εµπιστευτική επιστολή, τη διακοίνωση του Πρέσβη της Γ ερµανίας, µε επισυναπτόµενη σύνοψη των ουσιωδών άρθρων, τα οποία η Αυτοκρατορική Κυβέρνηση πρότεινε ως βάση της σύµβασης. Το σχέδιο στάλθηκε στην Αρχαιολογική Εταιρεία, η οποία εκλήθη να λάβει γνώση του περιεχοµένου του και να υποβάλλει εγγράφως τις απόψεις της. Στις 30 Αυγούστου 1873, το Υπουργείο των Εξωτερικών έλαβε το τελικό κείµενο, του οποίου οι τροποποιήσεις από το αρχικό σχέδιο των Γ ερµανών εστιάζονταν στο 1ο Άρθρο, όπου οριοθέτησε τη διεξαγωγή ανασκαφής στην αρχαία Άλτη της Ολυµπίας· στο 3ο άρθρο όπου εγείρεται το θέµα των αποζηµιώσεων και απαλλοτριώσεων· στο 6ο άρθρο, το οποίο αναφερόταν στην παραχώρηση The Greek Foreign Ministry was informed of Germany’s desire to carry out excavations in Olympia and other regions in the Greek State together with Greece through a letter with an attached summary of the main articles, which were proposed as the bases of the agreement. The modifications made by the Greek State were focused on four articles. Article no. 1 clarifies that excavations will be carried out solely in ancient Olympia. Article no. 3 is concerned with the issue of compensation and expropriation. Article no. 6 declares that ancient αρχαίων αντικειµένων στη Γ ερµανία σύµφωνα µε το Άρθρο 77 του Νόµου περί Αρχαιοτήτων· καθώς και στο 7ο Άρθρο, σύµφωνα µε το οποίο η Γ ερµανία διατηρούσε το αποκλειστικό δικαίωµα να λαµβάνει εκµαγεία και αποτυπώµατα των ανακαλυφθέντων ευρηµάτων για δύο χρόνια από την έναρξη της ανασκαφής. Οι διαπραγµατεύσεις συνεχίζονταν µέχρι και τον Μάρτιο του 1874. Η σύµβαση, η οποία τελικά περιέλαβε έντεκα άρθρα, υπογράφηκε στις 13 Απριλίου 1874 στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και ψηφίστηκε από τη Βουλή ως Νόµος του Κράτους στις 5 Απριλίου 1875. Η ανασκαφή ξεκίνησε στις 4 Οκτωβρίου του ιδίου έτους από το Ναό του Διός. Τον Φεβρουάριο του 1881, µετά το πέρας των ανασκαφών, η Γ ερµανική Κυβέρνηση απέστειλε εγγράφως προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αναφορά του καθηγητή G. Treu µε κατάλογο των ευρηµάτων της εξαετούς ανασκαφής. Επικαλούµενη το 6ο ‘Aρθρο της Σύµβασης, ζητά από την ελληνική πλευρά την παραχώρηση των διπλών και πολλαπλών αντικειµένων. Επιστηµονική Επιτροπή αποτελούµενη από τον Γ ενικό ‘Εφορο Αρχαιοτήτων Π. Ευστρατιάδη, τον Ευθ. Καστόρχη και τον Κ. Μυλωνά, µετέβη στην Ολυµπία και συνέταξε περιγραφικό κατάλογο των ανευρεθέντων αρχαίων κατά είδος, καθώς και τον ακριβή αριθµό των αντικειµένων που εκχωρήθηκαν στη Γ ερµανική πλευρά. Με νόµο που ψηφίστηκε στις 21 Αυγούστου του 1882 παραχωρήθηκαν στη Γ ερµανία αρχαιότητες βάσει του υποβληθέντος στη Βουλή καταλόγου. Η διαδικασία παραλαβής και αποστολής των ευρηµάτων στο Βερολίνο ολοκληρώθηκε κατά το έτος 1885. Αναγκαία κρίθηκε η έκθεση των πολύτιµων ευρηµάτων των ανασκαφών. Με Βασιλικό Διάταγµα στις 16 Δεκεµβρίου του 1879 εγκρίθηκε η γενναία δωρεά του Ανδρέα Συγγρού για την ανέγερση µουσείου στην αρχαία Άλτη. Η οικοδόµησή του υπό την επιτήρηση του Γ ερµανού αρχιτέκτονα Κ. Siebold κατά το σχέδιο του F. Adler διήρκεσε τρία χρόνια (1883-85) και εγκαινιάστηκε στις 18 Μαΐου του 1887. Η σύµβαση αυτή σηµείωσε την αυγή των µεγάλων αρχαιολογικών επιχειρήσεων µετά από επίσηµη διακρατική συµφωνία µε σαφείς όρους. Δράττοντας την ευκαιρία, η Γ αλλία κατέθεσε σχέδιο για τη διεξαγωγή ανασκαφών στους Δελφούς όµοιο µε την ελληνογερµανική σύµβαση. Οι διαπραγµατεύσεις της όµως είχαν λιγότερο ευνοϊκό αποτέλεσµα, καθώς η Ελλάδα παρέµεινε ιδιοκτήτρια όλων των ευρηµάτων χωρίς την υποχρέωση παραχώρησης των διπλών ή οµοίων αντικειµένων.
❧
finds will be assigned to Germany, according to Greek Law. Finally, article no. 7, proclaims that Germany will maintain the exclusive right to receive copies of the finds for the first years after the beginning of the excavation. The agreement was signed on April 13, 1874. On February 1881, following the end of the sixyear excavation, the German State sent a report to the Greek Foreign Ministry written by Prof. G. Treu. It included a catalogue of all excavation finds and requested the transfer of the multiple ones to Germany, as was clearly established by the agreement. P. Eustratiadis, Ef. Kastorchis and K. Mylonas composed the final catalogue of all finds, which were to be transferred to Germany. The generous donation of A. Syngros for the construction of an archaeological museum in Olympia was approved by a Royal Decree on December 16, 1879.
Εικ. 2.3: Τοπογραφικό της Αρχαίας Ολυμπίας. Pic. 2.3: Topographic chart of Ancient Olympia.
Εικ. 2.4: Τοπογραφικό σχέδιο της Αρχαίας Ολυμπίας. Pic. 2.4: Topographic chart of Ancient Olympia.
Εικ. 2.5: Κατάλογος ευρημάτων των Π. Ευστρατιάδη, Ευθ. Καστόρχη και Κ. Μυλωνά. Pic. 2.5: Catalogue of finds by P. Eustratiadis, E. Kastorchis and K. Mylonas.
Εικ.3.1: Aρχαιολογική έκθεση του Κ. Μάνθου του έτους 1860. Pic 3.1: Archaeological report by K. Manthos, 1860.
111.
23
Κατερίνα Μπίχτα
Το επίποΝο έργο της ΑρχαιολογιΚής Υπηρεσίας Κατά τοΝ 19ο αιΩΝα: περισυλλογή & Καταγραφή τΏΝ αρχαιοτήτΩΝ
Με τη σύσταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας το 1833 (Β.Δ. 3/15 Απριλίου 1833) ως τµήµατος του Υπουργείου της Εκκλησιαστικής και Δηµόσιας Εκπαιδεύσεως, στις αρµοδιότητες της οποίας περιλαµβάνονταν «η προπαρασκευή εις ανασκαφήν και ανακάλυψιν των απολεσθέντων αριστουργηµάτων των τεχνών, η φροντίς περί της διαφυλάξεως των εισέτι υπαρχόντων και η επαγρύπνησις εις το να µην εξάγωνται από το Κράτος» θεµελιώθηκε το νοµικό και διοικητικό πλαίσιο της κρατικής προστασίας των αρχαιοτήτων. Παράλληλα, η ίδρυση της «Έν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας» το 1837 και των Ξένων Αρχαιολογικών Σχολών συνέδραµε σηµαντικά στο έργο του ελληνικού κράτους στην αποκάλυψη, διάσωση και µελέτη των αρχαιοτήτων. Tο ελληνικό κράτος θωράκιζε συνεχώς την Αρχαιολογική Υπηρεσία µε ένα ισχυρό νοµικό πλαίσιο για την προστασία των αρχαιοτήτων, ωστόσο ενδογενείς παράγοντες την καθιστούσαν αδύναµη και συχνά αναποτελεσµατική. Τα εγγενή προβλήµατα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ήταν η έλλειψη πόρων για τη διενέργεια ανασκαφών, την εξαγορά αρχαιοτήτων, την εκτέλεση αναστηλωτικών έργων ή, αργότερα, την ανέγερση µουσείων, καθώς και η ανεπάρκεια επιστηµονικού, τεχνικού και φυλακτικού προσωπικού. Κατά τις πρώτες δεκαετίες η υπηρεσία αποτελούνταν ουσιαστικά από ένα άτοµο, τον Γ ενικό Έφορο Αρχαιοτήτων, επικουρούµενο από ελάχιστους βοηθούς αρχαιολόγους και από εκπαιδευτικούς που αναλάµβαναν επιπρόσθετα καθήκοντα Εφόρου Αρχαιοτήτων στις περιοχές όπου υπηρετούσαν. Οι αρµοδιότητες της προστασίας και φύλαξης των αρχαιοτήτων στην περιφέρεια αναθέτονταν στον νοµάρχη, τον έπαρχο και τον δήµαρχο κάθε περιοχής, µε την ευθύνη της έκδοσης σχετικών διοικητικών πράξεων. Σε όλη τη διάρκεια του αιώνα, η Αρχαιολογική Υπηρεσία υπήρξε ολιγοµελής. Ένα σχέδιο προϋπολογισµού του έτους 1885 αριθµεί το όλο προσωπικό της Υπηρεσίας σε 75 άτοµα, αποτελούµενο από τον Γ ενικό Έφορο Αρχαιοτήτων, τον βοηθό του γραφείου του Γ ενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων, 5 Εφόρους Αρχαιοτήτων, τον Αρχιφύλακα των Αρχαιοτήτων, τον επιµελητή του Κεντρικού Μουσείου και τον αρχιτέκτονα του ίδιου µουσείου. Το φυλακτικό προσωπικό ανέρχεται σε 65 άτοµα. Από το πολύτιµο ιστορικό αρχείο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που διατηρεί η Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνηµείων, παρουσιάζεται η δραστηριότητα τριών προσώπων που συνέβαλαν στο έργο της περισυλλογής και καταγραφής των αρχαιοτήτων: του Παναγιώτη Σταµατάκη, Eφόρου Aρχαιοτήτων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και περιοδικά εκπροσώπου της Αρχαιολογικής Εταιρείας· του Κωνσταντίνου Μάνθου, φιλάρχαιου κατοίκου της Κέας· και του Γ ερµανού αρχαιολόγου Gustav Hirschfeld, ενός από τους ανασκαφείς της Ολυµπίας. Παναγιώτης Σταµατάκης - ο απόστολος Ο Παναγιώτης Σταµατάκης δεν είχε κάνει σπουδές αρχαιολογίας, όπως οι περισσότεροι, άλλωστε, εκείνη την εποχή. Ωστόσο, αν και αυτοδίδακτος, θεωρείται από τους σηµαντικότερους Έλληνες αρχαιολόγους του 19ου αιώνα και από τους θεµελιωτές της επιστήµης της αρχαιολογίας στη χώρα µας. Προσλήφθηκε ως βοηθός του Γ ενικού Εφόρου των Αρχαιοτήτων (Παν. Ευστρατιάδη) το 1866 «ίνα καταγράψη µετ’αυτού τας εν ταις ιδιωτικαίς οικίαις αρχαιότητας». Από το 1871 που η Αρχαιολογική Εταιρεία ανέλαβε «εργασίες προς επιθεώρησιν των κατά τας επαρχίας αρχαιοτήτων, περισυναγωγήν και καταγραφήν των αρχαίων και καταρτισµόν Συλλογών», ο Π. Σταµατάκης προσελήφθη από τους πρώτους, ως περιοδεύων Έφορος - «απόστολος» όπως ονοµάστηκε, και προσέφερε τις υπηρεσίες του στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Το 1875 προήχθη σε Έφορο Αρχαιοτήτων Στερεάς Ελλάδος και στις 7 Σεπτεµβρίου 1884 διορίστηκε Γ ενικός ‘Εφορος Αρχαιοτήτων. Πέθανε λίγο αργότερα, τον Μάρτιο του 1885, από ελονοσία από την οποία, όπως λέγεται, προσβλήθηκε στη διάρκεια ανασκαφών του στη Χαιρώνεια. Αν και οι περισσότερες αποστολές που του ανατέθηκαν ήταν στην επαρχία, λόγω του ήθους και της επιµέλειας που διέκριναν την εργασία του, ο Παν. Ευστρατιάδης του ανέθεσε στις 17 Μαρτίου 1869 (Αρ. Πρωτ. 697) καθήκοντα λογιστή στη λογιστική υπηρεσία του υπό ανέγερση Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Από το 1871 έως το 1882 διενήργησε ανασκαφές, περισυλλογές και καταγραφές αρχαιοτήτων στη Στερεά Ελλάδα: όπως στη Θήβα, στη Χαιρώνεια, στις Πλαταιές, στον Ορχοµενό, στην Αταλάντη, στην Τανάγρα, στη Θίσβη, στη Δαύλια, στο Ιερό των Μουσών, στις Θεσπιές· και στην Πελοπόννησο: στη Σπάρτη, στη Φιγάλεια, στην Ολυµπία, στην Μαντίνεια, στη Μεσσήνη, στην Κορώνη, στο Ηραίο του Άργους, στην Κόρινθο και στο Κιάτο. Το 1876 επέβλεψε τις ανασκαφές που διεξάγoνταν µε δαπάνες του Σλήµαν στις Μυκήνες και διενήργησε ο ίδιος ανασκαφή τα έτη 1877-1878 στον έκτο τάφο του Ταφικού Κύκλου Α και στην είσοδο του Θησαυρού του Ατρέως. Στην Αττική πραγµατοποίησε έρευνες στο Μαρκόπουλο και τον Θορικό, ανέσκαψε το θολωτό τάφο των Σπάτων το 1877, ενώ το 1879 επόπτευσε
Εικ. 3.2: Σχέδιο Προϋπολογισμού του έτους 1885, συνταχθέν υπό του Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων Π. Σταματάκη, όπου καταγράφεται το μόνιμο προσωπικό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Pic 3.2: Draft Budget of the year 1885, prepared by General Ephor of Antiquities P. Stamatakis, registering the permanent staff of the Archaeological Service.
Εικ. 3.3: Πρωτόκολλο παραδόσεως αρχαιοτήτων στην αρχαιολογική συλλογή Σπάρτης, 29 Δεκεμβρίου 1872. Pic. 3.3: Protocol of the delivery of antiquities to the archaeological collection of Sparta, December 29, 1872.
Εικ. 3.4: Κατάλογος αρχαιοτήτων της αρχαιολογικής συλλογής Χαιρώνειας, 20 Μαρτίου 1872. Pic. 3.4: List of antiquities from the Chaeroneia archaeological collection, March 20, 1872.
Εικ. 3.5: Αρχαιότητες από διάφορες οικίες της Σπάρτης που κατατέθηκαν στο Μουσείο Σπάρτης, 1872. Pic. 3.5: Antiquities from various Spartan houses taken to the Museum of Sparta, 1872.
