Άπαντα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου _Πολιτικό Καφενείο_
Α Π Α Ν Τ Α του αγίου Συµεών του Νέου Θεολόγου
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ http://politikokafeneio.com
Τη ΙΒ' του µηνός Μαρτίου, Μνήµη του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ηµών Συµεών του νέου Θεολόγου. Πρώην µεν είχες γλώτταν αντί της βίβλου, Γλώττης δε αντί, σην έχεις ήδη βίβλον. Ο άγιος Συµεών ο νέος Θεολόγος γεννήθηκε στην Γαλάτη της Παφλαγονίας (Μικρά Ασία) το 948 ή το 958 (κατά τον Π.Κ.Χρήστου). Η ζωή του αγίου Συµεών συµπίπτει σε µεγάλο µέρος µε τη βασιλεία του Βασίλειου Β’ του Βουλγαροκτόνου (976-1025).Σε ηλικία περίπου έντεκα χρονών οι γονείς του τον έφεραν στην Κωνσταντινούπολη, για να σπουδάσει στα σχολεία της πρωτεύουσας και να µπει στη συνέχεια στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Ο θείος του Βασίλειος κατείχε σηµαντική θέση στην αυλή. Ο νεαρός όµως Συµεών αρνήθηκε την µεγάλη αυτή τιµή καθώς και το να συνεχίσει τις σπουδές του µετά το γυµνασιακό στάδιο, σε ανώτατες σχολές. Φαίνεται ότι για ένα διάστηµα έζησε την άτακτη ζωή ενός νέου της πρωτεύουσας. Τελικά γνώρισε τον άγιο Συµεών τον Ευλαβή (917987), γέροντα µοναχό της Μονής του Στουδίου. Συνεχίζει να εργάζεται όπως και πριν µέσα στον κόσµο, αλλά επισκέπτεται συχνά τον πνευµατικό του πατέρα. Ο Συµεών ο Στουδίτης στην αρχή του έδωσε ένα ελάχιστο πρόγραµµα ασκητικής ζωής, και για ανάγνωσµα τον “Πνευµατικό Νόµο” του Μάρκου του Μοναχού. Τότε έζησε και την πρώτη του εµπειρία. Τον πληµµύρισε το άκτιστο φως και τον γέµισε χαρά, έτσι που έχασε τον εαυτό του και τον γύρω του κόσµο. Αυτή όµως η πρώτη καρποφόρα περίοδος, που ο άγιος Συµεών απέδιδε στις προσευχές του πνευµατικού του πατέρα, δεν κράτησε πολύ. Ξαναγύρισε στην κοσµική και άστατη ζωή που ζούσε πριν. “Εις λάκκον και και ιλύν βυθού αισχρών εννοιών τε και πράξεων εµαυτόν ο άθλιος εναπέρριψα, κακεί κατελθών τοις εγκεκρυµµένοις εν τω σκοτεί περιέπεσον, εξ ων ουκ εµαυτόν εγώ µόνον, αλλ’ ουδέ ο σύµπας κόσµος εις εν αθροισθείς εκείθεν αναγαγείν µε και των χειρών αυτών εξελέσθαι ηδύνατο”. Φαίνεται ότι ακόµα και σ’ αυτή την περίοδο, που κράτησε έξι ή επτά χρόνια, ο άγιος Συµεών δεν διέκοψε ολότελα τις σχέσεις του µε τον πνευµατικό του πατέρα. Τελικά θαυµατουργικά απελευθερώνεται και µπαίνει δόκιµος στη Μονή του Στουδίου σε ηλικία 27 ετών. Λίγο αργότερα ο ηγούµενος τον κάλεσε και του ζήτησε να εγκαταλείψει τον πνευµατικό του πατέρα. Ο Συµεών αρνήθηκε και εγκατέλειψε την Μονή του Στουδίου. Μπήκε ως δόκιµος στο γειτονικό µοναστήρι του αγίου Μάµαντος του Ξηροκέρκου. Έγινε σύντοµα µοναχός, χειροτονήθηκε ιερέας και µετά τρία χρόνια σε ηλικία 31 χρονών εκλέχθηκε ηγούµενος από τους µοναχούς του αγίου Μάµαντος µε τη συγκατάθεση του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη. Γίνεται διάσηµος στην Κωνσταντινούπολη, άλλοι τον τιµούν και άλλοι του επιτίθενται.
Μετά τα πρώτα εύκολα βήµατα στην πνευµατική ζωή, που τον οδήγησαν γρήγορα στην θεωρία του ακτίστου φωτός, πορεύεται τον δύσκολο δρόµο της ασκήσεως µε υποµονή για να συντελεστεί η αφοµοίωση της Χάρης. Μετά από µεγάλο και τραχύ διάστηµα ασκητικού αγώνα αξιώθηκε να δει πάλι το άκτιστο φως, αλλά αµυδρότερα. Οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται από την αντίδραση των ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν το νόηµα των πνευµατικών του αγώνων. Παρά τις πολυάριθµες εµπειρίες δεν έχει γνωρίσει ακόµη τον Θεό και αισθανόταν βαθιά ανικανοποίητος. Τελικά µέσα στο άκτιστο φως βιώνει προσωπική συνάντηση και κοινωνία µε τον Χριστό. Στη συνέχεια αυτή η κατάσταση γίνεται µόνιµη. Από αγάπη προς τον πλησίον και από τη µεγάλη του επιθυµία να κάνει όλο τον κόσµο µέτοχο αυτής της χάρης, φανερώνει στους άλλους την εµπειρία του και τους προτρέπει ν’ ακολουθήσουν αυτόν τον πνευµατικό δρόµο. Πλέον αισθάνεται την βεβαιότητα ότι δεν είναι αυτός που καλεί αλλά ότι ο Ίδιος ο Χριστός καλεί τους ανθρώπους δια του αγίου Συµεών. Το µοναστήρι του ήταν σε άθλια κατάσταση. Αγωνίζεται για την ανοικοδόµηση του και για την πνευµατική καθοδήγηση των µοναχών. Πάντα κήρυττε την δυνατότητα της ένωσης µε τον Θεό στην παρούσα ζωή. Ο δρόµος που οδηγεί σε αυτή την ένωση, η εφαρµογή των εντολών του Χριστού, η οδός η στενή και τεθλιµµένη του σταυρού, οι ασκητικοί αγώνες. Τονίζει ότι αρχίζουµε να συµµετέχουµε στην ανάσταση του Χριστού ήδη από τον παρόντα κόσµο. Ήδη από εδώ αρχίζουµε να βλέπουµε τον Χριστό. Η διδασκαλία δεν απευθυνόταν σε ερηµίτες και αναχωρητές µοναχούς. Απευθυνόταν σε συνηθισµένους µοναχούς ενός κοινοβίου της πρωτεύουσας και σε έναν ευρύτερο κύκλο πιστών. Ο άγιος Συµεών είχε πεποίθηση ότι στα λόγια και τη διδασκαλία του εµπνεόταν από το άγιο Πνεύµα. ∆ιευκρινίζει ότι µιλάει τόσο συχνά για τον εαυτό του και για τις εµπειρίες του επειδή θέλει και τα πνευµατικά του παιδιά να µοιραστούν τα ίδια µε αυτόν δώρα. Στο µοναστήρι του αγίου Μάµαντος έρχονται πολύ καινούριοι µοναχοί. Σχηµατίστηκε µια οµάδα µαθητών πιστών και αφοσιωµένων. Ανάµεσα τους ένας πρώην επίσκοπος της Ιταλίας µε το όνοµα Ιερόθεος. Στο λαό της Κωνσταντινούπολης γίνεται όλο και περισσότερο γνωστός. Πολλά σηµαντικά πρόσωπα τον επισκέπτονται αναζητώντας πνευµατική καθοδήγηση. Μερικοί όµως από τη συνοδεία του δεν µπορούν να συνεχίσουν. Μια ψυχρότητα άρχισε να εισχωρεί. ∆ηµιουργείται µια οµάδα που αντιδρά. Υπάρχει ένταση ανάµεσα στον άγιο Συµεών και σε µια µερίδα µοναχών. Παρά την εχθρότητα που συναντούσε εξακολουθεί να καλεί τους µοναχούς, που ήταν κάτω από την καθοδήγηση του, σε µια ανώτερη πνευµατική ζωή, που να αναζητά τον θείο φωτισµό. ∆εκαπέντε περίπου χρόνια µετά την άνοδο του στην ηγουµενία, ένα µέρος των µοναχών του αγίου Μάµαντος, περίπου 30, επαναστατούν εναντίον του.
Μια µέρα ενώ κήρυττε στην εκκλησία την ώρα του όρθρου, όπως συνήθιζε, τον διέκοψαν βίαια. Έπεσαν πάνω του “ωσεί θήρες” µε την πρόθεση να τον πετάξουν έξω από το µοναστήρι. Η απόπειρα απέτυχε χάρη στην ηρεµία του αγίου Συµεών, που έµεινε “άσειστος” στη θέση του, “υποµειδιών και φαιδρόν ατενίζων προς τους αλάστορας”. Οι επαναστάτες αφού έκαναν πολύ θόρυβο έσπασαν τις κλειδαριές της πόρτας του µοναστηριού και έτρεξαν διασχίζοντας την πόλη προς το Πατριαρχείο. Ο Πατριάρχης Σισσίνιος (995-998) εξόρισε από το µοναστήρι τους µοναχούς. Η ποινή ακυρώθηκε µετά από µεσολάβηση του αγίου Συµεών. Το 1005 παραιτήθηκε ύστερα από είκοσι πέντε χρόνια ηγουµενίας. Ο άγιος Συµεών ταλαιπωρήθηκε επίσης λόγω της επίθεσης που δέχτηκε από τον πρώην µητροπολίτη Νικοµηδείας Στέφανο. Ο Στέφανος ήταν πολιτική προσωπικότητα και παράγοντας της διπλωµατίας, “ανήρ ελλόγιµος και επί σοφία και αρετή διαβόητος και πειθοί µαλάξαι ικανός γνώµην σκληράν και ατίθασσον”. Συνέβη κάποτε να συναντηθούν οι δύο άνδρες στο Πατριαρχείο και ο σύγκελος Στέφανος επωφελήθηκε από την ευκαιρία, για να θέσει µια δύσκολη θεολογική ερώτηση στον Συµεών, ελπίζοντας να τον παγιδέψει και να δείξει έτσι την άγνοια του. “Πως χωρίζεις τον Υιόν από του Πατρός, επινοία ή πράγµατι;” Ο άγιος υποσχέθηκε να δώσει γραπτή την απάντηση του. Στην απάντηση του ανασκευάζει τις προϋποθέσεις της ερωτήσεως του Στεφάνου, εξηγώντας την πραγµατική έννοια των τριαδικών διακρίσεων στο Θεό, που είναι µέσα στις διακρίσεις Του αδιαίρετος και ένας κατά τη φύσι Του. Επίσης στηλιτεύει όλους εκείνους –και εδώ αναφέρεται στο σύγκελλο- που τολµούν να θεολογούν, χωρίς να έχουν µέσα τους το Πνεύµα του Θεού: … εκπορευθέν το Πνεύµα, το Πανάγιον, εκ του Πατρός αφράστως και απεστάλη δι’ Υιού τοις ανθρώποις· ου τοις απίστοις ουδέ τοις φιλοσόφοις, ου τοις ρήτορσιν ουδέ τοις φιλοδόξοις, ου τοις µαθούσι συγγραφάς των Ελλήνων, ου τοις τας γραφάς αγοούσι τας έσω, ου τοις εξασκήσασι σκηνικόν βίον, ου τοις λαλούσι τορνευτώς και πλουσίως, ου τοις λαχούσι µεγάλων ονοµάτων, ου τοις τυχούσι φιλείσθαι παρ’ ενδόξων … Η σύγκρουση ήταν ανάµεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους θεολογίας και κατανόησης της πνευµατικής ζωής. Γράφει σχετικά ο Π. Κ. Χρήστου: “Ο Συµεών ο Νέος ο Θεολόγος έζησε σ’ εποχή αξιοσηµείωτης ακµής όλων των τοµέων του δηµόσιου βίου στο Βυζάντιο, πολιτικού, οικονοµικού, πολιτιστικού,
εκκλησιαστικού· σύµφωνα µε την χρονολογία µου από το 958 έως το 1036. … Το Βυζάντιο είχε τώρα την άνεση να οργανώσει επάνω σε νέες βάσεις την ανώτατη παιδεία που επρόκειτο ν’ αποβεί πρότυπο για τα ευρωπαϊκά πανεπιστήµια, τα οποία θα εµφανίζονταν λίγο αργότερα, να δώσει νέα ώθηση στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας και των επιστηµών, να οργανώσει συστηµατικά την κοινωνική µέριµνα … Ηγούµενος ακόµη, ο ευγνώµων µαθητής είχε συστήσει εορτασµό για τον διδάσκαλο (τον Συµεών τον Ευλαβή, τον Στουδίτη), ευθύς µετά τον θάνατό του. Τον εγνώριζε καλά από τα παιδικά του χρόνια κι επίστευε ότι δεν είναι σωστό να κρύβει τα θεία χαρίσµατά του, ότι έχει χρέος να τα διακηρύσσει. Συνέταξε λοιπόν το συναξάρι του, εφιλοπόνησε εγκώµια και συνέθεσε ύµνους σ’ αυτόν. Ο εορτασµός συνεχίστηκε απρόσκοπτα µερικά έτη, αλλ’ έπειτα άρχισε η αντίδρασις. Το έναυσµα γι’ αυτήν Έδωσε ο Στέφανος, µητροπολίτης Νικοµηδείας, ένας αξιόλογος ιεράρχης µε σοβαρή µόρφωση και σηµαντικές ικανότητες, αλλά δεµένος σφικτά µε µια συµπεριφορά που συνδύαζε κοσµική συµβατικότητα µε παραδοσιακή αυστηρότητα. ∆εν ήταν διατεθειµένος ν’ ανεχθεί νεωτερισµούς σαν αυτόν που ήθελε να εισαγάγει ο Συµεών. Το θέµα που τους εχώριζε δεν ήταν τόσο ασήµαντο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. ∆εν επρόκειτο για την καθιέρωση της µνήµης ενός επί πλέον αγίου, αλλά περί µιας θεµελιώδους αρχής της χριστιανικής πίστεως· αν δηλαδή το Άγιο Πνεύµα ενεργεί στην Εκκλησία και σήµερα, όπως άλλοτε, ή έπαυσε η ενέργεια του· αν η πνευµατική τελείωσις είναι κατάστασις που µπορεί να την κατακτήσουν και σήµερα οι πιστοί, όπως άλλοτε, ή είναι µια παρωχηµένη υπόθεσις. Ένας άλλος Συµεών, ο Μεταφραστής, λίγες δεκαετίες ενωρίτερα είχε διασκευάσει επί το λογιώτερο και ευσεβέστερο τους βίους αγίων και τους είχε εκδώσει στην µνηµειώδη συλλογή του, το “Μηνολόγιο”. Παρατηρώνταν υψηλός βαθµός σεβασµού προς τους αγίους αυτήν την εποχή· αλλά οι άγιοι ήσαν όλοι παλαιοί. Η γενική εντύπωσις ήταν τότε ότι η αγιότης είναι προνόµιο των παλαιών εποχών και δεν µπορεί να αναδειχθούν τώρα νέοι άγιοι. Και αυτήν την γνώµη εκπροσωπούσε ο Στέφανος Νικοµηδείας. … Το κήρυγµα του Συµεών είναι ότι η τελειότης µπορεί να αποκτηθεί σε κάθε εποχή και ότι η αγιότης είναι προνόµιο όλων των εποχών και όλων των ανθρώπων· διότι το Πνεύµα ενεργεί και σήµερα. … Είναι αξιοσηµείωτη η επιµονή του Συµεών στην προσπάθεια ανανεώσεως της λειτουργικής ζωής …” (Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, “Άγιος Συµεών ο Θεολόγος του φωτός”, Π. Κ. Χρήστου, σελ. 9 και 12). Η σύγκρουση κράτησε περίπου 6 χρόνια και τελείωσε στις 3 Ιανουαρίου 1009 µε την εξορία του αγίου Συµεών. Τον εγκατέλειψαν µόνο χειµωνιάτικα χωρίς να του δώσουν ούτε τα αναγκαία για την διατροφή του. Ο σύγκελος έπεισε τον Πατριάρχη να δώσει εντολή να γίνουν έρευνες στο µοναστήρι µε την ελπίδα ότι θα εύρισκε µεγάλα χρηµατικά ποσά. Οι άνθρωποι του µπήκαν στο
µοναστήρι του αγίου Μάµαντος, σπάζοντας τα πάντα και αρπάζοντας τα βιβλία και τα ρούχα του αγίου, χωρίς να βρουν κανένα θησαυρό. Τελικά ο άγιος Συµεών ανακλήθηκε από την εξορία και βρήκε στην Κωνσταντινούπολη το πλήθος των θαυµαστών του. Ο Πατριάρχης τον δέχθηκε µε τιµή. Με την πατριαρχική διαιτησία τελείωσε γύρω στα 1010-1011 η σύγκρουση µε τον σύγκελλο Στέφανο. Το µίσος κατά της διδασκαλίας του Συµεών ήταν µεγάλο. Η αντίθετη παράταξη είχε τις απόψεις της, που τις θεωρούσε παραδοσιακές και ρεαλιστικές. Η θέση τους ήταν ότι η εποχή τους ήταν εντελώς διαφορετική από την εποχή των Αποστόλων και πως ήταν αδύνατο να µιµηθούνε τότε την αγιότητα τους· αυτός που διδάσκει κάτι τέτοιο ή αλαζόνας είναι ή τρελός. Για τον άγιο Συµεών όµως αυτές οι ιδέες ήταν µια σοβαρή παραµόρφωση του Ευαγγελίου και αγωνιζόταν να αποκαταστήσει την αυθεντική ευαγγελική ζωή που είχε ατονήσει. Πρώτα πρέπει κανείς να δει τον Θεό και µετά να µιλάει γι’ Αυτόν. Εγκαταστάθηκε οριστικά πια στον τόπο της εξορίας του, εκούσια αυτή τη φορά και ολοκλήρωσε την επισκευή του µοναστηριού της αγίας Μαρίνας. Η φήµη του ως χαρισµατούχου, ως ανθρώπου προικισµένου µε προφητικά χαρίσµατα που έκανε θαύµατα, εξαπλώνεται όλο και πιο πολύ και τραβά κοντά του πλήθος ανθρώπων. Παρά την προχωρηµένη ηλικία του, πήγε να ξαναδεί την πατρίδα του και το πατρικό του σπίτι. Τελικά αρρωσταίνει. “Η δε νόσος ρύσις ην της γαστρός την ουσίαν κενούσα και τον σύνδεσµον των συνδραµόντων στοιχείων εις έκαστον απολύουσα. Έκειτο ουν ο µακάριος εφ’ ικανάς τας ηµέρας τη νόσω κρατηθείς και την δύναµιν υπετέµνετο, τας σάρκας ετήκετο και του δεσµού παρελύετο”. Έµεινε εντελώς παράλυτος και τον γυρνούσαν στο κρεβάτι µε κάποια “µηχανή”. “Μόλις µετά µηχανής τινος ένθεν και εκείθεν σαλεύοντες επάνω της κλίνης εστρέφοµεν υπό της αρρωστίας κατεργασθέντα …”. Τον είδαν όµως µια µέρα τέσσερεις και πλέον πήχεις πάνω από το έδαφος του κελλιού του να υπερίπταται και να προσεύχεται µέσα σε “ανεκλάλητο” φως. Μετά από δεκατρία χρόνια ζωής στην εξορία ο άγιος Συµεών ο νέος Θεολόγος κοιµήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1021 ή του 1036 (κατά τον Π.Κ.Χρήστου). Όπως µας διηγείται ο βιογράφος του είχε προβλέψει την ηµεροµηνία του θανάτου του και τη µεταφορά των λειψάνων του, που έγινε µετά 30 χρόνια.
Πώς και πυρ υπάρχεις βλύζον, πώς και ύδωρ είς δροσίζον, πώς και καίεις και γλυκαίνεις, πώς φθοράν εξαφανίζεις; Πώς θεούς ποιείς ανθρώπους, πώς το σκότος φως εργάζη, πώς ανάγεις εκ του άδου, πώς θνητούς εξαφθαρτίζεις; Πώς προς φως το σκότος έλκεις, πώς την νύκτα περιδράσση, πώς καρδίαν περιλάµπεις, πώς µε όλον µεταβάλλεις; Πώς ενούσαι τοις ανθρώποις, πώς υιούς Θεού εργάζη, πώς εκκαίεις σου τω πόθω, πώς τιτρώσκεις άνευ ξίφους;
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑΝΤΟΣ ΤΗΣ ΞΗΡΟΚΕΡΚΟΥ ΕΡΓΑ ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ (Α’) ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΙ Λογος Α΄. (21) Περι αγαπης. Και ποιαι εισι των πνευµατικων ανδρων αι οδοι και αι πραξεις. Και µακαρισµος προς τους εχοντας την αγαπην εγκαρδιον. Αδελφοι και πατερες, θελω προς υµας λαλειν τα συντεινοντα προς ωφελειαν ψυχης και αιδουµαι, µαρτυς µου ο Χριστος η αληθεια, την αγαπην υµων, γινωσκων µου το αναξιον. ∆ια τουτο γαρ αει σιωπαν εβουλοµην, ως οιδεν ο Κυριος, και µηδε ανανευειν το συνολον και προσωπον ανθρωπου οραν, κατακρινουσαν εχων µου την συνειδησιν, οτι κατεταγην ολως
εγω προηγεισθαι παντων υµων αναξιως, ως την οδον επισταµενος, ο µηδε τα εν ποσιν ειδως, µηδε αψαµενος ακµην της φερουσης οδου προς τον Θεον. Τοινυν και λυπη µε δια τουτο ου µικρα και η τυχουσα κατεχει, οτι οδηγειν υµας τους τιµιωτατους ο ταπεινος προκριθεις, ους εχειν αυτος οδηγους µαλλον ωφειλον, ως παντων εσχατος υπαρχων και χρονω και ηλικια, τον εµπρακτον ουκ εχω και εµµαρτυρον λογον απο του βιου εις το παρακαλειν υµας και υποµιµνησκειν τα περι των νοµων και του (22) θεληµατος του Θεου, επειδη και περι ων λαλειν βουλοµαι, οιδα µηδεν εξ αυτων διαπραξαµενος ποτε. Οιδα δε ακριβως οτι ο Κυριος και Θεος ηµων ουχι τον λεγοντα µακαριζει µονον, αλλα τον προ του ειπειν και πραξαντα· “Μακαριος γαρ, φησιν, ο ποιησας και διδαξας· ουτος µεγας κληθησεται εν τη βασιλεια των ουρανων·” Του γαρ τοιουτου διδασκαλου και οι µαθηται ακουοντες, µιµεισθαι αυτον γινονται προθυµοι και ου τοσουτον εκ των εκεινου λογων δεχονται την ωφελειαν, οσον απο των καλων αυτου πραξεων διεγειρονται και τα αυτα ποιειν αναγκαζονται, οπερ αυτος εγω εν εµαυτω ουκ επισταµαι· ουδεν γαρ αγαθον εµαυτω συνοιδα. Αλλα δεοµαι και πααρακαλω παντας υµας, αγαπητοι αδελφοι µου, µη εις τον διακεχυµενον µου βιον οραν, αλλ’ εις τα του Κυριου προσταγµατα και εις τας των πατερων ηµων των αγιων διδασκαλιας. Ουδεν γαρ οι φωστηρες εγραψαν εκεινοι, οπερ προτερον ουκ εποιησαν και ποιησαντες ου κατωρθωσαν. Τοιγαρουν και γενεσθω κοινη µια ηµιν η οδος, αι εντολαι του Χριστου, προς ουρανον ηµας και Θεον επαναγουσαι. Ει γαρ και διαφορους ο λογος οδους υπογραφει, αλλ’ ου παντως κατα την φυσιν εκεινου, κατα δε την εκαστου δυναµιν τε και προθεσιν εις πολλας σχιζεσθαι λεγεται. Εκ πολλων γαρ αρχοµενοι και διαφορων εργων και πραξεων, ωσπερ εκ τοπων τινων και πολλων απαιροντες εκαστος πολεων, εις εν καταντησαι σπουδαζοµεν καταγωγιον, την βασιλειαν των ουρανων. Πραξεις δε και οδους των κατα Θεον ανδρων τας πνευµατικας χρη νοειν αρετας, εν αις οι βαδιζειν αρξαµενοι προς ενα τρεχειν σκοπον οφειλουσιν, οπως εκ διαφορων χωριων και τοπων (23) εις µιαν συνελθωσι πολιν, ως ειρηται, την βασιλειαν των ουρανων και συµβασιλευειν Χριστω αµα καταξιωθησωνται, υφ’ ενι βασιλει
τω Θεω και Πατρι γενοµενοι. Πολιν ουν ενταυθα µιαν µοι νοησεις και ου πολλας, την αγιαν και αχωριστον τριαδα των αρετων, µαλλον δε την πρωτην των λοιπων, ην και λεγουσιν εσχατην, ως τελος των καλων ουσαν και µειζω πασων τυγχανουσαν, την αγαπην φηµι, εξ ης και εν η πιστις πασα τεθεµελιωται και ελπις ωκοδοµηται, και διχα ταυτης συνεστη των οντων ουδεν, ουτε µην καθολου συστησεται. Πολλα δε ταυτης ονοµατα, πολλαι αι πραξεις αυτης, πλειονα τα γνωρισµατα, τα ιδιωµατα θεια και πλειστα, η φυσις δε µια και επισης παντη πασιν απορρητος, τοις τε αγγελοις και τοις ανθρωποις και παση κτισει ετερα, τη ισως αγνοουµενη ηµιν. Ακαταληπτος τον λογον, τη δοξη απροσιτος, ανεξιχνιαστος τοις βουλευµασιν, αιωνιος οτι και αχρονος, αθεωρητος οτι νοειται µεν, ου καταλαµβανεται δε. Πολλα τα καλλη ταυτης της αχειροποιητου και και αγιας Σιων, α ο βλεπειν αρξαµενος ουκετι αισθηταις επευφραινεται θεωριαις, ουκετι του κοσµου τουτου τη δοξη προσκειται. ∆οτε ουν µοι εκ προοιµιων προσοµιλησαι αυτη µικρον και προσφθεγξασθαι και τον ποθον ως εχω ταυτη αφοσιωσασθαι. Επειδη, αγαπητοι µου πατερες και αδελφοι, εµνησθην του καλλους της αµωµητου αγαπης, και αιφνης το φως αυτης ευρεθη εν τη καρδια µου και τη γλυκυτητι αυτης συνηρπαγην και τας εξωθεν αισθησεις απωλεσα, εκνους ολως τω βιω γενοµενος, και των εν χερσιν επιλελησµαι. Μακραν δε, ουκ οιδ’ οπως ειπειν, παλιν απεστη απ’ εµου και την ιδιαν µε αφηκε θρηνειν ασθενειαν. Ω αγαπη (24) παµποθητε, µακαριος ο σε ασπασαµενος, οτι ουκετι καλλος γηγενους εµπαθως επιθυµησει ασπασασθαι. Μακαριος ο σοι περιπλακεις εξ ερωτος θειου· απαντα γαρ τον κοσµον αρνησεται και παντι πλησιαζων ανθρωπω ουδαµως µολυνθησεται. Μακαριος ο τα σα καλλη καταφιλησας και κατατρυφησας αυτων εξ απειρου ποθου, οτι ψυχικως αγιασθησεται εκ του αχραντως αποσταζοντος υδατος και αιµατος απο σου. Μακαριος ο ποθεινως σε κατασπασαµενος, οτι αλλοιωθησεται την καλην αλλοιωσιν πνευµατικως και ψυχικως ευφρανθησεται, οτι συ υπαρχεις η χαρα η ανεκλαλητος. Μακαριος ο σε κτησαµενος, οτι τους θησαυρους του κοσµου εις ουδεν λογισθησεται, και γαρ ει ο πλουτος αληθως ο ακενωτος.
Μακαριος δε και τρισµακαριος και ον συ προσελαβου· εσται γαρ εν αδοξια τη ορωµενη παντων ενδοξων ενδοξοτερος και τιµιων παντων τιµιωτερος και σεµνοτερος. Επαινετος ο καταδιωκων σε, επαινετωτερος ο ευρων σε, µακαριωτερος ο αγαπηθεις υπο σου, ο εισδεχθεις παρα σου, ο διδαχθεις απο σου, ο κατοικησας εν σοι, ο τραφεις δια σου τροφην Χριστον τον αθανατον, Χριστον τον Θεον ηµων. Ω αγαπη θεια, που Χριστον περιεχεις; Που αυτον κατακρυπτεις; Τι τον του κοσµου Σωτηρα λαβουσα, µακραν γεγονας αφ’ηµων; Ανοιξον και ηµιν τοις αναξιοις µικραν σου θυραν, ινα και ηµεις ιδωµεν τον δι’ ηµας παθοντα Χριστον και πιστευσωµεν τω ελεει αυτου ως ουκετι αποθανουµεν αφ’ ου αυτον θεασοµεθα. Ανοιξον ηµιν η θυρα αυτω γενοµενη εις την δια σαρκος αυτου επιφανειαν, η βιασαµενη τα αφθονα και αβιαστα σπλαχνα του ηµετερου ∆εσποτου εις το βαστασαι τας αµαρτιας και τας νοσους απαντων, (25) και µη απορριψης ηµας λεγουσα· “Ουκ οιδα υµας “. Γενου µεθ’ ηµων, ινα γνωρισης ηµας· αγνωριστοι γαρ σοι τυγχανοµεν. Ενοικησον εν ηµιν, ινα δια σε και ηµας τους ταπεινους ο ∆εσποτης ελθων επισκεψηται προϋπαντωµενος παρα σου - ηµεις γαρ εις απαν αναξιοι -, ως αν προσµεινη µικρον οµιλων σοι και δεξηται και ηµας τους αµαρτωλους προσπεσειν τοις αχραντοις αυτου ποσι, και συλλαλησης περι ηµων αγαθα και πρεσβευσης αφεθηναι το χρεος ηµιν των κακων, οπως αυτω τω ∆εσποτη δουλευειν δια σου παλιν εξιωθωµεν και υπ’ αυτου προνοωµεθα και τρεφωµεθα· το γαρ χρεωστειν µεν µηδεν, λιµω δε πτωχειας απολλυσθαι, παρα µικρον της ισης εστι τιµωριας και κολασεως προξενον. Συγχωρηθειηµεν παρα σου, αγια αγαπη, και δια σου των αγαθων του ηµετερου ∆εσποτου εν απολαυσει γενοιµεθα, ων ουδεις, ει µη δια σου, γευσεται της γλυκυτητος. Ο γαρ σε ως δει µη φιλησας και παρα σου µη αγαπηθεις ωσπερ χρη, τρεχει µεν ισως, ου κατελαβε δε οµως· πας δε ο τρεχων προ του τον δροµον τελεσαι αµφιβολος. Ο δε καταλαβων σε η καταληφθεις υπο σου, παντως βεβαιος, επειδη τελος νοµου συ ει, η εµε περικυκλουσα, η εµε φλεγουσα και εκ πονου καρδιας εις ποθον απειρον µε Θεου και των εµων αδελφων και πατερων
αναπτουσα. Συ γαρ των προφητων η διδασκαλος, των αποστολων η συνδροµος, των µαρτυρων η δυναµις, των πατερων και διδασκαλων η εµπνευσις, η παντων των αγιων τελειωσις και η εµη νυν προς την παρουσαν διακονιαν προχειρισις. (26) Αλλα συγγνωτε µοι, αδελφοι, της κατηχησεως του λογου παρακινηθεντι µικρον, του ποθου της αγαπης τουτο ποιησαντος. Εµνησθην γαρ αυτης και “εφρανθη µου η καρδια” κατα τον θειον ∆αυιδ και εις υµνον ετραπην των θαυµασιων αυτης. Τοιγαρουν αξιω και την υµετεραν αγαπην οπισω καταδιωξαι αυτης, οση δυναµις, και καταλαβειν αυτην µετα πιστεως τρεχοντας, και των ελπιδων υµων ουδαµως διαµαρτητε. Πασα γαρ σπουδη και πασα ασκησις µετα καµατων πολλων η µη καταντωσα εις την αγαπην εν συντετριµµενω τω πνευµατι, µαταια εστι και εις ουδεν καταληγουσα χρησιµον. Ουδε γαρ εν αλλη τινι αρετη η και πληρωσει κυριακης εντολης δυναται τις γνωριζεσθαι Χριστου µαθητης· “Εν τουτω γαρ, φησι, γνωσονται παντες οτι εµοι µαθηται εστε, εαν αγαπατε αλληλους “. Ταυτης ενεκα ο Λογος σαρξ εγενετο και εσκηνωσεν εν ηµιν, δι’ ην ενανθρωπησας, παντα υπεµεινεν εκουσιως τα ζωοποια παθη, ινα το οικειον πλασµα, τον ανθρωπον, των δεσµων ελευθερωση του αδου και αναλαβων εις ουρανους αναγαγη. Ταυτης ενεκα τον ακαταπαυστον εκεινον εδραµον οι αποστολοι δροµον και την απασαν οικουµενην τω αγκιστρω και τη σαγηνη του λογου σαγηνευσαντες, απο του βυθου της ειδωλοµανιας ανεσπασαν και προς τον λιµενα της βασιλειας των ουρανων ανεσωσαντο. Ταυτης ενεκα οι µαρτυρες τα αιµατα εαυτων εκενωσαν, ινα µη Χριστον απολεσωσι. ∆ια ταυτην οι θεοφοροι πατερες ηµων και της οικουµενης διδασκαλοι τας εαυτων ψυχας υπερ τοης καθολικης και αποστολικης Εκκλησιας προθυµως εθηκαν· και ηµεις οι ευτελεις υπεισηλθοµεν την προστασιαν υµων των τιµιωτατων πατερων και αδελφων ηµων, (27) ως αν παντα, κατα τον ενον εκεινους εκµιµουµενοι, δι’ υµας παθωµεν τε και υποµεινωµεν και προς οικοδοµην υµων και ωφελειαν εκτελεσωµεν, ινα παραστησωµεν υµας θυµατα τελεια, ολοκαυτωµατα λογικα, τη τραπεζη Θεου. Υµεις γαρ εστε τα τεκνα του Θεου, α µοι δεδωκεν ο Θεος ως παιδια, τα εµα
σπλαχνα, οι εµοι οφθαλµοι. Υµεις εστε το εµον, αποστολικως ειπειν, καυχηµα και η σφραγις της εµης διδασκαλιας. Σπουδασωµεν ουν, αγαπητοι µου εν Χριστω αδελφοι, ωσπερ δια παντων, ουτω και δια της εις αλληλους αγαπης θεραπευειν τον Θεον και ον ηρετισασθε εις τυπον εχειν πατρος πνευµατικου, ει και της αξιας πολυ απολειποµαι, ως αν χαιρη µεν Θεος επι τη οµονοια και τελειωσει υµων, χαιρω δε καγω ο ταπεινος, επεκτεινοµενην ορων αει την προκοπην του κατα Θεον υµων βιου επι το κρειττον εν πιστει, εν αγνεια, εν φοβω Θεου, εν ευλαβεια, εν κατανυξει και δακρυσι, δι’ ων ο εσω καθαιρεται ανθρωπος και πληρουται φωτος θειου και ολος Πνευµατος Αγιου γινεται εν συντρετριµµενω ψυχης και καταβεβληµενω φρονηµατι, και η χαρα η εµη γινεται εις ευλογιαν υµων και προσθηκην ανωλεθρου και µακαριας ζωης εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος΄.Β΄. (28) Περι του φευγειν τους λοιµους και φθοροποιους των ανθρωπων και τους λογους αυτων αποπεµπεσθαι και προς την εργασιαν της αρετης αναστηναι. Ετι δε και περι του δειν σκοπειν ει τα των µακαρισµων του Χριστου εν εαυτοις εχοµεν. Και περι δακρυων και κατανυξεως. Αδελφοι και πατερες, πας οστις ευρειν βουλεται τον Θεον, απαρνησασθω εαυτον και της ιδιας µη φεισασθω ψυχης, αλλ’ εχθραν θητω αναµεσον αυτου και αναµεσον παντων των κατα σαρκα περιπατουντων. Μη επιστραφητω τινος τουτων τοις δηθεν παρακλητικοις λογοις και µη καθιση µετ’ αυτων εν καθεδρα, µηδε οµιλειτω οµιλιας κακας, δι’ ων η ψυχη φαρµακευεται και αναγκαζεται τοις προτεροις ενδιατριβειν πονηροις λογισµοις τε και ενθυµηµασιν. Ανθρωπε, φοβηθητι το µετα αγκιστρου δελεαρ και ακουσον µου και µακραν γενου εξ αυτων. Μη παλιν καταγαγης σεαυτου την ψυχην εν τω αδη. Στησον τον λογισµον σου και µη πλανασθαι αυτον συγχωρης εις το ακουειν τα µαταια. Μη επιστραφης εις τα οπισω, µη οκνηση η βαρυνθης ραθυµια, µη δωσης υπνον σοις οφθαλµοις µηδε γλυκανης σον φαρυγγα ηδονη τινος βρωµατος, µεχρις αν ιδοις το δι’ ου και δι’ ο εκληθης και προς ο επειγη φθασαι κατα
σκοπον. Μη παραδεξη τον υποβαλλοντα σοι λογισµον· (29) “Τι δει σοι του πολλου, φησι, κοπου και της ακαιρου ταλαιπωριας; Χρονον ηδη πεπληρωκας και δυο και τρεις, και ουδεν εγνως οφελος”. Μη, αδελφε µου, µη εµπαγης τη παγιδι ταυτη, µηδε προδως την σεαυτου σωτηριαν, αλλα χρησαι µαλλον ευτονωτερα σπουδη και ανδρεια εις την εργασιαν των αρετων, µη απιστων τοις λογοις και διδασκαλιαις των κατα Θεον σου πατερων. Θες ουν εν τη ψυχη σου αποθανειν πρωτον η αποστηναι του ζωηφορου τουτου ζητηµατος· ει γαρ αδιστακτως τουτο πεποιηκας εξ αρχης, ουκ αν σε ο αγαθος υπερειδε Θεος, αλλ’ εδωκεν αν σοι του ποθουµενου σαφως την απολαυσιν. Τοιγαρουν ει θελεις επιτυχειν ων εφιεσαι και ποθεις, των αγαθων λεγω του Θεου, και εξ ανθρωπων γενεσθαι αγγελος επιγειος, αγαπησον, αδελφε, θλιψιν σωµατος, ασπασαι κακοπαθειαν, τους δε πειρασµους ουτω φιλησον ως µελλοντας σοι γενεσθαι προξενους παντος αγαθου. Τι ωραιοτερον, ειπε µοι, θλιβοµενης ψυχης µετα γνωσεως οτι υποµενουσα την παντων µελλει κληρονοµησαι χαραν; Τι ανδρειοτερον συντετριµµενης και τεταπεινωµενης καρδιας, η τας φαλαγγας των δαιµονων απονητι τρεπουσα εις τελος αποδιωκει; Τι ενδοξοτερον πτωχειας πνευµατικης της προξενου της βασιλειας των ουρανων, ης τι αν και εσται ανταξιον η νυν η εν τω αιωνι τω µελλοντι; Το δε και εαυτου µη µεριµναν ενεκεν τινος των γηΐνων, αλλ’ ολην εχειν την διανοιαν προς Χριστον, ποσων τουτο οιει ειναι προξενον αγαθων αιωνιων, οσης της αγγελικης καταστασεως; Το δε και παντων οµου των προσκαιρων καταφρονειν και αυτων ειπειν των του σωµατος (30) αναγκαιων χρειων, ως µη φιλονεικειν υπερ τουτων µετα τινος δια το την ειρηνην και την αγαπην εν αταραχω ψυχης καταστηµατι αµειωτον συντηρειν, ποιων των αµοιβων, τινων δε των στεφανων και των βραβειων ουκ εστιν επαξιον; Οντως υπερ φυσιν η εντολη και υπερ λογον αι αµοιβαι, Χριστος τα παντα αντι παντων τουτοις γενησεται. Χριστον δε ακουων µη τη του λογου απλοτητι και τη βραχυτητι της λεξεως προσεχε, αλλα την της Θεοτητος εννοει µοι δοξαν, την υπερ νουν και διανοιαν, το ταυτης κρατος το αφραστον, το αµετρητον ελεος, τον ακαταληπτον πλουτον, α δαψιλως τε και φιλοτιµως αυτοις διδωσι, και ταυτα τουτοις αντι παντων αρκει,
ως δεξαµενοις αυτον εκεινον εν εαυτοις, τον αιτιον και βραβευτην παντος αγαθου· ουδε γαρ επεθυµησε τινος ετερου ο αυτον ιδειν και θεασασθαι καταξιωθεις, ουδ’ ο της αγαπης εµπλεως γεγονως του Θεου αλλον τινα επι γης αγαπησαι πλεον ηνεσχετο. Τοιγαρουν σπουδασωµεν, αγαπητοι µου αδελφοι, τον Χριστον ευρειν και ιδειν αυτον, οποιος εστι το καλλος και την τερπνοτητα, επειδη και πολλους ορωµεν των ανθρωπων δι’ επιθυµιαν προσκαιρων τινων κοπους και πονους πολλους υποµενοντας και µακρας αποδηµιας ποιουµενους, ου µονον δε αλλα και γυναικος και τεκνων και πασης αλλης δοξης και τρυφης καταφρονουντας και µηδεν ετερον του ιδιου προτιµωµενους θεληµατος, ωστε µη αποτυχειν του ιδιου σκοπου. Και ει δια προσκαιρα και φθαρτα τον ολον αγωνα και αυτην τιθενται την ψυχην των ανθρωπων τινες, ηµεις υπερ του Βασιλεως των βασιλευοντων και Κυριου των κυριευοντων και κτιστου και εξουσιαστου των απαντων τας ψυχας ηµων (31) και τα σωµατα εις θανατον ου προδωσωµεν; Και που απελευσωµεθα η που φυγωµεν, αδελφοι, απο προσωπου αυτου; Εαν γαρ εις τον ουρανον αναβωµεν, εκει αυτον οντα ευρησοµεν· εαν εις τον αδην κατελθωµεν, κακει παρεστιν· εαν εις τα εσχατα της θαλασσης, ου φευξοµεθα την χειρα αυτου, αλλ’ η δεξια αυτου κατασχη τας ηµετερας ψυχας και τα σωµατα. Μη δυναµενοι ουν ανθιστασθαι αδελφοι, η φυγειν απο προσωπου Κυριου, δευτε και δωµεν εαυτους δουλους τω δι’ ηµας δουλου µορφην ενδυσαµενω Κυριω Θεω και αποθανοντι υπερ ηµων, δευτε και ταπεινωθωµεν υπο την κραταιαν χειρα αυτου, την βλυζουσαν πασι ζωην την αιωνιον και τοις ζητουσι µεταδιδουσαν αυτην πλουσιως δια του Πνευµατος. Ω αδελφοι µου αγαπητοι, ποσης οδυνης και λυπης η ψυχη µου πεπληρωται, οταν εγω µεν εξειπειν βουληθω της χειρος του Θεου τα θαυµασια και το αφραστον καλλος αυτης, ως αν ειδητε και µαθητε την µεγαλωσυνην αυτης και λαβειν αυτον εν εαυτοις εκζητησητε, ουχ ορω δε τινας εξ υµων µετα ποθου και θερµης τοις λεγοµενοις προσεχοντας η εφιεµενους τοιαυτης δοξης επαπολαυσαι. ∆ια τουτο και µενω πανταπασιν αφωνος, ειπειν η εξηγησασθαι τινι την του Χριστου και Θεου ηµων δοξαν, ην
τοις εξ ολης ζητουσι ψυχης χαριζεται, µηδολως δυναµενος. Αλλ’ ω της εµης εκπληξεως και της µεγαλωσυνης των του Θεου δωρεων, οτι τα σοφα του κοσµου και τα ισχυρα και τα πλουσια λιπων, τα ασθενη τουτου και τα µωρα και πτωχα εξελεξατο δια πολλην και αφατον αγαθοτητα. Και τις ικανος υπερ µονου τουτου (32) αξιως ευχαριστησαι; Ανθρωποι µεν γαρ απαντες σχεδον τους ασθενεις και πτωχους ωσπερ αποβδελυσσονται και βασιλευς επιγειος τουτους οραν ουκ ανεχεται, οι αρχοντες αποστρεφονται, υπερορωσιν οι πλουσιοι και ως ουδεν οντας αυτους καθυπαντωντες παρερχονται, και το συναναστρεφεσθαι τουτοις ουδεις ηγειται µακαριον· ο δε Θεος, ο υπο µυριων και αναριθµητων δυναµεων λειτουργουµενος, ο παντα φερων τω ρηµατι της δυναµεως αυτου, ο εχων αστεκτον τοις πασι την µεγαλοπρεπειαν αυτου, ου παρητησατο γενεσθαι και πατηρ και φιλος και αδελφος των απερριµµενων τουτων, αλλα και σαρκωθηναι ηθελησεν, ινα οµοιος ηµιν κατα παντα χωρις αµαρτιας χρηµατιση και κοινωνους ηµας της δοξης αυτου και της βασιλειας ποιησηται. Βαβαι του πλουτου της πολλης αυτου αγαθοτητος! Βαβαι της αφατου συγκαταβασεως του ∆εσποτου ηµων και Θεου! Τι ου προστρεχοµεν, αδελφοι, τω ουτως ηµας αγαπησαντι ευσπλαχνω Θεω; Τι τας ψυχας ηµων εις θανατον ου προδιδοµεν υπερ του δι’ ηµας αποθανοντος Χριστου και Θεου; Τι δειλοι εσµεν και την εκ του σωµατος δειλαινοµεθα εξοδον; Μη γαρ αδης µελλει λαµβανειν η κατεχειν τας ψυχας των εις Χριστον ηλπικοτων; Μη γαρ θανατος εξουσιαζει των εσφραγισµενων ψυχων τη χαριτι του Παναγιου Πνευµατος και τω αιµατι του Χριστου; Μη αντιβλεψαι τολµα ο νοητος λυκος τη του αρχιποιµενος Χριστου σφραγιδι, η σφραγιζει τα ιδια προβατα; Ουµενουν, αδελφοι πιστοι και θεοφρονες. Οσοι τοινυν ασφραγιστοι, δραµετε· οσοι ασηµειωτοι, (33) σπευσατε τω σηµειω σηµειωθηναι του Πνευµατος. Τις δε εστιν ο ασφραγιστος; Ο δειλαινοµενος θανατον. Τις ο ασηµειωτος; Ο µη ακριβως το ειδος της σφραγιδος γινωσκων· ο γαρ το θειον καταµαθων εκτυπωµα, θαρρησας τη πιστει ελπιδα ακαταισχυντον κεκτηται. Ζητησωµεν τοιγαρουν τον Χριστον, ον δια του θειου βαπτισµατος ενδυθεντες, δια των πονηρων
εξεδυθηµεν πραξεων, επειδη αναισθητως αγιασθεντες ετι νηπιοι οντες και ταις φρεσι και τη ηλικια, εαυτους εµολυναµεν εν νεοτητι, ινα µη λεγω οτι καθ’ εκαστην τη των εντολων παραβασει µολυνοµεν τας ψυχας ηµων και τα σωµατα. ∆ια τουτο ουν παλιν εαυτους δια της σωτηριου µετανοιας ανακαλεσωµεθα, παντα ποιουντες και πραττοντες οσα Χριστω υπαρχει ευαρεστα, ινα και παρ’ αυτου σφραγισθεντες του λοιπου αφοβοι βιωσωµεθα· ου µονον δε αλλα και εκ χειρος αυτου λαβωµεν ελεος και αξιοι γενεσθαι αξιωθωµεν της γνωσεως των µυστηριων Χριστου, γνωσεως δε λεγω ου της εν λογω µονω και ακοη παραδιδοµενης, αλλα της εργω και πραξει θεωρουµενης. Πως ουν εργω και πραξει η γνωσις εν ηµιν θεωρειται των µυστηριων Χριστου; Προσεχε. Ο Χριστος ηµων και Θεος ουτω διαρρηδην βοα καθ’ εκαστην δια του ευαγγελιου αυτου· ”Μακαριοι οι πτωχοι τω πνευµατι, οτι αυτων εστιν η βασιλεια των ουρανων”. Τουτο τοινυν ηµεις ακουοντες σκοπειν οφειλοµεν και εαυτους ακριβως εξεταζειν, ει τοιουτοι αληθως πτωχοι εσµεν, ωστε και ηµετεραν ειναι την βασιλειαν των ουρανων τοσουτον, ως βεβαιαν εν αισθησει ψυχης την κτησιν εχειν αυτης, και επι τοσουτον κατεχειν αυτης τον πλουτον, ως εντος αυτης αδιστακτως υπαρχειν αισθανεσθαι και τοις (34) εκεισε καλοις εντρυφωντας ευφραινεσθαι. Εντος γαρ ηµων ειναι ταυτην ο αυτος απεφηνατο Κυριος· σηµεια δε και αποδειξεις του ταυτης εντος ειναι τινα, το µηδεν επιθυµειν τον τοιουτον των ορωµενων και φθειροµενων, λεγω δη των πραγµατων και των τερπνων του κοσµου τουτου, µη πλουτου, µη δοξης, µη τρυφης, µη αλλης βιωτικης η σωµατικης απολαυσεως, αλλ’ ουτως απεχεσθαι εκ τουτων απαντων και ουτω προς ταυτα αηδως διακεισθαι κατα ψυχην και προαιρεσιν, οσον οι εν εξουσια και βασιλικη τιµη διαπρεποντες προς τους επι σκηνης πορνικης διατριβοντας διακεινται και οσον οι καθαρα περιβεβληµενοι ιµατια και µυροις ευωδεσι επιχριοµενοι την δυσωδιαν και τον βορβορον αποστρεφονται. Ο γαρ προς εν τι τουτων των ορωµενων επιστρεφοµενος, την βασιλειαν εκεινην των ουρανων ουτε ειδεν ουτε ωσφρανθη ουτε εγευσατο αυτης της θυµηδιας τε και γλυκυτητος.
Και παλιν· “ Μακαριοι οι πενθουντες, οτι αυτοι παρακληθησονται”. Ιδωµεν ουν αυθις και εαυτους εξετασωµεν, ει αρα εχοµεν το πενθος εν εαυτοις και ποιαν λεγει παρακλησιν την επακολουθουσαν τω πενθει. Πρωτον µεν γαρ ειρηκε τους τω πνευµατι πτωχους ειναι µακαριους, ως αυτων ουσης της βασιλειας των ουρανων. Οι δε πτωχοι τω πνευµατι ουδεµιαν, ως ειρηται, προς τα παροντα προσπαθειαν εχουσιν, ουτε τον λογισµον προς αυτα εµπαθως συνδυαζονται, καν ψιλως ηδυνοµενον. Πως ουν πενθησει και διατι ο τον κοσµον απαντα βδελυξαµενος και επι πλειον τη διαθεσει του λογισµου µακρυνθεις εξ αυτου η οσον προσεγγιζει τω σωµατι; Ο µη προς τι των ορωµενων εχων την επιθυµιαν υπερ τινος αρα (35) λυπηθησεται η χαρησεται και πως πενθησει την βασιλειαν των ουρανων και ταυτη καθ’ εκαστην ενεφραινοµενος, - οτι τους πενθουντας ειπε την παρακλησιν δεχεσθαι; Αλλα προσεχετε, παρακαλω, τοις λεγοµενοις και γνωσεσθε την γνωσιν και τον λογον του λεγοµενου. Ο πιστος ανθρωπος, ο ταις εντολαις του Θεου αει µετα ακριβειας προσεχων, οταν παντα τα των θειων εντολων ποιηση και προς το υψος τουτων ηγουν προς την αµωµον πολιτειαν και καθαροτητα την εαυτου διανοιαν εµβατευση, τοτε ανερευνων τα εαυτου µετρα, ασθενη εαυτον ευρησει και προς το υψος εκεινο των εντολων µη ισχυοντα αφικεσθαι, αλλα και πτωχον λιαν ητοι αναξιον εις υποδοχην του Θεου και ευχαριστιαν και δοξαν, ως µηπω µηδεν κεκτηµενον ιδιον αγαθον· ο δε ταυτα δι’ εαυτον εν αισθησει ψυχης λογιζοµενος πενθησει παντως πενθος το οντως µακαριωτατον, ο και την παρακλησιν δεχεται και πραειαν την ψυχην απεργαζεται. Αρραβων γαρ εστι της βασιλειας των ουρανων η εκ του πενθους εγγινοµενη παρακλησις. Πιστις µεν γαρ εστιν ελπιζοµενων υποστασις κατα τον αποστολον, παρακλησις δε η εκ της ελλαµψεως του Πνευµατος γινοµενη εν ταις πενθουσαις ψυχαις επιδηµια Θεου, ταπεινοφροσυνην ταυταις βραβευουσα, ητις και σπορος και ταλαντον ονοµαζεται· αυξανοµενη γαρ και πολυπλασιαζοµενη εν ταις των αγωνιζοµενων ψυχαις εν τριακοντα και εν εξηκοντα και εν εκατον, καρποφορει τω Θεω καρπον αγιον των χαρισµατων του Πνευµατος. Οπου γαρ
ταπεινωσις αψευδης, εκει και ταπεινοφροσυνης βυθος· και οπου (36) ταπεινοφροσυνη, εκει και ελλαµψεις του Πνευµατος. Οπου δε αι ελλαµψεις του Πνευµατος, εκει φωτοχυσια Θεου και Θεος εν σοφια και γνωσει των µυστηριων αυτου. Ενθα δε ταυτα, εκει βασιλεια ουρανων και βασιλειας επιγνωσις και οι αποκεκρυµµενοι θησαυροι της γνωσεως του Θεου, εν οις και η φανερωσις εστι της πτωχειας της πνευµατικης. Οπου δε πτωχειας πνευµατικης αισθησις, εκει και το χαρµοσυνον πενθος, εκει και τα αενναως ρεοντα δακρυα, τα την φιλουσαν ταυτα ψυχην εκκαθαιροντα και τελειως αυτην απεργαζοµενα φωτεινοτατην. ∆ια τουτων ουν ανανευουσα η ψυχη και τον εαυτης ∆εσποτην επιγινωσκουσα, τας λοιπας αρετας αρχεται σπουδαιως καρποφορειν εαυτη και Χριστω. Και εικοτως. Καταρδευοµενη γαρ αει και πιαινοµενη τοις δακρυσι και το θυµικον εαυτης ολως αποσβεννυουσα, πραεια µεν και ακινητος ολη προς οργην γινεται, επιθυµει δε και ορεγεται πεινωσα οµου και διψωσα τα του Θεου µαθειν δικαιωµατα. Εν τουτοις δε και ελεηµων και συµπαθης γινεται, ως εκ παντων τουτων καθαραν αποτελεισθαι την καρδιαν αυτης και ταυτην εν οπτασια Θεου γινεσθαι και οραν καθαρως την δοξαν αυτου ως η υποσχεσις. Οι γουν τοιαυτας κτησαµενοι τας εαυτων ψυχας ειρηνοποιοι εισιν εν αληθεια και υιοι Υψιστου κατονοµαζονται, οι καθαρως και τον ιδιον Πατερα και ∆εσποτην επιγινωσκουσι και εξ ολης ψυχης αγαπωσιν αυτον, παντα δηλαδη πονον και πασαν θλιψιν δι’ αυτον υποµενοντες, υβριζοµενοι, λοιδορουµενοι, στενοχωρουµενοι ενεκεν της δικαιας αυτου εντολης ην και τηρειν (37) ηµιν ενετειλατο, ονειδιζοµενοι τε και διωκοµενοι και παν πονηρον ρηµα ψευδως λεγοµενον κατ’ αυτων ενεκεν του ονοµατος αυτου µετα χαρας υποµενοντες, αγαλλοµενοι οτι ολως ηξιωθησαν υπερ της αγαπης αυτου εξ ανθρωπων ατιµασθηναι. Καταµαθετε, αδελφοι, της σφραγιδος Χριστου το αληθες εκτυπωµα. Επιγνωτε, οι πιστοι, του χαρακτηρος τα ιδιωµατα. Μια σφραγις αληθως η ελλαµψις υπαρχει του Πνευµατος, ει και πολλαι των ενεργειων αυτης αι ιδεαι και πολλα των αρετων αυτης τα γνωρισµατα, ων πρωτον και αναγκαιοτερον εστιν η
ταπεινωσις, ως αρχη και θεµελιος –“Επι τινα γαρ, φησιν, επιβλεψω, αλλ’ η επι τον πραον και ησυχιον και τρεµοντα µου τους λογους”-, δευτερον το πενθος και η των δακρυων πηγη, περι ων θελω λεγειν πολλα και απορω λογων, δι’ ων εκφρασαι τα περι τουτων προηρηµαι· θαυµα γαρ ανεκλαλητον, οτι δια των οφθαλµων αισθητων ρεοντα την ψυχην νοερως του βορβορου των αµαρτηµατων εκπλυνουσι και εις γην πιπτοντα τους δαιµονας φλεγουσι και καταρασσουσι και την ψυχην ελευθεραν εργαζονται των αορατων της αµαρτιας δεσµων. Ω δακρυα, τα εκ θειας ελλαµψεως βλυζοντα και αυτον τον ουρανον διανοιγοντα και προξενουντα µοι θειαν παρακλησιν. Παλιν γαρ και πολλακις υφ’ ηδονης και ποθου τα αυτα φθεγγοµαι. Οπου δακρυων πληθυς, αδελφοι, µετα γνωσεως αληθους εκει και θειου φωτος αυγασις. Οπου δε φωτος αυγη, παντων εκει των καλων χορηγια και η σφραγις του Πνευµατος του Αγιου εµπεφυτευµενη εν τη καρδια, εξ ου και παντες οι καρποι της ζωης· εντευθεν πραοτης καρποφορειται Χριστω, (38) ειρηνη, ελεηµοσυνη, συµπαθεια, χρηστοτης, αγαθωσυνη, πιστις, εγκρατεια, εντευθεν το αγαπαν τους εχθρους και υπερ αυτων ευχεσθαι, το χαιρειν εν τοις πειρασµοις, το εγκαυχασθαι εν ταις θλιψεσι, το τα αλλοτρια πταισµατα ως ιδια λογιζεσθαι τε και κλαιειν, το την ψυχην τιθεναι υπερ των αδελφων προθυµως εις θανατον. Τοιγαρουν ιδωµεν, αδελφοι, και ακριβως εαυτους εξετασωµεν και καταµαθωµεν τας ψυχας ηµων, ει εν ηµιν εστιν αυτη η σφραγις. Επιγνωσωµεθα ει εν ηµιν ο Χριστος εστιν, εκ των ειρηµενων σηµειων. Ακουσατε, παρακαλω, χριστιανοι αδελφοι, και ανανηψατε και σκοπησατε ει το φως ελαµψεν εν ταις καρδιαις υµων, ει φως εθεασασθε το µεγα της επιγνωσεως, ει επεσκεψατο ηµας ανατολη εξ υψους επιφαινουσα εν σκοτει και σκια θανατου καθηµενοις ηµιν, και δοξαν µετ’ ευχαριστιας τω δωρησαµενω ταυτην ηµιν αγαθω ∆εσποτη διηνεκως αναπεµπωµεν και αγωνισωµεθα το θειον πυρ δια της των εντολων εργασιας εν εαυτοις θρεψαι περισσοτερως, δι’ ου το θειον φως επι πλειον φαινειν και µεγαλυνεσθαι ειωθεν. Ει δε ουπω τον Χριστον η την εκεινου σφραγιδα ελαβοµεν και τα προειρηµενα σηµεια εν ηµιν αυτοις ου γνωριζοµεν, αλλα τουναντιον µαλλον εν ηµιν ο κοσµος ο δολιος ζη και ηµεις εν
αυτω δυστυχως ζωµεν µεγα τι ειναι τα προσκαιρα ηγουµενοι και καταπιπτοµεν εν ταις θλιψεσι και επι ταις ζηµιαις δακνοµεθα και τη τρυφη και τω πλουτω ενεφραινοµεθα, φευ της ζηµιας, φευ της αγνοιας και της σκοτωσεως, φευ της ταλαιπωριας και της αναισθησιας ηµων, (39) υφ’ ων κρατουµεθα και υφ’ ων εις τα γηϊνα κατασπωµεθα. Οντως ελεεινοι και παναθλιοι και αυτης της αιωνιου ζωης και της των ουρανων βασιλειας αλλοτριοι εσµεν, µηκετι εν εαυτοις κτησαµενοι τον Χριστον, αλλα και τον κοσµον ζωντα εν εαυτοις εχοντες ως εν αυτω ζωντες, και φρονουντες τα γηϊνα. Ο δε ουτως εχων εχθρος εστιν αντικρυς του Θεου· εχθρα γαρ εστιν εις Θεον η του κοσµου προσπαθεια, καθως φησιν ο θειος αποστολος·”Μη αγαπατε τον κοσµον, µηδε τα εν κοσµω”, οτι ουδεις δυναται Θεω δουλευειν και κατα ανθρωπον ζην, επειδη παντα τα του κοσµου εµποδια εισι της προς Θεον αγαπης και ευαρεστησεως. Τις γαρ, αγαπων την δοξαν και την παρα ανθρωπων τιµην, εσχατον παντων και ευτελεστερον εξει ποτε εαυτον και ταπεινος τω πνευµατι η την καρδιαν συντετριµµενος γενησεται η πενθησαι ποτε καν ολως δυνησεται; Τις δε πλουτον αγαπων φιλαργυρια τε και φιλοκτηµοσυνη κρατουµενος, ελεηµων γενηται και συµπαθης και ουχι παντος θηριου αγριωτερος εσται και απηνεστερος; Τις κενοδοξια κρατουµενος και οιησει κατεχοµενος, φθονου ποτε η βασκανιας απαλλαγησεται; Ο δε και προς τα της σαρκος παθη καµπτοµενος και τω βορβορω των ηδονων καλινδουµενος, ποτε καθαρος αρα τη καρδια γενησεται η ποτε και πως τον Θεον τον δηµιουργησαντα αυτον οψεται; Ειρηνοποιος δε πως εσται ο απαλλοτριωσας εαυτον του Θεου και µη (40) ακουων του λεγοντος· “Υπερ Χριστου πρεσβευοµεν, ως του Θεου παρακαλουντος δι’ ηµων· καταλλαγητε τω Θεω”; Πας γαρ ο δια της των εντολων παραβασεως ανθισταµενος και πολεµων τω Θεω, ουτος καν ειρηνευειν απαντας προς αλληλους ποιη εχθρος εστι του Θεου, επειδη ουδε αυτους ους ειρηνευειν προς αλληλους ποιει, ως αρεσκει τω Θεω ποιει τουτο. Εχθρος γαρ αυτος πρωτος ων εαυτου και του Θεου, εχθροι καθεστηκασιν αυτου και οι δια των τοιουτων ειρηνευοντες. Ου γαρ επισταται παντως ο εχθρωδως προς τινα διακειµενος τα τω
εχθρω δοκουντα και αρεστα ετεροις συµβουλευειν ορθως και τα εκεινου διδασκειν αυτους ποιειν θεληµατα, επειδη και αυτο τουτο, το αποκεχωρισµενως διαγειν εξ αυτου, αγνοιαν εµποιει των εκεινου καταθυµιων, ου µην αλλα και, δια το εµπαθως και απεχθως διακεισθαι προς αυτον µελετην τε αενναον εχειν εναντιως των εκεινου θεληµατων πορευεσθαι, εθισµον τινα ποιει του - ει και ποτε θελησει ουτος ετεροις λαλησαι τα προς θεραπειαν εκεινου τελουµενα - µη ευκολως δυνασθαι. Και εικοτως. Ψυχη γαρ αφωτιστος, υπο των παθων και µαλιστα υπο του φθονου κρατηθεισα και φθονειν τινι µελετησασα, ουδε ετερου τινος υπερλαλουντος του φθονουµενου ακουσαι ανεχεται, µη οτι γε προς θεραπειαν εκεινου και διαπραξαι τι η καν ολως ειπειν. Φυσεως γαρ ισχυν λαµβανει παλαιωθεν παθος και κακου µελετη χρονισασα εις ψυχην, ως µη δυνασθαι τουτο εξιαθηναι ποτε. Εκ γαρ φωτος σκοτος γινονται οι τοιουτοι και, εξ αγαθοτητος εις πονηριαν µεταπιπτοντες, νοσουσιν ανιατα. Ο δε γε Θεω συγκραθεις δια πιστεως και επιγνους αυτον δια πραξεως, και βλεπειν αυτον παντως δια θεωριας ηξιωται. (41) Βλεπει δε α µη γραφειν ισχυω. Ορα γαρ ξενα τινα θεαµατα ο νους και ολος φωτιζεται και φωτοειδης γινεται, νοειν δε η λαλειν ταυτα ουκ ισχυει. Αυτος µεν γαρ ο νους φως εστι και βλεπει τα παντα φως, και το φως ζων εστι και ζωην τω ορωντι παρεχει. Βλεπει εαυτον καθολου τω φωτι ηνωµενον, και ορων συστελλεται και εστιν ως ην. Κατανοει το φως εν τη ψυχη και εξισταται, και εξισταµενος βλεπει τουτο µακραν, στραφεις δε µεσον παλιν ευρισκεται του φωτος. Και ουτως τι ειπη η τι εν τω ορωµενω κατανοηση, ολως απορει και λογων και νοηµατων. Τις ουν ακουων ταυτα δη τα µυστηρια ου θαυµασει και θαυµασας προσδραµη Χριστω; Τις Θεου τερατουργιας µη ποθηση ιδειν και αγαπησει τον δωρεαν διδοντα τα δωρα ταυτα και ξενα χαρισµατα; Οντως κρειττον ουδεν, αδελφοι, εν τω κοσµω ως το µηδεν εχειν του κοσµου, µηδε θελειν τι πλεον της αναγκαιας χρειας του σωµατος. Χρειαν δε αναγκαιαν ταυτην οιδεν ο λογος, αρτον και υδωρ, ιµατιον και σκεπην, κατα τον θειον αποστολον· “Εχοντες διατροφας και σκεπασµατα, τουτοις αρκεσθησοµεθα”. Ει δε και πλεον τι τουτων χρηζοµεν, παντως εκεινος παρεξει ηµιν, ελπιζουσιν εις αυτον και πιστευουσιν, ο
τα µειζω χαρισας και εµπιπλων παν ζωον ευδοκιας. Μονον καταλειψωµεν τα αλλα παντα της προσκαιρου ζωης, δοξαν φηµι την κενην, τον φθονον, την εις αλληλους εριν, τον δολον, τον γογγυσµον, την εριθειαν και παντα οσα τω Θεω αποτροπαια και εις κινδυνον φερει ψυχης. Ποθησωµεν δε εκ ψυχης α κελευει Θεος ηµιν κατασπαζεσθαι, (42) φτωχειαν πνευµατικην, ην καλει ο λογος ταπεινωσιν, πενθος αενναον εν νυκτι και ηµερα, εξ ου πηγαζεται η χαρα της ψυχης και η παρακλησις καθ’ ωραν τοις αγαπωσι τον Θεον. Εκ τουτου γαρ πασι τοις αγωνιζοµενοις εν αληθεια και η πραοτης κατορθουται, πεινωσι και διψωσι την δικαιοσυνην και ζητουσιν αει την του Θεου βασιλειαν, την υπερεχουσαν παντα νουν ανθρωπινον. Ου µονον δε αλλα και το γενεσθαι τινα ελεηµονα, καθαρον την καρδιαν, ειρηνης µεστον και ειρηνοποιον και ανδρειον εις τους πειρασµους, εντευθεν εστιν εκ του πενθειν καθ’ εκαστην. Εντευθεν και το µισειν ηµιν επιγινεται τα κακα, εντευθεν ο θειος ζηλος αναπτεται εις την ψυχην, ος ουκ εα ηρεµησαι αυτην ολως η συνεκκλιναι προς τα κακα τοις κακοις, αλλα πληροι ταυτην ανδρειας και δυναµεως εις το µεχρι τελους εγκαρτερειν τοις δεινοις. Φυγωµεν ουν τον κοσµον και τα εν κοσµω, αγαπητοι αδελφοι. Τι γαρ ηµιν και τω κοσµω και τοις εν κοσµω ανθρωποις; ∆ραµωµεν, διωξωµεν, εως ου δραξοµεθα τινος των εστωτων και µη ρεοντων. Τα γαρ παντα φθειρεται και ως οναρ παρερχεται και ουδεν µονιµον η βεβαιον εν τοις ορωµενοις. Ο ηλιος, τα αστρα, ο ουρανος και η γη παντα παρερχονται, µονος δε παντων µενει ο ανθρωπος. Τι τοινυν εκ των ορωµενων δυναται ηµας ωφελησαι εν καιρω αναγκης θανατου, ηµων απερχοµενων εντευθεν προς την εκειθεν καταπαυσιν του αιωνος εκεινου, αυτων δε οπισθεν καταλιµπανοµενων; Ει δε και ουτω τα ορωµενα παρελευσεται, τι το κερδος ηµων απιοντων και το σωµα καταλιµπανοντων νεκρον; Αφ’ ου γαρ η ψυχη καταλιπη το ιδιον σωµα, (43) ουτε βλεπειν δυναται δι’ αυτου ουτε βλεπεσθαι παρ’ ετερου, αλλ’ εκτοτε προς µονα τα αορατα εχει και φροντις ουδεµια εστιν αυτη περι των ωδε, διπλουν εκειθεν εχουση τον βιον και τον αγωνα, η βσιλειας ουρανων και αιωνιου δοξης η γεεννης παλιν και τιµωριας πυρος. Εν γαρ
τουτων εις κληρονοµιαν αιωνιον, κατ’ αξιαν ων επραξεν ενταυθα, απολαµβανει παρα Θεου. Τοιγαρουν φυγωµεν, αξιω, δια ταυτα τον κοσµον. Φυγωµεν την απατην του βιου και την νοµιζοµενην ευφροσυνην αυτου και µονω προσδραµωµεν τω ψυχοσωστη Χριστω. Τουτον σπουδασωµεν ευρειν τον πανταχου παροντα, και ευροντες κρατησωµεν προσπεσοντες τους ποδας αυτου, και αυτους εν θερµη ψυχης ασπασωµεθα. Ναι παρακαλω, σπουδασωµεν ετι περιοντες ιδειν αυτον και θεασασθαι. Εαν γαρ αυτον αξιωθωµεν ενταυθα αισθητως ιδειν, ουκ αποθανουµεθα, θανατος ου κυριευσει ηµων. Μη γαρ εις το µελλον εκδεξωµεθα τουτον ιδειν, αλλα νυν αγωνισωµεθα θεασασθαι αυτον, επει και Ιωαννης ο Θεολογος ουτω φησιν· “Οιδαµεν δε οτι εχοµεν τον Θεον εν ταις καρδιαις ηµων, εκ του Πνευµατος ου ελαβοµεν εξ αυτου”. Οσοι ουν την πιστιν εις αυτον εκ των εργων εδειξατε αρραγη και βεβαιαν, τα παρ’ ηµων ανωθεν ρηθεντα ακριβως και καλως διακριναντες, ορατε µη λαθητε εαυτους εν τω δοκειν Χριστον εχειν εν εαυτοις, µηδεν εχοντες, και κεναις ταις χερσιν υπεξελθητε τον βιον και ακουσητε, οπερ απευχοµαι, της απευκταιας εκεινης φωνης· “Αραντες ο δοκει κατεχειν ο πονηρος, δοτε τω πλειον εχοντι”, και τοτε κλαυσετε και (44) και πενθησετε και λυπην εξετε εις αιωνα απεραντον. Αλλα µη γενοιτο φωνης ακουσαι και τοιουτον παθειν τους απαρνησαµενους ηµας κοσµον απαντα και τα εν κοσµω και προσδραµοντας Χριστω, γενοιτο δε τας εντολας τηρησαντας του Θεου, δια δακρυων και µετανοιας καθαρθηναι τας καρδιας ηµων, ως αν και το θειον φως, αυτον τον Χριστον, εντευθεν οψωµεθα και µενοντα εν ηµιν κτησωµεθα, και δια του Παναγιου αυτου Πνευµατος τρεφοντα και ζωογονουντα ηµων τας ψυχας, και απογευοντα της ενηδονου γλυκυτητος των αγαθων εκεινων της βασιλειας αυτου, ης γενοιτο παντας ηµας αξιωθηναι εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος Γ΄. (45) Περι του οτι χρη καλως υποτασσεσθαι και µη επιλανθανεσθαι των συνθηκων, ων προς Θεον συνεθεµεθα. Και οτι ου δει γογγιζειν επι ταις παννυχοις αγρυπνιαις των ορθρων.
Αδελφοι και πατερες, αναµνησθεντες των του Θεου προσταγµατων ουτω λεγοντων· “Μη κρινετε και ου µη κριθητε”, τους αλλοτριους βιους µηδαµως περιεργαζεσθε, α δε µαλλον λεγουσιν ηµιν οι ιερεις ποιειν ποιειτε, κατα δε τα εργα αυτων µη ποιειτε, ως ακηκοατε. ∆ιο πεισθητε µοι ως δουλοι Χριστου, τω αναξιω, και την εµην ολιγοψυχιαν ραθυµιαν εασαντες, φροντισατε, παρακαλω, των ψυχων υµων και αοκνως τας εντολας του Θεου ποιειν σπευσατε· και κατ’ εµου του ταπεινου µη γογγιζετε, ως απαξ του ενιαυτου εξεργεθεντες το µεσονυκτιον, αλλα µνησθεντες του ειποντος· “Μεσονυκτιον εξηγειροµην του εξοµολογησασθαι σοι επι τα κριµατα της δικαιοσυνης σου”, ευχαριστησατε τω Θεω µαλλον και τω υµας εις την αυτου δοξολογιαν διυπνισαντι και χαρητε και σκιρτησατε, οτι µετα των αγιων αγγελων ηξιωθητε ανυµνειν τον Θεον. Ο γαρ επι τη συνηθει συναξει αγανακτων και επι τω µηκει των (46) αναπεµποµενων υµνων δυσχεραινων και κατακλωµενος, ουτος αληθως ουκ οιδεν ως γλυκεα τα λογια του Θεου εν τω λαρυγγι των αγαπωντων αυτον και υπερ µελι και κηριον εν τω στοµατι των επιγινωσκοντων αυτον, αλλ’ ολος σαρξ ων και σαρκικον εχων το φρονηµα και σαρκικωτεραν την αισθησιν, πνευµατικως ου δυναται γευεσθαι των εις ευεργεσιαν ηµιν δοθεντων απο Θεου, αλλα παντα πικρα τα κατα Θεον αυτω φαινονται, και το “Γευσασθε και ιδετε οτι χρηστος ο Κυριος” ουκ επισταται. Ο δε τουτο µη εναργως επισταµενος, της αγαπης και της γλυκυτητος του Χριστου εναργως ηλλοτριωται. Ο δε τουτων αγευστος και αλλοτριος – φευ µοι, εµον το ατυχηµα, ιδιοποιεισθαι γαρ προστεταγµαι τα αλλοτρια - εχθρος εστι του Θεου και ξενος της βασιλειας των ουρανων· ποιαν γαρ αλλην, ειπε µοι, εξει ελπιδα η τινος αλλου αγαπην περιπλακησεται και παραµυθιαν ευρησει η ενταυθα η µετα θανατον; Ο δε και αντιλεγων και καταστεναζων και επαρωµενος τοις αυτον διεγειρουσι προς υµνον θειον και δοξολογιαν Θεου, ποιαν απολογιαν ευρησει εν τη ηµερα της κρισεως, και εαυτω και ετεροις σκανδαλον απωλειας γενοµενος; Πιστευσατε µοι, πνευµατικοι µου πατερες και αδελφοι, οταν ταυτα ακουσω η θεασωµαι τινα εξ υµων δια ταυτα δεινοπαθουντα, τοιαυτη θλιψει συνεχοµαι και την καρδιαν µου
δακνοµαι, ως αυτη τη κολασει δοκειν παραδιδοσθαι, και χαρας ουκ επαισθανοµαι ουδεµιας αλλης του κοσµου, αλλα και αυτην απολεγοµαι την ζωην· και κλαιω και θρηνω, ως ηδη κατακρινοµενος, και τοι παρακαλων υµας ουκ ακουοµαι, επιτιµων (47) αποπεµποµαι, ελεγχων µισουµαι και παιδευων αντιπαιδευοµαι και ως εχθρος εκδιωκοµαι, και ταυτα ποιων αναπαυσιν ου δυναµαι κτησασθαι. Βουλευοµαι παυσασθαι και τα εµαυτου µονα σκοπειν κακα, αλλ’ οταν τουτο στησαι θελησω, τοτε ως φλοξ αναπτεται η καρδια µου και παλιν εν τοις αυτοις, ο ταπεινος, περιεχοµαι και οδυναµαι τα υµετερα τραυµατα ουχ ηττον η τοις ιδιοις µωλωψιν αλγυνεται εκαστος, και υπερ υµων εγω φλεγοµαι, και τον βιον ηγουµαι αβιωτον, και θαυµαζειν µοι επεισι πως εις τοιαυτην κατηλθοµεν σκοτωσιν και κατα των ιδιων ψυχων παντα πραττοµεν και εαυτους κατασφαζοντες ως ζωντες απολακτιζοµεν, και δεσµουντες τοις αµαρτηµασιν εαυτους χαιροµεν και τους αιροντας τα τοιαυτα δεσµα κατεσθιοµεν. Εαν κωλυθωµεν παρα τινος µηδεν κατα των ψυχων ηµων διαπραξασθαι, ως κυνες µαινοµενοι καθυλακτουµεν και µεµφοµεθα αυτον, και ου παυοµεθα µεχρις ου την πραξιν ποιησοµεν και τας ψυχας ηµων απολεσοµεν. Ειτα και εις τα τοιαυτα εθισθεντες παρανοµα, φυσικως, ειπειν, κακοι γινοµεθα και ουκετι ανανευσαι βουλοµεθα. Μοναχοι επηγγειλαµεθα ειναι και πλειον των κοσµικων εκακωθηµεν. Πεινασαι και διψησαι και κακοπαθησαι συνεταξαµεθα, και υπερ ενος κλασµατος αρτου λογοµαχειν και βλασφηµειν ουκ αισχυνοµεθα, και τοτε ισως επιζητουµενου παρ’ ηµων παρα τον ωρισµενον καιρον της τροφης. Πασι τοις εν τω κοσµω, γονευσι, λεγω, και αδελφοις και φιλοις, ηλθοµεν αποταξασθαι, και τρεφειν µαλλον αυτους εκ των της µονης αρτων ου διαλιµπανοµεν. Ως εχθρον τον κοσµον εφυγοµεν, και τους του κοσµου και τα του κοσµου πλεον η (48) αυτον τον Χριστον αγαπωµεν. Ειπε µοι, ερωτω σε, αδελφε, πιστευων ειναι κρισιν και αναστασιν και ανταποδοσιν των βεβιωµενων, ηλθες εν τη µονη οµολογων ειναι Θεον µελλοντα αποδουναι εκαστω κατα τας πραξεις αυτου, η ουδε τινα τουτων διεθου εν τη καρδια σου; Τηρησαι τας συνθηκας ας συνεθου και συνεταξω τω Χριστω επι
πολλων µαρτυρων εληλυθας, η τουτο µεν ως δεσµον αδελφοτητος δολιως προσεποιησω, µελος γενεσθαι της εκκλησιας περιδρασσοµενος, το δε ολον ην σοι εν µελετη κατεσκευασµενον, ινα λαµβανης ανελλιπως τα προς χορτασιαν και γαστριµαργιαν χορτασµατα και ζης βιον αµεριµνον τε και απονον; Ει µεν ουν παρεγενου δουλος γενεσθαι Χριστου και ηµετερος αδελφος, φυλασσε, παρακαλω, και τας αυτου εντολας, και θερµως δουλευειν αυτω προθυµηθητι, ινα φανης χριστανος αληθης εκ των εργων και αδελφος ηµων φιλοθεος χρηµατισης, ηµιν εν πασιν εξοµοιουµενος· συγκακοπαθησον ως καλος στρατιωτης, ινα και στεφανωθης και συνδοξασθης, αιωνιω δοξη επευφραινοµενος. Ει δε το παν σχηµατιζοµενος µεν κουρευεσθαι και µοναχος γινεσθαι ηλθες, τρωγειν δε και πινειν µετ’ αυτων εµελετησας µονον, ετοιµα τα παντα ευρισκων δηθεν εξ αυτοµατου, ακουσον και εγω σοι λεξω α σοι µελλουσιν υπαντησαι. Πρωτον µεν, ο και µεγιστον, ισθι ως ου κατηλλαγης ουδε προσωκειωθης Θεω, αλλα εχθρος λελογισαι αυτου και επιβουλος· και πως δε ουκ επιβουλος, αλλα µελετων εν καρδια και αλλα επι παντων επαγγελλοµενος και δοκων τον αλαθητον λανθανειν Θεον; Εκεινος· “Μη µεριµνησητε περι της αυριον, (49) τι φαγητε η τι πιητε η τι ενδυσησθε” διαρρηδην πασιν εντελλεται, συ δε δια τουτο αποκειρη, ινα µονον αδελφος υπαρχης και κοινωνος κτηµατων και χρηµατων, ων ισως εν τω κοσµω ων ουκ εκυριευσας. Ο αποστολος παραινει λεγων· “Εχοντες διατροφας και σκεπασµατα, τουτοις αρκεσθησοµεθα”, συ δε µηδε εις αυτην την αναγκαιαν χρειαν αρκουµενος, κλεπτεις και νοσφιζη τα της µονης. Και εν πασι µεν τοις προς σωµατικην ηδονην και θεραπειαν υπαρχουσιν αδελφον σεαυτον ειναι των απαντων ακαινοτοµητον βουλη και την ισοτητα µετα των κοπιωντων εις το εργον Κυριου προσαπαιτεις· εαν δε προς νηστειαν η αγρυπνιαν η τηξιν σωµατος, ετι δε προς πενθος η ευχην αδιαλειπτον, παννυχους τε στασεις και ψαλµωδιας και υµνους πνευµατικους ιδης τινας των αδελφων προθυµως εαυτους γυµναζοντας και τρεχοντας ολη τη ψυχη και προθεσει, αλλοτριον σεαυτον ειναι λεγεις και ταυτα ποιειν µη δυνασθαι· ου µονον δε αλλα και αποκρυβοµενος και µη ευρισκοµενος εις την συναξιν, οιει σεαυτον ωφελειν. Ω της αγαν σκοτωσεως και
αγνοιας και της απατης των λογισµων σου! Και το χαλεπωτερον τουτου, οτι και πειρασµων ιχνος εαν ενωπιον σου φανησεται η και προς δοκιµην σου µικραν τινα λυπην λυπηση σε ο ηγουµενος, και αυτο απαρνη το ενδυµα, καθα πολλους εγω λεγοντας ηκουσα· “Μη γαρ δουλος γενεσθαι τινος εληλυθα η δια το υβριζεσθαι παραγεγονα; “ Ω της παραπληξιας! Ουκ ηλθες κατα των αορατων εχθρων αγωνισασθαι; Ουκ εληλυθας αναλαβεσθαι τον κατα των παθων πολεµον; ∆ι’ ην αιτιαν στρατευθηναι και (50) τοις Χριστου στρατιωταις καταταγηναι ηθελησας; ινα σιτηρεσια επισης αυτοις λαµβανων και οψωνια, ανακεισαι ως οι επι σκηνης τρυφωντες και µεθυσκοµενοι; Εαν ταυτα λογιζη, ουαι σοι εν τη ηµερα της κρισεως, οταν ο Χριστος ελθη εκαστω αποδουναι κατα τας πραξεις αυτου, οταν εκζητηση απο των µοναχων, των συνταξαµενων αυτω επι πολλων µαρτυρων, τας συνθηκας ας συνεθεντο ποιησαι και διαφυλαξαι ενωπιον του αγιου θυσιαστηριου και των αγιων αγγελων αυτου. Τι γαρ και ερωτωµενοι αποκρινοµεθα; Ουχι· τι προσηλθοµεν τω αγιω θυσιαστηριω και τη αγια συνοδια ταυτη, ποθουντες τον µοναχικον βιον και την αγγελικην ασπασασθαι πολιτειαν; Τι ουν προς ταυτα ανθυποφεροµεν; ουχι το “Ναι, τιµιε πατερ”; Ο δε ιερευς τι προς ηµας φησι παλιν; “Γινωσκετε, αδελφοι, οτι εφ’ οσον εληλυθατε καταριθµηθηναι τοις δουλοις του βασιλεως Χριστου, ετοιµασατε εαυτους εις πειρασµους. Εσεσθε γαρ ειδοτες οτι απο του νυν µαλλον πασαν µηχανην ο εχθρος κινησει καθ’ υµων. ∆ει ουν υµας πεινασαι και διψησαι και ριγασαι, ατιµασθηναι τε και εµπτυσθηναι, ραπισθηναι τε και χλευασθηναι και παντα τα κατα Θεον λυπηρα υποµειναι”. Αρα τι προς ταυτα ηµεις αποκρινοµεθα; Ουχι παντα παθειν και υποµειναι επαγγελοµεθα, και το “Ναι, τιµιε πατερ” κατα πασαν ερωτησιν των της υποµονης παθηµατων φθεγγοµεθα; Ουχι εγκρατειαν και αγρυπνιαν και προσευχην και υπακοην µεχρι θανατου τω προεστωτι και παση τη αδελφοτητι φυλαξαι οµολογουµεν ενωπιον Θεου και αγγελων; Και νυν, ως ουδενος οντος του µελλοντος απαιτησαι ηµας τας συνθηκας ταυτας ας συνεθεµεθα, (51) ουτω διακειµεθα, εν αφοβια Θεου διαγοντες και καταφρονησει των αυτου εντολων, κατεπαιροµενοι ου
µονον απασης της λοιπης αδελφοτητος, αλλα και των προεστωτων ηµων, γογγυζοντες, αντιλεγοντες, καταρωµενι, ραθυµουντες και παντα ποιουντες, οσα µισει Θεος και οσα εις γεενναν πυρος απολλυουσιν ηµων τας ψυχας. Που τοιουτον απο του αιωνος ηκουσθη µηχανης εργον; Ποιος δαιµων τροπον απωλειας κατα των ηµετερων ψυχων επινοησει µειζονα τουτου; Μαλλον δε τι πλειον καθ’ ηµων οι δαιµονες µεριµνησουσιν η φροντισουσι; Τω γαρ θεληµατι της σαρκος ορωντες οι δαιµονες κατεχοµενους ηµας, τον θανατον βλεπουσι περιφεροντας· και τινος αλλου χαριν καθ’ ηµων αυτοι εκστρατευουσιν; Απας γαρ ο πολεµος των δαιµονων δια τουτο καθ’ ηµων φερεται, οπως εκ της του Θεου δοξης και της του Αγιου Πνευµατος αλλοτριωσωσι χαριτος τους πειθοµενους αυτοις. Αλλ’ ηµεις και προ της εκεινων παλης εαυτους ηµας, ως ορω, της τοιαυτης απεστερησαµεν δωρεας, καταλιποντες τας του Θεου εντολας και µηδε ζητησαι αυτον εξ ολης ψυχης ποτε προθυµουµενοι. Ει γαρ εζητουµεν αυτον, ουκ αν ουτω ραθυµως και αµελως εβιουµεν. Εαν τα ουρανια εφροντιζοµεν, ουκ αν περι τα γηινα τοσαυτην σπουδην εποιουµεν. Εαν περι των αφθαρτων διενοουµεθα, ουκ αν εκεχηναµεν εις τα ρεοντα και φθαρτα. Εαν των αιωνιων εφιεµεθα, ουκ αν των προσκαιρων ουτως αντεποιουµεθα. Εαν τον Θεον ηγαπωµεν, ουκ (52) αν τους προς αυτον ηµας οδηγουντας ουτως απεστρεφοµεθα. Εαν τας αρετας περιεποιουµεθα, ουκ αν τους διδασκαλους των αρετων εβδελυσσοµεθα. Εαν την νηστειαν ασµενοι ησπαζοµεθα, ουκ αν ποτε δια βρωµατων η ποµατων ενδειαν εγογγυζοµεν. Εαν εγκρατεις των παθων ειναι ηγωνιζοµεθα, ουκ αν ακρατως ταις ηδοναις ενεδιδοµεν. Εαν πιστιν ειχοµεν ορθην και βεβαιαν, ουκ αν τα των απιστων εργα διεπραττοµεθα. Εαν φοβον Θεου εις τας καρδιας ηµων ειχοµεν, ουκ αν τοις γνησιοις δουλοις αυτου εις πασαν αρετην θεαρεστον αντεπιπτοµεν. Εαν ταπεινωσιν εκτησαµεθα, ουκ αν των του Θεου δουλων κατεπαιροµεθα. Εαν αγαπην αληθινην κτησασθαι ηξιωθηµεν, και τον Θεον αν εγνωριζοµεν και ου µονον παιδευεσθαι, αλλα και ατιµαζεσθαι και τυπτεσθαι και αδικεισθαι και επηρεαζεσθαι και παντα πειρασµον, πασαν θλιψιν προθυµως υποµενειν δια τον Χριστον ηθελησαµεν.
Νυνι δε τοσουτον τοις παθεσι κατεσχηµενοι τελουµεν και εν τοσαυτη σκοτωσει και αγνοια τυγχανοµεν, οτι ουδε εν οις εσµεν αισθανοµεθα, ουδε οτι κακως πραττοµεν επισταµεθα. ∆ια τοι τουτο και εαν παρα τινος υποµνησθωµεν περι τινος αµαρτιας, ως µη ακηκοοτες ποτε τας των χριστιανων Γραφας ουτως αποκρινοµεθα· “Και αρα γε αµαρτια η πραξις αυτη εστι; Και τινος χαριν η και δια τι αµαρτια λογιζεται; Ματαιως τουτο παρα τινων αµαρτια ονοµαζεται. Ειθε τας µειζονας εφυλαξαµεθα πραξεις· περι γαρ τουτων των µικρων την πολλην ο Θεος ακριβειαν ου µη ενδειξηται”. Και ταυτα τινες; Οι µοναχοι, οι δευτεραν οµολογιαν και συνθηκην µετα του Θεου ποιησαµενοι, οι την στολην ως αρετην και το ονοµα αντι αγιοτητος περιφεροντες, οι κοσµον και τα εν κοσµω (53) αποβαλεσθαι Χριστω συνταξαµενοι, οι γονευσι και φιλοις οµολογησαντες αποταξασθαι, οι ως Θεω τω πνευµατικω αυτων πατρι συνταξαµενοι υποτασσεσθαι, οι µεχρι και βλεµµατος και αργου ρηµατος την ακριβειαν και ασκησιν επαγγειλαµενοι, το φθονειν η λοιδορειν η γογγυζειν η αντιλεγειν η ψευδεσθαι και ιδιορρυθµειν και οµνυειν η τι της µονης κρυφιως νοσφιζεσθαι η και διδοναι ετερω ανευ βουλης του προεστωτος αµαρτιαν ου κρινουσι. Προς τουτοις, ουδε το κακως διοικειν τα εµπιστευθεντα αυτοις πραγµατα, οιον η προσπαθως τι ποιειν εν αυτοις η εµπαθως η δολερως η φθονερως η ασυνειδητως και κατα πραγµατειαν, ηγουνται ειναι το συνολον αµαρτιαν. Ου φριττεις, ανθρωπε, του Θεου ακουων καθ’ εκαστην σοι λεγοντος δια πασης της θειας Γραφης· “Λογος σαπρος µη εκπορευεσθω εκ του στοµατος υµων. Αµην γαρ λεγω υµιν, και υπερ αργου λογου λογον δωσετε και υπερ ψυχρου υδατος µισθον ληψεσθε”; Ουκ ακουεις οτι και εννοιων και λογισµων καρδιας κριτης εστιν ο Θεος; Τι γαρ φησιν; “Ο εµβλεψας γυναικι προς το επιθυµησαι, ηδη εµοιχευσεν αυτην εν τη καρδια αυτου”. Ειδες πως µοιχος κρινεται ο προς επιθυµιαν εµβλεπων εις προσωπον τινος; Ουτως ισθι βεβαιως, ω ανθρωπε, οτι και ο επιθυµια χρηµατων κρατουµενος φιλαργυρος κρινεται, ει και µηδεν ετερον το συνολον κεκτηται, και ο βρωµατων πολυτελων και πολλων ορεγοµενος γαστριµαργος εστιν, ει και δι’ ενδειαν αρτω µονω και υδατι τρεφεται, και πορνος ο τοις λογισµοις επι
πολυ (54) συνδυαζων και µολυνοµενος, ει και προσωπον ανθρωπου ποτε µη θεασηται. Ουτω και ο λεγων εν τη καρδια αυτου· “Κακως επραχθη τουτο και παραλογως εκεινο γεγονε”και· “∆ια τι το και το γεγονεν; ινα τι δε και εκεινο ου γεγονε;”- µη πλανηθη, καταλαλητης εσται και ως κατακρινων κριθησεται, καν µη εκβαλη ρηµα εκ του στοµατος αυτου, µηδε ακουση τις την φωνην αυτου. Μη πλανασθε, αδελφοι µου, φιλανθρωπος εστιν ο Θεος και ελεηµων και ευσπλαχνος, καγω µαρτυρων οµολογω και τη αυτου ευσπλαχνια θαρρω σωζεσθαι. Πλην γινωσκετε οτι τους µη µετανοουντας και µετα πασης ακριβειας και φοβου πολλου τηρουντας τας αυτου εντολας, ουδεν ωφελησει, αλλα και χειρον µαλλον των απιστων εθνων και αβαπτιστων αυτους τιµωρησεται. Μη πλανασθε, ω αδελφοι, µηδε µικρα υµιν τινα των αµαρτηµατων φαινεσθωσαν και ως µη τοσαυτην βλαβην εµποιουντα ταις ηµετεραις ψυχαις καταφρονεισθωσαν παρ’ ηµων. Μικρου γαρ και µεγαλου αµαρτηµατος διαφοραν ουκ επιστανται οι ευγνωµονες δουλοι, αλλα καν µεχρι βλεµµατος η εννοιας η λογου πταισωσιν, ως εκπεπτωκοτες της του Θεου αγαπης διακεινται, οπερ και αληθες ειναι πειθοµαι. Ο γαρ εξω του θειου θεληµατος µικρον τι ενθυµηθεις και µη ευθυς, την του λογισµου προσβολην εκδιωξας, µεταµελος γενηται, αλλα καταδεξαµενος κρατησει την εννοιαν, εις αµαρτιαν αυτου λογιζεται καν εν αγνοια του κακον ειναι τουτο λογιζεται. Ελθοντος γαρ του νοµου, ηγουν της των αγιων Γραφων διδασκαλιας, το µεν εν αγνοια κατεχοµενον κακον ανεζησε και η αµαρτια εν εµοι (55) ευρεθη ουσα, εγω δε νεκρος και του καλου ξενος γεγονα. Χρη τοινυν παντας τους επερχοµενους ηµιν λογισµους διακρινειν καλως και αντιπαρατιθεναι αυτοις τας µαρτυριας εκ των θεοπνευστων Γραφων και απο της διδασκαλιας των πνευµατικων και αγιων πατερων και, ει µεν συναδοντας ταυταις και ισοδυναµουντας ευρισκοµεν αυτους, παση δυναµει τουτους κρατειν και εις εργον θαρρουντας εξαγειν· µη συµφωνουντας δε τω λογω της αληθειας, µετ’ οργης πολλης αυτους εξ εαυτων αποπεµπεσθαι, καθα γεγραπται· “Οργιζεσθε και µη αµαρτανετε”. Ως γαρ µιασµα και θανατου κεντρον, ουτως
εκφευγειν δει την εγγινοµενην εκ των εµπαθων λογισµων εισβολην. Πολλης ουν ηµιν χρεια της νηψεως, πολλης της σπουδης, πολλης της των θειων Γραφων ερευνης. Την γαρ εξ αυτων ωφελειαν εµφαινων ηµιν ο Σωτηρ ελεγεν· “Ερευνατε τας Γραφας”. Ερευνατε και µετα πολλης ακριβειας και πιστεως κατεχετε τα λεγοµενα, οπως ακριβως εκ των θειων Γραφων επισταµενοι το του Θεου θεληµα, δυνησθε το καλον διακρινειν απταιστως απο του χειρονος και µη παντι πνευµατι υπακουειν, µηδε τοις βλαβεροις συµπεριφερεσθαι λογισµοις. Πληροφορηθητε, αδελφοι µου, οτι ουδεν ουτως ευκολον εις το σωθηναι ηµας ως το επακολουθειν τοις του Σωτηρος θειοις προσταγµασι. Πλην οµως πολλων ηµιν δει των δακρυων, πολλου του φοβου, πολλης της υποµονης και επιµονου ευχης, ινα καν ενος δεσποτικου ρηµατος (56) δυναµις αποκαλυφθη ηµιν, οπως γνωµεν το εν µικροις λογοις κεκρυµµενον µεγα µυστηριον και µεχρι θανατου και υπερ µιας κεραιας των εντολων του Θεου τας ψυχας ηµων θησωµεν. Ο γαρ του Θεου λογος ως µαχαιρα διστοµος εστιν, αποτεµνουσα και αποχωριζουσα την ψυχην απο πασης σωµατικης επιθυµιας τε και αισθησεως· ου µονον δε αλλα και ως πυρ φλεγον γινεται, διεγειρων ηµων το προθυµον της ψυχης και ποιων ηµας του καταφρονειν παντων των λυπηρων του βιου και ηγεισθαι χαραν παντα πειρασµον επερχοµενον, και τον φοβερον τοις αλλοις ανθρωποις θανατον, ως ζωην και ζωης προξενον, επιθυµειν και ασπαζεσθαι. ∆ιο, παρακαλω, ανανηψωµεν ποτε, αδελφοι µου, και αλληλους διεγειροντες, τη παρακλησει του λογου, προς ζηλον και µιµησιν του καλου, δραµωµεν σπουδαιως, σπευσωµεν προθυµως και ζεουση τη προθυµια χωρισθωµεν τη απροσπαθεια του κοσµου, ενωθωµεν τη ταπεινωσει τοις απ’ αιωνος αγιοις· αποδυσωµεθα τον παλαιον ανθρωπον τη εκκοπη του γεωδους θεληµατος και τη νεκρωσει του χοϊκου φρονηµατος, ενδυσωµεθα τον νεον Αδαµ, Ιησουν Χριστον, δια της καθαρας και αΰλου προσευχης, τοις διηνεκεσι δακρυσιν αποσµηξαντες εαυτους. Ωραν καθ’ ωραν και ηµεραν καθ’ ηµεραν ανακαινιζεσθαι ποιησωµεν εαυτους δια µετανοιας, ινα και πολεµειν διδαχθωµεν και παλαιειν τοις αει πολεµουσιν ηµιν εχθροις δαιµοσιν. Ο γαρ τα
ειρηµενα οπλα µηδεπω κτησαµενος, εν καιρω πολεµου στηναι ου δυναται, µαλλον δε εν παση ωρα τιτρωσκεται. (57) Γυµνος γαρ υπαρχων των οπλων εκεινων, εν ειρηνη και ελευθερια διαγειν ου δυναται, επειδη ουχ οµοιως των εξω πολεµων και οπλων και ο εν ηµιν αυτοις πολεµος, αλλα πολυ εκεινου φρικωδεστερος ουτος. Ανθρωποι γαρ προς ανθρωπους µαχοµενοι, ποτε µεν πολεµουσι µετα των οπλων, ποτε δε υπαναχωρουσι και παυονται, και αρµατα ριπτουσι και υπνου µεταλαµβανουσι και τροφης µετα αδειας απασης, και οχυρωµασι πολλακις εαυτους περικλειουσι και αλλοι αντ’αλλων την φυλακην εµπιστευονται, οθεν και φυγη τις χρησαµενος σεσωσται, και κρατηθεις ισως ου τεθανατωται, αλλα την ελευθεριαν περιδοξω δουλεια ανταλλαξαµενος, περιφανεστερος ωφθη και µαλλον επλουτησεν. Ενταυθα δε ουχ ουτως, αλλα διηνεκης τυγχανει ο πολεµος και διηνεκως αναγκη περιβεβλησθαι τοις του Χριστου στρατωταις τα εαυτων οπλα. Ουκ ενι γαρ εν νυκτι η εν ηµερα η εν µια καιρου ροπη τουτον τον πολεµον παυσασθαι, αλλα και εσθιοντων ηµων και πινοντων και κοιµωµενων και οτιουν εργαζοµενων, εν τη ακµη της µαχης τυγχανοµεν. Ασαρκους γαρ εχοµεν εχθρους, οιτινες και κατα προσωπον ηµων διηνεκως ιστανται, ει και µη βλεπονται παρ’ ηµων, και σκοπουσιν ακριβως ει που ευρειν δυνηθωσι µελος ηµων ασκεπον του εµπηξαι τα αυτων βελη και θανατωσαι ηµας. Και ουδεις εστιν ο απο τειχων αισθητων και οχυρωµατων εαυτον περιφυλαξαι δυναµενος και καν µιαν ωραν αποκρυβηναι και µικρον αναπνευσαι καθ’ εαυτον η φυγη χρησασθαι και σωθηναι, ουδε αλλον αντ’ αλλου τουτον τον πολεµον αναδεξασθαι, αλλα πασιν ανθρωποις αναγκη πασα επικειται του πολεµησαι τουτον τον πολεµον, και η νικησαντα τινα ζησαι η πληγεντα αποθανειν αναµφιβολως. (58) Πληγη δε προς θανατον εστι πασα αµετανοητος και ανεξαγορευτος αµαρτια και το εις απογνωσιν τινα εµπεσειν, οπερ της ηµετερας εστι προαιρεσεως και θελησεως. Ει γαρ ηµεις εαυτους ου προδωσοµεν τω της αµελειας βοθρω και απογνωσεως, ουδεν ουδαµως οι δαιµονες ισχυσουσι καθ’ ηµων. Αλλα και µετα το πληγηναι ηµας, εαν θελωµεν, ανδρειοτεροι και εµπειροτεροι δια θερµης µετανοιας γινοµεθα. Μετα γαρ το
πληγηναι και θανειν παλιν αναστηναι και πολεµειν, των γενναιοτατων και αγαν αδρειως εστιν, οπερ και πολλου αξιον εστι και θαυµατος πληρες. Το µεν γαρ απληγους ηµας διατηρηθηναι ουκ εστι των εφ’ ηµιν, το δε αθανατους ειναι η θνητους των εφ’ ηµιν εστι. Μη απογινωσκοντων γαρ ηµων, ου τεθνηξοµεθα, θανατος ου κυριευσει ηµων, αλλα εσοµεθα αει δυνατοι, τω παντοδυναµω και φιλανθρωπω Θεω ηµων εν µετανοια προσφευγοντες. ∆ιο δη τουτο παρακαλω εµαυτον τε και παντας υµας πασαν σπουδην, πασαν ανδρειαν υποµονης και καρτεριας δια των αγαθων επιδειξασθαι πραξεων, ινα δια πασων των του Χριστου εντολων και προσταγµατων οδευοντες, εν προθυµια ψυχης εις τας αιωνιους µονας καταντησωµεν εν αγωγιµοις του Πνευµατος, και τη µια και αδιαιρετω Τριαδι παραστηναι και προσκυνησαι καταξιωθωµεν εν αυτω Χριστω τω Θεω ηµων, ω η δοξα και το κρατος εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος ∆΄. (59) Περι µετανοιας και κατανυξεως. Και εκ ποιων ταυτην εργων κτησασθαι δυνατον. Και οτι ανευ δακρυων αδυνατον εις καθαροτητα και απαθειαν ελασαι τινα. Επειδηπερ, πατερες και αδελφοι, του αγιου πατρος ηµων Συµεων του Στουδιωτου τα θεοπνευστα των υψηλων αυτου πραξεων αναγινωσκετε συγγραµµατα, απερ εκεινος εις πολλων ωφελειαν εξεθετο θειω κινουµενος Πνευµατι, µετα των αλλων αυτου υπερφυων κατορθωµατων και τουτο ρητως ουτως, καθως εν παση τη ζωη αυτου εκεινος απαραβατως εφυλαξεν, εγραψε και εδιδαξε λεγων· “Αδελφε, ανευ δακρυων µη κοινωνηση ποτε”. Τουτο οι ακροαται ακουσαντες – πολλοι γαρ παρησαν ου µονον λαϊκοι, αλλα και µοναχοι των ονοµαστων και περιδοξων επ’ αρετη -, εθαυµασαν επι τω λογω και αλληλοις ενατενισαντες ειπον, ως υποµειδιωντες, οµοθυµαδον µια τη φωνη· “Λοιπον ηµεις ουδεποτε κοινωνησωµεν, αλλα µεινωµεν απαντες ακοινωνητοι! “.Τουτων ακουσας ο αθλιος εγω και ταλαιπωρος, κατ’ ιδιαν τε µνησθεις εκεινων αυτων των ταυτα ειποντων και των ρηµατων αυτων και διαπονηθεις, εκλαυσα πικρως, εν οδυνη καρδιας µου λεγων ουτως εν εµαυτω· (60) “Αρα γε ουτω περι του πραγµατος αληθως διακειµενοι και ως αδυνατον ειναι τουτο
απο ψυχης λογισαµενοι, ειπον α ειπον; η ως µικρον τι µαλλον κατορθωµα λογισαµενοι το κατα τον καιρον της κοινωνιας κλαυσαι µονον, του ρηµατος κατεγελασαν; “. Παντως γαρ ει µη καθ’ εκαστην ηµεραν και νυκτα εργον εχει το κλαιειν τις ενωπιον Χριστου του Θεου, ουδε οτε των θειων µυστηριων µεταλαβειν βουληθη, καν οπωσουν πενθησαι η κλαυσαι ισχυσει κατα Θεον και δακρυων κατενεγκειν σταλαγµους· πως γαρ, εαν µη κατ’ οικονοµιαν τινα αρρητον η συµβασιν εξ αιτιας τινος σπανιως επελθη τινι; ο ουδε θαυµαστον µοι δοκει, οπου γε πολλοι και εν αυτη τη εξοδω της ψυχης αυτων εκλαυσαν οµου και εδακρυσαν (οιµαι δε ου πολλοι, αλλα λιαν ολιγοι και ευαριθµητοι). Ει δε και τουτο αδυνατον παντη λογιζονται, το µετα δακρυων καθ’ εκαστην µετεχειν των φρικτων µυστηριων, φευ της αγνοιας αυτων, βαβαι της αναλγησιας, οιµοι της ανοιας των ταυτα λεγοντων και αµελειας και της πωρωσεως. Ει γαρ εαυτους εκρινον, ουκ αν υπο των ιδιων λογων εκρινοντο· ει µετανοιας επεµελουντο, ουκ αν αδυνατον ειναι ποτε τουτο απηρευξαντο· ει πραξιν µετηρχοντο εγκαρπον, ουκ αν αγευστοι του τοιουτου καλου της τοιαυτης δωρεας του Θεου ολως ετυγχανον· ει φοβον Θεου εν καρδια εκτησαντο, ου µονον εν τω καιρω της µεταληψεως των θειων µυστηριων δυνατον ειναι το πενθειν και κλαιειν διεµαρτυραντο, αλλα και εν παση ωρα ει οιον τε. ∆ιο και την υµετεραν αγαπην περι τουτου πληροφορησαι βουλοµενος, ως προς εκεινους αυτους τους ουτως ειποντας τον λογον ποιουµενος, διερωτησαι προηρηµαι· (61) “Ειπατε µοι, ω βελτιστοι αδελφοι, δια τι τουτο αδυνατον; “- “Επειδη, φησιν, οι µεν ευχερως και εξ ετοιµου προς κατανυξιν εχουσιν, οι δε σκληροκαρδιοι τινες και λιθοκαρδιοι οντες, ουδε τυπτοµενοι κατανυσσονται. Οι ουν ουτως εχοντες, πως κλαιειν και πενθειν δυνανται και µετα δακρυων αει κοινωνειν; Αλλα και οι ιερεις αυτοι την θειαν και αναιµακτον λειτουργιαν επιτελουντες, πως δυνανται κλαιειν;”- “Αυτο ουν τουτο το ειναι σκληρους, ως φατε, και προς κατανυξιν δυσκινητους, ποθεν αυτοις, ειπατε ει επιστασθε, προσεγενετο; Ει δ’ αγνοειτε, µικρον τι του υψους υµων ανεπαισχυντες υφεντες και την ακοην ευµενως υποκλιναντες, µη απαξιωσητε µαθειν εξ εµου του εσχατου.
Γεγραπται γαρ· “Εαν δε τω εσχατω αποκαλυφθη, ο πρωτος σιγατω “. “Ποθεν ουν, φησιν, ο µεν σκληρος, ο δε ευκατανυκτος;” Ακουσον. Εκ προαιρεσεως ο µεν αγαθης, ο δε φαυλης· και εξ εννοιων ο µεν πονηρων, ο δε τοιουτων· και εκ πραξεων ο µεν εναντιων, ο δε φιλοθεων. Και ει δοκει, σκοπησον και ευρησεις απαντας τους εξ αιωνος δια µονων των τριων τουτων, οτι πολλοι εξ αγαθων εγενοντο πονηροι και εκ πονηρων αγαθοι. Ποθεν γαρ - ινα ανωθεν αυτους επαριθµησωµαι - , ο Εωσφορος εξεπεσεν; ουχι προαιρεσει και λογισµω συγκαταθεµενος πονηρω; Ποθεν ο Καϊν αδελφοκτονος εγενετο; ουχι τη πονηρα προαιρεσει εαυτον του Ποιητου προτιµησας και λογισµοις πονηροις εξακολουθησας, τω φθονω εκδοτος γεγονε και τον φονον ειργασατο; Ποθεν δε ο Σαουλ εζητει κρατησαι και αποκτειναι τον ∆αυιδ, ον ως εαυτον ετιµα το προτερον και υπερηγαπα ως ευεργετην; (62) εκ φυσεως η εκ πονηρας προαιρεσεως; ευδηλον οτι εκ πονηρας προαιρεσεως· εκ φυσεως γαρ ουδεις εγενετο πονηρος, επειδη ουδε πονηρων εργων ποιητης ο Θεος, αλλα λιαν καλων, µαλα δη αγαθος ων και τουτο ου θεσει και προαιρεσει, αλλα φυσσει και αληθεια. Προς τουτοις ποθεν ο µεν εις ληστης, ο συσταυρωθεις τω ∆εσποτη Ιησου Χριστω, ελεγεν· “Ει Υιος ει του Θεου, σωσον σεαυτον και ηµας”, ο δε ετερος αυτω ανθυπεφερεν· “Ουδε φοβη συ τον Θεον; οτι ηµεις µεν δικαιως, αξια γαρ ων επραξαµεν απελαβοµεν, ουτος δε ουδεν ατοπον επραξε”; Ποθεν, ειπε µοι, ο µεν ταυτα, ο δε εκεινα εφθεγξατο; και ο µεν εδικαιωθη, ο δε κατεκριθη; Ουχι εκ προαιρεσεως εκαστος και λογισµων ο µεν αγαθων, ο δε πονηρων; Εκ τουτων γαρ και ο µεν απιστιαν, ο δε πιστιν κτησαµενος ελεγε· “Μνησθητι µου, Κυριε, εν τη βασιλεια σου”. Ινα δε τους αλλους παρησω πολλους οντας, εκ τουτων ων ειπειν βουλοµαι µαθετε και διδαχθητε οτι προαιρεσεως αυτεξουσιοτητι εκαστος, η κατανυκτικος και ταπεινος, η σκληροκαρδιος και υπερηφανος γινεται. Και εικοτως. ∆υο γαρ τινων αποτασσοµενων τω βιω οµοτεχνων, οµογενων, συνηλικιωτων, εσθ’ οτε και αδελφων, οµογνωµονων, οµοτροπων, πονηρων, φηµι, και σκληρων, ασπλαχνων,
ωµοτατων, φιλασαρκων και φιλαργυρων και παν ειδος κακιας και πονηριας µετελθοντων επισης, και εισερχοµενων αυτων αµα εις το της ασκησεως σταδιον, ο µεν αυτων κατορθοι πασαν οµου αρετην, ζεσει πιστεως και προθεσεως, παντων αποκοπην ποιουµενος των κακων, ο δε χειρων η οπερ ην προ του αποταξασθαι γινεται. Ποθεν ουν ουκ επισης και τα της αρετης αυτοις κατωρθωθη, (63) ωσπερ και τα της κακιας εκορυφωθη; Ουχι οτι ο µεν προθεσει ψυχης αγαθης παντα τα κατα Θεον υπεµεινε λυπηρα, και προς τουτοις προσεχων ην εξ αυτης εισοδου και αποταγης νουνεχως ταις θειαις Γραφαις και οικοθεν αφ’ εαυτου το αγαθον ποιειν εξελεξατο, µιµουµενος τους των ευλαβεστερων ανδρων βιους και συναµιλλωµενος αυτοις εν νηστειαις και προσευχαις, εν δεησεσιν, εν σιωπη χειλεων, εν κατανυξει και δακρυσιν, εν αποχη βρωµατων ηδεων και ακαιρων οµιλιων, εν αποχη θυµου και οργης και κραυγης, υποµενων εµπονως υβρεις και θλιψεις και στενοχωριας, και τα ευτελη και ατιµοτερα εκλεγοµενος των εργων, µη αντιλεγων η γογγυζων επιτασσοµενος, αλλα προθυµως επιτελων παντα και τον εσχατον αει µεταδιωκων τοπον και εαυτον ευτελεστερον λογιζοµενος παντων και, απλως ειπειν, παντα ποιων µετα γνωσεως, οσα ηµας αι θειαι Γραφαι σαφως εκδιδασκουσιν, ινα τυχων ελεους και συγχωρησεως των προτερων κακων, ευρη παρρησιαν ενωπιον του Θεου; Ο δε τα εναντια τουτων παντων προθεσει ψυχης πονηρας ποιων, εµεινεν οπερ ην και προ του αποταξασθαι πονηρος, ινα µη λεγω και χειρων η οπερ ην. Ουτως ουκ εκ φυσεως, ωσπερ τινες οιονται, αλλ’ εκ προαιρεσεως γινεται πας ανθρωπος ειτε ταπεινος και ευκατανυκτος, ειτε σκληρος την καρδιαν και πεπωρωµενος και ακατανυκτος. Ποτε γαρ, ειπε µοι, κατανυγησεται την ψυχην και δακρυον εκ οφθαλµων σταλαξει ο πασαν ηµεραν σχεδον ωδε κακεισε περιερχοµενος και µητε σιωπης χειλεων, µητε ευχης, (64) µητε αναγνωσεως και ησυχιας επιµελουµενος, αλλα ποτε µεν προσοµιλων τοις πλησιον εν ταις συναξεσι, και ου µονον εαυτον αλλα και οις προσοµιλει της ωφελειας αποστερων, ποτε δε διασυρων και λοιδορουµενος τους ευλαβεις των αδελφων και αυτον εσθ’ οτε τον προηγουµενον; Ποτε κατανυξιν κτησεται ο παντα περιεργαζοµενος τα της µονης, και ου µονον τα της
µονης, αλλα και ενος εκαστου τον βιον; και ποτε µεν λεγων προς τινας των αδελφων· “Ηκουσα χθες το και το” φησι, ποτε δε· “Εµαθες τι τω δεινι συνεβη τω ταπεινω;” και παλιν· “Ηκουσατε του δεινος την συµφοραν; “. Ο τοιουτος αρα ποτε των οικειων αναµνηµονευσει κακων, ινα και πονεσας δακρυον καταφερη εξ οφθαλµων αυτου; Ο δε και της συναξεως εξερχοµενος εν τω καιρω της αναγνωσεως των θειων Γραφων και εγγυς η µακραν καθηµενος και προσοµιλων µετα τινων – ποτε µεν εκεινου ποτε δε των αλλων τας ανωφελεις συντυχιας προβαλλοµενων και ουτω λεγοντων· “Ηκουσατε, φησι, τι τον δεινα πεποιηκεν αδελφον ο ηγουµενος; “ ο δε· “Λοιπον, εαν ειπω υµιν τι τον δεινα πεποιηκεν τον ταπεινον, τι εχετε ειπειν; “και ουτω τοιαυτα και χειρονα τουτων ο οµιλων και απασχολων και απασχολουµενος εις φλυαριας τοιαυτας, ποτε εις συναισθησιν ελθη των οικειων αµαρτηµατων και εαυτον αποκλαυσεται; Ο γαρ µη προσεχων τοις θεοπνευστοις λογιοις, µηδε θυραν τιθεµενος περι τα χειλη αυτου, µηδε αποστρεφων το ους αυτου εξ ακοης µαταιας και µεµνηµενος της εσχατης απολογιας και του φοβερου βηµατος του Χριστου, οπως γυµνοι και τετραχηλισµενοι οφειλοµεν παραστησεσθαι παντες αυτω και δουναι λογον υπερ των βεβιωµενων ηµιν, (65) πως αρα, ει πλειον των εκατον χρονων επιζησει εν τω µοναχικω σχηµατι, δακρυον κτησεται και πενθησει θερµως εαυτον; Πως ο των πρωτειων αντιποιουµενος εν τη στασει της εκκλησιας, εν τη καθεδρα της τραπεζης, και υπερ των τοιουτων αει µαχοµενος και λυπουµενος, λυπηθησεται ποτε υπερ της ιδιας ψυχης και κλαυσει πικρως ενωπιον του Θεου; Ο δε και προφασιζοµενος προφασεις εν αµαρτιαις, αδυναµιαν προβαλλοµενος, δυνατος ων και σφριγων και νεος, εν τη στασει της εκκλησιας, και παραµετρων εαυτον τοις πολλα κοπιασασι και χρονισασι τη ασκησει των ευλαβεστερων αδελφων, λεγων· “Μη δευτερος ειµι του δεινος η του δεινος εγω; οτι εκεινος επακουµβιζων ισταται και απερχοµενος ισταται”- συνεξισαζων εαυτον εκεινοις, ο ισως αναξιος ων και της κατω χωρας, ποτε της εαυτου ασθενειας επιγνωµων γενηται, ινα και στεναξας απο ψυχης κατανυγη την καρδιαν και δακρυση τοις οφθαλµοις; Η γαρ κενοδοξια, δουλον
αυτον τη ακηδια εκδουσα, ουκετι εν ουδενι καρτερησαι αφιησιν αυτον εν υποµονη· και διαγει εκτοτε εκαστος των τοιουτων εις πασαν συναξιν εν ραθυµια και αµελεια, τοις πλησιαζουσιν αυτω και ανεχοµενοις ακουειν αυτου προσοµιλων συνεχως µαταια και γραωδη µυθευµατα. Και ουτως αναισθητως η µαλλον ειπειν αναλγητως τοις πνευµατικοις και θεοσεβεσιν ανδρασι συνεισερχοµενος εν ταις θειαις συναξεσιν, ανωφελως εκειθεν εξερχεται, µηδεµιαν αλλοιωσιν ολως προς το κρειττον επαισθανοµενος προσγινοµενην αυτω, την δια της κατανυξεως τοις αγωνιζοµενοις απο Θεου διδοµενην, τουτο µαλλον αρκειν εαυτω οιοµενος, το µη απολιµπανεσθαι των τετυπωµενων (66) συναξεων – ορθρου λεγω και λυχνικου και των ψαλλοµενων ωρων -, ουτως απλως εις την κατορθωσιν των αρετων και την τελειωσιν των τετελειωµενων, εις την κατα Χριστον ηλικιαν. Εγνων γαρ τινας υπο της τοιαυτης απατης κατασχεθεντας και σπουδην µεν ποιουµενους ωστε µη περιπεσειν εις αµαρτιαν τινα σαρκικην µεθ’ ετερων συναφθεντας σωµατων· οπως δε τα εν κρυφη γινοµενα η και εν τω αφανει µελετωµενα της καρδιας µη εκφυγειν το καθολου φροντιζοντας, και οιοµενους σωθησεσθαι ανευ τινος αλλης εργασιας, ευχης λεγω και σιωπης χειλεων και αγρυπνιας και εγκρατειας και πτωχειας πνευµατικης και ταπεινωσεως και αγαπης, µετα µονης της απλως ουτω γινοµενοις εν ταις συναξεσιν υπαντης. Αλλ’ ουχ’ ουτως εχει· Θεος γαρ ου βλεπει εις προσωπον, ουδε εις µονην την εξωθεν καταστολην των ηθων, ουδε εις τας κραυγας ηµων, αδελφοι, αλλ’ εις καρδιαν συντετριµµενην και τεταπεινωµενην και ησυχον και τον φοβον του Θεου επιφεροµενην· “Επι τινα γαρ, φησιν, επιβλεψω, αλλ’ η επι τον πραον και ησυχον και τρεµοντα µου τους λογους”. Τι δε και περι των αναξιως προσερχοµενων και αιτησεις ποιουµενων εις τους προεστωτας αυτων ειπω; Και οι µεν οσοι ευλαβειας δηθεν της εξωθεν επιµελοµενοι µονον η, µαλλον ειπειν, οσοι προς τα κερδη και την δοξαν και τα παροντα µονον κεχηνασιν· “Ουκ εσµεν αξιοι, φασι, και ηµεις, τιµιε πατερ, διακονησαι τη µονη και τοις αδελφοις; η µονος ο δεινα και ο δεινα εις την δεινα και δεινα διακονιαν εστιν αξιος, και οικονοµειν οιδεν εκεινος κρειττον παρ’ ηµας τα πραγµατα; (67)
∆οκιµασον, ει βουλει, και ηµας και ευρησεις ποιουντας και οικονοµουντας κρειττον η ως εκεινοι τα της µονης πραγµατα”, οι δε οσοι τη αµελεια και ραθυµια εξ αυτης αυτων της αποταγης εκδοτους δεδωκασιν εαυτους, αδυναµιαν σωµατος προβαλλοµενοι, οι απο του κοσµου χθες και πρωην ελθοντες και µυριων κακων γεµοντες, προ του υποταγηναι και ιδρωσαι και κοπιασαι αυτους εις το εργον του Θεου, απερχοµενοι ιστανται, ως ειρηται, µετα των πολλα κεκοπιασαντων επακουµβιζοντες. Και εαν ειπη ο πλησιον αυτου προς ενα τουτων· “Εισελθε, αδελφε, εις τον συνηθη σου τοπον και στηθι ψαλλων εκει µετα των αδελφων· δυνασαι γαρ”, αποκρινεται λεγων· “Απο των ωδε µαλλον προσεχεστερον ακουων, καλλιον ψαλλω ηπερ αφ’ ου εκ συνηθειας ισταµαι τοπου”. Εαν δε παλιν προσθεις ο αδελφος ειπη αυτω· “Ου δυνασαι ωδε ιστασθαι, αδελφε, ανευ προσταξεως του προεστωτος ηµων”, ακουσας εκεινος ευθυς απελθων αιτειται τον προεστωτα, σωµατος αδυναµιαν προφασιζοµενος και ασθενειαν, εως ου επιτυχη του ιδιου σκοπου· “Και ινα, φησι, πατερ, ακουω τον πρωτον κανοναρχον και ισταµαι εις το πρωτον στηθεον η εις το δευτερον του δεινος εγγυς”, παρισαζων εαυτον τω κεκοπιακοτι πολλα· και οπηνικα του σκοπου τυχη, εκτοτε ουδεποτε δυναται στηναι εν τω χορω. Κατα µικρον δε και εις πασαν αλλην υποθεσιν τοις πρωτοις ο τοιουτος σπουδαζων συναριθµειν εαυτον, την εξωθεν ευλαβειαν υποκρινεται, προσποιειται κοσµιαν καταστολην, τοις ερχοµενοις εν τη µονη φιλοις των αλλων και αρχουσι σπουδαζει προσυπανταν και εν οις προσερχονται αδελφοις συχνοτερον απερχεται επι τω γνωριµος γενεσθαι αυτων, ωφελεισθαι προφασιζοµενος υπο των λεγοµενων υπ’ εκεινων συντυχιων και ερµηνειων της θειας Γραφης. (68) Λοιπον ουν περιτρεχειν αρχεται το µοναστηριον απο κελλης εις κελλαν απερχοµενος και λεγων ενι εκαστω· “Πιστευσον, αδελφε, ουτως σε αγαπω, οτι εαν µη ιδω σε, ουδε ζην νοµιζω την ηµεραν εκεινην”. Ει µεν ουν ευρεθη τις, εξ ων απερχοµενος ταυτα λεγει, φοβουµενος τον Θεον, αποκρινεται λεγων αυτω· “Μνησθειη σου ο Θεος της αγαπης, αδελφε µου· τι γαρ και βλεπεις εις εµε αγαθον;”. Ο δε· “Και τι, φησιν, ουκ εχεις
συ των καλων; Ποιος γαρ ουτω πραΰς, ευλαβης, σοφος, γνωστικος, απλαστος και το µειζον παντων πατρος σπλαχνα κεκτηµενος, προς παντας φιλαδελφος ων;” Ταυτα δε λεγων προς το γευσασθαι αποβλεπεται µετ’ αυτου. Ο δε πνευµατικος αδελφος οµιλει αυτω κατα την δοθεισαν αυτω χαριν τα προς σωτηριαν ψυχης και, οσον το εφ’ εαυτον τους επαινους αυτου απωθουµενος, διορθουται τον αδελφον. Ει δε µη τοιουτος ευρεθη, αλλ’ απ’ εναντιας σαρκικος και αστηρικτος, ευθυς φυσιουται εν εαυτω υπο των επαινων εκεινου και αποκριθεις λεγει προς αυτον· “Και τι κρεισσον της αγαπης, ω πατερ και αδελφε; οντως ουδεν· και µακαριος ο ταυτην κτησαµενος”, και αλλα τινα, οσα οιδε τον κολακα αποδεχεσθαι και προς ευφηµιαν αυτου διερεθιζειν. Ειτα ωσπερ τοις επιπλαστοις επαινοις καταθελγοµενος, νοος κουφοτητι χαυνωθεις ο τοιουτος, ει µεν των ευπορων εστιν, αυτικα ουδ’ υποχωρησαι τουτον εα, αλλ’ αξιοι συνεστιασθηναι αυτον αυτω, και βρωµασιν αυτον δεξιουµενος κενους επαινους αντιλαµβανει, τους εις αερα µεν διαλυοµενους, βλαβην δε ου την τυχουσαν τη αυτου προξενουντας ψυχη. Ει δ’ ουν αλλα µετα τας πολλας και ανωφελεις οµιλιας λεγει αυτω· (69) “Μηδεν µοι µεµψη, αδελφε. Οιδεν η αγαπη, ουδεν εχω αξιον σου, ινα συν εµοι τροφης µεταλαβης. Αλλ’ επει τοιαυτην διαθεσιν και αγαπην προς ηµας τους ταπεινους κεκτησαι, εχοµεν απο του νυν κοινως και φιλικως καταπολαυειν ων αν επιχορηγηση Κυριος ηµιν εις βρωσιν, και συνευφραινεσθαι σοι”. Εκτοτε ουν παρεµπιπτει εν εκατεροις τουτοις φροντις ανεξαλειπτος, και ου παυονται πορους επιζητουντες, οθεν αν και προσγενηται αυτοις δια της των βρωµατων δαψιλειας την δοκουσαν αγαπην βεβαιοτερον εµπεδωσασθαι. Ουτω τοινυν µετα παντων προφασει αγαπης, µαλλον δε απατης συνδησας εαυτον τοις πασι, ποτε µεν αυτος αλλον, ποτε δε των αλλων ο καθ’ εις αυτον προσκαλουµενος, ουκ επιλειπει αυτον τραπεζα και ευθηνια των εις τρυφην χορτασµατων εις κορον, και ουτω γινεται χοιρος και δεσµειται ταις ηδοναις και θεραπευει ενδελεχως την γαστερα, οκνω γαρ ειπειν και τα αυτου υπογαστρια. ∆ιο και µετ’ επιτηδευσεως εκ των ερανων γαστριζοµενος καθ’ εκαστην της εσπερας ερχοµενης µετα την
των αποδειπνιων ακολουθιαν εις το κελλιον αυτου απερχοµενος, λεγει τω υπουργουντι αυτω· “Ιδε, ταπεινε, τω διψει συνεχοµαι. Αλλα θερµον ευτρεπισας, δος µοι πιειν και αναψυξαι της διψης”. Εκεινος ουν, ως εξ εθους εχων, ευνους ευρισκεται παραχρηµα και δραστικωτατος υπηρετης, οια δη και αυτος αυτω συνευωχουµενος και ζωηροτερον µαλλον πινων τον οινον και εκτροφων, του σκοτους αυτω λανθανειν επιβραβευοντος. Ος και µετα το πιειν απαξ προς ορεξιν αυθις διεγειρεται βρωµατων και λεληθοτως τη των βρωµατων ηδυτητι ωσπερ υποκλεπτοµενος, ανεπαισθητως κορεννυται και παχειαν απεργαζεται την γαστερα και δυσµεταχειριστον και τη της ψυχης ορµη µη υπεικουσαν. (70) Τοτε λεγει αυτω ο λογισµος· “Απολυσον σου τον υπουργον και στηθι ποιησον σου την συνηθη ευχην”. Ανταποκρινεται ο ετερος λογισµος και λεγει αυτω· “Και πως ισχυεις στηναι εµπεπλησµενος ων και καταγοµος; Κοιµηθητι µικρον και τη φυσει βοηθησον εις το εξαναλωσαι τα βρωµατα και προ της συναξεως εγερθητι. Και τοτε µαλλον, ευκινητον εχων το σωµα, ευξη καλως”. Υπακουει τω λογισµω και πεσων υπνοι και εαν εξυπνος γενηται, ουκ εγειρεται, αλλα λεγει· “Ταχυ εστιν, υπνωσω ετι µικρον”. Και ουτως υπερτιθεµενου, φθανει η συναξις του ορθρου, και τηνικαυτα εγειροµενος εισερχεται εις την συναξιν, το συνειδος εχων ελεγχον της αµελειας και ραθυµιας αυτου. Καθως ουν προειποµεν, ως εθος αυτω εστι, συχνοτερως εις τας των φιλων και αγαπητων πατερων κελλας απερχοµενος εως βραδυ καθηται συνδειπνων, συµπινων, προσοµιλων αυτοις· και ουτως εν τω κελλιω ερχοµενος, αχρηστος γινεται ου µονον εν τη εσπερινη ευχη, αλλα δη και εν τη του ορθρου συναξει, µηδεν ολως πνευµατικον η εννοησαι η διαπραξασθαι δυναµενος. Αλλα και εν τη αυτου κελλη, εαν ετερος ελθων παραβαλη, οµοιως την νυκτα παρελκει, εσθ’ οτε λοιδορων και κατακρινων βιους ετερων, και µενει ουτος τον ολον της ζωης αυτου χρονον προσαπολλυς εν κραιπαλη και µεθη και µεριµναις ουκ αγαθαις. Αλλα τινος ενεκα ταυτα παντα διηλθον; Ινα δειξω υµιν, αδελφοι, οτι ο τοιουτον ελκων βιον ου δυναται ποτε δακρυον εξ οφθαλµων αυτου καταγαγειν· πως γαρ ο αει την αυτου θεραπευων γαστερα και διηνεκως φροντιζων οµοιως τοις εθνεσι
τι φαγεται αυριον και τι πιεται (71) και ως δεσποινη δουλευων τη του φαρυγγος ηδονη; ∆ωµεν δε και απεχεσθαι των ειρηµενων αυτον και µητε προς αλλου τινος κελλαν χωρειν, µητε αλλον αυτον υποδεχεσθαι εν τη κελλη αυτου, µητε κορω γαστρος και ποτω και αργολογιαις προσανεχειν, αλλα κλεισαντα τας θυρας ενδον µενειν της κελλης µονωτατον· τι ουν ο οφελος αυτω, εαν µη πνευµατικη υπαρχη και µετα γνωσεως η εργασια αυτου, αλλα καθηται αναγινωσκων προς το αποστηθισαι τι, ινα εχη τουτο λεγειν εν καιρω συναξεως η και παρουσια φιλων, ωστε φαινεσθαι αυτον γνωστικον; Θωµεν δε οτι ουχ ενεκα τουτου, αλλα χαριν ωφελειας και του ακουσαι λογον Θεου εντυγχανει ταις θειαις Γραφαις, ειτα εγερθεις ισταται εις προσευχην· η δε προσευχη αυτου εστωσαν, ει δοκει, ψαλµοι δυο η τρεις η δεκα η εκατον, αι προσκυνησεις ωσαυτως, οσας αν και ειποις ποιειν, ειθ’ ουτως εκπληρωσας παντα ανακλινεται και πλεον ουδεν· τι ουν, ειπε µοι, οφελος αυτω εκ της τοιαυτης και µονον εργασιας, εαν µη και ο καρπος της ευχης και της αναγνωσεως επανθηση τη ψυχη αυτου δια των δακρυων της µετανοιας, ος εστιν η απαθεια, η επικτησις της ταπεινοφροσυνης οµου και πραοτητος, και η γνωσις µετα σοφιας του πνευµατος; Παντι γαρ τω µετα γνωσεως εργαζοµενω την πνευµατικην εργασιαν των εντολων του Θεου αναλογως διχα πασης αµφιβολιας η των ειρηµενων επιγινεται κτησις της εµπονου εργασιας αυτου. Ει δε εργαζοµενω κατα το δοκειν και πονουντι ουκ επανθησει τα ειρηµενα, ουκ εστιν κατα Θεον η εργασια αυτου αλλα µονον προς ανθρωπων αρεσκειαν, και εικοτως των κρειττονων εξαµαρτανει. (72) Ουτω τοινυν αει τον εαυτου βιον εκαστος των προειρηµενων διερχοµενος, δυνησεται ποτε αρα, ως ο απο της αρχης της αποταγης αυτου δους εαυτον ολον εις το παντα τα κατα θεον λυπηρα υποµειναι και παθειν, καθως ανωθεν προειρηκαµεν, δακρυον η κατανυξιν κτησασθαι η την εκ του κοσµου συνουσαν αυτω κακιαν και πονηριαν και σκληροκαρδιαν αποβαλεσθαι και ταπεινωσιν κτησασθαι; Ουδαµως. Πλανα εαυτον οστις αν η, ο ταυτα νοµιζων η και νοµοθετων. Ως γαρ ουκ ενδεχεται τον µη εκπυρουµενον σιδηρον τω πυρι οµοιως τω εκπυρουµενω λαµπρυνεσθαι η εις
απαλοτητα δι’ ετερας τινος µηχανης ερχεσθαι και χαλκευεσθαι και εις εργαλειον κατασκευαζεσθαι ποτε ευχρηστον, ουτως ουδε τον αµελη και ραθυµον και τοιουτον ελκοντα βιον επιβλαβη, οιον ο λογος εδηλωσε, δυνατον τω αναδεξαµενω εκ πρωτης τυπους αγαθους εξ υπακοης πατερων πνευµατικων και βιον εναρετον εχοντι εξισωθηναι και των αυτων εκεινω καταπολαυσαι δωρεων και χαρισµατων του Πνευµατος. Και εικοτως. Ο µεν γαρ ταπεινος ων την καρδιαν και ταπεινοτερας εχων τας εννοιας και συντετριµµενον τον λογισµον προαιρουµενος τε σπουδαιοτερον ταις θειαις Γραφαις εξακολουθειν και πασαν υποµενων θλιψιν και παντα πειρασµον υποφερων, ετι δε και µετα παντων των ευτελεστερων συναριθµων εαυτον, τας πραξεις αυτου δηλονοτι και τα κακα αναλογιζοµενος και µεµφοµενος εαυτον καθ’ εκαστην και βλεπων αµαρτωλον εαυτον, προκοπτει συντοµως και υπο της θειας χαριτος, οταν µη εχη ανθρωπον, τα προς σωτηριαν διδασκεται, εξοριζων κατ’ ολιγον απο της αυτου ψυχης τας ενουσας αυτω απο του κοσµου κακιας και πονηριας, (73) αντεισαγων δε αντ’ εκεινων τας αρετας. Ο δε γεµων ακαθαρσιας οµου και οιησεως και µη βουλοµενος ενωπιον της κραταιας χειρος του Θεου ταπεινωθηναι και ανακαλυψαι τα της καρδιας αυτου πατρι πνευµατικω και κολληθηναι αυτω και παντα δρασαι και παθειν, οσα προς αρετην και Θεον µετα συνεσεως φερει και τελεοι τον κατα Θεον ανθρωπον, γινεται χειρων η οπερ ην εν τω κοσµω του υλικου πνευµατος αντιστραφεντος και ενοικησαντος εις αυτον µετα των επτα πνευµατων της πονηριας. Και ουτως ο µεν υπερβαινει τοσουτον και υπερνικα τον συνεισελθοντα αυτω αδελφον, οσον ο τρεχων ελευθεριως τον εν δεσµοις και πεδαις σιδηραις κατεχοµενον· ο δε ητταται και τοις προτεροις εναποµενει κακοις η και χειροσι, µη θελησας οικοθεν εκλεξασθαι και ποιησαι το αγαθον εν τω υπεισελθειν και αναδεξασθαι τους αγωνας της αρετης. ∆ια τουτο ουν, ως εφθην ειπων, εργασιας εστι καρπος η κατανυξις και καρπων προξενος, µαλλον δε ποιητικη πασων των αρετων και δηµιουργος αυτη καθεστηκε, καθως πασα Γραφη θεοπνευστος µαρτυρει. Τοιγαρουν και ο θελων κοψαι παθη η κτησασθαι αρετας, ταυτην προ παντων των καλων και
µετα πασων των αρετων οφειλει επιµελως εκζητειν. Χωρις γαρ ταυτης ου θεασεται καθαραν ποτε την εαυτου ψυχην· ει δε µη ταυτην, ουδε το σωµα παντως κτησεται καθαρον. Ανευ γαρ υδατος αµηχανον εκπληθηναι το ρερυπωµενον ιµατιον, και διχα δακρυων αµηχανεστερον αποπλυθηναι και καθαρθηναι κηλιδων και µολυσµων την ψυχην. Μη προφασιζωµεθα προφασεις (74) ψυχοβλαβεις και µαταιας, µαλλον δε ειπειν εις απαν ψευδεις και της απωλειας προξενους, αλλ’ εκζητησωµεν την βασιλιδα ταυτων των αρετων ολοψυχως. Ο γαρ ταυτην ολοψυχως επιζητων, ευρισκει αυτην· µαλλον δε αυτη παραγινοµενη ευρισκει τον εκζητουντα επιπονως αυτην, και καν χαλκου καν σιδηρου καν αδαµαντος σκληροτεραν εχη καρδιαν, αµα τω παραγενεσθαι κηρου παντος µαλακωτεραν ταυτην εργαζεται. Πυρ γαρ εστι θειον διαλυον ορη και πετρας και λεια παντα ποιουν και µεταποιουν εις παραδεισους και αλλοιουν τας αυτο δεχοµενας ψυχας. Μεσον γαρ τουτων πηγη βλυζουσα γινεται, υδωρ ζωης αει πηδων και αλλοµενον και καταρδευον πλουσιως αυτας, και ωσπερ απο δεξαµενης τινος καταρρεον εις τους εγγυς και µακραν, και υπερεµπιπλουν τας µετα πιστεως δεχοµενας τον λογον ψυχας. Εκπλυνει µεν γαρ εκ πρωτης του ρυπου τους µετοχους αυτου, ειτα συνεκπλυνει τα παθη και απορρυπτει, ωσπερ τραυµατων λεπιδας ταυτα εξανασπων, φηµι δη πονηριαν, φθονον, κενοδοξιαν και ταλλα παντα α τουτοις συνεπεται· ου µονον δε αλλα και ωσπερ τις φλοξα περιτρεχουσα κατ’ ολιγον εξαφανιζει εκκαιουσα καθ’ ωραν ως ακανθας αυτας και καταφλεγουσα· ητις και πρωτον µεν ποθον εµποιει της τελειας τουτων ελευθεριας τε και καθαρσεως, επειτα και των αποκειµενων και ητοιµασµενων παρα Θεου αγαθων τοις αγαπωσι αυτον. (75) Ταυτα δε παντα µετα δακρυων, µαλλον δε δια των δακρυων, το της κατανυξεως θειον πυρ απεργαζεται· ανευ δε δακρυων, ως εφαµεν, ουδε εν τουτων η εν ηµιν αυτοις η εν τισιν ετεροις γεγονε ποτε η γενησεται. Ουδε γαρ απο των θειων Γραφων αποδειξει τουτο τις, οτι δακρυων διχα και κατανυξεως διηνεκους εκαθαρθη τις ανθρωπων ποτε η αγιος γεγονεν η Πνευµα Αγιον ελαβεν η τον Θεον εθεασατο η σκηνωσαντα ενδον αυτου εγνωκεν η ολως τουτον εσχε ποτε ενοικον εν τη
καρδια αυτου, µη προηγησαµενης µετανοιας και κατανυξεως και ως απο πηγης αει βρυοντων δακρυων διηνεκων, των κατακλυζοντων δηλονοτι και την της ψυχης εκπλυνοντων οικιαν, και αυτην καταδροσιζοντων και αναψυχοντων την υπο του απροσιτου πυρος κατεχοµενην και καταφλεγοµενην ψυχην. Οι ουν λεγοντες µη ειναι δυνατον καθ’ εκαστην νυκτα και ηµεραν πενθειν και κλαιειν, εαυτους πασης αρετης γυµνους ειναι διαµαρτυρονται. Ει γαρ οι πατερες ηµων οι αγιοι ουτως αποφηναµενοι λεγουσι· “Ο θελων κοψαι παθη, κλαυθµω κοπτει αυτα και ο θελων κτησασθαι αρετας, κλαυθµω κταται αυτας”, ευδηλον οτι ο µη κλαιων καθ’ εκαστην, ουτε τα παθη κοπτει ουτε τας αρετας κατορθοι, καν, ως οιεται, δοκη πασας µετερχεσθαι. Τι γαρ ωφελουσιν, ειπε µοι, τα εργαλεια της τεχνης του τεχνιτου µη παροντος, του την υλην ειδοτος µεταχειρισασθαι και ταυτην ποιησαι σκευος αρµοδιον; Τι δε τον κηπουρον ονισησιν, εαν ολον µεν τον κηπον εργασηται και λαχανου παν γενος σπειρη τε και φυτευση εν αυτω, µη κατελθη δε υετος ανωθεν επ’ αυτοις η µη ουσης αρδειας αυτω υδατος; Παντως ουδεν. Ουτως ουδε ο τας αλλας αρετας (76) µετερχοµενος και κοπιων εν αυταις ονησεται τι χωρις ταυτης της αγιας και µακαριας δεσποινης και δηµιουργου πασων των αρετων. Ωσπερ γαρ βασιλευς διχα του υπ’ αυτον στρατευµατος ασθενης και ευχειρωτος τοις πασι γινεται και ουδε βασιλευς φαινεται, αλλ’ ως εις των λοιπων ανθρωπων εστιν, ωσαυτως δε και τα του πληθους στρατευµατα και στρατοπεδα διχα βασιλεως η του αρχιστρατηγου αυτων ευχερως διασκορπιζονται και υπο των αντιπαλων εξαφανιζονται, ουτως λογισαι ειναι το πενθος προς τας λοιπας αρετας. Στρατοπεδον µεν γαρ επι το αυτο συναγοµενον απασας νοει µοι ειναι τας των εισαγωγικων αρετας, βασιλεα δε τουτων και στρατηγαρχην το µακαριον πενθος και τον κλαυθµον, δι’ ου επι παραταξιν απαν διατιθεται και παρατασσεται το στρατοπεδον, προθυµοποιουµενον, αλειφοµενον, ενισχυοµενον, διδασκοµενον, οπλα τε αιρειν και οπη δει και πως και ποτε και ποταπα και επι ποιω και ποταπω τω αντιπαλω κατα καιρον και καιρους καλως οριζοµενον, τινας τε πεµπειν σκοπους και οποιους ισταν φυλακας και τι τοις απο
των αντιπαλων πεµποµενοις προσδιαλεγεσθαι χρη και ποιοις εστι γαρ και απο µονης οµιλιας τρεψαι παντας αυτους, ενιοτε δε και εκ του µηδε εις συντυχιαν αυτους προσδεξασθαι -, πως δε και ενεδρας κατ’ αυτων και λογους ειτουν εγκρυµµατα, και ποτε και ποιους του στρατοπεδου εις τουτο εκπεµψαι και εν ποιοις τοποις, αυτο δη το πενθος, λεγω, σαφως διαταττεται· ανευ δε τουτου ο λαος των αρετων απας ευχειρωτος. Και δια τουτο προ παντων και µετα παντων εργον εστω πασιν ηµιν, αδελφοι, η µετανοια και ο συνηµµενος ταυτη κλαυθµος· και τα τω κλαυθµω συνεποµενα δακρυα· ουτε γαρ διχα µετανοιας κλαυθµος, (77) ουτε διχα κλαυθµου δακρυα, αλλα τα τρια ταυτα αλληλοις συνδεδενται, και ουκ εστι διχα του ετερου φανηναι το ετερον. Μη ουν λεγη τις αδυνατον ειναι το καθ’ εκαστην κλαιειν· ο γαρ τουτο λεγων, αδυνατον ειναι λεγει και το καθ’ εκαστην µετανοειν και ανατρεπει πασας τας θειας Γραφας, ινα µη λεγω και αυτην την εντολην του Κυριου την λεγουσαν· “Μετανοειτε, ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων”, και παλιν· “Αιτειτε και ληψεσθε, ζητειτε και ευρησετε, κρουετε και ανοιγησεται υµιν”. Ει γαρ το µετανοειν και κλαιειν και δακρυειν καθ’ εκαστην λεγεις αδυνατον, το ταπεινοφρονειν και παντοτε χαιρειν και αδιαλειπτως προσευχεσθαι, αλλα µην και αυτην κτησασθαι καθαραν την καρδιαν απο παντοιων παθων τε και λογισµων πονηρων προς το θεασασθαι τινα τον Θεον, πως ερει ποτε δυνατον παρα ανθρωπων κατορθωθηναι φθαρτων; Ουδαµως· και ουτω γενησεται σοι το µετα απιστων καταταγηναι και ου πιστων. Ει µεν γαρ ο Θεος παντα ταυτα ως δυνατα παρ’ ηµιν γινεσθαι και ειπε και λεγει και καθ’ εκαστην βοα, συ δε αντιλεγεις απ’εναντιας εκεινω, αδυνατα λεγων ειναι ηµιν και ου δυνατα, παντως των απιστων διαφερεις ουδεν. Θελεις ουν µη κοινωνησαι ποτε διχα δακρυων; Ποιησον τα παρα σου καθ’ ηµεραν αδοµενα τε οµου και αναγινωσκοµενα, και τηνικαυτα δυνηση και τουτο αδιαλειπτως επιτελειν. Ποια ταυτα; Και ολως συ αγνοεις; Ακουε του λεγοντος· “Ου γαρ οι ακροαται του νοµου δικαιοι ουτοι παρα τω Θεω, αλλ’ οι ποιηται του νοµου δικαιωθησονται”. Αλλ’ ινα µη τον λογον µηκυνωµεν, αυτα σοι λεγω, τα του ∆αυιδ (78) αναµνησοµαι ρηµατα· “Ει αναβησοµαι, φησιν, επι κλινης στρωµνης µου, ει δωσω υπνον
τοις οφθαλµοις µου και τοις βλεφαροις µου νυσταγµον και αναπαυσιν τοις κροταφοις µου, εως ου ευρω τοπον τω Κυριω, σκηνωµα τω Θεω Ιακωβ”, και παλιν· “Ουκ εστιν ειρηνη εν τοις οστεοις µου απο προσωπου των αµαρτιων µου, οτι αι ανοµιαι µου υπερηραν την κεφαλην µου, ωσει φορτιον βαρυ εβαρυνθησαν επ’ εµε. Προσωζεσαν και εσαπησαν οι µωλωπες µου απο προσωπου της αφροσυνης µου. Εταλαιπωρησα και κατεκαµφθην εως τελους, ολην την ηµεραν σκυθρωπαζων επορευοµην. Εκακωθην και εταπεινωθην εως σφοδρα, ωρυοµην απο στεναγµου της καρδιας µου και εγενοµεην ως στρουθιον µοναζον επι δωµατος, ωµοιωθην πελεκανι ερηµικω, οτι σποδον ωσει αρτον εφαγον και το ποµα µου µετα κλαυθµου εκιρνων. Εκοπιασα εν τω στεναγµω µου, λουσω καθ’ εκαστην νυκτα την κλινην µου, λουσω καθ’ εκαστην την κλινην µου την στρωµνην µου βρεξω”. Φησι δε και ο της Κλιµακος αγιος Ιωαννης· “∆ιψα και αγρυπνια εξεθλιψαν καρδιαν· καρδιας δε θλιβεισης εξεπηδησαν υδατα”. Οποσα δε και αλλα περι τουτων ηµιν διαλεγεται, αυτη τη βιβλω ο θελησας εγκυψαι µαθησεται. Ει ουν και συ ταυτα, α καθ’ εκαστην ψαλλεις και αναγινωσκεις η αλλων αναγινωσκοντων ακουεις, απαραλειπτως εν ολη καρδια µετα ταπεινοφροσυνης και πιστεως διαξεις, αµην ευαγγελιζοµαι σοι χαραν µεγαλην, οτι εαν επιµεινης ταυτα ποιων, διψων, αγρυπνων, µεχρι θανατου υποτασσοµενος και υπακουων αδιακριτως και ανυποκριτως τω προεστωτι σου, (79) υποφερων τε πασαν θλιψιν και υβριν και λοιδοριαν και διαβολην, ου µην δε αλλα και µαστιγας και αικιας παρα των ευτελεστερων σου αδελφων, εν παση ευχαριστια διατιθεµενος αµνησικακως προς αυτους και υπερ αυτων προσευχοµενος, χαιρε και αγαλλια χαρα ανεκλαλητω, οτι ου µονον εν εσπερα και πρωΐ και µεσηµβρια, αλλα και εσθιοντι σοι και πινοντι και πολλακις προσοµιλουντι, ψαλλοντι και αναγινωσκοντι και ευχοµενω και επι κλινης ανακειµενω σοι, η θεια δωρεα και ανεκλαλητος αυτη ελθουσα καταδιωξει σε πασας τας ηµερας της ζωης σου και συνοδευσει σοι εν οδω και συγκαταλυσει σοι καταλυοντι και διακονουντι συνδιακονησει σοι, παραµυθουµενη και παρακαλουσα τας εκ του κοπου οδυνας σου. Και τοτε γνωσεις, ως λιαν πρεποντως και καλως ο αγιος ειρηκε Συµεων µη κοινωνησαι ανευ δακρυων
τινα, και ως δυνατον τουτο και επ’ αληθειας πασιν αρµοδιον. Ου γαρ εκεινος, αλλα δι’ εκεινου το Αγιον Πνευµα και ειπε και εγραψεν. Ει γαρ ουδεις αναµαρτητος, ουδ’ αν ηµερα µια η ζωη αυτου, και ουδεις δυναται αγνην εχειν την καρδιαν, ευδηλον οτι ανευ µετανοιας και δακρυων οφειλει ανθρωπος διελθειν µιαν και µονην ηµεραν εν παση τη ζωη αυτου· οσον το επ’ αυτον. Ει γαρ και µη εχει δακρυα, αλλα τεως ζητειν οφειλει ταυτα εξ ολης ισχυος τε και ψυχης. Ουδε γαρ αλλως δυναται γενεσθαι αναµαρτητος, ουδε την καρδιαν αγνος. Ει δε µη χαµευνησαι και αγρυπνησαι βουληθη τις, αναλογιζοµενος το πληθος των αµαρτηµατων αυτου και το βαρος των αυτου σφαλµατων, και διορθωσασθαι (80) ανεξεται τους προσοζεσαντας και σαπεντας υπο αµελειας και καταφρονησεως µωλωπας της εµπαθους ορεξεως και των προληψεων αυτου, των εις αναισθησιαν αυτον αγουσων – τουτο γαρ η οντως αφροσυνη εστι -, πως εις συναισθησιν ελθη της µελλουσης των αµαρτωλων καταδικης και κατακρισεως και κλαυσει εν οδυνη της καρδιας αυτου; Ει ου βουλεται κακοπαθησαι τις εν τω ταλαιπωρηθηναι και κατακαµφθηναι εως τελους και ολην την ηµεραν σκυθρωπαζων πορευεσθαι, εν τω κακωθηναι τε και ταπεινωθηναι εως σφοδρα και ωρυεσθαι απο στεναγµου της καρδιας αυτου και ως στρουθιον µοναζον γενεσθαι επι δωµατι και πελεκανι ερηµικω οµοιωθηναι, εν τω διαθεσει ψυχης ξενον γενεσθαι απο παντων των εν τη µονη και των εν τω κοσµω και απαρρησιαστον απο µεγαλων τε και µικρων, εν τω κοπιαν εν στεναγµω και τον αρτον ωσει σποδον εσθιειν και το κιρναν το ποµα αυτου µετα κλαυθµου, πως ισχυσει ποτε, αδελφοι, η λουειν καθ’ εκαστην νυκτα την κλινην αυτου η εν δακρυσι την στρωµνην αυτου βρεχειν; Οντως ουδεποτε ουδαµως, ου µονον ταυτα εν εαυτω γεγονοτα ου µη θεασηται, αλλ’ ουδε εν ευχη αυτου ευρησει αυτα, ουδε τοπον ετοιµασαι ισχυσει τω Κυριω, ουδε σκηνωµα αξιον τω Θεω Ιακωβ, ος εστι Χριστον Κυριος, ο Σωτηρ και Θεος ηµων. Ει δε µη ταυτα προετοιµασει καλως, ουδε µετα δακρυων, δηλονοτι, ουδε αξιως και ως δει κοινωνων, τον Βασιλεα και Θεον εν εαυτω υποδεξεται, καν απαξ του ενιαυτου τουτο ποιησειε.
(81) “Τα γαρ αγια τοις αγιοις” καθ’ εκαστην οι µεν λεγουσι και τοις αλλοις κηρυττουσι, µεγα εκβοωντες αυτοις – ειθε δε και εαυτοις-, οι δε λεγοντων εκεινων ακουετε. Τι ουν; Ο µη αγιος και αναξιος; Ου, αλλ’ ο µη καθ’ εκαστην τα κρυπτα της καρδιας αυτου εξαγγελλων, ο µη µετανοιαν αξιαν υπερ τουτων και υπερ των εν αγνοια επιδεικνυµενος, ο µη πενθων αει και σκυθρωπαζων πορευοµενος και τα προειρηµενα µη µετερχοµενος εν σπουδη, ουτος ουκ αξιος. Ο δε ταυτα παντα ποιων και και εν στεναγµοις και δακρυσι τον εαυτου βιον διανυων, και σφοδρα εστιν αξιος ουκ εν εορτη µονον, αλλα καθ’ εκαστην ηµεραν εξ αυτης, ει τολµηρον ειπειν, της αρχης της µετανοιας και επιστροφης αυτου των θειων τουτων εν µετοχη γινεσθαι µυστηριων. Συγγνωστος γαρ εστιν ο τοιουτος, ως εν τουτοις και τοις τοιουτοις εργοις µελλων εγκαρτερειν µεχρι τελους, οδευων εν ταπεινωσει και συντετριµµενη καρδια. Ουτω γαρ ποιων και ουτως εχων, φωτιζεται την ψυχην οσηµεραι, βοηθουµενος εκ της µεταληψεως των αγιων, και εις τελειαν καθαρσιν και αγιοτητα συηντοµως µαλλον αναγεται. Αλλως δε πως αποπλυθηναι η καθαρθηναι το ρερυπωµενον ηµων σκευος και την µολυνθεισαν οικιαν ηµων ουκ ενι. Εγω γαρ ουδεν πλεον ουτε απο των θειων Γραφων µεµαθηκα, ουτε εξ εµαυτου γνωναι ισχυσα. Λεγοντος γαρ ακουοµεν καθ’ εκαστην του αποστολου· “∆οκιµαζετω γαρ, φησιν, εκαστος εαυτον και ουτως εκ του αρτου εσθιετω και εκ του ποτηριου πινεστω. Ο γαρ αναξιως εσθιων και πινων το σωµα του Κυριου, κριµα εαυτω εσθιει και πινει”και παλιν·“ Ο δε αναξιως εσθιων το σωµα και το αιµα του Κυριου, (82) ενοχος εσται του σωµατος και αιµατος του Κυριου, µη διακρινων το σωµα του Κυριου “. Ει δε ο µη αξιους τους καρπους της µετανοιας επιδειξαµενος, αναξιος ειναι υπο πασης θεοπνευστου Γραφης απελεγχεται, πως, ειπε µοι συ, διχα δακρυων ποτε καθαρθηναι τις δυνηθη και αξιως, οσον το επ’ αυτω, των µυστηριων µεταλαβειν; Καρπος γαρ της µετανοιας πρωτος ταυτα εισι και, ωσπερ η βδελυρα του σωµατος ρυσις και η της καρδιας προς παν παθος οιονει ενηδονος µιξις τω διαβολω οια τις θυσια προσαγεται παρ’ ηµων, ουτω τα εξ αυτης χεοµενα παλιν δακρυα θυσια ευπροσδεκτος τω ∆εσποτη προσφερονται και της
εµπαθους εκεινης ηδονης το αισχος αποκαθαιρουσι, και τουτο δηλων ο ∆αυιδ ελεγε· “Θυσια τω Θεω πνευµα συντετριµµενον, καρδιαν συντετριµµενην και τεταπεινωµενην ο Θεος ουκ εξουδενωσει”. Και εικοτως· εν εξει γαρ τοιαυτη γενοµενη ηµων η ψυχη και ουτω καθ’ εκαστην ταπεινουµενη, ηµεραν µιαν ου διερχεται ποτε ανευ δακρυων κατα τον ειρηκοτα ∆αυιδ· “Λουσω καθ’ εκαστην νυκτα την κλινην µου, εν δακρυσι µου την στρωµνην µου βρεξω”. ∆ια τουτο ουν παρακαλω και υµας, πατερες και αδελφοι µου, εν σπουδη εκαστος την εαυτου ψυχην εν τουτοις και τοις τοιουτοις εγγυµνασατω εργοις, ητις κατανυγεισα και µεταποιηθεισα κατα µικρον, πηγη γινεται ποταµους δακρυων και κατανυξεως αναβλυζουσα. Ει δε µη ουτω καθαροι γεγονεναι σπουδασοµεν, αλλ’ εν αµελεια και ραθυµια και χαυνοτητι πορευεσθαι θελησοµεν, εγω µεν ουδεν ερω φορτικον φειδοις της αγαπης υµων, (83) πλην τουτο, ιτι καν συµβη ποτε τινα µετα δακρυων ισως κοινωνησαι, ηγουν η προ της λειτουργιας η εν τη θεια λειτουργια η και εν αυτω τω καιρω της των θειων µεταληψεως κλαυσαι, τας δε λοιπας ηµερας τε και νυκτας ου προθυµειται τουτο ποιειν, ουδεν αυτω εκ του προς απαξ κλαυσαι το οφελος εσται. Ου γαρ τουτο µονον αξιους ηµας ευθυς αποκαθαιρον ποιει, αλλα το καθ’ εκαστην και αδιαλειπτως µεχρι θανατου πενθειν, ως αυτος ηµιν ο ∆εσποτης ποιειν προσεταξε “Μετανοειτε, λεγων, αιτειτε και ζητειτε και κρουετε”. Εως ποτε; “Εως ου ληψεσθε, φησι, και ευρησετε και ανοιγησεται υµιν”. Τις; Η βασιλεια των ουρανων, δηλονοτι. Αυτη γαρ η µετανοια και η ουτως απαραλειπτως, ως ειποµεν, µεχρι θανατου µετα πονου και θλιψεως επιτελουµενη, κατα µικρον µικρον δακρυα προχεειν ηµας ποιει πικρα, δι’ ων αποσµηχει και αποκαθαιρει τον της ψυχης ρυπον και µολυσµον· µετα ταυτα δε µετανοιαν ηµιν εµποιει καθαραν και εις γλυκεα τα πικρα δακρυα µεταβαλλει και χαραν αενναον απογεννα εν ταις καρδιαις ηµων και το αδυτον φεγγος ιδειν προξενει, ο ει µη παση σπουδη καταλαβειν αγωνισοµεθα, πνευµατικοι πατερες και αδελφοι, ουκ αν των παθων απαντων τελειως απαλλαγωµεν, ου αν τας αρετας κτησωµεθα πασας, ουκ αν αξιως η µετα δακρυων των κατα Θεον ισχυσωµεν ποτε των θειων µυστηριων
καθ’ εκαστην µεταλαµβανειν η το συνον αυτοις θεασασθαι θειον φως. Αλλ’ ουδε την καρδιαν εξοµεν ποτε καθαραν, ουδε το Αγιον Πνευµα ενοικησει γνωστως εν ηµιν, ουδε ιδειν αξιωθησοµεθα, ως οι αγιοι, τον Θεον ουτε ενταυθα οντες (84) ουτε εκει µοι δοκει, τυφλοι απελθοντες, αλλ’ ως ο Θεολογος λεγει Γρηγοριος, τοσουτον της εκεινου θεας εκπεσοµεν “κατα την αναλογιαν της εκαστου ηµων απεντευθεν αµβλυωπιας”, καθ’ οσον του φωτος αυτου εκουσιως εαυτους υστερησαµεν εν τη παρουση ζωη. Αλλα γενοιτο παντας ηµας, καθαιροµενους τε και καθαρθεντας, τουτον αξιωθησεσθαι κατιδειν. Οι γαρ εκτος των δυο τουτων του βιου υπεξερχοµενοι, αδηλον εχουσι το περας της περι αυτους αποφασεως. Το δε αδηλον και αβεβαιον, ανελπιστον και απληροφορητον· ο γαρ µη χαριτι την καρδιαν βεβαιουµενος εξ ουδενος ετερου την ακαταισχυντον ελπιδα αδιστακτον ποτε, οιµαι, κτησεται· ο δε ταυτην µη εχων, δια τινος αλλου εις απαντησιν του Κυριου εις αερα συναρπαγησεται τοις αγιοις; ∆ια τινος δε και η λαµπας ηµων τοτε εξαναφθησεται, εσβεσµενη απο των ωδε τυγχανουσα; Που του ελαιου και ποθεν ευρισκοµενου και ποιου του πυρος, ειπε µοι, του ταυτην αναψαι µελλοντος, η ποθεν η πως, ινα τοτε ετοιµασθεντες φαιδροι φαιδραις ταις λαµπασι τω νυµφιω προσυπαντησωµεν; Εξανασταντων γαρ ηµων ως εξ υπνου, ευθυς προς την απαντησιν, ως ακουετε, τρεχειν µελλοµεν. Ει ουν καθεζοµενων και εν τοις µνηµασιν οικουντων ηµων, εκβοησασα η σαλπιγξ εξυπνησει ηµας, εαν µη απο των ωδε, ως λαµπαδας προαναφθεισας, εχωµεν τας ψυχας, αλλ’ ευρεθωσιν η µηδολως η ολιγον τι και µικρον φαινουσαι και οσον ουπω σβεσθηναι, κατα την ευαγγελικην φωνην, µελλουσαι, που τοτε ευρησοµεν η τας παντελως (85) εσβεσµενας αναψαι η ταις σβεννυµεναις απο της ενδειας του ελαιου προσθειναι τι µικρον; Οντως ουδεν ουδαµου ευρησοµεν. ∆ια τουτο σπουδασωµεν απεντευθεν ηδη ταυτας αναψαι δια µετανοιας οµου και δακρυων φαιδρως, ινα εν τη αναστασει λαµπροι λαµπρως τω νυµφιω προσυπαντησωµεν και συνεισελευσωµεθα αυτω εν τη βασιλεια των ουρανων και των αιωνιων κατααπολαυσωµεν αγαθων, ων γενοιτο παντας
ηµας επιτυχειν εν αυτω Χριστω τω Θεω ηµων, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος Ε΄. (86) Περι µετανοιας. Και οτι ουκ αρκει ηµιν η των ενοντων µονον διαδοσις και η απογυµνωσις αυτη των πραγµατων εις καθαρσιν ψυχης, εαν µη και το πενθος κτησωµεθα. Και περι της του Αδαµ εξοριας. Και οτι ει µετενοησε παραβας, ουκ αν του παραδεισου εξεπεσε. Και οιον αγαθον ειργασατο αυτου η µετα την εκπτωσιν µετανοια. Και περι της δευτερας του Κυριου παρουσιας και της των αµαρτωλων κατακρισεως. Και προς το τελος, ελεγχος των εν κακια και υποκρισει ζωντων. Αδελφοι και πατερες, καλον η µετανοια και η εξ αυτης γινοµενη ωφελεια. Τουτο γαρ ειδως και ο τα παντα προειδως Κυριος Ιησους Χριστος, ο Θεος ηµων, “Μετανοειτε, εφη, ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων”. Θελετε δε µαθειν πως διχα µετανοιας, και µετανοιας απο ψυχης και οιαν ο λογος επιζητει παρ’ ηµων, αδυνατον σωθηναι ηµας; Αυτου του αποστολου βοωντος ακουσατε· “Πασα αµαρτια εκτος του σωµατος εστιν· ο δε πορνευων εις το ιδιον σωµα αµαρτανει”, και παλιν· “Παραστηναι δει ηµας εµπροσθεν του βηµατος του Χριστου, ινα αποληψηται εκαστος (87) τα δια του σωµατος προς α επραξεν, ειτε αγαθον ειτε φαυλον”. Εχει ουν πολλακις εκ τουτου τις ειπειν· “Ευχαριστω τω Θεω, οτι ουκ εµιανα µελος σωµατος µου εν ουδεµια τινι πονηρα πραξει”- οπερ ειπειν ουκ εχω τεως εγω, ο πασης ανοµιας εργατης! – και εχει δηθεν παραµυθιαν εκ τουτου οτι εκτος εστιν αµαρτιας σωµατος αυτου. Αλλ’ αντιφθεγγεται ο ∆εσποτης και λεγει την περι των δεκα παρθενων παραβολην και δεικνυσι πασιν ηµιν και αποφαινεται µηδεν ωφελεισθαι ηµας εκ της του σωµατος καθαροτητος µη προσουσων ηµιν και των λοιπων αρετων. Ου µονον δε αλλα και αυτος παλιν ο Παυλος συναδοντα τω ∆εσποτη βοα λεγων· “Ειρηνην διωκετε µετα παντων και τον αγιασµον, ου χωρις ουδεις οψεται τον Κυριον”. ∆ιατι δε ειπε “∆ιωκετε”; ∆ιοτι ου δυνατον εστιν εν ωρα µια γενεσθαι και ειναι αγιους ηµας, δει γαρ απο µικρων αρξαµενους κατα προκοπην αναχθηναι εις αγιωσυνην και καθαροτητα· και οτι καν χιλια ετη εν τω βιω τουτω ποιησωµεν, ουδεποτε το ταυτης τελειον καταλαβειν
δυνησοµεθα, αλλα παντοτε καθ’ εκαστην, ως αρχην βαλοντες, οφειλοµεν εν αυτη αγωνιζεσθαι· και τουτο αυτος παλιν εδηλωσεν ουτως ειπων· “∆ιωκω δε ει και καταλαβω, εφ’ ω και κατεληφθην”. ∆ια τουτο, αδελφοι µου, προσεχετε, παρακαλω, και ακουσατε λογους αδελφου υµων ελαχιστου και αµαρτωλου, και δευτε προσκυνησωµεν και προσπεσωµεν τω αγαθω και φιλανθρωπω Θεω ηµων. Προφθασωµεν το προσωπον αυτου εν εξοµολογησει και κλαυσωµεν ενωπιον αυτου του ποιησαντος (88) ηµας, οτι αυτος εστι Κυριος ο Θεος και ηµεις λαος αυτου και προβατα νοµης αυτου, και ου µη αποστρεψη το προσωπον αυτου αφ’ ηµων. Μονον µετανοησωµεν ολοψυχως και αποβαλωµεθα µη µονον τας πραξεις ηµων τας κακας, αλλα και αυτους ηµων τους πονηρους και ακαθαρτους λογισµους της καρδιας κατα το γεγραµµενον εξαφανισωµεν· “∆ιαρρηξατε, φησι, τας καρδιας υµων και µη τα ιµατια υµων”. Τι το οφελος, ειπε µοι, εαν παντα µεν τα υπαρχοντα ηµων πτωχοις διανειµωµεν, ου ποιησωµεθα δε την αποχην του κακου ουδε την αµαρτιαν µισησωµεν; Τι δε εαν πρακτικως µεν σωµατικην αµαρτιαν ου πραττωµεν, νοητως δε αισχροις και ακαθαρτοις συνδυαζωµεν λογισµοις και αφανως την αµαρτιαν πληρωµεν και υπο παθων ακαθεκτων ψυχης βασιλευωµεθα και κρατωµεθα; Αποβαλωµεθα, παρακαλω, µετα των χρηµατων ηµων και των ειρηµενων κακων την συνηθη δουλειαν, και µη στωµεν µεχρι τουτου, αλλα και δακρυσι µετανοιας τον ρυπον αυτων σπουδαιως απονιψωµεθα. Ωσπερ γαρ αυτος ο βασιλευς, ο το διαδηµα και την πορφυραν της βασιλειας περικειµενος, ο θησαυρους εχων αµετρητου χρυσιου και αργυριου και επι θρονου υψηλου και µετεωρου καθηµενος, εαν βορβορον και ασβολην εκουσιως λαβοι ποθεν και συν αυταις ταις χερσι και ολον αυτου το προσωπον χρισας εφµραξη πασας αυτου τας αισθησεις, ως µητε οραν αυτον δυνασθαι µητε ακουειν µητε οσφραινεσθαι, ειτα µεταµεληθεις απαλλαγην του κακου τουτου ζητων, ουκ εισελθη ταχεως εις τον κοιτωνα αυτου και υδασι πολλοις απονιψηται τον βορβορον εκεινον και την ασβολην, (89) και ουτω παλιν ως το προτερον κεκαθαρµενος επι τον θρονον της βασιλειας αυτου καθεσθη, αλλ’ αντι τουτου σκορπιση µονον παντας αυτου τους
θησαυρους τοις πενησι και πασαν αυτου κινητην και ακινητον περιουσιαν αποδωη αυτοις, ουδεν εκ τουτου ωφελησει εαυτον µη απονιψαµενος την ασβολην και τον βορβορον υδατι, αλλα και γελως εσται τοις ορωσιν αυτον, ωδε κακεισε ως µορµολυκιον µεσον της συγκλητου αναστρεφοµενος, ουτως ουδε ετερος τις εαυτον ωφελησει παντα µεν τα υπαρχοντα αυτου διανειµας τοις πενησι, πασαν δε φτωχειαν και ακτηµοσυνην αναλαβοµενος, αποχην δε µη ποιησαµενος του κακου, µηδε δια µετανοιας και δακρυων αποκαθαρας αυτου την ψυχην. Πας γαρ ανθρωπος, ο αµαρτησας οµοιως εµοι τω κατακεκριµενω και βορβορω των ηδονων τας αισθησεις εµφραξας αυτου της ψυχης, ει και πασαν µεν την περιουσιαν αυτου διενειµε τοις πτωχοις, πασαν δε δοξαν αξιωµατων περιφανειαν τε οικων και ιππων, ποιµνιων και βουκολιων και ανδραποδων, αυτους τε παντας τους ιδιους και φιλους και συγγενεις κατελιπε και πτωχος και ακτηµων εις το των µοναχων σχηµα ελθων εγενετο, αλλ’ ουν ως αναγκαιων τη ζωη αυτου δεεται των δακρυων της µετανοιας, ινα τον βορβορον των αµαρτηµατων αυτου απονιψηται, και µαλλον εαν ετι καθαπερ εγω την ασβολην και τον βορβορον των πολλων αυτου κακων ουκ επι του προσωπου µονον και των χειρων, αλλα και ολως εν ολω τω σωµατι περιφερηται. Ου γαρ αρκει µονον ηµιν η των υπαρχοντων διαδοσις εις καθαρσιν της ψυχης, εαν µη και κλαυσωµεν και θρηνησωµεν (90) απο ψυχης, αδελφοι. Οιµαι γαρ οτι εαν µη παση σπουδη αυτος εαυτον δια δακρυων του µολυσµου των αµαρτηµατων µου εκκαθαρω, αλλα µεµολυσµενος του βιου εξελθω, δικαιως και παρα του Θεου και παρα των αγγελων αυτου καταγελασθησοµαι και συν τοις δαιµοσιν εις το πυρ το αιωνιον εκβληθησοµαι. Ναι, οντως ουτως εστιν, αδελφοι! Ουδεν γαρ εισηνεγκαµεν εις τον κοσµον, ινα αµαρτησαντες δωµεν αυτο αντιλυτρον των αµαρτιων ηµων τω Θεω.”Τι γαρ, φησιν ο αποστολος, δωσει ανθρωπος τω Θεω, ινα ανταποδοθη αυτω;” Αυτη κρισις ορθη, αυτη ταπεινωσις δικαια και αληθης. Φησι γαρ και ο Κυριος· “Μη νοµισητε οτι ηλθον καταλυσαι τον νοµον η τους προφητας· ουκ ηλθον καταλυσαι αλλα πληρωσαι”. Τουτο δε εστι πληρωµα νοµου το
µη δικαιολογεισθαι τινα εν τινι, µηδε εαυτον εκδικειν, αλλα προκεισθαι τοις πασι τα παντα ωσει νεκρον, ινα ειτι δ’ αν ποιωσιν εις αυτον µη κινηται ολως µηδε ταρασσοµενος αντιλεγη αυτοις, αλλ’ ειναι εν µοναις ταις εντολαις του Θεου και εις το τηρειν τα εκεινου προσταγµατα, ως λεοντα η γιγαντιαιον αλλον Σαµψων η ει τινα ετερον η προγεγονοτα η οντα και αυτου ανδρειοτερον. ∆υνατον ουν εστιν, αδελφοι, τοις πασιν ου µονον τοις µοναχοις αλλα και τοις λαϊκοις το αει και διηνεκως µετανοειν και κλαιειν και δεεσθαι του Θεου, και δια των τοιουτων πραξεων και τας λοιπας πασας αρετας κτησασθαι. Και οτι τουτο αληθες εστι συµµαρτυρει µοι και ο χρυσορρηµων Ιωαννης, ο µεγας στυλος και διδασκαλος της εκκλησιας, (91) περι του ∆αυιδ λογοις τον πεντηκοστον ψαλµον εξηγουµενος, λεγων δυνατον ειναι γυναικα εχοντα και παιδας και παιδισκας και πληθος οικετων και περιουσιαν πολλην και βιωτικοις εµπρεποντα πραγµασι, µη τουτο µονον δυνασθαι, το κλαιειν καθ’ εκαστην και ευχεσθαι και µετανοειν, αλλα και εις το τελειον φθασαι της αρετης τον βουλοµενον και Πνευµα λαβειν Αγιον και φιλον γενεσθαι Θεου και επαπολαυειν της θεας αυτου, οιοι και προ της Χριστου παρουσιας εγενοντο Αβρααµ, Ισαακ, Ιακωβ και ο εν Σοδοµοις Λωτ και - ινα τους αλλους παρησω πολλους οντας - Μωσης και ∆αυιδ, εν τη νεα δε χαριτι και επιφανεια του Θεου και Σωτηρος ηµων Πετρος, ο αλιευς και αγραµµατος, µετα της πενθερας και των αλλων κηρυσσων τον επιφανεντα Θεον. Τους δ’ αλλους τις αριθµησειεν, υπερ σταγονας οντας των υετων και υπερ τους αστερας του ουρανου, βασιλεις, αρχοντας και δυναστας – µη ειπω πενητας και τους τη αυταρκεια συζησαντας - ων αι πολεις και αι οικιαι και των εκκλησιων οι ναοι, ους εκεινοι φιλοτιµως ανηγειραν, ων τα γηροκοµεια και τα ξενοδοχεια σωζονται και εισι µεχρι του νυν, απερ και περιοντες εκεινοι εκεκτηντο και εχρωντο αυτοις ευσεβως, ουχ ως οικειοις, αλλ’ ως δουλοι του δεσποτου τα παρα του δεσποτου δοθεντα αυτοις και ως εκεινω εδοκει διεποντες, χρωµενοι µεν τω κοσµω κατα την του Παυλου φωνην, ου καταχρωµενοι δε. ∆ια γαρ τουτο και εν τω βιω τω παροντι περιδοξοι γεγονασι και λαµπροι και νυν και εις τους ατελευτητους αιωνας εν τη βασιλεια του Θεου περιδοξοτεροι
και λαµπροτεροι ανθρωποι γενησονται. (92) Και ει µη οκνηροι ηµεν και ραθυµοι και καταφρονηται των εντολων του Θεου, αλλα σπουδαιοι και διεγηγερµενοι και νηφοντας, ουδεµιαν ειχοµεν χρειαν αποταγης η κουρας η της του κοσµου φυγης. Και ινα τουτο πιστωσωµαι, ακουσον! Ο Θεος τον ανθρωπον βασιλεα εποιησεν εξ αρχης παντων των επι γης, αλλα µην και αυτων των υπο τον οροφον οντων του ουρανου· ηλιος γαρ και σεληνη και αστρα δια τον ανθρωπον παντως παρηχθησαν. Τι ουν; Βασιλευες ων τουτων απαντων των ορωµενων, εβλαπτετο αρα εκ τουτων προς αρετην; Ουµενουν ουδαµως, αλλα και µειζονως, ει εµεινεν ευχαριστων τω ποιησαντι και δεδωκοτι αυτω τα παντα Θεω, εµελλεν ευδοκιµειν. Ει µη γαρ παρεβη την εντολην του ∆εσποτου, ουκ αν την βασιλειαν ταυτην απωλεσεν, ουκ αν της του Θεου δοξης εαυτον απεστερησεν· επει δε τουτο πεποιηκεν, εικοτως εξεβληθη, εξωρισθη, εβιωσε και απεθανε. Και λεγω σοι πραγµα οπερ σαφως, οιµαι, ουδεις απεκαλυψε, συνεσκιασµενως δε τουτο ειρηται. Ποιον; Ακουε της θειας λεγουσης Γραφης· “Και ειπεν ο Θεος τω Αδαµ - µετα το παραβηναι λεγω -· “’Αδαµ, που ει;” Τι τουτο λεγων, ο του παντος Ποιητης; Παντως εις συναισθησιν αυτον αγαγειν βουλοµενος και τουτον προς µετανοιαν εκκαλουµενος, “Αδαµ, που ει; φησι. Κατανοησον σεαυτον, καταµαθε σου την γυµνωσιν! Ιδε οιου ενδυµατος, οιας δοξης εστερησαι. Αδαµ, που ει;” οιονει πως τουτον παρακαλων και λεγων· “ναι, φρονησον, ταπεινε, ναι, εξελθε οθεν ει κεκρυµµενος. Εµε οιει κρυπτεσθαι; Ειπε· Ηµαρτον! “ Αλλ’ ου λεγει τουτο, µαλλον δε ουκ εγω λεγω τουτο ο αθλιος - εµον γαρ το παθος εστιν! -, αλλα τι; (93) “Της φωνης σου ηκουσα περιπατουντος εν τω παραδεισω και εγνων οτι γυµνος ειµι και εκρυβην”. Τι ουν ο Θεος; “Και τις ανηγγειλε σοι οτι γυµνος ει, ει µη απο του ξυλου, ου ενετειλαµην σοι τουτου µονου µη φαγειν, απ’ αυτου εφαγες;”. Ορας, αγαπητε, µακροθυµιαν Θεου; Ειποντος γαρ αυτου· “Αδαµ, που ει; “ και µη οµολογησαντος την αµαρτιαν ευθυς, αλλ’ ειποντος· “Της φωνης σου ηκουσα, Κυριε, και εγνων οτι γυµνος ειµι και εκρυβην”, ουκ ωργισθη ο Θεος, ουκ απεστραφη ευθυς, αλλα και δευτερας αξιοι αυτον αποκρισεως και φησι· “Τις
ανηγγειλε σοι οτι γυµνος ει, ει µη απο του ξυλου, ου ενετειλαµην σοι τουτου µονου µη φαγειν, απ’αυτου εφαγες;” Νοει µοι βαθος λογων σοφιας Θεου. “Τι λεγεις, φησιν, οτι ῾Γυµνος ειµι’, την δε αµαρτιαν σου κρυβεις; Μη νοµιζεις µε το σωµα σου µονο οραν, την δε καρδιαν και τας ενθυµησεις σου µη οραν;”. Ηλπιζε γαρ απατηθεις ο Αδαµ οτι ουκ ηδει ο Θεος την αµαρτιαν αυτου και ελεγεν ουτω καθ’ εαυτον, οιονει οτι· “Εαν ειπω οτι γυµνος ειµι, φησιν, αγνοων ο Θεος ειπειν εχει· ῾ Και διατι ει γυµνος;’. Ειτα απαρνησασθαι εχω εγω και ειπειν· ῾Ουκ οιδα’, και λαθειν εχω αυτον και παλιν απολαβειν την πρωτην µου στολην. Ει δε µη, τεως ου µη εκβαλη µε, τεως ου µη εξοριση µε! “. Ταυτα ενθυµουµενου αυτου - ως και νυν ποιουσι πολλοι και αυτος εγω πρωτος, τα εαυτων κακα κρυπτοντες -, ο Θεος µη θελων πολυπλασιασαι αυτω το κριµα λεγει· “Και ποθεν εγνως οτι γυµνος ει, ει µη απο του ξυλου, ου ενετειλαµην σοι µη φαγειν, απ’ αυτου εφαγες;”, οιονει λεγων· “Και (94) ολως εµε κρυπτειν οιεσαι; Ου γινωσκω εγω τι πεπραχας; Ου λεγεις το ῾ Ηµαρτον’; Ειπε, ταπεινε· ῾Ναι, αληθεια, ∆εσποτα, παρεβην την εντολην σου, επταισα ακουσας της συµβουλης της γυναικος, εσφαλην µεγαλως ποιησας τον εκεινης λογον και παρακουσας τον σον, ελεησον µε!’ ” Αλλ’ ου λεγει τουτο, ου ταπεινουται, ου καµπτεται, νευρον σιδηρουν ο της καρδιας τραχηλος – οιος δη και ο εµος, του αθλιου, εστιν - . Ει γαρ ειπε τουτο, εµεινε αν εν τω παραδεισω και τον κυκλον ολον εκεινον των µυριων κακων, ον υπεστη εξορισθεις και εις τον αδην τοσουτους αιωνας ποιησας κειµενος, κερδαναι αν ειχε απο µιας της τοτε φωνης. Τουτο ουν εστιν ο υπεσχοµην ειπειν. Και ακουσον των εξης και γνωθι οτι αληθης εστιν ο λογος και ουκ εστι ψευδος το οιονουν εν αυτω. Ειπεν ο Θεος τω Αδαµ· “Ην ωραν φαγεσθε απο του ξυλου, ου ενετειλαµην υµιν τουτου µονου µη φαγειν, θανατω αποθανεισθε”, δηλονοτι τω ψυχικω, ο και αυτη τη ωρα εγενετο, δι’ ο και της αθανατου στολης εγυµνωθη· ουδεν δε πλεον προειπεν ο Θεος και ουδεν πλεον εγενετο. Προγινωσκων γαρ ο Θεος οτι αµαρτησαι εχει ο Αδαµ και βουλοµενος µετανοουντα συγχωρησαι αυτον, ουδεν, ως ειρηται, πλεον προαπεφηνατο κατ’ αυτου· επει δε ηρνησατο την αµαρτιαν αυτου και ουδε
ελεγχοµενος υπο του Θεου µετενοησεν, (εφη γαρ· “Η γυνη, ην δεδωκας µοι, αυτη µε ηπατησεν”. – “Ην δεδωκας µοι! “ ω ψυχης απροσεκτου, οιονει τω Θεω λεγουσης· “Συ, φησιν, επταισας· η γυνη, ην δεδωκας µοι, αυτη µε ηπατησεν”- οια και νυν εγω πασχω, ο ταπεινος και ταλαιπωρος, και ου θελω ταπεινωθηναι ποτε και ειπειν απο ψυχης (95) οτι εγω ειµι αιτιος της εµης απωλειας, αλλ’ “Ο δεινα µε, λεγω, παρωτρυνε ποιησαι και ειπειν τα και τα, ο δεινα µοι συνεβουλευσεν εργασασθαι το και το”, ω αθλιας ψυχης προϊεµενης ρηµατα αµαρτιας µεστα! ω ψυχης αναιδους και µιαρας αναιδεστεροι λογοι και µιαροι !) – τοινυν και ουτω του Αδαµ ειποντος, τοτε λεγει αυτω ο Θεος· “εν κοπω και ιδρωτι φαγη τον αρτονσου, και ακανθας και τριβολους ανατελει σοι η γη”, και τελευταιον οτι· “Γη ει και εις γην απελευση”- “Ελεγον, φησι, µετανοησαι σε και ειναι παλιν εν τη προτερα σου διαγωγη. Επειδη δε σκληρος ουτως ει, απελθε του λοιπου απ’ εµου και αρκεσει σοι εις παιδευσιν η αποστασια σου, οτι γη ει και εις γην απελευση”. Ηδη ουν εγνως οτι µετα την παραβασιν δια το µη µετανοησαι και ειπειν “Ηµαρτον”, και εξοριζεται και εν κοπω και ιδρωτι διαγειν κελευεται και εις την γην, εξ ης εληφθη, δια τουτο κατεκριθη; Τουτο δε δηλον εκ των εξης. Τοιγαρουν και αφεις αυτον ερχεται προς την Ευαν, θελων δειξαι οτι δικαιως και αυτη συνεκβληθησεται, µετανοησαι µη θελουσα, και φησι· “Τι τουτο εποιησας;” ινα καν αυτη ειπη το “Ηµαρτον”. Ποιαν γαρ και αλλην χρειαν ειχειν, ειπε µοι, ο Θεος λαλειν προς αυτην ταυτα τα ρηµατα, ει µη παντως ινα ειπη οτι· “Εν αφροσυνη µου, ∆εσποτα, τουτο επραξα, η ταπεινη και αθλια, σου του ∆εσποτου µου παρακουσασα. Ελεησον µε! “. Αλλ’ ουκ ειπε τουτο. Τι δε; “Ο οφις εξηπατησε µε”. Ω της αναισθησιας! Και ολως οφει, κατα του ∆εσποτου λεγοντι σοι, συνετυχες και τουτον αντι του ποιησαντος σε Θεου προετιµησας, κακεινου την συµβουλην υπερ (96) την εντολην του ∆εσποτου προτιµοτεραν και αληθεστεραν πεποιηκας; Ως δε ουδε αυτη ευρεν ειπειν “Ηµαρτον”, εκβαλλονται της τρυφης, εξοριζονται του παραδεισου και του Θεου. Αλλα σκοπει µοι το βαθος των µυστηριων του φιλανθρωπου Θεου και µαθε και διδαχθητι εντευθεν οτι ει µετενοησαν, ουκ αν
εξεβληθησαν, ουκ αν κατεκριθησαν, ουκ αν εις την γην, εξ ης εληφθησαν, αποστραφηναι και κατεδικασθησαν. Πως; Ακουσον! Επει εξεβληθησαν και ηδη εξαυτης ενεπεσον εις τους ιδρωτας και εις τους σωµατικους κοπους, πειναν δε ηρξαντο και διψαν, ριγαν τε οµου και τρεµειν και πασχειν τοιαυτα, οια και ηµεις αυτοι πασχοµεν σηµερον, πλειονα δηλονοτι λαβοντες της δυστυχιας ταυτης και της εκπτωσεως αισθησιν, ου µονον δε αλλα και αυτης εαυτων της κακοφροσυνης και της αφατου του Θεου ευσπλαχνιας, εξω ουν του παραδεισου περιπατουντες και καθεζοµενοι, µετεµελοντο, εκλαιον, εθρηνουν, το προσωπον ετυπτον, ετιλλον συροντες εαυτων τας τριχας, την εαυτων σκληροκαρδιαν αποκλαιοµενοι, τουτο δε ου µιαν ηµεραν ουδε δυο η δεκα, αλλ’ εν παση, πιστευσατε, τη ζωη αυτων. Πως γαρ και µη κλαιειν αει και διηνεκως τον ∆εσποτην εκεινον τον ηµερον ενθυµουµενοι, την τρυφην εκεινην την αφραστον, τα καλλη των ανθεων εκεινων τα αρρητα, τον αµεριµνον βιον και αµοχθον, τας των αγγελων ανοδους και καθοδους, τας προς αυτους; Καθαπερ γαρ οι παρα τινος των αρχοντων του παροντος αιωνος εκλεχθεντες εις υπηρεσιαν αυτου δουλοι, την κατα προσωπον, εως µεν την αιδω και την τιµην και την δουλειαν ανοθευτον φυλαττουσι προς τον εαυτων δεσποτην (97) και αγαπωσιν αυτον τε και τους οµοδουλους αυτων, απολαυουσι και της παρρησιας της προς αυτον και της ευνοιας και της αγαπης αυτου εν ανεσει πολλη και τρυφη και σπαταλη, επαν δε εις απονοιαν τραπεντες κατα του οικειου δεσποτου τραχηλιασωσι και κατεπαρθωσι των συνδουλων αυτων, εκπιπτουσι της παρρησιας της προς αυτον και της αγαπης και της ευνοιας, υπ’ εκεινου εις µακραν χωραν εξορισθεντες και µυριοις τη προσταξει αυτου καθυποβαλλοµενοι πειρασµοις, εν τω κοπιαν και κατατρυχεσθαι επι πλειον και πλειον επαισθανονται της ανεσεως ης απελαυον και των αγαθων ων εξεπεσον της ζηµιας, τον αυτον τροπον πεπονθασι και οι πρωτοπλαστοι εν τω παραδεισω οντες και απολαυοντες εκεινων των αγαθων, ειτα εκπεσοντες αυτων και εξορισθεντες. Επει ησθοντο της εκπτωσεως, παντοτε εθρηνουν, παντοτε εκλαιον, του ∆εσποτου αυτων την ευσπλαγχνιαν επικαλουµενοι.
Αλλα τι ο πολυς εν ελεει και βραδυς εν κολασει; Επειδη γαρ ειδε ταπεινωθεντας αυτους, την µεν εξενεχθεισαν ψηφον ου λυει τεως – προς σωφρονισµον ηµων τουτο ποιησας και ινα µηδεις κατα του παντων Ποιητου κατεπαιρηται -, προειδως δε ως Θεος και την εκπτωσιν τουτου την µετανοιαν, προωρισε παντως προ του ποιησαι τα παντα και τον καιρον και τον χρονον και οπως και ποτε απο της εξοριας τουτον ανακαλεσεται απορρητοις κριµασι και ανεξιχνιαστοις παση πνοη. Ει γαρ και αποκαλυφθωσι τισι και γραψαι ταυτα θελησουσιν, ου χρονος ου χαρτης ου µελαν αρκεσειεν, ου κοσµος ολος αυτα τα βιβλια χωρησειεν. Ως ουν σπλαχνισθεις (98) προωρισε και προειπεν, ουτω δη και εποιησε. Και ους εκ του παραδεισου δια την αναιδειαν και αµεταµελητον καρδιαν και γνωµην εξεβαλε, πρεποντως µετανοησαντας και αξιως ταπεινωθεντας και κλαυσαντας και θρηνησαντας, αυτος εκεινος, ο µονος εκ µονου Μονογενης Υιος και Λογος, του προαναρχου Πατρος αυτου κατελθων - ως ιστε παντες -, ου µονον οµοιως εκεινοις ανθρωπος γεγονεν, αλλα και αποθανειν, ως αυτοι, κατεδεξατο, βιαστον ελοµενος και επονειδιστον θανατον, και κατελθων εις τον αδην, κακειθεν αυτους ανεστησεν. Ο ουν τοσαυτα, οσα καθ’ εκαστην ακουεις, παθων δι’αυτους, ινα αυτους απο της µακρας εκεινης εξοριας ανακαλεσηται, ει µετενοησαν εν τω παραδεισω, ουκ αν αυτους συνεπαθησε; Και πως ουχι ο φυσει φιλανθρωπος και δια τουτο ποιησας αυτον, ινα των αγαθων αυτου των εν τω παραδεισω απολαυη και δοξαζη τον ευεργετην αυτου; Ναι οντως, αδελφοι, τουτο αν, ως οιµαι, εγενετο. Ινα δε µαθης και τα λοιπα και επι πλειον τω λογω πιστευσης, ακουσον των εξης! Ει µετενεοησαν ενδον οντες του παραδεισου, αυτον εκεινον απελαµβανον τον παραδεισον και πλεον ουδεν. Επει δε εξεβληθησαν δια το αµετανοητον αυτων, µετα δε ταυτα µετανοησαντες εκλαυσαν, εθλιβησαν - απερ, ως ειπον, ου µη επαθον, ει εν τω παραδεισω µετανοησαν -, υπερ των πονων τουτων και ιδρωτων και κοπων και της καλης µετανοιας αυτων θελων ο ∆εσποτης Θεος τιµησαι και δοξασαι αυτους, ου µονον δε αλλα και ποιησαι αυτους απαντα εκεινα τα δεινα επιλαθεσθαι, τι ποιει; Και σκοπει µοι της φιλανθρωπιας το µεγεθος! Κατελθων εις τον αδην και αναστησας αυτους, ουχι εις τον
παραδεισον, (99) οθεν εξεπεσον, αποκατεστησε παλιν αυτους, αλλ’ εις εκεινον αυτον ανηγαγε τον ουρανον του ουρανου· και καθισας ο ∆εσποτης εκ δεξιων του Θεου και προαναρχου Πατρος αυτου, τι λεγεις ποιησαι αυτον, τον δουλον µεν αυτου κατα φυσιν, πατερα δε αυτου χρηµατισαντα κατα χαριν; Ειδες εις οιον υψος αυτον δια την µετανοιαν αυτου και ταπεινωσιν και τους θρηνους αυτου και τα δαρκυα ο ∆εσποτης ανηγαγεν; Ω µετανοιας ισχυς και δακρυων! Ω φιλανθρωπιας αφατου και ανεξιχνιαστου ελεους πελαγος, αδελφοι! Οτι ου µονον εκεινον, αλλα και απαν το σπερµα αυτου, ηµας δηλονοτι τους υιους αυτου, τους µιµουµενους εκεινου την εξοµολογησιν, την µετανοιαν, τον θρηνον, τα δακρυα και ταλλα απερ προειποµεν, ουτως ως εκεινον και ετιµησε και εδοξασε, και τους ουτω ποιουντας εως του νυν και απο του νυν ποιησοντας, ειτε κοσµικοι ειεν ειτε µοναζοντες· “Αµην, ειπεν ο αληθης Θεος, ουκ εγκαταλειψω αυτους ποτε, αλλ’ ως αδελφους µου και φιλους, πατερας τε και µητερας και συγγενεις και συγκληρονοµους µου αναδειξω αυτους, και εδοξασα και δοξασω και εν τω ουρανω ανω και επι της γης κατω, και της ζωης αυτων και ευφροσυνης και δοξης ουκ εσται τελος ποτε”. Τι ουν, ειπε µοι, τους πρωτοπλαστους ωφελησεν η εν τω παραδεισω απονος διαγωγη και αµεριµνος, αδελφε, ραθυµησαντας και τη προς Θεον απιστια καταφρονησαντας και την εντολην παραβαντας αυτου; (100) Ει γαρ επιστευσαν αυτω, ουκ αν τον οφιν η Ευα πιστοτερον, την δε Ευαν ο Αδαµ πιστοτεραν εκεινου ηγησατο, αλλα φυλαξαι ειχον του µη φαγειν του φυτου· φαγοντες δε και η µετανοησαντες, εξεβληθησαν. Ουδεν δε παλιν εκ της εξοριας εβλαβησαν, αλλα και τα µεγιστα ωφεληθησαν και εις σωτηριαν ηµων παντων τουτο εγενετο. Κατελθων γαρ ανωθεν ο ∆εσποτης ηµων τω ιδιω θανατω τον καθ’ ηµων ελυσε θανατον, το εκ της του προπατορος παραβασεως κατακριµα παντελως ανελων και δια του αγιου βαπτισµατος αναγεννων και αναπλαττων και απαλλαττων ταυτης τελειως ηµας, τιθησιν εν τωδε τω κοσµω ελευθερους παντη και µη ενεργουµενους τυραννικως υπο του εχθρου, αλλα τω εξ αρχης αυτεξουσιω τιµων ηµας, ισχυν µαλλον διδωσι κατ’ αυτου, ινα οι βουλοµενοι νικωσιν αυτον ευχερως υπερ παντας
τους προ της Χριστου παρουσιας αγιους, αποθνησκοντες δε µη καθαπερ εκεινοι και ουτοι εις τον αδην καταβιβαζωνται, αλλ’ εις τον ουρανον και εις την εκεισε τρυφην και απολαυσιν, νυν µεν µετριως, µετα δε την εκ νεκρων εξαναστασιν ολης ολως επαπολαυειν καταξιωνται της αιωνιου χαρας. Οι ουν βουλοµενοι προφασεις µη προφασιζωνται, µηδε λεγετωσαν εκ της του Αδαµ ηµας παραβασεως ολως ενεργεισθαι και προς την αµαρτιαν καθελκεσθαι. Οι γαρ τουτο εννοουντες και λεγοντες την του ∆εσποτου ηµων και Θεου παρουσιαν ανωφελως γεγενησθαι και διακενως νοµιζουσιν, οπερ αιρετικων και ου πιστων εστι το λεγοµενον. ∆ια τι γαρ κατηλθεν η τινος ενεκα θανατου εγευσατο, ει µη οτι παντως δια το λυσαι το εκ της αµαρτιας κατακριµα και ελευθερωσαι το γενος ηµων απο της δουλειας και ενεργειας του αντικειµενου εχθρου; (101) Τουτο γαρ η οντως αυτεξουσιοτης, το µη υφ’ ετερου τινος τω οιωνδηποτε τροπω δεσποζεσθαι. Ηµεις µεν γαρ απο του αµαρτησαντος ηµεν αµαρτωλοι, απο του παραβαντος παραβαται, απο του δουλου της αµαρτιας δουλοι και αυτοι γενοµενοι αµαρτιας, απο του κεκατηραµενου και νεκρου καταρατοι και νεκροι, απο του τη συµβουλια ενεργηθεντος του πονηρου και δουλωθεντος αυτω και το αυτεξουσιον απολεσαντος, ως τεκνα αυτου ενεργουµενοι και καταδυναστευοµενοι τυραννικως εδεσποζοµεθα. Ο δε Θεος κατελθων εσαρκωθη και εγεννηθη καθως και ηµεις ανθρωπος, χωρις αµαρτιας, και ελυσε την αµαρτιαν, συλληψιν τε και γεννησιν αγιασας και ανατραφεις κατα µικρον πασαν ηλικιαν ευλογησε· τελειος δε ανηρ γεγονως τοτε ηρξατο του κηρυγµατος, διδασκων ηµας µη εν τινι προπηδαν και προλαµβανειν τους πολιους εν συνεσει και αρετη, οι νεοι µαλιστα και ουκ ανδρες την φρονησιν. Ανεδεξατο τα υπερ υµων και φυλαξας πασας τας εντολας του ιδιου Θεου και Πατρος, την παραβασιν ελυσε και τους παραβατας του κατακριµατος ηλευθερωσε. ∆ουλος εγενετο, µορφην αναλαβοµενος δουλου, και τους δουλους ηµας εις το δεσποτικον αξιωµα επανηγαγε, του πρωην τυραννου δεσποτας αποκαταστησας ηµας – και µαρτυρουσιν οι αγιοι οι και µετα θανατον ως ασθενη αυτον και τους αυτου υπουργους απελαυνοντες. Καταρα εγενετο
σταυρωθεις – “Επικαταρατος γαρ, φησι, πας ο επι ξυλου κρεµαµενος”-, (102) και ολην την καταραν ελυσε του Αδαµ. Απεθανε και τω εαυτου θανατω ανειλε τον θανατον. Ανεστη και την δυναµιν και ενεργειαν ηφανισε του εχθρου, του δια θανατου και της αµαρτιας την εξουσιαν εχοντος καθ’ ηµων. Εµβαλων γαρ εν τω θανατηφορω ιω και φαρµακω της αµαρτιας την αρρητον της Θεοτητος αυτου και της σαρκος ζωοποιον ενεργειαν, ολως ολον το γενος ηµων της ενεργειας του εχθρου ελυτρωσατο, δια δε του αγιου βαπτισµτος και της κοινωνιας των αχραντων αυτου µυστηριων, του σωµατος και του αιµατος αυτου του τιµιου, αποκαθαιρων ηµας και ζωοποιων, αγιους και αναµαρτητους αποκαθιστησιν, αλλα και ευθυς τω αυτεξουσιω τιµασθαι αφιησιν, ινα µη βια αλλα προαιρεσει φανωµεν τω ∆εσποτη δουλευοντες. Και ωσπερ εξ αρχης ην ο Αδαµ εν τω παραδεισω ελευθερος και αµαρτιας και βιας εκτος, τω αυτεξουσιω δε θεληµατι υπηκουσε τω εχθρω και απατηθεις παρεβη την εντολην του Θεου, ουτω και ηµεις εκ του αγιου βαπτισµατος αναγεννωµενοι της δουλειας απολυοµεθα και γινοµεθα αυτεξουσιοι, και ει µη τω οικειω θεληµατι τω εχθρω υπακουσοµεν, αλλως πως ου δυναται καθ’ ηµων ενεργειν τι. Ει γαρ προ του νοµου και της Χριστου παρουσιας, των βοηθηµατων τουτων απαντων χωρις, πολλοι και αναριθµητοι τω Θεω ευηρεστησαν και αµεπτοι απεδειχθησαν, εξ ων τον δικαιον µεν Ενωχ µετεθετο και τη µεταθεσει τουτον τετιµηκεν, Ηλιαν δε πυρινω αρµατι εις ουρανον ανελαβετο, τι απολογησοµεθα ηµεις, οι µετα την χαριν και την τοσαυτην και τηλικαυτην ευεργεσιαν, µετα την του θανατου και της αµαρτιας αναιρεσιν, (103) µετα την του βαπτισµατος αναγεννησιν και την των αγιων αγγελων παραφυλακην και αυτην την επισκιασιν και επελευσιν του Αγιου Πνευµατος, µηδε ισοι τοις προ της χαριτος ευρισκοµενοι, αλλα ραθυµουντες και των εντολων του Θεου καταφρονουντες και αυτας παραβαινοντες; Οτι δε µειζονως υπερ τους εν τω νοµω αµαρτησαντας κολασθησοµεθα τοις κακοις επιµενοντες, ο αγιος Παυλος εδηλωσεν ειπων· “Ει γαρ ο δι’ αγγελων λαληθεις λογος εγενετο βεβαιος και πασα παραβασις και παρακοη ελαβε ενδικον µισθαποδοσιαν, πως ηµεις εκφευξοµεθα τηλικαυτης αµελησαντες σωτηριας;”
Μη ουν τον Αδαµ αλλ’ εαυτον αιτιατω και µεµφεσθω ηµων εκαστος, των εν οιαδηποτουν περιπιπτοντων αµαρτια, και µετανοιαν εξιαν εκαστος ηµων ως εκεινος επιδεικνυσθω, ει αρα και βουλεται της αιωνιου ζωης εν Κυριω επιτυχειν. Ει δε µη θελησετε µηδε παντι τροπω σπουδασετε, η αναµαρτητους εαυτους εν τω τας εντολας τηρειν πασας φυλαξαι, η παραβαινοντες εν τινι µεχρι θανατου µετανοειν και την εαυτου εκαστος αµαρτιαν σφοδρως αποκλαιεσθαι, αλλ’ εµµενετε επι τη σκληροτητι και αµετανοητω γνωµη υµων, ταδε λεγει Κυριος· “Συντροµαξει η γη επι τους µετα τοσαυτα και τηλικαυτα θαυµατα, µετα την εν τω κοσµω φανερωσιν, µετα την τοσαυτην διδασκαλιαν ην εν τω κοσµω εφηπλωσα, ετι αναβαλλοµενους και δυσπιστουντας και απειθουντας τοις λογοις µου· και διαρραγησεται εις πολλα, µη φερουσα τους αγνωµονας και σκληροτραχηλους και παρηκοους µου φερειν επι του νωτου αυτης, και ιδωσι την πτωσιν (104) αυτων εγγισασαν προ των ποδων αυτων και τροµαξουσι. Της γαρ γης τρεµουσης, του ουρανου κλονουµενου και ροιζηδον ως βιβλιου ελισσοµενου, εκ των φοβερων δειµατων εκεινων πτοηθωσιν αι ακαµπεις και αµειλικτοι καρδιαι αυτων, ως λαγωου εν ωρα σφαγης. Και συσκοτασει το φως, πεσουνται τα αστρα, ο ηλιος και η σεληνη σβεσθησονται επ’ αυτους, απο δε των σχισµατων της γης αναβησεται πυρ υπερεκβλυζον ως τα πελαγη των θαλασσων. Και ωσπερ επι του κατακλυσµου ανεωχθησαν οι καταρρακται του ουρανου και κατηλθε το υδωρ και κατ’ ολιγον εκαλυψε τους λαους, ουτω και τοτε ανοιχθησεται απο των θεµελιων αυτης η γη, και αναδοθησεται ου κατα µικρον αλλα αθροον το πυρ και επικαλυψει πασαν την γην, και γενησεται απασα ποταµος πυρος”. Τι ουν ποιησουσι τοτε οι λεγοντες οτι· “Ειθε µε ηφιεσαν ωδε και την βασιλειαν των ουρανων εγω ουκ ηθελον”; Τι γενησονται οι νυν γελωντες και ουτω λεγοντες· “Τι ουν κελευεις κλαιειν ηµας καθ’ εκαστην;” Οι δε και αντιλογιας η γογγυσµους η και τα χειρω τουτων απεργαζοµενοι, τι τοτε απολογησονται; Μη ερουσιν οτι· “Ουκ ηκουσαµεν”; µη οτι· “Ουδεις ηµας ενουθετησε”; µη οτι· “Ηγνοησαµεν σου του ∆εσποτου το ονοµα, το κρατος, την ισχυν, την δυναµιν”; - “Ποσα γαρ υµας, ω αθλιοι,
εικοτως προς ηµας ειπη, δια προφητων, δι’ αποστολων, δια παντων οµου των δουλων και δι’εµου αυτου προειπον και παρηγγειλα; Ουκ ηκουετε των ευαγγελιων µου λεγοντων· “ Μετανοειτε”; (105) Ουκ ηκουετε λεγοντων· “Μακαριοι οι κλαιοντες νυν, οτι γελασονται”; Ουκ ηκουετε βοωντος µου· “Μακαριοι οι πενθουντες”; Υµεις δε εγελατε ανακαγχαζοντες, αλληλοις οµιλουντες και καταµακρυνοντες υµων τας αργολογιας, αλληλους προς τα αριστα προσκαλουµενοι και θεραπευοντες υµων τας γαστερας. Ουκ εµου λεγοντος· “Τι στενη η πυλη και τεθλιµµενη η οδος η απαγουσα εις την ζωην” και οτι “Βιαστη εστιν η βασιλεια των ουρανων και βιασται αρπαζουσιν αυτην”, υµεις ανεκεισθε επι στρωµνων απαλων και δια παντων την ανεσιν εδιωκετε; Ουκ εµου λεγοντος· “Ο θελων ειναι πρωτος, εστω παντων εσχατος και παντων δουλος και παντων διακονος”, υµεις τας πρωτοκλισιας και πρωτοκαθεδριας, αρχας τε και ηγεµονιας και διακονιας και µεγεθη αξιωµατων προετιµησασθε, και υποταγηναι η δουλευσαι εν ταπεινωσει ψυχης ευτελει και πτωχω και απερριµενω ουκ ηθελησατε; Ουχι εµου λεγοντος· “Οσα θελετε, ινα ποιωσιν υµιν οι ανθρωποι, και υµεις οµοιως ποιειτε αυτοις”, υµεις τας εαυτων θεραπειας µονας και τα θεληµατα και τας επιθυµιας εξεπληρωσατε, πλεονεκτουντες, αρπαζοντες, αδικουντες και εαυτους µονους εθεραπευσατε; Ουχι εµου λεγοντος· “Εαν τις σε ραπιση εις την δεξιαν σου σιαγονα, στρεψον αυτω και την αλλην”, οι µεν εγελατε, οι δε ουδε ακουσαι τουτο ηνειχεσθε, αλλα κακως µε τουτο και αδικως (106) προσταξαις ελεγχετε; Ουχι δε εµου λεγοντος. “Εαν τις σε αγγαρευση µιλιον εν, υπαγε µετ’ αυτου δυο”, ου µονον ουδεις εξ υµων τουτο πεποιηκεν, αλλ’ οι πλειονες και τους αδελφους ηγγαρευσατε; Ουκ εµου λεγοντος· “Μακαριοι εστε οταν ονειδισωσιν υµας και διωξωσι και ειπωσι παν πονηρον ρηµα καθ’ υµων ψευδοµενοι ενεκεν εµου”, υµεις ουδε λογον σκληρον ακουσαι ηνειχεσθε ου µονον εκ των οµοιων υµων, αλλ’ ουδε υπο των προεχοντων; Ουκ εµου λεγοντος· “Χαιρετε και αγαλλιασθε επι τοις διωγµοις και ταις θλιψεσιν”, υµεις τους επαινους µαλλον και την τιµην και την δοξαν ησπασασθε, επι δε τοις τοιουτοις απελεγεσθε και αυτην υµων την ζωην; Ουχι εµου µακαριζοντος τους φτωχους, υµεις
ουκ εποθησατε ποτε απο ψυχης γενεσθαι πτωχοι; Ουκ εµου τους πραεις την βασιλειαν των ουρανων κληρονοµειν λεγοντος, υµεις ως θηρες αγριοι διεκεισθε εις τους µη ταχιον ποιουντας υµων τα θεληµατα; Ουχ ορωντες παλιν αυτους παραβαινοντας µου τας εντολας, συµπαθεις εγινεσθε τοτε και µετριοι και “Αφες, ελεγετε, ειπεν ο Κυριος· Μη οργιζου κατα τινος”; Ουχι υµεις ελεγετε, οποταν ελεγον· “Ευχεσθε υπερ των επηρεαζοντων υµας, αγαπατε τους εχθρους υµων και καλως ποιειτε τους µισουντας υµας”, - “Αυτο των αποστολων εστιν, αυτο των µεγαλων αγιων! Επει τις τουτο αλλος ποιησαι δυναται;” - Αθλιοι, και υµεις διατι ουκ εγινεσθε αγιοι; Ουκ ηκουετε λεγοντος µου· “Γινεσθε αγιοι, οτι εγω αγιος ειµι”, υµεις δε εν τη ακαθαρσια των µολυσµων υµων και ανοµιων εµεινατε”. (107) Και προς µεν τας γυναικας ερει· “Ουκ ηκουετε εν ταις εκκλησιαις αναγινωσκοντων και λεγοντων· “Βιος της αγιας Πελαγιας, της ποτε πορνης”, “Βιος της οσιας Μαριας της Αιγυπτιας, της ασωτου ποτε”, “Θεοδωρας της µοιχαλιδος και µετα ταυτα θαυµατουργου”, και παλιν · “Ευφροσυνης της παρθενου και µετονοµασθεισης Σµαραγδου”, και· “Ξενης, της οντως ξενης και θαυµαστης;” Ουκ ηκουσατε οπως και γονεις και πλουτον και µνηστηρας αυτους κατελιπον και εν ευτελεια και ταπεινωσει εδουλευσαν µοι και εγενοντο αγιαι; ∆ια τι ουν και υµεις ταυτας και τας τοιαυτας, αι µεν πορναι τας πορνας, αι δε ασωτοι τας ασωτους, αι δε υπανδροι τας αµαρτησασας υπανδρους, αι δε παρθενοι τας παρθενους και οµοιας υµων ουκ εµιµησασθε; Προς δε τους ανδρας βασιλεις τε και αρχοντας οµοιως ερει· “Ουκ ηκουετε πως ο ∆αυιδ αµαρτησας, και εισελθοντος προς αυτον του προφητου Ναθαν και ελεγξαντος αυτον περι της αµαρτιας αυτου, ουκ αντειπεν, ουκ ωργισθη, ουκ εκρυψε το αµαρτηµα αυτου, αλλα του θρονου αξαναστας προσεπεσεν ενωπιον παντος του λαου επι την γην και ειπεν· “Ηµαρτηκα τω Κυριω µου! “ και ουκ επαυσατο ηµερας τε και νυκτος κλαιων οµου και θρηνων; Ουκ ηκουετε τουτου λεγοντος· “Οτι σποδον ωσει αρτον εφαγον και το ποµα µου µετα κλαυθµου εκιρνων, απο φωνης του στεναγµου µου εκολληθη το οστουν µου τη σαρκι µου, ωµοιωθην πελεκανι ερηµικω”, και παλιν· “Εκοπιασα
εν τω στεναγµω µου, λουσω καθ’ εκαστην νυκτα την κλινην µου, εν δακρυσι µου την στρωµνην µου βρεξω;” Ουκ ηκουετε λεγοντος αυτου· “Κυριε ο Θεος µου, (108) ει εποιησα τουτο, ει εστιν αδικιας εν χερσι µου, ει ανταπεδωκα τοις ανταποδιδουσι µι κακα, αποπεσοιµι αρα απο των εχθρων µου κενος, καταδιωξαι αρα ο εχθρος την ψυχην µου και καταλαβοι και καταπατησαι εις γην την ζωην µου και την δοξαν µου εις χουν κατασκηνωσαι; “. ∆ια τι ουν και υµεις τουτον και τους οµοιους αυτου µη εµιµησασθε; Μη τουτου υµεις περιδοξοτεροι ειναι εδοκειτε η πλουσιωτεροι, και δια τουτο ταπεινωθηναι µοι ουκ ηβουληθητε; Αθλιοι και ταλαιπωροι, υµεις φθαρτοι και θνητοι οντες, µονοκρατορες και κοσµοκρατορες ειναι εβουλεσθε και, ειπου ην τις εν ετερα χωρα µη θελων υµιν υποτασσεσθαι, ως κατα ευτελους υµων δουλου κατεπαιρεσθε αυτου και ουκ εφερετε υποµειναι την ανυποταξιαν αυτου, και τοι συνδουλου υµων οντος και µηδεν πλεον εκεινου εχοντων υµων· εµοι δε τω Ποιητη και ∆εσποτη υµων πως υµεις ουκ ηθελησατε υποταγηναι και δουλευσαι εν φοβω και τροµω; Ανταποδιδοντες δε τοις αµαρτανουσιν εις υµας, τι εν εαυτοις αρα διελογιζεσθε περι ων υµεις εις εµε ηµαρτανετε; οτι ουκ εστιν ο εκζητων των αδικουµενων τα αιµατα; οτι ουκ εστιν ο βλεπων τα παρ’ ηµων κρυφιως πραττοµενα; η οτι επελαθεσθε µου και µη εχειν υπελαµβανετε τον επανω υµων οντα, ουδε ηλπισατε ποτε γυµνοι µε και τετραχηλισµενοι παρασταθησεσθαι; Ουκ ηκουετε µου αει λεγοντος· “Ο θελων ειναι παντων πρωτος, εστω παντων εσχατος και παντων δουλος και παντων διακονος;” Πως ουκ εφρισσετε και εν εαυτοις υµιν εθρηνειτε και συνετριβεσθε, φοβουµενοι µη εις επαρσιν υπο της µαταιας εκεινης και διακενου ελθοντες, (109) παραβαται ταυτης µου της εντολης γενοµενοι, τω πυρι τουτω παραδοθησεσθε; Ουκ ηκουετε πως ο ∆αυιδ υπο του στρατηγου αυτου Σεµεΐ υβριζοµενος και ανηρ αιµατων καλουµενος, ευτελεστερον εαυτον εκεινου εχων απο ψυχης, ουκ ωργιζετο, αλλα και τους εκεινον ανελειν βουλοµενους εκωλυσεν; Ιδου ουν και Μωυσης και Ιησους του Ναυη και ∆αβιδ και αλλοι πλειστοι προ της επιφανειας µου και νυνι µετα την παρουσιαν µου πλειονες, ους βλεπετε συνδοξαζοµενους µοι, και βασιλεις γεγονασιν, ως ηµεις, και
αρχοντες και στρατηγοι, και δια τον εµον φοβον εν ταπεινωσει και δικαιοσυνη βιωσαντες, κακον αντι κακου τινι ουκ ανταπεδωκαν, αλλα και παρα των οµοιων και υπο χειρα πολλακις ατιµασθεντες, εµοι ανεθεντο την περι τουτου εκδικησιν και υπερ ων εις εµε ηµαρτον εν παση τη ζωη αυτων, απο ψυχης εν φοβω και ποθω µετενοουν και εκλαιον, ταυτην την ηµεραν της εµης ελευσεως και παρουσιας και κρισεως ακουοντες και πιστευοντες, υµεις δε κατεφρονησατε µου των εντολων, ως τινος ενος των απερριµµενων και ασθενων. Λοιπον ουν µεθ’ ου συνειναι ηρετισασθε και ων τους λογους και τας πραξεις ποιουντες, αυτους εµιµησασθε, µετα τουτων αυτων, και των εκεινοις ητοιµασµενων επαπολαυσατε! “. Ουτω και τοις πατριαρχαις τους αγιους αντιπαραθη πατριαρχας, Ιωαννην τον Χρυσορρηµονα, Ιωαννην τον Ελεηµονα, Γρηγοριον τον Θεολογον, Ιγνατιον, Ταρασιον, Μεθοδιον και τους λοιπους οιτινες ου λογω µονω αλλα και εργω του αληθινου Θεου γεγονασιν απεικονισµα· τοις µητροπολιταις τους αγιους µητροπολιτας, Βασιλειον, Γρηγοριον, τον αδελφον αυτου, (110) και τον τουτου οµωνυµον και θαυµατουργον, Αµβροσιον και Νικολαον. Και απλως ειπειν, εκαστον πατριαρχην και εκαστον µητροπολιτην και εκαστον επισκοπον µετα των προ αυτου διαπρεψαντων αποστολων τε και πατερων αγιων εν εκαστη µητροπολει και επισκοπη κρινει ο Θεος, και εξ εναντιας αλληλων στησας παντας αυτους – καθως ακουεις αυτου λεγοντος· “Τα µεν προβατα εκ δεξιων, τα δε εριφια εξ ευωνυµων”-, ερει· “Ουχι ενθα ουτοι εθεραπευσαν και εδουλευσαν µοι, εκει και υµεις εβιωσατε και εις τους θρονους αυτων εκαθισατε; ∆ια τι µη και τον βιον και την πολιτειαν αυτων εµιµησασθε; ∆ια τι ακαθαρτοις χερσι και ακαθαρτοτεραις ψυχαις τον αχραντον εµε και αµολυντον κρατειν και εσθιειν ουκ εφοβηθητε; Ουκ εφριξατε ολως, ουκ ετροµαξατε; ∆ια τι τα των πενητων εις τας υµετερας ηδονας και εις τους ιδιους και συγγενεις υµων αναλωσατε; ∆ια τι µε χρυσιω και αργυριω, ως ο Ιουδας, απεµπολησατε; ∆ια τι µε και ως δουλον αχρειον εξαγορασαντες, εις τα της σαρκος µε θεληµατα διακονειν απεχρησασθε; Ως ουν υµεις µε ουκ επιµησατε, ουδε
εγω φεισοµαι υµων. Απελθατε απ’ εµου οι εργαται της ανοµιας, απελθατε! “. Ουτω τοινυν πατερες παρα πατερων, φιλοι και συγγενεις παρα φιλων και συγγενων, αδελφοι παρα αδελφων, δουλοι και ελευθεροι παρα δουλων και ελευθερων, πλουσιοι και πενητες υπο πλουσιων και πενητων, οι εν γαµω παρα των εν γαµω διαπρεψαντων, οι εν ελευθερια παρα των εν ελευθερια βιωσαντων, και απλως πας ανθρωπος αµαρτωλος εν τη φοβερα ηµερα της κρισεως απεναντιας αυτου εις την (111) εις την αιωνιαν ζωην και εις το ανεκλαλητον εκεινο φως οψεται τον οµοιον αυτου και κριθησεται παρ’ αυτου. Οιον τι λεγω; Απιδων εκαστος των αµαρτωλων προς τον οµοιον αυτου, βασιλευς προς βασιλεα, αρχων προς αρχοντα και πορνος µη µετανοησας προς πορνον µετανοησαντα, φτωχος προς φτωχον και δουλος προς δουλον, και µνησθεις οτι και αυτος εκεινος ανθρωπος ην, την αυτην ψυχην εχων, τας αυτας χειρας, τους αυτους οφθαλµους και απλως ταλλα παντα εξ ισης και συνην αυτω εν τω βιω και οµοιον ειχε το αξιωµα, την τεχνην, το επιτηδευµα, µιµησασθαι δε αυτον ουκ ηθελησεν, ευθυς εµφρασσεται το στοµα αυτου και µενει αναπολογητος, µη εχων ολως τι φθεγξασθαι.Οταν ουν οι κοσµικοι κοσµικους ιδωσι και οι αµαρτωλοι βασιλεις βασιλεις αγιους εκ δεξιων, πλουσιους τε και υπο ζυγον αγιους οι υπο ζυγον βιου, και οι εν βασανοις παντες οµοιους αυτων εν τη βασιλεια των ουρανων, και τηνικαυτα αισχυνθωσι και αναπολογητοι ευρεθωσιν, ωσπερ ο πλουσιος εκεινος εν τοις κολποις του Αβρααµ τον Λαζαρον, εκεινος αποτηγανιζοµενος εν τω πυρι. Τι ποιησωµεν ηµεις αρα οι µοναχοι, οι κατ’ εµε, λεγω, ραθυµοι και αµαρτωλοι, ποια αρα αισχυνη ηµας και βασανος ληψεται, οταν τους εν βιω και γυναικας και οικετιδας εχοντας και οικετας, µετα γυναικων οµου και τεκνων θεασωµεθα εν τη βασιλεια των ουρανων οµοθυµαδον συγχορευοντας; οταν τους εν αξιωµασι και πλουτω ευαρεστησαντας, οταν απλως εκ παντων ιδωµεν των εν τω βιω πασαν κατορθωκοτων αρετην και εν µετανοια και δακρυσι πολιτευσαµενων δια τον φοβον του Κυριου και ισταµενους εν τη χαρα και φαιδροτητι των δικαιων; (112) οταν γαρ εννοησωµεν οτι πατερας και µητερας και αδελφους και
αδελφας και κοσµον ολον δια το σωσαι ηµων τας ψυχας κατελειψαµεν, οι δε και γυναικας και τεκνα, αλλοι συν τουτοις και πλουτον και αξιωµατα και αλλα οσα ο βιος εχει τερπνα, και αναχωρησαντες επτωχευσαµεν και αποκειραµενοι γεγοναµεν µοναχοι δια την βασιλειαν των ουρανων, δια δε µικραν ραθυµιαν και πονηριαν και δια τας πονηρας ηµων επιθυµιας κατεταξαµεν ηµας εαυτους µετα κοσµικων και πορνων και µοιχων και βιωσαντων ασωτως κατα τον κοσµον, οποιος τοτε φοβος και τροµος και αισχυνη καλυψει ηµας! Πιστευσατε µοι λεγοντι, αδελφοι, οτι χειρων βασανος η εντροπη ηµων εσται υπερ την των κοσµικων αιωνιαν κολασιν. Οταν γαρ εµε τον αποταξαµενον παση ψυχη, µετα κοσµικων, φερε ειπειν, νυν τεκνα εχοντων, και δηµοσιοις πραγµασιν εµπεπλεγµενων η και στρατια εκδουλευοντων, ιστασθαι και την ισην εκεινοις κολασιν ληψεσθαι µελλοντα, στραφεντες ουτοι και ιδοντες µε, ειπωσι προς µε· “Και συ, µοναχε, ο τον κοσµον αφεις, ωδε µεθ’ ηµων των κοσµικων ιστασαι; Καν συ δια τι;”τι αρα απολογησοµαι, τι ερω προς αυτους; Τις γαρ, αδελφοι, το µεγεθος της τοτε µελλουσης µοι γενεσθαι θλιψεως δυνησεται αξιως, δια λογου εκδιηγησασθαι; Παντως ουδεις! Τι γαρ και ερουµεν η τι ολως δυνηθωµεν απολογησασθαι; οτι τον κοσµον και τα εν κοσµω κατελιποµεν; αλλα ταυτα ουκ εβδελυξαµεθα απο ψυχης· τουτο γαρ εστιν η αληθης του κοσµου και των εν κοσµω αναχωρησις, το µετα το φυγειν τον κοσµον µισησαι τα αυτου και βδελυξασθαι. (113) Τι δε ο κοσµος και τι τα εν τω κοσµω εισιν; Ακουσον! Ου χρυσιον εστιν, ουκ αργυρος, ουχ ιπποι, αλλ’ ουδε ηµιονοι· ταυτα γαρ παντα, οσα και ηµιν λειτουργουσιν εις χρειαν του σωµατος, και ηµεις κεκτηµεθα. Ου κρεας, ουκ αρτος, ουκ οινος· µεταλαµβανοµεν γαρ και ηµεις εκ τουτων και εσθιοµεν αυταρκως. Ουκ οικοι, ου λουτρα, ου χωρια η αµπελωνες και προαστεια· αι λαυραι γαρ και τα µοναστηρια εκ των τοιουτων συνιστανται. Αλλα τις ο κοσµος; Η αµαρτια και η προς τα πραγµατα σχεσις εστιν, αδελφοι, και τα παθη. Τα δε εν τω κοσµω Ιωαννης ο Θεολογος ειπατω, ο ηγαπηµενος του Χριστου µαθητης· “Μη αγαπατε γαρ, φησι, τον κοσµον µηδε τα εν τω κοσµω· οτι παν το εν τω κοσµω, η επιθυµια της σαρκος και η
επιθυµια των οφθαλµων και η αλαζονεια του βιου, ουκ εστιν εκ του Πατρος, αλλ’ εκ του κοσµου εστιν”. Ει ουν ηµεις τον κοσµον ολον καταλιποντες και αποφυγοντες και γεγονοτες γυµνοι, ταυτα ουκ εφυλαξαµεθα, τι ηµιν το οφελος εκ µονης της αναχωρησεως γενοιτ’ αν; Και γαρ οθεν αν εξελθωµεν και εν οις αν καταντησωµεν, τα αυτα πραγµατα παλιν ευρησοµεν· πανταχου γαρ ανθρωποι µονοι ζην ου δυναµεθα, πανταχου τα προς την συστασιν του σωµατος χρηζοµεν επιτηδεια, πανταχου και γυναικες και παιδες και οινος και παντοιων εστιν ειδος καρπων· εκ τουτων γαρ και των τοιουτων εστιν η της ζωης ηµων συστασις. Εαν την επιθυµιαν εχωµεν της σαρκος και την επιθυµιαν των οφθαλµων και την αλαζονειαν των λογισµων, πως δυνησοµεθα εν µεσω αυτων της καθολου αµαρτιας αποσχεσθαι και µηδολως τω ταυτης κεντρω πληγηναι; Οπερ πολλοι των παλαι και των νυν αγιων, ευ οιδα, εφυλαξαντο (114) και φυλαττουσι, µεσον των του βιου πραγµατων και φροντιδων και µεριµνων διατριβοντες και εν αγιοτητι τελεια τον βιον αυτων διανυοντες, καθως ο Παυλος µαρτυρει περι τουτων και των τοιουτων λεγων· “Παραγει γαρ το σχηµα του κοσµου τουτου, ινα και οι εχοντες γυναικας ως µη εχοντες ωσι και οι αγοραζοντες ως µη κατεχοντες και οι χρωµενοι τω κοσµω ως µη καταχρωµενοι”. Εξεστιν ουν και τα λοιπα εξ τουτων καταµαθειν· οιον, τον θυµουµενον µη οργιζεσθαι, τον δικαιολογουµενον µηδολως τη καρδια τοις λαλουµενοις προστιθεσθαι, τον εαυτον εκδικουντα ως νεκρον ειναι τω κοσµω τη της ψυχης διαθεσει, τον απαξ τοιουτον γενοµενον ζητειν τε και προθυµεισθαι µηδε του ιδιου φειδεσθαι σωµατος. Τοιουτοι γαρ και εγενοντο και καθ’ εκαστην γενεαν οι αγωνιζοµενοι γινονται. Ει δε µη τοιουτοι γενεσθαι σπουδασοµεν και ουτω τον βιον ηµων ανυοµεν, τι ερουµεν; οτι “∆οξης και πλουτου κατεφρονησαµεν;” Αλλα παντως ερει ηµιν οτι· “Φθονον και εριν και ζηλον ου κατελειψατε”. Οτι δε ταυτα αλλοτριουσιν ηµας και χωριζουσιν απο του Θεου, λεγει ο θειος Ιακωβος, ο αποστολος του Χριστου· “Ει δε ζηλον πικρον εχετε - εστι γαρ και επι καλω και ζηλωσαι τινα! – και εριθειαν εν τη καρδια υµων, µη κατακαυχασθε και ψευδεσθε κατα της αληθειας, ουκ
εστιν αυτη η σοφια ανωθεν κατερχοµενη, αλλα επιγειος, ψυχικη, δαιµονιωδης· οπου γαρ ζηλος και εριθεια, εκει και ακαταστασια και παν φαυλον πραγµα”, και µετ’ ολιγα· “Αιτειτε και ου λαµβανετε, διοτι κακως αιτεισθε, ινα εν ταις ηδοναις υµων δαπανησετε”, και επιφερει· “Μοιχοι και µοιχαλιδες, (115) ουκ οιδατε οτι η φιλια του κοσµου εχθρα του Θεου εστιν; ος αν ουν βουληθη φιλος ειναι του κοσµου, εχθρος του Θεου καθισταται”. Σκοπει δε οτι ουκ ειπε µονον· “Ο κοσµος εχθρος εστι του Θεου”, αλλα και η προς τον κοσµον φιλια· δι’ αυτης γαρ µοιχοι και µοιχαλιδες γινοµεθα. Και οτι αληθες εστι τουτο, ακουσον αυτου του Κυριου λεγοντος· “Πας ο εµβλεψας προς το επιθυµησαι ηδη εµοιχευσεν εν τη καρδια αυτου “ και παλιν· “Ουκ επιθυµησεις τι του πλησιον σου”. ∆εικνυσι δε δια τουτων ηµιν των ρηµατων, οτι ουχ ο ποιων την αµαρτιαν αυτος µονος χωριζεται του Θεου και εχθρος αυτου γινεται, αλλα και ο αυτην αγαπων και ο επιθυµων τινος, ητοι σχετικως τη καρδια προς τι των επι γης διακειµενος, τουτο γαρ η φιλια του κοσµου εστιν· ωστε φανερως αποδεδεικται οτι, ει και γυµνος παντων υπαρχει τις και µη πραττει εργω την οιανουν αµαρτιαν, µονον δε αγαπων και φιλων αυτην οιονει σχετικως προς αυτην διακειµενος, εχθρος εστι του Θεου, καθως και Ιωαννης φησιν· “Εαν τις αγαπα τον κοσµον, ουκ εστιν η αγαπη του Πατρος εν αυτω”, αλλα και ο Κυριος· “Αγαπησεις Κυριον τον Θεον σου εξ ολης της διανοιας σου και εξ ολης της ισχυος σου και εξ ολης της ψυχης σου”, ωστε ο προς ετερον τι επιθυµητικως η σχετικως διακειµενος της εντολης ταυτης εκτος εστιν. Ηµεις δε, οι αθλιοι και ταλαιπωροι, τα µεγαλα και περιδοξα και υψηλα του κοσµου καταλιποντες και εις το µοναστηριον ελθοντες, αγαπωµεν οι µεν παλλια εκστιλβοντα, οι δε ιµατια καλοχρυσα, οι δε λωρους και αναλαβους, αλλοι σανδαλια και υποδηµατα, αλλοι βρωµατα ηδεα και (116) ποµατα, ετεροι σµιλας και ραφιδας και µαχαιρας η και τα τουτων ευτελεστερα, δι’ ων της αγαπης εκπιποντες του επι παντων βασιλεως Χριστου και εχθροι αυτου γενοµενοι, ουκ αισθανοµεθα, ω αδελφοι! δι’ α και µελλοµεν αρα, ει µη προλαβοντες µετανοησοµεν και πασαν επιθυµιαν κακην και πονηραν και εριν και ζηλον και αλαζονειαν εκ της ψυχης ηµων εκαστος εξορισοµεν, εις το πυρ το αιωνιον µετα τελωνων
κα΄αµαρτωλων και πλουσιων, των εν ασωτια βιωσαντων, κατακριθησεσθαι. ∆ια τουτο ουν σπουδασωµεν, αδελφοι, πασαν αρετην επιδειξασθαι, πασαν δε κακιαν και παν παθος βδελυξασθαι απο ψυχης και µισησαι παν πραγµα µικρον η µεγα, ο φερει ταις ψυχαις ηµων κινδυνον· µονοις δε τουτοις χρησωµεθα εν οις ο µεν νους ου τερπεται, η καρδια δε ηµων ουχ ηδυνεται, ινα µη εις τα αριστερα δια των δοκουντων ευτελων µετα των κοσµικων, ως ειρηται, ηµας αυτους καταταξαντες, βλεψωµεν εις τα δεξια του Θεου παρισταµενους τους αδελφους ηµων και πατερας και κατακρινοντας ηµας, - οι ηγουµενοι εκαστου, λεγω, µοναστηριου τους εν τοις αυτοις µοναστηριοις ευαρεστησαντας τω Κυριω, οι εν διακονιαις τους εν ταις αυταις διακονιαις λαµψαντας ως φωστηρας, οι εν υποταγη και εργοχειροις τους εν τοις οµοιοις διαπρεψαντας εργοις και εν ταις αυταις ελαχισταις η και προτιµοτεραις δουλειαις, εστεφανωµενους οντας µετα των αγιων µαρτυρων, οι την νεοτητα µολυναντες τους την νεοτητα χαλιναγωγησαντας, οι εν τελειοτητι ηλικιας εκ ραθυµιας πεσοντες τους απο νεοτητος µεχρι γηρως εγκαρτερησαντας τω της σαρκος πολεµω (117) και φυλαξαντας την εαυτων σωφροσυνην, οι εν γηρα και µεχρι τελους τα των παιδων των αναισθητων διαπραττοµενοι τους εν γηρα αποκειραµενους και πασαν κακην συνηθειαν ην απο νεοτητος προσελαβοντο δια τον του Θεου φοβον εν µικρω χρονω εγκοψαντας, οι γελωντες τους νυνι κλαιοντας, οι τρυφωντες και προς της τετυπωµενης ωρας εσθιοντες τους µηδε εν τω καιρω του αριστου κορεννυµενους, οι παιζοντες τους εν στυγνοτητι και ωχροτητι οντας διηνεκει απο της µνηµης της φοβερας εκεινης και των ιδιων αµαρτηµατων αυτων, οι απο πλουτου και δοξης ελθοντες εις το µοναχικον και ταπεινωθηναι και µικρον µη θελησαντες τους απο πτωχειας εσχατης ελθοντας και συν ηµιν βιοτευσαντας, δια δε την ταπεινωσιν αυτων υπερ πολλους των µετ’ αυτων ισταµενων εις τα δεξια – βασιλεων, λεγω, και πατριαρχων – ενδοξοτερους υπαρχοντας, τη ταπεινωσει αυτων οντως κεκοσµηµενους. Αρα ουν, αδελφοι µου αγαπητοι, εγνωτε τι ειπον; Αρα οιδατε οποια αισχυνη τοτε ηµιν εσται; Αρα ελαβετε εις νουν; Ηλθετε
εις αισθησιν της ωρας εκεινης, η ινα τα αυτα και παλιν ερω εις ωφελειαν εµου και των οµοιων µου αµελων; Τοιγαρουν και εν ηµιν αυτοις ουτως εσται εν τη φοβερα ηµερα εκεινη και πολλοι των ηµετερων αδελφων ευρεθωσιν εν δεξια ισταµενοι του Θεου µετα δοξης, πολλοι δε εξ ευωνυµων κατακρινοµενοι υπ’ αυτων. Και πως ουχι, οπηνικα δυο επι το αυτο αποταξαµενοι, οµοτεχνοι, λιθοξοοι τυχον η τεκτονες, αι δυο νεοι και καθαροι απο πασης σωµατικης αµαρτιας και εκ πενητων οντες, ο µεν εις γενηται εκ προαιρεσεως πασης αρετης (118) εργατης, ο δε ετερος πασης κακιας και πονηριας; Η ουχι τουτο καθ’ εκαστην ορωµεν γινοµενον µεσον ηµων; Και τον µεν ορωµεν των δυο τουτων ταπεινον, ευπειθη, υπηκοον, ως δουλον Θεου και ουκ ανθρωπων συναναστρεφοµενον ηµιν και διακονουντα µετα πιστεως πασης τοις αδελφοις, το φρονηµα ταπεινον εχοντα και συντετριµµενον, και ουτω πως καθ’ εαυτον λογιζοµενον και λεγοντα – τουτο µεµαθηκοτες απο της εξοµολογησεως αυτου της καθ’ ηµεραν και απο των πολλακις διερωτωντων αυτον και ουτως αποκρινοµενου αυτοις -· “Εγω, φησι, τιµιε πατερ, και εν τω κοσµω ων, µολις εν στενοτητι ηδυναµην ποριζεσθαι µετα κοπου πολλου την εµαυτου τροφην. Και ωδε ελθων, πως αµελησω του εργου και φαγω αρτον της µονης δωρεαν και απαιτηθησοµαι αυτον εν τη ηµερα της κρισεως; Αλλ’ επει τω Θεω ηλθον δουλευειν, αγωνισοµαι και υπερπερισσευσαι το εργον της τροφης µου, οσον εις δυναµιν, και υποταγω τω προεστωτι και πασι τοις αδελφοις µου µεχρι θανατου αγογγυστως, ως αυτω τω Χριστω, εις µηδεν το συνολον παρακουων αυτων “, τον δε κενοδοξον, ανυποτακτον, απειθη, και ουτω και αυτον εξ εναντιας εκεινου λογιζοµενον καθ’ εαυτον και λεγοντα· “Ιδου δη επεµψε µοι ο Θεος οικον, αρτον και οινον και αφθονους τροφας. Εγενοµην συναριθµιος τοις πρωτοις, και πρωτος τοις µετ’ εµε ερχοµενοις, και αδελφος ειµι τουτων παντων, θελοντων και µη θελοντων αυτων. Του λοιπου φαγοµαι και πιοµαι και υπνωσω εις κορον. Τι γαρ µοι και χρεια του εργαζεσθαι απο του νυν, ινα εγω κοπιω και τον κοπον µου αποκερδαινωσιν αλλοι; Εαν γαρ και εις δουλειας τινας µοι επιταξωσι, προβαλουµαι πρωτον αδυναµιαν· (119) εαν δε και αναγκασωσι µε, ειπω προς αυτους· “Και εαν µη δυνωµαι τουτο
ποιησαι, ινα µε αποπνιξητε, ινα µε διωξητε, εαν µη ισχυω:”. Και ουτω προσποιησοµαι κλαιειν, κραυγασω, εκλυσιν προβαλουµαι γονατων, σκοτουσθαι προφασισοµαι, την κεφαλην µου απο χολης οχλεισθαι ειπω, και τουτου γε ενεκα δυνησοµαι ευλογως δηθεν και απο πρωΐας εσθιειν, αναθεµατιζειν αρξοµαι και βλασφηµειν και επι πασι τοις επιταττοµενοις µοι αντιλογησοµαι οµου και γογγυσω· και παντως περικακησαντες εασουσι µε και µη βουλοµενοι. Ει δε και δωσουσι µοι εργα τινα ευτελη και διακονιαν ωσαυτως ποτε, καταφρονησω αυτης. Οιον, ει µεν τοις ηµιονοις προσταξουσι µοι δουλευειν, προφασισοµαι µη ειδεναι την δουλειαν αυτων και εασω αυτα αφιλοκαλητα και ανεπιµελητα µετα παντων των στρωµατων αυτων· και η εασουσι µε αναγκασθεντες η ετερον δωσουσιν εις βοηθειαν µου, κακεινου πασας επιτελουντος τας χρειας, ολιγον εγω τι ποιων, αναπαυοµαι. Ει δε αρτοποιον προσταξουσι µε γενεσθαι, προµαρτυροµαι µεθ’ υποκρισεως, ως αν µη καταγνωσθω ως παρηκοος, λεγων αυτοις· “Εγω, πατερες, ουδεποτε εθεασαµην αρτον πως γινεται”, και ουτως απελθων ποιησω αυτοις τον αρτον πηλον, αυτοι δε µη υποφεροντες τουτον φαγειν, ουκετι µε εις την τοιαυτην καταναγκασουσι διακονιαν”. Ει δε και εις το µαγειρειον διακονειν ταξουσιν αυτον, ουκ οιδε ταπεινωθηναι τω προεστωτι αυτου και βαλειν µετανοιαν, αλλα λεγει αυθαδως προς αυτον· “Κυριε ελεησον! Πατερ, εκ παντων µονον εµε εξελεξω εις τας ατιµους δουλειας; Ουκ εισι και αλλοι εν τη µονη αδελφοι;” και ταυτα µεν λεγει, ωστε παρακρουσασθαι την προστασσοµενην αυτω διακονιαν· (120) εαν δε ιδη την ενστασιν του ηγουµενου, τεως απερχεται ου δια τον Θεον αλλα φοβουµενος την παιδειαν και τας µαστιγας, απερχοµενος δε και γογγυζων λεγει εν εαυτω· Τελεια και καλα εχουσι φαγειν εξ ων µαγειρευσω εγω! Εαν µη ποιησω αυτους νηστεις εκ της τραπεζης εξαναστηναι η εξεµεσαι οσα αν φαγωσιν, ουκ ειµι εγω!” και απλως ουτω παντα ποιει µετα µανιας πολλης ο αθλιος. Και την µεν µαγειριαν των αδελφων ωσαυτως και το οσπριον αυτων καπνιζει και παρακαιει αυτα, εµβαλλων παντα απλυτα και ακαθαριστα εις τας χυτρας, και αλας εν αυτοις υπερ το µετρον βαλλει ποιων αλµην αυτα, το δε θερµον αυτων χλιαρον ειναι εα ινα αηδεσθεντες εκταραχθωσιν εµεσαι τα βρωµατα· εαν
δε ειπη αυτω αδελφος η και αποστειλη τι προς το εψησαι και ευτρεπισαι αυτο, λεγει αναισχυντως· “Ου φειδεται; Εκελευσε τινα κυρι τον δουλον αυτου! Ουα, εως τοτε µη φαγη, εως ου εγω εγγισω η ευτρεπισω αυτα!”. Και ουτως επι πασι ποιουντος αυτου, εις µονας εκεινας ευρισκεται προπηδων και επιτρεχων διακονιας οµου και δουλειας, ενθα γινωσκει οδον εχειν αυτον κλεψαι τι η νοσφισασθαι· και εαν µη µαλλον παρα παντας προτιµηθη, φανερως λυπειται και κρυπτως προς τους οµοιους αυτου καταγογγυζει θλιβοµενος· οταν δε επι τοις τοιουτοις επιταγη, ως απο νεκρων και ως απο του αδου εγειρεται και ευθυς γανυται τω προσωπω και οι οφθαλµοι αυτου χαροποιοι γινονται. Καν απο πολλης πονηριας υποκρινεσθαι βουληθη δια το µη καταγνωσθηναι, αλλ’ ουδ’ ουτω λαθειν τους ορωντας δυναται· οταν γαρ αλλοθεν ουδαµοθεν αλλ’ εκ του µη γογγυσαι η αναβαλεσθαι µικρον, ως εν πασαις διακονιαις (121) ποιειν εθος ην αυτω, διαγινωσκεται. Φοβειται γαρ ολως εν ταυτη ειπειν τι, ινα µη αλλος αντ’ εκεινου απολυθη και καταλειφθη ουτος απρακτος. Τουτων ουν ουτως εχοντων των αµφοτερων και του µεν υποτασσοµενου εν υπακοη ψυχης αγαθης και τεταπεινωµενη καρδια αοκνως, αγογγυστως, αδολως, ακλοπως, ασκανδαλιστως, του δε τα εναντια τουτων ποιουντος, ως γεγραπται, εαν ελθων ο θανατος αρπαση αµφοτερους αυτους, και εν τη φοβερα ηµερα εκεινη γυµνος και κατησχυµενος εξ αριστερων ισταµενος - ο πονηρος εκεινος λεγω -, αποβλεψαµενος ιδη εν τοις δεξιοις τον ποτε µετ’ αυτου συναποκαρεντα και συνεσθιοντα και συµπινοντα, τον οµοηλικα, τον οµοτεχνον, ολον ως εκεινον αυτον τον Χριστον εν µεγαλη δοξα υπαρχοντα, τι τοτε ολως ισχυσει ειπειν η φθεγξασθαι; Οντως, αδελφοι µου, ουδεν! Αλλα στενων και τρεµων και τους οδοντας βρυχων απελευσεται εις το αιωνιον πυρ. Ουτως ουν εκαστος ηµων των αµαρτωλων υπο εκαστου των αγιων κατακριθησεται, ωσπερ οι απιστοι υπο των πιστων και οι αµαρτησαντες µεν, µη µετανοησαντες δε, υπο των πλειονα ισως αµαρτησαντων και θερµως µετανοησαντων κατακριθησονται. ∆ια τουτο παρακαλω και δεοµαι υµων παντων, ινα ει επιστασθε εαυτους πονηρον τι ποιειν και εξαµαρτανειν και τας ιδιας υµων
τιτρωσκειν και απολυειν ψυχας, καν απο του νυν διορθωσησθε και µετανοιαν αξιαν των αµαρτηµατων αυτου εκαστος υµων επιδειξησθε και παντι τροπω σπουδασητε εκ δεξιων στηναι του Σωτηρος ηµων και Θεου. Οσοι δε (122) µικρα τινα σφαλλεσθαι εαυτους συγγινωσκετε, µετα σφοδρας και ταυτα της ταχυτητος απορριψατε αφ’ εαυτων, ινα µη δια τα µικρα ταυτα εξ αριστερων και υµεις, ως πασα Γραφη διαµαρτυρουµενη λεγει, σταθησησθε, και µη ως µηδαµινα και µικρα, αλλ’ ως µεγαλα ταυτα και εχετε και λογιζεσθε. Ο γαρ εις τα µικρα σφαλλων εκουσιως, των δε µεγαλων αµαρτηµατων απεχοµενος, περισσοτερως κατακριθησεται, οτι των µειζονων κρατησας υπο των ελαττονων εκυριευθη. Αρκει γαρ εις απωλειαν και εν µονον ηµιν παθος, καθως ανωτερω ειπον και αυτους υµιν τους αγιους αποστολους, Ιωαννην φηµι και Ιακωβον, εις µαρτυριαν παρηγαγον. Ινα δε και δια παραδειγµατος υµιν δειξω το του λογου πιστον, τουτο υµας ερωτησω. Ο προς δεκα ανδρας εχων την µαχην η και προς δωδεκα, αδελφοι, εν τω συµβαλειν πολεµον µετ’ αυτων, εαν τους προµαχους µεν και ανδρειοτερους αυτων αθροως εκ πρωτης προσβολης απαντας τρεψη και τρωσας καταβαλη, ενα δε η και δυο εκ τουτων ταλαιπωροτερους η και ασθενεστερους υστερον καταλειφθεντας ιδων και µετα φοβου και κολακειας επερχοµενους αυτω απο µακροθεν, ου σπευσας κρατησει και εξαγκωνισας δεσµευσει η και κατασφαξει αυτους, ου δεινως αναιρεθησεται υπ’ αυτων; Ει γαρ εξ υπερηφανιας και αλαζονειας ριψας τα οπλα, ανακλιθεις και αναπεσων υπνωσει καταφρονησας αυτων, ουχι εκουσιως εαυτον εις δουλειαν των ταλαιπωρων εκεινων εξεδωκεν; Ουχι επελθοντες οι δυο η και εις εξ αυτων δεσµησας αυτον, υποσπονδον εαυτου τουτον εξει και δουλον αρας οιχησεται η και ανελων αυτον µαχαιρα, ποιησει πασιν ανθρωποις γενεσθαι τουτον εις καταγελωτα; Ουχι δε παντες ερουσι δικαιαν γενεσθαι του αµελους εκεινου και αλαζονος, (123) µαλλον δε αφρονος και αναισθητου σφαγην; Ου γαρ τοσουτον παντως επαινετος εσται της προς τους ισχυροτερους παλης και νικης ενεκα, οσον ψεκτος και βδελυκτος και αποβλητος, ιν’ ειπω, και δουλος η νεκρος, δια την εκ του ενος εκεινυ γενοµενην ητταν αυτω.
Ουτως ουν, αδελφοι µου αγαπητοι, ουδεν ηµας ου µη ωφεληση των µεγαλων παθων κρατησαντας, εαν υπο των ελασσονων κυριευωµεθα. Οιον τι λεγω; Τα γαρ αυτα και παλιν ερω και λεγων ου παυσοµαι. Εαν τον της σαρκος µολυσµον φυλαξωµεθα, εαν απο φθονου και µεγαλης οργης και κλοπης αποσχωµεθα, εαν αρσενοκοιτιας, παιδοφθοριας, µαλακιας και πασης ασελγειας κρατησωµεν, γαστριµαργια δε η πολλω οινω η υπνω η οκνηρια η ραθυµια, αντιλογια τε και ανηκοΐα και γογγυσµω, οια δη δουλοι και µαστιγιαι δουλουµεθα, τι ηµιν εσται το οφελος εκ της των πονηρων εργων και µονων αποχης; Ει δε και λαθρα αρτου τεµαχια αιροµεν και εσθιοµεν η αλλο τι ποθεν επιλαβοµενοι και ταυτα ανευ ευχης του προεστωτος ηµων, τις αν ειπη ελευθερους ηµας αµαρτιας; Ει δε και των συναξεων, διχα µεγαλης ασθενειας η αναγκαιας χρειας τινος, εκουσιως απολιµπανοµεθα, ει δε και τους καρπους φυλασσοντες εξ αυτων ουκ εγκρατευοµεθα – και γαρ τι αλλο ην ο τον Αδαµ εκ του παραδεισου εξεβαλε και τω θανατω παρεδωκε; - τι κερδανουµεν εκ της των ειρηµενων αποφυγης; Ουδε γαρ ει ολοσωµον τις πληγην εχων, ειτα δια φαρµακων πολλων ιαθεις παρα µικρον την πληγην, δυναται υγιης λεγεσθαι, ει µικραν οπην ισην ραφιδος επιφερεται τραυµατος, αλλ’ ο και τους µωλωπας, ει δυνατον, του τραυµατος εξαφανισας, (124) εκεινος παρα παντων εικοτως λεχθησεται υγιης. Μη ουν ταυτα µικρα λογιζωµεθα, αλλα δια ταυτα τιµωρηθεντας αλλους ακουοντες και καταδικασθεντας σφοδρως, ηµεις την εξ αυτων βλαβην παση δυναµει εκφυγωµεν. Και µηδεις, αγαπητοι, εν τινι τουτων η παθει ετερω του λοιπου επιµεινη, αλλ’ απο του νυν αποσχοµενος µετανοησατω βαλων αρχην, και µη αποστη εξαγγελλων την ητταν εαυτου, εως αν αισχυνθεις ο υποβαλλων αυτω εχθρος παυσηται του αυτον πολεµειν. Μη φθονος κυριευση ηµων, µη οργη η θυµος και κραυγη, εξ ων αισχρολογιαι και υβρεις ειωθασι τικτεσθαι, µη κενοδοξια και υπερηφανια και οιησις κατασχουσαι ηµας εις βυθον αδου καθελξωσιν, αλλα ταυτα παντα πορρω εξορισαντες εαυτων, κτησωµεθα τας αρετας αντ’ αυτων. Ισως δε τις ερει οτι· “Τοσουτων οντων και αναριθµητων παρα µικρον των ειρηµενων παθων, τις δυναται ταυτα ερευναν παντα
και εκ τουτων παντων απεχεσθαι, ινα µη υπ’ ουδενος τουτων κυριευθη τις; “. Εγω χαριτι Χριστου διδαξω υµας. Ο αει εννοων τας εαυτου αµαρτιας και την µελλουσαν κρισιν διηνεκως προορων και µετανοων και κλαιων θερµως, ουτος υπεραινει παντα οµου και υπερνικα υπο της µετανοιας υψουµενος, ως µη δυνασθαι εν και µονον των ειρηµενων φθασαι και καθαψασθαι αυτου της αεροβατουσης ψυχης. Ει δε µη η διανοια ηµων υπο της µετανοιας και των δακρυων και υπο της εγγινοµενης εκ τουτων πνευµατικης ταπεινωσεως πτερωθεισα εις υψος απαθειας αρθη, ουκ αν ελευθεροι των ειρηµενων απαντων γενεσθαι ισχυσωµεν, αλλα ποτε µεν υπο τουδε του παθους, ποτε δε υφ’ ετερου κεντασθαι και ως υπο θηριων αγριων κατεσθιεσθαι ου (125) παυσοµεθα, και µετα θανατον δια ταυτα της των ουρανων βασιλειας εκπεσοντες, υπο των τοιουτων παλιν αιωνιως κολασθησοµεθα. ∆ια τουτο παρακαλω παντας υµας, πνευµατικοι µου πατερες και αδελφοι, και παρακαλων ουδεποτε παυσοµαι την υµετεραν αγαπην, µη αµελησαι εκαστον της εαυτου σωτηριας, αλλα παντι τροπω σπουδασαι αρθηναι µικρον απο της γης. Ει γαρ τουτο γενησεται το θαυµα καταπληξαν υµας, το απο της γης εις αερα λεγω κρεµασθαι, ουκετι προς την γην κατελθειν και στηναι καν ολως θελησετε· “γην”δε το σαρκικον και “αερα”το πνευµατικον λεγω φρονηµα. Ει γαρ ο νους των πονηρων λογισµων και παθων ελευθερωθη και θεασοµεθα δι’ αυτου την ελευθεριαν, ην ηµιν ο Χριστος και Θεος εχαρισατο, ουκετι καταδεξοµεθα προς την προτεραν δουλειαν της αµαρτιας και του σαρκικου φρονηµατος κατελθειν, αλλα κατα την του Κυριου φωνην γρηγορειν και προσευχεσθαι ου παυσοµεθα, εως αν προς την εκειθεν µεταβωµεν µακαριοτητα και των επηγγελµενων επιτυχωµεν αγαθων, χαριτι και φιλανθρωπια του Κυριου ηµων Ιησου Χριστοου, ω πρεπει πασα δοξα εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος στ΄. (126) Περι εργασιας πνευµατικης. Και τις ην η εργασια των παλαιων αγιων. Και πως ταυτην κατορθωσαι δυναµεθα, ινα και µετοχοι, ωσπερ εκεινοι, του Παναγιου γενωµεθα Πνευµατος.
Αδελφοι και πατερες, επειδηπερ µεγαλα τινες οιοµενοι περι εαυτων, ως ουκ ωφελεν, ισους εαυτους ηγουνται κατα τε πραξιν και γνωσιν και τελειοτητα των παλαι αγιων θεοφορων πατερων ηµων και του αυτου πνευµατος, ω εζων και εκινουντο εκεινοι, συνιστανοντες εαυτους εκ λογων µονων και διχα των εργων, πνευµατι αποπλανηθεντες οιησεως, ωηθην δια βραχεων ουτω πως εν απλοτητι και υπτιοτητι λογου προς αυτους ειπειν ως προς ενα, δια τε τον ειρηκοτα Θεον· “Και συ στραφεις, τους αδελφους σου διορθωσαι”, και δια την κοινην αγαπην ην εντελλοµεθα εχειν προς τους πλησιον ηµων. Αρξοµαι δε εντευθεν του λεγειν εν αφελοτητι και παρακαλειν την αγαπην υµων. Βουλη τοιγαρουν ακουσαι τι εποιουν οι πατερες ηµων οι αγιοι, εν τοις εαυτων κελλιοις καθηµενοι; Αναγνωθι τους βιους αυτων και µαθε συ πρωτον την σωµατικην τεως πραξιν αυτων, (127) ειτα εγω σοι αναγγελω την πνευµατικην εργασιαν ην εκεινοι ειργαζοντο. Οι γαρ τους βιους συγγραψαµενοι των αγιων, τας πραξεις αυτων εδηλωσαν τας σωµατικας, την ακτηµοσυνην, την νηστειαν, την αγρυπνιαν, την εγκρατειαν, την υποµονην και καθεξης τα λοιπα, ινα µη παντα απαριθµουντες τον λογον µηκυνωµεν, την δε πνευµατικην αυτων εργασιαν µικρον τε και ως εν εσοπτρω δια των τοιουτων εδηλωσαν, ινα οι τους κοπους εκεινων και την πιστιν εκ των εργων επιδεικνυµενοι, εργοις αυτοις και των πνευµατικων χαρισµατων αυτων εν γνωσει και µετοχη γενωνται, οι δε γε λοιποι µηδε ακουσαι περι των τοιουτων αξιωθησωνται. Επει δε εις τοσουτον ανοιας βοθρον κατηχθηµεν, ως και διχα των εργων, ων εκεινοι ειργασαντο, ισως εκεινοις την χαριν εχειν και ηµας οιεσθαι, φερε τον περι εκεινων γυµνασωµεν λογον και απο των µεµαρτυρηµενων πραγµατων την πληροφοριαν λαβοντες, σπουδασωµεν τεως κατα ποδας εκεινων βαδισαι, ει και µη φθασαι δυνηθωµεν αυτους. Ανωθεν δε τον λογον αρξαµενοι, κατ’ ολιγον εως ηµων καταβαινοντες ελθωµεν. Τι ουν ο µεγας Αντωνιος εν τω µνηµατι καθεζοµενος επραττε, και τοι µηπω πνευµατικην εργασιαν ολως ειδως; Ουχι ως νεκρον εαυτον εν τω µνηµατι εκλεισε, µηδεν των του κοσµου επιφεροµενος, µηδε µεριµναν εχων την οιανουν εν αυτω; Ουχι
ολος ην νεκρος εκ του κοσµου, και κειµενος εν τω µνηµειω τον ζωωσαι και αναστησαι δυναµενον εζητει Θεον; Ουχι αρτω µονω ηρκειτο και υδατι; Ουχι πολλα παρα των δαιµονων υπεστη κακα και ηµιθανης εκειτο εκ του αφορητου δαρµου; Ουχι εν τη εκκλησια ως (128) νεκρου απενεχθεντος αυτου, ηνικα ηλθεν εις εαυτον, παλιν αυθορµητος προς τους αντιπαλους απηλθεν; Ει µη γαρ προς εκεινους υπεστρεψεν, αλλ’ ενεµεινε τω κοσµω και ει µη µεχρι τελους ενεκαρτερησεν, εις θανατον εκδεδωκως εαυτον τη προθυµια και προαιρεσει, ουκ αν της πολυποθητου θεας του ∆εσποτου αυτου ηξιωθη, ουκ αν της γλυκειας εκεινου φωνης ακηκοεν. Αλλα εζητησεν ολοψυχως, εκρουσεν αοκνως, υπεµεινεν εις τελος και ελαβεν επαξιον τον µισθον. Αποθανων γαρ, ως ειρηται, τη προαιρεσει υπερ Χριστου, εκειτο ωσει νεκρος, εως ου ηλθεν ο ζωογονων τους νεκρους και ανεστησεν αυτον εκ του αδου, του σκοτους φηµι του ψυχικου, και εξηγαγεν αυτον εις το θαυµαστον φως του προσωπου αυτου. Οπερ θεασαµενος και των λυπηρων εκεινων απαλλαγεις και περιχαρης γεγονως ελεγε· “Κυριε, που ης εως αρτι; “ Το µεν ουν ειπειν “Που ης;” αγνοουντος παντως εστιν οπου και ην· το δε ειπειν “Εως αρτι” την θεωριαν και αισθησιν και γνωσιν της του ∆εσποτου παρουσιας εδηλωσεν. Ει τοινυν ουτως αποταξασθαι ηµεις ου βουλοµεθα και καρτερησαι οµοιως εκεινω και υποµειναι ου προαιρουµεθα, πως τον Θεον εν Αγιω Πνευµατι ως εκεινος ιδειν αξιωθωµεν και πληρωθηναι αγαλλιασεως; Ουδαµως. Αλλα γαρ και προς ετερον, ει δοκει, τον λογον ιθυνωµεν. Τι ο µεγας Αρσενιος διεπραξατο εξ αυτης αρχης της αποταγης αυτου; Ουχι τα βασιλεια καταλιπων και τους βασιλεις, του σηρικοφορους οικετας και παντα τον πλουτον αυτου, µονος ως φτωχος και πενης εν τω µοναστηριω αφικετο, οστις ποτε ην σπουδασας λαθειν, (129) φευγων την δοξαν και τον ανθρωπινον επαινον, ινα παρα Θεω δοξασθη; Τι ουν αρα τουτοις µονοις εµεινεν αρκεσθεις; µη γενοιτο· αλλα τι; Ουδε ως ευτελης µετα ευτελων ανθρωπων εαυτον καταταξαι ηνεσχετο, αλλ’ ως κυνα ελογισατο εαυτον. Ριφεντος γαρ αυτω παρα του ηγουµενου του αρτου και πεσοντος τουτου επι της γης, αυτος τετραποδισας, ου τη χειρι αλλα τω στοµατι, ως κυων αρας τον αρτον, ουτως
αυτον εφαγεν. Εν δε τω κελλιω καθηµενος, ου µονον ειργαζετο, αλλα και πολυ ελαττον του εργοχειρου αυτου εις την εαυτου χρειαν ανηλισκεν, υδωρ πινων βορβορου οζοντος οµοιον. ∆ια τουτο και εργαζοµενος και ευχοµενος διηνεκως εκλαιε και τοις εαυτου δακρυσι κατεβρεχετο, αλλα και αφ’ εσπερας ευχοµενος ιστατο µεχρι πρωΐας και τη πτωχεια και ευτελεια µεχρι τελους ενεκαρτερησε. ∆ια τι ; ∆ια το παθειν παντως και ιδειν και αυτον, οπερ ο µεγας Αντωνιος ιδειν και παθειν ηξιωθη. Πως ουν ου γεγραπται και επι τουτου, οτι ειδε τον Κυριον; Μη τους µεν κοπους αυτος κατεβαλετο, εκεινον δε ιδειν ουκ ηξιωται; Ουχι, αλλα και αυτος ουτως ιδειν τον Θεον ηξιωθη, ει και µη ο συγγραψαµενος τουτο ουτως εδηλωσε φανερως· και ει βουλει τουτο µαθειν ακριβως, τα παρ’ εκεινου αυτου, φηµι του αγιου Αρσενιου, εκτεθεντα κεφαλαια διελθε και γνωσει εξ αυτων οτι και ουτος θεοπτης εστιν αληθως. Ο ουν αυτους εκµιµουµενος εργω και πονοις της αυτης οντως καταξιωθησεται χαριτος· ει δε µη βουλεται τις την ταπεινωσιν τουτων και την υποµονην εκµιµησασθαι, τι και λεγει το πραγµα αδυνατον; Ευθυµιου δε και Σαβα και των καθεξης αγιων τας πραξεις, τας υπερ ανθρωπον, τις διηγησεται; Ειτε γαρ (130) προ του την χαριν λαβειν του Πνευµατος, ειτε και µετα το ταυτην λαβειν, τεως ανευ κοπων και πονων πολλων και ιδρωτων βιας τε και στενοχωριας και θλιψεως ουδεις διηλθε τον σκοτασµον της ψυχης, ουδε το φως του Παναγιου Πνευµατος εθεασατο. Βιαστη γαρ εστιν η βασιλεια των ουρανων και βιασται αρπαζουσιν αυτην, επειδη και δια πολλων θλιψεων δει ηµας εισελθειν εις την βασιλειαν των ουρανων. Η δε βασιλεια των ουρανων η µετοχη υπαρχει του Πνευµατος του Αγιου· τουτο γαρ εστι το ειρηµενον οτι η βασιλεια των ουρανων εντος ηµων εστιν, ινα το Πνευµα το Αγιον εντος ηµων λαβειν και εχειν σπουδασωµεν. Μη ουν λεγετωσαν οι εκτος οντες διηνεκους βιας και στενοχωριας και ευτελειας και θλιψεως, οτι εντος ηµων εχοµεν το Πνευµα το Αγιον· ανευ γαρ εργων και ιδρωτων και πονων της αρετης ο µισθος ουτος ου διδοται τισι. ∆ιο µοι καλως εχειν δοκει και το παρα πολλοις ουτω λεγοµενον· “∆ειξον, φησιν, εργα και απαιτει µισθους”.
