High Quality
Open the downloaded document, and select print from the file menu (PDF reader required).
ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΟΤΙΒΑ ΠΟΝΤΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ: ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ν. ΑΚΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στην ανακοίνωσή μου παρουσιάζω, από προσωπική έρευνα και καταγραφή ποντιακών παραμυθιών, ορισμένα παραδείγματα μοτίβων και θεμάτων που είναι χαρακτηριστικά των παραμυθιών αυτών, εκφράζουν μια ιδιαιτερότητα του πολιτισμικού χώρου από τον οποίο προέρχονται, και ανιχνεύονται στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή της Παιδικής Λογοτεχνίας. Όπως είναι γνωστό, το λαϊκό παραμύθι αποτέλεσε πηγή άντλησης θεμάτων και για τη γραπτή λογοτεχνική παράδοση: νεότεροι συγγραφείς διηγημάτων, σύγχρονων παραμυθιών και μικρών ιστοριών αντλούν θέματα και μοτίβα από τα παραμύθια, για να συνθέσουν το έργο τους.
Ερμηνεύοντας σημειολογικά τα μοτίβα, λ.χ. «των σιδερένιων παπουτσιών», εστιάζω στις ανθρωπιστικές αξίες που υποβάλλουν οι από τον λαϊκό παραμυθά επιλογές τους. Και λέγοντας επιλογές από τον λαϊκό παραμυθά, δεν εννοώ την ενσυνείδητη απόρριψη άλλων, διότι λίγο-πολύ αυτός αναπαράγει την παράδοση, αλλά τη μη συνειδητή ίσως προτίμηση εκείνων που συναντούμε, όταν ακούμε ή διαβάζουμε σήμερα καταγεγραμμένα τα παραμύθια. Προτίμηση που εκφράζει, κατά τον τρόπο του λαϊκού παραμυθιού αλλά και λαϊκού παραμυθά, τη θέαση του κόσμου, τις ανθρώπινες σχέσεις, την πίστη σε κοινωνικές και ηθικές αξίες. Εφόσον κάθε δημιούργημα πολιτισμού σημαίνει την εποχή του, το ζητούμενο της ανακοίνωσης είναι η μελέτη της συμβολής του παραμυθιού στην κοινωνία που το παρήγαγε, αλλά κυρίως που το μετέφερε έως εμάς, και βέβαια στη σημερινή συνθήκη πολιτισμού που ενδεχομένως το αναπαράγει, όπως συμβαίνει με κάποιους συγγραφείς της Παιδικής Λογοτεχνίας που το χρησιμοποιούν μέσα στο σύγχρονο βέβαια κοινωνικό και ιδεολογικό σύστημα αξιών.
ABSTRACT
In this paper I present, by personal research and study of the folktale of Pontos, some examples of themes and motives, which are characteristic of these folktales and express a particularity of the cultural field from which they come from. The same motifs are used in modern literary production of Children’s Literature.
By interpreting the motives from the semiotic point of view, for instance those of “the iron- made shoes”, I focus on the human values that connote the choices by the popular narrator of the folktale. And, by saying choices of the narrator, I don’t mean the conscious rejection of some others, because more or less he or she reproduces the tradition, but his or her unconscious perhaps preference of those that we meet when we hear or we read today written folktales. Preference which expresses, in the way of the folktale and that of the popular narrator, the vision of the world, the human relations, the belief to social and moral values.
Therefore, the aim of this study is the folktale’s contribution, as value of culture, to the society which produced that, but mainly to the present cultural condition, which eventually reproduces that, as occurs to some authors of Children’s Literature. Είναι γνωστό ότι για τη μελέτη της καταγωγής του λαϊκού παραμυθιού εφαρμόστηκαν η γενετική και η μορφολογική προσέγγιση1. Η έρευνα με διαφορετικές μεθόδους προσέγγισης διαμόρφωσε διαφορετικές σχολές. Από τη γενετική προσέγγιση διαμορφώθηκε η Φινλανδική Σχολή και από τη μορφολογική, αργότερα, προήλθε η Αφηγηματολογία.
