The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130707185518/http://www.scribd.com:80/doc/47492434/%CE%92%CE%9B-%CE%A6%CE%95%CE%99%CE%94%CE%91-%CE%95%CE%9A%CE%9A%CE%9B%CE%97%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%A3%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97-%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%9F%CE%A1%CE%99%CE%91-%CE%91
Read without ads and support Scribd by becoming a Scribd Premium Reader.

ΒΛ. ΦΕΙΔΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Α

ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΩ. ΦΕΙΔΑ

ΚΑ8ΗrοτΟΥ~ΟΥΑ8ΒΝΩΝ

ΔΕΥfΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΑθΗΝΑΙ1994

I

9

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ή συσrηματική καί άντικειμεvική παρουσίαση τού ίοτορικού βίου

τής

Έκκλησίας ύπijρξε πάντοτε καί παραμέvει έξαιρετικά δύσκολο

έyχείρημα γιά πολλούς λόγους. Σημαντικότεροι θά μπορούσαv vά θεω­

ρηθούv: ΠQώτον, ή lλλειψη τώv άvαγκαίωv πηγώv γιά πολλές κρίσιμες

καί μεταβατικές περιόδους τού έκκλησιαοτικού βίου. ΔεύτεQΟV, οί έσω­

τερικές άντιφάσεις τώv πηγώv, οί όποίες ύπηρετούv τίς ποικίλες τάσεις

κατά τήv έρμηvεία καί τήv άξιολόyηση τής ίοτορικής γεvετικής οτήv

έξέλιξη τώv διαφόρωv γεγοvότωv. ΤQίτον, οί fντοvες όμολοyιακές εύ

αισθησίες τής παλαιότερης fρευvας γιά τήv άξιοποίηση τώv άντιφάσεωv

ή καί τώv άσαφειώv τώv πηγώv πρός τήv κατεύθυvση μιάς έρμηvευτικijς

δικαιώσεως τώv όμολογιακώv τους έπιλογώv ή διαφοροποιήσεων. Τέ­

ταQ"Cον, τό εύρύτατο θεματολόγιο τής ίοτορικής ύλης, τό όποίο, παρά

τήv έπί μέρους ή κατά θέματα έπισrημολογική του αύτοvόμηση, λειτουρ­

γεί πάvτοτε σέ άρρηκτη συvάφεια πρός τίς γεvικότερες μεταβολές τού

έκκλησιασrικού βίου μέ ουvέπεια vά προσδιορίζεται ή καί vά προσδιο­

ρίζη τό βαθύτερο vόημα τώv ίοτορικώv γεγοvότωv. Πέμπτον, ή άvτικει­

μεvική δυαχέρεια άρμοvικής καί πλήρους έποπτείας τής παράλληλης

άvαπτύξεως δλωv τώv έπί μέρους πτυχώv τού έκκλησιαοτικού βίου γιά

vά εlvαι ύπεύθυvη καί όρθότερη ή fvταξή τους οτά αύθεντικά κριτήρια

άξιολογήσεως τού ίοτορικού γίyvεαθαι.

Οί άvτικειμεvικές αύτές δυαχέρειες προσδιόρισαν σέ μεγάλο βα

θμό τόσο τήv οίκοvομία τής ύλης, δσο καί τήv είδικότερη άvάπτυξη τώv

θεμάτωv έκείvωv, τά όποία συγκέντρωσαν τή μεγαλύτερη εύαιαθησία

τής vεώτερης ίοτορικής fρευvας. Ή μεθοδολογία τής έκθέσεως έπηρεά­

αθηκε άvαπόφευκτα άπό τήv lκταση τής ύλης, γι' αύτό καί τελικά

άποφύγαμε τή διαλεκτική τώv έκτεvώv παραπομπών, οί όποίες θά

έπιβάρυvαv τόv δyκο τού lρyov, άφού fχουv ήδη καλυφθή τόσο οτό

δίτομο lρyo μαςγιά τόv θεσμό τής Πεvταρχίαςτώv πατριαρχώv, δσο καί

οτίς άλλες είδικότερες πραγματείες. Προτιμήσαμε τήv ούvδεση τής

ίοτορικής ύλης μέ έπιλεγμέvες άvαφορές οτίς πηγές, οί όποίες κρίθηκαv

χρησιμότερες γιά τήv έπιβεβαίωση τώv κριτικώv ίοτορικώv άξιολοyή­

σεωv. Ή γλωσσική σύμβαση δέv εlvαι άσχετη πρός τήv άvάγκη μιάς

ο

ιλωσσικής συνέχειας μεταξύ τώv πηγών καί τής ίστορικής άναλύσεως,

:ιίαθάνομαι δέ τήν άνάyκη νά εύχαριστήσω τούς έκλεκτούς συνεργάτες

επυρ. Κοvτογιάννη ~θαν. Κάρμη καί Βαα. Καραγιώργο γιά τήν πρό­

'fυμη καί τήν όλόθυμη συμβολή τους στήν προετοιμασία καί στήν έπιμέ­

\.εια τής γλωσσικής αύτής συμβάσεως δπως έπίσης καί τόν έκλεκτό

~πιστήμονα ~ νδρέα Τσούχλαρη γιά τήν έπαχθή τεχνική ύποστήριξη τής

έκδόαεως.

Εlναι εύνόητο δτι τό άνά χείρας fργο δέν διεκδικεί έξαvτλητική

πληρότητα η άπόλυτη άναλογία άναπrύξεως δλων τών έπί μέρους θεμά­

των.

·Αλλωστε, ή λογική τής ύλης δέν άyvόησε τήν εύαισθησία τής

δμολογιακής προβληματικής τώv σύγχρονων διμερών καί πολυμερών

θεολογικών Διαλόγων, τό μεγαλύτερο μέρος τής όποίας θεμελιώνεται

στήν διαφοροποίηση τής έρμηνευτικής άξιολοyήσεως τών ίστορικών

κριτηρίων η γεγονότων τής πρώτης κυρίως περιόδου τού ίστορικού βίου

τής Έκκλησίας. Ή άνάπτυξη τών ίστορικοκριτικών άναλύσεων θεμε­

λιώνεται σέ πολλές περιπrώαεις στήν ύφέρπουσα άξιοποίηση ώς πρό­

σθετου μεθοδολογικού κριτηρίου τής κανονικής συνειδήσεως τών ύπευ­

θύvωv γιά τήν άvτιμετώπιση τών κατά περιόδους έκκλησιαστικών κρί­

σεων. Ή εύvόητη παραθεώρηση τού κανονικού κριτηρίου τόσο άπό τήν

προτεσταντική, δσο καί άπό τή ρωμαιοκαθολική ίστορική fρευνα άνα­

δεικvύει τήν κατά θέματα ίδιαιτερότητα τής έρμηνείας τών πηγών τής

Έκκλησιαστικής Ίοτορίας.

ΒΑ. ΙΩ. ΦΕΙΔΑΣ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

9

ffiN.AΚA.Σ ΠΕΡΙΕΧΟΜΈΝΩΝ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

11

ΕΙΣΑΓΩm . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

17

ΜΕΡΟΣΠΡΩΤΟ

Α'. ΙΔΡΥΣΗ τΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ

ΧΡΙΣΠΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ τΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

1. ·1δρυση τής 'Εκκλησίας καί ή χριστιανική κοινότητα τών

Ίεροσολύμοw . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

29

2. Διάδοση τού Χριστιανισμού σtά lθνη. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . • . . . .

38

3. θεία λατρεία και πνευμmικός βίος κmά τήν άποσtολική έποχή. . . .

51

Β'. ΤΟ ΠΟΛΠΕΥΜΑ τΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΦIΠΩΝ

1. Ή περί τό θέμα προβλημmική σtήν Καινή Διαθήκη. . . . . . . . . . . . . .

59

2. Ή Διδαχή καί ή περί τήν τάξη τών προφητών παράδοση τής πρώιμης

μεταπ<ΧJtολικής έποχής. . . . . . . . . . . • . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

71

3. Ή διαδοχή τής "λειτουργίας" τών άποοtόλων κmά τήν Α' Κλήμεντος.

78

α'. Ό Κλήμης καί ή αύθεντία του . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

78

β'. Ή άποσtολική λειτουργία τής "έπι.οκοπής" καί τά "δώρα" τής

τοπικής έκχλησtας . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . • . . . . .

80

γ·. Ό χαρακτήρας τής lριδας σtήν Κόρινθο καί οι όργανωτικές

δομές τής τοπικής έκκλησίας. • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • •

86

δΌ Οί "δεδοκιμασμένοι" και οι "έλλόγιμοι" τής Α' Κλήμεντος . . . . .

91

4; οι περί τής μεταβάσεως όπό τσν "προφήτη" σtόν "έπίσκοπο" μαρt'U·

ρίες τής γραμμmείας τής μεταποσtολικής έποχής. . . . . . . . . . . . . . . . 101

5. Γενικά συμ.περάσματα. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 109

12

Γ'. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΠΑΝΙΣΜΟΥ ΣτΗ ΡΩΜΑΪΚΗ

ΑvτΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

1. Ή νομική θέση τών χριστιανών και ot πρώτοι διωγμοί ........... .

α'. Ή νομική θέση τών χριστιανών. . ......................... .

β .. Οί πρώτοι διοημοί. • ••••••••••••••••.••••••••••••••••.•••

2. Οί γενικοί διωγμοί τού r · καί τού Δ' αίώνα. • ••.••••••••••••••••
3. Θετικές και άρνητικές συνέπειες τών διωγμών. . ............... .

α'. Θεωρητικοί πολέμιοι τού Χριστιανισμού ................... .

β'. 'Απολογητική έκκλησιαστική γραμματεία .................. .

γ'. Μάρτυρες καί ΠεΠtωκόtες (Lapsi) .••••••.•••••.•••••••••••

Δ'. ΤΑΣΕΙΣ ΝΟΘΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΠΑΝΙΣΜΟΥ

1. ΜΟ'Vtανισμός. . ............................................ .
2. Χιλιασrικές δοξασίες. . ..................................... .
3. fν(Ι)(Jtικισμός ............................................. .

α·. Σίμιι>ν ό Μάγος ......................................... .

β'. Κήρινθος .............................................. .

γ'. Μένανδρος καί Σατορνείλος. . ........................... .

δ'. Βασιλείδης. . .......................................... .

ε · . ΟίJαλεντί νος . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

στ·. Μαρκί(ι)V. . ........................................... .

ζ'. Μανιχαϊσμός .•••••••••••••••••••••••••••••••••••••••• ~ •••

4. Συι.ιπεράσμmα. • t •• t ••• I

• t • t •••• t I

• I

•• I

•• I

t I

••• I

t ι

ι

• I

•• I

•••

Ε'. ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣτΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΝΟτΗτΑ

τΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ι. ΔιάΟΟιτη τού ΧρL(J'tιανισμού. . ........ I

••••••• I

I

••••• I

• I

I

•••••

2'Ε'

-·Εκλ'

0

νοτητα της

κ

ησιαςΙ ι

ι

ι

I

Ι

I

I

ι

ι

Ι

Ι

Ι

Ι

Ι

Ι

Ι

Ι ι

ι

ι

Ι

Ι

Ι

Ι

Ι

Ι ι

ι

ι

ο

ι

Ι Ο

Ι Ι

ο

α'. 'Οργάνωση τής τοπικής έκκλησίας. . ...................... .

β'. Κανόνας τής Καινής Διαθήκης ............................ .

γ'. Σύμβολα πίστεc:ι>ς.

. .. , ...................................... .

δ·. Ή ένόtητα τής 'Εκκλησίας στόν έπίσκοπο καί στή θεία εύχαριστία.

3. Χειροτονία τών έπισκόπων καί συνοδικός θεσμός ............... .
4. Τά Πρεσβεία τιμής τών θρόνων καί ό θρόνος τής Ρώμης ......... .

α·. Τά πρεσβεία τιμής ..................................... .

β'. Τά πρεσβεία τής έκκλησίας τής Ρώμης .................... .

5. ·ο ίερός κλήρ<>ς. Ο

Ι

Ι ο ο ο

Ι

ι

Ι

Ι

ο I

Ι

Ο

I

I

I

I

Ι

I

I

Ι

I

Ι

I

I

Ι

Ο Ι

ι

Ι

ι

ο

ι

ι

ο

ι

ο

ο

ο

ι

ι

ι

ι

ΣΤ'. Η ΠΕΡΙ ΛΟΓΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ τΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΜΕΤΑΞΥ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΕτΕΡΟΔΟΞΙΑΣ

1. Άντιγνωστική έκκλησιαστική γραμματεία. . ................... .

α'. Άντιρρητικός χαρακτήρας τής έκκλησιαστικής γραμμmείας. . .

β'. Άντιγνωστικοί έκκλησιαστικοί συγγραφείς τού Β' αίώνα ..... .

γ'. Άντιγνωστική γραμματεία τής σχολής τής "Αλεξανδρείας .•••••

114
114

120
124
129
129

133
138

142
149

151

153

154

154

156

158

159

163
166

170
179
179
180

181
183

190
194
194
197

208

220

220
224

227

13

2. Ή περί Λό'yοο διδασκαλία καί 6 Μοναρχιανισμός. , , . . . . . . . . . . . . 233

α'. Ή άνάπτuξη τής περί Λό'yοο διδασκαλίας. . ............... , . 233

β·. ·ο Μοναρ'χιανισμός'.

. . . . • . • . . . • . . . . . . . . • . . . • • . . . . . . . . . . . 240

ι) Τροπικοί μοναρχιανοί καί Σαβελλιανισμός. . . . . . . . . . . . . . . . 24ι

2) Δυναμικοί μοναρχιανοί καί Παύλος ό Σαμοσατεύς. . ..... , , 244
3) Ή έριδα τών "δύο Διονυσtων".

.. . . .. .. .. . . .. . . . . . .. . . . . 246
4) Λοοκιανός 6 άποοuνάγωγος καί ή Άντιοχειανή σχολή. • . • • • 249

Ζ '. ΘΕΙΑ ΛΑΊ'ΡΕΙΑ, ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΠΚΟΣ ΒΙΟΣ

ι. Τό βάπτwμα καί οι συναφείς έριδες. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 255

2. Θεία εύχαριστία καί ή διαμόρφωση τής θείας Λειτοοργίας. . .... , . 264
3. Ό έορταστικός κύκλος καί οι έριδες τού Πάσχα. . . . . . . . . . . . . . . . . 27ι

α Ό Πασχάλιος έορταστικός κύκλος. .. . . . . . . .. .. . . . .. . . . . . .. . . . 271

β'. Σύγκρουση τών έκκλησιών Ρώμης καί Μ. 'Ασίας. • • • • • • • • • • • • 278

4. Ίερο( τόποι λιχτρείας. . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 284.

Η'. ΤΟ ΖΗτΗΜΑ τΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

1. Τό ζήτημα τής μετάνοιας καί τά προκύψαντα σχίσματα. . ........ .

α,. Σχίσμα ·ι,mολ\Jτοο. . ........ , ........................... .

β·. Τό Νοβατιανό ••.••••••••••.•••••••••••.••.••••••

γ,. Τό

• ..........••................

δ·. Τό Μελιτιανό καί τό Κολλουθιανό σχίσμα. . ................ .

ε'. Τό • ................................. .

2. Πνευματικός βίος καί άσκητικές τάσεις ........................ .

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΙΈΡΟ

Θ'. ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΠΕΙΑΣ

ι. Ή Μεταστροφή τού Μ. Κωνσταντίνοο. . ...................... .

2. Διαλεκτική άντιπαράθεση Χριστιανισμού καί έθνικής θρησκείας .. .
3. Σχέσεις 'Εκκλησίας καί Πολιτείας.

