The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130309224731/http://www.scribd.com:80/doc/118594004/%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%97%CE%93%CE%97%CE%A3%CE%97-%CE%98%CE%95%CE%9F%CE%A6%CE%99%CE%9B%CE%95%CE%A3%CE%A4%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%A5-%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%A5-%CE%9A%CE%9B%CE%97%CE%9C%CE%95%CE%9D%CE%A4%CE%9F%CE%A3-%CE%95%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%9D%CE%95%CE%A3-%CE%9A%CE%91%CE%99-%CE%98%CE%91%CE%A5%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%91

ΕΙΣΗΓΗΣΗ +ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ "ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ"

Εἰκόνες καὶ Θαύματα

Εἰσήγησις στὴν Ἔκθεσι Εἰκόνων (Δημοτικὸ Ὠδεῖο Φυλῆς, Ἄνω Λιόσια Ἀττικῆς Σάββατο, 16/29.12.2012) † Ἐπισκόπου Γαρδικίου Κλήμεντος

1. Οἱ ἱερὲς Εἰκόνες εἶναι «ζωντανὲς»

K

ατὰ τὸ ἔνδοξο Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀναστασίου στὴν Παρα­ μυθιὰ τῆς Ἠπείρου († 18.11.1750), ὁ υἱὸς τοῦ Ἡγεμόνος τῆς περιοχῆς Ἀχμὲτ πασᾶ, τοῦ θανατώσαντος τὸν Ἅγιο, ὀνόμα­ τι Μουσᾶς (Μωϋσῆς), ἐντυπωσιάσθηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν σταθερότητα τοῦ Μάρτυρος καὶ τὴν ἀταλάντευτη ὁμολογία του· γι’ αὐτὸ καὶ ἔσπευσε νὰ γνωρισθῆ καὶ νὰ συνομιλήση μαζί του, ἐνῶ ὁ Ἅγιος ἦταν στὴν φυλακή, νὰ κατηχηθῆ στὴν Χριστιανικὴ πίστι καὶ νὰ λάβη τὴν πρόρρησι, ὅταν ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνη Χριστιανός, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἐξεπλήρωνε ἐν καιρῷ τὴν ἁγία ἐπιθυμία του. Πράγματι, μετὰ τὴν πάροδο ὀλίγου διαστήματος, ὅταν ὁ Μουσᾶς ἐστάλη ἀπὸ τὸν πατέρα του στὸν γάμο τοῦ υἱοῦ τῆς ἀδελφῆς του καὶ αὐτὸς πῆγε ἀπρόθυμα, συνέβη κάτι τὸ θαυμα­ στό. Τὴν νύκτα, τὸν ξύπνησε ἅγιος Ἄγγελος, τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὴν τουρκικὴ οἰκία καὶ τὸν ὡδήγησε σὲ κάποιον Ἀσκητή, μὲ τὴν προτροπὴ νὰ τὸν ἀκολουθήση γιὰ νὰ τύχη τοῦ ποθουμένου. Ὁ Μουσᾶς ἀκολούθησε τὸν μυστηριώδη Μοναχό, ὁ ὁποῖος φαινό­ ταν νὰ γνωρίζη τὴν ὑπόθεσί του, χωρὶς νὰ ἔχουν συνομιλήση, καὶ βάδισαν σὲ τόπους ἐρήμους καὶ ἀβάτους, γιὰ νὰ ἀποφύγουν
1

τοὺς Τούρκους. Ὅμως, ὁ Μουσᾶς ταλαιπωρήθηκε· σχίσθηκαν τὰ ροῦχα του, ὅπως καὶ τὰ πόδια του, καταπονήθηκε ἀπὸ τὴν κακουχία καὶ ἄρχισε νὰ πολεμῆται ἰσχυρὰ ἀπὸ λογισμοὺς συγχύ­ σεως καὶ ἀπογνώσεως, ὅτι δῆθεν κακῶς ἐγκατέλειψε τοὺς γονεῖς του, βαδίζοντας μὲ κάποιον ἄγνωστο πρὸς τὸ ἄγνωστο! Στὴν κατάστασι ἐκείνη τῆς ἀδημονίας διατελῶν, συνέβη νὰ δι­ έρχωνται ἀπὸ ἕνα Ἐξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, πλησίον κάποιου χωριοῦ. Ὁ ἄγνωστος Γέροντας, ὁ ὁποῖος δὲν ἔλεγε τί­ ποτε, ἀλλὰ φαινόταν νὰ γνωρίζη τὸν πειρασμὸ ποὺ περνοῦσε ὁ νέος, τὸν προέτρεψε νὰ εἰσέλθη στὸ Ναΰδριο γιὰ νὰ προσκυ­ νήση τὶς ἅγιες Εἰκόνες καὶ νὰ προσευχηθῆ. Ὁ Μουσᾶς πράγματι εἰσῆλθε στὸ Ναΰδριο, προσεκύνησε τὶς ἱερὲς Εἰκόνες καὶ ἄρχισε νὰ παρακαλῆ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία μας γιὰ βοήθεια στὸν πειρασμὸ καὶ τὴν θλῖψι του. Τότε, ἄκουσε ἔκπληκτος μία γλυκύτα­ τη φωνὴ ἀπὸ τὴν Εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, ποὺ τοῦ ἔλεγε: - Μὴ λυπῆσαι, τέκνον, γιὰ τὰ μάταια ἀγαθὰ τῶν ἀσεβῶν ποὺ ἀπαρνήθηκες καὶ γιὰ τὶς θλίψεις ποὺ ὑπομένεις, διότι ὁ Υἱός μου καὶ Θεὸς ἔπαθε πολλὰ γιὰ σᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Μάλιστα, πρέπει νὰ χαίρης καὶ νὰ εὐφραίνεσαι, γιατὶ ἐξῆλθες ἀπὸ τὸ σκότος καὶ ἦλθες στὸ φῶς μὲ τὶς μεσιτεῖες τοῦ Μάρτυρος Ἀναστασίου καί, ἄν ὑπομείνης ἕως τέλους, μέλλεις νὰ ἀπολαύσης πολλὰ ἀγαθὰ στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν!... Ἔπειτα, καθὼς ὁ Μουσᾶς προσκυνοῦσε τὴν Εἰκόνα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ συγκλονισμένος, ἄκουσε καὶ ἀπὸ Ἐκεῖνον νὰ τοῦ λέγη τὰ ὅμοια καὶ νὰ τὸν ἐνθαρρύνη νὰ συνεχίση μὲ προ­ θυμία τὸν δρόμο τῆς εὐσεβείας, ἀκολουθώντας τὸν Ἀσκητή. Ἀκούγοντας ὁ Μουσᾶς τὶς οὐράνιες ἐκεῖνες φωνὲς μέσῳ τῶν ἱερῶν Εἰκόνων, πλημμύρισε μὲ τόση χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, ὥστε νὰ λησμονήση ὅλους τοὺς πειρασμοὺς καὶ νὰ ζητήση συγγνώ­ μην ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Κύριο καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του γιὰ τὴν πρόσκαιρη μικροψυχία του. Ἐξερχόμενος δὲ ἀπὸ τὸν Ναό, ἐρώτησε γεμᾶτος ἀπορία καὶ θαυμασμὸ τὸν Ἀσκητὴ ποὺ τὸν περίμενε ἔξω: - Πές μου, Γέροντα, αὐτὲς οἱ Εἰκόνες ἔτσι μιλοῦν πάντα ἤ μόνο τώρα μίλησαν γιὰ μένα;
2