Η ανάλυση των μοτίβων εντάσσεται στη θεματική ανάλυση, γιατί, όπως σημειώνει ο V. Propp, «ένα μοτίβο δεν μπορεί να μελετηθεί παρά μέσα στο σύστημα ενός θέματος […], ενώ «Τα θέματα, αυτά καθαυτά, δεν μπορούν να μελετηθούν παρά μέσα από τις μεταξύ τους σχέσεις»2. Η προσέγγιση των παραμυθικών τύπων και θεμάτων πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά συστηματικά από την ιστορικο-γεωγραφική ή Φινλανδική Σχολή, προσπάθεια η οποία, τελευταία, δίνει και στη χώρα μας καρπούς της συστηματικότερης μελέτης του νεοελληνικού παραμυθιού3. Η ιδιαιτερότητα της προσωπικής μας συμβολής στον χώρο συνίσταται στην ανίχνευση συγγένειας μεταξύ λαϊκής και προσωπικής λογοτεχνίας, με βάση μια μονάδα ανάλυσης που τόσο οι Λαογράφοι όσο και οι Θεωρητικοί της Λογοτεχνίας ονομάζουν «μοτίβο». Επειδή δεν ταυτίζονται σημασιολογικά οι όροι «θέμα» και «μοτίβο», δίνω αυτολεξεί τον διευκρινιστικό ορισμό του Μιχάλη Μερακλή που φαίνεται να τους συσχετίζει, για να τους κάνει πιο κατανοητούς: «… μοτίβο είναι το θέμα, που έχει πάρει μια τυπική ή στερεότυπη μορφή, με την οποία επαναλαμβάνεται σταθερά, στα διάφορα αφηγηματικά είδη (παραμύθι, τραγούδι, κλπ.) ή στους διάφορους τύπους του ίδιου είδους (π.χ. του παραμυθιού)»4.
Οι μελετητές Bausinger και Μερακλής θέτουν από νωρίς το θέμα «της μετοχέτευσης του λαϊκού παραμυθιού σε σύγχρονες κατηγορίες φανταστικών διηγήσεων»5. Ως προς τη θεωρητική βάση της εργασίας θα προσθέσω ακόμη ότι η φιλολογική μελέτη του παραμυθιού, που βασίζεται στην εκκίνηση από το παρελθόν και ακολούθως στην ανέλιξη της μελέτης στο παρόν, θεωρώντας το παραμύθι ως γραπτή μαρτυρία προερχόμενη από το παρελθόν, θα είναι και η καθ’ όλα νόμιμη προσέγγιση του θέματός μας.
Θα αρχίσω με την προσέγγιση του μοτίβου «των σιδερένιων παπουτσιών». Στον παραμυθικό τύπο ΑΤ. 425 «Έρως και Ψυχή», με τις πολυάριθμες παραλλαγές στην Ελλάδα, το θέμα είναι «η αναζήτηση της χαμένης συζύγου». Σε ορισμένες ποντιακές παραλλαγές, αντιστρόφως, ο σύζυγος είναι το αντικείμενο της αναζήτησης, όπως στα «Παραμύθια Ίμερας», «Η Σιχούνα», Σ. Λιανίδη, Αρχείον Πόντου (Παράρτημα) 5(1962):122-135, το άτιτλο, αρ.3, Ι. Βαλαβάνη, «Παραμύθια Αργυρουπόλεως», Αρχείον Πόντου 7(1937):91-93, και το άτιτλο αρ.9, Ι. Βαλαβάνη, «Παραμύθια Ντιβάν Κερασούντος», Αρχείον Πόντου 7(1937):110-112.
Στην παραλλαγή της Χαλδίας, «Τη Βαχτιάρ», το ζεύγος Βαχτιάρ και Κουλιζάρ δοκιμάζεται. Επειδή ο σύζυγος είναι μεταμορφωμένος σε φίδι κατά τη διάρκεια της ημέρας, η σύζυγος, καταπιεσμένη από τον περίγυρό της, μια μέρα καίει το φόρεμά του, πράγμα που ισοδυναμεί με κατάλυση της εμπιστοσύνης και της αφοσίωσης στον σύζυγο. Στο σημείο αυτό της διήγησης, διαβάζουμε:
«Κάποτε εκείνε, για να καταλαβαίν’ νε οι γονείς ατ’ς και ο κόσμον όλος ότι ο άντρας ατ’ς
’κ’ έν’ οφίδ’, έκαψεν το τυλισίμ’ν ατ’, έκαψεν το φόρεμαν ατ’. Αφού έκαψεν το φόρεμαν ατ’, ατός έγραψεν έναν γράμμαν κ’ είπεν ατηνε: -«Τεμιρ ντεν τσαρούχ’… …» - «Ας σο σίδερον τσαρούχα να ευτάς κι ας σο σίδερον παστόν και να έρθεσαι ν’ αραεύ’ς κ’ ευρήκ’ς με, αν ευρήκ’ς με.» «Τη Βαχτιάρ», Αρχείον Πόντου 50(2003-2004): 274.