I11. Το επίποΝο έργο της ΑρχαιολογιΚής Υπηρεσίας Κατά τοΝ 19ο αιΩΝα
25
την ανασκαφή του Γ ερµανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στον θολωτό τάφο του Μενιδίου. Στις Κυκλάδες πραγµατοποίησε την πρώτη ανασκαφή στη Δήλο το 1872, εποπτεύοντας τις εργασίες της Γ αλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Το 1885, ως Γ ενικός Έφορος Αρχαιοτήτων, συνέχισε για λίγους µήνες την ανασκαφή στην Ακρόπολη Αθηνών και συγκεκριµένα στην περιοχή των Προπυλαίων. Η ανεύρεση, διάσωση και προστασία των αρχαιοτήτων τον 19ο αιώνα δεν ήταν µια διαδικασία απρόσκοπτη και ακίνδυνη. Το έγγραφο του Π. Σταµατάκη (αριθ. 73, 30 Νοεµβρίου 1874) προς τη Γ ενική Εφορεία των Αρχαιοτήτων µας πληροφορεί για τις καταστροφές των αρχαιοτήτων στην Ακρόπολη της Σπάρτης και τις απειλές που δέχονταν για τη ζωή του: «Αλλ’ οι µέχρι τούδε παρανόµως κατέχοντες την Ακρόπολιν εµπόδισαν ηµάς δια της βίας, κακοποιήσαντες εν απουσία µου έναν εργάτην και τον φύλακα των αρχαιοτήτων, εµέ δε ηπείλησαν ότι, εάν επιµένω να εργάζωµαι εις τας κατοχάς των, θέλουσι µε φονεύσει... Την διαγωγήν ταύτην των παρανόµως κατόχων αµέσως ανέφερα εγγράφως εις την Νοµαρχίαν, ήτις διέταξε στρατιωτικήν δύναµιν, ίνα µε συνδράµη εις τας εν Ακροπόλει εργασίας µου. Αλλά φοβούµαι, ότι θέλουσι παρεµβή και πάλιν παρά ταις ενταύθα αρχαίς οι ισχυροί του τόπου και µαταιώση την αρχαιολογικήν εργασίαν». Σε άλλη περίπτωση, η δράση των τυµβωρύχων και αρχαιοκαπήλων στην περιοχή της Τανάγρας έκανε τη µετάβασή του εκεί επικίνδυνη, όπως εξηγεί σε σηµείωµά του προς τον Π. Ευστρατιάδη (Θήβα, 8 Μαρτίου 1874): «Εζήτησα παρά του ενταύθα Διοικητού του µεταβατικού έναν στρατιώτη κατά το σύνηθες, ίνα µε παρακολουθή εις τας εργασίας. Ο Διοικητής ηρνήθη να µοι χορηγήση, ειπών
µοι ότι δεν έχει διαταγήν περί τούτου παρά του Υπουργείου των Στρατιωτικών. Ένεκα τούτου δεν µετέβην σήµερον εν Σχηµατάρι. Ως είναι γνωστόν υµίν, άνευ στρατιώτου δεν δύναµαι να µεταβώ εις Σχηµατάρι, διότι εκεί επαπειλείται η ζωή µου υπό των κατοίκων και των εκεί συχνά µεταβαινόντων αρχαιοκαπήλων». Το έργο της περισυλλογής και καταγραφής των αρχαιοτήτων ήταν επιπλέον επίπονο, δαπανηρό και χρονοβόρο. Η προέλευση των αρχαίων κινητών ευρηµάτων υπήρξε ποικίλη: από ανασκαφές, από δηµόσια έργα, από εξαγορά µε δαπάνη του κράτους, από δωρεές επιφανών ή µη πολιτών και οµογενών, από κατασχέσεις, από βυζαντινά µνηµεία και εκκλησίες, από αποτοίχιση αρχιτεκτονικών µελών σε οικίες και εκκλησίες. Χαρακτηριστικοί είναι οι κατάλογοι εντοιχισµένων αρχαιοτήτων που κατάρτισε ο Σταµατάκης από διάφορες οικίες στη Σπάρτη, µεταφέροντας στην αρχαιολογική συλλογή όσες µπορούσαν να εξαχθούν. Αντικείµενα περισυλλέxθηκαν ακόµη από δηµόσια καταστήµατα, όπως τα γραφεία των δηµάρχων και νοµαρχών, αλλά και από εµπορικά καταστήµατα, όπως οινοπωλεία και καφενεία. Σηµαντική υπήρξε η συµβολή των Ελλήνων προξένων στις υποδουλωµένες περιοχές, µε την απευθείας αποστολή και παράδοση αρχαιοτήτων στο ελληνικό κράτος, προερχοµένων από παράδοση ιδιωτών, εξαγορά ή κατάσχεση. Η στέγαση των αρχαιολογικών συλλογών γινόταν σε δηµόσια καταστήµατα, συνήθως σχολεία, σε εκκλησίες ή σε ιδιωτικά κτίρια που ενοικιάζονταν για το σκοπό αυτό από το Κράτος. Δεν έλειπε και η περίπτωση προσωρινής φύλαξης ευρηµάτων στην οικία του φύλακα αρχαιοτήτων, όπως εκείνη του φύλακα αρχαιοτήτων της Τανάγρας, Αλέξανδρου
Βασιλείου. Στο σχέδιο του Προϋπολογισµού του έτους 1885 που έχει καταρτίσει ο Σταµατάκης, εµπεριέχονταν πίνακας µε τα ενοίκια για τη στέγαση των συλλογών στην Τανάγρα, στις Θεσπιές, στην Τεγέα, στην Ιθώµη, στις Μυκήνες, στη Μύκονο και στους Δελφούς, συνολικής δαπάνης 2.107,80 δραχµών ετησίως. Σε έγγραφο του Π. Σταµατάκη (αριθ. 51, 1 Μαρτίου 1872) προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δηµόσιας Εκπαίδευσης «περί της σχηµατισθείσης αρχαιολογικής συλλογής εν Θήβαις» περιγράφεται µε ενάργεια η όλη προσπάθεια της περισυλλογής, καταγραφής, στέγασης και φύλαξης της νεοσύστατης συλλογής. «Υποβάλλω ενταύθα έγκλειστον τον κατάλογο της σχηµατισθείσης αρχαιολογικής συλλογής εν Θήβαις. Ο αριθµός των εν τη συλλογή κατατεθέντων αναβαίνει εις 75. Υπολείπονται δε να κατατεθώσιν έτι εις αυτήν 80 περίπου λίθοι γραπτοί τε και γλυπτοί, ευρισκόµενοι εν διαφόροις οικίαις και εκκλησίαις εν τε τη πόλει και τοις προαστείοις. Τα αρχαία κατετέθησαν προς ώραν εν τινί των υπογείων δωµατίων της ελληνικής σχολής, ετακτοποιήθησαν εν αυτή και κατεγράφησαν. Επ’αυτών δε ετέθησαν τα αρµόδια δελτία κατ’αύξοντα αριθµόν, συµφωνούντα προς τον του καταλόγου. Υπό τον αριθµόν εκάστου δελτίου ετέθη το µονόγραµµα Μ. Θ. (Μουσείον Θηβών). Μετά δε την τακτοποίησιν και καταγραφήν, παρεδόθησαν τω δηµάρχω δια τακτικού πρωτοκόλλου, ου αντίγραφον παρηγγέλθη ο δήµαρχος να πέµψη αρµοδίως εις το Υπουργείον. Επειδή δε το οίκηµα, ένθα προς ώραν κατετέθησαν τα αρχαία, είναι όλως ακατάλληλον, η δε δηµοτική αρχή Θηβών πρόκειται να οικοδοµήση δηµαρχείον και δηµοτικήν σχολήν, παρακαλώ το Σ. (εβαστόν) Υπουργείον όπως ενεργήση τα δέοντα, όπου δει, ίνα, κατά το δοθησόµενον σχέδιον των
Εικ. 3.6: Κατάλογος αντικειμένων της ιδιωτικής συλλογής του Κ. Μάνθου, αχρονολόγητος. Pic. 3.6: List of items from K. Manthos’ personal collection, undated.
Εικ. 3.7: Το έργο του Π. Σταματάκη στην περισυλλογή και καταγραφή των αρχαιοτήτων από το 1871 έως το 1875. Pic. 3.7: The work of P. Stamatakis regarding the collection and of antiquities from 1871 to 1875.
Εικ. 3.8: Αρχαιότητες από διάφορες οικίες της Σπάρτης που κατατέθηκαν στο Μουσείο Σπάρτης, 1872. Pic. 3.8: Antiquities from various Spartan houses taken to the Museum of Sparta, 1872.
Εικ. 3.9: Κατάλογος ενοικίων για τη στέγαση των αρχαιολογικών συλλογών στην επαρχία (1885). Pic. 3.9: List of rents for the housing of archaeological collections in the provinces (1885).
I11. Το επίποΝο έργο της ΑρχαιολογιΚής Υπηρεσίας Κατά τοΝ 19ο αιΩΝα
27
οικοδοµών τούτων, προσδιορισθή εν δωµάτιον ευρύχωρον θολωτόν, ή εν τω δηµαρχίω ή εν τη δηµοτική σχολή, ίνα χρησιµεύση δια την συλλογήν. Ίνα δε επιτηρήται ασφαλώς και πλουτίζεται η συλλογή εκ των εκάστοτε ανακαλυπτοµένων αρχαίων, θεωρώ συµφέρον να διορισθή αµισθί εις Έφορος εκ των εν Θήβαις διδασκάλων» και προτείνει τον Διευθυντή του δηµοτικού σχολείου Θηβών Επαµεινώνδα Κοροµάντζο, ο οποίος «πλείστον ζήλον και σπουδήν δεικνύει εις τε την διάσωσιν και εξασφάλισιν των µνηµείων», σε αντίθεση µε το επαρχείο και το δηµαρχείο που «ου µόνον συνδροµήν δεν µοι παρέσχον, ως διέταξε το Υπουργείον, αλλά και πλείστα προσκόµµατα µοι παρενέβαλλον προς αποτυχίαν της υπηρεσίας ταύτης». Συνεχίζει τονίζοντας την ανάγκη διορισµού Εφόρου Αρχαιοτήτων στη Θήβα, λόγω της ανέγερσης οικοδοµών και των έργων οδοποιίας, και καταλήγει µε την άποψη ότι «δια του διορισµού Εφόρων εις τας σχηµατισθείσας και σχηµατισθησοµένας συλλογάς και δια του διορισµού ικανών και δραστηρίων φυλάκων εν περιφερείαις αρχαιολογικαίς δύνανται και αι ήδη υπάρχουσαι αρχαιότητες να εξασφαλισθώσι και αι ανακαλυπτόµεναι να διασώζωνται». Αναφορικά µε την ανασκαφή στις Μυκήνες, η οποία διεξαγόταν µε δαπάνες του Σλήµαν και την επιµέλεια της Αρχαιολογικής Εταιρείας, αξίζει να σηµειωθεί ότι παρά τις κακές σχέσεις µεταξύ των δύο ανδρών, ο Σταµατάκης κατάφερε, χάρη στην υποµονή και τη µεθοδικότητά του, να εξασφαλίσει την επιστηµονική τεκµηρίωση της ανασκαφής και να κατοχυρώσει τα ευρήµατα. Παρατίθεται ένα χαρακτηριστικό απόσπασµα του ηµερολογίου του Σταµατάκη, το οποίο αφορά τον τρόπο ταξινόµησης και καταγραφής των ευρηµάτων (Ηµερολόγιον του 1876, Ανασκαφαί εν Μυκήναις,
27 Ιουλίου): «Εµείναµεν πληρέστατα σύµφωνοι περί τε της τοποθετήσεως και καταγραφής. Επί των ανακαλυπτοµένων αρχαίων επιτίθενται δελτία κατ’ αύξοντα αριθµόν, συµφωνούντα προς το ηµερολόγιόν µου. Τακτοποιούνται και καταγράφονται υπό τας διαιρέσεις λίθινα χαλκά και πήλινα. Εν τω ηµερολογίω σηµειούνται τίνα κατά την γνώµην του κ. Σχλιέµανν εισίν προϊστορικά. Επί τούτοις σηµειούται και επί του ηµερολογίου και επί των δελτίων το βάθος, εν ω έκαστον αρχαίον ανεκαλύφθη». Σε όλες τις περιοχές όπου εργάστηκε, ο Σταµατάκης υπήρξε πρωτεργάτης στον σχηµατισµό των αρχαιολογικών συλλογών και στην καταγραφή των αρχαιοτήτων. Μια απογραφή του έργου του εµφαίνεται στους τρεις συγκεντρωτικούς πίνακες που αποστέλλει στον Γ ενικό Έφορο Αρχαιοτήτων (αριθ. 1, 22 Ιανουαρίου 1876) και αφορούν την περίοδο από τον Ιούλιο του 1871 έως τον Δεκέµβριο του 1875. Στον πρώτο πίνακα παρατίθενται τα αρχαία που έχουν εισαχθεί στις αρχαιολογικές συλλογές της Σπάρτης, της Μυκόνου, της Τανάγρας, των Θηβών, των Πλαταιών, της Χαιρώνειας και της Λεβαδείας· συνολικά 2.181 αντικείµενα. Στον δεύτερο πίνακα παρατίθενται τα αρχαία που έχουν καταγραφεί σε διάφορες θέσεις και δεν έχουν ακόµη περισυλλεγεί και κατατεθεί στις συλλογές, συνολικά 887 αντικείµενα. Στον τρίτο πίνακα παρατίθενται τα αρχαία που έχουν µεταφερθεί από την επαρχία στο µουσείο της Εταιρείας στην Αθήνα, προερχόµενα από εξαγορά, δωρεά πολιτών και περισυναγωγή, συνολικά 1.492 αντικείµενα. Ο Σταµατάκης ήταν άνθρωπος υψηλού ήθους, υποδειγµατικός υπηρέτης της αρχαιολογίας και άοκνος υπάλληλος της Yπηρεσίας, γεγονός που αντανακλάται στις πολυσέλιδες επιστολές του, στους
ακριβείς, λεπτοµερείς και περίτεχνους καταλόγους του, στις αναλυτικές και υποδειγµατικές εκθέσεις του και στη µεθοδικότητα των ηµερολογίων του, που µε υποµονή και επιµέλεια αντέγραφε προς ενηµέρωση τόσο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας όσο και της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Κωνσταντίνος Μάνθος - ο αυτεπάγγελτος φύλακας των αρχαιοτήτων της Κέας Σηµαντική συµβολή στη διάσωση της πολιτιστικής κληρονοµιάς από φιλάρχαιο ιδιώτη αποτελεί ο Κωνσταντίνος Μάνθος, που από τα µέσα του 19ου αιώνα ασχολήθηκε συστηµατικά µε την περισυλλογή και καταγραφή αρχαιοτήτων της νήσου Κέας. Με καλή εγκύκλιο παιδεία και αγάπη για την ιστορία και αρχαιολογία της Κέας, περιηγήθηκε για χρόνια το νησί, εντόπισε και κατέγραψε πλήθος αρχαιοτήτων - κυρίως αρχιτεκτονικά λείψανα και ενεπίγραφες στήλες. Οι καταγραφές αυτές µε µορφή εκθέσεων είχαν παραλήπτη τον Γ ενικό Έφορο των Αρχαιοτήτων (Π. Ευστρατιάδη), τον οποίο ενηµερώνει (αρ. πρωτ. 2317/25 Οκτ. 1879) ότι δεν γράφει ως επιστήµων, διότι δεν είναι, αλλά «διά να γνωρίζη η Γ ενική Εφορεία τα της Κέας Λείψανα της Αρχαιότητας υπάρχοντα τεθαµένα». Θεωρεί µάλιστα ο Κ. Μάνθος ότι η περιγραφή των αρχαίων θέσεων και των ευρηµάτων είναι τόσο λεπτοµερής που στην έκθεσή του µε τίτλο «Αρχαιολογία Κέας. Περιγραφή των εν τη νήσω Κέω Αρχαιοτήτων και διαφόρων Αρχαίων επιγραφών κλπ». (ηµεροµηνία 30 Οκτωβρίου 1855) αναφέρει στον επίλογο ότι «ο θέλων ίνα ιδή ιδίοις οφθαλµοίς τας ανωτέρω αναφεροµένας Αρχαιότητας, δύναται να οδηγήται ευκόλως, εις οποίας Αρχαιότητος θέσιν θελήση να υπάγει, ή και επιγραφήν να ιδή, καθόσον είναι υπόψιν του η θέσις το σχήµα και η επιγραφή»
Εικ. 3.10: Ημερολόγιο Π. Σταματάκη του έτους 1876, Ανασκαφές Μυκηνών. Pic. 3.10: Journal of P. Stamatakis for the year 1876, Excavations at Mycenae.
I11. Το επίποΝο έργο της ΑρχαιολογιΚής Υπηρεσίας Κατά τοΝ 19ο αιΩΝα
29
Το χειρόγραφο µε τίτλο «Έκθεσις Αρχαιολογική περιγράφουσα όλας τας εν τη νήσω Κέω ευρισκοµένας αρχαιοτήτας και ιστορικά τινά της Κέας» (1 Αυγούστου 1861), διαρθρώνεται, όπως αντίστοιχα και η έκθεση του 1855, σε κεφάλαια που αφορούν την ιστορία της νήσου και τις τέσσερις αρχαίες πόλεις της, ενώ περιέχει επιπλέον έναν πολύτιµο χάρτη της Κέας, όπου σηµειώνονται οι αρχαίες θέσεις και τα τοπωνύµια. Στον πρόλογο αυτής της έκθεσης ο συγγραφέας εξηγεί µε ροµαντική διάθεση τον λόγο ενασχόλησής του µε την καταγραφή των αρχαιοτήτων: «Προ πολλού, περιερχόµενος τας εξοχάς της περιφερείας του Δήµου Κέας και παρατηρών θέσεις τινάς... έρως της των Αρχαιοτήτων ανακαλύψεως µε εκεντούσεν εις την καρδίαν, να κάµω τας κατά δύναµιν ανακαλύψεις, καταγράφων, ως ηδυνάµην, τα ερείπια των πόλεων... αντέγραφον δε και τας επί των λίθων ευρισκοµένας επιγραφάς, τας οποίας έστελλον εις Αθήνας προς την Γ ενική Εφορείαν των Αρχαιοτήτων και εδηµοσιεύοντο εις την Αρχαιολογική Εφηµερίδα, συνάζων συνάµα και εκ διαφόρων θέσεων, τα ευµετακόµιστα λείψανα, της καλλιτεχνίας και της προγονικής ηµών µεγαλειότητος». Από τα ευµετακόµιστα λείψανα που συγκέντρωνε ο Κ. Μάνθος στην οικία του στην Ιουλίδα δηµιούργησε µια σηµαντική ιδιωτική συλλογή, την οποία µπορούσε ο καθένας, Έλληνας και ξένος, να επισκεφθεί ελεύθερα - και την οποία επίσης κατέγραφε περιοδικώς αποστέλλοντας τα χειρόγραφα φυλλάδια στον Γ ενικό Έφορο Αρχαιοτήτων, όπως τεκµαίρεται από το αχρονολόγητο χειρόγραφο µε τίτλο «Κατάλογος Ενεπιγράφων Λίθων και λοιπών Αρχαίων της Κέας Λειψάνων» και την προσθήκη µε άλλο χέρι «εν τη οικία του Κ. Μάνθου» και σηµείωση στην κεφαλίδα
δια χειρός Π. Ευστρατιάδη «όµοιος του καταλόγου του 1870, αλλά ελλειπέστερος». Η συλλογή του Κ. Μάνθου αγοράστηκε το 1870 από την Αρχαιολογική Εταιρεία, όπως µας πληροφορεί ο Π. Σταµατάκης στο Ηµερολόγιο του 1870 (3 Ιουνίου), το οποίο τηρούσε ως βοηθός τότε του Γ ενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων: «Η Αρχ. Εταιρία ηγόρασε παρά του Κ. Μάνθου εν Κέω οικούντος την Αρχαιολογικήν του Συλλογήν αντί δραχ. 1000, δούσα αυτώ ιδία του έξοδα της µεταφοράς. Κατάλογος αυτών ευρίσκεται εν τω Γραφείω της Εφορείας των Αρχαιοτήτων». Και προσθέτει σε παράπλευρη σηµείωση: «Μετακοµίσθησαν εν Αθήνας παρά του ιδίου τη 14 Ιουνίου και παρεδόθησαν τη Εταιρεία. Τα πλείστα αυτών ετέθησαν εν τω ανεγ. (ειροµένω) Μουσ. (είω)». Ο Κ. Μάνθος δεν περιορίστηκε στις περιηγήσεις και τις καταγραφές των αρχαιοτήτων της Κέας, αλλά αναλάµβανε και έφερνε σε πέρας διάφορες εργασίες που του ανέθεταν η Αρχαιολογική Εταιρεία ή η Γ ενική Εφορεία Αρχαιοτήτων, τόσο στην Κέα όσο και σε γειτονικά νησιά. Γράφει ο Σ. Κουµανούδης στην έκθεση των Πεπραγµένων της Αρχαιολογικής Εταιρείας των ετών 188081, σχετικά µε την αναστήλωση του Λέοντος της Κέας: «κατά τον εν αυτή τη Κέα αυτεπάγγελτον φύλακα των αρχαιοτήτων Κ. Μάνθον...έπρεπε να υποστηριχθή το βάθρον δια τοιχοδοµίας στερεάς. Τούτο παρεδέχθηµεν και ανετέθη η εκτέλεσις του έργου εις τον Μάνθον, όστις το εξετέλεσεν επιµελώς». Σε άλλη περίπτωση, πληροφορούµαστε (Ηµερολόγιο Σταµατάκη 1869, 4 Δεκεµβρίου) την µετάβαση του Κ. Μάνθου στην Κύθνο κατ’ εντολή της Γ ενικής Εφορείας Αρχαιοτήτων, όπου αγόρασε δαπάνη του Υπουργείου διάφορες αρχαιότητες και τις µετέφερε στην Αθήνα.
