The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20120221020201/http://www.scribd.com:80/doc/60229372/%CE%9F%CE%99-%CE%9C%CE%A5%CE%9A%CE%97%CE%9D%CE%91%CE%99%CE%9F%CE%99-%CE%95%CE%9B%CE%9B%CE%97%CE%9D%CE%95%CE%A3-%CE%A0%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%95%CE%9B%CE%97%CE%A3-%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A5%CE%9A%CE%91%CE%A3

ΟΙ ΜΥΚΗΝΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΡΥΚΑΣ

Image

Υιούς Αχαιών, ονομάζει ο Μέγας Όμηρος χους ήρωες χων επών χου, οι οποίοι ξεκίνησαν από χη χώρα χης πέχρας και χου φωχός, χην Ελλάδα, για να καχακχήσουν χο θεϊκό Ίλιο, χην ένδοξη πόλη χου Πριάμου. Ποιοι όμως ήχαν αυχοί οι υιοί χων Αχαιών; Ποιοί ήχαν οι ήρωες με χα καχορθώμαχα χων οποίων γαλουχηθήκαμε από παιδιά; Ήταν πρόσωπα αληθινά ή γεννήματα της φαντασίας του μεγάλου τυφλού ποιητή; Σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα επικρατούσα

Image

Χρυσό νεκρικό προσωπείο που βρέ­ θηκε στις Μυκήνες, το λεγόμενο και «μάσκα του Αγαμέμνωνα».

Image
Image

Πινακίδα της Γραμμικής Β' από την Κνωσσό στην οποία αναγράφεται: «ο Τριόπας έχει ένα άρμα, έναν ίππο και είναι εφοδιασμένος με θώρακα».

θεωρία οι Αχαιοί ήταν το πρώτο ελληνικό φύλο που έφτασε στην Ελλάδα γύρω στο 2.000 π.Χ. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό η θεώρηση αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με την ινδοευρωπαϊκή ή καλύτερα ινδογερμανική θεωρία, η οποία γίνεται ευρέως αποδεκτή χωρίς, ωστόσο, να είναι δυνατό να τεκμηριωθεί. Τα αρχαιολογικά τεκμήρια αμφισβητούν και τελικά καταρρίπτουν την ινδοευρωπαϊκή θεωρία που τόσο άκριτα εξακολουθούν με πάθος να υπερασπίζονται αρκετοί δυστυχώς Έλληνες επιστήμονες. H ελληνική γη, βάση χων αρχαιολογικών αποδείξεων, καχοικείχο από χην παλαιολιθική εποχή (υπάρχουν ενδείξεις κατοίκησης από χο 700.000-250.000 π.Χ. σχο σπήλαιο Πεχραλώνων Χαλκιδικής - η χρονολόγηση ποικίλει ανάλογα με χην ακολουθηχέα μέθοδο), όχαν η υπόλοιπη Ευρώπη και η ασιαχική σχέπα ήχαν καλυμμένη από παγεχώνες. Εξαιχίας λοιπόν χων κλιμαχολογικών συνθηκών ήχαν αδύναχο να διεισδύσουν σχην περιοχή χης σημερινής Ελλάδας πληθυσμοί από χο Βορρά ή χην Αναχολή. Σχον χόπο αυχόν, χον ευννοημένο από χις κλιμαχολογικές συνθήκες, αναπχύχθηκε από αρχαιοχάτων χρόνων ένας γηγενής πολιχισμός, ο οποίος μεχεξελισσόμενος και περνώνχας από διάφορες φάσεις (παλαιολιθικός, πολιχισμοί Ελάχειας, Νέας Νικομήδειας, Σέσκλου και Διμηνίου, Κυκλαδικός, Μινωικός) έφχασε σχον κολοφώνα χης δόξας χου στην λεγόμενη Μυκηναϊκή Περίοδο (1.600-1.100 π.Χ.). Η σύνδεση και η ιστορική συνέχεια μεταξύ όλων των

Image

Το σπήλαιο Φράχθι στην Ερμονίδα στο οποίο ανακαλύφθηκαν ίχνη κατοίκησης από την 8η χιλιετία π.Χ.

Image
Image

Χρυσά δακτυλίδια από τις Μυκήνες, με παραστάσεις από την καθημερινή ζωή, τον πόλεμο και το κυνήγι.

Image

διατύπωσε. Βάση της θεωρίας, όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί κατάγονται από μια κοινή ομοεθνία, η οποία κίνησε από τη βόρεια Ινδία και έφτασε στην Ευρώπη. Κλάδος της ομοεθνίας αυτής θεωρούνται και οι Έλληνες. Πρώτοι Έλληνες, κατά τους ινδοευρωπαϊστές, ήταν οι Αχαιοί. Κατά αυτούς, τόσο οι προέλληνες, όσο και οι Κυκλαδίτες και οι Μινωίτες δεν ήσαν Έλληνες, αλλά είχαν αφιχθεί στη σημερινή Ελλάδα από κάπου από χην Ανατολή. Η αυτοχθονία όμως των κατοίκων της σημερινής Ελλάδας, μέχρι και την κοιλάδα του κάτω Δούναβη, πρέπει να θεωρείτε δεδομένη αφού λόγω κλιματολογικών συνθηκών ο πολιτισμός είχε ήδη γεννηθεί στην περιοχή αυτή. Αλλά και με βάση τα γλωσσολογικά στοιχεία που οι ινδοευρωπαϊστές επικαλούνται, φαίνεται ότι σε ποσοστό 90% οι αποδιδόμενες ως ινδοευρωπαϊκές λέξεις στην ελληνική γλώσσα, είναι προϊόνχα χης γόνιμης φανχασίας των ινδοευρωπαϊσχών μελεχηχών, είναι ουσιασχικά ανύπαρκχες. Μια ιδιαίτερα σημαντική για τους Έλληνες έννοια, αυτή της θάλασσας για παράδειγμα, περιγράφεται στην ελληνική με την ομόηχη λέξη, η οποία όμως δεν απαντά σε καμμία άλλη ευρωπαϊκή ή «ινδοευρωπαϊκή» γλώσσα. H λέξη θάλασσα στα ελληνικά, προέρχεται από τη λέξη

Image

Τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου της ακρόπολης των Μυκηνών, δίπλα στην Πύλη των Λεόντων, (φωτ. Ε. Μπουρδάκου)

Τοπογραφικό σχέδιο της ακρόπολης του Σέσκλου, της πρώτης ευρωπαϊκής «πόλης». Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης της Ελλάδας έχουν εντοπισθεί στο σπήλαιο των Πετραλώνων Χαλκιδικής και χρονολογούνται μετα­

ξύ του 250 - 700.000

έτη π.Χ. Οι πρωιμώτερες νεολιθικές κατοικήσεις έχουν εντοπισθεί στην Ελάτεια της Φωκίδας (6290 π.Χ.) και στη Νέα Νικομήδεια (6250 π.Χ.). Η περιοχή γύρω από το Σέσκλο άρχισε επίσης να κατοικείται από την 6η χιλιετία τουλάχιστον.

(α) Μυκηναϊκά σπαθιά που βρέθηκαν στη Γιουτλάνδη της Δανίας, (β) Μυκηναϊκό παθί που βρέθηκε

(Χ)αλς (Άλας) και δηλώνει χο αλμυρό νερό. Μόνο ένας λαός ο οποίος τεκμηριωμένα θαλασσοπορούσε από χην 5η χιλιεχία π.Χ. (βάσει χων προσφάτων ευρημάχων στον νεολιθικό οικισμό Στρόφιλα της Άνδρου) ήταν σε θέση να περιγράψει τόσο παραστατικά το υγρό στοιχείο.

Έχοντας λοιπόν ως κοιτίδα την περιοχή της Αιγιήδος, οι πρώτοι Έλληνες άρχισαν αμέσως μετά τον κατακλυσμό, ο οποίος τοποθετείται χρονολογικά γύρω στο 10.000 π.Χ, να εξαπλώνονται σε όλη τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, από τις όχθες του Δούναβη ως τις συριακές-παλαιστινιακές ακτές. Οι Έλληνες υπήρξαν οι πρώτοι, παγκοσμίως, θαλασσοπόροι και χάρις στα πλοία τους επικοινώνησαν με τους λοιπούς πολιτισμούς. Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν την αρχαιότητα του Αιγυπτιακού ή του Σουμεριακού πολιτισμού (ακόμα και κάποιους πολιτισμούς σχην Ωκεανία, οι κάχοικοι χης οποίας ευρίσκονχο μέχρι προσφάχως σχη λίθινη ακόμα εποχή) έναντι του Ελληνικού. Ισχύει όμως μια τέτοια θεώρηση, από τη στιγμή που στην Αίγυπτο δεν βρέθηκαν ίχνη νεολιθικής κατοίκησης, προ της 4ης χιλιετίας π.Χ., ενώ αντίθετα στην Ελλάδα βρέθηκαν πρώιμες κατοικήσεις από το 6.290 π.Χ., στην Ελάτεια της Φωκίδας και από το 6.240 π.Χ. στη Νέα Νικομήδεια της Μακεδονίας; Όσον δε αφορά τον Σουμεριακό πολιτισμό, τα κοινά του στοιχεία με τον κρητομυκηναϊκό πολιτισμό (ο θεσμός των πόλεων κρατών, οχυρωτική τέχνη, «φάλαγγα» δορυφόρων) είναι τόσο εμφανή που στην χειρότερη περίπτωση αποτελούν ένδειξη για την ύπαρξη στενών μεταξύ τους επαφών. Το πλέον λογικό όμως θα ήταν οι Έλληνες -θαλασσοπόροι δη- να έφτασαν σε αυτούς και όχι το αντίστροφο. Οι μύθοι για τα ταξίδια του Διονύσου και του Μρακλή είναι ίσως ενδεικτικά για τις επαφές αυτές. Ακόμα δε και ο μύθος των Ηρακλή αναβιώνει μέσα από το σουμεριακό έπος του Γγιλγκαμές. Ο Μρακλής, ή σωστότερα Μρακλέας, μάλλον δεν αντιπροσώπευε έναν μόνο άνθρωπο, αλλά ολόκληρη την ελληνική φυλή. Έχουν δοθεί άπειρες ερμηνείες στην σημασία του ονόματος του. Μια από αυτές αναφέρει ότι είχε σχέση με την προστάτιδα θεότητα των Μυκηνών, την Έρα και με τη λέξη κλέος, δηλαδή τη δόξα. Με βάση την ερμηνεία αυτή ο Ηρακλής θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει τη δόξα της θεάς των Μυκηνών, άρα και τη δόξα της ίδιας της πόλης. Τα ίδια ισχύουν και για τους πολιτισμούς των παραλίων της Συρίας, τους λεγόμενους Φοινικικούς. Οι επαφές των Κρητών αρχικά και των Αχαιών αργότερα με τις εκεί πόλεις είναι απόλυτα τεκμηριωμένες και δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολιών. Οι δε Φοίνικες αρχίζουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο ιστορικό προσκήνιο αμέσως μετά την επίκοιση χης συριακής ακτής από τους κρητικής καταγωγής Φιλιστέ- ους, τον 12ο αιώνα π.Χ. (Πελεσέτ, στα αιγυπτιακά κείμενα, από τους οποίους και όλη η χώρα έλαβε το όνομα Παλαιστίνη). Όλα αυτά οι Έλληνες τα όφειλαν στη θάλασσα, την αιώνια μητέρα του ελληνισμού. Όταν οι πρόγονοι μας θαλασσοπορούσαν,

Image
Image
Image

για να μην πούμε ποντοπορούσαν, άλλοι μεγάλοι σύγχρονοι πολιτισμοί της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, ποταμοπολούσαν απλώς με κακότεχνα σκαφίδια χωρίς τρόπιδα.

Οι Αχαιοί, όπως και οι προγονοί τους, ήταν λαός ναυτικός, ένα έθνος ατρόμητων εμπόρων, πολεμιστών και πειρατών, όταν η περίσταση το απαιτούσε. Χάρις στην τόλμη και στα πλοία τους ταξίδεψαν σε όλη την Ευρώπη τουλάχιστον, αφού υπάρχουν ενδείξεις ότι έφτασαν ως και την Αμερική. Σε τάφο του Ταφικού Κύκλου Α της ακρόπολης των Μυκηνών, ο οποίος χρονολογείται μεταξύ του 1.600-1.500 π.Χ. βρέθηκαν χάντρες από ήλεκτρο, το οποίο υπάρχει μόνο στις ακτές της Βαλτικής θάλασσας. Μυκηναϊκά όπλα βρέθηκαν σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, από την Πομερανία της σημερινής Γερμανίας, ως τη χερσόνησο της Γιουτλάνδης, στη Δανία, στις ουγγρικές πεδιάδες, στη σημερινή Τσεχία, στη Ρουμανία, στην Αλβανία, ακόμα και στα Βρετανικά νησιά, όπου στο περίφημο μνημείο του Στόουνχεντζ υπάρχει εγχάρακτη παράσταση μυκηναϊκού εγχειριδίου. Τα μυκηναϊκά όπλα (κυρίως σπαθιά και εγχειρίδια) ήταν πολύ ανώτερα τεχνολογικά, των αντιστοίχων ευρωπαϊκών ώστε να φτάσουν να αποκτήσουν τελετουργική σημασία και να φέρονται περήφανα από τους αρχηγούς των βαρβαρικών ευρωπαϊκών εθνών, τα

Χρυσή «σφραγίδα» με παράσταση κυνηγού που συμπλέ­

κεται με λέοντα.

Image
Image

Εγχειρίδιο από τις Μυκήνες με παραστάσεις κυνηγιού λεόντων. Οι άνδρες είναι εξοπλισμένοι με μακρά δόρατα και πυργόσχημες και οκτώσχημες ασπίδες. Ο τοξότης εικονίζεται να βάλει καλυπτόμενος από την ασπίδα του δορυφόρου. Η εικόνα επαληθεύει απόλυτα την ομηρική περιγραφή (Ραψωδία Θ,

Image

268-272).

Οι δύο όψεις χρυσού κυπέλλου

οποία ομως σήμερα θεωρούν οχι η ευρωπαϊκή

από το Βαφειό.

ισχορία ξεκινά από χο 800 μ.Χ. με χον Καρλομάγνο, χωρίς δυσχυχώς να υπάρχει επίσημη ελληνική ανχίδραση.

Οι Μυκηναίοι, έχονχας περάσει χις Συμπληγάδες Πέτρες (Βόσπορο), είχαν φτάσει στη μυθική Κολχίδα (Ουκρανία) από την οποία προμηθεύονταν πολύτιμα μέταλλα και σιτηρά. Από εκεί, πλέοντος μέσα στον θεϊκό Ίστρο (Δούναβη) έφταναν μέχρι την καρδιά της κεντρικής Ευρώπης. Όχι άδικα λοιπόν μπορούμε να μιλάμε για την Ελληνική Παγκοσμιοποίηση του 16ου αιώνα π.Χ. πολύ πριν ο όρος ανακαλυφθεί από τους «παράγοντες» πολιτισμό Ευρωπαίους και Αμερικανούς των ημε-

Image

Πινακίδα της Γραμμικής γραφής Β'που βρέθηκε στην Πύλο. Οι Έλληνες εξακριβωμένα έγραφαν τουλάχιστον από το 2000 π.Χ. Μ Γραμμική Β' ήταν η εξέλιξη της Γραμμικής γραφής Α' και της μυνωϊκής ιερογλυφικής γραφής.

Στο περίφημο μεγαλιθικό μνημείο του Στόουνχεντζ βρέθηκαν εγχάρακτες παραστάσεις μινωικής τεχνοτροπίας εγχειριδίων, (σχέδιο πάνω αριστερά).

ρών μας. Αρκετοί Ευρωπαίοι μελετητές, σχολιάζοντας χωρία της Ιλιάδος, είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τους Αχαιούς έναν λαό αμαθών και αιμοχαρών βαρβάρων. H θεώρηση τους δε αυτή δεν είναι άσχετη με τη θεωρία περί του φοινικικού αλφαβήτου. Δυστυχώς όμως για αυτούς οι Έλληνες έγραφαν τουλάχιστον από το 2.000 π.Χ. Η πρώτη δε ελληνική γραφή είναι η κρητική ιερογλυφική. Αυτή εξελίχθηκε σε Γραμμική Α' και κατόπιν σε Γραμμική Β', η οποία αποτελούσε την κοινή ελληνική των μυκηναϊκών χρόνων. H αποκρυπτογράφηση της τελευταίας το 1956, από τους Τσάντγουικ και Βέντρις, έριξε φως σε μία σχεδόν άγνωστη πτυχή της ελληνικής πλέον ΙΣΤΟΡΙΑΣ, και όχι προϊστορίας (αφού υπάρχουν γραπτά μνημεία δεν νοείτε να θεωρείτε η μινωική και μυκηναϊκή περίοδος της ελληνικής ιστορίας ως προϊστορία). H Γραμμική γραφή Β' αποτελείται από 87 σύμβολα-συλλαβογράμματα. Υπήρχαν πτώσεις (ακόμα και η δοτική) γένη και χρόνοι στην πρώιμη αυτή ελληνική, η οποία ουσιαστικά δεν διέφερε πολύ από την αρχαία ελληνική. Για παράδειγμα η λέξη «θώρακες» προφερόταν από τους Αχαιούς τορα-κε, η λέξη «όνος» ο-νο και η λέξη «ίππος» ι-qo (τα γράμματα Γ, W και Q των ευρωπαϊκών γλωσσών προέρχονται απευθείας από φθόγγους της Γραμμικής Β'). Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ήρθε πρόσφατα στο φως από μια πινακίδα της Γραμμικής Β', που ανακαλύφθηκε στη Θήβα. Στη χρονολογούμενη από το 1.400 π.Χ. πινακίδα, γράφεται ολοκάθαρα η λέξη «Γραικία»! Σύμφωνα με τη μυθολογία υπήρχε και ο ήρωας Γραικός. Μελετητές συνέδεσαν τον όρο Γραικία, Γραικός, με τη λέξη Γραία- Γριά. Μήπως οι προγονοί μας είχα από τότε δώσει το όνομα αυτό στην γηραιώτερη χώρα του κόσμου;

Image

Εγχειρίδιο και σπαθί των μέσων του 16ου αιώνα π.Χ.

Γεωγραφικό περίγραμμα της μυκηναϊκής Ελλάδας

Από τον 17ο αιώνα π.Χ. οι Αχαιοί εξαπλώθηκαν σταδιακά σε όλη την Ελλάδα και ανέλαβαν τα ηνία της χώρας. Χρειάστηκε να περάσουν δύο σχεδόν αιώνες ώσπου να ανδρωθεί η μυκηναϊκή ισχύς και να αρχίσουν οι Αχαιοί να αμφισβητούν τα πρωτεία της θαλασσοκράτηρας Κρήτης. Γύρω στο 1.400 π.Χ. οι Αχαιοί επεκτάθηκαν και στην Κρήτη χωρίς, όπως φαίνεται, να χρειαστεί να αναλωθούν σε σοβαρούς αγώνες. Αυτό ίσως να οφειλόταν και στην διαβόητη έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, η οποία θεωρείται αποκλειστικά υπεύθυνη για την καταστροφή του Μινωικού πολιτισμού. H έκρηξη τοποθετείται χρονολογικά μεταξύ 1650 και 1400 π.Χ. Άσχετα πάντως με τον τρόπο που επετεύχθη, σημασία είχε το γεγονός της αλλαγής του κέντρου βάρους του Ελληνισμού από την Κρήτη στην ηπειρωτική χώρα. Σχετικός με την αλλαγή καθεστώτος στο Αιγαίο, είναι και ο μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου. H αποστολή των 14 νέων κάθε χρόνο στον Μίνωα αποτελεί σημάδι υποτέλειας, από την οποία απάλλαξε την πατρίδα του ο Θησέας. Μετά την υποταγή της Κρήτης ακολούθησε ο επόμενος

Image

μεγάλος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Αργούς και Θήβας (Εκστρατεία Επτά επί Θήβας, Εκστρατεία Επιγόνων). Μετά την επικράτηση των Πελοποννησίων έναντι των Στερεοελλαδιτών, αρχίζει η χρυσή εποχή των Μυκηνών, της πολύχρυσης πολιτείας που περιγράφει ο Όμηρος.

Οι Αχαιοί από πολύ νωρίς θαλασσοπορούσαν.

H φήμη τους ως εμπόρων και πολεμιστών είχε εξαπλωθεί σε όλη την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις -αν όχι αποδείξεις- ότι οι γειτονικοί λαοί χρησιμοποίησαν Αχαιούς πολεμιστές στις μεταξύ τους διαμάχες και Αχαιούς εμπόρους για τη διεξαγωγή του διακομιστικού τους εμπορίου. Όταν η Αίγυπτος έδινε, στα μέσα του 16ου π.Χ. τον δικό της αγώνα ανεξαρτησίας για την απελευθέρωση από τους Υκσώς (ή Υξώς), φαίνεται ότι χρησιμοποίησε Αχαιούς στρατιώτες και ίσως και αχαϊκά πλοία για τις ανάγκες του αγώνα (η Αίγυπτος δεν διέθετε αξιόλογο στόλο σε όλη την πορεία της ιστορικής της διαδρομής). Οι Αιγύπτιοι Φαραώ μάλιστα δεν ήταν καθόλου

Image

Μυκηναϊκά κράνη. Χρυσή κύλικα από τις Μυκήνες. Η πολύχρυση πολιτεία έλαμπε από τον χαλκό και το χρυσάφι.

