The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20131018014822/http://pl.scribd.com/doc/138565205/%CE%9A%CE%B1%CF%81%CE%BB-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE-%CE%97-%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%BA%CE%B4-%CE%9A%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82
P. 1
Καρλ Μαρξ - Η γένεση του κεφαλαίου (εκδ. Κοροντζής)

Καρλ Μαρξ - Η γένεση του κεφαλαίου (εκδ. Κοροντζής)

Ratings: 0|Views: 1,335|Likes:
Wydawca: manosvasar
"Η Γένεση του Κεφαλαίου" είναι ένα από τα πιο παλιά, αλλά και τα πιο σημαντικά έργα του Καρλ Μαρξ. Στις λίγες σελίδες του βιβλίου, ο Μαρξ προσδιορίζει τον όρο κεφάλαιο που αποτελεί την ουσία του κεφαλαιοκρατικού ή καπιταλιστικού, όπως συνηθίσαμε να το λέμε, κοινωνικού συστήματος. Και ακόμα με τον τίτλο του βιβλίου ξεκαθαρίζει ότι το κεφάλαιο, στη μορφή που το προσδιορίζει, δεν υπήρχε πάντα. Γεννήθηκε σε κάποια στιγμή μέσα στους κόλπους του φεουδαρχικού κοινωνικού και οικονομικού συστήματος. Η γέννηση είναι μια αργή διαδικασία που ποικίλει από τόπο σε τόπο, αλλά καταλήγει τελικά, σ' αυτό που ο Μαρξ ονομάζει κεφάλαιο, έναν όρο που έχουν αποδεχθεί όλοι σήμερα. (. . .) (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)

"Η λεγόμενη λοιπόν, πρωταρχική συσσώρευση, είναι απλώς η ιστορική λειτουργία που χωρίζει τον παραγωγό από τα μέσα παραγωγής. Φαίνεται πρωταρχική, γιατί αποτελεί την προϊστορία του Κεφαλαίου και του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής".
"Ιδιαίτερα σπουδαίες είναι οι εποχές όπου μεγάλες ανθρώπινες μάζες, αποσπάστηκαν ξαφνικά και απότομα από τα μέσα της συντήρησής τους και ρίχτηκαν στην αγορά, υπό μορφή προλετάριων, εκτός νόμου.
"Αλλά αυτοί, οι νέοι απελεύθεροι, μόνον όταν απογυμνώθηκαν από όλα τα μέσα παραγωγής τους και από όλες τις εγγυήσεις συντήρησης, που τους παρείχαν οι παλιοί φεουδαρχικοί θεσμοί, άρχισαν να πουλούν τον εαυτό τους. Και αυτή η ιστορία της απογύμνωσής τους, έχει αναγραφεί με πύρινα γράμματα, άλικου αίματος, στα χρονικά της ανθρωπότητας."
Όλη η λειτουργία βασίζεται στην απογύμνωση του αγροτικού παραγωγού, του χωρικού. Η ιστορία αυτής της απογύμνωσης ποικίλει όχι μόνο ανάμεσα στα έθνη αλλά και στις εποχές. Στην Αγγλία μόνο προσέλαβε την κλασική μορφή, και αυτήν ακριβώς τη μορφή θα μελετήσουμε."
"Στην πραγματική ιστορία, η κατάκτηση, η υποδούλωση, ο φόνος και η ληστεία, με μια λέξη η άξεστη βία, παίζουν, όπως είναι γνωστό τον πρώτο ρόλο."
"Αν το χρήμα, σύμφωνα με τον Aygier, "έρχεται στον Κόσμο με μια φυσική κηλίδα αίμα", το κεφάλαιο γεννιέται στάζοντας αίμα και λάσπη από το κεφάλι μέχρι τα πόδια."

μετάφραση: Αντώνη Δούμα
Πρόλογος: Περικλής Ροδάκης

Download: http://www.4shared.com/office/vGI17-S3/_____-___.html?
"Η Γένεση του Κεφαλαίου" είναι ένα από τα πιο παλιά, αλλά και τα πιο σημαντικά έργα του Καρλ Μαρξ. Στις λίγες σελίδες του βιβλίου, ο Μαρξ προσδιορίζει τον όρο κεφάλαιο που αποτελεί την ουσία του κεφαλαιοκρατικού ή καπιταλιστικού, όπως συνηθίσαμε να το λέμε, κοινωνικού συστήματος. Και ακόμα με τον τίτλο του βιβλίου ξεκαθαρίζει ότι το κεφάλαιο, στη μορφή που το προσδιορίζει, δεν υπήρχε πάντα. Γεννήθηκε σε κάποια στιγμή μέσα στους κόλπους του φεουδαρχικού κοινωνικού και οικονομικού συστήματος. Η γέννηση είναι μια αργή διαδικασία που ποικίλει από τόπο σε τόπο, αλλά καταλήγει τελικά, σ' αυτό που ο Μαρξ ονομάζει κεφάλαιο, έναν όρο που έχουν αποδεχθεί όλοι σήμερα. (. . .) (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)

"Η λεγόμενη λοιπόν, πρωταρχική συσσώρευση, είναι απλώς η ιστορική λειτουργία που χωρίζει τον παραγωγό από τα μέσα παραγωγής. Φαίνεται πρωταρχική, γιατί αποτελεί την προϊστορία του Κεφαλαίου και του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής".
"Ιδιαίτερα σπουδαίες είναι οι εποχές όπου μεγάλες ανθρώπινες μάζες, αποσπάστηκαν ξαφνικά και απότομα από τα μέσα της συντήρησής τους και ρίχτηκαν στην αγορά, υπό μορφή προλετάριων, εκτός νόμου.
"Αλλά αυτοί, οι νέοι απελεύθεροι, μόνον όταν απογυμνώθηκαν από όλα τα μέσα παραγωγής τους και από όλες τις εγγυήσεις συντήρησης, που τους παρείχαν οι παλιοί φεουδαρχικοί θεσμοί, άρχισαν να πουλούν τον εαυτό τους. Και αυτή η ιστορία της απογύμνωσής τους, έχει αναγραφεί με πύρινα γράμματα, άλικου αίματος, στα χρονικά της ανθρωπότητας."
Όλη η λειτουργία βασίζεται στην απογύμνωση του αγροτικού παραγωγού, του χωρικού. Η ιστορία αυτής της απογύμνωσης ποικίλει όχι μόνο ανάμεσα στα έθνη αλλά και στις εποχές. Στην Αγγλία μόνο προσέλαβε την κλασική μορφή, και αυτήν ακριβώς τη μορφή θα μελετήσουμε."
"Στην πραγματική ιστορία, η κατάκτηση, η υποδούλωση, ο φόνος και η ληστεία, με μια λέξη η άξεστη βία, παίζουν, όπως είναι γνωστό τον πρώτο ρόλο."
"Αν το χρήμα, σύμφωνα με τον Aygier, "έρχεται στον Κόσμο με μια φυσική κηλίδα αίμα", το κεφάλαιο γεννιέται στάζοντας αίμα και λάσπη από το κεφάλι μέχρι τα πόδια."

μετάφραση: Αντώνη Δούμα
Πρόλογος: Περικλής Ροδάκης

Download: http://www.4shared.com/office/vGI17-S3/_____-___.html?

More info:

Published by: manosvasar on Apr 29, 2013
Prawo autorskie:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
Free download as PDF, TXT or read online for free from Scribd

07/25/2013

pdf

text

original

Sections

Η Γενεση του
Κεφαλαίου

ΚΟΡΟΝΤΖΗ

η Γένεση τον Κεφαλαίου

Καρλ Μαρ

η Γένεση τον Κεφαλαίου

Πρόλογος

Περικλή Ροόάκη

Μετάφραση από τα γερμανικά

Αντώνη Δούμα

εκαοςεις ΚΩΣΤΑ ΚΟΡΟΝΤΖΗ -2000

Η πνευματική ιδιοκτησία ,ιποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανά-
γκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Επισημαίνεται πάντως ότι κατά
τ<η>Ν. 2121/1993 και τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με τον Ν.
100/1975) απαγορεύεται η αναδημοσίευση και γενικά η αναπαραγωγή του παρό-
ντος έργον, με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση
ή ά,11η διασκευή, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Καρλ Μαρξ

η Γένεση του Κεφαλαίου

ISBN 960-8031-03-6

© ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΩΣΤΑ ΚΟΡΟΝΤΖΗ
ΚΑΣΑΜΠΑ 58 - 161 22 ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ
τηλ.: 7225.690 - 095.357729

Προλογικά

«Η Γένεση του Κεφαλαίου» είναι ένα από τα πιο παλιά,
αλλά και τα πιο σημαντικά έργα του Καρλ Μαρξ.

Στις λίγες σελίδες του βιβλίου, ο Μαρξ προσδιορίζει τον
όρο κεφάλαιο που αποτελεί την ουσία του κεφαλαιοκρα-
τικού ή καπιταλιστικού, όπως συνηθίσαμε να το λέμε,
κοινωνικού συστήματος. Και ακόμα με τον τίτλο του βι-
βλίου ξεκαθαρίζει ότι το κεφάλαιο, στη μορφή που το
προσδιορίζει, δεν υπήρχε πάντα. Γεννήθηκε σε κάποια
στιγμή μέσα στους κόλπους του φεουδαρχικού κοινωνι-
κού και οικονομικού συστήματος. Η γέννηση είναι μια
αργή διαδικασία που ποικίλει από τόπο σε τόπο, αλλά
καταλήγει τελικά, σ’ αυτό που ο Μαρξ ονομάζει κεφά-
λαιο, έναν όρο που έχουν αποδεχθεί όλοι σήμερα.

Ξεκαθαρίζει ένα λεπτό σημείο που και σήμερα ακόμα
μπερδεύεται, στη σκέψη μας. Λέει καθαρά ότι το χρήμα,
τα εμπορεύματα ή τα μέσα παραγωγής και συντήρησης,
από μόνα τους δεν είναι κεφάλαιο. Όλα αυτά, ξεχωριστά
υπήρχαν πολύ πριν να γεννηθεί το κεφάλαιο, πιο σωστά
υπήρχαν από πάντα, από τότε που διαμορφώνεται η κοι-
νωνία, αλλά δεν ήταν κεφάλαιο.

8

Κεφάλαιο θα γίνουν, όπως λέει ο Μαρξ, από τη ατιγμή
που οι κάτοχοι του χρήματος, των μέσων παραγωγής και
συντήρησης θα αγοράσουν εργατική δύναμη, σε μια αγο-
ρά όπου οι ελεύθεροι, από οποιοδήποτε δεσμό εργάτες,
θα πουλούν την εργατική τους δύναμη και μάλιστα πολύ
φτηνά. Από τη στιγμή αυτή, από τη στιγμή που ο κάτοχος
του χρήματος και των μέσων παραγωγής και συντήρησης,
μπορεί να αγοράζει και να χρησιμοποιεί εργατική δύνα-
μη που την αγοράζει στην ελεύθερη αγορά και προέρχε-
ται από ανθρώπους, «απελευθερωμένους», δηλαδή γυ-
μνωμένους από κάθε δεσμό, που δεν έχουν τίποτε άλλο
και πουλούν την εργατική τους δύναμη για να ζήσουν,
αρχίζει η καπιταλιστική παραγωγή και διαμορφώνει το
καπιταλιστικό σύστημα.

Ο Μαρξ στο βιβλίο αυτό εξετάζει τη γένεση τον κεφαλαί-
ου βασικά στην Αγγλία, που στον καιρό τον ήταν η κατε-
ξοχήν καπιταλιστική χώρα, η χώρα όπου η «γένεση του
κεφαλαίου» στάθηκε πολύ οδυνηρή για το πλήθος των ε-
λεύθερων αγροτών και των εργαζομένων στις συντεχνίες.
Για να υπάρχουν οι εργάτες της ελεύθερης αγοράς, οι άν-
θρωποι που δεν θα είχαν τίποτε άλλο πέρα από την εργα-
τική τους δύναμη και θα μπορούσαν να τη διαθέσουν ε-
λεύθερα στην αγορά, έπρεπε να τους αφαιρεθεί η δέ-
σμευση με τη γη αν πρόκειται για αγρότες ή η αποκλει-
στικότητα της συντεχνίας.

Ο Μαρξ δίνει τη βασανιστική διαδικασία της «γένεσης
του κεφαλαίου» στη Μεγάλη Βρετανία που κορυφώνεται
στις περίφημες «περιφράξεις», αλλά κάνει και αξιοση-

μείωτες αναφορές σε άλλες χώρες, όπου η διαδικασία της
«γένεσης» δεν είναι ίδια με εκείνη της Μεγάλης Βρετανί-
ας. Μία τέτοια αναφορά ενδιαφέρει ιδιαίτερα της χώρα
μας την οποία όμως οι Έλληνες μαρξιστές δεν πρόσεξαν
και γι’ αυτό δεν αξιοποίησαν. Λέει, λοιπόν, ο Μαρξ στη
«Γένεση του Κεφαλαίου»:

«Δεν έχουμε ανάγκη να ανατρέξουμε πολύ μακρυά
για να εννοήσουμε την πορεία της, αν και οι πρώ
τες αρχές της καπιταλιστικής παραγωγής εκδηλώ
νονται ήδη στο 14° και 15° αι. σε διάφορες πόλεις
της Μεσογείου. Ουσιαστικά και πραγματικά όμως
η καπιταλιστική περίοδος αρχίζει από το 16° αι.»

Και στην επόμενη παράγραφο τονίζει:

«Ιδιαίτερα σπουδαίες είναι οι εποχές όπου μεγά
λες ανθρώπινες μάζες αποσπάστηκαν ξαφνικά και
απότομα από τα μέσα της συντήρησής τους και ρί
χτηκαν στην αγορά υπό μορφή προλεταρίων, εκτός
νόμου».

Στις πόλεις της Μεσογείου που αναφέρονται οι παρατη-
ρήσεις του Μαρξ δεν είναι μόνο οι εμπορικές πόλεις της
Ιταλίας, αλλά και του Αιγαίου. Και ίσως αφορά περισσό-
τερο τις πόλεις του Αιγαίου. Φυσικά εδώ δεν έχουμε τις
αγγλικές περιφράξεις. Αλλιώτικα δημιουργείται το περί-
φημο προλεταριάτο σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Στη Μεσό-
γειο υπήρχαν οι μεγαλύτερες πόλεις του τότε γνωστού
Κόσμον, κληρονομιά του δουλοκτητικού Ελληνορωμαί-

10

κού κόσμον. Οι πιο σημαντικές από τις πόλεις αυτές ήταν
τόσο στην Ιταλία όσο και στο Αιγαίο, με κορυφαία την
Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρω-
μαϊκής Αυτοκρατορία, που είχε συγκεντρώσει το παγκό-
σμιο, τότε, εμπόριο μέσα στα πλαίσια της οικονομικοσυ-
ντεχνιακής (μεσαιωνικής) δομής του. Μία πολύβουη και
πολυάνθρωπη πόλη με αμύθητα πλούτη. Το 1204 οι Σταυ-
ροφόροι της Δ 'Σταυροφορίας την κατέλαβαν και την κα-
τέστρεψαν για να μεταφέρουν το κέντρο τον παγκόσμιου
εμπορίου και της μεσαιωνικής συντεχνιακής παραγωγής
στην Ιταλία, στις λεγόμενες εμπορικές ιταλικές πόλεις.
Άρπαξαν και όλο τον εξοπλισμό που τροφοδοτούσε ολό-
κληρη την Ευρώπη με μεταποιητικά είδη. Από την άλλοτε
μυθική, στην ουσία, Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία,
ένα τμήμα στρατού με ικανούς ηγέτες, όπως τον Θεόδω-
ρο Αάσκαρη, που τον ανακήρυξαν Αυτοκράτορα, όταν
έμπαιναν στην Κωνσταντινούπολη οι Λατίνοι και τον Ιω-
άννη Βατάτζη, απσιραβήχτηκαν στα βορειοδυτικά παρά-
λια της Μικράς Ασίας, και ίδρυσαν μια νέα αυτοκρατο-
ρία: την Αυτοκρατορία της Νικαίας. Εκεί κατέφυγε και
το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Πόλης, άνεργο
στην ουσία.

Ο Λάσκαρης και ο Βατάτζης έπρεπε να οργανώσουν
στρατό, να κατασκευάσουν όπλα και να εξασφαλίσουν
τα μέσα ζωής στους εκατοντάδες χιλιάδες φνγάδες. Αυτοί
οι φυγάδες ήταν το προλεταριάτο εδώ. Και δημιουργήθη-
καν πραγματικά τα πρώτα στοιχεία καπιταλιστικής πα-
ραγωγής, το πρώτο κεφάλαιο, που ως χρηματικό είχε με-
ταφερθεί από τους ικανότατους συντεχνιακούς παράγο-

11

ντες, τους πιο φημισμένους στον Κόσμο εκείνου του και-
ρού. Και μαζί μετέφεραν και τα μέσα παραγωγής. Η πα-
ραγωγή στη νέα αυτοκρατορία είναι πρωτοκαπιταλιστι-
κή, με την έννοια ότι δεν γίνεται από συντεχνίες. Η πρω-
τοκαπιταλιστική παραγωγή γίνεται άμεσα για την αγορά
και όχι για συντεχνίες. Στην Αυτοκρατορία της Νικαίας
είχαν δημιουργηθεί οι συνθήκες για καπιταλιστική ανά-
πτυξη, αλλά την ανέκοψε η επιβολή των Παλαιολόγων,
χωρίς φυσικά να ανατρέψει ολοκληρωτικά τη νέα αυτή
κατάσταση. Έτσι, οι πρωτοκαπιταλιστικές σχέσεις και η
αντίστοιχη παραγωγή φυτοζωούσαν ώς την Τουρκική κα-
τάκτηση.

Οπωσδήποτε εδώ είχαμε μια διαφορετική διαδικασία Γέ-
νεσης Κεφαλαίου. Θα ανακοπεί η ιστορική του πορεία
και θα επιστρέφουμε σε μια ιδιότυπη φεουδαρχική τάξη,
που δεν έχει καμιά σχέση με την αντίστοιχη της Δυτικής
Ευρώπης, που μελετάει ο Μαρξ.

Όμως το τελικό πέρασμα και της περιοχής του Αιγαίου
στον καπιταλισμό, που θα γίνει πολύ αργότερα, θα γίνει
με τις ίδιες συνθήκες που πρωτοδιαμορφώθηκαν με την
πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Λατίνους: με τη Μι-
κρασιατική Καταστροφή.

Περικλής Ροδάκης

I. το Μυστικό της Πρωταρχικής Συσσώρευσης

Είναι γνωστό ότι το χρήμα μεταβάλλεται σε κεφάλαιο.
Είναι γνωστό ότι το κεφάλαιο παράγει υπεραξία και ότι
η υπεραξία γεννά πρόσθετο κεφάλαιο.
Αλλά η συσσώρευση του κεφαλαίου προϋποθέτει την
υπεραξία· η υπεραξία την καπιταλιστική παραγωγή και,
αυτή, τη συγκέντρωση στα χέρια των παραγωγών εμπο
ρευμάτων, σημαντικών όγκων κεφαλαίων και εργατικής
δύναμης.