Ο Κ. Μάνθος συνέχισε να συγκεντρώνει αρχαιότητες στο σπίτι του στην Ιουλίδα και µετά την αγορά της συλλογής του από την Αρχαιολογική Εταιρεία το 1870, αφοσιωµένος µέχρι τέλους στο αξιέπαινο έργο της διάσωσης των αρχαιοτήτων της Κέας. Ο Gustav Hirschfeld και οι πρώτες καταγραφές αντικειµένων στην Ολυµπία Ο θεσµός των Ξένων Αρχαιολογικών Σχολών εγκαινιάστηκε το 1846 µε την ίδρυση στην Αθήνα της Γ αλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Ακολούθησαν το Γ ερµανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο το 1874, η Αµερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών το 1882, η Βρετανική Σχολή Αθηνών το 1886, το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο το 1908 και λίγο αργότερα, το 1909, η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή. Στις 13 Απριλίου του 1874 υπογράφηκε στην Αθήνα σύµβαση µεταξύ της Ελλάδος και της Γ ερµανίας, υπό των Ι. Δηλιγιάννη, Υπουργού των Εξωτερικών, Παν. Ευστρατιάδη, Γ ενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων, E. von Vagner, πρεσβευτού της Γ ερµανίας και E. Curtius, καθηγητή του Πανεπιστηµίου του Βερολίνου, για τη διενέργεια ανασκαφών στην Αρχαία Ολυµπία, η οποία αποτέλεσε το πρότυπο για τις µετέπειτα παραχωρήσεις. Το γενικότερο έργο συντόνιζαν από το Βερολίνο ο αρχαιολόγος E. Curtius και ο αρχιτέκτων Fr. Adler. Τις εργασίες πεδίου διηύθυναν διάφοροι αρχαιολόγοι και αρχιτέκτονες, από τους καλύτερους της Γ ερµανίας, όπως οι G. Hirschfeld, G. Treu, W. Dörpfeld, A. Furtwängler, Ad. Bötticher, P. Graef κ.ά. Από ελληνικής πλευράς, ο Έφορος Αρχαιοτήτων Αθανάσιος Δηµητριάδης τοποθετήθηκε επίτροπος των ανασκαφών έως το 1878, αναπληρούµενος έκτοτε από τον αδερφό του Κων/νο Δηµητριάδη. Οι ανασκαφικές εργασίες άρχισαν στις 22 Σεπτεµβρίου
Εικ. 3.11: Κατάλογος ευρημάτων της Ολυμπίας με την υπογραφή του διευθυντή των ανασκαφών G. Hirschfeld. Pic. 3.11: List of finds from Olympia bearing the signature of excavation director G. Hirschfeld.
I11. Το επίποΝο έργο της ΑρχαιολογιΚής Υπηρεσίας Κατά τοΝ 19ο αιΩΝα
31
1875 και ολοκληρώθηκαν στις 8 Μαρτίου 1881. Σε αυτό το διάστηµα αποκαλύφθηκε ολόκληρη η Άλτις χάρη σε µια επιχείρηση πρωτοφανή σε έκταση και ανθρώπινο δυναµικό, αλλά και πρωτοποριακή ως προς την ανασκαφική µεθοδολογία και τη φωτογραφική της τεκµηρίωση. Ο Γ ερµανός αρχαιολόγος Gustav Hirschfeld διηύθυνε τις ανασκαφές στην Ολυµπία από το 1875 έως το 1877 και αποκάλυψε σηµαντικά µνηµεία και έργα τέχνης του Ιερού, όπως το Ναό του Δία, το Ηραίο, τον Ερµή του Πραξιτέλη, τη Νίκη του Παιωνίου. Συνέγραψε µε τους Curtius και Adler τους δύο πρώτους τόµους του πεντάτοµου έργου Ausgrabungen zu Olympia (1875-1881), οι οποίοι αφορούν τα αποτελέσµατα των ανασκαφικών περιόδων 1875-76 και 1876-77. Ο Hirschfeld είχε κάνει σπουδές αρχαιολογίας και γεωγραφίας, υπήρξε φοιτητής του Curtius στο Βερολίνο και από το 1870 εργάστηκε ως υπότροφος του Γ ερµανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Μικρά Ασία. Οι κατάλογοι των αντικειµένων εµπεριέχονται σε δύο βιβλιοδετηµένα σηµειωµατάρια µε έντυπη αρίθµηση σελίδων. Kάθε κατάλογος διαιρείται σε The paper offers insight of the laborious work of preservation and protection of the antiquities carried out by the Greek Archaeological Service in the 19th c., often in collaboration with the Archaeological Society of Athens and occasionally with the assistance of the Foreign Archaeological Schools in Athens. Archival material from the National Archive of Monuments sheds light to the work of three persons with respect their endeavours in collecting and recording antiquities. Panagiotis Stamatakis,
πέντε στήλες µε την ηµεροµηνία ευρέσεως, τον τόπο ευρέσεως, τον αύξοντα αριθµό, την περιγραφή και τον τόπο αποθέσεως του αντικειµένου. Στο τέλος κάθε καταλόγου αναγράφεται ολογράφως ο αριθµός των καταγεγραµµένων αντικειµένων και ακολουθούν τόπος / ηµεροµηνία και υπογραφή: Εν Δρούβα, 1/13 Μαΐου 1876, Gustav Hirschfeld. Όλοι οι κατάλογοι περιέχουν αντικείµενα της ανασκαφικής περιόδου 1875-76 και συγκεκριµένα από τον Σεπτέµβριο του 1875 έως τον Απρίλιο του 1876. Το πρώτο σηµειωµατάριο περιέχει τέσσερις καταλόγους. Ο πρώτος έχει τίτλο «Χαλκών ή ορειχαλκίνων ανακαλυφθέντων λειψάνων κατάλογος» και περιλαµβάνει συνολικά 685 αντικείµενα σε 79 σελίδες. Ακολουθεί ο δεύτερος µε τίτλο «Των εκ διαφόρων Μετάλλων ήτοι Σιδήρου Μολύβδου κ.τ.λ. κατάλογος» µε συνολικά 167 αντικείµενα σε 14 σελίδες. Ο τρίτος έχει τίτλο «Νοµισµάτων Κατάλογος» και συνολικά 175 αντικείµενα σε 23 σελίδες. Ο τέταρτος έχει τίτλο «Ποικίλων ήτοι Υαλίνων Οστεΐνων κλπ. Κατάλογος» και συνολικά περιλαµβάνει 60 αντικείµενα σε 8 σελίδες. Το δεύτερο σηµειωµατάριο αποτελείται από τρεις καταλόγους. Ο πρώτος µε τίτλο as Ephor of Antiquities of the Archaeological Service and under the auspices of the Archaeological Society, conducted various tasks in Central Greece, Attica, Delos and the Peloponnese. It is with his tireless efforts that the first archaeological collections were built in Thebes, Chaeroneia, Thespiai, Tanagra, Sparta, Ithome and Mykonos. Numerous letters, journals, reports and catalogues of collections testify to his valuable contribution to the archaeological field. Konstantinos Manthos, an antiquary and zealot of antiquity from Kea, toured the island for many years, collecting
«Πηλίνων ανακαλυφθέντων λειψάνων κατάλογος» περιλαµβάνει συνολικά 242 αντικείµενα σε 26 σελίδες. Η ηµεροµηνία και η υπογραφή σηµειώνονται από τον ίδιο τον Hirschfeld µε ελληνικούς χαρακτήρες. Ο δεύτερος έχει τίτλο «Μαρµαρίνων Γλυπτικών και τινών Αρχιτεκτονικών ανακαλυφθέντων λειψάνων κατάλογος» και περιλαµβάνει συνολικά 178 αντικείµενα σε 33 σελίδες. Ο τρίτος έχει τίτλο «Κατάλογος των κατά την α’ περίοδον ευρεθεισών επιγραφών» και είναι ανυπόγραφος. Καταγράφονται συνολικά 79 αντικείµενα σε 13 σελίδες. Όλοι οι κατάλογοι είναι στην ελληνική γλώσσα, µε χρήση της αντίστοιχης αρχαιολογικής ορολογίας. Από τον γραφικό χαρακτήρα των κειµένων τεκµαίρεται ότι οι συντάκτες των καταλόγων ήταν τουλάχιστον τρεις. Πρόκειται για Έλληνες αρχαιολόγους, πιθανότατα βοηθούς του Εφόρου Αρχαιοτήτων, που γνωρίζουµε ότι συµµετείχαν στις ανασκαφές της Ολυµπίας και συνέδραµαν τον Γ ερµανό αρχαιολόγο στο έργο της καταγραφής των αντικειµένων.
❧
and recording ancient monuments and objects, mainly architectural remains and inscriptions, as depicted in many reports, drawings and sketches. Gustav Hirschfeld, an archaeologist of the German Archaeological Institute at Athens, was the Director of the excavations at Olympia in the years 1875-77, the period when the main part of the Sanctuary was revealed. Catalogues of objects were prepared under his supervision, preserving important information about the identity and context of the finds.
Εικ. 4.1: � Pic. 4.1: Telegram by the Ephor of Antiquities Kourouniotis regarding the progress of excavations of the Antikythera shipwreck.
1v.
33
Φραγκούλα Γεώρµα
ΕΝάλια Αρχαιολογία
Ένα µικρό αλλά σηµαντικό τµήµα του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας αφορά τη γέννηση και την πορεία της Ενάλιας Αρχαιολογίας στον ελλαδικό χώρο. Η πρώτη αναφορά σχετικά µε την ανεύρεση και ανέλκυση αρχαίων αντικειµένων από τον βυθό προέρχεται από αντίγραφο αποσπάσµατος του ηµερολογίου του Ιεροµόναχου Γρηγορίου Λογοθέτη και χρονολογείται το 1875. Πρόκειται για το ναυάγιο του καραβιού «Μέντωρ», το 1802, το οποίο µετέφερε το φορτίο του Λόρδου Έλγιν µε τα µάρµαρα του Παρθενώνα από την Ελλάδα στη Μεγάλη Βρετανία. Το καράβι βυθίστηκε κατά τις βραδινές ώρες στον κόλπο του Αυλέµονα, στο δυτικό τµήµα των Κυθήρων, ενώ βρισκόταν σε πορεία πρόσδεσης. Οι δεκαεπτά κασέλες µε τα µαρµάρινα αγάλµατα που µετέφερε το καράβι κατέληξαν στο βυθό. Ο Λόρδος Έλγιν κινητοποίησε τον Βρετανό Υποπρόξενο προκειµένου να κληθούν βουτηχτάδες για να ανελκύσουν τις κασέλες µε έξοδα του ιδίου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Για κάθε κασέλα που θα ανέσυραν, θα πληρώνονταν 500 γρόσια, ενώ θα έδινε 40 χιλιάδες γρόσια σε περίπτωση που θα ανέσυραν όλες τις κασέλες από το βυθό. Σε έγγραφο µε ηµεροµηνία 25-10-1802 (µεταφρασµένο από το πρωτότυπο αγγλικό έγγραφο) το οποίο υπέγραφε ο Έλγιν, ως Έκτακτος Απεσταλµένος της Αυτού Βρετανικής Μεγαλειότητας παρά την Οθωµανική Πύλη, έστειλε οδηγίες στον Βρετανό Υποπρόξενο στα Κύθηρα προκειµένου να περισυλλέξει το φορτίο του Μέντορα, το οποίο βυθίστηκε στον Αυλέµονα και φέρει κασέλες µε λίθους, χωρίς οικονοµική αξία αλλά µε σηµαντική αξία για τον ίδιο, όπως χαρακτηριστικά τονίζει. Σε επόµενο έγγραφο, επίσης µεταφρασµένο από την αγγλική, µε ηµεροµηνία 16 Σεπτεµβρίου 1805, ο πλοίαρχος Γεώργιος Πάρρυ έστειλε αναφορά σχετικά µε το είδος και την ποσότητα των ανελκυσθέντων αντικειµένων από τον Μέντορα. Στην αναφορά του προς τον Πρόεδρο της Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1875, ο Γρ. Μουκάκος µετέφερε το ιστορικό του ναυαγίου καθώς και την πληροφορία ότι τα κιβώτια ήταν δέκα επτά και ανελκύσθηκαν αρχικά δώδεκα, καθώς τα πέντε παρέµειναν στον βυθό και αποµακρύνθηκαν αργότερα. Το µεγαλύτερο, όµως, τµήµα του Αρχείου σχετικά µε την Ενάλια Αρχαιολογία, είναι αφιερωµένο στην ανέλκυση των αντικειµένων από το ναυάγιο των Αντικυθήρων. Υπάρχουν έγγραφα τα οποία καλύπτουν την περίοδο από το 1900, µε την πρώτη ενηµέρωση της Γενικής Εφορείας Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δηµόσιας Παιδείας από τον Πλοίαρχο Δηµήτριο Ελευθ. Κοντό, ο οποίος εντόπισε το ναυάγιο µε τη βοήθεια των συµιακών δυτών του που καταδύονταν στην περιοχή, ως το 1914. Στις 7 Νοεµβρίου 1900, ο Πλοίαρχος Κοντός µε έγγραφό του ενηµέρωνε σχετικά µε τα αρχαία αντικείµενα τα οποία ανέσυραν οι δύτες από τη θαλάσσια περιοχή των Αντικυθήρων, ενώ καταδύονταν για δική τους εργασία. Ζητούσε επίσης από τη Γενική Εφορεία την άδεια να συνεχίσει την ανέλκυση, «ιδίοις εξόδοις», µε τον όρο όµως να αποζηµιωθεί στη συνέχεια. Η απάντηση ήταν άµεση και θετική και υπογραφόταν από τον Υπουργό Σ. Στάη. Ο Υπουργός ενηµέρωσε τον πλοίαρχο ότι το κράτος ήταν πρόθυµο να συνδράµει µε την αποστολή πολεµικού πλοίου και µε οποιοδήποτε άλλο µέσο προκειµένου να ανελκυθούν από τον πυθµένα τα αρχαία αγάλµατα. Σύµφωνα δε µε το Άρθρο 37 του Νόµου ΒΜΧς «Περί Αρχαιοτήτων», η αµοιβή τους οριζόταν από αρχαιολογική επιτροπή, µέλη της οποίας ορίστηκαν οι: Π. Καββαδίας (Γενικός Έφορος), Χρ. Τσούντας, Β. Λεονάρδος, Δ. Φίλιος, Π. Καστριώτης και Β. Στάης (Έφοροι Αρχαιοτήτων). Ο Έφορος Αρχαιοτήτων Κ. Κουρουνιώτης µετέβη στην περιοχή για να παρακολουθήσει από κοντά τις εργασίες του Κοντού και των δυτών και ενηµέρωνε σχεδόν καθηµερινά, µέσω τηλεγραφηµάτων, το Υπουργείο σχετικά µε την πορεία των εργασιών. Από τα τηλεγραφήµατα διαπιστώνεται ότι οι άσχηµες καιρικές συνθήκες τους εµπόδιζαν να εργάζονται απρόσκοπτα στην περιοχή. Όταν όµως αντικείµενα ανασύρονταν από το βυθό συντάσσoνταν κατάλογός τους και αποστέλλονταν, επίσης τηλεγραφικά. Πλήθος εγγράφων µεταφέρουν τις οικονοµικές δοσοληψίες µεταξύ του Ελληνικού Κράτους και των συµιακών δυτών, µε επικεφαλής τον Δηµ. Κοντό, οι οποίοι καταδύονταν υπό επισφαλείς συνθήκες προκειµένου να ανασύρουν όλα τα αντικείµενα. Σύµφωνα µε την επιτροπή, ο πλοίαρχος Κοντός όφειλε να αποζηµιωθεί για την υπόδειξη της θέσης του ναυαγίου, καθώς και για την οργάνωση της ανέλκυσης των αντικειµένων. Στο Αρχείο, όµως, διασώζεται επιστολή από τις 21 Οκτωβρίου 1914, την οποία αποστέλλει ο πλοίαρχος στον Πρωθυπουργό της χώρας Ελ. Βενιζέλο, εκφράζοντάς του παράπονα γιατί σύµφωνα µε το Νόµο για τις αρχαιότητες δεν αποζηµιώθηκε αρκετά, µε αποτέλεσµα να µην έχει καταφέρει να ανακάµψει οικονοµικά από τα έξοδα του ναυαγίου. Η απάντηση του Πρωθυπουργού ήταν άµεση. Στις 21 Νοεµβρίου 1914, µέσω του Υπουργού του, µε επιστολή προς
Εικ. 4.2: Αντίγραφο αποσπά� Pic. 4.2: Copy of the diary of monk Grigorios Logothetis regarding the shipwreck of Mentor in Avlemonas gulf, Kythera.