Εγω γαρ οιδα ανθρωπον προ του κοπους καταβαλεσθαι και προ του βιασασθαι εαυτον, ευθυτητι διαλογισµων και ψυχης απλοτητι ταις θειαις Γραφαις εγκυψαντα και ολιγας ηµερας και νυκτας ακοπως, ιν’ ειπω, αγρυπνησαντα και ευξαµενον και επι τοσουτον ελλαµφεντα υπο της ανωθεν χαριτος, ως εξω δοξαι αυτον γενεσθαι του σωµατος και του οικηµατος και του κοσµου παντος – νυξ γαρ ην και ως ηµερα τελεια εγενετο -, αλλ’ επει απονως πλουτον ελαβε, συντοµως αυτου και κατεφρονησε. ∆ιο και αµελησας, ολον οµου τον πλουτον απωλεσε και επι (131) τοσουτον, ως µηδεν µνηµονευειν ολως αυτον, οτι ποτε τοιαυτην δοξαν τεθεαται. Πως ουν οι µηδε λαβειν αξιωθεντες ποτε η κατιδειν την δοξαν ταυτην ποσως, λεγουσιν εχειν ταυτην ολην εν εαυτοις, απορω. Αλλ’ ω της πωρωσεως, ω του σκοτασµου, ω της αγνοιας και της µαταιας οιησεως, που ποτε τουτο η δια ποιων γραφων µεµαθηκασιν; Οντως εµαταιωθησαν εν τοις διαλογισµοις αυτων και εσκοτισθη η ασυνετος αυτων καρδια και εµειναν εν Αιγυπτω, τουτεστιν εν τω σκοτει των παθων αυτων και των ηδονων. Οι γαρ την γην της επαγγελιας ιδειν ποθησαντες, ην πραεων οφθαλµοι και ταπεινων και πτωχων βλεπειν καταξιουνται, πασαν στενοχωριαν και πασαν θλιψιν και ευτελειαν καταδεχονται και απο πασης και παντοιας σωµατικης ηδονης και τιµης και ανεσεως σφοδρως απεχονται. Ου µονον δε αλλα και απο παντος ανθρωπου µικρου τε και µεγαλου χωριζονται, φευγοντες αυτους αµισως, ινα ταυτης καταξιωθωσιν επιβηναι προ του εκκοπηναι τον δροµον αυτων απο της οδου της παρουσης ζωης. Ταπεινουµενοι γαρ και ως πονηροι και προσκεκρουκοτες πολλα επ’ αληθως διακειµενοι, ου µην αλλα γαρ και ως εχθροι και παραβαται των εντολων του Θεου στυγνοι και λελυπηµενοι διαγουσιν, επιποθουντες µαθειν το τι αν δεοι αυτους διαπραξασθαι προς το καταλλαγηναι τω ∆εσποτη Χριστω. ∆ια τουτο τοινυν χαριζεται αυτοις ο Κυριος ου µονον το γνωναι ο τι δεοι ποιησαι, αλλα και ισχυς διδοται αυτοις παρ’ αυτου και υποµονη εις το εκπληρωσαντας παντα α δει, αυτον εκεινον ιδεσθαι και κτησασθαι (132) τον επι παντων και επι πασι Θεον και τηνικαυτα ως εν ουρανω διαγειν και
εκεισε το πολιτευµα εχειν, καν εν σπηλαιοις καν εν ορεσι καν εν κελλιοις διαγωσι, καν εν µεσαις αναστρεφωνται πολεσι, και ουτως αει εν χαρα και ευφροσυνη και αγαλλιασει αρρητω δουλευειν αυτω. Αυτη τοιγαρουν η εργασια των αγιων εστιν, αυτη η πραξις των εν Πνευµατι αγοµενων Θεου. Οιος γεγονε και εν τη καθ’ ηµας γενεα ο αγιος και µακαριωτατος ευλαβης Συµεων, ο λαµψας δικην ηλιου µεσον της περιωνυµου µονης των Στουδιου, ο εν µεσω του κοσµου ποτε ων και τοις του κοσµου πραγµασι και φιλοις και συγγενεσιν, ου µονον δε αλλα και ταις φροντισι και µεριµναις και ηδοναις του βιου επι τοσουτον αποταξαµενος, ως µηδε την µνηµην ολως εχειν αυτων, αλλα και ταυτην αφ’ εαυτου εξορισαι µακραν, ο αναστραφεις µεσον του πληθους των µοναχων και την µακαριαν εκεινην τοτε λεξας φωνην, “Οφειλει”λεγων “ειναι ο µοναχος εν τω µοναστηριω ως ων και µη ων και µη φαινοµενος, µαλλον δε µηδε γνωριζοµενος”, ην και ερµηνευων ελεγεν· “Ως ων µεν τω σωµατι, µη ων δε τω πνευµατι, µη φαινοµενος δε ει µη µονοις δια του Αγιου Πνευµατος τοις καθαροις τη καρδια, µη γνωριζοµενος δε δια το µη εχειν µετα τινος τι”. Ω µακαριων ρηµατων, δι’ ων η υπερ ανθρωπον αγγελικη πολιτεια αυτου κηρυττεται, δι’ ων κεκτησθαι εν ουρανοις το πολιτευµα αυτος εαυτω δια του Αγιου Πνευµατος µεµαρτυρηκεν, δι’ ων την µετα Θεου ηµων διαγωγην υπεφηνε, (133) µη εχειν ειπων µετα τινος τι. Οπερ ουδεις κατορθωσαι η επ’ αληθως ειπειν δυναται, ει µη ολως ολω ενωθη τω Θεω· ει δε και ειπη, πλανα εαυτον. Ο γαρ λεγων µη αµαρτανειν τυφλος εστι µυωπαζων, τον Θεον δε ο εχων αµαρτανειν ου δυναται, οτι σπερµα αυτου εν αυτω µενει, καθως φησιν ο Ιωαννης η θεολογικωτατη των αποστολων βροντη. Οτι δε εκεινος τον Θεον ολον ειχεν εν εαυτω και ζων ελεγε και αποθανων δια της οικειοχειρου αυτου γραφης µεγαλη βοα τη φωνη· “Θεον κτησαι σεαυτω φιλον και ανθρωπου βοηθειας ου δεηθηση”. Και παλιν· “Θεον κτησαι και ου δεηθηση βιβλιου”, και τουτο εδηλωσεν εξ εργων αυτων, βιβλιον εκ του ιδιου κοπου, µαλλον δε εκ του ενοικησαντος αυτω Πνευµατος συγγραψαµενος, µαθησεως γραµµατων υπαρχων αµυητος, οµολογουµεν δε και ηµεις, συµµαρτυρουντες τω αγιω ηµων
πατρι και µη κρυπτονες την ευεργεσιαν φειδοι του µη νοµισθηναι αλαζονας ηµας παρα τισιν, οτι ωσπερ δεξαµενη τις απορρεοντος υδατος, ουτως ο αγιος πατηρ ηµων εκ του πληρωµατος µετελαβε του ∆εσποτου ηµων Χριστου και επλησθη της χαριτος του Πνευµατος αυτου, οπερ εστιν υδωρ ζων· ωσπερ δε παλιν απο της δεξαµενης το υπερπλεονασαν και εξωθεν υπερεκχυνοµενον υδωρ λαµβανει τις εις κορον, ουτω και ηµεις εκ του πατρος ηµων του αγιου την υπερπλεονασασαν και υπερεκχυνοµενην αει εξ αυτου χαριν ειδοµεν και ελαβοµεν και επιοµεν και τας οψεις εξ αυτου ενιψαµεθα, τας χειρας και τους ποδας αυτους, ειτα και ολοι ολω τω σωµατι ελουσαµεθα και αυτην (134) την ψυχην µετα του αθανατου υδατος εκεινου. Ω µυστηριου ξενου και θαυµαστου, αδελφοι. Και µη απιστησητε τουτο· ου γαρ εµου µονου ο λογος η επ’ εµοι µονω γεγονε, αλλ’ ακουε του ευγγελιστου Ιωαννου, τι περι του υδατος τουτου φησι, µαλλον δε αυτου του Υιου και Λογου του ζωντος Θεου, παρ’ ου και Ιωαννης τον λογον πεπλουτηκεν· “Ο πινων γαρ, φησιν, εκ του υδατος τουτου – του αισθητου δηλονοτι- , διψησει παλιν· οστις δε πιη εκ του υδατος ου εγω δωσω αυτω, ου µη διψηση πωποτε, αλλα γενησεται εν αυτω πηγη υδατος αλλοµενου εις ζωην αιωνιον”. Και ερµηνευων τουτο ο ευαγγελιστης φησι· “Τουτο δε ελεγε περι του Πνευµατος, ου εµελλον λαµβανειν οι πιστευοντες εις αυτον”. ∆ια του τοιουτου γαρ υδατος ωσπερ ρυπος η πονηρια εκπλυνεται απο της ψυχης· ανευ δε τουτου πολλα πονησας ωφελησει ουδεν. ∆ια δε τουτο και µη δυναµενοι ολως ηµεις το ταλαντον του ∆εσποτου ηµων κρυπτειν και την γινοµενην εις ηµας του Θεου δωρεαν µη αναγγελλειν, φανερως οµολογουµεν το ελεος του Θεου, οτι ενεπλησθηµεν απληστως οι αναξιοι εκ του υδατος ου ελαβοµεν δια του πατρος ηµων απο του Θεου και εκορεσθηµεν ακορεστως εις δοξαν του ονοµατος αυτου του αγιου, και κατα τον ενον ηµιν της δυναµεως, ως εσχατοι και αχρειοι, εδοξασαµεν και νυν δοξαζοµεν τον Θεον, τον δοξασαντα τον πατερα ηµων τον αγιον και δια του πατρος ηµων τους ταπεινους και αναξιους ηµας. Μη ουν οιηθειη µε τις ψευδεσθαι και κατα της εµης ψυχης και κατα του εµου πατρος φθεγγεσθαι, κοµπολογον µε και τορνολογον ηγουµενος· ειδως
γαρ ειµι οτι απολει ο Θεος παντας τους λαλουντας το ψευδος, και τουτο (135) ποιειν µε Παυλος ο θειος διδασκει, “Ευλογητος ο Θεος “ λεγων, “και Πατηρ του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ο ων ευλογητος εις τους αιωνας, αληθειαν λεγω και ου ψευδοµαι. Οιδα ανθρωπον προ ετων δεκατεσσαρων “ και τα εξης, και παλιν· “Ηµεις δε ου το πνευµα του κοσµου ελαβοµεν, αλλα το Πνευµα το εκ του Θεου, ινα ιδωµεν τα υπο του Θεου χαρισθεντα ηµιν, α και λαλουµεν”. Τι δε και εµαυτον ωφελησαιµι η τον εµον πατερα τον αγιον εκ των επαινων καν ολως; Παντως ουδεν. Αλλα καθαπερ περι των λοιπων αγιων ανωθεν ειρηκως, εκεινους µεν εκ των λογων ουδεν ωφελησα, τους δε ακροατας προς ζηλον διηγειρα και προς την εκεινων παρωτρυνα µιµησιν, ουτω και περι του αγιου Συµεων και λεγων ου παυσοµαι, αναγκης δε µοι επικειµενης µη βουλοµενος λεγω και περι ηµων αυτων των αναξιων. Η γαρ των πολλων απιστια των λεγοντων εις βλαβην των ακουοντων, µη δυνασθαι ειναι τινα τοιουτον αρτι µητε τοις εργοις εις τας των εκεινοις δοθεντων χαρισµατων καταξιουµενον, αναγκαζει µε και ακοντα λεγειν α λεγειν ου εβουλοµην ουδεποτε και δηµοσιευειν οντως του Θεου το φιλανθρωπον, ινα των ταυτα λεγοντων το οκνηρον και ραθυµον απελεγχηται. Εκοπιασεν ο µακαριος πατηρ ηµων και αγιος Συµεων, ως πολλους των παλαι αγιων πατερων υπερβαλεσθαι, θλιψεις δε πειρασµους τοσουτους υπεµεινε, ως εξισωθηναι πολλοις των περιφανεστερων εν µαρτυσι. ∆ια ταυτα ουν εδοξασθη απο Θεου και εγενετο απαθης και αγιος, λαβων εν εαυτω ολον, (136) ως ειπειν, τον Παρακλητον· και τοτε, ωσπερ προικα πατηρ υιω κληρον διδωσι, ουτω καµε τον αναξιον δουλον αυτου Πνευµατος Αγιου ακαµατι και δωρεαν επλησε. Ποιος γαρ, ειπε µοι, εξ υµων, µη οτι γε ειπω διεπραξατο, αλλ’ ετι τα παρ’ εκεινου πραχθεντα και ως δυνατον ρηθεντα, νοησαι καλως δυναται; Πρωτον γαρ παντων τουτο εγραψεν, ως εν ταξει διδασκαλιας ουτως ειπων· “Αδελφε, ταυτην ηγου λεγεσθαι αναχωρησιν τελειαν του κοσµου, την παντελη του ιδιου θεληµατος απονεκρωσιν”. Ω µακαριας φωνης, µαλλον δε ψυχης της ουτω γενεσθαι αξιωθεισης και του κοσµου παντος χωρισθεισης. Προς
γουν τουτους και τους τοιουτους ο ∆εσποτης λεγει Χριστος· “Υµεις ουκ εστε εκ του κοσµου, αλλ’ εγω εξελεξαµην υµας εκ του κοσµου. ∆ευτε προς µε καγω αναπαυσω υµας”. Οι γαρ αλλως πως εν τοις εαυτων θεληµασι καν οπωσουν η εν τισι καλοις το δοκειν πορευοµενοι, ου µη ιδωσι την ζωην, ην οι αποτµηθεντες του κοσµου και τω εαυτων αποθανοντες θεληµατι βλεπουσιν. Ει ουν συ ταπεινωθηναι και υποταγηναι, θλιβηναι τε και ατιµασθηναι, εξουδενωθηναι και λοιδορηθηναι και ως εις των αφανων και αφρονων και ευτελων και παραπεσοντων, αδελφε, ου καταδεχη γενεσθαι, αλλ’ ουδε καταφρονηθηναι παρα παντος ανθρωπου και ως εις των επιληπτων και προσαιτουντων εις τας πλατειας και ρυµας της πολεως λογισθηναι, πως, ειπε, γενη ξενος του ιδιου θεληµατος; Ει γαρ ταυτα προς δοκιµην και πειραν επερχοµενα φερειν εν υποµονη πασιν ηµιν ο Θεος ενετειλατο, µαλλον δε ου προς δοκιµην και πειραν, αλλα προς (137) καθαρσιν των ψυχων ηµων επαγοµενα, ηµεις υποµειναι ταυτα ου θελοµεν, αλλα ζη εν ηµιν το µη θελειν ταυτα παθειν, οπερ εστι το γεωδες φρονηµα της σαρκος, πως νεκροι γενησοµεθα; Ουδαµως. Ει δε µη νεκροι τω κοσµω και τοις εν κοσµω γενοιµεθα, πως οι µη γεγονοτες δια Θεον νεκροι ζησοµεν την εν Χριστω κεκρυµµενην ζωην; Πως, ως ο αγιος ειπε Συµεων, θεασοµεθα τον Θεον ενοικησαντα ως φως εν ηµιν; Ουδαµως, αδελφοι, µηδεις πλανατω υµας. Αλλα µωρον ηγη τον µακαριον Συµεων και αισχυνη µιµησασθαι τας πραξεις αυτου; Μιµησαι Χριστον τον Θεον. Παθε και αυτος δια την σεαυτου σωτηριαν, ως εκεινος επαθε δια σε. Εκαλουν γαρ αυτον, ως ακουεις, διαµονωντα, πλανον, φαγον και οινοποτην. Ελεγον γαρ· “∆αιµονιον εχεις”, και παλιν· “Ιδου ανθρωπος φαγος και οινοποτης, φιλος τελωνων και αµαρτωλων”. Ταυτα δε και ο µακαριος πατηρ ηµων, ο αγιος Συµεων, υπερ ηµων, µαλλον δε δι’ ηµας ηκουσε. Συν τουτοις ακουεις παλιν ως φονεα και κακουργον δεδεµενον συροµενον τον Κυριον και ως ενα των ευτελων παρισταµενον τω Πιλατω, ραπισµα καταδεχοµενον υπο δουλου, εις φυλακην εµβαλλοµενον και απο φυλακης εκβαλλοµενον, υπο στρατιωτων ραβδουχων αγοµενον, τω λαω υπο Πιλατου
παραδιδοµενον, “Λαβετε αυτον” φασκοντος “υµεις και σταυρωσατε”. Εννοησον ουν πως ην αποδοθεις µεσον αυτων, ο υπερανω παντων των ουρανων και τα (138) παντα διακρατων τη χειρι αυτου, ωθουµενος, αντωθουµενος, πυγµιζοµενος, ραπιζοµενος, εγγελωµενος, φραγγελοµενος, εις το πραιτωριον εισαγοµενος, ο παση κτισει και αυτοις τοις Σεραφειµ αθεωρητος, εκδυοµενος, τω κιονι προσδεσµουµενος, τεσσαρακοντα πληρεις λαµβανων πληγας, την επιθανατον δηλουσας αποφασιν. Ειτα τι; Πορφυραν κοκκινην παικτικως ενδυοµενον, κατα κεφαλης ραπιζοµενον και “Τις εστιν ο πταισας σε;”ερωτωµενον ακανθαις στεφανουµενον, προσκυνουµενον τε και εµπαιζοµενον, εµπτυοµενον και ειρωνικως ακουοντα· “Ιδε ο βασιλευς των Ιουδαιων”, ενδυοµενον παλιν τα εαυτου ιµατια, τον τραχηλον σχοινιω δεσµουµενον και επι τον θανατον απαγοµενον, ειθ’ ουτω τον εαυτου σταυρον επιφορτιζοµενον και επι του τοπου γινοµενον και τουτον ορωντα πηγνυµενον και µονον υπο των φιλων και µαθητων εγκαταλειποµενον, µετα ταυτα παλιν αποδυοµενον, αναρτωµενον, τας χειρας και τους ποδας υπο των στρατιωτων καθηλουµενον και κρεµασθαι αφιεµενον, χολην ποτιζοµενον, λογχη νυττοµενον, υπο ληστου βλασφηµουµενον, χλευαζοµενον και ακουοντα· “Ο καταλυων τον ναον και εν τρισιν ηµεραις εγειρων, σωσον σεαυτον και καταβηθι απο του σταυρου”, και αυθις· “Ει Υιος εστι του Θεου, καταβατω νυν απο του σταυρου και πιστευσοµεν εις αυτον”, και ουτω µετα το ταυτα παντα παθειν, ευχαριστουντα και ευχοµενον υπερ των φονευσαντων αυτον και την ψυχην εις χειρας παρατιθεντα του Πατρος αυτου. (139) Ουκ αρκουσι ταυτα σοι παντα εις µιµησιν, αδελφε, αλλ’ αισχυνη ουτω ταυτα παθειν; ∆ια ποιων δε αλλων εργων η πως συνδοξασθηση αυτω; “Οστις γαρ, φησιν, επαισχυνθη µε και τους εµους λογους, επαισχυνθησοµαι καγω αυτον εµπροσθεν του Πατρος µου, του εν τοις ουρανοις”. ∆ιο και ο Παυλος φησιν· “Ει συµπασχοµεν και συνδοξασθησοµεθα”. Ει δε τα παθηµατα αυτου, α υπεστη υπερ ηµων, αισχυνοµεθα µιµησασθαι και παθειν, ως εκεινος επαθεν, ευδηλον οτι ουδε της δοξης αυτου συµµετοχοι γενησοµεθα· ου γαρ εργω αλλα
λογω µονω εσµεν, ουτως εχοντες, πιστοι· εργων δε µη προσοντως, νεκρα υπαρχει η πιστις ηµων. ∆ια τουτο τοιγαρουν λεγω και λεγων ου παυσοµαι, οτι οι µη τα παθη Χριστου δια µετανοιας και υπακοης µιµησαµενοι και του θανατου αυτου µετοχοι γεγονοτες, καθως ανωτερω λεπτοµερως εδηλωσαµεν, ουτε της πνευµατικης αυτου αναστασεως συµµετοχοι γενησωνται, ουτε Πνευµα λαβωσιν Αγιον. ∆ια γαρ του Αγιου Πνευµατος η αναστασις παντων γινεται· και ου λεγω την επι συντελεια των σωµατων αναστασιν – σαλπισει γαρ τοτε ο αγγελος και τα νεκρα σωµατα αναστησονται -, αλλα την καθ’ εκαστην γινοµενην των νεκρων ψυχων πνευµατικως πνευµατικην αναγεννησιν και αναστασιν, ην ο απαξ αποθανων και εγερθεις και δια παντων και εις παντας (140) τους αξιως βιουντας ανισταµενος και τας συναποθανουσας αυτω τη προθεσει και τη πιστει ψυχας συνεγειρων, διδωσι δια του Παναγιου αυτου Πνευµατος, δωρουµενος αυταις απεντευθεν ηδη την βασιλειαν των ουρανων, ης γενοιτο παντας ηµας επιτυχειν χαριτι του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ω πρεπει πασα δοξα εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος Ζ΄. (141) Περι προσπαθειας της εις τους συγγενεις. Και τις η απατη αυτης και εις οιον βοθρον και δεσµον καταγει τους κρατουµενους υπ’ αυτης. Και περι απογνωσεως και της εν ταυτη διαφορας. Και τι εστι το “Ο πιστευσας και βαπτισθεις σωθησεται, ο δε απιστησας κατακριθησεται”. Αδελφοι και πατερες, ως ωφελον γε αει σιωπαν, ηδυναµην και τα εµαυτου κακα αποκλαιεσθαι και µηδεποτε διδασκαλου εργω επιχειρειν η κατηχειν την υµετεραν αγαπην η καν ολως αλλοις υποδεικνυειν τας της σωτηριας οδους, ουχ ως εναντιου οντος του πραγµατος τη του Θεου εντολη, µαλλον µεν ουν και ευπροσδεκτου υπαρχοντος αυτω, αλλ’ οµως εµου αναξιου τυγχανοντος του τοιουτου πνευµατικου εγχειρηµατος, διο και δεδοικα, ο ταπεινος, µη και επ’ εµοι το ∆αυιτικον εκεινο προσφορωτατα λεχθησεται ρηµα· “Τω δε αµαρτωλω ειπεν ο Θεος· Ινα τι συ εκδιηγη τα δικαιωµατα µου και αναλαµβανεις την διαθηκην µου δια στοµατος σου; συ δε εµισησας παιδειαν και εξεβαλες τους λογους µου εις τα οπισω”.
(142) Αλλ’ ιδωµεν, ει δοκει, τις εστιν ο µισων παιδειαν και τις ο εκβαλλων τους λογους αυτου εις τα οπισω. Ο µη πειθοµενος τοις του Θεου νοµοις µισει την εκ των λογων του Κυριου παιδειαν και βυει τα ωτα αυτου του µη ακουσαι λογον της εσχατης ανταποδοσεως των αµαρτωλων η του πυρος εκεινου του αιωνιου και των κολασεων του αδου και της κατακρισεως της αιωνιου εκεινης, αφ’ ης ουκ ενι διαδρασαι τον απαξ εµπεσοντα εις τας τιµωριας αυτης. Ο δε µη παση ισχυϊ και δυναµει ψυχης τας εντολας του Θεου προ των οφθαλµων αυτου εχων αει και φυλαττων αυτας, αλλα καταφρονων µεν αυτων, προτιµων δε τα εναντια τουτων και ποιων αυτα, εστιν ο εκβαλλων τους λογους εις τα οπισω. Και ινα εξ ενος σαφες υµιν ποιησω το του λογου προκειµενον, οταν ο µεν Θεος προστασση και διαρρηδην βοα· “Μετανοειτε, ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων” και παλιν· “Σπουδασατε εισελθειν δια της πυλης της στενης”, ο δε ταυτα ακουων ου µονον ου προαιρειται µετανοειν και βιασασθαι εαυτον εισελθειν δια της στενης πυλης, αλλα διερχοµενος πασας τας ηµερας της ζωης αυτου εν µετεωρισµω και διαχυσει ψυχης, προστιθεις τοις εαυτου κακοις καθ’ ωραν κακα και ανεσιν σωµατος και θεραπειαν υπερ την δεουσαν χρειαν επιζητων, οπερ της πλατειας µαλλον και ευρυχωρου οδου σηµειον εστι και ουχι της στενης και τεθλιµµενης, της φερουσης εις την ζωην την αιωνιον, ουτω τοινυν και ο τοιουτος εκβαλλει του Θεου τους λογους εις τα οπισω και τα εαυτου θεληµατα, µαλλον δε τα του διαβολου, ποιει. (143) Α καγω πρωτος, ο ταλαιπωρος, εκπληρων και εν λακκω βορβορου κειµενος και εν αισθησει υπαρχων των ιδιων κακων, βοω κατωθεν κραζων και τους εξωθεν παριοντας απαντας προσφωνων· “Πορρω που του δεινοτατου τουτου λακκου γινεσθε, αδελφοι, και την ευθειαν οδον, ητις εστιν ο Χριστος, πορευεσθε! Και µηδεις εκκλινη δεξια η αριστερα και ωδε συν εµοι τω παναθλιω και δυστυχει εµπεσειται και στερηθειη µετα των επιγειων και τα επουρανια αγαθα”. Επειδη δε δια πολλων των εαυτου µηχανηµατων ο παµπονηρος διαβολος και εχθρος των ψυχων ηµων εις το τοιουτον βαραθρον τους πλειονας η και σχεδον απαντας οµου, οιονει συµφορησας, κατα καιρους απορριπτει, εστι δε και δια µιας ταυτης, της προς τους συγγενεις
λεγω προσπαθειας, η και ως σχοινιω χρωµενος, ο εχθρος εφ’ ενος εκαστου τραχηλω αποδεσµων αγει και συνπεριαγει παντας τους τον τοιουτον καταδεξαµενους δεσµον, εις κρηµνους φρικτους τε και βαραθρα αµαρτηµατων χαλεπα και ασυγγνωστα και εις αυτον καταποντιζει τον της απογνωσεως λακκον, και εν πυθµενι αδου καταβιβασας και ενδεσµησας αφιησι, φυγωµεν, αγαπητοι, τον ολεθρον τουτον, παρακαλω. Πανουργως γαρ ενριζοι εν τοις τοιουτοις και σεσοφισµενως εµποιει την απογνωσιν επι τοσουτον, ως µητε νοµιζειν τουτους εν απογνωσει γενεσθαι, µητε πειθεσθαι ταις θειαις Γραφαις, µητε µην πιστους ηγεισθαι τους περι τοιουτων λεγοντας προς αυτους, παντα δε δευτερα της εαυτω τιθεναι φρονησεως η µαλλον ειπειν αφροσυνης και αναισθησιας, και δεδεµενους οντας απο του τραχηλου αναλγητους (144) διακεισθαι, οπερ χειρον πασης εστιν απογνωσεως. Αλλο γαρ το εις πληθος εµπεσοντα κακων της εαυτου σωτηριας απογινωσκειν τινα, και ετερον το ως καλω τω κακω χρασθαι και εν πληροφορια ειναι οτι καλον τι ποιει. Ο µεν γαρ προτερος, ει περι µετανοιας και της του Θεου φιλανθρωπιας διδαχθη και µαθη οτι ουκ εστι πληθος αµαρτιων ο µη εξαλειφει η µετανοια και οτι “οπου επλεονασεν η αµαρτια, υπερεπερισσευσεν η χαρις” και οτι “χαρα µαλλον γινεται εν τω ουρανω επι ενι αµαρτωλω µετανοουντι”, ισως εαυτου γενοµενος και κατανυγεις, επιθυµησειε ποτε των πολλων εκεινων απαλλαγηναι κακων και του δυσβαστακτου φορτιου κουφισθηναι το αυτου συνειδος, διαναστησεται και παντα αλλα – τα βιωτικα λεγω – εις ουδεν λογισθησεται και τη µετανοια θερµως προσελθη· ο δε δευτερος, δυσανακλητοτερος ων, εις απαν απαναινεται τοις τοιουτοις φαρµακοις ιατρευθηναι. Πως γαρ και ιατρευθηναι καταδεξεται, ο µηδε οτι εν νοσω η πτωµατι κειται ολως πειθοµενος; Ουδαµως! Αλλα δεον ηµας λογοις προτερον, καθ’ οσον οιοι τε ωµεν, πνευµατικοις, εκ τε του θειου Ευαγγελιου και των λοιπων αγιων Γραφων αναλεξαµενους, πληροφορησαι και δειξαι αυτοις, πως µεν της ευθειας οδου απαρξαµενοι, εκκλιναντες ηπατηθησαν, πως δε ο εχθρος αυτους µεµονωµενους ευρων το της προσπαθειας σχοινιον απατηλως τοις εαυτων τραχηλοις εµπεριεδησεν, επειτα και πως αυτους εις κρηµνους και βαραθρα
αµαρτηµατων εµπεριηγαγε· και µετα ταυτα δειξοµεν αυτοις και πως τω βαθυτατω λακκω εναπερριψε, και που και πως εν τω αδη καταβιβασας, το επι του τραχηλου αυτων σχοινιον εναπεδησε, (145) και ως ουκετι δυναµενους ελευθερωθηναι και προς την γην ανελθειν, αφεις αυτους υπεχωρησε. Και ουτω τους πειθοµενους τοις λογοις της θειας Γραφης και εις συναισθησιν των οικειων ερχοµενους κακων και συνοµολογουντας και ουτως εχειν συντιθεµενους τα κατ’ αυτους, τηνικαυτα και τα φαρµακα τοις τραυµασιν αρµοζοντα δια των λογων αυτων επιδωσοµεν. Μελλοντι µοι δε προς τας αποδειξεις των πραγµατων ελθειν και τον αγωνα του λογου τω αλογω και αµαθει επειγοµενω αναδεξασθαι, συνευξασθαι δεοµαι παντων υµων, ινα η χαρις του Παναγιου Πνευµατος φαιδροτερον επιλαµψασα ολην µου καταφωτιση την διανοιαν και τον νουν και δωη αξιως ειπειν τι, ουχι δια την εµην αξιαν, αλλα δια την υµετεραν ωφελειαν, ενηχουσα οιον αυτην τους λογους αµα τε τω ταυτης φωτι φαινουσα και υποδεικνυουσα παντα απερ προειποµεν, και οιονει πως λεγουσα προς ηµας· “Ιδε η οδος, ιδε η εκπτωσις αυτης, ιδε ο εχθρος, το σχοινιον. Ιδε ο αδελφος, πως µετα χαρας τον δεσµον καταδεχεται. Ιδε που συρων ο διαβολος αυτον αποφερει”, και παντα καθεξης ανελλιπως υποδειξασα και πως τους εκεινου βροχους δυνηθωµεν διαφυγειν εκδιδαξασα, προς τους ουρανους ελευθερους ηµας συµπαραλαβουσα ανελθη. Τουτο δε ουκ αλλως αν γενηται ηµιν δυνατον, ει µη ανωθεν και εξ αρχης του βιου και της εις το µοναχικον σταδιον εισοδου ηµων τον λογον αναγαγοντες, εκειθεν την αρχην ποιησοµεθα. Ουτω γαρ και ως εν οδω βαδιζων ο λογος, απερ υπεσχετο δια της του Πνευµατος χαριτος καθαρως τοις προσεχουσιν αποδειξειεν. Αλλα µη αποκαµητε, ωφελιµος γαρ ο λογος, καθ’ οσον εστι και θεοπνευστος, επειδη και ηµεις και οι λογοι ηµων, κατα τον ειρηκοτα σοφον, και αυτη ηµων η πνοη εν χειρι Θεου του πεποιηκοτος ηµας. (146) Ο Κυριος και Θεος ηµων Ιησους Χριστος, Υιος ων γνησιος του Θεου και Πατρος, οµοουσιος τε και οµοφυης και οµοδοξος, συνθρονος τε και οµοθρονος, εν τω Πατρι µενων και ο Πατηρ εν αυτω, προς την ηµετεραν ταλαιπωριαν και κακωσιν, αλλα µην και αυτην ηµων την δουλειαν ην δια της αµαρτιας τω
απατησαντι ηµας εχθρω εδουλευσαµεν απιδων και κατελεησας ηµας τη αφατω φιλανθρωπια αυτου βουληθεις εξελεσθαι της δουλειας και αισχιστης πλανης ηµας, κατηλθεν εκειθεν ολως τους πατρωους κολπους µη λιπων, ως οιδεν αυτος, και γενοµενος επι της γης, εµπεριπατησας τε και συναναστραφεις ηµιν τοις ανθρωποις ουσιν αµαρτωλοις, και προσταγµατα δους σωτηριας τοις αγιοις αυτου µαθηταις και αποστολοις, ανηλθεν αυθις προς τον εαυτου Πατερα µετα δοξης, παραγγειλας αυτοις και ειπων· “Πορευθεντες, κηρυξατε το ευαγγελιον παση τη κτισει διδασκοντες” παντας, ουχι τοδε “τηρειν” η τοδε, αλλα “παντα οσα ενετειλαµην υµιν”. “Παντα” δε ειπων ουδεν αφηκεν ο µη φυλαξαι προσεταξεν. Ειτα τι; “Ο πιστευσας, φησι, και βαπτισθεις σωθησεται, ο δε απιστησας κατακριθησεται”. Αρα ουν, αγαπητοι αδελφοι, εγνωτε τι εστι τουτο ο λεγει· “Ο πιστευσας και βαπτισθεις”, ειτα παλιν· “Ο απιστησας”, η και περι τουτου ειπω προς την υµετεραν αγαπην; ∆οκει γαρ ευληπτον ειναι και απλουν το λεγοµενον, εχει δε εγκεκρυµµενα εις βαθος αυτου τα νοηµατα. (147) Πιστιν ενταυθα ου ταυτην λεγει οτι Θεος εστιν ο Χριστος µονον, αλλα την περι πασων των παρ’ αυτου λεχθεισων αγιων εντολων περιεκτικωτατην πιστιν την συνεχουσαν πως εν εαυτη πασας τας θειας αυτου εντολας και πιστευουσαν µηδεν ειναι αργον µεχρι και µιας κεραιας εν αυτοις, αλλα παντα εως ενος ιωτα ζωη και ζωης αιωνιου προξενα· ως αν ο πιστευων ουτως εχειν αυτας και δια του αγιου βαπτισµατος συνταξαµενος ταυτα παντα φυλασσειν και απαραλειπτως ποιειν σωθησεται, ο δε απιστησας εν τινι τοις λογοις αυτου µεχρι και µιας, ως ειρηται, κεραιας η ενος ιωτα, ως αυτον εκεινον ολον απαρνησαµενος, κατακριθη. Και εικοτως· ο γαρ εις τα µεγαλα πιστευσας αυτω οιον οτι Θεος ων ατρεπτως εγενετο ανθρωπος, οτι εσταυρωθη και απεθανε και ανεστη, οτι αναστας των θυρων κεκλεισµενων εισηλθε και ωφθη τοις εαυτου µαθηταις, οτι ανεληφθη και καθηται εν δεξια του Θεου και Πατρος, οτι µελλει ερχεσθαι κριναι ζωντας και νεκρους και αποδουναι εκαστω κατα τα εργα αυτου προτερον δηλονοτι εξαναστησας παντας ηµας, τους απο Αδαµ και µεχρι της εσχατης ηµερας τεχθησεσθαι µελλοντας - , λεγοντι δε αυτω” “Αµην λεγω υµιν, οτι και υπερ αργου λογου
λογον δωσουσιν οι ανθρωποι εν ηµερα κρισεως” απιστων, πως αρα πιστος εσται και µετα πιστων συγκαταριθµηθη; Ο τοινυν επ’ εκεινοις τοις φρικτοις και υπερ νουν και υπερ πασαν ανθρωπινην διανοιαν πιστευων Χριστω και τοις γεγονοσι και µελλουσι γενεσθαι παρ’ αυτου του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου πειθαρχουσαν εχων και συντιθεµενην αυτου την ψυχην, (148) απιστων δε αυτος οπηνικα λεγοντος ακουει· “Ο θελων οπισω µου ελθειν, απαρνησασθω εαυτον και αρατω τον σταυρον αυτου και ακολουθειτω µοι” και· “Ο φιλων πατερα η µετερα υπερ εµε ουκ εστι µου αξιος” και οτι “Ο ερχοµενος προς µε και ου µισει τον πατερα αυτου και την µετερα και τους αδελφους και τας αδελφας και την γυναικα και τα τεκνα, ετι δε και την εαυτου ψυχην, ου δυναται µου ειναι µαθητης” και οτι “Ο λυσας µιαν των εντολων τουτων των ελαχιστων ελαχιστος κληθησεται εν τη βασιλεια των ουρανων”, πως ο τοιουτος πιστος και ουχι µαλλον ως απιστος η και χειρων απιστου κατακριθησεται; Οτι εν µεν τοις µειζοσιν οµολογει πιστευειν Χριστω, εν δε τοις ελαχιστοις ως ψευδοµενου καταφρονει αυτου του των ολων Θεου και ∆εσποτου· και πιστευειν λεγων εν τοις αλλοις αυτω ως Θεω, ως τω τυχοντι ανθρωπω διαπιστει λεγοντι οτι και υπερ αργου λογου λογον δωσουσιν οι ανθρωποι εν ηµερα της κρισεως· και οιεται γελων και αισχρολογων και µαταιολογων σωθηναι, ταλανιζοντος εκεινου τους γελωντας και µακαριζοντος τους πενθουντας· αλλα και εαυτον µη απαρνουµενος µηδε τον σταυρον βασταζων, ακολουθειν νοµιζει τω δι’ αυτον σταυρωθεντι Χριστω· και πλειον φιλων τους εαυτου γονεις, αξιον ειναι αυτον του Χριστου απο ψυχης εχει. Ουτως αρα και αυτοι οι ερχοµενοι δηθεν προς αυτον δια της αποταγης και ου µισουντες απαντας τους εαυτων συγγενεις, ετι δε και την εαυτων ψυχην απαρνουµενοι, (149) αλλ’ εξ εναντιας και αγαπωντες αυτους µαλλον, µαθηται ειναι του Χριστου µαταιως νοµιζουσι· και λυοντες καθ’ ωραν ουχι µιαν και την ελαχιστην των εντολων αλλα πολλας και µεγαλας, ουδεν ολως εναντιον ποιειν τι νοµιζουσι, µαλλον µεν ουν και µεγαλους εαυτους εν τη του Θεου βασιλεια ουτως εχοντες υπολαµβανουσιν εσεσθαι· και το µειζον απαντων κακων, οτι ουχι παραβασιν ολως ταυτα εντολης ειναι λεγουσιν, αλλα και
ηµας αυτους, αντιποιουµενους του λογου της αληθειας, πειθειν ασυνετως επιχειρουσιν. Αλλ’ επι το προκειµενον επανελθωµεν. Παντα τοινυν οσα τοις αποστολοις ο Χριστος και Θεος ενετειλατο, οµοιως και ηµας φυλαττειν προσεταξεν, απερ εν τω κοσµω φυλαξαι δυναµεθα µεν, ου προαιρουµεθα δε δια το ασθενειν ηµας τη πιστει και τη αγαπη τη εις Χριστον. Και οτι τουτο αληθες εστι µαρτυρουσι παντες οι προ νοµου και εν νοµω και µετα την του Σωτηρος παρουσιαν µετα παιδων και γυναικων και των εν απασι βιωτικοις µεριµνων και φροντιδων ευαρεστησαντες τω Κυριω, κεχωρισµενοι τουτων απαντων τη απροσπαθει προαιρεσει γενοµενοι και υπερ τους εν ορεσι και σπηλαιοις λαµπροτεροι τη πιστει και τω βιω αναφανεντες. ∆ια τουτο τοιγαρουν τη εντολη του Κυριου χρωµενοι βοηθω - ως δι’ ηµας και την ηµετεραν ασθενειαν λεχθειση -, πασιν αποτασσοµεθα και τη στενη και τεθλιµµενη οδω προσερχοµεθα και οιονει πως του κοσµου σωµατικως και των του κοσµου αποτεµνοµεθα, και ουτως απ’ αλλης χωρας και τοπου και πολεως προς ετεραν απαιροντες κατοικιαν και µονην (150) αφικνουµεθα, εις το σταδιον της γυµνασιας των αρετων δια πολιτειας οιονει και ασκησεως κατα την εαυτου προαιρεσιν εκαστος βαδιζοντες η και οξυποδουντες και τρεχοντες. Τι τουτο; Ινα την απροσπαθειαν των ειρηµενων κτησωµεθα. ∆ια τουτο γαρ και απο του κοσµου απαιροντες, αυτικα ταις εντολαις εποµενοι του Κυριου και τοις προσταγµασιν αυτου πειθαρχουντες, απαρχοµεθα της εις ουρανους φερουσης οδου. Σκοπει µοι δε εντευθεν αρτι καλως των λεγοµενων την δυναµιν. Υποζωγραφει µοι τω νοΐ οδον τετριµµενην ολην τοις ποσι των προλαβοντων καλως. Ενθεν τε κακειθεν ορη µοι νοει και υλας και κρηµνους και σκοπελους και φαραγγας, συν τουτοις δε πεδια και παραδεισους τοπους τε τερπνους και συσκιους και ωραιοτατους και παντοδαπους καρπους εν αυτοις, ειτα θηριων πληθος πολυ και ληστων και ανδροφονων κατα τοπους εγκεκρυµµενα συστηµατα. Τουτων ουτως εχοντων ουδεν ηµας εκ των ειρηµενων η δελεασαι και την αισθησιν ηµων κατασεισαι η παραβλαψαι δυνησεται, εποµενους τοις προλαβουσιν αγιοις και την αυτην οδον πορευοµενους ην κακεινοι εβαδισαν. Πορευοµενων γαρ ηµων εν τη οδω του
Κυριου και Θεου ηµων εντολων και διερχοµενων αµεταστρεπτι µεσον απαντων των ειρηµενων, ουδεις ουτε των ληστων εκεινων ουτε των θηριων φανερως και αναιδως ηµιν επιβαινει η τολµα προσεγγισαι ηµιν, και µαλιστα εαν οδηγω επακολουθωµεν και συνοδοιποροις συµπορευωµεθα αγαθοις. Πλην οµως ποτε µεν µακροθεν, ποτε δε εγγιστα γεγονοτες, οι µεν απειλαις χρωνται και φονιω προς ηµας βλεπουσιν οµµατι, οι δε δελεασµοις τισι και καλακειαις (151) και φιλικαις οµιλιαις. Αλλα µην υποδεικνυουσιν ηµιν και τα των τοπων τερπνοτητας κατα χωραν και την ωραιοτητα των καρπων και παραινουσι µικρον αναπαυσασθαι εις παραµυθιαν των πονων της οδοιποριας και φαγειν υποτιθενται απο των καρπων το ηδυ πλεον επιφεροµενων της ενουσης αυτοις θεωριας, και πολλας ετερας επινοουσι τας παγας ηµιν και ποικιλας τας αφορµας· ουκ εν ηµερα δε µονον αλλα και εν αυταις ταις νυξι, και ουδε εγρηγοροτων µονον αλλα και καθευδοντων, ηµιν επανιστανται, ποτε µεν γαργαλισµοις και εκκρισεσι, ποτε δε βρωµατων απηγορευµενων γευσεσιν, αλλοτε δε και µετα φανων και λαµπαδων ωσει ξιφηρεις λησται ληστρικως επερχοµενοι θανατον ηµιν επισειουσιν, εκταρασσειν ηµας οιοµενοι και της ευθειας παρατρεψαι οδου. Και οι µεν αυτων αδυνατον ηµιν υποτιθενται το µεχρι τελους υπενεγκειν τα εν τη οδω δυσχερη, οι δε και ανονητα ταυτα και µηδεν τους κοπιωντας ωφελειν δυναµενα. Αλλοι οτι ουδε εστι ποτε τελος της οδου ταυτης ουδε εσεται λεγουσι, δεικνυοντες εκ των µη κατορθωκοτων τινας και µαλιστα τους εγχρονισαντας εις την ασκησιν και µηδεµιαν εκ του χρονου ευροντας ωφελειαν δια το µη εν γνωσει και ευσεβει λογισµω τρεχειν αυτους εν τω δοκειν τον δροµον των εντολων, αλλ’ ιδιορρυθµια και οιησει τουτο ποιειν, οις εικοτως και τα κατα Θεον αυτων διαβηµατα περικοπτεται, δειλαινοµενοις και υποστρεφουσιν εις τα οπισω και εαυτους δια της αµελειας τω πονηρω εµπαρεχουσιν εις το εργασασθαι εις αυτους τα δοκουντα αυτω. (152) Αλλα τι θελω παντα υµιν εξηγησασθαι τοις πνευµατικοις µου αδελφοις, και ιδου εισιν αριθµω µη καθυποβαλλοµενα, τα του αντικειµενου ηµιν διαβολου και των αυτου πονηρων πνευµατων ενεδρα τε και δεινα πανουργευµατα! Αλλα τα
πλειστα παρα τοις σπουδαιοις διερευνασθαι εασας και παρασχων αυτοις εκ των ολιγων τουτων τας αφερµας, ο επηγγειλαµην υµων τη αγαπη αποδειξαι πειρασοµαι· τι δε εστι τουτο; Ο δεσµος της προς τους συγγενεις ηµων προσπαθειας και οπως δεσµει ηµας δι’ αυτης ο διαβολος, και µαλιστα τους κατα των αλλων παθων την ανδρειαν επιδειξαµενους και τον στεφανον αραντας, και δι’ ης ηµας τω σκοτει και τη απωλεια δυστυχως ο πονηρος παραπεµπει. Και σκοπει µοι παλιν ακριβως του λεγοµενου την δυναµιν. Κατανοησον σεαυτον εν τη ειρηµενη οδω η επιβαντα αρτιως αυτης η επ’ αυτη επι χρονους βαδισαντα και παρα παντων εκεινων των ειρηµενων θηριων τε και ληστων πολλα µεν παθοντα εξ ων προειρηκαµεν, τη χαριτι δε Χριστου µητε κολακειαις απατηθεντα, µητε τη ωραιοτητι των φαινοµενων κλαπεντα προς ηδονην, µητε φοβω καµφθεντα η απειλαις προς το εκκλιναι της ευθειας οδου η παυσασθαι του προσω βαινειν, µητε µην εις τα οπισω στραφεντα, αλλα µαλλον και ευτονωτερον τρεχοντα. Αρα ουν ουτως τρεχοντος σου ηρεµησε του µηκετι πολεµειν σε ο Σατανας η ποτε ηρεµησει; Ουµενουν ουδαµως! Αλλ’ ειδως οτι εντολην ηµιν δεδωκεν ο Θεος απαρνησασθαι πατερα και µητερα και πασαν απλως συγγενειαν σαρκικην, ετι δε και ολους ηµας αυτους· ου µονον δε αλλ’ οτι συνεθεµεθα τω Θεω, (153) οτε τη µοναδικη πολιτεια προσηλθοµεν, και ταυτην µετα των αλλων απαντων φυλαξασθαι, επειδη ουκ ισχυσεν εκ των ειρηµενων απαντων τι κατα σου, τι ποιει; Πρωτον την των ιδιων µνηµην ανακινει και ανανεοι εν ηµιν, επειτα και απο των θειων Γραφων τα περι αλλων και προς αλλους ειρηµενα επι ανατροπη θολερα και παραβασει της εντολης ηµιν υποτιθησι λεγων· “Τιµα τον πατερα σου, φησιν η θεια Γραφη, και την µητερα, και απο των οικειων του σπερµατος σου ουχ υπεροψει· ο γαρ µη προϊσταµενος των οικειων, κατα τον θειον αποστολον, την πιστιν ηρνηται”, αγνοων ο δολιος, ως εικος, οτι ταυτα ειρηται ουχ ινα πλεον του Θεου τους γεννησαντας ηµας η τους συγγενεις αγαπωµεν και προτιµωµεν αυτους της αγαπης εκεινου, αλλ’ ινα υπακοην παιδευθωµεν και µαθωµεν οτι, ει προς τους γεννησαντας ηµας αναγκαια εστιν η υποταγη και τιµη, ποσω µαλλον η προς αυτον,
τον αυτους και ηµας πεποιηκοτα Θεον; Οικειοι δε του σπερµατος ηµων, ω απατεων – καλον γαρ προς αυτον αντιστρεψαι τον λογον- , ουχ οι συγγενεις αλλ’ οι οικειοι εισι της πιστεως, ους, ως εικος, αγνοεις και δολιως υποσπειρεις ηµιν την κατα σαρκα συγγενειαν, σπουδαζων καταγειν ηµας εις την φιλιαν αυτων και προσπαθειαν. Τοιγαρουν και οτε της απατης αισθανθωµεν και εν γνωσει γενωµεθα, ειτε αφ’ ηµων αυτων ειτε απ’ αλλων των οδηγουντων η συµπορευοµενων εν τη οδω του Κυριου ηµιν, τι παλιν προς ηµας εν τω αφανει κινηµατι της καρδιας υποψιθυριζει; “Συ, φησιν, απο γε του παροντος εις αλλα µετρα και εις αλλην εφθασας προκοπην, (154) ην ουδεις των συνοντων σοι επισταται αδελφων, απροσπαθειαν τε εκτησω και απαθειαν παντελη. ∆ιο και ει θελεις, υπερορας και καταφρονεις των συγγενων σου, και ουδεν σοι ολως µελλει περι αυτων”. Ταυτα υποτιθεµενος εν τω κρυπτω, παριστα ισως και αυτον εκεινον τον συγγενη η κατα διανοιαν η και σωµατικως ενωπιον αυτου, και τοιαυτα υποβαλλει λεγων αυτω· “Πως το του Θεου πλασµα απολεσθαι εασεις, ινα παροµοιωθη τοις κτηνεσι και υπο αγνωσιας εις την των αλογων ταξιν καταπεση; Ουκ ορεξεις χειρα, ου διανοιξεις αυτου τον νουν, ου ποιησεις αυτον τον πεποιηκοτα γνωρισαι Θεον; Και ποιαν αρα την απολογιαν εξεις η τι ερεις ποιει τουτον εν τη ευχη και ωσανει συµπαθειας δακρυα χεειν και οιονει ενωπιον του Θεου προσφερειν αυτον ως δωρον ευπροσδεκτον εν τω λεγειν εν εαυτω· Ο εξαγων αξιον εξ αναξιου ως στοµα µου εσται”, και· “Εφ’ οσον παλιν εποιησατε ενι τουτων των ελαχιστων, εµοι εποιησατε”, και παλιν· “Ος εγενετο πατηρ ορφανων” και τα εξης. Ταυτα δε παντα πλανη σαφης και απατη του πονηρου. Οτε δε και επι πασι τουτοις µη πεισθη τις, αλλ’ ετι δη αναβαλλεται και τω πονηρω αντιλεγει· “Παντως, φησιν, ο οφειλω ποιησαι τω συγγενει µου, τουτο ποιησω εις ξενον, τον κατα Θεον µαλλον συγγενη µου οντα η κατα σαρκα”, αποκρινεται ο δολιος εχθρος και λεγει αυτω· “Και παντως ουτω φροντιζει των παντων ο Θεος και ουτως οι παντες εις γνωσιν και πιστιν αυτου εναγονται· συ µεν δια των σων συγγενων ειτε και αλλοτριων, (155) αυτος δε παλιν δια σου και δι’ αυτου
ετεροι. Τις δε αρτι εν ταις ηµεραις ταυταις ως συ; Η και που εασεις αυτον απελθειν, ινα µη ευθυς λυκου καταβρωµα γενηται και απολεσει αυτου την ψυχην, ην αυτος ζηµιωθησει, εαν καταλειψης παντως αυτον; “. Τοτε δη τοτε και ο αδελφος απατηθεις ισταται και ευλογως καταδεχεται δεσµευθεις παρα του Σατανα ουκετι αντιλεγει, πειθαρχησας τοις λογοις αυτου. Και ορα µοι πανουργιαν του δεινου τουτου και ψυχοφθορου ληστου! ∆εσµευσας ουν αυτον τη προσπαθεια ουκετι εν τη οδω συµπεριπατει µετ’ αυτου, ουδε οχλει, το γε νυν εχον, περι τουτου αυτον, ως αν µη γνωσθη αυτου η επιβουλη. Αλλα τι; Το ακρον οιονει του σχοινιου λαβοµενος και µακραν γεγονως, αποκρυπτεται απ’ αυτου εν τω σκοτει, ο του σκοτους αληθως αρχηγος, αφεις αυτω την περι του συγγενους φροντιδα και µεριµναν. Οιδε γαρ οτι εκεινος αντ’ αυτου διηνεκως οχλει και νυσσει αυτον. Τουτου ουν γενοµενου, επαν προς µεριµναν την οιανουν χωρηση του συγγενους ενεκα, εκκλινει της βασιλικης και ευθειας οδου ης απηρξατο· και οσον εκκλινει, ο εχθρος εις βαθος που της αυτου σκαιωριας µεθισταται και ενδοτερον υπεισερχοµενος κρυπτεται, εχων εν ταις αυτου χερσι το δηθεν σχοινιον της προσπαθειας και κρατων αυτο ασφαλως και σπουδαζων ολως µη γνωσθηναι αυτω. Της ουν οδου ο αδελφος εκπεσων, προσεχε τι αρχεται λεγειν εν εαυτω· “Ψυχην ο σωσας, ως ο κτησας”. Και ουτω πειθει εαυτον οτι χριστοµιµητον εργον επεχειρησε επιτελεσαι. Και ει µεν εστι γνωριµος των κατα κοσµον τισιν, (156) απερχεται προς αυτους και ποτε µεν παρ’ αξιαν αυτους κολακευει και επαινει, ποτε δε αποτοµως επιπληττειν επιχειρει. Αλλοτε γαστριµαργον εαυτον αποδεικνυσι και αδιαφορον και τινας λογους λαλει, ινα εις γελωτας παντας κινηση. Και απλως ενι εκαστω συµπεριφερεται κατα το θεληµα αυτου, ινα αποδεξαµενος δοση χρηµα τι. Εαν δε µηδεν ιδη διδοντα αυτω, αναιδως ου παραιτειται ζητειν πανταχου την µνειαν περιφερων του συγγενους. Οι δε ακουοντες, σαρκικοι οντες και τοις αυτοις κακοις εµπεριεχοµενοι, επαινουσι µαλλον τον δυστυχη και “Μισθον εχεις µεγα”λεγουσι προς αυτον. Εξ ων η προσπαθεια αυξοµενη ριζοι, µαλλον δε συνουλοι τη τραχηλου νοητως σαρκι το ταυτης παθος ωσπερ σχοινιον και ισχυροποιειται και αδιαλυτον γινεται.
Οθεν εκ του κατ’ ολιγον αποσπα αυτον της καθαρας προσευχης και τα κατα Θεον δακρυα εις εναντια αγνωστως µεταποιει και τηνικαυτα εις µισος και φθονον εναγει των εχοντων πλεον υπερ αυτον και µη διδοντων αφθονως αυτω· ου µονον δε αλλα και προς πασαν υπακοην ραθυµον αυτον και παρηκοον απεργαζεται. Ειτα ψευδεται και οικονοµιαν το πραγµα ηγειται, ως τω Θεω δηθεν διδους τα εις τον συγγενη εξοδιαζοµενα, και ου τουτο µονον, αλλα και κλεπτειν απο µικρων αρχεται και ουδε οτι κλεµµα εστι πειθεται, αλλ’ αποβουκοληθεις τας φρενας υπο του παθους, ει τι δ’ αν και ποιη υπερασπιζοµενος των ιδιων και συγγενων, ουκ εχει καταγινωσκουσαν αυτου την συνειδησιν. Τοιγαρουν και οταν εις ταυτα παντα καταβιβαση τον ταπεινον µοναχον ο εχθρος ηµων διαβολος, τοτε και αυτο το ακρον δηθεν του σχοινιου εν τη ποιωθειση και ριζωθειση αµαρτια του παθους της προσπαθειας, (157) ως εν στυλω τινι πεπηγµενω εν αδου µυχοις εµπειριειλησας, αφιησι, πληροφοριαν εχων ως ουκετι εκειθεν ανασπασθησεται. Ταυτα ουν ως εκ πολλων ολιγα περι των αγωνιζοµενων ειρηκαµεν. Περι γαρ των αδιαφορως και καταφρονητικως ταυτη τη οδω προσερχοµενων και πολιτεια, τι δει και λεγειν οση τουτων η προς τους συγγενεις υπαρχει προσπαθεια, οπου γε δικην αναισθητων ορνεων προς πασαν παγιδα του διαβολου εµπιπτουσιν οι τοιουτοι, εκδοτους εαυτους προς παν παθος ποιησαντες, οι και καταβρωµα αει του πονηρου γινονται, του περιπατουντος και ωρυοµενου ως λεοντος, τινα καταπιη, και προαιρουνται µαλλον αποθανειν η των εκεινου οδοντων και του δεινοτατου φαρυγγος εκσπασθηναι; Αλλ’ ευξωµεθα ηµεις εξ ολης προθεσεως και διανοιας, οι µετα πιστεως τον λογον ακουοντες, µη απατηθηναι ποτε µηδε δελεασθηναι, µηδε δια µιας τινος µικρας η µεγαλης παραβασεως εκπεσειν της οδου της φερουσης εις ουρανους, µηδε παθει τινι δεσµευθηναι, αλλα βαδισαντες αµεταστρεπτι εν αυτη σπευσωµεν πορευοµενον εµπροσθεν ηµων φθασαι τον Ιησουν· και γεγονοτες αυτου εγκρατεις προσπεσωµεν αυτω και κλαυσωµεν ενωπιον της αυτου αγαθοτητος και θερµως αιτησωµεθα µη χωρισθηναι αυτον ολως ποτε αφ’ ηµων, µηδε εασαι εξω πεσειν ηµας της οδου, ητις αυτος εστιν εκεινος ειρηκως· “Εγω ειµι η οδος και η
αναστασις και η ζωη”. Τουτον ουν εκζητησωµεν, τουτον φθασαι σπουδασωµεν, ινα και κατασχωµεν αυτον, (158) και εαν τουτο γενηται και συµβιοτευσωµεν αυτω και συµπολιτευσωµεθα, ου µονον εν τη εξοδω του βιου αλλα και νυν εις ουρανους αυτω συνανελθωµεν και συναναληφθωµεν, µαλλον δε αυτος ηµας συνανενεγκη και συνδοξαση και των αιωνιων αγαθων δωρησηται την απολαυσιν, ων γενοιτο παντας ηµας επιτυχειν χαριτι και φιλανθρωπια του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ω η δοξα και το κρατος νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος Η΄. (159) Περι τελειας αγαπης και τις η ταυτης ενεργεια. Και οτι εαν µη δια σπουδης εντευθεν ηδη της του Πνευµατος µεθεξεως γενωµεθα µετοχοι, ουδε πιστοι και χριστιανοι δυναµεθα ειναι, αλλ’ ουδε υιοι και τεκνα Θεου χρηµατισωµεν. Αδελφοι και πατερες, ει ο την αρετην υποκρινοµενος προς απατην πολλων και απωλειαν, αθλιος οντως εστι και παρα Θεω και ανθρωποις κατακεκριµενος υπαρχει και βδελυκτος, ευδηλον οτι ο εµπαθειαν τινα, απαθης ων, προς σωτηριαν πολλων και ωφελειαν εν προσποιησει κατα τους παλαιους πατερας σχηµατιζοµενος, επαινετος και µακαριος. Ωσπερ γαρ ο διαβολος εν προσχηµατι οφεως και συµβουλης, τω δοκειν µεν χρηστης και επωφελους, τη δε αληθεια θανασιµου τυγχανουσης και του Θεου και παντων των εν τω παραδειςω καρπων αποστερουσης τον ανθρωπον, θεοµαχος και ανθρωποκτονος εδειχθη, ουτω και ο εν προσχηµατι κακιας πονηρους τινας λογους κατα το φαινοµενον εκφερων, ινα τα τελουµενα τω διαβολω υπο των υποκρινοµενων την αρετην και ευλαβειαν αναµαθων επιστρεψη τους δρωντας τα κακα προς µετανοιαν και σωτηριαν και εξοµολογησιν, (160) χρηστοµιµητος οντως και συνεργος Θεου και σωτηρ ανθρωπων προφανως γινεται.Τουτο δε µονων εκεινων εργον εστιν, ων η αισθησις αναισθητος εστι του αερος τουτου και του κοσµου και των πραγµατων αυτου της αισθησεως, ων η διανοια ου προσπασχει τοις ορωµενοις αλλ’ εξεστη της του σωµατος ταπεινωσεως, των ισαγγελων λεγω, των τελειως τω Θεω ενωθεντων και ολον Χριστον εν εαυτοις
ολοτελως κτησαµενων εργω και πειρα, αισθησει και γνωσει και θεωρια. Κακον τοιγαρουν το επακροασθαι η παρατηρειν λαθρα τι ο πλησιον προσοµιλει η διαπραττεται, αλλ’ εαν προς το ονειδισαι η εκφαυλισαι η λοιδορησαι η εκποµπευσαι εν καιρω απερ ειδεν η ηκουσεν· ει δε προς το συµπαθως και σοφως εν φρονησει τα του πλησιον επιδιορθωσασθαι και απο ψυχης υπερ αυτου µετα δακρυων προσευξασθαι τουτο ποιει, ουκ εστιν πονηρον το τοιουτον. Ειδον γαρ εγω ανθρωπον πολλα επιτηδευµατα και πολλους τροπους ποιουντα, οπως µηδεν αυτον των γινοµενων η λεγοµενων υπο των συνοντων αυτω διαλανθανη· ουκ εποιει δε τουτο προς βλαβην, µη γενοιτο, αλλ’ οπως τον µεν λογω, τον δε δωροις, τον δε ετερα τινι προφασει των εναντιων πραξεων και λογισµων αποστηση. Και ειδον τον τοιουτον ποτε µεν κλαιοντα δια τον δεινα, ποτε δε θρηνουντα υπερ του δεινος, ποτε δε και τας εαυτου οψεις και το στηθος αυτου τυπτονα υπερ αλλου, το του αµαρτησαντος εν λογω η εν εργω αναδεχοµενον προσωπον δηλονοτι, και ως εκεινον αυτον ειναι τον το κακον ποιησαντα λογιζοµενον εαυτον και τω Θεω εξοµολογουµενον και προσπιπτοντα και πενθουντα σφοδρως. (161) Και ειδον ετερον επι τοις κατορθουσι και αγωνιζοµενοις τοσουτον χαιροντα και την εκεινων προκοπην αποδεχοµενον, ως δοκειν εκεινον αυτον µαλλον η εκεινους των αρετων και πονων µελλειν αποληψεσθαι τους µισθους· επι δε τοις εν λογω η εργω καταπιπτουσι και τοις κακοις επιµενουσι τοσουτον ελυπειτο και εστενεν, ως δοκειν αυτον µονον εν αληθεια υπερ εκεινων παντων λογον αποδουναι προσαπαιτουµενον και τη κολασει παραδοθηναι. Και ειδον ετερον ουτω την σωτηριαν των αδελφων αυτου παραζηλουντα και θελοντα, ως πολλακις µετα δακρυων θερµων εξ ολης ψυχης δεεσθαι του φιλανθρωπου Θεου η κακεινους σωθηναι η και αυτον συν εκεινοις κατακριθηναι, απο διαθεσεως θεοµιµητου και Μωσαϊκης ολως σωθηναι µονον εαυτον θελοντα. Τη αγια γαρ αγαπη εν Αγιω Πνευµατι πνευµατικως αυτοις συνδεθεις, ουδε εις αυτην την βασιλειαν των ουρανων εισελθειν προηρειτο και χωρισθηναι αυτων. Ω δεσµος αγιος, ω δυναµις αφατος, ω ψυχης ουρανοφρονος, µαλλον δε ειπειν θεοφορουµενης και εν τη του Θεου αγαπη και τη του πλησιον σφοδρα τετελειωµενης!
Ο τοινυν εις ταυτην ουπω πεφθακως την αγαπην, µηδε ιχνος αυτης εν τη εαυτου ψυχη θεασαµενος µηδε την παρουσιαν αυτης ολως επαισθανθεις, ετι τη γη και τοις εν τη γη µαλλον δε υπο γην κρυπτεσθαι πεφυκεν, ωσπερ ο λεγοµενος ασπαλαξ, τυφλος δηλαδη ων και αυτος ως εκεινος και µονη τη ακοη των επι γης λαλουντων επακρουωµενος. Ω της συµφορας, οτι εκ Θεου γεννηθεντες και απαθανατισθεντες επουρανιου τε κλησεως µετοχοι και κληρονοµοι Θεου και συγκληρονοµοι Χριστου και πολιται των ουρανων γενοµενοι, (162) αισθησιν ουπω των τοσουτων ελαβοµεν αγαθων· αλλ’ αναισθητως, ιν’ ουτως ειπω, ωσπερ σιδηρος εµβαλλεται τω πυρι η ως αψυχον δερµα εµβαπτεται ανεπαισθητως κοκκινη βαφη, ουτω και ηµεις ετι εν τοις τοσουτοις αγαθοις του Θεου µεσον οντες διακειµεθα, µηδεµιαν αισθησιν εν εαυτοις εχειν οµολογουντες. Και ως ηδη σεσωσµενοι και τοις αγιοις κατειλεγµενοι ενσεµνυνοµεθα, σχηµατιζοµενοι τε και κοσµουµενοι και την αγιωσυνην υποκρινοµενοι, ως επι ορχηστρας η σκηνης αθλιως βοιουντες, τοις µιµοις και ταις πορναις εξοµοιουµεθα, αι το φυσικον ουκ εχουσαι καλλος επιτριµµασι και βαφαις ξεναις εαυτας κοσµειν αφρονως οιονται. Αλλ’ ουχι και των αγιων των ανωθεν γεννωµενων οι χαρακτηρες τοιουτοι. Χρεων δε ειδεναι, οτι ωσπερ το βρεφος οταν της µητρικης νηδυος προελθοι, του αερος τουτου ανεπαισθητως αισθανεται και ευθεως προς κλαυθµον και θρηνον αυτοµατως κινειται, ουτω και ο γεννηθεις ανωθεν και εκ του κοσµου µεν τουτου ως εκ νηδυος σκοτεινης προελθων, εισελθων δε εις το νοητον και ουρανιον φως και οιονει προκυψας ενδον τουτου µικρον, ευθυς χαρας αφατου πληρουται και δακρυα ανωδυνως προχεει, εννοων, το εικος, οθεν ερρυσθη και εν οιω γενεσθαι κατηξιωθη φωτι· αρχη γαρ του εις χριστιανους καταλεγηναι τινα τουτο εστιν. Οι δε γε του τοιουτου καλου εν γνωσει και θεωρια µηπω γενοµενοι, µηδε ζητησαντες αυτο εν επιµονη πολλη και θρηνοις και δακρυσιν, ινα δια των τοιουτων πραξεων καθαρθεντες τυχωσιν αυτου και τελεον ενωθεντες αυτω κοινωνιαν σχωσι µετ’ αυτου, (163) ειπε, χριστιανοι καθολου κληθωσιν; Ουκ εισι γαρ ως χρη. Ει γαρ το γεννωµενον εκ της σαρκος σαρξ εστι και το γεννωµενον εκ του Πνευµατος πνευµα εστιν, ο σωµατικως
γεννηθεις και ανηρ γεγονως, πνευµατικως δε µηδε οτι γε οφειλει γεννηθηναι εννοησας η πιστευσας η σπουδασας ποτε, πως αρα πνευµατικος γενηται και πνευµατικοις ανδρασιν εαυτον συναριθµησειεν, ει µη λαθρα, ως ο τα ρυπαρα ιµατια ενδεδυµενος, εαυτον παρενειρει τοις λαµπροφορουσιν αγιοις, και επι της βασιλικης τραπεζης µετ’ αυτων συνανακλιθεις εξω βληθειη χειρας και ποδας δεθεις, ως µη φωτος υιος αλλα σαρκος και αιµατος, και παραπεµφθειη τω αιωνιω πυρι, τω ητοιµασµενω τω διαβολω και τοις αγγελοις αυτου; Ο γαρ λαβων εξουσιαν υιος γενεσθαι Θεου βασιλειας τε ουρανων και αιωνιων αγαθων κληρονοµος, ο µαθων πολυτροπως δια ποιων εργων και εντολων οφειλει εις ταυτην την τιµην και την δοξαν αναχθηναι, και τουτων µεν απαντων καταφρονησας, προτιµησας δε τα επιγεια και φθειροµενα και τον χοιρωδη βιον προκρινας και την προσκαιρον δοξαν της αιωνιου δοξης κρειττονα ηγησαµενος, πως ουχι δικαιως παντων των πιστων χωρισθησεται και µετα των απιστων συν αυτω τω διαβολω κατακριθησεται; ∆ιο παρακαλω παντας υµας, αδελφοι και πατερες, σπουδασατε εως καιρος εστι και εν τοις ζωσιν εσµεν, αγωνισασθε ινα υιοι Θεου γενησθε, ινα φωτος χρηµατισητε τεκνα – ταυτα γαρ η ανωθεν ηµιν γεννησις διδωσι -, µισησατε τον κοσµον και τα εν κοσµω, (164) µισησατε την σαρκα και τα εξ αυτης τικτοµενα παθη, µισησατε πασαν επιθυµιαν κακην και την πλεονεξιαν µεχρι ελαχιστου ειδους και πραγµατος. Τουτο δε ποιησαι δυνησοµεθα, εαν το µεγεθος της µελλουσης ηµας διαδεξασθαι δοξης και χαρας και τρυφης εννοησωµεν. Τι γαρ, ειπε µοι, τοσουτον µειζον εν ουρανω η επι της γης ως το γενεσθαι τινα υιον Θεου και κληρονοµον αυτου και συγκληρονοµον Χριστου; Παντως ουδεν! Αλλα δια το προτιµαν ηµας τα επιγεια και τα εν χερσι και δια το µη ζητειν τα εν ουρανοις αποκειµενα αγαθα µηδε τω ποθω τουτων εκκρεµασθαι, σαφη παρεχοµεν τοις ορωσιν αποδειξιν οτι πρωτον µεν απιστιας νοσω κρατουµεθα, καθως γεγραπται· “Πως δυνασθε πιστευειν δοξαν παρα ανθρωπων λαµβανοντες, την δε δοξαν την παρα του µονου Θεου µη επιζητουντες;”- επειτα και δουλοι παθων γεγονοτες τη γη και τοις εν αυτη προσηλουµεθα µηδ’ ολως ανανευσαι βουλοµενοι προς ουρανους και Θεον, αλλ’ εν αφροσυνη ψυχης
παρακρουοµενοι τας του Θεου εντολας εκπιπτοµεν της υιοθεσιας αυτου. Τι γαρ αφρονεστερον, ειπε µοι, του παρακουοντος του Θεου και µη σπουδαζοντος επιτυχειν της υιοθεσιας αυτου; Ο γαρ πιστευων οτι εστι Θεος, µεγαλα τινα φανταζεται περι αυτου. Οιδε γαρ οτι µονος ∆εσποτης και Κτιστης και Κυριος αυτος εστι των απαντων, και οτι αθανατος, αΐδιος, ακαταληπτος, αφραστος, αφθαρτος, και της βασιλειας αυτου τελος ουκ εσται. Ο γουν τοιουτον ειδως τον Θεον, πως ου ποθησει αυτον; Πως ου σπουδασει και αυτην την ψυχην αυτου εις θανατον υπερ της αγαπης αυτου θειναι, (165) ινα καταξιωθη, µη ειπω υιος αυτου και κληρονοµος γενεσθαι, αλλα καν των γνησιων αυτου δουλων εις, των ισταµενων πλησιον αυτου; Ει δε πας µεν ο αγωνιζοµεος και φυλαττων απαρατρωτως πασας τας εντολας του Θεου, και τεκνον Θεου και υιος Θεου γεννηθεις ανωθεν γινεται, και πιστος οντως και χριστιανος τοις πασι γνωριζεται, ηµεις δε των του Θεου εντολων καταφρονουµεν και αθετουµεν τους νοµους αυτου, ους εκδικησει εκεινος ελθων µετα δοξης αυθις και δυναµεως φοβερας, και δεικνυοµεν εαυτους εν µεν τη πιστει τοις εργοις αυτοις απιστους, εν δε τη απιστια δια των λογων µονον πιστους. Ανευ γαρ εργων, µη πλανασθε, ουδεν ηµας η πιστις µονη ωφελησει· νεκρα γαρ εστι, νεκροι δε ζωης ου γινονται µετοχοι, ει µη προτερον δια της των εντολων εργασιας ταυτην ζητησουσιν. Εν γαρ τη εργασια τουτη αναφυεται ωσπερ τις πολυχους καρπος εντος ηµων η αγαπη, η ελεηµοσυνη, η προς τον πλησιον συµπαθεια, η πραοτης, η ταπεινωσις, η υποµονη των πειρασµων, η αγνεια, η καθαροτης της καρδιας, δι’ ης καταξιουµεθα οραν τον Θεον και εν η η του Αγιου Πνευµατος παρουσια και ελλαµψις γινεται, ητις και ανωθεν ηµας γεννα και υιους Θεου αποτελει και τον Χριστον επενδυει και την λαµπαδα αναπτει και τεκνα φωτος αποδεικνυει και του σκοτους τας ψυχας ελεθεροι και της αιωνιου ζωης κοινωνους ηµας απ’ εντευθεν ηδη γνωστως απεργαζεται. (166) Μη ουν επι µοναις αλλαις τισιν εργασιαις και αρεταις θαρρησαντες, νηστειαις λεγω η αγρυπνιαις η χαµευνιαις και ποικιλαις αλλαις κακοπαθειαις, ταυτης της εργασιας των εντολων του Κυριου καταφρονησωµεν, ως δι’ εκεινων και
χωρις ταυτης σωθηναι δυναµενοι. Αδυνατον γαρ τουτο, αδυνατον! Και πειθετωσαν σε και αι πεντε µωραι παρθενοι και οι πολλα σηµεια και θαυµατα εν τω του Χριστου ονοµατι πεποιηκοτες, οι δια το µη εχειν εν εαυτοις την αγαπην και την του Παναγιου Πνευµατος χαριν ηκουσαν απο του Κυριου· “Απελθατε απ’ εµου οι εργαται της ανοµιας! Ου γαρ οιδα υµας ποθεν εστε “, και ου µονον ουτοι αλλα µετα τουτων και πολλοι ετεροι, οιτινες παρα µεν των αγιων εβαπτισθησαν αποστολων και των µετα ταυτα αγιων, της δε χαριτος του Αγιου Πνευµατος µη καταξιωθεντες δια πονηριας υπερβολην, ουτε βιον αξιον της κλησεως ης εκληθησαν επεδειξαντο, ουτε τεκνα Θεου εχρηµατισαν, αλλ’ εµειναν σαρκες οντες και αιµατα, µηδε οτι εστι Πνευµα πιστευσαντες η ζητησαντες η λαβειν προσδοκησαντες.Οθεν οι τοιουτοι ουδε των της σαρκος επιθυµιων ουδε των ψυχικων παθων δεσποται ποτε γενεσθαι ισχυσουσιν, ουτε τι γενναιον εν αρεταις επιδειξονται, φησι γαρ ο Κυριος· “Ου δυνασθε χωρις εµου ποιειν ουδεν”. Αλλα παρακαλω, πατερες και αδελφοι, σπουδασωµεν ηµεις οση δυναµις, ινα µετοχοι (167) ενθεν ηδη της του Αγιου Πνευµατος δωρεας καταξιωθωµεν γενεσθαι, οπως και των παροντων και των µελλοντων επιτυχωµεν αγαθων, χαριτι και φιλανθρωπια του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος Θ΄. (168) Περι ελεηµοσυνης. Και τις εστιν ο πεινωντα τον Θεον τρεφων και διψωντα ποτιζων και καθεξης. Και πως τουτο τινι κατορθωθησεται. Και οτι ει µη τις και εν εαυτω ταυτα παντα ποιησει και θρεψει και ποτισει Χριστον, ουδεν ωφεληθησεται εκ του ταυτα µονον ποιειν εις τους πενητας, εαυτον δε ατροφον παροραν και γυµνον της δικαιοσυνης του Θεου. Αδελφοι και πατερες, εδει µεν µη τολµαν µε προς υµας ολως φθεγγεσθαι, µηδε διδασκαλου ταξιν επεχειν ενωπιον της αγαπης υµων· αλλ’ επει περ επιστασθε οτι, ωσπερ το υπο του τεχνιτου κατασκευασθεν οργανον ουχ οταν εκεινο βουληται, αλλ’ οταν υπο του πνευµατος οι αυλοι µεν πληρωθωσιν, υπο δε των δακτυλων του τεχνιτου ευρυθµως κρουηται, τοτε και τον ηχον αποτελει και τας ακοας των παντων ηδυτατου µελους αποπληροι, ουτω δε και επ’ εµοι συµβαινειν εννοειν υµας χρη
και µη, τη οργανου ευτελεια αποβλεποντας, αηδως προς τα ρηθησεσθαι µελλοντα διατεθηναι. Αλλα προς την του Πνευµατος χαριν, την ανωθεν εµπνευουσαν και πληρουσαν των πιστων τας ψυχας, και προς αυτον τον δακτυλον του Θεου, (169) τον τας νευρας του νοος κρουοντα και προς το λαλειν ηµας διεγειροντα αφορωντες, ως σαλπιγγος ηχουσης δεσποτικης η, αληθεστερον ειπειν, του Βασιλεως των ολων ως δι’ οργανου λαλουντος ηµιν, µετα φοβου και τροµου εν συνεσει και ησυχια πολλη ακουσατε. Παντες µεν ανθρωποι σκοπειν και εαυτοις προσεχειν οφειλοµεν, πιστοι τε και απιστοι, µικροι τε και µεγαλοι, ινα οι µεν απιστοι προς επιγνωσιν και πιστιν του πεποιηκοτος ηµας Θεου γενωµεθα, οι δε πιστοι ινα καλως πολιτευσαµενοι ευαρεστοι αυτω εν παντι εργω αγαθω αναφανωµεν· οι δε µικροι οπως τοις µεγαλοις υποταγωµεν δια τον Κυριον, οι µεγαλοι δε ως προς τεκνα γνησια τους µικρους διατεθωµεν δια την λεγουσαν εντολην του Κυριου· “Εφ’ οσον εποιησατε ενι εκαστω τουτων των ελαχιστων, εµοι εποιησατε”. Ου γαρ περι των πενοµενων µονον, ως τινες οιονται, και των της σωµατικης τροφης απορουτων τουτο ο Κυριος ειρηκεν, αλλα και περι παντων των αλλων ηµων αδελφων, των ου λιµω τηκοµενων αρτου και υδατος, αλλα λιµω αργιας και υπακοης των εντολων του Κυριου - οσω γαρ η ψυχη τιµιωτερα υπαρχει του σωµατος, τοσουτον και η πνευµατικη τροφη της σωµατικης αναγκαιοτερα καθεστηκεν, - οιµαι δε οτι και περι ταυτης µαλλον λεγειν τον Κυριον· “Επεινασα και ουκ εδωκατε µοι φαγειν, εδιψησα και ουκ εποτισατε µε”, η περι της σωµατικης και φθειροµενης τροφης. ∆ιψα γαρ αληθως την σωτηριαν ενος εκαστου ηµων και πεινα, η δε σωτηρια ηµων η αποχη πασης αµαρτιας εστιν· (170) αποχην δε πασης αµαρτιας διχα της των αρετων εργασιας και της εκπληρωσεως πασων των εντολων κατορθωθηναι αδυνατον. ∆ια γαρ της των εντολων εκπληρωσεως τρεφεσθαι ειωθε παρ’ ηµων ο ∆εσποτης ηµων και Θεος και Κυριος του παντος. Λεγουσι γαρ οι πατερες ηµων οι αγιοι οτι καθαπερ εκ των πονηρων ηµων πραξεων οι δαιµονες τρεφονται και ισχυουσι καθ’ ηµων, επαν δε ηµεις των κακων αφισταµεθα, λιµοκτονουνται εκεινοι και εκνευριζονται, ουτω λογιζοµαι και
τον δια την ηµετεραν σωτηριαν πτωχευσαντα τρεφεσθαι παρ’ ηµων και παρορασθαι παλιν λιµωττοντα. Και τουτο εξ αυτου του βιου των αγιων εστι γνωναι και πληροφορηθηναι ηµας και, ινα τους αλλους παρησω πολλους οντας και υπερ αριθµον ψαµµου πελοντας, εξ ενος η µιας αγιας πληροφορησω την υµετεραν αγαπην. Οιδα οτι Μαριας της Αιγυπτιας τον βιον ακουετε, ουκ αλλου τινος διηγουµενου αυτον, αλλ’ αυτης εκεινης της ισαγγελου ως εν ταξει εξαγορευσεως την πτωχειαν αυτης δηλουσης εν τω ειπειν οτι· “Ουδε διδοντων µοι πολλακις τινων της αµαρτιας µισθον ελαµβανον. Τουτο δε, φησιν, εποιουν ουχ ως ευπορουσα των αναγκαιων – στυππειον γαρ νηθουσα ετρεφοµην -, αλλ’ οπως πολλους εραστας σχω εν ετοιµω του παθους µου”. Και οτε εν τω πλοιω εισελθειν εµελλε και εις Αλεξανδρειαν απελθειν, επι τοσουτον υπηρχε πτωχη, ως µηδε ναυλον, µηδε δαπανην κεκτησθαι αυτην. Οτε δε τη παναµωµω Θεοτοκω συνταξαµενη επι την ερηµον ωρµησε, δυο παρα τινος φολλεις λαβουσα αρτους ωνησατο, και ουτω τον Ιορδανην διαπερασασα µεχρι τελους αυτης εν τη ερηµω ενεκαρτερησε, µηδε ανθρωπου προσωπον ιδουσα, (171) ει µη µονον του Ζωσιµα, µη τοι γε πεινωντα πτωχον θρεψασα η διψωντα ποτισασα η γυµνον επενδυσασα η τους εν φυλακη επισκεψαµενη η ξενους συναγαγουσα· τουναντιον µαλλον µεν ουν και προς απωλειας βαραθρον πολλους συνελασασα, εν τω καταγωγιω της αµαρτιας αυτους υπεδεχετο. Πως ουν, ειπε µοι, σωθησεται αυτη και µετα των ελεηµονων εις την των ουρανων βασιλειαν συνεισελευσεται, η µητε πλουτον καταλιπουσα, µητε υπαρχοντα δουσα πενησι, µητε ελεηµοσυνην ποτε ολως ποιησασα, χρηµατισασα δε µαλλον αλλοις µυριοις προξενος απωλειας; Ορας πως εαν δια χρηµατων και σωµατικης τροφης µονης την ελεηµοσυνην ειπωµεν γινεσθαι και δια ταυτης παρ’ ηµων τον Κυριον τρεφεσθαι και µονους τους ουτω τρεφοντας αυτον και ποτιζοντας και απλως θεραπευοντας σωζεσθαι, τους δε µη τουτο ποιουντας απολλυσθαι, ατοπον ειναι δοξει τουτο, ως και πολλους των αγιων της βασιλειας εκβαλλεσθαι. Αλλ’ ουκ εστι τουτο, ουκ εστι!
Τα γαρ εν τω κοσµω πραγµατα τε και χρηµατα κοινα των παντων εστιν, ωσπερ το φως και ο αηρ ουτος ον αναπνευοµεν, και αυτη η βοσκη τοις αλογοις ζωοις εν τε τοις πεδιοις εν τε τοις ορεσι. Πασι µεν ουν τα παντα κοινα τη χρησει µονη της απολαυσεως καθεστηκασι, κατα δεσποτειαν δε ουδενος· η δε πλεονεξια, ωσπερ τυραννος εισελθουσα τω βιω, τα κοινως τοις πασιν υπο του ∆εσποτου δοθεντα αλλοθεν αλλως υπο των αυτης δουλων και υπηρετων κατεµερισατο, φραγµοις περικλεισασα και πυργοις και µοχλοις και θυραις κατασφαλισαµενη, παντας αλλους ανθρωπους της απολαυσεως των του ∆εσποτου αγαθων απεστερησε, δεσποτης ειναι τουτων η (172) αναιδης λεγουσα και µηδενα αδικειν των απαντων φιλονεικουσα. Οι δε υπηρεται και δουλοι της τυραννους ταυτης, κατα διαδοχην εκαστος αυτων ου δεσποτης των αποκειµενων πραγµατων και χρηµατων, αλλα πονηρος τις δουλος και φυλαξ γινεται. Πως ουν, ει εκ των τοιουτων χρηµατων η φοβω των απειλουµενων τιµωριων η ελπιδι του εκατονταπλασιονα ληψεσθαι η συµφοραις ανθρωπων επικαµφθεντες, ολιγα τινα η και παντα εξενεγκοντες, τοις εν στενοχωρια και υστερησει µεχρι τοτε παρεωραµενοις δωσουσιν, ελεηµονες λογισθησονται, η ως Χριστον θρεψαντες η ως ποιησαντες εργον µισθου αξιον; Ουδαµως, αλλ’ ως εγω φηµι, και µετανοιαν χρεωστουσι µεχρι θανατου, υπερ ων επι χρονοις ταυτα κατεσχον και τους αδελφους την χρησιν αυτων απεστερησαν. Πως δε και οι κατα το δοκειν πτωχοι γεγονοτες - ωσπερ Χριστος ο Θεος, πλουσιος ων, επτωχευσε δι’ ηµας- , αυτους ηµας ελεουντες τον δι’ ηµας γενοµενον ως ηµεις ελεειν λογιζοµεθα; Νοει µοι καλως το λεγοµενον. Εγενετο ο Θεος δια σε πτωχος ανθρωπος, γενεσθαι χρεωστεις και συ, ο πιστευων εις αυτον, οµοιος εκεινω πτωχος. Πτωχος εκεινος κατα την ανθρωποτητα, πτωχος συ κατα την Θεοτητα. Σκοπησον τοινυν πως θρεψεις αυτον, προσεχε ακριβως. Επτωχευσεν ινα συ πλουτησης, ινα σοι µεταδω του πλουτου της χαριτος αυτου· δια τουτο σαρκα ανελαβεν εκεινος, ινα µεταλαβης συ της εκεινου Θεοτητος. Οταν γουν σεαυτον προς υποδοχην αυτου ευτρεπισης, τοτε υποδεχθησεσθαι αυτον υπο σου λεγεται. Οταν δε δι’ εκεινον πεινας συ και διψας, (173) τροφη εκεινω και ποσις
ταυτα λογιζεται. Πως; Οτι δια τουτων και των τοιουτων εργων και πραξεων καθαιρεις σου την ψυχην και του λιµου και του ρυπου των παθων απαλλαττεις σαυτον· και ο αναδεξαµενος σε ουτω και ιδιοποιησαµενος τα κατα σε παντα Θεος και θεον σε ποιησαι επιποθων, ως εκεινος εγενετο ανθρωπος, απερ ποιεις σεαυτω, εκεινος ταυτα πανθανειν λογιζεται και λεγει· “Εφ’ οσον εποιησας τη ελαχιστη ψυχη σου, εµοι εποιησας”. ∆ια ποιων γαρ αλλων εργων οι εν σπηλαιοις και ορεσι τω Θεω ευηρεστησαν, ει µη δι’ αγαπης παντως και µετανοιας και πιστεως – παντα γαρ τον κοσµον αφεντες και αυτω µονω ακολουθησαντες, δια µετανοιας και δακρυων εδεξαντο τε αυτον και εξενισαν, εθρεψαν τε και διψωντα εποτισαν -, αλλως δε παντες παντως οι εκ του αγιου βαπτισµατος υιοι Θεου χρηµατιζουσιν, ελαχιστοι δε και κατα κοσµον εισι και πτωχοι; Οι ουν γνοντες εν αισθησει ψυχης οτι υιοι γεγονασι του Θεου, ουκετι ανεχονται κοσµω καλλωπισθηναι φθαρτω, ενδεδυµενοι γαρ εισι τον Χριστον. Τις δε ανθρωπων καταδεξεται ποτε, πορφυρα βασιλικη εστολισµενος, ρυπωντα και διερρωγοτα χιτωνα επανω ταυτης ενδυσασθαι; Οι δε µη τουτο ειδοτες και γυµνοι του βασιλικου οντες ενδυµατος, σπουδασαντες δε δια µετανοιας και των αλλων, ως ειποµεν, αγαθοεργιων και ενδυσαµενοι ουτω τον Χριστον, αυτον εκεινον ενδυουσι τον Χριστον· χριστοι γαρ και αυτοι, ως υιοι Θεου απο του θειου βαπτισµατος, πελουσιν. Ει δε µη τουτο ποιησουσιν, αλλα τους γυµνους µεν απαντας, τους εν τω κοσµω, ενδυσουσιν, εαυτους δε γυµνους καταλειψουσι, (174) τι ωφελησαν; Ειτα παλιν, αδελφοι Χριστου οι βαπτισθεντες εις το ονοµα του Πατρος και του Υιου και του Αγιου Πνευµατος λεγοµεθα· και ου τουτο µονον, αλλα και µελη εσµεν αυτου. Αδελφος ουν υπαρχων αυτου και µελος, εαν παντας µεν αλλους τιµησης, ξενισης, θεραπευσης, σεαυτον δε παριδης και δια παντων ουκ αγωνιση εις το ακροτατον της κατα Θεον πολιτειας και τιµης ανελθειν, αλλα λιµω οκνηριας η διψει ραθυµιας η φυλακη στενωτατη τουδε του ρυπαρου σωµατος δια γαστριµαργιας η φιληδονιας την σεαυτου ψυχην καταλειψης ρυπωσαν, αυχµωσαν, εν βαθυτατω σκοτει κειµενην ωσει νεκραν, ουχι τον του Χριστου ενυβρισας αδελφον; Ουχι πεινωντα αυτον και διψωντα
κατελιπες; Ουχι φυλακη οντα ουκ επεσκεψω αυτον; Τοιγαρουν και δια τουτο ακουσεις· “Σεαυτον ουκ ηλεησας, ουκ ελεηθηση”. Ει δε λεγει τις· “Και επειδη, φησι, τοιουτον εστι και µισθον των παρ’ ηµων διδοµενων χρηµατων η πραγµατων ουκ εχοµεν, τις και διδοναι τοις πενησι χρεια εστιν;” ακουσατω του µελλοντος αυτον κριναι και αποδουναι εκαστω κατα τα εργα αυτου, οιονει λεγοντος προς αυτον· “Αφρων, τι εισηνεγκες εις τον κοσµον η τι το ορωµενον αυτος εποιησας; Ουχι γυµνος εκ κοιλιας µητρος σου προηλθες, γυµνος δε εξελευση του βιου και τετραχηλισµενος τω εµω βηµατι παραστηση; Και υπερ ποιων σου χρηµατων µισθους µοι προσαπαιτεις; ∆ια ποιων δε σων πραγµατων ελεειν λεγεις τους αδελφους σου και δια τουτων εµε, τον παντα ταυτα ουχι σοι µονω, αλλα κοινα τοις πασι προθεµενον; Η επιθυµειν µε υπολαµβανεις τινος και δωροδοκεισθαι (175) οµοιως τοις φιλαργυροις των κρινοντων ανθρωπων οιει καµε; εστι γαρ και τουτο εξ αγνοιας λογισασθαι σε. Ουχι χρηµατων ολως επιθυµων, αλλα υµας ελεων, ουχι τα υµετερα θελων λαβειν, αλλα του επ’ αυτοις κριµατος ελευθερωσαι υµας βουλοµενος, ταυτα νοµοθετω και δι’ ετερον τι ουδεν”. Αλλα γαρ µη δοκης, αδελφε, οτι απορει ο Θεος και ου δυναται θρεψαι τους πενητας και δια τουτο προστασσει ηµιν ελεειν αυτους και περι πολλου ποιεισθαι την εντολην ταυτην. Μη γενοιτο! Αλλ’ οπερ δια πλεονεξιας καθ’ ηµων και εις απωλειαν ηµων εποιησεν ο διαβολος, τουτο δια της ελεηµοσυνης υπερ ηµων κατεσκευασε και εις σωτηριαν ηµων εποιησε γινεσθαι ο Χριστος. Οιον τι λεγω; Υπεθετο ηµιν ο διαβολος τα εις κοινην προτεθεντα χρειαν ιδιοποιησασθαι και αποθησαυρισαι αυτα, οπως δια της πλεονεξιας ταυτης δυο ηµιν εγκληµατα περιαψη και της αιωνιου τιµωριας και κατακρισεως υπαιτιους ποιηση, εν µεν το της ανελεηµοσυνης, ετερον δε της επι τα αποκειµενα χρηµατα και ουκ επι τον Θεον ελπιδος.Ο γαρ υποκειµενα χρηµατα εχων επι τον Θεον ελπιζειν ου δυναται· και τουτο δηλον εξ ων ο Χριστος και Θεος ηµων ειπεν· “Οπου, φησιν, ο θησαυρος υµων, εκει και η καρδια υµων εσται”. Ο ουν µεταδιδους τοις πασιν εκ των αποκειµενων αυτω χρηµατων, µισθον υπερ αυτων ου χρεωστειται λαβειν, αλλα και υποδικος
µαλλον εστι της εως τοτε αδικου αποστερησεως· ου µην αλλα και υπευθυνος των κατα καιρους λιµω και διψει τον βιον απολειποντων, ους αυτος τοτε δυναµενος θρεψαι ουκ εθρεψε, κατορυξας τα των πενητων και εασας αυτους τω (176) κρυει και τω λιµω βιαιως αποθανειν, ως φονευς τοσουτων αποδειχθεις, οσους θρεψαι ηδυνατο. Τουτων τοινυν απαντων των εγκληµατων το κριµα ηµιν αφεις ο αγαθος ∆εσποτης και ευσπλαγχνος, ουχ ως αλλοτρια κατεχοντας ηµας, αλλ’ ως οικεια ηµων λογιζεται ταυτα και ου δεκαπλασιονα µονον, αλλ’ εκατονταπλασιονα δουναι ηµιν επαγγελλεται, τοις εν ιλαροτητι ταυτα τοις αδελφοις διανεµουσιν. Ιλαροτης δε εστι το µη ως οικεια λογιζεσθαι ταυτα, αλλ’ ως υπο του Θεου εγχειρισθεντα αυτω εις οικονοµιαν των συνδουλων αυτου, και αφθονως ταυτα µετα χαρας και µεγαλοψυχως σκορπιζειν, µη εκ λυπης η εξ αναγκης, αλλως τε δε και ινα µετα χαρας τα αποθησαυρισθεντα κενωσωµεν επ’ ελπιδι της αληθινης επαγγελιας, ης ηµιν ο Θεος επηγγειλατο, εκατονταπλασιονα δουναι τον µισθον υπερ τουτου. Ειδως γαρ ο Θεος οτι ολως ολοι τη των χρηµατων επιθυµια και τη του πλουτου µανια κρατουµεθα και δυσαποσπαστως εχοµεν προς αυτα, και οι τουτων πολυτροπως αποστερουµενοι αυτην την εαυτων ζωην απολεγονται, τω καταλληλω φαρµακω εχρησατο, επαγγειλαµενος δουναι ηµιν, ωσπερ ειρηται, υπερ ων κατακενουµεν εις τους πενητας, εκατονταπλασιονα τον µισθον, ινα και του επ’ αυτοις κριµατος της πλεονεξιας εν πρωτοις απαλλαγωµεν, επειτα και του επ’ αυτα εχειν την πεποιθησιν και ελπιδα παυσωµεθα και τας καρδιας ηµων ελευθερους κτησωµεθα απο των τοιουτων δεσµων· ινα ελευθεροι γεγονοτες προτερον, τοτε επι τας πραξεις των εντολων αυτου ακωλυτως βαδισωµεν και δουλευσωµεν αυτω εν φοβω και τροµω, (177) ουχ ως εκεινω τι χαριζοµενοι, αλλ’ ως ηµεις δια της δουλειας ευεργετουµενοι. Αλλως δε ουκ ενι σωθηναι ηµας. Οι γαρ πλουσιοι την των χρηµατων αποθεσιν, ως οια τινος φορτιου και εµποδιου προς τον κατα Θεον βιον, προτερον ενεργειν εκελευθησαν και ουτω τον σταυρον επι ωµων αιρειν και τω ∆εσποτη κατ’ ιχνος ακολουθειν· τα γαρ αµφοτερα επιφερεσθαι ηµας παντη αδυνατον. Οι δε γε τουτων οντες εκτος και εν
αυταρκεια ζωντες η και υστερησει των αναγκαιων διαγοντες, ουδεν το εµποδιζον αυτους εχουσιν, εαν τη στενη και τεθλιµµενη οδω βαδιζειν εθελωσιν· αλλ’ οι µεν προθεσεως χρηζουσι µονον προς τουτο, οι δε εν αυτη τη οδω περιπατουντες εισι, διο εν υποµονη και ευχαριστια διαγειν οφειλουσι. Και ο Θεος, δικαιος ων, ουτω πορευοµενους αυτους εις αιωνιον ζωην και απολαυσιν, ποιηση αυτων το καταλυµα. Το δε παντα δουναι µεν τα κτηµατα και χρηµατα, προς δε τας επιφορας των πειρασµων και των λοιπων θλιβερων µη γενναιως ανταγωνισασθαι, ολιγωρου µοι ψυχης δοκει και αγνοουσης τον σκοπον της ωφελειας αυτης. Ωσπερ γαρ ο χρυσος κατιωθεις εις βαθος ου δυναται αλλως καθαρθηναι καλως και εις την οικειαν λαµπροτητα επανελθειν, ει µη πυρι βληθη και σφυραις πολλακις τυφθη, ουτω και ψυχη τω ιω της αµαρτιας κατιωθεισα και εις βαθος αχρειωθεισα, ου δυναται αλλως καθαρθηναι και το αρχαιον καλλος απολαβειν, ει µη πολλοις πειρασµοις προσοµιληση και εν τη χωνεια εισελθη των θλιψεων. Τουτο γαρ υπεµφαινει και αυτος ο λογος του Κυριου ηµων, ουτω λεγων· “Πωλησον σου τα υπαρχοντα και δος πτωχοις και αρον τον σταυρον σου και δευρο ακολουθει µοι”- (178) τους πειρασµους και τας θλιψεις δια του σταυρου αινιττοµενος.Ουδεν ουν απο µονης της των χρηµατων και πραγµατων απορριψεως κερδησουσιν οι ταυτα αποβαλλοµενοι και προς τον µονηρη βιον αυτοµολουντες, εαν µη µεχρι τελους τοις πειρασµοις και ταις θλιψεσι και ταις κατα Θεον λυπαις εγκαρτερησωσιν. Ου γαρ ειπεν ο Χριστος· “Εν τη αποθεσει των πραγµατων υµων κτησασθε τας ψυχας υµων”, αλλ’ “εν τη υποµονη υµων”. Οτι µεν γαρ και η των χρηµατων προς τους πενητας διανοµη και η φυγη του κοσµου καλη και ωφελιµος δηλον, αλλ’ ου δυναται αυτη καθ’ εαυτην µονη τελειον τον κατα Θεον ανθρωπον απεργασασθαι ανευ της των πειρασµων υποµονης. Και οτι τουτο ουτως εχει και ουτω δοκει τω Θεω, ακουσον αυτου προς τον πλουσιον λεγοντος” “Ει θελεις, φησι, τελειος ειναι, πωλησον σου τα υπαρχοντα και δος πτωχοις και αρον τον σταυρον σου και δευρο ακολουθει µοι” – δια του σταυρου τας θλιψεις, ως ειρηται, και τους πειρασµους αινιττοµενος.
Επειδη γαρ η βασιλεια των ουρανων βιαστη εστι και βιασται αρπαζουσιν αυτην και αλλως ουκ ενι τοις πιστοις εισελθειν εις αυτην, ει µη δια της στενης πυλης των πειρασµων τε και θλιψεων, εικοτως ηµιν το θειον εντελλεται λογιον· “Αγωνιζεσθε, φησι, δια της στενης πυλης εισελθειν”, και αυθις· “Εν τη υποµονη κτησασθε τας ψυχας υµων”, και· “∆ει υµας δια πολλων θλιψεων εισελθειν εις την βασιλειαν των ουρανων”. Ο µεν γαρ σκορπιζων (179) τα εαυτου χρηµατα τοις δεοµενοις και αναχωρων εκ του κοσµου και των πραγµατων αυτου επ’ ελπιδι µισθου, εν ηδονη πολλη την συνειδησιν επιφερεται και εσθ’ οτε και υπο κενοδοξιας κλεπτεται τους µισθους. Ο δε µετα το παντα δουναι τοις πενησι και τα λυπηρα υποµενων εν ευχαριστια ψυχης και εγκαρτερων τοις δεινοις, πικριας µεν πασης και πονων οδυνηρων επαισθανεται, ασυλον δε τον λογισµον εχει νυν τε και εις το µελλον µεγαλην την ανταποδοσιν, ως τα παθη µιµησαµενος του Χριστου και υποµενων αυτον εν ηµεραις επαγωγης των πειρασµων τε και θλιψεων. ∆ια τοι τουτο παρακαλω υµας, εν Χριστω αδελφοι, σπουδασωµεν κατα την φωνην του Κυριου και Θεου και Σωτηρος ηµων Ιησου Χριστου, επειδη κοσµω και τοις εν κοσµω απεταξαµεθα, ινα δια της στενης εισελθωµεν πυλης, ητις εστιν η εκκοπη και αποφυγη του σαρκικου ηµων φρονηµατος και θεληµατος. Ανευ γαρ του νεκρωθηναι ηµας τη σαρκι και ταις επιθυµιαις αυτης και τοις θεληµασιν αυτης ουκ ενι τυχειν ανεσεως και απαλλαγης των κακων και ελευθεριας της επιγινοµενης ηµιν απο της παρακλησεως του Αγιου Πνευµατος. Ταυτης δε χωρις - λεγω δη της επιφοιτησεως του Πνευµατος – ουδεις οψεται τον Κυριον, ουτε εν τω νυν αιωνι ουτε εν τω µελλοντι. Οτι µεν γαρ καλον ειργασω, παντα σου τα χρηµατα σκορπισας τοις δεοµενοις, ει γε και ουδεν εαυτω υπελειπω κατα τον Ανανιαν εκεινον, και προς τουτοις κοσµω απεταξω και τοις εν κοσµω, και φυγων τον βιον και τας φροντιδας αυτου (180) εδραµες εις λιµενα ζωης, την µορφωσιν της ευσεβειας περιβαλλοµενος, συµφηµι καγω και επαινω σε της πραγµατειας. Χρη δε σε και το φρονηµα της σαρκος, ωσπερ τους χιτωνας αρτι, και αυτο αποδυσασθαι και κατα την στολην, ην ενεδυσω δια Χριστον, κτησασθαι τους τροπους της ψυχης και αυτο δη
πνευµατικον σου φρονηµα· ου µονον δε αλλα και τον φωτεινον επενδυσασθαι χιτωνα δια µετανοιας, οπερ εστιν αυτο το Πνευµα το Αγιον. Τουτο δε αλλως ου γινεται, ει µη δια της επιµονου των αρετων εργασιας και της υποµονης των θλιψεων. Θλιβοµενη γαρ η ψυχη δια των πειρασµων κινειται εις δακρυα, τα δακρυα δε καθαιροντα την καρδιαν ποιουσιν αυτην ναον και καταγωγιον του Αγιου Πνευµατος.Ουδε γαρ αρκει ηµιν εις σωτηριαν και τελειοτητα η περιβολη µονη του σχηµατος και ο εξω κοσµος του αδριαντος, αλλ’ ωσπερ τον εξω, ουτω και τον εντος ηµων ανθρωπον κοσµησαι χρεων τη καταστολη του Πνευµατος και εξ ολοκληρου θυσαι εαυτους τω Θεω ψυχη τε και σωµατι, και τη µεν σωµατικη γυµνασια γυµναζειν το σωµα προς τους πονους της αρετης εις το ευτονως εθιζεσθαι τοις κατα Θεον λυπηροις και φερειν γενναιως το πικρον της νηστειας, το βεβιασµενον της εγκρατειας, την αναγκην της αγρυπνιας, την απασαν κακοπαθειαν, τη δε ευσεβεια του Πνευµατος παιδαγωγειν την ψυχην εις το φρονειν α δει φρονειν και µελεταν αει τα της αιωνιου ζωης, ταπεινοφρονα τε ειναι, πραειαν, συντετριµµενην, κατανυκτικην, πενθουσαν καθ’ εκαστην και το φως προς εαυτην δια της προσευχης (181) εκκαλουµενην του Πνευµατος, α και προσγινεσθαι ταυτη δια µετανοιας θερµοτατης ειωθασι, καθαιροµενη δια δακρυων πολλων ων ανευ ουδε τον χιτωνα ταυτης εξεστι ποτε καθαρθηναι, ουδε εις υψος αυτην αναδραµειν θεωριας. Ωσπερ γαρ ιµατιον εκ βορβορου ποθεν και κοπριας εις βαθος µολυνθεν, αλλως καθαρθηναι τουτο αµηχανον, ει µη δια πολλου υδατος και πολλης θλιψεως των ποδων, ουτω και ο χιτων της ψυχης εκ βορβορου και κοπριας εφαρµατων παθων µολυνθεις, αλλως απορρυφθηναι ου δυναται, ει µη δια πολλων δακρυων και υποµονης των πειρασµων τε και θλιψεων. ∆υο γαρ ουσων ουσιωδως εν ηµιν ρευσεων εκ του σωµατος – λεγω δη των ανωθεν επεισρεοντων δακρυων και των απο των γονιµων δυναµεων -, και των µεν µολυνοντων την ψυχην παρα φυσιν και νοµον κενουµενων, των δε καθαιροντων αυτην εκ µετανοιας ρεοντων, χρη τους µεµολυσµενους την ψυχην τη εφαρµαρτω πραξει της αµαρτιας και τη εµπαθει κινησει της καρδιας αλογων επιθυµιων µορφας εν εαυτοις εγχαραξαντας, δια πολλων
καθαρθηναι δακρυων και τον χιτωνα της ψυχης καθαρωτατον κτησασθαι. Αλλως γαρ ιδειν τον Θεον, αυτο το φως ο φωτιζει παντος ανθρωπου καρδιαν, ερχοµενου δια µετανοιας προς αυτον, αµηχανον, ειπερ οι καθαροι τη καρδια ορωσι Θεον. Σπουδασωµεν ουν, παρακαλω, πατερες µου και αδελφοι και τεκνα, καθαραν κτησασθαι την καρδιαν εξ επιµελειας των τροπων και διηνεκους εξοµολογησεως των κρυπτων λογισµων της ψυχης. Η γαρ συνεχως και καθ’ εκαστην γινοµενη παρ’ ηµων εξοµολογησις των τοιουτων, εκ µεταµελου κινουµενη καρδιας, µετανοιαν ηµιν των πραχθεντων η και µελετηθεντων εργαζεται, (182) η δε µετανοια κινει το δακρυον εκ βαθεων ψυχης, το δε δακρυον καθαιρει την καρδιαν και µεγαλας αµαρτιας εξαφανιζει, απαλειφοµενων δε τουτων δια δακρυων εν παρακλησει γινεται η ψυχη του Θειου Πνευµατος και γλυκυτατης κατανυξεως ναµασι καταρδευεται, αφ’ ων καθ’ εκαστην πιαινεται νοητως και τρεφει του Πνευµατος τους καρπους και εν καιρω προσφορως, ως πολυχουν σιτον, αυτους αναδιδωσιν εις τροφην αδαπανον της ψυχης και εις ζωην αυτης αφθαρτον και αιωνιον. Εν τουτω δε δια σπουδης καλως καταντησασα, οικειουται Θεω και γινεται οικος Τριαδος Θειας και ενδιαιτηµα, ορωσα καθαρως τον εαυτης Ποιητην και Θεον και προσοµιλουσα αυτω καθ’ εκαστην, εξισταται του σωµατος και του κοσµου και του αερος τουτου και εις ουρανους ουρανων ανερχοµενη και κουφιζοµενη ταις αρεταις και ταις πτερυξι της αγαπης του Θεου, καταπαυει µετα παντων δικαιων απο των πονων αυτης και γινεται εν απειρω και θειω φωτι, ενθα των αποστολων Χριστου, των µαρτυρων, των οσιων και πασων των ανω δυναµεων τα ταγµατα συγχορευουσι. Τοιαυτης ουν και ηµεις γενωµεθα καταστασεως, αδελφοι εν Χριστω, ινα µη απολειφθωµεν των πατερων ηµων των αγιων, αλλ’ ινα δια σπουδης των καλων και εργασιας των εντολων του Χριστου εις ανδρα τελειον φθασωµεν, εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου. Ουδεν γαρ το κωλυον, ει µονον θελησοµεν. Ουτω γαρ και Θεον δοξασοµεν εν ηµιν αυτοις και Θεος παρ’ ηµων ευφρανθησεται και (183) Θεον ευρωµεν απο της παρουσης αναχωρουντες ζωης, ως µεγαν κολπον του Αβρααµ υποδεχοµενον ηµας και επιθαλποντα εν τη βασιλεια
των ουρανων, ης γενοιτο παντας ηµας επιτυχειν χαριτι του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος Ι΄. (184) Περι µετοχης Πνευµατος Αγιου και αγιωσυνης και τελειας απαθειας. Και οτι ο αγαπων την εξ ανθρωπων δοξαν ουδεν εκ των λοιπων αρετων ωφελειται, καν πασας κατωρθωσε. Αδελφοι και πατερες, ουχ ορατε πως οι τω επιγειω βασιλει παρισταµενοι, αυτοι τε δοξαν ηγουνται τουτο µεγαλην και εναµβρυνονται επι τουτω, και παρα των εν κοσµω ανθρωπων ζηλωτοι καθεστηκασιν; Ει ουν φθαρτοις ουτοι και µαταιοις ουτω διακεινται, ποσω µαλλον ηµεις οφειλοµεν, οι τω επουρανιω βασιλει στρατευθεντες και την εκεινου δουλειαν αναδεξαµενοι, χαιρειν και ευφραινεσθαι οτι ολως εις υπηρεσιαν εκεινου καταταγηναι κατηξιωθηµεν και εις λειτουργιαν του ονοµατος αυτου προσεκληθηµεν; Ει δε και της κατα προσωπον αυτου θεας εξιωθειηµεν ποτε και µετα των ενωπιον αυτου παρισταµενων καταταγειηµεν, ποιον ουχ υπερβαινει τουτο µακαριοτητος επαινον; Ει δε και των οικειων δουλων και φιλων αυτου γενηται τις και οµιλιας και φωνης ακουειν ∆εσποτικης καταξιωθησεται, ποιος αρα νους ανθρωπου, ποια δε γλωσσα της δοξης ταυτης και της αξιας το µεγεθος διηγησεται; (185) Ει γαρ α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη, τα αγαθα α ητοιµασεν ο Θεος τοις αγαπωσιν αυτον, υπερ την ανθρωπινην καταληψιν εισι και υπερ παντα τα ορωµενα αγαθα, πολλω µαλλον αυτος ο ετοιµασας ταυτα Θεος· και ου µονον αυτος, αλλα και εκεινον αυτον βλεπειν και αυτω παριστασθαι και οµιλειν καταξιωθεντες και της αυτου θεοτητος τε και δοξης κοινωνοι και συµµετοχοι γεγονοτες, υπερ τα αγαθα τα ετοιµασθεντα αυτοις παρα Θεου παντως γεγονασιν, ως τον ετοιµασαντα µαλλον αυτον τα αγαθα Κυριον κληρωσαµενοι. Οτι δε γεγονασι τοιουτοι και µεχρι του νυν γινονται, ου λεγω µετα θανατον µονον, αλλα και ετι εν τω παροντι βιω διαγοντες, πασα µεν τουτο θεοπνευστος διδασκει Γραφη, παντες δε τουτο συµµαρτυρουσι δια της αυτων πολιτειας οι αγιοι, µεθ’ αµα και αυτου του µακαριου πατρος ηµων Συµεων του Στουδιωτου, ου και την µνηµην αγοµεν σηµερον, και οι τους αγιου παλιν δια λογων εγκωµιαζοντες.
Ουτος γαρ ο οσιωτατος πατηρ ηµων Συµεων, ου και τον βιον και την θεαρεστον αυτου πολιτειαν ανεγνωµεν, µεσον πολεως και µονης περιφανεστατης εν µεσω, τοιοουτον βιον ησκησε και τοιαυτην ανεδειξατο πολιτειαν, ως µη µονον τους κατα την γενεαν αυτου λαµψαντας, αλλα και των παλαιων πατερων πολλους υπερβηναι τω υψει των αρετων και τοις υπερ δυναµιν κατορθωµασι. ∆ια τουτο και επαινων και εγκωµιων πολλων αναφανεις ηµιν αξιος, επαινειται και µακαριζεται και εγκωµιαζεται ηµιν κατα δυναµιν. (186) Απας γαρ των αγιων επαινος και µακαρισµος δια των δυο τουτων συνισταται, δια τε της ορθοδοξου πιστεως και του επαινετου βιου, και δια της δωρεας του Αγιου Πνευµατος και των χαρισµατων αυτου. Τοις γαρ δυσι τουτοις το τριτον συνεπεται. Εν γαρ τω βιωσαι τινα καλως τε και θεοφιλως µετα φρονηµατος ορθοδοξου και εν τω χαριτωθηναι απο Θεου και δοξασθηναι δια της του Πνευµατος δωρεας, συνεπεται αυτω ο επαινος και ο µακαρισµος παρα πασης της εκκλησιας των πιστων και παρα παντων των διδασκαλων αυτης. Πιστεως δε και εργων ανελλιπως µη καταβληθεντων αδυνατον εστι την παρουσιαν γενεσθαι ποτε του προσκυνητου και θειου Πνευµατος και την δωρεαν αυτου λαβειν τινα των ανθρωπων. Τουτου δε µη παραγενοµενου εν τω ανθρωπω, µηδε γνωστως ενοικησαντος εν αυτω, ανοικειον παντη πνευµατικον αυτον ονοµαζεσθαι. ο δε µη πνευµατικος γεγονως, πως εσεται αγιος; Ο δε µη αγιος γεγονως, δια ποιον αλλο εργον η πραξιν µακαρισθησεται ει η µακαριοτης Θεος εστιν; Ο δε του Θεου µη µετασχων, µαλλον δε ο µη αυτον ολον εχων εν εαυτω, πως µακαριος δοκει µοι; Ουδαµως. Ηλιος γαρ ανευ φωτος, πως αν λεχθειη ηλιος; και ανθρωπος διχα της του Παναγιου Πνευµατος µετουσιας, πως αν κληθειη αγιος; “Γινεσθε γαρ, ειπεν ο Κυριος, αγιοι, οτι εγω αγιος ειµι”, εις την δια των εργων ηµας µιµησιν, τους εν αµαρτιαις εξεταζοµενους, ο ευσπλαχνος οιονει προτρεποµενος και λεγων· “Αποστητε των κακων και παντα τα καλα διαπραξασθε, πασαν αρετην κατα το υµιν δυνατον µετελθετε και οσον εφικτον υµιν αγιοι γινεσθε, ειπερ αρα και κοινωνιαν εχειν βουλεσθε µετ’ εµου. Εγω γαρ αγιος ειµι, (187) τουτεστι καθαρος και αµολυντος. Ταυτα µοι φυσικως προσεστιν,
υµεις δε εν τη εργασια των εντολων απο του µολυσµου των αµαρτιων απεχοµενοι και µετοχοι µου τη του Πνευµατος γενοµενοι χαριτι, τοτε και υµεις αγιοι εσεσθε”. Τουτο γαρ δηλοι το “γινεσθε”. Γινεται τοινυν εν τη αποχη των κακων και εν τη εργασια των αγαθων ο ανθρωπος αγιος, ουχ ως δι’ εργων παντως αγιαζοµενος – ου γαρ δικαιωθησεται εξ εργων νοµου πασα ψυχη -, αλλ’ ως τω Αγιω Θεω δια της των τοιουτων πραξεων εργασιας προσοικειουµενος. Τουτο δε προς τους ηδη λαβοντας την του Πνευµατος χαριν ειπειν τον Κυριον µαλλον πειθοµαι, ος και παραγγελλων µη θαρρειν τη δωρεα και δια ραθυµιας επιστρεφειν προς τα κακα, οιονει πως ελεγε· “Μη τη αργια σεαυτον εκδως, ω πνευµατικε συ, ο την χαριν λαβων του Αγιου Πνευµατος και δια ταυτης εµε. Η γαρ αργια τικτει την πονηριαν, η δε πονηρια παν ειδος κακιας απογεννα. Τη ουν καθηµερινη εργασια των εντολων γινου αγιος, ειπερ εµε, φησι, βουλει εν σοι ειναι και µετα σου και σε εν εµοι και συν εµοι”. Επειδη δε αεικινητον πραγµα ο νους ολως αργειν µη δυναµενον, δεον εµφροντιδα τουτον ειναι και σπουδαιον εις την εργασιαν των εντολων του Θεου. Ουτω γαρ και ο βιος απας ο των ανθρωπων µεµεριµνηµενος τις εστι και εµφροντις και σχολην εχειν εκ παντων ου δυναται, ει και πολλοι τουτο ποιησαι υπερ την εαυτων ισχυν και δυναµιν ηγωνισαντο, αλλα και εξ αρχης τοιουτος εκτισθη ο ανθρωπος· εργαζεσθαι γαρ και φυλασσειν εν τω παραδεισω ο Αδαµ προσεταγη και φυσικη τις εν ηµιν υπαρχει της εργασιας η προς τα καλα κινησις. (188) Οι ουν τη αργια και ραθυµια εαυτους εκδιδοντες, οιοι δ’ αν και ειεν πνευµατικοι και αγιοι, εις την παρα φυσιν εµπαθειαν εαυτους επιρριπτουσιν. Ωσπερ γαρ πηγη αενναως το υδωρ εκβλυζουσα, µικρον παυσαµενη αφανιζεται και εις το µη ειναι πηγη αλλα λακκος µεθισταται, ουτω και ο αει τη εργασια των εντολων εαυτον καθαιρων και εκ του Θεου καθαιροµενος και αγιαζοµενος, εαν µικρον της εργασιας εκπεση, κατα αναλογιαν εκπιπτει της αγιοτητος. Ο δε και αµαρτια µια εν γνωσει συναπαγοµενος ολος εκπιπτει της καθαροτητος, καθαπερ και αγγειον υδατος µικρα κοπρω καθολου µιαινεται. Ου λεγω αµαρτιαν την
επιτελουµενην µονον δια του σωµατος, αλλα και τα αλλα παθη τα ενδοθεν και εν ηµιν αορατως τελουµενα δι’ ηµων. Και µη απιστησετε µοι λεγοντι, αδελφοι, τουτο δε γινωσκοντες εσεσθε, οτι ει πασαν αρετην εξασκησοµεν και θαυµατα εκτελεσοµεν, ει µηδεν η µικρον η µεγα της εντολης παραλειψοµεν, µονην δε την εξ ανθρωπων δοξαν ποθησοµεν και ταυτην καν οπωσουν δι’ επιτηδευµατων ζητησοµεν και προς το λαβειν ταυτην σπευσοµεν, των αλλων απαντων τον µισθον εστερηθηµεν. Την των ανθρωπων γαρ δοξαν λαµβανοντες και την του Θεου µη προκρινοντες, ως ειδωλολατραι κρινοµεθα λατρευοντες τη κτισει παρα τον κτισαντα. Αλλα και διδοµενην την επιγειον δοξαν, ο µεθ’ ηδονης και χαρας ταυτην αποδεξαµενος και εν ταυτη εναµβρυνοµενος και τη καρδια ενευφραινοµενος, ως πορνος κατακριθησεται. Οµοιος γαρ εστιν ο τοιουτος ανθρωπω παρθενευειν προαιρουµενω και την των γυναικων συνουσιαν απηρνηµενω και προς µεν αυτας µη αυτοµολουντι, µητε µετ’ αυτων διαγειν επιθυµουντι, (189) απερχοµενης δε προς αυτον µιας τινος γυναικος, µεθ’ ηδονης ευθυς αποδεχοµενω και την της µιξεως ηδονην εκπληρουντι. Τουτο δε αρα και επι πασης αλλης επιθυµιας και επι παντος παθους συµβαινει γινεσθαι. Ειτε γαρ φθονω, και φιλαργυρια η ζηλω η εριδι η τινι ετερα κακια εκουσιως εαυτον τις εκδω, του στεφανου της δικαιοσυνης ουκ επιτευξεται. ∆ικαιος γαρ ων ο Θεος, αδικους εχειν συγκοινωνους ουκ ανεχεται και καθαρος ων, ακαθαρτω ου συµµιαινεται και απαθης υπαρχων, τοις εµπαθεσιν ου συναυλιζεται και αγιος ων, εις κεχραµµενην ψυχην και πονηραν ουκ εισερχεται. Πονηρος δε εστιν ο του πονηρου σπορεως τον κοκκον υποδεξαµενος εν τη καρδια αυτου και καρποφορων ακανθας και τριβολους της αµαρτιας τω διαβολω, τα του αιωνιου πυρος υπεκκαυµατα, ατινα εστι φθονος, µισος, µνησικακια, ζηλος, εριθεια, οιησις, κενοδοξια, υπερηφανια, δολος, περιεργια, διαβολη και ειτι δια σαρκος παθος αποπτυστον καθ’ ηδονην εκτελειται και κοινοι τον εντος ηµων ανθρωπον κατα την του Κυριου φωνην. Αλλα µη γενοιτο ηµας, αδελφοι, τοιαυτα ποτε καρποφορησαι ζιζανια, δεξαµενους εκ ραθυµιας τον σπορον του πονηρου εν ταις καρδιαις ηµων. Γενοιτο δε εις τριακοντα και εξηκοντα και
εκατον καρποφορησαι Χριστω τα δια του Πνευµατος εν ηµιν γεωργουµενα, α εστιν αγαπη, χαρα, ειρηνη, χρηστοτης (190) αγαθωσυνη, µακροθυµια, πιστις, πραοτης, εγκρατεια, τραφηναι τε τον αρτον της γνωσεως και αυξηθηναι ταις αρεταις και καταντησαι εις ανδρα τελειον, εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου, ω πρεπει πασα δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος ΙΑ΄. (191) Περι νηστειας. Και οτι ου χρη το της νηστειας ωφελιµον εν τη πρωτη και µονη των νηστειων εβδοµαδι σπουδαιως τηρειν και ασπαζεσθαι, αλλα την ισην και την αυτην σπουδην εν πασαις ταις εβδοµασι των νηστειων αναγκαιον τοις σπουδαιοις διατηρειν. Αδελφοι και πατερες, εδει µεν ηµας τη παρελθουση κυριακη τα νυν µελλοντα ρηθησεσθαι παρ’ ηµων προς την υµετεραν αγαπην ειπειν. Αλλ’ επειπερ ειδως ηµην, οτι απαν το χριστιανικωτατον φυλον, µοναχων τε φηµι και λαϊκων, τη αγια και πρωτη εβδοµαδι των νηστειων ζεουση τη προθυµια το της νηστειας καλον εκαστος ηµων των πιστων υποδεχεται, και πας τις επι τον αυτου τραχηλον τον ταυτης ζυγον επιτιθησιν εκοντι, και ουδεις εστιν, ουδε των λιαν απεγνωκοτων της εαυτων σωτηριας και εν αφοβια και καταφρονησει Θεου πολιτευοµενων, ος την εβδοµαδα εκεινην τον της νηστειας απωθειται νοµον και ουχι µαλλον και αυτος µετα παντων, το οσον εφ’ εαυτω, εγκρατευεται, σηµερον ηδη λεξων ερχοµαι βραχεα και ολιγα του ενεστωτος χαριν καιρου προς υµας. (192) Επειδη γαρ, ως ειρηται, την παρελθουσαν πρωτην των νηστειων εβδοµαδα απαντες οι πιστοι εναγωνιως διερχονται, παρελθουσης δε ταυτης και του σαββατου καταλαβοντος, επει και η του Θεου εκκλησια εορτην αγειν εκ παραδοσεως ελαχε την του αγιου µεγαλοµαρτυρος Θεοδωρου η, µαλλον ειπειν, την εκ Θεου δι’ αυτου γενοµενην τω πιστοτατω λαω αυτου σωτηριαν παραδοξον, ωσαυτως δε και τη κυριακη παντες την της ορθοδοξου πιστεως αναµνησιν ποιουµενοι, ευχαριστηριους υµνους τω παναγαθω Θεω ηµων αδοµεν, αει φθονων τα καλα πονηρος, εκαστω των πιστων λανθανοντως υπεισερχοµενος και ραθυµια και αµελεια τουτον αορατως καταδεσµευων,
απορριψαι πειθει καταφρονητικως αφ’ εαυτου τον σωτηριωδη της νηστειας ζυγον και προς την προτεραν παλινδροµησαι συνηθειαν, δια τουτο την σηµερον υποµιµνησκω και παρακαλω την υµετεραν αγαπην οµου και πατροτητα του µη υπακουσαι καθολου τω δυσµενει, µηδε τη πονηρα συνηθεια της ακορεστου γαστριµαργιας συναπαχθηναι, µηδε προς την οπισθεν και χρονιαν των πονηρων επιθυµιων εκπληρωσιν επαναστρεψαι, αλλ’ ως την πρωτην και την δευτεραν ταυτην των νηστειων εβδοµαδα τιµησωµεν, και καθεξης οµου τας λοιπας. Ναι πατερες και αδελφοι µου, ευεργετησωµεν ουτω ποιουντες εαυτους και µη απερ συνηξαµεν τοτε, νυνι απολεσαι καταδεξωµεθα, προσθειναι δε µαλλον και αυξησαι σπουδασωµεν, αλλα µηδε απερ οπισθεν καλως ανωκοδοµησαµεν νυν κακως καταλυσαι θελησωµεν. Μνηµονευετω δε υµων εκαστος την εκ της νηστειας ωφελειαν και οιας απηλαυσε παρα Θεου δωρεας εν ταις ολιγαις ταυταις ηµεραις (193) και προθυµοτερος γινεσθω προς το εξης. Και γαρ ειωθεν η ιατρος των ψυχων ηµων αυτη του µεν της σαρκος τας πυρωσεις και τας κινησεις συστελλειν, του δε το θυµωδες καταπραΰνειν, του δε τον υπνον αποδιωκειν, του µεν το προθυµον διεγειρειν, του δε τον νουν ανακαθαιρειν και των πονηρων λογισµων ελευθερον αυτον αποκαθισταν, αλλου την αδαµαστον γλωσσαν δαµαζειν και οιονει χαλινω τινι τω φοβω του Θεου ταυτην επεχειν και µη εαν ολως αργους η σαπρους λογους φθεγγεσθα· ετερου τους µετεωρους σκεπαζει αφανως και ιστα οφθαλµους και περιεργως αυτους ουκ εα ωδε τε κακεισε φερεσθαι, αλλ’ εαυτον εκαστον παρασκευαζει σκοπειν και των ιδιων αµαρτηµατων τε και ελαττωµατων µεµνησθαι διδασκει. Νηστεια τον νοητον ζοφον και το επικειµενον τη ψυχη καλυµµα της αµαρτιας κατα µικρον εκλεπτυνει και απελαυνει, καθαπερ την οµιχλην ο ηλιος. Νηστεια τον πνευµατικον αερα νοερως ηµιν καθοραν εµποιει, εν ω ουκ ανατελλει, αλλα αει λαµπει ο αδυτος ηλιος Χριστος ο Θεος ηµων. Νηστεια, συνεργον λαβουσα την αγρυπνιαν, το σκληρον υπεισελθουσα της καρδιας µαλλασσει και αντι της πρωην κραιπαλης κατανυξεως πηγας βλυστανειν παρασκευαζει, οπερ και εν ηµιν γενεσθαι σπουδασωµεν εκαστος ηµων, παρακαλω, αδελφοι.
Τουτου γαρ γενοµενου ευκολως συν Θεω, πασαν την των παθων θαλασσαν διαρρηξοµεν και τα κυµατα διελθοντες των πειρασµων του πικρως τυραννουντος ηµας, εις τον λιµενα εγκαθορµισθωµεν της απαθειας. Ταυτα δε, αδελφοι µου, ουκ εν µια ηµερα, ουδε εν µια εβδοµαδι γενεσθαι δυνατον, αλλα εν πολλω (194) χρονω και πονω και κοπω κατα το αναλογιαν της εκαστου προθεσεως τε και προαιρεσεως, ετι δε και κατα το µετρον της πιστεως και της των ορωµενων και νοουµενων πραγµατων καταφρονησεως, ου µονον δε, αλλα και κατα την θερµην της αδιαλειπτου µετανοιας και αυτης της εν τω κρυπτω της ψυχης ταµειω αενναου εργασιας η συντοµωτερον η βραδυτερον Θεου δωρεα τε και χαριτι κατορθουνται, ανευ δε νηστειας ουδεν ουτε τουτων ουτε των αλλων αρετων κατορθωθηναι ποτε παρα τινος ηδυνηθη· νηστεια γαρ πασης εργασιας πνευµατικης αρχη και θεµελιος. Οσα τοιγαρουν οικοδοµησεις επι τον θεµελιον τουτον, απτωτα και ακαταλυτα, ως επι στερεαν πετραν κτισθεντα, γινεται· επαν δε τουτον τον θεµελιον αρης και αντ’ αυτου γαστρος κορον και επιθυµιας ατοπους υποθη, ωσπερ ψαµµος υπο των πονηρων ταυτα λογισµων και του ποταµου των παθων υποσυρεται και πασαν την οικοδοµην των αρετων καταστρεφει. Ιν’ ουν µη και εφ’ ηµων τουτο γενηται, στωµεν περιχαρως επι τον στερεον θεµελιον της νηστειας, στωµεν, αδελφοι µου, καλως, στωµεν αυτοθελως· ο βαρ αβουλητως επι την της νηστειας πετραν αναβαινειν αναγκαζοµενος, εαυτον παντως εκειθεν υπο της επιθυµιας υποσυρεις προς καθροφαγιαν κατακρηµνιζει, και βιβρωσκων αυτος του πονηρου, ως δοκει, καταβρωµα γινεται· νοµος γαρ θειος εστι και τους παραβαινειν τολµωντας ωσπερ δηµιος ο διαβολος παραλαµβανων µαστιζει, ει και µη ευθυς, µηδε παραχρηµα, του Θεου µακροθυµουντος εφ’ ηµας και την µετανοιαν ηµων απεκδεχοµενου, αλλ’ οµως ουκ εκφευξοµεθα τας χειρας αυτου παντως η (195) ενταυθα η εν τω µελλοντι αιωνι, αµετανοητως επιµενοντες τη αµαρτια, επειδη την µετ’ αυτου καταδικην ουτως εχοντες αποληψοµεθα και υπ’ αυτου και συν αυτω αθανατα κολασθηναι κρισει δικαια Θεου κατακριθωµεν. Ει γαρ και τους προεστωτας ηµων λανθανοµεν,
αλλα γε τον των προεστωτων ∆εσποτην οµου και Θεον λαθειν ου δυναµεθα. Φυλαξωµεθα τοιγαρουν, αδελφοι, µη απο λαθροφαγιας µονον, αλλα και απο κορου των επι της τραπεζης παρατιθεµενων βρωµατων ηµιν. Ναι, παρακαλω και παρακαλων ου παυσοµαι, µνησθητε της παρελθουσης αγιας εβδοµαδος. Αναλογισασθε την εκ της νηστειας και αγρυπνιας, ευχης τε και ψαλµωδιας, ως εφην, ωφελειαν, αλλα την κατηφειαν, αλλα την ευλαβειαν, αλλα την σιωπην. Ωσπερ γαρ αοικητον µοι εξ ανθρωπων εδοκει τοτε ειναι το µοναστηριον, υπο αγγελων µονων εγκατοικουµενον, δια το µη ολως ετερον µε ακουσαι τι ρηµα βιωτικον, αλλ’ η µονην την υφ’ υµων προς Θεον αναπεµποµενην δοξολογιαν, η και αγγελων εργον εστι. Πιστευω δε οτι, ωσπερ υµεις επιτελειτε το των αγγελων εργον, ουτω και οι αγγελοι αορατως συνδιηγον υµιν και συνεψαλλον. Μη ουν χωρισθηναι της µετ’ εκεινων συναυλιας δια της πολυλογιας και αργολογιας θελησητε, µηδε φωναις ατακτοις η κραυγαις αµετροις αυτους µεν αφ’ υµων, τους δε δαιµονας πλησιασαι υµιν, ως το πριν, ποιησητε, αλλα προσεχετω εκαστος εαυτω και το εργοχειρον αυτου και την διακονιαν αυτου, ως τω Θεω δουλευων και ουκ ανθρωποις, επιµελως εκτελειτω. Γεγραπται γαρ· “Επικαταρατος (196) πας ανθρωπος, ο ποιων τα εργα Κυριου αµελως”. Εν ταις θειαις των συναξεων αναγνωσεσιν αλληλους προς ακροασιν διεγειρειν, ω αδελφοι, µη ελιπητε. Και γαρ ωσπερ επι της αισθητης τραπεζης εσθιειν προτρεποµεθα τε και παρακελευοµεθα τοις πλησιον, και ους αν των αλλων πλειον αγαπωµεν, παραβιαζοµεθα επι το φαγειν, ουτω δη και επι της ψυχοτροφου ταυτης τραπεζης προσεχειν και προτρεπεσθαι τοις πλησιον χρεωστουµεν, ινα µη ως µη αγαπωντες αλληλους κατακριθωµεν και το µαθηται ειναι Χριστου απολεσωµεν. Λεγει γαρ· “Εν τουτω γνωσονται παντες, οτι εµοι µαθηται εστε, εαν αγαπατε αλληλους”. Ο ουν επι της αισθητης τραπεζης τον εαυτου φιλον µη παραβιασαµενος εις εστιασιν τα µεγιστα αυτον πολλακις ωφελησεν· ο δε επι της πνευµατικης τραπεζης, της ακροασεως των θειων λεγω λογιων, τουτο ποιων, ου την τυχουσαν ζηµιαν τοις αυτω πλησιαζουσι προξενει. Επειδη των βρωµατων µεν εκεινων η πλησµονη και την ψυχην και το σωµα
διαφθειρειν ειωθε πολλακις και βλαπτειν, τα δε ενταυθα υπο των αγιων λεγοµενα και νουν φωτιζει και ψυχην αγιαζει και τω σωµατι αυτω δι’ αυτης παντως του αγιασµου µεταδιδωσι και υγιεινοτερον και ρωµαλεωτερον καθιστα. Προσεχετω τοιγαρουν εκαστος τη αναγνωσει. Οι γαρ λογοι των αγιων Θεου λογοι και ουκ ανθρωπων εισιν. Εµβαλετω τουτους εν τη καρδια αυτου και τηρειτω αυτους ασφαλως, επειδη οι λογοι του Θεου λογοις ζωης εισι και ο εχων αυτους εν εαυτω και φυλασσων αυτους, εχει ζωην αιωνιον. (197) Επι µεν γαρ πολυτελους πολλακις καθεσθεντες τραπεζης, ουκ οιµαι ποτε ραθυµησαντα τινα εξ υµων ολως απονυσταξαι και µη µονον τα αρκουντα λαβειν, αλλα και τα εις την αυριον µετα σπουδης αραντα απελθειν και η φιλοις τισιν η πτωχοις αυτα µεταδουναι προθυµηθεντα. Ενθα δε λογοι ζωης προκεινται και τους εξ αυτων τρεφοµενους αθανατους αποτελουσι, καθευδειν, ειπε µοι, και ραθυµειν η νυσταζειν και ρεγχειν εξεστι τινι, ωσπερ εµψυχω νεκρω; Ω της ζηµιας! Ω της αναισθησιας και της νωθροτητος! Ο επι τραπεζης καθηµενος και των προκειµενων µη ορεγοµενος της κατα φυσιν υγιειας προδηλως εστερηται· ουτω και ο αναγνωσεως θειας ακουων και µη µεθ’ ηδονης αφατου και αΰλου ορεξεως αΰλως τοις αΰλοις και θειοις λογιοις ψυχικως εντρυφων και τας αισθησεις πασας αυτου νοερως εµπιπλων εκ της τουτων γλυκυτητος, ασθενης τη πιστει εστι και των πνευµατικων δωρεων εις απαν αγευστος, εν µεσω δηλονοτι πολλων αγαθων λιµω και διψει τηκοµενος. Καθαπερ γαρ νεκρος υδατι λουοµενος ανεπαισθητως εχει, ουτω και ουτος υπο των ζωηρων και θειων του λογου ναµατων επαντλουµενος ουκ αισθανεται. Οσοι τοινυν λογον ζωης εν εαυτοις εχετε, οσοι τραφηναι τον αρτον τουτον του λογου εφθασατε, οσοι µη νεκροι αλλ’ εκ νεκρων ζωντες γεγονατε και της αληθινης ζωης απεγευσασθε και σπλαγχνα οικτιρµων προς τους πλησιον παρα του ευσπλαγχνου Θεου λαβοντες (198) εκτησασθε, διεγειρειν και παρακαλειν και νουθετειν τους πλησιον και παντας, ει οιον τε, µη παυσησθε, αλλ’ ως οικεια µελη, µαλλον δε ως µελη Χριστου και υιους οντας Θεου, παιδαγωγειν, επιτιµαν και ελεγχειν αυτους προθυµηθητε, ουχ ινα τουτους λυπησητε, αλλ’ ινα
πατρικης οργης και αγανακτησεως ελευθερωσητε, ουδ’ ινα βλαψητε, αλλ’ ινα τα µεγιστα αυτους ωφελησητε, τα του Θεου και Πατρος αυτων θεληµατα παρασκευζοντες αυτους εκπληρουν. Εαν ουτω ποιητε και ουτω τον εαυτου αδελφον εκαστος υµων διεγειρη προς παροξυσµον αγαπης και καλων εργων, συντοµως απαντες προς υψος αρθωµεν των αρετων και εκπληρωται των εντολων αναφανωµεν του Θεου και της βασιλειας των ουρανων οµοθυµαδον επιτυχωµεν εν αυτω Χριστω τω Θεω ηµων, ω πρεπει πασα δοξα εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος ΙΒ΄. Περι εγκρατειας και υποµονης εις την εργασιαν των αρετων εν τω καιρω της νηστειας. Και περι σιωπης. Και οπως δει εν παση τη νηστεια διαγειν τους αγωνιζοµενους εν αληθεια. Αδελφοι και πατερες, εγω µεν και τη ψυχη και τω σωµατι εκ πληµµελους και ραθυµου προαιρεσεως τε και διαθεσεως αει ασθενων, σιωπαν εβουλοµην και µονα τα κατ’ εµαυτον επισκεπτεσθαι, εως αν µοι τα του χειρονος ηττηθη και τω κρειττονι λογισµω καθυπεταγη και ολως απηλαυσα της ειρηνης του πνευµατος, ελευθερωθεις της οχλησεως του χοϊκου και γεωδους φρονηµατος και εισελθων εις τον λιµενα της µακαριας ηµων αναπαυσεως. Αλλ’ επει εις κεφαλην του σωµατος υµων του αγιου παρ’ υµων εξελεγην, αναγκη µοι εστι του παρακαλειν την αγαπην υµων, επειδη η σωτηρια της υµων αδελφοτητος παραµηθειται µε, οτι και εµου ασθενουντος κατα ψυχην, υµεις ταις ευχαις του πατρος µου και πατρος υµων διασωζεσθε. Τοινυν και µη διαραι στοµα οιος τε ων, µολις καν γραψαι τον λογον ισχυσα και προϋποµνησαι την υµων αδελφοτητα, εν παρακλησει (200) πολλη της υµετερας αγαπης δεοµενος, ινα ως αληθινοι δουλοι Χριστου και φιλαδελφοι, ευχησθε υπερ της εµης αθλιοτητος, ως αν και αυτος εγω µεθ’ υµων σωζωµαι και την οδον οδευων των εντολων του Θεου, και υµιν τοις αγαπητοις µου αδελφοις συναυλιζωµαι. Παρακαλω ουν υµας και δεοµαι υµων εν Χριστω Ιησου προσεχειν εαυτοις και εκαστον φρονειν εις το σωφρονειν και µη φρονειν παρ’ ο δει φρονειν, µηδε τον αµελη µου και µετεωρον βιον οραν, αλλα τοις ιχνεσιν εξακολουθειν του Κυριου και
Σωτηρος ηµων Ιησου Χριστου, ω και αποδουναι χρεωστουµεν την απολογιαν ως δικαιω και απαραλογιστω κριτη. ∆οτε µοι ταυτην την καυχησιν, οτι µονος εγω εις αδου κατενεχθεις δια της αµελειας µου βαραθρον, υµας µεγα βοησας της παγιδος εξηρπασα, και ει πολα χρεωστω θρηνησαι την ραθυµιαν µου, αλλ’ αρκουµαι και µονον βλεπων υµας υψουπετοµενους και υπερανω των βροχων του διαβολου. Φυλαξατε τοιγαρουν πασας απαραλειπτως τας εντολας του Θεου, αγαπητοι, ινα σωζησθε ωσπερ δορκας εκ βροχων και ως στρουθιον εκ παγιδος. Πρωτη δε εντολη εστι το αγαπαν εξ ολης ψυχης τον Θεον και αλληλους, ως αυτος ο Θεος τον κοσµον ηγαπησεν. Η δε αληθης αγαπη εν τουτοις γνωριζοµενη χαρακτηριζεται· εν τω µη φυσιουσθαι, εν τω µη κατεπαιρεσθαι, µηδε ζηλουν τον αδελφον, αλλα ζηλουν το καλον, εν τω µη περπερευεσθαι, µη γογγυζειν, µη παιζειν, µηδε γελαν, µηδε δικαζεσθαι περι µικρου η µεγαλου, (201) το συνολον, πραγµατος, εν τω µη κορεννυσθαι µη µονον βρωµατων και εδεσµατων, αλλ’ ει δυνατον µητε υδατος, και µαλλον εν ταις παρουσαις ηµεραις των νηστειων, εν αις ο σπουδαιως και εµπονως µετανοων, του χρονου παντος των αµαρτηµατων αυτου λαµβανει την αφεσιν ανωθεν κατα την θειαν Γραφην. Οιδατε γαρ οτι η θερµη της µετανοιας και εκ βαθους καρδιας αναπεµποµενων δακρυων η ζεσις δικην πυρος αναχωνευει και καταφλεγει τον ρυπον της αµαρτιας και την µολυνθεισαν ψυχην καθαραν επεργαζεται· ου µονον δε, αλλα και φωτος χυσιν δια της του Πνευµατος επιδηµιας δαψιλως αυτη και φιλοτιµως χαριζεται, ως εντευθεν γινεσθαι αυτην µεστην ελεους και καρπων αγαθων. Ταυτη τοιγαρουν χρησωµεθα, δεοµαι, και εν ταυτη τη τριτη των νηστειων εβδοµαδι, πατερες και αδελφοι, και εν ταις µετ’ αυτην, θερµην επι θερµη και σπουδην επι σπουδη προστιθεντες το καθ’ ηµεραν, εως ου φθασωµεν εις την Κυριαν του Πασχα, λελαµπρυσµενοι τας ψυχας οµου και τα σωµατα. Ιδου γαρ, ως ορατε, οτι Θεου βοηθεια και τουτο το σταδιον της δευτερας των νηστειων εβδοµαδος ευψυχως και µετα ζεουσης της προθυµιας διηλθοµεν. Μαρτυρω γαρ υµας µηδεν υστερηκεναι των της νηστειας καλων, αλλα και παννυχους τας ψαλµωδιας µετα πασης προσοχης πεποιηκατε και την
εγκρατειαν ευτονον τετηρηκατε και τηρειτε, τοις παρατιθεµενοις λαχανοις και οσπριοις αρκουµενοι. Εγω δε τινας εξ υµων επισταµαι, και αυτων των ευτελων της τραπεζης βρωµατων, συντετριµµενω τω πνευµατι και ταπεινω τω φρονηµατι καθεζοµενους εν ταυτη µεσον υµων, απεχοµενους αναξιους εαυτους ηγουµενους (202) της αυτων µεταληψεως. Προς τουτοις, εαυτοις και τοις εργοχειροις υµων προσεχοντες, απαρρησιαστοι µετα σιωπης µεµενηκατε, ολοι κατανυξεως την ψυχην δακρυων πεπληρωµενοι, ευχων, δεησεως, κοπου πνευµατικου εκ των συνεχως γινοµενων γονυκλισιων και την καλην αλλοιωσιν ηλλοιωθητε, ασκητικωτατην και ωραιαν την οψιν κτησαµενοι. Νυν ουν επει προς το εξης αποδυσασθαι µελλοµεν της νηστειας, αγωνισωµεθα, παρακαλω, τηρησαι και εν ταυτη τη ιερα εβδοµαδι της καλλιστης νηστειας τον νοµον και τον ιδον θεσθαι ταις προλαβουσαις αγωνα, επειδη πολλης ηµιν χρεια της νηψεως, πολλης της σπουδης, ινα µη ως οι βιωτικοι και ηµεις τας ηµερας ηµων διανυσωµεν. Οιδατε γαρ οτι, της πρωτης παρελθουσης εβδοµαδος, την αγιαν εκεινοι τεσσαρακοστην διελθειν οιονται απασαν· και ου µονον τουτο υπολαµβανουσιν, αλλα και διαρρηδην προς αλληλους και προς απαντας λεγουσιν. Ηµιν δε, αδελφοι µου, φοβος και φοβων ο µεγιστος, µηπως ως ουτοι και ηµεις υπολαβωµεν και προς αλληλους διαλεξωµεθα και αρνηται φανωµεν του επαγγελµατος. Ου µονον γαρ ηµιν τοις φευγουσι τον κοσµον και σταυρωθεισιν αυτω και ανατεθεισιν ολικως Θεω ο παρων καιρος εις εγκρατειας νοµον εδοθη, αλλα και ολος ο βιος της παρουσης ηµων ζωης, εφ’ ω και απαραιτητως χρεωστουµεν εγκρατευσθαι. Πως δε ου χρεωστουµεν τουτο ποιειν εν παντι τω χρονω, οι πεινασαι και διψησαι και γυµνητευσαι και παντα παθειν και εν χαρα υπενεγκειν συνταξαµενοι, και µαλλον αρτι εν τω καιρω των αγωνων της τεσσαρακοστης; (203) Ει δε ουχ ουτω ποιειν βουλοµεθα εν πασαις ταις ηµεραις ηµων της ζωης, αλλα γελαν και αργολογειν και παιζειν και αντιλεγειν θελοµεν, τι διαφεροµεν των απιστων και εθνικων ανθρωπων; Οντως ουδεν. Ει γαρ το επιζητειν και µεριµναν περι αρτου και οινου και ιµατιου οµοιους ηµας των εθνικων απεργαζεται, τινων ισους
ποιησουσιν ηµας τα ειρηµενα, αιχροτερα τουτων οντα και εφαµαρτοτερα; Ουχι πληρωθησεται εφ’ ηµων το υπο του προφητου ειρηµενον· “Παρασυνεβληθη τοις κτηνεσι τοις ανοητοις και ωµοιωθη αυτοις”; Πειθαρχησωµεν, αδελφοι, τω βοωντι καθ’ εκαστην προς ηµας Θεω και λεγοντι δια των αποστολων αυτου· “Ουτε εαν φαγωµεν περισσευοµεν, ουτε εαν µη φαγωµεν υστερουµεθα”, και παλιν· “Μη µεριµνησητε τη ψυχη υµων τι φαγητε η τι πιητε η τι ενδυσησθε, ζητειτε δε πρωτον την βασιλειαν του Θεου και την δικαιοσυνην αυτου και ταυτα παντα προστεθησεται υµιν”. Ινα δε µη εχη τις λεγειν· “Εαν βραδυνη του δουναι και ουκ εχω τι φαγειν, τι ποιησοµαι;”- “Τα πετεινα, ειπε, βλεπετε του ουρανου, πως ου σπειρει, ουδε θεριζει, ουδε συναγουσιν εις αποθηκας, και ο Πατηρ υµων ο ουρανιος τρεφει αυτα”, και επαγω φησιν· Ουχι πολλων στρουθιων διαφερετε υµεις, ολιγοπιστοι;”. Ως αν δε µη γογγυζωµεν, ολιγοψυχουντες ενεκεν βρωµατος η ποµατος, διαρρηδην βοα προς ηµας· “Μακαριοι οι πεινωντες και διψωντες την δικαιοσυνην, οτι αυτοι χορτασθησονται”. (204) Ει ουν πιστευεις Χριστω και αψευδη τουτον ειναι οµολογεις, οτε πεινασεις η διψησεις και ουκ εχεις τι του φαγειν η πιειν, ζητησεις δε τον κελλαριτην αρτον η οινον η βρωσιµον τι και ου παρεξει σοι υπο δουλειων εµποδιζοµενος ισως, ενθυµηθητι µνησθεις των του Κυριου λογων και ειπον προς εαυτον· “Πεινω µεν και διψω, αλλ’ υποµενων υποµεινω τον Κυριον και αυτος ποιησει κατα την ασθενειαν µου και ουκ εγκαταλειψει µε”. Και ουτως υποµεινον, αδελφε, και πολυν εξεις τον µισθον παρα τω Θεω. Αλλα και επι πασιν αλλοις τοις υπαντωσι σοι πειρασµοις ουτω ποιει και θαυµαστωθηση, εν τε τη παρουση ζωη και εν τη µελλουση µετα των αγιων καταταγηση µαρτυρων. Ποσοι των εν Χριστω ηµων αδελφων επιθυµουσι πολακις, εν µια κατακειµενοι γωνια, και αυτου του ψυχρου υδατος και ευχαριστουσιν ισως τω θεω και ουδεν αγανακτουντες λεγουσι βλασφηµον, ηµεις δε Θεου χαριτι δια των πλουσιων αυτου δωρεων πασαν την χρειαν του σωµατος ανελλιπη εχοµεν και περισσον εχοµεν. Οταν ουν τις εξ ηµων µηδεν ολως εχη, γογγυση δε, κατακρινεται ως µη εχον υποµονην· οταν δε και πολυ εχη, επι δε τη του ολιγου στερησει
φιλονεικιας και µαχας εγειρη, ετι δε και βλασφηµα φθεγγεται ρηµατα, ποιας ο τοιουτος συγγνωµης αξιος εσται; Αλλα ταυτα λεγων, οιδα οτι εµαυτον κατακρινω και εσονται οι λογοι µου ταχα εις κατακρισιν µου και ελεγχον. Οµως εστωσαν, αξιω, και εις υµετεραν υποµνησιν. Τοιγαρουν και αναµνηµονευοντες της ωφελειας των παρελθουσων ηµερων της νηστειας, πως αυτας και µεθ’ οσης της σπουδης και της θερµης διηλθητε, ουτω και πασαν, δεοµαι, την αγιαν τεσσαρακοστην σπουδασατε διελθειν, (205) αναλογιζοµενοι την καλην υµων αναστροφην, οιαν ευλαβειαν, οιαν ταπεινωσιν, αλλα σιωπην, αλλα σπουδην εις τε τον κανονα της θειας συναξεως και εις το εργοχειρον υµων εκαστος ειχετε. Ναι, παρακαλω, µη επιλαθησθε της παθοκτονου νηστειας, της καθαρτικης εγκρατειας και τα αυτα ποιειν µη κατοκνησητε, αδελφοι, αλλ’ ει και βρωµατων εναλλαγη γενεσθαι πολλακις συµβη και ποθεν τυχοιτε παρακλησεως, την γνωµην ητε ασαλευτοι και την καταστασιν αµεταβλητοι, µαλλον µεν ουν πλειον της συνηθους φαγοντες τροφης, περισσοτερως και εις το εργον του Θεου κοπιασαι σπουδασατε, οπως µη γενηται υµιν, αντι ευχαριστιας και κερδους, ραθυµιας και ζηµιας ου της τυχουσης η παρακλησις προξενος. Ναι, αδελφοι µου, νηψατε και καθως ειπον υµιν, κατα την παρελθουσαν εβδοµαδα και την εισιουσαν ταυτην εκτος βρωµατος ιχθυων κρατησατε και εν φοβω Θεου αναστρεφεσθε, µη καταλιµπανοντες τας διακονιας υµων και τα εργοχειρα και ωδε κακεισε περιπατουντες και µετεωριζοµενοι και εκδοτους εαυτους ποιουντες τω της ακηδιας δαιµονι. Αλλ’ ει που τις εξ υµων διερχοµενος ετερον ισταµενον η καθηµενον ευρη των αδελφων, σπουδαιως διερχοµενος βαλετω µετανοιαν, και ισως ελθη και ο αργος εις συναισθησιν και αφ’ εαυτου κακεινος εντραπεις επι το εργον ελευσεται και, ουτως εκαστος υµων ποιων, εκφυγητε το της αργιας και αργολογιας κατακριµα. Ουκ ακουετε τι Ζωσιµας ο µακαριος εκεινος λεγει, ο της οσιας Μαριας τον βιον εξηγησαµενος, περι των αγιων ανδρων εκεινων, των εν τη µονη εν η (206) κακεινος τηνικαυτα κατηντησε Θεου προνοια, πως της µονης εξερχοµενοι πασαν κατα την ερηµον την τεσσαρακοστην εποιουν, µηδεποτε ο εις τω ετερω
ενουµενος, αλλ’ ει που και παρα τινος αυτων υπηντηθη, εκκλινων εξεφευγε και ουδε πλησιασαι αλληλοις ηνειχοντο; Ουτω και υποστρεφοντες εν τη µονη ουδεις, ως φησιν, ηρωτα ποτε τον ετερον τι ειδεν η τι πεποιηκεν εις την ερηµον, αλλ’ ωσπερ τινες ξενοι και παρεπιδηµοι και ταις φωναις ετερογλωσσοι, ουτως απαντες εζων και ουτως επολιτευοντο· δι’ ουδεν δε αλλο τουτο παντως εποιουν, ως οιοµαι, ει µη το ολον ακριβαζοµενοι µη εκφερειν λογον αργον απο του στοµατος. Ει τοινυν τοσαυτα ετη και τοσαυτας ηµερας εκεινοι αλληλοις µη οµιλουντες το συνολον εποιουν, τι πεισοµεθα ηµεις οι µηδε τας ολιγας ταυτας ηµερας απο των συντυχιων και αργολογιων φυλαττοµενοι; Και τι λεγω ηµερας, οπου γε ουδε ωρας µιας καιρον εαυτους κρατησαι δυναµεθα; Και τι ποιησοµεν, αδελφοι µου καλοι, εαν αιφνης ουτως εχοντων ηµων ο κριτης απαντων και Θεος παραγενηται, ο και υπερ αργου λογου λογον απαιτων ηµας εν ηµερα της κρισεως; Πως δε και των αλλων παθων κρατησοµεν, γλωσσαν ακρατητον εχοντες; Ποιον γαρ, ειπε µοι, ελαφροτερον εστι τουτου του παθους των λοιπων απαντων παθων; Η σαρξ, εχουσα την φυσικην επιθυµιαν και πυρωσιν, κατα του πνευµατος επανισταται και πολεµει κραταιως την ψυχην, η γαστηρ θελει βρωµατων χορταζεσθαι, εις τουτο γαρ και εγενετο· ει τοινυν της γλωσσης την συνηθειαν, οπερ εστιν ευκολον και κουφον ηµιν, ου κρατησοµεν, των χαλεπων τουτων και µεγαλων, των πολλην εχοντων ισχυν µετα της φυσεως και αυτης, ειπειν, της επιθυµιας και ηδονης, πως ισχυσοµεν εγκρατεις γενεσθαι ποτε; (207) Αρχη ουν εστω απο σηµερον λοιπον ηµιν, αδελφοι, και οσον δυναµεως εχοµεν, δραµωµεν, ινα ωσπερ τινες χρυσοπτεροι αετοι, κουφοι το Πασχα Κυριου καταλαβωµεν, ενθα προδροµος ηµων εισηλθεν Χριστος ο Θεος ηµων, παντα τα τυραννουντα ηµας παθη οπισθεν ηµων απορριψαντες. Θησοµεν δε, ει δοκει, αυτοι ηµεις νοµον κοινη βουλη εν µεςω ηµων αυτων, ωσαν εκτος σαββατου και κυριακης ει δυο ευρεθωσιν αργια εκδοτοι και ισταµενοι συντυχιας ανωφελεις, ολως εχουσι µηδενος κατα την ηµεραν εκεινην ετερου, ει µη µονον αρτου ξηρου µετα αλατος και υδατος µεταλαµβανειν ψυχρου εν τω καιρω του αριστου, ισταµενους δηλονοτι και εσθιοντας περι το κατω µερος
της τραπεζης. Και τουτο νοµον εχοντες απαραβατον, απο µεν αργολογιας και ερεσχελιας εαυτους αµεµπτους τηρησητε, τον Θεον δε δι’ ον θυραν τιθεσθε τοις χειλεσιν υµων και φυλακην ωσαυτως τοις στοµασι θεραπευσετε, και εµε τον αναξιον πατερα υµων µεγαλως εν τουτω παρακαλεσετε, και θυµηδιας πληρωσετε την ταπεινην µου ψυχην, και τας ψυχας υµων ου µικρως ωφελησητε, τυπον αγαθον και συνηθειαν θαυµαστην εαυτους δια την του Θεου αγαπην διδασκοντες. Επειτα δοξασθησεσθε και θαυµασθησεσθε παρα παντων εικοτως ανθρωπων και δι’ υµων ο Θεος, οτι εις την γενεαν ταυτην υµεις ευρεθησεσθε των αγιων τους βιους µιµουµενοι, οπερ ουκ οιµαι νυν ευκολως ευρεθηναι εν οις τοποις τεως εσµεν και βλεποµεν και περι τινων ακουοµεν µοναχων και των µοναστηριων αυτων. (208) ∆ια τουτο παρακαλω την υµετεραν αγαπην, πατερες µου αγιοι και δουλοι Θεου, µη παρακουσητε τους εµους λογους του αναξιου πατρος υµων, µηδε ως ληρος ενωπιον υµων φανωσι τα ρηµατα µου. Ει γαρ και ασθενης ειµι και µυριων γεµων αµαρτηµατων, αλλ’ ιδετε και σκοπησατε ακριβως οτι ουδεν υµιν εξωθεν των του Θεου εντολων και των θειων Γραφων συνεβουλευσα. Ποιησατε ουν αρχην καλην και δοτε µοι προθυµιαν µικραν, ινα ευχαις υµων αγιαις ενισχυσας, ανανευσω και τριψω µου την οψιν και τους οφθαλµους νιψωµαι και του πολλου υπνου της ραθυµιας εξεγερθησωµαι και αντι των αγαθων ων εις εµε ποιειτε τον ευτελη δουλον υµων, ει και µη αξιως, αλλα γε το κατα δυναµιν, λογοις ανταµειψωµαι αγαθοις, εξ ων η του Θεου χαρις διδωσιν εν ανοιξει του ακαθαρτου µου στοµατος, την αγαπην υµων. Ναι, αδελφοι µου, δεοµαι υµων, µη παριδητε µου την δεησιν, αλλ’ ωσπερ εξ ηµιθανους και παντελως αλαλου εδωκατε µοι λεγειν ενωπιον της υµων τιµιοτητος, ουτω µοι χαρισασθε και το θεληµα υµων, ως αν δια της αυτου εκκοπης υµεις µεν ζησεσθε ζωην των µαρτυρων και αθλοφορων Χριστου, εγω δε απο της συµερον ετι και ετι προσθησω τιθεναι υπερ υµων ολην µου την ψυχην συν τω σωµατι εις εκουσιον θανατον, ο και ευχοµαι εφοδιον µοι γενεσθαι προς την εκειθεν ζωην απαιροντι εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα και το κρατος συν τω Πατρι και τω Αγιω Πνευµατι νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην.
Λογος ΙΓ ΄. (209) Περι της του Χριστου αναστασεως. Και οποια τις εστιν η πως εν ηµιν γινεται η αναστασις του Χριστου και εν αυτη η αναστασις της ψυχης. Και τι το µυστηριον ταυτης της αναστασεως. Ελεχθη µετα το Πασχα τη δευτερα της δευτερας εβδοµαδος του Πασχα. Αδελφοι και πατερες, ηδη το Πασχα, η χαρµοσυνος ηµερα, η πασης ευφροσυνης και θυµηδιας, της του Χριστου αναστασεως κατα περιοδον του χρονου παραγινοµενης αει µαλλον δε καθ’ εκαστην και αενναως γινοµενης εν τοις ειδοσι το µυστηριον ταυτης, χαρας και αγαλλιασεως αφατου επληρωσε τας καρδιας ηµων, λυσασα επι το αυτο της πανσεπτου νηστειας τον κοπον η µαλλον ειπειν, τελειωσασα και αµα παρακαλεσασα ηµων τας ψυχας, διο και προς αναπαυσιν και ευχαριστιαν παντας οµου τους πιστους προσκαλεσαµενη, ως ορατε, διηλθεν. Ευχαριστησωµεν ουν τω Κυριω, τω διαβιβασαντι ηµας το πελαγος της νηστειας και εις τον λιµενα της αυτου αναστασεως αγαγοντι µετ’ ευθυµιας ηµας· ευχαριστησωµεν αυτω, οι τε καλως και προθυµως µετα ζεουσης (210) προθεσεως και αγωνων της αρετης τον δροµον διανυσαντες της νηστειας και οι ασθενησαντες περι ταυτα δι’ ολιγωριαν και ψυχης ασθενειαν, επειδη αυτος εστιν ο και τοις σπουδαιοις υπερ εκ περισσου διδους τους στεφανους και τους αξιους µισθους των εργων αυτων, και συγγνωµην αυθις τοις ασθενεστεροις, ως ελεηµων και φιλανθρωπος, απονεµων. Ορα γαρ τας διαθεσεις ηµων των ψυχων και τας προαιρεσεις µαλλον η τους κοπους του σωµατος, δι’ ων γυµναζοµεν προς αρετην εαυτους, η πλειον την ασκησιν προθυµια ψυχης επιτεινοντες η ελαττον δι’ ασθενειαν σωµατος ταυτην των σπουδαιων ποιουµενοι, και κατα τας προθεσεις ηµων αντιµετρει τα επαθλα και τα του Πνευµατος εκαστω χαρισµατα, ποιων η περιφηµον και ενδοξον των σπουδαιων τινα η εων ταπεινον ετι και δεοµενον επιπονωτερας καθαρσεως. Αλλα γαρ ιδωµεν, ει δοκει, και καλως εξετασωµεν, τι το µυστηριον της του Χριστου του Θεου ηµων αναστασεως, οπερ αει τοις βουλοµενοις ηµιν µυστικως γινεται, και πως εν ηµιν ο Χριστος ως εν µνηµατι θαπτεται και πως ενουµενος ταις ηµετεραις ψυχαις εξανισταται, συνανιστων και ηµας εαυτω. Εστι δε ο σκοπος του λογου τοιουτος.
Ο Χριστος και Θεος ηµων, επι σταυρου κρεµασθεις και προσηλωσας εν αυτω την αµαρτιαν του κοσµου, θανατου γευσαµενος, κατηλθεν εν τοις κατωτατοις του αδου. Ωσπερ ουν εξ αδου παλιν ανελθων εις το αχραντον εαυτου σωµα εισηλθεν, ου κατελθων εκεισε ουδαµως εχωρισθη, και ευθυς ανεστη εκ των νεκρων και µετα ταυτα ανηλθεν εις ουρανους µετα δοξης πολλης και δυναµεως, (211) ουτω δη και νυν εξερχοµενων ηµων εκ του κοσµου και εισερχοµενων δια της των παθηµατων του Κυριου εξοµοιωσεως εν τω της µετανοιας και ταπεινωσεως µνηµατι, αυτος εκεινος εξ ουρανων κατερχοµενος, εισερχεται ως εν ταφω εν τω ηµων σωµατι, και ενουµενος ταις ηµετεραις ψυχαις εξανιστα νεκρας ουσας οµολογουµενως αυτας, και τηνικαυτα βλεπειν εµπαρεχει τω ουτως ανασταντι συν τω Χριστω την δοξαν της µυστικης αυτου αναστασεως. Αναστασις ουν Χριστου η ηµετερα υπαρχει αναστασις, των κατω κειµενων. Εκεινος γαρ µη πεσων εις αµαρτιαν ποτε, καθα γεγραπται, µηδε αλλοιωθεις της ιδιας δοξης καν οπωσουν, πως αναστησεται ποτε η δοξασθησεται, ο αει ων υπερδεδοξασµενος και υπερανω πασης αρχης και εξουσιας διαµενων ωσαυτως; Αναστασις και δοξα Χριστου η ηµετερα, καθαπερ ειρηται, δοξα υπαρχει, η δια της εν ηµιν αυτου αναστασεως γινοµενη και δεικνυµενη και ορωµενη ηµιν. Απαξ γαρ οικειωσαµενος τα ηµετερα, α ποιειν εν ηµιν αυτος, ταυτα εαυτω επιγραφεται. Αναστασις δε ψυχης η ενωσις εστι της ζωης· ωσπερ γαρ το νεκρον σωµα, ει µη δεξεται εν εαυτω την ζωσαν ψυχην και αµικτως ταυτη µιγη, ζην ου λεγεται ουδε δυναται, ουτως ουδε ψυχη µονη ζην αυτη καθ’ εαυτην δυναται, ει µη αρρητως και ασυγχυτως ενωθη Θεω, τη οντως αιωνια ζωη. Προ γαρ της εν γνωσει και ορασει και αισθησει ενωσεως νεκρα εστιν, ει και νοερα υπαρχει και τη φυσει αθανατος. Ουτε γαρ γνωσις διχα ορασεως, ουτε ορασις διχα αισθησεως. Εστι δε το λεγοµενον ουτως· ορασις και (212) εν τη ορασει γνωσις και αισθησις (εν τοις πνευµατικοις δε τουτο φηµι, εν γαρ τοις σωµατικοις και διχα ορασεως αισθησις γινεται). Οιον τι λεγω; Τυφλος εις λιθον τον ποδα κρουων αισθανεται, ο δε νεκρος ου· εν τοις πνευµατικοις δε ει µη εις θεωριαν ελθη ο νους των υπερ εννοιαν, της µυστικης ενεργειας ουκ αισθανεται. Ο ουν προ της θεωριας
των υπερ νουν και λογον και εννοιαν επαισθανεσθαι λεγων εν τοις πνευµατικοις, τω τας οψεις πηρω εοικεν, ος εν οις µεν πασχει αγαθοις η κακοις επαισθανεται, αγνοει δε τα εν χερσιν η ποσι και τα παραιτια ζωης η θανατου τουτω γενοµενα· τα γαρ επερχοµενα αυτω κακα η αγαθα ουδαµως επαισθανεται της οπτικης εστερηµενος δυναµεως και αισθησεως, οθεν και πολλακις την ραβδον επαρας προς την του εχθρου αµυναν, αντ’ εκεινου εσθ’ οτε τον εαυτου φιλον µαλλον ετυπτησε, του εχθρου προ των οφθαλµων αυτου ισταµενου και διαγελωντος αυτον. Αναστασιν Χριστου οι πλειονες µεν των ανθρωπων πιστευουσιν, ολιγοι δε λιαν εισιν οι και ταυτην βλεποντες καθαρως, οι δε γε µη θεασαµενοι ουδε προσκυνειν δυνανται, ως αγιον και Κυριον, τον Χριστον Ιησουν· “Ουδεις γαρ, φησι, δυναται ειπειν Κυριον Ιησουν, ει µη εν Πνευµατι Αγιω”, και αλλαχου· “Πνευµα ο Θεος, και τους προσκυνουντας αυτον εν πνευµατι και αληθεια δει προσκυνειν”. Ουδε γαρ λεγει το ιερωτατον λογιον, ο καθ’ εκαστην επι στοµατος περιφεροµεν· Αναστασιν Χριστου πιστευσαντες, αλλα τι; “Αναστασιν Χριστου θεασαµενοι, προσκυνησωµεν αγιον Κυριον Ιησουν, τον µονον αναµαρτητον”. Πως ουν προτρεπεται νυν ηµας το Πνευµα λεγειν το Αγιον - ως αυτην ιδοντες, (213) ηνπερ ουκ ειδοµεν· “Αναστασιν Χριστου θεασαµενοι”, απαξ προ χιλιων ετων ανασταντος του Χριστου και µηδε τοτε τουτον ανισταµενον ιδοντος τινος; Αρα µη ψευδεσθαι ηµας βουλεται η θεια Γραφη; Απαγε, αλλ’ αληθευειν µαλλον παρεγγυα, ως εν ενι εκαστω ηµων των πιστων εγγινοµενης δηλονοτι της Χριστου αναστασεως και τουτο ουχ απλως, αλλα καθ’ ωραν, ως ειπειν, αυτου του ∆εσποτου Χριστου εν ηµιν εξανισταµενου, λαµπροφορουντος και απαστραπτοντος τας της αφθαρσιας και Θεοτητος αστραπας. Η φωτοφορος γαρ παρουσια του Πνευµατος υποδεικνυει, µαλλον δε αυτον εκεινον τον ανασταντα οραν χαριζεται. ∆ιο και λεγοµεν·”Θεος Κυριος και επεφανεν ηµιν”, και την δευτεραν αυτου υποσηµαινοντες παρουσιαν επιφεροντες ουτω λεγοµεν· “Ευλογηµενος ο ερχοµενος εν ονοµατι Κυριου”. Οις ουν επιφανη ο Χριστος εξαναστας, παντως πνευµατικως αυτοις τοις πνευµατικοις οµµασι ορωµενος δεικνυται. Οταν γαρ εν ηµιν δια
του Πνευµατος γενηται, ανιστα ηµας εκ νεκρων και ζωοποιει και αυτον εν ηµιν ολον οραν ζωντα διδωσι, τον αθανατον και ανωλεθρον, ου µονον δε, αλλα και συνανιστωντα και συνδοξαζοντα ηµας εαυτω τρανως γινωσκειν χαριζεται, καθως πασα θεια Γραφη µαρτυρει. Ταυτα τοινυν εισι τα των χριστιανων θεια µυστηρια, αυτη η εγκεκρυµµενη της πιστεως ηµων δυναµις, ην οι απιστοι η δυσπιστοι η µαλλον ειπειν ηµιπιστοι ουχ ορωσιν, ουτε µην ιδειν ουδαµως δυνανται. Απιστοι δε, δυσπιστοι και ηµιπιστοι, ουτοι (214) εισιν οι µη δια των εργων την πιστιν επιδεικνυµενοι. Εργων γαρ διχα και οι δαιµονες πιστευουσι και Θεον ειναι τον ∆εσποτην οµολογουσι Χριστον· “Οιδαµεν γαρ σε, φασι, τον Υιον του Θεου”, και αλλαχου· “Ουτοι οι ανθρωποι δουλοι του Θεου του υψιστου εισιν”. Αλλ’ οµως ουτε τους δαιµονας ουτε τους ανθρωπους αυτους η τοιαυτη πιστις ωφελησει. Ουδε γαρ της πιστεως ταυτης οφελος, νεκρα γαρ εστι κατα τον θειον αποστολον· “Η πιστις γαρ, φησι, διχα των εργων νεκρα εστιν”, ωσπερ και τα εργα διχα πιστεως. Νεκρα δε πως; Οτι τον ζωογονουντα Θεον ουκ εχει εν εαυτη, οτι τον ειποντα· “Ο αγαπων µε τας εντολας τας εµας τηρησει, και εγω και ο Πατηρ ελευσοµεθα και µονην παρ’ αυτω ποιησοµεθα” ουκ εκτησατο εν εαυτη, ινα τη παρουσια αυτου εξαναστηση τον κεκτηµενον αυτην εκ νεκρων και ζωοποιηση αυτον και τον ανασταντα εν αυτω και αυτον αναστησαντα κατιδειν χαρισηται. Νεκρα ουν εστιν η τοιαυτη πιστις τουτου γε ενεκα, µαλλον δε νεκροι οι ταυτην χωρις των εργων κεκτηµενοι εισιν. Η γαρ πιστις, η εις Θεον, αει ζη και ζωσα ζωοποιει τους εκ προθεσεως αγαθης προσερχοµενους και υποδεχοµενους αυτην, ητις και προ της εργασιας των εντολων πολλους εκ του θανατου εις την ζωην ανηγαγε και τον Χριστον και Θεον υπεδειξε. Και εµελλον αν, ει ενεµειναν ταις αυτου εντολαις και ταυτας µεχρι θανατου εφυλαξαν, διαφυλαχθηναι και αυτοι υπ’ αυτων – οιοι δηλονοτι γεγονασιν υπο µονης της πιστεως· επει δε µετεστραφησαν ως τοξον στρεβλον (215) και ταις προτεραις αυτων περιεπαρησαν πραξεσιν, εικοτως ευθυς και περι την πιστιν ευρεθησαν ναυαγησαντες και του αληθινου πλουτου, ος εστι Χριστος ο Θεος, εαυτους δυστυχως απεστερησαν. Οπερ ινα µη παθωµεν
και ηµεις, τηρησωµεν, αξιω, τας εντολας του Θεου οση δυναµις, ινα και των παροντων και των µελοντων αγαθων, λεγω δη αυτης της του Χριστου θεας, επαπολαυσωµεν, ης γενοιτο παντας ηµας επιτυχειν χαριτι του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος Ι∆΄. (216) Περι µετανοιας και αρχης βιου µοναδικου. Και πως τις οδω και ταξει προβαινων εις αρετην εν τη των εντολων εργασια εις τελειοτητα ερχεται. Αδελφοι και πατερες, ο παντων καταφρονησας των ορωµενων και αυτης αυτου της ψυχης, ινα γνησιαν µετανοιαν δυνηθη επιδειξασθαι κατα την εντολην του Κυριου και του εργου τουτου εναρξηται, ουκ αφ’ εαυτου τουτο µαθειν οιεται, αλλα τεχνιτη και εµπειρω ανδρι προσελθων, µετα φοβου και τροµου πολλου και µετα προσοχης συντονου τουτω υποταγεις, µανθανει εξ αυτου και διδασκεται την πνευµατικην εργασιαν των εναρετων πραξεων, και τινα µετανοων χρη ποιειν· φοβου δε λεγω και τροµου του µη αποτυχειν αυτον του τοιουτου καλου, και ως αδοκιµον τινα εργατην των εντολων καταδικασθηναι τω αιωνιω πυρι. Ως γαρ εκ στοµατος Θεου τους εκεινου λογους εξερχοµενους λογιζοµενος και ως αιτιου οντας ζωης και θανατου εν τω φυλασσεσθαι η παρορασθαι αυτους, ακριβως φυλασσει αυτους· και ουτως - ινα µη πολλα λεγων µηκυνω τον λογον - εναρξαµενος (217) πιστει τε αδιστακτω των επαγγελιων του Θεου εκκρεµαµενος, προκοπτει κατα Θεον οσηµεραι, και οδω προβαινων αυξανει την πνευµατικην ηλικιαν, και γινεται ανηρ τελειος εν Χριστω τω Θεω. Ποιων ουν επαγγελιων αυτου του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου του Υιου του Θεου; Ακουε συνετως οια ηµιν επαγγελλεται· “Αµην λεγω υµιν οτι χαρα γινεται εν τω ουρανω επι ενι αµαρτωλω µετανοουντι”, και παλιν· “Τον ερχοµενον προς µε – δια της τοιαυτης δηλονοτι οδου - ου µη εκβαλω εξω”, και αυθις· “Ο διψων ερχεσθω προς µε και πινετω”, και· “Ο πιστευων εις εµε ου µη οψεται θανατον εις τον αιωνα”, και αλλαχου· “Εγγισατε µοι και εγγιω υµιν”, και· “∆ευτε προς µε παντες οι κοπιωντες και πεφορτισµενοι, καγω αναπαυσω υµας”, και ετερωθι· “Ο εχων τας εντολας µου και τηρων αυτας, εκεινος
εστιν ο αγαπων µε· και ο αγαπων µε αγαπηθησεται υπο του Πατρος µου, και εγω και ο Πατηρ δια του Πνευµατος ελευσοµεθα και µονην παρ’ αυτω ποιησοµεν”, και· “Ει υµεις, φησι, πονηροι ανθρωποι οντες, οιδατε δοµατα αγαθα διδοναι τοις τεκνοις υµων, ου πολλω µαλλον ο Πατηρ υµων ο ουρανιος δωσει Πνευµα Αγιον τοις αιτουσιν αυτον;”. Εν ταυταις ουν ταις υποσχεσεσι και ταις επαγγελιαις του Θεου πιστει αδιστακτω ελπιζων, ως εφαµεν, πολλη προθυµια και ακατασχετω ορµη πασας τας αυτου εντολας αοκνως επιτελει. Πρωτη δε εντολη αυτη εστι· “Μετανοειτε, ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων”, και αυθις· (218) “Αιτειτε και δοθησεται υµιν, ζητειτε και ευρησετε, κρουετε και ανοιγησεται υµιν· πας γαρ ο αιτων λαµβανει και ο ζητων ευρισκει και τω κρουοντι ανοιγησεται”. ∆ιδαξει δε ηµας επι τουτοις βουλοµενος ο Θεος, οπως δει αιτεισθαι και δια ποιων ρηµατων και εργων, εφη· “Ο θελων εν υµιν ειναι πρωτος, γενεσθω παντων εσχατος και παντων δουλος και παντων διακονος. Ο γαρ υψων εαυτον ταπεινωθησεται, ο δε ταπεινων εαυτον υψωθησεται”. Ταυτα παντα και τα τουτοις οµοια ο αδιαλειπτως εν διανοια κρατων και εν αυτοις νυκτος και ηµερας ενασχολουµενος, νοερως τε και αισθητως ταυτα λογιζοµενος και σπουδη εργαζοµενος, χωριζεται της µνηµης κατ’ ολιγον του κοσµου, των πραγµατων του βιου, των χρηµατων, των συγγενων και ιδιων, και τοις πνευµατικοις αναλογως συγγινεται. Ουτω δε καθ’ ηµεραν προκοπτων, επαισθανεται πως κατα µικρον υποχωρουσιν οι λογισµοι των προληψεων, ειτα πως και αι προληψεις αυται µειουνται, και µαλασσοµενη η καρδια προς ταπεινωσιν ερχεται· πως τε παλιν αυτη λογισµους ταπεινοφροσυνην εµποιουντας απογεννα. Ουτω δε τουτων επαισθανοµενος, µολις δια παντων προς κατανυξιν και δακρυα ερχεται. Ερχεται δ’ ουν οµως δια πολλων θλιψεων, και πλεον ταπεινουµενη περισσοτερον κατανυσσεται. Η µεν γαρ ταπεινωσις το πενθος απογεννα, το δε πενθος εκτρεφει την γεννησασαν και αυξανειν ποιει. Αυτη δε η εργασια δα της εκπληρωσεως επιτελουµενη των εντολων εκπλυνει µεν - ω του θαυµατος! – παντα ρυπον απο της ψυχης, απελαυνει δε παν παθος και πασαν επιθυµιαν κακην – σωµατικην τε λεγω και
βιωτικην. (219) Και ουτω γινεται ελευθερος τη ψυχη απο πασης γηΐνης επιθυµιας ο ανθρωπος· ου µονον δεσµων σωµατικων, αλλα γαρ ως οταν ιµατιον τις αποδυσηται και γυµνος ολος γενηται. Και εικοτως· αποδυεται γαρ η ψυχη πρωτον µεν την αναισθησιαν, ην ο θειος αποστολος καλυµµα λεγει, ητις εν ταις των απιστων Ιουδαιων κειται καρδιαις, ου µην αλλα γαρ και νυν πας ο τας εντολας της νεας χαριτος µη παση δυναµει και ζεουση καρδια ποιων, το τοιουτον καλυµµα εχει επικειµενον τω νοερω της ψυχης αυτου και εις το υψος της επιγνωσεως του Υιου του Θεου ανενεχθηναι ου δυναται. Ειτα ωσπερ ο αποδυσαµενος σωµατικως τα εν τω σωµατι αυτου τραυµατα καθορα, ουτω δη και ουτος τα εν τη ψυχη αυτου προσοντα παθη τηνικαυτα βλεπει τρανως, οιον φιλοδοξιαν, φιλαργυριαν, µνησικακιαν, µισαδελφιαν, φθονον, ζηλον, εριν, οιησιν και τα λοιπα καθεξης. Τας γουν εντολας ως φαρµακα, τους δε πειρασµους ως καυτηρας εν τουτοις επιτιθεις, και ταπεινουµενος και πενθων και την του Θεου βοηθειν θερµως εκζητων, ορα εναργως την χαριν του Αγιου Πνευµατος παραγενοµενην και εν καθ’ εν τουτων εξανασπωσαν και εξαφανιζουσαν, εως ου τελεον παντων τουτων ελευθεραν την αυτου ψυχην απεργασηται. Ουδε γαρ εκ µερους αυτην η του Παρακλητου επιδηµια της ελευθεριας αξιοι, αλλα τελειως και καθαρως, µετα γαρ των ειρηµενων παθων και πασαν ακηδιαν, πασαν αµελειαν, πασαν ραθυµιαν και αγνοιαν ληθην τε και γαστριµαργιαν και πασαν φιληδονιαν αποδιωκει, και ουτως ανανεοι και ανακαινιζει τον ανθρωπον ψυχικως τε οµου και σωµατικως, ως δοκειν τον τοιουτον ου σωµα (220) φθαρτον και βαρυ περικεισθαι, αλλα πνευµατικον τε και αϋλον και ηδη προς αρπαγην επιτηδειον. Ου τουτο δε µονον εργαζεται εν αυτω η του Πνευµατος χαρις, αλλ’ ουδε οραν τι των αισθητων συγχωρει τω τοιουτω, ποιει δε µαλλον αυτον εν τω οραν ως µη ορωντα τη αισθησει διατελειν. Οποταν γαρ ο νους τοις νοητοις συναφθη, εξω των αισθητων ολος γινεται, ει και δοκει τα αισθητα καθοραν. Ουτως ουν εν τουτοις ενδιατριβων κατα τον λεγοντα αγιον· “Ηµων δε το πολιτευµα εν ουρανοις υπαρχει, µη σκοπουντων ηµων τα βλεποµενα αλλα τα µη βλεποµενα”, καταλαµπεται, φωτιζεται και καθ’ εκαστην αυξανει την πνευµατικην ηλικιαν,
καταργων µεν τα του νηπιωδους φρονηµατος, προκοπτων δε επι την ανδρικην τελειοτητα. ∆ιο και κατα το µετρον της ηλικιας αλλοιουται τας ψυχικας δυναµεις και ενεργειας, και προς τας πραξεις των εντολων του Θεου ανδρειοτερος και κραταιοτερος γινεται. Ταυτας ουν οσηµεραι πληρων, κατα αναλογιαν της εργασιας αυτων ετι καθαιρεται αυθις, λαµπρυνεται, φωτιζεται και µυστηριων µεγαλων αποκαλυψεις καταξιουται οραν, ων ουδεις ποτε ειδε το βαθος, ουτε µην ολως ιδειν δυναται, των µη εις τοιαυτην καθαροτητα ανενεχθηναι αγωνισαµενων. Μυστηρια δε λεγω τα παρα παντων ορωµενα µεν µη καταλαµβανοµενα δε· καινους γαρ παρα του καινοποιου Πνευµατος κταται οφθαλµους, ωτα δε ωσαυτως καινα, και του λοιπου ουχ ως ανθρωπος βλεπει τα αισθητα αισθητως, αλλ’ ως υπερ ανθρωπον γεγονως, τα αισθητα πνευµατικως καθορα και ως εικονας των αορατων, (221) και τας εν τουτοις µορφας ως αµορφους και ανειδεους. Ακουει δε ουχ, ως αν τις ειπη, ανθρωπου φωνης η φωνων, αλλα µονου του ζωντος Λογου, οταν δια της του ανθρωπου φωνης προελθη. Τουτον γαρ και µονον, ως γνωριµον και προσφιλη πελοντα, δια της ακοης εισδεχεται η ψυχη και την εισοδν τουτω παραχωρει, και ασµενως ενδοθεν γενοµενον κατασπαζεται, καθως εφη ο Κυριος· “Τα προβατα τα εµα της φωνης µου ακουει, αλλοτριων δε ουκ ακουσονται”. Τους δε γε λοιπους των ανθρωπων απαντας λογους ακουει µεν ου προσδεχεται δε· αλλ’ ουδε ενδοθεν εισελθειν τουτους ολως εα, κενους δε αποστρεφοµενος αυτους αποπεµπεται· εστιν οτε ουδε της παρουσιας η των κρουσµατων αυτων επαισθανεται, αλλ’ ωσει κωφος ουκ ακουων – καιτοι γε ακουων αυτων - , ουτω προς τουτοις διακειται. Τοιγαρουν και τοιουτου γενοµενου αυτου, ευθυς οικει ο Θεος εν αυτω και γινεται αυτω παντα οσα αν θελη, µαλλον δε και υπερ α θελει. Παν γαρ αγαθον ων ο Θεος, την εν η οικηση ψυχην παντος εµπιπλησιν αγαθου κατα το εγχωρουν τη φυσει ηµων, επειδη παση κτιστη φυσει αχωρητος εστιν ο Θεος και αστεκτος. Αγαθα δε εκεινα λεγω, α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη, του µη γενοµενου δηλονοτι τοιουτου. Τοιγαρουν και διδασκει τον τοιουτον ανθρωπον ο οικησας εν αυτω Θεος περι των µελλοντων και
ενεστωτων, ου λογω αλλ’ εργω και πειρα και πραγµατι. Αποκαλυπτων γαρ τους νοερους αυτου οφθαλµους, δεικνυσιν αυτω οσα βουλεται ο Θεος και οσα συµφερει αυτω, τα δ’ αλλα πειθει µη ερευναν µηδε ζητειν µηδε πολυπραγµονειν, (222) επειδη ουδε απερ Θεος αυτω εκκαλυπτει και υποδεικνυσιν, αναιδως ποτε δυναται καθοραν· αλλα παρακυπτων εις το βαθος του πλουτου και της σοφιας και της γνωσεως του Θεου, ευθυς ιλιγγια και καταπληττεται, εννοων εαυτον και τις ων τινων θεατης γενεσθαι ηξιωται. Εις γαρ το µεγεθος της φιλανθρωπιας του Θεου αποβλεπων και εξισταµενος, αναξιον τε της των τοιουτων αγαθων θεας εαυτον απο ψυχης λογιζοµενος, ουδε αποβλεψαι τρανως προς αυτα ουδε καταµαθειν ταυτα βουλεται, αλλα τροµω και φοβω και αιδοι συνεχοµενος, “Τις ειµι εγω, Κυριε, και τις ο οικος του πατρος µου” βοα, “οτι τοιαυτα µυστηρια τω αναξιω εθαρρησας, και τοιουτων µε αγαθων σου ου µονον θεατην, αλλα και µετοχον και κοινωνον παραδοξως πεποιηκας;”. Ο τοιουτος τοινυν υπερ την κτισιν απασαν γεγονως, ου βουλεται επιστρεψαι και πολυπραγµονειν τα της κτισεως. Κτησαµενος γαρ τον των αγγελων ∆εσποτην, περι ουσιας και φυσεως των λειτουργουντων αγγελων αυτω ερευναν ουκ ανεχεται, επειδη γινωσκων εστιν ως ουκ αρεστον υπαρχει τουτο Θεω, το πολυπραγµονειν ανθρωπον τα υπερ ανθρωπον· ει γαρ τας θειας Γραφας µη πολυπραγµονειν εκελευσθηµεν, πολλω µαλλον υπερ τα γεγραµµενα µη δειν ηµας ολως περιεργαζεσθαι. Ο τοιουτος βλεπει τον Θεον, οσον ανθρωπω ιδειν δυνατον και οσον δοκει αυτω τω Θεω, ος και διαπαντος καθοραν σπουδαζει αυτον και µετα τελος ευχεται αει βλεπειν αυτον, αρκουµενος δηλαδη και µονη τη εκεινου θεα µηδενος ετερου δεοµενος, οθεν ουδε επιθυµει τον ∆εσποτην καταλιπειν και Θεον, υφ’ ου πληρουται φωτος και (223) παρ’ ου της ακηρατου ζωης την απολαυσιν εχει, και εναπιδειν προς τους συνδουλους αυτου. Ο τοιουτος βλεποµενος ητοι ανωθεν ελλαµποµενος υπο του Θεου, και αυτος την υπερβαλλουσαν δοξαν αυτου καθορων, θεαθηναι παρ’ ετερων οιος υπαρχει και εν οια δοξη εστιν ουδε εννοησαι ποτε δυναται· πασα γαρ αγια ψυχη απηλλαγµενη πασης φιλοδοξιας εστιν, επει εστολισµενη ουσα τον χιτωνα τον
φωτεινοτατον του Πνευµατος και βασιλικον και της υπερβαλλουσης δοξης του Θεου εµπεπλησµενη υπαρχουσα, ου µονον αλογει της των ανθρωπων δοξης, αλλ’ ουδε ολως και προσφεροµενην αυτω παρ’ εκεινων προς αυτην επιστρεφεται. Υπο γαρ του Θεου βλεποµενη και αυτη καθορωσα παλιν αυτον, ιδειν προς αλλον τινα των ανθρωπων η υπο τινος αλλου θεαθηναι ουδαµως επιθυµησει ποτε. ∆ιο παρακαλω υµας, εν Χριστω αδελφοι, µη λογοις µονοις τα ανεκφραστα µανθανειν εθελωµεν, οπερ αµηχανον και τοις διδασκουσι περι τοιουτων και τοις ακροωµενοις αυτοις επισης εστιν. Ουτε γαρ οι διδασκοντες περι νοητων και θειων πραγµατων δυνανται ακριβως εναργεις εκ παραδειγµατων δουναι τας αποδειξεις και αυτην την τουτων πραγµατικως παραστησαι αληθειαν, ουτε οι διδασκοµενοι εκ του λογου µονου µαθειν την των λεγοµενων ενεργειαν, αλλα πραξει και κοπω και πονοις ταυτα καταλαβειν και εν τη των τουτων θεωρια γενεσθαι σπευσωµεν, ως αν και τους περι των τοιουτων λογους εκειθεν µυσταγωγηθωµεν και δοξασθη ο Θεος ουτως εχουσιν εν ηµιν και ηµεις δια της των τοιουτων γνωσεως δοξασωµεν αυτον και αυτος δοξαση ηµας εν αυτω Χριστω τω Θεω ηµων, ω πρεπει πασα δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος ΙΕ΄. (224) Περι εµπαθους και απιστου και πονηρας διαθεσεως. Και τις η ενωσις του Θεου προς τους υιους του φωτος και τινα τροπον εν αυτοις αυτη γινεται. Και προς το τελος, καταδροµη των αναξιως κατατολµωντων της αρχιερωσυνης. Αδελφοι και πατερες, αει µεν αλληλοις αντικεινται τω φωτι το σκοτος, τη πιστει η απιστια, η αγνωσια τη γνωσει και τη αγαπη το µισος. Ειποντος γαρ εξ αρχης του Θεου· “Γενηθητω φως” και γεγονοτος, ευθυς το σκοτος ηφαντωτο· τη δε του φωτος υποστολη νυξ και αυθις εγενετο. Ο δε Αδαµ τη πιστει τη εις Θεον φρουρουµενος εν τη αθανατω υπηρχε δοξη και εν τω παραδεισω ην, υπο δε του εχθρου εις απιστιαν παρεκτραπεις θανατω καταδικαζεται και του παραδεισου εκβαλλεται και αντι της θειας και πνευµατικης γνωσεως την γνωσιν την σαρκικην εκοµισατο. Εκτυφλωθεις γαρ τους της ψυχης οφθαλµους και ανωλεθρου ζωης εκπεσων, τοις σωµατικοις ανεβλεψεν
οφθαλµοις· και εµπαθει αισθησει τοις ορωµενοις την των οµµατων επιβαλων ορασιν, εγνω Ευαν την γυναικα αυτου και αυτη συλλαβουσα ετεκε τον Καϊν. (225) Η ουν γνωσις αυτη αγνωσια οντως εστι παντος αγαθου· ει µη γαρ πρωτον της του Θεου γνωσεως και θεωριας εξεπεσεν, ουκ αν εις την γνωσιν ταυτην κατηγετο. Ουτω δε και ο Καϊν ο υιος αυτου, ει µη πρωτον εις µισος και φθονον εξεκαυθη κατα του αδελφου αυτου Αβελ, ουκ αν αυτον απεκτεινεν. Οσοι τοιγαρουν τω εκ γεννητης σκοτει κατεχονται και προς το νοητον φως, οθεν ο προπατωρ εξεπεσεν, ενατενισαι ου βουλονται, ουτοι τους εν αυτω γενοµενους τω φωτι και τα του φωτος διαλεγοµενους ως αντικειµενους εχθρους λογιζονται, πληττοµενοι τοις λογοις αυτων. Καθαπερ γαρ ηλιου ακτις εν οικια σκοτεινη ποθεν εισελθουσα, οια δη βελος τιτρωσκει και διατεµνει το σκοτος, ουτω και λογος θεοπνευστος ανδρος πνευµατικου και οσιου, ως διστοµος µαχαιρα εν καρδια ανθρωπου σαρκικου γινεται, ιδυνην εµποιουσα και προς αντιλογιαν και µισος υπο της αγνωσιας και απιστιας αυτην διεγειρουσα. Ο δε και οιοµενος ειδεναι τι µηδεν ειδως, καν αγγελον ιδη εξ ουρανου προς αυτον κατελθοντα, ως δαιµονα πονηρον αποπεµπεται αυτον, καν αποστολον, καν προφητην Θεου, ως αλλον τινα Σιµωνα Μαγον και αυτον αποστρεφεται. Και ω της εσχατης αναισθησιας, ο τυφλος τυφλον ηγειται τον βλεποντα και ο τω οντι ληρος ληρον ηγειται τους λογους αυτου. Και καθαπερ εν νυκτι πολλακις λεγοντων τινων µη λαµπειν τον ηλιον, ακουων ο τυφλος ου πιστευει αυτοις, και εν ηµερα µεση ων νυκτα ειναι παλιν απιστει, πλανασθαι οιοµενος υπο αµφοτερων, και καν (226) φως ειναι εν ηµερα ακουη, καν σκοτος εν νυκτι, αµφιβαλλων τους λεγοντας αποσειεται· ουτω και οι εν σκοτει παθων καθηµενοι και τετυφλωµενον εχοντες τον νουν εξ αγνοιας, µαλλον δε νουν µη κεκτηµενοι Χριστου, ως µεν ανουν τον εχοντα τον νουν του Χριστου, ως δε εννουν τον µη τουτον εχοντα λογιζονται, περι ων εικοτως ο προφητης λεγει ∆αυιδ· “Αφρων και ανους απολουνται”. Τοιγαρουν πασαν οι τοιουτοι Γραφην κατα τας ιδιας αυτων επιθυµιας στρεβλουσι
και παραφθειρουσιν εαυτους εν τοις εαυτων παθεσιν, ει και µη πασχει τουτο η θεια Γραφη, αλλ’ οι ταυτην παραχαραττοντες. Πως ουν, ειπε µοι, ο την κρισιν ορθην των πραγµατων επιφεροµενος, ορθως ποτε αφ’ εαυτων τα νοηµατα του φωτος οι τυφλοι αναγνωσονται, µη καταδεχοµενοι απο οιησεως το διδασκεσθαι; Ο τυφλος τοις οφθαλµοις και µη βλεπων το φως, πως τα εν τω φωτι γραµµατα αναγνωσεται; Ο δε τυφλος ων τον νουν και µη εχων εν εαυτω τον νουν του Χριστου, πως τα εν τω φωτι του Χριστου εναποκειµενα νοηµατα αναλογισασθαι δυναται; Καν µυριακις τοις σωµατικοις οφθαλµοις γεγραµµενα οντα αισθητως αυτα αναγνω, ουκ αν, οιµαι, ποτε δυνηθη τα πνευµατικα τε και αϋλα και φωτοειδη εν υλικω και σκοτεινω χωρω θεασασθαι ο τοιουτος. Μηδεις ουν υµας πλανατω. Ο Θεος φως εστι και, οις συναφθη, µεταδιδωσιν αυτοις κατα αναλογιαν της καθαρσεως της ιδιας λαµπροτητος. Και τηνικαυτα η εσβεσµενη γινωσκει λαµπας της ψυχης, ηγουν ο νους, οτι πυρ θειον περιδραξαµενον αυτης εξανηφθη. (227) Ω του θαυµατος, οτι ανθρωπος Θεω ενουται πνευµατικως τε και σωµατικως, ειπερ ου χωριζεται του νου η ψυχη, ουδε της ψυχης το σωµα, αλλα τη ουσιωδως ενωσει γινεται τρισυποστατος κατα χαριν και ο ανθρωπος, εις θεσει Θεος, εκ σωµατος και ψυχης και ουπερ µετειληφε θειου Πνευµατος, και πληρουται τηνικαυτα το ειρηµ ενον υπο του προφητου ∆αυιδ· “Εγω ειπα· θεοι εστε και υιοι Υψιστου παντες “, υιοι Υψιστου κατ’ εικονα δηλαδη του Υψιστγου και καθ’ οµοιωσιν, γεννηµατα θεια εκ θειου Πνευµατος, προς ους ειπεν εικοτως και αει λεγει ο Κυριος· “Μεινατε εν εµοι, ινα καρπον πολυν φερητε – καρπον τα πληθη φησι των παρ’ αυτων σωζοµενων – το κληµα, φησιν, εαν µη µεινη εν τη αµπελω ξηραινεται και εις πυρ βαλλεται· µεινατε ουν υµεις εν εµοι καγω εν υµιν”. Πως ουν µενει εν ηµιν και πως παλιν µενοµεν ηµεις εν αυτω, αυτος ο Κυριος εδιδαξε λεγων· “Συ, Πατερ, εν εµοι καγω εν σοι και ουτοι εν εµοι καγω εν αυτοις”. Και τουτο θελων βεβαιωσαι επαναλαµβανει τον λογον και φησιν· “Αυτοι εν εµοι καγω εν αυτοις, καθως συ Πατερ, εν εµοι καγω εν σοι”, ετι δε προς πληροφοριαν των ακουοντων προστιθησι λεγων· “Καθως ηγαπησας µε, ηγαπησα αυτους και αυτοι εγνωσαν οτι συ µε
απεστειλας”. Ευδηλον ουν οτι, ως µενει ο Πατηρ εν τω ιδιω Υιω και ο Υιος εν τω κολπω τω πατρικω κατα φυσιν, ουτω και οι δια του θειου Πνευµατος αναγεννηθεντες και του Χριστου και Θεου κατα την αυτου (228) δωρεαν γενοµενοι αδελφοι και υιοι Θεου και θεσει θεοι, µενουσιν εν τω Θεω και ο Θεος εν αυτοις κατα χαριν; Οι ουν µη γεγονοτες τοιουτοι, µηδε πραξει και γνωσει και θεωρια καθολου αλλοιωθεντες, πως ουκ αισχυνονται χριστιανους εαυτους ονοµαζειν; Πως δε και στοµα τολµωσιν ανοιγειν και λαλειν αναιδως περι των µυστηριων Θεου των αποκεκρυµµενων, επι αµελειας ως επι στρωµνης κατακειµενοι; Πως µετα χριστιανων συναριθµειν ουκ ερυθριωσι; Πως των ιερεων συγκαθεδροι και του σωµατος και αιµατος του ∆εσποτικου ιερουργοι και λειτουργοι ου φριττουσι γινεσθαι; Ολως ενθεν επαπορω, αλλ’ η τυφλωσις, ως ειρηται, του νοος και η συνεποµενη αναισθησια και αγνοια και η τικτοµενη εκ τουτων οιησις, ως πηλον παρασκευαζει πατειν τον οντως χρυσον, τον τιµιωτατον λιθον, αυτον τον Κυριον ηµων Ιησουν, τον Χριστον. Ω της φρικτης τολµης, ως επι βαθραν υψηλην επιβαινειν αυτους ποιει και ιστασθαι επ’ αυτην, ιν’ εκαστος τουτων τοις πολλοις υπερεχων δεικνυται και περιβλεπτος. Χριστιανους ουν τους τοιουτους, ποιος αρα χριστιανος ονοµασει; Αλλα ταυτα µεν προς τους παντα ειδεναι και λεγειν επιχειρουντας και οιοµενους ειναι τι, µηδεν οντας, ως εν στηλη τω λογω, οποιοι και ποταποι εισιν οι χριστιανοι υπεδειξαµεν, ινα εαυτους τω αρχετυπω συγκρινοντες, γνωσωνται οποσον των εν αληθεια χριστιανων απολειπονται. Προς δε γε υµας, τους του Χριστου δουλους και του µανθανειν εφιεµενους και ηυτρεπισµενους την ακοην, αυτος ο ∆εσποτης (229) των ολων δια των αγιων αυτου Ευαγγελιων βοα λεγων· “Εως το φως εχετε, τρεχετε προς το φως, ινα µη σκοτια υµας καταλαβη”. Τρεχετε δια µετανοιας εν τη οδω των εντολων αυτου, τρεχετε, τρεχετε εως ο καιρος της επιλαµψεως αυτου, πριν η η του θανατου νυξ καταλαβη υµας και τω αιωνιω σκοτει παραπεµφθησεσθε. Τρεχετε, ζητειτε, κρουετε, ινα ανοιγη υµιν η πυλη της βασιλειας των ουρανων και ενδοθεν γενησησθε αυτης και αυτην εντος
υµων κτησησθε. Οι γαρ προ του κτησασθαι ταυτην του τηδε βιου υπεξερχοµενοι, που ποτε ταυτην εκει απελθοντες ευρησουσιν; Ενταυθα τοινυν αιτεισθαι και ζητειν και κρουειν εν µετανοια και δακρυσι προσεταγηµεν, και ουτω ποιουσιν ο ∆εσποτης ταυτην υπεσχετο δωσειν ηµιν. Ει ουν τουτο ποιησαι και υπακουσαι τω ∆εσποτη Χριστω ου θελησοµεν, ινα ετι τω βιω περιοντες σπευσωµεν λαβειν την βασιλειαν εντος ηµων, ουχι απελθοντες εκει δικαιως ακουσοµεν λεγοντος αυτου προς ηµας· “Τι ζητειτε νυν, ην διδοµενην υµιν παρ’ εµου λαβειν παρητησασθε; Ουχι πολλα παρακαλουντος µου υµας κοπιασαι και λαβειν αυτην παρ’ εµου, ουκ ηβουληθητε, αλλα κατεφρονησατε ταυτης και την απολαυσιν των φθαρτων και γηΐνων προετιµησασθε; Ποιοις ουν εργοις η λογοις ταυτην ευρειν απο γε του νυν εξισχυσητε;” ∆ια τουτο τοινυν, πατερες και αδελφοι, παρακαλω υµας, παση σπουδη τας εντολας του Θεου ηµων φυλαξωµεθα, ινα και ζωης και βασιλειας επιτευξωµεθα αιωνιου και µη ακουσωµεν νυν µεν· “Ο απειθων τω Υιω ουκ οψεται την ζωην, αλλ’ η οργη (230) του Θεου µενει επ’ αυτον”, εν δε τω µελλοντι αιωνι· “Απελθατε απ’ εµου, ουκ οιδα υµας, ποθεν εστε”, αλλα της ευλογηµενης ενωτισθωµεν εκεινης φωνης “∆ευτε”λεγουσης, “οι ευλογηµενοι του Πατρος µου, κληρονοµησατε την ητοιµασµενην υµιν βασιλειαν, οτι εθρεψατε µε, πεινωντα την σωτηριαν υµων, δια της εργασιας των εµων εντολων, εποτισατε, ενεδυσατε, συνηγαγετε µε και ηλθετε προς µε, καθαραντες τας καρδιας υµων απο παντος σπιλου και ρυπου της αµαρτιας· λοιπον απολαυσατε µου των αγαθων, ων η απολαυσις αρρητος και ζωη αιωνιος και αθανατος” –, ης γενοιτο παντας ηµας επιτυχειν χαριτι του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος Ιστ΄. (231) Περι των ενεργειων του Πνευµατος του Αγιου. Και τις η θεωρια των µυστηριων αυτου. Και οπως τοις καθαροις την καρδιαν αποκαλυπτονται. Και διηγησις εκ προοιµιων επωφελης περι τινος υποτακτικου, λαβοντος Πνευµα Αγιον ταις ευχαις του πνευµατικου αυτου πατρος.
Αδελφοι και πατερες και τεκνα, νεωτερος τις διηγησατο µοι λεγων οτι· Υποτακτικος τυγχανων πατρος τιµιου και ισοστασιου των µεγαλων και υψηλων αγιων, ακουων παρ’ αυτου πολλακις θειας ουρανοθεν γινοµενας εν τοις αγωνιζοµενοις ελλαµψεις, φωτος τε πληθος και οµιλιαν Θεου δι’ αυτου προς ανθρωπους, εθαυµαζον. Και τοσαυτην ειχον – φησι—την επιθυµιαν και τον ερωτα του τοιουτου καλου, ωστε τη εννοια τη προς αυτο παντων των επιγειων και επουρανιων επιλανθανεσθαι µε, ου µονον δε αλλα και πασης βρωσεως τε και ποσεως και σωµατικης παντοιας ανεσεως. Μεγας δε υπαρχων ο εν αγιοις αγιος ουτος και τω προορατικω κεκοσµηµενος χαρισµατι, βλεπων µε αδιστακτως επιτελουντα µονα τα παρ’ αυτου µοι επιτασσοµενα και µητε εσθιοντα µητε πινοντα, αλλα συννουν οντα δι’ ολου και ως υπο τινος ιου δαπανωµενον, συµπαθειαν κεκτηµενος αµετρητον, (232) προσεταττε µοι µετ’ επιτιµιου, και µη βουλοµενος ησθιον· εφοβουµην γαρ – φησι—το κριµα της παρακοης. Οσον ουν τροφης µετελαµβανον, πλειον εφλεγοµην και την αναγκην ουκ εφερον, ως και ποταµηδον εκχεειν µε τα δακρυα και ουτω της τραπεζης πολλακις ανιστασθαι. Εδοκουν γαρ ο αναισθητος οτι εµποδιζει µου την προθεσιν, µη ειδως οιον εχων πονον ενδοτατον, και ουτως εχων ηγνοουν ο αθλιος οτι και τους λογισµους εγινωσκε τους κρυπτους της καρδιας µου. Τουτο γαρ δια των εξης δηλωθησεται. Εν µια ουν συνεβη ηµιν εν τη πολει εισελθειν, εν η και την κατοικησιν ειχε, προς το τους πνευµατικους αυτου επισκεψασθαι παιδας. ∆ι’ ολης τοινυν της ηµερας εν αυτοις διατριψαντες – πολλους γαρ ωφελει και µονον φαινοµενος --, εσπερας ελθοντες εν τω κελλιω και ωσπερ απο του πολλου κοπου και καυµατος προσπεινοι γεγονοτες και εκδιψοι – ουδαµου γαρ ειχεν εθος υπνου µεταλαµβανειν, καιπερ θερινης ουσης της ωρας και αυτος γερων ων, ως περι τα εξηκοντα εληλακως ετη --, καθεσθεντες προς το µεταλαβειν αρτου, εγω ουκ ησθιον. Ηµην γαρ τω σωµατι πληρης κατακοπος. Ελογιζοµην γαρ οτι, ει µεταλαβω τροφης και ποσεως, ου µη δυνηθω εν τη ευχη µου στηναι το συνολον προς την του ποθουµενου ζητησιν. Ταυτα – φησιν -- εννοων, εκαθεζοµην ωσπερ εξεστηκως.
Ο ουν αγιος ιδων µε και τον κοπον ον µετ’ αυτου εκοπιασα αναλογισαµενος και γνους την αιτιαν, οια δη τω διορατικω κεκοσµηµενος, ωσπερ ειρηται, χαρισµατι, δι’ ην ταυτα υπεµενον, εις συµπαθειαν εκινηθη πολλην και λεγει µοι µετ’ επιτιµιου· “Φαγε, τεκνον, και πιε και µη λυπου απο του παροντος. (233) Ει γαρ µη ηθελεν ο Θεος ελεησαι σε, ουκ αν ηυδοκησεν ελθειν προς ηµας”. Εφαγοµεν ουν – φησι – και επιοµεν και υπερ την χρειαν· ησθιε γαρ τη εµη κακεινος εξακολουθων ασθενεια. Ειτα της τραπεζης αρθεισης φησι προς εµε· “Γινωσκε, τεκνον, οτι ουτε νηστεια, ουτε αγρυπνια, ουτε κοπω σωµατικω, ουτε τινι ετερω των δεξιων πραξεων χαιρει ο Θεος και εµφανιζεται, ει µη ταπεινη τε και µονη απεριεργω και αγαθη ψυχη και καρδια “. Ταυτα τοιγαρουν ακουσας εγω και θαυµασας επι τω λογω και τη παραινεσει του αγιου, επι πλειστον τε εκκαιοµενος και τας αµαρτιας µου τη του νοος οξυτητι πασας εν ριπη επι µνηµης µου φερων, περιελιµναζοµην τοις δακρυσι και πεσων εις τους ποδας αυτου τους αγιους και τουτους κρατησας· “Ευχου υπερ εµου, εφην, αγιε του Θεου, ινα δια σου ευρω ελεος, επει εξ ων ειπας αγαθων, εµοι ουδε εν προσεστιν, ει µη πολλαι αµαρτιαι, ας επιστασαι και αυτος”. Συµπαθησας ουν µε επι πλειον ο αγιος και δακρυσας, ειτα κελευσας µε αναστηναι απο του εδαφους, φησι· “Θαρρω τω Θεω, τω την χαριν αυτου πλουσιως µοι δωρησαµενω, οτι ταυτην και σοι δισσως δωρησεται υπερ της πιστεως µονης ης εχεις και προς αυτον και προς την εµην ταπεινωσιν”. Τουτον τοινυν τον λογον ως εξ αυτου δεξαµενος του Θεου και το παρα Ηλιου προς Ελισαιε γενοµενον εννοησας και πιστευσας οτι, ει και αναξιος εγω, αλλ’ ο Θεος φιλανθρωπος, συντοµως ποιων το θεληµα των φοβουµενων αυτον, βαλων και αυθις µετανοιαν και αιτησας ευχην, απηλθον προς το κελλιον µου, εντολην λαβων εξ αυτου του ποιησαι µονον Τρισαγιον και υπνωσαι. (234) Εισελθων ουν ενθα ειωθην προσευχεσθαι και το “Αγιος ο Θεος” εναρξαµενος, µνησθεις τε των λογων του αγιου, ευθεως εις δακρυα και εις ποθον θειον επι τοσουτον εκινηθην, ωστε µη δυνασθαι µε δια λογου παραστησαι την γενοµενην µοι τηνικαυτα χαραν τε και ηδονην. Αλλα γαρ ευθυς πρηνης πεσων επι γης ειδον, και ιδου φως πολυ νοερως επιλαµψαν µοι και
προσλαβοµενον µου τον νουν ολον αµα προς εαυτο και την ψυχην, ωστε τω αθροω του θαυµατος εκπλαγηναι µε και ως εν εκστασει γενεσθαι. Ου µην αλλα γαρ και επελαθοµην του τε τοπου, εν ω ισταµην, και οστις υπηρχον και που, µονον κραζων το “Κυριε ελεησον”, καθως και εν συναισθησει γενοµενος τουτο λεγων επεγνων· τις δε ην ο λαλων, πατερ, η κονων µου την γλωτταν, ουκ οιδα – φησιν- ο Θεος οιδεν. Ειτε γαρ εν σωµατι, ειτε εκτος σωµατος τω φωτι τουτω προσωµιλησα, οιδεν αυτο το φως, το και αποδιωξαν οσον αχλυωδες υπηρχεν εν τη ψυχη µου και απαν γηϊνον φρονηµα, το απελασαν απ’ εµου υλην οση παχεια και βαρος σωµατος το ακηδιαν και ναρκωσιν εµποιησαν τοις εµοις µελεσιν. Ουτω γαρ ετονωσεν, ω θαυµατος φρικτου, και ενισχυσε την εκλυσιν των αρθρων και νευρων, την εκ του πολλου κοπου µοι τηνικαυτα προσγενοµενην, ως δοξαι και φανηναι µοι φθορας ιµατιον αποδυσασθαι. Ου µονον δε, αλλα και χαραν ευθεως πολλην νοεραν τε αισθησιν και γλυκυτητα υπερ πασαν γευσιν των ορωµενων εν τη ψυχη µου αφραστως ενεσταξεν, ετι δε, ελευθεριαν και ληθην παντων λογισµων των εν τω βιω, και αυτον τον της εκδηµιας τροπον της παρουσης ζωης παραδοξως εχαρισατο µοι και εγνωρισε. Προς γαρ µονην την εκεινου του φωτος (235) αρρητον ευφροσυνην πασαι και του νοος και της ψυχης αι αισθησεις µου εκολληθησαν. Αλλα γαρ του φανεντος µοι – φησιν- εκεινου απλετου φωτοςουδε γαρ εχω τι ετερον τουτο καλεσαι οικειον και καταλληλον ονοµα - , ηρεµα πως υπολωφησαντος και οιονει συσταλεντος, εν συναισθησει εγενοµην και γνους οια η τουτου δυναµις αθροον ειργασατο εν εµοι και εννοησας τον αυτου χωρισµον και ως παλιν εν τω βιω µονον µε κατελιπεν αναλογισαµενος, λυπη κατοχος γεγονα και οδυνη βαρεια τοσαυτη, ως εκφρασαι αξιως απορω το µεγεθος της δικην πυρος αναφθεισης εν τη καρδια µου ποικιλης και σφοδροτατης οδυνης. Λοιπον ουν παραστησον - ελεγεν – ει δυνασαι συ, πατερ, τον τε πονον του χωρισµου και της αγαπης το αµετρον και το πληθος του ερωτος και της µεγιστης ευεργεσιας το υψος. Εγω γαρ ουτε λεγειν δια στοµατος δυναµαι ουτε νω καταλαβειν το απεραντον της ορασεως”.
“Αλλ’ ειπε µοι συ, ω σεβασµιωτατε πατερ και αδελφε, εφην εγω, τας του οραθεντος σοι ενεργειας τρανοτερον και σαφεστερον”. Ο δε γλυκυς εκεινος και πληρης Πνευµατος θειου και θεωριας ηξιωµενος προσηνεστατη και µελιρρυτω φωνη ταχιστα απεκρινατο· “Ευφραινει, πατερ, φαινοµενον και τιτρωσκει κρυπτοµενον. Και πλησιον µου γινεται και εις ουρανους αναφερει µε. Μαργαριτης εστι. Και το φως επενδυει µε και ως αστρον µοι φαινεται και υπαρχει τοις πασιν αχωρητον. Απαστραπτει ως ηλιος και την κτισιν συνεχοµενην κατανοω εν αυτω, τα εν αυτη παντα δεικνυει µοι και φυλασσειν προσταττει µοι τα µετρα τα ιδια. Συνεχοµαι υπο στεγης και τοιχων και τους ουρανους διανοιγει µοι. Τους οφθαλµους µου αιρω (236) αισθητως τα εκεισε θεασασθαι και παντα βλεπω καθως υπηρχον το προτερον. Θαυµαζω το γεγονος και ακουω φωνης µυστικως λεγουσης µοι ανωθεν· ῾Ταυτα αινιγµατα εισι και προοιµια, το γαρ τελειον ου θεαση εως την σαρκα ενδεδυσαι. Αλλα προς εαυτον επιστρεφε και βεπε µη τι πραξης των τα ενταυθα αποστερουντων σε. Ει δε και παρασφαλεις, εις υποµνηµα ταπεινωσεως, αλλα µη αποστης της µετανοιας επιµελουµενος. Αυτη γαρ και τα προγεγονοτα και τα γινοµενα πταισµατα, τη εµη φιλανθρωπια ενουµενη, εξαφανιζει’.” Ταυτα τοινυν ακηκοως εγω εξ αυτου, πατερες και αδελφοι, µικρου δειν εξεστην και ολος συντροµος εγενοµην, εννοησας εξαυτης εις οσον ευθυς υψος θεωριας ανηλθε και γνωσεως εκ µονης της προς τον πνευµατικον πατερα αυτου αγαπης και πιστεως και οιων ηξιωθη εκ προοιµιων των αγαθων ιδειν και απολαυσαι, ως ηδη την ανθρωπινην ασθενειαν αποβαλλοµενος και αγγελος γεγονως εξ ανθρωπων. ∆ια τουτο ουν παρακαλω υµας, εν Χριστω αδελφοι, απορριψωµεν µακραν αφ’ εαυτων πασαν σχεσιν και πασαν µεριµναν της παρουσης ζωης, µισησωµεν τας ηδονας της σαρκος, την ευπαθειαν του σωµατος, την ανεσιν και αργιαν, δι’ ων ισχυει το χειρον κατα του κρειττονος· δευτε, αναλαβωµεθα πιστιν ειλικρινη προς τον Θεον και τους κατα Θεον πατερας και διδασκαλους ηµων, κτησωµεθα συντετριµµενην καρδιαν, τεταπεινωµενον το φρονηµα της ψυχης και καθαραν την καρδιαν δια δακρυων και µετανοιας απο παντος σπιλου και
ρυπου της αµαρτιας, (237) ινα και ηµεις αξιωθωµεν ελασαι ποτε εις µετρα συντοµως τοιαυτα και ιδειν και απολαυσαι των απορρητων αγαθων ενθεν ηδη του θειου φωτος, ει και µη τελειως, αλλ’ εκ µερους και οσον χωρουµεν κατα την αναλογιαν της καθαρσεως ηµων. Ουτω γαρ και εαυτους ενωσοµεν τω Θεω και ο Θεος ενωθειη ηµιν και τοις εγγιζουσιν εσοµεθα φως και αλας και εις µεγαλην ωφελειαν εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος ΙΖ΄. (238) Περι θεωριας και αποκαλυψεως και πεφωτισµενης ευχης. Και οπως ο υπο της αγαπης κατασχεθεις του Θεου και εις βαθος ταπεινοφροσυνης ελασας, ενεργειται υπο του Πνευµατος του Αγιου. Αδελφοι και πατερες, πολλη η συγκαταβασις και η φιλανθρωπια Θεου προς ανθρωπους. ∆ιο και εκπληττοµενος εις την του Θεου αφατον αγαθοτητα, ουτω πως καταπληκτικον ανακραζω· “Ω θαυµατος εκπληξις και εντολων Θεου δυναµις, οιους απεργαζονται τους ποιουντας και φυλασσοντας αυτας! “ Αρχην γαρ ποτε βαλων εν αυταις, µικρον ανανηψας εκ βαθους κακων και σκοτωσεως, φοβω µεν συνειχοµην τοις κακοις µου σφιγγοµενος, αγαπη δε ως αληθως και του καλου µε η εφεσις προς αυτο το πλειστον επεστρεφεν. Ολον δε ην το τελουµενον φυγη κακων, προς τα καλα συνωθουσα µε. Εν µονον εν µεσω τουτων υπηρχε το αηδιζον µε, των προληψεων η συνηθεια και ηθος κακον και φιληδονον, οπερ τη επιµονω της ευχης εργασια και τη µελετη των θειων λογιων και τω εν εξει γενεσθαι των αγαθων αφανιζεται. Ωσπερ γαρ του ηλιου κατα µικρον ανετελλοντος υποχωρει το σκοτος και αφανιζεται, (239) ουτω και αρετης αυγαζουσης οια δη σκοτος η κακια ελαυνεται και ανυποστατος δεικνυται, και τηνικαυτα µενοµεν διαπαντος αγαθοι, καθα πρωην υπηρχοµεν πονηροι. ∆ια µικρας ουν υποµονης και προαιρεσεως ελαχιστου η µαλλον ειπειν Θεου βοηθεια του ζωντος αναπλαττοµεθα και ανανεουµεθα, ψυχην και σωµα και διανοιαν καθαιροµενοι, και γινοµεθα απερ αγνοουντες τυγχανοµεν, υπο των παθων καλυπτοµενοι, και προσλαµβανοµεν α ουκ εσµεν αξιοι.
Εξ ων ελαβον καγω, ο παντων ευτελεστερος και αχρειος – καλον γαρ ανακηρυττειν ευγνωµονως τας ευεργεσιας του Θεου του φιλανθρωπου -, τη του εµου Σωτηρος Ιησου Χριστου χαριτι. Ελαβον δε τη χαριτι χαριν και τη ευργεσια ευεργεσιαν και τω πυρι πυρ, φλογα δε τη φλογι και τη αναβασει προσετεθησαν αναβασεις µοι, τω δε τελει της αναβασεως φως και τω φωτι φως τρανοτερον. Και µεσον τουτου παλιν φαιδρος ελαµψεν ηλιος και εξ αυτου εφανη ακτις και αυτη τα παντα επληρωσε και το νοουµενον ακαταληπτον, εν οις εµεινα τε εγω δακρυων ηδυτατα και θαυµαζων τα αφραστα. Νους δε θειος τω εµω νοΐ προσωµιλει και ουτω λεγων εδιδασκεν· “Εγνως οιον σε η εµη δυναµις απετελεσε φιλανθρωπως δια πιστιν και υποµονην µικραν, την αγαπην σου βεβαιουσαν; Ιδου υπο θανατον ων, εγενου αθανατος και κρατουµενος τη φθορα, ευρισκη ταυτης επανω. Κοσµον οικεις και συν εµοι υπαρχεις, σωµα ενδεδυσαι και ουδεµια των του σωµατος ηδονων υποσυρη. Μικρος ει το ορωµενον και νοερως ορας. Παντως εγω σε εκ του µη οντος εις το ειναι παρηγαγον”. (240) Προς α τροµω και χαρα ανταπεκριναµην και ελεγον· “Τις ειµι εγω, Κυριε, ο αµαρτωλος και ακαθαρτος, οτι δη και ολως επεβλεψας επ’ εµε και οµιλιας ηξιωσας; Ο αχραντος, ο αορατος και τοις πασιν απροσιτος, πως εµοι προσιτος και γλυκυς και φαινοµενος ωραιοτατος δια της απαστραπτουσης σου δοξης και χαριτος δεικνυσαι;”. Ταυτα ηκουον µεν µυστικως και παραδοξως απεκριναµην, το δε υπερ φυσιν εξεπληττε και το φοβερον αποστηναι µε ηναγκαζε. Το αφραστον καλλος του φαινοµενου ετιτρωσκε µου την καρδιαν και προς αγαπην ειλκε µε απειρον, η δε αγαπη εποιει µε προς τα κατω µη στρεφεσθαι, αλλ’ ως ηδη τελειως και εξω των δεσµων της σαρκος γεγονως, εχαιρον και παλιν ηµην το ολον ανθρωπος. Πληροφορια της συγχωρησεως των αµαρτιων µοι εδιδοτο και υπερ παντα ανθρωπον εβλεπον εµαυτον αµαρτωλοτερον. Απιστησαι τω λαλουντι ουκ ειχον και πιστευσαι εφοβουµην δια την της επαρσεως εκπτωσιν. Ακουσιως ταυτης καθελκοµαι δια το µετρον της ανθρωποτητος και το της ταπεινωσεως ασφαλεστερον. Πολλα γινωσκω των τοις πλειοσιν αγνοουµενων και υπερ απαντας ανθρωπους ειµι
αγροικοτερος. Χαιρω οτι µοι Χριστος, ω πεπιστευκα, εδωρησατο βασιλειαν αιωνιον και ασαλευτον και ως αναξιος των εκεισε κλαιω διαπαντος και κλαιων ου παυσοµαι. Ανοιξαι το στοµα και συγχωρησιν αιτησασθαι των εµοι πεπραγµενων ου τολµω και υπερ αλλων εξ αγαπης παρρησιαζοµαι και - ιν’ αφρονως ειπω - και εισακουοµαι. Ως υιος παρισταµαι και ουτω διακειµαι ως ξενος απαρρησιαστος. ( 241) “Ευ δουλε πιστε” ακουω και τα εξης, και ολως εν αληθεια ευρισκοµαι µηδε το εν φυλαξας ταλαντον εκ παντων οµου των δοθεντων µοι. Των καλων καταλαβειν δοκω το ακροτατον και εις την αβυσσον των αµαρτιων µου κατω κειµενος κατεχοµαι και τη απογνωσει βυθιζοµαι και οταν παντων κατωτερος γενωµαι, τοτε υπερανω των ουρανων αναφεροµαι και τη αγαπη παλιν ενουµαι Χριστω τω Θεω ηµων, ω και ελπιζω, της γεωδους ταυτης και βαρειας σαρκος στερηθεις, παραστηναι εγγυτερον, ου µην αλλα γαρ και µυηθηναι σαφεστερον της εκει αγαπης την αιωνιον ευφροσυνην και αγαλλιασιν. Ταυτα τοιγαρουν, αδελφοι µου, γραψαι ηθελησα ουχ ως δοξαν θηρασαι βουλοµενος - αφρων γαρ ο τοιουτος και της ανω δοξης αλλοτριος - , αλλ’ οπως ειδοτες εσεσθε την αµετρον φιλανθρωπιαν του Θεου και οιον υπαρχει των εντολων το φορτιον το ελαφροτατον αυτου του Σωτηρος ηµων Χριστου και Θεου και οση της αυτου δωρεας η αντιδοσις - α και µανθανοντες η επιποθησατε της αυτου αγαπης επιτυχειν η το ταυτης αποτυχειν ως αιωνιον θανατον φοβηθητε και φριξατε -, διδαχθησεσθε δε προς τουτοις και ταπεινωσεως υψος και τελειας αγαπης τεκµηριον, ετι δε και το εµπορευµα της του Θεου συγκαταβασεως γνωσεσθε και το δωρον της µεγαλης αυτου και ακενωτου προς ηµας κενωσεως εισεσθε και τον φρικτον τροπον της χοϊκης αναπλασεως καταµαθετε, οπως τε ζωσιν οι πιστευσαι θελησαντες τω σταυρωθεντι Χριστω, οι µιµησαµενοι δηλονοτι την αυτου (242) υπακοην και ταπεινωσιν και νευσαι βουληθεντες εκ των χειρονων επι τα κρειττονα, και οπως αλλοιουνται οι δια την αγαπην του ηµας αγαπησαντος παντα καταλιµπανοντες, µηδενος δε των ενεστωτων η µελλοντων στερουµενοι, οπως γινονται παραδοξως οι σκοτεινοι φως, τω µεγαλω φωτι πλησιασαντες, οι και των κατω, καθα και
Μωσης ποτε, θεοι αποκαθιστανται, τοις ανω ενουµενοι, και µετα παντων οντες ουδαµως εκ της συνουσιας των αλλων µολυνονται· και ευεργετουντες τους πλησιαζοντας ζηµιαν του καλου ουδεµιαν υφιστανται, αλλα µεταδιδοντες και ετεροις τον ελεον λαµβανουσι πλεον η διδουσι, µαλλον τω οµοιουσθαι φιλανθρωπως τω φιλανθρωπω, οσον ανελθωσι ταπεινουµενοι και οσον ταπεινωθωσιν υψουµενοι, παντων απορουντες τη ταπεινωσει των αναγκαιων και µηδενος λειποµενοι, τρεφοµενοι τη αιωνιω ζωη της αγιας αγαπης. Ιδου ουν ανεκαλυψα υµιν τοις φιλοις και αδελφοις µου τα εν εµοι κεκρυµµενα µυστηρια – το τελος της εµης ζωης εγγιζον ορω οσον ουπω -, ινα ειδητε και µετανοιας τροπους, αρχης τε και µεσοτητος αναβασεις και προκοπας και τελειοτητος µετρα, και σπουδασητε µιµησασθαι, ει µη τινα αλλον, τον γουν γεγεννηκοτα παντως υµας και εκ ψυχης αγαπησαντα, γαλακτοτροφησαντα τε τω λογω του Θεου και τω ζωογονουντι θρεψαντα αρτω και βαδιζειν υποδειξαντα εν τη οδω των σωτηριων εντολων του Θεου, ω πρεπει πασα δοξα νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος ΙΗ΄. (243) Περι µεθοδων του πονηρου, ων υποβαλλει τοις κουφοτεροις και φιλοπρωτευουσιν, οποταν ο ποιµην εξ ανθρωπων γενηται. Και οτι χρη τους µεν αναξιως επιπηδωντας τη αρχη παση κωλυειν συνωθειν επι τουτο και συνεργειν. Και προς τω τελει, προς τον ποιµενα. Αδελφε, ει λαου και ποιµνης ηγουµενος κατεσταθης, σκοπησον καλως και ανακρινον σεαυτον ποιω λογισµω και εκ ποιου τροπου εις την τοιαυτην κατεστης αρχην. Ει µεν ουν ευρησεις σεαυτον καν ψιλω λογισµω ενθυµηθεντα, οτι δια την των ανθρωπων τιµην ταυτη επεδραµες η δια προεδριαν η δια δοξαν, ειτε ως µη καταδεξαµενου σου παρ’ ετερου αρχεσθαι αδελφου δια το οιεσθαι µη ειναι σου ευλαβεστερον η λογιωτερον ετερον, η δια το εχειν τας σωµατικας χρειας περισσοτερον των αλλων απαντων και την δουλειαν και την αναπαυσιν, η δια το τινας των ιδιων και συγγενων ευεργετησαι και φιλους κτησασθαι τους κατα σαρκα περιπατουντας, η δια το ονοµαστον σε εκ της ηγουµενιας γενεσθαι και (244) και της του κοσµου βασιλευσι
και αρχουσι γνωριµον, ειτε και κατα φθονον - ως οτι ουκ ηθελες, αλλ’ ινα µη γενηται ο δεινα ο αδελφος - εσπουδασας του γενεσθαι συ, η και δια την των ανθρωπων αισχυνην, ινα µη ακουσωσι παντες η και παραγενοµενοι τινες ιδωσιν οτι αλλος υπερ σε προεκριθη και καταγνωσωσι σου ως µη εναρετου, γινωσκων γινωσκε οτι ου κατα Θεον εγενετο σου η προβλησις. Και ινα σοι, εξ ων υποτιθεται ο πονηρος εκαστω των εν κοινοβιω καθεζοµενων, σαφεστερον τουτο ποιησωµαι, εντευθεν ακουε τας επιβουλας και υπονοιας του Σατανα. Υποβαλλειν αρχεται ο εχθρος, οταν ο ποιµην προς Κυριον εκδηµηση, ετερον δε οφειλει εκλεξασθαι η αδελφοτης, και λεγειν εκαστω κατα το ιδιον παθος, κατα το ιδιον θεληµα, κατα την ιδιαν καταστασιν. Εαν ουν ωσιν εν τη ποιµνη εκεινη των ευλαβεστερων τινες, ταυτα εκαστω αυτων υποτιθεται και φησιν· “Ει εγενου συ ενταυθα ποιµην και ηγουµενος, ειχες αν παντως ωφελησαι και σωσαι και των σων αυτοις αρετων µεταδουναι, επει ο δεινα η ο δεινα αδελφος εν τω πραγµατι τουτο ου ποιει”. Ει δε και γνωριµος τοις κατα κοσµον εστιν, υποβαλλει αυτω οτι· “Και πολλους αν ελκυσαι ειχες προς την µοναχικην πολιτειαν και εξαγαγειν αυτους εκ του κοσµου, και στοµα αν εγενου Χριστου· ο γαρ εξαγων, φησι, τιµιον εξ αναξιου ως στοµα µου εσται. Ειχον δε προσαγαγειν οι τοιουτοι και αποταγας µεγαλας και τας υποστασεις αυτων εν τη µονη επιδουναι, και προστεθηναι ειοχε το µοναστηριον και οιον του µεγαλου Ευθυµιου και Σαβα και Παχωµιου των αγιων γενεσθαι. Αλλα γαρ προς τουτοις και αυτος περισσοτεραν ταπεινωσιν ειχες κτησασθαι, ινα εβλεπον και εµιµουντο σε οι αδελφοι, (245) ως γαρ εσχατον παντων αν διηγες εν τη µονη και βασταζειν ειχες παντων τα βαρη, παντων τα ελαττωµατα. Και ουτως ου µονον ωφελησας τους πολλους, αλλα και αυτος συ ωφεληθης µαλλον ψυχικως και σωµατικως ευρες µεγαλην αναπαυσιν”. Ταυτα τοινυν υποβαλλει τοις δηθεν αγωνιζοµενοις εν τω σεµνειω. Αρχεται ουν εκαστος αυτων αποκαλυπτειν τον ιδιον λογισµον προς ον αν θαρρει αδελφον και δηθεν ως αστειαζοµενος και µετριαζων, ινα µη καταγνωσθη ως φιλοδοξος, φησι· “Αρτι, κυρι ο δεινα, εαν εφρονουσαν οι αδελφοι, ου µη ειχον ποιησαι µε ηγουµενον; “. Ο δε ισως αποκρινεται και λεγει·
“Πιστευσον µοι, πατερ, συ µεν, οιδα οτι µετριαζεις, επει προ πολλου τουτο χρονου ενεθυµουµην εγω, αλλ’ ευλαβουµην ειπειν σοι περι τουτου, ινα µηπως ως τα παρα γνωµην σου λαλουντα µοι µεµψη”. Ειτα παλιν εκεινος φησι· “Καλως ειπας, αδελφε. Πιστευσον, ου χρηζω γενεσθαι, αλλ’ ινα µη αδιαφορος τις γενηται και το µοναστηριον καταστρεψη και τους αδελφους λυπηση, εαν ηθελον οι αδελφοι ινα εγενοµην, και παντως ποιησαι ειχον σε οικονοµον, τον δεινα και δεινα κελλαριτην και αποθηκαριον, εγω δε εσχολαζον παντως εις µονα τα ψυχικα και ινα ηµην απο των πραγµατων ελευθερος”. Ακουει ταυτα ο αδελφος και οτι οικονοµον µελλει τουτον ποιειν, και απελθων θαρρει ταυτα τοις αδελφοις ους ειπε ποιησειν διακονητας. Ταυτα τοινυν και τρεις εκ των ευλαβεστερων ισως ποιουσιν, αγνοουντες τας µεθοδους του πονηρου· τοις δε γε σαρκικωτεροις και αµελως εχουσι (246) περι την εαυτων σωτηριαν ταυτα υποβαλλει και υποτιθησιν ο εχθρος, την τρυφην, την δοξαν και την παρα παντων τιµην. “Και ινα µη εκ των υποκριτων, φησι, γενηται τις και ψευδοευλαβων τουτων, σπουδασον γενεσθαι συ. Ει γαρ µη τουτο ποιησεις, µελλεις παντως δεδεµεναις χερσι τω γενοµενω παριστασθαι και ατιµαζεσθαι παρ’ αυτου. Αλλα γαρ και εποχουµενος εσται εκεινος εν ηµιονοις πολυτιµοις, συ δε πεζοπορων εση και κοπιων· εκεινω διαφορος ετοιµασθησεται τραπεζα και αρτος ωσαυτως και οινος, σοι δε η λαχανωδης και σπερµατωδης και τοις πασι κοινη. Εκεινος καθεσθησεται επι θρονου και πρωτος, συ δε µεσον των αλλων η και των λοιπων εσχατος· αγαπα γαρ διαφεροντως τον δεινα, και ει γενηται ηγουµενος, υπερ σε τιµησας επανω σου προκαθισει αυτον, και πως βαστασεις την αισχυνην των αδεφλων; Ου µονον δε αλλα και ο δεινα ευλαβεστερος σου εστι, και ισως παρ’ εκεινου προτιµηθη; Ετι δε ισως και απο των εµφανων και ενδοξων αποκειραι εχει, και µελλουσιν εκεινον µεν τιµαν ως ηγουµενον, εκεινος δε παλιν εκεινους ως αξιωµατικους και ως αποκαρεντας παρ’ αυτου τιµησει και σου υπερκαθισει αυτους, σε δε εις το διαζυγιον απολυσει η και παντελως ιστασθαι σε και διακονειν προτρεψεται. Και προς ταυτα τι αρα µελλεις ποιειν; Λαλησαι ου τολµας· εισι γαρ οι αγαπωντες αυτον και ευθυς επιστοµισουσι
σε. Ταχα δε ισως και τυψουσι σε αντιλεγοντα, και χειρων εσται η ατιµια. Υποχωρησαι της µονης καταγνωσις σου εστι, και πας ανθρωπος καταγελασεται και καταµεµψεται σε, και ουδε ευρησεις αλλαχου αναπαυσιν· ενθα γαρ απελθης, ως ξενοκουριτης παντων εσχατος ειναι οφειλεις. Υποµενειν ταυτα και ειναι εν τη µονη σου ου δυνασαι. Λοιπον ουν παση δυναµει αγωνισαι µη νικηση τις των ευλαβεστερων”. (247) Ειτα σκεπτεται και λεγει εν εαυτω· “Παντες γινωσκωσι τον δεινα αδελφον και τον δεινα ευλαβεστερους και µελλουσιν εκεινους ζητειν καµε παραβλεψασθαι. Αλλ’ απελθων εγω τον δεινα κρατησω αδελφον και τον δεινα· αυτοι γαρ τρυφαν αγαπωσι, παιζειν τε και χαιρεσθαι και της µονης εξερχεσθαι συνεχως και διαγειν εν οις θελουσιν. Αυτοις ουν και συνταξοµαι. Αλλως τε και οσα αν µοι ειπωσι, και αυτοι αγωνισονται σπουδαιως ινα ηγουµενος γενωµαι”. Τοιγαρουν και απελθων, ουτω κατα την µαταιαν αυτου µελετην και ποιει. Φησι δε και τουτο προς εαυτον· “Ο δεινα αδελφος ευλαβης εστι και του πραγµατος τουτου ου χρηζει, εχει δε συγγενεις και φιλους και βουλεται θεραπευειν αυτους απο της µονης. Απελθων λαλησω κακεινω, και οµοιως συνταξοµαι”. Περιερχεται ουν το µοναστηριον συνεχως και απλως εκαστον παρακαλων κατ’ ιδιαν και συντασσοµενος πληρωσαι παντων τα καταθυµια εν αγωνια και τροµω υπαρχει πολλω, φοβω του µη αποτυχειν του σκοπου. Εκ τουτων ουν και ετερων πολλων σχισµατα, διχονοιαι και στασεις γινονται εν τω µοναστηριω πολλαι, των µεν ευλαβεστερων προς το και εαυτους και αλλους ωφελησαι σπευδοντων, των δε σαρκικωτερων την εαυτων µονον δοξαν ζητουντων, το προσκαιρον κερδος και τας του σωµατος ηδονας, του δε λοιπου πληθους ζητουντος κατα τας ιδιας επιθυµιας τον αγοντα και τω οµοιω προστρεχοντος. Συ ουν, πνευµατικε αδελφε, ακουσον µετα προσοχης, παρακαλω, των εµων ρηµατων· ου γαρ απ’ εµαυτου λαλησω, αλλ’ απερ ο µονος σοφος και ευσπλαχνος λαλησαι θελησει σοι. (248) Εαν ης εν κοινοβιω αδελφων καθεζοµενος, κατα του αποκειραντος σε πατρος µη θελησης γενεσθαι ποτε, ει και πορνευοντα, ει και µεθυοντα βλεπεις αυτον και τω δοκειν σοι κακως τα της µονης διεξαγοντα πραγµατα, ει τυπτεσαι και
ατιµαζεσαι παρ’ αυτου και πολλαις αλλαις καθυποβαλλεσαι θλιψεσι. Μη συγκαθεσθης τοις λοιδορουσιν αυτον, µηδε πορευθης µετα των µελετησαντων κατ’ αυτου. Υποµεινον δε αυτον µεχρι τελους µηδεν περιεργαζοµενος των εκεινου κακων. Οσα ουν αγαθα βλεπεις ποιουντα αυτον, βαλε εν τη καρδια σου και εκεινων µονων βιαζου µιµνησκεσθαι· οσα δε απρεπη και κακα η εργαζοµενον η λεγοντα ιδης, ταυτα σευτω επιγραφε και ως ιδια σου αµαρτηµατα λογιζου και µετανοει εν δακρυσιν, εχων ως αγιον εκεινον και επικαλουµενος την ευχην αυτου. Ει δε συµβη αυτω θανατος, και ετερον προβαλεσθαι ηγουµενον οι αδελφοι βουλονται, προσεχε εαν γινωσκη σου η συνειδησις ισον σου ειναι αδελφον τινα της µονης η και µειζονα λογω και εργω και πραξεσιν αγαθαις, και δια τουτο παρα των αδελφων εις ηγουµενον προτιµωµενον. Μη θελησης γενεσθαι αντιχριστος, τη βουλη του Θεου δηλαδη και τω αδελφων αντικειµενος, τω αγαθω και χρηστω, λογους λαλων η εργα επιτηδευων οπωσουν σκανδαλου και υπονοιας, ως αν αποστασης τινας των αδελφων εκ της προς εκεινον αγαπης και πιστεως, αλλα παση χαρα και ταπεινωσει καταδεξαι και συνεργησον καθαρως τη θελησει των αδελφων. Ει δε και ευλαβεστερον αλλον παρα τον ψηφιζοµενον επιστασαι ειναι, ειπε τω µελλοντι γινεσθαι αδελφω κατ’ ιδιαν· “Κυρι αδελφε, συ Θεου χαριτι ευλαβης υπαρχεις και πνευµατικος, (249) και καθως επιστασαι, παντα εις δοξαν Θεου ποιειν οφειλοµεν και εις σωτηριαν των ηµετερων ψυχων. Και οιδας οτι αδελφος ηµων ο δεινα ευλαβης εστι και εναρετος. Και αν κελευης, ας ποιησωµεν εκεινον ηγουµενον, και εχει καλως ποιµαναι πασαν την αδελφοτητα. Συναγωνισωµεθα δε αυτω παση δυναµει και ηµεις, και τον µισθον, πιστευσον, ινα εξωµεν µετ’ αυτου και συν αυτω και την συνειδησιν ηµων ακατακριτον. Αλλα γαρ και αυτον εν τουτω τον Θεον θεραπευσοµεν και παντες ηµας επαινεσουσιν οτι ουχ εαυτους συνεστησαµεν, αλλ’ ον ο Θεος ηθελεν”. Ει µεν ουν εχει ταπεινωσιν ο αδελφος και την ψυχην απηλλαγµενην φιλοδοξιας, χωρις δε πασης προσπαθειας της εις τον ετερον, λεγει και αυτος αυτω ταυτα, και πασης αλλης πονηρας υπονοιας πληροφορει αυτον ο Θεος· και δεξεται παντως τους λογους σου και ευθυς υπακουσει σου.
Και τηνικαυτα οι αµφοτεροι λαλειτε παση τη αδελφοτητι, και γινεται το θεληµα του Θεου. Ει δε συ µεν λεγεις απροσπαθως υπερ του πνευµατικωτερου αδελφου, ο δε αδελφος ουχ υπακουει σου, αλλα προς δικαιολογιας κινηθη συνιστων εαυτον, γινωσκε οτι υπο φιλοδοξιας κατεχεται, και σπουδασον παντι τροπω, ως Χριστου διακονος, εκ καθαρω τω µαρτυριω της σης συνειδησεως τον πνευµατικωτερον αδελφον γενεσθαι ηγουµενον. Ει δε και υποβληθεις παρα του εχθρου η και δοκιµαζων σε, λεγει σοι· “Γενου λοιπον συ, επει εκεινον ον λεγεις ουκ εω γενεσθαι, χαιρω δε εις σε”, µη συγκατασπασθης τω παθει αυτου µηδε τω εκεινου πτωµατι περιπεσης, αλλα φυλαξον σου την της ψυχης παρθενιαν αφθορον τω Χριστω, υπ’ ουδεµιας επιθυµιας (250) κλαπεισαν προς ηδονης επιθυµιαν. Αλλα γαρ µητε υπο φοβου εκκλινης του αγαθου και τον πονηρον καταδεξη γενεσθαι, λεγων εν σεαυτω· “Μη φανω κωλυων και αντιλεγων περι του δεινος, ως ουκ εστιν αξιος της προστασιας· ειτα και µη βουλοµενου µου γενηται και θλιψεις πολλας επαγαγει µοι”. Αλλ’ ει µεν των προκριτοτερων ης, ερωτωµενος µετα παρρησιας ειπον την αληθειαν και τους αστηρικτους εις το καλον στηριξον· ει δε των εσχατων και των µη καλως ειδοτων διακρινειν του δικαιου τον αδικον, τοις ευλαβεστεροις και πνευµατικωτεροις εξακολουθησον. Εαν δε και προς κακον ισως οι πλειονες η και παντες οµοφωνησωσιν, εχειν δε και των εξωθεν βοηθους επι τουτο επραγµατευσαντο, παραχωρησον και µητε συνεργησης µητε κωλυσης, αλλα αφες τους κακους συντριβηναι παρ’ ου εκριναν αρχεσθαι, ως αν και τον οικειον κερδησωσι πονον και ωφελειαν ουχ ευρησωσιν, επειδη πολλακις διδωσιν αρχοντα τω λαω <τω> απειθει ο Θεος κατα την καρδιαν αυτων. Και ταυτα µεν ουτως εστωσαν σοι βεβαια και αµετακινητα. Ει δε µετα τον θανατον του προεστωτος ιδης την περι σε αδελφοτητα πασαν αστηρικτον, σαλευοµενην πασαν υπο των πνευµατων της πονηριας, και ταις της σαρκος επιθυµιαις και ηδοναις διασυροµενην και καταπιπτουσαν και µηδεµιαν εχουσαν βασιν µητε θεµελιον επι της πετρας, αλλ’ ολην κλονουµενην και αλλον αλλαχη αδελφον τας χειρας απλουντα
και περιδραξασθαι τι σπουδαζοντα, ουχ οπερ σωζει αυτον αλλ’ οπερ συγκατασπα εις αδην και εις σκοτος (251) και πυρ ηδονων το σωµα και την ψυχην αυτου, αλλους δε παλιν σφριγωντας και περι την αρχην µαινοµενους και την επιθυµιαν ταυτης ακρατητον εχοντας, ελεησον, συµπαθησον, σπλαγχνισθητι και οικτειρησον, πενθησον υπερ των τοιουτων και δακρυσον, ανιστορησον κατα νουν, ει καλως βλεπειν ηξιωσαι των σων αδελφων τα τραυµατα, των σων µελων τα συντριµµατα, του ολου σωµατος την καταπτωσιν, και τον Θεον απο καρδιας µετα πονου και δακρυων ικετευσον στησαι της τοσαυτης κακιας την ρυµην και προς το κρειττον µεταστρεψαι τας καρδιας των αδελφων. Ορα δε την ροπην της καρδιας σου, µηποτε προσφερη την δεησιν περι σεαυτου, ως αν προτιµησωνται σε, και αντι ευλογιας καταραν σοι και οργην του Θεου προξενηση. Εαν ουν ουτω ποιων και ουτως εχων ιδης των αδελφων σου τινας επι κακω οµονοησαντας και απαταν περιτρεχοντας τους απλουστερους αυτων, αλλα και παση σπουδη και δωροις εις βοηθειαν αυτων τους εξωθεν επισπωµενους, λυπηθητι και εν οδυνη καρδιας σου θρηνησον, οτι εις τοιαυτην τολµαν και σκοτωσιν οι µοναχοι κατηντησαµεν, ωστε ποιµαινειν επιχειρειν ηµας διχα Χριστου τα του Χριστου προβατα, και δια ηδονην και απολαυσιν σωµατος και χρηµατων πορισµον και την εξ ανθρωπων τιµην. Φευ µοι τω ταπεινω και αθλιω, την αξιαν των αποστολων παντι τροπω λαµβανειν αγωνιζοµεθα και την εκεινων εξουσιαν χρυσιω εξαγοραζοµεν, µητε τον Θεον φοβουµενοι µητε τους ορωντας ηµας αισχυνοµενοι. Και θρονω µεν βασιλεως ουδεις επιβηναι τολµα µη θελησαντος εκεινου, αλλ’ ουδε γραµµατικου η ρητορος τινος αναλαβεσθαι ταξιν ιδιωτης (252) τυγχανων, ουδε επι λαου αναγνωναι αγραµµατος ων, την δε των αποστολων αξιαν επιζητεις η και καταδεχη, µηπω την χαριν των αποστολων λαβων µηδε τους καρπους αυτης θεασαµενος γεωργηθεντας εν σοι! Και πως υποφερεις, αδελφε, το µεγεθος εννοησαι της τολµης; Ειπε µοι αγαπητε, εαν σε πασα η µεγαλη αυτη και πολυανθρωπος πολις παρεκαλει λεγουσα· “Ποιησοµεν σε πραιποσιτον και του βασιλεως πρωτοβεστιαριον, και αναβησθι µονος εις το παλατιον και εισελθων λαλησον τω βασιλει περι ηµων και παρακαλεσον
αυτον ποιησαι ηµιν τα και τα”, σου δηλονοτι εις παλατιον µη εισελθοντος ποτε, αλλα αγνωριστου τυγχανοντος και αυτω τω βασιλει, ως ξενου πασι τοις εν τω παλατιω, αρα ετολµησας αν ποτε τουτο ποιησαι η αποδεξασθαι το αξιωµα; Παντως οµολογησεις ως ουκ ποτε διαπραξασθαι τετολµηκας, αλλα και τους ταυτα σοι λεγοντας ως µαινοµενους και εκφρονας µαλλον εµεµψω και κατεγελασας, και το αξιωµα ουχ ως τιµης αλλ’ ως ατιµιας και κολασεως προξενον απερριψω. Ει τοινυν αδυνατως εχοµεν επι ανθρωπινων πραγµατων τοιαυτα ποιειν, ου φρικτον σοι εστι και δοκει το αναλαβεσθαι αποστολικον αξιωµα προπετως, αδελφε; Και πλησιασαι τω απροσιτω φωτι και µεσιτης Θεου και ανθρωπων γενεσθαι µικρον σοι λελογισται; Και ως ευκαταφρονητος η επιχειρησις τουτου του πραγµατος; Ουαι µοι, αδελφε, φοβουµαι οτι εις παντελη κατηνεχθηµεν σκοτωσιν και δια τουτο αγνοουµεν οποιων κατατολµωµεν πραγµατων. Ει γαρ εγινωσκοµεν, ουκ αν εις τοσουτον ποτε αυθαδειας και τολµης ηλασαµεν, ωστε των θειων κατορχεισθαι πραγµατων και πλειονα την τιµην και τον φοβον φυλαττειν (253) τω επι γης βασιλει υπερ τον αθανατον βασιλεα Χριστον. Τοιγαρουν µη παυσωµεθα εαυτους ανακρινοντες, και τους εις τοιαυτην αναξιως επιβαινειν επιχειρουντας αρχην παντι τροπω ανατρεπειν και εκκοπτειν της εγχειρησεως· αλλα σπουδασωµεν οσον το εφικτον κωλυειν αυτους της παραλογου ορµης, ινα και αυτους του κριµατος απαλλαξωµεν και ηµεις βιωσωµεν ασφαλεστερον. Εαν δε, καθως ειρηται, ουδενα ορας εν τω µοναστηριω αδελφον εµµαρτυρον βιον εχοντα και πνευµατικον εργω και λογω τυγχανοντα, παντα δε τον τυχοντα απλως επιπηδωντα και αναξιως τη ποιµενικη αρχη, και προς βλαβην µεν σπουδαζοντα των αδελφων, προς απωλειαν δε της ιδιας ψυχης, ερευνων δε ακριβως ευρισκεις σεαυτον πασης µεν απηλλαγµενον φιλοδοξιας, πασης δε ηδονης και επιθυµιας σωµατικης ιχνος ουκ εχοντα, φυλαργυριας δε και µνησικακιας το παντελες καθαρευοντα, πραοτητα τελειαν και αοργησιαν εχοντα, αγαπην δε τοιαυτην εις τον Θεον εχοντα ως εκ µονης της ακοης του ονοµατος του Χριστου αναπτεσθαι τω ποθω ευθυς και καταφερειν τα δακρυα, και προς τουτοις υπερ τον πλησιον
πενθουντα και ηγουµενον ιδια τα αλλοτρια σφαλµατα και εαυτον παντων απο ψυχης αµαρτωλοτερον εχοντα· και τελος, εαν πλουσιαν εν σοι ορας την χαριν του Αγιου Πνευµατος, φωτιζουσαν και ως ηλιον αποτελουσαν τα εντος της καρδιας σου, και το της βατου θαυµα εναργως κατανοεις εν σοι εκτελουµενον, ως καιεσθαι µεν εν τω ενουσθαι τω απροσιτω πυρι, µη κατακαιεσθαι δε δια το απηλλαγµενην ειναι παντος παθους την σην ψυχην· ετι δε ει ουτω ταπεινουσαι, ως νοµιζειν εαυτον ανικανον και αναξιον, (254) της ανθρωπινης φυσεως επισταµενος την ασθενειαν; θαρρεις δε τη ανωθεν χαριτι και τη εξ αυτης ικανοτητι και προθυµως επιχειρεις τω πραγµατι, τη ζεσει ταυτης αναγκαζοµενος παντε τε λογισµον ανθρωπινον απωθουµενος, και την ψυχην αυτην δια µονην την του Θεου εντολην και την αγαπην του πλησιου υπερ των αδελφων προτιθεµενος· και προς τοις ειρηµενοις, εαν γυµνον εχης τον νουν πασης κοσµικης ενθυµησεως, ενδεδυµενος δε ης τον φωτοειδη χιτωνα της ταπεινωσεως, ωστε µητε τοις σνεργουσι καν ψιλως την καρδιαν προστιθεσθαι µητε τοις αντιπραττουσιν αηδιζεσθαι, αλλ’ ολως ισος ειναι προς παντας τη απλοτητι και αγαθοτητι και τη ακακια της καρδιας σου· µηδε τοτε ανευ βουλης του σου πνευµατικου πατρος της αρχης επιβηναι τολµησης, αλλα ταπεινωθητι και µετα ευχης αυτου και προσταξεως τουτο ποιησον, και επιβηθι της αρχης δια µονην την σωτηριαν των αδελφων. Αλλ’ εαν οιδας τον σον πνευµατικον πατερα µετοχον ειναι του αυτου Πνευµατος, της αυτης ηξιωµενον γνωσεως τε και δωρεας, ινα µη τα εναντια του θειου θεληµατος αλλα κατα το αυτο χαρισµα και µετρον λαληση σοι τα δοκουντα Θεω και τα συµφεροντα τη ψυχη σου, ως αν µη ευρεθης πειθαρχων ανθρωπω και ου Θεω, και απογυµνυµνωθηση της δοξης και του δοθεντος σοι θειου χαρισµατος – εαν γαρ συνεργον ευρησης αγαθον και πνευµατικον συµβουλον, ισθι οτι ασφαλεστερα σου εσται η επιχειρησις και ταπεινοτερον σου το φρονηµα γινεται – ταυτα τοινυν παντα και τουτων πλειονα ετερα εαν βλεπων βλεπης, ευρησεις αληθως και απο σεαυτου γνωσεις, (255) µαλλον δε παρα του ηλιου της δοξης µαθησει, ει αρα και τω ηλιω ποτε ενητενισας.
Ει δε η προβλησις τοιαυτη και ουτω δυσκολος και εις το γενεσθαι ταυτην κατα Θεον δυσνοητος, πολλω µαλλον η των πραγµατων αυτων εγχειρησις και διοικησις, και η προς τους πειρασµους υποµονη, και η προς τους πολεµους λεπτοτατη διακρισις. ∆ια δη τουτο ολιγα ταυτα, εξ ων µαθειν και γνωναι κατηξιωθηµεν, δηλα τη αγαπη υµων δια της κατηχησεως ταυτης ποιησαι ωηθηµεν δειν· περι δε των λοιπων, ινα µη εκποµπευοντες φανωµεν τα εν τοις µοναστηριοις γινοµενα, τον νουν και την χειρα επεσχοµεν, αλλα γαρ τα των αλλων απαντα καταλειψαντες επι τον ποιµενα τον λογον ιθυνωµεν. Βλεπων τοινυν βλεπε την σην καρδιαν, πατερ πνευµατικε, µαλλον δε τον οφθαλµον αει της σης διανοιας εκπλυνε και καθαρον ειναι περιποιου και αθολωτον, δι’ ου και την καρδιαν εση βλεπων την σην, και τα των εγχειρισθεντων σοι προβατων, µαλλον δε πατερων και αδελφων, διαγινωσκειν καλως και πρεποντως οικονοµειν. Σωµα γαρ, ως ακουεις, η εκκλησια εστι και κεφαλη ταυτης υπαρχει ο προεστως· καθαπερ τα µεν αλλα µελη του σωµατος εν καθ’ εν µιαν εχει ενεργειαν, οιον ο πους εις το περιπατειν, η χειρ εις το κρατειν και εργαζεσθαι, η δε κεφαλη του ολου σωµατος εστιν η συστασις, ως και πασας εχουσα εν εαυτη τας αισθησεις και τον νουν και τον λογον αυτον· ουτω και οι εν τη µονη αδελφοι ου παντες πασας, αλλος δε αλλο τι ενεργειν και διακονειν πεφυκεν. Οθεν και µολις µιαν η δυο των αρετων εν ταυτω ευρησεις εν υπηκοω ενι (256)- και ουδεν θαυµαστον· µελη γαρ εκ µερους εισι -, ο δε γε προεστως πασας απαιτειται τας αρετας εχειν εν εαυτω, και ου µονον τας ψυχικας αλλα δη και αυτας τας σωµατικας, µαλλον δε συν ταις αρεταις και αυτα τα µυστικα και µεγαλα χαρισµατα. Ωσπερ γαρ η του ανδρος κεφαλη εχει µεν απο της εξωθεν διαπλασεως και ευπρεπειας το περικαλλες και το τιµιον, αχρειος δε υπαρχει και ατιµος πασιν, εαν µη και τον νουν και τας αισθησεις σωας και ακεραιας εχη, ουτω δη και ο προεστως· ου µονον γαρ απο των ψυχικων και σωµατικων αρετων οφειλει κατακοσµεισθαι τε και φαιδρυνεσθαι, αλλα και απο των πνευµατικων χαρισµατων πλειονως εγκαλλωπιζεσθαι, επειδη αλλο αρετη και ετερον χαρισµα. Αι µεν γαρ αρεται εξ ηµετερας κατορθουνται σπουδης
και εξ οικειων πονων συναγονται, τα δε πνευµατικα χαρισµατα δωρα εισιν εκ Θεου τοις αγωνιζοµενοις διδοµενα. Οιον τι λεγω; Η νηστεια και η εγκρατεια αρετη εστι· µαραινει γαρ τας ηδονας και τας πυρωσεις συστελλει του σωµατος. Ταυτα δε της ηµετερας εισι προαιρεσεως εργον· το δε αθλιπτως και απονως ταυτας µετερχεσθαι και εις αγνειαν φθασαι και τελειαν απαθειαν, τουτο δωρον Θεου και χαρισµα υψηλοτατον. Παλιν, το κρατειν οργης και θυµου αγωνος εστι θαυµαστου και πονου σφοδρου, το δε εις ακινησιαν τουτων ελθειν και γαληνην κτησασθαι καρδιας και τελειαν πραοτητα, Θεου µονου εστιν ενεργεια και της εκεινου χειρος µεταποιησις. Και παλιν, το διασκορπισαι και διαδουνται τα υπαρχοντα παντα τοις πενησι και γενεσθαι πτωχον ζητουντα ελεηµοσυνην της ηµετερας υπαρχει θελησεως, το δε µη επιθυµειν τινος (257) αλλα µετα χαρας και ευφροσυνης υποφερειν της πτωχειας την καµινον, µυστικη τις υπαρχει και θεια ενεργεια. Ουτω πασα πραξις καλη τε και αγαθη κατα την του Κυριου εντολην γινοµενη αρετη γινεται· αλλα καθαπερ ο γεωργος κοπια µονον αροτριων και σκαπτων και καταβαλλων εις γην τα σπερµατα, Θεου δε δωρον το και φυηναι ταυτα και δουναι καρπον οψιµον τε και πρωϊµον, ουτω και επι των πνευµατικων ευρησεις εν αληθεια γινοµενον. Ηµετερον µεν γαρ εστι το πασαν πραξιν µετελθειν και µετα πονου και κοπου σφοδρου τα σπερµατα των αρετων καταβαλειν, Θεου δε µονου δωρον και ελεος το και βρεξαι υετον της αυτου φιλανθρωπιας και χαριτος και καρποφορον αποτελεσαι την ακαρπον των καρδιων ηµων γην, ως αν ο καταπεσων του λογου κοκκος εν ταις ηµετεραις ψυχαις νοτιδα θειας µεταλαβη χρηστοτητος και φυεις αυξηθη και εις δενδρον µεγα φθαση, γενεσθαι εις ανδρικην δηλαδη τελειοτητα του µετρου της ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου. Χρη ουν σε, τον ποιµενα των προβατων Χριστου, πασαν, ως ειρηται, κεκτησθαι σωµατικην τε και πνευµατικην αρετην, ως κεφαλην του λοιπου σωµατος της υπο σε Ισραηλιτικης εκκλησιας, ινα ως εις αρχετυπον καλον προς σε οι αδελφοι αποβλεποντες, καλους και αυτοι τους χαρακτηρας και βασιλικους οτι µαλιστα εν εαυτοις εγχαραξωσι. Μη δη ουν η εν σοι σαλπιγξ ηχειν ησυχαση ποτε, αλλα τοις µεν την ερχοµενην
ροµφαιαν επι τους απειθεις και ατεραµονας προλεγε, ινα καν την σην παρακουοµενος ρυσην ψυχης (258) της φοβερας οργης του Θεου, τους δε νουθετει, διδασκε, παρακαλει, εσθ’ οτε και δεοµενους ελεγχων και επιπληξεων ευκαιρως ακαιρως επιστηθι, επιπλησσων, επιτιµων και ανακοπτων τας επι κακω εγχειρησεις αυτων, καθο σοι εντελλεται ο θειος αποστολος. Ανοιξον σου τα σπλαγχνα επι παντας επισης τους σους αδελφους, και την µεν αγαπην ισης εξεις επι παση τη εν σοι αδελφοτητι, την δε τιµην ενι εκαστω κατα την αξιαν και το µεγεθος της αρετης απονεµεις αξιως, µη προτιµων του πνευµατικου και εναρετου µηδε αυτον ον εχεις πρωτον εν ταις διακονιαις της ποιµνης σου. Οι µεν γαρ διακονουντες την αξιαν επιφερονται των εν ταις Αποστολικαις Πραξεσιν αναγραφοµενων επτα διακονων, οι και ως πνευµατα εισι λειτουργικα εις διακονιαν αποστελλοµενα, και τον µισθον εικοτως, αδολως ως εκεινοι και πιστως διακονουντες, διχα πασης αισχροκερδιας, µεγαν ενθεν τε κακεισε κοµισονται. Οι δε τη προσευχη και τη ησυχια και τη διακονια προσκαρτερουντες του λογου εν υποµονη εργων αριστων ασκησεως, αυτων των αποστολων και κορυφαιων την αξιαν συν σοι επιφερονται, ους και ως συνεργους εξεις εν τω Ευαγγελιω της πνευµατικης σου διδασκαλιας, αναδεχοµενους τα βαρη των αδελφων και ανακουφιζοντας σε των πονων, µεσον δηλαδη των λοιπων κυλιοµενους ως λιθους τιµιους. Ουκ εστι σοι αναπαυσις σωµατος εν τουτω τω εργω, απολαυσις ουδεµια. Αι νυκτες ισα και ηµεραις (359) δαπανηθησονται σοι εις την φροντιδα των καταπιστευθεισων σοι ψυχων, ινα µη θηριαλωτος µια εξ αυτων γενηται, η τη αρκτω της επιθυµιας καταβρωθεισα η τω δρακοντι του θυµου καταποθεισα η τοις γυψι των λογισµων της επαρσεως διαµερισθεισα, και πολλαι η µια και του ενος γενηται εις ετεροτητα διαµερισθεισα, αλλ’ ινα σωον το ποιµνιον σου και πολυτοκον ανασωσης τω αρχιποιµενι Χριστω τω Θεω, ολον καρποφορον, αρετων πληρες, γνωσει πεφωτισµενον τη θεια, µη ψωραλεον η ωτοτµητον η χωλον ολως επιφεροµενον. Ουτω γαρ και πολλους σωσεις, τελειους εν τελειοις τοις εργοις απεργαζοµενος, εν µηδενι µηδαµως λειποµενους, ολους αγνους, καθαρους απο ρυπαρων εργων τω Χριστω σου προσαγων, και εαυτον µεγαλων αξιωσεις των
ανωθεν αµοιβων, οµοσκηνος των αποστολων και των ποιµενων Χριστου γενοµενος και συµβασιλευων αυτω τω Υιω του Θεου εις απεραντους αιωνας. Κανων ευθυς ο σος εστω βιος προκειµενος µεσον των αδελφων και πατερων σου, ινα τα των αλλων σκαµβα εν αυτω απευθυνωνται, µη φιλοϋλος, µη φιλοδοξος, µη φιληδονος, µη φιλοτραπεζος, µη φιλοινος, µη περπερος η ευτραπελος η φιλαργυρος, µη θυµωδης, µη κενοδοξος, µη υβριστης, µη µνησικακος και κακον αντι κακου αποδιδους. Αλλ’ εστω µαλλον ακτηµων, µισοδοξος, µισων ηδονην πασαν του βιου και ευπαθειαν της σαρκος, ταπεινος, ευτελης, ευκατανυκτος, προσηνης, πραος, αοργητος, αφιλαργυρος, απραγµων, ησυχος, ευσταλης, υποµονητικος, πιστος, εγκρατης, εµµεριµνος, αγρυπνος, σπουδαιος, ζηλωτης, φροντιδα ποιουµενος (260) των καταπιστευθεισων σοι ψυχων ως οικειων µελων, ει δεοι δε τιθεις και την ψυχην σου καθ’ εκαστην υπερ αυτων, µη προτιµωµενος ετερον τι των του κοσµου πραγµατων της αγαπης αυτων. Και γαρ επει των λοιπων αυτος προεκριθης εις το ποιµαινειν την λογικην ποιµνην του ∆εσποτου σου και Θεου, δει σε κατα τον αυτου λογον εσχατον παντων ειναι τω φρονηµατι και τη κατα Θεον ταπεινωσει σου, ινα ως δυνατος µεν τα ασθενηµατα βασταζης των αδυνατων, ως δε ιατρος τα παθη θεραπευης και το νοσηµατα των νοσουντων κατα ψυχην, ως δε ποιµην το πλανωµενον επιστρεφης και το καλως εχον πολυτοκον εργαζη ταις αρεταις, το δε ψωρας γεµον και ανιατως εχον της αγελης σου τεµνης της λογικης, ινα µη και τοις υγιεσι των λογικων σου προβατων µεταδω του νοσηµατος. Σπευδε ουν επαυξανειν το ποιµνιον του ∆εσποτου σου. Μη προς ανεσεις η τρυφας εκκλινης του σωµατος, µηδε το εριον και το στεαρ καταδαπανησης κακως των προβατων Χριστου, εαυτω µαλλον η τοις αδελφοις σου τα της µονης θησαυριζων απολαυσεως ενεκεν. Μη δια δοξαν ανθρωπινην πραξης η λεξης τι των µη ανηκοντων τη µονη σου πραγµατων, µη συνεχεις αγαπησης τας προοδους ποιεισθαι εν ηµιονοις πολυτιµητοις και τοις εποµενοις οµου και προαγουσιν. Αρκετον γαρ σοι και απαξ του µηνος εξερχοµενω τας αναγκαιοτερας εκτελειν διακονιας και υποθεσεις της ποιµνης σου, τας δ’ αλλας οι διακονουντες
ποιησουσι, το απερισπαστον σοι διατηρουντες εν τη διακονια του λογου και τη επιµελεια δηλονοτι µετ’ ευχης (261) προσκαρτερουντι των αδελφων. Μη εαυτω µεν τραπεζας ετοιµαζης πολυτελεις, τοις δε γε τεκνοις ταπεινας και αναρτυτους και καταπεφρονηµενας, αλλα κοινη µεν η τραπεζα ανευ τινος αρρωστιας και υπαντης φιλων, των του αυτου σοι και φρονηµατος και βιου, σοι τε και τοις τεκνοις εστω· ειτε δια λαχανων εφθων και σπερµατων, ειτε και δια ιχθυων απαξ της εβδοµαδος κατα Κυριακην ηµεραν και ∆εσποτικην εορτην παρα του κελλαριτου κοινως ετοιµαζεται. Ουκ εση θυµω και οργη και κραυγη κατα των σων φεροµενος τεκνων και αδελφων ανευ τινος πραγµατος κινδυνον προξενουντος ψυχης, αλλα ηπιω λογω και φθεγµατι διδαξεις αυτους πως δει περιπατειν εκαστον και µεσον της αδελφοτητος αναστρεφεσθαι. Τους νεους και αστηρικτους διδαξεις φειδεσθαι εαυτων τε και των λοιπων αδελφων, ινα µη προξενοι τοις ορωσι γινωνται βλαβης δια τε του βαδισµατος και της ακαταστασιας των ηθων και της παρρησιας και των ατακτων της νεοτητος επιτηδευµατων. Τους εν τη ασκησει χρονισαντας εν λογω διδαξεις συνεσεως την υποµονην των επερχοµενων πειρασµων απο του εχθρου, την ταπεινωσιν, την συντριβην της καρδιας, την κατανυξιν, τα δακρυα, την επιµελειαν και παραστασιν της ευχης, το µακαριον πενθος και του ειναι και γινεσθαι δια λογου και πραξεως των λοιπων εις ωφελειαν. Τους ιερεις την ευλαβειαν, την ησυχιαν, την µελετην των θειων Γραφων, την ειδησιν ακριβως των αποστολικων κανονων και παραδοσεων, την των δογµατων ορθοτητα, την καθαροτητα της καρδιας, την επιµονον προσευχην και κατανυξιν, (262) την του θειου βηµατος εν φοβω Θεου και τροµω παραστασιν, το της ιεουρουργιας µυστηριον, την αποκαλυψιν των του Θεου µυστηριων, επειδη αυτοις δεδοται γνωναι τα µυστηρια της βασιλειας των ουρανων κατα την του Κυριου φωνην, ινα ωσι παση αδελφοτητι και τοις εξω αλας θειον και φως, λογον ζωης εν εαυτοις εχοντες. Ει δε κατα των ατακτων δει σε ποτε εν ραβδω και βακτηρια ευλογω κινηθηναι θυµω προς το ανακοπην τινα ποιησασθαι του κακου και αναστειλαι λοιµωδη φθοραν εν αυτοις, ινα µη επι το
χειρον επεκτανθη τα της φαυλης εργασιας και διαθεσεως, ουδε τουτο απαδον εκριθη τοις αποστολοις εν ταις αυτων διαταξεσι και τοις θεοφοροις πατρασιν ηµων. Πασα γαρ κινησις και πασα πραξις ηµων, η κακιαν µεν αναστελλουσα και διωκουσα, δικαιοσυνη δε βοηθουσα και αρετη, επαινετη τε εστι και θεαρεστος και πασιν ευαποδεκτος τοις δικαιοις. Και µαρτυς Ιησους, φραγγελιω τυπτων τους ατεραµονας Ιουδαιους, εµποριου οικον τον οικον πεποιηκοτας της προσευχης, και τας τραπεζας των κολλυβιστων ανατρεπων. Μη ουν εν προσποιησει πραοτητος δια µονον επαινον των ανθρωπων, µικρου τινος πραγµατος παρ’ εντολην Θεου γενοµενου επι καταστροφη των αποστολικων κανονων και διαταξεων και εφ’ υβρει του ευαγγελικου βιου και της των µοναχων καταστασεως καταφρονησης, αλλα τον σον µιµουµενος Ιησουν και Θεον, (363) εµβρινωµενος και εαυτον απαθως εκταρασσων, εκδικησιν ποιου των εντολων του Θεου και των τεθεντων κανονων υπο των αποστολων αυτου. Εστω σοι µετα παντων και επι τη εξετασει των λογισµων εκαστου ακριβεια, ως αν ειδειης τινες µεν αυτων συστασεως δεονται της των ευχοµενων και κοινωνουντων, τινες δε αφορισµου και της µετα δακρυων µετανοιας και στασεως των µετανοουντων, ινα µη την εκκλησιαν Θεου αντι ναου αγιου σπηλαιον ληστων η πορνειον εν αγνοια η γνωσει ποιησης κατα προσπαθειαν, και ουκ εκφευξη το φοβερον επι τουτω κριµα της οργης του Θεου. Ισθι γαρ οτι εκαστω των τοιουτων καταλληλον οι αυτοπται του Λογου και µαθηται τον τοπον εικοτως απενειµον. Και δει σε της αναγνωσεως µαλλον των διαταξεων και των κανονων αυτων επιµελως εχεσθαι, ινα ειδως εση τινα τα των εις Χριστον πιστευοντων εισι κεκρυµµενα µυστηρια, και µη σφαλη ποιων τα µη τη θεοσεβεια προσηκοντα. “Ευλαβεις ποιησεις” κατα το γεγραµµενον “τους πνευµατικους σου υιους” και διδαξεις αυτους ευλαβεισθαι απο των ιερων τε και θειων τοπων οµου και σκευων του ηγιασµενου ναου του Θεου και της λειτουργιας αυτου, επειδη γεγραπται· “Μακαριος ανθρωπος ο παντα δι’ ευλαβειαν καταπτησσων”. Μονοις γαρ, ισθι, τοις ιερωµενοις και τοις εξ αγωνων και µετανοιας δια δακρυων καθαρθεισι πολλων και των αχραντων µετεχουσι µυστηριων Χριστου ηγιασµενοις
και ευλαβεστατοις (264) των µοναχων η λειτουργια των τοιουτων και το απτεσθαι αυτων παρα των πατερων και αποστολων αφιερωθη. Ου συγχωρησεις πασι και τοις βουλοµενοις την του θειου βηµατος εισοδον, αλλ’ η µονοις, ως ειρηται, τοις ιερωµενοις και ηγιασµενοις των ευλαβεστερων αδελφων και πατερων σου, τοις δε λοιποις και ατακτως περιπατουσι των αδελφων - ορα τι σοι λεγεται - αποκλεισεις αυτην. Πολλοι γαρ, ευ ισθι, εκ της των τοιουτων καταφρονησεως τεµνονται της παρουσης ζωης, και παντως παρορωντος σου τουτο γινεσθαι, το αιµα των τεµνοµενων δια τουτο της ζωης εκ των χειρων σου απαιτηθησεται. Ταυτα, ω ποιµην των προβατων Χριστου, και τουτων ετι πλειονα, α ειδεναι ακριβως και ποιειν σπουδαιως οφειλεις εις φυλακην του ποιµνιου σου. Τοιγαρουν και ει σαυτον εγνως εις τοσαυτην ελασαντα ικανοτητα και τοιουτων ευµοιρησαντα χαρισµατων, ως εκ µονου του εκλαµποντος απο σου φωτος των καλων εργων και της ενθεου σοφιας και γνωσεως φωτιζεσθαι παντας τους πλησιαζοντας σοι των ιδιων και αλλοτριων, ποιµαινε θαρρων τα προβατα Χριστου τω επιστηµονι λογω της δοθεισης σοι χαριτος εµπρακτως, κατα τον ορον και νοµον τον προαποδοθεντα σοι ανωθεν, και βοσκε τα αρνια αυτου εις νοµας σωτηριους των αυτου εντολων, εως ου αυξηνθωσι και εις µετρον ηλικιας αναδραµωσι του πληρωµατος του Χριστου, και εξεις (265) πολυν εξ αυτου τον µισθον του γενεσθαι των αυτου αποστολων συνθρονος και οµοσκηνος· ει δ’ ουν, αλλα συσταληθι προς εαυτον, ει τι µοι πειθη κηδοµενω της σωτηριας σου, επειδη ο Θεος ηµων πυρ καταναλισκον εστι, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος ΙΘ΄. (266) Οτι ου χρη επι µονοις τοις λογοις και ταις υποσχεσεσι θαρρειν των ανθρωπων, αλλ’ εκ των εργων το πιστον βεβαιουσθαι των λογων αυτων. Και οια τις εστιν η των αληθινων διδασκαλων διαθεσις και αγαπη προς τους µαθητευοµενους αυτοις. Και οποια τα σπλαγχνα και η φροντις αυτων. Και οπως υπερ αυτων εντυγχανουσι τω Θεω. Αδελφοι και πατερες και τεκνα, την αρχην της υµετερας προς µε φιλιας γινωσκει εκαστος, οπως τε γεγονε και δι’ οιας
προφασεως· ωσαυτως και περι του µετρου της προς Θεον υµων αγαπης και πιστεως υµεις οιδατε. Εγω γαρ ακριβως λεγειν περι αορατου πραγµατος ουκ επισταµαι, απο λογων δε µονων περι των τοιουτων πληροφορηθηναι αµηχανον. Πολλακις γαρ ο µη επηγγειλατο τις εν λογω, εργω τουτο πεποιηκεν αιφνης και ο µεθ’ ορκων συνεθετο, εν καιρω δεοντι µεταµεληθεις εισαπαν απειπατο· και τουτο ευρης γινοµενον εν τοις πλειοσι. Σπανιοι γαρ ως αληθως οι ταις τρικυµιαις του βιου µη σαλευοµενοι, µηδε ταις ακανθαις αυτου συµπνιγοµενοι, µηδε ταις (267) ηδοναις δελεαζοµενοι και δουλουµενοι χρηµασι, δι’ α ψευδος απαν επιτηδευεται. ∆ια τουτο λογοις µονοις ελπιζειν και ως επ’ εργοις βεβαιοις επιστηριζεσθαι εν τοις του Θεου ειναι µονοις αρµοδιον, οις αυτος ηµιν επηγγειλατο. Εχει γαρ και µονος εκεινος το ατρεπτον και ουδαµου εφανη διαψευδοµενος. Ανθρωπων δε των ουχ ισταµενων, αλλα περι πολλα στρεφοµενων και πλανωµενων ο λογοις µονοις επερειδοµενος, ανεµους εξει και µαταιοις ονειροις χαρησεται. Ουδεν γαρ ουτω των αλλων απαντων ως λογισµος ανθρωπου το αστατον και ευµεταβολον εχει, τοτε µονον ισταµενος, οτε τα ρεοντα παντα και κτιστα και ορωµενα παρωσαµενος το σκοτος περασει ο περιβεβληται, και τοις αορατοις και εστωσι καταµιγησεται. Επει ουν ταυτα ουτω λογιζοµαι και υµεις οιδ’ οτι συµµαρτυρησετε µοι τω λογω, ακουσατε και την αιτιαν, δι’ ην ταυτα προς υµας λεγω, και το παθος ο πεπονθα. Ηλθετε προς ηµας µετ’ εµπυρου αγαπης και πιστεως, ως εκ των λογων υµων εστοχασαµην και του προσωπου, και οτι ου βιασθεντες παρα τινος, αλλ’ οικοθεν επι τουτο ορµησαντες. Ουτως ουν υµας θεασαµενος και τοιαυτα φιλοχριστα παρ’ υµων ακηκοως ρηµατα, απεδεξαµην και την πιστιν και την προαιρεσιν και υπερ απαντας προσεπαθησα απαθως εις υµας και, οµολογω, αγαπην προσελαβοµην πλειονα, καν παντας αγαπαν εξ ισου προστεταγµαι. Επει δε δε ο της αρχης αυτης αιτιος, ο κυρις λεγω Θεοφυλακτος – προς αυτον γαρ µοι λογος – προσεθετο παλιν ελθειν και πολλακις προς την ηµετεραν ταπεινωσιν µετα πλειονος της προθυµιας και θερµης οτι µαλιστα της αγαπης – λαµπει γαρ αυτη τοις ορθως βλεπουσι και κρυβηναι ου δυναται -, ον και ως αδελφον εδεχοµην και ουτω τουτον ηγαπησα ως
(268) µαυτον, ει πιστευει µοι λεγοντι, της εµης ψυχης φυσικως κινουµενης και ιν’ ουτως ειπω εκκαιοµενης τω ερωτι, λογους ειπε και συνταγην τω Χριστω εποιησατο, ην ακουσαι παρ’ αυτου ουδεποτε προσεδοκησα, ρηµατα α αυτος ο Θεος απεγραψατο και την εµην καρδιαν ως βελος ετρωσαν, ου µονον δε, αλλα και πυρ γενοµενα εν αυτη διαπαντος µε και δαπανωσι και καταφλεουσιν – ου µη γαρ κρυψω α µηδεν ηδικηκως υµας παρ’ υµων πεπονθα -, ταυτα µε ηµεραν και νυκτα ισον αλγειν πεποιηκασι, ταυτα και γλυκυτητα υπνου αποδιωκουσι και τροφην αποσειεσθαι αναγκαζουσι. ∆ιψα δε µοι πεπαυται υδατος εν τω αει διψαν των ρηµατων την εκβασιν, το δε φως του αισθητου ηλιου ουδολως καθοραν βουλοµαι, επιθυµω γαρ ιδειν ποτε τον εµον αδελφον τω νοητω ηλιω θερµως προσερχοµενον. ∆ακρυα µου και αυτα θερµοτατα ρεουσι και Χριστω υπερ του πεποθηµενου προσφερονται, οπως εκπλυθη δια τουτων και νοερως αναβλεψας τον εαυτου Ποιητην επιγνωσεται. Στεναγµοι εκ βαθους µου της καρδιας εκπεµπονται, ιν’ εκ βυθου των κακων ανενεγκω ψυχην ην ηγαπησα. Επι προσωπον κειµαι διαπαντος ολολυζων, οπως κατω κειµενον αναστησω τον εµοι προσφιλεστατον. Τον Παντοκρατορα Κυριον επικαλουµενος ανακραζω, ινα του κοσµοκρατορος των δεσµων εξαρπαση τον εκουσιως κρατουµενον. Ποιω δε και λεγω ισως και ετερα, α γραφειν ου δικαιον, Θεω δε µονω γνωστα, προς ον και γινονται. Και ει ψευδοµαι η απλως και ως ετυχε µεχρι και µονου ενος ρηµατος ειρηκα και ουχι εργω ταυτα επληρωσα, µη λογισθειην µετα των πιστευοντων επι τον Κυριον, (269) µηδε την δοξαν των αγιων θεασαιµι, αλλα αποτυχω της ελπιδος, δι’ ην τον κοσµον κατελιπον. Ταυτα εισιν α παρ’ υµων πεπονθα και ταυτα απερ ηδικηµαι. Ειπατε ουν και υµεις τινι εκ υµων τοιαυτην λυπην προεξενησαµεν; Αποδοτε, αδελφοι, ισην και υµεις την αγαπην εµοι τω εξ αγαπης τυραννουµενω. Βεβαιωσατε τους λογους υµων εργοις, ινα µικραν αναψυξιν ευροιµι. Φανερωσατε µοι, ει αληθως αγαπατε µε, τας βουλας των καρδιων υµων. Γνω καγω µη µονον τοις λογοις, αλλα ταις πραξεσιν, οτι ο Θεος µεθ’ υµων γεγονε και ουκ εις κενον εκοπιασα. Ει δε µη βουλεσθε, τι µοι βαρος ελθοντες προεξενησατε και υποχωρουντες πλεον
καταβαρυνετε; Βαρος ο και χαραν αφραστον και λυπην απειρον εν εµοι επεργαζεται, το παραδοξοτατον· χαραν µεν οτι υπερ υµων ευχοµαι και ευφραινοµαι ελπιζων απολαβειν υµας, λυπην δε οτι φοβουµαι µη συµπνιγητε τω κοσµω και απατηθεντες Χριστω ψευσησθε, οπερ φριττω εννοων και εξισταµαι. Και τουτο εστι της εµης ψυχης η δαπανη και ουκ εα µε αναπαυθηναι η χαρηναι. Και πενθων δια τουτο και σκυθρωπαζων εγω εν αληθεια πορευοµαι και την ζωην µου θρηνων απολεγοµαι, οτι ου κερδος ηγουµαι τον µονος σωζεσθαι ουδε χωρις υµων δοξαζειν θελω τον Θεον. Ει µεν ουν ικανα ταυτα το κατ’ εµε, απολογησασθε και υµεις ειτι βουλεσθε, και οιω µερει προστιθεσθε ειπατε, και εργω τον λογον κυρωσατε, ινα η ευφραινοµενος εσοµαι η παλιν ωσαυτως λυπουµενος. Ελπιζω δε και αορατως βλεπων προς Κυριον ευχοµαι οτι ου ψευσεσθε ουδε αλλα αντ’ αλλων φθεγγεσθε, (270) εργω δε µαλλον ενδειξεσθε α λογοις προσεπηγγειλασθε. Μηδεν ουν εις ταυτα διστασητε, µηδε απιστιας διαλογισµοι εν ταις καρδιαις υµων, αδελφοι µου, ανελθωσιν, αλλα ακουσατε µου των µετ’ οδυνης ρηµατων και ιδετε ως ουδεν κενον η απατηλον λεξω. Αναβλεψατε εις τον ουρανον ανω και εις την γη κατω και κατανοησατε, οποια εργα και οσα ο Θεος δι’ ηµας παντα πεποιηκεν. Ιδετε και ακριβως εξετασατε ως ουδε εν τουτων απαντων υπαρχει µονιµον, ανθρωπου δε ψυχην εν πασι τοις ορωµενοις µονη αορατως οραται και πιστευεται ειναι αθανατος, ητις συνουσα µεν και ενοικουσα τω σωµατι παντα βλεπει και κατανοει τα υλικα και κτιστα και εκ σωµατικων συνισταµενα, αποσπασθεισα δε τουτου αυτη τη ωρα εκτος πασης καθισταται γνωσεως, µονοις δε τοις αΰλοις και νοουµενοις εγκαταλεγεται. Ει µεν ουν τω φωτι των εντολων του Χριστου καταλαµπεται, και εν φωτι γινεται απειρω της αυτου ευσπλαγχνου Θεοτητος, αρρητον ευρουσα την ευφροσυνην και ατελευτητον· ει δε σκοτει των αµαρτιων περιεχεται, εν ατελευτητω σκοτει, φευ, οµοιως γινεται, πυρι καυστικω οντι συµµικτω. Τουτων ουν ουτως εχοντων, ορθως και υµων ταυτα οµολογουντων, τι βραδυνοµεν και τι το πικρον ου φευγοµεν σκοτος; Τι δε ουαι λεγοµεν τοις φιλοκοσµοις και φιληδονοις και εν τουτοις οντες ουκ αισθανοµεθα; Τι φθεγγοµεθα· “Μακαριοι οντως οι
εκζητουντες τον Κυριον και επ’ αυτον τας ελπιδας τιθεµενοι”, την δε υµετεραν ου κατανοειτε, αποφευγοντες, αθλιοτητα; Τι δε Θεον οµολογειν και πιστευειν νοµιζετε, (271) ον γνωριζειν και ω δουλευειν ου θελετε; Που ελπιζετε τα εν χερσιν υµων οντα καταλιµπανοντες αγαθα, τοις δε µαταιοις και ρεουσι προστιθεµενοι; Πως λεγεις, ειπε µοι, ινα και προς εκαστον των αντεχοµενων της µαταιοτητος των παροντων τρεψω τον λογον· “ Παντα επισταµαι, και οτι θνητος εγω και σκια τα ορωµενα και ο θανατος αωρος και η δοξα των δικαιων αιωνιος και η αισχυνη των αµαρτωλων τελος ουκ εχουσα”, αυτος δε συ των κακων ουκ αφιστασαι; Ει γαρ βλεπεις, πως οια δη τυφλος προσκοπτων ολον το σωµα και ολην την ψυχην µεµελανωσαι; Ει ειδας τα κρειττονα, πως ως µηδε αισθησιν εχων πραττεις τα χειρονα; Ει οιδας οτι παντα σκια και παντα παρερχονται τα ορωµενα, ουκ αισχυνη σκια προσπαιζων και θησαυριζων τα ρεοντα; Καθαπερ γαρ παις εις τετρηµενον αγγος αντλων, ουκ αισθανη και φρονειν δοκεις, προσφιλεστατε, ως λιαν δεινον το δοκειν και το οιεσθαι – το γαρ ειναι τουτοις αφηρηται; Ανθρωπε, πιστευεις οτι εστι Θεος ο Χριστος; Ει ουν πιστευεις, φοβου και τας εντολας αυτου φυλαττε. Ει δε απιστεις, καν τους δαιµονας αυτους, ους ταχα και αξιοπιστοτερους ηγη, ερωτησον. Μαθε παρ’ ων δεδουλωσαι και οις εξακολουθεις, οτι ουκ εστι Θεος ετερος πλην αυτου, ω ουδεις εξωµοιωται, ουδε οµοιωθηναι δυναται. Παντων γαρ εξουσιαστης αυτος εστιν, παντων κριτης, παντων βασιλευς, ποιητης φωτος και ζωης Κυριος. Αυτος φως το αρρητον, το απροσιτον, ο ων µονος, αυτος (272) αφανιει εν τη επιφανεια αυτου απο προσωπου αυτου εχθρους αυτου και τους µη ποιησαντας τα προσταγµατα αυτου, ον τροπον αποδιωκει τον ζοφον της νυκτος ανατελλων ο ηλιος, και εσται Κυριος ο Θεος ηµων αχωρητος εν αχωρητοις και ακαταληπτος εν ακαταληπτοις, µονοις φαινοµενος τοις αξιοις κατα το µετρον της εις αυτον πιστεως, οι δε γε αµαρτωλοι εσονται ως εν φωτι καλυπτοµενοι σκοτει, εν χαρα αισχυνοµενοι και εν ευφροσυνη αυτοι τηκοµενοι και δεινως καιοµενοι και διαφοροις ειδεσι των ιδιων παθων κολαζοµενοι, καθα δη και οι δικαιοι ταις διαφοροις αρεταις στεφανουµενοι.
