High Quality
Open the downloaded document, and select print from the file menu (PDF reader required).
Tο ελληνικό τραπεζικό σύστημα το 2009
Πρώτη έκδοση: Iούνιος 2010
© Ελληνική Ένωση Τραπεζών Αμερικής 21α - 106 72 Αθήνα Τηλ. Κέντρο 210.3386.500 • Fax: 210.3615.324 Website: http://www.hba.gr E-mail: hba@hba.gr
ISBN 978-960-6867-05-7
Στοιχειοθεσία-Σελιδοποίηση: Τίνα Σταματοπούλου Διόρθωση δοκιμίων: Χάρις Γκότζη Eξώφυλλο: Tίνα Σταματοπούλου Εκτύπωση: Provoli Publicity AE
Σύμφωνα με το Ν. 2121/1993 και τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με το Ν. 100/1975) απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η μετάφραση, η αναπαραγωγή ή η αντιγραφή του παρόντος έργου, τμηματικά ή περιληπτικά, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο (γραφικό, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, συμπεριλαμβανομένης της ηχογράφησης ή αποθήκευσής του σε βάση δεδομένων) χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών. Η απαγόρευση αυτή συμπεριλαμβάνει τη στοιχειοθεσία και σελιδοποίηση του εξωφύλλου και γενικότερα την όλη αισθητική εμφάνιση του βιβλίου.
Πρόλογος
Η χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε με ένταση το φθινόπωρο του 2008, μετατράπηκε σε οικονομική κρίση που επηρέασε ολόκληρο τον πλανήτη. Για την αντιμετώπισή της οι περισσότερες κυβερνήσεις πήραν πρωτοφανή μέτρα με μαζικές παρεμβάσεις, τόσο για την παροχή ρευστότητας όσο και για να διασώσουν τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες που κατέρρεαν. Είναι αλήθεια ότι τα μέτρα αυτά απέτρεψαν την κατάρρευση και ήδη υπάρχουν δείγματα, έστω και δειλής, ανάκαμψης σε πολλές χώρες. Τα μεγάλα όμως δημοσιονομικά ελλείμματα και η σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους άρχισαν να δημιουργούν νέες πιέσεις στις διεθνείς χρηματαγορές.
Επίκεντρο της δημοσιονομικής κρίσης αναδείχτηκε δυστυχώς η χώρα μας, η οποία με το μεγάλο δημόσιο χρέος της και το πρωτοφανές δημοσιονομικό έλλειμμα το 2009, προκάλεσε τις άνευ προηγουμένου υποβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης και επιπλέον χρησιμοποιήθηκε ως πεδίο δοκιμασίας για την ίδια την Ευρωζώνη.
Μετά τη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η οικονομία μας έχει μπει σε μια πορεία επώδυνης αλλά αναγκαίας προσαρμογής. Αυτό που δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να κάνουν οι κυβερνήσεις μας τα προηγούμενα χρόνια γίνεται τώρα με βίαιο τρόπο.
Μέσα σε αυτή τη δίνη, οι ελληνικές τράπεζες δέχτηκαν τις συνέπειες της κρίσης. Ενώ το τραπεζικό σύστημα μπόρεσε και ξεπέρασε συγκριτικά με άλλες χώρες, σχεδόν ανώδυνα, την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, στη συνέχεια δοκιμάζεται λόγω της δημοσιονομικής κρίσης και των συνεχών υποβαθμίσεων που υφίσταται από τους οίκους αξιολόγησης το Ελληνικό Δημόσιο. Παρά τα προβλήματα όμως αυτά, οι τράπεζες έδειξαν αξιοσημείωτη αντοχή και με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μπόρεσαν να ξεπεράσουν τις δύσκολες μέρες.
Η αξιοσημείωτη αυτή ανθεκτικότητα του τραπεζικού μας συστήματος μπορεί να αποδοθεί σε μια σειρά από παράγοντες, οι πιο σημαντικοί από τους οποίους είναι ότι:
Αξίζει να επισημανθεί ότι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα υπέστη σταδιακά και με αποτελεσματικό τρόπο ένα ριζικό θετικό μετασχηματισμό. Ο μετασχηματισμός αυτός, ως συνδυαστικό αποτέλεσμα της προσαρμογής του ελληνικού τραπεζικού συστήματος στις συνθήκες λειτουργίας του ενιαίου χρηματοπιστωτικού χώρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της έγκαιρης δημιουργίας ισχυρών τραπεζικών ομίλων, με εκτεταμένη διεθνή παρουσία αποτελεί ένα περαιτέρω εχέγγυο για τη σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Δεν πρέπει να αγνοείται εξάλλου ότι οι ελληνικές τράπεζες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, λειτουργούν σε ένα ιδιαίτερα αυστηρό πλαίσιο ρυθμιστικής παρέμβασης, από τα αυστηρότερα που ισχύουν για επιχειρήσεις στις οικονομίες της αγοράς, το οποίο διαμορφώθηκε και συνεχίζει να διαμορφώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού δικαίου και των βέλτιστων ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών που ισχύουν διεθνώς. Μέσα σε αυτό το ρυθμιστικό πλαίσιο, οι τραπεζικοί όμιλοι της χώρας μας επιδιώκουν τόσο τη μεγιστοποίηση των αποδόσεων για τους μετόχους τους -υπό τους όρους που θέτει το πλαίσιο της σύγχρονης εταιρικής διακυβέρνησης, οι απαιτήσεις για εταιρική κοινωνική ευθύνη και η ανάγκη διασφάλισης ομαλών εργασιακών σχέσεων- όσο και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και των χωρών στις οποίες δραστηριοποιούνται.
Κάτω από σημερινές συνθήκες, η πρόκληση για το τραπεζικό μας σύστημα έχει τρεις πτυχές: (α) Να συνεχίσει να παραμένει σταθερό, με ικανοποιητικούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και επαρκή ρευστότητα. (β) Να βοηθά τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που έχει προκαλέσει η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας το 2009 και η οποία θα συνεχιστεί και κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους. (γ) Να διοχετεύσει την ιδιωτική αποταμίευση στις πιο αποδοτικές χρήσεις.
Οι τράπεζες που ασκούν δραστηριότητα στη χώρα μας είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις, χωρίς να περιοριστεί η στρατηγικής σημασίας παρουσία των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό, η οποία αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της διεθνούς οικονομικής παρουσίας της χώρας μας.
Με την παρούσα μελέτη, η Ελληνική Ένωση Τραπεζών (ΕΕΤ) επιδιώκει να αναδείξει, συνοπτικά μεν, αλλά με πλήρη τεκμηρίωση και την προσήκουσα ανάλυση:
Θέλω να ευχαριστήσω τη Γενική Γραμματεία και το Επιστημονικό Συμβούλιο της ΕΕΤ που συνέ- βαλαν στη σύνταξη αυτής της μελέτης, η οποία αποτελεί συνέχεια εκείνης που εκπονήθηκε για πρώτη φορά το 2008. Ευελπιστώ ότι η μελέτη αυτή μπορεί να αποτελέσει τη βάση ενός γόνιμου και νηφάλιου δημόσιου διαλόγου για το ρόλο των τραπεζών, τόσο στην παρούσα συγκυρία, όσο και για τη δυνατότητα συμβολής τους στην οικονομική ανάκαμψη της χώρας μας. Για την Ελληνική Ένωση Τραπεζών η σημερινή δοκιμασία είναι και μια πρόκληση για ένα νέο ξεκίνημα, ώστε η εθνική μας οικονομία να μπει σε μια νέα πορεία διατηρήσιμης ανάπτυξης και η ελληνική κοινωνία να γνωρίσει μια νέα περίοδο ευημερίας και συνοχής. Σε αυτή τη νέα πορεία το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα παίξει και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο.
Βασίλης Θ. Ράπανος ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΕΤ
1. Οι μακροοικονομικές εξελίξεις
Το 2009 ήταν η χρονιά κατά την οποία η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση μεταφέρθηκε στους τομείς της πραγματικής οικονομίας επηρεάζοντας αρνητικά τα δημοσιονομικά μεγέθη των κρατών σε διεθνές επίπεδο. Σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία, οι εκτιμήσεις των περισσότερων μακροοικονομικών μεγεθών αναθεωρούνται συνεχώς προκειμένου να αντικατοπτρίζουν τις εξελισσόμενες μεταβολές στη χώρα μας (Πίνακας 1).
Ο ρυθμός αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) μειώθηκε κατά 2,0% το
2009. Το 2010 αναμένεται και πάλι αρνητικός ρυθμός μεταβολής, το ύψος του οποίου θα εξαρτηθεί από την αποτελεσματικότητα και την αυστηρότητα εφαρμογής των μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής που έχουν ληφθεί.
Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης κατά το 2009 διαμορφώθηκε στο 13,6% σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έναντι του 7,7% που έφθασε το 2008. Η μεγάλη αυτή αύξηση του ελλείμματος κατά τα δύο τελευταία έτη οφείλεται αφενός μεν στη μείωση των κρατικών εσόδων, τα οποία επηρεάστηκαν αρνητικά και από τη δυσμενή οικονομική συγκυρία και, αφετέρου, στη σημαντική αύξηση των κρατικών δαπανών. Ωστόσο, για το 2010 αναμένεται μείωση του ελλείμματος ως ποσοστό του ΑΕΠ και επιστροφή του στο επίπεδο του 8,7%. 1
Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη του δημοσίου χρέους (ενοποιημένο χρέος της γενικής κυβέρνησης), το μέγεθος για την Ελλάδα κατά το 2009 ανήλθε στο 115,1% του ΑΕΠ, έναντι 99,2% που είχε καταγραφεί για το 2008, ενώ για το 2010 προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω στο 122,9%, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. 2
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσίασε έλλειμμα της τάξης του 11,2% του ΑΕΠ για το 2009, επίπεδο ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με το αντίστοιχο 14,6% του ΑΕΠ που καταγράφηκε για το 2008, ενώ προβλέπεται να παρουσιαστεί ακόμα περισσότερο μειωμένο για το 2010, στο 9,7%, εξαιτίας της μείωσης στο εμπορικό έλλειμμα, ως συνέπεια της μείωσης, λόγω της διεθνούς οικονομικής κρίσης, των εισαγωγών.3
Ο πληθωρισμός (Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή) εμφάνισε σημαντική μεταβλητότητα τα τελευταία δύο έτη, φθάνοντας στο επίπεδο του 4,2% για το 2008, κυρίως λόγω της αυξημένης
τιμής του πετρελαίου, ενώ για το 2009 διαμορφώθηκε στο 1,3%. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, ο πληθωρισμός το 2010 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,9%.
Τέλος, σε ό,τι αφορά την απασχόληση, το ποσοστό της ανεργίας (ποσοστιαία αναλογία των ανέργων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού, απασχολούμενοι και άνεργοι) περιορίστηκε το 2008 στο 7,8% από το 8,4% το 2007, ενώ για το 2009 εμφανίστηκε αυξημένο, στο επίπεδο του 9,6%, με προοπτική περαιτέρω αύξησης στο 12,0%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ για το έτος 2010.
Τα προβλήματα τα οποία εμφανίζονται μέσω των εξελίξεων στους παραπάνω κρίσιμους δείκτες επίδοσης της ελληνικής οικονομίας, καθώς και οι προβλέψεις για τις τάσεις το 2010, όπως καταγράφονται από διάφορους οργανισμούς, αναδεικνύουν τη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία και καθιστά μονόδρομο την αυστηρή εφαρμογή των δημοσιονομικών και διαρθρωτικών μέτρων που έχει λάβει η Ελληνική Κυβέρνηση στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

2. Ελληνικό τραπεζικό σύστημα: Διάρθρωση και όροι λειτουργίας
2.1. Δομή του τραπεζικού συστήματος
2.1.1. Φορείς που δραστηριοποιούνται στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα
Όπως έχει επισημανθεί και στην προηγούμενη μελέτη της ΕΕΤ 3 λόγω της παγκοσμιοποίησης της τραπεζικής αγοράς, της ελεύθερης κυκλοφορίας ανθρώπων, επιχειρήσεων και κεφαλαίων και των δυνατοτήτων που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία επικοινωνιών, οι έλληνες συναλλασσόμενοι μπορούν σήμερα να αναζητούν και να επιλέγουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες από έναν πολύ μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων και τους ανά τον κόσμο ανταποκριτές ή συνεργάτες τους. Στοιχεία για τις κατηγορίες φορέων παροχής τραπεζικών υπηρεσιών στην Ελλάδα δημοσιεύει τακτικά η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ). Οι πιο πρόσφατες σχετικές δημοσιεύσεις5 περιέχουν πίνακες και καταλόγους σύμφωνα με τους οποίους τραπεζικά προϊόντα και υπηρεσίες προσφέρονται σήμερα στην Ελλάδα από 462, έναντι 397 το προηγούμενο έτος, πιστωτικούς οργανισμούς. Τους οργανισμούς αυτούς η ΤτΕ ταξινομεί ως εξής (Διάγραμμα 1):

(α) Πιστωτικά ιδρύματα με έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, το Νοέμβριο του 2009, ήταν στην Ελλάδα εγκατεστημένα και λειτουργούσαν 65 πιστωτικά ιδρύματα (έναντι 64 το Μάρτιο του 2008), εκ των οποίων:
Κατά τη διάρκεια του 2009 και παρά τη δυσχερή συγκυρία στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, τρία επιπλέον υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγκαταστάθηκαν και άρχισαν να λειτουργούν στην Ελλάδα, ενώ αποχώρησαν από τη χώρα μας δύο υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(β) Πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν στην Ελλάδα υπηρεσίες εξ αποστάσεως
Επιπλέον των παραπάνω πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν μόνιμη εμπορική παρουσία στην Ελλάδα, τραπεζικές υπηρεσίες (πληρωμών ή χρηματοδότησης) προς ελληνικά φυσικά ή νομικά πρόσωπα δύνανται, επίσης, να παρέχουν, και παρέχουν (έστω και σε περιορισμένη προς το παρόν έκταση), 340 πιστωτικά ιδρύματα (έναντι 283 το Δεκέμβριο του 2007), τα οποία εδρεύουν σε άλλο κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ)7. Τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής τους και, κατά τα προβλεπόμενα από το Ν. 3601/2007, έχουν απλώς γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος «ενδιαφέρον παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση». Η κατανομή τους αναλόγως χώρας προέλευσης ήταν, τον Απρίλιο 2010, η εξής (εντός παρενθέσεων οι αντίστοιχοι αριθμοί για το Δεκέμβριο 2007):
7 Ο Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος περιλαμβάνει τα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ισλανδία, το Λιχνενστάιν και τη Νορβηγία.
Χώρα προέλευσης Αριθμός ιδρυμάτων Αυστρία 27 (22) Βέλγιο 5 (4) Γαλλία 38 (33) Γερμανία 43 (43)
| Γιβραλτάρ | 5 |
| Δανία | 5 (6) |
| Εσθονία | 1 |
Ηνωμένο Βασίλειο 75 (67) Ιρλανδία 29 (25) Ισλανδία 1 (1) Ισπανία 12 (4) Ιταλία 8 (6) Κύπρος 5 (3)

