The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20120310055613/http://www.scribd.com/doc/50353091/%CE%9C%CE%A0%CE%95%CE%9D%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%97%CE%A3-%CE%91%CE%A0%CE%9F%CE%A3%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3-%CE%91%CE%A0%CE%9F-%CE%A4%CE%97%CE%9D-%CE%99%CE%94%CE%95%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%9A%CE%97-%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D-%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97-%CE%A4%CE%91%CE%A5%CE%A4%CE%9F%CE%A4%CE%97%CE%A4%CE%91

ΜΠΕΝΑΤΣΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

1

Από την ιδεολογική στην ποιητική ταυτότητα Απόστολος Μπενάτσης

Είναι γνωστό ότι η έννοια της ταυτότητας αναδύθηκε ως ένα βασικό θέμα των πολιτισμικών σπουδών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Ο φεμινισμός, η εθνικότητα, ο σεξουαλικός προσανατολισμός σχετίζονται άμεσα με την ταυτότητα. Ο Barker θεωρεί ότι τα εννοιολογήματα της υποκειμενικότητας και της ταυτότητας είναι σχεδόν αξεχώριστα. Μπορούμε ακόμη να μιλάμε για ατομική ταυτότητα και για κοινωνική ταυτότητα.1 Η δική μας βέβαια ανακοίνωση θα κινηθεί στο χώρο του δομισμού και της σημειωτικής. Εδώ η έννοια της ταυτότητας αντιπαρατίθεται σε κείνη της ετερότητας.2 Και οι δυο τους ορίζονται από τη σχέση της αμοιβαίας προϋπόθεσης. Ακόμη και οι αλλαγές που επιφέρει η δράση δεν επηρεάζουν τη βασική ταυτότητα των δρώντων προσώπων. Θα αρχίσουμε την εξέταση της ποιητικής ταυτότητας από τον Ιωάννη Πολέμη και το ποίημά του «Το παλιό βιολί»: Άκουσε τ’ απόκοσμο, το παλιό βιολί μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη· στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί με τ’ αχνά κι απάρθενα της αγάπης χείλη. Και τ’ αηδόνι τ’ άγρυπνο και το ζηλευτό ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη, για να δη περήφανο τι πουλί είν’ αυτό που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

1

Chris Barker, Cultural studies: theory and practice, with a foreword by Paul

Willis, London; Thousand Oaks, Calif.: Sage, 2008 (3η έκδοση), σ. 215.
2

Βλ. A. J. Greimas, - J. Courtés, Sémiotique. Dictionnaire raisonné de la

Τhéorie du Langage, Paris: Hachette, 1979, σσ. 178-179.

2

Ως κι ο γκιόνης, τ’ άχαρο, το δειλό πουλί, με λαχτάρα απόκρυφη τα φτερά τινάζει και σωπαίνει ακούοντας το παλιό βιολί, για να μάθη ο δύστυχος πώς ν’ αναστενάζη. Τι κι αν τρώη το ξύλο του το σαράκι; τι κι αν περνούν αγύριστοι οι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι; Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει. Είμ’ εγώ τ’ απόκοσμο, το παλιό βιολί μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη· στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη. Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με το χρόνο; Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω. Ο Πολέμης καταφεύγει στο ποίημα αυτό σε μια γνωστή ποιητική σύμβαση. Ο λόγος του είναι μεταφορικός και κάτω από το «παλιό βιολί» κρύβεται ο ποιητής. Μπορεί ο Πολέμης να θεωρείται ο ποιητής των χαμηλών τόνων, αλλά εδώ υπάρχει μια ένταση που υπερβαίνει το συνηθισμένο και το καθημερινό. Σαν το παλιό κρασί που όσο περνάει ο καιρός γίνεται καλύτερο, έτσι και το ποιητικό υποκείμενο ωριμάζει καλλιτεχνικά όσο μεγαλώνει. Όλα αυτά όμως υποκρύπτουν μια μορφή αυταρέσκειας, η οποία προσιδιάζει στη γενιά του 1880.3 Ο Ελύτης στο Μικρό Ναυτίλο θα καταφύγει στους ερωτικούς κώδικες για να περιγράψει την ιδιαίτερη σχέση του με την ποίηση. Το ποιητικό υποκείμενο κάνει
3

Κατά τον Θέμελη, Προβελέγγιος – Δροσίνης – Πολέμης – Στρατήγης - Κα-

μπάς, Βασική Βιβλιοθήκη «Αετού» αριθ. 30, Γ. Θέμελης (επιμ)., Αθήναι: Ι. Ζαχαρόπουλος, 1957, σ. 26, είναι το καλύτερο ποίημα του Πολέμη.

3

λόγο για τα υλικά της ποίησης που το γοητεύουν. Εμφανίζεται ο κόσμος των συμφώνων, των φωνηέντων και των λέξεων. Πρόκειται για το ιδιαίτερο ποιητικό του στίγμα: Όξω από το μνημονικό τρεις ώρες δρόμο βρέθηκα να κυνηγώ στο δάσος των φωνηέντων. Σκοπευτής από ένστικτο (κι αισθηματίας) χτυπώ και ρίχνω: έμβλημα γραμμή κηρύλος… κρήνη θύσανος γνώμη… Μαρίνα Μίλητος ασημένια