Ο σύζυγος φεύγει, την εγκαταλείπει και της μηνύει με επιστολή να κάνει σιδερένια παπούτσια και σιδερένιο μπαστούνι, για να τον αναζητήσει. Η αναζήτηση δεν θα είναι εύκολη. Γι’ αυτό η ηρωίδα πρέπει να οπλιστεί με κάτι που να αντέχει στον χρόνο και να μη φθείρεται εύκολα. Τι υποβάλλει στον ακροατή ή στον αναγνώστη η περίεργη αυτή αρματωσιά; Είναι εμφανές ότι το σημαινόμενο των σιδερένιων παπουτσιών είναι η αντοχή της ψυχής. Πρόκειται για ένα επικό λαϊκό μοτίβο που συμβολίζει, μέσω του υλικού των αναγκαίων για την οδοιπορία, την αντοχή της ηρωίδας με σιδερένια θέληση και ανεξάντλητη υπομονή. Το μοτίβο το συναντούμε και στην επική ποντιακή ποίηση:
«Ευτάγει σιδερίν στουράκ’ και χάλκενα τσαρούχα, Ευγένει και αραγεύει ατον ραχά και πολιτείας Και ’ς τα λιθαροσπάσματα και ’ς τα γεφυροπόδα» «Η υπό του Ξαντίνου ανεύρεσις του υιού του Βασίλη», Αρχείον Πόντου1(1928):61.
Η ιστορική καταγωγή του μοτίβου ανιχνεύεται σε ταφικά έθιμα της αρχαίας Ελλάδας, όπως μας βεβαιώνει ο V. Propp: «Στην αρχή έδιναν τα παπούτσια, τη βακτηρία (μπαστούνι), και το ψωμί στους νεκρούς για το ταξίδι τους στον κάτω κόσμο […]. Αργότερα, έγιναν σιδερένια, με το σίδερο να συμβολίζει το μάκρος της πορείας», απ’ όπου και πέρασε στην αφηγηματική λαϊκή λογοτεχνία.
Επανέρχομαι τώρα στη σημειολογική ανάλυση, για να επισημάνω τις αξίες που υποβάλλονται μέσω του λογοτεχνικού λόγου: η αγάπη ως συναίσθημα δεν είναι δυνατό να έχει κάποια αξία, αν δεν έχει διάρκεια, αν δεν αντέχει και δεν δοκιμάζεται στη ζωή. Διαφορετικά θα ήταν δύσκολο και να οριστεί το ουσιαστικό περιεχόμενό της. Γι’ αυτό ακριβώς ο ήρωας ή η ηρωίδα, αν πράγματι αγαπά, πρέπει και να το αποδείξει. «Όποιος αγαπάει, παιδεύει», λέει ο λαός μας. Και αυτό δεν είναι δυνατό, αν δεν διαθέτει ψυχική αντοχή, ισχυρή θέληση και υπομονή. Αυτές είναι οι ηθικές αξίες, το αξιακό υπόστρωμα της αληθινής αγάπης διαχρονικά: σε παλιούς και νεότερους πολιτισμούς. Γι’ αυτό και στη νεότερη λογοτεχνία, πολλές φορές, το ίδιο μοτίβο μεταφέρεται, για να υποδηλώσει παρόμοια συναισθήματα ηρώων, τις ίδιες αρετές της ψυχής.
Στη σύγχρονη παιδική λογοτεχνία το μοτίβο αυτό γίνεται θέμα και τίτλος συλλογής πέντε διασκευασμένων παραμυθιών του Μάνου Κοντολέοντα, Τα σιδερένια παπούτσια, Πατάκης, Αθήνα, 1998. Τις ομοιότητες και τη θεματική συγγένεια αποδεικνύουν: 1. Τα σιδερένια παπούτσια 2. Η φυγή του ενός από τους αγαπημένους και ο λόγος του πριν τη φυγή και 3. Η τριπλή περιπέτεια του ήρωα-αναζητητή. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το σύγχρονο ομώνυμο παραμύθι του Μάνου Κοντολέοντα αποτελεί ένα περίτεχνο ανάπτυγμα παλιότερων λαϊκών παραμυθιών.
