Η ανορβξία της ύπαρξης
ΠΟΙΗΣΗ · Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Κ Α Σ Τ Α Ν Ι Ω Τ Η
Η ανορεξία της ύπαρξης
*
01 ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Ωραία έρημος η σάρκα, 1995
ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1963-1977), 1997
(Λύκοι και σύννεφα· Ποιήματα ’63-69- Μαγδαληνή, μεγάλο θηλαστικό· Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης)
ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1978-1985), 1998
(Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας' Ενάντιος έρωτας' Οι μνηστήρες)
ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1986-1996), 1999
(Επίλογος αέρας' Άδεια φύση' Λνπιού' Ωραία έρημος η σάρκα) Η ύλη μόνη, 2001 Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος, 2003 Στον ουρανό τού τίτιοτα με ελάχιστα, 2005 Η ανορεξία της ύπαρξης, 2010
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ
Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
Ποιήματα
Ε Κ Δ Ο Σ Ε ΙΣ ΚΑ ΣΤΑ Ν ΙΩ ΤΗ
®Copyright Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ - Εκδόσεις Καστανιών/} Α.Ε., Αθήνα 2010 Έτος 1ης έκδοσης: 2011
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολά του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευση του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου ή τέχνης, σύμφωνα μ ε τις διατάζεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, σελιδοποίησης, εξωφύλλου και γενικότερα της όλης αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή οποιεσδήποτε άλλες με θόδους, σύμφωνα μ ε το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.
ΕΚΔΟ ΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΉ Α.Ε. Ζαλόγγου 11,106 78 Αθήνα ® 210-330.12.08 - 210-330.13.27 FAX: 210-384.24.31
e-mail: info@kastaniotis.com www.kiLStaniotis.com
ISBN 978-960-03-5225-2
Α ΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΥ ΠΟ Θ Η ΚΕ Ι Ε ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ
XΑ Ρ Τ ΙΟ Ι»*
Στη μνήμη του Vovrvev Ρουκ
Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω κάνω πως γελάω δεν επιθυμώ το αδύνατο ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά. Τον ουρανό καμιά φορά κοιτάω με λαχτάρα την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται στη γοητεία της νύχτας. Η μόνη μου συμμετοχή στο στροβίλισμα του κόσμου είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή. Αλλά νιώθω και μια άλλη παράξενη συμμετοχήαγωνία με πιάνει ξαφνικά για τον ανθρώπινο πόνο. Απλώνεται πάνω στη γη σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο που μουσκεμένο στο αίμα σκεπάζει μύθους και θεούς αιώνια αναγεννιέται και με τη ζωή ταυτίζεται.
9
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.
ΙΟ
ΦΟΒΟΣ ΤΟ ΝΕΟ ΠΑΘΟΣ
Οι πληγές δεν ανθίζουν πια σε ποιήματα και τραγούδιακακοφορμίζουν μονάχα. Η θάλασσα δεν είναι πόθος που πλέει στ’ ανοιχτά αλλά φόβος του βυθού. Τι έγινε η χαρά της ζωής που καταχτούσε την κάθε στιγμή ακόμη κι όταν η μέρα ξημέρωνε δυσοίωνη; Τώρα πόνος κανένας δε μαστίζει το κορμί αλλά το μέσα το αλυσοδένει ένας νέος παντοδύναμος τύραννος: ο φόβος. Ήρθε ο φόβος και σάρωσε όλα τα πάθη. Ο έρωτας τώρα μοιάζει πότε με ζητιάνο στη γωνιά και πότε με γελωτοποιό χωρίς δουλειά αφού κανέναν πια δεν κάνει να γελάσει. Ένα είναι το πάθος- ο φόβος π’ απλώνεται σαν σάβανο και όλα τα σκεπάζει.
1 1
Φόβος για την κατάρρευση της φύσης, του κορμιού, του κόσμου. Τώρα αντί να ουρλιάζει το μέσα «Τι ωραίος που είναι αυτός!» μια είναι η φωνή που κυριαρχεί: «Πρόσεχε!))
12
ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ
Τα πόδια μου ανοίγουνε και κλείνουν στο κενό τα χέρια μου αγκαλιάζουνε το άδειο κι η φαντασία μου συνωμοτεί με το μηδέν. Μα τι τρέχει, τι τρέχει και τίποτα δεν προχωρεί; Η καταχνιά αρνιέται να γίνει σύννεφο η υγρασία βροχή ο χειμωνιάτικος ήλιος αργεί να φανεί η συντηρητική μελαγχολία δε λέει να ξεσπάσει σε απελπισία κι ο ανώνυμος εφιάλτης διστάζει να ωριμάσει σε συγκεκριμένο φόβο θανάτου. Αλλά να και μια λαμπερή σκιά: η τελευταία μέρα μου όλο αναβάλλει τον ερχομό της.
