The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20120212163913/http://www.scribd.com/doc/60815039/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%81%CF%86%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%AD%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%9A%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Διαμόρφωση του ελληνικού έθνους-κράτους (Πολιτικό Καφενείο)

Η διαμόρφωση του νεοελληνικού έθνους και κράτους ως

διαδικασία οικονομικής και πληθυσμιακής ομογενοποίησης
(Ιστορικές αναφορές και θεωρητικά συμπεράσματα για το ζήτημα των μειονοτήτων)
του Γιάννη Μηλιού 1. Η οικονομική αφετηρία: Εμπορικός καπιταλισμός και «ελληνοποίηση» των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Η διαμόρφωση του νεοελληνικού έθνους και η διαδικασία εδαφικής “ολοκλήρωσης” της επικράτειας του νεοελληνικού κράτους αποτέλεσαν διαδικασίες οι οποίες είχαν ως μόνιμη συνιστώσα τους την ομογενοποίηση των πληθυσμών και συνεπώς είτε την “ενσωμάτωση” (στα πρώτα ιστορικά στάδια), είτε τον εξοβελισμό ή/και την αφομοίωση (κατά τον 20ο αιώνα) των μειονοτήτων. Μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης του 1821, αλλά σε ορισμένες περιοχές μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε η διαδικασία συγκρότησης και πολιτικής έκφρασης των άλλων βαλκανικών εθνικισμών καταγράφεται πλέον δυναμικά, η διαμόρφωση του ελληνικού έθνους αποτελούσε έκφραση ενός ευρύτερου κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού που προέκυπτε από την ανάπτυξη του εμπορικού καπιταλισμού και την επέκταση του χώρου κυριαρχίας του εμπορικού κεφαλαίου. Πρόκειται για μια διαδικασία εξελληνισμού χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή για την ενσωμάτωση στο αναδυόμενο ελληνικό έθνος όλων των επιμέρους (πολιτιστικών ή γλωσσικών) εθνοτήτων και επομένως την “εξαφάνιση” πληθυσμιακών ομάδων που με τα σημερινά δεδομένα θα μπορούσαν να περιγραφούν ως μειονότητες. Τη διαδικασία αυτή θα περιγράψουμε στην παρούσα ενότητα. Είναι γνωστό ότι ήδη πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση του 1821 τόσο στην Ευρώπη όσο και στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συντελούνται οικονομικές και κοινωνικές διεργασίες μεγάλης σημασίας, που συνδέονται με την ανάπτυξη του εμπορίου και των αστικών οικονομικών σχέσεων από τη μια και με το πολιτικό και ιδεολογικό κίνημα του Διαφωτισμού από την άλλη. Οι κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις που συνέχουν τον ελλαδικό χώρο στις πρώτες περιόδους της Τουρκοκρατίας είναι ασιατικές, δηλαδή ανάγονται στον ασιατικό τρόπο παραγωγής (βλ. Σταυρόπουλος 1979 τ. Α', σελ. 175-450 και Μηλιός 1988, κεφ. 8, σελ. 163206). Εντούτοις, και αυτό είναι που μας ενδιαφέρει εδώ, το κοινωνικό σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας περιέρχεται από τα μέσα του 17ου αιώνα σε μια φάση κρίσης, συμπτώματα και αποτελέσματα της οποίας είναι οι μεγάλες πληθυσμιακές μετακινήσεις και ανακατατάξεις στις δυτικές περιοχές της Αυτοκρατορίας, η συνακόλουθη αναδιάρθρωση του κοινοτικού συστήματος, που αποτελούσε τη βάση των ασιατικών κοινωνικών σχέσεων, οι πόλεμοι στα ανατολικά και η μετατόπιση των τόπων εμπορίου στα δυτικά, η σημαντική ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου, μια σειρά αλλαγών στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, που επέτρεψαν την αναβάθμιση του ρόλου των Φαναριωτών σ' αυτό κ.λπ. Όλες οι εκφάνσεις αυτής της κρίσης εντάσσονται σε μια διαδικασία αποσταθεροποίησης και διάλυσης των ασιατικών κοινοτικών σχέσεων στην ύπαιθρο, μια διαδικασία επομένως αποσταθεροποίησης και διάλυσης του ασιατικού τρόπου παραγωγής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (βλ. αναλυτικά Μηλιός 1988, όπ. π.). Έτσι στη μεγαλύτερη έκταση των εδαφών όπου ξέσπασε και στέριωσε η Επανάσταση του 1821 (Πελοπόννησος, νησιά του Αιγαίου, Στερεά), αυτή η κρίση και αποσύνθεση των ασιατικών κοινωνικών σχέσεων σήμαινε την απόκτηση μιας ευρύτατης οικονομικής και πολιτικής αυτονομίας απέναντι στην κεντρική οθωμανική εξουσία. Αυτή μάλιστα η οικονομική και πολιτική διαφοροποίηση του νότιου και νησιωτικού ελλαδικού χώρου επέτρεψε την ανάπτυξη και κυριαρχία των

1

φιλελεύθερων-εθνικών αστικών ιδεών, ήδη αρκετές δεκαετίες πριν από την Επανάσταση του 1821, και κατέστησε τελικά την Επανάσταση όχι μόνο δυνατή αλλά και αναπόφευκτη. Η ανάπτυξη των μεταφορών και του διαμετακομιστικού εμπορίου είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο κινήθηκαν οι διαδικασίες οικονομικής και κοινωνικής διαφοροποίησης, δηλαδή η ανάδυση και σταδιακή κυριαρχία των νέων, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στον νότιο, νησιωτικό και παράκτιο ελλαδικό χώρο. Η μεγάλη αυτή αλλαγή συντελέστηκε σε μια εποχή που η ευρωπαϊκή βιοτεχνία αναζητούσε τις πρώτες ύλες της, αλλά και ορισμένα φθηνά μεταποιημένα προϊόντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη συνέχεια επεδίωκε την προώθηση των δικών της προϊόντων στην Ανατολή. Οι νέες οικονομικές σχέσεις δεν σήμαιναν έτσι την ανάδυση απλά και μόνον μιας νέας, σχετικά ολιγάριθμης κοινωνικής τάξης, των εμπόρων-καπιταλιστών, ή κάποιων νέων επαγγελμάτων ή παραγωγικών δεξιοτήτων (ή και τη μετακίνηση των πληθυσμών), αλλά και τη διαμόρφωση μιας νέας μορφής οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης, σε εκτεταμένες περιοχές του μετέπειτα ελλαδικού χώρου. Οι έμποροι μακρινών αποστάσεων, οι εφοπλιστές και οι ιδιοκτήτες των μεγαλύτερων εργαστηρίων, η αναδυόμενη δηλαδή τοπική αστική τάξη, συνδέθηκαν γρήγορα, με μια σχέση παραγγελιοδόχου - προαγοραστή με την γεωργική και οικοτεχνική παραγωγή των ατομικών παραγωγών, οι οποίοι προέκυπταν (στον νοτιοελλαδικό και νησιωτικό χώρο όπου δεν κυριαρχούν οι διαδικασίες σχηματισμού τσιφλικιών) από την αποσύνθεση του ασιατικού τρόπου παραγωγής και των παραδοσιακών (ασιατικών) κοινοτήτων. Εξασφάλιζαν έτσι οι έμποροι-προαγοραστές από τη μια τον προσανατολισμό και την προσαρμογή της παραγωγής των ατομικών αγροτών και τεχνιτών στη ζήτηση αγορών πολύ ευρύτερων από αυτές των τοπικών πανηγυριών, συχνά μάλιστα στη ζήτηση της διεθνούς αγοράς, και από την άλλη υπήγαγαν με έμμεσο τρόπο τους καλλιεργητές και τεχνίτες στην οικονομική εξουσία τους. Σε άλλες περιοχές του παράκτιου και νησιωτικού νοτιοελλαδικού χώρου (Ύδρα, Γαλαξείδι κ.ο.κ.), οι μετασχηματισμένες «κοινοτικές» μορφές δεν ήταν πλέον παρά το συνώνυμο της άμεσης υπαγωγής της τοπικής κοινωνίας στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εμπορικών και εφοπλιστικών επιχειρήσεων που μονοπωλούσαν την οικονομική ζωή της περιοχής. Αλλά και σε τυπικά αγροτικές ή οικοτεχνικές περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς, ο καλλιεργητής και ο τεχνίτης εξαρτιόταν πλέον από τις παραγγελίες και τις προκαταβολές του εμπόρου μεγάλων αποστάσεων ή του ιδιοκτήτη του εργαστηρίου (μανουφακτούρας), για να επιβιώσει οικονομικά. Παράλληλα, στο βαθμό που έχανε την ευχέρεια να πουλά τα προϊόντα του σε περισσότερους από έναν εμπόρους, στο βαθμό δηλαδή που δούλευε για έναν και μόνο έμπορο-προαγοραστή (και αυτό ήταν ο κανόνας περί τα τέλη του 18ου αιώνα), η σχέση τεχνίτη-εμπόρου έπαιρνε τη μορφή μιας έμμεσης σχέσης εργασίαςκεφαλαίου, μιας έμμεσης σχέσης “μισθού με το κομμάτι”, ανάλογης με το σημερινό φασόν (Μηλιός 1988 σελ. 222 επ.). Διαμορφώθηκε αυτό που ο Rubin (1994, σελ. 200 επ.) ονομάζει καπιταλιστική οικοτεχνική βιομηχανία ή οικόσιτο σύστημα βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας, δηλαδή μια μορφή οικονομίας που πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη (και μέχρι τη βιομηχανική επανάσταση η κυρίαρχη) μορφή υπαγμένης στο κεφάλαιο παραγωγής. Το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων και οι νέες (καπιταλιστικές) κοινωνικές σχέσεις θα οδηγήσουν τους εμπόρους, αλλά και αρκετούς τεχνίτες, να ιδρύσουν εταιρίες και να εγκατασταθούν τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή και Αφρική (Αίγυπτος). Οι αλλαγές αυτές οδηγούν παράλληλα όχι μόνον τους αστούς αλλά και όλους όσους συνδέονται μαζί τους στο πλαίσιο των νέων κοινωνικών σχέσεων (τεχνίτες και αγρότες που υπάγονται έμμεσα στο εμπορικό κεφάλαιο, διανοούμενους και μια μερίδα φαναριωτών), με δυο λόγια τους φορείς των αστικών κοινωνικών σχέσεων και του «ευρωπαϊκού πνεύματος», στην υιοθέτηση της εθνικής ιδέας του ελληνισμού και στη στρατηγική του ανεξάρτητου συνταγματικού εθνικού κράτους. Μέχρι την ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών που πιο πάνω περιγράψαμε, δεν μπορούμε να μιλάμε για εθνική συνείδηση των πληθυσμών της
2

Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την ακριβή έννοια του όρου. Οι γλωσσικές και πολιτιστικές κοινότητες, παρά τα όποια εθνοτικά χαρακτηριστικά, δεν είχαν ακόμη συγκροτηθεί σε σύγχρονα έθνη. Όπως παρατηρεί ο Α. Κ. Βακαλόπουλος (1966, σελ. 70): “Οι εθνικές συνειδήσεις των σκλαβωμένων χριστιανών κατοίκων της οθωμανικής αυτοκρατορίας εξασθενούν και τελικά αποναρκώνονται. Στην θέση τους προβάλλει, αναπτύσσεται και επιβάλλεται η συνείδηση του χριστιανού, η οποία υψώνεται αντιμέτωπη προς τη συνείδηση του μουσουλμάνου”. Από τη στιγμή που οι νέες (καπιταλιστικές) κοινωνικές σχέσεις έσπασαν τα στεγανά της τοπικής χριστιανικής κοινωνίας, και πολύ περισσότερο από τη στιγμή που το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων γίνεται διεθνές (εξαγωγικό) εμπόριο, από τη στιγμή αυτή τίθεται σε κίνηση μια διαδικασία «ελληνοποίησης» όχι μόνο των εμπόρων-καπιταλιστών, αλλά και των κοινωνικών ομάδων και τάξεων που υπάγονται στο κεφάλαιο σε μια θέση εξουσιαζόμενουεκμεταλλευόμενου. Καταρχήν οι έμποροι-επιχειρηματίες, έχουν ανάγκη από μια έγκυρη γλώσσα επικοινωνίας και μια σταθερή σχέση με τον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό. Χρειάζονται μια γλώσσα που να τους επιτρέπει και την επιχειρηματική δραστηριότητά τους να προωθούν χωρίς προσκόμματα, και με τις χριστιανικές αρχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Πατριαρχείο, αξιωματούχοι φαναριώτες) να έρχονται σε επαφή, όποτε χρειάζονται την προστασία τους απέναντι στις αυθαιρεσίες των οθωμανικών αρχών. Η γλώσσα που πληροί τους όρους αυτούς είναι, ως γνωστόν, μόνο τα Ελληνικά. Οι χριστιανοί αστοί της Αυτοκρατορίας στρέφονται έτσι, από πολύ νωρίς, προς την ελληνική γλώσσα, που είναι άλλωστε, από το 17ο μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η μόνη τυπωνόμενη βαλκανική γλώσσα. Παράλληλα με τον γλωσσικό εξελληνισμό, η νέα αστική τάξη γίνεται, όπως είπαμε, φορέας και των νέων επαναστατικών ιδεών του Διαφωτισμού, του οράματος για ένα εθνικόσυνταγματικό κράτος. Υπό τους όρους αυτούς αρχίζει όχι μόνον να αναπτύσσεται η εθνική συνείδηση των ελληνόφωνων χριστιανικών πληθυσμών που γίνονταν φορείς των νέων κοινωνικών συνθηκών, αλλά να ενσωματώνονται στο αναδυόμενο ελληνικό έθνος (στην ελληνική γλώσσα και την ελληνική εθνική συνείδηση) και όλοι εκείνοι οι αρχικά μηελληνόφωνοι πληθυσμοί, που εντάσσονταν στην ίδια διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού. Όχι ασήμαντο ρόλο έπαιξε στη διαδικασία αυτή και η ιδεολογική αίγλη της ελληνικής αρχαιότητας, στο πλαίσιο των οραμάτων του Διαφωτισμού. Τη διαδικασία εξελληνισμού των οικονομικά και μορφωτικά προοδευμένων στοιχείων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (δηλαδή των κοινωνικών τάξεων και ομάδων που αναδύονταν από τη διάλυση του παλιού καθεστώτος και την ανάπτυξη των αστικών κοινωνικών σχέσεων) ανέλυσε ο Άγγλος ιστορικός Eric Hobsbawm στο βιβλίο του Τhe Age of Revolution 1789-1848, το οποίο κυκλοφόρησε το 1962: “Οι περισσότεροι Έλληνες έμοιαζαν με τις άλλες ξεχασμένες πολεμικές αγροτικές τάξεις και φυλετικές ομάδες της Βαλκανικής χερσονήσου. Μια μερίδα τους όμως αποτελούσε διεθνή εμπορική και διοικητική τάξη, εγκατεστημένη σε παροικίες ή κοινότητες σ’ ολόκληρη την Τουρκική Αυτοκρατορία, και πέρα απ’ αυτή. Η γλώσσα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στην οποία ανήκαν οι περισσότεροι βαλκανικοί λαοί, ήταν η ελληνική, και Έλληνες επάνδρωναν τα υψηλότερα κλιμάκιά της υπό τον Έλληνα Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι, ως υποτελείς πρίγκηπες, διοικούσαν τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες (τη σημερινή Ρουμανία). Με αυτή την έννοια, οι μορφωμένες και εμπορικές τάξεις των Βαλκανίων, της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολής, οποιαδήποτε και αν ήταν η εθνική καταγωγή τους, είχαν εξελληνιστεί ακριβώς εξαιτίας της φύσης των δραστηριοτήτων τους” (Hobsbawm 1992, σελ. 204). Η οικονομική και πνευματική ηγεμονία της αστικής τάξης στις περιοχές που ενσωματώνονται στις νέες κοινωνικές διεργασίες, ερμηνεύει, όπως είπαμε, την επέκταση της διαδικασίας εξελληνισμού και στις λαϊκές τάξεις. Το αίτημα της ελευθερίας, δηλαδή της
3

κατάργησης των περιορισμών και καταναγκασμών του παλιού καθεστώτος και της πολιτικής ισότητας και αυτοδιάθεσης διαχέεται στις πλατιές μάζες του πληθυσμού, που η οικονομική τους θέση έχει πλέον μετασχηματισθεί σε μια υβριδική μορφή ανάμεσα στον ατομικό εμπορευματοπαραγωγό και τον “μισθωτό με το κομμάτι”. Το αίτημα της ελευθερίας για το χριστιανικό πληθυσμό της νότιας, παράκτιας και νησιωτικής Ελλάδας ήταν, λοιπόν, ταυτόσημο με την στράτευση στην εθνική ιδέα του ελληνισμού. Συμπερασματικά: Οι δημιουργούμενες και σταδιακά επεκτεινόμενες αστικές σχέσεις προσέλαβαν εξαρχής ένα εθνικό ιδεολογικό πρόσημο. Λόγω της θεσμικά, οικονομικά και ιδεολογικά κυρίαρχης θέσης που κατείχε η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός στους χριστιανούς ορθόδοξους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αρχίζει να αναπτύσσεται η ελληνική εθνική συνείδηση πολύ πριν ξεκινήσει η αντίστοιχη διαδικασία στους άλλους λαούς της Αυτοκρατορίας. Στο οικονομικό επίπεδο, όπως είπαμε, η άνοδος του ελληνικού αστισμού σήμαινε: α) την κυριαρχία του εμπορικού κεφαλαίου πάνω στους ατομικούς καλλιεργητές και τεχνίτες, που προέκυπταν από τη διάλυση των ασιατικών κοινοτήτων. Ταυτόχρονα, σήμαινε β) τη δημιουργία και τον πολλαπλασιασμό των οικονομικών και κοινωνικών μορφών οργάνωσης τυπικά καπιταλιστικής μορφής, δηλαδή των εμπορικών, εφοπλιστικών και μανιφακτουρικών «κοινοτήτων». Κυριαρχία των αστικών σχέσεων και ανάπτυξη της (ελληνικής) συνείδησης αποτέλεσαν έτσι όψεις της ίδιας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού: Για να επαναλάβουμε μια διατύπωση του παρελθόντος: “Το έθνος αποτελεί την ιστορικά διαμορφωμένη ειδικά καπιταλιστική ενότητα (συνοχή) ανάμεσα στις ανταγωνιστικές τάξεις ενός κοινωνικού σχηματισμού (...), η οποία τείνει να ενοποιήσει το "εσωτερικό" δηλαδή το εθνικό και να το διαχωρίσει ή διαφοροποιήσει από το "εξωτερικό", δηλαδή το μη εθνικό” (Μηλιός 1988, σελ. 71, Δημούλης/Γιαννούλη 1995, σσ. 114-147, 154-169). Από τη στιγμή που η ανάπτυξη της ελληνικής εθνικής συνείδησης προχώρησε τόσο, ώστε να έχει πλέον αποκτήσει υπόσταση το αίτημα της επανάστασης για τη συγκρότηση ενός αυτόνομου εθνικού κράτους, αναδύεται μια στρατηγική εθνικού προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης στο υπό διαμόρφωση ελληνικό κράτος όλων των χριστιανικών πληθυσμών, ανεξάρτητα από τα εθνοτικά τους χαρακτηριστικά. Πρόκειται για μια διαδικασία που αποκλείει τη συγκρότηση εθνικά διαφορετικών ομάδων στα όρια πολιτικής κυριαρχίας του ελληνικού έθνους, μια διαδικασία που ενσωματώνει και εξαλείφει τις “μειονότητες”, ή δεν επιτρέπει καν τη συγκροτημένη έκφραση μιας μειονοτικής ταυτότητας. Με το ζήτημα αυτό θα ασχοληθούμε στην επόμενη ενότητα αυτού του κειμένου. 2. 19ος αιώνας: Η εθνική ενσωμάτωση των (γλωσσικών και εθνοτικών) «μειονοτήτων» Στα προηγούμενα υποστηρίξαμε ότι η διεκδίκηση της ανεξαρτησίας του ελληνικού, (όπως και κάθε άλλου), έθνους στηρίζεται σε ένα “αίτημα ελευθερίας” ή καλύτερα εκφράζει μια “τάση ελευθερίας”: Απελευθέρωση από μια Αυτοκρατορία , η οποία από ένα ιστορικό σημείο και μετά ενσαρκώνει το ασφυκτικό πλαίσιο εθνικής σκλαβιάς και εθνικής καταπίεσης που θέλουν να αποτινάξουν όσοι ανήκουν στο έθνος που ζητά την ανεξαρτησία του. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο η διαδικασία εθνικής ανεξαρτησίας συνοδεύεται σχεδόν πάντα από την αμετάκλητη απόφαση μεγάλων λαϊκών μερίδων τού προς ανεξαρτοποίηση έθνους να κάνουν πράξη το σύνθημα “Ελευθερία ή Θάνατος”, να θυσιάσουν τη ζωή τους προς χάριν της εθνικής ολοκλήρωσης σε ένα αυτοτελές εθνικό κράτος. Τα πρώιμα εθνικά κινήματα του περασμένου αιώνα, όπως η Επανάσταση του 1821, ήταν ταυτόχρονα, όπως υποστηρίξαμε, κοινωνικές επαναστάσεις ενάντια στα “παλιά” (μη καπιταλιστικά) κοινωνικά καθεστώτα της εποχής, εξέφραζαν τις επαναστατικές ιδέες της ανερχόμενης αστικής τάξης στην ιστορικά πιο “προχωρημένη” τους μορφή: Εθνική αυτοδιάθεση, παράλληλα με την πολιτική δημοκρατία, τη θεσμική ισοπολιτεία και ισονομία, μια καθολική παιδεία ανεξάρτητη από την Εκκλησία και σύμφωνη με τις αρχές του Διαφωτισμού, την προτεραιότητα, ακόμα, της αρχής της δημοκρατίας έναντι της αρχής της νομιμότητας, κ.λπ. (βλ. Μηλιός 1993, Σταυρόπουλος 1993, Ξιφαράς 1993, Κοντονή 1996). Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που τα κινήματα αυτά συνέγειραν τους αστούς διανοούμενους, ριζοσπάστες
4