Επίσης, στο σύγχρονο μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη, Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, Κέδρος, Αθήνα, 1987, διαβάζουμε:
«Είχε τόσο πολύ μιλήσει για μένα, για την Ελένη, την αρραβωνιαστικιά του καπετάνιου, που πέρασε τόσες αγωνίες, που φυλακίστηκε για χάρη του και που χρειάστηκε, σαν στο παραμύθι, να λιώσει εφτά ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να πάει να βρει τον καλό της! Και θα ’θελε σίγουρα να παρουσιάσει στους κύκλους της μια γυναίκα σαν εκείνη του τρένου με τις πικρές ρυτίδες γύρω από το στόμα».
Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, σ. 125.
Και εδώ το μοτίβο αφορά στην αναζήτηση του αγαπημένου: της Ελένης σε αναζήτηση του Αχιλλέα. Η καταγωγή του μοτίβου είναι βέβαια εμφανής. Η θεματική του χρήση είναι παρόμοια. Η ρητορική και υφολογική λειτουργία του διαφοροποιούνται ωστόσο ως προς την ειρωνεία που διαπερνά ολόκληρο το σύγχρονο αυτό μυθιστόρημα. Στη συνείδηση της Γαλλίδας κομμουνίστριας Μαρί Τερέζ που βοηθά την Ελένη να βρει τον αγαπημένο της, η υπομονή και η εξορία δεν φτάνουν. Ο πόνος πρέπει και να φαίνεται στην ψυχή της ηρωίδας που δοκιμάζεται: η περιπλάνηση που εξουθενώνει, τα βάσανα και οι εξορίες, οι φυλακίσεις της Ελένης είναι λοιπόν το σημαινόμενο των επτά ζευγών σιδερένιων παπουτσιών, που τελικά η συγγραφέας εν πλήρει συνειδήσει χρησιμοποιεί. Τα ίδια συναισθήματα υποβάλλονται, και οι ίδιες αξίες υπονοούνται.
Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι το μοτίβο του «αγαθού και σοφού γέροντα», που εμφανίζεται σε παραλλαγές της Χαλδίας αλλά και σε άλλες ποντιακές παραλλαγές ως μια ιδιαιτερότητα, διότι οι άλλες, ελληνικές και ξένες, εμφανίζουν ως βοηθό-δωρητή συνήθως νεράιδες. Στο παραμύθι «Η Σαχταρούτσα», όπου το θέμα είναι «η συκοφαντημένη σύζυγος» (βλ. και στα Χαλδίας «Τη κολοθί», «Ο Γιαννίτς και η Μαρίτσ’», «Ο κόνσολον και η γαρή τη φίλ’ ατ’» (υπό δημοσίευση στο Αρχείον Πόντου), που ανήκουν στον παραμυθικό τύπο ΑΤ. 706 – ΑΤ. 707, όπως και από τα «Παραμύθια Ίμερας» το «Ο Κυρλοβίτ’ς», Σ. Λιανίδη, Αρχείον Πόντου (Παράρτημα) 5 (1962):108-122), και επιχωριάζουν στον Πόντο, διαβάζουμε:
«Σίταν εκάθουζεν, έκλαιεν κ’ εκάθουζεν, έρθεν είνας γέρος.-«Το κλαις;» είπεν ατην. –«Το
’α κλαίω» είπεν «έσπαξαν κ’ έφαγαν τη μάνα μ’» είπεν «κ’ εγώ πα εμάζεψα τα κόκαλα τ’ς αδακά, θυμέζω και κλαίω τη μάνα μ’».- «Σούκ’, είπεν ατην, σούκ, δέβα» είπεν ατην..[….] Έγκεν ατην έναν φιστόν’. Έγκεν κ’ έναν ζευγάρ’ παπούτσα…» «Η Σαχταρούτσα», «Παραμύθια της Χαλδίας», Αρχείον Πόντου 50(2003-2004):281.
