The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20110803194159/http://www.scribd.com:80/doc/50130084/28/%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%94%CE%91%CE%A3%E2%84%A6%CE%A3%CE%97-%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%99%E2%84%A6%CE%9D-%CE%9A%CE%91%CE%99-%CE%99%CE%94%CE%99%E2%84%A6%CE%A4%CE%99%CE%9A%E2%84%A6%CE%9D-%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%E2%84%A6%CE%9D-%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%91%CE%A3%CE%95%E2%84%A6%CE%9D

26. ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ

«…Στις διατάξεις των άρθρων 53, 55, 188 παρ. 1, 191, 195 παρ. 1 και 2, 197 παρ. 1
και 199 παρ. 1 και 2 του ν.δ 86/1969 «περί δασικού κώδικος», όπως αυτές ίσχυαν
πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 79 παρ. 1 ν. 998/1977 ορίζονται τα εξής:
«Αναγκαστική απαλλοτρίωσις ιδιωτικών εκτάσεων επιτρέπεται και διά σκοπούς
αναδασώσεως κατά τα εν τω τρίτω βιβλίω (δηλαδή κατά τα άρθρα 188-205) του
παρόντος οριζόμενα (άρθρ. 53). Επί των κατά τον παρόντα κώδικα αναγκαστικών
απαλλοτριώσεων εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αι εκάστοτε ισχύουσαι σχετικαί
διατάξεις (άρθρο 55). ‘Ως αναδασωτέα ή δασωτέα εδάφη, δημόσια ή μη, δύνανται να
κηρυχθούν υπό τους κάτωθι όρους, εκτάσεις των οποίων έχει αραιωθή ή
καταστραφή η δασική βλάστησις και των οποίων επιβάλλεται η αναδάσωσις ή
δάσωσις (άρθρο 188 παρ. 1). Τα εδάφη περί των οποίων προβλέπουν τα ανωτέρω
άρθρα … κηρύσσονται ως δασωτέα ή αναδασωτέα δια πράξεως του Νομάρχου
δημοσιευομένης εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εκδιδομένης μετά πρότασιν
της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας ή φιλοδασικής ενώσεως και γνωμοδότησιν της
οικείας φιλοδασικής επιτροπής, αν υφίστανται τοιαύται (άρθρο 191). Ο ιδιοκτήτης των
κηρυχθεισών ως αναδασωτέων εκτάσεων προσκαλείται υπό της δασικής υπηρεσίας
να δηλώση εντός τασσομένης προθεσμίας, ουχί μικροτέρας του τριμήνου, αν δέχεται
να αναλάβει αυτός την εκτέλεσιν της αναδασώσεως ή εν αρνήσει του να πωλήση
εκουσίως το ακίνητο εις το Δημόσιο, ότε και προσκαλείται να προσαγάγη τους τίτλους
του, αν δε αρνηθή την πώλησιν ή παρέλθη άπρακτος η προς δήλωσιν προθεσμία ή
αποδεχθείς δεν κάμη την έναρξιν των εργασιών εντός της τασσομένης προθεσμίας,
ουχί μακροτέρας της διετίας ή δεν συμπληρώση εντελώς την αναδάσωσιν εντός