. ......................... .
4. Διάδοση τού Χριστιανωμού. . . . . , . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

α'. Διάδοση τού Χριστιανισμού στήν 'Ανατολή ................. .

β'. Διάδοση τού Χριστιανισμού στή Δύση. • ••••••••••••••••••••

Ι'. ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΉ ΣΥΝΟΔΟΣ

ι. Ό Αρειος καί ή διδασκαλία τοο. . ........................... .

α' . 'Άρε ι<>ς χαί Κόλλο\Jθος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

β'. Ή άρχική μορφή τής έριδας. . ............................ .

γ·. ·Η διΟΟσκαλια τού "Αρείοο. . ............................. .

δ'. Πηγές τής διδασκαλίας τού 'Αρείοο. . ..................... .

ε·. 'Ερμηνευτικές καί φιλοσοφικές προϋποθέσεις τής έριδας. • ••••

289
294
296
299

302

306

3ιο

319
336
345
356

358

367

377

377

382

386

390
393

14

2. Έκκλησιαmική άvτιμετώπιση τού Άρειανισμοϋ. . . . . . . . . . . . . . . . . 398

α'. ~ Αρειος καί 'Αλέξανδρος. . . • . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 398

β·. Ή σύνοδος τής 'Αλεξανδρείας (320) και οι δύο tγκύκλιες έπιστο-

λές τοο , Αλεξάνδρ• • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • 408

3. Ή Α· Οiκσυμενική σύνοδος (325). . . • • . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 413

α'. Προετοιμασία τijς συγκλήσεως τijς συνόδου. Σύνοδοι 'Αλεξαν-

δρείας (324) καί Άvτιοχείας (325). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 413

β'. Προεδρία καί συγκρότηση τijς συνόδου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 427

y'. Μέλη τijς συνόδου και 'Επισκοπικοί κατάλογοι. . . . . . . . . . . . . . . 440

δ'. Ή θέση τών άρειανοφρόνων έπισκόπων σtή σύνοδο. . . . . . . . . . 443

ε·. Ό ρόλος τών κληρικών και τών λα'ίκών σuμ~ούλων. . . . . . . . . . . 452

4. 'Αποφάσεις τijς συνόδου καί τό Σiιμβολο πίστεως. . . . . . . . . . . . . . . . 456

ΙΑ'. ΑΡΕΙΑΝΙΚΕΣ ΕΡΙΔΕΣ ΚΑΙ Η Β' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

1. Ή πρώτη περίοδος τό.Υv tρίδων (326-340). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 470
2. Ή δεύtερη περίοδος τών tρίδων (341-351). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 483
3. Ή τρίτη περίοδος τών έρίδων (351-361). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 497
4. Ή τέταρτη περίοδοςτών έρίδων (361-381). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 507
5. Ή έν Κωνσταντινουπόλει Β' Οικουμενική σύνοδος (381). . . . . . . . . 518

α'. Σ\!'{κληση, χαρακτήρας καt άποδοχή τijς συνόδου. . . . . . . . . . . . 518

β I I WΕργο τής σιJνόδc:Jι.J.

I I I I I I I Ι

I I I I I Ι

I ι

I Ι

Ι

I I I I I I I I Ο

I I I I I Ι

I Ι

I

527
1) Τό κανονικό έργο τijς συνόδου. .. .. .. . .. .. .. . . . . . . . . . . . . 527
2) Τό Σύμβολο Νικαίας-Κπόλεως. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 532
6. 'Ιωάννης ό Χρυσόστομος καί οι Ώριγενικές έριδες. • • • • • • • • • • • • • • 542

m '. ΠΕΛΑΙΊΑΝΙΣΜΟΣt ΑΥΙΌΥΣΠΝΙΣΜΟΣ
ΚΑΙ το ΠΕΡΙ θΕΙΑΣ ΧΑΡΠΟΣ ΚΑΙ ΣΩΠΙΡΙΑΣ ΖΗΠΙΜΑ

ι. Πελαγιανισμός. . .......................... I

• • • • • • • • • • • • • • • •

556

2. Α'(,γουστινισμός. . . . . . . . . . . . . . . • . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 562

3. Ήμι-πελαγιανισμός η "Ήμι-α\!'{ουστινισμός". . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 573
4. Ή έπtσημη θέση τijς Δυrικής 'Εκκλησίας. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 576

ΙΓ '. ΑΠΟΛΙΝΑΡΙΣΜΟΣ, ΝΕΣΤΟΡΙΑΝΙΣΜΟΣ

ΚΑΙ Η Γ. ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

1. Άπολιναρισμός. . . . • . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 582
2. Ή ΆVτιοχειανή θεολογία καί 6 Νεστοριανισμός. . . . . . . . . . . . . . . . . 591
3. Κύριλλος 'Αλεξανδρείας καί ή 'Αλεξανδρινή παράδοση. .. . . . . . . . . 591
4. Σύγκρουση Άντιοχειανijς και 'Αλεξανδρινής θεολογίας. Ή Οίκου-

μενική cτίJνοδος ( 431 ). • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • • 604

ΙΔ '. ΜΟΝΟΦΥΣffiΣΜΟΣ ΚΑΙ Η Δ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

ι. "Ερμηνευrική διαφωνία έπί τού "Ορου τών Διαλλαγών. . . . . . . . . . . . 620

2. Εύτυχιανικός Μονοφυσιτισμός και ot σύνοδοι Κπόλεως ( 448) καί

15

Έφέσοο ( 449). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 630

3. Ή Δ' οικουμενική σύνοδος (45ι). .. • • • • • • • .. .. • • • • • • • • • • • • • • . 638

ΜΕΡΟΣΤΡΠΟ

ΙΕ '. ΑΝΊΊΧΑΛΚΗΔΟΝΙΣΜΟΣ, ΝΕΟΧΑΛΚΗΔΟΝΙΣΜΟΣ

ΚΑΙ Η Ε' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

ι. Άντιχαλκηδονισμός (45ι-482). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 659

2. Άκακιανό σχισμα (484-5ι9). . .. . . . .. .. . .. . .. . .. .. . . . . . . . . . . . . 664
3. • Αρση τού Άκακιανού σχίσματος (5ι9).

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 673
4. Νεοχαλκηδονισμός (5ι9-553). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 678

αΌ Ή θεοπασχητική έριδα (5ι9-536). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 689

β·. Τά διατάγματα κατά τού Ώριγενwμού καί τών Τριών Κεφαλαίων.

694

ι) Τό διάταγμα κατά τού Ώριγενισμού (543)................. 694

2) Τό διάταγμα κατά τών "Ί'ριών Κεφαλαίων" (544). . . . . . . . . . 7Οι
5. Ή Ε' οικουμενική σύνοδος (553). .. .. .. .. • .. .. .. .. .. .. .. .. .. . 708

ΙΣΤ '. ΜΟΝΟΘΕΛΗΠΣΜΟΣ, ΜΟΝΟΕΝΕΡΓΗΠΣΜΟΣ

ΚΑΙ Η ΣΤ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

ι. Μονοενεργητισμός, Μονοθελητισμός καί ή ένωτική πολιτική (615-

64-0) ......................................................... 727

2. Μάξιμος ό "Ομολογητής καί ή θεολογική άναίρεση τού Μονοθελητι-

σμού (64.0-668). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 740

3. Ή ΣΤ και ή Πενθέκτη οικουμενική σύνοδος. • • • • • • • • . • . • . • • • . • 750

ΙΖ'. ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ ΚΑΙ ΗΖ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

ι. Προδρομικές είκονομαχικές τάσεις ........................... .

α'. Ή περί τών ί. είκόνων παράδοση της 'Εκκλησίας .•••..•..•..

β·. Παυλικιανοί. . ......................................... .

2. Πρώτη περίοδος τών είκονομαχικών έρίδων (727-787). . ........ .

'Α.

-~

.

α . ιτια της εικονομαχιας.

. ............................... .

β·. Ή πρώτη περίοδος τών έρίδων και ή εικονομαχική σύνοδος της

Ίερείας (754). . ........................................ .

3. Ή οικουμενική σύνοδος (787) καί ή άναστήλωση τών ί. εικόνων.
4. Δεύτερη περίοδος τών είκονομαχικών έρίδων (813-843) καί ό θρίαμ-

βος τής 'Ορθοδοξίας .. ~ ,. .................................... .

5. Συνέπειες τών είκονομαχικών έρίδων. . ....................... .

ΙΗ'. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΠΚΗΣ

ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ

764
764

767
769
769

773

788

793
798

ι. Τό Μητροπολιτικό σύστημα. . ........... · . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 806

αΌ Δομές τού διοικητικού συστήματος ... · · · · · · . . . . . . . . . . . . . . . . 806

16

β'. Παρενέργειες τού Μητροπολιτικού συστήματος καί οι κανόνες

τής συνόδου τής Σαρδtκής (343) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 814

2. Τό πατριαρχικό σύστημα. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 820
3. ·ο θρόνος τής Κωνσταντινουπόλεως. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 831

α'. Τό πατριαρχικό δίκαιο τού θρόνου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 831

β'. "Απαnολικός καί Οίκσuμενικός θρόνος. • • • • • • • • • • • • • • • • • . • • 840

4. Τό παπικό πρ<ιnείο. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

848

5. Ό θεσμός τής Πενταρχίας τών πατριαρχών. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 855
6. Ό θεσμός τής Οίκουμενικής συνόδου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 863

ΙΘ '. ΘΕΙΑ ΛΑΊ'ΡΕΙΑ, ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΠΚΟΣ ΒΙΟΣ

1. Πνευματικός βtος. . ........................................ .

α'. θεωρητικές προϋποθέσεις.

. ............................ .

β,. fH έκπαίδευ

• •.••..••.••..•.••.••••.•........•.......

2. θεία λατρεία καί έορταστικός κύΚλος ......................... .

α'. θεία λατρεία. . ........................................ .

β'. Ίεροί καιροί τής θ. λατρείας.

.. .......................... .

γ,. fo ιερός χιi>ρος τής λατρείας .•••••.....••.•...•.......•....

3. Μοναχισμός ............................................... .
4. Νηστεία. . ................................................ .

' κ

' -

'

α . αιροι της νηστε ιας.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

1) θεσμοθετημένες Καθολικές νηστείες.

. ................. .
2) Είδικές νηστείες άσκήσεως ή προαιρέσεως. . ............ .

β'. Διαφοροποίηση τών νηστειών άπό τήν έκκλησιαστική συνείδηση.

1) Διάκριση άναφοράς στόν έκκλησιαστικό βίο. . ........... .
2) "Εκκλησιαστική άμφισβήτηση τών ειδικών νηστειών. . ..... .
y'. Συιιπεράσματα. . ....................................... .

885
885

891

899
899

915
920
935
949
949
950
953
954
954
958

964

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 971

17

ΕΙΣΑΓΩΓΉ

θεός, άνθρωπος καί κόσμος συνθέτουν τό αίώνιο τρίπτυχο τής

ίστορlας τού άνθρωπίνου γένους, ή όποία σφραγίσθηκε άπό τό λυτρωτικό

μήvυμα τής χριστιανικής πίστεως άνεξάρτητα άπό τίς δποιεσδήποτε θετι­

κές η άρνητικές άξιολοyήσεις τώv συγκεκριμένων σέ κάθε έποχή η σέ

κάθε τόπο πραγματώσεων τού έκκλησιαστικού βίου. Σκοπός τής 'Εκκλη­

σιαστικής 'Ιστορίας είναι νά καταγράψη τίς βασικές αύτές συντεταγμένες

τού έκκλησιαστικού βίου χωρίς νά παραμορφώση τά μεγέθη τού τριπrύ­

χου η νά άλλοιώαη τόν λόγο τών οχέοεών τους. Ύπό τόν όρο" 'Εκκλησια­

στική 1οτορίd' νοείται ή έπi τfί βάσει τής άvτικειμενικής έκτιμήσεως

καί τής Εκκλησιολογικής άξιολοyήσεως τών σωζομένων πηγών Επιστημο­

νική tκθεση τής όλης έξελίξεως τού έσωτερικού καί τού έξωτερικού βίου

τής 'Εκκλησίας κατά τήν άνάπrυξή της στόν χώρο καί στόν χρόνο ώς μιάς

άδιάκοπης καί αύθεvτικής συνεχίσεως τής ίστορικής της πορείας_y~ m_~

έκπλήρωση τής_ άπ~~~ής της ~όν κόρ'μο. Ό 'Ιησούς Χριστός προβάλ­

λεται δχι μόνο ώς τδ κέντρο, άλλά και ώς ή άνακεφαλαίωοη τής ιστορίας

τού άνθρωπίνου γένους, σκοπός δέ τής 'Εκκλησίας κατέστη ή πραγμάτω­

ση τού βαθύτερου αύτού νοήματος τής 'Ιστορίας, τό όποίο συνίσταται άπό

τή λύτρωση τού άνθρωπίνου γένους καί τήν έοχατολογική τελείωση τής

Βασιλείας τού Θεού. Ή Έκκλησία, ώς δ "παρατεινόμενος Χριστός"

(Christus prolongatus) στόν χρόνο καί σrήν ίστορία, βιώνει τό λυτρωτικό

περιεχόμενο τής έν Χριστφ άποκαλύψεως τού Τριαδικού Θεού, διαφυ­

λάσσει άναλλοίωτο τό περιεχόμενο τού μηνύματος τής χριστιανικής πί­

στεως καί tρμηνεύει αύθεvτικώςτήν έμπειρία τής πίστεως σέ κάθε έποχή.

Έάν ή μία, άγία, καθολική καί άποστολική 'Εκκλησία κατέχη, βιώνη,

δμολοyή καί διδάσκη σέ κάθε στιγμή τού ίοτορικού της βίου τό πλήρωμα

τής χριστιανικής άλήθειας, τότε ή ίστορική έκκλησιαστική tμπειρία καθί­

σταται άσφαλές κριτήριο άξιολοyήσεως τού δλου Εκκλησιαστικού βίου

κάθε έποχής.