Image

αγνώμονες στη νίκη τους και μετα την οριστική συντριβή των Υκσώς φαίνεται ότι αντάμειψαν πλούσια τους συμμάχους-μισθοφόρους τους. Στα ίδια πλαίσια (παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών, εμπορικών διεισδύσεων) εντάσσονται και οι σχετικοί με τους άθλους του Ηρακλή μύθοι. Μέσω των μύθων βλέπουμε τους Μυκηναίους να ταξιδεύουν από τα Γάδειρα (σημερινό Γιβραλτάρ) ως την Ινδία και από το Σουδάν ως τις χώρες των Υπερβορείων (Σκανδιναβία). Πίσω από τους μύθους κρύβονται ακόμα και τα τεχνολογικά επιτεύγματα του Μυκηναϊκού πολιτισμού (αποξηράνσεις λιμνών, όπως της Κωπαίδας ή της Στυμφαλίας, αλλαγές στη ροή ποταμών, κατασκευή δρόμων και πάνω από όλα πρόοδοι στη ναυσιπλοία).

H αχαϊκή Ελλάδα ήταν πολπικά οργανωμένη σε έναν αριθμό πόλεων κρατών η κάθε μια από τις οποίες εκυβερνάτο από τον τοπικό άνακτα (βασιλιά). Αρχικά δεν φαίνεται τα βασίλεια αυτά να ήταν ενωμένα σε μια έστω χαλαρή ομοσπονδία, σύμφωνα με το κρητομινωικό πρότυπο. Τον 14ο αιώνα π.Χ. μάλιστα εμφανίζονται δύο πόλοι εξουσίας, η Θήβα και οι Μυκήνες. Χρειάστηκαν σοβαροί αγώνες για να επικρατήσει ο ανακτάς των Μυκηνών έναντι του Θηβαίου ομολόγου του, ώστε να κατορθώσει να συγκροτήσει, στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. μια χαλαρή «αυτοκρατορία», στην οποία υπήχθησαν όλα τα μικρότερα βασίλεια. Ο θρυλικός Αγαμέμνων ήταν μάλλον ο πρώτος Έλληνας «αυτοκράτορας», η εξουσία του οποίου δεν περιοριζόταν στα σημερινά στενά σύνορα της ελληνικής επικράτειας. Υπό την κυριαρχία του βρισκόταν το μεγαλύτερο τμήμα του Αιγαίου και τμήμα της μικρασιατικής ενδοχώρας. H χώρα της «Μιλαβάντα» (Μίλητος) ανήκε, σύμφωνα με τα χιττιτικά αρχεία στον άρχοντα της χώρας Αχιγιάβα (Αχαίας). Ο Χετταίος αυτοκράτορας μάλιστα, βάσει των αρχείων, είχε απευθύνει διάβημα στον Αχαιό ηγέτη Αταρισίγια (Ατρέα;), γιατί ο τελευταίος είχε εισβάλει στη χώρα του. Τα χιττιτικά αρχεία κατατάσσουν το κράτος των Αχιγιάβα μαζί με τα κράτη της Αιγύπτου, της Ασσυρίας και των Χάττι, ανάμεσα δηλαδή στις μεγάλες αυτοκρατορίες της εποχής. Όλα αυτά τα στοιχειά συνηγορούν στην εξαγωγή του συμπεράσματος ότι η αχαϊκή Ελλάδα αποτελούσε αυτοκρατορία ισχυρή και επίφοβη ακόμα και για τον πανίσχυρο αυτοκράτορα των Χετταίων, ο οποίος εξουσίαζε όλη σχεδόν τη Μικρά Ασία, μέρος της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Στα δυτικά του σύνορα όμως, το ναυτικό ελληνικό κράτος συνιστούσε απειλή που δεν ήταν δυνατόν να αγνοηθεί.

H έλλειψη μάλιστα χιττιτικου στόλου μεγιστοποιούσε δυνητικά για τον αυτοκράτορα των Χετταίων,

Αναπαράσταση τμήμα τος της ακρόπολης των Μυκηνών με τον Ταφικό Κύκλο Α: (Εκδοτική Αθηνών)

το μέγεθος της απειλής. Σύμφωνα πάντα με τα χιττικά αρχεία, ο Χετταίος αυτοκράτορας Μουρσίλος (ή Μυρσίλος) Β' (1334-1306 π.Χ.) ασθένησε και ζήτησε να τεθεί υπό την προστασία των ελληνικών θεοτήτων. Για τον σκοπό αυτό του στάλθηκαν τα ξόανα των θεών και θεραπεύτηκε. Ο διάδοχος του Μουβαττάλις (1306-1282 π.χ.) είχε ζητήσει με επίσημο διάβημα του τη βοήθεια του αυτοκράτορα των Αχαιών για να αντιμετωπίσει σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο την αποστασία υποτελών

Image

Απέναντι: Τοιχογραφία με παράσταση νεαρής δέσποινας από την Τίρυνθα.

του. Αίγο αργότερα ο Τουθαλίζας Δ', σε κείμενο συνθήκης μεταξύ της χώρας του και της χώρας Αμορρού (χώρα των Αμορραίων, τμήμα της σημερινής Συρίας), αναφέρεται στον βασιλιά των Αχιγιάβα, θεωρώντας τον ισότιμο του ιδίου και των βασιλέων Αιγύπτου, Ασσυρίας και Βαβυλώνας, τοποθετώντας τον ίσως εγγυητή της συνθήκης. Η σταδιακή κατάπτωση της Χιττικής Αυτοκρατορίας είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση του πεδίου δραστηριοτήτων των Αχαιών. Επί αυτοκράτορα

Χάλκινα όπλα μυκηναϊκής τεχνοτροπίας που βρέθηκαν στην Ουγγαρία.

Αρνουάνδα Δ' οι σχέσεις μεταξύ Χετταίων και Ελλήνων επιδεινώνονται. Είναι σε αυτή την περίοδο που ο Ατρέας, ο Αταρισίγια των χιττιτικών πινακίδων, θα εμπλακεί στις εσωτερικές διενέξεις της γειτονικής του αυτοκρατορίας και, με ορμητήριο τη Μίλητο θα ξεκινήσει επιδρομές στο εσωτερικό της μικρασιατικής ενδοχώρας. Έχει επίσης διασωθεί το κείμενο επιστολής του Χετταίου βασιλιά Μουρσίλου Β' ή Μουβαττάλις, προς τον Έλληνα ομόλογο του, με την οποία διαμαρτύρεται για την υποστήριξη που παρείχε ο διοικητής της πόλης της Μιλήτου Ετεοκλής -γυιός του βασιλιά του Βοιωτικού Ορχομενού Ανρεώς- προς τον επαναστάτη Πιζαμαράντους, ο οποίος είχε καταφύγει στη Μίλητο με 7.000 άνδρες. Ο Χετταίος βασιλιάς με ύφος μάλλον παρακλητικό διαμαρτύρεται για τη παρασπονδία των Ελλήνων. «Είστε ενήμερος ότι υπό τις ευλογίες σας ο Γπζαμαράντους προτίθεται, αφού εξασφαλίσει την οικογένεια του, να χρησιμοποιήσει τους 7.000 άνδρες του κατά των κτήσεων μου; Παρακαλώ πείτε του να ρυθμίσουμε τα ζητήματα ειρηνικά στη χώρα μου ή στη δική σας. Μην τον αφήσετε να χρησιμοποιήσει την Αχαΐα ως βάση επιχειρήσεων εναντίον μου. Εσείς και εγώ είμαστε φίλοι και δεν υπήρξε φιλονικία μεταξύ μας από τότε που ήρθαμε σε συμφωνία για τη Βιλούσα (η ενδοχώρα της Τροίας). Το επεισόδιο εκείνο ήταν εξ ολοκλήρου σφάλμα μου και υπόσχομαι να μην συμβεί εκ νέου... Μπορώ να πω ότι έχω εκφέρει σκληρούς λόγους εναντίον σας και

Image
Image

υποθέτω ότι το σφάλμα έγκειται όχι σε εμάς αλλά σε δολοπλοκίες των απεσταλμένων μας. Ας τους προσάγουμε λοιπόν σε δίκη, ας αποκόψουμε τις κεφαλές τους και ας πολτοποιήσουμε τα σώματα τους, ώστε στο εξής να ζήσουμε ειρηνικά», έγραφε ο Χετταίος μεγάλος αυτοκράτορας, τρέμοντας την οργή του Έλληνα ομολόγου του. Όσον αφορά το επεισόδιο της Βιλούσα, σε αυτό θα μπορούσε ίσως να ανιχνευθεί ο θρύλος της πρώτης κατάληψης της Τροίας, του Ιλίου, από τον Ηρακλή. Γιατί όμως ο αυτοκράτορας των Χετταίων, του ισχυρότερου κράτους της εποχής έτρεμε τους Έλληνες και το κυριώτερο, γιατί ο Αχαιός βασιλιάς δεν φοβόταν την τόσο ισχυρή γειτονική του αυτοκρατορία, η οποία ήλεγχε εκείνη την εποχή τη Μέση Ανατολή;

Image

Σωζόμενες βαθμίδες κλίμακος η οποία οδηγούσε στο ανάκτορο της ακρόπολης των Μυκηνών. (φωτ. Ε. Μπουρδάκου) Αναπαράσταση του ανακτόρου της ακρόπολης των Μυκηνών. (Εκδοτική Αθηνών)

Image

Μυκηναίος επέτης και ηνίοχος, με παραστάσεις αρμάτων.

Image
Image

Χρυσός διπλός πέλεκυς από την Κρήτη. Ιερό σύμβολο των Μινωϊτών, εξακολούθησε να έχει την ίδια τελετουργική αξία και στη μυκηναϊκή περίοδο.

είς, που κατοικούσαν στην Ήπειρο και στη Μακεδονία, ήταν ελληνικό φύλο (γενάρχης τους ήταν ο Μρακλής, ο μεγαλύτερος των Αχαιών ηρώων) και δεν απειλούσε, όπως και το θρακικό φύλο των Παιάνων. Οι Κίκονες της ανατολικής Θράκης, έγιναν επιθετικοί μετά τη συμμαχία τους με τους Τρώες. Δυτικά πάλι η κατάσταση ήταν υπό πλήρη έλεγχο. Στη Σικελία και στη νότια Ιταλία είχαν εγκατασταθεί αποικίες και εμπορεία εκατοντάδες χρόνια πριν, από τους Μινωίτες, η χώρα θεωρείτο φιλική και βρισκόταν στη σφαίρα επιρροής των Ελλήνων.

Τα αχαϊκά βασίλεια, βάσει της Ιλιάδας, την εποχή δηλαδή που η μυκηναϊκή επιρροή στη

Image

βόρεια Ελλάδα είχε εξασθενήσει και είχε αντικατασταθεί από αυτήν της Τροίας, είχαν αναπτυχθεί από την Ήπειρο και την Κεντρική Μακεδονία, ως τα Δωδεκάνησα. Στην Ήπειρο βρισκόταν το βασίλειο των Περαιβών, με βασιλιά τον Γουνέα. Στις σημερινές περιοχές της Ημαθίας και στην άνω κοιλάδα των Τεμπών βασιλείς ήταν ο Πρόοθος και ο Πολυποίτης. Ο Μαχάων βασίλευε στο βασίλειο της Τρίκκης (σημερινά Τρίκαλα), ο Ευρύπολος ήλεγχε τη θεσσαλική πεδιάδα και οι Φιλοκτήτης, Εύμηλος και Πρωτεσίλαος βασίλευαν στη Μαγνησία και βόρεια Φθιώτιδα. Στο κυρίως τμήμα της Φθιώτιδας, ως τον Παρνασσό εκτεινόταν το βασίλειο της Φθίας, της Ελλάδας, του Αχιλλέα. Ανατολικά βρισκόταν το βασίλειο των Αοκρών με ηγέτη τον Αίαντα. Την Αιτωλοακαρνανία ήλεγχε ο Ανδραίμων και τα Ιόνια Νησιά, μαζί με τμήμα της ηπειρωτικής ακτής, ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Ο Σχέδιος ήταν βασιλιάς της περιοχής που σήμερα περιλαμβάνεται στους Νομούς Φωκίδας και Βοιωτίας. Ο Ιαλμενός ήταν βασιλιάς της βόρειας Βοιωτίας, ο Πηνέλεος της νότιας και ο Μενεσθέας της Αττικής. Στην Εύβοια βασίλευε ο Ελεφήνωρας και στην Σαλαμίνα ο Αίαντας, ο γυιός του Τελαμώνα. H Πελοπόννησος ήταν χωρισμένη σε έξι κρατίδια. Δυτικά στην Αχαΐα βασίλευε ο Διώρης και στη Μεσσηνία ο πολύπειρος Νέστωρ. Βασιλιάς της Σπάρτης ήταν ο Μενέλαος, της Αρκαδίας ο Αγαπήνωρ, της Αργολίδας και της σημερινής επαρχίας Επιδαύρου, ο Διομήδης και της Αργολιδοκορινθίας, ως το ύψος του σημερινού Αιγίου, ο Αγαμέμνων. Στην Κρήτη βασιλιάς ήταν ο Ιδομενέας, στη Ρόδο ο Τληπόλεμος και

Χάρτης της παλαιολιθικής Ευρώπης -περί

το 35-25.000 π.Χ.

Image
Image

Παρόμοιο σύστημα διακυβέρνησης ίσχυε στη

Image

Πύργος του οχυρωματικού τείχους της ακρόπολης της Τίρυνθας (φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

Η θέα προς τον αργολικό κάμπο από την ακρόπολη των Μυκηνών (φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

Image

Ο Μυκηναϊκός Στρατός

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως οι Έλληνες της μυκηναϊκής εποχής είχαν οργανώσει την τελειώτερη στρατιωτική μηχανή στον τότε γνωστό κόσμο. Αυτό φυσικά δεν συνέβη εν μια νυκτί. Αντίθετα ήταν προϊόν όλων των προηγουμένων τεχνικών και τακτικών ανακαλύψεων που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα από το 5.000 π.Χ. περίπου. Οι πρώτοι Έλληνες πολεμιστές της 6ης, 5ης και 4ης χιλιετίας π.Χ. ήταν εξοπλισμένοι με σφενδόνες, τόξα, ακόντια και δόρατα. Το σπαθί εντάχθηκε λίγο αργότερα στο οπλοστάσιο τους, προερχόμενο από το εγχειρίδιο. Αντίθετα με όλους τους ανατολικούς λαούς, οι οποίοι αρχικά χρησιμοποίησαν δρεπανοειδή θλαστικά σπαθιά -ρομφαίες- οι Έλληνες χρησιμοποίησαν εξαρχής τον κλασικό τύπο του ίσιου σπαθιού. H ασπίδα εισήχθη επίσης αργότερα

Image

Τοιχογραφία από το λεγόμενο ανάκτορο του Νέστορα στο Κορυφάσιο της Πύλου. Εικονίζει σκηνή μάχης μεταξύ Πυλίων ελαφρών πεζών και βαρβάρων εχθρών.

Image
Image

στους ελληνικούς στρατούς. Κατασκευαζόταν όμως από φθαρτά υλικά και έτσι δεν έχει διασωθεί κανένα δείγμα. Οι πρώτες ελληνικές ασπίδες για τις οποίες έχουμε σαφείς πληροφορίες, από τις τοιχογραφίες στις Κυκλάδες και στην Κρήτη, είναι οι πυργοειδείς, ποδήρεις «σάκοι». Τα δόρατα επίσης εξελίχθηκαν και μεγάλωσαν δραματικά σε μήκος. H εξέλιξη αυτή δεν ήταν φυσικά άσχετη με την ανάπτυξη των αρμάτων κρούσης, ως στοιχείου κρίσης της συμπλοκής.

Ο Μυκηναϊκός Στρατός απαρτιζόταν από τα όπλα του πεζικού και του ιππικού. Το δεύτερο περιελάμβανε στις τάξεις του άρματα μάχης και αργότερα και ιππείς, με τη σημερινή έννοια του όρου. Το πεζικό διακρινόταν σε ελαφρύ και βαρύ. Στο βαρύ πεζικό θα πρέπει να ενταχθούν και τα τμήματα τοξοτών, τα οποία δεν πολεμούσαν σε διάταξη ακροβολισμού. Όλοι οι πολίτες ελάμβαναν

Γενική άποψη της ακρόπολης των Μυκηνών με το όρος Σάρα στο βάθος, (φωτ. Ε. Μπουρδάκου) Λεπτομέρεια από την τοιχογραφία των πολεμιστών, από το Ακρωτήρι της Θήρας, όπου εικονίζονται πολεμιστές να αποβιβάζονται από πλοία.

Image
Image

Στην Ιλιάδα γίνεται λόγος για παλαιές και νέες τακτικές, για παλαιές και νέες μεθόδους. Προφανώς ο Τρωικός Πόλεμος έλαβε χώρα σε μια εποχή μετάβασης από το παλαιό στο νέο καθεστώς, όπου και οι δύο τύποι μονάδων συνυπήρχαν και συνδύαζαν τη δράση τους για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.

Ο Πρωτομυκηναϊκός Στρατός (όπως και οι «πρόγονοι» του Κυκλαδικός και Μινωικός), σχημάτιζε τριπλή γραμμή μάχης. Αναλόγως του εδάφους, της ισχύος και της συνθέσεως του αντιπάλου στρατού, και των αναλόγων φίλιων στοιχείων, ο στρατός ετάσσετο με τα άρματα, το ελαφρύ και το βαρύ πεζικό, σε ξεχωριστές γραμμές. Ωστόσο και τα τρία διαφορετικά «όπλα» του στρατού, συνεργάζοντο αρμονικά μεταξύ τους και συνδύαζαν τη δράση τους. Ο συνδυασμός των όπλων στον Μυκηναϊκό Στρατό, έχει το παράλληλο του μόνο στον στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Ακόμα και οι περίφημοι οπλιτικοί στρατοί της κλασικής περιόδου μόλις τον 4ο αιώνα π.Χ. (αν και το οπλιτικό σύστημα μάχης «εφευρέθηκε» τον 7ο αιώνα) κατόρθωσε να προσεγγίσει την ευελιξία και την συνδυασμένη δράση των διαφόρων όπλω\ που χαρακτήριζε τον Μυκηναϊκό Στρατό του 14ου αιώνα π.Χ.! Κύρια όργανα κρίσης του αγώνα δεν

Image

Τα ερείπια της πόλης της Ασίνης, όπως φαίνονται από την ακρόπολη. Η ακρόπολη της Ασίνης αποτελούσε μέρους του δικτύου οχυρών της Αργολίδας, καλύπτοντας τις θαλάσσιες προσβάσεις προς τον Αργολικό κόλπο.

Image

Τα συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β', από την οποία γεννήθηκε το ελληνικό αλφάβητο. Οι Έλληνες γνώριζαν τη γραφή από τη 2η χιλιετία π.Χ. Δεν περίμεναν κανένα Φοίνικα να τους τη μάθει. Οι Φοίνικες ήταν αυτοί που έμαθαν τη γραφή από τους Φιλισταίους (τους Πελεσέτ των αιγυπτιακών αρχείων) και τους υπολοίπους Έλληνες αποίκους που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στις παλαιστινιακές ακτές, οι οποίες από τότε φέρουν και το όνομα

τους.

Image
Image

σωστά την τακτική μάχης του βαρέως μυκηναϊκού πεζικού; Χρησιμοποιούσαν οι Μυκηναίοι δορυφόΤοιχογραφία με παρά- ρ01) χαΚχικές όπως ο «συνασπισμός» ή ο «ωθισταση οκτώσχημης σμός» των ύστερων φαλαγγιτών ή απλώς ο σχηασπίδας. ματισμός μάχης τους εμπίπτει τυπικά, λόγω βάθους, στους σχηματισμούς τύπου φάλαγγας; Φάλαγγες μάχης χρησιμοποίησαν και όλοι οι ευρωπαϊκοί στρατοί των 19ο αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πολεμούσαν όπως οι οπλίτες ή οι πεζέταιροι.

Image

Οι Μυκηναίοι, όπως και οι Κυκλαδίτες ή οι Μινωίτες δορυφόροι, αρχικά τουλάχιστον, δεν είχαν τη δυνατότητα χρήσης της τακτικής του ωθισμού. H αδυναμία τους αυτή προερχόταν από τον τύπο ασπίδας που χρησιμοποιούσαν, την ποδήρη.

H ασπίδα αυτή αναρτάτο, με τη βοήθεια δερμάτινου ιμάντα, από τον ώμο του πολεμιστή. Δεν διέ­ θετε λαβή, παρόμοια με τον πόρπακα της αργολικής ασπίδας, του όπλου, ώστε να είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί και επιθετικά, ως όπλο διάσπασης του εχθρικού τείχους ασπίδων. H ποδήρης ασπίδα περιόριζε τους δορυφόρους στη χρήση τακτικών παρομοίων με αυτές που χρησιμοποιούσαν οι πεζεταίροι του Αλεξάνδρου. Επιχειρούσαν δηλαδή κυρίως με νυκτικά πλήγματα να εξουδετερώσουν τον αντίπαλο. Χάρις στον ιμάντα ανάρτησης της, η ποδήρης ασπίδα επέτρεπε στον πολεμιστή να χειρίζεται το μακρύ του δόρυ (έγχος) και με τα δύο του χέρια, προσδίδοντας ισχύ και ακρίβεια στο πλήγμα του. Απέναντι στην πρώιμη αυτή «μακεδόνικη φάλαγγα» κανείς ελαφρύτερος σχηματισμός δεν είχε ελπίδες επικράτησης. Οι μεγάλες ασπίδες καθιστούσαν τους δορυφόρους άτρωτους, σχεδόν, από τα εχθρικά βλήματα, ενώ κανένα μη αναλόγως οπλισμένο τμήμα δεν μπορούσε να πλησιάσει το δάσος λογχών της πρωτομυκηναϊκής φάλαγγας, χωρίς να υποστεί συντριπτικές απώλειες. Τα βαρεία και ισχυρά μακρά δόρατα, μήκους μεγαλυτέρου των 3 μέτρων, έφεραν ορυχάλκινη αιχμή

Τοιχογραφία με παράσταση Μυκηναίων ιππέων. Τοιχογραφία με παράσταση οκτώσχημης ασπίδας.