Όλη αυτή η κίνηση φαίνεται ότι περιστρέφεται σ’ ένα
φαύλο κύκλο, από τον οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγου
με, παρά μόνο προϋποθέτοντας, πριν από την καπιταλι
στική συσσώρευση, μια πρωταρχική συσσώρευση, που
θα ήταν όχι το αποτέλεσμα, αλλά η αφετηρία του καπι
ταλιστικού παραγωγικού συστήματος.
Αυτή η πρωταρχική συσσώρευση παίζει, μέσα στην
Πολιτική Οικονομία, σχεδόν τον ίδιο ρόλο με το προπα
τορικό αμάρτημα στη θεολογία. Ο Αδάμ δάγκωσε το μή
λο και έτσι το αμάρτημα έπεσε πάνω στο ανθρώπινο γέ
νος.

Την καταγωγή της συσσώρευσης, μας την εξηγούν, μ’
ένα ανέκδοτο που ανάγεται στο πολύ μακρινό παρελθόν.
Ήταν μια φορά, πάνε πολλά-πολλά χρόνια από τότε,
μερικοί εκλεκτοί άνθρωποι, εργατικοί, έξυπνοι και οικο

14

νόμοι (με την έννοια ότι δεν ήταν σπάταλοι) και μερικοί
άλλοι άνθρωποι, που ήταν φαύλοι και τεμπέληδες, οι
οποίοι κατασπαταλούσαν τα πάντα και μάλιστα πιο πολ
λά από όσα είχαν, σε γιορτές και πανηγύρια.
Η παράδοση του προπατορικού αμαρτήματος, μας
αναφέρει, είναι αλήθεια, ότι ο άνθρωπος καταδικάστηκε

«να τρώγη τον άρτον του εν ιόρώτι του προσώπου του».

Όπως επίσης η ιστορία του οικονομικού προπατορι
κού αμαρτήματος, μας πληροφορεί ότι υπάρχουν άνθρω
ποι που δεν υπόκεινται σ’ αυτόν τον νόμο.
Αλλά αυτό λίγο μας ενδιαφέρει.

Πάντα οι πρώτοι συσσώρευσαν πλούτο και οι άλλοι,
τελικά, μόνο το «τομάρι» τους είχαν για να πουλήσουν.
Από το αμάρτημα αυτό χρονολογείται η φτώχεια της
μεγάλης μάζας, που σε πείσμα όλης της εργασίας της,
μονάχα τον εαυτό της έχει να πουλήσει, ενώ ο πλούτος
μερικών αυξάνει αδιάκοπα, μολονότι από πάρα πολλά
χρόνια αυτοί, οι λίγοι, έχουν πάψει να εργάζονται.
Ο κ. Θιέρσος σερβίρει ακόμα στους Γάλλους, που άλ
λοτε ήταν τόσο έξυπνοι, αυτές τις παιδαριώδεις μωρολο
γίες· και ο οποίος ταυτόχρονα, προκειμένου να υπερα
σπιστεί την ιδιοκτησία, υποδύεται την ψευδοσοβαρότητα
του πολιτικού άνδρα.
Αλλά μόλις τίθεται επί τάπητος το ζήτημα της ιδιοκτη
σίας, θεωρούν ιερό καθήκον τους να επιμένουν στην ά
ποψη του αλφάβητου, θαρρείς και αυτό μόνο να ταίρια
ζε σε όλες τις εποχές και σε όλα τα μυαλά.
Στην πραγματική ιστορία, η κατάκτηση, η υποδούλω
ση, ο φόνος και η ληστεία, με μια λέξη η άξεστη βία, παί
ζουν, όπως είναι γνωστό, τον πρώτο ρόλο.

15

Στην τρυφερή Πολιτική Οικονομία μονάχα το ειδύλλιο
είναι γνωστό. Το δίκαιο και η εργασία υπήρξαν πάντοτε
τα μόνα μέσα πλουτισμού, εκτός φυσικά, από το τρέχον
έτος.

Στην πραγματικότητα, οι μέθοδες της πρωταρχικής
συσσώρευσης, δεν έχουν τίποτε το ειδυλλιακό.

Το χρήμα και το εμπόρευμα δεν είναι καθόλου κεφά
λαιο από φυσικού τους, ούτε και τα μέσα παραγωγής ή
συντήρησης πρέπει να μετατραπούν σε κεφάλαιο.
Αυτή η μετατροπή, όμως, μόνο υπό τους εξής, μερι
κούς όρους, μπορεί να γίνει: Είναι απαραίτητο, δύο κά
τοχοι, δύο διαφορετικών εμπορευμάτων, να βρεθούν ο
ένας απέναντι στον άλλο και να έρθουν σε επαφή.
Από το ένα μέρος, κάτοχοι χρήματος, μέσων παραγω
γής και συντήρησης, που θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα
χρήματα που έχουν, αγοράζουν εργατική δύναμη, που
δεν έχουν, και από το άλλο μέρος, ελεύθεροι εργάτες
που πουλούν την εργατική τους δύναμη, δηλαδή, την ερ
γασία τους.

Είναι ανάγκη αυτοί οι εργάτες να είναι ελεύθεροι με
την εξής διπλή άποψη: δεν πρέπει αμέσως να αποτελούν
μέρος των μέσων παραγωγής, δηλαδή να μην είναι ούτε
δούλοι, αλλά ούτε και δουλοπάροικοι· επίσης δεν πρέπει
να είναι ιδιοκτήτες παραγωγικών μέσων, όπως είναι ο
καλλιεργητής που εκμεταλλεύεται τη γη.
Στη βάση αυτής της οργάνωσης της αγοράς, τίθενται
οι θεμελιώδεις όροι της καπιταλιστικής παραγωγής.

16

Η καπιταλιστική σχέση υποθέτει αυτή τη διάκριση με
ταξύ των εργατών και της ιδιοκτησίας, ακόμη και μέσα
στους όρους ενσωμάτωσης της εργασίας.
Από τη στιγμή που η καπιταλιστική παραγωγή έγινε
ανεξάρτητη, δεν περιορίζεται να διατηρεί αυτή τη διά
κριση, αλλά την αναπαράγει σε μια κλίμακα όλο και πιο
μεγάλη.

Η λειτουργία, λοιπόν, που δημιουργεί την καπιταλι
στική σχέση, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η λειτουρ
γία που καθιερώνει μια διάκριση μεταξύ του εργάτη και
των μέσων εργασίας, δηλαδή μια λειτουργία που από το
ένα μέρος μετατρέπει σε κεφάλαιο τα κοινωνικά μέσα
συντήρησης και παραγωγής και, από το άλλο μέρος, με
ταβάλλει τους άμεσους παραγωγούς σε μισθωτούς.
Η λεγόμενη, λοιπόν, πρωταρχική συσσώρευση, είναι
απλώς η ιστορική λειτουργία που χωρίζει τον παραγωγό
από τα μέσα παραγωγής. Φαίνεται πρωταρχική, γιατί
αποτελεί την προϊστορία του Κεφαλαίου και του καπιτα
λιστικού συστήματος παραγωγής.
Η οικονομική σύνθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας
προήλθε από την οικονομική σύνθεση της φεουδαρχικής
κοινωνίας. Η διάλυση της τελευταίας άφησε ελεύθερα τα
συστατικά στοιχεία της πρώτης.
Ο άμεσος παραγωγός -ο εργάτης- δεν μπορούσε να
έχει την ελεύθερη διάθεση του προσώπου του, παρά μό
νο αν είχε πάψει να είναι δουλοπάροικος, να ανήκει ως
δούλος σε ένα άλλο πρόσωπο.
Για να μπορέσει να γίνει ελεύθερος πωλητής της ερ
γατικής του δύναμης και να πηγαίνει το εμπόρευμά του
παντού, όπου παρουσιάζεται μια αγορά, έπρεπε επιπρό

17

σθετα να έχει απαλλαγεί από την κυριαρχία των συντε
χνιών, δηλαδή να έχει απαλλαγεί από τους κανονισμούς
που αφορούν τους μαθητευομένους και τους βοηθούς
(καλφάδες), καθώς επίσης και από όλους τους περιορι
σμούς που δυσχεραίνουν την εργασία.
Έτσι, η ιστορική κίνηση, που μεταμορφώνει τους πα
ραγωγούς σε μισθωτούς, εμφανίζεται από τη μια πλευρά
σαν απελευθέρωση από τη δουλεία και από την άλλη
τους συντεχνιακούς περιορισμούς, που οι αστοί ιστορικοί
μόνο αυτή την πλευρά εξετάζουν.
Αλλά αυτοί, οι νέοι απελεύθεροι, μόνον όταν απογυ
μνώθηκαν από όλα τα μέσα παραγωγής τους και από ό
λες τις εγγυήσεις συντήρησης, που τους παρείχαν οι πα
λιοί φεουδαρχικοί θεσμοί, άρχισαν να πουλούν τον εαυ
τό τους.

Και αυτή η ιστορία της απογύμνωσής τους, έχει ανα
γραφεί με πύρινα γράμματα, άλικου αίματος, στα χρονι
κά της ανθρωπότητας.

Οι βιομήχανοι καπιταλιστές, αυτοί οι νέοι δεσπότες,
δεν όφειλαν απλά να υποκαταστήσουν τους μικροβιοτέ-
χνες των συντεχνιών, αλλά ακόμη και τους φεουδάρχες
άρχοντες που κατείχαν τις πηγές του πλούτου.
Από την άποψη αυτή, λοιπόν, ο θρίαμβός τους παρου
σιάζεται ως καρπός μιας νικηφόρας πάλης κατά της φε
ουδαρχικής δύναμης και των αφόρητων προνομίων τους,
καθώς επίσης και κατά των συντεχνιών και των περιορι
σμών που έθεταν στην ελεύθερη ανάπτυξη της παραγω
γής και στην ελεύθερη εκμετάλλευση του ανθρώπου από
τον άνθρωπο.

18

Αλλά οι «ιππότες της βιομηχανίας» δεν κατόρθωσαν
να υποκαταστήσουν τους «ιππότες του ξίφους», παρά μό
νο εκμεταλλευόμενοι γεγονότα για τα οποία, αυτοί οι τε
λευταίοι, δεν ήταν καθόλου υπεύθυνοι. Υψώθηκαν με
μέσα, επίσης ανεπίτρεπτα (χυδαία), σαν εκείνα με τα
οποία ο Ρωμαίος απελεύθερος έγινε κύριος του παλιού
του αφέντη.

Η αφετηρία αυτής της εξέλιξης, που δημιουργεί το μι
σθωτό, καθώς και τον καπιταλιστή, ήταν η υποδούλωση
του εργάτη· εξέλιξη ήταν η μετατροπή αυτής της δουλεί
ας με την αντικατάσταση της φεουδαρχικής εκμετάλλευ
σης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Δεν έχουμε ανάγκη να ανατρέξουμε πολύ μακριά, για
να εννοήσουμε την πορεία της, αν και οι πρώτες αρχές
της καπιταλιστικής παραγωγής, εκδηλώνονται ήδη, στο
14° και 15° αιώνα, σε διάφορες πόλεις της Μεσογείου.
Ουσιαστικά και πραγματικά όμως η καπιταλιστική περί
οδος αρχίζει από το 16° αι.
Παντού, όπου εγκαθίσταται, η δουλοπαροικία είχε
καταργηθεί από πολύ νωρίτερα και ο κολοφώνας του
μεσαίωνα, με την ύπαρξη κυρίαρχων πόλεων, που ήταν
σε πλήρη κατάπτωση.
Στην ιστορία της πρωταρχικής συσσώρευσης, αφή
νουν εποχή όλες οι ανατροπές που χρησιμεύουν ως βά
θρο στην υπό σχηματισμό καπιταλιστική τάξη.
Ιδιαίτερα σπουδαίες είναι οι εποχές όπου μεγάλες αν
θρώπινες μάζες, αποσπάστηκαν ξαφνικά και απότομα
από τα μέσα της συντήρησής τους και ρίχτηκαν στην α
γορά, υπό μορφή προλετάριων, εκτός νόμου.

19

Όλη η λειτουργία βασίζεται στην απογύμνωση του α
γροτικού παραγώγου, του χωρικού. Η ιστορία αυτής της
απογύμνωσης ποικίλει όχι μόνο ανάμεσα στα έθνη αλλά
και στις εποχές.

Στην Αγγλία μόνο προσέλαβε την κλασική μορφή, και
αυτήν ακριβώς τη μορφή θα μελετήσουμε1.

1Στην Ιταλία, όπου η καπιταλιστική παραγωγή αναπτύχθηκε νωρί
τερα από παντού αλλού, οι σχέσεις της δουλοπαροικίας έπαψαν ε
πίσης να υπάρχουν νωρίτερα από παντού αλλού. Εκεί χειραφε
τούσαν το δουλοπάροικο πριν ή μετά η παραγραφή εξασφαλίσει
οποιαδήποτε δικαιοψατα πάνω στη γη. Συνέπεια της χειραφέτησής
του, λοιπόν, ήταν να μετατραπεί στη μεταβατική περίοδο σε προ
λετάριο εκτός νόμου, που άλλωστε έβρισκε τον περισσότερο καιρό
νέους, κυρίους τελείως έτοιμους, στις πόλεις, που χρονολογούνταν
από την εποχή των Ρωμαίων. 'Οταν όμοος η επανάσταση της παγ
κόσμιας αγοράς ήρθε να εξαλείψει, από το 15° αι. την εμπορική
υπεροχή της βόρειας Ιταλίας, παρατηρήθηκε μια κίνηση με αντί
στροφη κατεύθυνση. Δηλαδή οι εργάτες απομακρύνθηκαν μαζικά
προς την ύπαιθρο χώρα, όπου έδωσαν μια ασυνήθιστη ώθηση στη
μικρή καλλιέργεια, που συνηθιζόταν εκεί, υπό τύπο κηπουρικής.

II. η Απογύμνωση του Αγροτικού Πληθυσμού

Στην Αγγλία, η δουλοπαροικία είχε εξαφανιστεί πραγ
ματικά στο τέλους του 16ουαι. Η τεράστια πλειοψηφία1
του πληθυσμού αποτελούνταν, τότε, και πιο πολύ ακόμα
στο 15° αι., από ελεύθερους αγρότες, που εκμεταλλεύο
νταν τη γη για λογαριασμό τους, ανεξάρτητα από το ποιο
ήταν το φεουδαρχικό επικάλυμμα που έκρυβε την πραγ
ματική τους ιδιότητα. Στις μεγάλες αρχοντικές ιδιοκτησί
ες, ο παλιός Βάϊλος2, που ήταν και ο ίδιος δούλος, αντι
καταστάθηκε από τον ανεξάρτητο εκμισθωτή.

1Οι μικρογαιοκτήμονες που καλλιεργούσαν τα ίδια τους τα χωρά
φια με τα ίδια τους τα χέρια και ζούσαν με μέτρια άνεση, αποτε
λούσαν, τότε, ένα τμήμα του έθνους, πολύ πιο σπουδαίο από σήμε
ρα. Όχι λιγότεροι, από δέκα έξι χιλιάδες γαιοκτήμονες, που απο
τελούσαν, με τις οικογένειες τους, το έβδομο του συνολικού πλη
θυσμού, ζούσαν μόνο από την εκμετάλλευση του μικρού υποστατι
κού που τους ανήκε. Καθένας από αυτούς διέθετε ένα εισόδημα
που υπολογίζονταν κατά μέσον όρο σε 60 ή 70 λίρες. Υπολογίστη
κε ότι εκείνοι που καλλιεργούσαν τα ίδια τους τα κτήματα ήταν
περισσότεροι από εκείνους που εκμεταλλεύονταν τη γη σαν εκμι
σθωτές ξένων κτημάτων (βλ. Macaulay, History of England, τομ. 1°
[σ. 333 κ.ε.]). Ακόμη, κατά το τελευταίο τρίτο του 17ου αι., τα 4/5
του πληθυσμού της Αγγλίας ήταν αγρότες (βλ. όπ.π. σ. 413). Ανα
φέρω τον Macaulay, γιατί πλαστογραφώντας συστηματικά την ι
στορία «σκεπάζει», όσο μπορεί τα περισσότερα γεγονότα, όπως τα
παραπάνω.
2 Αξιωματικός ή κληρικός που δίκαζε στη Γαλλία εν ονόματι του βα
σιλιά (bailli).

22

Οι μισθωτοί γεωργο-εργάτες ήταν είτε καλλιεργητές,
που αξιοποιούσαν, όταν δεν είχαν άλλη εργασία, ωφέλι
μα το χρόνο τους, εργαζόμενοι στους μεγάλους γαιοκτή
μονες, είτε πραγματικά ανεξάρτητοι, ολιγάριθμοι μι
σθωτοί, στην απόλυτη και τη σχετική έννοια του όρου.
Στην πραγματικότητα, αυτοί οι τελευταίοι, ήταν οι
πραγματικοί εκμεταλλευτές γαιών, γιατί εκτός από το
μισθό τους, τους παρείχαν και ένα σπίτι, με τέσσερα του
λάχιστον στρέμματα γης. Μοιράζονταν επί πλέον με τον
καθεαυτό καλλιεργητή τη χρήση των κοινοτικών κτημά
των, όπου έβοσκαν τα ζώα τους και απ’ όπου έβγαζαν το
ξύλο, το κάρβουνο κ.ά., που ήταν αναγκαία για τη θέρ
μανσή τους1.

Σε όλες τις χώρες της δυτικής Ευρώπης η φεουδαρχι
κή παραγωγή χαρακτηριζόταν από τη διανομή του εδά
φους σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό υπηκόων. Η
δύναμη του φεουδαρχικού άρχοντα δεν βασιζόταν -και
είχε αυτό το κοινό με όλους τους ηγεμόνες- στην ποσό
τητα των εισοδημάτων, αλλά στον αριθμό των υπηκόων
του, και αυτός ο αριθμός εξαρτιόταν από τον αριθμό των

1Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι, και ο δουλοπάροικος ακόμη ήταν
όχι μόνο ιδιοκτήτης -αν και ιδιοκτήτης υποκείμενος οτην πληρωμή
ενός γεωμόρου- μερικοόν γαιών που συνόρευαν με το σπίτι του,
αλλά ότι ήταν ταυτόχρονα συνιδιοκτήτης των κοινοτικών γαιών.
«Ο χωρικός εκεί (στη Σιλεσία) είναι δουλοπάροικος. Αυτοί οι
δουλοπάροικοι κατέχουν ωστόσο κοινοτικά κτήματα». Δεν μπόρε
σαν ακόμη να βάλουν τους Σιλεσιάνους να μοιράσουν τα κοινοτι
κά κτήματα αν και, στα νέα σύνορα, δεν υπάρχει ούτε ένα χωριό
που να μην έγινε αυτή η διανομή με τη μεγαλύτερη επιτυχία (βλ.
Mirabau, De la Monarchie Prussienne, [Λονδίνο, 1788, τομ. II, σ.
125 επ.]).