Ή εκκλησιαστική αύτή έμπειρία άποτελεί τή βαθύrερη ιστορική

tκφρααη τού fρyου τού άγίου Πνεύματος οτή ζωή τής 'Εκκλησίας, τό

l8

;ποίο βεβαιώνει τήν παρουσία τού Κυρίου σrήν 'Εκκλησία, ζωοποιεί τήν

~ν Χριστφ νέα άνθρωπότητα, καθιστά προσιτη σrήν 'Εκκλησία την

άλήθεια τής tν Χριστφ άποκαλύψεως, προφυλάσσει τήν 'Εκκλησία άπό

rίς καιρικές ούτοπίες ή τίς μονομερείς tσχατολογικές άναζητήσεις~ δια­

σφαλίζει τήν αύθενrικότητα τής άλήθειας τής πίστεως κατά τη σύνδεσή

rης μέ τά συγκεκριμένα ίστορικά σχήματα, μετασχηματίζει τήν έν Χρι­

στφ ιστορική άλήθεια σέ συγχρονική ίστορική άλήθεια τής 'Εκκλησίας,

διατηρεί σrήν 'Εκκλησία τήν αύθεvτική ίσορροπία μεταξύ διαχρονικής

συνέχειας καί tκσυyχροvισμού τού χριστιανικού μηνύματος, κατοχυρώνει

τήν αύθεvτική περιχώρηση τού διαρκούς εlναι τής πίστεως στό συνεχές

έκκλησιαστικό γίγνεσθαι τής παραδόσεως καί καθοδηγεί γενικότερα τήν

'Εκκλησία σrήν άσφαλή έκπλήρωση τής άποσrολής της στόν κόσμο μέχρι

τη συντέλεια τού αίώvος.
Ή πραγμάτωση τής άποσrολής τής 'Εκκλησίας εlναι, κατά την πα­

ραyyελία τού 'Ιδρυτού της, έφικnj μόνο μέ τη βίωση τής πνευματικής

έμπειρίας τού έκκλησιαστικού σώματος καί μέ τόν εύαyyελισμό τής χρι­

στιανικής πίστεως είς "πάντα τά έθνη". Ή 'Εκκλησία σrήν ίστορική της

πορεία άναπrύχθηκε έξωτερικώς γιά νά προσαρμόση τό μήνυμά της στίς

άνάyκες κάθε έποχής χωρίς νά ύποσrή άλλοίωση ώς πρός τή φύση, τήν

ούσία καί την άποστολή της, άφού σέ δλες τίς ίστορικές μεταβολές

παραμένει σταθερό καί άμετάβλητο τό περιεχόμενο τής βιούμενης πί­

στεως. Πράγματι, κατά τήν άνrιμετώπιση τώv αίρετικών παραφυάδων, ή

'Εκκλησία άνrιπαρέθεσε τό αύθενrικό περιεχόμενο τής έμπειρικώς βιού­

μεvης όρθοδοξίας τής πίστεως καί τή διαχώρισε άπό την αίρετική έτερο­

δοξία μέ τήν άποκοπή άπό τό σώμα της τώv ποικιλωvύμων αlρετικώv

δμάδων (γνωστικών, μοvαρχιανώv, άρειανώv, πvευματομάχων, άπολινα­

ριστών, νεστοριανών, μονοφυσιτών, εικονομάχων κ.ά.). Ή διάδοση τού

χριστιανισμού μέ τόν εύαyyελισμό τών tθvών, παρά τούς διωγμούς καί

την tναvτι τού χριστιανισμού έχθρική στάση τής ρωμαϊκής πολιτείας,

δημιούργησε κατά τόν Δ' αίώνα τίς νέες συνθήκες γιά τήν πληρέστερη

tκπλήρωση τής ίστορικής άποστολής τής 'Εκκλησίας. Ή έξωτερική δμως

προσαρμογή στίς νέες συνθήκες κατέστησε άναγκαία την άναδιάρθρωση

τής όργανώσεώς της, άφού γιά τή διασφάλιση τής έκκλησιαστικής ένότη­

τας σrήν όρθή πίσrη καί σrήν άγάπη καθιερώθηκαν νέα όργανωτικά

σχήματα ή είσήχθησαν δρισμένες tξωτερικές μεταβολές στά παλαιότερα

όρyανωτικά σχήματα, δπως λ.χ. ή διάσπαση τής tπιοκοπόκεvτρικής ένο­

ρίας (τέλη Β' αίώνα), ή καθιέρωση τού μητροπολιτικού συστήματος (Δ'

αίώνας), ή διαμόρφωση τού πατριαρχικού συστήματος (Ε' αίώνας) κ.ά.

Παράλληλη έξωτερική άνάπτυξη γνώρισε ό λατρευτικός καί ό καθ' δλου

πνευματικός βίος τής 'Εκκλησίας. Πράγματι, τά κατά έποχή ή γεωγραφική

περιφέρεια άναφυόμενα ζητηματα καί ol έκάστοτε διαπιστούμενες νέες

19

πνευματικές άνάγκες καθιστούσαν ποιμαντικώς χρήσιμη τήv άνάπλαση ή

τόν έμπλουτισμό ή καί τήν άνανέωοη τού έξωτερικού περιβλήματος τής θ.

λατρείας, δπως λ. χ. μέ τήν κατά τόπους άνάπrυξη διαφόρων λειτουργικών

τύπων, μέ τόν έμπλουτισμό τού διδακτικού περιεχομένου τους, μέ τήν

είσαγωyή άντιαιρετικώv ύμνων δογματικού κυρίως χαρακτήρα κ.ά.

Ή ίστορική αύτή διαδικασία ύπήρξε ό ώριμος καρπός πολλών

άγώνων έναντίον τής tτεροδοξίας, άλλά διευκολύνθηκε μέ τήv έκλεκτική

έπιλοyή στοιχείων ά.πό τήν πλούσια κληρονομία τής κλασικής έλληνικής

άρχαιότητας, ή όποία χρησιμοποιήθηκε ώς τό κατ' έ ξοχήν δργανο γιά τήν

καταγραφή καί τήν προβολή τού πνευματικού περιεχομένου τής χριστια­

νικής πίστεως. Ύ πό τό πνεύμα αύτό ή 'Εκκλησιαστική 'Ιστορία νοείται δχι

ώς μία ά.πλή παράθεση lστω έπισrημοvικώς ά.πηκριβωμένων γνώσεων γιά

γεγονότα τού ίστορικού παρελθόντος τής 'Εκκλησίας, άλλά κυρίως ώς μία

άντικειμενική καί μέ αύσrηρή έπισrημονική μεθοδολογία σύνθετη παρου­

σίαση τής έκφραζομέvης μέσα ά.πό τά ίστορικά γεγονότα συγχρονικής καί

διαχρονικής αύτοσυνειδησίας τής 'Εκκλησίας. Ό μονομερής περιορισμός

σέ μία αύτόvομη ή αύτοτελή ίστορικοφιλολογική έξέταση τώv πηγών ή

τώv γεγονότων τού ίστορικού βίου τής 'Εκκλησίας θά όδηγούσε κατ'

άνάγκην σέ lνα άνωφελή περιπτωτικό ίστορισμό. Ή τυχόν άγνοια ή καί

παρανόηση τών έκκλησιολοyικώv προϋποθέσεων ή κριτηρίων, τά όποία

ίοχυσαν κατά τή διαμόρφωση τώv συγκεκριμένων ίστορικών γεγονότων

περιορίζει τήν καθολικότητα τώv προοπτικών τών ίδιότυπων έκκλησια­

στικώv γεγονότων καί κατά συνέπειαν δέν ά.ποδίδει τό πραγματικό τους

νόημα στή γενετική σειρά τών ίστορικών μεταβολών. Ό άμφιβαρής λοι­

πόν κοσμικός καί θεολογικός χαρακτήρας κάθε έκκλησιαστικού γεγονό­

τος δέν είναι δυνατόν νά ά.ποκατασταθή μόνο μέ τήν αύσrηρή έφαρμοyή

κατά τήν άξιοποίηση τώv πηγών τώv συνήθων στήν ίστοριοyραφία μεθό­

δων ( άναλυτικής ίστορικογραμματικής ή συνθετικής ίστορικογενετικής),

άφού κάθε έπί μέρους έκκλησιαστικό γεγονός πρέπει νά ένταχθή στό

όργανικό του σύνολο καί νά άναχθή στήν όρθή έκκλησιολογική του άρχή,

όπότε προσλαμβάνει καί τίς καθολικές ίστορικές του διαστάσεις.

ΠεQίοδοι τής 'Εκκλησιαστικής ΊστοQίας

Ή 'Εκκλησία, ώς θεανθρώπινος όργανισμός, πορεύεται στόv κόσμο,

διατηρώντας άναλλοίωτη καί κατ' ούσίαν άμετάβλητη τή φύση της καί τήν

ά.ποστολή της στόν κόσμο. Ύπό τό πνεύμα αύτό ή διαίρεση τού ίστορικού

βίου τής 'Εκκλησίας σέ περιόδους δέν εlvαι δυνατόν νά σrηριχθή μόνο σέ

έξωτερικά κριτήρια. Ύ φίσταται πάντοτε ό κίνδυνος ύπερτονισμού τής

σημασίας τώv έξωτερικών κριτηρίων ή τών πολιτικών γεγονότων μέ

συνέπεια τήν παραθεώρηση ή τή μείωση σοβαρών έκκλησιολογικών

20

προϋποθέσεων. Έν τούτοις, yιά καθαρώς έπuπημολοyικούς ή διδακτι

κούς καί μόνο λόγους εΙ ναι άνεκτή ή διαίρεση σέ περιόδους τού Ιστορικού

βίου τής 'Εκκλησίας μέ μία ίσόρροπη συνεκτίμηση δχι μόνο τής έξωτερι

κής ιστορικής, άλλά και τής έσωτερικής πνευματικής άναπrύξεως τού

έκκλησιασrικού βίου. Τά σημανrικότερα γιά τόν lστορικό βίο τής 'Εκκλη

σίας γεγονότα συνδέονrαι μέ τή φύση, τήν ούσία καί τήν άποστολή τής

'Εκκλησίας σrόν κόσμο καί άξιολογούνrαι γενικώς ύπό τό κριτήριο τής

άποσrο1ικίjς καί τής iκκλησιασrι.κής παιιαδόσεως, ή όποία άποτυπώνε

ται σrήv αύθεvrική προσαρμογή τού άvαλλοίωτου περιεχομένου τής χρι

στιανικής πίστεως πρός τίς κατά τόπους καί έποχές μεταβαλλόμενες

ιστορικές συνθήκες. Μέ σταθερό yνώμονα καί άμετάθετο κριτήριο τήv

έκκλησιασrική αύτή παράδοση προτείνουμε, δχι δμως καί ώς τή μόνη

δυνατή, τήν άκόλουθη διάκριση τώv περιόδων τής Έκκλησιασrικής 'Ιστο

ρίας:

Ή Α ' Περίοδος ( άπό τήν ίδρυση τής 'Εκκλησίας μέχρι τό τέλος τής

Είκοvομαχίας). Ή περίοδος αύτη χαρακτηρίζεται άπό τή διαμόρφωση τής

καθολικής έκκλησιαστικής παραδόσεως σrή διδασκαλία, τήν όργάνωση

καί τή θ. λατρεία, καθώς καί άπό τήν προοδευτική καί σrαθερή άνάπτυξη

τής 'Εκκλησίας στόν tλληνορωμαϊκό κόσμο μέ τήν άδιάκοπη ιεραποστο

λική δράση. Πράγματι, κατά τήν περίοδο αύτή έπιτεύχθηκε ή άρμοvική

καί σύμμορφη έσωτερική καί έξωτερική άvάπτυξη τού σώματος τής 'Εκ

κλησίας, α) μέ τή σταδιακή άποδέσμευση τού Χριστιανισμού άπό τόν

'Ιουδαϊσμό καί τή διάδοσή του στόv tλληνορωμαϊκό κόσμο, β) μέ τήν

πρόσληψη καί τήν έκλεκτική χρησιμοποίηση άπό τήν 'Εκκλησία τής έλλη

vικήςγλώσσας καί φιλοσοφίας, καθώς καί μέ τήv πρόσληψη καί άφομοίω

ση τώv στοιχείων τού tλληνορωμαϊκού πολιτισμού, γ) μέ τή σύνrοvη

άνάπτυξη τής χριστιανικής ίεραποστολής καί τήν άποσαφήνιση τής θέ

σεως τής 'Εκκλησίας tνανrι τής πολιτειακής έξουσίας καί τού κόσμου, δ)

μέ τη διατύπωση στίς Οίκουμενικές συνόδους καί σrήv έν γένει έκκλησια

στική γραμματεία, μέ τή συνδρομή τών μεγάλων Πατέρων, τής δογματικής

διδασκαλίας τής Έκκλησίας έπί τώv βασικών δογμάτων πίσrεως (τριαδι

κό, χρισrολοyικό καί σωτηριολογι.κό ), ε) μέ τήν έκλεκτική άξιοποίηση τής

tλληνικής φιλοσοφίας κατά τήν διατύπωση τής πίστεως τής 'Εκκλησίας,

στ) μέ τήν άνάπτυξη τής θ. λατρείας περί τό βασικό πυρήνα τού μυστηρίου

τής θ. Εύχαριστίας καί τώv άλλων μυσrηρίωv, ζ) μέ τήν άvαδιάρθρωση

-τής δλης έκκλησιαστικής όρyανώσεως (μητροπολιτικό καί πατριαρχικό

σύσιημα) γιά njν πληρέσrερη διασφάλιση τής ένότητας τής 'Εκκλησίας

σrήν όρθή πίσrη καί σrήν άγάπη κ.d. Ή δύση τής περιόδου αύτής συνει

δητοποιείται άπό τήν 'Εκκλησία ώς αύτάρκεια τής i)δη διαμορφωμένης

έκκλησιαστικής παραδόσεως, ή όποία δλοκληρώθηκε μέχρι τό τέλος τού

Η' αlώvα καί κατέστη άπόλυτο κριτήρw γιά τήν όρθή άνrιμετώπιση

21

όποιουδήποτε νέου θεολογικού ζητήματος (καν. 19τής Πεvθέκτης Οίκου­

μενικής συνόδου τού Τρούλλου, 691). ·Άλλωστε, ή παρακμή καί ή κατάρ­

ρευση τού δυτικού ρωμαϊκού κράτους ( 476) ύπό τά πλήγματα τών βαρβα­

ρικών φύλων, ή άποτυχία τής προσπάθειας yιά τήν άνασύνδεση τού

Βυζαντίου καί τής Δύσεως, ειδικότερα κατά τήν περίοδο τής Είκονομα­

χίας (727-843), καί ή κατά τόv Ζ' αlώvα ταχύτατη έξάπλωση τού άραβικού

κόσμου ατή Συρία, τή Μ. :4σία κα{ τή Β. :4φρική μετατόπισαν τίς συντε­

ταγμένες τού καθ' δλου βίου τού έλληνορωμαϊκού κόσμου. Ή μία, άyία,

καθολική καί άποστολική 'Εκκλησία, ή όποία μέχρι τόν Η' αίώνα άναπτύ­

χθηκε κυρίως aτόν fλληνορωμαϊκό κόσμο, είσήλθε άπό τίς άρχές τού Θ'

αίώνα σέ μία νέα περίοδο τού ίσrορικού της βίου.

Ή Β' ΠεQίοδο; ( άπό τό τέλος τής Είκοvομαχίας μέχρι τούς νεώτε­

ρους χρόνους). Ή περίοδος αύτή χαρακτηρίζεται άπό τήν προοδευτική

διαφοροποίηση τής θέσεως τών 'Εκκλησιών 'Ανατολής καί Δύσεως tναvτι

τής κοινής έκκλησιασrικής παραδόσεως τών όκτώ πρώτων αίώνων, άπό

τή μετατόπιση τώv συvτεταγμένωv τής όρyανώσεως τού έκκλησιασrικού

βίου μέ τήν άνάπτυξη τής χριστιανικής ίεραποσrολής κυρίως τώv θρόνων

τής Πρεσβυτέρας καί τής Νέας Ρώμης τόσο στήν Άνατολή, δσο καί ατή

Δύση, άπό τή σύγκρουση τών θρόνων τής Πρεσβυτέρας καί τής Νέας

Ρώμης (Θ' αίώνας) καί άπό τή διαίρεση τού χριστιανικού κόσμου τής

Άνατολής καί τής Δύσεως (ΙΑ' αίώνας). Στήν ί\νατολή, ή κατάληψη τής

Παλαιστίνης, τής Συρίας, τής Αίyύπτου καί τής Β. :4φρικής άπό τούς

·Αραβες άλλοίωσε τό ίστορικό πρόσωπο καί τίς προοπτικές τού έλληνο­

ρωμαϊκού κόσμου, ή δέ 'Εκκλησία στερήθηκε τήv άκτινοβολία τών μεγά­

λων κέvτρων τού πνευματικού της βίου, ήτοι τών πατριαρχείων 'Αλεξαν­

δρείας, Ά vτιοχείας καί 'Ιεροσολύμων, τά όποία ύπήρξαν κατά τούς όκτώ

πρώτους αίώvες μία άσrείρευτη πηyή πνευματικών καί θεολογικών άνα­

ζητήσεωv. Ή Κπολη παρέμεινε πλέον τό μόνο έκκλησιαστικό καί πνευ­

ματικό κέντρο συντονισμού τών καθ' δλου τάσεων τού έκκλησιασrικού

βίου στόv άνατολικό κόσμο καί προέβαλε ώς άπόλυτο κανόνα ύyιούς

πνευματικότητας τήν άμετακίvητη έμμοvή ατά καθολικά κριτήρια τής

πατερικής παραδόσεως τών όκτώ πρώτων αίώνωv. Ή προοδευτική άπο­

μάκρυνση τού παπικού θρόνου άπό τόν χρισrιαvικό κόσμο τής :4 νατολής

ένlσχυσε 'tήν προσήλωση αύτή τής 'Εκκλησίας τής Άνατολής στήν έκκλη­

σιασrική παράδοση, ή όποία διαμορφώθηκε κατά 'tήν πρώτη περίοδο μέ

τίς συνοδικές άποφάσεις καί τά θεολογικά fρyα τών μεγάλων πατέρων

τής 'Εκκλησίας. Ή τάση έξασθενήσεως ή μειώσεως τής σημασίας τής

πατερικής παραδόσεως yιά την πνευματική ζωή τού άνθρώπου άναπrύ­

χθηκε κυρίως μετά τό μέyα σχίσμα (1054) καί έπηρεάσθηκε βαθύτατα άπό

τό πνεύμα τής άναyεννήσεως τώv κλασικών σπουδών στήν όρθόδοξη

:4 vατολή. Ή ένθουσιασrική αύτή τάση έπιβολής τών άρχών τής έλληνικής

22

διανοήσεως ατήν fκκλησιασrική παράδοση άποδοκιμάσθηκε (ΙΑ · αίώ

νας) καί τελικώς καταδικάσθηκε κατά τήν περίοδο τώv ήσυχαστικών

έρίδωv (ΙΔ' αίώνας).