Εικ. 4.3: Απάντη� Pic. 4.3: Ministe�
IV. ΕΝάλια Αρχαιολογία
35
τον Δήµαρχο Σύµης ενηµέρωσε ότι η ατοµική αποζηµίωση η οποία δόθηκε στον πλοίαρχο, ήταν δίκαιη και το αρχαιολογικό ταµείο δεν είχε περιθώρια επιπλέον εξόδων. Σε συγκεκριµένη χρονική στιγµή (Σεπτέµβριος 1900), ξεκίνησε αλληλογραφία του Υπουργείου µε εξειδικευµένη εταιρεία στη Γένοβα της Ιταλίας, µε την επωνυµία Societa Promotrice per Ricuperi Sottomarini, προκειµένου να ανελκυσθούν µε ασφάλεια τα εναποµείναντα στο βυθό αντικείµενα. Η ανέλκυση θα γινόταν µε τη βοήθεια µηχανικών µέσων που η εταιρεία υποστήριζε ότι είχε στην κατοχή της και τα οποία θα επέτρεπαν στους δύτες να καταδυθούν βαθύτερα και ασφαλέστερα. Η συνεργασία όµως δεν ευδοκίµησε. Πολύ σύντοµα µετά την ανέλκυση των πρώτων αντικειµένων, ξεκίνησε αλληλογραφία από το Υπουργείο προκειµένου να εντοπιστεί ο καταλληλότερος τεχνίτης/συντηρητής ο οποίος θα επανέφερε τα ευρήµατα στην καλύτερη δυνατή κατάστασή τους, ειδικότερα τα χάλκινα αγάλµατα. Το Υπουργείο αναζήτησε λύση από το εξωτερικό. Ο αποκαλούµενος Έφηβος των Αντικυθήρων συγκολλήθηκε και συντηρήθηκε από τον «καλλιτέχνη» Alfred André, και
παράλληλα άλλοι ξένοι εξεδήλωσαν επιθυµία να συµµετάσχουν στο έργο εκείνο, όπως ένας τεχνίτης από το Μουσείο του Καΐρου, o Oscar Effendi, υποδιευθυντής του Αυτοκρατορικού Μουσείου της Κωνσταντινουπόλεως και ο Wilhelm Sterm από τη Βιέννη. Ο τελευταίος απέστειλε πολυσέλιδη αναφορά (12-10-1901) σχετικά µε το συγκεκριµένο έργο το οποίο είχε την ευκαιρία να δει από κοντά και πρότεινε τη µεταφορά του στη Βιέννη προκειµένου να συνεχιστεί εκεί η συντήρησή του. Έλληνες συντηρητές, όπως οι Ι. Παπαδάκης, Θ. Αρβανίτης, Παν. Καλούδης, µέσω επιστολών τους παρουσίασαν στην Υπηρεσία το έργο τους, προκειµένου να τους ανατεθεί η σηµαντική αυτή αποστολή για τα πρωτόγνωρα ευρήµατα της χώρας. Ο τεχνίτης Νικ. Βρανάκης απέστειλε έκθεση εργασιών για τη συγκόλληση του χάλκινου Ερµή. Η συµµετοχή της Ελλάδας στη Ναυτική έκθεση της Μασσαλίας, τον Σεπτέµβριο του 1956, µε θέµα το βυθό της θάλασσας, αντιπροσωπεύεται µε µικρό αριθµό εγγράφων στο Ιστορικό Αρχείο. Η πρόσκληση (2-3-1956) από τη διοργανώτρια επιτροπή, µέσω της Γενικής Γραµµατέως, κας. D’ Arnhjelm, µεταφέρει την επιθυµία των
Γάλλων να συµµετέχει η Ελλάδα, η οποία είχε να επιδείξει ένδοξο ναυτικό παρελθόν, ήδη από την αρχαιότητα. Η απάντηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συµβουλίου ήταν αρνητική, καθώς βάσει νόµου απαγορεύεται η εξαγωγή αρχαίων στο εξωτερικό. Μετά από συµφωνία µεταξύ της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων, της Ελληνικής Θαλάσσιας Ένωσης του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και του Ναυτικού Μουσείου, όπως αυτή µεταφέρεται µέσα από τα έγγραφα του Αρχείου, αποφασίστηκε να µεταβεί στην έκθεση, ως εκπρόσωπος, ο κ. Ι. Μελετόπουλος, µέλος του Διοικητικού Συµβουλίου του Μουσείου. Σκοπός του ήταν να µεταφέρει ιστορικά δεδοµένα της µακραίωνης ιστορίας του Λιµένα Πειραιά. Ο τοµέας της Ενάλιας Αρχαιολογίας στην Ελλάδα έχει αναπτυχθεί µε γοργούς ρυθµούς τα τελευταία τριάντα χρόνια, ειδικά µετά τη σύσταση της αρµόδιας Υπηρεσίας. Τα στοιχεία που διαθέτει το Αρχείο για σηµαντικά ζητήµατα δίνουν µια σηµαντική εικόνα για την πορεία του τοµέα κατά τη διάρκεια της γέννησης και των πρώτων χρόνων της δραστηριότητάς του.
❧
There are a few references regarding Maritime Archaeology in the Historicαλ Archive of the Archaeological Service in Greece. Research in this sector began in the end of 19th century and the beginning of the 20th century. The first reference concerns the shipwreck “Mentor” in the east Kythera. Lord Elgin had ordered the transfer of the Parthenon marbles from Greece to Great Britain. In 1900, sponge divers from the island of Symi recovered a great number of artifacts from the waters. It was the first time that the Ministry of Religion and Public Education offered financial and technical support for the recovery of objects from the waters. Records on the Antikythera wreck constitute, in fact, the biggest part on maritime archaeology of the Historical Archive. There are partial references for the participation of Greece in the Navy Exhibition that took place in Marseills in September 1956. The theme of the exhibition was underwater findings.
Εικ. 4.4: Επιστολή του Δημ. Κοντού στις 21 Οκτωβρίου 1914 στον Πρωθυπουργό Ελευθ. Βενιζέλο σχετικά με την ελλιπή αποζημίωσή του. Pic. 4.4: Letter of Dimitris Kontos on October 21, 1914 to Prime Minister Eleftherios Venizelos regarding his submarginal compensation.
Εικ. 4.5: Επιστολή της ετα� Pic. 4.5: Letter by the c�
.
Εικ. 4.6: Έκθεση εργασιών του συντηρητή Alfred André σχετικά με την πρόοδο των εργασιών για το χάλκινο άγαλμα των Αντικυθήρων. Pic. 4.6: Report by conservator Alfred André regarding the progress of works on the bronze statue from Antikythera.
Εικ. 5.1: Έγγραφο της 16 Ιουλίου 1863, με υπογραφή του Κ. Πιττάκη, για την παραλαβή τμημάτων πανοπλιών των Καταλανών και Φράγκων από τα Ανάκτορα. Pic. 5.1: Document dated July 16, 1863, signed by K. Pittakis, regarding the receipt of Catalan and Frankish armor from the Palace.
Εικ. 5.2: Έγγραφο του Π. Σούτσου, της 23 Ιουλίου 1863, για την παραλαβή αρχαίων νομισμάτων από τα Ανάκτορα. Pic. 5.2: Document by P. Soutsos dated July 23, 1863, regarding the receipt of ancient coins from the Palace.
Εικ. 5.3: Κατάλογος του 1888, για τα κλαπέντα νομίσματα του Νομισματικού Μουσείου. Εκδόθηκε από το Εθνικό Τυπογραφείο. Pic. 5.3: Catalogue of 1888 regarding the coins stolen from the Numismatic Museum. It was issued by the National Printing House.
Εικ. 5.4: Έγγραφο της 8 Απριλίου 1866, για την έναρξη των εργασιών ανέγερσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Pic. 5.4: Document regarding the beginning of the construction of the National Archaeological Museum, dated April 8, 1866.
v.
Μαρία Ι. Αντωνίου
39
ΑρχαιολογιΚές Συλλογές kai Μουσεία του ΕλληΝιΚού Κράτους Κατά τοΝ 19ο & τις αρχές του 20ου αι. Μαρτυρίες από το ΙστοριΚό Αρχείο της ΑρχαιολογιΚής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισµού.
Το πρώτο «Εθνικόν Μουσείον» του Ελληνικού Κράτους ιδρύθηκε επίσηµα από τον Ιωάννη Καποδίστρια µε ψήφισµα του 1829 και στεγάστηκε στο κτίριο του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, έως τη µεταφορά της συλλογής στην Αθήνα τον Σεπτέµβριο του 1837. Μολονότι ο Αρχαιολογικός Νόµος του 1834 είχε προβλέψει την ίδρυση µουσείων στην Αθήνα και στις επαρχιακές πόλεις, οι οικονοµικές και πολιτικές συνθήκες δεν επέτρεψαν την άµεση υλοποίηση του σχεδίου. Τα πολυπληθή λείψανα του παρελθόντος παρέµεναν είτε µέσα στα ίδια τα αρχαία µνηµεία είτε στο ύπαιθρο. Από τα µέσα έως τα τέλη του 19ου αι., η σηµαντική συλλογή της Αρχαιολογικής Εταιρείας στεγάστηκε προσωρινά σε νεόδµητα πνευµατικά ιδρύµατα: στο Πανεπιστήµιο, το Βαρβάκειο Λύκειο και το Πολυτεχνείο. Τα πρώτα µουσεία της Αθήνας µετά τα µέσα του 19ου αι. ήταν το Μουσείο της Ακρόπολης και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Κατά τον 19ο αι. συγκροτήθηκαν, επίσης, σε όλες σχεδόν τις πόλεις της περιφέρειας, µικρές και µεγάλες αρχαιολογικές συλλογές, οι οποίες έδωσαν αργότερα, κυρίως από τις αρχές του 20ού αι., το έναυσµα για τη δηµιουργία των οργανωµένων επαρχιακών µουσείων. Το Ιστορικό Αρχείο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισµού αποτελεί σηµαντικότατη πρωτογενή πηγή πολύτιµων πληροφοριών. Επιλεκτικά παρουσιάζονται εδώ έγγραφα και µαρτυρίες σχετικά µε την ιδιωτική συλλογή του Όθωνα και τη Νοµισµατική Συλλογή, τη δηµιουργία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Μουσείου Καλών Τεχνών, ενώ, τέλος, παρατίθενται χαρακτηριστικές περιπτώσεις επαρχιακών συλλογών. Στην Αθήνα του 19ου αι., είχαν συγκροτηθεί και αρκετές ιδιωτικές συλλογές. Πλουσιότατη ήταν η συλλογή του Όθωνα και της Αµαλίας, η οποία, µετά την έξωσή τους από τα Ανάκτορα, παραδόθηκε στο Γραφείο της Γ ενικής Εφορείας Αρχαιοτήτων. Ο Κυριακός Πιττάκης, Γ ενικός Έφορος Αρχαιοτήτων, µε την υπ.’ αριθµ. 3068 αναφορά του προς το αρµόδιο Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως στις 17 Ιανουαρίου 1863, γνωστοποίησε την παραλαβή και καταγραφή των αρχαιοτήτων των ανακτόρων, εσωκλείοντας κατάλογο 246 αρχαίων αντικειµένων. Η συλλογή αποτελούνταν από «αρχαιοτάτων αγγείων, εξ χαλκίνων αγαλµατίων και δεκατριών τύπων λιθίνων µετά µιας προτοµής». Αναφέρει ότι «η αναγραφή αύτη εγένετο όσον τάχιστα, µη συγχωρούντων άλλως των περιστάσεων». Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος φύλαξης της συλλογής στο γραφείο της Γ ενικής Εφορείας Αρχαιοτήτων, όπως περιγράφεται από τον ίδιο τον Πιττάκη: «Μη έχων πού να τοποθετήσω ταύτα ασφαλέστερον (διότι δυστυχώς οικοδόµηµα Μουσείου δεν υπάρχει) εναπέθεσα ταύτα εις το γραφείον µου, αφήσας τα µεν µικρά αγγεία εντός των κοφινίων, δι’ ων µετεκοµίσθησαν..., έτερα δε έθεσα εντός της εν τω γραφείω µου εντοιχισµένης θήκης (ντουλάπι), και τα µεγαλύτερα τούτων, µη έχων άλλην καταλληλοτέραν θέσιν, εναπέθεσα επί των θέσεων των εν τω δωµατίω του γραφείου µου. Ούτως κατετέθησαν ταύτα προσωρινώς, έως ότου οικοδοµηθή Μουσείον». Αναγνωρίζοντας ότι ο χώρος του γραφείου στο Υπουργείο δεν είναι ο πλέον κατάλληλος για τη φύλαξη αρχαιοτήτων, λάµβανε προσωπικά αυστηρά µέτρα ασφαλείας. Επιπλέον, παρακαλούσε για την επαγρύπνηση των κλητήρων του υπουργείου, «δια να αποφύγωµεν ούτως πάσαν κατηγορίαν». Λίγους µήνες αργότερα, µε το έγγραφο υπ’ αριθµ. 3118 της 16 Ιουλίου 1863, ο Πιττάκης παρέλαβε 77 σιδερένιες περικεφαλαίες των Καταλανών και Φράγκων, άλλα τµήµατα πανοπλιών και σιδερένιες λόγχες. Τα αντικείµενα αυτά είχαν βρεθεί προ δεκαπενταετίας σε κάποιο υπόγειο στο Φρούριο της Χαλκίδας, φυλάσσονταν όµως στα Ανάκτορα. Καθώς δεν υπήρχε άλλος διαθέσιµος χώρος, µεταφέρθηκαν και αυτά στο γραφείο του, όπου φυλασσόταν ήδη η υπόλοιπη συλλογή. Η βασιλική συλλογή περιλάµβανε και σηµαντικό αριθµό σπάνιων νοµισµάτων, τα οποία παραδόθηκαν στο Νοµισµατικό Μουσείο, σε αίθουσα του Πανεπιστηµίου, συστεγαζόµενο τότε µε την Εθνική Βιβλιοθήκη. Τον Ιούλιο του 1863, µε την υπ’ αριθµ. 1378 αναφορά του, ο Έφορος της Βιβλιοθήκης και του Εθνικού Νοµισµατικού Μουσείου Παναγιώτης Σούτσος γνωστοποίησε στο υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως την παραλαβή των αρχαίων νοµισµάτων από τα ανάκτορα. Η αναφορά συνοδευόταν από δύο καταλόγους που συνέταξε ο νοµισµατογνώµων του Εθνικού Νοµισµατικού Μουσείου Αχιλλεύς Ποστολάκας. Τα επόµενα χρόνια, το Νοµισµατικό Μουσείο εµπλουτίστηκε µε νοµίσµατα από ανασκαφές Ξένων Σχολών ή από ιδιώτες, που δώρισαν ή πούλησαν τις συλλογές τους. Με έγγραφό τους οι Α. Ρουσόπουλος, καθηγητής της Αρχαιολογίας, και Α. Ποστολάκας διαβίβασαν προς το Υπουργείο κατάλογο νοµισµάτων της 12ης Σεπτεµβρίου 1875, τα οποία είχαν επιλέξει από την ιδιωτική συλλογή του ταγµατάρχη της Χωροφυλακής Πετιµεζά. Ανέφεραν επίσης και την κατ’ εκτίµησιν αξία τους σε δραχµές. Επέλεξαν συνολικά 51 νοµίσµατα, συνολικής αξίας 2.067 δρχ.
Εικ. 5.5: Πρόγραμμα της τελετής θεμελίωσης του Εθνικού Μουσείου στις 3 Οκτωβρίου 1866. Το πρόγραμμα εκδόθηκε την 1η Οκτωβρίου 1866. Pic. 5.5: The program of the National Archaeological Museum’s foundation ceremony on October 3, 1866. The program was issued on October 1, 1866.
Εικ. 5.6: Σκαρίφημα του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή για την τοποθέτηση των εκθεμάτων του Εθνικού Μουσείου (21 Ιουλίου 1874). Pic. 5.6: Draft plan by Alexandros Rizos Rangavis, regarding the installation of exhibits in the National Museum (July 21, 1874).
Εικ. 5.7: Βασιλικό διάταγμα για τη δημιουργία αίθουσας «Αιγυπτιακών αρχαιοτήτων Ιωάννου Δημητρίου» στο Εθνικό Μουσείο (1890). Pic. 5.7: Royal decree regarding the construction of a hall named “Egyptian antiquities of Ioannis Dimitriou” in the National Museum (1890).