Image
Image

Βαρειά θωρακισμένος επέτης «αρματιστής». Φέρει πανοπλία τύπου Δένδρων, μακρύ δόρυ, κράνος ενισχυμένο με δόντια κάπρου και σπαθί. Αυτού του τύπου οι πολεμιστές αποτελούσαν το πλέον εκλεκτό τμήμα του πρωτομυκηναϊκού στρατού. Η ορμητική επέλαση τους σκόρπιζε τρόμο στους εχθρούς. Ο ηνίοχος είναι ελαφρά οπλισμένος και φέρει ως μόνο αμυντικό όπλο, κράνος (Εικονογράφηση Νικόλαος Α. Πάνος, Παρουσίαση Παντελής Καρύκας)

Image

Τμήμα του τείχους της ακρόπολης των Μυκηνών, (φωτ. Ε. Μπουρδάκου) Τοπογραφικό σχέδιο του λεγομένου ανακτόρου του Νέστορα στην Πύλο.

λατρευτικό σύμβολο. Ίσως η λατρεία αυτή των Μυκηναίων να πήγαζε από τη χρησιμότητα της ως όπλου και από τις νίκες που τυχόν τους είχε χαρίσει. Πέρα από τη χρήση της οκτώσχημης ασπίδας πάντως η τακτική μάχης της μυκηναϊκής φάλαγγας δεν μεταβλήθηκε καταλυτικά, σε σχέση με τα όσα προηγουμένως ίσχυαν.

Ένα άλλο ερώτημα που γεννάτε είναι το γιατί οι Μυκηναίοι δορυφόροι έφτασαν να χρησιμοποιούν τόσο μακρά δόρατα, τη στιγμή που κανένα αντίπαλο τους έθνος δεν χρησιμοποιούσε παρόμοια όπλα.

H υιοθέτηση των μακρών δοράτων έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με τον ρόλο των αρμάτων στο πεδίο μάχης της εποχής. Οι Χετταίοι, οι Μινωίτες, οι Μυκηναίοι και σε μικρότερο βαθμό οι Σουμέριοι, παλαιότερα, ήταν οι μόνοι που χρησιμοποίησαν τα άρματα τους ως όργανα κρούσης και κρίσης του αγώνα. H επέλαση των αρμάτων ήταν ένα τρομακτικό θέαμα και σπάνια υπήρχαν πεζοί αρκετά ψύχραιμοι και αναλόγως οπλισμένοι ώστε να ανταπεξέλθουν σε αυτήν. Συνήθως το πεζικό έχανε την

Image

ψυχραιμία χου και «έσπαγε» χους ζυγούς χου λίγο πριν χην επαφή. Συνέπεια τούτου ήχαν να καχακόπχονχαι οι πεζοί, κυριολεκτικά ως σχάχυα, από χα αντίπαλα άρμαχα. Έπρεπε να εξοπλισχεί χο πεζικό με ένα όπλο που θα επέχρεπε σχον πεζό να διαχηρεί χην ψυχραιμία χου, απένανχι σχα εχθρικά άρμαχα, ένα όπλο σχο οποίο ο πεζός θα μπορούσε να εναποθέσει χις ελπίδες επιβίωσης χου. Ο πόλεμος άλλωσχε από χόχε ήχαν και παραμένει πρωτίστως ένα ψυχολογικό «παιγνίδι». Χάρις στο μακρύ έγχος λοιπόν, ο Μυκηναίος πεζός είχε και την πρακτική αλλά και την ψυχολογική ικανότητα να αντισταθεί στην επέλαση των εχθρικών αρμάτων κρούσης. Με καλυμμένα τα πλευρά της η μυκηναϊκή φάλαγγα ήταν σχεδόν αδύνατο να διασπαστεί ακόμα και από τέχοια επέλαση. Εξάλλου οι ίπποι χων εχθρικών αρμάτων ήταν βέβαιο ότι θα αρνούντο κατηγορηματικά -χάρις στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης- να επελάσουν κατά του δάσους λογχών που παρουσίαζε η φάλαγγα. Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν το μακρύ έγχος υιοθετήθηκε ως αντίδοτο απέναντι στην πληγή των εχθρικών αρμάτων κρούσης. Παράλληλα όμως προσέδιδε στον Μινωίτη και στον Μυκηναίο πεζό ένα εξίσου σημαντικό πλεονέκτημα στον αγώνα του κατά του εχθρικού πεζικού, τα αγχέμαχα όπλα του οποίου ήταν σαφώς μικρότερου μήκους. Ακόμα και η επίλεκτη βασιλική φρουρά του Χετταίου αυτοκράτορα δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει, επί ίσοις όροις, ένα κοινό τμήμα Μυκηναίων φαλαγγιτών. Ακόμα χειρότερα ήταν τα πράγματα για τους Σύριους και τους λοιπούς βαρβάρους αντιπάλους των Μυκηναίων σε Ευρώπη και Ασία.

Ως και τον Τρωϊκό Πόλεμο η φάλαγγα εξακολούθησε να βρίσκεται σε υπηρεσία. Τα κρατίδια της Πύλου, της Κρήτης και της Σαλαμίνας φέρονται -από την Ιλιάδα- να διατήρησαν τον παλαιό τρόπο μάχης ακόμα και στον τρωϊκό κάμπο. Τα λοιπά μυκηναϊκά κρατίδια όμως μετέβαλλαν τις τακτικές μάχης τους, εκτός ορισμένων τα οποία εξ αρχής ακολουθούσαν το «ευέλικτο» πρότυπο. H αιτία αλλαγής του οπλισμού και του τρόπου μάχης του πεζικού έχει σαφώς να κάνει με τις αλλαγές οι οποίες συντελέσθηκαν στον οπλισμό και στις τακτικές χρήσης των αρμάτων, αλλά και στη νέα ευρύτερη θεώρηση του πολέμου καθαυτού. Το πεζικό έγινε τώρα ελαφρύτερο, πολεμώντας με τρόπο παρόμοιο με αυτόν των πελταστών της κλασικής περιόδου. Το μακρύ έγχος αντικαταστάθηκε από ένα κοντύτερο και ελαφρύτερο δόρυ, που ήταν ικανό να χρησιμοποιηθεί και ως ακόντιο και τα μακρά ξίφη της πρώτης περιόδου έδωσαν τη θέση τους σε κοντύτερα ίσια σπαθιά μήκους λεπίδας, κατά μέσο όρο, 60 εκατοστών (υπάρχουν μεγαλύτερα και μικρότερα υποδείγματα). Το πεζικό κατέ­ στη τώρα πιό ευέλικτο, ικανό να μάχεται σε κάθε τύπο εδάφους, είτε σε πυκνό σχηματισμό, είτε σε διάταξη ακροβολισμού. Το πεζικό διπλού ρόλου είχε γεννηθεί. Εκτός από τα έγχη και οι μεγάλες

Χρυσή λαβή σπαθιού από τις Μυκήνες.

Image
Image

Τοιχογραφία άρματος από την ακρόπολη των Μυκηνών.

ασπίδες αντικαταστάθηκαν από μικρότερες, στρογγυλές ή ελαφρώς ελλειψοειδείς, όπως αυτές που εικονίζονται στο περίφημα αγγείο των πολεμιστών. Ακριβώς αυτόν τον τύπο πολεμιστή κυρίως περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα να ακοντίζει, να ξιφομαχεί, να πλήττει με το δόρυ του. Οι μάχες στην περίοδο αυτή ήταν πολύ πιο «ρευστές» και είχαν τον χαρακτήρα ενός συνόλου ατομικών συγκρούσεων περισσότερο. Οι άνδρες πύκνωναν τους ζυγούς μόνο όταν επρόκειτο να δεχτούν επέ­ λαση εχθρικών αρμάτων. Στους πίσω ζυγούς λάμβαναν και πάλι θέση τοξότες, οι οποίοι με υπερκείμενες βολές υποστήριζαν τον σχηματισμό. Αντίθετα όταν πολεμούσαν κατά πεζικού, ιδιαίτερα αν αυτό διέθετε εκηβόλα όπλα, οι ύστεροι Μυκηναίοι πεζοί «άνοιγαν» τους ζυγούς τους, για να περιορίσουν τις απώλειες από τα εχθρικά βλήματα και πλησίαζαν τον εχθρό ταχύτητα. Οι άνδρες των πρώτων ζυγών, οι πρόμαχοι, έφεραν σχεδόν πάντα θώρακα-παρόμοιο με τον κωδονόσχημο των γεωμετρικών χρόνων. Οι δε ασπίδες τους έφεραν και λαβή και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και επιθετικά.

Υπήρχαν όμως και αποσπάσματα από συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές που πολεμούσαν εξ αρχής «πελταστικά». Ήταν κυρίως τα αποσπάσματα με άνδρες καταγόμενους από ορεινές περιοχές της Ελλάδας, οι οποίες παραδοσιακά «παρήγαγαν» εξαίρετο ελαφρύ πεζικό. Τέτοια τμήματα ήταν των Λοκρών, των Φωκέων, των Αιτωλών, αλλά και των Ηπειρωτών και των Πυλίων, όπως αποδεικνύεται από τις τοιχογραφίες του λεγομένου ανακτόρου του Νέστορα στην Πύλο. Οι Πύλιοι ελαφροί πεζοί εικονίζονται με κράνος, κοντό δόρυ-ακόντιο και σπαθί να τρέπουν σε φυγή

Image
Image

ορεσίβιους βαρβάρους. Εξαίρεση αποτελούσαν οι περίφημοι Μυρμηδόνες του Αχιλλέα. Οι Μυρμηδόνες ήταν επίσης ελαφρά οπλισμένοι, με μικρή ασπίδα, κοντό δόρυ-ακόντιο και σπαθί. Κράνη και θώρακες έφεραν μάλλον μόνο οι πρόμαχοι. Οι Μυρμηδόνες ήταν επίλεκτο τμήμα, όχι γιατί έφεραν πρωτοποριακά για την εποχή όπλα, αλλά λόγω της τακτικής που χρησιμοποιούσε. Πολεμούσαν

Image

Οδοντόφρακτο μυκηναϊκό κράνος από θαλαμωτό τάφο στα Σπάτα Αττικής. Δυστυχώς ένας ολόκληρος οικισμός της πρώιμης μυκηναϊκής εποχής έπεσε θύμα των εργασιών για το νέο αεροδρόμιο ισοπεδώθηκε και καλύφθηκε από τόννους τσιμέντου.

σε σχετικά πυκνή τάξη. Πλησίαζαν τον αντίπαλο με ταχύ βήμα και αφού εξαπέλυαν εναντίον του τα ακόντια τους, εφορμούσαν ορμητικά καταπάνω του με ιαχές και αλαλαγμούς (η τακτική αυτή θυμίζει έντονα την αντίστοιχη των Ρωμαίων λεγεωνάριων, αλλά και των Κελτών και των Γερμανών βαρβάρων). H ορμή άλλωστε ήταν και παραμένει χαρακτηριστικό του ελληνικού πεζικού ως σήμερα. Οι Μυρμηδόνες λοιπόν στηρίζονταν στην ταχεία, ορμητική επίθεση για να διασπάσουν τους αντιπάλους. Αν οι τελευταίοι δεν διέθεταν την απαραίτητη εκπαίδευση, συνοχή και ψυχραιμία ήταν βέβαιο ότι θα παρασύρονταν από την έφοδο των Μυρμηδόνων. Στην Ιλιάδα άλλωστε γίνεται εύκολα αντιληπτό το πόσο εκτιμούσαν και πόσο έτρεμαν οι Τρώες τους Μυρμηδόνες και τον αρχηγό τους, τον θεϊκό Αχιλλέα, παρά το γεγονός ότι οι επίλεκτοι Μυρμηδόνες ήταν σχετικά λίγοι (2.500 άνδρες, με τους πλέον φιλόδοξους υπολογισμούς).

Τα άρματα μάχης ήταν δίτροχα, ελαφριάς μα στιβαρής κατασκευής και σύρονταν συνήθως από δύο ίππους, καμμιά φορά και από τρεις. Σε κάθε άρμα επέβαιναν δύο άνδρες, ο πολεμιστής και ο ηνίοχος. Στην πρώτη περίοδο ο Επέτης πολεμιστής του άρματος έφερε βαρύτατη πανοπλία τύπου Δένδρων, κράνος, μακρύ έγχος και σπαθί. Οι ηνίοχοι μπορούσαν να φέρουν επίσης οπλισμό, άσχετα αν ήταν σε θέση να τον χρησιμοποιήσουν. Έφεραν κράνος και χοντρό μάλλινο χιτώνα, ο οποίος τους παρείχε στοιχειώδη προστασία από τα εχθρικά βλήματα. Ο πολεμιστής δεν έφερε ασπίδα.

H πανοπλία του ήταν τόσο ισχυρή και του παρείχε τόσο πλήρη σχεδόν προστασία ώστε να καθιστά τη χρήση της ασπίδας περιττή. Τα άρματα μάχης τάσσονταν σε γραμμική διάταξη. Ενδεικτικό είναι το απόσπασμα της Ιλιάδας, στο οποίο εμφανίζεται ο πολύπειρος γερο-Νέστορας να καθοδηγεί τους αρματιστές: «Οι αμαξηλάτες πρώτα πρόσταξε γερά τ' αλόγατά τους να τα κρατούν και μες στον τάραχο να μη χαλνούν την τάξη. «Μηδέ κανείς τάχα είναι αντρόκαρδος και στα άλογα τεχνίτης, μπροστά στους άλλους να θαρρεύεται να πολεμά μονάχος, για και να φεύγει, τι αχαμναίνετε μ' αυτά η δύναμη σας. Αν όμως ένας απ' τ' αμάξι του κάποιο άλλο φτάσει αμάξι, με το κοντάρι ας πέσει πάνω του, το πιο συφέρο αυτό 'ναι. Όμοια κούρσευαν κι οι πατέρες μας και πολιτείες και κάστρα, τέτοια καρδιά και γνώμη κλείνοντας βαθιά στα στήθια μέσα» (Δ 301-309, μτφ. Ν. Καζαντζάκης-1.0. Κακριδής). Από το απόσπασμα αυτό μπορούν να εξαχθούν πολλά και χρήσιμα συμπεράσματα. Απ' ό,τι φαίνεται ήταν πρωταρχικής σημασίας ζήτημα η διατήρηση της τάξης του σχηματισμού. Ο Νέστωρ προτρέπει τους αρματιστές να διατηρήσουν πάση θυσία τους ζυγούς τους, χωρίς ατομικές εξάρσεις ηρωισμού, χωρίς δειλία. Όλα τα άρματα έπρεπε να κινηθούν συντεταγμένα κατά του εχθρού και να τον πλήξουν με τα δόρατα τους, όπως ακριβώς έπρατταν και στο παρελθόν οι πατέρες τους με επιτυχία.

θεωρείται πιθανό να σχηματίζονταν δύο ή περισσότερες γραμμές αρμάτων. Αναλόγως του αντιπάλου τα άρματα είτε επέλαυναν άμεσα εναντίον του, είτε ελίσσονταν και επιτίθονταν στα πλευρά της εχθρικής παράταξης. Το θέαμα της ορμητική επέλασης εκατοντάδων αρμάτων, με τους αναβάτες τους ντυμένους κυριολεκτικά στον

Image

χαλκό, με τα τεράστια δόρατα να πάλονται, με τους άνδρες να κραυγάζουν και με τη σκόνη να σηκώνεται σαν σύννεφο πίσω τους, θα πρέπει να αποτελούσε σοβαρότατη δοκιμασία για το νευρικό σύστημα χων αντιπάλων πεζών. Είναι αξιοσημείωτο πως κανένα άλλο έθνος της εποχής δεν ανέ­ πτυξε ανάλογο οπλισμό των αναβατών των πολεμικών του αρμάτων. Οι θεωρούμενοι ως πλέον επίλεκτοι αρματιστές της εποχής, οι Χετταίοι, ήταν οπλισμένοι με κοντύτερα δόρατα, αν και τα άρματα τους έφεραν και τρίτο μέλος πληρώματος. Χρησιμοποιούσαν και αυτοί την τακτική της ταχείας επέλασης προς ανατροπή και καταστροφή του αντιπάλου. Τα μακρά δόρατα των Ελλήνων αρμαχιστών όμως σίγουρα θα τους προβλημάτιζαν. Απέ­ ναντι στα συριακά άρματα, οι πολεμιστές των οποίων ήταν κυρίως οπλισμένοι με τόξα, οι Έλληνες πλησίαζαν ταχύτατα, ώστε να έχουν τις μικρότερες δυνατές απώλειες από τα εχθρικά βλήματα και πολεμούσαν εκ του σύνεγγυς, αξιοποιώντας έτσι χην υπεροχή τους σε αγχέμαχα όπλα. Δίκαια λοιπόν κάποιοι ερευνητές ονόμασαν τους Αχαιούς αρματιστές ιππότες (η λέξη δεν απέχει φωνητικά πολύ από την σε χρήση τότε λέξη επέτης). Όπως και οι Εταίροι του Αλεξάνδρου και των Διαδόχων, όπως οι Δυτικοί Ιππότες του μεσαίωνα, έτσι και οι Μυκηναίοι ιππότες επέλαυναν ορμητικά, αλλά όχι ασύντακτα κατά του εχθρού, με σκοπό να τον διασπάσουν με το βάρος και την ορμή τους. Είναι επίσης πολύ πιθανό οι ελαφροί πεζοί ακοντιστές, όπως αυτοί που εικονίζονται στις

Image

τοιχογραφίες της Πύλου, να αποτελούσαν ειδικό τμήμα πεζικού, το οποίο θα είχε ως αποστολή την άμεση υποστήριξη και κάλυψη των αρμάτων, ιδιαίτερα όταν πολεμούσαν σε όχι ευνοϊκό για αυτά έδαφος. Παρόμοια τμήματα πεζικού -«δρομείς των αρμάτων»- γνωρίζουμε ότι διέθετε ο Αιγυπτιακός Στρατός, στην περίοδο του Νέου Βασιλείου και τον ίδιο ρόλο εξυπηρετούσε κατά περίπτωση και το τρίχο μέλος πληρώματος των χιττιτικών αρμάτων. Αλλά και οι ελληνικοί στρατοί της κλασικής εποχής είχαν αναπτύξει ειδικά τμήματα ελαφρών πεζών, τους άμιππους, τα οποία συνεργάζονταν άμεσα με χο φίλιο ιππικό. H πρακτική δεν ήταν λοιπόν άγνωστη και φυσικά διατηρήθηκε και αργότερα, ως τις μέρες μας (έφιππο πεζικό, δραγώνοι, μηχανοκίνητο πεζικό, τεθωρακισμένο πεζικό)!

H αλλαγή όμως στο ρόλο και στην τακτική χρήση του πεζικού μετέβαλε και τον ρόλο των αρμάτων, ή το αντίστροφο. Στην ύστερη μυκηναϊκή περίοδο τα άρματα γίνονται ελαφρύτερα και χρησιμοποιούνται πλέον ως συμβατικό ιππικό. Ο πολεμισχής του άρματος είναι εξοπλισμένος με ακόντια, με τα οποία πλήττει από απόσταση τους αντιπάλους, ενώ συχνά εγκαταλείπει το άρμα και πεζομαχεί. Στην περίοδο αυτή φέρει ελαφρύχερο θώρακα παρόμοιο με χον κωδονόσχημο χων γεωμεχρικών και αρχαϊκών χρόνων και ασπίδα. Τα άρμαχα δεν επέλαυναν καχά συνχεχαγμένου πεζικού, παρά μόνο αν αυτό έδειχνε σημεία κάμψης χου ηθικού χου. Της ενέργειας χων αρμάχων προηγείται χώρα αγώνας φθοράς χου φίλιου πεζικού. Την ίδια ακριβώς χακχική χρησιμοποίησε ο διάσημος Βρεχανός Σχραχάρχης Μονχγκόμερυ σχην

Οκτώσχημες ασπίδες σε τοιχογραφία από την ακρόπολη των Μυκηνών. Επιτύμβια στήλη από τον Ταφικό Κύκλο Α' των Μυκηνών. Ο επέ­

της αρματιστής φέρει

μακρό σπαθί.

Ολόχρυσο διάδημα από τις Μυκήνες.