Στή λατινική Δύση, ό θρόνος τής Πρεσ{Jurέρας Ρώμης, ό δποίος

άπομακρύvθηκε προοδεurικώς άπό τήν Έκκλησlα τής ~ νατολής (Θ'

αίώνας), στερήθηκε μετά τό σχίσμα (1 054) τής γονιμοποιού γιά τόν δurικό

χρισrιανισμό γύρεως τής άνατολικής πνευματικότητας καί τού άνεκτίμη

του πλούτου τής έλληνικής πατερικής παραδόσεως. Ή σύνδεση τού παπι

κού θρόνου μέ τόν φραγκικό κόσμο, σrόν όποίο άπορροφήθηκαν καί

άφομοιώθηκαν δλα σχεδόν τά άρειανικά γερμανικά φύλα (Βησιγότθοι,

Όσrρογότθοι, Βάνδαλοι, Βουργούvδιοι, Λογγοβάρδοι κ.ά.), συνέπεσε μέ

τήν άποδυνάμωση τού έκκλησιασrικού βίου τής Ρώμης, συνετέλεσε δέ

ατήν άποκλίνουσα κίνηση τής δυτικής σχολασrικής θεολογίας άπό τήν

κοινή έκκ).ησιασrική παράδοση τώv δκτώ πρώτων αίώvων. Ή Δύση

κατευθυνόταν πλέον άπό τή μονοσήμαvrη φραγκική θεολογία, ή όποία

καλλιεργήθηκε μέ lνrονο πολιτικό καί πνευματικό άνθελληνισμό έπ{ τfί

βάσει μιάς μονομερούς ij μονοσήμαντης έρμηνείας τών fργων τού ί.

Αύγουσrίνου (νεο-Αύγουστινισμό;), έπιτάχυνε δέ μέ τίς θεολογικές της

μονομέρειες α) τή σύγκρουση (Θ' αlώνας) καί τό μέγα σχίσμα (ΙΑ'

αίώνας) τών 'Εκκλησιών ~νατολής καί Δwεως, β) τή σrαδιακή άποκοπή

τής Δύσεως άπό τήν κοινή παράδοση τών έλλήνων καί τών λατίνων

πατέρων τών όκτώ πρώτων αίώνων διά τού μεθοδολογικού λαβυρίνθου

τής άρισrοτελίζουσας σχολασrικής θεολογίας (ΙΒ'-ΙΓ αίώνες), καί γ) τό

πνευματικό άδιέξοδο τού δυτικού χρισrιανικού κόσμου κατά τήν περίοδο

τής προτεσrανrικής Μεταρρυθμίσεως μέ τήν άποσύvθεση τής λατινοφραy

κικής οχολασrικής σύνθέσεως. Ή άγωνιώδης fκκληση τού μονασrικού

τάγματος τού Κλουνιακού πρός τόν παπικό θρόνο ήδη άπό τόν Ι' αίώνα

yιά τήν έπισrροφή τού δurικού χριστιανισμού στήν έκκλησιασrική παρά

δοση τών πρώτωναίώνων, δέν βρήκε άνrαπόκριση, άλλά διατηρήθηκε ατή

μνήμη τής Δυτικής 'Εκκλησίας άπό τούς δυτικούς μυσrικούς, άπό τήν

άγωνία τών μεταρρυθμισrικών συνόδων καί άπό τά κηρύγματα τών προ

δρόμων τών μεγάλων μεταρρυθμισrών. Ώσrόσο, οί πνευματικές αύτές

άναζητήσεις καταπνίγηκαν σrούς άρισrοτελικούς συλλογισμούς τών σχο

λασrικών θεολόγων καί σrό ούτοπικό δραμα μιάς παπικής κοσμοκρατο

ρίας. Τό πλήγμα τής διασπάσεως τού δυτικού χρισrιαvικού κόσμου άπό

_τήν προτεστανrική Μεταρρύθμιση άνάyκασε τελικώς τόv παπικό θρόνο

νά καταφύyη ατή σύγκληση τής συνόδου τού Τριδένrοίι (1545-1563) καί

νά άναζητήση μία βεβιασμένη έπισrροφή σrά καθολικότερα κριτήρια τής

μακραίωνης έκκλησιασrικής παραδόσεως γιά τή δικαίωση τής lσrορικής

του αύτοσυνειδησίας καί γιά τή διάσωση τής Ρωμαιοκαθολικής 'Εκκλη

σίας.

23

Ή άλωση τής Κπόλεως (1453 ), τού πνευματικού κένιρου τής 'Ορθο

δόξου ~νατολfjς, έπισφράywε τό τέλος τής χριστιανικfjς αύτοκρατορίας

τού Βυζαντίου καί τήν ύποταyή τών δρθοδόξωv λαών ιπήν κυριαρχία ένός

άλλόθρησκου κατακτητή. Μόνο ή Ρωσία κατά τήv ίδια περίοδο άπελευ

θερώθηκε άπό τή μοyyολική κυριαρχία δύο αίώνων (ΙΓ'-/Ε' αίώνες),

άλλά δέν εlχε άκόμη τίς άναyκαίες πνευματικές προϋποθέσεις yιά vά

ένισχύση τούς έμπερίστατους όρθόδοξους λαούς. Τό Οίκουμενικό πα

τριαρχείο άνέλαβε πάλι μία σύνθετη έκκλησιαστική καί έθναρχική άπα

στολή yιά τήν όρyάvωση τού έκκλησιαστικού, τού έθvικού καί τού πνευ

ματικού βίου τών όρθοδόξωv λαών κατά τούς χαλεπούς καιρούς τής

δουλείας. Οί καταπιέσεις τής 'Υψηλής Πύλης καί ή άθέμιτη προσηλυτι

στική δράση τijς λατινικής Ούνίας καί τού προτεσταντικού Μισσιοναρι

σμού διαμόρφωσαν τό τραyικό πλαίσιο τού βίου τών όρθοδόξων λαών

κατά τούς ΙΖ' καί /Η' αίώνες. Ή σύγκρουση οτή Δύση μεταξύ τής

Μεταρρυθμίσεως καί τής Άντιμεταρρυθμίσεως (ΙΣΤ 'αί ΙΖ' αίώνες)

διευκόλυνε τήv αύτονόμηση τής δυτικοευρωπαϊκής διανοήσεως άπό τήν

πιεστική έκκλησιαστική αύθεντία καί τή μορφοποίηση τών διαφόρων

άντιεκκλησιαστικώv ή καί άντιθρησκευτικών τάσεων, οί όποίες κορυφώ

θηκαν κατά τήν έποχή τού Διαφωτισμού (ΙΗ' αίώvας) καί τής 'Ιδεολσyίας

(/Θ'-

Κ' αίώvες). Ol έμπερίστατοι όρθόδοξοι λαοί δέv άποκόπηκαν

τελείως άπό τίς πνευματικές ζυμώσεις τής Δ. Εύρώπης, οί όποίες εlχαν

έπηρεάσει ήδη άπό τά μέσα τού ΙΗ' αίώνα τήν παιδεία τους καί εlχαν

ένισχύσει τήν άναζήτηση τής έλευθερίας. Οί άπελευθερωτικοί άyώνες

τών όρθοδόξων λαών κατά τόν ιe· αίώvα δημιούργησαν τίς νέες προϋπο

θέσεις yιά τήν όρyάνωση τών 'Εκκλησιών τών διαφόρων έθνικών κρα

τών, άλλά οί άντιεκκλησιαστικές τάσεις τώv ποικίλων ίδεολοyικών καί

κοινωνικών συστημάτων περιόρισαν τά πλαίσια τής πνευματικής καί

της κοινωνικής μαρτυρίας τού διεσπασμένου χριστιανικού κόσμου. Ol

κατά τόπους 'Ορθόδοξες 'Εκκλησίες τής Ά. Εύρώπης fζησαν τήν όδυ

νηρή έμπειρία τής κυρίαρχης lδεολοyίας τού ύπαρκτού σοσιαλισμού,

ένώ ό δυτικός χριστιανικός κόσμος σύρθηκε άνέτοιμος aτή διαλεκτική

άντιπαράθεσή του πρός τόν άντιθείστικό ένθουσιασμό τής δυτικοευρω

παϊκής διανοήσεως καί ίδεολοyίας. Τό αίτημα τής ένότητας τού χρι

σrιανικού κόσμου κυριάρχησε τόσο σrίς διορθόδοξεςf δσο καί στίς

διαχρισrιανικές σχέσεις τών νεώτερων χρόνων yιά τήν αποτελεσματι

κότερη άντιμετώπιση τού πνευματικού άδιεξόδου καί τήν άμεσώτερη

έπlλυση τών κοιvώv προβλημάτων.

ΠηΎές τής 'Εκκλησιαστικής ΊστοQίας

Πηyές τής πρώτης περιόδου τής 'Εκκλησιαστικής 'Ιστορίας εlναι

κυρίως τά ΠQακτικά τών Οίκουμενικών καί τών τοπικών συνόδων, τά

24

διασωθέντα ΒαπτισtήQια σύμβολα τώv κατά τόπους Έκκλησιών, οί ί.

Κανόνες, ή πατερική γραμματεία, ol λειτουργικοl τύποι, ή ύμνογραφία,

τά Τυπικά ή οί κανόνες τών μονασrηρίωv, ή περί τά έκκλησιαστικά

πολιτειακή νομοθεσία, ή πλούσια συνοδική καί έπιοκοπική έπιοτολογρα­

φία, οί εlδικές κατά περιόδους έκκλησιαοτικές ιστορίες, οί χρον,.QΥρfl­

φίες, τά χρονικά, ol πραγματείες ιστορικού χαρακτήρα, οί Βίοι άγίων, τά

Μαρτύρια, τά μαρτυρολόγια, ή ούγχροvη πρός τά γεγονότα γενικότερη

έκκλησιαστική γραμματεία, τά άρχαιολοyικά μνημεία χριστιανικής τέ­

χνης, οί έπιγραφές, τά νομίσματα καί γενικότερα κάθε στοιχείο, τό όποίο

δύναται νά προσφέρη καθολικότερη προοπrική άξιολογήσεως τών ίσrο­

ρικώv γεγονότων. Πηγές τής Α · περιόδου τής Έκκλησιασrικής 'Ιστορίας

εlναι λοιπόν τό ούνολο τής έκκλησιαοτικής γραμματείας τών έπrά πρώτων

αίώvωv τού ίσrορικού βίου τής Έκκλησίας, ήτοι τά σωt;όμενα fργα τών

έλλήνωv, λατίνων καί άνατολικώv έκκλησιαστικώv συyyραφέων, τά όποία

tχουν έκδοθή σέ διάφορες σειρές. Πέρα άπό τό είδικό ένδιαφέρον τών

δμιλιών καί τής έπιστολογραφίας τών Πατέρων καl έκκλησιαοτικών συγ­

γραφέων τών όκτώ πρώτων αlώνωv, άξιόλογες κατά θέματα εlδήσεις

περιέχονται σrά fργα τού Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, 'Ντολογητικός κατά Άρεια­

νών (PG 25, 248-410), 'Ιστορία Άρειανώv πρός μοναχούς (PG 25 695-

796), Βίοςόσίου Άντωvίου(ΡG 26, 835-976). Μ. ΒΑΣΙλΕΙΟΥ, Άσκητικά
(PG 31, 919-1428) καί Έπιστολαί (PG 32, 219-1112). ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ,

Πανάριον κατά πασών τών αlρέσεων (PG 41 καί 42). ΠΑλΜΔΙΟΥ,

Ααυσαϊκόν (PG 34, 995-1262), Διάλογος (PG 47, 5-82). ΑΕΟΝΤΙΟΥ

Βυζαντίου (άποδιδόμενα) κατά αίρετικών fργα (PG 86, 1193-1976). ΚΥ­

ΡΙΜΟΥ Σκυθοπολίτου, Βίοι όσίου Εύθυμίου, δσίου Θεοδοσίου καί

άγίου Σάββα, κ.ά.

Τά περισσότερα ά.πό τά διασωθέντα tργα έλλήνων έκκλ. συyyρα­

φέων tχουv έκδοθή άπό τόν J.P. MIGNE: Patrologiae cursus completus,

series Graeca (PG), τ.161, 1857-1866, τά δέ περισσότερα άπό αύτά καί στό
Corpus τού Βερολίνου (Die griechischen christlίchen Schriftsteller der ersten
Jahrh.). Οί μέχρι τού τέλους τού Δ' αίώνα έκκλ. συyyραφείς περιλαμβά­

νονται καί σrήν tκδοση τής 'Ντοσr. Διακονίας τής Έκκλησίας τής Έλλά­

δος: "Βιβλιοθήκη Έλλήνων Πατέρων καί Έκκλησιαστικών Συγγραφέων"

(ΒΕΠΕΣ). Τά διασωθέντα άπό τά tργα τών λατίνων έκκλ. συyyραφέων

περιελήφθησαν σnjν tκδοση τού J.P. MIGNE: Patrologίae cursus

eompletus, series Latίna (PL), τ. 221, 1844-1864. Πολλά άπό αύτά περιελή­

φθησαν και οτό Corpus τής Βιέννης (Corpu.ι; scriptorum ecclesiasticorum

latinorum). Ol άνατολικοί έκκλ. συyyραφείς περιλαμβάνονται σnjν tκδο­

ση R GRAFFIN-F. NAU: Patrologia Orientalis (ΡΟ), Paris 1903 κ.έξ. Τά

διασωθέντα πρακτικά καί τά fyyρaφa τών Οίκουμενικώv καί τώvτοπικών

συvόδωv περιελήφθησαν σrήν tκδοσηJ.D. MANSI, Sacronιm conciliorum

25

nova et amplίssίma collectίo (MANSI), 1859 κ.έξ. Τά πρακτικά τών Οίκου

μενικών συνόδων Γ' τής Έφέσου καΙ Δ 'τής Χαλκηδόνας έκδόθηκαν άπό

τόνΕ. SCHWARTZ, Acta Concilionιm Oecumeniconιm (ACO), 1914 κ.έξ.

Τά Μαρτυρολόγια καί οί Βίοι άγίων περιλαμβάνοvrαι σrήν fκδοση τώv

Βολλανδιστών, Acta Sanctonιm 1643-1931. Κατάλογο τών άγιολογικών

κειμένων, τά όποία έκδόθηκαν μέχρι τό 1957 βλ. σtήν fκδοση τού F.