(Ο Μικρός Ναυτίλος, 5) Αφόντας μπήκα σ’ έρωτα για τούτα τα κορμάκια λίγνεψα, έφεξα. Σ' ύπνο και ξύπνο άλλο στο νου δεν είχα - πώς να τα μεγαλώσω, μια μέρα να τα κοιμηθώ. Παραμόνευα πίσω απ' τις θύρες. Έμαθα να τα πιάνω στον αέρα, στο νερό. Αλλά πώς να τα πω δεν ξέρω ακόμα: Α. - Λευκό ή κυανό, ανάλογα με τις ώρες και τη θέση των άστρων. Λ. - Πραγματικά βρεμένο. Ίδιο βότσαλο. (Ο Μικρός Ναυτίλος, 2) Μια πρώτη ανάγνωση θα ανακάλυπτε εδώ το εργαστήρι του δημιουργού, τις λέξεις δηλαδή που αποθησαυρίζει για μελλοντική χρήση και στις οποίες θα ταίριαζε ο τίτλος προσωπικές σημειώσεις. Δεν πρόκειται όμως γι' αυτό. Πίσω από αυτές τις καταγραφές υπάρχει νόημα. Ο ερωτικός κώδικας που χρησιμοποιεί το ποιητικό υποκείμενο («να τα μεγαλώσω, μια μέρα να τα κοιμηθώ»), η αναφορά του σε κυνήγι («χτυπώ και ρίχνω»), καθώς και η υπονοούμενη αναζήτηση υποδηλώνουν την ποιητική λειτουργία, την ενασχόληση με τα πρώτα υλικά του ποιητικού σώματος. Τα σύμφωνα,

4

τα φωνήεντα και οι λέξεις ελκύουν τον αφηγητή. Με αυτά ασχολείται και αυτά τον προσδιορίζουν.4 Δεν είναι όμως μόνο η ερωτική σχέση που συνδέει το ποιητικό υποκείμενο με την ποίηση. Σ’ ένα χαριτωμένο ποίημα του Καρυωτάκη, έχουμε ένα διάλογο ανάμεσα στη Μούσα και τον ποιητή: — Ποιητή, κυλάει το γέλιο μου μέλι και χλεύη, αλλά δεν παύεις να σφυροκοπάς των ήχων τα στεφάνια. — Κόρη, δουλεύω ανώφελα, μα η στείρα τι ωφελά και σιωπηλή του αχάτινου ματιού σου υπερηφάνια; Όπως επισημάναμε και αλλού,5 το γέλιο της κόρης-Μούσας είναι αμφίσημο. Εμπεριέχει «μέλι και γέλιο». Έχουμε εδώ ένα φαινόμενο όπου το ένα ουσιαστικό ακυρώνει το νόημα του άλλου και δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση του φαντασιακού, κάτι σαν το «γλυκόπικρο» ή ο «μαύρος ήλιος». Έτσι δηλώνεται ταυτόχρονα η αποδοχή και η απόρριψη της ποίησης του αφηγητή. Οι καταληκτικοί ωστόσο στίχοι του λόγου της Μούσας δηλώνουν μια έμμεση παραδοχή. Δέχεται ότι το ποιητικό υποκείμενο ασχολείται με την ποίηση και ότι ενδιαφέρεται για τη μουσικότητα του στίχου. Γιατί όμως το «σφυροκοπώ» παραπέμπει στην ποιητική δημιουργία; Στο ερώτημα αυτό απαντάει η διακειμενική σχέση του κειμένου με τον Παλαμά και ιδιαίτερα με το Δεύτερο λόγο του Δωδεκάλογου του Γύφτου: Και είμαι ο σφυροκοπητής που σφυροκοπάει αντί σπαθιά
4

Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Απόστολος Μπενάτσης, «Η μυθολογία

του Μικρού Ναυτίλου», Σημειωτική και κείμενο. Ποιητικός, σατιρικός και θεατρικός λόγος, Αθήνα: Επικαιρότητα, 2000, σσ. 91-111.
5

Απόστολος Μπενάτσης, «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…». Κώστας Καρυωτά-

κης. Από τα πρώτα ως τα τελευταία ποιήματα, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2004, σσ. 167-168.

5

κάποια αφύσικα λουλούδια, και είμ' ο δαμαστής ο γύφτος που γεννάει από τη φλόγα κύκλους, ίσκιους, γρύπες, μάγια, κάποιες ρηγικές κορώνες, λάμιες, ξωτικές, γοργόνες για καράβια, για σαράγια, που δεν είναι πια ή δεν είναι ακόμα· τ' ανωφέλευτα, τ' αχρείαστα και τ' αλλόκοτα, που τους λείπει πότε πρόσωπο, που τους λείπει πότε σώμα, που τους λείπει πάντα τ’ όνομα. Έχουμε λοιπόν μια ταυτόσημη χρήση του ρήματος «σφυροκοπώ» και στους δυο ποιητές. Στον Παλαμά ο Γύφτος δηλώνει ότι ασχολείται με «τ’ ανωφέλευτα», όσα δηλαδή δεν έχουν χρηστική αξία. Αλλά παρόλα αυτά δηλώνει με το ρήμα αυτό την πρωτοτυπία και το ιδιαίτερο στίγμα της ποιητικής του δημιουργίας. Η ποιητική δημιουργία και συνακόλουθα η ταυτότητα έχουν άμεση σχέση με τη γραφή του ποιητή. Κυρίαρχη θέση λαμβάνει εδώ ένα από τα βασικά στοιχεία της, η ποιητική λέξη. Έτσι στον Καρυωτάκη και στο γνωστό του ποίημα «Πολύμνια» θα διαβάσουμε: Κάποια μεσάνυχτα θα σε αγαπήσω, Μούσα. Τα μάτια σου θαν τα φιλήσω, να 'βρω γυρεύοντας μες στα νερά τους τα χρυσονείρατα και τους θανάτους, και τη βασίλισσα λέξη του κόσμου, και το παράξενο φως του έρωτός μου.