περίφημη μάχη του Ελ Αλαμέιν το 1942. Την περίοδο αυτή όμως, ίσως και νωρίτερα, άρχισε να αναπτύσσεται και το ιππικό, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Βάσει αρχαιολογικών τεκμηρίων μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες διέθεταν τμήματα ιππικού ίσως από τον 15ο αιώνα π.Χ. Και δεν μιλάμε για τμήματα εφίππων ανιχνευτών, όπως αυτά που χρησιμοποιούσαν οι Αιγύπτιοι, οι Ασσύριοι και οι Βαβυλώνιοι, αλλά για ιππικό μάχης, ανάλογο σε εμφάνιση και τακτική με το ιππικό των γεωμετρικών, αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, ως το 356 π.Χ. και τις μεταρρυθμίσεις του Φιλίππου Β' και του Αλεξάνδρου. Σε παράσταση από τοιχογραφία του ανακτόρου των Μυκηνών εμφανίζονται δύο ιππείς οπλισμένοι με δόρατα και κράνη. H λογική της αντικατάστασης του άρματος από το ιππικό έχει κυρίως οικονομικές, αλλά και καθαρά στρατιωτικές παραμέτρους. H συγκρότηση τμημάτων ιππικού στοίχιζε σαφώς λιγότερο σε σχέση με τη συγκρότηση ενός τμήματος αρμάτων ίδιας αριθμητικής ισχύος. Από την άλλη όμως σε ένα τμήμα αρμάτων μόνο οι μισοί άνδρες του πολεμούσαν, οι άλλοι μισοί οδηγούσαν τα άρματα. Αντίθετα σε ένα τμήμα ιππικού ικανό προς μάχη ήταν το σύνολο των ανδρών του τμήματος, άρα διπλασιαζόταν η μαχητική του ισχύς. Το ιππικό ήταν επίσης πολύ πιο ευέλικτο και είχε τη δυνατότητα να πολεμά ακόμα και σε δυσπρόσιτα στα άρματα εδάφη. Στην Ιλιάδα πάντως δεν αναφέρεται πουθενά η δράση ιππικού.

H συνήθης παράταξη του στρατού γινόταν σε τρεις γραμμές μάχης. Στην πρώτη αναπτύσσονταν τα άρματα, στη δεύτερη οι ακροβολιστές ελαφροί πεζοί (τοξότες, σφενδονήτες, ακοντιστές) και στην τρίτη το βαρύτερο πεζικό. Η σειρά όμως μπορούσε να αναστραφεί, με το πεζικό να τάσσεται πρώτο και τα άρματα τελευταία, ως ταχυκίνητη εφεδρεία του στρατεύματος. H μάχη άρχιζε με τους δύο στρατούς να ελίσσονται στο πεδίο της μάχης, κατά τη φάση της προσπέλασης. Όταν πλησίαζαν σε απόσταση βολής άρχιζαν οι ρίψεις βελών, ακοντίων και βλημάτων σφενδόνης. Αρκετές φορές οι εκλεκτοί πρόμαχοι των αντιπάλων στρατών, έβγαιναν από τους ζυγούς και μονομαχούσαν με αντιπάλους εκλεκτούς πολεμιστές. Το αποτέλεσμα αυτών των μονομαχιών εμψύχωνε ή κατακρήμνιζε το ηθικό του στρατεύματος. H σώμα με σώμα μάχη πάντως, κρινόταν πριν τη στιγμή της επαφής των αντιπάλων, από την ορμητικότητα του ενός και την ψυχραιμία του άλλου. Δευτερόλεπτα πριν

Image

την επαφή οι λιγότερο ψύχραιμοι και χειρότερα εκπαιδευμένοι άνδρες έστρεφαν τα νώτα και άρχιζαν να φεύγουν. Ήταν σε αυτή τη φάση που οι επιτιθέμενοι θέριζαν τους φεύγοντες και τους προκαλούσαν τις μεγαλύτερες απώλειες. Οι Μυκηναίοι γνώριζαν καλά την ψυχοσύνθεση και την ψυχολογία του πολεμιστή και επάνω στη γνώση αυτή στήριζαν και το οικοδόμημα της πολεμικής τους μηχανής. Όσο πιο έμπειρος και ψύχραιμος -κάτι που μόνο με την συνεχή εκπαίδευση επιτυγχάνεταιήταν ο πολεμιστής, τόσο περισσότερες πιθανότητες είχε να τρέψει σε φυγή τον εχθρό και να αντέ­ ξει να αντιμετωπίσει ατάραχα την εχθρική έφοδο ο ίδιος. Το πλέον επίφοβο για τους Τρώες τμήμα του ελληνικού στρατού είδαμε ότι ήταν αυτό των Μυρμηδόνων και αυτό γιατί οι Μυρμηδόνες ενεργούσαν με άκρατη ορμή σε συμπαγείς σχηματισμούς. Σύμφωνα με την Ιλιάδα οι 2.500 Μυρμηδόνες τάχθηκαν για μάχη από τον Αχιλλέα σε πέντε τμήματα των 500 ανδρών έκαστο. Επικεφαλής κάθε τμήματος βρισκόταν ένας έμπειρος επέτης πρόμαχος, ο οποίος όπως και ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος, πολεμούσαν μάλλον επί αρμάτων, στις αρχικές φάσεις της μάχης, τουλάχιστον. Ασχετα με την ποιητική απόδοση του Ομήρου, οι Μυρμηδόνες, δεν εκτέθηκαν στις αρχικές συγκρούσεις κατά των Τρώων, αλλά τηρήθηκαν ως επίλεκτο εφεδρικό τμήμα και επενέβησαν μόνο όταν οι Τρώες άρχισαν να πυρπολούν τα ελληνικά πλοία. H άμεση και ταχεία επέμβαση τους στο πεδίο της μάχης έτρεψε σε άτακτη φυγή τους ως τότε νικητές Τρώες. Βλέπουμε λοιπόν πως οι Αχαιοί είχαν προχωρήσει πολύ στην πολεμική τέχνη. Δεν ήταν οι αιμοδιψείς βάρβαροι που με κραυγές και ιαχές ορμούσαν ασύντακτα κατά των πολεμίων. Κάθε μάχη εδίδετο βάσει προδιαγεγραμμένο σχεδίου, οι μονάδες εμπλέκονταν σε αυτή ανάλογα με τις διαταγές του αρχιστρατήγου, πραγματοποιούντο ελιγμοί στο πεδίο της μάχης, ετηρούντο εφεδρείες και όλα αυτά 1.500 χρόνια π.Χ.

Image
Image

Μια άλλη ενδιαφέρουσα παράμετρος έχει να κάνει με τις «ειδικές» επιχειρήσεις. Στη Ραψωδία Κ της Ιλιάδας, γίνεται σαφής αναφορά για την αναγνωριστική αποστολή του Διομήδη και του Οδυσσέα στο τρωικό στρατόπεδο. Οι δύο ήρωες για την εκτέλεση της συγκεκριμένης «περιπολιακής», με τα σημερινά δεδομένα, αποστολής συλλογής πληροφοριών, εξοπλίστηκαν ελαφρά. Ο Διομήδης φόρεσε κράνος χάλκινο, χωρίς λοφίο και πήρε μαζί του το σπαθί και την ασπίδα του. Ο Οδυσσέας δε εξοπλίστηκε μόνο με τόξο, φαρέτρα, κράνος και σπαθί. Στην ίδια Ραψωδία γίνεται αναφορά στο σύστημα ασφαλείας στρατοπέδου των Αχαιών. Οι

Κόσμημα από ελεφαντοστούν με σχήμα οκτώσχημης ασπίδας. Το συγκεκριμένο όπλο απέκτησε σταδιακά και τελετουργική σημασία. Τοπογραφικό σχέδιο της ακρόπολης του Διμηνίου. Είναι εμφανείς οι ομοιότητες των οχυρώσεων με τις αντίστοιχες μυκηναϊκές.

Image

σκοποί φέρονται να αγρυπνούν γύρω από το ελληνικό στρατόπεδο, ενώ ο Μηριόνης και ο γυιός του Νέστορα εκτελούν καθήκοντα αρχηγών φυλακής. Οι ηγέτες του στρατού όμως δεν εφησυχάζουν και εκτελούν προσωπικά εφοδεία, ώστε να διαπιστώσουν τη συμπεριφορά των σκοπών! Αλλά και οι Τρώες εφαρμόζουν τις ίδιες τακτικές και ο Έκτωρ φέρεται στο Έπος να στέλνει τον Δόλωνα να κατοπτεύσει το μυκηναϊκό στρατόπεδο. Ο Τρώας όμως ανιχνευτής έγινε αντιληπτός από τον Οδυσσέα. Οι Έλληνες ξάπλωσαν στο χώμα, ανάμεσα στα πτώματα των σκοτωμένων, παριστάνοντας τους νεκρούς. Ο Δόλωνας δεν τους αντελήφθη και τελικά συνελήφθη και ανακρινόμενος έδωσε όσες πληροφορίες γνώριζε στον Οδυσσέα, περί της στρατοπεδείας των Τρώων και περί της άφιξης θρακικών ενισχύσεων. Γνωρίζοντας τις θέσεις των εχθρών, οι δύο ήρωες εξουδετέρωσαν τους θράκες σκοπούς, οι οποίοι δυστυχώς για τους ίδιους είχαν αποκοιμηθεί, σκότωσαν τον βασιλιά τους και έκλεψαν τα άλογα του! Όλα τα παραπάνω καθιστούν φυσικά σαφή τη γνώση του πολέμου που είχαν οι Μυκηναίοι, σε κάθε του έκφανση. Την ίδια γνώση όμως φαίνεται πως είχαν και οι Τρώες ομόφυλοι εχθροί τους. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με ορισμέ­ νους, η ευρωπαϊκή ιστορία εξακολουθεί να αρχίζει το 800 μ..Χ. επί Καρλομάγνου.

Οχυρώσεις-Πολιορκητικές Τακτικές

Ο λόφος των Μυκηνών, ύψους 280 μέτρων, κατοικείτο από το 2.500 π.Χ. Τα τείχη της ακροπόλεως, συνολικού μήκους 900 μέτρων, έχουν κτιστεί από τον 14ο ως τον 13ο αιώνα π.Χ. και περικλείουν έκταση συνολικού εμβαδού 30.000 τετραγωνικών μέτρων (η χρονολόγηση πάντως των τειχών με τη μέθοδο της θερμοφωταύγιας, που εφήρμοσε ο ακαδημαϊκός 1. Λιριντζής, έδωσε διαφορετικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τα οποία τα Κυκλώπεια τείχη των Μυκηνών κτίστηκαν την 3η χιλιετία π.Χ.). Οι μυκηναϊκές οχυρώσεις σε όλη την Ελλάδα είναι παρόμοιες. Συνήθως στις ακροπόλεις συνυπάρχουν τρεις οικοδομικοί ρυθμοί, ο Κυκλώπιος, ο Ισοδομικός και ο Πολυγωνικός. Δεν γνωρίζουμε το ακριβές ύψος των τειχών. Το σωζόμενο τείχος στις Μυκήνες φτάνει σε μέγιστο ύψος τα 8,25 μέτρα, στην Τίρυνθα τα 7,50 μέτρα και τα 3-4 μέτρα στην Αρνη. Το πάχος των μυκηναϊκών τειχών κυμαινόταν μεταξύ 17 και 3,6 μέτρων. H οικοδόμηση των ακροπόλεων αποδεικνύει περίτρανα τη βαθιά, επιστημονική, τολμούμε να πούμε, γνώση των Μυκηναίων, στον τομέα της οχυρωματικής επιστήμης. Οι ακροπόλεις τους είναι κτισμέ-

Image
Image
Image

Τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της ακρόπολης των Μυκηνών.

πύλες, τα πλέον νευραλγικά σημεία του τείχους, έπρεπε να είναι άριστα προστατευμένα, πλαγιοφυλασσόμενα από δύο ή και τρεις πλευρές. Ο εξωτερικός της πύλης δρόμος είχε τη μορφή ανηφορικής αναβάθρας (φυσική στις ακροπόλεις των Μυκηνών, της Αθήνας και της Αρνης, τεχνητή

Η ακρόπολη της Αρνης (Γλας), η μεγαλύτερη μυκηναϊκή ακρόπολη με μήκος τείχους 3.000 μέτρων.

Αιγύπτιοι στρατιώτες χειρίζονται προστεγασμένο πολιορκητικό κριό. Οι Αιγύπτιοι και οι Χετταίοι γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν πολιορκητικές μηχανές. Ήταν άρα απίθανο, οι Μυκηναίοι που τόσο στενές σχέσεις είχαν μαζί τους, να μη γνώριζαν την ύπαρξη παρομοίων μηχανών. Πολιορκητική μηχανή ήταν κατά πάσα πιθανότητα και ο Δούρειος Ίππος.

σχην Τίρυνθα) και ήταν στενός ώστε να μην είναι δυνατή η ταυτόχρονη προσέγγιση μεγάλου αριθμού αντιπάλων πολεμιστών. Συμφωνά με τη μυθολογία ο πρώτος που κατασκεύασε τέτοιες οχυρώσεις ήταν ο Δαίδαλος στον Ακράγαντα της Σικελίας. Ακόμα όμως και αν ο αντίπαλος κατόρθωνε να διασπάσει την πύλη και να εισχωρήσει στο οχυρό, μέσω διαδρόμων η επίθεση του διοχετευόταν επάνω στις εφεδρικές δυνάμεις των αμυνομέ­ νων. Για παράδειγμα στις Μυκήνες, η πύλη των Αεόντων προστατευόταν στο νότιο τμήμα της από πυργόσχημο σχηματισμό και στο βόρειο από εσοχή του τείχους. Ο στενός δρόμος, πίσω από την πύλη προστατευόταν βόρεια από το παλαιό οχυρωματικό τείχος, την τειχοποιία του ανωφερους διαδρόμου, ο οποίος οδηγούσε στο ανάκτορο. Αν ένα εχθρικό τμήμα κατόρθωνε να εισβάλει στην ακρόπολη από την πύλη των Αεόντων, θα δεχόταν άμεσα πλήγματα από τρεις κατευθύνσεις παράλληλα. Προστατευμένοι πίσω από την τειχοποιία του ανωφερούς διαδρόμου, οι Μυκηναίοι θα ήταν σε θέση να εξαπολύσουν θεριστικές «ομοβροντίες» βλημάτων κατά των αντιπάλων, την ώρα που αυτοί θα δέχονταν την έφοδο άλλων φίλιων δυνάμεων, οι οποίες θα ήταν σε θέση να εξορμήσουν εναντίον τους από το ύψος του Ταφικού Κύκλου Α.

H ακρόπολη των Μυκηνών δεν ήταν εξ αρχής τόσο ισχυρά οχυρωμένη. Ο οχυρωματικός περίβολος αναπτύχθηκε σταδιακά και, σύμφωνα με τους ειδικούς, έλαβε την τελική του μορφή περίπου το 1.250 π.Χ. ώστε να περιλάβει εντός του τον Ταφικό Κύκλο Α και την υπόγεια δεξαμενή ύδατος, κοντά στη βόρεια πύλη. Η ακρόπολη υδρευόταν από δύο πηγές. H πρώτη η Περσεία (η πηγή του Περσέα, ιδρυτή των Μυκηνών) βρίσκεται σε απόσταση 360 μέτρων από την ανατολική πλευρά του τείχους. Το νερό της πηγής διοχετευόταν, μέσω φρεάτων και αγωγών, εντός της ακρόπολης. Το νερό μιας ακόμα πηγής, η οποία βρισκόταν στη βόρεια πλευρά του τείχους, διοχετευόταν στην υπόγεια κινστέρνα, την οποία ακόμα και σήμερα μπορεί να δει ο επισκέπτης. H δεξαμενή αυτή είχε βάθος 5 μέτρων. Δίπλα της βρίσκεται και η λεγόμενη βόρεια πύλη, μια μικρή πυλίδα κατασκευασμένη όμως και εντεταγμένη στο σύστημα οχύρωσης της ακρόπολης όπως και η πύλη των Αεόντων. H τελευταία πήρε το όνομα της από την ανάγλυφη παράσταση των δύο λιονταριών (ή γρυπών, σύμφωνα με ορισμένους). Το γλυπτό στηρίζεται σε έναν μονοκόμματο υπέρυθρο λίθο βάρους 18 τόννων. Στην παράσταση των λιονταριών έχουν δοθεί διάφορες ερμηνείες. Σύμφωνα με τον Αντιναύαρχο Π. Κώνστα οι δύο λέοντες συμβόλιζαν την μυκηναϊκή κυριαρχία σε στεριά και θάλασσα (περίπου όπως και ο δικέφαλος αετός του Βυζαντίου συμβόλιζε την κυριαρχία του σε Ανατολή και

Image

fie.

Δύση). Σύμφωνα με τον καθηγητή Γ. Μυλωνά όμως το ανάγλυφο ήταν απλώς σύμβολο-οικόσημο του βασιλικού οίκου των Μυκηνών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ανάλογη πύλη («πύλη των Σφιγγών») υπήρχε και στα τείχη της χιττιτικής πρωτεύουσας Χαττούσα.

Σε απόσταση 15 χλμ. από τις Μυκήνες ήταν κτισμένη η ακρόπολη της Τίρυνθος. Από τη θέση της μπορούσε να ελέγχει ολόκληρο τον Αργολικό κόλπο. H ακρόπολη υπάρχει στο σημείο αυτό από την προμυκηναϊκή περίοδο. Τα σωζόμενα σήμερα ερείπια είναι της μυκηναϊκής περιόδου. H ακρόπολη είναι κτισμένη επί μικρού λοφίσκου, μεγίστου ύψους 22 μέτρων. Το συνολικό μήκος των τειχών έφτανε τα 700 μέτρα, περικλείοντας έκταση 20.000 τετραγωνικών μέτρων. H Τίρυνθα, μαζί με την Ασίνη, τα Πρόσυμνα, το Αργός, τα σημερινά Δένδρα και άλλες θέσεις, αποτελούσε μέρος του αμυντικού-φρουριακού συστήματος προστασίας των Μυκηνών. Από τις Μυκήνες άλλωστε ξεκινούσε ο οδικός άξονας που ένωνε τις αργολικές πόλεις μεταξύ τους. Τμήματα των μυκηναϊκών δρόμων έχουν ανακαλυφθεί, προκαλώντας κατάπληξη με την τελειότητα κατασκευής τους, η οποία μόνο στους ρωμαϊκούς χρόνους απαντάται ξανά. Το οδικό δίκτυο όμως ήταν ζωτικής σημασίας για την άμυνα και την οικονομία των μυκηναϊκών ανακτόρων. Μέσω του άριστου οδικού δικτύου οι ενισχύσεις μπορούσαν να φτάσουν ταχύτατα σε οποιοδήποτε απειλούμενο σημείο της επικράτειας. Το ίδιο και τα διάφορα αγαθά. Από δε το λιμάνι του Κοράκου, βόρεια της Κορίνθου, οι κάτοικοι της Αργολιδοκορινθίας, επικοινωνούσαν, μέσω του βοιωτικού λιμένα της Θίσβης, με τη Θήβα και τη βόρεια Ελλάδα. Οι διάφορες ακροπόλεις έπαιζαν τον ρόλο των μεσαιωνικών κάστρων. Σε αυτές κατέφευγε ο πληθυσμός, σε περιπτώσεις εχθρικής επιδρομής και σε αυτές διαβιούσε ο τοπικός άρχοντας και ο μόνιμος στρατός του, που φρουρούσε την ακρόπολη. Οι φρουρές δεν ήταν πολυάριθμες. Σύμφωνα με υπολογισμούς, 500-1.000 άνδρες (περιλαμβανομένων και των βοηθητικών) ήταν υπεραρκετοί για να διαφυλάξουν έναντι κάθε επιβουλής μια ακρόπολη όπως αυτή των Μυκηνών. H φρουρά της Τίρυνθος πρέπει να ήταν ακόμα ισχνότερη. H μεγαλύτερη μυκηναϊκή ακρόπολη είναι αυτή της Αρνης (Γλας). Το μήκος των τειχών ξεπερνά τα 3.000 μέτρα, περικλείοντας έκταση 200.000 τετραγωνικών μέτρων.

Οι μυκηναϊκές οχυρώσεις δεν ήταν δημιούργημα τυχαίας έμπνευσης κάποιου αρχιτέκτονα -του μυθικού Δαιδάλου όπως πίστευαν οι Έλληνες των κλασικών χρόνων. Ήταν αποτέλεσμα εμβριθούς μελέτης και πολυετούς εμπειρίας των τεχνιτών. Οι πολύπλοκες, λαβυρινθώδεις δίοδοι διοχέτευσης του κύματος των επιτιθεμένων σε σημεία «ζωνών θανάτου», όπου οι αμυνόμενοι μπορούσαν να αποκτήσουν συντριπτική τοπική αριθμητική και τακτική υπεροχή, ήταν εμπνεύσεις των αρχιτεκτόνων από χρόνια πολύ παλαιότερα των μυκηναϊκών. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο ήταν κατασκευασμένες

Η βαθμιαία ανάπτυξη του οχυρωματικού περιβόλου των Μυκηνών.

Image
Image

και οι σουμεριακές ακροπόλεις της Μεσοποταμίας και οι ελληνικές νεολιθικές ακροπόλεις του Σέσκλου και του Διμηνίου, αλλά και της επίσης ελληνικής Τροίας! Με ποίον όμως τρόπο θα μπορούσε να κυριευθεί μια τόσο καλά οχυρωμένη ακρόπολη, ιδιαίτερα αν η φρουρά αντέτασσε ενεργητική άμυνα; Ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος ήταν της στενής πολιορκίας. H απευθείας έφοδος κατά των τειχών ήταν η λιγότερο ενδεδειγμένη μέθοδος, αφού ήταν βέβαιο ότι τα επιτιθέμενα τμήματα θα υφίσταντο σοβαρές απώλειες κατά τη διάρκεια της. Τυπικά παραδείγματα πολιορκητικών επιχειρήσεων αποτελούν οι περιπτώσεις της Θήβας και φυσικά της Τροίας. Και στις δύο περιπτώσεις οι αμυνόμενοι αντέταξαν ενεργητική άμυνα, αντιμετωπίζοντας τους επιτιθέμενους στο ανοικτό πεδίο, έξω από την πόλη τους, περιοριζόμενοι σε παθητική, εντός των τειχών, άμυνα, μόνο όταν δεν είχαν άλλη επιλογή. Στην εκστρατεία των Επτά επί Θήβαις, οι Πελοποννήσιοι αρχηγοί, αφού

Image

Αναπαράσταση της αίθουσας του θρόνου του ανακτόρου του Νέστορα στην Πύλο. Τοπογραφικός χάρτης της αρχαίας Ασίνης.