ΗΑLΚΙΝ, Biblίoteca hagίografica graeca, τ. 3, 1957 . Οί έλληνικές καί οί

λατινικές έπιγραφές έκδόθηκαv σέ εlδικά Corpus τής Άκαδημlας τού

Βερολίνου (Corpus ίnscriptίonum graecorum, τ. 4, 1828-1877 καί Corpus

ίnscrίptionum /atίnonιm, 1863 κ.έξ.). οι κυριότερες νομικές πηγές έκδό

θηκαν άπό τούς Th. MOMMSEN-Ρ. MEYER (Codex Theodosίanus, τ. 2,

1904-1905), άπό τόνΡ. ΚRUEGER (CodexJustίnίanus, 1888), άπό τούς Ρ.

ΚRUEGER-Th. ΜΟΜΜ5ΈΝ (lnstitutiones et Digesta, 1889) καί άπό τούς

Κ SCHOELL-G. ΚROLL (Novel/ae, 1895). ΓιάτίςπηγέςτούΒυζαvτινού

Δικαίου βλέπε J.A. MORTREU/L, Hίstoire du droit byzantίn, τ. 3, 1843-

1847. ZACHARIAE VON LJNGENTHAL, Gesch. des griechisch-

rόmίschen Rechts, 1892. Οί κανόνες των Οίκουμενικών καί τών τοπικών

συνόδων έκδόθηκαν μέ τά οχόλια τών όρθοδόξων κανονολόγων άπό τούς

Γ. ΡΑΛΛ.Η-Μ. ΠΟΤΛ.Η, Σύνταγμα τών θείων καί ίερών κανόνων, τ. 6,

1854.

Πέρα άπό τήν έκκλησιαστική γραμματεία τώντριών πρώτων αίώνων,

ή όποία στό σύνολό της άποτελεί άνεκτίμητη πηγή γιά τή μελέτη τού

ίσrορικού βίου τής 'Εκκλησίας κατά τήν έποχή αύτή, είδικότερο ένδιαφέ

ρον παρουσιάζει ή συσrηματικότερη προσπάθεια, ή όποία ξεκίνησε άπό

τόν Δ' αίώνα γιά τήν άνάπrυξη τής έκκλησιαστικijς ίσrοριογραφίας κατά

περιόδους ή καί κατά θέματα. Ό πατέρας τής έκκλ. ίστοριογραφίας

ΕΥΣΕΒΙΟΣ Καισαρείας τής Παλαιστίνης, πέρα άπό τόν Τριακοvταετη

ρικό στόν βασιλέα Κωνσταντίνο, τόν Βίο τού μακαρίου βασιλέως Κων

σταντίνου, τό Χρονικό καί τίς άλλες πραγματείες, fγραψε 'Εκκλησιαστική

'Ιστορία σέ 10 βιβλία, ή όποία καλύπτει τήν περίοδο άπ' άρχής μέχρι τό

324 μ.Χ. μέ τήν παράθεση σπουδαίων άποσπασμάτων άπό άπολεσθέvτα

fργα τών τριών πρώτων αίώνων. Τό fργο αύτό τού Εύσεβίου, τό όποίο

μεταφράσθηκε σrή λατινική άπό τόν ΡΟΥΦΙΝΟ (403), συνέχισαν ό ΓΕ

ΑΑΣΙΟΣ Καισαρείας τijς Παλαιστίνης, ό ΦΙΛ.ΙΠΠΟΣ Σιδίτης (Χριστια

νική 'Ιστορία σέ 36 βιβλία), ό άρειανόφρονας ΦΙΛ.ΟΣ1ΌΡΓΙΟΣ ('Εκκλη

σιαστική 'Ιστορία σέ 12 βιβλία μέχρι τό fτος 425), ίδιαίτερα δέ οί ΣΩΚΡΑ

ΤΗΣ, ΣΩΖΟΜΕΝΟΣ καί ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ Κύρου. Ό ΣΩΚΡΑ τΗΣ f-

γραψε 'Εκκλησιαστική 'Ιστορία σέ 7 βιβλία (PG 67, 29-872) καί καλύπτει

τήν περίοδο μεταξύ τών έτών 305 καί 439 μέ τή χρήση τών ύφισταμένων

πηγών καί τών έπισήμων έκκλησιαστικών κειμένων. Ό ΣΩΖΟΜΕΝΟΣ

fγραψε Έκκλησιαοτική 'Ιστορία σέ 9 βιβλία (PG 67, 844-1630), ή όποία

6

:αλύπτει τήν περίοδο μεταξύ τών fτώv 324 καί 425, έπί τfί βάσει τού

:ργου τού Σωκράτη καί τών άλλων σχετικών πηγών. Ό ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ

(ύρου, πέρα άπότή Φιλόθεο 'Ιστορία (PG 82, 1283-1496) καίτήν έπιτομή

t\ίρετικής Κακομυθίας (PG 82, 335-556) fγραψε 'Εκκλησιαστική Ίστο­

?ία, ή όποία καλύπτει τήν περίοδο μεταξύ τών έτών 325 καί 428. Ό

ΗΣΥΧΙΟΣ ό Ίεροσολυμίτης (Ε' αί.) fγραψε 'Εκκλησιαστική 'Ιστορία σέ

4 βιβλία, άλλά άπό αύτήν διασώθηκε μόνο fνα κεφάλαιο περί Θεοδώρου

Μοψουεστίας, τό όποίο άναyvώσθηκε σrήν Ε' Οίκουμενική σύνοδο (PG

86, 1031. 92, 948). Ό ΓΕΑΑΣΙΟΣ Κυζίκου fγραψε (μετά τό 475) 'Εκκλη­

σιαστική 'Ιστορία, ή όποία καλύπτει τήν περίοδο τής βασιλείας τού Μ.

Κωνσταντίνου, μέ τή σύνθεση τών είδήσεων τών πηγών μέ άνακριβείς

παραδόσεις. Στή Δύση όΣΟΥ Λ.ΠΙΚΙΟΣ ΣΕΒΗΡΟΣ fγραψε Χρονικά σέ

2 βιβλία, τά όποία καλύπτουν τήν παγκόσμια ίστορία μέχρι τό τέλος τού

Δ' αίώνα. Ό ίσπανός ΠΑ Υ ΛΟΣ ΟΡΩΣΙΟΣ fγραψε Παγκόσμια 'Ιστορία

μέχρι τό 416 μ. Χ. Τό Lίber Pontίfica/ί.ι;, άyvώστου συντάκτη τού ΣΙ αίώνα,

εjναι χρονικό τΊν παπΊν Ρώμης μέ βtiση yχι πάντοτε Dξιόπιστες πηγές

(rκδ. L. DUCHESNE, τ. 2, 1886-1892). Ό ΙΣΙΔΩΡΟΣ Σεβίλλης fγραψε

Chronica Gothorum, Vandalorum καί Sueborum. :Αξιόλογη, άλλά δχι

πλήρης συλλογή πηγαίου ύλικού τής περιόδου αύτής τής 'Εκκλησιαστικής

'Ιστορίας παρέχεται άπό τόν C. ΚIRSCH, Enchίrίdίon Fontίum hίstorίae

ecclesίastίcae antίquae, 1960.

:Από τούς μονοφυσιτικούς κύκλους, πέρα άπό τήν 'Εκκλησιαστική

'Ιστορία τού ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ τού Κίλικα, ή όποία άπολέσθηκε, διακρίθηκε

ό έπίσκοπος Μυτιλήνης ΖΑΧΑΡΙΑΣ ό Ρήτωρ, ό όποίος, έκτός άπό τίς

βιογραφίες Σεβήρου Άvτιοχείας, Πέτρου νlβηρος καί Ήσαίου τού άσκη­

τού, fγραψε 'Εκκλησιαστική Ίσιορία, ή όποία διασώθηκε (βιβλ. 3-6) σέ

συριακό χρονικό καί καλύπτει τήν περίοδο μεταξύ τών έτών 450 καί 491.

Ό ΘΕΟΔΩΡΟΣ ό Άναyvώσιης συνέταξε έπιτομή τών Έκκλησιασrικών

Ίσrοριών Σωκράτους, Σωζομενού καί Θεοδωρήτου Κύρου (ΗίΔ·tοrία

Trίpartίta ), ή όποία καλύπτει τήν περίοδο μεταξύ τών έτών 323 καί 439,

καθώς καί 'Εκκλησιαστική Ίσrορία, ή όποία άπολέσθηκε καί κάλυπτε τήν

περίοδο μεταξύ τών έτών 439 καί 518. Ό μετριοπαθής μονοφυσίτης

ΙΩΑΝΝΗΣ ό Διακρινόμενος fγραψε Έκκλησιασιική 'Ιστορία σέ 10 βι­

βλία, ή όποία καλύπτει τήν περίοδο μεταξύ τών έτών 429 καί 518, σώζεται

δέ άποσπασματικά. Ό ΙΩΑΝΝΗΣ ό Μαλάλας ( Ρήτωρ) fγραψε Χρο­

νογραφία, ή όποία καλύπτει τήν περίοδο μέχρι τό 573 περίπου. Ό ΜΑΡ­

ΚΕΛΛΙΝΟΣ fγραψε Χρονικό σrήν λατινική, τό όποίο. καλύπτει τήν πε­

ρίοδο μεταξύ τών έτών 349 καί 534. Ό ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ fγραψε Ίσιορίες,

Περί Κτισμάτων καί :Ανέκδοτα (ΗίΔ·tοrία arcana) yιά τά yεyονότα τής

βασιλείας τού Ίουσrινιανού (527-565). Ό ΙΩΑΝΝΗΣ Λυδός fγραψε σέ

3 βιβλία τό fργο Περί άρχών τής Ρωμαίων Πολιτείας καί περιγράφει τήν

27

ίστορiα καί τήν όργάνωση τών ύπηρεσιών τού ρωμαϊκού κράτους μέχρι

τό 559. Ό ΑΓΑΘΙΑΣ fγραψε σέ 5 βιβλία fργο Περί τής 'Ιουστινιανού

βασιλείας καί περιλαμβάνει τήν περίοδο μεταξύ τών έτώv 552 καi 558. Ό

ΙΩΑΝΝΗΣ Έφέσου fγραψε 'Εκκλησιαστική 'Ιστορία σέ 6 βιβλία, άπό

τήν όποία σώζεται μόνο τό τελευταίο τμήμα ( fτη 521-585). Ό ΕΥ ΑΓΡΙΟΣ

fγραψε 'Εκκλησιαστική 'Ιστορία σέ 6 βιβλία, ή όποία καλύπτει τήν περίο

δο μεταξύ τών έτών 431 καί 593. Ό ΘΕΟΦ Υ ι\ΑΚΤΟΣ Σιμοκάττης fγρα

ψε Οίκουμενική Ίστορία σέ 8 βιβλία, συνεχίζοντας τό fργο τού ΜΕΝΑΝ

ΔΡΟΥ μέχρι τή βασιλεία τού Μαυρικlου (582-602). Ό ΓΕΩΡΓΙΟΣ Πισί

δης fγραψε περί τής Κατά Περσών έκστρατείας τού 'Ηρακλείου. Ό

ΙΩΑΝΝΗΣ Νικίου fγραψε Παγκόσμιο Χρονικό μέχρι τό τέλος τού Ζ'

μ.Χ. αίώνα. Ό λόγιος μοναχός ΘΕΟΦΑΝΗΣ fγραψε Χρονογραφία, ή

όποία καλύπτει μέ χρονογραφική άφήyηση τά γεγονότα άπό τό 214 μ.Χ.

μέχρι τό 813 έπί τfι βάσει τώv προγενέστερων ίσrορικών fργωv Σωκρά

τους, Σωζομeνού, Θεοδωρήτου Κύρου, Προκοπίου, Μαλάλα, Θεοφύλα

κτου Σιμοκάπη, Γεωργίου Πισίδη κ.~. καί άποτελεί τήν κυριότερη πηγή

γιά τά γεγονότα τών καί Η' αίώνων, γιά τούς όποίους χρησιμοποίησε

πολύτιμο vλικό καί άπό άπολεσθείσες πηγές τής περιόδου τής Εiκονομα

χίας.

Γενικά έQΎα

-+ ΒΑ ΙΩ. ΦΕΙΔΑ, 'Εκκλησιαστική 'Ιστορία, Ι. Από τής άποστολικijς

έποχijς μέχρι τής Είκονομαχίας, 1978. Τού αύτού, Ό θεσμός τής Πενταρ

χίας τώv πατριαρχών, 1-Il, 1969-1970. Τού αύτού, 'Ιστορικοκανονικαί καί

έκκλησιολογικαί προϋποθέσεις έρμηνείας τών ί.

κανόνων, 1972. Τού

αύτού, Βυζάντιο. Βίος-Θεσμοί-Κοινωνία-'Εκκλησία-Παιδεία-Τέχνη,

1\θijναι 1991. ΧΡ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΑΟΥ, 'Ιστορία της 'Εκκλησίας 'Ιερο

σολύμων, 1910. Του αύτού, Ίοτορία τής 'Εκκλησίας 'Αλεξανδρείας, 1935.

Τού αVτού, Ίοτορία τής 'Εκκλησίας 1\ντιοχείας, 1951. C.J. HEFELE-Η.

LECLERCQ, Hίstoίre des concίles, τ.

11, 1907 κ.έξ. Η. LIETZMANN,

Geschίchte der Alten Kίrche, τ.

4, 1944. Ρ. HIN8CH/US, 8yΔ·tem des

katholίschen Kίrchenrechts, τ. 4, 1869-1895. W. PLOECHL, Gesclzίchte des

Κίrchenrechts, τ. 2, 1953-1955.-+j, riXERONτ, Hίstoiredesdogmes, τ. 3, 1912.

Α. von HARNACΚ, Lehrbuch der Dogmegeschίchte, 1931-1932 . Ρ. de

LABRIOLLE, Histoire de la litterature latίne chretienne, 1924 . L.
BREHIER, Les institutions de l'empire byzantin,
1949. Ε. CA8PAR,

GeschίchtedesPapstturns, τ./, Ι/, 1930, 1933. R DEVREE8SE, Lepatrίarcat

d'Antioche, 1945. V. BOLOTOV, Leksii ρο ί:;;tοrίί dreνnei Tserkvi, τ. 3, 1910.
J. HALLER, Das Papsttum, ldee und Wίrklίchkeίt, /, 1950. ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ,

Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεία τής 'Ορθοδόξου Καθολικής Έκκλη-

28

σίας, τ. 2, 1960. Κ MOLLER, Kίrchengeschίchte, ι,

1929. F.X 5ΈΡΡΕLτ,

Geschίchte det Pά"pste, ι,

1955. G. 05TROGORSΚY, Histoire de l'Etat
byzantin, 1956.
ΓΕΡ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Γενική Έκκλησιασιική Ίσιορία, 1957.
· ΒΑΣ. Σ1ΈΦΑΝΙΔΟΥ, Έκκλησιασιική Ίσιορία, 1959. Κ BIHLMEYER-
H. WECHLE,
Κίrchengeschίchte, 1958. L~ DUCHESNE, Hίstoίre ancίenne
de l'Eglise, τ. 4, 1923 . Α. FLICHE-V.MARΠN, Histoίre de l'Eglίse des

orίgίnes d nos jours, τ. 19, 1958-1964. Η JEDIN-1 DOLAN ( έκδ.), Hίstoίre

des Conciles, τ.

11, 1907-1952. Ο. BARDENHEWER, Geschίchte der

altkίrchlίchen Lίteratur, τ. 5, 1913-1932.Α. νοn HARNACΚ. Geschichte der

altkίrchlι"chen Lίteratur bis Eusebius, τ. 2, 1893. Α. PUECH, Hίstoίre de la

lίtterature grecque chretίenne jusqu 'd la fin du Ι~ sitfrcle, τ. 3, 1928-1930.