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, Πίνακες Εποπτευομένων Ιδρυμάτων, Απρίλιος 2010
Στο χρονικό διάστημα Δεκέμβριος 2007 - Απρίλιος 2010, ο αριθμός των πιστωτικών ιδρυμάτων αυτής της κατηγορίας αυξήθηκε κατά 20%, με σημαντικότερη συμβολή στην ανωτέρω αύξηση να παρουσιάζουν τα πιστωτικά ιδρύματα από Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ολλανδία, Αυστρία, Γαλλία και Λουξεμβούργο. Επίσης, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα επτά (7) πιστωτικά ιδρύματα από την Εσθονία, την Τσεχία και το Γιβραλτάρ γνωστοποίησαν στην Τράπεζα της Ελλάδος ενδιαφέρον παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 70% των πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν στην Ελλάδα εξ αποστάσεως χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες είναι εγκατεστημένα και λειτουργούν σε κράτη μέλη της ευρωζώνης. Μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης μόνο πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στη Σλοβενία και Σλοβακία δεν έχουν γνωστοποιήσει μέχρι σήμερα σχετικό ενδιαφέρον στην Τράπεζα της Ελλάδος.
(γ) Λοιπές εταιρείες του χρηματοπιστωτικού συστήματος
Επιπλέον των προαναφερθέντων (υπό α και β) πιστωτικών ιδρυμάτων, στην Ελλάδα λειτουργούν άλλες 57 εταιρείες (έναντι 50 το Δεκέμβριο του 2007) του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι οποίες εξειδικεύονται στην παροχή συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (εκτός της αποδοχής καταθέσεων από το κοινό, υπηρεσία που σύμφωνα με τη νομοθεσία επιτρέπεται να παρέχεται μόνο από τα πιστωτικά ιδρύματα) και εποπτεύονται, επίσης, από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η κατανομή τους, ανά κατηγορία επιχειρήσεων, έχει ως εξής:

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, Πίνακες Εποπτευομένων Ιδρυμάτων
Η τάση αύξησης των άλλων δύο κατηγοριών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα ακολουθήθηκε και στην κατηγορία των λοιπών εταιρειών του χρηματοπιστωτικού συστήματος (+14%). Με εξαίρεση τις εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο αριθμός των εταιρειών λοιπών κατηγοριών παρουσίασε αύξηση ως προς τους απόλυτους αριθμούς των δραστηριοποιούμενων εταιρειών. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει το έντονο ενδιαφέρον διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών για την ελληνική αγορά και τον έντονο μεταξύ τους ανταγωνισμό στην παροχή εξειδικευμένων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί πως, τον Απρίλιο του 2010, δώδεκα (12) αλλοδαπές τράπεζες διατηρούσαν στη χώρα μας γραφεία αντιπροσωπείας.
2.1.2. Αριθμός τραπεζών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ελλάδα
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα συγκρίσιμα στοιχεία9, ο συνολικός αριθμός των τραπεζών στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών μελών (εφεξής ΕΕ-27) μειώθηκε σημαντικά την τελευταία εξαετία. Συγκεκριμένα, το 2008 ανερχόταν σε 8.510, ενώ το 2003 ήταν 9.054 (μείωση της τάξεως του 6,5%). Η μείωση αυτή οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στη συνεχιζόμενη τάση για εξαγορές και συγχωνεύσεις στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, και του γεγονότος ότι ο αριθμός των τραπεζών σε ορισμένα κράτη μέλη (όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ισπανία και η Ιταλία) είναι για ιστορικούς λόγους πολύ μεγάλος.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η τάση ήταν αντίστροφη, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξεως του 10% σε βάθος επταετίας (59 τράπεζες το 2003, 63 το 2007 και 65 τον Απρίλιο του 2010).
2.1.3. Τραπεζικά καταστήματα και εναλλακτικά δίκτυα διανομής χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωζώνη και την Ελλάδα
Η τάση αύξησης του αριθμού των τραπεζών στην Ελλάδα παραλληλίστηκε και με αύξηση του αριθμού των καταστημάτων των τραπεζών κατά την εξαετία 2003-2008, η οποία ήταν διαρκής και υπερδιπλάσια έναντι της ευρωζώνης (Πίνακας 2). Η εν λόγω τάση αύξησης των καταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του 2009. Σύμφωνα με τον κατάλογο καταγραφής της παρουσίας του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα (γνωστό ως ευρετήριο HEBIC), στο τέλος Δεκεμβρίου 2009 ο αριθμός των καταστημάτων των τραπεζών στην Ελλάδα, χωρίς να υπολογίζονται τα καταστήματα της Τράπεζας της Ελλάδος, ανέρχονταν σε 4.26410.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά εν μέρει την προτίμηση της πελατείας των τραπεζών στην Ελλάδα για την πραγματοποίηση τραπεζικών συναλλαγών κυρίως μέσω των καταστημάτων τους, τις προσπάθειες των εγκατεστημένων στη χώρα μας τραπεζών να αυξήσουν τα σημεία φυσικής εξυπηρέτησης της πελατείας τους και τη διεύρυνση του δικτύου καταστημάτων τους σε γεωγραφικές περιοχές της χώρας με χαμηλά ποσοστά αστικοποίησης (ορεινές περιοχές, νησιωτική Ελλάδα, κ.λπ.).
Εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια θα πρέπει, μάλλον, να υπάρξει περαιτέρω αύξηση του αριθμού των τραπεζικών καταστημάτων, λαμβάνοντας υπόψη, πλην άλλων λόγων, και το ότι στο τέλος του 2009 στην Ελλάδα αντιστοιχούσε ένα τραπεζικό κατάστημα για κάθε 2.632 κατοίκους, ενώ, στο τέλος του 2008, ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 1.730 και 2.092 κάτοικοι ανά κατάστημα, αντίστοιχα (Πίνακας 3).

10 Αναλυτικότερα στοιχεία του ευρετηρίου HEBIC είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών http://www.hba.gr

Παράλληλα με την αύξηση του αριθμού καταστημάτων, σημαντική και συστηματική υπήρξε και κατά τη διάρκεια του 2009 η προσπάθεια των εγκατεστημένων στη χώρα μας τραπεζών να αναπτύξουν εναλλακτικά δίκτυα διανομής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, όπως αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές (ΑΤΜ), τηλεφωνική τραπεζική (phone-banking) και ηλεκτρονική τραπεζική (e-banking). Η προσπάθεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα τόσο τη σημαντική αύξηση του αριθμού των ΑΤΜ (2009: 7.750, 2008: 7.575, 2007: 7.270, 2006: 6.667), όσο και την αναβάθμιση και διεύρυνση των υπηρεσιών που παρέχονται μέσω αυτών, καθώς, πέραν των παραδοσιακών υπηρεσιών κατάθεσης και ανάληψης μετρητών και ερώτησης υπολοίπου, είναι πλέον δυνατή η πραγματοποίηση ποικίλων τραπεζικών συναλλαγών, όπως η μεταφορά κεφαλαίων σε λογαριασμούς τρίτων, η πληρωμή οφειλών από πιστωτικές κάρτες, καθώς και η πληρωμή λογαριασμών λοιπών επιχειρήσεων (π.χ. κοινής ωφέλειας).
Εντυπωσιακή υπήρξε, τέλος, λαμβανομένων υπόψη των αναλογιών, η συνεχιζόμενη αύξηση των εγγεγραμμένων χρηστών12 στις υπηρεσίες ηλεκτρονικής τραπεζικής που έχουν αναπτύξει οι ελληνικές τράπεζες. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕΤ, στις 31 Δεκεμβρίου 2009, περισσότερα από 1.719.800 φυσικά και νομικά πρόσωπα ήταν εγγεγραμμένοι χρήστες σε υπηρεσίες ηλεκτρονικής τραπεζικής, σημειώνοντας αύξηση 34% σε σχέση με το τέλος του 2008. Σημειώνεται μάλιστα ότι το 2004 ο αριθμός των εγγεγραμμένων χρηστών στις υπηρεσίες ηλεκτρονικής τραπεζικής δεν υπερέβαινε τις 100 χιλιάδες.
11 Με εκτίμηση πληθυσμού 11.221.000. 12 Ως εγγεγραμμένοι χρήστες ορίζονται οι πελάτες των τραπεζών που μπορούν να κάνουν συναλλαγές αξίας μέσω internet banking, είτε μέσω κωδικού (user name) συσχετισμένου με καταθετικό λογαριασμό, είτε μέσω κωδικού (user name) συσχετισμένου με κάρτα.
2.1.4. Μετοχολόγιο των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών εμπορικών τραπεζών
Το μετοχολόγιο των δεκατεσσάρων (14) εισηγμένων σήμερα στο Χρηματιστήριο Αθηνών εμπορικών τραπεζών, συντίθεται από ιδιώτες, έλληνες και ξένους θεσμικούς επενδυτές, ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Διάγραμμα 2), χαρακτηρίζεται από έντονη διασπορά, καθώς και από ενισχυμένη διαπραγματευσιμότητα σε καθημερινή βάση. Όπως φαίνεται και στο Διάγραμμα 2, οι θεσμικοί επενδυτές, έλληνες και ξένοι, καταλαμβάνουν ποσοστό σχεδόν 50% της μετοχικής σύνθεσης των τραπεζών που απέστειλαν στοιχεία στην ΕΕΤ με τους ιδιώτες μετόχους να ακολουθούν σε ποσοστό 36% και το Δημόσιο μαζί με τα ασφαλιστικά ταμεία να καταλαμβάνουν ποσοστό 12,3% επί της μετοχικής σύνθεσης.

2.1.5. Χρηματιστηριακές εξελίξεις
Ιδιαίτερα αρνητικές ήταν οι επιπτώσεις της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης στις τιμές των μετοχών του τραπεζικού κλάδου στο Χρηματιστήριο Αθηνών (ΧΑ), καθ’ όλη τη διάρκεια του 2008, με αποκορύφωμα το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, όταν οι τιμές των τραπεζικών μετοχών σημείωσαν μείωση της τάξης του 73,9%, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2007. Η υποχώρηση των τιμών των μετοχών του τραπεζικού κλάδου οδήγησε σε πτώση της χρηματιστηριακής αξίας του, η οποία στο τέλος του 2008 κάλυπτε το 33% περίπου του συνόλου της αγοράς έναντι 43% περίπου στο τέλος του 2007, ενώ η μέση ημερήσια αξία των συναλλαγών εμφάνισε μείωση 27% περίπου σε σχέση με το 2007 4.
Οι παραπάνω εξελίξεις ήταν αναμενόμενες, παρά το γεγονός ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος είναι ελάχιστα εκτεθειμένος σε κινδύνους που σχετίζονται με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική αναταραχή. Εντούτοις, ειδικά για τις μετοχές του τραπεζικού κλάδου, η μειωμένη διάθεση των επενδυτών για ανάληψη κινδύνων, οι ρευστοποιήσεις επενδυτών του εξωτερικού εν μέσω κορύφωσης της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και η υποχώρηση της κερδοφορίας είχαν ως αποτέλεσμα την παραπάνω εξέλιξη.
Οι πτωτικές τάσεις, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης από το 2008 απροθυμίας των επενδυτών για ανάληψη κινδύνων, συνεχίστηκαν και στις αρχές του 2009. Η εφαρμογή ωστόσο των μέτρων του Ν. 3723/200814 για την ενίσχυση της ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας επέδρασε θετικά στις χρηματιστηριακές εξελίξεις του τραπεζικού κλάδου, με αποτέλεσμα τη σημαντική μεταβλητότητα των τιμών των μετοχών του κλάδου στις αρχές του 2009. Ήδη από το Μάρτιο του 2009, ο τραπεζικός δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών ανέκοψε την έντονα πτωτική πορεία και κινήθηκε ανοδικά, από τις 1.541,5 μονάδες τον ίδιο μήνα στις 3.622,6 το μήνα Οκτώβριο (Πίνακας 4 και Διάγραμμα 3), εμφανίζοντας καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με το Γενικό Δείκτη, ο οποίος, από 1.684,4 μονάδες αυξήθηκε σε 2.682,2, την ίδια περίοδο. Αξιοσημείωτο είναι ότι, σε σχέση με τις διεθνείς αγορές, η πορεία του τραπεζικού δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ύστερα από μία σημαντική περίοδο υποαπόδοσης έναντι των διεθνών δεικτών (Πίνακας 5 και Διάγραμμα 4), λόγω της παρατεταμένης διάρκειας της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, συνέκλινε, μετά το Μάρτιο του 2009, κατά πολύ ιδιαίτερα τον ευρωπαϊκό τραπεζικό δείκτη SP European Banking Index.
Ωστόσο, το τελευταίο δίμηνο του 2009, οι μεταβολές των τιμών των μετοχών στο ΧΑ εμφάνισαν απόκλιση σε σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες, καθώς εκφράστηκαν έντονες ανησυχίες από μέρους των επενδυτών σχετικά με την επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών της Ελλάδας. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε συνεχή υστέρηση του δείκτη του ΧΑ έναντι του ευρωπαϊκού δείκτη τιμών μετοχών Dow Jones Euro STOXX (23,4%) και των δεικτών των περισσότερων αγορών της ζώνης του ευρώ και των Η.Π.Α. (S&P 500: 23,5%).
Οι τιμές των μετοχών των ελληνικών τραπεζών, παρά τη μειωμένη κερδοφορία τους και τις ρευστοποιήσεις που προέκυψαν ύστερα από ανησυχίες των επενδυτών για τις ενδεχόμενες δυσμενείς επιπτώσεις της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας στον τραπεζικό κλάδο, ήταν αυξημένες κατά 40,1% σε σχέση με το τέλος Δεκεμβρίου του 2008.