6

Στους στίχους αυτούς γίνεται λόγος για ένα παράξενο φως, ένα προσωπικό ύφος, ένα ιδιόλεκτο θα έλεγε κανείς που εκφράζει τις αντιφατικές καταστάσεις των πραγμάτων. Το βασικό εργαλείο για να εκφραστεί αυτή η σχέση είναι η ποιητική λέξη, το συνεχώς αναζητούμενο ποθητό αντικείμενο των ποιητών. Η ποιητική έλξη δεν είναι τίποτε άλλο από μια ερωτική διαδικασία στη συνείδηση τουλάχιστον του ποιητικού υποκειμένου. Το ίδιο διαπιστώσαμε και στον Ελύτη πιο πάνω. Διαφορετικό είναι το ύφος του Γιώργου Κοτζιούλα, ο οποίος στο ποίημα «Ποιητική» σημειώνει: Οι στίχοι γράφονται με ταραχή, δεν είναι παιξεγέλασε η ψυχή. Μια σκέψη για να πιάσεις ή μια λέξη, μπορείς να καρτερείς όσο να φέξει. Και πριν απ' όλα ο πόνος, πρώτη αρχή, αυτός θα στέκει να καλοναρχεί· πρέπει να μείνεις άλαλος πεντέξι φορές μπρος στο είδωλό σου για να στρέξει, Στο ποίημα θα 'ναι η ίδια σου η καρδιά που θα ξοφλά πρωτότυπα το κρίμα δεμένη σαν καταδίκη στη ρίμα. Κι αφού με της εντέλειας τα κλειδιά την ασφαλίσεις, πάρ’ τηνε και δος τη χάρισμα σ’ όποιον όποιον αναγνώστη.

Έχουμε εδώ όλες τις εκδοχές για τη γραφή ενός ποιήματος. Η έμπνευση πρώτα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πρέπει ο δημιουργός να βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη ψυχική κατάσταση που αποδίδεται σε επίπεδο επιφάνειας με τη λέξη «ταραχή». Εμφανίζεται ακόμη ένα ποιητικός στόχος, η σωστή λέξη που μπορεί να αποδώσει με το δικό της τρόπο βιώματα και καταστάσεις. Αλλά η αρχή της έμπνευσης είναι ο πόνος. Σ’

7

αυτόν βασίζεται η ποίηση. Ένα άτομο που ζει, μεγαλώνει και πεθαίνει ήρεμα και φυσιολογικά δεν έχει ενδιαφέρον ποιητικό, σύμφωνα με το ποιητικό υποκείμενο. Όταν όμως εισερχόμαστε στο χώρο των παθών, στο χώρο των αντικρουόμενων αισθημάτων και των αντιφατικών καταστάσεων, τότε μπορούμε να γράψουμε αληθινή ποίηση. Αυτή η ποίηση όμως θα έχει ως συνοδό της τη ρίμα, την ομοιοκαταληξία, πράγμα που παραπέμπει σε έναν ιεροπρεπή λόγο. Ο Κάλας, ο οποίος θεωρείται ένας από τους εισηγητές του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, θα μιλήσει ση συλλογή του Οδός Νικήτα Ράντου για την ποιητική λέξη με ένα ύφος που παραπέμπει στον προφορικό λόγο. Ξύπνησε η ώρα, έδιωξα τις εικόνες φόβοι πια δεν υπάρχουν. Γράφεις για να ’ρθει το ποίημα, οι αποστάσεις των λέξεων ακούγονται. Διακρίνω κάποια κατεύθυνση. Ποιος είπε πως είμαι ελεύθερος; Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς εδώ τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται το ποιητικό υποκείμενο στο ποιητικό του εργαστήριο. Στόχος του είναι η γραφή του ποιήματος. Οι λέξεις αποτελούν το κύριο μέλημά του. Η ποιητική έμπνευση βρίσκει κάποια κατεύθυνση. Ο αφηγητής όμως δε νοιώθει ελεύθερος. Δεν ξέρει την κατάληξη του εγχειρήματος. Επιτρέπει μάλιστα στον εαυτό του και κάποιες καινοτομίες. Το ποίημα ωστόσο διακόπτεται. Τελικά ο αναγνώστης καλείται σ’ ένα διαλογισμό πάνω στο εύθραυστο τού είναι, της ποιητικής έμπνευσης δηλαδή και, αν έχει τη σχετική ικανότητα, σε μια αισθητική πρόσληψη του εφήμερου. 6 Η εποχή και μάλιστα η εποχή του εμφύλιου πολέμου έχει αντίκτυπο στο ύφος και την ποιητική δημιουργία. Έχουμε εδώ δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Πρόκειται για το Νίκο Εγγονόπουλο που στο ποίημα «Ποίηση 1948» γράφει: τούτη η εποχή του εμφυλίου σπαραγμού δεν είναι εποχή για ποίηση
6

Βλ. A. J. Greimas, De l'imperfection, Périgueux: Fanlac, 1987, σσ.35-43.