τασσομένης προθεσμίας, ουχί μακροτέρας της πενταετίας από της κηρύξεως της
εκτάσεώς του ως αναδασωτέας, η αναδασωτέα έκτασις απαλλοτριούται
αναγκαστικώς υπό του δημοσίου προς τον σκοπόν της αναδασώσεως (άρθρο 195
παρ. 1-2). Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις αναδασωτέων εκτάσεων ενεργείται κατά τα
εν άρθρω 55 οριζόμενα (άρθρο 197 παρ. 1). Επί εκτάσεων κηρυχθεισών κατά τα
ανωτέρω αναδασωτέων δύναται να αρθή η αναδάσωσις διά διατάγματος
εκδιδομένου μετά γνώμην των οικείων τοπικών δασικών υπηρεσιών (άρθρο 199
παρ. 1). Η κατά τας διατάξεις του άρθρου 197 απόφασις περί αναδασώσεως και η
εντεύθεν απαλλοτρίωσις ως και πάσα περί απαλλοτριώσεως απόφασις ανακαλείται,
εφόσον δεν καθορισθή η πληρωτέα αποζημίωσις δι’ οριστικής και τελεσίδικης
αποφάσεως (άρθρο 199 παρ. 2)». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων
συνάγεται ότι η εκδιδόμενη, με βάση το ως άνω άρθρο 191, απόφαση του Νομάρχη,
με την οποία κηρύσσεται έκταση δασωτέα ή αναδασωτέα, η οποία δεν μπορεί να
διατεθεί για άλλο προορισμό, δεν συνιστά καθεαυτή πράξη κηρύξεως αναγκαστικής
απαλλοτριώσεως, αλλά αποτελεί μόνο αυτοτελή λόγο κηρύξεως απαλλοτριώσεως
της εκτάσεως αυτής. Και τούτο διότι ο ιδιοκτήτης της αναδασωτέας εκτάσεως
εξακολουθεί να παραμένει κύριος και μετά την κήρυξή της ως αναδασωτέας, ως
δυνάμενος να αναλάβει ο ίδιος την εκτέλεση της αναδασωτέας ή να πουλήσει την
έκταση αυτή στο Δημόσιο και μόνο αν αρνηθεί την πώληση ή δεν αναδεχθεί ή αν
αναδεχθεί και δεν κάνει την έναρξη των εργασιών αναδασώσεως μέσα στις
τασσόμενες από το άρθρο 195 προθεσμίας από της κηρύξεως της αναδασώσεως,
απαλλοτριώνεται αναγκαστικώς η εν λόγω έκταση από το Δημόσιο προς το σκοπό
αναδασώσεως, πράγμα που δεν θα οριζόταν αν η περί αναδασώσεως πράξη του
Νομάρχη αποτελούσε και πράξη απαλλοτριώσεως. Ούτε μπορεί να συναχθεί το
αντίθετο από τη διάταξη του άρθρου 197 παρ. 2 του ιδίου πιο πάνω δασικού
Κώδικα, κατά την οποία «η κήρυξις εκτάσεων ως αναδασωτέων συνιστά αναγκαστική
απαλλοτρίωσιν είτε εκλήθη ο ιδιοκτήτης της να προβεί εις την αναδάσωσιν είτε μη,
χωρίς εντεύθεν να αποκλείεται εις τον ιδιοκτήτην να προσφερθεί είτε εις την ενέργεια
αναδασώσεως είτε προς πώλησιν εφόσον δεν καθορισθή τιμή μονάδος
αποζημιώσεως προ της ενεργείας της αναδασώσεως παρά του Δημοσίου ή προ του
πέρατος της περί καθορισμού ταύτης διαδικασίας», διότι η διάταξη αυτή έχει