Ουτω τοινυν και σωµατικως ταυτα εν ταις θεοπνευστοις ευρον εγκειµενα Γραφαις και πνευµατικως εδιδαχθην παρα του Πνευµατος και προς πληροφορια υµων, εξ αγαπης πολλης µη υποστειλαµενος, εγραψα. Ιδου ουν παντα υµιν ανηγγειλα και το ταλαντον ουκ εκρυψα και τη σωτηρια υµων ουκ εφθονησα. Εκαστος υµων του λοιπου ο θελει εκλεξεται. Εγω γαρ ηδη του περι υµων εγκληµατος απολελυµαι εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων. Αµην. Λογος Κ΄. (273) Περι αποταγης και εκκοπης θεληµατος, προς τους αιτησαντας γραψαι αυτοις πως οφειλει τις τον ασκητικον διανυσαι βιον. Και οτι καλον επι τουτω και επωφελες εµπειρω χρησασθαι οδηγω ηγουν πνευµατικω πατρι εις το αµαθειν τα της αρετης και της ασκητικης τεχνης την δυσκατορθωτον εργασιαν. Και περι πιστεως της εις τους πνευµατικους πατερας και θεωριας φωτος, υφ’ ου πασα φωτιζοµενη ψυχη προκοπτει εις αγαπην Θεου. Αγαπητοι µου και περιποθητοι αδελφοι, πολλακις ηθελησατε λογον ωφελειας ακουσαι παρα της ηµων µετριοτητος, και δια το συντοµως υποχωρειν υµας, λαλησαι υµιν απο στοµατος τα δεοντα, ως παρεργα, συµφεροντως ουκ ηβουληθηµεν. ∆ια τουτο καθαπερ ηττησασθε γραψαι νυν τη αγαπη υµων, εικοτως προεθυµηθηµεν· ου τα προς νουθεσιαν (και γαρ αναξιοι), αλλα τα προς συµβουλην και υποµνησιν, ως αγαπωντες λιαν υµας, και οσα γινωσκοµεν ωφελουντα και συνεργουντα ψυχην προς τε την εκ του κοσµου φυγην και την των παθων αλλοτριωσιν και Θεου αγαπην και τελειαν απαθειαν. Τοιγαρουν και ουδαµοθεν ποθεν αλλοθεν δικαιον (274) ηγησαµην την αρχην προς ανθρωπον διψωντα την ψυχικην σωτηριαν ποιησασθαι, ει µη εξ αυτης της αενναου πηγης, του Σωτηρος Χριστου και Θεου ηµων, δι’ ον ηµιν ο λογος και απαν εγχειρηµα, και προς ον πασα σπουδη µετ’ ελπιδος χρηστης και απαν ενθυµιον. Ουτος γαρ και αρχοµενοις θεµελιος αρραγεστατος και µεσαζουσιν ελπις ακαταισχυντος και τελειουσιν αγαπη ακορεστος και ζωη ατελευτητος. Τουτου εγω της αγιας φωνης ηκουσα προς απαντας λεγουσης κοινως· “Οστις ου καταλειψει πατερα και µητερα και αδελφους και παντα τα υπαρχοντα αυτω και αρη τον σταυρον αυτου και
ακολουθησει µοι, ουκ εστι µου αξιος”. ∆ι’ ουδεν ουν ετερον τον σταυρον εσχατως τεθειναι και παρα της Γραφης εδιδαχθην και δι’ αυτης της πειρας µεµαθηκα, ει µη δια την των θλιψεων και πειρασµων υποµονην και τελευταιον δια τον θανατον αυτον τον εκουσιον, ονπερ και τοις τοτε καιροις, επικρατουσων των αιρεσεων, πολλοι δια του µαρτυριου και των ποικιλων βασανων προειλοντο, νυνι δε Χριστου χαριτι εν καιρω βαθειας και τελειας ειρηνης ουδεν ετερον επληροφορηθηµεν ειναι σταυρον και θανατον, ει µη την παντελη του ιδιου θεληµατος νεκρωσιν. Ο γαρ το ιδιον καν οπωσουν εκπληρων θεληµα, το του Σωτηρος Χριστου προσταγµα φυλαξαι ου δυνησεται πωποτε. Ινα ουν ως προς ενα τον λογον ποιησωµαι, ταυτα φηµι προς υµας· Αδελφε, εκτενως τον Θεον παρακαλεσον, οπως δειξη σοι ανθρωπον, τον καλως ποιµαναι σε δυναµενον, ω και οφειλεις ως αυτω τω Θεω υπακουσαι (275) και τα παρ’ αυτου σοι λεγοµενα αδιστακτως επιτελεσαι, ει και εναντια σοι και επιβλαβη κατα το δοκουν σοι τα προσταττοµενα φαινονται. Και ει µεν εις ον ηδη εσχες πατερα πνευµατικον περισσοτερως πληροφορειται παρα της χαριτος η καρδια σου, ποιει α σοι λεγει και σωζη· κρεισσον γαρ µαθητην µαθητου ονοµαζεσθαι και µη ιδιορρυθµως βιουν και τρυγαν ανωφελεις καρπους του ιδιου θεληµατος. Ει δε προς αλλον το Αγιον Πνευµα εκπεµψει σε, µη διστασης το συνολον· ακουοµεν γαρ και Παυλον φυτευσαντα και Απολλω αρδευσαντα και Χριστον αυξανοντα. Ποιησον ουν, αδελφε, και συ καθως ειποµεν, και απελθε προς ανθρωπον, ον ο Θεος η µυστικως δι’ εαυτου η φανερως δια δουλου αυτου υποδειξει σοι. Και ως αυτον τον Χριστον και ορων και λαλων, ουτω σεβασθητι αυτον και ουτω διδαχθητι παρ’ αυτου τα συµφεροντα. Εαν γαρ ακουσης παρ’ αυτου· “Εξελθε εκ της γης του θεληµατος σου και εκ της συγγενειας του φρονηµατος σου”, µη διακριθης µηδε ερυθριασης υπο κενοδοξιας ηττωµενος. Εαν ειπη σοι· “∆ευρο εις γην υπακοης, ην αν σοι δειξω”, δραµε, αδελφε µου, οση σοι δυναµις, µη δωσης υπνον σοις οφθαλµοις µηδε καµψης γονυ, οκνηρια η ραθυµια εκλυοµενος. Ισως γαρ εκει οφθησεται σοι ο Θεος, ο πατερα πολλων πνευµατικων τεκνων αναδειξαι σε µελλων και την γην της επαγγελιας δωρησασθαι, ην κληρονοµουσι µονοι οι δικαιοι. (276) Εαν εις το ορος αναγη σε,
προθυµως ανελθε· και γαρ θεαση, ευ οιδα, Χριστον µεταµορφουµενον και πλειονως υπερ τον ηλιον λαµποντα τω φωτι της Θεοτητος, και καταπεσης ισως µη φερων οραν α ουδεποτε τεθεασαι, και φωνης ακουσης πατρωας ανωθεν, και νεφελην ιδης σκιαζουσαν, και προφητας παρισταµενους και βεβαιουντας ζωντων και νεκρων αυτον Θεον υπαρχειν και Κυριον. Εαν ακολουθειν προτρεψηται, περιερχου τας πολεις µετ’ αυτου θαρσαλεως· και γαρ ωφεληθηση τα µεγιστα, εαν εις αυτον αποβλεπης και µονον. Εαν ιδης µετα πορνων και τελωνων και αµαρτωλων συνεσθιοντα, µηδεν λογιση εµπαθες και και ανθρωπινον, αλλ’ απαθη παντα και αγια και το “Εγενοµην τοις πασι τα παντα, ινα τους παντας κερδησω” κατα νουν λογιζου, βλεπων αυτον τοις ανθρωπινοις συγκαταβαινοντα παθεσιν. Αλλα µηδε τοις οφθαλµοις βλεπων, τουτοις πιστευσης το συνολον· πλανωνται γαρ και ουτοι, ως εργω µεµαθηκα. Ακολουθων αυτω και τοις παρ’ αυτου λεγοµενοις πειθαρχων, µη αποβλεπης προς τους συνοντας σοι µηδε ειπης περι τινος· “Κυριε, ουτος δε τι; “ αλλα παντοτε σεαυτω προσεχε και προ οφθαλµων εχε τον θανατον και σκοπει λελογισµενως εν ποιω αρετη δοξασεις τον Θεον. Μη επαρθης δια τον σον διδασκαλον παρα µειζωνος τιµωµενος, (277) µηδε δια το εκεινου ονοµα πολλους εχων υπακουοντας σου, χαιρε δε µαλλον εαν το ονοµα σου γραφη εν τω ουρανω της ταπεινωσεως. Εαν βλεπης και την σκιαν σου τους δαιµονας τρεµοντας, µη σεαυτω αλλα τη του πατρος σου πρεσβεια το ολον επιγραψον, και πλειονως σε φοβηθησονται. Εαν επι τραπεζης καθεσθηναι προτρεψη σοι, ει µεν πλησιον, ευγνωµονως αποδεξαι, και σεβας και τιµην µετα σιωπης προς αυτον φυλαξον, και µη αψη των προκειµενων τινος ανευ της εκεινου ευχης· αλλα µηδε ετερω δωσης η προτιµησασθαι τινα τολµησης ανευ γνωµης εκεινου και προσταξεως. Ει δε εσχατως παντως καλεσει σε, µη ειπης· “Εκ δεξιων η αριστερων καθεσθησοµαι”, ειδως οτι τουτο αλλοις ητοιµασται και ακηκοως οτι “Ο θελων ειναι πρωτος παντων, εστω εσχατος”, και το κατω µερος ως του ανω αποδεξαι προξενον, και αγαπησον τον διδασκαλον ως καλως σοι δια των ευτελων
πραγµατευοµενον τα µειζονα. Αλλα µη εξ αυθαδειας µετ’ αυτου πρωτος εµβαψης την χειρα εν τω τριβλιω· τινος γαρ ουκ αγνοεις τουτο το τολµηµα. Εαν θελησης νιψαι τους ποδας σου, αιδεσθητι αυτον ως Κυριον και διδασκαλον και αναβαλου το εγχειρηµα. Εαν δε ακουσης· “Ουκ εχεις µερος µετ’ εµου, εαν µη τους ποδας σου νιψω”, προθυµως και ολον το σωµα σου παρασχου εις καθαρσιν, ινα µαθης εκ των εις σε γενοµενων (278) το πολυ υψος της θεοποιου ταπεινωσεως, και πλειον µαλλον τηνικαυτα ωφεληθης, εαν, εχης συνειδησιν, η οτε συ τους ποδας του πατρος σου νιψειας. Εαν ειπη αναπεσων· “Εις εξ υµων παραδωσει µε η σκανδαλιζει µε”, µη κρυψης τον δολον, αλλ’ ει συγγινωσκεις, εξοµολογησαι· ει δε µη, επι τους αυτου ποδας επι προσωπον πεσων, µετα δακρυων ερωτησον· “Μη τι εγω ειµι, ∆εσποτα;”. Και γαρ πταιοµεν πλειστα και κατα αγνοιαν. Επι το στηθος δε πεσειν του πατρος σου ου συµφερει σοι· ει γαρ και Ιωαννης εξ αγαπης πολλης προς τον Χριστον ως προς ανθρωπον επαρρησιασατο, αλλα µετα παντων και αυτος, οτε παντα ποιησειεν, αχρειον δουλον εαυτον αποκαλειν προσετετακτο. Εαν ιδης τον οδηγουντα σε θαυµατουργουντα και δοξαζοµενον, πιστευσον και ευφρανθητι και τω Θεω ευχαριστησον οτι τοιουτου διδασκαλου τετυχηκας, µη σκανδαλισθης δε παρα των φθονουντων ορων ατιµαζοµενον αυτον, ισως και ραπιζοµενον και συροµενον, αλλ’ ως θερµος Πετρος λαβε την µαχαιραν και την χειρα εκτεινας, µη το ωτιον µονον αλλα και την χειρα και την γλωσσαν αποκοψον του επιχειρουντος λεγειν κατα του σου πατρος η αυτου απτεσθαι. Ει δε και επιτιµηθης ως εκεινος, παντως και µειζονως επαινεθησει της πολλης αγαπης και πιστεως ενεκα. Ει δε και επιτιµηθης ως εκεινος, παντως και µειζονως επαινεθησει της πολλης αγαπης και πιστεως ενεκα. Ει δε και ως ανθρωπος πτοηθεις ειπης· “Ουκ οιδα τον ανθρωπον”, αλλα κλαυσον παλιν µετα ταυτα πικρως (279) υπερ τουτου και µη τη απογνωσει καταποθης· και πεπεισµαι οτι εκεινος πρωτος σε προς εαυτον εφελκυσεται. Καν σταυρουµενον ιδης αυτον ως κακουργον και παρα κακουργων ανθρωπων πασχοντα, ει δυνατον συναποθανον· ει δε µη, µη προστεθης τοις κακοις ως κακος και προδοτης, µηδε κοινωνησης µετ’ αυτων αθωου
αιµατος, αλλ’ ως δειλος και µικροψυχος βραχυ τι τον ποιµενα καταλιπων, την εις αυτον πιστιν φυλαξον. Εαν αφεθη των δεσµων, παλιν προσελθε και ως µαρτυρα πλειον σεβασθητι· ει δε συναποθανη τοις πειρασµοις, το σωµα αυτου παρρησιαζοµενος ζητησον και τιµησον περισσοτερον µαλλον η οτε εµψυχωµενω παριστασο, και µυροις αλειψας πολυτελως ενταφιασον. Ει γαρ και µη τριηµερος, αλλ’ εσχατος µετα παντων εξαναστησεται. Πιστευε δε οτι µετα παρρησιας παρισταται τω Θεω καν τω ταφω το σωµα τουτου κατεθηκας και αδιστακτως επικαλου την πρεσβειαν αυτου· και βοηθησει σοι ενταυθα και εκ παντων φυλαξει σε των εναντιων, και υποδεξεται σε εν τω εκδηµειν σε απο του σωµατος και µονην αιωνιαν ετοιµασει σοι. Εαν µετα τα προειρηµενα απαντα κατ’ ιδιαν καλεσας σε, ησυχασαι προτρεψηται και ειπη· “Καθεζου ωδε απροϊτος εως ου ενδυση δυναµιν εξ υψους”, µετ’ ελπιδος βεβαιας και χαρας απληρωτου επακουσον. (280) Αψευδης, αδελφε µου, και αληθινος υπαρχει ο τοιουτος διδασκαλος. Επελευσεται γαρ η ιση του Παναγιου Πνευµατος επι σε και νυν δυναµις, ουκ εν ειδει πυρος αισθητως φαινοµενη ουδε µετα ηχου πολλου και πνοης βιαιας – ταυτα γαρ δια τους απιστους τοτε γεγονασιν -, αλλ’ εν ειδει φωτος νοητου µετα πασης γαληνης και θυµηδιας νοερως σοι οφθησεται, οπερ προοιµιον εστι του αιωνιου και πρωτου φωτος και απαυγασµα και λαµπηδων υπαρχει της αϊδιου µακαριοτητος. Τουτου τοινυν φανεντος πας εµπαθης λογισµος αφανιζεται και παν παθος ψυχικον απελαυνεται, πασα νοσος σωµατικην την ιασιν δεχεται. Τοτε οι οφθαλµοι της καρδιας καθαιρονται, και ορωσιν οπερ εν τοις µακαρισµοις γεγραπται. Τοτε ως εν εσοπτρω βλεπουσα η ψυχη και τα µικρα εαυτης σφαλµατα εις αβυσσον καταφερεται ταπεινωσεως, και της δοξης κατανοουσα το µεγεθος πασης χαρας και ευφροσυνης εµπιπλαται, και το παρ’ ελπιδα του θαυµατος εκπληττοµενη πηγας δακρυων αφιησι. Και ουτως ολως αλλοιουται ο ανθρωπος και γινωσκει Θεον και υπ’ αυτου γινωσκεται πρωτον. Αυτη γαρ µονη παντων επιγειων και ουρανιων, ενεστωτων τε οµου και µελλοντων, θλιβερων τε και χαροποιων, ποιει καταφρονειν τον
ανθρωπον, ον και φιλον αµα Θεω και υιον Υψιστου και Θεον, οσον εφικτον ανθρωποις, αυτον απεργαζεται. Ταυτα τοιγαρουν εγραψα τη αγαπη σου, ινα απερ ηξιους προς απαξ παρα της εµης αθλιοτητος, ταυτα εχων εγγραφως αναγινωσκεις οτε θελησειας. (281) Εαν δε και πιστευσης οικονοµικως σοι και συµφεροντως ταυτα δι’ ηµων το Παναγιον Πνευµα εντελλεσθαι, παντα κατα ακολουθιαν γενησονται καθως περ εφηµεν, και οσα ηµεις παρελιποµεν, και γαρ πολλα εισιν, αυτος σε δι’ εαυτου διδαξειεν ο Χριστος. Ει δε απιστα και ουκ αρεστα σοι φανησονται, συγγνωθι µοι απερ µεµαθηκα συµβουλευοντι, και συ ακολουθει πασιν οις επιστασαι κρειττοσι· βλεπε δε, αδελφε µου, µηπως αβουλητως ακολουθησης και χειροσι. Σπανιοι γαρ ως αληθως και µαλιστα ατρι οι καλως ποιµαινειν και ιατρευειν ψυχας λογικας επισταµενοι. Νηστειαν γαρ και αγρυπνιαν και σχηµα ευλαβειας πολλοι ισως προσεποιησαντο η και εργω εκτησαντο, και το πολλα αποστηθιζειν και δια λογων διδασκειν οι πλειονες ευχερως εχουσιν, εις δε το καλυθµω εκκοψαι τα παθη και τας περιεκτικας αρετας αναφαιρετους κτησασθαι πανυ ολιγοι ευρισκονται. Περιεκτικας δε αρετας λεγοµεν ταπεινωσιν, την των παθων αναιρετην και προξενον της ουρανιου και αγγελικης απαθειας, και αγαπην, την µηδεποτε ισταµενην µητε πιπτουσαν, αλλα διαπαντος προστιθεµενην τοις εµπροσθεν, ποθω ποθον προσλαµβανοµενην και ερωτι ερωτα, εξ ης η τελεια χορηγειται διακρισις, η και εαυτην και τους αυτη εποµενους καλως οδηγουσα και απροσκοπτως την νοητην διαβιβαζουσα θαλασσαν· ην και σοι ευχοµαι παρα Θεου δωρηθηναι και νυν µαλιστα, οπως θεαρεστως τα κατα σε διακρινης και ουτω ποιησης και σπουδασης (281) ωστε Χριστον ευρειν και εν τω νυν συνεργουντα σοι και εν τω µελλοντι πλουσιως της παρ’ αυτου ελλαµψεως την απολαυσιν σοι δωρουµενον, και µητε ως ποιµενι ακολουθησης τω λυκω, µητε νοσουση υπεισελθης ποιµνη, µητε µονος ευρεθης κατ’ ιδιαν, ινα µη η θηριαλωτος υπο του ψυχοφθορου λυκου οφθης γενοµενος, η νοσον επι νοσω νοσησας ψυχικως τελευτησης, η µονος το ουαι καταπεσων κερδανης. Ο γαρ αγαθω εαυτον εκδους διδασκαλω ουδενος
τουτων φροντιει, αλλ’ αµεριµνως βιωσας σωθησεται εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος ΚΑ΄. (283) Περι µνηµης θανατου. Και οιον αγαθον τελος δεδωκεν ο τρισολβιος αυτου αδελφος Αντωνιος. Και προς τω τελει, επιταφιος προς αυτον. Αδελφοι και πατερες, ευχοµαι τω ελεησαντι µε Θεω τα υπερ της σωτηριας παντων οικονοµηθηναι και τας ψυχας ηµων διευθετηθηναι προς τον εκειθε βιον καλως, οπου προλαβοντες ηµας αδελφοι και γονεις αναµενουσιν, οπου ο τρισολβιος και µακαριος ηµων αδελφος ο κυρις µετηλθεν Αντωνιος, καλως και οσιως ενταυθα πολετευσαµενος, µετανοησας γνησιως, εξαγορευσας εµπονως απερ ολιγοι των µοναχων λογιζονται αµαρτηµατα. Καθαρος γαρ τυγχανων και την καρδιαν καθαραν κεκτηµενος απο των εµπαθων λογισµων, τα µικρα - ως δοκω και παντελως - αµαρτηµατα ο αγιος εκεινος ως αµαρτιας µεγαλας και ειχε και εξηγορευεν, επει Θεου χαριτι σκεποµενος παρθενος διηλθε τον βιον, τω σωµατι και την καρδιαν αγνος. Αφ’ γαρ τον της µονης εισηλθε πυλωνα και τω Χριστω συνεταξατο, τον χιτωνα της σαρκος αυτου η της ψυχης αυτου ουκ εµολυνεν ου συνδυασµω εννοιων, ου συγκαταθεσει λογισµων, (284) ου πραξει τινι, ωσπερ µοι, πλησιον της κλινης αυτου καθεζοµενω και κλαιοντι, ουτως εξειπε· “Τι κλαιεις, φησιν, αδελφε; Της προς Θεον πιστεως ου γεγονας εξαρνος, αλλα ταυτην ως εκεινον, ελπιζω, εφυλαξα. Και αφ’ ου εν τη αγια παραγενοµην ταυτη µονη - ου καυχωµενος λεγω, αλλ’ εις τον Θεον θαρρων και εις την του αγιου πατρος ηµων ευχην – σαρκικην αµαρτιαν ουκ επραξα. Εσθιων δε και πινων, εν αµελεια διετελεσα τας ηµερας µου. Πλην εις την φιλανθρωπιαν του τα παντα ειδοτος Θεου εµαυτον ανατιθηµι, και ως ποιησει µετα της εµης ταπεινωσεως”. Τι τοινυν των µεγαλων πατερων τα τελευταια ρηµατα και αποφθεγµατα του ηµετερου πλειω τυγχανουσι αδελφου; Την γαρ αγνειαν αυτου και παρθενιαν µετα παρρησιας ηµιν εγνωρισε και το της ταπεινωσεως αυτου παλιν απτωτον τη εαυτου ψυχη περιποιησατο, φυλαττων καντουτω την ∆εσποτικην φωνην η µαλλον ειπειν εντολην, την λεγουσαν·
“Οταν παντα ποιησητε, τοτε λεγετε οτι· Αχρειοι δουλοι εσµεν, ο οφειλοµεν ποιησαι πεποιηκαµεν”. Μετα δε ταυτα τω αγιω ηµων υφηγησατο αυτω, απερ και αυτον τον αγιον πατερα και ηµας αυτους εξεστησαν, ου µονον δε αλλα και απαντας τους ακηκοοτας µετα την τελευτην εκεινου ταυτα εξεπληξαν. Ουδεις γαρ εξ ηµων παρ’ εκεινω τοιουτον θησαυρον αγνειας και παρθενιας ηλπιζεν αποκρυπτεσθαι. Αλλα γαρ ειθ’ ουτω και το αγιον και αγγελικον µεγα σχηµα επενδυσαµενος, εν προθυµια µεγαλη, εν πολλαις δακρυων εκχυσεσιν, εν αρραγει πιστει και επιγνωσει τελεια, ουτω τη εβδοµη ηµερα ο νεοφωτιστος ουτος και στρατιωτης νεολεκτος, (285) ο εσχατος εν τω παροντι βιω υπερ ηµας εισελθων και πρωτος την µαταιοτητα του κοσµου καταλιπων, προς τον εαυτου ∆εσποτην ανεκλαλητω χαρα εξεδηµησε, πενθος απαυστον καταλιπων τοις ταλαιπωροις ηµιν. Οταν γαρ ενθυµηθω, απερ και υµεις οιδατε οτι εποιουν και ελεγον προς αυτον, τα προς σωτηριαν αυτου ψυχικην σπουδαζων εγω ο µαταιος, ολως εξισταµαι και νουν και διανοιαν και την καρδιαν µου φλογιζοµαι, πως ελαθον εµαυτον, πως εµαταιωθην παιδευων ανδρα, παρ’ ου µαλλον εγω παιδευεσθαι ωφειλον· τας γαρ αρετας εκεινου ελαττωµατα κρινων εγω σφοδρα ηλγουν και περι της ψυχικης σωτηριας του πεποθηµενου µου αδελφου εσφαδαζον – ουτω γαρ πρεπον εστι µη ψευσεσθαι- . Εν Χριστω καυχωµαι, χαρα δε παλιν ανεκλαλητω συνεχοµαι, οτι ουτω του τηδε βιου τον εµον προεπεµψα αδελφον και εν τοιουτοις εργοις και πραξεσι κατηξιωθην ιδειν αυτον προς Χριστον εκδηµησαντα. Οιδε γαρ ο των εννοιων ηµων και των λογισµων εξεταστης Θεος, οτι περι τουτου πολλη σπουδη εξ αρχης και µεριµνα µοι εγενετο, και πολλας δακρυων αφηκα πηγας τουτουγε ενεκα. Και ο Θεος ο φιλανθρωπος ου παρειδε µου του ταλαιπωρου την δεησιν, αλλ’ εν αγαπη, τη εις αλληλους, και ταπεινωσει και πιστει, τη προς ηµας, ουτως απεπτη προς ουρανον, το σωµα µονον καταλιπων εν ταις εµαις αθλιαις χερσι. Θρηνουντος µου γαρ και “Μη επιλαθη” λεγοντος “ηµων, αδελφε. Ηδη γαρ εκλειπεις και καταλιµπανεις ηµας”, ουτωσι γαληνως προσεφθεγξατο· (286) “Ουχι, εις τον Θεον ελπιζω”. Και τουτο το ρηµα υστατον τοις καθαρωτατοις αυτου χειλεσιν
εξειπων, προς Θεον εξεδηµησεν, ουχ απαξ τουτο ειπων, αλλα και δις. Προτερον εµου δηλονοτι το “Μη επιλαθη ηµων” αιτησαµενου “αδελφε περιποθητε”, αυτος εκ δευτερου µη επιλαθεσθαι ηµων προεπηγγειλατο. Και τους ποδας εξαρας και τας χειρας τυπωσας σταυροειδως εν αταραχω της ψυχης καταστηµατι και κινηµατι, ουτω τον γλυκυτατον υπνον εν ειρηνη βαθεια εκοιµηθη και υπνωσεν υπνον τον δικαιοις πρεποντα, προς ουδεν των παροντων προσπαθειαν ενδειξαµενος. Ουτε γαρ συγγενων εµνησθη, ουτε φιλον ωνοµασεν εν τουτω τω βιω τινα, ου περι φθαρτου πραγµατος διεταξατο, αλλ’ ως κοπρον η βορβορον τα τηδε παντα µισησας και βδελυξαµενος, ουτω γυµνος πασης επιθυµιας των ορωµενων και σχεσεως, προς τα νοητα µετεβη βασιλεια, αξιος ως αληθως οικητωρ και κληρονοµος εκεινων γενοµενος. Και εικοτως· ει γαρ ηµιν ο Θεος ενετειλατο, γεγυµνωµενοις ουσιν, ενδυειν τους αδελφους, ποσω µαλλον εκεινος ιµατιον και σκεπη τω γλυκυτατω µοι γενησεται αδελφω, τω δι’ εκεινον µεν τον κοσµον παντα και τα του κοσµου αποδυσαµενω και γυµνω προς αυτον εκδηµησαντι; Αλλα τον βιον του αδελφου παντες ηµεις αναθεωρησαντες, µιµησωµεθα, παρακαλω, την αυτου πιστιν, τους αγωνας αυτου, την εξοµολογησιν, την µετανοιαν, ινα και ηµεις προς την εκ του σωµατος εξοδον ερχοµενοι, αφοβως και αταραχως ως εκεινος, του µεν σωµατος εκδηµησωµεν, προς δε τον Θεον απελθοντες, εν αυτω µετ’ ελπιδων χρηστων ενδηµησωµεν και καταπαυσωµεν εις αιωνιους σκηνας, (287) ενθα παντων ευφραινοµενων η κατοικια και ο χορος των µακαριων και αγιων πατερων ηµων εναυλιζεται. Αλλ’ ω φιλτατε και Θεω φιλουµενε, τριποθητε αδελφε, µεµνησο της υποσχεσεως και µη επιλαθη των τελευταιων και ηδιστων εµοι ρηµατων σου, πρεσβευων υπερ ηµων των αδελφων σου και παντος του γενους σου. Οιδας γαρ εν οιοις εσµεν κακοις, αυτος εν καλοις γενοµενος και πολλοις αγαθοις· ο γαρ του σκοτους απαλλαγεις ακριβως γινωσκει των εν αυτω κρατουµενων την αθλιοτητα. Ικετευσον ουν, αξιουµεν, και νυν τον Θεον υπερ πασης σου της εν Χριστω αδελφοτητος, ο µηδεποτε τινος εξαιτουµενου σε παρακουσας, µηδε της σης αναγκαιας τροφης τους δεοµενους αποστερησας. ∆εηθητι υπερ αδελφων των τω
σω ποθω εκκρεµαµενων και τον χωρισµον στεγειν αδυνατουντων και το πενθος επισχειν µη καρτερουντων, οπως και ηµας µετα σου εξεις υποδεξαµενος, και συν σοι σκηνωσαι τον υπεραγαθον Θεον εξιλεωσαι και τοπον ηµιν προετοιµασον αναπαυσεως δια της εντευθεν ευπραξιας εξειργασµενον, ινα συν σοι και µετα σου, ως και εν τω παροντι βιω, και αυτοθι συνδιαγωµεν και συνευφραινωµεθα, καταξιουµενοι οικειν και βλεπειν την αλυπον και µακαριαν ζωην. Και καθαπερ ηµεις, απο του κοσµου σου προσδραµοντος εις την µοναχικην πολιτειαν, µονην και οικιαν προηυτρεπισαµεν, ουτω νυν και συ εις την αρρητον και θειαν και αϋλον διαγωγην προοδευσας, ασµενως ηµας υποδεξαι, µαλλον δε προσλαβου και συνοδευσον και συγκοπιασον, ως φιλαδελφος αδελφος, και των επιχειρουντων παρεµποδιζειν και κωλυειν ηµων την προς σε αφιξιν ελευθερωσον, (288) µεµνηµενος οτι και ηµεις τη ση εβοηθησαµεν και συνεκοπιασαµεν εν τωδε τω βιω αδελφοτητι. Χρηζοµεν γαρ σου µαλλον αρτι της συνεργειας ηµεις η τοτε συ, οτε των του κοσµου δικτυων υπεξελθειν επεχειρησας. Πολα γαρ τα ηµετερα αχθη, γλυκυτατε αδελφε, α την ταπεινην ηµων ψυχην και το σωµα βαρυνουσιν, ων το παντων δεινοτατον η µονωσις και η πολλη των µεθ’ ηµων αδελφων µεριµνα, περι ην µε και γινωσκεις ζηλωτην µανικωτατον. Εγνως γαρ παντως αρτι τα της εµης προς σε διαθεσεως, και ως ου µισων σε ποτε η βδελυσσοµενος επεπληττον και παντι τροπω ταις νουθεσιαις ησφαλιζοµην, αλλα σφοδρα φιλων σε και τω περι σε ποθω ανενδοτως φλεγοµενος. Βλεπεις γαρ αρτι, οιδα καλως, υπεξελθων τον γνοφον και την οµιχλην τουτου του σωµατος, και γυµνην ορας την εµην ψυχην και την γνωµην αυτης, καθως συ υπαρχεις αρτι γυµνος του σωµατος. Θεοειδης γαρ γενοµενος, θεοειδεστερον βλεπεις και παντα τα καθ’ ηµας. Μη ουν ψευστης των συνθηκων φανηση των προς ηµας, µηδε επιλαθη αδελφου του υπερβαλλοντως σε αγαπησαντος και, ει µη τολµηρον ειπειν, και αυτην την ψυχην υπερ σου τεθεικοτος. Αλλα δος χειρα βοηθειας δια των ευπροσδεκτων σου προσευχων, ινα καταντησαι αξιωθωµεν προς σε και συνοικησαι σοι εν αυτω τω Κυριω και Θεω και Σωτηρι ηµων Ιησου Χριστω, την κατοικιαν ποιουµενοι εν αυτω, συναναστρεφοµενοι τω
αφραστω φωτι εν τη ακηρατω ζωη, εν τη ανεκλαλητω χαρα, εν τη ανεκδιηγητω δοξη τε και λαµπροτητι, τη εν Πατρι και Υιω και Αγιω Πνευµατι ορωµενη και προσκυνουµενη εις τους αιωνας. Αµην. Λογος ΚΒ΄. (289) Περι πιστεως. Και διδασκαλια περι των λεγοντων µη ειναι δυνατον εν µεσω των βιωτικων το τελειον φθασαι των αρετων. Και διηγησις εκ προοιµιων επωφελης. Αδελφοι και πατερες, καλον ηµας ανακηρυττειν εις παντας το ελεος του Θεου και γνωριζειν τοις πλησιον ηµων την προς ηµας αυτου ευσπλαγχνιαν και αφατον αγαθοτητα. “Εγω ουν, ως ορατε, ουκ ενηστευσα, ουκ ηγρυπνησα, ουκ εχαµευνησα, εταπεινωθην δε και εσωσε µε συντοµως ο Κυριος”, φησιν ο θειος ∆αβιδ. Πολλω δε συντοµωτερον ειπειν· “Μονον επιστευσα και προσελαβετο µε ο Κυριος”. Πολλα γαρ τα εµποδιζοντα ηµας προς το ταπεινωσιν κτησασθαι, πιστιν δε ευρειν ουδεν το κωλυον εστιν. Ει γαρ απο ψυχης θελησοµεν, και η πιστις ευθεως ενηργησε, δωρον γαρ εστι του ∆εσποτου αυτη και φυσικον πλεονεκτηµα, ει και τω αυτεξουσιω της ηµων προαιρεσεως και αυτη υποκειται, και γαρ και Σκυθαι και βαρβαροι αλληλων τοις λογοις πιστευουσιν. Αλλ’ ινα πραγµατικως δειξω υµιν της ενδιαθετου πιστεως (290) ενεργειαν, ακουσατε και διηγησιν υµιν διηγησοµαι προς βεβαιωσιν των ειρηµενων, ην εξ αληθινου ακηκοα στοµατος. Γεωργιος τις τουνοµα, νεος την ηλικιαν υπαρχων και αυτος ωσει ετων εικοσιν, οικων εν Κωνσταντινουπολει εν τοις καθ’ ηµας χρονοις, - ωραιος τω ειδει και φαντασιωδες το τε σχηµα και το ηθος και το βαδισµα κεκτηµενος, ως εκ τουτων και υποληψεις πονηρας εχειν τινας εις αυτον, τους το εξωθεν µονον βλεποντας περικαλυµµα και κακως κρινοντας τα αλλοτρια -, αγιω τινι µοναχω, εν ενι των της πολεως µοναστηριων διαγοντι, γνωριµος κατεσταθη. Και τα της ψυχης αυτου προς αυτον αναθεµενος, εντολην µικραν εις µονην υποµνησιν ελαβε παρ’ αυτου. Εζητησε και βιβλον ο νεος λαβειν εξ αυτου, τα της πολιτειας των µοναχων και τα της πρακτικης αυτων ασκησεως διηγηµατα περιεχουσαν, και διδωσιν αυτω ο γερων την συγγραφην του µοναχου Μαρκου, την περι πνευµατικου νοµου
διδασκουσαν. Ταυτην δε ως εξ αυτου του Θεου σταλεισαν ο νεος δεξαµενος και ως µεγα τι εξ αυτης ελπιζων καρπωσασθαι, ουτω µετα ποθου και προσοχης διηλθε πασαν αυτην. Και εκ παντων ωφεληθεις, τρια µονα κεφαλαια, ιν’ ειπω, εν τη αυτου καρδια ενεπηξε. Και το µεν εν υπαρχον το ουτως αυταις εγκειµενον λεξεσι· “Ζητων θεραπειαν, επιµελησαι της συνειδησεως και οσα λεγει ποιησον και ευρησεις ωφελειαν”. Το δε ετερον· “Ο προ της εργασιας των εντολων τας ενεργειας του Αγιου Πνευµατος επιζητων, οµοιος εστι δουλω αργυρωνητω, ος αµα τω αγορασθηναι συν ταις ωναις και ελευθεριαν αυτω γραφηναι επιζητει”. Το δε τριτον· “Τυφλος εστι κραζων και λεγων ῾ Υιε ∆αβιδ, ελεησον µε’, (291) ο προσευχοµενος σωµατικως και µηπω εχων γνωσιν πνευµατικην· ο ποτε δε τυφλος αναβλεψας και ιδων τον Κυριον, ουκετι υιον ∆αβιδ, αλλ’ Υιον Θεου οµολογησας, προσεκυνησεν αυτω”. Ταυτα τοινυν ο νεος εκεινος εθαυµασε και θαυµασας επιστευσεν οτι τη επιµελεια της συνειδησεως ευρησει ωφελειαν και τη των εντολων εργασια την ενεργειαν του Αγιου Πνευµατος και τη χαριτι τουτου νοερως αναβλεψει και ιδη τον Κυριον. Τη ουν αγαπη τουτου και τη επιθυµια τρωθεις, το πρωτον καλλος δι’ ελπιδος εζητει και µη φαινοµενον. Ουδεν δε ετερον επραξεν, ως µεθ’ ορκων µε εβεβαιωσεν, ει µη την δοθεισαν αυτω µικραν εντολην παρα του αγιου εκεινου γεροντος εκαστη εσπερα εποιει και ουτως επι της κλινης εκαθευδε. Της συνειδησεως ουν λεγουσης αυτω· “Ποιησον παντως και ετερας µετανοιας και αλλους ψαλµους προσθες, και πλειον λεγειν το ῾ Κυριε, ελεησον’ , δυνασαι γαρ”, ταυτη προθυµως υπηκουε και αδιστακτως, ως εξ αυτου του Θεου λεγοµενα, ουτως απαντα επραττε. Και ουδεποτε εκτοτε εκοιµηθη ελεγχουσης αυτον της συνειδησεως και λεγουσης· “Τι τουτο ουκ εποιησας;” Ταυτη τοιγαρουν εξακολουθων απαραλειπτως κακεινης το λεγειν προστιθεισης οσηµεραι, εις ολιγας ηµερας πολλη προσετεθη η της εσπερας ακολουθια. Την γαρ ηµεραν οικου προΐστατο των πατρικιων τινος και εν τω παλατιω καθ’ εκαστην προηρχετο, φροντιζων των τω βιω αρµοζοντων, ως εκ τουτου µηδενι ανθρωπω γινωσκεσθαι τα πραττοµενα. ∆ιο και δακρυα καθ’ εσπεραν απο των οφθαλµων
αυτου κατηρχοντο και συχνοτερον επι (292) την γην και επι προσωπον γονυκλισιας εποιει, κεκολληµενους εχων αλληλοις και αµετακινητους τους ποδας εν παραστασει, ευχαι τε παρ’ αυτου προς την Θεοτοκον ανεγινωσκοντο εµπονως και µετα στεναγµων και δακρυων και, ως παροντος του Κυριου σωµατικως, ουτω τοις αχραντοις ποσιν αυτου προσεπιπτεν και ως τυφλος ελεηθηναι και ψυχικως αναβλεψαι ητειτο. Ως δε καθ’ εσπεραν η ευχη προσετιθετο, διηρκει µεχρι µεσονυκτιου, µηδολως εν τω καιρω της προσευχης χαυνουµενου η ραθυµουντος αυτου η τινος µελους των του σωµατος αυτου κινουµενου το συνολον µεχρι και περιστροφης οφθαλµου η αναβλεψεως, αλλ’ ουτως ιστατο ακινητος, ως στηλη τις η ωσπερ τις ασωµατος. Ισταµενου ουν αυτου εν µια και το “Ο Θεος, ιλαστητι µοι τω αµαρτωλω”λαλουντος τω νοΐ µαλλον η τω στοµατι, ελλαµψις θεια πλουσιως αιφνης επεφανεν ανωθεν και παντα τον τοπον επληρωσε. Τουτου δε γεγονοτος ηγνοησεν ο νεανιας και επελαθετο ει εν οικω ην η οτι υπο στεγην υπηρχε. Φως γαρ µονον εβλεπε παντοθεν και ουδε ει επι γης επατει εγινωσκεν. Ουδε φοβος ην εν αυτω του µη πεσειν, ουδε κοσµου φροντις, ουδε τι των, οια τοις ανθρωποις και σωµα φορουσι προσβαλλουσι, τω λογισµω τοτε προσεβαλλον, αλλ’ ολως φωτι αΰλω συνων και τω δοκειν αυτος φως γενοµενος και παντος κοσµου επιλαθοµενος, δακρυων και χαρας ανεκφραστου και αγαλλιασεως εµπλεως εγενετο. Ειτα εις ουρανον ανηλθεν ο νους αυτου και αλλο φως εθεασατο υπερ το πλησιαζον τρανοτερον. Εφανη αυτω παραδοξως, πλησιον του φωτος εκεινου ισταµενος, ο ρηθεις αγιος εκεινος και ισαγγελος γερων, ο την εντολην αυτω και την βιβλον προχειρισαµενος. (293) Ως ουν εγω ταυτα ηκουσα, ελογισαµην και του αγιου τουτου την πρεσβειαν πολα συηνεργησασαν αυτω και του Θεου παλιν δειξαι τω νεω οικονοµησαντος το οιον υψος αρετης ο αγιος ουτος εκεκτητο. Παρελθουσης δε της θεωριας ταυτης και εις εαυτον παλιν, ως ελεγεν, ο νεανιας γενοµενος, χαρα και εκπληξει συνειχετο και απο καρδιας εδακρυε και τοις δακρυσιν η γλυκυτης συνειπετο. Τελος, επι της κλινης ανεπεσε και αυτη τη ωρα ο αλεκτωρ
εφωνησε και της νυκτος το µεσον ειναι εδηλωσε. Και µετ’ ολιγον αι εκκλησιαι τον ορθρον εσηµανον, και αυτος εξανεστη ψαλαι κατα το συνηθες, µηδε εννοιαν υπνου κατ’ εκεινην την νυκτα λαβοµενος. Ταυτα εγενοντο ως ο Θεος οιδεν, ο και ποιησας αυτα εν οις επισταται κριµασι, µηδεν πλεον του νεου εκεινου εργασαµενου, ει µη απερ ηκουσατε, µετ’ ορθης πιστεως και αδιστακτου ελπιδος. Μη ουν ειπη τις προς δοκιµην ταυτα εκεινον εργασασθαι· ουδε γαρ µεχρι λογισµου τουτο η ειπεν η ενενοησεν - ο γαρ δοκιµαζων και εκπειραζων πιστιν ου κεκτηται -, αλλα πασαν αλλην ο νεανιας εκεινος εµπαθη και φιληδονον απορριψαµενος εννοιαν, ουτως, ως ωµνυε, τα παρα της ιδιας λεγοµενα εφροντιζε συνειδησεως, ως εν πασι τοις αλλοις του βιου αισθητοις πραγµασιν αναισθητως διακεισθαι και µηδε αυτον την βρωσιν και ποσιν ενηδονως η συχνοτερως προσιεσθαι. Ηκουσατε, αδελφοι µου, οσα η πιστις η εις Θεον δυναται, τοις εργοις βεβαιουµενη; Εγνωτε, ως ουτε νεοτης αποβλητος ουτε γηρας ωφελιµον µη ουσης συνεσεως και φοβου Θεου; Εµαθετε οτι ουτε µεση πολις (294) εµποδιζει ηµας εις το κατεργαζεσθαι τας εντολας του Θεου, εαν σπουδαιοι ωµεν και διεγηγερµενοι, ουτε ησυχια ωφελει η αναχωρησις κοσµου, εαν ραθυµωµεν και αµελωµεν; Παντως ακουοµεν τον ∆αβιδ απαντες και θαυµαζοµεν και λεγοµεν οτι εις ∆αβιδ και αλλος ου γεγονε, και ιδου ενταυθα και του ∆αβιδ περισσοτερον. Εκεινος γαρ παρα Θεου την µαρτυριαν ειληφε και προφητης εχρισθη και βασιλευς και Πνευµατος Αγιου γεγονε µετοχος και πολλας ειχε τας περι Θεου αποδειξεις· αµαρτησας ουν και στεερηθεις την χαριν του Πνευµατος και την προφητειαν αφαιρεθεις και της συνηθους οµιλιας του Θεου αλλοτριωθεις, ει ταυτα παλιν εζητησε, µνησθεις της χαριτος ης εξεπεσε, τι θαυµαστον; Ουτος δε µηδεν τοιουτον εν νω λαβοµενος ποτε, αλλα µονοις προσκειµενος τοις του κοσµου και µονα βλεπων τα προσκαιρα και διανοιαν εχων µηδεν φαντασθεισαν των γηΐνων ποτε υψηλοτερον, - ω των κριµατων σου, Κυριε - µονον ηκουσε περι τουτων και ευθεως επιστευσε· και τοσουτον, ωστε και εργα τη πιστει αρµοζοντα επιδειξασθαι, δι’ ων η εκεινου πτερωθεισα διανοια εις ουρανους
εφθασε και την Μητερα Χριστου εις συµπαθειαν εικλυσε και τη ταυτης πρεσβεια το Θειον εξιλεωσατο και την χαριν του Πνευµατος εως ουρανου φθασαι ενισχυσε και φως θεασασθαι κατηξιωσεν, ου παντες εφιενται και ολιγοι λιαν επιτυγχανουσιν. Ουτος ο νεος, ο µητε χρονοις νηστευσας πολλοις, µητε ποτε χαµευνησας, µη ενδυσαµενος τριχινα, µη κοµην αποκειραµενος, µη κοσµου εκστας τω σωµατι, πνευµατι δε, αγρυπνησας µονον ολιγα, υπερ τον Λωτ εφανη, (295) τον εν Σοδοµοις θρυλουµενον. Μαλλον δε ειπειν εν σωµατι αγγελος, κρατητος και ακρατητος, βλεποµενος αλλ’ ου κατεχοµενος, ανθρωπος το φαινοµενον και ασαρκος τον νουµενον, τοις πασι τα παντα ορωµενος και µονος µονω Θεω τω παντα γινωσκοντι ων. ∆ιο και τη του αισθητου ηλιου δυσει του νοητου φωστηρος το γλυκυ τουτον διαδεχεται φως, προβεβαιουν και πιστουµενον το µελλον αυτον αδιαλειπτον διαδεξασθαι φως. Και εικοτως· η γαρ αγαπη του ζητουµενου εξεστησεν αυτον και κοσµου και φυσεως και πραγµατων απαντων, και ολον αυτου του Πνευµατος και φως απειργασατο· και ταυτα µεσον πολεως οικουντα και οικου προνοουµενον δουλων τε και ελευθερων φροντιζοντα και παντα ποιουντα και πρασσοντα οσα τω βιω αρµοζουσιν. Αλλα αρκουσι ταυτα και τω νεω εις επαινον και υµας κινησαι εις ποθον και µιµησιν αυτου, η ετι βουλεσθε· και αλλα ειπειν µε µειζονα, α ουδε η ακοη υµων ισως δυνηθη παραδεξασθαι; Οµως τι τουτου µειζον ευρησεται η τι τελειοτερον; Παντως ουδεν εστι µεγαλωτερον αλλο, καθως ο Θεολογος εφη Γρηγοριος· “Αρχη, φησι, σοφιας φοβος Κυριου. Ου γαρ φοβος, εντολων τηρησις. Ου δε εντολων τηρησις, σαρκος καθαρσις, του επιπροσθουντος τη ψυχη νεφους και µη εωντος καθαρως ιδειν την θειαν ακτινα. Ου δε καθαρσις, ελλαµψις. Ελλαµψις δε ποθου πληρωσις τοις των µεγιστων η του µεγιστου η υπερ το µεγα εφιεµενοις”. Ωστε ταυτα ειπων, τελος ατελες ειναι πασης αρετης τον φωτισµον εδηλωσε τον του Πνευµατος, εις ον ο γενοµενος τελος µεν και περας των αισθητων απαντων κατειληφε, αρχην δε της των πνευµατικων ευρε γνωσεως. (296) Ταυτα αδελφοι µου, Θεου τα θαυµασια. ∆ια τουτο κρυπτοµενους φανεροι τους αγιους αυτου ο Θεος, ινα οι µεν ζηλωσι τουτους, οι δε αναπολογητοι γενωνται. Και οι θελοντες
εν µεσω θορυβων ειναι, εν κοινοβιοις τε και ορεσι και σπηλαιοις αξιως πολιτευοµενοι, σωζωνται και µεγαλων παρα του Θεου υπερ µονης της εις αυτον πιστεως αξιουνται καλων, ως αν οι δια ραθυµιαν αποτυγχανοντες µηδεν εχωσι λεγειν εν τη ηµερα της κρισεως. Αψευδης γαρ εστιν, αδελφοι µου, ο επαγγειλαµενος σωζειν εκ µονης της εις αυτον πιστεως. Ελεησατε ουν εαυτους και ηµας τους υµας αγαπωντας και πολλακις υπερ υµων θρηνουντας και δακρυα χεοντας – τοιουτους γαρ ηµας ο συµπαθης και ελεηµων Θεος παρακελευεται –, και πιστευσαντες ολοψυχως επι τον Κυριον, αφετε γην και παντα οσα παρερχονται, και προσελθετε προς αυτον και κολληθητε αυτω, οτι µικρον ετι και ο ουρανος και η γη παρελευσεται, και εκτος εκεινου ουκ εστι στασις, ουτε περας, ουτε καταληψις της των αµαρτωλων πτωσεως. Αχωρητος γαρ ο Θεος υπαρχει και ακαταληπτος· ποιος ουν εσται τοπος, ειπε, ει δυνασαι, των εκπιπτοντων της βασιλειας αυτου; Εµοι θρηνειν επερχεται και την καρδιαν µου δαπανωµαι και δι’ ηµας τηκοµαι, οταν εννοησω οτι τοιουτον ∆εσποτην εχοντες µεγαλοδωρον και φιλανθρωπον ως δια µονην την προς αυτον πιστιν τοιαυτα ηµιν χαριζοµενον α και νουν υπερβαινει και ακοην και διανοιαν και ουδε επι καρδιαν ποτε ανεβη ανθρωπου, ηµεις ωσπερ αλογα ζωα προτιµωµεν γην µονην (297) και τα απο γης ηµιν δια πολλην ευσπλαγχνιαν αναδιδοµενα εις αυταρκη χρειαν του σωµατος, ινα εκ τουτων συµµετρως τρεφοµενοι, και η ψυχη ηµων ανεµποδιστως την προς τα ανω ποιηται πορειαν, τρεφοµενη και αυτη δηλονοτι την νοεραν τροφην, την εκ Πνευµατος, κατα το µετρον της καθαρσεως και της αναβασεως. Τουτο γαρ ανθρωπος και εις τουτο εκτισθηµεν και δια τουτο παρηχθηµεν, ινα ενταυθα µικρα ευεργετηθεντες, δια της ευχαριστιας και της προς Θεον ευνοιας εκεισε τα µειζονα και αιωνιζοντα απολαυσωµεν. Αλλ’ οιµοι, οτι περι των µελλοντων µηδολως φροντιζοντες αχαριστουµεν και περι των εν χερσιν αυτων και ισοι δαιµονων γινοµεθα η και χειρονες, ει δει την αληθειαν ειπειν. Και δια τουτο πλειονος και της τιµωριας δεοµεθα, οσω και πλειον ευεργετηθηµεν και γνωριζοµεν Θεον δι’ ηµας γενοµενον ως ηµεις, αµαρτιας µονης εκτος, ινα της πλανης ηµας απαλλαξη και της αµαρτιας ελευθερωση. Αλλα τι
δει µε ειπειν; Πασι τουτοις λογω µονω πιστευοµεν αληθως, τοις δε εργοις αρνουµεθα. Ουχι πανταχου Χριστος ονοµαζεται, εν πολεσιν, εν κωµαις, εν κοινοβιοις και ορεσι; Ζητησον, ει δοκει, και ερευνησον ακριβως, ει τηρουσι τας εντολας αυτου· και µολις ευρησης εν χιλιασιν, ως αληθως, και µυριασιν ενα, τον εργω και λογω χριστιανον οντα. Ουχι δια του αγιου Ευαγγελιου ειρηκεν ο Κυριος ηµων και Θεος· “Ο πιστευσας εις εµε, τα εργα α εγω ποιω, κακεινος ποιησει και µειζονα τουτων ποιησει”; Ποιος ουν εξ ηµων τολµα ειπειν· “ Εργα Χριστου εγω ποιω και πιστευω ορθως εις Χριστον; “. Ουχ ορατε, εδελφοι, πως απιστοι εχοµεν ευρεθηναι εν τη ηµερα της κρισεως (298) και χειρονα των µηδε ειδοτων τον Κυριον υποστησοµεθα κολασιν; Αναγκη γαρ η ως απιστους κατακριθηναι ηµας η Χριστον ψευστην αποδειχθηναι, οπερ αδυνατον, αδελφοι µου, αδυνατον. Ταυτα δε εγραψα ουχι κωλυων την αναχωρησιν, την δε εν µεσω µαλλον του βιου διαγωγην προτρεποµενος, αλλα παντας πληροφορων τους εντυγχανοντας τωδε τω διηγηµατι οτι ο θελων ποιειν το αγαθον εν παντι τοπω εκ Θεου το δυνασθαι ελαβεν. Αλλως δε και µαλλον η υποθεσις αυτη προτρεπτικη υπαρχει προς αναχωρησιν. Ει γαρ εκεινος, ο εν µεσω τω βιω στρεφοµενος και µηδεν περι αποταγης η ακτηµοσυνης η υπακοης ποτε λογισαµενος, ουτως ηλεηθη, πιστευσας απο ψυχης και τον Θεον επικαλεσαµενος, ποσων αγαθων ελπιζειν µαλλον τευξεσθαι χρη τους απαντα τα του βιου και παντας αµα καταλιµπανοντας και αυτας αυτων τας ιδιας ψυχας εκδιδοντας δια τον Θεον εις θανατον, καθως αυτος ο θεος ενετειλατο; Και γαρ ο αρξαµενος τα καλα πρασσειν αδιστακτω πιστει και ολοψυχω προθεσει και την εξ αυτων εγγινοµενην ωφελειαν επαισθανεσθαι, αυτος αφ’ εαυτου γνωσεται οτι µεγα εµποδιον τοις κατα Θεον ζην ελοµενοις η φροντις του κοσµου και η εν αυτω διαγωγη. Η γαρ ρηθεισα περι του νεου τουτου υποθεσις θαυµαστη τε εστι και παραδοξος και ουδε ει εν αλλω τινι τοιουτον τι γεγενηται ηκουσαµεν. Ει δε και γεγονεν εν τισιν η γενησεται, ει µη εκ του κοσµου συντοµως υποχωρησουσιν, εκπεσειν του τοιουτου καλου γινωσκετωσαν, επειδη και τουτο εξ εκεινου του νεου µεµαθηκα ακριβως.
(299) Μοναχω γαρ γεγονοτι υστερον ενετυχον, τριτον ετος η και τεταρτον εν τη µοναδικη πολιτεια διατελουντι και τον τριακοστον δευτερον της ηλικιας του σωµατος αυτου χρονον αγοντι. Ακριβως γαρ αυτον εγινωσκον, ως φιλον οντα και συνανατροφον, διο και προσθεις υφηγησατο µοι ταυτα· “Οτι µετα την θαυµαστην εκεινην αλλοιωσιν και την εις εµε υπερ ανθρωπον γενοµενην αντιληψιν ου πολλαι, φησιν, ηµεραι διεληλυθησαν και συνεχεις µοι του βιου επεπεσον πειρασµοι, υφ’ ων και εµαυτον εωρων προς κρυπτας εργασιας εµποδιζοµενον και του καλου κατα µικρον υστερουµενον, και εγλιχοµην εξω του κοσµου γενεσθαι παντος και κατα µονας εκζητειν τον οφθεντα µοι – τουτου γαρ χαριν πεπεισµαι, αδελφε, οτι ολως φανηναι µοι ευδοκησεν, ινα προς εαυτον µε τον αναξιον εφελκυσηται και παντος του κοσµου αποχωριση µε - . Επει δε τουτο ποιησαι συντοµως ουκ ισχυσα, κατα µικρον µικρον παντων των προλεχθεντων επιλαθοµενος, εις παντελη κατηντησα σκοτωσιν, ωστε µη µεµνησθαι µε τινος µικρου η µεγαλου µεχρι ψιλης εννοιας ποτε, εξ ωνπερ προειρηκα. Εις πλειονα δε µαλλον κακα υπερ τα συµβαντα µοι πρωην περιεπεσον και ουτω διεκειµην, ως µηδε εννοησας ποτε η ακουσας τα αγια ρηµατα του Χριστου. Αλλα και τον αγιον εκεινον, τον τοτε µε ελεησαντα και την µικραν µοι εντολην δεδωκοτα και την ρηθεισαν βιβλον εξαποστειλαντα, ως ενα των τυχοντων ανθρωπων εβλεπον και ουδε ψιλην εννοιαν περι των οραθεντων µοι δι’ αυτον ελαµβανον. Ταυτα δε, φησι, λεγω σοι, ινα µαθης ακριβως εις οιον απωλειας βοθρον εκ ραθυµιας κατηνεχθην εγω ο αθλιος και του Θεου θαυµασης και εκπλαγης την και µετα ταυτα εις εµε γενοµενην αγαθοτητα αφατον. (300) Και γαρ, ουκ οιδ’ οπως ειπω, αγνωστως ουτως εν τη ταλαιπωρω καρδια µου η προς τον αγιον γεροντα αγαπη και πιστις διεµενε, δι’ ην, ως οιµαι, µετα την τοσουτων χρονων παρελευσιν ο Θεος ο φιλανθρωπος ταις εκεινου ευχαις ελεησας µε, δι’ αυτου µε παλιν εκ της πολλης πλανης και του βυθου των κακων εξαρπασας ερρυσατο. Ου γαρ απεστην τελειως εξ αυτου ο αναξιος, αλλα και τα γινοµενα εξηγορευον και εις το κελλιον αυτου, οτε εν τη πολει ετυγχανον, απηρχοµην συχνοτερον, ει και τας εντολας αυτου ο ασυνειδητος ουκ εφυλαττον. Νυνι δε,
καθαπερ ορας, τα πολλα των αµαρτηµατων µου πληθη παριδων ο ευσπλαχνος Κυριος και µοναχον µε γενεσθαι παρ’ αυτου του αγιου γεροντος ωκονοµησε και µετ’ αυτου συνειναι µε διηνεκως, τον επ’ αληθειας αναξιον, κατηξιωσε. Κοπω τοινυν πολλω και πλειοσι δακρυσι και ακριβει ξενιτεια και τελεια υπακοη και εκκοπη παντελει του οικειου θεληµατος και πολλοις αλλοις σκηροτατοις επιτηδευµασι τε και πραξεσιν, ακατασχετω και ανενδοτω δροµω πορευοµενυ µου, µικραν µεν και ολιγην αµυδρως πως ακτινα του γλυκυτατου και θειου εκεινου φωτος ιδειν και αυθις ηξιωµαι, τοιαυτην δε θεωριαν, οια τοτε εωρακα, ουδεπω µεχρι του νυν ηξιωθην θεασασθαι”. Ταυτα ουν δακρυων ελαλει µοι και τουτων ετερα πλειονα. Εγω δε ο ταλαιπωρος των αγιων εκεινου ρηµατων επακροασαµενος και ολον οντα της θειας εµπλεων χαριτος στοχασαµενος και αληθη σοφον, ει και µη λογον ειχε σοφιας της εξωθεν, ου µονον δε, αλλα και των πραγµατων αυτων ακριβη κεκτηµενον την ειδησιν εκ πρακτικης γνωσεως, ειπειν µοι αυτον παρεκαλεσα πως τοιαυτα η πιστις ενεργειν θαυµασια πεφυκε, και διδασκαλιας τροπω εγγραφως ταυτα εκθεσασθαι µοι. Ο δε και λεγειν απηρξατο και τα λεγοµενα γραφειν ουκ ωκνησεν, (301) α και, ινα µη τον λογον µηκυνωµεν, εν αλλοις ανεταξαµεθα εις τραπεζαν ευφροσυνης, τοις µετα πιστεως των γεγραµµενων επιβατευουσι. ∆ια τουτο παρακαλω υµας, εν Χριστω αδελφοι, δραµωµεν εµπονως και ηµεις τον δροµον των εντολων του Χριστου, και τα προσωπα ηµων ου µη καταισχυνθη. Αλλ’ ωσπερ παντι τω κρουοντι επιµονως ανοιγει τας πυλας της βασιλειας αυτου και διδωσι τω αιτουντι Πνευµα ευθες και παναγιον, και ουκ εστι τον ολοψυχως ζητουντα µη ευρειν και πλουτησαι τον πλουτον των χαρισµατων αυτου, ουτω και υµεις εντρυφησετε των απορρητων αυτου αγαθων, ων ητοιµασε τοις αγαπωσιν αυτον, νυν µεν εκ µερους και µετα σοφιας της κρειττονος, εν δε τω αιωνι τω µελλοντι ολοκληρως µετα παντων των απ’ αιωνος αγιων εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος ΚΓ΄. (302)
Περι µετανοιας και φοβου Θεου. Και οποιον αγωνα εχει ψυχης και πονον καρδιας ο µετα συντετριµµενου του πνευµατος µετανοων. Και τινα εισιν α λεγει και προς τον φιλανθρωπον Κυριον ευχεται. Ακουσατε µου των λογων, υιοι µου εσχατοι, αγαπητοι µου, περιποιητοι µου, ακουσατε µου, ει αληθως ως πατερα ποθειτε µε και ζητειτε µε. Ποιος των ανθρωπων, φαρµακω πληγεις την καρδιαν αυτου και αλγων και κοπτοµενος πονω σφοδρω τα εντος αυτου, τραυµατων µικρων δερµατος σωµατος αυτου φροντισει η µελετησει αυτω περι τουτων; Ο γαρ εν τη καρδια αυτου κρυπτος πονος καλυψει παντα πονον η κνησµονην, γινοµενην επι δερµατιδα σωµατος αυτου, και εκ συνοχης της καρδιας αυτου ουκ αφιεται διαβλεψαι και ιδειν τα επι τω σωµατι αυτου, αλλα πονω και οδυνη αφορητω της καρδιας αυτου επιλανθανεται των πληγων, των εν τω σωµατι αυτου, και τα ιµατια αυτου ταις χερσιν αυτου διαρρηξει και τοις ονυξιν αυτου των χειρων τα τραυµατα του σωµατος αυτου επιξανη. Επιλαθηται δε και γονεων και φιλων αυτου (303) και επι παντα ανθρωπον ουκ ατενισει τοις οφθαλµοις, ουδε επιστραφησεται αυστηρω τω προσωπω επι ανθρωπον καταρωµενον αυτον. Ου φροντισει κτηµατων η πραγµατων αυτου, καταλειψει τον πλουτον αυτου εις διαρπαγην τοις βουλοµενοις. Αρτον ηδεως ου φαγεται, εµπεπλησται γαρ πικριας. Οινον ηδεως ου πιεται, πονος γαρ εστιν εις κορον αυτω. Τοις καλουσιν εις δειπνον ποτου µετ’ οργης µεγαλης αποκριθησεται· “Αποστητε απ’ εµου, θανατος γαρ συντριβει µου την καρδιαν, και τι οιδα ει αρτι λαβη αυτην; Ζην γαρ εν βιω µισητον µοι γεγονεν, οτι η ζωη αυτη θανατος, εγω δε ουκ ηδειν “. Επι κλινην στρωµνης αυτου ουκ αναβησεται, αλλ’ εσται κυλινδουµενος και ασπαιρων επι της γης, κραζων µεγαλα και οδυροµενος, φροντιδα µηδεµιαν ποιουµενος των ορωντων αυτον ασχηµονουντα η των ακουοντων της κραυγης αυτου και καταλοιδορουντων αυτον. Εσονται οι οφθαλµοι αυτου φλεβες, πηγης υδωρ µαλλον προχεοντες η προφεροντες το οραν. Παντα ανθρωπον ως αγγελον µακαρισει ο ανθρωπος εκεινος, και τους οντας και τους παρελθοντας και τους µηπω τον κοσµον γνωρισαντας, και παν κτηνος και παν ερπετον ερπον επι της γης και παν ο εχει πνευµα
ζωης µακαρισει λεγων· “Ως ευλογηµενα παντα τα υπο του Θεου ποιηθεντα, εν χαρα ψυχης και ζωης αυτων απονως διαγοντα, εγω δε µονος φορτιω βαρουµαι αµαρτηµατων και πυρι κρισεως κρινοµαι και οδυνωµαι µονος επι της γης! “. Πασαν ψυχην µιαν λογισεται και ως αγιαν τω κυριω σεβασθησεται και ως ακαθαρτος ευλαβηθησεται απο παντων. ∆ικαιον απο αδικου ου διακρινει, αλλ’ εξει τους παντας ισον, (304) καθαρους τε και ακαθαρτους. Ουτος µονος χωριζεται απο πασης της κτισεως της υπο τον ουρανον, και επι κοπριας αµυθητων καθηται αµαρτιων και σκοτει αγνοιας και λυπης περιεχεται, τελος ουκ εχοντι. Τον δε ιχωρα των τραυµατων αυτου αποξεσει ου µετα οστρακου ως ο Ιωβ, αλλα τοις ονυξι των χειρων αυτου δια την βιαν του πονου της καρδιας αυτου· Ιωβ γαρ την σαρκα πληγεις ειχε την ψυχην υπο Θεου σκεποµενην, ουτος δε την ψυχην συν τω σωµατι υπο αµαρτιων εσχε πεφαρµαγµενην, και δια τουτο χειρων η οδυνη του ανθρωπου εκεινου δεκαπλασιως υπερ την πληγην του Ιωβ. Μετα ταυτα δε καταλειψουσιν αυτον συγγενεις κατα σαρκα και παντες γνωστοι και φιλοι αυτου οι εν κοσµω· µικρον γαρ συνακολουθησαντες αυτω και συνδακρυσαντες την απαρηγορητον θλιψιν αυτου και το απαρακλητον της ψυχης αυτου θεωρησαντες, ως βδελυγµα ηγησαµενοι, εις τα ιδια υποχωρησουσιν εκαστος, και µονος καταλειφθεις και την περιεχουσαν αυτον ερηµιαν και αποριαν και θλιψιν και οδυνην θεασαµενος, κλαυσει εν οδυνη ψυχης αυτου και βοησει εν απογνωσει προς τον Παντοκρατορα Κυριον. “Ιδου ορας, Κυριε, και εστιν ουδεν ο ου βλεπεις, εγω δε σων χειρων εργον, εργα δε σων προσταγµατων ουκ επραξα, πασαν δε κακιαν µετηλθον εν αφροσυνη. Συ αγαθος, εγω δε ουκ εγινωσκον σε, νυνι δε ακηκοα περι σου και εφριξα και τι ποιησω ουκ οιδα. Ησθηθην της κρισεως σου και λογος απολογιας ουχ ευρεθη εν τω στοµατι µου. Ενος γαρ λογου αργου στοµατος µου ανταξιον ουδεν διεπραξαµην επι της γης, (305) οτι εαν πασαν δικαιοσυνην ποιηση ανθρωπος, ως δουλος και ως οφειλετης ποιησει, ανταλλαγµα δε αµαρτιας αυτου ουδεν ευρησει, το γαρ ελεος παρα σοι εστιν, - αµαρτια γαρ θανατος, και τις εσται ο δι’ αυτης αποθνησκων και αφ΄ εαυτου ανισταµενος; Παντως ουδεις. Συ γαρ µονος αποθανων ανεστης,
οτι αµαρτιαν ουκ εποιησας ουδε εν τω στοµατι σου ευρεθη δολος. Τις δε αποθανειται εν αµαρτιαις και ου µεταµεληθησεται; Εσται δε αυτω ουδεν οφελος. Ουτως , ∆εσποτα Παντοκρατορ, και εγω µετανοω µεν κακα διαπραξαµενος εργα, ουκ εστι µοι δε εις δικαιωµα η µετανοια· µετανοια γαρ επιγνωσις εστιν αµαρτιας. Και νυν βλεπεις, παντεποπτα Κυριε, οτι ουδεν εχω πλην του σωµατος, αλλ’ ουδεν µοι οφελος εξ της του πλουτου στερησεως. Ολος γαρ ειµι τραυµα εν και ουδαµου µοι περιλελειπται αφορµη σωτηριας, οτι κατελειφθην µονος και ζωντα µε αδης κατεπιε. Και συ, Κυριε, βλεπεις, µονος δυνασαι µε αναγαγειν και τον πονον της εµης καρδιας ιασασθαι, οτι δυνατη η χειρ σου εις απαντα και τα τελη φθανουσα των αβυσσων, ενεργουσα παντα τω νευµατι σου. Ειπειν “Ελεησον µε” ου τολµω, αναξιος γαρ ειµι· συ δε, Κυριε, βλεπεις. Ο ουν ευσπλαγχνος Θεος ταχεως εισακουσεται αυτου και αναπαυσιν οδυνης και απαλλαγην πονου καρδιας αυτου συντοµως παρασχη αυτω. Φιλανθρωπος γαρ ων, ου φερει εν αναγκη τοιαυτη και αφορητω οδυνη το των χειρων αυτου ποιηµα καθοραν, και ποιησει µετα του ανθρωπου εκεινου, του τα προειρηµενα απαντα απαραλειπτως ποιησαντος, (306) και µετα των εν πιστει ακουοντων και µιµεισθαι µελλοντων την αληθη ταυτην της µετανοιας εικονα και ιστοριαν ην πρωτον εξεπληρωσε πραξις και τοτε γραφη παραδεδωκε λογος, το πολυ και αφατον ελεος αυτου, και εκχεει την αυτου και επ’ αυτον αγαθοτητα και µεταβαλει εις χαραν τον πονον αυτου και την πικριαν της καρδιας αυτου εις γλυκυ γλευκος µεταποιησει και τον κατεσθιοντα ιον του δρακοντος τα εντοσθια αυτου εξεµεσαι ποιησει· και ου µνησθησεται εκτοτε των πρωην πονων αυτου, ουτε παντων εκεινων ων υπεστη κακων, αλλ’ ουδε χρηµατα η κτηµατα η πλουτον, ον κετελιπεν εν τω καιρω της πληγης της µετανοιας αυτου, επιστραφεις ζητησει η τινος ετερου επιθυµησει. Ο γαρ υψιστος Θεος δωσει αυτω υγειαν, ητις εσται υπερ παντας τους θησαυρους της γης, η δε υγεια χαραν εµποιησει αφραστον εν τη καρδια αυτου, και εσται η χαρα εν τη καρδια αυτου δεκαπλασιως υπερ την προτεραν θλιψιν αυτου, και αυτη παλιν η χαρα παντα πονον τον εξωθεν γινοµενον εν τω σωµατι αυτου αποδιωξει, και εσται γινωσκων ο ανθρωπος
εκεινος οτι τραυµατα σωµατος αυτου ουδε ερχεται εκτοτε επι καρδιαν αυτου, και θλιψις η εξωθεν ου καθαψεται της χαρας της ουσης εν τη καρδια αυτου, και αυτη η γνωσις εσται πλεονασµος της χαρας της εν τη καρδια αυτου. Και εσονται οι πλησιον αυτου, οι πρωην θεωρουντες τας εξωθεν θλιψεις αυτου, αγνοουντες δε την µετα ταυτα γεγονυιαν κρυφιαν χαραν αυτου, (307) στεναζοντες επ’ αυτω και λεγοντες· “Ιδε ανθρωπος ος ουκ οιδεν ευφροσυνην εν τη ζωη αυτου, και ο βιος αυτου θλιψεως και οδυνης πληρης, και αι ηµεραι αυτου ουδεν διαφερουσι των µαστιζοµενων και τιµωρουµενων επι αµαρτιαις”· ειδως δε µονος εκεινος οτι πληρης θυµηδιας και αγαλλιασεως ο χρονος αυτου της ζωης και η χαρα της καρδιας αυτου θανατον εµπαιζει και αδης ου κυριευει αυτης, οτι τελος ουκ οιδε, χαιρει ο ανθρωπος εκεινος επι τουτοις µυριοπλασιως υπερ παντας τους βασιλεις τους κρατουντας της γης, και υπερ παντας εφ’ ους η η υγεια και η ευµορφια του σωµατος, και υπερ παντας εφ’ ους ο πλουτος και η πορφυρα στολη και η βυσσινη, και υπερ παντας τους µακαριζοµενους επι της γης παρα στοµατων ουκ ορθα λαλουντων. Οιδε γαρ ο ανθρωπος εκεινος οτι κρεισσων πενια µετα χαρας τοιαυτης υπερ παντα τον κοσµον και των εν αυτω πραγµατων εστιν, επειδη παντα τα επι τω σωµατι αυτου και τα επι παντι τω βιω ο ουρανος καλυψει και αδης φαγεται και θανατος κυριευσει αυτων, η δε χαρα, η εκ της υγειας περιποιηθεισα τη ψυχη αυτου, υπ’ ουδενος τουτων δυναται κρατηθηναι, οτι ουκ εστιν εκ του κοσµου τουτου. Ουτε γαρ απο δοξης αυτω γεγονεν αυτη, ουδε απο πολλου πλουτου, ουτε απο υγειας σωµατος αυτου, ουτε απο επαινου ανθρωπων, ουτε απο αλλου τινος πραγµατος των υπο των ουρανον, αλλα απο πονου και πικριας ψυχης αυτου εσκευασται και απο συναντησεως Πνευµατος Θεου, του υπερανω των ουρανων. ∆ιυλισθεισα γαρ δι’ αυτου και εκπιεσθεισα η καρδια αυτου αδολον και αµιγη θλιψεως χαραν απετεκε. (308) Και δια τουτο θανατος ου κυριευσει αυτης, οτι µωµος ουχ ευρεθησεται εν αυτη, αλλ’ εσται ως διυλισµενος οινος απεναντι ηλιου, εκλαµπων µαλλον και λαµπρυνοµενος και καθαρωτεραν δεικνυων την αυτου χροαν, ευφραινων και υπεραστραπτων τω προσωπω του πινοντος αυτον κατεναντι του ηλιου.
Επι δε τουτοις εν µοι δυσνοητον· ου γαρ οιδα ποιον πλεον ευφραινει µε, η θεα και η τερψις της καθαροτητος των του ηλιου ακτινων η µαλλον η ποσις και η γευσις του οινου του εν τω στοµατι µου. Θελω γαρ ειπειν τουτο και ελκει µε εκεινο και γλυκυτερον φαινεται· και οταν προς εκεινο απιδω, υπο της γλυκυτητος της γευσεως περισσοτερως µαλλον ηδυνοµαι, και ουτε του βλεπειν κορεννυµι ουτε του πινειν εµπιπλαµαι. Οταν γαρ του πινειν χορτασθηναι δοκησω, τοτε το καλλος των εκπεµποµενων ακτινων διψαν µε σφοδρα ποιει και λιµωττων παλιν ευρισκοµαι· και οσω παλιν φιλονεικησω την εµην εµπλησαι γαστερα, καιεται το στοµα µου δεκαπλασιως και τη διψη και επιθυµια του διειδεστατου ποµατος εκπυριζοµαι. Ταυτη ουν τη καλη κρισει πας ο κρινοµενος ετεραν ου φοβηθησεται τιµωριαν η βασανον, ουδε πειρασµους δειλιασει τους επερχοµενους αυτω. Η γαρ διψα αυτου ου παυθησεται εις τον αιωνα και το ηδυ και λευκολαµπες αυτου ποµα ουκ εκλειψει, και η εκ του ποτου ηδυτης και η εκ του ηλιου εξερχοµενη χαροποιος αιγλη πασαν λυπην εκ της ψυχης αυτου εκδιωκει και παντοτε χαιρειν ποιει τον ανθρωπον εκεινον, και ουδεις βλαπτων κατισχυσει αυτου, ουδε (309) ο κωλυσων αυτον εσται εκ της πηγης του ποτηριου µη εµφορηθηναι. Ο γαρ κρατων τη κακια της γης, ο αρχων του σκοτου, ο βασιλευων επι παν υδωρ θαλασσης και κοσµον εµπαιζων ως ει τις µικρον στρουθιον κατεχων εν τη χειρι αυτου, µετα πασης αυτου της στρατιας και της δυναµεως ου προσεγγισει πτερναν ποδος αυτου, ουδε προσβλεψαι αυτω µετα θαρσους τολµησει. Η γαρ στιλβα του οινου και η ακτις του ηλιου προς το προσωπον του πινοντος φαιδρως απαστραπτουσαι διερχονται µεχρι των εγκατων αυτου και µεχρι των χειρων αυτου και ποδων και µεχρι των οπισθιων αυτου και, πυρ ολον ποιουσαι τον πινοντα, φλεγειν και τηκειν τους προσερχοµενους αυτω εχθρους εκ παντων των µερων ενισχυσουσι, και γινεται αγαπητος τω φωτι του ηλιου και τω ηλιω φιλος και τω λευκολαµπει οινω των εξ αυτων προεχεοµενων ακτινων δικην υιος ηγαπηµενος· η γαρ ποσις αυτου τροφη και καθαρσις ρυπου σεσηποτων σαρκων αυτου, και η καθαρσις υγεια ολοκληρος αυτω, και η υγεια ουκ εα αυτον ετερον τι νοσοποιον βρωµα τραφηναι, αλλα απειρον και
διακαη επιθυµιαν παρεχει αυτω πινειν εκ του οινου και εαυτον καθαιρειν µαλλον και υγειαν ποιεισθαι την ποσιν. Το γαρ καλλος της υγειας και η τερπνοτης της ωραιοτητος, της εκ της υγειας προσγινοµενης, κορον ουκ εχει. Ουτως ουν εσται, τεκνα ηγαπηµενα, υιοι µου, περιποιητοι µου, οι ακουοντες µου τους λογους, πας ο εναντι Κυριου Θεου Παντοκρατορος αµαρτησας και φοβου κρισεως και αποστροφης αυτου αισθησιν εν καρδια λαµβανων. Φοβος γαρ Κυριου και αισθησις ανταποδοσεως αυτου δικαιας ουτω σαρκα εκτηκει και οστα συντριβει, (310) ως απηωρηµενος λιθος υπο µηχανης τους εν τη ληνω πατουµενους βοτρυας εκθλιβει και σφοδρως εκπιεζει. Τας µεν γαρ σταφυλας πρωτον πατουντες οι ανθρωποι, υστερον αυτας πιεζουσιν υπο του λιθου και πασης υγροτητος αυτας χωρις αποφαινουσι, τον δε εισελθοντα ανθρωπον εις τον φοβον του Θεου αυτος ο του Θεου φοβος ποιει αυτον γενεσθαι πασιν ανθρωποις αλλοις εις καταπατηµα. Και οτε καταλεανη και συντριψει τελειως το υπερηφανον και κενοδοξον της σαρκος αυτου φρονηµα, τοτε η αγια ταπεινωσις, ο νοητος λιθος ο ελαφροτατος και χρηστος, επιπεσων ανωθεν, πασαν υγροτητα των σαρκικων ηδονων και παθων εκπιεσασα, ουκ αχρηστον την εκπιεσθεισαν ψυχην αποδεικνυσιν, αλλα δακρυα ποταµηδον αυτην καταντλησασα το ζων υδωρ εκβλυζειν ποιει και τα εκ των αµαρτηµατων τραυµατα ιαται και τον ιχωρα και τα ελκη αυτων αποπλυνει και χιονος λαµπροτερον ολον εκεινον αποδεικνυει τον ανθρωπον. Μακαριος ουν ο ανθρωπος εκεινος, ο τους λογους τουτους ακουων και δεχοµενος αυτους µετα πιστεως και ποιων αυτους, οτι µεγαλα ευρηκως αγαθα, τα υπερ νουν και λογον και διανοιαν οντα, µακαρισει την αθλιαν µου χειρα, την ταυτα γραψασαν, και δοξασει τον ελεηµονα και πολυελεον Κυριον, τον δια ρυπαρας γλωσσης και ακαθαρτου και ρυπαρου στοµατος ταυτα γραφη παραδοντα εις επιστροφης και µετανοιας υποδειγµα και εις οδον απλανη και αληθεστατην των εξ ολης ψυχης θελοντων σωθηναι και µελλοντων κληρονοµειν βασιλειαν, την εν αυτω τω Θεω και Σωτηρι ηµων, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος Κ∆΄. (311)
Περι γνωσεως πνευµατικης. Και οτι ο εγκεκρυµµενος του Πνευµατος θησαυρος εν τω γραµµατι της θειας Γραφης ου πασιν ευδηλος εστι και τοις βουλοµενοις, αλλα µονοις τοις τον διανοιγοντα τον νουν κτησαµενοις εις το συνιεναι τας Γραφας. Αδελφοι και πατερες, εοικεν η πνευµατικη γνωσις οικια τινι µεσον της κοσµικης και ελληνικης γνωσεως κατεσκευασµενη εν η ωσπερ κιβωτιον στερρον και κατησφαλισµενον η γνωσις των θεοπνευστων Γραφων και ο εν αυτη αφραστος πλουτος αποτεθησαυρισµενος αποκειται, ον ουκ αν ποτε οι εν τω οικω εισερχοµενοι κατιδειν δυνηθωσιν, ει µη το κιβωτιον αυτοις παντως διανοιχθη. Ουκ εστι δε υπο ανθρωπινης σοφιας ανοιχθηναι τουτο ποτε, διο και µενει αγνωστος πασιν ανθρωποις τοις εν τω κοσµω ο εναποκειµενος εν αυτω πλουτος του Πνευµατος. Και καθαπερ καν αυτο το κιβωτιον ολον επι των εαυτου ωµων αναλαβων επιφερηται ανθρωπος, τον εναποκειµενον εν αυτω αγνοει θησαυρον, ουτω καν πασας αναγνω και εκστηθισηται ο ανθρωπος τας Γραφας (312) και ως ενα ψαλµον περιφερη αυτας, την εγκεκρυµµενην εν αυταις του Αγιου Πνευµατος δωρεαν αγνοει. Ουτε γαρ δια του κιβωτιου τα εν τω κιβωτιω, ουτε δια της Γραφης τα εν τη Γραφη δηλα καθιστανται. Και πως, ακουσον. Βλεπεις κιβωτιον µικρον, κεκλεισµενον παντοθεν ασφαλως και, οσον απο του βαρους και της εξωθεν ευπρεπειας αυτου, υπολαµβανεις η και ισως παρα τινων ακουων πιστευεις ενδοθεν εχειν αυτο θησαυρον, ο και αρας µετα σπουδης πορευη· τι ουν σοι εσται, ειπε µοι, το οφελος, εαν εσφραγισµενον αυτο και κεκλεισµενον αει περιφερης και ουκ ανοιξης; Ου θεαση ποτε, ετι ζων, τον εν αυτω θησαυρον, ουκ ιδης των εν αυτω λιθων την διαυγειαν, των µαργαριτων την λαµπροτητα, του χρυσου την αστραπτουσαν αιγλην. Τι σοι το οφελος, εαν εξ αυτων ου καταξιωθηση λαβειν καν ολιγον και ωνησασθαι τι των προς διατροφην η ενδυσιν, αλλα περιφερεις µεν, ως ειποµεν, εσφραγισµενον το κιβωτιον δι’ ολου, πολλου και πολυτιµου πεπλησµενον του θησαυρου, αυτος δε συ λιµω και διψη και γυµνοτητι κατατρυχη; Παντως ουδεν. Ταυτα µοι και επι των πνευµατικων υπολαµβανε αδελφε. Νοει µοι ουν κιβωτιον το Χριστου Ευαγγελιον και τας λοιπας θειας
Γραφας, εχουσας εν αυταις εγκεκλεισµενην και εσφραγισµενην την αιωνιον ζωην και συν αυτη τα εν αυτη αρρητα και αισθητοις οµµασι µη καθορωµενα αιωνια αγαθα κατα την του Κυριου φωνην· “Ερευνατε τας Γραφας, οτι εν αυταις εστιν η ζωη η αιωνιος”. Ανθρωπον δε τον αραντα το κιβωτιον υποθου µοι ειναι τον τας Γραφας πασας αποστηθισαντα και επι στοµατος αει ταυτας επιφεροµενον. (313) Επιφερεται ουν αυτας ως εν κιβωτιω τω µνηµονευτικω της ψυχης, εχοντι τας εντολας του Θεου ως λιθους τιµιους, εν αις υπαρχει η ζωη η αιωνιος – οι γαρ του Χριστου λογοι φως εισι και ζωη εισιν, ως αυτος ουτος φησιν· “Ο απειθων τω Υιω ουκ οψεται την ζωην”-, συν ταις εντολαις δε ως µαργαριτας τας αρετας. Απο γαρ των εντολων αι αρεται, εκ δε τουτων η αποκαλυψις των µυστηριων, των εν τω γραµµατι αποκεκρυµµενων και κεκαλυµµενων. ∆ια γαρ της εκπληρωσεως των εντολων η εργασια των αρετων, δια δε της πραξεως των αρετων η πληρωσις των εντολων γινεται, και ουτω δια τουτων ανοιγεται ηµιν η θυρα της γνωσεως, µαλλον δε ου δια τουτων, αλλα δια του ειποντος· “Ο αγαπων µε τας εντολας µου τηρησει και ο Πατηρ µου αγαπησει αυτον και εγω εµφανισω αυτω εµαυτον”. Οταν ουν ενοικηση και εµπεριπατηση ο Θεος εν ηµιν και εµφανιση αυτος εαυτον αισθητως ηµιν, τοτε και γνωστως καθορωµεν τα εν τω κιβωτιω ηγουν τα εν τη θεια Γραφη εγκεκρυµµενα θεια µυστηρια. Αλλως δε ουκ ενι, µηδεις πλανασθω, διανοιγηναι την κιβωτον της γνωσεως και των εν αυτη αγαθων απολαυσαι η εν µετοχη και θεωρια γενεσθαι αυτων. Ποιων δε και τινων φηµι αγαθων; Αγαπης τελειας, της προς τον Θεον δηλονοτι και τον πλησιον, καταφρονησεως των ορωµενων απαντων, το νεκρωθηναι την σαρκα και τα µελη ταυτης τα επι γης µεχρι και επιθυµιας κακης, ινα ωσπερ ο νεκρος ολως ου λογιζεται (314) ουδε αισθανεται τινος, ουτω και ηµεις αυτοι µηδεµιαν εννοιαν επιθυµιας κακης η εµπαθους αισθησεως ολως εννοωµεν ποτε η επαισθανωµεθα του κακου της τυραννωδους οχλησεως, µονον δε των εντολων µνηµονευωµεν του Σωτηρος Χριστου· ετι δε αθανασιας, αφθαρσιας, δοξης αϊδιου, ζωης αιωνιου, βασιλειας ουρανων, υιοθεσιας δια της αναγεννησεως του Αγιου Πνευµατος και το γενεσθαι ηµας θεους θεσει τε και χαριτι, χρηµατισαι τε
κληρονοµους Θεου, συγκληρονοµους δε Χριστου, και συναµα τουτοις τον νουν Χριστου κτησασθαι και δι’ αυτου ιδειν τον Θεον και Χριστον αυτον ενοικουντα κατα την Θεοτητα και εµπεριπατουντα γνωστως εν ηµιν. Τουτων ουν απαντων και των υπερ τουτων αρρητων και ανεκφραστων οι τας εντολας ακουοντες του Θεου και ποιουντες αυτας, δια της ανοιξεως ης εφαµεν κιβωτου, ηγουν δια της αποκαλυψεως των νοερων οφθαλµων και της θεας των εν τη θεια εγκεκρυµµενων Γραφη, αξιουνται και πλουσιως επαπολαυουσιν. Οι δ’ αλλοι, αγνοιαν εχοντες των ειρηµενων απαντων και απειριαν, αγευστοι εισι της τουτων γλυκυτητος, της τουτων αθανατου ζωης, επερειδοµενοι τη µαθησει µονη των Γραφων· ους και καταδικαζουσα και κατακρινουσα µαλλον αυτη εν τη εξοδω εσται η τους µηδολως των Γραφων ακηκοοτας. Εκ γαρ των τοιουτων τινες απο αγνοιας πλανωµενοι πασας στρεβλουσι τας θειας Γραφας, µεθερµηνευοντες αυτας κατα τας εµπαθεις επιθυµιας αυτων, συνιστανειν θελοντες εαυτους, οτι δη και διχα της (315) ακριβους των εντολων του Χριστου φυλακης σωθηναι µελλουσιν, απαρνουµενοι την δυναµιν ολως των αγιων Γραφων. Και εικοτως· τα γαρ εσφραγισµενα και κεκλεισµενα, τα πασιν ανθρωποις αθεατα τε και αγνωστα, διανοιγοµενα δε υπο µονου του Αγιου Πνευµατος και ουτως αποκαλυπτοµενα θεατα γινοµενα ηµιν και γνωστα, πως αρα ειδεναι η γνωναι η καν ποσως εννοησαι ποτε εξισχυσουσιν, οι την παρουσιαν του Αγιου Πνευµατος, την ελλαµψιν, τον φωτισµον, την ενοικησιν της εις αυτους, µηδεποτε γνωναι λεγοντες; Πως εν καταληψει γενωνται των τοιουτων µυστηριων, οι µηδολως ποτε εν εαυτοις επεγνωκοτες γενοµενην την υπ’ αυτου αναχωνευσιν, την ανακαινισιν, την αλλοιωσιν, την αναπλασιν, την αναγεννησιν; Οι δε µηπω βαπτισθεντες εν Πνευµατι αγιω, την αλλοιωσιν των βαπτισθεντων εν τουτω πως ειδεναι δυνανται; Οι µη γεννηθεντες ανωθεν, των γεννηθεντων εκειθεν – καθως ειπεν ο Κυριος – την δοξαν πως ιδωσι, των εκ Θεου γεννηθεντων και τεκνων γενοµενων Θεου; Οι µη τουτο παθειν εθελησαντες, αλλα δι’ αµελειας ταυτην προσαπολεσαντες – και γαρ ελαβον εξουσιαν του γενεσθαι τοιουτοι - , ποια γνωσει δυνηθωσιν, ειπε
µοι, κατανοησαι η καν οπωσουν εννοησαι ισχυσωσιν, οιοι εκεινοι εχρηµατισαν; Πνευµα εστιν ο Θεος αορατον, αθανατον, απροσιτον, ακαταληπτον, και τοιουτους ποιει τους εξ αυτου γεννωµενους, οµοιους τω γεγενηκοτι Πατρι, σωµατι µονω ληπτους οντας και ορατους, τα δ’ αλλα (316) µονω Θεω γινωσκοµενους και Θεον µονον γινωσκοντας, µαλλον δε µονω Θεω βουλοµενους γινωσκεσθαι, προς ον και βλεπειν αει εφιενται και υπ’ αυτου γλιχονται ορασθαι. Αλλως δε, καθαπερ οι απειροι των γραµµατων ισον τοις εµπειροις τας βιβλους αναγινωσκειν ου δυναται, ουτως ουδε οι µη δια πραξεως τας του Χριστου εντολας διελθειν εθελησαντες, ισον των εις αυτας επαγρυπνησαντων και πεπληρωκοτων αυτας και υπερ αυτων το αιµα κεκενωκοτων το ιδιον, ισχυσουσιν, ως εκεινοι, της του Αγιου Πνευµατος αποκαλυψεως αξιωθηναι ποτε. Ωσπερ γαρ ο βιβλιον εσφραγισµενον και κεκλεισµενον λαβων ανθρωπος ου δυναται τα εν αυτω γεγραµµενα ιδειν η οποια εισιν εννοησαι εως εσφραγισµενον εστι το βιβλιον, καν πασαν την σοφιαν του κοσµου µεµαθηκεν, ουτως ουδε ο πασας τας θειας Γραφας, ως ειποµεν, επι στοµατος εχων δυνησεται ποτε την εν αυταις εγκεκρυµµενην µυστικην και θειαν δοξαν οµου και δυναµιν γνωναι και κατιδειν, ει µη πασας διελθη τας εντολας του Θεου και τον Παρακλητον λαβη µεθ’ εαυτου, διανοιγοντα τους λογους αυτω ως το βιβλιον και την εν αυτοις επιδεικνυοντα δοξαν µυστικως, ου µην αλλα και τα εν τουτοις αποκεκρυµµενα του Θεου αγαθα συν αυτη τη ταυτα βλυζουση αιωνια ζωη αποκαλυπτοντα, α πασι τοις καταφρονηταις και αµελεστεροις κεκαλυµµενα υπαρχει και αφανη το καθολου. Και εικοτως· επειδη γαρ τας αισθησεις αυτων πασας εις την του κοσµου µαταιοτητα προσηλωσαν και τοις τερπνοις του βιου και ταις ωραιοτησι των σωµατων προσπασχουσι, σκοτεινον το της ψυχης οπτικον περιφεροντες, προς τα νοητα καλλη των απορρητων (317) του Θεου αγαθων ιδειν και αναβλεψαι ου δυνανται. Και καθαπερ ο ασθενων τας οψεις του σωµατος ου δυναται καν ποσως εις ηλιακην ακτινα τρανοτερον λαµπουσαν αποβλεψαι, αλλ’ ει και προς αυτην ατενισει, τελεον ευθυς και οπερ κεκτηται
φως προσαπολλυσιν, ουτω δη και ο τα της ψυχης οµµατα ασθενη και τας αισθησεις αυτας εµπαθεις εχων, απαθως και βλαβης εκτος καλλος η ωραιοτητα σωµατος και κατανοησαι ου δυναται, αλλα και ηνπερ προ τουτου ειρηνην ειχε των λογισµων και γαληνην της πονηρας επιθυµιας, και αυτην χρονιζων εν τη µελετη του παθους απολλυσι. Τοιγαρουν ουδε την εαυτου ασθενειαν ο τοιουτος καταµαθειν ολως δυναται. Ει γαρ ασθενειν εαυτον πεποιηκεν, επιστευσεν αν οτι εισι τινες υγιαινοντες ετεροι, και ισως εµεµψατο εαυτον ποτε ως αιτιον αυτον εαυτω χρηµατισαντα και τα προς απαλλαγην ταυτης εφροντισε. Νυνι δε τους παντας εχων εµπαθεις ο τοιουτος, αυτοις εαυτον εξισοι και αδυνατον λεγει ειναι το υπερ τους παντας γενεσθαι αυτον. Τι τουτο; Ινα συναποθανη τω παθει, µη θελων του τοιουτου κακου απαλλαγηναι ο αθλιος. Ει γαρ ηβουληθη, ισχυσεν αν, ως εκ Θεου το δυνασθαι ειληφως. Οσοι γαρ εις το ονοµα αυτου εβαπτισθηµεν, εξουσιαν ελαβοµεν παρ’ αυτου την πρωην δυσγενειαν της φθορας ως ιµατιον παλαιον αποδυσασθαι και υιοι Θεου χρηµατισαι και τον Χριστον επενδυσασθαι. Αλλα µη γενοιτο ηµας, αδελφοι, εξοµοιωθηναι τοις ουτω εχουσι και τοιαυτα φρονουσι, κεχερσωµενοις ουσι και χοϊκοις. Γενοιτο δε εξακολουθησαι Χριστω, τω υπερ ηµων αποθανοντι και εγερθεντι (318) και εις ουρανους ηµας ανυψωσαντι, και αυτου τοις ιχνεσιν αει επεσθαι, καθαιροµενους δια της µετανοιας του σπιλου της αµαρτιας και επενδυοµενους τον φωτεινον χιτωνα της αφθαρσιας του Πνευµατος εν αυτω Χριστω τω Θεω ηµων, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος ΚΕ΄. (319) Περι αλλοιωσεως ψυχης τε και σωµατος, των εξ αερος, των εκ στοιχειων, των εκ βρωµατων και των δαιµονων επιγινοµενων ηµιν. Αδελφοι και πατερες, οφειλει ο µοναχος µη µονον τας εν τη ψυχη γινοµενας αλλοιωσεις και µεταβολας επιστασθαι και νοειν, αλλα και τας αιτιας αυτων, οποιαι ποτ’ αν ωσι και ποθεν εν αυτω συµβαινουσι γινεσθαι. Ποτε µεν γαρ αιφνιδιος γινεται χαρα τη ψυχη, ποτε δε λυπη ταυτη ωσαυτως επερχεται και
βαρος σφοδρον. Και ποτε µεν ευκατανυκτος γινεται, ποτε δε σκληραινεται η αυτη και ως λιθος πεπωρωται. Αλλοτε παλιν πραεια και ταπεινη γινεται και µετα µικρον µετεωρος και θυµωδης και λυσσωσα προς παντας τους αδελφους. Και ποτε µεν χαυνη και ραθυµος και απροθυµος εις παν εργον αγαθον γινεται, ποτε δε διεγηγερµενη και γρηγορουσα και προθυµος εις πασαν υπακοην, ως και τους συνοντας σκωπτειν και διεγειρειν προς το καλον. Και ποτε µεν συνεσταλµενη υπαρχει και ευλαβης, ποτε δε διακεχυµενη και αναιδης. Και ποτε µεν των αποντων αγαπητικως µεµνηµενη και προσκαλουµενη προς εαυτην, ποτε δε ουδε εκεινους ουδε τους συνοντας βουλεται καθοραν. (320) Και ποτε µεν συµπνιγοµενη εφ’ εαυτην γινεται, ως και την ζωην αυτης απολεγεσθαι, ποτε δε επι τοσουτον πλατυνοµενη και η αγαλλιασις εν ταυτη πληθυνεται, ως µηδε επισχειν δυναµενη εαυτην, ει και τουτο βιαζεται. Ταυτα µεν ουν πεφυκε γινεσθαι περι τας φυσικας κινησεις της ψυχης και του σωµατος, οποταν εναγωνιως εχωµεν περι την εργασιαν της αρετης και των εντολων την εκπληρωσιν. Αλλα καθαπερ ουτως αλλοιουται τα της ψυχης, τον αυτον τροπον και τα του νοος αλλοιουται ηµων και ουτω πως µεταβαλλεται. Ποτε µεν γαρ οξυς εις το νοησαι εστι και οξυτερος εις το τα νοουµενα ητοι βλεποµενα παρ’ αυτου διελθειν και διακριναι συντοµως, ποτε δε αργος προς τα αµφοτερα γινεται και βραδυς. Και ποτε µεν ο αυτος ανους οιονει και αλαλος γινεται και κωφος, ποτε δε ευνους τις και ευλαλος, ακουστικος τε αµα και συνετος. Και ποτε µεν τυφλος, ποτε δε ορατικος, εις βαθος και υψος θεωριας υπερ το µετρον της ανθρωπινης φυσεως εισελθειν βιαζοµενος. Και ποτε µεν απλους προς πασαν θεωριαν εστι και ελευθερος, µη µεµνηµενος ολως των εµπροσθεν αυτου γεγονοτων κακων µηδε τι τουτων εννοων το καθολου, ποτε δε ποικιλος, οιονει τα µη γινοµενα εννοων και επινοων και πονηρευοµενος· και ωσπερ φλοξ εν υγροις ξυλοις υπο καπνου συµπνιγοµενη γινεται, πονηρευοµενος ουκ εις τους παροντας µονους, αλλα δη και περι τινων αποντων πολλακις µαταια και ψευδη αναπλαττει εν εαυτω ενθυµηµατα· ενθεν τοι και της καρδιας πολλα λυπουµενης και µη συντιθεµενης εις τα τοιαυτα τω νω, ουδεν ουδαµως
ωφελησαι δυναται, ουδε αποστησαι αυτον των µαταιων συλλογισµων. (321) Και ταυτα µεν περι τε των αλλοιωσεων του νοος και της νοερας ηµων και θειας ψυχης. Αι δε γινοµεναι ηµιν περι το σωµα ανωµαλιαι, ει και δοκουσιν ειναι ευδιαγνωστοι και ραδιως ηµιν επιγινωσκοµεναι, αλλ’ ουχ ουτως εχει. Πολλη γαρ εν τουτω µαλιστα εστιν η εκ φυσεως ως επι το πλειστον µεταβολη. Η µεν γαρ ψυχη ατρεπτος τη φυσει και τη ουσια εστιν, ωσαυτως δε και ο νους ταυτη συναµα παρα του Κτιστου γεγενηται, µονη δηλαδη τη προαιρεσει αγοµενα και τω ιδιω θεληµατι αρετης η κακιας επιλαµβανοµενα, τουτεστι φωτος η σκοτους συγκοινωνοι αιωνιως και κληρονοµοι καθιστανται, η ψυχη, φηµι, και ο νους ενι τουτων προαιρεσει, ως ειρηται, και θεληµατι εκουσιως κολλωµενα, ειτε τω αγαθω τα αγαθα γινονται, ειτε τω πονηρω και πονηρα χρηµατιζουσι. Το δε γε σωµα και τη φυσει τρεπτον, οτι και συνθετον, και τη ουσια ρευστον, οτι εξ υλης φθαρτης εκτισται και ρευστης, την συγκρασιν εχον ητοι την συστασιν εκ των εναντιων προς εαυτα. Εκ θερµου γαρ και ψυχρου, ως φασιν οι περι ταυτα σοφοι και η αληθεια εχει, εκ ξηρου τε και υγρου η ουσια τουτου εστι. Πλην αυτο καθ’ εαυτο εστερηται και προαιρεσεως και θελησεως, ει χρη δε ειπειν και κινησεως, ει µη τι παντως την τουτου ρευσιν και το χωρουν εις φθοραν κινησιν τις ειπη της αυτου υποστασεως φυσικην, ητις εστιν αλογος· ει δε αλογος αυτη, δηλον οτι και αναµαρτητος και παρα Θεου ακατακριτος. Και εικοτως· ος γαρ τη φυσει παρεπεται, τουτο και καταδικης εκτος. Πυρωσιν δε και επιθυµιαν γαµου, συνουσιας µιξιν, ηδονην, γαστριµαργιαν, λαιµαργιαν, πολυυπνιαν, αργιαν, στολισµον ιµατιων και ταλλα παντα απερ, ως οι πολλοι νοµιζουσι, το σωµα επιζητει, ου το σωµα, ως ουδε οτε νεκρον, αλλ’ η ψυχη δια τουτου ταυτα επιζητει ηδυνοµενην, απαξ τω πηλω (322) συγκραθεισα και οια δη συς εν τω βορβορω ταυτης εγκυλινδεισθαι θελουσα των ηδονων πως, της συγκραθεισης αυτη γλιχοµενη σαρκος. Μηδεις ουν προς ταυτα υπο του ιδιου σωµατος συνωθεισθαι και καταναγκαζεσθαι υπολαβοι· ουκ εστι τουτο. Αλλα πως; ακουε συνετως.
“Επλασεν ο Θεος τον ανθρωπον, χουν λαβων απο της γης”. Ιδου εγω εδειξα σοι το σωµα, δειξον ουν µοι και συ ποια τα παθη τα εν αυτω· αλλ’ ουδεν ουκ εχεις ολως ειπειν. Ειτα τι; “Και ενεφυσησεν εις το προσωπον αυτου Κυριος ο Θεος, και εγενετο ανθρωπος εις ψυχην ζωσαν” και ανεστη απο της γης και περιεπατει, του εν αυτω πνευµατος κινουντος δηλονοτι το σωµα δεσποτικως τε και εξουσιαστικως. Πυρωσις δε η κινησις η γαστρος αλογος µανια και ορεξις ουδαµου ετι ην, αλλα ην αυτω ζωη αστασιαστος και αλυπος διαγωγη. Ιδωµεν ουν µηποτε, δια το µη ειναι θηλυ η δια το µη ειναι τα προς επιθυµιαν κινουντα βρωµατα, τουτου γε ενεκα ο ανθρωπος ουτε προς συνουσιας επιθυµιαν, ουτε προς γαστριµαργιαν κεκινητο· τι ουν φησιν; “Εξανετειλε ο Θεος παν δενδρον ωραιον και ην ο τε Αδαµ και η Ευα εν τω παραδεισω γυµνοι και ουκ ησχυνοντο”. Ορας οτι ουτε το θηλειαν ειναι την Ευαν ουτε το γυµνους αµφοτερους τυγχανειν προς σωφροσυνην παρεβλαψε τινα εξ αυτων; Αλλα και γυµνοι ησαν και ουτε αλληλους εγινωσκον, ουτε ησχυνοντο, ουτε µην υπο της του σωµατος φυσεως προς µιξιν ενηγοντο, αλλα µετα την αµαρτιαν και την παραβασιν και µετα το εξω γενεσθαι του παραδεισου και του Θεου γυµνωθηναι και της αυτου θειας δοξης αποπεσειν, (323) τοτε, ως γεγραπται, “εγνω Αδαµ την γυναικα αυτου και συλλαβουσα ετεκε”. Τοιγαρουν, αγαπητε, εαν τον Θεον αγαπησης γνησιως και συ, και εµµεινης εν τη αγαπη αυτου, ουχ υπο τινος παθους κυριευθηση ποτε, ουδε υπο της αναγκης καταδυναστευθηση του σωµατος. Καθαπερ γαρ προς ουδεν το σωµα κινεισθαι δυναται διχα ψυχης, ουτως ουδε η τω Θεω δι’ αγαπης ενωθεισα ψυχη συναπαγεσθαι ισχυει προς τας του σωµατος ηδονας και ορεξεις, αλλ’ ουδε προς αλλας επιθυµιας τινας των ορωµενων η και αορατων πραγµατων οµου και παθων. ∆εδεται γαρ υπο της γλυκειας αγαπης του Θεου η ορµη της καρδιας αυτης η µαλλον ειπειν πασα η ροπη του θεληµατος αυτης. Αυτη ουν συνδεθεισα τω εαυτης, ωσπερ ειρηται, Ποιητη, πως, ειπε, δυναται τω σωµατι πυρουσθαι η ολως ιδιας επιθυµιας αποπληρουν; Ουδαµως. Αι δε φυσικως εποµεναι και γινοµεναι εν τω αυτω σωµατι µεταβολαι προδηλοι· συµβαινουσι γαρ και εις παντας γινονται
τους αγιους. Ποτε µεν γαρ υγειαν αγειν λεγεται, οταν προς εαυτας αι υλαι µη στασιαζωσι, ποτε δε νοσω περιπιπτειν καταναγκαζεται, οποταν εν απο των τεσσαρων στοιχειων η πλεοναση η ελαττον εαυτου γενηται, κατεξανισταµενον δηλονοτι των αλλων η υπ’ εκεινων µαλλον επικρατουµενον και αυτοτυραννουµενον, εξ ων γινονται ρευµατα, ακρωτηριασµοι και ολου ισως του ζωου διαφθορα, µηδεν εκ τουτων παραβλαπτοµενην ηµων της ψυχης, επειδη τα µεν πλειστα τουτων απο ακρασιας βρωµατων και ποµατων εγγινονται, τα δε και απο της των ανεµων και του αερος εναλλαγης. Ψυχρου γαρ οντος αυτου, τα ψυχρας ειναι φυσεως (324) λαχοντα σωµατα βλαπτονται και ασθενεστερα γινονται, ως επι πολυ ψυχραινοµενα, τα δε θερµης οντα κρασεως ευκρατοτερα µαλλον και ισχυροτερα γινονται. Οταν δε θερµος παλιν γενηται ο αηρ, τα µεν ψυχρα θαλπονται οιοενι και αναζωουνται, ως υπο του ηλιου αι µυιαι και τα λοιπα ζωυφια λαµποµενα υπο των ακτινων αυτου και δυνατωτερα και εικινητοτερα γινονται, τα δε θερµοτερας υλης µετεχοντα ολως υπερεµπιπρανται και εκλυονται και προς πασαν πραξιν και κινησιν ωσαυτως ασθενη και αδρανη γινονται. Και απλως εκαστον κατα αναλογιαν της εαυτου συγκρασεως εν τη του αερος εναλλαγη και των ανεµων αναλογως και την µεταβολην επιδεχεται. Αλλα γαρ και διχα τουτων ωσαυτως ιδιαιτερως εστιν η εκ βρωσεως και ποσεως περιττης και η εξ ακρας νηστειας µεταβολη, ου µονον δε αλλα και εκ πολυυπνιας η αγρυπνιας και εκ κοπου η αργιας σωµατικης µεταβολη τις γινεται εν ηµιν. Αλλη δε παλιν εστιν η εξ αυτης της ενυπαρχουσης υλης τω σωµατι και του εν ηµιν κινουµενου φυσικου θερµου αναδιδοµενη καπνωδης πυρα, ως υπο υδατος σβεσθεισης ανθρακιας, και ποτε µεν προς µονην την κεφαλην, ποτε δε εν ολω διαχεοµενη τω σωµατι. Επι δε πασι τουτοις αλλος παλιν εστι παραχωρησει του αγαθου ηµων Θεου και ∆εσποτου επιφεροµενος ηµιν υπο των δαιµονων κατ’ οικονοµικην παιδευσιν προς ταπεινωσιν πειρασµος. Ποιος δη ουτος εστιν; Αυτο το βαρος του σωµατος, ο και διχα τινος ετερας αιτιας δια κενοδοξιαν µονην η επαρσιν η δια το κατακριναι αλλον αµελη η και δι’ ετερας πλειστας αιτιας τω δαιµονι τουτω παραδιδοµεθα εις ολεθρον µεν της σαρκος και
συντριµµον της ψυχης, (325) πειραν δε και γυµνασιαν περισσοτεραν αυτης και ινα το περι ηµας συµπαθες του Θεου και ευσπλαγχνον επιγνοντες, ολην προς αυτον µεταθωµεν εκ διαθεσεως την αγαπην και προς εκεινον ολον τον ποθον κτησωµεθα. Τοιγαρουν και ταυτα ου παντες επιστανται, αλλα τας µεν ψυχικας αλλοιωσεις και τας µεταβολας τας του σωµατος, οι µεσως πως προς την αρετην εχοντες, εκαστος τουτων µερικως τι νοει, οτε δ’ αν και συµβη εν αυτω γενεσθαι τι τοιουτον, περι γαρ των τελειως εσκοτισµενων ουδεις ηµιν λογος· τας δε γε γινοµενας εν τω νοΐ µεταβολας, ως ειποµεν, και στροφας µονοι οι απαθεις και τελειοι, οι καθαροι τε και ελευθεροι τη ψυχη, ωσαυτως και τω νοΐ, γινωσκουσι. Και ουδ’ αυτοι· ου γαρ εαυτων, αλλ’ ουτινος εισιν, εξ εκεινου και περι τουτων διδασκονται. Ποτε µεν γαρ, εκ των ανωµαλιων των εν τω νοΐ συµβαινουσων, η ψυχη στενουται και στυγνη γινεται, υφελοµενη τι της προσουσης χαρας, πλην οµως ανδρισαµενη και τον νουν διανιστησι· ποτε δε ο νους, εξ ων η ψυχη πασχει, συµπασχει και ουτος και υπο την νυκτα γενεσθαι καταναγκαζεται µεν, ου καταδεχεται δε, βιαζεται δε µενειν εν τω φωτι και ισως διαυγαζει και την ψυχην. Αλλοτε υπο της ανωµαλιας παλιν του σωµατος τα αµφοτερα τυραννουνται σφοδρως, ποτε µεν εξωθεν βαρουµενα και το µεν βαρος επαισθανοµενα και την ειρηνικην καταστασιν σωαν εχοντα, ποτε δε εσωθεν ταραττοµενα, ως µηδε ελπιζειν τον πασχοντα εις την προτεραν επανελθειν γαληνιαιαν καταστασιν. Ουτω τοινυν η µεν ψυχη και ο νους απο του σωµατος, ο δε νους απο της ψυχης παλιν αυτης και η ψυχη αυθις απο του νοος και του σωµατος πληµµελει. Ου τα δυο δε παντοτε, η ψυχη και ο νους, (326) εκταρασσονται, αλλα και εκ τουτων παλιν ποτε µεν η ψυχη µονη πασχει, του νοος εροµενου αυτην· “Τι, φησιν, εχεις;” και παραµυθουµενου αυτην, ποτε δε ο νους εκτυφλουται και συγκαλυπτεται και η ψυχη, ελευθερα ουσα, δυναµει θειου πυρος εκδιωκει τον ζοφον και αιρει το καλυµµα και τον νουν διαβλεπειν ποιει. ∆ια τουτο ειπον, ω πατερες και αδελφοι, οτι ου χρη νοειν µονον ηµας τας τροπας και µεταβολας και τας συµβαινουσας
αλλοιωσεις ηµιν, αλλα και ειδεναι ποθεν αυται και πως και απο τινων, οποιοι τε πνευουσιν ανεµοι λογισµων και εκ τινων οι ποταµοι κατερχονται η επερχονται των παθων τε και πειρασµων, ινα και την οικιαν στηριξωµεν ασφαλως της ψυχης και το πηδαλιον ευθυνωµεν του πλοιου καλως και µη ατεχνως η αφυως αυτο µεταχειρισωµεθα. Τουτων δε την γνωσιν βιος παρεχει µετα ακριβειας και κανονος απαραλειπτως επιτελουµενος. Θειναι γαρ ορον εν εαυτω χρεων και τυπον τον µοναχον και ειδεναι αυτον, πως εκαστην ηµεραν διερχεσθαι δει, ως αν ευδροµος προς εργασιαν της αρετης η και µη εµποδιζηται τη απειρια προς τον δροµον αυτης. Ουτω γαρ και εαυτω την οδον εξοµαλισει την τραχειαν οµου και επιπονον, ταυτης εν εξει του καλου και συνηθεια δηλονοτι γενοµενος και Θεω προκοπτων και αναβασεις τιθεµενος εν τη καρδια αυτου ευαρεστησει, εκ των µικροτερων επι τα µειζω και τελεωτερα ανατρεχων, και των ειρηµενων απαντων εν γνωσει γενησεται και πολλων αλλων διδασκαλος αρετης χρηµατισει, φωτιζων δια του λογου και του βιου τους αυτω εντυγχανοντας, ατε δη ως φωτισθεις και αυτος ανωθεν, και ανακαλυπτων βαθεα (327) τοις µετα ποθου ζητουσι τα βαθη µαθειν τα του Πνευµατος, εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος Κστ΄. (328) Περι αρχης βιου λιαν επωφελους και σωτηριου, αρµοζουσης τοις αρτι τω κοσµω και τοις εν κοσµω αποτασσοµενοις και προς τον µοναδικον αποτρεχουσι βιον. Και διδασκαλιας εις αρχαριους λυσιτελεστατη. Αδελφοι και πατερες, πας ανθρωπος ο αρτι τω κοσµω και τοις εν κοσµω πασιν αποταξαµενος, επι δε τον βιον τουτον και το σταδιον των µοναχων αποδραµων, ει γε δια Θεον απεταξατο και την τεχνην των τεχνων ταυτην µαθειν αιρειται και µη εις κενον βουλεται γενεσθαι την απο του κοσµου αυτου αναχωρησιν, εξ αυτης αρχης µετα προθυµιας πασης και θερµοτατης προθεσεως τα της αρετης σπουδαιως οφειλει ποιειν. Και ινα προπαιδειαν τινα των στοιχειων της επιστηµης των επιστηµων, λεγω δη της ηµετερας ασκησεως, τοις αρτι προς ταυτην οιονει την σχολην απο του κοσµου παραγενοµενοις εγγραφον παραδωσωµεν, τοιαυτα εκ προοιµιων υποτιθεµεθα, ως εν τυπω, αυτοις τε και
τοις µετ’ αυτους, καθως και αυτοι απο των πατερων ηµων παρελαβοµεν. Ιστεον ουν οτι ο ηδη τον χοϊκον ανθρωπον µετα του φρονηµατος (329) και τον επουρανιον δια του µοναχικου σχηµατος ενδυσαµενος, µεσονυκτιον οφειλει ανιστασθαι προ του ορθρου και τετυπωµενην ευχην ευχεσθαι, και ουτω µετα ταυτα εις την δοξολογιαν µετα παντων εγειρεσθαι και νουνεχως και εγρηγορως πασαν αυτην διεξερχεσθαι, προσεχων τη αρχη της υµνωδιας µεγαλως, ητοι τω εξαψαλµω, τη στιχολογια, ταις αναγνωσεσιν, αοκνως, µη χαυνουµενος το σωµα και ποδα παρα ποδα ισταµενος η επακουµβιζων τοιχοις και κιοσιν, αλλα τας µεν χειρας ασφαλως δεδεµενας εχειν οφειλει, τους ποδας επιστηριζοµενους ισους τη γη, την δε κεφαλην ασαλευτον και µη προς τα ωδε και εκει νευουσαν· µη µετεωριζοµενον τον νουν, αλλα µηδε περιεργαζοµενον το φρονηµα η συναπαγοµενον τοις αµελεστεροις, οµιλουσιν αλληλοις και ψιθυριζουσιν· αµετεωριστον δε µαλλον εχειν το οµµα και την ψυχην και µονη προσεχειν τη ψαλµωδια και τη αναγνωσει και τη δυναµει των ψαλλοµενων και αναγινωσκοµενων λογων της θειας Γραφης, οσον το κατα δυναµιν, ινα µη λογος εν αυτω παρελθη αργος, αλλ’ εκ παντων αυτων πιαινοµενων αυτου η ψυχη, εις κατανυξιν και ταπεινωσιν και φωτισµον ελθη θειον του Πνευµατος του Αγιου. Παρακαλω ουν ως ενα παντας υµας, πατερες µου και αδελφοι µου και τεκνα, και ταυτα ως νοµον σωτηριον υποτιθηµι, ινα σπουδασητε εκαστος υµων βαλειν τοιαυτην αρχην εις το εργον της αρετης η µαλλον ειπειν του Θεου, δι’ ου και τους µισθους αναλογως των πονων ηµων εξ αυτου φιλαγαθως λαµβανοµεν, ωστε ει δυνατον µη παρελθειν τινα εξ υµων ανευ δακρυων την ακολουθιαν και την αναγνωσιν. ( 330) Ει γαρ ουτω σεαυτον εθισεις, ω αδελφε, εις το εργον τουτο ποιειν, εν ολιγω προκοψεις και αναδραµης εις ανδρα τελειον, εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου. Βιαζοµενος γαρ εαυτον ινα µη ανευ δακρυων παρατρεχης την τετυπωµενην ακολουθιαν της εκκλησιας, γινη του καλου τουτου εν εξει και, εν αυτη τη στιχολογια και εν τοις τροπαριοις οις ψαλλεις, τρεφεται σου η ψυχη, αναδεχοµενη τα τουτων θεια νοηµατα προς εαυτην, και
αναβιβαζεται σου ο νους δια των λεγοµενων προς τα νοητα, και δακρυων ηδεως, ουτως εν τη εκκλησια διαγεις, ως εν αυτω τω ουρανω µετα των ανω δυναµεων. Θες ουν και τουτο σεαυτω νοµον, ινα προ της εσχατης ευχης µη εξελθης ποτε της συναξεως ανευ αναγκης µεγαλης η χρειας του σωµατος, αλλα µενε ως ειποµεν προσκαρτερων εν τη στασει σου, επειδη “ο υποµεινας εις τελος”, κατα το γεγραµµενον, “σωθησεται”· ου µονον δε αλλα πρωτον µεν βοηθειαν ληψεται ανεπαισθητως, ειτα και εν αισθησει, και µετ’ ολιγον εν φωτισµω απο Θεου Παντοκρατορος. Τελεσθεισης δε της ορθρινης δοξολογιας, ευθυς εξερχοµενος µη αρξη λαλειν τουτω κακεινω και µετεωριζεσθαι και αργολογειν, αλλ’ εστω σοι, µετα το ευξασθαι καταµονας εν τω κελλιω την τετυπωµενην σου ευχην εν δακρυσι και πολλη προσοχη, εργασια σωµατικη τις, και ευθυς αποτρεχε προς αυτην, ειτε διακονιαν εις την διακονιαν, ειτε εργοχειρον εις το εργοχειρον, ειτε αναγνωσις εις την αναγνωσιν. Αργος δε µη θελησης ολως καθεσθηναι εν τω κελλιω σου, ινα µη η αργια διδαξη σε παν κακον, ο µη θεµις ειπειν. Αλλα γαρ µηδε περιερχη το µοναστηριον (331) και τους εγαζοµενους η διακονουντας περιεργαζη, φυλαξον δε την σιωπην και το εκ παντων απεχεσθαι, οπερ αληθης εστι ξενιτεια. Προσεχε σεαυτω µονω και τω εργοχειρω σου, οιον δ’ αν εστι. Και µη εισελθης εις κελλιον τινος ανευ του κατα Θεον σου πατρος, ει µη αποσταλης η παρα του προεστωτος η διακονητου της µονης. Και απελθοντος σου, σπουδασον µη ειπειν η ακουσαι λογον εξω της χρειας σου, δι’ ην επεµφθης· αλλα την αποκρισιν ποιησας, συντοµως υποστρεψον. Ει δε και διερχοµενος ιδης τινα αδελφον µονον, η και µετα ετερων καθηµενον και οµιλουντα παρα καιρον, βαλων µετανοιαν σιωπη παρελθε. Μη απελθων καθεσθης µετ’ αυτων, µνησθεις του ψαλµωδου λεγοντος· “Μακαριος ανηρ ος ουκ επορευθη εν βουλη ασεβων, και εν οδω αµαρτωλων ουκ εστη, και επι καθεδρα λοιµων ουκ εκαθισε”. Λοιµοι γαρ εισιν οι τοιουτοι, καθως ο Παυλος φησι· “Φθειρουσιν ηθη χρηστα οµιλιαι κακαι”· ει τι ουν ο λοιµος, τουτο και η φθορα. Μη τοινυν συγκαθεσθης µετα αργολογουντων, αγαπητε, µηδε ειπης· “Ακουσοµαι τι λαλειτε καγω”, αλλ’ ως ειρηται, βαλων µετανοιαν παρελθε.
Φυλαξον την σιωπην την ξενιτειαν· και την µεν σιωπην εν τω λεγειν προς εαυτον· “Τι γαρ εχω και ειπειν εγω αγαθον, ολος βορβορος ων και µωρος, ου µονον δε αλλα και ξενος και αναξιος του λαλειν και ακουειν η συναριθµεισθαι µετα ανθρωπων; “· την δε ξενιτειαν και το απεχεσθαι απο παντων εν τω λογιζεσθαι ταυτα και λεγειν προς εαυτον· “Τις ειµι, φησιν, εγω ο απερριµενος και ευτελης, ο αγεννης και πτωχος, ινα εις κελλιον εισελθω τινος; ουχι ως βδελυγµα οντα µε, ιδων µε αποστραφησεται; αρα ου µη ειπη· Τι δε ο µιαρος (332) ουτος ηλθε προς µε µιαναι την κελλαν µου; “, προτιθεις προ των οφθαλµων σου τας αµαρτιας σου, και µη ακροις χειλεσιν, αλλ’ απο ψυχης λεγων αυτα. Ει γαρ και µη κατ’ αρχας λεγειν ταυτα ισχυσεις απο ψυχης, αλλ’ οµως κατα µικρον ελευση και εις τουτο, της χαριτος συνεργουσης σοι. Μονον ακουσον µου του ταπεινου, µονον βαλε εις ταυτα αρχην, αδελφε, µονον αρξαι ποιειν και πραττειν και λεγειν ταυτα, και ουκ εγκαταλειψει σε ο Θεος. Αγαπα γαρ σε σφοδρα και θελει σε εις επιγνωσιν αληθειας ελθειν και σωθηναι. Ουτω τοιγαρουν τας µεχρι της λειτουργιας ωρας διελθων, αδελφε, εισελθε παλιν εις την συναξιν εν σπουδη και εν προθυµια πολλη. Στηθι καθως εν τη ορθρινη σοι δοξολογια υπετυπωσαµεν, του πενθους µηδολως ληθην ποιουµενος· στηθι συντροµος, ως τον Υιον του Θεου βλεπων θυοµενον δια σε. Και ει ει αξιος και απελυθης εις τουτο, προσελθε εν φοβω και χαρα των απορρητων κοινωνησων αγαθων. Και µετα την εσχατην ευχην εξελθων, εισελθε µετα παντων εν τη τραπεζη, µη χωριζοµενος των σων αδελφων. Και ει µεν διακονειν εταγης, παραστηθι ως τω Χριστω και ουκ ανθρωποις διακονων εξ ειλικρινους διαθεσεως και αγαπης πασιν ως αγιοις, µαλλον δε ως αυτω - καθως ειποµεν – διακονησων τω Χριστω, εκαστον αυτων περιπλεκοµενος οιονει τη ψυχη και ολον σεαυτον τη προθεσει δια της αγαπης εµπαρεχων αυτοις, εκ του διακονειν αυτοις βεβαιουµενος καρπουσθαι αγιασµον. Ει δε καθεσθης εν αυτη µετα παντων και συ, ορα τι σοι εν Κυριω εντελλοµαι, ως αγαπητω πατρι µου και αδελφω, µη προπετως εκτεινης την χειρα σου (333) επι τοις παρακειµενοις βρωµασι τη τραπεζη προ του εναρξασθαι τους παλαιοτερους
εσθιειν των αδελφων σου, προ του δοθηναι την ευλογιαν ανωθεν παρα του ιερεως. Και αρξαµενος συνεσθιειν τοις πατρασι και αδελφοις σου, προσεχε σεαυτω και µονω εν συστολη παση και σιωπη καθεζοµενος, µη οµιλων καθολου τινι αλλα προσεχων τη αναγνωσει και τρεφοµενος, ωσπερ το σωµα, ουτω και την ψυχην εκ των θεοπνευστων λογιων του Πνευµατος. ∆ει γαρ σε διπλουν οντα, εκ ψυχης λεγω και σωµατος, δισσως και καταλληλως εχειν την τροφην και την τραπεζαν, και το µεν σωµα αισθητον εχοντα και γηϊνον αισθητοις και τοις απο γης τρεφειν βρωµασι, την δε ψυχην νοεραν και θειαν επιφεροµενον νοητοις τρεφειν και θειοις των λογων εδεσµασι. Μη ουν περιεργαζου τα παρατιθεµενα σοι µερη εν τη τραπεζη, ποιον τυχον µειζον η βραχυτατον εστιν, αλλ’ οιον δοθη σοι µετ’ ευχαριστιας πασης δεξαµενος φαγε, και τουτο µετ’ εγκρατειας, φευγων εν πασιν τον κορον, αναξιον εαυτον δηλονοτι λογιζοµενος της κοινης τραπεζης των αδελφων και τοιαυτα καθ’ εαυτον ενθυµουµενος και λεγων προς εαυτον· “Τις ειµι εγω, ο ευτελης και αναξιος, οτι µετα των αγιων τουτων συγκαθεδρος και συνεστιος γεγονα;” και ουτω ταυτα λεγων εν εαυτω, εχε µονον απο ψυχης σεαυτον αµαρτωλον, και καθαπερ πτωχος τις και ρακενδυτων, εαν µεσον αρχοντων και πλουσιων λαµπρας και πολυτελεις περιβεβηληµενων στολας ευρεθη, αισχυνεται και συστελλεται και ουδε προσεγγισαι τινι αυτων η πλησιασαι τολµα, ουτω και συ διακεισο προς παντας αυτους, τον εσχατον τοπον αει εκλεγοµενος και αισχυνοµενος επανω τινος αυτων (334) των οραθηναι καθηµενος, ως εκεινων µεν παντων πλουσιων οντων ταις αρεταις, σου δε πτωχου και γυµνου υπαρχοντος και αναξιου του και ολως συνειναι και βλεπειν αυτους. Αλλα γαρ µελλων αψασθαι της τροφης, αυθις ταυτα λογιζου µεµνηµενος τας αµαρτιας σου και λεγε προς εαυτον· “Αρα γε ουκ εις κριµα µου και κατακριµα γενηται, ει αψοµαι των προκειµενων τινος; Τον γαρ πεποιηκοτα ταυτα Θεον και εις βρωσιν παρασχοντα ηµιν, τουτον εγω νηπιοθεν παρηκουσα και τας αγιας αυτου εντολας ουκ εφυλαξα· και πως των αγαθων αυτου, ως οι πατερες ουτοι οι αγιοι, καγω αναξιος και καταδικος ων µεταλαβω; Ποιω προσωπω, απο οψεως ων του ∆εσποτου µου, ο πονηρος δουλος εγω και αγνωµων και
αχαριστος, προ του µετανοησαι µε και την συγχωρησιν παρα του φιλανθρωπου Θεου τελειως λαβειν, ως οι µη αµαρτησαντες η και ηµαρτηκοτες µεν, µετανοησαντες δε και την συγχωρησιν εκειθεν λαβοντες, φαγωµαι και αυτος και πιωµαι και συνευφρανθησοµαι τοις αγιος; Ουδαµως! Αλλα προς το ζην µε µονον και φαγοµαι και πιοµαι και εµαυτον εκτηξω και λυπησω και κατακρινω, ινα επιβλεψας ο θεος ανωθεν και ιδων την στενοχωριαν και την εκουσιον µου θλιψιν ελεηση και συγχωρηση µοι τα πολλα µου κακα”. Ταυτα τοιγαρουν ενθυµου, τουτων διηνεκως µεµνησο! Προς τουτοις τυπωσον και ψωµον τοσουτον εσθιειν, οσον του µη χορταζεσθαι σε, αλλα κατα πολυ της χρειας ελαττον και οσον δυνασαι βαστασαι· ωσαυτως και εν η δυο πινειν καυκαλια και ταυτα εν µια τεταγµενη της ηµερας ωρα. Εσθιοντος σου δε µη (335) υπακουσης τω υποβαλλοντι σου λογισµω εκλεξασθαι τι των προκειµενων κακεινου µεταλαβειν· αλλα φυλαξον µη φαγειν τι οπερ καλον σοι εφανη, µονα δε τα εµπροσθεν σου κειµενα εσθιε· αλλα και εξ αυτων εαν τυχη τυχον οπωρα η ετερα τινα των εδωδιµων ειναι και αρεστον φανη σοι εν εξ αυτων και ειπη σοι ο λογισµος· “Καλον εστιν εκεινο, λαβων φαγε αυτο”, σπουδασον µη ηττηθηναι µηδε αψασθαι αυτου. ∆ι’ ουδεν γαρ ετερον του παραδεισου ο Αδαµ εξεβληθη, ει µη οτι ωραιος εφανη και καλος εις βρωσιν ο καρπος του φυτου, και εφαγεν εξ αυτου· και δια τουτο απερριφη και εξεβληθη και θανατω και φθορα κατεδικασθη. Οι ουν βουλοµενοι εις εκεινον τον παραδεισον – µαλλον δε εις την βασιλειαν των ουρανων επανελθειν, την εγκρατειαν διχα παραβασεως πασης και µεχρι τουτων φυλαττειν οφειλουσιν, ινα µη κατα µικρον και εις µειζονας επιθυµιας και βλαβερας περιπεσωσιν. Εαν προτρεπωνται σε οι συγκαθηµενοι αδελφοι του φαγειν η πιειν περισσον τι, µηδεν ετερον αποκριθης τινι, ει µη τας χειρας σου δησας και µικρον τι διεγερθεις και κλινας την κεφαλην, πραεια λεγε φωνη· “Συγχωρησον”, και επι πασιν ουτω παντοτε αποκρινου και µητε προτιµηση τινα εκ των περισσευµατων σου, µητε λαβης απο τινος τι. Μη πινοντος σου οινον, µη επιζητησης ολως λαβειν αυτον, αλλα µηδε ετερω τινι εκ των αδελφων επιδωσης, ει µη που απο ξενης εστι και ηλθε προς σε δια χρειαν
τινα. Μη καταδεξη ποτε µετα τινος προγευσασθαι, µηδε εν δειλη φαγειν η πιειν η επιδειπνησαι ποτε· παντα γαρ τα κακα εκ τουτων τικτονται, και ταυτα εισι τα ενεδρα του διαβολου και αι παγιδες αυτου, αιτινες καθορωνται µεν ως καλαι, (336) κεκρυµµενον δε εχουσι τον ιον του θανατου εν αυταις, ας ο πιστευων ηµιν φευξεται, και ο φυλασσων τους λογους ηµων, τη συνεργεια της του Θεου χαριτος, ατρωτος και αβλαβης διαµενει εξ αυτων, οι δε γε λοιποι κοσµικον βιον, ως ουκ ισασιν, εν µοναχικω τω σχηµατι προαιρουνται ζην, οι και εις βαραθρα και εις κρηµνους καταπιπτοντες ουκ αισθανονται. Συ ουν, περιποθητε αδελφε, ταυτα φυλαξαι θελησον, ει καν δεη σε και αποθανειν· αλλως γαρ τον της γαστριµαργιας δαιµονα εκφυγειν ουκ ισχυσεις. Ισθι δε οτι ταυτα φυλασσοντος σου, µη φερων ο διαβολος οραν σε, παντας τους ραθυµους εξεγερει κατα σου, και καταλοιδορησουσι σε και γελασουσι και φθονησουσι και εµπαιξουσι και µυριας θλιψεις σοι επενεγκωσιν, οπως σε της αγαθης προθεσεως και των σωτηριων πραξεων αποστησωσιν· απερ εαν υποµεινης, αγαπητε, µεγαλην απο του Θεου και Σωτηρος ηµων ευρησεις βοηθειαν και παρακλησιν. Τοιγαρουν και ετερων εν τω δειπνω καθηµενων και εσθιοντων, σου δε µη εσθιοντος αλλ’ ειτε διακονουντος ειτε και µη, µη επιλαθη και ταυτα λεγων προς εαυτον· “Ει ηµην παντως µετανοησας και αυτος και τας αµαρτιας µου συγχωρηθεις, εχαιρον αν καγω και µετα των αδελφων µου συνησθιον. Επειδη δε αναξιον εµαυτον δα των αισχρων µου πραξεων, ο αθλιος, πεποιηκα, απολαβω ενταυθα κατα τα εργα µου! “ και ταυτα λεγων κρατει γαστρος, οση σοι δυναµις. Πρωτοκαθεδριαν µηποτε ζητησεις µητε επιθυµησεις, αλλα µισησον ταυτην απο ψυχης ως υπερηφανιας αιτιαν και προξενον ουσαν. Η γαρ ταπεινωσις σου υψωσει σε, και το εσχατον ειναι σε παντων πρωτον σε αποκαταστησει, επειδη γεγραπται· “Πας ο υψων εαυτον ταπεινωθησεται, ο δε ταπεινων εαυτον υψωθησεται”. (337) Μετα γουν το συναναστηναι σε παση τη αδελφοτητι και αποδουναι την ευχαριστιαν Θεω και παρα του ιερεως απολυθηναι, αποτρεχε σιωπων εν τη κελλη σου, και κλεισας την θυραν επιλαβου του βιβλιου. Και αναγνους ολιγον, ει µεν ηµεραι του θερους εισιν, ανακλιθητι επι το ψιαθιον σου και
βραχυτατου µεταλαβε υπνου - απεχοµενος γαρ του κορου και λιτη χρωµενος τη τραπεζη µετα αρτου και µεµετρηµενου υδατος και λαχανων η οσπριων, ηττον υπνωσεις και θαττον εξαναστηση -, ει δε του χειµωνος εισι, µετα το µικρον αναγνωναι επιλαβου του εργοχειρου σου και προσκαρτερησον εν αυτω εως ου το ξυλον την υµνωδιαν σηµανη του λυχνικου. Ειτα παλιν εις την συναξιν εισελθων, στηθι εν φοβω και προσοχη ενωπιον του Θεου, ψαλλων αυτω και εξοµολογουµενος και µηδενι οµιλων το παραπαν. Και τελεσθεντος του λυχνικου, ει µεν εγκρατευσασθαι ισχυσεις του µη φαγειν η πιειν το καθολου, απαξ κεκρικως την ηµεραν εσθιειν, ευρησεις ου την τυχουσαν ωφελειαν εν τη παραστασει της εσπερινης σου ακολουθιας και εν τη νυκτερινη δεησει και αγρυπνια· ει δ’ ουν αλλ’ ενι παξαµατιω αρκεσθητι και ενι ποτηριω υδατος ανευ ασθενειας και ατονιας στοµαχου σου. Και µετα το συναµα τοις αδελφοις σου αποδουναι τας εσπερινας ευχας τω Θεω, βαλων µετανοιαν εις τους ποδας του προεστωτος ως εις αυτους τους ποδας του Χριστου, και ευχην εκειθεν λαβων και ασπασαµενος τας αγιας µορφας των αγιων, εισελθε σιωπων µηδενι µηδαµως οµιλων εις το κελλιον σου, και κλεισας τας θυρας επιλαβου πρωτον του βιβλιου, (338) και αναγνους ωσει τρια φυλλα προσεχως εν αυτω στηθι εις προσευχην, ησυχως ψαλλων και προσευχοµενος τω Θεω ως παρα µηδενος ακουοµενος. Στηθι δε γενναιως επισυναγων σου τους λογισµους και µη εων ρεµβεσθαι αυτους αλλαχου, σφιγξον σου τας χειρας, ενωσον σου τους ποδας επισης ασαλευτους εν βασει µια, και τους µεν οφθαλµους µυσον του µη προς αλλο τι βλεπειν και τον νουν διασκιδνασθαι, τον δε νουν αυτον και ολην την καρδιαν αρον εις ουρανους και Θεον, εκειθεν µετα δακρυων και στεναγµων τον ελεον εκκαλουµενος. Εστωσαν σοι δε ψαλµοι τεταγµενοι παρα του πνευµατικου σου πατρος, οσοι ρηµατα µετανοιας και κατανυξεως φερουσι και οσοι τη δυναµει εξικανουσι και τη προθεσει σου. ∆ει γαρ σε µετρειν τη τε ισχυϊ και τη ανδρεια σου την τε των ψαλµων υµνωδιαν και το πληθος της γονυκλισιας και τον χρονον της στασεως, ινα µη την συνειδησιν εξης εις ελεγχον σου λεγουσαν· “Ετι ην σοι δυναµις του στηναι και υµνησαι και Θεω εξοµολογησασθαι”. Προς
τουτοις εστωσαν σοι και ευχαι και αυται τεταγµεναι πρωΐας και εσπερας, εξοµολογησιν εχουσαι προς Θεον. Και την ευχην συντελεσας αναγνωθι παλιν µικρον, ειτα επιλαβου και του εργοχειρου σου, και εως πρωτης φυλακης, ηγουν εως τριτης ωρας διανυκτερευσον της νυκτος. Ειθ’ ουτως αναστας και ποιησας τον αµωµον, ανακλιθητι σφραγισαµενος ολον σου το σωµα επι το ψιαθιον, µεταλαβων δε υπνου µεχρι του µεσονυκτιου καθεξης ποιησεις, ως υπετυπωθη σοι ανωθεν. Αλλα γαρ και τους λογισµους της καρδιας σου τω πνευµατικω σου πατρι καθ’ ωραν, ει δυνατον, εξαγορευε· ει δε µη, τεως εσπεραν µη παρελθης, αγαπητε, αλλα και µετα τον ορθρον τα συµβαινοντα σοι παντα, (339) σεαυτον ανακρινων, εξαγορευε. Και πιστιν αδιδακτον εχε προς αυτον, καν ο κοσµος απας αυτον λοιδορη και διασυρη, καν αυτος συ τουτον τοις οφθαλµοις σου θεαση πορνευοντα, µη σκανδαλισθης, µηδε την πιστιν σου ελαττωσης την προς αυτον, πειθαρχων τω ειποντι· “Μη κρινετε και ου µη κριθητε”. Ουτω δε ποιουντος σου καθ’ εκαστην και ουτως αγωνιζοµενου σου, ου βραδυνει ο Θεος του επισκεψασθαι σε ανωθεν, αλλ’ εξαποστελει σοι βοηθειαν εξ αγιου αυτου κατοικητηριου, και η χαρις του Παναγιου αυτου Πνευµατος επισκιασει σοι. Και κατα βραχυ προκοπτων επι το εργον σου την πνευµατικην ηλικιαν αυξησεις και εις ανδρα τελειον αναδραµης, εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου, φωτιζοµενος και φωτιζων φως γνωσεως, δικην ηλιου, παντας τους πλησιαζοντας σοι και εντυγχανοντας, και δοξαζων Θεον και βιω και λογω, τον δοντα σοι την δωρεαν του Αγιου αυτου και ζωοποιου Πνευµατος, ω πρεπει δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος ΚΖ΄. (340) Περι του µη αµελως εχειν περι την εργασιαν των του Θεου εντολων, µηδε καταφρονειν µιας και µονης αυτων, αλλ’ αγωνιζεσθαι τηρειν οµου πασας, ινα µη ως καταφρονηται εξω του νυµφωνος αποκλεισθωµεν. Και περι του υποµενειν γενναιως τους πειρασµους. Αδελφοι και πατερες, ουκ ακουετε του Κυριου και των αποστολων αυτου βοωντων· “Εαν τις, φησι, τον νοµον ολον φυλαξη, πταιση δε εν ενι, γεγονε παντων ενοχος”, και παλιν· “Ο
αγωνιζοµενος παντα εγκρατευεται”; Και ινα σαφεστερον ο λεγει ποιηση, επαγει λεγων· “Ω γαρ τις ηττηται, τουτω και δεδουλωται”. Ωστε, αδελφοι, ο ενι και τω τυχοντι παθει δουλουµενος, υπ’ αυτου και δεσποζεται και ταις εντολαις του Κυριου υπακουειν ου δυναται· πως γαρ, υπο αλλοτριου δεσποτου κυριευοµενος; ∆ια τι δε και αφ’ εαυτων ου συνορωµεν ηµεις των δεσποτικων και αποστολικων ρηµατων την αληθη δυναµιν, εκ των ορωµενων ταυτην καλως στοχαζοµενοι; (341) Βλεποµεν γαρ οτι οι εν πελαγει πλεοντες ουχι εαν τοσα η τοσα σταδια πλευσωσιν, ειτα εγγυς που προς τον λιµενα γενοµενοι κινδυνω περιπεσωσι, αλλ’ οι τον λιµενα φθασαντες και τη χερσω αποδοθεντες σωθηναι λεγονται· ουτω και οι εν οδω περιπατουντες και προς πολιν τινα καταλαβειν σπευδοντες, ουχι εαν τονδε τον ποταµον διαπερασωσι και τοδε το ορος διελθωσι κακεινους τους ληστας διαβαντες εκφυγωσι, µετα δε ταυτα ετερω τινι ανδροφονω η θηριω εντυχοντες παρ’ εκεινου αναλωθωσιν η και βοθυνω τινι περιπεπτωκοτες αποπνιγνωσι, διασωθησεσθαι και την πολιν εκεινην καταλαβειν εν η επορευοντο, λεγονται, αλλ’ οι παντα πειρασµον και πασαν θανατηφορον επιβουλην Θεου βοηθεια διαφυγοντες. Και ουδε ουτοι! Ει γαρ µετα το διαφυγειν παντα τα εναντια αµελησουσιν η ραθυµησουσι, και νυξ αυτους καταλαβη και αι πυλαι κλεισθωσι της πολεως και εξωθεν αυτης ευρεθωσιν, ουκ οιδασι τι τεξεται η επιουσα ηµερα. Νοει ουν µοι πολιν την βασιλειαν των ουρανων, νυκτα τον εκαστου ηµων θανατον, επιουσαν δε ηµεραν την του Κυριου και Θεου παρουσιαν, ητις εστιν η ηµερα της κρισεως. Ο τοινυν µη φθασαι σπουδασας του εν αυτη γενεσθαι τη βασιλεια των ουρανων εως εν τη ηµερα του τηδε βιου εστιν, αλλ’ εξω ταυτης εν τη εξοδω της ψυχης αυτου ευρεθη, νυξ επ’ αυτω του θανατου γινεται, και ουκ οιδεν εν τη επιουση ηµερα της κρισως τι αρα αυτω συµβησεται, καν τε εισελθειν εν αυτη συγχωρηθη καν τε µη. Αλλα και η δορκας η η ελαφος η ετερον τι τουτων των ζωων, ουχ οταν τουτου µεν η εκεινου του θηρευτου και του κυνος (342) διαφυγη η της παγιδος τησδε η τησδε ανωτερον γενηται, υπο δε ετερου τινος κατασχεθεν εις τας χειρας αυτων εµπεση,
διαδραναι και σωθηναι λεγεται, αλλα το µηθ’ ολως αγριευθεν η υπο τινος µηχανης κρατηθεν. Νοει ουν µοι παλιν θηρευτας τους πονηρους δαιµονας, κυνας δε τους πλανους και ψευδοδισκαλους ανθρωπους, οι διεστραµµενοι οντες και πονηροι ουχ εαυτους διορθωσασθαι αλλα ετερους διδασκειν επιχειρουσιν, ους ως υλακτουντας κυνας λογιζεσθαι χρη και φευγειν τους τοιουτους, ως δια των λογων δακνοντας και διασπαρασσοντας τα προβατα του Χριστου και ταις των θηρευτων χερσι προδιδοντας αυτα· ληστας δε τους πονηρους λογισµους και αισχρους λογισµους οιτινες αιφνιδιως επιπιπτοντες τω αγωνιζοµενω, η φυγειν και απορραγηναι της συνοδιας αυτον παρασκευαζουσιν, εαυτον οιοµενον διασωσασθαι, η κρατησαντες τω συνδιασµω και ταις συγκαταθεσεσι του λογισµου συνδησαντες ασφαλως και περισφιγξαντες, τυπτουσιν αυτον οιονει τοις γαργαλισµοις και ταις κινησεσι της σαρκος, και δια της ατοπου επιθυµιας τουτον ελκοντες τη δυναµει, τω βοθρω της αµαρτιας και τω κρηµνω της πραξεως απορριπτουσι. Χρη ουν παση δυναµει των µεν πονηρων πασων απεχεσθαι πραξεων, των δε αγαθων εργων αµα παντων αντεχεσθαι, και τας εντολας του Θεου ζεοντι ποθω και προθυµια παση ποιειν και µηδεµιας και της τυχουσης ως ελαχιστης καταφρονειν. Ο γαρ λεγων· “Ειθε µη τοδε µοι πεπρακται το κακον, τοδε µη πεπραχα το αµαρτηµα, επει τοδε η τοδε ουδεν εστι” φανερως απασας οµου ανατρεπει τας εντολας του Θεου και ταυταις ανθισταται. Υπονοει µοι, ανθρωπε, (343) σκευος τιµιον εκ πασων γενοµενον των εντολων του Θεου, οιον εκ πιστεως, εκ φοβου Θεου, εκ ταπεινωσεως, εκ σιωπης της απο αργου λογου, εξ υπακοης µεχρι θανατου, εκ της εκκοπης του ενδοθεν της καρδιας θεληµατος και κινηµατος, εκ της αδιαλειπτου µετανοιας και κατανυξεως, εκ της αενναου ευχης, εκ της των οφθαλµων ακριβειας, εκ της προς τον πλησιον απροσπαθειας και της προς παντας εξ ισου αγαπης, εκ της αφιλαργυριας και σωφροσυνης, εκ της προς τον Θεον ελπιδος και τελειας αγαπης, εκ πασων αλλων των ταυταις συνεποµενων ταις αρεταις. Μια γαρ εκαστη τουτων, οιονει πεταλον ουσα καθ’ εαυτην εν, η µεν χρυσουν, η δε αργυρουν, αλλη χαλκουν, ετερα εκ λιθου τιµιου, και καθεξης αι λοιπαι εξ ετερων αλλων υλων, ενουµεναι δια του Πνευµατος
και αλληλαις εις εν απασαι συγκολλωµεναι τε και συναρµολογουµεναι, ευχρηστον τι, ως ειρηται, τον ανθρωπον κατασκευαζουσι σκευος, εν ω η του Θεου χαρις ως οινος νεος εµβαλλεται. Ειπε ουν µοι, εαν µια εκ πασων των ειρηµενων αρετων επιλειψη, εξ ων και δι’ ων συνετεθη και συνηρµοσθη το σκευος, αρα ανεξεται ο Θεος εµβαλειν εν αυτω ολως τι των χαρισµατων του Πνευµατος αυτου, ει και δοκει πανυ µικρα η τρυµαλια ειναι του επιλειποντος δηθεν πεταλου ητοι του τοπου της αρετης; Ουδαµως! Παντως γαρ εκ του κατ’ ολιγον δια της µικρας εκεινης οπης το εµβληθεν αγνωστως ρευσαν χυθησεται. Πως ουν ηµεις και διχα πολλων αρετων, ων τον αφθαρτον και ακενωτον ου κεκτηµεθα πλουτον εκ (344) της των εντολων εργασιας, δια των ολιγων κατορθωµατων και τουτων διεσπαρµενων απ’ αλληλων ταις αµαρτιαις, ως σκευη εαυτους ειναι νοµιζοµεν τελεια και ολοκληρα, και το Αγιον Πνευµα ως θησαυρον ενδον εν ηµιν φερειν οιοµεθα; Αλλ’ οντως κατα τον ειρηκοτα “εµαταιωθηµεν εν τοις διαλογισµοις ηµων και εσκοτισθη η ασυνετος ηµων καρδια και φασκοντες ειναι σοφοι εµωρανθηµεν”. Ει γαρ και Παυλος ο θειος βοα· “Ο Θεος ο ειπων εκ σκοτους φως λαµψαι, ος ελαµψεν εν ταις καρδιαις ηµων, και εχοµεν τον θησαυρον τουτον εν οστρακινοις σκευεσιν”, αλλα “σκευη” µεν τα ηµετερα σωµατα φησι, καθα και αλλαχου λεγει· “Ουκ οιδατε οτι τα σωµατα υµων ναος εισι του ενοικουντος εν υµιν Αγιου Πνευµατος και ουκ εστε εαυτων”, “οστρακινα” δε ειπων το της φυσεως ηµων ηνιξατο ασθενες. Αθραυστα τοινυν και αδιαρρηκτα εισι τα τοιαυτα σωµατα δια την του εν αυτοις θησαυρου ακαταµαχητον δυναµιν. ∆ιο και επιφερων φησιν· “Ινα το πλειστον της δυναµεως µη η εξ υµων, αλλ’ εκ του Θεου”. Και ινα υµιν αυτο εκδηλοτερον απεργασωµαι, τοιουτον εστιν ο φησι· “Μη νοµισης οτι υπο σου, φησι, συνεχεται και τηρειται ο εν σοι θησαυρος, αλλα υπο του εν σοι θησαυρου αυτος συ µαλλον τετηρησαι, υπο της εν σοι χαριτος κατεσκευασθης εις το ειναι σκευος ευχρηστον τω Θεω. Το δη θαυµαστον, οτι και εαν µη υφ’ ηµων αλλ’ υφ’ ετερων εχθρων τινων συντριβη το σκευος, ο µεν θησαυρος µενει ακενωτος, το δε σκευος ισχυροτερον τε και ασφαλεστερον υπο της του θησαυρου ενεργειας κατασκευαζεται· ο Θεος γαρ εστιν”.
Οθεν περι τουτου ο αυτος αποστολος λεγει· (345) “Παντα ισχυω εν τω ενδυναµουντι µε Χριστω”. Αλλ’ ορα µοι πως δια των τοιουτων λογων πανταχου την Τριαδα αχωριστον ειναι φησι και εν ηµιν µενουσαν· “Ο Θεος γαρ, φησιν, ο ειπων εκ σκοτους φως λαµψαι, ος ελαµψε – το Αγιον Πνευµα δηλονοτι - εν ταις καρδιαις ηµων” – ουτω και ο Κυριος εφη· “Καγω Παρακλητον αλλον πεµψω υµιν, το Πνευµα της αληθειας”-, και παλιν· Εχοµεν δε τον θησαυρον τουτον εν σκευεσιν οστρακινοις” ειτουν καρδιαις σαρκιναις. Βουλοµενος δε δειξαι σοι τον θησαυρον, οτι ουκ αλλος τις εστι παρα τον λαµψαντα, αλλα οµοτιµος και οµοουσιος αυτου υπαρχει, προσεθηκε λεγων· “Ινα το πλειστον της δυναµεως µη η εξ ηµων αλλ’ εκ του Θεου”, του εν ηµιν δια της ελλαµψεως δηλονοτι του Πνευµατος σκηνωσαντος. Τουτο γαρ εστιν ο θησαυρος, η Αγια Τριας, συνεχοµενος µεν υφ’ ηµων δια της των εντολων, ως ειρηται, πασων ακριβους φυλακης, συνεχων δε ολους ηµας δια της αυτου φιλανθρωπιας τε και δυναµεως και χαριτος, παντοθεν ατρωτους και ακλινεις και ασαλευτους συντηρων και διαφυλαττων ηµας· ους και ως ασθενουντας και ευολισθους, µικρον τι ελλειψαντας η σφαλεντας, αυτος ευθυς ο θησαυρος συσφιγγει και προς εαυτον ενοι τε και συγκολλα εαυτω και αναπληροι τα ηµων υστερηµατα και στερεοι και παγιωτερους ηµας απεργαζεται. (346) ∆ια δη τουτο παρακαλω υµας, εν Χριστω αδελφοι, παραστησαι εαυτους αµεµπτους τω Κυριω εκ πασης αµαρτιας, επιφεροµενους µεθ’ εαυτων την φυλακην πασων των σωτηριων αυτου εντολων. Ουτω γαρ ταυτας ο τεχνιτης Θεος Λογος λαβοµενος, ως υλην τινα δια χρυσου και αργυρου και λιθων τιµιων συµπεφορηµενην, αυτος οµου πασας ενωσει και εις ευχρηστα δια των τοιουτων σκευη κατασκευασει ηµας. Αλλα µη τας µεν κοµισωµεν αυτω, τας δε καταλειψωµεν, µηδε οταν πασας αυτω προσενεγκωµεν, περι µιαν και µονην αµεληται και καταφρονηται φανωµεν τω ∆εσποτη Χριστω τω Θεω, ινα µη οργισθεις προστριψη κακεινας ηµιν και εκβληθηναι ηµας εξω του νυµφωνος κελευση. Τουτο δε παθοντες ουδεν ηµας υστερον, ει και πολλα κρουσαντες ειποµεν· “Κυριε, Κυριε, ανοιξον ηµιν! “, ωφελησει. Ερει γαρ· “Υπαγετε απ’ εµου! Ουδε γαρ οιδα υµας
ως πιστους, ουδε µεχρι θανατου υπακουσαντας και εκπληρωσαντας µου το προσταγµα. ∆ιο απελθετε απ’ εµου”. Ταυτα µεν ουν, οιδα, πρωτος ο ταπεινος εγω και παναθλιος, ως µηδε µιαν πεπληρωκως εντολην του Θεου µου, ακουσοµαι. Ειτα και οσοι κατ’ εµε ανυποτακτοι και παρηκοοι των εντολων του Θεου, οι λεγοντες αφρονι λογισµω· “Ειθε µη µεµοιχευκα! Το γαρ οβολον η κλασµα κεκλοφεναι αρτου, ποια αµαρτια εστιν;” (347) Ειτα παλιν· “Μακαριος αν ηµην, φησιν, εαν µη αισχροις και βεβηλοις της αρσενοφθοριας περιεπαρην κακοις. Το γαρ λοιδορησαι η φθονησαι, παιξαι τε και γελασαι, οποια αρα εστιν αµαρτια;” οι παλιν εαυτους ηγουµενοι, δια το εκ σαρκικων της αµαρτιας πραξεων καθαρευειν, ως αγγελους Θεου και µεγαλα περι εαυτων αφρονως οιοµενοι, µη ποιουµενοι δε λογον των ψυχικων αρετων και παθων, αλλα και των αλλων απασων εντολων του Κυριου καταφρονουντες και προς την εκπληρωσιν αυτων µη βιαζοµενοι εαυτους, παραιτουµενοι δε και υπερ εντολης Θεου πασαν επιπονον πραξιν και κακοπαθειαν, και αµεριµνως διαγοντες. Τι γαρ οφελος, αδελφοι, το πορνειας µεν απεχεσθαι και αλλης ακαθαρσιας σωµατικης, δοξης δε αντιποιεισθαι και χρηµατων εφιεσθαι; Η µεν γαρ το σωµα, η δε την ψυχην διαφθειρει. Ου µονον δε, αλλα και απιστους ηµας κατα την του Κυριου φωνην η δοξα των ανθρωπων και το ταυτης εραν απεργαζεται· “Πως δυνασθε, φησι, πιστευειν, δοξαν παρα ανθρωπων λαµβανοντες και την δοξαν την παρα του µονου Θεου ζητουντες;”. Τι δε το αρσενοφθοριας µεν καθαρευειν, φθονω δε και µισει και ζηλω κατα του πλησιον εκτηκεσθαι; Το γαρ προς τον αδελφον µισος φονεα τον κεκτηµενον αποτελει· “Ο γαρ µισων τον αδελφον αυτου, φησιν ο αποστολος, ανθρωποκτονος εστιν”. Αρσενοκοιτης δε και φονευς ενι παντως κατα τους ιερους κανονας και τω αυτω επιτιµιω καθυποβαλλονται και υποδικοι κρισεως αιωνιου αµετανοητοι διαµενοντες γινονται. Τι δε εαν µη µεθυσκεται τις οινω, λοιδορει δε τον αδελφον αυτου; Αµφοτεροι γαρ κατα τον θειον αποστολον της βασιλειας (348) εξωθουνται των ουρανων· “Μη πλανασθε γαρ, φησιν, ουτε πορνοι, ουτε αρσενοκοιται”, και επιφερει· “ου µεθυσοι, ου λοιδοροι, ουχ αρπαγες βασιλειαν Θεου κληρονοµησουσι”. Τι δε
της νηστειας οφελος, ειπε µοι, µη προσουσης πραοτητος; Τι δε της πραοτητος οφελος, εαν επι ολεθρω ψυχης εστι και παραβασει µιας και της αυτης εντολης του Θεου; Ωσπερ γαρ ο τω τυπτοντι αντιπιπτων και αντιπυπτων, αυτον τον ειποντα Θεον ατιµαζει – “Τω τυπτοντι σου την σιαγονα, φησι, στρεψον αυτω και την αλλην”-, ουτω και ο του βλασφηµουντος εις Θεον µακροθυµως ανεχοµενος, εις τον βλασφηµουµενον αµαρτανει ως συνηδοµενος τω βλασφηµουντι και συνευδοκων αυτω δια της νοµιζοµενης µακροθυµιας. Τι τη υπακοη θαρρεις, αδελφε, γαστριµαργια δουλουµενος; “Ουδεις γαρ, φησι, δυσι κυριοις δουλευειν δυναται”· γαστρος δουλον Θεου δουλον γενεσθαι αµηχανον. Τι εγκαυχα τη πολλη των ψαλµων µελετη, µετεωριζοµενου µεν του νοος σου, µη επισταµενου δε των λεγοµενων την δυναµιν; Ει δε και δια τουτο των επιτασσοµενων σοι διακονιων αµελεις και των παρα του προεστωτος επιταχθεισων σοι δουλειων της µονης, εγω µεν σιωπω, συ δε οιδ’ οτι ακηκοας της θειας Γραφης λεγουσης· “Επικαταρατος πας ο ποιων τα εργα του Κυριου αµελως”. Τι επερειδη των εν τοις σωµατικοις εργοις κοπω της ενδοθεν αµελων εργασιας; Ουκ ακουεις Παυλου λεγοντος· “Η µεν γαρ σωµατικη γυµνασια προς ολιγον εστιν ωφελιµος, η δε ευσεβεια πανταχου ωφελιµος εστιν”; Τι δε, εαν και τα αµφοτερα κατορθωση τις, τους δε συνοντας αυτω (349) η και τους εν τω κοσµω αδελφους κατακρινη; “Ω γαρ, φησι, κριµατι κρινετε κριθησεσθε, και εν ω µετρω µετρειτε αντιµετρηθησεται υµιν”. Ο δε και παντα τα ειρηµενα κατωρθωκως και µητε ποιων τι των απηγορευµενων µητε τους αµελεις αδελφους κατακρινων, εν δε καιρω πειρασµου, επελθοντων αυτω εµπτυσµατων και ραπισµατων και υβρεων, εαν µη υπενεγκη ταυτα αταραχως, η ταραχθεις µεν την καρδιαν ου προφερει δε ρηµα απρεπες, αλλα ολως ενδειξεται δια του εξωθεν σχηµατος προς οργην κινηθεισαν αυτου την ορµην της ψυχης και λογον υβριστικον αντιφθεγξεται η ετερον τι προς αµυναν διαπραξεται, πως δουλον εαυτον και µιµητην του ιδιου ∆εσποτου ολως ειπειν ο τοιουτος τολµησει και ουχι µαλλον απεναντιας εχθρον; Οι φιλοι τοινυν του Θεου και οι αγαπωντες αυτον, εν εαυτοις αυτον εχοντες οια δη θησαυρον των αγαθων ασυλον, µετα
χαρας αφατου και θυµηδιας τας τοιαυτας υβρεις και εξουδενωσεις προσυποδεχονται, υπεραγαπωντες ως ευεργετας εν ειλικρινει διαθεσει τους ταυτα εις αυτους ενδεικνυµενους και πρασσοντας. Οι δε γε λεγοντες οτι· “Κατα µεν τον της φιλονεικιας και µαχης καιρον κινουµεθα ως ανθρωποι προς οργην και θυµον, και εσθ’ οτε και αµυνοµεθα εν λογοις και αυτοις εργοις τους αδελφους, υστερον δε ουκ εχοµεν κατ’ αυτων εχθραν εν τη ψυχη, αλλα παντα αφιεµεν και µαλιστα εαν και συγχωρησιν προς αλληλους ποιησωµεν”, εοικασι µοι αγραφω πυξιω εν ω οταν λαβη καιρον ο εχθρος και πολεµιος των ψυχων ηµων εγγραφει δι’ αυτων εκεινων τα πονηρα και µιαρα αυτου δογµατα και υπαγει· αυτοι δε (350) παλιν τα απερ εγραψαν υπο του πονηρου κινηθεντες εξαλειφοντες, ου προαιρουνται εγγραψαι τα του Χριστου αντ’ αυτων, ινα ελθων ο υπεναντιος ευρηση εγγεγραµµενας τας πλακας των καρδιων αυτων και αποστραφη ηττηµενος και κατησχυµενος, αλλ’ οκνηρια και ραθυµια αγραφους εκαστος αυτων εων ταυτας, οταν αποστειλη ο Κυριος γραψαι τα εαυτου δογµατα εν τινι των τοιουτων, ευθυς εκεινοι γραφουσι προθυµως τα του εχθρου· και τα µεν πικρα και θανατηφορα προσιενται, τα δε ζωοποια και υπερ µελι γλυκεα εξ εαυτων απωθουνται. Ο µηδεν ουν επταικως Κυριος ο Ιησους και Θεος ηµων ετυφθη, ινα οι µιµουµενοι αυτον αµαρτωλοι µη µονον αφεσιν των ηµαρτηµενων λαβωσιν, αλλα και της Θεοητος αυτου συγκοινωνοι δια την υπακοην αυτων γενωνται· και ο µη τουτο εν ταπεινωσει καρδιας καταδεχοµενος, ως επαισχυνοµενος τα του ∆εσποτου παθη µιµησασθαι, επαισχυνθησεται και αυτον ο Χριστος ενωπιον των αγγελων και του Πατρος αυτου του εν τοις ουρανοις. Το δε λεγοµενον τοιουτον εστι· Θεος ων εκεινος εγενετο δι’ ηµας ανθρωπος. Ερραπισθη, ενεπτυσθη και εσταυρωθη, διδασκων οιονει και λεγων εκαστω ηµων δι’ ων πεπονθεν ο απαθης τη Θεοτητι· “Εαν βουλη, φησιν, ανθρωπε, γενεσθαι Θεος και ζωης επιτυχειν αιωνιου και συν εµοι ειναι, ουπερ ο σος πραπατωρ ποτε καλως επιθυµησας ουκ ετυχεν, ουτω ταπεινωθητι, ως εταπεινωθην εγω δια σε· και αποθεµενος το αλαζονικον τε και υπερηφανον του δαιµονιωδους φρονηµατος, δεξαι ραπισµατα, δεξαι εµπτυσµατα, κολαφισµατα,
(351) και υποµεινον ταυτα µεχρι θανατου και µη επαισχυνθης. Ει δε συ παθειν αισχυνθης δια τας εµας εντολας, ως εγω ο Θεος επαθον δια σε, αισχυνην καγω ηγησοµαι του συν εµοι ειναι σε εν τη µετα δοξης ελευσει µου και ερω τοις αγγελοις µου· “Ουτος εν τη ταπεινωσει µου επησχυνθη µε και καταλιπειν την δοξαν του κοσµου και οµοιωθηναι µοι ου κατεδεξατο, νυνι δε οτε της δοξης µεν της φθαρτης αυτος εγυµνωθη, εγω δε εν τη του Πατρος µου αθανατω δοξη δεδοξασµαι, και το ολως οραν αυτον επαισχυνοµαι! Εκβληθητω τοιγαρουν εξω, αρθητω ως οι ασεβεις ινα µη ιδη την δοξαν Κυριου!”. Ταυτα τοινυν ακουσονται οι πασας µεν τας εντολας κατα το δοκουν τηρουντες, δι’ αισχυνην δε και εντροπην ανθρωπων µη καταδεχοµενοι τας εξ αυτων επιφεροµενας αυτοις υβρεις και ατιµιας η λοιδοριας, µηδε τους ραπισµους µηδε τας εξ αυτων πληγας υποφεροντες. Φριξατε, ανθρωποι, και τροµαξατε, και τας υβρεις ας ο Θεος υπεστη δια την σωτηριαν ηµων, µετα χαρας και υµεις υποµεινατε! Ο Θεος υπο αισχιστου δουλου ραπιζεται υποδειγµα σοι νικης διδους, και συ παρα του οµοιοπαθους σου ανθρωπου ου καταδεχη τουτο παθειν; Θεου µιµιτης αισχυνη γενεσθαι, και πως συµβασιλευσεις αυτω και συνδοξασθηση εν τη των ουρανων βασιλεια, µη υποµεινας αυτον; Ει γαρ κακεινος, οσον το επι σοι, ανθρωπος επησχυνθη γενεσθαι δια σε και εν τω της παραβασεως (352) πτωµατι κειµενον σε µεχρι του παροντος κατελιπεν, ουχι µετα των απιστων και ασεβων εν τοις του αδου µυχοις εναπεµεινας, αθλιε; Πιστευεις οτι Θεος ο Χριστος; “Ναι”, φησιν. Ει ουν πιστευεις οτι ο Θεος ο ποιησας τον ουρανον και την γην εστιν ος ακενωτως εκενωθη εκ των κολπων των πατρικων, ος κατηλθεν επι της γης εκ του απειρου υψους της Θεοτητος και της αφραστου δοξης αυτου και γεγονεν ανθρωπος ευτελης και πτωχος δια σε, συ πηλος ων και τεφρα και κονις, ου καταδεχη του νοµιζοµενου υψηλου σου θρονου κατελθειν και ταπεινωθηναι τω αδελφω σου, τω κατω µεν ισταµενω κατα γε τουτο δη το ορωµενον, ισως δε ταις αρεταις υπερκειµενω σου; Ουκ απορριπτεις την στολην την δοκουσαν ειναι λαµπραν, εκεινου το τριχινον και την ταπεινωσιν δυσωπουµενος; Ου παρορας παντα α παιγνιον οντως εστι και προσωπειον µαλλον
ασχηµοσυνης και ου δοξα λαµπροτητος; Ουχ οµοιος γινη κατα παντα τω σω πλαστουργω και Θεω, τοις αδελφοις σου συνταπεινουµενος; Ει ουν οµοιωθηναι αυτω ουκ ανεχη, µειζονα σεαυτον, ως ουκ οιδας, και ενδοξοτερον εκεινου κατασκευαζεις, αλλος ηµιν Αννας η Καϊαφας η Πιλατος και τυραννος δεικνυµενος, ου συγκαθεδρον αλλ’ ως ενα των κατακριτων βουλοµενος παρεσταναι σοι τον Ποιητην του παντος. Ταυτα τοινυν προς τους πλουσιους και αρχοντας και των αλλων υπερκαθεζοµενους και τας οφρυς ανασπωντας µεθ’ υπεροπτικου του φρονηµατος. Τι δε προς τους παντα δηθεν καταλιποντας και δια την των ουρανων βασιλειαν πτωχευσαντας; Τι ουν ερουµεν; Ιδου επτωχευσας, αδελφε, και εµιµησω (353) τον ∆εσποτην σου Χριστον και Θεον. Βλεπε τοιγαρουν αρτι συνοντα σοι τουτον και συναναστρεφοµενον µετα σου, τον υπερανω παντων των ουρανων. Ιδου οδευετε οι δυο οµου· συνηντησε τις υµιν εν τη του βιου οδω, δεδωκε τω ∆εσποτη σου ραπισµα, δεδωκε οµοιως και σοι. Ο ∆εσποτης ουκ αντιλεγει και συ αντιπιπτεις; - Ναι, φησιν, ειπε γαρ τω ραπισαντι· “ Εαν κακως ελαλησα, µαρτυρησον περι του κακου· ει δε καλως, τι µε δερεις;” Τουτο ουχ ως αντιλεγων ειπεν, ωσπερ υπελαβες, αλλ’ επειδη εκεινος αµαρτιαν ουκ εποιησεν, ουδε ευρεθη δολος εν τω στοµατι αυτου· αλλως τε δε και ινα µη νοµισθη οτι ως αµαρτιαν πεποιηκοτα δικαιως αυτον ετυψεν ο ειπων αυτω· “Ουτως αποκρινη τω αρχιερει”, τουτου χαριν ανευθυνον εαυτον αποφαινων τουτο εφθεγξατο. Αλλ’ ουχι παντως και ηµεις τοιουτοι οι πολλαις αµαρτιαις υπευθυνοι. Και γαρ υστερον πολλω χειρονα τουτου υποστας ουδεν ουδαµως λαλησας ευρισκεται, µαλλον µεν ουν και υπερ των σταυρωσαντων αυτον ευχοµενος δεικνυται. Εκεινος παιζοµενος ουκ αγανακτει και συ δυσχεραινεις; Εκεινος εµπτυσµατα και κολαφισµατα και φραγγελωσεις υφισταται και συ ουδε λογον ανεχη σκληρον καταδεξασθαι; Εκεινος σταυρον και θανατον ατιµον και τας εκ των ηλων οδυνας δεχεται και συ τας ατιµοτατας διακονιας ου καταδεχη ποιειν; Και πως της δοξης αυτου συγκοινωνος γενεσθαι µη καταδεχοµενος; Οντως εις µατην τον (354) πλουτον κατελιπες, τον σταυρον αραι, ως εκεινος εκελευσε, µετα του λογου της αληθειας µη βουληθεις·
“Πωλησον σου τα υπαρχοντα και δος πτωχοις”, τω νεανισκω και ηµιν ο Χριστος ενετειλατο συν αυτω, “και αρον τον σταυρον σου και δευρο ακολουθει µοι! “. Συ δε τον πλουτον εσκορπισας, αραι δε τον σταυρον µη καταδεξαµενος, ωσπερ ειρηται, οπερ εστι το την παντων υπενεγκειν των πειρασµων εκθυµως επιφοραν, εναπειλειφθης εν τη του βιου οδω και εχωρισθης δυστυχως του γλυκυτατου ∆εσποτου σου και Θεου! Αλλα παρακαλω, πατερες και αδελφοι, φυλαξωµεν πασας τας εντολας του Χριστου, υποµεινωµεν τους επερχοµενους ηµιν πειρασµους µεχρι θανατου δια τον ποθον της βασιλειας των ουρανων, ινα και της δοξης του Ιησου κοινωνοι και της αιωνιου ζωης µετοχοι και της απολαυσεως των απορρητων αγαθων κληρονοµοι γενωµεθα εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα εις τους αιωνας. Αµην. Λογος ΚΗ΄. (355) Περι της εκ του Πνευµατος εγγινοµενης τοις αγωνιζοµενοις και προ του θανατου ζωοποιου νεκρωσεως. Και οτι οι εν τη χαριτι υπερ τον νοµον γενοµενοι την του θειου φωτος χαριν γνωστως εν εαυτοις λαµβανουσιν· οι γαρ µη λαβοντες ηδη τουτο το φως κατα την παρουσαν ζωην, µηδε καθορωντες αυτο, ετι υπο την σκιαν του νοµου εισι και κριθησονται υπ’ αυτου. Και οποιον δει ειναι τον τε προηγουµενον και τον ιερεα, τον δεσµειν και λυειν ανωθεν λαβοντα την εξουσιαν. Και οτι τω αληθως ιερουργουντι και υπο του θειου καταλαµποµενω φωτος παντες καταδηλοι, αυτοι τε οι Πνευµατι περιπατουντες Θεου και οι µηπω τον χοϊκον εκδυσαµενοι ανθρωπον. Αδελφοι και πατερες, βλεπετε πως ακουετε. Φησι γαρ ο Χριστος και Θεος· “Ερευνατε τας Γραφας”. - Ινα τι φησιν; Ινα εν πρωτοις µεν την επι (356) σωτηριαν αγουσαν οδον διδαχθωµεν, επειτα και δια της πραξεως των εντολων αµεταστρεπτως βαδισαντες, επ’ αυτην την σωτηριαν των ψυχων ηµων καταντησωµεν. Τις ουν εστιν η σωτηρια ηµων; Ιησους ο Χριστος, καθως ο αγγελος επιστας τοις ποιµεσιν ελεγεν· “Ιδου ευαγγελιζοµαι υµιν χαραν µεγαλην, ητις εσται παντι τω λαω, οτι ετεχθη υµιν σηµερον Σωτηρ, ος εστι Χριστος Κυριος εν πολει ∆αυιδ”. Σπευσωµεν ουν εκαστος ηµων, αγαπητοι, δραµωµεν ευτονως µηδεν φορτικον η βιωτικον η δυσβαστακτον
επιφεροµενοι, ινα µη σχολαιοτερον βαδιζειν εκ τουτου αναγκαζοµενοι, ου δυνηθωµεν φθασαι και εισελθειν εν τη πολει ∆αβιδ. Παρακαλω υµας δια της ενεργουσης εν υµιν χαριτος µη αµελησαι της σωτηριας υµων, αλλα ανασταντες ως εξ υπνου της πονηρας οιησεως και αµελειας, µη στωµεν µηδε καθισωµεν εως αν εξω του κοσµου γενωµεθα και τον Σωτηρα ηµων και Θεον ευροντες και κατιδοντες εκει, προσκυνησωµεν αυτω και προσπεσωµεν, και µηδε µεχρι τουτου στωµεν, αλλ’ εως ου κακεινος προς ηµας ειπη· “Υµεις ουκ εστε εκ του κοσµου, αλλ’ εγω εξελεξαµην υµας εκ του κοσµου”. Πως δε τις ερχεται εις το µη ειναι εκ του κοσµου; Εαν εαυτον σταυρωση τω κοσµω και τον κοσµον εαυτω, καθως και ο Παυλος φησιν· “Εµοι κοσµος εσταυρωται καγω τω κοσµω”. Και τι ταυτα, φησι, προς εκεινα συναδει τα ρηµατα; - Τα µεν ρηµατα, φησιν, αλλα, η δε δυναµις των αµφοτερων µια και η αυτη. Ωσπερ γαρ ο εξω της οικιας ων, τους ενδοθεν εγκεκλεισµενους ου καθορα, ουτως ουδε ο εσταυρωµενος τω κοσµω ητοι νενεκρωµενος αισθησιν τινα (357) προς τα εν κοσµω πραγµατα κεκτηται. Και ωσπερ παλιν το νεκρον σωµα ουτε προς τα ζωντα ουτε προς τα συν αυτω νεκρα κειµενα σωµατα την οιανουν αισθησιν εχει, ουτως ουδε ο εξω του κοσµου εν Πνευµατι Θειω γεγονως και συν Θεω ων δυναται προς τον κοσµον αισθησιν εχειν η προς τα του κοσµου πραγµατα. Ουτω τοιγαρουν, αδελφοι, και προ θανατου θανατος και προ της αναστασεως των σωµατων ψυχων αναστασις γινεται εργω και δυναµει και πειρα και αληθεια. Του θνητου γαρ φρονηµατος υπο του αθανατου νοος εξαφανιζοµενου και της νεκροτητος υπο της ζωης διωκοµενης η ψυχη τοτε, ως εκ νεκρων αναστασα, εαυτην οµολογουµενως ορα, καθαπερ οι εξ υπνου ανασταντες εαυτους βλεπουσι, και τον αυτην αναστησαντα επιγινωσκει Θεον, ον κατανοουσα και ω ευχαριστουσα, προσκυνει και δοξολογει την απειρον αυτου αγαθοτητα. Το δε σωµα ουκ εχει προς τας ιδιας επιθυµιας την οιανουν εµπνευσιν η κινησιν η ενθυµησιν, αλλα νεκρον ολον και απνουν εν τουτοις γινεται. Εστιν οτε και αυτων ειπειν πολλακις των κατα φυσιν ο ανθρωπος επιλανθανεται τηνικαυτα δια το εν τοις υπερ φυσιν
αει ενδιατριβειν νοερως την ψυχην. Και εικοτως· “Πνευµατι γαρ, φησι, περιπατειτε και επιθυµιαν σαρκος ου µη τελεσητε”. Νεκρα γαρ η σαρξ, ωσπερ ειρηται, δια της επιφοιτησεως γινοµενη του Πνευµατος, ανενοχλητους ηµας του λοιπου εασει και ανεµποδιστως βιωσετε, επειδη “νοµος τω δικαιω ου κειται”, κατα τον θειον αποστολον, ως υπερ νοµον δηλονοτι πολιτευοµενω. “Οπου γαρ, φησι, (358) Πνευµα Κυριου, εκει ελευθερια”, ελευθερια εκ της του νοµου παντως δουλειας. Ο γαρ νοµος οδηγος και παιδαγωγος και χειραγωγος και διδασκαλος δικαιοσυνης εστιν εν τω λεγειν· “Ποιησεις το και το” και αυθις· “Το και το ου ποιησεις”, η δε χαρις και η αληθεια ουχ ουτως, αλλα πως; “Και ποιησεις παντα και ειπης κατα την δοθεισαν σοι χαριν και λαλουσαν εν σοι” καθα γεγραπται” “Και εσονται παντες διδακτοι Θεου”, ου δια γραµµατων και χαραγµατων το καλον εµανθανοντες αλλ’ εν Αγιω Πνευµατι τουτο εκδιδασκοµενοι, ουδε εν λογω µονω αλλ’ εν φωτι λογου και εν λογω φωτος µυστικως τα θεια µυουµενοι. “Τηνικαυτα γαρ και εαυτοις και τοις πλησιον, φησι, διδασκαλοι εσεσθε, ου µην αλλα και φως του κοσµου και αλας της γης”. Οι ουν προ της χαριτος ως υπο νοµον οντες, και υπο την αυτου σκιαν υπηρχον καθηµενοι· οι δε µετα την χαριν και ηµεραν γενοµενοι, της σκιας ητοι της δουλειας του νοµου ηλευθερωθησαν, υπερανω δηλονοτι γεγονοτες αυτου, ως δια κλιµακος τινος, της ευαγγελικης πολιτειας, εις υψος αρθεντες και τω νοµοθετη συµβιοτευοντες, νοµοθεται και αυτοι µαλλον οντες η νοµου φυλακες. Αρα γε εστιν ος εχει ωτα ακουειν, ινα δυνηθη των υπο του Πνευµατος λεγοµενων ενωτισθηναι την δυναµιν; Αρα και νυν εστιν ο νουν κεκτηµενος Χριστου, ινα νοηση καλως και θεοπρεπως τα υπο τουτου γραφοµενα; (359) Αρα και νυν ευρεθησεται τις εχων λαλουντα εν αυτω τον Χριστον, ινα καλως ισχυση διερµηνευσαι τα εγκεκρυµµενα τοις λογοις µυστηρια; “Σοφιαν γαρ λαλουµεν, φησιν, ου του αιωνος τουτου την καταργουµενην, αλλα σοφιαν εν µυστηριω, την αποκεκρυµµενην”µεν τοις πολλοις, ηµιν δε και λιαν αποκαλυπτοµενην και γινωσκοµενην, τοις τω φοβω του Θεου στοιχειουµενοις και αει βλεπουσι προς αυτον.Ου γαρ ο ουκ
οιδαµεν λαλουµεν, αλλ’ ο ειδαµεν µαρτυρουµεν, οτι το φως εν τη σκοτια ηδη φαινει και εν νυκτι και εν ηµερα και εντος και εκτος, εντος µεν εν ταις καρδιαις ηµων, εκτος δε εν τω νοΐ περιλαµπον ηµας ανεσπερως, ατρεπτως, αναλλοιωτως, ασχηµατιστως, λαλουν, ενεργουν, ζων και ζωοποιουν και φως τους λαµποµενους απεργαζοµενον. Ηµεις µαρτυρουµεν οτι ο Θεος φως εστι, και οι αυτον καταξιωθεντες ιδειν παντες ως φως εθεασαντο, και οι λαβοντες αυτον ως φως αυτον ελαβον, οτι προπορευεται εµπροσθεν αυτου το φως της δοξης αυτου και διχα φωτος αµηχανον εστι φανηναι αυτον, και οι µη ιδοντες το φως αυτου ουδε εκεινον ειδον, οτι εκεινος φως εστι, και οι µη λαβοντες το φως ουπω την χαριν ελαβον· οι γαρ την χαριν λαβοντες φως Θεου και Θεον ελαβον, καθως ειπε το φως, ο Χριστος· “Ενοικησω εν αυτοις και εµπεριπατησω”. Οι δε µηπω τουτο παθοντες η αξιωθεντες, παντες οι τοιουτοι υπο τον προ της χαριτος νοµον εισι, (360) δουλοι και µαθηται δουλων και ακροαται νοµου και τεκνα παιδισκης και υιοι σκοτους τυγχανουσι, καν βασιλεις καν πατριαρχαι, καν αρχιερεις καν ιερεις, καν αρχοντες καν αρχοµενοι, καν λαϊκοι καν µοναζοντες, καν ασκηται καν ηγουµενοι, καν πτωχοι καν πλουσιοι, καν ασθενεις καν υγιεις τω σωµατι πελωσι. Παντες γαρ οι εν σκοτει καθηµενοι υιοι σκοτους εισι και µετανοησαι βουλονται. Η γαρ µετανοια θυρα εστιν εξαγουσα απο του σκοτους και εισαγουσα εις το φως. Ο ουν προς το φως µη εισελθων ου διηλθε την θυραν της µετανοιας καλως· ει γαρ διηλθεν, εγενετο αν εν φωτι. Ο δε µη µετανοων αµαρτανει, διοτι ου µετανοει· “Τω γαρ ειδοτι καλον ποιειν και µη ποιουντι, φησιν, αµαρτια αυτω εστιν”. Ο δε ποιων την αµαρτιαν δουλος εστι της αµαρτιας και µισει το φως και ουκ ερχεται προς το φως, ινα µη φανερωθη αυτου τα εργα. Νυν µεν γαρ εκουσιως και αυτοπροαιρετως δια µετανοιας εισερχοµενοι προς το φως, ελεγχοµεθα µεν και κρινοµεθα, αλλα µυστικως τουτο και αποκεκρυµµενως εν τω ενδοτερω ταµειω των ψυχων ηµων προς καθαρισµον µεν και αφεσιν των αµαρτηµατων ηµων, ελεει και φιλανθρωπια Θεου, υφισταµεθα, µονου δηλαδη Θεου - και ηµων – τα καθ’ ηµας επισταµενου και βλεποντος· τοτε δε, ηγουν εν τη παρουσια του Κυριου, προς τους µη θελοντας νυν
ελθειν προς το φως, αλλα µισουντας αυτο, το αρτι κρυπτοµενον φως αποκαλυφθησεται και τα κρυπτα τουτουν παντα φανερα γενησονται. (361) Και οιοι εσµεν εκαστος ηµων νυνι των ανθρωπων, εαυτους περικρυπτοντες και δια µετανοιας φανερωσαι τα εαυτων µη βουλοµενοι, τοτε υπο του φωτος δηλοι και φανεροι Θεω και τοις πασι γενωµεθα τε και γενησοµεθα. Και θεα µοι ενταυθα της αισχυνης το µεγεθος. Ωσπερ γαρ εν οικια ενδον τας θυρας εχουση συγκεκλεισµενας, εαν εξ ηµων τις υπαρχων και ως παρα τινος των εξωθεν µη καθορωµενος, αφειδως αµαρτανει, µοιχειας δηθεν ποιων και παιδοφθοριας η ετερα τινα µυσαρα εργαζοµενος, ειτα φανερωθεις αιφνης το πονηρον εργαζοµενος, µεγαλην την αισχυνην υφισταται· η και παλιν αλλως, εαν κατα του βασιλεως τις µελετα και τα κατ’ αυτου εγγραφως εκτιθησιν η εαν λεγη τι και βουλευηται των µη δεοντων απλως, ενδον, ως ειρηται, κεκρυµµενος οικιας -, ειτα του βασιλεως µετα της συγκλητου απασης και της συνηθους αλλης δορυφοριας επισταντος και την οικιαν περικυκλωσαντος, αιφνης του οικηµατος αρθεντος ολου, αυτος φανερωθη και παντα αυτου τα βουλευµατα, µεγαλην την τιµωριαν και την καταδικην καθυποµενει, ουτω και τοτε τον αυτον τροπον εις παντας τους εν τω κοσµω γενησεται· και νυξ µεν ως ηµερα φωτισθησεται, οικια δε πασα και σπηλαιον και ουρανος αυτος και γη αρθησονται, και παντες οι µη τον Χριστον ενδεδυµενοι, ηγουν οι µη λαβοντες το φως, ως προειποµεν, και εν αυτω προοντες και φως οντες, γυµνοι φανησονται και πολλης της αισχυνης παντοθεν πληρωθησονται. Ου µονον δε αλλα και πασα πραξις εκαστου, καλη τε και κακη, και πας λογος και πασα εννοια και ενθυµησις, η απ’ αυτης (362) δηλαδη της γεννησεως εκαστου ηµων και µεχρις εσχατης αναπνοης εν ηµιν γεννηθεισα, εκει συνηγµενως τοτε εν εκαστω των ανθρωπων φανησονται. Και τις αρα εσται η συγκρισις, αδελφοι, ταυτης και µονης της αισχυνης τοτε; Η ποια τιµωρια µειζων του φοβου εκεινου και της εντροπης τοις τηνικαυτα ουτως ευρισκοµενοις, ως ειρηται, σκοτεινοις και διχα του φωτιζοντος Πνευµατος; Οποιον δε τον βιον, οποιαν την διαγωγην εξει ο ανθρωπος, ο εν τω σκοτει καθηµενος, ινα µη τη αιφνιδιω του φωτος επιλαµψει ρυπος που
διαλογισµου η πραξεως τινος ευρεθη εν αυτω; ∆ιο σπουδασωµεν, αδελφοι µου, απ’ εντευθεν ηδη δια µετανοιας την στενην πυλην εισελθειν και το ενδον ταυτης θεασασθαι φως. Ναι, παρακαλω, µη εκκακησωµεν του κρουειν και του ζητειν και του αιτεισθαι προ του ανοιγηναι ηµιν και δοθηναι και εισακουσθηναι, ετι δε και µεχρις αν εισελθωµεν και λαβωµεν φως και ασβεστον αυτο σχωµεν εν ταις καρδιαις ηµων. Αλλα µηδε εξαπατωµεν εαυτους ηµας και, οπισω των της σαρκος ηµων θεληµατων ακολουθουντες, εκπορνευσωµεν εν τοις επιτηδευµασιν ηµων, διδασκαλους ηµας εαυτους καθιστωντες, ηγουµενοι τε και αρχιερεις και ιερεις εν καταφρονησει Θεου και της εαυτων σωτηριας δηλονοτι γενοµενοι. Ει γαρ ειποντος Ιησου τω Νικοδηµω· “Εαν µη τις γεννηθη ανωθεν, ου δυναται την βασιλειαν ιδειν του Θεου”, και του Νικοδηµου ανταποκριθεντος αυτω· “Πως δυναται ανθρωπος γεννηθηναι γερων ων; Μη δυναται εις την κοιλιαν της µητρος αυτου δευτερον εισελθειν και γεννηθηναι;”(363) εµεµψατο αυτον ο Ιησους και ειπε· “Συ ει ο διδασκαλος του Ισραηλ και ταυτα ου γινωσκεις;” καιτοι µηπω µηδαµως πιστευσαντος µηδε τα της χαριτος επισταµενου, ποσης αρα κατακρισεως εσµεν ηµεις αξιοι, οι µετα την χαριν οντες διδασκαλοι και µη τα µυστηρια της χαριτος επισταµενοι, οι τοσαυτης απολαυσαντες διδασκαλιας και καθ’ εκαστην δι’ αποστολων και προφητων και διδασκαλων και αυτου του Κυριου διδασκοµενοι τε και προµαρτυρουµενοι; Ει γαρ ουκ οιδαµεν πως δει ηµας εν τωδε τω βιω αναστρεφεσθαι, ουδε οπως εν εργοις προτερον αγαθοις εντρεφεσθαι δει και παριστανειν εαυτους ηµας δουλους τη δικαιοσυνη, ως ενωπιον Κυριου και ουκ ανθρωπων ισταµενους και αµεµπτως Θεω δουλευειν ζωντι συνταξαµενους, ουδε οποιοι τε και ποταποι οφειλοµεν πρωτον γινεσθαι και ουτω των αλλων προΐστασθαι, πως ειπε µοι, του δεσποτικου ποιµνιου την φυλακην εγχειρισθωµεν και επιµελειαν; Πως ποιµανωµεν αυτο κατα το θεληµα του αρχιποιµενος Χριστου και επι νοµας εξαγαγωµεν αυτο αειζωους; Αλλ’ ω της πωρωσεως ηµων και της του Θεου και των θειων καταφρονησεως! Ωσπερ γαρ ασπις τα ωτα βυσαντες, ωσει κωφοι τε και αλαλοι γεγονοτες δικην νεκρων
και πεπηρωµενοι οντες τα της ψυχης αισθητηρια, ουδε των λαλουµενων λαµβανοµεν αισθησιν, ουδ’ οτι ποτε εστι χριστιανισµος επισταµεθα, αλλα και το της οικονοµιας µυστηριον αγνοουντες και ακριβως τα των χριστιανων (364) µυστηρια µη ειδοτες, αλλ’ ως περι του φωτος της γνωσεως, µαλλον δε αυτο το της γνωσεως φως δεικνυειν τοις πολλοις αναισχυντως επιχειρουµεν. Η γνωσις ουκ εστι το φως, αλλα το φως η γνωσις υπαρχει, επειδη εν αυτω και δι’ αυτου και εξ αυτου τα παντα· ου ηµεις την ορασιν απαρνουµενοι, δηλους εαυτους ποιουµεν µητε γεννηθεντας µητε εις φως το ανωθεν προελθοντας, αλλ’ ετι εµβρυα οντες η εκτρωµατα, ειπειν αληθεστερον, τοις ιερεις τοποις επιπηδωµεν και των αποστολικων επιβατευοµεν θρονων και, το δη χαλεπωτερον, χρηµασιν οι πλειους την ιερωσυνην αφοβια Θεου εξωνουµεθα και της βασιλικης ποιµνης ως ποιµενες, οι µηδε αρνες ποτε γεγονοτες, ζητουµεν προΐστασθαι· και ταυτα προς το µονον εµπλησαι δικην θηρων τας εαυτων γαστερας και ταλλα παντα τελεσαι οσαπερ η εφεσις του χειρονος απαιτει και η προς τα κατω επιθυµια και ορεξις. Ουτως υπηρχον εξ αρχης, αδελφοι, οι αποστολοι; Ουτως οι των αποστολων διαδοχοι; Ουτως οι πατερες ηµων και διδασκαλοι; Βαβαι της τολµης των τοιουτων της φοβερας, οτι ου µονον εις τα χρηµατα προδοται τα αισθητα και ιεροσυλοι γινονται, οι προς µονον το γλωσσοκοµον απονευοντες, αλλα και αυτου του θειου πλουτου κατατολµωσιν εφαψασθαι, οθεν ουδε αισχυνονται λεγειν· “Ηµετερον εστι το δεσµειν και λυειν, και τουτο κατα την παρουσαν ελαβοµεν ζωην ηµεις ανωθεν”. Ω της αναισχυντιας, ινα µη λεγω της εσχατης παραπληξιας! Απο τινος, ω ουτος, ειπε µοι, και διατι την εξουσιαν ταυτην ανωθεν ελαβες; Οτι παντα καταλιπων τω Χριστω ηκολουθησας; (365) Οτι της επιγειου δοξης καταπεφρονηκας; Οτι ταπεινος τω πνευµατι γεγονας; Οτι παντα πωλησας τοις πενησι δεδωκας; Οτι την σεαυτου ψυχην απωλεσας ητοι τω κοσµω ενεκρωσας και εν ουδενι σαρκος θεληµατι ταυτην ευρηκας; Η και συ, ωσπερ παλαι οι µαθηται του Χριστου, ηκουσας παρ’ αυτου, εµφυσησαντος σοι δηλονοτι και ειποντος· “Λαβε Πνευµα Αγιον!
Αν τινων αφησης τας αµαρτιας, αφιενται αυτοις· αν τινων κρατησης, επισχεθησονται”; “Αλλα των ιερεων η εξουσια” φησιν. Οιδα καγω· τουτο γαρ αληθες. Ου παντων δε και των απλως ιερεων, αλλα των εν πνευµατι ταπεινωσεως ιερουργουντων το Ευαγγελιον και εν αµεµπτω βιω πολιτευοµενων, των εαυτους προτερον τω Κυριω παραστησαντων και θυσιαν τελειαν, αγιαν, ευαρεστον, την καθαραν αυτων λατρειαν εν τω ναω του εαυτων σωµατος ενδον πνευµατικως επιδειξαµενων και προσδεχθεντων και εµφανισθεντων εις το ανω θυσιαστηριον και παρα του αρχιερεως Χριστου προσφορα τελεια τω Θεω και Πατρι προσενεχθεντων και δυναµει Πνευµατος Αγιου µεταποιηθεντων και αλλαγεντων και εις Χριστον, τον δι’ ηµας αποθανοντα και εν δοξη ανασταντα Θεοτητος, µεταµορφωθεντων· των εν ταπεινωσει τελεια νυκτος και ηµερας µετανοουντων και πενθουντων και µετα δακρυων ουχ υπερ εαυτων µονων δεοµενων, αλλα και (366) υπερ της εµπιστευθεισης αυτοις ποιµνης και υπερ πασων των εν τω κοσµω αγιων εκκλησιων του Θεου· ου µονον δε, αλλα και των σφοδρως κλαιοντων υπερ αλλοτριων αµαρτηµατων ενωπιον του Θεου, των µηδεν πλεον της αναγκαιας τροφης καταχρωµενων, µηδε εν µηδενι θεραπειαν η απολαυσιν επιτηδευοντων του σωµατος αλλα, καθως γεγραπται, “πνευµατι περιπατουντων και επιθυµιαν µη επιτελουντων σαρκος”· ετι δε των µητε πτωχον µητε πλουσιον µητε αρχοντα µητε αρχοµενον µητε αυτον εκεινον τον το διαδηµα περικειµενον ενεκα του δικαιου και της εντολης του Θεου προτιµωµενων, των µη προφασει ελεους η δωρων δοσεως ενεκα η φοβου η αγαπης η τινος ετερου ορωµενου η αορατου πραγµατος καταµαλακιζοµενων και παραβλεποντων η παραβαινοντων την εντολην του επι παντων Θεου. Των τοιουτων εστι το δεσµειν και λυειν και ιερουργειν και διδασκειν, ουχι δε των εξ ανθρωπων την ψηφον και την χειροτονιαν µονον λαµβανοντων· “ου γαρ αφ’ εαυτου, φησι, τις την τιµην λαµβανει, αλλ’ ο υπο του Κυριου καλουµενος”. Ουκ ειπεν· ο εξ ανθρωπων την ψηφον δεχοµενος, αλλ’ ο εκ Θεου εις τουτο προορισθεις και προχειρισθεις. Οι γαρ εξ ανθρωπων και δι’ ανθρωπων κλεπται εισι και λησται, καθως ειπεν ο Κυριος·
“Εγω ειµι η θυρα. Παντες οσοι ηλθον και ερχονται ου δι’ εµου, αλλα αλλαχοθεν επιβαινοντες, κλεπται εισι και λησται”. (367) Μη ουν πλανασθε, ααδελφοι, ο εν σκοτει διαγων εξω της θυρας εστιν, ο δε δοκων εισελθειν και ου δια του φωτος εισελθων, εξω και αυτος της µανδρας εστιν. Ει γαρ φως του κοσµου και θυρα ο Χριστος, φωτοειδης παντως θυρα εστι και ουχι θυρα µονον απλως, και ο εν ταυτη γεγονως εν τω του κοσµου φωτι γεγονε. Φως δε του κοσµου εστιν ουχ ως αισθητως ορωµενος, αλλ’ ως νοερως θεωρουµενος. Ο γαρ αισθητος ηλιος µονον φωτιζει τα σωµατικα οµµατα ουκ ανθρωπων αλλα και αλογων ζωων, τετραποδων αµα και πετεινων· ο δε νοητος ηλιος, ο εν τω κοσµω επιφανεις, ψυχας λογικας µονον. Αλλ’ ουδε ταυτας ακριτως πασας και αναξιως φωτιζειν οιδεν· ου γαρ αψυχος η, µαλλον ειπειν, ουκ αζωος εστιν, ωσπερ ουδε δουλος η κτισµα εις υπηρεσιαν αλλων ταχθεις, καθα δη ο αισθητος ουτος ηλιος ανατελλων επι δικαιους και αδικους και επι πονηρους αµα και αγαθους. Αλλ’ ει και φως καλειται και ηλιος ονοµαζεται, αλλα και υπερ φως απαν και υπερ ηλιον, ως φωτος και ηλιου ποιητης και ∆εσποτης, υπαρχει ζωη και ζωοποιος, αληθεια, δικαιοσυνη αγιασµος, απλους, ασυνθετος, αγαθος και παν αγαθον και υπερ παν αγαθον. Ως ουν αληθεια και ων και καλουµενος, τοις αληθως επιστρεφουσιν αληθεια γινεται· ως δε δικαιοσυνη υπαρχων, τοις πασαν αδικιαν µισησασι δικαιοσυνη εστιν· ως αγιασµος , τοις εκπλυθεισι και καθαρθεισι δια δακρυων· ως απλους, τοις µηδεµιαν πονηριαν η κακιαν ενδοθεν επιφερουσιν· ως ασυνθετος, (368) τοις µηδεµιαν διπλοην η διψυχιαν η δυσπιστιαν ψυχης εχουσιν· ως αγαθος, τοις της µετανοιας πνευµατικοις εργοις σωµατικας τινας η βιωτικας µεριµνας και φροντιδας µη συνεπαγοµενοις και τουτοις αναµιγνυουσι και αναφυρουσιν αυτας, αλλα γυµνοις τη γνωµη και τη της ψυχης προθεσει εν ακακια προσερχοµενοις αυτω, ων και αποδεχοµενος το απεριεργον παντος αγαθου συντοµως τουτους εµπλιπλησι και των υπερ νουν και υπερ εννοιαν αγαθων κοινωνους ευθυς τω αποκαλυφθηναι και φανηναι αποκαθιστησι. “Και τις, φησι, τους τοιουτους, ει αρα τοιουτοι εισι και νυν, επιγνωσεται;”. Ο ανωθεν υπο του Πνευµατος ελλαµποµενος. Ο
δε λεγων και µη γινωσκων αυτους, τι και µαρτυριαν παρα αλλων καταδεχεται δεξασθαι; Ουκ οιδεν οτι, καν αγνοων εισαγαγη λυκον εις τα προβατα του Χριστου, αυτος των προβατων το κριµα ληψεται; “Και τις γινωσκει, φησιν· ανθρωπος υπαρχει και αγνοει τα εν καρδια”. Ει µη τυφλος εστιν, ουκ αν αγνοηση τον τοιουτον ποτε. Πως γαρ ο βλεπων ου διαχωρισει προβατον και λυκον, ληστην και ποιµενα; Ει δε τυφλος εστι προς ταυτα, χειραγωγον και οδηγον επιζητησατω, µαλλον και της τοιαυτης εργασιας και διακρισεως παυσασθω, µητε οδηγος αλλων γενοµενος µητε οδηγον ετεροις αποκαθιστων, καν ολον εχη τον κοσµον συµµαρτυρουντα αυτω. Τουτο γαρ εγω λεγω, οτι ο βλεπων πνευµατικως και ακουων ωσαυτως, ον αν ιδη και συντυχη και πολλακις προσοµιληση, αυτην αυτου βλεπει την ψυχην, ει και µη κατ’ ουσιαν, αλλα κατ’ ιδεαν, οποια εστι και ποταπη. Τοινυν, ει και Πνευµατος Αγιου (369) µεταλαβειν κατηξιωθη, εξ αυτης αυτου της οψεως τουτο γινωσκει· ει δε ετι ατελης ο βλεποµενος προς την χαριν εστι και ουπω θεοειδης εχρηµατισε, δια των λογων αυτου µαλλον ο τουτον βλεπων και οµιλων επιγνωσεται – καθα δη και αυτος ο ∆εσποτης ηµων και Θεος απεφηνατο ειπων· “Εκ των καρπων αυτων επιγνωσεσθε αυτους”, και παλιν· “Ωσπερ δενδρον εκ του καρπου, ουτως ανθρωπος εκ του λογου αυτου οποιος εστι γινωσκεται”-, πλην και ουτος παρα των υγιαινοντων τον λογον και τα της ψυχης αισθητηρια· οι γαρ λοιποι των ανθρωπων και προς αυτα τα εργα αναισθητως και αδιακριτως διακεινται. Νηστευοντα γαρ τινα µετα κενοδοξιας ορωντες αποδεχονται, και τον εσθιοντα µετα ταπεινωσεως κατακρινουσιν. Αλλον εν ταπεινωσει εγκρατευοµενον υποκριτην ειναι λογιζονται, τον δε µετα γαστριµαργιας εσθιοντα ως απλουν ηγουνται και ανεπιτηδευτον, ω και συνεσθιειν συχνοτερως ηδυνονται, τα εαυτων παθη παραµυθουµενοι. Αλλα γαρ και τους τον σαλον υποκρινοµενους και αστεια και φλυαριας λεγοντας ακαιρως, σχηµατα τε απρεπη διαπραττοµενους και τους λοιπους κινουντας προς γελωτα, ως την αρετην αυτων και απαθειαν δια των τοιουτων δηθεν επιτηδευµατων και σχηµατων και λογων καλυπτειν σπουδαζοντας λογισαµενοι, ως απαθεις και αγιους τιµωσι, τους δε εν ευλαβεια και αρετη και αφελοτητι καρδιας
διαγοντας και αγιους τω οντι πελοντας, ως οια δη των αλλων ανθρωπων ενα παραλογιζονται τε και παρατρεχουσιν. Αλλοι παλιν τον λαλον και επιδεικτικον διδακτικον µαλλον και πνευµατικον ειναι λογιζονται, τον δε σιωπηλον και (370) περι αργολογιαν ακριβαζοµενον αγροικον και αφωνον αποφαινονται. Ετεροι τον εν Πνευµατι Αγιω φθεγγοµενον ως υψηλοφρονα και υπερηφανον αποστρεφονται, τοις λογοις αυτου πληττοµενοι µαλλον η κατανυσσοµενοι, τον δε απο κοιλιας η εκ µαθηµατων τορνολογουντα και της αυτων σωτηριας καταψευδοµενον υπερεπαινουσι και αποδεχονται. Και ουτως ουδεις εν τοις τοιουτοις εστιν ο καλως και ως εχει το πραγµα ιδειν και διακριναι δυναµενος. Ο γαρ απαξ τυφλος προς παντα τυφλος εστιν, ουτω και ο κωφος ων προς παντα κωφος εστιν. Ου γαρ ο τυφλος τον µεν ορα, τον δε ου, ουδε ο κωφος του µεν ακουει της φωνης, του δε ου, αλλα καθολου κακεινος και ουτος πηροι τας αισθησεις εισιν. Ουτω τοιγαρουν πας αναισθητος προς το εν προς παντα αναισθητος εστιν, ως και ο εχων αισθησιν προς το εν εν αισθησει παντων εστι και της αισθησεως αυτων εκτος εστιν. Εν τη αισθησει των παντων εστι και υπο της αισθησεως αυτων ου καταλαµβανεται. Ο κωφος προς τον λογον κωφος προς πασαν φωνην εστιν, ως και ο ακουων του λογου των παντων ακουει. Ουτος κωφευων εστι προς πασαν φωνη· παντων ακουει και ουδενος, ει µη των εν λογω µονων τους λογους ποιουµενων, και ουδ’ αυτων αλλα του λογου µονου, του εν τη φωνη αφωνως φθεγγοµενου. Ο τυφλος προς το εν τυφλος ολως προς παντα εστιν, ο δε βλεπων εν τω ενι εν θεωρια των παντων εστι και της θεωριας των παντων απεχεται και εν τη θεωρια των παντων γινεται και εξω των θεωρουµενων εστιν. Εν τω ενι ουτος ων τα παντα ορα, και εν πασιν ων ουδεν των παντων ορα. Ουτως ουν ο βλεπων εν τω ενι δια του ενος (371) και εαυτον και παντας και απαντα καθορα, και κεκρυµµενος ων και εν αυτω ουδεν των παντων ορα. Ο τοινυν ακουων και βλεπων και αισθανοµενος οιδε των λεγοµενων την δυναµιν, ο δε µη ειδως προδηλος εστιν οτι ουτε τα αισθητηρια της ψυχης τετρανωµενα και υγια επιφερεται. Ο δε ουτως εχων ουπω εγνω οτι “προσκυνητης µικτος εστιν, επιγειος και ουρανιος, προσκαιρος και αθανατος, βασιλευων
των επι γης, βασιλευοµενος ανωθεν, εποπτης της ορωµενης κτισεως, µυστης της νοουµενης”, ως που τις φησιν εν θεολογια βεβοηµενος. Αλλ’ εν τιµη ων παρασυνεβληθη τοις κτηνεσι τοις ανοητοις και ωµοιωθη αυτοις, και οµοιωθεις µενει τοιουτος ετι, µη επαναστραφεις, µη επανακληθεις η επι το πρωτον αξιωµα αναχθεις κατα την της οικονοµιας δωρεαν του ∆εσποτου και Κυριου Ιησου Χριστου, του Υιου του Θεου. Ετι δε κτηνος ων αλογον, ωσπερ ∆αυιτικως ειρηται, ονος, τυχον, η βους η χοιρος, οις οι µαργαριται της απορρητου γνωσεως ου διδονται προς Θεου, την εικονα του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, του επουρανιου ανθρωπου τε και Θεου, εν τω λογικω και νοερω ανθρωπω ουδαµως ενεδυσατο. Ταυτην δε µη ευαισθητως και γνωστως ενδυσαµενος, αιµα µονον εστι και σαρξ, πνευµατικης δοξης αισθησιν µη δυναµενος δια του λογου λαβειν, καθαπερ και οι εκ γεννητης τυφλοι δια λογου µονου το του ηλιου φως ιδειν ου δυνανται. Αλλα δευτε οι το φως το νοητον εν εαυτοις εχοντες, δωµεν δοξαν δι’ αυτου τω Πατρι και τω Υιω και τω Αγιω Πνευµατι, νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος ΚΘ΄. (372) Περι του µη δειν λεγειν, οτι αδυνατον νυν εις ακρον ελθειν αρετης τον βουλοµενον και τοις παλαι αµιλληθηναι αγιοις. Και οτι πας ο τα εναντια διδασκων των θειων Γραφων νεαν αιρεσιν τοις πειθοµενοις αυτω δογµατιζει. Και περι δακρυων, οτι εκ φυσεως ηµιν τα δακρυα προσεστι. Αδελφοι και πατερες, πολλοι καθ’ εκαστην λεγουσιν - ων ακουοµεν και ηµεις λεγοντων - · ”Ει ηµεν εν ταις ηµεραις των αποστολων και τον Χριστον, ως εκεινοι, κατιδειν ηξιωθηµεν, αγιοι αν εγενοµεθα και ηµεις ως εκεινοι”- αγνοουντες οτι αυτος εκεινος εστιν, ο και τοτε και νυν εν ολω τω κοσµω λαλων. Ει γαρ µη ο παλαι και νυν εστιν ο αυτος, ωσαυτως ων κατα παντα Θεος καν ταις ενεργειαις καν τοις τελεσµασι, πως εν Υιω λεγων αει φαινεται ο Πατηρ και ο Υιος εν τω Πατρι δια Πνευµατος ταυτα· “Ο πατηρ µου εως αρτι εργαζεται καγω εργαζοµαι”; Αλλ’ ισως ερει τις· “Ουκ εστιν ισον το εκεινον αυτον τοτε σωµατικως ιδεσθαι και το ακουειν νυν µονον των λογων αυτου και τα περι εκεινου και της βασιλειας αυτου εκδιδασκεσθαι”.
Καγω φηµι µη ειναι (373) παντως ισον το νυν και το τοτε, αλλα κατα πολυ το αρτι και το νυν µειζον και ευκολως µαλλον προς πιστιν πλειονα και πληροφοριαν αγον ηµας υπερ το τοτε σωµατικως και ιδειν και ακουσαι αυτου. Τοτε µεν γαρ ανθρωπος τοις αγνωµοσιν Ιουδαιοις εφαινετο ευτελης, νυν δε Θεος κηρυττεται ηµιν αληθης. Τοτε τοις τελωναις και τοις αµαρτωλοις συνανεστρεφετο σωµατικως και συνησθιε, νυν δε εκ δεξιων καθηται του Θεου και Πατρος, ο µηδεποτε και µηδαµου χωρισθεις αυτου, και τον κοσµον απαντα τρεφειν πιστευεται, και χωρις αυτου ουδεν γινεσθαι λεγοµεν – ει δε και πιστευοµεν -. Τοτε και υπο των ευτελεστατων κατεφρονειτο λεγοντων· “Ουχι ουτος εστιν ο υιος της Μαριας και του τεκτονος Ιωσηφ; “ νυνι δε υπο βασιλεων και αρχοντων ως του αληθινου Θεου Υιος και αληθης Θεος προσκυνειται, και εδοξασε και δοξαζει τους προσκυνουντας αυτον εν πνευµατι και αληθεια - ει και παιδευει πολλακις αυτους αµαρτανοντας – σιδηρους αυτους υπερ παντα τα εθνη, τα υπο τον ουρανον, αντι οστρακινων ποιησας. Τοτε ως εις των λοιπων ανθρωπων φθαρτος και θνητος ενοµιζετο, και µεγα ην εν ανθρωπινω σωµατι αναλλοιωτως και ατρεπτως τον αµορφον και αορατον, µορφωθεντα Θεον και ανθρωπον ολον βλεποµενον, µηδεν πλεον των αλλων ανθρωπων εν τοις ορωµενοις εχοντα, αλλ’ εσθιοντα και πινοντα και κοιµωµενον, ιδρουντα τε και κοπιωντα και τα (374) ανθρωπινα παντα πλην αµαρτιας ποιουντα, τον τοιουτον επιγνωναι και πιστευσαι ειναι Θεον, τον τον ουρανον αυτον και την γην και τα εν αυτοις παντα ποιησαντα. ∆ια γαρ τουτο και τον Πετρον ειποντα οτι· “Συ ει ο Υιος του Θεου του ζωντος” εµακαρισεν ο ∆εσποτης ειπων· “Μακαριος ει, Σιµων βαρ Ιωνας, οτι σαρξ και αιµα ουκ απεκαλυψε σοι – ταυτα δηλονοτι ιδειν και ειπειν -, αλλ’ ο Πατηρ µου ο εν τοις ουρανοις”. Ωστε ο νυν ακουων αυτου δια των αγιων Ευαγγελιων καθ’ εκαστην βοωντος και το του ευλογηµενου Πατρος αυτου θεληµα διαγγελοντος, και µη φοβω και τροµω υπακουων αυτου και φυλαττων τα παρ’ αυτου προστασσοµενα, ουδε τοτε, ει και παρην και εκεινον αυτον εθεασατο και διδασκοντα ηκουσε, πιστευσαι αυτω ολως ηνεσχετο αν· δεος µη
και πανταπασιν απιστησας, ως αντιθεον αυτον και ου Θεον αληθινον λογισαµενος, εβλασφηµησε. Και ταυτα µεν οι παντη των αλλων παχυτεροι. Τι δε οι τουτων σεµνοτεροι; “Ει ηµεν, φησιν, εν τοις χρονοις των αγιων πατερων, ηγωνισαµεθα αν και ηµεις. Βλεποντες γαρ την αγαθην αυτων πολιτειαν και τους αγωνας αυτων, εζηλωσαµεν αν αυτους. Νυνι δε µετα ραθυµων και αµελων συναναστρεφοµενοι, συναπαγοµεθα τουτοις και αβουλητως συναπολλυµεθα”, αγνοουντες, ως εικος, και αυτοι οτι εν λιµενι µαλλον ηµεις υπερ εκεινους εσµεν. Εν τοις χρονοις των πατερων ηµων πολλαι ακουετωσαν και ουτοι! – αιρεσεις υπηρχον, πολλοι ψευδοχριστοι, πολλοι χριστοκαπηλοι, πολλοι ψευδαποστολοι, πολλοι ησαν (375) ψευδοδιδασκαλοι, παρρησια τα του πονηρου ζιζανια περιϊοντες και σπειροντες και πολλους τοις εαυτων συνηρπασαν λογοις, εξαπαντησαντες αυτους, και αυτων τας ψυχας απωλεια παρεπεµψαν. Και τουτο εκ των του αγιου πατρος ηµων Ευθυµιου και Αντωνιου βιων αληθες ειναι ευρησετε. Γεγραπται γαρ τον Αντωνιον τοτε λαµπροτεραν στολην υπερ την συνηθη ενδυσαµενον και επι τοπου υψηλου ανελθοντα φανερωσαι εαυτον και επιδειξασθαι, ινα εµφανης γεγονως παντως υπο των αιρετικων κρατηθη και αναιρεθη· ει ουν µη ην διωγµος, ουκ αν τουτο εποιησεν. Επι δε τη γεννησει του αγιου πατρος ηµων Ευθυµιου, ου γεγραπται ευθυµιαν τηνικαυτα πρυτανευθηναι ταις εκκλησιαις παρα Θεου, των διωγµων δηλονοτι τοτε καταπαυθεντων και των αιρεσεων; Επι δε τω τελει του οσιου πατρος ηµων Σαβα ουκ ακουετε οσα υπερ των εκκλησιων και κατα των τοτε αιρεσεων ηγωνισατο, και οσοι τοτε των µοναχων τοις αιρετικοις συναπηχθησαν; Τα δε επι του αγιου Στεφανου του Νεου γεγονοτα, τι ου διωγµου βαρυτατου και χαλεπου υπηρχον; Η ουκ εννοειτε τον τοτε γεγονοτα χειµωνα και τον υπερβαλλοντα σαλον των µοναχων; Τι δε πειρωµαι τα παντα διεξελθειν; Οταν γαρ προ τουτων αναµνηµονευσω των επι του µεγαλου Βασιλειου γεγονοτων, ως ο µεγας διηγειται Γρηγοριος, και των επι του χρυσορρηµονος Ιωαννου και των καθεξης πατερων αγιων, αυτος τε εγω εµαυτον ταλανιζω και τους ταυτα µη αναλογιζοµενους κατελεω. Ου γαρ ακριβως επιστανται οτι
απας ο παρελθων χρονος δεινοτερος ην και των ζιζανιων του πονηρου πεπλησµενος αναφανδον. (376) Οµως ουν, ει και δεινα τα παρεληλυθοτα, αλλα και νυν εχει πολλους ο βιος αιρετικους, πολλους λυκους, ασπιδας και οφεις συναναστρεφοµενους ηµιν, πλην ουκ εχοντας εξουσιαν τινα καθ’ ηµων, αλλ’ οιον υπο νυκτα εισιν οι τοιουτοι της πονηριας αυτων· και τους µεν συνερχοµενους και υπο το σκοτος γινοµενους αυτων αρπαζουσι τε και κατεσθιουσι, τοις δε εν τω γωτι περιπατουσι των θειων Γραφων και τη οδω πορευοµενοις των εντολων του Θεου ουδε προσυπαντησαι τολµωσιν, αλλα και διερχοµενους ιδοντες απο του προσωπου αυτων ως απο πυρος φευγουσι. Τινας ουν αρα υπενοησατε ειπειν µε αιρετικους; Μη τους αρνουµενους τον Υιον του Θεου; Μη τους βλασφηµουντας εις το αγιον Πνευµα και λεγοντας µη ειναι τουτο Θεον; Μη τους µειζονα λεγοντας του Υιου τον Πατερα; Μη τους την Τριαδα εις εναδα συγχεοντας η τον ενα Θεον εις τρεις θεους διατεµνοντας; Μη τους Υιον µεν ειναι του Θεου τον Χριστον λεγοντας, εκ γυναικος δε λαβειν την σαρκα τουτον µη πιστευοντας; Μη τους σαρκα µεν αυτον αναλαβειν, αλλα αψυχον φλυαρουντας; Μη τους εµψυχον µεν ταυτην, ως ολον ανθρωπον, ουχ ενα δε κατα την υποστασιν τον Υιον του Θεου, τον και Υιον της Θεοτοκου Μαριας χρηµατισαντα, Θεον ειναι λεγοντας, αλλ’ εις δυο υιους τον ενα Χριστον διατεµνοντας; Αλλα µη τους τω αναρχω Πατρι αρχην περιγραφοντας και το “Ην, οτε ουκ ην” λεγοντας; Η τους τον Πατερα µεν αναρχον, τον δε Υιον, ως εξ αυτου γεννηθεντα, αρχην µετα τινα χρονον λαβειν ως κτισµα, κακως και νοουντας και δογµατιζοντας; (377) Ουκ ην γαρ ποτε, φησιν, ο Πατηρ µη συνοντος αυτω του Υιου· και πως Πατηρ ο απαις ονοµασθησεται; - Αλλα µη τους αλλον µεν τον παθοντα, αλλον δε ειναι τον ανασταντα κηρυττοντας; Απαγε! Ουδενα τουτων σοι των ασεβων και αθεων, ουδε των αλλων αιρεσεων τινα λεγω, των ως σκοτος µεν φανεντων, υπο δε των τοτε λαµψαντων αγιων πατερων εξαφανισθεντων. Επι τοσουτον γαρ η χαρις του Παναγιου Πνευµατος ελαµψε δι’ αυτων και των ειρηµενων αιρεσεων το σκοτος εδιωξεν, οτι και µεχρι του νυν τα θεοπνευστα αυτων
συγγραµµατα λαµπουσιν υπερ ηλιου αυγας, ως µηδε τολµαν αυτοις τινα αντιφθεγγεσθαι. Αλλα περι εκεινων λεγω και εκεινους ονοµαζω αιρετικους, τους λεγοντας µη ειναι τινα εν τοις καθ’ ηµας χρονοις και εν µεσω ηµων τον δυναµενον φυλαξαι τας ευαγγελικας εντολας και κατα τους αγιους γενεσθαι πατερας· πρωτον µεν παντων πιστον και πρακτικον – δια γαρ των εργων η πιστις δεικνυται, ως δια του εσοπτρου η του προσωπου εµφερεια-, επειτα θεωρητικωτατον τε οµου και θεοπτην, εν τω φωτισθηναι δηλαδη και λαβειν Πνευµα Αγιον και δι’ αυτου τον Υιον συν τω Πατρι κατιδειν. Οι τοινυν τουτο αδυνατον ειναι λεγοντες ου µερικην τινα αιρεσιν κεκτηνται, αλλα πασας, ει οιον τε ειπειν, ως ταυτης πασας εκεινας τη ασεβεια και τη της βλασφηµιας υπερβολη υπεραιρουσης και καλυπτουσης. Ο τουτο λεγων ανατρεπει πασας τας θειας Γραφας. Εις µατην, οιµαι, λεγει ο µαταιος το αγιον αρτι λεγεσθαι Ευαγγελιον, εις µατην τας του Μεγαλου Βασιλειου και των λοιπων ιερεων και οσιων πατερων ηµων γραφας αναγινωσκεσθαι η και γραφηναι διαµαρτυρεται. (378) Ει ουν α ο Θεος λεγει και παντες οι αγιοι πρωτον µεν απαντα επραξαν, ειτα και γραψαντες εις νουθεσιαν ηµων κατελιπον, αδυνατον ηµιν εργω ταυτα ποιησαι και απαραλειπτως φυλαξαι, τι οτι και τοτε εκεινοι κοπιασαντες εγραψαν και νυν επι εκκλησιας αναγινωσκονται; Οι ταυτα λεγοντες τον ουρανον, ον ο Χριστος ηµιν ηνοιξε, κλειουσι και την προς εκεινον ανοδον, ην αυτος εκεινος ηµιν ενεκαινισε, διακοπτουσιν. Ανωθεν γαρ εκεινου του επι παντων Θεου προς τη πυλη οιονει του ουρανου ισταµενου και διακυπτοντος και υπο των πιστων ορωµενου και δια του αγιου Ευαγγελιου βοωντος και λεγοντος· “∆ευτε προς µε παντες οι κοπιωντες και πεφορτισµενοι καγω αναπαυσω υµας”, οι αντιθεοι ουτοι η, µαλλον ειπειν, αντιχριστοι λεγουσιν· “Αδυνατον τουτο, αδυνατον! “. Προς ους εικοτως ο ∆εσποτης µεγαλοφωνως φησιν· “Ουαι υµιν, γραµµατεις και φαρισαιοι ! Ουαι υµιν οδηγοι τυφλοι τυφλων, οτι υµεις εις την βασιλειαν ουκ εισερχεσθε και τους θελοντας εισελθειν κωλυετε”. Εκεινου τους νυν πενθουντας αναφανδον µακαριζοντος, ουτοι αδυνατον φασιν καθ’ εκαστην πενθειν και κλαιειν τινα. Ω της αναισθησιας και του απυλωτου στοµατος,
µιαρας εκπεµποντος κατα του Θεου του Υψιστου φωνας και τα του Χριστου προβατα ποιουντος γινεσθαι θηριαλωτα, υπερ ων αυτος ο Μονογενης Υιος του Θεοου το αιµα εκενωσεν. Οντως καλως περι των τοιουτων ο θεοπατωρ (379) λεγει ∆αυιδ· “Υιοι ανθρωπων, οι οδοντες αυτων οπλα και βελη· και η γλωσσα αυτων µαχαιρα οξεια”. ∆ιατι γαρ, ειπε µοι, αδυνατον; ∆ια τινος δε αλλου οι αγιοι επι της γης ελαµψαν και φωστηρες εν κοσµω γεγονασιν; Ει ην αδυνατον, ουδ’ αν εκεινοι ταυτα κατορθωσαι ποτε ηδυνηθησαν. Ανθρωποι γαρ υπηρχον κακεινοι, ως και ηµεις, και ουδεν πλεον ηµων εκεκτηντο, ει µη προαιρεσιν εις το αγαθον, σπουδην τε και υποµονην και ταπεινωσιν και αγαπην προς τον Θεον. Ταυτα τοιγαρουν κτησαι και αυτος, και γενησεται σοι πηγη δακρυων η νυνι πετρωδης υπαρχουσα ψυχη. Ει δε συ µη θελεις θλιβηναι και στενοχωρηθηναι, καν το πραγµα µη λεγε ειναι αδυνατον. Ο γαρ τουτο λεγων απαρνειται την καθαρσιν· χωρις γαρ δακρυων ουκ ηκουσθη απο του αιωνος καθαρθηναι ψυχην του ρυπου της αµαρτιας, την µετα το βαπτισµα αµαρτησασαν. ∆ια γαρ του βαπτισµατος αφειλεν ο Θεος παν δακρυον απο προσωπου της γης, εκχεας το Πνευµα το Αγιον αυτου πλουσιως. Αλλα, ως παρα της θειας Γραφης ακηκοα, και εν αυτω τω βαπτισµατι ηλικιωται τινες βαπτιζοµενοι, τη επελευσει κατανυγεντες του Πνευµατος, εδακρυσαν· ουχι ενωδυνα και επιπονα δακρυα, αλλ’ ενεργεια του Αγιου Πνευµατος και δωρεα τη εκεινου γλυκεα υπερ µελι, απονητι πως και αψοφητι δια των οφθαλµων ταυτα κενωσαντες. Οι ουν καταξιωθεντες ποτε εν πειρα τοιουτων δακρυων γενεσθαι τα ειρηµενα γνωρισουσι και αληθη ταυτα ειναι (380) συµµαρτυρησουσιν, ως µοι και η θεολογος συµµαρτυρησει φωνη. Φησι γαρ· “Προσφερετω τις, ο µεν τοδε, ο δε τοδε”, και πολλα εν µεσω απαριθµησαµενος, υστερον παντων εβοησε· “Παντες δακρυα, παντες καθαρσιν, παντες αναβασιν και το τοις εµπροσθεν επεκτεινεσθαι”. Μη τι ουν διεστειλατο η διεχωρισεν εν τουτω των αλλων τινας, και τοις µεν ως δυνατον ειναι τουτο εφησε, τοις δε ως αδυνατον; Μη, ως υµεις φατε ασυνετως - ινα και αξιως καθαψωµαι υµων, απεριτµητοι ταις καρδιαις και τοις ωσιν - , οτι τινες ελαχον φυσεως σκληρας και ουκ αν ποτε δυνηθειεν κατανυγηναι και
κλαυσαι, τουτο και ο µεγας Γρηγοριος ειρηκε; Μη γενοιτο! Ουτε φυσις ανθρωπου εστι µη φυσικως εχουσα µαλλον τα δακρυα και το κλαιειν και το πενθειν, ουτε ο αγιος ουτος, ουτε ετερος τις των αγιων, τουτο ειπεν η εγραψεν. Οτι δε εκ φυσεως το κλαιειν πασιν ηµιν προσεστιν, αυτα τα γεννωµενα βρεφη σε διδαξατωσαν. Αµα γαρ τω προελθειν της γαστρος και πεσειν επι της γης κλαιουσι, και τουτο σηµειον ζωης ταις µαιαις και ταις µητρασιν ενδεικνυται. Ει γαρ µη κλαυσει το βρεφος, ουδε ζην λεγεται· κλαυσαν δε δεικνυσιν αυτοθι οτι συνεποµενον η φυσις εχει απο γεννησεως το πενθος οµου και τα δακρυα. Ως δε και ο αγιος πατηρ ηµων ελεγε Συµεων ο Στουδιωτης, οτι µετα του τοιουτου κλαυθµου οφειλει και ζησαι τον παροντα βιον ο ανθρωπος και µετ’ αυτου συναποθανειν, ει αρα και σωθηναι βουλεται και εις την µακαριαν ζωην εισελθειν, επειδη το της γενησεως δακρυον δηλωτικον εστι των δακρυων της παρουσης ηµων ενταυθα ζωης. (381) Ως γαρ η τροφη και η ποσις αναγκαια εστι τω σωµατι, ουτω και τα δακρυα τη ψυχη, ωστε ο µη καθ’ εκαστην κλαιων - οκνω γαρ ειπειν καθ’ ωραν, ινα µη δοξω βαρυς - , λιµω την ψυχην διαφθειρεται και απολλυται. Ει τοινυν συνεποµενον εστι το φυσει το κλαιειν οµου και τα δακρυα, καθως αποδεδεικται, µηδεις το της φυσεως αγαθον απαρνησηται, µηδεις οκνω και ραθυµια του τοιουτου καλου στερησειεν εαυτον, µηδεις κακια και πονηρια και υπερηφανια ψυχης αλαζων γενηται και εις αντιτυπιαν λιθου παρα φυσιν µετενεχθη, αλλα σπουδη τη καλλιστη προς τας εντολας χρησαµενος του Θεου, φυλαξατω το µεγα τουτο δωρον, παρακαλω, ασυλον εν τη εαυτου καρδια, διατηρων αυτο εν ευτελεια και ταπεινωσει, εν ακακια ψυχης και απλοτητι, εν υποµονη των πειρασµων και διηνεκει µελετη των θειων Γραφων, µετανοων αει και διαπαντος των οικειων µνηµονευων σφαλµατων, και µηδεις της τοιαυτης εργασιας αµελειτω. Ει δε τις απεγνωκως της εαυτου σωτηριας επι κλινης ραθυµιας ανακειται, καν µη λεγετω και τοις σπουδαιοις τουτο ειναι αδυνατον. Ο γαρ τουτο λεγων αυτην ηµιν πασιν αποκλειει την πυλην της βασιλειας των ουρανων. Ανελε γαρ τα δακρυα και συνανειλες τουτοις την καθαρσιν· καθαρσεως δε διχα ουδεις ο
σωζοµενος, ουδεις ο υπο του Κυριου µακαριζοµενος, ουδεις οψεται τον Θεον. Ει δε ταυτα ουτως επακολουθει τοις µη πενθουσι κατα την εντολην του Κυριου, πως ουχ αιρετικων παντων, ειπε µοι, χειρων αυτη η αιρεσις; Αλλα γαρ δια κενης, το καθ’ υµας, λοιπον η του Θεου συγκαταβασις και αναβασις γεγονεν, ηργησε των αποστολων το κηρυγµα, (382) ηργησαν των αγιων απαντων αι κατηχησεις, αι προς το πενθος ηµας αει εκκαλουµεναι. Πασα Γραφη θεοπνευστος ανωφελης εις υµας τους ουτω εχοντας και φρονουντας, ως ορω, γεγονεν. Ως γαρ ασπις κωφη και τα ωτα βυσαντες και υµεις, τω τριβωνιω µονω και τω κουκουλιω και αναλαβω - οι δε και τω βαθυτατω και σεµνω πωγωνι – την σωτηριαν των ψυχων υµων, ως οιοµαι, επιγραφεσθε και τουτοις θαρρουντες εγκαλλωπιζεσθε. Αλλα θαρσειτε, γυµνοι και τετραχηλισµενοι – ει και µη ακουειν εθελοιτε καθ’ εκαστην εκβοωσης υµιν µεγαλα της θειας Γραφης – παραστησοµεθα τω βηµατι του Χριστου, ινα ληψηται εκαστος τα δια του σωµατος προς α επραξεν, ειτε αγαθον ειτε πονηρον. Ει δε οσον ουπω εις παντας τουτο γενησεται, που εσται τοτε η τα σωµατα ηµων καλυπτουσα και κοσµουσα στολη; Που οι αναλαβοι οι περιφανεις; Που τα στιλβοντα παλλια και διαφανη; Που τα ευειδη σανδαλια και στερρα; Που οι λωροι, οι γυναικειαις ζωναις παροµοιοι; Που των αρχοντων η απαντη; Που των ασπασµων η προτιµησις; Που οι της πρωτοκαθεδριας αγωνες; Που η των τραπεζων πολυτελεια; Που - ινα και τουτο ειπω – το προλαβειν τον αδελφον και των προκειµενων λαβειν τα πλειω και τιµιωτερα, οπερ εγω πρωτος και οι ως εγω πασχοµεν µαταιοι; Που τοτε ο τυφος και η αλαζονεια ηµων και το αρχειν και αρχεσθαι; Που αι ευρυχωροι κελλαι και ως παστοι κεκελλωπισµεναι λαµπρως; Που των διακονιων και διακονητων η προτιµησις, (383) εν αις των αλλων προτερευειν νοµιζοµεν; Που ο ακρατης και ασεµνος γελως; Που τα δειπνα τα πολυτελη και βραδεα τα αριστα και αι εν τουτοις ακαιροι οµιλιαι; Που τα µεγαλα τοτε ονοµατα; Που η αγιωσυνη ην εχειν νυν νοµιζοµεθα η νοµιζοµεν; Που οι νυν κολακες και εµπαικται οι αγιους ηµας αποκαλουντες και την τριβον των ποδων ηµων εκταρασσοντες; Που οι επηρµενοι θρονοι και οι εκ τουτων δοκουντες ειναι των
αλλων περιφανεστεροι; Που η περιδροµη και σπουδη του εν κατασχεσει γενεσθαι τινος η της µειζοτερας αρχης; Που η αντιλογια και ανυποταξια και το µη θελειν τινα του ετερου φανηναι δευτερον; Που των συγγενων η προσπαθεια; Που των προς ηµας παραγενοµενων κοσµικων και αρχοντων η περιφανεια, δι’ ων οιοµαι και δοκω πρωτος εγω ο ταλαιπωρος των αλλων περιφανεστερος γινεσθαι; Που η δοκουσα φρονησις των περιφανων εν τη γνωσει και τη σοφια του κοσµου; Που η οιησις και το δοκειν ειναι τι, µηδεν οντων ηµων; Που η ευστροφος τοτε γλωσσα και τα ως απο πηγης ρητορευµατα; Που τοτε, µαλλον δε νυν, σοφος, που γραµµατευς, που συζητητης του αιωνος τουτου, ινα επανιων ελθη και καθεσθωµεν αµα και περι της φοβερας ηµερας και ωρας εκεινης συµβουλευσωµεθα και παντα καλων – το δη λεγοµενον - εν εαυτοις ηµιν και εν ταις θειας Γραφαις κινησαντες και ακριβως ερευνησαντες, διδαχθωµεν εκειθεν και µαθωµεν τι εστιν, ο ηµας ωφελησαι ισχυσει τοτε, κακεινο πολλη τη σπουδη εκλεξωµεθα; Οντως, αδελφοι µου αγαπητοι, ως πασα Γραφη διαρρηδην βοα, µεγαλη αναγκη, µεγας φοβος και (384) τροµος ληψεται εν τη ωρα εκεινη τους κατ’ εµε ραθυµους και χαυνους και οκνηρους. Μακαριος δε εστιν, αδελφοι, ο υποκατω πασης κτισεως κειµενος νυν, πενθων τε και κλαιων νυκτα και ηµεραν ενωπιον του Θεου, οτι εκ δεξιων αυτου εστολισµενος τοτε σταθησεται. Μακαριος ο ταυτα ακουων και µη µονον στεναζων, µηδε ηµεραν εξ ηµερας αναβαλλοµενος παρατρεχει τον χρονον αυτου της ζωης ανωφελως, αλλ’ ο αµα τω ακουσαι του Κυριου λεγοντος, “Μετανοειτε! “, ευθυς του εργου αρχοµενος. Ο τοιουτος γαρ ως υπηκοος και ευγνωµων δουλος ελεηθησεται και ουχι µετα των ανηκοων κατακριθησεται, και νυν µεν εκ παντων απαλλαγησεται των παθων, πασων δε των αρετων εργατης γενησεται δοκιµος, εν δε τω αιωνι τω µελλοντι κατατρυφησει των απορρητων αγαθων του Θεου µετα παντων των απ’ αιωνος ευαρεστησαντων αυτω, ων γενοιτο παντας ηµας επιτυχειν χαριτι του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ω η δοξα εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος Λ΄. (385)
Περι µετανοιας και αρχης επαινετου βιου, οπως δει τον µετανουντα καθ’ εκαστην ποιειν. Εν ω και περι δακρυων αµα και κατανυξεως. Αδελφοι µου αγαπητοι, ακουσατε µου των λογων την δυναµιν και ως εις αγαθην ουσαν υµιν συµβουλην προσδεξασθε ασµενως αυτην και ποιησαι προθυµηθητε εις κοινην εµου τε και υµων ωφελειαν. Ουτω γαρ κατα βραχυ δια των δοκουντων µικρων βαδιζοντες, επι τα τελεωτερα προκοπτοντες ανερχοµεθα και ανδρες γινοµεθα τελειοι εν Χριστω. Ο δε σκοπος του λογου εστι τοιουτος· εξερχοµενοι της εκκλησιας µη αρξησθε µετεωριζεσθαι εις µαταια και ανωφελη, ινα µη ελθων ο διαβολος και εν τουτοις ενασχολουµενους ευρισκων υµας, ωσπερ τις ευθυς κορωνη τον κοκκον του σιτου εκ του πεδιου πριν η υπο την γην καλυφθηναι αιρουσα πεταται, ουτω και αυτος αρη την µνηµην των λογων τουτων της κατηχησεως εκ της καρδιας υµων και παλιν διαµεινητε κουφοι και κενοι της σωτηριου διδασκαλιας· αλλα ει µεν τις εξ υµων εργοχειρον η διακονιαν επετραπη ποιειν και εργαζεσθαι, απελθετω κατω νευων (386) και προσεχων εαυτω, εργαζοµενος δε και διακονων λεγετω εν εαυτω· “Ω ποσας ηµερας παρηλθον και χρονους της ζωης µου µετεωριζοµενος ο αθλιος και γελων! Ω πως εµαταιωθην ακουων µεχρι του νυν τας θειας Γραφας και µη καθολου γνους το εκ τουτων ωφελιµον! Τι µε ωφελησεν η παρουσα ζωη; Ιδου παρηλθον ετη της ζωης µου τοσα και τοσα. Τις ουν οιδεν, ει ζησοµαι εως της αυριον; Εφαγον επι ετη πολλα, ενεπλησα µου την γαστερα κρεων, οινου και αδηφαγιας πολλης. Εκαλλωπισθην ιµατιοις, επαιξα τε οµου και εγελασα κατ’ εµου, επερισσευθην εν νοµισµασι τοσοις η τοσοις και εξοδιασας αυτα επι µαταιοις αναλωσα, µετα ταυτα παλιν εκτησαµην ετερα. Λοετροις εχρησαµην εις κορον και µυροις, ιππους και ηµιονους επιβεβηκα, τραπεζων πολλων και πολυτελων απηλαυσα, τω πλησιον εφθονησα, ελοιδορησα, πεπορνευκα, εκλεψα, εψευσαµην. Συνηθεσι και φιλοις συνανεστραφην περιδοξοις και πλουσιοις και αρχουσι συνηυλισθην. Ονοµα εν τω βιω περιφανες εκτησαµην, επι απαλων στρωµνων ανεκλιθην, ανεπαυσα το σωµα τουτο το γηϊνον, υπνον εις κορον υπνωσα.
“Τι ουν µε τουτων απαντων ωφελησε µεχρι του νυν η εν τη εξοδω της ταλαιπωρου ψυχης µου ωφελησει µε, ει αυριον ο εχων εξουσιαν πασης πνοης απο του κοσµου τουτου κελευσει αρθηναι µε; Οντως ουδεν! Λοιπον ουν µη µατην καν τας υπολοιπους διαξω ηµερας της ενταυθα ζωης µου, αλλα βαλλω απο του παροντος αρχην και παντα καταλιπων εκεινα, τα εναντια τουτοις ως οι αγιοι πατερες καγω διαπραξοµαι. Και νηστευσω µεν επι τοσουτον αντι της προλαβουσης αδηφαγιας µου, εως ου µηδε την γλωσσαν προς (387) συντυχιαν κινησαι µε δυνασθαι, θλιψω δε την γαστερα εν πεινη και διψη, και δαµασθησεται παντως η αδαµαστος γλωσσα µου, αλλα µην και εις στυγνοτητα και ωχροτητα και λυπην αµα τουτοις ελευσοµαι και του γαυριαµατος των λογισµων ελευθερωθησοµαι και του µετεωριζεσθαι και παιζειν και γελαν συν τουτοις ευκολως παυσοµαι. Περιβαλουµαι ευτελη και τα πολυτιµα δωσω τοις πενησι, σκορπισω συν αυτοις και οσον χρυσιον κεκτηµαι εις χειρας των δεοµενων· τι γαρ µοι και το µεριµναν περι τουτων απο του νυν, ει τω τα παντα τρεφοντι ολον εµαυτον αναθησοµαι; Ιππους επιβαινειν και ηµιονους αποταξοµαι, τους συγγενεις και φιλους και συνηθεις απαντας αρνησοµαι· ο γαρ πλεον του Θεου παντως τινα αγαπων ουκ εστιν αυτου εκεινου, ως αυτος λεγει, αξιος. Λοετρου ουχ αψοµαι, επι κλινης στρωµνης µου ουκ αναβησοµαι, αλλα χαµευνια και ξηροκοιτια εµαυτον προθυµως εκδω, ινα ολιγον υπνωσω και µη βουλοµενος, υπο της ξηρασιας στενοχωρουµενος. Τι γαρ, εαν και αποθανοιµι, αρα δε ζην ειµι αξιος; “Ουτω γαρ ποιων, εγειροµενος µεσονυκτιον, προσπεσω και κλαυσω εν θλιψει της αµαρτησασης ψυχης µου και προς τον Θεον εν στεναγµοις και δακρυσιν ειποιµι· ∆εσποτα, Κυριε του ουρανου και της γης, οιδα οτι ηµαρτον υπερ πασαν φυσιν ανθρωπων και αυτων των αλογων ζωων και ερπετων ενωπιον σου, του φοβερου και απροσιτου Θεου µου, και ουκ ειµι αξιος ελεους τυχειν ολως ποτε παρα σου. ∆ια γαρ τουτο ουδε ετολµων προσελθειν η προσπεσειν σοι, φιλανθρωπε βασιλευ, ει µη ηκουσα της αγιας φωνης σου λεγουσης· (388) “Ου θελησει θελω τον θανατον του αµαρτωλου, ως το επιστρεψαι και ζην αυτον”, και παλιν οτι “χαρα γινεται εν τω ουρανω επι ενι
αµαρτωλω µετανοουντι”. Αλλα γαρ µνησθεις και της περι του ασωτου υιου παραβολης ηνπερ ειρηκας, ∆εσποτα, - οπως ερχοµενου αυτου, προ του πλησιον σου γενεσθαι αυτον, συ ο ευσπλαχνος προσελθων επεπεσας τω τραχηλω αυτου και κατεφιλησας αυτον - , θαρρησας εις το πελαγος της σης αγαθοτητος προσηλθον σοι εν οδυνη και λυπη και στυγνοτητι της καρδιας µου, πεπωρωµενος ων και τετραυµατισµενος δεινως και εις πεταυρον αδου των εµων ανοµιων χαλεπως κειµενος. Πλην απο του νυν λογον σοι διδωµι, Κυριε, οτι εως κελευσεις ειναι µε εν τω βιω και τουτω τω σωµατι, ουκ εγκαταλειψω σε, ουδε εις τα οπισω στραφησοµαι, ουκετι αψοµαι των µαταιων και πονηρων. Συ δε, ο Θεος µου, επιγινωσκεις µου την ασθενειαν, την ταλαιπωριαν, την ολιγοψυχιαν µου και τας µελλουσας µε τυραννειν και εκθλιβειν προληψεις. Βοηθησον µοι, προσπιπτω σοι, και µη εγκαταλιπης µε, µηδε επι πολυ καταγελασθαι µε εασης και καταπαιζεσθαι υπο του εχθρου, τον απο του παροντος δουλον σον, αγαθε”. Ταυτα τοινυν δι’ ολης της ηµερας διαλογιζεσθαι και βουλεσθαι οφειλει εν εαυτω ο αρτι τον κοσµον αποφυγων και µετανοησαι προθυµηθεις, αδελφοι, ο µαθειν βουληθεις την τεχνην ταυτην των τεχνων της εναγωνιου ζωης και ασκησεως, και δια τουτο προς το σταδιον της αθλησεως αυτης εισελθων. ∆ιο και (389) προς τοιουτον ποιησοµαι την παραινεσιν, ειπου και µεσον ηµων εστηκε και τα επιπονωτερα παρ’ ηµων ακουσαι διψα και του εργου επειγεται της αληθινης µετανοιας απαρξασθαι. Προς γουν τοις ειρηµενοις, αγαπητε, µηδε τροφης µεταλαβης εως εσπερας. Εσπερας δε εισελθων εν τω κελλιω, καθισον επι της κλινης σου και απαντα τα ειρηµενα εν σεαυτω αναλογισαµενος ευχαριστησον εν πρωτοις οτι φθασαι κατηξιωθης το τελος της ηµερας και την αρχην της νυκτος. Ειτα κατανοησον σεαυτον και ενθυµηθητι οσα ηµαρτες τω ποιησαντι σε Θεω και ποσα ετη εµακροθυµησεν επι σοι, εασας σε ζην και χαρισαµενος σοι απαντα τα προς απολαυσιν του σωµατος, τροφην λεγω και ποσιν, ενδυµατα και σκεπασµατα και αυτην την κελλαν καθισαι, και ουκ ωργισθη, ουκ απεστραφη σε δια τας αµαρτιας σου, ουδε τω θανατω η τοις δαιµοσιν παραδεδωκε του ολεσαι σε. Τουτων ουν απαντων αναµνηµονευσας καλως,
αναστα και το ψιαθιον θεις επι γης και µικρον τινα λιθον εις προσκεφαλαιον, προευτρεπισον την κοιτην εν η µελλεις ανακλιθηναι. Και ακουσον! Υποτιθητι σοι και ετερον τροπον θερµης ως αληθως µετανοιας, προξενον σοι γενοµενον δια ταχους δακρυων και κατανυξεως, και µαλιστα ει λιθωδης τις ει τη καρδια και προς πενθος βραδυς και ακατανυκτος. Αλλα µη παραδοξον σοι και ασυνηθες τοις πσιτοις, ο µελλω σοι συµβουλευσασθαι, αβασανιστως καταφανη. Ο µεν γαρ εαυτον φυλαξας µετα το βαπτισµα ασπιλον τω Θεω και το κατ’ εικονα διατηρησας τω ποιησαντι και πλασαντι αχραντον, ουδενος ετερου (390) προς ανακλησιν επιδεηθη των ισταµενων, τυγχανων εν τω Θεω. Ο δε µολυνας εαυτον µετα τουτο πραξεσιν ατοποις και ανοµιαις και τον ναον του σωµατος αυτου, τον οικον φηµι του Θεου, οικον ηδονων και παθων και δαιµονων ασωτως απεργασαµενος, ου µονον ου µελλω ειπειν σοι και συµβουλευσασθαι τροπου προς µετανοιαν χρηζει, αλλα και ετερων µεθοδων πολλων και επινοων µετανοιας εις το εξιλεωσασθαι τον Θεον και ανακαλεσασθαι προς εαυτον, οπερ δια της εφαµαρτου ζωης απωλεσε, θειον αξιωµα. Και πειθετω σε τοιαυτα πολλα περιεχων ο “Περι µετανοιας” λογος της Κλιµακος Ιωαννου, του θειου πατρος. Τις δε εστιν ο τροπος, ον σοι πατρικως συµβουλευων υποτιθηµι, της µετανοιας, ακουσον ασκανδαλιστως και συνετως, αδελφε. Μετα γουν το προευτρεπισαι, ωσπερ ειρηται, το της κοιτης ψιαθιον εν η µελλεις ανακλιθηναι, στηθι εις προσευχην ως κατακριτος. Ποιησον εν πρωτοις Τρισαγιον, ειτα ειπον το Πατερ ηµων· και τουτο λεγων µνησθητι τις ων οποιον και τινα πατερα καλεις. Οτε δε ειπειν ελθης το Κυριε ελεησον και εκτειναι θελησης τας χειρας σου εις το υψος του ουρανου, προς αυτον εµβλεψας τοις αισθητοις οφθαλµοις και προσχων αυταις και τη διανοια εαυτον επισυναξας, µνησθητι των φαυλων σου εργων, και οσα ηµαρτες δι΄ αυτων και οποιων ποτε ηψω εργων ισως αισχρων δι’ αυτων, και φοβηθητι λεγων εν σεαυτω· “Ουαι µοι τω ακαθαρτω και µιαρω! Μηποτε ιδων µε ο Θεος τας χειρας µου απλουντα αναιδως εµπροσθεν αυτου µνησθη µου των ανοµιων, ων επραξα δι’ αυτων, και πυρ εκπεµψει κατ’ εµου και
εκλειξει µε”. Στρεψας ουν αυτας εις τα οπισω (391) και συνδησας, ως επι θανατον αγοµενος, εκ βαθους στεναξας ψυχης ειπον ελεεινη τη φωνη· “Ελεησον µε τον αµαρτωλον και αναξιον του ζην, αξιον δε πασης οντως κολασεως” και αλλα οσα η του Θεου χαρις δωη σοι του ειπειν. Αναµνηµονευων δε των εφαµαρτων σου πραξεων, τυπτε σφοδρως και αφειδως σεαυτον λεγων· “Πως τα και τα, πονηρε και αθλιε, πεπραχας; “ και παλιν στρεψον τας χειρας και ιστασο δεοµενος του Θεου. Ειτα ραπιζε παλιν το πρωσωπον σου, τιλλε τας τριχας σου, συρων αυτας, ως ξενου τινος και επιβουλου σοι γεγονοτος εχθρου, και ειπε· “∆ιατι τα και τα πεπεοιηκας;” και ουτω µαστιξας σεαυτον ικανως, δησον τοτε τας χειρας σου εµπροσθεν και στηθι εν ιλαρα τη ψυχη. Ποιησας δε ψαλµους δυο η τρεις νουνεχως και προσκυνησεις, οσας νοησεις σεαυτον δυνασθαι, στηθι παλιν συννους και τα προειρηµενα αναλογιζου εν σεαυτω, ειποτε και δωη ο Θεος ελθειν επι σε δακρυα και κατανυξιν. Και ει µεν τουτο γενηται, µη υποχωρησης εως αν παρελθωσιν· ει δ’ ουν, µη θλιβης, αλλ’ ειπε ταυτα προς εαυτον· “Η κατανυξις και τα δακρυα των αξιων και προς ταυτα ηυπρεπισµενων εισι. Συ δε ποσα ετη παρεκαλεσας τον Θεον η εδουλευσας αυτω; ∆ια ποιων σου εργων ηυτρεπισας προς υποδοχην αυτων σεαυτον; Ουκ αρκει σοι οτι και ζης;”. Ταυτα ειπων και ευχαριστησας κατασφραγισαµενος προσωπον τε και στηθος και ολον το σωµα σου τω σηµειω του τιµιου σταυρου, επι του ψιαθιου σου πεσων ανακλιθητι. Οτε δε εξυπνος γενη, µη στραφης επι το ετερον µερος, αλλ’ ευθυς αναστας παλιν ευξαι τω προειρηµενω τροπω και µηκετι υπνωσης, αλλα ευχη και (392) αναγνωσει καρτερησον, εως ου το ξυλον κρουσει, και τοτε µετα παντων εις την συναξιν απελθε και στηθι εν τω ναω, ως µετα αγγελων εν τω ουρανω, συντροµος, αναξιον εαυτον ηγουµενος και της εκεισε µετα των αδελφων παραστασεως. Ισταµενος δε προσεχε σεαυτω, του µη βλεπειν ωδε κακεισε και περιεργαζεσθαι τους αδελφους, πως εκαστος ισταται η πως ψαλλει, αλλα σεαυτω µονω και τη ψαλµωδια και ταις αµαρτιαις σου προσεχε. Μιµνησκου δε και της εν τω κελλιω ευχης, µη συντυχης ολως εν τη συναξει τινι λογον αργον, µη εξελθης εκειθεν προ της εσχατης ευχης. Ει
δυνατον, µηδε εις αναγνωσιν καθισης, αλλ’ εν τοπω κρυπτω υποχωρει και ιστασο ακουων, ως εκεινου αυτου σοι λαλουντος δια του αναγνωστου, του επι παντων Θεου. Ει δε και αυτος προτραπης εις αναγνωσιν, ως αναξιος ων του εκδιηγεισθαι δια του στοµατος σου τας θεοπνευστους τοις αδελφοις σου Γραφας, ουτω διακεισο, και τελειωσας την θειαν αναγνωσιν και την συνηθη µελλων εις αµφοτερους τους χορους βαλειν µετανοιαν, µη καταφρονητικως µηδε ραθυµως, αλλ’ ως υιους Θεου και αγιους απαντας λογιζοµενος, προσπεσων και τω εδαφει προσεγγισας την κεφαλην σου, λεγε µυστικως εν τη καρδια σου προς παντας αυτους· “Ευξασθε και συγχωρησατε µοι, τω αµαρτωλω και αναξιω του ουρανου και της γης, αγιοι του Θεου”. Εαν δε και κανοναρχησαι προσταχθης, µη ραθυµως µηδε εκλυοµενως τουτο ποιης, αλλα νουνεχως και νηφοντως ως ενωπιον του επι παντων βασιλεως Χριστου τα θεια λογια δια της σης φωνης ως δια χειρος τοις αδελφοις διανεµων, και φοβου µη τινι καταφρονητικως παραλειψης (393) δουναι τον ζωοποιον αρτον ητοι τον λογον, ως ειρηται, του Θεου και εκβληθηση εξω ως καταφρονητης, ου λεγω σοι ταυτης εξω της εκκλησιας, αλλα της βασιλειας των ουρανων. Εξελθων ουν µετα την απολυσιν, µνησθητι οπως την χθες ηµεραν διηνυσας και, ει εσφαλης εν τινι, διορθωσαι σηµερον. Ταυτα τοιγαρουν ει εµµεινης ποιων, ου βραδυνει Κυριος του ποιησαι ελεος αυτου µετα σου, εγω του ευσπλαχνου εγγυητης, εγω του φιλανθρωπου, ει και τολµηρον ειπειν, εµαυτον υποτιθηµι αντιφωνητην! Αποθανουµαι εγω, εαν υπεριδη σε. Αντι σου τω πυρι τω αιωνιω παραδοθησοµαι, εαν εγκαταλειψη σε. Μονον µη εν δισταγµω καρδιας, µηδε εν διψυχια ταυτα ποιης! Τι δε εστι το εν δισταγµω και διψυχια; Προσεχε, αγαπητε! ∆ισταγµος καρδιας εστι το λογιζεσθαι η ολως ενθυµεισθαι εν εαυτω οτι “Η ελεησει µε ο Θεος η ου;”. Το “ου” τουτο απιστιας εστιν. Ει δε µη πιστευεις οτι ελεησαι σε θελει µαλλον εκεινος πλεον η οσον προσδοκας συ, τι και προσερχη παρακαλων αυτον; ∆ιψυχια δε εστι το µη εις θανατον τελειως εαυτον εκδουναι υπερ της βασιλειας των ουρανων, αλλα µεριµναν ολως τι εις ζωην της σαρκος αυτου. Τουτο µονον, ευ ισθι, οφειλει
φυλαξασθαι ο εµπονως µετανοων, ινα µη εαυτον δια τινος µηχανης αποκτεινη και αυτοφονευτης γενηται, οιον η κρηµνω ριψας εαυτον η αγχονη χρησαµενος η ετερον τι εναντιον διαπραξαµενος. Των δε λοιπων, δι’ ων οιδε τρεφεσθαι το σωµα και ζην, µηδεµιαν φροντιδα προειτω κατα το λογιον· “Ζητειτε πρωτον την βασιλειαν του Θεου και την δικαιοσυνην αυτου (394) και ταυτα παντα, τα εις χρειαν δηλονοτι του σωµατος υµων επιτηδεια, προστεθησεται υµιν”. ∆υναται γαρ ο εναγωνιον εχων τον βιον και ζων κατα το Ευαγγελιον, µετα µονου αρτου και υδατος αποτρεφεσθαι καθ’ εκαστην και ζην, και µαλλον εκεινος ευεκτει η οι των αβροτερων τραπεζων απολαυοντες. ∆ιο τουτο και ο Παυλος ειδως ελεγε και αει λεγει· “Εχοντες διατροφας και σκεπασµατα, τουτοις αρκεσθησοµεθα”, και παλιν· “Ινα εν εαυτοις το αποκριµα του θανατου εχοντες, µη ωµεν πεποιθοτες εφ’ εαυτοις, αλλ’ επι τω Θεω τω εγειροντι τους νεκρους”. Ιδου τοιγαρουν ειποµεν σοι, αγαπητε αδελφε, οπως προσελθειν σε δει τω Θεω και οποιαν αυτω επιδειξασθαι την µετανοιαν. Μη ουν αποστης εως της εσχατης σου αναπνοης, µηδε επιλαθη της καλης συµβουλης εµου του αµαρτωλου· ου γαρ επραξα ταυτα και απο πραξεως εµης ειπον σοι, αλλα η χαρις του Θεου δια σε και την σην σωτηριαν δεδωκε µοι ταυτα ειπειν. Ει ουν ταυτα Θεου συνεργουντος σοι ποιησειας, εγχρονιζοντος σου εις το εργον τουτο της µετανοιας, κατ’ ολιγον αυτος συ νοησειας ετι µειζοντα αλλα µυστηρια, υπο της ανωθεν χαριτος αυτα διδασκοµενος, και χαρισθησεται σοι ου µονον δακρυων πηγη, αλλα και παντων παθων δια των τοιουτων πραξεων αλλοτριωσις. Το γαρ ζητειν αει µετανοιαν και κατανυξιν, ερευναν τε τινα τα βοηθουντα και συνεργουντα εις το πενθειν και κλαιειν και κατανυσσεσθαι και µετα σπουδης αυτα διαπραττεσθαι, αλλα µηδε προτιµας εν µηδενι εαυτον η το της σαρκος ολως ποιειν θεληµα, συντοµως εις προκοπην φερει (395) τον ανθρωπον και εις καθαρσιν και απαθειαν, και Πνευµατος Αγιου κοινωνον αυτον απεργαζεται, ου µονον δε αλλα και Αντωνιου, Σαβα και Ευθυµιου, των µεγαλων πατερων, ισον αποκαθιστησι. Και ταυτα µεν, εαν ακουσης µου και αγαπησης την µετανοιαν και κατανυξιν· ει δε µη θελησης ακουσαι µου και τα ειρηµενα
εργον αδιαλειπτον κτησασθαι, µητε συ µητε ετερος βλασφηµειτω και λεγετω τουτο αδυνατον, µηδε οτι· “Εξηγορευσα, εχω τοσους χρονους η τοσους”, µηδε απαριθµειτω µοι διαδοσιν και διασκορπισιν πλουτου και χρυσιου, µηδε λεγετω· “Τοσους η τοσους απο των εµοι υπαρχοντων χρυσιων ενεδυσα γυµνους, πεινωντας εθρεψα, διψωντας εποτισα, παντα µου διεσκορπισα, αφικοµην εις τοδε το ορος, εισηλθον εις τοδε το σπηλαιον, τον του Κυριου ταφον κατελαβον, εις το ορος ανηλθον των Ελαιων, και νυν εισηλθον εις τοδε το µοναστηριον και απεκαρην η και προαποκαθαρθεις καθηµαι εν ενι κελλιω, ποιων τοσας η τοσας ευχας· και µετα τουτων σωθησοµαι και αρκετον µοι εστι! “. Μη τοινυν απατα σεαυτον, αδελφε, οστις ει, µηδε παραµυθου σεαυτον διακενοις εννοιαις, αφρονως τουτο ποιων. Ταυτα γαρ παντα καλα και λιαν καλα, αλλα σπορος εισιν, ευ ισθι, αγαπητε. Ιδε ουν, ως εν υποδειγµατι λεγω, την χωραν ενεωσας και εδιβολησας, ετριβολησας, εσπειρας. Εγνως αρα τον σπορον προκυψαντα εκ των λαγονων της γης; Εγνως αυξησαντα; Εγνως σταχυας φθασαντας; Εγνως λευκα σου της ψυχικης γης τα ληϊα και προς θερισµον ετοιµα; Ετιλλας σταχυας εξ αυτων, εψωχες (396) ταις χερσιν, ινα γυµνον ιδης τον καρπον των πονων σου; Ιδων δε τουτον, ετραφης αρα εις κορον και δυναµιν ελαβες; Ει ουν ταυτα οιδας, προσκυνω σου τους ποδας και κατασπαζοµαι και τα ιχνη τουτων καταφιλω· ου γαρ ειµι αξιος το προσωπον σου ασπασασθαι. Και χαιρε και αγαλλια, µετα χαρας συλλεγων α κοπω και πονω πολλω εσπειρας. Ει δε αγνοεις και αυτα τα παρ’ εµου σοι λεγοµενα και ουδε ει εσπαρη εν τη γη σου τι των κρειττονων καρπων – λεγω δη εν τω χωριω της καρδιας σου - εγνωκας, τι ωφελησας, ειπε µοι, περικυκλευσας τα περατα και εις τα εσχατα της θαλασσης γενοµενος; Παντως ουδεν! Αν γαρ ελεησω τον κοσµον απαντα εκ των ουκ εµων - οµως εστω εµων -, εµαυτον δε περιΐδω γυµνον και πενητα και εις τα εσχατα της πενιας γενοµενον και ουτω µελλοντα εν πενια των αγαθων αποθανειν και τω βηµατι του Χριστου παραστηναι τω φοβερω, τι µοι το οφελος; Ενδεδυµενους ηµας δει και εστολισµενους του βιου τουτου και του σωµατος εξελθειν, ει γε και βουλοιµεθα εν τω γαµω τω
βασιλικω συνανακλιθηναι τοις φιλοις του βασιλεως. Τι δε εστιν ο εγω και παντες οφειλοµεν επενδυσασθαι, ινα µη γυµνοι τοτε ευρεθωµεν; Ο Χριστος, αδελφοι, και Θεος! Εαν δε πασαν αυθις την υπο τον ουρανον γην περιελθω ως µιαν οικιαν και ουδεµιαν καταλιπω χωραν η πολιν η εκκλησιαν, εν η ουκ εισελθω και προσκυνησω και ευξοµαι και τα εν αυτοις καλως ιστορησω και ακριβως, (397) της δε βασιλειας αποπεσω των ουρανων, ουκ ην µοι κρεισσον µη γεννηθηναι µηδε πεσειν επι γης, η αναπνευσαι τουτον δη τον αερα και τον ηλιον οφθαλµοις κατιδειν; Ναι οντως, κρεισσον µοι κατα πολυ ην! Τι ουν ποιησω, ινα µη ταυτης εκπεσω; Αν τα προειρηµενα απαντα διαπραξαµενος, Πνευµα Αγιον ληψωµαι· τουτο γαρ εστιν ο σπορος Χριστου, δι’ ου συγγενεις αυτου γινοµεθα οι πενητες ηµεις και βροτοι, ος εαν πεση εις την γην την καλην καρποφορει εν τριακοντα και εν εξηκοντα και εν εκατον, και τουτο αυτο εστιν η βασιλεια των ουρανων, τα δ’ αλλα απαντα τουτου χωρις ουδεν ωφελουσιν. Εαν γαρ µη εαυτους ευρησωµεν τας ψυχας ηµων κεκαθαρµενας και πληρεις φωτος, ουδεν ηµας ωφελησει των αλλων απαντων η εργασια, καθως φησιν ο Κυριος ηµων και Θεος· “Τι ωφελησει ανθρωπος, εαν τον κοσµον ολον κερδηση, την δε ψυχην αυτου ζηµιωθη; Η τι δωσει ανθρωπος ανταλλαγµα της ψυχης αυτου;” και παλιν· “Ο απολεσας την ψυχην αυτου ενεκεν εµου ευρησει αυτην, ο δε ευρων αυτην απολεσει αυτην “. Ει ουν εγω µη απολεσω την ψυχην µου τω προτερω τροπω, ως ειρηκα, εις θανατον εµαυτον εκδεδωκως δια τον Χριστον, και παλιν ευρω αυτην ζησασαν την ζωην την αιωνιον, τι µοι το οφελος των λοιπων απαντων, ω φιλοι και αδελφοι; Ουδεν οντως, ουδεν ηµας ου µη ωφελησει, ηγαπηµενοι δουλοι Χριστου, ουδε του αιωνιου πυρος εξελειται, εαν µη παντα και παντας αφεντες εαυτους ηµας µονους επισκεψωµεθα. (398) Τι δε εστι το εαυτους επισκεψασθαι; Εν ετερα τουτο, ω αδελφοι, κατηχησει ταµιευσοµεθα, την συµµετριαν του λογου πραγµατευοµενοι. Αυτος δε ο Θεος, η αληθινη Σοφια, ο καταξιωσας γενεσθαι διδασκαλος ηµων των αµαρτωλων, αυτον διδαξον µε ειπειν εµαυτω τε και τοις συνδουλοις και αδελφοις µου τα προς σωτηριαν ψυχης. Συ γαρ ει ο οδηγος και φωτισµος
των ψυχων ηµων, ο διδους λογον ηµιν εν ανοιξει του στοµατος και ρηµα τοις ευαγγελιζοµενοις δυναµει πολλη, και σοι την δοξαν αναπεµποµεν νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος ΛΑ΄. (399) Περι του πως δει εκαστον επισκεπτεσθαι και τα καθ’ εαυτον επιµελως ερευναν. Και πως τα εαυτου αντιπαρατιθεναι χρη ταις εντολαις του Χριστου. Αδελφοι και πατερες, εν τη προλαβουση κατηχησει, δια το µη τον λογον µηκυνειν επι πολυ, τα κατηχηθεντα τοτε ελλιπη κατελιποµεν, ειπειν επειγοµενοι τι εστι το εαυτον επισκεψασθαι· νυνι δε δια της παρουσης κατηχησεως αποδουναι ηκοµεν το χρεος υµιν του λογου, ως επι τουτο τεθεντες και αει χρεωστουντες διδοναι τη αγαπη υµων του λογου το σιτοµετριον. Τι ουν εστιν, ως τηνικαυτα προειποµεν, το προσχειν και εαυτον επισκεψασθαι; Το προσχειν εκαστον εαυτω τουτο εστι, το καθ’ εαυτον ειπειν· “Μη τι γε αρα το οιονουν παθος κατεχη µε; Και γαρ ως εν ταις θειαις ακουω Γραφαις, οτι ο εχων εν µονον παθος εις την βασιλειαν των ουρανων ουκ εισερχεται, γεγραπται γαρ· “Εαν τις τον νοµον ολον τηρηση, πταιση δε εν ενι, γεγονεν παντων ενοχος”. Οµοιως δε και το εαυτον επισκεπτεσθαι τοιουτον εστιν, εν τω λεγειν καθ’ εαυτον· (400) “Μηποτε τηνδε η τηνδε την εντολην παρηµελησα, η αµελω και καταφρονω αυτης και ταυτην ου διαπραττοµαι; λεγει γαρ ο Χριστος και Θεος· ”Ιωτα εν η µια κεραια απο του νοµου των εντολων µου ου µη παρελθη, εως αν παντα γενηται, και παλιν· “Ο λυσας µιαν των εντολων τουτων των ελαχιστων και διδαξας ουτω ποιειν τους ανθρωπους, ελαχιστος κληθησεται εν τη βασιλεια των ουρανων”. Αλλα γαρ προσεχειν δει και ταις θειαις Γραφαις, κακεινων αναγινωσκοµενων βλεπειν οφειλει ο ανθρωπος εαυτον, κατανοειν τε και καταµανθανειν ως εν εσοπτρω την εαυτου ψυχην, εν ποιοις εστιν. Οιον τι λεγω; Ακουει λεγοντος του Κυριου· “Μετανοειτε, ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων”. Μνησθηναι ουν οφειλει οπως διερχεται τας ηµερας αυτου. Και εαν καλως µετανοη, επαυξηση και επιτεινη την εργασιαν αυτου· ει δε αµελως, διορθωσηται.