Εικ. 5.8: Βασιλικό διάταγμα για τη μεταφορά των νομισμάτων της Συλλογής Ιωάννου Δημητρίου στο Νομισματικό Μουσείο (1891). Pic. 5.8: Royal decree regarding the transfer of Ioannis Dimitriou’s coin collection to the Numismatic Museum (1891).
IV. ΑρχαιολογιΚές Συλλογές & Μουσεία του ΕλληΝιΚού Κράτους, 19ος & αρχές 20ου αι.
41
Στα 1877 διορίσθηκε βοηθός του Νοµισµατικού Μουσείου ο Ι. Σβορώνος, ο οποίος διηύθυνε το µουσείο από το 1890 έως το θάνατό του, το 1922. Η µεταφορά του Νοµισµατικού Μουσείου από το Πανεπιστήµιο στην Ακαδηµία αποφασίστηκε το 1887 και άρχισαν οι εργασίες διαµόρφωσης του χώρου στη Σιναία Ακαδηµία. Όµως, η µεγάλη κλοπή στο Νοµισµατικό Μουσείο τη νύκτα της 29 Οκτωβρίου 1888, η οποία προκάλεσε αναστάτωση σε όλη την ελληνική κοινή γνώµη, µαταίωσε τις εργασίες µεταφοράς του µουσείου για δύο περίπου χρόνια. Το Εθνικό Τυπογραφείο εξέδωσε το 1888 «Κατάλογο των εκ του Νοµισµατικού Μουσείου Αθηνών κλαπέντων Νοµισµάτων». Πρόκειται για 2.065 νοµίσµατα Αττικά, Ελληνικά πλην Αττικών, Μικράς Ασίας, Βυζαντινά, Ρωµαϊκά και Νεωτέρων Χρόνων. Τελικώς, το Νοµισµατικό Μουσείο µεταφέρθηκε στο µέγαρο της Ακαδηµίας, όπου παρέµεινε από το 1890 έως το 1940. Η οικοδόµηση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου για τη φύλαξη και έκθεση των σηµαντικότερων έργων της αρχαίας ελληνικής τέχνης αποτέλεσε καθολικό αίτηµα µετά την απελευθέρωση. Η ολοκλήρωση της ανέγερσής του επιτεύχθηκε µόλις στα τέλη του 19ου αι., ύστερα από µακροχρόνιες προσπάθειες, κατά τη διάρκεια των οποίων εκφράστηκαν ποικίλες απόψεις, τόσο ως προς τη θέση, όσο και ως προς την αρχιτεκτονική µορφή. Το Μουσείο αποφασίστηκε να οικοδοµηθεί σε οικόπεδο της οδού Πατησίων, δωρεά της Ελένης Τοσίτσα, στις 17 Μαρτίου 1866. Ορίσθηκε επιτροπή, οι «Επιµεληταί της οικοδοµής», αποτελούµενη από τους Α. Ραγκαβή (αντικαταστάθηκε από τον Σ. Φιντικλή), Εµµ. Μανιατάκη (ή Μανιτάκη), Γ ερ. Μεταξά, Π. Ευστρατιάδη και Ι. Παπαδάκη, µε υποχρέωση άµεσης σύγκλισης για την έναρξη των εργασιών,
σύµφωνα µε το έγγραφο 2494 της 8-4-1866 του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως, υπογεγραµµένο από τον Μ. Ρούφο. Επιπλέον, καθήκοντα της Επιτροπής ήταν η διαχείριση των χρηµάτων της σηµαντικής δωρεάς του Δ. Βερναρδάκη και γενικά η επιµέλεια της κατασκευής του κτιρίου. Το Μουσείο άρχισε να κτίζεται σύµφωνα µε τα σχέδια του Ludwig Lange και ολοκληρώθηκε, ύστερα από διάφορες τροποποιήσεις, από τον Ernst Ziller. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο θεµελιώθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1866, µε πανηγυρική τελετή, στην οποία παρέστησαν ο βασιλιάς Γ εώργιος Α’, υπουργοί, βουλευτές, ο Μητροπολίτης Αθηνών και µέλη της Ιεράς Συνόδου, καθώς και ξένοι πρέσβεις. Η οικοδόµηση διήρκεσε 23 χρόνια, έως το 1889. Πολύ πριν την ολοκλήρωσή του, τοποθετήθηκαν αρχαία στην αυλή και στις ηµιτελείς αίθουσες. Η µεταφορά των αρχαίων στο νέο κτίριο ξεκίνησε κυρίως από το 1874, µετά την ολοκλήρωση της δυτικής πτέρυγας. Η κριτική που ασκήθηκε για τη θέση και την αρχιτεκτονική µορφή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου από τη στιγµή που αποφασίστηκε η ανέγερσή του συνεχίστηκε και µετά την περαίωση του δυτικού τµήµατος. Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ένας από τους διαφωνούντες, έστειλε στις 21 Ιουλίου 1874 επιστολή προς τον Έφορο των Αρχαιοτήτων, στην οποία αιτιολογούσε την άρνησή του να συµµετάσχει αρχικώς στην Επιτροπή της οικοδοµής του µουσείου «διότι δεν ήθελα να συµπράξω εις την εν εσχατιά και µακρά εκτός της πόλεως ανέγερση καταστήµατος...». Παρά την εκ νέου άρνησή του να συµµετάσχει το 1874 σε επιτροπή για την έκθεση των αρχαιοτήτων στο ολοκληρωµένο τµήµα του µουσείου, δεν
παρέλειψε να εκφράσει την άποψή του σχετικά. Συγκεκριµένα, θεωρούσε ότι τα ευρήµατα έπρεπε να εκτεθούν κατά εποχές και, σύµφωνα µε σκαρίφηµα της τελευταίας σελίδας της επιστολής του, ως εξής: τα ανάγλυφα και οι επιγραφές να εντοιχιστούν, τα αγάλµατα να τοποθετηθούν σε βάσεις και τα µικρού µεγέθους κινητά εκθέµατα να τοποθετηθούν σε µεγάλα επιµήκη ή στρογγυλά τραπέζια στο κέντρο των αιθουσών. Τα τραπέζια αυτά να φέρουν στο άνω τµήµα τους επικλινή γυάλινα καλύµµατα, εντός των οποίων θα εκτίθεντο νοµίσµατα ή κοσµήµατα. Η κορυφή των επικλινών καλυµµάτων ήταν δυνατόν να χρησιµοποιηθεί, µε την χρήση κατάλληλης βάσης, «εις επίθεσιν των ωραιοτέρων και επιφανεστέρων αγγείων». Σε ορισµένες περιπτώσεις, τα επικλινή καλύµµατα µπορούσαν να αντικατασταθούν µε ξύλινες βαθµίδες, πάνω στις οποίες θα τοποθετούσαν αγγεία. Πρότεινε εξάλλου τα πόδια και οι γωνίες των τραπεζιών να είναι αρχαιοπρεπή, π.χ. να φέρουν κεφαλές λεόντων, κατασκευασµένων από καταλλήλως διακοσµηµένο γύψο. Στο ολοκληρωµένο πλέον Εθνικό Μουσείο µεταφέρθηκε και η συλλογή αιγυπτιακών αρχαιοτήτων του Ιωάννου Δηµητρίου, την οποία ο Έλληνας οµογενής από την Αλεξάνδρεια δώρισε µε συµβόλαιο στις 10 Απριλίου 1880. Μέχρι το 1890 η συλλογή φυλασσόταν στο Πολυτεχνείο, µαζί µε άλλα αρχαία της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Με βασιλικό διάταγµα της 4-8-1890, αποφασίστηκε η συγκρότηση αίθουσας «Αιγυπτιακών αρχαιοτήτων Ιωάννου Δηµητρίου του εκ Λήµνου», στην κεντρική πτέρυγα του Μουσείου. Σε επιστολή του της 1110-1890, ο αρµόδιος Υπουργός απευθύνεται µε θερµά λόγια προς τον πρόεδρο της Αρχαιολογικής Εταιρείας: «εκφράζοµεν τη υµετέρα Εταιρεία την
Εικ. 5.9: Βασιλικό Διάταγμα για τη μεταφορά της συλλογής της Αρχαιολογικής Εταιρείας στο Εθνικό Μουσείο (1893). Pic. 5.9: Royal Decree regarding the transfer of the Archaeological Society collection to the National Museum (1893).
Εικ. 5.10: Βασιλικό Διάταγμα για τον Οργανισμό Λειτουργίας του Εθνικού Μουσείου (1893). Pic. 5.10: Royal Decree regarding the Operation of the National Museum (1893).
Εικ. 5.11: Βασιλικό Διάταγμα για την ίδρυση της Εθνικής Πινακοθήκης (1893). Pic. 5.11: Royal Decree regarding the establishment of the National Gallery (1893).
Εικ. 5.12: Επιστολή του «Τεγεατικού Συνδέσμου» για την ανέγερση μουσείου στην Επισκοπή Τεγέας (1900). Pic. 5.12: Letter of the “Tegean Association” regarding the construction of a Museum in Episkopi, Tegea (1900).
IV. ΑρχαιολογιΚές Συλλογές & Μουσεία του ΕλληΝιΚού Κράτους, 19ος & αρχές 20ου αι.
43
πλήρη ηµών ευαρέσκειαν δια την εν τω Μουσείω αυτής τοποθέτηση και µέχρι τούδε επιµέλεια της συλλογής ταύτης. Δια τας πράξεις αυτές ταύτη η Εταιρεία µεγάλη εγένετο χρήσιµος τω Εθνικώ ηµών Μουσείω». Με Βασιλικό Διάταγµα στις 711-1891, η συλλογή Πτολεµαϊκών νοµισµάτων του Δηµητρίου αποχωρίστηκε από την υπόλοιπη συλλογή του και παραδόθηκε στο Νοµισµατικό Μουσείο, το οποίο στεγαζόταν τότε στη Σιναία Ακαδηµία. Ο Νοµισµατογνώµων του Εθνικού Νοµισµατικού Μουσείου Α. Ποστολάκας είχε συντάξει αναλυτικούς καταλόγους ήδη από το 1881. Το 1893, µε Βασιλικό Διάταγµα εκλήθη η Αρχαιολογική Εταιρεία να παραδώσει στο Εθνικό Μουσείο όλα τα αρχαία της συλλογής της τα οποία κατείχε, σύµφωνα µε τους Οργανισµούς της, του 1837 και του 1862: «άπαντα τα αποτελούντα τας Συλλογάς της Αρχαιολογικής Εταιρίας αρχαία, ήτοι αγγεία πήλινα και χαλκά, ειδώλια κτλ. θέλουσι κοµισθή και κατατεθή εν τω Εθνικώ Μουσείω ου είναι κτήµα κατά τον νόµον...». Λίγες ηµέρες αργότερα, στις 31-7-1893, νέο Βασιλικό Διάταγµα καθόρισε τον Οργανισµό Λειτουργίας του Εθνικού Μουσείου. Αποτελείτο από 14 άρθρα που προέβλεπαν το διορισµό του προσωπικού (Γ ενικός Έφορος, επιµελητές, φύλακες) και τα καθήκοντά του και έθεταν βασικούς κανόνες µελέτης, απεικόνισης και φωτογράφησης των αρχαιοτήτων. Με το Άρθρο 2 ιδρύθηκαν έξι συλλογές: «α) Συλλογή γλυπτών (Γλυπτοθήκη), β) Συλλογή αγγείων (Αγγειοθήκη), γ) Συλλογή πηλίνων και χαλκών αγαλµατίων και λοιπών διαφόρου ύλης αρχαίων (Αγαλµατιοθήκη), δ) Συλλογή επιγραφών (Επιγραφικόν Μουσείον), ε) Συλλογή έργων προελληνικών χρόνων (Μυκηναία Συλλογή), στ) Συλλογή έργων Αιγυπτιακής τέχνης (Αιγυπτιακή
Συλλογή)». Στο ίδιο άρθρο διευκρινίστηκε ότι: «Αι εν τω Μουσείω της Ακροπόλεως όπερ τυγχάνει παράρτηµα του Εθνικού Μουσείου κείµεναι αρχαιότητες αποτελούσιν ιδίαν Συλλογήν». Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αι., οι συλλογές του Εθνικού Μουσείου συνέχισαν να εµπλουτίζονται, είτε από ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας είτε από τυχαία ευρήµατα, όπως π.χ. η ανεύρεση γλυπτών κατά τις εργασίες της «Εταιρείας Αεριόφωτος», από κατασχέσεις ή αγορές από ιδιώτες ύστερα από εκτίµηση της αξίας των αρχαίων από ειδική αρχαιολογική επιτροπή και, τέλος, από δωρεές ιδιωτών, προερχόµενων κυρίως από τις οικονοµικά εύρωστες ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Σηµαντική ήταν η προσφορά του προέδρου της Ελληνικής Κοινότητας Καΐρου, Α. Ρόστοβιτς, ο οποίος, µε επιστολή του προς τον Έλληνα πρόξενο Ν. Γ εννάδη, γνωστοποίησε την πρόθεσή του να δωρίσει την αιγυπτιακή συλλογή του στο Εθνικό Μουσείο, η οποία διαβιβάστηκε στο αρµόδιο Υπουργείο. Στις 28 Ιουνίου 1904, Βασιλικό Διάταγµα όρισε ότι όλες οι αιγυπτιακές αρχαιότητες στην κατοχή του Εθνικού Μουσείου, αποτελούν «αυτοτελές Μουσείον, υπαγόµενον εις έναν Έφορον αρχαιοτήτων». Όπως συνέβη και µε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, οι πρώτες προσπάθειες για τη δηµιουργία χώρου κατάλληλου να φιλοξενήσει έργα ζωγραφικής είχαν αρχίσει ήδη από τον Καποδίστρια στην Αίγινα. Αν και το ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των Καλών Τεχνών ήταν έντονο και είχε ήδη συγκεντρωθεί σηµαντικός αριθµός πινάκων από δωρεές, κυρίως ιδιωτών, οι πρώτες επίσηµες ενέργειες για την ίδρυση Πινακοθήκης χρονολογούνται µόλις το 1897. Βασιλικό Διάταγµα
καθόρισε «τα της ιδρύσεως Συλλογής εικόνων και χαλκογραφηµάτων», τα οποία θα αποτελούσαν «εν καθίδρυµα καλούµενον Μουσείον των Καλών Τεχνών», το οποίο θα στεγαζόταν προσωρινά στην Ακαδηµία. Το διάταγµα όµως αυτό δεν ίσχυσε τελικά και αντικαταστάθηκε από άλλο το 1900, το οποίο καθόρισε τον Κανονισµό Λειτουργίας της Εθνικής Πινακοθήκης και προέβλεπε την εγκατάσταση των καλλιτεχνικών συλλογών στον άνω όροφο του κεντρικού κτιρίου του Πολυτεχνείου. Με άλλα δύο Βασιλικά Διατάγµατα του 1900, διορίστηκε Έφορος της Πινακοθήκης ο ζωγράφος Γ. Ιακωβίδης και καθορίστηκε ο µισθός του. Η Πινακοθήκη παρέµεινε στο Πολυτεχνείο ως το 1939, ενώ µε την κήρυξη του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου τα εκθέµατα µεταφέρθηκαν στο Εθνικό Μουσείο και στην Τράπεζα της Ελλάδος. Και στην ελληνική περιφέρεια επιτακτική ήταν η ανάγκη εξεύρεσης κατάλληλων χώρων, για τη στέγαση αρχαιοτήτων. Δηµόσια κτίρια, όπως κοινοτικά οικήµατα, γυµνάσια, δηµοτικές αγορές, παλιοί στρατώνες και σταθµοί χωροφυλακής ή αγροφυλακής, ακόµη και εκκλησίες, χρησιµοποιήθηκαν για τη στέγαση τοπικών συλλογών. Στη Χαλκίδα, σύµφωνα µε αναφορά του 1902 του Εφόρου Αρχαιοτήτων Α. Σκιά, µετά την κατασκευή του τοπικού µουσείου µεταφέρθηκαν σε αυτό οι πρώτες αρχαιότητες, που φυλάσσονταν «εν τοις οικήµασι της δηµοτικής αγοράς». Σε ορισµένες περιπτώσεις πόλεων όπου δεν ήταν διαθέσιµο δηµόσιο κτίριο, αποτελούσε συνήθη πρακτική εκ µέρους του αρµόδιου για τις αρχαιότητες Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως η χρήση ιδιωτικών οικιών ή καταστηµάτων για την τοποθέτηση των αρχαίων. Για τον σκοπό αυτό συνάπτονταν ενοικιαστήρια ή µισθωτήρια συµβόλαια µεταξύ του ιδιοκτήτη του
Εικ. 5.13: Η «Μεγάλη Αίθουσα Επιτύμβιων» του Εθνικού Μουσείου. Αρχείο Π. Καββαδία. Pic. 5.13: The “Great Hall of Funerary Monuments” of the National Museum. P. Kavvadias Archive.
Εικ. 5.14: Βασιλικό Διάταγμα, για την ίδρυση «αυτοτελούς Μουσείου» Αιγυπτιακών αρχαιοτήτων (1900). Pic. 5.14: Royal Decree regarding the establishment of an “independent Museum” of Egyptian Antiquities (1900).