Και στο Χαλδίας, «Το Αστερόπαιδον», επίσης διαβάζουμε:
«Επήεν, επήεν, επήεν σ’ έναν στράταν, εντάμωσεν ατον είνας γέρος. «-Μερ πας;», είπεν ατον. «-Τ’ αφεντικό μ’» είπεν «έστειλεν με να φέρω το κόκκινον το χρυσάφ’» είπεν. «Το Αστερόπαιδον», (υπό δημοσίευση στο Αρχείον Πόντου),
Και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε στο σημείο εκείνο της διήγησης όπου η ηρωίδα (Σαχταρούτσα = Σταχτοπούτα) και ο ήρωας (Αστερόπαιδον) βρίσκονται σε δεινή θέση. Δεν μπορούν από μόνοι τους ν’ αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες που έχουν εμφανιστεί μπροστά τους. Ξαφνικά εμφανίζεται ο βοηθός-δωρητής (σύμφωνα με τη λειτουργικήμορφολογική ορολογία του V. Propp , Η μορφολογία του παραμυθιού, μτφρ. Αριστέα Παρίση, Αθήνα, Μ. Καρδαμίτσα, 1987). Αυτός στην περίπτωσή μας είναι ένας άνθρωπος μεγάλης ηλικίας. Ποιο είναι το σημαινόμενο της ηλικίας και της χειρονομίας αυτού του ανθρώπου για τους ήρωες; Είναι η έλλειψη υστεροβουλίας και, αντιθέτως, η κατοχή της γνώσης, είναι αυτό που χρειάζεται τη στιγμή αυτή ο ήρωας. Στη ρομαντική λογοτεχνία όπου και το παραμύθι εντάσσεται, διότι παρουσιάζει έναν κόσμο εξιδανικευμένο, η μορφή αυτή σηματοδοτεί την αθωότητα και ενσαρκώνεται εικονιστικά στη μορφή ενός ηλικιωμένου ανθρώπου που έχει πείρα ζωής, σοφία και προπαντός δεν έχει το καταστροφικό πάθος. Όπως μας πληροφορεί ο Northrop Frye, «Στο ανάλογο της αθωότητας, οι θεϊκές και οι πνευματικές μορφές είναι συνήθως πατρικές, σοφοί γέροντες με μαγικές δυνάμεις σαν τον Πρόσπερο ή φιλικοί φύλακες-άγγελοι σαν τον Ραφαήλ πριν από την έκπτωση του Αδάμ»6. Εξάλλου και η παραδοσιακή ποντιακή κοινωνία του παραμυθιού είναι πατριαρχική.
Το αξιακό υπόστρωμα της πείρας και της γνώσης (σοφίας) που φιλτράρεται στην ηθική επιταγή της αθωότητας αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό του προσώπου που θα βοηθήσει τον ήρωα, χωρίς υπολογισμούς και υστεροβουλίες, ώστε να αγωνιστεί και να νικήσει το κακό.
Η ιστορική καταγωγή του μοτίβου συνδέεται με το μυστηριώδες δάσος, όπου ο ήρωας πηγαίνει για να συναντήσει πρόσωπα, να μυηθεί στη ζωή και να κατακτήσει τα μυστικά της, σύμφωνα με τις τελετουργίες μύησης των νέων στην εφηβεία. Στην επώνυμη παιδική λογοτεχνία, το μυθιστόρημα, Δομήνικος, Πατάκης, 1992, του Μάνου Κοντολέοντα οφείλει πολλά στην παραμυθική αφήγηση. Στο έργο αυτό μεταφέρεται το παραπάνω μοτίβο, μόνον που ο συγγραφέας αλλάζει φύλο στο πρόσωπο αυτό. Κατά τα άλλα, έχει κοινά χαρακτηριστικά με τον αγαθό και σοφό γέροντα του παραμυθιού. Είναι η «ΚΥΡΑ ΜΕ ΤΑ ΧΑΝΤΡΙΝΑ ΜΑΛΛΙΑ». Είναι μια γυναίκα παχιά που ο νέος τη συναντά στο δάσος, (σ.87). Έχει κλειστά τα μάτια, του μιλά με στίχους και του διδάσκει την πίστη στον εαυτό, (σ.91).
Ένα τρίτο παράδειγμα που επέλεξα είναι το μοτίβο της «πώλησης ή της απαγωγής νέων ανθρώπων» που ανήκει στον παραμυθικό τύπο ΑΤ. 325 και το θέμα του είναι «Ο μαθητευόμενος μάγος». Το επέλεξα, διότι συνδέεται με τη σύνθεση του παραμυθιού και συγκεκριμένα εμφανίζεται στην αρχή του, όταν ο ήρωας οδεύει προς την κατάκτηση του μαγικού μέσου, αφετέρου, διότι κατάγεται ιστορικά από τις τελετές μύησης και, τέλος, επειδή εμφανίζεται συχνά σε παραμύθια της Χαλδίας, τα οποία κατέγραψα. Μάλιστα, σε ένα απ’ αυτά, «Τη Παραγόν’» «Παραμύθια Χαλδίας», Αρχείον Πόντου50(2003-2004):285287, αν και δεν αναφέρεται πώληση ή απαγωγή, γίνεται προκαταρκτική συμφωνία για εργασία με επαχθέστατους όρους για τον νέο. Στο παραμύθι διασώζεται στη συμφωνία η φράση «Αν χολάσκεται, ’α εβγάλ’νε α’ σην ράχαν ατ’ έναν ζώγ’ πετζίν» που μας παραπέμπει στις τελετές μύησης, όπου ο νέος υφίστατο βασανιστήρια και ωμότητες. (Βλ. στο Propp, Vladimir, Les historiques du conte merveilleux
, Paris, Gallimard, racines 1983, σ. 112, ο οποίος μας παραπέμπει στη μελέτη των Schurtz και Weber, όπου γίνεται λόγος για την αφαίρεση του δέρματος της πλάτης, όπως διασώζεται και στο παραπάνω παραμύθι.)