Παλιν ακουει λεγοντος· “Μακαριοι οι πτωχοι τω πνευµατι, οτι αυτων εστιν η βασιλεια των ουρανων”. Οφειλει τοινυν εξεταζειν και δοκιµαζειν αει εαυτον εις παν συναντηµα ευτελες, υβρεως φηµι, ατιµιας και εξουδενωσεως, και ουτω βλεπειν εις εαυτον, ει αρα και εστιν η αρετη αυτη εν αυτω της ταπεινωσεως η ου· ο γαρ ταυτην κεκτηµενος φερει παντα αλυπως και αβαρως, µη κεντουµενος εν τινι των γινοµενων την καρδιαν αυτου. Ει δε και µικρον κεντηθη, αλλ’ ου τελειως ταρασσεται· υπερ δε του κεντηµατος µαλλον εκεινου της καρδιας αυτου, οτι ολως µικρον ελυπηθη και ουχι µετα χαρας µαλλον τα συµβαντα εδεξατο, µαστιζει εαυτον και ευτελιζει, (401) λυπειται και κλαιει, εισερχοµενος εν τω ταµιειω της ψυχης η της κελλης αυτου, και ουτω προσπιπτων τω Θεω εξοµολογειται αυτω, ως πασαν απολεσας την εαυτου ζωην. Ειτα παλιν ακουει· “Μακαροι οι πενθουντες”. Και σκοπει πως ου λεγει οι πενθησαντες, αλλ’ οι αει πενθουντες· σκοπειν ουν και ενταυθα οφειλοµεν, ει καθ’ ηµεραν πενθουµεν. Εαν γαρ ταπεινοι απο της µετανοιας γενωµεθα, ευδηλον οτι ου µη παρελθη ηµιν ηµερα η µια νυξ ανευ δακρυων και πενθους και κατανυξεως. Και παλιν· “Μακαριοι οι πραεις”. Τις δε καθ’ εκαστην πενθων οργιλως ζων διαµεινη και µη πραΰς γενηται; Ωσπερ γαρ φλοξ πυρος υπο υδατος, ουτως υπο του πενθους και των δακρυων ο θυµος της ψυχης σβεννυται· και τοσουτον ως χρονισαντα τινα εν τουτω, εις ακινησιαν µετατεθηναι και ελθειν το θυµικον της ψυχης αυτου. ∆ιο βλεπειν οφειλει τις και εν τουτω εαυτον, ει πραος οντως εστιν - ο γαρ τοιουτος εν ουδενι ανεχεται παραβασιν ιδειν της εντολης του Θεου, αλλ’ ως εκεινος αµαρτανων υπερ των αµαρτανοντων αδιαλειπτως θρηνει - · ειθ’ ουτως, ει την δικαιοσυνην πεινα και διψα του Θεου· εστι γαρ και δικαιοσυνην τινα µετιοντα ευρειν, µη πεινωντα µηδε διψωντα αυτην· δικαιοσυνη γαρ ο Θεος εστιν, ωσπερ ηλιον αυτον δικαιοσυνης ακουεις καλουµενον. Ο γουν πεινων αυτον και διψων, τον κοσµον ολον και τα εν κοσµω ηγειται σκυβαλα, τιµας δε αρχοντων ως αισχυνην ταυτα λογιζεται η ουδολως των ανθρωπινων τιµων επαισθανεται.
(402) Και αυθις· “Μακαριοι οι ελεηµονες”. Αρα τινες εισιν οι ελεηµονες; Οι τα χρηµατα διδοντες και διατρεφοντες πενητας; ου! Αλλα τινες; Οι πτωχευσαντες δια τον πτωχευσαντα δι’ ηµας και µηδεν εχοντες δουναι, των δε πτωχων και χηρων και ορφανων και των εν ασθενεια νοερως αει µεµνηµενοι, πολλακις δε και ορωντες και συµπαθουντες τουτοις και υπερ αυτων θερµως κλαιοντες, οιος ην ο Ιωβ λεγων· “Εγω δε εκλαυσα επι παντι αδυνατω”, οιτινες και οταν εχωσιν ελεουσι τουτους εν ιλαροτητι και τα προς σωτηριαν ψυχης παντας αφθονως υποµιµνησκοντες, τω ειρηκοτι πειθοµενοι· “Αδολως τε εµαθον αφθονως τε µεταδιδωµι”. Ουτοι εισιν οι υπο Κυριου µακαριζοµενοι, οι αληθεις ελεηµονες· διο και εκ της τοιαυτης ελεηµοσυνης, ως δια βαθµιδος τινος, εις την της ψυχης τελειαν ανιοντες φθανουσι καθαροτητα. Ενθεν τοι και απο ταυτης ο Θεος τους καθαρους εµακαρισε την καρδιαν, ουτως ειπων· “Μακαριοι οι καθαροι τη καρδια, οτι αυτοι τον Θεον οψονται”, ειδως ως ατε Θεος και νοµοθετης ηµων, οτι ει µη εις τοιαυτην ελθη διαθεσιν η ψυχη ηµων, ουτε αενναως πενθει, ουτε πραεια τελειως γινεται, ουτε διψα τον Θεον, ουτε των παθων καθαιρεται, ουτε ως εσοπτρον καθαρον γινεται. Ει δε µη ταυτα γενηται, ουδε καθαρως το προσωπον εν εαυτη ποτε του ∆εσποτου θεασεται· η δε γενοµενη τοιαυτη ορα τον Θεον εκ παντος και καταλασσεται αυτω, και γινεται ειρηνη αναµεταξυ του Ποιητου ηµων και Θεου και της πρωην εχθρας ουσης αυτω ψυχης, και τηνικαυτα (403) ως ειρηνοποιος παρα του Θεου µακαριζεται· “Μακαριοι γαρ, φησιν, οι ειρηνοποιοι, οτι αυτοι υιοι Θεου κληθησονται”, οι τω ελθοντι δουναι ειρηνην τοις εγγυς και τοις µακραν εαυτους γνωστως καταλλαξαντες, τω καταλλαξαι ηµας εχθρους οντας τω ιδιω Πατρι και ενωσαι ελθοντι τα διεστωτα εις εν, τουτεστι µεταδουναι ηµιν Πνευµατος Αγιου και λαβειν αυτον σαρκα την ηµετεραν. Οι τοινυν ιδοντες αυτον, ευδηλον οτι και αυτω αληθως κατηλλαγησαν, την ζητουµενην ειρηνην αποτελεσαντες και υιοι Θεου γεγονοτες. “Θεος δε ο δικαιων, τις ο κατακρινων; Ει δε τον αδελφον σου συ, ουκ αγαπας, τον Θεον, ον ουχ εωρακας, πως δυνασι αγαπαν; Ει δε αγαπαν αυτον ου δυναµεθα η µαλλον ειπειν ου βουλοµεθα, δηλον οτι ουδε κατηλλαγηµεν αυτω. Αλλα
σπουδασωµεν ιδειν και καταλλαγηναι και αγαπησαι αυτον, αδελφοι, ως αυτος ενετειλατο, εξ ολης ψυχης. Ειτα παλιν ακουει λεγοντος· “Μακαριοι οι δεδιωγµενοι ενεκεν δικαιοσυνης”, και καταστοχαζεται ερευνων εαυτον, ει ενεκεν εντολης εδιωχθη Θεου, επειδη “παντες οσοι εν Χριστω θελουσι ζην διωχθησονται”, καθως φησιν ο αποστολος. ∆ιο και επιφερων φησι· “Μακαριοι εστε, οταν ονειδισωσιν υµας και διωξωσι και ειπωσι παν πονηρον ρηµα καθ’ υµων ψευδοµενοι ενεκεν εµου. Χαιρετε και αγαλλιασθε, οτι ο µισθος υµων πολυς εν τοις ουρανοις”. Τινος ουν ενεκεν εσχατον τεθηκε τους δεδιωγµενους και ονειδιζοµενους, και προστασσει µετ’ εξουσιας επιφωνων αυτοις το “Χαιρετε και αγαλλιασθε”; (404) Επειδη ο µετανοιαν αξιαν των εαυτου πληµµεληµατων επιδειξαµενος και ταπεινος εντευθεν γενοµενος - ινα σοι παλιν δευτερων τα αυτα ειποιµι -, και πενθειν καθ’ εκαστην αξιουται και πραος γινεται και τον ηλιον της δικαιοσυνης απο ψυχης πεινα και διψα και ελεηµων αποτελειται και συµπαθης, ως τα παθη παντων και τας θλιψεις και τας ασθενειας εαυτω οικειουµενος, κλαιων τε και καθαιροµενος βλεπει τον Θεον και αυτω καταλλασεται και γινεται τω οντι ειρηνοποιος και υιος αυτου του Θεου κληθηναι καταξιουται. Ο γουν τοιουτος δυναται και διωκοµενος και τυπτοµενος και ονειδιζοµενος, λοιδορουµενος τε και υβριζοµενος και παν πονηρον ρηµα κατ’ αυτου λεγοµενον ακουων, υποµενειν µετα χαρας και αφραστου αγαλλιασεως, και τουτο ειδως ο ∆εσποτης Θεος µετα αποφασεως ειρηκε· “Χαιρετε και αγαλλιασθε”. Ο δε µη τοιουτος γεγονως µηδε την ενυποστατον χαραν εντος αυτου πλουσιως κτησαµενος, πως αµνησικακως αρα ταυτα παντα υπενεγκειν δυνησεται; Ουδαµως! ∆ιο ουν, πατερες και αδελφοι µου, παση σπουδη εαυτους ηµας καθ’ ηµεραν και καθ’ ωραν, ει οιον τε, ανακρινειν και διερευνασθαι µηδεποτε παυσωµεθα, αλλα πασας, ως ειποµεν, τας εντολας διερχοµενοι και εν µια εκαστη αυτων εαυτους ηµας εξεταζοντες και κατασκοπουντες ορωµεν. και ει µεν ευρεθωµεν αυτην εκπληρωσαντες, ευχαριστησωµεν τω ∆εσποτη Θεω και εις το εξης ασφαλως ταυτην φυλαξωµεν· ει δε µηπω ταυτης εµνησθηµεν η αυτην πεποιηκαµεν, δραµωµεν, παρακαλω, εως
ταυτης δραξωµεθα και γενωµεθα αυτης εγκρατεις, ινα µη (405) καταφρονησαντες αυτης, ελαχιστοι κληθωµεν εν τη βασιλεια των ουρανων. Ουτω γαρ µιαν µιαν κατα µικρον ως βαθµιδα κλιµακος ανερχοµενοι, ευ οιδα, φθασοµεν εις αυτην την πολιν του ουρανου, εν η, ως προειρηκαµεν ανωθεν, ισταται διακυπτων ο ∆εσποτης ηµων λεγων πασιν ηµιν· “∆ευτε προς µε παντες οι κοπιωντες και πεφορτισµενοι, καγω αναπαυσω υµας”, κακεισε γενοµενοι και αυτον ως δυνατον ανθρωπω ιδοντες και την βασιλειαν παρ’ εκεινου λαβοντες των ουρανων, ητις εστι το Πνευµα το Αγιον, εντος ηµων ταυτην αει εξοµεν, ως αυτος ο ∆εσποτης διαρρηδην βοα, και ουτω διαξοµεν ως αγγελοι επι της γης, µαλλον δε ως υιοι Θεου αγιοι και εν πασι µιµηται του ιδιου Πατρος και Θεου· ου γενοιτο παντας ηµας της γλυκυτατης θεας αναπολαυσαι νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος ΛΒ΄. (406) Περι βλασφηµιας. Και οτι ο λεγων µη δυνασθαι τινα την παρουσαν γενεαν εν µετοχη του Αγιου γενεσθαι Πνευµατος, αλλα και ο διαβαλλων τας ενεργειας του Πνευµατος και τω εναντιω ταυτας επιφηµιζων, αιρεσιν νεαν εις την του Θεου εκκλησιαν ανακαινιζει. Αδελφοι και πατερες, “πασα αµαρτια”, φησι το ιερωτατον λογιον του Σωτηρος, “αφεθησεται τοις ανθρωποις, τω δε εις το Πνευµα το Αγιον βλασφηµησαντι ουκ αφεθησεται ουτε εν τω νυν αιωνι, ουτε εν τω µελλοντι”. Ζητησωµεν ουν τις εστιν η εις το Πνευµα το Αγιον βλασφηµια. Βλασφηµια εστιν εις το Πνευµα το Αγιον το επιφηµιζειν τας ενεργειας αυτου τω πνευµατι τω εναντιω, καθα φησιν ο µεγας Βασιλειος. Πως δε τις τουτο ποιει; Οποταν η γινοµενα θαυµατα τω Αγιω Πνευµατι η ετερον τις ορων θειον χαρισµα εις ενα των αυτου αδελφων -, φηµι δη κατανυξιν η δακρυα η ταπεινωσιν η γνωσιν θειαν η λογον σοφιας της ανωθεν η αλλο τι χαριζοµενον υπο του θειου Πνευµατος τοις τον Θεον αγαπωσι -, (407) λεγει ειναι τουτο απο της απατης του διαβολου· αλλα και ο τους υπο θειου Πνευµατος αγοµενους ως υιους Θεου, τους τα προσταγµατα ποιουντας του Πατρος αυτων και Θεου, λεγων υπο δαιµονων πλανασθαι, και αυτος εις το Πνευµα το Αγιον βλασφηµει το ενεργουν εν αυτοις, καθα δη και Ιουδαιοι ποτε εις τον Υιον του
Θεου· εκεινοι γαρ εβλεπον δαιµονας απελαυνοµενους υπο Χριστου και κατα του Αγιου Πνευµατος εβλασφηµουν και αναιδως οι αναιδεις ελεγον· “Εν Βεελζεβουλ, αρχοντι των δαιµονιων, εκβαλλει τα δαιµονια”. Αλλα ταυτα ακουοντες τινες ουκ ακουουσι και βλεποντες ου βλεπουσι, παντα δε τα υπο της θειας Γραφης µαρτυρουµενα εργα εκ Πνευµατος Αγιου και ενεργειας θειας γινεσθαι, ωσπερ εαυτων εξω γενοµενοι και πασαν θειαν Γραφην απο των ψυχων αυτων αποπτυσαντες και την εξ αυτων εγγινοµενην γνωσιν των διανοιων αυτων εξωθησαντες, εκ µεθης και δαιµονικης εργασιας ταυτα γινεσθαι λεγειν ου φριττουσι. Καθαπερ γαρ απιστοι και παντελως των θειων µυστηριων οντες αµυητοι, καν περι ελλαµψεως θειας ακουσωσι, καν περι φωτισµου ψυχης και νοος, καν περι θεωριας και απαθειας, καν περι ταπεινωσεως και δακρυων των εξ ενεργειας και χαριτος του Αγιου Πνευµατος εκχεοµενων, ευθυς, ωσπερ µη φεροντες την υπερβαλλουσαν αιγλην των λογων και δυναµιν, σκοτιζοµενοι τους οφθαλµους της καρδιας µαλλον η αυγαζοµενοι, εκ πλανης δαιµονων ειναι ταυτα τολµηρως αποφαινονται και ουτε το του (408) Θεου κριµα, ουτε την των ακουοντων αυτους βλαβην φριττουσι, πασι δε αναιδην οι τολµητιαι διαµαρτυρονται µηδεν τοιουτον νυν εν τινι των πιστων παρα Θεου γινεσθαι, οπερ ασεβεια εστι µαλλον η αιρεσις. Αιρεσις µεν γαρ εστι το εν τινι παρεκκλιναι των κειµενων ηµιν δογµατων περι της ορθης ηµων πιστεως· το δε λεγειν µη ειναι αρτιως τινας τους τον Θεον αγαπωντας, µηδε Πνευµατος Αγιου τουτους καταξιουσθαι και υπ’ αυτου βαπτιζοµενους υιους Θεου και θεους εν γνωσει και πειρα και θεωρια γινεσθαι, πασαν ανατρεπει του Θεου και Σωτηρος ηµων Ιησου Χριστου την οικονοµιαν και φανερως απαρνειται την ανακαινισιν της φθαρεισης εικονος και θανατωθεισης, την επι αφθαρσιαν αυτης γενοµενην και αθανασιαν ανακλησιν. Ως γαρ ουκ εστι τον µη βαπτισθεντα δι’ υδατος και Πνευµατος σωθηναι ποτε, ουτως ουδε τον µετα το βαπτισµα αµαρτησαντα, εαν µη βαπτισθη ανωθεν και αναγεννηθη, καθως ο Κυριος τουτο βεβαιων προς τον Νικοδηµον εφη· “Εαν µη τις γεννηθη ανωθεν, ου µη εισελθη εις την βασιλειαν των ουρανων”, και
προς τους αποστολους αυθις· “Ιωαννης µεν εβαπτισεν υδατι, υµεις δε βαπτισθησεσθε εν Πνευµατι Αγιω”. Ο ουν αγνοων και οπερ νηπιος εβαπτισατο βαπτισµα και µηδε οτι εβαπτισατο επισταµενος, αλλα πιστει µονη τουτο αποσµηξαµενος, το δευτερον τε – το δια Πνευµατος λεγω, ανωθεν φιλανθρωπια Θεου διδοµενον τοις δια µετανοιας αυτο εκζητουσιν απαρνουµενος, πως ποτε αλλως σωτηριας τυχειν δυνησεται; Ουδαµως. (409) ∆ια τουτο ουν διαµαρτυροµαι πασιν υµιν και λεγω και λεγων ου παυσοµαι, οσοι το πρωτον βαπτισµα δια παραβασεως των εντολων του Θεου εµολυνατε, την του ∆αβιδ µετανοιαν και των λοιπων αγιων µιµησασθε και παση σπουδη δια παντοιων εργων και λογων αξιαν µετανοιαν επιδειξασθε, ινα την του Παναγιου Πνευµατος χαριν εφ’ εαυτοις επισπασησθε. Τουτο γαρ το Πνευµα, κατελθον εφ’ υµας, κολυµβηθρα φωτοειδης υµιν γενηται, και εγκολπωσαµενος υµας, αρρητως ολους εν εαυτω, εκ φθαρτων αφθαρτους, εκ θνητων αθανατους και αντι υιων ανθρωπων Θεου υιους και θεους θεσει και χαριτι, αναγεννησαν υµας απεργασηται – ει αρα και βουλεσθε των αγιων συγγενεις και συγκληρονοµοι φανησεσθαι και µετα παντων αυτων εις την βασιλειαν των ουρανων εισελθειν- · οιον νυν και τον αγιον πατερα ηµων εγνωµεν τον Στουδιωτην, εν τη καθ’ ηµας γενοµενον γενεα, και ου µονον αυτον, αλλα και τινας αλλους των αυτου µαθητων, δια των αυτου δεησεων και ευχων, αφατω φιλανθρωπια του υπεραγαθου Θεου του τοιουτου καταξιωθεντας, ως εφην, καλου. Λεγω δε τουτο ουκ εν τη εκεινων δυναµει καυχωµενος, αλλα τη αγαθοτητι ευχαριστων του Θεου και κηρυττων ταυτην πασιν υµιν, ινα και υµεις αυτοι σπουδασητε του τοιουτου καταξιωθηναι καλου. Τουτο γαρ εστι το γνωρισµα της κατα Θεον αγαπης, ινα µη µονον εαυτω τις την κτησιν περιποιηται του καλου, αλλα και τοις πλησιον αυτου αδελφοις γνωριζη τον πλουτον αυτου και προτρεπηται αυτοις ζητησαι και ευρειν και πλουτησαι αυτον. ∆ια τουτο τοιγαρουν, ως ορατε, βοω προς υµας, τας προφητικας αναλαµβανων φωνας· “Προσελθετε προς αυτον και φωτισθητε και τα προσωπα των (410) συνειδησεων υµων ου µη καταισχυνθη “. Τι γαρ; Τη ραθυµια και αµελεια και ταις
επιθυµιαις και ηδοναις της σαρκος εκδοτους εαυτους ποιησαντες, αδυνατον ειναι υµιν δια µετανοιας εκκαθαρθηναι και Θεω προσεγγισαι λεγετε· και ου τουτον µονον, αλλ’ ουδε την του Πνευµατος αυτου χαριν λαβειν δυνατον και δι’ αυτης αναγεννηθηναι και υιοθετηθηναι και εξοµοιωθηναι αυτω; Ουκ εστι τουτο αδυνατον, ουκ εστιν. Αδυνατον µεν γαρ ην προ της αυτου επι γης παρουσιας· αφ’ ου δε ευδοκησεν ανθρωπος γενεσθαι και κατα παντα χωρις αµαρτιας εξοµοιωθηναι ηµιν ο ∆εσποτης των απαντων Θεος, δυνατα ηµιν ταυτα και ραδια απειργασατο, δεδωκως ηµιν εξουσιαν υιους γενεσθαι Θεου και συγκληρονοµους αυτου, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις εις τους αιωνας. Αµην. Λογος ΛΓ΄. (411) Περι µετοχης Πνευµατος Αγιου. Και οτι αδυνατον αλλως βεβαιωθηναι τα εργα της αρετης, ει µη δι’ επιδηµιας του Πνευµατος, ου χωρις ουδεις προς αρετην κατευθυνεται, ουδε αλλους ωφελειν δυναται η αλλοτριους δεχεσθαι λογισµους. Και περι το ισον κατα παντα και ωσαυτως ον της Τρισυποστατου Θεοτητος. Αδελφοι και πατερες, πυρ εστιν ο Θεος και τουτο παρα πασης θεοπνευστου Γραφης ονοµαζεται, η δε ψυχη εκαστου ηµων λυχνια. Ωσπερ ουν η λυχνια, καν ελαιου πεπληρωται καν στυππειου καν αλλην υλην εχη ευαναπτον, προ του µετασχειν του πυρος και αναφθηναι ολη εσκοτισµενη εστιν, ουτω και η ψυχη, καν πασαις το δοκειν κοσµηται ταις αρεταις, του δε πυρος ου µετεσχεν, ειτ’ ουν ουσιας θειας και φωτος ου µετελαβεν, εστιν ετι εσβεσµενη και εσκοτισµενη και τα εργα αυτης αβεβαια. Παντα γαρ υπο του φωτος ελεγχθηναι δει και φανερωθειναι. (412) Ο ουν ουτως εχων ετι την λυχνιαν της ψυχης αυτου αµετοχον δηλονοτι του θειου πυρος -, οδηγου δεεται µαλλον και λυχνου φαινοντος αµα και διακρινοντος τας πραξεις αυτου και τα δι’ εξαγορευσεως συµπαθουντος αυτω σφαλµατα και τα στρεβλως υπ’ αυτου καθ’ ωραν διαπραττοµενα επανορθουντος. Ως γαρ ουκ ενδεχεται µη προσκοπτειν τον περιπατουντα νυκτος, ουτως ουκ ενδεχεται µη πταιειν τον µηπω καθορωντα το θειον φως, καθως φησιν ο Χριστος· “Εαν τις περιπατη εν τη ηµερα, ου προσκοπτει, οτι το φως τουτο βλεπει. Εαν δε τις περιπατη εν τη
νυκτι, προσκοπτει, οτι το φως ουκ εχει εν εαυτω”. – “Εν εαυτω” δε ειπων, το θειον εδηλωσε και αϋλον φως· εν εαυτω γαρ το αισθητον ουδεις δυναται κτησασθαι. Ωσπερ ουν ουδεν ωφελειται ο εν σκοτει περιπατων, εαν λαµπαδας κατεχη εσβεσµενας πολλας και περικαλλεις – ουτε γαρ εαυτον ουτε ετερον τινα ως εκ τουτων ορα - , ουτως ουδε ο τας αρετας πασας, ει οιον τε, δοκων εν εαυτω εχειν, µη εχων το φως εν εαυτω του Αγιου Πνευµατος, ουδε τας αυτου πραξεις καλως ιδειν, ουδε ει προς αρεσκειαν Θεου εισι, τελειως πεπληροφορηται. Αλλ’ ουδε αλλους οδηγησαι η το θεληµα του Θεου διδαξαι δυναται, ουδε λογισµους αλλοτριους εστιν αναδεχεσθαι αξιος, ει και πατριαρχης εξ ανθρωπων γενησεται, εως αν το φως εν εαυτω φαινον κτησηται. Φησι γαρ ο Χριστος· “Περιπατειτε εως το φως εχετε, ινα µη σκοτια υµας καταλαβη, και ο περιπατων εν τη σκοτια ουκ οιδε που υπαγει"” Ει ουν εκεινος οιδε που υπαγει, (413) πως την οδον αλλοις υποδειξει; Τι ουν οφελος, εαν λυχνον εσβεσµενον επι ετερα λυχνια τις επιθειη, πυρος καιοµενου εστερηµενη και φαινοντος. Ου γαρ ουτω δει ποιειν! Αλλα πως; Ως αυτος ο επι παντων Θεος διωρισατο, φησι γαρ· “Ουδεις λυχνον αψας εις κρυπτην τιθησιν, ουδε υπο τον µοδιον, αλλ’ επι την λυχνιαν, ινα οι εισπορευοµενοι το φεγγος βλεπωσι”. Τουτο ουν ειπων προστιθησι και τα γνωρισµατα του οδηγουµενου λυχνου και εχοντος µεθ’ εαυτου το φως, ουτω λεγων· “Ο λυχνος του σωµατος εστι ο οφθαλµος”. Τινα τοινυν λεγει δια τουτου τον οφθαλµον η παντως τον νουν, ος ουδεποτε αν γενηται απλους, ει µη οτε το απλουν θεασηται φως; Φως δε απλουν ο Χριστος. Ο γουν αει εχων το φως αυτου λαµπον εν διανοια, νουν Χριστου εχειν λεγεται. Οταν ουν ο οφθαλµος σου ουτως απλους η, και ολον το ασωµατον σωµα σου της ψυχης φωτεινον εσται· επαν δε πονηρος η ο νους, τουτεστιν εσκοτισµενος και εσβεσµενος, και το σωµα σου τουτο σκοτεινον εσται. Σκοπει ουν µη το φως το εν σοι σκοτος εστι· “Βλεπε, φησι, µη δοκεις εχειν οπερ ου κεκτησαι”. Ορατε πως και αυτος ο ∆εσποτης ισως ηµιν τοις αυτου δουλοις προς υµας διαλεγεται, “Σκοπει” λεγων, “µη λαθης σεαυτον και εν σοι φως ειναι οιοµενου σου, αυτο ουκ εστι φως αλλα σκοτος”. Ορατε οτι τα αυτα και ηµεις τω
∆εσποτη προς τους οµοδουλους υµας φθεγγοµεθα και ουδεν διεστραµµενον η φαυλον λεγοµεν. (414) Λεγοµεν γαρ· βλεπετε, αδελφοι, µηποτε δοκουντες ειναι εν τω Θεω και κοινωνιαν εχειν οιοµενοι µετ’ αυτου, εξω ευρεθειητε τουτου και κεχωρισµενοι δια το µη θεωρειν υµας ηδη το φως αυτου. Ει γαρ ηψατο των λαµπαδων υµων - ηγουν των ψυχων -, ελαµψεν αν τρανως εν υµιν, καθως αυτος ο Θεος και Κυριος ηµων Ιησους Χριστος εφη· “Ει ουν το σωµα σου ολον φωτεινον, µερος τι µη εχον σκοτεινον, εσται φωτεινον ολον, ως οταν ο λυχνος τη αστραπη φωτιζει σε”. Ποιαν ουν µαρτυριαν αλλην µειζονα τουτου προς πληροφοριαν σοι παρεισαξοµεν; ει δε τω ∆εσποτη διαπιστησεις, πως, ειπε µοι, τω συνδουλω πιστευσεις; Αλλα τι ειπω προς τους αγαπωντας ονοµαστους ειναι και ιερεις και αρχιερεις και ηγουµενους καθιστασθαι, και λογισµους αλλοτριους αναδεχεσθαι θελοντας, και εαυτους ειναι λεγοντας αξιους της του δεσµειν και λυειν εγχειρησεως; Οταν µηδεν των αναγκαιων και θειων πραγµατων αυτους επισταµενους ορω, µητε ταυτα ετερους διδασκοντας η εις φως εναγοντας γνωσεως, τι ετερον η ο φησι Χριστος τοις φαρισαιοις και νοµικοις· “Ουαι υµιν τοις νοµικοις, οτι ηρατε την κλειδα της γνωσεως. Αυτοι ουκ εισηλθετε και τους εισελθειν βουλοµενους εκωλυσατε”. Τι γαρ αλλο η κλεις εστι της γνωσεως, ει µη η δια πιστεως διδοµενη χαρις του Αγιου Πνευµατος, η την γνωσιν ως αληθως και επιγνωσιν δια φωτισµου εµποιουσα και διανοιγουσα τον κεκλεισµενον και κεκαλυµµενον ηµων νουν, καθως πολλακις δια πολλων παραβολων και αινιγµατων, (415) ετι δε και φανερων αποδειξεων, ειπον υµιν και παλιν ερω· η θυρα ο Υιος – “Εγω ειµι, φησιν, η θυρα”-, η κλεις δε της θυρας το Πνευµα το Αγιον εστι – “Λαβετε, φησι, Πνευµα Αγιον· αν τινων αφητε τας αµαρτιας, αφιενται αυτοις· αν τινων κρατητε, κεκρατηνται”-, οικια δε ο Πατηρ – “Εν γαρ τη οικια του Πατρος µου πολλαι µοναι εισι”- . Προσεχε ουν ακριβως τη θεωρια του λογου. Ει µη ουν η κλεις ανοιξει – “Τουτω γαρ, φησιν, ο θυρωρος ανοιγει” -, η θυρα ουκ ανοιγεται· αν δε µη η θυρα διανοιχθη, ουδεις εις την οικιαν εισερχεται του Πατρος, καθως φησιν ο Χριστος· “Ουδεις ερχεται προς τον Πατερα, ει µη δι’ εµου”.
Οτι δε το Πνευµα το Αγιον προτερον διανοιγει τον νουν ηµων και διδασκει ηµας τα περι του Πατρος και του Υιου, αυτος παλιν εφη· “Οταν δε ελθη εκεινος, το Πνευµα της αληθειας, ο παρα του Πατρος εκπορευεται, εκεινος µαρτυρησει περι εµου και οδηγησει υµας εις πασαν την αληθειαν”, - ορας πως δια του Πνευµατος, µαλλον δε εν τω Πνευµατι, ο Πατηρ και ο Υιος αχωριστως επιγινωσκονται; - και παλιν· “Εαν γαρ εγω µη απελθω, ο Παρακλητος, φησιν, ουκ ελευσεται προς υµας. Οταν δε ελθη εκεινος, αναµνησει υµας παντα” και παλιν· “Εαν αγαπατε µε, τας εντολας τας εµας τηρησετε, και εγω ερωτησω τον Πατερα και αλλον Παρακλητον δωσει υµιν, ινα µενη µεθ’ υµων εις τον αιωνα, το Πνευµα της αληθειας” και µετ’ ολιγον· “Εν εκεινη τη ηµερα - οτε δηλονοτι το Αγιον Πνευµα ελευσεται προς (416) υµας – γνωσεσθε υµεις οτι εγω εν τω Πατρι µου και υµεις εν εµοι καγω εν υµιν” και παλιν· “Ιωαννης µεν εβαπτισεν υδατι, υµεις δε βαπτισθησεσθε εν Πνευµατι Αγιω”, και εικοτως· ει µη γαρ εν Αγιω βαπτισθη τις Πνευµατι, ουτε υιος Θεου ουτε συγκληρονοµος Χριστου γινεται. Αλλα και τω Πετρω φησι· “Σοι δωσω τας κλεις της βασιλειας των ουρανων”, ου κλεις παντως χαλκας η σιδηρας, αλλα κλεις αξιας της οικιας εκεινης. Ποταπη δε εστιν η οικια εκεινη, ακουε Παυλου λεγοντος εν τη προς Τιµοθεον επιστολη· “Παραγγελλω σοι ενωπιον του Θεου, του ζωοποιουντος τα παντα, και Χριστου Ιησου”, και µετ’ ολιγα· “Ο µακαριος και µονος δυναστης, ο βασιλευς των βασιλευοντων και Κυριος των κυριευοντων, ο µονος εχων αθανασιαν, φως οικων απροσιτον”. Ει γαρ ο οικος, φησιν, εστιν απροσιτος, δηλονοτι και η του οικου θυρα φως και αυτη και απροσιτος εστιν. Ει δε το µεν προσιτον ειπης, το δε απροσιτον, το προσιτον υπο του απροσιτου αναλωθησεται και ουκ αν ποτε η κλεις ανοιξαι ισχυσει, ει µη και αυτη απροσιτος η και της αυτης φυσεως, αλλ’ υπο της θυρας κατακαησεται η και η θυρα υπο του οικου, και ισως τοις πασι γενησεται αβατος. Μαλλον δε και η πιστις ηµων καταλυθησεται, της Αγιας Τριαδος διαιρουµενης εις προσιτον και απροσιτον και µειζον και ελασσον. Ορατε δε µη ταυτα υµεις ακουοντες, απο των αισθητων οικιων οµου και θυρων τας εικονας λαµβανοντες, σωµατικον τι σχηµα
τω νοΐ υµων προεντυπωθη, και εις αµφιβολιαν και βλασφηµιαν περιπεση υµων η ψυχη. Αλλα θεοπρεπως απαντα και καλως, (417) ειγε δυνασθε, κατα τον της θεωριας λογον και νοµον εν εαυτοις αναλογιζοµενοι, ευρησετε ορθως απαντα διερµηνευοµενα. Ει δε µη δυνασθε ταυτα θεοπρεπως ουτω νοειν, πιστει ταυτα δεχεσθε µονη και µη πολυπραγµονειν ολως θελησητε. Κλεις µεν γαρ το Αγιον Πνευµα λεγεται, οτι δι’ αυτου και εν αυτω πρωτον τον νουν ελλαµποµεθα και καθαιροµενοι φωτιζοµεθα φως γνωσεως, βαπτιζοµεθα τε ανωθεν και αναγεννωµεθα και τεκνα Θεου χρηµατιζοµεν, καθως ο Παυλος φησιν· “Αυτο το Πνευµα εντυγχανει υπερ ηµων στεναγµοις αλαλητοις”, και παλιν· “Εδωκεν ο Θεος το Πνευµα αυτου εν ταις καρδιαις ηµων κραζον· Αββα ο Πατηρ”. Τουτο τοιγαρουν δεικνυει την θυραν ηµιν οτι εστι φως, η δε θυρα διδασκει ηµας οτι ο ενοικων τη οικια και αυτος φως απροσιτον εστιν. Ουκ αλλος δε ο οικων Θεος και ετερον φως η οικια αυτου, ωσπερ ουδε αλλο φως το της Θεοτητος και αλλο Θεος. Αλλ’ ο αυτος εις εστιν, οικια και ενοικος, καθως και φως εστιν ο αυτος και Θεος. Θεολογικως δε οικια και ο Υιος καλειται, ωσπερ και ο Πατηρ – φησι γαρ· “Συ, Πατερ, εν εµοι καγω εν αυτοις και αυτοι εν εµοι καγω, Πατερ εν σοι, ινα εν ωµεν”, και το Πνευµα ωσαυτως· “Ενοικησω, φησιν, εν αυτοις και εµπεριπατησω. Εγω και ο Πατηρ ελευσοµεθα και µονην παρ’ αυτω ποιησοµεν”, δια του Πνευµατος δηλονοτι, ως ο Παυλος φησι· “Το γαρ Πνευµα ο Κυριος εστιν”. Ει ουν ο Κυριος το Πνευµα εστι και ο Πατηρ εν αυτω και αυτο εν ηµιν, ωσαυτως δε παλιν ηµεις εν αυτω, και αυτο µετα Θεου και Πατρος και ο Θεος εν αυτω. (418) Και ει χρη ακριβεστερον τι ειπειν, οπερ το εν εστι, τουτο και τα δυο. Τα τρια γαρ εν τω αυτω εισι και εις µιαν νοουνται ουσιαν και φυσιν και βασιλειαν. Ει τι ουν το εν ονοµαζεται, τουτο κατα φυσιν και εις τα λοιπα θεωρειται, χωρις του “Πατηρ” δηλαδη και “Υιος” και “Αγιον Πνευµα”, ητοι του “γενναν” εκτος και “γεννασθαι” και “εκπορευεσθαι”· µονα γαρ ταυτα τη Αγια Τριαδι φυσικως τε και κατ’ ιδιοτητα αναντιρρητως παρεπεται. Αλλοιωσιν δε η αναποδισµον η την των ονοµατων εναλλαγην εν τουτοις ουκ εστιν εννοησαι ηµας η
ειπειν. ∆ια τουτων γαρ τα τρια προσωπα γνωριµα καθεστηκασι και ουδε τον Υιον εν τουτω προταξαι του Πατρος εστι δυνατον, ουδε του Υιου το Αγιον Πνευµα, αλλα αµα ουτως ειπειν· “Πατηρ, Υιος και Αγιον Πνευµα”, µη διακοπης τινος εν τουτοις απο χρονου η στιγµης το λεπτοτατον γινοµενης, αλλα συν τω Πατρι αµα και ο Υιος εστι γεγεννηµενος και το Πνευµα εκπορευοµενον· εν δε τοις αλλοις πασι το εν ονοµα η παραδειγµα και καθ’ εν αναθεωρειται και εν τρισιν· οιον “φως” εαν ειπης, και καθ’ εκαστον τουτων φως και τα τρια εν φως εστι· “ζωη αιωνιος”, και καθ’ εν ωσαυτως τουτων ο Υιος εστι και το Πνευµα και ο Πατηρ και το Πνευµα και ο Πατηρ, τα τρια µια ζωη. Πνευµα ουν ο Θεος και Πατηρ και το Πνευµα ο Κυριος εστι και Θεος το Πνευµα το Αγιον· Θεος ταυτα καθ’ εν και αµα τα τρια Θεος· εις Κυριος εκαστον και τα τρια Κυριος· εις ο επι παντων Θεος, Κτιστης των απαντων, καθ’ εν, και εις ταυτα ∆ηµιουργος των ολων Θεος. Φησι δε και το παλαιον· (419) “Εν αρχη εποιησε ο Θεος τον ουρανον και την γην, και ειπεν ο Θεος· ῾ Γενηθητω φως’ και εγενετο φως”, τουτο περι του Πατρος ο λογος εννοειν διδωσι, και ο ∆αυιδ· “Τω Λογω Κυριου οι ουρανοι εστερεωθησαν’, τουτο περι του Υιου δηλουµενον εγνωµεν, “και τω Πνευµατι του στοµατος αυτου πασα η δυναµις αυτων”, περι του Αγιου Πνευµατος και τουτο υπολαµβανοµενον. Αλλα και Ιωαννης, ο υιος της βροντης, εν Ευαγγελιοις φησιν· “Εν αρχη ην ο Λογος, και ο Λογος ην προς τον Θεον” τον Πατερα δηλαδη, “και Θεος ην ο Λογος” ο Υιος δηλονοτι. “ Παντα δι’ αυτου εγενετο, και χωρις αυτου εγενετο ουδεν ο γεγονεν”. Μαθετε ουν ταυτα, οι τεκνα επονοµαζοµενοι του Θεου, αξιω, και οι δοκουντες ειναι χριστιανοι, οι διδασκοντες αλλους διακενης λογους και οι αρχειν οιοµενοι – πλην ψευδως - ιερεις και µοναζοντες! Ερωτησατε τους πρεσβυτερους και αρχιερεις υµων, συναθροισθητε αµα εν αγαπη Θεου· και πρωτον ζητησατε εργω ταυτα µαθειν και παθειν, ετι δε και ιδειν ποτε βουληθητε και τη πειρα θεοειδεις γενεσθαι. Αλλα µη τη σκηνη µονη και τη περιβολη προθυµηθητε και τηνικαυτα των αποστολικων αξιωµατων επιβητε, ινα µη ακουσητε, οι προ της γνωσεως των του Θεου µυστηριων ατελως επιτρεχοντες ταις
των αλλων αρχαις· “Ουαι οι φρονιµοι παρ’ εαυτοις και ενωπιον αυτων επιστηµονες! Ουαι οι τιθεντες το φως σκοτος και το σκοτος φως”. Παρακαλω ουν παντας υµας, εν Χριστω αδελφοι, θειναι πρωτον θεµελιον εν τη οικοδοµη των αρετων αγαθον ταπεινωσεως· (420) ειτα δι’ αγωνων ευσεβειας εγειραι τον οικον της γνωσεως των µυστηριων του Θεου και υπο του θειου καταλαµφθηναι φωτος και ιδειν οµµατι καρδιας κεκαθαρµενω Θεον, ως δυνατον ηµιν ανθρωποις ουσι, κακειθεν µυσταγωγηθηναι τα τελεωτερα των µυστηριων της βασιλειας των ουρανων και ουτως απο της γνωσεως ταυτης, της ανωθεν διδοµενης παρα του Πατρος των φωτων, επι τον λογον της διδασκαλιας ελθειν και διδαξαι τους πλησιον ηµων, τι το θεληµα του Θεου το αγαθον και τελειον και ευαρεστον, και δια της διδασκαλιας ηµων προσαξαι τω Θεω λαον περιουσιον, τω δια του Πνευµατος αυτου του Αγιου εις διδασκαλους προχειρισαµενω ηµας της εκκλησιας αυτου, ινα µη ως καταφρονηται και γυµνοι του ενδυµατος του γαµου εξω ριφωµεν του νυµφωνος Χριστου, αλλ’ ως φρονιµοι µαλλον οικονοµοι, καλως τα του λογου της διδασκαλιας οικονοµησαντες εν τοις συνδουλοις ηµων και προ γε τουτου τα του βιου ηµων, εισελθωµεν εις αυτον ακωλυτως εν λαµπροτητι βιου και γνωσεως ουρανιου, φωτοειδεις και Πνευµατος Αγιου πεπληρωµενοι, και συµβασιλευσωµεν Χριστω, τα της βασιλειας του Θεου και Πατρος συγκληρονοµουντες αυτω εν Αγιω Πνευµατι, τη αειζωω και αθανατω πηγη και ζωη, ω πρεπει πασα δοξα τιµη και προσκυνησις νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος Λ∆΄. (421) Οτι ουκ ακινδυνον το διδοµενον ηµιν παρα Θεου ταλαντον κατορυττειν· χρη γαρ δηµοσιευειν αυτο και τοις πασιν υποδεικνυειν και τας ευεργεσιας Θεου ευγνωµονως ανακηρυττειν εις την των ακουοντων ωφελειαν, καν τινες απαρεσκωνται. Αδελφοι και πατερες και τεκνα εν Χριστω τω Θεω, τι προς τα κατηχηθεντα παρ’ ηµων εν διαφοροις πολλακις λογοις υπενοησατε; Τι κατα του ταυτα παρρησια λαλησαντος εν εαυτοις απεφηνασθε; Μη τι των θειων εξω Γραφων ειπειν ηµας
υπελαβετε; Μη τι λεληθοτως ηµας κατεµεµψασθε, ως υπερογκα λελεχοτας; Μη τι κατεκρινατε, ως µεγαλορρηµονουντας ηµας; Ει ουν ουτω προς τα ρηθεντα διετεθητε, ιλεως υµιν γενοιτο ο Χριστος, εγω δε παρακαλω την αγαπην υµων ινα µηδεις τω τοιουτω κριµατι επιµεινη. Ου γαρ ενδειξεως χαριν ταυτα γεγραφαµεν, µη τουτο συγχωρηση ο ελεησας και αγαγων ηµας εις ταυτα Θεος, αλλα µεµνηµενοι των δωρεων του Θεου, ων απ’ αρχης βιου και µεχρι του παροντος πεποιηκε µεθ’ ηµων των αναξιων, ευχαριστουντες (422) ανυµνουµεν αυτον, ως ευσπλαχνον ∆εσποτην και ευεργετην ηµων Κυριον, και το επιδοθεν ηµιν παρ’ αυτου ταλαντον ευγνωµονως πασιν υµιν καταβαλλοµεν. Που γαρ και δυναµεθα το τοσουτον µεγεθος των ευεργεσιων αυτου σιωπαν η αγνωµονως ως αµνηµονες και κακοι δουλοι κατορυττειν το δοθεν ηµιν ταλαντον; Τουτο γαρ ποιειν µη δυναµενοι, ανακηρυττοµεν τον αυτου ελεον, οµολογουµεν την χαριν, πασι δεικνυοµεν την προς ηµας αυτου αγαθοτητα και παρακαλουµεν και υµας δια της διδασκαλιας του λογου αγωνισασθαι µετασχειν των αυτου δωρεων και απολαυσαι, ων και ηµεις οι αναξιοι δια της αφατου αυτου αγαθοτητος απηλαυσαµεν. Ουδεν γαρ υµας εν τουτω αδικουµεν η ηδικησαµεν, αλλα µεταδουναι ποθουµεν εξ ων ειληφαµεν τοις συνδουλοις ηµων, οιτινες εστε υµεις, οι Χριστου λαος και ποιµνιον ιερον και βασιλειον ιερατευµα ακουειν και καλεισθαι ηξιωµενοι. Ωσπερ γαρ πτωχος τις φιλαδελφος παρα τινος φιλοχριστου και ελεηµονος αιτησας και λαβων νοµισµατα, αποτρεχει προς τους συµπενητας αυτου εν χαρα και καταµηνυει λεγων εν µυστηριω αυτοις· “∆ραµετε σπουδη και υµεις, ινα λαβητε”, δακτυλοδεικτων και υποδεικνυων αυτοις τον το νοµισµα αυτω επιδοντα, ει δε και διαπιστουσιν, επι της παλαµης απογυµνωσας δεικνυσι και αυτο, ινα πιστευσαντες σπουδη χρησωνται και τον ελεηµονα εκεινον ανδρα ταχυ καταλαβωσιν, ουτω δη και ο ταπεινος εγω, ο πτωχος και γυµνος αγαθου και δουλος της αγιωσυνης παντων υµων, πειραν της του Θεου φιλανθρωπιας και συµπαθειας λαβων, ως δια µετανοιας (423) αυτω προσελθων και δια της του αγιου Συµεων µεσιτειας, του πατρος µου και πατρος υµων, την χαριν απειληφως ο αναξιος πασης
χαριτος, ου φερω µονος ταυτην κρυπτειν εν κολπω ψυχης, αλλα πασι τοις αδελφοις υµιν λεγω και πατρασι µου τας δωρεας του Θεου και οποιον εστι το δοθεν µοι ταλαντον, οσον το επ’ εµοι, φανερω υµιν και δια του λογου ως επι παλαµης απογυµνω τουτο, και λεγω ουχ ως εν παραβυστω και µυστηριω, αλλα µεγαλη βοων τη φωνη· “∆ραµετε, αδελφοι, δραµετε”, και ου βοω µονον, αλλα και υποδεικνυω τον διδοντα ∆εσποτην, τον λογον παλιν αντι δακτυλου υµιν προβαλλοµενος. Ανθρωπος µεν γαρ εαν οβολον πτωχω τινι δω, ειτα εκεινος προς το και ετεροις δουναι τουτον καταµηνυσειεν, οργιζεται και προς το δουναι µαλλον σκληρυνεται, ο δε Θεος ουχ ουτως, αλλα τουναντιον απαν ποιει. Εαν γαρ τινι δω πνευµατικον χαρισµα ηγουν ταλαντον και ου κηρυξη τοις πασι και δηµοσιευση αυτο, “Προσελθετε”, λεγων, “προς τον απλως διδοντα ∆εσποτην και µηδενα κενον αποστρεφοντα”, αλλα λαβων κρυψειε κατορυξας αυτο, τοτε µαλλον οργιζεται κατα του λαβοντος ως φθονερου και µη θελοντος τους εαυτου αδελφους λαβειν, ως αυτος ελαβε. ∆ια τουτο ουν, α ειδον και α εργω και πειρα Θεου θαυµασια εγνωκα, µη λαλειν ουκ ανεχοµαι, αλλα και τοις λοιποις απασιν ως ενωπιον Θεου προµαρτυροµαι, λεγων µεγαλη τη φωνη· “∆ραµετε παντες προ του κλεισθηναι δια θανατου την της µετανοιας θυραν υµιν, δραµετε ινα προ της εξοδου καταλαβητε, σπευσατε ινα λαβητε, κρουσατε ινα προ της τελευτης (424) τας του παραδεισου πυλας ο ∆εσποτης υµιν ανοιξειε και εαυτον υµιν εµφανισειε, σπουδασατε την των ουρανων βασιλειαν εντος υµων και γνωστως κτησασθαι και µη κενοι ταυτης εντευθεν αποδηµησητε, και µαλιστα οι ταυτην αγνωστως εχειν εν εαυτοις οιοµενοι, µηδεν δε δια την οιησιν εχοντες”. Πως ουν, ειπε µοι, τον του Χριστου Πατερα θεασηται, ο νουν Χριστου µη κτησαµενος; Ο δε εκεινον µη βλεπων λαλουντα εντος αυτου, δια τινος η πως ειπη· “Αββα ο Πατηρ”; Ο µη εντος αυτου την βασιλειαν των ουρανων γνωστως κτησαµενος, πως εν αυτη µετα θανατον εισελευσεται; Ο µη µενοντα εν αυτω δια του Πνευµατος τον Υιον συν τω Πατρι θεασαµενος, πως µετ’ αυτων εν τω µελλοντι εσεται, καθως ο Κυριος ειπε· “Πατερ, ους δεδωκας µοι, θελω ινα οπου ειµι εγω, κακεινοι ωσι µετ’ εµου”, και παλιν· “Ου περι τουτων δε ερωτω µονον, αλλα και περι
παντων των πιστευοντων δια του λογου αυτων εις εµε, ινα παντες εν ωσι, καθως συ, Πατερ, εν εµοι καγω εν σοι και αυτοι εν ηµιν εν ωσι. Καγω την δοξαν ην δεδωκας µοι δεδωκα αυτοις, ινα ωσιν εν, καθως ηµεις εν εσµεν, εγω εν αυτοις και συ εν εµοι, ινα ωσι τετελειωµενοι εις εν και ινα γινωσκη ο κοσµος οτι συ µε απεστειλας και ηγαπησας αυτους καθως εµε ηγαπησας”. Ουτος τοινυν ο τροπος, αδελφοι, της εµης, ως τινες οιονται, µεγαλορρηµοσυνης. Ουτω µε η αγαπη του Θεου κινει προς υµας τους εµους πατερας και (425) αδελφους αποκαλυψαι την αφατον προς ηµας του Θεου αγαθοτητα και αγαπην, δι’ ην ουτω και εν τηλικουτοις δοξαζει τους εις αυτον ηλπικοτας ανεπιφθονως. Αλλ’ ερωτωντι αποκριθητε µοι, παρακαλω· “Τι ουν; Ο Πατηρ αγνωστως αγαπα τον Υιον και ο Υιος αγνωστως και αορατως συνεστι τω Πατρι;” – “Ου”, παντως ειποιτε. Ει γαρ τουτο δωµεν και αγνοειν αλληλους τον Πατερα και τον Υιον δογµατισοµεν, οιχεται η πιστις ηµων και απολωλεν· αγνοουντων γαρ εκεινων αλληλους αναγκη πασα και ηµας παντελως αγνοειν αυτους· ει δε τουτο, αρα αθεοι εσµεν, Θεου γνωσιν µη εσχηκοτες. Ει δε “καθως εκεινος γινωσκει, φησιν, ο Πατηρ τον Υιον, και ο Υιος γινωσκει τον Πατερα” και ως Θεος συνεστι τω Θεω και Πατρι και ο Πατηρ οµοιως συνεστι τω Υιω, ως οταν λεγη· “Καθως συ, Πατερ, εν εµοι καγω εν σοι, ουτω και αυτοι εν εµοι ωσι καγω εν αυτοις”, το ισον παντως δηλοι της µετ’ αλληλων ενωσεως. Πλην του µεν Υιου προς τον Πατερα η ενωσις φυσικη εστι και συναναρχος, η δε ηµετερα προς τον Υιον θεσει και χαριτι, οµως εις το αυτο οι παντες εσµεν ηνωµενοι Θεω και αχωριστοι, ως αυτος παλιν φησιν· “Εγω εν αυτοις και συ εν εµοι, ινα ωσι τετελειωµενοι εις εν, - διατι; ινα γινωσκη ο κοσµος οτι συ µε απεστειλας και ηγαπησας αυτους, καθως εµε ηγαπησας”, και ο Παυλος· “Οπου ουκ ενι Ελλην και Ιουδαιος, βαρβαρος, Σκυθης, δουλος, ελευθερος, αλλα τα παντα και εν πασι Χριστος”. Ταυτα τοιγαρουν ακουσατε οι δοκουντες ειναι (426) πνευµατικοι και τω λαλουντι πιστευσατε, εµε δε τον λεγοντα υµιν εν τω λογω της χαριτος τας δωρεας, ας λαµβανουσι απο Θεου οι εν πιστει θερµη προστρεχοντες αυτω και ποιουντες αυτου τας εντολας, λειτουργουντα τω ανωθεν ενηχουντι
Πνευµατι, πασης απολυσατε µεµψεως. Τις δε ο λαλων, αυτου του Κυριου ακουσατε λεγοντος· “Ου γαρ υµεις εστε οι λαλουντες, αλλα το Πνευµα του Θεου λαλουν εν υµιν”. Ορατε ως ουκ εγω τα υπερφυη και µεγαλα προς την υµετεραν αγαπην λαλω, αλλα το Πνευµα του Θεου το λαλουν εν ηµιν. Τουτο δε και Πετρος ο κορυφαιος επιµαρτυρει λεγων· “Ου γαρ θεληµατι ανθρωπου ηνεχθη ποτε προφητεια, αλλ’ υπο Πνευµατος Αγιου φεροµενοι ελαλησαν αγιοι Θεου ανθρωποι”· Ει δε ηµεις ευτελεις οντες και αναξιοι µακραν εσµεν πασης αγιωσυνης και των αγιων του Θεου ανθρωπων, αλλ’ ου δυναµεθα αρνησασθαι την δωρεαν την δοθεισαν ηµιν απο Θεου, ως δε υποχρεοι της αυτου χαριτος διακονουµεν υµιν τα λογια του Θεου και ανακαλυπτοµεν το ταλαντον ο εδοθη ηµιν και το χαρισµα δια προφητειας µετα επιθεσεως των χειρων του αρχιερεως, του εις την ιερωσυνην ηµας τελειωσαντος, καθως αυτος ουτος ο κορυφαιοτατος ηµιν των αποστολων εντελλεται, φησι γαρ· “Εκαστος καθως ελαβε χαρισµα, εις εαυτους αυτο διακονουντες ως καλοι οικονοµοι ποικιλης χαριτος Θεου. Ει τις λαλει, ως λογια Θεου, ει τις διακονει, ως εξ ισχυος ως χορηγει ο Θεος”. (427) Τοιγαρουν το Πνευµα εστι το λαλουν, αδελφοι, ουκ εγω, ως ο Κυριος και ο τουτου πιστος µαθητης ηµας εβεβαιωσαν. Ει δε ψευδοµαι, που φευξοµαι το της δικης αφυκτον, το τους ψευδοµενους εις απωλειαν παραπεµπον; “Απολεις γαρ, φησι, παντας τους λαλουντας το ψευδος”. Ωσπερ δε ο τω λαλουντι δια του Πνευµατος απιστων, εις το Πνευµα το λαλουν εξαµαρτανει και βλασφηµει, ουτω παλιν ο της ανωθεν χαριτος εστερηµενος του Πνευµατος, εαν τολµηση ειπειν οτι “Εν Αγιω φθεγγοµαι Πνευµατι ”, ως Σιµων ο Μαγος και οι εκεινου συµφρονες εσται αλλοτριος του Θεου και αντιθετος. Ο γαρ τοις λογοις αντιπιπτων του Πνευµατος παντως αντιθεος. Θεος γαρ αχωριστος εστι και αδιαιρετος· το γαρ Αγιον Πνευµα της του Πατρος και του Υιου αϊδιοτητος τε και βασιλειας αχωριστον. Μη ουν θεοµαχοι και αντιθεοι γενεσθαι θελησητε, αδελφοι, αλλα δευτε προσκυνησατε και προσπεσατε συν ηµιν και µη αναστητε εκειθεν µεχρις αν λαβητε την δωρεαν του Θεου, ως και ηµεις ελαβοµεν οι αναξιοι ταυτην τη αυτου χαριτι. Ουδεν εναντιον λεγοµεν προς υµας, αδελφοι, αλλα την αγαπην ηµων
δεικνυοµεν πλουσιαν προς παντας υµας. Ει ουν ελεγοµεν οτι ηµεις µεν ελαβοµεν χαριν δωρεαν παρα του Πατρος των φωτων οθεν παν δωρηµα τελειον, υµας δε λαβειν ου βουλοµεθα, δικαιως αν και εκ Θεου και εξ υµων αυτων εµισουµεθα· νυνι δε την αληθειαν απο της θειας Γραφης και απο της πειρας αυτης παριστωντες και την βασιλικην υποδεικνυοντες υµιν οδον, τι υµας αδικουµεν; Ει δε ως ανωνυµον µε (428) και αφανη και ελαχιστον λογιζοµενι ου καταδεχεσθε παρ’ εµου εκδιδασκεσθαι, γνωτε και µαθετε οτι τα µωρα του κοσµου ο Θεος εξελεξατο, ινα καταισχυνη τους σοφους και τα ασθενη και απερριµενα, ινα καταισχυνη τα ενδοξα και ισχυρα. Αλλ’ ισως παρελθων τις εις µεσον ειποι· “Μεγαλα και υπερβολικα και υπερ ανθρωπινην δυναµιν τα λεγοµενα”. Καγω σοι λεγω· “Μεγαλα τω οντι και υπερ φυσιν εισι, Θεου γαρ εισι λογοι, καθως ειρηται”- “Και πως ουδεις, φησι, των µεγαλων πατερων ουτως αναφανδον περι εαυτου απεφηνατο η τοιουτους λογους λελαληκεν, οιους λαλεις συ, περι εαυτου;”- “Λεληθας σεαυτον, ω ανθρωπε. Μαλλον µεν ουν οι αποστολοι και οι πατερες συναδοντα µου τοις λογοις και υπερβαινοντα λελαληκασιν, αλλα το αξιοπιστον των λεγοντων ευπαραδεκτα και πιστα ποιει τα λεγοµενα, η δε ηµετερα ευτελεια και τα πασιν ωµολογηµενα ως ψευδη και βδελυκτα υµιν ποιει καταφαινεσθαι”. Οµως εχω και αλλην αιτιαν ειπειν, δι’ ην ταυτα και µη βουλοµενος εξεκαλυψα. Τις δε αυτη εστιν; Η των λεγοντων µη ειναι τα νυν τοιουτον επι της γης και εν µεσω ηµων αρτι ανθρωπον ψευδης και παραλογος ανοια και υποληψις. Και ορα µοι την κακιαν, οπως εστι πολυµηχανος. Μη φανερως γαρ λεγοντων ηµων, αλλ’ υποκρυβειν σπευδοντων το χαρισµα, αληθευειν εκεινοι νοµιζουσιν· εαν δε ηµεις εκκαλυψαντες την αληθειαν ειπωµεν, ως υπερηφανων ηµων αυτικα καταγινωσκουσιν, αγνοουντες τας των αγιων αποστολων φωνας. Ποιας δη ταυτας, το “Ηµεις νουν Χριστου εχοµεν”. Αρα υπερβολην κρινετε, προς αυτους αν ειποιµι, τουτο υπερηφανιας; (429) το “Εκ τουτου γινωσκοµεν οτι εν ηµιν εστιν, εκ του Πνευµατος ου δεδωκεν ηµιν”; Τουτο δε πως εκλαβοιτε κατα του λεγοντος; Αλλα και το “Η δοκιµην ζητειτε του εν εµοι
λαλουντος Χριστου”, και το “∆οκω Πνευµα Θεου εχειν “, και το “Ηµεις δε ουκ ελαβοµεν πνευµα δουλειας παλιν εις φοβον, αλλα Πνευµα υιοθεσιας, εν ω κραζοµεν· Αββα ο Πατηρ”, και το “Ο Θεος ο ειπων εκ σκοτους φως λαµψαι, ος ελαµψεν εν ταις καρδιαις ηµων “; Ταυτα ουν παντα υπερηφανιας υµιν λογισθησονται ρηµατα; Ω της ευηθειας! Ει δε και τον της ελλαµψεως τροπον βουλη µαθειν, τον εγγινοµενον τοις αγαπωσι τον Κυριον, ακουε αυτου του Παυλου λεγοντος· “Εχοµεν δε τον θησαυρον τουτον εν οστρακινοις σκευεσιν”, ειτ’ ουν σωµασιν. “Ει δε µη εστι, φησι, τοιουτος τα νυν, τι;”. ∆ιατι ουκ εστιν, ειπε; “Οτι και θελοντα τινα, φησι, µη δυνασθαι οιοµαι γενεσθαι τοιουτον τα νυν, ως και µη θελοντα, µηδε γινεσθαι”. Ει τοινυν και θελοντα λεγεις µη δυνασθαι, που θησοµεν το “Οσοι δε ελαβον αυτον εδωκεν αυτοις εξουσιαν τεκνα Θεου γενεσθαι”, και το “Ει θελετε, θεοι εστε και υιοι Υψιστου παντες, και το “Γινεσθε αγιοι, οτι εγω αγιος ειµι”; Ει δε και µη θελοντα µηδε γινεσθαι, ιδε οτι συ σεαυτον κατεδικασας, µη θελων µηδε προαιρουµενος γενεσθαι· ει γαρ θελεις γενεσθαι, δυνασαι. Ει δε συ µη τοιουτος, αλλ’ ετεροι πλειστοι, Θεου βουλοµενου, ους αυτος αγνοεις. Ει γαρ επι του Ηλιου επτακισχιλιους ειχεν ο Θεος τους µη καµψαντας γονυ τη Βααλ, (430) πολλω µαλλον νυν, οτε το Πνευµα αυτου το Αγιον πλουσιως εξεχεεν εφ’ ηµας. Ει δε µη αποδυεται τις παντα και γυµνος προσερχεται και ζητει του λαβειν, του µη βουλοµενου το αιτιον, ου του Θεου. Ωσπερ γαρ το πυρ προθυµως της υλης, ιν’ ειπω, και φυσικως ταυτης επιλαµβανεται, ουτω και η χαρις του Παναγιου και προσκυνητου Πνευµατος των ηµετερων ψυχων ζητει αψασθαι, ινα και τοις εν τω κοσµω λαµψη και κατευθυνη δι’ ων λαµπει τα των πολλων δαβηµατα, ως αν καλως οδευοντες και αυτοι πλησιασωσι τω πυρι και εις καθ’ εις η και παντες, ει οιον τε, οµου, αναφθωσι και ως θεοι λαµψωσιν εν µεσω ηµων, ινα επευλογηται και πληθυνηται το σπερµα του Θεου Ιακωβ και µη εκλειψη θεοειδης ανθρωπος, λαµπων ως φως επι γης. Εγω µεν ουν ουτως οιοµαι την αληθειαν εχειν και ειναι το βουληµα του Θεου εις ηµας, ους αυτος επλασε και ετιµησε και εδοξασε παλαι τη δοξη της εικονος αυτου· υµεις δε ιδετε και
δοκιµασατε τα λεγοµενα παρ’ ηµων. Και ει µη τα αυτα τοις αποστολοις και τοις αγιοις και θεοφοροις πατρασι φρονουµεν και λεγοµεν κατα τα ειρηµενα, και τα των αγιων Ευαγγελιων ρηθεντα παρα του Θεου και ηµεις δευτερουµεν, ει µη την εν αυτοις ουσαν, κακως δε αποσβεσθεισαν υπο συλλογισµων ασυνετων, οσον το επ’ αυτοις, ζωοποιον ενεργειαν τε και δωρεαν δια αποδειξεων εν πασι τρανως αναπτοµεν και το φως ηδη λαµπον υποδεικνυοµεν, εξ αυτων δηλονοτι των αγιων Γραφων παντα και συνιστωντες και λεγοντες, (431) εστω µεν εµοι αναθεµα απο Κυριου Θεου και Ιησου Χριστου δια Πνευµατος Αγιου, ως διδασκοντι παρ’ ο οι θειοι αποστολοι εδιδαξαν και ευηγγελισαντο, υµεις δε µη µονον τα ωτα προς την ακροασιν αποφραξητε, αλλα καµε λιθοις βαλοντες ως ασεβη και αθεον αποκτεινατε. Ει δε τα ∆εσποτικα και αποστολικα δογµατα, διαστρεφοµενα παρα τινων, ανορθουµεν, εξ αυτων των θειων παλιν Γραφων τα υποστηριζοντα και διορθουντα την εκεινων και των πειθοµενων αυτοις διανοιαν συλλεγοµενοι, την αναστασιν τε και την αφθαρσιαν και την ζωην και την βασιλειαν των ουρανων και αυτα τα αιωνια αγαθα µη εν ελπισιν αυτοις απαντα προσδοκαν παραινουµεν, αλλα τα µεν προκειµενα και αποκαλυπτοµενα, φαινοµενα τε και ορωµενα και ως αρραβωνας τοις εκλεκτοις και σωθηναι µελλουσιν απεντευθεν ηδη διδοµενα εκδιδασκοµεν, τα δε µετα θανατον και την αναστασιν εις αυτους προτιθεµενα αποδειξαι και βεβαιωσαι προτεθυµηµεθα, ουχι µαλλον αποδεκτοι αυτοις και πασιν ειναι οφειλοµεν και λιαν αγαπητοι, ως της τελειας αγαπης εργον επιδεικνυµενοι; Ωσπερ γαρ ο κεκρυµµενον ευρων θησαυρον και εαυτω µονω τηρησας αυτον, ψεκτος παρα παντων και ως φιλαργυρος κατακρινεται, ο δε µη εαυτω κρυπτων, αλλα τοις πασιν υποκεικνυων και φανερων και αφιεις εκαστον λαβειν οσον βουλεται, παντως επαινετος και Θεω και ανθρωποις αποδεκτεος, ουτω καγω εν τοις πνευµατικοις εσοµαι παραφρονων, λαλων Θεου χαριτι. Και γαρ θησαυρον αποκεκρυµµενον (432) υπο των θειων Γραφων οντα, µηνυθεντα µοι υπο αγιου ανδρος εν τοπω τινι, ου κατωκνησα διεγερθηναι και τουτον ερευνησαι και ιδειν, αλλα κακεινον µοι βοηθον γενεσθαι εξαιτησαµενον και
συνεργον και λαβων, πασαν αλλην εργασιαν και πραξιν του βιου καταλιπων και τω τοπω, εν ω µοι ειναι τον θησαυρον ο αγαθος εκεινος ανηρ δια γραµµατων εδηλωσεν, επιστας, κοπω πολλω και µοχθω νυκτος και ηµερας ορρυσειν, σκαπτειν, τον χουν εξω βαλλειν και εις βαθος ποιειν ουκ επαυσαµην το ορυγµα, εως ο θησαυρος διαυγαζειν συν τω χοΐ ανωθεν ηρξατο. Επι πολυ ουν κοπιασας εξορυττων και τον χουν απορριπτων, ολον τον κατω που κειµενον θησαυρον ενωθεν, ως οιοµαι, πασης της γης και αµιγη και παντος ρυπου καθαρον εφηπλωµενον τεθεαµαι, και ορων αει κραζω και ουτω τοις διαπιστουσι και κοπιαν και ορυσσειν µη θελουσιν εκβοω· “∆ευτε ιδετε παντες οι τας θειας διαπιστουντες Γραφας”. Τουτο δε ποιω τω Σολοµωντι παντως πειθοµενος λεγοντι· “Αδολως τε εµαθον, αφθονως τε µεταδιδωµι”, διο δη τουτο ουτω βοω τοις πασιν, ως ειρηται· “∆ευτε µαθετε οτι ουκ εν τω µελλοντι µονον, αλλ’ ηδη που προκειται προ των οφθαλµων και χειρων και ποδων υµων ο υπερανω πασης αρχης και εξουσιας ανεκλαλητος θησαυρος. ∆ευτε πιστωθητε οτι το φως του κοσµου ο θησαυρος ουτος, ον υµιν λεγω, εστι”. Και ουκ εγω απ’ εµαυτου τουτο λαλω, αλλ’ αυτος ειπε και λεγει ο θησαυρος· “Εγω ειµι η αναστασις και η ζωη, εγω ειµι ο κοκκος του σιναπεως ο κατακρυπτοµενος εν τη γη, εγω ειµι ο µαργαριτης ο ωνουµενος, (433) υπο των πιστων, εγω ειµι η βασιλεια των ουρανων η εν µεσω υµων κρυπτοµενη, και καθως ορωµαι υπο των ζητησαντων και ευροντων µε νυν, ουτω λαµψω και εν αυτοις και επανω παντων αυτων, ως νυν ειµι λαµπων αποκεκρυµµενος ων - υπερανω παντων των ουρανων. Εγω και ενταυθα, ο αχωρητος κατα φυσιν, εν υµιν κατα χαριν γινοµαι χωρητος και ο αορατος ορατος, ουχ οσος ειµι δεικνυµενος, ει και ολος µενω ορωµενος, αλλ’ οσον η των ορωντων µε φυσις και δυναµις επιδεχεται. Εγω ει µι η ζυµη, ην λαβουσα ψυχη και βαλουσα εν τω τριµερει αυτης, αναζυµουται και ολη εµοι οµοια καθισταται· οια γαρ η ζυµη, τοιουτος γινεται και ο ταυτη αναφυροµενος συν τω υδατι και τω αλατι αλευρος· συν εµοι γαρ, φησι, τω Υιω υπαρχων ο οµοφυης µου Πατηρ και ο τουτου Παρακλητος, αυτοι αντι υδατος και αλος πεφυκασι γινεσθαι. Εγω ειµι ο αντι του αισθητου παραδεισου νοητος τοις εµοις
δουλοις παραδεισος γεγονως, εν ω τιθω παντας τους πιστευοντας εις εµε και αναγεννωµενους δια του Πνευµατος, οι ουκετι δυνανται αµαρτανειν, ουδε ο του κοσµου αρχων ισχυει τι κατ’ αυτων· εγω ειµι εν αυτοις και αυτοι εν εµοι και νικωσι τον κοσµον, δια το ειναι αυτους εξω του κοσµου και τον ισχυροτερον παντων εµε µεθ’ εαυτων εχειν. Εγω ειµι η φωτοειδης πηγη του αθανατου ρειθρου και ποταµου, εν η ου µετα θανατον, αλλα καθ’ ωραν οι εµε φιλουντες απο ψυχης λουονται (434) τω απορρεοντι υδατι εξ εµου και παντος ρυπου καθαιρονται το σωµα και την ψυχην και απαστραπτουσιν ολοι, ωσπερ λαµπας και ως ειδος ακτινος ηλιακης. Εγω ειµι ο αντανισχων καθ’ ωραν εν τουτοις ως εν πρωΐ και ορωµενος ηλιος νοερως, καθως και πρωην εν τοις προφηταις ενεφανιζον εµαυτον και αυτοι ορωντες ανυµνουν, επικαλουµενοι µε αει· “Το πρωΐ γαρ, φησιν ο ∆αυιδ, εισακουσον µου, το πρωΐ παραστησοµαι σοι και εποψει µε”, και ετερος· “Τοτε ραγησεται πρωϊµον το φως σου και τα ιαµατα σου ταχυ ανατελει”, οτε δηλονοτι και συ τας εντολας µου τηρησεις”. Και τι παντα λεγειν προς την υµετεραν αγαπην ουτω καταναγκαζοµαι, οσα ο Θεος διψων την σωτηριαν ηµων προς ηµας φθεγγεται, αλλ’ η παντως, ινα δια παντων µαθοντες πεισθησησθε οτι οι καθηµενοι εν σκοτει το µεγα φως λαµπον βλεπειν οφειλουσιν, ειπερ ολως εµβλεπουσι, και ινα µη τινες εξ υµων λογιζωνται οτι ελαµψε µεν, αδυνατον δε τους ετι οντας ανθρωπους εν σωµατι καθοραν αυτο. Ει γαρ µη ην δυνατον, τι και ελαµψε και λαµπει µη καθορωµενον υπ’ αυτων; Μαλλον δε το µεν φως αει ην και αει ελαµπε και λαµπει εν τοις κεκαθαρµενοις, και εν τω σκοτει εφαινε και η σκοτια αυτο ου κατελαβε, και νυν λαµπει και η σκοτια αυτο ου καταλαµβανει ειτ’ ουν ουχ απτεται αυτου. Το δε ῾νυν’ ειπειν, οτι ανετειλε τω εν σκοτει καθηµενω λαω, το αρτι ευδοκησαι αποκαλυφθηναι εστιν εις ους και εµφανιζεται· οι γαρ αλλοι εν τη σκοτια οντες ου καταλαµβανουσιν αυτο. (435) Ο γαρ αορατος ωφθη, το µεν δια του σωµατος τοις αισθητοις οφθαλµοις πασι τοις θεασαµενοις αυτον απιστοις τε και πιστοις, εγνωσθη δε και το φως αυτου της Θεοτητος απεκαλυφθη µονοις εκεινοις τοις δια των εργων πιστοις, οιτινες και ελεγον προς αυτον· “Ιδου ηµεις,
Κυριε, αφηκαµεν παντα και ηκολουθησαµεν σοι”· τω δε ειπειν ῾παντα’ συνεκλεισε τα τε κτηµατα και χρηµατα και θεληµατα και το καταφρονησαι και αυτης της προσκαιρου ζωης και βδελυξασθαι ταυτην δια το γευσασθαι αυτης εκεινης της ενυποστατου και αιωνιου ζωης, το γαρ ηδυτερον εστι παντως και προτιµοτερον, οπερ εστιν αυτος ο Θεος. Αλλα παρακαλω παντας υµας, ω πατερες και αδελφοι, σπουδασαι µετασχειν της τοιαυτης ζωης ητις το φως εστι του Θεου, αυτο το Πνευµα το Αγιον, το τους µετεχοντας αυτου αγιαζον και θεους τη θεσει απεργαζοµενον. Και των τοσουτων λογων, ων λελαληκα προς υµας, µη επιλαθησθε, αλλα πρωτον µεν αυτοι µαθετε πρασσειν αει το καλον και ουτω διδαξατε αλλους τουτο ποιειν, ινα ο λογος της διδασκαλιας υµων εµπρακτος υπαρχη και ευπαραδεκτος τοις ακουουσιν. Ει δ’ ουν, εγω αθωος εκ παντων υµων ειµι, ου γαρ υπεστειλαµην του µη αναγγειλαι υµιν τα λαληθεντα µοι και γνωρισθεντα και προσταχθεντα υπο του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου δια του προσκυνητου και αγιου αυτου Πνευµατος περι των υψηλων δωρεων και χαρισµατων του συναναρχου (536) Θεου και Πατρος αυτου, ων τοις εµπονως ζητουσι την µεθεξιν δια πιστεως διδωσιν αει και µεχρι του νυν ο αυτος αγαθος και ευεργετης Θεος ηµων, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος ΛΕ΄. (437) Του αυτου. Ευχαριστια προς Θεον υπερ ων ηξιωται δωρεων. Και εισηγησις οπως τοις κεκαθαρµενοις τη καρδια Θεος αει επιφαινεται, και εν ποιοις τοις πραγµασι και γνωρισµασι. Ευχαριστω και προσκυνω και προσπιπτω σοι, Κυριε του παντος και παναγιε Βασιλευ, οτι ελεησας αναξιον οντα µε και ετιµησας και εδαξασας, ως αυτος ηθελησας ανωθεν, επειδη και προ του τον κοσµον γενεσθαι παρα σου, ολον εχων µε εν εαυτω, λογω και εικονι µε τη ση δοξασας ετιµησας. Ουδε γαρ δι’ αλλο τι η δι’ εµε τον κατ’ εικονα συν και καθ’ οµοιωσιν παντα εξ ουκ οντων παρηγαγες, βασιλεα µε των επιγειων παντων πεποιηκως εις δοξαν της σης µεγαλουργιας και αγαθοτητος. Ευχαριστω σοι, οτι πασαν µου την αιτησιν και επιθυµιαν εις αγαθον εξεπληρωσας κατα τας προς ηµας τους δουλους σου υποσχεσεις,
και υπερ α ηλπιζον και επεθυµουν εχαρισω µαλλον τω αναξιω του ουρανου και της γης. Ειπας γαρ· “Παν ο εαν αιτησητε εν τω ονοµατι µου (438) πιστευοντες ληψεσθε”. Ευχαριστω σοι, οτι ενα των αγιων σου επιποθησαντα µε ιδειν και δι’ αυτου πιστευσαντα ευρειν ελεος παρα σοι, αυτος ου µονον τουτο πεποιηκας, αγαθε, και δουλον σου γνησιον, τον µακαριον λεγω και αγιον Συµεων, καθυπεδειξας και παρ’ εκεινου µε αγαπηθηναι ηυδοκησας, αλλα και µυρια αλλα, α ουκ ηλπιζον, εδωρησω µοι αγαθα. Ποθεν γαρ που εγινωσκον ο ταλας εγω οτι τοιουτος υπαρχεις ο καλος ∆εσποτης ηµων, ινα επιθυµιαν λαβω την περι σου; Ποθεν που ηδειν οτι φανεροις σεαυτον τοις ερχοµενοις προς σε εν τω κοσµω ετι διαγουσιν, ινα και θεασασθαι σε εξεζητησα; Ποθεν που εγινωσκον οτι χαρας τοιαυτης και ανεσεως καταξιουνται οι της χαριτος σου το φως εν εαυτοις εισδεχοµενοι; Ποθεν δε η πως ο ταλας εγινωσκον οτι το Πνευµα σου το Αγιον οι σε πεπιστευκοτες λαµβανουσι; Πιστευειν γαρ τελειως εις σε ενοµιζον και παντα εχειν εδοκουν οσα χαριζη τοις φοβουµενοις σε, µηδεν ολως εχων, ως υστερον εργω τουτο µεµαθηκα. Ποθεν που εγινωσκον, ∆εσποτα, οτι συ αορατος ων και αχωρητος, ορασαι και χωρησαι εντος ηµων; Ποθεν που ειχον ποτε λογισασθαι οτι ο κτισας ∆εσποτης τα συµπαντα ανθρωποις ενουσαι, ους αυτος επλασας, και θεοφορους τουτους εργαζη και υιους σου ποιεις, ινα και εις ποθον τουτων ηλθον και ταυτα λαβειν εζητησα παρα σοι; Ποθεν δε ηδειν, Κυριε, οτι τοιουτον εχω Θεον, τοιουτον ∆εσποτην, τοιουτον προστατην, πατερα και αδελφον και βασιλεα, σε τον πτωχευσαντα δι’ εµε και µορφην δουλου λαβοντα; (439) Οντως, ∆εσποτα µου φιλανθρωπε, ουδεν ουδαµως τουτων απαντων εγινωσκον. Ει γαρ και εν ταις θειαις Γραφαις, ας οι αγιοι σου εξεθεντο, εγκυψας ανεγνων περι τουτων ποτε, αλλ’ ως περι αλλων τινων η προς τινας αλλους λεγοµενων ηκουον και αναισθητως προς παντα διεκειµην τα γεγραµµενα, µηδε εννοιαν ποτε περι τουτων δυνηθεις λαβειν. Ακουων γαρ του κηρυκος σου Παυλου βοωντος και λεγοντος· “Α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη, α ητοιµασεν ο Θεος τοις αγαπωσιν αυτον”, αδυνατον ειναι
επειθοµην του εν σαρκι οντα τινα εκεινων εν θεωρια γενεσθαι. Ενοµιζον δε οτι εκεινω µονω κατα φιλοτιµιαν ταυτα υπεδειξας και ουκ ηδειν ο αθλιος οτι και επι παντας τους αγαπωντας σε τουτο γινεται παρα σου. Ποθεν δε η πως ηδυναµην ειδεναι οτι πας ο πιστευων εις σε µελος σον γινεται, χαριτι απαστραπτων Θεοτητα – τις δε τουτο πιστευσει; - και µακαριος γενηται, µακαριου Θεου µακαριον µελος γενοµενος; Ποθεν που εγινωσκον οτι συ αντι τροφης αισθητης αθανατος και αφθαρτος αρτος τοις δια σε πεινωσιν ακορεστος γινη και πηγη τοις διψωσιν αθανατος και χιτων απαστραπτων τοις ευτελη δια σε περιβεβληµενοις ιµατια; Ταυτα γαρ ακουων δια των σων κηρυκων λεγοµενα, εν τω µελλοντι αιωνι και µετα την αναστασιν µονον υπελαµβανον γινεσθαι και ουκ ηδειν οτι και νυν µαλλον επιτελουνται, οτε και τουτων εν χρεια πλειονι καθεστηκαµεν. Ταυτα ουτε ηδειν, παναγιε Βασιλευ, ουτε εν επιθυµια τουτων ποτε γεγονα, ουτε ητησαµην τι εκ τουτων λαβειν παρα σου, (440) αλλ’ η των αµαρτιων µου µιµνησκοµενος, την εκεινων συγχωρησιν µονον εζητουν µεσιτην και πρεσβευτην ευρειν, ως ανωθεν ειπον, ∆εσποτα, επεθυµησα, ινα δια της εκεινου εντευξεως και της προς εκεινον µου δουλωσεως καν εν τω µελλοντι ευροιµι των πολλων µου αµαρτηµατων την αφεσιν. Ως δε ηκουον οµοθυµαδον απαντας λεγοντας µη ειναι τοιουτον επι της αρτι αγιον, εις πλειονα λυπην επιπτον. Πλην οµως ουδεποτε τουτο επιστευσα, αλλα προς τους τοιουτους απεκριναµην, ∆εσποτα Χριστε, καθως οιδας, και ελεγον· “Κυριε µου, ελεησον. Και τοσουτον ο διαβολος του ∆εσποτου Θεου εγενετο δυνατωτερος, ινα παντας εφελκυση προς εαυτον και εις την αυτου µεριδα ποιησηται, ωστε µη καταληφθηναι τινα εις το µερος του Θεου;”. ∆ια τουτο, ως οιµαι, φιλανθρωπε βασιλευ, εν τω του βιου σκοτει και εν µεσω των κακων καθηµενω µοι το φως σου το αγιον ελαµψας και εν αυτω τον σον µοι καθυπεδειξας αγιον. Και ον τροπον επι του δουλου σου Παυλου εποιησας, διωκοντα σε καλεσας αυτον δια της θεϊκης εµφανειας σου – και γαρ εκεινου θεασαµενου σε και ειποντος· “Τις ει;” ουκ ειπας· “Εγω ειµι ο ποιησας τον ουρανον και την γην. Εγω ειµι ο εκ του µη
οντος εις το ειναι τα παντα παραγαγων”, ουδε ειπας· “Εγω ειµι ο ων, η· ο Θεος Σαβαωθ, η· ο Θεος των πατερων σου”, ουδε ετερον τι εκ των της δοξης σου προσηγοριων, αλλ’ η τουτο µονον προς αυτον ειρηκας· “Εγω ειµι Ιησους ο Ναζωραιος, ον συ διωκεις”, ινα γνω σαφως οτι συ υπαρχεις (441) ο σαρκωθεις Θεος δι’ ηµας, ον εκεινος εδιωκεν -, ουτω και επ’ εµοι εποιησας, ∆εσποτα, οτε µοι τον αγιον σου Συµεων καθυποδειξαι ευδοκησας. Του φωτος σου γαρ του θεϊκου τα παντα καµε τον ταλανα καταφωτισαντος και την νυκτα ως ηµεραν φαεινοτατην ποιησαντος, εν αυτω µε τω υψει της σης Θεοτητος ως εν ουρανω φρικτως ιδειν αυτον κατηξιωσας, της θεϊκης σου δοξης πλησιον ισταµενον, ου στεφανω τινι, ουκ ενδυµατι φαεινω, ουκ ενηλλαγµενη θεωρια κοσµησας αυτον, αλλ’ οιος ην συνδιαγων ηµιν και ορωµενος καθ’ εκαστην επι της γης, τοιουτον µοι αυτον καθυπεδειξας εν τω ουρανω. Τινα τροπον; Ινα µη ετερον ειναι τουτον, τον συν ηµιν, και αλλον τον εκει µοι οφθεντα λογισωµαι και αποπλανηθεις του καλου ποιµενος αστοχησω, το απολωλος εγω προβατον. Αλλα γαρ ουδε εν τουτω τω γεγονοτι θαυµατι συνηκα ο αθλιος, ραθυµια δε και ολιγωρια κατ’ ολιγον κλαπεις, τοις προτεροις κακοις η και χειροσι περιεπεσον. Συ δε, Βασιλευ ευσπλαχνε και µακροθυµε, ουδε ουτω µε απεστραφης, αλλα δι’ αυτου µε του αγιου επεστρεψας και εις τους αγιους αυτου προσπεσειν ποδας µε κατηξιωσας, τη κραταια σου χειρι και τω βραχιονι σου τω υψηλω εξαξας απο του πλανου κοσµου και των του κοσµου πραγµατων και ηδονων και αποχωρησας µε παντων σωµατικως τε αµα και ψυχικως, ω του θαυµατος, ω της προς ηµας αγαπης και συµπαθειας σου του φιλανθρωπου Θεου, εστησας εν τη ταξει των δουλευοντων σοι. Μετα ταυτα ουν, ∆εσποτα, ου µονον των αµυθητων (442) µου κακων την συγχωρησιν, αλλα και τα προειρηµενα απαντα αγαθα ταις του αγιου σου πρεσβειαις µοι δεδωκας, µαλλον δε αυτος παντα µοι γεγονας. Προσκηνωσαντος σου γαρ εν εκεινω και τω φωτι της θεϊκης δοξης εκλαµποντος, πλησιασας αυτω εν µετανοια και πιστει τους εκεινου ποδας κρατησας, εγω ευθυς θειας ησθοµην θερµοτητος, ειτα µικρας αυγαζουσης λαµπροτητος, ειτα θειου
απο των εκεινου λογων εµφυσηµατος, ειτα πυρος εκ τουτου εγκαρδιου δια δακρυων βλυζοντος ρειθρα αενναα, ειτα ακτινος εν τω νοΐ µου λεπτης ταχυτερον αστραπης διελθουσης, ειτα ως φως εν νυκτι και ως νεφελη εφανη µοι µικρα και φλογοειδης επι της κεφαλης µου καθισασα, κειµενου µου επι προσωπον και ποιουµενου την δεησιν. Ειτα απεπτη και µετ’ ου πολυ ωφθη µοι εν τω ουρανω. Ειτα αναλογιζοµενος το ορωµενον ειναι, ετερον τι υπερ ταυτα παντα παραδοξοτερον γινεται. Κατα τους υπνους γαρ υπο των πονηρων δαιµονων πειραζοµενου µου και προς παθος ρευσεως δια µηχανης ελκοµενου µου και ανθισταµενου µου εις βοηθειαν, εξυπνος γεγονα, των πειραζοντων τας χειρας αβλαβης εκφυγων. Ως δε καθ’ εαυτον την ενστασιν και την ανδρειαν, µαλλον δε την ακινησιαν µου προς το παθος εθαυµαζον, και “Ποθεν τουτο ασυνηθως”µου λογιζοµενου, “το τροπαιον γεγονεν, ινα και κοιµωµενος αντιµαχωµαι και ισχυροτερος των αντιπαλων και εχθρων µου γινωµαι και κατα κρατος αυτους νικην νικω παραδοξως δια Χριστου; “- ω του θαυµατος, ευθυς ον εν τω ουρανω ειναι ενοµιζον εντος µου τουτον ειδον, σε λεγω τον εµον ∆ηµιουργον και Βασιλεα Χριστον, (443) και τοτε εγνων ειναι σην την νικην, ην µε νενικηκεναι εποιησας τον διαβολον. Αλλ’ οµως ουπω εγινωσκον, ∆εσποτα, οτι συ ης, ο απο πηλου πλασας µε, ταυτα µοι παντα χαρισαµενος τα καλα. Ουπω εγνων οτι αυτος συ υπηρχες ο ανυπερηφανος Θεος µου και Κυριος. Ουπω γαρ φωνης σου ηξιωθην ακουσαι, ινα γνωρισω σε, ουπω ης ειπων µοι µυστικως οτι “Εγω ειµι”. Αναξιος γαρ ετυγχανον και ακαθαρτος, ετι τα ωτα της ψυχης εµπεφραγµενα τω της αµαρτιας εχων πηλω και τους οφθαλµους µου κεκρατηµενους υπο απιστιας και αγνοιας και της των παθων αισθησεως και αχλυος. Και σε µεν ουτω τον Θεον µου εωρων· µη ειδως δε µηδε προπεπιστευκως οτι Θεος, καθ’ οσον οιον τε ορασθαι, οραται τινι, ουκ ενενοουν οτι Θεος η Θεου δοξα εστι το ποτε µεν ουτω µοι ποτε δε αλλως δεικνυµενον, αλλα το µεν ασυνηθες κατεπληττε µε του θαυµατος, χαρας δε ολην µου την ψυχην επληρου και την καρδιαν, ως και αυτο µου οιεσθαι µε το σωµα µεταλαµβανειν της χαριτος της αφατου εκεινης. Ουπω δε το τις ης ο ορωµενος τρανως τοτε εγινωσκον. Τεως εωρων
συχνοτερον φως, ποτε µεν ενδον, οτε γαληνης και ειρηνης η ψυχη µου απηλαυε, ποτε δε εξω που µακραν εφαινετο η και τελειως εκρυπτετο και κρυπτοµενον θλιψιν µοι ενεποιει αφορητον, λογιζοµενου µου ως ουκετι παντως φανησεται. Αλλα µοι παλιν θρηνουντι και κλαιοντι και πασαν ενδεικνυµενω ξενιτειαν και υπακοην και ταπεινωσιν επεφαινετο ωσπερ ο ηλιος, το παχος του νεφους διατεµνων και κατα µικρον προσηνης και σφαιροειδης ενδεικνυµενος. Ουτως ουν ο αφραστος συ, ο αορατος, (444) ο αναφης, ο ακινητος, ο πανταχου αει και εν πασι παρων και τα παντα πληρων, καθ’ ωραν, ιν’ ειπω, εν ηµερα τε και νυκτι ορωµενος και κρυπτοµενος, απιων και ερχοµενος, γινοµενος αφανης και αιφνης φαινοµενος, κατα µικρον µικρον το σκοτος εν εµοι απεδιωξας, το νεφος απηλασας, το παχος ελεπτυνας, την ληµην των νοερων οφθαλµων απεκαθηρας, τα ωτα της διανοιας απεφραξας και διηνοιξας, της αναισθησιας περιηρας το καλυµµα, συν τουτοις παν παθος και πασαν σαρκικην ηδονην κατεκοιµησας και τελεον απ’ εµου εξωρισας. Τοιγαρουν και τοιουτον µε απεργασαµενος, τον ουρανον παντος νεφους εκαθηρας· ουρανον δε λεγω την καθαρθεισαν ψυχην εν η αορατως, ουκ οιδ’ οπως η ποθεν ερχοµενος, ο πανταχου παρων αιφνης ευρισκη και ως αλλος ηλιος αναδεικνυσαι. Βαβαι της αφραστου συγκαταβασεως! Ταυτα προς ηµας του Θεου τα θαυµασια, αδελφοι! Ανερχοµενων δε ηµων επι το τελεωτερον, ουκετι ως το προτερον αµορφος η ανειδεος ο αµορφος και ανειδεος ερχεται η την παρουσιαν και αφιξιν του φωτος αυτου σιωπη προς ηµας απεργαζεται. Αλλα πως; Εν µορφη τινι, πλην Θεου· Θεος δε ουκ εν σχηµατι η εκτυπωµατι, αλλ’ εν ακατανοητω και αµηχανω και αµορφω µεµορφωµενος φωτι απλους δεικνυται – ουδεν γαρ πλεον ειπειν η εκφρασαι δυναµεθα -, τεως εµφανως δεικνυται και γνωριζεται πανυ γνωστως και λιαν οραται τρανως ο αορατος, αορατως λαλει και ακουει και, ως ει τις φιλος προς φιλον ενωπιος ενωπιω, προσοµιλει ο φυσει Θεος τοις κατα χαριν εξ αυτου γεννηθεισι θεοις, και ως πατηρ αγαπα και παρα των υιων φιλειται αγαν θερµως και γινεται (445) τουτοις ξενον θεαµα και φρικτοτερον ακουσµα, µητε λαλεισθαι παρ’ αυτων αξιως
δυναµενον, µητε σιωπη συγκαλυπτεσθαι ανεχοµενον· ου τω ποθω αει αναπτοµενοι και µυστικως παρ’ αυτου ενηχουµενοι, ποτε µεν περι των αλλοτριων παθων αποδυροµενοι γραφουσι, ποτε δε τα εαυτων θριαµβευουσι πταισµατα. Και ποτε µεν, τας εις αυτους γενοµενας ευεργεσιας και ενεργειας της χαριτος ευχαριστως εκδιηγουµενοι, θεολογικως ανυµνουσι τον θεουργικως αυτους αλλοιωσαντα· ποτε δε, ει τι εναντιως και εσφαλµενως λεγοµενον περι της ψυχικης σωτηριας ηµων ακουσωσι, κατα το δοθεν αυτοις µετρον της γνωσεως διορθουµενοι, τουτο γραφουσι, τας µαρτυριας απο των θειων παριστωντες Γραφων και ηρεµειν ολως η κορον της διηγησεως λαβειν ουκ ισχυουσι. Τινα τροπον; Επειδη ουκετι εαυτων, αλλα του εν αυτοις εισι Πνευµατος, ους και κινει και υπ’ αυτων παλιν κινειται αυτο, και γινεται εν αυτοις παντα οσα εν ταις θειαις ακουεις Γραφαις περι της βασιλειας των ουρανων λεγοµενα, µαργαριτης, κοκκος σιναπεως, ζυµη, υδωρ, πυρ, αρτος, ποµα ζωης, πηγη ζωσα τε και αλλοµενη, ποταµους ρεουσα λογων πνευµατικων, λογων θειας ζωης, - λαµπας, κλινη, παστας, νυµφων,νυµφιος, φιλος, (446) αδελφος και πατηρ. Και τι πολλα λεγων πειρωµαι τα παντα διεξελθειν και ιδου εισιν αναριθµητα; Α γαρ οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη, πως γλωσσα µετρησασα ταυτα λογω εκδιηγησεται; Οντως ουδαµως. Ει γαρ και εντος ηµων παντα δια το τον παροχον τουτων Θεον περιφερειν κεκτηµεθα, αλλ’ ουτε νοΐ εκµετρησαι, ουτε λογω εξηγησασθαι ταυτα ολως δυναµεθα. Ταυτα τοινυν εγραψαµεν, ω πατερες και αδελφοι, ουκ ενδειξεως χαριν, µη γενοιτο – τι γαρ και εχοµεν ηµετερον ενδειξασθαι, ει µη εκ κοιλιας µητρος ηµων αµαρτιας και ακαθαρσιας και ανοµιας πολλας, αις ως οιµαι ουδε η θαλαττια ψαµµος τω πληθει συνεξισαζεται; - αλλα του Θεου τα θαυµασια φανερουµεν και παρατιθεµεθα υµιν, ει και µη αξιως, αλλ’ ουν κατα γε την ηµετεραν δυναµιν· προς τουτοις και ινα τους οιοµενους Πνευµα Αγιον αγνωστως εχειν απο του θειου βαπτισµατος δια ταυτης της εξηγησεως ωφελησωµεν. ∆ιδασκει γαρ ο λογος ηµας την ενουσαν εν πρωτοις ηµιν παντελη σκοτωσιν τε και ζοφωσιν ηγουν την αλλοτριωσιν του θειου φωτος, οτε δηλαδη και την περι Θεου αγνοιαν σαφως
διεξερχεται, επειτα τον εκ της συνειδησεως γινοµενον ελεγχον, ειτα το φοβον, ειτα την επιθυµιαν της αφεσεως των χρεων - οτε και µεσιτην ο ανθρωπος επιζητει προς τουτο και βοηθον, ως µη δυναµενος δηλονοτι µονος αναιδως προσελθειν δια το καταβαρεισθαι αυτον υπο πολλων της αισχυνης αµαρτιων -, ειτα την επιτυχιαν του µεσιτου και ποιµενος και πρεσβευτου· (447) και πως τη νοερα ελλαµψει του Πνευµατος και τουτον τεθεαται, ο και αρχην γενοµενην ελλαµψεως δεικνυσιν, ης πρωην υπηρχεν αµυητος, πως τε µετα το γενεσθαι την αποκαλυψιν παλιν η θεωρια παρηλθε του Πνευµατος και, στερηθεις ταυτης, παλιν εν σκοτει αµαρτιων πολλων περιεπεσε. Μετα δε ταυτα και την δια του ποιµενος δευτεραν κλησιν εδηλωσεν, ειτα την υπακοην, την πιστιν, την ταπεινωσιν, την υποταγην, εκ δε τουτων την κατα µικρον εν γνωσει και θεωρια γινοµενην εν ηµιν εναργεστατην αλλοιωσιν, ην ο µη επεγνωκως εν εαυτω γενοµενην κατα την του λογου εξηγησιν, ου δυνατον εχειν Πνευµα Αγιον τον τοιουτον κατοικουν εν αυτω. Αλλα ταυτα µεν ο λογος, καθως µοι ανωθεν ειρηται, διεξοδικωτερον διερχοµενος, ου καυχωµενους ηµας αποδεικνυει, αλλα διηγουµενους τα θαυµασια του Θεου, α εν τοις εκζητουσιν αυτον εξ ολης ψυχης και καρδιας φιλαγαθως εργαζεται, ως αν πασα προφασις και παρακοην ενδικον αποληψεται την µισθαποδοσιαν εν ηµερα η κρινει ο Θεος το γενος των ανθρωπων, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. Λογος Λστ΄. (448) Του αγιου και µεγαλου πατρος ηµων Συµεων του Νεου. Ευχαριστια προς Θεον περι των γεγονοτων ευεργεσιων εις αυτον παρ’ αυτου. Εν η και περι ευχης πνευµατικης και της εν ταυτη προκοπης. Και περι ελλαµψεως θειας θεωριας τε απλανους και αγαπης της προς Θεον. Ευχαριστω σοι, ∆εσποτα, Κυριε ουρανου και γης, ο εκ µη οντος εις το ειναι προ καταβολης κοσµου γενεσθαι µε προορισας. Ευχαριστω σοι, οτι προ του φθασαι την ηµεραν και ωραν, εν η εκελευσας παραχθηναι µε, αυτος ο µονος αθανατος, ο µονος παντοδυναµος, ο µονος αγαθος και φιλανθρωπος, κετελθων εξ υψους αγιου σου, των κολπων των πατρικων µη εκστας και εκ
της αγιας Παρθενου Μαριας σαρκωθεις και γεννηθεις, προανεπλασας και προεζωωσας και του προπατορικου µε πτωµατος ηλευθερωσας και την εις ουρανους ανοδον προηυτρεπισας. Ειτα και παραχθεντα µε και κατα (449) µικρον αυξανοντα, αυτος και τω της αναπλασεως αγιω βαπτισµατι σου εξανεκαινισας, και τω Αγιω Πνευµατι κατεκοσµησας, και αγγελον φωτος φυλακα µοι κατεστησας, και απο των εναντιων εργων και των του εχθρου παγιδων µεχρι τελειας ηλικιας µε ατρωτον διεφυλαξας. Επει δε ου βια ηµας, αλλ’ αυτοπροαιρετω γνωµη σωζεσθαι εδικαιωσας, ειασας καµε τω αυτεξουσιω τιµασθαι και την προς σε αγαπην εκ της των εντολων σου φυλακης αυτοπροαιρετον επιδεικνυσθαι, εγω δε ο αγνωµων και καταφρονητης, ωσπερ ιππος απολυθεις εκ δεσµων, ουτω την αξιαν της αυτεξουσιοτητος λογισαµενος, εις κρηµνον εµαυτον, της σης δεσποτειας αποσκιρτησας, απερριψα. Κακει µε κειµενον και αναισθητως εγκυλιοµενον και επι πλειον συντριβοµενον, ουκ απεστραφης, ουκ ειασας κεισθαι και τω βορβορω µολυνεσθαι, αλλα δια σπλαγχνα ελεους σου εξαπεστειλας κακειθεν µε ανηγαγες και λαµπροτερον ετιµησας, και απο βασιλεων και αρχοντων, ως σκευος ατιµον βουληθεντων µοι χρησασθαι εις λειτουργιαν των θεληµατων αυτων, αρρητοις σου κριµασιν απελυτρωσας· δωρα χρυσιου και αργυριου, καιτοι φιλαργυρου µου οντος, λαβειν µε ουκ ειασας, δοξαν και περιφανειαν βιου, διδοµενην µοι εις απεµπολησιν του αγιασµου σου, ως βδελυγµα ταυτην λογισασθαι εδωρησω µοι. Αλλα ταυτα παντα, εξοµολογουµαι σοι, Κυριε ο Θεος του ουρανου και της γης, εις ουδεν παλιν θεµενος, εις λακκον και ιλυν βυθου αισχρων εννοιων τε και (450) πραξεων εµαυτον ο αθλιος εναπερριψα, κακει κατελθων τοις εγκεκρυµµενοις εν τω σκοτει περιεπεσον, εξ ων ουκ εµαυτον εγω µονον, αλλ’ ουδε ο συµπας κοσµος εις εν αθροισθεις εκειθεν αναγαγειν µε και των χειρων αυτων εξελεσθαι ηδυνατο. Οµως εκεισε κρατουµενον µε ελεεινως και αθλιως περισυροµενον και συµπνιγοµενον και καταπαιζοµενον παρ’ αυτων, ο ευσπλαχνος συ και φιλανθρωπος ∆εσποτης, ου παρειδες µε, ουκ εµνησικακησας, ουκ απεστραφης µου την
αγνωµονα γνωµην, ουκ επι πολυ αφηκας υπο των ληστων εθελοντι τυραννεισθαι µε. Αλλ’ ει και εγω αναισθητως συναπαγοµενος αυτοις εχαιρον, συ ασχηµονως οραν µε περιαγοµενον και συροµενον ουκ εφερες, ∆εσποτα, αλλ’ εσπλαχνισθης, αλλα ηλεησας και ουκ αγγελον, ουδε ανθρωπον προς µε τον αµαρτωλον και αθλιον εξαπεστειλας, αλλ’ αυτος συ υπο των της αγαθοτητος σου σπλαγχνων κινουµενος, τω βαθυτατω λακκω εκεινω επικλιθεις και εν τω βαθει του βορβορου κατω που συγκεχωσµενω και καθηµενω την αχραντον σου υφηπλωσας χειρα, καµου µη ορωντος σε – που γαρ και ειχον η πως αναβλεψαι ολως ισχυσα αν, υπο του βορβορου συγκεκαλυµµενος και συµπνιγοµενος; - των τριχων της κεφαλης µου εκρατησας κακθειθεν µε βιαιως συρων ανεσπασας, εµου των µεν πονων και της προς τα ανω αθροας φορας αισθανοµενου και οπως ανερχοµαι, αγνοουντος δε υπο τινος ολως αναγοµαι η τις ποτε εστιν ο κρατων και αναγων µε. Αλλ΄ αναγαγων και στησας µε επι την γην, δουλω σου και µαθητη παραδεδωκας, ολον οντα µε ρυπαρον και υπο του βορβορου τους οφθαλµους, τα ωτα και το στοµα εµπεφραγµενον, (451) και µηδε ουτω βλεποντα οστις ει, ει µη µονον γνοντα οποιος τις ποτε αγαθος και φιλανθρωπος υπαρχεις, του βαθυτατου µε λακκου εκεινου και βορβορου εξηγαγες. Ειπων ουν µοι· “Κρατησον και τω ανθρωπω τουτω κολληθεις ακολουθησον· ουτος γαρ σε απαγαγων απολουσειε”, πιστιν τε βεβαιαν εις τουτον µοι χαρισαµενος, υπεχωρησας. Που ουν γεγονως ης, αγνοω. Τω γουν υποδειχθεντι µοι παρα σου, παναγιε ∆εσποτα, κατα το προσταγµα σου αµεταστρεπτι ηκολουθησα, κακεινου προς τας βρυσεις και τας πηγας κοπω πολλω αγαγοντος µε, τυφλον οντα και οπισθεν εφελκοµενον εκεινου τη παρα σου µοι δοθειση χειρι της πιστεως και ακολουθειν αναγκαζοµενον, ενθα βλεπων εκεινος καλως τους ποδας ανελαµβανε και δια των λιθων και βοθυνων και σκανδαλων διηρχετο απαντων υπεραλλοµενος, εµε εις ταυτα προσκρουειν και εµπιπτειν συνεβαινε, και πολλους πονους και πολλας κακωσεις και θλιψεις υπεµεινα. Αλλα γαρ εκεινος µεν εν παση πηγη και βρυσει αφ’ εαυτου καθ’ ωραν ενιπτετο και ελουετο, εγω δε µη βλεπων παρηρχοµην τας πλειω.
Ει µη γαρ εκεινος της χειρος εκρατησε µου και προς τη πηγη εστησε και τας χειρας ωδηγησε µου του νοος, ουδ’ οπου ποτε ουσαν ηδυναµην ευρειν την βρυσιν του υδατος. Υποδειξαντος δε και πολλακις εασαντος µε του νιψασθαι, συν τω καθαρω υδατι και πηλον που προσπαρακειµενον τη πηγη και βορβορον ισως εν ταις παλαµαις συνανελαµβανον και το προσωπον µου εµολυνον, αλλα και την βρυσιν πολλακις ψηλαφων του υδατος ευρειν συγκατεσπων τον χουν και τον βορβορον ανεταρασσον και µη βλεπων ολως, µολυνων τω βορβορω το προσωπον ωσπερ εν υδατι, καθαρως ενοµιζον αποπλυνεσθαι. (452) Πως δε την εκ τουτου παλιν αναγκην και βιαν εκδιηγησοµαι; Ου µονον δε αλλα και των πολλακις διαµαρτυρουµενων και υποτιθεµενων και καθ’ εκαστην λεγοντων µοι· “Τι µαταιοπονεις, αφρονως ποιων, και τω εµπαικτη τουτω και πλανω ακολουθεις, αναβλεψαι µαταιως και ανωφελως προσδοκων; Ουδε γαρ νυν δυνατον. Τι και τους ποδας προσκρουων και αιµασσων ακολουθεις; Τι δε µη µαλλον ελεηµοσι προσερχη, παρακαλουσι του αναπαυειν και διατρεφειν και καλως θεραπευειν σε; Ου γαρ ενδεχεται σε της λεπρας απαλλαγηναι της ψυχικης, ουδε νυν αναβλεψαι ποτε. Ποθεν γαρ ο εµπαικτης αυτος ανεφανη αρτι θαυµατουργος, υπισχνουµενος σοι τα παρα πασιν ανθρωποις της νυν γενεας οντα αδυνατα; Ουαι σοι, οτι και την διδοµενην σοι θεραπειαν παρα των φιλοχριστων και φιλαδελφων και συµπαθων ανδρων απολεσεις και τας κακωσεις και θλιψεις, ας υφιστασαι επι µαταιαις ελπισιν, υποµενεις και των επαγγελλοµενων σοι υπο του απατεωνος και πλανου αυτου επ’ αληθειας εκπεσης. Τι γαρ και ισχυει ολως; Και ηµων διχα συ ου συλλογιζη εν σεαυτω, ουδε φρονεις; Τι δαι; Ουχι και ηµεις παντες βλεποµεν; Η τυφλοι, ως ο πεπλανηµενος αυτος σοι λεγει, υπαρχοµεν; Οντως βλεποµεν απαντες, και ουκ εστιν αλλη µειζων ταυτης, µη απατω, αναβλεψις”. Αλλα τουτων µε παντων, συ ο ελεηµων και ευσπλαχνος, των οντως απατεωνων και πλανων, των ανατροπην θολεραν τον πλησιον ποτιζοντων, ερρυσω µε δια της χαρισθεισης µοι παρα σου πιστεως και ελπιδος, δι’ ης και τα ρηθεντα και αλλα πλειονα ενισχυσας, υποµειναι µε.
(453) Αλλα γαρ εν απασι τουτοις καρτερησαντι και µη αφισταµενω µοι, ουτω πως τεθολωµενους και ψηλαφητως καθ’ εκαστην απονιπτοµενω και τω δοκειν απολουοµενω, ως ο αποστολος σου και µαθητης µε εδιδασκε, ποτε περιπατουντι και προς την πηγην τρεχοντι, αυτος συ παλιν, ο και πρωην εκ του βορβορου εκσπασας µε, εν τη οδω προσυπηντησας. Και τοτε πρωτον τη του προσωπου σου αχραντω αιγλη τα ασθενη µου περιηστραψας οµµατα, και ο εχειν εδοκουν φως κακεινο απωλεσα, γνωρισαι σε µη δυνηθεις. Και πως αν ηδυνηθην, ουτινος ουδε την του προσωπου αιγλην ιδειν, ουδε καταµαθειν η κατανοησαι εξισχυσα, σε αυτον ιδειν η γνωναι, οστις ποτε ης; Εκτοτε ουν συχνοτερως και προς αυτη τη πηγη ισταµενου µου, ο ανυπερηφανος ουκ απηξιους κατερχεσθαι, αλλα παραγινοµενος και κρατων µου πρωτον την κεφαλην, ενεβαπτες αυτην εν τοις υδασι και καθαρωτερον εποιεις οραν µε το φως του προσωπου σου. Ευθυς δε αφιπτασο, µη διδους εννοειν µε οστις αυτος ης, ο ταυτα ποιων, η οθεν τε ηλθες η που αφικεσαι, ουδε γαρ ετι τουτο εδιδως µοι. Ουτω δε ερχοµενου επι χρονον και απιοντος σου, κατ’ ολιγον εφαινου πλεον και πλεον καµε περιηντλεις τοις υδασι και καθαρωτερον οραν και πλεον φως εχαριζω µοι. Τουτο δε εγχρονισας ποιων, φρικτον µε πραγµα και µυστηριον ιδειν κατηξιωσας. Σου γαρ παραγινοµενου και τω δοκειν µε τοις υδασι πλυνοντος και περιαντλουντος και εν αυτοις πολλακις εµβαπτοντος, τας αστραπας τας περιλαµπουσας µε και τας ακτινας του προσωπου σου αναµιγεισας εθεασαµην τοις υδασι και εξεστην, ορων φωτοειδει µε υδατι εκπλυνοµενον. (454) Και που ποθεν ην τις ο τουτου παροχος, ουκ εγινωσκον, µονον δε λουοµενος εχαιρον τη πιστει αυξανων, τη ελπιδι πτερουµενος και εως ουρανου ανερχοµενος, τους δε πλανους εκεινους, τους τα ρηµατα της απατης και του ψευδους υποτιθεµενους µοι, σφοδρα µισων και της πλανης κατελεων, ουδε προς συντυχιαν η οµιλιαν ολως αυτοις συνηρχοµην, αλλα και της θεας αυτων την βλαβην εξεφευγον, τον δε συνεργον και βοηθον µου, τον αγιον σου λεγω µαθητην και αποστολον, ως αυτον σε τον εµε πλασαντα, εσεβοµην, ετιµων, ηγαπων απο ψυχης, προσπιπτων αυτου τοις ποσι νυκτος και ηµερας και “Ει τι δυνασαι, βοηθει
µοι” αυτον εξαιτουµενος, πληροφοριας εχων οτι οσα και βουλεται, δυναται παρα σοι. Ουτως ουν εφ’ ικανον χρονον τη χαριτι σου διατελων, αλλο παλιν ειδον φρικτον µυστηριον. Λαβοµενος γαρ µε, εις ουρανους ανελθων, συνανηγαγες, ειτε εν σωµατι, ουκ οιδα, ειτε εκτος του σωµατος, συ µονον οιδας, ο και τουτο ποιησας. Αλλα γαρ ωραν εκεισε µετα σου µε ποιησαντα, και της δοξης – τινος δε αγνοω και ουτινος – το µεγεθος, εκπλαγεις και τω αµετρητω υψει εκθαµβηθεις, ολος εφριξα. Παλιν δε µε µονον αφηκας εν γη, εν η και ισταµην το προτερον, και ευρεθην θρηνων και την παλαιπωριαν µου εκθαµβουµενος. Ειτα κατω µετ’ ου πολυ οντος µου, ανω εις ουρανους, διανοιχθεντων αυτων, το προσωπον σου, ως ηλιον αµορφον, κατηξιωσας υποδειξαι µοι. Και οστις ποτε ης, ουδ’ ουτω µοι γνωναι δεδωκας – πως γαρ, µη λαλησας µοι; - αλλ’ εκρυβης ευθυς καγω περιην ζητων σε, ον ουκ εγινωσκον, και µορφην σου ιδειν και γνωστως γνωναι (455) οστις ης επεποθουν. ∆ιο και απο της πολλης βιας και του πυρος της αγαπης σου διαπαντος εκλαιον, µη ειδως αυτον σε οστις ει, τον εκ του µη οντος εις το ειναι παραγαγοντα µε και εκ του βορβορου εξαγαγοντα και τα ειρηµενα απαντα γεγονοτα µοι. Ως ουν ουτω παλιν πολλακις ωφθης και πολλακις παλιν µη λαλησας εκρυβης µοι µηδολως ορωµενος, τας αστραπας δε και την αιγλην την του προσωπου σου ορων, ωσπερ προτερον εν τοις υδασι, παλιν και πολλακις περικυκλουσας µε, κρατειν δε ταυτας ολως αµηχανων, εµιµνησκοµην οπου ποτε ανω ειδον σε, και αλλον ειναι αφρονως υπονοουµενος παλιν εζητουν µετα δακρυων ιδεσθαι σε. Ουτως ουν εν πολλη λυπη και θλιψει και στενοχωρια εµαυτον εκπιεζων και εµαυτου επιλανθανοµενος και ολου ολως του κοσµου και των εν κοσµω, και µηδε σκιαν, µηδε οτιουν η οτι εστι τι ποτε το ορωµενον εννοων, αυτος ο πασιν αορατος, ο αναφης και αληπτος, εφανας και εδοκεις µοι τον εµον νουν καθαιρων και πλατυνων το της ψυχης οπτικον και επι πλειον παρεχων οραν την δοξαν σου, και οτι µαλλον αυξανεις αυτος και λαµπων πλεον πλατυνη, και τη του σκοτους υποχωρησει αυτον σε πλησιαζοντα και ερχοµενον κατεµανθανον, καθα πολλακις και εν τοις αισθητοις πασχοµεν. Σεληνης γαρ φαινουσης και περιπατουντων οιονει των νεφων, η
σεληνη οραται και δοκει τρεχειν ταχυτατα, µηδεν τω συνηθει προστιθεισα δροµω η την εξ αρχης υπαλλασσουσα πορειαν. Ουτως ουν, ∆εσποτα, εδοκεις ερχεσθαι ο ακινητος και ο αναλλοιωτος µεγεθυνεσθαι και µορφουσθαι ο αµορφος. (456) Ωσπερ γαρ επι τυφλου κατα µικρον αναβλεποντος και τον χαρακτηρα του ανθρωπου κατανοουντος και οιος εστιν εκ του κατ’ ολιγον ανιστορουντος, ουχ ο χαρακτηρ προς την ορασιν µεταποιειται η µεταπλαττεται, αλλα το οπτικον µαλλον των οφθαλµων αυτου αποκαθαιροµενον, τον χαρακτηρα, οιος εστιν, ορα, εντυπουµενης οιονει της εµφερειας αυτου ολης τω οπτικω και δια τουτου διϊκνουµενης και αποµασσοµενης και ως εν πινακι εγχαραττοµενης τω νοερω τε και µνηµονευτικω της ψυχης, ουτω και αυτος ωραθης, τω φωτι τρανως του Αγιου Πνευµατος εκκαθαρας µου τον νουν ολικως. Κακεινου τρανοτερον και καθαρωτερον βλεποντος, αυτος µοι ποθεν εδοκεις εξερχεσθαι και λαµπροτερος φαινεσθαι, και χαρακτηρα µορφης αµορφου οραν εµπαρειχες µοι, και εξω µε του κοσµου τοτε πεποιηκας – δοκω ειπειν και του σωµατος, τουτο γαρ ακριβως γνωναι ουκ εδωκας - , υπερηυγασας δ’ ουν και τω δοκειν ολως ολω καλως βεποντι ωφθης µοι, και “Ω ∆εσποτα” λεγοντα µε, “τις ποτε ης;”, τοτε φωνης µε πρωτον τον ασωτον κατηξιωσας και ουτωσι προσηνως προσεφθεγξω µοι, εξανισταµενω και θαµβουµενω και τρεµοντι και εν εµαυτω ποσως εννοουντι και λεγοντι· “Τι ποτε αρα η δοξα αυτη και το της λαµπροτητος ταυτης µεγεθος βουλεται; Πως δε η ποθεν εγω τοιουτων αγαθων κατηξιωµαι;” – “Εγω, φησιν, ειµι ο Θεος ο δια σε γεγονως ανθρωπος, και οτι µε εξ ολης ψυχης επεζητησας, ιδου υπαρξεις απο του νυν αδελφος µου και συγκληρονοµος µου και φιλος µου”. Επι τουτοις ουν καταπλαγεντος (457) µου και τη ψυχη εκχυθεντος και την ισχυν διασκορπισθεντος και “Τις ειµι”ανταποκριθεντος “εγω η τι πεποιηκα ο αθλιος, ∆εσποτα, και ταλαιπωρος, ινα µε τοιουτων αγαθων αξιον καταστησης και τοιαυτης δοξης συµµετοχον και συγκληρονοµον ποιησης;” – λογισαµενου µου δε ταυτην υπερ νουν ειναι την δοξαν και την χαραν, ο ∆εσποτης παλιν συ, οιονει φιλος φιλω διαλεγοµενος δια του εν εµοι λαλουντος σου Πνευµατος, ειπας µοι· “Ταυτα δια µονην την προθεσιν και
προαιρεσιν και πιστιν σου εδωρησαµην σοι και ετι δωρησοµαι. Τι γαρ εχεις αλλο η εσχες ποτε σον, γυµνος παρ’ εµου παραχθεις, ινα εκεινο λαβων αντ’ εκεινου ταυτα σοι δωσοιµι; Εαν γαρ µη λυθης της σαρκος, το τελειον ου θεαση, ουδε επαπολαυσαι ολου αυτου ισχυσεις καλως”. Εµου δε ειποντος· “Και τι τουτου µειζον ειτε λαµπροτερον; Εµοι τεως αρκει το ουτως ειναι και µετα θανατον” – “Ως λιαν ει συ µικροψυχος, ειπας, τοις τοιουτοις αρκουµενος. Ταυτα γαρ προς τα µελλοντα ισον εισιν ιστορηθεντος εν χαρτη ουρανου και ταις χερσι κρατουµενου· οσω γαρ ουτος του αληθινου ουρανου απολειπεται, τοσουτω πλεον ασυγκριτως η µελλουσα δοξα υπερ την νυν ορωµενην σοι αποκαλυφθησεται”. Ταυτα ειπων εσιωπησας και µικρον µικρον ο γλυκυς και καλος ∆εσποτης εκρυβης εξ οφθαλµων µου, ειτε εµου µακρυναντος απο σου, ειτε σου απ’ εµου απελθοντος, ουκ οιδα. Τεως δ’ ουν εγενοµην παλιν ολος εν εµαυτω, ποθεν νοµισας ελθειν, και εισηλθον εν τω πρωτω σκηνωµατι. Οθεν µιµνησκοµενος του καλλους της δοξης και των ρηµατων σου, (458) περιπατων, καθεζοµενος, εσθιων, πινων και προσευχοµενος, εκλαιον και εν χαρα διηγον ανεκφραστω γνωρισας σε, τον Ποιητην των απαντων. Πως γαρ και µη εχαιρον; Αλλα γαρ παλιν λυπουµενος και ουτως αυθις ιδειν σε επιποθων, ως απηλθον ποτε προς το την αχραντον εικονα της σε Τεκουσης ασπασασθαι και ταυτη προσεπεσα, αυτος προ του αναστηναι µε, εντος της ταλαιπωρου καρδιας µου, ως φως αποτελεσας αυτην, ωραθης µοι, και τοτε εγνων οτι εν εµοι σε γνωστως εχω. Απο ουν τοτε ουχι µνηµονευων σου και των περι σε ηγαπων σε απο της των τοιουτων µνηµης, αλλ’ εν εµοι σε, την ενυποστατον αγαπην, εχειν επ’ αληθειας επιστευσα. Η γαρ οντως αγαπη συ ει, ο Θεος. Τη ουν πιστει η ελπις εµφυτευθεισα και εν αυτη υπο της µετανοιας και των δακρυων ποτισθεισα, επειτα και υπο του σου φωτος ελλαµφθεισα, ερριζωθη και ηυξηθη καλως. Ειτα συ αυτος, ο καλος τεχνιτης και δηµιουργος, παραγεγονως δια της των πειρασµων µαχαιρας, φηµι δη της ταπεινωσεως, τους εις πολυ υψος αναχθεντας περιττους κλωνας των λογισµων αφελων, τη ελπιδι µονη, ως εν µια ριζη δενδρου, την σην αγιαν αγαπην ενεκεντρισας. Ταυτην ουν ορων οσηµεραι αυξανουσαν και αει
οµιλουσαν µοι, µαλλον δε δια ταυτης συ και διδασκων και περιλαµπων µε, ως ηδη υπερ πασαν πιστιν γεγονως και ελπιδα, ουτω χαιρων διακειµαι, καθα και Παυλος βοα λεγων· “Ο γαρ τις βλεπει, τι και ελπιζει;”. Ει ουν εγω σε εχω, τι πλεον ελπισω; “Ακουσον τι” παλιν εφησας, ∆εσποτα· “ωσπερ τον ηλιον ορας εν τοις υδασιν, (459) εκεινον δε αυτον ουδολως τοτε µαλλον κατω νευων ορας, ουτω και το εν σοι γινοµενον νοει µοι και ασφαλιζου σεαυτον και σπουδαζε αει εντος σου καθαρως και τρανως, ως τον ηλιον εν τοις καθαροις υδασι, καθοραν µε· και ειθ’ ουτως ιδειν µε, ωσπερ ειπον σοι, καταξιωθηση και µετα θανατον. Ει δε µη, ο κυκλος ολος των εργων και κοπων και λογων σου τουτων ωφελησουσι σε ουδεν, µαλλον µεν ουν και µειζονως κατακρινουσι και πλειονα θλιψιν σοι προξενησουσιν, επειδηπερ, ως ακουεις, “δυνατοι δυνατως ετασθησονται”. Και γαρ ουχ ουτω πενητι εκ γενετης αισχυνης αιτια γινεται η πενια, ουδε η εκ ταυτης λυπη επι τοσουτον λυπει, ως τω πλουτησαντι και δοξασθεντι και υψωθεντι και τω επι γης βασιλει οικειωθεντι, ειτα παντων εκπεσοντι εκεινων και εις παντελη πτωχειαν κατενεχθεντι, καιτοι µη ουχ ουτως οντων των πραγµατων εν τοις επιγειοις και ορωµενοις και εν αυτοις τοις πνευµατικοις πραγµασι και αορατοις. Τοις µεν γαρ εκπεσουσι της φιλιας και δουλειας του επιγειου βασιλεως εκ τινος αιτιας, των υπαρχοντων αυτοις κυριους ειναι και επαπολαυειν αυτων και ζην εξεστιν, εµου δε της αγαπης και φιλιας ει εκπεσειε τις, ζην ολως ου δυναται - η ζωη γαρ αυτου εγω ειµι -, αλλ’ ευθυς απαντων γυµνουται και τοις εχθροις εµου τε και αυτου αιχµαλωτος παραδιδοται, ον εκεινοι λαβοντες υπερ της προτερας αυτου ευνοιας και αγαπης, ης προς µε εκεκτητο, µανιωδεστερον αυτω επεµβαινουσι, τιµωρουντες, καταγελωντες και καταπαιζοντες”. Ναι οντως, παναγιε Βασιλευ, ουτως ειναι καγω πιστευω σοι τω Θεω µου και προσπιπτων καθικετευτω σε, φυλαξον µε τον αµαρτωλον και αναξιον ον (460) ηλεησας, και το φυτον της αγαπης σου, οπερ ενεκεντρισας εν τω δενδρω της ελπιδος µου, τη δυναµει σου στηριξον. Μη υπο ανεµων σεισθη, µη υπο καταιγιδος θραυσθη, µη υπο εχθρου τινος εκσπασθη, µη υπο αµελειας καυσωνος φλεχθη, µη υπο ραθυµιας και µετεωρισµων
ξηρανθη, µη υπο φιλοδοξιας τελεον εξαφανισθη. Συ γαρ οιδας, ο τουτο και χαρισαµενος και κατεργασαµενος εν εµοι, οτι ενεκεν τουτου απο παντος ανθρωπου ειµι αβοηθητος, τον γαρ συνεργον µου και βοηθον, σον δε αποστολον, ως αυτος ηβουληθης απ’ εµου σωµατικως απεχωρισας. Συ γινωσκεις µου την ασθενειαν, συ επιστασαι την ταλαιπωριαν και την εις απαν αδυναµιαν µου. Τοιγαρουν δια τουτο σπλαγχνιθητι επι πλειον απο του νυν επ’ εµοι ο πολυευσπλαγχνος Κυριος. Προσπιπτω σοι απο καρδιας, ινα µη εασης µε εις το θεληµα µου, ο ποιησας τοσαυτα καλα µετ’ εµου, αλλα εν τη ση αγαπη ιδρυσον µου την ψυχην και εν ταυτη ριζωσαι την σην αγαπην ποιησον ασφαλως, ινα κατα την αχραντον και αγιαν και αψευδη σου επαγγελιαν συ ης εν εµοι καγω υπαρχω εν σοι, και σκεποµαι υπ’ αυτης καγω σκεπω και φυλαττω αυτην εν εµοι, και συ µεν βλεπεις µε, ∆εσποτα, εν αυτη καγω δε οραν σε καταξιουµαι δι’ αυτης, νυν µεν ως εν εσοπτρω, καθως ειπας, και εν αινιγµατι, τοτε δε εν ολη τη αγαπη ολον σε, τον αγαπην οντα και ουτω καλεισθαι καταξιωσαντα, οτι σοι πρεπει πασα ευχαριστια, κρατος, τιµη και προσκυνησις, τω Πατρι και τω Υιω και τω Αγιω Πνευµατι νυν και αει και εις τους ατελευτητους αιωνας των αιωνων. Αµην. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑΝΤΟΣ ΤΗΣ ΞΗΡΟΚΕΡΚΟΥ
ΕΡΓΑ
ΤΟΜΟΣ ∆ΕΥΤΕΡΟΣ (Β’)
ΒΙΒΛΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ (13) Και κατα των τιθεµενων το πρωτον επι του Πατρος.
Το περι Θεου λεγειν η φθεγγεσθαι και τα κατ᾿ αυτον ερευναν και τα ανεκφορα ποιειν εκφορα και τα πασιν ακαταληπτα ως καταληπτα υπεµφαινειν τολµηρας αν ειη και αυθαδους ψυχης ενδειγµα. Και τουτο πασχουσιν ουχ οσοι αφ᾿ εαυτων τι λεγειν τολµωσι µονον περι Θεου, αλλα και οσοι τα προς αιρετικους παλαι λαληθεντα παρα των θεσπεσιων θεολογων και γραφη παραδοθεντα αποστηθιζουσι τε και πολυπραγµονουσιν, ουχ ινα πνευµατικην τινα ωφελειαν καρπωσωνται, αλλ᾿ ινα θαυµαζωνται παρα των ακουοντων εν ποτοις και συνεδριοις και θεολογοι επιφηµιζωνται· ο και µαλλον λυπει µε και εν αδηµονια ποιει, εννοουντα το φρικτον του εγχειρηµατος και το τοις τολµητιαις αποκειµενον κριµα. Οια δε φασι των θειων κατατολµωντες! Κατα τουτο, φησι, µονον µειζων ο Πατηρ του Υιου, καθ᾿ ο αιτιος εστι της υπαρξεως του Υιου. Και η ανθυποφορα· µειζονα του Υιου τον Πατερα πως (14) φης; Οτι δη, φησι, µειζων ο Πατηρ του Υιου - λεγω δε αντι του πρωτος -· εκ του Πατρος γαρ. Ταυτα της καινης κενοφωνιας αυτων και ασυνετου θεολογιας, την αιτιαν δι᾿ ην ταυτα προς των θεολογων ελεχθησαν προς αιρετικους αγνοουντων· την γαρ δυναµιν των γεγραµµενων νοησαι µη ικανως εχοντες, κενεµβατουσιν και α λεγουσιν ως βεβαια και αληθη και ουτως εχοντα διαβεβαιουνται. Προς ους εικοτως ουκ αφ᾿ εαυτων, αλλ᾿ εκ του διδασκοντος ανθρωπον γνωσιν µυσταγωγουµενοι, τω υπηχουντι ανωθεν πειθοµενοι Πνευµατι, ειπωµεν ωδε. Ει αδιαιρετος ην, ω ουτοι, και εστι και εσται αει η παναγια Τριας, η το παν εκ του µη οντος παραγαγουσα, τις εδιδαξε, τις ενενοησε µετρα και βαθµους, πρωτον και δευτερον, µειζον και ελαττον εν αυτη; Τις τοις αθεατοις και αγνωστοις και παντη ανερµηνευτοις και ακατανοητοις ταυτα εξεθετο; Τα γαρ αει ηνωµενα και αει ωσαυτως οντα, αλληλων πρωτα ειναι ου δυνανται. Ει δε πρωτον βουλει συ τον Πατερα ειπειν του Υιου, ως εξ αυτου γεννηθεντος, και κατα τουτο µαλλον και µειζονα, λεγω σοι καγω πρωτον ειναι του Πατρος τον Υιον· ει µη γαρ ουτος εγεννηθη, ουκ αν πατηρ ο Πατηρ ωνοµαζετο. Ει δε προτασσεις ολως του Υιου τον Πατερα και πρωτον αυτον ως αιτιον της του Υιου γεννησεως ονοµαζεις, και το ειναι του Υιου αιτιον αποβαλλοµαι.
Υπονοιαν γαρ παρεχεις οτι ουκ ην ο Υιος προ του γεννηθηναι, και θελων εγεννηθη η µη θελων, και θελοντος του Πατρος η µη θελοντος, και εγνω οτι εγεννηθη και πως η ουδαµως. Ορας εις οσας ατοπιας, ινα µη λεγω βλασφηµιας, εκ των τοιουτων εµπιπτοµεν συζητησεων. Η τοινυν το πρωτον λεγειν του Υιου τον Πατερα αποδραθι, και τηνικαυτα το αιτιον λεγειν σε τον Πατερα δεξοµεθα, η τουτο σου λεγοντος, (15) τον λογον οικονοµουντες εν κρισει, το γε νυν εχον και αυτο παραιτουµεθα· τα γαρ αει, ωσπερ ειρηται, ηνωµενα και αει ωσαυτως οντα αλληλων αιτια ειναι ου δυνανται. Μη δη εννοησης προϋπαρξαι ποτε του Υιου τον Πατερα και ουτε πρωτον ουτε µειζονα καλεσεις αυτον του Υιου· το γαρ προϋπαρξαν πρωτον αν κληθησεται του εξ αυτου γεννηθεντος η προελθοντος η ποιηθεντος, ο δε µητε προων, µητε ποτε γεγονως η γενοµενος πρωτος του συναϊδιου και συναναρχου Υιου, αλλ᾿ ολος ων εν ολω τω οµοτιµω Υιω, ως και ο Υιος εν ολω τω οµοουσιω Πατρι, πως πρωτος του συναϊδιου κληθησεται; Ει δε αιτιον λεγεις του Υιου τον Πατερα, φηµι καγω, ει µη που υπονοιαν εµποιεις οτι ην ποτε ο Θεος µονος, οτε ουκ ην Υιος, και οτι εγεννησεν αυτον υστερον αιτιος γενοµενος της αυτου υπαρξεως, οπερ σε πορρω του Θεου και της αληθειας απαγει, ως ασεβουντα, και µετα των λεγοντων ασεβων τον Υιον υπο του Πατρος γεγενησθαι ποιει· τουτο γαρ και το µονον εννοησαι πασης αθεοτητος και ασεβειας εστιν. Αιτιον γαρ του γεννωµενου υιου τον πατερα ειναι επι της σωµατικης γεννησεως λεγοµεν· επι δε της θειας και ανυπαρκτου υπαρξεως και αγεννητου γεννησεως και ανυποστατου υποστασεως και υπερουσιου ουσιωσεως, η τι ετερον ειπω ουκ οιδα, ο πρωτον λεγων αναγκη και δευτερον ονοµασαι και τριτον, οπερ εν τη παναγια Τριαδι εµφασιν ολως ουκ εχει λεγεσθαι. Το γαρ µετρειν τα αµετρητα και τα αρρητα λεγειν και τα αφθεγκτα φθεγγεσθαι επισφαλες υπαρχει και επικινδυνον. Τοιγαρουν και επι της αρρητου και θειας του Θεου Λογου γεννησεως αιτιον µεν του Υιου λεγοµεν τον Πατερα, ως νουν λογου και πηγην ρευµατος και ριζαν των κλαδων αυτης, πρωτον δε ουδαµως, ινα µη τον αριθµον πλεονασωµεν, εις τρεις θεους την αδιαιρετον και µιαν θεοτητα διαιρουντες. Ουτε γαρ πρωτον, ουτε δευτερον,
ουτε τριτον, ου µειζον, ουκ ελασσον, (16) εστιν εννοησαι η ειπειν εν τη αδιαιρετω και ασυγχυτω Τριαδι· αφθεγκτα γαρ παντη και αρρητα και ακατανοητα τα της θειας και υπερουσιου φυσεως και ανθρωπινω νοΐ ακαταληπτα. Ει βουλει δε και αλλως γυµνασαι τον λογον και µαθειν ως ακαταληπτος εστιν ο εκ του µη οντος το παν ουσιωσας Θεος, καν το Πνευµα προταξης, ει γε και ουτως θεολογειν εξεστι, του Υιου και του Πατρος, ολην εν αυτω ευρησεις και των συναϊδιων ως οµοουσιων την συµφυΐαν. Και ορα ως ακαταληπτα τα της θειας φυσεως τοις ανθρωποις ηµιν. “Πνευµα, φησιν, ο Θεος” και παλιν· “Το δε πνευµα ο Κυριος εστιν”. Ει ουν πνευµα “Θεος και το πνευµα ο Κυριος εστι, που η πατροτης ενταυθα και η υιοτης, ινα και πρωτον και µειζον µοι εν τη θεια και ακαταληπτω φυσει, ω συ, καινε θεολογε, διδως και λεγης και αριθµης. Ιωαννης “Εν αρχη ην ο Λογος” εφη θεολογων, και ουχ ο Πατηρ. Συ δε, και τουτου βαθυτερα υπο της αυτοσοφιας, Ιησου, µυσταγωγηθεις, διδως ηµιν και τω κοσµω παντι το πρωτον εν τω Πατρι, ινα και δευτερον τουτου τον Υιον αποδειξης και τριτον αυθις το Πνευµα το Αγιον, κηρυσσων ηµιν ως αλλος τις θεολογος του πρωην βαθυτερος τε και τω Υιω του Θεου οικειοτερος ετερον ευαγγελιον; Της βλασφηµιας! Πως, ειπε, ο την τριθεΐαν ηµιν δογµατιζων υπουλως, ουκ ειπεν η θεολογος φωνη, ο επιστηθιος του Χριστου· “Εν αρχη ην ο Πατηρ”, αλλ᾿ “Εν αρχη ην ο Λογος”; ∆ια τι δε ουκ ειπεν ο Υιος, αλλ᾿ ο Λογος, η ινα διδαξη ηµας οτι ουτε Υιος απο τινος εγνωριζετο προ του κατελθειν και σαρκωθηναι τον Θεον Λογον, ουτε Πατηρ ο Θεος; Ουχ οτι ουκ ην η τα παντα παραγαγουσα τρισυποστατος θεοτης, αλλ᾿ οτι ουπω ην γνωρισθεν το της οικονοµιας µυστηριον. Μετα γαρ την ενανθρωπησιν του Θεου Λογου και Πατηρ ο Θεος και Πατηρ εγνωρισθη ηµιν τοις πιστοις (17) και Υιος Θεου ο σαρκωθεις δι᾿ ηµας Θεος Λογος κατα το υπο του Πατρος ανωθεν ειρηµενον· φησι γαρ· “Ουτος εστιν ο Υιος µου ο αγαπητος· αυτου ακουετε”. Και ο Υιος· “Πατερ δικαιε, και ο κοσµος σε ουκ εγνω, εγω δε σε εγνων” και αυθις· “Εγνωρισα σου το ονοµα τοις ανθρωποις” και παλιν· “Πατερ, δοξασον σου τον Υιον, ινα και ο Υιος σου δοξαση σε” και· “Εγω και ο Πατηρ
εν εσµεν”. Ει τοινυν και µετα την σαρκωσιν του Θεου Λογου εν ο Υιος και ο Πατηρ εισι, πολλω µαλλον προ της σαρκωσεως. Και σκοπει µοι συνετως των ρηµατων την δυναµιν. Λεγει γαρ· “Εγω και ο Πατηρ εν εσµεν” και προεταξεν εαυτον του Πατρος. Τι τουτο; Ινα δειξη το εν πασιν ισοτιµον και οµοδοξον εαυτου µετα του Πατρος και οτι ουτε “Πατηρ πρωτος, καν αιτιος του Υιου, ουτε δευτερος ο Υιος, καν εκ του Πατρος, ουτε τριτον το Πνευµα το Αγιον, καν εκ του Πατρος εκπορευηται. Ει γαρ εν εξ αρχης η Τριας και τουτο καλειται κατα τας υποστασεις Τριας, αρα το εν ουτε εαυτου πρωτον δυναται ειναι, ουτε των συν αυτω υποστασεων· ουδε γαρ προϋπεστη του ετερου το ετερον, ινα το προϋποσταν πρωτον του εξ αυτου λαµψαντος γενηται. Μια γαρ θεοτης η µια Τριας και τουτο δια τα προσωπα, ωσπερ ειρηται, και τας υποστασεις καλειται· επει δε µεριζεται µεν αµεριστως, ηνωται δε ασυγχυτως, µια καλειται Τριας ο Θεος, µη προϋπαρξαντος τουτων ενος ουδαµως πως, η του Πατρος αυτου του Υιου, η του Υιου αυτου του Πατρος, η των αµφοτερων του Πνευµατος, ινα και πρωτον του ετερου το ετερον γενηται· συνδροµον γαρ την αναρχον εσχον αρχην και συναΐδιον. Τοιγαρουν εις Θεος η Τριας, αφραστος, αναρχος, ακτιστος, ακαταληπτος, αµεριστος, µητε νοηθηναι παρ᾿ ηµων µητε ρηθηναι δυναµενη. Ινα δε µη τη µακρα σιωπη (18) ληθην Θεου παντελη νοσησωµεν και ως αθεοι τινες εν τω κοσµω διαξωµεν, συνεχωρηθη ηµιν κατα το εγχωρουν τη ανθρωπινη φυσει λαλειν τα περι Θεου και των θειων καθως απο των θειων αποστολων και των θεοπνευστων πατερων ηµων εδιδαχθηµεν, ως αν συνεχη την περι αυτου µνηµην αναλαµβανοντες δοξαζωµεν την αυτου αγαθοτητα και την περι ηµας φιλανθρωπον οικονοµιαν αυτου. Ηµεις δε, οι γη και σποδος, ωσπερ εαυτους οιονει αγνοησαντες εις αµετριαν επεκτεινοµενοι, τα αγγελοις και πασαις ταις ουρανιαις δυναµεσιν ακαταληπτα και ανεκφορα εξερευναν και πολυπραγµονειν, νοειν τε και επινοειν και αναπλαττειν ου φριττοµεν, αλλ᾿ ως απιστοι τινες και παντη των του Χριστου µυστηριων αµυητοι ουτω και φρονουµεν και αφειδως λαλουµεν αναισχυντω ψυχη τα περι Θεου. Ειπε ουν µοι, ω ουτος, ο τα της θειας φυσεως µη φειδοµενος ερευναν· πιστευεις οτι εστι Θεος τρισυποστατος, αναρχος,
ακτιστος, ακαταληπτος, ανεξιχνιαστος, αορατος, µητε νω καταληπτος, µητε λογω ρητος, και οτι ην αει ο αυτος, µητε αρχην ηµερων, µητε χρονων η αιωνων ποτε εσχηκως, αλλα αει ων; Ναι, φησιν. Ει ουν τουτο πιστευεις οτι ην, ωσπερ και ην, µονος Θεος η Αγια Τριας, οτε δε ηβουληθη, τον ουρανον και την γην και παντα τα εν αυτοις εκ του µη οντος εις το ειναι παρηγαγε και τας ουρανιους πασας δυναµεις εποιησεν, ειτα και τον ανθρωπον τουτων απαντων εποιησεν εσχατον, και ουδεν εστιν η των εν τω ουρανω η των επι της γης η των εν τοις καταχθονιοις ο µη παρηχθη και γεγονεν εξ ουκ οντων, µονος δε ο τουτων ποιητης και κτιστης Θεος ακτιστος, αναρχος, και αει ων και προ παντων ων, τι και αυτος ου σιωπη και φοβω τον δηµιουργον προσκυνεις, καθα πασαι των ουρανων αι δυναµεις, αλλα το εαυτον αφεις επισκεπτεσθαι, (19) την ακαταληπτον αυτου φυσιν τολµηρα και αυθαδει περιεργαζη ψυχη; Ου φριττεις µη που σκηπτος ανωθεν κατελθων παραναλωµα σε ποιησει πυρος; Ει γαρ ακτιστος, αναρχος, και αει και προ παντων ην η τρισυποστατος µονας ο Θεος, παντα δε, ειτε ορατα, ειτε αορατα, ειτε ενσωµατα, ειτε ασωµατα, ειτε γινωσκοµενα παρ᾿ ηµων, ειτε αγνοουµενα, δια της οµοουσιου και αδιαιρετου Τριαδος της µιας παρηχθη θεοτητος, πω, ειπε, τα παραχθεντα τον παραγαγοντα και τα γεγονοτα τον αει οντα, τα κτιστα τον ακτιστον, και τον αναρχον τα υστερον παρ᾿ εκεινου λαβοντα την υπαρξιν, επιγνωναι το οιος και οσος και οπως εγεννηθη ολως δυνησονται; Ουδαµως, ει µη οσον παντως ο ποιητης αυτος των ποιηθεντων εκαστω, ωσπερ δη πνοην και ζωην, ψυχην τε και νουν και λογον χαριζεται, ουτω και την περι αυτου γνωσιν φιλανθρωπως και καθ᾿ οσον συµφερει δωρησεται. Αλλως δε πως ειποις αρα το ποιηθεν εκ Θεου τον εαυτου ποιητην επιγνωναι; Αµηχανον ετερως τουτο γενεσθαι πασι παντη αδυνατον. Αλλα γαρ και το µετρον της γνωσεως κατα το µετρον της πιστεως ηµιν τοις πιστευουσιν εις αυτον δεδωκεν, ως αν η γνωσις την διχα γνωσεως πιστιν επιβεβαιωση και βεβαιωθη δια της γνωσεως ο τον λογον κατηχηθεις και πιστευσας οτι εστι Θεος, εις ον δια του λογου της διδασκαλιας επιστευσεν. Ταυτην ουν δια ποικιλων και πολυτροπων σηµειων λαµβανουσιν οι πιστοι, δι᾿ αινιγµατων, δι᾿ εσοπτρων, δια
µυστικων και ανεκφραστων ενεργειων, δια θειων αποκαλυψεων, δι᾿ ελλαµψεων αµυδρων, δια θεωριας των λογων της κτισεως, και ετερων πολλων εξ ων καθ᾿ εκαστην αυξει η πιστις των τοιουτων και εις αγαπην Θεου ανεισιν. Ου µονον δε· αλλα γαρ και πληροφορει αυτους ο Θεος, ωσπερ τους αποστολους, δια της αποστολης και παρουσιας του Αγιου Πνευµατος· (20) και φωτιζονται τελεωτερον και διδασκονται δια του φωτος, ως αρρητος και ανεκφραστος, ακτιστος και αιωνιος και αΐδιος και ακαταληπτος εστιν ο Θεος. Πασαν γαρ γνωσιν και επιγνωσιν και παντα λογον σοφιας και λογον γνωσεως µυστικωτερας, προς δε και θαυµατων ενεργειαν και προφητειας χαριν και γενη γλωσσων και ερµηνειαν γλωσσων, αντιληψεις τε και κυβερνησεις πολεων και λαου, και επιγνωσιν των µελλοντων αγαθων, και της βασιλειας των ουρανων επιτευξιν, υιοθεσιαν τε και αυτο το ενδεδυσθαι Χριστον και το ειδεναι τα µυστηρια Χριστου και το γνωναι το περι ηµας της οικονοµιας αυτου µυστηριον και απαξαπλως παντα, οσα µεν οι απιστοι αγνοουσιν, ηµεις δε, οι καταξιωθεντες ειναι πιστοι, ειδεναι και φρονειν και λεγειν δυναµεθα, δια µονου του Πνευµατος εκδιδασκονται. Εκ τουτων ουν και των τοιουτων πληροφορουµεθα και βεβαιουµεθα οτι αυτος εστιν ο τα παντα ποιησας Θεος, ο και παραγαγων ηµας χουν λαβων απο της γης, ο νουν και λογον και ψυχην νοεραν ηµιν χαρισαµενος, ο κατ᾿ εικονα και καθ᾿ οµοιωσιν αυτου ποιησας ηµας και το σκοτος της αγνωσιας αποδιωξας ηµων· και αυτος εστιν ο τα υπερ ηµας εκ των καθ᾿ ηµας αµυδρως πως καταξιωσας ως εν σκια υποδειξαι ηµιν αφ᾿ ων και εµαθοµεν, δι᾿ ων και ορωµεν, παρ᾿ ων και πιστευοµεν, οτι ωσπερ τον νουν τον ηµετερον και την ψυχην και αυτον ηµων τον ενδιαθετον λογον εν τη πλασει του σωµατος ηµων αµα παρηγαγε, - το γαρ ειπειν οτι “επλασεν ο Θεος τον ανθρωπον, χουν λαβων απο της γης, και ενεφυσησεν εις το προσωπον αυτου πνευµα ζωης και εγενετο αυτω εις ψυχην ζωσαν” δεικνυσιν οτι συνυπηρχε τη ψυχη ο νους ηµων και ο λογος, (21)µη προϋπαρξαντος ενος εξ αυτων µηδε προϋποσταντος, ως εν οντων αµα των τριων και εις εν πνευµα ζωης δοθεντων ηµιν ωσπερ ουν εν τουτοις ου προϋπηρξεν εν ουδε προϋπεστη του ετερου το ετερον, µιας ουσιας οντων και φυσεως, ουτως ουδε εν
τη αγια και οµοουσιω και οµοτιµω Τριαδι προϋπηρξε του ετερου το ετερον. Ουδε γαρ εσχε ποτε ο ποιητης της εικονος Θεος, τρισυποστατος ων, προϋποσταν των τριων εν, αλλ᾿ αµα τα τρια εν, ο Θεος, και το εν ωσαυτως αει τρια. Τουτο τοιγαρουν οµολογουντες πιστευοµεν και πασιν αλλοις οις ου τολµηρον τα περι Θεου λεγειν και ερευναν διαµαρτυροµεθα οτι εστι Θεος τρισυποστατος, Πατηρ, Υιος και Αγιον Πνευµα, η Αγια Τριας, εις ην βεβαπτισµεθα· ο εκ των εις ηµας γεγενηµενων ενεργειων και χαρισµατων του Πνευµατος και εξ αυτων των ιερων θεσµων τε και ευαγγελιων εβεβαιωθηµεν. Πως δε Τριας η ποτε η οποια και ποδαπη, η ουσα κτιστις των ολων, οι κτισθεντες ουκ ισµεν ηµεις. Ει δε ουκ ισµεν, ωσπερ ουδε οιδαµεν, ποσων εσµεν σκηπτων αξιοι, περι ων ουκ οιδαµεν λεγοντες; Το γαρ µη ον των γεγενηµενων απαντων µηδεν, µητε των ορωµενων, µητε των αορατων, πως ειδεναι δυναµεθα, ηµεις οι ορατοι και κτιστοι, οι φθαρτοι, οι αισθητοι, οι τυφλοι και αφωτιστοι; Και ταυτα, ωσπερ τειχος µεσον ηµων και Θεου των αµαρτιων ηµων προκειµενων και διειργοντων ηµας απ᾿ αυτου, ο ει µη δια µετανοιας ανελωµεν η και υπερβωµεν, ου µονον ου γνωναι Θεον δυνηθωµεν, αλλ᾿ ουδ᾿ οτι ανθρωποι εσµεν εισοµεθα. Του γαρ φραγµου ισταµενου και χωριζοντος ηµας απο του φωτος, πως εν σκοτει διαγοντες εαυτους καταµαθειν ισχυσοµεν, η οποιοι εσµεν και ποδαποι, η που και ποθεν φεροµεθα, η που απαγοµεθα και τινες εσµεν εν αληθεια επιγνωσοµεθα; Ει δε ηµας αυτους αγνοουµεν, πολλω µαλλον τον οντα ασυγκριτως υπερ ηµας. Ει γαρ µη εαυτους ηγνοουµεν, (22) ουκ αν τολµηρως περι Θεου εφθεγγοµεθα· το γαρ περι Θεου και των θειων λεγειν αφωτιστους οντας ηµας και κενους Πνευµατος Αγιου, αγνοιαν ηµων εαυτων εµφανιζει. Και εικοτως· ει γαρ εαυτους ακριβως εγινωσκοµεν, ουδε εις ουρανον ατενισαι, ουδε το φως του κοσµου τουτου βλεπειν, ουδε πατειν την γην αυτην αξιους αν ηµας εαυτους ελογισαµεθα πωποτε, αλλ᾿ υπο γην κατορυξαι προεθυµηθηµεν αν. Τι γαρ ακαθαρτοτερον, ειπε µοι, του µετα οιησεως και υπερηφανιας διδασκειν επιχειρουντος τα του Πνευµατος ανευ Πνευµατος; Τι µιαρωτερον του µη µετανοησαντος και προκαθαραντος εαυτον, αλλα τουτο µεν αφεντος, δια µονης δε
της ψευδωνυµου γνωσεως και της εξω σοφιας βουλοµενου θεολογειν και περι των οντων και αει ωσαυτως οντων τολµηρως διαλεγεσθαι; Ει γαρ και µηδεν ετερον αµαρτησας εστιν, οπερ αδυνατον, τουτο δε αυτο µονον υποδικον κρισεως αιωνιου καθιστησι τον τοιουτον, επειδη “ακαθαρτος παρα Κυριω πας υψηλοκαρδιος”. Εις τοσουτον γαρ ανοιας εξωκειλαν των τοιουτων τινες, ωστε µηδε λεγειν µηδε νοµιζειν ηµαρτηκεναι αυτους. Της µανιας! Ουδεις αναµαρτητος, ει µη εις ο Θεος· “Παντες γαρ” φησιν “ηµαρτον” ο θειος Αποστολος, “και υστερουνται της δοξης του Θεου, δικαιουµενοι δωρεαν τη αυτου χαριτι”. Ει δε, κατα το οσιον λογιον, ουδεις αναµαρτητος ει µη εις ο Θεος και παντες ηµαρτον και υστερουνται της δοξης του Θεου, ο λεγων µη ηµαρτηκεναι, ως ειποντι· “Θησω τον θρονον µου επι των νεφελων και εσοµαι οµοιος τω Υψιστω”. Ει δε ηµαρτηκεναι οµολογεις, δειξον µοι την γνησιαν υπερ των ηµαρτηµενων εξοµολογησιν, την προς τον αναδεξαµενον σου τους λογισµους πνευµατικον πατερα πιστιν ειλικρινη, την υποταγην, την (23) εν τοις ευτελεσιν εργοις υπακοην, την εν τοις υποδεεστεροις των αδελφων υπηρεσιαν, την εν τοις ασθενουσι διακονιαν, ετι δε την απο ψυχης ταπεινωσιν, το ασχηµατιστον, το απλαστον και ανυποκριτον ηθος. Και ει ενδιαθετω γνωµη ψυχης υποκατω παντων εαυτον εσχες, οθεν η διηνεκης κατανυξις και τα χαροποια δακρυα τικτονται, αφ᾿ ων και δι᾿ ων η καθαρσις επιγινεται της ψυχης τω σπουδαιω και η των του Θεου µυστηριων επιγνωσις, και τοτε λαλει περι θειων και ανθρωπινων πραγµατων, καγω σου των λογων γνωρισω την δυναµιν. Ο γαρ καρπος και το εργον της µετανοιας ταυτα εισιν, α την µεν αγνοιαν αποδιωκουσι, την δε γνωσιν οµου προστιθεασι· γνωσιν δε λεγω την περι ηµας πρωτον και των καθ᾿ ηµας, επειτα των υπερ ηµας και των θειων των τοις αµετανοητοις αθεατων και αγνωστων µυστηριων, φηµι δη της καθ᾿ ηµας πιστεως, ην ουδεις αν πλουτηση προ της εργασιας των ειρηµενων, ει και πασαν εγκυκλιον διελθοι φιλοσοφιαν· ει δε µη ταυτης εν µετοχη γενηται πλουσια εν σκοτει βαθυτατω διαξει της αγνωσιας τον της ζωης αυτου χρονον. Ει γαρ και εν γραµµασι κεινται και παρα παντων τα θεια και περι των θειων πασιν αναγινωσκονται,
αλλα µονοις εκεινοις ταυτα αποκαλυπτονται τοις θερµως µετανοησασι και δια της ειλικρινους µετανιας καλως καθαρθεισι, και τοσουτον, καθ᾿ οσον η αναλογια και το µετρον υπαρχει της αυτων µετανοιας οµου και καθαρσεως· οις και φανερουνται τα βαθη του Πνευµατος και αφ᾿ ων ο λογος πηγαζει της του Θεου σοφιας και γνωσεως, ως ποταµος πολυρρους κατακλυζων τας φρενας των εναντιων. Τοις δε γε αλλοις απασιν αγνωστα και κεκρυµµενα υπαρχει και µηδολως αναπτυσσοµενα υπο του διανοιγοντος τον νουν των πιστων εις το συνιεναι τας γραφας. Και εικοτως· “Το γαρ µυστηριον µου, (24) φησιν, εµοι και τοις εµοις”. Τοινυν και δοκουσι βλεπειν µη βλεποντες οι τοιουτοι και ακουειν µηδολως ακουοντες και συνιεναι ασυνετοι οντες, αισθησιν των αναγινωσκοµενων λαβειν µη δυναµενοι. Και καθαπερ εκαστος των απιστων φρονειν οιεται µη φρονων, και ειδεναι τι δοκει µηδεν ολως ειδως, - ει τι γαρ και οιδε, κακως οιδεν, ο και χειρον πασης αγνωσιας εστιν – ουτως, οιµαι, και ουτοι. ∆οκουντες γαρ ειναι σοφοι, µωροι τω οντι γεγονασιν, ωσπερ εξεστηκοτες και εκφρονες τας εαυτων ηµερας οι δυστυχεις διερχοµενοι και µηδεν των του Χριστου µυστηριων ειδοτες, ως δει· ων της οιησεως και υπερηφανιας ρυσαιτο ηµας ο Θεος Ισραηλ και µιµητας γενεσθαι της αυτου ταπεινωσεως αξιωσοι. Ταυτης ουν της οδου, φηµι δη της µακαριας ταπεινοφροσυνης, ο παρεκλινων και εξω που, δεξια τυχον η αριστερα, βαδιζων και προευοµενος και τοις ιχνεσι του Ιησου και Θεου µη καταδεχοµενος επεσθαι, πως εις τον νυµφωνα αυτου συν αυτω εισελευσεται; Μη θεασαµενος δε ταυτην, πως τα κατ᾿ αυτην η τα περι αυτην αλλοις εκδιηγησεται; Πως περι ων ουκ οιδε και ουκ εθεασατο πωποτε ειπειν καθολου τολµησειεν; Ει δ᾿ επιχειρησειε περι τοιουτων και τηλικουτων διδασκειν, αρα του τοιουτου ανθρωπου εστιν επι της γης αφρονεστερος; Αρα ουχι και αυτων των τετραποδων κτηνων αλογωτερος εσται και πανταπασι κτηνωδεστερος; Παντα γαρ, ως οραται, τα αλογα ζωα την εαυτων φυλαττει και φυσιν και ταξιν, και τους ιδιους ορους εκαστον αυτων ουχ υπερβαινει ποτε. Ουτος δε ο χειρι Θεου πλασθεις, ο λογω και αυτεξουσιοτητι παρ᾿ αυτου τιµηθεις, ουκ εις δεον εχρησατο τη αξια, ουδε την ιδιαν επεγνω ασθενειαν,
ουδε ενεµεινεν εν τοις υπο του Θεου εντεθεισι τη φυσει αυτου αγαθοις, ουδε εντος των ιδιων ορων εστη (25) η τα εαυτου συνηκεν· αλλ᾿ ως ο Εωσφορος η και ο Αδαµ υστερον, ο µεν αγγελος ων, ο δε ανθρωπος, κατεπαρθεντες του ποιητου, θεοι γενεσθαι προεθυµηθησαν, ουτως οιµοι και ουτος, τους ορους της ιδιας φυσεως υπερβας και των υπερ αυτον επιθυµησας και φαντασθεις, ου δια ταπεινωσεως και χριστοµιµητου πολιτειας προς υψος πνευµατικης γνωσεως ανελθειν ηβουληθη, αλλα δια υπερηφανιας και επαρσεως· οιονει πλινθους της ψευδωνυµου γνωσεως αλλοθεν αλλους συλλεξας και δι᾿ επιµονου µελετης εξοπτησας αυτους, δια φιλοδοξιας τε και ανθρωπαρεσκειας µετα οιησεως οικοδοµησας αυτους, πυργον θεολογιας και πνευµατικης γνωσεως κτησασθαι προσεδοκησε· προς δε, και εις ουρανους η και υπερ τους ουρανους ειναι οιοµενος και υπερανω αυτων ιστασθαι φανταζοµενος, περι του ποιησαντος τον ουρανον και την γην και παντα τα εν αυτοις διαλεγεται. Τον τοιουτον ουν τις αρα καλεσειεν ανθρωπον, η των κτηνων αυτων ισον η ολως αισθησιν εχοντα; Ει γαρ ο κατ᾿ εικονα Θεου πλασθεις ανθρωπος και καταξιωθεις ισαγγελου και αθανατου ζωης, δια µιας εντολης Θεου παραβασιν ου µονον της αγγελικης εκεινης διαγωγης, αλλα και της αιωνιου ζωης, δικαιως απεστερηθη, θανατω και φθορα και καταρα καταδικασθεις, τι πεισονται αρα οι εξ αυτου γεννωµενοι απαντες και ετι του χοϊκου την εικονα φορουντες και θεολογειν αναγνως επιχειρουντες; Αλλα γαρ ειπε µοι, πας τις ο περι Θεου και των θειων µη διδασκεσθαι, αλλα διδασκειν επιχειρων, ει εκ του αδου πρωτον ανηλθες και προς τη γη γεγονας, και πως τουτο σοι παθειν εξεγενετο, και δια ποιων των επιστηριγµατων και επιβασεων, δια τινων δε και οποιων των συνεργησαντων και βοηθησαντων προς την αναβασιν. Ανελθων δε οδωδως και βρυων φθοραν, µαλλον δε υπο του θανατου (26) κρατουµενος και νεκρος ων ετι, πως εζησας και ισχυροτερος γεγονας του θανατου και τας εκεινου χειρας διαδραναι εξισχυσας; Φρασον ουν ηµιν και ειθ᾿ ουτως ερεις παντως και πως µετα το ανελθειν εκ του αδου και επιβηναι τη γη της τε φθορας απηλλαγης και της καταρας ηλευθερωθης. Ειτα διδαξεις ηµας πως παλιν ανηχθης απο της
γης, ποιαις χρησαµενος βαθµισι, ποιοις πτεροις πετασθεις υψωθης προς ουρανους, ποιου αρµατος επιβας, εν σωµατι ων χωρις σωµατος, υπερεβης αυτους, ποια σε νεφελη υπελαβε. ∆ειξον ηµιν ταυτα και διδαξον υπερ των τοιουτων ηµας και τοτε δεξοµεθα σε περι Θεου µετριως πως και µετα φοβου και τροµου λεγοντα. Ει δε χωρις των ειρηµενων τουτων, των αει µυστικως γινοµενων εν τοις εις ανδρα τελειον εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος αναδεδραµηκοσι Χριστου, και προ της πραξεως των εντεταλµενων υπο Θεου φθεγξασθαι τολµηρως επιχειρησεις, ως µαινοµενον και εκφρονα και δαιµονωντα σε αποστραφησοµεθα, επειδη ουτε Ηλιας ανευ του φλογερου αρµατος εκεινου σωµατικως προς ουρανον ηρθη, ουτε ο ∆εσποτης ηµων και Θεος ανευ της υπολαβουσης αυτον νεφελης του Πνευµατος. Καιτοι και τον Ηλιαν αυτον διχα του οφθεντος αρµατος, ωσπερ τον Ενωχ, µεταθειναι απο της γης εις ουρανον ισχυε και αυτος παλιν ο ∆εσποτης ανευ νεφελης και των συνεποµενων αγγελων εις ουρανους ανελθειν ηδυνατο, αλλα τουτο ου ποιει. Τι τουτο; Ινα διδαξη ηµας οτι και ο νους ηµων δεεται τινος παντως του αναφεροντος αυτον εις τον ουρανον και τα εκεισε θεαµατα υποδεικνυοντος αυτω και τα µυστηρια του Θεου εκκαλυπτοντος· ως γαρ ουκ ενδεχεται ανευ πτερυγων εις υψος πετασθηναι πτηνον, ουτως ουδε νουν ανθρωπου αναβηναι (27) προς τα εξ ων εξεπεσεν, ει µη τον προαγοντα και αναφεροντα αυτον σχη. Αλλως δε και ινα δι᾿ αυτων των εργων πιστωσηται την του δουλου και την ιδιαν ο ∆εσποτης αναληψιν και εις ουρανους ανοδον και διδαξη ηµας µη λογοις µονοις εξαπατασθαι και παντα ανθρωπον πιστευειν πνευµατικον εαυτον ειναι λεγοντα, αλλα απο του βιου και των πραξεων αυτου προτερον βεβαιουµενους, και µαλιστα εαν ταις του Κυριου και των αποστολων και των αγιων πατερων διδασκαλιαις συναδωσιν οι λογοι αυτου και αι πραξεις, και τηνικαυτα προσδεχεσθαι και ακουειν τους λογους αυτου ως λογους Χριστου· ει δ᾿ ουν, αλλ᾿ ει και νεκρους ανιστα, καν µυρια αλλα θαυµατα επιδεικνυται, ως δαιµονα αυτον αποστρεφεσθαι και µισειν, και µαλιστα οταν νουθετουµενον µη καταδεχοµενον ορωµεν µεταθειναι το ιδιον φρονηµα, ελλ᾿ ετι
εµµενοντα τη πεπλανηµενη γνωσει αυτου και εις ουρανους οιοµενον το πολιτευµα και την διαγωγην εχειν. Ουτω γαρ ανωθεν υπο των αποστολων Χριστου και των θεσπεσιων πατερων ηµων της θεοπνευστου µυσταγωγηθεντες διδασκαλιας, αποτρεποµεθα τας διακενους των εις µηδεν ετερον ευκαιρουντων, η εις το περιεργαζεσθαι και πολυπραγµονειν τα και αγγελοις ανεφικτα, κενοφωνιας· κρατουµεν δε την οµολογιαν ηµων της πιστεως ασινη και ακραδαντον, ην ανωθεν παρ᾿ αυτων παρελαβοµεν, την εν Πατρι και Υιω και Αγιω Πνευµατι της µιας θεοτητος και ασυγχυτου και αδιαιρετου Τριαδος, εν η βεβαπτισµεθα, δι᾿ ης και ζωµεν και γινωσκοµεν και νοουµεν, υφ᾿ ην και εσµεν και εις αιωνας αιωνων εσοµεθα, ως εξ αυτης εσχηκοτες το ειναι και το ευ ειναι της το παν εξ ουκ οντων παραγαγουσης σοφια, µεθ᾿ ης και µετασταιηµεν των ενταυθα εις γαληνους λιµενας ζωης ακηρατου, ενθα παντων ευφραινοµενων η κατοικια και ο χωρος (28) των εορταζοντων εν Πνευµατι, η πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις, νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην.
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ∆ΕΥΤΕΡΟΣ (29) Και κατα των επιχειρουντων θεολογειν ανευ Πνευµατος. Ο ανωθεν ειληφως την του Θεου αινεσιν εν τω στοµατι δια παντος περιφερειν, ο ανοιγων το στοµα αυτου και ελκυων πνευµα ζωης, ευρυχωροτερον σπουδαζει τουτο καθ᾿ ωραν ποιειν εις αφθονωτεραν υποδοχην του λογου της ζωης, ος εστιν ο αρτος ο εκ του ουρανου καταβαινων, περι ου ειρηται· “Πλατυνον το στοµα σου και πληρωσω αυτο”. Τοινυν και ο γενεσθαι τοιουτος αξιωθεις απο του Θεου δυναται εντετυπωµενην απαξ και οιονει εσφραγισµενην τω ηγεµονικω της ψυχης την περι Θεου εννοιαν εχειν δια παντος ενυπαρχουσαν τη ψυχη, δυναται δε και κατα την αποστολικην υποθηκην παντοτε χαιρειν, αδιαλειπτως προσευχεσθαι, εν παντι ευχαριστειν, παντα εις δοξαν Θεου ποιειν, καν ειτε εσθιη, καν ειτε πινη, υπο του αρτου δηλαδη της ζωης διηνεκως τρεφοµενος τε και δυναµουµενος. Του τοιουτου καθευδοντος η καρδια
εγρηγορε και εγρηγοροτος ουδεποτε του Θεου καθ᾿ οιονδηποτε τροπον χωριζεται· και τουτο δηλων ο Αποστολος λεγει· “Ο κολλωµενος τη γυναικι εν σωµα εστι και ο κολλωµενος τω Κυριω εν πνευµα εστι”. “Πνευµα γαρ ο Θεος και τους προσκυνουντας αυτον εν πνευµατι ( 30) και αληθεια δει προσκυνειν”. Τοιγαρουν και ο ουτω συναφθεις πενυµατικως τω Θεω, ωστε εν πνευµα γενεσθαι µετ᾿ αυτου, αµαρτανειν ου δυναται· φησι γαρ η θεολογος φωνη· “Εις τουτο εφανερωθη ο Υιος του Θεου, ινα τας αµαρτιας ηµων αρη και αµαρτια εν αυτω ουκ εστι· πας ο εν αυτω µενων ουχ αµαρτανει, πας ο αµαρτανων ουχ εωρακεν αυτον ουδε εγνωκεν αυτον”. Και παλιν· “Πας ο γεγενηµενος εκ του Θεου αµαρτιαν ου ποιει, οτι σπερµα αυτου εν αυτω µενει, και ου δυναται αµαρτανειν οτι εκ Θεου γεγεννηται”. Ει ουν πας ο αµαρτανων τον Θεον ουχ εωρακεν ουδε εγνωκεν αυτον, ο δε γεγεννηµενος εκ του Θεου αµαρτιαν ου ποιει, τεκνον χρηµατιζων αυτου, θαυµαζειν µοι επεισιν επι τους πολλους των ανθρωπων, οι προ του γεννηθηναι εκ του Θεου και τεκνα χρηµατισαι αυτου θεολογειν και περι Θεου λεγειν ου φριττουσι. ∆ια δη τουτο και οταν περι θειων και ανεφικτων πραγµατων ακουω τουτων τινας φιλοσοφουντας και αναγνως θεολογουντας και τα περι Θεου και τα κατ᾿ αυτον εξηγουµενους ανευ του συνετιζοντος Πνευµατος, φριττει µου το πνευµα και οιονει εξω εµαυτου γινοµαι, αναλογιζοµενος και σκοπων το πασιν ακαταληπτον της θεοτητος και οπως, τα εν ποσιν αγνοουντες και αυτους ηµας, περι των ανεφικτων ηµιν αφοβια Θεου και τολµη φιλοσοφειν προθυµουµεθα, και ταυτα κενοι Πνευµατος οντες του ταυτα φωτιζοντος η και αναπτυσσοντος και αυτο τουτο το περι Θεου λεγειν τι αµαρτανοντες. Ει γαρ το γνωναι µονον εκαστον εαυτον χαλεπον και κοµιδη ολιγοις φιλοσοφουµενον, µικρου δε ουδ᾿ ολιγοις εν τω καιρω τουτω και τη γενεα ταυτη, ηνικα και ο της φιλοσοφιας ερως εσβεσθη τη βιαια φορα και αντιπνευσει της κατασχουσης ηµας αµελειας και των πραγµατων του βιου, ανταλλαττοµενοις των αιωνιων τα µηδενος αξια και µηκετ᾿ οντα (31) η ουδαµως οντα, αλλοτε αλλως µετατυπουµενα και ορον µη εχοντα στασεως, πολλω µαλλον το γνωναι Θεον χαλεπωτερον και προσετι παντη αλογον
και ασυνετον και φυσιν Θεου και ουσιαν εξερευναν. Αλλα τι τα εαυτων αφεντες, ω ουτοι, καλως διατιθεσθαι, τα περι Θεου και των θειων εξερευνατε; Μεταβηναι δει πρωτον ηµας εκ του θανατου εις την ζωην, ειθ᾿ ουτω δεξασθαι σπερµα εν εαυτοις ανωθεν του ζωντος Θεου και γεννηθηναι υπ᾿ αυτου, ως χρηµατισαι τεκνα αυτου, και ελκυσαι Πνευµα εν τοις εγκατοις και ουτως ελλαµποµενους τα περι Θεου φθεγγεσθαι, καθοσον οιον τε και απο Θεου ελλαµποµεθα. Το δε νυν εχον πιστευε µοι εις ενα Θεον, ο και ουτω θεολογειν εφιεµενος, τον µη παρ᾿ ετερου γεγονοτα τινος (ουδε γαρ ην προ αυτου τι πρεσβυτερον ουτε γεγονε), µητε πεποιηκοτα εαυτον, ως τινες των λιαν ανοητων υπελαβον (αυτοµατως γαρ το µη ον γενεσθαι αδυνατον), τον αει οντα και προοντα και αϊδιως εσοµενον ενα Θεον εν τρισιν υποστασεσιν. Ουδε γαρ ανυποστατον τον ενυποστατον και τρισυποστατον φαιη τις αν, πρεσβευων ορθως την αληθειαν, αλλ᾿ εκ των κατ᾿ αυτον τα υπερ αυτον διδασκοµενος εν τρισιν οµοουσιοις προσωποις προσκυνει την µιαν θεοτητα. Ει γαρ το κατ᾿ εικονα τοις παθεσι µη συνεχεε τε και συνεζοφωσε, πρωτον µεν επιγνους επισταται εαυτον οτι δη ψυχην ζωσαν και ενυποστατον παρα του κτισαντος ειληφεν, αυτη δε τριµερης εστι, νουν και λογον τα συνεποµενα εχουσα· και ουτως εκ των κατ᾿ αυτον τα περι Θεου νω σοφωτατω και λαµπροτατω νοει. Κινειται γαρ νοειν απο του κινουντος ανωθεν Πνευµατος οτι δη ο Θεος και Πατηρ, ο το παν εξ ουκ οντων τω εαυτου Λογω υποστησαµενος και δυναµει του Πνευµατος αυτου συνεχων αυτο και διακρατων, γεννα τον οµοουσιον αχρονως και αϊδιως Υιον (32) µηδαµως εξ αυτου χωριζοµενον, µεθ᾿ ου και το θειον Πνευµα συνεκπορευεται, οµουσιον ον τω Υιω, εξ οµοουσιου Πατρος. Ουτω δε καλως περι Θεου νοων και αµα οµολογων, κατ᾿ εικονα του κτισαντος εαυτον αποδεικνυσι ψυχην λογικην τε και νοεραν και αθανατον περιφεροντα, νω και λογω τοις οµοουσιοις και ενυποστατοις δεδηµιουργηµενην· ει δ᾿ ουν, αλλ᾿ ανουν παντως και αλογον κατηγορει εαυτον. Ποθεν γαρ αν αλλοθεν και εκ ποιων αρα των χαρακτηρων κατ᾿ εικονα του κτισαντος εσται, των θειων εµπιπτων ιδιωµατων; Ει δε ταυτα µεν τις εαυτω προσµαρτυρει και ορθως επιγραφεται, τον δε ποιητην εαυτου και Θεον αλογως
των ειρηµενων αποστερει το γε εφ᾿ εαυτον, ουδεν µοι των εθνικων διενηνοχε ο τοιουτος· οκνω γαρ ειπειν κτηνων η ερπετων και θηριων. Εγωγε ουν πιστευω οτι, ωσπερ ου προϋπεστη η προϋφισταται η ψυχη του νοος η ο νους του εξ αυτου γεννωµενου λογου, αλλ᾿ αµα µεν εχουσι το ειναι υπο Θεου, ο δε νους τον λογον απογεννα και εξαγει δι᾿ αυτου την βουλησιν της ψυχης, ουτως ουδε ο Πατηρ και Θεος, η του Υιου, η του Πνευµατος προϋπεστη, αλλ᾿ ως ο νους υπαρχει εν τη ψυχη τον δε λογον εχει παρ᾿ εαυτω, τω οµοιω τροπω ο Θεος και Πατηρ εν ολω υπαρχει Πνευµατι τω Αγιω και τον Θεον Λογον γεγεννηµενον εχει ολον εν εαυτω· και καθαπερ αδυνατον διχα ψυχης λογον η νουν ειναι, ουτως αµηχανον Υιον συν Πατρι ανευ Αγιου λεγεσθαι Πνευµατος. Πως γαρ τον ζωντα Θεον διχα ζωης υπαρξαι ποτε; Ζωη γαρ και ζωοποιον το Πνευµα το Αγιον. Τοιγαρουν οµολογει µοι τον Πατερα ου προοντα γεννωντα, τον Υιον ουχ υστερον γεννηθεντα η γεγονοτα, το Πνευµα το Αγιον εκπορευτον µεν, συναΐδιον δε και οµοουσιον αυτω συν Υιω τω Πατρι· προσκυνει ολον το Αγιον Πνευµα εν ολω και µονω τω συναναρχω Πατρι, (33) και ολον τον Πατερα εν ολω και µονω τω συναϊδιω Υιω και ολον τον Υιον εν ολω και µονω τω Πατρι και τω Πνευµατι, την µιαν τρισυποστατον και συναΐδιον και οµοουσιον, αδιαιρετον τε και ασυγχυτον ουσιαν και φυσιν, ως µιαν των ολων αρχην και ενα Θεον τον δηµιουργον του παντος, επειδη και εν ολω τω ενυπαρχοντι σοι νω, ιν᾿ εκ των κατα σε τα υπερ σε µυσταγωγουµενος της εικονος µη επιλαθη, ης προς αυτου ηξιωθης, ολος ο λογος εστι και το πνευµα εν τοις δυσιν η ψυχη αδιαιρετως, ασυγχυτως. Τουτο γαρ η εικων και τουτο πεπλουτηκαµεν ανωθεν το αφοµοιωθηναι Θεω τω Πατρι και την εικονα φερειν του γεγεννηκοτος και κτισαντος· ταυτη γαρ και ανθρωπον προσκυνουντες µιαν αυτω προσαγοµεν την τιµην, ως νουν εχοντι και εµψυχω και λογικω, ου διαιρουντες η προτιµωντες τουτων εν των τριων, αλλ᾿ ως αδιαιρετα εχοντι τα τρια εν εαυτω και ασυγχυτα· και ουχ ως τρια οντα, αλλ᾿ ως ανθρωπον ενα, προσκυνουµεν και τιµωµεν αυτον δια την κοινην εικονα του κτισαντος.
Ουτω µοι εκ των θειων ιδιωµατων ων επιφερη νοων και τα περι Θεου του ταυτα σοι δωρησαµενου, ως ενα Θεον ευσεβως την αγιαν και οµοουσιον και συναναρχον προσκυνει Τριαδα και ορα οιοις σε τετιµηκεν ο Θεος αγαθοις, δηµιουργησας σε κατ᾿ εικονα αυτου και τοις αυτου συνδοξασας σε ιδιωµασιν. Ισοτιµον οµολογουµεν και οµοουσιον και οµοδυναµον τον Πατερα συν Υιω και τω Πνευµατι, την Αγιαν Τριαδα, ως µιαν αρχην και εξουσιαν και κυριοτητα· ισοτιµον ισθι και οµοτιµον και οµοουσιον τον εν σοι νουν συν τω λογω και τη ψυχη, ως µιας οντα ουσιας και φυσεως. Τουτο γαρ η τιµη και το ειναι απο Θεου, ιν᾿ ως πατερα και δηµιουργον οι εξ αυτου γεννηθεντες και γεγονοτες γνωριζωµεν και σεβωµεθα τον Θεον. Τοινυν και ει ενος λειπετε τουτων ο ανθρωπος των τριων, ανθρωπος ειναι ου δυναται· καν γαρ τον νουν συστειλης, συνεστειλες αυτω και τον λογον και εσται ανους και αλογος· (34) καν την ψυχην, συνανειλες ταυτη τον νουν και τον λογον· καν µονον ενδιαθετον λογον, ανενεργητον το ολον ζωον πεποιηκας. Νους γαρ µη προϊεµενος λογον ουδε λογον ετερου εισδεξεται· πως γαρ, ο απαξ κωφευθεις και της οικειας παρακινηθεις φυσεως; Καθαπερ γαρ το αναπνειν ηµεις φυσικως εχοµεν και το πνευµα εν ηµιν αυτοις, και εαν µη, αλλ᾿ εκλειποµεν αµα, ουτω και ο νους το λογιστικον φυσικως εχειν εν εαυτω, ου µην αλλα γαρ και το τον λογον απογενναν· εαν ουν του φυσικως απογενναν στερηθη, οιονει τεµνοµενος και διχοτοµουµενος του συνοντος αυτω λογου, νεκρουται και εις ουδεν εστι χρησιµος. Και ινα σαφεστερον, ο λεγω, εκ των σωµατικως επισυµβαινοντων ποιησωµαι, εικονα του λογου την ωδινουσαν τεκειν ληψοµαι. Καθαπερ ουν η συλλαβουσα το βρεφος γυνη, εαν µη εις τον επιτηδειον φυσικως τεκη καιρον, συν αυτω < τω > εµβρυω απολλυται, ουτω δη και ο ηµετερος νους το γενναν αει τον λογον φυσικως λαβων εκ Θεου, ον αδιαιρετον εχει και συνουσιωµενον εν εαυτω, εαν τουτον ανελης, συνανειλες και τον τουτου γεννητορα. Μεταβηθι τοιγαρουν, ει δοκει, τη διανοια προς τα πρωτοτυπα και µαθε ακριβως οτι ο τον Υιον του Θεου απαρνουµενος και αυτον απαρνειται τον τουτου γεννητορα. Ο δε τον Πατερα και τον Υιον απαρνουµενος, πως ουχι και του Αγιου Πνευµατος
αρνητην εαυτον και µη βουλοµενος αποδεικνυσιν; Ο τοινυν η µειζονα η ελαττονα ενα τουτων των αλλων προσωπων αποκαλων, ουπω του βυθου των παθων την κεφαλην του νοος ανενηξατο, ινα δυνηθη βλεψαι τοις νοεροις οφθαλµοις και επιγνωναι καλως εαυτον κακειθεν µαθειν οτι, ως ουκ εστι µειζων ο νους της ψυχης, ουδε η ψυχη του νοος, ουδε ο λογος των αµφοτερων µειζων η ελαττων, ουτως ουδε ο Πατηρ του Υιου, η ο Υιος του Πατρος, η το Πνευµα το Αγιον τουτων δη των συναναρχων και οµοτιµων µειζον η ελαττον εστιν· ολως γαρ ταυτα εν τη αγια και οµοτιµω Τριαδι ου χρη εννοειν. (35) Εννοει µοι, ανθρωπε, τα υπερ σε εκ των κατα σε και αφ᾿ ων εικων εδειχθης Θεου· των αλλων απαντων κτισµατων υπερτιµηθεις τη του λογου αξια, δι᾿ ου και αρχεις και βασιλευεις αυτων, ισθι οτι, ωσπερ ο νους ο ανθρωπινος δια του λογου – καλον γαρ αει και δια παντος του λογου εν τοις αυτοις διατριβειν, ως αν δυνηθης τρανωθηναι τα αισθητηρια και γνωναι καλως τα εν σοι κεκρυµµενα της βασιλειας µυστηρια – και η ψυχη δια των δυο τουτων γνωριζεται, ουτω και ο Θεος και Πατηρ δια του µονογενους Υιου και Λογου αυτου, και το Πνευµα το Αγιον δια των συναϊδιων Πατρος και Υιου εγνωρισθη ηµιν τοις πιστοις και γνωριζεται. Και καθαπερ του νου τον λογον γεννωντος, το της ψυχης θεληµα, ως κοινον αµφοτερων, τοις ακουουσι γνωριµον γινεται η δια ζωσης φωνης η δια γραµµατων, µη συγχεοµενων αυτων δηλαδη η διαιρουµενων εις τρια, αλλ᾿ εν ενι εκαστω αµα των τριων νοουµενων η ορωµενων εν µια τη ουσια και εν ενι τω θεληµατι, ουτω µοι νοει και ευσεβως οµολογει και επι της αγιας και οµοουσιου και αδιαιρετου Τριαδος τον µεν Πατερα γενναν αφραστως τον Θεον Λογον, ον εν αρχη εσχεν εν εαυτω και εχει γεγεννηµενον αχωριστως και υπερ λογον, τον δε Υιον γεννασθαι τον αει αδιαιρετως προς τον γεννωντα Πατερα οντα συναϊδιως και µηδαµως εξ αυτου χωριζοµενον, το δε Αγιον Πνευµα εκ του Πατρος εκπορευεσθαι συµφυες ον και συνηνωµενον τοις οµοουσιοις Πατρι τε και Υιω, ως συµπροσκυνουµενον και συνδοξαζοµενον αυτοις παρα πασης πνοης. Τουτων εν και το αυτο θεληµα γνωριζε, επειδη ουτω πασι τοις ελλαµποµενοις ανωθεν και ηµιν τοις ταπεινοις
γνωριζοµενον τε και αποκαλυπτοµενον εστιν εν Αγιω Πνευµατι ευδοκια του Πατρος δι᾿ Υιου. Τουτων την υπερουσιον ουσιαν της µιας θεοτητος τε και βασιλειας - ινα παλιν επι τοις αυτοις γενωµαι, τη µνηµη και τω λογω αγιαζοµενος – (36) τρισυποστατον πιστευε και πιστευων συνοµολογει µοι τρανως και ανυποστολως, ως µητε εις εν συγχεοµενων των τριων υποστασεων, µητε διαιρουµενων εις τρια των φυσικως ηνωµενων· εν γαρ ενι τουτων εκαστω τα συναµφοτερα νοουµενα καθορωνται, εν µια τη ουσια και φυσει και δοξη και ενι θεληµατι. Ταυτα ενα Θεον πιστευε, παντων ποιητην και δηµιουργον ορατων τε και αορατων. Ο γαρ πιστευων οτι ο Θεος παντων εστι ποιητης και οτι τα παντα εξ ουκ οντων παρηγαγε, τα τε εν ουρανω, τα τε επι της γης και τα εν τοις καταχθονιοις, υπο Θεου κτισθεις, µενει των ιδιων ορων εντος, τον πεποιηκοτα γινωσκων· και προς αυτον τον γενεσιουργον απο της καλλονης αναγοµενος των κτισµατων, ανυµνει και δοξαζει αυτον ως δηµιουργον των απαντων και ουδαµως την ακαταληπτον αυτου φυσιν περιεργαζεται. Οιδε γαρ κτισµα εαυτον εκεινου και ταλλα παντα, ως ειρηται, αυτον δε τον του παντος ποιητην, ακτιστον, αναρχον, ακαταληπτον, ανερµηνευτον, ανεξιχνιαστον, αει οντα και προοντα. Ου γαρ ην χρονος ποτε, οτε ουκ ην ο Θεος, - τους γαρ αιωνας αυτος εποιησε και προ πασης αρχης αυτος ην, ως µητε αρχην περι αυτον εννοεισθαι µητε τελος ευρισκεσθαι - αλλ᾿ ην µεν αναρχος, εστι δε των ολων αρχη και εσται αϊδιως εις απειρους και ατελευτητους αιωνας ο απροσιτος, ο αορατος, ο ανεκδιηγητος, ο αφραστος, ο πασιν ακατανοητος τοις υπ᾿ αυτου γενοµενοις, ος και ηγνοηθη ηµιν περι πολλους προτερον θεους πλανωµενοις και λατρευουσι τη κτισει και προσκυνουσιν ειδωλοις, γηΐνοις ουσιν ετι και ταπεινοις, ος και κατελεησας ηµων την αγνοιαν, τοσουτον συγκατεβη τη ασθενεια ηµων, οσον ινα γνωµεν οτι εστι Θεος τελεια Τριας, εν Πατρι και Υιω και Αγιω Πνευµατι ευσεβως οφειλουσι προσκυνεισθαι. (37) Οποια δε εστι τη ουσια, η ποδαπη τη ιδεα, η που, η ποση τω µεγεθει, η πως τη συνουσια η τη ενωσει, ου µονον ουκ ανθρωποις εννοησαι γεγονε ποτε, αλλ᾿ ουδε ταις ανω δυναµεσι καταληπτον εξεγενετο το της υπερουσιου φυσεως ακαταληπτον.
Και µη µοι τας απο της θειας Γραφης λεγειν επιχειρησης θεολογιας· προς γαρ τας βλασφηµους εκειναι των αιρετικων αντιθεσεις προς των θεολογων ερρεθησαν. Αλλ᾿ εκεινο εννοει µοι, οτι απροσιτος ουσα η θεια φυσις και ακατανοητος δηλονοτι, το δε ακατανοητον παντη και αφραστον· αυτο γαρ πολλακις, ο κατανοουµεν του ειπειν, εκφρασαι ολως ουκ εφικνουµεθα. Τον ουν αορατον και ακατανοητον και τουτο παρα πασης µαρτυρουµενον της θεοπνευστου Γραφης τις ανθρωπων η αγγελων ερµηνευσαι ισχυσει; Ουδεις ουδαµως· ου γαρ δυναται ποτε το µηδεν ον υπο ανθρωπινης εννοιας εννοηθηναι και ενσηµανθηναι ονοµατι. Παριστησι δε πασα θεια Γραφη δια πασων των περι Θεου λεγοµενων εννοιων και λεξεων οτι εστιν, ουχ οιος δε εστι, προσµαρτυρουσα µονον αυτω το αει ειναι και το ο ων, Θεος ο αει ων, τρισυποστατος, παντοδυναµος, παντοκρατωρ, παντεποπτης, κτιστης και δηµιουργος των απαντων, ανενδεης, υπερφυης, τοσουτον παρ᾿ ηµων γινωσκοµενος, οσον τις πελαγος αοριστον υδατων θαλασσης, εν νυκτι παρα των αιγιαλον ισταµενος και λαµπαδα φαινουσαν κρατων, καθορα. Του γαρ ολου των απειρων εκεινων θαλασσων ποσον οιει οραν τον τοιουτον; Παντως µικρον η ουδεν. Πλην οµως ακριβως βλεπει το υδωρ οποιον και απλανως, ει και µη εφικνειται ειπειν ποταπον. Και οιδε µεν οτι θαλασσα το ορωµενον και οτι πελαγος αχανες και οτι θεαθηναι ολον υπ᾿ αυτου των ουκ ενδεχοµενων εστι· το δε ολον, ει και µη ορα, αλλα δοκει πως καθοραν απο του µερους και το απειρον των υδατων τεκµαιρεσθαι. (38) Ει δοκει δε, και παραδειγµατι αµυδρω τω σκοπω του λογου χρησοµεθα. Εαν ουν ανθρωπος τις πηρος τας οψεις µη θεασαµενος ποτε πηγην υδατος ευρεθη, η τουτο αυτο το υδωρ οποιον εστι µη ειδως, ην δε απειρος τουτου και αγευστος· αυτος δε εξηγου τουτω τα περι της φυσεως των υδατων και οτι, φησι, καλον το υδωρ, λιµνας και φρεατα και θαλασσας ποταµων υποτιθεµενος· ο δε ηρετο µαθειν την φυσιν, την ιδεαν, την ποιοτητα, αυτην αυτου την ποσοτητα και πως κινειται και ποθεν την αρχην εχει και πως δια παντος εκχειται και ουκ εκλειπει. Τι προς ταυτα αν τω πυνθανοµενω σου απεκριθης; Εγωγε ουν οιµαι, καν ει λιαν διαβατικωτατος ησθα και θεωρητικωτατος
την διανοιαν, ουδαµως παραστησαι τω λογω ισχυσας την τουτου αρχην και ουσιαν και κινησιν, ουδ᾿ οποιον εστι τη ποσοτητι και ποιοτητι διδαξαι τον απειρως περι την µεθεξιν και θεωριαν εχοντα του τοιουτου καν ποσως ηδυνηθης. Ει δε περι ρεουσης και ορωµενης και κρατουµενης ουσιας ουτως ουκ εφικνουµεθα τι ειπειν η διερµηνευσαι τω λογω τοις πυνθανοµενοις ηµων, τις εστιν η φυσις αυτης και ποθεν η εκ ποιων ειδων την συστασιν εχει, πως αν τις των αγγελων η των απαντων αγιων τους αγνοουντας τα περι Θεου και τα κατ᾿ αυτον διδαξαι, οιος εστιν ο το παν ουσιωσας και τινα τα της ουσιας και δοξης αυτου, ισχυσει καν ολως ποτε; Ουδεις αν ουδαµως. Ο δε γε ιδειν καν ποσως αξιωθεις τον Θεον εν τη απροσιτω δοξη του απειρου και θειου φωτος αυτου τω τροπω ω προειρηκαµεν, διδασκαλιας ετερου ου δεηθησεται· εχει γαρ αυτον ολον εν εαυτω µενοντα και κινουµενον και λαλουντα και µυσταγωγουντα αυτον τα κεκρυµµενα τουτου µυστηρια κατα το υπ᾿ αυτου ειρηµενον οσιωτατον λογιον· “Το µυστηριον µου, φησιν, εµοι και τοις εµοις”. Αλλως δε θεασασθαι τουτον αµηχανον ει µη δια της (39) των εντολων αυτου ακριβους φυλακης, µη παραφθειροµενης δηλονοτι τη αµελεια και καταφρονησει της εργασιας αυτων εν µηδενι µηδαµως, αλλα διατηρουµενης και εργαζοµενης εµµελως και σπουδαιως. Τοιγαρουν “και οσοι τω κανονι τουτω στοιχησουσιν” “ου µακραν ευρεθησονται της βασιλειας των ουρανων” αλλα κατα αναλογιαν της σπουδης και της µετα προθυµιας και εν χαρα εργασιας αυτων, η συντοµωτερον η βραδυτερον, πλειον η ελαττον, τον µισθον της θεοπτιας κοµισονται και κοινωνοι θειας γενησονται φυσεως και θεοι και θεσει και υιοι Θεου χρηµατισουσιν εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα και το κρατος συν τω Πατρι και τω παναγιω Πνευµατι, νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην.
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (40) Και οτι, ει τι ο Πατηρ, τουτο και ο Υιος, και ει τι ο Υιος, τουτο και το Πνευµα το Αγιον, και οτι εν ταυτα πνευµα οµοτιµον, οµοουσιον και οµοθρονον.
Αει µεν ο Θεος υµνουµενος τε και παρ᾿ ηµων δοξαζοµενος ο αναρχος Πατηρ, ο συναναρχος Υιος του Πατρος, το συναΐδιον και οµοουσιον του Πατρος και του Υιου παναγιον Πνευµα, η µια ταυτα φυσις και δοξα και συµφυΐα, η οµοουσιος Τριας, η µια θεοτης, η οµοτιµος ουσια και τρισυποστατος, η των ολων αρχη και υποστατικη και δηµιουργος δυναµις, η οµοθρονος, η οµοδοξος, η µια εξουσια και παντοκρατορικη κυριοτης και βασιλεια, εις Θεος και εστι και λεγεται, ος ποτε µεν µονας θεωρουµενος τε και πιστευοµενος µοναδικως παρ᾿ ηµων και λατρευεται, ποτε δε τριας οµολογουµενος τριαδικως ανυµνειται εν διηρηµεναις ταις υποστασεσιν, ως παρ᾿ αυτου του ενος της τρισυποστατου θεοτητος Κυριου ηµων Ιησου Χριστου µεµυσταγωγηµεθα, βαπτιζειν προτρεποµενου εις ονοµα Πατρος και Υιου και Αγιου Πνευµατος και παλιν ουτω λεγοντος· “Ο Πατηρ µου µειζων µου εστιν” ετερον εαυτον παρα τον Πατερα δεικνυντος, και “Εγω απ᾿ εµαυτου ποιω ουδεν” και παλιν· “’Ερωτησω τον Πατερα και αλλον παρακλητον πεµψει υµιν το Πνευµα (41) της αληθειας ο παρα του Πατρος εκπορευεται”, αλλον παλιν παρακλητον ονοµαζων το Πνευµα. Εντευθεν ουν ηµιν η χαρις εννοειν διδωσι το εν κατα παντα της τρισυποστατου και οµοουσιου θεοτητος τε και βασιλειας και το ταυτον και ωσαυτως ον των αυτης υποστασεων της αϊδιου δοξης και αχωριστου ενοτητος, ως ειδεναι ολον εκεισε ειναι τον Πατερα µετα του Πνευµατος, ενθα ολος οΥιος και Θεος ονοµαζεται, και ολον εκεισε ειναι τον Υιον δια του Πνευµατος εν οις ολος ο Θεος και Πατηρ ανυµνειται, και ολον εκεισε ειναι το Πνευµα το Αγιον, ενθα ολος ο Πατηρ τω Υιω συνοµολογειται και συνδοξαζεται. Ουτω δε µυσταγωγηθεντες παρα του Πνευµατος ταυτα ουτως εχειν οµοουσιως και οµοτιµως τα προσωπα, ειτ᾿ ουν ασυγχυτους ειναι τας υποστασεις αυτων και αδιαιρετους αµα εν τη µια τουτων και θεια των ολων υποστατικη φυσει τε και αιτια, οποταν προς τον Πατερα και Θεον αναγωµεθα τω συναναφεροντι Πνευµατι δια του Λογου και τας χειρας εκτεινωµεν προς αυτον και τα οµµατα, “Πατερ ηµων” λεγοµεν “ο εν τοις ουρανοις”. Οπηνικα δε τω µονογενει του Πατρος Υιω εν τω συνετιζοντι Πνευµατι
προσερχοµεθα τας ευχας αποδουναι, “Ο µονογενης Υιος” λεγοµεν “ο συναΐδιος Λογος του Θεου και Πατρος, ο µονος εκ µονου, ο εκ Θεου Θεος, ο αναρχος εξ αναρχου, ο εξ αϊδιου αΐδιος, ο εξ αιωνιου αιωνιος, το εκ του φωτος φως, η εκ της ζωης ζωη, ο εκ του απροσιτου απροσιτος, ο ακαταληπτος εξ ακαταληπτου, ο αφραστος εξ αφραστου, ο αναλλοιωτος εξ αναλλοιωτου, ο ακατανοητος εξ ακατανοητου, ιλασθητι ταις αµαρτιαις ηµων”. Ουτω δε και το Πνευµα το Αγιον επικαλουµενοι λεγοµεν· “Το Πνευµα το Αγιον το εκ του Πατρος αφραστως εκπορευοµενον και δι᾿ Υιου ηµιν επιφοιτων τοις πιστοις, Πνευµα ζωης και συνεσεως, Πνευµα αγιωσυνης (42) και τελειοτητος, Πνευµα το αγαθον, το σοφον, το φιλανθρωπον, το ηδυ, το ενδοξον, το τρεφον οµου και ποτιζον, το ελεουν, το φωτιζον, το δυναµουν, Πνευµα θειον υποµονης, Πνευµα χαρας µεταδοτικον, ευφροσυνης, σωφροσυνης, σοφιας, γνωσεως, πραοτητος, αµνησικακιας, αµεριµνιας των κατω, θεωριας των ανω, διωκτηριον ακηδιας, αµελειας απελατηριον, περιεργιας και πονηριας φυγαδευτηριον, Πνευµα µυστηριων δηλωτικον, αρραβων ουρανων βασιλειας, προφητειας πηγη, διδασκαλιας κρατηρ, αµαρτιας αναιρετικον, µετανοιας θυρα, την εισοδον τοις αγωνιζοµενοις υποδεικνυον οια δη θυρωρος, Πνευµα αγαπης, ειρηνης, πιστεως, εγκρατειας, Πνευµα ποθου και ποθον εµποιουν, ελθε και ενσκηνωσον και µεινον εν ηµιν αχωριστως, αδιαιρετως, αγιαζον και µεταποιουν και φωτιζον ηµων τας καρδιας, ως οµοουσιον και οµοτιµον τω Υιω και τω Πατρι και ως θεους τους υποδεχοµενους σε εργαζοµενον και πασαν µεν αµαρτιαν εξαφανιζον, πασαν δε αρετην συνεισφερον τη εισοδω σου, ουκ εξωθεν ταυτα συνεπαγοµενον, αλλ᾿ αυτο εκεινο υπαρχον παν οτιουν και εστιν αγαθον· εν οις γαρ εγκατοικησεις, εχουσιν ουσιωδως εν εαυτοις το παν αγαθον”. Τοιγαρουν και ουχ ως διαιρουντες το ατµητον της ολικης εναδος, τρισι θεοις και ουχ ενι τον υµνον προσφεροµεν, αλλ᾿ ως εν τω Πατρι τον Υιον και το Πνευµα, εν δε τω Υιω το Πνευµα και τον Πατερα, εν δε τω Πνευµατι τον Πατερα προσκυνουντες και τον Υιον· α και µιαν φυσιν δοξαζοµεν µιας τρισυποτατου θεοτητος, οµοουσιον, οµοδυναµον, αυτοδυναµον, παντοδυναµον, αυτοθελητον, συναΐδιον, συναναρχον,
υπερουσιον, ασυγχυτον τε και αδιαιρετον. Ου γαρ αλλο και αλλο και αλλο ετερας και ετερας φυσεως, την µη τεµνοµενην εναδα τε και θεοτητα διαιρουντες, φρονουµεν, εις εκφυλους αλλοτριοτητας ασυνετως εκκλινοντες, αλλ᾿ ενα ταυτα Θεον αδιαιρετως ταις υποστασεσι διαιρουµενον και ασυγχυτως (43) τη ενοτητι της µιας ουσιας ενουµενον εγνωµεν, ολον εν ταις υποστασεσιν ενιζοµενον και ολον εν τη υπερουσιω εναδι τρισσουµενον· τον αυτον τρια τοις προσωποις και εν τη ενοτητι της ουσιας ειτε φυσεως χρη λεγειν. Ουτω γαρ και ο µονογενης αυτος Υιος του Πατρος το κατα παντα οµοτιµον και οµοουσιον και οµοθρονον εαυτου µεθ᾿ αµα των οµοουσιων Πατρος και Πνευµατος πασιν ηµιν διετρανωσεν ουτως ειπων· “Εγω και ο Πατηρ εν εσµεν”. Και παλιν ετερωθι περι του Πνευµατος, το εκ της ουσιας εκεινης απαραλλακτως ειναι δηλων, ουτω φησι· “Το Πνευµα της αληθειας, ο παρα του Πατρος εκπορευεται”. Ως γαρ εξ οφθαλµου, ητοι πηγης υδατος, υδωρ ο ποταµος εκπορευεται, ουτως εκ Θεου του Πατρος Θεος εκπορευεται το Πνευµα, διο και φησι· “Πνευµα ο Θεος και τους προσκυνουντας αυτον εν πνευµατι και αληθεια δει προσκυνειν”. Ει ουν ο Πατηρ πνευµα εστι, και ο εξ αυτου γεννηθεις Υιος πνευµα δηλονοτι εστι· και τουτο δηλων ο Παυλος ελεγε· “Το δε πνευµα ο Κυριος εστιν”. Ει γαρ και σαρκα ανελαβεν, αλλα και ταυτην θεωσας πνευµατικην απειργασατο. Πνευµα το Πνευµα το Αγιον, οτι εκ του Πατρος εκπορευεται και δια του Υιου διδοται τοις αναξιοις ηµιν, ουχ ως µη θελον πεµποµενον η διανεµοµενον, αλλ᾿ ως δι᾿ ενος της Τριαδος, αυτου του Υιου, τα τω Πατρι δοκουντα ως οικεια θεληµατα εκπληρουν. Τη γαρ φυσει και τη ουσια και τη θελησει αµεριστος η Αγια Τριας, ταις δε υποστασεσι προσωπικως ονοµαζεται Πατηρ, Υιος και Αγιον Πνευµα, εις ων ταυτα Θεος, ονοµα δε αυτου Τριας, ος υπερανω παντος ονοµατος ονοµαζοµενου και λογου και ρηµατος ων υπερκειται και πασης διανοιας καταληψιν υπερεκπιπτει, µηδεν ων. Αλλα συνες εντευθεν πως εν τα τρια η αγια λεγει Γραφη. (44) Καλον γαρ παλιν τα αυτα εν τοις αυτοις αναλαβειν και ειπειν, επειδη και το εντρυφαν τοις τοιουτοις αει ηδονην εµποιει τω τα τοιαυτα θεοπρεπως ειδοτι τρυφαν και τας ψυχικας αισθησεις
αυτου ο λογος θειος καθαγιαζει. “Πνευµα” φησιν “ο Θεος”, τουτο δε και ο Υιος, ωσπερ ειρηται. Ει ουν “ο Θεος πνευµα εστι” και το “πνευµα ο Κυριος” και ο Κυριος πνευµα παρα της θειας καλειται Γραφης, εν πνευµα εστιν εν τρισι προσωποις ειτ᾿ ουν υποστασεσι γνωριζοµενον ο Θεος ( καθως εφη τουτο παραδηλων ο Υιος “εν”), ισοδυναµον, οµοθρονον, οµοφυες, οµοουσιον. Ταυτα δια τουτο ουτως ειρηται πνευµα εν, ινα µηδεµιαν ανισοτητα υπεροχης η υφεσεως υπολαβης εν τοις τρισι της Τριαδος προσωποις, µητε µην ολως καθ᾿ οιονδηποτε τροπον εν αυτοις χωρισµον· ου γαρ δια τουτο, αλλ᾿ οπως δια µονων των ονοµατων τα προσωπα, αυτας δη τας υποστασεις, εκδιδαχθης, ειρηνται. Ουτω ταυτα µαθων και ουτω καλως τα περι Θεου µυσταγωγηθεις, µηδεν περαιτερω πολυπραγµονων εκζητησης, πιστει δε µονη ταυτα παραδεξαµενος µεχρι τουτου στηθι, ακαταληπτα παντη τα υπερ ταυτα και πληροφορουµενος και οµολογων. Ινα δε ειδης και τα της θειας φυσεως ιδια, πως ο Θεος και τα περι Θεον και τα απο Θεου και τα εν τω Θεω παντα εν φως εστιν, εν εκαστη των υποστασεων προσκυνουµενον και εν πασι τοις ιδιωµασιν αυτου και χαρισµασι καθορωµενον, και ουτω σε ταυτα µυσταγωγησοµεν. “Ο Θεος φως εστι” και φως απειρον τε και ακαταληπτον· τα γαρ περι αυτον φως εισιν ενουµενα τε και διαιρουµενα τοις προσωποις αδιαιρετως και - ινα καθ᾿ εν σοι τα αδιαιρεται διαιρων ειπω - ο Πατηρ φως εστιν, ο Υιος φως εστι, το Πνευµα το Αγιον φως· εν ταυτα φως απλουν, (45) ασυνθετον, αχρονον, συναΐδιον, οµοτιµον και οµοδοξον. Προς τουτοις και τα εξ αυτου παντα φως εισιν ως εκ φωτος ηµιν χορηγουµενα· η ζωη φως, η αθανασια φως, η πηγη της ζωης φως, το υδωρ το ζων φως, η αγαπη, η ειρηνη, η αληθεια, η θυρα της βασιλειας των ουρανων, αυτη φως η βασιλεια των ουρανων· ο νυµφων φως, η παστας, ο παραδεισος, η του παραδεισου τρυφη, η γη των πραεων, οι στεφανοι της ζωης, αυτα τα των αγιων ενδυµατα φως· ο Χριστος ο Ιησους, ο σωτηρ και βασιλευς του παντος, φως· ο αρτος της αχραντου σαρκος αυτου φως, το ποτηριον του τιµιου αυτου αιµατος φως, η αναστασις αυτου φως, το προσωπον αυτου φως· η χειρ, ο δακτυλος, το στοµα αυτου φως, οι οφθαλµοι αυτου φως· ο Κυριος φως, η φωνη αυτου ως εκ
φωτος φως, ο Παρακλητος φως· ο µαργαριτης, ο κοκκος του σιναπεως, η αµπελος η αληθινη, η ζυµη, η ελπις, η πιστις φως. Ταυτα τοιγαρουν και ετερα τουτων, οσα αν δια προφητων και αποστολων ακουεις λεγοµενα περι της ανεκφραστου και υπερουσιου θεοτητος, αυτην ουσιωδως τα παντα ειναι µοι νοει την µιαν υπεραρχιον αρχην, την εν µοναδι τριαδικου προσκυνουµενην φωτος. Εις γαρ Θεος εν Πατρι και Υιω και Αγιω Πνευµατι, φως ων απροσιτον τε και προαιωνιον, ο και πολυωνυµον υπαρχον καλειται παντα τα ειρηµενα και τουτων ετερα πλειονα· και ου µονον ταυτα καλειται, αλλα και ενεργει, ως παρα των εξ αυτης της πειρας διδαχθεντων και τη θεωρια πιστωθεντων και βεβαιωθεντων περι των προσοντων καλων τω υπεραγαθω Θεω εµαθον. Και ινα προς τοις ειρηµενοις και ετερα σοι φωτα Θεου παραδηλωσω τινα, η αγαθοτης αυτου φως, το ελεος αυτου, η ευσπλαγχνια, ο ασπασµος αυτου φως, (46) η χρηστοτης αυτου φως, η ραβδος, η βακτηρια και η παρακλησις αυτου φως. Ει δε και εν ηµιν τα πλειονα τουτων η και παντα προσειναι λεγονται, αλλ᾿ ηµιν µεν ως ανθρωποις, εκεινω δε ταυτα προσεστιν ως Θεω. Και ινα µη κατοκνησω καθ᾿ εν σοι ταυτα παλιν ειπειν, Πατηρ ονοµαζεται ο Θεος, πατερες καλουνται και των ανθρωπων οι πλειονες· Υιος Θεου ο Χριστος και Θεος, υιοι παλιν ανθρωπων ηµεις· Πνευµα Θεου το παναγιον Πνευµα, πνευµατα λεγονται και ηµων αι ψυχαι· ζωη ο Θεος, ζην λεγοµεθα και ηµεις· αγαπη ο Θεος, αγαπην εχουσιν εις αλληλους και οι λιαν αµαρτωλοι. Τι ουν; Την των ανθρωπων αγαπην καλεσεις Θεον; Απαγε της βλασφηµιας! Αλλ᾿ ειρηνην την εις αλληλους εν τω µη διαµαχεσθαι η αµφιβαλλειν περι τινος, τουτο ειποις ειναι “ειρηνην την υπερεχουσαν παντα νουν”; Ουµενουν. Αλλα αληθειαν Θεου το µη ειπειν σε λογον ψευδη προς τινα; Ουδαµως. Ωσπερ γαρ λογοι µεν ανθρωπων ρευστοι και διακενης, ο δε του Θεου Λογος ζων τε εστι και ενυποστατος και ενεργης, Θεος αληθης, ουτω δη και η αληθεια, ο Θεος, υπερ εννοιαν και υπερ λογον ανθρωπων εστιν· ατρεπτος, αρρευστος, ενυποστατος τε υπαρχει και ζων. Ουτω τοιγαρουν ουτε το υδωρ το παρ᾿ ηµιν ως το υδωρ εκεινο το ζων, ουτε ο αρτος ο παρ᾿ ηµιν ως εκεινος ο αρτος εστιν, αλλα καθαπερ
ανωθεν ειρηται, απαντα φως εκεινα και φως εν ο Θεος, ου µετασχων τις τη µετοχη εκεινου µετοχος αµφοιν γινεται παντων ων ειποµεν αγαθων. Γινεται δε και πραος και ταπεινος· ταυτα δε παλιν φως συν τοις ειρηµενοις εισι, µαλλον δε συν τω φωτι εχει και ταυτα ο εχων εκεινο το φως. Αλλα γαρ συναµα τουτοις και εγρηγορσις λεγεται ο Θεος, ως διεγειρων προς τα καλα την ψυχην του ανθρωπου εφ᾿ ην κατοικει, (47) ος αυτη γινεται παν αγαθον· και ουχ υστερειται, ενοικον εχουσα τον Θεον η τοιαυτη, παντος αγαθου, αλλ᾿ εµπιπλαται και περισσευει αει εν πασι τοις απορρητοις εκεινοις αγαθοις του Θεου, συνδιαιτωµενη και συνευφραινοµενη ταις ταξεσι των ουρανιων δυναµεων, ων γενοιτο και παντας ηµας επιτυχειν και εν απολαυσει τουτων πλουσια γενεσθαι, χαριτι και φιλανθρωπια του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ω η δοξα και το κρατος συν τω Πατρι και τω Αγιω Πνευµατι, νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην. ΒΙΒΛΟΣ ΤΩΝ ΗΘΙΚΩΝ ΛΟΓΟΣ Α΄. (49) Κεφαλαια του λογου. α΄. Μερικη τις φυσιολογια περι της του κοσµου κτισεως και της πλασεως του Αδαµ. β΄. Περι της παραβασεως και της εξοριας του Αδαµ. γ΄. Περι της του Λογου σαρκωσεως και κατα τινα τροπον δι᾿ ηµας εσαρκωθη. δ΄. Πως αυθις η κτισις µελλει ανακαινισθηναι και γενεσθαι καινους ουρανους και καινην γην κατα τον θειον Αποστολον. ε΄. Οποια εσται η εσχατη λαµπροτης της κτισεως· εν ω και περι αγγελων και περι ψυχης. στ΄. Πως ενουνται τω Χριστω και Θεω και εν γινονται µετ᾿ αυτου παντες οι αγιοι. ζ΄. Πως δει πληρωθηναι τον ανω κοσµον και οποιος τις εστι και κατα τινα τροπον πληρωθησεται. η΄. Οτι ει µη παντες οι προωρισµενοι κατα γενεας και γενεας τεχθησονται εως εσχατης ηµερας και πληρωθησονται, ο ανω κοσµος ου πληρωθησεται.
θ΄. Εις τον ρητον του Ευαγγελιου· “Ωµοιωθη η βασιλεια των ουρανων βασιλει”. Και τις εστιν ο γαµος ο µυστικος του Θεου. ι΄. Οτι και παντες οι αγιοι τον Λογον του Θεου εν εαυτοις συλλαµβανουσι τη Θεοτοκω παραπλησιως και γεννωσιν αυτον και γενναται εν αυτοις και γεννωνται υπ᾿ αυτου· και πως υιοι και αδελφοι και µητερες αυτου χρηµατιζουσιν. ια΄. Εις το ρητον του Ευαγγελιου· “Και απεστειλε τους δουλους αυτου καλεσαι τους κεκληµενους εις τους γαµους και ουκ ηθελον ελθειν”. ιβ΄. (50) Οτι ου χρη προ της εργασιας των εντολων και της εις αρετην προκοπης τε και τελειωσεως τα κεκρυµµενα µυστηρια της βασιλειας των ουρανων ερευναν των αµυητων τινα· και οτι εν τη δευτερα του Κυριου ελευσει παντες αλληλους γνωριζουσιν οι αγιοι. Α µεν ουν απολογησασθαι και ειπειν εδει προς τους αντιδιατιθεµενους ηµιν και τας πικρας γλωσσαλγιας αυτων αις το προσπεσον απαν οµου κατασυρεται, καν ει τι των τιµιωτερων εστιν, ικανως εχει και ως ο Λογος τον λογον ευωδωσεν, ινα µη εξ ηµων η τα της ευδροµιας του λογου και των ευστοχων βολιδων αυτου, αλλ᾿ η ανωθεν και απο της του Πνευµατος συµµαχιας, παρ᾿ ου πασιν ευοδουται το κατορθουµενον. Χρεων δε αρτι της προς εκεινουτς ληξαντας στασεως ιδειν και κατασκοπησαι και σκεψασθαι τινα τα υπο Θεου χαρισθεντα ηµιν, Παυλω τω θειω πειθοµενους, τις ο πλουτος της προς ηµας αυτου αγαθοτητος, ον ηµιν απ᾿ αρχης εχαρισατο κτισεως, τις η πλασις ηµων και πως παρεβηµεν την δοθεισαν ανωθεν εντολην και των αθανατων εκεινων αγαθων εξεπεσοµεν, τις δε ο νυν βιος και τις ο κοσµος ουτος υφ᾿ ον και µεθ᾿ ον το παν οραται κινουµενον, και τινα τα µετα ταυτα διαδεξοµενα τους προσκυνητας της Τριαδος ηµας. Αρξοµαι δε εντευθεν, αρχην του λογου ποιουµενος τον Θεον. α΄. Μερικη τις φυσιολογια περι της του κοσµου κτισεως και της πλασεως του Αδαµ. (50) Ο Θεος ουχι τον παραδεισον µονον, ως αν τινες οιονται, τοις πρωτοπλαστοις δεδωκεν εξ αυτης αρχης, (51) ουτε αφθαρτον
µονον εκεινον εδηµιουργησεν, αλλα πολλω µαλλον προ εκεινου την απασαν γην, ταυτην δη ην ηµεις κατοικουµεν, και τα εν τη γη απαντα, ου µην αλλα και τον ουρανον και τα εν αυτω εν πεντε ηµεραις παραγαγων, τη εκτη ηµερα επλασε τον Αδαµ και πασης της ορωµενης κτισεως κυριον αυτον και βασιλεα κατεστησε. Και ουτε η Ευα παραχθεισα ην τοτε ουτε µην ο παραδεισος, αλλ᾿ ουτος ο κοσµος ωσπερ τις παραδεισος υπο του Θεου γεγονεν εις, αφθαροτος µεν, υλικος δε και αισθητος παραχθεις· τουτον, ως ειρηται, τω Αδαµ και τοις εξ αυτου εις απολαυσιν δεδωκεν. Αλλα µη φανη σοι τουτο παραδοξον, αναµεινον δε τον λογον και εξ αυτης της θειας Γραφης αποδειξει τουτο σαφεστατα. Γεγραπται γαρ· “Εν αρχη εποιησεν ο Θεος τον ουρανον και την γην· η δε γη ην αορατος και ακατασκευαστος”. Καθεξης δε τα λοιπα απαντα εργα της του Θεου δηµιουργιας ακριβως εξηγουµενος, µετα το ειπειν· “Και εγενετο εσπερα και εγενετο πρωΐ, ηµερα πεµπτη”, επηγαγε· “Και ειπεν ο Θεος· ποιησωµεν ανθρωπον κατ᾿ εικονα ηµετεραν και καθ᾿ οµοιωσιν και αρχετωσαν των ιχθυων της θαλασσης και των πετεινων του ουρανου και των κτηνων και πασης της γης και παντων των ερπετων των ερποντων επι της γης. Και εποιησεν ο Θεος τον ανθρωπον, κατ᾿ εικονα Θεου εποιησεν αυτον, αρσεν και θηλυ εποιησεν αυτους”. Αρσεν δε και θηλυ λεγει ουχ ως της Ευας ηδη γενοµενης, αλλ᾿ ως εν τη του Αδαµ πλευρα ουσης και αυτω συνουσης· και τουτο µετα ταυτα σαφεστερον γνωσεσθε. “Και ευλογησεν αυτους ο Θεος λεγων· αυξανεσθε και πληθυνεσθε και πληρωσατε την γην και κατακυριευσατε αυτης και αρχετε των ιχθυων της θαλασσης και των πετεινων του ουρανου και παντων των κτηνων και πασης της γης και παντων των ερπετων των ερποντων επι της γης”. (52) Ορας πως τουτον ολον τον κοσµον, ως ενα παραδεισον, τω ανθρωπω εξ αρχης δεδωκεν ο Θεος; Ποιαν γαρ αλλην γην λεγει, ει µη ταυτην εν η και νυν, ως ειρηται κατοικουµεν ηµεις, ετεραν δε ουδαµως; ∆ιο και επιφερων φησι· “Και ειπεν ο Θεος· Ιδου δεδωκα υµιν παντα χορτον σποριµον σπειρον σπερµα ο εστιν επανω της γης· και παν ξυλον ο εχει εν εαυτω καρπον σπερµατος σποριµου υµιν εσται εις βρωσιν και πασι τοις θηριοις της γης και πασι τοις πετεινοις του ουρανου και παντι
ερπετω ερποντι επι της γης”. Ειδες πως τα ορωµενα απαντα, τα τε εν τη και τα εν τη θαλασση, τω Αδαµ και ηµιν τοις εξ αυτου δεδωκεν εις απολαυσιν και ουχι τον παραδεισον µονον αυτω εχαρισατο; Οσα γαρ τω Αδαµ ειπεν, ως προς παντας ηµας ταυτα ελεγε, καθως και προς τους αποστολους υστερον ο αυτος δια του ζωντος Λογου εφη· “Α δε λεγω υµιν, πασι λεγω”, ως ειδως οτι εις απειρα πληθη και αναριθµητα εµελλε το γενος ηµιν πληθυνθηναι επι της γης. Ει γαρ και παραβαντες την εντολην αυτου και βιουν και αποθνησκειν κατακριθεντες εις τοσουτον πληθος οι ανθρωποι εγενοµεθα, εννοει µοι οσοι εµελλον ειναι οι απο κτισεως κοσµου γεννηθεντες, ει µη απεθανον, οποιαν δε ζωην και διαγωγην εχειν εν αφθαρτω κοσµω αφθαρτοι διατηρουµενοι και αθανατοι, αναµαρτητον δηλονοτι και αλυπον, αµεριµνον τε και αµοχθον διανυοντες βιον, οπως τε κατα προκοπην της φυλακης των εντολων του Θεου και της εργασιας των αγαθων εννοιων εις τελειοτεραν εµελλον αναγεσθαι κατα καιρον δοξαν τε και αλλοιωσιν, πλησιαζοντες τω Θεω και τας πηγαζουσαις αυγαις της θεοτητος, την µεν ψυχην λαµπροτεραν εκαστου γινεσθαι, το δε αισθητον και υλωδς σωµα εις αυλον και πνευµατικον υπερ αισθησιν πασαν µεταποιεισθαι τε και µεταβαλλεσθαι· οποση δε και η εκ της µετ᾿ αλληλων διαγωγης (53) ευφροσυνη και αγαλλιασις ηµιν προσγινεσθαι εµελλεν, αρρητος παντως τω οντι και λογισµοις ανεπιβατος. Αλλ᾿ επι το προκειµενον επανελθωµεν. Ωσπερ ουν χωραν µιαν η αγρον ενα, ινα τα αυτα παλιν ειπω, ουτω τον κοσµον απαντα τω Αδαµ, ως ειρηται, εχαρισατο. Ταυτα δε εν ταις εξ ηµεραις συνετελεσεν ο Θεος· και ακουε της θειας Γραφης τουτο δηλουσης σαφεστατα. Μετα γαρ το ειπειν· “Και εποιησεν ο Θεος τον ανθρωπον, κατ᾿ εικονα Θεου εποιησεν αυτον· αρσεν και θηλυ εποιησεν αυτους και ευλογησεν αυτους” και τα λοιπα καθεξης, τοτε επηγαγεν ουτως ειπων· “Και ειδεν ο Θεος παντα οσα εποιησεν και ιδου καλα λιαν· και εγενετο εσπερα και εγενετο πρωΐ, ηµερα εκτη· και συνετελεσεν ο Θεος εν τη ηµερα τη εκτη τα εργα αυτου α εποιησε, και κατεπαυσεν ο Θεος εν τη ηµερα τη εβδοµη απο παντων των εργων αυτου ων ηρξατο ο Θεος ποιησαι”. Ειτα βουλοµενος διδαξαι ηµας οπως εποιησε τον ανθρωπον ο Θεος και ποθεν, ανακεφαλαιωσαµενος τον
λογον, ουτω πως παλιν φησιν· “Αυτη η βιβλος γενεσεως ουρανου τε και γης, οτε εγενετο”· και µετ᾿ ολιγα· “Και επλασεν ο Θεος τον ανθρωπον χουν απο της γης”, οπερ χρη εννοειν ουτως· εποιησε δε ο Θεος τον ανθρωπον χουν λαβων απο της γης, “και ενεφυσησεν εις το προσωπον αυτου πνοην ζωης και εγενετο ο ανθρωπος εις ψυχην ζωσαν”. Τον ουν τροπον της δηµιουργιας δηλον ποιησας ηµιν, τοτε καθαπερ ανθρωπος τις βασιλευς η αρχων και πλουσιος την υπ᾿ αυτου δεσποζοµενην χωραν και γην ουτε πολιν πασαν περιτειχισας µονον ποιει, ουτε οικον ενα περιφραξας ολην αποτελει, αλλα εις πολλα την µιαν διαχωρισας, την µεν σποριµην ειναι εα, την δε εις αµπελωνα αφοριζει, ετεραν χερσον ειναι αφιησιν, εν ενι δε µερει και τοπω (54) τερπνω τε και περικαλλει τας κατασκηνωσεις ποιειται, ενθα και παλατια οικοδοµει και οικους κατασκευαζει, λουτρα τε κτιζει και παραδεισους φυτευει και παντοιας εκεισε απολαυσεις επινοει και φραγµον εξωθεν τουτων απαντων περιτιθει, κλεις τε και πυλας ανοιγοµενας και κλειοµενας ποιει· ου µονον δε, αλλα και φυλακας, ει και µηδενα πτοειται, αποκαθιστα, ως αν το αυτου οικητηριον περιφανεστατον και ενηλλαγµενον η δια παντων και ινα τοις µεν αγνωµοσι φιλοις και πονηροις και αυτοις τοις προσκεκρουκοσι των υπο χειρα και δουλων, ει ποτε τινες τοιουτοι φανωσιν, αβατος εσται, τοις δε γνησιοις και πιστοις φιλοις και αυτοις τοις ευγνωµοσι δουλοις ακωλυτος η προς αυτον υπαρχη εισοδος τε και εξοδος· ουτω δη και ο Θεος τω πρωτοπλαστω εποιησε. Μετα γαρ το κτισαι παντα εξ ουκ οντων και αυτον πλασαι τον ανθρωπον και καταπαυσαι αυτον τη εβδοµη ηµερα απο παντων των εργων αυτου ων ηρξατο ποιειν, τοτε εφυτευσε τον παραδεισον εν Εδεµ κατα ανατολας, ωσπερ τινα βασιλεια εν ενι µερει του κοσµου τουτον φυτευσας, και εθετο εκει τον ανθρωπον ον εποιησε. ∆ιατι ουν εν τη εβδοµη ηµερα ουκ εποιησε τον παραδεισον µελλοντα γενεσθαι, αλλα µετα την παραγωγην πασης αµα της κτισεως κατα ανατολας τουτον εφυτευσεν; Επειδη ο Θεος, ως προειδως τα παντα, ταξει και καταστασει ευκοσµω την κτισιν εδηµιουργησε και τας µεν επτα ηµερας εις τυπον των επτα αιωνων των υστερον µελλοντων διελθειν εταξε, τον δε
παραδεισον εφυτευσε µετα ταυτα, ως του µελλοντος αιωνος οντα σηµαντικον. Τινος ουν ενεκεν την ηµεραν, ητις εστιν η ογδοη, ταις προλαβουσαις επτα ου συνηψε το Πνευµα το Αγιον; Επειδηπερ τω κυκλω τουτων των ηµερων συναριθµεισθαι ταυτων ουχ ηρµοζεν, εν ω πρωτη και δευτερα καθεξης (55) αι επτα ανακυκλουσαι τας εβδοµαδας αποτελουσι, πολλας εν τουτω τας πρωτας και τοσαυτας τας εβδοµους απεργαζοµενας ηµερας, αλλ᾿ εξωθεν τουτων εκεινην ειναι εχρην ως αρχην η τελος µη εχουσαν. Ουδε γαρ νυν µεν ουκ εστι, µελλει δε γενεσθαι και αρχην ληψεσθαι· αλλα και ην προ των αιωνων και εστι νυν και εσται εις αιωνας αιωνων, αρχην δε λαβειν λεγεται, οτε παντως ελευσεται και ηµιν εσχατως αποκαλυφθη ανεσπερος µια ηµερα και ατελευτητος εν τω καθ᾿ηµας γινοµενη. Ορα δε οτι ουδε γεγραπται· “Εποιησεν ο Θεος τον παραδεισον”, ουδε οτι “Ειπε· Γενηθητω, και εγενετο”, αλλ᾿ οτι “εφυτευσεν αυτον και εξανετειλεν ετι εκ της γης ο Θεος παν ξυλον ωραιον εις ορασιν και καλον εις βρωσιν”, καρπους παντοδαπεις και ποικιλους εχον µητε φθειροµενους καν ολως µητε εκλειποντας, αλλα νεαρους αει και µαλα δη το ηδυνον εχοντα και αφραστον την ηδονην τοις πρωτοπλαστοις και την τρυφην εµποιουντας. Επρεπε και γαρ τοις αφθαρτοις αυτων σωµασιν αφθαρτον και την τροφην επιχορηγεισθαι· οθεν και αµοχθος ην αυτων η διαγωγη και ακαµατος η ζωη, εν µεσω δηλονοτι του παραδεισου, ον περιτειχισας οιονει πως ο τουτου δηµιουργος εισοδον εθετο αυτοις δι᾿ ης εισησεσαν και εξηεσαν. β΄. Περι της παραβασεως και της εξοριας του Αδαµ. (55) Τοιγαρουν και επλασθη σωµα µεν εχων ο Αδαµ αφθαρτον, υλικον µεντοιγε και ολον ουπω πνευµατικον, και ως βασιλευς αθανατος εν αφθαρτω κοσµω, ου λεγω µονω τω παραδεισω, αλλ᾿ εν παση τη υπ᾿ ουρανον, κατεστη υπο του δηµιουργου Θεου. Επει δε και νοµον αυτοις δεδωκεν εντειλαµενος µη φαγειν εκ µονου του ξυλου εκεινου, (56) καταφρονησας δε ηπιστευσε τω πλαστουργω και δεσποτη ουτως ειποντι αυτω· “Η δ᾿ αν ηµερα φαγησθε απ᾿ αυτου, θανατω αποθανεισθε“, πιστοτερον τον σκολιον ηγησαµενος οφιν ουτως ειποντα· “Ουχι
θανατω αποθανεισθε, αλλ᾿ η δ᾿ αν ηµερα φαγητε, εσεσθε ως θεοι γινωσκοντες καλον και πονηρον· και εφαγεν απ᾿ αυτου”, ευθυς εγυµνωθη της αφθαρτου καταστολης και δοξης και της φθορας γυµνοτητα ενεδυσατο. Ιδων ουν εαυτον γυµνον ο Αδαµ εκρυβη και φυλλα συκης ραψας περιεζωσατο, την ασχηµοσυνην αυτου καλυψαι πειρωµενος. Οθεν και του Θεου ειποντος αυτω· “Αδαµ, που ει;”, “Της φωνης σου“ φησιν “ηκουσα και την γυµνωσιν µου κατανοησας, φοβηθεις εκρυβην”. Προς µετανοιαν δε αυτον εκκαλουµενος ο Θεος φησι προς αυτον· “Και τις ανηγγειλε σοι οτι γυµνος ει, ει µη απο του ξυλου ου ενετειλαµην σοι τουτου µονου µη φαγειν, απ᾿ αυτου εφαγες;”. Επει δε ειπειν εκεινος το ηµαρτον ουκ ηθελησε, τουναντιον µαλλον µεν ουν και αιτιαν προσηψε τω παντα καλα λιαν πεποιηκοτι Θεω εν τω ειπειν· “Η γυνη ην δεδωκας µοι, αυτη εδωκε µοι και εφαγον”, κακεινη παλιν τω οφει την αιτιαν επεγραψατο και µετανοησαι και προσπεσειν τω ∆εσποτη η συγχωρησιν εξαιτησασθαι ουδαµως ηβουληθησαν, τοτε αυτους, ωσπερ εκ παλατιων βασιλικων και οικων πανευπρεπων, αυτου δη λεγω του παραδεισου, εξωθει και εκβαλλει, ινα εν ταυτη τη γη ως εξοριστοι διατελωσι και υπεροριοι. “Και ευθυς εταξε την φλογινην ροµφαιαν του φυλαττειν την εισοδον του ξυλου της ζωης “, ουχ ως εν αυτω µελλοντων παλιν τω αισθητω τε και υλικω παραδεισω µετα την ανακλησιν επαναγεσθαι· ουδε γαρ δια τουτο µεχρι του νυν ετηρηθη, (57) ουδε τουτου χαριν ου κατηρασατο αυτον ο Θεος, αλλα δια το τυπον αυτον επεχειν της µελλουσης ακαταλυτου ζωης και εικονα τυγχανειν της αϊδιου βασιλειας των ουρανων· ει γαρ µη τουτο ην, εκεινον εδει καταραθηναι µαλλον, ως εν αυτω και της παραβασεως γενοµενης. Αλλα τουτο µεν ου ποιει, την δε λοιπην απασαν γην, επει, ως εφαµεν, αφθαρτος ην καθως και ο παραδεισος, παντα αυτοµατως προσφερουσα, ιν µη κακειθεν εξερχοµενος ο Αδαµ αµοχθον εχη και αυθις βιον, κοπων και ιδρωτων απηλλαγµενον, προκατηρασατο αυτην ουτως ειπων· “Επικαταρατος η γη εν τοις εργοις σου· εν λυπαις φαγη αυτην πασας τας ηµερας της ζωης σου· ακανθας και τριβολους ανατελει σοι και φαγη τον χορτον του αγρου τον τοις θηριοις και τοις αλογοις ζωοις αφωρισµενον· εν ιδρωτι του προσωπου
σου φαγη τον αρτον σου, εως του επιστρεψαι σε εις την γην εξ ης εληφθης, οτι γη ει και εις γην απελευση “. Εικοτως ουν εδει τω εις φθοραν και θανατον κατενεχθεντι δια της παραβασεως ρευστην και φθαρτην ωσαυτως γην κατοικειν και τοιαυτης αξιως µετεχειν τροφης. Επειδη γαρ η αφθονος τρυφη, η αφθαρτος και ακαµατος διαγωγη, εις ληθην των παρα Θεου γεγονοτων αγαθων και εις καταφρονησιν αυτον της δοθεισης ηγαγεν εντολης, εν κοπω κατεδικασθη δικαιως και ιδρωτι την γην εργαζεσθαι και ουτω κατ᾿ ολιγον εξ αυτης ως υπο οικονοµου τινος κοµιζεσθαι τας τροφας. Ειδες πως καταραθεισα η γη προτερον και της προτερας αυτοµατου βλαστησεως στερηθεισα, ουτως τον παραβατην εδεξατο; Ου χαριν και διατι; Ινα εργαζοµενη µεν παρ᾿ αυτου εν ιδρωτι και κοπω παρεχη τα εξ αυτης συµµετρως φυοµενα εις αυταρκη χρειαν αυτω, µη εργαζοµενη δε µενη ακαρπος, ακανθας και τριβολους µονον προσφερουσα. Τοιγαρουν και (58) εξελθοντα του παραδεισου αυτον πασα η κτισις, η υπο Θεου παραχθεισα εκ του µη οντος, θεασαµενη, ουκετι υποταγηναι τω παραβαντι εβουλετο· ο ηλιος λαµψαι ουκ ηθελεν, η σεληνη φαναι ουκ εφερε, τα αστρα οφθηναι τουτω ουχ ειλοντο, αι πηγαι βρυειν ουκ εµελλον· ουκ εβουλοντο ρεειν οι ποταµοι, εφ᾿ εαυτον εµελετα ο αηρ συσταληναι και µη δουναι τω προσκεκρουκοτι αναπνοην· τα θηρια και παντα τα ζωα της γης, γυµνωθεντα τουτον της πρωην θεασαµενα δοξης, καταφρονησαντα αυτου, ετραχυνθησαν απαντα ευθυς κατ᾿ αυτου· ο ουρανος καταπεσειν δικαιως επ᾿ αυτον οιονει πως κεκινητο και η γη επι του νωτου φερειν τουτον ουκ εστεγε. Τι ουν; Ο δηµιουργησας τα παντα και πλασας τουτον Θεος, παραβηναι µελλοντα προ καταβολης κοσµου γινωσκων την εντολην τον Αδαµ και την εκ παλιγγενεσιας αυτου ζωην και αναπλασιν δια της ενσαρκου γεννησεως του µονογενους αυτου Υιου και Θεου προορισας, τι ποιει; Συγκρατει παντα τη οικεια δυναµει και ευσπλαγχνια και αγαθοτητι, αναστελλει την ορµην των κτισµατων απαντων, ευθυς και τουτω τα παντα ωσαυτως καθυποταττει, ινα τω δι᾿ ου γεγονεν ανθρωπω δυλευσασα, φθαρτω φθαρτη γεγονυια, οτε παλιν εκεινος ανακαινισθη και πνευµατικος, αφθαρτος και αθανατος γενηται, τοτε και αυτην
ελευθερωθεισα της δουλειας η κτισις η υπο του Θεου τω προσκεκρουκοτι υποταγεισα και αυτω εκδουλευσασα συνανακαινισθη αυτω και αφθαρτωθη και πνευµατικη ολη γενηται· τουτο γαρ προ καταβολης κοσµου ο πολυευσπλαχνος Θεος και Κυριος προωρισατο. Αλλα τουτων ουτω σοφως εκ Θεου γεγονοτων, του παραδεισου εκβληθεις ο Αδαµ ετεκνωσεν, εβιωσε και απεθανεν· ουτω δε οµοιως και οι εξ αυτου. Τοινυν και νεαραν την µνηµην εχοντες οι τοτε ανθρωποι της εκπτωσεως, (59) υπο του Αδαµ και της Ευας ταυτην εκδιδασκοµενοι, εσεβοντο τον Θεον και ως δεσποτην ετιµων αυτον. ∆ια δη τουτο και ο Αβελ συν τω Καϊν θυσιας εκ των υπαρχοντων αυτοις αυτω προσεφερον· οθεν και επι µεν του Αβελ τη προσφορα και θυσια προσεσχηκεναι τον Θεον γεγραπται, επι δε του Καϊν ουκετι· και τουτο γνοντα τον Καϊν λυπηθηναι λεγεται εως θανατου και εντευθεν προς φθονον και φονον του αδελφου προχωρησαι. Αλλ᾿ Ενωχ µεν µετα ταυτα ευαρεστησας Θεω υπ᾿ αυτου µετετεθη, Ηλιας δε εν αρµατι ανεληφθη πυρος, του Θεου δεικνυντος εκ τουτων οτι, ει µετα την αποφασιν την κατα του Αδαµ και του σπερµατος αυτου εξενεχθεισαν, ει µετα το εξοριστον αυτον παρ᾿ αυτου γενεσθαι τους ευαρεστησαντας αυτου υιους ουτως τη µεταθεσει και µακροζωΐα ετιµησε και της φθορας, ητοι της εις γην αποστροφης και της εν τω αδη καταβασεως, αυτους ηλευθερωσεν υστερον τεθνηξεσθαι η, αληθεστερον ειπειν, αλλαγησεσθαι µελλοντας, ποσης αν αυτον εκεινον, ει µη παρεβη την εντολην, η και µετα το παραβηναι ει µετενοησε, δοξης και τιµης και συµπαθειας ηξιωσεν ενδον εασας ειναι του παραδεισου αυτον; Ουτως ουν επι χρονους τα περι Θεου κατα διαδοχην διδασκοµενοι υπ᾿ αλληλων τον ποιητην αυτων οι παλαιοι επεγινωσκον. Υστερον δε πληθυνθεντων των ανθρωπων και την εαυτων διανοιαν εκ νεοτητος επι τα πονηρα εκδεδωκοτων, εις ληθην και αγνοιαν του πεποιηκοτος αυτους Θεου κατηνεχθησαν και ου µονον ειδωλα και δαιµονας ως θεους εσεβασθησαν, αλλα και αυτην την κτισιν την εις υπηρεσιαν αυτων υπο του Θεου δοθεισαν αυτοις θεοποιησαντες, ταυτη ελατρευσαν, εις πασαν τε ασελγειαν (60) και ακαθαρτον πραξιν εαυτους εκδεδωκασι
καταµιαναντες την γην, τον αερα, τον ουρανον και τα υπ᾿ αυτον απαντα ταις πραξεσι ταις ατοποις αυτων. Ουδεν γαρ ετερον των αλλων απαντων ουτω µιαινει και ακαθαρτον το καθαρον εργον απεργαζεται του Θεου, ως το θεοποιηθηναι αυτο τουτο και λατρευθηναι ισα και θεω παρα τον πεποιηκοτα και κτισαντα. Τοιγαρουν και πασα η κτισις παρα των ανθρωπων θεοποιηθεισα και προσκυνηθεισα κατερρυπωθη και εις τελειαν κατηχθη φθοραν· οτε δε ο κολοφων επληρωθη της αγαν κακιας και εις απειθειαν απαντες συνεκλεισθησαν, κατα τον θειον Αποστολον, τοτε κατηλθεν επι γης ο Υιος του Θεου και Θεος αναπλασαι τον συντριβεντα, ζωοποιησαι τον τεθανατωµενον και το εαυτου πλασµα εκ της πλανης ανακαλεσασθαι. Αλλα προσεχετε, παρακαλω, τη ακριβεια του λογου· εσται γαρ ηµιν τε ωφελιµος ο λογος και ταις µετεπειτα γενεαις. Χρεων δε εξ εικονος τινος την του Λογου σαρκωσιν και την εκ της αειπαρθενου Μαριας απορρητον γεννησιν αυτου θεωρησαι και γνωναι καλως το της οικονοµιας εκειθεν µυστηριον το αποκεκρυµµενον προ των αιωνων εις σωτηριαν του γενους ηµων. γ΄. Περι της του Λογου σαρκωσεως και κατα τινα τροπον δι᾿ ηµας εσαρκωθη. (60) Καθαπερ ουν εν τη πλασει παλαι της προµητορος Ευας την του Αδαµ πλευραν εψυχωµενην ελαβεν ο Θεος και εις γυναικα ταυτην ανωκοδοµησε – δια τουτο γαρ ουδε ενεφυσησεν εις αυτην ως εις τον Αδαµ πνοην ζωης, αλλα το µερος, ο εκ της σαρκος αυτου ειληφεν, εις σωµα γυναικος ολοκληρον απετελεσε· και την απαρχην του πνευµατος, ην συν τη εµψυχωµενη σαρκι ειληφεν, (61) εις ψυχην ζωσαν τελειαν πεποιηκε, τα αµφοτερα ανθρωπον εργασαµενος αµα - , τον αυτον δη τροπον και εκ της αγιας θεοτοκου και αειπαρθενου Μαριας εψυχωµενην σαρκα λαβων ζυµην οιονει και µικραν απαρχην εκ του φυραµατος της φυσεως ηµων, ητοι εκ της ψυχης οµου και του σωµατος, ο πλαστουργος και κτιστης Θεος ηνωσε τη εαυτου ακαταληπτω και απροσιτω θεοτητι, µαλλον δε τη ηµετερα ουσια ολην της θεοτητος αυτου την υποστασιν
ενωσας ουσιωδως, αµικτως τε µιξας αυτην εκεινη, την ανθρωπινην τη εαυτου, ωκοδοµησε ταυτην εις ναον αγιον εαυτω και αναλλιωτως και ατρεπτως αυτος ο του Αδαµ ποιητης τελειος εγενετο ανθρωπος. Ωσπερ γαρ εκ της εκεινου πλευρας την γυναικα εποιησε, καθα προσθεν ειρηκαµεν, ουτως εκ της αυτου θυγατρος Μαριας της αειπαρθενου και θεοτοκου σαρκα δανεισαµενος και αναλαβων ανευ σπορας οµοιως εγεννηθη τω πρωτοπλαστω, ινα καθαπερ εκεινος δια της παραβασεως αρχη της εν φθορα και θανατω γενεσεως ηµων εχρηµατισεν, ουτως ο Χριστος και Θεος δια της εκπληρωσεως απασης δικαιοσυνης απαρχη της εν αφθαρσια αναπλασεως και αθανασιας ηµων γενηται. Τουτο γαρ βουλεται και Παυλος ουτω λεγων ο θειος· “Ο πρωτος ανθρωπος εκ γης χοϊκος, ο δευτερος ανθρωπος ο Κυριος εξ ουρανου· οιος ο χοϊκος, τοιουτοι και οι χοϊκοι· και οιος ο επουρανιος, τοιουτοι και οι επουρανιοι”. Και παλιν· “Απαρχη Χριστος, επειτα οι του Χριστου”. Επειδη γαρ ψυχη και σωµατι τελειος εχρηµατισεν ανθρωπος οµοιος ηµων κατα παντα πλην αµαρτιας, δια της εις αυτον πιστεως µεταδιδους ηµιν εκ της αυτου θεοτητος, συγγενεις και ηµας αυτου κατα την της θεοτητος αυτου φυσιν και ουσιαν εργαζεται. Και ορα µοι του µυστηριου το καινον και παραδοξον. Ελαβεν ο Θεος Λογος ην κατα (62) φυσιν ουκ ειχε σαρκα και εγενετο ανθρωπος, οπερ ουκ ην· µεταδιδωσι τοις πιστευουσιν εις αυτον της αυτου θεοτητος, ην ουδεις ουδεπω αγγελων η ανθρωπων εκτησατο, και γινονται θεοι, οπερ ουκ ησαν, θεσει και χαριτι· ουτω γαρ χαριζεται αυτοις εξουσιαν του υιους Θεου γινεσθαι, διο και εγενοντο και αει ωσαυτως γινονται και ουδεποτε του µη γινεσθαι ληξουσι. Και ακουε Παυλου τουτο παραινουντος του θειου· “Και καθως εφορεσαµεν την εικονα του χοϊκου, φορεσοµεν και την εικονα του επουρανιου”. Και ταυτα µεν περι τουτων· εχεσθω δε και αυθις της ακολουθιας ο λογος. Επειδη γαρ δια της σωµατικης παρουσιας αυτου ο επι παντων Θεος του αναπλασαι και ανακαινισαι τον ανθρωπον εληλυθεν επι γης και την δι᾿ αυτον καταραθεισαν απασαν κτισιν επευλογησαι, ακουε νουνεχως! Πρωτον µεν την ψυχην ην ανελαβεν εζωωσε και αφθαρτωσας εθεοποιησε, το δε αχραντον
αυτου και θειον σωµα, ει και εθεωσεν, αλλ᾿ ετι φθαρτον αυτο και υλικον περιεφερε. Το γαρ εσθιον και πινον, το κοπιουν και ιδρωτας φερον, το δεσµουµενον και τυπτοµενον, επι σταυρου τε αναρτωµενον και καθηλουµενον, φθαρτον εστι δηλονοτι και υλικον· ταυτα γαρ απαντα φθαρτου σωµατος ιδιωµατα καθεστηκασιν, οθεν και απεθανεν και εν µνηµειω κατετεθη νεκρος. Μετα δε το αναστηναι αφθαρτον, και αυτο το σωµα πνευµατικον, θειον παντη και αϋλον, συνανεστησεν· ενθεν τοι ουδε τας σφραγιδας του µνηµατος ελυσεν εξελθων, αλλα και των θυρων κεκλεισµενων ακωλυτως εισηρχετο και εξηρχετο. ∆ιατι δε ουκ ευθυς συν τη ψυχη και το σωµα οπερ ανελαβε πνευµατικον και αφθαρτον απειργασατο; Επειδη φαγων και ο Αδαµ εκ του ξυλου, ου ενετειλατο αυτω ο Θεος µη φαγειν, ευθυς µεν τον της ψυχης παραβας απεθανε θανατον, τον δε του σωµατος (63) µετα πολλους υστερον ενιαυτους, και δια τουτο την το επιτιµιον δεξαµενην ψυχην της του θανατου τιµωριας πρωτον ανεστησε τε και εζωωσε και εθεωσεν, ειθ᾿ ουτως το σωµα, κατα την παλαι εξενεχθεισαν αποφασιν αποστρεφειν δια του θανατου εις γην, την αφθαρσιαν δια της αναστασεως απολαβειν ωκονοµησεν· ου µονον δε, αλλα κατελθων εν τω αδη, των µεν εκεισε κατεχοµενων αγιων τας ψυχας των αιωνιων ελευθερωσας δεσµων εξανεστησε και εις τοπον αναπαυσεως και φωτος ανεσπερου κατεταξε, τα δε σωµατα αυτων ουκετι, αλλ᾿ ειασεν αυτα εν σοροις µεχρι της κοινης αναστασεως. Το γουν µυστηριον τουτο ου µονον τω ρηθεντι τροπω γεγονεν απ᾿ αρχης Χριστου εν ολω τω κοσµω, αλλα και εφ᾿ ενι εκαστω των παλαι αγιων εγενετο και µεχρι του νυν αει γινεται. Λαµβανοντες γαρ το του ∆εσποτου ηµων και Θεου Πνευµα, συµµετοχοι αυτου της θεοτητος και της ουσιας γινοµεθα· εσθιοντες δε την παναµωµητον αυτου σαρκα, τα θεια λεγω µυστηρια, συσσωµοι αυτου και συγγενεις εν αληθεια ολοκληρως γινοµεθα, καθως και αυτος ο θειος Παυλος φησιν οτι “οστουν εσµεν εκ των οστεων αυτου και σαρξ εκ της σαρκος αυτου “ και παλιν, οτι “εκ του πληρωµατος αυτου της θεοτητος, ηµεις, δηλονοτι παντες, ελαβοµεν και χαριν αντι χαριτος”. Τουτο δε γινοµενοι, οµοιοι αυτω τω φιλανθρωπω Θεω και ∆εσποτη ηµων κατα χαριν γινοµεθα, ανακαινιζοµενοι και
ανανεουµενοι την ψυχην, αφθαρτοποιουµενοι τε και ως εκ νεκρων ζωντες εξανισταµενοι, αυτον δηλαδη τον οµοιον ηµιν γενεσθαι καταξιωσαντα βλεποντες και βλεποµενοι υπ᾿ αυτου οι αξιωθεντες οµοιοι γενεσθαι αυτω, ως ει τις απο µακροθεν προσωπον φιλου αυτου καθορα και διαλεγεται αυτω και προσοµιλει και φωνης ακουει αυτου. (64) Ουτω τοιγαρουν οι απ᾿ αιωνος αγιοι, οι παλαι τε και νυν πνευµατικως βλεποντες, ου σχηµα η ειδος η εκτυπωµα βλεπουσιν, αλλα φως ασχηµατιστον, ως και αυτοι φως εκ του φωτος Πνευµατος χρηµατιζοντες. Τοιουτος δε εκαστος των αγιων γινοµενος, ουχι και το σωµα αυτου ευθυς αφθαρτον και πνευµατικον γινεται, αλλα καθαπερ σιδηρος υπο του πυρος εκπυρουµενος της λαµπροτητος µεν αυτου µεταλαµβανει και την µελανιαν ευθυς αποβαλλεται, χωριζοµενος δε παλιν του πυρος ψυχρος και µελας καθοραται και γινεται, ουτω δη και τα σωµατα των αγιων υπο της ενωθεισης τη ψυχη αυτων χαριτος, ητοι του θειου πυρος µταλαµβανοντα, αγιαζονται και εκπυρουµενα διαυγη και αυτα γινονται και πολυ των αλλων σωµατων διαφορωτερα και τιµιωτερα αποκαθιστανται. Επειδαν δε η ψυχη εξελθη και του σωµατος χωρισθη, ευθυς και αυτα τη φθορα παραδιδονται και εκ του κατα µικρον διαλυονται· τα δε και επι πολλους χρονους διαµενουσι, µητε αφθαρτα µενοντα παντελως, µητε παλιν τελειως φθειροµενα, αλλα και της αφθαρσιας και της φθορας τα γνωρισµατα εν εαυτοις διασωζουσιν, εις την τελευταιαν εξαναστασιν αφθαρτωθηναι τελειως και και ανακαινισθηναι τηρουµενα. Τινος ουν ενεκεν και δια τι; Οτι ουκ επρεπε προ της των κτισµατων ανακαινισεως τα των ανθρωπων αναστησεσθαι και αφθαρτωθησεσθαι σωµατα, αλλ᾿ ωσπερ αυτη παρηχθη πρωτον αφθαρτος, επειτα ο ανθρωπος, υστερον, ουτω παλιν πρωτον την κτισιν απο της φθορας εις την αφθαρσιαν χρη µεταποιηθηναι, ειτ᾿ ουν αλλαγηναι, και ουτω συν αυτη και αµα αυτη και τα φθαρεντα σωµατα των ανθρωπων ανακαινισθηναι, ινα και αυθις πνευµατικος και αθανατος ο ανθρωπος γεγονως εν αφθαρτω χωριω και αϊδιω και πνευµατικω κατοικη. Και οτι τουτο εστιν αληθες, ακουε Πετρου λεγοντος του αποστολου· “Ηξει δε η ηµερα Κυριου ως κλεπτης εν νυκτι, εν η ουρανοι πυρουµενοι
(65) λυθησονται και στιχεια καυσουµενα τηκεται”, ουχ ως απολλυµενων τουτων, αλλ᾿ ως αναχωνευοµενων δηλονοτι και αναστοιχειουµενων εις κρειττονα τε και αΐδιον ληξιν. Ποθεν τουτο δηλον; Εξ αυτων παλιν των ρηµατων του αποστολου, δι᾿ ων επιφερει λεγων· “Καινους δε ουρανους και καινην γην κατα το επαγγελµα αυτου προσδοκωµεν”. Κατα ποιον και τινος επαγγελµα; Κατα το του Χριστου παντως και Θεου ηµων ειποντος· Ο ουρανος και η γη παρελευσεται, οι δε λογοι µου ου µη παρελθωσιν”. Παρελευσιν του ουρανου την εναλλαγην αυτου ειρηκως, καν γαρ ο ουρανος, φησιν, αλλαγησεται, αλλ᾿ οι εµοι λογοι το αναλλοιωτον και παγιον εξουσι. Τουτο γαρ και ο προφητης ∆αυιδ προανακεκραγε ουτως ειπων· “Και ωσει περιβολαιον ελιξεις αυτους και αλλαγησονται· συ δε ο αυτος ει και τα ετη σου ουκ εκλειψουσι”. Τι τοινυν των λογων τουτων σαφεστερον γενοιτ᾿ αν; Αλλα σκοπησωµεν πως η κτισις ανακαινισθησεται και εις το αρχαιον αποκατασταθησεται καλλος. δ΄. Πως αυθις η κτισις µελλει πασα ανακαινισθηναι και γενεσθαι καινους ουρανους και καινην γην κατα τον θειον Αποστολον. (65) Καινους τοιγαρουν ουρανους και καινην γην επαγγειλαµενου αυτου, ουδεις αντερει των πιστων· ουδε µην αρα τω Κυριω ταυτα λεγοντι απιστησει. Καθαπερ γαρ τα ηµετερα λυοµενα σωµατα ουκ εις το µηδαµη µηδαµως ειναι χωρει, αλλα παλιν δια της αναστασεως ανακαινιζεται, ουτω δη και ο ουρανος και η γη και τα εν αυτη παντα, ηγουν πασα η κτισις, ανακαινισθησεται και ελευθερωθησεται απο της δουλειας της φθορας και· και συµµεθεξει τα στοιχεια ταυτα µεθ᾿ ηµων της εκειθεν λαµπροτητος και (66) ον τροπον απαντας ηµας το πυρ δοκιµασει, κατα τον θειον αποστολον, ουτως και η κτισις πασα δια πυρος ανακαινισθησεται. Και τουτο, δι᾿ ων ο αποστολος Πετρος γραφει, µαθειν εστιν· “Ηξει γαρ, φησιν, η ηµερα Κυριου ως κλεπτης εν νυκτι, εν η ουρανοι ροιζηδον παρελευσονται, στοιχεια δε καυσουµενα λυθησονται και γη και τα εν αυτη εργα κατακαησεται”. Ορας πως δια πυρος λεγει τα παντα
αναχωνευθησεσθαι και αλλοιωθησεσθαι; ∆ιο και επιφερων φησι· “Τουτων ουν παντων λυοµενων, ποταπους δει υπαρχειν ηµας εν αγιαις αναστροφαις και ευσεβειαις; “ Λυθησονται δε αρα πως; Ωσπερ σκευος χαλκουν πεπαλαιωµενον, ρυπωθεν και αχρειωθεν υπο ιου, τω πυρι παραδιδοται υπο του τεχνιτου και ουτως αναχωνευοµενον καινον υπ᾿ αυτου παλιν κατασκευαζεται, τον αυτον τροπον και η κτισις, επει επαλαιωθη και υπο των αµαρτιων ηµων ερρυπωθη, υπο του δηµιουργου των ολων δια πυρος λυθησεται, ειτ᾿ ουν αναχωνευθησεται και αναστοιχειωθησεται και λαµπρα και καινοτερα ασυγκριτως της νυνι ορωµενης γενησεται. Ουτως δε περι τουτων του αποστολου γραψαντος Πετρου, µετ᾿ ολιγα παλιν φησι· “∆ιο, αγαπητοι, ταυτα προσδοκωντες σπουδασατε ασπιλοι ευρεθηναι εν ειρηνη και την του Κυριου ηµων µακροθυµιαν σωτηριαν ηγεισθε, καθως και ο αγαπητος ηµων αδελφος Παυλος κατα την αυτω δοθεισαν σοφιαν εγραψεν υµιν, ως και εν πασαις ταις επιστολαις λαλων εν αυταις περι τουτων, εν οις εστι δυσνοητα τινα, α οι αµαθεις και αστηρικτοι στρεβλουσιν ως και τας λοιπας γραφας προς την ιδιαν αυτων απωλειαν”· Τουτο δε ουχ οι τοτε µονον, αλλα και νυν οι πλειστοι η και οι παντες σχεδον ειπειν πασχοµεν εξ αγνοιας, παντα συγχεοντες, παντα τα της θειας Γραφης προς την απωλειαν ηµων στρεβλουντες ηγουν παρερµηνευοντες, συνηγορους οιονει (67) των ιδιων παθων και επιθυµιων και της απωλειας ηµων σπουδαζοντες εχειν και ποιειν τας θειας Γραφας. Αλλ᾿ ιδωµεν τι και Παυλος ο θειος φησι περι της κτισεως και του ταυτης ανακαινισµου· ειπων τοινυν· “Λογιζοµαι οτι ουκ αξια τα παθηµατα του νυν καιρου προς την µελλουσαν δοξαν αποκαλυφθηναι εις ηµας”, επηγαγεν· “Η γαρ αποκαραδοκια της κτισεως την αποκαλυψιν των υιων του Θεου απεκδεχεται”. Αποκαραδοκιαν την προσδοκιαν, την σφοδραν επιθυµιαν φησιν, αποκαλυψιν δε την εν τη αναστασει φανερωσιν· εν ταυτη γαρ δια της του Χριστου και Θεου παρουσιας φανερωθηναι δει τους υιους του Θεου και φανηναι το καλλος αυτων και αυτους ολους οιοι εισι, καθως γεγραπται· “Τοτε λαµψουσιν οι δικαιοι ως ο ηλιος”, οι του δικαιου Θεου υιοι δηλονοτι. Ινα δε µη υπολαβης ετεραν τινα κτισιν τον θειον λεγειν αποστολον, επιφερων φησι·
“Τη γαρ µαταιοτητι η κτισις υπεταγη, ουχ εκουσα, αλλα δια τον υποταξαντα, επ᾿ ελπιδι”. Ορας οπως ουκ απο σκοπου εφθην ειπων οτι ουκετι δουλευσαι τω παραβαντι Αδαµ η κτισις εβουλετο, τουτον ιδουσα εκπεπτωκοτα της θειας δοξης ως προσκεκρουκοτα Θεω τω αυτου ποιητη; ∆ια δη τουτο, προ καταβολης κοσµου την εκ παλιγγενεσιας αυτου σωτηριαν ο Θεος προορισας, υπεταξεν αυτω την κτισιν, καταρασαµενος ταυτην ινα, φθαρτω γενοµενω τω δι᾿ ον παρηχθη ανθρωπω, φθαρτη και αυτη γενηται, ως αν φθαρτην αυτω την τροφην ετησιως παρεχη· οποταν δε ανακαινιση τον ανθρωπον και αφθαρτον και αθανατον και πνευµατικον αυτον απεργασηται, τηνικαυτα και αυτην ολην την κτισιν, φηµι, συν αυτω αλλιωσει και αΐδιον ταυτην αποτελεσει· τουτο γαρ δι᾿ ων ειπεν εδηλωσεν· (68) “Τη γαρ µαταιοτητι, φησιν, η κτισις υπεταγη, ουχ εκουσα, αλλα δια τον υποταξαντα, επ᾿ ελπιδι”. Οιον, ουκ αφ᾿ εαυτης, φησι, τη ανθρωποτητι υπεταγη, ουχ εκουσα εις φθοραν µετηχθη και φθαρτους προφερει καρπους και βλαστανει ακανθας οµου και τριβολους, αλλα τη του Θεου πειθαρχουσα προσταξει του επ᾿ελπιδι παλιν ανακαινισεως ταυτα διορισαµενου. Τουτο δε ποιησαι σαφεστερον βουληθεις εφη· “Και γαρ και αυτη η κτισις ελευθερωθησεται απο της δουλειας της φθορας εις την ελευθεριαν της δοξης των τεκνων του Θεου”. Ειδες πως ουκ απεικος ειποµεν οτι και η κτισις αυτη αφθαρτος πασα το κατ᾿ αρχας και εις παραδεισου ταξιν παρηχθη παρα Θεου, καταραθεισα δε εις φθοραν και δουλειαν µετηχθη, τη µαταιοτητι των ανθρωπων υποταγεισα. Ορα δε και οια εσται η εσχατη λαµπροτης αυτης. ε΄. Οποια εσται και η εσχατη λαµπροτης της κτισεως. Τοιγαρουν και ανακαινιζοµενη, ουχι οια εξ αρχης παρηχθη τοιαυτη και αυθις γενησεται. Μη γενοιτο! Αλλα, καθαπερ σπειρεται σωµα ψυχικον, ως το λογιον, και εγειρεται σωµα ουχ οιον το του πρωτοπλαστου προ της παραβασεως ην, υλικον δηλαδη και αισθητον και τρεπτον, δεοµενον τροφης αισθητης, αλλα εγειρεται σωµα πνευµατικον ολον και ατρεπτον, οιον το
του ∆εσποτου ηµων και Θεου µετα την αναστασιν ην, του δευτερου Αδαµ δηλονοτι και πρωτοτοκου ηµων γενοµενου εκ των νεκρων, κατα πολυ διαφερον εκεινου, τον αυτον δη τροπον και η κτισις απασα θειω γενησεται νευµατι ουχ οια παρηχθη, υλικη τε και αισθητη, αλλ᾿ εις αϋλον και πνευµατικον υπερ πασαν αισθησιν εν τη παλιγγενεσια µεταποιηθησεται οικηκηριον. Αλλως τε δε και καθως ο θειος Παυλος φησιν οτι (69) “παντες µεν ου κοιµηθησοµεθα, παντες δε αλλαγησοµεθα εν ατοµω, εν ριπη οφθαλµου” ουτω και η κτισις υπο του θειου φλεχθεισα πυρος αλλοιωθησεται, ως αν και το προφητικον πληρωθησεται λογιον το ουτω φασκον· “∆ικαιοι δε κληρονοµησουσι γην”, ουκ αισθητην παντως, - πως γαρ, οι πνευµατικοι χρηµατιζοντες; - αλλα πνευµατικην πασαν και αϋλον, ινα οι ασωµατα κεκτηµενοι τα σωµατα και υπερ αισθησιν εν αισθησει γενοµενοι, και απεριγραπτοι εν απεριγραπτοις οντες οι περιγραπτοι, αξιον εχωσι της εαυτων δοξης κατοικητηριον. Τοιγαρουν και νοει µοι αρτι κοσµον πνευµατικον και υπερ την ηµων αισθησιν πελοντα. Το ουν υπερ αισθησιν ον και πνευµατικον χρηµατισαν αληπτον εστι παντως το καθ᾿ ηµας και αορατον· το δε µητε ορωµενον, µητε ολως κρατουµενον, πως καν ολως εσται περιοριστον παρ᾿ ηµιν, η τις ευ φρονων τουτο ειποιεν; Ουδεις ουδαµως. Τοιουτος τοινυν εστιν ηµιν και ο περι των αγγελων λογος. Και γαρ και αυτοι οιονει σωµατοι πως εισι και περιγραπτοι τη αΰλω και ασωµατω φυσει συγκρινοµενοι της θεοτητος, καθως γεγραπται· “σωµατα επουρανια και σωµατα επιγεια”, υλικα µεν ταυτα, αϋλα δε τα υπερ ηµας· και αλλαχου· “Ο ποιων τους αγγελους αυτου πνευµατα και τους λειτουργους αυτου πυρος φλογα”. Επει ουν λειτουργικα εισι πνευµατα και οι νοες οι επουρανιοι εις διακονιαν αποστελλοµενα, ως δοκει τη αληθεια και Παυλω τω µυσταγωγω των τοιουτων, οτε παντως αγγελος θειος ανωθεν καταπεµφθη εκ Θεου τω θειω λειτουργησων προσταγµατι επι της γης, τας µεν ουρανιους χοροστασιας καταλιµπανει, προς δε τα εγκοσµια και ηµας οµολογουµενως γινεται. Ει δε τουτο ουτως δοκει τη καταληψει της αληθειας, περιγραπτος εν τουτω ων δεικνυται και περιοριστος· (70) προς γαρ εκεινην την θειαν και ακτιστον
φυσιν, την ασωµατον παντη και απεριγραπτον, κτιστοι και περιγραπτοι πελουσι, προς δε την ηµετεραν και παντη ασωµατοι, αληπτοι και αορατοι. Τοιουτος και ο περι ψυχης ηµιν λογος. Θεω γαρ τω φυσει ασωµατω και αγγελοις συγκρινοµενη, σωµατη πως οιονει εστι και περιγραπτη, αλλα µονω τω δεσµειν δυναµενω ταυτην και εξουσιαν εχοντι συν τω σωµατι εις γεενναν εµβαλειν πυρος, αισθησει δε και οψει βροτεια παντη ασωµατος τε και ακαταληπτος, µη δυναµενη περιγραφηναι τοποις η χωριοις αισθητοις το καθολου. Και θαυµαση µηδεις ταυτα ακουων, εννοουµενος οπως και των θυρων κεκλεισµενων αορατως εισερχεσθαι και εξερχεσθαι γινεται τους ασωµατους αγγελους, τω αυτω δε τροπω και τας ψυχας λαµβανειν αυτους των ανθρωπων, αλλ᾿ ακουετω του Κυριου λεγοντος· “Εν τη αναστασει, φησι, των δικαιων, ουτε γαµουσιν, ουτε εκγαµιζονται, αλλ᾿ εισιν ως αγγελοι Θεου”, και Παυλου· “Σπειρεται” λεγοντος “σωµα ψυχικον, εγειρεται σωµα πνευµατικον”, κακειθεν ακριβως µανθανετω, οτι τα σωµατα ηµων πνευµατικα και οιον ειπειν των αγγελων παροµοια µελλουσι γενεσθαι, ανισταµενων απο νεκρων. Ει γαρ ψυχικα σπειρονται και πνευµατικα ταυτα εγειρονται, ως το λογιον, και ειναι εν τω αιωνι τω µελλοντι οφειλοµεν ως Θεου αγγελοι, καθα και ο Κυριος ειρηκε, δηλονοτι οµοιοι αυτοις, ει και µη τη φυσει, αλλα τη αξια εσοµεθα. Σωµατους δε αυτους ως προς Θεον φηµι, ως δε προς ηµας αΰλους και αορατους· ει δε τουτο, πολλω µαλλον αι ψυχαι κατα τον αποδοθεντα ορον και νοµον της ειρηµενης συγκρισεως. Τοιουτων τοινυν γινοµενων ηµων εν τη αναστασει, ως ο λογος απεδειξε, ποια του λοιπου χρεια τοις ουτω πνευµατικοις γενοµενοις και υπερ πασαν αισθησιν την ενταυθα, (71) τοις ως αγγελοις ουσι Θεου, ει και µη κατα την αξιαν αυτων, αισθητης ολως γαιας και κατοικιας. Αξια δε αγγελων Θεου και στασις και εφεσις το ελλαµπεσθαι απο του πρωτου και θειου φωτος ως φωτα δευτερα, το βλεπειν την δοξαν και λαµπροτητα αυτου του απροσιτου και απειρου φωτος και απολαυειν της αφραστου και τρισυποστατου θεοτητος. Η γαρ απασα κτισις, ως ειρηται µοι πολλακις, ανακαινισθεισα, συν αυτω παραδεισω ολη γενοµενη
πνευµατικη, εις αϋλον και αφθαρτον, ατρεπτον τε και αΐδιον και νοερον µετασκευασθησεται οικητηριον. Και ουρανος µεν ασυγκριτως λαµπροτερος εσται, οια δη καινος αλλος και του ορωµενου φωτοειδεστερος. Γη δε αφραστον και καινον αναληψεται καλλος και χλοης ειδος αµαραντον, ανθεσι δηλαδη φωτοειδεσι και ποικιλια πνευµατικη ωραϊζοµενη, εν οις δικαιοσυνη, κατα το οσιον λογιον, κατοικει. Λαµψει δε επταπλασιως ο ηλιος της δικαιοσυνης, η δε σεληνη του νυνι λαµποντος ηλιου διπλοτερον εξαστραψει· τα δε γε αστρα εσονται τω ηλιω τουτω παροµοια, ει τινα ταυτα εστι και οιστισιν αναθεωρουνται τοις λογοις τοις υψηλοις την διανοιαν. Παντα δε υπερ λογον, ως πασαν διανοιαν υπερβαινοντα, πλην οµως πνευµατικα οντα και θεια, ενουνται τοις νοητοις και γινονται παραδεισος νοερος αλλος και Ιερουσαληµ επουρανιος, εξοµοιωθεισα τοις επουρανιοις και ενωθεισα, και κληρος ασυλος των υιων του Θεου, ης κληρονοµος ουδεις ουδαµως των επι γης εχρηµατισεν, αλλ᾿ ουδε κατωκησεν εν ταυτη, ουδε βηµατος ποδος κυριος γεγονε· παντες γαρ παροικοι εγενοµεθα και εσµεν και εσοµεθα εν αυτη, καθως πασα θεια υπαγορευει Γραφη. Οποταν ουν ολοκληρως παντα τοις επουρανιοις (72) ενωθη τα επιγεια, τηνικαυτα και οι δικαιοι την ανακαινισθεισαν ταυτην κληρονοµησουσι γην, ην οι µακαριζοµενοι πραεις παρα του κυριου κληρονοµουσι. Νυν µεν γαρ τα µεν ηνωθη τοις ουρανιοις, τα δε µελλει· αι µεν γαρ ψυχαι των αγιων, καθα προσθεν ειρηκαµεν, δια της δωρεας και ενωσεως του Αγιου Πνευµατος, ετι αυτων οντων εν σωµατι, κολλωνται Θεω και ανακαινιζοµεναι αλλοιουνται και εκ του θανατου ανιστανται και εν ανεσπερω φωτι εν δοξη αποκαθιστανται µετα κοιµησιν· τα δε γε σωµατα αυτων ουκετι, αλλ᾿ εν σοροις και φθορα αφιενται, αφθαρτα και αυτα γενησεσθαι µελλοντα εν τη κοιονη αναστασει, οτε και πασα δηλονοτι η επιγειος κτισις, η ορωµενη αυτη και αισθητη, αλλοιωθησεται και τοις επουρανιοις ηγουν τοις αορατοις και υπερ αισθησιν ενωθησεται. Τουτο τοιγαρουν πληρωθηναι δει πρωτον και τηνικαυτα ελευσεται µετα δοξης πολλης και δυναµεως ο περιποθητος ηµων και γλυκυτατος βασιλευς Ιησους ο Χριστος και Θεος
κριναι κοσµον και αποδουναι εκαστω κατα τα εργα αυτου. Ειθ᾿ ουτως, καθαπερ εν οικω µεγαλω η βασιλειοις πολλας εχουσι τας αναπαυσεις και τας κατασκηνωσεις και την διαφοραν πολλην αυθις εν αµφοτεραις οµου και θειοταταις µοναις, ουτως εν αυτη τη καινη κτισει τας διαιρεσεις ποιησει, απονεµων εκαστω την κληρουχιαν κατα την αυτου αξιαν και την εκ των αρετων και εργων προσουσαν αυτω λαµπροτητα τε και περιφανειαν. Πνευµατικων δε οντων αυτων και διαφανων και συνηµµενων εκειναις ταις θειαις µοναις τε και ανακλισεσιν, ως µια τις ολη καθολου εστιν, ωσπερ ουν και εστιν, εστια η βασιλεια των ουρανων και τουτο τοις πασι φανησεται δικαιοις, µονον τον βασιλεα εχουσα του παντος πανταχου ορωµενον αυτοις, συµπαροντα εκαστω και συνοντα εκαστον αυτω και εν εκαστω εκλαµποντα και εκαστον (73) λαµποντα εν αυτω. Αλλ᾿ ουαι τοις εξωθεν τοτε του οικου εκεινου ευρισκοµενοις. Αρκουντως ουν και ικανως περι τουτων ειποντες και τους µη κατ᾿ εριν αντιλεγειν τι πειρωµενους πληροφορησαντες, φερε και περι του πως ενουνται τω Χριστω και εν γινονται µετ᾿ αυτου παντες οι αγιοι, ως δυνατον, υµας βεβαιωσωµεν. στ΄. Πως ενουνται τω Χριστω και Θεω και εν γινονται µετ᾿ αυτου παντες οι αγιοι. (73) Επειδηπερ µελη Χριστου του επι παντων Θεου οντως οι αγιοι χρηµατιζουσι παντες και, ως ειρηται, εν αυτω ειναι κεκολληµενοι και συνηµµενοι οφειλουσι τω σωµατι αυτου, ινα εκεινος µεν η εν αυτοις κεφαλη, οι απ᾿ αιωνος δε και µεχρις εσχατης ηµερας αγιοι ωσι µελη αυτου, οπως γενωνται οι πολλοι εν σωµα Χριστου, οια δη ανθρωπος εις, οι µεν την εις χειρων ταξιν αποπληρουσιν εργαζοµενοι εως αρτι και ποιουντες αυτου το παναγιον θεληµα, αξιους εξ αναξιων αναπλαττοντες και αυτω ανασωζοντες· οι δε, των ωµων, αλληλων τα βαρη βασταζοντες η και το απολωλος αυτο αρτι αυτοις ευρεθεν, το παλαι εις ορη και βουνους και τοπους ους ουκ επισκοπει Κυριος περιπλανωµενον, και πληρουντες τον νοµον αυτου· οι δε, του στηθους, πηγαζοντες τοις διψωσι και πεινωσι την δικαιοσυνην του Θεου, το διεισδεστατον ναµα του λογου της απορρητου
σοφιας και γνωσεως, και χορηγουντες αυτοις τον αρτον,ον εσθιουσιν αι ανω δυναµεις των ουρανων, ως επιστηθιοι και φιλουµενοι υπ᾿ αυτου· (74) οι δε, κοιλιας, παντας εγκολπουµενοι δια της αγαπης και εν τοις εγκατοις Πνευµα σωτηριας εγκυµονουντες και χωρητικην εχοντες διαθεσιν των απορρητων και κεκρυµµενων µυστηριων αυτου· αλλοι, µηρων, το γονιµον εν εαυτοις φεροντες των θεοπρεπων νοηµατων της µυστικης θεολογιας και γεννωντες Πνευµα σωτηριας επι της γης, ηγουν τον καρπον του Πνευµατος και τον σπορον εν ταις των ανθρωπων καρδιαις δια του λογου της διδασκαλιας αυτων· οι δε, σκελων και ποδων, την ανδρειαν εν τοις πειρασµοις και την υποµονην ενδεικνυµενοι κατα τον Ιωβ και µηδοπωσουν σαλευοµενοι απο της επι τα καλα στασεως η ατονουντες, αλλα τα βαρη των αυτου χαρισµατων βασταζοντες. Ουτως ουν το σωµα της Εκκλησιας Χριστου, συναρµολογουµενον δια των απ᾿ αιωνος αγιων αυτου, αρτιον υπαρχει και ολοκληρον εις ενωσιν των υιων του Θεου των πρωτοτοκων των απογεγραµµενων εν ουρανοις, προς ους “Μη χαιρετε” λεγει και νυν ο Θεος, “οτι τα δαιµονια υµιν υποτασσεται”, οπερ εν τοις κουφοτεροις τυφον µαλλον και οιησιν εµποιει, “χαιρετε δε οτι τα ονοµατα υµων εγραφη εν τοις ουρανοις”. Οτι δε οι αγιοι παντες µελη οντες Χριστου εις εν γινονται σωµα αυτου, αλλα και µελλουσιν εισετι γενεσθαι, πειρασοµαι τουτο και απο της θειας αποδειξαι Γραφης. Και εν πρωτοις ακουσον αυτου του Σωτηρος ηµων και Θεου, οπως την µετ᾿ αυτου ενωσιν αδιασπαστον εµφαινει και αχωριστον εν τω λεγειν προς τους αυτου αποστολους· “Εγω εν τω Πατρι και ο Πατηρ εν εµοι· και υµεις εν εµοι καγω εν υµιν”, και παλιν· “Ου περι τουτων δε ερωτω µονον, αλλα και περι παντων των πιστευοντων δια του λογου αυτων εις εµε, ινα παντες εν ωσι”. Βουλοµενος δε τον τροπον πιστωσασθαι της ενωσεως, (75) επαναλαµβανων τον λογον φησι· “Καθως συ, πατερ, εν εµοι, καγω εν σοι, ινα και αυτοι εν ωσι”. Σαφεστερον δε τουτο ποιων, επιφερει· “Και εγω την δοξαν, ην δεδωκας µοι, δεδωκα αυτοις, ινα ωσιν εν, καθως ηµεις εν εσµεν· εγω εν αυτοις και συ εν εµοι, ινα ωσι τετελειωµενοι εις εν”, και µετ᾿ ολιγ· “Πατερ, ους δεδωκας µοι θελω ινα, οπου ειµι εγω, κακεινοι ωσι µετ᾿ εµου,
ινα θεωρωσι την δοξαν την εµην, ην δεδωκας µοι”, και παλιν· ”Ινα η αγαπη, ην ηγαπησας µε, εν αυτοις η καγω εν αυτοις”. Ειδες µυστηριων βαθος; Εγνως υπερβαλλουσης δοξης υπεραπειρον υπερβολην; κατενοησας ενωσεως τροπον υπερ νουν οντα και υπερ απασαν εννοιαν; Ω του θαυµατος, αδελφοι, ω της αφραστου συγκαταβασεως της προς ηµας αγαπης του φιλανθρωπου Θεου, οτι οιαν την προς τον Πατερα αυτου εχει ενωσιν φυσικως, τοιαυτην και αυτος εχειν εν χαριτι προς ηµας, εαν θελωµεν, επαγγελλεται, και ηµεις προς εκεινον οµοιως εξοµεν τας αυτου εντολας εργαζοµενοι· ο γαρ εκεινος φυσικως εχει προς τον Πατερα, τουτο ηµιν προς αυτον τη θεσει διδωσι και τη χαριτι. Ω επαγγελιας φρικτης, οτι την δοξαν ην δεδωκεν ο Πατηρ τω υιω και ο Υιος διδωσιν ηµιν θεια χαριτι· και το δη µειζον, οτι ωσπερ εκεινος εν τω Πατρι και ο Πατηρ εν αυτω, ουτως ο Υιος του Θεου εν ηµιν και ηµεις εν αυτω εσοµεθα τω Υιω, ει βουλοµεθα, τη χαριτι. Ω χαριτος ανυπερβλητου, οτι την αγαπην ην ηγαπησεν ο Θεος και Πατηρ τον µονογενη αυτου Υιον και Θεον ηµων, αυτην εν ηµιν λεγει εσεσθαι και αυτον εκεινον τον Υιον του Θεου εν ηµιν. Και εικοτως· συγγενης γαρ απαξ ηµων γεγονως τη σαρκι και συµµετοχους αυτου της θεοτητος ηµας εργασαµενος, συγγενεις αυτου παντας τους τοιουτους πεποιηκεν. Αλλως δε και της µεταδοθεισης (76) ηµιν δια της κοινωνιας θεοτητος ατµητου ουσης και αχωριστου, αναγκη πασα και ηµας τους εν εληθεια ταυτης µετεσχηκοτας αχωριστους εν ενι Πνευµατι εν σωµα µετα Χριστου ειναι. Και οτι ταυτα ουτως εχει, ακουε Παυλου λεγοντος· “Εν γαρ Χριστω Ιησου ουκ εστι δουλος ουδε ελευθερος, ουκ Ιουδαιος, ουχ Ελλην, ου Σκυθης, ου βαρβαρος, αλλα τα παντα και εν πασι Χριστος”. Ορας οπως ουκ ειπεν “αλλ᾿ οι παντες χριστιανοι”, αλλα “Χριστος” εις, ως εκ µελων πολλων σωµα εν. Και ακουε παλιν αυτου τουτο δηλουντος ετερωθι. Ειποντος γαρ πρωτον· “Εκαστω διδοται η φανερωσις του Πνευµατος προς το συµφερον” και τας διαφορας των χαρισµατων απαριθµησαµενου, υστερον παλιν ο αυτος επηγαγε· “Παντα δε ταυτα ενεργει το εν και το αυτο Πνευµα διαιρουν ιδια εκαστω καθως βουλεται”. Τας διδοµενας δε δια του Πνευµατος
ενεργειας αυτοις τοις αγιοις µελεσι του Χριστου γνωρισας ηµιν επιφερει και φησι· “Καθαπερ γαρ το σωµα εν εστι και µελη εχει πολλα, παντα δε τα µελη του σωµατος του ενος πολλα οντα εν εστι σωµα, ουτως και ο Χριστος· και γαρ εν ενι πνευµατι ηµεις παντες εις εν σωµα εβαπτισθηµεν, ειτε Ιουδαιοι, ειτε Ελληνες, ειτε δουλοι, ειτε ελευθεροι, και παντες εις εν ποµα εποτισθηµεν· και γαρ το σωµα ουκ εστιν εν µελος αλλα πολλα”. Καθαπερ δε παλιν εκαστω, ως προειποµεν, κατ᾿ αξιαν υπο του Θεου εν ταις ακηρατοις µοναις η αποκληρωσις διδοται, ουτως και εν τω σωµατι της Εκκλησιας εκαστος εν ω εστιν αξιος καταριθµηθησεται µερει του Χριστου. Και τουτο αυτος µετ᾿ ολιγα δηλοι εν ταυτη αυτου τη επιστολη λεγων· “Νυν δε ο Θεος εθετο τα µελη εν εκαστον αυτων εν τω σωµατι καθως ηθελησε· πολλα µεν ουν µελη, εν δε σωµα”. (77) Ινα δε και τας διαφορας των µελων και τινα ταυτα και τινες εισιν αποδειξη, εφη· “Υµεις δε εστε σωµα Χριστου και µελη εκ µερους· και ους εθετο ο Θεος εν τη εκκλησια πρωτον αποστολους, δευτερον προφητας, τριτον διδασκαλους, επειτα δυναµεις, ειτα χαρισµατα ιαµατων, αντιληψεις, κυβερνησεις, γενη γλωσσων”. Ειδες τας διαφορας των µελων του Χριστου; Εµαθες τινες εισι µελη αυτου; Ακουε και την ενωσιν των µελων ακολουθως τω ∆εσποτη και τουτον δηλουντα. Εκεινος µεν γαρ οιαν προς τον εαυτου Πατερα ενωσιν εχει, και ηµας προς αυτον τοιαυτην εχειν οµοιως εδιδαξεν, ο δε γε τουτου µαθητης και αποστολος, οιαν ο ανηρ εχει προς την γυναικα αυτου και η γυνη προς τον ανδρα· διο και φησιν· “Αι γυναικες τοις ιδιοις ανδρασιν υποτασσεσθε ως τω Κυριω, οτι ανηρ εστι κεφαλη της γυναικος, ως και ο Χριστος κεφαλη της εκκλησιας και αυτος εστι σωτηρ του σωµατος”, και αυθις· “Οι ανδρες, αγαπατε τας γυναικας εαυτων, καθως και ο Χριστος ηγαπησε την εκκλησιαν και εαυτον παρεδωκεν υπερ αυτης, ινα αυτην αγιαση και παραστηση αυτην εαυτω ενδοξον την εκκλησιαν µη εχουσαν σπιλον η ρυτιδα η τι των τοιουτων, αλλ᾿ ινα η αγια και αµωµος”. Και µετ᾿ ολιγα· “Ο αγαπων την εαυτου γυναικα” προσεχε µοι τω βαθει του λογου, παρακαλω! “εαυτον, φησιν, αγαπα· ουδεις γαρ ποτε την εαυτου σαρκα εµισησεν, αλλα τρεφει και θαλπει αυτην, καθως και ο Κυριος την εκκλησιαν,
οτι µελη εσµεν του σωµατος αυτου εκ της σαρκος αυτου και εκ των οστεων αυτου”. Ορας οπως εδειξεν ηµιν οτι, ωσπερ η Ευα εκ της σαρκος και εκ των οστεων εληφθη του Αδαµ και µια σαρξ οι δυο υπηρχον, ουτω και ο Χριστος, µεταδιδους ηµιν εαυτον εις µεταληψιν εκ της σαρκος αυτου και (78) εκ των οστεων αυτου, ων εδειξε τοις αποστολοις µετα το αναστηναι αυτον εκ νεκρων, ουτως ειπων· “Ψηλαφησατε µε και ιδετε οτι πνευµα σαρκα και οστεα ουκ εχει, καθως εµε θεωρειτε εχοντα”, εξ αυτων εκεινων τρωγειν ηµας διδωσι και εν µετ᾿ αυτου δια της κοινωνιας ταυτης ποιει και ηµας. Ετι δε καθ᾿ υπερβολην δειξαι θελων την προς Θεον ηµων συναφειαν, επαγει λεγων· “Αντι τουτου καταλειψει ανθρωπος τον πατερα αυτου και την µητερα”, αντι του Χριστου, φησι, καταλειψει αυτους, “και προσκολληθησεται τη γυναικι αυτου”, ηγουν τη Εκκλησια, “και εσονται οι δυο εις σαρκα µιαν”, την του Χριστου και Θεου δηλονοτι. Και οτι ουτως εχεται της διανοιας ο λογος και ουκ απο συλλογισµων ταυτα φθεγγοµεθα, επιφερει και φησιν ο αυτος· “Το µυστηριον τουτο µεγα εστιν, εγω δε λεγω εις Χριστον και εις την Εκκλησιαν”. Οντως ουν µεγα και υπερ το µεγα εστι και εσεται το µυστηριον τουτο, οτι οιαν κοινωνιαν και ενωσιν, οικειοτητα τε και συγγενειαν εχει η γυνη προς τον ανδρα και ο ανηρ προς την γυναικα, τοιαυτην θεοπρεπως και υπερ πασαν εννοιαν και λογον εχει και ο δεσποτης και ποιητης του παντος µετα της Εκκλησιας απασης, ως προς µιαν γυναικα, αµωµητως ταυτη και υπεραρρητως ενουµενος και αδιασπαστως και αχωριστως ων και συνων αυτη, ως ηγαπηµενη και πεφιληµενη αυτω. Ουτω δε και η Εκκλησια τω αυτης πεφιληµενω Θεω ενωθεισα κεκολληται ως ολοκληρον σωµα τη κεφαλη τη ιδια αυτου. Καθαπερ γαρ ου δυναται σωµα ανευ της προσπεφυκυιας αυτω κεφαλης το καθολου ζην, ουτως ουδε η των πιστων Εκκλησια, των υιων, φηµι, του Θεου και απογεγραµµενων εν τοις ουρανοις, δυναται ειναι εις σωµα αρτιον και ολοκληρον τω Θεω ανευ της κεφαλης, (79) αυτου του Χριστου και Θεου, η ζην την οντως ζωην και ανωλεθρον, µη τρεφοµενη υπ᾿ αυτου καθ᾿ εκαστην τον επιουσιον αρτον, παρ᾿ ου το ζην και αυξειν εις
ανδρα τελειον, εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος αυτου πασι τοις αγαπωσιν αυτον επιγινεται. Αλλα γαρ τουτων ουτως αποδειχθεντων λαµπρως και τρανωθεντος υπο του λογου του ρηθεντος ζητηµατος, οπως οι απ᾿ αιωνος αγιοι οι µεχρι του νυν και εως της συντελειας γινοµενοι εν σωµα µελλουσι γενεσθαι µετα Χριστου και εν τω Χριστω, αγε δη και περι του πως πληρωθηναι δει τον ανω κοσµον φιλοσοφησωµεν. Αλλα διαπερασατε µοι τας ακοας και τον ηγεµονα νουν τοις ρηθησοµενοις προσεχειν επιστησατε, επειδη περι θειων πραγµατων ηµιν ο λογος εκαστω ζητηµατι. ζ΄. Πως δει πληρωθηναι τον ανω κοσµον και οποιος τις εστι και τινα πληρωθησεται τροπον. Χρεων δε ζητησαι πρωτον τινα καλει κοσµον ο λογος, ον δει πληρωθηναι και ου µη πληρωθεντος ουχ ηξει το τελος, και αυτο τουτο το τελος ο λεγεται, τι εστιν. Εµοι δοκει κοσµον ωραϊσµενον ειναι την Εκκλησιαν Χριστου και αυτον ολον τον ανθρωπον, εν ω κατοικειν λεγεται και εµπεριπατειν τον Θεον και τας ακτινας των χαρισµατων αυτου φαιδρας, ως ηλιος δικαιοσυνης ων, καταπεµπειν· ην και σωµα οιδαµεν καλεισθαι Χριστου και νυµφην, ως Παυλος ο ταυτης νυµφαγωγος ανακραζει· “Ηρµοσαµην υµας ενι ανδρι παρθενον αγνην παραστησαι τω Χριστω”, και ∆αβιδ ο θειος· “Παρεστη η βασιλισσα εκ δεξιων σου εν ιµατισµω διαχρυσω περιβεβληµενη, πεποικιλµενη”. Ει γαρ και περι της Θεοτοκου µονης (80) τουτο φασιν ειρησθαι, αλλ᾿ οικειως µαλα δη εχει και προς την Εκκλησιαν του Υιου αυτης και Θεου, ως δηλωσει τρανοτερον τα εποµενα· “Απενεχθησονται, φησι, τω βασιλει παρθενοι ψυχαι οπισω αυτης· αι πλησιον αυτης ψυχαι απενεχθησονται σοι· απενεχθησονται εν ευφροσυνη και αγαλλιασει, αχθησονται εις ναον βασιλεως”. Τινα ουν τον ναον τουτον υπολαµβανεις ειναι; Αρα γε ετερον τινα οικον εννοεις ειναι τον ναον και ετερον παρα τουτον τον βασιλεα; Ουδαµως δη. Ωσπερ γαρ κεφαλη της Εκκλησιας ο Χριστος εστι και Θεος, ουτω και ναος αυτος ταυτη γινεται, καθα δη παλιν και η Εκκλησια αυτη ναος εκεινου και κοσµος ωραιος καθεστηκεν, ως τα ανωτερω ειρηµενα µοι
διατρανοι, α και χρη παλιν επαναλαβειν και ειπειν εις περισσοτεραν ακριβειας αποδειξιν. Ποια δη ταυτα; Α Χριστος αυτος ο Θεος προς τον εαυτου Πατερα περι των πιστων και αυτων εφη των αποστολων αυτου· “Ου περι τουτων δε ερωτω µονον, αλλα και περι παντων των πιστευοντων δια του λογου αυτων εις εµε, ινα παντες εν ωσι”. Πως εν; “Καθως συ, πατερ, εν εµοι, ινα και αυτοι εν ηµιν εν ωσιν”. Ειδες πως και βασιλευς και ναος παντων αυτος των σωζοµενων καθεστηκε; Μαθε τοιγαρουν και οπως παλιν οι πιστοι παντες, ητοι η βασιλισσα Εκκλησια και αι οπισω αυτης ακολουθησασαι, ναος και κοσµος του Θεου και βασιλεως γενησονται. Και τουτο πρωτον εξ αυτου µαθηση του βασιλεως Χριστου· φησι γαρ· “Εγω εν αυτοις και συ, πατερ, εν εµοι, ινα ωσι τετελειωµενοι εις εν”. Τι δε ο Παυλος ο αυτου µαθητης; “Ουκ οιδατε οτι ναος Θεου εστε και το Πνευµα αυτου το Αγιον οικει εν υµιν;” . Ορας συναδοντα τοις δεσποτικοις ρηµασι µετα ακριβειας απασης τα του Αποστολου ρητα, ναον του βασιλεως Θεου και (81) πολιν και κοσµον την Εκκλησιαν αποδεικνυοντα; Γνωθι οτι αυτος ην ο εν προφηταις και αποστολοις, και αυτος εστιν ο εν αµφοτεροις τουτοις λαλων και τα νυν. η΄. Οτι ει µη παντες οι προωρισµενοι κατα γενεας και γενεας τεχθησονται εως εσχατης ηµερας και πληρωθησονται, ο ανω κοσµος ου πληρωθησεται. ((81) Επει δε σωµα Χριστου και νυµφη Χριστου και κοσµος ο ανω και ναος Θεου η Εκκλησια εστι, τα δε µελη του σωµατος αυτου οι αγιοι καθεστηκασι παντες, ουπω δε οι παντες παρηχθησαν η ευηρεστησαν, ουδε το σωµα δηλονοτι ολοκληρον εστι του Χριστου, ουδε ο ανω κοσµος πεπληρωται, αυτος ουτος της του Θεου Εκκλησιας φηµι, αλλα πολλοι µεν εισιν εν τω κοσµω σηµερον απιστοι οι και πιστευσουσι τω Χριστω, πολλοι αµαρτωλοι και ασωτοι οι και µεταµεληθησονται µετανοησαντες, πολλοι απειθεις οι και πεισθησονται, πολλοι ετι και ακµην τεχθησονται και ευαρεστησουσιν εως της εσχατης σαλπιγγος τω Θεω, τεχθηναι δει παντας τους προεγνωσµενους και παραχθηναι και πληρωθηναι τον υπερανω του κοσµου κοσµον της
Εκκλησιας των πρωτοτοκων Ιερουσαληµ εν τοις επουρανιοις· και τηνικαυτα το τελος και το πληρωµα του σωµατος Χριστου πληρωθησεται υπο των προωρισµενων Θεω εις το συµµορφους γενεσθαι της εικονος του Υιου αυτου· εισι δε οι του φωτος υιοι και της ηµερας αυτου. Ουτοι ουν παντες προωρισµενοι εισι και απογεγραµµενοι και ηριθµηµενοι, οι και προστεθηναι και κολληθηναι µελλουσι τω σωµατι του Χριστου· και τηνικαυτα ολοκληρον οιονει γενοµενον, µηδενος µελους λειποµενον, πληρωθησεται ηγουν τελειωθησεται, καθα τη αληθεια (82) δοκει και Παυλω τω αποστολω ουτω λεγοντι· “Μεχρις ου καταντησωµεν οι παντες εις ανδρα τελειον, εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου. Ους γαρ προεγνω, τουτους και προωρισεν· ους δε προωρισε, τουτους και εκαλεσεν· ους δε εκαλεσε, τουτους και εδικαιωσε· ους δε εδικαιωσε, τουτους και εδοξασε συµµορφους γενεσθαι της εικονος του Υιου αυτου”. Ειδες πως προωρισµενοι εισι και προεγνωσµενοι παντες οι αγιοι; Γνωθι ουν πως και απογεγραφθαι λεγει αυτους. Ειπων γαρ “Προσεληθυθατε Σιων ορει και πολεις ζωντος < Θεου >, Ιερουσαληµ επουρανιω και µυριασιν αγγελων πανηγυρει”, επηγαγε· “και εκκλησια πρωτοτοκων εν ουρανοις απογεγραµµενων”. Ει ουν απογεγραµµενοι, ευδηλον οτι και ηριθµηµενοι, καθως γεγραπται· “Εγνω Κυριος τους αυτου”. Και το οσιον λογιον· “Υµων δε, φησι, και αι τριχες ηµων αριθµηµεναι παρα τω τα παντα ειδοτι Θεω, ποσω γε µαλλον ηµεις; Των ουν αγιων παντων προεγνωσµενων οντων Θεω, προωρισµενων τε αµα και ηριθµηµενων ως και απογεγραµµενων κατ᾿ ονοµα εν τοις ουρανοις, µελη δε οντων αυτων οµου του Χριστου, εις σωµα εν οφειλοντων γενεσθαι και αποτελεσθηναι αυτου, φανερως αποδεδεικται δια του λογου οτι, οποταν ουτοι παντες εις εν σωµα αποσυναχθεντες γενωνται του Χριστου, τοτε και ο ανω κοσµος, αυτην η επουρανιος Ιερουσαληµ ητις και εκκλησια των πρωτοτοκων εστι, πληρωθησεται, ηγουν ολοκληρον το σωµα της βασιλειας του Θεου Εκκλησιας, ο εστι Χριστου του Θεου, γενησεται. Που τοινυν εισιν οι εξωθεν της βασιλειας των ουρανων πολλας µονας αναπλαττοντες εν τη µαταιοτητι των διανοιων αυτων
προς απωλειαν εαυτων; Που εισιν οι λεγοντες (83) οτι εις την βασιλειαν των ουρανων εισελθειν ου θελοµεν, πολυ γαρ τουτο εστιν, αλλ᾿ εν τοπω ανεσεως ειναι βουλοµεθα και αρκει ηµιν; Εν σωµα παντες ειναι µετα Χριστου οφειλουσιν οι απ᾿ αιωνος αγιοι. Και που ειναι αλλαχου οι τοιουτοι υπονοουσιν, εαν του σωµατος αυτου ευρεθωσιν αναξιοι και αποτµηθωσιν εξ αυτου; Ανακαινιζοµενου δε του κοσµου παντος δια πυρος, εν ποιω τοπω υπολαµβανουσι ποτε γενησεσθαι εαυτους, ινα µη πειραν εκεινου λαβωσι και υπ᾿ εκεινου δοκιµασθησονται; Οντως “εµαταιωθησαν εν τοις διαλογισµοις αυτων και εσκοτισθη η ασυνετος αυτων καρδια· φασκοντες γαρ ειναι σοφοι, εµωρανθησαν”. Αλλ᾿ αγωµεν και τις εστιν ο γαµος ο µυστικος του Θεου εκζητησωµεν και ουτως εφ᾿ ετεραν υποθεσιν τον λογον ιθυνωµεν. Ποιαν δε ταυτην; Ην ζητουσι τινες των αµυητων µαθειν. Φασι γαρ· “Αρα εν τω µελλοντι αιωνι γνωριζουσιν αλληλους οι αγιοι, ηνικα εκαστω αποδιδοται απο του Θεου κατα τα εργα αυτου, η ου;” Χρη ουν απο των ευαγγελικων ρηµατων ηµας εναρξασθαι πρωτον και ουτως οδω προβαινων ο λογος και περι τουτων δηλωσει. θ΄. Εις το ρητον του Ευαγγελιου· “Ωµοιωθη η βασιλεια των ουρανων βασιλει”. Και τις εστιν ο γαµος ο µυστικος του Θεου. (83) “Ωµοιωθη” φησιν “η βασιλεια των ουρανων βασιλει οστις εποιησε γαµους τω Υιω αυτου και εκαλεσε πολλους” τινα λεγων βασιλεια, ει µη αυτον εκεινον τον εαυτου Πατερα και Θεον; Τινι δε ετερω τους γαµους πεποιηκεν, ει µη αυτω τω µονογενει αυτου Υιω και Θεω τω Κυριω ηµων Ιησου τω Χριστω; Μετα τινος δε αρα η ποιου βασιλεως ο των απαντων δεσποτης και κυριος το (84) της µνηστειας κατεδεξατο ποιησαι συναλλαγµα; Εκαστος γαρ ηµων των ανθρωπων νυµφην τω εαυτου Υιω αγαγεσθαι βουλοµενος σπευδει περιφανεστερου και ενδοξοτερου και πλουσιωτερου θυγατερα νυµφην λαβειν. Ο ουν Θεος τινα καν ισον ευρησει εαυτου, ινα νυµφην εξ αυτου αγαγοιτο εαυτω; Φησι γαρ περι αυτου ο προφητης· “Ο κατεχων
εν τη χειρι αυτου τον γυρον της γης και τους κατοικουντας εν αυτη ως ακριδας”. Και αλλος· “Ο Θεος ο αιωνιος ο κατασκευασας τα ακρα της γης” και θεµελιωσας επ᾿ ουδενος τους στυλους αυτης. Και ο ∆αβιδ· “Ο επιβλεπων επι την γην και ποιων αυτην τρεµειν”. Ο γουν τοιουτος και τηλικουτος τινος αρα σκοπησωµεν θυγατερα νυµφην ηγαγεο και τω υιω αυτου γαµους πεποιηκεν. Βουλεσθε µαθειν τινος; Αλλ᾿ εξιστα µου τον λογισµον το της συγκαταβασεως µεγεθος και βουλοµαι µεν ειπειν, φριττω δε· εις δε την αυτου θαρρησαντες αγαθοτητα ερουµεν ωδε. Θυγατερα προσκεκρουκοτος αυτω και µοιχειαν και φονον πεποιηκοτος, οιον ειπειν µοιχου φονεως, νυµφην ηγαγετο εαυτω. Ειδες ασυγκριτον και αφατον αγαθοτητα τε και συγκαταβασιν; Ειδες φιλανθρωπιας υπερβολην; Ειδες αγαπης και χρηστοτητος µεγεθος; Μαθε µοι τοινυν εντευθεν, πας ο µεγαλα περι εαυτου οιοµενος, ταπεινουσθαι και µετριοφρονειν και µηδεποτε τινος κατεπαιρεσθαι, καν βασιλεων παντων βασιλικωτατος, καν αρχοντων περιφανεστερος, καν πλουσιων απαντων πλουσιωτερος ης, τον δεσποτην βλεπων και κυριον των απαντων, τον αγιον των αγιων, τον µακαριον Θεον και µονον δυναστην, τον ενοικουντα εν απροσιτω και υπεραρρητω φωτι, ουτω συγκαταβαινοντα και εκ προσκεκρουκοτος νυµφην εαυτω αγοµενον εις τον µονογενη αυτου Υιον, τον αορατον, (85) τον ακαταληπτον, τον ανεξιχνιαστον, τον ποιητην και δηµιουργον των απαντων, δια σε και την σην σωτηριαν. Τις ουν εστιν ο τον φονον και την µοιχειαν πεποιηκως, ου την θυγατερα εις νυµφην ο Θεος εαυτω εξελεξατο; ∆αβιδ ο του Ιεσσαι, ος και τον Ουριαν απεκτεινε και την τουτου γυναικα εµοιχευσε. Τουτου τοιγαρουν την θυγατερα, Μαριαν φηµι την υπεραµωµον, την υπεραγνον και αγνην παρθενον, νυµφην ηγαγετο. Υπεραγνον δε λεγω και υπεραµωµον ταυτην ως προς ηµας και τους τοτε ανθρωπους, συγκρινων αυτην εκεινοις τε και ηµιν τοις δουλοις αυτης, ως δε προς τον εαυτης νυµφιον και τον εκεινου Πατερα, ανθρωπον µεν, αγιαν δε και υπεραγιαν και υπερ απαντας ανθρωπους πασων των γενεων καθαρωτατην και αχραντον. Ταυτην ουν ηγαγετο και γαµους εποιησε τω υιω αυτου. Τινα τροπον; Ακουε νουνεχως.