IV. ΑρχαιολογιΚές Συλλογές & Μουσεία του ΕλληΝιΚού Κράτους, 19ος & αρχές 20ου αι.
45
οικήµατος και του εκπροσώπου του Κράτους. Από τα παλαιότερα συµβόλαια αυτού του είδους στο Ιστορικό Αρχείο είναι το υπ. αριθµ. 3406 της 23 Αυγούστου1876, σχετικό µε τη µίσθωση οικίας στο Χαρβάτι για τη στέγαση της συλλογής Μυκηνών, µεταξύ του ιδιοκτήτη της οικίας και του Εφόρου Αρχαιοτήτων Στερεάς Ελλάδος Π. Σταµατάκη. Σε συµβόλαιο αρ. 19490 του 1887, µισθώνεται, από τον Γ ενικό Έφορο Π. Καββαδία, οικία για τη συλλογή Χαιρωνείας «ίνα ο µισθωτής τοποθετήση εις µεν το ισόγειον της οικίας αρχαιότητας, το δε άνω πάτωµα να χρησιµεύση εις πρόσκαιρον διαµονήν των διερχοµένων περιηγητών ή αρχαιολόγων και εφόρων των αρχαιοτήτων, επί µισθώµατι δραχµών, εκατόν ογδοήκοντα (180) κατ’ έτος». Η πιεστική ανάγκη εξευρέσεως χώρων για την προσωρινή στέγαση Μουσείων αντανακλάται και στο µισθωτήριο συµβόλαιο υπ’ αριθµ. 30537, της 24 Ιουλίου 1903, «...παρά την όχθην του
Πηνειού επί υψώµατος δε κείµενον Βακουφικόν Τζαµίον, ...το γνωστόν υπό το όνοµα «Χασάν Βέη», ίνα χρησιµεύση ως Αρχαιολογικόν Μουσείον Λαρίσης, επί µίαν ολόκληρον δεκαπενταετίαν,... αντί ολικού µισθώµατος δια την δεκαπενταετίαν ταύτην δραχµών τριακοσίων (300)». Στο πλαίσιο της οικοδόµησης των πρώτων τοπικών Μουσείων από τις αρχές του 20ού αι. εγείρονται αιτήµατα από τους τοπικούς φορείς, δικαιολογηµένα ή µη. Στις 16 Ιουνίου 1900, ο “Τεγεατικός Σύνδεσµος” σε επιστολή του προς το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως, αφού επισηµαίνει τη συνεισφορά του στην περισυλλογή των αρχαιοτήτων της περιοχής, εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, γιατί: «ενώ ανεµένοµεν να ιδρυθή υπό της Αρχαιολογικής Εταιρίας Μουσείον εκεί εν τη Αρχαία της Τεγέας πόλει, όπου και µέγα γήπεδον και άλλα µέσα
υπεσχέθηµεν να χορηγήσωµεν...», οι αρχαιότητες επρόκειτο να µεταφερθούν σε παρακείµενο χωριό. Σήµερα, τα οργανωµένα µουσεία σε όλη την ελληνική επικράτεια αποτελούν χώρους µελέτης και γνώσης που διαφυλάσσουν και προβάλλουν τα εκθέµατά τους, σύµφωνα µε τις επιταγές της επιστήµης της Μουσειολογίας. Δικαιώνονται, έτσι, οι πρώτοι εκείνοι φιλάρχαιοι και αρχαιολόγοι, οι οποίοι, δρώντας κάτω από αντίξοες συνθήκες, έµειναν προσηλωµένοι στο όραµά τους για τη διαφύλαξη του πολιτιστικού παρελθόντος, όπως µαρτυρούν τα τεκµήρια του Ιστορικού Αρχείου.
❧
This chapter deals with the formation of the first archaeological collections and the foundation of the first museums of the Greek State in the 19th and early 20th centuries. The evidence is based on original documents which are kept in the Historical Archive of the Greek Archaeological Service. Kyriakos Pittakis, the General Ephor of Antiquities, describes vividly the transfer of the private collection of King Otto and Queen Amalia in 1863, from the Palace to his office in the Ministry of Education. He emphasizes the difficulties of keeping the antiquities safe, due to lack of a suitable museum. The documents concerning the Numismatic Collection contain information about various cases of ancient coins coming from excavations and private donors. The construction of the National Archaeological Museum lasted twenty three years, from 1866 to 1889. The documents of this period include various Royal Decrees, which placed specific collections inside the new museum, as, for instance, the collection of Egyptian antiquities. Similar Royal Decrees deal with the foundation of the National Gallery in 1897 and the appointment of its first Curator a few years later. In the 19th and the beginning of the 20th century, the small and large archaeological collections at Greek regional towns were housed in public buildings or even in private houses. There are numerous references of local schools, churches, police stations, town halls and marketplaces, used as temporary museums. In other cases, the Greek State rented private houses or shops in order to ensure a safe shelter for the ancient remains. Nowadays, the well-organized contemporary museums, places of study and knowledge, vindicate those first archaeologists who, despite the unfavorable conditions of their era, remained devoted to the preservation of cultural heritage, as witnessed by the documents of the Historical Archive.
Εικ. 6.1: Το Βασιλικό Διάταγμα του Γεωργίου Α με το οποίο ιδρύεται το Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο τον Απρίλιο του 1901. Pic 6.1 The Royal Decree of George I on the establishment of the International Archaeological Conference in April 1901.
Εικ. 6.2: Εγκύκλιος προς τους Εφόρους Αρχαιοτήτων και το προσωπικό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Pic. 6.2: Circular letter to the Εphors of Antiquities and the staff of the Archaeological Service.
Εικ. 6.3: Εγκύκλιος προς τις διοικητικές, αστυνομικές και δημοτικές αρχές. Pic. 6.3: Circular letter to all administrative, police and civil authorities.
Εικ 6.4 Σχέδιο του Κανονισμού του Συνεδρίου, το οποίο συνέταξε ο Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων Παναγιώτης Καββαδίας. Pic 6.4 Draft of the Organization of the Conference prepared by the General Ephor of Antiquities Panagiotis Kavvadias.
v1.
47
Αλεξάνδρα Αλεξανδρή
Το ΠρΩτο ΔιεθΝές ΑρχαιολογιΚό ΣυΝέδριο στην ελλαδα*
Η πραγµατοποίηση ενός διεθνούς αρχαιολογικού συνεδρίου, το οποίο θα συνερχόταν σε τακτά διαστήµατα µε σκοπό την προαγωγή της επιστήµης της Aρχαιολογίας µέσα από την έρευνα και τη συζήτηση επιστηµονικών και πρακτικών ζητηµάτων, υπήρξε σηµαντικός στόχος της ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η ιδέα έβρισκε θερµούς υποστηρικτές και στις Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές που είχαν ιδρυθεί στην Ελλάδα, αλλά οι πρώτες απόπειρες να υλοποιηθεί το σχέδιο αυτό ήταν άκαρπες. Το 1901, µετά από εισήγηση του Υπουργού Εκκλησιαστικών και Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως Σ. Ε. Στάη συνεκλήθη τελικά µε Βασιλικό Διάταγµα το πρώτο Διεθνές Συνέδριο Αρχαιολογίας και ορίστηκε επιτροπή, η οποία θα αναλάµβανε να διοργανώσει την πρώτη του συνεδρίαση στην Αθήνα. Πρόεδρος της επιτροπής ορίστηκε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, ο οποίος ήταν Πρόεδρος και της Αρχαιολογικής Εταιρείας, ενώ Αντιπρόεδρος ήταν ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών και Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως. Στην Επιτροπή συµµετείχαν οι Διευθυντές των Ξένων Αρχαιολογικών Σχολών (Γαλλική, Γερµανική, Αυστριακή, Αµερικανική, Αγγλική), καθώς και ο Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων, ο Πρύτανης του Εθνικού Πανεπιστηµίου, ο Αντιπρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας και ο Δήµαρχος Αθηναίων. Κατά την πρώτη της συνεδρίαση, η Επιτροπή αποφάσισε να αναβάλει προσωρινά το Συνέδριο για να επιτευχθεί η καλύτερη οργάνωσή του και να ολοκληρωθούν µερικές αρχαιολογικές εργασίες απαραίτητες για την καλύτερη προβολή της χώρας στους εταίρους του εξωτερικού . Το 1903, ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε εκ νέου την Επιτροπή και αποφασίστηκε οµόφωνα το Συνέδριο να λάβει χώρα την περίοδο του Πάσχα του 1905. Ανατέθηκε, µάλιστα, στον Παναγιώτη Καββαδία, τότε Γενικό Έφορο Αρχαιοτήτων, η σύνταξη ενός προκαταρκτικού κανονισµού για τον καθορισµό των στόχων και της οργανωτικής δοµής του Συνεδρίου, ο οποίος θα συνόδευε την επίσηµη πρόσκληση. Το 1904, µετά από τροποποιήσεις, το κείµενο του κανονισµού οριστικοποιήθηκε και παράλληλα αποφασίστηκε να διατεθεί για την οργάνωση του συνεδρίου και την εκτύπωση των πρακτικών το ποσό των 30.000 δραχµών από την Αρχαιολογική Εταιρεία. Η οργάνωση ενός διεθνούς αρχαιολογικού συνεδρίου δεν αποτελούσε µόνον ένα σηµαντικό επιστηµονικό γεγονός που θα έδινε την ευκαιρία στην ελληνική αρχαιολογία να εδραιωθεί αναλαµβάνοντας ηγετικό ρόλο σε διεθνές επίπεδο. Είχε και διπλωµατικές διαστάσεις, προσφέροντας µοναδική δυνατότητα προβολής της Ελλάδας. Ως εκ τούτου, οι προσκλήσεις δεν εστάλησαν µόνο σε επιστηµονικά ιδρύµατα, αλλά και στις κυβερνήσεις διαφόρων κρατών µέσω του Υπουργείου Εξωτερικών, ενώ οι Έλληνες πρόξενοι ανέλαβαν να προωθήσουν την προσπάθεια σε πολιτικό και διπλωµατικό επίπεδο. Το συνέδριο διήρκεσε 13 ηµέρες (6/13 Απριλίου έως 24/31 Μαρτίου) και σε αυτό συµµετείχαν εκπρόσωποι από 19 χώρες. Κατά την έναρξη και το κλείσιµο του Συνεδρίου αναγνώστηκαν επίσηµοι χαιρετισµοί από Πανεπιστήµια, Επιστηµονικές Εταιρείες, αλλά και θρησκευτικές αρχές (όπως τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και το Βατικανό) και κυβερνητικούς εκπροσώπους. Το περιεχόµενο αλλά και το ύφος των χαιρετισµών αυτών εδραίωναν το διεθνές κύρος της Κλασικής Αρχαιολογίας, προσδίδοντας παράλληλα µια άλλη διάσταση στο συνέδριο, η οποία αναδείκνυε τις πολιτικές διαστάσεις της επιστήµης της Αρχαιολογίας. Σε αντίθεση µε άλλα διεθνή συνέδρια που είχαν πραγµατοποιηθεί κατά τον 19ο αιώνα (όπως το Διεθνές Συνέδριο Ανθρωπολογίας και Προϊστορικής Αρχαιολογίας), τα οποία εστίαζαν σε συγκεκριµένες περιόδους ή γεωγραφικές περιοχές, ο στόχος του Συνεδρίου της Αθήνας ήταν η όσο το δυνατόν ευρύτερη προσέγγιση της Αρχαιολογίας. Στο Συνέδριο προσήλθε µεγάλος αριθµός επιστηµόνων µε ποικίλα ενδιαφέροντα και διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Συγκεκριµένα το παρακολούθησαν 459 σύνεδροι και 406 εταίροι, αντιπροσωπεύοντας Πανεπιστήµια, Μουσεία και Επιστηµονικούς Συλλόγους. Παρουσιάστηκαν περισσότερες από 120 εισηγήσεις σε διάφορες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερµανικά, Ελληνικά και Ιταλικά). Στις συνεδρίες παρουσιάστηκαν ανακοινώσεις που οργανώθηκαν σε επτά θεµατικές ενότητες: «Κλασική Αρχαιολογία», «Προϊστορική Αρχαιολογία και Αρχαιολογία της Ανατολής», «Ανασκαφές, Μουσεία και η Συντήρηση των Μνηµείων», «Επιγραφική και Νοµισµατική», «Γεωγραφία και Τοπογραφία», «Βυζαντινή Αρχαιολογία» και «Η Αρχαιολογία στην Εκπαίδευση». Παρόλο που η έµφαση δόθηκε στην ελληνική αρχαιολογία, παρουσιάστηκαν ανακοινώσεις για την αρχαιολογία της Πορτογαλίας, για τη γερµανική προϊστορία, τις πρόσφατες ανασκαφές στη Ρωσία, την Ιρλανδική Αρχαιολογία και την εκπαίδευση.
Eικ. 6.5: Απάντηση της Αυστροουγγαρίας σχετικά με τη συμμετοχή στο συνέδριο. Pic 6.5: Reply of Austro-Hungary regarding participation in the Conference.
Εικ. 6.6: Απάντηση από το Πατριαρχείο σχετικά με τη συμμετοχή στο συνέδριο. Pic 6.6: Reply of the Patriarchate regarding participation in the Conference.
Εικ. 6.7: Απόδειξη της Τράπεζας Αθηνών για την κατάθεση του ποσού των 30.000 δραχμών για τις ανάγκες της διοργάνωσης του Συνεδρίου. Pic 6.7: Receipt of the Bank of Athens documenting the deposit of 30.000 drachmas for the organizational needs of the Conference.
Εικ. 6.8: Επιστολή του ξενοδοχείου «Grande Bretagne» όπου προτείνονται ειδικές τιμές για τους συνέδρους. Pic 6.8: Letter of the «Grande Bretagne» hotel offering special prices to participants in the Conference.
vI. Το ΠρΩτο ΔιεθΝές ΑρχαιολογιΚό ΣυΝέδριο
49
Το Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο της Αθήνας αποτέλεσε απόπειρα εννοιολογικού και ιδεολογικού προσδιορισµού της Αρχαιολογίας ως επιστήµης και του καθορισµού του τµήµατος εκείνου της πολιτιστικής κληρονοµιάς που έπρεπε να θεωρηθεί σηµαντικό. Πολλά από τα ζητήµατα που συζητήθηκαν αλλά και οι προτάσεις που ψηφίστηκαν από την ολοµέλεια παραµένουν ζωτικής σηµασίας για την επιστήµη της Αρχαιολογίας ακόµα και σήµερα. Θέµατα όπως η παράνοµη διακίνηση των αρχαιοτήτων, η συνεργασία για την προστασία των µνηµείων σε διεθνές επίπεδο και η εγκαθίδρυση κοινών πρακτικών στην καταγραφή των µουσειακών αντικειµένων, παραµένουν ουσιαστικοί στόχοι της Αρχαιολογίας. Παράλληλα, το συνέδριο έδωσε το έναυσµα για τη δηµιουργία µακρόχρονων διεθνών ερευνητικών προγραµµάτων, όπως η συλλογή επιστηµονικών στοιχείων και η σύνταξη λεπτοµερών καταλόγων των κλασικών αρχαιοτήτων που φυλάσσονται στα µουσεία του κόσµου (π.χ. Corpus Vasorum Antiquorum, Sylloge Inscriptionum Graecarum).
Το Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο συνέχισε της δραστηριότητές του τα επόµενα χρόνια και ακολούθησαν και άλλες συνεδριάσεις (στο Κάιρο το 1909 και στη Ρώµη το 1911). Η έµφαση, όµως, στην κλασική αρχαιολογία που το χαρακτήριζε από τα πρώτα βήµατα δεν του επέτρεψε να διατηρήσει την αρχική ευρεία χρονολογική και γεωγραφική θεµατολογία. Σήµερα διεξάγονται πλέον πολλά διεθνή εξειδικευµένα αρχαιολογικά συνέδρια, αρκετά από αυτά σε ετήσια βάση. * Η έρευνα για το Διεθνές Συνέδριο της Αθήνας το 1905 έγινε στο πλαίσιο του έργου AREA V (ARchives of European Archaeology) µε την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, µέσω του προγράµµατος Culture 2000.
❧
The first International Archaeological Conference in Greece took place in 1905. The conference - an event of not only scholarly, but diplomatic importance as well - was attended by academics, politicians and members of the church from all over the world and inspired a series of international research programs. It was organized in seven thematic units, among them: “Classical Archaeology”, “Epigraphy and Numismatics”, “Archaeology in Education”. Some of the topics discussed then remain of great significance until our days. * Research on the First International Congress at Athens in 1905 was conducted within the framework of the AREA IV (ARchives of European Archaeology) project, with the support of the Culture 2000 programme of the European Union.
Εικ. 7.1: Έγγραφο της Πολιτικής Διοίκησης Μυτιλήνης, με το οποίο ενημερώνει το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για το διορισμό προσωρινού Εφόρου Αρχαιοτήτων. Pic. 7.1: Document of the Political Administration of Mytilene, which informs the Ministry of Religion and Public Education about the appointment of a temporary Ephor of Antiquities.
Εικ. 7.2: Διαταγή του Υπουργείου των Στρατιωτικών περί αποσπάσεως οπλίτου Π. Κυπαρίσση. Pic. 7.2: Order of the Ministry of Military Affairs regarding the detachment of private P. Kyparissis.
Εικ. 7.3: Έκθεση Π. Κυπαρίσση περί των αρχαίων της Τενέδου. Pic. 7.3: P. Kyparissis’ report regarding the antiquities on the island of Tenedos.
Εικ. 7.4: Αναφορά του κυβερνήτη του ναρκοβόλου πλοίου «Αρξ» περί βυθισμένης πόλεως ανοικτά των ανατολικών ακτών της Λήμνου. Pic. 7.4: Report of the captain of the ship “Arx” regarding a sunken town close to the Eastern coast of the island of Lemnos.
v11.