πρώτα νίκησαν τους Θηβαίους και τους συμμάχους τους (Φωκείς, Ορχομένιους) σε μάχη έξω από την πόλη, επιτέθηκαν κατά των πυλών και αποκρούστηκαν με βαρείες απώλειες. Στην Τροία επίσης οι αμυνόμενοι περιορίστηκαν εντός των τειχών μόνο μετά τη συντριβή του στρατού τους από τον Αχιλλέα. Μετά τον θάνατο του τελευταίου όμως επανήλθαν, διενεργώντας έξοδο. Τελικά η πόλη κατελήφθη εξ εφόδου, με τη βοήθεια του Δούρειου Ίππου, της πρώτης ελληνικής πολιορκητικής μηχανής. Υπάρχουν ωστόσο ίχνη ότι έλαβε χώρα σφοδρή τειχομαχία επί των κυκλωπίων τειχών της Τροίας. Στη δυτική κλιτή του λόφου της Τροίας βρέθηκε σκελετός άνδρα ο οποίος φαίνεται ότι είχε κρημνισθεί από το τείχος. Οι Μυκηναίοι Έλληνες πάντως φαίνεται ότι είχαν μεγάλη εμπειρία και στις πολιορκητικές επιχειρήσεις. Σε ένα χαρακτηριστικό χωρίο της Ιλιάδας, ο Αχιλλέας λέει στον Οδυσσέα: «Με τα καράβια κάστρα δώδεκα πάτησα ως τώρα ατός μου, κι έντεκα πεζός, διαβαίνοντας στην καρπερή Τρωάδα» (Ζ328-329, μτφ. Ν. Καζαντζάκης-1. Θ. Κακριδής).

Image

H πρώτη άλωση της Τροίας από τους Μυκηναίους, ωστόσο, επετεύχθη με δόλο από τον Ηρα-

Αναπαράσταση Μυκηναίου ιππέα της ύστερης περιόδου. Τοιχογραφία με παράσταση κιθαρωδού από την Πύλο. 0 πολιτισμός των Ελλήνων της μυκηναϊκής εποχής είχε φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα, ειδικά συγκρινόμενος με τους συγχρόνους του ευρωπαϊκούς.

Image

Τοιχογραφία από το Ακρωτήρι της Θήρας, όπου εικονίζονται πολεμιστές με πυργόσχημες ποδήρεις ασπίδες.

κλή, ο οποίος με 300 το πολύ άνδρες κατόρθωσε να εισχωρήσει στην πόλη και να ανατρέψει τον βασιλιά Λαομέδοντα, παραδίδοντας την εξουσία στον Πρίαμο.

Ο ΔουρειοςΊππος

«Το γεγονός ότι το έργο αυτό του Επειού ήταν ένα μηχάνημα για τη διάλυση του τείχους το ξέρει όποιος δεν θεωρεί εντελώς ανόητους τους Φρύγες» (Αττικά, 1 23.80). Με τη φράση αυτή ο Παυσανίας περιγράφει τον Δούρειο Ίππο, την πρώτη μηχανή για τη διάλυση του τείχους που χρησιμοποιήθηκε από ελληνικό στρατό. Οι «Φρυγες» (οι Τρώες) δεν ήταν ανόητοι να γκρεμίσουν μόνοι τους τα τείχη τους για να φέρουν εντός της πόλης τους ένα ξύλινο άλογο. Αντίθετα το «ξύλινο άλογο» ήταν που γκρέμισε τα τείχη τους και επέτρεψε στους Αχαιούς να εισέλθουν στην πόλη. Τι ήταν όμως αυτό το ξύλινο άλογο, ο Δούρειος Ίππος;

Σύμφωνα με τον μύθο, οι Αχαιοί απογοητευμέ­ νοι από τη μακρά πολιορκία της Τροίας, αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους, με ένα τέχνασμα. Ο Φωκεύς τέκτονας Επειός, κατασκεύασε ένα κούφιο ξύλινο άλογο, εντός του οποίου κρύφτηκαν μερικοί Αχαιοί πολεμιστές. Όταν οι Τρώες έφεραν τον Ίππο εντός των τειχών οι έγκλειστοι Αχαιοί βγήκαν κρυφά, άνοιξαν τις πύλες και έτσι εισήλθε στην πόλη και ο υπόλοιπος μυκηναϊκός στρατός και την κυρίευσε. Αυτά αναφέρει ο μύθος. Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτό το ρομαντικό παραμύθι;

Image

Τα κείμενα του επικού κύκλου κάνουν εκτενείς αναφορές στο έργο του Επειού. Σύμφωνα με τις περιγραφές επρόκειτο για μια κατασκευή τεραστίων, για τα μέτρα της εποχής, διαστάσεων, εντός της οποίας ή για το χειρισμό της οποίας απαιτούντο 3.000 άνδρες (Μικρή Ιλιάς). Οι μεταγενέστεροι συγγραφείς θεώρησαν τον αριθμό αυτό υπερβολικό και τον καταβίβασαν στους 100, 50 ή και 12 μόλις άνδρες. Σε παραστάσεις εξάλλου -η πρωιμώτερη των οποίων ανάγεται στους γεωμετρικούς χρόνους- ο Δούρειος Ίππος αποδίδεται φυσιοκρατικά ως ξύλινο άλογο, έμφορτο πολεμιστών. Στο σημείο όμως αυτό θα ήταν σκόπιμο να αναφερθεί ρητά ότι οι πολιορκητικές μηχανές ήταν γνωστές ήδη από τον 18ο αιώνα π.Χ. Σε αιγυπτιακούς τάφους, της περιόδου του Παλαιού και Μέσου βασιλείου, υπάρχουν παραστάσεις πολιορκητικών μηχανών (τροχοφόρες κλίμακες, πολιορκητικοί κριοί κ.α.). Παρόμοιες μηχανές διέθεταν και οι Χετταίοι. Πρέπει λοιπόν να θεωρείται απίθανο το γεγονός οι Έλληνες, οι οποίοι τόσο στενές σχέσεις είχαν αναπτύξει, τόσο με τους Αιγυπτίους -με τους οποίους άλλωστε συμπολέμησαν κατά των Υκσώς, αυτή ακριβώς την περίοδο (16ος αιώνας π.Χ.)- όσο και με τους Χετταίους, να μη γνώριζαν την ύπαρξη απλών έστω πολιορκητικών μηχανών. Όσον αφορά τον αριθμό των 3.000 ανδρών στους οποίους αναφέρεται η Μικρή Ιλιάς, αν και εν πρώτης φαίνεται όντως υπερβολικός, ταυτίζεται όμως με τον αριθμό των ανδρών που απαιτούντο για τον χειρισμό μιας τυπικής Ελέπολης των ελληνιστικών χρόνων. Και η Μικρή Ιλιάς συνεγράφη 300 έτη νωρίτερα από την ελληνιστική περίοδο! Τροχοφόρες πολιορκητικές μηχανές (τις οποίες κάποιοι ευφάνταστοι ταυτίζουν με τανκς) χρησιμοποίησαν κατά κόρο, από τον 10ο αιώνα π.Χ. τουλάχιστον, οι Ασσύριοι. Επειδή όμως στην ιστορία τίποτα δεν οφείλεται σε παρθενογένεση, είναι πολύ πιθανό η τεχνογνωσία των Ασσυρίων να προερχόταν από

Image
Image

γειτονικούς πολιτισμούς. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο το γεγονός ότι οι πολιορκητικές μηχανές των Ασσυρίων ήταν πολλές φορές ζωόμορφες και σχεδόν πάντα έφεραν ονόματα ζώων (π.χ. ρινόκερος). Βάσει των παραπάνω εξάγεται, με σχετική ασφάλεια το συμπέρασμα ότι ο Δούρειος Ίππος ήταν ένας τροχοφόρος στεγασμένος και επενδεδυμένος με δέρματα ζώων, ώστε να μην αναφλέγεται, κριός, για την κίνηση και τη χρήση του οποίου απαιτείτο μεγάλος αριθμός ανδρών. Το μόνο πρόβλημα των Αχαιών θα ήταν να «πείσουν» τους Τρώες να «επιτρέψουν» την προσέγγιση της μηχανής στα τείχη τους. Αυτό ακριβώς εφοβούντο και οι τελευταίοι και για αυτό αντέταξαν λυσσώδη ενεργητική άμυνα, καθυστερώντας, όσο μπορούσαν, το πλησίασμα του εχθρού στα τείχη τους. Από τη στιγμή που οι Αχαιοί θα ήταν σε θέση να πλησιάσουν τα τείχη και να θέσουν σε ενέργεια τη μηχανή, το αποτέλεσμα της πολιορκίας ήταν βέβαιο. Εξάλλου η πολιορκία της Τροίας κράτησε, απ' ότι φαίνεται, λίγους μόνο μήνες. Όσο χρειάστηκε δηλαδή για να αναγκάσουν οι Αχαιοί τους αντιπάλους τους να περιοριστούν στα τείχη. Ο Όμηρος περιγράφει τα γεγονότα 51 μόνο ημερών της πολιορκίας.

Τα όπλα των Μυκηναίων

Οι Έλληνες σε όλες την ιστορική τους πορεία έχουν αποδειχθεί λαμπροί πολεμιστές. Οι Μυκη-

Ασσυριακές πολιορκητικές μηχανές του 9ου-7ου αιώνα π.Χ. Οι Ασσύριοι γνώρισαν τις πολιορκητικές μηχανές από την επαφή τους με τους αντιπάλους τους Χετταίους. Τους έδιναν μάλιστα και ονόματα ζώων, μια πρακτική την οποία αγνοούμε από που τη μιμήθηκαν. Ίσως και ο Δούρειος Ίππος να ήταν μια παρόμοιας σχεδίασης, ζωόμορφη πολιορκητική μηχανή.

ναίοι πρόγονοι όχι μόνο δεν θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση, αλλά ήταν αυτοί που έθεσαν το ηρωικό ιδεώδες που τόσες γενεές Ελλήνων εξέ­ θρεψε. Ο Αλέξανδρος, ο Μακρυγιάννης, ο Κολοκοτρώνης και τόσες άλλες ηγετικές φυσιογνωμίες της ελληνικής ιστορίας ήταν βαθύτατα διαποτισμέ­ νοι από τα ηρωικά νάματα των Αχαιών ηρώων, όπως ο τυφλός ποιητής τα τραγούδησε. Αχώριστοι σύντροφοι των Μυκηναίων ηρώων ήταν τα όπλα τους. Αυτά τους συνόδευαν κατά τη διάρκεια του βίου τους, αυτά τους συνόδευαν και στα μνημούρια τους. Και ευτυχώς, γιατί έτσι έφτασαν ως τις μέρες μας, συντηρημένα στην αγκαλιά της ελληνικής γης για αιώνες, δίδοντας μας εξαιρετικές πληροφορίες για τους κατόχους τους.

Το σπαθί ανέκαθεν αποτελούσε την προέκταση του εαυτού του πολεμιστή. Αντανακλούσε την περηφάνια του. Ήταν συνώνυμο της επιδεξιότη-

Image

Σπαθιά, αιχμές δοράτων και εγχειρίδια. Διακρίνεται καθαρά η κεντρική νεύρωση που έφεραν τα μακρά μινωικά και μυκηναϊκά σπαθιά.

Image
Image

Άποψη της κύριας αίθουσας του μεγάρου της Τίρυνθας (φωτ. Ε. Μπουρδάκου). Σκηνή μάχης από τοιχογραφία της Πύλου.

Image
Image

Μυκηναϊκά σπαθιά που βρέθηκαν στη Ρουμανία. Εύκολα ξεχωρίζει το λογχόσμημο (αριστερά) πρώιμο σπαθί από τα ύστερα, (φωτ. Ε. Μπουρδάκου)

όπλων, ήταν κατασκευασμένα από ορύχαλκο, ένα μίγμα χαλκού και κασσίτερου, σε αναλογία περίπου 90% χαλκού και 10% κασσίτερου. Όλα διέθεταν μια κεντρική νεύρωση, εγκάρσια ως προς τον κάθετο τους άξονα, η οποία βελτίωνε την αντοχή του όπλου κατά την κρούση με σκληρά αντικείμενα, στην ξιφομαχία. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι τα μακρά σπαθιά χρησιμοποιούντο κυρίως ως νυκτικά όπλα, εξαιτίας της αυξημένης,

Image

Τοιχογραφίες με παραστάσεις οκτώσχημων ασπίδων από τις Μυκήνες.

τάς του. Στην Ελλάδα τα σπαθιά αναπτύχθηκαν από νωρίς, από τα βάθη της ιστορίας. Από τους μινωικούς τουλάχιστον χρόνους, το βασικό τους σχήμα έμεινε απαράλλαχτο, παρά τις όποιες κατά καιρούς μορφολογικές διαφορές τους. Εξαιρώντας τα εγχειρίδια, τα σπαθιά της μυκηναϊκής περιόδου μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε δύο βασικές κατηγορίες, αναλόγως του μήκους τους. Τα μακριά σπαθιά είχαν μήκος που κυμαινόταν από 60 εκατοστά ως ένα σχεδόν μέτρο, ενώ το μήκος των μικρότερων κυμαινόταν μεταξύ 50 και 70 εκατοστών. Τα μακριά σπαθιά είχαν λογχόσχημη κόψη και ήταν ικανά να καταφέρουν τόσο θλαστικά, όσο και νυκτικά πλήγματα. Το μεγάλο τους μέγεθος αποτελεί ένα δυσεξήγητο πρόβλημα για τους ερευνητές. Ένα τόσο μεγάλο και κατά συνέπεια βαρύ όπλο, το οποίο ο πολεμιστής χειριζόταν με το ένα μόνο χέρι -οι λαβές που έχουν βρεθεί σε αυτό το συμπέρασμα μας οδηγούν- ήταν εκ των πραγμάτων δύσχρηστο. Ο χειρισμός του απαιτούσε ιδιαίτερη σωματική ρώμη, αλλά και επιδεξιότητα. Όπως και όλα τα μεταλλικά μέρη των μυκηναϊκών

Image

λόγω σχήματος, διατρητικής τους ικανότητας κατά ελαφρά θωρακισμένων ή αθωράκιστων αντιπάλων. Φαίνεται πως ήταν ικανό να διατρήει, υπό προϋποθέσεις, ακόμα και τις μεγάλες ποδήρεις ή και τις οκτώσχημες ασπίδες. Ωστόσο τα μακρά σπαθιά δεν φαίνεται ότι ήταν τα αγαπημένα όπλα των Μυκηναίων πεζών, οι οποίοι ήταν συνήθως οπλισμένοι με παρόμοια υποδείγματα, μικρότερου όμως μήκους (ένα τέτοιο σπαθί φέρει Αχαιός πεζός, ο οποίος εικονίζεται να μονομαχεί με βάρβαρο πολεμιστή, σε τοιχογραφία του λεγομένου ανακτόρου του Νέστωρα, στο Κορυφάσιο της Πύλου). Αντίθετα σε μια επιτύμβια στήλη από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών, η οποία βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, εικονίζεται ένας αρματηλάτης να φέρει στη μέση του ζωσμένο ένα μακρύ σπαθί. Είναι φυσικό τα μακρά σπαθιά να είναι πιο χρήσιμα στους εφίππους πολεμιστές. Το μεγάλο τους μήκος επέτρεπε στον έφιππο μαχητή, είτε ήταν ιππέας, είτε αρματιστής, να πλήττει με ευκολία πεζούς αντιπάλους, χωρίς να χρειάζεται να σκύβει, γινόμενος και ο ίδιος στόχος. Με την ταχύτητα κίνησης του ίππου ή του άρματος, ένα επιδέξιο πλήγμα με το μακρύ σπαθί ήταν αρκετό για να εξουδετερώσει τον αντίπαλο πολεμιστή. Εναντίον θωράκισης όμως, το συγκεκριμένο όπλο δεν θα πρέπει να ήταν το ίδιο αποτελεσματικό, γι' αυτό άλλωστε και αντικαταστάθηκε σχετικά γρήγορα. Με το βάρος του ανισομερώς κατανεμημένο, δεν ήταν ικανό να καταφέρει ισχυρά θλαστικά πλήγματα σε βαρεία θωρακισμένο αντίπαλο. Θα μπορούσε ίσως να τρυπήσει τον αντίπαλο θώρακα, υπήρχε όμως ο κίνδυνος να σπάσει η αιχμή του κατά την προσπάθεια. Πάντως ο Μυκηναίος πολεμιστής σε κάθε σχεδόν περίπτωση έφερε και εγχειρίδιο, το σχήμα του οποίου του επέτρεπε να «σχίζει» ακόμα και θώρακες.

Το επόμενο υπόδειγμα μυκηναϊκών σπαθιών, το οποίο όμως δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ενετάχθη σε υπηρεσία, ήταν μικρότερου μήκους. Η λεπίδα του ήταν μερικές φορές πλατύτερη στην αιχμή. Συνήθως πάντως όλη η λεπίδα είχε το ίδιο πάχος. Τα σπαθιά αυτά ήταν πιο εύχρηστα και πάνω από όλα ήταν ικανά να καταφέρουν θανάσιμο θλαστικό πλήγμα, χωρίς να χάνουν και τη διατρητική τους ικανότητα. Τα πλατύστομα σπαθιά, έχοντας μπροστά το κέντρο βάρους τους, λειτουργούσαν όπως και η κοπίδες των κλασικών χρόνων.

H Ιλιάδα μας δίνει συγκλονιστικές περιγραφές της χρήσης των σπαθιών από τους Μυκηναίους πολεμιστές: «...κείνος του 'μπηξε στο σκώτι το σπαθί του, κι όξω το σκώτι εχύθη, ολόμαυρο το γαίμα πλημμυρίζει...» (Υ, 469-470) και «...εκείνος του-

Μια από τις στοές των κυκλώπειων τειχών της Τίρυνθας.

Image

δωκε με χο σπαθί στο σβέρκο και πέρα η κεφαλή του σύγκρανη πεταχτή, κι ο μυαλός του απ' τα σφονδήλια ξεπετάχτηκε...» (Υ, 481-483) και «...τον άλλο στο κλειδί τον χτύπησε με το τρανό σπαθί του, στον ώμο πλάι, και του τον χώρισε από λαιμό και πλάτη» (Ε, 146-147, μτφ. Ν. Καζαντζάκης-! Θ. Κακριδής).

Το βασικό όμως όπλο του Έλληνα πολεμιστή, ανά τους αιώνες, ήταν το δόρυ, το μακρύ νυκτικό, αγχέμαχο όπλο, στη χρήση του οποίου παραδοσιακά διακρινόταν. Τα μακρά πρώιμα μινωικά και μυκηναϊκά έγχη, αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, καθαρά ελληνική επινόηση. Το μεγάλο τους μήκος και η εξίσου μεγάλη τους διατρητική ικανότητα, τα καθιστούσαν ιδανικά, για την αντιμετώπιση αρμάτων, ιππικού, αλλά και θωρακισμένου πεζικού. Από τη στιγμή που οι αντίπαλοι πεζοί δεν ήταν σε θέση να πλησιάσουν τους Μυκηναίους δορυφόρους σε απόσταση μικρότερη των 2 μέτρων, οι τελευταίοι δεν υπήρχε ανάγκη να φέρουν και θώρακα. Αργότερα το μήκος των δοράτων μειώθηκε, πλησιάζοντας το μήκος των οπλιτικών δοράτων. Και πάλι η Ιλιάδα μας διαφωτίζει σχετικά με τη χρήση του μακρού έγχους και μάλιστα από επιβαίνοντα σε άρμα πολεμιστή, τον Αγαμέμνωνα. «...και πρώτος ο Αγαμέμνωνας χιμώντας τον Οδίο έξω απ' τ' αμάξι του, τον κύβερνο των Αλιζώνων, ρίχνει, τι ως πρώτος έστριβε, στη ράχη του καρφώνει το κοντάρι μεσοπλατίς, κι κείνο διάβηκε στο στήθος πέρα ως πέρα» (Ε, 38-41, μτφ. Ν. Καζαντζάκης -1. Θ. Κακριδής) και «Κι ο Ιδομενέας το Φαίστο σκότωσε, το γιό του Μαίονα Βώρου, που αλάργα από την παχιοχώματη την Τάρνη ήταν φτασμένος. Με το μακρύ του ο πολεμόχαρος Ιδομενέ­ ας κοντάρι στον ώμο το δεξιό τον πέτυχε, στο αμάξι του ως πηδούσε...» (Ε, 43-46, μτφ. Ν. Καζαντζάκης -1. Θ. Κακριδής). H Ιλιάδα όμως μας δίνει σαφείς πληροφορίες και για τα μικρότερα δόρατα τα οποία ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθούν και ως ακόντια, από μικρή απόσταση. «Και τώρα στο ζωστάρι του 'ριξεν ο τελαμώνιος Αίας και κάτω εχώθη το μακρωίσκιωτο κοντάρι στην κοιλιά του» (Ε, 615-616, μτφ. Ν. Καζαντζάκης -1. Θ. Κακριδής). Μα τα φονικά τους λοιπόν μακρά και κοντύτερα δόρατα, στη χρήση των οποίων οι Μυκηναίοι εθεωρούντο, όχι άδικα, ως «ειδικοί», κατόρθωναν να συντρίβουν τους αντιπάλους τους σε Ανατολή και Δύση.