2.1.6. Κεφαλαιοποίηση ελληνικών τραπεζών
Η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, εξαιρουμένης της Τράπεζας της Ελλάδος, στο τέλος του Δεκεμβρίου 2009 ανερχόταν στα 32,87 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε στο 39,4% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του Χρηματιστηρίου Αθηνών, έναντι της αντίστοιχης κεφαλαιοποίησης κατά το τέ- λος Δεκεμβρίου 2008 η οποία ανερχόταν στα 21,61 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, στο 31,7% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του Χρηματιστηρίου Αθηνών15.
Παρά την τρέχουσα οικονομική συγκυρία, η οποία είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη λόγω της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης που εκδηλώθηκε από το καλοκαίρι του 2007 και εντάθηκε από τον Αύγουστο του 200816 πλήττοντας το σύνολο των οργανωμένων αγορών ανά την υφήλιο, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διατηρούν την έμπρακτη εμπιστοσύνη των επενδυτών, κάθε κατηγορίας, ως προς τις επιχειρηματικές επιλογές τους, την αποτελεσματικότητά τους, την εξωστρέφεια την οποία έχουν επιδείξει και συνεχίζουν να επιδεικνύουν με συνέπεια, καθώς και τις προοπτικές περαιτέρω οργανικής ανάπτυξης και κερδοφορίας τους.
15 Χρηματιστήριο Αθηνών, Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο, Χρηματιστηριακές Εξελίξεις (τεύχη Δεκεμβρίου 2008 & 2009). 16 Στο χρονικό διάστημα Ιούνιος 2008 - Ιούνιος 2009 οι απώλειες κεφαλαιοποίησης του δείκτη όλων των μετοχών του Χρηματιστηρίου Αθηνών ανήλθε στα 45 δισ. ευρώ.
2.1.7. Μερίδια αγοράς και βαθμός συγκέντρωσης των τραπεζικών συστημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας
Ο βαθμός συγκέντρωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος παρουσίασε, σε σχέση με το 2007, ελαφρά αύξηση17 είτε βάσει του μεριδίου αγοράς των πέντε (5) μεγαλύτερων τραπεζών σε όρους ενεργητικού είτε με βάση το δείκτη Herfindahl-Hirschmann (HHI)18.
Στην Ελλάδα το μερίδιο αγοράς των πέντε (5) μεγαλύτερων τραπεζών σε όρους ενεργητικού διαμορφώθηκε στα τέλη του 2008 σε 69,5% (2007: 67,7%) εμφανίζοντας, μεταξύ 2003 και 2008, ελαφρά αύξηση του βαθμού συγκέντρωσης (2003: 66,9%)19.
Αντίστοιχη τάση αύξησης του βαθμού συγκέντρωσης των πέντε μεγαλυτέρων τραπεζών παρουσιάζεται και στο σύνολο των τραπεζικών συστημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών μελών κατά την εξαετία 2003 - 2008 (2008: 59,6%, 2003: 58,8%). Η εν λόγω τάση συγκέντρωσης αποτυπώνει, αφενός τις συγχωνεύσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ μικρού και μεσαίου μεγέθους (πριν τις συγχωνεύσεις) τραπεζών και αφετέρου τη δυναμική ανάπτυξη συγκεκριμένων τραπεζικών ομίλων, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας συγχωνεύσεων και εξαγορών.
Αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι ο βαθμός συγκέντρωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, μολονότι εμφανίζεται υψηλότερος από το γενικό μέσο όρο του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραμένει αισθητά χαμηλότερος από τον αντίστοιχο βαθμό συγκέντρωσης των τραπεζικών συστημάτων κρατών μελών της ευρωζώνης με πληθυσμό αντίστοιχο της Ελλάδας, όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Φινλανδία και η Δανία. Αντίθετα, πολύ χαμηλότερος είναι ο βαθμός συγκέντρωσης μόνο σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία:
17 Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Structural Indicators for the EU Banking Sector, Ιανουάριος 2010, σελ. 5, Πίνακας 3 και Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, Ιούνιος 2009, σελ. 63 και 64. 18 Ο δείκτης αυτός υπολογίζεται ως το άθροισμα των τετραγώνων των μεριδίων αγοράς όλων των τραπεζών που δραστηριοποιούνται σε μια χώρα. Οι τιμές του δείκτη κυμαίνονται από 0 έως 10.000. Τιμές του δείκτη χαμηλότερες του 1.000 υποδηλώνουν χαμηλή συγκέντρωση, από 1.000 μέχρι 1.800 μέτρια και από 1.800 και πάνω υψηλή συγκέντρωση. 19 Για αναλυτικά στοιχεία της εξαετίας 2003 - 2008 βλέπε: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, EU Banking Structures, Οκτώβριος 2008, σελ. 38 και Structural Indicators for the EU Banking Sector, Ιανουάριος 2010, σελ. 5.
2.2. Βασικοί οικονομικοί δείκτες των ελληνικών τραπεζών
2.2.1. Λόγος δανείων προς καταθέσεις
Η ισορροπημένη ανάπτυξη των χρηματοδοτικών και καταθετικών εργασιών συνεχίστηκε και το 2009 και συνέβαλε στη διατήρηση του δείκτη δανείων προς καταθέσεις κάτω του 100%20.
Ειδικότερα, ο λόγος χορηγήσεων προς καταθέσεις και συμφωνίες επαναγοράς το 2009 ανήλθε σε 90,8%, αυξημένος σε σχέση με το 2008 (2008: 89,1%). Βάσει των στοιχείων της Τράπεζας Ελλάδος, το 2009 το υπόλοιπο των καταθέσεων και συμφωνιών επαναγοράς νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε Νομισματικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα έφθασε τα €279 δισ. (2008: €280 δισ.). Την ίδια χρονιά, το υπόλοιπο των χορηγήσεων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά ανήλθε στα €253,4 δισ. (2008:
€249,6 δισ.)21.
2.2.2. Δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας
Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας του εγχώριου πιστωτικού συστήματος υποχώρησε το 2008, εν μέσω αντίξοων διεθνών συνθηκών, στο 9,4% από 11,2% το 2007, ενώ ο δείκτης βασικών κεφαλαίων (Core Tier 1) μειώθηκε, στο ίδιο διάστημα σε 7,9% από 9,4%2 (Διάγραμμα 5). Παρόλα αυτά, η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένει σε επίπεδο υψηλότερο των ελάχιστων απαιτούμενων23.
Τον Ιούνιο του 2009, αξιόλογη βελτίωση παρατηρήθηκε στους δείκτες Κεφαλαιακής Επάρκειας και Βασικών Κεφαλαίων, η οποία οφείλεται στη σημαντική αύξηση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών λόγω της έκδοσης προνομιούχων μετοχών που διατέθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και λόγω της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου που πραγματοποίησαν με απόλυτη επιτυχία ορισμένες τράπεζες. Έτσι, στο τέλος του 2009 οι Δείκτες Κεφαλαιακής Επάρκειας και Βασικών Κεφαλαίων24 διαμορφώθηκαν για μεν τις τράπεζες σε 13,2% και 12,0% αντίστοιχα, για δε τους τραπεζικούς ομίλους σε 11,8% και 10,7% αντίστοιχα.
Οι εξελίξεις αυτές επηρεάστηκαν από την καταγραφή ζημιών αποτίμησης στα ίδια κεφάλαια, την αγορά ιδίων μετοχών από τις τράπεζες και την απομείωση συμμετοχών των ελληνικών τραπεζικών ομίλων, λόγω συναλλαγματικών διαφορών. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, από τον Ιανουάριο του 2008, εφαρμόζονται οι νέοι κανόνες της κεφαλαιακής επάρκειας (γνωστοί ως
20 Για το λόγο των συνολικών πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις έναντι του ΑΕΠ στην Ελλάδα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη ζώνη του ευρώ βλέπε αναλυτικά στοιχεία στο κεφάλαιο 3.2.2 της παρούσας μελέτης. 21 Τράπεζα της Ελλάδος, Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας, Τεύχος 127, Πίνακες IV9 και IV15. 22 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ 197. 23 Τα αντίστοιχα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος είναι 8% για το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας και 4% για το δείκτη βασικών κεφαλαίων αντίστοιχα. 24 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 197.
Βασιλεία ΙΙ), βάσει των διατάξεων του Ν. 3601/2007. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μείωση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, καθώς υπολογίστηκαν για πρώτη φορά κεφαλαιακές απαιτήσεις για λειτουργικούς κινδύνους. Επιπρόσθετα, σημαντική επίδραση στη μείωση των δεικτών είχε και η αύξηση του σταθμισμένου για τον πιστωτικό κίνδυνο ενεργητικού, η οποία υπερκάλυψε τη μείωση του σταθμισμένου για τον κίνδυνο αγοράς ενεργητικού.

2.2.3. Κερδοφορία και αποτελεσματικότητα
Οι ελληνικές τράπεζες παρουσίασαν το 2009 σημαντική μείωση των προ φόρων κερδών τους της τάξης του 93,7% σε επίπεδο τραπεζών και της τάξης του 59,6% σε επίπεδο ομίλων σε σχέση με το 2008, κυρίως λόγω της σημαντικής αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ειδικότερα, η μείωση ήταν το συνδυασμένο αποτέλεσμα των παρακάτω παραγόντων:

25 Ibid. 26 Ibid. 27 Ο δείκτης του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου (γνωστός και με το αγγλικό ακρωνύμιο NIM - Net Interest Margin) υπολογίζεται ως ο λόγος των καθαρών εσόδων από τόκους προς το ενεργητικό και θα πρέπει να διακρίνεται από το περιθώριο επιτοκίου το οποίο αφορά τη διαφορά μεταξύ του μέσου σταθμικού επιτοκίου των νέων τραπεζικών δανείων και του αντίστοιχου επιτοκίου των νέων καταθέσεων, το οποίο και σχολιάζεται στο κεφάλαιο 2.3.4. της παρούσας μελέτης. 28 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 197.
2.3. Επιτόκια
2.3.1. Η σύγκλιση των ονομαστικών τραπεζικών επιτοκίων δανεισμού ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη της ευρωζώνης (Δεκέμβριος 2003 - Δεκέμβριος 2009)
Την τελευταία εξαετία (Δεκέμβριος 2003 - Δεκέμβριος 2009), όπως καταγράφεται στους Πίνακες 7 και 8 29, παρατηρείται σύγκλιση των ονομαστικών τραπεζικών επιτοκίων δανεισμού για νέα δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις μεταξύ της Ελλάδας και των υπολοίπων κρατών μελών της ευρωζώνης για τις τρεις από τις συνολικά επτά καταγεγραμμένες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (εφεξής και ΕΚΤ) κατηγορίες δανεισμού. Ειδικότερα:
Η σύγκλιση των ονομαστικών τραπεζικών επιτοκίων δανεισμού μεταξύ Ελλάδας και των υπολοίπων κρατών μελών της ευρωζώνης κατέστη εφικτή, παρά τη δυσχερή οικονομική συγκυρία στην Ελλάδα καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009 με έμφαση το τελευταίο τρίμηνο του έτους, λόγω της συνεχούς ενίσχυσης του ανταγωνισμού στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και της ανάπτυξης και αξιοποίησης από τις τράπεζες αποτελεσματικών μεθόδων υπολογισμού και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου.
29 Τα στοιχεία αναπαράγονται από την ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ειδικότερα βλέπε: http://www.ecb.int/stats/money/interest/interest/html/interest_rates_latest.en.html 30 Κατά την ίδια χρονική περίοδο τα ονομαστικά τραπεζικά επιτόκια νέων καταθέσεων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις παρουσίασαν στην Ελλάδα χαμηλότερα ποσοστά μείωσης σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ευρωζώνης. Υπενθυμίζεται πως, το Δεκέμβριο του 2009 σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2003, το κεντρικό παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ ήταν μειωμένο κατά μια (1) ποσοστιαία μονάδα ή 100 μονάδες βάσης (Δεκέμβριος 2003: 2%, Δεκέμβριος 2009: 1%). 31 Ο «δείκτης σύγκλισης» προκύπτει από τον ακόλουθο τύπο: [ 1 - (R2009/R2003)x100 = C ]. Το R αντιπροσωπεύει τη σχέση του μέ- σου ονομαστικού επιτοκίου στην Ελλάδα προς το αντίστοιχο της ευρωζώνης, στα έτη 2009 και 2003. Όπου C>0 Σύγκλιση, όπου C<0 Απόκλιση. 32 http://www.ecb.int/stats/money/interest/interest/html/interest_rates_2003-12.en.html 33 http://www.ecb.int/stats/money/interest/interest/html/interest_rates_2009-12.en.htm


34 http://www.ecb.int/stats/money/interest/interest/html/interest_rates_2003-12.en.html 35 http://www.ecb.int/stats/money/interest/interest/html/interest_rates_2009-12.en.html
2.3.2. Σύγκριση των ονομαστικών επιτοκίων δανεισμού μεταξύ Ελλάδας και των υπολοίπων κρατών μελών της ευρωζώνης (Δεκέμβριος 2009)
Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη της ευρωζώνης όσον αφορά τα ονομαστικά τραπεζικά επιτόκια για νέα δάνεια προς νοικοκυριά, για όλες τις κατηγορίες νέων δανείων, κυμαίνονταν, το Δεκέμβριο του 2009, από -0,36 έως 2,69 ποσοστιαίες μονάδες (Πίνακας 9). Το Δεκέμβριο του 2009 τα ελληνικά νοικοκυριά απολάμβαναν, όπως συνέβαινε και πριν από ένα χρόνο, από τα χαμηλότερα επιτόκια στεγαστικής πίστης μεταξύ των 16 κρατών μελών της ευρωζώνης, ενώ από το Δεκέμβριο του 2007 έως το Δεκέμβριο του 2009, το μέσο ονομαστικό επιτόκιο για υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια με διάρκεια άνω των πέντε ετών μειώθηκε στην Ελλάδα κατά 1,13 ποσοστιαίας μονάδας (από 5,11% σε 3,98%)36 έναντι μείωσης 0,94 ποσοστιαίας μονάδας στην ευρωζώνη (από 5,00% σε 4,06%)37. Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι το 31,8% επί του συνόλου των δανείων που έχουν χορηγηθεί, προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αφορά σε στεγαστικά δάνεια για τα οποία τα ελληνικά νοικοκυριά απολαμβάνουν από τα ανταγωνιστικότερα επιτόκια της ευρωζώνης. Το αντίστοιχο ποσοστό δανεισμού με πιστωτικές κάρτες στην Ελλάδα ανερχόταν, το Δεκέμβριο του 2009, στο 3,7% και για τα λοιπά καταναλωτικά δάνεια στο 10,5% του συνόλου των χρηματοδοτήσεων (Πίνακας 10).
Όσον αφορά τα νέα δάνεια προς επιχειρήσεις η διαφορά των ονομαστικών τραπεζικών επιτοκίων ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη της ευρωζώνης κυμαινόταν από 1,05 έως 1,76 ποσοστιαίες μονάδες (Πίνακας 11). Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος38, τα επιτόκια νέων δανείων προς επιχειρήσεις παρουσίασαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2 ετών (Δεκέμβριος 2007 - Δεκέμβριος 2009) μείωση της τάξης των 2,13 ποσοστιαίων μονάδων (για δάνεια μέχρι και ένα εκατομμύριο ευρώ) και 2,55 ποσοστιαίων μονάδων (για δάνεια άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ). Επίσης, ακόμα και για τα υφιστάμενα δάνεια προς επιχειρήσεις παρατηρήθηκε, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, μείωση άνω των 2 ποσοστιαίων μονάδων (Πίνακας 12).
Γενικώς, τα ελληνικά επιτόκια, παρά τις σημαντικές τάσεις μείωσής τους, παραμένουν, για λόγους που αναλύονται εν συντομία στη συνέχεια (υπό κεφάλαιο 2.3.6.), σε επίπεδο υψηλότερο από ό,τι κατά μέσο όρο στην ευρωζώνη. Οι μεγαλύτερες διαφορές παρατηρούνται στα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων, τα οποία πάντως δεν είναι, σε καμία καταγεγραμμένη από την ΕΚΤ κατηγορία, τα υψηλότερα μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης (βλέπε σχετικά τις διευκρινιστικές σημειώσεις στους Πίνακες 9 και 11).
36 Τράπεζα της Ελλάδος, Τραπεζικά επιτόκια καταθέσεων και δανείων: Δεκέμβριος 2009, Δελτίο Τύπου, 4 Φεβρουαρίου 21010. Ειδικότερα βλέπε: http://www.bankofgreece.gr 37 Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Δελτία Τύπου, Euro area MFI interest rate statistics: December 2007 & December 2009, Πίνακας υπ’ αριθμ. 3. 38 Τράπεζα της Ελλάδος, Τραπεζικά επιτόκια καταθέσεων και δανείων: Δεκέμβριος 2009, Δελτίο Τύπου, 4 Φεβρουαρίου 2010. Ειδικότερα βλέπε: http://www.bankofgreece.gr 39 Ιταλία (9,85%), Ισπανία (9,72%) και Ολλανδία (8,76%) παρουσιάζουν, μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, τα υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια σε αυτή την κατηγορία δανεισμού. 40 Σλοβακία (12,17%), Πορτογαλία (12,17%), Ελλάδα (8,95%), Ιταλία (8,28%) και Ισπανία (8,08%) παρουσιάζουν, μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, τα υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια σε αυτή την κατηγορία δανεισμού. 41 Τα παρατιθέμενα ονομαστικά επιτόκια προκύπτουν από τη συνδυαστική ανάγνωση του Στατιστικού Δελτίου Οικονομικής Συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος, Ιανουάριος 2010, τεύχος 126, σελ. 119 και του Δελτίου Τύπου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με τίτλο Euro Area MFI interest rate statistics, December 2009, Πίνακας 1.