8

κι άλλα παρόμοια: σαν πάει κάτι να γραφεί είναι ως αν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου γι’ αυτό και τα ποιήματά μου είν’ τόσο πικραμένα (και πότε – άλλωστε – δεν είσαν;) κι είναι – προ πάντων – και τόσο λίγα Γίνεται σαφές ότι γίνεται λόγος στο κείμενο αυτό για το ρόλο του ποιητή σε χαλεπούς καιρούς. Δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για μεγαλόπνοη ποίηση. Το ποιητικό υποκείμενο αρκείται να υπομνηματίσει την υπάρχουσα πραγματικότητα και η ποίησή του μοιάζει με αγγελτήρια θανάτου, που σηματοδοτούν την απώλεια και το χαμό πολλών ανθρώπων, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται εδώ ο πληθυντικός αριθμός. Ρεπόρτερ λοιπόν και αυτόπτης μάρτυρας ο ποιητής επηρεάζεται από την υπάρχουσα κατάσταση. Το κυρίαρχο αίσθημά του είναι η πίκρα, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να είναι λιγοστή η ποιητική του παραγωγή. Το ποιητικό υποκείμενο χρησιμοποιεί στην περίπτωση αυτή μια εξειδικεύουσα στρατηγική. Η στρατηγική αυτή είναι σίγουρα κάπως «μυωπική», γιατί αρκείται στις λεπτομέρειες που πετυχαίνει να απομονώσει· αλλά, επειδή δεν παρέχει οποιονδήποτε έπαινο στην κυριαρχία των μεγάλων συνόλων, είναι ικανοποιημένη με την ιδιαιτερότητα τού απομονωμένου μέρους. Η αποσπασματικότητα στην ποίηση είναι, κατά τον Εγγονόπουλο, αποτέλεσμα μας άγριας εποχής.

9

Αντίθετα ο Αναγνωστάκης την ίδια περίοδο προσπαθεί να δώσει ένα πανόραμα της κατάστασης που επικρατεί: Φίλοι Που φεύγουν Που χάνονται μια μέρα Φωνές Τη νύχτα Μακρινές φωνές Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση Ερείπια Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες. Εφιάλτες, Στα σιδερένια κρεβάτια Όταν το φως λιγοστεύει Τα ξημερώματα. (Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;) (Παρενθέσεις, «Στον Νίκο Ε… 1949») Έχουμε στην περίπτωση αυτή μια συσσωρευτική στρατηγική, η οποία έχοντας διευθετήσει τις «προοπτικές» μιας κατάστασης ή ενός ζητήματος σε σειρές, ξέρει μόνο να τις διασχίζει, τη μια μετά την άλλη. Στοχεύει μόνο στην εξαντλητικότητα, τη μόνη αποδεκτή αξία εδώ. Γίνεται λόγος στο ποίημα για ατομικά και συλλογικά δράματα, για ανατροπές σε ανθρώπινο και γνωστικό επίπεδο και μάλιστα με ένα ύφος υπαινικτικό, που αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώσει τα κενά. Ο Αναγνωστάκης διερευνά και εξερευνά μια εποχή. 7

7

O Jacques Fontanille, Sémiotique et littérature. Εssais de méthode, Paris:

Presses Universitaires de France, 1999, σσ. 51-53, μιλά για τη λειτουργία των σημαντικών αυτών στρατηγικών στη λογοτεχνία.

10

Το ποίημα τελειώνει με ένα ρητορικό ερώτημα. Ποιός θα μιλήσει τελικά «για όλα αυτά». Η απάντηση είναι σαφής. Ο ρόλος αυτός ανήκει στον ποιητή. Έχουμε εδώ μια στρατηγική εκλογής, η οποία ψάχνει ανάμεσα σε όλες τις οπτικές το «καλύτερο δυνατό δείγμα». Η αρχή που οδηγεί μια τέτοια στρατηγική είναι αυτή της εκλογής: να επιλέξουμε να επικεντρωθούμε για να γνωρίσουμε και να ενεργήσουμε. Με τον τρόπο αυτό παρουσιάζονται ανάγλυφα οι ιδεολογικές προκείμενες του ποιητικού υποκειμένου.8 Έχουμε μιλήσει παραπάνω για την προσωπική ταυτότητα. Θα ερευνήσουμε ειδικότερα τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το ποιητικό υποκείμενο τον εαυτό του, τις ρηματικές εκφράσεις που χρησιμοποιεί και τη συναισθηματική ταύτιση με αυτές τις περιγραφές. Η πλήρης όμως απεικόνιση του ιδεατού χώρου στον οποίο στοχεύει το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται στο ακόλουθο ποίημα του Ν. Κάλας από τη συλλογή Οδός Νικήτα Ράντου: Αραχνοΰφαντο λόγο πλέκουν στον ουρανό τ’ ανεμοδαρμένα κλωνάρια της Πενσυλβανίας στο σχεδιάγραμμά τους διαβάζω το άγνωστον. Νησιώτης ποτισμένος στο σεληνόφως λιοδέντρων επαναστάτης, μετανάστης, επαγγέλλομαι τον ονειροκρίτη. Μελετώ Μάγους τον van Eyck και τον Bosch τον Breton και τον Duchamp. Χαιρετώ άθεους Βουδιστές του Colorado, αναρχικούς κι αιρετικούς. Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο κάθε Κομμούνας. Σέβομαι τη σκιά του Άθωνα τις πυραμίδες, την Αφροδίτη. Χάνομαι στο πλήθος, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου στις αρτηρίες της Βαβυλώνας στην παλάμη του μέλλοντος.

8

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης,, Ποιητική και πολιτική ηθική: πρώτη μεταπολεμική γε-

νιά: Αλεξάνδρου - Αναγνωστάκης - Πατρίκιος, Αθήνα: Κέδρος, 1976, σ. 40, επισημαίνει ότι ο διάλογος του Αναγνωστάκη με το χρόνο δεν είναι «μεταφυσικός».