- Ὄχι, τέκνο μου, τοῦ ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, δὲν μιλοῦν πάντοτε, ἀλλὰ μόνο ὅταν εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ἔγινε καὶ τώρα γιὰ χάρι σου, ὥστε νὰ λυθῆ ἐκείνη ἡ πικρὴ λύπη, ποὺ σὲ εἶχε κυριεύσει 1. Ὁ νέος δόξασε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀκολούθησε μὲ προθυμία τὴν πορεία του. Μετὰ κάποιο διάστημα βαπτίσθηκε Χριστιανὸς στὸν Ὀρθόδοξο Ναὸ τῆς Βενετίας, ἐν συνεχείᾳ ἐκάρη Μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Δανιὴλ σὲ Μονὴ στὴν Κέρκυρα, δι­ έμεινε γιὰ λίγο στὴν Κωνσταντινούπολι ποθῶν τὸ Μαρτύριο, καὶ τελικὰ ἐπέστρεψε πάλι στὴν Κέρκυρα, ὅπου μὲ ὑπόδειξι τῆς Κυρίας Θεοτόκου βρῆκε παλαιὰ θαυματουργὴ Εἰκόνα Αὐτῆς σὲ μία μυρτιά, τὴν Ὁποίαν καὶ ὠνόμασε Μυρτιδιώτισσα· στὸν τόπο ἐκεῖνο ἔκτισε Ναὸ καὶ ἐσύστησε Μονή, ἐκεῖ ἡσύχασε, χειροτονηθεὶς μάλιστα καὶ Ἱερομόναχος, ἐκοιμήθη δὲ ἐν Κυρίῳ στὴν Κέρκυρα 2. Στὸν Βίο ἑνὸς ἄλλου Νεομάρτυρος, τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἰγνα­ τίου († 8.10.1814), διαβάζουμε μεταξὺ ἄλλων, ὅτι ὅταν προετοιμά­ ζετο γιὰ τὸ Μαρτύριο στὴν Ἰβηριτικὴ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔνιωσε κάποτε σφοδρὸ σαρκικὸ πόλεμο φιλη­ δονίας. Μετὰ δὲ τὴν εὐχὴ καὶ στήριξι τοῦ Γέροντός του, μετέβη στὸν Ναὸ καὶ ὅπως λέγει ὁ Συναξαριστής, «ἔλαβεν εἰς χεῖρας του τὴν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, κατασπαζόμενος δὲ Αὐτὴν παρεκάλει μετὰ δακρύων νὰ τὸν βοηθήσῃ καὶ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τοιοῦτον πόλεμον καὶ τὴν ἐπιβουλὴν τοῦ διαβόλου. Ἦλθε δὲ εἰς αὐτὸν τότε διὰ τῆς Χάριτος τῆς Θεομήτορος εὐωδία τις ἄρρητος καὶ ἀπερίγραπτος, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ πόθεν ἤρχετο, ἔκτοτε δὲ ἔλλειψεν ἀπ’ αὐτοῦ ὁ θανατηφόρος τῆς ψυχῆς πόλεμος» 3. Ὅταν δὲ λίγο ἀργότερα ὁ Ἅγιος με­ τέβη πλέον γιὰ νὰ μαρτυρήση στὴν Κωνσταντινούπολι, προσευχήθηκε μία νύκτα στὴν οἰκία κάποιου εὐλαβοῦς ἐνώπιον μιᾶς θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος, ἡ ὁποία ἐφυλάσσετο ἐκεῖ. Καὶ ἐνῶ ὁ Μάρτυς ἐπροσηύχετο μετὰ δακρύων νὰ δευκολυνθῆ ἡ ὁδὸς τοῦ Μαρτυρίου του, «περὶ τὸ μεσονύκτιον ἔγινε κρότος καὶ ἐξαίφνης στέφα3

νος λαμπρός, ἐξερχόμενος ἀπὸ τῆς σεβασμίας ἐκείνης Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος, περιεκύκλωσε τὸν Ἰγνάτιον. Καὶ τοῦτο ἐγένετο τρίς, καθὼς διηγήθησαν ὅσοι παρετήρουν αὐτὸν κρυφίως» 4!... 2. Προσωπικὴ Κατάθεσις Πέραν αὐτῶν τῶν ἐντελῶς ἐνδεικτικῶν περιστατικῶν ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν θαυματουρ­ γικότητα τῶν ἱερῶν Εἰκόνων καὶ ποὺ ἀποδεχόμαστε μὲ πίστι, ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, τὸ κάθε τίμιο Μέλος τοῦ ἐνδόξου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πιστεύω ὅτι ἔχει νὰ μαρτυρήση καὶ νὰ βεβαιώση ἀπὸ τὴν προσωπική του πεῖρα τὴν μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια, ὅτι δηλαδὴ οἱ ἱερὲς Εἰκόνες εἶναι θαυματουργές. Σὰν προσωπική μου κατάθεσι, ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ τὰ ἑξῆς:  Δύο τουλάχιστον ἀρχαῖες Θεομητορικὲς Εἰκόνες σὲ Προσκυ­ νήματα­Ναούς μας εὐωδιάζουν αἰσθητὰ καὶ ἀποπνέουν ἐξαίσιο θεῖο ἄρωμα, ὡς δεῖγμα παλαιᾶς μυροβλυσίας τους, καὶ κατὰ και­ ροὺς ἐκδηλώνουν θαυματουργίες.  Γνωστὸς Ἱερέας μας, ὁ ὁποῖος ἐφημερεύει σὲ Ναό μας ἀφι­ ερωμένο σὲ θαυματουργὴ Ἁγία, ἔχει ἐπανειλημμένα ἰδῆ τὴν θαυ­ ματουργὴ Εἰκόνα Αὐτῆς στὸν Ναὸ νὰ παραλλάση τὴν μορφή της εἴτε πρὸς τὸ χαρίεν, γιὰ νὰ ἐκφράση εὐαρέσκεια, εἴτε πρὸς τὸ αὐστηρὸν καὶ ὀξύ, γιὰ νὰ ἐκφράση ἀπαρέσκεια σὲ λάθη του.  Γνωστή μας Ἡγουμένη σὲ Γυναικεῖο Μοναστήρι μας, βεβαιώ­ νει ὅτι ἡ Εἰκόνα τῆς Ἁγίας τῆς Μονῆς Αὐτῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε ἀπὸ παλαιὰ στὸ κελλί της, «ἔτριζε» καὶ «κτυποῦσε», ὅταν ἤθελε νὰ τῆς προξενήση αἰσθήματα μετανοίας, σὲ περιπτώσεις μὴ καλῆς ψυχικῆς καταστάσεώς της.  Εἴμεθα αὐτόπτες μάρτυρες μυροβλυ­ σίας Εἰκόνος Ἁγίου, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Ἑορτῆς τοῦ Ναοῦ του στὸ ἐξωτερικό, μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία· ἡ ἱερὰ Εἰκόνα εἶχε ἁγιογραφηθῆ στὴν Ἱερὰ Μονή μας καὶ τὸ εὐῶδες μῦρο ἐνεφανίσθη στὴν δεξιὰ εὐλο­ γοῦσα χεῖρα τοῦ Ἁγίου.  Αἰσθανθήκαμε ἀπερίγραπτη χάρι καὶ αἰσθητὴ εὐωδία προσευχόμενοι κατὰ και­ ροὺς ἐνώπιον γνωστῶν θαυματουργῶν Εἰκόνων, ὅπως τῆς Παναγίας τοῦ Προυσοῦ,
4