42 Ibid. 43 Σλοβακία (5,26%), Κύπρος (5,01%), Ολλανδία (3,84%), Μάλτα (3,48%) και Γαλλία (3,38%) παρουσιάζουν, μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, τα υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια σε αυτή την κατηγορία δανεισμού.


4 Ισπανία (19,99%), Βέλγιο (6,95%), Κύπρος (6,69%) και Σλοβενία (5,96%) παρουσιάζουν, μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, τα υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια σε αυτή την κατηγορία δανεισμού. 45 Κύπρος (6%), Σλοβενία (5,65%), Μάλτα (5,29%) και Πορτογαλία (4,95%) παρουσιάζουν, μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, τα υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια σε αυτή την κατηγορία δανεισμού. 46 Κύπρος (5,47%), Σλοβενία (4,63%), Μάλτα (4,19%) και Πορτογαλία (3,27%) παρουσιάζουν, μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, τα υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια σε αυτή την κατηγορία δανεισμού.

2.3.3. Επιτόκια καταθέσεων
Στα ελληνικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις εξακολουθούν να προσφέρονται από τα υψηλότερα επιτόκια προθεσμιακής κατάθεσης έως ένα έτος. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΚΤ, το Δεκέμβριο του 2009, τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων έως ένα έτος ήταν στην Ελλάδα υψηλότερα κατά 0,43 και 0,41 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα, σε σχέση με το μέσο όρο των 16 κρατών μελών της ευρωζώνης (Πίνακας 13).
Εξάλλου, όπως επισημαίνει σχετικά και η Τράπεζα της Ελλάδος47, κατά τη διάρκεια του πρώτου διμήνου του 2010 τα επιτόκια σχεδόν όλων των επιμέρους κατηγοριών νέων καταθέσεων σημείωσαν άνοδο, η οποία αποδίδεται στις δυσμενείς επιδράσεις που άσκησαν οι δημοσιονομικές συνθήκες48
47 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 173. 48 Οι εν λόγω δυσμενείς επιδράσεις που άσκησαν οι δημοσιονομικές συνθήκες της χώρας μας είχαν ως αποτέλεσμα να καταγραφεί, το Φεβρουάριο του 2010 σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2009, μείωση του συνολικού υπολοίπου καταθέσεων εγχώριων επιχειρήσεων και νοικοκυριών κατά 8,4 δισ. ευρώ. Η μείωση αυτή του υπολοίπου των καταθέσεων -εν προκειμένω να σημειωθεί πως σε σχέση με το Φεβρουάριο του 2009, δηλαδή σε ετήσια βάση, το υπόλοιπο των καταθέσεων ήταν θετικό κατά 1%, ήτοι κατά 227 εκ. ευρώ- λανθασμένα αποδόθηκε από μερίδα του διεθνούς και εγχώριου έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου ότι αφορούσε στο σύνολό της εκροή κεφαλαίων
τόσο στη δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές χρήματος και κεφαλαίων όσο και στο υψηλό κόστος δανεισμού που αντιμετωπίζουν με ένταση από τις αρχές του
2010. Για το λόγο αυτό, οι τράπεζες αναζητούν ρευστότητα από την εσωτερική αγορά, προσφέροντας υψηλότερα επιτόκια καταθέσεων.

2.3.4. Περιθώριο επιτοκίου
Σύμφωνα με την ετήσια Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το έτος 200951 το περιθώριο επιτοκίου στην Ελλάδα, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του μέσου σταθμικού επιτοκίου των νέων τραπεζικών δανείων και του αντίστοιχου επιτοκίου των νέων καταθέσεων52, αυξήθηκε τον Δεκέμβριο του 2009, σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2008, κατά 0,12 ποσοστιαίας μονάδας και διαμορφώθηκε στο 3,39%53. Το περιθώριο αυτό στη ζώνη του ευρώ μειώθηκε κατά 0,34 ποσοστιαίας μονάδας την ίδια περίοδο και διαμορφώθηκε στο 2,29% στο τέλος Δεκεμβρίου 2009 (Πίνακας 14).
προς το εξωτερικό. Σύμφωνα με υπολογισμούς της Γενικής Γραμματείας της ΕΕΤ, η πραγματική φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό δεν ξεπερνά, κατ’ εκτίμηση, το 1% με 1½% του συνόλου των καταθέσεων, ενώ με την αναμενόμενη εξομάλυνση των δημοσιονομικών συνθηκών της χώρας, τα περισσότερα από αυτά τα κεφάλαια αναμένεται να επανέλθουν σταδιακά στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. 49 Κύπρος (4,13%), Ολλανδία (2,51%), Ισπανία (2,15%) και Ελλάδα (2,10%) παρουσίαζαν, μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, τα υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια σε αυτή την κατηγορία καταθέσεων. 50 Κύπρος (2,86%), Μάλτα (1,42%), Ισπανία (1,41%), Σλοβενία (1,37%) και Πορτογαλία (1,32%) παρουσίαζαν, μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, τα υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια σε αυτή την κατηγορία καταθέσεων. 51 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 187. 52 Το περιθώριο επιτοκίου θα πρέπει να διακρίνεται από Καθαρό Επιτοκιακό Περιθώριο (γνωστό και με το αγγλικό ακρωνύμιο NIM - Net Interest MARGIN) και το οποίο σχολιάζεται στο κεφάλαιο 2.2.3. της παρούσας μελέτης. 53 Το περιθώριο επιτοκίου με στάθμιση ζώνης του ευρώ μειώθηκε οριακά το Φεβρουάριο του 2010 διαμορφούμενο στο 3,37%. Αναλυτικότερα βλέπε: Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Πίνακας Χ.6, σελ. 187.
Η διαφορά του περιθωρίου επιτοκίου στην Ελλάδα σε σχέση με το μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ ανήλθε στο 1,10 ποσοστιαίας μονάδας. Η εν λόγω διαφορά, το Δεκέμβριο του 2003, ανερχόταν στο 1,68. Δηλαδή, το Δεκέμβριο του 2009, η διαφορά του περιθωρίου επιτοκίου ανερχόταν στο 66% αυτής που διαμορφώθηκε στο τέλος του 2003 και σαφώς χαμηλότερη από το μέσο περιθώριο δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου μέσω εκδόσεως ομολόγων54. Να ληφθεί μάλιστα υπόψη το γεγονός ότι λόγω του υψηλότερου κόστους δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, έτσι όπως παρατηρείται ήδη από το Δεκέμβριο του 2009, το κόστος άντλησης κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών από τις αγορές είναι αντίστοιχα υψηλότερο55.

54 Ενδεικτικό είναι ότι, η μέση ετήσια διαφορά απόδοσης μεταξύ των δεκαετών ομολόγων του Ελληνικού έναντι του Γερμανικού Δημοσίου αυξήθηκε κατά 173,64 μονάδες βάσης στο χρονικό διάστημα Δεκ. 2003 - Δεκ. 2009 (2003: 16,76, 2009: 190,4). Οι αποδόσεις και οι διαφορές (μηνιαίες και ετήσιες) μεταξύ των δεκαετών ομολόγων του Γερμανικού Δημοσίου και των αντίστοιχων του Ελληνικού Δημοσίου, αποτυπώνονται σε καθημερινή βάση στην ιστοσελίδα της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών. Ειδικότερα βλέπε: http://www.hba.gr/epitokia/omologa.asp 55 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, σελ. 183 και 186. 56 Το περιθώριο επιτοκίου στην Ελλάδα με στάθμιση ζώνης του ευρώ προκύπτει εφόσον η σύνθεση των καταθέσεων και των δανείων ήταν στην Ελλάδα ίδια με αυτή της ευρωζώνης.
2.3.5. Παράγοντες διαμόρφωσης των επιτοκίων και οι λόγοι απόκλισης των ελληνικών επιτοκίων από το μέσο όρο της ευρωζώνης
2.3.5.1. Παράγοντες διαμόρφωσης των επιτοκίων
Όπως έχει αναλυθεί λεπτομερώς και στην προηγούμενη μελέτη της ΕΕΤ57 οι παράγοντες διαμόρφωσης των επιτοκίων είναι είτε εξωγενείς ή ενδογενείς σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα και αφορούν ειδικότερα:
Οι εξελίξεις στους παράγοντες αυτούς επηρεάζουν καίρια τις αντίστοιχες εξελίξεις στα επιτόκια, τόσο διαχρονικά, όσο και συγκριτικά με τα επίπεδα που ισχύουν σε άλλες χώρες.
2.3.5.2. Λόγοι απόκλισης των ελληνικών επιτοκίων από το μέσο όρο της ευρωζώνης
Η απόκλιση που σε ορισμένες κατηγορίες τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών -παρότι συρικνούμενη- εξακολουθεί να παρατηρείται στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο στα υπόλοιπα κράτη μέλη της ευρωζώνης, οφείλεται κυρίως στους διαρθρωτικούς παράγοντες που διαμορφώνουν διαφορετικές συνθήκες ζήτησης και προσφοράς. Η προσδοκώμενη σύγκλιση θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα και την έκταση άμβλυνσης των αιτίων στα οποία αυτή αποδίδεται. Εν προκειμένω οι κατωτέρω παράγοντες κρίνονται καθοριστικής σημασίας:
(α) Η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας είχε μεν τα τελευταία χρόνια βελτιωθεί, αλλά παρέμενε χαμηλότερη από τα περισσότερα κράτη μέλη της ευρωζώνης, κυρίως λόγω του σχετικά υψηλού δημοσίου χρέους. Η επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας αποτυπώνεται, με ιδιαίτερη έμφαση από τις αρχές του 2009, στη διαφορά απόδοσης μεταξύ των δεκαετών ομολόγων
57 Ελληνική Ένωση Τραπεζών, Η συμβολή του τραπεζικού συστήματος στην ελληνική οικονομία, Ιούλιος 2008, σελ. 41-50.
του Ελληνικού έναντι του Γερμανικού Δημοσίου που όμως, μετά το πρώτο εξάμηνο του 2009, εμφάνισε τάσεις αναστροφής οι οποίες άρχισαν να επιδεινώνονται εκ νέου από το Νοέμβριο58. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο παράγοντας αυτός περιορίζει την πιστοληπτική ικανότητα των ελληνικών τραπεζών και αυξάνει το περιθώριο επιτοκίου με το οποίο οι ελληνικές τράπεζες αντλούν δανειακά κεφάλαια από τη διατραπεζική αγορά και τις διεθνείς χρηματαγορές με την έκδοση ομολογιακών τίτλων.
(β) O μέσος ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού στην Ελλάδα, μετρούμενος με βάση το γενικό Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), παραμένει από τους υψηλότερους, αν όχι ο υψηλότερος, της ευρωζώνης. Το 2009 η απόκλιση του πληθωρισμού στην Ελλάδα από το αντίστοιχο μέγεθος στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο ήταν μία (1) ποσοστιαία μονάδα (1,3% έναντι 0,3% αντίστοιχα)59, παραμένοντας αμετάβλητη σε σχέση με το 2008 (4,2% έναντι 3,2% αντίστοιχα). Η τάση απόκλισης του πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδας και ευρωζώνης, διευρύνθηκε, προσεγγίζοντας τις δυόμισι ποσοστιαίες μονάδες, κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2010 (3,9% έναντι 1,4% αντίστοιχα).
(γ) Το λειτουργικό κόστος των ελληνικών τραπεζών έχει μειωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Εντούτοις, κατά μέσο όρο και σε σύγκριση με τα τραπεζικά συστήματα άλλων κρατών μελών της ευρωζώνης, παραμένει σχετικά υψηλό (ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού τους), κυρίως λόγω των εξής παραγόντων:
58 Σύμφωνα με το πλέον πρόσφατο δελτίο τύπου της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Απρίλιο του 2010, η μέση μηνιαία διαφορά απόδοσης μεταξύ του ελληνικού 10ετούς ομολόγου αναφοράς και του αντίστοιχου γερμανικού ανήλθε στις 474 μονάδες βάσης, έναντι 232 μονάδων βάσης τον Απρίλιο του 2009. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως τον Απρίλιο του 2010 το Ελληνικό Δημόσιο θα δανειζόταν για 10 χρόνια με επιτόκιο υψηλότερο κατά 4,74% σε σχέση με το Γερμανικό Δημόσιο. 59 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτους 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 100. 60 Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 20 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α’, 58/23.4.2010), Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις, «Τα φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και άνω, που εκδίδονται για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες, εξοφλούνται από τους λήπτες τους, αγοραστές των αγαθών ή των υπηρεσιών, μέσω τράπεζας, με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού και με επιταγές. Δεν επιτρέπεται εξόφληση των στοιχείων αυτών με μετρητά».
των συναλλαγών μέσω διαδικτύου ή τηλεφώνου (e-banking, phone-banking) σε αντιδιαστολή με το μεγάλο τμήμα των συναλλαγών που συνεχίζουν να πραγματοποιούνται στο γκισέ των καταστημάτων, και (γ) του γεωγραφικά διάσπαρτου δικτύου καταστημάτων, όπως επιβάλλεται από την ανάγκη εξυπηρέτησης απομακρυσμένων περιοχών ή περιοχών με σχετικά χαμηλή οικονομική δραστηριότητα.
(δ) Λόγω της πρόσφατης απελευθέρωσης της καταναλωτικής πίστης και της συνακόλουθης ραγδαίας αύξησης της ζήτησης τραπεζικών δανείων από τα νοικοκυριά, οι ελληνικές τράπεζες είναι εκτεθειμένες σε υψηλότερο πιστωτικό κίνδυνο και σχετικά υψηλότερα από τα μέχρι το 2003 ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η τάση αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνεχίστηκε, κατά μέσο όρο, και κατά τη διάρκεια του 2009, κυρίως ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων της χρηματοπιστωτικής κρίσης και των δυσμενών επιπτώσεων των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας μας στην πραγματική οικονομία. Για την κάλυψη αυτής της υποχρέωσής τους οι τράπεζες διατηρούν, όπως εξάλλου οφείλουν από το νόμο, υψηλότερες προβλέψεις, δεσμεύοντας περισσότερα ίδια κεφάλαια ανά μονάδα παρεχόμενων υπηρεσιών, γεγονός που συνεπάγεται υψηλότερο κόστος κεφαλαίων.
(ε) Το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας των τραπεζών στην Ελλάδα, το οποίο πλέον διαμορφώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό υπό την επίδραση του κοινοτικού δικαίου, σε ορισμένους τομείς παραμένει μέχρι και σήμερα συγκριτικά αυστηρότερο από ό,τι επιβάλλουν οι σχετικές κοινοτικές Οδηγίες. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, λίγες ευτυχώς, το ελληνικό ρυθμιστικό πλαίσιο δεν έχει ακόμα προσαρμοστεί απόλυτα στις σύγχρονες συνθήκες λειτουργίας των ανεπτυγμένων πιστωτικών αγορών. Ενδεικτικά: (i) Η Ελλάδα καταλαμβάνει, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, την 133η (2008: 152η) και την 96η (2008: 100ή) θέση μεταξύ 181 κρατών συνολικά όσον αφορά τη σχετική ευκολία έναρξης και συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας αντίστοιχα.61,62 (ii) Στην Ελλάδα, το μέσο χρονικό διάστημα που απαιτείται για την είσπραξη μέσω των δικαστηρίων τραπεζικών απαιτήσεων από επισφαλή δάνεια είναι αισθητά μεγαλύτερο από ό,τι σε άλλα κράτη μέλη της ευρωζώνης. Αντίστοιχα, αυξημένο είναι και το κόστος της σχετικής διαδικασίας. Χαρακτηριστική εν προκειμένω είναι και η σχετική επισήμανση της Τράπεζας της Ελλάδος ότι «σε χώρες όπου η διαδικασία εκποίησης των ασφαλειών απαιτεί δύο ή περισσότερα έτη (π.χ. Ελλάδα, Ιταλία και Πορτογαλία) το μέσο επιτόκιο χορηγήσεων είναι υψηλότερο από το μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ. Στην Ελλάδα αυτό το χρονικό διάστημα είναι το μεγαλύτερο μετά την Ιταλία».63
61 World Bank, Doing Business in 2008 and 2009, σελ. 122 και 106, αντίστοιχα. 62 Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκδοσης World Bank, Doing Business in 2010 (σελ. 4), η ευκολία συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα υποχώρησε περαιτέρω καταλαμβάνοντας την 109η θέση (2009: 96) μεταξύ 183 κρατών. Αναλυτικότερα βλέπε: http://www.doingbusiness.org/documents/DB10_Overview.pdf 63 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2006 - 2007, Φεβρουάριος 2007, σελ. 64, υποσημείωση υπ’ αριθμ. 22.
3. Τραπεζικό σύστημα και οικονομική δραστηριότητα
3.1. Τραπεζικό σύστημα και ΑΕΠ
Η άμεση συμμετοχή του τραπεζικού συστήματος στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της χώρας παρουσίασε κατά την περίοδο 2004 - 200864 μικρή αύξηση της τάξης του 2,4% (από 4,26% το 2004 σε 4,36% το 2008), σε σταθερές τιμές προηγούμενου έτους (Πίνακας 15). Τα παραπάνω στοιχεία αναδεικνύουν τη συμβολή του τραπεζικού συστήματος στην αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας. Σημειώνεται ότι η συμβολή αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην «άμεση» συμβολή, χωρίς να υπολογίζονται: (α) η με άλλους τρόπους θετική συμβολή σε συνολικά οικονομικά μεγέθη (π.χ. φορολογικά έσοδα, απασχόληση κ.λπ.) και (β) τα κάθε τύπου πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα από τη διάχυση δανειοδότησης και εισοδημάτων στην ελληνική οικονομία.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι, επίσης, και η «έμμεση» συμβολή του τραπεζικού τομέα στην αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας, μέσω:

64 Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.Α.) δεν είχε δημοσιεύσει, έως το τέλος Μαΐου 2010, στατιστικά στοιχεία για το έτος 2009. 65 Κωδικός: NACE-Rev.1 Κλάδος 65 (Ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί με εξαίρεση τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα ταμεία συντάξεων).
3.2. Δανεισμός νοικοκυριών
3.2.1. Πολιτική δανεισμού
Η διεθνής ύφεση έχει επηρεάσει δυσμενώς την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα και, μέσω αυτής, τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Το 2009 η εφαρμογή από τις τράπεζες αυστηρότερων κριτηρίων χορήγησης πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά περιόρισε την προσφορά δανείων, ενώ ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων ως προς τις μελλοντικές τους επιδόσεις και αντίστοιχα εισοδήματά τους και η επακόλουθη υποχώρηση της ροπής προς κατανάλωση, επενδύσεις και ανάληψη πιστωτικών υποχρεώσεων, περιόρισαν τη ζήτηση δανείων66.
Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε η Ελληνική Ένωση Τραπεζών από τις τράπεζες-μέλη της, προκύπτει ότι οι τράπεζες εξακολουθούν67 να είναι ιδιαίτερα αυστηρές κατά τη χορήγηση καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων με στόχο τη σταδιακή βελτίωση του χαρτοφυλακίου των δανείων τους προς τα νοικοκυριά. Ειδικότερα, το 2009 σε σχέση με το 2008, για όλες τις κατηγορίες δανεισμού προς νοικοκυριά, τα ποσοστά εγκρίσεων, σε επίπεδο μεμονωμένων τραπεζών, ως ποσοστό του συνόλου των αιτήσεων χορήγησης δανείων ήταν, στο σύνολό τους, χαμηλότερα, με εξαίρεση τα καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφάλιση, για τα οποία παρουσιάστηκε οριακή αύξηση του ανώτατου ποσοστού εγκρίσεων κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, το χαμηλότερο ποσοστό εγκρίσεων, για τη συγκεκριμένη κατηγορία δανεισμού, περιορίστηκε σημαντικά κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες (Πίνακας 16).
Η εκδήλωση της πρόσφατης διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, και κυρίως η έκταση και η έντασή της, ανέδειξε την ύπαρξη κενών στο υφιστάμενο, ιδιαίτερα σημαντικό κατά τα λοιπά, διεθνές και ευρωπαϊκό θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο. Μεταξύ αυτών των κενών συγκαταλέγονται και οι υφιστάμενοι κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, οι οποίοι εντείνουν την «προκυκλικότητα», δηλαδή ωθούν τις τράπεζες να χορηγούν περισσότερα δάνεια κατά τη διάρκεια της ανόδου του οικονομικού κύκλου και να είναι πιο διστακτικές στην πιστωτική τους δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της ύφεσης.
66 Ενδεικτικό εν προκειμένω είναι ότι το 66,7% των επιχειρήσεων που έλαβαν μέρος σε πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ απάντησαν ότι κατά το χρονικό διάστημα Μάιος 2008 - Μάιος 2009 δεν απευθύνθηκαν σε κάποια τράπεζα για δανεισμό. Από το υπόλοιπο 33,3% των επιχειρήσεων που απευθύνθηκαν σε κάποια τράπεζα για δανεισμό περισσότερες από τις μισές χρηματοδοτήθηκαν. Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι διαθέσιμα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.gsevee.gr/media/gsevee/deltia_typoy/2009/meleti_ime.pdf 67 Χαρακτηριστικό είναι ότι η πολιτική δανεισμού των τραπεζών «αυστηροποιείται» συστηματικά την τελευταία τριετία. Ενδεικτικά, τον Ιούνιο του 2007, οι εγκρίσεις των πιστωτικών καρτών και των καταναλωτικών δανείων χωρίς εγγύηση ως ποσοστό επί του συνόλου των αιτήσεων ανήλθαν σε 55,9% και 56,3% αντίστοιχα. Δηλαδή, 4,6 στις 10 αιτήσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας και 4,4 στις 10 αιτήσεις χορήγησης καταναλωτικών δανείων χωρίς εγγύηση απορρίπτονταν από τις τράπεζες με κριτήριο την πιστοληπτική ικανότητα του αιτούντος και εν γένει την πολιτική διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου. Αναλυτικότερα βλέπε, Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2007 - 2008, Φεβρουάριος 2008, σελ. 110, Πίνακας ΙΙΙ.9.

3.2.2. Βαθμός χρέωσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων
Ένας γενικά αποδεκτός δείκτης προσδιορισμού της τάσης δανεισμού των νοικοκυριών και επιχειρήσεων μιας χώρας είναι ο λόγος των συνολικών πιστώσεων68 που έχουν χορηγηθεί σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προς το ΑΕΠ της χώρας αυτής. Όπως προκύπτει από τα τελευταία δημοσιευμένα συγκρίσιμα στατιστικά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας69, ο λόγος αυτός για την Ελλάδα εξακολούθησε να είναι και το 2009 από τους χαμηλότερους μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27) και της ευρωζώνης (ΕΕ-1570) (Πίνακας 17).
Στην Ελλάδα, ο λόγος που αφορά την κατηγορία στεγαστικών δανείων έναντι του ΑΕΠ, εμφανίζεται σημαντικά χαμηλότερος, έναντι των αντίστοιχων μέσων όρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης, (Πίνακας 18) ενώ αντίθετη τάση παρατηρείται στο λόγο των λοιπών δανείων προς νοικοκυριά έναντι του ΑΕΠ (Πίνακας 19).
Συμπερασματικά, το 2009 στην Ελλάδα, ο λόγος των συνολικών πιστώσεων, αλλά και επιμέρους, των στεγαστικών δανείων προς το ΑΕΠ εξακολουθούσε να είναι σημαντικά χαμηλότερος σε σχέση με τους αντίστοιχους λόγους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη στο τέλος του 2008.
68 Στις συνολικές πιστώσεις περιλαμβάνονται τα υπόλοιπα των δανείων και τα τιτλοποιημένα δάνεια. 69 Τράπεζα της Ελλάδος, Στατιστικό Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας, τεύχος 126, Ιανουάριος 2010 και European Central Bank, Structural Indicators for the EU Banking Sector, Ιανουάριος 2010. 70 Υπενθυμίζεται πως η Σλοβακία υιοθέτησε το ενιαίο νόμισμα ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2009. Συνεπώς, έως την 31.12.2008 τα κράτη μέλη της ευρωζώνης ανέρχονταν σε 15.


71 Συνδυαστική ανάλυση των Πινάκων υπ’ αριθμ. 6 και 14 της μελέτης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Structural Indicators for the EU Banking Sector, Ιανουάριος 2010. Στο τέλος του 2008 η Ελλάδα διέθετε τον 19ο χαμηλότερο λόγο συνολικών δανείων προς ΑΕΠ σε σχέση με την ΕΕ-27 και τον 2ο χαμηλότερο σε σχέση με την ΕΕ-15, οριακά πίσω από τη Φινλανδία (89,6%). Τον υψηλότερο λόγο συνολικών δανείων προς ΑΕΠ διέθετε το Λουξεμβούργο (553,3%).
72 Συνδυαστική ανάλυση των στοιχείων του Πίνακα αριθμ. IV.14 του Στατιστικού Δελτίου Οικονομικής Συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος, τεύχος 126, Ιανουάριος 2010 και Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν 2009 σε τρέχουσες αγοραίες τιμές 237.494 εκ. ευρώ. Στα στοιχεία του 2009 περιλαμβάνονται τα υπόλοιπα δανείων και τα τιτλοποιημένα δάνεια. Αντίθετα, στα στοιχεία των ετών 2006-2008 περιλαμβάνονται μόνο τα υπόλοιπα δανείων. 73 Συνδυαστική ανάλυση των Πινάκων υπ’ αριθμ. 4 και 14 της μελέτης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Structural Indicators for the EU Banking Sector, Ιανουάριος 2010. Στο τέλος του 2008 η Ελλάδα διέθετε τον 16ο χαμηλότερο λόγο στεγαστικών δανείων προς ΑΕΠ σε σχέση με την ΕΕ-27 και τον 5ο χαμηλότερο σε σχέση με την ΕΕ-15 (χαμηλότερο λόγο στεγαστικών δανείων έναντι του ΑΕΠ παρουσίαζαν οι: Σλοβενία, Ιταλία, Βέλγιο και Αυστρία). Τον υψηλότερο λόγο στεγαστικών δανείων προς ΑΕΠ διέθετε η Δανία (108,9%). 74 Συνδυαστική ανάλυση των στοιχείων του Πίνακα αριθμ. IV.17 του Στατιστικού Δελτίου Οικονομικής Συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος, τεύχος 126, Ιανουάριος 2010 και Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν 2009 σε τρέχουσες αγοραίες τιμές 237.494 εκ. ευρώ. Στα στοιχεία του 2009 περιλαμβάνονται τα υπόλοιπα δανείων και τα τιτλοποιημένα δάνεια. Αντίθετα, στα στοιχεία των ετών 2006 - 2008 περιλαμβάνονται μόνο τα υπόλοιπα δανείων.