Δ.

ΜΠΑΑΑΝΟΥ, Πατρολογία,

1930. Β. ALTANER-A.STUIBER,

Patrologίe, 1966 . Η G. ΒΕCΚ. Kirche und theologische Lίteratur ίm

byzantinischen Reίch, 1959. Π. ΤΡΕΜΠΕι\Α, Δογματική τής 'Ορθοδόξου

Καθολικής 'Εκκλησίας, τ. 3, 1959-1960.1 QUASTEN, Patrology, τ. 3, 1986

( οτήv ίδια σειρά έκδόθηκε άπ6 τ6 Atiyovσrιvιαvό ίvσιιτούτο τής Ρώμης

ύπό τήv έπιμέλεια τού Angelo dί Berardίno καί τέταρτος τόμος, ό δποίος

περιέχει τούς λατίνους πατέρες καί έκκλ. συγγραφείς άπό τό 325 μέχρι τό

451). Α. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ίσιορία τών Δογμάτων, 1-ll, 1963-1978. Στ. ΠΑ
ΠΑΔΟΠΟΥ ΑΟΥ, Πατρολογία, Α',
1982. Β', 1990~

ΜΕΡΟΣΠΡΩΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'

v·ί(! ιt;&J; u..ft, ~ ~ ..Ζ

(c-'j -3 Ξ)

ΙΔΡΥΣΗ τΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΚΑΙ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΉ ΕΠΟΧΗ

Ρ. BAτiFFOL, L'Eglise naissante et le catholicisme, 1927. J. LEBRETON, La vie

chretienne au premier siecle de I'Eglise, 1927. Ο. DIBELIUS, Die werdende Κirche, Einfϋhrung
in die Aρostelgeschichte, 1941. Κ. WEISS, Urchristentum und Geschichte in der neutest.
Theologie, 1939. Μ. GOGUEL, Jesus et les origine . .o; du christίanίsme, 11-111, 1946-47. Κ.
BAUER, Antiochia in der ίiltesten Κirchengeschichte, 1919. F. ΑΜΙΟΤ, L'enseignement de St.
Paul, 2 τόμ., 1946. W. L. ΚΝΟΧ, St. Paul and thc Church of Jerusalem, Cambridgc 1925. Τού

αt'ιτού, St. Paul and the Church of thc Gentiles, 1939. Η. WINDISCH, Paulus und das J udentum,

1935. Μ. DIBELIUS, Paulus auf dem Areopag, 1938-39. Ο. CULLMANN, Saint Pierrc,
disciple, aρδtre, martyr, 1952. Α. von HARNACK, Dic Mission und Ausbreitung des
Christentums in dcn ersten 3 Jhh., 2 τόμ., 1924. J. ZEILLER, L'cmpire romain ct I'Eglisc, 1928.
G. BARDY, La conversion au christianismc durant les ρrcmicrssiecles, 1949. Α. ST. BARNES,
Christianity at Rome in the aρostolic agc, 1938. Ε. GRIFFE, La Gaulc chretienne ιi l'epoque
romaine, I, 1947. Η. LECLERQ, L'Afriquc chretienne, 2 τόμ., 1904. Η. LIETZMANN, Mcsse
und Hcrrenmahl, 1926. W. GOOSSENS, Lcs origincs de I'Eucharίstic, 1931. F. GAECHTER,
Petrus und seine Zeit, 1957. J. COLSON, La fonction diaconale aux orίgincs de l'Eglise, 1961.

Η. LΙΕΊ'ΖΜΑΝΝ, Petrus und Paulus in Rom, Liturgische und archίiologische Studicn, 1972.

1. ·ιδQυση ~ής Έκκλησίας καί ή χQισ~ιανική κοιvό~η~α tώv ΊεQοσολίι­

μων

Ό δρος 'Εκκλησία χρησιμοποιήθηκε άπό τούς άποστολικούς χρό­

νους γιά νά δηλώση τή νέα έν Χριστφ πραγματικότητα τού κόσμου, ή

όποία φανερώνεται μέ τή συγκρότηση τού έκκλησιαστικού σώματος σέ

κάθε τόπο καί σέ κάθε έποχή ώς προέκταση τού Σώματος Χριστού στόν

χρόνο και στήν ίστορία τής σωτηρίας ( Christus prolongatus ). Στήν Παλαιά

30

Διαθήκη ό δρος χρησιμοποιήθηκε άπό τούς 'Εβδομήκοντα 96 φορές γιά

νά άποδώση τόν άντίσtοιχο έβραϊκό δρο qahal, ό όποίος σήμαινε τή

συνάθροιση ή σύναξη τού περιούσιου λαού τού Θεού είτε γιά θρησκευτι

κούς fι και γιά άλλους ποικίλους λόγους (Ψαλμ. 39,10. 78,6. 106,32. 149,1.

Δευτ. 4,9-13. 9,10. 18,16. 23,2 κέξ. Άριθμ. 16,3. 20,4. Κριτ. 20,2. Γ' Βασιλ.

8,65. Α' Παραλ. 28,8. Μιχ. 2,5 κ.d.). Στήν Καινή Διαθήκη ό δρος χρησι

μοποιείται 114 φορές, μέ ίδιαίτερη δμως συχνότητα στίς Πράξεις 'Απο

στόλων (23), στίς έπιστολές τού άποστόλου Παύλου (63) καί στήν 'Απο

κάλυψη (20), καίτοι δέν άπαντά στά εύαγγέλια τού Μάρκου, τού Λουκά

καί τού 'Ιωάννη, σήμαινε δέ τή σύναξη τών χριστιανών ώς τού νέου

περιούσιου λαού τού Θεού, τού νέου 'Ισραήλ. Ύπό τήν έννοια αύτή

χρησιμοποίησε τόν δρο ό άπόστολος Παύλος στίς έπιστολές του τόσο γιά

κάθε τοπική έκκλησία (Άvtιοχείας, 'Εφέσου, Θεσσαλονίκης, Κορίνθου,

Ρώμης κ.δ:..), δσο καί γιά τήν άνά τήν οίκουμένη 'Εκκλησία τού Θεού. Ή

μία 'Εκκλησία τού Θεού φανερώνεται σέ κάθε τοπική έκκλησία (Α' Κορ.

10,32. 11,16. 12,28,15,9. Έφ. 1,22. 3,10,21. 5,23-32. Κολ.1,18-24 κ.ιi.) καί

συγκροτεί τό νέο "έκλεκτόν γένος" καί τό "άγιον έθνος" τής "Καινής

Διαθήκης" τού Θεού μέ τό άνθρώπινο γένος (Α' Πέτρ. 2, 9-10), ή όποία

σφραγίσθηκε μέ τήν ένανθρώπηση, τό πάθος καί τήν άνάσταση τού 'Ιησού

Χριστού.

'tl 'Εκκλησία προϋπήρχε ώς "πνευματική" στήν προαιώνια βουλή,

σοφία καί πρόνοια τού Θεού, τελειώθηκε δέ έν χρόνφ μέ τήν ένανθρώ

πηση τού Υίού καί ζωογονήθηκε μέ τήν άποστολή τού άγίου Πνεύματος

)t(Χτά τήν Πεντηκοστή. Τότε φανερώθηκε στόν κόσμο καί τήν ιστορία τό

"άποκεκρυμμένον άπό τών αίώνων έν τφ Θεφ" μέγα μυσrήριο γιά τήν

πραγμάτωση τής "Βασιλείας τού Θεού", ή όποία "ούκ έσι:ιν έκ τού κόσμου

τούτου" (Ίω. 18,36) καί ή όποία θά τελειωθή σι:ή συντέλεια τού αLώνος,

δταν ό Χριστός θά παραδώση "τήν βασιλείαν τφ Θεφ καί Πατρί, δταν

καταργήση πάσαν άρχήν καί πάσαν έξουσίαν καί δύναμιν" (Α' Κορ.

15,24). Εtναι εύνόητο δτι "ούκάφ' έαυτήςαύτη συνήχθη, άλλ' άλλοςταύτην

είςτοϋτο έκάλεσεν, δς έστιν ό εtς έντριάδι Θεός". Ό Υίός καί Λόγος τού

Θεού ~<:J~Q~(t)θείς Έκκλησίας σάρκα άνέλαβε" κατά τόν ί. Χρυσόσι:ομο

(PG 52, 429), "ήγάπησε τήν 'Εκκλησίαν καί έαυτόν παρέδωκεν 'όπέρ

αύτής, ίνα αύtήν άγιάσn, καθαρίσας τφ λουτρφ τού ύδατος έν ρήματι,

ίνα παρασrήσn αύτήν έαυτφ ένδοξον τήν 'Εκκλησίαν, μή έχουσαν

.σπίλον ή ρυτίδα ή τι τών τοιούτων, ω;.: ίνα i\ άγία ~αί ιiμωμος" (Έφ.

5,25-27). Κατά τήν παύλεια λοιπόν διδασκαλία ή ίδρυση τής 'Εκκλησίας

είναι fργο τού Πατρός διά τού Υιού έν άγίφ Πνεύματι, φανερώθηκε δέ

στόν κόσμο κατά τήν ένανθρώπηση τού Υίού. 'QΘεός έδωσε τόν Χριστόν

"κεφαλήν 'όπέρ πάντα τfι Έκκλησίc;χ, _ήτις έστι τό σώμα αύτού, τό πλή

ρωμα τού τά πάντα έν πάσι πληρουμένου" (Έφ. 1,22-23), άφού "έν αύτώ

31

ηύδόκησε πάν τό πλήρωμα κατοικήσαι καί δι' αύτού άποκαταλλάξαι τά

πάντα είς αύτόν" (Κολ. 1,19-20).

Συνεπώς, ή 'Εκκλησία κατά τήν άποσrολική παράδοση εΙ ναι τό-·

ί.σtορικό σώμα τού Χρισtού, σtό όποίο Δνακεφαλαιώνεται, Δνακαινίζεται

καί τελειοmαι τό Δνθρώπινο γένος καί ή δλη δημιουργία τόσο γιά τήν

άποκαταλλαγή καί τήν άποκατάσταση τής προπτωτικής κοινωνίας Θεού,

άνθρώπου καί κόσμου, δσο καί '(ιά τήν έοχατολο'(ική τελείωση τής έ'(και

νιασθείσης έν Χριστφ βασιλείας τού Θεού. 'Απαρχή τού "νέου γένους"

τών χρισtιανών ύπήρξε ό δεύτερος Άδάμ, ό 'Ιησούς Χριστός, ·στό σώμα

τού όποίου έγκεντρίζονται ώς μέλη πάντες οί βαπτιζόμενοι, έφ' δσον "δσοι

έβαπτίσθημεν είς Χρισtόν Ίησούν, εις τόν θάνατον αύτού έβαπτίσθημεν ...

καί γεγόναμεν σύμφυτοι τφ όμοιώματι τού θανάτου αύτού" (Ρωμ. 11,23-

24 ). Ή νέα αύτή σχέση τών Δνθρώπων μέ τόν Θεό βιώνεται ώς κοινή

έμπειρία οτήν όργανική ένότητα καί οτήν άρμονική λειτουργία τού ένός

σώματος, "καί γάρ έν ένί Πνεύματι ημείς πάντες είς fν σώμα έβαπτίσθη

μεν ... ύμείς δέ έσtε σώμα Χρισtού καί μέλη έκ μέρους" (Α' Κορ. 12,12

κέξ.), άφού "πάντες έκ τού ένός δ.ρτου μετέχομεν" {Α' Κορ. 10,17). Ό

άπόστολος Παύλος άναπτύσσει κατά τρόπο συστηματικό τή διδασκαλία

του γιά τή φύση τής 'Εκκλησίας ώς τού "Σώματος Χριστού", στό όποίο

άνακαινίζεται ό "παλαιός αίών", τελεσιουργείται καί βιώνεται άπό τούς

πιστούς ή νέα έν Χριστφ πραγματικότητα τού κόσμου καί ένώνεται ό

'Ύύν" μέ τόν "μέλλοvr:α αίώνα'' σtήν tστορία τής σωτηρίας (Ρωμ. 5,12-21.

12,4-8. Α' Κορ. 6,15-20. 10,16-17. 11,3-4. 12,4-31. 15,20-23. Γαλ. 3,27-29.

'Εφ. 1,3-23. 2,11-22. 4,1-16. 5,22-32. Κολ. 1,13-29. 2,6-19. 3,9-17 κδ.). Οί

χρισtιανοί μέ τό βάπτισμα, τό χρίσμα καί τή συμμετοχή τους οτή θεία

εύχαριστία γίνονται μέλη τού ί.σtορικού σώματός τού Χρισι:ού καί ένερ

γοποιούν τά χαρίσματα τού άγίου Πνεύματος γιά νά ζοϋν τήν έν Χρισι:φ

καινή ζωή σέ συνεχή κοινωνία τών μελών πρός άλληλα καί πρός τή θεία

κεφαλή τής 'Εκκλησίας, τόν 'Ιησού Χρισι:ό, "έξ ού πάν τό σώμα διά τών

άφών καί συνδέσμων έπιχορηγούμενον καί συμβιβαζόμενον αύξει τήν

αύξησιν τού Θεού" (Κολ. 2,18-19. 'Εφ. 4,15-16).

Ή όργανική καί δ.ρρηκτη αύτή σχέση τού μυστηρίου τού Χριστού καί

τού μυστηρίου τής 'Εκκλησίας προσδιόρισε τό περιεχόμενο τής άποστο

λικής παραδόσεως τόσο γιά τή χρ_ισtοκεντρική όντολογία τής 'Εκκλησίας,

δσο καί γιά τήν πνευματοκεντρική έκπλήρωοη tής άποστολής της σtήν

ίσtορία τής σωτriρϊας.-Ύπό tό πνεύμα αύτό ό "Ιησούς Χριστός έπέλεξε

τούς άποστόλοuς καί "κατ' ίδίαν έξηγείτο αύτοίς πάντα" δσα ήταν άναγ

καία γιά νά έκπληρώσοuν τήν άνατεθείσα σέ αύτούς άποστολή τού κη

ρύ'(ματος τού εύαγγελίοu σέ δλα τά ~θνη:"'Εδόθη μοι πάσα έξουσία έν

ούρανφ και έπί γής. Πο(>ευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά fθνη, βαπτί

ζοντες αύτούς είς τό δνομα τού Πατρός καί τού Υίού καί τού άγίοu

32

Πνεύματος, διδάσκοντες αύτούς τηρείν πάντα δσα ένετειλάμην ίιμίν"

(Ματθ. 28,18-20). Ή έντολή αύτή συνδυάσθηκε μέ τή διαβεβαίωση Δφ'

ένός μέν δtι ό ίδιος θά παραμείνη μαζί τους "πάσας τάς ήμέρας ~ως τής

σwιελείας τού αίώνος" (Ματθ. 28, 20), Δφ' έτέρου δέ δτι αύτοί θά λάβουν

"δύναμιν, έπελθόντος τού Δγίου Πνεύματος" έπ' αύτούς καί θά κατασι:ούν

"μάρτυρες ... ~ως έσχάτου τής γής" (Πράξ. 1,7-8). Ή έντολή τού Κυρίου

πρός τούς Δποσι:όλους νά διδάσκουν σέ δλο τόν κόσμο τήν τήρηση "πάν

των δσων" "ένετείλατο" πρός αύτούς προσδιόριζε καί τήν Δποστολική

εύθύνη γιά τήν περιφρούρηση τής αύθεντικότητας καί γιά τήν οίκουμενική

προοπτική τού Δποσι:ολικού κηρύγματος, γι' αύτό καί θεωρούσαν πάντοτε

χρέος τους νά κηρύττουν καί νά δηλώνουν δτι "παρέδωκαν ... δ καί

παρέλαβοv' (Α' Κορ. 15,3). Πράγματι, ό Δπόστολος Παύλος εtχε μεγάλη

Δγωνία γιά τήν πισι:ότητα στήν "Δλήθεια τού εύαγγελίου" (Γαλ.