τῆς Μεγαλοσπηλιώτισσας, τῆς Τήνου κ.ἄ., ὡς καὶ ἐνώπιον τῆς θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Ἁγίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου στὴν Μονή της στὴν Λυκόβρυσι καὶ σὲ Ἡσυχαστήριό Της στὸν Βατῶντα Εὐβοίας.  Γνωστοί μας πιστοί, μᾶς διηγήθηκαν θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις καὶ ἐπισκιάσεις μέσῳ ἱερῶν Εἰκόνων στὴν Μονή μας τῶν Ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης Φυλῆς Ἀττικῆς.  Μία μικρὴ χάρτινη Εἰκονίτσα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τὴν ὁποίαν ἔχω στὸ κελλί μου στὸ Μοναστήρι, ἔπεσε κάποτε χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω πίσω ἀπὸ τὸ μικρὸ κομοδίνο καὶ ἄρχισε ἀπὸ ἐκεῖ νὰ «κτυπᾶ» ἐλαφρῶς, ἀλλὰ σταθερῶς, προκειμένου νὰ «ἀπεγκλω­ βισθῆ»! Ὅταν παραξενευμένος ἀναζήτησα τὴν αἰτία τοῦ ἀσυ­ νήθιστου αὐτοῦ θορύβου, ἀνακάλυψα τὴν μικρὴ χάρτινη Εἰκόνα καὶ τὴν ἀνέσυρα μὲ εὐλάβεια, ἀμέσως δὲ ὁ χαρακτηριστικὸς «κτύ­ πος» ἔπαυσε!... Νομίζω ὅτι ἄν ἀποπειραθοῦμε νὰ καταγράψουμε ὅσες ἀφηγή­ σεις καὶ μαρτυρίες ἄλλων πληροφορηθήκαμε μὲ διαφόρους τρό­ πους, γιὰ θαυματουργίες ἱερῶν Εἰκόνων, θὰ χρειασθοῦμε πάρα πολὺ χρόνο καὶ πάλι δὲν θὰ ἐξαντλήσουμε τὸ θέμα... Πῶς ὅμως ἐξηγεῖται ἡ θαυματουργία τῶν ἱερῶν Εἰκόνων; Καὶ εἶναι ὅλες οἱ Εἰκόνες θαυματουργὲς ἤ μόνον κάποιες ἀπὸ αὐτές; 3. Θεολογικὴ ἑρμηνεία τῆς θαυματουργίας τῶν ἱερῶν Εἰκόνων Τὸ θαῦμα εἶναι συνυφασμένο μὲ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξι. Ὅλος ὁ κόσμος ἔχει τὴν ἀρχή του στὸ θαῦμα: «Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγεννήθησαν· Αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν» 5! Ἡ πλᾶσις τοῦ ἀνθρώ­ που ἦταν ἕνα μεγάλο θαῦμα τῆς Ἀγάπης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ δὲ ἀνάπλασις τοῦ πεσόντος ἀνθρώπου εἶναι θαῦμα θαυμά­ των. Ὅταν ὁ Πρωτότοκος εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκουμένην 6, τότε ἀπεκαλύφθη τὸ «ὕψιστο θαῦμα, τὸ ἀνώτατο ὑπὲρ φύσιν, ποὺ φανερώθηκε μέσα στὸ φυσικό» 7. Γι’ αὐτὸ ὁ ἱερὸς Ὑμνογράφος ψάλλει: «Ὤ θαύματος καινοῦ, πάντων τῶν πάλαι θαυμάτων! Τίς γὰρ ἔγνω Μητέρα, ἄνευ ἀνδρὸς τετοκυῖαν, καὶ ἐν ἀγκάλαις φέρουσαν, τὸν ἅπασαν τὴν κτίσιν περιέχοντα;» 8. Διότι, ὁ Υἱὸς
5

τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς Ἀνθρώπου, λαμβά­ νει σάρκα περιγραπτὴ ἀπὸ ἀληθινὴ πε­ ριγραπτὴ Μητέρα, τὴν Πανάχραντο καὶ Ἀειπάρθενο Μαρία «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Ἔτσι, ὁ Ἄναρχος ἄρχεται, ὁ Λόγος σαρ­ κοῦται καὶ ὁ Ἄκτιστος Κτίστης τοῦ παντὸς προσλαμβάνει τὸ κτίσμα γιὰ νὰ τὸ θεώση. Ἡ θεία Ἐνσάρκωσι, ὡς γνωστόν, ἀπο­ τελεῖ τὴν βάσι καὶ τὴν δικαιολόγησι τῆς Εἰκονογραφίας, ἡ ὁποία οὐσιαστικὰ ἀπεικονίζει τὸ θαῦμα: τὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὅλη τὴν θαυμαστὴ θεία Οἰκονομία Του· κατ’ ἐπέ­ κτασιν δέ, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Μητέρα Του, τοὺς Ἀγγέλους Του, τοὺς Ἁγίους Του, ὅλη τὴν ἔνδοξη στρατιά Του! Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ «φυσικὴ εἰκό­ να» τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ὡς πρὸς τὴν θεότητα, καὶ τῆς Παναγίας Μητέρας Του ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα 9, δύναται νὰ εἰκονο­ γραφηθῆ καὶ διὰ «τεχνιτῆς εἰκόνος», δηλαδὴ νὰ ἁγιογραφηθῆ. Ἡ τεχνιτὴ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ εἶναι βέβαια διαφορετικὴ κατὰ τὴν φύσι καὶ οὐσία ἀπὸ τὸ πρωτότυτό της, δηλαδὴ τὸν σαρκωμένο Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ταυτίζεται μὲ αὐτὸ ὡς πρὸς τὴν ὁμοίωσι καὶ ἔχουν μεταξύ τους, πρωτότυπο καὶ τεχνιτὴ Εἰκόνα, σύμφω­ να μὲ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, «ὑποστατικὴ ὁμοιότητα» 10. Ἡ τεχνιτὴ Εἰκόνα εἶναι κάτοπτρο, τὸ ὁποῖο ἀντανακλᾶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸς ἐκφρά­ σθηκε διὰ τῶν ἰδιωμάτων τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του. Ἔτσι, ὑφίσταται ἕνας ἐσωτερικὸς σύνδεσμος, μία κοινωνία, μεταξὺ Εἰκόνος Χριστοῦ καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ἡ Εἰκόνα νὰ μὴ εἶναι ἁπλῶς μία ἀναπαράστασι τῆς μορφῆς, μία προσωπογραφία, ἕνα πορ­ τραῖτο ἤ ἕνα καλλιτεχνικὸ δημιούργημα, χωρὶς βέβαια νὰ ἀγνοῆται καὶ ἡ καλλιτε­ χνικὴ ἀξία Της. Τὸ ὄνομα «Χριστὸς» ἀποδίδεται καὶ στὸ πρωτότυπο καὶ στὴν τεχνιτὴ Εἰκόνα καὶ ἀποτελεῖ βασικὸ στοιχεῖο κοινωνίας τους, ὅπως δέχθηκε ἡ Ζ΄ Οἰκουμενι­
6

κὴ Σύνοδος 11. Ἄρα, τὸ ὄνομα προσδιορίζει τὴν ὑποστατικὴ ταυτότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Εἰκόνος Του, ἄν καὶ ὀντολογικῶς διαφέρουν μεταξύ τους 12, μὲ ἀποτέλεσμα στὴν τεχνιτὴ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νὰ ὑπάρχη ὑποστατικῶς ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποφαίνεται ἐπιγραμματικῶς, ὅτι «παντὸς εἰκονιζομένου, οὐχ ἡ φύσις ἀλλ’ ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται» 13. Πῶς νοεῖται ὅμως αὐτὴ ἡ πραγματικὴ ὑποστατικὴ παρουσία τοῦ ἀρχετύπου­πρωτοτύπου στὴν Εἰκόνα; Νοεῖται ὡς παρουσία τῆς θεότητος στὴν Εἰκόνα, χωρὶς ὅμως ἡ θεότης νὰ εἰκονίζεται οὔτε νὰ εἶναι φυσικῶς ἑνωμένη μὲ τὴν Εἰκόνα 14. Ἡ θεότης ὑπάρχει στὴν Εἰκόνα «σχετικῶς» καὶ κατὰ χάριν καὶ νο­ εῖται ὡς ἁγιαστικὴ εὐλογία, ὥστε ἡ Εἰκόνα νὰ δέχεται ἐπιφοίτησι θείας Χάριτος καὶ Ἐνεργείας καὶ νὰ τὴν μεταδίδη ὡς εὐλογία ἁγιασμοῦ σὲ ὅλους ὅσοι τὴν προσεγγίζουν καὶ τιμοῦν μὲ πίστι καὶ καθαρότητα 15. Ἑπομένως, οἱ ἱερὲς Εἰκόνες ἀποτελοῦν σκεύη θείας Χάριτος καὶ δύνανται νὰ μεταδίδουν Αὐτήν, δηλαδὴ νὰ θαυματουργοῦν/«τερατουργοῦν», διότι ἐνέχουν τὴν μορφὴ καὶ τὸ εἶδος τοῦ ἀρχετύπου-πρωτοτύπου τους καὶ ταυτίζονται μαζί του τόσο ὡς πρὸς τὴν τιμὴ καὶ προσκύνησι, ὅσο καὶ ὡς πρὸς τὸ ὄνομα 16. Στὶς ἅγιες Εἰκόνες δηλαδή, ἀπιτυπώνεται καὶ ἐνυπάρχει ἡ χαρισματικὴ παρουσία τῶν εἰκονιζομένων προσώπων, διὰ τῆς ἄνω­ θεν Ἐνεργείας, καὶ μὲ τὸν τρόπο τοῦτο μετέχουν αὐτὲς στὴν Χάρι καὶ τὴν ἁγιότητα τῶν πρωτοτύπων τους 17. Ἡ δὲ χαρισματικὴ αὐτὴ παρουσία, ὡς προελέ­ χθη, δὲν εἶναι φυσική, ἀλλ’ «ἐνεργείᾳ», ὅπως δι­ ευκρινίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός 18. Οἱ ἅγιες Εἰκόνες, μᾶς βεβαιώνει ὁ ἴδιος Ἅγιος, εἶναι «Πνεύματος Ἁγίου πεπληρωμέναι» 19 καὶ «θείας ἐνεργείας δοχεῖα» 20. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει μὲ ΟΛΕΣ τὶς ἱερὲς Εἰκόνες, ἐφ’ ὅσον ὅλες εἶναι φορεῖς Χάριτος καὶ θαυματουργικῆς ἐνεργείας τῶν εἰκονιζομένων πρωτοτύπων τους 21. Γι’ αὐτὸ καὶ διαπιστώνεται ὑπευ­
7