Βασικό επίσης απάρτιο της πανοπλίας του Μυκηναίου πολεμιστή ήταν και το κράνος, η «κόρυς» των επών και των πινακίδων της Γραμμικής Β'. Τα κράνη ήταν διαφόρων τύπων, κατασκευασμένα κυρίως από δέρμα και μέταλλο. Τα δερμάτινα κράνη συνήθως έφεραν εξωτερική επένδυση από σκληρότερο υλικό (π.χ. οδόντες κάπρου). Οι ελαφρά οπλισμένοι έφεραν δερμάτινα σκουφιά. Τα κράνη των ηγετών του στρατεύματος έφεραν αριθμό λοφίων ή κεράτων. Έτσι το ολόχαλκο κράνος του Αχιλλέα εμφανίζεται τρίλοφο. Η διακόσμηση αυτή είχε καθαρά συμβολικό και όχι πρακτικό χαρακτήρα. Προσέθετε στην άγρια και αρρενωπή εμφάνιση του πολεμιστή και ίσως να ήταν και ενδεικτικό αξιώματος (οι απλοί στρατιώτες φέρουν πολύ πιο απλής κατασκευής ή διακόσμησης κράνη σε σχέση με τους προμάχους).

Μυκηναϊκά σπαθιά που βρέθηκαν στη Ρουμανία (φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

Image
Image

Σωζόμενο τμήμα μυκηναϊκής γέφυρας. Το οδικό δίκτυο της μυκηναϊκής Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο (φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

Μινωίτης ή πρώιμος Μυκηναίος δορυφόρος οπλισμένος με έγχος και πυργόσχημη ασπίδα.

Image
Image

Κατά περίπτωση τα κράνη έφεραν ή όχι παραγναθίδες. Αν και, σύμφωνα με τον Σ. Κορρέ, το κράνος ήταν εφεύρεση των Σουμερίων, εντούτοις κανείς άλλος πολιτισμός της εποχής δεν χρησιμοποίησε τόσο ισχυρά και μεγαλόπρεπα κράνη. Κράνη πάντως, παρόμοιας σχεδίασης χρησιμοποιούσαν και οι Μινωίτες. Σταδιακά τα περίφημα κράνη με τα δόντια κάπρου εγκαταλείφθηκαν και τα κράνη έγιναν ολομεταλλικά.

Το οπλοστάσιο του Μυκηναίου πολεμιστή συμπλήρωνε ο βαρύς θώρακας. Οι επίλεκτοι πολεμιστές έφεραν, αρχικά, βαρύτατους θώρακες, τύπου Δένδρων -από την τοποθεσία όπου πρωτοανακαλύφθηκε σε μυκηναϊκό τάφο. H θωράκιση τύπου Δένδρων παρείχε εξαίρετη προστασία στον πολεμιστή που την έφερε, καθιστώντας τον εν πολλοίς άτρωτο. Απετελείτο από δύο ημιθωράκια (γύαλα) επί των οποίων προσαρμόζονταν και αρκετά άλλα απαρτία. Ξεχωριστά μεταλλικά μέρη κάλυπταν τους ώμους του πολεμιστή, φτάνοντας ως το ύφος του στήθους, ενισχύοντας έτσι την αντοχή των ημιθωρακίων. Στο κάτω μέρος των ημιθωρακίων προσαρμόζοντο μεταλλικές ταινίες, μεγάλου πάχους, οι οποίες προστάτευαν τον πολεμιστή από τη μέση ως το ύφος των γονάτων. Οι δε κνήμες προστατεύονταν από χάλκινες ή δερμάτινες περικνημίδες, οι οποίες δένονταν στο πόδι με δερμάτινους ιμάντες ή με σχοινί. H περιοχή από την κορυφή του στέρνου ως και το πηγούνι, σχεδόν, του πολεμιστή προστατευόταν από ειδικό μεταλλικό περιλαίμιο, αρκετά φαρδύ ώστε να επιτρέπει στον πολεμιστή να στρέφει με άνεση την κεφαλή του. Κυριολεκτικά τεθωρακισμένος, ο Μυκηναίος Επέ- της, αποτελούσε από μόνος του μια πανίσχυρη πολεμική μηχανή, ανάλογη με τον μεσαιωνικό ιππότη. Οι πανοπλίες τύπου Δένδρων ήταν μια ακόμα καθαρά ελληνική επινόηση. Σε καμμιά άλλη χώρα δεν αναπτύχθηκε, εκείνη την περίοδο, τέτοιος τύπος θωράκισης. Το καλύτερο που οι Ανατολίτες είχαν κατορθώσει να δημιουργήσουν ήταν θώρακες από μεταλλικές φολίδες ή ελάσματα, τα οποία προσάρμοζαν σε χοντρά υφάσματα.

H πανοπλία τύπου Δένδρων παρείχε μεν επαρκή προστασία από θλαστικά και νυκτικά πλήγματα, αλλά μείωνε την ευκινησία του πολεμιστή που την έφερε και το μεγάλο βάρος της, την καθιστούσε κουραστική. Ιδιαίτερα στην ύστερη περίοδο, όπου η μάχη έγινε πιο «ρευστή», το υπόδειγμα αυτό πανοπλίας δεν ήταν πλέον χρηστικό. Για αυτό αντικαταστάθηκε. Ουσιαστικά βέβαια δεν επρόκειτο για αντικατάσταση αλλά για ελάφρυνση της. Τα δύο ημιθωράκια -εμπρόσθιο και οπίσθιο- παρέμειναν σε χρήση, συνιστώντας ουσιαστικά αυτό που

Image

Χάρτης της μυκηναϊκής Ελλάδας μεταξύ του 13ου και 12ου αιώνα π.Χ.

Image

Εγχάρακτες παραστάσεις πλοίων από τις

Κυκλάδες (2800-2500

π.Χ.). Με δάση τα πρόσφατα ευρήματα από τα Στρόφιλα της Άνδρου, γνωρίζουμε ότι οι Έλληνες θαλασσοπορούσαν ήδη από την 5η χιλιετία π.Χ. Θραύσμα αγγείου με παράσταση ναυμαχίας.

Οι Έλληνες, λαός ναυτικός από την αυγή της ιστορίας, ήταν στην συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και πάλι θαλασσοκράτορες. Τα πολεμικά πλοία των Μυκηναίων προωθούντο από ιστίο και κώπες. Ο πλέον συνήθης τύπος ήταν αυτός της τριακοντόρου (ή τραντακοντόρου) νηός (πλοίου με τριάντα κουπιά, 15 ανά πλευρά) και της πεντηκοντόρου νηός (πλοίο με 50 κουπιά, 25 ανά πλευρά). Το μεγαλύτερο μυκηναϊκό πλοίο, σύμφωνα με την ομηρική περιγραφή, αλλά και σύμφωνα με τον ιστορικό Θουκυδίδη, είχε πλήρωμα 120 ανδρών - ναυτών και πολεμιστών. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Αντιναυάρχου Κώνστα, το μέγιστο εκτόπισμα ενός τέτοιου πλοίου δεν θα ξεπερνούσε τους 100 τόννους, με πλήρες φόρτο. Τα πλοία είχαν υπερυψωμένες την πλώρη και την πρύμνη. Δεν διέθεταν κατάστρωμα, ούτε έμβολο. Οι γνώσεις όμως των Μυκηναίων γύρω από τα θαλάσσια ταξίδια ήταν εξαιρετικές. Οι Μυκηναίοι δεν ακτοπλοούσαν απλώς, ποντοπορούσαν. Οι έμπειροι κυβερνήτες κατηύθηναν τα πλοία τους ημέρα και νύκτα, προσανατολιζόμενοι από τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα, τα οποία γνώριζαν να «χρησιμοποιούν» ως οδηγούς από αρχαιοτάτων χρόνων, όπως αποδεικνύεται από τα ομηρικά έπη αλλά και από τα ορφικά κείμενα.

Image

Η κατά θάλασσα μάχη εκείνη την εποχή, θα πρέπει να έμοιαζε περισσότερο με τειχομαχία. Τα αντίπαλα πλοία πλησίαζαν χο ένα το άλλο και τα πληρώματα τους άρχιζαν να εξαπολύουν βλήματα κατά των πολεμίων, ώστε να ελαττώσουν το αντίπαλο πλήρωμα και να κυριεύσουν τελικά το εχθρικό πλοίο με εμβολή (ρεσάλτο), όπως οι πειρατές. Οι επιδρομές, οι υπερπόντιες εκστρατείες και οι αποβάσεις σε εχθρικούς αιγιαλούς ήταν συνηθισμένες επιχειρήσεις για τους Μυκηναίους ναυτικούς-πολεμιστές. Επιχειρήσεις όπως η Αργοναυτική Εκστρατεία, που μέχρι πρότινος θεωρείτο μύθευμα, φαίνεται με βάση τα νεώτερα στοιχεία ότι είχαν ιστορική βάση. H μεγαλύτερη όμως πανελλήνια εκστρατεία, η μεγαλύτερη αμφίβια επιχείρηση της αρχαιότητας, ήταν η επιχείρηση κατά της Τροίας. Για την κατά της Τροίας επίθεση συγκεντρώθηκαν 1.186 πλοία από όλες τις ελληνικές πόλεις. Ο αριθμός φαντάζει ίσως εξωπραγματικός. Σε αυτόν όμως περιλαμβάνονται σίγουρα και μεταγωγικά και ιππαγωγά σκάφη κάθε τύπου και μεγέθους, από πεντηκόντορο ως μικρή λέμβο. Ο Όμηρος στον «Κατάλογο των Πλοίων», στη Β ραψωδία της Ιλιάδας, παρουσιάζει αναλυτικά τον αριθμό των πλοίων που κάθε πόλη ή περιοχή προσέφερε για την εξυπηρέτηση του κοινού σκοπού. Τα περισσότερα πλοία φυσικά, 100 συνολικά, διέθεσε ο Αγαμέμνων και το κράτος των Μυκη-

Image

νών. Οι βοιωτικές πόλεις, εκτός της καταστραφήσας Θήβας, διέθεσαν 50 μεγάλα πλοία, το καθένα εκ των οποίων είχε πλήρωμα 120 ανδρών. Οι περιοχές της Ασπληδόνας και του Μινυακού Ορχομενού διέθεσαν 30 πλοία. Αλλα 40 διέθεσαν οι Φωκείς και άλλα 40 οι Λοκροί, οι τελευταίοι με ηγέτη τον Αίαντα τον Αοκρό. Οι Αβαντες (οι Ευβοείς) προσέφεραν άλλα 40 πλοία και οι Αθηναίοι του Μενεσθέα, 50. Με 12 μόλις πλοία συμμετείχε το μικρό νησιωτικό βασίλειο της Σαλαμίνας του Αίαντα του Τελαμώνιου. Με 80 πλοία συμμετείχε στην εκστρατεία ο υποτελής του Αγαμέμνωνα Διομήδης, με πληρώματα ναυτολογημένα από τις περιοχές της Τίρυνθος και του Αργούς. Ο Μενέλαος και οι Σπαρτιάτες του διέθεταν 60 πλοία, ενώ ο βασιλιάς της Πύλου Νέστωρ διέθεσε 90. Οι ορεσίβιοι Αρκάδες δεν διέθεταν στόλο. Διέθεσαν όμως άνδρες (επιβάτες) για την επάνδρωση 60 πλοίων, τα οποία τους παραχώρησε ο Αγαμέμνων. Οι κάτοικοι των δυτικών ακτών της Ελλάδας παρέταξαν 120 συνολικά πλοία. Αλλα 12 διέθετε ο Οδυσσέας και οι Ιθακήσιοι, Κεφαλληνήτες και Ζακυνθηνοί σύντροφοι του. Ο «κοντάρομάχος» βασιλιάς της Κρήτης Ιδομενέας, διέθεσε 80 πλοία. Αλλα 12 πλοία προσέφεραν η Ρόδιοι και οι Σύμιοι και 30 πλοία προσέφεραν οι λοιποί νησιώτες. Οι Ηπειρώτες διέθεσαν 22 πλοία και οι Θεσσαλοί 208 συνολικά πλοία. Οι Μυρμηδόνες, οι Αχαιοί και οι Έλληνες (έτσι ακριβώς αναφέρονται από τον Όμηρο), υπό τον Αχιλλέα, συμμετείχαν με 50 πλοία. Με βάση τον κατάλογο αυτό υπολογίζεται, υπερβολικά μάλλον, ότι στις ακτές της Τρωάδος αποβιβάστηκαν περίπου 108.000 Έλληνες στρατιώτες, μάχιμοι και βοηθητικοί.

Image

Παραστάσεις πλοίων σε σφραγιδόλιθους της μινωικής περιόδου, περί το 18001400 π.Χ. Απεικόνιση ναυμαχίας των μυκηναϊκών χρόνων σε αγγείο των αρχαϊκών χρόνων.

Image

Τμήμα σωζόμενου μυκηναϊκού πήλινου ειδωλίου ιππέα της Υστεροελλαδικής III Γ περιόδου (σχέδιο Ε. Μπουρδάκου).

Οι Μυκήνες πανελλήνια δύναμη

Οι εμφύλιοι πόλεμοι ήταν ενδειμικό φαινόμενο στην αρχαία Ελλάδα, σε όλες τις ιστορικές της φάσεις. Πριν ο βασιλικός οίκος των Μυκηνών κυριαρχήσει στην Ελλάδα χρειάστηκε να δώσει σκληρούς αγώνες κατά των άλλων αχαϊκών βασιλείων, της Πελοποννήσου αρχικά και της υπόλοιπης Ελλάδας αργότερα. Οι μύθοι του Ηρακλή, εθνικού ήρωα των Μυκηναίων, γεννημένο στη Θήβα και προπάτορα των Δωριέων (των Ηρακλείδων), είναι σε αυτό το σημείο διαφωτιστικοί.

Ο μύθος για τον καθαρισμό των στάβλων του βασιλιά της Ηλείας Αυγεία, έχει σχέση με τον πόλεμο των Μυκηναίων κατά των Ηλείων, ο οποίος τελείωσε με νίκη των πρώτων. Η βασιλική δυναστεία της Ηλίδος εκθρονίστηκε και η χώρα πέρασε στην «κηδεμονία» των Μυκηνών. Σε ανάμνηση μάλιστα της νίκης του, ο θρύλος αναφέρει ότι, ο Ηρακλής καθιέρωσε τότε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Έχοντας εξασφαλίσει τον έλεγχο της βόρειας Πελοποννήσου, οι Μυκηναίοι στράφηκαν κατά των Μεσσηνίων. Οι Μεσσήνιοι ηττήθηκαν και ο βασιλιάς τους Νηλέας σκοτώθηκε. Στη θέση του ανέβηκε στον θρόνο ο νεώτερος γυιός του, ο Νέστωρ. Απέμενε μόνο η κατάκτηση της Λακωνίας. Αυτή επετεύχθη με τη συνδρομή των Αρκάδων. Και εδώ ο παλαιός δυναστικός οίκος του Ιπποκόοντα καταλύθηκε και βασιλιάς ανέλαβε ο Τυνδάρεως, στενός φίλος του Ηρακλή. Η υποταγή ολόκληρης της Πελοποννήσου υπό το σκήπτρο του βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέα ήταν πλέον γεγονός. Ουσιαστικά η εξέλιξη αυτή υπολογίζεται ότι επετεύχθη στις αρχές του 13ου αιώνα π.Χ. Τόσο ο Απολλόδωρος ο Ρόδιος, όσο και ο Παυσανίας, κάνουν εκτενείς αναφορές για τα γεγονότα αυτά θεωρώντας ως πέρα για πέρα αληθινά. Ασχετα αν η μυθολογικές περιγραφές τους ήταν ακριβείς, σημασία έχει ότι περιγράφουν πολέμους που πράγματι έγιναν και που οδήγησαν στην αναγόρευση των Μυκηνών σε πρώτη πελοποννησιακή δύναμη. Από εκεί και πέρα όμως άρχισε ο ανταγωνισμός με την άλλη αρχαία και ισχυρή πόλη, τη Θήβα.

Image

Η Θήβα τον 13ο αιώνα π.Χ. ήταν ισχυρότατη πόλη, επικεφαλής ή μέλος ενός συνασπισμού πόλεων της κεντρικής Ελλάδας. Η πόλη μάλλον εκυβερνάτο από βασιλιά του οίκου των Μινυών. Οι Μινύες ήταν κατά πάσα πιθανότητα φύλο ιωνικό, ήταν δηλαδή συγγενείς φυλετικά με τους Μυκηναίους και συνδέονται με τους πρώτους νεολιθικούς πολιτισμούς του Σέσκλου και του Διμηνίου. Ο επικεφαλής της Αργοναυτικής Εκστρατείας Ιάσων ήταν Μινύος στην καταγωγή, αλλά οι περισσότεροι αργοναύτες τους ήταν Μυκηναίοι και «οι άριστοι αυτών» Μινύες ή απόγονοι Μινύων. Τόσο ο Ηρόδοτος, όσο και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος κάνουν λόγο για τον οίκο των Μινυών. Μινύες ήταν, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, και οι κάτοικοι

Image

Κεφαλή Μυκηναίου πολεμιστή με κράνος.

χης Λήμνου. Από χο 2.000 π.Χ. ο οίκος χων Μινυών ήλεγχε χην Βοιωχία, χμήμα χης Μαγνησίας, χης Φθιώχιδας κατ χης Φωκίδας με κένχρο χον Βοιωχικό Ορχομενό. Ως χον 13ο αιώνα π.Χ. χο κράχος αυχό ήχαν αρκεχά ισχυρό για να αψηφά χην πανχοδυναμία χων Μυκηνών. Οι δύο συνασπισμοί δρούσαν και λειχουργούσαν ανχαγωνισχικά μεταξύ χους και έτσι η σύγκρουση δεν άργησε να ξεσπάσει. Ο πόλεμος αυτός πρέπει να θεωρείται ο πρώτος καταγεγραμμένος ιστορικά που έλαβε χώρα στην Ελλάδα. Ο Όμηρος μας δίνει στα έπη του πολλά στοιχεία για αυτόν. Οι λόγοι που οδήγησαν στην ανάφλεξη ήταν δυναστικοί και φυσικά οικονομικοί. H παράδοση αναφέρει ότι η αφορμή δόθηκε όταν ο Αδραστος, βασιλιάς του Αργούς, βοήθησε τον γαμβρό του Πολυνείκη κατά του αδερφού του Ετεοκλή, ο οποίος είχε καταπατήσει την μεταξύ τους συμφωνία και δεν παρέδιδε τον θρόνο. Στο μεταξύ, την ίδια περίπου περίοδο συνέβαιναν εξίσου σημαντικά γεγονότα και στην Πελοπόννησο. Μετά τον θάνατο του Ηρακλή, ο βασιλιάς των Μυκηνών Ευρυσθέας έδιωξε τους απογόνους του ήρωα από την Πελοπόννησο. Αυτοί, με επικεφαλής τον Ύλλο κατέφυγαν στην Αθήνα. Όταν ο Ευρυσθέας εξεστράτευσε κατά των Αθηνών ηττήθηκε από τον ενωμένο στρατό των Ηρακλείδων και των Αθηναίων, κοντά στα Μέγαρα και σκοτώθηκε. Έτσι έληξε η δυναστεία του Περσέα από τις Μυκήνες, στον θρόνο των οποίων ανέβηκε τώρα ο Ατρέας (περί το 1280 π.Χ. όπως αποδεικνύουν ενδείξεις καταστροφών στις Μυκήνες). Οι Ηρακλειδείς κατέφυγαν τελικά στη Θήβα. Από τότε σε τακτά χρονικά διαστήματα θα επιχειρούσαν να επιστρέψουν στην πατρογονική γη. Την πρώτη φορά που το επιχείρησαν ηττήθηκαν και ο Ύλλος σκοτώθηκε. Για να αποτραπεί νέα κάθοδος τους ο Ατρέας οχύρωσε τον Ισθμό (περίπου το 1.250 π.Χ.), όπως αποδεικνύεται από τα ερείπια κυκλώπιων οχυρώσεων που εντοπίσθηκαν στην περιοχή. Όταν λοιπόν ο Πολυνείκης διεκδίκησε τον θρόνο των Θηβών, οι Πελοποννήσιοι βρήκαν τη χρυσή ευκαιρία που ζητούσαν και επιτέθηκαν κατά της Θήβας. Επικεφαλής της επιχείρησης τέθηκε ο Αργείος Αδραστος. Στην επιχείρηση συμμετείχαν επίσης αρκαδικά και αιτωλικά στρατεύματα. Οι Πελοποννήσιοι έφτασαν μπροστά στη Θήβα και ζήτησαν από τους Θηβαίους να ικανοποιήσουν τα αιτήματα τους. Η πρόταση τους όμως δεν έγινε δεκτή και ο πόλεμος άρχισε. Οι πελοποννησιακές δυνάμεις επιτέθηκαν αλλά αποκρούστηκαν. Τότε οι Θηβαίοι, με τη βοήθεια των συμμάχων τους Φωκέων και Ορχομενίων, αντεπιτέθηκαν. Στη μάχη όμως που δόθηκε στον Ισμήνιο λόφο, κοντά στην πόλη, οι Θηβαίοι και οι συν αυτούς υπέστησαν συντριπτική ήττα και οι δυνάμεις τους αποσύρθηκαν εντός των τειχών. Στη συνέχεια οι Πελοποννήσιοι επιτέθηκαν ξανά κατά της πόλης αλλά αποκρούστηκαν και πάλι και δύο από τους ηγέτες του στρατού, ο Καπανεύς και ο Αμφιάραος, σκοτώθηκαν. Ακολούθησε η μονομαχία μεταξύ των δύο αδελφών, Ετεοκλή και Πολεινίκη, στην οποία όμως σκοτώθηκαν και οι δύο και η σύγκρουση παρέμεινε άκριτη. Οι Πελοποννήσιοι εξακολούθησαν τις άκαρπες και αιματηρές επιθέσεις μέχρι που σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι αρχηγοί, εκτός του Αδράστου. Ο τελευταίος εγκατέλειψε την πολιορκία και επέστρεψε στην Πελοπόννησο, αφού πρώτα ζήτησε από τον βασιλιά της Αθήνας

Image

Θησέα, να απαιτήσει την ταφή των Πελοποννησίων νεκρών, που ο νέος βασιλιάς της Θήβας Κρέων, είχε διατάξει να μείνουν άταφοι. Πράγματι ο Θησέας πίεσε τους Θηβαίους και παρέλαβε και έθαψε τους νεκρούς Πελοποννησίους. Έτσι έληξε η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβαις», με ήττα των Πελοποννησίων, όχι όμως τόσο συντριπτική ώστε να δοθεί το δικαίωμα στους Θηβαίους να επιχειρήσουν εισβολή στην Πελοπόννησο.