23

καλλιεργητών που έκαναν εκμετάλλευση για λογαριασμό
τους1. Αν και το αγγλικό έδαφος, μετά την κατάκτηση α
πό τους Νορμανδούς, διανεμήθηκε σε απέραντες βαρω-
νίες, από τις οποίες μία μονάχα είχε καμιά φορά ώς εν
νιακόσια παλιά αγγλοσαξωνικό αρχοντικά σπίτια, όπου
έμεναν ωστόσο, που και που, μικρόίδιοκτησίες, σπάνια
δε και αραιά συναντούσε κανείς, από δω και από εκεί
μεγάλες αρχοντικές ιδιοκτησίες. Αυτή η κατάσταση, μαζί
με τη θαυμάσια πρόοδο των πόλεων, που διακρίνει το
15° αι., κατέληξε σ’ αυτόν το λαϊκό πλούτο, που περι
γράφει τόσο εύγλωττα ο καγγελάριος Portescue στο έργο
του «Landes Legum Angliae».
Στο τελευταίο τρίτο του 15ου αι., και στα πρώτα είκοσι
χρόνια του 16ου αι., βρίσκουμε τα πρώτα συμπτώματα της
επανάστασης που δημιούργησε τα θεμέλια του καπιταλι
στικού συστήματος παραγωγής.
Ένα πλήθος ανθρώπων πειναλέων και προλετάριων
χωρίς σπίτι, ρίχτηκε στην αγορά εργασίας με τη διάλυση
των φεουδαρχικών υπολειμμάτων, τα οποία, κατά την
πολύ σωστή παρατήρηση του σερ James Steuart, «γέμιζαν
ανώφελα την αυλή και το σπίτι». Αν και η βασιλική εξου
σία, ως προϊόν και αυτή της αστικής εξέλιξης, επέσπευ
σε με βίαια μέτρα την εξάλειψη αυτών των υπολειμμά
των, για να φτάσει νωρίτερα στην απόλυτη κυριαρχία,

1Η Ιαπωνία, με την καθαρά φεουδαρχική της οργάνωση της ιδιο
κτησίας της γης και το πολύ ανεπτυγμένο σύστημά της μικριόν εκ
μεταλλεύσεων, μας δίνει μια πολύ πιο πιστή εικόνα του ευρωπαϊ
κού μεσαίωνα από όλες τις ιστορίες, που οι περισσότερες γράφη
καν καθ’ υπαγόρευση από τις αστικές προλήψεις. Είναι πραγματι
κά πολύ εύκολο να είναι κάποιος φιλελεύθερος σε βάρος του με
σαίωνα.

24

δεν ήταν καθόλου η μοναδική αιτία. Σε απόλυτη αντίθε
ση προς τη βασιλεία και το Κοινοβούλιο, ο μεγάλος φε-
ουδάρχης-άρχοντας δημιούργησε ένα προλεταριάτο πο
λύ πιο πολυάριθμο, διώχνοντας με τη βία τους χωρικούς
από τα κτήματα που τα κατείχαν με τον ίδιο ακριβώς φε
ουδαρχικό τρόπο, όπως και εκείνος, και ιδιοποιούμενος
τα κοινοτικά κτήματα.
Η πρώτη δόθηκε στην Αγγλία με την ανάπτυξη της ε
ριουργίας στην Ιρλανδία, και με την υψηλή τιμή του μαλ
λιού που τη συνόδευε. Οι μεγάλοι φεουδαρχικοί πόλεμοι
είχαν καταβροχθίσει τους παλιούς φεουδάρχες-ευγενείς-
οι νέοι ευγενείς, παιδιά της εποχής τους, διέβλεπαν στο
χρήμα τη δύναμη των δυνάμεων. Το έμβλημά τους, λοι
πόν, ήταν: «Μετατροπή των καλλιεργούμενων γαιών σε
βοσκές».

Στο έργο του «Description of England. Prefixed to
Olinshed’s Chronicles», o Harrison εκθέτει ότι η απογύ
μνωση των μικροκαλλιεργητών καταστρέφει τη χώρα.

«Αλλά κατά τι ενδιαφέρει αυτό τους μεγάλους μας αρπα
γές! Κατέστρεφαν ή άφηναν να πέφτουν σε ερείπια τις
κατοικίες των χωρικών ή τα σπίτια των εργατών. Αν κά
ποιος θελήσει να συγκρίνει την απογραφή κάθε σπιτιού,
θα βρει ότι αναρίθμητα σπίτια και πολλές μικρές εκμεταλ
λεύσεις εξαφανίστηκαν, ότι η χώρα τρέφει πολύ λιγότε
ρους ανθρώπους, ότι πολλές πόλεις βρίσκονται σε παρακ
μή, είναι αλήθεια ότι άλλες ακμάζουν. Θα είχα πολλά να
πω για τις πόλεις και τα χωριά που κατέστρεψαν, για να
τα μετατρέψουν σε βοσκότοπους, διατηρώντας μονάχα το
αρχοντικό σπίτι» (Harrison, όπ.π.).

25

Τα παράπονα αυτών των παλιών χρονικών, είναι πά
ντα υπερβολικά, αλλά δίνουν μια πιστή εικόνα της εντύ
πωσης που δημιούργησε στους σύγχρονους η επανάστα
ση των όρων της παραγωγής. Και συγκρίνοντας τα γρα
φόμενα των δυο τελευταίων Καγκελάριων Fortescue και
Thomas Morus, κατανοεί κανείς καλά την άβυσσο που
χωρίζει το 15° και το 16° αι.

«Χωρίς την παραμικρή μεταβατική περίοδο -καθώς λέγει,
πολύ σωστά ο Thornton- η αγγλική εργατική τάξη πέρασε
από το χρυσό αιώνα στον αιώνα του σίδηρον».

Η νομοθεσία τρόμαξε μ’ αυτήν την επανάσταση. Δεν
είχε φτάσει ακόμη αυτό το βαθμό του πολιτισμού, όπου ο
εθνικός πλούτος, δηλαδή ο σχηματισμός του κεφαλαίου,
η αλύπητη εκμετάλλευση και η πτώχευση της λαϊκής μά
ζας θεωρούνταν ως η τελευταία λέξη της κρατικής σοφί
ας. Στην ιστορία του, περί του «Ερρίκου του 7ου» ο Βά-
κων γράφει:

«Κατά την εποχή εκείνη (1849) παραπονούνταν όλο και
πιο πολλοί για τη μετατροπή των καλλιεργούμενων γαιών
σε βοσκότοπια, όπου μερικοί βοσκοί μπορούσαν να αρκέ-
σουν σε όλα· υποστατικά τότε, νοικιασμένα με το χρόνο ή
για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ή για όλη τους τη ζωή,
μετατράπηκαν σε φεουδαρχικά κτήματα. Ωστόσο οι πε
ρισσότεροι αγρότες ζούσαν από αυτά τα υποστατικά. Από
αυτούς προήλθε η κατάπτωση του λαού που την ακολού
θησε η κατάπτωση των πόλεων, των εκκλησιών, των φορο
λογιών (...). Ο βασιλιάς και η Βουλή ανέπτυξαν καταπλη
κτική σοφία, για να αναχαιτίσουν το κακό (...). Πήραν μέ

1

τρα κατά αυτής της αρπαγής των κοινοτικών κτημάτων, η
οποία προκαλούσε την ερήμωση του πληθυσμού, και κατά
της επέκτασης των βοσκοτόπων που την ακολουθούσε από
κοντά και είχε τα ίδια αποτελέσματα».

Ένα διάταγμα του Ερρίκου VII από το 1489, (κ. 19),
απαγόρευε την καταστροφή κάθε αγροτικού σπιτιού, που
συνοδευόταν, τουλάχιστον, από είκοσι στρέμματα γης. Ο
Ερρίκος VIII ανανέωσε αυτή την απαγόρευση σ’ ένα
διάταγμα, όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε σ’ αυτό:

«Πολλά υποστατικά και μεγάλα κοπάδια αποτελούμενα
προ πάντων από πρόβατα συσσωρεύονται στα χέρια ολί
γων ιδιοκτητών· οι έγγειοι πρόσοδοι αυξήθηκαν εξ αυτού,
αλλά η καλλιέργεια είναι σε παρακμή, εκκλησίες και σπί
τια καταστράφηκαν, τεράστιες λαϊκές μάζες βρίσκονται σε
αδυναμία να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες των οικογε
νειών τους».

Ο νόμος, λοιπόν, επιβάλλει την ανασύσταση των υπο
στατικών και ορίζει την αναλογία των καλλιεργούμενων
γαιών και των βοσκοτόπων.
Ένα διάταγμα του 1533 παραπονείται για το γεγονός
ότι μερικοί ιδιοκτήτες κατέχουν 24.000 πρόβατα και πε
ριορίζει τον αριθμό τους σε δυο χιλιάδες1.
Αλλά και τα λαϊκά παράπονα και όλη η σειρά των νό
μων, που εκδόθηκαν από την εποχή του Ερρίκου VII, επί
εκατόν πενήντα χρόνια κατά της αρπαγής της περιουσίας

26

---------------------------------------------------------------------------------------------

* Στο βιβλίο του «Ουτοπία», ο Thomas Morus μιλά για την παράξενη
χώρα, όπου «τα πρόβατα τρώνε τους ανθρώπους».

27

των μικροεκμισθωτών και των μικροκαλλιεργητών, έμει
ναν χωρίς αποτέλεσμα.
Χωρίς να το θέλει ο Βάκων υποδείχνει το λόγο αυτής

της αποτυχίας.

«Το διάταγμα του Ερρίκον VII, (λέγει στο έργο του «Essays,
civil and moral», [sect. 20]), ήταν βαθύ και θαυμάσιο, γιατί
δημιουργούσε κτήματα και αγροτικά σπίτια κανονικών
διαστάσεων, καλά καθορισμένων, δηλαδή γιατί προόριζε
για τους καλλιεργητές αρκετά κτήματα, προκειμένου να
τους επιτρέψει να γεννήσουν υπηκόους αρκετά πλούσιους
και αρκετά ανεξάρτητους για να βάλουν το αλέτρι όχι στα
χέρια των μισθωτών, αλλά στα χέρια των ιδιοκτητών»1.

1Ο Βάκων κάνει μια σύγκριση ανάμεσα στην ελεύθερη και εύπορη
αγροτική τάξη και σε έναν καλό πεζικό: «Είχε σπουδαιότητα, για
τη δύναμη και το κύρος τον βασιλείου να έχει υποστατικά αρκετής
έκτασης, ώστε να απαλλάξει από την ανάγκη τονς ανθρώπους και
να κρατήσει ένα μεγάλο μέρος του εδάφους στα χέρια της μεσαίας
τάξης, που βρίσκεται μεταξύ των ευγενών, των μισθωτών και των
υπηρετών. Οι πιο αρμόδιοι, στρατιωτικοί άνδρες, συμφωνούν στο
ότι την κυριότερη δύναμη ενός στρατού, αποτελεί το πεζικό. Αλλά
για να έχουμε ένα καλό πεζικό, χρειάζονται άνθρωποι που να μην
έχουν μεγαλώσει στη σκλαβιά και την αθλιότητα, αλλά με κάποια
άνεση και (σχετική) ελευθερία. Αν, λοιπόν, ένα κράτος αποτελείται
προπαντός από ευγενείς και ωραίους κυρίους, ενώ οι χωρικοί και
οι καλλιεργητές δεν είναι τίποτε άλλο παρά απλοί εργάτες ή υπηρέ-
τες υποστατικού ή φτωχοί αγρότες, με άλλα λόγια, ζητιάνοι που έ-
χουν στέγη, μπορεί να έχει κανείς ένα καλό ιππικό, αλλά όχι καλό
πεζικό αντοχής, που να εμπνέει εμπιστοσύνη. Αυτό βλέπουμε στη
Γαλλία, την Ιταλία ή αλλού, όπου ο πληθυσμός δεν έχει παρά μόνο
ευγενείς και χωρικούς άθλιους (...) σε τέτοιο σημείο ώστε να είναι
αναγκασμένοι να στρατολογούν ομάδες Ελβετών μισθοφόρων για
να σχηματίζουν τάγματα πεζικού. Έτσι, συμβαίνει, αυτές οι χώρες
να έχουν πολύ πληθυσμό, αλλά λίγους στρατιώτες». (The Reign of
Henry VII, κ.λπ., έκδ. Λονδίνο 1870, σ. 908).

28

Αντίθετα, το καπιταλιστικό σύστημα, απαιτούσε την
υποδούλωση της λαϊκής μάζας, τη μετατροπή των καπι
ταλιστών σε μισθωτούς και των μέσων παραγωγής σε κε
φάλαια. Στη μεταβατική αυτή περίοδο, η νομοθεσία δο
κίμασε βέβαια να διατηρήσει τα τέσσερα στρέμματα γης
γύρω από το σπίτι του αγρότη-μισθωτού και απαγόρευσε
την παραδοχή υπενοικιαστών στα αγροτικά σπίτια.

Το 1627, επί της βασιλείας του Ιάκωβου του 1ου, ένας
κάποιος Roger Crosker, που καταγόταν από το Φρον-
τμίλ, καταδικάστηκε γιατί ανήγειρε στο κτήμα του ένα
σπίτι χωρίς να του δώσει υπό οριστική μορφή τα τέσσερα
στρέμματα γης.

Το 1638 επί της βασιλείας του Καρόλου του 1ου, διόρι
σαν μια βασιλική επιτροπή επιφορτισμένη να εφαρμόσει
και να επιβάλει τον παλιό νόμο «προ πάντων σε ό,τι αφο
ρούσε τα τέσσερα στρέμματα». Ο Κρόμβελ απαγόρευσε
και αυτός να οικοδομούν, σε ακτίνα τεσσάρων χιλιομέ
τρων γύρω από το Λονδίνο, σπίτια χωρίς να προσθέτουν
τα τέσσερα στρέμματα γης. Ακόμα στο πρώτο μισό του
18ου αι. ακούγονται παράπονα όταν το σπίτι του γεωργο
εργάτη δεν έχει ένα ή δύο στρέμματα.

Στις ημέρες μας, ο εργάτης λογίζεται ευτυχής, όταν
μπορεί να διαθέτει έναν κήπο ή αν μπορεί, ακόμη και σε
μεγάλη απόσταση, να νοικιάζει μερικά τετραγωνικά μέ
τρα.

«Γαιοκτήμονες και εκμισθωτές (λέει ο Hunier) βαδίζουν
εδώ πέρα χέρι με χέρι. Ο εργάτης θα γινόταν πάρα πολΰ
ανεξάρτητος, αν προσθέταν στο σπίτι του μερικά στρέμμα
τα γης»1.

Στο 18° αι. η Μεταρρύθμιση και η καταπληκτική δή
μευση των εκκλησιαστικών κτημάτων που επακολούθη
σε, ήρθαν να δώσουν μια νέα και τρομερή ώθηση στη βί
αιη απογύμνωση των λαϊκών μαζών.
Την εποχή της Μεταρρύθμισης, η Καθολική Εκκλησία
ήταν φεουδαρχική ιδιοκτήτρια ενός μεγάλου μέρους του
αγγλικού εδάφους. Η κατάργηση των μοναστηριών έριξε
τους κατοίκους των κτημάτων αυτών ανάμεσα στους
προλετάριους.

Όσο για τα εκκλησιαστικά κτήματα, δόθηκαν, κατά το
μεγαλύτερο μέρος, δωρεάν σε άπληστους ευνοούμενους
του βασιλιά ή πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές σε
κερδοσκόπους, εκμισθωτές ή αστούς, οι οποίοι εκδίωξαν
μαζικά τους παλιούς κληρονομικούς κατόχους της γης
και ένωσαν τα κτήματα. Δήμευσαν, χωρίς να ανακοινώ
σουν τίποτε, το μέρος που προόριζε ο νόμος από τους
εκκλησιαστικούς φόρους για τους καλλιεργητές που εί

1 Hunier; (σ. 134): «Θα νόμιζε κανείς, σήμερα, ότι η ποσότητα του ε-
δάφους, πσυ είχε οριστεί από τον παλιό νόμο, στους εργάτες είναι
πάρα πολύ μεγάλη, γιατί θα τους μετέβαλλε εύκολα σε μικροεκμι-
σθωτες». (G. Roberts: «The Social Histoiy of the People of the
Souther Counties of England in past centuries», Λονδίνο 1856, o.
184 επ.).

30

χαν πέσει στην αθλιότητα1. «Παντού υπάρχουν φτωχοί»,
φώναξε η βασίλισσα Ελισάβετ, υστέρα από ένα ταξίδι
της στην Αγγλία. Κατά το 43° έτος της βασιλείας της α
ναγκάσθηκαν επιτέλους να αναγνωρίσουν επίσημα τη
φτωχολογιά, καθιερώνοντας το φόρο υπέρ των φτωχών.

«Οι συγγραφείς αυτού του νόμου δεν τολμούσαν να υπο
δείξουν τα αίτιά του και, αντίθετα προς κάθε παράδοση,
τον δημοσίευσαν χωρίς καμιά εισήγηση»2.
Αργότερα τον εκήρυξαν διαρκή και μόνο το 1834 τρο
ποποίησαν, επί το αυστηρότερο, τις διατάξεις του3. Αυτά

1 Το δικαίωμα του φτωχού να παίρνει το μέρος που του ανήκει, από
τους φόρους, καθιερώθηκε από τους παλιούς νόμους (Tuckett, II,
σ. 804).

^W. Cobbett, A History of the Protestant Reformation, § 471.
3 To προτεσταντικό πνεύμα διαφαίνεται από το εξής: Στα βόρεια της
Αγγλίας μερικοί γαιοκτήμονες και πλούσιοι εκμισθωτές ενο')θηκαν
και σύνταξαν, για την ακριβή ερμηνεία του νόμου των φτωχών,
δέκα ερωτήματα που τα υπέβαλαν στην κρίση του διάσημου νομι
κού, Sergeant Snigge, ο οποίος επί Ιακώβου του 1°” έγινε δικαστής.