θύνως, ὅτι «κάθε κανονικὴ εἰκόνα ἐπειδὴ συνδέεται μὲ τὸ πρωτότυπόν της καὶ συνεπῶς φέρει τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι θαυματουργικὴ [ἀκόμη] καὶ ὅταν αὕτη δὲν ἐκδηλώνεται πάντοτε μὲ ἄμεσον καὶ φανερὸν τρόπον» 22. Ὁπότε, ἡ ἀπόδοσις τιμῆς εἰς Αὐτὲς καὶ ἡ προσκύνησίς τους ­ἡ ὁποία κατὰ τὸν κλασσικὸ ὁρισμὸ τοῦ Μ. Βασιλείου «ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει» 23- μεταδίδει χάριν καὶ ἁγιασμόν, γι’ αὐτὸ καὶ ἀπαιτεῖται προσέγγισις μὲ ἐπίγνωσι, πίστι καὶ καθαρότητα συνειδήσεως 24, ἡ δὲ εὐλάβεια πρὸς αὐτὲς ἀποτελεῖ «ἀρραβῶνα σωτηρίας» 25. Πρέπει βέβαια νὰ τονισθῆ, ὅτι οἱ ἅγιες Εἰκόνες δὲν ἀπομονώ­ νονται ἀπὸ τὰ πρωτότυπά τους, δὲν λατρεύονται σὰν θεοί, οὔτε ἐναποτίθεται εἰς Αὐτὲς ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας τοῦ πιστοῦ, ὅπως διευκρινίζει ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος 26. Ἐν τούτοις, ἐφ’ ὅσον οἱ ἅγιες Εἰκόνες ἔχουν τόσο μεγάλη πνευματικὴ σημα­ σία καὶ ἀξία, ἐντὸς τῶν Ὀρθοδόξων πλαισίων, ἀποτελοῦν δηλαδὴ «θύρες» οὐρανίου πραγματικότητος, ἀγωγοὺς Χάριτος, φορεῖς θείας Ζωῆς, δυνατό­ τητες λυτρωτικοῦ προσευχητικοῦ διαλόγου, ἀνακαινιστικῆς σχέσεως καὶ παροχῆς θείας Δωρεᾶς, εἶναι αὐτονό­ ητη ἡ τιμητικὴ θέσις, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑψηλὴ εὐθύνη τῶν Ἁγιογράφων, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν· ἐπιτελοῦν χα­ ρισματικὴ ἐκκλησιαστικὴ ὑπηρεσία καὶ διακονία καὶ κυριολεκτικὰ «δέονται» κατὰ τὴν ἱστόρησι τῶν εἰκονογραφικῶν τους ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐνδύονται δύναμιν ἐξ ὕψους, θείαν Χάριν καὶ θαυμα­ τουργικὴν Ἄκτιστον Ἐνέργειαν! Ἀλλὰ καὶ πόση προσοχὴ καὶ συναίσθησις ἀπαιτεῖται στὴν ἀνάρτησι, χρῆσι, μεταχείρησι, στάσι καὶ θεώρησι τῶν ἱερῶν Εἰκόνων ἀπὸ ὅλους μας, ἄν ἐπιθυμοῦμε τὴν θεία εὐλογία τους καὶ ὄχι τὴν ἀποστροφὴ καὶ ἀποδοκιμασία τους! 4. Οἱ θαυματουργὲς Εἰκόνες στὴν ἱστορία καὶ τὸ παρὸν Σημειώσαμε, ὅτι ὅλες οἱ ἱερὲς Εἰκόνες, ἐφ’ ὅσον φέρουν καὶ αἰσθητοποιοῦν ὀρθοδόξως τὴν Χάριν καὶ Ἐνέργειαν τῶν πρωτο­ τύπων τους, εἶναι θαυματουργές. Ὅμως, δὲν ἐκδηλώνουν ὅλες
8

οἱ ἅγιες Εἰκόνες τὴν θαυματουργικότητά τους, ἐνῶ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς χαρακτηρίζονται εἰδικῶς καὶ καθιερώνονται ὡς «θαυμα­ τουργές», διότι ἐκδηλώνουν πολλὰ καὶ συνεχῆ θαύματα, ὅπως: ἰάσεις ἀσθενειῶν, θεραπεῖες δαιμονισμένων κλπ, ἤ ἐπιδεικνύουν θαυμαστὰ σημεῖα, ὅπως μυροβλυσία, ροὴ δακρύων ἤ αἵματος, εὐωδία, κίνησι, κτῦπο, αὐτόματη μεταφορὰ ἀπὸ ἕνα σημεῖο σὲ ἄλλον τόπο κλπ. Ἄλλες, χαρακτηρίζονται ὡς «Ἀχειροποίητες», διότι σχηματίσθηκαν χωρὶς ἀνθρώπινη ἐπέμβασι, ἄλλες λυτρώ­ νουν ἀπὸ κινδύνους, ὅπως ἐπιδρομὲς ἐχθρῶν, ἐπιδημίες ἀσθε­ νειῶν κλπ. Ἡ ἐπιτέλεσις θαύματος ἀποτελεῖ συνήθως ἀπάντησι τοῦ Θεοῦ στοὺς προσερχομένους στὴν Εἰκόνα μὲ πίστι. Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ θαυματουργεῖ πάντοτε, εἴτε ἄμεσα, εἴτε ἔμμεσα διὰ κάποιου Ἁγίου 27. Ἡ θαυματουργία πάντως τῶν ἁγίων Εἰκόνων, ἀποτελεῖ συγκα­ τάβασι τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὴν ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀποβλέπει στὴν σταθεροποίησι τῆς Πίστεώς τους, ἀλλὰ καὶ στὴν φανέρωσι τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ 28. Ἐπίσης, ἡ θαυματουργία μέσῳ τῶν ἱερῶν Εἰκόνων σχετίζε­ ται σὲ μεγάλο βαθμὸ καὶ μὲ τὴν «εὔνοια» ποὺ ἐπιδεικνύ­ ει ὁ Θεὸς ἤ γενικὰ τὸ εἰκονιζόμενο πρόσωπο (Θεοτόκος, Ἅγι ος) στὴν προσφορὰ πίστεως καὶ εὐσεβείας αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀφιερώνει τὴν Εἰκόνα 29. Ἡ εὐλογημένη ἐμπειρία θαυματουργίας τῶν ἱερῶν Εἰκόνων ἔχει καταγραφῆ ἀπὸ παλαιὰ στὴν Παράδοσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καὶ ἔχει γίνει δεκτὴ καὶ ἀπὸ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας τοῦ 787 καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ πιστὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν βέβαια καὶ μεμονωμένα κρούσματα ἀγυρτείας, δηλαδὴ δημιουργίας ψευδῶν θαυματουργιῶν μέσῳ εἰκόνων γιὰ ἐκμεταλλευτικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ αὐτὰ ψέγονται καὶ καταδικάζονται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέτουν σὲ ἀμφισβήτησι τὰ ὄντως ἀληθῆ καὶ βεβαιωμένα θαύματα τῶν ἁγίων Εἰκόνων. Γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἱερὰ ἱστορία γιὰ τὰ θαύματα τῆς Ἀχειροποιήτου Εἰκόνος τοῦ «Ἁγίου Μαν­ δηλίου», περὶ τῆς θεραπείας δι’ Αὐτοῦ τοῦ ἀνιάτου νοσήματος τοῦ Βασιλέως τῆς Μεσοποταμίας Ἀβγάρου καὶ τῆς ἀποκρού­ σεως τῆς πολιορκίας τῆς πρωτευούσης τοῦ
9