Οι Πελοποννήσιοι όμως επέμειναν και μερικά χρόνια αργότερα επανέλαβαν την επίθεση κατά της Θήβας. Αυτή τη φορά επικεφαλής της επιχείρησης τάχθηκαν οι απόγονοι των νεκρών αρχηγών της πρώτης επιχείρησης, συμμετάσχοντες όλοι αργό-

Image

•9

Το κράτος των Μινύων, ο μεγάλος ανταγωνιστής των Μυκηνών.

χερα σχην κατά της Τροίας εκστρατεία. H «Στρατιά των Επιγόνων», όπως ονομάστηκε έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι ενωμένοι στρατοί των Μεσσηνίων, των Κορινθίων, των Μεγαρέων, των Αρκάδων και των Αργείων νίκησαν τους Θηβαίους στη μάχη της Γλίσαντας και κυρίευσαν την πόλη. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή οι Θηβαίοι, απογοητευμένοι από την πίεση που τους ασκούσε ο πελοποννησιακός στρατός, παρέδωσαν την πόλη τους και κατέφυγαν στους Ιλλυριούς. Μετά πάντως και την τελική επικράτηση των Μυκηνών και σε αυτό χον σκληρό και μακροχρόνιο πόλεμο, ο διάδοχος

Image

Χάρτης του κράτους της Τροίας και των συμμάχων του.

Image

χου Αχρέα, Αγαμέμνων, απέμεινε απόλυχος κυρίαρχος σε όλη χην νόχια, κεντρική και δυχική Ελλάδα. Ένα επίσης σημανχικό αποχέλεσμα χης θηβαϊκής ήχχας ήχαν και η φυγή χων Ηρακλείδων βορειόχερα. Αργότερα όχαν μεχά χον μακροχρόνιο Ιλιαδικό Πόλεμο η δύναμη χων Μυκηνών εξασθέ­ νησε, οι Ηρακλειδείς θα επανέλθουν σχην παχρώα γη, συνχελώντας, ακουσία, στη δημιουργία χου μυθεύματος περί χης περίφημης «καθόδου χων Δωριέων», χων «σκληρών, εξοπλισμένων με σιδηρά όπλα, αήχχηχων πολεμισχών». Φυσικά η συγκεκριμένη κάθοδος δεν πραγμαχοποιήθηκε ποχέ, όχι όπως χουλάχισχον χην εννοούν. Οι Δωριείς δεν ήρθαν από πουθενά, εκτός Ελλάδος. Ζούσαν στην Ελλάδα, παράλληλα με τους Αχαιούς, στις ορεινές περιοχές της Ηπείρου, της Ευρυτανίας και της Φωκίδας (στη Φωκίδα υπάρχει και σήμερα επαρχία Δωρίδος). Ήταν φτωχοί, ορεσίβιοι, ποιμένες κυρίως και σίγουρα δεν ήταν η τρομακτική ορδή των ατρόμητων πολεμιστών. Οι δε Σπαρτιάτες Δωριείς, όταν κατέφυγαν σχην Πελοπόννησο, υπολογίζεχαι όχι δεν αριθμούσαν περισσόχερους από 2.000 άνδρες, λίγους μάλλον για να ισοπεδώσουν και να αιμαχοκυλήσουν μια περιοχή όπως η Πελοπόννησος, με χα οργανωμένα κράχη χης. Η κάθοδος άλλωστε των Δωριέων είναι εξ αρχής στενά συνδεδεμένη με τους Ηρακλειδείς, τους απογόνους του Μυκηναίου Ηρακλή και είχε τον χαρακτήρα εσωτερικής, ειρηνικής μετανάστευσης προς τα προηγμένα «αστικά» κέντρα της εποχής.

Ιλιαδικός Πόλεμος. Ο μέγιστος Πόλεμος

Ο Τρωικός Πόλεμος, ή σωστότερα ο Ιλιαδικός Πόλεμος, απεχέλεσε χο μεγάλο γεγονός σχην ιστορία χης μυκηναϊκής Ελλάδας. Η μεγάλη χου διάρκεια, οι σοβαρές απώλειες σε άνδρες, αλλά και σχην οικονομία χων μυκηναϊκών ανακτόρων, προκάλεσαν, μερικά χρόνια μετά τη λήξη του, την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Είναι γεγονός ότι ο πόλεμος αυτός προκάλεσε έναν άλλο, σύγχρονο μας πόλεμο, μεταξύ των ερευνητών, τόσο για το θέμα της χρονολόγησης του, όσο και σχετικά με την ταύτιση της ομηρικής Τροίας, με μια από τις πόλεις που ήκμασαν στον σημερινό λόφο του Χισιρλίκ. Η διαμάχη πάντως είχε ξεκινήσει από την αρχαιότητα. Ο Δούρις ο Σάμιος τοποθετεί χρονικά τη σύγκρουση μεταξύ του 1344-43 π.Χ. Σύμφωνα με το Πάριο Χρονικό, ο πόλεμος έγινε το 1209-8 π.Χ. Ο Έφορος αντίθετα τον τοποθετεί στο 1135 π.Χ., ο Ερατοσθένης στο 1184 και ο Ηρόδοτος στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. Η πλειοψηφία των συγχρόνων μελετητών θεωρεί ως επικρατέστερη την άποψη του Ερατοσθένη, ότι ο Τρωικός Πόλεμος έγινε 80 έτη πριν την «κάθοδο» των Δωριέων. Η διαμάχη συνεχίστηκε και στις μέρες μας, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη της Τροίας από τον Σλήμαν. Μετά την ανακάλυψη έπαυσαν οι αμφισβητήσεις για το γεγονός καθαυτό, άρχισαν όμως νέες σχετικά με το ποιά Τροία ήταν η πόλη που κατέστρεψαν οι Αχαιοί.

Την αυγή του 13ου αιώνα π.Χ. οι Αχαιοί απολάμβαναν την απόλυτη ναυχική υπεροχή σχις οικίες θάλασσες. Τόχε όμως συνέβη ένα γεγονός που μεχέβαλε χην πολιχικοσχραχιωχική κατάσταση σε όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ήταν η μάχη του Καντές, ή οποία έλαβε χώρα στη βόρειο Συρία, στις όχθες του ποταμού Ορόντη, περί το 1287 π.Χ. Η μάχη απετέλεσε την κορωνίδα της χετταιο-αιγυπτικής σύγκρουσης για την κατοχή χης κοίλης (νότιας) Συρίας. Ο Χετταίος αυτοκράτορας επιστράτευσε το σύνολο του στρατιωτικού δυναμικού της αυτοκρατορίας χου και επιτέ­ θηκε αιφνιδιαστικά κατά του Αιγυπτιακού Στρατού. Οι Αιγύπτιοι άρχισαν να καταρρέουν. Η έγκαιρη άφιξη ενισχύσεων όμως, έσωσε τον Φαραώ Ραμσή Α'. Η χιττιτική επίθεση αποκρούστηκε τελικά και η μάχη έληξε «ισόπαλη» και με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές. Από το αποτέ­ λεσμα αυτό επωφελήθηκαν περισσότερο οι Αιγύπχιοι, και λόγω φυλετικής συνοχής. Αντίθετα η

Η κλίμακα καθόδου στην κινστέρνα των Μυκηνών (φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

πολυεθνική αυτοκρατορία των Χετταίων άρχισε να κλυδωνίζεται ιδιαίτερα επικίνδυνα μετά τη μάχη. Οι υποτελείς στους Χετταίους λαοί, διαπίστωσαν ότι οι επικυρίαρχοί τους δεν ήταν αήττητοι. H διαπίστωση αυτή σε συνδυασμό με την νέα απειλή από Ανατολάς, την Ασσυριακή, συνέτειναν στη διάλυση της Χιττιτικής Αυτοκρατορίας. H κατάπτωση

Image

Η βόρεια πύλη της ήταν μάλιστα τόσο ραγδαία που ακόμα και στη της ακρόπολης μικρασιατική χερσόνησο, το κέντρο εξουσίας των

των Μυκηνών Χετταίων, οι κατοικούντες στα δυτικά παράλια

(φωτ. Ε. Μπουρδάκου). Πελασγικής καταγωγής λαοί, διεκδίκησαν και επέ­ τυχαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Δυο ανεξάρτητα κράτη δημιουργήθηκαν στη δυτική Μικρά Ασία, αυτό της Assuwa, στον Βορρά και αυτό της Arzawa στον Νότο. Τα δύο αυτά κράτη, έχοντας ξεφύγει της «κηδεμονίας» των Χετταίων, εξελίχθηκαν σε μεγάλες ναυτικές δυνάμεις. Το κράτος της Assuwa μάλιστα, το οποίο είχε πρωτεύουσα την Τροία, φαίνεται ότι επέκτεινε την επιρροή του και στην ευρωπαϊκή ακτή, ως τη Θράκη, τη Μακεδονία και, συμφωνά με τον Ηρόδοτο, ως τις ακτές του Ιονίου (Ηρόδοτος Ζ. 20 και 75). H επέκταση ενός ναυτικού κράτους, με ανταγωνιστικά των αχαϊκών συμφέροντα, όπως ήταν φυσικό έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στις Μυκήνες. Οι Μυκηναίοι, απόλυτοι κύριοι των θαλασσών ως τότε, είδαν ξαφνικά ο έλεγχος του θαλάσσιου εμπορίου και των εμπορικών δρόμων να περνά στα χέρια των Τρώων. Ιδιαίτερα η θαλάσσια οδός που μέσω του Ελλησπόντου οδηγούσε στη μυθική Κολχίδα (Ουκρανία) ήταν ζωτικής σημασίας για τη μυκηναϊκή οικονομία, αφού από την περιοχή αυτή εισήγαγαν πρώτες ύλες (μέταλλα, σιτηρά) και αποτελούσε παράλληλα το εφαλτήριο για την προώθηση τους στον Δούναβη και μέσω αυτού στην κεντρική Ευρώπη. Όταν μάλιστα οι Τρώες συμμάχησαν με τους Κίκονες και τους Παίονες Θράκες, η κατάσταση έγινε ακόμα πιο δύσκολη, γιατί οι Μυκηναίοι έχασαν και τους χερσαίους εμπορικούς δρόμους του Βορρά. Οι Μυκηναίοι απειλούντο πια με οικονομικό μαρασμό. Την ίδια ώρα το Ίλιον γέμιζε χρυσάφι και χαλκό. Δεν μπορούμε με ασφάλεια να πούμε αν η ανάπτυξη του κράτους της Τροίας σχετίζεται με τις ναυτικές επιδρομές των λεγομένων «Λαών χης Θάλασσας», ή αν οι επιδρομές αυτές έλαβαν χώρα αργότερα, που είναι και η πιθανότερη εκδοχή. Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσουμε ότι οι Μυκηναίοι δεν μπορούσαν να μείνουν αδιάφοροι απέναντι σε μια τέτοια απειλή. Τον λόγο πια θα είχαν τα όπλα.

Θεωρείται βέβαιο ότι οι πρώτες συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν στη θάλασσα, παρά το γεγονός ότι μόνο ενδείξεις έχουμε για αυτές. Οι Τρώες που επίσης θαλασσοπορούσαν, έπρεπε να «πειστούν» να περιοριστούν στα εδάφη τους. Ακόμα και ο μύθος για την αρπαγή της Ωραίας Ελένης κατά πάσα πιθανότητα υποδηλώνει τη διενέργεια ναυτικής επιδρομής κατά των πελοποννησιακών παραλίων. Από χωρία της Ιλιάδος διαφαίνεται ότι χρειάστηκαν σκληροί και μακροχρόνιοι αγώνες για την ανάκτηση της κυριαρχίας του βορείου Αιγαίου από τους Αχαιούς. Η Λήμνος και η Λέσβος είχαν για κάποιο διάστημα περάσει στην κατοχή των Τρώων, για να ανακαταληφθούν αργότερα από τους Αχαιούς. Το γεγονός ότι οι Κυκλάδες και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου δεν εμφανίζονται πουθενά στον κατάλογο των πλοίων που παραθέ-

Η βόρεια πύλη της ακρόπολης των Μυκηνών (φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

Image

Το πεδίο μάχης όπου διεξήχθησαν οι περιγραφόμενες στην Ιλιάδα μάχες.

χει ο Όμηρος, πρέπει να έχει χην εξήγηση χου σχις μεγάλες θαλάσσιες συγκρούσεις που προηγήθηκαν χης αχαϊκής απόβασης σχην Τρωάδα. Ένα ακόμα γεγονός που χεκμηριώνει χην άποψη περί διεξαγωγής ναυχικών αγώνων πριν, σχους οποίους οι Τρώες ηχχήθηκαν, είναι χο όχι οι Τρώες δεν προσπάθησαν να αναχαιχίσουν χην αχαϊκή αρμάδα σχη θάλασσα, αλλά επέχρεψαν σχους ανχιπάλους χους, έσχω και μεχά από σύνχομη μάχη, να αποβιβασχούν και να εγκαχασχήσουν ασφαλές προγεφύρωμα. Σχην Ιλιάδα μάλισχα εμφανίζεχαι ο αρχιναυπηγός των Τρώων, ο Φέρεκλος, να πολεμά και να πέφτει ως απλός πεζός, σε μια από τις πολλές Η νότια πύλη του συγκρούσεις, περι-

Ύστερα από μακροχρόνιες συγκρούσεις, οι οποίες κράτησαν 10 σχεδόν έχη, οι Μυκηναίοι ανέ- κτησαν τον έλεγχο στο Αιγαίο και περιόρισαν τους αντιπάλους χους σχα εδάφη τους. Προχώρησαν βήμα χο βήμα, γεγονός που αποδεικνύει χο πόσο βαθιά είχαν καχανοήσει χις αρχές χου πολέμου. Μεχά χην ανάκχηση χης η Αήμνος, αλλά και η Τένεδος, όπως μαρχυρά χο επεισόδιο με χον Φιλοκχήχη, κατέστη το ορμητήριο και η βάση εφοδιασμού του στρατού. Μόνο όταν το πρόβλημα του εφοδιασμού είχε επιλυθεί, μόνο τότε οι Αχαιοί προχώρησαν στην διενέργεια απόβασης στην Τρωάδα. Για αυτό άλλωστε στην Ιλιάδα, το αχαϊκό στρατόπεδο σε κανένα σημείο δεν εμφανίζει έλλειψη των αναγκαίων. Ωστόσο οι Τρώες και οι σύμμαχοι τους θα πρέπει να διατήρησαν, μερικό έστω έλεγχο, των στενών των Δαρδανελίων, μέσω των οποίων έφθαναν κατά διαστήματα ενισχύσεις από τη Θράκη.

Η νότια πύλη του
οχυρωματικού περιβόλου της Τροίας.
Image

Έχοντας λοιπόν εξασφαλίσει τα νώτα τους και έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα, οι Αχαιοί έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο για την εξάλειψη του κακού από τη ρίζα του, για την εκπόρθηση της ίδια της Τροίας. Οι Αχαιοί όμως, σύμφωνα με τα Κύπρια Έπη (περιγράφουν γεγονότα που προηγήθηκαν της μήνιδος του Αχιλλέα. Συγγραφείς τους θεωρούνται ο Ήγισίας ή ΙΗγισίνος και ο Στασίνος) εκτελούσαν επιδρομές στη μικρασιατική ενδοχώρα πολύ πριν από την επίθεση κατά της Τροίας. Σε μια από αυτές επιτέθηκαν και στην Τευθρανία, χώρα που έχει ταυτιστεί με τη Μυσία των κλασι-

Image

Η ανατολική πύλη της Τροίας. Είναι εμφανείς οι επιρροές από τις μυκηναϊκές οχυρώσεις.

Image

Η περίφημη τοιχογραφία «της εισβολής», από το Ακρωτήρι της Θήρας, όπου εικονίζεται ο απόπλους ενός στόλου.

κών χρόνων. Τον δέκατο χρόνο του πολέμου επιτέθηκαν τελικά κατά της Τροίας. Και η επίθεση αυτή έγινε βάσει σχεδίου. Τα τμήματα του Πρωτεσίλαου αποβιβάστηκαν πρώτα ώστε να εξασφαλίσουν το αναγκαίο ευρύ προγεφύρωμα για την απόβαση και του υπολοίπου στρατού. Οι Τρώες όμως, με τον Έκτορα επικεφαλής, είχαν ειδοποιηθεί από τους σταθμούς επιτήρησης τους για την άφιξη των Αχαιών και περίμεναν παραταγμένοι στην ακτή. Ακολούθησε σφοδρή μάχη στην οποία σκοτώθηκε ο Πρωτεσίλαος. Οι Αχαιοί όμως κατόρθωσαν να εγκαταστήσουν προγεφύρωμα, στην περιοχή που ο Στράβων ονομάζει «ναύσταθμο», μεταξύ των ακρωτηρίων Σιγείου και Ροιτείας. Τελικά με την αποβίβαση και νέων δυνάμεων οι Τρώες απωθήθηκαν. Οι Αχαιοί τότε τράβηξαν τα πλοία τους στην ξηρά και δημιούργησαν οχυρό στρατόπεδο με τείχος και τάφρο.

Οι Τρώες όμως, πάντα υπό την καθοδήγηση του γενναίου Έκτορα, αντέταξαν ενεργητική

Image

Το εσωτερικό της Πύλης των Λεόντων (φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

Image

άμυνα και δεν επέτρεψαν στους Αχαιούς να πλησιάσουν τα τείχη τους. Ο Έκτωρ άλλωστε διέθετε περί τους 50.000 άνδρες, σύμφωνα με τον Όμηρο. Ο στρατός απετελείτο από τμήματα Τρωαδιτών, Δάρδανων, υπό τον Αινεία, από τις περιοχές της Ζέλιας και της Αδράστειας, με επικεφαλής τον Πάνδαρο, από τις περιοχές στα παράλια των Δαρδανελίων, από τμήματα Πελασγών κονταρομάχων, οι οποίοι κατοικούσαν νότια της Τροίας, από τμήματα Θρακών (Κίκονες, Παίονες κ.α.), από Παφλαγόνες, κατοίκους της περιοχής του Πόντου, από Αλιζώνες, κατοικούντες στον ποταμό Άλυ, στην κεντρική Μικρά Ασία, από κατοίκους της Μυσίας (Τευθρανοί), από Φρύγες, από Μαιόνες, από Κάρες, υπό τον Αμφίμαχο και από Λυκαίους, υπό τους Σαρπηδόνα και Γλαύκο. Όλα αυτά τα έθνη είχαν ρίζες πελασγικές-ελληνικές. Για αυτό άλλωστε και στην Ιλιάδα οι αντίπαλοι παρουσιάζονται με κοινή γλώσσα, κοινή θρησκεία, κοινά έθιμα και κοινή πολεμική τακτική.