«Ένατο ερώτημα: Μερικοί πλούσιοι ενοικιαστές της ενορίας φα-
ντάστηκαν ένα πολύ έξυπνο σχέδιο που θα έθετε τέρμα σε όλες τις
παρανοήσεις στην εφαρμογή τον νόμον. Προτείνουν την κατασκευή
μιας ενοριακής φυλακής. Θα αρνούνται να συντρέχουν κάθε φτωχό
που δεν θα άφηνε να τον κλείσουν α’ αυτή τη φυλακή. Κατόπιν θα
δημοσιεύουν στις γειτονικές ενορίες ότι όποιος ήθελε να νοικιάσει
τους φτωχούς μας, θα έπρεπε να υποβάλει μια ορισμένη ημέρα,
σφραγισμένες προτάσεις, όπου θα καθόριζε την κατώτερη τιμή
τους. Οι συγγραφείς αυτού του σχεδίου υποθέτουν ότι στις γειτονι-
κές κομητείες υπάρχουν πρόσωπα που δεν επιθυμούν να εργα-
στούν, αλλά δεν διαθέτουν ούτε χρήματα, ούτε την αναγκαία πί-
στωση για να αποκτήσουν ένα υποστατικό ή ένα πλοίο, που θα τους
επέτρεπε να ζουν χωρίς να εργάζονται. Αυτά τα πρόσωπα θα μπο-
ρούσαν ίσως να μας κάνουν επωφελείς προσφορές. Αν μερικοί

τα άμεσα αποτελέσματα της Μεταρρύθμισης δεν ήταν ε
κείνα που κράτησαν πιο πολύ. Η εκκλησιαστική ιδιοκτη
σία προστάτευε, σαν θρησκευτικό φρούριο, το παλιό σύ-

φτωχοί πέθαιναν στη διάρκεια του συμβολαίου ενοικίασης, η ευθύ-
νη δεν θα έπεφτε στην ενορία, γιατί αυτή θα είχε εκπληρώσει όλο
της το καθήκον απέναντι σ’ αυτούς τους φτωχούς. Φοβόμαστε πολύ
ότι ο σημερινός νόμος δεν επιτρέπει τέτοιο μέτρο σύνεσης, αλλά
σας κάνουμε γνωστό ότι οι άλλοι ελεύθεροι κάτοχοι γης της κομη-
τείας μας και των γειτονικών κομητειών, θα συμμαχήσουν μαζί μας
και θα πιέσουν τους αντιπροσώπους τους στη Βουλή των Κοινοτή-
των για να υποβάλλουν ένα νομοσχέδιο που να επιτρέπει τη φυλά-
κιση των φτωχών ή να τους εξαναγκάζει να εργαστούν, κατά τέτοιο
τρόπο, ώστε να αφαιρεθεί η συνδρομή από οποιονδήποτε όεν θελή-
σει να αφήσει να τον φυλακίσουν. Αυτή η προφύλαξη θα εμποδίσει
μερικούς που δυστυχούν να ζητήσουν βοήθεια». (R. Blakey, «The
History of Political Littérature from the earliest times», [Λονδίνο
1855, t. II, σ. 83]). Στη Σκωτία η κατάργηση της δουλοπαροικίας έ
γινε πολλούς αιώνες αργότερα από την Αγγλία. Το 1698 ακόμη ο
Fletcher de Saltoun δήλωσε στη σκωτική Βουλή: «Υπολογίζονται
τουλάχιστον σε διακόσιες χιλιάδες οι ζητιάνοι στη Σκωτία. Το μόνο
φάρμακο που μπορώ να προτείνω εγώ, αν και δημοκρατικός, κα-
ταρχήν, είναι να επαναφέρουμε το πρώην καθεστώς της δουλοπα-
ροικίας και να υπαγάγουμε στη δουλεία όλους εκείνους που δεν εί-
ναι ικανοί να βγάζουν το ψωμί τους». Επίσης ο Eden γράφει (τ. 1,
κεφ. 1): «Η φτωχολογιά χρονολογείται από τη χειραφέτηση των χω-
ρικών (...). Το εργοστάσιο και το εμπόριο, είναι αλήθεια, οι δη-
μιουργοί των φτωχών του έθνους μας». Ο Eden διαπράττει το ίδιο
σφάλμα με τον Σκώτο δημοκρατικό μας· δεν είναι η κατάργηση της
δουλοπαροικίας, αλλά η κατάργηση της ιδιοκτησίας, της οποίας α
πελάμβανε ο καλλιεργητής, που τον έκανε προλετάριο-φτοοχό. Οι
νόμοι της Αγγλίας για τους φτωχούς, έχουν για αντίστοιχο τους
νόμους της Γαλλίας, όπου η αρπαγή της περιουσίας των χωρικών
έγινε διαφορετικά, σύμφωνα με το διάταγμα του Moulins του
1571, και το διάταγμα του 1656.

στημα της ιδιοκτησίας της γης. Η κατάρρευση της παρέ
συρε αναπόφευκτα και την κατάρρευση της δεύτερης1.
Στα τελευταία χρόνια του 17ου αιώνα, η ανεξάρτητη
αγροτική τάξη ήταν πολυαριθμότερη ακόμη από την τάξη
των εκμισθωτών της γης. Αποτελούσε την κυριότερη δύ
ναμη του Κρόμβελ και, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ί
διου του Μακώλαιϋ, αποτελούσε μια πετυχημένη αντίθε
ση απέναντι στους μέθυσους και τους ακάθαρτους μεγα-
λογαιοκτήμονες και τους υπηρέτες τους, τους παπάδες
της υπαίθριας χώρας που ήταν επιφορτισμένοι να βρί
σκουν συζύγους στις υπηρέτριες-ερωμένες των ευγενών.
Οι αγρότες μισθωτοί ήταν ακόμη, αυτή την ίδια εποχή,
συνιδιοκτήτες των κοινοτικών κτημάτων.
Το 1750 η τάξη των ανεξάρτητων χωρικών είχε εξα
φανιστεί2και στα τελευταία χρόνια του 18ου αι. δεν έβρι
σκαν πια ίχνος της κοινής ιδιοκτησίας των γεωργών.

1 Ο καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Οξ
φόρδης, (έδρα της προτεσταντικής ορθοδοξίας), Rogers, παρατη
ρεί, στον πρόλογό του, της «History of Agriculture», ότι η Μεταρ
ρύθμιση φτώχυνε τη λαϊκή μάζα.
2 A. Letter to Sir T.C. Banbury, On the High Price of Provisions, by a
Suffolk Gentleman, Ips wich, 1795, [σ. 4]. Ακόμη και ο φανατικός
υποστηρικτής του συστήματος των υποστατικών, ο συγγραφέας του
«Inquiry into the Connection of large farms κ.λπ.», (Λονδίνο 1773,
[σ. 173]) γράφει: «Λυπήθηκα βαθιά για την εξαφάνιση των εντοπί-
ων μας μικροϊδιοκτητών, αυτής της ανθρώπινης τάξης που έσωσε
πραγματικά την ανεξαρτησία του έθνους μας. Λυπήθηκα βλέποντας
τις γαίες τους να περιέρχονται στα χέρια λόρδων κερδοσκόπων και
μικροεκμισθωτών των οποίων τα συμβόλαια έχουν γίνει με τέτοιους
όρους, ώστε δεν είναι πια τίποτε άλλο από υποτελείς, πάντα έτοιμοι
να επωφεληθούν από όλες τις δυσάρεστες περιστάσεις».

Αφήνουμε κατά μέρος τους καθαρά οικονομικούς λό
γους της αγροτικής επανάστασης, για να ασχοληθούμε
με τα βίαια μέσα που την πραγματοποίησαν.
Στην παλινόρθωση των Στούαρ οι γαιοκτήμονες πραγ
ματοποίησαν νόμιμα μια αρπαγή, που επιτελέστηκε
ύστερα και στην ηπειρωτική Ευρώπη, χωρίς καμιά άλλη
διατύπωση. Κατέστρεψαν το φεουδαρχικό σύστημα, δη
λαδή ανάθεσαν στο κράτος όλες τις δουλικές υπηρεσίες
που τους εβάρυναν, «αποζημίωσαν» αυτό το ίδιο το κρά
τος με φόρους που επέβαλαν πάνω στους αγρότες και το
υπόλοιπο του λαού, διεκδίκησαν ως ατομική ιδιοκτησία,
(με τη νεότερη έννοια της λέξης), κτήματα πάνω στα οποία
είχαν μόνο φεουδαρχικά δικαιώματα και, τέλος παρε-
χώρησαν εκείνους τους νόμους περί διανομής, οι οποίοι,
με μερικές τροποποιήσεις που τις επέβαλλαν οι περιστά
σεις, έκαναν για τους Άγγλους καλλιεργητές ό,τι είχαν
κάνει τα διατάγματα του Τσάρου Μπόρις Γκοντούνωφ
για τους Ρώσους χωρικούς.
Η ένδοξη επανάσταση έφερε στην εξουσία μαζί με
τον Γουλιέλμο της Οράγγης και τους ευγενείς, αλλά και
τους καπιταλιστές κερδοσκόπους1, οι οποίοι εγκαινίασαν

1 Να τί μας διαφωτίζει για την ιδιωτική ηθική αυτού του αστού ή
ρωα: «Οι μεγάλες εκχωρήσεις που έγιναν το 1695 στη λαίδη Όρκνεϋ
στην Ιρλανδία, είναι μια δημόσια απόδειξη της αγάπης του βασιλιά
και της επιρροής αυτής της κυρίας (...). Οι καλές και έντιμες υπη-
ρεσίες της λαίδης Όρκνεϋ φαίνεται ότι ήταν από εκείνες (...) για τις
οποίες αξίζει καλύτερα να μη μιλά κανείς καθόλου». (Stoane Manu-
script, Collection, [Βρετανικό Μουσείο, αρ. 4224]). Το χειρόγραφο
εχει τίτλο: «The character and behavior of king Williams, Sunderi-
and as represented in Original Letters to the Duke of Shrewaburg

1

34

τη νέα περίοδο, εφαρμόζοντας σε μεγάλη κλίμακα, την
κλοπή των κρατικών κτημάτων. Τα κτήματα δόθηκαν ή
πουλήθηκίχν σε γελοίες τιμές ή και προσαρτήθηκαν ακό
μη σε ατομικές ιδιοκτησίες με μια άμεση αρπαγή3.
Όλα αυτά έγιναν χωρίς να τηρηθεί η παραμικρή νο
μιμότητα. Αυτά τα κρατικά κτήματα, που τα ιδιοποιού
νταν με απάτη και τα εκκλησιαστικά κτήματα, όσα του
λάχιστον δεν είχαν εξαφανιστεί στη διάρκεια της δημο
κρατικής επανάστασης, αποτελούν τη βάση τοον σημερι
νών μεγάλων γαιοκτησιών της αγγλικής ολιγαρχίας2.
Οι αστοί καπιταλιστές αγνόησαν την επιχείρηση, για
να κάνουν το έδαφος απλό είδος εμπορίου, να επεκτεί
νουν το έδαφος της μεγάλης γεωργικής εκμετάλλευσης,
να προκαλέσουν τη συρροή από την ύπαιθρο χώρα πε
ρισσότερων αστέγων και πεινασμένων προλετάριων κ.ά.
Επιπρόσθετα η νέα αριστοκρατία της γαιοκτησίας ήταν ο
φυσικός σύμμαχος της νέας τραπεζοκρατίας, της τάξης
του μεγάλου χρηματιστικού κεφαλαίου, που μόλις τότε
είχαν αναφανεί και των μεγαλοεργοστασιαρχών, που
στηρίζονταν στα προστατευτικά δασμολόγια.

from Somers, Halifax, Oxford, Secretary Vernon κ.λπ.», το οποίο
χειρόγραφο είναι γεμάτο από ενδιαφέρουσες πληροφορίες.
1Η παράνομη εκποίηση της περιουσίας του κράτους, είτε με μορφή
πωλητηρίου, είτε με μορφή δωρεάς, αποτελεί ένα σκανδαλώδες
κεφάλαιο στην ιστορία της Αγγλίας (...) μια τεράστια εξαπάτηση
του έθνους. (F. W. Newmann, Lectures on Pol. Econ., [Λονδίνο
1851, σ. 129 επ.]). Για να αντιληφθεί ο αναγνώστης με ποιά μέσα
οι Άγγλοι μεγαλογαιοκτημονες απέκτησαν τις περιουσίες τους, ας
διαβάσει το «Our old Nobility by Noblesse Obliger», [Λονδίνο 1879]).
2 Διαβάζει κανείς την μπροσούρα του Β. Ε. Burke για το δουκικό οί
κο του Μπέντφορντ, απόγονος του οποίου είναι ο λόρδος Τζων
Ράσελ, ο Τομ Τιτ του Φιλελευθερισμού.

Η αγγλική τάξη για την υπεράσπιση των ατομικών της
συμφερόντων ενεργεί ακριβώς όπως η σουηδική αστική
τάξη, η οποία κάνοντας το αντίθετο και βαδίζοντας χέρι
χέρι με τους φυσικούς υπερασπιστές της, δηλαδή τους
χωρικούς, υποστήριξε το βασιλιά στον αγώνα του, προ
κειμένου να αποσπάσει από την ολιγαρχία την περιου
σία του στέμματος που την είχε κλέψει αυτή.
Η κοινοτική ιδιοκτησία, που ήταν εντελώς διαφορετι
κή από την εθνική ιδιοκτησία (για την οποία μιλήσαμε προ
ολίγου) ήταν ένα παλιό γερμανικό σύστημα που εξακο
λουθούσε να επιβιώνει υπό τη σκέπη της φεουδαρχίας.
Είδαμε ότι η λήστευση, που συνοδευόταν συνήθως α
πό τη μετατροπή των καλλιεργήσιμων γαιών σε βοσκο
τόπια, αρχίζει στο τέλος του 15ου αι. και συνεχίζεται το
16° αι. Αλλά τότε επρόκειτο μόνο για ατομικές βιαιότη
τες, κατά των οποίων μάταια πάλευε η νομοθεσία επί 150
χρόνια. Ό,τι χαρακτηρίζει τις προόδους που πραγματο
ποιήθηκαν το 18° αι., είναι ότι ο νόμος υποβοηθεί τη λή
στευση των χωρικών, αν και οι μεγαλοεκμισθωτές δεν
είχαν απαρνηθεί τις ατομικές τους μέθοδες1. Η κοινο
βουλευτική μορφή αυτής της κλοπής, περικλείεται στο
«Νόμο για την περίφραξη των κοινοτικών γαιών». Είναι
διατάγματα με τα οποία οι γαιοκτήμονες ιδιοποιούνται,

1 Οι εκμισθωτές απαγορεύουν στους αγρότες να συντηρούν κάποιο
ζώο έξω από την οικογένεια τους, με την πρόφαση ότι αν είχαν
ζώα, ή πουλερικά, θα έκλεβαν τα προϊόντα από τις αποθήκες. Ι
σχυρίζονται ακόμη: Φτωχοί αγρότες = εργατικοί αγρότες. Αλλά
στην πραγματικότητα, οι εκμισθωτές ιδιοποιούνται έτσι ένα από
λυτο δικαίωμα πάνω στις κοινοτικές γαίες. (Βλ. A. Pol. Enquiry,
into the consequences of neeclosing Waste Lands, [Λονδίνο, 1855,
σ.7]).

36

με πλήρη ιδιοκτησία, τα κοινοτικά κτήματα· είναι δια
τάγματα αρπαγής της λαϊκής περιουσίας. Αφού δοκίμασε
να αποδείξει, με επιδεξιότητα πανούργου δικηγόρου, ότι
η κοινοτική ιδιοκτησία πρέπει να είναι ατομική ιδιοκτη
σία των φεουδαρχών αρχόντων, ο F.M. Eden αντιφάσκει
ο ίδιος, απαιτώντας «ένα γενικό κοινοβουλευτικό νόμο
για την περίφραξη των κοινοτικών γαιών»· αναγνωρίζει,
λοιπόν, ότι είναι απαραίτητο ένα βίαιο κοινοβουλευτικό
πραξικόπημα για να μετατρέψει τα κοινοτικά κτήματα
σε ατομική ιδιοκτησία, και από το άλλο μέρος ζητά από
το νομοθέτη να δώσει μια αποζημίωση στους φτωχούς
που στερήθηκαν την περιουσία τους1.
Ενώ οι ανεξάρτητοι χωρικοί είχαν αντικατασταθεί α
πό προσωρινούς κατόχους, δηλαδή από μικροεκμισθωτές
που το συμβόλαιό τους μπορούσε να λυθεί κάθε χρόνο,
δουλικούς ανθρώπους, που ήταν εξαρτημένοι από την ό
ρεξη του λόρδου γαιοκτήμονα, η συστηματική κλοπή της
κοινοτικής περιουσίας συνδέεται με την κλοπή των κρα
τικών κτημάτων, για να μεγαλώσουν αυτά τα υποστατικά,
τα οποία το 18° αι. τα ονόμαζαν συνήθως «υποστατικά
καπιταλιστών» ή «υποστατικά εμπόρων»2και τα οποία
έκαναν τον αγροτικό πληθυσμό διαθέσιμο για τη βιομη
χανία.

1 Βλ. Eden, όπ.π, «Πρόλογος».
2 Capital farms, two letters on the Pour Trade and the dearness of
coru, Bya Person in Business, [Λονδίνο 1767, σ. 19], Merchant
farms, (An inquiry into the present high prices of provisions,
[Λονδίνο 1767, σ. 11, σημ.]. Αυτό το έξοχο έργο που εκδόθηκε χω
ρίς όνομα συγγραφέα, είναι του Ναθαναήλ Φόρστερ.

37

Αλλά το 18° αι. δεν είχαν κατανοήσει ακόμη τόσο γε
νικά, όπως στο 19° αι. την ταυτότητα του εθνικού πλού
του και της λαϊκής φτώχειας. Γι’ αυτό, στους τότε οικο
νομολόγους, βρίσκουμε βίαιες πολεμικές «για την περί
φραξη των κοινοτικών κτημάτων».
Από τα αναρίθμητα ντοκουμέντα που συγκέντρωσα,
αναφέρω μόνο μερικές περικοπές, ικανές να μας διαφω
τίσουν καλά, πάνω στην τότε κατάσταση.

«Σε πολλές ενορίες του Χέρτφορντσάϊαρ είκοσι τέσσερα
υποστατικά αριθμούνται το καθένα κατά μέσον όρο από
πενήντα έως εκατόν πενήντα στρέμματα, ενώθηκαν σε
τρία»1.
«Στο Νόρθαμπτονσαϊαρ και το Λίνκολνσάϊρ σχεδόν όλα
τα κοινοτικά κτήματα περιφράχθηκαν και οι περισσότερες
από τις αρχοντικές περιουσίες που σχηματίστηκαν με τον
τρόπο αυτό μετατράπηκαν σε βοσκοτόπους, τόσο ώστε σε
ορισμένες περιοχές δεν καλλιεργούν πια παρά μόνο πενή
ντα στρέμματα αντί για 1.500. Μόνο τα ερείπια των σπι
τιών, των αποθηκών, των σταύλων δείχνουν ότι κατοικού-
νταν άλλοτε ο τόπος αυτός. Σε πολλά μέρη δεν μένουν πα
ρά οκτώ ή δέκα σπίτια ή οικογένειες, από τις εκατοντάδες
που ήταν άλλοτε. Στις περισσότερες κοινότητες, όπου η
περίφραξη χρονολογείται από δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια
μονάχα, οι γαιοκτήμονες είναι πολύ λίγοι σε σύγκριση με
τους χωρικούς που καλλιεργούσαν αυτές τις γαίες προη
γούμενα. Δεν είναι σπάνιο να δούμε τέσσερις ή πέντε
πλούσιους κτηνοτρόφους να γίνονται κύριοι μεγάλων πε
ριοχών που τις περιέφραξαν και οι οποίες βρίσκονταν έως

1 The Wright, Ashort address to the Monopol of large farms, 1779, a.

2.3.