11

Κυρίαρχη μορφή είναι εδώ ο αφηγητής που αυτοχαρακτηρίζεται ως «Νησιώτης», «επαναστάτης» και «μετανάστης». Το πρώτο λέξημα δηλώνει την καταγωγή του. Το δεύτερο είναι δηλωτικό της ιδεολογίας του αφηγητή και το τρίτο σημασιοδοτεί τη μετακίνηση, το αιώνιο της αναζήτησης. Αυτό το τρίτο λέξημα ενισχύεται και από το πρώτο: «Νησιώτης», άνθρωπος δηλαδή που έχει επαφή με τη θάλασσα, τα ταξίδια και τις μετακινήσεις. Η τέχνη συνυπάρχει με τη θρησκεία, αλλά και τη μαγεία. Πρόκειται λοιπόν για την κατάθεση ζωής ενός εστέτ, ενός προσώπου δηλαδή που αγαπά και καλλιεργεί το ωραίο, και ενός επαναστάτη.9 Έχουμε ήδη εισέλθει στο χώρο της Σημειωτικής των παθών και από αυτή την άποψη ενδεικτικό είναι το ποίημα «Καισαρίων» του Καβάφη: Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, εν μέρει και την ώρα να περάσω, την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω. Οι άφθονοι έπαινοι κ’ η κολακείες εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί, ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί· κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη. Aν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές, όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές. Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,

9

Σχετικοί είναι και οι ακόλουθοι πεζόμορφοι στίχοι από την ίδια συλλογή:

«Μέσα στο σκότος, φέροντες το βάρος των όσων έχουν γίνει, με ηράκλειο δύναμη μετακινούμεθα για να εξασφαλίσουμε την επικαιρότητα των επιδιώξεων. Πρέπει να συνεχισθεί η προσπάθεια καθ’ όλην την ύπαρξίν μας! Όταν η συνέχεια διακόπτεται ο χρόνος μετενσαρκώνεται, το μέλλον μετοικεί. Δέτε τ’ αγάλματα της Μεσοποταμίας, των Κυκλάδων, των Πασχαλίων νήσων, της δυναστείας των Τ’άγγ! Φεύγει ο Δαίδαλος από την Ιωνίαν, γίνεται Brancusi...».

12

κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως..... A, να, ήρθες συ με την αόριστη γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα, κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου. Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό. Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου — άφισα επίτηδες να σβύνει — εθάρρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου, με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες· ως θα ήσουν μες στην κατακτημένην Aλεξάνδρεια, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου, ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν οι φαύλοι — που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη». Οι αρχικοί στίχοι δηλώνουν σαφώς μια υπερβολή. Η υπερβολή ορίζεται ως «πάρα πολύ μεγάλη ποσότητα, ως μια υπέρβαση του μέτρου και των ορίων». Μετακινούμεθα εδώ στην ισοτοπία της εκζήτησης ή της παθολογίας. Όλοι οι Πτολεμαίοι είναι θαυμαστοί. Έχουμε μια μετατόπιση από την ερευνητική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου στο συναίσθημα, που στην προκειμένη περίπτωση μεταφράζεται σε έμμεση απόρριψη όλου του κόσμου των Πτολεμαίων. Όλα αυτά τα δρώντα πρόσωπα είναι πραγματικά υποκείμενα που αναλαμβάνουν συγκεκριμένη δράση. Υπάρχει όμως και ένα μη-υποκείμενο, ο Καισαρίων, ο οποίος βρίσκεται, θα λέγαμε, στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας. Αυτή τη μορφή αναπλάθει το ποιητικό υποκείμενο δίνοντάς της υπόσταση και προικίζοντάς την με εκείνα τα στοιχεία ομορφιάς που ταιριάζουν στις προσωπικές του προτιμήσεις. Έχουμε μετακινηθεί πια από τη συγκίνηση στο πάθος και μετά στο πάθος-αίσθημα: «ιδεώδης εν τη λύπη σου». Το σχήμα που ακολουθεί αποτελεί μέρος του χάρτη της συναισθηματικότητας που έχει άμεση εφαρμογή στην ποίηση του Καβάφη.

13

ΠΑΘΟΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ αντιληπτική ένταση

Πάθοςαίσθημα

ΑΙΣΘΗΜΑ ΔΙΑΘΕΣΗ αδύναμη σημαντική χωρο-χρονική έκταση10

Θα παρατηρήσουμε ακόμη μια ιδεώδη αναλογία ανάμεσα στην ένταση και την έκταση των συναισθημάτων στον Καβάφη. Με τον τρόπο αυτό το ποιητικό υποκείμενο κατορθώνει από το επιμέρους να αναπλάσει μια εποχή στο χώρο όμως των παθών. Ο «Καισαρίων» τελικά είναι ένα αφήγημα ψυχικών καταστάσεων, στο οποίο το μέσο για τη σημασιοδότηση του κόσμου είναι το ανθρώπινο σώμα. Ο Γιάννης Ρίτσος θα καταφύγει στη χρήση μυθολογικών αλλά και ιστορικών στοιχείων για να περιγράψει την ποιητική του υπόσταση. Xρονολογία της γέννησής μου πιθανόν το 903 π.X. — εξίσου πιθανόν το 903 μ.X. Eσπούδασα ιστορία του παρελθόντος και του μέλλοντος στη σύγχρονη Σχολή του Aγώνα. Eπάγγελμά μου: λόγια και λόγια, - τι νά ’κανα; Pακοσυλλέκτη με είπαν. Kαι τώντι. Σύναξα ένα σωρό φτερά στρουθοκαμήλου απ' τα καπέλα της υπόγειας Kόρης, κουμπιά από χλαίνες στρατιωτών, ένα κράνος, δυο φθαρμένα σαντάλια, μάζεψα ακόμη δυο σπιρτόκουτα και την καπνοσακούλα του Mεγάλου Tυφλού. Στο Ληξιαρχείο, τα τελευταία χρόνια, μου δώσαν
10

Βλ. Jacques Fontanille, Sémiotique et littérature. Essais de méthode, ό.π.,

σ. 78.