51
Ιωάννης Βάσιλας
1912-1922: Η ΑρχαιολογιΚή Υπηρεσία Κατά τηΝ επέΚταση του ΕλληΝιΚού Κράτους
Τα έτη 1912-1922 αποτέλεσαν για την Ελλάδα περίοδο πολεµικής έντασης κατά την οποία έφτασε στην κορύφωση της πραγµάτωσής της η «Mεγάλη Iδέα», καθώς η ελληνική επικράτεια επεκτάθηκε προς όλα σχεδόν τα σηµεία του ορίζοντα δηµιουργώντας, έστω και πρόσκαιρα, την Ελλάδα των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Μέσα σε αυτές τις συνθήκες παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η παρακολούθηση της λειτουργίας του ρόλου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, όπως αυτή προκύπτει από τα τεκµήρια του Iστορικού Aρχείου της. Η Aρχαιολογική Yπηρεσία µέχρι το 1912 είχε οργανωθεί σε Aρχαιολογικές Περιφέρειες, αντίστοιχες των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, ως αποτέλεσµα της ένταξης, από τη σύστασή της, στο Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δηµοσίας Εκπαιδεύσεως. Επιπλέον, η πολιτική του Ελληνικού Κράτους απέναντι στις αρχαιότητες διαµορφωνόταν υπό το πρίσµα της δηµιουργίας ενός ιστού «αρχαιολογικού αποθέµατος», το οποίο θα αναδείκνυε τη σύνδεση της νέας κρατικής οντότητας µε το αρχαιοελληνικό της παρελθόν. Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεµος επέσπευσε τις εξελίξεις στην πρόσκτηση νέων εδαφών. Στα νέα δεδοµένα, η Αρχαιολογική Υπηρεσία ανέδειξε τα αντανακλαστικά της και επαναπροσδιόρισε εν µέρει την αρχαιολογική πολιτική. Τα πρώτα στοιχεία προκύπτουν από τον τρόπο µε τον οποίο τόσο η κεντρική διοίκηση όσο και οι τοπικοί φορείς ενήργησαν για την προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων µετά την κατάληψη των νησιών του κεντρικού και βορειοανατολικού Αιγαίου. Σε έγγραφό της η πολιτική διοίκηση Μυτιλήνης, στις 23/11/1912, µόλις 15 ηµέρες µετά την απελευθέρωση του νησιού, και χωρίς αυτή να έχει ακόµη ολοκληρωθεί, ενηµερώνει το Υπουργείο ότι έχει ήδη διοριστεί προσωρινός Έφορος Αρχαιοτήτων µε σκοπό την περισυλλογή και την τοποθέτηση των αρχαιοτήτων σε ασφαλή χώρο. Πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι µε έγγραφό του, µε ηµεροµηνία 10 Νοεµβρίου1912, την ηµέρα της απελευθέρωσης του νησιού, ο Υπουργός Παιδείας απέστειλε στον Διοικητή της Χίου τεύχος µε τον ισχύοντα τότε Αρχαιολογικό Νόµο ΒΜΧς του 1899, ώστε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «µεριµνήσητε δια των λειτουργών της εκπαιδεύσεως και των άλλων αρµοδίων αρχών προς περισυλλογήν και συντήρησιν των εν τη υπό την υµετέρα διοίκησιν νήσω υπαρχόντων αρχαίων». Σχεδόν άµεσα άλλωστε σχεδιάστηκε και οργανώθηκε τους πρώτους µήνες του 1913 η «Παρά τη Γενική Διοικήσει Εφορεία Αρχαιοτήτων των καταλειφθησών νήσων του Αιγαίου», µε δικό της µάλιστα τυπωµένο λογότυπο, στην οποία µε απόφαση του Πρωθυπουργού και Υπουργού των Στρατιωτικών Ελευθερίου Βενιζέλου αποσπάσθηκε ως Έφορος ο επίστρατος τότε Ν. Κυπαρίσσης. Ο Κυπαρίσσης σε µικρό χρονικό διάστηµα ήταν σε θέση να αποστείλει στην κεντρική υπηρεσία ολοκληρωµένες εκθέσεις από τα νησιά που αποτελούσαν τη συγκεκριµένη Εφορεία. Πέρα όµως από την κεντρική διοίκηση και τις κατευθύνσεις που δόθηκαν από αυτήν, αξιοσηµείωτος είναι και ο τρόπος µε τον οποίο ανταποκρίθηκαν στην ανάγκη ανάδειξης και διατήρησης των αρχαιοτήτων τοπικοί φορείς, αλλά και µη σχετιζόµενα µε την αρχαιολογία πρόσωπα. Σε έγγραφο του κυβερνήτη του ναρκοβόλου πλοίου «ΑΡΞ» κ. Δ. Μπακόπουλου της 3 Απριλίου 1913 γίνεται αναφορά σε βυθισµένη αρχαία πόλη ανοικτά των ανατολικών ακτών της Λήµνου, στη θέση των υφάλων µε το όνοµα Kharos Bank, σε βάθος 5-25 µέτρων, περιµέτρου 3 µιλίων, µε τη χαρακτηριστική σηµείωση «...τα ερείπια της οποίας η Θεία Πρόνοια ηθέλησε να φανερώσει την ηµέραν καθ’ ην η διαφυλάξασα αυτά θάλασσα επανεκτήθη υπό της Μητέρας Πατρίδος». Από την άλλη, ο Δήµαρχος Μεγίστης (Καστελόριζου) µε αναφορά του στις 21 Δεκεµβρίου 1913, ζήτησε οδηγίες και την αποστολή αρχαιολόγου ενηµερώνοντας το Υπουργείο ότι η διοικούσα εκεί επιτροπή είχε προβεί σε ανασκαφή ανευρεθέντος τάφου µε ένα εντυπωσιακό µάλιστα εύρηµα: χρυσό στεφάνι αποτελούµενο από 35 φύλλα κισσού µε άνθη, µέσα σε µαρµάρινη λάρνακα. Επιβεβαιώνεται δε, από τα τεκµήρια που αφορούν και τις υπόλοιπες περιοχές στις οποίες επεκτείνεται η ελληνική επικράτεια, όπως τη Βόρειο Ήπειρο, τη Δυτική Μακεδονία και φυσικά τη Μικρά Ασία, ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν µεµονωµένα περιστατικά. Από αναφορά του Κεραµόπουλου στις 4 Αυγούστου 1920 µαθαίνουµε ότι το Αρχαιολογικό Συµβούλιο είχε αποφασίσει ήδη από τον Μάρτιο του 1914 τη διεξαγωγή ανασκαφών στις πεδιάδες Καϊλαρίων και Καστοριάς, οι οποίες τελικά δεν πραγµατοποιήθηκαν λόγω των πολεµικών γεγονότων. Σε άλλη αναφορά του, έπειτα από περιήγηση στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, επεσήµανε την ανάγκη δηµιουργίας ξεχωριστής Αρχαιολογικής Περιφέρειας, δεδοµένων των ιδιαιτέρων
Εικ. 7.5: Αναφορά του Δημάρχου Μεγίστης περί ευρημάτων σε αρχαίο τάφο. Pic. 7.5: Report of the Megisti Mayor regarding finds in an ancient tomb.
Εικ. 7.6: Αναφορά του Κεραμόπουλου με την οποία προτείνεται η ίδρυση ξεχωριστής αρχαιολογικής περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας. Pic. 7.6: Report by Keramopoulos where he suggests the establishment of a separate West Macedonia archaeological district.
Εικ. 7.7, 7.8: Εκθέσεις Ευαγγελίδη για τα αποτελέσματα των αρχαιολογικών ερευνών που διεξήχθησαν στη Βόρεια Ήπειρο τον Ιούλιο του 1913. Pic. 7.7, 7.8: Reports by Evaggelidis regarding the results of the archeological researches that took place in North Epirus during July 1913.
v1I. 1912-1922 : Η ΑρχαιολογιΚή Υπηρεσία Κατά τηΝ επέΚταση του ΕλληΝιΚού Κράτους.
53
αρχαιολογικών στοιχείων της περιοχής «Η χώρα, ην διέδραµον, έχει αρχαιολογικώς όψιν διάφορον ου µόνον από της άλλης νοτίου Ελλάδος αλλά εν τίνι βαθµώ και από της λοιπής Μακεδονίας», δήλωσε χαρακτηριστικά και κατέληξε «Προς τούτο νοµίζω πρόσφορον να αποσπασθή η Δυτική Μακεδονία από της Αρχαιολογικής Περιφερείας της όλης Μακεδονίας και αποτελέση ιδίαν Περιφέρειαν υπό ίδιον Έφορον ή Επιµελητήν,...». Στη Βόρειο Ήπειρο δραστηριοποιήθηκε άµεσα ο Επιµελητής Αρχαιοτήτων Ευαγγελίδης υπό την «Γενικήν Διοίκησιν των εν Ηπείρω υπό του Ελληνικού Στρατού κατεχοµένων χωρών», ο οποίος, µε σειρά εκθέσεων, ενηµέρωσε τόσον το Υπουργείο των Εξωτερικών όσον και το Υπουργείο Παιδείας για τα αποτελέσµατα των αρχαιολογικών ερευνών του Ιουλίου και Αυγούστου 1913 στο Αργυρόκαστρο, στο Δέλβινο, στο Τεπελένι, στη Χιµάρα και σε άλλες περιοχές της Βορείου Ηπείρου. Η εικόνα ολοκληρώνεται µε τη δράση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στη Μικρά Ασία. Με εγκύκλιό του µε ηµεροµηνία 6 Ιουνίου 1920, ο
Ύπατος Αρµοστής της Ελλάδας στη Σµύρνη τόνιζε την ανάγκη διατήρησης και συγκέντρωσης των αρχαιοτήτων, απαγορεύοντας σε αυστηρό τόνο την για οποιοδήποτε πρόσχηµα εξαγωγή τους, ενώ, κατόπιν συνεννοήσεως της Κεντρικής Διοικήσεως µε την Ύπατη Αρµοστεία, Έλληνες αρχαιολόγοι αποστάλθηκαν στη Μικρά Ασία προκειµένου να προβούν σε αρχαιολογικές εργασίες. Ανασκαφές διεξήχθησαν στη Νύσσα, την Έφεσο και τις Κλαζοµενές και απέδοσαν σηµαντικά ευρήµατα, τα οποία προκάλεσαν το ενδιαφέρον της κοινής γνώµης και στον κυρίως ελλαδικό χώρο, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι έκθεση των ανασκαφών της Νύσσης από τον Κουρουνιώτη δηµοσιεύθηκε πρωτοσέλιδα από την εφηµερίδα ΕΣΤΙΑ στις 13/10/1921. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή έκλεισε ο κύκλος που είχε ανοίξει 10 χρόνια πριν µε τον Α Βαλκανικό Πόλεµο. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία, αφού αντεπεξήλθε ικανοποιητικά στις απαιτήσεις που δηµιουργήθηκαν στο διάστηµα αυτό, εκλήθη να ανταποκριθεί σε νέες πλέον συνθήκες.
❧
The period between 1912-1922 was crucial for Greek History, mainly because it resulted to the expansion of the State’s territory. According to the listed documents from the Historical Archive of the Greek Archaeological Service kept at the Directory of the National Archive of Monuments (Greek Ministry of Culture), the Archaeological Service acted immediately towards the protection and restoration of the monuments in the recently conquered areas of the State. Such documents refer to the islands of the Northern and Eastern Aegean, where a new Ephorate was immediately established, and also to the areas of Western Macedonia, Northern Epirus and Asia Minor, where archaeologists of the Archaeological Service were fighting for the protection of the monuments, even during the war.
Εικ. 7.9: Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «ΕΣΤΙΑ» (13/10/1921) όπου δημοσιεύεται άρθρο του Κουρουνιώτη για τις ανασκαφές της Νύσσης. Pic. 7.9: The first page of the “ESTIA” newspaper (13/10/1921) publishing an article by Kourouniotis regarding the excavations at Nyssa.
Εικ. 7.10: Αλληλογραφία μεταξύ Ύπατου Αρμοστή και Αρχαιολογικής Υπηρεσίας για την αποστολή Ελλήνων αρχαιολόγων στη Μικρά Ασία. Pic. 7.10: Corresponde�
Εικ. 7.11: Εκθέσεις ανασκαφών από τη Νύσσα και τις Κλαζομενές. Pic. 7.11: Excavation reports from Nyssa and Klazomenae.
Εικ. 8.1: Πρωτόκολλο Παράδοσης χρυσών και αργυρών αντικειμένων στην Τράπεζα της Ελλάδος. Συνοδευτική φωτογραφία. Pic. 8.1: Protocol of Delivery of golden and bronze items to the Bank of Greece. Accompanying photograph.
v111.
57
Νίνα Νικολακέα
Η Προστασία τΩΝ ΑρχαιοτήτΩΝ Κατά τοΝ Β ΠαγΚόσµιο Πόλεµο ΄
Η προστασία των Αρχαιοτήτων είναι ένα από τα σηµαντικότερα θέµατα που απασχόλησαν την Ελληνική Κυβέρνηση σε περιόδους πολέµων και κυρίως κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου. Ήδη από το 1937 είχε ξεκινήσει αλληλογραφία µεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Θρησκευµάτων και Εθνικής Παιδείας, σχετικά µε την προστασία των αρχαίων. Και οι δύο πλευρές είχαν αντιληφθεί την έκρυθµη κατάσταση στην Ευρώπη και θεωρούσαν αναγκαία την προσπάθεια εξεύρεσης τρόπων διαφύλαξης των αρχαιοτήτων. Η ελληνική Kυβέρνηση και το Yπουργείο ζητούσαν από τους διευθυντές των κατά τόπους αρχαιολογικών µουσείων του κράτους να συντάξουν καταλόγους και να ταξινοµήσουν τα αρχαία σε κατηγορίες µε βάση τη σπουδαιότητά τους, ενώ θεωρούσαν αναγκαία την κατασκευή καταφυγίων σε µεγάλο βάθος. Οι αρχαιολόγοι υποστήριζαν ότι δεν είναι δυνατό να γίνει επιλογή ανάµεσα στα αρχαία, αλλά ότι όλα έπρεπε να διασωθούν σε περίπτωση πολέµου. Η άποψη αυτή δηλώθηκε καθαρά από τον Ν. Κυπαρίσση, Έφορο Αρχαιοτήτων Αθηνών (Αττικής και Μεγαρίδας εκτός Πειραιώς), σε εµπιστευτική έκθεσή του προς το Υπουργείο, στις 11 Αυγούστου 1937. Αναφέρεται ότι είναι προτιµότερο, αντί να δαπανηθούν µεγάλα ποσά για την κατασκευή καταφυγίων, όπου θα διαφυλαχθούν µερικές από τις αρχαιότητες, να ιδρυθούν, µε το ίδιο κόστος, νέα µουσεία, ασφαλή από φωτιά και βοµβιστικές επιθέσεις, όλα σε ορισµένη περιοχή, π.χ. της Αθήνας γύρω από την Ακρόπολη. Τα νέα αυτά µουσεία θα αποτελούσαν «αρχαιολογικές πόλεις», οι οποίες µε διεθνείς συµβάσεις θα µπορούσαν να χαρακτηριστούν ιερές και απαραβίαστες. Το ίδιο έτος εστάλησαν στο Υπουργείο κατάλογοι ταξινόµησης των αρχαιοτήτων σε τάξεις σπουδαιότητας των µουσείων Δελφών, Χίου, Λέσβου, Νοµισµατικού, Πατρών, Βυζαντινού Αθηνών, Ολυµπίας, Θηβών, Βόλου, Ηρακλείου και των αρχαιολογικών συλλογών, Χανίων, Καστελλίου – Κισσάµου, Ρεθύµνης, Ναυπλίου, Τεγέας, Παλαιάς Κορίνθου, Επιδαύρου, Λυκοσούρας, Σικυώνος και Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Χαρακτηριστικό είναι το έγγραφο του Νικολάου Γιαννόπουλου, Επιµελητή Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας, στις 8 Φεβρουαρίου 1937, στο οποίο καταγράφονται τα αρχαία του Μουσείου Βόλου, διαιρεµένα σε κατηγορίες. Σε ένα δεύτερο έγγραφο του Επιµελητή Ολυµπίας, περιέχεται ο κατάλογος ταξινόµησης των αρχαίων του εκεί Μουσείου. Η Διεύθυνση Αρχαιολογίας στις 11 Νοεµβρίου 1940 εξέδωσε γενικές τεχνικές οδηγίες για την προστασία των αρχαίων των Μουσείων από εναέριους κινδύνους, συνοδευόµενες από δύο σχέδια - το πρώτο για την κατασκευή ορυγµάτων, και το δεύτερο για την προστασία των αγαλµάτων. Η κατάχωση των τελευταίων και άλλων λίθινων αντικειµένων προτεινόταν ως ο καταλληλότερος τρόπος εξασφάλισής τους. Τόποι κατάχωσης ορίζονταν τα δάπεδα των Μουσείων, οι αυλές τους ή οι αυλές άλλων δηµοσίων ιδρυµάτων ή, τέλος, τα υπόγειά τους, σε όσο το δυνατό µεγαλύτερο βάθος, για µείωση του κινδύνου. Στο επάνω µέρος το έδαφος έπρεπε να καλυφθεί µε σιδηροπαγή πλάκα. Για τους τόπους κατάχωσης θα συντάσσονταν διαγράµµατα µε βάση ορισµένα σταθερά σηµεία. Η διαδικασία κατάχωσης ίσχυσε και για τα µεγάλα πήλινα αντικείµενα. Για άλλες κατηγορίες κινητών αρχαίων, όπως τα χρυσά, προτεινόταν η κατάθεσή τους στα θησαυροφυλάκια των κατά τόπους τραπεζών. Στο κεντρικό κατάστηµα της Τράπεζας της Ελλάδος, στις 17 Απριλίου 1941, υπογράφηκε πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής ξύλινου κιβωτίου από τον Ν. Σαρσέντη, Γ ενικό Ταµεία της Τράπεζας της Ελλάδος, και την επιτροπή παραδόσεως. Το έγγραφο συνοδευόταν από φωτογραφίες του περιεχοµένου του κιβωτίου, το οποίο περιείχε χρυσά και αργυρά αντικείµενα και έφερε επιγραφή ΜΟΥΣ.Θ/ΚΗΣ ΑΡ.1. Για τα χάλκινα προβλεπόταν η φύλαξη εντός κιβωτίων, σε περιτύλιγµα από βαµβάκι και ξυλοβαµβάκι. Το εσωτερικό των κιβωτίων έπρεπε να καλυφθεί µε κερόχαρτο, κερόπανο ή πισσόχαρτο και ο πυθµένας θα επιστρωνόταν µε ροκανίδια, άχυρα ή χόρτα περιτυλιγµένα µε κοινό χαρτί. Όσο για τα µικρά πήλινα αγγεία και αντικείµενα, αυτά φυλάσσονταν σε κιβώτια, τα οποία όµως θα περιτυλίγονταν σε τσιγαρόχαρτο. Τα κιβώτια, τέλος, θα διασπείρονταν στα υπόγεια ή ισόγεια των Μουσείων ή άλλων δηµόσιων ιδρυµάτων και θα καλύπτονταν µε σάκους άµµου ή χώµα. Το σφράγισµα των κιβωτίων οριζόταν να γίνει ενώπιον όλων των µελών της επιτροπής. Τα κιβώτια έπρεπε να αριθµηθούν µε ειδικό αριθµό, αντίστοιχο µε τους αριθµούς του ειδικού καταλόγου κιβωτίων. Σε κάθε κιβώτιο έπρεπε να επικολληθεί ή να επισυναφθεί ο κατάλογος του περιεχοµένου. Παρά τις γενικότερες οδηγίες του Υπουργείου για την εξασφάλιση των αρχαιοτήτων µε µεγάλη σπουδαιότητα,οιαρχαιολόγοιδιαρκώς,µεέγγραφα, ενηµέρωναν το Υπουργείο για τη σπουδαιότητα και των υπόλοιπων αρχαιοτήτων. Χαρακτηριστικό
Εικ. 8.2: Κατάλογος των καλύτερα διατηρουμένων αρχαιοτήτων του Μουσείου Βόλου. Pic. 8.2: Catalogue of the best preserved antiquities in the Museum of Volos.