Παραθέτω τα αποσπάσματα των παραμυθιών όπου εμφανίζεται το μοτίβο:
1.1.«… Έτον κ’ έναν οικογένειαν, είχνεν έναν αγούρ’. Έρθεν είνας ταβράης, έκλεψεν τ’ αγούρ’.» «Τη Ταβράσ’», «Τα παραμύθια της Χαλδίας», Αρχείον Πόντου 50(2003-2004):288.
2.2.«… . Ατότε, επειδή ατός έτον είνας βάτραχος, επούλ’τσεν ατον, ατός τα ξύλα π’ έκοφτεν, ο ξυλοκόπον, σ’ είναν μάγον. Ο μάγον εδίνεν ατον έναν κομμάτ’ ψωμίν κι έναν τάσ’ νερόν.» i.«Το Αστερόπαιδον», (υπό δημοσίευση στο Αρχείον Πόντου).
3.3.«…. Εγώ εντρέπουμαι άλλο, είπεν το παιδίν, να ζητώ σε λεφτά. Έλα, πούλ’τσον με και έπαρ’ τα λεφτά…. Και επήεν σην πόλιν, ας πούμε, επούλ’τσεν ατονε. Και επήρεν ατονε και σο χαρτίν απάν’ έγραφτεν: «Πουλίεται, αλλά την τιμήν ατ’ κανείς
’κ’ επορεί να δι’». Ατός πα εγούζεψεν, ο βασιλέας, τεμέκ εσύ ποίος είσαι και ’α λες α ατό αέτς, εγώ[…] εδέκεν ατον όσα-όσα κι επήρεν ατον.» «Ο χουμαρτζής κι η τύχη ατ’» (υπό δημοσίευση στο Αρχείον Πόντου).
Μια πρώτη παρατήρηση και για τις τρεις περιπτώσεις είναι ότι η πώληση ή η απαγωγή γίνεται χωρίς άλλες αναφορές και, δεύτερον, δεν έχει άμεσα αρνητικές συνέπειες, ηθικής και ψυχικής τάξης, στον οικογενειακό περίγυρο του νέου. Στη συνέχεια της διήγησης δεν αναφέρεται πόνος, θλίψη από την πλευρά της οικογένειας του νέου. Υπάρχουν μάλιστα παραλλαγές όπου η πράξη αυτή (δόσιμο-πώληση) γίνεται αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ πατέρα και «αποδοχέα – αναδόχου» του νέου παιδιού. Στο άτιτλο παραμύθι αρ. 6, από το Ντιβάν Κερασούντος που κατέγραψε ο Ι. Βαλαβάνης, Αρχείον Πόντου 7(1937):106, διασώζεται η παραπάνω πράξη. Ο όφις δέχεται κατόπιν συμφωνίας το παιδί από τον πατέρα του, για να το μάθει μια τέχνη:
«Γιατί ’κι δις μ’ ατο το παιδί σ’, ας μαθίζ’ ατο τέχνες. Και με τον λόγον εκείνον εδέκεν α ’κεί και ο όφις επήρεν ατον κ’ επήεν αφκά ’ς σην νηγήν απέσ’ ’ς έναν σπήλον. […] Ύστερον ερώτεσεν ο όφις «έμαθες ακομάν τέχνες;» Ο παιδάς είπεν «’κ’ έμαθα». Ατότες ο όφις εχτύπεσεν ατον έναν σιλέν κ’ εχάτεψεν ατον. Άμαν ο παιδάς έμαθεν έτον τέχνες».