14

την πλέον απίθανη χρονολογία της γέννησής μου: 1909. Bολεύτηκα μ' αυτήν, και μένω. Tέλος, το 3909 κάθισα στο σκαμνί μου να καπνίσω ένα τσιγάρο. Tότε κατάφτασαν οι κόλακες· με προσκυνούσαν· μου περνούσαν στα δάχτυλα λαμπρά δαχτυλίδια. Oι ανίδεοι δεν ξέραν πως τα ’χα φτιάξει εγώ με τ' άδεια τους φυσίγγια που’χαν μείνει στους λόφους. Γι' αυτό ακριβώς, για την ωραία τους άγνοια, τους αντάμειψα πλούσια με αληθινά πετράδια και διπλάσιες κολακείες. Πάντως το μόνο σίγουρο: τόπος της γέννησής μου: η Άκρα Mινώα. («Στοιχεία ταυτότητας») Στο κείμενο ο χρόνος δεν έχει πραγματική διάσταση. Οι ημερομηνίες ποικίλουν δημιουργώντας ένα κλίμα ασάφειας. Το ποιητικό υποκείμενο δεν έχει αρχή ούτε τέλος όπως η ίδια η ποίηση. Πηγή έμπνευσής του είναι ο αγώνας. Μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του «ρακοσυλλέκτη», αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να τονίσει ότι η ποιητική του δημιουργία αρδεύεται από μεγάλες ποιητικές μορφές όπως είναι ο «Μεγάλος Τυφλός», ο Όμηρος δηλαδή. Το γενικό τέλος μήνυμα του έργου είναι πως η ποιητική αθανασία είναι εξασφαλισμένη, έστω κι αν τοποθετείται σε μελλοντικό χρόνο. Τέλος το ποιητικό υποκείμενο κάνει και μια παραχώρηση στην πραγματικότητα, αλλά με τρόπο υπαινικτικό. Τόπος της γέννησής του είναι η «Άκρα Mινώα», η Μονεμβασία δηλαδή. Για να γίνει όμως αυτή η ταύτιση πρέπει να ανατρέξει κανείς στον Παυσανία (Λακωνικά, ΧΧΙΙΙ.11). Η εθνική ταυτότητα απεικονίζεται ασφαλώς και σε κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Προτιμούμε όμως να δούμε εδώ μια χαρακτηριστική παραλλαγή της, τη συνείδηση της εντοπιότητας όπως αυτή εμφανίζεται στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιάννη Δάλλα. Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ' ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό.

15

Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.11 (Ο Μικρός Ναυτίλος, IV) Για τον Ελύτη, η ποίηση είναι μία. Η οπτική γωνία των ποιητών διαφέρει. Το ποιητικό υποκείμενο βλέπει τον ουρανό «από καταμεσίς της θάλασσας», σ' όλο το μεγαλείο του δηλαδή. Τίποτε δεν εμποδίζει την ποιητική του όραση. Ο ήρωας σημειώνει σε άλλο σημείο ότι τα ανώτερα μαθηματικά του τα έκανε «στο Σχολείο της θάλασσας». Έχει δηλαδή την οπτική ενός θαλασσινού, που διακρίνεται για την ευρύτητά της. 12 Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφοράς στην εντοπιότητα αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Δάλλα «Τα ακραία» που περιλαμβάνεται στη συλλογή Στοιχεία ταυτότητας (1999). Η Μεσογείων μ' ένα ψιλοβρόχι γίνεται Παμβώτιδα γίνεται Κωκητός κι Αχερουσία Κάνοντας βάρκα τα πιο μαύρα μου χειρόγραφα έβαλα πλώρη για τη δόλια μου πατρίδα (15) Έχουμε στο κείμενο αυτό μια σαφή συνύφανση του εδώ και του εκεί. Η αφορμή είναι ένα φυσικό φαινόμενο, μια βροχή που μεταβάλλει τη «Μεσογείων» σε λίμνη. Ο μετασχηματισμός όμως είναι ευρύτερος. Το ποιητικό υποκείμενο ανάγεται στον οικείο του χώρο, στην «Παμβώτιδα», τον «Κωκητό» και την «Αχερουσία». Το μέσο επικοινωνίας είναι η ποίηση, μια ποίηση όμως που ενέχει τα στοιχεία μιας τρυφερής θλίψης, αλλά και το αποτύπωμα μιας ποιητικής παράδοσης που ανατρέχει στον Όμηρο. Τα «μαύρα… χειρόγραφα» που οδηγούν το ποιητικό υποκείμενο στη «πατρί11

Ακολουθούμε την έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος, Αθήνα: Για το χώρο στον Ελύτη βλ. Πέτρος Μαρτινίδης, «Η ποιητική του χώρου

Ίκαρος,1986.
12

στον Ελύτη», Οδυσσέας Ελύτης: ο ποιητής και οι ελληνικές πολιτισμικές αξίες, Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο που οργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Κω, 25-29 Ιουνίου 1994, επίμ. Ε.Γ. Καψωμένος, Αθήνα: Γκοβόστης, 2000, σσ. 71-82 (ειδικά σ. 72).