2,5).

Μετά τήν πρώτη Δποσι:ολική περιοδεία έθεσε ίιπό τήν κρίση τών πρό

αύτού Δποστόλων τό Δποσι:ολικό του κήρυγμα ("Δνεθέμην αύτοίς τό

Εύαγγέλιον δ κηρύσσω τοίς έθνεσι"), "μήπως είς κενόν τρέχω 1\ έδραμον"

(Γαλ. 2,2). Ή Δγωνία τών Δποστόλων γιά τήν αύθεντικότητα τού Δποστο

λικού κηρύγματος ήταν εύνόητη, Δφού τό παραδιδόμενο μέ τήν Δποστο

λική παράδοση ήταν δχι βεβαίως μία συστηματική διδασκαλία, άλλά ό

ίδιος ό Χριστός καί ή 'Εκκλησία Του.

Ή συνείδηση αύτή τών Δποστόλων ήταν συνείδηση καί τής Δποστο

λικής έκκλησίας, ό δέ Είρηνάιος, μαθητής τού Δποστολικού Δνδρός Πο

λυκάρπου Σμύρνης, βεβαιώνει δτι οί Δπόστολοι καί οί διάδοχοί τους "eam,

quae in unoquoque loco est, Ecclesiam tradiderunt" (Κατά αίρέσεων, IV,

-~8). Ύπό τήν έννοια αύτή καί ό Τερτυλλιανός συνδέει τήν Δλήθεια τής

πίσι:εως μέ τήν πισι:ότητα σέ "δ,τι παρέλαβε ή 'Εκκλησία Δπό τούς Δπο

σι:όλους, oL Δπόσι:ολοι Δπό τόν Χρισι:ό καί ό Χριστός Δπό τόν Θεό" ( quod

Ecclesia ab apostolis, apostoli a Christo, Christus a Deo accepit. De
praescr. haer., 20,2-7). Ή Δλήθεια δμως τού εύαγγελίου διασώζεται μόνο

μέ τήν ένότητα καί τήν όρθή λειτουργία τού δλου έκκλησιαστικού σώμα

τος, Δφού "ό Θεός σuνεκέρασε τό σώμα ... , ίνα μή ή σχίσμα έν τφ

σώματι, Δ>J..ά τό αύτό ίιπέρ Δλλήλων μεριμνώσι τά μέλη" (Α' Κορ. 12,22-

26). Ύπό τό πνεύμα αύτό "fθετο ό Θεός έν τft

Έκκλησίc;ι, πρώτον

ά.ποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις,

είτα χαρίσματα Lαμάτων, Δντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών" (Α'

Κορ. 12,28). Ή σuyκρότηση καί ή όρθή λειτουργία τού σώματος τού

Χρισι:ού πηγάζει Δπό τήν ένέργεια τής Άγίας Τρtάδας, Δφού στήν 'Εκ

κλησία "διαιρέσεις χαρισμάτων είσί, τό δέ αύτό Πνεύμα, καί διαιρέσεις

διακονιών είσί, καί ό αύτός Κύριος, και διαιρέσεις ένεργημάτων είσίν, ό

δέ αύτός έστι ό Θεός, ό ένεργών τά πάντα έν πάσι ν" (Α' Κορ. 12, 4-6).
Ή έν χρόνφ σάρκωση λοιπόν τού Υίού καί Λόγου τού Θεού, τό

33

πρόσωπο, ό βίος, τό θείο πάθος, ή άνάσταση καί ή άνάληψη τού 'Ιησού

Χριστού είσάγουν στήν ίστορική έποχή τής 'Εκκλησίας. Γενέθλια δμως

ήμέρα τής 'Εκκλησίας ύπήρξε ή Πεντηκοσtή. Οί "Πράξεις 'Αποστόλων"

διασώζουν τήν αύθεντική συνείδηση τής άποστολικής Έκκλησίας περί τής

άποστολής καί τής έπιφοιτήσεως τού άγίου Πνεύματος σrήν 'Εκκλησία .
. !{ έπιφοίτηση δμως αύτή συνδέθηκε ειδικότερα μέ τούς Δώδεκα άποστό

λους, οί όποίοι είχαν έπιλεγή άπό τόν Κύριο καί μέ έντολή δική Του

άνέμεναν "προσκαρτερούντες" σtά 'Ιεροσόλυμα τήν λήψη τού άγίου

Πνεύματος (Πράξ. 2,1 κέξ.). Ή έπιφοίτηση τού άγίου Πνεύματος μετα

μόρφωσε τούς άποστόλους καί τούς ένίσχυσε στό fργο καί τή διδασκαλία

τού εύαγγελίου. Μέ τή δύναμη τού άγίου Πνεύματος οί άπόστολοι κατέ

στησαν οί αύθεντικοί κή~υκες τής άναστάσεως τού Χριστού, τό δέ κήρυγ

μα εlχε ιbς κέντρο τόν Χρισtό καί είδικότερα τήν άνάστασή του, τής

όποίας οί ίδιοι ύπήρξαν αύτήκοοι καί αύτόπτες μάρτυρες. Τό περιεχόμε

νο αύτό είχε καί ή πρώτη όμιλία τού άποστόλου Πέτρου κατά τήν Πεντη

κοσtή (Πράξ. 2,14-40). Βεβαίως τό κήρυγμα τών άποσtόλων άποσκοπού

σε δχι μόνο στήν άπλή μαρτυρία περί τής άναστάσεως τού Χριστού, άλλά

και στήν οίκείωση τού δλου λυτρωτικού fργου τού Κυρίου άπό τούς

άνθρώπους γιά τή συμμετοχή τους στή νέα πραγματικότητα τής Βασιλείας

τού Θεού. Ό άπόστολος Πέτρος ύπέδειξε μέ σαφήνεια σέ δσους δέχθη

καν τό κήρυγμά του "μετανοήσατε και βαπτισθήτω έκαστος ύμών έπί τφ

όνόματι 'Ιησού Χρισtού είς άφεσιν άμαρτιών ύμών καί λήψεσθε τήν

δωρεάν τού άγίου Πνεύματος" (Πράξ. 2,38).

Κατά τήν ή μέρα τής Πεντηκοστής βαπτίσθηκαν τρείς χιλιάδες περί

που (Πράξ. 2,41) καί θεμελιώθηκε τό fργο τού εύαγγελισμού μέ οίκου

μενική προοπτική. Τό κήρυγμα τού άποστόλου Πέτρου είχε πράγματι

οικουμενικό χαρακτήρα (Πράξ. 2,14-36), άλλά ή πρώtη χριστιανική κοι

νότητα άναπτύχθηκε στό σαφώς ίουδαϊκό περιβάλλον τών 'Ιεροσολύμων,

τό όποίο ύπήρξε όπωσδήποτε έχθρικό lναντι τών χριστιανών. Ή διασπο

ρά τών 'Εβραίων άπό τήν έποχή fιδη τού Μ. 'Αλεξάνδρου σέ δλα σχεδόν

τά έλληνιστικά κράτη είχε ένισχύσει όρισμένες οίκουμενιστικές τάσεις

τού μεταγενέσrερου 'Ιουδαϊσμού. Ή προσπάθεια δμως τού Άντιόχου τού

'Επιφανή (168-165 π.Χ.) νά έπιβάλη τόν έλληνικό πολιτισμό στούς 'Ε

βραίους τής Παλαιστίνης είχε προκαλέσει τόσο τήν άντίδραση τών Ζηλω

τών, δσο καί τή διαμόρφωση ποικίλων τάσεων ώς πρός τήν κατανόηση τής

Παλαιάς Διαθήκης. Πράγματι, ή συντηρητική άρισrοκρατία τών Σαδδου

καίων άποδεχόταν μόνο τήν Πεντάτευχο καί τόν μωσαϊκό νόμο. 'Αντιθέ

τως, οι Φαρισαίοι ήσαν περισσότερο φιλελεύθεροι καί είχαν δεχθή όχι

μόνο καί μεταγενέστερα βιβλία τής Παλαιάς Διαθ~ης, άλλά καί όρισμέ

νες νεώτερες διδασκαλίες τού Ίουδα'ίσμού (περί άναστάσεως, περί άγγέ

λων κ.λπ. ), οί όποϊες πήγαζαν άπό τή μεταγενέστερη άποκαλυπτική γραμ-

34

ματεία. Στό κενtρικό tουδαϊκό συνέδριο (sanhedrin) τών 'Ιεροσολύμων

έκπροσωπούνtο τόσο ot Σαδδουκαίοι, δσο καί οί Φαρισαίοι. 'Ωστόσο, οί

Ζηλωτές καί άλλες συναφείς τάσεις ('Εσσαίοι) άκολουθούσαν έπαναστα­

τικότερη όδό. Οί 'Εσσαίοι, δπως φαίνεται άπό τά χειρόγραφα τής Νεκράς

Θαλάσσης, δέν συμμετείχαν στήν Ι.ουδαϊκή λατρεία, ή όποία είχε κένtρο

τόν Ναό τών 'Ιεροσολύμων, άκολουθούσαν δικό τους ήμερολόγιο, ζούσαν

άσκητικό βίο καί προσδοκούσαν μέ τήν δ.σκηση καί τή συνεχή προσευχή

τήν έπέμβαση τού Θεού. Ή κατασtροφή τών 'Ιεροσολύμων μετά τήν

ιουδαϊκή έπανάσταση τών Ζηλωτών, μέ τήν ύποοτήριξη προφανώς καί

τών Σαδδουκαίων (66-70), ένίσχυσε τή θέση τών Φαρισαίων, οι όποίοι

έπέμεναν στή σχολασtική τήρηση δχι μόνο τού μωσαϊκού νόμου, άλλά καί

της προφορικής παραδόσεως τού νόμου (Mishna), δπως έπίσης καί σι:όν

έρμηνευτικό ή συμπληρωματικό χαρακτήρα τής ταλμουδικής παραδό­

σεως. Ύπό τήν έννοια αύτή κατανοείται ή αύσι:ηρή κριτική τού Χριστού

κυρίως έναντίον τών Γραμματέων καί τών Φαρισαίων, δπως έπίσης καί ή

εύαισθησία τών εύαγγελιστών νά συμπεριλάβουν μέ fμφαση τήν κριτική

αύτή σι:ά εύαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Ή θέση λοιπόν τού 'Ιουδαϊ­

σμού δέν ύπήρξε ένιαία έναντι τής πρώτης χριστιανικής κοινότητας τών

'Ιεροσολύμων, ή όποία γεννήθηκε καί άναπτύχθηκε μέσα στούς κόλπους

του. Οί άρχιερείς καί οί Σαδδουκαίοι, οί όποίοι ήσαν προσηλωμένοι

σι:ούς έξωτερικούς κυρίως τύπους της ίουδαϊκής παραδόσεως καί άπέ­

κρουαν κάθε θρησκευτική καινοτομία, τάχθηκαν σαφώς ένανtίον της

χρισι:ιανικής κοινότητας, άλλά μετά τό 70 μ.Χ. άποδυναμώθηκαν. Οί

Φαρισαίοι, καίτοι ύπήρξαν άQχικώς διαλλακτικοί ~νανtι τών ίουδαιοχρι­

στιανών, δέν άνέχονταν τίς άντιθετικές τάσεις έναντι τού μωσα'ίκού νόμου

τών έλληνιστών χριστιανών.

Βεβαίως, ή πρώτη χ__ρ_ισι:ιανική κοινότητα τών 'Ιεροσολύμων συγκρο­

τήθηκε κατ· άπόλmη πλειονότητα άπό tουδαιοχρισι:ιανούς, οί δέ Φαρι­

σαίοι στήν άρχή τούς συμπαθούσαν, έπειδή έπιδείκνυαν ζήλο ύπέρ τής

τηρήσεως τού μωσα'ίκού νόμου. Πράγματι, τόσο οι άπόσι:ολοι, δσο καί οί

πρώτοι χριστιανοί συμμετείχαν στήν καθημερινή λατρεία στόν ίουδ

ναό, δπως καί οί "ζηλωταί τού Νόμου" (Πράξ. 21,20). 'Ωστόσο, ένtός τής

πρώτης αύτής ίουδαιοχρισι:ιανικής κοινότητας άναπτύχθηκε μία δυναμι­

κή τάξη έλληνιστών χρισι:ιανών, στήν όποία άνήκαν έπίσης έλληνίζοντες

'Ιουδαίοι τής Παλαιστίνης ή καί άπλοί προσήλυτοι στόν 'Ιουδαϊσμό, πολ­

λοί 'Εσσαίοι καί 'Ιουδαίοι τής Διασποράς. Ή αύσι:ηρή τήρηση τού μωσαϊ­

κού νόμου άπό τήν πρώτη χριστιανική κοινότητα, καίτοι δέν προκάλεσε

χαλάρωση τής αύτοσυνειδησίας της, θά δημιουργούσε όπωσδήποτε προ­

βλήματα σι:ό άποσι:ολικό έργο τού εύαγγελισμσϋ τών έθνών. Τά προβλή­

ματα αύτά διείδαν ένωρίς οί πρώτοι έλληνιστές χριστιανοί, οί όποίοι

έπέμειναν σι:ήν άποσύνδεση άπό τόν μωσαϊκό νόμο καί άπό τήν ίουδαϊκή

35

τυπολατρία. Τό fργο τού εύαγγελισμού σrήν Παλαισrίνη άναλήφθηκε

άπό τούς άποσtόλοuς καί άπό τά πρώτα μέλη τής χρισtιανικής κοινότητας

τών 'Ιεροσολύμων. ·ο Χρισtιανισμός βρήκε σημαντικά πράγματι έρεί

σματα σtή Γαλιλαία (Πράξ. 9,31 κέξ.), σιή Σαμάρεια (Πράξ. 8,4), σιήν

Ύπεριορδανία, σιή Συρία καί σtή Φοινίκη. ·Η ταχεία δμως διάδοση τού

Χρισtιανισμού στήν Παλαιστίνη 'f\δη μέχρι τό 45 μ.Χ. πρέπει νά συνδεθή

κυρίως μέ τόν διωγμό τών έλληνισtών χρισtιανών τών 'Ιεροσολύμων (37

μ. Χ.). Ό λιθοβολισμός τού Στεφάνου (Πράξ. 6,8-8,3 ), ή όμιλία τού όποίου

περιέχει τις θεμελιώδεις θέσεις τής θεολογίας τών έλληνισtών χριστια

νών, δηλώνει σαφώς καί τήν έξαιρετικά δυσχερή θέση τους.

