Print this document
High Quality
Open the downloaded document, and select print from the file menu (PDF reader required).
«…Κατά το άρθρο 422 παρ. 2 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσία
(Κ.Β.Π.Ν., π.δ. της 14/27.7.1999, Δ' 580), που αποδίδει το περιεχόμενο του άρθρου
1 παρ. 2 του από 13/22.4.1929 π.δ/τος «περί επικινδύνων οικοδομών» (Α' 153),
οικοδομή και εν γένει κατασκευή θεωρείται επικίνδυνη από άποψη στατική και δομική
(κοινώς ετοιμόρροπη) όταν λόγω ανεπαρκούς ή κακής θεμελιώσεως, υποσκαφής,
διαβρώσεως ή για άλλους λόγους δεν παρουσιάζει εν όλω ή εν μέρει την
απαιτούμενη για τα φορτία που θα βαστάζει και γενικά για τον προορισμό της
ασφάλεια. Όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις του κινδύνου, που εκδηλώνονται με
σημαντικές καθιζήσεις, παρεκκλίσεις, αποσύνθεση μαζών τοιχοποιίας, ρωγμές
δηλωτικές στατικής ανεπάρκειας σε σημείο επικίνδυνο, ο κίνδυνος θεωρείται ως
άμεσος και η κατασκευή χαρακτηρίζεται κοινώς ως επικινδύνως ετοιμόρροπη.
Ακολούθως, στο άρθρο 425 του Κ.Β.Π.Ν. (άρθρο 4 του δ/τος της 13.4.1929),
προβλέπεται ότι διενεργείται αυτοψία για την εξακρίβωση του κινδύνου και
συντάσσεται σχετική έκθεση (παρ. 1), ότι στην έκθεση αυτή πρέπει να
μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, το είδος και η έκταση του κινδύνου καθώς και τα
εφαρμοστέα για την άρση του μέτρα και να ορίζεται αν επιβάλλεται η κατεδάφιση
λόγω αποκλεισμού των επισκευών (παρ. 2) και ότι για την αποτροπή του κινδύνου
πρέπει να υποδεικνύονται κατά προτίμηση τα ηπιώτερα μέτρα, όπως επισκευές,
ενισχύσεις κ.λπ. και σε έσχατη περίπτωση οριστικές κατεδαφίσεις (παρ. 3).
Περαιτέρω, στο άρθρο 428 παρ. 1 Κ.Β.Π.Ν. (άρθρο 7 παρ. 1 του δ/τος της
13.4.1929) ορίζεται ότι σε περίπτωση επικινδύνως ετοιμόρροπων κατασκευών την
προς τούτο έκθεση συντάσσει ειδική τριμελής επιτροπή, τρεις δε ημέρες μετά την
κοινοποίηση αντιγράφου της εκθέσεως αυτής στον ιδιοκτήτη και τους ενοίκους, η
πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει ευθύς αμέσως στην κατεδάφιση της επικίνδυνης
κατασκευής, αποκλειόμενης οποιασδήποτε ενστάσεως. Αν η επιτροπή διαπιστώσει
σοβαρό και άμεσο κίνδυνο, ύστερα από σχετική μνεία στην έκθεσή της για την
αμεσότητα του κινδύνου, είναι δυνατόν η εκκένωση και η κατεδάφιση να συντελεσθή
αμέσως. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Β.Π.Ν. (άρθρο 4 παρ. 2 Γ.Ο.Κ.,
ν. 1577/ 1985, Α' 210), με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που εκδίδεται
ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου, μπορεί
να χαρακτηρίζονται κτίρια ως διατηρητέα, για τους λόγους που αναφέρονται στην
384
προηγούμενη παράγραφο 1, δηλαδή για την διατήρηση και ανάδειξη του ιδιαίτερου
πολεοδομικού, αισθητικού, ιστορικού, λαογραφικού και αρχιτεκτονικού χαρακτήρα