Ποιο είναι το σημαινόμενο αυτής της πράξης; Από τη συνέχεια της διήγησης αποκαλύπτεται ότι ο νέος κοντά στο αφεντικό του μαθαίνει κάτι: στο πρώτο παραμύθι ξεκάθαρα, ο νέος κοντά στον δερβίση – έχει σημασία η ιδιότητα του απαγωγέα, είναι μουσουλμάνος μοναχός- μαθαίνει την τέχνη της ιππασίας και της μαγείας, με τη χρήση μιας μαγικής χτένας, αλλά στην παραπάνω παραλλαγή η μάθηση επιτυγχάνεται με εντολή του δερβίση κι από δικούς του ανθρώπους με αντάλλαγμα την άρση των βασανιστηρίων που τους έχει επιβάλλει, ενώ στα άλλα δύο παραδείγματα, η πράξη της πώλησης δεν ακολουθείται από μαθητεία, διότι προφανώς η σύνδεσή τους έχει χαθεί από τη συγκεκριμένη προφορική απόδοση-παραλλαγή, γίνεται όμως αντιληπτό από τις αναφορές, «επούλ’τσεν ατον… σ’ έναν μάγον» (Αστερόπαιδον) και από την πρόταση του γιου στον πατέρα «έλα πούλ’τσον με…», (Ο χουμαρτζής κι η τύχη ατ’) ότι σχετίζονται έμμεσα και συνειρμικά με κάποια νέα εμπειρία ζωής. Όπως και αν έχει το πράγμα, σ’ όλα αυτά τα παραμύθια και σε πολλά άλλα το σημαινόμενο, η ιδιαίτερη σημασία της πώλησης ή της απαγωγής είναι η εισαγωγή σ’ ένα νέο στάδιο ζωής για τον νέο άνθρωπο.
Τα ιστορικά ίχνη της διαδικασίας αυτής σ’ ένα έκαστο από τα παραπάνω παραδείγματα είναι τα εξής: Στο πρώτο είναι εμφανής η εκ των προτέρων απαγωγή του νέου για να μαθητεύσει. Αυτή γίνεται και έχει ένα χρονικό όριο: μέχρι ο νέος να ενηλικιωθεί. Είναι η περίοδος μαθητείας και συνδέεται με τελετουργίες μύησης (initiation, rites de passage), έναν καθαρά φυλετικό θεσμό της κοινωνίας με τον οποίο οι νέοι εισάγονται σ’ αυτήν ως ενήλικα, κύρια μέλη, και αποκτούν το δικαίωμα να παντρευτούν. Από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα παραμυθιών με θέμα τη μαθητεία και τελικά την ανάδειξη του μαθητή σε καλύτερο από τον δάσκαλό του είναι το άτιτλο παραμύθι αρ. 6, από το Ντιβάν Κερασούντος, Ι. Βαλαβάνη, Αρχείον Πόντου 7(1937):106-107, όπως από τα «Παραμύθια Σάντας»,το «Ο σαφλέας, τ’ αδέλφα τ’ κι ο βασιλέας», Σ. Λιανίδη, Αρχείον Πόντου 5 (Παράρτημα) (1962):226-284.
Στο δεύτερο παράδειγμα αναφέρεται η ιδιότητα του ανάδοχου του νέου. Πρόκειται για έναν μάγο, όπως ρητά αναφέρεται στο απόσπασμα. Ενώ στο τρίτο, πριν από την πώληση ο νέος έχει μαθητεύσει στη χαρτοπαιξία, όταν ο πατέρας του τον έστελνε να μάθει μια τέχνη, για να ζήσει. Γνωρίζει όμως καλά την τέχνη της χαρτοπαιξίας πριν πουληθεί, τέχνη η οποία σχετίζεται και με την τύχη και κατ’ επέκταση με τη μαγεία και η οποία θα τον αναδείξει στη ζωή, όταν χρειαστεί, όπως φαίνεται από τη συνέχεια της διήγησης.
Το αξιακό υπόστρωμα μαθητείας και γνώσης υποβάλλεται μέσα από το μοτίβο αυτό, και χωρίς τις προϋποθέσεις αυτές ο νέος δεν θα είναι άξιος να προχωρήσει στη ζωή. Η αξιοσύνη του ήρωα προέρχεται λοιπόν από τη μαθητεία και το αποτέλεσμά της, τη γνώση, που στην περίπτωση του λαϊκού παραμυθιού είναι η μαγική γνώση, άσχετα αν αυτό δεν γίνεται άμεσα ορατό σε κάποιες «νεότερες» παραλλαγές.