16

δα» του παραπέμπουν στο «μαύρο πλοίο» της Λ΄ ραψωδίας της Οδύσσειας. Αλλά και οι τρεις τελευταίες λέξεις του ποιήματος αναφέρονται στη συλλογή Ο Στόχος του Μανόλη Αναγνωστάκη («να δουλέψεις/ γι’ αυτή τη δόλια την πατρίδα…»). Έχουμε επομένως εδώ σαφή στοιχεία της ποιητικής ταυτότητας του ποιητικού υποκειμένου. Η ποίησή του ανατρέχει στις μεγάλες πηγές της ελληνικής λογοτεχνίας και ένα από τα κέντρα της είναι ο ηπειρωτικός χώρος. Σε επίπεδο ιδεολογίας τώρα δηλώνεται ότι η ποίηση είναι το μέσο επικοινωνίας και με την ποιητική παράδοση, αλλά και με τον οικείο χώρο. Η ποιητική ταυτότητα είναι ένα βασικό θέμα για τη νεοελληνική ποίηση. Είναι ασφαλώς και ατομική και κοινωνική. Αυτή επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε ένα ποιητή ως όμοιο ή διαφορετικό από έναν άλλο. Η ταυτότητα διαμορφώνεται από εξωγενείς και εσωγενείς παράγοντες. Στο χώρο της σημειωτικής η ιδεολογία σχετίζεται με την αναζήτηση. Τα υποκείμενα επιθυμούν αξίες, οι οποίες γίνονται τα αντικείμενα μιας αναζήτησης. Τα παραδείγματα που αναφέραμε απαντούν στο ερώτημα σχετικά με τη σχέση ιδεολογίας και ταυτότητας. Αρχίσαμε με μια ειδική περίπτωση που συναντούμε στη γενιά του 1880. Όπως αναφέραμε, έχουμε εκεί μια ποίηση χαμηλών τόνων και πολλοί ποιητές κατατάσσονται εύκολα στην κατηγορία των ελασσόνων. Στοιχεία της ταυτότητας του Ιωάννη Πολέμη είναι η ωρίμανση και σε ηλικιακό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο ποιητικής δημιουργίας. Αυτό που διαφοροποιεί το ποιητικό υποκείμενο από τους ομοτέχνους του είναι πως η καλλιτεχνική του δημιουργία όσο περνάει ο χρόνος γίνεται καλύτερη. Επομένως είναι τώρα πιο ελκυστική και πιο αποδεκτή από το αναγνωστικό του κοινό. Πίσω όμως απ’ αυτή την διακήρυξη μπορεί να διακρίνει κανείς μια αδιόρατη αυταρέσκεια, η οποία όμως αποτελεί στοιχείο της ιδεολογίας. Ο Ελύτης για να δείξει το ιδιαίτερο στίγμα της ποιητικής του ταυτότητας καταφεύγει κάποτε στους ερωτικούς κώδικες Οι κώδικες αυτοί καταδεικνύουν τον ιδιαίτερο δεσμό του ποιητικού υποκειμένου με την καλλιτεχνική δημιουργία. Η σχέση του Ελύτη με την ποίηση είναι σχέση ερωτική. Η γλώσσα λοιπόν και η όλη σκηνοθεσία που θα χρησιμοποιήσει το ποιητικό υποκείμενο έρχεται να εξυπηρετήσει αυτό το στόχο και να δείξει τη διαφορά του από τους άλλους ποιητές. Σε επίπεδο τώρα ιδεολογίας έχουμε τη βασική προϋπόθεση που θέτει ως αξίωμα η σημειωτική. Πρόκειται για την αναζήτηση, για την ανεύρεση μιας αξίας και αυτή η αξία, που ταυτίζεται με την ιδιαίτερη χρήση των φωνηέντων και των συμφώνων, δίνεται μέσα από σκηνές κυνηγιού.

17

Ο Καρυωτάκης από τη μεριά του θα στρέψει την προσοχή του στη χρήση της ποιητικής λέξης. Η λειτουργία της είναι αυτή που προσδιορίζει και το χαρακτήρα του ποιητικού υποκειμένου. Η ταυτότητα επομένως εδώ σχετίζεται με τη γραφή. Μέσα από τις λέξεις σημασιοδοτείται ο κόσμος και παρουσιάζεται η κοσμοθεώρηση του δημιουργού. Καθώς μάλιστα οι λέξεις δεν εξαντλούνται ποτέ, η συγκεκριμένη ταυτότητα ενέχει το στοιχείο της διάρκειας. Σε επίπεδο τώρα ιδεολογίας η αναζήτηση της «βασίλισσας λέξης» συνδηλώνει τη συνεχή ενασχόληση με την ποιητική λειτουργία και ένα διαρκή προβληματισμό σε θέματα δημιουργίας. Το ποιητικό υποκείμενο υποδηλώνει πως η ποιητική λειτουργία δεν τελειώνει ποτέ. Και στο σημείο αυτό ο Κοτζιούλας ακολουθεί τον Καρυωτάκη. Στο πεδίο της ποιητικής ταυτότητας μπορούμε να συμπεριλάβουμε και απόψεις που σχετίζονται με την ποιητική έμπνευση. Στην κατηγορία αυτή ασφαλώς περιλαμβάνεται ο Νικόλαος Κάλας που παρουσιάζει ένα νέο τύπο ποιητή. Οι διαλογισμοί του αφορούν το εύθραυστο τού είναι και την αισθητική πρόσληψη του εφήμερου. Στο σημείο αυτό διαφέρει λ.χ. η ποιητική του ταυτότητα από εκείνη του Καρυωτάκη. Ο ένας μιλάει για τη διάρκεια της αναζήτησης και ο άλλος για το εφήμερο και το στιγμιαίο. Έχουμε λοιπόν στην περίπτωση αυτή μια σαφή υποτύπωση της ετερότητας. Θα παρατηρούσαμε ακόμη στα ποιητικά κείμενα μια ένταση, η οποία συνυπάρχει με την έκταση των συναισθημάτων. Η υπερβολή κατακλύζει τον ποιητικό χώρο και οι στρατηγικές αλλάζουν. Το ποιητικό υποκείμενο συσσωρεύει τις εντυπώσεις του, αλλά τελικά επιλέγει τις καλύτερες εμπειρίες από ποιητική άποψη για να δημιουργήσει την ποίησή του. Σε περιόδους ιδιαίτερα κοινωνικών αναστατώσεων ο ποιητής αναλαμβάνει το ρόλο του ρεπόρτερ και του μάρτυρα των γεγονότων, όπως συμβαίνει με τον Εγγονόπουλο και τον Αναγνωστάκη. Εδώ όμως η διαφοροποίηση είναι σαφής. Ο πρώτος θεωρεί γνώρισμα της ποιητικής του ταυτότητας το αποσπασματικό και το ολίγον. Με άλλα λόγια η ποίησή τους δε μιλάει για τα μεγάλα γεγονότα της εποχής του γιατί οι κοινωνικές συνθήκες είναι δυσμενείς και ο θάνατος επικρατεί παντού. Αντίθετα ο Αναγνωστάκης θα μας δώσει μια πανοραμική εικόνα της Ελλάδας την ίδια περίοδο. Η στάση αυτή έχει επιπτώσεις και σε επίπεδο ιδεολογίας. Η ιδεολογία εδώ αναφέρεται σε ένα σύνολο ιδεών και αξιών που χαρακτηρίζει τους συγκεκριμένους ποιητές. Ο Εγγονόπουλος πιστεύει πως η ποιητική λειτουργία υποχωρεί σε δύσκολους καιρούς, ενώ ο Αναγνωστάκης είναι πεπεισμένος πως η ποίηση μπορεί να