και επαναστάτες της εποχής σε όλο τον “πολιτισμένο” (αστικό) κόσμο, και τους έφερναν στην πρώτη γραμμή των ένοπλων εθνικών επαναστάσεων, κάτι που δεν συνάντησε ανάλογό του στον 20ο αιώνα (αν εξαιρέσει κανείς τα κινήματα ανατροπής του καπιταλισμού και ειδικότερα τις “Διεθνείς ταξιαρχίες” του ισπανικού εμφυλίου πολέμου). Όμως ακόμα και σ’ αυτή την επαναστατική περίοδο των εθνικών ιδεών και κινημάτων, δίπλα όμως στην “τάση ελευθερίας” εμφανίζεται πάντοτε και μια άλλη τάση, μια “τάση ολοκληρωτισμού”: Πρόκειται για την τάση ομογενοποίησης του “εσωτερικού” της εθνικής επικράτειας, δηλαδή για την εθνική ομογενοποίηση των πληθυσμών που βρίσκονται στο εσωτερικό αυτής της επικράτειας, και την υποταγή τους ως ένα ενιαίο σύνολο στους κανόνες και τις νόρμες της (νέας) ταξικής κυριαρχίας και εξουσίας. Μιας ταξικής εξουσίας, η οποία διαφορίζεται από άλλα όμορα συστήματα ταξικής εξουσίας με βάση τα ιδιαίτερα εθνικά της χαρακτηριστικά. Στην περίπτωση της επανάστασης του 1821 και των πρώτων δεκαετιών μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους η “τάση ολοκληρωτισμού” εκφράζεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου καμιά άλλη χριστιανική (γλωσσική-πολιτιστική) εθνότητα δεν έχει αποκτήσει αυτόνομη εθνική συνείδηση. Η τάση ολοκληρωτισμού απολήγει έτσι στο αίτημα (ειρηνικής) ενσωμάτωσης κάθε χριστιανικής εθνότητας στο ελληνικό έθνος. Χαρακτηριστικά, στην Προκήρυξη που εξέδωσε, με την έναρξη της Επανάστασης ο Αλεξανδρος Υψηλάντης στις 24.2.1821 (βλ. Θέσεις 42, 1992, σελ. 35) διαβάζουμε: “Ο Μωρέας, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα νησιά του Αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα έπιασε τα όπλα δια να αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν των βαρβάρων”. Το απόσπασμα αυτό δεν αποτελεί προϊόν μιας προσωπικής εκτίμησης του συγγραφέα του, ούτε εντάσσεται στην πολιτική στρατηγική κάποιας ιδιαίτερης πτέρυγας της Επανάστασης. Εκφράζει, αντίθετα, την κοινή πεποίθηση εκείνων των ορθόδοξων διανοουμένων αλλά και εκείνων των λαϊκών μαζών της εποχής που είχαν έμπρακτα ταχθεί υπέρ του επαναστατικού αγώνα. Οι μάζες αυτές αντιλαμβάνονταν, όπως είπαμε τον εαυτό τους ως Έλληνες, ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλούσαν ή τις ιδιαίτερες πολιτιστικές παραδόσεις τους (περίπτωση αλβανοφώνων στην Ύδρα, το Σούλι, περιοχές της Στερεάς, της Πελοποννήσου, και αλλού. Οι Κουντουριώτηδες, οι Μποτσαρέοι, κ.λπ., ήταν έτσι Έλληνες και όχι Αλβανοί, αν και ήταν αλβανόφωνοι). Δεν θα πρέπει να εκπλήσσει, λοιπόν, το γεγονός ότι ο Υψηλάντης καλεί, μεταξύ των άλλων, Σέρβους και Βουλγάρους να αγωνιστούν για την ελευθερία της “φίλης ημών Πατρίδος Ελλάδος”, σε αρμονία με το πνεύμα των “Πατέρων” των, που θυσιάστηκαν στο Μαραθώνα και τις Θερμοπύλες, “κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους (...) συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν” κ.λπ. (βλ. Υψηλάντης 1992, σελ. 3335). Άλλωστε, ανάλογες διατυπώσεις βρίσκουμε σ' όλα τα επαναστατικά κείμενα της εποχής. Για παράδειγμα, σε απόφαση του Προέδρου του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος, Α. Μαυροκορδάτου, στις 12.05.1822 σημειώνεται ότι “η Αλβανία είναι μέγα και ουσιώδες μέρος και η ένωσίς της με την Επικράτειαν της Ελλάδος ειμπορεί να φέρει τα πλέον καλά αποτελέσματα” (παρατίθεται στο Λαμπρυνίδης 1987, σελ. 85). Ο Ρήγας εξάλλου, δεν οραματιζόταν μια “βαλκανική ομοσπονδία”, αλλά μια ελληνική αυτοκρατορία: Στον περίφημο “Όρκο κατά της τυραννίας και αναρχίας” έγραφε: “Βουλγάροι κι Αρβανήτες, Αρμένοι και Ρωμηοί, Αράπιδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, Για την ελευθερία να ζώσωμεν σπαθί (...) Οι Νόμοι σάς προστάζουν, να βάλλεται φωτιά. Μ' εμάς και σεις Μαλτέζοι, γεννήτ' ένα κορμί, Κατά της Τυραννίας, ριχθήτε με ορμή. Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί, Ζητά την συνδρομήν σας με μητρικήν ορμή” (Δασκαλάκης 1977, σελ. 40-41). Ομοίως στο Σύνταγμα του Ρήγα, με τίτλο “Νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας”, ο συγγραφέας ορίζει τους χριστιανούς πολίτες τού προς ίδρυση κράτους ως “λαό απόγονο των αρχαίων Ελλήνων”. Αλλά και στην “Ελληνική Νομαρχία”, Ανωνύμου του Έλληνος, έργο που εκδόθηκε το 1806, διαβάζουμε: “Το Οθωμανικόν βασίλειον εις την Ευρώπην διαιρείται εις τας ακολούθους δεκατρείς επαρχίας, δηλαδή Βλαχίαν, Μολδαβίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν,
5