13
ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΖΩΗ
Στον Κώστα Νησιώτη Είχα κλείσει όλα τα παράθυρα που έβλεπαν στον κήπο της σάρκας. Τα παντζούρια μόνο άγγιζαν τα κλαδιά της αγάπης που έγερναν ξεραμένα κι άγγιζαν το χώμα. Μακριά στεκόμουνα από τη θέα των θνητών αστεριών φυλαγόμουνα μήπως κι επιθυμήσω. Και τώρα; Χωρίς τίποτα ν’ αλλάξει υπήρξε μόνο μια στιγμή όπου ένα εύγλωττο βλέμμα περιέγραφε κάτι ασύγκριτα πιο συναρπαστικό απ’ τη δική μου πραγματικότητα.
Η
Η ΟΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Τυφλώθηκα γιατί έχασα την όραση του έρωτα εκείνη που με τη δική της λειτουργία κρατάει τα μάτια κλειστά και δε μισεί το σκοτάδι. Πιο πολύ με όσφρηση μοιάζει αφού απ’ το πρόσωπο που αντικρίζεις χύνεται ένα άρωμα που μόνο εσύ μπορείς να μυρίσεις μόνο απ’ τη δική σου αναπνοή αναβλύζει. Χωρίς αυτή την όραση μπροστά σου ίσως να περάσει το ιδανικό είδωλο του πάθους κι εσύ δεν το βλέπεις δε βλέπεις τον καινούριο ουρανό που κουβαλάει στη ράχη του έναν ουρανό όπου Δύση και Ανατολή αγαπιούνται, χαμογελούν μαζί και τρέφουν τα μαγικά παιχνίδια της φαντασίας. Τώρα, μες στον αόρατο νου μου ξαναφέρνω όνειρα παλιά μήπως και ξαναδώ το φάντασμα του έρωτα.
15
ΥΠΑΡΞΙΑΚΕΣ ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ
1ι ωραίος που ήταν ο έρωτας! Πολιορκούσε χωρίς ενοχές πολεμούσε χωρίς αιχμές, χωρίς φιλοδοξίες. Λιοπύρι τα μεσάνυχτα καλοκαιριά στον πάγο έρωτας, το αντίθετο του αληθινού έδινε στο πραγματικό ουσία. Ήταν ωραία η ευωδιά του ιδρώτα σοφά τα συμπεράσματα της σάρκας τότε της σάρκας, της πιο παραμελημένης θεάς. Τη ζωή μου βλέπω τώρα σαν ένα ντοκιμαντέρ που δείχνει σπάνια της φύσης πουλιά ξεχασμένες του κόσμου ακτές απλησίαστες κορφές. Τις κινήσεις της ψυχής μου παρακολουθώ στην οθόνη. Ποια μέθοδο ακολουθεί άραγε η ψυχή για να επιζήσει για λίγο ακόμη χωρίς μέλλον; Το ψέμα; Την αλήθεια; Ή αφήνεται στη φυσικότητα του είναι; Ποιανού «είναι»; Πώς μπορεί να υπάρξει «είναι» χωρίς μέλλον;
ι6
Όταν πια μόνο μια κάποια ιδέα οδηγεί στο σώμα μόνο τ όνειρο φέρνει το πάθος; Όσο για τον έρωτα τον τελευταίο είναι σαν τον πρώτο: βλασταίνει στο χωράφι του Πλάτωνα.
17
2 —Η
ανορεξία, της ύπαρξης
Η ΘΕΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ
Οταν σε προστατεύει η θεά Συνήθεια σε κάνει να ευλογείς το κάθε βαρετό χορταράκι γιατί μαγικά αυτό σου κάνει το δρόμο βατό ένα δρόμο χωρίς πραγματικό προορισμό χωρίς ξεκίνημα αφού για να κινήσεις πρέπει να ’χεις σκοπό. Κάνει η θεά Συνήθεια τις επικίνδυνες ισορροπίες πάνω απ’ το καθημερινό κενό και τα άδεια ηλιοβασιλέματα βαμμένα πορφυρά σαν από αδέξιο ζωγράφο τα κάνει όλα κινήσεις αυτόματες που ευκολύνουν τη μέρα χωρίς μήνυμα κανένα να κλείνουν μέσα τους. Η θεά Συνήθεια ακόμη και την ανάσα διατάζει να μπαινοβγαίνει αν οργανικά όλα πάνε καλά και λείπει μόνο η χαρά της ζωής.