κράτους Ἐδέσσης ἀπὸ τὸν Πέρση Ἡγεμόνα Χοσρόη τὸ 615, διὰ τῆς λιτανεύσεως Αὐτοῦ στὰ τείχη τῆς πόλεως30. Ἐπίσης, παρόμοια ἀπόκρουσι πολιορκίας ἐπετεύχθη τὸ 626 διὰ τῆς Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος, ὅταν ἡ Κωνσταντινούπολις λυ­ τρώθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους 31 καὶ καθιερώθηκε ἔκτοτε ὁ γνωστὸς καὶ ἀγαπητὸς «Ἀκάθιστος Ὕμνος» τῆς Παναγίας μας, ὁ ὁποῖος ψάλλεται καὶ ἀπαγγέλεται μέχρι τῆς σήμερον. Ἀκόμη, ἡ Ἱερὰ Παράδοσις δέχεται τὸν Ἀπόστολο καὶ Εὐαγ­ γελιστὴ Λουκᾶ ὡς Εἰκονογράφο ἱερῶν Εἰκόνων τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Θεοτόκου καὶ δὲν ἔχουμε κανένα λόγο νὰ μὴ δεχώμαστε αὐτὴν ὡς σεβαστὴ καὶ ἔγκυρη 32. Ἡ Εἰκονογραφία, ὡς ἱερὰ τέχνη τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὡς Θεολογία Αὐτῆς διὰ χρωμάτων, εἶχε καθιερωθῆ ἔκτοτε καὶ γνώρι­ σε ἰδιαίτερη ἀνάπτυξι ἰδίως μετὰ τὸν θρίαμβο τῶν ἱερῶν Εἰκόνων ἐπὶ τῆς φρικτῆς εἰκονομαχίας, ἔφθασε δὲ στὸ ἀπώγαιό της μὲ ἔργα θαυμαστῶν Εἰκονογράφων, ἐν πολλοῖς ἀγνώστων ἤ πολὺ ὀλίγο γνωστῶν, κατὰ τοὺς ἑπομένους αἰῶνες στὴν δεύτερη χιλι­ ετία· ἡ δὲ παρατηρούμενη ἄνθισι τῆς Ὀρθοδόξου Εἰκονογραφίας στὶς ἡμέρες μας ­μετὰ μάλιστα μία περίοδο ἀλλοτρίων ἐπιδράσε­ ων εἰς αὐτήν­ τόσο σὲ θεωρητικὸ ὅσο καὶ σὲ πρακτικὸ ἐπίπεδο, δύναται νὰ θεωρηθῆ ὡς μία ἰδιαίτερη θεία εὐλογία καὶ εὔνοια καὶ ὀφείλεται εὐχαριστία καὶ δόξα στὸν Κύριο καὶ Θεό μας γιὰ τὴν Δωρεὰ αὐτὴ τῆς Χάριτός Του! 5. Οἱ Εἰκόνες τῆς Θεομήτορος ὡς ἀποκορύφωμα θαυματουργίας Οἱ ἅγιες Εἰκόνες τῆς Παναγίας μας Κυρίας Θεοτόκου, ἀποτε­ λοῦν πράγματι γιὰ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους πιστούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, πηγὴ Μητρικῆς εὐλογίας, ἰάσεως καὶ εὐεργεσίας, ἐφ’ ὅσον μάλιστα μετὰ τὴν Κοίμησι καὶ τὴν εἰς Οὐρανοὺς Μετάστασί Της δὲν ὑπάρχουν στὴν πονεμένη γῆ Λείψανά Της, ἐκτὸς τῆς Ἁγίας Ζώνης Της. Ἡ δύναμις τῆς Θεομητροπρεποῦς Χάριτός Της ἀκτινοβολεῖ διὰ τῶν ἱερῶν Εἰκόνων Της, οἱ ὁποῖες ἐκχέουν ἀφθονοπάροχα τὸ θεῖον καὶ πλούσιον Ἔλεος. Οἱ θαυμαστὲς ἀποκαλύψεις θαυματουργῶν Εἰκονισμάτων Της εἶναι ἄπειρες, σὲ πάρα πολλὰ μέρη, τὰ Προσκυνήματα ποὺ δη­ μιουργήθηκαν ἐξ αἰτίας τούτων εἶναι ἀμέτρητα, οἱ δὲ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις καὶ ἐπενέργειές Της συγκλονιστικές!
10