38

τότε στα χέρια είκοσι ή τριάντα γαιοκτημόνων και πολλών
μικροϊδιοκτητών. Όλοι αυτοί εκδιώχθηκαν από τα κτήμα
τά τους και κατέφυγαν σε άλλες οικογένειες που τους έδι
ναν εργασία για να ζήσουν1. Με το πρόσχημα της περί
φραξης, ο γειτονικός μεγαλογαιοκτήμονας δεν ιδιοποιού
νταν μόνο τους χέρσους τόπους, αλλά και τόπους που καλ
λιεργούνταν από κοινού ή χωριστά, επί πληρωμή στην κοι
νότητα ενός ορισμένου γεωμόρου. Μιλώ εδώ για την πε
ρίφραξη γαιών ανοιχτών, αλλά που έχουν ήδη καλλιεργη
θεί».
«Ακόμη και οι συγγραφείς που γίνονται οι υπέρμαχοι του
συστήματος των περιφράξεων, αναγνωρίζουν ότι στην πε
ρίπτωση αυτή, παρατηρείται ελάττωση της καλλιεργούμε
νης επιφάνειας, αύξηση του κόστους της ζωής και ελάττω
ση του πληθυσμού (...). Η περίφραξη μάλιστα των χέρσων
τόπων, όπως γίνεται σήμερα, στερεί από το φτωχό ένα
μέρος από τα μέσα συντήρησης του και μεγαλώνει πιο πο
λύ υποστατικά που είναι ήδη αρκετά μεγάλα^».
«Όταν, λέγει ο Δρ R. Price, η γη πέφτει στα χέρια μερικών
μεγάλων εκμισθωτών, οι μικροί εκμισθωτές μεταβάλλο
νται σε ανθρώπους αναγκασμένους να κερδίζουν το ψωμί
τους εργαζόμενοι για άλλους και να αγοράζουν ό,τι τους
χρειάζεται. Με το όνομα μικροεκμισθωτές, καθόριζε προ-
τύτερα ένα πλήθος από μικροϊδιοκτήτες και εκμισθωτές
που επαρκούσαν στις ανάγκες τους, καθώς και τις ανά
γκες της οικογενείας τους με τα προϊόντα των γαιών που
καλλιεργούν οι ίδιοι, πρόβατα, πουλερικά, γουρούνια κ.ά.,
που τα έστελναν στα κοινοτικά κτήματα, πράγμα που τους

* Addington, Inquiry into the reasons for or against enclosing open
fields, [Λονδίνο, 1772, σ. 37 επ.].
2 R. Price, II, [σ. 155], Β. Porster, Addington, Kent, Price, Anderson,
Mac Calloch, The Littéral of Pol Econ., [Λονδίνο 1845],

επιτρέπει να αγοράζουν πολύ λίγα προϊόντα για τη συντή
ρηση τους. Η εργασία είναι, ίσως, πιο πολλή, γιατί είναι
υποχρεωτική. Οι πόλεις και τα εργοστάσια θα αυξηθοΰν,
γιατί θα συρρεΰσει περισσότερος κόσμος που θα ζητά ερ
γασία. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να γίνει, φυσι
κά, η συγκέντρωση των υποστατικών και έγινε πραγματι
κά από πολλά χρόνια σ’ αυτό το βασίλειο»1.

Και ο R. Price συνοψίζει ως εξής τη συνολική επίδρα
ση των περιφράξεων:

«Γενικά η κατάσταση των κατώτερων τάξεων του λαοΰ ε
πιδεινώθηκε από όλες τις απόψεις· οι μικρογαιοκτήμονες
και οι εκμισθωτές έγιναν ημερομίσθιοι και μισθωτές και
ταυτόχρονα οι συνθήκες έγιναν πιο δύσκολες για να κερ
δίζουν το ψωμί τους»2.

1 Ο ίδιος, όπ.π., σ. 147.
2 Στο σημείο αυτό ανατρέχουμε στην αρχαία Ρώμη όπου οι πλούσιοι
είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος των αδιαίρετων γαιών. Εί
παν μέσα τους, εμπιστευόμενοι στα ενδεχόμενα της στιγμής, ότι
δεν θα τους τα έπαιρναν πίσω. Και αγόρασαν οικόπεδα που είχαν
οι φτωχοί κοντά στα δικά τους και γι’ αυτό χρησιμοποίησαν πότε
την πειθο') και πότε τη βία, ώσπου να καταλήξουν να μην εκμεταλ
λεύονται πλέον παρά μόνο τις μεγάλες ιδιοκτησίες. Τους χρειάζο
νταν δούλοι για την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία, γιατί οι ε
λεύθεροι άνθρωποι βρίσκονταν στο στρατό. Αυτό το σύστημα ήταν
τόσο πιο επωφελές γι’ αυτούς, όσο αυτοί οι δούλοι, εξαιρούνταν
από κάθε στρατιωτική υπηρεσία. Οι δούλοι αυτοί μπορούσαν να
πολλαπλασιάζονται, ακίνδυνα και να έχουν πολλά παιδιά. Με τον
τρόπο αυτό οι μεγάλοι ιδιοποιήθηκαν όλο τον πλούτο και έτσι όλη
η χώρα γέμισε από δούλους. Οι Ιταλοί, απεναντίας, ήταν όλο και
λιγότεροι, δεκατιζόμενοι από τη φτώχεια, τους φόρους και τη
στρατιωτική υπηρεσία. Ακόμα και στον καιρό της ειρήνης, ήταν
καταδικασμένοι στην πληρέστερη ανεργία, γιατί οι πλούσιοι κα

Πράγματι, η αρπαγή των κοινοτικών γαιών και η α
γροτική επανάσταση που επακολούθησε, βάρυναν σε τέ
τοιο βαθμό τους γεωργοεργάτες, ώστε σύμφωνα με τη
μαρτυρία του ίδιου του Eden, οι εργατικοί μισθωτοί άρ
χισαν μεταξύ του 1765 και του 1780 να πέφτουν κάτω από
το μίνιμουμ, και χρειάστηκε να συμπληρώνουν την επι
βίωσή τους με τη δημόσια περίθαλψη. Ο μισθός των γε
ωργοεργατών, λέγει ο Eden, δεν αρκούσε πια για να κα
λυφθούν οι απαραίτητες ανάγκες της ζωής.
Ας ακούσουμε άλλον έναν υπέρμαχο του συστήματος
των περιφράξεων και αντίπαλο του R. Price:

«Θα γελιόταν κανείς από το εξωτερικό, αν παραδεχόταν
ότι ο πληθυσμός μιας χώρας ελαττώνεται, γιατί δεν βλέπει
κανείς πια ανθρώπους να χάνουν τους κόπους τους στους
ανοιχτούς αγρούς. Αν είναι λιγότεροι στους αγρούς, είναι
περισσότεροι στην πόλη (...). Αν με τη μετατροπή τιον μι-
κροκαλλιεργητών σε ανθρώπους, που είναι υποχρεωμένοι
να εργάζονται για άλλους, πραγματοποιείται μεγαλύτερη
ποσότητα εργασίας, αυτό είναι προφανώς ένα πλεονέκτη
μα από το οποίο είναι αυτονόητο ότι το έθνος, που δεν πε
ριλαμβάνει αυτούς τους «μετατραπέντας», πρέπει να ευτυ
χεί. Η παραγωγή θα είναι σημαντικότερη αν η συνδυα
σμένη εργασία τους χρησιμοποιείται σε ένα μόνο υποστα

τείχαν τη γη και χρησιμοποιούσαν δούλους για τις γεοιργικές ερ
γασίες (Αππιανός, «Οι ρωμαϊκοί εμφύλιοι πόλεμοι» [1, σ. 7]).
Αυτή η περικοπή αναφέρεται στην περίοδο που προηγείται του
Λικίνιου νόμου. Ο πόλεμος που επέσπευσε τόσο πολύ την κατά
πτωση του Ρωμαίου πληβίου, ήταν επίσης το κυριότερο μέσο που
χρησιμοποίησε ο Καρλομάγνος για να κατεβάσει πολύ γρήγορα σε
κατάσταση δούλων τους ελεύθερους χωρικούς της Γερμανίας.

41

τικό: θα παράγουν ένα πλεόνασμα υλικών για τα εργο
στάσια, και αυτά, που είναι ένα από τα χρυσορυχεία του
έθνους μας, θα αυξήσουν τα έσοδα ανάλογα με την αύξη
ση της ποσότητας του σιταριού»!.

Την αδιατάρακτη γαλήνη, με την οποία εξετάζει ο οι
κονομολόγος την πιο αισχρή παραβίαση του «ιερού δι
καιώματος της ιδιοκτησίας» και τις πιο αφόρητες επι
βουλές κατά των ατόμων, από τη στιγμή που χρειάζονται
αυτά τα άτομα για να γίνουν η βάση του καπιταλιστικού
συστήματος παραγωγής, τη συναντούμε, μεταξύ άλλων
και στον σερ F. M. Eden, αυτόν τον συντηρητικό φιλάν
θρωπο. Όλη η σειρά των ληστειών, της φρίκης και της
αθλιότητας ταυ λαού, που συνοδέυσαν τη βίαιη αρπαγή
της περιουσίας από το τελευταίο τρίτο του 15ου αι. έως το
τέλος του 18ου αι., τόση εντύπωση του κάνουν, ώστε κα
ταλήγει σ’ αυτό το θαυμάσιο συμπέρασμα:

«Έπρεπε να τεθεί η επακριβής αναλογία μεταξύ των καλ
λιεργούμενων γαιών και τοον βοσκοτόπων. Στη διάρκεια
του 14°" αιώνα, και στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του
15ουαιώνα υπήρχε ένα στρέμμα βοσκότοπος έναντι 2, 3
και 4 ακόμη στρεμμάτων καλλιεργούμενων γαιών. Προς
τα μέσα του 16ουαιώνα, η αναλογία ήταν πρώτα δύο προς
δύο, κατόπιν δύο στρέμματα βοσκοτόπια προς ένα στρέμ

1«An inquiry into the connection», κ.λπ., [σ. 124,129]. Να μία γνώμη
ανάλογη, αλλά αντίθετης τάσης: «Εργάτες διώχνονται από τα σπί-
τια τους και αναγκάζονται να ζητήσουν εργασία στην πόλη, αλλά
βγάζουν τότε από αυτούς πιο πολύ καθαρό προϊόν και το Κεφάλαιο
μεγαλώνει ανάλογα». The perils of the Nations, (2n έκδ., Λονδίνο
1843, a. XIV).

μα καλλιεργούμενης γης, έως ότου κατέληξαν στο τέλος
στην ακριβή αναλογία τρία στρέμματα βοσκοτόπια προς
ένα στρέμμα καλλιεργούμενης γης».
Το 19° αι. έχασαν και την ανάμνηση του δεσμού που
υπήρχε άλλοτε μεταξύ του καλλιεργητή και της κοινοτι
κής περιουσίας. Χωρίς να αναφερθοΰμε στους μεταγε
νέστερους καιρούς, ο γεωργικός πληθυσμός δεν πήρε
ποτέ έστω και μία πεντάρα αποζημίωση για τα 3.511.770
στρέμματα κοινοτικά κτήματα που του έκλεψαν μεταξύ
του 1801 και του 1831 και τα έδωσαν στους λόρδους γαι
οκτήμονες, και οι λόρδοι γαιοκτήμονες τα πήραν με τους
νόμους της Βουλής.
Η τελευταία μεγάλη επιχείρηση στην αρπαγή της πε
ριουσίας των χωρικών είναι ό,τι ονόμασαν «αραίωση των
ακινήτων (κτημάτων)», και η οποία στην πραγματικότη
τα συνίστατο στην έξωση των κατοίκων.
Όλες οι αγγλικές μέθοδες που εξετάσαμε έως τώρα,
βασίζονται στην ίδια αρχή. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν
πια ανεξάρτητοι χωρικοί για να τους «αραιώσουν»· ρί
χτηκαν, λοιπόν, στα αγροτικά σπίτια, ώστε ούτε αυτοί οι
γεωργοεργάτες δεν μπορούν πλέον να στεγαστούν στα
κτήματα που καλλιεργούν. Αυτό το είδαμε σε προηγού
μενες σελίδες.

Αλλά την «αραίωση των ακινήτων κτημάτων», την
πραγματική έννοια της λέξης, θα τη μελετήσουμε στην
Άνω Σκωτία, τη χώρα που προτιμούν οι νεώτεροι μυθι-
στοριογράφοι. Η επιχείρηση χαρακτηρίζεται εδώ με τη
συστηματική της εμφάνιση, με το μέγεθος της κλίμακας
πάνω στην οποία εκτελείται ταυτόχρονα (στην Ιρλανδία,
μερικοί γαιοκτήμονες πέτυχαν να εξαφανίσουν ταυτό

Γ" /

43

χρονα πολλά χωριά· στην άνω Σκωτία πρόκειται για ε
πιφάνειες μεγάλες σαν τα γερμανικά δουκάτα) και τέ
λος, με την ιδιαίτερη μορφή της κλεμμένης εγγείου ιδιο
κτησίας.

Οι Κέλτες της Άνω Σκωτίας σχημάτιζαν πατριές, κάθε
μια από τις οποίες ήταν κάτοχος του εδάφους όπου είχε
εγκατασταθεί. Ο αντιπρόσωπος της πάτριάς, ο αρχηγός
της ή «μέγας ανήρ», ήταν απλώς ο ονομαστικός ιδιοκτή
της αυτοΰ του εδάφους, ακριβώς όπως η βασίλισσα της
Αγγλίας είναι ο ονομαστικός ιδιοκτήτης όλου του αγγλι
κού εδάφους.

Όταν η αγγλική κυβέρνηση κατόρθωσε να καταστεί-
λει τους εμφυλίους πολέμους -αυτών των αρχηγών και τις
αδιάκοπες επιδρομές τους στις πεδιάδες της κάτω Σκω
τίας, αυτοί οι αρχηγοί δεν εγκατέλειπαν καθόλου τις λη
στρικές επιχειρήσεις τους. Μετέτρεψαν αυθαίρετα το ο
νομαστικό τους δικαίωμα ιδιοκτησίας, σε ατομικό δικαί
ωμα ιδιοκτησίας. Δεδομένου ότι συνάντησαν αντίσταση
από τους ανθρώπους της πάτριάς, αποφάσισαν να προ-
στρέξουν στη βία για να τους εκδιώξουν.

Ο καθηγητής Newman γράφει:

«Ένας βασιλιάς της Αγγλίας θα ήταν άλλο τόσο δικαιολο
γημένος να ρίξει τους υπηκόους του στη θάλασσα»!.
Η επανάσταση αυτή που άρχισε στη Σκωτία μετά την
τελευταία απόπειρα του μνηστήρα του θρόνου, εκτίθεται

1 Βλ. F. W. Newman, σ. 132.

Ί

44

όσον αφορά τις πρώτες της φάσεις από τον σερ James
Steuart, και τον James Anderson1.

Στο 18° αι., απαγόρευσαν τη μετανάστευση των δου
λών, που είχαν εκδιωχθεί από τα κτήματά τους, για να
τους φέρουν με τη βία στη Γλασκώβη και σε άλλες βιο
μηχανικές πόλεις2.
Το καλύτερο παράδειγμα της μεθόδου που ακολού
θησαν το 19° αι.3, μας το έδωσαν οι «αραιώσεις» της δού-

1Ο Steuart λέγει: «Το εισόδημα των γαιών αυτών είναι τελείως α
σήμαντο σε σχέση με την έκτασή τους· όσον αφορά, όμως, τον α
ριθμό τοον προσώπων που τρέφει ένα υποστατικό θα βρει ίσοος κα
νείς πως ένα κομμάτι γη στην Άνω Σκωτία τρέφει δέκα φορές πιο
πολλούς ανθρώπους από ένα κομμάτι γη της ίδιας έκτασης στις πιο
πλούσιες επαρχίες (τομ. 1, κεφ. XVI). J. Anderson, Observations on new
means of exciting a spirit of National Industry, (Εδιμβούργο 1777).
2 To 1860 μερικοί απ’ αυτούς που στερήθηκαν την ιδιοκτησία τους
μεταφέρθηκαν με απατηλές υποσχέσεις στον Καναδά. Μερικοί κα
τέφυγαν στα βουνά ή στα γειτονικά νησιά. Καταδιωκόμενοι από
την αστυνομία, κατόρθοχταν μετά από μεγάλο αγώνα να διαφύ
γουν.

3 Στην ορεινή Σκωτία, λέγει ο Buchanau, σχολιαστής του Α. Σμιθ,
(1814), το παλιό σύστημα της ιδιοκτησίας καταπατιέται κάθε μέρα
πιο βίαια. Ο λόρδος γαιοκτήμονας, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του
τους κληρονομικούς κατόχους, προσφέρει τη γη στο μεγαλύτερο
πλειοδότη και αν αυτός είναι καινοτόμος, εισάγει αμέσως νέο σύ
στημα καλλιέργειας. Η γη, που άλλοτε ήταν γεμάτη από μικροκαλ-
λιεργητές, κατοικείτο σύμφωνα με την απόδοσή της. Στο νέο σύ
στημα της τελειοποιημένης καλλιέργειας και των μεγαλύτερων ει
σοδημάτων, πρέπει να πραγματοποιεί όσο το δυνατό περισσότερη
απόδοση με όσο το δυνατό μικρότερα έξοδα. Έτσι απαλλάσσονται
από όλα τα ανοίφελα χέρια. Οι εκδιωκόμενοι ζητούν να βρουν ερ
γασία στις βιομηχανικές πόλεις (βλ. D. Buchanau, Observations...,
AsSmiths’ Wealth of Nations, Εδιμβούργο 1814). Οι Σκώτοι, μεγά
λοι άρχοντες, έδιωξαν τις οικογένειες, όπως θα έβγαζαν τα άχρη
στα χόρτα. Μεταχειρίστηκαν τα χωριά και τον πληθυσμό τους όπως
ο Ινδός, που διψά για εκδίκηση, μεταχειρίζεται το κρυσφύγετο των

κισας του Σάουθερλαντ. Μόλις ανήλθε στην εξουσία αυ
τή η κυρία, που είχε μελετήσει την Πολιτική Οικονομία,
αποφάσισε να κάνει μια ριζική οικονομική θεραπεία και
να μετατρέψει σε βοσκοτόπια όλη την κομητεία, που της
είχαν ελαττώσει ήδη τον πληθυσμό παρόμοιων επιχειρή
σεων, σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) κατοίκους.
Από το 1814 έως το 1820 αυτοί οι δεκαπέντε χιλιάδες
(15.000) κάτοικοι, που αποτελούσαν περίπου τρεις χιλιά
δες οικογένειες, καταδιώχθηκαν συστηματικά και στο
τέλος εξώσθηκαν. Όλα τους τα χωριά καταστράφηκαν
διά πυρός και σιδήρου και όλα τα κτήματά τους μετα
τράπηκαν σε βοσκοτόπια.
Βρετανοί στρατιώτες επιφορτίσθηκαν με την εκτέλεση
και συνεπλάκησαν με τους κατοίκους. Μια γριά γυναίκα
αποτεφρώθηκε μέσα στη φωτιά της καλύβας της, γιατί
αρνήθηκε να την εγκαταλείψει.
Έτσι, η δούκισα ιδιοποιήθηκε 794.000 στρέμματα, που
ανήκαν στην πάτριά από αμνημόνευτα χρόνια. Στους εκ-
διωχθέντες κατοίκους έδωσε κοντά στη θάλασσα περί
που έξι χιλιάδες στρέμματα, δηλαδή δύο στρέμματα για
κάθε οικογένεια. Ακαλλιέργητα, έως τότε, αυτά τα έξι
χιλιάδες στρέμματα, δεν απέδωσαν τίποτε στους ιδιοκτή
τες τους.