Ο Θεος και Πατηρ του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου ενα των αυτου δουλων, Γαβριηλ, φηµι, τον αρχαγγελον, εξαποστειλας εξ υψους αγιου αυτου µηνυει τη Παρθενω το χαιρε· ος και κατελθων διακονει το µυστηριον τη Παρθενω και λεγει αυτη· “Χαιρε, κεχαριτωµενη, ο Κυριος µετα σου”. Και συν τω λογω συνεισηλθεν ο ενυποστατος και οµοουσιος και συναΐδιος Λογος του Θεου και Πατρος ολος εν τη της κορης γαστρι και επελευσει και συνεργεια του οµοουσιου αυτου Πνευµατος ανελαβετο σαρκα εννουν και εψυχωµενην εξ αγνων αιµατων αυτης και εγενετο ανθρωπος. Αυτη τοιγαρουν η αφραστος συνουσια και τοιουτος ο γαµος ο µυστικος του Θεου και ουτω γεγονε το συναλλαγµα Θεου προς ανθρωπους, ενωθεις ασυγχυτως τη φθαρτη και πτωχη ηµων ουσια και φυσει ο υπερ φυσιν και υπερουσιος. Συνελαβεν ουν η Παρθενος και ετεκεν εκ δυο φυσεων παραδοξως, θεοτητος, λεγω, (86) και ανθρωποτητος, ενα υιον, Θεον τελειον και τελειον ανθρωπον, τον Κυριον ηµων Ιησουν τον Χριστον, µητε την παρθενιαν αυτης διαφθειραντα, µητε του κολπου χωρισθεντα του πατρικου. Αλλα γαρ εντευθεν οσον απο του ευαγγελικου ρηµατος νοειν µοι και ετερον τι διδωσιν η χαρις και ειπειν κατεπειγει, ο µυστικως αει γινεται και εν πασι τοις υιοις του φωτος. ∆ιατι γαρ ουκ ειπεν· “Εποιησε γαµον τω υιω αυτου”, αλλα “γαµους”; Ενταυθα µοι το καινον του νοηµατος. ∆ια τι; Επειδη εφ᾿ ενι εκαστω των πιστων και υιων της ηµερας ο αυτος αει γαµος παραπλησιως και απαραλλακτως γινεται. Πως και τινα τροπον; Εν υπεραµωµω και υπεραγνω γαµω ενουµενος ηµιν, ο Θεος εµποιει τι µειζον ηµων της δυναµεως. Τι ουν εστι τουτο; Ακουε συνετως. ι΄. Οτι και παντες οι αγιοι τον Λογον του Θεου εν εαυτοις συλλαµβανουσι τη Θεοτοκω παραπλησιως και γεννωσιν αυτον και γενναται εν αυτοις και γεννωνται υπ᾿ αυτου, και πως υιοι και αδελφοι και µητερες αυτου χρηµατιζουσιν. (86) Ο Υιος του Θεου και Θεος εισελθων εν τη γαστρι της παναγιας Παρθενου και σαρκα αναλαβοµενος εξ αυτης και γενοµενος ανθρωπος ετεχθη, ως ειποµεν, ανθρωπος τελειος και Θεος
τελειος, ο αυτος ασυγχυτως τα αµφοτερα ων. Προσεχε ουν· τι το γεγονος µειζον εις ηµας; Εκαστος ηµων των ανθρωπων πιστευοµεν εις αυτον τον Υιον του Θεου και Υιον της αειπαρθενου και θεοτοκου Μαριας και πιστευοντες δεχοµεθα τον περι αυτου λογον πιστως εν ταις καρδιαις ηµων, ον και οµολογουντες τω στοµατι και υπερ των προτερων ηµων ανοµηµατων µετανοουντες απο ψυχης, ευθυς, ωσπερ εν τη γαστρι της Παρθενου εισηλθεν ο Θεος Λογος του Πατρος, ουτως και εν ηµιν αυτοις ο λογος ον δεχοµεθα, διδασκοµενοι την ευσεβειαν, (87) ωσπερ σπορος ευρισκεται. Εκστηθι το φρικτον ακουων του µυστηριου και τον λογον πιστον οντα µετα πασης υποδεξαι πληροφοριας και πιστεως. Συλλαµβανοµεν ουν αυτον ουχι σωµατικως, ως η Παρθενος και Θεοτοκος τουτον συνελαβεν, αλλα πνευµατικως µεν, ουσιωδως δε· και εχοµεν αυτον εκεινον ον και η αγνη Παρθενος συνελαβεν, εν ταις καρδιαις ηµων, καθως ο θειος Παυλος φησιν· “Ο Θεος ο ειπων εκ σκοτους φως λαµψαι, ος ελαµψεν εν ταις καρδιαις ηµων προς φωτισµον της γνωσεως του Υιου αυτου”, οιον ειπειν αντι του “αυτος ολος ουσιωδως γεγονε εν ηµιν”. Οτι δε ουτως εχει το λεγοµενον διανοιας, δια των εξης εδηλωσεν ουτως ειπων· “Εχοµεν δε τον θησαυρον τουτον εν οστρακινοις σκευεσι”, θησαυρον το Αγιον Πνευµα καλων. Ετερωθι δε και τον Κυριον ειναι πνευµα καλει· “Το γαρ πνευµα, φησιν, ο Κυριος εστιν”. Ταυτα δε λεγει ινα, καν Υιον ακουης Θεου, και το Πνευµα νοης και συνακουης αυτω· καν Πνευµα παλιν, και τον Πατερα τουτω συνεννοης, επειδη και περι αυτου “πνευµα” φησιν “ο Θεος”, πανταχου διδασκων σε το αχωριστον και οµοουσιον της Αγιας Τριαδος και οτι, οπου ο Υιος εκει και ο Πατηρ, και οπου ο Πατηρ εκει και το Πνευµα, και οπου το Πνευµα το Αγιον εκει το παν της τρισυποστατου θεοτητος, ο εις Θεος και Πατηρ συν Υιω και Πνευµατι τοις οµοουσιοις, “ο ων ευλογητος εις τους αιωνας, αµην. Τοιγαρουν και ολοψυχως πιστευοντες και µετανοουντες θερµως, συλλαµβανοµεν, ως ειρηται, τον Λογον του Θεου εν ταις καρδιαις ηµων, ως η Παρθενος, παρθενους δηλαδη και αγνας επιφεροµενοι τας ιδιας ψυχας· και καθαπερ εκεινην υπεραµωµον ουσαν το πυρ ου καταφλεξε της θεοτητος, ουτως
ουδε ηµας αγνας και καθαρας (88) επιφεροµενους τας καρδιας καταφλεγει, αλλα δροσος η εξ ουρανου και πηγη υδατος και αθανατου ζωης ρειθρον εν ηµιν γινεται. Οτι δε και ηµεις το αστεκτον πυρ της θεοτητος ωσαυτως δεχοµεθα, ακουσον του Κυριου λεγοντος· “Πυρ ηλθον βαλειν επι της γης”. Ποιον αλλο, ει µη το οµοουσιον αυτου της θεοτητος Πνευµα, µεθ᾿ ου συνεισερχεται και συνθεωρειται συν τω Πατρι και αυτος και ενδον ηµων γινεται; Επει δε απαξ εσαρκωθη ο Λογος του Θεου εκ της Παρθενου και σωµατικως εξ αυτης εγεννηθη αφραστως και υπερ λογον, παλιν δε σαρκουσθαι η σωµατικως τικτεσθαι αυτον ουκ ενδεχεται εξ ενος εκαστου ηµων, τι ποιει; Εκεινην αυτου την αχραντον σαρκα, ην προσελαβετο εξ αγνων λαγονων της παναχραντου Μαριας και θεοτοκου, µεθ᾿ ης και ετεχθη σωµατικως, εξ αυτης µεταδιδωσιν ηµιν εις βρωσιν· και τρωγοντες αυτην, ολον τον σαρκωθεντα Θεον και Κυριον ηµων Ιησουν τον Χριστον, τον Υιον αυτον του Θεου και Υιον της παρθενου και παναµωµου Μαριας, τον εν δεξια καθηµενον του Θεου και Πατρος, εκαστος ηµων των πιστων των αξιως ταυτην εσθιοντων την σαρκα αυτου, εν ηµιν εχοµεν, κατα το υπ᾿ αυτου ειρηµενον· “Ο τρωγων µου την σαρκα και πινων µου το αιµα εν εµοι µενει καγω εν αυτω”, µηδεποτε εξ ηµων προερχοµενον η σωµατικως γεννωµενον και χωριζοµενον αφ᾿ ηµων. Ουκετι γαρ κατα σαρκα γινωσκεται ων εν ηµιν ωσπερ βρεφος, αλλα ασωµατως εστιν εν σωµατι, συνανακιρναµενος ηµων ταις ουσιαις και φυσεσιν αρρητως και θεοποιων ηµας ως συσσωµους αυτου και σαρκα οντας εκ της σαρκος αυτου και οστουν εκ των οστεων αυτου. Τουτο το µειζον εν ηµιν της αφραστου οικονοµιας αυτου και υπερ λογον συγκαταβασεως, τουτο το φρικης απασης γεµον µυστηριον, ο και ανενευον γραψαι και προς την εγχειρησιν ετρεµον. (89) Αλλ᾿ επει βουλεται αει ο Θεος την προς ηµας αγαπην αυτου εκκαλυπτεσθαι και φανερουσθαι ηµιν, ινα και ηµεις ποτε την πολλην αυτου αγαθοτητα εννοησαντες και αιδεσθεντες αγαπησαι προθυµηθωµεν αυτον, υπο του ανωθεν κινουντος και φωτιζοντος τας καρδιας ηµων κινηθεις Πνευµατος δια γραφης υµιν δηλα ταυτα πεποιηκα τα µυστηρια, ουχ ινα της τον Κυριον τεκουσης κατα τον τροπον της απορρητου γεννησεως αυτης
ισον τινα των ανθρωπων αποδειξω – µη γενοιτο! – ουδε γαρ ενδεχεται τουτο. Αλλη γαρ η ενσαρκος του Θεου Λογου αφραστος γεννησις εξ αυτης, και αλλη η πνευµατικως παρ᾿ ηµων γινοµενη· εκεινη µεν γαρ, σαρκωθεντα τον Υιον και Λογον του Θεου τεξασα, το µυστηριον της αναπλασεως του γενους ηµων και την σωτηριαν του κοσµου παντος επι της γης τετοκεν, ητις εστιν ο Κυριος ηµων Ιησους Χριστος και Θεος, ο τα διεστωτα ενωσας προς εαυτον και την αµαρτιαν του κοσµου αραµενος· αυτη δε, εν θειω Πνευµατι τον Λογον της γνωσεως του Θεου τικτουσα, αει εν ταις καρδιαις ηµων το µυστηριον της ανακαινισεως των ανθρωπινων ψυχων και την κοινωνιαν µετα του Θεου Λογου και ενωσιν απεργαζεται, ην και το θειον ουτω λεγον υπαινιττεται λογιον· “∆ι᾿ ου εν γαστρι ελαβοµεν και ωδινησαµεν και ετεκοµεν πνευµα σωτηριας, ο εκυησαµεν επι της γης” - αλλ᾿ ινα φανερωθη η υπεραπειρος αυτου προς ηµας και γνησια αγαπη και οτι, ει βουλοιµεθα, και παντες ηµεις κατα το θειον του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου λογιον µητηρ κατα τον ειρηµενον τροπον και αδελφοι αυτου χρηµατισωµεν και ισοι παντως των αυτου µαθητων και αποστολων γενωµεθα, ουχι κατα την αξιαν εκεινων ουδε κατα τας περιοδους και τους κοπους ουσπερ υπεστησαν, αλλα κατα την χαριν του Θεου και την δωρεαν, ην πλουσιως εξεχεεν επι παντας τους πιστευειν και (90) ακολουθειν αυτω ανεπιστροφως εθελοντας, καθως αυτος τουτο βουλοµενος αριδηλως βοα· “Μητηρ µου, φησι, και αδελφοι µου εισιν οι ακουοντες τον λογον του Θεου και ποιουντες αυτον”. Ειδες πως παντας τους ακουοντας τον λογον αυτου και ποιουντας αυτον εις την της µητρος αυτου αξιαν ανηγαγε και αδελφους αυτου λεγει και συγγενεις τουτους παντας αποκαλει; Πλην εκεινη µεν κυριως µητηρ αυτου καθεστηκεν ως σωµατικως, καθαπερ εφθην ειπων, αφραστως τουτον και απειρανδρως αποτεκουσα, οι δε γε αγιοι παντες κατα την χαριν και την δωρεαν συλλαµβανοντες αυτον εχουσιν· και εκ µεν της παναµωµου µητρος αυτου την σαρκα αυτου την παναµωµητον εδανεισατο, αντ᾿αυτης δε την θεοτητα αυτη εδωρησατο - ω ξενου και καινου συναλλαγµατος! - απο δε των αγιων σαρκα µεν ου λαµβανει, µεταδιδωσι δε αυτοις την τεθεωµενην σαρκα
αυτου. Και ορα µοι το βαθος του µυστηριου. Η µεν ουν χαρις του Πνευµατος, ηγουν το πυρ της θεοτητος, του Σωτηρος ηµων εστι και Θεου εκ της φυσεως και της ουσιας αυτου, το δε σωµα αυτου ουκ εστιν εκειθεν, αλλ᾿ εκ της παναγνου και αγιας σαρκος της Θεοτοκου και εκ των παναχραντων αιµατων αυτης, εξ ης ταυτην αναλαβων ιδιοποιησατο, κατα το οσιον λογιον· “Και ο Λογος σαρξ εγενετο”. Ταυτη τοι και µεταδιδωσι τοις αγιοις ο του Θεου και της αχραντου Παρθενου υιος εκ µεν της φυσεως και της ουσιας του συναϊδιου Πατρος αυτου την χαριν, ως ειρηται, του Πνευµατος, ητοι την θεοτητα, καθως δια του προφητου φησι· “Και εσται εν ταις εσχαταις ηµεραις, εκχεω απο του Πνευµατος µου επι πασαν σαρκα” δηλαδη την πιστευσασαν, εκ δε της φυσεως και ουσιας της κυριως και αληθως αποτεκουσης αυτον, την σαρκα ην ανελαβεν εξ αυτης. (91) Και ωσπερ εκ του πληρωµατος αυτου ηµεις παντες ελαβοµεν, ουτω και εκ της αµωµητου σαρκος της παναγιας Μητρος αυτου ην ανελαβε µεταλαµβανοµεν απαντες· και καθαπερ υιος αυτης και Θεος ο Χριστος και Θεος ηµων γεγονεν, αδελφος δε ηµων εχρηµατισεν, ουτω και ηµεις - ω της αφραστου φιλανθρωπιας! – υιοι της Θεοτοκου µητρος αυτου και αδελφοι αυτου του Χριστου γινοµεθα, ως δια του µετ᾿ αυτης και εν αυτη γεγονοτος υπεραµωµου και υπεραγνωστου γαµου γεννηθεντος του Υιου του Θεου < εξ > αυτης, και εξ αυτου παλιν παντες οι αγιοι. Ωσπερ γαρ εκ της συνουσιας και σπορας του Αδαµ η Ευα πρωτη ετεκεν και εξ εκεινης και δι᾿ εκεινης παντες εγεννηθησαν ανθρωποι, ουτω και η Θεοτοκος τον του Θεου Πατρος Λογον αντι σπορας δεξαµενη συνελαβε και ετεκε µονον αυτον τον Μονογενη εκ του Πατρος προ αιωνων και µονογενη επ᾿ εσχατων εξ αυτης σαρκωθεντα· και παυσαµενη του συλλαµβανειν και τικτειν αυτη, ο Υιος αυτης και εγεννησε και γεννα καθ᾿ εκαστην τους πιστευοντας εις αυτον και φυλασσοντας τας αγιας αυτου εντολας. Επρεπε και γαρ, επει η εν φθορα γεννησις ηµων δια της γυναικος Ευας εγενετο, την πνευµατικην γεννησιν ηµων και αναπλασιν δια του ανδρος, ητοι του δευτερου Αδαµ και Θεου, γινεσθαι. Και ορα µοι εντευθεν την του λογου ακριβειαν· ανδρος θνητου και φθαρτου η σπορα φθαρτους υιους και θνητους δια γυναικος
απεγεννησε και γεννα· αθανατου και αφθαρτου Θεου αθανατος και αφθαρτος Λογος αθανατα και αφθαρτα τεκνα απεγεννησε και αει γεννα, εκ της Παρθενου πρωτον αυτος τεχθεις δηλονοτι εν Αγιω Πνευµατι. Κατα τουτο ουν δεσποινα και βασιλις και κυρια και µητηρ παντων των αγιων η του Θεου Μητηρ εστι, οι δε αγιοι παντες δουλοι µεν αυτης εισι, καθο Μητηρ εστι του Θεου, (92) υιοι δε αυτης, καθο µεταλαµβανουσιν εκ της παναχραντου σαρκος του Υιου αυτης. Πιστος ο λογος· η γαρ σαρξ του Κυριου, της Θεοτοκου εστι σαρξ· και εξ αυτης της θεωθεισης του Κυριου σαρκος µεταλαµβανοντες, ζωην αιωνιον µεταλαµβανειν οµολογουµεν τε και πιστευοµεν, ει µη τι αναξιως και εις κατακριµα εαυτων ταυτην µαλλον εσθιοµεν. Συγγενεις δε αυτης τρισσως οι αγιοι εισι· καθ᾿ ενα µεν τροπον οτι εκ του αυτου πηλου και της αυτης πνοης ειτ᾿ ουν ψυχης συγγενειαν εχουσι· κατα δευτερον δε, οτι εκ της προσληφθεισης σαρκος αυτης κοινωνιαν και µετουσιαν εχουσι µετ᾿ αυτης· καθ᾿ ετερον δε, οτι δια την κατα Πνευµα εγγινοµενην αγιωσυνην αυτοις δι᾿ αυτης εν εαυτω εκαστος συλλαµβανων οµοιως εχει τον των απαντων Θεον, καθαπερ κακεινη τουτον εσχεν εν εαυτη· ει γαρ και σωµατικως αυτος απεγεννησεν, αλλ᾿ ολον αυτον και πνευµατικως εν εαυτη παντοτε ειχε και νυν αει και ωσαυτως εχει αχωριστον. Τουτο τοινυν το των γαµων µυστηριον, ο τω µονογενει αυτου Υιω εποιησατο ο Πατηρ, ο συναΐδιος και οµοτιµος· και εκαλεσε πολλους και απεστειλε τους δουλους αυτου καλεσαι τους κεκληµενους εις τους γαµους και ουκ ηθελον ελθειν. ια΄. Εις το ρητον του Ευαγγελιου· “Και απεστειλε τους δουλους αυτου καλεσαι τους κεκληµενους εις τους γαµους και ουκ ηθελον ελθειν”. (92) Τινες ουν ησαν οι απεσταλµενοι; Οι προφηται, φησι. Τινες οι κεκληµενοι; Των Ιουδαιων οι παιδες· εκεινοι γαρ ησαν οι τοτε και εξ αρχης κεκληµενοι, και ουκ ηθελησαν ακουσαι αυτων· “Παλιν απεστειλεν αλλους δουλους λεγων· Ειπατε τοις κεκληµενοις· Ιδου το αριστον µου ητοιµασα, (93) οι ταυροι µου
και τα σιτιστα τεθυµενα και παντα ετοιµα· δευτε εις τους γαµους. Οι δε αµελησαντες απηλθον, ο µεν εις τον ιδιον αγρον, ο δε εις την εµποριαν αυτου· οι δε λοιποι κρατησαντες τους δουλους αυτου υβρισαν και απεκτειναν”. Ποιους λεγει δουλους; Τους αποστολους αυτου. Τι δε εστι το αριστον; Η των ουρανων βασιλεια, ην προητοιµασε τοις κατα προθεσιν κλητοις ουσιν απο καταβολης κοσµου. Ταυρους δε τινας λεγει και σιτιστα; Αυτον τον της Παρθενου Υιον και Θεον, τον µοσχον οντα τη θεοτητι σιτευτον· ουτος γαρ και ταυρος εστι τη δυναµει οντως αηττητος, πληθυντικως δε ταυρους εαυτον εκαλεσεν, οτι εις πολλα µεριζεται η αγια αυτου σαρξ και µια εκαστη µερις η εξ αυτου ολος εκεινος παλιν εστι, τοσουτον ων δυνατος, οτι και τους εχθρους των λαµβανοντων αυτον αποτρεπεται απαντας κακεινοις δυναµιν διδωσιν, ωστε νικησαι τον κοσµον και δυνηθηναι γενεσθαι αυτους υιους Θεου. Αµνος δε λεγεται ο παναµωµος αµνος του Θεου ως ενιαυσιος, κριος δε ως κερατων δικην τον σταυρον επιφεροµενος ανωθεν, δι᾿ ου και την πληγην καιριαν τω αντιπαλω δεδωκε και εις ον εκεινοι τουτον σταυρωσαντες απεκτειναν. Αλλους δε δουλους φησι τους αγιους αποστολους αυτου, ους και απεστειλε παραγγειλας αυτοις εις οδον εθνων µη απελθειν και εις πολιν Σαµαρειτων µη εισελθειν, πορευθηναι δε µαλλον προς τα απολωλοτα προβατα του οικου Ισραηλ· οι δε ουδε τουτους εδεξαντο, αλλα τους µεν υβρισαν και ετυψαν, τους δε και απεκτειναν, εξ ων και Στεφανος ο πρωτος των µαρτυρων υπαρχει. “Ακουσας δε ο βασιλευς ωργισθη και πεµψας τα στρατευµατα αυτου απωλεσε τους φονεις εκεινους και την πολιν αυτων ενεπρησε”. (94) Τους ασεβεις Εβραιους φησιν, ους και κατεσφαξε, δια της των Ρωµαιων εφοδου την παντελη ερηµωσιν αυτων εργασαµενος. Στρατευµατα δε Θεου και οι πονηροι λεγονται, εις τιµωριαν ετερων πονηρων εκπεµποµενοι, καθως φησι δια Μωϋσεως ο Θεος· “Επαποστελω εις αυτους θυµον και οργην, αποστολην δι᾿ αγγελων πονηρων”. “Τοτε τοινυν λεγει τοις δουλοις αυτου· Ο µεν γαµος ετοιµος εστιν, οι δε κεκληµενοι ουκ ησαν αξιοι· πορευεσθε ουν επι τας διεξοδους των οδων και οσους αν ευρητε καλεσατε εις τους γαµους”. Ειδες ακολουθιαν πραγµατων; Ειδες παραβολης
ακριβειαν; “Τοτε” γαρ φησι. Τοτε; ποτε; Οτε οι Ιουδαιοι δηλονοτι, κληθεντες εις την βασιλειαν των ουρανων υπο των αποστολων, ου µονον ουκ ηνεσχοντο ακουσαι αυτων, αλλα και υβρισαντες αυτους απεκτειναν, τοτε απεστειλεν αυτους εις τον συµπαντα κοσµον και εις παντα τα εθνη. “Και εξελθοντες, φησιν, οι δουλοι εκεινοι εις τας οδους, συνηγαγον παντας οσους ευρον πονηρους τε και αγαθους και επλησθη ο γαµος ανακειµενων”. Την γαρ οικουµενην περιελθοντες οι αποστολοι πασαν, εκηρυξαν τον του Θεου λογον και τους υπακουσαντας παντας εις µιαν συνηγαγον θεογνωσιας πιστιν πονηρους τε αµα τοις τροποις και αγαθους, µεταβαλλοµενους δηλονοτι και προς αρετην επαναγοµενους. Τουτο γαρ δηλοι το “συνηγαγον”· αλλα γαρ και απο των εξης το αυτο τουτο παλιν διδασκοµεθα. Φησι γαρ· “Εισελθων δε ο βασιλευς θεασασθαι τους ανακειµενους, ειδεν εκει ανθρωπον ουκ ενδεδυµενον ενδυµα γαµου και λεγει αυτω· Εταιρε, πως εισηλθενς ωδε µη εχων ενδυµα γαµου; Ο δε εφιµωθη. Τοτε ειπεν ο βασιλευς τοις διακονοις· ∆ησαντες αυτου χειρας και ποδας, αρατε αυτον και εκβαλετε εις το σκοτος το εξωτερον· πολλοι γαρ εισι κλητοι, ολιγοι δε εκλεκτοι”. Ορας οπως τους µεταβαλλοµενους τον (95) τροπον συναγεσθαι εις τους γαµους λεγει, τους δε µετα πονηριας η κακιας τινος, καν εισελθωσι, παλιν µετ᾿ αισχυνης υπο των αγγελων εκβαλλεσθαι, ους και διακονους καλει. Οι ουν ανακειµενοι εν τοις γαµοις οι αγιοι εισιν. Αυτον δε τον µη εχοντα ενδυµα γαµου, οιδα οτι τινες τους εν πορνεια µονον και µοιχεια και φονοις τα εαυτων καταρρυπωσαντας σωµατα λογιζονται ειναι. Αλλ᾿ ουκ εστι τουτο, ουκ εστι· παντα γαρ τον υπο οιουδηποτουν παθους η κακιας λεγει ρερυπωµενον. Και οτι τουτο εστιν αληθες, ακουε Παυλου λεγοντος· “Μη πλανασθε· ουτε πορνοι, ουτε µοιχοι, ουτε µαλακοι, ουτε αρσενοκοιται, ουτε κλεπται, ουτε πλεονεκται, οι και ειδωλολατραι δηλονοτι, ουτε µεθυσοι, ουτε λοιδοροι”, προσθησω δε ουτε οι µισος προς τινα αδελφον η φθονον εχοντες “βασιλειαν Θεου ου κληρονοµησουσιν”, ουδε µεριδα εχουσιν εν τη ευφροσυνη του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου. Ορας πως το της ψυχης ενδυµα πασα πονηρια και αµαρτια µολυνει και ηµας ποιει της βασιλειας εκβαλλεσθαι;
ιβ΄. Οτι ου χρη προ της εργασιας των εντολων και της εις αρετην προκοπης τε και τελειωσεως τα κεκρυµµενα µυστηρια της βασιλειας των ουρανων ερευναν των αµυητων τινα· και οτι εν τη δευτερα του Κυριου ελευσει παντες αλληλους γνωριζουσιν οι αγιοι. (95) Τοιγαρουν εασωµεν τας µαταιας και ανωφελεις συζητησεις και µη τα του καιρου προ καιρου µανθανειν σπουδαζωµεν, πειθωµεθα δε µαλλον ουτω λεγοντι τω ∆εσποτη. “Ερευνατε τας Γραφας”. Ερευνατε και µη πολυπραγµονειτε. Ερευνατε τας Γραφας και µη εξωθεν των αγιων Γραφων συζητησεις ποιεισθε. Ερευνατε τας Γραφας, ινα περι πιστεως και ελπιδος και αγαπης διδασκησθε· (96) περι πιστεως, ινα µη παντι ανεµω συµπεριφερησθε κατα την κυβειαν των αστηρικτων ανθρωπων, αλλα δια δογµατων ορθων της αποστολικης και καθολικης Εκκλησιας στερεουσθε και τον “λογον ορθοτοµειτε” αυτης. Ου µονον δε, αλλα και τον της πιστεως καρπον και το εκ ταυτης οφελος δια της πραξεως των εντολων του εκζητειν διδαχθησεσθε και, οταν ευρειν τουτο δυνηθητε, τηνικαυτα και την ελπιδα ακαταισχυντον κτησεσθε και την προς Θεον αγαπην εν αυτη ολικην εξετε. Αλλως γαρ αδυνατον παντι ανθρωπω την προς Θεον αγαπην τελειαν κτησασθαι ει µη δια πιστεως ακραιφνους και ελπιδος βεβαιας και αδιστακτου. Τι ουν καταλιποντες το ανακρινειν εαυτους περι τουτων, και ει αρα πιστιν εσχοµεν προς τον Θεον τοιαυτην οιαν αυτος εκεινος, ο και κριναι µελλων, και απαιτησαι ταυτην ηµας λεγει, τα υπερ ηµας πολυπραγµονουµεν, και ταυτα, µηδε τα εν ποσιν ειδοτες ποσως; Οποια δε εστιν η πιστις ην απαιτουµεθα προς Θεου και ποταπη ην οφειλοµεν προς αυτον εχειν, αυτος ουτος δια των ευαγγελιων εδηλωσεν, ουτως ειπων· “Ο θελων οπισω µου ελθειν απαρνησασθω εαυτον και αρατω τον σταυρον αυτου και ακολουθειτω µοι· οστις γαρ ερχεται προς µε και ου µισει τον πατερα αυτου και την µητερα και τους αδελφους και τας αδελφας ετι δε και την εαυτου ψυχην ου δυναται µου ειναι µαθητης”. Και παλιν· “Ο ευρων την ψυχην αυτου” εν τοις
ειρηµενοις δηλονοτι “απολεσει αυτην· ος δ᾿ αν απολεση την ψυχην αυτου ενεκεν εµου και του ευαγγελιου µου” ηγουν της των εντολων µου εκπληρωσεως “εις ζωην αιωνιον ευρησει αυτην”. Ηκουσατε της πιστεως τα γνωρισµατα; Αρκεισθε τοις ειρηµενοις η ετι χρειαν εχετε και των εξης αναµνησθηναι; (97) Ει ουν βουλεσθε µαθειν οτι τοιαυτην πιστιν απαιτει ηµας ο Θεος, ωστε µηδε περι της παρουσης ταυτης ζωης το καθολου φροντιζειν πιστευοντας εις αυτον, εξ αυτου µαθετε ακριβως του Κυριου ουτω διαρρηδην βοωντος· “Μη µεριµνησητε περι της αυριον τι φαγητε η τι πιητε η τι ενδυσησθε”. Κατα µικρον δε αναγων επι τα τελεωτερα φησιν· “Εαν τις σε ραπιση εις την δεξιαν σιαγονα, στρεψον αυτω και την αλλην· και τω θελοντι σοι κριθηναι και τον χιτωνα σου λαβειν αφες αυτω και το ιµατιον· και τω αιροντι τα σα µη απαιτει”. Και ετι καθ᾿ υπερβολην εις υπερβολην πιστεως ευχεσθαι και αγαπαν κελευει τους εχθρους και καλως ποιειν τοις µισουσιν ηµας και υπερ των επηρεαζοντων ηµας ευχεσθαι. Και αλλα πλειονα κελευει ποιειν ηµας εξ ων προτερον δηλονοτι δεικνυται η προς αυτον πιστις ηµων, και τοτε το πιστους ηµας ειναι λεγειν χρεων· χωρις γαρ τουτων νεκρα η πιστις ηµων και ηµεις νεκροι δηλονοτι. Ερευνησον τοιγαρουν σεαυτον ακριβως, ω ουτος, και εαν µηδεν των ειρηµενων ελλειψαντα σεαυτον ευρησης, αλλα παντα µεθ᾿υπερβολης απο ζεουσης καρδιας και προθεσεως πραξαντα, παντως εχειν εν φωτι κατανοησεις εαυτον και ελπιδα ακαταισχυντον, ουχι την εξ οιησεως εν τοις απολλυµενοις προσγινοµενην, ης το µαταιον και απατηλον ουδεις των κεκτηµενων αυτην επιγνωναι δυναται, αλλα την χρηστην ελπιδα και αληθινην εν αληθινω και ακαταισχυντω φωτι. Εν ταυτη δε ωσπερ επ᾿ οχηµατι χερουβικω κατιδοις την αγαπην εποχουµενην, ητις εστιν ο Θεος· ην εαν ουτως ευρων ιδης, ου πολυπραγµονησεις εκτοτε των µελλοντων και αορατων ουδεν, αλλα και αλλους επιστοµισεις και παραγγειλης µη (98) πολυπραγµονειν τι µηδε συζητειν περι των εκεισε, ως αυτη τη πειρα µαθων οτι νω και λογω ακαταληπτα και αφραστα παντα εισι τα εκεισε. Ει δε τα πιστον σε τεως και χριστιανον ποιουντα εν πρωτοις γνωριζεσθαι ουκ επραξας, αλλα µετα των απιστων πιστος και µετα των πιστων κατακεκριµενος υπο του συνειδοτος
ως απιστος ει, και ουκετι τελειαν εχεις ελπιδα και πληροφοριαν σωθησεσθαι, ουδε ως ο αγιος Παυλος λεγειν και συ δυνασαι· “Τον αγωνα τον καλον ηγωνισµαι, τον δροµον τετελεκα, την πιστιν τετηρηκα· λοιπον αποκειται µοι ο της δικαιοσυνης στεφανος, ον αποδωσει µοι ο Κυριος ο δικαιος κριτης”, τι πολυπραγµονεις και µαθειν ερωτας, ει αρα µελλουσιν γνωριζειν οι αγιοι αλληλους εν τη βασιλεια των ουρανων, οταν εν τη θεωρια του επι παντων Θεου γενοµενοι ορωσιν αυτον; Τι σοι εσται εκ τουτου οφελος; Ειπε µοι. Ηθελον γαρ ακουσαι και µαθειν παρα σου τι σοι το οφελος, υπο του συνειδοτος, ως εφαµεν, κρινοµενω σοι, επειδη τας ενταλθεισας υπο του Χριστου µεριδα µη εχοντι, εαν τας εν τη βασιλεια αυτου απολαυσεις και δοξας και τρυφας και αποκαταστασεις µαθης διδασκοµενος παρ᾿ ηµων. Ουδεν ουδαµως παντως, αλλα και κατακριµα µειζον µαλλον σεαυτω προξενησεις, οτι και ταυτα µαθων κατεφρονησας και την οιησιν αποβαλεσθαι και ταπεινωσιν κτησασθαι ουκ ηθελησας. Αλλως δε και ερωτωντι µοι πραως, εν ειρηνη συ αποκριθητι. Παιδι µικρω µηδε τα στοιχεια καταδεξαµενω των γραµµατων µαθειν, τα περι γραµµατικης και ρητορικης ζητουντι διερµηνευεσθαι, αρα ανεξεται ποτε ανθρωπος, λογισµου κυριος ων, καν λογου ψιλου αξιωσαι την αφροσυνην αυτου, και ουχι µαλλον απωσεται ως αφρονα και παιδικα φρονουντα και (99) αναισθητως αιτουντα τα υπερ την εαυτου δυναµιν; Ει δε εν τουτοις δικαιον τουτο και πρεπον εστι, ποσω µαλλον εν τοις υπερ λογον και νουν και διανοιαν; Ει δε και τα στοιχεια των γραµµατων µη µαθη τις, ακουσει δε απερ δι᾿ ετερων λεξεων οι Ελληνες συνεγραψαντο και νοησει αυτα τη ιδια διαλεκτω λεγοµενα, ουδεν θαυµαστον, επειδη περι αισθητων ο λογος αυτοις και µαταιοι περι µαταιων πραγµατων αι διηγησεις αυτων. Τα δε περι ου ερωτας ου τοιαυτα, αλλ᾿ οποια και πως; Ως ο προφητης λεγει ∆αβιδ· “Και εκλινεν ουρανους και κατεβη και γνοφος υπο τους ποδας αυτου”. Τις ουτος ο γνοφος; Η σαρξ αυτη του Κυριου, περι ης και Ιωαννης ο µεγας προδροµος αυτου υστερον εφη· “Ου ουκ ειµι ικανος κυψας λυσαι τον ιµαντα των υποδηµατων αυτου”. Κατεβη τοινυν και ηλθεν αντι γνοφου περικειµενος την σαρκα. Και αυθις· “Επεβη επι
Χερουβιµ και επετασθη, επετασθη επι πτερυγων ανεµων. Και εθετο σκοτος αποκρυβην αυτου· κυκλω αυτου η σκηνη αυτου”. Ορας οπως ου περι αισθητων σοι πραγµατων η ερευνα, αλλα περι θειων και ακαταληπτων και ου ραδιως παρα παντων καταλαµβανοµενων; Ει γαρ γνοφον και σκοτος εθετο αποκρυβην των µυστηριων αυτου και πολλου δεεται τις φωτος του παναγιου Πνευµατος εις την κατανοησιν των αποκεκρυµµενων αυτου µυστηριων, πως, µηπω του θειου φωτος κατοικητηριον γεγονως, ερευνας α µαθειν ουκ ισχυσεις, ατελης ετι και αφωτιστος ων; Ινα γαρ µη υπολαβης, ως εν σκοτει καθηµενος, οτι κακεινος εν τω σκοτει γεγονως εκρυβη, “κυκλω αυτου την σκηνην αυτου” εφη ο προφητης ∆αβιδ· σκηνην δε λεγει ην ο Παυλος φως ονοµαζει – “φως γαρ, φησιν, οικων απροσιτον “- , αµφοτεροι το ακαταληπτον και αστεκτον αυτου της(100) θεοτητος δηλουντες, ουχι δε περιοριστον ποιουντες το θειον, αλλ᾿ οιον ουτω πως τον λογον ποιουµενοι προς τους περιεργοτερον εχοντας φασι. Μη υπολαβετε, ω ανοητοι, οτι εν σκοτει ο αναληφθεις Κυριος και Θεος εισελθων εκρυβη· αλλα εκεινος µεν εν τη ιδια δοξη τη το παν και υπερ το παν πληρουση θεοτητι εστιν εν η και προ τουτου ην, φειδοµενος δε ηµων, ινα µη αρδην απολωµεθα, εθετο σκοτος καλυπτον ουκ εκεινον, αλλ΄ ηµας· “Ο Θεος γαρ ηµων, φησι, πυρ καταναλισκον” ουχι τους δικαιους, αλλα τους αµαρτωλους. Ιδε ουν· εµαθες ως εν παραδροµη τα της πιστεως ηµων θεια τε και φρικτα µυστηρια παρ᾿ ηµων, µαλλον δε παρα του Αγιου Πνευµατος δι᾿ ηµων· εµαθες οτι και κατηλθεν επι της γης ο Θεος και ανηλθεν αυθις εις ουρανους και εθετο σκοτος αποκρυβην αυτου· ου γαρ εδει προ της κρισεως µετα της του Πατρος αυτου δοξης φανηναι ηµιν, αλλα τοτε τουτο γενεσθαι οτε και τον καιρον ο Πατηρ αυτου εν τη ιδια εθετο εξουσια. Ει ουν ουτως υπαρχει τα µυστηρια κεκρυµµενα της βασιλειας των ουρανων και ου πασι δεδοται γινωσκειν αυτα κατα την του Κυριου φωνην, τι, αφεις εργαζεσθαι τας εντολας αυτου, περι των αποκεκρυµµενων πασιν ανθρωποις επερωτας; Ιδου γαρ καθ᾿ εκαστην ακουεις του Αποστολου βοωντος περι εκεινων αυτων “α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη”, τα αγαθα “α ητοιµασεν ο Θεος
τοις αγαπωσιν αυτον”. Προ γαρ του αναληφθηναι αυτον και το σκοτος θειναι αποκρυβην αυτου δεδωκεν ηµιν τας αγιας αυτου εντολας, ως αν ειποι τις, εργαλεια ηµιν δεδωκως, την δε πιστιν την εις αυτον ωσπερ τινα τεχνιτην, ως ειναι ηµας µεν σκευη, την δε πιστιν τεχνιτην, τας δε εντολας εργαλεια, δι᾿ ων ο τεχνιτης Λογος (101) αναστοιχειοι και νεουργει τους εργατας των αυτου εντολων, ως αν δια της εργασιας αυτων καθαιροµενοι φωτιζωµεθα κατα προκοπην υπο του Πνευµατος την γνωσιν των µυστηριων της βασιλειας των ουρανων. Και καθαπερ τα εργαλεια διχα τεχνιτου και ο τεχνιτης διχα εργαλειων ενεργειν τι ου δυναται, ουτως ουδε η πιστις διχα της των εντολων εκπληρωσεως, ουδε η εκπληρωσις των εντολων διχα πιστεως ανανεοι καθολου και αναπλαττει ηµας η απο παλαιων καινους ηµας απεργαζεται. Οπηνικα δε τα αµφοτερα εν αδιστακτω καρδια κτησωµεθα και ευχρηστον σκευος τω ∆εσποτη εις υποδοχην του νοητου µυρου γενωµεθα, τηνικαυτα και ο θεις το σκοτος αποκρυβην αυτου εγκαινιζει ηµιν τη του Αγιου Πνευµατος δωρεα και καινους αντι παλαιων και ζωντας ως απο νεκρων εξανιστησι και διατεµνει το σκοτος και διαβιβαζει εκειθεν τουτου τον ηµετερον νουν και ως εξ οπης τινος παρακυπτειν αυτον και βλεπειν χαριζεται αµυδρως πως, οσον ηλιου κυκλον η σεληνης εστιν· ενθεν τοι και διδασκεται, η µαλλον ειπειν γινωσκει και µυειται, πληροφορουµενος οτι οντως αλλως ουκ ενι εν µερικη µετοχη των απορρητων γενεσθαι του Θεου αγαθων, ει µη εν ταπεινωσει καρδιας και πιστει αδιστακτω ολοψυχου προθεσεως παντα τον κοσµον ουτοι και τα εν τω κοσµω συν τοις θεληµασιν αυτων απαρνησονται εν πασαις ταις εντολαις του Θεου· και ου τουτο µονον, αλλ᾿ εαν µη ανεπαισχυντως, µαλλον δε εν αγαλλιασει καρδιας και χαρα, τους υπερ αρετης πονους οµου και πειρασµους διελευσονται οι πιστευοντες εις Χριστον και µαλιστα οι νηπιοι βαπτισθεντες και µη επαισθανοµενοι εχειν “την της χαριτος του Θεου δωρεαν”. Συ ουν, ο ταυτα αναγνους, µη εν οιησει της ψευδωνυµου γνωσεως (102) και αναπλασει λογισµων µαταιων, αλλ᾿ εν φοβω και τροµω σεαυτον ανακρινον· και ει βουλει µαθειν οπως εχεις βιου και καταστασεως, ερωτησον σου την ψυχην και ειπε αυτη· “Ψυχη, εφυλαξας τας εντολας του Θεου πασας η ου;” Και
ανοιξασα το του συνειδοτος αυτης στοµα, ερει σοι παντως το αληθες· ου γαρ αιδεσθησεται σε, αλλ᾿ ελεγξει σε και α προαπεθου και εχεις εν εαυτω, ειτε αγαθα, ειτε φαυλα, υποδειξει σοι. Εν γαρ τω συνειδοτι αυτης ευρησεις, ειτε τον κοσµον ηγαπησας, ειτε τουτου προετιµησας τον Θεον, ειτε την των ανθρωπων δοξαν εζητησας, ειτε την εκ του Θεου διδοµενην µονον εποθησας· εν εαυτω παρακυψας ως εν κιβωτιω και το υποκειµενον αναψηλαφων, εν εν των αποκειµενων εκβαλλων, παντα γνωρισεις τρανως. Υποθου µοι γαρ εν πρωτοις εναποκεισθαι φιλοδοξιας και κενοδοξιας ερωτα, ειδος ανθρωπαρεσκειας, ηδυσµατα των εξ ανθρωπων επαινων, υποκρισεως ενδυµα, σπερµα φιλαργυριας εγκεκρυµµενον, και απλως πολλα εγκειµενα εν αυτω και ετερον υφ᾿ ετερου συγκαλυπτοµενον, επανω δε τουτων απαντων εστω ανακειµενη φυσιωσις - η γαρ γνωσις, φησι, φυσιοι -, συν ταυτη οιησις και το δοκειν ειναι τι µηδεν οντα τον πεφυσιωµενον τον λογισµον. Τουτων τοιγαρουν επικειµενων τοις αλλοις οισπερ προειποµεν απασι, πως ισχυσεις, ειπε µοι, ταυτα θεασασθαι; Παντως ερεις· ουδαµως. Λεγε µοι ουν αρτι και τουτο. Μη πειθοµενου σου οτι καλυµµα τι των τοιουτων επικειται τη καρδια σου, αλλ᾿ απιστουντος, καθα δη και Εβραιοι, τουτο αυτο του Παυλου λεγοντος προς αυτους, απιστουσι, και µη περιαιρουντος σου το καλυµµα τουτο εκ της καρδιας σου, ινα και τα υπ᾿ αυτου καλυπτοµενα παθη ιδης και την ταλαιπωρον σου (103) ψυχην οικτειρησης και σπευσης αυτην εκκαθαραι και τους νοερους αυτης οφθαλµους και το προσωπον δακρυσι θερµοις απονιψης, πασαν απορριψαµενος οπισθεν σοφιαν και γνωσιν την εξωθεν, Παυλω πειθοµενος, ως αν γενη µωρος εν τω κοσµω τουτω, ινα γενη φρονιµος εν Χριστω, πως, ειπε, µωρου οντος σου, τα περι Θεου σοι και των θειων εκδιηγησοµαι, αποκεκρυµµενων οντων και αορατων αυτων; Ουκ αυτος συ καταγνωσεις µου ως αναξιον πραγµα ποιουντος και εν σεαυτω δικαιως ερεις· “Ουτος, φησιν, οντως αφρων εστιν, ο εµοι τω αφρονι τα περι των αορατων και ακαταληπτων παση πνοη τη υπο τον ουρανον και παση κτισει τη υπερανω ουση των ουρανων διηγουµενος”; Ει γαρ τα τοτε µελλοντα γενεσθαι ουδε οι αγγελοι επιστανται του Θεου, καθως
ουδε την επι γης αυτου παρουσιαν οποια η ποταπη, η ποτε η οτε κατελθειν εµελλε και ανθρωπος γενεσθαι εγινωσκον, ποσω µαλλον την µετα δοξης αυτου παρουσιαν εσχατον αγνοειν οφειλουσιν, οποτε γενησεται και οποση, η τινα απερ τοτε τοις αγιοις αυτου µελλει χαριζεσθαι; Και οτι ταυτα ουτως εχει επι της αληθειας, ο µεν Παυλος εδηλωσεν ειπων· “Ινα γνωρισθη νυν ταις αρχαις και ταις εξουσιαις δια της εκκλησιας η πολυποικιλος σοφια του Θεου”, ο δε Κυριος περι της παρουσιας αυτου οτι “και αι δυναµεις των ουρανων σαλευθησονται”, αντι του εκπλαγησονται και θαυµασουσιν, αιφνης θεωµεναι απερ µεχρι τοτε παντως ουκ ειδον. Ει τοινυν αι δυναµεις αγνοουσι των ουρανων, συ, πως ολως αποτολµας και λεγεις οτι ου µη γνωριζουσιν αλληλους οι αγιοι εν τη βασιλεια του Θεου, οποταν εν τη θεωρια τουτου γενησονται; Ο δε γε τουτω παλιν αντιπιπτων, συ, και φασκων· “Οντως οραν και γνωριζειν αλληλους οφειλουσι”, ποθεν τουτο µεµαθηκας; Ω αγνοια και µανια και σκοτωσις! Ου φριττετε, ου φοβεισθε; (104) Εκ γαρ των λογων υµων αµφοτεροι καταδικασθησεσθε παρα του δικαιου και απροσωποληπτου κριτου. Προς γαρ τους λεγοντας µη οραν µηδε γνωριζειν αλληλους τους αγιους, αλλα µονον εκεινον οραν, ταις αισθησεσι πασαις ολους ολω δηθεν ενουµενους εκεινω, φθεγξεται πως και ειπη· “Εγνωτε µε, ω ουτοι; Ειδετε µου το φως; Ενδεξασθε µε εν υµιν; Τας ενεργειας του Πνευµατος µου του Αγιου αυτη τη πειρα εµαθετε η ου;” Οι ου µη τολµησωσιν αντιφθεγξασθαι, οιµαι, και ειπειν· “Ναι, φησι, ∆εσποτα". Ει γαρ τουτο ερουσιν, αντερει προς αυτους· “Πως ουν, ει τουτων εν πειρα γεγονατε, τους εµε εν εαυτοις εχειν µελλοντας µη γνωριζειν αλληλους λεγετε; Εγω Θεος αψευδης, Θεος αληθινος, Θεος αγιος, ο εν αγιοις εγκατοικων. Πως ουν εν αυτοις κατοικω; Ωσπερ ειπον οτι εγω εν τω Πατρι και ο Πατηρ εν εµοι, ουτω και οι αγιοι εν εµοι καγω εν αυτοις· και καθαπερ ο Πατηρ εν εµοι καγω παλιν εν τω Πατρι µου, ουτω και εν τοις αγιοις πασιν εγω εσοµαι κατοικων και οι αγιοι παντες κατοικησουσιν εν εµοι”. Προς δε τουτοις ερει και ταυτα· “Ει τοινυν εγω εν τοις αγιοις µου και οι αγιοι µου εν εµοι, εγω εν τω Πατρι µου και ο Πατηρ µου εν εµοι, καθως δε γινωσκει µε ο Πατηρ καγω γινωσκω τον Πατερα, ευδηλον οτι και οι αγιοι
γνωριζειν και γινωσκειν οφειλουσιν”. Ινα δε σαφεστερον τουτο γενηται, ως αν δηλον και τοις αναισθητοις εσται, χρεων προσθειναι και ετι παλιν ειπειν· εν πασι τοις αγιοις Χριστος ενοικων εσεται. Οποταν ουν αι βιβλοι του συνειδοτος εκαστου διανοιχθησονται, εν µεν ταις των αµαρτωλων καρδιαις και συνειδησεσιν ευρεθησονται, ει µη τι αλλο, οιησις η κενοδοξια η αιρεσις η ζηλος η φθονος η τι των τοιουτων· ει δ᾿ ουν, αλλ᾿ αµελεια, ραθυµια και το µη παση ισχυϊ ποιησαι (105) τας του Θεου εντολας, οθεν ελλειψις εσται της αγαπης αυτου. ∆ια τουτο ουν “σκοτισθησονται οι οφθαλµοι αυτων του µη βλεπειν” και αισχυνθησονται και ακουσονται· “Εφ᾿ οσον ουκ εποιησατε µιαν των εντολων µου των ελαχιστων, αλλα ταυτης κατεφρονησατε, εµοι ουκ εποιησατε. Απελθετε απ᾿ εµου εις το πυρ το αιωνιον, το ητοιµασµενον τω διαβολω και τοις αγγελοις αυτου “. Εν δε τω διανοιγηναι τας του συνειδοτος των αγιων βιβλους, προσεχε! λαµψει ο νυν αποκεκρυµµενος εν αυτοις Χριστος ο Θεος, ως ελαµψε προ των αιωνων εκ του Πατρος, και εσονται οι αγιοι οµοιοι τω Υψιστω. Ποθεν τουτο δηλον; Αυτου του Σωτηρος ακουσον τουτο λεγοντος· “Τοτε εκλαµψουσιν οι δικαιοι ως ο ηλιος”. Ποιον δε αλλον λεγει καιρον η ηλιον, ει µη παντως ονπερ ειρηκαµεν, και εαυτον τον ηλιον δικαιοσυνης µονον ονοµαζοµενον και εν δικαιοις µονον ανατελλοντα και εκλαµποντα; Και τουτο ο επιστηθιος και Χριστου µαθητης ηγαπηµενος εκδηλοτερον διατρανοι λεγων· “Αδελφοι, νυν τεκνα Θεου εσµεν, αλλ᾿ ουπω εφανερωθη τι εσοµεθα· οιδαµεν δε οτι, εαν φανερωθη, οµοιοι αυτω εσοµεθα”. Και ο Παυλος· “Νυν γινωσκω εκ µερους, τοτε δε επιγνωσοµαι, καθως και επεγνωσθην”. Ει ουν οµοιοι του Θεου οι αγιοι και τοσουτον επιγνωσονται τον Θεον, οσον ο Θεος επεγνω αυτους, και καθως γινωσκει ο Πατηρ τον Υιον και ο Υιος τον Πατερα, ουτως οφειλουσι και οι αγιοι αλληλους και οραν και γινωσκειν, αλλα και οι µηδεποτε αλληλους σωµατικως εν τωδε τω κοσµω ιδοντες τοτε γνωριζειν αλληλους οφειλουσι, πως ουκ ερυθριατε περι ων ουκ οιδατε λεγειν και επερωταν και διδασκειν, (106) ως ηδη και των υπερ ηµας την γνωσιν δηθεν πεπλουτηκοτες και ανωθεν
προχειρισθεντες διδασκαλοι; Ωσπερ γαρ ουδεποτε αγνοησει ο Πατηρ τον Υιον η ο Υιος τον Πατερα, ουτως ουδε οι αγιοι, θεσει θεοι γεγονοτες εν τω εχειν οικουντα εν εαυτοις τον Θεον, αλληλους ποτε αγνοησουσιν, αλλα βλεποντες εσονται αλληλων και εαυτων την δοξαν, ως ο Υιος του Πατρος και ο Πατηρ του Υιου. Τις δε και οποια εσται των αγιων η δοξα; Οια εστι του Υιου του Θεου. Και τουτο αυτος δι᾿ εαυτου αριδηλως δεδηλωκε· φησι γαρ· “Και εγω την δοξαν ην δεδωκας µοι δεδωκα αυτοις, ινα ωσιν εν, καθως ηµεις εν εσµεν”. Ορας οτι η απο του Θεου και Πατρος δοθεισα προ των αιωνων τω Υιω δοξα υπ᾿ αυτου του Υιου τοις αγιοις δεδωρηται και εις εν οι παντες εισι. Τοιγαρουν οι λεγοντες, οτι ου µη ορωσιν, ουδ᾿ ου µη γνωριζωσιν αλληλους οι αγιοι εν τη θεωρια γινοµενοι του Θεου, οντως εν σκοτει πορευονται και εν µετουσια η θεωρια και επιγνωσει Θεου ουκ εγενοντο και λαλουσι και διαµαρτυρονται α ουτε επιστανται, ουτε ποτε εθεασαντο. Οιονει γαρ λεγουσιν εν εκστασει και τοτε γινεσθαι, ωσπερ και νυν, τους αγιους και επιλανθανεσθαι εαυτων τε και των συν αυτοις, δοκουντες, ως οιµαι, µαλλον δε κακως τα των θειων νοουντες Γραφων, οτι η αυτη αλλοιωσις και αρπαγη νυν τε και εις το µελλον εσται τοις απ᾿ αιωνος αγιοις. Οταν γαρ ακουσωσιν οτι ο δεινα ο αγιος, εν θεωρια Θεου γενοµενος και τον νουν αρπαγεις, τοσας η τοσας ηµερας και νυκτας εποιησε, µηδεν ολως των επιγειων ενθυµηθεις, αλλα µετα των αλλων απαντων και αυτου του ιδιου σωµατος επελαθετο, ολος ολη ψυχη και πασαις οµου ταις αισθησεσι κεκολληµενος εµεινεν, ων εκει, τοιουτον τι υπολαµβανουσι και τοτε, εν τη βασιλεια λεγω των ουρανων, εσεσθαι, αγνοουντες ολως τα θεια του Πνευµατος (107) και του αορατου Θεου τα αορατα και ακαταληπτα και αγνωστα τοις εσκοτισµενοις µυστηρια και οτι η αρπαγη αυτη του νοος ουχι τελειων, αλλ᾿ αρχαριων εστιν. Ως γαρ ο απο γεννησεως εν σκοτεινη και ζοφωτατη ων φυλακη και υπο λυχνιαιου και βραχυτατου φωτος φωτιζοµενος, µολις καν µικρα τινα καθορα, µη ειδως οτι φως ηλιακον εστιν εξωθεν, αγνοων πανταπασι τα εξω της φυλακης, λεγω δη τον ορωµενον κοσµον τουτον και τα ανεκδιηγητα εργα και κτισµατα του Θεου, ουτω και ο ετι εν τη
σκοτεινη φυλακη της του κοσµου τουτου αισθησεως ων και υπο βραχυτατης γνωσεως ελλαµφθεις, µολις περι των µυστηριων της πιστεως ηµων ολιγην τινα και αµυδραν γνωσιν λαµβανει, τα των αιωνιων αγαθων του Θεου πανταπασιν αγνοων και τινα τα µελλοντα διαδεξασθαι τους αγιους. Και καθαπερ εκεινος επι πολλα ετη εν εκεινη τη αφεγγει καθεζοµενος φυλακη, ει συµβη διανοιχθηναι οπην εν τω οροφω της φυλακης και θεασασθαι αυτον αιφνης τον αιθερα του ουρανου, ολιγον και κατα µετρον της γενοµενης οπης, ον ουδεποτε ειδεν ουδε ειναι τοιουτον τι λαµπροτατον φως υπενοησεν, εκπληξις ευθυς λαµβανει αυτον και ως εξεστηκως υπαρχει, επι πολυ ανω τα οµµατα εχων και θαυµαζων το αθροον γεγονος εν αυτω, ουτω δη και ο αιφνης εν θεωρια του νοητου φωτος γεγονως, αρτι δηλονοτι των δεσµων απολυθεις των παθων τε και της αισθησεως, εκπληττεται και ως εξεστηκως τοις ου καλως ορωσι νοµιζεται, εις εαυτον ολον δηλαδη τον νουν επισωρευσας και θαυµαζων του φανεντος αυτω την θεωριαν και την λαµπροτητα. Και ωσπερ παλιν, επαν εκεινος συχνως και καθ᾿ ηµεραν προς εκεινην την οπην αποβλεπη, αρτι πλατυνθεισαν και φωτιζουσαν επι πλεον τον ζοφωδη χωρον της φυλακης και εφ᾿ ικανους χρονους εν τω φωτι διαµενουσαν, η συνηθεια της ορασεως του φωτος την πολλην εκπληξιν εκ του κατα µικρον αφαιρειται (108) - ον τροπον και επι του ηλιου γεγονεν εφ᾿ ηµας· τη γαρ συνηθεια της ορασεως ως ευκαταφρονητον αυτον λογιζοµεθα· ει γαρ µηδεπω ηµεν αυτον θεασαµενοι, αιφνης δε τοιουτος ωραθη ηµιν, υπο της εκπληξεως διαπεφωνηκαµεν αν - , τον αυτον τροπον και η κατα µικρον της ψυχης προκοπη, εν συνηθεια της του νοητου φωτος ορασεως γινοµενη, της πολλης εκπληξεως εξισταται, µυηθεισα τι εντευθεν ετερον ειναι της καταστασεως ταυτης και θεωριας τελεωτερον τε και υψηλοτερον. Και καθαπερ αυθις επιγινωσκειν ποιει τεως τον ανθρωπον εκεινον η χρονια και, απο γεννησεως αυτου καθειρξις οτι εν φυλακη ζοφωτατη εστι, και εξω ταυτης θαυµαστα τινα εκ του ολιγου φωτος εκεινου ειναι υπονοει, οποια δε εισιν εν αληθεια λογισαθαι η εννοησαι ου δυναται, επαν δε και της φυλακης εξωθεν εκβληθη, τοτε και το φως ολον και τα εν φωτι απαντα
και απαντας οµου καθορα, ουτω µοι νοει και τον αρτι εκδεδηµηκοτα των του σωµατος αναγκων και ολον εξω γεγονοτα του κοσµου και των ορωµενων της ταπεινωσεως. Και τουτον µεν τον συµπαντα κοσµον ως µιαν οντα τω οντι σκοτεινοτατην και αφεγγη φυλακην αλλως µοι παλιν υπονοει, λυχνιαιον δε φως το του ηλιου λογιζου µοι φως, εξωθεν δε τουτου το ανεκλαλητον, το αφραστον, το απροσιτον, το υπερ εννοιαν και υπερ λογον και υπερ παν φως τρισυποστατον φως, τα δε εν τω φωτι εκεινω πασι τοις εν τη φυλακη ταυτη γενοµενοις αορατα τε και αγνωστα, αφθεγκτα και ανερµηνευτα, ει και δοκουσι τινες δια των Γραφων ταυτα νοειν τε και θεωρειν· τοις γαρ πλειοσιν ουδε οτι περα τουτων εστι τι γινωσκεται. Οπηνικα ουν παση πιστει και παντι ποθω ζητησοµεν, ουχι το ιδειν το εξωθεν ταυτης της φυλακης φως, ουδε τα εν τω φωτι εκεινω και κοσµω πραγµατα – ουδεις γαρ των ταυτα ζητουντων ηξιωθη ιδειν, ουδ᾿ ου µη αξιωθησεται ποτε αυτα καθολου θεασασθαι - , (109) αλλα το φυλαξαι εν πρωτοις τας εντολας του Θεου, το µετανοειν, το πενθειν, το ταπεινουσθαι και τα λοιπα α προειποµεν, τηνικαυτα και διανοιγεται ηµιν ωσπερ οπη τις µικρα εν τω ορωµενω τουτω οροφω του ουρανου και το υπερανω τουτου φως αϋλον τε και νοητον παραδεικνυται· ο και η ψυχη κατιδουσα ολη καθολου εξισταται, ολη εκπληττεται, θαυµα καινον ορωσα, θαυµα παραδοξον και ο µεχρι τοτε ουδεπω τεθεαται, εν ω και επιµενει ωσπερ και αρπαζοµενη εις τον ουρανον και βιαζοµενη ειναι εκει και κατανοειν το τουτου ακατανοητον και µαλιστα εν τω βλεπειν αυτο ηµερας τε και νυκτος και διδασκεσθαι καθ᾿ εκαστην εκειθεν οτι πελει ανεσπερον, οτι απειρον υπαρχει και αφραστον, οθεν και προς την φυλακην ταυτην επιστραφηναι και βλεπειν αυθις τα εν αυτη ολως ου βουλεται. Τουτο τοινυν αρχην ισθι των εισαγωγικων εις ευσεβειαν και αρτι προς τους της αρετης αποδυσαµενων αγωνας. Επαν ουν χρονιση ανεπιστροφως προς την θεωριαν εκεινην, ως ουκ οιδε, διανοιγεται αυτω, ουκ οιδα ο ουρανος, ουκ οιδα ο της καρδιας αυτου οφθαλµος και ουτος µαλλον η εκεινος, ειπειν, υπο του φωτος εκεινου και ενδον του οικου της ψυχης αυτου, λεγω δη
τουτου του σκηνους, το φως εκεινο εισερχεται το θαυµαστον και υπερλαµπρον, φωτιζον συµµετρως αυτον, οσον η φυσις δηλονοτι χωρει. Ουτω δε παλιν χρονισας, ως συνηθες εκ του κατ᾿ ολιγον, και ως αει ποτε τουτω συνων, λογιζεται το τοιουτον· θαυµατα δε επι θαυµασι και µυστηρια επι µυστηριοις και θεωριας επι θεωριαις, ελλαµποµενος εξ αυτου καθ᾿ ωραν, ιν᾿ ειπω, και ορων και νοων και µυουµενος εκδιδασκεται· α και ει γραφειν θελησει, ουδε χαρτης ουδε µελαν αρκεσει αυτω, επιλειψει δε, οιµαι, και ο χρονος αυτον εξηγουµενον ταυτα λεπτοµερως. Μαλλον δε, πως αρα γραψαι δυνησεται τα µη δυναµενα ρηθηναι, αφραστα οντα και αρρητα παντη; Οθεν και ως εν φωτι τοτε, (110) µαλλον µετα του φωτος, συνεστι και ουχ ως εν εκστασει διατελει, αλλα και εαυτον και τα κατ᾿ αυτον καθορα και τους πλησιον βλεπει εν οιοις εισι και προλεγει και προγινωσκει οτι, εαν εξω της φυλακης ταυτης γενηται και µαλιστα µετα την αναστασιν, και το φως εκεινο το αστεκτον οσον εστι θεασηται, και τα εν αυτω αγαθα “α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη, α ητοιµασεν ο Θεος τοις αγαπωσιν αυτον” αποκαλυφθησονται αυτω τρανοτερον δια του εν αυτω οντος νυνι φωτος υφ᾿ ου και φωτιζεται· ου γαρ στερουµεθα τοτε του γνωριζειν η βλεπειν, αλλ᾿ ως ο λογος ανωτερω απεδειξε, κατα την του φωτος λαµπροτητα και θεωριαν, αναλογως µαλλον και η του Θεου γνωσις και η θεωρια, και ο αναγνωρισµος και η γνωσις αλληλων πλειον και καθαρωτερον εν ανεκφραστω θυµηδια και αγαλλιασει εσεται εις αιωνας αιωνων. Και τουτο και εν τη παλαια οι προφηται και εν τη νεα πολλοι των αγιων εκ των εργων απεδειξαν, εξ ονοµατος καλεσαντες ους ουκ ειδον ποτε, αλλα δη και εγνωρισαν ους ουκ εγινωσκον. Οι ουν λεγοντες µη γνωριζειν µηδε βλεπειν αλληλους τους αγιους, εκ τουτων πεισθεντες µη ζητειν περι ακαταληπτων πραγµατων, εαυτοις µαλλον, ειπερ εµοι πειθονται, προσεχειν και εαυτους ανακρινειν µη παυσωνται. Οι δε τα µεν ειρηµενα παντα αγνοουντες και αισθησει και γνωσει και πειρα θειου φωτισµου και θεωριας µη γεγονοτες, πως γραφειν ολως η λεγειν περι τοιουτων ου φριττετε; Ει γαρ υπερ παντος αργου ρηµατος λογον αποδουναι οφειλοµεν, ποσω µαλλον περι των τοιουτων
ετασθησοµεθα και ως αργολογοι κολασθησοµεθα. Αργος γαρ λογος ουχ, ως αν τις υπολαβοι, ο ανωφελης µονον εστιν, αλλ᾿ ο και προ της πραξεως και της εν πειρα γνωσεως λαλουµενος παρ᾿ ηµων. Οταν γαρ µη καταφρονησω της κατω δοξης (111) µηδε βδελυξωµαι ταυτην απο ψυχης, ως ψυχοβλαβη και της ανω δοξης αποστερουσαν µε, αλλους δε διδασκω περι αυτης και παραγγελλω ταυτης απεχεσθαι, ουχι αργος και απρακτος και κενος ο λογος µου εσται και ως ψευστης κατακριθησοµαι; Οταν δε παλιν µη εν αισθησει και γνωσει λαβω την χαριν του Πνευµατος µηδε διδακτος Θεου γενωµαι δι᾿ αυτης, µηδε λογον λαβω σοφιας και γνωσεως ανωθεν, τα δε των θεοπνευστων Γραφων αναιδως διερµηνευειν επιπηδω και διδασκαλου ταξιν εµαυτω περιτιθεµαι, µονη δηλαδη τη ψευδωνυµω γνωσει προς τουτο χρωµενος, αρα γε ανεξεταστα ταυτα Θεος εασει και λογον υπερ τουτου ουκ απαιτησει µε; Ουδαµως δη. Ει βουλει δε, εκ των κατω και των ανθρωπινων διδαχθητι και τα ανω και θεια. Ποιος, ειπε, των ανθρωπων καν υπερ παντας εν σοφια και γνωσει και επιστηµη νοµων θαυµαζηται, καν δικαιοσυνη και ευσεβεια παση κοµα, µετα κριτων ως κριτης καθεσθηναι και κριτην εαυτον ονοµασαι και αλλους νοµοθετησαι τολµα; Ει δε και τουτο ποιησει, ουχι παρα του βασιλεως ατιµασθησεται και παρα της ακριβειας των νοµων τιµωρησθησεται; Ω της αναιδειας! Του επιγειου βασιλεως ουδεις καταφρονησαι τολµα και τιµην η αξιωµα τουτου αρπασαι και αφορισαι εαυτω, και συ του επουρανιου ως ουδενος καταφρονεις και των αποστολικων αξιωµατων ανευ της εκεινου ροπης και θελησεως επιχειρησαι κατατολµας; Ολως δε ουτως εχων, οιει ανεξεταστον τουτο τον ∆εσποτην καταλιπειν; Ουµενουν ουδαµως. Αλλ᾿ ω Κυριε, δος ηµιν επιγνωναι σε και αξιως φοβεισθαι σε και τοις αγιοις σου εµµενειν θεληµασι. Παρακαλω ουν υµας, αδελφοι, παυσασθε των συζητησεων τουτων και σπευσατε δια µετανοιας και δακρυων και ταπεινωσεως, ετι δε και τη των λοιπων απασων εντολων (112) εκπληρωσει τας εαυτων εκκαθαραι ψυχας “απο παντος µολυσµου σακρος και πνευµατος”, ινα και των παροντων και των µελλοντων εν αποκαλυψει και αισθησει και θεωρια επαπολαυσητε αγαθων, χαριτι και φιλανθρωπια του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου µεθ᾿
ου δοξα, κρατος, τιµη και προσκυνησις τω Πατρι και τω Αγιω Πνευµατι, νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην. ΛΟΓΟΣ Β΄. Τα κεφαλαια της θεωριας του λογου. (113) α΄. Προτρεπτικος εκ προοιµιων εις µετανοιαν και εις το ρητον του Αποστολου· “Ους προεγνω, τουτους και προωρισε” και εις τα εξης· και κατα των στρεβλουντων αυτο τε και πασαν την θειαν Γραφην. β΄. Οτι παντες οι εις Χριστον βαπτισθεντες και πιστευσαντες εις αυτον προεγνωσµενοι και προωρισµενοι εισι τω Θεω εις το συµµορφους γενεσθαι αυτους του Υιου αυτου και εις το ρητον του Μωσεως· “Οτε διεµεριζεδν εθνη ο Υψιστος” και εις τα εξης· εν ω και περι της κλησεως και αποβολης του Ισραηλ και της µετα των εθνων αυθις τουτου ενωσεως. γ΄. Ανακεφαλαιωσις των εν τω πρωτω λογω ρηθεντων περι της του Αδαµ και της Ευας και των επτα ηµερων και αιωνων και της του παραδεισου φυσικης θεωριας. δ΄. Περι του κατακλυσµου και τινων εικονες ησαν τα εν τη κιβωτω, και περι του Αβρααµ και του κατ᾿ εκλογην ληµµατος, και τι εστι το ληµµα τουτο, και περι Ισραηλ και της περιτοµης. ε΄. Οτι τω παραχθεντι πρωτω κατ᾿ αρχας κοσµω ετεροι δυο συνεπεγενοντο, ων ο εσχατος τυπος εστι των µετα ταυτα µελλοντων γενεσθαι, µεσος τις ων των αρχαιων και των ες υστερον· και τινος ην εικων η της επαγγελιας γη, τινος δε η κιβωτος, τινος ο νοµος, τινος η σταµνος, τινος ο Μωϋσης· τινων τυπους εφερον τα εν τω παραδεισω γεγονοτα και τα εν αυτω τω Αδαµ. στ΄. Εις το ρητον του Αποστολου· “Ει γαρ το αυτων παραπτωµα πλουτος κοσµου γεγονε” και τα εξης· και προσωποποιΐα των εκατερων λαων, των εθνων φηµι και του Ισραηλ. (114) ζ΄. Οτι νεος κοσµος η του Χριστου Εκκλησια και νεος παραδεισος η προς αυτον πιστις· και προς τουτοις ανακεφαλαιωσις του πρωτου κοσµου, αντιπαρατιθεµενων τοις εν εκεινω πραχθεισι των εν τη Εκκλησια δια Χριστου
τελεσθεντων· και προς το τελος επαναληψις του αποστολικου ρητου· “Ους προεγνω, τουτους και προωρισε….”. α΄. Προτρεπτικος εκ προοιµιων εις µετανοιαν· και εις το ρητον του Αποστολου· “Ους προεγνω, τουτους και προωρισε” και εις τα εξης· και κατα των στρεβλουντων αυτο τε και πασαν την θειαν Γραφην. (114) Πολλους ακηκοα λεγοντας των ανθρωπων· “Επειδηπερ φησιν· ους προεγνω ο Θεος, τουτους και προωρισεν· ους δε προωρισε τουτους και εκαλεσεν· ους δε εκαλεσε, τουτους και εδοξασε, τι µοι το οφελος εαν πολλους παραβαλλωµαι κοπους, εαν επιστροφην και µετανοιαν επιδειξωµαι, προεγνωσµενος δε ουκ ειµι υπο του Θεου ουδε προωρισµενος εις το σωθηναι και συµµορφον γενεσθαι µε της δοξης του Υιου αυτου και Θεου;” Προς ους εικοτως αποφθεγξασθαι χρη και ειπειν· Ω ουτοι, διατι µη τα σωζοντα υµας αλλα τα απολλυοντα συλλογιζεσθε και τα δυσνοητα της θεοπνευστου Γραφης εκλεγοµενοι διαρπαζετε και στρεβλουτε ταυτα προς απωλειαν υµων εκλαµβανεσθε; Ουκ ακουετε καθ᾿ εκαστην του Σωτηρος βοωντος· “Ζω εγω, οτι ου θελησει θελω τον θανατον του αµαρτωλου ως το επιστρεψαι και ζην αυτον”; Ουκ ακουετε αυτου λεγοντος· “Μετανοειτε· ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων”, και παλιν· “Αµην λεγω υµιν, χαρα γινεται εν ουρανω επι ενι αµαρτωλω µετανοουντι”; Μη ειπεν η λεγει τισι µεν· “Μη µετανοειτε, ου γαρ προσδεξοµαι υµας”, (115) τισι δε οιονει τοις προωρισµενοις· “Υµεις δε µετανοειτε, προεγνωκα γαρ υµας”; Ουδαµως, αλλα καθ᾿ ηµεραν εν ολω τω κοσµω και εν παση βοα εκκλησια· “∆ευτε προς µε παντες οι κοπιωντες και πεφορτισµενοι, καγω αναπαυσω υµας”. ∆ευτε, φησιν, οι εν πολλαις αµαρτιαις βαρουµενοι προς τον αιροντα την αµαρτιαν του κοσµου· δευτε οι διψωντες προς την αεναον πηγην και αθανατον. Μη διεστειλατο η διαχωριζει τινα, τον µεν ως προεγνωσµενον δηλονοτι καλων, τον δε ως µη τουτο οντα αποπεµποµενος; Ουδαµως. ∆ια δη τουτο “µη προφασιζεσθε προφασεις εν αµαρτιαις”, µηδε αφορµας εκ των αποστολικων ρηµατων προς απωλειαν υµων λαµβανειν εθελοιτε, αλλα τω ∆εσποτη καλουντι
προσδραµετε απαντες. Καν γαρ τελωνης, καν πορνος, καν µοιχος, καν φονευς, καν οτιουν ετερον πελη τις, ουκ αποστρεφεται ο ∆εσποτης αυτον, αλλα το µεν φορτιον αιρει των αµαρτηµατων αυτου, εκεινον δε ελευθερον ευθυς αποδεικνυσι. Και πως αιρει το φορτιον αυτου; Καθως ποτε και του παραλυτικου ηρεν, ειπων αυτω” “Τεκνον, αφεωνται σοι αι αµαρτιαι σου”, και ευθεως εκουφισθη του βαρους και την του σωµατος αυτου θεραπειαν πεπλουτηκεν. Τοιγαρουν προσερχεσθω πας ο βουλοµενος και ο µεν βοατω· “Υιε ∆αβιδ, ελεησον µε”· και εαν ακουση· “Τι θελεις ποιησω σοι;” ειπατω συντοµως· “Κυριε, ινα αναβλεψω”, και ευθεως ακουσει· “Θελω, αναβλεψον”. Ο δε· “Κυριε, φησιν, η θυγατηρ µου” ψυχη “κακως δαιµονιζεται”, και ακουσει· “Καγω ελθων θεραπευσω αυτην”. Ει δε οκνηρος τις εστι και προσελθειν τω ∆εσποτη ου βουλεται, καν ερχοµενω προς αυτον και λεγοντι αυτω· “Ακολουθει µοι”, (116) ως ο τελωνης ποτε ακολουθησατω αυτω, το τελωνειον και την πλεονεξιαν καταλιπων· και, ευ οιδα, αντι τελωνου ευαγγελιστην αυτον απεργασεται. Καν παραλυτος επι πολλους χρονους τη φιληδονια και αµελεια και ραθυµια κατακειται και η αυτον τον ∆εσποτην η µαθητην αυτου ελθοντα ιδοι και λεγοντα αυτω· “Θελεις υγιης γενεσθαι”, µετα περιχαρειας ευθυς τον λογον αποδεξαµενος ειπατω· “Ναι, Κυριε, αλλα ανθρωπον ουκ εχω, ινα εις την κολυµβηθραν” της µετανοιας “εµβαλη µε”. Και εαν ακουση· “Εγειραι και αρον τον κραββατον σου και ακολουθει µοι”, ευθυς αναστας κατα ποδας τρεχετω του καλεσαντος ανωθεν. Ει δε γε µη βουληται εκαστος, η ως η πορνη, φιλειν τον Χριστον, η ως ο ασωτος υιος, επαναστρεφειν εν µετανοια θερµη προς αυτον, η καν ως η αιµορροουσα και συγκυπτουσα, τουτω προσελθειν, τι και λεγει προφασιζοµενος προφασεις εν αµαρτιαις· “Ους προεγνω, τουτους - εκ παντος – και εκαλεσε”; Ταχα τω ουτως εχοντι ειποι τις αν ευλογως, οτι ο Θεος, προαιωνιος ων και ειδως παντα προ του ποιησαι αυτα, προεγνω και σε, οτι καλουντι ουχ υπακουσεις αυτω, οτι ου πιστευσεις ταις επαγγελιαις και τοις λογοις αυτου· αλλ᾿ οµως, και ταυτα ειδως “κατηλθε κλινας τους ουρανους” και γενοµενος ανθρωπος δια σε ηλθεν ενθα κατακεισαι· και πολλα καθ᾿ εκαστην
επισκεπτοµενος σε, ποτε µεν δι᾿ εαυτου, ποτε δε και δια των δουλων αυτου, παρακαλει σε διαναστηναι του εν ω κατακεισαι πτωµατος και ακολουθησαι αυτω επι την βασιλειαν ανερχοµενω των ουρανων και συνεισελθειν αυτω εν αυτη. Ποιος ουν, ειπε µοι, (117) της απωλειας σου και της σης παρακοης εστιν αιτιος; Συ ο απειθων και µη θελων ακολουθειν τω ∆εσποτη σου, η αυτος ο πλασας σε Θεος, οτι ως προγνωστης ηδει σε ως ουχ υπακουσεις αυτω, αλλ᾿ επιµεινης τη σκληροτητι σου και αµετανοητω καρδια; Οιµαι, παντως ερεις οτι ουκ εκεινος αιτιος, αλλ᾿ αυτος εγω. Ου γαρ η προγνωσις του Θεου αιτια της ηµετερας σκληροτητος, αλλ᾿ η ηµετερα απειθεια. Προγινωσκει γαρ τα παντα, τα τε παρελθοντα οµου και τα ενεστωτα, και τα µεχρι της συντελειας γενησεσθαι µελλοντα και ουτως αυτα καθορα ως ηδη οντα· και γαρ παρ᾿ αυτω και εν αυτω τα παντα υφεστηκε. Και καθαπερ εν θεατρω σηµερον τους τρεχοντας οµου και τους πυκτευοντας ο βασιλευς καθορα, αλλ᾿ ουτε τοις νικωσι της νικης ουτε τοις ηττωµενοις της ηττης αιτιος ταυτης η εκεινης καθισταται, η σπουδη δε των πυκτευοντων, η αλλως η τουτων χαυνωσις, αιτια της νικης η της ηττης αυτων υπαρχει, ουτω µοι νοει και επ᾿ αυτου του Θεου. Τω γαρ αυτεξουσιω τιµησας ηµας, εντολας τε δους διδασκουσας ηµας µαλλον το οπως χρη προς τους αντιπαλους αντικαθιστασθαι, αφιησιν εκαστον αυτοπροαιρετως η ανθιστασθαι και νικαν τον εχθρον η χαυνουσθαι και ηττασθαι ελεεινως υπ᾿ αυτου. Και ουκ αφιησι µονους ηµας, οιδε γαρ της ανθρωπινης φυσεως την ασθενειαν, αλλα και αυτος εκεινος συµπαρεστιν ηµιν και µεντοιγε πολεµειν προαιρουµενοις συµµαχει και ισχυν µυστικως εµπαρεχει ηµιν και την κατα του εχθρου νικην αυτος µαλλον, η ηµεις εργαζοµεθα. Οπερ ο επιγειος βασιλευς ποιειν ου δυναται· ασθενης γαρ και αυτος ανθρωπος ων, δεεται µαλλον των υπο χειρα, καθαπερ δεοµεθα και ηµεις. Ο δε γε Θεος, ισχυρος ων και αηττητος, τοις βουλοµενοις µεν αυτοπροαιρετως, ως ειρηται, τω εχθρω πολεµειν (118) συµµαχει και νικητας αυτους αποκαθιστα του πονηρου διαβολου, µη βουλοµενους δε πολεµειν η παλαιειν και τρεχειν ουκ αναγκαζει, ινα µη το αυτεξουσιον της κατ᾿ εικονα λογικης ηµων φυσεως αντανελη και εις αλογων ταξιν ηµας καταγαγη. Ουτω τοιγαρουν
ο Θεος ως εν θεατρω οντας ηµας καθορα, καθα δη και ο επιγειος βασιλευς τους εν τω θεατρω αγωνιζοµενους ορα, ως δεδηλωται. Αλλ΄ ο µεν επιγειος ου προγινωσκει τους ηττηθηναι η νικησαι οφειλοντας, ει µη την εκβασιν των αµφοτερων θεασοιτο, και τους στεφανους προετοιµαζει µεν, ουκ οιδε δε τισιν αυτους παρεξει· ο δε επουρανιος βασιλευς ακριβως και τους αµφοτερους προ των αιωνων επισταται. Οθεν και προς τους αιτησαµενους αυτον εκ δεξιων και εξ ευωνυµων καθισαι εν τη δοξη αυτου ελεγεν· “Ουκ εστιν εµον τουτο δουναι υµιν”, αλλ᾿ εκεινοις δοθησεται οις δηλαδη και ητοιµασται. Τουτο τοινυν και αυτος ο Παυλος ειδως εικοτως εφη· “Ους προεγνω τουτους και προωρισεν· ους δε προωρισε, τουτους και εκαλεσεν· ους δε εκαλεσε, τουτους και εδικαιωσεν”. Ουκουν ου το προγινωσκειν τον Θεον τους νικαν εκ προαιρεσεως και σπουδης µελλοντας αιτιον της νικης, ως ουδε παλιν το προειδεναι αυτον τους πιπτειν και ηττασθαι αιτιον της ηττης εστιν, αλλ᾿ η εκαστου ηµων σπουδη και προθεσις και η ανδρεια αυτη προξενος υπαρχει της νικης, η δε απιστια και η ραθυµια, η αµελεια τε και η χαυνωσις, της ηττης και απωλειας ηµων. Μη ουν λεγωµεν, επι κλινης φιλοκοσµου και φιληδονου ανακειµενοι· “Ους προεγνω ο Θεος, τουτους και προωρισε”, και αυτο τουτο ο τι ποτε λαλουµεν µη αισθανοµενοι. Ναι, οντως προεγνω σε αµελη και απειθη και ραθυµον, ου µεντοι δε προσεταξεν η ωρισε µη εχειν σε εξουσιαν µεταµεληθηναι η διαναστηναι η πεισθηναι βουλοµενον. Συ δε τουτο λεγων (119) ψευστην φανερως αποκαλεις τον Θεον. Εκεινου γαρ λεγοντος· “Ουκ ηλθον καλεσαι δικαιους αλλα αµαρτωλους εις µετανοιαν”, συ, ραθυµων και µη βουλοµενος µεταστρεψαι και µεταµεληθηναι απο της κακιας σου, αντιλεγεις οιονει αυτω και ψευδεσθαι φασκεις τον αψευδη, ουτω τοιαυτα προφασιζοµενος. Οι µετανοησαι µελλοντες, φησι, προωρισµενοι εισιν, εγω δε εξ εκεινων ουκ ειµι. Τοιγαρουν και µετανοητωσαν εκεινοι, ους δηλονοτι προεγνω, ους και προωρισε. Της αναισθησιας! Αλλ᾿ ω ψυχης και αυτων δαιµονων απονενοηµενης και χειρω! Ποτε παρ᾿ εκεινων ηκουσθη τοιουτον τι λαληθεν ρηµα; Που ποτε ηκουσθη οτι δαιµων αιτιον της εαυτου απωλειας ειπε τον Θεον
ειναι; Μη ουν αιτιωµεθα τους δαιµονας· ιδου γαρ και ψυχην ανθρωπου χειρονας επινοει βλασφηµιας υπερ εκεινους. Ποθεν ουν εµαθες, ειπε µοι, οτι συ ουκ ει εκ των προεγνωσµενων και προωρισµενων εις το γενεσθαι συµµορφους της εικονος της δοξης του Θεου; Ειπε µοι, τις σοι τουτο ανηγγειλε; Μη ο Θεος η δι᾿ εαυτου η δια των αυτου προφητων η και δι᾿ αγγελου τουτο εδηλωσεν; Ουχι, φησι, αλλ᾿ υπολαµβανω µηποτε ουκ ειµι προεγνωσµενος εις το σωθηναι και εις µατην µοι απας ο κοπος γενησεται. Και διατι µη µαλλον εχεις απο ψυχης οτι ο Θεος τον Υιον αυτου τον µονογενη δια σε µονον και την σην σωτηριαν απεστειλεν επι της γης, προεγνωκως σε και προορισας σε αδελφον αυτου και συγκληρονοµον γενεσθαι, και σπουδαζεις ολοψυχω καρδια αγαπαν αυτον και τηρειν τας σωτηριους αυτου εντολας, και πιστευεις οτι δια σε µαλλον σφαγεις ουκ εγκαταλειψει σε ουδε εασει σε απολεσθαι; Η ουκ ακουεις αυτου λεγοντος· “Ει επιλησεται γυνη τα εκγονα της κοιλιας αυτης, αλλ᾿εγω ουκ επιλησοµαι σου”; (120) Ει δε προλαµβανων συ αναξιον κρινεις σαυτον και αφοριζεις εκουσιως εαυτον της ποιµνης των προβατων Χριστου, ορα οτι ουδεις ετερος, αλλα συ της σης απωλειας υπαρχεις προξενος. Τοιγαρουν πασαν απιστιαν και νωθρειαν και δισταγµον απο των ψυχων ηµων απορριψαντες προσελθωµεν εν ολη καρδια και αδιστακτω πιστει και ζεοντι ποθω, ως νεωνητοι δουλοι αιµατι τιµιω ηγορασµενοι· και το υπερ ηµων τιµηµα αιδεσθεντες και τον τουτο καταβαλοµενον ∆εσποτην ηµων αγαπησαντες και αποδεξαµενοι την προς ηµας αγαπην αυτου, γνωµεν οτι, ει µη εβουλετο σωσαι δι᾿ αυτου τους εξαγορασθεντας ηµας, ουκ αν και κατηρχετο επι της γης, ουκ αν και εσφαζετο δι᾿ ηµας· αλλα, καθως γεγραπται, θελων παντας σωθηναι τουτο πεποιηκεν. Και ακουσον αυτου τουτο λεγοντος· “Ουκ ηλθον κριναι τον κοσµον, αλλα σωσαι τον κοσµον”. Αλλ᾿ επι το προκειµενον επανελθωµεν. β΄. Οτι παντες οι εις Χριστον πιστευσαντες προεγνωσµενοι και προωρισµενοι εισιν εις το συµµορφους γενεσθαι αυτους του
Υιου του Θεου· και εις το ρητον του Μωσεως· “Οτε διεµεριζε εθνη ο Υψιστος” και τα εξης. (120) Εστι µεν ουν εκ του προχειρου και ταυτα σαφη τε και βεβαια. Αλλα δεον και τον σκοπον των ειρηµενων και το βαθος της γνωσεως των αποστολικων ρηµατων και νοηµατων ειπειν, ινα µαθης εντευθεν οτι παντες οι εις Χριστον πεπιστευκοτες, µοναχοι τε και λαϊκοι, προεγνωσµενοι και προωρισµενοι εισι και συµµορφοι γινονται της εικονος του Υιου του Θεου· ου µονον δε, αλλα και παντες ουτοι, (121) ως προωρισµενοι, και κεκληµενοι εισιν· ως κεκληµενοι δε, και δεδικαιωµενοι· ως δεδικαιωµενοι, και δεδοξασµενοι υπαρχουσιν. Οι γαρ µετα το βαπτισθηναι και πιστευσαι εις τον Χριστον τον Υιον του Θεου και γενεσθαι συµµορφοι της εικονος του Υιου του Θεου µη τηρουντες εαυτους εις τουτο απολλυνται· οι δε µενοντες απαντες σωζονται. Αλλ᾿ εντευθεν της υποθεσεως αρξοµαι, αρξοµαι δε ανωθεν και οθεν αµεινον αρξασθαι. “Οτε” φησι “διεµεριζεν ο Υψιστος εθνη, ους διεσπειρεν υιους Αδαµ, εστησεν ορια εθνων κατα αριθµον αγγελων Θεου· και εγεννηθη µερις Κυριου και λαος αυτου και σχοινισµα κληρονοµιας αυτου Ισραηλ”. Ο δε λεγει τοιουτον εστι. ∆ιαµερισας ο Θεος τα εθνη απαντα, ποια δη ταυτα; Τους Υιους αυτους του Αδαµ. Ει ουν υιοι Αδαµ εισιν απαντες, πως αυτους εθνη καλει; Επειδη, ωσπερ ο Αδαµ προ του παραβηναι την εντολην του Θεου αθανατος, αφθαρτος και αγγελων συµπολιτης και συνοµιλος ην, τον παραδεισον κατοικων, αφ᾿ ου δε παρεβη την εντολην αυτου του Θεου, των µεν αγαθων τουτων απαντων εξεπεσε και φθαρτος και θνητος γεγονως του παραδεισου εκβεβληται, ουτω δη και παντες οι εξ αυτου γεννηθεντες. Επειδη γαρ επληθυνθησαν και εις αγνωσιαν Θεου εµπεσοντες οµοιως τω ειποντι· “Επι των νεφελων του ουρανου θησω τον θρονον µου και εσοµαι οµοιος τω Υψιστω “ και αυτοι κακως λογισαµενοι πυργον οικοδοµειν ηρξαντο και ανελθειν εις ουρανους επεχειρουν, τουτου χαριν αντι καταρας και τιµωριας συνεχεεν αυτων τας γλωσσας, την επι κακω οµονοιαν αυτων διακοψας· οιονει δε µελη απο του σωµατος του Αδαµ εκκοψας και εξ αυτου και απ᾿ αλληλων διαχωρισας και διασπειρας, ενι
εκαστω µελει ξενην διαλεκτον δεδωκεν, ινα µηκετι δυνωνται (122) συναφθηναι. Τουτου γαρ ενεκεν ουκ ανθρωπους αυτους αλλ᾿ εθνη εκαλεσε. ∆ιαµερισας δε αυτους εις πασαν την γην, εφ᾿ εκαστη µεριδι αγγελον δεδωκε φυλακα. Και ορα µοι ακριβως πως απ᾿ αρχης κοσµου και των αιωνων τα παντα προεγνωσµενα και προωρισµενα εισι τω Θεω. Επει γαρ προωρισε την εκ παλιγγενεσιας αυτων αναπλασιν ο Θεος, ως εκ σωµατος ενος του Αδαµ µεριδα µιαν <ελαβε> την πλευραν, οινοει και την µεριδα ην ελαβεν εξ αυτου, και ανεπληρωσε µεν αντ᾿ αυτης σαρκα, την δε πλευραν ανωκοδοµησεν εις γυναικα, ουτως ως εκ του αδαµιαιου µεν ταυτην δανεισαµενος σωµατος, ετεραν δε αντ᾿ αυτης αυτω χαρισαµενος, το οπερ εδανεισατο µερις αυτου ην και ουχ ως του αδαµιαιου σωµατος ελογιζετο, αλλα µερις Κυριου ευρισκετο, εκτος του σωµατος ον του Αδαµ, ει και εξ αυτου εληφθη και συγγενες υπηρχεν αυτου. ∆ια δη τουτο ουδε αγγελος φυλαξ της µεριδος αποκατεστη, αλλα παιδαγωγος ωσπερ υιου, η και δηµαγωγος ωσπερ λαου και στρατου, εδοθη αυτοις ο αρχιστρατηγος Μιχαηλ· Θεος δε φυλαξ αυτων και σκεπαστης ην, διο και Ισραηλ τουτον εκαλεσε νουν ορωντα Θεον. Εντευθεν και ο Χριστος εκ της θυγατρος Αδαµ και ∆αβιδ γεννηθηναι λεγεται δια γαρ τουτο και η µερις αυτη, η εκ του σωµατος φηµι του Αδαµ, υπο του αποστολου Ματθαιου γενεαλογειται και ουχ ολον το σωµα, ως απορραγεν δηλονοτι το ολον απο της µεριδος, καθα δη και της θεϊκης δοξης ολος εξεπεσεν ο Αδαµ. Τινα τροπον και δια τι; Ινα, καθως εκ του ολου σωµατος του Αδαµ η µερις ληφθεισα ωκοδοµηθη εις γυναικα, ουτω παλιν εκ της γυναικος η αυτη ληφθεισα µερις ανοικοδοµηθη εις ανδρα και γενηται νεος Αδαµ, ο Κυριος (123) ηµων Ιησου ο Χριστος, ην κατ᾿ εκλογην Παυλος ο θειος εκαλεσε· και καθαπερ εκ του ληµµατος, ηγουν της µεριδος, αυτης δηλονοτι της γυναικος, η αφορµη της καταρας επι το ολον σωµα, ηγουν το γενος, διεβη, ουτω παλιν δια του αυτου ληµµατος, ηγουν του δεσποτικου σωµατος, επι την ανθρωποτητα πασαν η ευλογια διαδοθη. ∆ια γαρ τουτο και εν τω αδη κατηλθεν, ινα και επι τους αγιους τους προ της παρουσιας αυτου η σωτηρια και επιφανεια αυτου
γενοµενη συναψη παντας τους απ᾿ αιωνος κεκοιµηµενους κατα των εως της συντελειας µελλοντων γενεσθαι αγιων· ουτω και εν µνηµειω ετεθη, ινα και τα προκεκοιµηµενα σωµατα δια της νεκροτητος του σωµατος αυτου ζωης συµµετοχα και αναστασεως αιωνιου ποιηση. Τοιγαρουν και κληρον γεγονοτα Θεου τον Ισραηλ και µεριδα αυτου χρηµατισαντα, αµπελωνα τουτον εικοτως εκαλεσε και φραγµον αυτω περιεθηκεν, οιον αλλω τινι νεω παραδεισω αφ᾿ ου παλιν ο Αδαµ εξεβληθη, ηγουν το γενος του σωµατος αυτου, φηµι δη τα εθνη. Και ο µεν αγγελος ην αντι της φλογινης ροµφαιας φυλασσων την αµπελον ταυτην του µη εισελθειν εν αυτη τα εθνη, ο δε γεωργος ην αυτης ο Θεος. Καθαπερ ουν η Ευα πρωτη, αυτη η µερις του ολου αδαµιαιου σωµατος, τω οφει ωµιλησε και πρωτη τα υπο του Θεου ενταλθεντα αυτη αυτω απεκαλυψε και πρωτη τα υπο του οφεως ενσπαρεντα εδεξατο και την εντολην παρεβη απο του ξυλου φαγουσα, του Αδαµ µη παροντος, υστερον δε και διακονος αυτη τουτω εγενετο, δουσα και αυτω απο του ξυλου φαγειν, ουτω µετα ταυτα και εν τω Ισραηλ γεγονεν. Αθετησας γαρ και αυτος, ωσπερ εκεινη, την πιστιν και την αγαπην του εκλεξαµενου αυτον Θεου (124) παρα παντα τα εθνη, της προς αυτον λατρειας αποστας, ειδωλοις θυσιαν και σπονδας προσηξεν· ησθιε τε και επινεν εν αυτοις. Τουτο ουν προειδως ο Θεος, ατε Θεος ων και τα παντα ειδως, παλιν εκ τουτων αυτων την µεριδα, τον κληρον, αυτο το ληµµα, το της πλευρας φηµι του Αδαµ, εκ της του Ιουδα φυλης λαβων εαυτω συνετηρησεν. Επει δε εις απιστιαν απαντες οι λοιποι συνεκλεισθησαν, εκ µεν τουτων το ληµµα λαβων ο ωκοδοµησεν εις γυναικα, ηγουν Μαριαν την υπεραµωµον, εξ αυτης δε της αγιας θεοτοκου και αειπαρθενου Μαριας την προσληφθεισαν σαρκα σπερµα της εις Θεον πιστεως εν εαυτω εχων, ανωκοδοµησεν εις ναον εαυτω αγιον ο υπεραγιος Θεος, ανηρ θεανθρωπος γεγονως. Αλλα γαρ επει και αυτη η προσληφθεισα σαρξ εξ αυτης της αγνης Θεοτοκου ουκ εκ της γυναικος ην αλλ᾿ εκ του Αδαµ εις γυναικα οικοδοµηθεισα, τον Αδαµ φορεσαι λεγεται ο Χριστος και δευτερος Αδαµ εκ του πρωτου γεγονεναι και καλεισθαι γεγραπται, υιος ων του Θεου και υιος ου της γυναικος αλλα του
Αδαµ. Τουτο δε που γεγραπται; Εν τω κατα Λουκαν ευαγγελιω φησι· και, ει δοκει, ερευνησον και ευρησεις γενεαλογουµενον αυτον ουτως. Ειπων γαρ περι αυτου οτι ενοµιζετο υιος Ιωσηφ, επαγει· “του Ηλι, του Ματθαν” και καθεξης γενεαλογων το ληµµα και διελθων, υστερον φησι· “του Ενως, του Σηθ, του Αδαµ, του Θεου”. Απο του Ιωσηφ κατα αναποδισµον εις τον Αδαµ ανελθων, της γυναικος ολως µη µνηµονευσας, και τουτο ειασεν ολως εν µυστηριω κεισθαι. Το ληµµα ουν, ως εχον εν εαυτω το της πιστεως σπερµα, λαβων, ωσπερ ειρηται, ο Θεος ανθρωπος γεγονεν. Ολον τον Αδαµ, ητοι το γενος απαν αυτου το εκ του ληµµατος αποβληθεν και ως εκ του νεου παραδεισου και της µεριδος και του αµπελωνος εξω βληθεν, δια του (125) της πιστεως σπερµατος εν πιστει και αυθις τη προς αυτον εκρινε δικαιωσαι, καθαπερ και τω Αβρααµ τουτο υπεσχετο, ου τοτε τουτο ενθυµηθεις ο Θεος, ως αν τις οιηθειη των λιαν γνωστικων, οτε και την πιστιν ο Αβρααµ επεδειξατο θυσας τον Ισαακ, αλλ᾿ ως προ καταβολης κοσµου τουτο γινωσκων και προορισας δια πιστεως το ληµµα και δια της κατα προθεσιν εν τω ληµµατι πιστεως παντας τους εκ τουτου του ληµµατος προτερον χωρισθεντας σωθησεσθαι, υστερον οιονει τω πιστω ευρεθεντι Αβρααµ την παλαι προορισθεισαν αυτου βουλην εν εαυτω εφανερωσεν· ην ακουοντες ηµεις, λογιζοµεθα οτι, επειδη επιστευσεν ο Αβρααµ τω Θεω, δια τουτο την ευλογιαν ταυτην και την δια πιστεως υιοθεσιαν ελαβοµεν, ειποντι προς αυτον οτι “εν σοι ενευλογησονται παντα τα εθνη”, οιονει αντιχαριν της του Αβρααµ πιστεως δοθεισαν ηµιν την επαγγελιαν ταυτην κακως υποπτευοντες, και ουχι µαλλον δια της προορισθεισης προ των αιωνων απορρητου οικονοµιας, της εν τω Αβρααµ δια της πιστεως επαγγελθεισης και φανερωθεισης ηµιν. Αλλ᾿ ουκ εστι τουτο, ουκ εστι. Το γαρ ληµµα τουτο εν τω διαµερισµω των υιων Αδαµ, αυτων των εθνων, γενοµενον εις µεριδα Κυριου κατα το λογιον, ως αλλον τινα δευτερον παραδεισον εφυτευσε, µεσον το της ζωης ξυλον εχοντα εαυτου, ηγουν την πιστιν την εις Θεον και το Πνευµα το εκ Θεου. Επει δε το ληµµα τουτο εκ της πλευρας ην του Αδαµ, ο και εις γυναικα εκτισθη, η δε γυνη παρεβη πρωτη, προεγινωσκε δε ο Θεος οτι και τουτο παλιν το
ληµµα ου µη φυλαξη την πιστιν την εις αυτον, οτε τουτο προεγνω προ των αιωνων, τοτε και τα εθνη παντα τα εκβληθεντα, (126) ητοι τα αποικισθεντα και απαλλοτριωθεντα τουτου του ληµµατος, ανακληθηναι και αντεισαχθηναι και τω εκ του ληµµατος ληµµατι προστεθηναι και ενωθηναι ευδοκησεν. Αλλα τοις λεγοµενοις προσεχε νουνεχως, επειδη δυσνοητον εστι το εν τουτοις νοηµα. Οταν ουν ο ιουδαϊκος λαος ο και Ισραηλ κληθεις (ουτος γαρ εστιν η µερις η εκ της πλευρας του ανδρος) την δοθεισαν αυτω παρα του Θεου εντολην παραβη (ακουε γαρ, φησιν, Ισραηλ, Κυριος ο Θεος σου Κυριος εις εστιν) , οτε ταυτην παραβη δαιµονιοις λατρευσει και ειδωλοις προσκυνησει και εκ των σπονδων των θυσιων αυτων φαγη, τοτε εξ αυτης παλιν, οιονει εξ ενος σωµατος του εκ ταυτης εκ πολλων µελων εις ενα λαον οικοδοµηθεντος, την εαυτου µεριδα λαβων ο Θεος ακεραιον εαυτω ταυτην διατηρησει· το δε λοιπον σωµα, ητοι το εκ της µεριδος ταυτης αποσπασθεν µερος και εις ειδωλολατρειαν εκκλιναν, εκ του παραδεισου τουτου, του αµπελωνος δηλονοτι της µεριδος αυτου, απωσεται και εξωσει αυτο· απο δε της κατ᾿ εκλογην πιστεως και µεριδος αυτου, της ουσης απο της πλευρας του Αδαµ, ως ολιγου τινος προσλαβοµενος σπερµατος, ο Θεος Λογος γενηται ανθρωπος, ηγουν, ινα παλιν ειπω, Αδαµ δευτερος του πρωτου υιος ως εκ της πλευρας αυτου διχα συνουσιας και ρευσεως γεννηθη και τηνικαυτα ευλογηθη ολον το σωµα και τα µελη του πρωτου Αδαµ, αυτος δηλαδη ο εξωσθεις λαος των εθνων, δια του υιου αυτου του θεανθρωπου ανδρος ενωθεις εκ πιστεως τω ληµµατι τω εκ της πλευρας του Αδαµ. Τουτο ουν εστιν ο και Παυλος ο θειος προ αιωνων ορισθεν και προγνωσθεν λεγει απο του τα παντα προειδοτος Θεου, ινα παντα τα εθνη απο ανατολων και µεχρι δυσµων προσκληθωσι και οσοι µεν πιστευσουσι κολληθωσι (127) τω εκ της πλευρας του πατρος αυτων σαρκωθεντι Χριστω τω Θεω, τω Υιω του Θεου και υιω του Αδαµ· και ουτως γενησονται οι αµφοτεροι εν, συσσωµοι δηλονοτι και συµµετοχοι και αδελφοι και συγκληρονοµοι Χριστου, αυτος ο Χριστος, και τα µακραν αποικισθεντα και διασπαρεντα εθνη· οσοι δε απιστησουσι, µεινωσιν εξω µετα των εκ του ληµµατος της πιστεως, αυτων δη
των Ιουδαιων φηµι, των δια απιστιαν εκβληθεντων και απωσθεντων. Και τουτο εκ των ευαγγελικων ρηµατων δηλον εστι τοις ακουουσι· φησι γαρ ο Κυριος προς τους αυτου µαθητας· “Εδοθη µοι πασα εξουσια εν ουρανω και επι γης. Πορευθεντες εις τον κοσµον απαντα κηρυξατε το ευαγγελιον της βασιλειας· ο πιστευσας και βαπτισθεις σωθησεται, ο δε απιστησας κατακριθησεται “. Αλλ᾿ αναλαβοντες τον λογον ως εν επιτοµω τα ανωτερω ρηθεντα αυθις διηγησοµεθα, ως αν ευσυνοπτα µαλλον αρτι τοις πασι γενωνται. γ΄. Ανακεφαλαιωσις των εν τω πρωτω λογω ρηθεντων περι ταης του Αδαµ και της Ευας και των επτα ηµερων και αιωνων και της του παραδεισου φυσικης θεωριας. (127) Τοιγαρουν εποιησεν ο Θεος τον ουρανον και την γην και παντα τα εν αυτοις, ινα παλιν εξετασωµεν τα εγκεκρυµµενα νοηµατα της θειας Γραφης, και ειθ᾿ ουτως επλασε τον κατ᾿ εικονα αυτου και καθ᾿ οµοιωσιν ανθρωπον, αυτον δηλαδη µονον τον Αδαµ. Εν εξ ηµεραις εποιησε ταυτα παντα και εν τη εβδοµη κατεπαυσε, µηδεν εν αυτη εργασαµενος µητε µην ογδοην ονοµασας ηµεραν την πρωτην, ως αν µη οκτω αλλ᾿ επτα µοναι λεγωνται αι της εβδοµαδος ηµεραι και ουτως ανακυκλουµεναι τον (128) αριθµον των εβδοµαδων αποτελωσιν. Εν γαρ ταυταις ταις ηµεραις τους επτα αιωνας ο ∆ηµιουργος προϋποτυπωσας οραται. Τοιγαρουν και ταυτα ουτω ποιησας ο των ολων ∆εσποτης, επει, ως ατε Θεος ων, προηδει οτι µελλει ο ανθρωπος παραβηναι την αυτου εντολην και αµετανοητος µειναι, τον δε µη µετανοουντα αναγκη πασα και τιµωρεισθαι τουτον και κατακρινεσθαι, ουκ ειασεν αυτον εν τουτω τω κοσµω τω εν ταις εξ ηµεραις συν αυτω εκεινω τω Αδαµ κτισθεντι· αλλα µετα το καταπαυσαι εν τη εβδοµη ηµερα και πληρωθηναι αυτην, τοτε υστερον εφυτευσε τον παραδεισον κατα ανατολας. Τινα τροπον και δια τι; Ινα εκ του κοσµου τουτου, ως εν παλατιω τινι και πολει περιφανεστατη, οια δη βασιλευς, υπο του Θεου εν αυτω εισαχθη, οποταν δε την του Θεου παραβη εντολην και δια τουτο εκπεσειν µελλη της βασιλειας και των
βασιλειων οικων εξορισθηναι και απορριφηναι, εν τουτω παλιν τω κοσµω διαγειν επ᾿ ελπιδι κατακριθη. Ει γαρ µη ταυτα ουτως εποιησεν ο Θεος, αλλα µονον τον κοσµον αφηκε και εν αυτω τον ανθρωπον εθετο, παραβαινοντα και µη εξοµολογουµενον µηδε µετανοουντα, που ειχεν αυτον εξωσαι; Που δε και βιουν και αποθνησκειν αυτον εχρην και παλιν επιστρεφειν εις την γην εξ ης εληφθη, µετα την καταδικην; Παντως ουδαµου, αλλ᾿ η εν αδη ζωντα εδει κατακριθηναι αυτον, µηδεµιαν εκτοτε ανακλησιν σωτηριας εχοντα· και λοιπον ουτε γενεσις ουτε κοσµου αυξησις εις πληθος, και απωλετο το τοιουτον και τηλικουτον σοφιας Θεου εργον ο ανθρωπος. Επει δε προ των αιωνων εγινωσκεν ο Θεος οτι παραβηναι µελλει και την εκ παλιγγενεσιας αυτου αναπλασιν προωρισατο, δια τουτο και τους της αναπλασεως αρραβωνας, µετα το κτισαι αυτον παντα και καταπαυσαι και τους καιρους και τους αιωνας εν ταις επτα ηµεραις µυστικως προσηµαναι, (129) οιονει ζυµην και σπορον και µεριδα αφ᾿ ενος εκαστου των εργων αυτου υστερον ελαβεν, ινα τας εκ των εργων µεριδας των κτισθεντων εν ταις επτα ηµεραις µη εν αυταις αυτας αλλ᾿ εν τη ογδοη λαβων, τον µελλοντα αιωνα δια της εν αυτη δηµιουργιας προϋπογραψη, µη αριθµησας ταυτην ταις επτα µηδε δηλην αυτην ποιησας, αλλ᾿ αγνοουµενην µεν ειασε κεισθαι αυτην ολως τοις προ του νοµου, δηλωθεισα δε τοις εν νοµω προφηταις αµυδρως πως και απαγγελθεισαν πεποιηκε, φανερωθεισαν δε ηµιν τοις πιστοις και διαυγασασαν ως εν πρωΐαν, καθα δη και προσδοκωµεν τον αδυτον της δικαιοσυνης ηλιον οσον ουπω εξανατειλαι. Μεριδας δε ειπον λαβειν αυτον εκ µεν της γης απασης ως χωριον εν εν ω εφυτευσε τον παραδεισον, εκ δε του ολου σωµατος του Αδαµ µιαν πλευραν ητοι µελος εν, εκ δε των ηµερων ουδεν. Τινα τροπον; Επειδη αι µεν µεριδες αυται εληφθησαν ως ανακαινισθηναι δι᾿ αυτων τα συγγενη και συµφυη και τοις ουρανιοις συναφθηναι οφειλοντα, αι δε ηµεραι, ουκ ανακαινισθηναι αλλα τελειως παυθησεσθαι µελλουσαι υπο της ηµερας εκεινης, εαθησαν, και τουτου ενεκεν µεριδα ανακαινισµου ουκ ελαβεν εξ αυτων ο Θεος, απο των αιωνων δε ελαβε. Πως; Ακουσον.
Επτα ωφειλον πληρωθηναι αιωνες κατα τον αριθµον των επτα ηµερων. Οι µεν ουν εξ ηδη παρηλθον, ο δε γε εβδοµος ου τελειουται, αλλ᾿ εξ αυτου λαµβανει την µεριδα και επισυναπτει τω αϊδιω και µη εχοντι τελος αιωνι. Το δε, ποσον προωρισε λαβειν, η ποτε το τελος των ηµερων τουτων µελλει γενεσθαι, ουδεις οιδεν ει µη µονη η Αγια Τριας, η µια και αδιαιρετος θεοτης. Το γαρ παρα του Σωτηρος ρηθεν Ιησου Χριστου, οτι ουδε ο Υιος ταυτην οιδε την ηµεραν και ωραν, κατα την της ανθρωποτητος αυτου φυσιν ειπεν αγνοειν ου κατα την της θεοτητος. (130) Τινος ουν ενεκεν απο των ηµερων µεριδα ουκ ελαβεν, απο δε των αιωνων λαµβανει; Επειδη οι µεν αιωνες ουτοι απο ηµερων και εβδοµαδων µετρουµενοι αιωνες καλουνται, ο δε µελλων αιων και αΐδιος, ου µετρητος υπο ηµερων, αλλ᾿ αµετρητος και εστι και εσται και ατελευτητος· ηµερων δε µη µελλουσων ειναι, αλλ᾿ αιωνος, ουκ εκ των ηµερων µεριδα, αλλ᾿ εκ των αιωνων, τω µελλοντι αιωνι λαβων συναπτει. Η µεντοι µερις της γης, αυτος δηλαδη ο παραδεισος, τυπος της ανω Ιερουσαληµ, φηµι δη της βασιλειας των ουρανων, ην, εν ω και τον ανθρωπον εθετο ο Θεος, ινα απο του τυπου και της σκιας επι την αληθειαν κατα προκοπην αναχθη. Το δε ξυλον της ζωης το εν µεσω του παραδεισου εικων ην της αιωνιου ζωης, ητις εστιν ο Θεος. Η δε πλευρα του Αδαµ η εις γυναικα οικοδοµηθεισα τυπος υπηρχε της Εκκλησιας, ετερον παλιν ον και τουτο οικονοµιας µυστηριον, ινα, οποταν εκπεση απο της εικονος της εις τυπον γεγονυιας της βασιλειας των ουρανων, ος ην ο παραδεισος, και της του ξυλου <της> ζωης, δια της πλευρας τω Χριστω και Θεω συναφθη και εις εκεινο παλιν αυτο το αρχαιον και πρωτον αναχθη καλλος. Επειδη δε η Ευα πρωτη απατηθεισα την εντολην παρεβη και του καρπου απεγευσατο, ειτα δεδωκε τω Αδαµ κακεινος εφαγε, µετανοησαι δε και προσπεσειν τω ∆εσποτη ουδαµως ηβουληθησαν, εξοριζονται εκειθεν και εις τον κοσµον τουτον οικειν κατεκριθησαν. Ορα δε και της επ᾿ αυτω του Θεου προνοιας την αφατον αγαθοτητα. Επειδη γαρ απαξ υπο της αµαρτιας εις φθοραν κατηνεχθη, ινα µη προ καιρου φαγων απο του ξυλου της ζωης αθανατος γενηται, - και εσται αφθαρτος µεν, αθανατος δε, και ουτως αθανατον γενηται το κακον -, εθετο την
φλογινην ροµφαιαν ο Θεος φυλασσειν την ειδοδον του ξυλου της ζωης.
δ΄. Περι του κατακλυσµου και τινων εικονες ησαν τα εν τη κιβωτω· και περι του Αβρααµ και του κατ᾿ εκλογην ληµµατος και τι εστι το ληµµα τουτο· και περι του Ισραηλ και της περιτοµης. (131) Τοιγαρουν και γνοντες αλληλους ετεκνωσαν και εποιησαν υιους και θυγατερας και “εκαλεσεν Αδαµ Ευαν την γυναικα αυτου Ζωην, οτι αυτη ην µητηρ παντων των ζωντων”. Αλλα γαρ πληθυνθεντων των ανθρωπων και εις βαθος εµπεσοντων κακων και εις πληθος αµαρτηµατων πολυ, µελλων υδατι κατακλυσαι τον κοσµον ο Θεος και απαλειψαι τον ανθρωπον εκ της γης, την µεριδα και αυθις ουκ εγκατελιπεν, αλλα τον Νωε και τους υιους αυτου και τας θυγατερας αυτου εν τη κιβωτω διεσωσατο. Η δε κιβωτος παλιν της Θεοτοκου και ο Νωε του Χριστου τυπος ην, οι δε συν τω Νωε ανθρωποι του εξ Ιουδαιων ληµµατος απαρχη, αυτων των εις Χριστον µελλοντων πιστευειν, τα δη θηρια και παντα τα κτηνη και τα πετεινα και ερπετα τυπος υπηρχον των εθνων. Ενθεν τοι και η κιβωτος µετα τον κατακλυσµον ειχε τον Νωε, η θεοτοκος δε Μαριαµ τον σαρκωθεντα Θεον και ανθρωπον· αλλ᾿ εκεινον µεν µονον συν τοις µετ᾿ αυτου η κιβωτος διεσωσατο, ουτος δε και την κιβωτον και παντα τον κοσµον του κατακλυσµου της αµαρτιας και της του νοµου δουλειας και του θανατου ερρυσατο. Αλλα γαρ µετα τον κατακλυσµον εις αγνωσιαν και αυθις Θεου κατενεχθεντες οι ανθρωποι και ωσαυτως παλιν τραχηλιασαντες δια το ειναι αυτους χειλος εν, ητοι γλωσσαν και φωνην µιαν, πυργον οικοδοµειν ηρξαντο και εις ουρανους ανελθειν επεχειρουν, ισοθεΐαν και αυθις εν εαυτοις φαντασθεντες. Τοινυν και συγχεειν µελλων ο Θεος (132) τας γλωσσας αυτων κακ τουτου διαµερισαι και διασπειραι αυτους εν παση τη γη, ως πολλα µελη εκ της του Αδαµ πλευρας γεγονοτα και εις εν σωµα τη µια διαλεκτω οντας, παλιν εκ τουτων ελαβε την µεριδα αυτου, ητοι την πλευραν, και το λοιπον σωµα εις πολλας ποιησας
µελων µεριδας διεσπειρε· και εκαλεσεν αυτους εθνη, αγνοιαν Θεου παντελως εχοντας. Την γουν µεριδα ταυτην ωνοµασεν Ισραηλ, τουτεστιν ορωντα Θεον· αυτη δε ην ο Αβρααµ εν ω κατα διαδοχην υπηρχεν ανωθεν το της πιστεως και της θεογνωσιας σπερµα διασωθεν, ω και ωφθη λεγων· “Εξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενειας σου και δευρο εις γην ην αν σοι δειξω· ποιησω σε εις εθνος µεγα” ω και δεδωκε την περιτοµην, οιονει συσσηµον και σφραγιδα γνωρισας αυτω ταυτην· και ωµοσεν αυτω πληθυναι το σπερµα αυτου ως τα αστρα του ουρανου και ως την αµµον την παρα το χειλος της θαλασσης. Μετα ταυτα δε ωφθη παλιν αυτω ο Θεος και φησι· “Γινωσκων γνωση οτι παροικον εσται το σπερµα σου εν γη ουκ ιδια”, την εις Αιγυπτον καθοδον του Ιωσηφ και Ιακωβ του πατρος αυτου και των αδελφων αυτου προµηνυων αυτω· εξ ων και επληθυνθη εκει η µερις αυτη και εγενετο εις εθνος µεγα, ους και δια Μωσεως εκειθεν εξηγαγε, τον αµνον προτερον αυτοις τον του αληθινου αντιτυπον εστιασας. Ειτα και διασχισας την θαλασσαν και διαβιβασας αυτους και εις την ερηµον αναγαγων και διαθρεψας αυτους εκει τεσσαρακοντα ετη, εγενηθη “µερις Κυριου, λαος αυτου Ιακωβ, σχοινισµα κληρονοµιας αυτου Ισραηλ. Ειχον ουν ουτοι την περιτοµην ως σφραγιδα και παντες (133) περιετεµνοντο και ην εκ τουτου η µερις Κυριου, ως ειρηται, γνωριµος καθαπερει προβατων αγελη βασιλικων, εκαστον αυτων σφραγιδα την περιτοµην εν τω κρυπτω µοριω επιφεροµενον· και τουτο προς το µη συµµιγνυσθαι τοις λοιποις προβατοις, ηγουν τοις εθνεσι, τοις εις θηριων και αλογων ταξιν υπο της του Θεου αγνωσιας κατενεχθεισι, σοφως ωκονοµηθη απο Θεου. ∆ια τι δε ουκ εν αλλω µερει του σωµατος, αλλ᾿ εν αυτω την σφραγιδα υπεθετο γινεσθαι; Επειδη εξ αυτου η σπορα προερχεται και η κατα σαρκα γενεσις του ολου ανθρωπου γινεται. Αλλως τε δε και ως ολον ανθρωπον την σαρκα αποδυοµενον δια τουτου ηµιν υποζωγραφει, ως αν εκ ταυτης κακεινοι ως της σαρκος τεκνα γνωριµοι ωσι και τυπος γενηται της πενυµατικης περιτοµης των διχα ρευσεως και συνουσιας και φθορας αναγεννασθαι µελλοντων υστερον τεκνων πνευµατικων, ιν᾿ οταν εκεινη φανη, αυτη τηνικαυτα παυθη και εν τη
ακροβυστια της σαρκος εκαστον των προβατων αντ᾿ αυτης τω αιµατι του Χριστου σφραγισθη, εν τη αχειροποιητω περιτοµη δηλονοτι κατα τον Παυλον και τη απεκδυσει της σαρκος, αυτου φηµι του γηΐνου φρονηµατος, περιτεµνοµενων ηµων µυστικως µεν, εν αισθησει δε ψυχης και γνωσει γινοµενων αυτης. ε΄. Οτι τω παραχθεντι πρωτω κατ᾿ αρχας κοσµω ετεροι δυο συνεπεγενοντο, ων ο εσχατος τυπος εστι των µετα ταυτα µελλοντων γενεσθαι, µεσος τις ων των αρχαιων και των εξ υστερον· και τινος ην εικων η της επαγγελιας γη και τα εξης. (133) Ο µεν ουν λαος ουτος ο εκ του σπερµατος Αβρααµ, ηγουν η µερις η εκ της πλευρας του Αδαµ, οια δε νεος αλλος τις και τριτος κοσµος υπο του Θεου κατεστη, εικονα (134) του πρωτου φερων εκεινου κοσµου και παραδεισου και αυτου <του> δευτερου, του εν τη κιβωτω δηλονοτι, ου µονον δε, αλλα και τυπον των µετα ταυτα µελλοντων γενεσθαι, µεσος τις ων και τα µεν αρχαια τοις εις υστερον υπογραφων, τοις δε γε υστερον τα αρχαια σηµαινων συναπτεσθαι. Ειχε γαρ την γην της επαγγελιας αντι του παραδεισου εκεινου παραδεισον αλλον δευτερον, την κιβωτον αντι της Θεοτοκου, προµηνυων ηµιν δι᾿ αυτων και εξεικονιζων την εν ανακαινωσει Πνευµατος Αγιου µελλουσαν εσεσθαι τοις αγιοις εν εκεινω επανοδον και κληρονοµιαν. Ειχε τον νοµον, ως την εντολην οι προπατορες εδηλου δε δια της του νοµου δουλειας την υπερ νοµον δοθησεσθαι µελλουσαν ελευθεριαν εν νοµω πνευµατικω. Ειχε την σταµνον του µαννα αντι του ξυλου της ζωης του εν µεσω του παραδεισου, ου φαγειν ουκ εαθησαν εκεινοι, εικονα φερουσαν και δηλουσαν την σταµνον την τον Χριστον φερειν εντος µελλουσαν. Ειχε το µαννα αντι του Χριστου· αυτος γαρ εστιν ο αρτος ο εξ ουρανου καταβας και ζωην αιωνιον τω κοσµω διδους· δια τουτο γαρ και το µαννα εξ ουρανων ην· “Αρτον γαρ, φησιν, αγγελων εφαγεν ανθρωπος”. Και συνελοντα ειπειν, παραδεισον αυτον νεον πεποιηκως, πολλα του παραδεισου εκεινου τιµιωτερα τε και υψηλοτερα εν αυτω εθετο, οσω και µειζονων επαγγελιων και πραγµατων τυπος ην.
Εθετο και γαρ εν αυτω τον Μωϋσην, καθαπερ εκει τον Αδαµ· και ελαλει αυτω ο Θεος ως τω Αδαµ και ο Μωϋσης ελαλει τω Θεω καθως ο Αδαµ· Αλλ᾿ ουκ ειχεν ο Αδαµ ως ουτος επαγγελιας ελπιδα του σωµατικως εκεισε παραγενεσθαι τον µονογενη του Θεου Υιον και Θεον. Ειχεν εκεινος το ξυλον της ζωης, ουκ εκεινην δε αυτην την ζωην· ουτος δε εκδηλοτεραν µεν υπερ το της ζωης ξυλον (135) την του Πνευµατος χαριν εν τοις προφηταις εκεκτητο, την τελειαν και αληθινην ζωην εν τω Χριστω δοθησεσθαι κατεπαγγελλοµενοις. Ειχεν ο παραδεισος εκεινος απονον ζωην και αµεριµνον, δενδρα τε και καρπους ωραιους εις βρωσιν· ειχε και ουτος το µαννα εξ ουρανου τροφην αυτοσχεδιον, ωσπερ ειρηται· επινον τε εκ πετρας ακολουθουσης υδωρ υπερ µελιν γλυκαζον· ου µην αλλα γαρ και “τα ιµατια αυτων και τα υποδηµατα ουκ επαλαιουντο ουδε εφθειροντο”, αλλα συνηυξανον και ταυτα τοις αυτων σωµασι και ουκ ην εν ταις φυλαις αυτων ο ασθενων. Ειχον οι εν τω πρωτω παραδεισω απειλην θανατου και καταρας εν τη παραβασει της εντολης· ειχον οι εν τουτω αφεσεως αµαρτιων ελπιδα και ευλογιαν ζωης αιωνιου εν τω µη πληρωσαι τον νοµον του Θεου τινα εξ αυτων, του Χριστου ελθειν κατεπαγγελλοµενου και ποιησαι το αδυνατον παρ᾿ εκεινοις δυνατον, ουχι προς κατακρισιν των µη φυλαξαντων, αλλα προς σωτηριαν των πιστευσαντων. Ειχεν ο πρωτος την φλογινην ροµφαιαν φυλαττουσαν την εισοδον του ξυλου της ζωης και απειργουσαν εξ αυτου τον Αδαµ και τους εξ αυτου· ειχεν ουτος τον αρχιστρατηγον Μιχαηλ, τους εν αυτω µαλλον περισκεποντα και φυλασσοντα, τα δε διασπαρεντα εθνη του εισελθειν εν αυτω µη παραχωρουντα. Προωκονοµησεν εκει ο Θεος, ινα δια της πλευρας του Αδαµ η του Αδαµ αναπλασις γενηται· και δια τουτο εκ του ανδρος τοτε ανευ συνουσιας γεγονεν η γυνη, ως αν εκ της γυναικος παλιν η πλευρα ληφθη του Αδαµ και ανευ ρευσεως και συνουσιας γεννηθη ανηρ ο Χριστος και Θεος και δι᾿ αυτου ο Αδαµ ανακαινισθη· προεπηγγειλατο εν τουτω τω παραδεισω ο Θεος τω Αβρααµ εισαγαγειν εν τω σπερµατι αυτου (136) παντα τα εξωσθεντα εθνη και µιαν ποιµνην αυτους απεργασασθαι. Επει ουν οι εν τοις αγαθοις τουτοις οντες και προ του εισελθειν εις την της επαγγελιας γην και µετα το εισελθειν παρεβησαν και
αυτοι την εντολην του Θεου την λεγουσαν· “Ακουε, Ισραηλ· Κυριος ο Θεος σου Κυριος εις εστι και ου προσκυνησεις Θεω αλλοτριω” και “εθυσαν τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων τοις δαιµονιοις και ησθιον και επινον τον οινον των σπονδων αυτων και προσεκυνησαν οις εποιησαν οι δακτυλοι αυτων, απεκτειναν τε τους αγιους και ελιθοβολησαν τους προφητας, εστραφησαν εις τοξον στρεβλον και παρωξυναν επ᾿ αλλοτριοις και εν βδελυγµασιν αυτων τον Θεον τον θρεψαντα αυτους εν τη ερηµω και επελαθοντο αυτου” – τι ουν ο παρα παντα τα εθνη εκλεξαµενος αυτους Κυριος; Ωργισθη και απεστραφη αυτους; Ουδαµως, αλλα απεστειλε τον Υιον αυτου κατακλυσαι τας αµαρτιας αυτων, επειδη εφθασθησαν οµοιωθηναι και ουτοι τοις εθνεσι, καθως γεγραπται· “Και εµιγησαν εν τοις εθνεσι και εµαθον τα εργα αυτων” και “ου συνηκαν εν τιµη οντες”. Τοιγαρουν αναµνησθητι µοι της κιβωτου των υιων Νωε και των θηριων και ερπετων των εν αυτη τοτε εισεληλυθοτων, ως ειπον, τα εν αυτη διηγουµενος, τον µεν Νωε τυπον ειναι του Χριστου, τους υιους δε αυτου του εν τω νοµω λαου, τα δε θηρια και τα ερπετα των εθνων. Οι γουν εν τω νοµω ανθρωποι, οι µερις Κυριου κληθεντες, ο κληρος αυτου, τοις θηριοις ειτ᾿ ουν τοις εθνεσιν εξωµοιωθησαν· και θελων αυτους ο Θεος ανακαλεσασθαι και εις το αρχαιον παλιν αποκαταστησαι κατηλθεν επι γης (137) και εσαρκωθη, λαβων την πλευραν του Αδαµ εκ των παναγνων της Θεοτοκου σαρκων, και εγενετο ανθρωπος, οµοιωθεις ηµιν κατα παντα πλην αµαρτιας. Τι τουτο; Ινα και τους εν νοµω φυλαξαντας τελειωση δια της εις αυτον πιστεως, και τους εις ειδωλολατρειαν εξ αυτων εκπορνευσαντας δια πιστεως τω λοιπω σωµατι επισυναψη, και ουτως δικαιωθωσιν ωσαυτως και τα εθνη δια της πιστεως κατα το ουτως ειρηµενον υπο του Παυλου· “Ει γαρ το αυτων παραπτωµα πλουτος, φησι, του κοσµου γεγονε, ποσω µαλλον η σωτηρια αυτων γενησεσθαι εµελλεν;” Αλλ᾿ η θεωρια του ειρηµενου οσον απο του γραµµατος νοειν µοι και ετερον τι σαφως υποτιθεται. Αλλα προσεχετε, ινα γνωτε καλως τι εστιν ο λεγει ο θειος Αποστολος· “Ει το αυτων παραπτωµα πλουτος κοσµου γεγονε, ποσω µαλλον η σωτηρια
αυτων γενησεσθαι εµελλεν;”
στ΄. Εις το ρητον του Αποστολου· “Ει γαρ το αυτων παραπτωµα πλουτος κοσµου γεγονε” και τα εξης· και προσωποποιΐα των εκατερων λαων, των εθνων φηµι και του Ισραηλ. (137) Απο της διασπορας των εθνων, ως εφθην ειπων, µερις Κυριου γεγονεν ο Ισραηλ. Ο γουν Ισραηλ ουτος, εις εθνος µεγα και λαον πολυν γεγονως, εξωκειλεν εις ειδωλολατρειαν, καθως εποιουν τα εθνη· και ολιγοι λιαν ως ζυµη τις και µερις τω Θεω εφυλαχθησαν. Ελθοντος ουν του Χριστου, ει επιστευσαν αυτω και προσεκυνησαν ως Θεω, εµελλον απαντες, δικαιοι τε και αδικοι, θεοσεβεις και ειδωλολατραι, εις εν γενεσθαι και αµα σωθησεσθαι. Και ει τουτο γεγονεν, ελεγον αν τα εθνη προς αυτον· “Θεε του παντος και ∆εσποτα, Κυριε των αιωνων, ιδου χωρις εργων δικαιοσυνης τινων παντας αυτους εσωσας. (138) Τι ουν; Ηµεις δε ουκ εσµεν εργα χειρων σου και πλασµα;” Αντελεγον δε τουτοις οι Ιουδαιοι α δη και ελεγον· “Ουχι, αλλ᾿ ηµεις εσµεν µονοι µερις αυτου, ηµεις µονοι κληρος αυτου· προς ηµας οι πλακες της διαθηκης, η περιτοµη και τα λοιπα α µονοις ηµιν επηγγειλατο και ηµιν δεδωκεν, υµιν δε ουδαµως δωσει”. Προς ταυτα παλιν αν ανθυπεφερον τα εθνη, λογου µη αξιουντα τους φθονερους Ιουδαιους· “Ηµας µεν, ω ∆εσποτα και Λογε Θεου, αξιως ως αναξιους απωσω, ως σκληροτραχηλους και ανηκοους ανεπιµελητους καταλιπων, και λιµω αγνωσιας και διψει ανυδριας του µη ακουσαι ηµας λογων αγιων σου εασας και δικαιως. Εις δε τουτου αυτους πασαν επεδειξω αγαπην και επιµελειαν· προφητας και κριτας και διδασκαλους ως οδηγους και παιδευτας δεδωκας αυτοις· νοµον και περιτοµην και σηµεια και τερατα εποιησας εις αυτους· και παντα ταυτα εις ουδεν λογισαµενοι, εγκατελιπον σε και ειδωλοις µεθ᾿ ηµων ως θεοις προσεκυνησαν· και απερ ηµεις επραξαµεν εργα, παντα και αυτοι διεπραξαντο· και οµοιως ηµιν ηρνησαντο σε τον ευεργετην. Νυνι δε µονη τη εις σε πιστει συνεπαθησας αυτοις, ηλεησας και ωκτειρησας και τοις µη αµαρτησασιν αγιοις σου συνηριθµησας. Ουκ ελεησεις δε και ηµας; Ουκ οικτειρησεις; Ου
προσδεξη, φιλανθρωπε;” Και ουτως δικαιως και ευλογως τοις εν περιτοµη ειδωλοις θυσασιν οι εν ακροβυστια συνηπτοντο και οι παντες εις εν εν Χριστω γενησεσθαι εµελλον. Επει δε µετα των προγενεστερων αυτων κακων και αυτον τον Χριστον και Θεον ως κακουργον απεκτειναν, τον δε Βαραββαν ως αντιτυπον του Αντιχριστου ητησαντο και απελυσαν και µετα ταυτα και αυτους εδιωξαν τους αποστολους αυτου, εξορισας αυτους, ωσπερ ειποµεν, εκ του παραδεισου, διεσπειρεν εις παντα τα εθνη, ως την των εθνων ανταλλαξαµενους ασεβειαν. (139) Τα δε γε εθνη εκ της πλευρας του Αδαµ ο την πλευραν αναλαβων του Αδαµ εκ της γυναικος και εις ανδρα τελειον οικοδοµησας αυτην, σαρξ αυτος ολος ο φυσει Υιος και Λογος του Θεου δι᾿ αυτης γεγονως και υιος του Αδαµ κατα την φυσιν του Αδαµ χρηµατισας, προς εαυτον επεσπασατο. Τουτο ο πλουτος του κοσµου· και ει τουτο γεγονε πλουτος κοσµου, ποσω µαλλον, ει κακεινοι επιστευσαν, γενησεσθαι εµελλον. Ην µεν ουν εκ της πρωτης διασπορας µερις ο πας Ισραηλ ον προεγνω και προωρισε· και οτε ηλθεν εκαλεσεν αυτον εις πιστιν την εαυτου. Επει δε ελθειν προς αυτον ουκ ηθελησε, λαβων εκ της ολης µεριδος µεριδα µικραν τους εις αυτον πιστευσαντας, δηλονοτι τον Ιωαννην τον προδροµον, τους αποστολους και καθεξης τους λοιπους, το πλειστον της µεριδος το εκ προθεσεως οικειας εις απιστιαν πεσον απερριψε· και αντ᾿ αυτων εισηλθον τα εθνη και τη κατ᾿ εκλογην πιστεως µεριδι εκ πιστεως και αυτοι εκολληθησαν. Και σκοπει µοι απ᾿ εντευθεν την του λογου καθ᾿ οδον προκοπην, οπως ερχεται τα της καινης και θαυµασιας µεριδος εκδιηγησασθαι. ζ΄. Οτι νεος κοσµος η του Χριστου Εκκλησια και νεος παραδεισος η προς αυτον πιστις. Και προς τουτοις ανακεφαλαιωσις του πρωτου κοσµου, αντιπαρατιθεµενων τοις εν εκεινω πραχθεισι των εν τη Εκκλησια δια Χριστου τελεσθεντων. Και προς το τελος επαναληψις του αποστολικου ρητου· “Ους προεγνω, τουτους και προωρισε…..”. (139)
Παλιν µεν ουν νεας µεριδος αρχη και νεου κοσµου και µετα της µεριδος φυραµα ξενον, καινον και παραδοξον. Τα µεν µεχρι τουτου τυποι και σκιαι και αινιγµατα ταυτης ην, αυτη δε η αληθεια και η του κοσµου παντος (140) ανακαινισις τε και ανανεωσις. Αλλα γαρ µερις µεν η εκ του Αδαµ γεγονυια φθαρτη και εις πολυ πληθος λαου φθαρτου και θνητου γενοµενη υπο του κατακλυσµου πασα απωλετο· και Νωε µονος εξ αυτης και οι υιοι αυτου µερις παλιν εκ ταυτης εναπελειφθησαν, αρχη κοσµου δευτερου. Επει δε παλιν εις ουρανον ανελθειν επεχειρουν, κατακλυσµον δε µηκετι ποιησειν επηγγειλατο ο Θεος µηδε αποκτειναι πασαν σαρκα ζωσαν επι της γης, αυθις µεριδα ελαβε τον Αβρααµ κατ᾿ εκλογην πιστεως και παντας αλλους εις τον κοσµον διεσπειρεν. Απο ταυτης ουν της του Αβρααµ µεριδος µεριδα του σπερµατος αυτου, αυτην δη την πλευραν, ως πολλακις ειπον, αυτος εκεινος ανελαβεν ο Θεος και ωκοδοµησεν εαυτω και ωκοδοµηθη εις σαρκα διχα τροπης και εγενετο ανθρωπος ου ψιλος. Ουδε γαρ απαρχη τεκνων σαρκικων, λαου φθαρτου, καθα και ο Νωε τηνικαυτα εγενετο, ως αν, εν τω πληθυνθηναι και απολλυσθαι µελλοντος αυτου, αλλην απαρχην παλιν εις ετερου λαου γενεσιν υστερον εξ αυτου λαβη, αλλα απαρχη αθανατος και αειζωος γεγονε τεκνων πνευµατικων και τον χαρακτηρα αναµορφουµενων αυτου, καθα φησιν ο Αποστολος· “Απαρχη Χριστος, επειτα οι του Χριστου”, και ετερωθι· “µεχρις ου µορφωθη Χριστος εν ηµιν”. Οι µεν γαρ προπατορες απαντες εκεινοι θνητοι υπηρχον, ο δε εκ της µεριδος του σπερµατος Αβρααµ την µεριδα λαβων και Υιος του Θεου και αυτου του Αδαµ υιος γεγονως, αφθαρτος εστι και αθανατος, ου γεννων σαρκικως αλλα αναπλατων πνευµατικως. Και σκοπει µοι τον τροπον της αναπλασεως. Τις ουτος; Εν τω παραδεισω απο ανδρος γυνη γεγονε, µητηρ ουσα παντων των απο γης γεννηθεντων· εν δε τη των πιστων Εκκλησια απο γυναικος ανηρ Χριστος ο Θεος εγεννηθη, απαρχη και ζωη παντων των αναγεννωµενων πνευµατικως (141) εκ της εις αυτον πιστεως. Εκει ξυλον του γινωσκειν καλον και πονηρον, ο και µεταληφθεν θανατου εκεινοις γεγονεν αιτιον· ενταυθα το ξυλον του σταυρου, εν ω τας µεν χειρας αντι των αψαµενων χειρων του Αδαµ, τους δε ποδας αντι των επι τη παραβασει
βαδισαντων ποδων, προσηλωθη Χριστος ο δευτερος Αδαµ και Θεος. Και ο µεν Αδαµ, γευσαµενος απο του ξυλου εκεινου, θανατου και καταρας αιτιος τοις εξ αυτου γεγονεν· ο δε Χριστος και Θεος, χολης γευσαµενος και οξος πιων, εκεινους µεν της καταρας απηλλαξε και της του θανατου φθορας ηλευθερωσε, τοις δε πιστευουσιν εις αυτον ζωην καινην εδωρησατο και ισαγγελον εχειν πολιτειαν εν τω κοσµω τουτω ενισχυσεν. Εκει το ξυλον της ζωης εν µεσω του παραδεισου ην, ο και φαγειν οικονοµικως ου συνεχωρηθη ο Αδαµ, αλλ᾿ εξεβληθη του παραδεισου, διο και φυλασσειν εταχθη την τουτου εισοδον η φλογινη ροµφαια· ενταυθα λογχη την πλευραν ενυγη Χριστος και την ροµφαιαν εκεινην απεστρεψε και την εισοδον ηνοιξε και εν ολω τω κοσµω το της ζωης ξυλον εφυτευσε, µαλλον µεν ουν και καθ᾿ ηµεραν τουτο φυτευειν εξουσιαν ηµιν δεδωκεν, ο και αθροον αυξανει και ζωης αιωνιου πασι τοις εσθιουσιν εξ αυτου προξενον γινεται. Ω παραδεισου του νυνι παρα Χριστου του Θεου φυτευθεντος! Ω µυστηριου καινου και θαυµατων φρικτων! Εκει µεν γαρ δενδρα αισθητα και ορατα οµολογουµενως υπηρχον ο Αδαµ τε και η Ευα, αυτο τε το ξυλον της γνωσεως και το ξυλον οµου της ζωης ετερον παρα τουτο ον· ενταυθα δε ο νεος Αδαµ τα παντα οµου τοις πιστοις γινεται και τρυφη και γνωσις, ου θανατουσα και του της ζωης ξυλου απειργουσα, αλλα διδασκουσα α δια ρηµατων δει τω οφει δεοντως ανταποκρινεσθαι· “Απελθε, φησιν, οπισω µου, Σατανα” (142) και τα εξης· και ου τουτο µονον, αλλα και εισαγουσα προς την ζωην ητις αυτος εκεινος παλιν εστιν. Αλλα που, φησιν, ο νεος παραδεισος ον λεγεις πεποιηκεναι Χριστον; Ιδου γαρ ορωµεν οτι απας ο κοσµος, καθως εξ αρχης κατεσκευασθη, εστι· και την γην κατοικουµεν εν η εν κοπω και µοχθω και ιδρωτι του προσωπου ηµων εσθιειν κατεκριθηµεν τον αρτον ηµων. Που ουν ο παραδεισος ον διηγη ηµιν; Ει βουλει µαθειν Θεου ακαταληπτου και αορατου αορατα και ακαταληπτα τοις απιστοις εργα τε και µυστηρια, επιστησον εντευθεν τον νουν και διηγουµενων γνωση και µαθηση αυτα. Πρωτον εποιησεν ο Θεος τον ουρανον και την γην και παντα τα εν αυτοις και υστερον τουτων παντων οικειαις χερσι τον ανθρωπον επλασεν, ειθ᾿ ουτως εποιησε τον παραδεισον και τα
εν αυτω και εθετο τον ανθρωπον εν αυτω ον εποιησε· και λαβων µιαν αυτου των πλευρων ωκοδοµησεν αυτην εις γυναικα και ουτως εδωκεν αυτοις εντολην του µη φαγειν απο του ξυλου του γνωστου καλου και πονηρου, ινα µη θανατω θανατωθησονται, αλλ᾿ εργαζωνται κατα την εντολην και φυλασσωσιν. Αυτοι δε µετα ταυτα απεστησαν µεν εν πρωτοις του µεµνησθαι Θεου και των ευεργεσιων αυτου, ητις ην η εργασια η απο Θεου δοθεισα αυτοις, δευτερον κατελιπον του φυλασσειν την εντολην και εκ του ξυλου ου ενετειλατο αυτοις µη φαγειν εφαγον· και απεθανον ευθυς µεν τον ψυχικον, µετα δε πολλους χρονους υστερον και τον σωµατικον θανατον και κατηχθησαν εν τω αδη. Και ου µονον ουτοι αλλα και παντες οι εξ αυτων γεννηθεντες τουτο πεπονθασι µεχρι της αυτου του Χριστου και Θεου, του νεου Αδαµ, παρουσιας και της εις τον αδην αυτου καταβασεως και της εκ νεκρων αυτου αναστασεως. Αλλα γαρ ελθοντος του τα παντα τοτε δηµιουργησαντος και ανακαινισαι ταυτα θελησαντος, (143) ουχι κατα την ακολουθιαν ην εκτισε ταυτα και ανακαινισαι ηθελησεν. Αλλα πως; Πρωτον τον ανθρωπον και ουτω την κτισιν υστερον. Τινα τροπον και δια τι; Επειδη τοτε µεν ως βασιλεια τω Αδαµ τα ορωµενα παντα εις κατοικιαν και απολαυσιν αυτου πρωτον ηυτρεπισε και ειθ᾿ ουτως εκεινον παρηγαγε· νυνι δε παλιν, εαν την κτισιν ανακαινισαι πρωτον ηθελησε και πνευµατικην αυτην και αφθαρτον και αΐδιον απεργασασθαι, που αρα ο σαρκα φθαρτην περικειµενος, ο ψυχικος δηλονοτι και θνητος αυτος ανθρωπος, οικειν εµελλεν; Εν ποιω δε κοσµω διαγειν τοτε και γαµειν και εκγαµισκεσθαι, γενναν τε και γεννασθαι και ανατρεφεσθαι ωφειλεν; Οντως ουκ εχεις ειπειν. ∆ια τουτο ουν πρωτον τον καταπεσοντα και συντριβεντα και παλαιωθεντα ανθρωπον ανεγειρει, αναπλαττει τε και ανανεοι, και τοτε την κτισιν. Αλλα γαρ ωσπερ κατα ταξιν την δηµιουργιαν και την ταυτης εκπτωσιν ειρηκαµεν, ουτω δεον ειπειν και την αυτης ανακαινισιν. Σκοπει δε την παραθεσιν των παλαιων πραγµατων, οπως εξ ισοτητος εχει παρατιθεµενη τη οικονοµια και διαθηκη Θεου. Πρωτον τοιγαρουν εισηχθη ο Αδαµ εις τον παραδεισον υπο του Θεου και τοτε η Ευα παρηχθη· πρωτον και ο Υιος του Θεου, αυτος ο ποιητης του Αδαµ, κατηλθε και εισηλθεν εν τη
αχραντω γαστρι της Παρθενου και ουτως ελαβεν εξ αυτης την πλευραν του Αδαµ, ητοι την παναµωµον σαρκα, και εγενετο ανθρωπος και προηλθεν εν κοσµω αντι Ευας της απατηθεισης υπο του οφεως, και απο του ξυλου εφαγε και την εντολην παρεβη και τον θανατον απεθανε της ψυχης· πρωτη η θεοτοκος Μαρια υπο του αγγελου ευαγγελιζεται και την του Θεου βουλην απαγγελθεισαν πιστευει (144) και πειθεται λεγουσα· “Ιδου η δουλη Κυριου· γενοιτο µοι κατα το ρηµα σου”. Και ουτως τον του Θεου Λογον ουσιωδως εν εαυτη υπεδεξατο πρωτη, την ψυχην αυτης δηλαδη του αιωνιου εκεινου θανατου εκλυτρωσαµενον. Και τηνικαυτα σαρκωθεις το του Αδαµ ανεπλασε σωµα, ω την πνοην ευθυς εις ζωσαν ψυχην ενεφυσησεν· εψυχωµενην γαρ λαβων την πλευραν αυτου υστερον και οικοδοµησας αυτην εις γυναικα, ουχι οικοδοµησαι και την πνοην γεγραπται. Και ινα σαφεστερον ειπωµεν, ουτως επεργασωµεθα τουτο αυτο το ρηθεν. Ελαβεν ο Θεος απο του Αδαµ την της σαρκος αυτου µεριδα και αντ᾿ αυτης ετεραν ανεπληρωσε σαρκα, και ην ελαβεν εις ολον ωκοδοµησεν ανθρωπον, ψυχην δε ουτε αυτω προσεθηκε τω Αδαµ ανθ᾿ ης ελαβε συν αυτη τη πλευρα, ουτε παλιν εν τη Ευα ταυτην επηυξησεν· αλλ᾿ οιον η µεν σαρξ η ληφθεισα αντι της πλευρας εσχε την αναπληρωσιν, η δε ψυχη ουκετι. Αλλ᾿ ετι τουτο σαφεστερον ακουε. Ο Θεος εκ της Παρθενου σαρκα εννουν και εψυχωµενην ελαβεν, ην ελαβεν απο του Αδαµ και αλλην αντ᾿ αυτης ανεπληρωσε· και ταυτην εξ εκεινης λαβων δεδωκεν αυτη το Πνευµα αυτου το Αγιον και ανεπληρωσεν ην ουκ ειχεν αιωνιαν ζωην η ψυχη αυτης. Η αναπληρωθεισα γαρ αντι της πλευρας του Αδαµ σαρξ εν τω σωµατι αυτου, αυτη ην ο αρραβων και της οικονοµιας Θεου το εχεγγυον, ως αν εκ της πλευρας παλιν λαβη πλευραν και δωση αντ᾿ αυτης ου σαρκα παλιν, προανεπληρωθη γαρ, αλλα Πνευµα ουσιωδως Θεου, ινα, ωσπερ εκ της πλευρας του Αδαµ η γυνη γεγονε και παντες ανθρωποι θνητοι εξ αυτης, ουτω και εκ της σαρκος της γυναικος ο ανηρ Χριστος ο Θεος γενηται και εξ αυτου παντες αθανατοι χρηµατισωσι και αναπληρωση ο ειχεν ο Αδαµ πλειον της γυναικος. Τι δε ην ο ειχε εκεινος; (145) Η σαρξ η αναπληρωθεισα αντι της πλευρας εν τω σωµατι αυτου. Λαβων
γαρ, ινα παλιν σοι τα αυτα ειπω, εκ της Παρθενου την σαρκα Χριστος, εδει ταυτην και αυθις αναπληρωσαι, καθως και τοτε ανεπληρωσε του Αδαµ. Επει δε ου προς φθοραν και αυθις, αλλα προς αφθαρσιαν εµελλε γινεσθαι, δια Πνευµατος και ου δια σαρκος η αναπληρωσις γεγονεν, οπως και την φυσιν του Αδαµ αναπλαση και µελλοντα γενεσθαι τεκνα Θεου δια Πνευµατος Αγιου την αναγεννησιν λαβωσι και ουτως εν Πνευµατι Θεου συγγενεις αυτου απαντες οι εις αυτον πιστευοντες γενωνται και σωµα εν. Και καθαπερ επι των πρωτοπλαστων ερρηθη· “Ενεκεν, φησι, τουτου” – Ποιου; Της γυναικος δηλονοτι, φηµι δη της πλευρας του Αδαµ – “καταλειψει ανθρωπος τον πατερα αυτου και την µητερα αυτου και προσκολληθησεται τη γυναικι αυτου” ηγουν τη πλευρα του Αδαµ “και εσονται οι δυο εις σαρκα µιαν”, ουτω και επι Χριστου του Θεου γινεται. Επειδη γαρ ανελαβε σαρκα εκ των παναχραντων αιµατων της Θεοτοκου και Πνευµα Αγιον αυτη εχαρισατο, εσαρκωθη τε και γεγονεν ανθρωπος, τουτου ενεκα καταλειψει ανθρωπος τον πατερα αυτου και την µητερα, ετι δε και γυναικα και τεκνα και αδελφους και αδελφας, και προσκολληθησεται ου τη γυναικι ουδε σαρκικως, αλλ᾿ ως παντες εκ της γυναικος οι κατα σωµα γεννωµενοι και οντες ηµεις, τω εκ της γυναικος γεννηθεντι ανευ σπορας ανδρι, τω νυµφιω Χριστω. Και ουτως, πνευµατικως συναπτοµενοι και κολλωµενοι αυτω, εσοµεθα εκαστος µετ᾿ αυτου εις πνευµα εν και σωµα εν ωσαυτως, δια το σωµατικως εσθιειν το σωµα αυτου και το αιµα αυτου πινειν ηµας. Ουτω γαρ και αυτος ο Κυριος ηµων και Θεος απεφθεγξατο· “Ο τρωγων µου το σωµα και πινων µου το αιµα εν εµοι µενει καγω εν αυτω”. (146) Τουτω δε τω θειω λογω και το ουτω λεγον του Αποστολου συναδει ρηµα· “Ο κολλωµενος τη πορνη εν σωµα εστι µετ᾿ αυτης· ο δε κολλωµενος τω Κυριω εν πνευµα εστι µετ᾿ αυτου”. Εν δε λεγω ου ταις υποστασεσιν, αλλα τη φυσει της θεοτητος και της ανθρωποτητος εν· τη µεν φυσει της θεοτητος, ως θεοι και αυτοι θεσει γινοµενοι κατα το ειρηµενον υπο του Ιωαννου· “Και οιδαµεν οτι φανερωθεντος αυτου, φησιν, οµοιοι αυτω εσοµεθα”. Τινα τροπον; Οτι “απο του πληρωµατος αυτου, φησιν, ηµεις παντες ελαβοµεν”· τη δε φυσει της ανθρωποτητος,
ως συγγενεις και αδελφοι αυτου χρηµατισαντες, καθως και ετερωθι ειποµεν. Ταυτα γαρ και οι αγιοι ειδοτες πατερες ηµων αναφανδον ελεγον· “∆ος αιµα και λαβε Πνευµα”, ως του Πνευµατος αλλως µη διδοµενου ηµιν, ει µη δια της εκουσιου προς τον κοσµον σταυρωσεως οµου και νεκρωσεως. Πνευµα γαρ ων ο Θεος κατα την θειαν φωνην, εν Πνευµατι Αγιω βουλεται ηµας ενουσθαι αυτω και κολλασθαι και συσσωµους ειναι και συγκληρονοµους αυτου, ως πασα θεια Γραφη µαρτυρει. Αλλ᾿ επι το προκειµενον επανελθωµεν. Τοιγαρουν ελαβε σαρκα ο Θεος Λογος εκ της αγνης Θεοτοκου και δεδωκεν αντ᾿ αυτης ου σαρκα, αλλα Πνευµα ουσιωδως Αγιον. Και εν πρωτοις εζωοποιησε τουτω την τιµιαν και υπεραµωµον ταυτης ψυχην, αναστησας αυτην εν του θανατου· τουτο δε εποιησεν, επειδη η Ευα πρωτη τω ψυχικω θανατω απεθανε. Σαρκωθεις δε εγενετο ανθρωπος, σωµα και εν εαυτω εννουν µετα ψυχης κεκτηµενος· ταυτην γαρ την σαρκα και τοτε εκ του Αδαµ και νυν εκ της Θεοτοκου εψυχωµενην απορρητως ανελαβε και ουτως πασαν την φυσιν ηµων µυστικως ανεκαινισε. (147) Γεννηθεις δε αφραστως, ως οιδεν αυτος, εις τον κοσµον εισηλθε. Τινος χαριν και δια τι; Ινα τον εν τουτω τω κοσµω εξορισθεντα Αδαµ ζητηση και ευρων αναπλαση αυτον. Και θεα µοι εντευθεν, επαναληψιν των προειρηµενων ποιουµενω, το φρικτον της οικονοµιας µυστηριον. Ετι ων εν τω παραδεισω εκληθη ο Αδαµ εις µετανοιαν· φησι γαρ ο Θεος προς αυτον· “Αδαµ, που ει” και “Τις ανηγγειλε σοι οτι γυµνος ει, ει µη απο του ξυλου ου ενετειλαµην σοι τουτου µονου µη φαγειν, απ᾿ αυτου εφαγες;” Και οµως ταυτα ακηκοως ουκ ηβουληθη µετανοησαι η κλαυσαι και συγχωρησιν εξαιτησασθαι. Αλλα τι; Αιτιον της αφροσυνης αυτου και της αµαρτιας την γυναικα ποιειται· διο και του παραδεισου εικοτως εκβαλλεται. Επειδη δε τηνικαυτα µετανοησαι ο Αδαµ ουκ ηβουληθη, τη του πονηρου δαιµονος και τουτο επιβουλη, δια τουτο παλιν προσκαλειται παντας δια της µετανοιας προς εαυτον ελθων επι της γης ο Θεος και φησι· “Μετανοειτε· ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων”. Ηγγικε, προ των πυλων ισταται των καρδιων και των στοµατων υµων· ανοιξατε δια της πιστεως τας καρδιας υµων και ευθεως εισελευσεται και αυτικα
διανοιχθησονται τα στοµατα υµων και βοησετε· “Εχοµεν τον θησαυρον του Πνευµατος εν ηµιν, εχοµεν· την ζωην κεκτηµεθα εν ταις καρδιαις ηµων την αιωνιον”. Σκοπει δε· τους Ιουδαιους εν πρωτοις εκαλεσεν ο Θεος και ουκ επεισθησαν απελθειν· καλει παντα τα εθνη δια του Υιου εσχατον, και πεισθεντα προσεφυγον αυτω και προσεδραµον. ∆ιο και προς τους αυτου αποστολους φησιν· “Εξελθετε ταχεως εις τας πλατειας και ρυµας της πολεως και παντας τους φτωχους και αναπηρους, χωλους τε και τυφλους, εισαγαγετε ωδε”, πολιν λεγων τον κοσµον απαντα τουτον, πλατειας δε και ρυµας (148) τας φυλας των εθνων και τας ανακεκρυµµενας χωρας τας µακραν, πτωχους δε και αναπηρους, χωλους τε και τυφλους, τους υπο πολλων αµαρτηµατων και διαφορων πταισµατων και ανοµηµατων συντεθλασµενους και υπο αγνωσιας Θεου τετυφλωµενους. Παντας ουν προσκαλειται απο ανατολων εως δυσµων, Εβραιους λεγω και Ελληνας. Προεγνω δε, ως Θεος, των Εβραιων, ως πολλακις εφηµεν, την εξ απιστιας απειθειαν και την των εθνων εκ πιστεως επιστροφην· και προ των αιωνων προωρισεν ινα οσοι πιστευσωσιν εις αυτον και βαπτισθωσιν εις το ονοµα αυτου, ηγουν εις ονοµα του Πατρος και του Υιου και του Αγιου Πνευµατος, και φαγωσι το αχραντον σωµα του Υιου αυτου και πιωσι το τιµιον αιµα αυτου, δικαιωθωσιν απο της αµαρτιας, ελευθερωθωσι δηλονοτι και δοξασθωσι και ζωης αιωνιου µετοχοι γενωνται, καθως αυτος εκεινος ο των απαντων ∆εσποτης φησιν· “Ο τρωγων µου την σαρκα και πινων µου το αιµα εχει ζωην αιωνιον· και εις κρισιν ουκ ερχεται αλλα µεταβεβηκεν εκ του θανατου εις την ζωην”. Ιδου τοιγαρουν και προεγνωσθης υπο Θεου, αδελφε, και προωρισθης και εκληθης και εδοξασθης και εδικαιωθης και εις ζωην αιωνιον δα της εις Χριστον πιστεως και του αγιου βαπτισµατος ανεκληθης· και ουκ εν παραδεισω αισθητω, ως πριν ο Αδαµ, εισηνεχθης, αλλ᾿ εις τον ουρανον και τα εν τοις ουρανοις αγαθα, “α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και εις καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη”. Εργαζου τοινυν τας αρετας και φυλασσε τας εντολας του Θεου, µαλλον δε σεαυτον δια των εντολων φυλαττε του µη παραβηναι τι των ενταλθεντων σοι, και πειση το του Αδαµ η µαλλον και χειρω, των µειζονων και ουρανιων στερουµενος
αγαθων. Μη προτιµησης ετι (149) των επιγειων τινος µηδε επιθυµια τις των φθειροµενων κατακρατηση σου, ινα γυµνωθης της δοξης ης εδοξασθης παρα Χριστου και ως µη ενδεδυµενος ενδυµα γαµου δεθηση χειρας και ποδας και εκβληθηση εις το σκοτος το εξωτερον εν ω υπαρχει ο κλαυθµος και ο βρυγµος των οδοντων. Η εις Χριστον πιστις ο νεος εστι παραδεισος. ∆ιο και προεγνω προ καταβολης κοσµου παντας τους πιστευσαντας και πιστευσαι οφειλοντας εις αυτον· ους και εκαλεσε και µεχρι συντελειας καλων ου παυσεται, και εδοξασε και δοξασει, και εδικαιωσε και δικαιωσει, συµµορφους δηλονοτι της δοξης της εικονος του Υιου αυτου δια του αγιου βαπτισµατος και της του Πνευµατος χαριτος αποδεικνυων αυτους, υιους Θεου παντας αυτους µυστικως εργαζοµενος και καινους απο παλαιων και εκ θνητων αθανατους αυτους αποκαθιστων και διδους αυτοις εντολας, καθως ποτε τω Αδαµ. Οσοι τοιγαρουν µεχρι θανατου πασας τας αυτου εντολας φυλαξουσιν, ουτοι και την προς Θεον αγαπην επιδεικνυνται και εις µειζονα κατα προκοπην δοξαν ανερχονται. Οσοι δε καταφρονηται και αµελεις και αγνωµονες περι τον ευεργετην οφθωσι και τας δοθεισας παρ᾿ αυτου εντολας ου φυλαξουσι, των τοιουτων αγαθων, ως ο Αδαµ του παραδεισου, εκπιπτουσι, ουχι παρα το µη προεγνωσθαι αυτους παρα του Θεου αλλ᾿ εξ οικειας αφροσυνης και πονηριας τουτο πανθανοντες. ∆ια δη τουτο και µεσον του παραδεισου τουτου προεθετο ο Θεος το σωτηριον φαρµακον, την µετανοιαν, ως αν οι εκ ραθυµιας και αµελειας εκπιπτοντες της αιωνιου ζωης δια της µετανοιας παλιν µετα λαµπροτερας και περιφανεστερας δοξης εις αυτην επανερχωνται· ει µη γαρ τουτο ο φιλανθρωπος Θεος ωκοδοµησεν, ουκ αν εσωθη πασα σαρξ. (150) Τοινυν και πασαν αλλην µεριµναν καταλιποντες, της µετανοιας οση δυναµις επιµελησωµεθα, ινα και των παροντων και των µελλοντων επιτυχωµεν αγαθων χαριτι και φιλανθρωπια του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου ω η δοξα και το κρατος εις τους αιωνας των αιωνων· αµην. ΛΟΓΟΣ Γ΄ (151)
Εις το ρητον του Αποστολου εν ω λεγει· “Και ειδον τον τοιουτον εις τριτον ουρανον αρπαγεντα και ακουσαντα αρρητα ρηµατα α ουκ εξον ανθρωπω ακουσαι”. Τι ουν εισιν α ακηκοεν ο Παυλος αρρητα ρηµατα; Τινα δε τα αγαθα “α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη”; Τις δε η πως εσται και εστιν εις ηµας η του Θεου βασιλεια και τις η εν ηµιν ταυτης ενεργεια; Επειδηπερ διαρρηδην ο τον απαντων ∆εσποτης καθ᾿ εκαστην δια των ευαγγελιων βοα, τα µεν συνεσκιασµενως λεγων, οταν εν παραβολαις διαλεγηται, τα δε διερµηνευων κατ᾿ ιδιαν τοις εαυτου µαθηταις, ουτω λεγων· “Υµιν δεδοται γνωναι τα µυστηρια της βασιλειας του Θεου, τοις δε λοιποις εν παραβολαις”, και ποτε παρρησια παντα και αποκεκαλυµµενα λεγει προς παντας ηµας, ως φασι προς αυτον οι αποστολοι· “Ιδε, φασι, παρρησια λαλεις και παροιµιαν ουδεµιαν λεγεις”, ζητησαι χρεων και µαθειν ποια τα παρρησια και απογεγυµνωµενα, ποια δε εν παραβολαις υπο του Κυριου και Θεου ειρηµενα. Τα µεν ουν δηλα των εντολων και γυµνα εισιν οταν ο Ευγγελιστης λεγη· “Ειπεν ο Κυριος· αγαπατε τους εχθρους υµων, καλως ποιειτε τους µισουντας υµας”, και οταν µακαριζη µεν τους πενθουντας, ταλανιζη δε τους γελωντας, (152) και οταν λεγη· “Μετανοειτε· ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων”, και παλιν· “Ο θελων σωσαι την ψυχην αυτου απολεσει αυτην και ο απολεσας την ψυχην αυτου ενεκεν εµου εις ζωην αιωνιον ευρησει αυτην”, και· “Οστις θελει οπισω µου ελθειν απαρνησασθω εαυτον και αρατω τον σταυρον αυτου και ακολουθειτω µοι”. Ταυτα τοινυν και τα τουτοις εποµενα ουκ εν παραβολαις, αλλα φανερα και µηδεµιαν εγκεκρυµµενην εννοιαν εχοντα ειρηται. Τα δε γε εν παραβολαις εισιν οταν λεγη· “Τινι οµοιωσωµεν την βασιλειαν του Θεου; Οµοια εστι κοκκω σιναπεως ον λαβων ανθρωπος εβαλεν εις κηπον εαυτου· και αυξηθεν εγενετο εις δενδρον µεγα” και οταν παλιν φησιν· “Οµοια εστιν η βασιλεια των ουρανων ανθρωπω ζητουντι καλους µαργαριτας” και παλιν· “Οµοια εστιν η βασιλεια των ουρανων ζυµη ην λαβουσα γυνη εκρυψεν εις αλευρου σατα τρια, εως ου εζυµωθη ολον”. Ταυτα και ετερα τουτων πλειονα ουτω
λεγων και παροµοιαζων τοις τοιουτοις την βασιλειαν των ουρανων, παραβολας καλει. Και ορα µοι σοφιαν εντευθεν Θεου, πως δια των αισθητων υποδειγµατων και των δοκουντων ηµιν ευτελων ειναι τα υπερ νουν και διανοιαν υποζωγραφει. Τουτο δε ολον ποιει, ινα οι µεν απιστοι και δια της απιστιας αναξιοι των τοιουτων γενοµενοι µεινωσι τυφλοι και των τοιουτων αµοιροι αγαθων, οι δε γε πιστοι και µετα πληροφοριας τον λογον δεχοµενοι των παραβολων αυτην την αληθειαν και την των πραγµατων εναργη θεασωνται επ᾿ αυτοις εκβασιν. Αι γαρ παραβολαι αυται εικονες των γινοµενων πραγµατων εισι· και οπως, ακουε. Ο κοκκος του σινεπεως το παναγιον Πνευµα εστι· τουτο γαρ και την βασιλειαν µοι νοει ειναι των ουρανων και ουχ ετερον τι. Ανθρωπος δε (153) εστιν ο πας πιστος και βουλοµενος δια της εργασιας των εντολων τουτον τον κοκκον λαβειν. Κηπος δε ουδεις ετερος τοπος εστιν ει µη εκαστου ηµων η καρδια, ενθα τον ενα κοκκον τουτον – ου τους πολλους, ουδε γαρ απο των διχοτοµουµενων υπαρχει - , τον ατµητον οντα τη φυσει και αδιαιρετον λαµβανοντες, κρυβοµεν εν αυτη· παση δε φυλακη τηρουντες εαυτους και φυλαττοντες, αυτος αυξανει ως ουκ ισµεν ηµεις και φυεις οραται και αυξηθεις επι πολυ επιγινωσκεται παρα των εν οις εφυη και εις δενδρον γενοµενος και κλαδους ποιησας πολλους αφραστον τω κεκτηµενω αυτον εµποιει την χαραν. Ωσπερ ουν διχα του σπορου ουδεν ο κηπος χρησιµον προφερει ει µη µονον ακανθας και βοτανας αγριας και ο σπορος διχα του βληθηναι εις κηπον ου καρποφορει, αλλα µενει µονος οιον εστιν, ουτω δη και ηµων αληθως αι ψυχαι διχα του θειου σπορου ακαρποι και ακανθηφοροι διατελουσι και γινονται. Ο γαρ θειος σπορος, προ του εν ηµιν ηγουν εν ταις καρδιαις ηµων εµβληθηναι, αυτος µενει µεν οιος ολος υπαρχει Θεος, µητε προσθηκην δεχοµενος µητε µην υφεσιν υποµενων το συνολον, εν ηµιν δε ουτε φυει ολως ουτε αυξησιν επιδεχεται. Πως γαρ ο κατα συναφειαν διεστως ισα τοις συναφθεισιν αυτω την αυξητικην δυναµιν επιδειξεται; Ουδαµως, ωσπερ ουδε το πυρ ολην αναπτει ποτε ης µη προσψαυσειεν, ουδε υλη εµπιπραται, ει µη τω πυρι ενωθη καθ᾿ υποσταστιν.
Τοινυν και καθαπερ τα των θειων ευαγγελιων, τα µεν συνεσκιασµενως, ως ειρηται, και δια παραβολων λεγεται προς ηµας, τα δε παρρησια και απερικαλυπτως, ουτω και τα των αποστολικων και θεοφραστων ρηµατων ου παντα φανερως και ανευ παραπετασµατος τινος λεγεται προς ηµας, αλλ᾿ εσθ᾿ οτε πολλης της εξετασεως και ερµηνειας δεοµενα, βαθος νοηµατων και µυστηριων εν τω (154) ρητω πως επιφεροµενα. Και, ει δοκει, µιας των αποστολικων ρηµατων υποθεσεως τε και θεωριας αψωµεθα και οψοµεθα τι τα βαθη του Πνευµατος, επειδη κατα το θειον λογιον “Το Πνευµα παντα ερευνα και τα βαθη του Θεου”. Τις ουν εστιν αυτη και οποια της θεωριας του λογου απαρχη; Τα αρρητα ρηµατα α εις τριτον ουρανον ο θειος αρπαγεις Παυλος ακηκοεν. Αλλα γαρ εκ προοιµιων αυτων τι εστι ρηµα πρωτον ζητησωµεν, ιν᾿ ουτω καθ᾿ οδον ερχοµενοι την δυναµιν γνωµεν των αποστολικων ρηµατων καλως. ‘Ρηµα τοιγαρουν ο λογος εστιν, ωσπερ ουν και ο λογος ρηµα καλειται· “Ειπε” γαρ, φησι, “λογον και ιαθησεται ο παις µου”. Και εν τω Ιωβ· “Ειπε ρηµα τι προς Κυριον και τελευτα”. Και αλλαχου· “Τα ρηµατα του στοµατος αυτου”. Και τα µεν ρηµατα και οι λογοι των ανθρωπων στοµασι λαλουνται ανθρωπων και ωσιν ωσαυτως ανθρωπινοις ακουονται, το δε ρηµα του Θεου και ο λογος αυτου, δια του στοµατος αυτου εξερχοµενος, αφραστος εστι παντελως ανθρωπινη γλωσση και ακοη σαρκινη παντη αχωρητος, ου µονον δε, αλλα και εις αισθησιν αυτης µη δυναµενος ελθειν, της αισθησεως δηλονοτι µη ισχυουσης αισθανθηναι τα υπερ αισθησιν. ‘Ρηµα ουν και λογον κατα πρωτην επιβολην θεωριας ουδενα αλλον γινωσκοµεν η τον Υιον του Θεου και Πατρος, αυτον τον Κυριον ηµων Ιησουν Χριστον τον οντως οντα Θεον· στοµα δε αυτου το λαλουν τα αρρητα ρηµατα ουδεν ετερον η αυτο το Αγιον και οµοουσιον Πνευµα, καθως ο προφητης φησι· “Το γαρ στοµα Κυριου ελαλησε ταυτα” αντι του το Πνευµα Κυριου. Στοµα τοινυν Θεου το Αγιον Πνευµα εστιν, ρηµα δε και λογος ο Υιος αυτου και Θεος. ∆ια τι δε το Πνευµα στοµα καλειται Θεου, ο δε Υιος ρηµα και λογος; Επειδη, ωσπερ δια του στοµατος (155) ηµων ο λογος ο εν ηµιν προερχεται και τοις αλλοις
αποκαλυπτεται και αλλως ουκ εστιν ειπειν η δηλωσαι αυτον, ει µη δια της του στοµατος φθογγης, ουτως ουδε ο Υιος του Θεου και Λογος, ει µη δια του Αγιου Πνευµατος ως δια στοµατος λαληθη ηγουν αποκαλυφθη, γνωσθηναι η ακουσθηναι ου δυναται. Το δε ου δυναται αντι του ουκ ενδεχεται, ουδε βουλεται, λεγοµεν ενταυθα, ως και το αδυνατον ψευσασθαι Θεον. Καθαπερ δε το ηµετερον στοµα ει µη ανοιξοµεν, ουδε γαρ εσφιγµενου υπαρχοντος ο λογος ηµων εξελθειν δυναται, ουτως ουδε το στοµα του Θεου, αυτο δη το Αγιον Πνευµα αυτου, ει µη δια της εν ηµιν γινοµενης ελλαµψεως αυτου ανοιγη, ου το Πνευµα δε, αλλ᾿ ο εξ αυτου ελλαµποµενος νους ηµων, ο Υιος και Λογος του Θεου οραται, ουτε γινωσκεται, ουτε µη αποκαλυπτεται τη οπτικη και ακουστικη αισθησει ηµων. Τα γουν αρρητα ρηµατα α ο θειος Παυλος, ως εφη, ακηκοεν, ουδεν ετερον τι εισι κατα γε την ηµετεραν της ασθενους διανοιας καταληψιν η παντως αι µυστικαι και επ᾿ αληθως ανεκφραστοι δια της ελλαµψεως του Αγιου Πνευµατος θεωριαι τε και υπερµεγαλοπρεπεις αγνωστοι γνωσεις, ειτ᾿ ουν αθεατοι θεωριαι της υπερφωτου και υπεραγνωστου του Υιου και Λογου του Θεου δοξης τε και θεοτητος· αιτινες, τοις αξιοις εκφαντικωτερον τε και τρανοτερον αποκαλυπτοµεναι, δεικνυνται αι των αφθεγκτων ρηµατων ανηκοοι ακοαι, η των ακαταληπτων πραγµατων εν ακαταληψια καταληψις. Ει δε εκεινος µεν ειπεν· “Ακηκοα ρηµατα αρρητα”, ηµεις δε ταυτα τον Υιον ειποµεν ειναι και αλλως του Θεου και Πατρος δια του Αγιου λαλουµενον Πνευµατος και αµα δια της ελλαµψεως αυτου αποκαλυπτοµενον τοις αξιοις, την δε ελλαµψιν ειτ᾿ ουν αποκαλυψιν δια θεωριας γινεσθαι µαλλον και ουχι δι᾿ ακοης, µη ξενισθης επι τουτω, αλλα την λυσιν τουτου (156) ακηκοως µαθε ειναι πιστος και µη απιστος ης. Εχει δε ουτως. Ο Θεος η των ολων αιτια εις εστι· το δε εν τουτο φως και ζωη εστι, πνευµα και λογος, στοµα και ρηµα, σοφια και γνωσις, χαρα και αγαπη, βασιλεια ουρανων και παραδεισος, ουρανος ουρανων, ωσπερ και ηλιος ηλιων και Θεος θεων και ηµερα καλειται ανεσπερος· και παν οτιουν αν ειποις απο των ορωµενων καλον, και υπερ το παν ζητων, ευρησεις το εν τουτο ενυποστατως ον και κυριως καλουµενον αγαθον. Ουχ ως τα
ορωµενα δε τοιουτον κακεινο εστιν, αλλ᾿ ασυγκριτως και αρρητως υπερ απαντα τα ορωµενα· ουδε καθ᾿ εν τουτων ως ταυτα και το εν εκεινο κεχωρισµενως ευρισκεται, αλλ᾿ εν µενον αναλλοιωτως και το αυτο παναγαθον εστι και υπερ παν αγαθον. Ουτω τοιγαρουν τετιµηται και αυτος ο κατ᾿ εικονα Θεου και οµοιωσιν κτισθεις ανθρωπος, µιαν αισθησιν εχων εν µια ψυχη και νοΐ και λογω, ει και πενταχως διαµεριζεται ταις φυσικαις αναγκαις του σωµατος, προς µεν τα σωµατικα δια των πεντε διαιρουµενη αδιαιρετως αισθησεων, ητις και αναλλοιωτως αλλοιουµενη την ενεργειαν δεικνυσι, βλεπουσα ουκ αυτη, αλλα δι᾿ αυτης η ψυχη, ουτω δε και ακουουσα και οσφραινοµενη και γευοµενη και τη αφη διακρινουσα. Εν δε τοις πνευµατικοις ουκετι θυρισιν αισθησεως διαιρεισθαι καταναγκαζεται, ουκετι ζητει ανοιγηναι τους οφθαλµους του ιδειν η τι των οντων θεασασθαι, ουδε τα ωτα λογον εισδεξασθαι, ουδε οσφρησιν εκκαθαραι εις το οξεως οσφραινεσθαι· ουδε δειται χειλεων η γλωττης προς την του γλυκεος η πικρου γευσιν οµου και διακρισιν, ουδε χειρων του επαφασθαι και ειδεναι δι᾿ αυτων το τραχυ τε και λειον και οµαλον. Αλλα τουτων απαντων η αισθησις εκτος γενοµενη και ολη καθολου συναπαχθεισα τω νω, ως φυσικως αυτων συνεποµενη (157) και αχωριστως µια ουσα, τας πεντε εχει αισθησεις εν εαυτη, ως ουσας εν η και πλειστας, ειπειν ακριβεστερον. Και σκοπει µοι εντευθεν την ακριβη του λογου εξετασιν. Ψυχη, νους και λογος εν, ως ειρηται, εισιν εν µια τη ουσια και φυσει. Τουτο δε το εν αισθανεται, λογιζεται – λογικον γαρ -, νοει, επινοει, ενθυµειται, βουλευεται, επιθυµει, θελει, ου θελει, προαιρειται, ου προαιρειται, αγαπα, µισει· και ινα µη τον λογον µηκυνωµεν, το εν τουτο ζων εστιν, εν τω αυτω βλεπον και ακουον αµα και οσφραινοµενον, γευοµενον τε και επαφωµενον, γινωσκον, επιγινωσκον, γνωριζον τε αυ και λαλουν. Προσεχε ακριβως των λεγοµενων την δυναµιν, ιν᾿ εντευθεν ισχυσης µαθειν τι τα αρρητα ρηµατα και πως ο Παυλος ταυτα ακηκοεν α και απεκαλυφθη αυτω και α εν θειω Πνευµατι αυτος εθεασατο. Θεος ο των ολων δηµιουργος εις· το ουν εν τουτο παν αγαθον εστιν, ωσπερ ειρηται. Ψυχη λογικη και αθανατος µια· η ουν µια αυτη πασα αισθησις εστιν, εν εαυτη δηλαδη πασας ει τινες εισιν
εχουσα. Οταν ουν ο εις Θεος του παντος τη µια και λογικη ψυχη δι᾿ αποκαλυψεως οφθησεται, παν αγαθον ταυτη αποκαλυπτεται και δια πασων των ταυτης αισθησεων οµου εν τω αυτω οραται τουτο αυτη, βλεπεται και ακουεται, και γλυκαινει το γευστικον και το οσφραντικον ευωδιαζει, ψηλαφαται, γνωριζεται· λαλει και λαλειται, γινωσκει, επιγινωσκεται και οτι γινωσκει νοειται. Ο γαρ παρα του Θεου γινωσκοµενος οιδεν οτι γινωσκεται και ο τον Θεον ορων οιδεν οτι ορα τουτον ο Θεος· ο δε γε µη ορων τον Θεον ουκ οιδεν οτι ορα αυτον ο Θεος, ως ουδε ορα, ει και παντα βλεπει και ουδεν αυτον λεληθεν. ∆ια πασων ουν των αισθησεων εν τω αυτω αµα οι καταξιωθεντες ιδειν το παν αγαθον και υπερ παν αγαθον ως δια µιας αισθησεως των πολλων το εν ον και πολλα, τα διαφορα οµου αγαθα ως εν εν διαφοροις αισθησεσι της (158) µιας επιγνοντες και καθ᾿ εκαστην επιγινωσκοντες, διαφοραν εν τουτοις ουδεµιαν επιστανται, αλλα την θεωριαν γνωσιν και την γνωσιν παλιν θεωριαν καλουσι, την ακοην ορασιν και την ορασιν ακοην, ως οταν ο Αββακουµ λεγη· “Κυριε, εισακηκοα την ακοην σου και εφοβηθην. Κυριε, κατενοησα τα εργα σου και εξεστην”. Παρα τινος γαρ αλλου ακηκοεν; Εκεινος αυτον προφητευων εκηρυττε. Και πως λεγει· “Κυριε, ακηκοα την ακοην σου;” Τι δε και τω διττω της ακοης δηλωσαι βουλεται, ει µη οτι δια της του Πνευµατος ελλαµψεως ητοι αποκαλυψεως τον Κυριον ηµων παντως και Υιον του Θεου επιγνους και δια της εξ αυτου υπηχησεως αυθις τα περι της οικονοµιας αυτου εκδιδαχθεις, οιονει την περι αυτου διδασκαλιαν ην εκειθεν εµαθεν ιδιοποιησαµενος, προς τον Κυριον, ως ορων αυτον, καθα και εωρατο, περιχαρως ελεγεν· “Εν µεσω δυο ζωων γνωσθηση· εν τω εγγιζειν τα ετη επιγνωσθηση· εν τω παρειναι τον καιρον αναδειχθηση”. Ωστε ακοην την εν τη θεωρια της δοξης του Πνευµατος εγγινοµενην οµου διδασκαλιαν και γνωσιν λεγει, ην περι της ενανθρωπησεως και επι της γης επιφανειας αυτου ηκουσε. Και γαρ και αυτο τουτο το ειπειν· “Κυριε”, ορωντος αυτον και λαλουντος εχει δυναµιν. Τις γαρ ον ου βλεπει ως βλεπων τουτω προσοµιλει; Μη ο µη βλεπων τον επιγειον βασιλεα δυναται λεγειν προς αυτον· “Ω βασιλευ, ηκουσα τα δεδογµενα τη βασιλεια σου”; Ουδαµως. Ουχι γαρ
ακουσαι µονον λεγει την ακοην αυτου, αλλα και οτι γνωσθηση φησι, και επιγνωσθηση και αναδειχθηση, ως την αυτου βουλην µετα πληροφοριας πασης δηλονοτι µαθων και οιονει πως λεγων αυτω· “Τα και τα ποιησεις, καθα τη βασιλεια σου, δεσποτα, δεδοκται”; Πλειον δε τουτου και παντα τα προφητικα αινιττονται ρηµατα. Ουτω τοινυν η θεια Γραφη και την θεωριαν του Θεου ακοην και την ακοην αντι θεωριας συνηθως τιθησιν. (159) Ουτω και Παυλος ο θειος, τας ανεκλαλητους θεωριας και ελλαµψεις και τας υπερ το µετρον της ανθρωπινης φυσεως και δυναµεως διδασκαλιας και αποκαλυψεις, ρηµατα εικοτως εκαλεσε και ακουσαι ταυτα ειπε και γραφη παραδεδωκε. ∆ιο και ελεγεν· “Εν δε τη υπερβολη των αποκαλυψεων, ινα µη επαιρωµαι, εδοθη µοι σκολοψ τη σαρκι”. Ει ουν ηκουσε προτερον, πως µετα ταυτα αποκαλυψεις ειπεν α ηκουσεν, ει µη καθως ειποµεν; Ουτω γαρ και ο ∆αβιδ αποκαλυφθηναι τους οφθαλµους ευχεται εις το κατανοησαι τα θαυµασια του Θεου εκ του νοµου αυτου. Ο προτερον ειπων· “Ειτε εν σωµατι ουκ οιδα, ειτε εκτος του σωµατος, ηρπαγην”, πως υστερον φησιν οτι “ηκουσα”, ει µη ως ανωτερω λεπτοµερως εδηλωσαµεν και αυτη του του πραγµατος η αληθεια εχει; Τοιγαρουν και δια µεν της αρπαγης την θεωριαν πρωτον αδηλωσε, τα δε εντος της θεωριας και τα εκφαντικωτερα της τρανοτερον εξαστραπτουσης δοξης τε και θεοτητος, ως γνωσιν εµποιουντα και τον ορωντα διδασκοντα και δηλουντα τα πασιν απορρητα τε και ακαταληπτα, ακουσαι ειπεν, ως εν ουσης της τε ακουστικης και θεωρητικης δηλονοτι αισθησεως επι των πνευµατικων. Οθεν ουδε εν των βλεποµενων η ακουοµενων, καθως ταυτα ορα και ακουει, οιον εστι και οια ειπειν ποτε δυναται” δια τουτο και γλωσση ταυτα λαλησαι αδυνατον ειναι προσεθηκεν. Αλλα σπουδασωµεν εαυτους εκκαθαραι δια µετανοιας και ταπεινωσεως και τας αισθησεις πασας ως µιαν τω αγαθω και υπεραγαθω ενωσαι Θεω· και τοτε ταυτα παντα, α δια πολλων λογων ειπειν ηµεις και παραστησαι ουκ εξισχυοµεν, εν τω αυτω οµου απαντα υµεις διδαχθησεσθε, εν τη ορασει ακουοντες και εν τη ακοη ορωντες, εν τη θεωρια µανθανοντες και εν τη αποκαλυψει παλιν ακουοντες. Εστι δε τις και αλλη εν τοις υπερ
λιαν πνευµατικοις ακοη. (160) Ποια δε αυτη; Η επαγγελια των µελλοντων διδοσθαι αγαθων. Ωσπερ γαρ η πρωτη παρουσια του Κυριου δια των προφητων καταγγελλοµενη, ει και ωρατο παρ᾿ αυτων και ακριβως εγινωσκετο, αλλα δια το µηπω εν ταις ηµεραις εκεινων γενεσθαι αυτην, µελλουσαν δε µετα ταυτα, τα περι αυτης αποκαλυπτοµενα αυτοις και δεικνυµενα ελεγον ακουειν εκεινοι δια το µετα ταυτα εις εργον µελλειν αυτα εξενεχθησεσθαι, ουτω και ο Παυλος, τα αποκειµενα τοις αγωνιζοµενοις δικαιοις ιδων αγαθα και γνους και µαθων ακριβως οτι µετα την δευτεραν του Κυριου παρουσιαν και την εκ νεκρων εξαναστασιν ταυτα ληψονται οι τον Θεον εξ ολης ηγαπηκοτες ψυχης, ως εν ταξει επαγγελιας και υποσχεσεως ταυτα θεις, εξεβοησεν. “Ηκουσα, φησιν, αρρητα ρηµατα α ουκ εξον ανθρωπω λαλησαι”. Τινα δε τροπον ρηµατα, επειδη τα αγαθα εκεινα ρηµατα τινα ξενα επ᾿ αληθειας εισι και λογοι δι᾿ ων πασα λογικη φυσις εντρυφα την οντως ακενωτον και αειζωον τρυφην και ζωουται θειως και επευφραινεται. Ει γαρ Θεος ο Λογος του Θεου και Πατρος, δικαιως αν αι του Θεου Λογου ελλαµψεις κληθησονται ρηµατα· ο γαρ λογος εις µηκος διεκχυνθεις διηγησεως ουκετι λογος, αλλα διηγησεως ρηµατα λεγεται, ως το “Τα ρηµατα µου ενωτισαι Κυριε· συνες της κραυγης µου· προσχες τη φωνη της δεησεως µου. Λογος τοιγαρουν ο Θεος, ρηµατα δε αυτου αι δικην εξ αστραπης τινος εκπηδωσαι τε και τρανοτερον εκφεροµεναι, η αποκαλυπτοµεναι µαλλον ηµιν, της θεοτητος αυγαι τε και ελλαµψεις, ατινα εξειπειν ηµεις ου δυναµεθα. Ο δε γε Ιωαννης ο ηγαπηµενος Χριστου µαθητης µικρον τι κατα την δοθεισαν αυτω χαριν ειπε και παρεδηλωσεν εξ ων ο Παυλος ακοεν, (161) ουτωσι λεγων· “Αδελφοι, νυν τεκνα Θεου εσµεν, αλλ᾿ ουπω εφανερωθη τι εσοµεθα· οιδαµεν δε οτι, εαν φανερωθη, οµοιοι αυτω εσοµεθα”. Εκεινος ειπεν οτι “Ηκουσα αρρητα ρηµατα α ουκ εξον ανθρωπω λαλησαι”, ουτος δε οτι “Οιδαµεν, εαν φανερωθη, οµοιοι αυτω εσοµεθα” και οψοµεθα αυτον τελεωτερον. Τουτο δε και αυτος ο Παυλος φησι· “Νυν µεν γινωσκω εκ µερους, τοτε δε επιγνωσοµαι καθο και επεγνωσθην”. Ορας πως εν και το αυτο εστιν εν τοις πνευµατικοις η τε γνωσις και οµοιοτης, η θεωρια και η επιγνωσις. Ουτω παντα ηµιν ο
Χριστος γινοµενος, γνωσις, σοφια, λογος, φως, ελλαµψις, οµοιοτης, θεωρια, επιγνωσις, διδωσιν απολαυειν των αυτου αγαθων και κατα την παρουσαν ζωην εκ µερους και νοειν και ακουειν εν µυστηριω τα αποκεκρυµµενα τοις πολλοις αρρητα ρηµατα, τοις αγαπωσιν αυτον. Ει γαρ µη παντα ηµιν ο Χριστος οµου γενηται, ελλιπης λοιπον εσται ποτε η των ουρανων βασιλεια και η εν τη βασιλεια τρυφη. Ει µη προς τοις ειρηµενοις στολη και στεφος και υποδηµα, χαρα και γλυκυτης, τροφη, ποσις, τραπεζα, κλινη, αναπαυσις και θεωριας καλλος αµηχανον, και ει τι ουν ετερον προς τρυφην η δοξαν και τερπνοτητα επιτηδειον, εν πασι γενηται τοις δικαιοις και αγαπωσιν αυτον, αλλ᾿ εν µονον εν ενι των αυλιζοµενων εκεισε εκλειψειε ποτε, ευθυς η του καλου στερησις τη λυπη τοπον δωσει και εντος εισελευσεται αυτη της ανεκλαλητου των ευφραινοµενων χαρας· και ουτω φανησεται το λεγον λογιον ενθα· “Απεδρα οδυνη, λυπη και στεναγµος” διαψευδοµενον. Αλλ᾿ ουκ εσται τουτο, ουκ εσται, αλλ᾿ εσεται τα παντα τοις πασι και παν αγαθον εν απασιν αγαθοις, υπερπερισσευον αει και υπερεµπιπλων τας αισθησεις (162) απασας των εν τοις γαµοις ανακεκλιµενων του βασιλεως Χριστου, αυτος εκεινος ο εις εσθιοµενος και πινοµενος, ως ων παν ειδος τροφης, ηδυτητος τε και ποσεως ο αυτος. Ενθεν τοι και βλεποµενος παρα παντων και πασας βλεπων αυτος τας αναριθµητους µυριαδας και το εαυτου οµµα εχων αει ατενιζον και αµετακινητως ισταµενον, εκαστος αυτων δοκει βλεπεσθαι παρ᾿ αυτου και της εκεινου απολαυειν οµιλιας και κατασπαζεσθαι υπ᾿ αυτου, ως αν µη τις εξ αυτων ως παρεωραθεις λυπηθη. Ο αυτος και στεφανος εσται, καθαπερ ειρηται, επι τας απαντων των αγιων επικειµενος κεφαλας αναλλοιωτως, ατρεπτως, αλλος αλλο τι δεικνυµενος ειναι και διαιρων εαυτον κατ᾿ αξιαν εκαστω, καθα τις εστιν αξιος· ο αυτος και ενδυµα πασιν εσται, οιον απ᾿ εντευθεν ηδη τουτον εκαστον δια σπουδης επενδυσεται, ως µηδενος εν τω µυστικω γαµω εισερχοµενου µη τον απροσιτον τουτον φορουντος χιτωνα· ει δε τις και παρενειρας εαυτον τοις αλλοις λαθων εισελθη, οπερ αδυνατον, αλλα παλιν ωσαυτως εξεωθησεται. Βουλοµενος γαρ δειξαι ηµιν ο ∆εσποτης οτι ουδεις εκει µελανηφορων εισελευσεται, δια της παραβολης εδηλωσε τουτο
ειπων· “Εταιρε, πως εισηλθες ωδε, µη εχων ενδυµα γαµου;” Ειτα· “∆ησαντες αυτου χειρας και ποδας, εκβαλλετε αυτον εις το σκοτος το εξωτερον”. Ουχ, ως λαθοντος δε αυτου τον αλαθητον, τουτο ουτως ειρηκεναι λογιζοµαι, αλλ᾿ οτι ουπω καιρος ην αποκαλυψαι τα τοιαυτα µυστηρια. Μη βουλοµενος γαρ εκφαντικωτερον τοτε ειπειν οτι· “Ουδεις εκει εισελευσεται, µη φορων το της θεοτητος µου ιµατιον”, ουτως τον λογον υπεφηνε. Τουτο δε και Παυλος διδαχθεις παρα του εν αυτω λαλουντος Χριστου ελεγεν· “Και καθως εφορεσαµεν την εικονα του χοϊκου, φορεσοµεν και την εικονα του επουρανιου”. (163) Τινος χαριν; Επειδη “οιος ο χοϊκος” φησι “τοιουτοι και οι χοϊκοι, και οιος ο επουρανιος τοιουτοι και οι επουρανιοι”. Τις ουν εστιν η εικων του επουρανιου; Ακουσον αυτου λεγοντος του θειου Παυλου· “Ος ων απαυγασµα της δοξης και χαρακτηρ της υποστασεως” και εικων απαραλλακτος του Θεου και Πατρος. Τοιγαρουν εικων του Πατρος ο Υιος, εικων δε του Υιου το Πνευµα το Αγιον· ο εωρακως ουν τον Υιον εωρακε τον Πατερα, ο εωρακως το Πνευµα το Αγιον εωρακε τον Υιον· φησι γαρ ο Αποστολος· “Το Πνευµα ο Κυριος εστι”, και παλιν· “Αυτο το Πνευµα εντυγχανει υπερ ηµων στεναγµοις αλαλητοις” κραζον “Αββα, ο πατηρ”. Καλως ουν ειπεν οτι το Πνευµα ο Κυριος εστιν εν τω κραζειν “Αββα, ο πατηρ”, ουχ ως Υιου οντος του Πνευµατος, απαγε, αλλ᾿ ως εν τω Αγιω Πνευµατι βλεποµενου και ορωµενου του Υιου του Θεου και µηδεποτε η του Υιου διχα του Πνευµατος, η του Πνευµατος διχα του Υιου, αποκαλυπτοµενου τινι, αλλ᾿ εν αυτω τω Πνευµατι τον Υιον και δια του Πνευµατος κραζοντα αυτον “Αββα, ο πατηρ”. Ει τοινυν αγνοεις ταυτα, αγαπητε, µη εις απογνωσιν εµβαλης σεαυτον λεγων· “Εγω ταυτα ουτε οιδα ουτε µαθειν δυναµαι· ουτε µην εις το υψος της γνωσεως ταυτης και θεωριας και καθαροτητος φθασαι και ανελθειν ισχυσω ποτε”. Μηδε παλιν ειπης· “Επειδη, εαν µη τις τοιουτος γενηται και τον Χριστον απ᾿ εντευθεν ηδη ως Θεον επενδυσηται και αυτον εκεινον ολον θεασηται και ενοικον εαυτου τουτον κτησηται, εις την βασιλειαν αυτου ουκ εισερχεται, τι µοι το οφελος καν ποσως αγωνιζεσθαι η και των παροντων υστερεισθαι της απολαυσεως;” Μη δη τουτο ειπης, µη δη λογισεσαι· αλλ᾿ ει
βουλει, ακουσον µου της συµβουλης και αναγγελω σοι την οδον της σωτηριας, της (164) χαριτος του παναγιου Πνευµατος συνεργουσης. Πιστευσον ουν εν πρωτοις εξ ολης ψυχης οτι ουτως ταυτα παντα α ειποµεν κατα τας θειας και θεοπνευστους Γραφας αληθη εισι και ουτως οφειλει γενεσθαι πας ο πιστευων εις τον Υιον του Θεου, επειδη εδωκεν ηµιν εξουσιαν υιους γενεσθαι Θεου, και εαν θελησωµεν, το κωλυον ουδεν, και οτι δια τουτο η πασα οικονοµια και συγκαταβασις του Υιου του Θεου εγενετο, ινα δια της προς αυτον πιστεως και της τηρησεως των αυτου εντολων µετοχους αυτου της θεοτητος και της βασιλειας ηµας απεργασηται. Και γαρ, ει µη πιστευσεις ταυτα ουτως αληθως γινεσθαι, παντως ουδε ζητησεις· ει δε µη ζητησεις, ουδε ληψη· “Ζητειτε γαρ, φησι, και ληψεσθε· αιτειτε και δοθησεται υµιν”. Πιστευων δε, ακολουθει ταις θειαις Γραφαις και οσα σοι λεγουσι ποιησον, και ευρησεις παντα ανελλιπως καθως γεγραπται, µαλλον δε και πολλω πλειονα των εν ταις θειαις Γραφαις. Ποια δε ταυτα; “Α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη” τα αγαθα “α ητοιµασεν ο Θεος τοις αγαπωσιν αυτον “. Ταυτα, ει πιστευσεις βεβαιως, ως ειρηται, θεαση αναµφιβολως ως ο Παυλος και συ· ου µονον δε, αλλα και ακουσεις αρρητα ρηµατα, προαρπαγεις δηλονοτι εις τον παραδεισον. Ποιον τουτον; Οπου ο ληστης µετα του Χριστου συνεισηλθε και νυν εκει εστιν. Βουλει δε και αλλως ειπω σοι τινα εισι τα αγαθα α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη; Οιδα οτι παντως επιποθεις ακουσαι α ουδε αυτος ο ιδων ειπεν η διηρµηνευσεν. Τι τουτο; Ινα µη παρα των ακουοντων, ως οιµαι, απιστηθη. Ει τοινυν µελλεις και συ απιστειν τοις ρηθησοµενοις, στηθι µεχρι τουτου· συµφερει σοι γαρ και µη προσβης τω της διανοιας οφθαλµω ολως τοις εµπροσθεν, επειδη, ει τα λεγοµενα σοι (165) αθετησεις και παρακουσεις των λογων µου, µαλλον δε των λογων αυτου του Θεου, επειδη και ηµεις και οι λογοι ηµων αυτου εισιν, ο Λογος ουτος κρινει σε εν τη ηµερα της κρισεως, οτι και ακουσας ηπιστησας. Αλλ᾿ ακουε αδιστακτως των λογων ηµων, µαλλον δε, ως ειρηται, των του Θεου· και µανθανε αυτοθεν του ζητουµενου την λυσιν παρα των ταυτην εν σοφια διατρανουντων σοι.
Τα εν τω παραδεισω λαληθεντα τω Παυλω αρρητα ρηµατα, αυτα δη τα αιωνια, φηµι, αγαθα α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη, α ητοιµασεν ο Θεος τοις αγαπωσιν αυτον, ουχ υψει περιεχονται, ου τοπω περιοριζονται, ου βαθει που κρυπτονται, ουκ εν εσχατια γης η θαλασσης κατεχονται, αλλ᾿ εµπροσθεν σου και προ των οφθαλµων σου εισι. Ποια δη ταυτα; Μετα των αποκειµενων εν τοις ουρανοις αγαθων, αυτο το σωµα και αιµα του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου α καθ᾿ εκαστην ορωµεν και εσθιοµεν και πινοµεν, ταυτα οµολογουµενως τα αγαθα εκεινα εισι· εκτος δε τουτων ουδαµου των ρηθεντων ουδε εν ευρειν εξισχυσεις, καν πασαν διαδραµης την κτισιν. Ει βουλει δε γνωναι ως αληθη τα λεγοµενα, γενου τη εργασια των του Θεου εντολων αγιος και ουτω µεταλαβε των αγιων· και γνωσεις τηνικαυτα των λεγοµενων σοι την δυναµιν ακριβως. Αλλα γαρ προς την περισσοτεραν πιστωσιν ακουσον και αυτου εκεινου του Κυριου των λογων, ουτω λεγοντος προς τους Ιουδαιους και τους ιδιους αυτου µαθητας· “Αµην αµην λεγων υµιν· ου Μωσης δεδωκεν υµιν τον αρτον εκ του ουρανου, αλλ᾿ ο πατηρ µου διδωσιν υµιν τον αρτον εκ του ουρανου τον αληθινον. Ο γαρ αρτος του Θεου εστιν ο καταβαινων εκ του ουρανου και διδους τω κοσµω ζωην. Ειπον ουν προς αυτον· Κυριε, παντοτε δος ηµιν τον αρτον τουτον. Ειπεν ουν αυτοις ο Ιησους· Εγω ειµι ο αρτος της ζωης· (166) ο ερχοµενος προς µε ου µη πειναση και ο πιστευων εις εµε ου µη διψηση πωποτε. Εγογγυζον ουν οι Ιουδαιοι περι αυτου, οτι ειπεν· Εγω ειµι ο αρτος ο καταβας εκ του ουρανου, και ελεγον· Ουχ ουτος εστιν ο υιος Ιωσηφ ου ηµεις οιδαµεν τον πατερα και την µητερα; Πως ουν λεγει ουτος οτι εκ του ουρανου καταβεβηκα;”. Μη δη ουν οµοιωθης τοις Ιουδαιοις και συ, γογγυζων και λεγων· “Ουχι ο αρτος ουτος εστιν εν τω δισκω και ο οινος εν τω ποτηριω ον ηµεις καθ᾿ εκαστην ορωµεν και εσθιοµεν αµα και πινοµεν; Πως ουτος λεγει οτι τα αγαθα εκεινα α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη ταυτα εισιν;” Αλλα ακουε του Κυριου προς τους ταυτα ειποντας τι ανταποκριθεις εφη· “Μη γογγυζετε µετ᾿ αλληλων. Ουδεις δυναται ελθειν προς µε, εαν µη ο Πατηρ ο πεµψας µε
ελκυση αυτον· καγω αναστησω αυτον εν τη εσχατη ηµερα”. Οιον· “Τι απιστειτε, φησι, και αµφιβαλλετε περι τουτου· Ουδεις δυναται επιγνωναι µου την θεοτητα, τουτο γαρ εστι το ελθειν προς µε, εαν µη ο Πατηρ µου ελκυση αυτον”. Ελκυσµον δε ειπων, ου βιαν τινα εδηλωσεν, αλλ᾿ οτι µαλλον εκαλεσε δια της αποκαλυψεως ους προεγνω και ους προωρισεν, ελκυσας δια της αγαπης δηλονοτι του αποκαλυφθεντος αυτοις. Τουτο δε σαφεστερον και το επαγοµενον δηλοι. “Εστι γαρ, φησι, γεγραµµενον εν τοις προφηταις· Και εσονται παντες διδακτοι Θεου”. Ο ουν διδαχθεις παρα του Θεου δυναται πιστευσαι εις τον Υιον του Θεου και µαθων παρα του Πατρος ερχεται προς µε, ουχ ως τον Πατερα θεασαµενος· µονος γαρ “ο ων παρα του Θεου, ουτος εωρακε τον Πατερα”. Και παλιν· “Αµην αµην λεγω υµιν· ο πιστευων εις εµε εχει ζωην αιωνιον. Εγω ειµι ο αρτος της ζωης. Οι πατερες υµων το µαννα εφαγον εν τη ερηµω και απεθανον· (167) ουτος δε εστιν ο αρτος ο εκ του ουρανου καταβαινων, ινα τις εξ αυτου φαγη και µη αποθανη. Εγω ειµι ο αρτος ο ζων ο εκ του ουρανου καταβας· εαν τις φαγη εκ τουτου του αρτου, ζησεται εις τον αιωνα· και ο αρτος δε ον εγω δωσω η σαρξ µου εστιν ην εγω δωσω υπερ της του κοσµου ζωης. Εµαχοντο ουν οι Ιουδαιοι προς αλληλους λεγοντες· Πως δυναται ουτος δουναι ηµιν την σαρκα αυτου φαγειν; Ειπεν ουν αυτοις ο Ιησους· Αµην αµην λεγω υµιν, εαν µη φαγητε την σαρκα του Υιου του ανθρωπου και πιητε αυτου το αιµα, ουκ εχετε ζωην εν εαυτοις. Ο τρωγων µου την σαρκα και πινων µου το αιµα εχει ζωην αιωνιον, καγω αναστησω αυτον εν τη εσχατη ηµερα· η γαρ σαρξ µου αληθης εστι βρωσις και το αιµα µου αληθης εστι ποσις”. Ηκουσας πως η κοινωνια των θειων και αχραντων µυστηριων ζωη αιωνιος εστι και οτι τους την ζωην την αιωνιον εχοντας, εκεινους λεγει αναστησαι εν τη εσχατη ηµερα ο Κυριος, ουχ ως των αλλων παντως εγκαταλιµπανοµενων εν τοις µνηµασιν, αλλ᾿ ως των την ζωην εχοντων ανισταµενων υπο της ζωης εις αιωνιαν ζωην, των δε λοιπων ανισταµενων εις αιωνιον κολασεως θανατον. Και οτι τουτο εστιν αληθες, ακουσον των εξης· “Ο τρωγων µου την σαρκα και πινων µου το αιµα εν εµοι µενει καγω εν αυτω. Καθως απεστειλε µε ο ζων Πατηρ καγω ζω
δια τον Πατερα, και ο τρωγων µε κακεινος ζησεται δι᾿ εµε”. Ορας τι φησι; Πως την προς αυτον ηµων ενοτητα ο Υιος του Θεου δια της κοινωνιας τοιαυτην γενεσθαι διαρρηδην βοα οιαν εκεινος εχει την προς τον Πατερα ενοτητα και ζωην; Ωσπερ γαρ εκεινος φυσικως τω ιδιω Θεω και Πατρι ηνωται, ουτω και ηµας κατα χαριν λεγει δια του φαγειν την σαρκα αυτου και πιειν αυτου το αιµα ενωθηναι αυτω και ζησαι εν αυτω. Ινα δε µη νοµιζωµεν οτι το παν του αρτου του ορωµενου εστι, τουτου ενεκεν πολλαχως ειρηκεν· (168) “Εγω ειµι ο αρτος ο εκ του ουρανου καταβαινων”. Και ουκ ειπεν ο καταβας· τουτο γαρ το απαξ δηλοι κατελθειν. Αλλα τι; Ο καταβαινων, φησιν, αει δηλονοτι και παντοτε επι τους αξιους καταβαινων και νυν καθ᾿ ωραν παραγινοµενος. Ετι δε απο των ορωµενων αφιστων ηµων την διανοιαν, µαλλον δε δι᾿ αυτων αναγων ηµας επι την αορατον δοξαν της ενυποστατου αυτου θεοτητος, ελεγεν· “Εγω ειµι ο αρτος της ζωης”, και παλιν· “Ο Πατηρ µου διδωσιν υµιν τον αρτον ουχι εκ της γης, αλλ᾿ εκ του ουρανου, τον αληθινον”. Ειπων τον εκ του ουρανου αληθινον, εδηλωσεν οτι ψευδης ο απο της γης, ωφελων ουδεν. Και ινα τουτο ποιηση σαφεστερον· Ο γαρ αρτος, φησι, του Θεου εστιν ο καταβαινων εκ του ουρανου και διδους τω κοσµω ζωην”. Παλιν, ο καταβαινων, φησι, και παλιν, ζωην ο διδους. Τι τουτο; Ινα µηδεν σωµατικον υποπτευσης µητε τι γηϊνον εννοησης, αλλα και αυτον τον µικρον αρτον, την ολιγην µεριδα θεοποιηθεισαν, τοις νοεροις ορας οµµασι και γενοµενην ολην οµοιαν τω εκ του ουρανου καταβαινοντος αρτω, ος εστι Θεος αληθης και αρτος και ποµα ζωης αθανατου, ως αν µη, εναποµενων τη απιστια και τω ορωµενω µονω αρτω δια πασων των αισθησεων, αρτον φαγης ου τον ουρανιον, αλλα τον επιγειον µονον, και στερηθης της ζωης, ως τον ουρανιον αρτον πνευµατικως µη φαγων, καθως αυτος φησιν ο Χριστος· “Το πνευµα εστι το ζωοποιουν, η σαρξ ουκ ωφελει ουδεν”. Τινας αρα ουκ ωφελει; Τους ανθρωπον ψιλον ειναι τουτον φησι φασκοντας και ου Θεον. Τοινυν, ει και συ αυτος ο πιστος αρτου µονου και ου σωµατος τεθεωµενου, ως αυτον εκεινον ολον τον Χριστον δεχοµενος, µεταλαµβανεις, (169) ζωην πως ελπιζεις λαβειν εξ αυτου και εχειν ευαισθητως εν εαυτω, του Κυριου
λεγοντος· “Ο τρωγων τον εκ του ουρανου καταβαινοντα αρτον ζησεται εις τον αιωνα”, και παλιν· “Η σαρξ ουκ ωφελει ουδεν· το Πνευµα εστι το ζωοποιουν”; Οντως το Πνευµα εστιν η αληθης βρωσις και ποσις· το Πνευµα εστι το µεταποιουν τον αρτον εις σωµα του Κυριου· οντως το Πνευµα εστι το καθαιρον ηµας και αξιως ποιουν µεταλαµβανειν του σωµατος του Κυριου. Οι γαρ αναξιως τουτου µεταλαµβανοντες, ως φησιν ο Αποστολος, “κριµα εαυτοις εσθιουσι και πινουσι, µη διακρινοντες το σωµα του Κυριου”. Αλλα δευτε τοιγαρουν οσοι πιστοι, οσοι των µυστηριων την ειρηµενην και λαλουµενην επιστασθε δυναµιν, οσοι τον ουρανιον αρτον εφαγετε, οσοι την εξ αυτου και δι᾿ αυτου και εν αυτω και συν αυτω αιωνιαν την ζωην εκτησασθε, και εν αυτη τη ζωη τη αληθινη εις τριτον ουρανον και ηµεις αρπαγωµεν εν Πνευµατι, µαλλον δε εις αυτον πνευµατικως της Αγιας Τριαδος τον ουρανον, ινα παντα τα ρηθεντα και τα διαµειναντα αρρητα κατιδοντες οµου και ακουσαντες, γευσαµενοι τε και οσφρανθεντες και ταις χερσι της ψυχης καλως ψηλαφισαντες, ευχαριστηριον αινον τω φιλανθρωπω Θεω αναπεµψωµεν ουτω λεγοντες· “∆οξα σοι, ο επιφανεις και αποκαλυφθηναι και οραθηναι καταξιωσας ηµιν”. Ειπωµεν δε και προς παντας ηµων κοινως τους αδελφους. Ω πατερες, ω αδελφοι, µοναζοντες οµου και οι εν τω βιω τω κοσµικω, πλουσιοι, πενητες, δουλοι, ελευθεροι, νεοι και γεροντες, πασα ηλικια και γενος απαν, ακουσατε. Μη ο Θεος ψευστης εστιν; Η ψευστης µεν ουκ εστιν, αδυνατος δε, και ου µη δυνηθη ποιησαι α επηγγειλατο; Μη βραδυνη του επισκεψασθαι παντα τα εθνη; Μη ισχυσει τις κρυβηναι εξ οφθαλµων αυτου; µη υπενεγκαι ισχυσει ανθρωπος την αποκαλυψιν της δοξης αυτου; (170) Ουµενουν. Πως γαρ, οταν ουρανοι ροιζηδον λυωνται και τα στοιχεια καυσουµενα απολουνται, καθα φησιν ο Αποστολος, ανθρωπος τοτε ηµεραν εισοδου υποµενει του απροσιτου Θεου και απροσιτω ενοικουντος φωτι, ος εν αυτω και συν αυτω ερχοµενος εις τον κοσµον οφθηναι µελλει παση σαρκι; Μεγας φοβος και τροµος οντως ληψεται τοτε τους αµαρτωλους και συγκρισις ουκ εσται της θλιψεως και οδυνης και τιµωριας αυτων.
Αλλ΄ οι ταυτα πιστευοντες και επιποθουντες σωθηναι, ταδε λεγει, ακουσατε, το Πνευµα το Αγιον· “Αποστρεψατε εκαστος υµων απο της οδου αυτου της πονηρας· µαθετε καλον ποιειν και ρυσασθε αδικουµενον· εκζητησατε τον Κυριον και ζησεται η ψυχη υµων· εκκλινατε απο κακου και ποιησατε αγαθον”. Οι βασιλεις την σωφροσυνην, την δικαιοσυνην, την ελεηµοσυνην, την αληθειαν και την ευσεβη πιστιν µαλλον η το διαδηµα και΄την αλουργιδα φορειν ποθησατε. Οι πατριαρχαι, ει µη φιλοι εστε Θεου, ει µη υιοι, ει µη θεσει θεοι, οµοιοι δηλονοτι οντες τω φυσει Θεω κατα την χαριν την δοθεισαν ηµιν ανωθεν, των θρονων αποστητε και πορευθεντες πρωτον εαυτους απο των θειων Γραφων νουθετησατε· και απεικονισµα γεγονοτες Θεου, φρικτως τηνικαυτα των θειων προσψαυσατε· ει δ᾿ ουν, αλλ᾿ οποτε αποκαλυφθη, τοτε γνωσεσθε οτι ο Θεος ηµων πυρ καταναλισκον εστιν, ου τους φιλους ουδε τους αυτον αγαπησαντας αλλα τους µη ως φως ελθοντα δεξαµενους αυτον. Οι αρχοντες και οι πλουσιοι, αρχοµενοι και πτωχοι µαλλον γενεσθε, επειδη δυσκολως πλουσιος εις την βασιλειαν των ουρανων εισελευσεται· ει δε δυσκολως ο πλουσιος, ο αρχων αρα πως; Ουδαµως· φησι γαρ ο Κυριος τοις εαυτου µαθηταις· (171) “Οι αρχοντες των εθνων κατεξουσιαζουσιν αυτων· ουχ ουτως δε εσται εν υµιν, αλλ᾿ ο θελων ειναι πρωτος εν υµων, εστω παντως εσχατος και παντων δουλος και παντων διακονος”. Αρχοντα δε η Γραφη τινα αρα καλει; Τον την εαυτου φησι ζητουντα τιµην, τον δια της αρχης το ιδιον αυτου εκπληρουντα θεληµα. Ει δε ο Κυριος και Θεος ηµων ελθων επι της γης δι᾿ ηµας και διδους ηµιν τυπον και υπογραµµον σωτηριας ελεγεν· “Εγω ηλθον ουχ ινα ποιω το θεληµα το εµον, αλλα το θεληµα του πεµψαντος µε πατρος”, τις αλλος των εις αυτον πιστευοντων, µη ποιων το εκεινου θεληµα αλλα το ιδιον εκπληρων, σωθηναι ποτε δυνησεται; Οντως ουδεις ουδαµως. Και τι λεγω σωθηναι αυτον, οπου γε ουδε πιστος ειναι δυναται η χριστιανος τελειος ο τοιουτος; Και τουτο δηλων ο Χριστος και Θεος ελεγε· “Πως δυνασθε υµεις πιστευσαι” εις εµε δηλονοτι “δοξαν παρα του µονου Θεου ου ζητουντες;” Πας ουν ο την του Θεου δοξαν ζητων και το εκεινου θεληµα παντι τροπω και εν παντι πραγµατι σπουδαζων ποιειν, ουδεποτε αρχειν τινος
η ολως υπερεχειν µικρου η µεγαλου καθ᾿ εαυτον εννοησειεν, αλλ᾿ οσω πλειονων οικονοµιαν και φροντιδα εγχειρισθησεται, τοσουτω µαλλον εαυτον εσχατωτερον και δουλον των πολλων εκεινων λαων εξει, εν αισθησει γενοµενον. Οι δε µη τοιουτοι τη διαθεσει γενοµενοι, αλλ᾿ ολως αισθησιν της ανθρωπινης δοξης εσχηκοτες και ορεξιν πλουτου κτησαµενοι και τρυφης, οντως οκνω ειπειν οτι εθνικοι εισιν οι τοιουτοι, και ου χριστιανοι αληθεις, κατα την θειαν φωνην του Ιησου και Θεου· φησι γαρ· “Ταυτα δε τα εθνη του κοσµου επιζητει”. Υµεις δε, φησι, “ζητειτε πρωτον την βασιλειαν του Θεου και την δικαιοσυνην αυτου, και ταυτα παντα προστεθησεται υµιν”. (172) Αλλα γαρ επιστασθε αρα ποιαν λεγει ζητειν ηµας βασιλειαν; Την εν τω υψει των ουρανων, την µελλουσαν µετα την αναστασιν εσεσθαι η, ως που ποτε ουσαν µακραν, ταυτην λεγει ζητειν ηµας; Ουδαµως. Οποιαν δε αρα ζητειν εγκελευεται; Προσεχε ακριβως οποια τις εστιν η ζητεισθαι οφειλουσα παρ᾿ ηµων βασιλεια. Ο Θεος, κτιστης ων και δηµιουργος των απαντων, αει παντων επουρανιων βασιλευει και επιγειων και καταχθονιων· αλλα και των µηπω γεγονοτων ως ηδη γεγονοτων εν αυτω αυτος βασιλευει, οτι δι᾿ αυτου γενησονται και ει τι δ᾿αν µετα ταυτα γενησεσθαι µελλει, βασιλευει δε ουχ ηκιστα και εφ᾿ ενα εκαστον ηµων εν δικαιοσυνη και γνωσει και αληθεια. Ταυτην τοιγαρουν λεγει ζητειν την βασιλειαν υµας, ινα καθως “εβασιλευσεν ο Θεος επι τα εθνη”, ως γεγραπται, βασιλευση και εφ᾿ ηµιν, επειδη εξ εθνων εσµεν. Βασιλευσει δε πως; Ως επι οχηµατος τινος εφ᾿ ηµας εποχουµενος και ως ηνιας τα θεληµατα κρατων εν τη χειρι αυτου των ηµετερων ψυχων, ος και αξει εν οις αν βουληται ηµας ευηνιους ευρων και εις το εκεινου θεληµα οια δη ιπποις χρησεται ηµων τοις θεληµασιν, υπεικουσι προθυµως ταις αυτου νοµοθεσιαις και εντολαις. Ουτω δη βασιλευει Θεος εν οις ουδεποτε εβασιλευσε, καθαιροµενοις δια δακρυων και µετανοιας και τελειουµενοις δια σοφιας και γνωσεως της του Πνευµατος. Ουτω και Χερουβιµ οι ανθρωποι γινονται, τον επι παντων Θεον επι του νωτου των ψυχων αυτων εν τωδε τω κοσµω επιφεροµενοι. Τις ουν επι τοσουτον αφρων και αναισθητος ος προ του την δοξαν ταυτην και ιδειν και παθειν αρχης η δοξης η πλουτου επιθυµησει; Μαλλον δε τις
ουτως απονενοηµενος και αθλιος, ος µειζονα της του Θεου βασιλειας και δοξης αλλην ειναι δοξαν η βασιλειαν η πλουτον η τιµην η αρχην η τρυφην, η τι των λεγοµενων αλλον και νοµιζοµενων καλων επι γης η εν ουρανω, (173) υποπτευσει, ινα και εκεινα αντι ταυτης εκλεξηται; Οντως ουκ εστι ταυτης ετερον ουδεν εφετωτερον τοις γε νουν εχουσι. Τοινυν και περιϊοντι τω Χριστω και βασιλευσαι ζητουντι επι παντας ηµας, µηδεις αφρονως αυτον απωσηται· µηδεις αξιω, του µεγαλου τουτου και ασπαστου δωρου αποστερησειεν εαυτον· µηδεις της αληθινης δοξης εκπτωτον εαυτον απεργασηται· µηδεις δια προσκαιρον πλουτον τον πλουτοδοτην Θεον και ποιητην του παντος καταλειψη· µηδεις δια γονεων και φιλων και συγγενων προσπαθειαν τον ∆εσποτην των αγγελων αρνησηται· µηδεις δι᾿ επιθυµιαν σαρκος του γλυκασµου της οντως ζωης αποστερηθησεται· µηδεις δια δοξαν ευµαραντον της αιωνιου δοξης και ατελευτητου αλλοτριος γενηται. Αλλα δευτε παντες, ει οιον τε, συναχθεντες επι το αυτο, τον υπερανω πασης οντα αρχης και εξουσιας και παντος ονοµατος ονοµαζοµενου ελθειν εφ᾿ ηµας και εφ᾿ ενι εκαστω ηµων βασιλευσαι ποθησωµεν και ζητησωµεν, ως αν εκαστος ηµων, ολον αυτον µεθ᾿ εαυτου λαβων, αχωριστον εξει εν ηµερα τε και νυκτι, λαµποντα τω απροσιτω φωτι ο κατεσθιειν µελλει τοτε τους υπεναντιους, οτε δια τους απιστουντας ελευσεται, τους νυνι µη δεχοµενους αυτον µηδε θελοντας αυτον βασιλευειν επ᾿ αυτους· εν οικια τε συνεισερχοµενον ωσαυτως εξει αυτον και επι της κλινης συνανακειµενον και τω αστεκτω φωτι περιπλεκοµενον τε οµου και αρρητως κατασπαζοµενον, νοσους παραµυθουµενον, λυπας και θλιψεις διωκοντα, δαιµονας απελευνοντα, χαραν και δακρυα υπερ µελι και κηριον γλυκυτερα καθ᾿ ωραν παρεχοντα, παθη ψυχης και σωµατος εξιωµενον, θανατον αφανιζοντα, ζωην ανεκφραστως βλυστανοντα και µετα την εκδηµιαν την εκ του σωµατος εις (174) ουρανους ουρανων αναβιβαζοντα ηµων εκαστον, και εποχουµενον αυτον εκαστος επι των εαυτου ωµων επιφεροµενος, αναλαµβανοµενον οθεν ουκ εχωρισθη. Ταυτα παθειν σε δει και µαθειν, αγαπητε, εν αισθησει παση ψυχης, ως αν εξεις Θεον νυν µεν συναναφεροντα σε διχα του σωµατος, υστερον δε και το σωµα σου τουτο αναστησοντα και
πνευµατικον σοι παρεχοντα, ος και βασιλευων εσεται επι σε εις τους απεραντους αιωνας, αει σε βασταζων εις τον αερα και υπο σου αει βασταζοµενος, ο επι παντων Θεος, ω πρεπει πασα ευχαριστια, τιµη και προσκυνησις συν τω αναρχω αυτου Πατρι και τω παναγιω και αγαθω και ζωοποιω αυτου Πνευµατι νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην. ΛΟΓΟΣ ∆΄. Περι απαθειας και των εν αυτη κατα προκοπην χαρισµατων και δωρεων· και τις η τελειωσις της κατα Χριστον πνευµατικης ηλικιας. (175) Ωσπερ ο τω λαµπροτατω ηλιω ενατενιζειν βουλοµενος καθαρους οφειλει τους του σωµατος οφθαλµους εχειν, ουτω και ο περι απαθειας λεγειν επιχειρων τας της ψυχης κορας, ειτ᾿ ουν αισθησεις, απηλλαγµενας εχειν πασης επιθυµιας πονηρας και εµπαθους λογισµου χρεωστει, ινα µη, υπο των τοιουτων τινος τον νουν οχλουµενος, εις το της καθαροτητος αυτης υψος και εις τον ταυτης βυθον ουκ εξισχυσει τρανων αποβλεψαι η σαφως εξειπειν και αξιως κατανοησαι το πληθος και µεγεθος των ενεργειων και χαρισµατων αυτης. Ει γαρ τεθολωµενω τω νω και ακαθαρτω τη καρδια των αυτης αρξεται θεωρηµατων και υποθεσεως, µη δυναµενος διατρανωσαι τας ενεργειας αυτης ελευθερω τω λογω, εκπεσειται και ων ισως εκ µερους ελαβεν εξ αυτης αγαθων, οια δη ως εξουθενων και ατιµαζων αυτην και ως την δοξαν αυτης αµαυρων· γεγραπται γαρ· “Παντι τω εχοντι δοθησεται και περισσευθησεται, απο δε του µη εχοντος και ο δοκει εχειν αρθησεται απ᾿ αυτου”. Οσοι τοιγαρουν απαθειαν εχουσι, δηλονοτι φιλουσιν αυτην και φιλουνται σφοδρως υπ᾿ αυτης· και τα περι της (176) ακορεστου διαλεγοµενοι, απαθεστεροι ετι παρ᾿ αυτης γινονται, τω περι αυτην εκκαιοµενοι ποθω. Οσοι δε προσδεδενται µικρα ετι και τη τυχουση επιθυµια του κοσµου και των πραγµατων αυτου, η παθει τινι σωµατικω τε και ψυχικω, µακραν εισι και απεχουσι του λιµενος αυτης· οθεν και εαν περι απαθειας λεγειν απαρξωνται και προς το υψος αυτης τον νουν αραι επιχειρησωσιν, ελκοµενοι οια δουλοι και δελεαζοµενοι υπο της
επιθυµιας του εν ω προσδεδενται παθους, και ης πρωην εδοκουν εχειν ειρηνης αποστερουνται των λογισµων· και εικοτως· “Ω γαρ τις ηττηται, φησι, τουτω δεδουλωται”. Τοινυν και σκοτους εκειθεν πληρουµενοι, την αιτιαν ου σφισιν αυτοις των γινοµενων επιγραφονται, αλλα τη παντοδυναµω απαθεια ασθενειαν προσαπτειν κατατολµωσι. Τουτο δε συµβαινει αυτοις, επειδη της µεν νοερας αισθησεως και θεωριας και της παντουργου ενεργειας αυτης πειραν ολως ου κεκτηνται, στοχαστικως δε και εν επινοιαις ποικιλαις και πολυτροποις τα κατ᾿ αυτην αναλογιζοµενοι, αλληναλλως ταυτα υπο της ψευδωνυµου φυσιουµενοι γνωσεως φιλολογουσι τε και περι ων ουκ οιδασι διαβεβαιουνται τους πυθοµενους. ∆ια τοι τουτο ουδε την εξ απιστιας και προληψεως και µακρας συνηθειας και αµελειας προσγενοµενην αυτοις και προσουσαν ασθενειαν συνιδειν η καθοµολογησαι ποτε πειθονται, αλλα και παντας αλλους ανθρωπους οµοιους εαυτων ειναι και υπο των τοιουτων διαµαρτυρονται καταδουλουσθαι παθων· ου γαρ συγχωρουνται υπο της οιησεως και του φθονου µειζονα ποτε εαυτων επ᾿ αρετη και σωφροσυνη προσµαρτυρησαι τινι. Αλλα µη γενοιτο ηµας, τους ευτελεις και του λεγειν αναξιους, περι τοιουτων ουτω καθυποκρινοµενους, καταψευδεσθαι της αληθειας και διαβεβαιουσθαι περι ων ουκ (177) εγνωµεν πειρα µαλλον η λογοις εις ηµας αυτους την ενεργειαν των µελλοντων ρηθησεσθαι προτερον· α δε καταλαβειν ηξιωθηµεν και µαθειν παρα των ελλαµφθεντων υπο της µακαριας απαθειας τον νουν και α παρ᾿ αυτης, παραφρονουντες λαλουµεν, µυστικως ακηκοαµεν εις το ους, ως απερριµµενοι τινες και του µηδενος αξιοι, κατα την ανωθεν κελευουσαν χαριν επι των δωµατων κηρυξοµεν, ινα µη ως ο το ταλαντον κατακρυψας δουλος κατακριθωµεν. Καθαπερ ουν ηκουσατε λεγοντος του ∆εσποτου· “Πολλοι µεν κλητοι, ολιγοι δε εκλεκτοι” και “Εν τη οικια του πατρος µου µοναι πολλαι εισιν”, ουτως ειδεναι βουλοµαι παντας υµας, οτι πολλοι µεν αγιοι, ολιγοι δε απαθεις· και προς τουτοις πολλη παλιν εν αµφοτεροις υπαρχει διαφορα. Και προσεχε ακριβως τη των λεγοµενων δυναµει και ακριβεια. Αλλο υπαρχει απαθεια ψυχης και ετερον απαθεια σωµατος· η µεν γαρ και το σωµα καθαγιαζει, η δε αυτη µονη καθ᾿ εαυτην
ουδεν τον κεκτηµενον ονισησιν. Αλλο ακινησια των του σωµατος µελων και των παθων αυτων της ψυχης και ετερον κτησις αρετων· η µεν γαρ εκ φυσεως προσεστιν, η δε και τας φυσικας απασας κινησεις ειωθε καταστελλειν. Αλλο το µη επιθυµειν τινος των του κοσµου τερπνων και ηδεων και ετερον το εφιεσθαι των αιωνιων και ουρανιων αγαθων, επειδη των µεν προτερων αλλοι δι᾿ αλλο τι και πλειονες αυτων κατεφρονησαν, των δε δευτερων ολιγοι παντελως εφροντισαν. Ετερον µεν ουν µη ζητειν εξ ανθρωπων δοξαν και ετερον το της δοξης εκκρεµασθαι του Θεου και ταυτην αεναως επιζητειν· την µεν γαρ και υπο παθων αλλων πλειστοι κυριευθεντες απωσαντο, την δε ολιγοι λιαν κοπω και πονω πολλω λαβειν ηξιωθησαν. Αλλο το ευτελει εσθητι αρκεισθαι (178) και στολης λαµπρας µη επιθυµειν και ετερον το ενδεδυσθαι το φως του Θεου· της µεν γαρ υπο ετερων µυριων επιθυµιων καθελκοµενοι τινες κατεφρονησαν, το δε µονοι περιβεβληνται οι του φωτος υιοι και της ηµερας καταξιωθεντες γενεσθαι. Αλλο το ταπεινολογειν και ετερον ταπεινοφρονειν· και αλλο ταπεινωσις και ετερον το της ταπεινωσεως ανθος και ετερον ο ταυτης καρπος και το του καρπου ταυτης καλλος και η ηδυτης αυτου και ετερον αι εκ τουτου ενεργειαι. Τουτων δε τα µεν εφ᾿ ηµιν, τα δε ουκ εφ᾿ ηµιν εισι· και τα µεν εφ᾿ ηµιν το παντα νοειν, το φρονειν, το λογιζεσθαι, το λεγειν και πραττειν οσα προς ταπεινωσιν ηµας φερουσιν· η δε αγια ταπεινωσις και τα λοιπα ταυτης ιδιωµατα και χαρισµατα και αι ταυτης ενεργειαι δωρον εισι Θεου και ου των εφ᾿ ηµιν εισιν, ινα µηδε εν τουτω τις καυχησηται· ων και ουδεις ποτε τυχειν καταξιωθησεται, ει µη καλως τα οσα εφ᾿ εαυτον εισι σπερµατα καταβαληται. Αλλο το µη δακνεσθαι µηδε οργιζεσθαι εν ατιµιαις και υβρεσι και εν πειρασµοις και θλιψεσι, και ετερον το ευδοκειν εν αυτοις. Αλλο το ευχεσθαι υπερ των τα τοιαυτα ποιουντων εις ηµας και αλλο το αφιεναι αυτοις και ετερον το αγαπαν αυτους ως ευεργετας απο ψυχης και ετερον το νοερως ανατυπουν τα προσωπα ενος εκαστου αυτων και ως γνησιους φιλους απαθως αυτους κατασπαζεσθαι εν δακρυσιν αγαπης ειλικρινους, ιχνους ολως αηδιας τινος δηλονοτι µη εµφωλευοντος αυτου εν τη ψυχη. Μειζον δε τουτων ων ειποµεν, οταν και εν αυτω τω των
πειρασµων καιρω την ισην κεκτηται τις και οµοιαν αναλλοιωτως διαθεσιν και προς αυτους τους κατα προσωπον λοιδορουντας αυτον και ενδιαβαλλοντας και προς παντας αλλους (179) τους η κατακρινοντας αυτον η υβριζοντας η καταδικαζοντας η εµπτυοντας εις το προσωπον, αλλα µην και προς αυτους τους εν προσχηµατι µεν φιλιας εξωθεν διακειµενους, λαθραιως δε τα αυτα τοις ειρηµενοις διαπραττοµενους µεν κατ᾿ αυτου, µη λανθανοντας δε. Τουτων δε παλιν υπερτερον ασυγκριτως ειναι υπειληφα το εν ληθη παντελει των ωνπερ αν παθοι τις γινεσθαι και µητε αποντων µητε παροντων των λυπησαντων η αλλως εµπαροινησαντων µεµνησθαι ποτε, επισης δε µαλλον τοις φιλοις και τουτοις προσφερεσθαι διχα τινος αλλου διαλογισµου εν τε οµιλιαις, εν τε συνεστιασεσι. Ταυτα µεν ουν απαντα εργα και πραξεις των εν φωτι περιπατουντων ανδρων εισι· οσοι δε εξω τουτων και των τοιουτων εαυτους ειναι καταµανθανουσι, µη πλανασθωσαν µηδε εξαπατατωσαν εαυτους, αλλα βεβαιως ειδετωσαν οτι εν σκοτει πορευονται. Και προς τουτοις αλλο το φοβεισθαι τον Θεον και ετερον το ποιειν τας αυτου εντολας, καθως γεγραπται· “Φοβηθητε τον Κυριον παντες οι αγιοι αυτου”, και παλιν· “Εκκλινον απο κακου και ποιησον αγαθον”. Αλλο αργια και ετερον ησυχια και αλλο σιωπη· ετι δε αλλο αναχωρησις και η εκ τοπων εις τοπους µεταβασις, και ετερον η ξενιτεια. Αλλο αναµαρτησια και ετερον η των εντολων εργασια. Και επι πασι τουτοις ετερον το ανθιστασθαι και πολεµειν τοις εχθροις και αλλο το τελειως ηττησαι και υποταξαι και θανατωσαι αυτους· το µεν προτερον αγωνιστων εστι και αγιων, εαν εν τουτω φθασωσι τελειωθηναι, το δε δευτερον, απαθων και τελειων, δια κοπων δηλονοτι πολλων και ιδρωτων τους εαυτων τροπωσαµενων εχθρους και τελειαν την κατ᾿ αυτων αραµενων νικην και την ζωηφορον του Κυριου νεκρωσιν στολισαµενων λαµπρως. (180) Τοιγαρουν και πολλοι µεν προς ταυτα εαυτους αλλος δι᾿ αλλο τι επιδεδωκασιν, ολιγοι δε λιαν οι µετα φοβου εµφυτου και αγαπης της προς Θεον µετα πιστεως αδιστακτου τουτοις επιχειρουντες, οι και µονοι, υπο της χαριτος βοηθουµενοι, συντοµως κατορθουσι την της αρετης εργασιαν και προς τα
προειρηµενα παντα προκοπτοντες καθ᾿ ωραν προσεπεκτεινονται. Οι δ᾿ αλλοι “αφιενται ως εν αβατω” κατα το ειρηµενον “περιπλανασθαι και ουχ οδω”, περι ων γεγραπται· “Εξαπεστειλα αυτους κατα τα επιτηδευµατα των καρδιων αυτων· πορευσονται εν τοις επιτηδευµασιν αυτων”. “Καθο γαρ ουκ εδοκιµασαν τον Θεον εχειν εν επιγνωσει, παρεδωκεν αυτους ο Θεος εις αδοκιµον νουν ποιειν τα µη καθηκοντα”. Οι ουν καλον τον θεµελιον της πιστεως και ελπιδος εν φοβω και τροµω επι πετραν υπακοης πνευµατικων πατερων καταβαλοντες και ως εκ Θεου στοµατος τα παρ᾿ εκεινων εντελλοµενα τω θεµελιω τουτω της υποταγης αδιστακτως εποικοδοµουντες ευθυς κατορθουσι το απαρνησασθαι εαυτους. Το γαρ µη το εαυτου αλλα το του πνευµατικου πατρος αυτου θεληµα εκπληρουν ενεκεν εντολης Θεου και γυµνασιας προς αρετην, ου µονον απαρνησιν εαυτου, αλλα και νεκρωσιν την προς τον κοσµον απαντα εµποιει. Επειτα ως εν ερηµω, µαλλον δε εξω του κοσµου, εν αισθησει τελεια γενοµενος ο τοιουτος, αρρητω φοβω και τροµω κατασχεθεις, βοα προς τον Θεον εξ ολης ψυχης, ως ο εκ Ιωνας εκ του κητους, ως ο ∆ανιηλ εκ του λακκου των λεοντων, ως οι τρεις παιδες εκ της καµινου του πυρος, ως ο Μανασσης εκ του χαλκουργηµατος. Ου και εισακουων ο παναγαθος ∆εσποτης ευθυς, ο δους την ψυχην αυτου υπερ ηµων των αµαρτωλων, των κατωδυνων στεναγµων της φωνης της δεησεως αυτου, ρυεται αυτον, (181) ως εκ κητους µεν, εκ του βυθου της αγνοιας και του σκοτασµου της φιλιας του κοσµου προς το µηκετι αυτον προς τα τοιαυτα καν τω λογισµω επιστρεψαι· ως εκ λακκου δε των λεοντων, των πονηρων επιθυµιων των αρπαζοντων και κατεσθιοντων τας των ανθρωπων ψυχας· ως εκ καµινου δε πυρος, εκ των κατεχοντων παντας ανθρωπους προληψεων εµπαθων, των ως πυρ κατακαιοντων και καταλυµαινοµενων και προς ατοπους πραξεις βια ελκοντων ηµας και την φλογα των παθων εν ηµιν αναπτοντων, καταδροσιζων εν Αγιω Πνευµατι και ακαταφλεκτον αποτελων αυτον· ως εκ του χαλκουργηµατος δε, εκ της γεωδους και βαρειας και εµπαθους ηµων ταυτης σαρκος, εν η οικουσα ηµων η ψυχη και δεινως κατεχοµενη και πεδουµενη και βαρουµενη, προς πασαν αρετην και εργασιαν των εντολων του Θεου ακινητος υπαρχει πανταπασι και
απροθυµος. Εξ ης ελευθερουµενη µεν, ου χωριζοµενη δε, βοα συν τω προφητη ∆αυιδ και αυτη λεγουσα· “∆ιερρηξας τον σακκον µου και περιεζωσας µε ευφροσυνην, οπως αν ψαλλη σοι η δοξα µου”. Ου µονον δε, αλλα και ευχαριστει µετα Παυλου λεγουσα· “Ευχαριστω τω Θεω δια Ιησου Χριστου του Κυριου ηµων, οτι ο νοµος του πνευµατος της ζωης εν Χριστω Ιησου ηλευθερωσε µε απο του νοµου της αµαρτιας και του θανατου”. Τουτων ουν ουτω Χριστου χαριτι γενοµενων, και της αγνοιας και του σκοτασµου της φιλιας του κοσµου ρυσθεις, ινα τα αυτα παλιν ειπω, των πονηρων τε και αισχρων απαλλαγεις επιθυµιων και απο του θανατου του σωµατος, υπο τον νοµον της αµαρτιας καταδουλουντος ηµας, ελευθερωθεις, τι εκτοτε ο τοιουτος µελλει ποιειν; Αρα γε τη ελευθερια ταυτη εις ανεσιν και αµεριµνιαν χρησεται; Απαγε· δουλων οντως αι υποληψεις αυται εισι και ουκ ελευθερων· ο γαρ της ελευθεριας ταυτης (182) καταξιωθεις οιδεν οτι ηλευθερωθη απο του νοµου της αµαρτιας του µηκετι δουλευειν αυτον τη αµαρτια, αλλα δουλευειν τη δικαιοσυνη, ος εστι Χριστος ο Θεος, ο δικαιοσυνης ηλιος και ων και καλουµενος. Και ινα εκ παραδειγµατος δειξω υµιν οιαν µαλλον εκτοτε επιδεικνυται προς τον Θεον ευνοιαν ο τοιουτος, εκ των ανθρωπινων και εις ηµας αει γινοµενων παραστησω αυτην. Καθαπερ γαρ βασιλευς τις, ευσπλαχνος ων και φιλανθρωπος, δουλον εαυτου υπο τυραννου τινος εκουσιως αιχµαλωτισθεντα και εις δουλειαν υπαχθεντα τω πηλω και τη πλινθεια και τω βορβορω θεασαµενος αυτον ανηλεως κακοπαθουντα και ταις του πονηρου τυραννου εκεινου ακαθαρτοις επιθυµιαις υπηρετουµενον, αυτος εκεινος αφικνουµενος αφαρπαζει και ελευθερον της αισχρας εκεινης και µοχθηρας αποδεικνυσι λειτουργιας, και τουτον αναγαγων εν τοις βασιλειοις αποκαθιστησι, µηδαµως εν µηδενι προσονειδισας αυτον· ο δε δουλος εκεινος, ο τοσουτων και τηλικουτων απαλλαγεις ανιαρων, τη προς τον εαυτου δεσποτην ευνοια των µη αιχµαλωτισθεντων συνδουλων αυτου σπουδαιοτερος εν ταις εντολαις του δεσποτου αυτου φανηναι φιλοτιµειται, ως αν µειζονα και την προς αυτον αγαπην και θερµοτεραν επιδειξηται, διηνεκως µεµνηµενος οσων υπ᾿ αυτου ερρυσθη κακων· ουτω
µοι και περι του απολαυσαντος της επικουριας Θεου, καθαπερ ειρηται, υπονοει. Και καθαπερ ο βασιλευς εκεινος ευπροθυµως ορων και µετα ταπεινωσεως πασης τα θεληµατα αυτου εκπληρουντα τον δουλον εκεινον, ει και µηδεν δειται της υπηρεσιας αυτου, πληθη αναριθµητα οικετων εχων, αλλ᾿ οµως δια την ευγνωµοσυνην αυτου αµετρητον επιδειξεται εις αυτον την αγαπην, ουτω και εν τοις ειρηµενοις υπολαµβανε. Ουτε γαρ ο της ελευθεριας του Πνευµατος απο Θεου απολαυσας ενδωσει ποτε του µη ετι (183) και ετι ποιειν το θεληµα του Θεου και µετα θερµοτερας της προθυµιας, ουτε ο αιωνιος βασιλευς και Θεος υστερησει αυτον τα αγαθα της αιωνιου ζωης του µη επιδαψιλευσασθαι ταυτα επ᾿ αυτω, και τοσουτον οσω και την προς αυτον θεραπειαν επιτεινοντα καθ᾿ εκαστην βλεπει αυτον. Των ευεργεσιων δε και των δωρεων του Θεου, ων ποιει εις τους δουλους αυτου, ουκ εστι µετρον η καταληψις αυτων παρ᾿ ηµων· και τα µεν διδωσιν αυτοις, τα δε δωσει. Αλλα γαρ εξ ων διδωσιν ενταυθα τοις αγαπωσιν αυτον ο φιλοικτιρµων Θεος, ολιγα τινα χρη προς την ηµετεραν αγαπην ειπειν, τα µεν εκ των θειων Γραφων, τα δε εξ αυτης της πειρας καταλαβοντα. Επειδηπερ δια τρια ταυτα πασαν σπουδην και µεριµναν οι ανθρωποι επιδεικνυνται, φηµι δη δια πλουτον, δια τιµην, δια δοξαν και την εξ αυτων εγγινοµενην ηµιν ελευθεριαν τε και χαραν και απολαυσιν, εν πρωτοις ο ∆εσποτης ηµων και Θεος ταυτα τοις παντα ριψασι και τον σταυρον αρασι και κατα ποδας αυτου ανεπιστροφως βαδιζουσι πλουσιως χαριζεται· αντι φθαρτου γαρ πλουτου αυτος αυτοις ολον εαυτον διδωσιν. Οιδας την του ρηµατος δυναµιν; Ηκουσας θαυµα φρικτον; Καθαπερ γαρ οι εν τω κοσµω πλουσιοι τον πλουτον αυτων εν οιαις αν βουλωνται χρειαις και επιθυµιαις και απολαυσεσιν αναλισκουσιν, ουτω και ο καλος ηµων ∆εσποτης εαυτον δωρειται τοις γνησιοις δουλοις αυτου και πασαν αυτων εφεσιν και επιθυµιαν, ως βουλονται και υπερ ο βουλονται, πληροι· και εµπιπλα αυτους αφθονως παντος αγαθου και δαψιλως και αδιαλειπτως επιχορηγει αυτοις την αφθαρτον τρυφην και αεναον. Και πρωτα µεν πληρουνται αρρητου χαρας, οτι ουχι τον κοσµον ουδε τα εν τω κοσµω, αλλα τον Ποιητην (184) των απαντων και
Κυριον και ∆εσποτην εκτησαντο εν εαυτοις. Επειτα επενδυονται το φως, αυτον τον Χριστον και Θεον, ολον ολω τω σωµατι· και ορωσι κεκοσµηµενους εαυτους αρρητω δοξη και αστραπτουση θεια στολη και τας οψεις καλυπτουσιν εαυτων, µη φεροντες οραν την ακατανοητον και αστεκτον της στολης αυτων λαµπηδονα, ως επιζητειν αυτους τοπον αποκρυβης, οπως εκεισε γενωνται και το πολυ βαρος της δοξης αποθωνται. Ειθ᾿ ουτως ο αυτος ∆εσποτης και τροφη και ποσις γινεται αυτοις αεναος και αθανατος· τοις µεν ως φωτοειδης µαζος τω του νοος αυτων στοµατι εµβαλλοµενος καθοραται και θηλαζειν αυτοις παρεχει, οσοι νηπιοι ετι κατα Χριστον πελουσι και ουπω στερεας τροφης µεταλαβειν εισιν ικανοι, οις και γινεται αµα τροφη τε και ποσις, τοσαυτην εµποιων αυτοις την ηδυτητα, ως µη βουλεσθαι, µαλλον δε µηδε δυνασθαι, ολως αποσπασθηναι αυτου· τοις δε γε απογαλακτισθεισι καθαπερ πατηρ φιλοτεκνος προσφερεται παιδαγωγων και παιδευων αυτους. Ωσπερ γαρ ο φιλοστοργος πατηρ συνεστιους µεν ποιειται τους εαυτου υιους, επαν δε περι τα µαθηµατα αυτων αµελως ιδη διατεθεντας αυτους και µετεωριζοµενους εν τισιν ανωφελεσι πραγµασιν, εξωθει της εαυτου τραπεζης και τοις αυτου δουλοις παρακελευεται µη δουναι αυτοις τροφην, παιδευων αυτους µη καταφρονητας ειναι και αµελεις, ουτω και ο καλος ∆εσποτης ηµων και Θεος εν τοις δουλοις αυτου και κατα φιλανθρωπιαν και χαριν υιοις διατιθεται· επιδιδωσι γαρ εαυτον αυτοις, “ο αρτος ο εκ του ουρανου καταβαινων και ζωην διδους τω κοσµω”· και εκ αυτου και συν αυτω εις κορον τρεφονται αεναως και προς ζωην αΐδιον µεθαρµοζονται τη µεθεξει, και ψυχην και σωµα καθαγιαζοµενοι. Οτε δε των εντολων αµελησουσι και ραθυµως η καταφρονητικως διατεθηναι τω (185) αυτεξουσιω θελησουσι και προς τι των του κοσµου πραγµατων ασχοληθωσιν, αποκλιναντες εις ανωφελη και τα µη προσηκοντα τη θεοσεβεια, τοτε αποστερει αυτους εαυτον ο τροφευς του παντος. Αλλα γαρ εις συναισθησιν ελθοντες του αγαθου ου εστερηθησαν, επιστρεψαντες αυθις και συνηθως τουτον ζητησαντες και µη ευροντες, κοπτονται, κλαιουσι και εαυτους αποδυρονται, πασαν τε κακοπαθειαν εαυτοις επιφερουσι και πασαν θλιψιν και παντα πειρασµον και ατιµιαν επιποθουσιν,
οπως ιδοι ο φιλανθρωπος τουτων πατηρ τας θλιψεις αυτων και την εθελουσιον κακωσιν και ελεησας αυτους επιστρεψη και αυθις αυτοις εαυτον επιδω· ο και γινεται. Και εις την προτεραν οικειοτητα και δοξαν και εις αυτην των αγαθων την τρυφην “α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη” µετα πλειονος της παρρησιας αποκαθιστανται, ευλαβουµενοι πλεον η προτερον τον εαυτων πατερα και τρεµοντες ως δεσποτην, οπως µη τοις αυτοις εξ απροσεξιας και αυθις περιπαρωσι κακοις και του παναγαθου απορριφωσι πατρος. Και ταυτα µεν οι εµπονως µετανοουντες ποιουσιν αµα και πραττουσι των ειρηµενων επιτυγχανουσιν αγαθων. Οσοι δε προς τους πονους και προς τας θλιψεις και στενοχωριας της µετανοιας απαγορευσουσι, προς ραθυµιαν δε και ανεσεις εαυτους επιδωσουσιν, ως αναξιοι και νοθοι υιοι, µαλλον δε ειπειν ως καταφρονηται, και τας του σωµατος ηδονας υπερ τα αιωνια αγαθα και υπερ αυτον τον Θεον αυτων προτιµησαντες, ουκετι της τρυφης ταυτης ουτε µην του ενδυµατος της του Θεου δοξης καταξιουνται, αλλα και του πλουτου της χρηστοτητος του Θεου εαυτους ενδικως αποστερουσι και κυσιν οµοιουνται αδεσποτοις. Καθαπερ γαρ οι αδεσποτοι κυνες εν ταις πλατειαις και ρυµαις της πολεως περιΐασιν, ιν᾿ οστουν που (186) η δερµατος παλαιου µερος απορριφεν λαβωσιν, η και κοπρον η αιµα λειξουσι σφαγεντων κτηνων, ει δε και θνησιµαιον αυτοις ευρεθη, ακορεστως εσθιουσι και ου χωριζονται του πτωµατος προτερον, αλλα και τους αλλους κυνας µαχοµενοι εκδιωκουσιν, εως αν ου των εγκατων µονον αλλα και αυτα τα οστα γυµνα των νευρων αποδειξωσιν, ουτω και ουτοι εν ταις των πλουσιων και πενητων θυραις αγυρτικως περιτρεχουσιν, ινα χρυσον που η αργυρον η χαλκον διδοµενον εγκολπωσωνται, επει του αληθινου και αρρευστου πλουτου εξεπεσον· και οταν τυχωσι του σκοπου, τοτε προς ολιγον, ως κεκορεσµενοι και µηδενος χρηζοντες, ουτω διακεινται· επαν δε ο λιµος της απληστιας εξ ανελπιστιας αυτους καταλαβη, τη προτερα και αυθις αγυρτια εαυτους εκδιδοασιν, ελεεινοι των παροντων, καν του κοσµου τον πλουτον απαντα κτησωνται, ελεεινοτεροι των µελλοντων, οτι την αιωνιοιν ζωην εκουσιως απωσαντο.