Νὰ ἀναφέρουμε μόνον τὶς θρυλικὲς Εἰκόνες Της στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπως τῆς Πορταϊτίσσης, τοῦ Ἄξιόν Ἐστιν ἤ τῆς Γορ­ γοεπηκόου; Νὰ ἀπαριθμήσουμε τὰ θαυ­ ματουργικά Της Εἰκονίσματα στὴν Ἑλλάδα (Προυσοῦ, Μεγάλου Σπηλαίου, Τήνου, Μαλεβῆς κλπ.), στὴν Κύπρο, στὴν Μέση Ἀνατολή, στὰ Βαλκάνια, στὴν Ρωσία, στὴν Δύσι, στὴν Διασπορά; Ἔχουν γραφῆ περὶ τούτων Τόμοι ὁλόκληροι καὶ δὲν θὰ παύ­ σουν νὰ γράφωνται, διότι ἡ Θεομητορικὴ Χάρις Της εἶναι ἀστεί­ ρευτη καὶ ἡ Ἀγάπη Της γιὰ τὸν κόσμο ἀνείπωτη, ἀπερινόητη καὶ ἀπροσμέτρητη! Θὰ ἤθελα νὰ κλείσουμε μὲ δύο σχετικὰ σύγχρονα θαύματά Της, σχετιζόμενα ὄχι μὲ σωματικὲς θεραπεῖες ἀσθενειῶν, ἀλλὰ μὲ ἐπενέργειες θαυμαστὲς παρηγορίας, ὑπομονῆς καὶ ἐλπίδος. Γνωστὸς χαρισματικὸς Ἁγιορείτης Γέροντας στὴν Ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πρὸ πεντηκονταετίας περίπου, διηγήθηκε σὲ Ὑπο­ τακτικό του μία ἐκ τῶν θαυμαστῶν Θεομητορικῶν ἀντιλήψεων, ὅταν προσέφυγε ἔνδακρυς στὴν ἁγία Εἰκόνα Της στὸ Ναΰδριο τοῦ Κελλιοῦ του, παρακαλῶν νὰ τὸν λυτρώση ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων ποὺ ἀντιμετώπιζε: «Καὶ ὅπως βρισκόμουν συγκεντρωμένος καὶ κλαίων μπροστὰ στὴν Εἰκόνα Της, αἰσθάνθηκα -ὅπως καὶ ἄλλοτε- τὴν παρουσία τῆς ἀντιλήψεώς Της. Καὶ καθὼς ὁ χῶρος στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἐκκλησίτσας ἐκείνης ἦταν στενός, βλέπω ἄστραφτε φῶς ἡ εἰκόνα Της καὶ μετὰ ἔλαβε διαστάσεις κανονικὲς ἡ θεία Της μορφὴ καὶ δὲν ἦταν πλέον εἰκόνα, ἀλλὰ ζωντανή, ὁλόσωμη, ὑπέρφωτη, ἡλιόμορφη, μὲ τὴν πάντοτε διπλῆ Της ἰδιότητα: Μητροπαρθενική. Εἶδα δὲ ὁ ταπεινὸς τόσον, ὅσον ἐπέτρεπε ἡ θνητότης μου καὶ μὲ σεβασμὸν ἔκλινα πρὸς τὴν γῆν, μὴ μπορώντας ἄλλο νὰ ἀτενίσω, γιατὶ τὸ Πανάγιον Βρέφος Της -ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς μας- κρατούμενος στὴν ἀγκάλη Της ἄστραφτε ὑπὲρ τὸν ἥλιον, κατὰ τὸ θεοπρεπὲς μεγαλεῖο Του, ποὺ γέμισε τὴν εὐτέλειά μου μὲ τὴν ἀγάπη Του, ὥστε ἀγνοοῦσα ἐντελῶς τὸν ἑαυτό μου καὶ μόνον θαύμαζα. Τότε ἄκουσα τὴν μυρίπνοη λαλιά Της καὶ
11

ὑπὲρ μέλι γλυκυτάτη νὰ μοῦ λέγη: - Δὲν σοῦ εἶπα νὰ ἔχης τὴν ἐλπίδα σου σὲ μένα; Γιατί ἀποθαρρύνεσαι; Νά, πάρε τὸν Χριστόν! Καὶ ἅπλωσε τὴν μακαρία Της ἀγκάλη πρὸς ἐμὲ καὶ τὸ Πανάγιον Βρέφος μὲ πλησίασε, ὅσο ποὺ νὰ μπορῆ ἄνθρωπος νὰ τὸ φτάση! Μὴ τολμώντας ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἔκπληξί μου καμμιὰ κίνησι, ἅπλωσε ὁ Πανάγαθος Ἰησοῦς μας τὸ χεράκι Του καὶ μὲ χάϊδεψε τρεῖς φορὲς στὸ μέτωπο καὶ στὸ κεφάλι! Καὶ γέμισε ἡ ψυχή μου ἀγάπην ἀμέτρητη καὶ φῶς, ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ σταθῶ πλέον στὰ πόδια μου. Ἔπεσα κάτω καὶ μὲ πόθο καὶ δάκρυα φιλοῦσα τὸ μέρος, ὅπου στεκόταν ἡ πάντων Ἄνασσα, γιατὶ ἐπανῆλθε πάλι πίσω στὴν εἰκόνα Της καὶ ἄφησε σὲ μένα τὴν παρηγορία καὶ εὐωδία Της, γιατὶ εὐωδίαζε γιὰ πολὺ καιρὸ τὸ μέρος αὐτὸ ποὺ εἶχε πατήσει, ἐνθυμίζοντάς μου συνεχῶς τὴν μακαρίαν Της ὑπόσχεσι!» 33. Μιᾶς γυναικός, πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, ἀρρώστησαν καὶ οἱ δύο κόρες της ἀπὸ μία σπάνια ἀσθένεια, ποὺ τὶς ἔφερε παράλυσι καὶ καταστροφὴ ζωτικῶν ὀργάνων. Μαζὶ μὲ τὸν σύζυγό της καὶ τὰ δυὸ παιδιὰ σὲ ἀναπηρικὰ καρότσια, πῆγαν νὰ λειτουργηθοῦν μία Κυριακὴ στὴν ἱστορικὴ Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Φανερωμένης στὸ Χιλιομόδι Κορινθίας, ὅπου ἡ ἐξαίσια θαυματουργὴ Θεομητορικὴ Εἰκόνα. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θ. Λειτουργίας, ὁ πατέρας πῆρε τὰ παιδιὰ στὸ αὐτοκίνητο, ἀλλὰ ἡ μητέρα γονάτισε μπροστὰ στὸ θαυματουργὸ Εἰκόνισμα τῆς Παναγίας, γιὰ νὰ προσευχηθῆ. Ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ ἀνήσυχος ὁ ἄνδρας της ζήτησε ἀπὸ τὶς Μοναχὲς νὰ καλέσουν τὴν γυναῖκα του γιὰ νὰ ἀναχωρήσουν. Μία Μοναχὴ τὴν πλησίασε καὶ τῆς πρότεινε νὰ σηκωθῆ γιὰ νὰ πάη στὰ παιδιά της ποὺ τὴν περίμεναν. Καὶ τότε ἡ γυναίκα συγ­ κλονισμένη, ἀπεκάλυψε ὅτι εἶχε μία θεία ἐπίσκεψι. Ἐνῶ ἔκανε τὰ παράπονά της στὴν Παναγία μας, μὲ τὸ ἀμείλικτο ἐρώτη­ μα «γιατί καὶ τὰ δυό μου παιδιά;», εἶδε τὴν Παναγία Φανερωμένη νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ Εἰκόνισμά Της καὶ κινώντας τὴν ἄχραντη Κεφαλή Της τὴν ἄκουσε καθαρὰ νὰ λέγη: «Τὸ δικό μου, γιατί;»!!!... Ἔκτοτε, ἡ γυναῖκα ἐκείνη οὐδέποτε εἶπε πλέον «γιατί», ἀλλὰ σήκωσε καὶ προφα­ νῶς σηκώνει ἀγόγγυστα τὸν σταυρὸ ποὺ τῆς χάρισε ὁ Κύριος 34.
12