ι8
«Συνήθισα» λέω, και θέλω να πω «ξέχασα» -για να επιζήσωτο σώμα εκείνο μ’ ιδέες κι όνειρα τυλιγμένο. Και να, έρχεται η αυγή να στεφανώσει το λεηλατημένο απ’ το χρόνο πρόσωπό μου με το θαύμα της ζωής που η γλώσσα η φτωχή άλλη λέξη από «φως» δε βρήκε να του δώσει. Ναι, θεά Συνήθεια σε πιστεύω και σε υπηρετώ. Μείνε μου κι εσύ πιστή ως να σε βαρεθώ.
ΤΙ ΔΙΝΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙ ΠΑΙΡΝΕΙ
1 ι δίνει η ποίηση και τι παίρνει; Όταν κάτω από το βάρος κάποιου σύννεφου όλο το μέσα σου σώμα γέρνει όταν ένα μόνο βλέμμα παλιές πληγές ξύνει όταν μια νέα αναπηρία καινούριες πληγές ανοίγει όταν τα φανάρια τ’ ουρανού σε κοντινή απ’ το μέλλον σου απόσταση λάμπουν κι όλα τ αποθέματα ζωής που ’χεις συλλέξει δεν φτάνουν όταν σε βασανίζει μια θλίψη που δεν ήρθ’ ακόμα όταν ο πόνος δεν έχει όνομα ούτε χρώμα τότε αγγίζει η ποίηση σαν χέρι τρυφερό το μέτωπό σου και σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι υψηλός ο σκοπός σου ότι οι στίχοι σου δεν τελειώνουν με τη ζωή σου ότι η ποίηση είναι η λογοδοσία της ψυχής σου. Πιάνεις τότε την πένα και νομίζεις πως γίνεσαι ένα με την ωραιότητα και την αθανασία, όμως η ποίηση ποια σου ζητάει θυσία; Τι θέλει γι’ αντάλλαγμα; Μονάχα ένα πράγμα. Απ’ τη γη που κατοικείς τίποτα μην απαιτείς. Ούτε η πραγματικότητα να σε ανταμείψει να σε πλουτίσει
μ’ αιώνια δεσμά να σε δέσει ή να ’ναι εκείνη όπως σ’ εσένα αρέσει. Ένα μόνο να λαχταράς να ’ναι ακόμα γύρω σου η πραγματικότητα και να την αγαπάς να ναι εκεί και ας είναι αγέλαστη, ας είναι και στριφνή.
21
ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
1 ο φεγγάρι, το φεγγάρι τόσο προσκολλημένο στο στήθος μου, στην κοιλιά δεν το κοιτάω πια όπως δεν κοιτάω πια και τον καθρέφτη. Το φεγγάρι τώρα ένα χλομό, αδύναμο φως ελάχιστα φωτίζει και μόνο θυμίζει άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα μαζί με το δρεπάνι του μεγάλωνε κι ο πανσέληνος πόθος. Κι εσύ στα βότσαλα υγρή θαρρούσες πως είχες συλλάβει το νόημα της δημιουργίας ονειρευόσουνα μια εποχή μεταφυσική όπου κανένας φανταχτερός ήλιος δε θα σταματούσε το ποίημα-φεγγάρι αφού το ασημένιο φως είναι πάντα πιο ερωτικό απ’ το χρυσάφι της μέρας.
22
Νόμιζες, ανόητο θηλυκό πως στο φεγγάρι το ερεθιστικό θα λικνιζόσουνα για πάντα. Όμως πάει και το φεγγάρι πάει κι αυτό.