Μπόσναν, Δαλματίαν, Αλβανίαν, Ήπειρον, Θεσσαλίαν, Λειβαδίαν, Πελοπόννησον, Μακεδονίαν και Ρούμελην. Οι κάτοικοι δε είναι σχεδόν δέκα οκτώ μιλλιούνια, μαζί με τους Νησιώτας του Αρχιπελάγους. Οι δε χριστιανοί προς τους οθωμανούς, είναι ως το 115 προς το 29 (...) Τόσον πλήθος Ελλήνων, ω αγαπητοί, πώς άραγε να ζη;” (“Ελληνική Νομαρχία”, 1977). Βλέπουμε λοιπόν πως αν και η τάση εθνικής ομογενοποίησης όλων ανεξαίρετα των πληθυσμών της διεκδικούμενης επικράτειας και υπαγωγής τους στη νέα εξουσία η οποία βρίσκεται στη διαδικασία της κρατικής της συγκρότησης, παίρνει τη μορφή ενός “επαναστατικού καλέσματος” στον ένοπλο αγώνα για ένα δημοκρατικό ανεξάρτητο εθνικό κράτος, εντούτοις στο εσωτερικό της υπολανθάνει ήδη η ροπή προς τον “εθνικό ολοκληρωτισμό”: Όλοι οι χριστιανικοί λαοί των Βαλκανίων αναγορεύονται Έλληνες, απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, πολίτες τής υπό διαμόρφωση Ελλάδας. Είναι προφανές ότι αυτό μπορεί να γίνει γιατί απουσιάζουν ακόμη, την εποχή αυτή, οι αντίστοιχες διαδικασίες εθνικής κρατικής συγκρότησης των άλλων βαλκανικών λαών. Το κενό έρχεται να καταλάβει ο μόνος ήδη διαμορφωμένος εθνικισμός, ο ελληνικός. Με τη διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους και των συνόρων του, η εθνικιστική “τάση ολοκληρωτισμού” παράγει άμεσα τη “Μεγάλη Ιδέα”: Η απαίτηση για ένα ελληνικό κράτος με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη και βόρεια σύνορα που θα φθάνουν μέχρι το Δούναβη είναι η φυσική μετεξέλιξη της εμπεδωμένης ιδεολογικής πεποίθησης, στο πλαίσιο της νεόκοπης νεοελληνικής εθνικής συνείδησης, ότι οι Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανήκουν στο ελληνικό έθνος.1 Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ιδεολογικής πεποίθησης και εθνικής στρατηγικής δεν υπάρχει χώρος για την ύπαρξη μειονοτήτων στην ελληνική επικράτεια. Εκτός και αν οι μειονότητες διεκδικήσουν και επιβάλλουν, απέναντι στην κρατική εξουσία, την ύπαρξή τους, συγκροτούμενες στο πρότυπο ενός πολιτικά αντίπαλου εθνικισμού. Κάτι τέτοιο, στην περίπτωση της Ελλάδας του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, δεν ήταν δυνατόν να συμβεί λόγω της μικρής ανάπτυξης της εθνικής συνείδησης των άλλων βαλκανικών πληθυσμών. Έτσι, για παράδειγμα, όσοι στην ελληνική επικράτεια ανήκαν στην αλβανική εθνότητα δεν διαμόρφωσαν ποτέ αλβανική εθνική συνείδηση, δεν έγιναν Αλβανοί. Παρέμειναν “Αρβανίτες”, δηλαδή ένα γλωσσικό-πολιτιστικό υποσύνολο του ελληνικού λαού. Και δεν έπαψαν να συρρικνώνονται αριθμητικά και να αφομοιώνονται στα γενικά πολιτιστικά πρότυπα της χώρας, καθώς η λειτουργία των κρατικών μηχανισμών (με προεξάρχοντα τον εκπαιδευτικό μηχανισμό) και η οικονομική ανάπτυξη υπέσκαπταν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των “τοπικών κοινωνιών”, προς όφελος των καθολικών “εθνικών” προτύπων κοινωνικής οργάνωσης και συλλογικής πρακτικής. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε, λοιπόν, γενικεύοντας το παράδειγμα του νεοελληνικού έθνους και κράτους, ότι η “τάση ολοκληρωτισμού”, η τάση εθνικής ομογενοποίησης των πληθυσμών, δεν δρα μόνο “προς τα μέσα”, στο εσωτερικό μιας πολιτιστικής γλωσσικής πληθυσμιακής ενότητας, και των τυχόν “μειονοτήτων” που βρίσκονται στο έδαφος όπου αυτή ζει. Δεν περιορίζεται δηλαδή μόνο στο εσωτερικό μιας γλωσσο-πολιτιστικής εθνότητας η οποία μετεξελίσσεται σε έθνος με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Δρα ταυτόχρονα και “προς τα έξω”, επιδιώκει να επεκταθεί παντού όπου δεν βρίσκει ικανή (εθνική) αντίσταση, να ενσωματώσει και να ομογενοποιήσει κάθε άλλη εθνότητα, υπάγοντάς την στην προοπτική της εθνικής κρατικής συγκρότησης της κυρίαρχης εθνότητας. Εγγενής, λοιπόν, στην κρατική συγκρότηση είναι τόσο η τάση εθνικής ομογενοποίησης της επικράτειας όσο και ο εδαφικός επεκτατισμός, η τάση για επέκταση των ορίων τού προς εθνική ομογενοποίηση εδαφικού χώρου. Με άλλη διατύπωση, θα λέγαμε ότι η “τάση ολοκληρωτισμού” δεν περιέχει μόνο μια εσωστρεφή ροπή (εθνική εξομάλυνσηΕίναι αυτονόητο ότι αυτή η “πεποίθηση”, όπως και οι συγκεκριμένες πολιτικοστρατιωτικές εκδηλώσεις της “Μεγάλης Ιδέας”, εκφράζουν την τάση επέκτασης του χώρου κυριαρχίας μιας καπιταλιστικής εξουσίας (ενός συλλογικού κεφαλαίου), και με την έννοια αυτή αποτελούν το “όχημα” ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.
1

6

ομογενοποίηση, ενσωμάτωση των μειονοτήτων), αλλά και μια εξωστρεφή ροπή, τον εθνικιστικό επεκτατισμό. Η “ιστορία” (ο προαιώνια “εθνικός χαρακτήρας” του διεκδικούμενου ή αμφισβητούμενου εδάφους), αλλά και η ύπαρξη εθνικών πληθυσμών ή μειονοτήτων αρκούν για να θρέφουν την εξωστρεφή αυτή ροπή της “τάσης ολοκληρωτισμού”, ακόμα και όταν η επικράτησή της δεν είναι πλέον ιδιαίτερα πιθανή. Η εθνική συγκρότηση ενός λαού περνάει έτσι μέσα από την εθνικιστική σύγκρουση (που δεν είναι απαραίτητο να φθάνει πάντα μέχρι τον πόλεμο), καθώς έρχεται αντιμέτωπη με τη διαδικασία ομογενοποίησης-επέκτασης που επιχειρεί το γειτονικό ή το κρατικά-πολιτικά κυρίαρχο έθνος. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η ιστορία του ελληνικού κράτους έχει ως βασικό χαρακτηριστικό της τη σύγκρουση με τους αναδυόμενους εθνικισμούς των άλλων βαλκανικών λαών, και ιδίως το βουλγαρικό εθνικισμό. Μέσα σε τρεις δεκαετίες το απόσπασμα της Προκήρυξης του Αλέξανδρου Υψηλάντη, που πιο πάνω παραθέσαμε, μετατράπηκε από προσκλητήριο αγώνα σε παραδοξολογία. Εντούτοις, στο βαθμό που τουλάχιστον μέχρι τους βαλκανικούς πολέμους υπήρχαν στα Βαλκάνια, εκτός ελληνικής επικράτειας, όχι απλώς ελληνικοί πληθυσμοί, αλλά και χριστιανικοί πληθυσμοί με ασαφή ακόμη εθνική συνείδηση, η ελληνική εθνικιστική ιδεολογία εξακολουθούσε να τους εντάσσει στον εθνικό κορμό, ο ελληνικός επεκτατισμός εξακολουθούσε να τεκμηριώνει τις εδαφικές διεκδικήσεις του (και) στην ύπαρξή τους. (Για τους “Ελληνοβλάχους” βλ. Πασχίδης 1879 (1981), για τους Αλβανούς και την άποψη ότι αυτοί αποτελούν με τους Έλληνες “απλούν γένος της αυτής ομοφυλίας, τας αυτάς έχοντες παραδόσεις και τους αυτούς εθνικούς πόθους” βλ. Λαμπρυνίδης 1907 (1987), σελ. 76. Τέλος για τους Σλαβομακεδόνες με “ελληνική συνείδηση” βλ. Μαζαράκης-Αινιάν 1919, όπου αναφέρεται ότι “οι Έλληνες της Μακεδονίας δεν ομιλούν πάντες την ελληνικήν”, σσ. 19-20). Η εγγενής στο (κάθε) έθνος “τάση ολοκληρωτισμού” δεν αποδέχεται την ύπαρξη διαφορετικών εθνών ή εθνικών ομάδων (άρα και εθνικών μειονοτήτων εντός της εθνικής επικράτειας), εκτός αν υποχρεωθεί να το κάνει, από το συσχετισμό των δυνάμεων. Αν, όμως, οι μειονότητες κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο εσωτερικό της επικράτειας, τότε, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να υποστηρίξουμε σε αναφορά με τη διαδικασία επέκτασης της ελληνικής επικράτειας και τη μικρασιατική καταστροφή, κάθε άλλο παρά αποκλείεται η λύση του εξοβελισμού ή/και της βίαιης εξάλειψής τους. 3. 20ος αιώνας: Η εθνική ταυτότητα του πληθυσμού των “νέων χωρών” και η “ελληνοποίηση” της επικράτειας Με τους βαλκανικούς πολέμους και την προσάρτηση των “νέων χωρών” ένα τμήμα της επικράτειας του ελληνικού κράτους (κυρίως η Μακεδονία) κατοικείται από πολυάριθμους πληθυσμούς μη-ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Μάλιστα, δεν θα ήταν ακριβές να ονομάσουμε τους πληθυσμούς αυτούς “μειονότητες”, εφόσον, στις περιοχές που κατοικούσαν και στις οποίες εδώ αναφερόμαστε, δεν αποτελούσαν μειοψηφία, αλλά, κατά περίπτωση, πλειοψηφία των κατοίκων, χωρίς να έχει λυθεί πολιτικά-στρατιωτικά το ζήτημα του ποια εθνότητα θα κυριαρχήσει, επιβάλλοντας τη “νόρμα” της. Πιο συγκεκριμένα, αμέσως μετά την ελληνική προσάρτηση και μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών (Συνθήκη ειρήνης του Νεϊγύ με τη Βουλγαρία, 1919, Συνθήκης ειρήνης της Λωζάνης με την Τουρκία και σχετικό Πρωτόκολλο για τους πρόσφυγες, 1923), οι Τούρκοι αποτελούσαν την πολυαριθμότερη εθνική ομάδα της Μακεδονίας, ενώ επιμέρους νομοί ή ευρύτερες εδαφικές ζώνες κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά είτε από Τούρκους, είτε από τους θεωρούμενους τότε ως βουλγαρικής εθνικής ένταξης σλαβομακεδονόφωνους πληθυσμούς. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι το ζήτημα της πληθυσμιακής σύνθεσης της Μακεδονίας αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον από τις Συνθήκες του Αγ. Στεφάνου και του Βερολίνου, 1878, μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου) το αντικείμενο αντιπαραθέσεων και ριζικά διαφορετικών εκτιμήσεων ανάμεσα στους “εθνικούς” ιστορικούς και διανοούμενους κάθε βαλκανικής χώρας (βλ. ενδεικτικά Λιθοξόου 1992, Μαργαρίτης
7