* * * Εἴθε, ἡ συναίσθησίς μας σχετικὰ μὲ τὶς δωρεὲς τῶν θείων Εἰκό­ νων νὰ ὡριμάζη καὶ ἡ ἀγάπη μας γιὰ τὸν Θεό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους, μέσῳ τῶν θαυμαστῶν ἱερῶν Εἰκόνων Τους, νὰ καλ­ λιεργῆται καὶ νὰ αὐξάνη, γιὰ τὴν πνευματική μας ὠφέλεια καὶ πρόοδο, καὶ τὴν βίωσι τοῦ θαύματος τῆς σωτηρίας μας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Ἀμήν!
1. Βλ. Τὸ Ἀρχοντόπουλο τῆς Παραμυθιᾶς καὶ ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀναστάσιος Ἅγιοι ἐξ Ἀγαρηνῶν Α΄, ἔκδ. Σταυροπηγιακῆς καὶ Συνοδικῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Ἀττικῆς 2005, σελ. 52­55· ἐπίσης, Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Τόμος ΙΑ΄, Μὴν Νοέμβριος, ἔκδ. ε΄, Ἀθῆναι 1998, σελ. 537­538. 2. Βλ. Τὸ Ἀρχοντόπουλο..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 56­64, 91­92· Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς..., ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 538­539. 3. Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Τόμος Ι΄, Μὴν Ὀκτώ­ βριος, ἔκδ. στ΄, Ἀθῆναι 2000, σελ. 226. 4. Αὐτόθι, σελ. 227. 5. Ψαλμ. ρμη΄ 5. 6. Πρβλ. Ἑβρ. α΄ 6. 7. Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς Ἐπισκόπου Ἀχρίδος, Ἑκατὸν Πέντε Κεφάλαια περὶ Θαυμάτων (Κεφ. 40), στὸ Ἐμπνευσμένα Κείμενα Ὀρθοδόξου Πνευματικότητος, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 186. 8. Δοξαστικὸν Ἀποστίχων Μ. Ἑσπερινοῦ Σαββάτου, Ἦχος β΄, Παρακλητικὴ ἤτοι Ὀκτώηχος ἡ Μεγάλη, ἐκδ. οἶκος Βασιλείου Ρηγοπούλου, ἄ.χ., σελ. 191. 9. Κωνσταντίνου Κορναράκη, Ἡ Θεολογία τῶν ἱερῶν Εἰκόνων κατὰ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, ἐκδ. Ἐπέκταση, Κατερίνη 1998, σελ. 203­204 (ὅπου καὶ οἱ σχετικὲς παραπομπὲς στὰ ἔργα τοῦ Ὁσίου). 10. Αὐτόθι, σελ. 207. 11. Αὐτόθι, σελ. 214 (Μansi τ. 13, στλ. 257D). 12. Κατὰ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο, «ἡ εἰκὼν εἶναι πάντοτε ἀνομοία τοῦ πρωτοτύπου ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, εἶναι ὁμοία μὲ αὐτὸ ὡς πρὸς τὴν ὑπόστασιν καὶ τὸ ὄνομα. Εἰς τὰς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ παρίσταται ὄχι ἡ θεία ἤ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις Του, ἀλλὰ ἡ ὑπόστασις τοῦ ἐνσαρκωμένου Λόγου» (Βλαδιμήρου Λόσκι, Ἡ Θέα τοῦ Θεοῦ, ἐκδ. Βασιλείου Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 181). Βλ. καὶ Κωνσταντίνου Κορναράκη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 227. 13. Ὁσίου Θεοδώρου Στουδίτου, Ἀντιρρητικὸς Γ΄, ΡG τ. 99, στλ. 405Β. 14. Κωνσταντίνου Κορναράκη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 234 (ὅπου καὶ οἱ παραπομπὲς στὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο). 15. Αὐτόθι, σελ. 235. 16. Αὐτόθι, σελ. 236­237. 17. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ἡ Θεολογία τῆς Εἰκόνας καὶ ἡ Ἀνθρωπολογικὴ Σημασία της, Διατριβὴ ἐπὶ Διδακτορίᾳ, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 158. 18. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Πρῶτος Ἀπολογητικὸς Πρὸς τοὺς
13

Διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας, § ιθ΄, ΡG τ. 94, στλ. 1249D. 19. Αὐτόθι, § κ΄. 20. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Τρίτος Πρὸς τοὺς Διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας, § λδ΄, ΡG τ. 94, στλ. 1353. 21. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Πρῶτος Ἀπολογητικὸς Πρὸς τοὺς Διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας, § κ΄, κα΄, ΡG τ. 94, στλ. 1252. Βλ. ἐπίσης Μάρκου Σιώτου, Ἱστορία καὶ Θεολογία τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1990, σελ. 216. 22. Leonid Οuspensky, «Σκέψεις γιὰ τὸ μέλλον τῆς Εἰκονογραφίας», περιοδ. «Σύνορο», Νο 36/Χειμῶνας 1965, σελ. 87. 23. Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, Κεφ. ΙΗ΄, § με΄, ΡG τ. 32, στλ. 149CD (ΒΕΠΕΣ, τ. 52, σελ. 269). 24. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Τρίτος Πρὸς τοὺς Διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας, § μα΄, ΡG τ. 94, στλ. 1356. 25. Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Μansi τ. 12, στλ. 1090C· Βλ. καὶ Δημητρίου Τσελεγ­ γίδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 160. 26. Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Μansi τ. 13, στλ. 225Α· Βλ. καὶ Δημητρίου Τσελεγ­ γίδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 161. 27. Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος Τρίτος Πρὸς τοὺς Διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας, § λγ΄, ΡG τ. 94, στλ. 1352D· Βλ. καὶ Δημητρίου Τσελεγγίδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 165. 28. Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Μansi τ. 13, στλ. 125ΒC· Βλ. καὶ Δημητρίου Τσε­ λεγγίδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 165. 29. Δημητρίου Τσελεγγίδη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 167 (ὅπου καὶ Πατερικὲς καὶ Συν­ οδικὲς παραπομπές). 30. Μάρκου Σιώτου, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 203­204. 31. Αὐτόθι, σελ. 204. 32. Αὐτόθι, σελ. 81­86. 33. Βλ. Ἀρχιμ. Θεοφυλάκτου Μαρινάκη, Θαυματουργὲς Εἰκόνες τῆς Παναγίας στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔκδ. β΄, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 279­280. 34. Βλ. Ἱερὰ Πατριαρχικὴ Μονὴ Παναγίας Φανερωμένης Χιλιομοδίου (Κορινθίας), Χιλιομόδι 2010, σελ. 25­26.

14

More From This User

Comments
Load more