Image

Λεπτομέρεια του ανάγλυφου των Λεόντων από την ομόνυμη πύλη (φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

Image

Η περίφημη πύλη των Λεόντων

Οι πολεμικές επιχειρήσεις που περιγράφονται

(φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

στην Ιλιάδα έχουν διάρκεια έξι μόλις ημερών. H συνολική περιγραφή της Ιλιάδος καλύπτει γεγονότα 51 ημερών. Στη διάρκεια των επιχειρήσεων έλαβαν χώρα τέσσερεις μεγάλες μάχες. H πρώτη έληξε άκριτη. Στις δύο επόμενες οι Τρώες πίεσαν τους Αχαιούς και τους ανάγκασαν να περιοριστούν στο στρατόπεδο τους. H κατάσταση είχε εξελιχθεί σε πολύ κρίσιμη για τους Αχαιούς, οι οποίοι σώθηκαν προσωρινά με την αντεπίθεση και τη θυσία του Πατρόκλου. Ακολουθεί η τέταρτη και πλέον κρίσιμη μάχη, η οποία αξίζει ανάλυσης. Την ανώτατη διοίκηση των αχαϊκών δυνάμεων ανέλαβε, σε αυτή ο Αχιλλέας, λόγω τραυματισμού του Αγαμέ- μνωνος. Οι Τρώες παρατάχθηκαν μπροστά από την κοίτη του ποταμού Σκάμανδρου. Αυτό ήταν και το μεγάλο τους λάθος. Σε περίπτωση ατυχίας το αριστερό κέρας της παράταξης τους δεν θα μπορούσε εύκολα να υποχωρήσει, παρεμποδιζόμενο από τον ποταμό. Αυτήν ακριβώς την αδυναμία εκμεταλλεύθηκε ο Αχιλλέας. Προφανώς ενίσχυσε το κέντρο του και επιτέθηκε. Το τρωικό κέντρο δεν άντεξε στην πίεση και διασπάστηκε. Το δεξιό κέρας των Τρώων κατόρθωσε να οπισθοχωρήσει εντός των τειχών. Το αριστερό όμως, κατά την υποχώρηση εμποδίστηκε από τον ποταμό και αφανίστηκε. Να πως περιγράφει ο Όμηρος το γεγονός: «Μα σύντας φτάσαν στου ωριορέματου του ποταμού τον πόρο, στου Σκάμαντρου του πολυστρόβιλου, που είχεν ο Δίας γεννήσει, στα δυό τους κόβει, κι άλλους έριχνε στον κάμπο κυνηγώντας κατά το κάστρο, εκεί που τρέμοντας οι Αργίτες χτες ακόμα τρέχαν να φύγουν μπρος στον Έχτορα τον άψεγο που ελυσσα. Εκεί τρεχάτοι τώρα εχύνουνταν και η Ήρα αντισκόβοντάς τους, τους πυκνή καταχνιά ομπρός τους άπλωνε. Κι οι άλλοι μισοί τους πάλε στο ασημοστρόβιλο στριμώχνουνταν το βαθιόρεμο ποτάμι. Κει μέσα ρίχτηκαν με πάταχο, και βούιξε το άγριο ρέμα, κι αντιλάλησαν οι όχτοι ολόγυρα και εκείνοι εκολυμπούσα\ στα στρουφιχτά νερά, γυρίζοντας με βόγγους δώθε κείθε. Πως στο ποτάμι ακρίδες χύνουνται, τις φλόγες να γλιτώσουν απ' τη φωτιά που ξάφνου εφούντωσε κι αδάμαστη πετιέται κορώνοντας, κι αυτές σωριάζουνται πα στα νερά σκιαγμένες, όμοια σωρός στου βαθιστρόβιλου του Ξάνθου τ' άγριο ρέμα άντρες και αλόγατα στοιβάζουνταν μπρος στου Αχιλλέα τη λύσσα. Αφήκε τότε ο αρχοντογέννητος στον όχτο εκεί γερμένο πα στ' αρμυρίκια το κοντάρι του, κι ίδια θεός εχυθη μοναχά με σπαθί, λογιάζοντας φρικτές δουλειές να κάνει. . Δεξιά ζερβά εχτυπούσε, κι έσκουζαν εκείνοι, ως το σπαθί του έπεφτε απάνω τους, κι εβάφουνταν στο γαίμα το ποτάμι. Πως άλλα ψάρια, σύντας δέλφινας τρανός τα κυνηγήσει, σε κόρφο τρέχουν καλολίμανο και στις γωνιές σμαριάζουν ολότρομα, τι τρώει αχόρταγος όσα βρεθούν μπροστά του, όμοια κι οι Τρώες μες στου άγριου Σκάμαντρου το ρέμα στριμώχνονταν, κάτω απ' τους όχτους. Κι ως απόκαμε σκοτώνοντας εκείνος, απ' όσους ζούσαν δώδεκα άγουρους διαλέγει στο ποτάμι, για να τους σφάξει γι' αντιπλέρωμα του Πάτροκλου που εχάθη» (Φ, 1-28, μτφ. Ν. Καζαντζάκης - 1. Ο. Καριδής). H συγκλονιστική πράγματι περιγραφή του Ομήρου δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για το μέγεθος της συντριβής των Τρώων. Τουλάχιστον το 1/3 των δυνάμεων τους χάθηκαν και το ηθικό των επιζώντων κατέπεσε πλήρως. Στριμωγμένοι

Image

στις όχθες του ποταμού οι Τρώες αφανίστηκαν από τους Αχαιούς. Αλλόφρωνες προσπαθούσαν να γλιτώσουν τη σφαγή. Κάθε οργανικός δεσμός μεταξύ των τμημάτων τους χάθηκε και ο κάθε άνδρας προσπαθούσε όπως-όπως να σωθεί. Παγιδευμένοι σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Μέσα στης μάχης τον σάλλαγο έπεσε και ο Έκτωρ, πολεμώντας τον Αχιλλέα. Πιθανότατα σκοτώθηκε προσπαθώντας να ανασυγκροτήσει τον στρατό του. Μετά και από αυτό η νίκη των Αχαιών ήταν πλήρης. H Τροία ωστόσο σώθηκε χάρις στην αποστολή ενισχύσεων. Σύμφωνα με το έπος «Αιθιοπίδα», το οποίο αποτελεί συνέχεια της Ιλιάδος, ένας στρατός Αμαζόνων πρώτα και Αιθιόπων ύστερα, με επικεφαλής την Πενθεσίλεια και τον Μέμνωνα αντίστοιχα, έφτασε στην πολιορκημένη πόλη και την ενίσχυσε στις κρίσιμες εκείνες στιγμές. Οι Αμαζόνες αντιπροσωπεύουν κάποιον γυναικοκρατούμενο μάλλον λαό. Οι Αμαζόνες και οι Αιθίοπες (πιθανώς Λίβυοι μισθοφόροι) πολέμησαν καλά. Ο αρχηγός των Αιθιόπων σκότωσε μάλιστα τον γυιό του Νέστωρα Αντίλοχο. Σκοτώθηκε όμως και ο ίδιος από τον Αχιλλέα, όπως και η Πενθεσίλεια άλλωστε. Τότε όμως σκοτώθηκε και ο Αχιλλέας από το βέλος του Πάρι. Ακολούθως οι Τρώες ενισχύθηκαν και πάλι από τους Κηττιώτες (Χιττίτες;). Και αυτές οι ενισχύσεις όμως δεν έσωσαν τελικά την πόλη, η οποία κατελήφθη εξ εφόδου και πυρπολήθηκε. Ο Τρωικός Πόλεμος είχε τελειώσει.

Image

Όλα αυτά σίγουρα μοιάζουν με παραμύθι. Ένα παραμύθι όμως που τα αρχαιολογικά τεκμήρια επαληθεύουν απόλυτα. H Τροία που καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά είναι η Τροία Vila (12501150 π.Χ.). Αυτό τεκμαίρεται από πολλά ευρήματα.

Image
Image
Image

H προηγούμενη Τροία VI καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό μεγέθους 4,9-5,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, σύμφωνα με υπολογισμούς Βρετανών επιστημόνων. Στη φάση Vila το οχυρωματικό τείχος επισκευάζεται βιαστικά και προεκτείνεται προς την ανατολική πύλη. Παράλληλα η οχύρωση της πύλης ενισχύθηκε. Τα ευρήματα αποδεικνύουν επίσης αύξηση των διαβιούντων εντός των τειχών αυτή την περίοδο, προφανής συνέπεια της εχθρικής δράσης. Για τον ίδιο λόγο γίνεται προσπάθεια εξεύρεσης αποθηκευτικών χώρων και διεύρυνσης των υπαρχόντων. Παράλληλα ανακόπτεται η εισαγωγή μυκηναϊκών αγγείων, στην περίοδο αυτή, τη στιγμή που μυκηναϊκά αγγεία βρέθηκαν από τη φάση VI. Αντίθετα ανακαλύφθηκαν ευρήματα που τεκμηριώνουν τις επαφές της Τροίας Vila με τις χώρες της Μικρός Ασίας, με τους Χετταίους και με τις χώρες της Μαύρης Θάλασσας. Το ότι η Τροία Vila πυρπολήθηκε, ακριβώς όπως περιγράφουν τα έπη του Επικού Κύκλου, είναι βέβαιο. Παντού βρέθηκαν κομμένοι λίθοι, ημιαποτεφρωμένοι πλίνθοι και καμμένα υλικά, τα οποία μας δίνουν μια πλήρη εικόνα της καταστροφής. Στην εξάπλωση της πυρκαγιάς βοήθησε και η μεγάλη ποσότητα απορριμάτων που -συνέπεια της πολιορκίας- είχε συσσωρευθεί εντός της πόλης. Τμήματα καιομένων οικιών κατέπεσαν στους σωρούς των απορριμάτων και απέκλεισαν τις

Image
Image

Η κύρια πύλη της ακρόπολης της Τίρυνθας (φωτ. Ε. Μπουρδάκου) και σχεδιάγραμμα

της «Πύλης των Σφιγγών» της Χαττούσα. Οι μεταξύ τους ομοιότητες είναι

εμφανείς.

Image

Η νότια σύραγγα γνωστή ως «πύλη αιφνιδιασμού» κοντά στη βόρεια πύλη της ακρόπολης των Μυκηνών (φωτ. Ε. Μπουρδάκου).

οδούς διαφυγής χων δύσμοιρων Τρώων. Μελετηχές έχουν καχαλήξει σχο συμπέρασμα όχι οι δρόμοι χης πόλης είχαν, σε ύφος 1,5 μέχρου, αποκλεισχεί από καιόμενα ερείπια και απορρίμαχα. Μέσα δε σε πίθους, σχην οικία 730, βρέθηκαν ακόμα και αποχεφρωμένοι σκελεχοί πονχικών. Τα δύσχυχα χρωκχικά είχαν μάταια αναζηχήσει εκεί χη σωχηρία από χην χεράσχια πυρκαγιά που έχρωγε χην πόλη.

H μάχη πάνχως συνεχίσχηκε και μεχά χην είσοδο χων πολιορκηχών σχην πόλη. Ενδεικχικά χου γεγονόχος είναι και πάλι χα αρχαιολογικά χεκμήρια. Ανάμεσα σχις κομμένες οικίες βρέθηκαν αποκεφαλισμένοι σκελεχοί. Στην οικία 700 μάλιστα ο σκελετός ενός άνδρα βρέθηκε εντός της οικίας και το κρανίο του βρέθηκε έξω από αυτή. Παρόλα αυτά υπήρξαν και υπάρχουν ερευνητές που δεν αποδέχονται τα τεκμήρια αυτά, ή στα οποία δίδουν διαφορετικές ερμηνείες. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Χ. Ντέρπφελντ επέμεινε ότι η Τροία VI ήταν η πόλη που περιγράφει ο Όμηρος. Αποδίδει μάλιστα την καταστροφή της σε θρακικές επιδρομές, εντεταγμένες στα πλαίσια της καθόδου των Δωριέων, αλλά και των Ιλλυριών. H θεώρηση όμως αυτή απορρίφθηκε, αφού όπως είδαμε η Τροία VI καταστράφηκε από σεισμό. Ο επίσης Γερμανός Σάχερμαγιερ, προσπάθησε να συγκεράσει την προηγούμενη θεωρία με τα νέα στοιχεία. Υποστήριξε λοιπόν ότι η Τροία VI καταστράφηκε από σεισμό και ότι αυτές ακριβώς οι καταστροφές που προκάλεσε ο σεισμός, στα τείχη της πόλης, ήταν που επέτρεψαν στους Αχαιούς να την καταλάβουν. Συνεχίζοντας υποστηρίζει ότι ακόμα και ο Δούρειος Ίππος ήταν ευχαριστήριο αφιέρωμα των Αχαιών στον «κοσμοσείστη» Ποσειδώνα (ο ίππος ήταν ιερό ζώο του Ποσειδώνα). Την όλη του όμως θεώρηση ο Σάχερμαγιερ δεν την τεκμηριώνει επαρκώς. Ο Χ. Μπένγκστον την χαρακτήρισε ως έξυπνη, αλλά αστεία λύση. Μια άλλη ομάδα ερευνητών, με επικεφαλής τον Βίλκεν, έφτασε σε ακόμα πιο απίστευτα συμπεράσματα. Αυτός και οι οπαδοί του υποστήριξαν ότι η ομηρική Τροία ήτα πράγματι η Vila, την οποία όμως κατέστρεψαν Θράκες επιδρομείς. Οι Έλληνες, υποστηρίζουν, εξύφαναν αργότερα τους περί του Τρωικού Πολέ­ μου μύθους. Και πάλι όμως η αρχαιολογική σκαπάνη, έρχεται αρωγός και αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορίας. H παρουσία Θρακών σχην περιοχή εμφανίζεχαι μεχά χο 1100 π.Χ. και σε καμμιά περίπχωση νωρίχερα. Εξάλλου ιδίον χων Ελλήνων είναι να δημιουργούν γεγονόχα, όχι να οικιοποιούνχαι χα καχορθώμαχα άλλων. H παρουσία άλλωσχε χων Ελλήνων στην περιοχή και η επαφές τους με τους εκεί πολιτισμούς είναι αναμφισβήτητες. Ενδεικτικά αναφέρονται οι θολωτοί τάφοι και τα ανακουφιστικά τρίγωνα χιττικών κτισμάτων.

Επίλογος

H άλωση της Τροίας επετεύχθη μετά από πολύχρονο πόλεμο και με μεγάλες θυσίες. Αυτό όμως ακριβώς το γεγονός, η κορύφωση του Μυκηναϊκού Ελληνισμού, σηματοδότησε και την απαρχή της πτώσης του. Αποδυναμωμένες κοινωνικά και οικονομικά οι μυκηναϊκές πολιτείες, έχασαν λίγα χρόνια μετά τα τρωικά, την αίγλη και την ισχύ τους. Οι λόγοι της κατακόρυφης αυτής πτώσης δεν έχουν με ακρίβεια εξακριβωθεί. Σίγουρα δεν οφείλεται στην «κάθοδο των Δωριέων». Είναι

Image

όμως πιθανό να συνδέεται με τις επιδρομές των Λαών της Θάλασσας. Τα αιγυπτιακά αρχεία κάνουν λόγο για τέσσερεις τουλάχιστον επιδρομές κατά της περιοχής του δέλτα του Νείλου το 1221, 1194, 1192 και 1187 π.Χ. Από παρόμοιες επιδρομές είναι πολύ πιθανό να δοκιμάστηκε και η Ελλάδα. Οι επιδρομείς όμως αφού εκτέλεσαν το καταστροφικό τους έργο έφυγαν. Πουθενά στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ενδείξεις εγκατάστασης ξένων λαών. Τότε όμως πως πραγματικά εξηγείται η πτώση του Μυκηναϊκού πολιτισμού; H πιο λογική απάντηση είναι ότι ο Μυκηναϊκός Κόσμος κατέρρευσε εκ των έσω. H μακροχρόνια απουσία του άνθους των ανδρών της Ελλάδας, οι οικονομικές επιπτώσεις που αυτός προκάλεσε και οι κατ' επέκταση κοινωνικές αναταραχές που προκλήθηκαν, πυροδότησαν πολιτικές εξελίξεις στις μυκηναϊκές πόλεις. Ενδεικτικός είναι ο μύθος του φόνου του Αγαμέμνωνα και η ανταποδοτική δολοφονία της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου από τον Ορέ­ στη, τον γυιό και διάδοχο του Αγαμέμνωνα. Εξίσου διαφωτιστικός είναι και ο μύθος περί των μνηστήρων. Πρέπει λοιπόν να θεωρείται δεδομένο ότι οι ακουσία των Μυκηναίων ηγετών επέτρεψε στους κατώτερους άρχοντες που έμειναν πίσω και δεν συμμετείχαν στον πόλεμο να αναλάβουν τα ηνία της διακυβέρνησης. Όταν ο στρατός επέστρεψε από την Τροία βρέθηκε μπροστά σε μια νέα κατάσταση την οποία ανέτρεψε όταν μπορούσε (Οδυσσέας στην Ιθάκη). Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως δεν κατορθώθηκε η ανατροπή της νέας κατάστασης. Για αυτό και οι περισσότεροι ήρωες της Ιλιάδας φέρονται να περιπλανούνται και να εγκαθίστανται ως άποικοι σε χώρες μακρινές.

Παρά το γεγονός της ξαφνικής πτώσης του όμως ο Μυκηναϊκός πολιτισμός παραμένει ένας από τους λαμπρότερους πολιτισμούς που άνθισαν στην ελληνική γη. Οι πολύχρυσες Μυκήνες που τραγούδησε ο Όμηρος μεγάλωσαν γενεές και γενεές Ελλήνων. H μυθική πολιτεία, μαζί με τη μεγάλη της αντίπαλο Τροία, πέρασαν στον θρύλο, έγιναν τραγούδι και παραμύθι, μαζί με τους ήρωες που πολέμησαν και πέθαναν στις φρικτές μάχες. «Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί Πατρίς» αναφωνεί ο Πελασγός 'Εκτωρ, λίγο πριν μονομαχήσει με τον Αχιλλέα και βρει από αυτόν τον θάνατο. Αυτή ακριβώς τη διαχρονική αξία, της φιλοπατρίας προβάλουν οι ήρωες του Όμηρου, στα νάματα των οποίων εμβαπτίστηκαν όλοι οι μεταγενέστεροι ήρωες της Ελληνικής φυλής, αποδεικνύοντας έτσι την άρρηκτη ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού, από την προϊστορία ως σήμερα.

Χρυσές λαβές ορυχάλκινων μυκηναϊκών σπαθιών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Όμηρου: ΙΛΙΑΔΑ, μετάφραση Ν. Καζαντζάκης -1. Θ. Κακριδής.
  • Π.Ε. Κώνστα: H ΝΑΥΤΙΚΗ ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΩΝ, Αθήνα 1966.
  • 1. Λουκά: ΑΙΓΑΙΟΝ ΠΕΛΑΓΟΣ, Αθήνα 1993.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, Εκδόσεις Χάρη Πάτση.
  • Γ.Ε. Μυλωνάς: ΜΥΚΗΝΑ1, Αθήνα 1987.
  • Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών: ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ, Αθήνα 2000.
  • Ν. Παπαχατζής: ΜΥΚΗΝΕΣ-ΕΠ1ΔΑΥΡΟΣΤ1ΡΥΝΘΑ-ΝΑΥΠΛ10, Αθήνα 1978.
  • Ε. Καρποδίνη: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ, Αθήνα 1993.
  • Υπουργείο Πολιτισμού: Ο ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, Αθήνα 1988.
  • C.G. Styrenius: AS1NE, Stocholm 1998.
  • Ο.Τ.Ρ.Κ. Dickinson: Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ , μτφ. Αθ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 1992.
  • W. Taylour: THE MYCENEANS, London 1983.
  • Ν. Stillman - Ν. Tallis: ARMIES ΟΓ THE ANCIENT NEAR EAST, London 1988.
  • 1. Κριτσέλη - Προβίδη: Τ01ΧΟΓΡΑΦ1ΕΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΩΝ, Αθήνα 1982.
  • Χ. Ντουμας: ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ, Αθήνα 1987.
  • Ν. Μαρινάτου: ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ, Αθήνα.
  • Ν. Marinatos: ART AND RELIGION IN THERA, Αθήνα.
  • Γ. Κορρές: Η ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΑΪΚΩΝ ΚΡΑΝΩΝ, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, τεύχος 3, 1969.
• Σ. Ιακωβίδης: ΤΑ ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ ΤΕΙΧΗ, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, τεύχος 3, 1969.
• S. Alexiou: THE BOAR - TUSK HELMET, περιο­

δικό Antiquity, XXV111, 1954.

  • A.M. Sondgrass : ARMS AND ARMOUR OF THE GREEKS, London 1967.
  • L. J. Worley: H1PPE1S, THE CAVALRY OF ANCIENT GREECE, Oxford 1994.
  • Π. Μάλφας: ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΟΜΗΡΙΚΗ ΤΡΟΙΑ, ΤΟ ΣΚΑΜΑΝΔΡΙΟ ΠΕΔΙΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΤΥΜΒΟΥΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ, περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση, τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2000.
  • Ε. Λ. Μπουρδάκου: Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΩΝ ΜΥΚΗΝΑΙΩΝ, περιοδικό Πόλεμος & Ιστορία, τεύχος 42, Ιούνιος 2001.
  • Ε. Α. Μπουρδάκου - Π. Καρύκας: Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 43, Σεπτέμβριος 2000.
  • Ε. Λ. Μπουρδάκου: ΔΑΙΔΑΛΟΣ. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ, Αθήνα 2000.
  • C. Blegen: TROY SETTLEMENTS Vila, νΐΐβ, Vlll, USA 1958.
  • C. Blegen: TROY AND THE TROYANS, London 1963.

7

  • Συνέδριο GreenBank: THE TPOJAN WAR, ITS H1CTOR1C1TY AND CONTEXT, Πρακτικά συνεδρίου Liverpool 1981.
  • Α. Μπάλλα: Ο ΑΡΗΣ ΕΙΣ ΓΗΝ, εκδόσεις ΓΕΣ, Αθήνα 1966.
  • Δ. Μαρωνίτη: ΟΜΗΡΙΚΑ ΜΕΓΑΟΕΜΑΤΑ, Αθήνα 1999.
  • Χ. Μπενγκστον: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, Αθήνα 1991.
  • Ηρόδοτος: ΙΣΤΟΡΙΑ, Οξφόρδη.
  • ΤΡΟΙΑ, ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΣΛΗΜΑΝ, Αθήνα 1995.
  • Α. Τσοπανάκη: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΟ, Θεσσαλονίκη 1988.
  • J. P. Vernant: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, εκδόσεις ΓΕΣ, Αθήνα 1981.

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...