τους, και να καθορίζονται ειδικοί όροι προστασίας τους. Κατά την έννοια των ως άνω
διατάξεων των άρθρων 422, 425 και 428 του Κ.Β.Π.Ν., η πράξη χαρακτηρισμού
οικοδομής ως επικινδύνως ετοιμόρροπης, που εκδίδεται κατά διαφορετική διαδικασία
και έχει διαφορετικές έννομες συνέπειες από την πράξη χαρακτηρισμού οικοδομής
ως απλώς ετοιμόρροπης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, αφ' ενός ως προς την
φύση και το μέγεθος των ελλείψεων ή ζημιών της οικοδομής, με την περιγραφή των
σχετικών διαπιστώσεων του αρμοδίου τεχνικού οργάνου, και, αφ' ετέρου, ως προς
την αξιολόγηση των διαπιστώσεων αυτών σε σχέση με την ασφάλεια της οικοδομής
από στατικής και δομικής απόψεως, με την παράθεση των συγκεκριμένων λόγων
στους οποίους στηρίζεται η κρίση για την ύπαρξη σαφών ενδείξεων κινδύνου που
δικαιολογούν, κατά νόμο, τον χαρακτηρισμό της οικοδομής ως επικινδύνως
ετοιμόρροπης. Μη νομίμως δε, πάντως, χαρακτηρίζεται οικοδομή ως
επικινδύνως ετοιμόρροπη, όταν προηγουμένως η αρμόδια αρχή την έχει
κρίνει ως επισκευάσιμη, με την έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας, η δε
οικεία επιτροπή προβαίνει στον χαρακτηρισμό της οικοδομής ως επικινδύνως
ετοιμόρροπης χωρίς να συνεκτιμήσει ειδικώς το στοιχείο αυτό. Σε περίπτωση
δε που η οικοδομή έχει προηγουμένως χαρακτηρισθή ως διατηρητέα, η σημασία της
πράξεως χαρακτηρισμού αυτής επιβάλλει στην εν λόγω επιτροπή την ειδική εξέταση
του ζητήματος της αντιμετωπίσεως του προβλήματος της στατικής επάρκειας της
οικοδομής με ηπιώτερα μέσα, προς διάσωση του διατηρητέου κτιρίου. Τότε δε
μόνον επιτρέπεται ο χαρακτηρισμός διατηρητέας οικοδομής ως επικινδύνως
ετοιμόρροπης, όταν με όλως ειδική αιτιολογία η επιτροπή αποκλείει την
δυνατότητα διασώσεως του κτιρίου με ηπιώτερα μέσα (πρβλ. ΣτΕ 774/2003,
3581/1997, 2827/1993)…» (ΣτΕ 60/2006, ΝΟΜΟΣ). «…Στο Κεφάλαιο Γ του
κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του π.δ. της 14/27.7.1999 (Δ' 580) «Κώδικα Βασικής
Πολεοδομικής Νομοθεσίας» [ΚΒΠΝ], ορίζονται τα εξής: Άρθρο 421: «1. Εάν σε
οποιαδήποτε οικοδομή και γενικά οποιαδήποτε εργασία δόμησης, κατασκευή και
εγκατάσταση παρουσιαστεί, μετά την εκτέλεσή τους για λόγους παλαιότητας ή από
οποιαδήποτε άλλη αιτία, κίνδυνος ως προς τη στερεότητα ή την υγιεινή, ο ιδιοκτήτης
του έργου υποχρεούται στην άμεση άρση του κινδύνου αυτού. 2. Ο ιδιοκτήτης του
έργου που έχει χαρακτηριστεί επικίνδυνο ευθύνεται για την πληρωμή των δαπανών
και ζημιών που απαιτούνται για την άρση του κινδύνου...». Άρθρο 422: «1.
Διακρίνονται τέσσερις περιπτώσεις επικίνδυνων οικοδομών: Επικίνδυνες από άποψη
στατικής και δομικής, από άποψη υγιεινής, από άποψη ασφάλειας κατά του πυρός
και από άποψη κυκλοφορίας του κοινού στο εσωτερικό χώρων συνάθροισης. 2.