Εφανερωσε γαρ αυτοις ο Θεος τον της χαριτος αυτου πλουτον, εις το ειναι αυτους αναπολογητους· και της επουρανιου δωρεας γευσασθαι αυτους κατηξιωσε και Πνευµατος Αγιου µετοχους πεποιηκε, καθα και ο θειος Παυλος ανεκραγεν· “Οι δε ουχ ως Θεον εδοξασαν”, η ηγαπησαν, η το απειρον της αυτου ηδεσθησαν αγαθοτητος, “η αυτω ευχαριστησαν, αλλ᾿ εµαταιωθησαν εν τοις διαλογισµοις αυτων και εσκοτισθη η ασυνετος αυτων καρδια· φασκοντες γαρ ειναι σοφοι, εµωρανθησαν”. Ουχ ουτως δε παντες οι φοβουµενοι τον Κυριον· αλλ᾿ οσοι τας του ιδιου πατρος και δεσποτου παιδειας ως ευγνωµονες δουλοι και ως υιοι γνησιοι µετα χαρας υπενεγκωσι, λεγοντες· “Παιδειαν Κυριου υποισω, οτι ηµαρτον αυτω “, και αλλως· “Ουκ αξια τα παροντα παθηµατα προς την (187) αποκαλυπτοµενην ηµιν δοξαν εισι”, και ουτως εµµεινωσι τη καθηµερινη, ως εφηµεν, παιδεια και διηνεκει µετανοια, µη αποσκιρτωντες η προς ταυτην αχθοµενοι, τω προειρηµενω τροπω παιδαγωγουµενοι, εν τω οικω τω πατρικω εστολισµενοι λαµπρως αει διαµενουσι, συνεστιοι τω εαυτων πατρι γινοµενοι και την δοξαν καθορωντες αυτου και τον πλουτον ον κληρονοµειν µελλουσιν. Οταν δε καλως ανατραφωσι και παιδευθεντες εις µετρον ηλικιας τελειου ανδρος καταντησωσι, τηνικαυτα και ο παναγαθος πατηρ παντα τα υπαρχοντα αυτω διδωσιν εις τας χειρας αυτων. Αλλα γαρ ειπωµεν προτερον τι το µετρον της πνευµατικης ηλικιας και το υψος του πληρωµατος του Χριστου και ουτως περι των υπαρχοντων τω Πατρι και οπως διδωσι ταυτα εις τας χειρας των πιστευοντων αυτω διελθωµεν. Προσεχε ουν τη δυναµει των ρηθησοµενων σοι συνετως. Μετρον ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου ταυτα εισι πνευµατικως θεωρουµενα· και ινα κατωθεν την αρχην ταυτης ποιησωµαι, ποδες αυτης η πιστις και η αγια ταπεινωσις εστι, βασις στερρα και ακραδαντος. Σκελη και αστραγαλοι, κνηµαι και γονατα και µηροι, η ακτηµοσυνη, η γυµνοτης, η ξενιτεια, η δια Χριστον υποταγη µετα γνωσεως, η υπακοη και η ευπροθυµος δουλεια. Μελη και µορια α εγκαλυπτεσθαι χρεων, η αδιαλειπτος ευχη κατα νουν, η εκ της χυσεως των δακρυων εγγινοµενη ηδυτης, η χαρα της καρδιας και η αφατος ταυτης
παρακλησις. Νεφροι και οσφυς, η προς τας ευχας και τας συναξεις στασις και καρτερια και η εκειθεν εγγινοµενη πυρωσις του επιθυµητικου προς θεωριαν και συνουσιαν Θεου, καθως ο θειος ∆υιδ αναγραφεται ουτω λεγων· “Πυρωσον τους νεφρους µου και την καρδιαν µου”. Και ο Παυλος φησι· (188) “Στητε ουν περιζωσαµενοι τας οσφυς υµων εν αληθεια”. Και των αποστολων ο κορυφαιοτατος Πετρος “∆ιο, φησιν, αναζωσαµενοι τας οσφυς της διανοιας υµων, νηφοντες τελειως, ελπισατε επι την φεροµενην υµιν χαριν εν αποκαλυψει Ιησου Χριστου, ως τεκνα υπακοης”. Χαριν, την του παναγιου Πνευµατος φησι δωρεαν, ητις συµµετοχους ηµας και συγκοινωνους Θεου απεργαζεται. Κοιλια και στοµαχος και η των ενδοσθιων κατασκευη το χωρητικον υπαρχει και νοερον της ψυχης εργαστηριον, εν ω το λογιστικον ως καρδιαν µεσον νοησεις, και εν τω λογιστικω, το επιθυµητικον τε και θυµικον· α και δικην πλευρων, ψυων τε και νευρων και πιµελης, η πραοτης, η απλοτης, η ανεξικακια, η συµπαθεια και η ευλαβεια συνεχουσι και συνδουσι, περιεπουσι τε και συγκαλυπτουσι και προς τα ορωµενα ουκ εωσιν αποβλεπειν η τινος επιθυµειν των εν αυτοις, αλλ᾿ ουδε µνησικακειν συγχωρουσιν η φθονειν η ζηλουν η οργιζεσθαι η ορασθαι ταυτα ποτε υπο των ανθρωπων. Ορµης γαρ αυτων εµπαθους ολως προς τα εξω µη γινοµενης, κεκαλυµµενα διατηρουνται· ενδοθεν δε αυτα καθ᾿ εαυτα οντα και ασφαλως υφ᾿ ων ειρηκαµεν φυλαττοµενα, το µεν λογιστικον διακρινει και διαιρει το χειρον απο του κρειττονος και δεικνυει τω επιθυµητικω οις δει σχετικως προσκεισθαι και α δει αγαπαν και α χρεων αποστρεφεσθαι και µισειν· το δε θυµικον µεσον τουτων ωσπερ τις υπηρετης ευγνωµων παρεστι, τοις εκεινων εξυπηρετων βουληµασι και θεληµασι συνεργων, διεγειρων προς ανδρειαν και αµυναν των βουλοµενων αγαθων ανδρων η πονηρων την εφ᾿ εκατερα τουτων επι τοις πραγµασιν ενστασιν. Επει δε κρεισσων ασυγκριτως των ορωµενων απαντων ο ταυτα κατασκευασας Θεος, αντι παντων και προ παντων εικοτως ο λογω τετιµηµενος και αθολωτος, ως ειποµεν, (189) και ασυγχυτον εκ των εµπαθων προληψεων κεκτηµενος τον νουν, τον των απαντων ποιητην και δεσποτην προτιµησει και
αγαπησει και προς µονον εκεινον ολον αυτου το επιθυµητικον ανενεγκη, οιονει πως υποδεικνυων αυτω και λεγων· “Ακουσον µου και ιδε· αψαι φρικτως, γευσαι της ακηρατου γλυκυτητος, του πνευµατικου οσφρανθητι µυρου και γνωθι ως ουδεις τουτου εστιν ωραιοτερος η τερπνοτερος η ηδυτερος η το συνολον δυνατωτερος η ενδοξοτερος, ου µην αλλα γαρ ουδε ζωωσαι η αφθαρτωσαι η απαθανατισαι σε δυναµενος”. Τοιγαρουν και οταν δια παντων τουτων η επιθυµια πληρωθη του ανθρωπου, τηνικαυτα και ολον το θυµικον τω λογιστικω τε και επιθυµητικω συγκραθεν, εν τα τρια εν τη θεωρια της τριαδικης εναδος και εν αυτη τη τερπνοτητι του εαυτων γινονται δεσποτου. Ου γαρ επιγινωσκεται ολως η τριττη τοτε τουτων διαιρεσις, αλλ᾿ εισιν εκ παντος εν. Οπηνικα τοτε τουτων διαιρεσις, αλλ᾿ εισιν εκ παντος εν. Οπηνικα ουν εκ µονου του ενος και αγαθου τη απλοτητι, επι τη των πονηρων και αγαθων πραγµατων διακρισει και διαιρεσει, επιστραφωσιν αι δυναµεις αυται προς τα ενταυθα, τηνικαυτα η τουτων θελησις και διαιρεσις και η προς τα εναντια των θειων θεληµατων αποστροφη αδιαιρετως δεικνυται· εν γαρ µονοις τουτοις η του θυµικου κινησις γινεται. Ειχοµεν ετι και ετερα τουτων πλειονα περι στοµαχου και ηπατος, περι τροφης, περι ποσεως, περι πεινης και διψης ειπειν· αλλ᾿ ινα µη µακρον αποτεινω τον λογον και εκφορα τα ανεκφορα ποιησω των λογων τοις θηρευταις, τοις ειθισµενοις πλουτειν εξ αλλοτριων χρηµατων, κατελιποµεν ταυτα τη σιωπη κεκαλυπτοµενα τοις δια της πρακτικης γνωσεως εκζητειν βουλοµενοις. Αλλ᾿ επι το προκειµενον επανελθωµεν. Επει ουν µεχρι γαστρος και στοµαχου το σωµα της κατα Χριστον διεπλασαµεν ηλικιας, χρεων και µεχρι της κεφαλης ανελθειν εως ου αρτιον και σωον αυτο πνευµατικως εκπληρωσωµεν. Στηθος τοιγαρουν και νωτον, ωµους, βραχιονας, χειρας (190) ηδη και τραχηλον τουτω τω σωµατι της πνευµατικης ηλικιας συµπλαττοµεν. Και στηθος µεν επι τουτω νοησεις την ευσπλαγχνιαν, εν η οι µαστοι της φιλανθρωπιας το γαλα της ελεηµοσυνης ορφανοις και χηραις και πασιν αλλοις αφθονως προχεουσι κατα τον λεγοντα αγιον· “Αδελφοι, κτησασθε σπλαγχνα οικτιρµων”. Οθεν το γαλα τουτο τοις µαστοις χορηγειται και οπως εργαζεται, υµιν εασω ζητειν. Νωτον δε, το
τα αλλοτρια βαρη εφ᾿ εαυτον ευπροθυµως αιρειν και τα στιγµατα του Κυριου Ιησου εν εαυτω περιφερειν, καθως φησιν ο Αποστολος· “Υµεις οι δυνατοι τα βαρη των αδυνατων βασταζετε”, και αυθις· “Του λοιπου κοπους µοι µηδεις παρεχετω· εγω γαρ τα στιγµατα του Κυριου Ιησου εν τω σωµατι µου βασταζω”. Και ο Κυριος δια του προφητου· “ Τω νωτον µου, φησι, δεδωκα εις µαστιγας και τας σιαγονας µου εις ραπισµον”. Απερ, ει και µη απαντησει καιρος του παθειν, αλλα χρη ελπιζειν αει και προς ταυτα καθ᾿ ωραν παρασκευαζεσθαι. Ωµους δε και βραχιονας, το υποµονητικον τε και καρτερικον εν τοις πειρασµοις και ταις θλιψεσι, δι᾿ ων αι χειρες και µεθ᾿ ων ενεργειν δυνανται. Χειρας δε φηµι το προς πασαν υπακοην και εργασιαν των εντολων του Θεου ενεργητικον τε και προθυµον, ατινα διχα υποµονης και καρτεριας πολλης ουδεις ουδαµως κτησασθαι δυναται. Εχει δε προς ταυταις και πνευµατικας χειρας η ηλικια αυτη, δι᾿ ων τους µεν ολιγοψυχους παραµυθειται, τους δε καταπιπτοντας ανιστα, τους συντετριµµενους καταδεσµει, ελαιον και οινον επιχεων αυτοις, µεθ᾿ ων και αλλα πολλα λογω και εργω προς τους πλησιον καθ᾿ εκαστην ποιει και αυτου του κρασπεδου απτεται του δεσποτικου και αρτον προσφερει τω Κυριω αυτου και το ποτηριον διδωσιν εις τας χειρας αυτου. Και ουτω τρεφει (191) τον τρεφοντα νευµατι και πασαν πνοην, τροφην ην ειπεν εκεινος επιθυµειν και εφιεσθαι· και µακαριος ο ειδως ταυτα και εχων και προσφερων τω δεσποτη αυτου, οτι κακεινος ανακλινει αυτον εν τη βασιλεια των ουρανων, ο επι των Χερουβιµ εποχουµενος, και περιζωσαµενος κατα την αφευδη επαγγελιαν αυτου διακονησει αυτω. Τραχηλος δε του σωµατος τουτου η αδιστακτος εστιν ελπις. Ιδου ουν ολον το σωµα απηρτισαµεν, Θεου βοηθεια και χαριτι, ανδρος, ως οιµαι, τελειου παντα τα µελη ολοκληρα εχον. Λειπεται τοιγαρουν τουτω µονη η κεφαλη. Αλλ᾿ ισως παντα ειπειν ηµας ελογισασθε και µηδεν µηδαµως υστερηκεναι, ως αρκουντων δηθεν και των ειρηµενων εις ολοκληριαν αρετης και σωτηριαν ψυχης. Ουκ εστι δε τουτο, ουκ εστιν. Ωσπερ γαρ το σωµα, εχον παντα τα µελη, της δε κεφαλης εστερηµενον, νεκρον εστιν εις απαν και ανενεργητον, και παλιν η κεφαλη διχα
του λοιπου ολου σωµατος αυτη µεν καθ᾿ εαυτην κεφαλη εστι, κεχωρισµενη δε τουτου τυγχανουσα τας εαυτης ενεργειας δεικνυειν ου δυναται, ουτω µοι νοει και εις το υφ᾿ ηµων δια της συνεργειας του Αγιου Πνευµατος κατασκευασθεν πνευµατικον σωµα γινεσθαι και οτι απερ ειποµεν παντα διχα κεφαλης εωλα εισι και ανωφελη, ει και πολλοι επι τη τουτων εργασια και µερικη κτησει ως το παν κατορθωσαντες αφρονως διακεινται και νεκροι οντες ουκ επαισθανονται ου απεστερηνται αγαθου. Τα µεν γαρ ειρηµενα, ει και διηρηµενως εις υποδειγµα και γνωσιν τρανοτερον διηγησαµεθα, αλλ᾿ ανευ της κεφαλης και της εις αλληλα φυσικης συναφειας συστηναι ταυτα και κραταιωθηναι αδυνατον. Καθαπερ γαρ σωµα παιδιου µικρου εστερηµενον της εαυτου κεφαλης ουκ ενδεχεται αυξηθηναι ποτε, αλλ᾿ αµφοτερα ηνωµενα οντα και την εξ αλληλων (192) τροφην δεχοµενα, ειτ᾿ ουν το σωµα δια του στοµατος και η κεφαλη παλιν δια της αναπεµποµενης υγροτητος απο του σωµατος, ουτω τρεφεται και αυξεται ολος ο ανθρωπος, το αυτο µοι µετα το επιτεθηναι τω πνευµατικω σωµατι την κεφαλην κατανοησον και οψει γινοµενον. Και ινα σοι σαφεστερον τουτο ποιησωµαι, επαναληψιν ποιουµενου µου των ειρηµενων ακριβως ακουε. Εχεις τοιγαρουν πιστιν και ταπεινωσιν τας βασεις των αρετων και επι ταυταις τας αρετας πασας, ας εφθην ειπων, εποικοδοµηθεισας, δι᾿ ας ολον δηλονοτι κατεσκευασθη το σωµα και µεχρι τραχηλου απετελεσθη, οπερ εστιν η ελπις· ητις του µεν λοιπου υπερανεστηκε σωµατος, αυτη δε µονη καθ᾿ εαυτην µη συναφθεισα τη κεφαλη συννενεκρωται τοις λοιποις του σωµατος µελεσιν, µη εχουσα οθεν εις πνοην η αναπνοην του ζωοποιουντος και κινουντος το σωµα και τα µελη Πνευµατος δεξασθαι και τροφης ολως αφθαρτου µεταλαβειν. ∆ια δη τουτο, ινα µη ατελες το της ηλικιας Χριστου µετρον εασωµεν, ωσπερ κεφαλην τω οντι την αγιαν αγαπην επιτιθεµεν επ᾿ αυτη, ουκ αφ᾿ εαυτων τουτο νοησαντες η συσκευασαντες, απαγε, αλλ᾿ εκ του Αγιου εκεινου Πνευµατος διδαχθεντες, ου ειχεν ο ειπων· “Μενει δε τα τρια ταυτα, πιστις, ελπις, αγαπη· µειζων δε παντων η αγαπη”, και αυθις· “Εαν εχω πασαν την πιστιν, ωστε ορη µεθιστανειν, και εαν εχω πασαν την γνωσιν και ειδω τα µυστηρια παντα και εαν ψωµισω παντα τα υπαρχοντα µοι και
εαν ταις γλωσσαις των ανθρωπων λαλω και των αγγελων και εαν παραδω το σωµα µου ινα καυθησωµαι, αγαπην δε µη εχω, ουδεν ωφελουµαι”. Η γαρ πιστις δια της ελπιδος µεσιτευουσης υπο της αγιας αγαπης αορατως και ανεπαισθητως, εν τοις νηπιοις ετι λεγω, προθυµουµενη και διδασκοµενη και ικανουµενη, παντα τα προειρηµενα επιτελει· επιτελουσα δε (193) τρεφει και θεραπευει και αυξανειν ποιει δια των τοιουτων την κεφαλην, αυτην, φηµι, την αγαπην· αυτη δε θεραπευοµενη και αυξανουσα, πλειονα κατα αναλογιαν παρεχει τω λοιπω των αρετων σωµατι την ισχυν και τοις εµπροσθεν προσεπεκτεινεσθαι παρασκευαζει θερµοτερον. Και ουτως αυξανουσι κατα µικρον ολα τα µελη του πνευµατικου σωµατος, ωσπερ οστουν προς οστουν και αρµονια προς αρµονιαν, υπο της αγιας αγαπης συντιθεµενα και συναρµολογουµενα και συνδουµενα. Η δε αγαπη αυτη, ειτ᾿ ουν η κεφαλη [παντων] των αρετων εστιν ο Χριστος και Θεος, ος δια τουτο κατηλθεν επι της γης και γεγονεν ανθρωπος, µεταλαβων της ηµετερας γεωδους σαρκος, ινα µεταδω της αυτου θεοτητος ουσιωδως ηµιν και πνευµατικους ηµας εργασαµενος και αφθαρτους αποτελεσας εις ουρανους ανενεγκη. Αυτη εστιν η αγαπη ην λεγει ο θειος Αποστολος οτι εκκεχυται πλουσιως εν ταις καρδιαις ηµων, ηγουν η µετουσια και µεθεξις της θεοτητος αυτου, δι᾿ ης ενουµεθα τω Θεω. Περι ταυτης και ο Ιωαννης φησιν ο θεολογος· “Η τελεια αγαπη εξω βαλλει τον φοβον”, και οτι· “Ο φοβουµενος ου τετελειωται εν τη αγαπη”, και παλιν· “Ιδετε ποταπην αγαπην δεδωκεν ηµιν ο Πατηρ, ινα τεκνα Θεου κληθωµεν”. Αγαπην ενταυθα το του Θεου Αγιον καλει Πνευµα, δι᾿ ου και την υιοθεσιαν απολαµβανοµεν. Ταυτην ουν την αγαπην ουδεις ανθρωπων ιδειν η λαβειν η συναφθηναι ηδυνηθη, ει µη την εις Χριστον πιστιν, ως ειποµεν, στερραν ετηρησε και ακραδαντον και επι ταυτη τη πιστει τας ειρηµενας απασας πραξεις επωκοδοµησεν εν σπουδη· ο δε γε µη θεασαµενος, µητε συναφθεις (194) αυτη, µητε της γλυκυτητος αυτης µετασχων, ουδε αγαπησαι ταυτην αξιως δυναται. Ον γαρ ουκ ιδη τις, πως αγαπαν αυτον δυναται; “Ο γαρ µη αγαπων τον αδελφον αυτου, φησιν, ον εωρακε, τον Θεον ον ουχ εωρακε πως δυναται αγαπαν;” Παλιν δε ει µη εξ ολης ψυχης, εξ ολης
καρδιας, κατα τας φυσικας εννοιας και κατα την προσουσαν ηµιν φιλικην αγαπησιν και διαθεσιν, αγαπησει αυτον προτερον, ιδειν ου καταξιουται αυτον. “Ο αγαπων µε γαρ, ειπεν, αγαπηθησεται υπο του Πατρος µου”, και τοτε επιφερει· “και εγω αγαπησω αυτον και εµφανισω αυτω εµαυτον”. Εξ ων δεικνυται φανερως οτι, εαν µη προτερον εξ ολης αυτου της ψυχης αγαπηση τις τον Θεον και την προς αυτον αγαπην εν τη απαρνησει εαυτου και του κοσµου παντος επιδειξηται, της αυτου εµφανειας εν αποκαλυψει Πνευµατος Αγιου µυστικως ουκ αξιουται ουδε την κεφαλην εαυτου αυτον κεκτηται, αλλα σωµα εστι νεκρον εν τοις πνευµατικοις εργοις, την ζωην των απαντων εστερηµενον, Χριστον. Οι γουν αξιωθεντες αυτω συναφθηναι και κεφαλην αυτον κτησασθαι, προσεχε τω λογω, παρακαλω, γινονται και ουτοι θεσει θεοι, οµοιοι τω Υιω του Θεου. Ω του θαυµατος! Ενδυει γαρ αυτους ο Πατηρ την πρωτην στολην, το του Κυριου ιµατιον ο προ καταβολης κοσµου ενεδιδυσκετο. “Οσοι γαρ, φησιν, εις Χριστον εβαπτισθητε, Χριστον ενεδυσασθε”, δηλονοτι το Αγιον Πνευµα ο και αλλοιοι θεοπρεπως ολους αυτους ξενην τινα και αρρητον και θειαν αλλοιωσιν περι ης φησιν ο ∆αυιδ· “Αυτη η αλλοιωσις της δεξιας του Υψιστου”, και ο επιστηθιος µαθητης του Χριστου” “Αδελφοι, νυν τεκνα εσµεν· αλλ᾿ ουπω, φησιν, εφανερωθη” τοις εν τω κοσµω δηλονοτι (195) “τι εσοµεθα· οιδαµεν δε” εκ του Πνευµατος ου δεδωκεν ηµιν “οτι, εαν φανερωθη, οµοιοι αυτω εσοµεθα”. Και ου τουτο µονον, αλλα χαριζεται αυτοις και τον νουν του Χριστου, υπερ κεφαλης αυτων λαµποντα, µυστηρια αυτοις αποκαλυπτοντα α ουκ εξον γλωσση φθεγξασθαι ανθρωπινη. Προς τουτοις διδωσιν αυτοις καινους οφθαλµους και καινην ακοην. Και τι τα πολλα θελω λεγειν; Αδυνατον γαρ παντα ειπειν. Ολος αυτος εκεινος ο του Θεου Λογος µετα Πατρος και Πνευµατος οικει εν αυτοις· γινεται ουν εκαστος των τοιουτων ναος εν αισθησει και γνωσει Θεου και τηνικαυτα µετα παρρησιας λεγων βοα· “Ζω µεν ουκετι εγω, ζη δε εν εµοι ο Χριστος”, και αυθις· “Οτε ηµην νηπιος, ως νηπιος εφρονουν, ως νηπιος ελαλουν, ως νηπιος ελογιζοµην· οτε δε γεγονα ανηρ, κατηργηκα τα του νηπιου”. ∆ια τουτο παντα στεγω, παντα υποµενω· και λοιδορουµενος ευλογω και
παρακαλω βλασφηµουµενος και ανεχοµαι διωκοµενος, “ινα επισκηνωση εν εµοι, φησιν, η δυναµις του Χριστου”. Αυτη τοιγαρουν η τελεια των πνευµατικων ανδρων ατελεστος ηλικια· τελεια µεν, κατα το ηµιν εφικτον λεγω, ατελεστος δε, οτι η τελειοτης αυτης εν τω Θεω αποκεκρυµµενη εστι, πληρωµα δε ταυτης ο υπερ Χριστου και των εντολων αυτου θανατος, ινα ωσπερ εκεινος απαντα µεν τον νοµον ετελεσεν, υπερ παντος δε του κοσµου παρεδωκεν εαυτον, σταυρον και θανατον υποµεινας, ευχοµενος και υπερ των σταυρωσαντων αυτον και λεγων” “Αφες αυτοις, πατερ, την αµαρτιαν ταυτην· ου γαρ οιδασι τι ποιουσιν”, ουτω και ηµεις υπερ εκεινου και των αυτου εντολων, αλλα µην και υπερ της σωτηριας των αδελφων (196) ηµων το αποκριµα του θανατου εν εαυτοις οφειλοµεν περιφερειν, “ινα µη ωµεν πεποιθοτες εφ᾿ εαυτοις, αλλ᾿ επι τω Θεω τω εγειροντι τους νεκρους”. Ει γαρ και µη συναντησει τουτο ηµιν το βιαιω θανατω τον βιον υπεξελθειν, αλλα τη προαιρεσει, ως εργω τουτο ηδη παθοντες και υποµειναντες, λογισθησεται ηµιν υπο του φιλανθρωπου Θεου ηµων και αγωνοθετου κατα τον λεγοντα αγιον· “Νη την υµετεραν αγαπην, καθ᾿ ηµεραν αποθνησκω”. Ουχ ως τη πειρα τουτο πολλακις παθων, αλλα τη προθεσει, φησι, και παλιν· “∆ιωκω ει και καταλαβω, εφ᾿ ω και κατεληφθην”. Ετι δε και υπερ παντων οφειλοµεν των δι᾿ ηντινα αιτιαν λυπουντων η λοιδορουντων ηµας και υπερ των εχθρωδως προς ηµας εκ πονηρας προθεσεως διακειµενων αει, αλλα και υπερ των πιστων απαντων και απιστων προσευχεσθαι, ως αν οι της πλανης απαλλαγωσι και τη αληθινη πιστει προσελθωσι. Ταυτα ουδεις ποτε ανθρωπων εννοησαι αφ᾿ εαυτου η ειπειν η ακοη παραδεξασθαι, µη οτι γε εργω αυτα διαπραξασθαι ηδυνηθη, ει µη η αγαπη του Θεου προτερον εξεχυθη πλουσιως εν τη καρδια αυτου και ενοικον εσχε δι᾿ αυτης τον ειποντα· “Ου δυνασθε χωρις εµου ποιειν ουδεν”. Αλλ᾿ ουδε της τοιαυτης χαριτος και δωρεας ετυχε τις, ει µη προτερον εαυτον απηρνησατο, καθως ενετειλατο ο Σωτηρ και ηµεις λεπτοτερον εδηλωσαµεν, τω Κυριω δηλονοτι εν ολη καρδια ευπροθυµως δουλευσας και αγαπησας αυτον. Ει δε µη ταυτην αναφαιρετον ειληφε, µηδεις εαυτον απατατω, γινωσκετω δε τουτο, ως ουδε της µετα Θεου ενωσεως της εν νοερα αισθησει και γνωσει και
θεωρια γινοµενης κατηξιωθη η καταξιωθησεται πωποτε. Οι γαρ χρηµατισαντες ανδρες τελειοι εν τη µεθεξει της του Θεου χαριτος (197) και την πνευµατικην ηλικιαν εν τω ρηθεντι µετρω τελειαν κτησαµενοι ολοι γινονται µετα του Θεου, ορωντες αυτον τοσουτον οσον ορωνται και αυτοι υπ᾿ αυτου. Μενει γαρ γνωστως ο Θεος εν αυτοις και αυτοι γνωστως εν τω Θεω µενουσιν αχωριστως και αδιαστατως. Οπηνικα δε ουτως εξουσι τελειωθεντες καλως, τηνικαυτα και ο Πατηρ αυτων ο ουρανιος τα υπαρχοντα αυτω διδωσιν εις τας χειρας αυτων. Χειρας δε το ασφαλες και πεπληροφορηµενον νοησεις· υπαρχοντα δε αυτου ταυτα εισιν· το αθανατον, το αφθαρτον, το ατρεπτον, το αναλλοιωτον, το αΐδιον, το αµηχανον καλλος της δοξης ης ειχεν ο Υιος προ του τον κοσµον γενεσθαι παρα τω Θεω και Πατρι, καθως φησιν αυτος ο Λογος και Υιος του Πατρος· “∆οξασον µε συ, πατερ, τη δοξη η ειχον προ του τον κοσµον ειναι παρα σοι”, και παλιν· “Την δοξαν ην δεδωκας µοι δεδωκα αυτοις, ινα εν ωσι, καθως συ, Πατερ, εν εµοι καγω εν αυτοις”. Εξ ου πηγαζει το φως το απροσιτον µεν τοις αµαρτωλοις απασι, προσιτον δε εν αυτοις ανατελλον και γινοµενον τουτοις χαρα ανεκλαλητος, ειρηνη παντα νουν υπερεχουσα, τρυφη και απολαυσις και ευφροσυνη εν ακορεστω κορω νυν και εις τους ατελευτητους αιωνας. Και ινα συνελων ειπω, µαλλον δε ειπειν µη δυναµενος, ουτω πως καγω εκπληττοµενος, τας απαρχας των αγαθων εκεινων απαντων, ων οφθαλµος τεθολωµενος τοις παθεσι το καλλος ουκ ειδεν, ουδε ους βεβυσµενον τη αγνωσια ηκουσεν, ουδε επι καρδιαν ακαθαρτον ανεβη ανθρωπου, α ο Θεος ητοιµασε τοις αγαπωσιν αυτον, ως αρραβωνας απ᾿ εντευθεν ηδη τοις πιστοις ο αψευδης και πιστος διδωσι. Ταυτα ουν εισιν α προϋπεσχοµην υµιν ειπειν υπαρχοντα (198) ειναι του Πατρος. Και ουτω ταυτα διδωσιν, ως ηκουσατε, τοις αγαπωσιν αυτον και διαγουσιν εν τη γη καθαπερ εν ουρανω, και ουσιν εν τω θανατω ως ηδη τη αθανασια τετιµηµενοι, και εν τω σκοτει περιπατουσιν ως εν ηµερα και εν αδυτω φωτι· εν δε τω βορβορωδει τουτω σωµατι αναπνεουσιν, ως εν τω της τρυφης παραδεισω κεκτηµενοι το της ζωης ξυλον εν µεσω, ναι µην και αυτην την των αγγελων τροφην, τον ουρανιον αρτον, εξ ων
πασαι αι αϋλοι δυναµεις των ουρανων τρεφοµεναι ακηρατως ζωουνται· οι και στρεφοµενοι εν µεσω του κοσµου και των εν τω κοσµω πραγµατων βοωσιν εν αληθεια µετα του Παυλου· “Ηµων δε το πολιτευµα εν ουρανοις υπαρχει”, ενθα πελουσα η αγια αγαπη, συγγινοµενη τοις εαυτης ερασταις και πλουσιως αυτους περιλαµπουσα, απαθεις και τω οντι αγγελους εργαζεται. Ο ουν προ του συναφθηναι αυτη και συγκραθηναι ολοτελως απαθη εαυτον ονοµαζων, η διδασκων ετερους, η τα των απαθων εργα πραττειν επιχειρων, η παλιν τα υπ᾿ εκεινων πραττοµενα απιστων, νηπιω εοικεν απαλω, εν αωρω τη ηλικια τα των ανδρων οπλα αιροντι και ετερους περι πολεµου διδασκειν επαγγελλοµενω, ου µονον δε, αλλα και εαυτον συνεξισουντι και παρενειροντι τοις ανδρασι και πολεµισταις και προς πολεµον απιεναι συν αυτοις επιχειρουντι. Οπερ ουκ αδυνατον µονον εστιν, αλλα και πολλου γελωτος αξιον· υπ᾿ αυτων γαρ ων επιφερεται οπλων συµποδισθησεται παντως και καταβληθησεται και συντριβησεται και ουδε αναστησαι ισως δυνησεται. Και εικοτως· ουκ οιδε γαρ οτι οι εν πολεµω πληττοµενοι και καταβαλλοµενοι εξεγειρονται παλιν και εµπειροτεροι γινονται και κραταιοτερον τοις εχθροις αντιµαχονται. Ει γαρ δειλον ανδρα µη εξιεναι εις πολεµον τω Μωϋση ο Θεος διεταξατο, ποσω γε ( 199) µαλλον νηπιω ετι και µηδε αφ᾿ εαυτου περιπατειν η ζωννυσθαι δυναµενω αρµοσει την ανδρωαν ηλικιαν εκδεξασθαι και µη προ τουτου τοις αδυνατοις επιχειρειν. Οµως µεντοι επειδη “ουκ εστιν ηµιν η παλη προς αιµα και σαρκα, αλλα προς τας αρχας, προς τας εξουσιας, προς τους κοσµοκρατορας του σκοτους του αιωνος τουτου, προς τα πνευµατικα της πονηριας εν τοις επουρανιοις”, ουδε τα οπλα ηµων σαρκικα και ορωµενα, αλλα πνευµατικα και νοουµενα, υπαρχει δε και ο πολεµος ουτος αορατος, αορατως προς αορατους εχθρους γινοµενος, δια τουτο παντες οι δοκουντες ειναι τι εαυτους επιδεικνυνται τοις ανθρωποις τολµηρους περι ταυτα και ανδρειους και περι την εξηγησιν της τοιαυτης παλης και της αντιπαραταξεως λιαν εµπειρους, αλλα µην και αυτης της ηττης και νικης των πονηρων σοφους και επιστηµονας και διδακτικους. Οθεν και ως µονοµαχοι τινες και νικηται των
εχθρων δια της κενολογιας και απατης των συλλογισµων τοις πασι γνωριζεσθαι σπευδουσιν· οι, και ελεγχοµενοι και υπο του οικειου συνειδοτος κατακρινοµενοι ως απρακτοι και του τοιουτου πολεµου απειροι, ου δυνανται συγκαταθεσθαι και την εαυτων ασθενειαν και απειριαν καθοµολογησαι υπο φιλοδοξιας και ανθρωπαρεσκειας κατακρατουµενοι· λιαν γαρ της δοξης εκπεσειν των ανθρωπων φοβουνται. Επειδη γαρ ου βλεπονται κατα ψυχην τοις πλησιον οποιοι ποτ᾿ αν εισιν, ουδε παρα των ανθρωπων καταλαµβανονται οτι γυµνοι τυγχανουσι των του Πνευµατος οπλων, ουδε οτι ασθενεις ετι και νηπιοι εισι, κρυπτουσιν εαυτους τω κωδιω της υποκρισεως και τη δορα του προβατου· και τουτο τοις πασι δια της χρηστολογιας φαινεσθαι βουλονται οπερ οι την κατα Χριστον ηλικιαν δια πονων κτησαµενοι αυτοι, µηδε τας βασεις ισως της πιστεως και ελπιδος (200) επι την πετραν ερεισαντες, µηδε την οικοδοµην των αρετων επι τον θεµελιον Χριστον ανυψωσαντες. ∆ια δη τουτο αµφιβολοι ετι και αδοκιµοι οντες, τη επιφορα των πειρασµων και τη καταιγιδι των λογισµων ωθουµενοι, συµποδιζονται και σκελιζοµενοι ελεεινως καταπιπτουσιν. Ει γαρ εβλεποντο τοις πασιν οιοι εισιν οι την µορφωσιν της ευσεβειας µονην οια δη σκηνην περικειµενοι, ουδε στηναι εις προσωπον ολως ανθρωπου ηδυνηθησαν αν, ουδε οφθηναι, ως οιµαι, τινι· και µαλιστα οι προυχειν δοκουντες των αλλων εν γνωσει και λογω και τον βασιλικον οιοµενοι χαρακτηρα εν εαυτοις επιφερεσθαι, οι και ως σοφοι και ευλαβεις και σωφρονες παρα των πολλων τιµωµενοι και σεβοµενοι ουδεν ηττον κατα τας αφανεις κινησεις της ψυχης των την κακιαν πολυτελων διαφερουσιν. Αλλ᾿ αγε δη και την δοξαν των οντως αγιων και απαθων ανδρων οι βουλοµενοι διδαχθηναι θελησατε, οι ταυτης εφιεµενοι δηλαδη και ταυτην επικτησασθαι επιποθουντες θερµως· εικονα γαρ υµιν φρασω παριστωσαν αυτων την των οπλων περιβολην και την εκεινων λαµπροτητα και γνωσεσθε, εκαστος εαυτον τοις αγιοις εκεινοις συγκρινων, εν οιοις εστε και οσον της εκεινων ανδρειας οµου και αξιας και δυναµεως παντες απολειποµεθα.
Αλλ᾿ αγε δη και την δοξαν των οντων αγιων και απαθων ανδρων οι βουλοµενοι διδαχθηναι θελησατε, οι ταυτης εφιεµενοι δηλαδη και ταυτην επικτησασθαι επιποθουντες θερµως· εικονα γαρ υµιν φρασω παριστωσαν αυτων την των οπλων περιβολην και την εκεινων λαµπροτητα και γνωσεσθε, εκαστος εαυτον τοις αγιοις εκεινοις συγκρινων, εν οιοις εστε και οσον της εκεινων ανδρειας οµου και αξιας και δυναµεως παντες απολειποµεθα. Τοιγαρουν εννοησον µοι τον ουρανον οιος υπαρχει εν αιθρια και ανεφελω νυκτι και βλεπε µοι εν αυτω τον της σεληνης δισκον ολον πεπληρωµενον το ειλικρινες και καθαρωτατον φως, κυκλω δε ταυτης τον πολλακις γινοµενον κυκλον περι αυτην· και σκοπησας ταυτα καλως, µεταβηθι τω νω και προς ο µελλω παλιν ειπειν. Των αγιων εοικασιν εκαστος, ετι εν σωµατι οντες, ουρανω, η δε καρδια αυτων τω δισκω εοικε της σεληνης. Η δε αγια αγαπη το παντουργον υπαρχει και παντοδυναµον φως, (201) πολυ του ηλιακου τουτου φωτος και ασυγκριτως λαµπροτερον ητις απτοµενη των καρδιων αυτων και καθαπερ το της σεληνης φως, αλλ᾿ ολοφωτος αει δια σπουδης και αγαθοεργιας των αγιων συντηρουµενη. Η δε αγια απαθεια, ωσπερ κυκλοειδης στεφανος και ως σκηνη µεσον αυτους περιφερουσα και περιεπουσα, σκεπει παντοθεν και περιφρουρει και ατρωτους απο πασης εννοιας πονηρας, µη οτι γε αµαρτιας, διατηρει, και αβλαβεις και ελευθερους εκ παντων εχθρων αποκαθιστα· ου µονον δε, αλλα και απροσιτους αυτους τοις υπεναντιοις εργαζεται. Ειδετε δοξαν οι ταυτην οντως ποθουντες; Συνηκατε της λεχθεισης εικονος το µεγεθος και οσον εκαστος ηµων της των αγιων δοξης και λαµπροτητος υστερει; Η γαρ εικων αυτη τυπος των εν ηµιν τελουµενων εστιν, ουχ υφ᾿ ηµων επινοηθεισα, µη γενοιτο, αλλ᾿ υπο του Θεου προϋποστασα και γενοµενη. Εν γαρ τη κτισει ο τεχνιτης Θεου Λογος ως εν πινακι προεζωγραφησε τα υστερον µελλοντα εις σωτηριαν ηµων και αναπλασιν γινεσθαι, ινα τον τυπον εν τοις αισθητοις φαινοµενον βλεποντες µη απιστησωµεν οτι και εν τοις καθ᾿ ηµας πνευµατικως τελειται και περαιουται η οντως αληθεια, αλλ᾿ ειδοτες οτι εκαστος ηµων δευτερος κοσµος υπο Θεου, µεγας εν τω µικρω τουτω κοσµω
και ορωµενω, παραγεται, καθα µοι και τις των θεολογων συµµαρτυρει, µη χειρονες εν µηδενι φανηναι θελησωµεν των εις διδασκαλιαν ηµων γενοµενων αλογων η και αψυχων υπο του φιλανθρωπου Θεου, αλλα τα µεν καλα ζηλωσωµεν απαντα, των δε εναντιων την µιµησιν φυγωµεν οση δυναµις. Και ινα ταλλα παρησω οντα, τουτο µονον εις υποµνησιν υµων λεξας, καταπαυσω τον λογον. Ιστω πας ο ακουων οτι, ωσπερ απο νυκτος ηµεραν και απο (202) ηµερας παλιν νυκτα γινοµενην ορωµεν, ουτω πιστευειν χρεων και πεπεισθαι οτι οι εν σκοτει της αµαρτιας υπαρχοντες και εν τουτω απο γεννησεως διατελουντες δυναµεθα δια πιστεως και της των εντολων εργασιας εις ηµεραν θειαν και φωτισµον πνευµατικον αναχθηναι, καθα ραθυµια παλιν και καταφρονησει και αµελεια τοις προτεροις κακοις περιπιπτοµεν και υπο την νυκτα της αµαρτιας γινοµεθα. ∆ει ουν ηµας εν τουτω τον υπηρετην ηµων µιµεισθαι, ει µη τινα αλλον, και θεραποντα ηλιον. Καθαπερ γαρ εκεινος ουδεποτε παυεται του ανατελλειν και επιλαµπειν, αλλα το του ∆εσποτου αεναως εκπληροι προσταγµα, ουτω και ηµεις µη θελησωµεν δια αµελειας εν τω σκοτει καθησθαι των ηδονων και παθων· το προσταγµα δε µαλλον του ειποντος· “Μετανοειτε· ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων” φυλασσοντες, δια της καθηµερινης και αδιαλειπτου µετανοιας και των εξ αυτης και δι᾿ αυτης προχεοµενων δακρυων και πασης αλλης αγαθοεργιας εκκαθαιροµενοι, προς το ανεσπερον φως ως υιοι φωτος επανερχεσθαι σπευσωµεν. Ουτω γαρ και αυτοι παλιν ηµεις ηµερα αϋλος και γη καινη και καινοι ουρανοι, τον της δικαιοσυνης ηλιον λαµποντα εν εαυτοις εχοντες, δια του υποδειγµατος τοις πλησιον ηµων χρηµατισοµεν, τα του θεου δηλονοτι προσταγµατα και την δοξαν αυτου ου λογοις κενοις και µαταιοις, αλλ᾿ εργοις αυτοις διηγουµενοι, εµπρακτοι διδασκαλοι εν παντι και εν πασι γινοµενοι τοις αµελεστεροις των αδελφων και αναπολογητους αυτους εργαζοµενοι. Μη δη ουν εις ραθυµιαν εναγωµεν τους πλησιον εν τω λεγειν· “Πως αρα τουτο η πως εκεινο δυνατον παρα ανθρωπων κατορθωθηναι;”, κακ τουτου οκνηροτερους ποιωµεν αυτους εις την εργασιαν των εντολων. Οτι µεν γαρ τα πολλα τοις πολλοις αδυνατα, συµφηµι καγω, (303) εν τοις κατ᾿ εµε ραθυµοις και
καταφρονησαι του κοσµου και σκυβαλα τα εν αυτω παντα ηγησασθαι µη προαιρουµενοις, τοις τη µαταια δοξη προσκειµενοις και πλουτου ορεγοµενοις και επαινοις και τιµαις ενηδοµενοις ταις εξ ανθρωπων, τοις οιησει µετα τουτων και τυφω αθλιως κεκρατηµενοις. Παρησω γαρ, το γε νυν εχον, εθελουσιως τους εγκαλινδουµενους χοιρων δικην εις τα βορβορωδη των κακων της αµαρτιας πραγµατα, οι την οικιαν της ψυχης κενην περιφεροντες του ενοικουντος εν τοις πιστοις και ουτω καθ᾿ εκαστην βοωντος· “Εν τω κοσµω θλιψιν εξετε· αλλα θαρσειτε, εγω νενικηκα τον κοσµον”, τω εναντιω συνταττονται. Εν εκεινοις γαρ τοις δια πιστεως και της εαυτων απαρνησεως τω Χριστω και Θεω πιστει και αγαπη και ταπεινωσει ακολουθησασι και αυτον συν Πατρι και Πνευµατι εν εαυτοις κτησαµενοις παντα δυνατα και ραδια γινονται κατα τον ειρηκοτα εν Πνευµατι· “Παντα ισχυω εν τω ενδυναµουντι µε Χριστω”. Ον οι πεπλουτηκοτες ορωσιν αορατως αυτου του Θεου το αφραστον καλλος· κρατουσιν ανεπαφως, κατανοουσιν ακατανοητως το ανειδεον ειδος αυτου, την αµορφον µορφην και το ασχηµατιστον σχηµα εν αθεατω θεα και ασυνθετω καλλει αποικιλτως πεποικιλµενον. Τι δε εστιν ο κατανοουντες ορωσι; Το απλουν της θεοτητος αυτο φως αυτο τοις νοεροις οφθαλµοις ορωσι πλουσιως, ο και ψηλαφωντες αΰλοις χερσιν ακατασχετω τω ερωτι, ανεστιως εσθιουσιν εν πνευµατικω τω του νοος και της ψυχης αυτων στοµατι, ου της θεωριας του καλλους και της γλυκυτητος ολως κορεσθηναι ουδεποτε δυνανται. Αει γαρ, το καινοτερον, προσθηκην ηδυτητος βλυζει και την επιθυµιαν αυτων εκκαιει σφοδροτερον· ει δε ποτε µη παλιν αυτοις τρανοτερον φαινοιτο, ως του ολου στερισκοµενοι διακεινται, ει δε και κρυβηναι τελειως (204) καν προς µικρον εθελησειε, ποθου αρρητου πονον δριµυν και αφορητον εν αυτοις απεργαζεται. Αλλα γαρ του τοιουτου ποθου εν παραδειγµατι την αναγκην και την φλογα κατανοησωµεν. Νοει µοι ερωµενην κορην πτωχω τινι, εκ βασιλικου µεν τυγχανουσαν γενους και βασιλικω κατεστεµµενην τω διαδηµατι, ωραιοτεραν τε ουσαν πασων των επι γης γυναικων και ενδοθεν υπαρχουσαν του κοιτωνος αυτης, τον δε ταυτης ερωντα εξωθεν προσπελαζοντα, οια δη
απερριµµενον δια πτωχειαν και ακραν ευτελειαν. Ει τοινυν εκ µικρας και στενοτατης οπης η κορη, µονην χρυσω πεπυκασµενην την χειρα εξωθεν εκτεινασα, τω εραστη επιδωσει, κακεινος ταυτης δραξαµενος και το αµηχανον καλλος αυτης κατανοων κατασπαζεται αυτην, ως συµβασιλευσαι και συναφθηναι αυτη προσδοκων, τουτο εκεινης µεθ᾿ ορκων υπισχνουµενης αυτω, ειτα αιφνης εκ των εκεινου χειρων την αυτης η κορη χειρα αρπασασα συστειλη προς εαυτην και αποκρυψει τελειως, ουχι θλιψιν αφορητον αυτω προξενησει και την του ποθου µαλλον εκκκαυσιν περισσοτεραν εκ τουτου τω τοιουτω σφοδρως απεργασεται; Οιµαι, συµµαρτυρησετε µοι τω λογω του υποδειγµατος και υµεις. Ει δε εν ορωµενοις και αισθητοις σωµασιν οµου και πραγµασιν ουτω ταυτα συµβαινειν ειωθε, φθειροµενοις ουσι και ταχεως παρερχοµενοις, ποσω γε µαλλον εν τοις νοητοις αορατοις τουτο συµβησεται, αφθαρτοις ουσι και αϊδιοις· οσω γαρ κρειττονα των προσκαιρων εισι τα αιωνια αγαθα, τοσουτον αναλογως και τον ερωτα εµποιουσι σφοδροτερον εν ταις των ερωντων ψυχαις· οθεν ουδε εα τουτους ο ποθος του Θεου επιθυµια η προσπαθεια εν τινι κρατηθηναι καν οπωσουν. Ου δοξης γαρ, ου τρυφης, ου χρηµατων ουτοι εφιενται, αλλ᾿ ουδε σωµατων ερωτος προσψαυσαι ολως κατα νουν συγκεχωρηνται· αλλα καθαπερ ο την εκ χρωµατων κατασκευασθεισαν αψυχον εικονα (205) της νυµφης νυµφιος ορων ταυτη προσκειται και ενατενιζει διηνεκως και βουλεται οραν αυτην, αναφλεγων τον ποθον αυτου και την επιθυµιαν την προς αυτην, επαν δε αυτην εκεινην την νυµφην παραγενοµενην θεασηται, ου κατα την της εικονος µορφην ουσαν, αλλ᾿ ασυγκριτω και αφραστω καλλει αµωµητον το ειδος κεκτηµενην της ευπρεπειας, και ταυτην κατασπασηται και περιπλακη, ουκετι ολως ανεχεται προς την εικονα ταυτης εναπιδειν σχετικως, το αυτο δη µειζονως πασχουσι και οι εκ µεγεθους και καλλονης των ορωµενων κτισµατων την δυναµιν και την σοφιαν του γενεσιουργου αναθεωρουντες και εις αγαπην και πιστιν την προς αυτον και εις φοβον εκ τουτων αγνον κατα προκοπην αναγοµενοι. Οποτε γαρ αυτω εκεινω ουσιωδως τω Θεω ενωθωσι και της εκεινου θεας και µεθεξεως αξιωθωσιν, ουκετι τη εικονι των ποιηµατων, ουδε τη σκια των
ορωµενων εµπαθως η προσπαθως, η σχετικως προσανεχουσι. Της διανοιας γαρ αυτων εν τοις υπερ αισθησιν εµφιλοχωρουσης και οιονει ανακιρναµενης και λαµπροτητα θειας φυσεως µεταµφιεννυµενης, ουκετι την αισθησιν προς τα ορωµενα καθα και προτερον κεκτηνται. Τουτο ουν το µακαριον παθος, µιµησοµαι γαρ εν τουτω τον ειποντα· “Ωσπερει τω εκτρωµατι ωφθη καµοι”, και ηµεις οι απερριµενοι, φιλανθρωπια Θεου και χαριτι, δια πολλων δεησεων παθειν ηξιωθηµεν, δι᾿ ου και των ειρηµενων απαντων την πειραν εν αισθησει και ορασει και γνωσει µυστικως διδαχθεντες και λαβοντες οµου εις ωφελειαν και προτροπην των εκζητειν τον Θεον και αυτον ευρειν βουλοµενων ταυτα γραφη παρεδωκαµεν. Συναλγησατε ουν ηµιν και συνευξασθε οι εκ του παροντος λογου καρπουµενοι την ωφελειαν και προς το υψος τουτου πρακτικως ανελθειν προαιρουµενοι, (206) οπως ταις προς Θεον υµων ευπροσδεκτοις δεησεσι µη µονον ασβεστος εν ηµιν ο του θειου ποθου πυρσος διατηρηθη, αλλα και σφοδροτερον µαλλον φλογος αναφθη και αµωµους ηµας και αµεµπτους και ασπιλους διατηρηση ο απο γης εις ουρανους αναβιβασας και δοξασας το γενος ηµων των ανθρωπων. Ναι µην επι πλειον συγκολλησει και τρανως συνενωσει και συγκραθηναι γνωστως αξιωσει ολον µε ολω εαυτω και υµιν, εν αµικτω µιξει και συναφεια αφραστω κατα τας αψευδεις υποσχεσεις αυτου, ω πρεπει πασα δοξα τιµη και προσκυνησις, συν τω Πατρι και τω παναγιω αυτου Πνευµατι, νυν και αει και εις τους ατελευτητους αιωνας των αιωνων· αµην. ΛΟΓΟΣ Ε΄ (207) Περι των οιοµενων αγνωστως εχειν εν εαυτοις το Πνευµα το Αγιον, µη επαισθανοµενων δε καθολου της ενεργειας αυτου· και περι των λεγοντων µη δυνασθαι τινα των ανθρωπων κατα την παρουσαν ζωην οραν την δοξαν αυτου, και αποδειξις δια χρησεων περι τουτου. Και οτι φθονος ουδεις εν τοις αγιοις, οταν δια πασης σπουδης εναρετου τουτοις συνεξισωµεθα. Και ποιω τροπω ορα τις τον Θεον και οτι ο εις τοιαυτα µετρα πεφθακως, ωστε οραν κατα το εφικτον τον Θεον, ενθεν ηδη µυειται και την µελλουσαν δοθηναι εν τω µελλοντι τοις αγιοις απολαυσιν. Και
οτι οσα αν ο τοιουτος λεγη η ποιη η γραφη, ουκ αυτος, αλλα το Πνευµα το Αγιον το λαλουν εν αυτω ταυτα λεγει και γραφει· και ο τους λογους αυτου αθετων η παραλογιζοµενος, εις το Πνευµα του Θεου, το ενεργουν και λαλουν εν αυτω, αµαρτανει και βλασφηµει. Ιδου και παλιν εγω προς τους λεγοντας εχειν αγνωστως Πνευµα Θεου και οιοµενους απο του θειου βαπτισµατος τουτο κεκτησθαι εν εαυτοις και τον µεν θησαυρον εχειν νοµιζοντας, κουφους δε τουτου εαυτους ολως επιγινωσκοντας, προς τους οµολογουντας µεν µηδεν ολως επαισθανθηναι εν τω βαπτισµατι, αγνωστως δε και ανεπαισθητως υπολαµβανοντας την του Θεου δωρεαν εν εαυτοις απο τοτε εγκατοικησασαν και µεχρι του νυν ενδοθεν (208) της εαυτων ψυχης ενυπαρχουσαν· ου µονον δε, αλλα γαρ και προς αυτους τους µηδεµιαν λεγοντας ποτε αισθησιν εν θεωρια και αποκαλυψει ταυτης λαβειν, πιστει δε µονη και λογισµω, αλλ᾿ ου πειρα τουτο παραδεξαµενους και κρατουντας εν εαυτοις ως εκ της των θειων λογιων ακροασεως. Ινα ουν τα παρ᾿ εκεινων προταξω λεγοµενα, ορα τι φασιν οι σοφοι και ενωπιον αυτων επιστηµονες· “Οσοι εις Χριστον εβαπτισθητε, φησιν ο Παυλος, Χριστον ενεδυσασθε. Τι δαι; Ουχι βεβαπτισµενοι εσµεν και ηµεις; Ει ουν βεβαπτισµεθα, δηλον οτι, καθως φησιν ο Αποστολος, και τον Χριστον ενδεδυµεθα”. Αυτη τοινυν και παρ᾿ αυτων η πρωτη προτασις και αποδειξις. Τι ουν, ουχ ηµεις, αλλα το Πνευµα το Αγιον προς αυτους ειποι αν; Το ουν ενδυµα τουτο, τι ειναι, ω ουτοι, λεγετε· Χριστον; Ναι, φησιν. Ο τοινυν Χριστος εστι τι, ινα ως αφρων προς αφρονας ειποιµι, η ουδεν εστιν; Εστι τι, παντως ειποιεν αν, ει γε µη τελεον παρακοπην φρενων εισι πασχοντες. Ει ουν ειναι τι οµολογειτε, ειπατε δη και τι πρωτον εστιν, ινα ουτως διδαξητε εαυτους µη ως απιστοι φθεγγεσθαι, αλλ᾿ ως πιστοι. Τι τοινυν αλλο εστιν ο Χριστος, ει µη Θεος αληθης και ανθρωπος επ᾿ αληθως τελειος πεφυκως; Τουτο τοιγαρουν οµολογουντες, ειπατε ηµιν και δια τι ανθρωπος γεγονεν ο Θεος. Παντως, ως αι θειαι Γραφαι διδασκουσι και αυτα τα γεγονοτα και καθ᾿ εκαστην γινοµενα, ει και ισως υµεις εθελοκωφουντες αγνοειτε
ινα τον ανθρωπον ποιηση θεον. ∆ια τινος τουτο κατεργαζοµενος; ∆ια της σαρκος η δια της θεοτητος; ∆ια της θεοτητος δηλονοτι. “Η σαρξ γαρ, φησιν, ουκ ωφελει ουδεν· το πνευµα εστι το ζωοποιουν”. Ει ουν δια της αυτου θεοτητος ην ανελαβε σαρκα πρωτον εθεωσε, και ηµας παντας ου δια της φθαρτης σαρκος αλλα δια της θεωθεισης (209) ζωοποιει, ινα µηκετι µηδαµως ως ανθρωπον αλλ᾿ ως ενα Θεον αυτον τελειον εν δυσιν επιγινωσκωµεν φυσεσιν – εις γαρ Θεος - , ως του φθαρτου υπο της αφθαρσιας καταποθεντος και του σωµατος υπο του ασωµατου ουκ αφανισθεντος µεν, ολου δε αλλοιωθεντος και µενοντος ασυγχυτου, αρρητως ανακεκραµενου και εν αµικτω µιξει τη τριαδικη θεοτητι ηνωµενου, ινα εις Θεος εν Πατρι και Υιω και Αγιω Πνευµατι προσκυνηται και µητε προσθηκην τω αριθµω απο της οικονοµιας λαβη τινα µητε παθος τι απο του σωµατος η Τριας υποστη. ∆ια τι ουν ταυτα λεγω; Ινα προγινωσκων συ α ωµολογησας ερωτωµενος παρ᾿ εµου, µη εξ αγνοιας εκκλινης της ευθειας των νοηµατων οδου και κοπους παρεξης ηµιν και κριµα προξενησης πλειον τη ση ψυχη. Παλιν τοιγαρουν προσαναµνησω σε τα ρηθεντα εν επιτοµω, ινα ευσυνοπτον γενηται ο µελλω ειπειν. Εστι τοινυν Χριστος. Τι δε εστι; Θεος αληθης και ανθρωπος τελειος παναληθως πεφυκως, δια τουτο γενοµενος ανθρωπος, οπερ πρωην ουκ ην, ινα ποιηση θεον τον ανθρωπον, οπερ ουδεποτε γεγονεν, δια της θεοτητος θεωσας και θεοποιων ηµας δηλαδη και ουχι δια µονης αυτου της σαρκος· ουδε γαρ µεριστη. Προσεχε τοινυν και ερωτωντι µοι µετα συνεσεως αποκριθητι. Ει οι βαπτιζοµενοι τον Χριστον επενδυονται, τι τουτο εστιν ο επενδυονται; Θεος. Ο ουν Θεον ενδυσαµενος ουκ επιγνωσεται νοερως και ιδη τι ενεδυσατο; Ο γυµνος τω σωµατι ενδυσαµενος επαισθανεται και το ιµατιον οποιον ορα, ο δε γυµνος τη ψυχη Θεον ενδυσαµενος ου γνωσεται; Ει γαρ ουκ αισθανεται ο τον Θεον ενδυοµενος τι ποτε αρα ενεδυσατο, λοιπον κατα σε ουδε εστι τι ποτε ο Θεος· ει γαρ ην, οι αυτον ενδυοµενοι εγινωσκον αν. Το γαρ µηδεν ενδυοµενοι ουδεν αισθανοµεθα, το δε τι ποτε η παρ᾿ ετερου η ηµας αυτους επενδυοντες και λιαν (210) επαισθανοµεθα, ει γε και σωας τας αισθησεις κεκτηµεθα· νεκροι γαρ ενδυοµενοι ουκ αισθανονται µονοι και δεδοικα µη και οι
ταυτα λεγοντες νεκροι και γυµνοι επ᾿ αληθειας οντως εισιν. Και ουτω λελυται το ζητουµενον. Ειτα φασι· “Το Πνευµα µη σβεννυτε” ο Παυλος διακελευεται. Και τουτο λεγοντες, τον σκοπον των λεγοµενων µη επισταµενοι, την εαυτων αγνοιαν εµφανιζουσιν· ο γαρ λεγων τινι· “Μη σβεσης, φησι, την λαµπαδα”, ου περι της ηδη εσβεσµενης αυτω παντως λεγει, αλλα περι της ετι καιοµενης και αστραπτον εχουσης το φως. Αλλα γαρ αυθις προς αυτους ωδε ανθυποφεροµεν. Τι δαι; Ορατε καν ολως εν υµιν αυτοις, ω ουτοι, το Πνευµα καιοµενον και λαµπον ωσπερ εικος; Και προς τουτο ου µονον ουδεν αποκρινονται, αλλα και τας οψεις ευθυς αλλοιουµενοι αποστρεφονται και ως βλασφηµιαν ακουσαντες δυσχεραινουσι· ειτα, τον ερωτωντα φιλοτιµουµενοι και τον πραον δηθεν υποκρινοµενοι, ου µετα στυφοτητος αποκρινονται· “Και τις ποτε ιδειν τουτο τολµηρως ειποι η ολως αυτο εθεασατο;” Απαγε. “Θεον, φησιν, ουδεις εωρακε πωποτε”. Ω της σκοτωσεως! Τις τουτο ειπε, λεξον ηµιν. “Ο µονογενης, φησιν, Υιος ο ων εις τον κολπον του Πατρος εκεινος εξηγησατο”. Αληθως λεγεις και η µαρτυρια σου αληθης µεν, αλλα κατα της σεαυτου ψυχης. Εαν γαρ εγω δειξω σοι τον αυτον Υιον του Θεου λεγοντα σοι δυνατον ειναι τουτο, τι ερεις; Φησι γαρ· “Ο εωρακως εµε εωρακε τον Πατερα”. Τουτο δε ου κατα την της σαρκος ειπε θεωριαν, αλλα κατα την της θεοτητος αποκαλυψιν. Ει γαρ κατα την σωµατικην ιδεαν τουτο γενοµενον εννοησωµεν, λοιπον και οι τουτον σταυρωσαντες και εµπτυσαντες τον Πατερα εωρακασι· και ουτως ουδεµια εσται διαφορα η προτιµησις απιστων τε και πιστων, αλλα παντες εξ ισης του πεποθηµενου µακαρισµου ετυχον τε (211) δηλονοτι και τυχωσιν. Αλλ᾿ ουκ εστι ταυτα, ουκ εστι, καθα δη και αυτος παλιν δεικνυσιν Ιουδαιοις διαλεγοµενος και λεγων· “Ει εγνωκειτε µε, και τον Πατερα µου εγνωκειτε αν”. Οτι δε δυνατον ηµιν εστι το κατιδειν τον Θεον, ως ανθρωπω ιδειν εφικτον, ακουσον αυτου Χριστου του Υιου του Θεου παλιν λεγοντος· “Μακαριοι οι καθαροι τη καρδια οτι αυτοι τον Θεον οψονται”. Τι ουν ερεις προς ταυτα; Αλλ᾿ οιδα, ο τα εν χερσιν απιστων αγαθα και λαβειν ταυτα µη προθυµουµενος επι
τα µελλοντα µεταβησεται και αποκριθεις ερει· “Ναι, οντως οι καθαροι τη καρδια τον Θεον οψονται, αλλ᾿ εν τω µελλοντι τουτο και ουκ εν τω νυν αιωνι γενησεται”. ∆ια τι η πως τουτο εσται, αγαπητε; Ει γαρ δια της καθαρας καρδιας τον Θεον ειπεν οψεσθαι, παντως οτε η καθαροτης προσγενηται, και η θεωρια συνεπεται αυτη. Και ει ταυτην ποτε εκαθαρισας, εγνως αν ως αληθη τα λεγοµενα· επει δε ουκ εθου τουτο εν τη καρδια σου ουδε ειναι αληθες επιστευσας, δια τουτο και της καθαρσεως κατεφρονησας και της θεωριας διηµαρτες. Ει γαρ ενταυθα η καθαρσις, και ενταυθα εσται η ορασις· ει δε µετα θανατον ειπης την ορασιν ειναι, θησεις παντως και την καθαρσιν µετα θανατον, και ουτω σοι γενησεται το µηδεποτε ιδειν τον Θεον εν τω µη ειναι σοι εργασιαν µετα την εξοδον δι᾿ ης ευρησεις την καθαρσιν. Αλλα και ο Κυριος τι φησιν; “Ο αγαπων µε τας εντολας µου τηρησει και εγω αγαπησω αυτον και εµφανισω αυτω εµαυτον”. Ποτε ουν η εµφανεια τουτου γενησεται; Ενταυθα η εν τω µελλοντι; Ευδηλον οτι ενταυθα. Οπου γαρ η ακριβης των εντολων φυλακη, εκει εσται και η του Σωτηρος εµφανεια, µετα δε την εµφανειαν η τελεια εν ηµιν αγαπη προσγινεται. Ει γαρ µη τουτο γενηται, ουτε πιστευειν, ουτε αγαπαν αυτον ως χρη δυναµεθα· γεγραπται γαρ· “Ο µη αγαπων (212) τον αδελφον αυτου ον ορα, τον Θεον ον ου βλεπει πως δυναται αγαπαν;” Ουδαµως. Ο τοινυν µη δυναµενος αγαπαν, ουδε πιστευειν δυναται δηλονοτι· και ταυτα Παυλου λεγοντος ακουε· “Μενει δε τα τρια ταυτα, πιστις ελπις, αγαπη· µειζων δε παντων η αγαπη”. Ει ουν η πιστις τη ελπιδι συνεζευκται, η δε ελπις τη αγαπη συνεπεται, ο µη εχων αγαπην ελπιδα ου κεκτηται, ο δε ελπιδος εκτος, δηλονοτι και πιστεως. Πως γαρ, των αιτιων της αγαπης µη οντων, αυτην εκεινην παρειναι ενδεχεται; Ως γαρ θεµελιων εκτος οροφος οικου ουχ ισταται, ουτως ουδε πιστεως και ελπιδος βεβαιας χωρις αγαπην Θεου εν ψυχη ανθρωπου ευρεθηναι δυνατον· ο δε µη την αγαπην εχων ουδεν εκ των λοιπων αρετων ωφελειται η χωρις ταυτης ωφεληθησεται, καθα δη και αυτος Παυλος γραφων διαµαρτυρεται. Περι δε του απ᾿ εντευθεν οραν τον Θεον ακουε αυτου παλιν λεγοντος· “Νυν βλεπω εν εσοπτρω και εν αινιγµατι, τοτε δε προσωπον προς
προσωπον” και παλιν· “Νυν γινωσκω εκ µερους, τοτε δε επιγνωσοµαι καθ᾿ ο και επεγνωσθην”. Αλλ᾿ εκεινος, φησι, Παυλος ην. Παυλος δε ουχι κατα παντα ανθρωπος ην, ηµιν οµοιοπαθης τε και συνδουλος; Και τις Παυλου ισος, ω υπερηφανε συ και απονενοηµενε, φησιν, οτι τουτον ηµιν τοις ανθρωποις συνεξισαζοις; Οις ουχ ηµεις, αυτος δε ο Παυλος µεγαλη βοα τη φωνη, ουτω λεγων· “Χριστος ηλθεν - ακουσατε αµαρτωλους σωσαι ων πρωτος ειµι εγω”. Πρωτος ουν εκεινος των σωζοµενων αµαρτωλων· γενου συ δευτερος, γενου τριτος, γενου δεκατος, γενου ταις χιλιασιν, ει βουλει, και µυριασι συµψυχος και τω Παυλω σεαυτον συναριθµησον· και ουτω Παυλον τιµησεις, καθως εκεινος φησι· (213) “Μιµηται µου γινεσθε, καθως καγω Χριστου”, και παλιν· “Ηθελον παντας ειναι ως εµαυτον”. Ει τοινυν επαινεσαι βουλει τον Παυλον η τιµησαι αυτον, µιµησαι τουτον· και οιος εκεινος, γενου τοιουτος τη πιστει και συ, και τοτε επ᾿ αληθειας τιµησεις αυτον κακεινος προσδεξεται σε και ως ιδιαν δοξαν και στεφανον καυχησεως λογισεται σε, οτι τοις εκεινου λογοις πεισθεις και ακολουθησας αυτω µιµητης εκεινου και οιος εκεινος εγενου και συ. Ει δε λεγεις ατιµιαν ειναι Παυλου το και αλλον ισον γενεσθαι αυτου και δια τουτο της σης σωτηριας καταφρονων αµελεις, γινωσκε ως παραλογιζοµενον σεαυτον µαλλον απωσεται και δια τουτο αυτος σε βδελυξεται. Βουλει ουν σοι δειξω οτι µαλλον µειζονως τιµησεις αυτον και ευφρανεις και δοξασεις, ει µειζων εκεινου δυνηθης γενεσθαι και τω Θεω οικειοτερος; Ακουσον αυτου τουτο παριστωντος και λεγοντος· “Ευχοµην αναθεµα ειναι απο Χριστου υπερ των αδελφων, των συγγενων µου κατα σαρκα”. Εκεινος χωρισθηναι απο Χριστου προαιρειται τελειως, ινα συ σωθης, και λεγεις οτι ατιµιαν ηγησεται, εαν ως εκεινος θελησω και σπευσω γενεσθαι καγω; Ουχι, αδελφε, ουκ εστι φθονος εν αγιοις Θεου, ουκ εστιν εν αυτοις προεδριας η µειζονος δοξης επιθυµια και ορεξις. Μια γαρ αυτοις και τοις κατα γενεαν και γενεαν φιλοις και προφηταις αναδεικνυµενοις Θεου προεδρια και καθεδρας και προτιµησις στασεως και δοξα και απολαυσις και τρυφη, το οραν τον Θεον· οι δε ορωντες αυτον περιεργιας πασης απηλλαγµενοι υπαρχουσιν. Ουδε γαρ προς τι του βιου η
προς ετερον τινα των ανθρωπων βλεπειν και επιστρεφεσθαι η ολως εννοειν τι των ανοικειων δεδυνηνται, αλλα του προς τι γενεσθαι τον νουν ηλευθερωνται· δια τουτο και µενουσιν εις αιωνας ατρεπτοι και προς το κακον εισιν ανεπιστροφοι. (214) Αλλα γαρ ερωτησω σε, συ δε µοι συνετως αποκριθητι. Ταυτα ποθεν οι γραψαντες ισασι, και νυν ο γραφων ποθεν επισταται; Ειπε συ, ινα µη παλιν εγω δοξω σοι κενοδοξως λαλειν· τινος ταυτα τα ρηµατα; Λελογισµενως συλλογισθητι και παντως πεισθηση και συζητησεων απαλλαξεις µε. Ανθρωπου παντως, φησιν. Οιµοι οτι ουδε δια της ακοης σου η ορασις επιγινεται, αλλα µενεις ακουων και µηδολως ορων. Ανθρωπου λεγεις ειναι ταυτα τα ρηµατα; Ει ανθρωπου εισιν, ειπειν εχεις παντως και ποταπου, επειδη ανθρωπος ου µονον ανθρωπου συλλογισµους τε και διαθεσεις, αλλ᾿ ουδε κτηνους ορµας η στασεις η ενδιαθετον καταστασιν ψυχης δυναται γνωναι η εξειπειν· “Ουδεις γαρ οιδε τα του ανθρωπου, ει µη το πνευµα του ανθρωπου το ενοικουν εν αυτω”. Ει δε ανθρωπου και κτηνων αλογων διαθεσεις και ορµας χαλεπον ανθρωπον ειδεναι καλως, τα του Θεου, ηγουν την εκ της θεωριας αυτου εγγινοµενην τοις αγιοις αλλοιωσιν και καταστασιν, ινα µη το γε νυν εχον ειπω ενεργειαν, ποθεν η πως ειδεναι τις δυναται; Αλλως τε δε ει ανθρωπου τα ρηµατα, δηλονοτι και τα νοηµατα. Τα δε εν τουτοις νοηµατα ου χρη καλεισθαι νοηµατα, αλλα θεωριαν των οντως οντων· απο γαρ της εκεινων θεωριας λαλουµεν· και λεγεσθαι µαλλον χρη των οραθεντων διηγησιν τα λεγοµενα, νοηµα δε εκεινο λεγεσθαι αξιον το περι ανυποστατου πραγµατος η βουληµατος γεννωµενον ενθυµηµα εκ του νου, οιον του ποιησαι τι αγαθον η πονηρον ο ουπω επραχθη παρ᾿ ηµων, ο και απο του νοηµατος εις εργον εξαγεται, ωστε το νοηµα αρχη εστι του µελλοντος γινεσθαι πραγµατος παρ᾿ ηµων κατα το· “Πρωτον µεν εννοει τας αγγελικας δυναµεις και ουρανιους και το εννοηµα εργον ην”. (215) Σκοπει δε οτι ου περι ανυποστατων τινων και αδηλων πραγµατων, αλλα περι των ηδη γινοµενων και γενεσθαι µελλοντων, οι λογοι παντες ηµιν και πασα η περι τουτων εξηγησις εκ της ορασεως µαλλον γινεται και της θεωριας αυτων. Πασα γαρ αναγκη παντι τω εξηγουµενω περι τινος πραγµατος,
οικου φερε ειπειν η πολεως, η παλατιου τινος και της εν αυτω ταξεως τε και καταστασεως, η περι θεατρου παλιν τινος και των εν αυτω τελουµενων, ιδειν µεν προτερον και καταµαθειν τα εν τουτοις, ειθ᾿ ουτως περι ου ειπειν βουλεται εστοχασµενως και λελογισµενως ειπειν. Επει, εαν µη προτερον ιδη, τι αν και οικοθεν ειποι; Ποιαν δε νοησιν προς την του µηπω µηδαµως οραθεντος πραγµατος αλλοθεν πορισεται διηγουµενος; Ποιαν, ειπε µοι, ενθυµησιν η ευφυΐαν η µαθησιν, ποιαν δε φρονησιν, σκεψιν τε και επινοιαν και συλλογισµον ευρησει καιριως περι ου ουκ οιδεν ειπειν; Το γαρ ειπειν τι περι ων ουκ οιδεν η ουκ εθεασατο παντως αλογον και απαιδευτον. Ει τοινυν περι ορωµενων και επιγειων ουδεις ειπειν τι η διηγησασθαι δυναται, ει µη αυτοπτης του πραγµατος γενηται, πως ειπειν τις ισχυσειεν η διηγησασθαι, αδελφοι, περι Θεου και θειων πραγµατων και αυτων των του Θεου αγιων και δουλων, οιαν εκεινοι την ολικην προς τον Θεον εσχηκασι σχεσιν και οιαν εστιν η του Θεου ορασις η εν αυτοις αρρητως εγγινοµενη; Ητις ενεργειαν αφθεγκτον εµποιει νοερως εν ταις καρδιαις αυτων, ει και µη πλεον ειπειν τι ο ανθρωπινος διδωσι λογος, µη προτερον φωτισθεις φως γνωσεως, κατα την κελευουσαν εντολην. Φως δε γνωσεως οταν ακουσης, ινα σε δια παντων φωταγωγησωµεν, µη υπολαβης γνωσιν ειναι µονην των λεγοµενων διχα φωτος. Ου γαρ ειπε διηγησιν η λογον γνωσεως, αλλα φως γνωσεως και γνωσεως φως, ως του (216) φωτος δηλονοτι εµποιουντος την γνωσιν ηµιν· αλλως γαρ ουκ εστι γνωναι τινα τον Θεον, ει µη δια της θεωριας του εξ αυτου εκπεµποµενου φωτος. Ωσπερ γαρ ο περι ανθρωπου η περι πολεως τινος προς τινας διηγουµενος, εκεινος µεν α ειδε και α εωρακε λαλει προς αυτους, οι δε ακουοντες µη θεασαµενοι τον ανθρωπον η την πολιν περι ης και ακουουσιν, ου δυναται απο της ακοης µονης, ως ο ιδων και διηγουµενος τα περι του ανθρωπου, γινωσκειν και τα περι της πολεως, ουτως και περι της ανω Ιερουσαληµ και του εν αυτη κατοικουντος αορατου Θεου, περι της απροσιτου δοξης τε του προσωπου αυτου και περι της ενεργειας και δυναµεως του παναγιου αυτου Πνευµατος, ειτ᾿ ουν φωτος, ουδεις ειπειν δυναται, ει µη πρωτον αυτο το φως ιδη ψυχης οφθαλµοις και ακριβως γνω τας αυτου
ελλαµψεις και ενεργειας εν αυτω. Αλλ᾿ ει τι και δια των θειων ακουοι Γραφων λαλουντας δι᾿ αυτων τους τον Θεον ιδοντας, δια του Πνευµατος εκεινα και µονα διδασκεται· οθεν ουδε δυναται λεγειν οτι εν γνωσει γεγονα του θεου δια µονης ταυτης της ακοης. Ον γαρ ουχ εωρακε πως γινωσκειν ενδεχεται; Ει γαρ η ορασις µονη τελειαν την γνωσιν του ορωµενου παρ᾿ ηµων ανθρωπων ουκ εµποιει εν ηµιν, πως η ακοη µονη την του Θεου γνωσιν ηµιν εµποιησειε; Φως ο Θεος και ως φως η θεα αυτου· εν γουν τη του φωτος θεα γνωσις πρωτη οτι Θεος, καθα και επι του ανθρωπου ακοη πρωτον περι αυτου, ειτα ορασις, και εν τω αυτον ιδειν γνωσις οτι ανθρωπος εστι περι ου ηκουον. Και ουδε ουτως ισταται του λεγοµενου η εννοια· οσα γαρ αν εξ ακοης σοι τις ειπη περι ανθρωπου, οτε ιδης αυτον, απο µονης της ακοης γνωρισαι αυτον ακριβως και πληροφορηθηναι, οτι αυτος εκεινος εστι περι ου ηκουες, ου δυνασαι, αλλα αµφιβολια η ψυχη διαµεριζεται και η εκεινον αυτον ερωτα η ετερον τινα τον γνωριζοντα αυτον, και τοτε βεβαιως µανθανεις οτι αυτος εκεινος εστιν. Ουτως ουν και περι του αορατου Θεου απαραλλακτως γινεται. (217) Οταν γαρ αποκαλυφθεντα θεασηται τις αυτον, φως ορα· θαυµαζει µεν ιδων, τις δε ο φανεις ουκ οιδεν ευθυς, αλλ᾿ ουδε αυτον ερωτησαι τολµα, - πως γαρ, ον ουδε αναβλεψαι τοις οφθαλµοις και ιδειν δυναται ποταπος; - βλεπει δε µονον εν τροµω και φοβω πολλω οιονει προς τους ποδας αυτου, ειδως οτι ολως τις εστιν ο φανεις προ προσωπου αυτου. Και ει µεν υπαρχει ο περι τουτων προεξηγησαµενος αυτω, ως προεγνωκως τον Θεον, απερχοµενος λεγει αυτω· “Ειδον”. Και φησι· “Τι, τεκνον, ειδες;” – “Φως, ω πατερ, γλυκυ, γλυκυ· ποταπον ειπειν σοι, πατερ, ουκ εξικανουσαν εχω µου την διανοιαν”. Και ως ουν τουτο λεγει, σκιρτα και παλλει η καρδια αυτου και προς τον ποθον του οφθεντος ευθυς αναπτεται. Ειτα παλιν αρχεται λεγειν µετα δακρυων θερµων και πολλων ως· “Ωραθη µοι, πατερ, εκεινο το φως· ηρθη ο οικος της κελλης ευθυς και παρηλθεν ο κοσµος, φυγων ως οιµαι απο προσωπου αυτου· εµεινα δε µονος εγω µονω συνων τω φωτι. Ουκ οιδα δε ει ην και το σωµα τουτο, πατερ, τηνικαυτα εκει· ει γαρ εξω τουτου γεγονα αγνοω, τεως ουκ ηδειν οτι σωµα φορω και περικειµαι. Ην µοι δε χαρα η και
νυν συνουσα µοι αφραστος, αγαπη τε και ποθος πολυς, ως κινηθηναι µου τα ναµατα κατα ποταµους των δακρυων, καθα δη και νυν, ως ορας”. Αποκριθεις ουν λεγει αυτω· “Εκεινος, τεκνον, εστι”. Και συν τω λογω βλεπει παλιν αυτον και µικρον µικρον τελειως καθαιρεται, καθαιροµενος δε παρρησιαζεται και εκεινον αυτον ερωτα και φησιν· “Ο Θεος µου, συ ει;” Και αποκρινεται και φησι· “Ναι εγω ειµι, ο Θεος, ο δια σε ανθρωπος γεγονως· και ιδου εγω πεποιηκα σε, ως ορας, και ποιησω θεον”. Οτε τοινυν χρονισει πενθων και κλαιων και προσπιπτων και ταπεινουµενος, αρχεται εκ του κατ᾿ ολιγον (218) γινωσκειν τα του Θεου· και εις τουτο πεφθακως, τοτε µανθανει “το θεληµα αυτου το αγιον και ευαρεστον και τελειον”. Ει γαρ µη ιδη, ινα παλιν ειπω, αυτον, ουδε δυναται γινωσκειν αυτον· και ει µη γνω αυτον, πως ισχυσει γνωναι το αυτου αγιον θεληµα; Ει γαρ επι ανθρωπων τουτο αδυνατον, πολλω µαλλον επι Θεου. ∆ιο και προκοπτων και επι πλειον προσοικειουµενος τω Θεω, εκ των εις αυτον γινοµενων παρα Θεου γινωσκει και απερ µετα των προλαβοντων αγιων απαντων εποιησε και οσα µελλει µετα των µεταγενεστερων ποιειν. Περι δε των µελλοντων στεφανων και αµοιβων διδασκεται µεν µυουµενος παρ᾿ αυτου του Θεου, τεκµαιροµενος δηλονοτι οτι υπερ νουν και λογον και διανοιαν ταυτα εισιν· ου µονον δε, αλλα και νοει σαφως οποιοι µετα την αναστασιν εσονται αυτος τε και παντες οι µετ᾿ αυτου, ουκ απολαµβανει δε ταυτα νυνι, ει και τινες τουτο λεγειν ηµας κακως ελογισαντο. Ει γαρ ενταυθα το παν απολαµβανειν υποτιθεµεθα, λοιπον κατ᾿ αυτους και την αναστασιν αυτην απαρνουµεθα, την κρισιν τε και την ανταποδοσιν, και την των µελλοντων ελπιδα εκουσιως αποβαλλοµεθα. Αλλ᾿ ουχ ουτως ηµεις φρονουµεν η λεγοµεν, αλλα και τους τουτο λεγοντας σφοδρως καθυποβαλλοµεν αναθεµατι. Τοινυν και νυν µεν µετριως τους αρραβωνας εντευθεν ηδη απολαµβανειν των αγαθων απαντων οµολογουµεν και λεγοµεν, το δε ολον µετα τον θανατον ελπιζοµεν ληψεσθαι, καθως γεγραπται· “Νυν µεν γινωσκω, φησιν, εκ µερους· οταν δε ελθη το παν, τοτε το εκ µερους καταργηθησεται”. Και αλλαχου· “Και νυν τεκνα Θεου εσµεν και ουπω εφανερωθη τι εσοµεθα· οιδαµεν δε οτι, εαν φανερωθη, οµοιοι αυτω εσοµεθα”.
Και ινα κατα πευσιν και αποκρισιν τον λογον µεταποιησωµεν, οιονει τον ειρηκοτα τουτο ερωτησωµεν· “Ποθεν, (219) ω ηγαπηµενε και φιλε Χριστου, οιδας οτι οµοιος αυτου εση; Φρασον ηµιν, ποθεν;” “Εκ του Πνευµατος, φησιν, ου εδωκεν ηµιν, εκ τουτου γινωσκοµεν οτι εσµεν τεκνα Θεου και αυτος ο Θεος εν ηµιν εστιν, επειδη και αυτος ταυτα µοι ειπε µυστικη τη φωνη”. Αλλ᾿ επι το προκειµενον επανελθωµεν. Πρωτον ανωθεν ειποµεν οτι νοηµατα ηµων εκεινα λεγεσθαι δικαιον, οταν εν τω ηµετερω νοΐ ινα λογος περι πραγµατος τινος αγαθου η κακου γεννηθη, οιον φερε ειπειν, ινα κτησωµαι τι η κακοποιησω η αγαθοποιησω τινα, εξηγησιν δε και ουχι νοηµα το περι γεγενηµενων ηδη η εωραµενων πραγµατων λαλειν. Ειτα παλιν ειποµεν οτι περι ων τις ουχ εωρακε πραγµατων η πολεων η θεατρων η ανθρωπων, πως λεγειν δυναται περι αυτων η τας ιδεας η τας µορφας και τας θεσεις αυτων αφηγησασθαι; Ει δε και ειπη, µυθολογος αν δικαιως υπο των ακουοντων αυτον κληθησεται. Οι ουν ειποντες περι της του Κυριου ηµερας και περι της ενδοξου και φρικτης αυτου παρουσιας προφηται και αποστολοι, οτι ως κλεπτης εν νυκτι και ως ωδιν τη τικτουση και οτι εν πυρι αποκαλυπτεται, ποθεν µαθοντες ταυτα ειρηκασι; Παντως γαρ, η παρα τινος ακηκοασιν, η αυτοπται της ηµερας εκεινης εγενοντο. Επει ο ουκ ειδον, ο παρ᾿ ετερου ουκ ηκουσαν λεγοντος, πως εκεινοι ειρηκασιν; Ει ουν ηκουσαν, παρα τινος ειπε· ουπω γαρ τεως λεγω οτι ειδον αυτοι και ειπον, αλλ᾿ οτι ηκουσαν· ειπε λοιπον, ει οιδας, ποθεν ταυτα µεµαθηκασιν. Ει δε τι ειπειν ουκ επιστασαι, ακουσον και γνωθι οτι παρα του Αγιου ταυτα µεµαθηκασι Πνευµατος, καθως αυτοις και ο Κυριος ελεγεν· “Οταν δε ελθη ο παρακλητος, το Πνευµα το Αγιον ο πεµπει ο Πατηρ εν τω ονοµατι µου, εκεινος υµας διδαξει παντα και υποµνησει υµας παντα α ειπον υµιν”. (220) Οτι δε και α ουκ ειπεν αυτοις ο Χριστος, ταυτα το Πνευµα το Αγιον τοις αποστολοις επελθον εδιδαξε και ειπε, φησιν ο αυτος· “Ετι πολλα εχω λεγειν υµιν, αλλ᾿ ου δυνασθε βασταζειν αρτι· οταν δε ελθη εκεινος, το Πνευµα της αληθειας, οδηγησει υµας εις πασαν την αληθειαν· ου γαρ λαλησει αφ᾿ εαυτου, αλλ᾿ οσα αν ακουση λαλησει και τα ερχοµενα αναγγελει υµιν. Εκεινος εµε δοξασει, οτι εκ του εµου ληψεται και αναγγελει υµιν”. Εµαθες
ποθεν εδιδαχθησαν οι γραψαντες τα περι της ηµερας εκεινης και της του Κυριου επιφανειας και των αποκειµενων και επελθειν µελλοντων τοις αµαρτωλοις και δικαιοις. Ουτω και περι των λοιπων παντων των µη βλεποµενων ηµιν αυτοι φωτισθεντες δια του Πνευµατος ειδον αµα και εγραψαν. Αλλ᾿ ερωτωντι µοι αποκριθητι. Το Πνευµα το Αγιον τι εστι; Θεος, εκ Θεου αληθινου οµολογουµενως Θεος αληθινος. Συ ουν, ως ορας, λεγεις τουτο Θεον, τοις δογµασι της Εκκλησιας εποµενος. Τουτο τοινυν λεγων τε και φρονων Θεον αληθινον εκ Θεου αληθινου εκπορευοµενον, συνιστας οτι οι το Αγιον εχοντες Πνευµα αυτον εκεινον οµολογουµενως εχουσι τον Θεον µενοντα παντοτε µεθ᾿ εαυτων, καθως προς τους αποστολους ο Χριστος εφη· “Εαν αγαπατε µε, τας εντολας τας εµας τηρησετε· και εγω ερωτησω τον Πατερα και αλλον παρακλητον δωσει υµιν, ινα µενη µεθ᾿ υµων εις τον αιωνα”. Ιδου ουν εδιδαχθης οτι και µενει και κατοικει εις ατελευτητους αιωνας· το γαρ ειπειν “ινα µενη µεθ᾿ υµων εις τον αιωνα” το αϊδιως και ατελευτητως αυτοις συνεσεσθαι και ειναι αχωριστον µετ᾿ αυτων εν τε τω νυν καιρω, εν τε τω µελλοντι αιωνι δηλοι. Οτι δε και εωρων το Αγιον Πνευµα οι θειοι αποστολοι και οσοι τουτο λαβειν ηξιωθησαν, ακουσον το εποµενον· “Το Πνευµα της αληθειας ο ο κοσµος ου δυναται λαβειν, (221) οτι ου θεωρει αυτο ουτε γινωσκει αυτο, υµεις δε γινωσκετε αυτο, οτι παρ᾿ υµιν µενει”. Ινα δε γνως οτι και τον Χριστον βλεπουσιν οι αγαπωντες αυτον και τας εντολας αυτου φυλασσοντες, αυτου του Κυριου ακουσον λεγοντος· “Ο εχων τας εντολας µου και τηρων αυτας, εκεινος εστιν ο αγαπων µε· ο δε αγαπων µε αγαπηθησεται υπο του πατρος µου, και εγω αγαπησω αυτον και εµφανισω αυτω εµαυτον”. Γνωστον τοιγαρουν εστω πασι χριστιανοις οτι ο Χριστος αψευδης και Θεος αληθινος εστι και τοις την προς αυτον αγαπην δια της τηρησεως των εντολων αυτου ενδεικνυµενοις οµολογουµενως εµφανιζεται, καθως ειπεν αυτος· αυτο τε το Αγιον Πνευµα δια της εµφανειας αυτου δωρειται αυτοις και δια του Αγιου παλιν Πνευµατος αυτος και ο Πατηρ αχωριστως µενουσιν µετ᾿ αυτων. Οι δε τοιουτοι αφ᾿ εαυτων λαλουσιν ουδεν· ο δε λεγων λαλειν αυτους τι αφ᾿ εαυτων, δυνατον ειναι
λεγει ειδεναι και ανθρωπον τα του ανθρωπου και ανθρωπους ωσαυτως τα του Θεου· ει δε µη τουτο, αλλα ψευστας και µυθολογους αποκαλει, ως µη εξ αυτου διδασκοµενους, αλλα περι ων ουκ ειδον η ηκουσαν απο οικειων συλλογισµων ετερους διδασκοντας. Αλλα χρεων ειδεναι, οτι, ει συναδοντα και ουτοι τοις προλαβουσι θεοφοροις πατρασι φθεγγονται, εν τω αυτω Πνευµατι και αυτοι δηλονοτι φθεγγονται και οι αυτοις απιστουντες η και ενδιαβαλλοντες εις τον δι᾿ αυτων φθεγγοµενον αµαρτανουσιν. Εδιδαχθης τοινυν, αγαπητε, οτι η βασιλεια των ουρανων εντος σου, ει θελεις, εστι και τα αιωνια απαντα αγαθα εν χερσι σου εισι. Σπευσον ουν ιδειν και λαβειν και εν σεαυτω κτησασθαι τα αποκειµενα αγαθα και µη δια του οιεσθαι ταυτα εχειν αποστερηθηση παντων αυτων· (222) κλαυσον, προσπεσον, ωσπερ ποτε ο τυφλος, ουτω και νυν και συ και ειπε· “Ελεησον µε, Υιε του Θεου, και διανοιξον µου τους οφθαλµους της ψυχης, ινα ιδω το φως του κοσµου, σε τον Θεον, και γενησοµαι υιος ηµερας θειας καγω· και µη αµοιρον, ως αναξιον, της σης θεοτητος καταλειψης µε, Αγαθε. Εµφανισον µοι, Κυριε, σεαυτον, ινα γνωσωµαι οτι ηγαπησας µε, ως τας θειας τηρησαντα σου, ∆εσποτα, εντολας. Πεµψον τον παρακλητον, οικτιρµον, και επ᾿ εµοι, ινα αυτος µε διδαξη τα περι σου και τα σα αναγγειλη µοι, ω Θεε του παντος. Λαµψον επ᾿ εµοι το φως το αληθινον, ευσπλαγχνε, ινα ιδω την δοξαν την σην, ην ειχες προ του τον κοσµον γενεσθαι παρα τω σω Πατρι. Μεινον, ως ειπας, και εν εµοι. Μορφωθηναι θελησον, αορατε, εν εµοι, ινα βλεπων το αµηχανον καλλος σου, την εικονα, επουρανιε, φορεσω την σην και παντα τα ορατα επιλαθωµαι. ∆ος µοι την δοξαν ην σοι δεδωκεν, ευσπλαγχνε, ο Πατηρ, ινα οµοιος σοι ως παντες οι δουλοι σου γενωµαι κατα χαριν θεος και συνεσοµαι σοι διηνεκως νυν και αει και εις απεραντους αιωνας, αµην”. Ναι, αδελφε µου αγαπητε, πιστευσον και πεισθητι οτι ουτως εστι και αυτη η πιστις ηµων. Τουτο ουν εστι, πιστευσον, αδελφε, το αναγεννηθηναι και ανακαινισθηναι και ζησαι την εν Χριστω ζωην. Η ουκ ακουεις τον µεγαν Βασιλειον λεγοντα εις τον προτρεπτικον αυτου λογον των Φωτων· “Ουκ επιθυµεις σεαυτον ιδειν, ανθρωπε, απο γεροντος νεον γινοµενον;”, και τον
Παυλον· (223) “Ει τις εν Χριστω, καινη κτισις· τα αρχαια παρηλθεν, ιδου γεγονε τα παντα καινα”. Ποια παντα λεγει τοιγαρουν; Ειπε, συ, ειπε. Μη ο ουρανος ενηλλαγη; Μη η γη; Αλλα ο ηλιος, η οι αστερες, η η θαλασσα, η τι των βλεποµενων καινον και προσφατον γεγονεν; Αλλ᾿ ουκ εχεις τουτο ειπειν· προς ηµας γαρ και δι᾿ ηµας τουτο ειρηκε. Νεκροι γαρ οντες, προς ζωην ανισταµεθα· φθαρτοι, και εις αφθαρσιαν µεταποιουµεθα· θνητοι, και εις αθανασιαν µεταβαλλοµεθα· γηϊνοι, και γινοµεθα επουρανιοι· σαρκικοι εκ σαρκος την γενεσιν εχοντες, και πνευµατικοι γινοµεθα, τω Αγιω αναγεννωµενοι και αναπλαττοµενοι Πνευµατι. Ταυτα τοιγαρουν η εν Χριστω καινη κτισις εισιν, αδελφοι· ταυτα εις τους αληθινους πιστους και εκλεκτους καθ᾿ εκαστην επιτελουνται και γινονται, και τουτων απαντων µετοχοι µερικως, ως πολλακις ειποµεν, εν σωµατι οντες, γνωστως γινονται· ου µονον δε αλλα και µετα θανατον ολοτελως ταυτα και βεβαιως κληρονοµησαι ελπιζουσιν, ολοι δηλαδη εν ολοις τοις νυνι µεταληφθεισι γινοµενοι αγαθοις. Ει γαρ και τον Χριστον εσθιειν και πινειν, ενδυεσθαι τε και οραν και αυθις ορασθαι παρ᾿ αυτου αει διδασκοµεθα, αλλα και εν ηµιν αυτον εχειν και εν αυτω παλιν µενειν ηµας οιδαµεν, ως αυτον µεν ειναι ηµων ενοικον, ηµας δε παλιν ενοικους αυτου, οικια γινοµενω δηλονοτι ηµιν καθα και ηµεις παλιν οικια γινοµεθα αυτω, ειτα και υιοι µεν ηµεις αυτου, αυτος δε πατηρ ηµων γινεται, και φως εκεινος εν σκοτει λαµπον εστιν, αυτον δε βλεπειν ηµεις λεγοµεν κατα το “ο λαος ο καθηµενος εν σκοτει ειδε φως µεγα”, εαν ουν ταυτα παντα και τα λοιπα, ως δεδηλωται, οσα δηλονοτι αι θειαι Γραφαι γινεσθαι εν ηµιν εν τω ενεστωτι καιρω της παρουσης ζωης εκδιδασκουσι, µηδολως γινεσθαι λεγωµεν εις ηµας, η γινεσθαι (224) µεν, µυστικως δε και ανεπαισθητως, µηδεν προς ταυτα γινωσκοντων ηµων, τι νεκρων διαφεροµεν; Μη δη τη απιστια ουτως εαυτους εκδιδοντες, εις βυθον απωλειας κατερχεσθε· αλλ᾿ ει και µεχρι του νυν αισθησιν των τοιουτων λαβειν ουκ ηλπισατε και δια τουτο ουδεν ητησασθε, καν απο του παροντος πληροφορηθητε, πρωτον αληθη ταυτα πιστευσαντες ειναι και συναδοντα ταις θειαις Γραφαις, πασας αυτας δηλονοτι διεξερχοµενοι, οτι εντευθεν ηδη γνωστως η
σφραγις του Αγιου Πνευµατος ηµιν τοις πιστοις διδοται. Και πιστευσαντες ουτω διωκετε ινα καταλαβητε, ουτω πυκτευσατε ως ουκ αερα δεροντες· και προς τουτοις “αιτειτε και δοθησεται υµιν· κρουετε και ανοιγησεται υµιν”, ειτε ενταυθα ειτε εν τω αιωνι τω µελλοντι. Τεως διδασκεσθε, τεως µετανοειτε, υποτασσεσθε, νηστευετε, κλαιετε, ευχεσθε· και ουτω δια τουτων και των τοιουτων τρεχετε, πυκτευετε, διωκετε, ζητειτε, κρουετε, αιτεισθε, προς µηδεν ετερον απονευοντες, εως καταλαβητε, εως δραξησθε, εως λαβητε, εως υµιν ανοιγη και εισελθητε, εως ενδον του νυµφωνος τον νυµφιον θεασησθε, εως ακουσητε· “Ευ, δουλε αγαθε και πιστε, επι ολιγα ης πιστος, επι πολλων σε καταστησω”, εως υιοι φωτος και υιοι ηµερας γενησθε. Αλλα γαρ µη προ του ταυτα και ιδειν και λαβειν και παθειν φρεναπατουντες υµας εαυτους και παραλογιζοµενοι ειναι τι δοκειτε µηδεν οντες, και ως αναπεπτωκοτες τη συνειδησει πνευµατικους εαυτους ειναι προ του το Πνευµα το Αγιον λαβειν οιεσθε, και δια τουτο εις το αναδεχεσθαι λογισµους αλλοτριους ασυνετως επειγεσθε και εις ηγουµενειας και αρχας επιβαινετε και ιερωσυνης αφοβως κατατολµατε και προς µητροπολεις και επισκοπας του (225) ποιµαινειν τον του Κυριου λαον εαυτους υµας δια µυριων µεθοδων αναιδως επιδιδοτε. Αλλα προσεχετε, παρακαλω, εαυτοις, τα ανω φρονουντες, τα ανω ζητουντες, τα ανω επιποθουντες, µηδενος των επιγειων, προ του λαβειν εκεινα, φροντιζοντες. Ναι, καταφρονησωµεν παντων των ορωµενων, αξιω την αγαπην υµων· αποδεισωµεθα τα ανθρωπινα παντα, απαντα τα εµπαθη και βλαβερα βδελυξωµεθα, ινα και των ενταυθα και των µελλοντων επιτυχωµεν αγαθων εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις συν τω αναρχω Πατρι και τω παναγιω και αγαθω και ζωοποιω Πνευµατι, τω ενι τρισαγιω φωτι, νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην.
ΛΟΓΟΣ στ΄. (226)
Περι απαθειας και εναρετου ζωης. Και οπως χρη το οικειον εκκοπτειν θεληµα και εις υψος ανερχεσθαι τελειοτητος. Και περι συναφειας Θεου προς ψυχην και ψυχης προς σωµα και ενωσεως των τριων παραδοξου. Και προς τουτοις περι πνευµατικης ιατρειας και οπως χρη θεραπευειν τους ψυχικως ασθενουντας. Πολλοις τοις εν κοσµω πολλακις προσοµιλησας και τινων συζητησεων αναµεταξυ κινηθεισων, περι εµπαθειας, φηµι, και απαθειας, λεγοντων ακηκοα σχεδον απαντων, ου µονον των ατελων εις αρετην και ευσεβειαν, αλλα και αυτων των δοκουντων ειναι τελειων εις αρετην και τα ονοµατα και την φηµην µεγαλην εχοντων κατα τον κοσµον, ως ουκ ενδεχεται ανθρωπος εις τοσουτον υψος απαθειας ελθειν, ωσθ᾿ οµιλησαι και συνεστιαθηναι γυναιξι και µηδεµιαν βλαβην υποστηναι, µητε τινα κινησιν η µολυσµον εν τω λεληθοτι παθειν. Τουτων αυτηκοος εγω γεγονως, µεγαλης επληρωθην της αθυµιας και θρηνειν υπερ των ταυτα λεγοντων και κλαιειν εκ πολλης συµπαθειας βιαζοµαι, ακριβως ειδως ων µη αλλως ταυτα λεγειν αυτους ει µη εκ πολλης αγνοιας των χαρισµατων του Θεου. Ει µη γαρ εστερηµενοι της οντως απαθειας υπηρχον και εν τω σκοτει των παθων εκαλυπτοντο και δουλοι των ηδονων και των της σαρκος θεληµατων ετυγχανον, ουκ αν την ζωοποιον του Ιησου και Θεου νεκρωσιν, (227) τοις µελεσι των αγιων αυτου χαριζεται, ηγνοουν και ηπιστουν περι αυτης. Πως γαρ και πιστευσουσιν οι τοιουτοι ποτε νεκρους ειναι και γινεσθαι τω κοσµω τινας και µονην ζωντας ζωην την εν Πνευµατι, οιτινες δια βιου παντος σπουδην εθεντο εν υποκρισει παντα ποιειν, ινα ανθρωποις αρεσωσι και θεοφιλεις παρ᾿ αυτων ονοµαζωνται; Ως γαρ εν παθεσιν οιονται κατορθουν την απαθειαν, ολως αµαρτια οντες τε και γενοµενοι, και ως µονους τους των ανθρωπων επαινους αρκειν εις αρετην και αγιοτητα πειθουσιν εαυτους, ουτω και την απαθειαν απαρνουµενοι, αγιοι ειναι και λεγεσθαι βουλονται ταυτης χωρις, ως εκ των ανθρωπινων επαινων την αγιωσυνην κτησαµενοι. Τον γαρ µη επαινουµενον απλως και ως ετυχε παρα των πολλων ουδενος λογου αξιον ειναι κρινουσιν, αγνοουντες, ως εικος, οτι
κρεισσων εις γινωσκων Θεον και υπ᾿ αυτου γινωσκοµενος υπερ µυριαδας απιστων των µη ειδοτων Θεον, καν παρα παντος του κοσµου επαινωνται και µακαριζωνται, ωσπερ και εις βλεπων υπερ απειρα πληθη αµβλυωπουντων.Οτι γαρ ενι τινα των εν αληθεια αγωνιζοµενων εις τοιαυτην ελευθεριαν ελθειν και τον απαξ µετοχον της του Θεου χαριτος γενοµενον εις απαθειαν ψυχης και σωµατος καταντησαι, ωστε, µη µονον µετα γυναικων συνεσθιοντα και αυταις οµιλουντα, ανενοχλητον αυτον και απαθη διαµενειν, αλλα και εν µεσαις στρεφοµενον πολεσι, τραγωδουντων τε και κιθαρωδουντων ακουοντα και ορωντα γελωντας και ορχουµενους και παιζοντας, µηδεν παραβλαπτεσθαι, πασα µεν συγγραφη µαρτυρει, πασα δε ιστορια και των αγιων αι πραξεις τοιαυτας τας µαρτυριας ηµιν διαγραφουσι, και τουτου ενεκεν πασα πραξις εναγωνιος και πασα κακοπαθεια παρα των ευσεβουντων επιτελειται. (228) Ο γαρ των κατα Θεον αγωνιζοµενων σκοπος τοιουτος εστι, πρωτον µεν εκφυγειν κοσµον απαντα και τα εν τω κοσµω. Κοσµον δε λεγω την παρουσαν ζωην, ηγουν τον αιωνα τουτον τον προσκαιρον, τα δε εν τω κοσµω, τα περι ηµας παντα απερ καταλιµπανειν ηµας ο Λογος διακελευεται, αφ᾿ ων και φευγειν εκ παντος χρη, οιον απο πατρος και µητρος, αδελφων τε και συγγενων και φιλων, ετι δε απο κτηµατων και χρηµατων και περιουσιας και πλουτου παντος, ουχ ως απηγορευµενων οντων αυτων η και επιβλαβων, αλλ᾿ ως µη δυναµενων ηµων, εν µεσω αυτων στρεφοµενων, της αυτων προσπαθειας απαλλαγηναι· ο γαρ ηδη ταις ηδοναις συγκραθεις, ει µη τας αιτιας αυτων εκφυγοι και µακραν γενηται απ᾿ αυτων, ουκ αν των επιθυµιων αυτων ελευθερωθησεται. Μετα δε το γενεσθαι γυµνος παντων των προσοντων, τοτε και αυτην εαυτου οφειλει, ει σπουδαιος εστιν, απαρνησασθαι την ψυχην· οπερ και κατορθουται εν τη του οικειου απονεκρωσει θεληµατος, ου λεγω µονου του εξωθεν, οιον µη φαγειν, µη πιειν, µη προπετως τι διαπραξασθαι, µη υπνωσαι, µη τι των δοκουντων ειναι καλων ανευ επιταγης ποιησαι, αλλα και του εσωθεν, φηµι, της καρδιας κινηµατος, οιον µη βλεψαι εµπαθως, µη ωσαυτως ασπασασθαι, µη µεµψασθαι αφανως, µη κατακριναι τινα, µη επιχαρηναι πτωσει
τινος, µη οργισθηναι κατα διανοιαν, µη φθονησαι κακως, µη ζηλωσαι εν πονηρια. Πως παντα τα της ευσεβειας απαριθµησοµαι ιδιωµατα, ινα και δειξω σοι ακριβως των χριστιανων την ακριβειαν; Πλην ετι τα της ζωοποιου νεκρωσεως µανθανε, του µη κρυψαι λογισµον µηδε τον τυχοντα ποτε, µη παρελθειν δακρυων χωρις ηµεραν µιαν το κατα δυναµιν, µη τριψαι την οψιν κατα την συνηθειαν υδατι, µη της κοµης κοσµησαι τας τριχας, η και του πωγωνος, µη λυσαι την (229) ζωνην εις υπνον τρεποµενος, ινα µη χαυνωθεις υπνωση πλεον του δεοντος, µη βαλαι χειρα εισω και κνησαι µελος του σωµατος, αλλα και φυλαξασθαι απο ετερας αφης, µη ενατενισαι απλως µηδε εις γηρασαντος οψιν - ο γαρ µεσαζων τοις κακοις πανταχου παρεστι -, µη εννευσαι τινι κατα ετερου τινος, µη λαλησαι µηδεν ο µη συµφερει και σιωπησαι ο και λαληθηναι αξιον, µη καταλειψαι τον συνηθη κανονα µεχρι θανατου ποτε, µη κτησασθαι µετα τινος µερικην φιλιαν, ει και αγιου δοκει εχειν υποληψιν, µη εν µερει η καθολου καλλωπισµων φροντισαι ενδυµατος η υποδηµατος, ει µη µονην την χρειαν σεµνην οµου και ευσχηµονα, µη ενηδονως τινος γευσασθαι µηδε φαγειν ο τη ψυχη δια της ορασεως ηρεσεν. Εν τουτοις γαρ πασι και εν πλειοσιν αλλοις ο αγωνιζοµενος εγκρατευεται· και δια τουτων παντως, ει χαυνως και ραθυµως πορευεται, το οικειον καθ᾿ ωραν εκπληροι θεληµα, ει και τοις ανθρωποις ως αποταξαµενος µακαριζεται. Των γαρ εξωθεν τις και βλεποµενων τοις πασιν εγκρατευοµενος παρα των µη καλως ειδοτων οραν ως εργατης ανακηρυττεται, τα δε κρυφια της καρδιας θεληµατα εκπληρων, ως ακαθαρτος παρα Θεω µισειται και αποστρεφεται· καν ει χιλια ετη ουτω ποιηση αγωνιζοµενος, ουδεµιαν ευρησει εκ των εξωθεν µονων αγωνων ωφελειαν. Ο δε εις παντα εγκρατευοµενος και την ψυχην προπαιδευων ατακτως µη περιφερεσθαι µηδε ποιειν εν µηδενι ων ο Θεος απαρεσκεται το εαυτης θεληµα, αλλ᾿ ολην, ωσπερ επι καλου τινος αεροβατουσαν, τοις του Θεου οδευειν θερµως αναγκαζων προσταγµασιν, ουτος εν ολιγω καιρω εν αυτοις αυτον ευρησει κεκρυµµενον τοις θειοις αυτου ενταλµασιν. Ω και εντυχων, πασης αλλης εργασιας επιλαθοµενος εκπλαγησεται προσπεσων αυτον και µονον οραν αγαπησει. Ου και κρυβεντος εξ
οφθαλµων αυτου, (230) απορησας ουτος, παλιν την οδον ανωθεν απαρξαµενος, τρεχει σφοδροτερον, εντονωτερον, ασφαλεστερον· ορα κατω, περιπατει συννους, τη µνηµη φλεγεται, τω ποθω καιεται, τη ελπιδι του παλιν εκεινον ιδειν αναπτεται· και, οταν πολλα δραµων κατακοπος γενηται και φθασαι µη δυνηθη, αλλα και παντελως καταπεση, δραµειν µη δυναµενος, τηνικαυτα βλεπει τον διωκοµενον και τον φευγοντα φθανει και κρατει τον ποθουµενον και γινεται ολος εξω του κοσµου και αυτου ολου του κοσµου επιλανθανεται, συναπτεται τοις αγγελοις, τω φωτι αναµιγνυται, απογευεται της ζωης, τη αθανασια συµπλεκεται, εν απολαυσει γινεται της τρυφης, εις τριτον ανερχεται ουρανον, αρπαζεται εις παραδεισον, ακουει αρρητα ρηµατα, εις τον νυµφωνα εισερχεται, εις τον παστον παραγινεται, τον νυµφιον ορα, του πνευµατικου γαµου εν µετοχη γινεται, του µυστικου κρατηρος εµπιπλαται, του µοσχου του σιτευτου, του αρτου του ζωηρου, του ποµατος της ζωης, του αµωµου αµνου, του µαννα του νοητου, παντων των αγαθων εκεινων εν απολαυσει γινεται, εις α ουδε των αγγελων αι δυναµεις αδεως ενατενισαι τολµωσιν. Ουτως εχων πυρουται τω πνευµατι και πυρ ολος γινεται τη ψυχη, µεταδιδους και τω σωµατι της οικειας λαµπροτητος, δικην του ορωµενου πυρος την οικειαν τω σιδηρω φυσιν µεταδιδουντος, και γινεται η ψυχη τω σωµατι οπερ γεγονε τη ψυχη ο Θεος, καθα φησιν η θεολογος φωνη· ουτε γαρ ψυχη ζην δυναται, µη φωτιζοµενη παρα του κτισαντος, (231) ουτε σωµα, µη παρα της ψυχης δυναµουµενον. Σκοπει ακριβως των λεγοµενων την δυναµιν. Σωµα, ψυχη και Θεος, τα τρια ταυτα. Θεος αναρχος, ατελευτητος, απροσιτος, ανεξιχνιαστος, αορατος, αρρητος, αναφης, αψηλαφητος, απαθης, ανεκδιηγητος, επ᾿ εσχατου των ηµερων φανεις ηµιν εν σαρκι δι᾿ Υιου και γνωρισθεις δια του παναγιου αυτου Πνευµατος, ως πιστευοµεν, ισος ηµιν κατα παντα χωρις αµαρτιας, ψυχη νοερα µιγνυται δια την εµην ψυχην, ως που τις εφη, ινα και το πνευµα σωση και την σαρκα αθανατιση. Αλλα µην και επαγγελεται λεγων· “Ενοικησω εν αυτοις και εµπεριπατησω. Και εγω και ο Πατηρ ελευσοµεθα και µονην παρ᾿ αυτοις ποιησοµεθα”, δηλαδη τοις πιστευουσι και την πιστιν εκ των προειρηµενων εργων
ενδεικνυµενοις. Αλλα προσεχε. Θεου κατα τας αψευδεις επαγγελιας ενοικουντος εν ηµιν τοις γνησιοις δουλοις αυτου και δια των ενεργειων και ελλαµψεων του παναγιου Πνευµατος εµπεριπατουντος εν ταις ηµετεραις ψυχαις, αχωριστους ειναι του Θεου τας αξιας των τοιουτων ψυχας οµολογουµενως πιστευοµεν. Των δε ψυχων παλιν διϊκνουµενων εν ολω τω σωµατι και µηδενι µερει απολιµπανοµενων, αναγκη παντως και αυτην την σαρκα, αχωριστον ουσαν της ψυχης, µαλλον δε µηδε ζην χωρις αυτης δυναµενην, ολην αγεσθαι της ψυχης τω θεληµατι· και ως ουκ εστι σωµα ζην ανευ ψυχης, ουτως ουδε θεληµα ενι το σωµα εχειν τοτε παρεκτος της ψυχης. Αποδεδεικται τοινυν οτι, ωσπερ εν Πατρι και Υιω και Αγιω Πνευµατι εις Θεος ασυγχυτως και αδιαιρετως προσκυνειται, ουτω παλιν εν Θεω και ψυχη και σωµατι αδιαιρετως και ασυγχυτως θεος κατα χαριν ο ανθρωπος γινεται, (232) µητε του σωµατος εις ψυχην µεταβαλλοµενου, µητε της ψυχης εις θεοτητα µεταποιουµενης, µητε του Θεου τη ψυχη συγχεοµενου, µητε της ψυχης εις σαρκα µεταπηγνυµενης, αλλα µενων ο Θεος καθο Θεος εστι και η ψυχη καθως εχει φυσεως και το σωµα, καθως επλασθη, πηλος. Ο παραδοξως συνδησας αυτα και το νοερον τε και αϋλον τω πηλω συγκερασας, αυτος αµφοτεροις τουτοις ασυγχυτως ενουται καγω κατ᾿ εικονα και οµοιωσιν εκεινου, ως ο Λογος απεδειξε, γινοµαι. Αλλα παλιν, ει δοκει, τον λογον επαναλαβωµεν· υφ᾿ ηδονης γαρ κινουµενος και χαρας, ετι τοις ειρηµενοις προσµενειν βουλοµαι, ινα και τον νουν των τοιουτων εκδηλοτερον αναταξωµαι. Πατηρ, Υιος και Αγιον Πνευµα εις Θεος ον σεβοµεθα. Θεος, ψυχη και σωµα, ο κατ᾿ εικονα Θεου κτισθεις ανθρωπος και θεος ειναι καταξιουµενος. Τι ουν µοι ταυτα και προς τι λεπτοτερον ειρηται και δια τι µακρον τον λογον εξετεινα, η ινα αισχυνθωσι, µαλλον δε οι το κατ᾿ εικονα µη εχοντες εαυτους επιγνωσωνται και οι κεχωρισµενοι απο του Θεου εαυτους αποκλαυσωνται και τινων εστερηνται γνωσωσι και υφ᾿ ων κατεχονται τη ακροασει του λογου διακρινωσι και οιον αυτους σκοτος κατακαλυπτει νοησωσι και Θεον διδασκειν τροµασωσι, µαλλον δε, ινα συγκαταβατικωτερον ειπω, τοις την χαριν εν εαυτοις εχουσι του
Θεου και παντα διδασκοµενοις δι᾿ αυτης και παντα ισχυουσιν εν αυτη αντιλεγειν φριξωσι και παυσωνται λεγειν µη ειναι δυνατον τινα των κατα Θεον ζωντων, εν κοσµω αναστρεφοµενον και µετα γυναικων συνεσθιοντα η αυταις οµιλουντα, αµολυντον νοητως τε και αισθητως διαµενειν; Θεος απαθης εστι, µη προσπασχων τοις ορωµενοις. Και οιδα παλιν οτι οι µη οραν ισχυοντες τοις της ψυχης οφθαλµοις µηδε τοις αισθητηριοις αυτης αισθανοµενοι, του λεγοµενου την (233) δυναµιν µη νοησαντες, ουτω πως ανταποκριθησονται· “Οτι µεν ο Θεος, φησιν, απαθης εστιν, οιδαµεν· αλλ᾿ ου περι Θεου, περι δε ανθρωπου παντως ηµεις αµφιβαλλοµεν”. Αλλα και ο λογος δια τουτο προλαβων τα τουτων ενεφραξε στοµατα, θεον ειπων και τον ανθρωπον κατα χαριν γινοµενον, ηγουν τη δωρεα του παναγιου Πνευµατος. Ωσπερ γαρ ουκ ενι τον ηλιον εν βορβορω λαµποντα µολυνθηναι τας ακτινας ποτε, ουτως ουδε του Θεον φορουντος κεχαριτωµενου ανθρωπου την ψυχην η την διανοιαν µολυνθηναι ενδεχεται, καν εν βορβορω σωµατων, ειπειν, ανθρωπινων εγκυλινδεισθαι τυχοι το καθαρωτατον αυτου σωµα, οπερ τοις θεοσεβεσιν ανοικειον· ου µονον δε, αλλ᾿ ουδε, ει µετα µυριων απιστων και ασεβων µεµιασµενων καθειρχθησεται και γυµνος τω σωµατι γυµνοις αυτοις ενωθησεται, την πιστιν παραβλαβησεται η του ιδιου δεσποτου χωρισθησεται και του καλλους εκεινου επιληφθησεται. Πολλα γαρ επι µαρτυρων και αγιων τοιαυτα εγενοντο, ως εν τω Χρυσανθω µαρτυρι και εν αλλοις τισι των αγιων, και οµως ουδεν εκ της µεθοδου ταυτης του διαβολου εκεινοι παρεβλαβησαν, τον Θεον εχοντες εν εαυτοις οικουντα και µενοντα. Ο γαρ το κατ᾿ εικονα και καθ᾿ οµοιωσιν η τηρησας εαυτω ανωθεν η ανακαλεσαµενος και απολαβων, και το βλεπειν κατα φυσιν απελαβεν. Τοιγαρουν και ως εν ηµερα ευσχηµονως ο τοιουτος περιπατει, βλεπει τα πραγµατα παντα καθως εχουσι φυσεως· ου τας χροιας θαυµαζει και τας στιλπνοτητας, αλλα την τουτων ουσιαν τε και ποιοτητα καθορων, µενει ασαλευτος, µονοις τοις εστωσι προσεχων και µενουσι. Ορα τον χρυσον και ου την λαµπροτητι τουτου προσεχει, αλλα κατανοει την υλην οτι απο της γης και χους η λιθος εστι, µηδεποτε εις ετερον τι
µεταβληθηναι δυναµενος. Βλεπει τον αργυρον, (234) τον µαργαριτην, τους λιθους απαντας τους τιµιους και ου ταις ευχροιαις την αισθησιν κλεπτεται, αλλα λιθους απαντας ως ενα των απαντων λιθων ορα και πηλον αµα ταυτα λογιζεται. Ορα ιµατια πολυτελη και ου θαυµαζει την ποικιλιαν, αλλ᾿ οτι σκωληκων κοπρος εισιν εννοει, και τους τερποµενους εις αυτα και περιποιουµενους ταυτα ως τιµια ελεει. Ορα τινα δοξαζοµενον, επι θρονου καθηµενον, υπο λαου πολλου κατα τας οδους ποµπευοµενον η και φυσωµενον, και ως οναρ βλεπων ουτω διακειται, γελων και θαυµαζων των ανθρωπων την αγνοιαν. Βλεπει τον κοσµον και εν µεσω πολεως υπαρχει και βαδιζει µεγαλης – µαρτυς ο ταυτα εν ηµιν ενεργων Κυριος -, ως µονος ων εν ολω τω κοσµω· και ως εν ερηµω διαγων ανθρωποις αβατω και ως µηδεν µετα τινος εχων η γνωριζων τινα των επι γης ανθρωπων, ουτω διακειται. Ο τοιουτος και γυναικα τοινυν ορων καλλος εχουσαν σωµατος, ου της οψεως ορα την επανθουσαν ευπρεπειαν, αλλ᾿ ως σαπριαν η βορβορον και ως ηδη θανουσαν και γεγονυιαν ολην οπερ και γινεται, ουτω ταυτην ορα· ης ουκ αν ποτε το εξωθεν ανθος ο νους περιβλεψη, αλλα την ενδοθεν υπαρχουσαν υλωδη φθοραν, εξ ης το ολον σωµα συνισταται. Τι γαρ και αλλο εστι σωµα η διαµασηθεισης τροφης χυλος; Ει δε και το εξωθεν καλλος καταµαθειν θελησειεν, οιδεν εκ των κτισµατων αναλογως θαυµαζειν τον γενεσιουργον, ουχι δε λατρευειν τη κτισει παρα τον κτισαντα· ουτω γαρ απο του µεγεθους και απο της καλλονης των κτισµατων επιγινωσκει τον δηµιουργον και προς την εκεινου θεωριαν ο νους αναγεται και την ψυχην αναπτει προς την του ποιητου κατανοησιν, δι᾿ ης αρα και προς θειον κινειται ποθον και δακρυα και ολως εξω των ορωµενων γινεται και απο των κτισµατων αποχωριζεται. (235) Καθαπερ γαρ το φως των αισθητων οφθαλµων πανταχου παρ᾿ ηµων πεµπεται και, τα προκειµενα παντα τη οπτικη δυναµει περιερχοµενον, το συνολον εξ αυτων ου µολυνεται, καν ωσι λιαν δυσειδη τα ορωµενα, αλλα παλιν αµολυντον αυτο προς ετερα περιφεροµεν, ουτω και η των αγιων διανοια, καν εις βορβορωδη παθη και αισχρα παρακυψειεν, ου µολυνεται. Γυµνος γαρ υπαρχει ο νους αυτων και πασης επιθυµιας
εµπαθους αλλοτριος. Ει γαρ και εις την των τοιουτων θεωριαν εισελθειν ποτε βουληθειη, ου δι᾿ ετερον τι τουτο ποιει, αλλ᾿ η ινα σκοπηση και καταµαθη των παθων τας εµπαθεις κινησεις και ενεργειας και ποθεν λαµβανουσι τας αιτιας και δια ποιων φαρµακων παλιν εξαφανιζονται, καθα και ιατρους ποιουντας ακουοµεν και περι των παλαιων ακηκοαµεν. Ανετεµον γαρ τους νεκρους, ινα την θεσιν κατανοησωσι του σωµατος, οπως εξ εκεινων γινωσκοντες ωσι των ζωντων ανθρωπων τα ενδοθεν και ιατρευειν εν αλλοις επιχειρωσι τα µη ορωµενα παθη. Τοιουτον τι παντως εργαζεται και ο πνευµατικος ιατρος ο τα της ψυχης παθη εµπειρως ιατρευειν βουλοµενος· ινα δε σοι την εντεχνον αυτου ιατρειαν τω λογω καθυποδειξω, πραγµατικην ποιησοµαι την διηγησιν. Ερχεται τις προς τον πνευµατικον ιατρον αρρωστος, κεκαρωµενος τω παθει, τεταραγµενος ολος τον νουν, αντι ιατρειας τα βλαπτοντα επιζητων, τα το παθος δηλονοτι αυξανοντα και τον θανατον εν ακαρει επισπωµενα. Βλεπει τουτον ο φιλανθρωπος και συµπαθης ιατρος, κατανοει του αδελφου την ασθενειαν, του παθους την φλεγµονην, τον ογκον, ορα τον νοσουντα ολον του θανατου γινοµενον. Του τοιουτου δε αρα τις ερασθησεται, ινα παλιν των αναισθητων λογων εκεινων αναµνησθω; Οιµαι, ουδε των λιαν τις µαινοµενων ανδρων τοιουτον τι κατα της ασθενουσης η του ασθενουντος την προς θανατον αρρωστιαν ενθυµηθησεται, µη οτι γε ευσεβων και φοβουµενων τον Θεον ιατρων. Αλλα των οντως (236) µαινοµενων τους λογους χαιρειν ειποντες, εχωµεθα του λογου της διηγησεως. Οταν ουν ιδη ο πνευµατικος και επιστηµων ιατρος εν οις ειποµεν οντα τον αδελφον, ουκ ευθεως βοα ουδε διαναβαλλεται ουδε λεγει· “Κακα και θανατηφορα εισιν α ζητεις και ου διδωµι σοι ταυτα τα βοηθηµατα”, ινα µη ακουσας φυγη χρησηται και προς ετερον των τοιουτων παθων απειρον απελθη και τη αυτη ωρα τεθνηξεται· αλλα προσδεχεται, κατεχει, παρακαλει, πασαν δεικνυει αγαπην οµου και απλοτητα, ινα πληροφορηση αυτον οτι και δι᾿ ων φαρµακων ητησατο, δι᾿ αυτων και την ιατρειαν ποιησηται και την επιθυµιαν αυτου εκπληρωση.
Εισι γαρ τινες οι χαλεπως νοσουντες κατα ψυχην και χαλεπα τα νοσηµατα φεροντες και τα επαυξοντα την νοσον επιζητουντες· και το µεν παθος εκαστου τουτων ισως, ινα δεηται διαιτης και της των ηδεων αποχης, αυτοι δε µαλλον τρυφαν ζητουσι τα φθοροποια βρωµατα και εις κορον εµφορεισθαι αυτων. ∆ια δη τουτο, ως εφθην ειπων, ο εµπειρος ιατρος ουκ ευθεως επι τοις ζητουµενοις παρα του νοσουντος ανανευει, αλλ᾿ υπισχνειται παντα τα της αιτησεως εκπληρωσαι αυτου· ο νοσων, ως επι καλοις, σπευδει τοις καταθυµιοις αυτου, ο ιατρος υποκρυπτει τα βοηθηµατα· και ο µεν εκδεχεται και περιχαρως αναµενει, ο δε, σοφος ων, τον µεν φαινοµενον των ζητουµενων δεικνυει παροµοια, το δε κρυπτοµενον, αλλα µεν τη γευσει, τη δε δυναµει της ενεργειας παραδοξα. Μονον γαρ των φαρµακων ο ασθενων απτεται, και τη αφη παρα πασαν ελπιδα την ιατρειαν λαµβανει· και καταπαυεται µεν ευθυς του παθους ο ογκος, το δε τραυµα παντελως αφανιζεται, και ων τη επιθυµια πρωτον εφλεγετο, τουτων ουδε µνηµονευειν ανεχεται του λοιπου. Και εστιν ιδειν και θεασασθαι λογου παντος υψηλοτερον θαυµα γινοµενον· χωρις γαρ αλλου τινος βοηθηµατος, µονη τη προσψαυσει και θεωρια των ιατρικων φαρµακων υγιαινειν ποιει τους νοσουντας, (237) τα τραυµατα και τον ογκον αυτων καταστελλεσθαι και την φλογαν τουτων της διψης παυεσθαι, και τους πεινωντας τα φθοροποια και επιβλαβη βρωµατα των ωφελιµων µαλλον επιθυµειν εκτοτε, και πολλοις διηγεισθαι τουτους τα του ιατρου θαυµατα και την θαυµασιαν µεθοδον της επιστηµης αυτου. Ακουετωσαν οι υγιαινοντες και τα αινιγµατωδως ηµιν ειρηµενα νοειτωσαν, ει τε και της ενθεου γνωσεως την χαριν εδεξαντο. Ταυτα γαρ οι νοσουντες ουκ ισασι, µαλλον δε ουδε οτι ασθενουσιν επιστανται. Τους δε ουτως εχοντας τις αρα λογω πεισει ποτε οτι ασθενεια και νοσω κατεχονται; Υγειαν γαρ τουτην οιονται, το ποιειν της σαρκος τα θεληµατα και παντα πρασσειν τα της επιθυµιας και της εφεσεως· και ωσπερ ουδεις τους εξω φρενων οντας και παρακοπους εκφρονας ειναι ποιησει λογισασθαι ποτε εαυτους, ουτως ουδε τους εν παθεσι κυλινδουµενους και υπ᾿ αυτων κεκρατηµενους και µη αισθανοµενους της κατασχεσεως τουτων εν κακοις ειναι πεισει
ποτε τις η µεταβαλεσθαι ποιησει επι το βελτιον. Τυφλοι γαρ οντες και µηδε αλλον τινα πιστευοντες βλεπειν, ουτως διαγουσιν εστερηµενοι και του οραν, και οτι ουδε αναβλεψαι αυτους δυνατον ειναι πειθονται· ει γαρ επειθοντο, ταχα αν και εζητησαν αναβλεψαι, και αναβλεψαντες ειδον ακριβως και εγνωρισαν τους εσταυρωµενους τω κοσµω. Αλλα µη θελοντες των παθων απαλλαγηναι βυουσιν εκουσιως τα ωτα και τω Αποστολω προσεχειν ου βουλονται ουτω λεγοντι· “Εµοι κοσµος εσταυρωται καγω τω κοσµω. Ζω δε ουκετι εγω, ζη δε εν εµοι Χριστος”, και παλιν· “Νεκρωσατε ουν τα µελη υµων τα επι της γης, πορνειαν, ακαθαρσιαν, παθος, επιθυµιαν κακην και την πλεονεξιαν”. Ο ουν τω κοσµω αποθανων – τουτο γαρ εστιν ο σταυρος – και ζων µηκετι αυτος, ζη δε εν αυτω ο Χριστος, (238) ο νεκρωθεις τα µελη τα επι της γης, ηγουν τας εµπαθεις αισθησεις του σωµατος, ωστε και παντος παθους και πασης επιθυµιας κακης αµετοχος γενεσθαι, πως, ειπε, καν οπωσουν παθους αισθησιν δεξηται, η ηδονης υποστησεται κινησιν, η σαλευθησεται την καρδιαν το συνολον; Ει δε απιστεις ετι και αναβαλλεσαι, βλεπε προς τινα τας κατηγοριας εκφερεις και τινα λεγεις της αµαρτιας συµµετοχον. Ω του τολµηµατος! Τους τον Χριστον ζωντα και ενοικουντα εχοντας εν εαυτοις, προς ηδονην λεγεις κλεπτεσθαι την καρδιαν; Λοιπον κατα σε κοινωνος αµαρτιας καθεστηκεν ο Χριστος, ος αµαρτιαν ουκ εποιησεν, ουδε δολος ευρεθη εν τω στοµατι αυτου, ο του κοσµου αιρων τας αµαρτιας και καθαιρων παντος παθους τας αυτω συναφθεισας ψυχας; Ουκ εννοεις ακµην α µεν λαλουµεν ηµεις, α δε συ βλασφηµεις; Ου φριττεις και τω στοµατι σου την χειρα τιθεις και µην λαλειν παιδευεις τη γλωτταν σου περι ων ουπω την πειραν ειληφας, ουδε διανοια την γνωσιν κατελαβες των τοιουτων, και ταυτα τοις οφθαλµοις ουχ εωρακας, ουδε η ακοη σου το µεγεθος αυτων εχωρησεν; Ουκ οιδας οτι καταγελωσι σου ως αναισθητου, οπηνικα λεγειν επιχειρεις περι των τοιουτων, αλλα αντ᾿ αλλων φθεγγοµενος, οι εργω και λογω την πειραν εσχηκοτες αυτων; Ει µεν ουν ηξιωθης της ανωθεν χαριτος, λεγε και τα της χαριτος ελευθεροστοµων και θεολογειν ακωλυτως περι του φυσει Θεου· ου µην δε, αλλα και περι των θεσει υιων του Θεου και, ως
εφικτον ανθρωπω, οµοιων αυτου δια της χαριτος διηγου ακωλυτως τοις πασιν ως εισιν αγιοι δουλοι της δοξης αυτου. Ει δε οµολογεις, καλον ποιων, µη µετασχειν του χαρισµατος µηδε αισθανθηναι σαυτον νεκρον τω κοσµω γενοµενον, µηδε εις ουρανον εγνως εαυτον (239) ανελθοντα ως κρυβηναι µονον εκει και µη φαινεσθαι, µηδε του κοσµου παντος εξω κατα τον Παυλον ειτε εν σωµατι ειτε χωρις εγενου του σωµατος, µηδε αλλοιωθεντα κατεµαθες εαυτον ολον και πνευµα οιονει γενοµενον εν τη της σαρκος αποθεσει, πνευµατικα συγκρινοντα τοις πνευµατικοις, τι ουκ ασπαζη την καλην σιωπην και ζητεις εν µετανοια και δακρυσι ταυτα λαβειν και µαθειν, αλλα κενως ουτως λαλειν εθελεις περι ων ουκ εσχες την αληθινην γνωσιν και αγιος τουτων χωρις καλεισθαι φιλεις και ως ηδη σεσωσµενος διακεισαι, λογισµους τολµων αλλοτριους αναδεχεσθαι και διδασκειν ετερους; Ου φριττεις αλλους οδηγειν προς το φως, αυτος υπαρχων εστερηµενος του θειου φωτος; Ου δεδοικας ποιµαινειν αδελφους, ο ετι εν σκοτει καθηµενος και µηδε τον οφθαλµον εκεινον κτησαµενος τον ορωντα το φως το αληθινον; Ουκ αισχυνη αλλους ιατρευειν, ασθενης υπαρχων αυτος και µηδε των ιδιων τραυµατων λαβειν ισχυων την αισθησιν; Ειπε γαρ µοι, ει µη σεαυτον απαθη εγνωκας ειναι και τον απαθη Θεον κατεµαθες οικουντα εν σεαυτω, εν τινι αλλω θαρρησας, τοις εργοις των απαθων και ταις διακονιαις των αγιων του Θεου δουλων υπηρετειν και υπεισελθειν κατετολµησας; Ορα µη λαθης σεαυτον ξενοις βαθµοις και αλλοτριαις διακονιαις επιπηδων και ως καταφρονητης του θειου θεληµατος και τολµηρος και αχρειος οικετης εις το σκοτος αποπεµφθης το εξωτερον. Ορα µη ευρεθης του συγκλητικου ενδυµατος και αξιωµατος γυµνος, οπερ ουδεν αλλο ειναι νοησεις η την χαριν του Πνευµατος, και δεθεις, ουτως εχων, χειρας αµα και ποδας, εις το πυρ εµβληθης το αιωνιον. Βλεπε µη προτερον ποιµαινειν (240) επιχειρησης, πριν αν τον καλον σε ποιµενα φιλον γνησιον κτησασθαι, επει ουδεν κερδησεις ετερον, γινωσκε, η δουναι λογον τω Θεω, ου µονον περι της σαυτου αναξιοτητος, αλλα και περι των προβατων, ων εξ απειριας και εµπαθειας απωλεσας. Βλεπε, παρακαλω, µη αναδεξη το συνολον χρεη αλλοτρια
υποχρεως υπαρχων αυτος εν τινι· µη αφεσιν δου ναι τολµησης, ο µη τον αιροντα την αµαρτιαν του κοσµου εν τη καρδια κτησαµενος. Ορα µη κριναι τον ετερον, αδελφε, καταδεξη, πριν αν αυτος ακριβης γενη και των οικειων σφαλµατων εξεταστης και δικαιαν την ψηφον κατα σαυτου δια δακρυων απολυσης και πενθους· και τηνικαυτα, Πνευµατος εµπλησθεις Αγιου, εν τη ελευθερια του νοµου της σαρκος και του θανατου της αµαρτιας υπο της του Θεου χαριτος εις την των αλλων κρισιν δικαιος αποκατασταθης κριτης, ως υπο Θεου προχειρισθεις εν τουτω δια του Πνευµατος. Ιδε γαρ οτι ουδεις των κατα κοσµον αρχοντων τουτω τολµα επιπηδησαι τω αξιωµατι, πριν αν παρα του βασιλεως τω των κριτων εγκαταλεγη ταγµατι. Και ει επι των ανθρωπινων αξιωµατων τοιαυτη ταξις εστι και τοιουτος φοβος, ως µη τω επιγειω βασιλει προσκρουσαι, ποση ευλαβεια οφειλεται παρ᾿ ηµων απονεµεσθαι τοις του Θεου αξιωµασιν, ως µη αυτοχειροτονητοι και προ του κληθηναι ανωθεν επιπηδαν τοις θειοις και εις χειρας Θεου ζωντος εµπιπτειν. Φριξον, ανθρωπε, και του Θεου σεβασθητι το µακροθυµον και µη ελαττον εχων φανης των κοσµικων αρχοντων τον φοβον εις Θεον, τον επουρανιον βασιλεα, η οσον εκεινοι προς τον επιγειον εχουσι· µηδε καταφρονων εση του πλουτου της χρηστοτητος και µακροθυµιας αυτου δια φιλοδοξιαν και φιλαρχιαν, οτι αυτος εστι (241) παντων εξουσιαστης και παντων κριτης φοβερος, αποδιδους εκαστω κατα τας πραξεις και τας ενθυµησεις αυτου· αλλ᾿ ωσπερ ουτοι τω επιγειω, ουτω και συ καν ωσαυτως τω επουρανιω βασιλει και Θεω την τιµην και τον φοβον απονεµε, ινα τιµων και φοβουµενος αυτον δυνηθης τηρησαι τας αυτου εντολας και δια της των εντολων φυλακης εαυτον προετοιµασας οικος της τριφεγγους αιγλης αυτου αξιωθειης γενεσθαι κατα τας αψευδεις υποσχεσεις αυτου. Φησι γαρ· “Ο αγαπων µε τας εντολας µου τηρησει, καγω αγαπησω αυτον και εµφανισω αυτω εµαυτον”, και παλιν· “Καγω και ο Πατηρ µου ελευσοµεθα και µονην παρ᾿ αυτω ποιησοµεν”. Τοιουτος δε γενοµενος ουκ εση ετι εαυτω ζων, αλλα νεκρον ιδης εαυτον γεγονοτα τω κοσµω, ως νεκραν περιφερων την σαρκα και ανενεργητον παντη προς αµαρτιαν, ζωντα δε µονω
τω Θεω, ως υπ᾿ αυτου ενεργουµενος και κινουµενος· και εν τοιαυτη δοξη καταµαθων εαυτον, βοησεις τηνικαυτα µετα του θειου Παυλου µεγαλοφωνως εν ευφροσυνη καρδιας και ειπης· “Ευχαριστω τω Θεω µου, οτι ο νοµος του Πνευµατος της ζωης ηλευθερωσε µε απο του νοµου και του θανατου της αµαρτιας”. Και του λοιπου διαφοραν ουχ εξεις αρρενος και θηλειας, ουδε βλαβην υποµεινης εκειθεν, ως ηδη το κατα φυσιν λαβων και µη παρα φυσιν ορων τα του Θεου πλασµατα· αλλα, και συνων και οµιλων ανδρασι και γυναιξι και αυτους ασπαζοµενος, αβλαβης και ακινητος διαµεινης απο της κατα φυσιν εδρας και στασεως και ως µελη Χριστου τιµια και Θεου ναους ιδης και προσεξεις αυτοις. Προ δε του ελασαι εις µετρον τοιουτον και την ζωοποιον νεκρωσιν του Ιησου και Θεου εν τοις µελεσι σου θεασασθαι, καλον ποιησεις, εαν τας επιβλαβεις οψεις φυγης, εν αις αιτια µεν ουκ (242) εστιν ουδεµια κακου, δια δε της ενοικουσης εν ηµιν προγονικης αµαρτιας εξελκοµεθα και δελεαζοµεθα εις ατοπους επιθυµιας. Ουτω γαρ ποιων, εν ασφαλεια ο πας εσται σοι βιος και ου προσκοψεις προς λιθον αµαρτιας τον ποδα σου, Θεον η κτησαµενος η αγωνιζοµενος κτησασθαι, εν αυτω Χριστω τω Θεω ηµων, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις συν τω Πατρι και τω Αγιω Πνευµατι νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην.
ΛΟΓΟΣ Ζ΄. (243) Περι των δουλευοντων Θεω, τινες τε ειεν και οποιοι και ποταποι. Και τις εστιν ο µετανοων και η εργασια αυτου, και τις ο την ασκητικην ζωην µετερχοµενος και η εργασια αυτου, και τις ο δουλευων Θεω και το εργον αυτου. Και οτι, εαν µη τας αρετας κτησωµεθα, ουδεν ηµας απαλλαγη µονον των παθων ωφελησει. Επειδηπερ οσον απο του θειου βαπτισµατος χριστιανους ηµας εαυτους διχα των εργων και πιστους λογιζοµεθα, εις την οµοουσιον και αδιαιρετον Τριαδα πιστευοντες και εις τον ενα ταυτης τον Κυριον ηµων Ιησουν Χριστον και Θεον, και
δουλους εαυτους εκ συνηθειας ουτω πως απλως επιγραφοµεθα του Θεου και καλουµεν, και γραφοντες προς ετερους τουτο αυτοι εαυτους ανωθεν γραφοντες ονοµαζοµεν , µη ειδοτες ισως αυτο τουτο, τι εστι δουλεια Θεου και τις ο ακουειν αξιος και ειναι δουλος Θεου, τον λογον υπο του Λογου κινουµαι γυµνασαι και ειπειν επειγοµαι περι των δουλευοντων Θεω τινες τε ειεν και οποιοι και ποταποι, και τινα τα παρα των τοιουτων δια Κυριον γινοµενα εργα, ως αν απο των εαυτου πραξεων εκαστος γνωσεται εαυτον, και τινα θεραπευει δια των εαυτου εγχειρησεων και τινι δουλευει, η τινα ποτε εθεραπευσε και τινι εδουλευσεν, εισεται, ινα µη εαυτω τις χαριζοµενος δοκη τω Κυριω δουλευειν και ουχ εαυτω. Αλλα περι µεν των εν τω κοσµω διαγοντων και υπο ζυγον (244) οντων του βιου ουδεις λογος ηµιν, διαρρηδην του αγιου Παυλου βοωντος· “Ο αγαµος µεριµνα τα του Κυριου πως αρεσει τω Κυριω, ο δε γαµισας µεριµνα τα του κοσµου πως αρεσει τη γυναικι” και τω κοσµω, περι δε των αποταξαµενων τω κοσµω και τοις εν κοσµω απας ο λογος εσται ηµιν. Οι εις το σταδιον αρτι της µετανοιας εξ ακουσιου γνωµης και αυτοθελως εισερχοµενοι και κατα το ενον εις την σωµατικην γυµνασιαν εαυτους εγγυµναζοντες, εισαγωγικοι τε, λεγω, και οι εν ταυτη χρονισαντες, οιονται τω Κυριω δουλευειν και εξ εργων δικαιουσθαι ελπιζουσι. Μη προσεχοντες γαρ τω φωτι των θειων Γραφων, αλλ᾿ εξω τουτου αει των τοιουτων τινες πορευοµενοι και εν σκοτει των πονηρων διανοιων αυτων κατεχοµενοι, ου γινωσκουσιν οτι πολυ υπαρχει το εν µεσω διαφορον των τε µετανοουντων και αγωνιζοµενων εις την γυµνασιαν της αρετης και αυτων των τω δεσποτη δουλευοντων Χριστω. Οι µεν γαρ µετανοουντες, υπερ ων κακως επραξαν µεταµελοµενοι, συγχωρησιν των επταισµενων αιτουνται λαβειν, οιος ην ο τελωνης, η πορνη, ο Πετρος αυτος, οτε, πτοηθεις και αρνησαµενος τριτον, εκλαυσε πικρως, και ει τις κατ᾿ εκεινον τον ασωτον τον µετα πορνων και τελωνων καταδαπανησαντα τον κληρον τον πατρικον· ουτοι γαρ και οι τοιουτοι ουχι δουλευειν λεγονται τω Κυριω, αλλα εχθροι και προσκεκρουκοτες υπαρχοντες, δια µετανοιας και εξοµολογησεως καταλλασονται αυτω. Οι δε την ασκησιν
µετερχοµενοι και αρτι προς την γυµνασιαν της αρετης εκθυµως εγγυµναζοµενοι τα παθη µετα την µετανοιαν νικησαι σπουδαζουσι, σπουδαιως αυτην και θερµως δηλονοτι πεποιηκοτες υπερ των προηµαρτηµενων αυτοις· (245) ου µονον δε, αλλα και τας αρετας αντι των παθων κτησασθαι ασφαλως αγωνιζονται. Και ο µεν αρτι µετανοων λυπειται, κλαιει, νηστευει, αγρυπνει, χαµευνει, διακονει και πασας υποφερει τας θλιψεις, αει τα εαυτου κακα λογιζοµενος και ως µειζονων κολασεων αξιον εαυτον εχων, αταραχως υποµενει παντα τα επερχοµενα, ινα δια της τοιαυτης αυτου υποµονης αφεθη αυτω τα εγκληµατα. Ο δε αγωνιζοµενος αρτι καλος ασκητης ουχι δια εκτισιν αµαρτηµατων, αλλα δια τον προς τα παθη πολεµον, ταυτα παντα και ετερα τουτων πλειονα επιτηδευεται και ποιει· και πασαν θλιψιν επερχοµενην αυτω µετα χαρας αποδεχεται, µη επερχοµενης δε, αυτος εαυτον θλιβει· και πασαν πραξιν πραχθεισαν, ην ακουσει παρα των παλαι αγιων η και παρα των συνοντων πραττοµενην θεασεται, σπουδαζει το κατα δυναµιν και αυτος ποιησαι αυτην, ινα τη ποικιλια των ασκητικων αρετων τε και πραξεων τα πολλα και ποικιλα παθη, δι᾿ ων την ισχυν καθ᾿ ηµων οι δαιµονες κεκτηνται, εξαλειψη και τελεον εκ της εαυτου ψυχης ταυτα εξαφανιση, παση δυναµει ψυχης τας αρετας αντ᾿ αυτων εν εαυτω θησαυριζων. Ει γαρ µη ουτω γενηται παρ᾿ αυτου και ουτω τα των αγωνων εξει καλως εν αυτω, ουδεν εσται οφελος αυτω εκ µονης της των παθων αλλοτριωσεως· ου γαρ ο µη πλεονεκτων, αλλ᾿ ο ελεων επαινειται, ουδε ο το δοθεν ταλαντον σωον φυλαξας αλλ᾿ ο διπλασιασας εσωθη, ουδε ο εκκλινας απο κακου, αλλ᾿ ο ποιησας το αγαθον µακαριζεται, ουδε ο τοις εχθροις του βασιλεως µη συντιθεµενος αλλ᾿ ο και υπερ αυτου κατ᾿ αυτων οπλιζοµενος τε και αντιµαχοµενος την αγαπην ενδεικνυται. Και µαρτυρει τουτο αυτος ο δεσποτης Χριστος ουτω διαρρηδην βοων· “Ο µη ων µετ᾿ εµου κατ᾿ εµου εστι· και ο µη συναγων µετ᾿ εµου σκορπιζει”. Τουτο δε λεγων, δεικνυσιν (246) οτι ο µη παντι τροπω και παση σπουδη τας εντολας αυτου τηρων και αει τας αρετας δια της των εντολων κτωµενος εργασιας και εις το προσω δι᾿ αυτων ανερχοµενος, αλλα των µεν πονηρων µονων
τω δοκειν απεχοµενος, των δε γε αγαθων µη επι πολυ αντεχοµενος, αλλ᾿ οιονει του συλλεγειν τας αρετας δια της των εντολων αµελειας παυσαµενος, ουδε α δοκει εχειν φυλαξαι δυναται· δια γαρ της αργιας και ταυτα απολλυσι· και δηλοι τουτο το “ο µη συναγων σκορπιζει”. Επι µεν γαρ των αισθητων τουτο αδυνατον· ο γαρ µη συναγων εκει, αλλα αργος καθεζοµενος, ουχι και ως ο σκορπιζων εστιν. Επι δε των πνευµατικων ουχ ουτως, αλλα τον µη ποιουντα το αγαθον ως αµαρτανοντα εχει η θεια Γραφη και κατακρινεσθαι αυτον υπεµφαινει· “Τω γαρ ειδοτι καλον, φησι, ποιειν και µη ποιουντι, αµαρτια αυτω εστιν”, και παλιν· “Επικαταρατος πας ανθρωπος ο ποιων τα εργα Κυριου αµελως”. Οπερ εµοι παντως αρκεσει πρωτον, τω χαυνω και αµελει, εις κατακρισιν. Ει δε ο αµελως ποιων τας εντολας του Θεου κεκατηραται, ποσω µαλλον ο µερικως ποιων εξ ων ποιειν δυναται, η και µηδολως ποιων, επι πλειον κατακριθησεται. Τουτο δε και επι των πολιτικων νοµων και των βιωτικων πραγµατων ευρησεις γινοµενον· τον γαρ βλεποντα δουλον διορυττοµενην παρα τινων την οικιαν του κυριου αυτου και συλουµενην την περιουσιαν αυτου και µητε συνεργησαντα τοις κλεπταις µητε παρεµποδισαντα αυτοις η κραυγασαντα, αλλ᾿ εασαντα τουτους, αραντας παντα, λαθρα διαφυγειν, ισως εκεινοις επιβουλον εαυτου και κλεπτην τον δουλον εκεινον ο δεσποτης λογιζεται. Τι δαι; Ουχι και υµεις παντες τα αυτα κατα του πονηρου κατεψηφισασθε; (247) Ουτως εσται παντως καµοι τω αθλιω πρωτον και ταπεινω, - οκνω γαρ ειπειν και πασιν υµιν - εαν πονηρων µεν εργων και πραξεων αποσχωµεθα, τας δε αρετας αντ᾿ αυτων µη παση ισχυϊ κτησωµεθα επι τοσουτον, εως ου ανδρες γενωµεθα τελειοι και καταντησωµεν εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου, καθως ο Παυλος εντελλεται γενεσθαι παντας ηµας. Και εικοτως· ει γαρ µη τοιουτοι γενοιµεθα, πως δουλευσαι τω Κυριω ισχυσοµεν; Πως στρατευθηναι Χριστω δυνησοµεθα; Πως δε και πνευµατικως οπλισοµεθα και εις παραταξιν Θεου ζωντος καταριθµηθωµεν και τοις εχθροις φοβεροι φανησοµεθα; Ουδαµως. Μη ουν οιεσθω τις νηστευων η αγρυπνων η πεινων η διψων η χαµευνια συζων η πενθων η κλαιων η υβρεις επερχοµενας αυτω και πειρασµους υποφερων, οτι τω Θεω
δουλευει η ετερω τινι δια των τοιουτων χαριζεται τι. Αλλ᾿ εαυτον µονον ωφελει, και ταυτα, εαν εν ταπεινωσει και γνωσει πνευµατικη υποµενη αυτα και µετερχηται· ει δε µη, ουδε εαυτον. Το γαρ µη γινοµενον µετα ταπεινοφροσυνης και γνωσεως πνευµατικης, οιον αν και εστιν, ουδεν ονισησι τον ποιουντα. Και πως τουτο εστι, δια παντων των θειων Γραφων ο βουλοµενος διδαχθησεται. Ηµεις γαρ τουτο δειξαι µονον κατεπειγοµεθα, οτι ουτε οι εν τη µετανοια, ουτε οι εν τη ασκησει χρονισαντες τω κυριω δουλευουσιν, αλλ᾿ εαυτους ωφελουσι και εαυτοις µονοις χαριζονται· και, ει δοκει, απο παραδειγµατων πιστοτερον τον λογον και βεβαιοτερον εργασωµεθα. Τινας λεγοµεν ειναι τους τω επιγειω δουλευοντας βασιλει; Τους αναστρεφοµενους εν τοις εαυτων οικοις, η τους συνακολουθουντας αυτω πανταχου; Τους διαγοντας εν τοις εαυτων προαστειοις, η τους κατειλεγµενους εν τοις στρατευµασι; Τους αναπεπτωκοτας και τρυφωντας και οικαδε σπαταλωντας, η τους εν πολεµοις ανδραγαθουντας (248) και πληττοµενους, εσθ᾿ οτε και πληττοντας και των εχθρων αναιρουντας πολλους και τους αιχµαλωτισθεντας συνδουλους αυτων αναρρυοµενους και τους εχθρους καταισχυνοντας; Τους χρυσοχοους και χαλκοτυπους και λινοξοους, τους αει εργαζοµενους και µολις εαυτοις και τοις συνουσι την σωµατικην δυναµενους πορισασθαι χρειαν, η τους στρατηγους, τους χιλιαρχους και τους λοιπους αρχοντας και αυτους τους υπ᾿ αυτων αρχοµενους λαους; Ου προδηλον τουτους ειναι µαλλον τους τω επιγειω δουλευοντας βασιλει, η εκεινους; Χαλκευς γαρ και χρυσοχοος και τεκτων, ει τι εργον εργασονται τω βασιλει, παρα των υπηκοων τον συµφωνηθεντα λαµβανουσι µισθον και ως ξενοι τινες και αλλοτριοι αναστρεφουσιν οικαδε, µητε τον βασιλεα ιδοντες, µητε γνωσιν εχοντες φιλιας της οιασουν προς αυτον· οι δε και φιλοι του βασιλεως εισι και δι᾿ αυτων ο υφ᾿ ενι εκαστω αυτων υπαρχων λαος. Ουτως ουν και επι του επουρανιου νοει µοι βασιλεως και επι των δουλευοντων αυτω. ∆ουλοι γαρ αυτου, ως υπ᾿ αυτου και κτισθεντες και παραχθεντες, οι παντες εσµεν, πιστοι τε και απιστοι, δουλοι και ελευθεροι, πλουσιοι και πενητες, ιερεις, αρχιερεις, βασιλεις τε και οµου και αρχοντες·
αλλ᾿ οι µεν ευγνωµονως και εν παση ισχυϊ τας εντολας αυτου τηρουντες και δια τουτων την εις αυτον πιστιν βεβαιαν επιδεικνυµενοι αγαθοι καλουνται και πιστοι λεγονται, οι δε αµελως µεν και ραθυµως οµως δε δουλευειν αυτω προαιρουµενοι πονηροι καλουνται και οκνηροι, οι δε και εναντια των εκεινου προσταγµατων ποιουντες η λεγοντες εχθροι εισι και πολεµιοι, ει και ασθενεις εισι και ουδεν ολως ισχυοντες κατ᾿ αυτου. Ηµεις ουν του Κυριου ακουσαντες λεγοντος· “Οστις θελει οπισω µου ελθειν, απαρνησασθω εαυτον και αρατω τον (249) τον σταυρον αυτου και ακολουθειτω µοι” και του Αποστολου διδασκοντος· “Τεκνια, µη αγαπατε τον κοσµον µηδε τα εν τω κοσµω· η γαρ αγαπη του κοσµου εχθρα εις Θεον εστι” και οτι· “Ο αγαπων τον κοσµον εχθρος του Θεου καθεστηκεν”, παντα τω δοκειν αφεντες, τω Σωτηρι ηµων και Θεω ηκολουθησαµεν, µαλλον δε τον κοσµον ως εµποδιον ηµιν προς αρετην οντα, προς τον µονηρη βιον µετηλθοµεν, οιονει την πολεµιαν καταλιποντες γην, εν η αιχµαλωτοι, εκουσιως αποφυγοντες, διηγοµεν, και προς την χωραν του ηµετερου δεσποτου και βασιλεως Χριστου µετεβηµεν, ενδυσαµενοι µονον το σχηµα του υπ᾿ αυτου τελουντος λαου, ου µεντοιγε δια του ενδυµατος αυτω στρατευθεντες η δουλευοντες, ως ουδε οι την ισην τοις στρατιωταις φορουντες στολην στρατιωται του βασιλεως τυγχανουσιν, αλλ᾿ υπο την αυτου τεως γεγονεναι λεγοµεν βασιλειαν, το µοναχικον ενδυσαµενοι ενδυµα, στρατευθηναι δε αυτω δια τουτο ου λεγοµεν, διοτι τα οπλα ηµων ουκ εισι σωµατικα αλλα πνευµατικα· “Ου γαρ εστιν ηµιν η παλη προς αιµα και σαρκα, αλλα προς τας αρχας, προς τας εξουσιας, προς τα πνευµατικα της πονηριας εν τοις επουρανιοις”. Οταν ουν ενδυσωµεθα τα οπλα του φωτος, ασπιδα και περικεφαλαιαν και τα λοιπα, α Παυλος ο αγιος απηριθµησατο, και την µαχαιραν του Πνευµατος ηκονηµενην λαβωµεν εν χερσι, τοτε και στρατευθηναι λεγοµεν και προς παραταξιν ηµας εαυτους ευτρεπιζοµεν. Τεως δε, οι περιβαλοµενοι το µοναχικον ενδυµα και εισελθοντες εις το σταδιον της µετανοιας και της ασκησεως, σκοπησωµεν, ει δοκει, τι εργαζοµεθα. Κλαιοµεν; ∆ια τι; Παντως ινα των
αµαρτηµατων ηµων την αφεσιν λαβωµεν, (250) ου µονον δε, αλλ᾿ εκκαθαρθωµεν και των εξ αυτων µολυσµων. Νηστευοµεν; Παντως ινα τας της σαρκος κινησεις συστειλωµεν και την καρδιαν µαλακωτεραν ποιησωµεν. Αγρυπνουµεν και ψαλλοµεν; Ινα µη πονηρα διαλογιζωµεθα και προς µετεωρισµους εκτρεπωµεθα. Ευχοµεθα σωµατικως; Ως αν µη υπο του εχθρου αιχµαλωτιζωµεθα νοερως και ωστε εις το τα χρηστα εννοειν και κατα διανοιαν πνευµατικως αει και αδιαλειπτως προσευχεσθαι φθασωµεν. Πενθουµεν; Παντως ινα της χαρας του πενθους επαπολαυωµεν. Ευτελη φορουµεν και τρυχινα, χαµαικοιτουµεν τε και σιδηροις το σωµα σφιγγοµεν οι πολλοι; ∆ια τι; Ινα παντως το σφριγων τουτο σωµα καταγξωµεν και φορτισωµεν και µη εασωµεν αυτο, ωσπερ τινα πωλον αδαµαστον, χαλινου διχα του αυτον αγχοντος, και συνελασαν εις κρηµνον, εαυτο και τον επιβατην νουν κατακρηµνιση εις βοθρον απωλειας και πυρος αιωνιου. Ταυτα δε ποιουντες, τι αρα τοις ορωσιν αυτοις χαριζοµεθα; Παντως ουδεν. Ει δε µη τοις ορωσι, πολλω µαλλον τω και σοφιαν και δυναµιν χαρισαµενω εις το εαυτους ηµας διασωσασθαι. Αλλα λοιδοριας και θλιψεις επερχοµενας µετ᾿ ευχαριστιας αµνησικακως υποφεροµεν; Και εν τουτω παλιν ηµας αυτους και ουχ ετερον ευεργετουµεν. Και ακουσον τουτο λεγοντος του Κυριου· “Εαν µη αφητε τοις ανθρωποις τα παραπτωµατα αυτων απο των καρδιων υµων, ουδε ο πατηρ υµων ο ουρανιος αφησει υµιν τα παραπτωµατα υµων”. Ιδου ουν, καν λοιδοριας, καν ραπισµατα, καν κολαφισµατα, καν εµπαιγµους, καν εκπτυσµατα, καν οτιουν πανθανωµεν, ει µεν ευχαριστως υποφεροµεν και τους ταυτα ηµιν επιφεροντας απο ψυχης συµπαθουµεν, ηµιν αυτοις χαριζοµεθα, των εις Θεον αµαρτηθεντων ηµιν λαµβανοντες αφεσιν· ει δε µνησικακουµεν και ανταποδιδοναι (251) αυτοις πολυτροπως πειρωµεθα, εαυτους ηµας βλαπτοµεν, ασυγχωρητα ηµων διατηρεισθαι ποιουντες τα αµαρτηµατα. Καθεζοµεθα εν κελλιω, φευγοµεν εις τα ορη, εν σπηλαιοις κατοικουµεν και εν στυλοις υψουµεθα; ∆ια τι; Σπευδοντες παντως διεκφυγειν τον ως λεοντα περιπατουντα και φρικτα ωρυοµενον καθ᾿ ηµων και ζητουντα τινα καταπιη. Ει ουν δωη ο Θεος - ανευ γαρ της εκεινου βοηθειας εκφευξασθαι ου
δυνησοµεθα τους εκεινου οδοντας και τα ποικιλα δεσµα, οπου αν και απελθωµεν – και διασωθωµεν, µη βρωµα τω δεινω τουτω θηριω γενοµενοι, πως δουλευειν τω Κυριω δια των τοιουτων πραξεων ειποµεν; Εµοι ου δοκει τουτο ευλογον, οιµαι δε, ουδε υµιν. Πως γαρ ο καταδιωκοµενος µεν υπο τινος, φευγων δε αυτος ισχυρως, τον εισδεξαµενον αυτον εν τη εαυτου οικια και σταντα προ των θυρων και του διωκοντος αυτον εχθρου λυτρωσαµενον δουλευσαι τουτου γε ενεκα ειποι αν; Ουδαµως, αλλ᾿ ως υπ᾿ αυτου µαλλον ευεργετηθεις και ρυσθεις του εχθρου αυτου, οφειλει την ευχαριστιαν αυτω αποδιδοναι διηνεκως. Πως δε, ειπατε µοι, οι προσαιτουντες πενητες, η δια ασθενειαν σωµατος η δια αργιαν και οκνηριαν εργαζεσθαι µη βουλοµενοι, δουλευειν τοις ελεηµοσυνην διδουσι και διακονουσιν αυτοις λογισθησονται, και ουχι µαλλον παρα των ελεηµονων οι πτωχοι δωρεαν φανωσι διακονεισθαι και εκδουλευεσθαι; Ουτω τοιγαρουν και ηµεις απαντες, φτωχοι και επιδεεις υπαρχοντες εκ προγεγονοτων ανοµιων, τω ηµας ελεουντι Θεω ουτω διακειµενους ηµας δουλευειν ουδεποτε αν ειποιµεν, επειδη, ως ειρηται, οι µεν εκ προγεγονοτων αµαρτηµατων, οι δε εκ συνηθειας κακης, οι δε εξ οκνηριας και αργιας των εντολων του Θεου, οι δε εκ προαιρεσεως πονηρας, οι δε εκ προληψεως ηδονων, οι δε αξ αγνοιας (252) και απιστιας των θειων Γραφων, αλλοι εξ οιησεως και του δοκειν µηδεν πλεον χρηζειν εις σωτηριαν ψυχης, και απλως παντες υπαρχοµεν πενητες και γυµνοι. Ου µονον δε, αλλα και τραυµατιαι, ποικιλαις κατεχοµενοι νοσοις και ως εν διαφοροις ξενωσι και γηρωκοµειοις εν αυτοις τοις κελλιοις και µοναστηριοις ηµων ελεεινως ανακεκλιµενοι οντες η περιπατουντες ποσως, βοωµεν και θρηνουµεν και κλαιοµεν και αυτον προσκαλουµεθα τον ιατρον ψυχων τε και σωµατων - οσοι δηλαδη της αλγηδονος των τραυµατων η των παθων ελαβοµεν αισθησιν, επειδηπερ εισι και ως φρενηρεις τινες, µηδε οτι τιποτε ασθενουσιν ειδοτες η οτι κατεχονται υπο τινος παθους - , ινα ελθων ιασηται ηµων τας τετραυµαστισµενας καρδιας και δω την υγιειαν ταις ψυχαις ηµων, κειµεναι υπο την κλινην της αµαρτιας και του θανατου,
επειδη απαντες ηµαρτοµεν, κατα τον θειον Αποστολον, και δεοµεθα του ελεους αυτου και της χαριτος. Τω ουν ηµας ελεουντι, ουτω διακειµενους ως λελεκται, και εφ᾿ ηµας σπλαγχνιζοµενω και τας ψυχας ηµων ιατρευοντι και τα προς σωτηριαν ηµας διδασκοντι και παρεχοµενω κατα µικρον ηµιν την υγιειαν των τραυµατων και νοσηµατων ηµων, δουλευειν ολως ειπειν τολµησοµεν; Ουµενουν, ως ουδε ο υπο των ληστων συντριβεις το σωµα και ηµιθανης κειµενος τω επι του ιδιου κτηνους αυτον αραντι και εις το πανδοχειον απαγαγοντι και οινον επιθεντι αυτω και ελαιον δουλευσαι λεγεται, αλλα µαλλον ελεηθηναι ιαθηναι και εις την προτεραν υγιειαν επανελθειν δι᾿ αυτου. Τοιγαρουν παρειµενοι και λελωβησµενοι και ηµεις οντες και τραυµατιαι και αµελουντες των προς ιατρειαν ηµων και παντι τροπω µη ποιειν, ως ειπον, σπουδαζοντες, πως τολµησοµεν ειπειν η εννοησαι οτι τω Κυριω δουλευοµεν; Ουδαµως· αλλα τι; Παρακαλουµεν, (253) ως εφθην ειπων, ει ολως εν οιοις εσµεν αισθανοµεθα, δεοµενοι ιαθηναι απο των νοσων ηµων. Οτε δε τουτο γενηται και την νοσον ως ιµατιον πεπαλαιωµενον και διερρωγος και ρερυπωµενον κατ᾿ ολιγον αποδυσοµεθα ανωθεν, και την υγιειαν ως διπλοΐδα φωτεινην ολω τω σωµατι ενδυσοµεθα, ηγουν απο κορυφης εως ακρων ποδων, τοτε αλλοις και αυτοι διακονουντες εν οινω και ελαιω και τοις λοιποις εµπλαστροις τε και φαρµακοις τουτους ιατρευοντες, αυτω δουλευειν τω Κυριω λογισθησοµεθα τω ουτως ειποντι· “Εφ᾿ οσον εποιησατε ενι τουτων των αδελφων µου των ελαχιστων, εµοι εποιησατε”. Ει δε ουχ ουτως πρωτον εξοµεν, αλλ᾿ ετι νοσουντες τουτο ποιησαι επιχειρησοµεν, αποκριθεις ο ∆εσποτης ερει ηµιν· “Ιατρε, ιατρευσον σεαυτον”. ∆ιπλοΐδα δε φωτεινην ειποντας ηµας την υγιειαν της ψυχης ακουσας, µη εξ αγνοιας καταγελασης του ρηµατος µηδε σωµατικην υγιειαν υπολαµβανειν λεγειν ηµας, αλλ᾿ ασωµατον τινα και θειαν νοεραν, ητις ουκ απο φαρµακων και βοτανων ειωθεν γινεσθαι, “ουδε εξ εργων τινων, ινα µη τις καυχησηται”. Καθαπερ γαρ τις οστουν συντιθεις νεκρον προς οστουν και αρµονιαν προς αρµονιαν, ατινα µοι και λαβοις εις εργα και κτησιν της αρετης, ουδεν ωφελει, µη οντος του δυναµενου κρεας και νευρα εις αυτα εξυφαναι, αλλα και τουτο ποιησας και
τας µεν αρµονιας συνδησας τοις νευροις, τα δε νεκρα εκεινα οστα κρεας επενδυσας και δερµα και εις σωµα αποτελεσας αυτα, ουδεν εσται παλιν οφελος, εστερηµενον υπαρχον του ζωοποιουντος και κινουντος αυτο πνευµατος, τουτεστιν ερηµον ψυχης ον, ουτω και επι της νεκρωµενης µοι νοει ψυχης και επι τα ενδοθεν των ταυτης µελων µεταγαγε σου τον νουν και ιδε πασας συναγοµενας τας πραξεις, νηστειαν λεγω και αγρυπνιαν, χαµευνιαν και ξηροκοιτιαν, (254) ακτηµοσυνην και αλουσιαν και τα τουτοις ακολουθα, ως οστα νεκρα, και συναρµολογουµενας αλληλαις και ετεραν τη ετερα συνακολουθουσας και συντιθεµενας και οιονει πως ακεραιον αποτελουσας το της ψυχης σωµα. Τι ουν το οφελος, εαν αψυχον κειται και απνουν, µη οντος του Αγιου Πνευµατος εν αυτω; Μονον γαρ εκεινο ελθον εν ηµιν και εγκατοικησαν, ως αψυχα µελη απ᾿ αλληλων διεσπασµενα, ουτω νενεκρωµενας τας εναρετους πραξεις συνδει νευροις ισχυος πνευµατικης και συνενοι τη αγαπη τη προς Θεον, και τηνικαυτα καινους ηµας απο παλαιων και ζωντας εκ νεκρων αποδεικνυσιν· αλλως δε ουκ ενι ζησαι ψυχην. Ωσπερ γαρ το σωµα ηµων, καν ασθενη καν µη, διχα ψυχης κινεισθαι τουτο, η καν ολως ζην, των αδυνατων εστιν, ουτω και η ψυχη, καν αµαρτηση καν µη, ανευ του Αγιου Πνευµατος νεκρα εστι και ζησαι την αιωνιαν ζωην ολως ου δυναται· ει γαρ κεντρον του θανατου η αµαρτια εστιν, ο αµαρτησας παντως πληγεις υπ᾿ αυτου απεθανεν· ει δε ουδεις αναµαρτητος – παντες γαρ, φησιν, ηµαρτον και υστερουνται της δοξης του Θεου - , παντες δηλονοτι οι αµαρτησαντες απεθανοµεν και εσµεν νεκροι. Νοει ουν µοι νεκρον νοερως σεαυτον. Ειπε τοινυν πως επαληθως ζησειας, µη ενωθεις τη αληθινη ζωη, τουτεστι τω Αγιω Πνευµατι, δι᾿ ου πας πιστος αναγενναται και αναζωουται εν Χριστω. “Εγω γαρ, φησι, ειµι η αληθεια και η αναστασις και η ζωη”. Οι δουλοι και µαθηται του Χριστου φως εισι και αληθεια και ζωη· “Ο δεχοµενος γαρ υµας, φησιν, εµε δεχεται· και ο εµε δεχοµενος δεχεται τον αποστειλαντα µε”. Ει ουν ηµεις νεκροι, εκεινος δε µονος η αιωνιος εστι ζωη, προ του ενωθηναι αυτω και ζησαι, (255) µη λεγωµεν οτι τω Κυριω δουλευοµεν. Νεκροι γαρ πως τινι ποτε εκδουλευσουσιν; Ει µη εκεινον
γνωστως ως διπλοΐδα περιβαλωµεθα, µη νοµισωµεν οτι των νοσηµατων ηµων η των ενοχλουντων παθων ολως ηλευθερωθηµεν. Ωσπερ γαρ το σκοτος ου φευγει, ει µη το φως παραγενηται, ουτως ουδε η νοσος της ψυχης φυγαδευεται, ει µη ο τας ασθενειας ηµων αιρων ελευσεται και ηµιν ενωθη. Ερχοµενος δε αυτος, επει πασαν νοσον και πασαν ασθενειαν ψυχικην απελαυνει, καλειται υγιεια, την υγιειαν ηµιν χαριζοµενος της ψυχης· φωτιζων δε ηµας, λεγεται φως, υπερ φως απαν ων· και ζωοποιων ηµας, λεγεται ζωη, υπερ ζωην απασαν ων· περιλαµπων δε ηµας ολους και τη δοξη της αυτου θεοτητος περικυκλων και επιθαλπων, καλειται ιµατιον, και ουτως ενδιδυσκεσθαι τουτον λεγοµεν τον αναφη παντη και αληπτον· ενουµενος δε αµικτως ηµων τη ψυχη και ολην ποιων ταυτην ως φως, ενοικειν λεγεται εν ηµιν και απεριγραπτως περιγραφεσθαι. Ω του θαυµατος! Ουτω τοιγαρουν γινεται παντα ηµιν ο υπερανω παντων ων, αρτος, σκεπη και υδωρ, ο παλαι τη Σαµαρειτιδι ειπε τον πιοντα µη διψησαι ποτε. Ει ουν ετι διψας, ουπω εξ εκεινου του υδατος επιες· αψευδης γαρ εστιν ο τουτο ειπων. Εγω γαρ τινος ηκουσα λεγοντος, οτι αφ᾿ ου εκ τουτου του υδατος εις κορον πιειν ο φιλανθρωπος ∆εσποτης µοι εχαρισατο, ει συνεβη επιλαθεσθαι µε και ως µη πιοντα ζητειν παλιν δοθηναι µοι παρ᾿ εκεινου πιειν, αυτο εκεινο, οπερ δηλονοτι επιον υδωρ, ενδοθεν ηλετο της καρδιας µου και επηδα ωσπερ ρειθρον φωτοειδες και ευθυς εωρων αυτο. Εκεινο δε οιονει ελαλει δια των παλµων εν εµοι και ελεγειν· “Ουχ ορας µε οτι ενταυθα ειµι µετα σου; Και ποθεν µοι δοθηναι σοι η αλλοθεν ποθεν παραγενεσθαι µε επιζητεις; Ουκ οιδας οτι αει συνειµι οις (256) απαξ εµαυτο επιδωσω πιειν µε και πηγη γινοµαι αθανατος εν αυτοις;”. Ει ουν τουτο γεγονος εγνως και εν σοι, ω αδελφε, µακαριος ει. Ει δε τον Χριστον µεν τεθεασαι, ουπω δε σοι τουτο το ποµα πιειν εχαρισατο, προσπεσον, κλαυσον, δυσωπησον, θρηνησον, τυψον σεαυτου τας οψεις, ωσπερ ποτε ο Αδαµ, τιλλε σου τας τριχας της κεφαλης· µη αναπεσης επι κλινης, αλλα κλινη γενεσθω σοι απαν εδαφος· µη δως υπνον εις κορον σοις οφθαλµοις, µη ολως νυσταγµον τοις βλεφαροις σου· µη προς τι
των επι γης η των εν ουρανω επιστρεψης σου το οµµα – τι γαρ σοι και προς αλλο τι, τον ποιητην των απαντων ορων σου προ οφθαλµων; - µη εµπλησης την γαστερα σου των εδωδιµων ποτε· µη γλυκανης σου τον λαρυγγα ενηδονω βρωσει η ποσει εις πλησµονην· µη περιεργαση τα γινοµενα πραγµατα, µηδε προς τους αδιαφορως και καταφρονητικως βιουντας αποβλεψης, ινα µη εις οιησιν εµπεσης η και κατακρινης αυτους· αλλα γαρ µηδε συγκαθεσθης προς συντυχιας ακαιρους ποτε µετ᾿ αυτων· µη παριελθης τους ονοµαστους ζητων µοναχους, µηδε ερευνα τους βιους αυτων, αλλ᾿ ει µεν πνευµατικω πατρι Θεου χαριτι ενετυχες, αυτω µονω λεγε τα κατα σε· ει δ᾿ ουν, αλλα τον Χριστον ορων, εις εκεινον αποβλεπε αει και δια παντος εκεινον µονον της σης κατηφειας και θλιψεως εχε θεωρητην. ∆εικνυε αυτω, µαλλον δε εκεινος ορατω σου την αλουσιαν, την αγαν ακτηµοσυνην, τον αφιλαργυρον τροπον. Μηδε, ει ρεει ποθεν απας ο πλουτος του κοσµου η και πληθος χρυσιου ερριπται προ των ποδων σου – γινεται γαρ και τουτο εκ της του Πονηρου µηχανης και των εκεινου συνεργων και υπασπιστων - , επιστρεψαι καν ολως τον οφθαλµον και απιδειν προς ταυτα θελησης, ει και προφασει των πτωχων αναµαρτητως δοκει και λαµβανεσθαι (257) και διδοσθαι παρα σου. Εκεινος βλεπετω σε τυπτοµενον και µη αντιτυπτοντα, υβριζοµενον και µη ανθυβριζοντα, λοιδορουµενον και τους λοιδορουντας σε ευλογουντα, µη δοξαν ζητουντα, µη τιµην, µη αναπαυσιν, και απλως παντα ποιουντα και παντα διαπραττοµενον και µηδολως ενδιδουντα µητε εις τα οπισω στρεφοµενον, εως ου σπλαγχνισθεις επιδωσει σοι το φοβερον εκεινο και αρρητον και ακατονοµαστον ποµα πιειν. Και οταν τουτου αξιωθης, τοτε γνωσεις απερ λαλουµεν και απερ σοι υφηγουµεθα. “Λαλουµεν γαρ σοφιαν, φησιν, ου του αιωνος τουτου την καταργουµενην, αλλα λαλουµεν Θεου σοφιαν εν µυστηριω, την αποκεκρυµµενην”. Ει δε ουδε αυτον τον Χριστον ολως ιδειν κατηξιωσαι, τι οτι και δοκεις ζην; Τι οτι και δουλευειν νοµιζεις αυτω, ον ουδεπω τεθεασαι; Μη θεασαµενος δε µηδε φωνης αυτου ακουσαι αξιωθεις, ποθεν το θεληµα αυτου το αγιον και ευαρεστον και τελειον διδαχθηση; Ει δε εκ των αγιων ειπης µαθησεσθαι τουτο
Γραφων, ερωτω πως αυτο, νεκρος ολος ων και εν σκοτει κειµενος, ακουσαι δυνηθης η εκπληρωσαι, ινα και ζησαι αξιωθης και ιδειν τον Θεον. Ουδαµως. Τι ουν; Ει νεκροι εσµεν, φησιν, εν σκοτει διαγοµεν, πως ζησαι ισχυσοµεν η πως τον Χριστον, το αληθινον φως, ελθοντα επι της γης θεασοµεθα; Ακουε νουνεχως και µη θελε δικαιουν σεαυτον· αλλα ταπεινωθητι ενωπιον του Θεου και ειπε· “Κυριε, ο µη θελων τον θανατον του αµαρτωλου ως το επιστρεψαι και ζην αυτον, ο κατελθων δια τουτο επι της γης, ινα τους κειµενους και τεθανατωµενους υπο της αµαρτιας εξαναστησης και σε κατιδειν αυτους, το φως το αληθινον, ως ιδειν ανθρωπω δυνατον, καταξιωσης, πεµψον µοι ανθρωπον γινωσκοντα σε, (258) ινα, ως σοι δουλευσας αυτω και παση δυναµει µοι υποταγεις και το σον εν τω εκεινου θεληµατι ποιησας θεληµα, ευαρεστησω σοι τω µονω Θεω και καταξιωθω σου καγω της βασιλειας, ο αµαρτωλος”. Εαν ουν ουτως επιµεινης εξ ολης ψυχης και δυναµεως κρουων, παρακαλων τε και δεοµενος αυτου, ουκ εγκαταλειψει σε, αλλα η δι᾿ εαυτου η δι᾿ ενος των δουλων αυτου, οσα δει σε ποιησαι διδαξει σε και δια της αυτου χαριτος και της ευχης του δουλου αυτου ισχυν σοι χαρισεται του εκπληρωσαι αυτα. Χωρις γαρ εκεινου ου δυνηση ποιησαι ουδεν· αλλ᾿ εκεινος, καθωσπερ εφθην ειπων, απαραλειπτως γενησεται σοι τα παντα· ει δε µη παντα τεως ευρισκη εν τη εξοδω σου τον Χριστον εκζητων, τεως τοις αυτου φιλοις και αρχουσιν υποτασσοµενος εις και δουλευων ευρισκη δια τουτων εκεινω, τεως των του Θεου δουλων και ουχι το σον θεληµα εκ πληροις – Θεου δε θεληµα το θεληµα των εκεινου δουλων εστιν - , τεως εν εργασια και ουκ αργια, τεως εν ταπεινωσει και ουκ εν οιησει. Μνησθητι ων ειπον, οτι οι στρατηγοι και οι αρχοντες παντες οι µεν δουλοι, οι δε φιλοι του βασιλεως εισι και δια τουτων αυτων και ο υφ᾿ ενι εκαστω τουτων πελων λαος· οι, ει και µη τον βασιλεα καθορωσι και συντυγχανουσιν, αλλα τω στρατηγω αυτων η τω αρχοντι ως εκεινω αυτω τω βασιλει καλως εκδουλευοντες δωρεας τε και αξιωµατα λαβειν δι᾿ αυτων απο του βασιλεως ελπιζουσιν, οι δε και λαµβανουσι µεσιτας τους εαυτων αρχοντας προβαλλοµενοι. Εισι δε οι και δια της οικειας ανδρειας και αρετης ακουστοι
γινονται και παρα του βασιλεως προσλαµβανονται και τιµωνται και αλλων αρχοντες και µεσιται αποκαθιστανται, και τηνικαυτα καταξιουνται και αυτω εκεινω τω βασιλει την κατα προσωπον υπηρεσιαν αποπληρουν και αυτω προσοµιλειν και της εκεινου ακουειν φωνης. (259) Ει δε συ µεν, ως προειρηται, ζητησαι και κρουσαι ουκ ανεχη, αλλα υπο στρατιωταις ανωνυµοις γενεσθαι, τουτεστιν υποτακτικος ευτελης µετα ευτελων καταταγηναι προτεθυµησαι, και αρχουσι πνευµατικοις εκδουλευσαι ου βουλει, τι εµε µεµφη λεγοντα σε νεκρον η τυφλον η ασθενη και παρειµενον και της δουλειας αποκεχωρισµενον του βασιλεως Χριστου; Αλλα καθη, ειποις, εν τω κελλιω, σεαυτω προσεχων και µηδενα µηδαµως αδικων; Τουτο δε αυτο αρα ποιησαι και αυτος καταδεξη τον σον δουλον η υπηρετην, ινα καταφρονησας σου της υπηρεσιας, εν ετερω και αυτος απελθων κελλιω καθιση, µηδενα µηδεν µηδε σεαυτον αδικων; Αλλα ετερος τις ανθρωπων ολως ακουσαι τουτο ανεξεται; Πως ουν, καθηµενον εν τω κελλιω και παρ᾿ ετερων υπηρετουµενος, συ δουλευειν λεγεις Θεω; ∆ια ποιων των εργων; Ειπε. Ει γαρ σεαυτω διακονεις εις παντα και εκ των εργων των χειρων σου τα προς χρειαν ειχες πασαν του σωµατος, ουδε ουτως τω Θεω δουλευειν σε λεγειν εχρην. Ο γαρ δουλος ουχι εν τω εαυτον διατρεφειν και ενδιδυσκειν επαινειται, αλλ᾿ εαν µη και το κοινως λεγοµενον πακτον εκ του εργου αυτου καθ᾿ εκαστην προς τον εαυτου παρεχη κυριον, ως αχρηστος τιµωρειται και κατακρινεται. Πως ουν ηµεις, ως ελευθεροι ζωντες και τη ανεσει και αµελεια και ραθυµια εαυτους εκδιδουντες και µη µονον µηδεν εργαζοµενοι µητε διακονουντες και καθ᾿ ωραν γογγυζοντες, ει µη παρ᾿ ετερων διακονουµεθα, τω Θεω δουλευειν και µηδενα αδικειν λεγοµεν; Οσοις γαρ αν υπηρετειν δυναται τις και µη προαιρειται τουτο ποιειν, τοσουτοις αδικει και υπευθυνον εαυτον του κριµατος αποκαθιστα και της ∆εσποτικης αποφασεως της ουτω λεγουσης· “Απελθετε απ᾿ εµου οι κατηραµενοι εις το πυρ το αιωνιον το ητοιµασµενον τω (260) διαβολω και τοις αγγελοις αυτου. Επεινασα γαρ” και τα εξης απαριθµησαµενος “εν ασθενεια ηµην, ειπε, και ου διακονησατε µοι”. Πως ουν η ποιω προσωπω αυτον θεασωµεθα, το εκαστου εργον ερχοµενον επισκεψασθαι;
Μη πλανασθε· ο Θεος πυρ εστι και πυρ ηλθε και εβαλεν επι της γης· ο και περιερχεται ζητων υλην δραξασθαι, ητοι προθεσιν και προαιρεσιν αγαθην, και εµπεσειν εις αυτην και αναφθηναι. Εις ους δε αναφθη, αιρεται εις φλογα µεγαλην και αφικνειται εως των ουρανων και ουκ εα τον εµπυρισθεντα αργειν ολως η ηρεµειν. Ουδε αγνωστως, ως τινες οιονται των νεκρων, κατακαιει την εµπρησθεισαν ψυχην – ουδε γαρ αναισθητος υλη εστιν - , αλλ᾿ εν αισθησει και γνωσει και οδυνη αφορητω το καταρχας· αισθητικη γαρ υπαρχει και λογικη· µετα δε ταυτα, καθαραν του ρυπου των παθων τελειως ηµας, τινεται τροφη και ποσις, φωτισµος και χαρα αδιαλειπτως εντος ηµων, και φως αυτους ηµας κατα µεθεξιν απεργαζεται. Ωσπερ γαρ εκκαιοµενος κλιβανος καταρχας µεν εκ του της υλης εκπεµποµενου καπνου µαλλον µελαινεται, επαν δε σφοδρως εκκαη, ολος διαυγης γινεται και του πυρος οµοιος και ουδεµιαν µελανιαν εκ του καπνου εκτοτε κατα µεθεξιν προσλαµβανει, ουτω δη και ψυχη η τω θειω εναρξαµενη ποθω εκκαιεται πρωτα µεν τον των παθων ζοφον εν τω πυρι του Πνευµατος ως καπνον εν εαυτη εκπεµποµενον καθορα και την προσουσαν αυτη εξ αυτου µελανιαν ενοπτριζεται και θρηνει και τους ακανθωδεις λογισµους και τας φρυγανωδεις προληψεις καταφλεγοµενας και αποτεφρουµενας τελεον επαισθανεται· επαν δε ταυτα εξαναλωθη και η της ψυχης ουσια µονη χωρις παθους εναποµεινη, τοτε ουσιωδως και αυτη ενουται το θειον και αϋλον πυρ· και ευθυς αναπτεται και διαυγαζει και µεταλαµβανει, ωσπερ ο κλιβανος, του αισθητου τουτου πυρος· (261) ουτω και το σωµα, του θειου και αρρητου φωτος, και αυτο, πυρ κατα µεθεξιν γινεται. Ουκ αν δε τουτο ποτε γενηται εν ηµιν, εαν µη τον κοσµον και τα εν τω κοσµω απαντα βδελυξωµεθα και αυτας ηµων τας ψυχας κατα την του Κυριου φωνην απολεσωµεν. Το γαρ πυρ εκεινο αλλως εν ηµιν ουκ αναπτεται· ο οι λαβοντες ου µονον νοσηµατων ψυχικων παντελως απηλλαγησαν, αλλα και πολλους αλλους, εκ των δικτυων εξελθοντες του διαβολου, νοσουντας ψυχικως και ασθενουντας ιασαντο και τω δεσποτη Χριστω ως δωρα τουτους προσηγαγον. Εκ γαρ του πυρος εκεινου του θειου πασαν επιστηµην και πασαν τεχνην ουτοι σοφως διδαχθεντες,
δια παντων εν παντι τω βιω και εν παση αυτων τη ζωη τω Θεω ευηρεστησαν, οιος ην ο τας κλεις της βασιλειας λαβων Πετρος ο θειος αποστολος, οιος ην Παυλος ο εις τριτον αρπαγεις ουρανον, και καθεξης οι θειοι αποστολοι· τοιουτοι δε υπηρχον και οι αγιοι και θεοφοροι πατερες ηµων και διδασκαλοι, οι τας αιρεσεις δια του πυρος τουτου του θειου ως ακανθας εξαφανισαντες, οι τοις δαιµοσιν ως δουλοις αχρειοις και ασθενεσιν επιτασσοντες (κακεινοι, µετα φοβου αυτοις υπακουοντες, τοιουτοι γεγονασι και αει γινονται), οι ουτως τον Θεον αγαπησαντες, ως µηδε της εαυτων φεισασθαι ψυχης. Ουτοι τοιγαρουν και οσοι κατ᾿ αυτους τω Θεω δουλευσαι και δουλευειν αει λεγονται, οι δε αµαρτιαις ετι οντες υπευθυνοι ουχι, αλλα δουλοις εοικασι πονηροις και προσκεκρουκοσι τω ιδιω δεσποτη· οι δε και υπο παθων ετι οχλουµενοι, τοις αει µαχοµενοις και τοις αντιπιπτουσιν η παλαιουσιν· οι δε τας αρετας ακµην µη κτησαµενοι, αγωνιζοµενοι δε ταυτας κτησασθαι, τοις ηκρωτηριασµενοις τα σωµατα η και τοις λειποµενοις των προς ζωην πενησι (262) παρεικαζονται, δεοµενοις µαλλον ων υστερουνται µελων και χρειων, ουχι δε παρεχουσιν αλλοις τα προς την χρειαν η αµισθι δυναµενοις δουλευειν. Χρεων δε εστι κατα την του Αποστολου φωνην πασαν αρετην κατορθωσαντας αρτιον ηµας αποτελεσαι τον κατα Θεον ηµων ανθρωπον, εν µηδενι µηδεν λειποµενον δηλονοτι, και την του Πνευµατος χαριν απο του επουρανιου βασιλεως Χριστου, ως οι απο του επιγειου στρατιωται το σιτηρεσιον, λαβειν· και τηνικαυτα, ως ηδη τελειοι γεγονοτες ανδρες, εις την ηλικιαν του Χριστου και το µετρον αναδραµοντες αυτης και τοις στρατωταις και δουλοις καταλεγεντες αυτου, εκστρατευσοµεν κατα των πολεµιων εχθρων, επειδη, ως φησι Παυλος ο θειος αποστολος, ουδεις “στρατευεται ιδιοις οψωνιοις ποτε”. Τι λεγων οψωνιον; Το βασιλικον σιτηρεσιον. Ει τοινυν και ηµεις µη λαβοιµεν απο Θεου τον αρτον τον εκ του ουρανου καταβαινοντα και διδουντα τω κοσµω ζωην, ηγουν την χαριν του Πνευµατος – τουτο γαρ εστι το πνευµατικον σιτηρεσιον, ω τρεφονται οι Χριστω στρατευθεντες και ο αντι οπλων πνευµατικως επενδυονται -,
πως εις παραταξιν, ειπε µοι, εξελθωµεν του Θεου η πως καταταγωµεν εν τοις δουλοις αυτου; Αλλα δευτε και διαναστωµεν, οσοι απο δουλειας της των παθων βουλεσθε φυγειν και Χριστω τω αληθινω προσδραµειν δεσποτη, ινα και δουλοι αυτου χρηµατισητε· και τοιουτοι σπουδασωµεν και ηµεις γενεσθαι, οιους ο λογος προλαβων ανεταξατο. Μη ουν καταφρονησωµεν της σωτηριας ηµων µηδε απατωµεν ηµας εαυτους και προφασιζωµεθα προφασεις εν αµαρτιαις εν τω λεγειν· αδυνατον τουτο εστι κατα την παρουσαν γενεαν τοιουτον γενεσθαι ποτε. Μη δη φιλοσοφωµεν κατα της σωτηριας (263) ηµων µηδε κατα των ιδιων ψυχων ρητορευωµεν· δυνατον γαρ εστιν, εαν θελωµεν, και τοσουτον ως αρκειν προαιρεσιν µονην εις τοσουτον υψος ανενεγκαι ηµας· οπου γαρ, φησιν, ετοιµη προαιρεσις, το κωλυον ουδεν. Ο Θεος βουλεται θεους εξ ανθρωπων ποιησαι ηµας, εκοντας δε και ουκ ακοντας· και ηµεις αναδυοµεθα, την ευεργεσιαν αποσειοµενοι; Και ποσης τουτο ευηθειας ουκ εστιν η παραπληξιας και αφροσυνης εσχατης; Τοσουτον γαρ βουλεται τουτο ο Θεος, οτι εκ των κολπων του ευλογηµενου Πατρος αυτου ανεκφοιτητως εξελθων κατηλθεν και ηλθεν δια τουτο επι της γης. Ει τοινυν θελησοµεν και ηµεις, ουδεν ουδαµως εις τουτο ηµας εµποδισαι δυνησεται· µονον ορµησωµεν δια µετανοιας θερµης προς αυτον και αυτος εγγισας ηµιν και εφαψαµενος των καρδιων ηµων µονω τω αχραντω δακτυλω αυτου αναψει τας λαµπαδας των ψυχων ηµων και ουκετι εασει σβεσθηναι αυτας εως της συντελειας του αιωνος και επ᾿ αιωνων και ετι, οτι αυτω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις νυν και εις τους ατελευτητους αιωνας των αιωνων· αµην.
ΛΟΓΟΣ Η΄. (264) Περι αγαπης Θεου και πιστεως και οπως τις εγκυµων γινεται της του Θεου αγαπης. Και περι ελλαµψεως και θεωριας φωτος και µυστικης οµιλιας του Πνευµατος. Ει δοκει, τοινυν ακουσωµεν του σωτηρος ηµων Θεου διαρρηδην βοωντος και λεγοντος προς ηµας· “Ουκ ηλθον ινα κρινω τον
κοσµον, αλλ᾿ ινα σωθη ο κοσµος δι᾿ εµου”. Και δειξαι βουλοµενος τον τροπον της σωτηριας, φησιν· “Επεµψεν ο Θεος τον Υιον αυτου εις τον κοσµον, ινα πας ο πιστευων εις αυτον µη αποληται, αλλ᾿ εχη ζωην αιωνιον”. Ταυτα τοιγαρουν ο πιστευων απο καρδιας και πληροφορουµενος οτι ουκ ηλθεν ο Χριστος κριναι αυτον αλλα σωσαι, και ουκ εξ εργων η κοπων και ιδρωτων, αλλα δια µονης της εις αυτον πιστεως, πως, ειπε µοι, αρα µη αγαπηση αυτον εξ ολης αυτου της ψυχης και εξ ολης αυτου της διανοιας; Και µαλιστα οταν ακουση οσα εκεινος επαθε, σωσαι αυτον και παντας βουλοµενος, οιον την εξ ουρανων αυτου καθοδον, την εν γαστρι της Παρθενου και Θεοτοκου εισοδον τε και συλληψιν και το οπως ατρεπτως γεγονεν ανθρωπος ο υπερανω παντων των ουρανων, ο ισοτιµος και οµοουσιος τω Πατρι και πασαν την κτισιν τη χειρι περικρατων αυτου της δυναµεως, ο ανω (265) συν τω Πατρι ων και κατω βρεφος γενεσθαι κατα την ακολουθιαν της ηµετερας καταδεξαµενος φυσεως. Και συν τουτοις, οταν εις νουν αναλαβη τα λοιπα της οικονοµιας αυτου µυστηρια, ου µονον δε, αλλα και α υπεµεινε παθη ο τη φυσει απαθης δι᾿ αυτον, οιον τον τοκον αυτου τον απορρητον, τα σπαργανα, το σπηλαιον αυτο, την φατνην των αλογων εφ᾿ η πενιχρως ο βασιλευς του παντος ανεκλιθη, την φυγην την εις Αιγυπτον, την εξ Αιγυπτου επανοδον, την του Συµεων υποδοχην, και οπως ως εις των κοινων ανθρωπων παρ᾿ αυτου ηυλογηθη και εισηχθη εν τω ναω, την των γονεων υποταγην, την παρα του Ιωαννου βαπτισιν εν τω Ιορδανη, τον πειρασµον του διαβολου, τας θαυµατουργιας αυτου και δια ταυτα ου θαυµαζοµενον, αλλα φθονουµενον µαλλον και λοιδορουµενον και διακωµωδουµενον υπο παντων (τοτε τινων; πονηρων και αθεων ανδρων ων φανερως τε και αφανως εµφραξαι ηδυνατο τα απυλωτα στοµατα και ξηραναι τας γλωσσας αυτων και την ενουσαν αυτοις φωνην αποσβεσαι), την προδοσιαν του µαθητου, τον δεσµον ον υπεστη παρα των µιαιφονων, και οπως ως κακουργος ηγετο παρ᾿ αυτων, και παρεδιδοτο τω Πιλατω ως κατακριτος, και ραπισµα ελαβεν υπο δουλου, και την του θανατου σιωπησας αποφασιν ελαβεν (Εµοι γαρ, φησιν, ου λαλεις; Ουκ οιδας οτι εξουσιαν εχων σταυρωσαι
σε και εξουσιαν εχων απολυσαι σε;), ειτα τον φραγγελισµον, τους εµπαιγµους, τα ονειδη, την πορφυραν, τον καλαµον, µεθ᾿ ου επι της αχραντου κεφαλης αυτου τας µαστιγας παρα των θεοκτονων εδεχετο, τον ακανθινον στεφανον, τον σταυρον, ον και εβασταζεν ο διαβασταζων λογω τα συµπαντα· και απλως ειπειν, οταν εννοηση οπως εξω της πολεως ηγετο επι τον Κρανιου τοπον, των δηµιων και των στρατιωτων περιστοιχουντων αυτον µεθ᾿ αµα οχλων απειρων επι την (266) θεωριαν εφεποµενων, και επι τουτοις, αγγελων µεν ανωθεν φριττοντων, του Θεου δε και Πατρος ορωντος τον οµοουσιον Υιον και οµοθρονον και οµοτιµον ταυτα πασχοντα παρα των ασεβων Ιουδαιων, και γυµνον επι σταυρου αναρτωµενον και ηλοις τας χειρας και τους ποδας ηλουµενον, λογχη τε την πλευραν τιτρωσκοµενον, και χολην ποτιζοµενον µετα οξους, και παντα ου µονον µακροθυµως φεροντα, αλλα και των σταυρουντων υπερευχοµενον, πως ουκ αγαπησει αυτον εξ ολης ψυχης αυτου; Οταν γαρ ενθυµηθη οτι, Θεος ων αναρχος εξ αναρχου Πατρος, συµφυης και οµοουσιος του παναγιου και προσκυνητου Πνευµατος, αορατος και ανεξιχνιαστος, κατελθων εσαρκωθη και ανθρωπος γεγονε και παντα τα ειρηµενα και πολλα ετερα επαθε δι᾿ αυτον, ινα του θανατου και της φθορας απαλλαξη αυτον και υιον Θεου και θεον οµοιον αυτου απεργασηται, αρα γε, ει λιθου σκληροτερος η και κρυσταλλου ψυχροτερος, ου µαλαχθησεται την ψυχην και διαθερµανθησεται την καρδιαν προς αγαπην Θεου; Εγω ουτω λεγω και οµολογουµενως ουτως εστιν η αληθεια οτι, εαν πιστευση τις απο καρδιας ταυτα παντα και εκ βαθεων ψυχης, ευθυς εξει και την προς Θεον αγαπην εν τη καρδια αυτου. Ωσπερ γαρ λεγουσιν εν τη κοχλω τον µαργαριτην, ανεωγµενης εκεινης, εκ της δροσου του ουρανου και εκ της αστραπης εν αυτη συλλαµβανεσθαι, ουτω και την προς Θεον αγαπην λογιζου εν ηµιν σπειρεσθαι. Απο γαρ των ειρηµενων αυτου παθηµατων ακουουσα η ψυχη και κατα µικρον πιστευουσα, αναλογως της πιστεως αυτης διανοιγεται, υπο απιστιας ησφαλισµενη προτερον ουσα· επαν δε διανοιχθη, ωσπερ δροσος ουρανιος, η του Θεου αγαπη ητις εστιν αρρητω φωτι συνηµµενη, δικην αστραπης
νοερως εν ταις καρδιαις ηµων εµπιπτουσα, ως µαργαριτης αποτελειται φαεινος, περι ου και ο Κυριος λεγει οτι, (267) ον ευρων ο εµπορος, απελθων επωλησε παντα τα υπαρχοντα αυτου και ηγορασε τον ενα µαργαριτην εκεινον. Τοινυν και ο καταξιωθεις ουτω πιστευσαι, καθως ειποµεν, και τον νοητον µαργαριτην εν εαυτω της του Θεου αγαπης ευρειν, ουκ ανεχεται µη καταφρονησαι παντων και παντα διαδουναι τα υπαρχοντα αυτου πενησι και τοις βουλοµενοις αλλως αφησαι διαρπασαι αυτα, ινα την προς Θεον αγαπην ασυλον τε και ολως αµειωτον διαφυλαξη. Αυτη γαρ καθ᾿ εκαστην αυξανοµενη εν τη καρδια του αντι παντων προτιµωντος αυτην γινεται θαυµα θαυµατων εν αυτω, ανεκφραστον τε παντη και πανταπασιν αδιηγητον, µητε νω καταληπτον µητε λογω ρητον· και τω ανεκδιηγητω και ακατανοητω του πραγµατος εξισταµενος και προς εκεινο εχων αδολεσχουντα τον νουν, ολως εξω του κοσµου ου τω σωµατι αλλα ταις αισθησεσι πασαις γινεται· συναπιασι γαρ τω νω και αυται προς το εντος αυτου καθορωµενον. Τοιγαρουν και κατανοει του ιδειν ο ουτως εχων και ορα και ιδου φως· το δε φως ανωθεν εχειν δοκει αυτω την αρχην. Ζητων ουν ευρισκει τουτο µητε αρχην τελους εχον µητε µεσοτητα κεκτηµενον· ως δε επι τουτοις εξαπορει, και ιδου τρια εν αυτω, το δι᾿ ου και εν ω και ει ον. Και ταυτα ιδων, µαθειν ερωτα και ακουει τρανως· “Ιδου εγω το Πνευµα δι᾿ ου και εν ω ο Υιος” και “Ιδου εγω ο Υιος εις ον ο Πατηρ”. Επι πλειον δ᾿ επαπορουντος αυτου, “Ιδου” παλιν φησιν “ορας” ο Πατηρ. “Και εγω” φησιν ο Υιος “εν τω Πατρι”. Και το Πνευµα ελεγεν· “Οντως εγω· δι᾿ εµου γαρ τον Πατερα και τον Υιον ο βλεπων ορα και ορων των ορωµενων εξισταται”. Που οντας; “Εν ω ουδεις οιδεν ουκ ανθρωπων, ουκ αγγελων, πλην αυτης της µιας εµου και εναδος και υπερ ουσιαν ουσιας και φυσεως”. Εν εµοι δε, φησι, πως; “Ολη καθολου· αχωριστος γαρ ειµι (268) παντη και ατµητος, το εν καν ταις υποστασεσιν εχουσα. Ει ουν εν εµοι πως η που πελεις, µη ειδεναι φαιης τινα. Καθο µεν ανθρωπος και περιγραπτος εις, ως εν περιγραφη πελω και τοπω, περιγραπτος γαρ γεγονε βροτωθεις και ο εις εξ ηµων· κατα δε την ενουσαν µοι φυσιν παµπαν αορατος, απεριγραπτος, ασχηµατιστος, αναφης, αψηλαφητος, ακινητος, αεικινητος,
παντα πληρουσα και ουδαµου το συνολον ουσα, ουκ εν σοι, ουκ εν αλλω τινι των παλαι η των νυν εγγιζοντων αγγελων η προφητων, οις ουδ᾿ ωραθην ολως, ουδ᾿ ορωµαι ποτε”. Ο γουν ταυτα µυστικως ορων και µυουµενος τα υπερ αγγελους, τα υπερ την ανθρωπινην καταληψιν, αρα µετα ανθρωπων ειναι ο τοιουτος τη αισθησει η τη διανοια ολως ισχυσει; Ει γαρ ο βασιλει προσοµιλησαι θνητω και παρεσταναι ποτε καταξιωθεις, των αλλων απαντων επιλανθανεται και ολος τοις του βασιλεως αποκρεµαται ρηµασι, ποσω γε µαλλον ο αυτον εκεινον τον ποιητην και δεσποτην και Κυριον του παντος “ον ουδεις ειδεν ανθρωπων ουδε ιδειν δυναται” βλεπειν καταξιωθεις, ως ανθρωπω εφικτον, και προσοµιλησαι αυτω και φωνης εκεινου ακουειν του µελλοντος κριναι ζωντας και νεκρους, ουκ εκστησεται εαυτου και ολος εξω κοσµου και σαρκος οντως γενηται και µετ᾿ αυτου επιποθησει συνεσεσθαι, αλλα αποστας του τοιουτου και τηλικουτου, του υπερ παν τοιουτον οντος και τηλικουτον, επι µεριµνας ελθη βιωτικας και φθειροµενων ολως η παρερχοµενων και ρεοντων πραγµατων φροντισειεν; Ουδαµως οιµαι των ευ φρονουντων τινα εις τουτο ολως ελθειν καταδεξασθαι. Τα µεν γαρ εν τω βιω τουτω καλα συνεποµενων οµολογουµενως εχουσι και συγκεκληρωµενην αυτοις την λυπην και την αθυµιαν και την οδυνην, η δε µετα του Θεου διαγωγη (269) και η οµιλια και η θεωρια των απορρητων αυτου αγαθων πασαν υπερβαινει µακαριοτητα και πασης υπερκειται δοξης και ευκληριας και χαρας και ανεσεως, ως πασης υπεραιρουσα τιµης και τρυφης και απολαυσεως του νοµιζοµενου παντος αγαθου της παρουσης ζωης. Καθοσον γαρ υπερεχει το εν πολυτελει και απαλη στρωµνη αναπαυεσθαι υπερ το εν εσχαρα πεπυρακτωµενη ανακεισθαι, κατα τοσουτον υπερφερει πασης του βιου ευφροσυνης και απολαυσεως η εκ της του Θεου συνουσιας και οµιλιας εγγινοµενη τη ψυχη χαρα και αγαλλιασις. ∆ια δη τουτο και ο των κρειττονων πολλακις και κατα αγνοιαν η ραθυµιαν αποστας και προς τας φροντιδας του κοσµου γενοµενος, εφ᾿ οσον της εν αυτοις πικριας και αφορητου βλαβης αισθηται, δροµαιος προς τα αφ᾿ ων εξεληλυθεν επανερχεται, πολλα εαυτον µεµφοµενος οτι συγκατεσπασθη ολως και µεσον
των ακανθων του βιου και του φλογιζοντος πυρος τας των ανθρωπων ψυχας εγενετο, οµως φευγει και προς τον εαυτου ανατρεχει ∆εσποτην· και ει µη ην φιλανθρωπος, δεχοµενος επανερχοµενους ηµας και µη µνησικακων η οργιζοµενος, αλλα και µαλλον της προς αυτον επανοδου αποδεχοµενος, “ουκ αν εσωθη πασα ψυχη” αγιου, ειτε και µεσως η αλλως εχοντος. ∆ια τουτο παντες οι τετελειωµενοι εν αγιωσυνη και αρετη δωρεαν και ουκ εξ εργων δικαιοσυνης εσωθησαν· και ουχ ουτοι µονον, αλλα και οι µετα ταυτα τελειουµενοι, παντες ουτω σωθησονται. Επει δε “ουκ εξ εργων νοµου, ινα µη τις καυχησεται”, κατα τον θειον Αποστολον, η σωτηρια ηµιν επιγινεται τοις πιστοις, ου χρη τοις εργοις, νηστειαις λεγω και αγρυπνιαις η χαµευνιαις και λιµω και διψει, ολως θαρρειν, ου σιδηροις το σωµα καθηλουν, ου τρυχινοις ενδυµασι τουτο ταλαιπωρειν. Ουδεν γαρ ολως ταυτα εισιν, (270) επειδη πολλοι και των κακουργων και των πενοµενων αυτων ταυτα παθοντες οι αυτοι διεµειναν, µηδεν της κακιας υφιεντες αυτων µηδε της πονηριας βελτιους γενοµενοι. Συµβαλλονται µεν και ταυτα τισι, και το σωµα προς ταπεινωσιν µαλλον δε προς αδυναµιαν και ασθενειαν ελκουσιν· αλλ᾿ ου τουτο µονον ζητει ο Θεος, πνευµα δε συντετριµµενον και καρδιαν συντετριµµενην και τεταπεινωµενην επιποθει και το αει εν καταβεβληµενω φρονηµατι λαλειν την καρδιαν ηµων προς αυτον· “Τις ειµι εγω, Κυριε µου δεσποτα και Θεε, οτι κατηλθες και εσαρκωθης και απεθανες δι᾿ εµε, ινα µε του θανατου και της φθορας απαλλαξης και της σης δοξης οµου και θεοτητος κοινωνον απεργαση και µετοχον;”. Οπηνικα γαρ ουτως εξεις κατα τας αφανεις κινησεις της καρδιας σου, ευθυς ευρησεις αυτον εναγκαλιζοµενον σε µυστικως και κατασπαζοµενον και χαριζοµενον σοι πνευµα ευθες εν τοις εγκατοις, πνευµα ελευθεριας και αφεσεως των αµαρτηµατων σου, ου µονον δε, αλλα και τοις χαρισµασιν αυτου καταστεφανουντα σε και ενδοξον σε δια σοφιας και γνωσεως απεργαζοµενον. Τι γαρ ετερον ουτω Θεω φιλον και ευαποδεκτον, ως καρδια συντετριµµενη και τεταπεινωµενη και φρονηµα καταβεβληµενον εν πνευµατι ταπεινωσεως; Εν γαρ τοιαυτη καταστασει ψυχης οικει µεν αυτος ο Θεος και επαναπαυεται πασα δε µηχανη του διαβολου εις απαν απρακτος διαµενει και
παντα τα φθοροποια παθη της αµαρτιας τελεον αφανιζεται και βριθει µονος εν αυτη ο καρπος του Αγιου Πνευµατος, ος εστιν η αγαπη, η χαρα, η ειρηνη, η αγαθωσυνη, η χρηστοτης, ης πιστις, η πραοτης, η ταπεινοφροσυνη και η περιεκτικη εγκρατεια, οις ακολουθως επεται ωραιως η γνωσις η θεια, η σοφια του Λογου (271) και η αβυσσος των κεκρυµµενων νοηµατων και µυστηριων Χριστου· εν οις ο φθασας γενεσθαι και ποιωθεις, την καλην αλλοιωσιν αλλοιουται και εξ ανθρωπων αγγελος γινεται, ωδε µεν τοις ανθρωποις συναναστρεφοµενος σωµατι, εν ουρανοις δε περιπολευων τω πνευµατι και τοις αγγελοις συνδιαιτωµενος και υπο της αφραστου χαρας πλατυνοµενος εις την αγαπην του Θεου· εις ην ουδεις αν των ανθρωπων εγγισει ποτε, ει µη δια µετανοιας προτερον και δακρυων πολλων την εαυτου καθαριει καρδιαν και εις βυθον ελασει ταπεινοφροσυνης και εγκυµων του παναγιου γενηται Πνευµατος, χαριτι και φιλανθρωπια του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, µεθ᾿ ου τω Πατρι δοξα, τιµη, κρατος, συν Αγιω Πνευµατι, νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην.
ΛΟΓΟΣ Θ΄. (272) Περι γνωσεως αληθινης και οτι η του Θεου γνωσις ουκ εκ µαθηµατων, αλλ᾿ εκ καθαροτητος και της ανωθεν χαριτος επιγινεται τω σπουδαιω· και οτι χαλεπον το κρινειν· και ελεγχος των οιοµενων ειδεναι τα του Πνευµατος χωρις Πνευµατος· εν ω και περι της του Πατρος αγιωσυνης· και οιον αγαθον εστιν η πιστις και τις ο ταυτης καρπος και οπως αυξανεται· και οτι οι τον θησαυρον εν εαυτοις εσχηκοτες του Πνευµατος και εν αλλοις οντα γνωριζουσι· και τινα των αγιων τα σηµεια και πως και τισι γνωριζονται· και οτι ο µη γεννηθεις ανωθεν ου δυναται ιδειν τον γεγεννηκοτα Θεον ουδε γνωρισαι τον εις τουτο πεφθακοτα δια του Πνευµατος. Νυν ευκαιρως καλον ειπειν µετα του ∆αυιδ και ουτω γεγωνοτερον φθεγξασθαι· “Κυριος εκ του ουρανου διεκυψεν επι τους υιους των ανθρωπων του ιδειν ει εστι συνιων η εκζητων τον Θεον”, ειτα· “Παντες εξεκλιναν αµα ηχρειωθησαν· ουκ εστι
ποιων χρηστοτητα, ουκ εστιν εως ενος”. “Που γαρ” ινα τοις ειρηµενοις και τα του Αποστολου συνειρω “σοφος; Που γραµµατευς; Που συζητητης του αιωνος τουτου; Ουχι εµωρανεν ο Θεος την σοφιαν του κοσµου τουτου”, δια το µη δυνασθαι τινα δι᾿ αυτης επιγνωναι την αληθινην σοφιαν, τον οντως οντα Θεον; Ει γαρ δια γραµµατων και µαθηµατων η επιγνωσις της αληθου σοφιας (273) και της του Θεου γνωσεως εµελλεν ηµιν, αδελφοι, διδοσθαι, τις ην αρα χρεια της πιστεως η του θειου βαπτισµατος η της των µυστηριων αυτων µεταληψεως; Ουδεµια µενουν. “Επει δε δια της σοφιας ουκ εγνω ο κοσµος τον Θεον, ευδοκησεν ο Θεος, φησι, δια της µωριας του κηρυγµατος σωσαι τους πιστευοντας”. Και ταυτα µεν ο κηρυξ και νυµφαγωγος της του Χριστου Εκκλησιας. Εγω δε εικοτως θρηνησω και κλαυσοµαι επι τη συντριβη των εµων µελων, του εµου γενους, των κατα σαρκα και πνευµα µου αδελφων, οτι οι τον Χριστον δια του βαπτισµατος ενδυσαµενοι, τα του Χριστου µυστηρια εις ουδεν λογιζοµενοι, την επιγνωσιν της του Θεου αληθειας δια της του κοσµου σοφιας λαµβανειν νοµιζοµεν και το µονον αναγνωναι τας θεοπνευστους συγγραφας των αγιων ορθοδοξιας ειναι καταληψιν τουτο οιοµεθα και της Αγιας Τριαδος ακριβη και βεβαιαν ειδησιν τουτο νοµιζοµεν· ου µονον δε, αλλα και των αλλων ηµων οι σεµνοτεροι θεωριαν την δια µονου του Πνευµατος γινοµενην εν τοις αξιοις, αυτην την εν ταις διανοιαις αυτων αναπλασιν των νοηµατων αφρονως ειναι υπολαµβανουσιν. Ω της ευηθειας, ω της πωρωσεως. Οι δε και εµβαθυνειν αναγνως εθελοντες εις τα του Θεου βαθη και θεολογειν επειγοµενοι, οταν ακουσωσι περι Θεου οτι, ωσπερ εν τρισιν ηλιοις µια φωτος εστι συγκρασις, ουτω και εν τη Τριαδι µιας θεοτητος ελλαµψις, αυτικα τρεις ηλιους εν τω νοΐ αυτων αναπλαττουσι, τω µεν φωτι ηνωµενους, ητοι τη ουσια, ταις δε υποστασεσι διακεχωρισµενους, και οιονται αφρονως εκεινην αυτην οραν την θεοτητα και ουτως ειναι την αγιαν και οµοουσιον και αδιαιρετον Τριαδα οµοιαν τω παραδειγµατι. Αλλ᾿ ουκ εστι τουτο, ουκ εστιν. Ουδεις γαρ τα περι της Αγιας Τριαδος νοησαι καλως (274) και ειπειν δυναται απο µονης της των Γραφων αναγνωσεως, πιστει δε µονη ταυτα δεχοµενος, εµµενει µεν τοις γεγραµµενοις και πλεον ουδεν
περιεργαζεται, τοις δε περιεργοις και πολυπραγµονειν τα θεια θρασεως κατατολµωσιν, εξω των γεγραµµενων και ων εδιδαχθη, ειπειν ολως ου δυναται. Οτι δε τουτο εστιν αληθες, ακουσον τι φησιν ο Χριστος· “Ουδεις επιγινωσκει τον Υιον ει µη ο Πατηρ, ουδε τον Πατερα τις επιγινωσκει ει µη ο Υιος και ω αν βουληται ο Υιος αποκαλυψαι”. ∆ια τουτων ουν και των τοιουτων ρηµατων αποφραττει τα αναισχυντα και απυλωτα στοµατα των λεγοντων και νοµιζοντων δια της εξωθεν σοφιας και της των γραµµατων µαθησεως επιγινωσκειν την οντως αληθειαν, αυτον τον Θεον, και την επιγνωσιν κτασθαι των κεκρυµµενων µυστηριων εν Πνευµατι του Θεου. Ει γαρ τον Υιον ουδεις επιγινωσκει ει µη ο Πατηρ, ουδε τον Πατερα τις επιγινωσκει ει µη ο Υιος και ω αν βουληται ο Υιος αποκαλυψαι τα βαθη τουτου και τα µυστηρια – το γαρ µυστηριον µου εµοι και τοις εµοις - , τις αρα των επι γης ανθρωπων σοφων η ρητορων η µαθηµατικων ετερος, πλην των κεκαθαρµενων τον νουν εξ ακρας φιλοσοφιας τε και ασκησεως, και γεγυµνασµενα τα της ψυχης επιφεροµενων αληθως αισθητηρια, ανευ της ανωθεν δια του Κυριου αποκαλυψεως εκ µονης γνωναι δυνηθειη της ανθρωπινης σοφιας τα κεκρυµµενα µυστηρια του Θεου, α δια νοερας θεωριας, της υπο του θειου Πνευµατος ενεργουµενης, ανακαλυπτονται οις εδοθη και αει διδοται ειδεναι ταυτα δια της ανωθεν χαριτος; Εκεινων εστιν η τουτων γνωσις, ων ο νους καθ᾿ εκαστην υπο του Αγιου καταλαµπανεται Πνευµατος δια την της ψυχης καθαροτητα, ων οι οφθαλµοι υπο των ακτινων του ηλιου της (275) δικαιοσυνης τρανως ηνεωχθησαν, ων ο λογος της γνωσεως και ο λογος της σοφιας δια µονου του Πνευµατος, ων η συνεσις και ο φοβος του Θεου δια της αγαπης και της ειρηνης τετηρηται εν τη αγαθωσυνη και τη των τροπων χρηστοτητι εγκρατως µετα πιστεως. Τουτων η γνωσις των θειων, τουτοις και λεγεται καθα δη και τοις αποστολοις παρα Χριστου, ως µιµουµενους αυτους· “Υµιν δεδοται γνωναι τα µυστηρια του Θεου, τοις δε λοιποις εν παραβολαις”. Ουτοι τοιγαρουν ισασιν, θειω κινουµενοι Πνευµατι, την προς τον Πατερα του Υιου ισοτιµιαν και ενωσιν. Εν γαρ τω Πατρι τον Υιον καθορωσι και εν τω Υιω τον Πατερα δια του
Πνευµατος, ως γεγραπται· “Εγω εν τω Πατρι και ο Πατηρ εν εµοι”, του Πνευµατος τω Πατρι δηλονοτι συνοντος· ει γαρ εκ του Πατρος εκπορευεται, ο δε Πατηρ ολος εν ολω τω Υιω εστιν, ολον εν αυτοις εστι και το Πνευµα το Αγιον. Πατηρ δε και Υιος και Αγιον Πνευµα εις Θεος, ο υπο πασης πνοης προσκυνουµενος. Και πως τρεις ηλιους ενα ειπειν ισχυσεις; Ει γαρ ενωσεις αυτους, ενωθησονται, και εις ενα οι τρεις εσονται· ει δ᾿ ουν, αλλα διηµαρτες της ενοτητος. Πατερα δε, Υιου και Πνευµατος διχα, ουδαµως ευρησεις, αλλ᾿ ουδε Υιον, του Πατρος και του Πνευµατος, ουδε Πνευµα Αγιον του εξ ου εκπορευεται αλλοτριον της ενωσεως. Εν µεν γαρ τω Πνευµατι τον Πατερα και τον Υιον, εν δε τω Υιω τον Πατερα και µετα του Πνευµατος, εν δε τω Πατρι τον Υιον συναϊδιως αει οντα και µενοντα και συνεκλαµπον εχοντα το Πνευµα το Αγιον πιστευε. Εις ταυτα Θεος και ου τρεις, εν τρισιν υποστασεσιν ο ων και αει ων και ωσαυτως ων, τη µια συµφυΐα και βασιλεια και θεοτητι ανυµνουµενος υπο απειρων δυναµεων. Ει γαρ και εν εκαστω τουτων τα συµφυη της (276) θειας ιδιοτητος καθοραται, αλλα τα τρια εν και καθ᾿ εν τα τρια εισιν, οπερ εν ηλιοις γενεσθαι αµηχανον. Αλλα γαρ εβουλοµην και εικονα δουναι τινα αµυδρως παριστωσαν των λεγοµενων την δυναµιν τοις θρασυνοµενοις ειδεναι δια µονης της ψευδωνυµου γνωσεως και ανευ του ερευνωντος Πνευµατος τα βαθη και τα µυστηρια του Θεου, ευλαβουµαι δε τον ειρηκοτα Θεον µη διδοναι τα αγια τοις αναιδεσι και τολµηροις, µηδε τους µαργαριτας βαλλειν εµπροσθεν των ως κοινα τα θεια λογιζοµενων και οιονει δια των χαµερπων νοηµατων και απληστων ψυχων ατιµουντων και καταπατουντων αυτα· ων τετυφλωκε τον νουν ο Θεος, καθως φησιν ο προφητης, και πεπωρωκεν αυτων την καρδιαν, ινα βλεποντες µη βλεπωσι και ακουοντες µη συνιωσι. Και εικοτως· επειδη γαρ αναξιους δια της οιησεως εαυτους και των πονηρων επιτηδευµατων εποιησαν, δια τουτο εαθησαν υπο του Θεου τω σκοτει της απιστιας και της ιδιας κακιας πορευεσθαι, καθως φησιν ο ∆αυιδ· “Εξαπεστειλα αυτους κατα τα επιτηδευµατα των καρδιων αυτων· πορευσονται εν τοις επιτηδευµασιν αυτων”. Οι γαρ τοσαυτα υποδειγµατα εχοντες της των εντολων του Θεου
εκπληρωσεως, α δι᾿ εργων οι πατερες ηµων τετελεκοτες προυθησαν τοις πιστοις ηµιν εις εκµιµησιν αρετης, και συνιεναι µη θελησαντες µηδε εκεινους βουληθεντες µιµησασθαι, αλλα τουναντιον και διαλοιδορουντες αυτους και τους βιους των κατα Θεον αγωνισαµενων ως ου κατα Θεον οντας ενδιαβαλλοντες, πως ουχι µονον αναξιοι εισι θειας γνωσεως, ως απειθειας και απωλειας υιοι, αλλα και πασης υπευθυνοι τιµωριας και κατακρισεως, οτι εαυτους ανακρινειν, ει αρα και εισιν εν τη πιστει, ωσπερ επιλαθοµενοι, τα αλλοτρια κρινουσι (277) και τα υπερ αυτους ασυνετως ερευνωσι και εξεταζουσι, µηδαµως τον ουτω λεγοντα Θεον δυσωπουµενοι· “Μη κρινετε και ου µη κριθητε” και “Εν ω κριµατι κρινετε κριθησεσθε”· µηδε τον εκεινου λεγοντα µαθητην· Μενουνγε, ω ανθρωπε, “συ τις ει ο κρινων αλλοτριον οικετην; Τω ιδιω κυριω στηκει η πιπτει” και “Μη κρινετε αλληλους και µη καταλαλειτε αλληλων”. Οι γουν τοιουτοι πως αρα πιστοι και χριστιανοι ειναι γνωρισθησονται, τα του Χριστου και των αποστολων αυτου παρακρουοµενοι ρηµατα και καθως εκεινος και οι τουτου νενοµοθετηκασι µαθηται µη φυλασσοντες µηδε τοις ιχνεσι του διδασκαλου εποµενοι και βαδιζοντες; Πως το των εντολων φως ολως θεασονται οι φανερως τας θειας εντολας παραβαινοντες; Ουδαµως. “Μηδεις υµας, φησιν, απατατω κενοις λογοις, ω αδελφοι”. Αδελφους δε ηµας ο Παυλος καλει δια την εκ του θειου βαπτισµατος πνευµατικην αναγεννησιν και συγγενειαν, επει τοις εργοις και σφοδρα αλλοτριοι, ως ορω, της των αγιων αδελφοτητος καθεστηκαµεν. Και τουτο εξ αυτων των πραγµατων παραστησαι πειρασοµαι, µαλλον δε αυτα ηµων τα εργα και οι λογοι ηµας απελεγξουσιν· διο και ως προς ενα τον λογον ποιουµενος, ενθεν ερω. Απεταξω τω κοσµω και τοις εν κοσµω, ω αδελφε; Γεγονας ακτηµων και υποτακτικος και του οικειου θεληµατος ξενος; Και πραοτητα εκτησω και ταπεινος γεγονας; Νηστειας εις ακρον και ευχην και αγρυπνιαν κατωρθωσας; Αγαπην εκτησω προς τον Θεον ολικην και ως εαυτον τον πλησιον σου κεκτησαι; Υπερ των µισουντων και αδικουντων σε και εχθρωδως εχοντων κατα σου µετα δακρυων παρακαλεις και αφεθηναι αυτοις απο ψυχης πρωτον αυτος συµπαθησας αξιοις, η ουπω εις το υψος (278)
τουτο ανηνεχθης των αρετων; Ειπε. Ει δε ειπειν αισχυνη το ου, η παλιν δια ταπεινοφροσυνην ου βουλει το ναι προσειπειν, εγω σοι προσθησω τα εικοτα, ω αδελφε, και δειξω εξ αυτης εκ ποιων εργων και κατορθωµατων εις τουτο το υψος πας ο αγωνιζοµενος εν αληθεια µετα πολλης τω οντι συνεσεως και αγιοτητος ερχεται. Ει µεν ουν, ως ειρηται, πεφθακας εις τα προειρηµενα παντα και τους εχθρους σου ηγαπησας και µετα δακρυων υπερ αυτων πολλακις απο καρδιας εδακρυσας, την εκεινων παντως επιστροφην και µετανοιαν εξαιτουµενος, παντα δηλονοτι τα λοιπα προκατωρθωσας· οιον γεγονας απαθης εξ αγωνων, καθαραν εκτησω την καρδιαν απο παθων και εν αυτη και δι᾿ αυτης εθεασω τον απαθη Θεον. Αλλως γαρ ουκ ενι µετα συµπαθους καρδιας εξ αγαπης υπερ των εχθρων ευξασθαι, ει µη συναφεια και συνουσια και θεωρια Θεου δια συνεργειας του αγαθου Πνευµατος κτησαιµεθα εαυτους καθαρους απο παντος µολυσµου σαρκος και πνευµατος. Ει ουν εις τουτο χαριτι του σωσαντος σε Θεου µετα χρηστοτητος και ταπεινοφροσυνης πολλης εφθασας, αδελφε, τι τοις συνασκηταις και τοις συναχθεισιν εις ταυτα διαπιστεις και φθονεις και λοιδοριαις ενδιαβαλλεις αυτους, την χρηστην αυτων υποληψιν πειρωµενος καθελειν; Ουκ οισθα οτι οι απο πρωτης ωρας, τοις φθασασι περι την ενδεκατην δια το εξ ισης εκεινοις λαβειν φθονησαντες, ενεκεν τουτου εις το πυρ το εξωτερον απερριφησαν; Και πως συ, τα αυτα και χειρονα τουτων ποιων και λεγων κατα των αγιων, ων ο βιος, η αρετη και η συνεσις λαµπει ωσπερ ο ηλιος, νοµιζεις µη της αυτης η και χειρονος κολασεως ταις τιµωριαις υποβληθηναι; Η ουκ οιδας οτι φθονος ουδεις παρα αγιων αγιοις εστι, καθα γεγραπται· “Ενθα ο φθονος, εκει και ο του φθονου πατηρ διαβολος κατοικει (279) και ουχι ο της αγαπης Θεος”; Τον ουν φθονον ωδινων, πως ειναι ολως αγιος οιεσαι, ο µηδε πιστος η χριστιανος εκ της Θεου αγαπης και του πλησιον σου γνωριζοµενος; Οτι δε ουτως εστιν η των πραγµατων τουτων ακολουθια και ο τον φθονον ωδινων εχει µεν εντος αυτου τον διαβολον, ου δυναται δε ειναι Χριστου δια το µη εχειν αγαπην προς τον πλησιον, παντι που δηλον τω τας θειας Γραφας επαΐοντι.
Ει δε των τοιουτων χαρισµατων ουπω ηξιωσαι ουδε εις τοσουτον υψος αφικου του θεοποιων αρετων, πως αρα καν ολως τολµας ανοιξαι το στοµα και φθεγξασθαι; Πως, κατηχουµενος ων, διδασκειν εθελεις και περι ων ουκ οιδας η ηκουσας πολυπραγµονειν επιχειρεις και, ως ειδως τα θεια, περι τοιουτων πραγµατων θρασυνη διαλεγεσθαι; Ουκ οιδας οτι εξω των προθυρων της εκκλησιας, οια δη κατηχουµενος, ιστασαι, ει και αυθαδεια γνωµης εαυτω την µετα παντων των πιστως και καθαρως ευχοµενων προτρεπεις στασιν, µη τοις αποστολικοις κανοσιν εποµενος; Κατηχουµενος γαρ ουχ ο απιστος µονος αρτι λεγεται, αλλα και ο µη ανακεκαλυµµενω προσωπω νοος την δοξαν Κυριου κατοπτριζοµενος. Εγω δε σου και την ανοιαν λιαν θρηνω, οτι αγιον µεν ειναι τινα τοιουτον ως παλαι και νυν παντελως και καθολου διαπιστεις, τοις πασι δε συναριθµων εαυτον οια κοινοις ως κοινον, καθαπερ Πνευµατι Αγιω φθεγγοµενος ως τις αγιος και θεοφορος ανηρ, α µηδ᾿ ολως γινωσκειν υπο του λογου κεντουµενος ωµολογησας και α µηδε ιδειν µηδε ακουσαι µηδε καταξιωθηναι λαβειν εν καρδια σου εφης, ταυτα και διερµηνευειν και ως ειδως σαφηνιζειν ολως ουκ επαισχυνη, ουδε προς τον των ανθρωπων ερυθριας γελωτα. Ει γαρ µη απαθης, ως ειποµεν, γεγονας, µηδε Πνευµα Αγιον (280) εχειν ηξιωσαι, µηδε αγιος ει, πως ειδεναι λεγεις ως αγιος τα του Πνευµατος, “α - ως γεγραπται - οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου χοϊκου ουκ ανεβη, τα αγαθα α ητοιµασεν ο Θεος τοις αγαπωσιν αυτον”; Ηµιν δε, ινα παραφρονων ειπω, υπο σου βιαζοµενος, δια του Πνευµατος αυτου, εσχατοις ουσι και ηλεηµενοις, κατα την αφατον προς ηµας αυτου αγαθοτητα απεκαλυψεν ικεσιαις του µακαριου και αγιου πατρος ηµων Συµεων, “ινα ειδωµεν” καθως φησιν ο Αποστολος “τα υπο του Θεου χαρισθεντα ηµιν· το γαρ Πνευµα ερευνα και τα βαθη του Θεου. Ηµεις δε – φησιν – ουκ ελαβοµεν το πνευµα του κοσµου, αλλα το Πνευµα το εκ του Θεου”. Και δι᾿ αυτου απεκαλυφθη και επεγνωσθη ηµιν, αµαρτωλοις ουσι και ταπεινοις, ο Θεος και Πατηρ του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου και σωτηρος, του µεγαλου Θεου, εν αυτω τω Χριστω και Θεω, ον ουδεις ανθρωπων ειδεν ουδε ιδειν δυναται. “Ο γαρ ειπων εκ σκοτους φως λαµψαι, αυτος εστιν ος
και ελαµψεν εν ταις καρδιαις ηµων”, των ευτελων και αχρειων, τοις οστρακινοις σκευεσι των σκηνωµατων ηµων ωσπερ θησαυρος δηλονοτι εµπεριεχοµενος, ο παντη απεριληπτος τε και απεριγραπτος, µικρος µεν εν ηµιν µορφουµενος, ο αµορφος και ανιδεος, τα συµπαντα δε απεριγραπτως πληρων, ως υπερµεγεθης και υπερπληρης. Το δε µορφουσθαι εν ηµιν τον οντως οντα Θεον, τι εστιν ει µη το ηµας αυτους παντως µεταποιειν τε και αναπλαττειν και εις την της θεοτητος αυτου εικονα µεταµορφουν; Οιον εγνωµεν αρα γεγονοτα και τον αγιον Συµεωνην τον Ευλαβη, (281) τον εν τη µονη των Στουδιου ασκησαντα, τη πειρα αυτη τα περι τουτου βεβαιωθεντες. Τη γαρ αποκαλυψει του εν αυτω Πνευµατος την εις αυτον πιστιν επισφραγισαντες, αναντιρρητον ταυτην φυλαττοµεν· µαλλον δε εκ του αυτου φωτος, ως εκ λαµπαδος τινος, τον της ψυχης ηµων λυχνον µεταδοτικως αναψαντες, ασβεστον διατηρουµεν, ταις εκεινου ευχαις και πρεσβειαις φρουρουµενοι, εξ ων αρδουµενη αυξανει η πιστις ηµων η προς αυτον και ετι αυξησει - εν Θεω θαρρων λεγω -, εκατονταπλασιονα τον καρπον φερουσα εν αυτω τω θειω φωτι. Καρπος γαρ πιστεως το αγιον και ανεσπερον φως, φως δε αγιον προσθηκη και αυξησις πιστεως· καθοσον γαρ το φως πηγαζει, η πιστις αυξανει και εις υψος ανερχεται. Κατα δε την αναλογιαν της πιστεως ο καρπος αριδηλως βριθει του Πνευµατος· “Ο δε καρπος του Πνευµατος εστιν αγαπη, χαρα, ειρηνη, µακροθυµια, χρηστοτης, αγαθωσυνη, πιστις, πραοτης, εγκρατεια”, απερ καθ᾿ εν ο εχων επισταται. Ωσπερ γαρ ο µαργαριτας εχων και λιθους διαφανεις, σαπφειρον, αµεθυσον και αλλους τινας, οιδεν, ει µη απειρως εχει, ενος εκαστου αυτων το ειδος, το µεγεθος, ουτω και ο τας αρετας µετα πονου και δακρυων πολλων εν εαυτω φυτευσας και τους καρπους ενεγκων τους του Πνευµατος, επισταται και το ειδος και την ποιοτητα ενος εκαστου αυτων και της απαντων αυτων γλυκυτητος απογευεται· και το δη µειζον και θαυµαστοτερον, οτι και εν αλλοις οντα τον αυτον επιγινωσκει καρπον. Καθαπερ γαρ τα εθνη απο της στολης, το δε πλειστον απο της φωνης και των λογων επιγινωσκονται, ουτω δη και οι αγιοι γνωριζονται µεν απο της κοσµιοτητος αυτων και του ευσχηµου
βαδισµατος και των αλλων των εξωθεν, το δε γνωρισµα µετα ακριβειας και αληθειας το ιδιον αυτων ο λογος ο γεννωµενος εξ αυτων παριστησιν. (282) Ο γαρ ουκ εχει η καρδια, το στοµα προφερειν ου δυναται· ει δε και ειπη, ως ου καλως λεγων ευθυς υπ᾿ αυτων των εαυτου λογων ελεγχεται. “Ο γαρ αγαθος, φησιν, ανθρωπος εκ του αγαθου θησαυρου της καρδιας προφερει τα αγαθα, ο δε πονηρος εκ του πονηρου θησαυρου της καρδιας προφερει τα πονηρα”. Και ορα µοι τα βαθη του Πνευµατος, πως ουκ ειπεν ο Κυριος οτι “εκ της αγαθης καρδιας προφερει τα αγαθα” µονον, αλλα προσεθετο ειπειν “εκ του θησαυρου της καρδιας”, ινα µαθης οτι καρδιαν κενην και κουφην ουδεις ηµων εχειν δυναται, αλλα ειτε δια αγαθοεργιας και αληθινης πιστεως την χαριν εχει του Πνευµατος εκαστος, η δια της απιστιας και αµελειας των εντολων και της των φαυλων αποπληρωσεως τον πονηρον εν εαυτω περιφερει διαβολον. Και ινα µη νοµισης οτι ου τους εν µερει µεν φυλασσοντας τας του Χριστου εντολας, εν µερει δε τουτων καταφρονουντας, αλλα τους φυλασσοντας πασας ταυτας µετα ακριβειας, τον θησαυρον λεγει του Πνευµατος εχειν,, εδιδαξεν ειπων· “Ο εχων τας εντολας µου και τηρων αυτας, εκεινος εστιν ο αγαπων µε· ο δε αγαπων µε αγαπηθησεται υπο του Πατρος µου και εγω αγαπησω αυτον και εµφανισω αυτω εµαυτον· και εγω και ο Πατηρ ελευσοµεθα και µονην παρ᾿ αυτω ποιησοµεν”. Ορας οπως ο αγαθην καρδιαν κτησαµενος δια πονων και της των εντολων εργασιας ενοικον εσχε την ολην εν εαυτω θεοτητα, ητις εστιν ο αγαθος θησαυρος; Οτι δε εις τον παραβαινοντα µιαν και την τυχουσαν εντολην, η αµελουντα και µη ποιουντα αυτην, ο τοιουτος ου κατοικει θησαυρος, ακουε αυτου παλιν λεγοντος· “Ο λυσας µιαν των εντολων τουτων των ελαχιστων και διδαξας ουτω τους ανθρωπους ποιειν ελαχιστος κληθησεται εν τη βασιλεια των ουρανων”. Ελαχιστας δε ταυτας ωνοµασεν ( 283) ουχ ουτως ουσας, αλλα δια το παρ᾿ ηµων ουτω ταυτας λογιζεσθαι· το γαρ αργολογειν η τι του πλησιον επιθυµειν η οραν εµπαθως η εξουθενειν και υβριζειν τινα ως ουδεν ηγουµενοι, αδιαφορουµεν, του ταυτα υπο κριµα θεµενου επιλαθοµενοι. Τι γαρ φησι; “Παντα λογον αργον ον εαν
λαλησωσιν οι ανθρωποι, λογον δωσουσι περι αυτου εν ηµερα κρισεως”, και αλλως· “Ουκ επιθυµησεις τι του πλησιον σου”, και παλιν· “Ο εµβλεψας προς το επιθυµησαι ηδη εµοιχευσεν εν τη καρδια αυτου. Οστις δε ειπη παλιν τω αδελφω αυτου ρακκα, ενοχος εσται τη γεεννη του πυρος”. Θελων δε και ο Αποστολος δειξαι οτι εν τοις τα τοιαυτα πρασσουσιν ο διαβολος ενεργει, εφη· “Το δε κεντρον του θανατου η αµαρτια”. Ει ουν ουδεν αλλον εστιν η αµαρτια ει µη εντολης παραβασις, εντολη δε εστι και το µη επιθυµησαι και το µη ψευσασθαι και το µη κλεψαι, αλλα µηδε αργολογησαι µητε τω αδελφω σου ερειν κακως, πας ο ποιων ταυτα υπο του κεντρου του θανατου ητοι της αµαρτιας τετρωται, εν αυτη δε τη πληγη και τω της αµαρτιας δηγµατι ωσπερ σκωληξ ευθυς ο διαβολος εισερχοµενος ευρισκεται κατοικων. Ειδες πως οι µη κτησαµενοι παλιν τας εαυτων καρδιας δια δακρυων και µετανοιας κεκαθαρµενας ενοικον εχουσιν εν αυτοις τον διαβολον, ος εστιν ο πονηρος θησαυρος; Ουτως ο αγαθος ανθρωπος εκ του αγαθου θησαυρου της καρδιας αυτου εκφερει τα αγαθα, ο δε πονηρος οµοιως τα πονηρα. Η δε αληθης µετανοια δια της εξοµολογησεως και των δακρυων, ωσπερ υπο εµπλαστρου και φαρµακου τινος, αποσµηχει και εκκαθαιρει της καρδιας το τραυµα και την ουλην ην το κεντρον εν αυτη του νοητου θανατου διηνοιξεν, ειτα τον εµφωλευοντα (284) σκωληκα εξω βαλλει και θανατοι εις συνουλωσιν και υγιειαν τελειαν το τραυµα αποκαθιστησι. Τουτο δε αρα παρα των καρδιαν εχοντων την υγιειαν εµπονως επιζητουσαν δια δακρυων και µετανοιας µονων επιγινωσκεται ενεργουµενον. Των αλλων γαρ οι λοιποι και ενηδυνονται τουτοις τοις τραυµασιν· ου µονον δε, αλλα και επιξεειν ταυτα και ετερα τουτοις µαλλον επιθειναι σπουδαζουσιν, υγιειαν την του παθους εκπληρωσιν λογιζοµενοι· διοπερ και εγκαυχωνται, οταν τι πονηρον εργασωνται αµαρτιας ατοπηµα, και την αισχυνην αυτων ως δοξαν λογιζονται. ∆ια τι δε πασχουσι τουτο; Επειδη αγνοουσι της παντελους καθαρσεως το ηδυ τε και χαριεν, µαλλον δε απιστουσι και αδυνατον ειναι εαυτους πειθουσι το καθαρευσαι ανθρωπον τελειως απο παθων και ολον ουσιωδως εν εαυτω δεξασθαι τον Παρακλητον.