362

προδήλως την έννοια ότι η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας συνιστά λόγο
απαλλοτριώσεως αυτής για την πραγματοποίηση της αναδασώσεως (Ολ.ΑΠ
707/1982)….» (ΑΠ (Ολ) 21/2005, ΕλλΔνη 2005, τ. 46, σελ. 713, ΧρΙΔ 2006/ΣΤ, σελ.
58 επ.) (ΣτΕ 3111/2008, ΝΟΜΟΣ) «…Το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει
ότι «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή
καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή
αποψιλώνονται, δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν
καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να
διατεθούν για άλλο προορισμό». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του Ν.
998/1989 (Α' 289) «κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και αι
δασικαί εκτάσεις, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις
ήν ευρίσκονται, εφ' όσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή
παρανόμου υλοτομίας αυτών...», ενώ, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ίδιου νόμου, «η
κήρυξις εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως του οικείου νομάρχου
[και, ήδη, του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, Ν. 2503/1997 - Α 107],
καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και
συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν
φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Τέλος,
σύμφωνα με το ίδιο άρθρο 41 παρ. 3 του Ν. 998/ 1979, «ειδικώς προκειμένου περί
κηρύξεως εκτάσεων ως αναδασωτέων ένεκα μερικής ή ολικής καταστροφής δάσους
ή δασικής εκτάσεως εκ πυρκαϊάς ή άλλης αιτίας εκ των εν άρθρω 38 παρ. 1
αναφερομένων, η κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου απόφασις ... εκδίδεται μετά
εισήγησιν της αρμοδίας δασικής υπηρεσίας, υποχρεωτικώς εντός δύο μηνών (βλ.
άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2040/1992 - Α' 70) από της καταστολής της πυρκαϊάς ή της
διαπιστώσεως της εξ άλλης αιτίας καταστροφής ...». Κατά την έννοια των διατάξεων
αυτών, κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται
υποχρεωτικώς αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής
των προϋποθέσεων που προβλέπει η ως άνω συνταγματική διάταξη, η δε απόφαση
περί αναδασώσεως πρέπει να αιτιολογείται πλήρως ως προς το χαρακτηρισμό της
εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως, η αιτιολογία, όμως, αυτή μπορεί να
συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (πρβλ. ΣτΕ 4323/2005,
3889/2004, 1053/2000 κ.ά.)…» (ΣτΕ 1077/2008, ΝΟΜΟΣ) (ΑΠ (ολ) 21/2005 ΧρΙΔ
2006/ΣΤ, σελ. 58). ΑΡΣΗ ΑΝΑΔΑΣΩΣΗΣ «…στο άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 998/1979 (Α'
289) ορίζεται ότι: «Ως αναδάσωσις νοείται η αναδημιουργία της καθ' οιονδήποτε
τρόπον καταστραφείσης ή σημαντικώς αραιωθείσης ή άλλως πως υποβαθμισθείσης
δασικής βλαστήσεως, είτε διά της φυτεύσεως ή σποράς, είτε διά της διευκολύνσεως
της φυσικής αναγεννήσεως, προς δημιουργίαν δάσους ή δασικής εκτάσεως». Το
άρθρο 38 του ίδιου νόμου προβλέπει τα εξής: «1. Κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως
αναδασωτέα τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας
κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις ην ευρίσκονται, εφ' όσον ταύτα καταστρέφονται ή
αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών ... 2. Ωσαύτως
κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα εδάφη στερούμενα δασικής
βλαστήσεως, ή των οποίων η δασική βλάστησις έχει καταστροφή ή σημαντικώς
αραιωθή ή άλλως πως υποβαθμισθή, εφ' όσον: α) Ευρίσκονται εντός λεκανών
απορροής χειμάρρων, η δε ύπαρξις της δασικής βλαστήσεως επιβάλλεται διά
προστατευτικούς ή υδρονομικούς σκοπούς, β) Υπέρκεινται πόλεων, χωρίων,
οικισμών, αρχαιολογικών χώρων, φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών
τεχνικών έργων και έχουν προστατευτικόν δι' αυτά χαρακτήρα, γ) Η κλίσις των προς
τον ορίζοντα υπερβαίνει τα 30% απειλείται δε η υπό των υδάτων απόπλυσίς των δ)
Η έλλειψις ή η μείωσις της δασικής βλαστήσεως επί αυτών δημιουργεί κίνδυνον
διαβρώσεως του εδάφους ή της ισορροπίας του φυσικού περιβάλλοντος. 3. ...». Κατά
τα οριζόμενα δε στο άρθρο 44 του νόμου αυτού, «1. Η μη κατά νόμον έγκαιρος
συντέλεσις αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αφορώσης εις ιδιωτικήν έκτασιν,
κηρυχθείσαν αναδασωτέαν και η οποία προ της σχετικής αποφάσεως δεν απετέλει
δάσος ή δασικήν έκτασιν, συνεπάγεται την υποχρέωσιν της Διοικήσεως προς άρσιν

363

της αναδασώσεως ... 2. Επιτρέπεται δι' ομοίας ως άνω αποφάσεως η άρσις της
αναδασώσεως δημοσίας εκτάσεως, η οποία δεν απετέλει δάσος ή δασικήν έκτασιν,
εφ' όσον μετά την πάροδον πενταετίας από της κηρύξεως αυτής αποδεικνύεται το
ανέφικτον της πραγματοποιήσεως της αναδασώσεως. 3. Εις πάσας τας λοιπάς
περιπτώσεις η αναδάσωσις δύναται να αρθή μόνον κατά την διαδικασίαν και υπό τας
προϋποθέσεις υφ' ας επιτρέπεται η μεταβολή του προορισμού δάσους...» (ΑΠ
286/2005 ΕΕΝ 2008, τ. 75, σελ 854).

47433319-Υποθηκοφυλακεία-Ακίνητα-Νομολογιακές-Συνθέσεις

Sections

show all« prev | next »

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...