-επιμ.- 1993), και ιδιαίτερα ανάμεσα στους εκφραστές των ελληνικών και των βουλγαρικών εθνικών “δικαίων”. Δεν είναι στις προθέσεις μας να ασχοληθούμε με το ζήτημα αυτό, όχι απλώς διότι υπερβαίνει το αντικείμενο του άρθρου, αλλά και διότι τα επίσημα ελληνικά στοιχεία -χωρίς να τα θεωρούμε αντικειμενικά- επαρκούν για να θεμελιώσουμε τις θέσεις που θα υποστηρίξουμε. Η βασική θέση που προκύπτει από την ιστορική ανασκόπηση της περιόδου των βαλκανικών πολέμων και της μικρασιατικής εκστρατείας είναι ότι το ελληνικό κράτος προσαρτά εδάφη, ορισμένα από τα οποία αποτελούν γεωγραφικές περιοχές μη ελληνικής πληθυσμιακής σύνθεσης, ή έστω περιοχές όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν σαφώς μειοψηφικό. Η εξέλιξη αυτή θέτει υπό νέους όρους το ζήτημα της “εθνικής ομογενοποίησης” της επικράτειας. Η συγκεχυμένη πληθυσμιακή σύνθεση της Μακεδονίας ομολογείται εμμέσως, κατ’ αρχάς, από τα βαλκανικά κράτη, όταν αυτά συμφωνούν να διαμοιράσουν τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όχι με βάση κάποιο σχέδιο που να ανταποκρίνεται στη σύνθεση του “υπόδουλου” πληθυσμού κάθε περιοχής, αλλά ανάλογα με τις επιτυχίες που θα έχει ο στρατός κάθε χώρας κατά την προέλασή του στην οθωμανική επικράτεια. Αξίζει μάλιστα να θυμηθούμε, ότι όταν ξεσπάει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι σύμμαχοι προτείνουν στην ελληνική κυβέρνηση να ταχθεί στο πλευρό τους με αντάλλαγμα την προσάρτηση της Μ. Ασίας (η επίσημη πρόταση έγινε από την Αγγλία στις 11/24 Ιανουαρίου 1915), “ο Βενιζέλος συντάσσει αυθημερόν το πρώτον των τριών υπομνημάτων του προς τον βασιλέα, προτείνων, ίνα εξασφαλισθή η σύμπραξις της Βουλγαρίας, παραχώρησιν εις αυτήν της Καβάλλας” (Παπαδάκης 1934, σελ. 605). Μια τέτοια πρόταση για παραχώρηση τμήματος της επικράτειας, ώστε να δημιουργηθούν οι όροι μιας μελλοντικής προσάρτησης εδαφών μεγαλύτερης έκτασης, θα ήταν αδιανόητη αν επρόκειτο για πληθυσμιακώς “εθνικά” εδάφη: Πραγματικά, την εποχή που ο Βενιζέλος διατυπώνει την πρόταση των “εδαφικών ανταλλαγμάτων” με στόχο τη βουλγαρική ουδετερότητα, οι Έλληνες είναι, σύμφωνα με τις επίσημες ελληνικές πηγές, το 29% του συνολικού πληθυσμού του νομού Καβάλας. Σύμφωνα με την επεξεργασία των αποτελεσμάτων των ελληνικών απογραφών του 1920 και του 1928, την οποία παρουσιάζει ο Πάλλης (1934): α) Σε όλες σχεδόν τις βόρειες και ανατολικές περιοχές των “νέων χωρών” που προσάρτησε η Ελλάδα, ο πληθυσμος ήταν στη μεγάλη του πλειοψηφία τουρκικός. β) Σε ορισμένους νομούς της Μακεδονίας (Φλώρινα, Κιλκίς) ο αριθμός των Βουλγάρων είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των Ελλήνων. Αναλυτικά, οι νομοί των “νέων χωρών” με ελληνική πλειοψηφία το 1912 ήταν οι εξής (Πάλλης 1934, σελ. 407): 1) Ελασσόνος (88% 'Ελληνες,12% Τούρκοι) 2)Κοζάνης (60% 'Ελληνες, 40% Τούρκοι) 3) Γρεβενών (76% 'Ελληνες, 18% Τούρκοι) 4) Πιερίας (80% 'Ελληνες, 18% Τούρκοι) 5) Καστοριάς (56% 'Ελληνες, 24% Τούρκοι,19% Βούλγαροι) 6) Βοϊου (75% 'Ελληνες, 25% Τούρκοι) 7) Ημαθίας (70% 'Ελληνες, 20% Τούρκοι,10% “διάφοροι”) 8) Γιαννιτσών (56% 'Ελληνες, 39% Τούρκοι) 9) Χαλκιδικής (86% 'Ελληνες, 7% Τούρκοι, 7% “διάφοροι”) 10) Θάσου (100% 'Ελληνες) 11) Σερρών (47% 'Ελληνες, 40% Τούρκοι, 9% Βούλγαροι) 12) Φυλλίδος (74% 'Ελληνες, 17% Τούρκοι, 7% Βούλγαροι). Αντίθετα, το ελληνικό στοιχείο μειοψηφούσε αριθμητικά σ' όλους τους νομούς που βρίσκονταν στις βόρειες και ανατολικές περιοχές της Μακεδονίας. Σύμφωνα πάντα με τα επίσημα ελληνικά στοιχεία η πληθυσμιακή σύνθεση των νομών αυτών ήταν το 1912-13 η ακόλουθη:
8

1) Νέστου: 2% 'Ελληνες, 98% Τούρκοι 2) Δράμας:15% 'Ελληνες, 79% Τούρκοι, 5% Βούλγαροι 3) Καβάλας: 29% 'Ελληνες, 69% Τούρκοι, 2% “διάφοροι” 4) Παγγαίου: 40% 'Ελληνες, 60% Τούρκοι 5)Σιδηροκάστρου: 19% 'Ελληνες, 40% Τούρκοι, 37% Βούλγαροι 6) Κιλκίς: 2% 'Ελληνες, 66% Τούρκοι, 29% Βούλγαροι 7) Παιονίας: 36% 'Ελληνες, 42% Τούρκοι,17% Βούλγαροι 8) Θεσσαλονίκης: 29% 'Ελληνες, 23% Τούρκοι, 45% “διάφοροι” 9) Λαγκαδά: 36% 'Ελληνες, 50% Τούρκοι 10) Αλμωπίας: 54% Τούρκοι, 46% Βούλγαροι (καθόλου 'Ελληνες) 11) Εδέσσης: 40% 'Ελληνες, 48% Τούρκοι,12% Βούλγαροι 12) Εορδαίας: 20% 'Ελληνες, 76% Τούρκοι 13) Φλωρίνης: 32% 'Ελληνες, 32% Τούρκοι, 35% Βούλγαροι. Σύμφωνα, εξάλλου, με τα αποτελέσματα της απογραφής του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης, την οποία διενήργησαν οι ελληνικές αρχές στις 28.04.13, ο πληθυσμός της πόλης ήταν 157.889 κάτοικοι, εκ των οποίων οι 61.439 (38,9%) ήταν ισπανόφωνοι Εβραίοι, οι 45.867 (29%) Οθωμανοί Τούρκοι, οι 39.956 (25,3%) Έλληνες, οι 6.263 (4%) Βούλγαροι και οι 4.364 (2,8%) “ξένοι” (Δημαράς -επιμ., 1951). Στο σύνολο της Μακεδονίας τα στοιχεία που παραθέσαμε δείχνουν, βέβαια, μια σχετική πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού το 1913: 513.000 Έλληνες, 475.000 Τούρκοι, 119.000 Βούλγαροι και 98.000 διάφοροι.2 Επειδή, όμως, η Μακεδονία δεν αποτελεί παρά γεωγραφική (και διοικητική) περιοχή, τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούν το γεγονός ότι ευρείες περιοχές των εδαφών που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα (οι δεκατρείς νομοί της Μακεδονίας που πιο πάνω αναφέραμε) αποτελούσαν ομολογημένα εδάφη με μειοψηφική ή και ελάχιστη παρουσία ελληνικού πληθυσμού. Μειοψηφία ήταν άλλωστε ο ελληνικός πληθυσμός στις περιοχές της Θράκης και της Σμύρνης που προσάρτησε το ελληνικό κράτος το 1920. Η “Επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών” που ιδρύθηκε το 1941 στην Αθήνα, με στόχο την προστασία των ελληνικών πληθυσμών της Α. Μακεδονίας και της Δ. Θράκης από τις θηριωδίες των βουλγαρικών αρχών κατοχής (αλλά και την αποτροπή της προσάρτησης των περιοχών αυτών από τη Βουλγαρία) υπολόγιζε ότι το 1912 υπήρχαν στη Δυτ. Θράκη 82.650 'Ελληνες και 13.670 Βούλγαροι. (Σβώλος 1945, σελ. 13). Το 1912 ο τουρκικός πληθυσμός στη Δυτ. Θράκη ήταν περί τους 100.000 (Πάλλης, 1934 σελ. 408). Την εποχή της ελληνικής προσάρτησης και σύμφωνα με την απογραφή που διενήργησε (το 1920) η Ελληνική Διοίκηση, ο πληθυσμός της Δυτ. Θράκης (μετά την αναχώρηση 17 χιλιάδων Τούρκων και Βουλγάρων) απαρτιζόταν από 84 χιλιάδες μουσουλμάνους (εκ των οποίων περίπου το 1/5 πομάκοι), 68 χιλιάδες 'Ελληνες, 35 χιλιάδες Βουλγάρους και 4 χιλιάδες “λοιπούς” (Τσιτσελίκης 1996, σελ. 274-75). 'Ολοι σχεδον οι Βούλγαροι θα υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν την περιοχή μετά την ελληνική προσάρτηση, ενώ αντίθετα οι μουσουλμάνοι δεν θα ανταλλαγούν, παραμένοντας στην Ελλάδα υπό μειονοτικό καθεστώς. Στην Ανατ. Θράκη, που επίσης προσαρτήθηκε από την Ελλάδα το 1920 κατοικούσαν 260 χιλιάδες 'Ελληνες και 310 χιλιάδες Τούρκοι, ενώ στην περιοχή της Σμύρνης, που το 1920 τέθηκε υπό ελληνικό έλεγχο, κατοικούσαν 620 χιλιάδες 'Ελληνες και 950 χιλιάδες Τούρκοι (Βερέμης 1986, σελ. 49). Εντούτοις, ακόμα και στο επίπεδο της ελληνικής Μακεδονίας συνολικά, οι ίδιες οι επίσημες ελληνικές πηγές, μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε ότι το ελληνικό στοιχείο δεν ήταν πλειοψηφικό. Τα στοιχεία για το συνολικό πληθυσμό της Μακεδονίας που παραθέσαμε πιο πάνω συνάγονται με βάση την υπόθεση ότι, με τις αναγκαστικές ανταλλαγές των πληθυσμών που θέσπιζαν οι συνθήκες, όλοι οι αλλοδαποί πληθυσμοί είχαν εγκαταλείψει το 1928 τη χώρα (πλην εκείνων για τους οποίους προβλεπόταν η παραμονή τους στην Ελλάδα υπό ειδικό μειονοτικό καθεστώς, όπως οι μουσουλμάνοι της Δυτ. Θράκης). Η υπόθεση αυτή ήταν ακριβής για τους Τούρκους, διότι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την υπό ελληνική
Εντελώς διαφορετική πληθυσμιακή εικόνα προκύπτει, όπως είπαμε, από τα στοιχεία που δίνουν άλλες πηγές, βλ. π.χ. Μαργαρίτης (επιμ.) 1993.
2