Η καλοσύνη της δούκισας έφτασε μέχρι του σημείου
να νοικιάζει το κάθε στρέμμα δύο σελίνια και έξι πένες

άγριων ζώων. Ο άνθρωπος πουλιέται για λιγότερο ακόμα. Την ε
ποχή της επιδρομής της βόρειας Κίνας, πρότειναν στο συμβούλιο
των Μογγόλων να καταστρέφουν τους κατοίκους και να μεταβά
λουν τον τόπο σε βοσκότοπο. Αυτό έκαναν οι Σκοποί λόρδοι γαιο
κτήμονες στους συμπατριώτες τους και στην ίδια τους την πατρίδα
(G. Ensor, An Inq. conc. the pop. [Λονδίνο, 1818, σ. 215]).

κατά μέσον όρο στα μέλη της πάτριάς, που είχαν χύσει
από αιώνες το αίμα τους για την οικογένειά της. Όλα τα
κλεμμένα κτήματα κατανεμήθηκαν σε είκοσι εννέα με
γάλα ποιμνιοστάσια, το καθένα από τα οποία είχε μόνο
μία οικογένεια, συνήθως Άγγλους υπηρέτες υποστατι
κού. Το 1825, οι δέκα πέντε χιλιάδες άνθρωποι είχαν πια
αντικατασταθεί από 131.000 πρόβατα. Οι ντόπιοι, που εί
χαν εξωσθεί στην παραλία, προσπάθησαν να ζήσουν με
την αλιεία. Μεταβλήθηκαν σε αμφίβια και ζούσαν, όπως
λέει ένας Άγγλος συγγραφέας, το μισό καιρό στο νερό
και τον άλλο μισό στην ξηρά, και πέθαιναν σχεδόν πάντα
από την πείνα1.

Αλλά ήταν γραμμένο στους γενναίους Βαΐλους να
πληρώσουν πιο ακριβά ακόμη την ορεινή και ρομαντική
ειδωλολατρεία τους για τους «μεγάλους άνδρες» τους. Η
οσμή του ψαριού έφτασε και σ’ αυτους. Μυρίστηκαν εκεί
πέρα μία καλή πηγή κέρδους και νοίκιασαν τις ακτές

1 Όταν η σημερινή δούκισσα του Σάουθερλα,ντ δέχθηκε με μεγάλη
πομπή στο Λονδίνο την κ. Beecher Stone, την συγγραφέα της
«Καλύβας του Μπάρμπα Θωμά», για να εκδηλώσει τις συμπάθειες
της για τους μαύρους δούλους της αμερικανικής δημοκρατίας
(όπως όλοι οι άλλοι αριστοκράτες, φυλάχθηκε πάρα πολύ να το
κάνει αυτό στη διάρκεια του χωριστικού πολέμου, τότε που όλες οι
«ευγενείς» αγγλικές καρδιές χτυπούσαν μόνο για τους υπέρμαχους
της δουλείας), εξέθεσε στη «New York Tribune» την κατάσταση των
δούλων του Σάουθερλαντ. Το άρθρο μου αναδημοσιεύθηκε σε ένα
σκωτικό φύλλο, το οποίο αναγκάστηκε ύστερα να διεξαγάγει πο
λεμική κατά των υπέρμαχων των Σαούθερλαντ.

τους στους μεγάλους ιχθυέμπορους του Λονδίνου. Και οι
Βάϊλοι εκδιώχθηκαν για δεύτερη φορά1.
Τέλος, ένας αριθμός των βοσκών μεταβλήθηκε εκ νέ
ου σε κυνηγέσιο.
Είναι γνωστό ότι στην Αγγλία δεν υπάρχουν πραγμα
τικά δάση. Το θήραμα στα δάση των αρχόντων είναι ζώα
νομοταγή χοντρά όπως οι δημοτικοί άρχοντες του Λονδί
νου. Η Σκωτία, λοιπόν, όπως γράφει ο Σόμερς το 1848,
είναι το τελευταίο άσυλο του

«ευγενούς πάθους». Στην ορεινή Σκωτία τα δάση ήταν
πολύ εκτεταμένα. Από τη μία πλευρά του Γκαίηκ έχετε το
δάσος του Γκλέφεσκη και από το άλλο μέρος το δάσος του
Άρντβερικι. Στην ίδια γραμμή βρίσκει κανείς το Μπλαίηκ-
Μάουντ, αχανή, έρημο, τελευταίας κατασκευής. Από Ανα-
τολάς προς Δυσμάς από τα περίχωρα του Άμπερντην έως
τις υφάλους του Ομπάν, συναντά κανείς τώρα μιαν αδιά
κοπη σειρά δασών, ενώ σε άλλα μέρη της ορεινής Σκωτίας
απλώνονται τα νέα δάση του Λοκ Αγκρτσαίκ, του Γκλέν-
γαρυ, του Γκλενμόρ κ.λπ. Η μετατροπή των κτημάτων τους
σε βοσκοτόπια απεμάκρυνε τους Βαΐλους σε άγονους τό
πους. Και να που το τριχωτό θήραμα αρχίζει να αντικαθι
στά τα πρόβατα και μεγαλώνει πιο πολύ ακόμη την αθλιό
τητα των φτωχών ανθρώπων. Αυτά τα κυνήγια και αυτός ο
λαός δεν θα μπορούσαν να ζήσουν το ένα κοντά στο άλλο.
Το ένα ή το άλλο πρέπει να αδειάσει τη γωνιά. Ας μεγα

1Βλ. D. Urkuhart, Portfolio, New Series, στο τελευταίο του έργο ο
Nassau W. Senior, χαρακτηρίζει αυτή την εκδίωξη των Βαίλων σαν
μία από τις πιο πετυχημένες που έγιναν ποτέ.

48

λώσουν τα κυνήγια1σε αριθμό και σε έκταση τα είκοσι
πέντε ερχόμενα χρόνια, όπως τα είκοσι πέντε τελευταία,
και δεν θα βρείτε πια ούτε έναν Βαΐλο στο γενέθλιο έδα
φος του. Αυτή η κίνηση μεταξύ των ιδιοκτητών της ορεινής
Σκωτίας είναι εν μέρει ζήτημα μόδας ή οφείλεται στην α
ριστοκρατική ματαιοδοξία των φίλων του κυνηγιού· αλλά
είναι βέβαιο ότι οι λόρδοι γαιοκτήμονες δεν περιφρονού-
σαν τα κέρδη που αποφέρει πολύ συχνά περισσότερα, πα
ρά αν προορίζονταν για βοσκή. Ο φίλος του κυνηγιού, που
ζητά να βρει ένα κυνήγι, περιορίζει την προσφορά του μό
νο κατά το πάχος του πορτοφολιού του (...). Η ορεινή
Σκωτία γνώρισε βάσανα όχι λιγότερο σκληρά από κείνα
που υπέστησαν στην Αγγλία με την πολιτική των Νορμαν-
δών βασιλιάδων. Έδωσαν περισσότερη έκταση στο θήρα
μα, περιορίζοντας όμως το χώρο για τους ανθρώπους (...).
Ο λαός έχασε διαδοχικά όλες τις ελευθερίες του (...). Και
η καταπίεση αυξάνει καθημερινά. Οι ιδιοκτήτες θεωρούν
την έξωση των χωρικών σαν μία απαραβίαστη αρχή, μια
αγροτική ανάγκη, και η επιχείρηση εξακολουθεί τη ήσυχη
και κανονική πορεία της απαράλλακτα, σαν να επρόκειο
για την εκχέρσωση των παρθένων δασών της Αμερικής ή
της Αυστραλίας2.

1 Σ’ αυτά τα λεγόμενα δάση δεν υπάρχουν δένδρα. 'Οταν έφυγαν τα
πρόβατα, απέλυσαν στα γυμνά βουνά τα ελάφια και ένα «der for
est». Έτσι δεν υπάρχει ούτε δασοκομία.
2 Robert Somers, Letters from the Highland’s or the Famine, of 1847,
[Λονδίνο 1848, a. 12-28], Αυτές οι επιστολές δημοσιεύθηκαν πρώ
τα στους «Τάϊμς». Αυτή την πείνα των Βαΐλων, κατά το 1847, οι
Άγγλοι οικονομολόγοι την απέδωσαν φυσικά στον υπερπληθυσμό.
Στη Γερμανία η αρπαγή της περιουσίας των χωρικών έγινε προ
πάντων μετά τον τριακονταετή πόλεμο. Ακόμα και το 1790 προκά
λεσε αγροτικές επαναστάσεις στην Έσση του Εκλέκτορος. Επι
κρατούσε, προ πάντων, στην ανατολική Γερμανία. Στις περισσότε-

Γ

49

ρες πρωσικές επαρχίες ο Φρειδερίκος ο Β' ήταν ο πρώτος που ε-
ξασφάλισε στους χωρικούς το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Μετά την
κατάκτηση της Σιλεσίας, υποχρέωσε τους γαιοκτήμονες να ανοι
κοδομήσουν τα σπίτια, τις αποθήκες κ.λπ., και να δοίσουν στους
εκμισθωτές της γης, ζοία και εργαλεία καλλιέργειας. Του χρειάζο
νταν στρατιώτες για το στρατό του και φορολογούμενοι πολίτες
για τα οικονομικά του. Η παρακάτω περικοπή του Μιραμπώ, με
γάλου θαυμαστή του Φρειδερίκου, μας δείχνει τη ζωή των χωρι
κών στη διάρκεια της βασιλείας αυτοΰ του βασιλιά, όπου η οικο
νομική ακαταστασία ανακατευόταν με το δεσποτισμό, τη γραφειο
κρατία και το φεουδαρχισμό. «Το λινάρι, λοιπόν, αποτελεί ένα α
πό τα μεγάλα πλούτη του καλλιεργητή στη βόρεια Γερμανία. Δυ
στυχώς για το ανθρώπινο γένος, αυτό είναι ένας πόρος κατά της
αθλιότητας και όχι μέσο καλοζωίας. Οι άμεσοι φόροι, οι αγγαρεί
ες, οι κάθε είδους δουλικές υπηρεσίες συντρίβουν τον Γερμανό
καλλιεργητή, που πληρώνει κιόλας έμμεσους φόρους σ’ ό,τι αγο
ράζει (...). Και για να συμπληρωθεί η καταστροφή, δεν τολμά να
αγοράσει ό,τι χρειάζεται από τους εμπόρους που θα μπορούσαν
να του το δώσουν στις καλύτερες τιμές. Όλες αυτές οι αιτίες τον
καταστρέφουν ασυναίσθητα και θα βρισκόταν σε αδυναμία να
πληροδσει έγκαιρα τους άμεσους φόρους, χοορίς το κλωστήριο. Αυ
τό που του προσφέρει έναν πόρο, είναι να χρησιμοποιήσει επωφε
λώς τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τις υπηρέτριές του, τους υπηρέ
τες του, αλλά και αυτόν τον ίδιο. Αλλά τι οδυνηρή ζωή, ακόμη και
όταν έχει και αυτήν την επικουρία! Το καλοκαίρι εργάζεται σαν
κατάδικος στην καλλιέργεια και στη συγκομιδή. Κοιμάται στις 9 η
ώρα και σηκοόνεται στις 2, για να προλάβει όλες τις δουλειές. Το
χειμώνα θα έπρεπε να αναλάβει τις δυνάμεις του αναπαυόμενος
περισσότερο, αλλά δεν θα έχει σιτάρι για το ψωμί και τη σπορά,
αν καταναλιοσει τα προϊόντα που θα έπρεπε να πουλήσει για να
πληρώσει τους φόρους. Πρέπει λοιπόν να γνέσει (το μαλλί) για να
αναπληρώσει αυτό το κενό (...). Και αυτό πρέπει να το κάνει α
διάκοπα. Γι’ αυτό ο χωρικός κοιμάται το χειμώνα τα μεσάνυχτα,
στη μία, και σηκώνεται στις πέντε ή έξι ή μάλλον κοιμάται στις εν
νέα και σηκώνεται στις δύο. Και αυτό γίνεται όλες τις ημέρες της
ζωής του, αν όχι και την Κυριακή. Αυτή η υπερβολική ξαγρύπνια
και εργασία φθείρει τον ανθροόπινο οργανισμό και για το λόγο αυ

τό οι άντρες και οι γυναίκες γηράσκουν νωρίτερα στην ύπαιθρο
χώρα, παρά στις πόλεις», {Mirabeau, [τ. III, σ. 1-22]). Τον Απρίλιο
του 1866, δηλαδή δεκαοκτώ χρόνια μετά τη δημοσίευση του έργου
του Ροβέρτου Σώμερς, που αναφέραμε ήδη, ο καθηγητής Λεόνι
Λέβι έκανε στη «Society of Arts», μία διάλεξη για τη μετατροπή των
βοσκοτόπου σε κυνηγέσια. Εκεί μέσα περιέγραψε τη διαρκώς αυ
ξανόμενη καταστροφή της ορεινής Σκωτίας. Ανάμεσα σε άλλα λέ
γει και τα εξής: «Το πιο εύκολο μέσο να εισπράττει κανείς εισο
δήματα, είναι να αδειάζει τον τόπο και να τον κάνει απλό βοσκό
τοπο. Κατόπιν, ήταν της μόδας, να αντικαθίσταται ο βοσκότοπος
με ένα είδος δάσους. Τα πρόβατα έκαναν τόπο στα άγρια ζώα, ό
πως άλλοτε οι άνθρωποι, τούς είχαν παραχωρήσει τη θέση τους
(...). Στο Φορφαρσάϊαρ, μπορεί κανείς να βαδίσει από την ιδιο
κτησία του κόμη Ντάλμπουζι έως τον Τζων ο Γκρόατς, χωρίς να α
φήσει ούτε στιγμή το δάσος. Σε πολλά από τα δάση αυτά εγκατα
στάθηκε η αλεπού, ο αγριόγατος, το σαμούρι, ο έλος, η νυφίτσα, ο
κόκκινος λαγός, το κουνέλι, ο σκίουρος, ο τυφλοπόντικας, ζώα που
βρίσκονται εκεί πέρα από λίγο καιρό. Σε απέραντες εκτάσεις που
στη στατιστική της Σκωτίας αναφέρονται σαν βοσκότοποι, ενώ εί
ναι υπερβολικά γόνιμα εδάφη, έπαψε τώρα κάθε καλλιέργεια και
κάθε λίπανση και είναι προορισμένα για να διασκεδάζουν ορι
σμένοι κυνηγοί, παρά το ότι αυτή η διασκέδαση, δεν διαρκεί πε
ρισσότερο από μερικούς μήνες το χρόνο». Ο «Οικονομολόγος» του
Λονδίνου, στις 2 Ιουνίου 1866 λέει: «Ένα σκωτικό φύλλο αναφέ
ρει την περασμένη εβδομάδα ανάμεσα σε άλλες ειδήσεις: Ένα α
πό τα καλύτερα βοσκοτόπια για πρόβατα του Σαουθερλαντσάϊαρ,
για το οποίο στη λήξη του σημερινού μισθωτικού συμβολαίου προ
σέφεραν ετήσιο μίσθωμα 1.900 λ. στ., μετατράπηκε σε κυνηγέσιο.
Τα φεουδαρχικά ένστικτα αποκαλύπτονται, όπως τον καιρό που ο
Νορμανδός κατακτητής κατέστρεψε τριάντα έξι συνοικισμούς για
να δημιουργήσει το Νέο Δρυμό (...). Αφήνουν χέρσα δύο εκατομ
μύρια στρέμματα που αποτελούν τους πιο γόνιμους τόπους της
Σκωτίας. Το φυσικό χόρτο του Γλεντ Τιλτ υπολογιζόταν μεταξύ
των θρεπτικότερων της κομητείας του Πηρθ. To «deer forest» του
Μπεν Άουλντερ ήταν άλλοτε ο καλύτερος βοσκότοπος στα απέρα
ντα δασύλια του Μπάντενοκ. Ένα μέρος του δάσους του Μπλοκ
Μάουντ ήταν ο καλύτερος βοσκότοπος της Σκωτίας για τα πρόβα-

Η κλοπή των εκκλησιαστικών κτημάτων, η δόλια εκ
ποίηση των κρατικών κτημάτων, η ιδιοποίηση των κοινο
τικών περιουσιών, η αρπακτική μετατροπή -που πραγ
ματοποιήθηκε κάτω από ένα καθεστώς τρομοκρατίας-
των φεουδαρχικών και κολλεκτιβίστικων ιδιοκτησιών
των πατριών σε νεότερες ατομικές ιδιοκτησίες, να οι
τρυφερές μέθοδες της πρωταρχικής συσσώρευσης. Προ
ετοίμασαν το έδαφος στην καπιταλιστική καλλιέργεια,
προσάρτησαν το έδαφος και τη γη στο Κεφάλαιο και δη
μιούργησαν, για τη βιομηχανία των πόλεων, τη δυνατότη
τα να προμηθεύεται εργάτες μεταξύ αυτών των άστεγων
και πεινασμένων προλετάριων.

τα με το μαύρο κεφάλι. Αν θέλει κανείς να φανταστεί την επιφά
νεια της γης, που μένει χέρσα, για χάρη μερικών φίλων του κυνη
γιού, δεν έχει παρά να σκεφτεί άτι υπερβαίνει την επιφάνεια της
κομητείας του Πορθ. Και για να κρίνει τί έχασε ο τόπος, μετά τη
βίαιη αυτή καταστροφή, αρκεί να θυμηθεί ότι σε παραγωγικούς
πόρους, το έδαφος του δάσους του Μπεν Άουλντερ μπορούσε να
θρέψει δεκαπέντε χιλιάδες πρόβατα και ότι σήμερα δεν αποτελεί
παρά το 1/30° του κυνηγεσίου στη Σκωτία. Όλοι αυτοί οι κυνηγό
τοποι δεν παράγουν απολύτως τίποτα (...) και θα μπορούσαν θαυ
μάσια να βυθιστούν στα κύματα της βόρειας θάλασσας. Η νομοθε
σία θα έπρεπε να επέμβει αυστηρότερα για να εξαφανίσει αυτές
τις ερημιές, αυτές τις αυτοσχεδιασμένες ερήμους».