23
ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΚΡΕΒΑΤΙ
Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό κρεβάτι πώς να εμπνεύσουν πια; Κρεβάτι χωρίς παραστάτη χωρίς εφιδρώσεις χωρίς εντυπώσεις ένα άδειο στρωμένο πανί μία οθόνη δίχως προβολή και κινήσεις μονοσήμαντες που σημαίνουν μόνο το τέλος της μέρας. Μια ειρήνη υπόγραψα φαίνεται χωρίς καμιά μάχη να ’χει κερδηθεί ή χαθεί. Ειρήνη είναι ο ύπνος που έρχεται περιβρεγμένος μόνο με την ελπίδα του ονείρου. Αλλά, αναπάντεχα μια γλύκα απλώνεται στην επιφάνεια της ταλαιπωρημένης σάρκας. Τέλειωσε και τούτο το βράδυ. Ακόμη ένα κομμάτι χρόνου που δεν πρόδωσα
δε βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή. Ήταν η μέρα καλή καμιά δεν ένιωσα νέα πληγή καμιά δεν κακοφόρμισε παλιά. Κρεβάτι απλό με τέσσερα πόδια και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά.
25
ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Από ποιον ουρανό στάζει αυτό το δηλητήριο που με μια στάλα την ημέρα τη ζωή μου ποτίζει; Πού είναι το φως εκείνο που την ύπαρξή μου πλημμύριζε όταν η ματιά μου άγγιζε το σώμα ((εκείνου» ελάχιστα να διαγράφεται κάτω απ’ το ανδρικό ντύσιμο; Τότε ήταν που οι λέξεις ξεχείλιζαν οι ιδέες πετούσαν σαν άγρια πουλιά αρνιόντουσαν να τραφούν από λέξεις κι ας πεινούσαν. Η νύχτα δεν τρόμαζε* αν και σιωπηλή, διηγούνταν παραμύθια υποσχόταν την αυγή. Οι άνθρωποι δεν ήσαν το κουραστικό αντίθετο της μοναξιάς αλλά πηγάδια που στο βάθος τους έκρυβαν μυστικά δροσερά και παρήγορα. Λέω: εγώ άραγε φταίω ή το μαύρο αντίθετο της ζωής που όλο πλησιάζει;
Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΞΗΣ
Στον Κ. Ν.
Η σάρκα έγινε σελίδα το δέρμα χαρτί το χάδι έννοια αφηρημένη το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου. Αλήθεια, πώς να περιγράφω τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει και μόνο στην πρεμιέρα του φθινόπωρου θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά; Ελπίζω να βρω το θάρρος μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω: γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα να κουβαλώ το ανδρικό σώμα που δεν είναι ύλη αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος. Γιατί αυτό θα πει ηδονή: ν’ αγγίζεις το φθαρτό και να παραμερίζεις το θάνατο.
27
r
Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ
Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου· ό,τι μου λείπει με προστατεύει από κείνο που θα χάσωόλες οι ικανότητές μου που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό άχρηστες, ανούσιες. Ό,τι μου λείπει με διδάσκει1 ό,τι μου χει απομείνει μ’ αποπροσανατολίζει γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν σαν να ταν υποσχέσεις για το μέλλον. Δεν μπορώ, δεν τολμώ ούτ’ έναν άγγελο περαστικό να φανταστώ γιατί εγώ σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους κατεβαίνω. Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν έγινε φίλη καλή· μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου. Στέρησέ με -παρακαλώ το Άγνωστοστέρησέ με κι άλλο για να επιζήσω.
28
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΕΣ
Σκηνοθέτης αισθάνομαι της αγωνίας μου πρωταγωνιστής στο μονόπρακτο του άγχους. Αλλά ποιος να ναι άραγε ο θεατρικός συγγραφέας; Ποιος να έγραψε το έργο αυτό με τις τόσες κουτσουρεμένες πράξεις ποιος να ’ναι κρυμμένος πίσω απ’ την αυλαία αυτή που κι ο ίδιος δε θα δει ποτέ στο τέλος να πέφτει; Όμως τα χε όλα φανταστεί ο φανταστικός συγγραφέας ως και τη στιγμή που αρχίζουν να χαμηλώνουνε τα φώτα της ψυχής ν’ αδειάζει η σκηνή που τώρα μοιάζει μ’ άγραφη σελίδα.
29
ΜΟΝΑΧΙΚΟ
1 όπια τόπια το μαύρο περίμενε να με τυλίξει, το ’ξερα. Ο μοναχός κοίταζε μες στο στόμα της άδειο από δόντια και φιλιά. Το μαύρο του καπέλο λέκιαζε το μπλε τ ουρανού κι η γαλήνη του ήταν όλο πτυχές σαν τα χοντρά μεταξωτά στους πίνακες των Ολλανδών. Φαντάστηκε η Γιαννούσα τις ώρες της σωτηρίας του βουτηγμένες στο λάδι και στη σιωπή και τους μοναχικούς του περιπάτους ξυστά στην ολόδροση του πειρασμού χαράδρα. Κι όπως η πολική αρκούδα με το λίπος-όραμα του κορμιού της αντέχει το κρύο γιατί στην παγωμένη τρύπα της μιμείται το θάνατο τούτου δω η ψυχή μες στον γκρίζο σάκο του μυαλού μιμείται το απόλυτο για ν’ αντέξει τη ζωή.