9

διοίκηση Μακεδονία όλοι οι μωαμεθανοί κάτοικοί της, θεωρούμενοι ως Τούρκοι. Δεν ήταν, όμως, ακριβής η υπόθεση αυτή για τον μη-ελληνικό χριστιανικό πληθυσμό της Μακεδονίας και συγκεκριμένα για ένα τμήμα του σλαβομακεδονικού πληθυσμού, που δεν εγκατέλειψε τη χώρα, παρά τα όσα προέβλεπαν οι Συνθήκες. Οι ελληνικές στατιστικές καταχωρούσαν τον πληθυσμό αυτό στους Έλληνες, με αποτέλεσμα στο βουλγαρικό πληθυσμό της Μακεδονίας του 1913 να καταχωρούνται μόνον όσοι Σλαβομακεδόνες3 εγκατέλειψαν την ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με όσα προέβλεπαν οι Συνθήκες για τις ανταλλαγές των πληθυσμών. Προτού αναφερθούμε στις επίσημες ελληνικές εκτιμήσεις για τον αριθμό των Σλαβομακεδόνων που παρέμειναν στην ελληνική Μακεδονία, αξίζει να αναφέρουμε ορισμένα επιπλέον δεδομένα που δείχνουν την σχετική μόνο αξιοπιστία των επίσημων στοιχείων για την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής: Η “Επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών” εκτιμούσε ότι το 1912 υπήρχαν στη Μακεδονία 482 χιλιάδες 'Ελληνες (περίπου όσοι και οι Τούρκοι) και 136 χιλιάδες Βούλγαροι. Επίσης, στην προπαγανδιστική μπροσούρα που εξέδωσε το 1919 ο στρατηγός Μαζαράκης-Αινιάν, για να τεκμηριώσει τις ελληνικές διεκδικήσεις στα Βαλκάνια,4 παρατίθενται στατιστικές της εκπαίδευσης στη Μακεδονία των ετών 1902-1903 (Μαζαράκης-Αινιάν 1919, σελ. 22-23), από τις οποίες προκύπτει ότι ο αριθμός των Βουλγάρων μαθητών στις περιφέρειες Καστοριάς, Φλώρινας και Βοδενών ήταν μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό Ελλήνων μαθητών (Καστοριά: 2.370 Βούλγαροι, 2.281 'Ελληνες μαθητές. Φλώρινα: 2.004 Βούλγαροι, 923 'Ελληνες μαθητές. Βοδενά: 1.400 Βούλγαροι, 935 'Ελληνες μαθητές). Το στοιχείο αυτό συγκρούεται με τα ποσοστά του βουλγαρικού και ελληνικού πληθυσμού που δίνουν τα επίσημα ελληνικά στοιχεία για τις περιοχές αυτές (π.χ. στην Καστοριά, 66% Έλληνες, 19% Βούλγαροι), με δεδομένο μάλιστα το ψηλότερο μορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων κατά την εποχή εκείνη. Ας επαναφέρουμε τώρα την κύρια όψη του ζητήματος, τους Σλαβομακεδόνες που παρέμειναν στην ελληνική επικράτεια. Η απογραφή του 1928 τους καταγράφει, ως γλωσσική αποκλειστικά ομάδα (“σλαυόφωνοι”), υπολογίζοντας τον αριθμό τους σε 82 χιλιάδες άτομα περίπου. Σύμφωνα με τον Λιθοξόου (1992) ο αριθμός αυτός βρίσκεται κάτω από το μισό του πραγματικού αριθμού των “Σλαβοφώνων”. Στο παρόν άρθρο, όπως ήδη αναφέραμε, θα δεχθούμε, ως υπόθεση εργασίας, τις επίσημες εκτιμήσεις του ελληνικού κράτους. Θα υποθέσουμε, δηλαδή, ότι ο αριθμός των Σλαβομακεδόνων που παρέμειναν στη χώρα μετά την ελληνοβουλγαρική συνθήκη του 1919 ήταν 80 χιλιάδες άτομα. Παρότι θα αγνοήσουμε τον παράγοντα της φυσικής αύξησης του πληθυσμού, υποθέτοντας ότι πρόκειται για μερίδα του σλαβομακεδονικού πληθυσμού του 1913, εντούτοις όλες οι ενδείξεις πείθουν ότι ο αριθμός αυτός υπολείπεται του πραγματικού. Τίθεται, βέβαια, επιπλέον το ζήτημα, κατά πόσον μπορούμε να θεωρούμε ότι το σλαβόφωνο στοιχείο που παρέμεινε στην Ελλάδα διαφοροποιείται από άποψη εθνικής συνείδησης από τον υπόλοιπο ελληνικό πληθυσμό. Και πάλι, θα αναζητήσουμε την απάντηση σε κείμενα που εκφράζουν τις επίσημες ελληνικές θέσεις: “Τα εναπομείναντα εις την Μακεδονίαν ξένα στοιχεία, δια τα οποία δύναται να λεχθεί ότι δεν απέκτησαν ακόμη πλήρως ελληνικήν εθνικήν συνείδησιν, είναι τα εξής: α) Περί τους 80.000 σλαυόφωνοι, εκ των οποίων οι πλείστοι κατοικούν εις την Δυτικήν και
“Οι Σλαβομακεδόνες αυτοχαραχτηρίζονται Βούλγαροι κι έναν αιώνα τώρα λένε πάντοτε ότι είναι Βούλγαροι (...) Η κατάχτηση της Μακεδονίας από τη σερβική φαντασία εναρμονίζεται με την κατάληψη της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης από την Αυστρία” (Berard, 1987, σελ. 264, 265. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε στα γαλλικά το 1893). Για τη διαδικασία διαμόρφωσης και ανάπτυξης μιας αυτοτελούς (σλαβο)μακεδονικής εθνικής συνείδησης από τις αρχές του 20ου αιώνα βλ. Τυροβούζης 1989, Λιθοξόου 1993. 4 Ο συγγραφέας στηρίζει την επιχειρηματολογία του σε θέσεις όπως: “Ο Ελληνισμός, απαρτιζόμενος εκ 10.000.000 -12.000.000, έχει δικαιώματα ισχυρά επί της Ανατολής. Οι Βούλγαροι μη υπερβαίνοντες τα 3.500.000 έχουν επαρκείς ευφόρους εκτάσεις να ζήσουν και να αναπτυχθούν” (Μαζαράκης-Αινιάν 1919, σελ. 37). Σύμφωνα με την απόγραφή του 1928 οι κάτοιχοι της Ελλάδας (μετά τον επαναπατρισμό των προσφύγων) ήταν 6,2 εκατομμύρια άτομα εκ των οποίων 5,8 εκατομμύρια ήταν 'Ελληνες (Σβορώνος 1934, σελ. 224).
3