Επισημαίνεται σχετικά ότι και παλαιότερη μελέτη, του 2007, για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος κατέληξε στη διαπίστωση ότι τα ελληνικά νοικοκυριά δεν είναι «υπερχρεωμένα», στο βαθμό τουλάχιστον που γενικά πιστεύεται και αναπαράγεται στο δημόσιο διάλογο της χώρας μας77. Τα συμπεράσματα της μελέτης της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώθηκαν και από πρόσφατη, το Μάρτιο του 2010, έρευνα της εταιρείας ΚΑΠΑ Research, για λογαριασμό της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή78. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την εν λόγω έρευνα:
75 Συνδυαστική ανάλυση των Πινάκων υπ’ αριθμ. 5 και 14 της μελέτης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Structural Indicators for the EU Banking Sector, Ιανουάριος 2010. Στο τέλος του 2008 η Ελλάδα διέθετε τον 14ο χαμηλότερο λόγο καταναλωτικών δανείων προς ΑΕΠ σε σχέση με την ΕΕ-27 και τον 6ο χαμηλότερο σε σχέση με την ΕΕ-15 (χαμηλότερο λόγο καταναλωτικών δανείων έναντι του ΑΕΠ παρουσίαζαν οι: Φινλανδία, Ολλανδία, Βέλγιο, Σλοβενία, Γαλλία). Τον υψηλότερο λόγο καταναλωτικών δανείων προς ΑΕΠ διέθετε η Κύπρος (62,7%).
76 Συνδυαστική ανάλυση των στοιχείων του Πίνακα αριθμ. IV.17 του Στατιστικού Δελτίου Οικονομικής Συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος, τεύχος 126, Ιανουάριος 2010 και Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν 2009 σε τρέχουσες αγοραίες τιμές 237.494 εκ. ευρώ. Στα στοιχεία του 2009 περιλαμβάνονται τα υπόλοιπα δανείων και τα τιτλοποιημένα δάνεια. Αντίθετα, στα στοιχεία των ετών 2006 - 2008 περιλαμβάνονται μόνο τα υπόλοιπα δανείων. 77 Για τον ορισμό της έννοιας «υπερχρέωση» αλλά και τα ειδικότερα στοιχεία της ανωτέρω μελέτης, καθώς και αντίστοιχων που πραγματοποιήθηκαν το 2002 και το 2005, βλέπε Ελληνική Ένωση Τραπεζών, Η συμβολή του τραπεζικού συστήματος στην ελληνική οικονομία, Ιούλιος 2008. 78 ΚΑΠΑ Research, «Η υπερχρέωση των ελληνικών νοικοκυριών». Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάστηκαν στην ημερίδα που διοργάνωσε η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή στις 15 Μαρτίου 2010 με θέμα: «Υπερχρέωση των Νοικοκυριών: Πολιτικές Πρόληψης & Απεγκλωβισμού». Το σχετικό δελτίο τύπου και οι εισηγήσεις των ομιλητών είναι διαθέσιμα στη διαδικτυακή διεύθυνση: http://www.efpolis.gr/el/nea-ekdiloseis/1097-nea-15-03-2010-imerida.html
Τέλος, η επιβράδυνση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά, η οποία εντάθηκε από το τελευταίο τρίμηνο του 2008, αποδίδεται στους ακόλουθους βασικούς παράγοντες:
• στη μείωση της προσφοράς νέων δανείων λόγω της αυστηροποίησης, μεταξύ άλλων, των όρων και κριτηρίων νέου δανεισμού των νοικοκυριών προκειμένου να διατηρηθεί η πιστοληπτική τους ικανότητα σε επίπεδα κατάλληλα για την εξυπηρέτηση του δανεισμού τους (υφιστάμενου και νέου).
Σε κάθε περίπτωση, και παρά της ιδιαιτερότητες της οικονομικής συγκυρίας, η επιβράδυνση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης των νοικοκυριών εξακολουθεί να παρέχει σοβαρές ενδείξεις ότι η σταδιακή ωρίμανση της αγοράς έχει ξεκινήσει και, πιθανώς, θα επέλθει σύντομα η σταθεροποίηση της ζήτησης καταναλωτικών δανείων σε επίπεδα ανάλογα με αυτά άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης.
3.2.3. Καθυστερήσεις αποπληρωμής δανείων από νοικοκυριά
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος79, το Δεκέμβριο του 2009 αυξήθηκε:
79 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 197. 80 Ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση αφορά τράπεζες και όχι τραπεζικούς ομίλους.
Η αύξηση των δανείων σε καθυστέρηση θα πρέπει να αποδοθεί στην επιδείνωση του οικονομικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα το 2009 και στην επιβράδυνση των εισοδημάτων των νοικοκυριών. Ταυτόχρονα, όπως ήδη επισημάνθηκε, κατά τη διάρκεια του 2009 συνεχίστηκε η άσκηση συντηρητικότερης πολιτικής δανεισμού από τις εγκατεστημένες στη χώρα μας τράπεζες, με στόχο τη σταδιακή βελτίωση του χαρτοφυλακίου των δανείων τους προς τα νοικοκυριά (βλέπε ανωτέρω Πίνακα 16 ). Οι αυξημένες προβλέψεις οι οποίες γίνονται, καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009, στους ισολογισμούς των τραπεζών για αντιμετώπιση του φαινομένου των καθυστερήσεων, είναι φανερό ότι επηρεάζουν τα οικονομικά τους μεγέθη και τους δείκτες αποδοτικότητάς τους (βλέπε σχετικά κεφάλαιο 2.2.3. ανωτέρω).
Επίσης, οι τράπεζες, λαμβάνοντας υπόψη τη μείωση του κόστους του χρήματος λόγω της μείωσης των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, από τον Οκτώβριο του 2008, και την ενδεχόμενη χρηματοοικονομική ελάφρυνση που αυτό θα επέφερε στα νοικοκυριά, προέτρεψαν τους δανειολήπτες να μετατρέψουν υφιστάμενες χορηγήσεις στεγαστικών δανείων σταθερού επιτοκίου σε κυμαινόμενου επιτοκίου και μεγαλύτερης διάρκειας81.
Στο ίδιο πλαίσιο και με στόχο την ελάφρυνση των δανειζόμενων νοικοκυριών από τις συνέπειες της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, οι περισσότερες εγκατεστημένες στη χώρα μας τράπεζες έλαβαν, στο πλαίσιο της αυτορρύθμισης, μια σειρά μέτρων ελάφρυνσης της πελατείας τους, όπως ενδεικτικά:
81 Χαρακτηριστικό εν προκειμένω είναι το γεγονός ότι, το πρώτο τρίμηνο του 2009, το 55,2% των νέων στεγαστικών δανείων ήταν κυμαινόμενου επιτοκίου έναντι ποσοστού 18,4% και 28,8% το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 2008, αντίστοιχα. Η ίδια τάση παρατηρήθηκε και στα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια (α΄ τρίμηνο 2009: 45,8%, γ΄ τρίμηνο 2008: 32,8%, δ΄ τρίμηνο 2008: 32,6%). Αναλυτικότερα βλέπε, Ευρωπαϊκή Επιτροπή “ECFIN Retail Banking Survey - results for Q1 2009”, 17 July 2009, σελ. 5. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των ετών 2006 και 2007, οπότε και τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ παρουσίασαν αύξηση κατά 175 μονάδες βάσης (1,75%), η τάση ήταν αντίθετη. 82 Υπενθυμίζεται ότι η διάταξη του άρθρου 5 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρύθμιση θεμάτων Φ.Π.Α., επισφαλών απαιτήσεων, ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, αναπροσαρμογή ποσού οφειλών προς ασφαλιστικά ταμεία και αναστολή πλειστηριασμών από πιστωτικά ιδρύματα» (ΦΕΚ Α’ 181) δημοσιεύθηκε μόλις στις 16 Σεπτεμβρίου 2009 με χρονική περίοδο αναστολής των πλειστηριασμών, οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες παροχής πιστώσεων, καθώς και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών έως και την 31η Δεκεμβρίου
2009. Η εν λόγω ημερομηνία παρατάθηκε κατά ένα εξάμηνο (έως 30 Ιουνίου 2010) με το σχέδιο νόμου «Κύρωση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και άλλες διατάξεις» που κατατέθηκε στη Βουλή των Ελλήνων στις 20 Νοεμβρίου 2009.
7. Προγράμματα αναδιάρθρωσης δανείων που έχουν χορηγηθεί σε δημοσίους υπαλλήλους, με αντικειμενικό στόχο την επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής και την ουσιαστική μείωση της μηνιαίας δόσης83.
Οι αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των τραπεζών αντιμετωπίστηκαν, και συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται, με μια σειρά μέτρων που έχουν λάβει οι τράπεζες και στα οποία περιλαμβάνεται:
3.3. Τραπεζική στήριξη της επιχειρηματικότητας
3.3.1. Χρηματοδότηση και δανεισμός επιχειρήσεων
Παρά τη δυσχερή οικονομική συγκυρία, ήδη από το καλοκαίρι του 2008, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των υπολοίπων της συνολικής (μέσω δανείων ή ομολόγων) τραπεζικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων συνέχισε την ανοδική του τάση -σε αντίθεση με την αρνητική τάση που παρατηρήθηκε σε πολλά κράτη μέλη της ευρωζώνης- καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009 (Πίνακας 20), ανοδική τάση που παρατηρείται από τα τέλη του 2005 (Πίνακας 21).
83 Στις αρχές Μαΐου 2010, οι τράπεζες-μέλη της ΕΕΤ αποφάσισαν να συνδράμουν τους δημόσιους υπαλλήλους-πελάτες τους, που αντιμετωπίζουν, λόγω και των σχετικών ανακοινωθέντων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και οικονομικής σταθεροποίησης της ελληνικής κυβέρνησης, αντικειμενικές δυσκολίες να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή των δανειακών τους υποχρεώσεων. Για το σκοπό αυτό, η κάθε τράπεζα ξεχωριστά, διαμόρφωσε άμεσα τη δική της πολιτική και προχώρησε στις σχετικές ανακοινώσεις προγραμμάτων αναδιάρθρωσης δανείων που έχουν χορηγήσει σε δημοσίους υπαλλήλους, με αντικειμενικό στόχο την επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής και την ουσιαστική μείωση της μηνιαίας δόσης. 84 Οι εγγυήσεις και οι εμπράγματες εξασφαλίσεις δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό του βαθμού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση.
85 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 198.


Η διατήρηση του ρυθμού αύξησης των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις συνδέεται με τις αυξημένες ανάγκες τους -καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009- για κεφάλαια κίνησης και με τις προσδοκίες τους για διαμόρφωση αυστηρότερων όρων και κριτηρίων δανεισμού τους στο μέλλον, καθώς και με την περιορισμένη δυνατότητά τους να αντλήσουν κεφάλαια μέσω της κεφαλαιαγοράς. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις -μεταξύ των οποίων και 300.000 μικρομεσαίες- διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009, με την καθαρή ροή χρηματοδότησης να ανέρχεται στα 5,4 δισ. ευρώ88, χάριν και της ενίσχυσης της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τα προγράμματα του ΤΕΜΠΜΕ, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των τραπεζών σε συνεργασία με κατά τόπους εμπορικά και βιοτεχνικά επιμελητήρια.
Τέλος, κατά τη διάρκεια του 2009 επηρεάστηκαν αρνητικά οι καθυστερήσεις των επιχειρηματικών δανείων προς το σύνολο των δανείων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2008 (Δεκ. 2009: 6,7%, Δεκ. 2008: 4,3%, Δεκ. 2007: 4,6%)89.
86 Τράπεζα της Ελλάδος, Τραπεζική χρηματοδότηση των εγχώριων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, μηνιαία δελτία τύπου. 87 Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 177. 88 Τράπεζα της Ελλάδος, Τραπεζική χρηματοδότηση των εγχώριων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, μηνιαία δελτία τύπου. Για τα νοικοκυριά οι καθαρές ροές χρηματοδότησης ανήλθαν 3,6 δισ. ευρώ περίπου. 89 Τράπεζα της Ελλάδος, Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Έκθεση, Οκτώβριος 2009, Πίνακας VI. 9, σελ. 163 και Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 197.
3.3.2. Στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Οι ελληνικές τράπεζες αντιλαμβανόμενες πλήρως τις σημερινές δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες δραστηριοποιούνται οι επαγγελματίες και οι Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και αναγνωρίζοντας την καταλυτική τους σημασία για την ελληνική οικονομία, έλαβαν, ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του 2008, συγκεκριμένα μέτρα στήριξής τους αναβαθμίζοντας το πλέγμα των υπηρεσιών, των παρεχόμενων προϊόντων και των διευκολύνσεων που απευθύνονται σε αυτές. Οι βασικοί άξονες των μέτρων στήριξης των ΜΜΕ και των επαγγελματιών ήταν οι ακόλουθοι:
Ανεξάρτητα από τις προσπάθειες που αναλαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα με στόχο τη διευκόλυνση των επιχειρήσεων, αυτό που παραμένει κρίσιμο για την ενίσχυση και διευκόλυνση της πρόσβασής τους στην τραπεζική χρηματοδότηση με καλύτερους όρους είναι:
3.3.3. Προγράμματα στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Από τις αρχές του 2008 οι εγκατεστημένες στη χώρα μας τράπεζες στηρίζουν διαρκώς, με ειδικά προγράμματα, τις ανάγκες ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων-πελατών τους. Όπως προκύπτει από στοιχεία που συνέλεξε η Ελληνική Ένωση Τραπεζών από τις τράπεζες-μέλη της (Πίνακας 22) -για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2008 έως και την 31η Μαρτίου 2009- τα ποσοστά εγκρίσεων των αιτήσεων των επιχειρήσεων για δάνεια, είναι γενικά υψηλά, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις στις οποίες η έγκριση των δανείων παραλληλίζεται και με ενισχύσεις μέσω άλλων προγραμμάτων που εξυπηρετούν ανάλογους αναπτυξιακούς σκοπούς (π.χ. ΤΕΜΠΜΕ, Υπηρεσίες Διαχείρισης ΚΠΣ, κ.λπ.). Από τους φορείς μάλιστα που διαχειρίζονται τα προγράμματα αυτά, οι διαδικασίες έγκρισης των αιτήσεων που διεκπεραιώνονται από τις τράπεζες, φαίνεται ότι είναι απρόσκοπτες90.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το γεγονός ότι, μεταξύ των τομέων οικονομικής δραστηριότητας οι οποίοι υποβάλλουν αιτήματα δανειοδότησης, τις πρώτες θέσεις καταλαμβάνουν δραστηριότητες του τομέα υπηρεσιών (τουρισμός, εμπόριο κ.λπ.).
90 Ειδικά σε ό,τι αφορά το ΤΕΜΠΜΕ, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευμένα στατιστικά στοιχεία στη διαδικτυακή του διεύθυνση, το χρονικό διάστημα από 30.12.2008 έως 14.5.2010 διατέθηκαν προς 56.800 επιχειρήσεις με συνολικό αριθμό εργαζομένων 231.954, δάνεια συνολικής αξίας 5,25 δισ. ευρώ, με την αξία των εγγυήσεων να ανέρχεται στα 4,2 δισ. ευρώ και τον ημερήσιο μέσο όρο του πλήθους και της αξίας των εγκεκριμένων δανείων σε 192 και 17,7 εκ. ευρώ, αντίστοιχα.

3.4. Απασχολούμενοι στο τραπεζικό σύστημα και παροχές προς εργαζομένους
Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, από το 2003 ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων στα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα εμφανίζει την πενταετία 2003 - 2008 συνεχή αυξητική πορεία (2008: 66.165, 2003: 61.074), με ρυθμούς υψηλότερους (8,3%) σε σχέση με αυτούς που παρατηρήθηκαν (6,5%) στα τραπεζικά συστήματα των υπολοίπων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27: 2008: 3.335.210, 2003: 3.130.447).91,92 H αυξητική πορεία στη χώρα μας ανακόπηκε το 2009. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος ο συνολικός αριθμός93 των απασχολουμένων στα 65 συνολικά πιστωτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ανήλθε στους 65.682 υπαλλήλους, ήτοι ποσοστό ετήσιας μείωσης 0,7%.
Όπως προκύπτει από στοιχεία των ισολογισμών των έξι μεγαλύτερων τραπεζών και των ομίλων τους, οι συνολικές δαπάνες προσωπικού (μισθοί, ημερομίσθια και επιδόματα, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, συνταξιοδοτικά προγράμματα καθορισμένων παροχών και λοιπές δαπάνες), ανήλθαν σε
€4.238 εκατ. για το 2009 (2007: €3.886 εκατ., 2008: €4.142 εκατ.) σε επίπεδο ομίλων και σε €2.979 εκατ. για το ίδιο έτος (2007: €2.714 εκατ., 2008: €2.824 εκατ.) σε επίπεδο τραπεζών (Πίνακας 23). Σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, υπήρξε αύξηση της τάξης του 2,34% για τους ομίλους και 5,47% για τις τράπεζες. Ειδικότερα, για μισθούς και ημερομίσθια καταβλήθηκαν το 2009 σε επίπεδο ομίλων €3.366 (2007: €1.865 εκατ., 2008: 3.302 εκατ.). Σε επίπεδο τραπεζών για μισθούς και ημερομίσθια καταβλήθηκαν για την ίδια χρονιά €2.296 εκατ. (2007: €2.078 εκατ., 2008: €2.168 εκατ.) (Πίνακας 24).
91 European Central Bank, EU Banking Structures, October 2008, σελ. 37 και European Central Bank, Structural Indicators for the EU Banking Sector, Ιανουάριος 2010, σελ. 4. 92 Σε επίπεδο Ευρωζώνης για την ίδια περίοδο σημειώθηκε, επίσης, αύξηση των απασχολουμένων (ΕΕ-15: 2008: 2.305.578, 2003: 2.220.876). 93 Στο συνολικό αριθμό των απασχολουμένων περιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι στις ελληνικές εμπορικές τράπεζες, στις ξένες τράπεζες, στις συνεταιριστικές τράπεζες και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Δεν συνυπολογίζονται οι εργαζόμενοι στην Τράπεζα της Ελλάδος και οι εργαζόμενοι των υποκαταστημάτων ελληνικών τραπεζών στην αλλοδαπή, ο αριθμός των οποίων αποτυπώνεται στον Πίνακα 31 της παρούσας μελέτης.