Εικ. 8.3: Κατάλογος αρχαιοτήτων του Μουσείου Αρχαίας Ολυμπίας. Pic. 8.3: Catalogue of antiquities of the Olympia Museum.
Εικ.8.4: Μέτρα φύλαξης για προστασία συλλογής μικροτεχνημάτων και αγγείων του ΕΑΜ από αεροπορική επιδρομή. Pic. 8.4: Security measures for the protection of the National Archaeological Museum’s collection of small finds and vessels from air invasions.
Εικ. 8.5: Δαπάνη για την προφύλαξη πήλινων αντικειμένων του ΕΑΜ. Pic. 8.5: Expenditure for the protection of clay exhibits of the National Archaeological Museum.
v11I. Η Προστασία τΩΝ ΑρχαιοτήτΩΝ Κατά τοΝ Β΄ ΠαγΚόσµιο Πόλεµο
59
Εικ. 8.6: Γενικές τεχνικές οδηγίες προς τα μουσεία για την προστασία των αρχαίων από εναέριους κινδύνους. Pic. 8.6: General technical instructions given to museums for the preservation of antiquities from aerial dangers.
είναι ένα έγγραφο του 1940 της Σέµνης Καρούζου, Εφόρου Αγγείων και Μικροτεχνίας του Εθνικού Μουσείου, στο οποίο αναφέρεται ότι, σε αντίθεση µε τη Μυκηναϊκή Συλλογή, για την προστασία των γλυπτών, πήλινων αγγείων, ειδωλίων και άλλων αντικειµένων µικροτεχνίας δεν είχε ληφθεί καµία µέριµνα. Σε ένα ακόµα έγγραφό του Διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, µε συνηµµένο τον πίνακα της απαιτούµενης δαπάνης για τη διαφύλαξη των πήλινων, αναφέρεται ότι η Σέµνη Καρούζου ζητεί την προφύλαξη ορισµένου αριθµού πολύτιµων πήλινων. Ο γενικότερος φόβος για το ξέσπασµα ενός πολέµου, για τον οποίο ο τότε Πρωθυπουργός της χώρας, Ιωάννης Μεταξάς, είχε κάνει δυσµενείς προβλέψεις, οδήγησε στη λήψη µέτρων για την προφύλαξη των αρχαιοτήτων από πιθανούς εναέριους βοµβαρδισµούς. Παρά τα σοβαρότατα προβλήµατα που αντιµετώπισε η Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η απόκρυψη αποδείχθηκε συνολικά ευεργετική για τα αρχαία.
Εικ. 8.7: Γενικές τεχνικές οδηγίες προς τα μουσεία για την προστασία των αρχαίων από εναέριους κινδύνους. Pic. 8.7: General technical instructions given to museums for the preservation of antiquities from aerial dangers.
❧
The protection of antiquities was one of the major concerns of the Greek government during World War II. The archaeologists worked together towards the protection of antiquities with success. There is a big number of documents regarding the protection of antiquities of the National Archaeological Museum, as well as catalogues of antiquities of the local museums. The collections of Delphi, Chios, Patra, Olympia, Volos, Nauplion, Epidauros and the Byzantine Museum of Athens are of great significance. Designs and documents at the Historical Archive indicate that antiquities were hidden and therefore preserved.
Εικ. 9.1: «Η Πλατυτέρ� Pic. 9.1: “I Platitera ton Ou�
1χ.
61
Ιωάννα Δηµοπούλου
ΦΏτης ΚόΝτογλου, ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ, 1945
Το συγκεκριµένο τεκµήριο, σχέδιο µε µελάνι σε χαρτί, αποτελεί προσχέδιο του Φώτη Κόντογλου για το ναό του Αγίου Ανδρέα Κάτω Πατησίων, η εικονογράφηση του οποίου ολοκληρώθηκε το 1950. Ο ναός ήταν ερειπωµένος µέχρι και την Κατοχή και αναστηλώθηκε, σύµφωνα µε την επιγραφή στο υπέρθυρο, µετά τον Πόλεµο υπό την επιµέλεια του Αναστάσιου Ορλάνδου. Η εκκλησία αγιογραφήθηκε την ίδια χρονιά µε τον Άγιο Κωνσταντίνο Οµόνοιας και την Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω. Όπως προκύπτει από τα υπόλοιπα έγγραφα του φακέλου στον οποίο βρέθηκε το σχέδιο του Κόντογλου, η αναστήλωση του Αγίου Ανδρέα ήταν µία από τις πολλές που έλαβαν χώρα στη µεταπολεµική Ελλάδα. Τα πρώτα µετακατοχικά χρόνια, όµως, ήταν χρόνια µεγάλης δραστηριότητας και για τον Κόντογλου. Συµµετείχε σε οµαδικές εκθέσεις ζωγραφικής και εκδόθηκαν πολλά από τα βιβλία του, ενώ η δεκαετία του ‘50 σηµατοδότησε την κορύφωση της παραγωγικότητας του Κόντογλου στον τοµέα της θρησκευτικής ζωγραφικής. Πέρα από την προφανή καλλιτεχνική του αξία, η σηµασία του προσχεδίου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί µοναδική, αδηµοσίευτη µαρτυρία για την εικονογράφηση της κόγχης του Ιερού, αφού οι υπάρχουσες τοιχογραφίες είναι σχεδόν κατεστραµµένες από την υγρασία. Ένα ακόµη προσχέδιο για τις τοιχογραφίες του εν λόγω ναού, σύµφωνα µε µονογραφία του Ν. Ζία, είναι µια τέµπερα σε χαρτί για τον ανατολικό τοίχο, γύρω από την κόγχη του Ιερού, η οποία φέρει την έγκριση της Επιτροπής Τεχνοκριτικών στο κάτω µέρος. Το προσχέδιο συνοδεύεται από δύο διαβιβαστικά, το σηµαντικότερο των οποίων προσφέρει και τα ονόµατα του Αρχαιολογικού Συµβουλίου που ενέκρινε το έργο του Κόντογλου. Το συµβούλιο αποτελούσαν σηµαντικές µορφές της ελληνικής Αρχαιολογίας όπως oι Α. Κεραµόπουλος, Α. Ορλάνδος, Γ. Οικονόµος, Σ. Μαρινάτος, Χ. Καρούζος, και Ι. Μηλιάδης, µεταξύ άλλων. Στο σχέδιο αυτό της Πλατυτέρας, ο Κόντογλου παραµένει πιστός στις αξίες του: γραµµικότητα και απλότητα, σχέση µε τη Βυζαντινή παράδοση αλλά και τη λαϊκή ζωγραφική. Παρόλα αυτά, τόσο η εκφραστικότητα των προσώπων, ιδιαίτερα της Παναγίας, όσο και οι πτυχώσεις των ενδυµάτων, βρίσκονται πιο κοντά στην Παλαιολόγεια ζωγραφική και τη σχολή του Πανσέληνου, παρά στη Μεταβυζαντινή παράδοση της Κρητικής σχολής. Εικονογραφικά, η Παναγία ακολουθεί τον γνωστό τύπο της Πλατυτέρας. Είναι καθισµένη σε ηµικυκλικό θρόνο, πάνω σε µαξιλάρι και ακουµπά τα πόδια της σε υποπόδιο. Στα γόνατά της κρατά τον Ιησού που ευλογεί µε το δεξί του χέρι, ενώ στο αριστερό φέρει περγαµηνή. Στην τελική σύνθεση που κόσµησε το ιερό, η Παναγία πλαισιώνεται από σεβίζοντες αγγέλους. Οι τοιχογραφίες του Ναού του Αγίου Ανδρέα Πατησίων είναι σηµαντικό έργο της εκκλησιαστικής δηµιουργίας του Κόντογλου και πιθανότατα το τελευταίο µιας σειράς που είχε ξεκινήσει µε την Αγία Λουκία του Ρίου (1934-5).
❧
Photis Kontoglou, the renowned Greek artist, made this drawing in 1945 as part of his proposal for the wall paintings of the altar apsis of the Agios Andreas church in Kato Patissia, Athens. The church was renovated in 1950 and the mural paintings must have been finished around the same time. Based on information from the rest of the documents in the folder where this drawing was discovered, church renovations were common in post-war Greece. The drawing belongs to Kontoglou’s mature period and is typical of his work, which relies heavily on traditional iconography and style, mainly of the late and post Byzantine period. Apart from its obvious artistic value, the drawing’s importance is further reinforced by the fact that it is the sole remainder of the apsis decorations. Most of the actual wall paintings have been almost entirely destroyed by humidity.
Εικ. 9.2: Διαβιβαστικό� Pic. 9.2: Ro�
Εικ. 9.3: Διαβιβαστικό� Pic. 9.3: Ro�
ΕλληΝιΚή Βιβλιογραφία
Βασιλικού, Ντ., Οι Ανασκαφές της Αρχαιολογικής Εταιρείας στις Κυκλάδες 1872 – 1910 (Αθήνα 2006) Βουδούρη, Δ., Κράτος και Μουσεία. Το Θεσµικό Πλαίσιο των Αρχαιολογικών Μουσείων (Αθήνα 2003) Ζίας, Ν., Φώτης Κόντογλου (Αθήνα 1991) Καββαδίας, Π., Ιστορία της Αρχαιολογικής Εταιρείας, από της εν Έτει 1837 Ιδρύσεως Αυτής µέχρι του 1900 (Αθήνα 1900) Καλπαξής, A., “Επιρροές της Γ αλλογερµανικής Αντιπαράθεσης του 19ου Αιώνα στην Κατασκευή της Εικόνας της Αρχαίας Ελλάδας”, στο Ένας Νέος Κόσµος Γεννιέται (Αθήνα 1995) Κόκκου, Α., Η Μέριµνα για τις Αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα Πρώτα Μουσεία (Αθήνα 1977) Λεονάρδος, Β., Η Ολυµπία (Αθήνα 1901) Λιανός, Ν., “Έρευνα στο Ναυάγιο «Μέντωρ»”, Αρχαιολογία 8 (1983) σ. 8-24 Μενδώνη, Λ., “Ο Κωνσταντίνος Μάνθος και η Ιστορία των Επιγραφών της Κέας”, Κατάλογος της Έκθεσης: Πολιτεύεσθαι τους Κείους κατά Πόλεις (Αθήνα 2007) Πάντος, Π. Α., “Περίγραµµα της Αρχαιολογίας και του Αρχαιολογικού Επαγγέλµατος στην Ελλάδα (Outline of Archaeology and the Archaeological Profession in Greece)”, στην ιστοσελίδα www.discovering-archaeologists.eu Παπαδηµητρίου, Αλ. & Ε., Μνήµη Κόντογλου. Δέκα Χρόνια από την Κοίµησή του (Αθήνα 1975) Παπασπυρίδη – Καρούζου, Σ., “Πώς Φυλάχθηκαν τα Αρχαία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου”, Νέα Εστία 1946, σελ. 40 Πετράκος, Β., “Δοκίµιο για την Αρχαιολογική Νοµοθεσία”, Δηµοσιεύµατα του Αρχαιολογικού Δελτίου 29, (1982) σ. 17-26 Πετράκος, Β., Η Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Η Ιστορία των 150 Χρόνων της 1837-1987 (Αθήνα 1987) Πετράκος, Β., Η Απαρχή της Ελληνικής Αρχαιολογίας και η Ίδρυση της Αρχαιολογικής Εταιρείας (Αθήνα 2004) Πετράκος, Β., “Ο Παναγιώτης Σταµατάκης και η Ανασκαφή των Μυκηνών”, Κατάλογος της Έκθεσης: Τροία, Μυκήνες, Τίρυνς, Ορχοµενός. Εκατό Χρόνια από το Θάνατο του Ερρίκου Σλήµαν (Αθήνα 1990) Σιµόπουλος, Κ., Ξένοι περιηγητές στην Ελλάδα (Αθήνα 1972) Στάης, Β., Τα εξ Αντικυθήρων Ευρήµατα. Χρονολογία, Προέλευσις, Χαλκούς Έφηβος (Αθήνα 1905) Χατζηφώτης, Ι. Μ., Φώτιος Κόντογλου. Η ζωή και το έργο του (Αθήνα 1978) «Τα ευρήµατα των Αντικυθήρων», Αρχαιολογική Εφηµερίς, 1901
65
ΞεΝόγλΩσση Βιβλιογραφία
Avgouli, M., “The first Greek Museums and National Identity”, στο Kaplan F.S. (εκδ.), Museums and the Making of “Ourselves”: The Role of Objects in National Identity (Λονδίνο 1994) Bennett, T., The Birth of the Museum: History, Theory, Politics (Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1995) Curtius, E., Adler F. (εκδ.), Olympia. die Ergebnisse der von dem Deutschen Reich veranstalteten Ausgrabung. Topographie und Geschichte (Βερολίνο 1897) Delgado, J.P. (εκδ.), Encyclopedia of Underwater and Maritime Archaeology (Λονδίνο 1997) Davidson Weinberg, G., Grace, R. κ.ά., “The Antikythira Shipwreck Reconsidered”, Transactions of the American Philosophical Society 55.3 (Φιλαδέλφεια 1965) Herzfeld, M., Ours Once More: Folklore, Ideology and the Making of Modern Greece, (Καίµπριτζ 1982) Herzfeld, M., Πάλι δικά µας; Λαογραφία, Ιδεολογία και η Διαµόρφωση της Σύγχρονης Ελλάδας (Αθήνα 2002) Kyrieleis, H. (εκδ.), “Olympia 1875-2000. 125 Jahre deutsche Ausgrabungen“, στο Internationales Symposion, Berlin, 2000 (Μάιντζ 2002) Mouliou, M., “Ancient Greece, its Classical Heritage and the Modern Greeks: Aspects of Nationalism in Museum Exhibitions”, στο Atkinson, J., Banks, I., O’Sullivan, J. (εκδ.), Nationalism and Archaeology; Scottish Archaeological Forum. Proceedings of a conference hosted by Scottish Archaeological Forum (Γλασκόβη 1994) σ. 174-199
Επιστηµονική Επιµέλεια Δρ. Μεταξία Τσιποπούλου
Επιµέλεια Έκδοσης Δρ. Αγγελική Κοσµοπούλου Σχεδιασµός Εντύπου Logos Associates Συγγραφή Κειµένων Δρ. Αλεξάνδρα Αλεξανδρή Μαρία Αντωνίου Ιωάννης Βάσιλας Φραγκούλα Γεώρµα Δρ. Ιωάννα Δηµοπούλου Κατερίνα Μπίχτα Νίνα Νικολακέα Δρ. Έρη Παπαθεοδώρου Δηµήτρης Χαραλαµπίδης Μουσειολόγος Αλεξάνδρα Νικηφορίδου Αρχιτέκτων Αντωνία Πάνου Οπτικοακουστικές Εφαρµογές Ευάγγελος Χριστοδούλου Επιµέλεια Εκφωνήσεων Κωστής Σφυρικίδης Εκτύπωση ΛΙΘΟΤΥΠΙΚΗ Α.Ε. © 2008, Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνηµείων, Αγίων Ασωµάτων 11, Αθήνα 105 53 τηλ.: 210 32 29 820, e-mail: deam@culture.gr ISBN: 978-960-214-799-3