30
Μόνο τα κλάματά του ακούγονται τη νύχτα κι οι κληματόβεργες που σπαν σαν γονατίζει.
3ΐ
01 ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΤΑ ΦΙΔΙΑ
Ισως τα φίδια που μας ζώνουν να ναι πλάσματα καλά χρήσιμα αφού ελευθερώνουν τις υποψίες μας γύρω από τις ψεύτικες υποσχέσεις. Και όπως ελίσσονται μας διδάσκουν ότι καμιά πραγματικότητα δεν είναι πιο πολύτιμη, πιο αληθινή απ’ την ανάσα της στιγμής. Τι σου υποσχέθηκαν οι άνθρωποι; Γλυκιά ζωή; Μα θέλει μεγάλη φαντασία. Τι σου υποσχέθηκαν οι άγιοι; Αιώνια ζωή; Μα θέλει μεγάλη αντοχή.
32
ΑΡΧΙΖΕΙ ΣΑΝ ΑΣΤΕΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Είναι όλοι ηλιοκαμένοι κι εγώ είμαι ζαρωμένη είναι όλοι μαυρισμένοι κι είμαι κατακαημένη. Τι νόημα έχει το θέρος όταν νιώθεις γέρος τι νόημα έχει η υγεία όταν το μέλλον κάνει απεργία; Κράζουν οι γλάροι κι οι φωνές τους ηχούν σαν επικρίσεις σαν ν’ ακούω το δάσκαλο να λέει: «Πήγαινε κι αύριο να ’ρθεις διαβασμένη». Αύριο. Αύριο πάλι θα κοιτάζω τα σώματα να κινούνται σαν φωτοβολίδες στο σκοτάδι. Στο δικό μου σκοτάδι.
33
— Η ανορεξία της
ύπαρξης
ΠΙΝΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΙΝΩ
Πώς θα ’ταν η ζωή μου τώρα μ’ όλα τα μαύρα που με ζώνουν και φοβάμαι σαν μικρό ζωάκι τρέμω την αρκούδα νύχτα τρέμω μην έχουν όλ’ αποφασιστεί πίσω απ’ τα σύννεφα, πώς θα ’ταν η ζωή μου χωρίς το μεθυστικό υγρό που καταπίνω χωρίς αυτό το πότισμα που θεριεύει και διανθίζει τις ελλείψεις μου κι ελαφρώνει το βάρος της μέρας το αβάσταχτο φορτίο της νύχτας χωρίς κάτω απ’ τη γλώσσα να κουρνιάζει ένα όνειρο το όνειρο να γίνεται σώμα ρευστό να το αγγίζω με την κάθε ρουφηξιά αλλά και χωρίς να παύω ποτέ να μετρώ σταλιά σταλιά το άδειο που λιμνάζει μέσα μου;
Η ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΗ ΦΥΣΗ
Η φύση, με ρομαντική μονοτονία σχεδιάζει την άνοιξη της ζωής μας αντιγράφοντας τα δικά της εφηβικά όνειρα. Λουλούδια, λουλούδια με λίγες διαφορές στο χρώμα, τη στιγμή άνθισης που με την κίνησή τους σημαίνουν την ευγενική καταγωγή κάποιου κήπου ή την αγριάδα της βλάστησης. Αέρηδες ταξιδεύουν μαλλιά ανεμίζουνε στήθη ξανοίγονται στον ήλιο κι αμέσως στεγνώνουν τα χνάρια απ’ τα φιλιά. Άνοιξη, τόσο κοντά στην αρχή πράσινο, μέλισσες νεανική πάντα του σύμπαντος η φωνή. Αλλ’ όμως τι μονοτονία, τι πλήξη όλο αυτό το ακατάσχετο φως της ζωής που να κόβεται ποτέ σου δε θα δεις κι όσο επαναλαμβάνεται τόσο το ευγνωμονείς.