18

μιλήσει για όλα όσα συμβαίνουν μια συγκεκριμένη εποχή. Σε ιδεολογικό λοιπόν επίπεδο έχουμε τη διάζευξη η ποίηση δε δύναται να κάνει vs η ποίηση δύναται να κάνει. Η περίπτωση του Καβάφη είναι χαρακτηριστική. Έχει τονιστεί μέχρι σήμερα η φιλοσοφική ή η ιστορική διάσταση του έργου του. Αλλά δεν έχουν επισημανθεί όσο πρέπει οι σωματικές παράμετροι της ποίησής του. Μπορεί να γίνεται λόγος για τα ερωτικά του ποιήματα, αλλά αυτό δεν αρκεί. Το σώμα στον Καβάφη αποτελεί στοιχείο της ποιητικής του ταυτότητας με την έννοια ότι μέσα από αυτό μιλάει για τον κόσμο και τους χαρακτήρες του. Ο Καβάφης θα πλάσει τα δρώντα πρόσωπά του σύμφωνα με τη ιδιαίτερη συμπάθειά του για το ανθρώπινο σώμα, πηγή έμπνευσης, ερωτισμού και αισθητικής συγκίνησης. Αυτό σε επίπεδο ιδεολογίας σημαίνει ότι εμφανίζεται στην περίπτωσή του μια άλλη φωνή για να μιλήσει και να νοηματοδοτήσει τον κόσμο. Αυτή είναι η φωνή του σώματος που εμφανίζεται ως ερωτικό και ταυτόχρονα αισθητικό αντικείμενο. Η αισθητική λοιπόν σχέση είναι εκείνη που δημιουργεί τη λεπτή συγκίνηση στον Καβάφη. Μπορεί ο ποιητής να καταφεύγει σε μυθολογικά στοιχεία, να αποκρύπτει την ποιητική του ταυτότητα, αλλά τελικά μέσα από μια διαδικασία διακειμενικών αναφορών και ενός παιγνιδιού ανάμεσα στη γνώση και την άγνοια αποκαλύπτει πίσω από τη μυθολογία του τις αληθινές ιδεολογικές του συντεταγμένες. Η ύπαρξη ενός υποκειμένου που υπάρχει και δεν υπάρχει, που ταυτίζεται ή δεν ταυτίζεται είναι χαρακτηριστική στην περίπτωση του κειμένου του Γιάννη Ρίτσου που αναλύσαμε. Το ποιητικό υποκείμενο δημιουργεί μια κατάσταση αβεβαιότητας για το ποιο είναι τελικά. Στην ουσία δεν ενδιαφέρεται για την προσωπική του ταυτότητα, αλλά θέλει να δηλώσει σε ιδεολογικό επίπεδο πως η ποίησή του θα αντέξει στο χρόνο. Η εθνική ταυτότητα στον ελληνικό χώρο παραπέμπει συχνά σε θέματα εντοπιότητας. Το τοπικό ανάγεται σε οικουμενικό και τα προσωπικά βιώματα της ιδιαίτερης πατρίδας συσχετίζονται με την ελληνική παράδοση και το δημοτικό μας τραγούδι. Οι συχνές ποιητικές αναφορές, ρητές ή υπονοούμενες, στην παράδοση αποτελούν ασφαλώς ένα κυρίαρχο γνώρισμα της ταυτότητας των ελλήνων ποιητών. Και ο Ελύτης και ο Δάλλας θα επισημάνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της ποίησής τους και σε επίπεδο ιδεολογίας θα μας παραπέμψουν στην έννοια της εντοπιότητας. Αντίθετα ο Κάλας θα προβάλει ως στοιχεία της ταυτότητάς του το γεγονός ότι είναι ένας εστέτ, ένας άνθρωπος δηλαδή που αγαπά και καλλιεργεί το ωραίο και ταυτόχρονα είναι ένας επαναστάτης.

19

Συμπερασματικά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η ιδεολογική ταυτότητα είναι ένας βασικός παράγοντας που επηρεάζει και διαμορφώνει την ποιητική ταυτότητα· πρόκειται για ένα θέμα που αξίζει να διερευνήσουμε περαιτέρω.

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...