Οικοδομή και εν γένει κατασκευή θεωρείται επικίνδυνη από άποψη στατική και
δομική [κοινώς ετοιμόρροπη] όταν ... δεν παρουσιάζει εν όλω ή εν μέρει την
απαιτούμενη για τα φορτία που θα βαστάζει και γενικά για τον προορισμό της
ασφάλειας. Για όποιες περιπτώσεις δεν έχει εκδοθεί ειδικός κανονισμός ασφάλειας
[...] λαμβάνονται υπόψη τα γενικώς στην επιστήμη ισχύοντα σε σχέση προς την
ειδική φύση και επεξεργασία των υλικών και τον τρόπο δόμησης της υπό έλεγχο
κατασκευής. Όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις του κινδύνου που εκδηλώνονται με
σημαντικές καθιζήσεις, παρεκκλίσεις, αποσύνθεση μαζών, τοιχοποιίας, ρωγμές
δηλωτικές στατικής ανεπάρκειας σε σημείο επικίνδυνο, ο κίνδυνος θεωρείται ως
άμεσος και η κατασκευή χαρακτηρίζεται κοινώς ως επικινδύνως ετοιμόρροπη. Το ίδιο
ισχύει και όταν δεν υπάρχουν οι παραπάνω εξωτερικές ενδείξεις, αλλά από τον
υπολογισμό ή τον τρόπο δόμησης [για τα υπό εκτέλεση έργα] ή την επενέργεια
ορισμένων γνωστών αιτίων προκύπτει αναμφισβήτητα η ύπαρξη του κινδύνου. Στην
περίπτωση του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα ζητήματα ασφάλειας του κοινού
που κυκλοφορεί στους κοινόχρηστους χώρους σε ό,τι αφορά βαθμίδες εισόδων,
εξώστες και εν γένει επικίνδυνες αρχιτεκτονικές προεξοχές...». Άρθρο 423: «1. Κάθε
πολίτης δικαιούται να καταγγέλλει την πιθανολογούμενη ύπαρξη κινδύνου στις
οικοδομές, η δε αστυνομική αρχή και η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία δικαιούνται
385
να θέσουν υπό έλεγχο για εξακρίβωση υπάρχοντος τυχόν κινδύνου κάθε
κατασκεύασμα ... 2. Σε κάθε περίπτωση αρμόδια για την άσκηση του ελέγχου ως
προς τον υφιστάμενο κίνδυνο κατασκευών είναι η πολεοδομική υπηρεσία...». Άρθρο
425: «1. Η αρμόδια για τον έλεγχο του κινδύνου πολεοδομική υπηρεσία, ύστερα από
καταγγελία ή αίτηση ή ειδοποίηση της αστυνομίας ή και αυτεπάγγελτα, προβαίνει σε
αυτοψία για την εξακρίβωση του κινδύνου και συντάσσει σχετική έκθεση
[πρωτόκολλο] ... 2. Η παραπάνω έκθεση πρέπει να περιγράφει σαφώς το ακίνητο
που εξετάστηκε και να καθορίζει το είδος και την έκταση του κινδύνου, καθώς επίσης
και λεπτομερώς τα εφαρμοστέα για την άρση του μέτρα ... Η έκθεση, εκτός των
άλλων, πρέπει να μνημονεύει αν η κατεδάφιση επιβάλλεται επειδή αποκλείονται οι
επισκευές [βλέπε επόμενη παράγραφο 3], καθώς επίσης να ορίζει σαφώς και
λεπτομερώς τις συνέπειες των υποδεικνυομένων από αυτή μέτρων [παράγραφος 4
του παρόντος άρθρου], 3. Για την αποτροπή του κινδύνου πρέπει να υποδεικνύονται
κατά προτίμηση τα ηπιότερα μέτρα, όπως επισκευές, ενισχύσεις, μεταρρυθμίσεις,
προσθήκες κ.λπ. και σε έσχατη περίπτωση οριστικές κατεδαφίσεις. Πάντως οι
υποδεικνυόμενες εργασίες πρέπει να επιτρέπονται από τις κείμενες διατάξεις
[π.χ. περίπτωση μη επισκευής αλλά κατεδάφισης επισκευάσιμου μεν αλλά
ρυμοτομούμενου επικίνδυνου τμήματος κτηρίου] ... Ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να
εφαρμόζει ταχέως και εμπροθέσμως τα υποδεικνυόμενα στην έκθεση αυτοψίας
μέτρα, δικαιούμενος να πραγματοποιεί και ριζικότερα ... 4. Αν δεν πραγματοποιήσει ο
ιδιοκτήτης εμπρόθεσμα την εφαρμογή των υποδεικνυόμενων από την έκθεση
μέτρων, τότε η πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει στην άρση του κινδύνου...». Άρθρο
426: «1. Αντίγραφο της έκθεσης του προηγούμενου άρθρου κοινοποιείται από την
πολεοδομική υπηρεσία στον ιδιοκτήτη και τους τυχόν ένοικους ... Οι ενδιαφερόμενοι
δικαιούνται να υποβάλουν ενστάσεις κατά της έκθεσης της πολεοδομικής υπηρεσίας,
εντός ορισμένης ανατρεπτικής προθεσμίας που ορίζεται στην ίδια έκθεση ... 2. Όταν
υποβληθούν ενστάσεις ... στην πολεοδομική υπηρεσία που έχει συντάξει την έκθεση,
αυτή επιμελείται για την αναθεώρησή της. Η αναθεώρηση της αρχικής έκθεσης
πρέπει να ενεργείται πάντα από ανώτερο τεχνικό υπάλληλο της πολεοδομικής
υπηρεσίας, διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό ... 3. Η αναθεωρητική έκθεση
συντάσσεται και κοινοποιείται με τον ίδιο τρόπο όπως και η αρχική ...». Άρθρο 428:
«1. Σε περίπτωση επικινδύνως ετοιμόρροπων κατασκευών [...] την έκθεση συντάσσει
επιτροπή ... Τρεις ημέρες μετά την κοινοποίηση αντίγραφου της έκθεσης αυτής στον
ιδιοκτήτη και τους ενοίκους, η πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει ευθύς αμέσως στην
κατεδάφιση της επικίνδυνης κατασκευής, αποκλειόμενης οποιασδήποτε ένστασης ή
παρέμβασης. Αν η επιτροπή διαπιστώσει σοβαρό και άμεσο κίνδυνο, ύστερα από
σχετική μνεία στην έκθεσή της για την αμεσότητα του κινδύνου είναι δυνατό η
εκκένωση και κατεδάφιση να συντελεστεί αμέσως. 2. Η επιτροπή είναι τριμελής ... 3.