35
Ενώ η δύση έχει τόση ποικιλία! Κάθε ψυχή αλλιώς τη φαντάζεται κι αλλιώς αυτή θα ’ρθει σ’ άλλη ώρα, αλλιώτικα ντυμένη κάτι μυστηριακό να εκπέμπει ίσως. Σε ξεγελούν τα πορφυρά σύννεφα κι όταν αυτά υποκύψουν στο μαύρο εαυτό τους νομίζεις πως εσύ όλα τα φαντάστηκες πως εσύ ποιητικά συνέλαβες μια άλλη ουτοπία. Στην ουσία το τέλος είναι αυτό που δε γνωρίζει τη μονοτονία της ύπαρξης που δε γνωρίζει την επανάληψη του εγώ.
36
ΠΡΩΙΝΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΣΤΗ ΜΕΡΑ
/ / / / 1 ο πρόσωπό του πρωινού είχε μια έκφραση έμπορα όταν δε διαθέτει το εμπόρευμα που του ζητάς. Και πώς να το χει, πού να βρει ελπίδα, φτερά για μια κίνηση ψηλά τις αλοιφές της ηδονής, ένα σώμα θαυματουργό να σε κοιτά πού να βρει την άλλη, τη γυαλιστερή όψη των πραγμάτων πριν αρχίσει η δοκιμασία της επαλήθευσης πριν αρχίσει ένα πρωινό με μια μόνο ευχή: τη διατήρηση μιας άνοστης υγείας αφού τα φύλλα δε συγκινούν πια όπως λικνίζονται στ’ αεράκι, τα πύρινα δάκρυα του ήλιου που δύει που πεθαίνει μαζί με τη μέρα αδιάφορη σ’ αφήνουν αφού κι η καινούρια να ’ρθει μέρα τίποτ’ απ’ αυτή δεν περιμένεις. Καλημέρα λοιπόν... με αποσιωπητικά.
Τ'
37
ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Στον Πετρή και στην Τζάκν Βρέθηκα εκεί, φύτρωσα χωρίς κανένας να μ’ έχει σπείρει ανυπομονούσα χωρίς να χω τίποτα να περιμένω. Είχαν στερέψει τα σκοτάδια μέσα μου και δεν είχα με τι να θρέψω το όνειρο που το χρειάζεται το σκοτάδι για να φανερώσει της ζωής το φως. Μόνο ένα χρώμα άδειο, ουδέτερο την πέτρα της καρδιάς μου σκέπαζε. Και να που ήρθε ύστερ’ από τόσο καιρό χωρίς να παριστάνει φανταστικές χαρές ή ακραίες απελπισίες. Ήρθε το όνειρο και μόνο μια τσάντα κρατούσε την τσάντα μου.
38
Την είχα χάσει την έψαχνα παντού όμως πια χωρίς τον κυρίαρχο αφέντη του παρόντος μου -τον πανικόαλλά με μια παραμυθένια γαλήνη. Εισιτήριο δεν είχα πληρώσει μα το όνειρο γενναιόδωρα μου είχε χαρίσει ένα σύντομο ταξίδι σε μια χώρα απελευθερωμένη. Απελευθερωμένη από τα καταναγκαστικά παροράματα της πραγματικότητας.
39
Η ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ
Πριν η ψυχή ανακαλύψει το δάκρυ-η ψυχή ήταν ή η φύση;- τι έκανε για να εκφράσει την πιο απόλυτη απώλεια, την απώλεια του μελλοντικού χρόνου; Όταν όλο αποδυναμώνεται το ΘΑ και θολώνει ο ορίζοντας απ’ το ανοιχτό παράθυρο; Αλλά εφεύρε η πανέξυπνη αυτή -ψυχή ή φύση;το δάκρυ. Μ5αυτό δροσίζεται ο πόνος ποτίζεται και καρποφορεί η απορία ενώ φυτρώνουν άλλα ερωτήματα στο νου, πιο κοντά στην ουσία. Άραγε γιατί, όσο προχωράει όλο αυτό που νομίζουμε πως κάτι είναι στην πραγματικότητα να πλησιάζουμε το ακλόνητο τίποτα;
40
Αυτό το τίποτα που ποτέ δε θ’ αντικρίσουμε ούτε την άδεια σάρκα του θ’ αγγίξουμε ποτέ. Αυτό το στείρο τίποτα που και δάκρυα στεγνώνει.