3.5. Μερίσματα που καταβάλλουν οι τράπεζες στους μετόχους τους
Όσον αφορά τα καταβληθέντα μερίσματα, βάσει του σχετικού νόμου94, όλες οι τράπεζες που συμμετέχουν στο Πρόγραμμα Ενίσχυσης Ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας δεν επιτρέπεται να διανείμουν μερίσματα σε μετρητά προς μετόχους για τις χρήσεις 2008 και 2009. Σημειώνεται ότι μόνο κάποιες τράπεζες προέβησαν σε διανομή δωρεάν μετοχών από το απόθεμα των ιδίων μετοχών που κατέχουν, βάσει σχετικής τροπολογίας95 η οποία προέβλεψε σχετικά. Στον Πίνακα 25 καταγράφεται ο αριθμός των μετοχών και των μερισμάτων ανά μετοχή, έξι τραπεζών που συνολικά συμμετέχουν με ποσοστό πλέον του 75% στη μέση συνολική κεφαλαιοποίηση των εισηγμένων τραπεζών στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Σημειώνεται ό,τι το 2007 το συνολικό ποσό των διανεμόμενων μερισμάτων ως ποσοστό του Α.Ε.Π. ανήλθε στο 0,60%, ήτοι 1,8 δισ. ευρώ.
94 Ν. 3723/2008 (ΦΕΚ 250 Α/9.12.2008) «Ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και άλλες διατάξεις». 95 Υπ’ αριθμ. 522/25.2.2009 τροπολογία στο Σχέδιο Νόμου «Σύστημα Άυλων Τίτλων, διατάξεις για την Κεφαλαιαγορά, φορολογικά θέματα και λοιπές διατάξεις».
3.6. Συμβολή του τραπεζικού συστήματος στα φορολογικά έσοδα
Σύμφωνα με το ισχύον φορολογικό δίκαιο στην Ελλάδα, οι ανώνυμες εταιρείες φορολογούνται στα συνολικά τους κέρδη με συντελεστή 25% για τις χρήσεις 2007 και εφεξής. Με το άρθρο 26 του Ν. 3634/2008 (ΦΕΚ 9 Α/29.1.2008) επεβλήθη φορολογία με τον ίδιο φορολογικό συντελεστή (25%) και στα κέρδη των τραπεζών, τα οποία στο παρελθόν δεν υπόκειντο σε φορολογία μέχρι το χρόνο διανομής ή κεφαλαιοποιήσεώς τους. Τα μόνα έσοδα που δεν υπόκεινται σε φορολογία για τις χρήσεις 2007 και 2008 είναι τα έσοδα από μερίσματα, καθώς αυτά έχουν φορολογηθεί στο όνομα των εταιρειών από τις οποίες προέκυψαν.
Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3808/2009 (ΦΕΚ 227 Α/10.12.2009) οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις επιβαρύνθηκαν με ειδική έκτακτη εισφορά φόρου επί των κερδών του 2008.
Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η φορολόγηση των κερδών των τραπεζών επηρεάζεται και από παράγοντες ή στοιχεία στις οικονομικές καταστάσεις τα οποία, αναφορικά με την εκτίμηση της φορολογικής επιβάρυνσης, διαμορφώνουν μία διαφορετική βάση φορολογίας που δεν εμπίπτει στο 25%. Παράγοντες όπως, για παράδειγμα, η θέσπιση του Ν. 3697/2008 (ΦΕΚ 194 Α/25.9.2008), σύμφωνα με τον οποίο ο φορολογικός συντελεστής πρόκειται από τη χρήση 2010 να μειωθεί κατά μία μονάδα κατά έτος και από τη χρήση 2014 και εφεξής να διαμορφωθεί σε 20%, η αύξηση των προβλέψεων εν μέσω συνθηκών χρηματοπιστωτικής κρίσης ή άλλα γεγονότα που δημιουργούν πρόσθετα φορολογικά βάρη (π.χ. έκτακτα κέρδη), επιδρούν στη διαμόρφωση της φορολογικής βάσης των τραπεζών και ομίλων τους.
Για τις θυγατρικές εταιρείες των τραπεζών που δραστηριοποιούνται σε άλλες χώρες, ο φόρος έχει υπολογιστεί με τους αντίστοιχους ισχύοντες, για τις χρήσεις 2007, 2008, 2009 στις χώρες αυτές ονομαστικούς φορολογικούς συντελεστές (Ηνωμένο Βασίλειο: 28%, Βουλγαρία: 10%, Ρουμανία: 16%, ΗΠΑ: 35%, Σερβία: 10%, Ουκρανία: 25%, Αίγυπτος: 20%, Κύπρος: 10% και Αλβανία: 20% για το 2007 και 10% για το 2008).
Βάσει των παραπάνω, ενδεικτικά παρουσιάζεται στον Πίνακα 26 ο φόρος εισοδήματος των έξι μεγαλύτερων τραπεζικών ομίλων της χώρας μας. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία και με αναφορά πάντοτε στο συγκεκριμένο δείγμα τραπεζικών ομίλων, το σύνολο των φόρων που καταβλήθηκε το 2009, ανήλθε στα €643 εκατ. από €604 εκατ. το 2008, ήτοι αύξηση κατά 6%96.
Τέλος, η φορολογική επιβάρυνση που προήλθε από την επιβολή της έκτακτης εισφοράς που αναφέρθηκε πιο πάνω ανήλθε, για το συγκεκριμένο δείγμα ελληνικών τραπεζικών ομίλων, σε €182 εκατ. (Πίνακας 26).
96 Εν προκειμένω θα πρέπει να επισημανθεί πως οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι παρουσίασαν το 2009 σημαντική μείωση των προ φόρων κερδών τους της τάξης του 59,6% σε σχέση με το 2008. Αναλυτικότερα, βλέπε κεφάλαιο 2.2.3. της παρούσας μελέτης.

3.7. Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη: Περιβαλλοντική πολιτική και κοινωνική προσφορά
Οι τράπεζες αναγνωρίζουν την αξία της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και εντάσσουν την έννοια της κοινωνικής υπευθυνότητας στις στρατηγικές τους επιλογές. Προς αυτή την κατεύθυνση οι τράπεζες εφαρμόζουν εκτεταμένα προγράμματα κοινωνικής προσφοράς υποστηρίζοντας σημαντικές εκπαιδευτικές, πολιτιστικές, αθλητικές, περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες και υλοποιώντας πλήθος χορηγικών ενεργειών προς ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και κοινωφελείς μη κερδοσκοπικές οργανώσεις.
3.7.1. Περιβάλλον
Οι τράπεζες ακολουθούν συγκεκριμένη περιβαλλοντική πολιτική με κύριους άξονες την εξοικονόμηση της ενέργειας, (π.χ. μείωση της καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος), τη διαχείριση αποβλήτων (π.χ. ανακύκλωση χαρτιού) και την τήρηση περιβαλλοντικών αρχών από τους προμηθευτές τους. Ειδικότερα, οι τράπεζες εφαρμόζουν συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης, σύμφωνα με διεθνή πρότυπα (ISO 14001, ΕMAS - European Eco-Management and Audit Scheme) και εντάσσονται σε δείκτες αειφορίας (FTSE4Good) που αξιολογούν ετησίως τις περιβαλλοντικές τους επιδόσεις.
Κατά τη διάρκεια του 2009, μεταξύ άλλων δράσεων περιβαλλοντικής υποστήριξης, οι τράπεζες συνέχισαν να υποστηρίζουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αύξηση του αριθμού των χρηστών και των συναλλαγών, μέσω της προώθησης χρήσης της ηλεκτρονικής τραπεζικής (internet και phone-banking), με προφανή αντίστοιχα περιβαλλοντικά οφέλη.
3.7.2. Κοινωνική προσφορά
Τα χορηγικά προγράμματα των τραπεζών (Πίνακας 27) αφορούν κυρίως την ενίσχυση και υποστήριξη των τομέων της υγείας, της εκπαίδευσης, της έρευνας, του αθλητισμού, των πολιτισμικών προγραμμάτων και των ευπαθών ομάδων. Κατά τη διάρκεια του 2009, ενδεικτικά αναφέρουμε πέντε μεγάλους σε όρους ενεργητικού τραπεζικούς ομίλους, οι οποίοι δαπάνησαν για χορηγίες το ποσό των €42,3 εκατ.

4. Η διεθνής δραστηριότητα των ελληνικών τραπεζών
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον εδραιώσει και επεκτείνουν συνεχώς τη διεθνή παρουσία τους, ιδίως σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ενόψει και της ευρωπαϊκής προοπτικής των περισσοτέ- ρων από τις χώρες αυτές. Ενδεικτικό της επιτυχούς προσπάθειας επέκτασης των ελληνικών τραπεζικών ομίλων στο εξωτερικό αποτελεί το γεγονός ότι, παρά τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του 2008 και 2009 η παρουσία των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στο εξωτερικό.
Οι ελληνικές τράπεζες δραστηριοποιούνται πλέον σε 16 χώρες (2007: 15 χώρες) μέσω 49 (2007: 45) θυγατρικών τραπεζών και υποκαταστημάτων (Πίνακας 28).
Τα τελευταία χρόνια, οι περισσότερες ελληνικές τράπεζες έχουν αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, εφαρμόζοντας στρατηγική η οποία έχει ως στόχους:
Για το σκοπό αυτό, οι ελληνικές τράπεζες, στο τέλος του 2009 (Πίνακες 29 έως 31):
97 Το συνολικό ενεργητικό των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούσαν στην Ελλάδα, τον Ιούνιο του 2009, ανερχόταν στα 489 δισ. ευρώ αυξημένο κατά 6% σε σύγκριση με το Δεκέμβριο του 2008. Η ποσοστιαία συμμετοχή των πιστωτικών ιδρυμάτων στο συνολικό ενεργητικό του χρηματοπιστωτικού συστήματος (563,3 δισ. ευρώ) ανήλθε στο 86,8%, με τους θεσμικούς επενδυτές (οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων, ασφαλιστικά ταμεία αμοιβαία κεφάλαια, κ.λπ.) να συμμετέχουν με ποσοστό 10,9% και τις λοιπές μη τραπεζικές επιχειρήσεις (χρηματιστηριακές εταιρείες, εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, κ.λπ.) με 2,3%. Αναλυτικότερα βλέπε Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, Δεκέμβριος 2009, σελ. 55.
Σε πολλές χώρες της περιοχής, όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Σερβία, η FYROM και η Αλβανία, η παρουσία των ελληνικών τραπεζών είναι ιδιαίτερα σημαντική, ενώ σε ορισμένες από αυτές το μερίδιό τους στην αγορά προσεγγίζει (Ρουμανία και Σερβία) ή υπερβαίνει (Αλβανία, Βουλγαρία και ΠΓΔΜ) το 20% του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Κατά συνέπεια, είναι αντιληπτό ότι η επένδυση των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό έχει στρατηγικό και όχι περιστασιακό χαρακτήρα.
Ταυτόχρονα, η παρουσία των ελληνικών τραπεζών στην εν λόγω περιοχή είναι ιδιαίτερα σημαντική και για την ελληνική οικονομία εν γένει, καθώς:
Oι ελληνικές τράπεζες διατήρησαν και βελτίωσαν το 2009 τη σημαντική θέση που ήδη κατέχουν στα τραπεζικά συστήματα των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Τουρκίας (Πίνακας 29). Στις χώρες που δραστηριοποιούνται σήμερα οι ελληνικές τράπεζες, μέσω θυγατρικών και υποκαταστημάτων, διαθέτουν ήδη ένα δίκτυο καταστημάτων και ΑΤΜ που προσεγγίζει τις 3.446 (2007: 2.964) και 5.947 μονάδες αντίστοιχα (Πίνακας 30), με προσωπικό 50.278 (2007: 42.043) άμεσα απασχολουμένων (Πίνακας 31).
Η στρατηγική σημασία που αποδίδουν οι ελληνικές τράπεζες στη διεθνή παρουσία τους εκφράστηκε, εν μέσω κορύφωσης της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το Φεβρουάριο του 2009 με την επισήμανση ότι θα ήταν μεγάλο στρατηγικό σφάλμα αν οι ελληνικές τράπεζες εγκατέλειπαν την πελατεία τους, ελληνική και τοπική, στις χώρες της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων, ορισμένες από τις οποίες είναι και μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πόσω μάλλον αφού σε αυτές παρατηρείται έντονος ανταγωνισμός από άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες που στηρίζουν διαρκώς την τοπική οικονομική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, η μη στήριξη των οικονομιών αυτών, σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία, θα απέβαινε, τελικά, για λόγους που αναφέρθηκαν νωρίτερα, και σε βάρος της ελληνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας98.
Προφανώς οι αποφάσεις διατήρησης, επέκτασης ή διακοπής της διεθνούς παρουσίας που κάθε φορά διαμορφώνονται, εκφράζουν την από μέρους των ελληνικών τραπεζών αποτίμηση του οφέλους και του κόστους, περιλαμβανομένου του «κινδύνου χώρας», στην οποία δραστηριοποιούνται.
98 Βλέπε σχετικό Δελτίο Τύπου της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών στις 10 Φεβρουαρίου 2009. 99 Η σειρά με την οποία αναφέρονται οι τράπεζες και όμιλοί τους στους Πίνακες αριθμ. 28 έως 31 προσδιορίστηκε με βάση το μέγεθος ενεργητικού τους, σε επίπεδο ομίλου, όπως αυτό εμφανίστηκε στους δημοσιευμένους ισολογισμούς τους 1.1.-31.12.2009.






100 Σε όρους συνολικού ενεργητικού του τραπεζικού συστήματος κάθε χώρας, υπολογιζόμενο κατ’ εκτίμηση της κάθε τράπεζας-μέλους της ΕΕΤ που απέστειλε στοιχεία.