οι έλληνιστές χρισtιανοί μετά τόν διωγμό (~...:~J διασκορπίσθη

καν σtήν Παλαιστίνη, σtή Σαμάρεια, σtή Συρία, στή Φοινίκη, στήν Κύπρο

και στίς χώρες τής καταγωγής τους, σuνέχωαν δέ τό έργο τού εύαπελι

σμού σύμφωνα μέ τίς δικές τους άντιλήψεις γιά τόν μωσ

έλληνιστής "διάκονος" Φίλιππος άνέλαβε fργο εύαπελι.σι:ού καί κήρυξε

~.~_gμάρεφ-.~ τό δέ κήρυγμά του βρήκε μεγάλη άπήχηση μεταξύ τών

Σαμαρειτών (Πράξ. 7,4-25), οι όποίοι, δπως καί οί έλληνιστές χρισtιανοί,

δέν συμπαθούσαν τήν καθιερωμένη σtό Ναό ίουδαϊκή λατρεία, οUτε καί

τό ιερατείο τών 'Ιεροσολύμων. Τό fργο τοίι εύαπελισμού <:ffil~yρ_ίq

συνδέεται έπίσης μέ τούς έλληνιστές χριστιανούς, πολλοί άπό τούς ό

ποιους κατέφυγαν καί σrή Δαμασκό μετά τόν διωγμό τού fτους 37 μ.Χ. Ή

μετάβαση στή Δαμασκό τού Φαρισαίου Σαούλ άποσκοπούσε άκριβώς στή

σύλληψη τών χριστιανών αύτών. Ό Σαούλ ήταν κεκηρυγμένος έχθρός τών

χρισtιανών, άλλά κατά τό fτος 38,μεταστράφηκε στόν Χριστιανισμό κατά

τρόπο θαυματουργικό μέ τό δραμα τής Δαμασκού καί άναδείχθηκε τελι

κώς στόν κατ' έξοχή άπόστολο τών έθνών. Κυριότερο δμως κέντρο τών

έλληνιστών χριστιανών κατέσtη ή :Δ~~~.?..-ή όποία άναδείχθηκε τό

δεύτερο μετά τά 'Ιεροσόλυμα κέντρο τής χρισtιανικής ίεραποστολής. Στήν

πόλη αύτή είχαν καταφύγει μετά τόν διωγμό πολλοί έλληνιστές χριστια

νοί, οι όποίοι διώχθηκαν άπό τά ·Ιεροσόλυμα καί τών όποίων τό κήρυγμα

βρήκε μεγάλη άπήχηση τόσο στούς 'Ιουδαίους, δσο καί στούς έθνικούς.

·Η έκκλησία τής Άντιοχείας, δπου δόθηκε γιά πρώτη φορά ή όνομασία

Χριστιανοί σέ δλους δσους είχαν βαπτισθή, έγινε τό κέντρο τής δλης

χριστιανικής ιεραποστολής στά έθνη. οι ".[lράξει,.'Αποστόλων" άναφέ

ρονται κυρίως μόνο στό έργο τού εύαγγελισμού πρός τόν έλληνορωμαϊκό

κόσμp, 'f\τοι άπό τά ·Ιεροσόλυμα μέχρι τή Ρώμη, καί δέν προβάλλουν τό

_έργο τού εύαγγελισμού σtόν άνατολικό είδωλολατρικό κόσμο τής Ύπερ

ιορδανίας, της Φοινίκης, τής Κοίλης Συρίας, τής Όσροηνής καί τής Άρα

βίας, στούς λαούς δηλαδή, οί όποίοι κατά κανόνα μιλούσαν τήν άραμαϊκή

γλώσ<;Jα. Τό άποσrολικό δμως κήρυγμα πρός άνατολάς πρέπει νά θεωρη-

36

θή άναντίρρητο ήδη κατά τήν πρώ•μη άποσtολική έποχή καί προσδιορίζει

τίς εύρύτατες προοπτικές ίεραποσtολικής δράσεως.

·Η θρησκευτική ζωή τής τοπικής έκκλησίας τών ·ιεροσολύμων, καίτοι

συνδεόταν δρρηκτα πρός τή θρησκευτική ζωή τού Ίοuδαϊσμού, δέν ήταν

δυνατόν καί νά ταυτισθή πλήρως μέ αύτήν. Οί χρισtιανοί συγκεντρώνοντο

παραλλήλως καί σέ ίδιαίτερες συνάξεις "καθ' ή μέραν τε προσκαρτερούν

τες όμοθυμαδόν έν τφ ίερφ κλώντες τε κατ' οίκον άρτον, μετελάμβανον

τροφής έν άγαλλιάσει καί άφελότητι καρδίας, αίνούντες τόν Θεόν"

(Πράξ. 2,46). Ή τήρηση λοιπόντώντύπωντής ίουδαϊκής λατρευτικής ζωής

άπό τήν πρώτη χρισι:ιανική κοινότητα τών 'Ιεροσολύμων δέν ύποδηλώνει

τήν άπουσία συνειδήσεως τής πρώτης 'Εκκλησίας γιά τή θεμελιώδη δια

φοροποίηση καί έτερότητα τού Χρισι:ιανισμού fναντι τού Ίουδα'ίσμού. Ή

συνείδηση τής άποσι:ολικής 'Εκκλησίας γιά τήν έτερότητα τού Χρισι:ιανι

σμού fναντι τού Ίοuδα"ίσμού ύπήρχε fντονη ήδη άπό τήν ήμέρα τής

Πεντηκοσιής καί δέν aναπtύχθηκε βεβαίως μετά τήν είσοδο τού Χριστια

νισμού σι:όν έλληνορωμαϊκό κόσμο. Ή μετάβαση τών πρώτων χριστιανών

γιά προσευχή καί διδαχή σι:ό Ναό τών 'Ιεροσολύμων γινόταν "όμοθυμα

_δόν" καί δχι μεμονωμένως, όλοκληρωνόταν δέ μέ τήν κατ' ίδίαν τέλεση

:t'fis εύχαριοτιακής συνάξεως. Ή σύνδεση τής πρώτης χρισι:ιανικής κοινό

τητας μέ τόν 'Ιουδαϊσμό ήταν εύλογη καί εύνόητη, άφού ό Ίουδα'ίσμός

άποτελούσε άψευδή μάρτυρα τής αύθεντικότητας τής διδασκαλίας τού

Χριστιανισμού, γι' αύτό καί ή χριστιανική παράδοση ούδέποτε θεώρησε

ξένη πρός τόν Χριστιανισμό τήν ίουδα'ίκή παράδοση. Τό ζήτημα, τό όποίο

δημιουργήθηκε γιά τίς σχέσεις της χριστιανικής 'Εκκλησίας μέ τόν Ίου

δα"ίσμό, άναφερόταν δχι βεβαίως μόνο σι:ήν ποιότητα, άλλά καί σι:ήν

fκταση αύτών. Τή συνείδηση τής άποσtολικής 'Εκκλησίας ώς ιδιαίτερης

κοινωνίας έκφράζει ή "όμοθuμάδό\1' μετάβαση σι:ό Ναό καί ή κατ' ιδίαν

"κλάσις τού άρτοtl', ή όποία είχε σαφώς μυστηριακό χαρακτήρα.

Οί Πράξεις 'Αποστόλων (2,46) ύπονοούν καθημερινή "κλάσιν τού

άρτου", αλλά πρέπει νά θεωρηθή βέβαιο δτι αύτή έτελείτο όπωσδήποτε

τουλάχιστον κατά τή νύκτα τού Σαββάτου πρόςτήν Κυριακή (Πράξ. 20,7),

ώς άνάμvηση τού μεσσιανικού δείπνου τού Κυρίου. Ταυτιζόταν μέ τό

μυστήριο τής θ. εύχαριστίας, είχε σαφή λειτουργική έννοια και περιλάμ

βανε διδαχή, προσευχή, εύλογία, κοινωνία καί δείπνο. Τά σχετικά μέ τήν

κλάση τού δρτοu χωρία της Κ. Διαθήκης (Ματθ. 26,26-29. Μάρκ.14,

22-25. Λοuκά 22, 14-20. Ίω.6,48-51. Πράξ. 2,41-42, 46-47. 20, 7-11. Α'

Κορινθ. 11,20-29 κ.ά.) παρουσιάζουν βεβαίως όρισμένη άσάφεια. Κατά

τόν Η. Lietzmann (Messe und Heπenmahl, Bonn 1926, 238-263) πρέπει

νά γίνη διάκριση τού κυριακρμ δ'~ου σέ δύο τύπους, έκ τών όποίων ό

fνας δείπνος ήταν δείπνος συναδελφώσεως καί ένότητας τών χριστιανών

μεταξύτουςκαίπρόςτόν Κύριο (Πράξ. 2,41-42,46-47. 20,7-11), όδέ άλλος

37

ήταν μυσrηριακός δείπνος σέ άνάμνηση τής θυσίας τού Κυρίου. Ό πρώτος

δείπνος συνδέεται, κατά τόν Lietzmann, πρός τή συνεστίαση τού Κυρίου

μέ τούς μαθητές του καί έτελείτο άπό τήν πρώτη χριστιανική κοινότητα

τής Παλαιστίνης, ένώ ό δεύτερος δείπνος συνδέεται πρός τήν τέλεση ύπό

τού Κυρίου τού μυστικού δείπνου καί έτελείτο άπό τίς χριστιανικές

κοινότητες τών έλληνιστών. Βεβαίως, δέν δυνάμεθα νά άποκλείσουμε τίς

συνεστιάσεις καί τή σύναξη γιά τήν "κλάσιν τού άρτου", άλλά δέν εlναι

δυνατόν νά ταυτίσουμε τήν άπλή συνεστίαση πρός τήν "κλάσι ν τού άρτου"

τών μαρτυριών τών Πράξεων. Δέν είναι δυνατόν έπίσης νά γίνη δεκτή καί

ή άλλη ύπόθεση τού H.Lietzmann (KG., 1,1932, 124), κατά τήν όποία δ

άπόστολος Παύλος προσπάθησε νά ένισχύση αύθαιρέτωςτόν μυστηριακό

χαρακτήρα τής θ. εύχαριοτίας (Β. Στεφανίδου, Έκκλ. 'Ιστορία, 'Αθήναι

1954, 51, ύποσημ. 8). Εlναι εύνόητο δτι μία τέτοια καινοτομία θά μνημο­

νευόταν άπό τόν άπόστολο Παύλο ή τουλάχιστον θά ύπήρχε μαρτυρία

περί αύτής οτίς Πράξεις 'Αποστόλων, άφού ό Λουκάς προέβαλε κυρίως

τή δρασrηριότητα τών έλληνιστών χριστιανών. Ή σιγή τού Λουκά στίς

Πράξεις έρμηνεύεται μόνο μέ τήν κοινή συνείδηση τής άποοτολικής

έκκλησίας, δτι ό μυστηριακός χαρακτήρας τής "κλάσεως τού άρτου" έπρε­

πε νά θεωρείται αύτονόητος. Ό δρος "κλάσις τού άρτου" δήλωνε τό

σύνολο τού κυριακού δείπνου, ήτοι τόσο τήν άπλή συνεστίαση, δσο καί τή

μυστηριακή κλάση τού άρτου. Ώς πρός τό διαμφισβητούμενο ζήτημα, έάν

δηλαδή ή συνεστίαση λάμβανε χώρα πρό τής μυστηριακής κλάσεως τού

άρτου ή άκολουθούσε μετά άπό αύτήν, δέν ύπάρχουν σαφείς είδήσεις.

'Οπωσδήποτε δμως έπικράτησε ή πρόταξη τής κλάσεως τού άρτου, κατά

τήν όποία προηγείτο ή εύλογία τού ποτηρίου. Ή άπλή συνεστίαση, ή

όποία γινόταν μετά τήν "κλάσιν" τού άρτου δέν πρέπει βεβαίως νά ταυτί­

ζεται πάντοτε πρός τίς "άγάπες", οί όποίες μαρτυρούνται κυρίως κατά τόν

Β' αίώνα. Ό πυρήνας αύτός έξελίχθηκε, δπως θά δούμε, προοδευτικώς

σέ νέες λειτουργικές μορφές, χωρίς δμως νά άλλοιωθή ό θεμελιώδης

χαρακτήρας τής θυσίας καί τό κύριο περιεχόμενό του .

~

Ή πρώτη χριστιανική κοινότητα τών 'Ιεροσολύμων όργανώθηκε

ταχέως άπό τούς άποοτόλους καί άνατέθηκε ή ποιμαντική της μέριμνα

στόν ~κωβρ_!<;)ν άδελφόθεο, λόγω τής συγγενείας του πρός τόν Κύριο.

Ό 'Ιάκωβος, καίτοι είχε άποστολική αύθεντία μέ οίκουμενική προοπτική,

καταοτάθηκε κατά κάποιο τρόπο έπίσκοπος τής κοινότητας αύτή ς, ένώ οί

άλλοι άπόστολοι έπιδόθηκαν άπερίσπαστοι οτό έργο τού εύαγγελισμού.

Τόν 'Ιάκωβο βοηθούσαν στό έργο του δχι μόνο οί άλλοι άπόοτολοι, άλλά

καί δσοι έπελέγησαν ώς "πρεσβύτεροι" γιά τήν έξυπηρέτηση τών ποικίλων

άναγκών τής χριστιανικής κοινότητας τών 'Ιεροσολύμων. Οί άπόστολοι

δμως, ~νεκα τών διαμαρτυριών τών έλληνιστών χριστιανών δτι παρημε­

λούντο οί χήρες τους, άποφάσισαν νά λύσουν τό πρόβλημα μέ τήν έκλογή

38

καί έπτά έλληνισtών "διακόνων". ·οσοι ύποδείχθηκαν άπό τούς έλληνι­

σrές χρισtιανούς ώς "διάκονοι" κατασrάθηκαν σtό άξίωμα καί σtή διακο­

νία τοuς μt χειροθεσία ("έπέθηκαν αύtοίς τάς χείρας". Πράξ. 6,6). Τό

γεγονός δμως δtι ό "γογγυσμός" τών έλληνισtών χρισtιανών σrρεφόταν

κατά τών Ίοuδαίων (Πράξ. 6,1 }, ύπό τούς όποίοuς πρέπει νά θεωρήσουμε

βεβαίως τούς ίουδαιοχρισtιανούς "πρεσβuτέρους", καί δtι οί έπτά "διά­

κονοι" προήρχοντο άπό τούς έλληνιστές χριστιανούς, ύποδηλώνει δtι ή

διακονία τους άφορούσε κυρίως σrούς έλληνισι:ές καί δχι σι:ούς ίουδαιο­

χρισtιανούς, γιά τούς όποίους φρόντιζαν κυρίως οί πρεσβύτεροι. Ό F.

Gaechter (Petrus und seine Zeit, Innsbruck 1957, 133) ύποσtήριξε δtι ή

έκλογή καί ή χειροθεσία διακόνων πρέπει νά έγινε τότε καί γιά τούς

ί.ουδαιοχριστιανούς. Έάν δμως ό γογγυσμός τών έλληνισι:ών κατά τών

'Εβραίων δηλώνει την παραθεώρηση τών χηρών τών έλληνισtών άπότούς

πρεσβυτέρους, δπως πρέπει νά έρμηνευθή τό χωρίο Πράξ. 6,1, τότε δέν

ύπήρχε άνάγκη νά κατασrαθούν καί ιουδαιοχρισnανοί διάκονοι, άφού

έπαρκούσαν οι "'Εβραίοι" πρεσβύτεροι (βλέπε σχετικώς J.Colson, La

fonction diaconale aux origines de I' Eglise, Paris 1961,43 κέξ.). Τά μέτρα

αύtά ήσαν άναγκαία, ένεκα τής άρχής τής κοινοκτημοσύνης τών πιστών

σtήν πρώτη χριστιανική κοινότητα τών 'Ιεροσολύμων. Οί Πράξεις Άπο­

σrόλων μέ fμφαση άναφέρουν δtι οι χριστιανοί "είχον άπαντα κοινά καί

τά κτήματα καί τάς ύπάρξεις έπίπραοκον καί διεμέρι.ζον αύτά πάσι"

(Πράξ. 2,44-45. 4, 34-35). Ή άρχή δμως τής κοινοκτημοσύνης, καίτοι δέν

ήταν ίιποχρεωτική γιά τούς πιστούς, δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα

ή καί εύνόητες tπιφυλάξεις ώς πρός τη δίκαιη κατανομή τών κοινών

άyαθών άπό τούς ίιπευθύνους, γι' αύtό καί τελικώς δέν έπέζησε ώς

θεσμός. Παρέμεινε πάντοτε ώς ιδανικό πρόnιπο γιά τήν άλληλεγγύη τών

χρισrιανών καί γιά τήν προσφορά τών πλούσιων μελών iιπέρ τών πτωχών

τού έκκλησιασι:ικού της σώματος.

More From This User

Notes
Load more