4ΐ
νπαρξτβ
ΕΠΟΧΗ ΑΝΤΙΠΑΘΕΙΑΣ
Η αντιπάθεια απλώνεται σαν πανώλη· αντίπαλος είναι του πάθους εχθρός της συμπόνιας. Τα ζώα που με ημέρευαν -όλα τ ’ αγαπούσασέρνονται τώρα σαν φίδια στέκονται σαν αρπαχτικά με γουρλωμένα μάτια και μήνυμα μου στέλνουν πως ό,τι ζει δεν είναι πάντα για καλό κι ό,τι πεθαίνει δεν είναι πάντα απελπισία. Οι άντρες με τα προκλητικά παντελόνια υφάσματα τεντωμένα με φαντασία ελαφρά αξύριστοι με την έξυπνη ματιά που μεταμορφωνόταν σε κτηνώδη και χυνόταν πηχτή στα λευκά σεντόνια βουλιάζουν στα μουχλιασμένα νερά της μνήμης κι ούτε λίγη συμπάθεια
42
δεν αφήνουν πίσω τους λίγο δέος για τα κατορθώματά τους. Και οι γυναίκες, οι φιλενάδες, που μαζί πλέκαμε τον ιστό της ζωής γελάγαμε με κάθε στραβο-βελονιά κι άνθιζαν τα απόρρητα μυστικά στα λαμπερά χείλη μας εμείς, που στα σπλάχνα μας νιώθαμε την παρουσία μας στη γη σημαντική ακόμη κι αν μόλις είχε βροντήξει πίσω του την πόρτα ((εκείνος», έγιναν κουραστικές κυρίες με εμμονές, μανίες νοικοκυροσύνης ή απελπισμένες κινήσεις για να προλάβουν το τελευταίο τρένο της διασημότητας. Αλλά τη φοβερότερη αντιπάθεια τη νιώθεις για κείνον που τα νιώθει όλ’ αυτά λες κι ήταν αυτός κάποιο ανώτερο ον λες κι είχε φτερά και πετούσε πάνω από νεκρούς φιλοδοξίες και απορρίμματα λες κι ήταν ο δικός σου εαυτός λιγότερο άχρηστος και αντιπαθητικός.
43
ΚΑΗΚΕ «ΟΛΟΣΧΕΡΩΣ» ΤΟ ΕΓΩ
... κι αντί για την απόγνωση μπρος στο τσακισμένο δέρμα σου τον πνιγμό μες στον κατακλυσμό της ανάμνησης ((εκείνου» την απελπισία σαν αντικρίζεις την κατάξερη πεδιάδα του μέλλοντος σου -ενώ από συνήθεια προφέρεις πάντα τη λέξη «αύριο»αντί για την εσωτερική συντέλεια του κόσμου την εγωκεντρική ελπίδα πως κάποιο νόημα ίσως έχει η ζωή σου, απρόσμενο αισθάνεσαι πόνο βαθύ κοιτώντας εικόνες καταστροφής της φύσης αυτής που στο βάθος της σκέψης σου ήταν η μόνη σου παρηγοριά πως θα ζήσεις για πάντα κάτω απ’ τις ρίζες των παιδιών της κάτω απ’ το χώμα πως θα νιώθεις τα φύλλα να κυλιούνται τα πουλιά για ένα λεπτό να ξεκουράζονται. Όμως ο τρόμος μπρος στην ολόμαυρη καταστροφή που τυλίγει τα δάση η φρίκη σαν ακούς τα προγνωστικά των άχρηστων σοφών πως ίσως ποτέ στην πλαγιά αυτή οι κορφές των δέντρων δε θα ξαναγαργαλήσουν τους ουρανούς
44
μπερδεύεται παράξενα στη ρίζα της καρδιάς σου με μια αγαλλίαση γιατί επιτέλους ξέφυγες απ’ τη φυλακή τού «εγώ» αυτού που με ανούσιες συχνά λεπτομέρειες καταργεί ό,τι ποσοστό συμπόνιας σού έχει δοθεί. Για μια στιγμή δε γαντζώνεσαι πια στα κάγκελα της ασημαντότητάς σου τη συγκρίνεις με την αιώνια σημασία της βλάστησης και σ’ αυτή παραδίδεσαι μ’ όλο σου το κορμί. Αίγινα 6/9/2007
45
ΣΩΣΙΒΙΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ
ΙΙαράξενες μεταλλαγές παρουσιάζει το ανοσοποιητικό σύστημα της ζωής μου κι αυτό που πάντα μισούσα -την προσκόλληση στις λεπτομέρειεςμε βοηθάει να ζήσω. Η επανάληψη μιας κίνησης μικρής μιας ιδέας, μιας στιγμής θάρρος μού δίνει ν’ αντικρίσω το πέλαγος της ζωής μου που δεν μπορώ πια να διασχίσω τη μαύρη κουρτίνα του άγνωστου που πέφτει μπροστά μου. Μάζεψε λοιπόν το σκουπιδάκι, λέω και ξέχνα το βουνό των απορριμμάτων που στοιβάζονται γύρω σου.