5. Ειδικό θέμα: Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα
5.1. Η διεθνής διάσταση
Η πρόσφατη διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία εκδηλώθηκε το 2007 στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των Η.Π.Α. επηρέασε και εξακολουθεί να επηρεάζει το σύνολο της διεθνούς οικονομίας. Η έντασή της, όμως, είναι διαφορετική σε κάθε κράτος, τόσο σε ό,τι αφορά τον πραγματικό τομέα της οικονομίας, δηλαδή την ανάπτυξη, την απασχόληση και τον πληθωρισμό, όσο και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Σε πολύ απλούς όρους, η κρίση ξεκίνησε και εξελίχθηκε ως εξής:
Πρώτον, ήδη από τη δεκαετία του 1980 οι τράπεζες άρχισαν να πωλούν στεγαστικά δάνειά τους σε εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες εξέδιδαν επί αυτών των δανείων ομόλογα, τα οποία στη συνέχεια πωλούσαν στο ευρύ επενδυτικό κοινό. Πρόκειται για την πρακτική της «τιτλοποίησης απαιτήσεων», η οποία θεωρείται ευρύτατα ορθή τραπεζική πρακτική, καθώς μειώνει σειρά κινδύνων στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο. Κατά τη διάρκεια, όμως, των τελευταίων ετών, η πρακτική αυτή έλαβε μεγάλες διαστάσεις, που είχαν ως τελικό αποτέλεσμα την έκδοση ομολόγων που βασίζονταν επί ομάδων ομολόγων που είχαν εκδοθεί βάσει της τιτλοποίησης (τα γνωστά ως «τοξικά ομόλογα»). Αυτά τα «τοξικά ομόλογα» δεν αποτελούσαν συνήθως αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε δευτερογενή αγορά, και επομένως, δεν υπήρχαν γι’ αυτά πάντοτε τιμές αναφοράς. Επιπλέον, η πιστοληπτική ικανότητα του εκδότη τους βασιζόταν στην αξιολόγηση που έδιναν οι εξειδικευμένοι διεθνείς οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, κάτω από συνθήκες που αποδείχθηκε ότι δεν ήταν πάντοτε ορθές. Συνεπώς, υπήρχε πρόβλημα αδιαφάνειας τιμών και εσφαλμένης εκτίμησης του πιστωτικού κινδύνου.
Δεύτερον, ο ομολογιούχος δανειστής (δηλαδή αυτός που αγοράζει το ομόλογο) εισπράττει περιοδικά τόκους, η πληρωμή των οποίων βασίζεται στο ότι ο αρχικός οφειλέτης (ο λήπτης του στεγαστικού δανείου) θα πληρώσει τη δόση του κανονικά. Όταν, λοιπόν, στις Η.Π.Α. οι δανειολήπτες στεγαστικών δανείων, τα οποία είχαν τιτλοποιηθεί, άρχισαν να μην εκπληρώνουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις (για λόγους που αφορούσαν τόσο τους όρους χορήγησης των δανείων όσο και τις συνθήκες της οικονομίας της χώρας), οι τελικοί ομολογιούχοι δανειστές βρέθηκαν να έχουν στην κατοχή τους «τοξικά ομόλογα» με πολύ χαμηλή αποτίμηση.
Τρίτον, κάτοχοι τέτοιων τίτλων, και μάλιστα σε μεγάλη έκταση, ήταν και ορισμένες ξένες τράπεζες (δηλαδή αυτές που εκτέθηκαν στην κρίση), όπως και θυγατρικές τους, στις οποίες οι εν λόγω τράπεζες είχαν δώσει εγγυήσεις αγοράς των τίτλων αν [οι θυγατρικές τους] αντιμετώπιζαν προβλήματα ρευστότητας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες:
Η ανάλυση των αιτίων της τρέχουσας κρίσης υπερβαίνει σαφώς τα όρια της παρούσας μελέτης. Εντελώς επιγραμματικά και σε συνέχεια των προαναφερθέντων, μπορεί να αναφερθεί ότι αυτή εστιάζεται, σε ό,τι αφορά το χρηματοπιστωτικό σύστημα, σε προβλήματα που σχετίζονται με τους ακόλουθους παράγοντες:
5.2. Οι επιπτώσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, και ειδικά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, οι επιπτώσεις της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης ήταν σαφώς περιορισμένες σε σχέση με εκείνες που επήλθαν στα χρηματοπιστωτικά συστήματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους:
Πρώτον, οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν στο χαρτοφυλάκιό τους, όπως οι τράπεζες του εξωτερικού που αντιμετώπισαν προβλήματα φερεγγυότητας, «τοξικά ομόλογα» των οποίων οι τιμές μειώθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Συνεπώς, οι ελληνικές τράπεζες δεν ήταν υποχρεωμένες να καταγράψουν ζημίες από τέτοια ομόλογα. Θα πρέπει δε να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν λόγο να επενδύσουν σε τέτοιου είδους ομόλογα, καθώς η ανάπτυξή τους κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών βασίστηκε:
Σε γενικές γραμμές, οι τράπεζες χρησιμοποιούν τέσσερις πηγές δανεισμού για την άντληση ρευστότητας μέσω της οποίας προβαίνουν στο δανεισμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών:
Η βασική πηγή δανεισμού των ελληνικών τραπεζών ήταν και συνεχίζει να είναι οι καταθέσεις του αποταμιευτικού κοινού. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει αυξηθεί και αυτό έχει αναπόφευκτα επιπτώσεις στο επιτόκιο δανεισμού νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
5.3. Τα μέτρα που ελήφθησαν στην Ελλάδα στο πλαίσιο της χρηματοπιστωτικής κρίσης
Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, τα μέτρα που ελήφθησαν από την ελληνική κυβέρνηση σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Ελλάδα, αφορούσαν μόνο:
5.3.1. Μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας
Τα μέτρα που ελήφθησαν δυνάμει του N. 3723/2008 (ΦΕΚ 250 Α/9.12.2008) αφορούσαν το πρόγραμμα ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας, ύψους είκοσι οκτώ (28) δισ. ευρώ. Το εν λόγω πρόγραμμα, οι όροι του οποίου εγκρίθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αντίθετα από τα προγράμματα άλλων χωρών, δεν ήταν πρόγραμμα διάσωσης τραπεζών, αλλά πρόγραμμα ενίσχυσης της οικονομίας (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) μέσω των τραπεζών.
Το πρόγραμμα, το οποίο είχε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και προσδιορισμένη, από το νόμο, ημερομηνία λήξης101, δεν αφορούσε την παροχή μετρητών από το κράτος προς τις τράπεζες, αλλά συνδυασμό ομολόγων και εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου. Επιπλέον, οι εγγυήσεις και οι διευκολύνσεις που προβλέπονταν από το πρόγραμμα είχαν κόστος για τις τράπεζες, το οποίο διαμορφώθηκε με όρους αγοράς.
πενταετίας το αργότερο, ξεκινώντας από την 1.7.2009
Η ρευστότητα που προήλθε από την αγορά εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου των προνομιούχων μετοχών είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών που έκαναν χρήση του εν λόγω μέτρου.
Επιπλέον, η ρευστοποίηση από τις τράπεζες των ομολόγων θα έχει ως αποτέλεσμα την παροχή ρευστότητας πέντε δισ. ευρώ (ή το ποσό που τελικά απορροφήθηκε, το οποίο φτάνει τα 3,8 δισ. ευρώ 102) που θα μπορεί να διατεθεί μέσω δανείων στην οικονομία.
101 Με την Υπουργική Απόφαση αριθμ. 13264/Β.527 (ΦΕΚ Β 352/30.3.2010) αποφασίστηκε η παράταση των προθεσμιών που ορίζονται για τη συμμετοχή των πιστωτικών ιδρυμάτων στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. 3723/2008, μέχρι τις 30.6.2010, δηλαδή κατά ένα εξάμηνο. 102 Σημειώνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, για το ποσό των 3,8 δισ. ευρώ που έχει διατεθεί για την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών εισπράττει ετήσια απόδοση της τάξης του 10%, ήτοι 380 εκατ. ευρώ το χρόνο.
2ο σκέλος
Από τα προβλεπόμενα 15 δισ. ευρώ για το σκέλος αυτό, έγινε τελικά χρήση 1 δισ. ευρώ 103. Ο χαμηλός βαθμός χρήσης του εν λόγω μέτρου οφείλεται αφενός μεν στο υψηλό σχετικά κόστος που συνεπαγόταν η χρήση του και αφετέρου στη σταδιακή αποκατάσταση της λειτουργίας των αγορών χρήματος και κεφαλαίων στην ευρωζώνη 104.
3ο σκέλος
Από τα προβλεπόμενα 8 δισ. ευρώ για το σκέλος αυτό, έγινε τελικά χρήση 4,6 δισ. ευρώ 105.
103 Αξιοποιώντας το εν λόγω μέτρο, οι τράπεζες εξέδωσαν αρχικά δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου αξίας 3 δισ. ευρώ. Τα τελευταία του 2009 όμως, έληξαν χωρίς να ανανεωθούν δάνεια αξίας 2 δισ. ευρώ. Αναλυτικότερα βλέπε, Τράπεζα της Ελλάδος, Νομισματική Πολιτική 2009 - 2010, Μάρτιος 210, σελ. 102, υποσημείωση αριθμ. 128. 104 Μετά την παράταση ισχύος, έως το τέλος Ιουνίου 2010, των μέτρων του Ν. 3723/2008 και ειδικότερα μέχρι τις αρχές Απριλίου 2010 υποβλήθηκαν από ορισμένες τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος αιτήματα για άντληση ρευστότητας ύψους 8,9 δισ. ευρώ μέσω των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου. Αναλυτικότερα βλέπε Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 43 και 199. 105 Μετά την παράταση ισχύος, έως το τέλος Ιουνίου 2010, των μέτρων του Ν. 3723/2008 και ειδικότερα μέχρι τις αρχές Απριλίου 2010 υποβλήθηκαν από ορισμένες τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος αιτήματα για άντληση ρευστότητας ύψους 2,4 δισ. ευρώ μέσω των Ειδικών ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Αναλυτικότερα βλέπε Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2009, Απρίλιος 2010, σελ. 43 και 199.
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο τέλος του 2009, το ποσοστό αξιοποίησης των μέτρων ενίσχυσης από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα που κυμάνθηκε τελικά στο 33,6% για το σύνολο των μέτρων, είναι μικρότερο σε σχέση με το ποσοστό αξιοποίησης των αντίστοιχων μέτρων ενίσχυσης τόσο στη ζώνη του ευρώ (43%) όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 (40%)106.
5.3.2. Τροποποίηση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει το σύστημα εγγύησης καταθέσεων
Τα μέτρα που ελήφθησαν αφορούν κυρίως την ενίσχυση του ελληνικού συστήματος εγγύησης καταθέσεων και αποτελούν σε μεγάλο βαθμό ενσωμάτωση κοινοτικών διατάξεων. Ειδικότερα, οι τροποποιήσεις που επήλθαν στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την εγγύηση καταθέσεων στην Ελλάδα είναι οι ακόλουθες:
106 Χαρακτηριστικό εν προκειμένω είναι το γεγονός πως τα τραπεζικά συστήματα της Φινλανδίας, της Σλοβακίας και της Πολωνίας, παρά το γεγονός ότι προβλέφθηκε μηχανισμός ενίσχυσης της ρευστότητάς τους, συνολικού ποσού 66,78 δισ. ευρώ, τελικά δεν αξιοποίησαν τον εν λόγω μηχανισμό. Αναλυτικότερα βλέπε, European Commission, State aid Scoreboard, Report on recent developments on crisis aid to the financial sector, 27 May 2010, COM (2010) 255.
τη σειρά του και εφόσον α) το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει καταστατική έδρα στην Ελλάδα, διατηρεί υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και β) οι καταθέσεις των υποκαταστημάτων αυτών καλύπτονται συμπληρωματικά από το σύστημα εγγύησης καταθέσεων του κράτους μέλους υποδοχής, ειδοποιεί το εν λόγω αλλοδαπό σύστημα εγγύησης καταθέσεων εντός εύλογου χρόνου.
5.4. Δρομολογούμενες ρυθμιστικές εξελίξεις σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο
Η χρηματοπιστωτική κρίση ανέδειξε εν γένει σημαντικές αδυναμίες και κενά τόσο στο ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα όσο και στην εποπτεία που ασκείται σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των φορέων παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των αγορών. Η εν λόγω επισήμανση δεν είναι, βέβαια, καινοφανής, δεδομένου ότι αυτό παρατηρείται κάθε φορά που επέρχεται μια κρίση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ενός ή περισσοτέρων κρατών.
Οι διαπιστώσεις αυτές δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν στη γενίκευση ότι μέχρι την εκδήλωση της κρίσης το χρηματοπιστωτικό σύστημα λειτουργούσε σε ρυθμιστικό κενό. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει μάλιστα, καθώς υφίσταται ένα καθεστώς έντονης ρυθμιστικής παρέμβασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι κανόνες του οποίου διαμορφώνονται σε σημαντική έκταση σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, και το οποίο έχει ιδιαίτερα δομημένη εσωτερική συνοχή.
Το ισχύον καθεστώς είναι, βέβαια, επιδεκτικό βελτιώσεων. Ρυθμιστικά κενά υπήρξαν και υπάρχουν. Ορισμένα υποσύνολα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ρυθμίζονται υπερβολικά αυστηρά (εμπορικές τράπεζες), ενώ άλλα ρυθμίζονται πλημμελώς (τμήμα της αγοράς εταιρικών ομολόγων, οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, hedge funds). Υπάρχουν εξω-χώρια κέντρα (“offshore centers”) στα οποία η έννοια της ρυθμιστικής παρέμβασης δεν υφίσταται καν. Παράλληλα, έχουν καθιερωθεί κανόνες, οι οποίοι είναι αναποτελεσματικοί, δεδομένου ότι το κόστος που συνεπάγεται η εφαρμογή τους δεν αποκλείεται σε ορισμένες περιπτώσεις να υπερακοντίζει τα οφέλη από την υιοθέτησή τους, τουλάχιστον ως προς ορισμένες διαστάσεις τους (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τους κανόνες για την προστασία του καταναλωτή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών).
Στο πλαίσιο αυτό, έχουν ήδη δρομολογηθεί από τα κοινοτικά όργανα πρωτοβουλίες, σε σημαντική έκταση επηρεασμένες από αντίστοιχες διεθνείς πρωτοβουλίες, για την τροποποίηση συγκεκριμένων διατάξεων υφισταμένων κοινοτικών νομικών πράξεων, ώστε μέσω των αναγκαίων προσαρμογών να ενισχυθεί το ρυθμιστικό πλαίσιο και να αντιμετωπιστούν ορισμένα από τα προαναφερθέντα αίτια της κρίσης. Οι πρωτοβουλίες αυτές αφορούν ειδικότερα:
Τέλος, πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί, εξίσου επηρεασμένες από αντίστοιχες διεθνείς πρωτοβουλίες, και προς την κατεύθυνση της κάλυψης κενών με την υιοθέτηση νέων κανόνων για την αντιμετώπιση των υπολοίπων αιτίων της κρίσης. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται:
Κείμενα και μελέτες τεκμηρίωσης


Add a Comment