III. Αιματηρή νομοθεσία ενάντια σ’ εκεί-
νους που στερήθηκαν την ιδιοκτησία
τους από το τέλος τον 15ου αι.

Νόμοι που επεδίωκαν την πτώση των εργατικών μ ισθών

Όλοι οι άνθρωποι που εκδιώχθηκαν από τα χωράφια
τους, με τη διάλυση των αρχοντικών υπολειμμάτων ή με
τη βίαιη και σταδιακή αρπαγή των περιουσιών τους, όλοι
αυτοί οι άστεγοι πεινασμένοι προλετάριοι, δεν μπορού
σαν να απορροφηθούν από τη σχηματιζόμενη χειροτε
χνική βιομηχανία, τόσο γρήγορα, όσο ήσαν διαθέσιμοι.
Εξάλλου, έτσι απότομα, καθώς αποσπάσθηκαν από το
συνηθισμένο τρόπο ζωής τους, δεν ήταν δυνατό, από τη
μία μέρα ώς την άλλη, να προσαρμοστούν στην πειθαρ
χία που απαιτούσε η νέα κατάσταση. Πολλοί από αυτούς
έγιναν λωποδύτες, ληστές* αλήτες· άλλοι, από φυσική
τάση, άλλοι -οι περισσότεροι- από την (κατα)πίεση των
πραγμάτων. Για το λόγο αυτό, προς το τέλος του 15ου αι.,
και στη διάρκεια του 16ου αι. δημιουργήθηκε σε όλη τη
δυτική Ευρώπη μία αιματηρή νομοθεσία κατά της αλη
τείας.

Οι πρόγονοι των σημερινών εργατών τιμωρήθηκαν
πρώτα γιατί άφησαν να μεταβληθούν σε αλήτες και πέ-
νητες (φτωχούς).

Οι νομοθέτες τούς μεταχειρίσθηκαν σαν «εκουσίους
εγκληματίες», υποθέτοντες ότι εξαρτιόντουσαν αποκλει-

54

1

στικά από την καλή τους θέληση να εξακολουθήσουν να
εργάζονται, σε συνθήκες που δεν άντεχαν πλέον.
Στην Αγγλία αυτή η νομοθεσία άρχισε να υλοποιείται
επί Ερρίκου του 7ου.

Ερρίκος 8ος(1530): Στους ηλικιωμένους ζητιάνους, που
είναι ανίκανοι να εργαστούν, επιτρέπεται να ζητούν ελε
ημοσύνη. Οι αλήτες θα καταδικάζονται σε μαστίγωση
και μετά θα φυλακίζονται. Θα τους δένουν πίσω από ένα
κάρο και θα τους χτυπούν με βέργες, ώσπου να τρέξει
αίμα από το κορμί τους, μετά θα ορκίζονται ότι θα ξανα-
επιστρέψουν στο χωριό που γεννήθηκαν ή στον τόπο που
κατοικούσαν τα τρία τελευταία χρόνια και ότι «θα πιά-
σουν δουλειά». Τί σκληρή ειρωνία! Αργότερα, ο Ερρίκος
ο 8>ζτροποποίησε, προς το αυστηρότερο αυτές τις δια
τάξεις. Στην πρώτη υποτροπή θα ξανάρχιζε η ποινή της
μαστίγωσης και θα έκοβαν το μισό αυτί του εγκληματία·
τη δεύτερη φορά ο ένοχος έπρεπε να θανατωθεί όχι μό
νο ως μεγάλος εγκληματίας, αλλά και ως εχθρός της κοι
νωνίας.

Εδονάρδος ο 5ος: Ένα διάταγμα, που εκδόθηκε τον
πρώτο χρόνο της βασιλείας του, το 1547, διατάσσει ότι
οποιοσδήποτε αρνηθεί να εργαστεί, θα γίνεται δούλος
εκείνου που τον καταγγέλει. Ο κύριος (το αφεντικό) θα
τρέφει το δούλο του με ψωμί και με νερό και θα του δίνει
αδύνατα ποτά ή ακόμα, αν το νομίζει απαραίτητο, μερι
κά υπολείμματα κρέατος. Επίσης έχει το δικαίωμα να
τον αναγκάζει να κάνει οποιαδήποτε δουλειά, ακόμη και
την πιο σιχαμερή, απειλώντας τον με το μαστίγιο και με

55

τα σιδερένια δεσμά. Ο δούλος, που θα απουσιάσει δε
καπέντε ημέρες, καταδικάζεται να είναι δούλος εφ’ άρου
ζωής· θα τον σημαδέψουν στο μέτωπο και στα μάγουλα
με το γράμμα Δ· αν φύγει για τρίτη φορά, καταδικάζεται
σε θάνατο. Ο κύριός του μπορεί να τον πουλήσει, να τον
κληροδοτήσει, να τον νοικιάσει ως δούλο, απαράλλακτα
όπως ένα ζώο ή ένα οποιοδήποτε αντικείμενο. Σε περί
πτωση που οι δούλοι συνωμοτήσουν ο,τιδήποτε κατά των
κυρίων τους, επιβάλλεται επίσης η ποινή του θανάτου.
Οι ειρηνοδίκες, όταν ειδοποιηθούν, πρέπει να αναζη
τούν αυτούς του κακούργους. Αν αποδειχθεί, ότι ένας
αλήτης περιφέρεται στους αγρούς, για τρεις συνεχείς
ημέρες, θα τον ξαναφέρνουν στον τόπο της γέννησης του,
θα του σημειώνουν με κόκκινο σίδερο το γράμμα Α στο
στήθος, θα τον βάλουν στα σίδερα και θα τον μεταχειρί
ζονται για κάθε είδους δουλειά στα δημόσια έργα.
Αν ο αλήτης δηλώσει ως τόπο γέννησής του έναν τόπο
που δεν είναι ο πραγματικός, αυτός θα σημειωθεί με ένα
Δ και θα γίνει για όλη τη ζωή του δούλος του τόπου αυ
τού, των κατοίκων ή της κοινότητας.
Οι κάτοικοι του τόπου γέννησης του αλήτη έχουν δι
καίωμα να παίρνουν από τον αλήτη τα παιδιά του και να
τα κρατάνε ως μαθητευομένους· τα αγόρια μέχρι είκοσι
τεσσάρων χρόνων και τα κορίτσια μέχρι είκοσι χρόνων.
Αν αυτά τα παιδιά φύγουν, θα είναι ώς αυτήν την ηλικία
δούλοι των αφεντικών τους, οι οποίοι θα μπορούν να τα
βάζουν στα σίδερα, να τα μαστιγώνουν κ.λπ.
Κάθε αφεντικό έχει το δικαίωμα να τοποθετεί ένα σι
δερένιο κύκλο στο λαιμό, στα χέρια και στα πόδια του
δούλου του για να τον αναγνωρίζει πιο εύκολα και να εί

56

ναι πιο σίγουρο1. Το τελευταίο μέρος αυτού του διατάγ
ματος προβλέπει ότι μερικοί φτωχοί πρέπει να απασχο
λούνται από την κοινότητα ή τους ιδιώτες, που θέλουν να
τους δίνουν να πίνουν, ή να τρώνε και να τους προμη
θεύουν εργασία. Οι δούλοι αυτοί των ενοριών διατηρή
θηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, δηλαδή ώς το 19°
αι., με το όνομα «πλανόδιοι».

Ελισάβετ (1572): Οι ζητιάνοι, που δεν έχουν άδεια και
έχουν περάσει το δέκατο τέταρτο χρόνο της ηλικίας τους,
θα μαστιγώνονται και θα σημειώνονται στο αριστερό αυ
τί, αν δεν δέχεται κανείς να τους προσλάβει για δύο χρό
νια· σε περίπτωση υποτροπής, αν είναι άνω των δεκαο
κτώ χρόνων, θα θανατώνονται, αν κανείς δεν θέλει να
τους πάρει για δύο χρόνια· στην τρίτη υποτροπή θα θα
νατώνονται δίχως οίκτο, ως προδότες του κράτους2.

1Ο συγγραφέας του Essay on Trade κ.λπ., (1770), παρατηρεί: «Στη
διάρκεια της βασιλείας του Εδσυάρδου του 6ον οι Άγγλοι φαίνο
νται να βάλθηκαν με όλα τους τα δυνατά να ενθαρρύνουν τη βιο
μηχανία και να απασχολούνται με τους φτωχούς. Αυτό μας δείχνει
το αξιοσημείωτο διάταγμα που διατάσσει να μαρκάρουν με κόκκι
νο σίδερο όλους τους αλήτες» (σ. 8).
2 Ο Thomas Moore γράφει στην «Ουτοπία» του: «Έτσι συμβαίνει έ
νας άνθρωπος λαίμαργος, άπληστος και αχόρταγος, αληθινή μά
στιγα του τόπου όπου γεννήθηκε, να μπορεί να συγκεντρώνει χι
λιάδες στρέμματα γης και να τα κλείνει μ’ έναν φράχτη ή με μια
μάνδρα ή ακόμη να καταφεύγει σε προσβολές και αδικίες στους
γειτονικούς του μικροϊδιοκτητες, ώστε αυτοί να αναγκασθούν να
τα πουλήσουν όλα. Με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, εκουσίως ή
με τη βία, είναι υποχρεωμένοι να φύγουν φτωχές ψυχές, απλές και
κακομοιριασμένες. Και να μια μεγάλη παράταξη: άνδρες, γυναί
κες, σύζυγοι, ορφανές, χήρες, μητέρες που κλαίνε βαστώντας τα

57

Ιάκωβος ο Γς: Όποιος περιφέρεται από τόπο σε τόπο
και ζητεί ελεημοσύνη, θα κηρύσσεται σε κατάσταση αλη-

μωρά τους και όλο τους το νοικοκυριό, άποροι, αλλά πλούσιοι σε
ανθρώπους, γιατί η καλλιέργεια απαιτεί πολλά χέρια. Με κόπο α
πομακρύνονται από τις συνηθισμένες κατοικίες τους, χωρίς να
βρίσκουν τόπο για να αναπαυθούν. Σε άλλες περιστάσεις θα μπο
ρούσαν να πάρουν λίγα χρήματα από την πούληση των επίπλων
τους, αν και δεν έχουν μεγάλη αξία. Ξαφνικά, καθώς πετάχτηκαν
στο δρόμο, αναγκάζονται να τα πουλήσουν όλα σε εξευτελιστικές
τιμές. Και όταν περιπλανήθηκαν σε όλα τα μέρη και εξάντλησαν
όλα τα χρήματά τους, τί άλλο μπορούσαν να κάνουν, εκτός από το
να επιδοθούν στη ζητιανιά και στην κλοπή ακόμα, έστω και αν ε
πρόκειτο να κρεμαστούν, χωρίς διατυπώσεις, στην πρώτη ευκαιρί
α; Και όταν ζητιανεύουν, τους συλλαμβάνουν και τους οδηγούν
στη φυλακή σαν αλήτες, γιατί δεν έχουν μόνιμη κατοικία και δεν
εργάζονται αυτοί που, παρά την καλή τους θέληση, κανείς δεν θέ
λει να τους δοίσει δουλειά. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους φτωχούς φυ-
γάδες, που αν πιστέψουμε τον Thomas Moore, αναγκάστηκαν να
κλέψουν. 72.000 μικροί ή μεγάλοι λωποδύτες θανακόθηκαν στη
διάρκεια του βασιλείας του Ερρίκου του 8°" (Hollingshed: Descrip
tion of England, [τόμ. 1, σ. 186]). Από την εποχή της Ελισάβετ, τους
αλήτες τους κρεμούσαν ομαδικά και κάθε χρόνο έβλεπε κανείς να
κρεμούν περίπου τριακόσιους έως τετρακόσιους (Strype’s Annals
of the Reformation and Etablishment of Religion, έκδ. Β' 1725, τ.
II). Σύμφωνα με τον Strype’s, στο Σόμερσετσαϊαρ, σαράντα άν
θρωποι θανατοόθηκαν μέσα σ’ ένα χρόνο· τριανταπέντε σημαδεύ
τηκαν με κόκκινο σίδερο· τριανταεπτά μαστιγο5θηκαν δημόσια- ε
κατόν ογδόντα τρείς απελευθερώθηκαν, αν και ήταν αποδεδειγμέ
νοι εγκληματίες. Και ωστόσο, λέγει, αυτός, ο μεγάλος αριθμός κα
τηγορούμενων, δεν περιλαμβάνει ούτε το έκτο των αδικημάτων και
των εγκλημάτων, γιατί οι ειρηνοδίκες δεν κάνουν το καθήκον τους
και ο λαός δείχνει έναν οίκτο γελοίο» και προσθέτει: «Οι άλλες
κομητείες της Αγγλίας ήταν σε κατάσταση εξίσου σοβαρή, αν μη
χειρότερη, από την κατάσταση που επικρατούσε στο Σόμερσε-
τσάίαρ».

58

τείας. Οι ειρηνοδίκες θα έχουν το δικαίωμα να επιβάλ
λουν το μαστίγωμα δημόσια στους ανθρώπους αυτοΰς
και να τους καταδικάζουν σε έξι μήνες φυλάκιση στην
πρώτη υποτροπή, σε ένα χρόνο στη δεύτερη. Στη διάρ
κεια της φυλάκισής τους θα μαστιγώνονται, όσο νομίζει
απαραίτητο ο ειρηνοδίκης (...). Οι αδιόρθωτοι και επι
κίνδυνοι αλήτες θα σημαδεύονται με ένα Ρ στον αριστε
ρό ώμο και θα καταδικάζονται σε καταναγκαστικά έργα.
Αν ξανασυλληφθούν να ζητιανεύουν, τότε θα θανατώνο
νται χωρίς οίκτο.
Οι διατάξεις αυτές, νόμιμες ώς την αρχή του 18ου αι.,
καταργήθηκαν τώρα τελευταία. Παρόμοιοι νόμοι εκδό
θηκαν και στη Γαλλία, όπου κατά τα μέσα του 17ου αι., οι
αλήτες, (οι κοινά λεγόμενοι αγύρτες [truands]), είχαν την
έδρα τους στο Παρίσι.
Ακόμη και στις αρχές της βασιλείας του Λουδοβίκου
16ου, (διάταγμα της Ι3η? Ιουλίου 1777) κάθε υγιής, από δεκαέξι
μέχρι εξήντα χρόνων, αν δεν είχε τα μέσα να ζήσει και
δεν εξασκούσε ένα επάγγελμα, έπρεπε να σταλεί στα
κάτεργα. Παρόμοιο διάταγμα έβγαλε και ο Κάρολος ο
5°ςγια τις Κάτω Χώρες (Οκτώβριος 1537). Επίσης τα κράτη
και οι πόλεις της Ολλανδίας (19 Μαρτίου 1614) και οι ενω
μένες επαρχίες (25 Ιουλίου 1649 κ.λπ.).
Έτσι, ο αγροτικός πληθυσμός, αφού απογυμνώθηκε
με τη βία από την περιουσία του και εκδιώχθηκε από τα
κτήματά του, ξέπεσε στην κατάσταση της αλητείας και
υποβλήθηκε με νόμους εξόφθαλμης τρομοκρατίας, με το
μαστίγιο, με το κόκκινο σίδερο και με τα βασανιστήρια,
σε μια πειθαρχία απαραίτητη, για το σύστημα της μισθω
τής εργασίας.

59

Δεν αρκεί να υπάρχουν από το ένα μέρος οι όροι εργασίας
υπό μορφή κεφαλαίου και από το άλλο άνθρωποι, που μόνο
την εργατική τους δύναμη είχαν να πουλήσουν.
Δεν αρκεί, επιπλέον, να διαμορφώνονται αυτοί οι άνθρω
ποι, ώστε να πονλοννται ελεύθερα.
Στην εξέλιξη της καπιταλιστικής παραγωγής ανα
πτύσσεται μια εργατική τάξη που από ανατροφή, παρά
δοση και συνήθεια, παραδέχεται, για αναπόφευκτους
φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις αυτού του παραγωγικού
συστήματος. Όταν η οργάνωση της λειτουργίας της καπι
ταλιστικής παραγωγής φτάνει στην πλήρη της ανάπτυξη,
συντρίβει κάθε αντίδραση· η αδιάκοπη παραγωγή ενός
σχετικού υπερπληθυσμού διατηρεί τον νόμο της προσφο
ράς και της ζήτησης εργασίας και επομένως την εργατική
αμοιβή σε μια κατεύθυνση που ταιριάζει, στις ανάγκες
της χρησιμοποίησης του Κεφαλαίου, η σιωπηρή δε πίεση
των οικονομικών όρων συμπληρώνει την κυριαρχία του
καπιταλιστή πάνω στον εργάτη.
Αλλά εξακολουθούν πάντα να καταφεύγουν, έστω και
κατ’ εξαίρεση, στην άμεση βία, που είναι ξένη προς την
οικονομική κατάσταση. Για τη συνηθισμένη πορεία των
πραγμάτων, μπορεί κανείς να εγκαταλείψει τον εργάτη
στους «φυσικούς νόμους της παραγωγής», δηλαδή στην
εξάρτησή του από το κεφάλαιο, που απορρέει από τους
ίδιους όρους παραγωγής.
Τελείως διαφορετικά έχει η κατάσταση στην ιστορική
γένεση της καπιταλιστικής παραγωγής.
Η αστική τάξη, που σταδιακά ανέρχεται, επειδή έχει
ανάγκη την κρατική βία, τη χρησιμοποιεί προκειμένου
«να ρυθμίζει την αμοιβή των εργατών», δηλαδή για να

60

τους περιορίζει σε όρια που ταιριάζουν στην υπεραξία,
να παρατείνει τις ημερήσιες ώρες εργασίας και να δια
τηρεί τον ίδιο εργάτη σε έναν κανονικό βαθμό εξάρτη-
σης·

Να ένα ουσιώδες στοιχείο της δήθεν πρωταρχικής

συσσώρευσης:

Η τάξη των μισθωτών, που γεννήθηκε στο δεύτερο μι
σό του 14ου αι., αποτελούσε τότε, αλλά συνέχισε και στον
επόμενο αιώνα, ασήμαντο τμήμα του λαού, του οποίου η
κατάσταση προστατευόταν πολύ από την τάξη των ανε
ξάρτητων χωρικών και τη συντεχνιακή οργάνωση των
πόλεων.

Στην ύπαιθρο και την πόλη αφεντικά και εργάτες κοι
νωνικά βρίσκονταν αρκετά κοντά.
Η υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο δεν ήταν παρά
τυπική, δηλαδή το κίνημα της παραγωγής δεν είχε ακόμη
χαρακτήρα, ειδικά, καπιταλιστικό. Το μεταβλητό στοι
χείο του κεφαλαίου ήταν πολύ ανώτερο από το σταθερό
στοιχείο.

Η ζήτηση, λοιπόν, της μισθωτής εργασίας αυξήθηκε
γρήγορα με κάθε συσσώρευση του κεφαλαίου, ενώ η
προσφορά της μισθωτής εργασίας ακολουθούσε με αρ
γούς ρυθμούς.

Ένα μεγάλο μέρος της εθνικής παραγωγής, που αρ
γότερα μετατράπηκε σε απόθεμα συσσώρευσης του κε
φαλαίου, υπήρχε ακόμα τότε στο απόθεμα κατανάλωσης
του εργάτη.