46
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Αν σ’ έχει ξεχάσει ο έρωτας εσύ θα τον ξαναθυμηθείς μόλις η ματιά σου αγγίξει τη φύση τις πλαγιές, τα κύματα τα φυλλοβόλα δέντρα που δεν αμφισβητούν ποτέ τις εποχές τα ζώα που βγαίνοντας απ’ την κοιλιά της μάνας τους ξέρουν κιόλας πώς να ζήσουν πώς ν’ αντισταθούν στους εχθρούς που τους έχει ορίσει η φύση. Πρόσεξε μόνο μην η ζωντανεμένη ανάμνηση πέσει πάνω στο σωρό απ’ τις προδομένες προσδοκίες σου τ’ αναπάντητα όνειρά σου.
47
ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
1 α ποιήματα δεν μπορούν πια να ναι ωραία αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει. Η πείρα είναι τώρα το μόνο σώμα των ποιημάτων κι όσο η πείρα πλουταίνει τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει. Πονάν τα γόνατά μου και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω, μόνο τις έμπειρες πληγές μου μπορώ να της χαρίσω. Τα επίθετα μαράθηκαν μόνο με τις φαντασιώσεις μου μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω. Όμως πάντα θα την υπηρετώ όσο βέβαια εκείνη με θέλει γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντος μου.
48
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η ανορεξία της ύπαρξης * Φόβος το νέο πάθος * Κάτι τρέχει $ Στιγμιαία ζωή & Η όραση του έρωτα * Υπαρξιακές ερωταποκρίσεις * Η θεά Συνήθεια φ Τι δίνει η ποίηση και τι παίρνει & Πάει και το φεγγάρι # Ένα απλό κρεβάτι * Απρόσμενη εξέλιξη * Η αλλοτρίωση της έλξης $ Η ευλογία της έλλειψης * Σκηνοθεσίες # Μοναχικό * Οι φίλοι μας τα φίδια * Αρχίζει σαν αστείο τραγούδι * Πίνω και καταπίνω & Η μονοσήμαντη φύση $ Πρωινό αντίθετο στη μέρα Φ Λαθρεπιβάτης στο όνειρο Φ Η νομοτέλεια των δακρύων Φ
9 II
13 14 15 ι6 ι8
20
22
24
26
27
28
29 30 32 33 34 35 37 3« 40
5ΐ
Εποχή αντιπάθειας & Κάηκε «ολοσχερώς» το εγώ & Σωσίβιες λεπτομέρειες & Υπενθυμίσεις του έρωτα & Ποιητικό υστερόγραφο &
42
44
46
47
48
52
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΓΤΈΛΑΚΗ-ΡΟΤΚ
Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ Υ ΠΑ ΡΞ Η Σ
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΜΕ ΑΠΛΑ, DIDOT & PORSON ΚΑΙ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΟ ΕΚΔΟΤΙ ΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ. ΤΗ ΜΑΚΕΤΑ ΤΟΪ ΕΞΩΦΤΑΑΟΤ ΣΧΕΔΙΑΣΕ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, ΤΑ ΦΙΛΜ ΚΑΙ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΜΟΝ ΤΑΖ ΕΠΝΑΝ ΑΠΟ ΤΟ «ΑΝΑΓΡΑΜΜΑ». Η ΠΡΩΤΗ ΕΚ ΔΟΣΗ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟΤΗ «ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΚΑΡΗΣ ΓΡΑ ΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ Α.Ε.Β.Ε.» ΚΑΙ ΒΙΒΑΙΟΔΕΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗ «Θ. ΗΛΙΟΠΟΤΛΟΣ - Π. ΡΟΔΟΠΟΤΛΟΣ Ο.Ε.» TON IANOTAPIO TOT 2011 ΠΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Στο εξώφυλλο φωτογραφία από το αρχείο της συγγραφέως
ISBN 978-960-03-5225-2
www.kastaniotis.com
789600 352252
e-mail: info@kastaniotis.com