Στην επώνυμη παιδική λογοτεχνία, η πώληση ή η απαγωγή μετατρέπονται κάποτε σε εθελοντική μαθητεία. Θα αναφέρω μόνον ένα παράδειγμα. Το παιδικό διήγημα του Γ. Βιζυηνού «Ο Τρομάρας» έχει, όπως έχει επισημάνει η κριτική, παραμυθική καταγωγή. Η Μένη Κανατσούλη έχει αποδείξει τη σχέση αυτή στη μορφολογική και ειδολογική της μελέτη. Το παραμύθι είναι «Ο κυρ-Λάζαρος και οι δράκοι»7. Την ομοιότητα, θεματική και μορφολογική, διαπιστώνουμε και στην ποντιακή παραλλαγή «Ο Τόζλουτζας Ι» και «Ο Φοβετζέας [ή Ο Τόζλουτζας ΙΙ]», δημοσιευμένα στο Αρχείον Πόντου 41(1987):99-107. Ο συγγραφέας βάζει τον ήρωά του, τον Τρομάρα – και είναι χαρακτηριστικό, βλέπετε, τ’ όνομά του – να αποφασίσει να μαθητεύσει σε σιδερά, γιατί βρίσκει σκληρή την εργασία του, με σκοπό να υπερνικήσει τον φόβο και τη δειλία του. Η συγγραφική πρόθεση του Βιζυηνού, να μυθοποιεί εμπειρίες την πραγματικής ζωής του στη μυθοπλασία των έργων του έχει μελετηθεί από τον Βαγγέλη Αθανασόπουλο8. Στην αρχή του διηγήματος διαβάζουμε:
«Αφού αυτός δεν φοβείται, εσκέφθη, διατί να φοβηθώ εγώ! – Και έκανεν απόφασι και εμβήκεν εις το σιδηρουργείο. Μήπως χρειάζεσθε κανένα μαθητή, κύριε; - Ηρώτησε τον σιδηρουργόν ο Τρομάρας. Ο σιδηρουργός εσκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του….[…].
- Καλά το ηύρα! Είπεν ο Τρομάρας μέσα του, και επήρε θάρρος και έλαμνε τα φυσερά, και ετραγουδούσεν από το πρωί έως εις το βράδυ.» «Ο Τρομάρας», Διάπλασις των Παίδων, τόμος 6 (1884):172.
Με το εφόδιο αυτό ο ήρωας θα προχωρήσει στη ζωή και θα την κατακτήσει, γιατί πρέπει να μη φοβάται και να τολμά. Έτσι ο νέος νικά με την εξυπνάδα και την τόλμη του τον ληστή και, κατά την πλοκή του διηγήματος, παντρεύεται την κόρη του Νομάρχη. Έτσι, για να το πω συμπερασματικά, και στη λαϊκή προφορική και στην επώνυμη γραπτή λογοτεχνία, οι παρόμοιες δράσεις υποβάλλουν τις ίδιες αξίες πολιτισμού ως αξίες που οφείλουν να υπηρετήσουν οι ήρωές τους για να επιτύχουν στη ζωή, για να κατορθώσουν πολλές φορές το ακατόρθωτο, για να επιβληθούν στο κακό, και, βέβαια, μέσω της ανάγνωσης και της παιδαγωγικής αξίας της τέχνης, τις ίδιες αξίες υποβάλλουν σε μας και στα παιδιά μας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
…,
Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών ΑΤ. 3000-499 (Γεωργίου Α. Μέγα, Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών-3), τεύχ. Α΄ και Β΄, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Ε. Ι. Ε., 1999. 4 Μερακλής, Μιχάλης. Έντεχνος λαϊκός λόγος, «Θέμα και μοτίβο», Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1993, σ.93-115. 5 Μερακλής, Μιχάλης. «Το παραμύθι ως αντικείμενο φιλολογικής έρευνας», Αθήνα, 1987, σ. 75-96. 6 Frye, Northrop. Ανατομία της κριτικής. Τέσσερα δοκίμια, Eισαγωγή, Ζ. Ι. Σιαφλέκης, Πρόλογος-Μετάφραση - Επιμέλεια, Μαριζέτα Γεωργουλέα, Αθήνα, Gutenberg, 1996, 146-147. 7 Κανατσούλη, Μένη. «Ο Τρομάρας του Γ. Βιζυηνού: από το παραμύθι στο διήγημα», Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας 10(1995): 96-110. 8Αθανασόπουλος, Βαγγέλης. Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού, Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1992.
Add a Comment