∆ια τουτο τοινυν και κατα της εαυτων αει σωτηριας λαλουσι και πραττουσι, κλειοντες εφ᾿ εαυτοις τας πυλας της βασιλειας των ουρανων και παντας αλλους τους εισελθειν βουλοµενους κωλυοντες. Ει που δε και ακουσουσι περι ετερου τινος νοµιµως αγωνισαµενου εν ταις εντολαις του Κυριου και ταπεινου τη καρδια και τοις φρονηµασι γενοµενου, καθαρευοντος τε απο παντοιων παθων και πασι τα µεγαλεια κηρυττοντος του Θεου οσα δηλονοτι εποιησεν επ᾿ αυτω ο Θεος κατα τας αψευδεις υποσχεσεις αυτου και οπως µεν, λεγοντος προς ωφελειαν των ακουοντων, κατηξιωθη φως ιδειν Θεου και Θεον εν φωτι δοξης, οπως δε γνωστως εγνω εν εαυτω την επιφοιτησιν και ενεργειαν του Αγιου Πνευµατος και αγιος εν Αγιω Πνευµατι γεγονεν -, ευθυς ωσπερ κυνες λυσσωντες καθυλακτουσιν αυτου και κατεσθιειν, ει δυνατον, τον ταυτα λεγοντα σπευδουσι, “Παυσαι, λεγοντες, πεπλανηµενε και υπερηφανε συ. Τι αρα τοιουτος αρτι γεγονεν ως οι αγιοι πατερες εγενοντο; (285) Τις δε Θεον ειδεν η ιδειν καν οπωσουν δυναται; Τις Πνευµα Αγιον επι τοσουτον ελαβεν, ως δι᾿ αυτου τον Πατερα και τον Υιον αξιωθηναι ιδειν; Παυσαι µη σε τοις λιθοις καταλευσθηναι ποιησωµεν”. Οις µη ανταποκριθηναι αξιως της αυτων αφροσυνης ουκ οιοµαι δειν· φησι γαρ ο σοφωτατος Σολοµων· “Μη αποκρινου αφρονι κατα την εκεινου αφροσυνην, ινα µη οµοιος γενη αυτω, αλλα αποκρινου αφρονι προς την αφροσυνην αυτου, ινα µη φαινηται σοφος παρ᾿ εαυτω”. Εξ υµων µεν, ω ουτοι, ως αυτοι φατε, ουδεις ουδαµως· εκ δε των προαιρουµενων τον σταυρον αραι και την στενην οδευσθαι οδον και τας εαυτων απολεσαι ψυχας ενεκεν της αιωνιου ζωης, πολλοι µεν ειδον και προτερον, πλειους δε, οιµαι, ορωσι και νυν, και των βουλοµενων εκαστος οψεται, καν υµεις σκαιοτητι γνωµης και βασκανιας φαυλοτητι τουτους ιδειν ουκ ισχυετε. Και ορα τι φησιν ο ευαγγελιστης· “Οσοι ελαβον αυτον εδωκεν αυτοις εξουσιαν τεκνα Θεου γενεσθαι· οι ουκ εξ αιµατων ουδε εκ θεληµατος σαρκος, ουδε εκ θεληµατος ανδρος, αλλ᾿ εκ Θεου εγεννηθησαν”. Ει ουν ουκ εγεννηθης εκ του Θεου συ, ουδε τεκνον υπαρχεις αυτου δηλονοτι, ουδε προλαβων εδεξω αυτον, ουδε ελαβες αυτον εν σεαυτω, και δια τουτο ουτε εξουσιαν σοι δεδωκεν ουτε δυνασαι τεκνον γενεσθαι Θεου· τεκνον δε Θεου µη γενοµενος, πας αρα
τον εν τοις ουρανοις θεαση Θεον και Πατερα σου; Ουδεις προ του γεννηθηναι τον εαυτου πατερα ποτε τεθεαται, και ουδεις ανθρωπων τον Θεον οψεται, εαν µη προτερον εξ αυτου γεννηθη. ∆ια τουτο και ο Κυριος ελεγεν· “Εαν µη τις γεννηθη ανωθεν, ου δυναται εισελθειν εις την βασιλειαν των ουρανων”, και παλιν· “Το γεννωµενον εκ της σαρκος, (286) φησι, σαρξ εστι, το δε γεννωµενον εκ του Πνευµατος πνευµα εστιν”, εξ αγιου αγιον δηλονοτι· “το δε Πνευµα ερευνα και τα βαθη του Θεου”. Συ δε, ει απο σαρκος µονον γεγεννησαι και ουπω την εκ του Πνευµατος γεννησιν εγνως, ουδε Πνευµα αυτος συ γεννηθεις γεγονας, πως αρα δυνασαι τα βαθη του Θεου ερευναν, µαλλον δε πως δυνασαι οραν τον Θεον; Παντως ουδαµως, αυτος συ, και µη βουλοµενος, καθοµολογησεις, ω αδελφε. Ειεν. Τι δαι; “Αλλα συ” φησι “τοιουτος υπαρχεις αυτος; Και ποθεν σε τοιουτον ειναι επιγνωσοµεθα;” Εγω µεν ανευ της ανωθεν χαριτος ουχ οιος τε ειµι τουτο ειπειν, αλλ᾿ ουδε Παυλος αυτος, οιµαι, και Ιωαννης· πλην οµως στεναζω επι τη πωρωσει των καρδιων των ταυτα προτεινοµενων µοι και ζητουντων ποθεν επιγνωναι τον εις ανδρα τελειον, εις µετρον ηλικιας πεφθακοτα του Ιησου. Οθεν, ει βουλει µαθειν, οι τυφλοι τους αλλους των ανθρωπων επιγινωσκουσιν· οθεν ο Ισαακ επεγνω τον Ιακωβ, την στολην ενδεδυµενον Ησαυ του αδελφου αυτου. Ιστε γαρ απαντες πως επαπορων ελεγεν· “Αι µεν χειρες χειρες Ησαυ, η δε φωνη φωνη Ιακωβ”. Οθεν δεικνυται οτι της µεν στολης τον δολον ουκ εγνω – τυφλος γαρ ην -, την δε συνηθη φωνην εγνωρσιε του υιου· ει τοινυν και κωφος ην, παντως ουδε την λαλιαν αυτου γνωρισαι ισχυσεν αν. Ουτως ουν και υµεις, οιτινες εστε οι ουτως επαπορουντες, ου µονον τυφλοι αλλα και κωφοι τυγχανοντες, πως δυνασθε ανδρα γνωρισαι πνευµατικον; Ουδαµως δη. Οτι δε τουτο εστιν αληθες, και οι µη βλεποντες πνευµατικως ουδε ακουειν πνευµατικως δυνανται, ακουσον του Κυριου προς τους απιστους των Ιουδαιων ουτω λεγοντος· “∆ια τι την λαλιαν την εµην ου γινωσκετε; ∆ιοτι ου δυνασθε ακουειν των λογων των εµων”, και µετ᾿ ολιγα· (287) “Ο ων εκ του Θεου τα ρηµατα του Θεου ακουει· δια τουτο υµεις ουκ ακουετε, οτι εκ Θεου εστε. Υµεις εκ του πατρος του διαβολου εστε και τας επιθυµιας του πατρος υµων θελετε ποιειν”. Ει ουν και υµεις υπο
της απιστιας και πονηριας και της των εντολων αµελειας και παραβασεως σαρκες εστε, παχεις, λεγω, τας καρδιας, και τα ταυτης ωτα βεβυσµενα εχετε, τον δε οφθαλµον κεκαλυµµενον της ψυχης υπο των παθων, πας αρα πνευµατικον και αγιον ανδρα επιγνωναι δυνησεσθε; Αλλα, παρακαλω, σπουδασωµεν, πατερες και αδελφοι µου, παντι τροπω εαυτους ηµων εκαστος επιγνωναι, ινα εκ των καθ᾿ ηµας τα υπερ ηµας γνωναι ποτε δυνησωµεθα. Αδυνατον γαρ τον µη επιγνοντα εαυτον προτερον, ωστε δυνασθαι µετα του ∆αυιδ λεγειν· “Εγω δε ει µι σκωληξ και ουκ ανθρωπος”, και παλιν, ως ο Αβρααµ· “Εγω ειµι γη και σποδος”, επιγνωναι τι των πνευµατικων και θειων λογιων πνευµατικως και αξιως του υπερφυους και σοφου Πνευµατος. Μηδεις υµας πλανατω κενοις και σεσοφισµενοις λογοις, οτι τα θεια της πιστεως ηµων µυστηρια δυναται τις ολως καταλαβειν ανευ του µυσταγωγουντος και φωτιζοντος Πνευµατος· αλλα γαρ ουδε πραοτητος και ταπεινοφροσυνης χωρις δυναται γενεσθαι δοχειον των χαρισµατων του Πνευµατος. Χρη γαρ αναντιρρητως τον θεµελιον της πιστεως καλως παντας ηµας καταβαλειν προτερον εις τα της ψυχης ηµων βαθη, ειτα την εντος ευσεβειαν δια των ποικιλων της αρετης ειδων ως τειχος οχυρον ανυψωσαι· και ουτω παντοθεν τειχισθεισης της ψυχης και οιονει εµπαγεισης εν αυτη ως επι θεµελιω καλω της αρετης, τοτε δει και την σκεπην της οικοδοµης ταυτης, ητις εστιν η γνωσις η θεια του Θεου, (288) ανεγειραι και ολοκληρον τον οικον κατασκευασαι του Πνευµατος. Ηνικα γαρ κατα αναλογιαν της µετανοιας και της των εντολων εκπληρωσεως δια δακρυων εκκαθαρθη η ψυχη, πρωτον µεν τα κατ᾿ αυτον ο ανθρωπος και εαυτον ολον υπο της χαριτος επιγνωναι καταξιουται, ειτα µετα πολλην και επιµονον καθαρσιν και βαθειαν ταπεινωσιν αµυδρως πως κατ᾿ ολιγον και τα περι Θεου και των θειων νοειν αρχεται και, καθ᾿ οσον νοει, καταπληττεται και πλειονα κταται ταπεινωσιν, αναξιον εαυτον πανταπασι της των τοιουτων µυστηριων γνωσεως και αποκαλυψεως λογιζοµενος. ∆ιοπερ και υπο της τοιαυτης ταπεινωσεως, ως υπο τειχους οχυρου φρουρουµενος, ενδον µενει, απο οιησεως λογισµων ατρωτος, αυξανων τη πιστει, τη
ελπιδι και τη εις Θεον αγαπη το καθ᾿ ηµεραν, και την προκοπην µετα προσθηκης της γνωσεως τε και αναβασεως τρανως καθορων. Οταν δε και εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος της γνωσεως του Χριστου καταντηση και Χριστον αυτον και νουν αληθως Χριστου κτησηται, τοτε ως µηδεν ολως ειδως η εχων διακειται και ως αχρειον εαυτον και ευτελει δουλον ηγειται· το δε δη θαυµαστον και υπερ φυσιν, µαλλον δε κατα φυσιν ον, ανθρωπον ελαχιστοτερον εαυτου η αµαρτωλοτερον εν ολω τω κοσµω ου λογιζεται ειναι. Το δε πως, ειπειν ουκ εχω, ει µη τουτο µονον εν τω επαινετω τουτω παθει καταλαβειν ηδυνηθην· εστι δε τι τοιουτον· ποιωθεισης της ψυχης και εµβαφεισης δια του Πνευµατος εις τα βαθη της ταπεινοφροσυνης εν Χριστω τω Θεω της διανοιας αυτης, τον κοσµον τε απαντα και τους εν κοσµω εντευθεν αγνοησασης, µονην δε εαυτην αει καθορωσης και µονα τα εαυτης, και χρονισασης εν τη τοιαυτη µελετη και εν εξει γενοµενης αυτης, µονην (289) εαυτην αληθως εξουθενηµενην και ευτελεστατην ορα, ουδενα δε πειθεται τοιουτον ειναι εν απασι τοις ανθρωποις του κοσµου. Ουτω τοινυν καθ᾿ οσον εαυτον εχει τις παντων ανθρωπων εν αισθησει ψυχης ευτελεστερον τε και ταπεινοτερον, κατα τοσουτον και πρωτος των αλλων απαντων υπαρξει, ως φησιν ο Κυριος ηµων και Θεος· “Ο θελων ειναι παντων πρωτος εστω παντων εσχατος και παντων διακονος”. Σπουδασωµεν ουν και ηµεις, ω αδελφοι, εις τοιαυτην φθασαι ταξιν τε και καταστασιν, και τους εις τουτο πεφθακοτας αγιους ραδιως επιγνωσοµεθα και των παροντων και των µελλοντων επιτυχωµεν αγαθων, χαριτι και φιλανθρωπια του Κυριου και Θεου και Σωτηρος ηµων Ιησου Χριστου, ω η δοξα και το κρατος νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην. ΛΟΓΟΣ Ι ΄. (290) Περι της φοβερας του Κυριου ηµερας και της µελλουσης κρισεως, οτι και προ του θανατου εν ηµιν ενθεν ηδη καθαιροµενοις δια δακρυων ενεργειται εν οις αν εγγενηται κατα την παρουσαν ζωην, κατα την µελλουσαν ουχ υπαντα. Και τις εστιν η ηµερα Κυριου και τισιν αιφνης αποκαλυπτεται. Και οτι
η εις Χριστον πιστις ου δυναται µονη σωσαι ηµας, ει µη και Πνευµατος Αγιου γνωστως γενωµεθα µετοχοι και οτι ουχι παντες οι βαπτιζοµενοι δια του βαπτισµατος λαµβανουσι τον Χριστον. Και πως δυναται τις γνωναι ει περιφερει εν αυτω τον Χριστον και Πνευµατος Αγιου γεγονε µετοχος. Και ερµηνεια ως εν παραδροµη εις το « Εν αρχη ην ο Λογος». Και µακαρισµος εις τους εξ αγωνων την επιφοιτησιν δεξαµενους του Πνευµατος. Πολυς ηµιν, αγαπητοι, ο περι της κρισεως λογος και δυσερµηνευτος, οτι ου περι ενεστωτων και ορωµενων εστιν, αλλα περι µελλοντων και αορατων οθεν πολλης των ευχων χρειας, πολλης της σπουδης, πολλης της του νου καθαροτητος, και τοις λεγουσιν ηµιν και τοις ακουουσιν, ινα οι µεν γνωναι καλως και ειπειν, οι δε συνετως ακουσαι δυνηθωσι των λεγοµενων. Αλλα τις εστιν ο του λογου σκοπος; Σκοπος ουν του παροντος λογου εστιν η µεγαλη και επιφανης και φοβερα του Κυριου ηµερα, (291) και τινος ενεκεν, ινα γνωµεν, ηµερα Κυριου καλειται και λεγεται. Λεγεται τοινυν ηµερα Κυριου ουχ ως εσχατη των ηµερων τουτων ουσα, ουδε δια το εν η µελλειν ερχεσθαι αυτον, καθα δη και επι των ηµερων τουτων λεγοµεν του παροντος καιρου ηµερα του Πασχα και η ηµερα της Πεντηκοστης και η ηµερα εν η προελθειν µελλει ο βασιλευς και τα ποιησαι και τα· αλλ᾿ ουδε δια το εν αυτη µελλειν γενεσθαι την κρισιν ηµερα κρισεως λεγεται (ουδε γαρ ετερον µεν η ηµερα εσται εκεινη και ετερος ο εν αυτη µελλων ελευσεσθαι Κυριος), αλλ᾿ επειδη αυτος ο των απαντων Θεος και δεσποτης λαµψει τηνικαυτα τη δοξη της ιδιας θεοτητος. Και ο µεν αισθητος ηλιος υπο της του ∆εσποτου λαµπροτητος καλυφθησεται και εις το µη ορασθαι γενησεται, καθα νυνι τα αστρα υπο τουτου καλυπτεται και ουχ οραται, αυτα δε τα αστρα σβεσθησονται και απαντα ειλιγησονται ως βιβλιον τα ορατα, ηγουν υποχωρησουσι, τοπον δεδωκοτα τω ποιητη· και εσται µονος εκεινος ηµερα τε οµου και Θεος, ο νυν υπαρχων τοις πασιν αορατος, και ο φως οικων απροσιτον τοτε πασιν αποκαλυφθησεται οιος εστι και πληρωσει τα παντα του οικειου φωτος και γενησεται αδυτος, ατελευτητος, αϊδιου χαρµονης ηµερα εν τοις αγιοις αυτου, τοις δε γε κατ᾿ εµε
ραθυµοις και αµαρτωλοις εις απαν απροσιτος και αθεατος. Επειδη γαρ ετι περιουσιν ουκ εγενετο τουτοις δια σπουδης του ιδειν τον φως της δοξης αυτου δια καθαρσεως και ολον αυτον εν αυτοις εισοικισασθαι, εικοτως εσται τουτοις και εις το µελλον απροσιτος. Και γαρ βουληθεις εξ αρχης αυτης ποιησαι το αγαθον και ηµετερον, ως φησιν η θεια Γραφη, το αυτεξουσιον τοις πρωτοπλαστοις και προπατορσιν ηµων (292) εχαρισατο και ηµιν δι᾿ αυτων, ως αν, µη εκ λυπης η εξ αναγκης, αλλ᾿εκ της προς αυτον ευνοιας τε και αγαπης δια της αυτοπροαιρετου θελησεως µετα χαρας τας εντολας αυτου εργαζοµενοι και ταυτας φυλασσοντες, ως εξ οικειων πονων τας αρετας κτησαµενοι λογισθησονται, και ως οικεια δωρα ταυτας τω ∆εσποτη προσαξουσι, και δια τουτων κατα προκοπην εις την του Θεου τελειαν εικονα και οµοιοτητα αναχθωσι, και ακαταφλεκτως προσεγγισωσι τω απροσιτω διχα σωµατικου θανατου, κατα γενεαν και γενεαν ο καθεις αυτω προσπελαζοντες. Επει δε οι µεν πρωτοπλαστοι, πρωτοι τω εχθρω θεληµατι υπακουσαντες, της εντολης του Θεου παραβαται γεγονασι και ου µονον της ελπιδος της µειζονος, ηγουν του εν αυτω γενεσθαι τω ανεσπερω φωτι, εξεπεσον, αλλα και εις φθοραν και θανατον µετηνεχθησαν και εις αφεγγες περιπτωκασι σκοτος, δουλοι τω του σκοτους αρχοντι γεγονοτες και υπ᾿ αυτου κατακρατηθεντες, εν τω του θανατου σκοτει δια της αµαρτιας εγενοντο, υστερον δε και ηµεις, οι εξ εκεινων τεχθεντες, θεληµατι τω τυραννω τουτω υποκυψαντες, εδουλωθηµεν, και ου βια (εδειξαν γαρ τουτο σαφως οι προ του νοµου και εν τω νοµω ευαρεστησαντες και το εαυτων θεληµα τω δεσποτη Θεω και ου τω διαβολω προσαναθεµενοι), τους προ νοµου και εν νοµω ευαρεστησαντας του αιωνιου σκοτους λυτρωσασθαι βουληθεις ο φιλανθρωπος Κυριος και τοις µετα τον νοµον την ελευθεριαν δωρησασθαι εν τη χαριτι και παντας, ως ειπειν, οµου τους ευηρεστηκοτας αυτω προ του νοµου και εν νοµω και µετα τον νοµον της του διαβολου τυραννιδος ελευθερωσαι, αυτος δι᾿ εαυτου τουτο ο παντα δυνατος και ανεξικακος ποιησαι ηνεσχετο. Ον γαρ ιδιαις και αορατοις χερσι καθ᾿ οµοιωσιν και κατ᾿ εικονα αυτου πεποιηκεν, ου δι᾿ ετερου,
αλλα δι᾿ εαυτου παλιν καταπεσοντα αναστησαι ηθελησεν, (293) ως αν και πλειονως τιµηση και δοξαση το γενος ηµων εν τω κατα παντα εξοµοιωθηναι ηµιν αυτον και ισον εν τω ανθρωπινω µερει γενεσθαι. Ω της αφατου φιλανθρωπιας και αγαθοτητος, οτι ου µονον παραβαντας ηµας και αµαρτησαντας ουκ εκολασεν, αλλα και οιοι γεγοναµεν ηµεις δια ταης παραβασεως, τοιουτος γενεσθαι και αυτος κατεδεξατο, ανθρωπος φθαρτος εξ ανθρωπου φθαρτου, θνητος εκ θνητου, αµαρτια εξ αµαρτησαντος γεγονως, ο αφθαρτος, ο αθανατος και αναµαρτητος ων, σαρκι µονον τεθεωµενη τω κοσµω οφθεις, ουχι και αυτη γυµνη τη θεοτητι. Τινος χαριν; Οτι ουκ ηλθε κριναι τον κοσµον, αλλα σωσαι τον κοσµον, ως φησιν αυτος εν τοις ευαγγελιοις αυτου. Η γαρ αποκαλυψις αυτου της θεοτητος κρισις εν οις αποκαλυφθη γινεται· ου γαρ αν υπηνεγκε την δοξαν αυτου της θεοτητος πασα σαρξ γυµνην επιφανεισαν της θεανδρικης συναφειας τε και αφραστου ενωσεως, αλλα ψυχικως τε οµου και σωµατικως αρδην εµελλε πασα η κτισις απολλυσθαι δια το υπο απιστιας τηνικαυτα παντας κατεχεσθαι. Η γαρ θεοτης, ηγουν η χαρις του παναγιου Πνευµατος, ουδενι ουδεποτε διχα πιστεως πεφανερωται· ει δε εφανη, ειτε παλιν εκ παραδοξου φανειη τινι των ανθρωπων, φοβερα και φρικτη δεικνυται, ου φωτιζουσα, αλλα φλεγουσα, ου ζωοποιουσα, αλλα τιµωρουσα δεινως. Και τουτο φανερον εξ ων ο µακαριος Παυλος, το σκευος της εκλογης, επαθεν· προς γαρ τη αστραψαση αιγλη του απροσιτου φωτος εν αυτω πληγεις τας οψεις, ου φωτισθεις, και σκοτισθεις µαλλον, ουχι αυγασθεις, και την κατα φυσιν προσαπωλεσεν ορασιν· και ταυτα, ο µεγας µελλων τηνικαυτα της του Χριστου Εκκλησιας γενεσθαι διδασκαλος. Ο τοιουτος γαρ και τηλικουτος, ος εφη· «Ο Θεος ο ειπων εκ σκοτους φως λαµψαι, ος ελαµψειν εν ταις καρδιαις ηµων», (294) και µετ᾿ ολιγα· «Εχοµεν δε τον θησαυρον τουτον» της ελλαµψεως δηλονοτι «εν ταις καρδιαις ηµων», τοτε ουδε µικραν απαυγην αυτου αντιβλεπειν ηδυνατο. Τοιγαρουν εντευθεν ακριβως διδασκοµεθα οτι τοις µεν ετι τη απιστια και τοις παθεσι κατεχοµενοις απροσιτος και αορατος η χαρις εις απαν εστι, τοις δε δια πιστεως εν φοβω και τροµω τας
εντολας κατεργαζοµενοις και µετανοιαν αξιαν επιδεικνυµενοις αποκαλυπτοµενη οραται, και αυτη δι᾿ εαυτης την µελλουσαν γενεσθαι κρισιν ανατιρρητως εν αυτοις εµποιει· µαλλον δε ηµερα θειας κρισεως γινεται, εξ ης ο καθαρος αει ελλαµποµενος εν αληθεια εαυτον οιος εστι, και τα εργα αυτου, τα τε αισθητως πραχθεντα, τα τε ψυχικως ενεργηθεντα, οια εισι, παντα λεπτοµερως καθορα. Ου µονον δε, αλλα και πυρι θειω κρινεται και ανακρινεται και υδατι τοτε δακρυων πιαινοµενος ολον το σωµα καθυγρος γινεται και βαπτιζεται κατ᾿ ολιγον ολος υπο του θειου πυρος τε και Πνευµατος και γινεται ολος καθαρος, ολος αµολυντος, υιος φωτος και ηµερας και ουχι εκτοτε ανθρωπου θνητου. ∆ια τοι τουτο και ο τοιουτος εν τη µελλουση κρισει και δικη ου κρινεται, προκεκριται γαρ· ουδε υπο του φωτος εκεινου ελεγχεται, προπεφωτισται γαρ· ουδε εν τουτω τω πυρι εισερχοµενος δοκιµαζεται η καιεται, προδεδοκιµασται γαρ· ουδε ως τοτε φανεισαν την ηµεραν Κυριου λογιζεται, ολος γαρ εκ της οµιλιας και συνουσιας Θεου ηµερα φαεινη και λαµπρα γεγονεν· ουδε εν τω κοσµω τοτε ευρισκεται η συν τω κοσµω, αλλ᾿ εξω τουτου εις απαν εστιν. «Εγω γαρ, φησιν, εξελεξαµην υµας εκ του κοσµου», και ο Αποστολος· «Ει γαρ εαυτους εκρινοµεν, ουκ αν εκρινοµεθα· κρινοµενοι δε υπο Κυριου παιδευοµεθα, (295) ινα µη συν τω κοσµω κατακριθωµεν», και παλιν· «Ως τεκνα φωτος περιπατειτε», φησιν. Οσοι ουν τεκνα του φωτος εκεινου και υιοι της µελλουσης ηµερας γενωνται και ως εν ηµερα ευσχηµονως περιπατειν δυνανται, επ᾿ αυτους η ηµερα Κυριου ουδεποτε επελευσεται· εν αυτη γαρ εισιν αει και δια παντος. Η γαρ ηµερα Κυριου, ουχι εις τους υπο του θειου φωτος αει καταλαµποµενους, αλλ᾿ εις τους εν τω σκοτει των παθων οντας και εν τω κοσµω διαγοντας και τα του κοσµου ποθουντας, αιφνης µελλει αποκαλυπτεσθαι και φοβερα αυτοις και ως πυρ αστεκτον λογισθησεται. Φανησεται δε τουτο το πυρ ο Θεος ουχ ολον πνευµατικως, αλλ᾿ ως αν τις ειποι ασωµατως εν σωµατι, ωσπερ εξαναστας ωρατο τοις µαθηταις παλαι ο Χριστος, καθα φησιν ο ευαγγελιστης· αναλαµβανοµενου γαρ αυτου εις ουρανους, ταυτα φασιν οι αγγελοι προς αυτους· «Ον τροπον εθεασασθε αυτον πορευοµενον εις τον ουρανον, ουτως παλιν ελευσεται». Ει γαρ
µη τουτο εσται, πως αυτον οι αµαρτωλοι, οι απιστοι, οι αιρετικοι και πνευµατοµαχοι θεασονται, τυφλοι οντες τη ψυχη και τους οφθαλµους αυτης εµπεφραγµενους τω βορβορω της απιστιας και αµαρτιας εχοντες, ωσπερ προς Θεσσαλονικεις και Παυλος ο αποστολος εγραψεν. Επειδη γαρ περι των κεκοιµηµενων και της µελλουσης δοξης ειπε και οπως παντες οι αγιοι δια νεφελων αρπαγησονται, εφη· «Περι δε των χρονων και των καιρων, αδελφοι, ου χρειαν εχετε του γραφεσθαι υµιν· αυτοι γαρ ακριβως οιδατε οτι η ηµερα Κυριου ως κλεπτης εν νυκτι ουτως ερχεται· οταν γαρ ειπωσιν, ειρηνη και ασφαλεια, τοτε αιφνιδιος αυτοις εφισταται ολεθρος, ωσπερ η ωδιν τη τικτουση, και ου µη εκφυγωσιν. Υµεις δε, αδελφοι, ουκ εστε εν σκοτει, ινα η ηµερα υµας ως κλεπτης καταλαβη· παντες υµεις υιοι φωτος εστε και υιοι ηµερας. Ουκ εσµεν (296) νυκτος ουδε σκοτους· αρ᾿ ουν µη καθευδωµεν ως και οι λοιποι, αλλα γρηγορωµεν και νηφωµεν». Και µετ᾿ ολιγα· «οτι ουκ εθετο ηµας ο Θεος εις οργην, αλλ᾿ εις περιποιησιν σωτηριας, ινα ειτε γρηγορουµεν, ειτε καθευδοµεν, αµα συν αυτω ζησωµεν». Υιους ουν ακουων φωτος και υιους ηµερας, αγαπητε, µη ειπης εν τη καρδια οτι, οσοι εις Χριστον εβαπτισθηµεν και εις εκεινον πιστευοµεν και Θεον αυτον προσκυνουµεν, αυτον και ενδεδυµεθα και υιοι ηµερας και υιοι φωτος ανεπαισθητως παντως εσµεν και ουχι νυκτος ουδε σκοτους. Μη τουτο ειπης η υπολαβης και εν αµελεια και αµεριµνια τας υπολοιπους της ζωης σου διελθης ηµερας, δοκων µονον και οιοµενος ειναι τι, µηδεν ων· αλλα σκοπησον και κατα σεαυτον ακριβως κατανοησον και ειπε· «Ει παντες ανθρωποι οι εν τω κοσµω οντες και τον ηλιον τουτον αισθητως βλεποντες εν τω σκοτει εισι, παντως, επει ουδεν πλεον των αλλων ορω, και εγω συν αυτοις εν σκοτει ειµι. Ωσπερ γαρ δυνοντος αυτου καθ᾿ εκαστην νυξ γινεται και ουδεν πλεον τι τουτου ορω, ουτως, αποθανοντος µου, ουδαµου φως θεασοµαι, αλλ᾿ εν αφεγγει σκοτει και ανηλιω εις αιωνας εσοµαι και ουκετι δια των οφθαλµων βλεψω το ορωµενον τουτο φως· του γαρ σωµατος οι ανθρωποι χωριζοµενοι, των αισθητων ευθυς παντων αποχωριζονται. Ει ουν εν σκοτει ειµι νυν, και εν σκοτει µετα θανατον εσοµαι· παντως και επ᾿ εµοι η ηµερα Κυριου ως κλεπτης εν νυκτι
επελευσεται και ως η ωδιν τη εν γαστρι εχουση και ου µη δυνηθω εκφυγειν». Ου γαρ εν τω του υδατος βαπτισµατι η σωτηρια ηµων εστιν, αλλα και εν τω Πνευµατι, ουδε εν τω αρτω µονω και τω οινω της µεταληψεως η των αµαρτιων αφεσις και η της ζωης µετουσια διδοται, αλλα και εν τη συνεποµενη και ανακεκραµενη (297) µυστικως και ασυγχυτως τουτοις θεοτητι. Μυστικως δε λεγεται δια το µη πασιν, αλλα τοις αξιοις ζωης αιωνιου, αποκαλυπτεσθαι και υιους φωτος και ηµερας ποιειν τους ορωντας αυτην· οι γαρ το φως µη ορωντες, ει και λαµπει τρανως, αλλ᾿ ουν εκεινοι εν σκοτει καθηνται. Μηδεις υµας, αδελφοι, κενοις λογοις εξαπατατω µηδε εις την πιστιν την εις Χριστον µονην θαρρειτω τις. «Χριστος»γαρ, φησιν, «εαν περιτεµνησθε, ουδεν υµας ωφελησει», και παλιν· «Η πιστις διχα των εργων νεκρα εστιν». Ωσπερ γαρ το σωµα ψιχα ψυχης υπαρχει νεκρον, ουτω και η πιστις διχα των εργων νεκρα εστιν.Οι γαρ Θεον ειναι τον Χριστον οµολογουντες, τας δε εντολας αυτου µη φυλασσοντες, ουχ ως αρνουµενοι µονον, αλλα και ως ατιµαζοντες αυτον λογισθησονται· ου µονον δε, αλλα και µειζονως υπερ τους τα ιδια σωµατα περιτεµνοντας, ως τας του Θεου εντολας ακρωτηριαζοντες, ενδικως κατακριθησονται. Ο τον πατερα γαρ ατιµαζων, πως υιος λογισθησεται; Ο του φωτος χωριζοµενος, πως εν αυτω ως εν ηµερα διαξειεν; Ουδαµως, αδελφοι. Ει δε λεγοι τις οτι δυναται τηρησαι πασας τας εντολας, γινωσκετω οτι τον Θεον ενδιαβαλλει και κατακρινει ως αδυνατα ηµιν επιταξαντα· ος ουκ εκφευξεται το της δικης αφυκτον, αλλ᾿ ως ο ειπων· «Ηδειν σε οτι σκληρος ει, θεριζων οπου ουκ εσπειρας και συναγων οθεν ου διεσκορπισας», και ουτος κατακριθησεται, και τω ειποντι τω Αδαµ οφει· «Γινωσκων ο Θεος οτι η ωρα φαγεσθε απο του ξυλου οµοιοι αυτω εσεσθε, τουτου χαριν ενετειλατο υµιν µη φαγειν εξ αυτου», οµοιωθησεται. Ψευστην γαρ και πλανον και φθονου µεστον τον Θεον ο τοιουτος αποκαλει· ψευστην µεν, οτι εκεινου ειποντος· «Ο ζυγος (298) µου χρηστος και το φορτιον µου ελαφρον εστιν», ου µονον ουκ ελαφρον ουτος, αλλα και αβαστακτον αυτο αποφαινεται· πλανον δε, οτι κατηλθε πολλα υποσχοµενος και
µηδεν δοουναι θελων ηµιν, µαλλον δε φθονων τη σωτηρια ηµων αδυνατα επεταξεν ηµιν, ποιησαι και φυλαξαι, οπως εκπληρωσαι ταυτα µη δυναµενους, προφασεως δηθεν ευλογου λαβοµενος, των αγαθων ηµας εκεινων αποστερηση. Αλλ᾿ ουαι τοις ταυτα λεγουσιν, εαν µη µετανοησωσιν· ουδεν γαρ φορτικον, ουδεν επαχθες ο ∆εσποτης ηµων και Θεος ενετειλατο, µαλλον µεν ουν ραδια τε οµου παντα και ευκολα, καθα – πιστευσατε µοι – και αυτος εγνων εγω ευκολον ειναι την εντολην του Θεου και την επιτευξιν αυτου τε και της βασιλειας αυτου. Αλλα δια παραδειγµατος τουτο υµιν υποδειξω. Ανθρωπος τις ανταρτη δουλευων τινι αντιδικω και του βασιλεως των Χριστιανων εχθρω, πολλα τροπαια κατα των δουλων αυτου και ανδραγαθιας ποιων, και εν τιµη µεγιστη παρα τω τυραννω εκεινω και τοις υπ᾿αυτον στρατευµασιν ων, εµηνυθη παρα του βασιλεως των Χριστιανων διαφορως του προσελθειν και συν αυτω ειναι και αξιωθηναι µεγαλων δωρεων και συµβασιλευειν αυτω. Ο δε επι χρονους τινας ουκ ηβουληθη, κατ᾿ αυτου δε µαλλον χειρον εκτοτε τον πολεµον ανερριπισεν. Εν µια τοινυν καθ᾿ εαυτον γνωσιµαχησας και µεταµεληθεις, εβουλευσατο φυγη χρησασθαι και µονος προς τον βασιλεα πορευθηναι, τουτο προς εαυτον λογισαµενος οτι, ει και µεχρι του νυν µηνυοντι µοι τω βασιλει ουχ υπηκουσα, αλλα πιστευω ως ου µη λογισθη µου νυν επιστρεφοντος την αναβολην των τοσουτων ετων και βραδυτητα δια το ειναι αυτον, ως ακουω, συµπαθη και φιλαγαθον, συµπαθησει δε µοι και α υπεσχετο µοι παντα αποπληρωσει. Ως ουν ταυτα απο καρδιας ελογισατο, και εργω εποιησε· προσελθων τω βασιλει και τους ποδας κρατησας αυτου, (299) συγχωρησιν µετα κλαυθµου εξητησατο. Ον ευθυς, τη απροσδοκητω χαρα ο χρηστος εκεινος ληφθεις βασιλευς, αποδεξαµενος, επι θαυµατος ειχε την τουτου µεταβολην και ταπεινωσιν, ανθ᾿ ων οπως παρρησιαζεσθαι µαλλον ωφειλεν και τιµας απαιτειν υπερ ης ενεδειξατο προς αυτον αγαπης και πιστεως, καταλιπων µεν τον ανταρτην, προσελθων δε τη βασιλεια αυτου, κειται θρηνων υπερ της βραδυτητος και των παρ᾿ αυτου προγεγονοτων κακων, αναστησας αυτον «επεπεσεν επι τον τραχηλον αυτου και κατεφιλησεν αυτον» τε ολον και τους δακρυοντας αυτου οφθαλµους επι ωρας πολλας. Ειτα
στεφος και στολην και υποδηµατα οµοια ων αυτος εφορει ενεχθηναι κελευσας, αυτος δι᾿ εαυτου τον πρωην εχθρον και αντιδικον περιεβαλε, µηδεν ολως προσονειδισας αυτον· και ου τουτο µονον, αλλα νυκτος και ηµερας συγχαιρων αυτω και συνευφραινοµενος, περιλαµβανων τε και κατασπαζοµενος στοµα προς στοµα αυτον, τοσουτον υπερηγαπησεν αυτον οτι ουδε εν τω υπνουν αυτου εχωριζετο, συνανακλινοµενος αυτω και περιλαµβανων επι της κλινης και παντοθεν τω εαυτου χλανιδιω περισκεπων και επιτιθεις το εαυτου προσωπον επι πασι τοις αυτου µελεσιν. Τοιουτον εστι και το ηµετερον προς Θεον και ουτως οιδα εν τοιουτω τροπω τους µετανοουντας τον φιλαγαθον Θεον αποδεχεσθαι και φιλειν, φευγοντας µεν κοσµον πλανον και κοσµοκρατορα, γυµνους δε προσερχοµενους αυτω των του βιου πραγµατων ως βασιλει και Θεω, ει µη τισιν αρα βαρυ καταφαινεται το την γεννησαµενην καταλιπειν και τους οικειους φιλους και συγγενεις απαρνησασθαι και τον πλουτον εασαι τον απολλυµενον, επει ουδεν εγωγε φορτικον ευρον η λυπηρον η επαχθες, προσφυγων τω Θεω και σωτηρι µου. Αλλ᾿ ει χρη την αληθειαν υµιν εξειπειν και α ουκ εβουλοµην πασι δηλα ποιειν, (300) ταυτα την αγαπην υµων απογυµνωσαι, ινα δω τι καλον τισιν εξ υµων, εν παση µαλλον στενοχωρια και θλιψει και τη νοµιζοµενη κακοπαθεια υπερεκβλυζουσαν την χαραν και ευφροσυνην εβλεπον εν εµοι δια της αποκαλυψεως και επιφανειας του προσωπου αυτου, ωστε πληρουσθαι εναργως επ᾿ εµοι το ουτω λεγον του Παυλου ρητον· «Το γαρ παραυτικα ελαφρον της θλιψεως βαρος δοξης κατεργαζεται εν ηµιν», και το του ∆αυιδ· «Εν θλιψει» λεγοντος «επλατυνας µε», ως εντευθεν µηδεν ηγεισθαι µε τας επερχοµενας θλιψεις και τους πειρασµους προς την ουχι µελλουσαν, αλλα παραυτικα αποκαλυπτοµενην µοι δια Πνευµατος Αγιου δοξαν Ιησου Χριστου, ης τη µετοχη τε και θεα και αυτας τας προς θανατον νοσους και ει τινα ετεραν αφορητοτεραν οδυνην δια πονων τοις ανθρωποις εγγινοµενην ουδεν ηγουµην, πασαν επιλανθανοµενος οδυνην και λυπην του σωµατος· ουτω το φορτιον των εντολων ελαφρον και τον ζυγον Κυριου χρηστον αυτοθεν ελογιζοµην, εν δε τω µη ευρισκειν µε δι᾿ αιτιας τινος
υπερ αυτου συντοµως αποθανειν, θλιψις, πιστευσατε, ην µοι αφορητος. Τοιγαρουν, αδελφοι µου αγαπητοι, παντα αφεντες δραµωµεν γυµνοι, και προσελθοντες τω δεσποτη Χριστω προσπεσωµεν και προσκλαυσωµεν ενωπιον της αυτου αγαθοτητος, ινα και αυτος, θεασαµενος την πιστιν και την ταπεινωσιν ηµων, οµοιως ηµας, µαλλον δε µειζονως, αποδεξηται και τιµηση, και στολη και διαδηµατι τω εαυτου κατακοσµηση και αξιους του επουρανιου νυµφωνος δαιτυµονας εργασηται. Ου γαρ ισον το απο βασιλεως εις βασιλεα φθαρτον προσελθειν, επιγειου τε βασιλειας εν επιτυχια γενεσθαι και το απο γης εις ουρανους ανελθειν και δοξης αιωνιου και βασιλειας αφθαρτου αξιωθηναι και Θεου συγκληρονοµος (301) συγκοινωνος γενεσθαι, και ουχι βασιλευς µονον, αλλα και θεος γενεσθαι απο Θεου, και συν τω Θεω εις αιωνας αιωνων ευφραινεσθαι. Μη ουν προτιµησωµεν τι των γηΐνων και φθειροµενων, παρακαλω, αδελφοι, ινα µη της Χριστου δοξης και κοινωνιας εκπεσωµεν, αλλ᾿ απ᾿ εντευθεν ηδη, εαυτους εκκαθαραντες, τους αρραβωνας λαβειν, µαλλον δε αυτον εκεινον, τον επι παντων και εν πασι και παν αγαθον οντα, σπουδασωµεν κτησασθαι. Μηδε ειπη τις· «Εγω απο του αγιου βαπτισµατος τον Χριστον λαβων εχω», αλλα µανθανετω οτι ουχι παντες οι βαπτιζοµενοι λαµβανουσι δια του βαπτισµατος τον Χριστον, µονοι δε οι βεβαιοπιστοι και εν γνωσει τελεια η και προκαθαρσει εαυτους ευτρεπισαντες και ουτως ελθοντες επι το βαπτισµα. Και τουτο εισεται ο ερευνων τας Γραφας απο των αποστολικων λογων και πραξεων· γεγραπται γαρ· «Ακουσαντες δε οι εν Ιερουσαλυµοις αποστολοι οτι δεδεκται η Σαµαρεια τον λογον του Θεου, απεστειλαν προς αυτους τον Πετρον και Ιωαννην, οιτινες καταβαντες προσηυξαντο περι αυτων οπως λαβωσι Πνευµα Αγιον· ουπω γαρ ην επ᾿ ουδενι αυτων επιπεπτωκος, µονον δε βεβαπτισµενοι υπηρχον εις το ονοµα του Κυριου Ιησου Χριστου. Τοτε επετιθουν τας χειρας επ᾿ αυτους και ελαµβανον Πνευµα Αγιον». Ειδες πως ου παντες οι βαπτιζοµενοι ευθυς το Αγιον Πνευµα λαµβανουσιν; Εµαθες παρα των αποστολων οτι, και πιστευσαντες τινες και βαπτισθεντες, τον Χριστον δια του βαπτισµατος ουκ ενεδυσαντο; Ει γαρ τουτο εγενετο, ουκ αν
µετα ταυτα ευχης και της των χειρων των αποστολων εδεηθησαν επιθεσεως· λαµβανοντες γαρ Πνευµα Αγιον, τον Κυριον Ιησουν ελαµβανον. Ου γαρ αλλο ο Χριστος και αλλο το Πνευµα· και τις τουτο φησιν; Αυτος ο Θεος Λογος τη Σαµαρειτιδι (302) προσειπων· «Πνευµα ο Θεος». Ει ουν ο Χριστος Θεος, πνευµα κατα την της θεοτητος φυσιν εστιν και ο εχων αυτον, Πνευµα Αγιον εχει· ο δε το Πνευµα εχων, αυτον παλιν εχει τον Κυριον, καθως και ο Παυλος φησι· «Το δε Πνευµα ο Κυριος εστι». Βλεπειν ουν εαυτους ηµας χρη, αδελφοι, και κατανοειν ακριβως τας ψυχας ηµων, ει τον Κυριον Ιησουν ευαγγελισθεντα ηµιν εδεξαµεθα και εν εαυτοις ηµιν αυτον κεκτηµεθα, ινα, καθως ο ευαγγελιστης Ιωαννης φησι, γνωµεν ει εξουσιαν ελαβοµεν παρ᾿ αυτου τεκνα Θεου γενεσθαι. Προσεχετω τοιγαρουν τοις λεγοµενοις υπο των αγιων Γραφων εκαστος και εαυτον κατανοειτω, καθως ειποµεν, ινα µη µατην εαυτον φρεναπατων, πιστος ειναι οιοµενος, απιστος ευρεθησεται, και τον Κυριον εχειν νοµιζων εν εαυτω κενος εξελθη του σωµατος και ως µηδεν εχων κατακριθησεται, αφαιρουµενος ο δοκει εχειν, και εις το πυρ εµβληθησεται. Ποθεν ουν γνωσοµεθα ει εν ηµιν ο Χριστος εστι, και πως εαυτους ηµας καταµαθωµεν; Τα απο των θειων Γραφων λογια αναλεγοµενοι και αντιπαρατιθουντες ως εσοπτρα ταις ψυχαις ηµων, εν αυτοις ολους εαυτους καταµαθωµεν. Αλλ᾿ ανωτερω τον λογον αγαγωµεν, και Θεου διδοντος λογον εν ανοιξει του ακαθαρτου µου στοµατος, τον της κατανοησεως τροπον ποσως υµιν, τοις αδελφοις µου, εκθησοµαι. Αλλα προσεχετε, αξιω· περι φρικτων γαρ ο λογος εστιν. «Εν αρχη ην ο Λογος και ο Λογος ην προς τον Θεον και Θεος ην ο Λογος· ουτος ην εν αρχη προς τον Θεον. Παντα δι᾿ αυτου εγενετο. Εν αυτω ζωη ην και η ζωη ην το φως των ανθρωπων· και το φως εν τη σκοτια φαινει και η σκοτια αυτο ου κατελαβεν». Ταυτα τοινυν ειπων, την αδιαιρετον Τριαδα εδηλωσε, Θεον τον Πατερα λεγων, Λογον τον Υιον, (303) ζωην το Πνευµα το Αγιον, οπερ και εν φως τα τρια εστιν εν τη σκοτια φαινον. Εν ποια αρα σκοτια; Εν τη των ορωµενων κτισει, παντως φησιν· ο γαρ Θεος παντι και πανταχου παρεστι, φως ων και φαινων· και η σκοτια αυτον ου κατελαβεν, αντι του·
µολυσµος αυτω αµαρτιας ολως ου προσηγγισεν, ουδε η κτισις αυτον φαινειν παρενεποδισεν, ουδε εγνω, ουδε ευρεν, ουδ᾿ ηνωθη, ουδε αυτον εωρακεν. ∆ιο το αυτο νοηµα δευτερων, ινα σαφες αυτο απεργασηται, επηγαγε και φησιν· «Ην το φως το αληθινον ο φωτιζει παντα ανθρωπον ερχοµενον εις τον κοσµον· εν τω κοσµω ην και ο κοσµος δι᾿ αυτου εγενετο και ο κοσµος αυτον ουκ εγνω». Απ᾿ αρχης ην ο Θεος πανταχου, φησιν, ο ζωογονων παντα ανθρωπον ερχοµενον εις τον κοσµον, και προ του ποιησαι τον κοσµον εν τω κοσµω ην. Πως; Οτι προϋφεστηκε παρ᾿ αυτω και εν αυτω τα παντα· οι γαρ µηπω γεννηθεντες, ουχ ως µη οντες, αλλ᾿ ως ηδη γεγονοτες, παρα τω Θεω εισιν. Ειτα ποιησας τον κοσµον, ου τοπω, φησι, διεστη του κοσµου, αλλ᾿ εν αυτω ην και ο κοσµος αυτον ουκ εγνω. Πως ουν προ του ποιησαι τον κοσµον πανταχου ην και, τον κοσµον ποιησας, εν τω κοσµω ην φαινων και ο κοσµος αυτον ου κατελαβεν; Προσεχετε µετα ακριβειας. Ου τοπω διεστη «ο πανταχου παρων και τα παντα πληρων», φησιν, οτε τον αισθητον τουτον κοσµον παρηγαγεν ο Θεος, αλλα φυσει και δοξη θεοτητος, µηδεν εκ των γεγονοτων δηλονοτι προσεγγισαν η ολως καταλαβον αυτον· και γαρ αχωριστον ων των παντων, εν τοις πασιν αριδηλως εστι. «Και ουδεις αυτον επιγινωσκει, φησιν, ει µη οΥιος και ω εαν βουληται ο Υιος αποκαλυψαι». Ουτος ουν ο εν τω κοσµω ων και παρα του κοσµου αγνοουµενος, εις τα ιδια ηλθεν και οι ιδιοι αυτον ουκ εδεξαντο. Ιδια δε αυτου τον κοσµον εκαλεσε και τους εν τω κοσµω (304) και δια τον κτιστην αυτον και δεσποτην τουτων ειναι και δια την εκ της σαρκος συγγενειαν. Μη ουν παραδραµης τα ειρηµενα, αλλα γνωθι οτι ο εν αρχη ων προς τον Θεον Λογος, και Θεος ων και την ζωην εχων εν εαυτω και παντα ποιησας και φως ων ο παντα ανθρωπον φωτιζει, αυτος ο προ του κοσµου εν κοσµω ων και τον κοσµον ποιησας και εν αυτω υπαρχων και υπο του κοσµου αγνοουµενος και παρ᾿ αυτου µη καταλαµβανοµενος, εν τω κοσµω σωµατωθεις παρεγενετο, ινα τοις µεν εκ πιστεως εις Θεον αυτον δεχοµενοις και τας εντολας αυτου φυλασσουσι και τον σταυρον αιρουσιν, ως Θεος αποκαλυφθη και οιος εστι γνωσθη, νυν µεν µετριως, καθ᾿ οσον εκαστος χωρει, εν δε τη αναστασει τρανοτερον. «Οσοι γαρ, φησιν, ελαβον αυτον,
εδωκεν αυτοις εξουσιαν τεκνα θεου γενεσθαι τοις πιστευουσιν εις το ονοµα αυτου, οι ουκ εξ αιµατων ουδε εκ θεληµατος σαρκος ουδε εκ θεληµατος ανδρος, αλλ᾿ εκ Θεου εγεννηθησαν. Και ο Λογος σαρξ εγενετο και εσκηνωσεν εν ηµιν, και εθεασαµεθα την δοξαν αυτου, δοξαν ως µονογενους παρα πατρος, πληρης χαριτος και αληθειας». Ιδου το κατοπτρον ο προειπον υµιν ουτοι οι λογοι εισιν. Και σκοπει µοι των ευαγγελικων ρηµατων το ακριβες, πως τρανως διδασκει ηµας των πιστων τα γνωρισµατα, ινα και εαυτους ηµας εκαστος και τους πλησιον επιγινωσκωµεν. Οσοι δε ελαβον αυτον, φησι, δια της πιστεως δηλονοτι Θεον αυτον και ουκ ανθρωπον µονον οµολογησαντες, εδωκεν αυτοις εξουσιαν δια του βαπτισµατος τεκνα Θεου γενεσθαι, της του διαβολου τυραννιδος ελευθερωσας αυτους, ωστε µη µονον ειναι πιστους, αλλ᾿ ει βουλοιντο πορευεσθαι ταις αυτου εντολαις, και την αγιοτητα τη των εντολων εργασια προσεπικτωνται, ως εν ετερω φησι· «Γινεσθε αγιοι, οτι εγω αγιος ειµι», και παλιν· (305) «Γινεσθε οικτιρµονες, ως και ο Πατηρ υµων ο ουρανιος οικτιρµων εστιν». Ειτα µετα ταυτα και τον τροπον δηλοι της υιοθεσιας, ειπων· «Οι ουκ εξ αιµατων ουδε εκ θεληµατος σαρκος,ουδε εκ θεληµατος ανδρος, αλλ᾿ εκ Θεου εγεννηθησαν». Γεννησιν ενταυθα την πνευµατικην καλει αλλοιωσιν, ητις ενεργειται και καθοραται εν τω του Αγιου Πνευµατος βαπτισµω, καθως αυτος ο αψευδης Κυριος ουτω φησιν· «Ιωαννης µεν εβαπτισεν υδατι, υµεις δε βαπτισθησεσθε εν Πνευµατι Αγιω». Εν τουτω τοινυν οι βαπτιζοµενοι ως εν φωτι φως γινονται και τον γεγεννηκοτα γνωριζουσι· και γαρ ορωσιν αυτον. Οτι δε ουκ αρκει µονον ηµιν προς σωτηριαν το βαπτισµα, αλλα και της σαρκος του Ιησου και Θεου και του αιµατος του τιµιου αυτου οικειοτερα και αναγκαιοτερα ηµιν εστιν η µεταληψις, ακουσον των εξης· «Και ο Λογος σαρξ εγενετο και εσκηνωσεν εν ηµιν». και οτι περι τουτων ταυτα δηλοι, ακουε του Κυριου λεγοντος ωδε· «Ο τρωγων µου την σαρκα και πινων µου το αιµα εν εµοι µενει, καγω εν αυτω». Τουτου γαρ γεγονοτος και πνευµατικως δια του παναγιου Πνευµατος ηµων βαπτισθεντων και τεκνων Θεου γεγονοτων και του σαρκωθεντος Λογου δια της του αχραντου σωµατος και αιµατος αυτου µεταληψεως
σκηνωσαντος ως φως εν ηµιν, εθεασαµεθα την δοξαν αυτου, δοξαν ως µονογενους παρα πατρος. Γεννηθεντες, φησιν, υπ᾿ αυτου και εξ αυτου πνευµατικως και σκηνωσαντος αυτου σωµατικως εν ηµιν και ηµων κατοικησαντων γνωστως εν αυτω, τοτε κατ᾿ αυτον ευθυς τον καιρον, κατ᾿ αυτην την ωραν, οτε ταυτα εγενετο, εθεασαµεθα την δοξαν αυτου της θεοτητος, δοξαν ως µονογενους παρα πατρος, οιαν δηλονοτι ουδεις ετερος ουκ αγγελος εχει, ουκ ανθρωπος. Επειδη γαρ εις Θεος ο Πατηρ, (306) εις και ο Υιος αυτου ο µονογενης, µια δε των αµφοτερων η δοξα, γνωριζοµενη και αποκαλυπτοµενη πασιν οις ο Υιος βουλεται δια του εκπορευοµενου Πνευµατος παρα του Πατρος. Τοιγαρουν εκαστος υµων, αδελφοι, τη εαυτου διανοια εις την των ρηµατων τουτων εγκυψας δυναµιν, εαυτον θεασασθω. Ει τον Θεον Λογον ελθοντα ελαβεν, ει τεκνον Θεου εγενετο, ει ουκ εξ αιµατος και σαρκος µονον, αλλα και εκ Θεου γεγεννηται, ει εγνω τον σαρκωθεντα Λογον σκηνωσαντα εν αυτω και ει εθεασατο την δοξαν αυτου, δοξαν ως µονογενους παρα πατρος, ιδου γεγονε χριστιανος και αναγεννηθεντα εαυτον εθεασατο και τον γεννησαντα αυτον πατερα εγνωρισεν, ου λογω µονω, αλλ᾿εργω χαριτος και αληθειας. Εµµεινωµεν, αδελφοι, εν τουτω τω εσοπτρω της αληθειας και αποστωµεν της βλαβερας και αιρεσιωδους διδασκαλιας και υπονοιας των λεγοντων µη αποκαλυπτεσθαι νυν εν ηµιν τοις πιστοις την δοξαν της θεοτητος του Κυριου Ιησου δια της του Αγιου Πνευµατος δωρεας· η γαρ δωρεα εν τη αποκαλυψει διδοται και η αποκαλυψις δια της δωρεας ενεργειται. Ουτε ουν Πνευµα Αγιον λαµβανει τις, µη αποκαλυπτοµενον και ορωµενον νοερως, ουτε αποκαλυψιν βλεπει, ει µη εν Αγιω Πνευµατι φωτισθη, ουτε πιστος τελειως δυναται λεγεσθαι, ει µη το του Θεου Πνευµα λαβη, καθως τη Σαµαρειτιδι ελεγεν ο Χριστος· «Ο πινων εκ του υδατος ου εγω δωσω αυτω, ου µη διψηση πωποτε, αλλα γενησεται εν αυτω πηγη υδατος αλλοµενου εις ζωην αιωνιον». «Τουτο δε» ο ευαγγελιστης φησιν «ελεγεν περι του Πνευµατος ου εµελλον λαµβανειν οι πιστευοντες εις αυτον». Ορας πως οι µη το Πνευµα ενεργουν και λαλουν εχοντες εν εαυτοις απιστοι εισιν; Αψευδης γαρ ο Χριστος, οτι αµαρτιαν ουκ εποιησε και δολος ουχ ευρεθη εν τω στοµατι αυτου. (307) Ει ουν εκεινος
λεγει το Πνευµα διδοναι τοις πιστευουσιν εις αυτον, παντως οι µη εχοντες το Πνευµα ουκ εισιν εκ καρδιας πιστοι. Ει δε λεγοι τις αγνωστως τουτο και αναισθητως λαβειν και εχειν εκαστον ηµων των πιστων, βλασφηµει, ψευστην ποιων τον ειποντα Χριστον οτι «Γενησεται εν αυτω πηγη υδατος αλλοµενου εις ζωην αιωνιον», και αυθις· «Ο πιστευων εις εµε, ποταµοι ρευσουσιν εκ της κοιλιας αυτου υδατος ζωντος». Ει ουν η πηγη βλυζει, παντως και ο ποταµος εξερχοµενος και καταρρεων τοις βλεπουσι καθοραται· ει δε ταυτα, κατα τους ουτω φρονουντας, αγνωστως εν ηµιν ενεργουνται, µηδενος τουτων επαισθανοµενων ηµων, ευδηλον οτι ουδε της αιωνιου ζωης, της συνεποµενης αυτοις και εν ηµιν µενουσης, ολως αισθησιν λαβωµεν, ουδε το του Αγιου Πνευµατος φως θεασοµεθα, αλλα νεκροι και τυφλοι και αναισθητοι διαµενουµεν, ωσπερ αρτι, και τοτε· και ουτω µαταια η ελπις ηµων γεγονε κατ᾿ αυτους και ο δροµος διακενης, εν τω θανατω οντων ηµων και της αιωνιου ζωης µη λαµβανοντων αισθησιν. Αλλ᾿ ουκ εστι ταυτα, ουκ εστιν, αλλ᾿ οπερ πολλακις ειπον και παλιν ερω και ουδεποτε λεγειν παυσοµαι. Φως ο Πατηρ, φως ο Υιος, φως το Πνευµα το Αγιον, εν φως, αχρονον, ατµητον, ασυγχυτον, αΐδιον, ακτιστον, αποσον, ανενδεες, αορατον, ως εξω παντων και υπερ παντα και ον και νοουµενον, οπερ ουδεις ποτε ανθρωπων προ του καθαρθηναι ηδυνηθην θεασασθαι, ουτε προ του θεασασθαι ελαβεν. Πολλοι γαρ ειδον µεν, ουκ εκτησαντο δε, ως θησαυρον πολυν εν τοις βασιλικοις ταµιειοις καταξιωθεντες ιδειν και απελθοντες διακενης. Και γαρ γινεται µεν κατ᾿ αρχας πολλακις εις τους µετανοουντας θερµως ελλαµψις θεια και φωτισµος, ευθυς δε παρερχεται· και ει (308) µεν µεχρι θανατου αυτου εαυτους ολους εκδωσουσι και ζητησουσιν εµπονως, αξιους σφας αυτους και αµεµπτους εν πασι τω Κυριω παριστωντες, τελειως παλιν επανελθουσαν ταυτην λαµβανουσιν· ει δε µικρον ραθυµησουσι και εις µειζονα κοπους εαυτους εµβαλειν παραιτησονται, τας ψυχας αγαπωντες τας εαυτων, αναξιοι του τοιουτου δωρου γινονται και εις ζωην αιωνιον, ετι οντες εν σωµατι, ουκ εισερχονται· ει δε µη νυν, ουδε µετα την του σωµατος εξοδον εισελευσονται δηλονοτι. Ει γαρ ο το εν ταλαντον λαβων και κατακρυψας κατεκριθη, οτι µη
επολυπλασιασεν αυτο, ποσω µαλλον ο µηδε φυλαξας ο ελαβεν, αλλα δια ραθυµιας απολεσας, κατακριθησεται. Ενταυθα τοιγαρουν, ως πασα Γραφη θεοπνευστος λεγει, εστιν η πανηγυρις, ενταυθα τα σκαµµατα, και ενταυθα τοις νικωσι των επαθλων οι αρραβωνικοι στεφανοι διδονται, και τοις ηττηθεισι προδηλος και φανερα η απαρχη της αισχυνης και της κολασεως γινεται. Και ορα τω λογω συµµαρτυρουντας τουτω τους τε αγιους Τεσσαρακοντα Μαρτυρας και παντας αλλους τους υπερ Χριστου µαρτυρησαντας. Οι µεν γαρ εν αυτη τη λιµνη οντες του υδατος εκ χειρος Θεου τους στεφανους εδεξαντο, ο δε τω λουτρω προσφυγων τη θερµη ευθυς διελυθη και προς το αιωνιον πυρ απεληλυθεν. Ευστρατιος δε ο επ᾿ αρετη περιβοητος, υπερ Χριστου τιµωρουµενος, «Νυν εγνων» ελεγεν «οτι ναος Θεου ειµι και το Πνευµα αυτου οικει εν εµοι. Αποστητε απ᾿εµου παντες οι εργαται της ανοµιας». Προς δε τον δικαζοντα τυραννον απεφθεγγετο· «Ει σοι τα αισθητηρια των φρενων µη αλλοιωτο και τω των παθων φυραµατι µη µετεσκευαστο προς το γεωδες η ψυχη σου, εδειξα αν σοι τον εσταυρωµενον τουτον σωτηρα και λυτρωτην και ευεργετην τυγχανοντα». (309) Ειδες πως η πιστις διχα των εργων νεκρα εστι; Προ γαρ του εισελθειν εις τους του µαρτυριου αγωνας τον αγιον, επειδη την πιστιν µονην ειχεν, ουκ ειχε το Πνευµα το Αγιον εν εαυτω, οτε δε εκ των εργων την πιστιν εδειξε, τοτε και ναον εαυτον Θεου επεγνω και το Πνευµα αυτου το Αγιον οικουν εν εαυτω γνωστως τοις νοεροις οµµασιν εθεασατο. Τι ταυτης της µαρτυριας εκδηλοτερον γενοιτ᾿ αν; Ει δε λεγοιεν τινες οτι εκεινοι µαρτυρες ησαν, εκεινοι επασχον υπερ του Χριστου, και πως εκεινοις ισους ηµας γενεσθαι ενδεχεται, τουτο προς αυτους ειποιµεν οτι και υµεις αυτοι, ει γε βουλεσθε, υπερ Χριστου πασχοντες και τιµωρουµενοι, καθαπερ εκεινοι µαρτυρησετε καθ᾿ εκαστην, ουκ εν ηµερα µονον, αλλα και εν νυκτι και εν παση ωρα. Και πως εσται τουτο; Εαν και υµεις προς τους ολεθριους παραταξησθε δαιµονας, εαν αει κατα της αµαρτιας και του οικειου θεληµατος ιστασθε. Εκεινοι γαρ προς τυραννους, ηµεις δε προς δαιµονας εχοµεν και τα ολεθρια παθη της σαρκος, ατινα και εν ηµερα παση και εν νυκτι και ωρα τυραννικως ταις ψυχαις ηµων επιτιθενται και εκβιαζονται
πραξαι ηµας τα µη ανηκοντα τη θεοσεβεια και α παροξυνει Θεον. Ει ουν προς ταυτα στωµεν και ου καµψοµεν γονυ τη Βααλ, ουδε ταις υποθηκαις των πονηρων πεισθωµεν δαιµονων, ουδε λειτουργησοµεν τη σαρκι προνοιαν αυτης εις επιθυµιας ποιουµενοι, µαρτυρες εικοτως εσοµεθα και αυτοι, προς την αµαρτιαν αγωνιζοµενοι, µεµνηµενοι δηλαδη των µαρτυρων και ας υπηνεγκαν αφορητους µαστιγας ενθυµουµενοι και δια τουτο κατα του διαβολου ισταµενοι· αλλα γαρ και προς τους εκεινων αποβλεποντες πονους και οπως ηµεις απολειποµεθα ταης εκεινων αθλησεως απο ψυχης λογιζοµενοι και στεναζοντες, των αυτων εκεινοις στεφανων αξιωθωµεν, (310) ει και µη τη ποσοτητι, αλλα γε τη ποιοτητι κατα την ανωθεν του Θεου προς ηµας αγαθοτητα, και ει µη εκεινοις ισοι τη παρρησια, αλλα γε ισοι παντως τη υποµονη και τη προς τα δεινα των πονων ευχαριστια εσοµεθα. Εκεινοι γαρ εξ εργων και πονων αθλησεως, ηµεις εξ εργων και πονων ασκησεως σωθηναι ελπιζοµεν και το ολον εκ φιλανθρωπιας της του ∆εσποτου και χαριτος· εκεινοι εξ ιδρωτων και αγωνων µαρτυρικων, ηµεις εκ δακρυων και αγωνων ασκητικων· εκεινοι εκ της του ιδιου αιµατος χυσεως, ηµεις εκ της εκκοπης του ιδιου θεληµατος και εν τω ιστασθαι αει και εχειν εν εαυτοις το αποκριµα του θανατου και καθ᾿ ωραν τον θανατον απεκδεχεσθαι, ετοιµως τε τον αυχενα εκτεινοντες εις το αποθανειν επι παση εντολη του δεσποτου ηµων Θεου, η παραβηναι µεχρι και ψιλου λογου ταυτην καταδεχοµενοι. ∆ια δη τουτο και ηµεις απαντες εξ ισης εκεινοις των παροντων καταφρονησαι οφειλοµεν, αδελφοι. Ου γαρ εστιν, ουκ εστι τα αφθαρτα λαβειν παντας ηµας µηδε βδελυξαµενους ως σκυβαλα τα φθαρτα, ουδε τα αιωνια κερδησαι τους αντεχοµενους των επικηρων, ουδε τον Χριστον ενοικον σχειν δια της του Αγιου επισκηνωσεως Πνευµατος τον υπο ενος και του µικρου παθους την καρδιαν κυριευοµενον. Ο γαρ Θεος, αδελφοι, ινα παλιν ερω, φως εστι, καθως αυτος εκεινος φησιν· «Εγω ειµι, λεγων, το φως του κοσµου». Ει τοινυν τη σαρκι λεγεις φως ειναι, αρα, αναληφθεντος και κρυβεντος αυτου, διεστη λοιπον και εχωρισθη των µαθητων, επειτα και ηµων, και ουτω κατα σε σκοτεινος ολος ο κοσµος
εγενετο. Ει δε τη θεοτητι φως ειπειν ειναι του κοσµου οµολογεις, πως και µη βλεπειν αυτον λεγεις και εν σοι ειναι υπολαµβανεις; Ει φως του κοσµου ο Χριστος, οι µη ορωντες αυτον αµα τυφλοι· (311) ει δε φως και το Πνευµα το Αγιον, ωσπερ ουν και φως, πως και µη οραν αυτο λεγεις και εν σοι ειναι αγνωστως νοµιζεις; Ει δε λεγεις υπο παθων εν σοι το Πνευµα καλυπτεσθαι, περιγραπτον, ως ουκ οιδας, το θειον ποιεις και υπο της κακιας κυριευοµενον· σκοτος γαρ η πονηρα γνωµη και διχα σωµατικης αµαρτιας εστιν. Ο ουν λεγων εχειν εν τη εαυτου καρδια το φως υπο του σκοτους των παθων καλυπτοµενον και υπ᾿ αυτου µη ορωµενον, υπο της σκοτιας λεγει κρατεισθαι το φως· και το ουτω λεγον Αγιον Πνευµα· «Και το φως εν τη σκοτια φαινει και η σκοτια αυτο ου κατελαβεν» ψευδοµενον αποφαινεται. Το Πνευµα το Αγιον µη καταλαµβανεσθαι λεγει υπο της σκοτιας το φως, και συ λεγεις υπο του ζοφου των παθων εν σοι κατακρυπτεσθαι; Γνωθι ουν σεαυτον πρωτον, οστις αν ης ο τουτο λεγων, εν γνωσει σαφως αµαρτανοντα· ει γαρ οµολογεις των παθων το σκοτος του εν σοι φωτος καλυµµα γενεσθαι, ηδη σεαυτον εν πρωτοις καταλεγεις κα΄κατηγορεις, οτι οιδας εν σκοτει καθησθαι και δουλευειν τοις παθεσι, και εξουσιαν λαβων τεκνον γενεσθαι Θεου, ητοι φωτος, και χρηµατισαι ηµερας υιος, απρακτος ων συ και αργος, εν νυκτι διαγεις, διαναστηναι προς εργασιαν των εντολων του Θεου και αποδιωξαι το νεφος τωνπαθων µη βουλοµενος, αλλ᾿ ως εν βορβορω, τη ση ρυπαρα καρδια, τον εκ των ουρανων κατελθοντα δια την σωτηριαν την σην παρορας κειµενον. ∆ια τουτο τοινυν ταδε λεγει το φως· «Εκ του στοµατος σου κρινω σε, πονηρε δουλε, οτι ελθοντα µε, ως συ λεγεις, και ενοικησαντα εν σοι τον ταις ανω απροσιτον ταξεσι, τουτο γινωσκων αυτος, εασας µε υπο το σκοτος κεισθαι κεχωρισµενον των σων κακων, καθα δη τουτο λεγεις αυτος· και επι τοσουτους χρονους εγκαρτερησαντος µου (312) και την µετανοιαν σου εκδεχοµενου και την εργασιαν των εντολων µου προσαναµενοντος, ουκ ηβουληθης µεχρι τελους καν ποσως εκζητησαι µε, ουδε συµπνιγοµενον και στεναχωρουµενον εν σοι ωκτειρας, ουδε ευρειν µε την δραχµην ην απωλεσα, σε, εασας δα το µη εαθηναι µε αναφθηναι και θεασασθαι σε και υπο σου
θεαθηναι, αλλ᾿ υπο των εν σοι παθων αει συγκαλυπτεσθαι. Απελθε τοιγαρουν απ᾿ εµου, εργατα της ανοµιας, εις το πυρ το αιωνιον το ητοιµασµενον τω διαβολω και τοις αγγελοις αυτου, επειδη την σην επιστροφην και µετανοιαν επεινασα, και ουκ εδωκας µοι φαγειν· εδιψησα την σωτηριαν σου, και ουκ εδωκας µοι πιειν· γυµνος ηµην των σων εναρετων πραξεων, και ουκ ενεδυσας µε αυτας· εν φυλακη στενωτατη και ρυπωση και σκοτεινη της σης καρδιας υπηρχον, και επισκεψασθαι η εις φως εξαγαγειν µε ουκ ηβουληθης· εν ασθενεια της σης ραθυµιας και απραξιας κατακειµενον µε εγινωσκες, και ου διηκονησας µοι δια των αγαθων σου εργων και πραξεων. Λοιπον απελθε απ᾿ εµου». Ταυτα τοιγαρουν ερει, και νυν ο Κυριος λεγει, προς τους λεγοντας εν εαυτοις µεν εχειν το Πνευµα το Αγιον, υπο δε του σκοτους των παθων αυτων καλυπτοµενον τε και σκεπαζοµενον και µηδε ορωµενον τοις νοεροις της ψυχης αυτων οφθαλµοις. Προς δε γε τους λεγοντας µεν γινωσκειν αυτον, οµολογουντας δε µη βλεπειν το της θεοτητος αυτου φως, ταυτα φησιν· «Ει εγνωκειτε µε, ως φως µε εγνωκειτε αν· φως γαρ οντως εγω του κοσµου ειµι». Αλλ᾿ ουαι οι λεγοντες· «Ποτε η ηµερα Κυριου ελευσεται;», και ταυτην καταλαβειν µη σπουδαζοντες. Η γαρ παρουσια του Κυριου εις τους πιστους γεγονε και αει γινεται και εις παντας τους βουλοµενους εφεστηκεν. Ει γαρ εκεινος το φως του κοσµου εστι και τοις αυτου αποστολοις (313) ειπε µεθ᾿ ηµων εως της συντελειας συνεσεσθαι, πως, µεθ᾿ ηµων ων, ελευσεται; Ουδαµως. Ου γαρ εσµεν υιοι σκοτους και υιοι νυκτος, ινα το φως ηµας καταλαβη, αλλ᾿ υιοι φωτος και υιοι της του Κυριου ηµερας οθεν και ζωντες εν τω Κυριω εσµεν και αποθνησκοντες εν αυτω και συν αυτω ζησοµεν, καθως ο Παυλος φησι. Περι τουτου γαρ και ο θεολογος ουτως λεγει Γρηγοριος· «Οπερ εστι τοις αισθητοις ηλιος, τουτο τοις νοητοις Θεος». Ουτος γαρ εσται και ο µελλων αιων και η ανεσπερος ηµερα και βασιλεια ουρανων, νυµφων και παστας και γη πραεων και θειος παραδεισος και βασιλευς και διακονος, καθως αυτος ουτως ειρηκε· «Μακαριοι οι δουλοι εκεινοι, ους ελθων ο κυριος αυτων ευρησει γρηγορουντας· αµην γαρ λεγω υµιν οτι ανακλινει αυτους και περιζωσαµενος διακονησει αυτοις».
Ταυτα ουν παντα και τουτων ετερα πλειονα, α ουκ εξον τινι αριθµησασθαι, τοις αυτω πιστευουσι γενησεται ο Χριστος ουκ εν τω µελλοντι µονον αιωνι, αλλα πρωτον εν τωδε τω βιω, ειθ᾿ υστερον και εν τω αιωνι τω µελλοντι. Ει και ενταυθα µεν αµυδροτερον κακει τελεωτερον, πλην οµως παντων των εκει απ᾿ εντευθεν ηδη τας απαρχας οι πιστοι βλεπουσι τρανως και λαµβανουσιν· ουτε γαρ τας επαγγελιας απασας ενταυθα απολαµβανουσιν· ουτε, εκει το παν ελπιζοντες, µενουσιν, ενταυθα οντες, των µελλοντων αγαθων αµοιροι τε και αγευστοι. Αλλ᾿ επειπερ δια θανατου και της αναστασεως την βασιλειαν ηµιν ο Θεος και την αφθαρσιαν και πασαν την αιωνιον ζωην δουναι ωκονοµησατο, ψυχικως µεν απ᾿ εντευθεν ηδη κοινωνοι και (314) µετοχοι των µελλοντων αγαθων αναµφιβολως γινοµεθα, οιον αφθαρτοι και αθανατοι και υιοι Θεου και υιοι φωτος και υιοι ηµερας και κληρονοµοι της βασιλειας των ουρανων, ως αυτην εκεινην εντος ηµων δηλονοτι περιφεροντες – ταυτα γαρ παντα απ᾿ εντευθεν ηδη εν αισθησει ψυχης και γνωσει λαµβανοµεν, ει µη τι αδοκιµοι τη πιστει η ελλιπεις εν τη των θειων εντολων εργασια εσµεν -, σωµατικως δε ουκετι, αλλα φθαρτον αυτο, ως ο Χριστος και Θεος προ της αναστασεως, περιφεροµεν, και παρ᾿ αυτου εµπεριεχοµενοι και δεσµουµενοι την ψυχην, ου χωρουµεν νυν την αποκαλυπτοµενην ολην ηµιν εισδεξασθαι δοξαν, αλλα το αρρητον πελαγος της δοξης ενοπτριζοµενοι, ρανιδα βλεπειν εκεινου µιαν ηγουµεθα και δια τουτο εν εσοπτρω λεγοµεν αρτι βλεπειν και εν αινιγµατι, πλην οµοιους ηµας εαυτους πνευµατικως ορωµεν εκεινου του παρ᾿ ηµων ορωµενου και ηµας βλεποντος κατα την παρουσαν ζωην· µετα δε την αναστασιν, και αυτο το σωµα πνευµατικον· ως αυτος εκεινος εκ του µνηµειου τουτο αλλοιωσας θεϊκη δυναµει ανεστησεν, ουτω και ηµεις παντες τουτο ληψοµεθα πνευµατικον και οι οµοιωθεντες αυτω προτερον ψυχικως οµοιωθησοµεθα αυτω και τοτε σωµατικως τε αµα και ψυχικως, τουτεστιν οµοιοι αυτω εσοµεθα, ανθρωποι τη φυσει, θεοι τη χαριτι, καθα δη και αυτος εκεινος Θεος τη φυσει, ανθρωπος τη αγαθοτητι εχρηµατισεν. Οι δε το µυστηριον τουτο ακριβως επισταµενοι, πως µη ποθουσι και επιθυµουσι τον θανατον, καθως φησιν ο
Αποστολος· «Οι δε εν τω σκηνει τουτω οντες στεναζοµεν, την αποκαλυψιν απεκδεχοµενοι των υιων του Θεου». Και γαρ ει µη τουτο εστι µηδε απ᾿ εντευθεν εν σωµατι οντες των αιωνιων αγαθων εν µετοχη και κοινωνια γινοµεθα, (315) µηδε την χαριν λαµβανοµεν οι εκλεκτοι, λοιπον και ο Χριστος αυτος προφητης εστι και ου Θεος· αλλα και παντα οσα το αυτου ευαγγελιον λεγει, προφητεια περι µελλοντων εστι και ουχι δωρεα χαριτος· οµοιως δε και οι αποστολοι προφητειαν ενεχειρισθησαν, αλλ᾿ ουχι των προφητευθεντων εκπληρωσιν, ουδε ελαβον τι εκεινοι ουδε ετεροις µετεδωκαν. Αλλ᾿ ω της αγνοιας των ουτως εχοντων και της σκοτωσεως! Λογοι λοιπον κατ᾿ αυτους εστι διακενης η πιστις ηµων, εργων ερηµοι. Ει γαρ η χαρις του Θεου η σωτηριος πασιν ανθρωποις επεφανε λογω µονω και ου πραγµατι, και ουτω γεγονεναι νοµιζοµεν το µυστηριοιν της πιστεως ηµων, τις ηµων αθλιωτερος; Ει το φως του κοσµου ο Χριστος εστι και Θεος, παρα µηδενος δε των ανθρωπων τουτον αδιαλειπτως ορασθαι πιστευοµεν, τις αρα ηµων απιστοτερος; Ει τοινυν αυτος φως εστι, τους δε ενδιδυσκοµενους αυτον µη επαισθανεσθαι λεγοµεν, τι νεκρου διαφεροµεν; Ει δε αυτος µεν η αµπελος, ηµεις δε τα κληµατα, εαν µη την προς αυτον γινωσκοµεν παντως ενωσιν, αψυχοι και ακαρποι και ξυλα ξηρα, υλη πυρος ασβεστου τυγχανοµεν. Ει δε και οι τρωγοντες αυτου την σαρκα και πινοντες αυτου το αιµα ζωην αιωνιον εχουσι κατα το θειον αυτου λογιον, ταυτα δε ηµεις εσθιοντες ουδεν της αισθητης τροφης πλεον γενοµενον εν ηµιν αισθανοµεθα ουδε ζωην αλλην εν γνωσει λαµβανοµεν, αρτον λοιπον µονον ψιλον, ουδε δε και Θεον µετελαβοµεν. Ει γαρ Θεος και ανθρωπος ο Χριστος, και η αγια σαρξ αυτου ου σαρξ µονον, αλλα σαρξ και Θεος αχωριστως, αλλα και ασυγχυτως, ορατος µεν τη σαρκι ειτ᾿ ουν τω αρτω τοις αισθητοις οφθαλµοις υπαρχων, αορατος δε τη θεοτητι τοις αισθητοις, τοις δε γε της ψυχης οµµασι καθορωµενος. ∆ιο και αλλαχου· (316) «Ο τρωγων µου την σαρκα» φησι «και πινων µου το αιµα εν εµοι µενει, καγω εν αυτω». Και ουκ ειπεν, εν αυτοις µενει και αυτα εν αυτω, αλλ᾿ εν εµοι, τουτεστιν εν τη εµη δοξη, εν τω εµω φωτι, εν τη εµη θεοτητι. «Εγω γαρ, φησιν, εν τω Πατρι και ο Πατηρ εν εµοι· και
εγω εν υµιν και υµεις εν εµοι». Ει ουν ταυτα παντα αγνωστως και αναισθητως γινεσθαι νοµιζοµεν εν ηµιν, τις την ηµων αναισθητως γινεσθαι νοµιζοµεν εν ηµιν, τις την ηµων αναισθησιαν αξιως αρα θρηνησειεν; Οντως ουδεις. Αλλα µακαριοι οι ως φως ελθοντα τον Χριστον εν τω σκοτει δεξαµενοι, οτι αυτοι υιοι φωτος και ηµερας εγενοντο. Μακαριοι οι το φως αυτου νυνι ενδυσαµενοι, οτι το του γαµου ηδη περιεβαλοντο ενδυµα· οι ου δεθησονται χειρας η ποδας, ουδε εις το πυρ το αιωνιον εµβληθησονται. Μακαριοι οι εν σωµατι τον αυτον Χριστον θεασαµενοι, τρισµακαριοι δε οι νοερως αυτον και πνευµατικως ιδοντες και προσκυνησαντες, οτι εις τον αιωνα ου µη οψονται θανατον. Και µη απιστει τουτο, ορων και εν τοις επιγειοις τουτο γινοµενον· οι γαρ τον επι γης βασιλεα ιδειν καταξιωθεντες καταδικοι, της επι θανατον αγουσης αποφασεως ευθυς απαλλασσονται. Μακαριοι οι τον Χριστον καθ᾿ εκαστην µετα τοιαυτης εσθιοντες θεωριας και γνωσεως, ως Ησαΐας ο προφητης τον ανθρακα, οτι αυτοι καθαρθησονται απο παντος ρυπου ψυχης τε και σωµατος. Μακαριοι οι καθ᾿ ωραν του αρρητου γευοµενοι τω στοµατι του νοος αυτων, οτι αυτοι ως εν ηµερα ευσχηµονως (317) περιπατησουσι και τον απαντα χρονον εν ευφροσυνη διατελεσουσι. Μακαριοι οι το φως του Κυριου ως αυτον εκεινον απ᾿ εντευθεν ηδη γνωρισαντες, οτι αυτοι ανεπαισχυντως αυτω εν τω αιωνι τω µελλοντι παραστησονται. Μακαριοι οι εν τω φωτι του Χριστου διαγοντες παντοτε, οτι αυτοι και νυν και εις τους αιωνας αδελφοι και συγκληρονοµοι αυτου εισι τε και αει εσονται. Μακαριοι οι το φως εν τη εαυτων καρδια νυνι αναψαντες και ασβεστον τουτο διαφυλαξαντες, οτι αυτοι τω νυµφιω εν τη του βιου εξοδω φαιδροι προσυπαντησουσι και µετ᾿ αυτου εις τον νυµφωνα λαµπαδουχοι συνεισελευσονται. Μακαριοι οι µη εν εαυτοις λογισαµενοι οτι ουχι απ᾿ εντευθεν ηδη οι ανθρωποι την πληροφοριαν της εαυτων σωτηριας, αλλ᾿ εν τη εξοδω του βιου, η και µετα την εξοδον, ταυτην λαµβανουσιν, οτι αυτοι ταυτην νυνι λαβειν αγωνισονται.
Μακαριοι οι επι µηδενι των ειρηµενων δισταζοντες η ψευδες ειναι τουτο υπονοησαντες, οτι αυτοι, ει και µηδεν τουτων εχουσιν, οπερ απευχοµαι, αλλα γε παντως σπουδασουσι κτησασθαι. Μακαριοι οι ολη ψυχη εκζητουντες ελθειν προς το φως, των αλλων απαντων καταφρονησαντες, οτι, ει και µη φθασουσιν ετι εν σωµατι οντες εισελθειν εις το φως, αλλ᾿ ουν γε ισως ελπισι χρησταις εκδηµησουσι και εν αυτω, µετριως µεν, οµως γενησονται. Μακαριοι οι αει πικρως δια τα αυτων αµαρτηµατα κλαιοντες, οτι αυτους το φως καταλαβη και τα πικρα δακρυα εις γλυκεα µεταποιησει. Μακαριοι οι τω θειω φωτι αυγαζοµενοι και την εαυτων (318) ασθενειαν βλεποντες και το δυσειδες της ψυχικης αυτων στολης κατανοουντες, οτι αυτοι αεναως κλαυσονται και τοις οχετοις των δακρυων αποπλυνθησονται. Μακαριοι οι τω θειω φωτι πλησιασαντες και ενδον αυτου εισελθοντες και φως ολοι γενοµενοι, συγκραθεντες αυτω, οτο αυτοι την ρυπαραν τελειως στολην απεδυσαντο και ουκετι πικρα δακρυα κλαυσονται. Μακαριοι οι το εαυτων ενδυµα ως τον Χριστον εκλαµποντα βλεποντες, οτι αυτοι ανεκφραστου χαρας καθ᾿ ωραν πλησθησονται και εν εκπληξει γλυκεως δακρυσουσιν, υιους και συµµετοχους εαυτους ηδη γεγονοτας της αναστασεως τεκµαιροµενοι. Μακαριοι οι διηνεκως το νοερον οµµα ανεωγµενον εχοντες και εν παση ευχη το φως καθορωντες και στοµα προς στοµα συλλαλουντες αυτω, οτι αυτοι ισοτιµοι των αγγελων, ει τολµηρον δε ειπειν, και υπερ αγγελους εγενοντο και γενησονται· εκεινοι γαρ υµνουσιν, ουτοι δε εντυγχανουσιν. Ει δε τοιουτοι εγενοντο και αει γινονται, ετι περιοντες τω βιω και τη της σαρκος φθορα εµπεδουµενοι, οποιοι [αν] µετα την αναστασιν και µετα το απολαβειν το πνευµατικον εκεινο και αφθαρτον σωµα εσονται; Παντως ουκ αγγελων µονον ισοι, αλλα και του των αγγελων δεσποτου οµοιοι, καθως γεγραπται· «Οιδαµεν δε, φησιν, οτι, οταν αποκαλυφθη, οµοιοι αυτω εσοµεθα».
Μακαριος ο µοναχος εκεινος ο εν ευχη τω Θεω παρισταµενος και βλεπων αυτον και βλεποµενος παρ᾿ αυτου και εξω του κοσµου γεγονοτα εαυτον αισθανοµενος, οντα δε εν τω Θεω µονω, και µη δυναµενος γνωναι ειτε εν σωµατι ειτε εκτος τυγχανει σωµατος, οτι αυτος ακουσει αρρητα ρηµατα α ουκ εξον ανθρωπω λαλησαι, και ιδη α (319) οφθαλµος ουκ ειδεν, ουδε ους ηκουσεν, ουδε επι καρδιαν ανθρωπου σαρκινην ανεβη. Μακαριος ο το φως του κοσµου εν εαυτω µορφωθεν θεασαµενος, οτι αυτος ως εµβρυον εχων τον Χριστον, µητηρ αυτου λογισθησεται, καθως αυτος εκεινος ο αψευδης επηγγειλατο· «Μητηρ µου» λεγων «και αδελφοι και φιλοι ουτοι εισι». Ποιοι; «Οι ακουοντες τον λογον του Θεου και ποιουντες αυτον». Ωστε οι µη τηρουντες τας εντολας, εαυτους της τοιαυτης χαριτος εκουσιως αποστερουσιν, επει δυνατον το πραγµα και ην και εστι και εσεται και εγενετο και γινεται και εις παντας τους τα προσταγµατα αυτου εκπληρουντας γενησεται. Ινα δε µη καταλιποντες τουτο αµαρτυρον, αφ᾿ εαυτων τι λεγειν και τα οντα αδυνατα ως δυνατα δογµατιζειν υποπτευθωµεν, αυτον και αυθις τον µακαριον Παυλον, το του Χριστου στοµα, εις µεσον υµιν παραγαγωµεν, τουτο παριστωντα τρανως εν τω λεγειν· «Τεκνια, ους παλιν ωδινω αχρις ου Χριστος µορφωθη εν υµιν». Αρα που λεγων αυτον η εν ποιω τοπω και µερει του σωµατος ηµων µορφωθησεσθαι, εν τω µετωπω, αλλα εν τω προσωπω η τω στηθει τουτον λογιζεσθε; Ουµενουν, αλλα ενδον, εν τη καρδια ηµων. Μη δε και σωµατικως µορφουσθαι αυτον υπελαβετε; Απαγε, αλλα µορφουται µεν, ασωµατως δε και ως Θεω πρεπον εστι. Πλην ωσπερ γινωσκει η γυνη σαφως, οταν εγγυος εστιν, οτι σκιρτα το βρεφος εν τη κοιλια αυτης και ουκ αν ποτε αγνοηση οτι αυτο ενδον εχει εν εαυτη, ουτω και ο τον Χριστον εχων µεµορφωµενον εν εαυτω και τας κινησεις ητοι ελαµψεις αυτου γινωσκει και τα σκιρτηµατα ητοι τας αστραπας αυτου ολως ουκ αγνοει και την µορφωσιν αυτου εν εαυτω καθορα· οιον το φως της λαµπαδος ενδοθεν εν τω κατοπτρω δεικνυται, ουκ εν φαντασµατι ανυποστατω καθαπερ εκεινο εστιν, (320) αλλ᾿ εν φωτι ενυποστατως και ουσιωδως δεικνυµενον, εν µορφη αµορφω και εν ανιδεω ιδεα αορατως ορωµενον και ακατανοητως κατανοουµενον.
Ουτως ουν η ακαταληψια καταλαµβανεται της πιστεως ηµων, ω αδελφοι. Ουτω παρ᾿ οις αν ο Πατηρ και ο Υιος εν Αγιω Πνευµατι παραγενωνται και µονην επ᾿ αληθειας ποιησωσι, καθορωνται και κατανοουνται αναµφιβολως, απαραλλακτως, εν ενι φωτι, καθως ειποµεν, γινωσκοµενοι. Πλην ωσπερ ο καταδιωκων τινα φευγοντα, καν εγγυς αυτου και κατα ποδας ειναι νοµιζη και ηδη δοκη απτεσθαι και ακροις δακτυλοις προσεγγιζειν αυτω, ου δυναται εγκρατης γενεσθαι αυτου, παρα τριχα το δη λεγοµενον ων, ουτως ουδε, εαν λογισµον τινα µικρον η συνδυασµον, απιστιας λεγω η διψυχιας η δειλιας, η το οιονουν παθος εν αµελεια και ραθυµια εξοµεν, η και πραγµατος τινος µικρου και ελαχιστου ει ολως αντιποιησοµεθα, ουκ αν θεοτητος κοινωνοι γενησοµεθα, ουκ αν εις το υψος της δοξης ταυτης αναχθησοµεθα. Ως γαρ το παρα τριχα εκει, ουτω και το µικρον τουτο επι των πνευµατικων γινεται. Και ει µη τελεως και αυτης της ψυχης ηµων και του σωµατος, ως επι µαρτυριον κληθεντες, καταφρονησωµεν και προς πασαν τιµωριαν και παντα θανατον ολους εαυτους και τας ψυχας ηµων εκδωσοµεν, µηδε µιµνησκοµενοι τινος των προς ζωην και συστασιν του φθαρτου τουτου σωµατος, µη τι γε µεριµνωντες, ουκ αν φιλοι και αδελφοι, ουκ αν συµµετοχοι και συγκληρονοµοι, ουδε των ειρηµενων µυστηριων Θεου εν θεωρια και γνωσει και πειρα γενωµεθα. ∆ια τοι τουτο ο µη προς ταυτα φθασαι καταξιωθεις και των τοιουτων εν κατασχεσει γενεσθαι καλων εαυτου καταγινωσκετω µονου και µη λεγετω, προφασιζοµενος προφασεις εν αµαρτιαις, οτι αδυνατον το πραγµα, η οτι (321) γινεται µεν, αγνωστως δε· αλλα γινωσκετω πληροφορουµενος απο των θειων Γραφων, οτι το µεν πραγµα δυνατον και αληθες εστιν, εργω γινοµενον και γνωστως ενεργουµενον, τη δε αργια και ελλειψει των εντολων αυτος εαυτον εκαστος των τοιουτων κατα αναλογιαν αποστερει αγαθων· ων γενοιτο παντας ηµας επιτυχειν, εντευθεν µεν γευσαµενους και γνοντας οτι χρηστος ο Κυριος, εκειθεν δε ολον οψοµενους αυτον και εις ατελευτητους αιωνας των αιωνων συνευφραινοµενους αυτω· αµην.
ΛΟΓΟΣ ΙΑ ‘. (322) Περι της ζωοποιου νεκρωσεως του Ιησου και Θεου της αει γινοµενης ευαισθητως εν τοις τελειοις. Και οτι η κτησις των αρετων αιµατι αγοραζεται· και τινα των αρετων τα καταγωγια και οτι ο µη δια της πρωτης βαθµιδος κατα ταξιν εις την βασιλειαν των ουρανων ανερχοµενος ουδαµως εισελευσεται εις αυτην. Οτι εν τοις τελειοις χαρα και αγαλλιασις εστι, και ου δακρυον, και βρυουσι της θεολογιας τα ρειθρα. Και προς το τελος, οτι δει επιπηδαν ταις αρχαις ανευ της πληροφουσης τας καρδιας ηµων χαριτος, της επι το ποιµαινειν καλουσης τον λαον του Θεου· και τι το εργον των προϊσταµενων, τις δε η περι τα λογικα προβατα φροντις, και πως οφειλουσι ταυτα παρα των ποιµενων ποιµαινεσθαι. Τα της ζωοποιου νεκρωσεως του Ιησου και Θεου και της θαυµαστης ενεργειας αυτης της γινοµενης αει εν τοις τελειοις την αρετην και την γνωσιν ου πας τις ο ακουων και διαγνωσεται, ει και τουτο τις οιεται, αλλ᾿ εκεινοι µονοι οι επιγνωκοτες και κατειληφοτες εναργως το ουτω λεγον του Αποστολου ιερωτατον λογιον· «Παραγει γαρ το σχηµα του κοσµου τουτου, ινα και οι εχοντες γυναικας ως µη εχοντες ωσι και οι αγοραζοντες ως µη κατεχοντες και οι κλαιοντες ως µη κλαιοντες και οι χαιροντες ως µη χαιροντες και οι χρωµενοι τω κοσµω ως µη καταχρωµενοι», ουτω και οι µεριµνωντες ως µη µεριµνωντες και (323) οι εργαζοµενοι ως µη εργαζοµενοι. Και παλιν· «Ως νεκροι, και ιδου ζωµεν, ως µηδεν εχοντες και παντα κατεχοντες». Μη ουν παραδραµης απλως ταυτα και ουτω πως εννοειν την εν αυτοις εγκεκρυµµενην δυναµιν νοµιζε, αλλα κατανοει µοι ακριβως την ενδοθεν της ψυχης σου διαθεσιν, αγαπητε, και απο των ορωµενων πραγµατων παραστησοµεν σοι των ειρηµενων την θεωριαν· προσεχε δε τοις λεγοµενοις εν ακριβεια. Ο ηδη νεκρος γεγονως, προς ουδεν των ορωµενων εν αισθησει διακειται· και ο µηδεν εχων, παντως εστερηται, παντων χρηζει, παντων επιθυµει· ο δε τα παντα κατεχων, προς ποιον αλλο πραγµα του βιου σχοιη την επιθυµιαν αυτου, συµπεριλαβων δηλονοτι τα παντα και µη καταλειψας µηδεν ο και επιθυµησαι
οφειλει του κτησασθαι; Αλλα µακαριος ο εργω ταυτα ζητησας, ο πειρα καταλαβων και ιδων και µαθων. Ου γαρ λογοι κενοι οι λογοι ηµων εισιν, αλλα καθαπερ οικιαι και πολεις και βασιλεια εν ταις οδοις και ταις χωραις κατα τοπους εισιν, ουτω και εν αυτη τη οδω τη προς ουρανον απαγουση αι εντολαι του Θεου και αι αρεται κατα σταδιους και τοπους υπαρχουσιν. Ηµεις ουν τα περι εκεινων λεγοµεν, καθ᾿ οσον ο λογος χωρει σαφηνισαι τας ορωµενας εκεινας κτισεις και τα µεγεθη και καλλη αυτων. Ο δε γε αναγινωσκων, πως απο µονων των λογων θεωρος αυτων των πραγµατων γενησεται; Ουδαµως, ειποι αν. Ει δε θεωρος γενεσθαι ου δυναται, κυριος τουτων ενος πως γενηται; Εστι µεν γαρ ιδειν αυτα η εξ αυτων τινα µερικως, µη κτησασθαι δε. Το µεν γαρ ιδειν, η και ακουσαι και ετεροις παλιν τα ακουσθεντα ειπειν, ραδιον τοις πασιν υπαρχει και ευκολον, το δε κτησασθαι τι των τοιουτων τιµηµατος αγοραζεται. Το δε εις αγοραν των τοιουτων διδοµενον ου χρυσιον εστιν, αλλ᾿ ουδε αργυριον, αιµα δε· αιµατι γαρ ταυτα εκαστος (324) ηµων των βουλοµενων ενα καθ᾿ ενα εξαγοραζεται. Εν αληθεια γαρ, ει µη τις ως προβατον σφαγιασθη υπερ µιας και της τυχουσης αρετης και το αιµα εκχεη το ιδιον υπερ αυτης, ου κτησεται ταυτην ποτε· δια θανατου γαρ του κατα προθεσιν ωκονοµησεν ο Θεος την ζωην λαµβανειν ηµας την αιωνιον. Θανε και ζηση. Ου βουλει; Και ιδου συ νεκρος. Αλλ᾿ ιδωµεν τας µονας και οικιας των αρετων ποιαι εισι και τινες, υπερ ων οφειλει τις κενουν το αιµα αυτου εις την κτησιν αυτων. Εστιν ουν οικια πρωτη η µακαρια ταπεινωσις· «Μακαριοι γαρ, φησιν, οι πτωχοι τω πνευµατι, οτι αυτων εστιν η βασιλεια των ουρανων». Ο τοινυν βουλοµενος εισελθειν εις την οικιαν ταυτην και συν αυτη κτησασθαι την βασιλειαν των ουρανων, ει µη προ των πυλων αυτης, ωσπερ κριος, δεδεµενος χειρας και ποδας αυτου, εις σφαγην εαυτον πασι τοις βουλοµενοις πρωτον εκδω και κατατυθησεται και τελειως τεθνηξεται, το οικειον αυτου αποκτεινας θεληµα, ουκ εισελευσεται ποτε ενδοθεν αυτης, αλλ᾿ ουδε κατασχη αυτην· ει δε µη ταυτην, ουδ᾿ ετεραν των αλλων. Ουκ εστι γαρ τον υπερβαινοντα ταυτην εν ετερα γενεσθαι ποτε· εν ταξει γαρ και βαθµω ταυτας εθετο ο Θεος. Και ωσπερ νησους τινας εν
πελαγει θαλασσης, ουτως εν µεσω του βιου και ταυτας ειναι τας αρετας εν συνεσει νοησεις αλληλων αφεστηκυιας και γεφυραις τισιν οια δη συνηµµενας, παντων απωκισµεναις των γηΐνων και εξηρτηµεναις και ετερας τη ετερα ασφαλως εχοµεναις. Τουτων ουν απαντων αρχη η µακαρια ταπεινωσις, εν η ο εισελθων δια της µετανοιας απο της δυτικης πυλης και ενδιατριψας εφ᾿ ικανον εν αυτη, εξεισιν επι την ανατολικην θυραν και, επι τη γεφυρα περιπατων, ουτως ερχεται προς την του πενθους καταµονην και οικιαν· (325) κακει ενδιατριψας, λουσαµενος τε και καθαρθεις και εντρυφησας του καλλους αυτου, επι το της πραοτητος διερχεται καταγωγιον· κακειθεν επι το της δικαιοσυνης διψητηριον τε και πεινατηριον διαβαινει δροµαιος, ειθ᾿ ουτω καταλαµβανει επι το του ελεους και συµπαθειας παλατιον· και υπερβας τουτο, µαλλον δε γεγονως εντος τουτου, ευρισκει το βασιλικον της καθαροτητος ταµιειον· και εν αυτω γενοµενος βλεπει τον βασιλεα της δοξης ενδον καθηµενον, εκεινον τον αορατον παση τη κτισει. Νοει µοι ουν παλατιον µεν το σωµα, ταµιειον δε βασιλικον την εκαστου ηµων των ανθρωπων ψυχην, η δια της των εντολων εργασιας συναφθεις ο Θεος, ολην φωτος θειου και θεον αυτην απεργαζεται δια της αυτου συνουσιας και χαριτος.Εις ταυτην δη την θεοπρετη καταστασιν πας ο δια της ειρηµενης των αρετων οδου διερχοµενος, ερχεται, αλλοθεν δε διελθειν και υπερβηναι τηνδε η τηνδε την οικιαν και εις την ετεραν δια µηχανης γενεσθαι τινος παντελως αµηχανον. Ουτως γαρ εταξε την εισοδον ειναι της βασιλειας των ουρανων ο δεσποτης Χριστος και ουκ εστιν αλλως γενεσθαι. Ει γαρ ορια εαυτης θαλασσα υπερβηναι ου δυναται, ποσω µαλλον ατρωτα ταυτα και απαραλλακτα διαφυλαχθησονται. Αλλως δε κλιµακι και βαθµισιν η ανοδος εοικε των επειγοµενων προς ουρανον. Το γουν σπουδαιοτερον τη προαιρεσει αλλον αλλου γενεσθαι και συντοµωτερον ανελθειν εν αυτη και προλαβειν τον πλησιον, ηµετερον εστι· το δε µη απο της πρωτης βαθµιδος αρξασθαι και κατα ταξιν ανερχεσθαι την κλιµακα, αλλα ποθεν υπερβηναι την πρωτην βαθµιδα και προς την ετεραν γενεσθαι, παντη παρα ανθρωποις αµηχανον και αδυνατον. Οι γαρ της ευθειας ταυτης οδου και ταξεως εξω βαινοντες πλανωνται πολλα. Ως γαρ ουκ
εστι διχα κλιµακος εις οικον ποτε ανελθειν υψηλον, (326) η ενδον εκεινου αυτου ευρεθηναι του βασιλικου κοιτωνος, ενθα ο βασιλευς αυτος καταµενει, προ του γενεσθαι εν τοις αυτοις βασιλικοις προαυλιοις, ουτως αδυνατον τον µη κατα την ειρηµενην ταξιν βαδισαντα εισελθειν εις την βασιλειαν των ουρανων· εξω γαρ οι τοιουτοι παντες της βασιλικης οδου, µηδεις αυτους πλανατω, ανεπαισθητως της πλανης πορευονται. Αλλ᾿ ω Κυριε, ο οδηγος των πεπλανηµενων, η απλανης οδος των προς σε ερχοµενων, επιστρεψον παντας ηµας και προς ταυτη σου τη κλιµακι στησον και, προς το ταυτης κρατησαι, τη χειρι σου τας χειρας ηµων ευθυνον και απο της γης αρθηναι και τη πρωτη επιβηναι θαθµιδι ενισχυσον, ως αν γνωµεν οτι που ποτε τινος εδραξαµεθα και απο της γης µικρον ηρθηµεν. ∆ει γαρ ηµας ανελθειν µικρον πρωτον προς σε, ινα ουτως συ κατελθης πολυ ο καλος ∆εσποτης και ενωθης ηµιν. Υποδειξον, ∆εσποτα, την πυλην της βασιλειας σου την προαυλιον, οπως εγκαρτερησαντες εν αυτη κρουσωµεν, εως αν δια του κατα προαιρεσιν θανατου ανοιγη ηµιν η πυλη, και ενδον γενοµενοι και κατα µιαν κρουοντες πυλην και ταυτας ανοιγοντες, αυτος ακουσας τους στεναγµους και τας στερνοτυπιας ηµων, σπευσας κατελθης απο των υψηλων υπερωων σου, ο πολυευσπλαγχνος και οικτιρµων Θεος, και ακουσωµεν τους κροτους των παναχραντων ποδων σου και γνωµεν ως διανοιγεις τας ενδοτερας πυλας, κεκλεισµενας ουσας ηµιν τοις αµαρτωλοις, και παραγενοµενος προς ηµας ειπης· «Τις ο κρουων εστι;». Και αποκριθεντες εν αλαλαγµω και θρηνοις ειπωµεν συν τροµω προς σε και χαρα. Ηµεις εσµεν, ∆εσποτα, ηµεις οι αναξιοι, οι πτωχοι, οι απερριµενοι και πονηροι δουλοι σου, ηµεις οι µεχρι του νυν εις ορη και κρηµνους και βαραθρα αθλιως περιπλανωµενοι· (327) ηµεις εσµεν οι το βαπτισµα σου το αγιον αφρονως µολυναντες, οι τας προς σε συνθηκας απαρνησαµενοι· ηµεις εσµεν οι αποφυγοντες και προς τον σον εχθρον και επιβουλον των ψυχων ηµων εκουσιως αυτοµολογησαντες. Νυν ουν, µνησθεντες σου και της σης φιλανθρωπιας και αγαθοτητος, αποφυγοντες εκειθεν και κοπιασαντες, ηκοµεν εν φοβω και τροµω πολλω.
Συγχωρησον και µη οργισθης ηµιν, ∆εσποτα, αλλα οικτειρησας και ελεησας τους ταλαιπωρους ηµας ανοιξον ηµιν, Κυριε, και µη µνησθης των ηµετερων κακων· µηδε µνησικακησης τη αγνωµοσυνη ηµων – πολλην γαρ ωραν ισταµεθα κρουοντες – µηδε παρακουσης ηµων, των δουλων σου, µηποτε ολιγωρησαντες υποστρεψωµεν. Εκοπιασαµεν κοπτοντες εις τας θυρας των προαυλιων της βασιλειας σου· ανοιξον ηµιν, ο φυσει φιλανθρωπος, σπλαγχνισθεις εφ᾿ ηµας. Ει γαρ κατα µικρον ανοιγων ανοιξεις ηµιν την θυραν του ελεους σου, τις ιδων σε ου φριξει; Τις εν φοβω και τροµω ου προσπεση και τον ελεον εξαιτησεται; Τις σε, τον µυριαδας αγγελων και χιλιας χιλιαδας αρχαγγελων και θρονων και εξουσιων εχοντα, ιδων τα ανω αφεµενον και προς ηµας κατελθοντα και προσυπαντησαντα και ανοιξαντα, ευµενως τε υποδεξαµενον και επι τους τραχηλους ηµων επιπεσοντα και καταφιλουντα ηµας, ουκ ευθυς εκπλαγησεται και ωσει νεκρος εκλυθησεται; Και τα οστα αυτου ως υδωρ εις γην εκχυθησονται και κλαυση νυκτος και ηµερας, αναλογιζοµενος το πελαγος της σης ευσπλαγχνιας και αγαθοτητος και ενοπτριζοµενος του προσωπου σου την δοξαν τε και λαµπροτητα. ∆οξα σοι, τω ουτως οικονοµησαντι. ∆οξα σοι, τω θεαθηναι και ενωθηναι ηµιν ευδοκησαντι. ∆οξα σοι, τω δια πολλην ευσπλαγχνιαν αποκαλυπτοµενω και βλεποµενω ηµιν, τω αορατω φυσει και αυταις (328) ταις ουρανιαις δυναµεσι. ∆οξα σοι, τω αφατον εχοντι το προς ηµας ελεος και εν ηµιν δια της µετανοιας καταξιουντι ενοικειν τε και εµπεριπατειν. Ω µεγεθος δοξης αρρητου, ω αγαπης υπερβολη. Ο τα παντα συνεχων, εντος ανθρωπου εγκατοικει φθαρτου και θνητου, ου τα παντα εν τη του ενοικουντος ισχυϊ διακρατουµενα εισι, και γινεται ανθρωπος οια δη εγκυµονουσα γυνη. Ω θαυµατος εκστατικου και ακατανοητου Θεου ακατανοητα εργα τε και µυστηρια. Ανθρωπος βασταζει γνωστως εντος αυτου τον Θεον ως φως, τον τα παντα, και αυτον τον βασταζοντα, παραγαγοντα και κτισαντα· βασταζει τουτον εντος ωσπερ θησαυρον αφραστον, ανεκλαλητον, αποιον, αποσον, ανιδεον, αϋλον, ασχηµατιστον, εν αµηχανω καλλει µεµορφωµενον, ολον απλουν ωσπερ φως τον υπερ παν φως, και περισφιγγων εξω τας χειρας περιπατει µεσον ηµων, αγνοουµενος παρα παντων των
συνοντων αυτω. Τις ουν την χαραν του τοιουτου ανθρωπου αξιως εκδιηγησεται; Τινος γαρ αλλου επιθυµησειεν ο τοιουτος; Ποιου βασιλεως ουκ εσται µακαριωτερος τε και ενδοξοτερος; Ποιου δυναστου ου διαφεροντως δυνατωτερος; Ποιου, η ποσων ορωµενων κοσµων, ουκ εσεται πλουσιωτερος; Τινος δε αρα υστερηθησεται ο τοιουτος ποτε; Οντως ουδενος ουδαµου των αγαθων του Θεου. Αλλα βλεπε, ο τοιουτος γενεσθαι αξιωθεις, ινα προς σε τον λογον ιθυνω, ο ενοικον κτησαµενος ολον εν σεαυτω τον Θεον, µηποτε αναξιον τι του θεληµατος, αυτου η πραξης η εκ χειλεων προφερης, και ευθυς απολεσεις τον εν σοι κεκρυµµενον θησαυρον, απανασταντος αυτου απο σου. Τιµησον αυτον οσον εις δυναµιν και µηδεν των αυτω µη αρεσκοντων, µηδε προσοντων αυτω φυσικως, παρεισαξης εις την οικιαν αυτου, και εασας σε αναχωρησει οργισθεις κατα σου. (329) Μη πολυλογει προς αυτον, µηδε προσπιπτε, αναισχυντως εν σεαυτω λογιζοµενος και λεγων «Επιδειξοµαι υπερβαλλουσαν θερµοτητα και ζηλον αγαπης πολυν της προς αυτον, ινα µου την προθεσιν αποδεξηται και γνω οτι αγαπω και τιµω αυτον». Ισθι ουν οτι, προ του ταυτα εννοησαι σε, εκεινος παντας τους διαλογισµους σου επισταται και ουδεν αυτον λεληθεν. Αλλα γαρ µηδε νοεραις χερσι κρατησαι αυτον επιχειρησης· αληπτος γαρ εστι και οσον αψασθαι αυτου τολµησεις η κατασχειν αυτον οιηθης, εξεις ενδον ουδεν, αλλ᾿ ευθυς ολος αφαντωθησεται απο σου και πολλα µεταµεληθηση και κλαυσεις, συντριβων σεαυτον και µαστιζων, και ωφελησεις οντως ουδεν. Χαραν γαρ ων, εις οικον θλιβοµενων και λυπουµενων εισελθειν ου καταδεχεται, ως ουδ᾿ η φιλαργος µελιττα εις οικον καπνου· εν αµεριµνια δε και αγαλλιασει ευτρεπισθεντος σου, παλιν ενδον εν σοι ευρεθησεται, και τοτε εασον τον ∆εσποτην αταραχως επι της ψυχης σου ως επι κλινης επαναπαυσασθαι. Και µη αρξη παλιν λεγειν εν σεαυτω οτι, ει µη κλαυσω ενωπιον αυτου, ως καταφρονητην µε αποστραφησεται. Ει γαρ εβουλετο εις τελειοτητα σε ελασαντα ως ετι µετανοουντα κλαιειν, απο µακροθεν µαλλον ορωµενος σοι η κρυπτοµενος η και ελλαµπων σε, τουτο αν προς καθαρσιν και φιλοκαλιαν της σης οικιας παρεσχε σοι· αλλα µετα την µετανιαν και την δια δακρυων σου
καθαρσιν παρεγενετο αναπαυσιν σοι των κοπων και στεναγµων και χαραν και ευφροσυνην αντι της λυπης χαρισασθαι. Στηθι ουν, ου λεγω σοι µονον τω σωµατι ορθιος, αλλα τοις κινηµασι της ψυχης και ταις ταυτης ορµαις. ∆ος ησυχιαν, ως του βασιλεως των βασιλευοντων επι της οικιας παραγενοµενου της σης. Ειπε πασι µετ᾿ εµβριµησεως τοις επι της οικιας σου θυρωροις, αυταις δη, φηµι, ταις αισθησεσι· (330) «Ο βασιλευς, φησι, στητε καλως επι των θυρων· στητε εν ησυχια και φοβω πολλω». Μηδεις προς τη θυρα ελθων κρουσειε, µη κραυγη τινος εγγυς που η µακροθεν εντος εισελευσεται, µη λαθη τις ενδον εισπηδησας λαθραιως· και ευθυς ο βασιλευς καταλιπων ηµας παλιν οιχησεται». Ταυτα τοιγαρουν ειπων, στηθι εν αγαλλιασει ψυχης και φαιδροτητι, τον σον ∆εσποτην τον απεριγραπτον εν σοι περιγραπτον απεριγραπτως ορων και καταµανθανων το αµηχανον καλλος αυτου, κατανοων δε ακατανοητως το παναγιον προσωπον αυτου, το και αγγελοις και αρχαγγελοις και πασαις ταις ουρανιαις δυναµεσιν απροσιτον. Εκπληττου, χαιρε και πνευµατικως σκιρτων ευφραινου και αγαλλια, προσεχων εν ευλαβεια τι αν κελευση ειπειν η ποιησαι σε. Προσεχε τοινυν τοις λεγοµενοις σοι. Ου γαρ ως επιγειοι βασιλεις, επιδεης ων και αυτος των υπο χειρα, εις ιδιαν θεραπειαν η χρειαν επιζητησοι τι· ανενδεης γαρ εστι και, ει µη τους εαυτου δουλους πλουτισει πρωτον, ου παραγινεται εις την οικιαν αυτων. Εκεινου ουν, ωσπερ ειρηται, οντος ανενδεους, σε δε πλουτισαντος και ανενδεη πεποιηκοτος τη παρουσια αυτου, προσεχε τι λαλησει εν σοι ο τοσουτου υψους εκ του ευλογηµενου κολπου του Πατρος εξελθων αχωριστως και εκ των ουρανων µεχρι της σης ταπεινοτητος κατελθων. Ου γαρ παρεργως τουτο ποτε ευροις αυτον εργασαµενον, αλλ᾿ επι σωτηρια και αλλων πολλων ειωθεν αει τουτο ποιειν ο καλος και φιλανθρωπος ∆εσποτης ηµων. Ει ουν, ως ειποµεν, τιµησεις και αποδεξη και δωσεις τοπον και ησυχιαν παρασχης αυτω, ευ ισθι οτι ακουσεις εκ των του Πνευµατος θησαυρων τα απορρητα, ουκ επι του στηθους πιπτων του ∆εσποτικου, (331) καθα το πριν ο ηγαπηµενος Χριστου Ιωαννης, αλλ᾿ ολον ενστηθιον φερων τον Λογον τον του Θεου· θεολογιας θεολογησεις καινας τε και παλαιας και πασας νοησεις τας ηδη ρηθεισας και
γραφησας θεολογιας καλως, και γενηση οργανον ευηχον υπερ απασαν µουσικην ανακρουοµενον και φθεγγοµενον. Εαν δε λυπην ποθεν επελθουσαν εασης προκυψαι της οικιας εντος, ευθυς αφιπταται η χαρα· ει δε οργην η θυµον, αυτικα υποχωρει ο πραος και γαληνος· ει δε µισος και αηδιαν κατα τινος, ευθυς φευγει ο αγαπη κληθεις και αγαπη ων αυτοφυης επ᾿ αληθειας και ενυποστατος· εαν φθονον η εριν πλησιασαι αφης, ο αµνησικακος και αγαθος βδελυξαµενος αυτα ολος αφανης γενησεται. Ει δε και πονηριαν η ποικιλιαν µετα περιεργιας εξωθεν γνω της οικιας περιερχοµενας και µη διωξης µετ᾿ οργης συντοµως αυτας, αλλα πραεως ιδη σε µαλλον προς τας εχθρας αυτω φεροµενον και ταυτας αυτω πλησιαζειν καταδεχοµενον, ουδε την υποχωρησιν αυτου ο απλους και ακακος και απεριεργος γνωναι σε ποιησει, αλλ᾿ ως αναισθητον καταλειψει σε. Εαν δε συ, ο τοιουτω ∆εσποτη καταξιωθεις εντυχειν, ο τοιαυτης δοξης γενοµενος θεατης, ο τοιουτου πλουτου, της βασιλειας λεγω των ουρανων, ητις αυτος εστιν ο Θεος, εν κατασχεσει γενοµενος, εκ µεν των ειρηµενων απαντων φυλαξης του µη εισελθειν εν τη οικια σου της ψυχης, αλλα και ησυχιαν πασαν εκ τουτων ποιησης τω βασιλει, το δε προσωπον σου ητοι τον νουν στρεψας αλλοθεν, ετερω προσδιαλεγη και οµιλεις, τον νωτον σου δους δηλονοτι τω απροσιτω Θεω, ω πασαι µετα φοβου και τροµου ασκαρδαµυκτι ενατενιζουσιν αι ουρανιαι στρατιαι, ουχι δικαιως ως καταφρονητην και αναξιον ευθυς αυτος καταλειψει σε; Αλλα λεγεις ειναι τουτον φιλανθρωπον; Καγω τουτο σοι λεγω, αλλ᾿ εις τους επαισθανοµενους (332) της φιλανθρωπιας αυτου και αξιως τιµωντας και απευχαριστουντας αυτω. Ει δε, και την αγαπην και την τουτου γλυκυτητα εις ουδεν ηγησαµενος, προς ετερου τινος νευσεις αγαπην δεσµευσεις ολως την ορµην εν αυτω της ψυχης σου και ηδονη τινος ηδυνθης, βρωσεως τυχον η ποσεως η ενδυµατος η οψεως ευειδους η χρυσιου η αργυριου, η τινος ετερου ειδους επιθυµιαν εναποµαξη σου ενδοθεν η ψυχη, αρα ο φυσει καθαρος και αγνος και αµιαντος, ο και σε τοιουτον ποιησας δια του Πνευµατος, καταδεξεται ολως συνειναι σοι ουτω νευσαντι και ουκ ευθυς καταλειψει σε; Παντη που δηλον.
Ει δε και τουτων απαντων ποιησεις ουδεν, διωξεις δε παν παθος απο σου και πασαν κακιαν µακραν απορριψεις, πασαν επιθυµιαν απο σου εξορισεις, πασαν προσπαθειαν και φυσικην αγαπην παντος ανθρωπου και συγγενους καταλειψεις και φθασεις εις τελειαν αναµαρτησιαν και καθαροτητα, καθως ανωθεν διεγραψαµεν, και προς τουτοις ολον εν σεαυτω εξεις, ινα παλιν ο µελλων ειπειν γενηται πασι σαφες, τον υπερανω παντων των ουρανων, µηδαµοθεν η οχλουµενος η προς αλλον απονευων τινα, αλλα και διαγων µετα Θεου, ανω τον νουν εχων εν τη υπερανω των ουρανων βασιλεια, αιφνης δε τινος σε καλεσαντος και ενταυθα πολιν µεγαλην και λαον πολυν εν αυτη υποδειξαντος, οικους και παλατια ποικιλα τε και ευρυχωρα, ναους παµµεγεθεις τε και περικαλεις, ιερεις, αρχιερεις, βασιλεα συν τη ιερα συγκλητω και των αρχοντων και υπαστιστων αυτου, ειτα, ινα πασαν αλλην αιτιαν και τροπον εµπαθη καταλειψω, εαν υπ᾿ εκεινων παντων, λεγω δη του βασιλεως και των αρχοντων και ολου του πληθους της πολεως, µετα δακρυων προσκαλουµενος και παρακαλουµενος αναδεξασθαι αυτων την φροντιδα και ποιµαναι και ωφελησαι αυτους, (333) προ του προτραπηναι σε παρα Θεου, του συµβασιλευειν αυτω σε ταξαντος, καταφρονησας εγκαταλειψης τα ανω και τα δοθεντα σοι παρ᾿ αυτου αιωνια αγαθα και, περι τα στασιωδη κατελθων, ωδε τα φθαρτα και ορωµενα συναναστρεφη µετα των προσκαλεσµενων σε, ουχι δικαιως απαντων εκεινων αποστερησει σε και εν µονοις εασει σε τουτοις τον κληρον εχειν και την κατασχεσιν, και ζωντος σου και µετα την απο του σωµατος σου εκδηµιαν; Εδει σε ουν, κακεινου λεγοντος και προστασσοντος σοι κατελθειν εις το ποιµαναι ψυχας, προσπιπτειν και κλαιειν και λεγειν εν θλιψει και φοβω πολλω προς αυτον· «∆εσποτα, πως εγκαταλειψω σε και προς την µαταιοτητα εκεινην και πολυµοχθον διαγωγην απελευσοµαι; Μηδαµως Κυριε. Μη οργισθης µε, τον δουλον σου, και απο του τοσουτου υψους εις το χαος εκεινο απορριψης µε. Μη, ∆εσποτα, µη αποστερησης µε του τοιουτου φωτος της δοξης σου και εις τοσουτον καταγαγης µε σκοτος, τον αθλιον και ταλαιπωρον. Μη τι ηµαρτον κατα αγνοιαν, ∆εσποτα, και δια τουτο εκει
αποστρεφεις µε οθεν φιλανθρωπως ανειλκυσας µε, ο ευσπλαγχνος; Μη επι τοσουτον αποστραφης µε, ο πολλας µου αµαρτιας και ανοµιας αραµενος; Αλλ᾿ ει τι συνεβη και ηµαρτον, συ µε ωδε τιµωρησον, συ µε και µεληδον, ει κελευεις, κατατεµε, µονον εκει µη εκπεµψης µε». Ει δε προσεθετο ειπειν σοι· «Απελθε, τα εµα προβατα ποιµανον. Απελθε, τους αδελφους σου επιστρεψον», εχρην σε παλιν ειπειν προς αυτον· «Οιµοι ∆εσποτα, και σου χωρισθησοµαι ο αναξιος;». Ει δε και προς τουτοις εφη παλιν προς σε· «Ουχι, αλλ᾿ εγω κακει µετα σου εσοµαι», αυθις εδει σε προσπεσειν, εδει σε κλαυσαι και τους (334) αχραντους ποδας αυτου νοερως τοις δακρυσι βρεξαι και ουτως ειπειν· «Πως συνεσει µοι, ∆εσποτα, ει κατελθων εκει σκοτισθησοµαι; Πως συνδιαξεις, ει προς κολακειας και επαινους ανθρωπων εκκλινη η ροπη της καρδιας µου, τρεπτη ουσα; Πως καταδεξη, εαν προς υπερηφανιαν κακως υψωθω; Πως ου φευξη, ει µη βασιλεις και δυναστας υπερ δικαιοσυνης και αδικιας και παρανοµιας µετα παρρησιας ελεγξω; Πως δε ταυτα και τα λοιπα ποιησω προς αρεσκειαν σην, ινα και συνης µοι και ενισχυσης µε και µη καταλειψης µε πταισαντα και χωρισθης απ᾿ εµου του αναξιου, εασας µε µονον εκει κατω κειµενον; ∆εδοικα µη φειδωλια, µη φιλαργυρια κρατηση µου· φοβουµαι µη της σαρκος η επαναστασις κυριευση µου, µη ηδονη απατηση µε, µη µεριµνα συσκοτηση µε, µη τιµη αρχοντων και βασιλεων υψωση ου καλως, µη αρχης ογκος κατα των αδελφων υποφυσησας επαρη µε, µη τρυφη και µεθη του εικοτος παρασυροµαι, µη κραιπαλη αι λεπτυνθεισαι µου σαρκες της ψυχης παχυνθησονται, µη απειλαι ανθρωπων πτοησουσι και των εντολων σου παραβατην εργασονται, µη συνεπισκοπων παρακλησεις και φιλων αδικιας µε συγκοινωνον απεργασονται, η αδικουντων αυτων σιωπωντα, η κακως πραττοντων συνεργον γινοµενον και µη τουτους ελεγχοντα παρρησια και την ενστασιν υπερ των εντολων σου επιδεικνυµενον. Αλλα πως παντα εξειποιµι, ∆εσποτα; Και ιδου εισι παρ᾿ εµοι αναριθµητα, α µαλλον επιστασαι συ η εγω, Κυριε. Μη ουν τοσουτοις κακοις εκδοτον µε ποιησης, φιλανθρωπε. Οιδας γαρ το των ανθρωπων δυσαρεστον, τα σκωµµατα τουτων, τας λοιδοριας, τας διαβολας και µαλιστα των γνωστικωτερων
και πεφυσιωµενων υπο της καταργουµενης παρα της χαριτος σου του κοσµου σοφιας. Ελεησον ουν µε, φιλανθρωπε, και µη κατω µε αποστειλης εκει εν τοιουτοις και τοσουτοις κακοις µεσον στρεφεσθαι». (335) Ταυτα τοινυν και τουτων πλειονα εδει σε υφορασθαι και παρακαλειν µη κατελθειν σε απο του ουρανου προς τα ωδε και προς την γην. Ει δε και αυθις προς σε ειπεν, αποδεξαµενος σου την αγαπην και την ταπεινωσιν, ο φιλανθρωπος και παναγαθος βασιλευς· «Μη φοβου φησιν. Επει γαρ υπεσχοµην συνειναι σοι, υπ᾿ ουδενος κυριευθηση των εναντιων απαντων· εξεις γαρ µε εν παντι βοηθον και µειζονως και εκει κατω δοξασω σε και ωδε παλιν επανελευση µετα µειζονος και περιφανεστερας λαµπροτητος και εις τους ατελευτητους αιωνας συµβασιλευσεις µοι», ουδε τοτε θαρρησαι η αµεριµνησαι ολως εχρην σε, αλλα µετα φοβου και τροµου, ως απο υψους προς βαθος που φρεατος βαθυτατου καταφεροµενος, ερπετων παντοιων και θηριων οντος µεστου, ουτω τη µητροπολει η τη πατριαρχια η τινι ετερα επιβηναι αρχη, επισκοπης τυχον η προστασιας λαου. Ει δε µη τοιουτον οιον ο λογος ανεζωγραφησε σεαυτον ειναι οµολογεις, αλλ᾿ ως προς υψος ανερχεσθαι σε απο των κατω µαλλον δοκεις, ω της τολµης, ω της σκοτωσεως, ω της εσχατης αγνοιας. Ου γαρ ανθρωπων εισι ταυτα λογικων τα νοηµατα και φρονηµατα, αλλα ανοητων και εθνικων, η µαλλον ειπειν νεκρων, ου βλεποντων, ουκ αισθανοµενων, ου ζωντων, ουκ ειδοτων ολως Θεον και τι εστι το µελλον υποδεξασθαι ηµας κριτηριον του Θεου. Οτι µεν ουν το προΐστασθαι ποιµνης και υπερ σωτηριας µεριµναν των πλησιον ηµων ωφελιµον, ως αγαπης τελειωτικον της νοµου και των προφητων ουσης κεφαλαιον, ουδεις αντερει· και γαρ και τω Πετρω ο Χριστος, τριτον ερωτησας ει φιλοιτο προς αυτου, κακεινου «Ναι, Κυριε,» (336) ειρηκοτος «συ οιδας οτι φιλω σε», «Ποιµανε, φησιν, ει φιλεις µε, τα προβατα µου» προς αυτον ανθυπεφερεν. Οτι δε ουκ ασκοπως ουδε παντι τω τυχοντι ταυτη τη διακονια επιπηδαν χρη, αλλα µετα περισκεψεως ακριβους και φοβου τουτο ποιειν, παντη που δηλον τοις µη τελειως εσκοτισµενοις τον της ψυχης οφθαλµον. Πολλοι γαρ, ουδε αυτο τουτο ειδοτες το ρηµα οπερ εστιν, ουδε τον τροπον επισταµενοι οποιος εστι καθ᾿ ον ο Κυριος τω Πετρω
προσεταξε ποιµαινειν τα αυτου προβατα, φευ, επιβαινουσι τολµηρως τη αρχη, και τη ποιµνη του Χριστου αναιδως επιστατειν ουκ αισχυνονται. Αλλ᾿ ιδωµεν, ει δοκει, και σκοπησωµεν τι το ρηµα τουτο και τις η δυναµις αυτου. Λεγοντος αυτο του Κυριου τω Πετρω «Ποιµανε, φησι, τα προβατα µου», περι προστασιας αρα λεγει βιωτικης, αλλα περι φροντιδος πραγµατων η χρηµατων του βιου, αυτων δηλαδη των λογικων προβατων αυτου, οπως αν σωα τη εκεινου επιµελεια διατηροιντο η και εις επιδοσιν ερχοιντο; Αρα µη περι τροφας τας αυτων ασχολεισθαι και παρεχειν λεγει αυτοις τα ενδυµατα; Μη ξενους οντας υπο στεγην αγειν την εαυτου η ασθενουσι διακονειν η τους πιστους απαντας συναχθεντας επι το αυτο αναγκαζεσθαι προστασσει τω αποστολω µεριµναν τα προς τροφην αυτοις και ενδυσιν επιτηδεια; Ουµενουν ουδαµως· ουδεν γαρ τουτωνπροσεταξεν αυτω ο Θεος. Ποθεν τουτο δηλον; Απ᾿ αυτων των του Κυριου ρηµατων· λεγει γαρ προς τους αποστολους αυτου· «Μη κτησησθε χρυσον, µηδε αργυρον, µη ραβδον, µη πηραν, µητε δυο χιτωνας». Ο ουν αυτοις νοµοθετων µηδεν ολως κεκτησθαι, πως αν αλλοις µεταδιδοναι η περι τοιουτων µεριµναν ολως κελευσειε; Και παλιν «Βλεπετε» φησιν «µηποτε βαρυνθωσιν αι καρδιαι υµων εν κραιπαλη και µεθη και µεριµναις βιωτικαις», και αυθις· «Εργαζεσθε µη (337) την βρωσιν την απολλυµενην, αλλα την βρωσιν την µενουσαν εις ζωην αιωνιον», ου προς εκεινους µονους αλλα και ηµας δι᾿ εκεινων ταυτα νοµοθετων και προστασσων, µαλλον δε και ετερα τουτων πλειονα. Και γαρ ειπων· «Μη µεριµνησητε τη ψυχη υµων τι φαγητε η τι πιητε, µηδε τω σωµατι υµων τι ενδυσησθε. Καταµαθετε δε τα κρινα του αγρου πως αυξανει· ου κοπια, ουδε νηθει», και µετ᾿ ολιγα φησι· «Μη ουν µεριµνησητε λεγοντες· Τι φαγωµεν η τι πιωµεν· ταυτα γαρ παντα τα εθνη επιζητει. Οιδε γαρ ο Πατηρ υµων ο ουρανιος οτι χρηζετε τουτων απαντων. Ζητειτε δε πρωτον την βασιλειαν του Θεου και την δικαιοσυνην αυτου και ταυτα παντα προστεθησεται υµιν· µη ουν µεριµνησητε περι της αυριον». Ταυτα τοιγαρουν και ετερα πλειονα τουτων ειπων προς αυτους, υστερον επηγαγε και φησιν· «Α δε λεγω υµιν πασι λεγω».
Ο ουν τινα περι της αυριον µη συγχωρων µεριµναν, αλλα µονην κελευων ζητειν την βασιλειαν του Θεου και την δικαιοσυνην αυτου, πως αρα των αυτου προσταγµατων απ᾿ εναντιας τω αποστολω ποτε προσεταξε µεριµναν τα εις διατροφην και ενδυσιν των προβατων αυτου, η περι προστασιας και εκδικησεως αυτων τε και των υπαρχοντων αυτοις; Ουδαµως· και τουτο δια των εξης ειρηµενων δηλοι· φησι γαρ· «Ιδου αποστελλω υµας ως προβατα εν µεσω λυκων», και παλιν· «Εγω δε λεγω υµιν µη αντιστηναι τω πονηρω· αλλ᾿ οστις σε ραπισει εις την δεξιαν σιαγονα, στρεψον αυτω και την αλλην· και τω θελοντι σοι κριθηναι και τον χιτωνα λαβειν, αφες αυτω και το ιµατιον· και τω αιροντι τα σα µη απαιτει». Ο τοινυν ως προβατα εν µεσω λυκων τους αυτου µαθητας εκπεµψας και αυτοις και δι᾿ αυτων ηµιν νοµοθετησας τω τυπτοντι (338) εις την δεξιαν σιαγονα και στρεφειν αυτω και την αλλην, και τω θελοντι κριθηναι και λαβειν ηµων τον χιτωνα αφειναι τουτω και το ιµατιον και µη απαιτειν τω αιροντι τα ηµετερα, πως περι εκδικησεως ολως γηΐνου τινος πραγµατος τω ποιµαινειν µελλοντι τα προβατα αυτου προσεταξεν, η µεριµνης βιωτικης ποσως απτεσθαι, η τα προβατα εις τοιαυτας εµβαλλειν φροντιδας και εγχειρησεις, ων αυτος πρωτος ο ποιµην προσεταγη απεχεσθαι; Ουδαµως. Και τουτο µετα την εις ουρανους του Κυριου αναληψιν αυτοις εργοις οι αποστολοι εβεβαιωσαν. Ου µονον γαρ ουδεν ολως εις χρειαν αυτων τε και των παρ᾿ αυτοις µαθητευοµενων εφροντισαν, αλλ᾿ ουδε αυτα τα παρα των πιστευοντων εις τον Κυριον ηµων Ιησουν Χριστον προσφεροµενα και παρα τους ποδας αυτων προτιθεµενα χρηµατα ολως αυτοι καταδεξαντο διοικειν και την των αδελφων προνοιαν εις τροφας και ενδυσεις ποιεισθαι. Ειπον γαρ, φησι, προς τον λαον· «Ου δικαιον εστιν ηµας καταλειψαντας τον λογον του Θεου διακονειν τραπεζαις. Καταστησωµεν δε επι τουτω ανδρας ικανους, ηµεις δε τη ευχη και τη διακονια του λογου προσκαρτερησωµεν». Επει ουν αποδεδεικται µηδεν ολως περι γηΐνου πραγµατος προστεταχθαι µεριµναν ηµας µηδε περι αυτης της αναγκαιας χρειας ηµων, µητε δε διεκδικειν η ηµας αυτους η τους αδελφους ηµων αδικουµενους και επηρεαζοµενους παρα τινων, φερε δη
εξετασωµεν τι εστι το ρηθεν παρα του Κυριου τω κορυφαιω των αποστολων· «Ει φιλεις µε, φησι, πλειον τουτων, ποιµαινε τα προβατα µου». Οιδα δε οτι εκ των ειρηµενων σαφες τουτο γεγονε και πολλοι των συνετων ισως εγνωσαν ηδη του λογου την δυναµιν, αλλα δει και ηµας δια τους αγνοουντας µικρα τινα προς την υµετεραν αγαπην ειπειν. Ουδεν τοιγαρουν ετερον εστι το ποιµαινειν ει µη η δια (339) του λογου και της διδασκαλιας των ποιµαινοµενων επιµελεια· και τουτο αυτος εδειξεν ο Χριστος ουτως τω Πετρω ειπων· «Ποσακις ητησατο ο Σατανας σινιασαι σε ως τον σιτον; Καγω εδεηθην περι σου, ινα µη εκλειπη η πιστις σου». Ειτα προσεθετο και τουτο ειπειν προς αυτον· «Και συ ουν επιστρεψας ποτε, στηριξον τους αδελφους σου». Τι ουν εστι το «στηριξον τους αδελφους σου»; Εκ του εις σε, φησιν, υποδειγµατος, πληροφορησον µηδεποτε εις απογνωσιν καταστρεφεσθαι, ει τι δ᾿ αν και συµβη αυτοις αµαρτησαι. Τι γαρ χειρον, φησι, του αρνησασθαι µε τον των απαντων δεσποτην; Αλλα µεταµεληθεντα και πικρως κλαυσαντα ευθυς της συµπαθειας σε ηξιωσα και απαρρησιαστον οντα προς εµαυτον µετα και των λοιπων µαθητων εν τω ορει εκαλεσα και ουδε λογω σοι µονω υπερ τουτου ωνειδισα. Λοιπον ουν και συ επιστρεψας στηριξον τους αδελφους σου· ποιµανον τα προβατα µου. Ποιµανεις δε ουκ εν τω εισαγειν και εξαγειν απο νοµων εις νοµας και ευτροφα και πιονα ταυτα τω σωµατι συντηρειν, ουδ᾿ εν τω περικλειειν φραγµοις και τοιχοις, αλλ᾿ εν τω διδασκειν αυτα τηρειν παντα οσα ενετειλαµην υµιν, ου τα µεν τηρειν, των δε καταφρονειν, αλλα παντα φυλαττειν οσα ενετειλαµην υµιν. «Πορευθεντες γαρ, φησι, µαθητευσατε παντα τα εθνη, βαπτιζοντες αυτους εις το ονοµα του Πατρος και του Υιου και του Αγιου Πνευµατος, διδασκοντες αυτους τηρειν παντα οσα ενετειλαµην υµιν». Και επιφερει· «Ο πιστευσας και βαπτισθεις σωθησεται, ο δε απιστησας κατακριθησεται». «Ποιµανε τα προβατα µου». Ο ποιµην των αλογων προβατων ου γεωργιας, ου πραγµατειας, ουκ οικιας, ουκ ευθηνουσων τραπεζων, ου δοξης, ου τιµης φροντιζει· ουδεν ετερον των βιωτικων µεριµνα πραγµατων, ουδε αντεχεσθαι (340) τουτων ολως ανεχεται, αλλα και οικιαν και γυναικα και τεκνα
καταλιπων, ολην εν τη εαυτου ποιµνη την σπουδην επιδεικνυται, αγρυπνων επ᾿ αυτη και µακρας αποδηµιας στελλοµενος, µη κλινην εχων, µη στρωµνην επιφεροµενος, αλλ᾿ υποφερων αιθριος τον καυσωνα της ηµερας και τον παγετον της νυκτος υποµενων διανυκτερευει, ανεµοις και κρυµω και αερι προσπαλαιων αει, και της παραφυλακης και επιµελειας αυτων ουκ αφισταται. Σοι δε εξεστι και εν οικια και εν οδω και επι κλινης και στρωµνης και επι τραπεζης αυτης παρακειµενω ποιµαινειν τα προβατα µου· πως; ∆ιδασκων αυτα την εις εµε πιστιν αθολωτον εχειν και ειλικρινη και αδιστακτον, αγαπαν µε εξ ολης αυτων της ψυχης, εξ ολης της διανοιας, ως αυτους ουτως καγω ηγαπησα. Υπερ αυτων γαρ εθηκα την ψυχην µου και απεθανον. Προθες αυτοις αντι νοµης αλογου την των εµων εντολων ζωοποιον τροφην· διδαξον αυτους δια της εργασιας τουτων και εκπληρωσεως την εξ αυτων µεταληψιν γινεσθαι· νουθετησον και παρακαλεσον αυτους ουτως καθ᾿ ωραν εµπιπλασθαι, ινα εξ αυτων αει κεκορεσµενοι ωσι και εµπεπλησµενοι των εµων αγαθων. Οποια δε τα εµα αγαθα και δια ποιων των πραξεων κτωνται, υποθησεις αυτοις λεγων ταυτα. Πωλησατε τα υπαρχοντα υµων και δοτε ελεηµοσυνην· ποιησατε υµιν βαλαντια µη παλαιουµενα, θησαυρον ανεκλειπτον εν τοις ουρανοις. Αγαπατε τους εχθρους υµων· ευχεσθε υπερ των επηρεαζοντων υµας. Καλως ποιειτε τοις µισουσιν υµας. Μηδεις υµων κακον αντι κακου αποδω τινι. Αφετε και αφεθησεται. Εαν γαρ µη αφητε τοις ανθρωποις τα παραπτωµατα αυτων, ουδε ο Πατηρ υµων ο ουρανιος αφησει υµιν τα παραπτωµατα υµων. Πτωχευσατε τοις χρηµασιν, (341) ινα πλουτησετε πνευµατι· καταφρονησατε της κατω δοξης, ινα της εν ουρανοις απολαυσητε. ∆υο τοινυν πραγµατων ηµιν προκειµενων, ζωης φηµι και θανατου, και δυο κοσµων, του ορωµενου και λυοµενου και του αορατου και αιωνιου και ακαταλυτου, του ενεστωτος και του µελλοντος, και δυο των ενεργουντων επ᾿ αυτοις οντων, αντικαθισταµενων απ᾿ εναντιας αλληλοις, Θεου λεγω και του αντικειµενου αυτω διαβολου, και του µεν σωζειν σπουδαζοντος και προς ζωην και βασιλειαν αιωνιον ηµας προσκαλουµενου, του δε της απωλειας ηµων και του θανατου επιθυµουντος και
ωρυοµενου καθ᾿ εκαστην και τινα καταπιη δια της των προσκαιρων τουτων απολαυσεως ζητουντος και της αιωνιου κολασεως υπευθυνον απεργασεται, φευγειν ηµας δει τον πονηρον εχθρον και πολεµιον και προς το σωζοντα καταφευγειν ∆εσποτην και την παρ᾿ εκεινου επικαλεισθαι βοηθειαν, ινα µη υπο του αρχοντος του σκοτους κατακυριευθωµεν και γενωµεθα υπο τας παγιδας αυτου, δουλευοντες αυτω και τη αµαρτια. Και οτι µεν αρχων του κοσµου και του αιωνιου σκοτους ο διαβολος εστιν, ακουσον αυτου του Χριστου λεγοντος· «Ιδου ο αρχων του κοσµου ερχεται και εν εµοι ευρησει ουδεν». Αρχων δε ουχ ως εξουσιαστης η δεσποτης του κοσµου λεγεται - απαγε της βλασφηµιας, ος ουδε κατα χοιρων εχει την αξουσιαν -, αλλ᾿ ως τους εν αυτω προσηλωµενους δια της επιθυµιας των εν αυτω χρηµατων και πραγµατων καταδουλουµενος και κατεξουσιαζων αυτων. Αρχων δε του σκοτους λεγεται, ως αρχηθεν µεν αυτος εκπεσων του φωτος δια της επαρσεως και κληρονοµος αιωνιως του σκοτους εσοµενος. Ο δε Θεος και δεσποτης ηµων, ως κτιστης και δηµιουργος ων των απαντων, φυσικως και εξουσιαστικως (342) αρχει παντων των επουρανιων και επιγειων και καταχθονιων, φως ων ανεσπερον και απροσιτον, Κυριος παντων και των ενεστωτων και µελλοντων. Οι ουν αυτω πειθοµενοι και τας εντολας αυτου απαρατρωτους φυλασσοντες και των προσκαιρων εν απολαυσει συµµετρω γινοµενοι και ευχαριστως µετ᾿ εγκρατειας τουτων µεταλαµβανοντες, απ᾿ αυτων ηδη τουτων των ορωµενων προς τα αφθαρτα και ειωνια αναγονται, ως τω βασιλει και Θεω των απαντων υποταγεντες και τα προσταγµατα τετηρηκοτες αυτου. Οσοι δε τα εναντια των τουτου εντολων διαπραξονται, µετα του αντικειµενου ευρισκονται ταττοµενοι, Θεου γινοµενοι πολεµιοι αντικρυς, καθως αυτος φησιν ο Σωτηρ· «Ο µη ων µετ᾿ εµου κατ᾿ εµου εστι και ο µη συναγων µετ᾿ εµου σκορπιζει». Μηδεις τοιγαρουν, αγαπητοι, τω αρχοντι του σκοτους και κοσµοκρατορι προστεθη· µηδεις µετ᾿ αυτου ταχθη· µηδεις κατα του Σωτηρος ηµων και Θεου τω διαβολω συν τοις αγγελοις αυτου στρατευθη· µηδεις κατα της εαυτου ψυχης γενηται, µηδε οπως το αιωνιον κληρονοµηση πυρ αγωνισηται· µη, παρακαλω, µη, τεκνα και πατερες και αδελφοι. Φοβερον εστι γενεσθαι ηµας
πολεµιους Θεου και µονον ακουοµενον. Πως δε εστι στρατευσασθαι κατα του Χριστου και υπερ της εαυτου απωλειας τινα αγωνισασθαι ενθεν ερω. Εαν δικαιως η αδικως υβριση σε τις η λοιδορηση η ενδιαβαλη, και µη πραως φερης την ατιµιαν, η λυπηθεις και δηχθεις την καρδιαν µη υπενεγκης και χαλινωσης σου της ψυχης τας κινησεις, αλλ᾿ η ανθυβρισης τον σε υβρισαντα η λοιδορησης η ετερον τι εις αυτον εναντιον διαπραξης, η παλιν τουτων µεν ουδεν εις αυτον απεργαση, απελθης δε µηνιν κατ᾿ αυτου εχων εν τη καρδια σου και µη εξ ολης αφης αυτω της ψυχης και (343) απο καρδιας σου ευξη υπερ αυτου, ιδου εστρατευσω µεν κατα του Χριστου, απ᾿ εναντιας ποιων των προσταγµατων αυτου και πολεµιος εγενου αυτου, απωλεσας δε και την εαυτου ψυχην, επισφραγισας και επικυρωσας τας προσγεγενηµενας σου αµαρτιας και ανεξαλειπτους ταυτας απεργασαµενος. Εαν τις σε παλιν ραπιση εις την δεξιαν σιαγονα, ειτα µη στρεψης αυτω και την αλλην, αλλα µαλλον αντιτυψης αυτον, γεγονας µεν στρατιωτης και υπουργος του αντικειµενου Σαταν, ετυψας δε ου τον αδελφον µονον, αλλα και δι᾿ αυτου τον ειποντα µη τυψαι, προσθειναι δε και την ετεραν µαλλον αυτω. Εαν δε τις χρυσιον αφεληται απο σου η ετερον τι λαθραιως η φανερως, δανεισαµενος τυχον η αρπασας αυτο, ειτα δουναι σοι αυτο µη βουληται, κακοπραγων η και απορων,συ δε µη υπενεγκης ευχαριστως και αµνησικακως, αλλα συρεις εις δικαστηρια τον αφελοµενον τουτο και συνηγορους µισθουσαι, βοηθειαν την εξ ανθρωπων ζητων, και δικαστηριω παριστασαι, ανιωµενος, λυπουµενος, αγων και συρων τον αδελφον, ορκοις και επιορκιαις χρωµενος και παρασκευαζων οµνυναι και επιορκειν τουτον και ψευδεσθαι, ο των αλλων απαντων χειρον εστι, και προς τουτοις φυλακαις παραδιδως αυτον και παντα ποιεις και πραττεις, ωστε τα χρεωστουµενα σοι λαβειν , πως ουχι φανερως και σεαυτου πολεµιος εις; Ο γαρ κελευοµενος τους εν φυλακη επισκεπτεσθαι και το κατα δυναµιν τουτοις διακονειν, τω αιροντι τα σα µη απαιτειν και τω θελοντι σοι κριθηναι και τον χιτωνα λαβειν αφιεναι τουτω και το ιµατιον, ου µονον δε, αλλα και την ιδιαν τιθεναι ψυχην εις θανατον υπερ της του Θεου εντολης, οταν υπερ χρηµατων
απολλυµενων δικαζη, παραβαινων την προσταξιν του Θεου, λυπουµενος, (344) ανιωµενος και φυλακαις καθυποβαλλων τον αδελφον σου, ουχι προδηλως µαινη, Θεον παροργιζων και αυτω πολεµων και σεαυτον αποστερων της αιωνιου ζωης; Ο ουν θελων ποιµαινειν το του Χριστου ποιµνιον και τα τουτου προβατα βοσκειν δια της διδασκαλιας των ειρηµενων, ως αν ευτροφα τη δικαιοσυνη και πολυτοκα ταυτα ποιηση, πως αρα δυναται αγρους µεριµναν επι το αυτο και φροντιδα κτηµατων ποιεισθαι, διεκδικειν τε ταυτα και αποσοβειν τους αδικειν βουλοµενους και επηρεαζειν αυτα, και ποτε µεν προσερχεσθαι δικασταις, ποτε δε αντιλογιαις και ψευδει ανθιστασθαι, εσθ᾿ οτε και αιτιος ορκων και επιορκιων γινεσθαι; Αναγκη γαρ, καν αυτος αληθευη, τους αντιδικους ψευδεσθαι και οµνυειν και επιορκειν φανερως. Ει δε ταυτα ουτω συµβαινουσι γινεσθαι, πως εσται φορητα τη φιλοθεω ψυχη, η πως αυτα τω ειποντι Θεω αρεστα· «Εγω δε λεγω υµιν µη οµοσαι ολως, αλλ᾿ εστω υµων το ναι, ναι, και το ου, ου· το γαρ πλειον τουτου εκ του πονηρου εστι», και παλιν· «Αµην, αµην, λεγω υµιν οτι παν ρηµα αργον ο εαν λαλησωσιν οι ανθρωποι, λογον δωσουσι υπερ αυτου εν ηµερα κρισεως»; Μη δη ουν, ει γε πειθεσθαι τη αληθεια Χριστω και τοις λογοις τουτοις πειθοµεν υµας ανθρωπους οντας, ταις αρχαις και ταις των αλλων επιτρεχετε προστασιαις δια δοξαν ανθρωπινην και τρυφην και απολαυσιν σωµατος, το κριµα του Θεου δεδοικοτες και την φρικτην εκεινην αποφασιν ην δια του προφητου Ιωηλ ο Θεος κατα των αναξιων ποιµαινοντων τα προβατα αυτου απεφηνατο· «Ταδε λεγει, φησιν, Αδωναΐ Κυριος· Ω ποιµενες Ισραηλ, µη βοσκουσιν οι ποιµενες εαυτους; Ουχι τα προβατα βοσκουσιν οι ποιµενες; Ιδου το γαλα κατεσθιετε και τα ερια περιβαλλεσθε και το παχυ εσφαζετε και τα προβατα µου ουκ εβοσκετε. (345) Το ησθενηκος ουκ ενισχυσατε και το αρρωστον ουκ ιασασθε και το συντετριµµενον ου κατεδησατε και το κακως εχον ουκ εσωµατοποιησατε και το πλανωµενον ουκ επεστρεψατε και το απολωλος ουκ επεζητησατε και το ισχυρον κατειργασασθε µοχθω και εν κρατει επαιδευσατε αυτα και εν παιγνιω και διεσπαρη τα προβατα µου δια το µη ειναι ποιµενας». Και µετ᾿ ολιγα· «Ταδε λεγει Αδωναΐ Κυριος· Ιδου εγω επι τους
ποιµενας και εκζητησω τα προβατα µου εκ των χειρων αυτων και καταπαυσω αυτους του µη ποιµαινειν τα προβατα µου». Και παλιν· «Και ο σκοπος εαν ιδη την ροµφαιαν ερχοµενην και µη σαλπιση τη σαλπιγγι και επελθουσα η ροµφαια λαβη εξ αυτων ψυχην, αυτη µεν δια την αυτης αµαρτιαν εληφθη, το δε αιµα αυτης εκ της χειρος του σκοπου εκζητησω». Φοβερα ταυτα και φρικης απασης, ω αδελφοι. ∆ια δη τουτο σπουδασωµεν ποιµαναι µαλλον προτερον καλως εαυτους ως Χριστου ποιµνιον, ως βασιλειον ιεραυτεµα, και καθυποταξαι την σαρκα τω πνευµατι, ινα µη το κρειττον εν ηµιν υπο του χειρονος εκνικαται. Και οποταν εις τον της ταπεινοφροσυνης βυθον εισελθωµεν και τοις ναµασι ταυτης των δακρυων τους σπιλους της αµαρτιας απολουσωµεθα, κτησωµεθα δε πραον και γαληνον το πνευµα εκ συντετριµµενου φρονηµατος, εν πολλη τε διψη της του Θεου δικαιοσυνης κορεσθωµεν των απορρητων αγαθων της βασιλειας αυτου δια της του Πνευµατος παρακλησεως, ειτα, σπλαγχνα οικτιρµου και συµπαθειας εντευθεν αναλαβοντες, κτησωµεθα καθαραν την καρδιαν εν απαθεια τελεια και οψοµεθα το φως του Θεου, αυτο το Πνευµα δηλονοτι το Αγιον ενεργουν και λαλουν εν ηµιν τα κεκρυµµενα µυστηρια της του Θεου βασιλειας, ως τα διεστωτα εν ηµιν εις εν επισυναψαντες (346) φρονηµα δια της βαθειας ειρηνης, και ειρηνευσωµεν πρωτον ηµας αυτους και συµφωνον οργανον δια σωµατος και ψυχης αποτελεσωµεν εαυτους εν ενι Πνευµατι τω Θεω, ου µονον δε, αλλ᾿ οταν και εν πολλοις πειρασµοις, εν πολλαις θλιψεσι και συµφοραις υποµεινωµεν τον Χριστον και ανεχωµεθα διωκοµενοι και βλασφηµουµενοι παρακαλωµεν και καταρωµενοι ευλογωµεν, µη λογιζοµενοι το κακον εν µηδενι µηδαµως, αλλα παντα στεγωµεν, παντα υποµενωµεν, το δοκιµιον ηµων ασαλευτον τηρουντες απο της αποβαθρας των αρετων, και ουτως, δια παντων και εν πασι τοις ειρηµενοις, οταν την κατα Χριστον αυξησωµεν ηλικιαν και αναδραµωµεν εις ανδρα τελειον, εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου, εν γνωσει τελεια Θεου και εν σοφια των υπο του παναγιου Πνευµατος χορηγουµενων λογων και µυστηριων, τοτε και επι τη των αλλων ωφελεια ως δουλους εσχατους εαυτους επιδωσωµεν, ει γε και καλουµεθα ανωθεν,
κατα την του Κυριου φωνην· «Ο θελων ειναι πρωτος εν υµιν, εστω παντων δουλος και παντων διακονος». Εως δε εις τουτο δια πολλων αγωνων ου φθασωµεν, σχολασωµεν, παρακαλω, υποτασσοµενοι τοις κατα Θεον πατρασιν ηµων και αυτω τω συνεχοντι παντα Θεω, καθ᾿ εκαστην µετανοουν τες και τοις κατα Θεον δακρυσι καθαιροµενοι, ως αν δυνηθωµεν γνωναι Θεον και οτι αψευδης εστι τα επηγγελµενα παρ᾿ αυτου διδοναι τοις αγαπωσιν αυτον και ποιουσιν αυτου τα θεια προσταγµατα· ος και και αποδωσει εκαστω τον µισθον κατα τα εργα αυτου, ηνικα την βασιλειαν παραδωσει, τα παντα υποταγεντα αυτω τω Θεω και Πατρι, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις, νυν και αει και εις τους ατελευτητους αιωνας των αιωνων· αµην. ΛΟΓΟΣ ΙΒ΄ (347) Εις το ρητον το λεγον του Αποστολου· «Εξαγοραζοµενοι τον καιρον, οτι αι ηµεραι πονηραι εισι». Και πως εξαγοραζεται τις φρονιµως τον καιρον της παρουσης ζωης. Ουδεν ουτως ετερον των αλλων απαντων ωφελιµωτερον ψυχη, νυκτος και ηµερας εν τω νοµω του Θεου µελεταν αιρουµενη, ως η των θειων Γραφων ερευνα. Εν αυταις γαρ εγκεκρυµµενη ουσα η διανοια της του Πνευµατος χαριτος, ηδονης απασης πληρουσθαι ποιει την νοεραν αυτης αισθησιν, και ολην απο των γηΐνων και της των ορωµενων ταπεινωσεως αρασα, αγγελοειδη ταυτην και αγγελοις αυτοις οµοδιαιτον απεργαζεται. Αλλα γαρ ιδωµεν τι καθ᾿ εκαστην ηµιν ο θειος Αποστολος οµιλει και των αυτου θεοπνευστων ρηµατων τινα συνετως εξετασωµεν, ινα και τον εν αυτοις αποκειµενον πλουτον πλουτησωµεν και την του Πνευµατος χαριν εκειθεν τρυφησωµεν εις ακενωτον ευφροσυνην ψυχης και απολαυσιν. Τι ουν εστι το παρ᾿ ηµων ερευνωµενον; Ο παραινει λεγων ο Παυλος· «Εξαγοραζοµενοι τον καιρον, οτι αι ηµεραι πονηραι εισιν». Αλλ᾿ απο των βιωτικων πραγµατων σκοπησαντες, και τουτο καλως καταµαθωµεν. Ωσπερ γαρ πας εµπορος και χειροτεχνης και γεωργος, αλλα µην και πας τις αλλος ο την τυχουσαν µετερχοµενος τεχνην, σπουδης οτι µαλιστα και επιµελειας
χρηζει πολλης εις το εργον (348) αυτου, ως, εαν µικρον χρονον η βραχειαν ωραν αµεληση, µεγαλην υφισταται την ζηµιαν, ουτω και επι των πνευµατικων αγωνων και εργων και πραξεων συµβαινει γινεσθαι. Αλλα γαρ ως εν υποδειγµατι πρωτον περι ενος τουτων των εµπορευοµενων ειπωµεν λεπτοµερεστερον προς την αγαπην υµων. Εαν οι εµποροι παντες προς την πανηγυριν τρεχουσιν εµπορευσασθαι τι και κερδησαι απο της πραγµατειας αυτων, εις δε τουτων τους µεν βλεπειν προαγοντας αυτου, τους δ᾿ οπισθεν αυτου ερχοµενους και σπουδη πολλη φθαζοντας αυτον, η προς της οικιας αυτου καθεζοµενος ορα διερχοµενους αυτους και προς την πανηγυριν µετα σπουδης απερχοµενους, αυτος ραστωνη και ραθυµια κρατουµενος, ου µονον δε, αλλα και µεθη και τρυφη προσασχολουµενος και φιλτρω πορνης γυναικος ελεεινως κατεχοµενος, ου προαιρειται δραµειν εις την εµποριαν, ηµεραν εξ ηµερας αναβαλλοµενος, ουχι ουτοι µεν εξηγορασαντο τον καιρον της ζωης αυτων, εµπορευσαµενοι και µετα κερδους µεγαλου υποστρεψαντες, εκεινος δε απωλεσεν αυτον, εις ανωφελη και µαταια τουτον εξαναλωσας, ειτ᾿ ουν απεµπολησας αυτον; Ει δε και την πανηγυριν συν αυτοις καταλαβη και παντες µεν εκεινοι χρυσιον επιφεροµενοι, ευθυς προς πραγµατειαν χωρησουσι και αλλος µεν αλλο τι εξωνησεται, δι᾿ ου κερδησαι επ᾿ αυτω ελπιζει, εκεινος δε µηδεν ολως επιφεροµενος περιτρεχει ζητων ευρειν ποθεν και δανεισασθαι, η και µετα το ευρειν χρυσιον, εαν ληθη η πανηγυρις και καταλειφθη απραγµατευτος, ουχι και αυθις απωλεσε τον καιρον, ανευ χρυσιου εις την πανηγυριν απελθων; Ει δε και χρυσιον επιφεροµενος την πανηγυριν καταλαβη, εαν αφεις εν σπουδη πραγµατευσασθαι αρξηται τας σκηνας των καπηλων και των µαγειρων και των τα λοιπα βρωµατα απεµπολουντων περιϊεναι και ποτε µεν εκ τουτων ποτε δε (349) εξ ετερων λιχνευοµενος εσθιη και πινη, και ου τουτο µονον, αλλα και εαν µεθη και ασελγειαις καταδαπανηση το χρυσιον αυτου, ουχι και ουτος τον καιρον απωλεσε και τα προσοντα αυτω αφρονως κατεδαπανησεν; Ο δε και εν τη πανηγυρει µετα χρυσιου παραγινοµενος και µηδεν εξ ων ειποµεν εναντιον διαπραττοµενος, αλλα µετα των
συνεµπορων αυτου εισελθων εν αυτη, εαν µονον απασαν την πανηγυριν περιερχηται, κατασκοπων και καταµανθανων ποτε µεν τους γνωριµους, ποτε δε και τους µη γνωριζοµενους αυτω, οικειους τε και αλλοτριους, πως εκαστος αυτων πραγµατευεται, αυτος δε µηδεν πραγµατευσηται και ουτως ακαιρως περιερχοµενου αυτου διαλυθειη παλιν η πανηγυρις, παντων αυτοµολησαντων εις τα οικεια, ουχι οι εµπορευσαµενοι µεν τον καιρον εξηγορασαντο εν σπουδη, τα τω καιρω πρεποντα εργασαµενοι και κερδος εκειθεν εαυτοις περιποιησαµενοι, ο δε περιεργαζοµενος τα αλλοτρια και µη πραγµατευσαµενος, ει και συνην αυτοις, εζηµιωθη τον καιρον, µηδεν εκ του ευρηθηναι εις την πανηγυριν ωφεληθεις; Ει δε και αλλοι µεν αυθις τη προσδοκια του κερδους και ληστων εφοδου και κοπου οδοιποριας και µακρας οδου καταφρονουσιν, ο δε, φοβω τουτων βαλλοµενος, καν υπο παντων παρακαληται συνοδοιπορησαι αυτοις, καν υποσχοµενους φυλαττειν αυτον ακουη απο των προσδοκωµενων αυτω κακων, ου προαιρειται ακολουθησαι αυτοις και απελθειν πραγµατευσασθαι µετ᾿ αυτων εν τη πανηγυρει, ουχι οι µεν καιρον εξηγορασαντο, καλως πραγµατευσαµενοι και κερδησαντες, ο δε τουτον αφρονως εζηµιωθη, φοβηθεις εκει φοβον ου ουκ ην φοβος; Ουτω τοιγαρουν εστι και επι παση πραξει και εργασια πνευµατικη. Οταν γαρ αλλοι εν ταις εντολαις πορευωνται του Θεου και τας αρετας πασας µετα σπουδης και θερµης εργαζωνται, (350) ηµεις δε εν αµελεια και αργια διαγωµεν, εκεινοι µεν εξηγορασαντο τον καιρον και τα µεγιστα ωφεληθησαν, ηµεις δε και εαυτους και τον καιρον απωλεσαµεν. Αλλα γαρ ετι το νοηµα εξετασωµεν. Τι ουν φησιν· «Εξαγοραζοµενοι τον καιρον, οτι αι ηµεραι πονηραι εισιν»; Πως ουν εξαγοραζεται τις τον καιρον και τις εστιν ουτος και τινες αι πονηραι ηµεραι δι᾿ ας οφειλοµεν εξαγοραζεσθαι τον καιρον; Καιρος πραγµατειας ανθρωπου παντος ο χρονος ουτος εστι της παρουσης ζωης· ταυτης δε της ζωης προδηλως πονηραι εισιν αι ηµεραι τοις µη καλως χρωµενοις αυταις. Πας ουν ο σωφρονως και δικαιως µετα φρονηµατος υγιους πολιτευοµενος εν τω βιω και φερων εν αδρια και υποµονη ψυχης τα επιπονα
και λυπηρα των επερχοµενων αυτω πειρασµων τε και θλιψεων, ειτε εξ ορατων, ειτε εξ αορατων εχθρων, εξαγοραζεται τον καιρον φρονιµως και καταπραγµατευεται των πονηρων ηµερων της παρουσης ζωης. Και ινα τουτο σαφεστερον γενηται, εκ των επισυµβαινοντων καθ᾿ εκαστην τω βιω τον λογον ποιησοµαι. Ο ειδως καλως τον παροντα πραγµατευσασθαι καιρον, οποταν θλιψεις επενεχθωσι και ονειδη και ατιµιαι και σκωµµατα, ως γνωριζων τα χρηµατα και το εξ αυτων κερδος σαφως προειδως, αρπαζει ταυτα και αιρει επ᾿ ωµων αυτου και χαιρων πορευεται, υποµονην µονην αντι χρυσιου καταβαλλοµενος και ουτως εξαγοραζεται τον καιρον εν µια ροπη, ον ετεροι εν πολλοις ετεσι νηστευοντες, αγρυπνουντες, χαµευνουντες και πολλα οικαδε κοπιωντες, ευρειν η λαβειν η κερδησαι ου δυνανται. Ο δε µη ειδως ουτως πραγµατευσασθαι απολλει τον καιρον της σωτηριας αυτου. Ει δοκει δε, και αλλως εν υποδειγµατι τον λογον γυµνασωµεν. ∆υο τινων εις παραβασιν εντολης Θεου τυραννικως προσκαλουµενων υπο τινος, ει ο µεν αυτων δειλια και φοβω των µελλοντων επενεχθηναι αυτω κολασεων και τιµωριων φυγη χρησοιτο και απελθων κρυβηθη, (351) ο δε γε ετερος παρρησιασεται και πολλας υπερ της εντολης του Θεου βασανους υπενεγκη, η και θανατον αυτον υποστη, ποιος τουτων εξηγορασατο τον καιρον; Ο κρυβεις και τας θλιψεις διεκφυγων, η ο πολλα παθων και υπενεγκων η και ισως αποθανων; Ευδηλον οτι παντως ο τας θλιψεις υποµεινας και τον θανατον µη παραιτησαµενος ουτος εστιν ο τον καιρον εξαγορασαµενος, ο ετερος δε συν τω καιρω και την σωτηριαν της εαυτου ψυχης εζηµιωθη. Τοιγαρουν οι ορθως φρονουντες δια θλιψεων και πειρασµων των ενταυθα, τα αιωνια αγαθα και την αληκτον ευφροσυνην αξαγοραζονται και δια του σωµατικου θανατου την µετα του αθανατου και αιωνιου Θεου αιωνιον και αθανατον διαγωγην τε και κατοικιαν. Και καθαπερ εµπορος, πολλα τινα και πολυτιµα ευρων πραγµατα, ολιγω τιµηµατι πιπρασκοµενα, οβολω τυχον ενι η νοµισµατι, µετα χαρας αυτο και εν σπουδη αποδιδωσι, τα τιµια εκεινα λαβειν εφιεµενος, ουτω και ο υπερ εντολης Θεου αγωνιζοµενος εν ευφροσυνη και σπουδη θανειν αιρεται, ως δι᾿ οβολου ενος, του θανατου λεγω, τα αιωνια µελλων κτησασθαι
αγαθα. Ουχ ουτως δε οι φιλοκοσµοι, ουχ ουτως οι φιλοζωοι, οι φιλοδοξοι, οι φιλοσαρκοι, οι φιληδονοι και οι φιλοπλουτοι· αλλ᾿ επαν προς παραβασιν εντολης Θεου προσκληθωσιν υπο τινος των εν υπεροχη κοσµικη τυγχανοντων, την παρ᾿ αυτου αγανακτησιν και ατιµιαν η αποστροφην και χρηµατων ζηµιαν υπενεγκειν µη δυναµενοι, προδιδουσι τα αιωνια και ατιµητα και εξαγοραζονται αφρονως τα προσκαιρα και φθαρτα και µηδενος αξια, και απολλυουσι την εαυτων σωτηριαν, αυτην δηλαδη την ζωην την αιωνιον· οι και την ανεσιν εξωνησασθαι εν ολιγαις ηµεραις προτιµωνται και εις αιωνας απειρους κολαζεσθαι πραγµατευονται της παρουσης ζωης αυτων τον καιρον. Οπερ ινα µη παθωµεν και ηµεις, εξαγορασωµεθα, παρακαλω, τον παροντα καιρον, εως ετι η πανηγυρις της ζωης ηµων ισταται, (352) επειδη αι ηµεραι αυτης λιαν εισι πονηραι, µυρια καθ᾿ εκαστην επεγειρουσαι τα κυµατα της κυµαινοµενης καθ᾿ ηµων αλµυρας αµαρτιας, ποτε µεν δια της ευπαθειας του σωµατος και των ατακτων αυτου κινηµατων ζαλης και τρικυµιας πληρουσαι ηµων τας ψυχας, ποτε δε δια των επιτιθεµενων ηµιν ορατων και αορατων εχθρων εις αθυµιαν και επιθυµιαν και θυµον αγριον εµβαλλουσαι και διεγειρουσαι τας καρδιας ηµων και δια των τοιουτων µακραν ολους ηµας ποιουσαι της βασιλειας των ουρανων. Εξαγορασωµεθα ουν τον καιρον ηµων της ζωης, διδουντες τας προθεσεις ηµων και ολους εαυτους εις µονην την εργασιαν των εντολων του Θεου, εις µονην την κτησιν και το κερδος της αρετης, ινα εν αγωγιµοις των χαρισµατων του Πνευµατος εις λιµενας Θεου καταντησωµεν και φυγωµεν τας πονηρας εκεινας ηµερας και την ακοην εκεινην την πονηραν, την τους αµαρτωλους αποπεµπουσαν εις το πυρ το εξωτερον το ητοιµασµενον τω διαβολω και τοις αγγελοις αυτου. Εξαγορασωµεθα την φρονησιν ηµων της ψυχης δια της των ορωµενων καταφρονησεως και της των κρειττονων µελετης και εργασιας, και φευξοµεθα το φρονηµα της σαρκος, ο αρεσαι Θεω ου δυναται, αλλ᾿ ουδε της απολαυσεως των προσκαιρων αρπασαι ηµας και προς τα διαµενοντα και αιωνια εµβιβασαι ηµων την διανοιαν· ο ζησαι κατα Θεον ουκ εα τον κρατουµενον υπ᾿ αυτου, αλλα κατασπα την ψυχην αει µαλλον εις τας
κτηνωδεις ορµας της σαρκος και ολον κτηνωδη τον ανθρωπον απεργαζεται. Εξαγορασωµεθα την δικαιοσυνην ηµων, δι᾿ ης Θεω οικειουµεθα, δια πασης ευσεβειας και διακρισεως διακρινοντες του δικαιου το αδικον και προτιµουµενοι την αρετην της κακιας, (353) µη διδουντες τω πονηρω εισοδον η παρρησιαν εις ολεθρον εαυτων και απωλειαν, αλλ᾿ απονεµοντες την τιµην εκαστω αξιως, και τω µεν σωµατι παρεχοντες αυταρκως διατροφας και σκεπασµατα, τη δε ψυχη, το ολον ηµων της δυναµεως εν µελετη θεια των εννοιων, εν ευχαις, εν δακρυσι τε και αναγνωσεσιν αυτην διατρεφοντες και καθαιροντες εις υποδοχην του θειου φωτος, αυτου του ηλιου της δικαιοσυνης Θεου, ος και δικαιωσει δια της δωρεας του Αγιου Πνευµατος αυτου και δικαιους ηµας αποδειξη τη συναφεια αυτου, κοινωνους των απορρητων αγαθων της βασιλειας αυτου εργαζοµενος. Εξαγορασωµεθα την αδριαν των ιδιων ψυχων εν υποµονη πολλη και καρτερια των πειρασµων κατα την του Κυριου φωνην· «Εν τη υποµονη υµων, φησι, κτησασθε τας ψυχας υµων», ανδρειω δηλονοτι φρονηµατι κατα της αµαρτιας ισταµενοι και τον πολεµιον βαλλοντες τοις οπλοις του Πνευµατος, κακοπαθουντες ως καλοι στρατιωται Χριστου εν νηστειαις, εν αγρυπνιαις, εν χαµευνιαις, εν ευχαις, εν πενθει, εν σακκω και µετανοια και αεναοις δεησεσι, ινα τον στεφανον της νικης αραµενοι εις αιωνας συµβασιλευσωµεν τω Χριστω. Εξαγορασωµεθα την σωφροσυνην του σωµατος ηµων δια πασης εγκρατειας και ταπεινωσεως, επειδη ο νοµιµως αθλων και αγωνιζοµενος εν τω σταδιω της ευσεβειας παντα εγκρατευεται κατα τον θειον Αποστολον. Εαν γαρ ταυτην κτησωµεθα, φευξοµεθα τας πονηρας ηµερας της αλογου επιθυµιας και του θυµου και αυτης της σαρκος της οντως πολεµιας του Πνευµατος· φευξοµεθα τον µολυσµον τον εκ των τοιουτων γινοµενον τη ψυχη, (354) την του συνειδοτος κατακρισιν, την της καρδιας ακαθαρσιαν, την των ανθρωπων καταγνωσιν, αυτην την αποστροφην του Θεου, και µεγαλα εν τη πνευµατικη ταυτη πραγµατεια κερδανουµεν, τον καιρον φρονιµως πραγµατευσαµενοι της παρουσης ζωης και την οδον του βιου διελθοντες εν δικαιοσυνη και σωφροσυνη, το βαρος δηλαδη και
τον καυσωνα της ηµερας ανδρειας βαστασαντες. Ουτω γαρ τον παροντα καιρον πραγµατευοµενοι, παραχωρουντες τοις βουλοµενοις τα προσκαιρα και µονων των αφθαρτων και αιωνιων αντιποιουµενοι, καταντησοµεν εις ευδιον λιµενα της του Θεου βασιλειας εν αγωγιµοις πλουσιως του Πνευµατος και ου φοβηθησοµεθα η την πονηραν εκεινην ακοην την τους αµαρτωλους ελαυνουσαν εις το πυρ το εξωτερον, η τας πονηρας εκεινας βασανους και την φρικτην ηµεραν και καταδικην της κρισεως, αυτον επιφεροµενοι τον πολυτιµον µαργαριτην του Πνευµατος, ον ευροµεν και εξωνησαµεθα, παντα δεδωκοτες ηµων τα θεληµατα, τα φρονηµατα, τας προθεσεις και τας δυναµεις εν τη πραγµατεια του καιρου της παρουσης ζωης. Ου γενοιτο παντας ηµας επιτυχειν, καλως πραγµατευσαµενους τον παροντα βιον της ενταυθα ζωης, χαριτι και φιλανθρωπια του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, ω η δοξα συν τω Πατρι και τω Αγιω Πνευµατι νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων· αµην. ΛΟΓΟΣ ΙΓ΄ (355) Εις το ρητον του Αποστολου· «Ο πρωτος ανθρωπος εκ γης χοϊκος, ο δευτερον ανθρωπος ο Κυριος εξ ουρανου». Και πως τον χοϊκον αποτιθεµεθα ανθρωπον και τον Χριστον ενδυοµεθα, συγγενεις αυτου και αδελφοι χρηµατισαντες. Καλως ηµας εστιασας ο µακαριος Παυλος εν τη προτερα των θειων λογων αυτου τραπεζη και κατευφρανας ηµων τας καρδιας, ετεραν αυθις προτιθησιν ηµιν εις εστιασιν τραπεζαν των θεοπνευστων ρηµατων αυτου, πληρη µεν εδεσµατων πνευµατικων και αφ᾿ ων ο εσω ηµων οιδε τρεφεσθαι ανθρωπος, ευφραινοµενος οµου και στηριζοµενος την καρδιαν τω αρτω του λογου τω ζωτικω και τω οινω τω ευφραινοντι της σοφιας και γνωσεως του Θεου, πληρη δε και χαριτος θειας του Πνευµατος, αφ᾿ ου πληρουται πασης ευφροσυνης και ηδονης η ψυχη και, τα κατω λιπουσα του βιου, προς ουρανους και Θεον κουφω τω πτερω της διανοιας ανερχεται. Ιδωµεν ουν τις η τραπεζα αυτη του Αποστολου και τι τα ταυτης εδεσµατα. Αλλ᾿
επαρωµεν τας διανοιας ηµων απο των γηΐνων και φθειροµενων και, ως λογιων Θεου µελλοντες ακουειν, προσεχωµεν τοις λεγοµενοις µετα ακριβειας απασης, ινα και αξιως συνεστιαθηναι αξιωθωµεν τω λεγοντι Πνευµατι δια του Αποστολου τα κεκρυµµενα µυστηρια της βασιλειας των ουρανων. (356) Φησι δε· «Ο πρωτος ανθρωπος εκ γης χοϊκος, ο δευτερος ανθρωπος ο Κυριος, εξ ουρανου». Μη απλως παραδραµης τον λογον και ως ευεπιβολον τουτον υπολαβης, αγαπητε· βαθος γαρ πολυ νοηµατων εγκειται εις την του παροντος λογου διανοιαν, πολλης δεοµενον της ερευνης και προσοχης. Αλλα την ακοην υποθες ετοιµην, και ειση το εγκεκρυµµενον εν αυτω βαθος των µυστηριων Θεου.» «Ο πρωτος ανθρωπος εκ γης χοϊκος, ο δευτερος ανθρωπος ο Κυριος εξ ουρανου. Οιος ο χοϊκος, τοιουτοι και οι χοϊκοι· και οιος ο επουρανιος, τοιουτοι και οι επουρανιοι». Πρωτον και χοϊκον ανθρωπον τον Αδαµ φησι, καθως γεγραπται· «Και επλασεν ο Θεος τον ανθρωπον χουν λαβων απο της γης». Πλασθεις ουν χοϊκος απο της γης και πνευµα λαβων ζωης, ο ψυχην νοεραν και εικονα Θεου οιδεν ο Λογος καλειν, ετεθη εν τω παραδεισω, λαβων εντολην εργαζεσθαι και φυλασσειν. Τινα τροπον; Ινα, εως αν ταυτην φυλασσοι και εν ταυτη εργαζοιτο, αθανατος διαµενη και αϊδιως τοις αγγελοις συναµιλλαται και συν αυτοις αεναως τον Θεον ανυµνη και δεχηται τας εκειθεν ελλαµψεις και Θεον ορα νοερως και των εκεινου επακουη θειων φωνων, η δ᾿ αν ωρα την δοθεισαν αυτω εντολην παραβη και φαγη απο του ξυλου, ου προσεταξεν αυτω ο Θεος µη φαγειν, θανατω παραδοθη και τους οφθαλµους της ψυχης πηρωθη, την καταστολην της θειας δοξης αποδυθεις, και εµφραγη τα ωτα και αυτης της µετα των αγγελων εκπεση διαγωγης και του παραδεισου εκδιωχθη. Ο και παραβαντι συνεβη και εξεπεσε της αθανατου και αϊδιου ζωης. Απαξ γαρ την εντολην του Θεου ο Αδαµ παραβας και τω απατεωνι διαβολω το ους εαυτου παρασχων ψιθυρισαι και πεισθεις αυτω, των δολιων αυτου ρηµατων ακουτισθεις, (357) λαλουντι κατα του πεποιηκοτος ∆εσποτου, του ξυλου εγευσατο και, αισθητως αναβλεψας, εµπαθως τε την γυµνωσιν του σωµατος αυτου θεασαµενος και ιδων, απαντων εστερηθη δικαιως των αγαθων, κωφευσας του
µηκετι επακουειν ωσι βεβηλοις λογους θειους θεοπρεπως τε και πνευµατικως, τους ενηχουµενους µονοις τοις αξιοις αυτοις, αλλα γαρ µητε την δοξαν εκεινην την αρρητον καθοραν, ως αποστησας εκ ταυτης εκουσιως τον νουν αυτου και κατανοησας εµπαθως τον του δενδρου καρπον και τω ειποντι πιστευσας οφει· «Η δ᾿ αν ωρα φαγητε απ᾿ αυτου, εσεσθε ως θεοι, γινωσκοντες καλον και πονηρον. Ουτος ουν ο χοϊκος ανθρωπος ελπιδι θεωσεως απατηθεις και µεταλαβων εξ αυτου, τον νοητων απαντων και ουρανιων αγαθων ολικως απεστερηθη και εις την εµπαθη των επιγειων και ορωµενων κτισµατων αισθησιν κατηνεχθη· και γεγονεν, ινα τα αυτα παλιν ειπω, προς τα εξ ων εξεπεσε κωφος, τυφλος, γυµνος, αναισθητος, θνητος τε αυ και φθαρτος και αλογος, τοις ανοητοις οµοιωθεις κτηνεσι κατα τον ουτω βοωντα προφητην· «Παρασυνεβληθη τοις κτηνεσι τοις ανοητοις και ωµοιωθη αυτοις». Εµαθες εξ οιας δοξης και αθανατου τρυφης τε και διαγωγης εις οιαν ατιµιαν ο ανθρωπος κατηνεχθη, εις οιαν αισχυνην και αγνοιαν, εις οιαν πτωχειαν εκ πλουτου πολυολβου κατεπεσεν; Ουτω τοινυν εγενετο και ην, ει και µη παντα ειπειν ηδυνηθηµεν, ο πρωτος ανθρωπος, ο εκ γης χοϊκος. Ιδωµεν ουν και απο των θειων διδαχθωµεν Γραφων οποιος υπαρχει και ο δευτερον ανθρωπος, ο Κυριος εξ ουρανου. Ουτος, Θεος εκ Θεου, αναρχου πατρος αναρχον γεννηµα, ασωµατου ασωµατον, ακαταληπτου ακαταληπτον, αιωνιου αιωνιον, απροσιτου απροσιτον, αχωρητου αχωρητον, (358) αθανατου αθανατον, αορατου αορατον, Λογος Θεου και Θεος, δι᾿ ου τα παντα εγενετο τα εν τω ουρανω τα επι της γης και, ινα συνελων ειπω, ουτως ων και τοιουτος µενων εν τω Πατρι και τον Πατερα εχων µενοντα εν αυτω, µη χωρισθεις εξ αυτου, µη καταλιπων ολως αυτον, κατηλθεν επι της γης και εσαρκωθη εκ Πνευµατος Αγιου και Μαριας της παρθενου· και ενηνθρωπησεν, ισος ηµιν ατρεπτως κατα παντα γενοµενος χωρις αµαρτιας, ινα δια παντων των ηµετερων διελθων αναχωνευση και ανακαινιση τον πρωτον εκεινον ανθρωπον και δι᾿ εκεινου παντας τους εξ αυτου γεννηθεντας και γεννωµενους, οµοιους οντας τω τεκοντι αυτους. Επειδη γαρ ο τεκων Αδαµ φθαρτος και θνητος, προσθησω δε και κωφος και τυφλος, απο της παραβασεως γεγονε, γυµνος τε
της ενθεου καταστολης και αναισθητος εχρηµατισεν, οιος ουτος ο χοϊκος, τοιουτοι και παντες οι εκ αυτου γεννηθεντες χοϊκοι γεγονασι, φθαρτοι, θνητοι, κωφοι, τυφλοι, γυµνοι και αναισθητοι, µηδεν των αλογων διαφεροντες ζωων, η χειρονες µαλλον ειπειν και αυτων εκεινων υπαρξαντες, ως τα καθ᾿ εκαστον παθη συµπεριλαβοντες εκεινων και εν εαυτοις ταυτα επισπασαµενοι. Εις τοσαυτην γαρ αγνοιαν Θεου και των θειων αυτου εντολων κατηνεχθησαν οι εκ του χοϊκου τουτου χοϊκοι γεννηθεντες, ωστε ην ωφειλον απονειµαι Θεω την τιµην τη ορωµενη ταυτη κτισει απενειµον, και ου µονον ουρανω και γη και ηλιω, σεληνη τε και αστροις και πυρι και υδατι και λοιποις, αλλα γαρ και αυτα τα αισχρα θεοποιησαντες παθη α µηδε εννοειν, µη οτι γε πραττειν, αυτους ο Θεος απηγορευσεν, ως θεους - ω της αναισθησιας – στησαντες προσεκυνησαν. Τινα ταυτα; Πορνειαν, µοιχειαν, ανδροµανιαν, αλληλοφονιαν, και ει τι τουτοις παροµοιον, ατινα ουχ ο Θεος - απαγε της βλασφηµιας - αλλ᾿ ο διαβολος (359) και προσταττει και υποβαλλει και αποδεχεται, δι᾿ ων κατεδουλωσατο και καταδουλουται απαν το των ανθρωπων γενος και υποχειριους αυτου και δουλους πεποιηκε και ποιει. Οθεν, καν ευρεθη τις παλαι εκ των απειρων εκεινων µυριαδων και χιλιαδων µη υποκυψας αυτου τοις αισχροις προσταγµασι και θεληµασι τουτοις, αλλ᾿ επει και αυτος δια το καταγεσθαι εκ του σπερµατος των αµαρτησαντων δουλος ην του τυραννου θανατου και τη φθορα τουτου παρεδιδοτο και τω αδη ασυµπαθως παρεπεµπετο, µηδενος οντος δηλαδη του δυναµενου σωσαι και αυτον εκλυτρωσασθαι, δια δη τουτο οικτειρησας ο ποιησας ηµας Θεος Λογος κατηλθεν, ως οιδε, και εγενετο ανθρωπος ουκ εκ συνουσιας η ρευσεως - , αλλ᾿ εκ Πνευµατος Αγιου και Μαριας της αειπαρθενου. Αναλαβων γαρ εκ των παναγνων αυτης αιµατων σαρκα εψυχωµενην, εγενετο ανθρωπος, σαρξ ολος αυτος χρηµατισας και γεγονως, ο Υιος και Λογος του Θεου δηλονοτι, ατρεπτως, αναλλοιωτως, καθως γεγραπται· «Και ο Λογος σαρξ εγενετο και εσκηνωσεν εν ηµιν». Τουτο το πασιν ακαταληπτον και πασιν ακατανοητον θαυµα, οτι ο αυτος και ατρεπτος εµεινε τη θεοτητι και ανθρωπος γεγονε τελειος.
Καθαπερ γαρ τον Αδαµ απο της γης επλασεν ο Θεος και πνευµα ζωης αυτω εχαρισατο, και εγενετο ανθρωπος τελειος εις ψυχην ζωσαν ανευ συνουσιας και ρευσεως, ουτως ο εκεινον δηµιουργησας ανευ συνουσιας και ρευσεως ανθρωπος γινεται· και ωσπερ εκει γεγραπται εν τη παλαια οτι εβαλεν ο Θεος εκστασιν επι τον Αδαµ και υπνωσε και λαβων µιαν των πλευρων αυτου ανωκοδοµησε και εποιησε την γυναικα, ουτω και ενταυθα πεποιηκε. Πως και τινα τροπον; Προσεχε. Η πλευρα του Αδαµ εστιν η γυνη. Εξ αυτης ουν της πλευρας του Αδαµ, ηγουν απο της γυναικος αυτης, (360) ελαβεν ο Θεος Λογος σαρκα εψυχωµενην και ωκοδοµησεν αυτην εις ανδρα τελειον, ινα γενηται υιος επ᾿ αληθειας του Αδαµ· ανθρωπος δε χρηµατισας και γεγονως οµοιος ηµιν κατα παντα πλην αµαρτιας, παντων ευθυς ανθρωπων συγγενης το κατα σαρκα εγενετο.Τουτο γαρ και ετερος τις των προ ηµων εφη ουτως ειπων· «Την σαρκα ενδυσαµενος, ενεδυσατο και την αδελφοτητα». Αλλ᾿ αυτος Θεος οµου και ανθρωπος, και η σαρξ αυτου και η ψυχη αυτου αγια και υπεραγια ην και εστι· Θεος αγιος, ωσπερ ην, ο αυτος και εστι και εσται· αµωµος και γαρ ην η Παρθενος, ασπιλος και αµιαντος· τοιαυτη δε ην και η εκ του Αδαµ αφαιρεθεισα πλευρα. Οι δε γε λοιποι των ανθρωπων, ει και αδελφοι και συγγενεις αυτου το κατα σαρκα υπηρξαν, αλλα χοϊκοι οντες τοιουτοι εµειναν και ουχι ευθυς εγενοντο αγιοι και υιοι Θεου. Αλλα προσεχετε ακριβως τω ταυτα λεγοντι Πνευµατι· εγενετο ανθρωπος ο Θεος, απαντων δε ανθρωπων συγγενης και αδελφος εχρηµατισε. Μονος ουν Υιος Θεου και Θεος και ανθρωπος ων, µονος ην και εστιν αγιος, ως εσται εις τους αιωνας, µονος δικαιος, µονος αληθινος, µονος αθανατος, µονος φιλανθρωπος, µονος ελεηµων και ευσπλαγχνος, µονος δυναστης, µονος φως του κοσµου και φως ων το απροσιτον. Τοιουτου τοινυν οντος αυτου, ηµων δε κειµενων εν τω θανατω και τη φθορα και µηδεµιαν κοινωνιαν ολως εχοντων µετ᾿ αυτου, ει µη µονην, ως εφαµεν, την κατα σαρκα συγγενειαν, εµεσιτευσεν ανα µεσον των αµφοτερων, Θεου φηµι και ανθρωπων, η πιστις η εις αυτον, ινα επειπερ πτωχοι οντες και µηδεν ολως εχοντες εισενεγκειν τη σωτηρια ηµων, αντι παντων την εις αυτον πιστιν δεξαµενος, (361) ελεησας ηµας ο Θεος την
των αµαρτηµατων αφεσιν και την απαλλαγην του θανατου και της φθορας και την ελευθεριαν ηµιν χαρισηται· ας και µεχρι του νυν χαριζεται τοις ολοψυχως πιστευουσιν εις αυτον, και ου µονον ταυτα, αλλα και τα λοιπα α ηµιν επηγγειλατο και δια των αγιων ευαγγελιων καθ᾿ εκαστην ηµιν επαγγελεται. Τινα εισι ταυτα; Του δι᾿ υδατος και Πνευµατος αναγενναν και αναπλαττειν ηµας και συναριθµειν τοις δουλοις αυτου τοις αγιοις, του παρεχειν ηµιν την χαριν του Πνευµατος αυτου του Αγιου και διδοναι ηµιν µετασχειν δι᾿ αυτου τα αγαθα της γης ην οι πραεις κληρονοµουσιν εν ευφροσυνη και αγαλλιασει καρδιας, του ενωθηναι αυτον και συναριθµηναι ηµιν και εν αµφοτερους γενεσθαι εν αυτω τω Θεω και Πατρι δι᾿ αυτου συνεδεµενους τω Πνευµατι. Τουτων ουν παντων εν µετοχη και απολαυσει γινοµεθα, οταν ακριβως παντα οσα συνεταξαµεθα αυτω τηρωµεν και οσα παλιν απεταξαµεθα φευγωµεν, µη επιτρεφοντες εις το ιδιον εξεραµα κατα τους κυνας. Τοιγαρουν και ει µεν φυλαξοµεν παντα α ειπε και λεγει ηµιν αυτος ο Θεος, οντως πιστοι εσµεν, εκ των εργων δεικνυοντες την πιστιν ηµων, και γινοµεθα ως εκεινος αγιοι και τελειοι, ολοι ολως επουρανιοι, επουρανιου Θεου τεκνα, οµοιοι αυτω κατα παντα θεσει και χαριτι, επειδη και αυτος ως ηµεις οµοιος ηµιν εχρηµατισε πλην αµαρτιας· ει δε των αγιων και ζωοποιων αυτου εντολων καταφρονησαντες, αποστωµεν δια αµελειας και εναντιον τι των αυτου προσταγµατων ενεργησοµεν, πεπραχοτες α µη ποιησαι ηµιν ενετειλατο, ευθυς παντων εκεινων των εκ Θεου δια του βαπτισµατος δοθεντων ηµιν αγαθων εκπιπτοµεν. (362) Και ωσπερ ο Αδαµ µετα την παραβασιν του παραδεισου και της τρυφης και της µετ᾿ αγγελων διαγωγης εκβαλλεται και γυµνουται και απο οψεως γινεται του Θεου, ουτω και ηµεις της Εκκλησιας των αγιων δουλων αυτου χωριζοµεθα αµαρτανοντες και της θειας καταστολης ην ενεδυσαµεθα οι βαπτιζοµενοι, αυτον δηλαδη τον Χριστον, ως πιστευοµεν, τουτον δια της αµαρτιας αποδυοµεθα· ου µονον δε, αλλα και αυτης της αιωνιου ζωης και αυτου του αδυτου φωτος, των αιωνιων αγαθων, του αγιασµου και της υιοθεσιας στερουµεθα. Και ουτως γινοµεθα παλιν χοϊκοι, ως ο πρωτος εκεινος και χοϊκος, αντι επουρανιων και αυτου του
δευτερου ανθρωπου και Κυριου Ιησου Χριστου κατα παντων οµοιων· και γινοµεθα ετι προς τουτοις υποδικοι τω θανατω και τω σκοτει, και τω πυρι τω ασβεστω παραπεµποµεθα, εν µεγαλω κλαυθµω και τω βρυγµω των οδοντων βασανιζοµενοι. Ου γαρ απο αισθητου παραδεισου, ως ο Αδαµ τοτε, και νυν ηµεις εκβαλλοµεθα, ουδε την γην εργαζεσθαι καθα κακεινος κατακρινοµεθα, αλλ᾿ εκ της των ουρανων βασιλειας και των αγαθων εκεινων περι ων γεγραπται· «Α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη» ηµας εκβαλλοµεν εαυτους και της γεεννης υπευθυνους ποιουµεν· και ει µη δια της µετανοιας η ανακλησις ηµιν απεδιδοτο, ουδεις αν εσωθη ποτε. ∆ια δη τουτο, φιλανθρωπος ων ο Θεος και οικτιρµων και θελων την σωτηριαν ηµων, τεθεικε σοφως ανα µεσον ηµων και ανα µεσον εκεινου την εξοµολογησιν και την µετανοιαν, και εξουσιαν δεδωκε παντι τω βουλοµενω του πτωµατος ανακαλεσθαι εαυτον και δια ταυτης εις την προτεραν εισελθειν οικειοτητα τε και δοξαν και παρρησιαν την προς τον Θεον, και ου τουτο µονον, αλλα και των ειρηµενων εκεινων απαντων αγαθων, ει βουληθειη θερµην (363) την µετανοιαν επιδειξασθαι, η και µειζονων κληρονοµον και αυθις γενεσθαι αυτον. Κατα γαρ την αναλογιαν της µετανοιας αναλογουσαν ευρισκει την προς Θεον παρρησιαν και οικειοτητα πας ανθρωπος, και ταυτην γνωστως και εναργως και ως ει τις φιλος προς φιλον, και προσοµιλει αυτω προσωπω προς προσωπον και ορα αυτον νοεροις οφθαλµοις καθαρως. Οι ουν µετα το βαπτισµα την τοιαυτην οικειοτητα και παρρησιαν και την των ειρηµενων αγαθων µετοχην µη εν παση εχοντες πληροφορια, µηδε οτι Χριστον ενδεδυµενοι εισι γινωσκοντες, µηδε καθορωσιν εν τω του Πνευµατος φωτι το της θεοτητος αυτου φως, εγκυψατωσαν εις το συνειδος εαυτων· και τουτο ακριβως εξερευνησαντες, ευρησουσιν εαυτους τας επι του βαπτισµατος συνθηκας εκ παντος αθετησαντας η µερικως η και καθολου, ει δ᾿ ουν, αλλα το δοθεν αυτοις του αγιασµου και της υιοθεσιας ταλαντον κατορυξαντας και µη υπεξεργασαµενους αυτο και δια τουτο της του ∆εσποτου θεας απεστερηµενους, επει αψευδης εστιν εκεινος και αµεταµελητος εν τοις χαρισµασιν αυτου· εφη γαρ·
«Ο αγαπων µε τας εντολας µου τηρησει και εγω αγαπησω αυτον και εµφανισω αυτω εµαυτον». Ηκουσατε τι ο ∆εσποτης φησι· «Ο αγαπων µε τας εντολας µου τηρησει, καγω αγαπησω αυτον και εµφανισω αυτω εµαυτον». Ει ουν αληθεια εστιν ο Χριστος, καθως αυτος περι εαυτου ειρηκεν· «Εγω ειµι, λεγων, η αληθεια», η αληθεια δε ου δυναται ψευσασθαι (αδυνατον γαρ, φησιν ο Αποστολος, Θεον ψευσασθαι), µηδεις των µη βλεποντων τον Κυριον λεγετω οτι αδυνατον τουτο εστιν· ουκ αδυνατον γαρ, αλλα και λιαν εστι δυνατον. Ει γαρ εκεινος λεγει· «Εγω ει µι το φως του κοσµου», (364) οι µη ορωντες αυτον τυφλοι εισιν αντικρυς, τυφλοι δε παντως εµειναν οντες, επειδη µη ηγαπησαν αυτον και τας αυτου ετηρησαν εντολας. Ει γαρ ηγαπησαν αυτον και τας αυτου ετηρησαν εντολας, εν επιθυµια εγενοντο αν του ιδειν αυτον και τουτο εξ ολης αυτων εζητησαν της ψυχης και αυτος εαυτον αυτοις ενεφανισεν αν, ο αψευδης, ο φυσει αληθης και η αληθεια, και δια τουτο παραγενοµενος εις τον κοσµον ινα παντας τους εν τω κοσµω, ηγουν τους εν τω σκοτει καθηµενους, φωτιση ουκ αλλοτριω τινι φωτι, αλλα φωτι της οικειας αυτου δοξης τε και θεοτητος. Μηδεις ουν των µη βλεποντων πιστων νοερως τον Κυριον, µηδε τω φωτι αυτου τρανως και γνωστως ελλαµποµενος, µηδε εν τη θεωρια της δοξης αυτου δια παντος µενων και µενοντα βλεπων εν εαυτω τον Θεον, λεγετω τουτο αδυνατον· µηδε γαρ ως απιστος και αυτος φθεγγεσθω ταυτα λαλων, αλλ᾿ εκαστος υµων, αγαπητοι, το εαυτου συνειδος, ως ειποµεν, ερευνησας, αιτιον εαυτον ευρησει της στερησεως του ∆εσποτου και της θεας της δοξης αυτου. Μετανοησατω ουν εκαστος υµων και θρηνησατω εαυτον, οποτε ουτως εχοντα ιδοι, οτι τοσουτων και τηλικουτων αγαθων εαυτον απεστερησεν, εκπεσων της δοξης και της θεωριας του βασιλεως των ουρανων, και σπουδασατω δια µετανοιας και εξοµολογησεως των αιωνιων επιτυχειν αγαθων, εν Χριστω Ιησου τω Κυριω ηµων, ω η δοξα και το κρατος συν τω Πατρι και τω Αγιω Πνευµατι εις τους αιωνας· αµην.
ΛΟΓΟΣ Ι∆΄ (365)
Περι εορτων και οπως χρη εορταζειν και τινων συµβολα τα τελουµενα εν ταις εορταις και κατα των εναβρυνοµενων εν αυταις. Και περι των αξιως η αναξιως κοινωνουντων και τις η εν τουτοις διαφορα· και προς το τελος, πως συναπτεται τις δια της κοινωνιας Θεω και πως ου συναπτεται. Ο συνιεναι και συνιδειν δυνηθεις οτι γυµνος εκ του µη οντος παραχθεις εις τον κοσµον εισηλθεν, ουτος τον ποιησαντα αυτον επιγνωσεται και µονον αυτον φοβηθησεται και αγαπησει και αυτω δουλευσει εξ ολης ψυχης και ουδεν ουδαµως, προτιµησει των ορωµενων αυτου, αλλα ξενον παντων των επιγειων, ειπειν δε και αυτων των εν τω ουρανω, εαυτον ειναι εν παση πληροφορια ειδως, ολην αυτου την προθεσιν της ψυχης εις την θεραπειαν του πεποιηκοτος αυτον εκδιδωσιν. Ει γαρ εξ ων επλασθη και εν οις διαγει ξενος εστι, πολλω µαλλον εκεινων ων κατα πολυ αφεστηκε και τη φυσει και τη ουσια και τη διαγωγη. Ο δε γε ξενον εαυτον οντα των επιγειων επεγνωκως και ειδως οτι γυµνος εν τω θεατρω τουτω εισηλθε και γυµνος παλιν εξερχεσθαι τουτου µελλει, πως ουχι πενθησει; Πως δε ου κλαυσει ουχ εαυτον µονον, αλλα και παντας τους οµογενεις και οµοιοπαθεις αυτω ανθρωπους; Ο δε και τον Θεον µονον αγαπων και φοβουµενος, πως σωµατικως ευφρανθησεται, η σωµατικως κατα την των ανθρωπων συνηθειαν ουτω πως αγνωστως εορτασει και αλογιστως, (366) αυτου του Κυριου προς τους τοιουτους αει λεγοντος· «Ο κοσµος χαρησεται, υµεις δε λυπηθησεσθε· αλλα θαρσειτε, εγω νενικηκα τον κοσµον. Αναστησοµαι γαρ εν υµιν, καταποθεντος του χειρονος κοσµου υπο της ζωης της βραβευοµενης πασιν εκ του εµου Πνευµατος· και ιδοντες µε, χαρησεται υµων η καρδια και την χαραν υµων ουδεις αιρει αφ᾿ υµων». Πως ουν ο τον ουρανιον βλεπων ∆εσποτην επιγειου τινος εν επιθυµια γενηται πραγµατος, η εννοησει τι ο µη αρεσκει Θεω; Πως δε ο και ξενον εαυτον ειδως εν πληροφορια γυµνον τε και πενητα, ει και τα παντα κατεχει, αποστολικως ειπειν, εγκαλλωπισθησεται, η εφ᾿ οις αρα ποιει επαρθησεται, η επι πληθει κηρων και λυχνων µεγαλα φρονησει και επι αρωµασι και µυροις, η συναξει λαου, η ευθηνουση τραπεζη και πολυτελει,
και φιλων παριφανεια και παρουσια ενδοξων ανδρων των επι της γης εγκαυχησεται; Ουδαµως ουν. Οιδε γαρ ταυτα παντα καιπαντας οµου την σηµερον οντας και παρερχοµενους την αυριον, σηµερον τα παροντα φαινοµενα και µετ᾿ ολιγον αφανιζοµενα. Ουδε γαρ εχει προς τα γινοµενα ο τοιουτος και το εορταζειν καλως επισταµενος η τον νουν εαυτου η την αισθησιν ολως – τουτο γαρ των µηδεν πλεον των ορωµενων φανταζοµενων εστιν - , αλλ᾿ ως ενεστωτα εν τοις τελουµενοις ορα σοφω τω νοΐ τα µελλοντα και επ᾿ αυτοις την καρδιαν ευφραινεται και δοκει ολον εν εκεινοις εαυτον ειναι και µετα των εορταζοντων εις ουρανους το πληθος του λαου, η την των φιλων συνελευσιν, αλλα το µετ᾿ ολιγον αει εννοει, οτι δη τα µεν σβεσθησονται, οι δε απελευσονται εκαστος εις τα ιδια και µονος αυτος εν εν σκοτει καταλειφθησεται. Μη δη ουν µοι χρονους και µηνας και καιρων περιοδους (367) αριθµει, µηδε λεγε µοι «Ιδου εωρτασα την Χριστου γεννησιν, την Υπαπαντην, τα Θεοφανια, την Αναστασιν, την Αναληψιν, την του Πνευµατος καθοδον». Μη ταυτα µοι λεγει µηδε πασας αριθµει τας εορτας, αλλα µηδε αρκειν σοι ταυτας λογιζου προς σωτηριαν ψυχης µηδε εν λαµπροις ιµατιοις και αγερωχοις ιπποις και µυροις πολυτιµοις, κηροις τε και λυχνοις και πληθει λαου, την εορτην σοι νοµιζε ειναι. Ταυτα γαρ λαµπραν την εορτην ου ποιει ουδε αληθης εορτη εστι τουτο, αλλα συµβολα εορτης. Τι γαρ µοι οφελος, αγαπητε, µη ειπω κηρους και λυχνους αναψαι πολλους εν τω ναω και τη των πιστων εκκλησια, αλλ᾿ εαν τοιουτους αυτους κτησασθαι δυνηθω, οιον τον απ᾿ ουρανου λαµποντα ηλιον, και αντι λυχνων πολλων τους αστερας προσπηξαι τω οροφω του νου και ποιησαι αυτον καινον ουρανον και πραγµα ξενον επι της γης, και ετι προς τουτοις, εν τω τουτων αγαλλιασθηναι φωτι, θαυµαστωθηναι τε παρα των συνεληλυθοτων και επαινεθηναι, ειτα µετ᾿ ολιγον, παντων αποσβεσθεντων αυτων, αυτος εγω εν σκοτει καταλειφθησοµαι; Ει δε και σηµερον µεν µυροις εµαυτον τε και τους συνεληλυθοτας ευωδιασαιµι, αυριον δε εκ της εµαυτου σαρκος και του ρυπου ταυτης δωσωδιας πλησθησοµαι, τι µοι το οφελος, ειπε µοι, ο λαµπραις αυτων εορταις, και συνετως, ει εστι σοι συνεσις, κατα τον Σοφον, αποκριθητι. Οντως ουδεν,
καν αγης σιωπην, υπο του λογου αγχοµενος. Ει γαρ σηµερον φωτισθησοµαι, αυριον δε σκοτισθησοµαι, η σηµερον ευφρανθησοµαι, τη λυπη δε βληθησοµαι αυριον, η και ταυτη µεν τη ηµερα υγιειας απολαυσαιµι, τη επιουση δε βληθησοµαι νοσω, τι µοι το κερδος; Ειπε. Τις δε η εκ των ειρηµενων απολαυσις; «Ου ταυτας τας εορτας εξελεξαµην, λεγει Κυριος. Τις γαρ, φησι, ταυτα εκ των χειρων υµων εξεζητησεν;» Ουχ ουτως εορταζειν ηµας Χριστος νενοµοθετηκεν. Αλλα (368) πως; Ακουε νουνεχως. Πρωτον δε τας αντιθεσεις σοι των αντιδιατιθεµενων τω λογω προθησω λεγοντων ουτω «Τι δε;» φησιν. «Ουκ αναψοµεν κηρους τε και λυχνους; Ου µυρα προσενεγκωµεν και θυµιαµα; Ου προσκαλεσοµεθα αδοντα λαον, ουδε γνωστους και φιλους και αρχοντας συναθροισοµεν; Ταυτα λεγεις; Ουτω προστασσεις;» φησιν. Ου τουτο λεγω, µη γενοιτο αλλα και λιαν δαψιλως σοι ταυτα ποιειν και συµβουλευω και συναινω. Πλην αλλα τον τροπον ειδεναι σε βουλοµαι και ηδη υποτιθω σοι και αυτο το της εορτης των πιστων το µυστηριον. Ποιον δη τουτο; Οπερ αυτα σοι δηλουσι τυπικως τα γινοµενα παρα σου. Το γαρ νοητον σοι φως, αι λαµπαδες υποσηµαινουσαι δεικνυουσιν. Καθαπερ γαρ ο ναος, ουτος ο περικαλλης οικος, υπο των πολλων καταλαµπεται λαµπαδων, ουτω και ο οικος της σης ψυχης, ο τουδε του ναου τιµιωτερος, νοητως οφειλει φωτιζεσθαι και καταλαµπεσθαι, καιοµενων και φαινοντων εν σοι των πνευµατικων πασων αρετων δηλονοτι δια του θειου πυρος, ως µηδε τοπον τινα εν αυτω απολειφθηναι φωτος αµοιρον τους δε φωτοειδεις λογισµους, το πληθος υπογραφει σοι των καιοµενων λυχνων υπο του ορωµενου πυρος, ινα, καθωσπερ ουτοι, λαµπη ο καθεις αυτων και µη λογισµος εναπολειφθη σκοτεινος εν τη οικια σου της ψυχης, αλλα δι᾿ ολου απαντες αει τω πυρι του Πνευµατος καιοµενοι λαµπωσιν, ως αν µη διακοπτηται σου ο της διακρισεως των λογισµων στεφανοειδης ορµαθος. Το δε νοητον σοι µυρον, τα εκχυνοµενα δεικνυει των µυρων και τα συνθετα των θυµιαµατων, α και χρηναι σε διδασκουσι κεκτησθαι τουτο πολυτελως εν σεαυτω. Το µεν γαρ εξωθεν ραντιζοµενον εσται τοις πνευµατικοις εις εικονα της κατερχοµενης δροσου επι τα ορη Σιων και ως το
καταβαινον επι τον πωγωνα Ααρων και επι την ωαν του ενδυµατος αυτου το δε βλυζον (369) ενδοθεν και ως υδωρ καταψυχον το πνευµα εσται εις πηγην ναουσαν υδατα ζωης αιωνιου τω υπο θειου Πνευµατος ενεργουµενω, αναπτοµενον τε και εις καπνον ευωδιας αναπεµποµενον ο και φαινει λαµπρως και µυριζει οµου τας αισθησεις ευωδιαν πνευµατικην, τουτο µεν ως φως ον και τοις καθαροις την καρδιαν ορωµενον, τουτο δε ως ξυλον ζωης και ανασταυρουν τα θεληµατα της σαρκος, το ευωδιαζον τα συµπαντα και µονους τους πιστους αει ευφραινον ευφροσυνην πνευµατικην. Αλλα γαρ ουκ εν τοις ειρηµενοις µονον ισταται ταυτα, αλλ᾿ εχουσι ταυτα και ετεραν εµφασιν διδασκαλιας πνευµατικης. Ει γαρ τα αψυχα ουτω Θεος τη ευωδια εκοσµησε και εδοξασε, πολλω µαλλον σε βουλοµενον κατακοσµησει ταις ιδεαις των αρετων και τη ευωδια του Πνευµατος του Αγιου δοξασει, ον και κατ᾿ εικονα εαυτου εκτισε και οµοιωσιν. Ταυτα γαρ τα υπο των χειρων των ανθρωπινων συντεθεντα µυρα και τη ευωδια του µυρου ευωδιαζοντα σου τας αισθησεις την σην πλασιν αναζωγραφουσι και οιον σοφως υπεµφαινουσι. Καθαπερ γαρ τα υπο διαφορων ειδων συντιθεµενα µυρα χειρες πλαττουσι µυρεψων και εν εκ πολλων ειδος αποτελουσιν, ουτω και σε χειρες Θεου επλασαν, συντεθεντα σοφως και συναρµολογηθεντα τοις νοητοις µελεσι του µυρου του νοητου, ειτ᾿ ουν τοις χαρισµασι του ζωοποιου και παντουργου Πνευµατος και µυριζειν σε χρη την ευωδιαν της γνωσεως και της σοφιας αυτου, ινα οι ακουοντες των λογων της διδασκαλιας σου ευωδιαζωνται τα αισθητηρια της ψυχης και ευφραινωνται ευφροσυνην πνευµατικην. Τα δε συναθροισθεντα σοι πληθη και αδοντα µεγαλοφωνως Θεω, τα ουρανια σοι ταγµατα παραδηλουσι και τας αναριθµητους των αγγελων δυναµεις, τας επι τη ση σωτηρια τον ουρανιον ανυµνουσας ∆εσποτην. Ο αινος δε και ο υµνος, (370) ο δι᾿ αυτων µελωδουµενος, τον υµνον εκεινον τον µυστικον, ον ασιγητως οι αγιοι αναµελπουσιν αγγελοι, υπαινιττεται, ως αν και αυτος εαυτον τοιουτον αποτελεσης και ως επιγειος αγγελος τω αΰλω στοµατι ακαταπαυστως της καρδιας σου ανυµνης τον πεποικοτα σε Θεον µυστικως. Οι δε γε φιλοι και γνωστοι και
των αρχοντων οι συµπαροντες διδασκουσι σε δια της παρουσιας οτι δει σε συναριθµιον και οµοδιαιτον δια πασης εργασιας των εντολων και δια του πλουτου των αρετων αποστολων, προφητων, µαρτυρων και παντων γενεσθαι οσιων. Εαν ουτως εορταζων λογιζη και τοιουτος γεγονας οιον ο λογος αναζωγραφησεν, εορτην εορταζεις εν οις ποιεις εορταζων πνευµατικην και συνεορταζεις ταις ανω των αγγελων δυναµεσι. Ει δε ουχ ουτως ουδε τοιουτον σεαυτον δια της εργασιας των εντολων απειργασω, τι σοι το οφελος εορταζοντι; ∆εος µη και συ, ως οι παλαι Ιουδαιοι, ακουσης «Μεταστρεψω, φησιν, εις πενθος τας εορτας σου και την χαραν σου εις λυπην µεταβαλων». Τι ουν; Ουχ εορτασοµεν σωµατικως τε και αισθητως, ει µη τοιουτοι δυνηθωµεν γενεσθαι οιους ηµιν τω λογω υπεδειξας; Και πανυ µεν ουν. «Εορταζε» φησι, και τα προς τιµην Θεου και των αγιων αυτου επιτελει, οση σοι δυναµις, και παντας, ει οιον τε, συγκαλει, βασιλεις, αρχοντας, αρχιερεις, λευΐτας, µοναστας, λαϊκους, ινα δια παντων δοξασθη ο Θεος δια σου και τουτων η δοξα, ως εξ ενος σου αναφεροµενη προς τον Θεον, σοι λογισθησεται και αυτω ευαποδεκτος εση. Μη οιου δε ως εντευθεν τον Θεον και τους αγιους δοξαζειν αυτου η προσθηκην τινα της δοξης αυτοις εµποιειν. Πως γαρ; «Ου γαρ δεδοξασται, φησι, το δεδοξασµενον ενεκα της υπερβαλλουσης δοξης αυτου», (371) ουδε ενδεως εχουσιν οι αγιοι δοξης επιγειου και ανθρωπινης. Αλλ᾿ οπως ελεους τυχης απο Θεου δια της εκεινων πρεσβειας, εορταζε. Αλλα µηδε ουτως εορτην σοι αληθινην ειναι το γινοµενον υποτοπαζε, τυπον δε µαλλον και σκιαν και συµβολον εορτης τουτο λογιζου. Ποιαν γαρ, ειπε µοι, κοινωνιαν σχοιεν ποτε τα αισθητα και αψυχα και παντη αισθησεως αµοιρα προς τα νοητα και θεια και εµψυχα, η πνευµατικα µαλλον ειπειν και ζωντα και ζωης αιωνιου παρεκτικα; Εστω σοι εορτη, λελογισµενως και ευσεβως εορταζοντι, µη λαµπαδων φως εις το ολιγον σβεννυµενον, αλλα αυτη καθαρως η της ψυχης σου λαµπας, ητις η γνωσις υπαρχει των θειων και ουρανιων πραγµατων, η υπο του Αγιου Πνευµατος χορηγουµενη τω Ισραηλιτικω την διανοιαν. Αυτη εστω σοι δια πασης εκλαµπουσα της ζωης σου, υπερ τας του ηλιου ακτινας
φαινουσα πασι τοις εν τη παγκοσµιω οικια, φως καθαρον του λογου ηρτυµενον τω του Πνευµατος αλατι, κατα την κελευουσαν εντολην «Λαµψατω το φως υµων εµπροσθεν των ανθρωπων, οπως ιδωσι τα καλα εργα υµων και δοξασωσι τον Πατερα υµων τον εν τοις ουρανοις». Αντι λυχνων πολλων, εστωσαν σοι αι φωτοειδεις εννοιαι, δι᾿ ων ο κοσµος απας των αρετων εξυφαινεται και η ποικιλια του πνευµατικου ναου και του καλλους αυτου λαµπρως τοις ορωσι ορθως υποδεικνυται. Αντι µυρων και αρωµατων, ευωδιαζετω σε η νοητη του Αγιου Πνευµατος ευωδια, ης αρρητος η οσµη και η αναθυµιασις φωτοειδης της οσφρησεως. Αντι πληθους λαου, συνιτωσαν σοι τα ταγµατα των αγιων αγγελων δοξαζοντα τον Θεον επι σοι και αει χαιροµενα επι τη σωτηρια και αναβασει και προκοπη σου. (372) Αντι φιλων και αρχοντων και βασιλεων, συνεορταζετωσαν και συγκοινωνειτωταν σοι, οια δη φιλοι, οι προσκυνουµενοι και τιµωµενοι παρ᾿ αυτων παντες αγιοι. Ουτοι εστωσαν σοι φιλουµενοι και υπερ απαντας προτιµωµενοι, ως αν εκλειποντα σε προσυποδεξωνται εις τας αιωνιους τουτων σκηνας, ως τον Λαζαρον ο Αβρααµ εν τοις κολποις αυτου, ει και θεωρειται το ειρηµενον και αλλως. Αντι πληθουσης τραπεζης τη αφθονια των εδεσµατων, εστω σοι µονος ο αρτος ο ζων, ουχ ο αισθητος και φαινοµενος µονον, αλλ᾿ ο εν τω αισθητω και δι᾿ αυτου ως αισθητος σοι και γενοµενος και διδοµενος, αυτος ο αρτος ο εκ του ουρανου καταβαινων και διδους τω κοσµω ζωην, ον οι εσθιοντες ου τρεφονται µονον, αλλα και ζωουνται και ζωντες ως εκ νεκρων εξανιστανται. Τουτο σοι τρυφη και βρωσις εστω ακορεστος και αδαπανος οινος δε, ουχ ο οινος ουτος ο και ορωµενος, αλλ᾿ ο φαινοµενος µεν οινος, νοουµενος δε αιµα Θεου, φως αφραστον, αρρητος γλυκασµος, ευφροσυνη αιωνιος τουτον ει πινεις αξιως αει, ου µη διψησης εις τον αιωνα, µονον εν αισθησει ψυχης, εν ετοιµασια της ειρηνης των ταυτης δυναµεων. Και σκοπει µοι εντευθεν των λεγοµενων την δυναµιν. Ει εν αισθησει και γνωσει, των τοιουτων µετεχεις αξιως ει δε µη ουτως, αναξιως παντως εσθιεις και πινεις. Ει εν θεωρια καθαρα
µετειληφας ου µετειληφας, ιδου δη αξιος γεγονας της τοιαυτης τραπεζης ει γαρ µη αξιος γενη, ου κολληθηση, ουδαµως ενωθηση Θεω. Μη τοινυν οιεσθωσαν οι των θειων µυστηριων αναξιως µετεχοντες οτι δι᾿ αυτων απλως ουτω κολλωνται και ενουνται Θεω τω αορατω τουτο γαρ ουκ εσται αυτοις ουδαµως, ουδ᾿ ου µη γενησεται ποτε. Μονοι γαρ οι τη µετουσια της θειας του Κυριου σαρκος και την αποκαλυψιν τη νοερα προσψαυσει (373) της αορατου θεοτητος εν τω νοερω οµµατι και στοµατι καταξιουµενοι ιδειν και φαγειν γινωσκουσιν οτι χρηστος ο Κυριος, οι ουκ αρτον µονον αισθητον αισθητως, αλλα και Θεον οµου εν ταυτω νοητως εσθιοντες αµα και πινοντες, εν αισθησει διτταις ωσαυτως τον µεν ορατως τον δε αορατως τρεφοµενοι, ενουνται κατ᾿ αµφω τω διττω τας φυσεις Χριστω, συσσωµοι αυτω γινοµενοι και συγκοινωνοι της δοξης και της θεοτητος. Ουτω γαρ ενουνται Θεω οι αξιως και εν γνωσει θεωρια του µυστηριου εκ του αρτου εσθιοντες τουτου και εκ τουτου του ποτηριου πινοντες ευαισθητω ψυχη και καρδια οι δ᾿ αναξιως τουτο ποιουντες κενοι της δωρεας εισι του Πνευµατος του Αγιου, τρεφοντες µονον το σωµα, ουχι δε και την ψυχην εαυτων. Αλλα µη θορυβηθης την αληθειαν ακουων, αγαπητε, δηλουµενην σοι παρ᾿ ηµων. Ει γαρ αρτον ζωης και διδοντα ζωην αυτον την σαρκα ειναι οµολογεις του Κυριου και το αιµα αυτου οιδας και διδουν ζωην τοις µετεχουσι και γινοµενον εν τω πινοντι ως πηγη υδατος αλλοµενου εις ζωην αιωνιον, πως, ειπε, συ τουτων µετεχων ουδεν πλεον ψυχικως προστιθης, αλλ᾿ ει και µικραν τινα ισως επαισθανθηση χαραν, µενεις παλιν µετα µικρον οιος ης και το προτερον, µηδεµιαν προσθηκην ζωης εν σοι, η πηγην βλυστανουσαν, η βλεπων το οιονουν φως; Ο γαρ αρτος ουτος αισθητως µεν ψωµος φαινεται τοις µη υπερ την αισθησιν γενοµενοις, νοερως δε φως αχωρητον εστι και απροσιτον ουτω και ο οινος φως και αυτος οµοιως, ζωη, πυρ και υδωρ εστι ζων. Ει ουν, τρωγων και πινων τον θειον αρτον και τον της ευφροσυνης οινον, ουκ εση γινωσκων ει ζωην εζησας την ανωλεθρον, ει φωτοειδη τον αρτον, η πυρινον αυτον, ως ο προφητης εδεξω εντος σου, (374) ει ως υδωρ αλλοµενον και λαλουν το δεσποτικον επιες αιµα, ει ουδεν ουδαµως τουτων εν θεωρια και µεθεξει εγενου, πως οιει της ζωης κοινωνος
γεγονεναι; Πως δε νοµιζεις αψασθαι του απροσιτου πυρος, η πως ολος µεταλαβειν υπολαµβανεις του αϊδιου φωτος; Ουµενουν ουδαµως τουτο σοι γεγονε, τω περι τα τοιαυτα ανεπαισθητως εχοντι αλλα το φως σε καταλαµπει οντα τυφλον, θερµαινει δε σε το πυρ, ουχ ηψατο δε, η ζωη επεσκιασεν, ουχ ηνωθη σοι δε, το ζων υδωρ διηλθεν ως δια ρυακος της σης ψυχης, επειδη αξιαν εαυτου ουχ ευρεν υποδοχην. Ουτως ουν λαµβανων και ουτως απτοµενος των αψαυστων και δοκων εσθιειν, µενεις µη λαµβανων, µη εσθιων, µηδεν ολως εχων εν σεαυτω. Ο γαρ απροσιτος Λογος, ο αρτος ο εκ του ουρανου καταβαινων, ου περιλαµβανεται αισθητως, αλλα συµπεριλαµβανει µαλλον αυτος και απτεται και ασυγχυτως ενουται τοις αξιοις και καλως ευτρεπισµενοις προς υποδοχην την αυτου. Εαν ουτω µεν εορταζης, ουτω δε και των θειων µυστηριων µεταλαµβανης, εσται σοι απας ο βιος εορτη µια, και ουδε εορτη, αλλα εορτης αφορµη και Πασχα εν, η εκ των ορωµενων προς τα νοουµενα µεταβασις και εκχωρησις, ενθα πασα σκια και απας τυπος και τα νυν συµβολα καταπαυουσι και καθαροι καθαρως του καθαρωτατου θυµατος αιωνιως επαπολαυσοµεν, εν Πατρι Θεω και οµοουσιω τω Πνευµατι, Χριστον αει βλεποντες και βλεποµενοι προς αυτου, Χριστω συνοντες, Χριστω συµβασιλευοντες, ου µειζον ουδεν εν τη βασιλεια των ουρανων, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις συν τω Πατρι και τω παναγιω και ζωοποιω αυτου Πνευµατι νυν και αει και εις τους ατελευτητους αιωνας των αιωνων αµην. ΛΟΓΟΣ ΙΕ΄ (375) Περι ησυχιας και οποιας εργασιας οφειλει εχεσθαι ο εν ταυτη ανδρειως προσκαρτερων. Περι της τελεωτερας των αρετων ολιγα τινα προθυµουµενος ειπειν, δεοµαι υµων, ανοιξατε µοι τα ωτα, οι του µετρου ταυτης ερωντες και εις το υψος αυτης δια της προκοπης και της των λοιπων αρετων καθ᾿ οδον αναβασεως ανελθειν προετοιµαζοµενοι, τον νουν δηλαδη εφιστωντες τη προσοχη
των λεγοµενων, ινα, το εργον αυτης διδαχθεντες υπο του λογου, σπευσητε, της αξιας εφιεµενοι αυτης και του πλουτου, αξιους εαυτους παραστησαι εις την υποδοχην και την εργασιαν αυτης. Αρξοµαι δε εντευθεν και του λογου την αρχην τοιαυτην τω ταυτης εραστη εν επιτοµω ποιησοµαι. Γενεσθω τοιγαρουν ο ησυχαζων και εν κελλιω µονος καθηµενος ως η πρωτοµαρτυς Θεκλα αυτη γαρ επι της θυριδος καθηµενη και τη διδασκαλια του Παυλου προσεχουσα, των κοσµικων δηλονοτι εκστασα πραγµατων και των σωµατικων αναγκων (ου γαρ αφιστατο, φησιν, αλλα δικην αραχνης προσκολληθεισα τη θυριδι ουτε προς το φαγειν ουτε προς το πιειν εξανιστατο, αλλ᾿ ην επακροωµενη του Παυλου), υποχωρησαντα αυτον κατεδιωκεν, µονη φυγη χρησαµενη και γονεις και µνηστηρα και απαντα λιπουσα, εκεινον εζητει και ποθουσα κατετρεχε, µη ανεχοµενη ετερου τινος επιµνησθηναι καθολου (376) πλην Παυλου. Τοσουτον γαρ αυτης ο του Παυλου ποθος εκρατησεν, ωστε, κυλινδουµενη επι του τοπου ου ο Παυλος διδασκων εκαθητο, κατεφιλει το εδαφος εν ω ισταντο οι ποδες αυτου. Μηδεν σοι τουτων παρεργως ειρησθαι δοξη αλλ᾿ ει µη ευρες, ζητησον και ευρησεις. Γενεσθω, ει βουληται, και ως πορνη, τους ποδας του Κυριου νοερως κρατων και φιλων και βρεχων τοις δακρυσι, προς µηδενα αλλον αποβλεπων ει µη προς τον τας αµαρτιας αυτου αφιεναι δυναµενον. Γενεσθω και ως η παιδισκη, ης οι οφθαλµοι εις χειρας της κυριας αυτης, ασκαρδαµυκτι και αυτος ατενιζων εις χειρας του Κυριου και Θεου αυτου. Γενεσθω και ως νυµφη, τω νυµφιω Χριστω τη ενωσει συγκοιταζοµενος και συνανισταµενος τη αιωνιω ζωη, µαλλον δε αει εν αυτω µενων και αυτον µενοντα εν αυτω περιφερων. Γενεσθω, ει δυναται, και ως εις των παρισταµενων αρχοντων τω επιγειω βασιλει ενδον εν τω κοιτωνι αυτου, φιλικως αυτω και µυστικως προσοµιλων, προσωπω προς προσωπον συλλαλων τω ∆εσποτη αυτου. Γενεσθω ο ησυχαζων ως οι επι του ορους Θαβωρ συνανελθοντες τω Ιησου και την αστραψασαν αιγλην και την εναλλαγην των ιµατιων αυτου και το φως του προσωπου αυτου θεασαµενοι, οι την νεφελην ιδοντες την φωτεινην και την φωνην ακηκοοτες την πατρικην λεγουσαν «Ουτος εστιν ο Υιος
µου ο αγαπητος», εκπλαγεντες πρηνεις επι προσωπον επεσον, ινα και αυτος ειπειν δυνηθη ως ο Πετρος «Κυριε, καλον εστιν ηµας ωδε ειναι. Ποιησωµεν τρεις σκηνας, σοι και τω Πατρι σου και τω Αγιω σου Πνευµατι, τη µια βασιλεια, εις κατοικιαν αιωνιον ψυχην και σωµα και νουν, καινοποιουντες ταυτα τη καθαρσει (377) και τη των αρετων ποικιλια εποικοδοµουντες εις υψος». Η, ως οι εν Ιερουσαληµ εν τω υπερωω τοτε καθηµενοι, και αυτος την εξ υψους δυναµιν εκδεχοµενος, η και επελθοντα τον Παρακλητον ως εκεινοι δεξαµενος και ως µεµεστωµενος γλευκους τοις σαρκικοις νοµιζοµενος και ως κοµπαζων και υπερ την εαυτου φυσιν κατεπαιροµενος αυτοις λογιζοµενος, δια το καινα εκφερειν και δειρµηνευειν διδαγµατα παλαια και λαλειν γλωσσαις και ανατρεπειν τους λογους των αντιδιατιθεµενων τη διδασκαλια του Πνευµατος. Γενεσθω και ως Μωϋσης επι της κορυφης του ορους, µονος ανω γενοµενος και εισω της νεφελης και αυτος εισερχοµενος και απο των οφθαλµων των αλλων αποκρυπτοµενος ος, ει τοιουτος γενηται, ου τα οπισθια µονον ιδη, αλλα τω προσωπω γνωστως εµφανισθησεται του Θεου και, αυτον τον Θεον µονος ορων και παρ᾿ εκεινου ορωµενος και της εκεινου ακουων φωνης, µυσταγωγηθησεται πρωτον τα µυστηρια της βασιλειας των ουρανων και ειθ᾿ ουτως αλλοις νοµοθετησει φωτισθησεται, και αλλους τω φωτι φωτισει της γνωσεως ελεηθησεται, επειτα ελεησει. Ουτος αιτει και λαµβανει και λαβων µεταδιδωσι τοις αιτουσιν αυτον λυεται του δεσµου των κακων και λυει αλλους ειθ᾿ ουτως αυτος. Γενεσθω ο καλως ησυχαζων ως οι ενδον, κεκλεισµενων των θυρων δια τον φοβον των Ιουδαιων, καθηµενοι και τον Ιησουν εισελθοντα, µαλλον δε ως πανταχου οντα και συνυπαρχοντα ενδον αυτω, θεασαµενος, την ειρηνην διδοντα αιτησαµενος λαβετω, αλλα και Πνευµα Αγιον εµφυσωντα υποδεχεσθω µετα φοβου και τροµου. Βλεπετω (378) δε ακριβως και ψηλαφισατω καλως ταις νοεραις χερσι του νοος και ταις αισθησεσει της ψυχης, ει αυτο εκεινος εστιν ο επι παντων Θεος. Ου γαρ αγανακτησει παρ᾿ αυτου πολυπραγµονουµενος, αλλα, αποδεξαµενος αυτου την επαινουµενην δειλιαν, τοιαυτα τινα ειπη προς αυτον «Τι τεταραγµενος ει και δια τι διαλογισµοι
αναβαινουσιν εν τη καρδια σου; Ειρηνη σοι εγω ειµι, µη φοβου. Ιδε µου την της θεοτητος δοξαν ψηλαφησον και γνωθι οτι αυτος εγω ειµι γευσαι και ιδε οτι ο σκοτος ων και εις αγγελον φωτος εν φαντασια και ουκ αληθεια µετασχηµατιζοµενος χρηστοτητα και γλυκυτητα και χαραν και ελευθεριαν και γαληνιαιαν καταστασιν και αισθησιν νοεραν και φωτισµον ψυχης ουτε εχει, ουτε µην εµποιησει σοι, καθως εµε θεωρεις τα αµφοτερα οντα και εν σοι αυτα εργαζοµενον». Ταυτα τοιγαρουν παντα ο ησυχαζων ουκ εν λογοις µονον λεγοµενα οφειλει νοειν, αλλα και εργω καθ᾿ εν τουτων καθ᾿ εκαστην πραττοµενον επ᾿ αυτω οφειλει οραν. Ει δε µη ουτως εν τη κελλη αυτου διαγων καθηται, τι το οφελος εµπερικλειειν το εαυτου σωµα τοις τοιχοις; Ο νους αϋλος εστι και ασωµατος ου τοιχοις, αλλα θειω κρατουµενος Πνευµατι, ισταται βεβηκως εις το κατα φυσιν και προσοµιλων Θεω. Ο τοινυν µονος εν κελλιω καθηµενος, τι αρα οφειλει ποιειν ετερον, ει µη ακριβως οιδεν α ειποµεν και ταυτα εχει εργασιαν πνευµατικην τε και διηνεκη; Ο γαρ των εντολων αποστας και απο των εργων σχολασας σωµατικως, ει µη εργαζεσθαι οιδε πνευµατικως, παντως εξ αµφοτερων αργει. Ει γουν η αργια κακον, αµαρτανειν οντως ο ταυτη στοιχων, επειδη ο επιστηµων εν εργασια πνευµατικη ουκ εµποδιζεται παρα τουτο εις τας δια του σωµατος επιτελουµενας πραξεις των εντολων του Θεου, (379) αλλα και λιαν συνεργειται µαλλον προς ταυτας και ευκοπωτερον αυτας εργαζεται, ο δε δια µονων των γινοµενων εκτος την τεχνην επιδεικνυµενος, ηγουν την ασκησιν µετερχοµενος, εαν εκ τουτων σχολαση, ουκετι και εν τοις πνευµατικοις εργαζεσθαι δυναται. Πως; Οτι τα µεν εργαλεια και την υληυν εν χερσι περιφερει, ως δε της τεχνης απειρος εις εργον αυτην κατασκευασαι και τελειωσαι ου δυναται, αλλα ασθενης και ακαρπος η εργασια αυτου αποδεικνυται. Ινα δε µαθης των λεγοµενων την δυναµιν, εξ ετερων υποδειγµατων σαφεστεραν σοι ταυτην ποιησοµαι. Ποσοι, ει δυνασαι ειπειν, ως η πορνη κλαυσαι προεθυµηθησαν, ουκ ελαβον δε την αφεσιν ως εκεινη; Ποσοι εις το Θαβωριον ορος ανεβησαν και ανερχονται µεχρι του νυν, τον δε εκεισε µεταµορφωθεντα Κυριον ουδαµως εθεασαντο, ου δια το µη παρειναι παντως εκεισε Ιησουν τον Χριστον, παρεστι γαρ, αλλα
δια το µη αξιους ειναι της θεοτητος αυτου θεατας; Ποσοι των Ιουδαιων εισηλθον εν τω οικηµατι ενθα εκαθηντο οι αποστολοι, και ουδεις αυτων ελαβε τον Παρακλητον; Ποσοι τας Γραφας ερµηνευουσι και τον εν ταις Γραφαις λαλουντα ολως ηγνοησαν; Ποσοι εν σπηλαιοις και ορεσιν εναπεψυξαν και του κοσµου υπεραξιοι ου γεγονασιν, ωστε αυτων µη ειναι τον κοσµον αξιον, αλλα µετα του κοσµου - ω των κριµατων σου, Κυριε – και ουτοι συνηριθµηθησαν; Ποσοι ησυχασαν και νυν ησυχαζουσι, και ουδε αυτου του ονοµατος την σηµασιαν επιστανται, µη τι γε ειπειν το εν τη ησυχια µυστηριον; Ου γαρ απο της εξωθεν ησυχιας η του Θεου γνωσις διδοται, ως τινες κακως το «Σχολασατε και γνωτε οτι εγω ειµι ο Θεος» επιλαµβανουσιν, αλλ᾿ εκ της του Θεου γνωσεως µαλλον η ησυχια τω νοµιµως και καλως (380) αγωνιζοµενω εγγινεται. Ει γαρ σχολην των εργων την αποχην, και ησυχιαν την αργιαν καλεσοµεν και αντι της εργασιας των εντολων ταυτα προκρινωµεν, πως τον του Χριστου νοµον και την των αποστολων διαταξιν εκπληρωσοµεν, του µεν λεγοντος «Α θελετε ινα ποιωσιν υµιν οι ανθρωποι και υµεις οµοιως ποιειτε αυτοις», και παλιν «Ει ουν εγω ο Κυριος και ο διδασκαλος ενιψα υµων τους ποδας, οφειλετε και υµεις αλληλων νιπτειν τους ποδας», και παλιν «Ο θελων εν υµιν ειναι πρωτος εστω παντων εσχατος και παντων δουλος και παντων διακονος», του δε «Ο αργος µηδε εσθιετω», και αλλαχου «Παντα υµιν υπεδειξα και οπως δει εργαζοµενους αντιλαµβανεσθαι των ασθενουντων», και «Αι χειρες αυται διηκονησαν εµοι και τοις συν εµοι». Παντες γαρ οι αποστολοι και οι εξ αυτων θεοφοροι πατερες ουδαµου της δια των εργων ευαρεστησεως την ησυχιαν προεκριναν, αλλα δια της των εντολων εκπληρωσεως την πιστιν επιδειξαµενοι της του Θεου αγαπης εν γνωσει κατηξιωθησαν και, ως νοµιµως αγωνισαµενοι και επαθλον της νικης την εν αγαπη γνωσιν Θεου λαβοντες και ειναι συν αυτω επιποθουντες, εξω του σταδιου και των εν πολεµοις ταραχων εγενοντο και ετι οι νοµιµως αγωνιζοµενοι εξω τουτων γινονται, αµεριµνως και ανεπιµικτως των κατω και λυπηρων τας επικαρπιας των πονων επαπολαυοντες. Επαν δε του τοιουτου καλου ακορεστως κατατρυφησωσι και βεβαιωθωσιν ως «ουκ αξια, κατα τον θειον
Αποστολον, τα παθηµατα του νυν καιρου προς την µελλουσαν αποκαλυπτεσθαι δοξαν» και οτι «εκαστος ληψεται τον µισθον κατα τον ιδιον κοπον», ουκ εν τοις προλαβουσιν αθλοις αρκουνται, αλλα παλιν απο της ανεσεως (381) και της τοιαυτης τρυφης επι τους αγωνας χωρουσι, κατα το ειρηµενον υπο του Θεολογου, απο της ησυχιας επι τον λογον, ουχ εαυτοις, ει και εαυτοις, αλλ᾿ ον ποθουσι και ω αντιποθουνται Θεω φιλοτιµουµενοι. Ουκετι δε τυπτοντες και τυπτοµενοι, ουδε εν τω προτερω τροπω τοις εχθροις συµπλεκονται, αλλα φοβεροι αυτοις και µονη τη ιδεα εισιν µονον γαρ αναφανεντων, εις φυγην µεν τρεπονται οι τουτων εχθροι, οι δε γε παρ᾿ εκεινων τρωθεντες ευθυς θεραπευονται, δεσµουνται και επαλειφονται παρ᾿ αυτων και διδασκονται, πως δει προσερχεσθαι τοις τοιουτοις, εν ποιοις τε οπλοις και µηχανηµασι ποταποις. Ταυτα ει µη καθ᾿ εν ο ησυχαζων και ο προεστως αλλων και ο διδασκων ετερους επισταται, ουτε ησυχαζων εστιν ο δοκων ησυχαζειν, αλλ᾿ εν αγνοια καθηται, µονον περικεκλεισµενος το σωµα ουτε προεστως εστιν ο δοκων προεσταναι, αλλ᾿ εν οδω η ουκ επισταται, µαλλον δε εξω της οδου, πορευοµενος, τους ακολουθουντας αυτω συν αυτω εις αιωνιου πυρος κρηµνον απορριψει ουτε διδασκαλος αλλων εστιν ο διδασκεν δοκων, αλλα ψευστης και πλανος, οτι την αληθινην σοφιαν, τον Κυριον ηµων Ιησουν Χριστον, ουκ εχει εν εαυτω. Τι δε χρη και λεγειν περι του δεσµειν και λυειν τους ουτως εχοντας, οπου γε και οι τον Παρακλητον εχοντες εν εαυτοις αφιεντα τα αµαρτηµατα φριττουσι µη τι των παρα γνωµην του εν αυτοις οντος και δι᾿ αυτων λαλουντος εργασωνται; Αλλα τις ουτω µανεις και επι τοσουτον θρασους αρθεις προς του τον Παρακλητον δεξασθαι ειπη και ποιησει εργα του Πνευµατος και ανευ γνωµης Θεου τα του Θεου διαπραξεται; Ουαι τοις ταυτα τολµωσιν εν τη φοβερα ηµερα της κρισεως, εν η ο αδεκαστος και απαραλογιστος κριτης Κυριος καθηται επι θρονου και βηµατος φοβερου, αποδιδους εκαστω κατα τα εργα και τας ενθυµησεις και τους (382) λογους αυτου ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις συν τω πατρι και τω Αγιω Πνευµατι νυν και αει και εις τους ατελευτητους αιωνας των αιωνων αµην. ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ρ΄.
Του οσιου πατρος ηµων Συµεων του Νεου Θεολογου, ηγουµενου µονης του αγιου Μαµαντος της Ξηροκερκου, κεφαλαια πρακτικα και θεολογικα ρ΄. (383) α’. Θεος τοις µεν σωµατικως ορωσιν ουδαµου εστιν, αορατος γαρ, τοις δε πνευµατικως νοουσι πανταχου εστι, παρεστι γαρ εν γαρ τω παντι και εκτος του παντος εστιν, εν τουτω και εγγυς εστι τοις φοβουµενοις αυτον και µακραν απο αµαρτωλων η σωτηρια αυτου. β΄. Μνηµη Χριστου φωτιζει τον νουν και δαιµονας εκδιωκει το δε φως της Αγιας Τριαδος φαινον εν καθαρα καρδια παντος αφιστα του κοσµου και τον µετοχον αυτου απ᾿ εντευθεν ηδη εµφορεισθαι ποιει της µελλουσης δοξης, καθοσον ανθρωπω χωρητον τω υπο της ανωθεν χαριτος ενεργουµενω, κρυπτοµενω δε εισετι τω παραπετασµατι της σαρκος. γ’. Ει ουδεν ετερον µετα την παρελευσιν των ορωµενων, ει µη µονος ο Θεος εστι, και εστι και εσεται, παντως οι της αυτου χαριτος εν τω κοσµω τουτω πλουσιως µετεχοντες, ει και τη γη παρεισιν, αλλα το πλειστον ηδη τω µελλοντι αιωνι συνηφθησαν, οι και στενουσι πως τη σκια και τω εφολκιω βαρουµενοι. δ΄. Ο Κυριος ου τους απλως διδασκοντας µακαριζει αλλα τους προτερον δια της των εντολων εργασιας αναβλεψαι αξιωθεντας και θεασαµενους εν εαυτοις το φωτιζον (384) φως του Πνευµατος αστραπτον και δι᾿ αυτου γνοντας εν αληθινη τουτου ορασει και γνωσει και ενεργεια τα περι ων ειπειν και αλλους διδαξαι χρη ουν ουτω πρωτον, ως ειρηται, αναχθηναι τους διδασκειν επιχειρουντας, ινα µη περι ων ουκ επιστανται λεγοντες τους πειθοµενους αυτοις και εαυτους πλανησαντες απολεσωσιν. ε΄. Ο µη φοβουµενος τον Θεον ου πιστευει οτι εστι Θεος, αφρων γαρ εστιν ο δε τουτο πιστευων φοβειται αυτον, φοβουµενος δε τηρει τας αυτου εντολας ο δε φοβεισθαι λεγων τον Θεον, µη φυλασσων δε τας εντολας αυτου, ψευστης εστι και ο φοβος του Θεου ουκ εστιν εν αυτω ου γαρ, φησι, φοβος, εντολων τηρησις τουτου δε µη οντος εν ηµιν µηδε της φυλακης των θειων εντολων, ουδεν των εθνικων και απιστων διενηνοχαµεν.
στ΄. Η πιστις και ο του Θεου φοβος και η τηρησις των αυτου εντολων κατα αναλογιαν της καθαρσεως τους µισθους προξενει καθοσον γαρ καθαιροµεθα κατα τοσουτον εις αγαπην Θεου απο του φοβεισθαι αυτον αναγοµεθα και οιονει µεταβαινοµεν απο του φοβου κατα προκοπην επι το αγαπαν τον Θεον και τηνικαυτα ακουοµεν προς αυτου «Ο εχων τας εντολας µου και τηρων αυτας εκεινος εστιν ο αγαπων µε». Και ουτω προστιθωµεν επι τοις αγωσιν αγωνας, ινα την αγαπην απο των εργων επιδειξωµεθα. Τουτου δε γενοµενου, αυτος ως υπεσχετο ηµας αγαπα αυτου δε ηµας αγαπωντος, και ο Πατηρ αυτου ωσαυτως ηµας αγαπα, προοδοποιουντος του Πνευµατος δηλαδη και την οικιαν προευτρεπιζοντος ως εν µια συνοδω των υποστασεων µονην γινεσθαι ηµας Πατρος και Υιου και Αγιου Πνευµατος. ζ΄. Η γνωστως και ευαισθητως γινοµενη ενοικησις της τρισυποστατου θεοτητος εν τοις τελειοις ου πληρωσις ποθου εστιν, (385) αλλα µαλλον αρχη και αιτια σφοδροτερου και µειζονος ποθου. Εκτοτε γαρ ουκ εα τον υποδεξαµενον αυτην ηρεµειν, αλλ᾿ ως υπο πυρος αει εκκαιοµενον και πυρουµενον επαιρεσθαι εις φλογα ποθου θειοτερου ποιει. Καταληψιν γαρ και τελος του ποθουµενου ευρειν ο νους µη δυναµενος ουδε µετρον τω ποθω και τη αγαπη δυναται δουναι, αλλα τω ατελεστω τελει φθασαι και καταλαβειν βιαζοµενος, ατελεστον αει τον ποθον και απληρωτον την αγαπην εν εαυτω περιφερει. η΄. Ο εις τουτο το περας ελθων ου δοκει ευρηκεναι αρχην ποθου η αγαπης εν εαυτω του Θεου, αλλ᾿ ως µη αγαπων τον Θεον διακειται, το πληρωµα της αγαπης µη καταλαβειν δυνηθεις οθεν και ως εσχατον ηγουµενος εαυτον παντων των φοβουµενων τον Θεον, αναξιον εαυτον ηγειται απο ψυχης και της µετα των πιστων σωτηριας. θ΄. «Παντα δυνατα τω πιστευοντι». Η γαρ πιστις αντι δικαιοσυνης λογιζεται. «Τελος γαρ νοµου Χριστος». Η δε εις αυτον πιστις δικαιοι και τελειοι τον πιστευοντα, ως αντι εργων νοµου λογιζοµενης της εις Χριστον πιστεως, ητις δια των εντολων του ευαγγελιου βεβαιουµενη και δεικνυµενη, ζωης αιωνιου της εν αυτω τω Χριστω µετοχους τους πιστους απεργαζεται.
ι΄. Πιστις εστι το δια Χριστον υπερ της αυτου εντολης αποθανειν και τον θανατον τουτον ζωης προξενον ειναι πιστευειν, την πτωχειαν ως πλουτον λογιζεσθαι, την ευτελειαν και εξουδενωσιν ως δοξαν τω οντι και περιφανειαν, και εν τω µηδεν εχειν τα παντα κατεχειν πιστευειν µαλλον δε κεκτησθαι «τον ανεξιχνιαστον πλουτον της επιγνωσεως του Χριστου» και πηλον η καπνον απαντα τα ορωµενα καθοραν. ια΄. Η εις Χριστον πιστις εστι το µη µονον καταφρονησαι (386) των εν τω βιω τερπνων, αλλα και το καρτερησαι και υποµειναι παντα πειρασµον επερχοµενον εν λυπαις και θλιψεσι και συµφοραις, εως αν θεληση και επισκεψηται ηµας ο Θεος. «Υποµενων γαρ, φησιν, υπεµεινα τον Κυριον και προσεσχε µοι». ιβ΄. Οι τους εαυτων γονεις εν τινι προτιµωντες της του Θεου εντολης πιστιν ου κεκτηνται προς Χριστον παντως γαρ υπο της ιδιας κρινονται συνειδησεως, ει γε και συνειδησιν ζωσαν εχουσι περι της απιστιας αυτων πιστων γαρ τουτο εστι το εν µηδενι µηδαµως του µεγαλου Θεου και σωτηρος ηµων Ιησου Χριστου παραβαινειν την εντολην. ιγ΄. Πιστις η εις Θεον επιθυµιαν καλων ετεκε και φοβον κολασεων η δε των κρειττονων επιθυµια και ο φοβος των κολασεων τηρησιν εντολων ακριβη κατειργασαντο, η δε ακριβης των εντολων τηρησις την ιδιαν τους ανθρωπους εκδιδασκει ασθενειαν, η δε κατανοησις της αληθους ασθενειας ηµων θανατου µνηµην εγεννησεν ο δε συνοικον ταυτην κτησαµενος αυτος µαθειν εµπονως ζητησει οποια εσται αυτω τα µετα την εξοδον του βιου τουτου και αναχωρησιν ο δε αει περι των µελλοντων γνωναι σπουδαζων πρωτον παντων εαυτον αποστερησαι των παροντων οφειλει ο γαρ εν τουτοις και µεχρις ευτελους τινος υπο προσπαθειας κρατουµενος εκεινων την γνωσιν τελειαν ου δυναται κτησασθαι. Ει δε και ταυτης γευσεται κατ᾿ οικονοµιαν τινα του Θεου, ει µη ταχιον εασει τα υφ᾿ ων και εν οις κρατειται κατα προσπαθειαν και ολος της τοιαυτης γενηται γνωσεως, µηδεν ετερον ταυτης εξωθεν εννοειν εκουσιως καταδεχοµενος, και αυτη ην δοκει εχειν αρθησεται απ᾿ αυτου. ιδ΄. Η αποταγη του κοσµου και παντελης αναχωρησις, ξενιτειαν αναλαβοµενην παντων των εν βιω υλων και (387) ηθων και
γνωµων και προσωπων και αρνησιν σωµατος και θεληµατος, µεγαλης ωφελειας προξενος γινεται τω ουτω θερµως αποταξαµενω εν βραχει τω καιρω. ιε΄. Ο φευγων τον κοσµον, ορα µηδαµως δως σην ψυχην εις παρακλησιν κατ᾿ αρχας, εν αυτω τας οικησεις ποιουµενος, ει και παντες σε τουτο ποιειν συγγενεις και φιλοι καταναγκαζουσι. Τουτο γαρ αυτοις οι δαιµονες υποβαλλουσιν, οπως την θερµην αποσβεσωσι της καρδιας σου ει γαρ και µη τελειως εµποδισαι σου την προθεσιν δυνηθωσιν, αλλα γε χαυνοτεραν ταυτην παντως και ασθενη απεργασονται. ιστ΄. Οταν προς παντα τα του βιου ηδεα ευρεθης ανδρειος και απαρακλητος, τοτε εις συµπαθειαν δηθεν οι δαιµονες τους συγγενεις µετατρεψαντες, κλαιειν ποιουσι και θρηνειν δια σε προ προσωπου σου. Και τουτο αληθες ειναι γνωση, οταν συ µεν ατρεπτος και εν ταυτη εµµεινης τη προσβολη, εκεινους δε εις µανιαν την κατα σου και µισος αιφνης εξαφθεντας ιδης και ως εχθρον σε αποστρεφοµενους και οραν ουκ εθελοντας. ιζ΄. Την παρα των γονεων και αδελφων και φιλων σου θλιψιν ορων δια σε γινοµενην, γελα επι τω υποβαλλοντι ταυτα ποικιλως κατα σου γινεσθαι δαιµονι και µετα φοβου και σπουδης πολλης υποχωρησον και τον Θεον εκτενως εκδυσωπει του ταχιον εις λιµενα καλου πατρος καταντησαι σε, εν ω την ψυχην σου κεκοπωµενην και πεφορτισµενην υπαρχουσαν αυτος αναπαυσει πολλα γαρ εχει το πελαγος του βιου προξενα κινδυνων και απωλειας εσχατης. ιη΄. Ο µισησαι θελων τον κοσµον αγαπην εκ βαθεων ψυχης εχειν οφειλει προς τον Θεον και µνηµην τουτου αεναον ουδεν γαρ ετερον ως ταυτα µετα χαρας παντα καταλιµπανειν ποιει και σκυβαλων δικην αυτα αποστρεφεσθαι. ιθ΄. Μη θελε δι᾿ ευλογους αιτιας η µαλλον αλογους τω (388) κοσµω προσµειναι το συνολον, αλλ᾿ οτε κληθης, συντοµως υπακουσον εν ουδενι γαρ ετερω ουτω Θεος ως εν ταχυτητι ηµων επευφραινεται, επειδη και κρεισσον υπακοη συντοµος µετα πενιας η βραδυτης µετα πληθος χρηµατων. κ΄. Ει ο κοσµος και τα εν τω κοσµω παντα παρερχονται, ο δε Θεος µονος αΐδιος εστι και αθανατος, χαιρετε οσοι δι᾿ αυτον τα φθαρτα κατελειψατε φθαρτα δε εισιν ου µονον πλουτος και
χρηµατα, αλλα και πασα ηδονη και απολαυσις αµαρτιας φθορα εστι µοναι δε αι του Θεου εντολαι φως εισι και ζωη και τουτο παρα παντων καλουνται. κα΄. Ει φλογα ελαβες, αδελφε, και δραµων παρεγενου εν κοινοβιω η πνευµατικω πατρι δια τουτο, καν προτρεπη παρ᾿ αυτου η παρα των συνασκοµενων σοι αδελφων λουτροις η βρωµασιν η αλλαις θεραπειαις σωµατικαις χρησασθαι αναπαυσεως χαριν, τουτο µη καταδεξη, αλλ᾿ αει παρεσκευασµενος εσο προς νηστειαν, προς κακοπαθειαν, προς εγκρατειαν ακροτατην, ινα, ει µεν παρα του σου εν Κυριω πατρος προτραπης µετασχειν παρακλησεως, ευρεθης εκεινω µεν υπηκοος, το δε ιδιον σου µηδε εν τουτω ποιων εκ προαιρεσεως θεληµα ει δε µη, µετα χαρας υποµενεις απερ εκουσιως ποιησαι ηθελησας ψυχικως ωφελουµενος. Τουτο γαρ φυλαττων, εση δια παντος επι πασιν ως νηστευων και εγκρατευοµενος και το ιδιον αποταξαµενος πανταπασι θεληµα ου µην δε αλλα και την ενουσαν εν τη καρδια σου φλογα ασβεστον διατηρησεις, την παντων καταφρονειν σε βιαζουσαν. κβ΄. Οταν παντα τα παρ᾿ εαυτων οι δαιµονες πραξωσι και τον κατα Θεον ηµων σκοπον µεταστησαι ου δυνηθωσιν η εµποδισαι, τοτε τοις την ευλαβειαν υποκρινοµενοις υπεισερχονται και δι᾿ αυτων τους αγωνιζοµενους εµποδιζειν πειρωνται. Και πρωτον µεν, ως εξ αγαπης δηθεν και συµπαθειας κινουµενοι, εις σωµατικας αναπαυσεις (389) χωρειν παραινουσιν αυτοις, ινα µη και το σωµα αδυνατηση, φησι, και εις ακηδιαν εµπεσητε. Επειτα εις συντυχιας ανωφελεις εκκαλουµενοι, τας ηµερας εν ταυταις προσαναλισκειν αυτους ποιουσιν. Ει µεν τις υπακουσας των σπουδαιων οµοιωθη αυτοις, στρεφονται και επεγγελωσι την αυτου απωλειαν ει δε µη υπαχθη τοις αυτων λογοις, αλλα τηρει εαυτον ξενον εκ παντων και συννουν και απαρρησιαστον, κινουνται εις φθονον και παντα ποιουσι και πραττουσιν εως ου και της µονης αυτον εκδιωξωσιν ου φερει γαρ κενοδοξια ατιµος επαινουµενην ταπεινωσιν οραν απεναντιας αυτης. κγ΄. Αγχεται κενοδοξος ταπεινοφρονα ορων προχεοντα δακρυα και δισσως ωφελουµενον, Θεον ιλεω δι᾿ αυτων εργαζοµενον και ανθρωπους εις επαινον επισπωµενον αβουλητως.
κδ΄. Αφ᾿ ου σεαυτον ολον τω πνευµατικω σου αναθη πατρι, ισθι ως ξενος ει επι πασιν οις εξωθεν επιφερη, ανθρωπινοις λεγω πραγµασι τε και χρηµασιν ου χωρις µηδεν εν αυτοις πραξαι η ποιησαι θελησης, αλλα µηδε µικρον η µεγα αιτηση πραγµα αυτω εασαι σοι, ει µη τοι αυτος τη οικεια γνωµη, η προσταξη λαβειν η αυτος εκεινος αυτοχειρως παρεξη σοι. κε΄. Μη δως ανευ του κατα Θεον πατρος σου ελεηµοσυνην εξ ων χρηµατων εισηνεγκας, αλλα µηδε δια µεσιτου σου λαβειν τινα εξ αυτων παρ᾿ εκεινου θελησης. Κρειττον γαρ πτωχον και ξενον ειναι τε και ακουειν σε η σκορπιζειν χρηµατα και διδοναι τοις πενησι, εισαγωγικον οντα πιστεως δε ακραιφνους το παντα ως εν χειρι Θεου η του πνευµατικου πατρος αναθεσθαι βουλησει. κστ΄. Μη δη λαβειν υδατος αιτηση ποτον, ει και συµβη σε φλεγεσθαι, µεχρις αν οικοθεν κινηθεις ο πνευµατικος σου πατηρ προτρεψηται. Αγχε γαρ σεαυτον και βιαζου εν πασι, πειθων και λεγων τω λογισµω «Ει θελει ο Θεος» και ει ης αξιος του πιειν, αποκαλυπτει παντως τω πνευµατικω σου (390) πατρι και λεγει σοι «Πιε» και τηνικαυτα πιεσαι µετα καθαρου συνειδοτος, ει και παρα τον καιρον η ωρα εστιν. κζ΄. Ο πειραν εσχηκως πνευµατικης ωφελειας και ανοθευτον πιστιν κτησαµενος, µαρτυρα της αληθειας τον Θεον προβαλλοµενος ειπεν «Εθεµην τοιουτον εν εµαυτω λογισµον ως µητε φαγειν µητε πιειν αιτησασθαι ποτε τω πατρι µου η παρεξ αυτου µεταλαβειν τινος το καθολου, εως αν ο Θεος πληροφορηση αυτον και προσταξη µοι και ουτως εχων ουδεποτε, φησι, του σκοπου µου απετυχον». κη΄. Ο πιστιν κτησαµενος εναργη προς τον κατα Θεον πατερα αυτου, βλεπων αυτον, αυτον βλεπειν λογιζεται τον Χριστον και συνων η ακολουθων αυτω, Χριστω συνειναι και ακολουθειν βεβαιως πιστευει. Ο τοιουτος ουκ επιθυµησει ετερω τινι οµιλησαι ποτε, ου προτιµησει τι των του κοσµου πραγµατων υπερ την εκεινου µνηµην οµου και αγαπην. Τι γαρ και µειζον η ωφελιµωτερον εν τη παρουση και εν τη µελλουση ζωη του συνειναι Χριστω; Τι δε και ωραιοτερον η γλυκυτερον της θεας αυτου; Ει δε και οµιλιας αξιουται της παρ᾿ αυτου, παντως ζωην την αιωνιον εκ ταυτης αρυεται.
κθ΄. Ο εκ διαθεσεως τους λοιδορουντας η αδικουντας η µισουντας και αποστερουντας αυτον αγαπων και υπερ τουτων ευχοµενος, εις προκοπην εν ολιγω µεγαλην ανερχεται. Εν αισθησει γαρ καρδιας τουτο γινοµενον εις αβυσσον ταπεινωσεως και εις δακρυων πηγας το λογιζοµενον καταφερει, εν οις καταποντιζεται το τριµερες της ψυχης αναγει δε εις ουρανον απαθειας τον νουν και θεωρητικον απεργαζεται και τη γευσει της εκειθεν χρηστοτητος παντα σκυβαλα τα του παροντος βιου ηγεισθαι ποιει και αυτην δε την τροφην και την ποσιν µη ενηδονως η συχνοτερως προσιεσθαι. λ΄. (391) Πιστιν εναργη εδειξεν ο και το τοπον, εν ω ο οδηγος και πατηρ αυτου ισταται, ως αγιον ευλαβουµενος και τον κονιορτον των ποδων αυτου χερσι λαµβανων ζεοντως και επιχεων τη εαυτου κεφαλη και τη καρδια προσαλειφων, ως ιαµα των τουτου παθων και των αµαρτηµατων καθαρτικον, εκεινω δε αυτω µη προσεγγισαι τολµων µηδε απλως προσψαυσαι τινος των αυτου χιτωνων η σκεπασµατων ανευ της εκεινου προσταξεως και µεταχειριζοµενος τι των εκεινου, µετα φοβου και µετα αιδους τουτο ποιει, αναξιον εαυτον κρινων µη µονον της τουτων θεας και λειτουργιας, αλλα και της εν τη κελλη αυτου διαγωγης. λα΄. Πολλοι µεν τω βιω τουτω και τοις του βιου πραγµασιν αποτασσονται, ολιγοι δε και τοις θεληµασιν εαυτων περι ων και ο θειος λογος καλως αποφαινεται «Πολλοι µεν κλητοι» λεγων «ολιγοι δε εκλεκτοι». λβ΄. Οταν µετα πασης καθη επι τραπεζης της αδελφοτητος και νοερως σοι σκια τα παντα τοις οφθαλµοις υπογραφωνται και του ηδεος των βρωµατων ουκ επαισθανη, αλλ᾿ ολην εχεις την ψυχην τω θαυµατι εκπληκτον και τοις δακρυσιν εµπλεον, τοτε γινωσκε την του Θεου σοι χαριν ουτω ταυτα υποδεικνυειν δια την εκ του φοβου πολλην σου ταπεινωσιν, οπως, ιδων τα ποιηµατα του Θεου και διδαχθεις των αισθητων την αδρανειαν, εις αγαπην των νοητων µετεγκεντρισης τον φοβον σου. Και αυτη εστιν η πνευµατικη γνωσις, ην και λεγοµενην ακουεις, ητις µεσον του φοβου και της αγαπης ευρισκεται και απο τουτου εις ταυτην διαβιβαζει ανεπαισθητως και ακινδυνως τον ανθρωπον.
λγ΄. Ουκ ενδεχεται αλλως την εις Θεον τελειαν αγαπην αναφαιρετον κτησασθαι τινα ει µη κατα το µετρον της πνευµατικης γνωσεως αυτη δε κατα µικρον αυξανεται (392) τη πρακτικως πονουση καθ᾿ εκαστην ψυχη. Τουτο γαρ ειδως και ο Αποστολος εφη «Απο γαρ του µεγεθους και της καλλονης των κτισµατων αναλογως ο γενεσιουργος θεωρειται». λδ΄. Μεγεθος ουρανου και γης πλατος και των αλλων απαντων τους λογους ουδεις αξιως καταµαθειν δυναται τοις αισθητοις οφθαλµοις. Τα γαρ υπερβαινοντα και νουν και διανοιαν, πως οφθαλµοι κατανοησαι σωµατος εξισχυσουσι; Μολις γαρ και νους καθαρθεις λογισµων και ελευθερωθεις των προληψεων, ελεει τε και χαριτι Θεου φωτισθεις, κατα το µετρον του φωτισµου και την θεωριαν των οντων αξιως δυνησεται κατιδειν. λε΄. Ωσπερ εν νυκτι τοις αισθητοις οφθαλµοις εν εκεινω τω τοπω βλεποµεν µονον ενθα αν του φωτος τον λυχνον αναψωµεν, ο δε λοιπος απας κοσµος το καθ᾿ ηµας νυξ εστιν, ουτω τοις εν νυκτι αµαρτηµατων καθευδουσιν ο αγαθος δεσποτης φως µικρον γινεται, Θεος ων τοις πασιν αχωρητος, φειδοµενος της ασθενειας ηµων. Και τοτε αιφνης αναβλεπων ο ανθρωπος και θεωρων την φυσιν των οντων, ως ουποτε αυτην εθεασατο, εκπληττεται και ανωδυνως αυτοµατα προχεει τα δακρυα, δι᾿ ων καθαιρεται και βαπτιζεται το δευτερον βαπτισµα, βαπτισµα εκεινο, ο λεγει δια των ευαγγελιων ο Κυριος «Εαν µη τις γεννηθη δι᾿ υδατος και πνευµατος, ου µη εισελθη εις την βασιλειαν των ουρανων». Και παλιν «Εαν µη τις γεννηθη ανωθεν», ανωθεν δε ειπων, την εκ του πνευµατος ηνιξατο γεννησιν. λστ΄. Το προτερον βαπτισµα εχει το υδωρ προϋπογραφον τα δακρυα, εχει το µυρον του χρισµατος προσηµαινον το νοητον µυρον του Πνευµατος. Το δε δευτερον ουκετι τυπος της αληθειας, αλλ᾿ αυτη εστιν η αληθεια. λζ΄. Ου πραξεων µονον πονηρων απεχεσθαι δει αλλα (393) αλλα και λογισµων και εννοιων εναντιων χρη σπουδαζειν τον ασκητην ελευθερον ειναι, ενδιατριβειν δε αει ταις ψυχωφελεσι και πνευµατικαις ενθυµησεσιν, ιν᾿ ουτως αµεριµνος απο των βιωτικων διαµεινη.
λη΄. Ωσπερ ο ολον αυτου απογυµνωσας το σωµα, εαν καλυµµατι τινι κεκαλυµµενους εχη τους οφθαλµους και µη θεληση αραι και αποσεισασθαι αυτο, ου δυναται απο µονης της γυµνοτητος του λοιπου σωµατος ιδειν το φως, ουτω και ο παντων των αλλων πραγµατων οµου και χρηµατων καταφρονησας και αυτων απαλλαγεις των παθων, ει µη και των βιωτικων ενθυµησεων και των πονηρων εννοιων ελευθερωση τον της ψυχης οφθαλµον, ουκ οψεται ποτε το νοητον φως, αυτον τον Κυριον ηµων Ιησου Χριστον και Θεον. λθ΄. Ωσπερ καλυµµα εν οφθαλµοις επιτεθεν, ουτω λογισµοι κοσµικοι και βιωτικαι ενθυµησεις εν διανοια ηγουν εν οφθαλµω ψυχης γινονται. Καθοσον ουν εαθωσι χρονον, ου βλεψοµεν επαν δε εξαρθωσι τη του θανατου µνηµη, τοτε τρανως ιδωµεν το φως το αληθινον, ο φωτιζει παντα ανθρωπον εις τον ανω κοσµον ερχοµενον. µ΄. Ο εκ γενετης ων τυφλος ου νοησει ουδε πιστευσει των γραφοµενων την δυναµιν, ο δε βλεψαι ποτε καταξιωθεις συµµαρτυρησει ειναι αληθη τα λεγοµενα. µα΄. Ο βλεπων τοις αισθητοις οφθαλµοις οιδε ποτε µεν νυξ, ποτε δε ηµερα εστιν ο δε τυφλος τα αµφοτερα αγνοει. Και ο πνευµατικως αναβλεψας και τοις νοεροις ορων οφθαλµοις, θεασαµενος το αληθινον και αδυτον φως, οταν εκ ραθυµιας εις την προτεραν αποστραφη τυφλωσιν και του φωτος αποστερηθη, ευαισθητως αισθανεται της τουτου στερησεως και ποθεν αυτη συνεβη γενεσθαι ουκ αγνοει. Ο δε γε µενων τυφλος εκ γενετης ουδεν τη πειρα και τη ενεργεια περι τουτων επισταται, ει µη τι (394) εξ ακοης ακουση και µαθη περι ων εθεασατο, και διηγησεται αλλοις απερ ακηκοεν, αυτου και των ακουοντων µη ειδοτων περι ποιων πραγµατων αλληλοις προσδιαλεγονται. µβ΄. Αδυνατον και την σαρκα τω κορω των βρωµατων κατεµπιπλαν και πνευµατικως της νοερας και θειας επαπολαυειν χρηστοτητος. Οσω γαρ την γαστερα τις θεραπευσει, κατα τοσουτον εκεινης εαυτον αποστερησει καθοσον δε το σωµα υπωπιασει, αναλογως και της πνευµατικης τροφης τε και παρακλησεως εµπλησθησεται. µγ΄. Καταλειψωµεν παντα τα επι της γης, µη πλουτον µονον και χρυσον και τας αλλας υλας του βιου, αλλα και την επιθυµιαν
την προς αυτα τελεον απο των ψυχων ηµων απελασωµεν. Μισησωµεν µη τας ηδονας µονον του σωµατος, αλλα και τας αλογους κινησεις αυτου, και νεκρωσαι τουτο δια πονων σπουδασωµεν δια τουτο γαρ ενεργουνται τα της επιθυµιας και εις εργον εξαγονται, και ζωντος αυτου, αναγκη πασα νεκραν την ψυχην ηµων ειναι και δυσκινητον προς πασαν Θεου εντολην η και παντελως ακινητον. µδ΄. Καθαπερ η φλοξ του πυρος εις υψος αει αιρεται, ως εαν στρεψης την υλην αφ᾿ ης αναπτεται, ουτω και η του κενοδοξου καρδια ταπεινωθηναι ου δυναται, αλλ᾿ ως εαν ειπης αυτω τα της ωφελειας αυτου, µαλλον και µαλλον επαιρεται ελεγχοµενος γαρ η και νουθετουµενος, αντιλεγει σφοδρως, επαινουµενος η και παρακαλουµενος, ανυψουται κακως. µε΄. Ανθρωπος µεµελετηκως αντιλεγειν εαυτω διστοµος εστι µαχαιρα, αναιρων αγνωστως την ιδιαν ψυχην και της αιωνιου ζωης αλλοτριον αυτην εργαζοµενος. µστ΄. Ο αντιλεγων οµοιος εστι τω εκουσιως εκδοτον εαυτον ποιουντι τοις υπεναντιοις του βασιλεως εχθροις. Η γαρ αντιλογια αρπαγιον εστι, δελεαρ εχον την δικαιολογιαν, δι᾿ ης απατωµενοι, το αγκιστρον καταπινοµεν της αµαρτιας, (395) υφ᾿ ου και αρπαζεται ειωθεν, ως απο της γλωττης και του λαιµου, υπο των πνευµατων της πονηριας η αθλια ψυχη και ποτε µεν εις υψος υπερηφανιας αναγεσθαι, ποτε δε εις χαος αβυσσου αµαρτιας καταποντιζεσθαι και µετα των εξ ουρανου εκπεπτωκοτων καταδικαζεσθαι. µζ΄. Ο ατιµαζοµενος η υβριζοµενος και σφοδρα αλγων την καρδιαν γινωσκετω εκ τουτου οτι τον παλαιον οφιν περιφερει εγκολπιον. Ει µεν ουν µετα σιωπης υποµεινη η µετα πολλης αποκριθησεται ταπεινωσεως, ασθενη τουτον και εκλελυµενον ειργασατο. Ει δε µετα πικριας αντειπη η και λαληση µετα θρασυτητος, δεδωκεν ισχυν τω οφει τον ιον εκχεαι εν τη καρδια αυτου και ανηµερως τα εντος αυτου κατεσθιειν, ως εντευθεν καθ᾿ εκαστην ενδυναµουµενον αυτον καταβρωµα ποιεισθαι την επ᾿ αγαθοις διορθωσιν και ισχυν της αθλιας τουτου ψυχης, και ζην µεν αυτον εκτοτε τη αµαρτια, νεκρον δε παντελως ειναι τη δικαιοσυνη.