... 4. ... 5. Για να είναι εκτελεστές οι αποφάσεις των επιτροπών πρέπει να είναι
ομόφωνες ...» [βλ. και τις διατάξεις του άρθρου 62 §§ 1 και 3 του ν.δ. της
17.7/16.8.1923 (Α' 228) και του π.δ. της 13/22.4. 1929 (Α' 153) οι οποίες
κωδικοποιήθηκαν με τις παρατεθείσες ανωτέρω διατάξεις του ΚΒΠΝ]. 6. Όπως
συνάγεται από τις παρατεθείσες ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 422 επ. του ΚΒΠΝ,
η αρμόδια για τη διενέργεια του σχετικού ελέγχου πολεοδομική υπηρεσία, όταν
διαπιστώσει ότι ορισμένη οικοδομή είναι, εν όλω ή εν μέρει, απλώς ετοιμόρροπη,
καθορίζει τα προς αποτροπή του κινδύνου, που εμφανίζει η οικοδομή αυτή από
στατική και δομική άποψη, αναγκαία και πρόσφορα μέτρα, ενόψει του είδους και της
εκτάσεως του διαγνωσθέντος κινδύνου. Ρητώς δε ορίζεται στις διατάξεις αυτές ότι
«υποδεικνύονται κατά προτίμηση τα ηπιότερα μέτρα, όπως επισκευές, ενισχύσεις,
μεταρρυθμίσεις, προσθήκες κλπ.» και σε έσχατη μόνο περίπτωση, όταν
«αποκλείονται οι επισκευές», διατάσσονται οριστικές κατεδαφίσεις (βλ. άρθρο 425
§§2 και 3 του Κ.ΒΠΝ). Αντιθέτως, στις περιπτώσεις χαρακτηρισμού οικοδομής ως
«επικινδύνως» ετοιμόρροπης, δεν εξετάζεται από το αρμόδιο όργανο εάν υπάρχει
δυνατότητα επισκευών, αλλά η κατασκευή κατεδαφίζεται τρεις μέρες μετά την
κοινοποίηση της σχετικής εκθέσεως στους ενδιαφερόμενους ή παραχρήμα,
386
αποκλειόμενης, μάλιστα, της υποβολής ενστάσεων (βλ. άρθρο 428 του ΚΒΠΝ) (βλ.
ΣΕ 3145/2006 κ.ά.). Εξ άλλου, η έκθεση χαρακτηρισμού οικοδομής ως απλώς ή
«επικινδύνως» ετοιμόρροπης, καθώς και η εκδιδόμενη κατόπιν ενστάσεως
αναθεωρητική έκθεση πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς, αφενός, ως προς το είδος
και την έκταση των διαπιστουμένων ανεπαρκειών, ζημιών κ.λπ. της οικοδομής και
του εξ αυτών κινδύνου και, αφετέρου, ως προς τα διατασσόμενα για την άρση της
επικινδυνότητας μέτρα, η αιτιολογία δε αυτή δύναται να συμπληρώνεται και από τα
λοιπά στοιχεία του φακέλου (βλ. ΣΕ 965/2006 κ.ά.)…» (ΣτΕ 1293/2008 Ε’ Τμ.
ΕλλΔνη 2008, τ. 49, σελ. 1245) (ΣτΕ 3870/2008 ΕλλΔνη 2009, τ. 50, σελ. 1255).
Add a Comment