Η εργατική νομοθεσία, που απέβλεπε από την αρχή
στην εκμετάλλευση του εργάτη, και δεν παύει να του εί

67

ναι εχθρική1, αρχίζει από την Αγγλία με το «Statute of
Laboures» του Εδονάρδου του 3ου, το 1349.
Στη Γαλλία το διάταγμα αυτό έχει αντίστοιχο το διά
ταγμα του 1350, το οποίο εκδόθηκε εν ονόματι του βασι
λιά Ιωάννη. Η αγγλική και η γαλλική νομοθεσία είναι
παράλληλες, ουσιαστικά όμως είναι οι ίδιες.
Στο «Κεφάλαιο» (βιβλ. I, κεφ. 7°) είδαμε ότι αυτά τα
διατάγματα προσπαθούν να επιβάλουν την παράταση της
εργάσιμης ημέρας- δεν θα επανέλθουμε, λοιπόν, σ’ αυτό
το σημείο.

To «Statute of Laboures» δημοσιεύθηκε, μετά τα επί
μονα παράπονα της Βουλής των Κοινοτήτων, στην οποία
ένας συντηρητικός βουλευτής, λέγει αφελώς τα εξής:

«Άλλοτε, οι φτωχοί ήταν μία απειλή για τη βιομηχανία και
τον πλούτο με το να ζητούν διαρκώς μεγάλους εργατικούς
μισθούς. Τώρα, ο εργατικός μισθός, τούς είναι τόσο μι
κρός, ώστε απειλεί επίσης και ίσως πιο επικίνδυνα από
παλαιότερα, τη βιομηχανία και τον πλούτο»2.
Μία διατίμηση των μισθών καθιερώθηκε νομοθετικά
για την πόλη και την ύπαιθρο, για την εργασία με το
κομμάτι ή με την ημέρα. Θεσπίσθηκε οι γεωργοεργάτες
να μισθώνονται με το χρόνο και οι εργάτες των πόλεων
«στη δημόσια αγορά». Απαγορεύεται, με ποινή φυλάκι

1 Παντού, όπου δοκιμάζει η νομοθεσία, να κανονίσει τις διαφορές
μεταξύ εργοδοτών και εργατών, τους πρώτους τους έχει πάντα για
συμβούλους (Α. Σμιθ). Το πνεύμα των νόμων είναι η ιδιοκτησία
(Λίνγκε).

2 Ο Sophims of Free Trade, by a Barrister, (Λονδίνο 1850, [σ. 205]).
προσθέτει: «Η νομοθεσία ήταν πάντα έτοιμη να επέμβει υπέρ του
εργοδότη. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε υπέρ των υπαλλήλων».

σης, να πληρώνουν μισθούς ανώτερους από τη νόμιμη
διατίμηση· εκείνοι όμως που δέχονται αυτές τις αμοιβές
των εργατών τιμωρούνται αυστηρότερα από εκείνους
που τις δίνουν. Έτσι, στα τμήματά του 18° και 19°, ο νό
μος των μαθητευόμενων, που δημοσίευσε η Ελισάβετ, τι
μωρεί με φυλάκιση δέκα ημερών τον εργοδότη που πλη
ρώνει και με είκοσι μία ημέρες φυλάκιση τον εργάτη που
παίρνει μισθό πολύ αυξημένο.
Ένα διάταγμα που εκδόθηκε το 1360 τροποποίησε
προς το αυστηρότερο τις ποινές και επέτρεπε μάλιστα
στον εργοδότη να καταφεύγει στο σωματικό καταναγκα
σμό για να βγάλει την εργασία στη νόμιμη διατίμηση.
Όλοι οι συνδυασμοί, τα συμβόλαια, οι όρκοι, με τους
οποίους οι κτίστες και οι ξυλουργοί ανελάμβαναν αμοι
βαίες υποχρεώσεις, κηρύχθηκαν άκυροι και δεν ίσχυαν.
Από το 14° αι. και ώς το 1825, χρονιά που υποβλήθηκαν
οι νόμοι περί υλικού, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι
θεωρήθηκε μεγάλο έγκλημα. Το πνεύμα του εργατικού
κανονισμού του 1349 και των συμπληρωμάτων του, ανα
γνωρίζεται από τούτο το απλό γεγονός, ότι καθιέρωσαν
ένα νόμιμο μάξιμουμ εργατικών αμοιβών. Δεν πρόβλε
ψαν όμως για το μίνιμουμ των εργατικών αμοιβών.
Στο 16° αι., η κατάσταση του εργάτη, όπως είναι γνω
στό, είχε χειροτερεύσει πολύ. Ο ονομαστικός μισθός αυ
ξήθηκε, αλλά όχι ανάλογα με την υποτίμηση του χρήμα
τος και την αντίστοιχη αύξηση της τιμής των εμπορευμά
των. Το ημερομίσθιο, λοιπόν, έπεσε πραγματικά. Ωστό
σο, άφησαν να ισχύουν οι νόμοι, που συντελούσαν σ’ αυ
τήν την πτώση και εξακολούθησαν να κόβουν τα αυτιά
και να σημαδεύουν με κόκκινο σίδερο εκείνους «που δεν

ήθελε κανείς να τους προσλάβει στην υπηρεσία του». Το
κανονιστικό διάταγμα για τους μαθητευομένους που δη
μοσίευσε η Ελισάβετ, επέτρεπε στους ειρηνοδίκες να
καθορίζουν ορισμένες αμοιβές, αλλά και να τις τροπο
ποιούν κατά τις εποχές, ανάλογα με τις τιμές των εμπο
ρευμάτων.

Ο Ιάκωβος ο 1οςεπέκτεινε αυτόν τον κανονισμό στους
υφαντουργούς, στους κλωστουργοΰς και σε όλες τις κα
τηγορίες των εργατών1. Ενώ ο Γεώργιος ο 2οςεπέκτεινε

1 Από μια διάταξη του 2°" κανονιστικού διατάγματος του Ιάκωβου
του Γ" (κεφ. 6), βλέπουμε ότι μερικοί υφασματοεργοστασιάρχες
πήραν αυθαίρετα το δικαίοομα να κάνουν οι ίδιοι τον ειρηνοδίκη
και να καθορίζουν οι ίδιοι τις επίσημες διατιμήσεις των αμοιβών
στα εργαστήριά τους. Στη Γερμανία, προπάντων, μετά τον τριακο
νταετή πόλεμο, δεν ήταν σπάνια τα διατάγματα, που προοριζό
ντουσαν για να κρατούν τα ημερομίσθια όσο το δυνατό πιο χαμη
λά. Στην ερημωμε'νη χώρα αισθάνονταν μεγάλη στενοχώρια οι
γαιοκτήμονες, που δεν εύρισκαν ούτε υπηρέτες, αλλά ούτε και ερ
γάτες. Απαγορεύθηκε, έτσι, στους χωρικούς να νοικιάζουν δωμά
τια σε ανύπαντρους, άνδρες ή γυναίκες. Όλοι αυτοί οι ανύπαν
τροι, έπρεπε να υποδειχθούν στις αρχές και να οδηγηθούν στις
φυλακές αν αρνιόντουσαν να υπηρετήσουν ως υπηρέτες και όταν
ακόμη θα ζούσαν από μία άλλη εργασία, ή εργάζονταν με την η
μέρα στους καλλιεργητές για να σπέρνουν ή να επιδίδονται στο ε
μπόριο του χρήματος και του σιταριού, (βλ. «Αυτοκρατορικά προ
νόμια και κυρώσεις για τη Σιλεσία», I, σ. 125). Για ολόκληρο αιώ
να τα διατάγματα των Γερμανών βασιλιάδων είναι πάντα γεμάτα
από πικρές κατηγορίες κατά του πονηρού αυτού και αναιδούς ό
χλου, που δεν θέλει να υποταχθεί στους σκληρούς όρους, ούτε να
αρκεστεί στη νόμιμη εργατική αμοιβή. Απαγορεύεται, επίσης, σε
κάθε ιδιοκτήτη να πληρώνει αμοιβές μεγαλύτερες από τη διατίμη
ση που ορίζεται για την περιφέρεια. Και παρ’ όλα αυτά, οι όροι
της υπηρεσίας είναι καμιά φορά καλύτεροι αυτήν την εποχή, από
εκατό χρόνια αργότερα. Το 1652, οι υπηρέτες, είχαν ακόμη στη

64

σε όλες τις χειροτεχνικές βιομηχανίες τους νόμους κατά
των εργατικών συνεταιρισμών.
Στην καθεαυτό χειροτεχνική περίοδο, το καπιταλιστι
κό σύστημα παραγωγής έγινε αρκετά ισχυρό, ώστε να
καταστήσει ανεφάρμοστο και περιττό κάθε νόμιμο δια
κανονισμό της αμοιβής των εργατών και ήθελε να δια
τηρήσει τα παλιά όπλα για να μπορέσει να τα χρησιμο
ποιήσει σε περίπτωση ανάγκης.
Ακόμα ο Γεώργιος ο 2οςαπαγόρευσε να πληρώνουν
στους ραπτεργάτες του Λονδίνου και των περιχώρων του
πάνω από δυο σελίνια και επτάμισυ πένες την ημέρα, ε
κτός των περιπτώσεων όπου οι πόλεις είχαν γενικό πέν
θος.

Ο Γεώργιος 3οςανέθεσε στους ειρηνοδίκες να κανονί
ζουν αυτοί την αμοιβή των μεταξοϋφαντουργών.
Το 1796 χρειάστηκαν ακόμα δυο αποφάσεις ανώτε
ρων δικαστηρίων, για να αποφασιστεί, αν οι αποφάσεις
των ειρηνοδικών για την εργατική αμοιβή εφαρμόζονταν
και στους γεωργοεργάτες.
Το 1799 ένας νόμος της Βουλής επιβεβαιώνει για μια
φορά ακόμα ότι η αμοιβή των ανθρακωρύχων της Σκω
τίας κανονίζεται από ένα διάταγμα της Ελισάβετ και δυο
σκωτικοΰς νόμους του 1661 και του 1671.
Αλλά η κατάσταση το 1799 είχε μεταβληθεί εντελώς.
Αυτό το απέδειξε ένα επεισόδιο στη Βουλή των Κοινστη-

Σιλεσία κρέας δυο φορές την εβδομάδα και είχαν στο 19° αι., ολό
κληρες περιφέρειες της χο'ιρας αυτής, όπου δεν έτρωγαν κρέας,
παρά μόνο τρεις φορές το χρόνο. Και αυτό το ημερομίσθιο ήταν
μεγαλύτερο, αμέσους μετά τον πόλεμο, παρά στους επόμενους αιώ
νες (Ο. Τνϊ’ίίβ#).

των, όπου δεν είχαν δει ένα παρόμοιο πράγμα. Στον πξ_
ρίβολο, όπου, από τετρακόσια χρόνια και πλέον, είχαν
κατασκευάσει νόμους για το μάξιμουμ, που δεν έπρεπ^
να υπερβεί η αμοιβή του εργάτη, ο Whitebread πρότειν^
το 1796, ένα μόνιμο μίνιμουμ για την αμοιβή των ήμερο,
μισθίων των γεωργοεργατών. Ο Πιττ καταπολέμησε την
πρόταση αυτή, αλλά ομολόγησε ότι η κατάσταση των
φτωχών ήταν οδυνηρή.
Τέλος, το 1813, κατάργησαν τους νόμους διακανονι.
σμών των εργατικών αμοιβών. Έτσι, οι νόμοι ήταν πιο
μία γελοία ανωμαλία, από τη στιγμή που ο καπιταλιστής
κανόνιζε τα εργοστάσια με την ατομική του νομοθεσίας
και κατέφευγε στη φορολογία των φτωχών για να κατς.
βάσει την αμοιβή του γεωργοεργάτη στο απαραίτητο μΰ
νιμουμ. Οι διατάξεις των διαταγμάτων, οι σχετικές με τη
σύναψη ή την ακύρωση των συμβολαίων μεταξύ εργοδο.
τών και εργατών, οι οποίες σε περίπτωση διάρρηξής
τους, παραδέχονταν μόνο την πολιτική αγωγή κατά to\j
εργοδότη, ενώ για τον εργάτη επιφυλάσσουν την ποινική
αγωγή, εξακολουθούν να ισχύουν πάντοτε.
Το 1825, οι σκληροί αυτοί νόμοι κατά του εργατικός
συνεταιρίζεσθαι, κατέπεσαν μπροστά στην απειλητική
στάση του προλεταριάτου. Αλλά ξέπεσαν μόνο εν μέρει
Τα απομεινάρια τους εξαφανίστηκαν μόνο το 1859.
Τέλος, ο νόμος της 29 Ιουνίου 1871 θέλησε να εξαφα.
νίσει τα τελευταία ίχνη αυτής της ταξικής νομοθεσίας, με
τη διά νόμου αναγνώριση των «Τρέϊντ Γιούνιονς». Αλλφ
ένας άλλος νόμος της ίδιας χρονιάς (an act to amend the
criminal law relating the violence threats and molesta.

66

τΐοη) αποκατέστησε έμπρακτα το παλιό καθεστώς και
μάλιστα με νέα μορφή.
Μ’ αυτήν την κοινοβουλευτική ταχυδακτυλουργία, τα
μέσα στα οποία μπορούν να καταφεύγουν οι εργάτες σε
περίπτωση απεργίας ή λοκ-άουτ υπάγονται στο κοινό δί
καιο και περιέρχονται σε μία εξαιρετική ποινική νομο
θεσία, της οποίας η ερμηνεία αφέθηκε στους εργοστα
σιάρχες, υπό την ιδιότητά τους ως ειρηνοδικών.
Δύο χρόνια νωρίτερα η ίδια Βουλή των Κοινοτήτων
και ο ίδιος ο κύριος Γλάδστων είχαν, με τη συνηθισμένη
τους τιμιότητα, καταθέσει ένα νομοσχέδιο για την κα
τάργηση όλων των πιεστικών αντεργατικών νόμων. Αλλά
αυτό το νομοσχέδιο δεν μπόρεσε ποτέ να περάσει τη
δεύτερη ανάγνωση και τα πράγματα τράβηξαν σε μά
κρος έως την ημέρα όπου το μεγάλο φιλελεύθερο κόμμα,
συμμαχώντας με το συντηρητικό κόμμα, βρήκε το θάρρος
να πάρει φανερά θέση ενάντια στο προλεταριάτο που το
είχε φέρει στην εξουσία. Μη περιοριζόμενο σ’ αυτήν την
προδοσία, το μεγάλο φιλελεύθερο κόμμα επέτρεψε
στους Άγγλους δικαστές, που ήταν πάντα υποταγμένοι
στις ιθύνουσες τάξεις, να αναστήσουν τους παλιούς νό
μους για τις συνωμοσίες και να τους υλοποιήσουν στα
δικαιώματα των εργατών να συνεταιρίζονται. Είναι φα
νερό ότι, παρά τη θέλησή της και υπό την πίεση των μα
ζών, η αγγλική Βουλή εγκατέλειψε τους νόμους κατά των
απεργιών και των σωματείων (Τρέϊντ-Γιούνιονς), αφού η
ίδια, επί πέντε αιώνες και με έναν αναίσχυντο εγωισμό,
λειτούργησε ως σωματείο (Τρέϊντ-Γιούνιον) των καπιτα
λιστών ενάντια στους εργάτες.

Από την αρχή της επαναστατικής καταιγίδας, η γαλλι
κή αστική τάξη τόλμησε να αφαιρέσει από τους εργάτες
το δικαίωμα να συνεταιρίζονται, που μόλις τότε το είχαν
κατακτήσει.

Μ’ ένα διάταγμα της 14ηί Ιουνίου 1791 δήλωσε ότι κά
θε εργατικός συνεταιρισμός ήταν «μια επιβουλή κατά της
ελευθερίας και της διακήρυξης των δικαιωμάτων του αν
θρώπου», που τιμωρείται με πρόστιμο πεντακοσίων λι
βρών και με στέρηση για ένα χρόνο των πολιτικών του
δικαιωμάτων

Ο νόμος που, για να ικανοποιήσει τους καπιταλιστές,
περιόριζε το συναγωνισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργα
σίας, σε ορισμένα όρια, επέζησε των επαναστάσεων και
των δυναστικών μεταβολών. Αυτή η ίδια η τρομοκρατία
δεν τον έθιξε. Μόλις τώρα τον διέγραψαν από τον ποινι
κό κώδικα.

1Το πρώτο άρθρο του νόμου αυτού λέγει: «Η εξαφάνιση κάθε εί
δους συντεχνιών της ίδιας τέχνης και του αυτού επαγγέλματος, εί
ναι μία από τις θεμελιώδεις βάσεις του γαλλικού Συντάγματος και
απαγορεύεται να ανασυσταθούν στην πραγματικότητα με καμιά
πρόταση και υπό οποιαδήποτε μορφή». Το ίδιο άρθρο δηλώνει
πως «αν πολίτες, των αυτών επαγγελμάτων, τεχνών και επιτηδευ
μάτων, συνδιασκέπτονταν ή έκαναν συμφωνίες με σκοπό να αρνη
θούν από κοινού ή να παραχωρήσουν σε ορισμένη μόνο τιμή την
παροχή της τέχνης τους ή των εργασιών τους, οι παραπάνω συζη
τήσεις και συμβάσεις θα κηρύσσονται αντισυνταγματικές, προ
σβλητικές της ελευθερίας και της διακήρυξης των δικαιωμάτων του
ανθριοπου και του πολίτη κ.λπ., και επομένως θα θεωρούνται ως
αδικήματα κατά του κράτους, απαράλλακτα όπως στους παλιούς
εργατικούς νόμους». (Βλ. Revolution de Paris, Παρίσι 1791, τ. III,
σ. 523).

68

Τίποτα δεν είναι πιο χαρακτηριοττικό από το αστικό
αυτό πραξικόπημα, όπως λέει ο εισηγητής Chapelier:

«Αν και είναι επιθυμητό ο μισθός της ημερησίας εργασίας
να είναι μεγαλύτερος από ό,τι είναι σήμερα (...) για ν’ α-
ποφυγει, εκείνος που τον παίρνει, αυτή την απόλυτη εξάρ
τηση, που δημιουργεί η στέρηση των ειδών πρώτης ανά
γκης που είναι σχεδόν η εξάρτηση της δουλείας, δεν πρέ
πει να επιτρέψουμε στους εργάτες να συνέρχονται για τα
συμφέροντα τους και να ενεργούν από κοινού για να χα
λαρώσουν αυτήν την απόλυτη εξάρτηση, που είναι σχεδόν
δουλεία, γιατί θα προσέβαλαν την ελευθερία των πρώην
αφεντικών τους, των σημερινών επιχειρηματιών, και εν
γένει κάθε συνεταιρισμός κατά του δεσποτισμού των πα
λιών κυρίων των συντεχνιών (...) θα ήταν μία ανασύσταση
, των συντεχνιών που κατάργησε το γαλλικό Σύνταγμα» 1.

* Βλ. Bechezx.αι Rotur:Histoire Parlementaire, τομ. X, σ. 195.

Aktywność (15)

1 hundred reads|4 months ago
Kostas Paloukis liked this|2 months ago
teogoa liked this|2 months ago
makismitsos liked this|3 months ago
Ioannis Fotiadis liked this|3 months ago
bengerson liked this|3 months ago
nic1238 liked this|3 months ago
nic1238 liked this|4 months ago
nic1238 liked this|4 months ago

You're Reading a Free Preview

Pobierz