10

Κεντρικήν Μακεδονίαν (επαρχίας Εδέσσης, Κοζάνης Φλωρίνης και Καστοριάς), ελάχιστοι δε εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν (επαρχίας Σερρών, Σιδηροκάστρου και Δράμας). β) Περί τους 70.000 ισπανόγλωσσοι Ισραηλίται, εκ των οποίων περί τας 65.000 είναι κάτοικοι της πόλεως Θεσσαλονίκης (...) γ) 1-2.000 ρουμανίζοντες Κουτσόβλαχοι. δ) Μερικαί χιλιάδες Αρμενίων (...) ε) Περί τους 5.300 Αλβανοί Μουσουλμάνοι” (Πάλλης 1934, σελ. 408). Ο Πάλλης, ίσως γιατί απευθυνόταν στην κοινή γνώμη, χρησιμοποιεί για την εθνική συνείδηση των Σλαβομακεδόνων ήπιες εκφράσεις όπως “δεν απέκτησαν ακόμη πλήρως ελληνικήν εθνικήν συνείδησιν”. Αντίθετα, μια ανέκδοτη έκθεση από το αρχείο Ι. Μεταξά, “Περί της συναισθηματικής, γλωσσικής κ.λπ. καταστάσεως των Σλαυοφώνων Μακεδόνων”, με ημερ. 5.5.36, είναι περισσότερο αποκαλυπτική: “Η εσωτερική των ισχυρά συνοχή και προσήλωσις εις την Βουλγαρικήν ιδέαν (…), η αγνωμοσύνη και η αποστροφή των προς παν το Ελληνικόν, (…) η εμμονή των Σλαυοφώνων εις τας από 10ετίας καταργηθείσας παλαιάς σλαυϊκάς τοπωνυμίας (…) παρέχουσι εις τους επισκεπτομένους τα μέρη ταύτα εντυπώσεις κάθε άλλο παρά Ελληνικάς (…). Ελέχθη επανειλημμένως (…) ότι οι πρόσφυγες μετέβαλον τελείως την όψιν της Μακεδονίας. Τούτο δεν είνε αληθές, όσον αφορά τουλάχιστον τας περιφερείας Εδέσσης, Αλμωπίας, Γιαννιτσών, Γουμενίτσης, Φλωρίνης και Καστοριάς, διότι οι πρόσφυγες εγκατεστάθησαν συμπαγώς κυρίως εις τας πόλεις, ενώ οι ανά την ύπαιθρον διασπαρέντες είνε ασυγκρίτως ολιγώτεροι των Σλαυοφώνων (…)” (παρατίθεται στο Λιθοξόου 1993, σσ. 33-34). Με δεδομένο, λοιπόν, ότι ο σλαβομακεδονικός πληθυσμός δεν θα πρέπει να εντάσσεται στον πληθυσμό με ελληνική εθνική συνείδηση (και αν δεχθούμε ότι η αριθμητική έκταση του πληθυσμού αυτού ήταν 80 χιλιάδες άτομα), προκύπτει, σύμφωνα με τα επίσημα ελληνικά στοιχεία, η ακόλουθη πληθυσμιακή σύνθεση της Μακεδονίας το 1912-13: α) Τούρκοι, 475.000 (39,4% του πληθυσμού), β) 'Ελληνες, 433.000 (35,9 % του πληθυσμού της Μακεδονίας), γ) Βούλγαροι και Σλαβομακεδόνες l99.000 (16,5% του πληθυσμού), δ) Εβραίοι, 70.000 (5,8% του πληθυσμού). ε) Λοιποί (Σέρβοι, Κουτσόβλαχοι, Αλβανοί κλπ.) 18.000 (2,4% του συνολικού πληθυσμού της Μακεδονίας). Προκύπτει, λοιπόν, ότι οι προσαρτήσεις του 1912-13, όπως άλλωστε και οι προσαρτήσεις του 1920, είχαν λιγότερο τον χαρακτήρα μιας απελευθέρωσης “σκλαβωμένων ελληνικών εδαφών” και περισσότερο τον χαρακτήρα μιας ιμπεριαλιστικής εδαφικής επέκτασης σε βάρος της καταρρέουσας Οθωμανικής Αντοκρατορίας. Η ήττα της μικρασιατικής εκστρατείας έβαλε, βέβαια, τέρμα στην εκατοντάχρονη επεκτατική στρατηγική του ελληνικού κράτους. Η ενδοφυής στη συγκρότηση του εθνικού κράτους τάση ολοκληρωτισμού που εντοπίσαμε στην προηγούμενη ενότητα περιορίζεται πλέον εκ των πραγμάτων πρωτευόντως στην εσωτερική της ροπή: την εθνική “ομογενοποίηση” της επικράτειας. Το προς επιτέλεση “έργο” μοιάζει τιτάνιο, με βάση τα δεδομένα της πληθυσμιακής σύνθεσης των περιοχών που προσαρτήθηκαν. Η λύση, όμως, δίνεται καταρχήν και πάλι “αυτοφυώς”, από την ίδια τη δυναμική των συσχετισμών που διαμορφώνονταν από τις πολεμικές και εθνικές αντιπαραθέσεις: Η “κάθαρση” της “εθνικής” επικράτειας επιτυγχάνεται κατ’αρχάς με τις βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών, το διωγμό από την επικράτεια των “ξένων”, ιδίως όταν αυτοί ανήκουν στο έθνος του “εχθρού”. Πρόκειται για μια λύση “μοντέλο”, με την εφαρμογή της οποίας διαμορφώθηκαν τα σταθερά ευρωπαϊκά σύνορα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, το ελληνικό κράτος μπόρεσε για πρώτη φορά να επιβάλει μια ελληνική πληθυσμιακή πλειοψηφία στις ελληνικές “νέες χώρες”, δηλαδή στις περιοχές που προσαρτήθηκαν στο διάστημα 19l2-1920 από την Ελλάδα. Όλοι οι “αλλοδαποί” πληθυσμοί, πλην των Μωαμεθανών της Δ. Θράκης (και βεβαίως των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, 30.000 Μουσουλμάνων Αλβανών της Δυτ. Ηπείρου, αλλά και των Σλαβομακεδόνων - οι οποίοι όμως θεωρούνται πάντα από το ελληνικό κράτος ως 'Ελληνες) απομακρύνονται από την Ελλάδα. Από τα 1,3 εκατομμύρια 'Ελληνες πρόσφυγες που εισρέουν στη χώρα κατά την εποχή αυτή, 638 χιλιάδες εγκαθίστανται στη Μακεδονία και 108 χιλιάδες στη Θράκη. Το 1926 83,5% του πληθυσμού της Μακεδονίας είναι 'Ελληνες (χωρίς
11

να υπολογίζουμε, βέβαια, σ’ αυτούς τις τουλάχιστον 80 χιλιάδες Σλαβομακεδόνες). Στη Δυτ. Θράκη το ποσοστό των Ελλήνων φτάνει την ίδια χρονιά το 61%. Το 1939 η “εθνική ομοιογένεια” της Ελλάδας (ποσοστό “εθνικού” πληθυσμού στο σύνολο των πολιτών της χώρας) είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη (DTV Atlas 1986, σελ.162). Η νέα εθνική συνοχή που προέκυψε από τη Μικρασιατική Καταστροφή θα αποτελέσει τη βάση για το “νέο” εθνικισμό της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας. Την ιδεολογία του ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού, την “Μεγάλη Ιδέα”, θα εκτοπίσει τώρα η ιδεολογία της αιώνιας ελληνικότητας, της ελληνικής γης των τριών χιλιετηρίδων. (Βλ. και Ξιφαράς 1995, 1996). Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, η τάση ολοκληρωτισμού που απορρέει από τις σχέσεις εξουσίας, τις οποίες συμπυκνώνει το εθνικό κράτος, έχει πλέον στο στόχαστρό της τις μειονότητες που εναπέμειναν εντός της ελληνικής επικράτειας. Το γεγονός ότι με βάση την “εθνική” ιδεολογία, αλλά και αντλώντας επιχειρήματα από τις διεθνείς συνθήκες, το ελληνικό κράτος θεωρούσε τους Σλαβομακεδόνες Έλληνες, είχε ως αποτέλεσμα μια βίαιη κατασταλτική πολιτική που στερούσε από τους πληθυσμούς αυτούς στοιχειώδεις ελευθερίες και δικαιώματα. Εφόσον οι πληθυσμοί αυτοί δεν “επέλεξαν” το δρόμο της μετανάστευσης, όπως οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι, κ.ο.κ., θα έπρεπε να συμπεριφέρονται ως αυτό που “ήταν”: 'Ελληνες. Να μιλούν και να γράφουν μόνο ελληνικά (ακόμα και μέσα στην οικογένεια, ο χωροφύλακας φρόντιζε γι’ αυτό). Στο σλαβομακεδονικό πληθυσμό απαγορεύθηκε ακόμα και να διαβάζει βιβλία σε “ξένες γλώσσες”. ΄Οπως μας “καταγγέλλει” η έκθεση από το αρχείο Ι. Μεταξά, “Περί της συναισθηματικής, γλωσσικής κ.λπ. καταστάσεως των Σλαυοφώνων Μακεδόνων” (5.5.36), μεταξύ άλλων ατοπημάτων και ανομιών, οι Σλαβομακεδόνες μπορούν να κατηγορηθούν και για τα ακόλουθα: “Διενέργεια αλληλογραφίας Βουλγαριστί, η ανακάλυψις πρότινων ετών βιβλίων Βουλγαρικών, υπαρχόντων ίσως και σήμερον (!!!, Γ.Μ.), γνώσις της Βουλγαρικής αναγνώσεως και γραφής και υπό κατοίκων κάτω του 30ου έτους της ηλικίας” (παρατίθεται στο Λιθοξόου 1993, σελ. 33). Μια μεταγενέστερη έκθεση, με ημερομηνία 22.7.38, μας πληροφορεί ότι “ως πρώτον μέλημα των αντιπροσώπων της Εθνικής Κυβερνήσεως υπήρξεν η αυστηροτάτη απαγόρευσις της χρησιμοποιήσεως της Μακεδονικής (λέγε Βουλγαρικής) διαλέκτου εις τας οδούς, τα κέντρα, τας συναλλαγάς και εις πάσαν εν γένει συναφή περίπτωσιν (…) Δι’ ετέρου μέτρου υπεχρεώθησαν οι κάτοικοι να αναρτώσι, κατά τας επισήμους ημέρας και τας τοπικάς και εθνικάς εορτάς, την Ελληνικήν σημαίαν εις τα καταστήματα και τας οικίας των” (παρατίθεται στο Λιθοξόου 1993, σελ. 33). Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τα μέτρα του ελληνικού κράτους κατά των Σλαβομακεδόνων υπηκόων του ως προϊόν μιας παρωχημένης εποχής, ή, ακόμα περισσότερο, ως πράξεις μιας φασίζουσας δικτατορίας. Γιατί τότε πώς θα ερμηνεύαμε τη χρησιμοποίηση του επιχειρήματος ότι όλοι οι Μωαμεθανοί της Θράκης δεν είναι Τούρκοι, στο οποίο άλλωστε στηρίζεται και ο χαρακτηρισμός της μειονότητας της Θράκης ως μουσουλμανικής5, για να διωχθούν ποινικά όσοι Μωαμεθανοί της Θράκης δηλώνουν ότι οι ίδιοι είναι Τούρκοι; Και αυτό μάλιστα σε μια χώρα η οποία έχει υπογράψει σειρά διεθνών συμβάσεων, που αναγνωρίζουν στους πολίτες της το δικαίωμα να αποφασίζουν για την εθνική τους ταυτότητα (και να μην υφίστανται διακρίσεις γι’ αυτό το λόγο). Τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση πρόκειται για την εγγενή τάση ολοκληρωτισμού του σύγχρονου (καπιταλιστικού) εθνικού κράτους, που ανέχεται τον “πλουραλισμό” μόνο ως “πολιτισμικό” στοιχείο, όταν δηλαδή αποκλείει, δηλαδή, τον πολιτικό και κοινωνικό αυτοπροσδιορισμό των κοινωνικών ομάδων ή κατηγοριών που συναπαρτίζουν το λαό των υπηκόων του κράτους. Φυσικά, η τάση ολοκληρωτισμού, ως μηχανισμός συνοχής των σχέσεων εξουσίας, δεν έχει στο στόχαστρο μόνο, ούτε κατά κύριο
Την εποχή του ελληνο-βουλγαρικού ανταγωνισμού για τη Μακεδονία και τη Θράκη, η ελληνική προπαγάνδα υποστήριζε ότι οι Πομάκοι είναι Τούρκοι, ώστε να μη μπορούν να θεωρηθούν “Μωαμεθανοί Βούλγαροι”, όπως το ήθελε η βουλγαρική προπαγάνδα. “Οι Πομάκοι ανήκον εις Τουρκικήν φυλήν. Ήλθον εκ των πρώτων εξ Ικονίου προ της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Τηρούν ίδια έθιμα και έχουν αμυδράν ανάμνησιν της εις Ευρώπην μεταναστεύσεώς των” (Μαζαράκης-Αινιάν 1919, σελ. 25).
5

12

λόγο, τις εθνικές μειονότητες. Η πειθάρχηση των κυριαρχούμενων και εκμεταλλευόμενων τάξεων παραμένει πάντα ο κύριος στόχος της, που, ως πολιτικό μοντέλο, τείνει με τη διαρκή αναφορά στο ενιαίο “εθνικό συμφέρον” να ισοπεδώσει τη “διαφορετικότητα”: την εθνική ή ταξική αμφισβήτηση ενός κοινωνικού σχηματισμού και, σε μεγάλο βαθμό, περνά από την ομογενοποιητική-συσσωματική λειτουργία της εθνικής συγκρότησης (βλ. και Δημούλης? γιαννούλη 1995, σσ. 122-129, 140-143, 160-165). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (Κατάταξη με βάση το ελληνικό αλφάβητο) Ανωνύμου του Έλληνος, “Ελληνική Νομαρχία”, Κάλβος, Αθήνα 1977 Αρς, Λ. Γκριγκόρι: “Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του ΙΗ΄ και στις αρχές του ΙΘ΄ αιώνα”, Gutenberg, Aθήνα 1994. Bακαλόπουλος, Ε. Απόστολος: “Η πορεία του γένους”, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1966. Βερέμης Θάνος: “Ελληνοτουρκικές σχέσεις”, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1986 Δασκαλάκης, Απ. Β.: “Τα εθνεγερτικά τραγούδια του Ρήγα Βελεστινλή”, εκδ. Βαγιονάκη, Αθήναι 1977 Δημαράς Θ. Ιωάννης: “Κ. Δ. Ρακτιβάν, Υπουργού επί της Δικαιοσύνης, Έγγραφα και Σημειώσεις εκ της πρώτης Ελληνικής Διοικήσεως της Μακεδονίας (1912-13)”, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1951. Δήμος Ιωαννιτών (επιμ): “Ήπειρος. Κοινωνία-Οικονομία, 15ος-20ος αι. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας, 4-6.9.85”, Γιάννινα 1987. Δημούλης, Δ. Και Γιαννούλη, Χρ.: “Έθνη - Τάξεις - Πολιτική. Η διαλεκτική του πολέμου”, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1995 Κοντονή Άννα, “Η πραγμάτευση των αρχών του Διαφωτισμού στο έργο "Ελληνική Νομαρχία", Ανωνύμου του Έλληνος”, Θέσεις, τ. 55, 1996 Λαμπρυνίδης Γ. Μιχαήλ “Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον”, Αθήνα 1907, επανέκδοση Βιβλιοπωλείο Δ. Ν. Καραβία 1987 Λιθοξόου, Δημήτρης: “Mειονοτικά ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα”, εκδ. Λεβιάθαν, Αθήνα 1991 Λιθοξόου Δημήτρης: “Η μητρική γλώσσα των κατοίκων της Μακεδονίας πριν και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών”, Θέσεις, τ. 38, 1992 Λιθοξόου Δημήτρης: “Η πολιτική του εξελληνισμού της μακεδονικής μειονότητας στο Μεσοπόλεμο”, Ο Πολίτης, τ. 124, 1993 Μαργαρίτης Γιώργος (επιμ.): “Μικρό αφιέρωμα στα Σλαβομακεδονικά”, Ο Πολίτης, τ. 121, 1993 Μαζαράκης-Αινιάν, Κ. Ι. “Η λύσις του Βαλκανικού ζητήματος”, Πατριωτική Ένωσις, εν Αθήναις 1919 Mηλιός Γιάννης: “Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη”, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1988. Μηλιός Γιάννης: “Μια παρατήρηση για την εγγενή "τάση ολοκληρωτισμού" του (κάθε) έθνους”, Θέσεις, τ. 42, 1993 Berard Victor: “Τουρκία και Ελληνισμός. Οδοιπορικό στη Μακεδονία”, εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1987 DTV Atlas zur Weltgeschichte, 2 τόμοι, Μόναχο 1986 Ξιφαράς, Δημήτρης: “Η "Ακατάλυτη συνέχεια του ελληνισμού": Ορισμένες επίκαιρες σκέψεις για την ελληνική ιστορία”, Θέσεις τ. 42, & 43, 1993. Ξιφαράς Δημήτρης: “Η ελληνική εθνικιστική ιδεολογία στο Μεσοπόλεμο: Όψεις διαμόρφωσης της εθνικής θεωρίας”, μέρος Α΄, Θέσεις τ. 53, 1995 Ξιφαράς Δημήτρης: “Η ελληνική εθνικιστική ιδεολογία στο Μεσοπόλεμο: Όψεις διαμόρφωσης της εθνικής θεωρίας”, μέρος Β΄, Θέσεις τ. 54, 1996 Πάλλης Α. Α.: “Προσφυγικόν ζήτημα”, σε Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Ι΄ (Ελλάς), εκδ. Πυρσός, σσ. 405-410, Αθήνα 1934 Παπαδάκης Β.Π.: “Διεθνής θέσις της Ελλάδος”, σε Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Ι΄
13

(Ελλάς), εκδ. Πυρσός, σσ. 601-623, Αθήνα 1934 Πασχίδης, Θ.: “Οι Αλβανοί και το μέλλον αυτών εν τω Ελληνισμώ, μετά παραρτήματος περί των Ελληνο-Βλάχων και Βουλγάρων”, Αθήνα 1879 επανέκδοση Βιβλιοπωλείο Δ. Ν. Καραβία, Αθήνα 1981. Πουλαντζάς Νίκος: “Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός”, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1982 Rubin Isaac, I.: “Ιστορία οικονομικών θεωριών”, Κριτική, Αθήνα 1994 Σβορώνος Ν.Ι.: “Πληθυσμός και κάτοικοι”, σε Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Ι΄ (Ελλάς), εκδ. Πυρσός, σσ. 223-236, Αθήνα 1934 Σβώλος Ι. Αλέξανδρος: “Για τη Μακεδονία και τη Θράκη”, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1945 Σταυρόπουλος Θεόδωρος: “Ιστορική ανάλυση του αγροτικού ζητήματος στην Ελλάδα”, 2 τόμοι, εκδ. Λιβάνη - Νέα Σύνορα, Αθήνα 1979 Σταυρόπουλος Θεόδωρος: “Η άμεση Δημοκρατία στο πολίτευμα και την πολιτική του Ρήγα Φεραίου”, Θέσεις, τ. 42, 1993 Τσιτσελίκης Κωνσταντίνος: “Το διεθνές και ευρωπαϊκό καθεστώς προστασίας των γλωσσικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων και η ελληνική έννομη τάξη”, εκδ. Α. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 1996 Τυροβούζης Χρήστος: “Για την ιστορική διάσταση του Μακεδονικού”, Θέσεις τ. 27, 1989 Υψηλάντης Αλεξανδρος “Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος”, Θέσεις τ. 42, 1993 Hobsbawm J. Eric: “Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848”, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992.

14

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...