µη΄. Εαν αποταξασθαι βουληθης και την ευαγγελικην πολιτειαν εκδιδαχθηναι, µη απειρω µηδε εµπαθει διδασκαλω εαυτον εκδως, ινα µη αντι ευαγγελικης διαβολικην πολιτειαν εκδιδαχθης, επειδη καλων µεν διδασκαλων καλα τα µαθηµατα, κακων δε κακα και σπερµατων πονηρων παντως πονηρα τα γεωργια. µθ΄. Ευχαις και δακρυσι τον Θεον καθικετευσον πεµψαι σοι οδηγον απαθη τε και αγιον ερευνα δε και αυτος τας θειας γραφας, µαλιστα τας των αγιων πατερων πρακτικας συγγραφας, ινα ταυταις αντιπαρατιθεις τα παρα του διδασκαλου και προεστωτος σοι διδασκοµεθα, ως εν κατοπτρω βλεπειν δυνασαι ταυτα και καταµανθανειν, και τα µεν συναδοντα ταις θειαις γραφαις εγκολπουσθαι και κατεχειν τη διανοια, τα δε νοθα και αλλοτρια διακρινειν και αποπεµπεσθαι, ινα µη πλανηθης. Πολλοι γαρ, (396) ισθι, πλανοι και ψευδοδιδασκαλοι εν ταις ηµεραις ταυταις γεγονασιν. ν΄. Πας ο µη βλεπων, αλλους δε οδηγειν υπισχνουµενος, πλανος εστι και τους εποµενους αυτω εις βοθρον απωλειας εντιθησι κατα την του Κυριου φωνην «Τυφλος τυφλον εαν οδηγη, αµφοτεροι εις βοθυνον εµπεσουνται». να΄. Ο τυφλος προς το εν τυφλος ολως προς παντα εστιν, ο δε βλεπων εν τω ενι εν θεωρια των παντων εστι της θεωριας τε παντως απεχεται, και εν τη θεωρια των παντων γινεται, και των θεωρουµενων εξω εστιν εν τω ενι ουτος ων τα παντα ορα, και εν πασιν ων ουδεν των παντων ορα. νβ΄. Ο βλεπων εν τω ενι δια του ενος και εαυτον και παντας και απαντα καθορα, και κεκρυµµενος ων εν αυτω, ουδεν των παντων ορα. νγ΄. Ο µη την εικονα του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου, του επουρανιου ανθρωπου τε και Θεου, εν τω λογισµω και νοερω ανθρωπω ευαισθητως και γνωστως ενδυσαµενος, αιµα µονον εστιν ετι και σαρξ, πνευµατικης δοξης αισθησιν µη δυναµενος δια του λογου λαβειν, καθαπερ και οι εκ γενετης τυφλοι το του ηλιου φως δια λογου µονον γνωναι ου δυνανται. νδ΄. Ο ακουων ουτως και βλεπων και αισθανοµενος οιδε των λεγοµενων την δυναµιν, ως ηδη την εικονα φορεσας του επουρανιου και εις ανδρα τελειον ανελθων του πληρωµατος του
Χριστου και ο ουτως εχων δυναται και καλως οδηγειν εν τη οδω των του Θεου εντολων το ποιµνιον του Χριστου. Ο δε µη ειδως και αλλως εχων προδηλος εστιν οτι ουδε τα αισθητηρια της ψυχης τετρανωµενα και υγιη επιφερεται, ω και µαλλον καλως εξει το αγεσθαι η το αγειν επικινδυνως. νε΄. Ο τω διδασκαλω και οδηγω αυτου ως Θεω ατενιζων (397) αντιλεγειν ου δυναται. Ει δε οιεται και λεγει αµφοτερα εχειν, ιστω, πεπλανηται οποιαν γαρ οι του Θεου προς τον Θεον εχουσι την διαθεσιν αγνοει. νστ΄. Ο πιστευων εν τη χειρι του ποιµενος αυτου την εαυτου υπαρχειν ζωην και τον θανατον ουκ αντειποι ποτε η δε τουτων αγνοια αντιλογιαν γεννα, την προξενον του νοητου και αιωνιου θανατου. νζ΄. Προ του λαβειν την αποφασιν τον καταδικον, τοπος διδοται απολογιας αυτω λαλειν τω δικαστη περι ων επραξεν µετα δε γε την των πρακτεων φανερωσιν και την του δικαστου αποφασιν, ουδεν η µικρον η µεγα τοις βασανιζουσιν αντιλεγει. νη΄. Προ του εισελθειν εις τουτο το δικαστηριον τον µοναχον και φανερωσαι αυτου τα εγκαρδια, ισως αντιλεγειν εξεστιν αυτω, τα µεν κατα αγνοιαν τα δε και ως οιοµενω κρυπτειν τα εαυτου. Μετα δε την των λογισµων αποκαλυψιν και ειλικρινη εξαγορευσιν ουκ εξεστιν αντιλεγειν τω µετα Θεον δικαστη και εξουσιαστη αυτου µεχρι θανατου ποτε. Ο γαρ µοναχος εν τουτω κατ᾿ αρχας εισελθων τω δικαστηριω και απογυµνωσας τα κρυπτα της καρδιας αυτου πεπεισται εκ προοιµιων, ει γε και οπωσουν γνωσιν κεκτηται, οτι µυριων υπαρχει θανατων αξιος, και δια της υπακοης αυτου και της ταπεινωσεως πασης τιµωριας και κολασεως λυτρωθηναι πιστευει, ει ως αληθως αρα του µυστηριου τον τροπον επισταται. νθ΄. Ο ανεξαλειπτα ταυτα φυλαττων εν τη εαυτου διανοια την καρδιαν ουδεποτε κινηθησεται, παιδευοµενος η νουθετουµενος η ελεγχοµενος, επειδη ο εµπιπτων τοις τοιουτοις κακοις, λεγω δε τη αντιλογια και απιστια τη προς τον πνευµατικον πατερα αυτου και διδασκαλον, εις πεταυρον και βυθον αδου ετι ζων ελεεινως καταφερεται και οικος του Σατανα και πασης αυτου της ακαθαρτου (398) δυναµεως γινεται, ως απειθειας και απωλειας υιος
ξ΄. Παρακαλω σε τον της υπακοης <υιον> ταυτα στρεφειν συνεχως εν τη διανοια σου και παση σπουδη αγωνισασθαι του µη κατελθειν εν τοις ειρηµενοις του αδου κακοις, αλλ᾿ ουτω δεεσθαι του Θεου θερµως καθ᾿ εκαστην και λεγειν «Θεε και Κυριε των απαντων, ο πασης πνοης και ψυχης εχων την εξουσιαν, ο µονος ιασασθαι µε δυναµενος, επακουσον µου της δεησεως του ταλαιπωρου και τον εν εµοι εµφωλευοντα δρακοντα τη του παναγιου σου Πνευµατος επιφοιτησει θανατωσας αφανισον καµε πτωχον και γυµνον πασης υπαρχοντα αρετης τοις του αγιου µου πατρος ποσι µετα δακρυων προσπεσειν αξιωσον και την αγιαν αυτου ψυχην εις συµπαθειαν του ελεησαι µε ελκυσον. Και δως, Κυριε, ταπεινωσιν τη καρδια µου και λογισµους πρεποντας αµαρτωλω συνθεµενω σοι µετανοειν, και µη εις τελος εγκαταλειψης ψυχην απαξ συνταξαµενην και οµολογησασαν και αντι παντος του κοσµου εκλεξαµενην και προτιµησαµενην σε. Οιδας γαρ, Κυριε, οτι θελω σωθηναι, ει και η πονηρα µου συνηθεια εµποδιον µου καθισταται αλλα δυνατα σοι, ∆εσποτα, παντα οσα παρα ανθρωποις αδυνατα». ξα΄. Οι καλον τον θεµελιον της πιστεως και ελπιδος εν τη αυλη καταβαλοντες της ευσεβειας µετα φοβου και τροµου, και επι την πετραν της υπακοης των πνευµατικων πατερων τους ποδας ασαλευτους ερεισαντες, και ως εκ Θεου στοµατος τα παρ᾿ εκεινων εντελλοµενα ακουοντες, και τω θεµελιω τουτω της υπακοης αδιστακτως εποικοδοµουντες αυτα εν ταπεινωσει ψυχης, ευθυς κατορθουσι, και κατορθουται αυτοις το µεγα τουτο και πρωτον κατορθωµα, το εαυτους απαρνησασθαι. Το γαρ πληρουν αλλοτριον θεληµα και µη το εαυτου, ου µονον απαρνησιν (399) της ιδιας ψυχης, αλλα και νεκρωσιν την προς τον κοσµον απαντα εµποιει. ξβ΄. Τω τω εαυτου πατρι αντιλεγοντι συγχαιρουσι δαιµονες, τω δε µεχρι ταπεινουµενω θανατου θαυµαζουσιν αγγελοι εργον γαρ του Θεου ο τοιουτος εργαζεται, εξοµοιουµενος τω Υιω του Θεου, τω την υπακοην πεπληρωκοτι τω ιδιω πατρι µεχρι θανατου, θανατου δε σταυρου. ξγ΄. Ο πολυς και ακαιρος συντριµµος της καρδιας σκοτιζει και θολει την διανοιαν, και την µεν καθαραν ευχην και ταπεινωσιν
απο της ψυχης εξαφανιζει, πονον δε καρδιακον εµποιει, εντευθεν δε σκληροτητα και πωρωσιν απειρον δια δε τουτων την απογνωσιν τοις πνευµατικοις οι δαιµονες πραγµατευονται. ξδ΄. Οπηνικα σοι ταυτα υπαντησωσι, µοναχε, ευρης δε ζηλον και ποθον τελειοτητος εν τη ψυχη σου πολυν, ως επιθυµειν σε πασαν µεν εντολην πληρωσαι του Θεου και µηδε µεχρις αργου λογου παραπιπτειν και αµαρτανειν, µηδενος δε των παλαι απολειφθηναι αγιων κατα πραξιν και γνωσιν και θεωριαν, ορας δε σαυτον κωλυοµενον παρα του υποσπειροντος τα της αθυµιας ζιζανια µη ελασαι εις τοσουτον υψος της αγιωσυνης εν τω υποβαλλειν αυτον εν σοι λογισµους και λεγειν «Αδυνατον σοι µεσον του κοσµου σωθηναι φυλαξαι πασας τας εντολας ανελλιπως του Θεου», τοτε συ εν µια καθισας κατα µονας γωνια, συστειλον σεαυτον και επισυναξον σου τον λογισµον και δος αγαθην βουλην τη ση ψυχη και ειπε «Ινα τι περιλυπος ει, η ψυχη µου, και ινα τι συνταρασσεις µε; Ελπισον επι τον Θεον οτι εξοµολογησοµαι αυτω. Σωτηριον γαρ του προσωπου µου ουχι τα εργα µου, αλλ᾿ ο Θεος µου εστι». Τις γαρ εξ εργων νοµου δικαιωθησεται; Ου (400) δικαιωθησεται γαρ ενωπιον σου πας ζων. Αλλ᾿ εκ πιστεως της εις αυτον τον Θεον µου ελπιζω σωθηναι δια της αφατου αυτου ευσπλαγχνιας δωρεαν «Υπαγε οπισω µου, Σατανα, Κυριω τω Θεω µου προσκυνω και αυτω εκ νεοτητος µου λατρευω, τω δυναµενω µε σωσαι εν µονω τω ελεει αυτου. Αποστηθι ουν απ᾿ εµου ο Θεος ο ποιησας µε κατ᾿ εικονα και καθ᾿ οµοιωσιν αυτου καταργησει σε». ξε’. Ο Θεος εξ ηµων ουδεν ετερον επιζητει των ανθρωπων αλλ᾿ η το µη αµαρτανειν, και µονον τουτο δε ουκ εστιν εργον νοµου αλλα φυλακη απαραβατος της εικονος και του ανωθεν αξιωµατος, εν οις, κατα φυσιν εστωτες και τον χιτωνα φορουντες λελαµπρυσµενον του Πνευµατος, εν τω Θεω µενοµεν και αυτος εν ηµιν, θεσει θεοι και υιοι Θεου χρηµατιζοντες, εν τω φωτι της γνωσεως του Θεου σηµειουµενοι. ξστ΄. Ακηδια και βαρος του σωµατος, εξ οκνηριας και αµελειας προσγενοµενα τη ψυχη, του συνηθους αφιστωσι κανονος και σκοτωσιν τη διανοια προξενουσι και αθυµιαν, ως εντευθεν δειλιας και βλασφηµιας λογισµους επιπολαζειν εν τη καρδια και µηδε εν τω συνηθει τοπω της προσευχης εισελθειν τον υπο του
δαιµονος της ακηδιας πειραζοµενον δυνασθαι, αλλα και οκνειν αυτον και κατα του ποιητου των απαντων ενθυµεισθαι παραλογα. Γνους ουν την αιτιαν και ποθεν σοι ταυτα επηλθον, σπουδαιως εισελθε εις τον συνηθη τοπον της προσευχης σου, και τω φιλανθρωπω Θεω προσπεσων δεηθητι µετα στεναγµου και δακριων εν οδυνη καρδιας σου την απαλλαγην του βαρους της ακηδιας και των πονηρων λογισµων, και δοθησεται σοι εµπονως κρουοντι και επιµενοντι η τουτων εν ταχει ελευθερια. ξζ΄. Ο καθαρα την καρδιαν κτησαµενος, ουτος δειλιαν ενικησεν} ο δε ακµην καθαιροµενος, ποτε µεν βαλλει αυτην, (401) ποτε δε βαλλεται υπ᾿ αυτης} ο δε µηδολως αγωνιζοµενος, η παντελως αναισθητει και εν τω φιλος ειναι παθων και δαιµονων, ος προς τη κενοδοξια και οιησιν νοσει δολων ειναι τι µηδεν ων, η δειλιας δουλος υπαρχει και υποχειριος, τρεµων ως τω φρονηµατι νηπιος, και φοβουµενος φοβον εκει ενθα φοβος ουκ εστιν ουδε δειλια τοις φοβουµενοις τον Κυριον. ξη΄. Ο φοβουµενος τον Θεον δαιµονων ορµας ου φοβειται ουδε τας ασθενεις εφοδους αυτων αλλ᾿ ουδε ανθρωπων πονηρων απειλας} ωσπερ δε τις φλοξ η φλεγον πυρ ολος ων, εν αδυτοις τοποις και αφεγγεσι νυκτος και ηµερας περιϊων, φυγαδευει τους δαιµονας, φευγοντας µαλλον αυτον, ηπερ αυτους εκεινος, µη εµπρησθηναι υπο της εκπεµποµενης εξ αυτου φλογοειδους εκτινος του θειου πυρος. ξθ’. Ος τω φοβω του Θεου στοιχει, ουτος µεσον ανδρων αναστρεφοµενος πονηρων ου φοβειται, τον φοβον αυτου ενδοθεν εχων και φερων το ακαταµαχητον οπλον της πιστεως, µεθ᾿ ης ισχυει και δυναται παντα οραν, και αυτα τα δοκουντα τοις πολλοις δυσχερη και αδυνατα} αλλ᾿ ωσπερ τις γιγας εν µεσω πιθηκων η λεων βρυχωµενος εν µεσω κυνων και αλωπεκων διαγων, πεποιθων εστιν επι Κυριον και τω στερρω του φρονηµατος καταπληττει αυτους και εκδειµατοι τας φρενας αυτων, ως ραβδον σιδηραν τον εν σοφια λογον επιφεροµενος. ο’. Μη θαυµασης, εαν υπο δειλιας κυρευοµενος παντα φοβουµενος τρεµης} ετι γαρ ατελης ει και ανισχυρος και ωσπερ νηπιον τα µορµολυκεια δεδοικας} η γαρ δειλια παθος εστι νηπιωδες και καταγελαστον κενοδοξου ψυχης. Προς τουτον ουν τον δαιµονα µη θελε λογους λεγειν η αντιρρησεις ποιεισθαι} της
γαρ ψυχης τρεµουσης και κλονουµενης, ουκ ωφελησουσι λογοι} αφεις δε τουτους, (402) οση σοι δυναµις τον λογισµον σου ταπεινωσον και θαττον γνωσεις ηφανισµενην δειλιαν. οα’. Υπο ακηδιας ποτε τις κατασχεθεις, χαυνον τον νουν και σκοτεινον εσχε και εκλυτον αυτου την ψυχην, ως µικρον εκ τουτου το πενθος εκλειψαι απο της καρδιας αυτου και την φλογα εν αυτω σβεσθηναι του Πνευµατος και παντα τον οικον του σωµατος αυτου πλησθηναι καπνου} ου µην αλλα γαρ και ναρκωσις µελων εν αυτω γενοµενη, εξ οκνηριας εις υπνον αµετρον κατεφερετο, ως εξ αναγκης ελλειπειν αυτω και την συνηθη ακολουθιαν. Προς ταυτα δε δι᾿ εγκρατειας ανθισταµενος και αγρυπνιας, ως τον υπνον ενικησε, θαττον η καρδια αυτου εξ οιησεως εσκληρυνετο, και πενθους εκλειποντος, η δειλια αυτω υπεισηρχετο. Ως δε παλιν ησθετο ταυτην ουσαν εν αυτω, αωρι της κελλης αυτου εξω εγενετο και εις ζοφωδη τοπον και σκοτεινον απελθων, στας τε εν αυτω και τας χειρας εις ουρανους ανατεινας και το σηµειον του σταυρου εν εαυτω εκτυπωσας, οµµα τε ψυχης προς Θεον ανατεινας, ως µικρον εταπεινωσε τον λογισµον, ευθυς ο της διελιας εξ αυτου δαιµων απεστη µικρον. Ο δε κραταιοτερος αυτου, ο δεινος της κενοδοξιας εχθρος, υπεκλεπτε τουτου τον λογισµον, κατασπασαι βουλοµενος αυτον και αυθις τω της δειλιας δαιµονι παραδουναι} οπερ κατανοησας, τεθαυµακε και τον Θεον εδυσωπει θερµως ρυσασθαι την ψυχην αυτου εκ των τοιουτων παγιδων του διαβολου. οβ’. Πολλη και πασιν, οιµαι, δυσνοητος η τουτων συµπλοκη και κακια και µεθοδος των δαιµονων υπαρχει. Εγνων γαρ τον της δειλιας δαιµονα τω της ακηδιας συνερχοµενον και συγκροτουντα, και τουτον εκεινω βοηθουντα και συναιροµενον, και τον µεν πρωτον φοβον εν τη ψυχη µετα σκληροτητος εµποιουντα, τον ετερον δε σκοτωσιν και παρεσιν, ετι τε πωρωσιν ψυχης τε και νοος και απογνωσιν εργαζοµενον. ∆οκιµιον δε τοις αγωνιζοµενοις η ακηδια, προξενος αυτοις ταπεινωσεως γινοµενη. ογ’. (403) Τοις προκοψασιν εν ευχη η και επιµελουµενοις ευχης ο της ακηδιας µαλιστα δαιµων ως επι το πλειστον πολεµειν ειωθεν. Ουδεις γαρ ετερος των αλλων δαιµονων κατα των
τοιουτων ισχυει, ειτε κατα οικονοµικην παραχωρησιν τουτου κατ᾿ αυτων ισχυσαντος, ειτε και εκ των του σωµατος ανωµαλιων την καθ᾿ ηµων λαβοντος ισχυν, ως γε πειθοµαι µαλλον. Το δε λεγοµενον εστι τοιουτον} πολλα φαγων και τον στοµαχον βαρηθεις και εις κορον υπνωσας, εκυριευσε του νοος µου το παθος και ηττηθην} ειτα παλιν υπερ το µετρον εγκρατευσαµενος, τον νουν µου σκοτεινον και δυσκινητον ειργασαµην και αυθις εις το αυτο περιεπεσα παθος. Εστι δ᾿ οτε και εκ της του αερος κρασεως, ουκ οιδ᾿ οπως ειπω, και της αχλυωδους παχυτητος του νοτιαιου ανεµου ταυτα συµβαινειν τοις αγωνιζοµενοις. οδ’. Ακηδια θανατος ψυχης και νοος εστι. Ταυτην ει παρεχωρησεν ο Θεος καθ᾿ ηµων ενεργησαι κατα την δυναµιν αυτης, ουδεις αν εσωθη των αγωνιζοµενων ποτε. Ηµετερον δε οµως εστι το αντιστηναι αυτη κατα το ενον της δυναµεως, Θεου δε το και µυστικως ηµας διεγειρειν και φανερως νικητας αποδειξαι αυτης. Αδυνατον δε τινα θανοντα αναστησαι διχα βοηθειας του εκ νεκρων εαυτον αναστησαντος. οε’. Οπηνικα εις οιησιν κλαπεις ο νους εν αυτη εµβαθυνη και ειναι τι εναγωνιως εχων καθ᾿ εαυτον υπολαβη, τηνικαυτα η αορατως αυτον φωτιζουσα χαρις αφισταται, και βραχυ κενον καταλειψασα, ευθυς ελεγχεται αυτου η ασθενεια, ωσπερ α’γριων κυνων επιδραµοντων αυτω των παθων και καταπιειν ζητουντων αυτον} ου και εξαπορουµενου, µη εχοντος δε που φυγειν και σωθηναι, προς τον δυναµενον σωσαι αυτον καταφευγει δια ταπεινωσεως Κυριον. οστ’. Ο εξω γεγονως του κοσµου παντος ως εν (404) ερηµω αβατω και µεστη θηριων οντα κατανοει εαυτον. Οθεν φοβω αρρητω και τροµω ανεκδιηγητω συνεχοµενος, βοα προς τον Θεον, ως µεν Ιωνας, εκ του κητους και της θαλασσης του βιου, ως δε ∆ανιηλ, εκ του λακκου των αγριων παθων και λεοντων, ως δε οι τρεις παιδες, εκ της καµινου του εµφυτου της επιθυµιας πυρος της καιοµενης, ως δε Μανασσης, εκ του χαλκουργηµατος του πηλινου τουτου και θνητου σωµατος. Ου και εισακουων ο Κυριος, ρυεται αυτον εκ του βυθου της αγνοιας και της φιλιας του κοσµου, καθαπερ τον προφητην εκ του κητους εκεινον, του µηκετι παλινοστησαι προς ταυτα} ρυεται αυτον εκ του λακκου
των πονηρων λογισµων της επιθυµιας, των αρπαζοντων και κατεσθιοντων τας των ανθρωπων ψυχας, ως τον ∆ανιηλ} απο των εµπαθων προληψεων του πυρος, του καταφλεγοντος και λυµαινοµενου αυτου την ψυχην και προς πραξεις ατοπους βια συνωθουντος και ελκοντος, φυλαττει αυτον ακαταφλεκτον, τω Αγιω Πνευµατι δροσιζων αυτου την ψυχην, ως τους Ισραηλιτας εκεινους} και απο της γεωδους ταυτης και βαρειας και εµπαθεστατης σαρκος αταπεινωτον διατηρησας και απτωτον, υιον φωτος και ηµερας αυτον απεργαζεται και της αθανασιας ενθεν ηδη απογευει αυτον. οζ’. Ψυχη η σχετικως οικουσα εν τη ταπεινωσει ταυτη του σωµατος και των ηδονων τουτου αντιποιουµενη και της δοξης των ανθρωπων αντεχοµενη, η τουτων µεν αλογησασα αισθανοµενη δε του αερος τουτου της ευθυµιας, προς πασαν αρετην και εντολην Θεου ακινητος υπαρχει πανταπασι και απροθυµος, ως καταβαρουµενη και πεδουµενη δεινως υπο των ειρηµενων κακων. Επαν δε, διεγερθεισα πονοις κακοπαθειας και δακρυσι µετανοιας, (405) το βαρος αφ᾿ εαυτης αποσεισηται της σαρκος και την αλµην του γεωδους φρονηµατος τοις ναµασιν αποκλυσηται των δακρυων και υπερανω της ταπεινωσεως γενηται των ορωµενων και φωτος απολαυση καθαρου και ελευθεριας αξιωθη των τυραννουντων παθων, αυτικα προφητικως και αυτη βοα προς Θεον} «∆ιερρηξας τον σακκον µου και περιεζωσας µε ευφροσυνην, οπως αν ψαλλη σοι η δοξα µου και ου µη κατανυγω». οη’. Τρεις µεν η θεια Γραφη τοπους, εν οις εµφιλοχωρειν ο νους ειωθεν, υποσηµαινεται. Εγω δε δυο µαλλον ειναι φηµι, ουκ εναντια τη Γραφη δογµατιζων, µη γενοιτο, αλλα της αρχης και του τελους το µεσον ουκ αριθµων} οιον τι λεγω, ο εκ πολεως εις πολιν και απο χωρας εις ετεραν µεταβας χωραν, ουχι και την οδον αυτην ην ωδευσε χωραν η πολιν καλεσειεν, ει και πολλα τινα και θαυµαστα κατ᾿ αυτην θεασεται πραγµατα. Ο γαρ απο της Αιγυπτου προς την της επαγγελιας µεταβας γην και εν ταυτη κατοικισθεις, παντων µεν των εν µεσω µεµνηται και ταυτα διηγειται τοις πασιν} ου µεντοι δε απο πρωτης εις δευτεραν, και απο δευτερας εις τριτην πολιν η χωραν µεταβηναι λεγει, αλλ᾿ ωσπερ απο δουλειας εις ελευθεριαν και απο σκοτους εις φως και
απο αιχµαλωσιας εις την της οικειας πατριδος αποκαταστασιν. Ουτω και απο εµπαθειας εις απαθειαν και απο της των παθων δουλωσεως εις την ελευθεριαν του Πνευµατος και απο της παρα φυσιν προληψεως, οπερ αιχµαλωσιαν ο πνευµατικος αποκαλει νοµος, εις την υπερ φυσιν επανοδον, απο του βιωτικου πελαγους και κλυδωνος προς την εξω του κοσµου γαληνιαιαν καταστασιν, απο της πικριας των βιωτικων µεριµνων τε και θλιψεων εις την ανεκλαλητον γλυκυτητα και αµεριµνιαν γηΐνου παντος πραγµατος, απο της περι τα πολλα επιθυµιας περιστασεως τε και τυρβης προς το εν (406) µονον και την ολικην σχεσιν αυτου και αγαπην, ο νους ηµων των ανθρωπων µεταβαινειν ειωθεν. οθ’. Η µεταβασις του νοος απο των ορωµενων επι τα αορατα και η απο των αισθητων επι τα υπερ αισθησιν τουτου εµφιλοχωρησις ληθην παντων των οπισθεν εµποιει. Ταυτην ουν εγω ησυχιαν οντως και ησυχιας χωρον και τοπον αποκαλω, εις ον ο ανελθειν αξιωθεις, ουχ ως ο Μωϋσης επι του ορους τεσσαρακοντα ηµερας και νυκτας τοσαυτας ποιησας παλιν εκειθεν κατενεχθησεται, αλλα καλον εκει ειναι βεβαιωθεις ουκετι προς τα κατω καθολου επιστραφησεται} οικος δε της Τριαδος εντευθεν γενοµενος και αυτος εν τη Τριαδι, ως εν αυτω ων τη βασιλεια των ουρανων, εγκατοικησει, της αγαπης δηλονοτι κρατουσης αυτον και µη εωσης πεσειν. π’. Ουχ ο ησυχαζων µονος η ο υποτασσοµενος, αλλα και ο ηγουµενευων και ο πολλων προϊσταµενος και αυτος ο διακονων, αµεριµνος οφειλει ειναι, ηγουν ελευθερος απο παντων των βιωτικων πραγµατων αναµφιβολως} ει γαρ µεριµνωµεν, παραβαται της του Θεου εντολης ευρισκοµεθα της λεγουσης} «Μη µεριµνησητε τη ψυχη υµων τι φαγητε η τι πιητε η τι ενδυσησθε} ταυτα γαρ παντα, τα εθνη επιζητει»} και παλιν} «Βλεπετε µηποτε βαρυνθωσιν αι καρδιαι υµων εν κραιπαλη και µεθη και µεριµναις βιωτικαις». πα’. Ο εν τοις βιωτικοις εχων πραγµασι τον λογισµον µεριµνωντα ουκ εστιν ελευθερος} υπο γαρ της τουτων µεριµνης κατεχεται και δεδουλωται, καν υπερ εαυτου µεριµνα ταυτα καν δι᾿ ετερους. Ο δε απο τουτων ελευθερος, ουτε δι᾿ εαυτον, ουτε δι᾿ ετερους µεριµνησει βιωτικως, καν επισκοπος καν ηγουµενος
καν διακονος ειναι τυχη} αλλ᾿ ουδε αργησει ποτε η τινος καταφρονησει των ευτελεστερων και σµικροτατων, θεαρεστως δε (407) απαντα ποιων και πραττων, αµεριµνος εν πασι διατελεσει και εν τω βιω παντι. πβ’. Εστι µεριµνα απρακτος και πραξις αµεριµνος, ως και το αναπαλιν αµεριµνια εµπρακτος και αργια εµµεριµνος, ας και ο Κυριος εδηλωσεν ειπων την µεν εν τω ειπειν} «Ο πατηρ µου εως αρτι εργαζεται καγω εργαζοµαι»} και παλιν} «Εργαζεσθε µη την βρωσιν την απολλυµενην, αλλα την µενουσαν εις ζωην αιωνιον», ουκ αναιρων το εργαζεσθαι, αλλα την χωρις µεριµνης εργασιαν εκδιδασκων ηµας} την δε εν τω αυθις ειπειν} «Τις µεριµνων δυναται προσθειναι εις την ηλικιαν αυτου πηχυν ενα;» αναιρων την απρακτον µεριµναν} περι δε της εµπρακτως γινοµενης εφη} «Και περι ενδυµατος η τροφης τι µεριµνατε; ουχ ορατε τα κρινα του αγρου και τα πετεινα του ουρανου πως τα µεν αυξανει, τα δε διατρεφεται;». Ουτω την µεν αναιρων, την δε βεβαιων, ο Κυριος διδασκει ηµας πως δει µη µεριµνωντας µεµεριµνηµενως εργαζεσθαι, και πως αµεριµνους οντας της µη προσηκουσης εργασιας απεχεσθαι. πγ’. Μη καταλυσης σου την οικιαν εν τω βουλεσθαι σε την του πλησιον οικοδοµησαι} ορα γαρ ως χαλεπον το εργον και δυσκολον, µηποτε προαιρουµενου σου τουτο, και την σην καθαιρησης, και ανοικοδοµησαι την εκεινου ισχυσης ουδολως. πδ’. Εαν µη τελειαν απροσπαθειαν των πραγµατων και των χρηµατων κτηση του βιου, µη θελησης οικονοµιαν εγχειρισθηναι πραγµατων, ινα µη αλως εν τουτοις και αντι του ληψεσθαι µισθον διακονιας, κλεπτου και ιεροσυλου καταδικην υφεξεις. Ει δε υπο του προεστωτος προς τουτο εκβιασθης, ως πυρ µεταχειριζοµενος φλεγον διακεισο, και την προσβολην του λογισµου δι᾿ εξαγορευσεως (408) και µετανοιας απειργων, αβλαβης τη του προεστωτος ευχη διατηρηθηση. πε’. Ο µη γεγονως απαθης ουδ᾿ οτι εστιν απαθεια οιδεν, αλλ᾿ ουδε πιστευειν ειναι τινα τοιουτον επι της γης δυναται. Πως γαρ ο µη εαυτον απαρνησαµενος πρωτον και το αιµα προθυµως κενωσας το εαυτου υπερ της µακαριας ταυτης τω οντι ζωης αλλον υπονοησει ταυτα πεποιηκεναι εις το κτησασθαι την απαθειαν; Ουτω δε και ο δοκων Πνευµα Αγιον εχειν, µηδεν
εχων, ου πιστευει ποτε, τας ενεργειας αυτου γινοµενας ακουων εν τοις το Πνευµα το Αγιον εχουσιν, οτι εστι τις κατα την γενεαν ταυτην, επισης τοις αποστολοις Χριστου και τοις απ᾿ αιωνος αγιοις, θειω ενεργουµενος και κινουµενος Πνευµατι η εν οπτασια τουτου γνωστως και ευαισθητως γινοµενος. Εκαστος γαρ εκ της οικειας καταστασεως και τα του πλησιον κρινει ως εχει, ειτε αρετης ειπειν ειτε κακιας. πστ’. Αλλο απαθεια ψυχης και αλλο απαθεια σωµατος} η µεν γαρ και το σωµα καθαγιαζει τη οικεια λαµπροτητι και τη φωτοχυσια του Πνευµατος, η δε αυτη µονη καθ᾿ εαυτην εις ουδεν τον κεκτηµενον ωφελειν δυναται. πζ’. Ετερον ακινησια των ψυχικων τε και σωµατικων µελων και ετερον κτησις αρετων} η µεν γαρ εκ φυσεως προσεστιν, η δε και τας φυσικας κινησεις απασας καταστελλει. πη’. Ουκ εστι το µη επιθυµειν τινος των του κοσµου τερπνων και ηδεων ισον του των αιωνιων και αορατων εφιεσθαι αγαθων} αλλο γαρ τουτο και ετερον εκεινο} των µεν γαρ προτερων πολλοι κατεφρονησαν, των δε δευτερων ολιγοι των ανθρωπων εφροντισαν. πθ’. Ουκ ει τι το αποστρεφεσθαι και µη ζητειν την δοξαν των ανθρωπων, (409) τουτο εστι και το της δοξης εκκρεµασθαι του Θεου, αλλα πολυ το µεσον εν αµφοτεροις} την µεν γαρ και υπο παθων αλλων πολλοι κυριευθεντες απωσαντο, την δε ολιγοι λιαν κοπω και πονω πολλω λαβειν ηξιωθησαν. $’. Ουχ εν το ευτελει εσθητι αρκεισθαι και µη επιθυµειν στολης λαµπρας και το ενδεδυσθαι το φως εστι του Θεου} τουτο γαρ ετερον κακεινο αλλο} του µεν γαρ υπο µυριων επιιθυµιων καθελκοµενοι τινες ευκολως κατεφρονησαν, το δε µονοι περιβαλλονται εκεινοι οι ανενδοτως αυτο ζητουντες δια πασης κακοπαθειας και υιοι φωτος και ηµερας δια της των εντολων γινοµενοι εκπληρωσεως. $α’. Αλλο το ταπεινολογειν και ετερον το ταπεινοφρονειν, και αλλο ταπεινωσις και ετερον το ανθος της ταπεινωσεως, και ο ταυτης καρπος αλλο και το του καρπου τουτου καλλος και το του καλλους ηδυ ετερον, και αλλο παρα ταυτα αι εκ του καρπου τουτου ενεργειαι. Τουτων δε τα µεν εφ᾿ ηµιν εισι, τα δε ουκ εφ᾿ ηµιν} και τα µεν εφ᾿ ηµιν, το παντα νοειν, το παντα φρονειν, το
παντα λογιζεσθαι και λεγειν και πραττειν, οσα προς ταπεινωσιν ηµας αγουσιν} η δε αγια ταπεινωσις και τα λοιπα αυτης ιδιωµατα, τα χαρισµατα και αι ενεργειαι αυτης, δωρον Θεου και ουκ εξ ηµων, ων και ουδεις καταξιωθησεται ποτε, εαν µη τα οσα εφ᾿ εαυτω εισι καλως προκαταβαλληται σπερµατα. $β’. Το µη αγανακτειν εν ατιµιαις και υβρεσι και εν πειρασµοις και θλιψεσιν αλλο, και το αλλο το ευδοκειν εν αυτοις, και το ευχεσθαι υπερ των ταυτα ποιουντων εις ηµας ετερον} και αλλο το απο ψυχης αυτους αγαπαν} και ετερον παρα ταυτα το νοερως ανατυπουν το προσωπον ενος (410) εκαστου αυτων και ως γνησιους φιλους απαθως αυτους κατασπαζεσθαι εν δακρυσιν αγαπης ειλικρινους, ιχνους δηλονοτι αηδιας καθολου τινος µη ευρισκοµενου τοτε εν τη ψυχη. Μειζον δε τουτων ων ειποµεν, οταν και εν αυτω τω καιρω των πειρασµων, την ισην εχη τις και οµοιαν αναλλοιωτως διαθεσιν προς τους κατα προσωπον λοιδορουντας και ενδιαβαλλοντας και κατακρινοντας και καταδικαζοντας και υβριζοντας και εµπτυοντας αυτον, αλλα µην και προς τους εν προσχηµατι µεν φιλιας εξωθεν διακειµενους, λαθρα δε τα οµοια διαπραττοµενους µεν, µη λανθανοντας δε. Ασυγκριτως δε τουτων παλιν µειζον ειναι υπολαµβανω το εν ληθη παντελει γενεσθαι ων αν παθοι τις, και µητε αποντων των θλιψαντων αυτον µητε παροντως µενησθαι τινος των γεγονοτων, αλλ᾿ οµοιως τοις φιλοις και τουτους ανεννοιως των συµβαντων προσαποδεχεσθαι εν τε συνοµιλιαις εν τε συνεστιασεσιν. $γ’. Ουχ οιον το µεµνησθαι Θεου, τοιουτον και το αγαπαν τον Θεον} ουδε οιον το φοβεισθαι αυτον, τοιουτον και το τηρειν τας αυτου εντολας} αλλο γαρ ταυτα και αλλο εκεινα, τελειων δε οµως και απαθων τα αµφοτερα. $δ’. Αλλο η αναµαρτησια και ετερον η των εντολων εργασια} η µεν γαρ αγωνιζοµενων και των κατα το ευαγγελιον ζωντων εστιν, η δε πρωτη µονων των την πρωτην κτησαµενων απαθειαν εστιν. $ε’. Ουκ ει τι παντως αργια, τουτο και ησυχια} ουδε ει τι ησυχια, τουτο και σιωπη} αλλο δε ταυτα και αλλο. Η µεν γαρ µη βουλοµενων εστιν ειδεναι τις η των αγαθων του Θεου µεθεξις µηδε τι των καλων κατορθωσαι} η δε, των εις την γνωσιν του
Θεου ποιουµενων αει την σχολην και παρακαθηµενων τω λογω της εµφυτου σοφιας Θεου και τα βαθη του Πνευµατος ερευνωντων και ξενων µυστηριων εν µυησει γινοµενων Θεου. Η δε τριτη, των την (411) νοεραν εργασιαν εργαζοµενων εστιν εν προσοχη εµµεριµνου διανοιας των λογισµων. $στ’. Ου ταυτον αναχωρτησις, η εκ τοπου εις τοπον µεταβασις, και αυτη η οντως αληθης ξενιτεια, αλλ᾿ ετερον και ετερον. Η µεν γαρ, των πυκτευοντων εστι και η δια ολιγωριαν υπο αστατου µεταφεροµενων νοος η δια υπερβολην θερµοτητος [των] εφιεµενων ετι των κρειττονων αγωνων. Η δε των εσταυρωµενων εστι τω κοσµω και τοις του κοσµου πραγµασι και µετα µονου Θεου και των αγγελων ειναι αει επιποθουντων και µη επιστρεφοµενων ολως προς τα ανθρωπινα. $ζ’. Ετερον το ανθιστασθαι και πολεµειν τοις εχθροις και ετερον το τελειως ηττησαι και υποταξαι και θανατωσαι αυτους} το µεν γαρ πρωτον, αγωνιστων και γενναιων την ασκησιν, το δε δευτερον, απαθων και τελειων. $η’. Ταυτα µεν απαντα πραξεις των εν φωτι απαθειας περιπατουτνων αγιων εισιν} οι δε τουτων εξω εαυτους ειναι καταµανθανοντες µη πλανηθωσιν υπο τινος µηδε τας ιδιας απατωσι ψυχας, αλλ᾿ ιδετωσαν ως εν σκοτει µαταιως διαπορευονται. $θ’. Πολλοι µεν, αλλος δι᾿ αλλο τι και δι᾿ ετερον ετερος, προς ταυτα ηπειχθησαν} ολιγοι δε λιαν οι µετα εµφυτου φοβου και αγαπης Θεου της πραξεως αυτων επεχειρησαν, οι και µονοι υπο της ανωθεν χαριτος βοηθουµενοι συντοµως κατορθουσι την της αρετης εργασιαν και προς τα ειρηµενα προσεπεκτεινονται. Οι δ᾿ αλλοις αφιενται ως «εν αβατω» περιπλανασθαι, κατα το ειρηµενον «και ουχ οδω»} κατα το «Εξαπεστειλα αυτους κατα τα επιτηδευµατα των καρδιων αυτων, πορευσονται εν τοις επιτηδευµασιν αυτων». ρ’. (412) Ο τουτων εν πειρα γεγονως δια σπουδης της καλλιστης γνωσεται των λεγοµενων την δυναµιν. Ο δε αλλως εχων τα µεν αισθητως λεχθεντα νοησειε, περι δε των πνευµατικως και νοερως ειρηµενων, ψιλας εξει των νοηµατων τας θεωριας, µαλλον δε αναπλασει αναπλασµατα ψευδη εν τη εαυτου διανοια,
της δε αληθειας των λεγοµενων µακραν ως ψευσθεις εσται σφοδρα. ρα’. Οποταν υπερανω της του σωµατος ταπεινωσεως γενη δια πονων και ιδρωτων πολλων, και των αυτου εκδυς αναγκων, κουφον αυτο και ως πνευµατικον περιφερης, ως µητε κοπου µητε πεινης µητε διψης αισθοµενον, και τηνικαυτα κρειττον εσοπτρου βλεπεις τον υπερ νουν και ανακεκαλυµµενοις τοις οφθαλµοις δακρυων ορας ον ουδεις εωρακε πωποτε, και δακνοµενης σου της ψυχης τω εκεινου ερωτι, θρηνον αποτελεις τοις δακρυσι συµµικτον} τοτε µνησθητι µου και υπερευχου του ταπεινου ως µετα Θεου συναφειαν εσχηκως και παρρησιαν προς αυτον ακαταισχυντον. ΕΤΕΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΓΝΩΣΤΙΚΑ ΤΕ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ κε’ Του αυτου ετερα κεφαλαια γνωστικα τε και θεολογικα κε’. α’. Ουτε τω θεολογουντι αρµοζει µετανοια ουτε τω µετανοουντι θεολογια} καθοσον γαρ απεχουσιν ανατολαι απο δυσµων, κατα τοσουτον υψηλοτερα η θεολογια της µετανοιας εστιν. Ωσπερ γαρ ανθρωπος ο εν νοσοις και ασθενειαις διαγων η ως ρακοδυτων πενης και κραζων ελεηµοσυνην, ουτως ο εν µετανοια ων και τα της µετανοιας εργα εν αληθεια ποιων χρηµατιζει} ο δε γε θεολογων οµοιος εστι τω εν ταις βασιλειοις αυλαις αναστρεφοµενω εν λαµπροτητι βασιλικωτατης στολης και οικειω οντι τω βασιλει λαλουντι τε αυτω αει και εξ αυτου καθ᾿ ωραν ενηχουµενω τρανως τα εκεινου προσταγµατα και θεληµατα. β’. Η προσθηκη της γνωσεως του Θεου αγνωσιας των αλλων απαντων αιτια και προξενος γινεται, ου µην αλλα και αυτου του Θεου, και το πολυ της ελλαµψεως αυτου παντελης αβλεψια, και η υπερ αισθησιν υπερτελης αισθησις παντων των εξω ταυτης οντων αναισθησια. Η γαρ οποια και ποταπα και που και τινα και πως τα εν οις εστιν αγνοουσα και καταµαθειν η κατανοησαι ολως ταυτα µη εξισχυουσα πως αισθησις εσται; Και ουχι µαλλον υπερ αισθησιν µεν εκεινα, ο δε νους εν αισθησει της εαυτου ασθενειας αναισθητος προς τα υπερ αισθησιν ευρεθη; «Α γαρ οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη», πως αισθησει υποβληθησονται;
γ’. Ο τα υπερ αισθησιν ηµιν χαριζοµενος Κυριος διδωσιν ηµιν (414) αλλην δια του Πνευµατος αυτου, οπως των υπερ αισθησιν αυτου δωρεων και χαρισµατων υπερφυως δια πασων των αισθησεων τρανως και καθαρως αισθανωµεθα. δ’. Πας ο αναισθητος προς το εν προς παντα αναισθητος εστιν, ως και ο αισθησιν εχων προς το εν εν αισθησει παντων εστι και της αισθησεως παντων εκτος εστιν. Εν τη αισθησει παντων εστι και υπο της αισθησεως αυτων ου καταλαµβανεται. ε’. Ο κωφος προς τον λογον κωφος προς πασαν φωνην εστιν, ως και ο ακουων του λογου παντων ακουει} ουτος κωφευων εστι προς πασαν φωνην, παντων ακουει και ουδενος, ει µη των εν λογω µονων τους λογους ποιουµενων, και ουδε αυτων, αλλα του λογου µονου του εν τη φωνη αφωνως φθεγγοµενου. στ’. Ο ακουων ουτως και βλεπων και αισθανοµενος οιδε των λεγοµενων την δυναµιν. Ο δε µη ειδως προδηλος εστιν οτι ουδε τα αισθητηρια της ψυχης τετρανωµενα και υγιη επιφερεται} ουτως δε εχων ουπω εγνω οτι εποπτης εκτισθη της ορωµενης κτισεως και µυστης της νοουµενης, αλλ᾿ εν τιµη ων, παρασυνεβληθη και ωµοιωθη τοις ανοητοις και αχθοφοροις κτηνεσι και οµοιωθεις µενει τοιουτος ετι µη επαναστραφεις, µη επανακληθεις, η επι το πρωτον αξιωµα αναχθεις κατα την δωρεαν της οικονοµιας του ∆εσποτου και Κυριου ηµων Ιησου Χριστου του Υιου του Θεου. ζ’. Κατω ων µη ερευνα τα ανω} προ δε του γενεσθαι σε ανω, µη πολυπραγµονησης τα κατω, ινα µη ολισθησας αµφοτερων εκπεσης, µαλλον δε συναπολειφθης τοις κατω. η’. Καθαπερ ο απο πτωχειας εσχατης υπο του βασιλεως εις πλουτον ανενεχθεις, και περιφανες αξιωµα στολην τε (415) παρ᾿ αυτου ενδυθεις και προ προσωπου αυτου ιστασθαι κελευσθεις, αυτον τε τον βασιλεα µετα ποθου ορα και ως ευεργετην υπεραγαπα, την στολην τε ην ενεδυσατο τρανως κατανοει και το αξιωµα επιγινωσκει και τον δοθεντα αυτω πλουτον επισταται, ουτω και µοναχος ο αληθως απο του κοσµου και των εν αυτω πραγµατων αναχωρησας και προσελθων τω Χριστω, ανακληθεις τε ευαισθητως και προς υψος πνευµατικης θεωριας δια της των εντολων εργασιας ανενεχθεις, αυτον τε τον Θεον απλανως ορα και την γενοµενην εις αυτον αλλοιωσιν τρανως κατανοει}
βλεπει γαρ αει την χαριν του Πνευµατος την περιλαµπουσαν αυτον, ητις ενδυµα καλειται και βασιλειος αλουργις, µαλλον δ᾿ οπερ αυτος εστιν ο Χριστος, ειπερ αυτον οι εις αυτον πιστευοντες επενδυονται. θ’. Ο τον ουρανιον πλουτον πεπλουτηκως, την παρουσιαν λεγω και κατασκηνωσιν του ειποντος} «Εγω και ο Πατηρ ελευσοµεθα και µονην παρ᾿ αυτω ποιησοµεν», εν γνωσει ψυχης επισταται οσης απελαυσε χαριτος και οσον και οιον επιφερεται ολβον κατα τα ανακτορα της καρδιας αυτου} ως γαρ φιλος φιλω διαλεγοµενος τω Θεω, πεπαρρησιασµενος παρισταται προ προσωπου του εν απροσιτω κατοικουντος φωτι. ι’. Μακαριος ο πιστευων τουτοις, τρισµακαριος ο σπευδων δια πραξεως και αγωνων ιερων καταλαβειν την γνωσιν των ειρηµενων} αγγελος, ινα µη τι πλεον ειπω, ο πεφθακως δια θεωριας και γνωσεως εν τω υψει ταυτης της στασεως και πλησιον Θεου ως υιος Θεου γεγονως. ια’. Ον τροπον ο παρα τον αιγιαλον της θαλασσης ισταµενος βλεπει µεν των υδατων το απειρον πελαγος, ου µεντοι το περας τουτων καταλαβειν δυναται, αλλα µερος τι καθορα, ουτω και ο εις το απειρον πελαγος της του (416) Θεου δοξης δια θεωριας ενατενισαι αξιωθεις και κατιδειν αυτο νοερως, ουχ οσον εστιν, αλλ᾿ οσον εφικτον τοις νοεροις οµµασιν αυτου της ψυχης καθορα. ιβ’. Ωσπερ ο παρα την θαλασσαν εστηκως ου µονον αυτην ορα, αλλα και εις τα υδατα αυτης εισερχεται οσον βουλεται, ουτω και εν τω φωτι του Θεου οι βουλοµενοι των πνευµατικων εν µεθεξει αµα και θεωρια, καθοσον δι᾿ εφεσεως επειχθωσι, µετα γνωσεως γινονται. ιγ’. Καθαπερ ο παρα τας θαλαττιας οχθας ισταµενος, εως µεν εξω των υδατων εστιν, απαντα καθορα και το πελαγος των υδατων κατανοει, επαν δε αρξηται εισερχεσθαι εν τοις υδασι και εν εκεινοις βαπτιζεσθαι, καθοσον κατερχεται κατα τοσουτον και της θεωριας των εξω απολιµπανεται, ουτω και οι του θειου φωτος εν µεθεξει γενοµενοι, καθοσον εις γνωσιν προκοπτουσι θειαν, εις αγνωσιαν µαλλον κατα αναλογιαν εµπιπτουσιν. ιδ’. Ωσπερ ο εις τα υδατα της θαλασσης µεχρι γονατων η της οσφυος γενοµενος απαντα τρανως τα εξωθεν οντα των υδατων
ορα, επαν δε εις την αβυσσον κατελθη και ολος αυτος υπο τα υδατα γενηται, ουκετι των εξωθεν οραν τι δυναται, ει µη τουτο µονον οιδεν οτι ολος εν τω βυθω της θαλασσης εστιν, ουτω συµβαινει γινεσθαι και εις τους κατα προκοπην πνευµατικην αυξανοντας και εις τελειοτητα γνωσεως και θεωριας ανερχοµενους. ιε’. Οταν οι προς την πνευµατικην προκοπτοντες τελειοτητα µερικως φωτιζωνται, ητοι µονον ελλαµπωνται τον νουν, τοτε την δοξαν Κυριου νοερως ενοπτριζονται και επιγνωσεως γνωσιν και αποκαλυψεις µυστηριων υπο της ανωθεν χαριτος µυστικως εκδιδασκονται απο της των οντων θεωριας επι την του υπερ τα οντα οντος αναγοµενοι γνωσιν. ιστ’. Οι τη τελειοτητι προσεγγιζοντες και ετι βλεποντες ως εκ µερους την απειριαν και ακαταληψιαν ωνπερ ορωσι κατανοουντες εκπληττονται} καθοσον γαρ τω φωτι της γνωσεως υπεισερχονται, (417) επιγνωσιν της εαυτων αγνωσιας λαµβανουσιν} οπηνικα δε το αµυδρως πως φαινοµενον αυτοις και ως εν εσοπτρω δεικνυµενον και µερικως ελλαµπον αυτων το νοουµενον, οφθηναι πλεον ευδοκησει και ενωθηναι κατα µεθεξιν τω ελλαµποµενω, ολον αυτον περιλαµβανον εν εαυτω, και ολος εκεινος εν τω βαθει του Πνευµατος ως εν µεσω αβυσσου φωτοειδων υδατων απειρων εναπολειφθη, τηνικαυτα εις παντελη αγνωσιαν, ως υπερ απασαν γνωσιν γενοµενος, απορρητως ανερχεται. ιζ’. Απλους ων ο νους, µαλλον δε πασης εννοιας γυµνος και εν απλω εισδυς ολος θειω φωτι, υπ᾿ αυτου καλυπτοµενος, ουκ εχει αλλο τι του εν ω υπαρχει ευρειν, ινα και προς την εκεινου κατανοησιν κινηθη, αλλα µενει εν τω βυθω του θειου φωτος, εξω ολως αποβλεψαι µη συγχωρουµενος. Και τουτο εστιν} «Ο Θεος φως εστι» και φως το ακροτατον και ου γενοµενοις πασης θεωριας αναπαυσις. ιη’. Ακινητος τηνικαυτα ο αεικινητος νους και παντη ανεννοιος γινεται, οπηνικα ολος υπο του θειου γνοφου και φωτος καλυφθη} πλην εν θεωρια υπαρχει και αισθησει και απολαυσει των εν οις εστιν αγαθων. Ου γαρ ωσπερ ο βυθος των της θαλασσης υδατων, ουτω και ο βυθος εστι του Αγιου Πνευµατος, αλλ᾿ υδωρ υπαρχει ζων αιωνιου ζωης. Παντα δε τα εκεισε ακατανοητα,
ανερµηνευτα και ακαταληπτα εισιν, εν οις ο νους παντα τα ορωµενα και νοουµενα διαβας γινεται και εν µονοις εκεινοις ακινητως κινειται και στρεφεται, ζων υπερ ζωην εν ζωη, φως ων εν φωτι και ου φως το καθ᾿ εαυτον} ου γαρ εαυτον τοτε αλλα τον υπερ αυτον καθορα και εκ της εκειθεν δοξης την εννοιαν αλλοιουµενος ολον εαυτον αγνοει. ιθ’. Νεκρος και ου νεκρος ων ο εις µετρα πεφθακως τελειοτητος εστι} ζων εν ω υπαρχει Θεω, ως µη ζων εαυτω} (418) τυφλος, ου φυσει ορων} πασης φυσικης ορασεως υπερτερος γεγονως, ως καινους οφθαλµους και κρειττονας υπερ τους της φυσεως ασυγκριτως λαβων και υπερ φυσιν ορων} ανενεργητος και ακινητος, ως πασαν εαυτου πληρωσας ενεργειαν} ανεννοιος, ως εν τη του υπερ εννοιαν ενωσει γενοµενος και καταπαυσας ενθα ουκ εστι νοος ενεργεια, ητοι προς ενθυµησιν η λογισµον η εννοιαν ολως κινησις} τα γαρ ακατανοητα και αµηχανα κατανοειν η καταµανθανειν αδυνατει και οιονει εν τουτοις επαναπαυεται, αναπαυσιν εκεινην την ακινησιαν της µακαριας αναισθησιας, εν αισθησει βεβαια των ανεκφραστων δηλονοτι απεριεργως εντρυφων αγαθων. κ’. Ο µη προς το τοιουτον µετρον της τελειοτητος φθασαι καταξιωθεις και των τοιουτων εν κατασχεσει γενεσθαι καλων εαυτου µονου καταγινωσκετω και µη λεγετω προφασιζοµενος, οτι αδυνατον εστι το πραγµα η οτι γινεται µεν η τελειοτης, αγνωστως δε, αλλα γινωσκετω, πληροφορουµενος υπο των θειων Γραφων, οτι το µεν πραγµα δυνατον και αληθες εστιν, εργω γινοµενον και γνωστως ενεργουµενον, τη δε ελλειψει και αργια των εντολων αυτος εαυτον εκαστος των τοιουτων κατα αναλογιαν αποστερει αγαθων. κ’. Ο µη προς το τοιουτον µετρον της τελειοτητος φθασαι καταξιωθεις και των τοιουτων εν κατασχεσει γενεσθαι καλων εαυτου µονου καταγινωσκετω και µη λεγετω προφασιζοµενος, οτι αδυνατον εστι το πραγµα η οτι γινεται µεν η τελειοτης, αγνωστως δε, αλλα γινωσκετω, πληροφορουµενος υπο των θειων Γραφων, οτι το µεν πραγµα δυνατον και αληθες εστιν, εργω γινοµενον και γνωστως ενεργουµενον, τη δε ελλειψει και αργια των εντολων αυτος εαυτον εκαστος των τοιουτων κατα αναλογιαν αποστερει αγαθων.
κα’. Πολλοι µεν αναγινωσκουσι τας θειας Γραφας, οι δε και αναγινωσκοµενας ακουουσιν, ολιγοι δε οι και των αναγινωσκοµενων την δυναµιν και την εννοιαν ορθως ειδεναι δυναµενοι} οι ποτε µεν αδυνατα ειναι τα υπο των θειων Γραφων λεγοµενα αποφαινονται, ποτε δε και απιστα παντελως ηγουνται, η και αλληγορουσι ταυτα κακως και τα µεν κατα τον ενεστωτα χρονον λεγοµενα ως προς το µελλον εκβηναι κρινουσι, τα δε περι των µελλοντων ειρηµενα, ως ηδη γεγονοτα και καθ᾿ εκαστην γινοµενα εκλαµβανονται} και ουτως ουκ εστι κρισις ορθη εν αυτοις ουδε διαγνωσις αληθης εν θειοις και ανθρωπινοις πραγµασιν. κβ’. (419) Ο Θεος εξ αρχης δυο κοσµους πεποιηκεν, ορατον και αορατον, ενα δε βασιλεα των ορωµενων, των δυο κοσµων εν εαυτω τους χαρακτηρας επιφεροµενον κατα γε το ορωµενον και αυτο το νοουµενον. Τουτοις καταλληλως και δυο επιλαµπουσιν ηλιοι, αισθητος ουτος και νοητος αλλος} και οπερ εστιν εν τοις ορωµενοις και αισθητοις ηλιος, τουτο εν τοις αορατοις και νοητοις Θεος, ηλιος γαρ της δικαιοσυνης και εστι και λεγεται. Ιδου γουν δυο κατα ταυτα ηλιοι, εις αισθητος και εις νοητος, ωσπερ και δυο κοσµοι, καθως ειρηται} και ο µεν εις των δυο, ηγουν ο αισθητος κοσµος και τα εν αυτω παντα, υπο του αισθητου τουτου και ορωµενου ηλιου φωτιζονται} ο δε ετερος, ητοι ο νοητος και οι εν αυτω, υπο του νοητου ηλιου της δικαιοσυνης καταλαµπονται και φαιδρυνονται. Τα τε ουν αισθητα υπο του αισθητου, τα τε νοητα υπο του νοητου ηλιου διηρηµενως αλληλων καταφωτιζονται, µηδεµιαν εχοντων προς αλληλα ενωσιν η γνωσιν η κοινωνιαν το συνολον, µητε των νοητων προς τα αισθητα , µητε των αισθητων προς τα νοητα. κγ’. Μονος εκ των ορωµενων και νοουµενων απαντων ο ανθρωπος διπλους εκτισθη παρα Θεου, σωµα µεν εχων εκ τεσσαρων συνεστηκος στοιχειων, αισθησιν τε και πνοην δι᾿ ων τουτων των στοιχειων µετεχει και ζη εν αυτοις, ψυχην δε νοεραν και αϋλον και ασωµατον αρρητως εν τουτοις και ανεξιχνιαστως συνηνωµενην και συγκεκραµενην αµικτως και ασυγχυτως. Ταυτα δε εστιν ανθρωπος εις, ζωον θνητον και αθανατον, ορατον και αορατον, αισθητον και νοουµενον, εποπτικον της ορωµενης κτισεως, γνωστικον της νοουµενης.
Ωσπερ γουν εν τοις δυσι κοσµοις οι δυο ταις ενεργειαις διαµεριζονται ηλιοι, (420) ουτω και εν τω ενι ανθρωπω} ο µεν γαρ το σωµα, ο δε την ψυχην αυτου περιλαµπει, και του οικειου φωτος της µεθεξεως εκαστος το υπ᾿ αυτου ελλαµποµενον κατα την δεκτικην δυναµιν αυτου η πλουσιως η ενδεως µεταδιδωσιν. κδ’. Ο αισθητος ηλιος θεωρειται, ου θεωρει} ο νοητος και θεωρειται παρα των αξιων και παντας ορα και µαλλον τους ορωντας αυτον. Ο αισθητος ου λαλει ουδε λαλειν τινι διδωσιν} ο νοητος και λαλει τοις εαυτου φιλοις και λαλειν τοις πασι χαριζεται. Ο αισθητος εν τω αισθητω κηπω λαµψας, τη θερµοτητι των ακτινων το υγρον µονον αποξηραινει της γης, ου µεντοι γε και πιαινει τα φυτα και τα σπερµατα} ο νοητος δε τα αµφοτερα εν τη ψυχη επιφανεις κατεργαζεται, την υγροτητα ξηραινει την των παθων, και την βδελυγµιαν την εξ αυτων αποκαθαιρει, και πιοτητα τη νοερα εµπαρεχει γη της ψυχης, εξ ης αρδευοµενα τρεφονται κατ᾿ ολιγον των αρετων τα φυτα. κε’. Ο αισθητος ηλιος ανατελλει και φωτιζει τον κοσµον τον αισθητον και παντα τα εν αυτω, ανθρωπους, θηρια, κτηνη και ει τι ετερον, εφ᾿ οις επισης και το φως υφαπλοι, δυνει δε παλιν και σκοτεινον καταλιµπανει τον τοπον ονπερ κατελαµπεν. Ο νοητος λαµπει αει και ελαµπεν, ολος εν ολω τω παντι αχωρητως χωρουµενος, εκ δε των υπ᾿ αυτου κτισθεντων αποκεχωρισται και ολος τουτων αδιαστατως διΐσταται, εν ολω ολος εν τω παντι και ουδαµου, εν ολοις ολος τοις ορωµενοις κτισµασι και ολος τουτων εκτος, ολος εν τοις ορωµενοις και ολος εν τοις αορατοις, και πανταχου ολος παρεστι και ολος ουδαµως ουδαµου. Του αυτου ετερα κεφαλαια θεολογικα και πρακτικα ρ’. (421) α’. Απαρχη Χριστος, µεσοτης και τελειοτης} εν πασι γαρ ο εν τοις πρωτοις, εν τε τοις µεσοις και τελευταιοις, ως εν τοις πρωτοις εστιν} ουδε γαρ εστιν εν αυτω διαφορα τις εν τουτοις, ωσπερ βαρβαρος, ου Σκυθης, ουχ Ελλην, ουκ Ιουδαιος, αλλα τα παντα και εν πασι Χριστος. β’. Η Αγια Τριας, δια παντων διηκουσα απο των πρωτων και µεχρι των εσχατων ως απο κεφαλης τινος µεχρι ποδων, συγκροτει παντας συγκολλα τε και συνενοι και συνδεσµει εαυτη
και συγκροτουσα στερρους και αρραγεις απεργαζεται} εν ενι τε αυτων εκαστω µια και η αυτη δεικνυται γνωριζοµενη, ητις εστιν ο Θεος, εν ω και οι εσχατοι πρωτοι γινονται και οι πρωτοι ωσπερ οι εσχατοι. γ’. Παντας τους πιστους ως ενα βλεπειν οφειλοµεν οι πιστοι και εφ᾿ ενι εκαστω αυτων ειναι λογιζεσθαι τον Χριστον και ουτως τη προς αυτον αγαπη διακεισθαι, ως ετοιµους ειναι υπερ αυτου τιθεναι τας ιδιας ψυχας. Ουδε γαρ το καθολου λεγειν η νοµιζειν οφειλοµεν τινα πονηρον, αλλα παντας ως αγαθους οραν, ωσπερ ειποµεν} καν γαρ υπο παθων οχλουµενον ιδης τινα, µη τον αδελφον αλλα τα παθη µισησον τα πολεµουντα αυτω, καν υπο επιθυµιων και προληψεων τυραννουµενον, επι πλειον σπλαγχνισθητι, (422) µηποτε και αυτος πειρασθης, ως υπο τροπην ων υλης ευπεριστατου. δ’. Ον τροπον αι νοεραι ταξεις των ανω δυναµεων απο Θεου κατα ταξιν ελλαµπονται απο της πρωτης ταξιαρχιας επι την δευτεραν και απο ταυτης επι την ετεραν και καθεξης, της θεϊκης επι πασας διερχοµενης φωτοβολιας, ουτω και οι αγιοι απο των θειων ελλαµποµενοι αγγελων, τω συνδεσµω του Πνευµατος συνδουµενοι τε και συνενουµενοι, ισοτιµοι αυτοις και εφαµιλλοι γινονται. Απο γαρ των προλαβοντων αγιων οι κατα γενεαν και γενεαν δια της των εντολων του Θεου εργασιας ερχοµενοι αγιοι, τουτοις κολλωµενοι, οµοιως εκεινοις ελλαµπονται, την του Θεου χαριν λαµβανοντες κατα µεθεξιν, και ωσπερ τις γινονται χρυση αλυσις, καθεις τουτων οντες γονατιον εν, εκατερος τω προλαβοντι τη πιστει και τοις εργοις και τη αγαπη συνδουµενος, ως ειναι µιαν αυτους και γινεσθαι σειραν εν ενι τω Θεω µη δυναµενην ταχεως διαρραγηναι. ε’. Ει τις κιβδηλος εξ υποκρισεως, η εξ εργων επιµωµος, η προς βραχυ τεθραυσµενος εξ ενος παθους, η µικρον ελλιπης εξ αξελειας εν µερει τυγχανει, ου συγκαταριθµειται τοις ολοκληροις, αλλ᾿ ως αχρηστος και αδοκιµος αποβαλλεται, ινα µη εν καιρω τασεως διαρραγηναι ποιηση τον συνδεσµον της αλυσεως και δαστασιν εν αδιαστατοις και λυπην εν αµφοτεροις εργασηται, των µεν εµπορσθεν υπερ των υστερων, τουτων δε υπερ του χωρισµου των προαγοντων αλγυνοµενων.
στ’. Ο της ενωσεως της προς τον εσχατον παντων αγιων εν αγαπη και επιθυµια σφοδρα δια ταεπινοφροσυνης µη εφιεµενος, αλλα µικραν τινα κεκτηµενος προς αυτον απιστιαν, ουχ ενωθησεται ολως ποτε ουδε καταταγησεται συν αυτω τοις πρωτοις και προλαβουσιν αγιοις, καν δοκη πασαν εχειν την πιστιν και πασαν την αγαπην προς Θεον (423) και προς απαντας τους αγιους} εξω γαρ βληθησεται παρ᾿ αυτων, ως µη εν τω τοπω εν ω εταγη και ω συναφθηναι υπο Θεου προ αιωνων ωρισθη δια ταπεινοφροσυνης καταδεξαµενος. ζ’. Του κατα Θεον πενθους προηγειται ταπεινωσις, επεται δε χαρα και ευφροσυνη ανεκφραστος} τη δε κατα Θεον ταπεινωσει περιφυεται η της σωτηριας ελπις. Καθοσον γαρ απο ψυχης εχει τις εαυτον παντων ανθρωπων αµαρτωλοτερον, κατα τοσουτον η ελπις συναυξανει τη ταπεινωσει και θαλλει εν τη καρδια αυτου, βεβαιουσα οτι δια ταυτης µελλει σωθησεται. η’. Καθοσον εις βαθος τις κατερχεται ταπεινωσεως και εαυτον απογινωσκει ως αναξιον του σωθησεσθαι, κατα τοσουτον πενθει και δακρυων αφιησι πηγας} τουτων δε αναλογως η πνευµατικη αναβλυζει εν τη καρδια χαρα, ταυτη δε η ελπις συµπηγαζει και συναυξανει και την πληροφοριαν της σωτηριας βεβαιοτεραν παρεχεται. θ’. Σκοπειν εαυτον εκαστον δει και κατανοειν του µητε τη ελπιδι µονη θαρρειν διχα του κατα Θεον πενθους και πνευµατικης ταπεινωσεως, µητε τη ταπεινοφροσυνη και τοις δακρυοις ανευ της συνεποµενης τουτοις πνευµατικης ελπιδος τε και χαρας. ι’. Εστι νοµιζοµενη ταπεινωσις εξ αµελειας τε και νωθροτητος και της του συνειδοτος σφοδρας καταγνωσεως, ην οι κεκτηµενοι ως σωτηριας λογιζονται προξενον} ουκ εστι δε, το γαρ χαροποιον πενθος ταυτη συνεζευγµενον ου κεκτηται. ια’. Εστι πενθος πνευµατικης εκτος ταπεινωσεως και τουτο ως αµαρτηµατων καθαρτηριον οι ουτως πενθουντες λογιζονται. Και πλανωνται µαταιως τουτο οιοµενοι} της γαρ του Πνευµατος γλυκυτητος απεστερηνται, της µυστικως εν τω νοερω της ψυχης ταµιειω εγγινοµενης, και της χρηστοτητος του Κυριου ου γευονται} (424) διο και προς οργην ταχεως οι τοιουτοι εξαπτονται και του κοσµου και των εν τω κοσµω τελεον
καταφρονησαι ου δυνανται. Ο δε µη τουτων τελειως καταφρονησας και µισος απο ψυχης προς ταυτα κτησαµενος, ουδε την ελπιδα της σωτηριας αυτου βεβαιαν ποτε και αδιστακτον δυναται κτησασθαι˙ αει δε ωδε τε κακεισε εν δισταγµω περιφερεται, επι την πετραν µη καταβαλων το θεµελιον. ιβ’. Το πενθος διπλουν ταις ενεργειαις εστι και, ως µεν υδωρ, δια των δακρυων πασαν σβεννυει την φλογα των παθων και την ψυχην εκκαθαιρει του εξ αυτων µολυσµου˙ ως δε πυρ, δια της παρουσιας του Αγιου Πνευµατος ζωοποιει και αναφλεγει και εκπυροι και θερµαινει την καρδιαν και προς ερωτα και ποθον Θεου εξαπτει αυτην. ιγ’. Βλεπε και καταµανθανε τας εν σοι εγγινοµενας ενεργειας υπο τε της ταπεινωσεως και του πενθους, και την εξ αυτων ερευνα προστιθεµενην σοι καθ᾿ ωραν ωφελειαν. Εστι δε αυτη τοις εισαγωγικοις πασης γηΐνης φροντιδος αποθεσις, παντων, γονεων, ιδιων και φιλων απροσπαθεια και απαρνησις, παντων πραγµατων και χρηµατων αµεριµνια και καταφρονησις, ου µεχρι ραφιδος µονον, αλλα και µεχρις αυτου του σωµατος. ιδ’. Ον τροπον εν φλογι καιοµενης καµινου χουν επιβαλων τις ταυτην σβεννυει, τον αυτον τροπον και αι βιωτικαι µεριµναι και πασα προσπαθεια ευτελους και σµικροτατου πραγµατος την αναφθεισαν εν αρχαις θερµην της καρδιας εξαφανιζει. ιε’. Ο την των εξωθεν πραγµατων τε και ανθρωπων και παντων των εν τω βιω ποιησαµενος εν παντελει καρδιας αισθησει µετα χαρας αρνησιν, και ληθην λαβων των τοιουτων, ως τειχος υπερβας την προσπαθειαν, ως ξενος του κοσµου και των εν τω κοσµω παντων υπαρχει, συναγων τον νουν εαυτου και µονην µελετην ποιουµενος την (425) µνηµην του θανατου και εννοιαν˙ διο και αει τα περι κρισεως και ανταποδοσεως µεριµνα και ολως εν τουτοις αιχµαλωτιζεται φοβω αρρητω εκ των τοιουτων εννοιων και της εν αυτοις αδολεσχιας βαλλοµενος. ιστ’. Ωσπερ τις καταδικος δεσµα περικειµενος εν τω θεατρω του τηδε βιου γινεται ο τον φοβον της κρισεως εις βαθος εγκυµονησας. Ενθεν τοι και ως υπο δηµιου τινος του φοβου συροµενος και την επι θανατον αγουσαν πορευοµενος φαινεται, µηδεν λογιζοµενος ετερον ει µη τον πονον µονον και την
οδυνην ην υποστηναι µελλει εκ της τιµωριας της αιωνιου˙ τουτον δε ανεξαλειπτον φερων εν τη καρδια, ο εξ αυτου εγγινοµενος φοβος ουδεν ολως των ανθρωπινων εα µεριµναν αυτον˙ ως γαρ ηδη τω ξυλω προσηλωθεις και ταις οδυναις σφοδρως προς θανατον συνεχοµενος, ουτως αει διατελει, µηδε ατενισαι τους οφθαλµους εις προσωπον τινος συγχωρουµενος, µηδε τιµης η ατιµιας ανθρωπων λογον ποιουµενος˙ πασης γαρ ατιµιας και εξουδενωσεως αξιον εαυτον απο καρδιας εχων, των επιφεροµενων υβρεων αυτω ου φροντιζει. ιζ’. Πασαν βρωσιν και ποσιν και καλλωπισµον ενδυµατων ο τον φοβον εγκυµονων του θανατου βδελυξεται και ενηδονως ου φαγεται αρτον, ου πιεται υδωρ˙ παρεξει δε µονην την χρειαν τω σωµατι, οσον µονον αυταρκες προς το ζην, παν θεληµα εαυτου απαρνησεται και δουλον παντων εν διακρισει των επιταττοµενων γενησεται. ιη’. Ο δουλον εαυτον δους τοις κατα Θεον πατρασιν αυτου δια τον φοβον της κολασεως, ου τα κουφιζοντα τον της καρδιας αυτου πονον επιτασσοµενος ελοιτο, ου τα λυοντα τον του φοβου δεσµον, ουδε τοις επι τα τοιαυτα φιλικως η κολακευτικως η προστακτικως εναγουσιν υπακουσεται, αλλα µαλλον τα αυξανοντα αυτον προτιµησει και τα τον δεσµον επισφιγγοντα θελησει και τα τον δηµιον ενισχυοντα αγαπησει και εν τουτοις εµµενει, ως µη προσδοκων ολως ελευθεριαν ληψεσθαι ποτε εξ αυτων. (426) Η γαρ ελπις της απαλλαγης κουφοτερον τον πονον εργαζεται, οπερ εστιν αλυσιτελες τω µετανοουντι θερµως. ιθ’. Παντι τω κατα Θεον βιουν αρχοµενω επωφελες ο της κολασεως φοβος και ο πονος ο τικτοµενος εξ αυτου. Ο δε του τοιουτου πονου και δεσµου και δηµιου χωρις αρχην βαλειν φανταζοµενος, ουκ επι ψαµµου µονον των εαυτου πραξεων τον θεµελιον κατεβαλετο, αλλα και εις αερα οιεται διχα θεµελιων συνιστανειν οικιαν, οπερ παντη αδυνατον. Ο γαρ πονος ουτος οσον ουπω πασαν χαραν αποτικτει και ο δεσµος ουτος παντων αµαρτηµατων και παθων δεσµα διαρρησει και ο δηµιος ουτος ουχι θανατον αλλα ζωην αιωνιον προξενει. κ’. Ος αν µη θεληση αποσκιρτησαι και δεικφυγειν τον τικτοµενον πονον απο του φοβου της αιωνιου κολασεως, αλλα
προθεσει καρδιας ακολουθηση αυτω και επισφιγξη πλεον τα τουτου δεσµα εαυτω, αναλογως συντοµωτερον οδευσει και προ προσωπου του βασιλεως των βασιλευοντων παραστησει αυτον. Τουτου δε γεγονοτος, αµα τω θεασασθαι αυτον αµυδρως πως την δοξαν αυτου, ευθεως λυθησονται µεν τα δεσµα, ο δε δηµιος φοβος φευξεται µακραν απ᾿ αυτου και ο εν τη καρδια αυτου πονος τραπησεται εις χαραν και πηγη γενησεται βρυουσα αισθητως µεν δακρυα ποταµηδον αεναως, νοητως δε γαληνην, πραοτητα και αφραστον γλυκασµον, ετι δε ανδρειαν και το προς πασαν υπακοην ελευθεριως και ανεµποδιστως τρεχειν των εντολων του Θεου˙ ο τεως τοις εισαγωγικοις αδυνατον, των δε προς το µεσον κατα προκοπην ανελθοντων και ιδιον, τοις δε γε τελειουµενοις φως η πηγη αυτη, της καρδιας αιφνης αλλοιουµενης και µεταβαλλοµενης, γινεται. κα’. Ο ενδον αυτου το φως του παναγιου Πνευµατος εχων, µη φερων τουτο οραν, εις γην πρηνης πιπτει, κραζει τε (427) και βοα εν εκπληξει και φοβω πολλω ως υπερ φυσιν, υπερ λογον, υπερ εννοιαν πραγµα ιδων και παθων˙και γινεται οµοιος ανθρωπω ποθεν αναφθεντι τα σπλαγχνα υπο πυρος, υφ᾿ ου φλεγοµενος και της φλογος τον εµπρησµον µη δυναµενος φερειν, υπαρχει ωσπερ εξεστηκως˙ και µηδε εαυτου γενεσθαι ολως ισχυων, τοις δακρυσι δε καταντλουµενος αεναως και υπο τουτων καταψυχοµενος, το πυρ εξαπτει του ποθου σφοδροτερον. Εντευθεν δε ΄τα δακρυα προχει πλειονως και τη τουτων εκχυσει πλυνοµενος λαµπροτερον απασταπτει˙ οτε δε ολως εκπυρωθεις ως φως γενηται, τοτε πληρουται το φασκον˙ «Θεος θεοις ενουµενος τε και γνωριζοµενος», και τοσουτον ισως οσον ηδη τοις συναφθεισιν ηνωθη και τοις εγνωκοσιν απεκαλυφθη. κβ’. Καθοσον γνωσθηναι βουληθη παρ᾿ ηµων ο Θεος, κατα τοσουτον και αποκαλυπτεται˙ καθοσον δε αποκαλυφθη, οραται παρα των αξιων και γινωσκεται. Ουκ εστι δε τοιουτον τι παθειν τινα η ιδειν, ει µη προτερον τω παναγιω Πνευµατι ενωθη τις, ταπεινην, καθαραν, απλην και συντετριµµενην καρδιαν εκ πονων και ιδρωτων κτησαµενος. κγ’. Προ του πενθους και των δακρυων, µηδεις υµας κενοις απατατω λογοις µηδε πλανωµεν εαυτους, ουκ εστιν εν ηµιν µετανοια ουδε αληθης µεταµελεια ουδε φοβος Θεου εν ταις
καρδιαις ηµων, ουδε κατεγνωµεν εαυτων, ουδε εν αισθησει της µελλουσης κρισεως και των αιωνιων βασανων εγενετο η ψυχη ηµων. Ει γαρ ταυτα εκτησατο και εν τουτοις εγενετο, ευθυς και δακρυα κατηγαγεν αν˙ τουτων γαρ χωρις, ουτε η σκληρα καρδια ηµων απαλυνθηναι ποτε δυναται, ουτε η ψυχη ηµων πνευµατικην (428) ταπεινωσιν κτησασθαι, ουτε ταπεινοι γενεσθαι ισχυσοµεν. Ο δε µη τοιουτος γενοµενος ενωθηναι τω Πνευµατι τω Αγιω ου δυναται˙ ο δε µη τουτω εκ καθαρσεως ενωθεις, ουτε εν θεωρια και γνωσει Θεου γενεσθαι δυναται, ουτε αξιος εστι τας της ταπεινωσεως µυστικας αρετας εκδιδασκεσθαι. κδ’. Ωσπερ τω συλλαβιζειν αρτι παιδευοµενω τα γραµµατα ο τα της ρητορικης και φιλοσοφιας εκδιηγουµενος ου µονον ουδεν ωφελησει, αλλα και των εναρχθεντων µαλλον κατολιγωρησαι αυτον και αποστηναι ποιησει, δια το µη χωρειν την διανοιαν αυτου των λεγοµενων ολως την δυναµιν, ουτω και ο τοις εισαγωγικοις τα περι τελειοτητος λεγων, και µαλλον τοις χαυνοτεροις, ου µονον ουδεν ωφελησει αλλα και εις τα οπισω υπαγειν ποιησει. Προς γαρ το υψος της αρετης αποβλεψαντες και οσον απολειπονται της κορυφης αυτης εννοησαντες και ως αδυνατον αυτοις εσται το προς το ακρον αυτης ανελθειν οιηθεντες, και των µερικως εναρχθεντων ως ανωφελων καταφρονησουσι και προς απογνωσιν καταδυσουσι. κε’. Οταν οι ετι κεκρατηµενοι και βασιλευοµενοι υπο των παθων ακουσωσιν οτι ο κατα Θεον τελειος παντος ανθρωπωου και παντος ζωου και θηριου ακαθαρτοτερον εαυτον ηγειται, ος και ατιµαζοµενος χαιρει, λοιδορουµενος ευλογει, ανεχεται διωκοµενος και υπερ των εχθρων αυτου ευχεται µετα δακρυων και πονου καρδιας, παρακαλων τον Θεον και ικετευων υπερ αυτων, εν πρωτοις µεν απιστουσιν, εαυτους ισους εκεινων συστησαι πειρωµενοι˙ επειτα υπο των θειων Γραφων ελεγχοµενοι και υπο των ταυτα εργω επιδειξαµενων αγιων ανατρεποµενοι, µη ισχυειν εν τουτοις εφικεσθαι οµολογουσιν˙ οταν δε και διχα της τουτων εκπληρωσεως αδυν ατον ακουσωσι σωθηναι αυτους, τοτε τελειως µη θελοντες εκκοπην ποιησασθαι (429) του κακου και µετανοησαι, εφ᾿ οις ηµαρτον, απογινωσκουσιν εαυτων.
κστ’. Τους υποκρινοµενους την αρετην και τω µεν κωδιω του σχηµατος αλλο φαινοµενους, αλλο δε οντας κατα τον εντος ανθρωπον, πασης ταχα πεπληρωµενους αδικιας, µεστους ζηλου και εριθειας και ηδονων δυσωδιας, ως απαθεις οι πλειους και αγιους τιµωσι, µη κεκαθαρµενον εχοντες τον της ψυχης οφθαλµον µηδε επιγνωναι δυναµενοι αυτους εκ των καρπων αυτων˙ τους δε ευλαβεια και αρετη και αφελοτητι καρδιας διαγοντας και αγιους οντας τω οντι, ως τους λοιπους των αλλων ανθρωπων, παραλογιζονται και καταφρονουντες αυτων παρατρεχουσιν. κζ’. Τον λαλον και επιδεικτικον διδακτικον µαλλον και πνευµατικον ειναι οι τοιουτοι λογιζονται˙ τον δε σιωπηλον και περι αργολογιαν ακριβαζοµενον αγροικον και αφωνον αποφαινονται. κη’. Τον εν Πνευµατι Αγιω φθεγγοµενον οι υψηλοφρονες και την υπερηφανιαν νοσουντες του διαβολου ως υψηλοφρονα και υπερηφανον αποστρεφονται, τοις λογοις αυτου πληττοµενοι µαλλον η κατανυσσοµενοι˙ τον δε απο κοιλιας η εκ µαθηµατων τορνολογουντα και της αυτων σωτηριας καταψευδοµενον υπερεπαινουσι και αποδεχονται, και ουτως ουδεις εν τοις τοιουτοις εστιν ο καλως και ως εχει το πραγµα ιδειν και διακριναι δυναµενος. κθ’. «Μακαριοι», φησιν ο Θεος, «οι καθαροι τη καρδια, οτι αυτοι τον Θεον οψονται». Καθαραν ουν καρδιαν ουχι µια αρετη ουδε δυο η δεκα πεφυκασιν εκτελειν, αλλα πασαι οµου ως ειπειν οιονει µια τις ουσα και εις ακρον κατορθωθεισα˙ και ουδε ουτως καθαραν την καρδιαν µοναι ποιησαι δυνανται, διχα της παρουσιας και ενεργειας του Πνευµατος. Καθαπερ γαρ ο χαλκευς την µεν τεχνην (430) δια των εργαλειων αυτου επιδεικνυται, διχα δε της του πυρος ενεργειας ουδεν ολως εις εργον κατασκευασαι δυναται, ουτω δη και ο ανθρωπος παντα µεν ποιει και ως εργαλειοις χραται ταις αρεταις, ανευ δε της του πνευµατικου πυρος παρουσιας ανενεργητα µενει και ανωφελη, τον ρυπον και τον ιχωρα µη καθαιροντα της ψυχης. λ’. Οπου βαθεια ταπεινωσις, εκει και δακρυον δαψιλες˙ ενθα δε ταυτα, εκει και η παρουσια του Αγιου και προσκυνητου Πνευµατος. Ταυτης δε γενοµενης, πασα καθαροτης και
αγιωσυνη εν τω υπο τουτου ενεργουµενω γινεται, και οραται τουτω Θεος, και ο Θεος ορα επ᾿ αυτον˙ «Επι τινα γαρ», φησιν, «επιβλεψω αλλ᾿ η επι τον πραον και ησυχιον και τρεµοντα µου τους λογους;». λα’. Καταγωνισασθαι µεν ανθρωπος τα παθη δυναται, εκριζωσαι δε αυτα ουδαµως˙ και µη ποιησαι µεν το πονηρον εξουσιαν ελαβε, µη ενθυµηθηναι δε αυτο ουκετι. Ευσεβεια δε εστιν ου το ποιησαι µονον το αγαθον, αλλα και το µη λογιζεσθαι πονηρα˙ ο ουν πονηρα λογιζοµενος καρδιαν καθαραν κτησασθαι ου δυναται˙ πως γαρ, µολυνοµενης εκ τουτου ως υπο πηλου κατοπτρον; λβ’. Καρδιαν καθαραν τουτο ειναι υπειληφα, ου το µη οχλεισθαι υπο παθους µονον τινος, αλλα και το µη εννοειν πονηρον τι η βιωτικον, οτε αν βουληθη τις, εχειν δε µονην εν εαυτω την του Θεου µνηµην εν ακατασχετω τω ερωτι˙ εν γαρ φωτι καθαρω καθαρως ορα Θεον οφθαλµος, µηδενος ετερου τη θεωρια µεσαζοντος. λγ’. Τουτο λεγω ειναι απαθειαν ου το εξω µονον γενεσθαι της πραξεως των παθων, αλλα και το αλλοτριωθηναι της επιθυµιας αυτων, και ουδε τουτο αλλα και το γυµνωθηναι ηµων τον νουν εκ της εννοιας αυτων, ως αν, οτε βουλοµεθα, γινωµεθα υπερανω των ουρανων, εξω παντων γινοµενοι ορατων τε και αισθητων, οιονει αποκλειοµενων (431) ηµων των αιθησεων και του νοος ηµων εις τα υπερ αισθησιν εµβατευοντος, συνεπιφεροµενου δυναµει τας αισθησεις µεθ᾿ εαυτου ωσπερ τις αετος τας εαυτου πτερυγας. λδ’. Νους αισθησεων διχα τας ιδιας ενεργειας ουκ επιδεικνυται και ανευ νοος αι αισθησεις τας εαυτων ουδαµως. λε’. Καρδια εκεινη λεγεται και εστι καθαρα, η µηδεµιαν εννοιαν η βιωτικον λογισµον εν εαυτη ευρισκουσα, η Θεω ουτως ανακειµενη και συνηνωµενη, ως µητε των ανιαρων µεµνησθαι του βιου µητε των τουτου χαροποιων, αλλα διαγειν ως εις τριτον εν θεωρια τον ουρανον και εις παραδεισον αρπαζεσθαι και βλεπειν τους αρραβωνας των επηγγελµενων τοις αγιοις καλων και αυτα τα αιωνια αγαθα κατα το εγχωρουν τη ανθρωπινη φυσει εκειθεν τεκµαιρεσθαι. Τουτο καρδιας καθαρας
επ᾿ αληθως σηµειον και ενδειγµα βεβαιον, εν ω τις και τα µετρα γινωσκει της καθαροτητος και ως εν κατοπτρω καθορα. λστ’. Ωσπερ ο εξω της οικιας ων τους ενδοθεν εγκεκλεισµενους ουχ ορα, ουτως ουδε ο εσταυρωµενος τω κοσµω, ητοι νενεκρωµενος, αισθησιν τινα προς τα εν τω κοσµω πραγµατα κεκτηται. λζ’. Ον τροπον το νεκρον σωµα ουτε προς τα ζωντα ουτε προς τα συν αυτω νεκρα κειµενα σωµατα την οιανουν αισθησιν εχει, ουτως ουδε ο εξω του κοσµου εν Πνευµατι γεγονως και συν Θεω ων δυναται προς τον κοσµον αισθησιν εχειν η προπασχειν τοις τουτου πραγµασιν, ει και υποκειτα ταις αναγκαις του σωµατος. λη’. Προ θανατου θανατος, και προ της αναστασεως των σωµατων ψυχων αναστασις γινεται, εργω, δυναµει, πειρα και αληθεια. Του γαρ θνητου φρονηµατος υπο του αθανατου νοος εξαφανιζοµενου και της νεκροτητος (432) της ζωης εκδιωκοµενης, η ψυχη ως εκ νεκρων αναστασα εαυτην οµολογουµενως ορα, καθαπερ οι εξ υπνου ανσταντες βλεπουσιν εαυτους˙ και τον αυτην αναστησαντα επιγινωσκει Θεον, ον κατανοουσα και ω ευχαριστουσα, εξισταται των αισθησεων και του κοσµου παντος, αφραστου ηδονης πληρουµενη, και καταπαυει εν αυτω πασαν κινησιν αυτης νοεραν. λθ’. Τα µεν εισφερεται παρ᾿ ηµων, τα δε διδονται ηµιν ανωθεν εκ Θεου. Οσω γαρ δια πονων και ιδρωτων ιερων καθαιροµεθα, λαµπρυνοµεθα δια φωτος κατανυξεως˙ και οσω τω φωτι λαµπρυνοµεθα, τοις δακρυσιν καθαιροµεθα, το µεν οικοθεν παρεισαγοντες, το δε διδοµενον αντιλαµβανοντες ανωθεν. µ’. Πολλοι τα εαυτων εισενεγκοντες τα εκ Θεου συνηθως ουκ ελαβον˙ και δηλον εξ ων ο Καϊν και ο Ησαυ πεποιηκασι και πεπονθασι. Ει γαρ µη ορθω λογισµω και ευσεβει διαθεσει και πιστει θερµη και πολλη ταπεινοφροσυνη τα παρ᾿ εαυτου τις προσενεγκη, ουκ αν επιβλεψη Θεος επ᾿ αυτον, ουκ αν τα προσφεροµενα αποδεξηται˙ ει δε µη ταυτα, ουδε τα παρ᾿ εαυτου αντιπαρασχοι τω ουτω προσφεροντι. µα’. Νεκρος ο κοσµος και οι του κοσµου προς τους αγιους εισιν˙ οθεν ουδε βλεποντες βλεπουσι τα καλα αυτων εργα, ουδε ακουοντες ολως ισχυουσι συνιεναι τους εν Πνευµατι Αγιω
λεγοµενους θειους λογους αυτων. Αλλ᾿ ουδ᾿ οι πνευµατικοι των κοσµικων και πονηρων ανθρωπων ιδειν τα πονηρα εργα η τους εµπαθεις λογους αυτων χωρησαι εν εαυτοις δυνανται, αλλα βλεποντες και ουτοι τα εν κοσµω ου βλεπουσι και ακουοντες τα των κοσµικων ως ουκ ακουοντες τη αισθησει διακεινται˙ και ουτως ουδεµια κοινωνια τουτοις προς τα εκεινων η εκεινοις προς τα των πνευµατικων γινεται. µβ’. (433) Καθαπερ φωτος και σκοτους σαφης η διαιρεσις και η µιξις αδυνατος˙ «Ποια γαρ», φησι, «κοινωνια φωτι προς σκοτος η ποια µερις πιστω µ ετα απιστου», ουτως, και εν τοις Πνευµα Αγιον εχουσι, τοσαυτη η απ᾿ αλληλων διαστασις και ο χωρισµος προς τους µη εχοντας εστιν. Οι µεν γαρ εν τω ουρανω εχουσι το πολιτευµα, αγγελοι εξ ανθρωπων ηδη γενοµενοι, οι δε εν τω προγονικω σκοτει και τη σκια του θανατου ετι καθηνται προσηλωµενοι τη γη και τοις εν γη πραγµασι˙ και οι µεν, τω νοητω και ανεσπερω φωτι, οι δε µονω τω αισθητω περιλαµπονται˙ και οι µεν εαυτους και τους πλησιον ορωσιν, οι δε και εαυτους και τους πλησιον καθ᾿ εκαστην ορωντες αποθνησκοντας αγνοουσιν οτι ανθρωποι εισι και ως ανθρωποι αποθνησκουσι˙ και αγνοουντες, ου πιστευουσι περι κρισεως ουδε οτι αναστασις εσται καιανταποδοσις των βεβιωµενων εκαστω. µγ’. Ει µεν Πνευµα Αγιον εστι σοι, παντως εκ των εν σοι γινοµενων αυτου ενεργειων γνωρισεις α λεγει περι αυτου ο Αποστολος˙ φησι γαρ˙ «Οπου Πνευµα Κυριου, εκει ελευθερια» και οτι˙ «Το µεν σωµα νεκρον δι᾿ αµαρτιαν, το δε πνευµα ζωη δια δικαιοσυνην» και οτι˙ «Οι του Χριστου την σαρκα εσταυρωσαν συν τοις παθηµασι και ταις επιθυµιαις». Οσοι γαρ εβαπτισθησαν εν Πνευµατι Αγιω ολον τον Χριστον ενδεδυµενοι εισι και υιοι εισι φωτος και εν φωτι ανεσπερω περιπατουσι και βλεποντες τον κοσµον ου βλεπουσι και ακουοντες τα του κοσµου ουκ ακουουσιν. Ωσπερ γαρ γεγραπται περι των σαρκικων ανθρωπων οτι βεποντες ου βλεπουσι και (434) ακουοντες περι θειων πραγµατων ου σινιωσιν ουδε χωρειν δυναται τα του Πνευµατος, µωρια γαρ αυτοις εισιν, ουτω µοι νοησεις και περι των Πνευµα Αγιον εχοντων εν εαυτοις˙ σωµα φορουσιν αλλ᾿ ουκ εισιν εν σαρκι˙ «Υµεις γαρ», φησιν, «ουκ
εστε εν σαρκι αλλ᾿ εν πνευµατι, ειπερ Πνευµα Θεου οικει εν υµιν»˙ νεκροι εισι τω κοσµω και ο κοσµος αυτοις˙ «Εµοι γαρ», φησι, «κοσµος εσταυρωται καγω τω κοσµω». µδ’. Ο ταυτα ειδως ενεργουµενα εν αυτω τα σηµεια και θαυµατα οντως θεοφορος και σηµειοφορος εστι, τον Θεον εχων, ηγουν αυτο το παναγιον Πνευµα ενοικον, λαλουν και ενεργουν εν αυτω τα ειρηµενα υπο του Παυλου. Ο δε µηπω ταυτα εν εαυτω εγνωκως, µη απατασθω, σαρξ εστιν ετι και αιµα, υπο τον ζοφον δηλονοτι των επιθυµιων της σαρκος καλυπτοµενος˙ σαρξ δε και αιµα βασιλειαν Θεου, ητις εστι το Πνευµα το Αγιον, ου κληρονοµει. µε’. Απο µεν του θειου βαπτισµατος την των ηµαρτηµενων λαµβανοµεν αφεσιν και της πρωην καταρας ελευθερουµεθα και τη παρουσια του Αγιου Πνευµατος αγιαζοµεθα, την δε τελειαν χαριν κατα το˙ «Ενοικησω εν αυτοις και εµπεριπατησω», ου τοτε˙ τουτο γαρ των βεβαιοπιστων και εκ των εργων ταυτην επιδεικνυντων εστι. Μετα γαρ το βαπτισθηναι ηµας προς πονηρας και αισχρας πραξεις εκκλινοντες και αυτον τον αγιασµον εις απαν αποβαλλοµεθα, µετανοια δε και εξοµολογησει και δακρυσι κατα αναλογιαν την αφεσιν προτερον των ηµαρτηµενων λαµβανοµεν και ουτω τον αγιασµον µετα της ανωθεν χαριτος. µστ’. Απο µεν της µετανοιας εκπλυσις του µολυσµου (435) των αισχρων γινεται πραξεων, µετα δε ταυτην, µετοχη Πνευµατος Αγιου˙ ουχ απλως δε, αλλα κατα την πιστιν και την διαθεσιν και την ταπεινωσιν των εξ ολης µετανοουντων ψυχης˙ ου µονον δε, αλλα και µετα το τελειαν την αφεσιν των ηµαρτηµενων παρα του πατρος και αναδοχου λαβειν. ∆ια τουτο καλον καθ᾿ εκαστην µετανοειν κατα την κελευουσαν εντολην˙ το γαρ «µετανοειτε, ηγγικε γαρ η βασιλεια των ουρανων» αοριστον ηµιν υπεµφαινει την εργασιαν. µζ’. Η χαρις του παναγιου Πνευµατος ταις τω Χριστω νυµφευοµεναις ψυχαις ως αρραβων διδοται˙ και καθαπερ αρραβωνος χωρις ουκ εχει ασφαλως η γυνη την µετα του ανδρος συναφειαν µελλειν ποτε βεβαιως γενησεσθαι, ουτως ουδε ψυχη βεβαιαν λαµβανει πληροφοριαν ποτε του µετα του δεσποτου αυτης και Θεου εις αιωνας συνεσεσθαι, η µυστικως
και ανεκφραστως αυτω συναπτεσθαι, και του απροσιτου καλλους επαπολαυειν αυτου, ει µη της χαριτος αυτου τον αρραβωνα λαβη και γνωστως αυτον εν εαυτη κτησηται. µη’. Ον τροπον οι γραφοµενοι συµβολικοι χαρται ει µη υπογραφας αξιοπιστων µαρτυρων δεξωνται, ουκ εστιν ο αρραβων βεβαιος, ουτως ουδε προ της εργασιας των εντολων και της των αρετων κτησεως ασφαλης η της χαριτος ελλαµψις γινεται. Οπερ γαρ εν τοις συµφωνοις οι µαρτυρες, τουτο επι του πνευµατικου αρραβωνος η των εντολων εργασια και αι αρεται καθεστηκασι˙ τελειαν γαρ δια τουτων λαµβανει την του αρραβωνος κατασχεσιν εκαστος των µελλοντων σωθησεσθαι. µθ’. Πρωτον οιονει τα συµφωνα γραφονται δια της εργασιας των εντολων, ειτα υπο των αρετων επισφραγιζονται και υπογραφονται˙ και τηνικαυτα επιδιδωσι τον (436) δακτυλιον ο νυµφιος Χριστος τη νυµφη ψυχη, ηγουν τον αρραβωνα του Πνευµατος. ν’. Ωσπερ η νυµφη προ του γαµου τον αρραβωνα µονον παρα του νυµφιου λαµβανει, την δε συµφωνηθεισαν προικα και τας εν αυτη υποσχεθεισας δωρεας µετα τον γαµον λαβειν απεκδεχεται, ουτω δη και η νυµφη των πιστων εκκλησια και η ψυχη ενος εκαστου ηµων πρωτον υπο του νυµφιου Χριστου τον αρραβωνα µονον λαµβανει του Πνευµατος, τα δε αιωνια αγαθα και την των ουρανων βασιλειαν µετα την ενθενδε αποδηµιαν λαβειν απεκδεχεται, πληροφορουµενη δια του αρραβωνος ως αδιαψευστα τα συµπεφωνηµενα αυτη εσονται. να’. Καθαπερ βραδυνοντος του νυµφιου εν αποδηµια, η απασχολουµενου εν ετεραις τισιν υποθεσεσι και τον γαµον τεως υπερτιθεµενου ποιησαι, εαν οργισθεισα η νυµφη της εκεινου αγαπης καταφρονηση και τον αρραβωνικον χαρτην η απαλειψη η διαρρηξη, εκπιπτει των προς τον νυµφιον ελπιδων ευθυς, ουτω και επι της ψυχης πεφυκε γινεσθαι. Επαν γαρ ειπη τις των αγωνιζοµενων˙ «Εως ποτε κακοπαθειν οφειλω;» και των ασκητικων πονων κατολιγωρηση και δια της αµελειας των εντολων και εγκαταλειψεως της διηνεκους µετανοιας οιονει απαλειψη και διαρρηξη τα συµφωνα, ευθυς εκπιπτει και του αρραβωνος και της προς Θεον ελπιδος τελειως.
νβ’. Ωσπερ η νυµφη εαν προς ετερον την αγαπην του αρµοσθεντος αυτη νυµφιου µεταθηται και συγκοιτασθη αυτω φανερως η λαθραιως, ου µονον ουδεν εκ των υποσχεθεντων αυτη παρα του νυµφιου ελπισει λαβειν, αλλα και τιµωριαν και µεµψιν την εκ του νοµου προσδοκησει αξιως, ουτω δη και επι ηµων γινεσθαι πεφυκεν. Εαν µεταθηται τις την αγαπην του νυµφιου Χριστου προς αλλου τινος επιθυµιαν πραγµατος φανερως η λαθραιως και (437) κρατηθη η καρδια αυτου εν αυτω, µισητη εσται τω νυµφιω και βδελυκτη και αναξια της συναφειας αυτου˙ ειρηκε γαρ˙ «Εγω τους εµε φιλουντας αγαπω». νγ’. Ο αρραβων εν τοις κεκτηµενοις αυτον αφθεκτος γινεται, ακατανοητως κατανοουµενος, ακρατητως κρατουµενος, αορατως ορωµενος, ζων και λαλων και κινουµενος και τον κεκτηµενον κινων, αφιπταµενος του εν ω εσφραγισµενως περιεχεται κιβωτιου και παλιν ανελπιστως εντος αυτου ευρισκοµενος, ως µητε την παρουσιαν βεβαιαν µητε την υποχωρησιν ανεπιστροφον νοµιζειν τον κεκτηµενον ποιειν˙ και ουτως, µη εχων αυτον ως εχων εστι, και εχων ως µη εχων, ο κεκτηµενος τουτον διακειται. νδ’. Ον τροπον ενδοθεν οικιας νυκτος ισταµενου τινος, κεκλεισµενων αυτης των θυρων παντοθεν, εαν µιαν διανοιξη θυριδα και αστραπη τουτον αιφνης περιλαµψη λαµπρα, µη φερων εκεινος τοις οφθαλµοις ταυτης την απαυγην ευθυς ασφαλιζει µυων τους ωπας και συστελλεται εφ᾿ εαυτον, ουτω δη εγκεκλεισµενης και της ψυχης εν τοις αισθητοις, εαν εξωθεν τουτων ποτε ως δια θυριδος τω νοΐ παρακυψη, υπο της αστραπης του εν αυτη αρραβωνος, φηµι δη του Αγιου Πνευµατος, καταστραφεισα, την λαµπηδονα µη φερουσα του αστεκτου φωτος, ευθυς και τον νουν καταπληττεται και ολη εφ᾿ εαυτην συστελλεται, φευγουσα ως εις οικιαν τινα υπο τα αισθητα και ανθρωπινα. νε’. ∆εον εκαστον εκ των τοιουτων σηµειων κατανοειν, ει τον αρραβωνα του Πνευµατος εκ του νυµφιου και δεσποτου Χριστου ειληφε˙ και ει µεν ελαβε, σπουδαζετω τουτον κατεχειν˙ ει δε µηπω τουτον λαβειν ηξιωθη, σπουδασατω δια των αγαθων εργων και πραξεων και θεροµατης µετανοιας λαβειν αυτον και
φυλαξαι δια της εργασιας των εντολων και της των αρετων επικτησεως. νστ’. (438) Καθαπερ η στεγη πασης οικιας δια των θεµελιων και της λοιπης κτισεως ισταται, ωσαυτως δε και τα θεµελια δια το την στεγην βασταζειν καταβαλλονται ως αναγκαια και χρησιµα, και ουτε στεγη διχα θεµελιων συνισταται πεφυκεν, ουτε θεµελιοι ανευ στεγης τω βιω χρειωδεις η ωφελιµοι ολως εισιν˙ ουτω και η του Θεου χαρις δια της των εντολων συντηρειται εργασιας και αι πραξεις των εντολων δια την του Θεου δωρεαν ως θεµελιοι καταβαλλονται, και ουτε η χαρις του Πνευµατος παραµενειν ηµιν πεφυκεν ανευ της των εντολων εργασιας, ουτε η τωνεντολων εργασια ανευ της χαριτος του Θεου χρησιµος η ωφελιµος εστιν ηµιν. νζ’. Ον τροπον η αστεγος οικια η υπο αµελειας του κτισαντος ουτως εαθεισα ου µονον αχρηστος εστιν, αλλα καταγελωτα τω κτισαντι προξενει, ουτω και ο τους θεµελιους της εργασιας των εντολων καταβαλλοµενος και τοιχους υψηλων αρετων αναστησας, εαν µη και την χαριν του Πνευµατος εν θεωρια και γνωσει ψυχης ληψεται, ατελης εστι και παρα των τελειων κατελεουµενος. Εκ γαρ των δυο τουτων αιτιων ταυτης παντως εστερηται˙ η γαρ της µετανοιας ηµελησεν, η προς την των αρετων συλλογην ως προς απειρον υλην απειρηκως, ενελειψε τινα των δοκουντων µεν ηµιν ελαχιστων, αναγκαιων δε οντων προς τον απαρτισµον του οικου των αρετων, ως µη δυνασθαι ανευ εκεινων δια της του Πνευµατος χαριτος στεγασθηναι αυτον. νη’. Ει δια τουτο επι της γης ο Υιος του Θεου και Θεος κατηλθεν ινα δι᾿ εαυτου καταλλαξη γνωστως ηµας εχθρους οντας τω ιδιω Πατρι και συναψη γνωστως ηµας εαυτω δια του του Αγιου και οµοουσιου αυτου Πνευµατος, ο ταυτης εκπιπτων της χαριτος αλλης ποιας τευξεται; Παντως ουδε κατηλλαγη αυτω ουδε την µετ᾿ αυτου ενωσιν δια της µετουσιας του Πνευµατος εσχηκεν. νθ’. (439) «Εισαγαγη τις πυρ εν κολπω», φησιν ο Σοφος, «τα δε ιµατια ου κατακαυσει;» Εγω δε φηµι˙ τις το αστεκτον και ουρανιον πυρ εν καρδια δεξαµενος, ου πυρωθησεται και λαµπρυνθησεται και τας της θεοτητος αυγασει και αυτος
αστραπας κατα αναλογιαν της καθαρσεως και της µετοχης του πυρος˙ η γαρ µετοχη τη καθαρσει, τη δε µεθεξει συνεπεται καθαρσις˙ τουτου δε γενοµενου, Θεος ολος κατα χαριν ο ανθρωπος γινεται. ξ’. Των µεν εµπαθων επιθυµιων και ηδονων ο µετασχων του Αγιου Πνευµατος απαλλαττεται, των δε της φυσεως σωµατικων αναγκων ου χωριζεται. Και ως µεν ελευθερωθεις των δεσµων της εµπαθους ορεξεως και συναφθεις τη αθανατω δοξη τε και γλυκυτητι, αδιαλειπτως ανω τε βιαζεται ειναι και συν Θεω διαγειν και µηδε προς βραχυ της εκεινου θεωριας και ακορεστου τρυφης αφιστασθαι˙ ως δε τω σωµατι και τη φθορα εµπεδουµενος, υπ᾿ αυτου κατασπαται και συρεται και προς τα γηϊνα επιστρεφεται, τοσαυτην υπερ τουτου τηνικαυτα την λυπην δεχεται, οσην οιµαι αµαρτωλου ψυχην εχειν χωριζοµενην απο του σωµατος. ξα’. Ωσπερ τω φιλοσωµατω και φιλοζωω, τω φιληδονω και φιλοκοσµω, ο χωρισµος των τοιουτων θανατος εστιν, ουτως τω φιλαγνω και φιλοθεω, τω φιλαΰλω και φιλαρετω, θανατος τω οντι η εκ των τοιουτων µικρα της διανοιας διαστασις. Ει γαρ ο τον αισθητον τουτο φως ορων, εαν προς µικρον µυση τους οσθαλµους η κατακαλυφθη τουτους υφ᾿ ετερου, αχθεται και λυπειται και φερειν ολως τουτο ου δυναται, και µαλιστα εαν αναγκαια τινα και παραδοξα ην ορων˙ ποσω µαλλον ο εν Αγιω φωτιζοµενος Πνευµατι και τα αγαθα εκεινα ορων, υπαρ και νοερως, γρηγορων και καθευδων, α οφθαλµος ουκ ειδε και ους ουκ ηκουσε και επι καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη, (440) εις α παρακυψαι και αγγελοι επιθυµουσιν, εαν αποσπασθη εκ της των τοιουτων θεωριας υπο τινος, λυπηθησεται και θλιβησεται; Θανατος γαρ αυτω δοκει τουτο και αλλοτριωσις εικοτως της αιωνιου ζωης. ξβ’. ∆ιπλους ων ο ανθρωπος, εκ ψυχης και σωµατος την συστασιν εχων, και κοσµος αυτω παροµοιος γεγονεν ορατος και αορατος, εκαστω δηλονοτι τουτων τα εργα και αι φροντιδες των εργων αρµοδιως αφορισθεισαι.Ενθεν τοι και περι οψεων και ονειρατων τουτο αληθες ειναι υπελαβον˙ εν οις γαρ η ψυχη ενασχολειται γρηγορουσα η εµβατευει, εν τουτοις και κατα τους υπνους η εµµαταιαζει η εµφιλοσοφει˙ ειτε γαρ περι ανθρωπινων
φροντιζει πραγµατων εµµαταιαζουσα ονειροις ενασχολειται ειτε περι θειων και ουρανιων εµµελετωσα οψεσιν εµβατευει και ορασεσι, κατα το υπο του Προφητου λεγοµενον, εµφιλοσοφει, «και οι νεανισκοι αυτων ορασεις οψονται», ουκ εξαπατωµενη, αλλ᾿ αληθειαις ενατενιζουσα και αποκαλυψεσι πιστουµενη. ξγ’. Οπηνικα το επιθυµητικον µερος της ψυχης περι παθη και µιξεις και τρυφας και απολαυσεις ερεθιζεται του βιου, τοιαυτα ωσαυτως βλεπει και τα ενυπνια η ψυχη˙ ει δε το θυµικον αυτης κατα των οµοφυλων εκθηριουται, θηριων εφοδους και ερπετων πολεµους και µαχας ονειροπολει, διαπληκτιζοµενη ως επι δικαστηριων µεθ᾿ ων διαφερεται˙ ει δε το λογιστικον αυτης επαιρεται ταις αλαζονειαις και υπερηφανειαις, αρπαγας εις αερα πτεροφυεις και θρονων υψηλων καθεδρας και ηγεµονιας λαου επι αρµατων προερχοµενη και προπεµποµενη φανταζεται. ξδ’. Μονων εκεινων εισιν αληθη τα οραµατα, α ουδε χρη καλειν ενυπνια αλλ᾿ ορασεις και οπτασιας, ων ο νους απλους εγενετο εξ επιδηµιας του Πνευµατος και ελευθερος απο πασης οχλησεως και δουλειας των παθων, (441) ων η σχολη περι τα θεια πασα και η µελετη περι µελλοντων αµοιβων και ανταποδοσεων, ων η ζωη υπερ την των ζωντων ζωην αµεριµνος, απερισπαστος, ησυχος, καθαρα, µεστη ελεους, σοφιας, γνωσεως ουρανιου και καρπων αγαθων των γεωργουµενων υπο του Πνευµατος, των δ᾿ αλλως και ουχ ουτως εχοντων, ψευδη και συγκεχυµενα και το ολον απατη σαφης. ξε’. Πολλοι µεν τον ερηµικον, αλλοι δε τον µιγαδα ηγουν τον κοινοβιακον εµακαρισαν βιον, ετεροι δε το προΐστασθαι λαου, νουθετειν τε και διδασκειν και συνισταν εκκλησιας, εξ ων διαφοροι σωµατικως τε και ψυχικως πεφυκασι διατρεφεσθαι. Εγω δε ουδετερον τουτων του ετερου προκριναιµι, ουδε τον µεν επαινου τον δε ψογου αξιον ειποιµι αν, αλλ᾿ εν παντι και εν πασιν εργοις και πραξεσιν ο δια Θεον και κατα Θεον βιος παµµακαριστος. ξστ’. Καθαπερ εκ διαφορων επιστηµων και τεχνων ο των ανθρωπων συνισταται βιος, αλλου αλλην εργαζοµενου δηλονοτι και συνεισφεροντος, και αλληλοις ουτω µεταδιδοντες και εξ αλληλων µεταλαµβανοντες ζωσιν οι ανθρωποι, τας σωµατικας χρειας τη φυσει παρεχοντες, ουτως εστιν ιδειν και επι των
πνευµατικων, αλλου αλλην αρετην µετιοντος και ετερου ετεραν βιου οδον διανυοντος, εις ενα σκοπον εξ αµφοτερων τουτων οι παντες συντρεχουσιν. ξζ’. Σκοπος παντων των κατα Θεον αγωνιζοµενων εστι το ευαρεστησαι Χριστω τω Θεω και την καταλλαγην δια της του Πνευµατος µετουσιας προς τον Πατερα λαβειν και την εαυτων σωτηριαν δια τουτου πορισασθαι˙ τουτο γαρ πασης ψυχης και παντος ανθρωπου σωτηρια εστιν˙ ου µη γενοµενου, κενος ο κοπος και µαταια η εργασια ηµων, ανονητος τε πασα βιου οδος η µη προς τουτο τον εν αυτη τρεχοντα φερουσα. ξη’. Εοικεν ο τον κοσµον απαντα καταλειψας και (442) προς το ορος ως προς ησυχιαν αναχωρησας κακειθεν επιδεικτικως γραφων προς τους εν τω κοσµω, τους µεν µακαριζων τους δε κολακευων και επαινων, τω γυναικος πορνης δυσειµονος τε και παγκακου διαζευχθεντι και εις χωραν µακραν αποδηµησαντι προς το απαλλαγηναι και της µνηµης αυτης, ειτα επιλαθοµενω του σκοπου δι᾿ ον το ορος κατειληφει και προς τους τη πορνη εκεινη συναναστρεφοµενους, ιν᾿ ειπω, και συµµιαινοµενους γραφειν ορεγοµενω και αυτους µακαριζοντι˙ ος ει και µη τω σωµατι αλλα γε τη καρδια παντως και τω νοΐ συµπασχει εκ προθεσεως τοις τοιουτοις αποδεχοµενος οιονει της µετ᾿ εκεινης αυτων συµπλοκης. ξθ’. Οσω οι εν µεσω του κοσµου στρεφοµενοι και καθαρευοντες τας αισθησεις και τας καρδιας απο πασης πονηρας επιθυµιας, επαινετοι και µακαριοι, τοσουτον οι εν ορεσι και σπηλαιοις ενδιαιτωµενοι, ει των επαινων και µακαρισµων και της δοξης εφιενται των ανθρωπων, ψεκτοι και αποβλητοι˙ ως γαρ µοιχευοντες παρα τω τας καρδιας ηµων ερευνωντι Θεω εσονται. Ο γαρ επιθυµων ακουσθηναι τον βιον αυτου και το ονοµα και την πολιτειαν εν τω κοσµω, εκπορνευει, κατα τον παλαι των Ιουδαιων λαον, απο Θεου, ως φησιν ο ∆αβιδ. ο’. Ο πιστει τη προς τον Θεον αδιστακτω τω κοσµω και τοις εν κοσµω αποταξαµενος πιστευει οτι ελεηµων εστι και οικτιρµων ο Κυριος και προσδεχεται τους εν µετανοια προσερχοµενους αυτω. Ειδως δε οτι δι᾿ ατιµιας τιµα τους δουλους αυτου δια πτωχειας ακρας πλουτιζει αυτους και δι᾿ υβρεων και
εξουδενωσεως δοξαζει αυτους και δια θανατου της αιωνιου ζωης µετοχους αυτους και κληρονοµους αποκαθιστα, κατεπειγεται ως ελαφος διψωσα επι την αθανατον πηγην δι᾿ αυτων και προς το αναντες εν αυτοις ως εν κλιµακι βαινει, δι᾿ ης αγγελοι µεν (443) αναβαινουσι και κατερχονται προς βοηθειαν των ανερχοµενων. Θεος δε ανωθεν την κατα δυναµιν ηµων προθεσιν και σπουδην αναµενων καθηται, ουχ οτι πονουντας ηµας οραν τερπεται αλλ᾿ ως οφληµα θελων τους µισθους διδοναι ηµιν ο φιλανθρωπος. οα’. Τους αδιστακτως αυτω προσερχοµενους ουκ εα ολως καταπεσειν ο Κυριος αλλ᾿ αδυνατουντας βλεπων αυτους συνεργει και βοηθει, ορεγων αυτοις χειρα δυναµεως ανωθεν και προς εαυτον επαναγει˙ συνεργει δε φανερως τε αµα και αφανως, αγνωστως και γνωστως, µεχρις ου πασαν ανελθοντες την κλιµακα αυτω προσεγγισωσι και ολοι ολω ενωθωσι και απαντων επιλαθωνται των επιγειων, συνοντες αυτω εκεισε, ειτε εν σωµατι ειτε και εκτος σωµατος, ουκ οιδα, και συµπολιτευοµενοι και των απορρητων επαπολαυοντες αγαθων. οβ’. ∆ικαιον εστι τη ζευγλη πρωτον των εντολων του Χριστου υποτιθεναι τους αυχενας ηµων και µη παροιστρειν µηδε οπισθοποδειν, αλλ᾿ ορθως και προθυµως µεχρι θανατου βαινειν εν αυταις και εαυτους ηµας νεουργειν τον νεον οντως Θεου παραδεισον, µεχρις ου µετα Πατρος ο Υιος δια του Αγιου εισελθη και εγκατοικηση Πνευµατος εν ηµιν˙ και τηνικαυτα οταν ολον αυτον κτησωµεθα ενοικον και διδασκαλον, ω τινι αν εξ ηµων προσταξη και οιαν εµπιστευση διακονιαν, ταυτην εγχειρισθησεται και κατα το εκεινω δοκουν ποιησει προθυµως˙ ουκ εξεστι δε προ καιρου ταυτην επιζητειν αλλ᾿ ουδε διδοµενην εξ ανθρωπων λαβειν καταδεχεσθαι, αλλ᾿εµµενειν ταις εντολαις του δεσποτου ηµων και Θεου και το προσταγµα αυτου απεκδεχεσθαι. ογ’. Μετα το εγχειρισθηναι διακονιαν ηµας θειων πραγµατων και εν αυτη διαπρεψαι, ει επιτραπωµεν υπο του Πνευµατος προς ετεραν µεταβηναι διακονιαν η εργασιαν η πραξιν, (444) µη αντιτεινωµεν. Ο γαρ Θεος ουτε αργους ηµας ειναι εν µια και τη αυτη εργασια εν η ηρξαµεθα µεχρι τελους εµµενειν βουλεται, αλλα προκοπτειν και αεικινητους ειναι προς την των κρειττονων
επιτυχιαν, τω θειω δηλαδη και µη τω οικειω στοιχουντας θεληµατι. οδ’. Ο το ιδιον θεληµα νεκρον εργασαµενος αθελητος παντως εγενετο˙ αθελητον δε των οντων και ζωντων και κινουµενων ουδεν, ει µη µονα τις ειποι τα αναισθητα και ακινητα˙ τα γαρ φυτα, ει και κινειται και αυξει αλλ᾿ ου λεγοµεν φυσικω θεληµατι την κινησιν ποιεισθαι και την αυξησιν, αψυχα γαρ˙ παν δε εµψυχον και φυσικον εχει θεληµα. Ο ουν ασκησει και σπουδη το οικειον απονεκρωσας θεληµα και αθελητος γεγονως παντως της οικειας εξεστη φυσεως και εν τω θελειν µηδεν ουδε καλον τι η κακον δυναται ενεργειν. οε’. Ο το ιδιον θεληµα απονεκρωσαι σπουδαζων το του Θεου οφειλει ποιειν θεληµα και αντι του οικειου θεληµατος το του Θεου αντεισαγειν εν εαυτω και εµφυτευειν και εγκεντριζειν τουτο εν τη καρδια αυτου και προς τουτοις σκοπειν ακριβως ει τα φυτευοµενα και εγκεντριζοµενα, τα µεν εις βαθος που ριζωθεντα φυει, τα δε και συνουλωθεντα και ενωθεντα και εν δενδρον εγενετο, ει ηυξηθησαν και εξηνθησαν και καρπον ωραιον και γλυκυν πεποιηκασιν, ωστε αγνοηθηναι παρ᾿ αυτου και την προϋποδεξαµενην τον σπορον γην και την ριζαν εφ᾿ ην ενεκεντρισθη το ακατανοητον και αφραστον εκεινο και ζωηφορον φυτον. οστ’. Ο εκκοπτων το ιδιον θεληµα δια τον του Θεου φοβον, αγνωστως ουτως ως ουκ οιδεν, ο Θεος χαριζεται αυτω το εαυτου θεληµα και ανεξαλειπτον αυτω διατηρει εν τη καρδια αυτου και διανοιγει τους οφθαλµους της διανοιας αυτου του επιγινωσκειν αυτο και ισχυν διδωσι του (445) εκπληρουν αυτο. Ταυτα δε η χαρις του Αγιου Πνευµατος ενεργει και χωρις αυτης γινεται ουδεν. οζ’. Οταν παση ισχυϊ, προθυµια και προαιρεσει µεθ᾿ ορµης ακατασχετου τα υπ᾿ αυτου του Θεου µυστικως ηµιν και αγνωστως διδασκοµενα τε και εντελλοµενα εκπληρωσωµεν µηδεν ολως ελλειψαντες, τοτε ηµιν, ως πιστοις και υπηκοοις, ως αληθινοις µαθηταις και φιλοις, αποκαλυπτεται φανερως καθως παλαι τοις αγιοις αυτου µαθηταις και αποστολοις απεκαλυφθη και πασι τοις δι᾿ αυτων πιστευσασιν εις το ονοµα αυτου˙ και τοτε γινοµεθα υιοι Θεου κατα χαριν, ως φησιν ο Παυλος˙ «Οσοι
Πνευµατι Θεου αγονται ουτοι εισιν υιοι Θεου˙ ει δε υιοι, και κληρονοµοι, κληρονοµοι µεν Θεου, συγκληρονοµοι δε Χριστου». οη’. Των καταξιωθεντων γενεσθαι µετα Θεου εν τη συναφεια του Πνευµατος και των απορρητων αυτου αγαθων απογευσασθαι ουδεις δοξης της ατιµου και καταπτυστου ερα προσφεροµενης αυτω παρα ανθρωπων, αλλ᾿ ουδε χρυσιου η ιµατισµου η λιθων των νοµιζοµενων παρα τοις ανοητοις τιµιων˙ ου πλουτω ρεοντι προστιθεται τη καρδια, ου παρα βασιλεων και αρχοντων γνωριζεσθαι βουλεται, των ουκ αρχοντων αλλ᾿ υπο πολλων κυριευοµενων˙ ου µεγα τι τους τοιουτους ηγειται και υψηλον, ουδε προξενους οιεται ειναι αυτους πλειονος δοξης τοις πλησιαζουσιν αυτοις, ουδε τινος ουδαµως ετερου των επιφανων και λαµπρων ανθρωποις επιθυµησει, ως ουδε πλουτου εις πενιαν τις κατελθειν η απο αρχης και εξουσιας µεγιστης και περιβλεπτους αξιωµατος εις αδοξιαν εσχατην και ατιµιαν καταπεσειν. οθ’. Ει παντων σου των αµαρτηµατων την αφεσιν ελαβες, ειτε δι᾿ εξαγορευσεως, ειτε δια της αµφιασεως του (446) αγιου και αγγελικου σχηµατος, ποσης σοι τουτο εσται αγαπης και ευχαριστιας και ταπεινωσεως αιτιον, οτι µυριων υπαρχων τιµωριων αξιος, ου µονον τουτων απηλλαγης αλλα και υιοθεσιας και δοξης και ουρανων ηξιωσαι βασιλειας. Ταυτα στρεφων εν διανοια και δια παντος ενθυµουµενος, ετοιµος εσο και προπαρασκευαζου µη ατιµασαι τον σε τιµησαντα και τα µυρια συγχωρησαντα πταισµατα, αλλ᾿ εν πασιν εργοις σου δοξασαι και τιµησαι αυτον, ινα και αυτος σε µειζονως αντιδοξαση, ον τιτιµηκεν υπερ απασαν την ορωµενην κτισιν, και φιλον αυτου γνησιον ονοµασει σε. π’. Οσω ψυχη τιµιωτερα τυγχανει του σωµατος, τοσουτον ο λογικος ανθρωπος κρεισσων του παντος κοσµου εστι. Μη γαρ, τα µεγεθη των εν αυτω κτισµατων κατανοων, δια τουτο τιµιωτερα σου ταυτα ειναι νοµιζε, ανθρωπε, αλλα προς την δοθεισαν σοι χαριν αποβλεψας και της νοερας και λογικης σου ψυχης την αξιαν καταµαθων, ανυµνει τον υπερ τα ορωµενα απαντα τιµησαντα σε Θεον.
πα’. Σκοπησωµεν πως δοξασοµεν τον Θεον˙ δοξαζεται δε παρ᾿ ηµων ουκ αλλως η ως παρα του Υιου εδοξασθη. ∆ι᾿ ων γαρ εκεινος τον εαυτου Πατερα εδοξασεν, εδοξασθη δε και ο Υιος παρα του Πατρος δι᾿ αυτων, κακεινα και ηµεις σπουδη πραξωµεν, ινα δια τουτων δοξασωµεν τον Πατερα ηµων τον εν τοις ουρανοις κληθηναι καταδεξαµενον, και δοξασθωµεν παρ᾿ αυτου τη δοξη του Ιησου, η ειχε προ του τον κοσµον γενεσθαι παρ᾿ αυτου˙ ταδε εισιν ο σταυρος, ηγουν η νεκρωσις του κοσµου παντος, αι θλιψεις, οι πειρασµοι και ει τι ετερον των παθηµατων Χριστου˙ α υποφεροντες εν υποµονη πολλη, µιµουµεθα του Χριστου τα παθηµατα και δοξασοµεν δι᾿ αυτων τον Πατερα ηµων και Θεον, ως υιοι αυτου χαριτι και συγκληρονοµοι Χριστου. πβ’. (447) Ψυχη η µη τελειως της σχεσεως και προσπαθειας των ορωµενων ευαισθητως απαλλαγεισα, τα επισυµβαινοντα αυτη λυπηρα και τας επερχοµενας αυτη επηρειας παρα τε δαιµονων και ανθρωπων αλυπως φερειν ου δυναται, αλλ᾿ οιον συνδεδεµενη τη προσπαθεια των ανθρωπινων πραγµατων, ζηµιαις δακνεται χρηµατων και αποστερησεσιν αχθεται πραγµατων και πληγαις επιφεροµεναις αυτης σωµατι σφοδρως οδυναται. πγ’. Ει τις σχεσεως και επιθυµιαις των αισθητων απερρηξε την ψυχην αυτου και Θεω ταυτην συνεδησεν, ου µονον των περι αυτον χρηµατων και κτηµατων καταφρονησει και ως επι αλλοτριοις και ξενοις στερουµενος αυτων αλυπως διατεθη, αλλα και τα επιφεροµενα τω σωµατι αυτου ανιαρα µετα χαρας και της προσηκουσης ευχαριστιας υποµενει, βλεπων αει, κατα τον θειον αποστολον, τον µεν εξω φθειροµενον ανθρωπον, τον δε εντος ηµερα και ηµερα ανακαινουµενον. Αλλως δε ουκ ενι τας κατα Θεον θλιψεις µετα χαρας υπενεγκειν, γνωσεως γαρ τελειας εν τουτοις χρεια και σοφιας πνευµατικης˙ ο δε τουτων εστερηµενος εν σκοτει αγνωσιας και ανελπιστιας αει πορευεται, µη δυναµενος το φως της υποµονης και της παρακλησεως ολως θεασασθαι. πδ’. Πας δοκησιφρων εκ µαθηµατικης ων επιστηµης µυστηρια Θεου παρακυψαι και ιδειν ουκ αξιωθησεται ποτε, εως αν ταπεινωθηναι πρωτον θεληση και µωρος γενηται, συν τη οιησει
και ην κεκτηται γνωσιν αποβαλων. Ο γαρ τουτο ποιων και σοφοις τα θεια εν αδιστακτω πιστει ακολουθων, υπο τουτων χειραγωγουµενος, συνεισερχεται µετ᾿ αυτων εν πολει ζωντος Θεου, και υπο του θειου Πνευµατος οδηγουµενος και φωτιζοµενος, ορα και διδασκεται απερ ουδεις των αλλων ανθρωπων ειδεν (448) η ιδειν η µαθειν ποτε δυναται, και τηνικαυτα γινεται Θεου διδακτος. πε’. Τους διδακτους Θεου οι µαθηται των σοφων του αιωνος τουτου ανθρωπων ηγουνται µωρους, αυτοι οντες εν αληθεια µωροι, εκ µεµωραµενης σοφιας στοµωθεντες της θυραθεν, ην εµωρανεν ο Θεος, κατα τον θειον αποστολον, και ην η θεολογος φωνη επιγειον οιδε, ψυχικην, δαιµονιωδη, µεστην εριθειας και φθονου. Εξω γαρ οντες οι τοιουτοι του θειου φωτος, τα εν αυτω ιδειν µη δυναµενοι θαυµατα, τους αυλιζοµενους εν τω φωτι και τα εν αυτω βλεποντας και διδασκοντας ως πεπλανηµενους λογιζονται, πεπλανηµενοι οντες αυτοι και αγευστοι των απορρητων αγαθων του Θεου. πστ’. ∆ια τουτο µονον παραβαλλειν και βλεπειν τοις εν τω κοσµω θελουσιν οι χαριτος πεπληρωµενοι και τετελειωµενοι τη γνωσει και σοφια τη ανωθεν, ινα µισθον τινα προξενησωσιν αυτοις δι᾿ υποµνησεως των εντολων του Θεου και δι᾿ αγαθοεργιας, ει αρα γε ακουσωσιν, ει αρα γε συνησουσιν και πεισθησονται, επειδη οι µη τω του Θεου αγοµενοι Πνευµατι εν τη σκοτια περιπατουσι και ουκ οιδασιν ουτε που υπαγουσιν, ουτε εν τισι προσκοπτουσι. Ταχα γαρ ποτε ανασφηλαντες εκ της περιεχουσης αυτους οιησεως, δεξονται την του Αγιου Πνευµατος αληθη διδασκαλιαν και το του Θεου θεληµα ανοθευτως και ακαπηλευτως ακουσαντες µετανοησουσι και ποιησαντες αυτο µεταλαβωσι τινος χαρισµατος πνευµατικου. Ει δε µη τοιαυτης ωφελειας γενεσθαι δυνηθωσιν αυτοις προξενοι, θρηνουντες την πωρωσιν της καρδιας αυτων υποστρεφουσιν εις τας καλιας αυτων, νυκτος και ηµερας ευχοµενοι υπερ της σωτηριας αυτων˙ υπερ γαρ αλλου τινος ουδεποτε λυπηθησονται οι τω Θεω αδιαλειπτως συνοντες και υπερεµπιπλαµενοι παντος αγαθου. πζ’. (449) Οτι και νυν εισιν απαθεις και αγιοι και πεπληρωµενοι του θειου φωτος, αναστρεφοµενοι εν µεσω ηµων, τοσουτον τα
µελη νεκρωσαντες εαυτων τα επι της γης εκ πασης ακαθαρσιας και εµπαθεστατης επιθυµιας, ως µη µονον αφ᾿ εαυτων ποτε µη λογιζεσθαι η ποιησαι ορµαν το κακον αλλα µηδε υφ᾿ ετερου προς τουτο ελκοµενοι, αλλοιωσιν τινα της παρουσης αυτοις απαθειας υφιστασθαι ηδεσαν αν, ειπερ ειδοτες ησαν τα καθ᾿ εκαστην αναγινωσκοµενα θεια λογια και ψαλλοµενα παρ᾿ αυτων οι τοις τοιουτοις την µωριαν επιφηµιζοντες και διαπιστουντες περι θειων πραγµατων διδασκουσιν εν σοφια του Πνευµατος. Ει γαρ εν γνωσει τελεια εγενοντο της θειας Γραφης, επιστευον αν τοις υπο Θεου λαληθεισι και δωρησθεισιν ηµιν αγαθοις˙ επει δε αµετοχοι των τοιουτων εξ οιησεως και αµελειας εισι καλων, και τους µετεσχηκοτας και περι τοιουτων διδασκοντας απιστουντες ενδιαβαλλουσιν. πη’. Τις ο σκοπος της ενσαρκου οικονοµιας του Θεου Λογου, ο εν παση τη θεια Γραφη ανακηρυττοµενος και παρ᾿ ηµων µεν αναγινωσκοµενος, µη επιγινωσκοµενος δε, η παντως ινα µετεσχηκως των ηµετερων κοινωνους των εκεινου ποιηση ηµας; Ο γαρ Υιος του Θεου δια τουτο υιος του ανθρωπου εγενετο, ινα υιους Θεου ποιηση τους ανθρωπους ηµας, εις οπερ εστι κατα φυσιν εκεινος αναγων κατα χαριν το γενος ηµων, γεννων ηµας ανωθεν εν Πνευµατι Αγιω και ευθυς εισαγων ηµας εις την βασιλειαν των ουρανων, µαλλον δε εντος ηµων ταυτην εχειν ηµιν χαριζοµενος ως µη εν ελπισιν ειναι του εισελθειν ηµας εν αυτη αλλ᾿ εν κατασχεσει ταυτης οντας βοαν˙ «Ηµων δε η ζωη κεκρυπται συν τω Χριστω εν τω Θεω». πθ’. Το αυτεξουσιον και αυτοπροαιρετον ηµων ουκ αφαιρειται το βαπτισµα, αλλ᾿ ελευθεριαν ηµιν χαριζεται (450) του µηκετι και ακοντας ηµας τυραννεισθαι υπο του διαβολου. Εφ᾿ ηµιν δε εστι µετα το βαπτισµα η ταις εντολαις αυτοθελως εµµενειν του εις ον εβαπτισθηµεν δεσποτου Χριστου και τη οδω πορευεσθαι των προσταγµατων αυτου η εκκλινειν της ευθειας ταυτης οδου και προς τον αντιπαλον και εχθρον ηµων διαβολον δια των πονηρων πραξεων παλινδροµειν. 90. Οι µετα το βαπτισµα τοις του πονηρου θεληµασιν εικοντες και τα εκεινω βεβουλευµενα διαπραττοµενοι εαυτους της αγιας του βαπτισµατος µητρας απαλλοτριουσι, κατα το υπο του ∆αβιδ ειρηµενον. Ουδε γαρ αλλοιουται ηµων εκαστος η της καθο
εκτισται µεθισταται φυσεως, αλλα αγαθος κτισθεις υπο του Θεου, κακον γαρ ο Θεος ουκ εποιησεν, ατρεπτος τη φυσει καθο εκτισται και τη ουσια ων, οια εξ εκουσιου γνωµης προαιρειται και θελει, ταυτα και πραττει ειτε αγαθα ειτε φαυλα˙ ωσπερ γαρ την µαχαιραν καν επι κακω τις αυτην καν επι καλω χρησηται, της ιδιας εκεινη ου µεθισταται φυσεως αλλα µενει σιδηρος ων, ουτω και ο ανθρωπος ενεργει µεν και πραττει, ως ειρηται, απερ βουλεται, της δε οικειας ουκ εξισταται φυσεως. 91. Ου µετα το ενα ελεησαι σωζει αλλα το ενος καταφρονησαι τω πυρι παραπεµπει. Το γαρ «επεινασα και εδιψησα» ου προς το απαξ ειρηται παντως, ουδε το εν µια ηµερα αλλα το δια βιου παντος δηλοι˙ ουτω και το τραφηναι Χριστον, ποτισθηναι τε και ενδυθηναι και ει τι ετερον τουτοις συνεπεται, ου προς απαξ αλλα δια παντος και εν πασιν υπο των αυτου δουλων ταυτα δεχεσθαι ο Κυριος και Θεος ηµων ωµολογησεν. 92. Τον αµεριστως µεριζοµενον και αυτον ολον οντα ενι εκαστω των πενοµενων, πως τινες εις ενα πενητα περικλειουσιν; Υποθου ουν εκατον ειναι πενητας ως ενα Χριστον, (451) ουδε γαρ µεµερισται ολως ο Χριστος. Ο γουν τοις ενενηκοντα εννεα δους ανα οβολον, τον δε ενα υβρισας η τυψας η εκπεµψας κενον, τινι αρα ταυτα πεποιηκεν η παντως τω ειποντι και αει λεγοντι και ειπειν µελλοντι, «Εφ᾿ οσον εποιησατε ενι τουτων των ελαχιστων, εµοι εποιησατε»; 93. Ο τοις εκατον δους ελεηµοσυνην, δυναµενος δε και ετεροις δουναι, ποτισαι τε και θρεψαι, πολλους παρακαλουντας αυτον και βοωντας αποπεµψαµενος, ως µη θρεψας Χριστον κριθησεται προς αυτου, επειδη και εν εκεινοις πασιν αυτος εστιν ο και εφ᾿ ενι εκαστω των ελαχιστων τρεφοµενος προς ηµων. 94. Ο πασι µεν παντα τα προς χρειαν σηµερον παρασχων, αυριον δε δυναµενος τουτο ποιησαι, αµελησει τινων αδελφων και λιµω και διψη και ψυχει εασει διαφθαρηναι αυτους, αυτον παρειδεν αποθανειν και αυτου κατεφρονησε του ειποντος˙ «Εφ᾿ οσον εποιησατε ενι τουτων των ελαχιστων εµοι εποιησατε». 95. Εκ τουτων εν εστι γνωναι, οπως ιδιοποιειται ο Κυριος παντα τα των πενητων και αδελφων ηµων, προς µεν τους δικαιους λεγων˙ «Εµοι εποιησατε», προς δε τους εξ αριστερων˙ «Εµοι ουκ εποιησατε». Ου γαρ τους ελεηθεντας µονον παρ᾿ ηµων ορα
ουδε τους αδικηθεντας η πλεονεκτηθεντας και µυρια ετερα παθοντας δεινα, αλλα και τους παροφθεντας, ως αρκουν τουτο εις καταδικην ηµων˙ ου γαρ εκεινους αλλ᾿ αυτον παρορωµεν τον τα εκεινων απαντα ιδιοποιουµενον Ιησουν τον Χριστον. 96. Εν τουτω εκαστου πενητος προσωπον αναλαβειν κατεδεξατο και παντι πενητι εαυτον εξωµοιωσεν ινα µηδεις των εις αυτον πιστευοντων του αδελφου αυτου κατεπαιρηται, αλλ᾿ εκαστος, βλεπων τον αδελφον αυτου και τον πλησιον ως τον Θεον αυτου, ελαχιστον εαυτον (452) ουχι του αδελφου αλλα του πεποιηκοτος αυτον λογιζοιτο και ως αυτον υποδεχοιτο και τιµα, ως ο Χριστος και Θεος εκενωσε το ιδιον αιµα δια την σωτηριαν ηµων. 97. Ο τον πλησιον εχειν ως εαυτον κελευσθεις ου µιαν παντως ηµεραν αλλα δια βιου παντος τουτον εχειν ουτως οφειλει˙ και ο παντι τω αιτουντι διδοναι προσταττοµενος, τουτο ποιειν προστασσεται εν παση τη ζωη αυτου, και ο θελων ινα ποιωσιν εις αυτον αλλοι α βουλεται αγαθα, ταυτα και αυτος ποιειν αλλοις απαιτηθησεται. 98. Ωσπερ ουν ο εχων τον πλησιον ως εαυτον ουδεν πλεον εχειν του πλησιον ανεχεται, εαν δε εχη και µη µεταδιδωσιν αφθονως, εως αν και αυτος πτωχος γενηται και τοις πλησιον αυτου εξοµοιωθη, της εντολης του ∆εσποτου εκπληρωτης ουκ ευρισκεται, ουδε ο τοις αιτουσι πασι διδοναι θελων, εαν µεχρις οβολου η κλασµατος αρτου κεκτηµενος, αποστρεψη τινα των αιτουντων αυτον, ουδε ο µη ποιων τω πλησιον οσα θελει ινα ετερος ποιη προς αυτον, ουτω και ο παντα µεν πενητα και ελαχιστον θρεψας, ποτισας, ενδυσας και τα αλλα παντα εις αυτους εργασαµενος, ενος δε µονου καταφρονησας και αυτον παριδων, ως Χριστον τον Θεον πεινωντα καιδιψωντα παριδων και αυτος λογισθησεται. 99. Φορτικα ταυτα τοις πασιν ισως φανησεται, διο και δοξουσιν ευλογα λεγειν εν εαυτοις˙ «Τις αρα ταυτα παντα ποιησαι δυναται, ωστε παντας θεραπευσαι και θρεψαι και µηδολως τουτων τινα παριδειν;». Αλλ᾿ ακουετωσαν Παυλου διαρρηδην βοωντος˙ «Η γαρ αγαπη του Χριστου συνεχει ηµας, κριναντας τουτο, οτι ει εις υπερ παντων απεθανεν, αρα οι παντες απεθανον».
ρ’. Καθαπερ αι περιεκτικαι εντολαι συµπεριεχουσι πασας εν εαυταις τας µερικας εντολας, ουτω και αι περιεκτικαι αρεται τας µερικας εν εαυταις συµπεριλαµβανουσιν αρετας. Ο γαρ πωλων τα υπαρχοντα αυτου η και διασκορπιζων αυτα τοις πτωχοις και πενης εφ᾿ απαξ γενοµενος παντα υφ᾿ εν τα των µερικων εντολων εξεπληρωσεν˙ ουκετι γαρ χρειαν εχει τω αιτουντι διδοναι η µη αποστραφηναι τον θελοντα δανεισασθαι απ᾿ αυτου. Ουτω και ο αδιαλειπτως ευχοµενος εν τουτω παντα συνεκλεισε και ουκετι επτακις αινειν της ηµερας τον Κυριον η εσπερας και πρωΐ και µεσηµβριας υπ᾿ αναγκην εστιν, ως ηδη παντα πεπληρωκως οσα αν κανονικως και εν αφωρισµενοις καιροις και ωραις ευχοµεθα τε και ψαλλοµεν. Ουτω και ο τον διδοντα ανθρωποις γνωσιν Θεον γνωστως εν εαυτω κτησαµενος, πασαν αγιαν διηλθε Γραφην και πασαν την εκ της αναγνωσεως ωφελειαν εκαρπωσατο και ουκετι βιβλιων αναγνωσεως δεηθησεται. Πως γαρ, ο τον εµπνευσαντα τοις τας θειας γεγραφοσι Γραφας συνοµιλον κεκτηµενος και παρ᾿ εκεινου µυουµενος τα των αποκεκρυµµενων µυστηριων απορρητα, αλλα βιβλος ουτος τοις αλλοις θεοπνευστος εσται, καινα τε και παλαια φερουσα µυστηρια γεγραµµενα δακτυλω Θεου εν αυτω, ως παντα τελεσας και καταπαυσας εν Θεω τη αρχικη τελειοτητι απο παντων των εργων αυτου; Τελος των κεφαλαιων σκε’. ∆ΙΑΛΟΓΟΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΝ ΝΕΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟΝ. (454)
1. Ερωτ. Τι ην εν τω κοσµω προ του τον κοσµον γενεσθαι; Απαντ. Θεος, ο τον κοσµον ποιησας. 2. Ερωτ. Μηπω οντος του κοσµου, πως ην εν τω κοσµω; Απαντ. Οτι, και προ του γενεσθαι, εν τω Θεω παντως ως γεγονως ην ο κοσµος καθο και οι µηπω παραχθεντες ανθρωποι εν τω κοσµω, ως ηδη γεγεννηµενοι εισι παρα τω Θεω. Συνεστηκε γαρ εν αυτω τα παντα, και τα µηπω κτισθεντα, ει και µη καταλαµβανονται παρ᾿ ηµων.
3. Ερωτ. Ει ουν, ως λεγεις, εν τω κοσµω ην ο Θεος προ του τον κοσµον γενεσθαι παρ᾿ αυτου, τι γεγονεν ο Θεος οτε τον κοσµον τουτον παρηγαγεν; Αρα διεστη του κοσµου; Η και αυθις εν τω κοσµω εστιν; Απαντ. Τοπω µεν ου διεστη των αυτου ποιηµατων ο ταυτα ποιησας Θεος˙ που γαρ ο πανταχου παρων και τα παντα της ιδιας πληρων θεοτητος µεταστησεται; Τη δε φυσει και ουσια και τη υποστασει και τοις λοιποις (455) ιδιωµασι πασης κτιστης υπερκειται φυσεως˙ και αµετρητως και ακαταληπτως ταυτης διεστηκεν. 4. Ερωτ. Πως, τοπω µη διεστηκως αλλα πανταχου, ως λεγεις, παρων, αποκεχωρισµενος των παντων εστιν; Απαντ. ∆υσνοητον µεν το ερωτηµα, ου µεντοι γε δυσφραστον˙ Θεω δε αδυνατει ουδεν˙ οθεν δυνατος εστι και περι τουτων πληροφορησαι σε. Αλλ᾿ ακουε συνετως˙ καθαπερ ο νους ηµων των ανθρωπων ουτε συνεχεται υπο τοιχων ουτε τοπω περιοριζεται, αλλα το µεν σωµα οικισκω εγκλειεται και δεσµοις περισφιγγεται, αυτος δ᾿ εκτος εστι τουτων και ελευθεριως πανταχου περιεισιν, µητε του σωµατος χωριζοµενος µητε της οικιας µακραν γινοµενος, αλλ᾿ οιονει και συνεστι τουτοις κεχωρισµενος και κεχωρισται ηνωµενος αυτοις, ουτω και ο Θεος πανταχου και εν πασιν εστιν και εξω παντων˙ και ουδαµου τη φυσει και τη ουσια και τη δοξη εστιν˙ απεριγραπτος γαρ. 5. Ερωτ. Ο ουν απεριγραπτος πως τα παντα πληροι; Ο δε τα παντα πληρων, πως απεριγραπτος και ουδαµου εστιν; Απαντ. Εστι µεν ουν οµολογουµενως πανταχου ο Θεος και τα παντα πληροι, ου συγκεκραµενος δε ολως τοις ορωµενοις αλλα κεχωρισµενος τω τροπω ωπερ ειρηκαµεν˙ ουδαµου δε εστι το καθ᾿ ηµας˙ ουδεις γαρ οιδεν, ουδε οι αγγελοι, που εστιν ο Θεος˙ ει γαρ ακουεις παρεσταναι, αλλα τω θρονω της δοξης˙ και προς την εκπεµποµενην λαµπροτητα αντιβλεπειν µη εξισχυοντες, φοβω τα εαυτων κατακαλυπτουσι προσωπα, και εκθαµβουµενοι τον θειον υµνον ασιγητως αει αναπεµπουσι˙ τω γαρ αστεκτω της δοξης καταπληττοµενοι, ουδε εν περινοια γενεσθαι η εννοησαι δυνανται, που ο δεσποτης η οποιος αυτος εκεινος εστιν˙ ει γαρ προς την απαστραπτουσαν αιγλην αντοφθαλµειν ουκ ισχυσουσι, πως αρα πορρωτερω
περιεργαζεσθαι δυναιντ᾿ αν; Οτι µεν ουν εστιν ο Θεος και πανταχου εστι και τα παντα πληροι, και οι αγγελοι (456) και οι καθαραντες εαυτους αγιοι ελλαµφθεντες και φωτισθεντες υπο του Αγιου Πνευµατος ισασι˙ το δε που η πως η οποιος εστιν, ουδεις των απαντων γινωσκει, ει µη ο Πατηρ τον Υιον και ο Υιος τον Πατερα και το Πνευµα το Αγιον τον Πατερα και τον Υιον, ως συναΐδιον τουτοις και οµοουσιον˙ ταυτα γαρ τα τρια, ως εν οντα, και γινωσκουσιν εαυτα και γινωσκονται υπ᾿ αλληλων. Ως αυτος ειπεν ο φυσει Θεος και Υιος του Θεου, «ουδεις οιδε τα του ανθρωπου, ει µη το πνευµα του ανθρωπου το οικουν εν αυτω˙ ουτω και τα του Θεου ουδεις οιδεν, ει µη το Πνευµα του Θεου»˙ και παλιν˙ «ουδεις γινωσκει τον Πατερα, ει µη ο Υιος, και ουδεις γινωσκει τον Υιον, ει µη ο Πατηρ και ω αν βουληται ο Υιος αποκαλυψαι». 6. Ερωτ. Και πως φησιν ο Χριστος, «µη καταφρονησητε ενος των µικρων τουτων˙ οι γαρ αγγελοι αυτων δια παντος βλεπουσι το προσωπον του Πατρος µου του εν ουρανοις»; Και παλιν, «µακαριοι οι καθαροι τη καρδια, οτι αυτοι τον Θεον οψονται», συ δε λεγεις οτι και οι αγγελοι αγνοουσιν οποιος και που εστιν ο Θεος; Απαντ. Ωσπερ του ηλιου εν µεσηµβρια λαµποντος το εκπεµποµενον µεν εξ αυτου φως τρανως καθορωµεν, αυτον δε εκεινον καν ποσως κατιδειν και καταµαθειν ουκ ισχυοµεν, οµως δε βλεπειν αυτον επ᾿αληθειας λεγοµεν, ουτω και οι αγγελοι και οι αγιοι την απαστραπτουσαν δοξαν καθορωντες του Πνευµατος, εν αυτη και τον Υιον και τον Πατερα ορωσιν˙ ουχ ουτως δε οι αµαρτωλοι και ακαθαρτοι˙ εκεινοι γαρ τυφλοις και αναισθητοις εοικασιν˙ ωσπερ γαρ οι τυφλοι το φως του αισθητου ηλιου λαµπον ου βλεπουσιν, ουτω δη και αυτοι το θειον φως αει φαινον ου καθορωσιν, ουτε µην επαισθανονται της θερµης αυτου. 7. Ερωτ. (457) Τι ουν βλεπουσιν οι κεκαθαρµενοι τον νουν και την καρδιαν; Απαντ. Επειδη ο Θεος φως εστι και φως το ακροτατον, ετερον ουδεν ορωσιν οι αυτον βλεποντες, ει µη φως˙ και τουτο δηλον εκ τε των ιδοντων λαµψαν το προσωπον του Χριστου ως τον ηλιον, τα δε ιµατια αυτου γενοµενα ως το φως˙ και εκ Παυλου
του αποστολου, φως ιδοντος τον Θεον και εις την αυτου επιγνωσιν επιστρεψαντος, και εκ µυριων ετερων αγιων. 8. Ερωτ. Πως ουν < ου > πασιν οραται, επει αΐδιον και αειλαµπες φως εστιν ο Θεος; Απαντ. Επειδη ουτως ωκονοµησεν εξ αρχης ο Θεος˙ ινα µηδεµιαν εχη κοινωνιαν το σκοτος εν τω φωτι µηδε εναγης και βεβηλος µετα του Αγιου και καθαρου. ∆ιο και ως µεγα χασµα και τειχος δε αι πονηραι ενθυµησεις και οι µαταιοι ηµων διαλογισµοι οια δη τειχος υψηλον γινονται και διιστωσιν ηµας απο του φωτος της οντως ζωης˙ ο γαρ Θεος φως εστι και ζωη εστιν˙ οσοι τοιγαρουν εστερηνται τουτου, νεκροι εισι τη ψυχη και του αιωνιου πυρος και σκοτους συγκληρονοµοι τε και συµµετοχοι. 9. Ερωτ. Και ουκ εστι σωτηριας τυχειν τον µη εις ταυτα πεφθακοτα τα µετρα; Απαντ. Του Κυριου λεγοντος, πολλαι µοναι παρα τω Πατρι µου εισιν, ευδηλον οτι και πολλαι σωτηριας οδοι˙ πασαι δε εν µια τη της µετανοιας οδω τελειουνται δια της του κακου αποχης, ειτε την της ελεηµοσυνης ειποις ειτε την της ξενιτειας ειτε πασης ετερας του αγαθου πραξεως εκπληρωσιν, προς την των κρειττονων επιτυχιαν. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑΝΤΟΣ ΤΗΣ ΞΗΡΟΚΕΡΚΟΥ
ΕΡΓΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (Γ’)
ΥΜΝΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ
Νικητα µοναζοντος και πρεσβυτερου µονης των Στουδιου του Στηθατου εις την βιβλον των θειων υµνων του οσιου πατρος ηµων Συµεων. (11)
1. Το λιαν ανατατικον τε και διηρµενον αυτο τε το υπερ αισθησιν των εγγεγραµµενων ενταυθα και το υψος της θεολογιας και το βαθος της τουτων αντικρυς γνωσεως ου πασιν, οιµαι, καταληπτον τε και ευεπιβατον εστι˙ ταις γαρ θειαις εµφασεσι περιαυγαζοµενον του απροσιτου φωτος, υπερανω πασης ανθρωπινης συνεσεως ον, εκεινων αρα προς την των εγκειµενων καταληψιν δεεται των τα αισθητηρια της ψυχης ερρωµενων τη ευεξια του λογου και τον νουν ες υψος επτερωµενων τη του πνευµατος αυρα και ολην ολως προς ουρανους και τα βαθη Θεου εµβαθυνουσαν εχοντων σαφως την διανοιαν. Οθεν µοι και αγαν ευκαιρον επωφελες τε και αρµοδιον εδοξε το σεβας εικοτως αφοσιουντι τω διδασκαλω προκατασφαλισασθαι τους εγκυπτειν ενταυθα βουλοµενους τω λογω, ινα µη τη προς τα βαθη του πνευµατος απειρω επιβολη και τη περι τα θεια ανασκητω εξει και διανοια βλαβην τουτων τινες, αλλα µη ωφελειαν εις εαυτους αναµαξοιντο, κακως δηλαδη και απειρως τα θεια και υπερ αισθησιν εκλαµβανοντες. 2. Ιστεον ουν, οτι τον εις θεολογων ανδρων εγκυπτειν γραφας προαιρουµενον και επι τουτο ερωτι επειγοµενον αναγνωσεως πρωτα µεν πιστον οντα κοσµον χρη φυγειν και τα εν κοσµω καθολου τω σωµατι και τω πνευµατι (12) και την προσυλον απο ψυχης αµαρτιαν µισησαι και την προσκαιρον αποσεισασθαι των ηδεων απολαυσιν˙ θειναι τε θεµελιον ακολουθως καλον επι την ερηρεισµενην πετραν της πιστεως δια πραξεως και εργασιας των εντολων του Χριστου και επι τουτον ευτεχνως τον οικον εποικοδοµησαι των αρετων και τον παλαιον και φθειροµενον ανθρωπον κατα τας επιθυµιας αυτου αποδυσασθαι, και τον ανακαινουµενον εις Χριστον επενδυσασθαι, αρτιον δηλονοτι πεφθακοτα και τη ενδεχοµενη καλως τελειοτητι αναβεβηκοτα εις ανδρα τελειον, εις µετρον ηλικιας του πληρωµατος του Χριστου˙ ετι δε προκαθαρθηναι και προφωτισθηναι και ελλαµφηναι τω πνευµατι προθεωρησαι τε την απασαν κτισιν οµµατι νοος καθαρω, προκαταµαθειν τε και προκαταστοχασασθαι τους λογους και τας κινησεις αυτης
τηλαυγως και εξω γενεσθαι των ορωµενων της ταπεινωσεως, υπερανω δηπου πασης σαρκος και αισθησεως˙ ενθεν τοι και το στοµα τρανως διανοιξαντα ελκυσαι δυναµει την χαριν του πνευµατος κακειθεν φωτος αγαθου πληρωθηναι και κατα την αναλογιαν των εκ καθαρσεως εν αυτω γενοµενων ιερων εµφασεων ανωθεν θεολογησαι τρανως και ουτως, οια δη τηλαυγης την διανοιαν, εν τοις ωδε γεγραµµενοις εγκυψαι, φηµι δη τοις πονηµασι της υψηλοτατης και θεολογικωτατης διανοιας του µακαριωτατου και τρισολβιου πατρος Συµεων. 3. Τον γουν ετι κατω τω στηθει και τη κοιλια συροµενον, λεγω δη τοις χοϊκοις φρονηµασι και ταις προσυλοις επιθυµιαις αυτου, δεδεµενον τε υπο τα δεσµα της απατωσης του κοσµου αισθησεως, αναγνον οντα και τας αισθησεις πεπηρωµενον της διανοιας δεινως, µη κατατολµησαι προβεβαιουµεθα των γεγραµµενων ενταυθα της αναγνωσεως, ινα µη τω µετα ληµης των οφθαλµων εις τας ακτινας (13) ενατενιζοντι του ηλιου επισης υποµεινη την τυφλωσιν και αυτην την αµυδραν ορασιν προσαπολεση των οφθαλµων˙ καθαρθηναι γαρ πρωτον δει πασης ασθενειας και ληµης των λογισµων και ουτω τω καθαρως και υπεραπειρως εις απειρον λαµποντι προσοµιλησαι και πλησιασαι ηλιω, ειτε τουτω δη τω αισθητως και καθ᾿ ηµας φαινοντι ειτε τω της δικαιοσυνης και ταις εξ αυτου των λογων και νοηµατων εκπεµποµεναις αυγαις˙ µονων γαρ εκεινων εστι το κατοπτευειν τα βαθη του Πνευµατος, των εξ ακρας δηλονοτι καθαρσεως καταλαµποµενων απειρω φωτι του Θεου και ολολαµπη την διανοιαν αµα και την ψυχην κεκτηµενων, των δε γε λοιπων τα στηθη τυπτειν επωφελες και αρµοδιον και ανωθεν εκκαλεισθαι τον ελεον. 4. Σκοπειν τοινυν παντα χρεων τον τους λογους δυναµενον πιστως µελεταν τουτου δη του θειου πατρος και τουτων το βαθος εξερευναν την αυτου συνετως εκστασιν τε και θεωσιν˙ οπως, οια περ εξω σαρκος και σωµατος και πασης αισθησεως ων, ηρπαζετο απο γης τω πνευµατι εις ουρανους και Θεον, και θειων ηξιουτο ξενοτροπως αποκαλυψεων, και τας ενεργειας εβλεπεν εν εαυτω του θειου φωτος θεοπρεπως ενεργουσας, και θεωνυµιαις διαφοροις ερωτι κατοχος ων του Θεου ως τετρωµενος υπο της αγαπης αυτου τουτον εκαλει και
προσωνοµαζε, ∆ιονυσιον τον µεγαν εν τουτω και µιµουµενος και οµοιως συναρπαζοµενος αυτω απο γης˙ και γαρ εκεινω ταυτον ενεργουµενος υπο του Θειου Πνευµατος και ο υψινους ουτος ανηρ ως παντων των αιτιον τον Θεον οµοιως αυτω πολυωνυµως εκ παντων των αιτιατων ανυµνει λαµπρως, ως αγαθον, ως καλον, ως σοφον, ως αγαπητον, ως Θεον θεων, (14) ως Κυριον κυριων, ως αγιον αγιων, ως αιωνιον, ως οντα και ως αιωνων αιτιον˙ ως ζωης χορηγον, ως σοφιαν, ως νουν, ως λογον, ως γνωστην, ως προεχοντα παντας τους θησαυρους απασης γνωσεως, ως δυναµιν, ως δυναστην, ως βασιλεα βασιλευοντων, ως παλαιον ηµερων, ως αγηρω και αναλλοιωτον˙ ως σωτηριαν, ως δικαιοσυνην, ως αγιασµον, ως απολυτρωσιν, ως εν µεγεθει παντων υπερεχοντα και ως εν αυρα λεπτη˙ και εν ψυχαις και εν σωµασι και εν νοις αυτον ειναι εν ουρανω και εν γη και αµα εν ταυτω τον αυτον, εγκοσµιον, περικοσµιον, υπερκοσµιον, υπερουρανιον, υπερουσιον, ηλιον, αστερα, πυρ, υδωρ, πνευµα, δροσον, νεφελην, αυτολιθον και πετραν, παντα τα οντα, µηδεν οντα των οντων. 5. Οθεν και αυτος ο πολυς τα θεια ∆ιονυσιος εν τω Περι θειων ονοµατων συνταγµατι, τω τροπω και τη προς Θεον εκστασει του θεσπεσιου τουτου πατρος οια δι᾿ ων γραφει συµµαρτυρων, τοιαδε φησιν˙ ουτως ουν τη παντων αιτια και υπερ παντα ουση και το ανωνυµον εφαρµοσει και παντα τα των οντων ονοµατα, ινα ακριβως η των ολων βασιλεια και περι αυτην η τα παντα και αυτης ως αιτιας, ως αρχης, ως περατος εξηρτηµενα, και αυτη κατα το λογιον η τα παντα εν πασι και αληθως υµνηται παντων υποστατις. Και µετ᾿ ολιγα˙ παντα δε απλως και απεριοριστως εν εαυτη τα οντα προειληφε ταις παντελεσι της µιας αυτης και παναιτιου προνοιας αγαθοτησι και εκ των οντων απαντων εναρµονιως υµνειται και ονοµαζεται. 6. Και γουν ου ταυτας µονας οι θεολογοι τας θεωνυµιας πρεσβευουσι τας απο των παντελων η των µερικων προνοιων η των προνοουµενων, αλλα και απο τινων εσθ᾿ οτε θειων φασµατων εν τοις ιεροις ανακτοροις η αλλοθι ποι τους µυστας η τους προφητας καταλαµψαντων κατ᾿ αλλας και αλλας αιτιας τε και δυναµεις ονοµαζουσι την υπερφαη και υπερωνυµον αγαθοτητα και µορφας αυτη και τυπους ανθρωπικους η
πυρινους η ηλεκτρινους περιτιθεασι και οφθαλµους αυτης και ωτα και πλοκαµους και προσωπα και χειρας και µεταφρενα και πτερα και βραχιονας και οπισθια και ποδας υµνουσι, στεφανους τε και θωκους και ποτηρια και κρατηρας αυτη και αλλα αττα µυστικα περιπλαττουσιν. 7. Εις γαρ ακρον ο θειος ουτος εκκαθαρθεις την ψυχην, ως ηδη τα προς αυτου γεγραµµενα σαλπιγγος ηχουσης µεγαλοφωνοτερον εκβοα, ηξιωται και µεγαλων αποκαλυψεων και θεωριων απορρητων και µυστικης οµιλιας και ρηµατων θειων ανωθεν αυτω ξενως ενηχηθεντων και συλληβδην ειπειν χαριτος αποστολικης, ολος πυρποληθεις υπο του θειου πυρος. ∆ιο και της θυραθεν επιστηµης των λογων παντη αγευστος και αµαθης ων υπερ παντα ρητορα και σοφον τη ευροια των λογων και τη των νοηµατων δαψιλεια τε και πυκνοτητι εις υψος εµεγαλυνθη σοφιας ως τα θεια τω οντι σοφος και θεολογος δογµατικωτατος. 8. Και ου θαυµα˙ η γαρ του Θεου σοφια διηκει, κατα τον ειποντα, και χωρει δια παντων δια την καθαροτητα˙ ατµις γαρ εστι της του Θεου δυναµεως και απορροια της του παντοκρατορος δοξης ειλικρινης˙ µια δε, φησιν, ουσα παντα δυναται και µενουσα εν εαυτη τα παντα καινιζει και κατα γενεας εις ψυχας οσιας µεταβαινουσα φιλους Θεου (16) και προφητας κατασκευαζει˙ ουδεν γαρ αγαπα ο Θεος ει µη τον σοφια συνοικουντα. ∆ια τοι τουτο και των λογων της σοφιας επιθυµησας εποθησε το καλλος αυτης˙ και ποθησας, κατα τον Σολοµωντα, εζητησε δια πονων φιλοσοφιας τε και ασκησεως και ευρεν αυτην˙ και ευρων ηυξατο µετα δακρυων εµπονως και εδοθη αυτω φρονησις˙ και επεκαλεσατο πιστει βεβαια και ηλθεν επ᾿ αυτον πνευµα σοφιας˙ οθεν ακοιµητον εσχε δια βιου παντος το εκ ταυτης ατεχνως φεγγος, δι᾿ ου αρα και ηλθεν επ᾿ αυτον παντα οµου τα αγαθα της αιωνιου ζωης και αναριθµητος πλουτος σοφιας και γνωσεως. Αµελλει και αδολως παρα Θεου µαθων τα απορρητα αφθονως τοις πασι ταυτα γραφων παρεχει εις πνευµατικην ευφροσυνην οµου και ωφελειαν˙ ου γαρ ως αγνωµων δουλος κατακρυπτει το δοθεν αυτω προς Θεου ταλαντον, αλλ᾿ ως πιστος οικονοµος τον πλουτον, ον εδεξατο εξ αυτου, της ακενωτου σοφιας ευγνωµονως κατα το γεγραµµενον
ου κατορυττει˙ αδολως τε, φησιν, εµαθον αφθονως τε µεταδιδωµι, τον πλουτον αυτης ουκ αποκρυψοµαι. 9. Ενθεν τοι και αργυρος πεπυρωµενος ουσα η γλωσσα αυτου και δικαιοσυνης πληρης η ψυχη αυτου˙ τα χειλη αυτου οια δη τω οντι δικαιου ηπιστατο υψηλα και στοµα αυτου απεσταζε χαριτας και απορρητον σοφιαν Θεου. Γεγονε δε τουτο εκ πολλης αληθως ταπεινοφροσυνης και καθαροτητος˙ στοµα γαρ, φησι, ταπεινων µελετησει σοφιαν και εν καρδια αγαθη ανδρος σοφια, εν δε καρδια αφρονων ου διαγινωσκεται. Ειχε γαρ, (17) ταπεινοφροσυνης ων εµπλεως, διηνεκως εν µελετη καρδιας την του Θεου σοφιαν, κατα το ειρηµενον, ητις τοις ταπεινοις την καρδιαν, και ου τοις αφροσι του κοσµου σοφοις καθολου διαγινωσκεται, και το φως αει του Θεου ην αληθως η πνοη αυτου˙ ο δικην λυχνου εχων εν διανοια, α εωρων οι οφθαλµοι αυτου νοερως, ως το λογιον, ελεγε τε και αριδηλοτατα µετα γνωσεως εγραφεν˙ α, φησιν, ειδον οι οφθαλµοι σου, λεγε˙ και λεγων υµνει σαφεστατα εκ των οντων το θειον, ως ον κοινον παντων των οντων. Ου γαρ ακοινωτητον εστι καθολου το αγαθον ουδενι των οντων, ως φησιν ο τα θεια πολυς ∆ιονυσιος, αλλ᾿ εφ᾿ εαυτου µονιµως την υπερουσιον ιδρυσαν ακτινα ταις εκαστου των οντων αναλογοις ελλαµψεσιν αγαθοπρεπως επιφαινεται και προς την εφικτην αυτου θεωριαν και κοινωνιαν και οµοιωσιν ανατεινει τους νοερους νοας, ως θεµιτον αυτω και ιεροπρεπως επιβαλλοντας. 10. Τοιγαρουν και κατα παντα τοις προς αυτου θεολογοις εποµενος, το µεν υπερ νουν και φυσιν της θεοτητος κρυφιον ανεξερευνητοις υµνει και ιεραις νοος ευλαβειαις, ως φησι περι θεολογων ανθρων ∆ιονυσιος, τα δε αρρητα σιγη τη σωφρονι διολου τιµων επι τας ελλαµπουσας αυτω εν τοις ιεροις νοηµασιν αυγας ανετεινετο κακειθεν πλουσιως καταλαµποµενος τε και φωτιζοµενος προς τους θεαρχικους και θεοπρεπεις υµνους και προς τας ιερας υµνολογιας υπ᾿ αυτων υπερκοσµιως ετυπουτο προς το και οραν τα συµµετρως αυτω δι᾿ αυτων δωρουµενα θεαρχικα φωτα και το αγαθοδοτην Κυριον ως απασης ιερας αρχης και φωτοφαενιας αιτιον ερωτικως ανυµνειν. 11. (18) Παλαιον δε αρα τουτο και αρχεγονον σοφιας ειδος και αποτελεσµα˙ τοις γαρ παλαιοις και πιστοις, την πατριον παλαι
φιλοσοφουσι φιλοσοφιαν, ανωθεν η θειας χαρις του Πνευµατος ουτω δι᾿ υπερβολην συγγινοµενη καθαρσεως προς υµνους ερωτικους τε και θειους και προς µετρα λογων παντοιων εκινει τας διανοιας αυτων. Εκ δη τουτου ποιηται ασµατων και υµνων και µελων θειων τοις τηνικαυτα θαυµασιως εδεικνυντο˙ ουκ εκ µαθηµατων δε αναγωγης και τελειας των λογων ασκησεως προς τουτο σοφως τε και συνηθως απετελουντο, αλλ᾿ εκ φιλοσοφιας των της ψυχης τροπων και εξ ακρας ασκησεως και φυλακης των γενικων αρετων . Ει τω δε φιλον το ειρηµενον εξ εγγραφου πιστωθηναι αιτιας, Φιλωνι τω Ιουδαιω εν τω ουτω πωςς ειγεγραµµενω λογω αυτου Περι βιου θεωρητικου η περι ικετων εντυχετω και εισεται το του λογου πιστον εξ αυτης. Ινα δε βρασυ τι και ηµεις λογιον εκειθεν αναλαβωµεθα προς την του λογου βεβαιωσιν, φησιν εκεινο ωδι˙ ωστε, φησιν, ου θεωρουσι µονον τα υψηλα νοος επιβολαις καθαρου, αλλα και ποιουσιν ασµατα και υµνους εις τον Θεον δια παντοιων µετρων και µελων, αριθµοις σεµνοτεροις αναγκαιως χαρασσοντες. 12. Α γουν και τουτω δη τω πατρι εν θεωρυµιαις υµνηται θεοφραστως, ταυτα, φησι ∆ιονυσιος ο µεγας, προς των θειων λογιων µεµυηται, και πασαν, ως ειπειν, την ιεραν των θεολογων υµνολογιαν ευρησει τις, επιπονω δηλαδη ψυχη και καθαρα διανοια τας θειας γραφας, ερευνων, προς τας αγαθουργους προοδους της θειας φυσεως εκφαντορικως και υµνητικως τας θεωνυµιας διασκευαζουσαν, Ειτα τον λογον ηµων τρανοτερον επιβεβαιουµενος ουτω σαφως επιφερει περι των ειρηµενων ο αυτος και αυθις φησι˙ (19) ταυταις οι θεοειδεις αγγελοµιµητως, ως εφικτον, ενουµενοι νοες, ταις θειαις δηλονοτι των αγγελων δυναµεσιν, επειδη κατα πασης νοερας ενεργειας αποπαυσιν η τοιαδε γινεται των εκθεουµενων νοων προς το υπερθεον φως ενωσις, υµνουσιν αυτο κυριωτατα δια της παντων των οντων αφαιρεσεως, τουτο αληθως και υπερφυως ελλαµφθεντες εκ της προς αυτο µακαριωτατης ενωσεως˙ οτι παντων µεν εστι των οντων αιτιον, αυτο δε ουδεν, ως παντων υπερουσιως εξηρηµενον. 13. Ειδως ουν ο θειος τουτο πατηρ Συµων, οια δη σοφος θεολογος, και ως ανωνυµον την θειαν και υπερ φυσιν φυσιν ανυµνει και ως παντος ονοµατος οµοναζοµενου αιτιαν και
ανωνυµως υπεριδρυµενην των παντων εθεολογει˙ νυν µεν, οσα της παρουσης εστι πραγµατειας, εκ των θεολογιων συναγων και ωσπερ τινι κανονι τοις ειρηµενοι χρωµενος προς αυτα σκοπων επι την αναπτυξιν των νοητων θεωνυµιων προηρχετο˙ νυν δε θεοπτικη διανοια τας θεοφανεις εποπτευων εµφασεις και θεωριας, τοις αγιοις τα αγια κατα την θειαν του Αποστολου παραδοσιν παρατιθεµενος, ανεταττετο και τα προς αυτου ιερως εποπτευθεντα θεια θεαµατα τοις µετ᾿ αυτον χρεωστικως, ως πρωτος προς δευτερους και υφειµενους, αφθονως εν συµµετρια τη κατ᾿ αυτους υπεδειξε και κατ᾿ αξιαν τα ιερα τοις επιστηµονικως και ολοκληρως µετασχουσι της ιερατικης τελειωσεως µετεδωκε, των αµυστων αυτα γελωτων και εµπαιγµων εξαιρουµενος, µαλλον δε αυτους εκεινους, ειπερ τινες τοιουτοι εισιν ανθρωποι, της επι τουτω θεοµαχιας απολυτρουµενος, µη εκφορα ταυτα ποιων τοις πολλοις, εως αν εν τοις ζωσιν ην και εφαινετο, (20) καν τουτω τω µεγαλω ∆ιονυσιω πειθοµενος ουτω προς Τιµοθεον γραφοντι˙ ορα δη, φησιν, οπως ουκ εξορχηση τα αγια των αγιων, ευλαβηθηση δε και τα του κρυφιου Θεου ταιςνοεραις και αορατοις γνωσεσει τιµησεις, αµεθεκτα µεν αυτα και αχραντα τοις ατελεστοις διατηρων, ιεροις δε µονοις των ιερων µεθ᾿ ιερας ελλαµψεως ιεροπρεπως κοινωνων. 14. Ουτω γαρ ως η θεολογια και τοις θιασωταις ηµιν παραδεδωκε, ταυτα και ηµεις, ως αυτω µαθητευθεντες και το υψος και βαθος και πλατος της αυτου σοφιας ειδοτες, δια των ειρηµενων και του παροντος λογου των παντη χοντρων και αµυστων διαστελλοµεν και ανεκφορα τουτοις ειναι βουλοµεθα, µονοις εκεινοις ταυτα δηλαδη σαφως αναπτυσσοντες τοις τα ωτα πεπετασµενα ιερως εχουσιν εξ επιµελειας των τροπων και συνεσεως θειας και αγιοις αντικρυς ουσιν εκ τε του βιου και της ανωθεν γνωσεως˙ τουτο γαρ και Παυλος ο θειος βουλεται προς Τιµοθεν ουτω γραφων˙ ταυτα παραθου πιστοις ανθρωποις, οιτινες ικανοι εσονται και ετερους διδαξαι. 15. Ο γουν προς θεωριαν εκ φιλοσοφου πραξεως αναδραµοντες και εις βαθος θεολογικων εννοιων ανελθοντες πιστει προς ταυτα την της ψυχης ερευναν δοτωσαν, και πολλην αυτοθεν, ευ οιδα, τρυγησουσι την ωφελειαν˙ οι δε γε λοιποι, ων ο νους εις πολλας
ετεροτητας διεσκεδασται και σκοτει αγνωσιας εζοφωτοι, οι µηδε ο τι ποτε εστι πραξις και θεωριας και θειων αποκαλυψις µυστηριων ειδοτες, της αναγνωσεως των ενταυθα γεγραµµενων αλλοτριουσθωσαν˙ αχωρητον γαρ την διανοιαν εχοντες των υψηλων και λογων αποκαλυψεων (21) τα θεια καταπατειν ειωθασι και κοινουν, προς µηδεν των υπερ ηµας ανανευειν δυναµενοι. 16. Αλλως τε δε και επει πασα ψυχη εις ακρον εκκαθαρθεισα καλως, αθανατος ουσα και νοερα, δυναµει θεια προς αγγελικας ζωας ανατεινεται κατα τον ιεροφαντην ∆ιονυσιον ουτω λεγοντα˙ ηνικα γαρ εις εαυτον κατα κυκλικην κινησιν και ενοειδη συνελιξιν απο των εξω των νοερων αυτης δυναµεων γενηται, ωσπερ εν τινι κυκλω το απλανες αυτη η θεια δωρουµενη αγαθαρχια και απο των πολλων, των εξωθεν, αυτην επιστρεφουσα και συναγουσα πρωτον εις εαυτην, ειτα ως ενοειδη γενοµενην ενουσα ταις ενιαιως ηνωµεναις δυναµεσι των αγγελων˙ δι᾿ αυτων γαρ ως αγαθων καθηγεµονων (µετα τους ιερους και αγιους νοας αι ψυχαι και οσα ψυχων αγαθα) επ᾿ αυτην την παντων αγαθων αγαθαρχιαν αναγεται και των εκειθεν εκβλυζοµενων αλλαµψεων εν µετουσια γινεται κατα την αναλογουσαν εν αυτη καθαρσιν και της του αγαθοειδους δωρεας, οποση δυναµις, µετεχει πλουσιως, ουκ οιοµαι δικαιον ειναι κινδυνευειν ταυτης τας υψηλας θεωριας και ερωτικας θεολογιας απιστεισθαι εις ακοας πιπτουσας υπο φθονου βεβυσµενας καιαπιστιας, η µαλλον ειπειν εις ψυχας σκοτει αγνωσιας σφοδρα κεκαλυµµενας και υπο ηµιονων και ονων η δρακοντων καταπατουµενας και οφεων, των ακαθαρτων λεγων και ολεθριων παθων˙ τα γαρ αγια αµεθεκτα εισι πασι τοις τον κυνωδη βιον και χοιρωδη βιουσιν, οις ου διδονται ταυτα, ως το λογιον, ουτε µην οι µαργαριται ριπτουνται του λογου, τοις δε προς το ισον εξ ακρας αναγοµενοις καθαρσεως της αγιοτητος µεθεκτα τε εισι µεθ᾿ ηδονης αφατου και (22) θειας και αναδοτικα της επ᾿ αυτα σοφιας τε και υψωσεως ως φωτα φανα και πυρος του θειου γεννηµατα. 17. Ειεν, επει δε προς τοσουτον υψος ανηχθη η θεια τω οντι και καθαρωτατη ψυχη του καθηγεµονος ηµων και τοιουτων εµφασεων ηξιωθη και τοιαυτης χαριτος της των αλιεων και
αποστολων και επ᾿αυτην την παντων αγαθαργιαν εφθασε τη λαµπροτητι της εµπυρου διανοιας αυτης, ενθα πασαι ψυχαι των δικαιων αναγονται, και εν µετουσια των ελλαµψεων ταυτης πλουσιως εγενετο, καθα δη και τα ποιηµατα και οι ερωτες των θειων υµνων εκβοωσιν αυτου, πως ουχ αγια τω φυσει αγιω και τοις παλαι αγιοις ανακραθεισα ως φωτι φως και πυρι πυρ και ηλιω ακτις, τα δευτερα τοις πρωτοις και τα εν εικοσι και τυποις τοις αρχετυποις και αληθειαις; Πως ουχ υµνητεα και υµνων και εγκωµιων παντων αξια, η υπερ ταυτα και υπερ πασαν δοξαν οµου γεηραν τε και ανθρωπινην; Πιπτετω φθονος ο τοις αει νεµεσων, και υµνεισθω και ευφηµεισθω ο υµνων και εγκωµιων παντοιων επαξιος Συµεων, καθο και εν τω ῾Κατα αγιοκατηγορων᾿ λογω µετα χρησεων ιερων πλατυτερον εξεθεµεθα. Ει γαρ αι αποκαλυψεις αυται και αι φωναι ου φωναι Θεου ουδε ψυχης αποθεωθεισης και γενοµενης εξω πασης του κοσµου αισθησεως και ολης καθολου αγιας, σχολη γ᾿ αν αλλο τι των ανθρωπινων και προς ηµων τελουµενων δια πασης σπουδης ευαποδεκτον αποδειχθειη Θεω και ανθρωποις επαινετον, ο µη σοφια και γνωσει τη ανωτατω Θεου το επιδοξον και λαµπρον επιφερεται. 18. Ταυτα τοινυν δια τους φθονω προς τα καλα και απιστια και αγνωσια κεκρατµενους ηµιν προετεθη των ερωτικων και θειων υµνων του διδασκαλου, ιν᾿ η κατα πρωτην ευθυς επιβολην εντυγχανοντες τουτοις κρειττονες (23) γενοιντο ποτε και φθονου και βασκανιας ανωτεροι, και δοξασωσιν, ως εφικτον, τον εν πραξει και λογω και θεωρια δοξασαντα τον Θεον και το ονοµα το υπερ παν ονοµα εν τοις εαυτου µελεσιν αγιασαντα, η ως των καλων αγευστοι και παντη αχωρητοι των υψηλων θεαµατων δια την αυτοις προσουσαν παχυτητα της εγχειρησεως και της των γεγραµµενων ενταυθα περιεργου ερευνης αποσχοιντο. Ο ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΕΡΩΤΩΝ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΥΜΝΩΝ ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΤΡΟς ΗΜΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ
ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑΝΤΟΣ ΤΗΣ ΞΗΡΟΚΕΡΜΟΥ. (25) Ο πιναξ των θειων ερωτων α΄. Περι θειας ελλαµψεως και φωτισµου Πνευµατος Αγιου˙ και οτι εις τοπος ο Θεος, εν ω µετα ποτµον την αναπαυσιν παντες οι Αγιοι εχουσι˙ και οτι ο του Θεου εκπιπτων εν ετερω τοπω ουχ εξει την αναπαυσιν εν τη µελλουση ζωη. β’. Τις η επι τω πατρι τουτω γενοµενη αλλοιωσις και πως καθαρθεις εις ακρον ηνωθη Θεω και οιος εξ οιου εγενετο, οι προς Θεον ερωτικοι αυτου λογοι δηλουσιν εντευθεν˙ ος και θεολογων λεγει προς το τελος περι αγγελων. γ΄. Τις ο µοναχος και τις η αυτου εργασια˙ και εις οιον υψος ουτος ο θειος πατηρ θεωριας ανηλθεν. δ’. ∆ιδασκαλια εις µοναχους αρτι αποταξαµενους κοσµω και τοις εν κοσµω˙ και περι του, οποιαν τις οφειλει πιστιν εχειν προς τον ιδιον πατερα. ε’. Αλφαβητος του αυτου κατα στοιχειον διπλους προτρεπων και οδηγων εις τελειοτητα βιου αναδραµειν τον αρτι απο του κοσµου αναχωρησαντα. στ’. Τετραστιχα του αυτου, τον προς Θεον αυτου εντευθεν δεικνυοντα ερωτα. ζ’. Εντευξις του αυτου εις Θεον˙ και οπως Θεω συναπτοµενος (26) και δοξαν Θεου εν εαυτω ενεργουσαν εξεπληττετο. η’. Τισι Θεος εµφανιζεται και τινες εν εξει γινονται του καλου δια της των εντολων εργασιας. θ’. Οτι ο του Αγιου Πνευµατος µετοχος γεγονως υπο του φωτος και της δυναµεως αυτου αρπαζοµενος επανω παντων φερεται των παθων, µη βλαπτοµενος τω πλησιασµω υπ᾿ αυτων. ι’. Οτι ο θανατος τη λυπη και των στερροτερων καθαπτεται. ια’. Οπως ωραθη αυτω Θεος ως Στεφανω και Παυλω τοις αποστολοις, ενταυθα ο πατηρ εκπληττοµενος διηγειται. ιβ’. Περι του ενος κατα παντα της τρισυποστατου θεοτητος θεολογια˙ και δι᾿ ων τη ταπεινωσει χρωµενος λεγει περι εαυτου, των δοκουντων ειναι τι εντρεπει την οιησιν.
ιγ’. Προτροπη εις µετανοιαν˙ και πως το θεληµα της σαρκος τω θεληµατι του Πνευµατος ενωθεν θεοειδη τον ανθρωπον απεργαζεται. ιδ’. Ευχαριστια προς Θεον των δωρεων ενεκα, ων παρ᾿ αυτου ηξιωθη˙ και οτι φρικτον και αγγελοις το της ιερωσυνης και ηγουµενιας αξιωµα. ιε’. Οπως βλεπων την δοξαν του Θεου ενηργειτο υπο του Παναγιου Πνευµατος˙ και οτι το Θειον εντος και εκτος εστι του παντος, αλλα και ληπτον τε και αληπτον τοις αξιοις˙ και οτι οικος ∆αβιδ ηµεις εσµεν και οτι εις πολλα γινοµενος ο Χριστος και Θεος ηµων µελη εις εστι και ο αυτος, µενων αµεριστος τε και αναλλοιωτος. ιστ’. Οτι ποθεινον τε και επιθυµητον κατα φυσιν µονον το Θειον˙ ου ο µετεχων παντων εν µετοχη γεγονε των καλων. ιζ’. Οτι ο φοβος γεννα την αγαπην, η δε αγαπη εκριζοι τον φοβον απο της ψυχης και µενει µονη εν αυτη, Πνευµα Θειον ουσα και Αγιον. ιη’. (27) ∆ιδασκαλια συν θεολογια περι των ενεργειων της αγιας αγαπης, ηγουν αυτου του φωτος του Αγιου Πνευµατος. ιθ’. ∆ιδασκαλια συν θεολογια, εν η και περι ιερωσυνης αµα και απαθους θεωριας. κ’. Ευχαριστια και εξοµολογησις συν θεολογια˙ και περι δωρεας και µετουσιας Πνευµατος Αγιου. κα’. Επιστολη προς µοναχον ερωτησαντα˙ Πως χωριζεις τον Υιον απο του Πατρος, επινοια η πραγµατι; Εν η ευρησεις πλουτον θεολογιας ανατρεπουσης την αυτου βλασφηµιαν. κβ’. Ευχαριστια συν θεολογια˙ και περι ων η θεια χαρις του Πνευµατος δια των ενεργειων ωνοµασται. κγ’. Περι της ακαληπτου και απεριγραπτου Θεοτητος ακριβης θεολογια˙ και οτι απεριγραπτος ουσα η θεια φυσις ουτε εντος ουτε εκτος εστι του παντος, αλλα και εντος και εκτος εστιν ως των ολων αιτια˙ και οτι µονον κατα νουν τω ανθρωπω ληπτον αληπτως το Θειον, ως τοις οφθαλµοις αι του ηλιου ακτινες. κδ’. ∆ι᾿ ων εξοµολογουµενος εν τω παροντι γραφει λογω, δεικνυσι το βαθος της εαυτου ταπεινωσεως, και προϊων διδασκει αυτην τον εις µετρον ελασαντα τελειοτητος και αξιωθεντα τοιουτων εν θεωρια αποκαλυψεων, Παυλον τον θειον
καν τουτω µιµουµενος, αµαρτωλον εαυτον αποκαλουντα και αναξιον του καλεισθαι αποστολον. κε’. Πετρι της γενοµενης θεωριας αυτω του θειου φωτος˙ και οπως το θειον φως ου καταλαµβανεται υπο σκοτους˙ εν οις και δια την υπερβολην των αποκαλυψεων εκπληττοµενος µεµνηται της ανθρωπινης ασθενειας και εαυτον κατακρινει. κστ’. Οτι ο εν αγνωσια Θεου ετι ζων νεκρος εστι µεσον των ζωντων εν γνωσει Θεου και οτι τοις αναξιως των µυστηριων µεταλαµβανουσιν αληπτον το θειον σωµα και αιµα του Χριστου γινεται. κζ’. (28) Οποιον δει ειναι τον µοναχον και τις η εργασια και τις η τουτου προκοπη και αναβασις. κη’. Περι νοητης αποκαλυψεως των ενεργειων του θειου φωτος και εργασιας νοερας τε και θειας της εναρετου ζωης. κθ’. Οτι µονοις εκεινοις καταφανη τα των θειων πραγµατων, οις δια της µετουσιας του Αγιου Πνευµατος ολοις ολος ηνωθη Θεος. λ’. Προς ενα των µαθητων, οτι ταις καθαρθεισαις ψυχαις δια δακρυων και µετανοιας προσψαυσαν το θειον του Πνευµατος πυρ δρασσεται αυτων και πλεον καθαιρει, φωτιζον τα υπο της αµαρτιας εσκοτισµενα µερη αυτων, και τα τραυµατα εξιωµενον εις τελειαν φερει συνουλωσιν, ως τω θειω καλλει υπεραστραπτειν αυτας. λα’. Περι θεολογιας˙ και οτι ανεξερευνητος η θεια φυσις και παντη τοις ανθρωποις ακατανοητος. λβ’. Οτι οι ενδοξοι της γης και σοβαροι των πλουτω περι την σκιαν των ορωµενων πλανωνται, οι δε γε των παροντων καταφρονησαντες εν απλανει µεθεξει του Θειου γινονται Πνευµατος. λγ’. Περι θεολογιας˙ και οτι οι το κατ᾿ εικονα φυλαξαντες τας πονηρας δυναµεις του αρχοντος του σκοτους καταπατουσιν, οι δ᾿ αλλοι, οις εµπαθης ο βιος, υπ᾿ αυτου κρατουνται και βασιλευονται. λδ’. Οτι η του Παναγιου Πνευµατος ενωσις προς κεκαθαρµενας ψυχας εν αισθησει τρανει, ηγουν εν επιγνωσει γινεται και, εν αις αν γενηται, φωτοειδεις οµοιας εαυτου και φως αυτας απεργαζεται.
λε’. Οτι παντες οι αγιοι ελλαµποµενοι αυγαζονται και την δοξαν του Θεου καθορωσιν, ως θεµιτον ανθρωπινη φυσει Θεον οραν. λστ’. Ευχαριστια υπερ της εξοριας και των θλιψεων, ων υπεστη εν τω κατ᾿ αυτον διωγµω. λζ’. (29) ∆εησις και προσευχη του αυτου προς τον Θεον της εκεινου ενεκα βοηθειας. λη’. Περι θεολογιας˙ και οτι ο νους της υλης των παθων καθαρθεις αΰλως τον αϋλον και αορατον καθορα. λθ’. Οτι ο ποθος και η προς τον Θεον αγαπη υπερβαινει πασαν αγαπην και παντα ποθον ανθρωπινον˙ βαφεις δε ο νους των καθαιροµενων εν τω φωτι του Θεου ολος θεουται και νους εκειθεν χρηµατιζει Χριστου. µ’. Οµολογια της χαριτος των του Θεου δωρεων˙ και οπως ο ταυτα γραφων πατηρ υπο του Αγιου ενηργειτο Πνευµατος˙ και διδασκαλια υπο Θεου, του τι δει ποιουντα τινα, της των σωζοµενων σωτηριας τυχειν. µα’. Ευχαριστια προς Θεον υπερ των παρ᾿ αυτου γεγονοτων ευεργεσιων και αιτησις του µαθειν, τινος χαριν οι τελειοι γεγονοτες υπο των δαιµονων παραχωρουνται πειραζεσθαι˙ και περι των αποτασσοµενων τω κοσµω διασκαλια και υποτυπωσις ρηθεισα παρα Θεου. µβ’. Οτι οι τω Θεω απ᾿ εντευθεν ηδη δια της του Αγιου Πνευµατος µετουσιας ενωθεντες, εκδηµουντες του βιου εις αιωνας αυτω εκειθεν συνεσονται˙ ει δ᾿ ουν, αλλα το αναπαλιν τοις αλλως εχουσιν ενταυθα τοτε γενησεται. µγ’. Οτι κρεισσον το καλως ποιµαινεσθαι η τους µη βουλοµενους ποιµαινειν˙ ουδεν γαρ εσται κερδος τω αλλους µεν σπουδαζοντι σωσαι, εαυτον δε δια της εκεινων απολεσαντι προστασιας. µδ’. Τι εστι το κατ᾿ εικονα, και πως εικοτως νοειται ως του πρωτοτυπου εικων ο ανθρωπος˙ και οτι ο τους εχθρους ως ευεργετας φιλων µιµητης εστι του Θεου, Πνευµατος δε Αγιου εντευθεν µετοχος γεγονως θεσει θεος και χαριτι γινεται, µονοις εκεινοις γνωριζοµενος, τοις υπο του Αγιου Πνευµατος ενεργουµενοις. µε’. Περι θεολογιας ακριβεστατης˙ και οτι ο µη ορων το φως της του Θεου δοξης χειρων τυγχανει τυφλων.
µστ’. (30) Εξοµολογησις ευχη συνηµµενη˙ και περι συναφειας Πνευµατος Αγιου και απαθειας. µζ’. Περι νοητου παραδεισου τηλαυγης θεωρια˙ και περι του εν αυτω ξυλου ζωης. µη’. Οτι δοξα και τιµη εστι παντι ανθρωπω υβριζοµενω και πασχοντι κακως δια Θεου εντολην, η υπερ αυτης της εντολης του Θεου ατιµια˙ και διαλογος προς την ιδιαν ψυχην, διδασκων τον ακενωτον πλουτον του Πνευµατος. µθ’. Οτι εστιν οτε και δια της εις τον πλησιον επιµελειας και διορθωσεως συγκατασπασθαι τον διδασκαλον εις την ενουσαν εκεινω του παθους ασθενειαν. ν’. Περι θεωριας Θεου και θειων πραγµατων και Αγιου Πνευµατος παραδοξου ενεργειας˙ και περι των ιδιων της Αγιας και Οµοουσιου Τριαδος˙ και οτι ο µη φθασας εισελθειν εις την βασιλειαν των ουρανων ουδεν ωφεληθησεται, καν εκτος γενηται των του αδου κολασεων. να’. Οτι του Πνευµατος λαµποντος εν ηµιν του Αγιου παντα τα των παθων φυγαδευονται ως υπο του φωτος το σκοτος˙ συστελλοντος δε αυτου τας ακτινας, υπο τουτων και των πονηρων βαλλοµεθα λογισµων. νβ’. Περι θεολογιας˙ και οτι τω µη αλλοιωθεντι τη του Αγιου Πνευµατος µετουσια και γεγονοτι θεσει εν γνωσει Θεω διδασκειν τα θεια τους ανθρωπους ουκ εξεστιν. νγ’. Κατα διαλεκτον Θεου και του πατρος των λογων ο λογος˙ και οπως υπο του Αγιου Πνευµατος ελλαµποµενος ο θειος ουτος πατηρ ωµιλει Θεω, και υπ᾿ εκεινου εµυσταγωγειτο τα θεια τε και ανθρωπινα. νδ’. Οτι εκαστω των ανθρωπων δεδωκεν ο Θεος προσφυως και προς το συµφερον το χαρισµα δια Πνευµατος Αγιου εις το ενεργειν, ουχ ωσπερ αυτος θελει, αλλ᾿ ως υπ᾿ αυτου προωρισθη, εις το µη κενον ειναι µεσον της εκκλησιας αυτου. νε’. Οτι τοις το αγιον φυλαξασι βαπτισµα καθαρον (31) παραµενει το Πνευµα το Αγιον˙ απο δε των µολυναντων αυτο απανισταται. νστ’. Ευχη προς Θεον επι τοις γεγονοσιν εις αυτον, ικετηριος τε οµου και ευχαριστηριος.
νζ’. Οτι ο τον Θεον εξ ολης ποθησας ψυχης µισει τον κοσµον. νη’. ∆ιδασκαλια κοινη συν ελεγχω προς παντας˙ βασιλεις, αρχιερεις, ιερεις, µοναζοντας, λαϊκους, υπο στοµατος λαληθεισα και λεγοµενη Θεου. ΕΥΧΗ ΜΥΣΤΙΚΗ Του εν αγιοις πατρος ηµων Συµεων ευχη µυστικη, δι᾿ ης επικαλειται το Πνευµα το Αγιον ο αυτο προορων. (33) Ελθε το φως το αληθινον, ελθε η αιωνιος ζωη, ελθε το αποκεκρυµµενον µυστηριον, ελθε ο ακατονοµαστος θησαυρος, ελθε το ανεκφωνητον πραγµα, ελθε το ακατανοητον προσωπον, ελθε η αΐδιος αγαλλιασις, ελθε το ανεσπερον φως, ελθε παντων των µελλοντων σωθηναι η αληθινη προσδοκια, ελθε των κειµενων η εγερσις, ελθε των νεκρων η αναστασις, ελθε ο δυνατος, ο παντα αει ποιων και µεταποιων και αλλοιων µονω τω βουλεσθαι! Ελθε ο αορατος και αναφης παντη αψηλαφητος, ελθε ο αει µενων αµετακινητος και καθ᾿ ωραν ολος µετακινουµενος και ερχοµενος προς ηµας τους εν τω αδη κειµενους, ο υπερανω παντων των ουρανων, ελθε το περιποθητον ονοµα και θρυλουµενον, λαληθηναι δε παρ᾿ ηµων, οπερ εις, η γνωσθηναι, οποιος η ποταπος, ολως ηµιν ανεπιδεκτον. Ελθε η αιωνιος χαρα, ελθε το στεφος το αµαραντινον, ελθε η πορφυρα του µεγαλου Θεου και βασιλεως ηµων, ελθε η ζωνη η κρυσταλλοειδης και διαλιθος, ελθε το υποδηµα το απροσιτον, ελθε η βασιλειος αλουργις και αυτοκρατορικη οντως δεξια! Ελθε, ον εποθησε και ποθει η ταλαιπωρος µου ψυχη, ελθε ο µονος προς µονον, οτι µονος ειµι, καθαπερ ορας! Ελθε ο χωρισας εκ παντων και ποιησας µε µονον επι της γης, ελθε ο γενοµενος ποθος (34) αυτος εν εµοι και ποθειν σε ποιησας µε, τον απροσιτον παντελως! Ελθε η πνοη µου και η ζωη, ελθε η παραµυθια της ταπεινης µου ψυχης, ελθε η χαρα και η δοξα και η διηνεκης µου τρυφη! Ευχαριστω σοι, οτι εν πνευµα εγενου µετ᾿ εµου˙ ασυγχυτως, ατρεπτως, αναλλοιωτως ο επι παντων Θεος, και αυτος µοι τα παντα εν πασι γεγενησαι, τροφη ανεκλαλητος και εις απαν αδαπανος, αεναως υπερεκχεοµενη τοις της εµης ψυχης χειλεσι και υπερεκβλυζουσα εν τη πηγη της καρδιας µου, ενδυµα
απαστραπτον και καταφλεγον τους δαιµονας, καθαρσις δια αφθαρτων και αγιων δακρυων εκπλυνουσα µε, ων η ση παρουσια, προς ους παραγινη, χαριζεται. Ευχαριστω σοι, το φως ανεσπερον µοι γεγενησαι και ηλιος αδυτος, που κρυβηναι µη εχων ο πληρων της σης δοξης τα συµπαντα. Ουδεποτε γαρ απεκρυβης απο τινος, αλλ᾿ ηµεις αει κρυπτοµεθα απο σου, ελθειν προς σε µη βουλοµενοι. Που γαρ και κρυβηση ο µηδαµου εχων τοπον της σης καταπαυσεως; Η δια τι, ο µηποτε αποστρεφοµενος των παντων τινα, µητε τινα αυτων εντρεποµενος; Νυν ουν ενσκηνωσον, ∆εσποτα, εν εµοι και κατοικησον και µεινον αδιαστατως, αχωριστως µεχρι τελους εν εµοι τω δουλω σου, αγαθε, ινα καγω ευρεθω εν τη εξοδω µου και µετα την εξοδον εν σοι, αγαθε, και συµβασιλευσω σοι, τω επι παντων Θεω! Μεινον, ∆εσποτα, και µη εασης µε µονον, ινα ερχοµενοι οι εχθροι µου, οι ζητουντες αει του καταπιειν την ψυχην µου και ευρισκοντες σε µενοντα εν εµοι, φευξωνται παντελως και µη ισχυσωσι κατ᾿ εµου, βλεποντες σε, τον ισχυροτερον παντων, ενδοθεν καθηµενον εν τη οικια της ταπεινης µου ψυχης. (35) Ναι, ∆εσποτα, ως εµνησθης µου, οτε εν τω κοσµω ετυγχανον και αγνοουντος µου αυτος εξελεξω µε και απο του κοσµου εχωρισας και προ προσωπου της δοξης σου εστησας, ουτω και νυν ενδον ισταµενον µε εις αει και αµετακινητον εν τη εµοι οικησει σου διαφυλαξον, ινα µη βλεπων σε διηνεκως ο νεκρος εγω ζω, και εχων σε ο πενης αει πλουτω, και βασιλεων παντων εσοµαι πλουσιωτερος, και εσθιων και πινων σε καθ᾿ ωραν επενδυοµενος εν ανεκλαλητοις ω και εσοµαι εντρυφων αγαθοις, οτι συ υπαρχεις παν αγαθον και πασα δοξα και πασα τρυφη και σοι πρεπει η δοξα, τη Αγια και Οµοουσιω και Ζωοποιω Τριαδι, τη εν Πατρι και Υιω και Αγιω Πνευµατι σεβοµενη τε και γνωριζοµενη και προσκυνουµενη και λατρευοµενη υπο παντων νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων, αµην.
Α’. Περι θειας ελλαµψεως και φωτισµου Πνευµατος Αγιου˙ και οτι εις τοπος ο Θεος, εν ω µετα ποτµον την αναπαυσιν παντες οι
Αγιοι εχουσι˙ και οτι ο του Θεου εκπιπτων εν ετερω τοπω ουχ εξει την αναπαυσιν εν τη µελλουση ζωη. (37) Τι το φρικτον µυστηριον, ο εν εµοι τελειται; Λογος εκφραζειν ουδαµως ισχυει, ουδε γραφειν η χειρ µου η ταλαιπωρος εις επαινον και δοξαν του οντος υπερ επαινον, του οντος υπερ λογον. 5 Ει γαρ τα νυν τελουµενα εν εµοι τω ασωτω αρρητα, ανεκλαλητα πελουσι, πως εκεινος, ο των τοιουτων παροχευς και ποιητης, ειπε µοι, επαινον χρηζει παρ᾿ ηµων η δοξαν προσλαβεσθαι; Ουδε γαρ δοξασθησεται ο ων δεδοξασµενος, 10 ως ουδε λαµπρυνθησεται η φωτος µεταλαβοι ο παρ᾿ ηµων βλεποµενος ηλιος εν τω κοσµω˙ φωτιζει, ου φωτιζεται˙ φαινει, φως ου λαµβανει. Εχει γαρ, οπερ ελαβεν, εξ αρχης, εκ του κτιστου. Ει ουν ποιησας ηλιον Θεος ο παντων κτιστης 15 ανενδεη πεποιηκεν, αφθονον σελας φαινειν και µηδαµως παρα τινος αλλου πλειονος χρηζειν, πως δοξαν λαβοι παρ᾿ εµου του τεταπεινωµενου; Ανενδεης γαρ παντελως ο του ηλιου κτιστης, ο εµπιπλων τα συµπαντα των αγαθων απαντων 20 (38) νευµατι βουληµατι την ισχυν κεκτηµενος. Εν τουτω και η γλωσσα µου εξαπορει ρηµατων και τα τελουµενα ο νους ορα, ουχ ερµηνευει˙ βλεπει και βουλεται ειπειν και λογον ουχ ευρισκει˙ αορατα γαρ καθορα, ανειδεα εις απαν, 25 απλα, παντη ασυνθετα, απειρα τω µεγεθει. Ουτε αρχην γαρ καθορα, ου τελος ολως βλεπει; Ανακεφαλαιουµενον ολον, δοκω, οραται˙ ου τη ουσια παντως δε, αλλα τη µετουσια. Εκ του πυρος αναπτεις γαρ και πυρ ολον λαµβανεις, κακεινο µενει ατµητον, ανεκλειπτον ως πρωην, πλην το µεταδιδοµενον χωριζεται του πρωτου και εις λαµπαδας γινεται πολλας˙σωµατικον γαρ. Εκεινο δε πνευµατικον, αµεριστον υπαρχον, 35 και παντελως αχωριστον και ατµητον υπαρχει˙ ου γαρ µεταδιδοµενον εις πολλα διαιρειται,
αλλα και µενει ατµητον και εν εµοι υπαρχει˙ εξανατελλει εν εµοι ενδοθεν της ταλαινης καρδιας µου ως ηλιος η ως δισκος ηλιου σφαιροειδης διεκνυµενος, φωτοειδης, ως φως γαρ. Ουκ οιδα, καθως ειρηται, τι ειπω περι τουτου, και ηθελον του σιωπαν, ειθε και εδυναµην, αλλα το θαυµα φρικτον κινει µου την καρδιαν και εξανοιγει στοµα µου το κατεσπιλωµενον, και µη βουλοµενον ποιει λαλειν µε τε και γραφειν. Ο ανατειλας αρτι µου εν σκοτεινη καρδια, ο δειξας µοι θαυµασια, α οφθαλµοι ουκ ειδον, ο κατελθων και εν εµοι ως εις εσχατον παντων, ο αποστολου µαθητην και υιον αποδειξας εµε, ον ειχεν ο δεινος δρακων και βροτοκτονος (39) το πριν εργατην υπουργον πασης παρανοµιας, ο προ αιωνων ηλιος ο εν τω αδη λαµψας, υστερον και φωτισας µου ψυχην εσκοτισµενην και χαρισαµενος εµοι ανεσπερον ηµεραν, 55 το δυσπιστον τοις κατ᾿ εµε οκνηροις και ραθυµοις, ο πλησας παντων αγαθων την εν εµοι πτωχειαν, αυτος και λογον δωρησαι και ρηµατα παρασχου του πασι διηγησασθαι τας σας τερατουργιας και απερ σηµερον ποιεις µεθ᾿ ηµων των σων δουλων, 60 ινα και οι καθευδοντες εν σκοτει ραθυµιας και λεγοντες˙ Αδυνατον αµαρτωλους σωθηναι και, ωσπερ Πετρον και λοιπους αποστολους, αγιους, οσιους και δικαιους τε, αυτους ελεηθηναι, γνωσωσι και µαθησωνται, οτι ευκολον τουτο τη αγαθοτητι τη ση ην και εστι και εσται! Και οι δοκουντες εχειν σε, το φως παντος του κοσµου, και µη βλεπειν σε λεγοντες, µη εν φωτι διαγειν, µη λαµπεσθαι, µη καθοραν αεναως σε, Σωτερ, µαθωσιν, ως ουκ ελαµψας αυτων εν διανοια, 70 ουδε κατωκησας αυτων την ρυπαραν καρδιαν και µατην επαγαλλωνται επι κεναις ελπισιν οιοµενοι θεασασθαι το φως σου µετα τελος. Ο αραββων εντευθεν γαρ, η σφραγις παντως ωδε
παρα σου, Σωτερ, διδοται τοις δεξιοις προβατοις˙ 75 ει γαρ εκαστου θανατος ο συγκλεισµος τυγχανει µετα τελος απρακτα πασιν επισης εστι και ουτε φαυλον η καλον δυναται τις ποιησαι, Σωτηρ µου, παντως εκαστος, ως ευρεθη, και εσται. Τουτο φοβει µε, ∆εσποτα, τουτο ποιει µε τρεµειν, τουτο εκτηκει απαντα τα αισθητηρια µου, οτι τυφλος αποθανων και µεταστας εκεισε (40) ουκετι τουτον ηλιον αισθητως θεωρησει, ει και το φως των οφθαλµων αναστας παλιν λαβοι˙ ουτως ουδ᾿ ο τον νουν εχων τυφλον, ει αποθανοι, τον νοητον θεασεται ηλιον σε, Θεε µου, αλλα εκ σκοτους εξελθων προς σκοτος ενδηµησει και εις αιωνας εσεται εκ σου κεχωρισµενος. Μηδεις ανθρωπων, ∆εσποτα, των εις σε πιστευοντων, µηδεις των εις το ονοµα το σον βεβαπτισµενων το µεγα τουτο και φρικτον υποστησεται βαρος του χωρισµου σου, ευσπλαχνε˙ δεινη γαρ αυτη θλιψις, δεινη, ανυποµονητος, αιωνιος η λυπη. Τι γαρ και χειρον εσεται του χωρισµου σου, Σωτερ; 95 Τι δε οδυνηροτερον ζωης διαζευχθηναι και ζην εκειθεν ως νεκρος ζωης εστερηµενος, απαντων τε των αγαθων οµου αποστερεισθαι; Σου γαρ ο χωριζοµενος παντος καλου στερειται˙ ου γαρ, ως εστιν επι γης τα νυν, εσται και τοτε˙ νυν γαρ οι αγνοουντες σε σωµατικως τρυφωσιν ενταυθα και αγαλλονται ως αλογα σκιρτωντες, απερ δεδωκας εχοντες εις απολαυσιν βιου και ταυτα µονα βλεποντες, ουτως ειναι δοκουσι και τα µετα την εξοδον της ψυχης και του βιου. Αλλα κακως τεκµαιρονται, αλλα κακως φρονουσιν 105 οι λεγοντες µη µετα σου, αλλ᾿ εν ανεσει ειναι και τοπον ετοιµαζοντες τινα - ω αφροσυνης! – µητε φωτος µετεχοντα και σκοτους αµοιρουντα, της βασιλειας εξωθεν, αλλα και της γεεννης, και του νυµφωνος πορρωθεν και του πυρος της δικης, εν ω και οι ταλαιπωροι ευχονται καταντησαι
και λεγουσι µη χρηζειν σου την αιωνιον δοξαν (41) η βασιλειαν ουρανων, αλλ᾿ εν ανεσει ειναι. Φευ της αυτων σκοτωσεως, φευ της αυτων αγνοιας, φευ της ταλαιπωριας τε και των κενων ελπιδων! 115 Ουδαµου τουτο γεγραπται, ουδε γαρ εσται τουτο, αλλ᾿ εν φωτι µεν αγαθων οι πεπραχοτες θεια, εν σκοτει δ᾿ εσονται ποινων οι των φαυλων εργαται, µεσον δε χασµα φοβερον εκατερους διειργον, ως αυτος συ εδιδαξας, ο ετοιµασας ταυτα. 120 Τω γαρ µεσον εµπιπτοντι ανθρωπω υπερ πασαν βασανον εσται φοβεραν τουτο και τιµωριαν, εις αββυσον κολασεων , εις χαος απωλειας εγκυβιστωντι δυστυχως και καταφεροµενω, ου επιβηναι δυσχερες τοις ουσιν εν βασανοις, 125 ινα διαπερασωσιν εν τη γη των δικαιων, οι προαιρουνται εν πυρι δεινως αποτεφρουσθαι η γαρ εις χαος το φρικτον εαυτους επιρριψαι. Οι ουν εκει ευχοµενοι γενεσθαι µετα ποτµον πολλων δακρυων αξιοι τυγχανουσι και θρηνων, 130 οτι ως κτηνη αλογα ολως αναισθητουσι και εαυτων κατευχονται και εαυτους πλανωσιν. Συ βασιλεια ουρανων, συ γη, Χριστε, πραεων, συ χλοης ο παραδεισος, συ ο νυµφων ο θειος, συ ο παστος ο αρρητος, συ η τραπεζα παντων, 135 συ εις ο αρτος της ζωης, συ καινοτατον ποµα, συ και ο κρατηρ του υδατος, συ και ζωης το υδωρ, συ και λαµπας καθ᾿ εκαστον ασβεστος τοις αγιοις, συ και χιτων και στεφανος και διαιρων στεφανους, συ και χαρα και ανεσις, συ τρυφη τε και δοξα, 140 συ και η αγαλλιασις, συ και η ευφροσυνη, και λαµψει ωσπερ ηλιος η χαρις σου, Θεε µου, (42) του Παναγιου Πνευµατος εν πασι τοις αγιοις, και λαµψεις ο απροσιτος ηλιος τουτων µεσον και παντες ελλαµφθησονται κατα αναλογιαν 145 της πιστεως, της πραξεως, ελπιδος και αγαπης, καθαρσεως και φωτισµου του εκ του Πνευµατος σου, Θεε, µονε µακροθυµε και κριτα των απαντων,
οις µοναι λογισθησονται διαφοροι και τοποι, τα µετρα της λαµπροτητος, τα µετρα της αγαπης, 150 της θεωριας τε της σης, το ποσον εσται παλιν µεγαλειοτητος αυτης δοξα, τρυφη και κλεος εις διαιρεσεις οικιων και µονων παραδοξων. Τουτο σκηναι διαφοροι, τουτο πολλαι οικιαι, τουτο στολαι λαµπροταται πολλων αξιωµατων 155 και στεφανοι παµποικιλοι, λιθοι και µαργαριται και ανθη τα αµαραντα ξενην εχοντα θεαν˙ τουτο και κλιναι και στρωµναι και τραπεζαι και θρονοι και απαν, οπερ εις τρυφην ηδυτατον υπαρχει, ην και εστι και εσεται το βλεπειν σε και µονον. 160 Οι ουν, καθαπερ ειρηται, µη βλεποντες το φως σου, µη παρα σου βλεποµενοι, αλλα κεχωρισµενοι της παναγαθου θεας σου, των αγαθων στερουνται. Που αν ευρωσιν ανεσιν, που ανωδυνον τοπον; Εν τινι κατοικησουσιν ευθεις µη γεγονοτες; 165 Συν τω προσωπω σου και γαρ ευθεις κατοικιουσι˙ µεµορφωσαι και γαρ αυτων εν τη ευθει καρδια και κατοικουσι συν τη ση µορφη εν σοι, Χριστε µου. Ω θαυµα, ω παραδοξον αγαθωσυνης δωρον! Εν τη µορφη τη του Θεου τους ανθρωπους γενεσθαι 170 και µορφωθηναι εν αυτοις τον αχωρητον πασι, τον αναλλοιωτον Θεον, τον ατρεπτον τη φυσει, τον εις παντας βουλοµενον ενοικειν τους αξιους, (43) ως ολον εχειν εκαστον εντος τον βασιλεα, την βασιλειαν τε αυτην και τα της βασιλειας 175 και λαµπειν, ωσπερ ελαµψεν αναστας ο Θεος µου, υπερ ηλιου τας βολας του ορωµενου τουτου και ουτως τω δοξασαντι αυτους παρεστηκοτες εκθαµβοι διαµεινουσιν υπερβολη της δοξης και προσθηκη διηνεκει λαµπροτητος της θειας˙ 180 ουδε γαρ τελος εσεται προκοπης εις αιωνας, η στασις της προσθηκης γαρ του ατελεστου τελους ποιησει και καταληψιν παντως ακαταληπτου, και προσκορης γενησεται ο ακορεστος πασιν. Αλλα το πληρωµα αυτου και του φωτος η δοξα
185 αβυσσος εσται προκοπης, ατελεστος αρχη δε˙ και ωσπερ εχοντες Χριστον ενδον µεµορφωµενον τουτω αυτω παριστανται λαµποντι απροσιτως˙ ουτω το τελος εν αυτοις αρχη τυγχανει δοξης, και - ινα σοι σαφεστερον το νοηµα ποιησω – 190 εν τελει εξουσιν αρχην και εν αρχη το τελος. Τον υπερπληρη νοει µοι ανενδεη προσθηκης, του ατελους το τελος δε τους τρεχοντα µη φθανειν. Ει γαρ παρελθη ουρανος ο ορωµενος ουτος και γη και παντα τα εν γη, στοχασθητι, τι ειπον˙ 195 εσται τοπου καταληψις, ενθα τελος ευρησεις˙ ου λεγω σοι σωµατικον, αλλα νοΐ ισχυσεις καταλαβειν το πληρωµα του ασωµατου κοσµου˙ ου κοσµος δε, αλλα αηρ υπαρχει ωσπερ πρωην˙ ουδε αηρ, αλλ᾿ αφθεγκτος χωρος, ονπερ το παν καλουσι, 200 και εστιν αβυσσος ατελεστος εις απαν, εξ ισης ολον παντοθεν, µερων εξ εκατερων˙ τουτο το παν πεπληρωται θεοτητος της θειας. Οι ουν αυτου µετεχοντες, εν αυτω τε οικουντες, (44) πως ολον περιλαβωσιν, ινα και κορεσθωσιν; 205 Η πως του τελους δραξωνται του ατελους, ειπε µοι; Αδυνατον και παντη δε αµηχανον υπαρχει˙ ουτε γαρ ωδε πελουσιν εν σαρκι τοις αγιοις, ουτε εκει εν τω Θεω µεταστασι τοιαυτη εννοια ολως εν αυτοις υπεισελθειν ισχυει˙ 210 και γαρ κατακαλυπτονται φωτι της θειας δοξης, ελλαµπονται και λαµπουσι και τρυφωσιν εν τουτοις και ισασιν ως αληθως παση πληροφορια, ως εσεται ατελεστος η τουτων τελειοτης και η της δοξης προκοπη αεναος υπαρξει. 215 Οι δε Θεου εκπιπτονες θαυµαζω, που και στωσιν, απο του οντος πανταχου αφεστηκοτες πορρω, και οντως φρικης, αδελφοι, θαυµα µεγαλης γεµον, δεοµενον τε λογισµου νοος πεφωτισµενου, ινα καλως νοησειε τουτο και µη εµπεση 220 εις αιρεσιν ως απιστων Θειου Πνευµατος λογους. Εντος µεν παντως του παντος υπαρξουσι και ουτοι,
εξω του θειου δε φωτος και Θεου οντως εξω˙ ωσπερ γαρ οι µη βλεποντες λαµποντος του ηλιου, καν ολοι περιλαµπωνται, εξω φωτος τελουσιν, 225 αισθησει θεωρια τε κεχωρισµενοι τουτου˙ ουτως εστιν εν τω παντι φως της Τριαδος θειον και µεσον οι αµαρτωλοι εν σκοτει καθειργµενοι, µη βλεποντες, µη αισθησιν ολως εχοντες θειαν, αλλα κατακαιοµενοι αυτων τη συνειδησει 230 και καταδικαζοµενοι, απορρητον την θλιψιν και την οδυνην αφθεγκτον εξουσιν εις αιωνας.
Β΄ Τις η επι τω πατρι τουτω γενοµενη αλλοιωσις και πως καθαρθεις εις ακρον ηνωθη Θεω και οιος εξ οιου εγενετο, οι προς Θεον ερωτικοι αυτου λογοι δηλουσιν ενταυθα˙ ος και θεολογων λεγει προς το τελος περι αγγελων. (45) Τις η αµετρος ευσπλαγνια σου, Σωτερ; Πως ηξιωσας µελος σον µε γενεσθαι, τον ακαθαρτον, τον ασωτον, τον πορνον; Πως ενεδυσας στολην µε λαµπροτατην απαστραπτουσαν αιγλην αθανασιας και φως ποιουσαν απαντα µου τα µελη; Σωµα γαρ το σον, το αχραντον και θειον, απαστραπτει ολον πυρι θεοτητος σου αναφυραθεν και συµµιγεν αρρητως˙ τουτο ουν καµοι εδωρησω, Θεε µου. Το γαρ ρυπαρον και φθαρτον τουτο σκηνος τω παναχραντω ενωθεν σωµατι σου και µιγεν το αιµα µου τω αιµατι σου ηνωθην, οιδα, και τη θεοτητι σου και γεγονα σον καθαρωτατον σωµα, µελος εκλαµπον, µελος αγιον οντως, µελος τηλαυγες και διαυγες και λαµπον. Ορω το καλλος, βλεπω την λαµπηδονα, ενοπτριζοµαι το φως της χαριτος σου
και το αρρητον εκπληττοµαι της αιγλης (46) και εξισταµαι κατανοων εαυτον˙ εκ ποιου οιος εγενοµην, ω θαυµα! Και ευλαβουµαι και εµαυτον αιδουµαι και, ως σε αυτον, και τιµω και φοβουµαι και εξαπορω, εντρεποµενος ολως, το που καθισω και τινι προσεγγισω και που τα µελη τα σα προσανακλινω, εις ποια εργα, εις ποιας ταυτα πραξεις ολως χρησωµαι τα φρικτα τε και θεια. ∆ος µοι και λαλειν και πραττειν, απερ λεγω, ω δηµιουργε και πλαστα και Θεε µου! Ει γαρ, α λαλω, ουκ εκπληρω εξ εργου, γεγονα χαλκος ηχων µατην µεγαλα και αναισθητων προς την ηχην των κτυπων˙ αλλα µη αφης µηδε εγκαταλιπης, µηδε πλανασθαι εασης µε, Σωτηρ µου, και ταλαιπωρον, τον πτωχον τε και ξενον, τον µυρια σοι ταλαντα χρεωστουντα, αλλ᾿ ωσπερ παλαι, και νυν πατρωας πασης, πατρος, αδελφων, µητρος, ιδιων, ξενων και αλλων παντων συγγενων τε και φιλων απεχωρισας αµαρτωλον µε οντα και παντων τουτων ευτελεστερον, Σωτερ, και προσελαβου σαις αχραντοις αγκαλαις τον αγνωµονα φανεντα τοις καλοις σου. Ουτω και νυν µε ελεησον, οικτιρµον, ουτω µαλλον δε µειζονως, ω Θεε µου, και σπλαχνισθητι και περιφυλαξον µε και του θυµου µου πραϋνον τας κινησεις και ικανωσον του µακροθυµως φερειν (47) παντα πειρασµον και λυπην την του βιου, οσα εµαυτω προξενω κακοφρονως, οσα δαιµονων πειραζει φθονερα φυσις και οι ασθενεις τουτων των αδελφων µου εργω µοι, λογω προξενουσι˙ φευ, οιµοι, οτι τα εµα µελη µε δαπανωσι,
και οδυνωµαι δι᾿ αυτα ταυτα παλιν. Αγοµαι ποσι κεφαλη λαχων ειναι, και γυµνοποδω και ακανθαις κεντουµαι και σφοδρα αλγω την οδυνην µη φερων˙ τοις εµπροσθεν εις των εµων ποδων βαινει και εις τουπισω στρεφεται παλιν αλλος˙ ενθεν κακειθεν συρουσιν, ελκουσι µε και περισκελιζοµαι και πιπτω κατω. Ακολουθειν ουν ουκ ισχυω τοις πασι˙ το κεισθαι κακον και το οδευειν ουτως χειρον πελει του κεισθαι, ως δεινον οντως, ως πασας αλλας συµφορας υπερβαινον. Κυριε, δος µοι κατανυξιν και πενθος αξιωσον εν τω σκοτει του βιου, εν τω κοσµω τουτω τε, τω της λυπης χωριω εκδουλευσαι σοι και καλως θεραπευσαι και τας αγιας εντολας σου φυλαξαι. Ευχαριστω σοι, οτι ζην δεδωκας µοι και γινωσκειν σε και προσκυνειν, Θεε µου˙ τουτο γαρ ζωη, το σε γινωσκειν µονον Θεον, κτιστην τε και ποιητην απαντων, αγεννητον, ακτιστον, αναρχον, µονον, και το σον υιον απο σου γεννηθεντα, και εκπορευτον το Παναγιον Πνευµα, την πανυµνητον τριαδικην µοναδα, ην το προσκυνειν ευσεβως και λατρευειν (48) υπερ δοξαν απασαν αλλην υπαρχει, καν επιγειον, καν ουρανιον ειπης. Τι γαρ αγγελων, τι δε των αρχαγγελων, κυριοτητων, Χερουβιµ, Σεραφιµ τε και παςων αλλων στρατιων ουρανιων υπαρχει δοξα η φως αθανασιας η χαρα η ελλαµψις ζωης αΰλου, ει µη το εν φως της Αγιας Τριαδος διαιρουµενον τρισσως αδιαιρετως, ο εν υπαρχει εν τρισι χαρακτηρσι, γινωσκοµενον αγνωστως, οσον θελει;
Ουδε γαρ ενδεχεται κτισµα τον κτιστην ουτω γινωσκειν η νοΐ βλεπειν ολον, ως αυτος οιδεν εαυτον κατα φυσιν˙ κατα χαριν δε βλεπουσι και νοουσιν αγγελοι παντες και πασα κτιστη φυσις, ου καταλαµβανοντες, αλλα νοουντες, καθο γνωσθηναι η φανηναι θελησει τοις τυφλοις το φως η και βλεπουσι παντως˙ και γαρ οφθαλµος χωρις φωτος ου βλεπει, αλλα και οραν εκ του φωτος λαµβανει, οτι παρ᾿ αυτου και εδηµιουργηθη. Καν ασωµατον, καν ενσωµατον ειπης, ευρησεις παντα Θεον πεποιηκοτα. Τα εν ουρανοις ει τι δι᾿ αν και ακουσης, τα επι της γης και τα εν ταις αβυσσοις, και τουτων παντων µια ζωη και δοξα, µια εφεσις και µια βασιλεια, πλουτος, χαρα, στεφανος, νικος, ειρηνη και πασα ευπρεπεια υπαρχει αλλη, η επιγνωσις της αρχης και αιτιας, οθεν παρηχθη και γεγονασι παντα. (49) Τουτο συστασις των ανω και των κατω, τουτο η ταξις παντων των νοουµενων, τουτο δουλωσις παντων των ορωµενων, τουτο εσχον αγγελοι στασιν βεβαιαν προσλαβοµενοι γνωσιν και φοβον πλειω, οτει πιπτοντα τον Σαταναν εωρων και τους συν αυτω υπαχθεντας οιησει˙ οσοι γαρ µονον επελαθοντο τουτου και κατεπεσον επαρσει δουλωθεντες, οσοι δε τουτο παλιν ειχον εις γνωσιν, εκουφιζοντο φοβω και τη αγαπη, προσκολλωµενοι τω εαυτων ∆εσποτη. Οθεν η επιγνωσις της δεσποτειας και την προσθηκην της αγαπης εποιει, οτι και πλειω την αστραπτουσαν αιγλην και τρανοτεραν εωρων της Τριαδος,
και τουτο παλιν πασαν εννοιαν αλλην απεκρουετο και ατρεπτους εποιει τους τρεπτην φυσιν το κατ᾿ αρχας λαβοντας, εν τω υψει µενοντας των ουρανιων. Γ’. Τις ο µοναχος και και τις η αυτου εργασια˙ και εις οιον υψος ουτος ο θειος πατηρ θεωριας ανηλθεν. Μοναχος, οστις αµιγης εστι κοσµω και αεναως οµιλει Θεω µονω, βλεπων βλεπεται, φιλων φιλειται και γινεται φως λαµποµενος αρρητως˙ δοξαζοµενος δοκει πλεον πτωχευειν και προσοικειουµενος ως ξενος πελει. Ω ξενου παντη θαυµατος και αφραστου! ∆ια πλουτον απειρον υπαρχω πενης και µηδεν εχειν δοκω πολυ κατεχων και λεγω˙ ∆ιψω δια πληθος υδατων και τις µοι δωσει, οπερ εχω πλουσιως, και που ευρησως, ον ορω καθ᾿ εκαστην; Πως δε κρατησω, ο εντος µου υπαρχει και εξω κοσµου, ου γαρ βλεπεται ολως; Ο εων ωτα ακουειν ακουετω νοων αληθως ρηµατα αγραµµατου. ∆’. ∆ιδασκαλια εις µοναχους αρτι αποταξαµενους κοσµω και τοις εν κοσµω˙ και περι του, οποιαν τις οφειλει πιστιν εχειν προς τον ιδιον πατερα. (51) Αφες κοσµον απαντα και τους εν κοσµω˙ µονον προσλαβου το µακαριον πενθος. Θρηνησον µονα τα κακως σοι πραχθεντα, οτι ταυτα σε του ποιητου των ολων απεστερησαν, Χριστου και των αγιων. Μηδενος αλλου φροντισης εκτος τουτου,
αλλα και το σωµα σου ως ξενον εχε και κατω βλεπε ως κατακεκριµενος και την επι θανατον οδον βαδιζων στεναζε αει εκ βαθους της καρδιας Και το προσωπον µονοις δακρυσι πλυνε. Τους δε ποδας σου, τους εις κακα δραµοντας µη θελησης υδατι νιψαι µηδολως, ναι δη, και τας χειρας σου συνεσταλµενας εχε˙ ταυτας αναιδως προς Θεον µη εκτεινης, ας πολλακις ηπλωσας εις αµαρτιαν. Κρατει προπετους, οση δυναµις, γλωσσης -ευχερης και γαρ αυτη προς αµαρτιαν -, επει δι᾿ αυτης µονης και των µεγαλων πολλοι απεσφαλησαν οδου ευθειας και απωλεσαν ουρανων βασιλειαν. (52) Ταυτης δε πρωτον φραξον τας ακοας σου, ακουειν µηδεν των αισχρων και µαταιων, και τοτε ισως κυριευσεις και ταυτης. Ακουε µονας πατρος σου νουθεσιας, ποιου ταπεινας προς αυτον αποκρισεις και ως τω Θεω λεγε τους λογισµους σου µεχρι προσβολης και µηδεν αποκρυψης. µηδε τι πραξης ανευ γνωµης της τουτου, µηδε κοιµηθης µητε φαγης η πιης. Και οτε ταυτα φυλαξης επι χρονοις, µηδεν δοκησης µεγα κατωρθωκεναι˙ και γαρ εσπειρας εν ιδρωτι και κοπω, ουπω δε καρπον των σων πονων εδρεψω. Μη ουν πλανηθης η δοξης ευρηκεναι, πριν η οφθαλµους ψυχικους επικτηση και σης καρδιας καθαρθωσι τα ωτα τοις δακρυσι σου εκπλυθεντα του ρυπου και πνευµατικως βλεπειν τε και ακουειν και αλλοτριουσθαι ολας αισθησεις αρξη, και γαρ θεαση πολλα των ανεκφραστων και ακουσεις πλειονα πανεξαισιως, α ου δυνηση τη γλωσση σου λαλησαι.
Φρικτον ουν θαυµα πνευµατικως ακουειν, και το ουτως βλεπειν δε θαυµα θαυµατων! Ουδεν σαρκικον εννοει ποτε ο τοιουτος, πατει δε την γην ως εις αερα βαινων, παντα τε ορα µεχρι και των αβυσσων και κατανοει τα ποιηµατα παντα, γνωριζει Θεον, εκπληττεται τω φοβω και ως ποιητην προσκυνει και δοξαζει˙ µεγα το γνωρισαι δε την δεσποτειαν, (53) καν παντες νοµιζωσι τουτο ειδεναι, απατωνται δε πλειστοι, µη αµφιβαλλης! Τουτο ισασιν οι φωτισθεντες, οι δ᾿ αλλοι παντες, ω της δεινης αγνοιας, σκοτεινοτεροι εισι και των δαιµονων. Αλλ᾿ ω Κυριε και Κτιστα των απαντων, ος εποιησας ζωον θνητον εκ γης µε και ετιµησας χαριτι αθανατω και ζην δεδωκας και λαλειν και κινεισθαι και δοξαζειν σε, τον ∆εσποτην των ολων, αυτος, ∆εσποτα, δος µοι τω ταλαιπωρω και προσπιπτειν σοι και αιτειν το συµφερον. Αγνοω και γαρ, πως παρηχθην εν κοσµω και τι τα τηδε, α νοµιζουσιν ειναι˙ τις η ορασις η εµη, ω Θεε µου, τι δε τα ορωµενα, ειπειν ουκ εχω, πως εµαταιωθηµεν ανθρωποι παντες και κρισιν ορθην ουκ εχοµεν των οντων. Χθες ηλθον παντως και αυριον υπαγω και ειναι δοκω αθανατος ενταυθα. Εχειν σε Θεον οµολογω τοις πασιν, αρνουµαι δε σε τοις εργοις καθ᾿ εκαστην˙ διδασκοµαι σε ποιητην ειναι παντων, ανευ δε σου βιαζοµαι παντα εχειν. Συ βασιλευεις των ανω και των κατω καγω µονος σοι αντιπιπτειν ου φρισσω˙ δος τω απορω, δος µοι τω παναθλιω πασαν απορριψασθαι ψυχης κακιαν,
ην φυσιωσις, ην επαρσις µαταια συνθλωσιν αµα και συντριβουσιν, οιµοι! ∆ος ταπεινωσιν, δος χειρα βοηθειας και καθαρισον τον ρυπον της ψυχης µου (54) και παρασχου µοι δακρυα µετανοιας, δακρυα ποθου, δακρυα σωτηριας, δακρυα καθαιροντα ζοφον νοος µου και λαµπρον µε ανωθεν αποτελουντα, τον οραν σε θελοντα, το φως του κοσµου, το φως των εµων οφθαλµων, του αθλιου, και καρδιαν γεµουσαν κακων του βιου εχοντος πολλων εκ θλιψεων και φθονου των δραµατουργων της εµης εξοριας η, µαλλον ειπειν, των εµων ευεργετων, των δεσποτων µου, των εµων οντως φιλων, οις αντι κακων δος αγαθα, Χριστε µου, τα αιωνια, τα και πλουσια και θεια, α ητοιµασας εις αιωνας αιωνων τοις σε ποθουσι και φιλουσιν εκθυµως. Ε’. Αλφαβητος του αυτου κατα στοιχειον διπλους προτρεπων και οδηγων εις τελειοτητα βιου αναδραµειν τον αρτι απο του κοσµου αναχωρησαντα. (55) Αρχην ποιησας Χριστον και θερµην πιστιν ουτως αναχωρησον απο του κοσµου. Βαδιζε φευγων συγγενεις τε και φιλους, τουτο γαρ ωφελιµον τοις αρχαριοις. Γυµνος προσελθε των υλων τω αΰλω, ουδεν µειζον ευρησεις εις συµµαχιαν. ∆ειλιαν πασαν απο σου απορριψας, προς δυνατον γαρ προσεφυγες ∆εσποτην. Ελπιδα µαλλον προσλαβων αδιστακτως, και γαρ κηδεται των µικρων στρουθιων. Ζυγον βαστασον τον ελαφρον Κυριου, πολλη η αντιδοσις γαρ των µελλοντων.
Ηµας βροτους απαντας σωζοντας δωρον, και γαρ ηγορασθηµεν αιµατι θειω˙ θεους δεικνυντα δυναµει του καλουντος, τουτο γαρ η σαρκωσις η του ∆εσποτου, ιν᾿ εργω γνως των εργων τας εκβασεις˙ το παντων θαυµαστοτερον των ορωµενων! Καλον σοι κερδος εκκοπη θεληµατων, µαρτυρα δεικνυει σε τη συνειδησει. (56) Λογους πατρος σου και πρσταγµατα πραττε, οδηγουσι γαρ την οδον απροσκοπως µεχρι θανατου˙ υψος γαρ τουτο µεγα! Θεος φαινεται δια σε τουτο πραξας. Νοµιζε ειναι ευτελεστερος παντων, τουτο πρωτον σε ποιει της βασιλειας, ξενος τε πτωχοτερος, ταπεινοτερος αλλων˙ µεγαλα οντως, ει ταυτα κατορθωσης. Ολος υπαρξης µιµητης του ∆εσποτου, τι δε υπαρχει αγαθοτερον τουτου; Παντα κατορθοι το πενθειν καθ᾿ εκαστην, γλυκυ γαρ τουτο υπερ βρωσιν και ποσιν ρεοντων και εστωτων διδασκον γνωσιν˙ αφιστα γαρ προτερον παντος του κοσµου. Σιωπην ασκει, την φυλαττουσαν ταυτα, ριζας κοπτει γαρ ανωφελεις παντοιας. Την µνηµην εχει παντοτε του θανατου˙ αυτη γαρ προξενος ταπεινωσεως πελει˙ Υφ᾿ ων καθαρθεις και αυγασθεις καρδιαν ω του θαυµατος του ζητουµενου πασι φως αξιωθης ιδειν καλως το θειον, βελος γαρ εστιν αϋλον εξ αΰλου˙ Χριστος δε εστιν η τελεια αγαπη, ο εχων αυτην θεσει Θεος υπαρχει, ψυχας φωτιζων τας αυτον εκζητουσας˙ αυται µοναι ζησονται, µηδεις πλανασθω! Ω θεοποιος αγαπη, Θεος ουσα! Εκπληξις τουτο και δυσευρετον πραγµα.
ΣΤ’. Τετραστιχα του αυτου τον προς Θεον αυτου εντευθεν δεικνυοντα ερωτα. (57) Πως και πυρ υπαρχεις βλυζον, πως και υδωρ εις δροσιζον, πως και καιεις και γλυκαινεις, πως φθοραν εξαφανιζεις; Πως θεους ποιεις ανθρωπους, πως το σκοτος φως εργαζη, πως αναγεις εκ του αδου, πως θνητους εξαφθαρτιζεις; Πως προς φως το σκοτος ελκεις, πως την νυκτα περιδρασση, πως καρδιαν περιλαµπεις, πως µε ολον µεταβαλλεις; Πως ενουσαι τοις ανθρωποις, πως υιους Θεου εργαζη, πως εκκαιεις σου τω ποθω, πως τιτρωσκεις ανευ ξιφους; Πως ανεχη, πως βασταζεις, πως ευθυς ουκ αποδιδως, πως υπαρχων εξω παντων βλεπεις παντων τα πρακτεα; (58) Πως µακραν ηµων τυγχανων καθορας εκαστου πραξιν; ∆ος υποµονην σοις δουλοις, µη καλυψη τουτους θλιψις! Ζ’.
Εντευξις του αυτου εις Θεον˙ και οπως Θεω συναπτοµενος και δοξαν Θεου ορων εν εαυτω ενεργουσαν εξεπληττετο. (59) Πως σε εντος µου προσκυνω, πως δε µακραν σε βλεπω, πως εν εµοι κατανοω, εν ουρανω δ᾿ ορω σε; Συ µονος οιδας, ο ποιων ταυτα και λαµπων ωσπερ ηλιος εν καρδια µου, τη υλικη, αΰλως. Ο διαυγασας µοι το φως της δοξης σου, Θεε µου, δια του αποστολου σου και µαθητου και δουλου, του παναγιου Συµεων, αυτος και νυν µοι λαµψον και διδαξον εν Πνευµατι υµνους εκεινω ασαι, καινους οµου και παλαιους, θειους και κεκρυµµενους, ιν᾿ εξ εµου θαυµαστωθη η γνωσις σου, Θεε µου, και η σοφια η πολλη παραδειχθη µειζονως˙ και παντες σε αινεσουσιν ακουσαντες, Χριστε µου, οτι καιναις εγω λαλω γλωσσαις τη χαριτι σου. Αµην, γενοιτο, Κυριε, κατα το θεληµα σου. Εγω πονω, εγω αλγω την ταπεινην ψυχην µου, οταν φανη εντος αυτης λαµψαν τρανως το φως σου˙ ο ποθος πονος παρ᾿ εµοι και καλειται και εστιν. Αλγος τω µη ισχυειν µε ολον περιλαβειν σε και κορεσθηναι, ως ποθω, υπαρχει µοι και στενω˙ οµως οτι και βλεπω σε, αρκετον µοι και τουτο και δοξα εσται και χαρα και στεφος βασιλειας, (60) και υπερ παντα τα τερπνα και ποθεινα του κοσµου˙ τουτο και των αγγελων µε οµοιον αποδειξει, ισως και µειζοντα αυτων, ∆εσποτα µου, ποιησει. Ει γαρ αορατος αυτοις υπαρχεις τη ουσια, τη φυσει τε απροσιτος, εµοι δε καθορασαι, παντως και τη της φυσεως σου µιγνυσαι µοι ουσια˙ ου γαρ διΐσταται τα σα, ου τεµνονται δε ολως, αλλ᾿ η φυσις ουσια σου και η ουσια φυσις. Της ουν σαρκος σου µετασχων της φυσεως µετεχω και της ουσιας αληθως της σης µεταλαµβανω, συγκοινωνος θεοτητος, αλλα και κληρονοµος γινοµενος εν σωµατι, µειζων των ασωµατων υπολαµβανω, γινοµαι υιος Θεου, ως ειπας,
ου προς αγγελους, προς ηµας δε, θεους ουτω καλεσας˙ Εγω ειπα˙ Θεοι εστε και υιοι Υψιστου παντες. ∆οξα τη ευσπλαγχνια σου και τη οικονοµια, οτι ανθρωπος γεγονας Θεος ων κατα φυσιν, ατρεπτως, ασυγχυτως τε µεινας τουτο κακεινο και θεον µε πεποιηκας, βροτον οντα την φυσιν, θεσει και χαριτι τη ση δια του Πνευµατος σου τα διεστωτα ως Θεος παραδοξως ενωσας. Η’. Τισι Θεος εµφανιζεται και τινες εν εξει γινονται του καλου δια της των εντολων εργασιας. (61) Πως βλεπεις κεκρυµµενος ων, πως εφορας τα παντα, πως ουχ ορασαι παρ᾿ ηµων, ηµας ορας δε παντας; Αλλ᾿ ουχι παντας, ους ορας, και γινωσκεις, Θεε µου, αλλα τους αγαπωντας σε µονους φιλων γινωσκεις και κατ᾿ εξαιρετον αυτοις σεαυτον εµφανιζεις˙ ηλιος κεκρυµµενος ων παση βροτεια φυσει εξανατελλεις εν τοις σοις, ορασαι παρ᾿ εκεινων, και ανατελλουσιν εν σοι οι πριν εσκοτισµενοι πορνοι, µοιχοι και ασωτοι, αµαρτωλοι, τελωναι. Μετανοουντες γινονται υιοι φωτος σου θειου˙ το φως δε φως παντως γεννα, φως ουν καυτοι τελουσι, τεκνα Θεου, ως γεγραπται, θεοι τε κατα χαριν. Οσοι καλως φυλαξουσι τας θειας εντολα σους, οσοι κοσµον αρνησονται τον µαταιον και πλανον, οσοι γονεις και αδελφους µισησουσιν αµισως, ως ξενους ηγησαµενοι τω βιω παροδιτας, οσοι γυµνοι γενησονται πλουτου τε και χρηµατων και την προσπαθειαν αυτων αρνησονται εις απαν, οσοι την δοξαν την κενην, ανθρωπων τους επαινους, απο ψυχης βδελυξονται δια την των ανω δοξαν, (62) οσοι θεληµα ιδιον εξεκοψαν τελειως και ως ακακα προβατα εγενοντο τοις ποιµεσιν, οσοι νεκροι τω σωµατι προς πασαν κακην πραξιν γεγονασιν ιδρωσαντες εις αρετων τους πονους
και µονω τω θεληµατι ζωντες του κυβερνητου, υπακοη νεκρουµενοι, ζωουµενοι τε αυθις, οσοι τω φοβω του Θεου και µνηµη του θανατου καθ᾿ εκαστην δακρυουσι νυκτα τε και ηµεραν και νοερως προσπιπτουσι τοις ποσι του ∆εσποτου ελεος εξαιτουµενοι και αφεσιν σφαλµατων˙ ουτοι εν εξει γινονται του καλου δια πασης της εργασιας των καλων θρηνουντες καθ᾿ εκαστην και επιµονως κρουοντες ελεος επισπωνται. Ουτοι δεησεσι συχναις, φωναις τε αλαληλοις και των δακρυων ταις ροαις ψυχην εκκαθαιρουσι˙ καθαιροµενην δε αυτην βλεποντες οι τοιουτοι πυρ ποθου προσλαµβανονται και πυρ επιθυµιας, του τελεον θεασασθαι ταυτην εκκαθαρθεισαν. Επει δε τελος του φωτος ευρειν αδυνατουσιν, ατελεστος η καθαρσις υπαρχει τοις τοιουτοις˙ οσον γαρ καθαρθησοµαι και λαµπρυνθω, ο ταλας, οσον δ᾿ αν και οφθησεται το καθαιρον µε Πνευµα, αρχη µοι παντοτε δοκει και καθαρµου και θεας. Εν αοριστω γαρ βυθω, εν αµετρητω υψει τις εφευρειν δυνησεται µεσοτητα η τελος; Οιδα, οτι πολυ εστι, το δε ποσον ουκ οιδα˙ επιθυµω του πλειονος και παντοτε στεναζω, οτι ολιγον το δοθεν, ει και πολυ ηγουµαι, προς το υπονοουµενον µακροθεν µου τυγχανειν, οπερ ορων επιθυµω, και δοκω µηδεν εχειν, µη ολως αισθανοµενος του δοθεντος µοι πλουτου. Οτι ορω τον ηλιον, ου λογιζοµαι τουτο˙ (63) και πως; Ακουσον, πιστευσον, οπερ εγω πανθανω˙ γλυκυς εστιν ο ηλιος, αρρητως εν αισθησει ελκων εις ποθον την ψυχην ανεκφραστον και θειον. Ορωσα αυτη φλεγεται και καιεται τω ποθω και ολον το φαινοµενον κατασχειν ενδον ταυτης θελει, αλλα ου δυναται και λυπειται εν τουτω και ου λογιζεται καλον η οραν η πανθανειν. Οτε ουν ο ορωµενος αχωρητος ων πασιν, απροσιτος επαληθως θελησει ελεησαι
την τεθλιµµενην µου ψυχην και τεταπεινωµενην, αιφνης, οιος οραται µοι προ προσωπου εκλαµπων, τοιουτος ολος εν εµοι οραται εξαστραπτων και ολος ολης µε χαρας, πασης επιθυµιας εµπιπλα και γλυκυτητος, τον ταπεινον, της θειας˙ αθροα η µεταβολη, η αλλοιωσις ξενη, το εν εµοι τελουµενον ανεκφραστον τυγχανει. Ει γαρ τουτον τον ηλιον, ονπερ παντες ορωµεν, ενδον εν τη καρδια τις εβλεψε κατελθοντα και ολον ενοικησαντα και λαµποντα ωσαυτως, ουχι νεκρος τω θαυµατι και αφωνος υπηρξε, και παντες εξεπλαγησαν οι τουτον κατιδοντες; Ο δε τον τουτου ποιητην ορων φωστηρος δικην εντος αυτου εκλαµποντα, ενεργουντα, λαλουντα, πως αν ουκ εκπλαγησεται βλεπων, πως αν ου φριξει, πως αν ουκ αγαπησειε τον την ζωην διδοντα; Ανθρωποι τους οµοιους αυτοις ανθρωπους αγαπωσιν, οταν των αλλων πλεον τι δοκωσιν υπερεχειν˙ τον δε των παντων ποιητην, τον αθανατον µονον, τον πασι παντα δυνατον τις ιδων ου ποθησει; Εξ ακοης πιστευσαντες ηγαπησαν οι πλειους και δι᾿ αυτον απεθανον οι αγιοι και ζωσιν˙ οι δε και θεας της αυτου και φωτος µετασχοντες, (64) γνωσθεντες και γνωρισαντες αυτον, πως µη ποθουσιν; Ειπε, πως ου πενθησουσι δι᾿ αυτον αεναως, πως ου καταφρονησουσι κοσµου και των εν κοσµω; Πως δε ουκ απαρνησονται πασαν τιµην και δοξαν, υπερ την δοξαν την εν γη, υπερ πασαν τιµην δε γενοµενοι, τον εξω γης, εξω των ορωµενων παντων, µαλλον δε τον ποιησαντα τα ορωµενα παντα, ναι δη και τα αορατα, ποθησαντες ∆εσποτην και δοξαν την αθανατον ευροντες και λαβοντες και εχοντες ανελλιπως παν αγαθον εκειθεν, αλλα και πασαν εφεσιν, πασαν επιθυµιαν των αιωνιων αγαθων, των πραγµατων των θειων; Εξ αυτης κατεπλουτησαν πηγης της αειζωου, ης κορεσθηναι, ∆εσποτα, δος και ηµιν πλουσιως
και πασι τοις ζητουσι σε καιποθουσιν εκθυµως, ως αν τρυφησωµεν καυτοι µετα των σων αγιων των αιωνιων αγαθων εις αιωνας αιωνων˙ αµην. Θ’. Οτι ο του Αγιου Πνευµατος µετοχος γεγονως υπο του φωτος και της δυναµεως αυτου αρπαζοµενος επανω παντων φερεται των παθων, µη βλαπτοµενος τω πλησιασµω υπ᾿ αυτων. (65) Αι, αι, Θεε, Κυριε, παντοκρατορ! Τις χορτασθη σου του αορατου καλλους, τις εµπλησθη σου της ακαταληψιας; Τις αξιως προρευθη των εντολων σου και το φως θεασεται του σου προσωπου µεγα, θαυµαστον, µη χωρουµενον ολως εν τουτω τω βαρει και σκοτεινωδει κοσµω, το τον ορωντα αφαιρουµενον κοσµου µετα σωµατος, ω µυστηριου ξενου! Τις ο το τειχος παρελθων της σαρκος αυτου, τις ο διαβας της φθορας το γνοφωδες και κοσµον παντα καταλειψας εκρυβη; Βαβαι γνωσεως και λογων ευτελειας! Που γαρ εκρυβη ο τον κοσµον περασας και παντων εξω γενοµενος, ων βλεπει; Λεγε, σοφια σοφων ηθετηµενη, ινα µη λεγω, Θεω µεµωραµενη, ως φησι Παυλος και πας τις Θεου δουλος. Ουτος επιθυµιων ανηρ των του Πνευµατος, ουτος σωµατι σωµασι πλησιαζων (66) δυναται τω πνευµατι αγιος ειναι˙ εξω γαρ κοσµου και των σωµατων τουτων ουδε ορεξις εστι σαρκικου παθους, αλλ᾿ απαθεια τις. Ο ταυτην φιλησας και εκ του φιληµατος ζωην κερδησας, ει γαρ και βλεπεις δηθεν ασχηµονουντα και προς την πραξιν ωσπερ αυτοµολουντα,
νεκρον το σωµα γινωσκε τουτο πραττειν! Ου λεγω διχα ψυχης, δι᾿ ης κινειται, αλλα της κακης εκτος επιθυµιας˙ η γαρ ηδονη της καλης απαθειας και το εξ αυτης φιλουν µε φως αρρητως ολον µου τον νουν εξιστων αφαρπαζει και γυµνον αυτον κρατουν χειρι αΰλω πεσειν ουκ εα της αυτου µε αγαπης η εννοησαι λογισµον εµπαθειας, αλλα κατασπαζεται αδιαλειπτως και την ψυχην µου ο ποθος καταφλεγει και ουκ εστιν εν εµοι αισθησις αλλη. Οσω γαρ κοπρου καθαρωτατος αρτος τιµιωτερος και ηδυτερος πελει, τοσουτω πλεον ασυγκριτως τα ανω υπερ τα κατω τοις καλως γεγευµενοις. Καταισχυνθητι των σοφων η σοφια, η της οντως γνωσεως εστερηµενη! Η γαρ απλοτης των ηµετερων λογων εργω κεκτηται την αληθη σοφιαν Θεω πλησιαζουσα και προσκυνουσα, εξ ου πασα διδοται ζωης σοφια, δι᾿ ης αναπλαττοµαι η και θεουµια Θεον καθορων εις αιωνας αιωνων˙ αµην. Ι’. Οτι ο θανατος τη λυπη και των στερροτερων καθαπτεται. (67) Ηκουσα πραγµα ξενον και πληρες θαµβους, φυσιν αϋλον, την λιθου στερροτεραν, ισον αδαµαντος καλουµενου παθουσαν, ος µη µαλαχθεις η πυρι η σιδηρω γεγονε κηρος εµπλεχθεις τω µολυβδω. Αρτ᾿ επιστευσα µικρον υδατος ρευµα πετρας το στερρον εγχρονιζον κοιλαινειν και οντως ουδεν ατρεπτον των εν βιω.
Μηδεις µ᾿ εκ του νυν απαταν νοµιζετω! Φευ τω βλεποντι τα φευγοντα του βιου ως κρατουµενα και τερποµενω τουτοις! Ταυτα πεισεται, απερ καγω, ο ταλας. Νυξ µ᾿ εχωρισεν αδελφου γλυκυτατου, το ατµητον φως της αγαπης τεµουσα.
ΙΑ’ Οπως ωραθη αυτω Θεος ως Στεφανω και Παυλω τοις αποστολοις, ενταυθα ο πατηρ εκπληττοµενος διηγειται. (68) Τι το καινον του θαυµατος του και νυν γινοµενου; Θεος και νυν αµαρτωλοις αρα ορασθαι θελει, ο παλαι ανω αναβας και καθεσθεις εν θρονω, εν ουρανω τω πατρικω, και κεκρυµµενος πελων; Εκρυβη γαρ εξ οφθαλµων των θειων αποστολων και µονος, ως ηκουσαµεν, Στεφανος µετα ταυτα ανεωγοτας ουρανους ειδε και τοτε ειπεν˙ Ορω εστωτα τον Υιον εκ δεξιων της δοξης της του Πατρος˙ και παραυτα ως βλασφηµα λαλησας λιθοβολειται προς αυτων των νοµοδιδασκαλων και θνησκει νοµω φυσεως και ζη εις τους αιωνας. Πλην ην αυτος αποστολος, ην και αγιασµενος και εµπλεως του Πνευµατος ολος του Παναγιου, αρχη δε του κηρυγµατος και πληθος των απιστων, οι τω Χριστω πιστευοντες δια των αποστολων και την χαριν ελαµβανον πιστεως ουσαν δωρον. Νυν δε, τι αρα βουλεται το ξενον τουτο πραγµα, το εν εµοι γινοµενον, τι δε αν θελοι ειναι η φοβερα καταπληξις του νυνι τελουµενου; Τις ο αρτι δεικνυµενος τροπος φιλανθρωπιας, ξενος πλουτος χρηστοτητος, αλλη πηγη ελεους, (69) πολυ το πλεον εχουσα των παλαι γεγονοτων; Πολλοι γαρ ηλεηθησαν θεια φιλανθρωπια, πλην και αυτοι προσεφερον ιδιον τι την πιστιν, ειτε και αλλας αρετας και πραξεις αποδεκτους˙
εγω δε παντων εµαυτον τουτων εστερηµενον κατανοων εξισταµαι και φερειν ουκ ισχυω τα εις εµε γινοµενα, τον ασωτον εκ µητρας, παρα Θεου του κτισαντος λογω την πασαν κτισιν˙ απερ και φριττω εννοειν, πως δε και λογω γραψω; Ποια χειρ λειτουργησειε, ποιος καλαµος γραψει, ποιος λογος εκφρασειε, ποια γλωσσα εξειποι, ποια χειλη λαλησουσιν, α εν εµοι ορωνται γινοµενα, τελουµενα δι᾿ ολης της ηµερας; Και γαρ και εν αυτη νυκτι και εν αυτω τω σκοτει βλεπω Χριστον τους ουρανους φρικτως ανοιγοντα µοι, αυτον τε παρακυπτοντα και καθορωµενον µοι αµα Πατρι και Πνευµατι, φωτι τω τρισαγιω, εν ον εν τοις τρισι και εν ενι τα τρια. Αυτα το φως παντως εισι, και το φως εν τα τρια, ο και υπερ τον ηλιον φωτιζει την ψυχην µου και καταλαµπει µου τον νουν οντα εσκοτισµενον. Ου γαρ εωρα µου ο νους εξ αρχης, α εωρα, αλλα τυφλος, πιστευσατε, υπηρχον και µη βλεπων, και δια τουτο πλεον µε το θαυµα καταπληττει, οταν πως µου τον οφθαλµον του νοος διανοιγη, και πως το βλεπειν διδωσι και βλεποµενον εστιν. Αυτος γαρ φως εν τω φωτι φαινεται τοις ορωσι και οι ορωντες εν φωτι αυτον βλεπουσι παλιν. Εν φωτι γαρ του Πνευµατος βλεπουσιν οι ορωντες, και οι εν τουτω βλεποντες τον Υιον καθορωσιν˙ ο δε Υιον αξιωθεις ιδειν Πατερα βλεπει, (70) Πατερα δε ο θεωρων συν Υιω παντως βλεπει. Οπερ και νυν, ως ειρηται, εν εµοι εκτελειται, και τα ακατανοητα ποςως καταµανθανω, και νυν µακροθεν καθορω τα αθεατα καλλη τω απροσιτω του φωτος, τω αστεκτω της δοξης καταπληττοµενος σφοδρως, συνεχοµενος τροµω, πλην οτι µιαν καθορω εξ αβυσσου σταγονα. Ως εν σταγονι δε το παν δεικνυται των υδατων, οποιον την ποιοτητα και ποταπον το ειδος, ως εξ ακρου του κρασπεδου ολον το υφασµα
και, ως φασιν, εξ ονυχων το θηριον, ο λεων, ουτως ολον εν ολιγω ασπαζοµενον βλεπω, αυτον τ᾿ εκεινον προσκυνω, τον Χριστον και Θεον µου. Ειχον δ᾿ εν διανοια µου µικραν παραµυθιαν του µη καταφλεχθηναι µε, του µη κατακαηναι ωσπερ κηρος απο πυρος, ως ειπεν ο προφητης, το µακροθεν υπαρχειν µε πυρος του απροσιτου και σκοτους µεσον ιστασθαι και κρυπτεσθαι εν τουτω, οθεν ως εξ οπης µικρας και ορων ιλιγγιων. Εν τουτοις µου διαγοντος και τον νουν ασχολουντος και οιονει εν ουρανω δοκουντος ατενιζειν και τρεµοντος, µη πλειον µε παραδεχθεις εκλειξη, αυτον εκεινον ευρηκα, ον µακροθεν εωρων, ον Στεφανος εωρακεν ουρανων ανοιγεντων και Παυλος παλιν υστερον ιδων απετυφλωθη, ολον ως πυρ επ᾿ αληθως µεσον εµης καρδιας. Θροηθεις ουν τω θαυµατι και τροµαξας µεγαλως εξεστην, ολος εκλυθεις, ολος εξαπορησας, µη φερων τε το αστεκτον της δοξης απεστραφην, εν τη νυκτι τε εφυγον αισθησεων των ωδε και σκεπασθεις τοις λογισµοις απεκρυβην εν τουτοις, (71) ωσπερ εν µνηµατι εµβας, και αντι λιθου τουτο το σωµα το βαρυτατον επιθεις εσκεπασθην και απεκρυβην τω δοκειν τον πανταχου παροντα, τον παλαι µε εγειραντα νεκρον και τεθαµµενον. Φριξας γαρ και µη ισχυων βλεπειν αυτου την δοξαν υπεισελθειν προηρηµαι και προσµειναι τω ταφω και κατοικειν µετα νεκρων, ζων αυτος εν τω ταφω, ηπερ καταφλεχθηναι µε και αρδην απολεσθαι. Εκει παντως καθηµενον δει µε θρηνειν απαυστως, και κλαιειν χρη τον ασωτον, οτι του ποθουµενου απετυχον και γεγονα κειµενος εν τω ταφω. Ζων δε νεκρος, υπογειος, λιθω κακαλυµµενος ζωην ευρον, Θεον αυτον, τον την ζωην διδοντα, ω πρεπει δοξα και τιµη νυν και εις τους αιωνας˙ αµην.
ΙΒ’ Περι του ενος κατα παντα της τρισυποστατου θεοτητος θεολογια˙ και δι᾿ ων τη ταπεινωσει χρωµενος λεγει περι εαυτου, των δοκουντων ειναι τι εντρεπων την οιησιν. (72) Πως, α ποτε ηφανισας, εν εµοι παλιν ζωσι και σκοτους µε και θλιψεως εµπιπλωσι, Θεε µου; Παθη θυµου τε κ αι οργης, εξ ων εγγινεται µοι αναθυµιασις, αχλυς επι την κεφαλην µου, και πηρωσιν τοις νοεροις οµµασι µου ποιουσι, και γαρ, ωσπερ καλυπτονται και καµµυειν τω ζοφω, οιµοι, καταναγκαζονται, και σου αποστερουµαι, φωτος, ου πας εφιεται, ολιγοι δ᾿ εκζητουσιν. Αλλα και οι αξιωθεντες σου µετασχειν των αρρητων και υλικως µεταλαβειν εν αΰλω αισθησει µυστηριων των φοβερων και τοις πασιν αφραστων γνωναι τε την αορατον εν ορωµενοις δοξαν και το ξενον µυστηριον, ο εν κοσµω επραχθη, κοµιδη ολιγωτεροι εισιν, ευ οιδα, παντως˙ οι και τουτων εγενοντο εν τρανει θεωρια παρα του οντος εν αρχη προ παντων των αιωνων εκ του Πατρος συν Πνευµατι Υιου, Θεου και Λογου, φωτος τρισσου εν τω ενι, ενος εν τοις τρισι δε. Αµφοτερα και γαρ εν φως, Πατηρ, Υιος και Πνευµα, ατµητον ον εν τοις τρισι προσωποις ασυγχυτως, πλην ηνωµενοις και αυτοις κατα την θειαν φυσιν αρχης, δοξης, δυναµεως, θεληµατος ωσαυτως. Τα τρια γαρ οραται µοι, ως εν ενι προσωπω (73) ωραιοι δυο οφθαλµοι φωτος πεπληρωµενοι˙ προσωπου διχα οφθαλµοι πως βλεψουσιν, ειπε µοι; Προσωπον δ᾿ ανευ οφθαλµων ου χρη παντως καλεισθαι, λειπεται γαρ του πλειονος, η ειπειν µαλλον ολου˙ ηλιος γαρ, ει στερηθη φωτος της ευπρεπειας, απολειται πρωτος αυτος, επειτα κτισις πασα, η υπ᾿ αυτου το λαµπεσθαι και το βλεπειν λαχουσα. Ουτω Θεος τοις νοητοις ενος ει στερηθειη, ειτε Υιου η Πνευµατος, Πατηρ ουκετι εσται,
αλλ᾿ ουδε ζων υπαρξειεν αποβαλων το Πνευµα, εξ ου τοις πασι διδοται και το ζην και το ειναι. Σεβεσθω τοινυν απασα λογικη οντως φυσις, οση υπο τον ηλιον, οση δ᾿ υπερθεν τουτου, φυσιν την τρισυποστατον ανερµηνευτον παντη! Θεου γαρ ουτε ονοµα, ου φυσιν, ουκ ιδεαν, ου µορφην, ουχ υποστασιν των ανθρωπων τις εγνω, ινα ειπη και γραψη και µεταδω τοις αλλοις, αλλ᾿ ωσπερ λαµπων ηλιος τοις νεφεσιν εισδυνει και ουχ οραται µεν αυτος, ουδ᾿ ολως φωτι φαινει, αλλ᾿ αµυδρον τοις εν τη γη το φως αυτου παρεχει, ουτω µου νοει τον Θεον αφ᾿ ηµων κεκρυµµενον και σκοτος µεγα βαθυ παντας ηµας κατεχον. Αλλα το θαυµαστοτερον νοει παντως ενταυθα˙ Θεου γαρ ου συστελλεται το φως, ως του ηλιου, αλλα λαµπει πανταχου και φωτιζει τα παντα˙ και µεσον εγω του παντος περιεχοµαι σκοτει και του εµε ποιησαντος φωτος αποστερουµια. Τις ουν εµε µη κλαυσειε και τις αν ου πενθηση και τις ουκ αν στεναξειεν επ᾿ εµοι και δακρυση, οτι Θεος εν απασι και πανταχου υπαρχει και φως ολος αυτος εστιν, εν ω ουκ εστιν ολως ου τροπης αποσκιασµα, ου νυκτος παρουσια, (74) ου σκοτος παρεµποδισµος εγγινεται εις απαν, αλλ᾿ εφηπλωται τω παντι και απροσιτως λαµπει και τοις αξιοις προσιτος και ληπτος καθοραται, ολιγον µεν, ως εφαµεν, προς ολην την ακτινα και προς τον ηλιον αυτον, οτε φανειται ολος, πολυ δε παντως προς αυτους τους σκοτει καθηµενους, οτι κατηξιωθησαν µικραν αυγην ιδεσθαι. Εγω δε, ο ταλαιπωρος, προτιµωµια το σκοτος και µεριµνω τα εν αυτω και προστιθω τον ζοφον, και γινεται παχυτερον τη ταπεινη ψυχη µου, εξ ου τα παθη τρεφονται και εν εµοι ζωουνται και δρακοντες µοι γινονται και ερπετα και οφεις διαταρασσοντες αει της ψυχης µου τα µελη˙ και γαρ η δοξα δακνει µε, η κενη και µαταια,
και τους οδοντας πεπηγεν εν τη εµη καρδια˙ εξ ης αδυνατησαντος και εκλυθεντος ολως ηλθον κυνες οι αγριοι, ηλθεν θηριων πληθος, και ευροντα µε κειµενον κατεµασησαντο µε. Τρυφη γαρ και ο επαινος µυελον και τα νευρα διεσπασαν µου, της ψυχης ισχυν και προθυµιαν. Αφηρηκοτα απ᾿ εµου, οιµοι, πως παντα γραψω; Οιησιν δε και οκνον µοι ως ληστας επιθεντες, ηδονην τε και µεριµναν, πως ανθρωποις αρεσω, απ᾿ εναντιας συροντες διεµερισαντο µε˙ η µεν την σωφροσυνην µου και το νηφαλιον µου, η δε τα εργα τα καλα και πραξεις τας ενθεους εφ᾿ εαυτας δεικνυοντες νεκρον απεδειξαν µε, οιησιν, το παραδοξον και θαυµαστον και µεγα, καταλιποντες εν εµοι τω κατερρυπωµενω. Πως γαρ, ειπε, ου θαυµαστον, πως ου πληρες ελεους, οτι τοσαυτα παθη µε επιπεσοντα αιφνης και πασης αρετης γυµνον και νεκρον δειξαντα µε (75) ελαθον παλιν εµαυτον µηδεν των γενοµενων επεγνωκως, αλλ᾿ οιοµαι µειζων παντων υπαρχειν και απαθης και αγιος και σοφος θεολογος, δικαιως και τιµωµενος παρα παντων ανθρωπων, αλλα και επαινουµενος, ως αξιος επαινων απαντας προσκαλουµενος δοκω τιµην συναγειν. Συναγοµενων γαρ αυτων εγω φυσωµαι πλεον και συχνως περιβλεποµαι, µη που τις απελειφθη, οστις ου παραγενετο και εθεασατο µε˙ και ει που ευρεθειη τις παραβλεψαµενος µε, µνησικακω και λοιδορω και διασυρω τουτον, οπως ακουσας και αυτος µη φερων µου τους ψογους ελθη, προσαγορευση µε, φανη υποσδονδος µου και ως κακεινος χρηζει µου της ευχης και αγαπης, και λεγω παντας τους λοιπους˙ Ερχεται και ο δεινα και τας ευχας κοµιζεται και τους λογους ακουει και την διδασκαλιαν µου – φευ µοι της ευπηθειας! Πως ουν βλεπω γυµνωσιν της αθλιοτητος µου και των πληγων αισθανοµαι και λυπουµαι και κλαιω
και ιασιν επιζητω ανακλιθεις ξενωνι και ιατρους παρακαλω δεικνυς τους µωλωπας µου, απογυµνωσας τε αυτοις και τα κρυπτα µου παθη, ως αν ξηρια, εµπλαστρα και καυστρας επιθωσι, και υποµεινω καρτερως δια την ιασιν µου, αλλα και µαλλον προστιθω τραυµατα καθ᾿ εκαστην; Αλλ᾿, ω Θεε µου, οικτειρον εµε πεπλανηµενον και φοβον σου εµφυτευσον εν τη εµη καρδια, ινα τον κοσµον φυγοιµι κατα τας εντολας σου και µισος εξω προς αυτον και συσταλω εµφρονως, και µη εασης µε, Χριστε, µεσον τουτου πλανασθαι, οτι σε µονον αγαπω µηπω σε αγαπησας, και σου µονου προσδοκω τας εντολας φυλαττειν, ολως ων εν τοις παθεσι, µηδε επεγνωκως σε. Τις γαρ των επιγνοντων σε χρηζει δοξης του κοσµου; (78) Αλλο και γαρ το θεληµα σαρκος ρευστης υπαρχει, ετερον δε του Πνευµατος, και αλλο της ψυχης µου. Πλην ου τριπλους, αλλα διπλους, ως ανθρωπος, υπαρχω˙ η ψυχη µου συνδεδεται αρρητως τη σαρκι µου, πλην ου ζητει τα εαυτου εκαστον καταλληλως, οιον φαγειν τε και πιειν, οιον το καθευδησαι, α και σαρκος θεληµατα χοϊκα ειναι λεγω. Επει δε παλιν χωρισθεν ψυχης ουδεν ζητει τοιουτον, αλλα νεκρον, αναισθητον, ωσπερ πηλος τυγχανει, το παν ψυχης ειναι δοκω, εν θεληµα ανθρωπου. Ο ουν τω Θειω Πνευµατι το ιδιον ενωσας θεοειδης εγενετο Χριστον λαβων εν στερνοις, Χριστιανος απο Χριστου, Χριστον µεµορφωµενον εχων εν εαυτω παντως τον αληπτον και µονον, τον αληθως απροσιτον τοις ποιηµασι πασιν. Αλλ᾿, ω φυσις αµολυντε, ουσια κεκρυµµενη, φιλανθρωπια αγνωστε τοις πλειοσιν ανθρωποις, ελεος ουχ ορωµενον τοις αφρονως βιουσιν, ουσια αναλλοιωτε, ατµητε, τρισαγια, φως απλουν και ανειδεον, ασυνθετον εις απαν, ασωµατον, αχωριστον, αληπτον παση φυσει, πως καθωραθης ως εγω, εγνωσθης τοις εν σκοτει
και εκρατηθης εν χερσι µητρος σου της αγιας, και εδεσµευθης ως φονευς, επαθες ωςκακουργος σωµατικως, ω βασιλευ, θελων παντως µε σωσαι και παλιν επαναγαγειν εις παραδεισον δοξης; Τουτο οικονοµια σου, τουτο η παρουσια, τουτο η ευσπλαγχνια σου και η φιλανθρωπια, η γενοµενη δι᾿ ηµας, παντας ανθρωπους, Λογε, πιστους, απιστους, εθνικους, αµαρτωλους, αγιους˙ κοινη γαρ παντων γεγονεν η επιφανεια σου, σωτηρια και λυτρωσις ζωντων και των θανοντων. (79) Το δε κρυπτως γινοµενον εν εµοι τω ασωτω και µερικως τελουµενον εν γνωστη αγνωσια -γνωστη µεν παντως παρ᾿ εµοι, αγνωστω δε τοις αλλοις-, ποια γλωσσα λαλησειε, ποιος νους ερµηνευση, ποιος λογος εκφρασειεν, ινα και χειρ µου γραψη; Φρικτον γαρ οντως, ∆εσποτα, φρικτον και υπερ λογον, οτι οραται µοι το φως, ο ο κοσµος ουκ εχει, και αγαπα µε ο µη ων ενδον τουτου του κοσµου, και αγαπω τον µηδαµου οντα εν ορωµενοις. Επι της κλινης καθηµαι εξωθεν ων του κοσµου και µεσον ων της κελλης µου τον εξωθεν του κοσµου οντα τε και γενοµενον βλεπω, ω και οµιλω - ειπειν δε τολµα – και φιλω, φιλει µε και εκεινος, εσθιω, τρεφοµαι καλως µονη τη θεωρια και συνενουµενος αυτω ουρανους υπερβαινω και τουτο οιδα αληθες και βεβαιον υπαρχειν, το που το σωµα τοτε δε υπαρχει, ου γινωσκω. Οιδα, οτι κατερχεται ο υπαρχων ακινητος˙ οιδα, οτι οραται µοι ο τυγχανων αορατος˙ οιδα, ο πασης κτισεως αποκεχωρισµενος ενδον αυτου λαµβανει µε και εν αγκαλαις κρυπτει, και εκ παντος ευρισκοµαι εξω τοτε του κοσµου. Εγω δε παλιν, ο βροτος και µικρος εν τω κοσµω, εντος µου ολον καθορω τον ποιητην του κοσµου, και οιδα, ως ου θνηξοµαι ενδον ζωης τυγχανων, και ολην εχω γτην ζωην βλυστανουσαν εντος µου˙ εν τη καρδια µου εστιν, εν ουρανω δ᾿ υπαρχει,
ωδε κακει οραται µοι επισης απαστραπτων. Οπως δε ταυτα γινονται, πως αν καλως νοησω, πως δ᾿ εξειπειν σοι δυνηθω, οσα νοω και βλεπω; Εισι γαρ οντως αφθεκτα και αρρητα εις απαν, α οφθαλµος ουχ εωρακεν, ουκ ακηκοεν ους δε, (80) επι καρδιαν σε ποτε ουκ ενεβη σαρκινην. Ευχαριστω σοι, ∆εσποτα, οτι ηλεησας µε και δεδωκας ιδεσθαι µε ταυτα και ουτως γραψαι, τοις µετ᾿εµου κηρυξαι τε την σην φιλανθρωπιαν, ινα και νυν µυηθωσι λαοι, φυλαι και γλωσσαι, οτι τους παντας ελεεις θερµως µετανοουντας ισον τοις αποστολοις σου και πασι τοις αγιοις, ευεργετεις τε και τιµας και δοξαζεις, Θεε µου, ως µετα ποθου σε µονον βλεποντας, τον ποιητην του κοσµου, ω πρεπει δοξα και τιµη, κρατος, µεγαλωσυνη, ως βασιλει τε και Θεω του παντος και ∆εσποτη νυν και αει δια παντος εις αιωνας αιωνων˙ αµην. Ι∆’. Ευχαριστια προς Θεον των δωρεων ενεκα, ων παρ᾿ αυτου ηξιωθη˙ και οτι φρικτον και αγγελοις το της ιερωσυνης και ηγουµενειας αξιωµα. (81) Εγω, καν θελω, ∆εσποτα, λαλησαι ουκ ισχυω. Τι γαρ ολως και φθεγξοµαι ακαθαρτος υπαρχων και λογισµοις και πραξεσι και εννοιαις απασαις; Πλην την ψυχην τιτρωσκοµαι, φλεγοµαι τα εντος µου επιθυµων λαλησαι σοι, καν ποσως, ο Θεος µου. Βλεπω, και γαρ επιστασαι τα εµα, ω Θεε µου, οτι τα µελη απαντα σωµατος και ψυχης µου εµιανα εκ γενετης, ολος ων αµαρτια. Τεκµαιροµαι το ελεος και την φιλανθρωπιαν και τα καλα σου τα πολλα, α εις εµε ειργασω, και αφωνος καθισταµαι µικρου απογινωσκων και θλιβοµαι διηνεκως λυπουµενος, ο ταλας, οτι αναξιος ειµι των αγαθων σου παντων.
Οποταν ελθω εις εµαυτον και κατα νουν θελησω αναλογισθαι, Χριστε, τα πληθη των κακων µου, και οτι εν αγαθον ουκ επραξα εν βιω, αντι δε των κολασεων, οργης σου της δικαιας, ων υποµειναι εµελλον ως πολλα σε λυπησας, τοσουτων µαλλον αγαθων νυν κατηξιωσας µε, ερχοµαι εις απογνωσιν, φοβουµαι σου το κριµα, οτι και µαλλον προστιθω πταισµατα καθ᾿ εκαστην, (82) και το πολυ σου ελεος και την φιλανθρωπιαν τρεµω µη τρεψης εις θυµον µειζονος τιµωριας, οτι ευεργετουµενος αχαριστω σοι πλεον, δουλος υπαρχων πονηρος σου, του καλου ∆εσποτου. Παντα ουν ταλλα, Κυριε, υποµονην παρειχον, ελπιδα προξενουντα µοι ζωης της αιωνιου˙ ου ενεκεν και εχαιρον πολλα, ως οιδας µονος, θαρρων εις την χρηστοτητα και εις το ελεος σου. ∆ια γαρ τουτο εκ παντος ηρες µε εκ του κοσµου και παντων απεχωρισας συγγενων τε και φιλων, οπως και ελεησης µε και σωσης µε, Χριστε µου˙ τουτο πληροφορουµενος παρα της χαριτος σου ειχον χαραν απληρωτον και βεβαιαν ελπιδα. Τα δυο δε τα εσχατα οπως ειπω, ουκ οιδα, α εις εµε ευδοκησας γενεσθαι, Βασιλευ µου, και την ψυχην µου και τον νουν λογου αποστερουσι και ενεργειας παυσουσι και φρονησεις απασας, αλλα και τω µεγεθει σου βαρυνουσι της δοξης και παυσασθαι παρα µικρον πειθουσι µε, Σωτηρ µου, µηδεν λαλειν,µηδεν ποιειν, µηδε απτεσθαι τουτων, και απορω εν εµαυτω και θαυµαζων λυπουµια. Πως τοις τοιουτοις εµαυτον πραγµασιν απορρητοις εξεδωκα διακονειν και λειτουργειν, ο ταλας; Εν οις αγγελοι φριττουσιν αδεως ατενισαι, προφηται εδειλιασαν ενωτισθεντες αµα δοξης το ακαταληπτον και της οικονοµιας˙ αποστολοι και µαρτυρες και διδασκαλων πληθος βοωσι και κραυγαζουσιν εαυτους αναξιους διαρρηδην κηρυττοντες απασι τοις εν κοσµω.
Εγω δε πως, ο ασωτος, και πως εγω, ο πορνος, και πως εγω, ο ταπεινος, γενεσθαι ηξιωθην και αδελφων ηγουµενος, των θειων µυστηριων (83) ιερουργος και λειτουργος της αχραντου Τριαδος; Οπου γαρ αρτος σαρκος και του αιµατος, Λογε, εκει υπαρχεις συ αυτος, ο Θεος µου και Λογος, και ταυτα σωµα γινεται σον αληθως και αιµα επελευσει του Πνευµατος και δυναµει Υψιστου˙ και τολµωντες απτοµεθα θεου του απροσιτου, µαλλον δε του οικουντος εν φωτι απροσιτω, ου µονον φυσει τη φθαρτη ταυτη και ανθρωπινη, αλλα και πασαις νεοραις στρατιαις των αγγελων. Τουτο ουν το απορρητον, τουτο το υπερ φυσιν εργον τε και εγχειρηµα, οπερ ποιειν εταχθην, πειθει µε και τον θανατον προ οφθαλµων µου βλεπειν˙ οθεν αφεις το ηδεσθαι τω τροµω συνεσχεθην ειδως, οτι αδυνατον εµοι και πασιν, οιµαι, το κατ᾿ αξιαν λειτουργειν και βιον ουτως εχειν αγγελικον εν σωµατι, µαλλον δ᾿ υπερ αγγελους, ιν᾿ ο λογος εδειξε και η αληθεια εχει, και οικειοτερος αυτων γενηται κατ᾿ αξιαν ως και χερσιν απτοµενος και στοµατι εσθιων, ονπερ εκεινοι φριττοντες παριστανται συν τροµω. Το δε κριµα των αδελφων, ους τεταγµαι ποιµαινειν, ποια ψυχη βαστασειε, ποιος νους ευπορηση ακατακριτως µετελθειν ενος εκαστου γνωµην και παντα τα παρ᾿ εαυτου ανελλιπως εισφερειν και εξελεσθαι κριµατος εαυτον του εκεινων; Ου µοι δοκει πως δυνατον ανθρωποις ειναι τουτο˙ πειθοµαι ουν βουλοµαι µαθητης ειναι µαλλον ενος δουλευων θεληµα, ενος ακουων λογους, και υπερ τουτου του ενος µονον υφεξειν λογους, η τροποις και θεληµασι δουλευειν των πλειονων (84) και τουτων γνωµας ερευνας και βουλας εξευρισκειν και πραξεις τε και λογισµους εξιχνιαζειν πλεον, επει και κρισις µενει µε και δουναι µελλω λογους, ανθ᾿ ωνπερ ηµαρτηκασιν, ους εγωγε ποιµαινειν
λογοις αρρητοις του Θεου παντως ηρεθην µονος. Εκαστος γαρ κριθησεται και λογους παντως δωσει, ων επραξεν αυτος, ει τι χρηστον η φαυλον, υπερ εκαστου λογον δε µονος εγω παρεξω˙ και πως σωθηναι βουλοµαι η πως ελεηθηναι, ο µηδε καν υπερ εµης µιας ψυχης αθλιας εχων ολως ενδειξασθαι εργον προς σωτηριαν; Και γαρ, πληροφορηθητι, ουκ εχων, ο,τι φρασσω, ουδε γαρ επραξα ποτε εργον µικρον η µεγα, δι᾿ ου και µελλω σωζεσθαι πυρος του αιωνιου. Αλλ᾿ ω φιλανθρωπε Σωτηρ, ευσπλαγχνε, ελεηµων, θειαν µοι δος τω ταπεινω δυναµιν, ωστε λογω, ους δεδωκας µοι αδελφους, ποιµαινειν εν συνεσει, καθοδηγειν επι νοµας των νοµων σου των θειων και ανασωζειν εις µονας της ανω βασιλειας σωους, απηµονας, φαιδρους των αρετων τω καλλει, αξιους τε προσκυνητας του φοβερου σου θρονου˙ καµε δε τον αναξιον προσλαβου εκ του κοσµου, ει και καταστικτον πολλαις αµαρτιων αικιαις, αλλ᾿ οµως λατριν αµα σον και αχρειον οικετην, και τοις χοροις των εκλεκτων, οις κριµασι γινωσκεις, συγκαταριθµησον οµου µετα των µαθητων µου, ιν᾿ αµα παντες βλεπωµεν την δοξαν σου την θειαν και των αφραστων σου, Χριστε, αγαθων εντρυφωµεν. Συ γαρ ει η απολαυσις, η τρυφη και το κλεος των αγαπωντων σε θερµως εις αιωνας αιωνων˙ αµην. ΙΕ’. Οπως βλεπων την δοξαν του Θεου ενηργειτο υπο του Παναγιου Πνευµατος, και οτι το Θειον εντος και εκτος εστι του παντος, αλλα και ληπτον τε και αληπτον τοις αξιοις, και οτι οικος ∆αυιδ ηµεις εσµεν, και οτι εις πολλα γινοµενος ο Χριστος και Θεος ηµων µελη εις εστι και ο αυτος και µενων αµεριστος. (85) Αποκαλυπτοµενου σου, ∆εσποτα των απαντων, και δοξαν του προσωπου σου τρανοτερον δεικνυντος
ολος τροµω συνεχοµαι ανωθεν καθορων σε, ως εφικτον εστιν εµοι, τω ταπεινω την φυσιν, και φοβω συνεχοµενος εκπληττοµαι και λεγω˙ Υπερ καταληψιν εµην παντα τα σα, Θεε µου, και γαρ ειµι ακαθαρτος, αναξιος εις απαν του βλεπειν σε, τον καθαρον και αγιον ∆εσποτην, ον ευλαβουνται αγγελοι και λειτουργουσι τροµω, και απο του προσωπου σου κλονειται πασα κτισις. Οταν δε ταυτα ειποιµι και οφθαλµους καµµυσω, τουτεστι κατω µου τον νουν αποστρεψω, µη βλεπειν η καθοραν δυναµενος την αστεκτον σου θεαν, τοτε θρηνω στερουµενος του καλλους σου, Θεε µου, µη φερων σου τον χωρισµον, του φιλανθρωπου µονου. Θρηνουντα δε και κλαιοντα ολον µε περιλαµπεις, βαβαι, και καταπληττοµαι και επι πλειον κλαιω, το προς εµε σου ευσπλαγχονον τον ασωτον θαυµαζων. Τοτε βλεπω του σωµατος πολλην ασχηµοσυνην (86) και την αναξιοτητα ψυχης µου της αθλιας, και ταυτα τεκµαιροµενος εξισταµαι κραυγαζων˙ Τις ουν εγω ειµι, Θεε και ποιητα των ολων, και τις ολως πεποιηκα αγαθον εν τω βιω, η ποιαν ολως σου ποτε εντολην ειργασαµην, οτι τοιαυτη δοξη µε τον ταπεινον δοξαζεις; Και ποθεν η και δια τι ουτως µε περιλαµπειν, τον αθλιον, ηξιωσας εν νυκτι και ηµερα; Μη γαρ ποτε εδιψησα σε ζητων, Βασιλευ µου, µη γαρ εκακοπαθησα σων εντολων τοις πονοις, µη πειρασµους υπεµεινα και µαστιγας, ως παντες οι ταυτα καρτερησαντες αγιοι απ᾿ αιωνος, οπως εκεινοις µε, Χριστε, συναριθµησας σωσης; Ου γαρ των εργων µε χωρις συ ραθυµουντα σωσεις˙ καν σφοδρα συ φιλανθρωπος ως πλαστης των ανθρωπων,. Ακουω Παυλου λεγοντος νεκραν ειναι την πιστιν εργων χωρις τυγχανουσαν και φριττω τιµωριας παντως εκει µενουσας µε, τον κατηµεληµενον. Πως ουν εγω θαρρησαιµι ως πιστος συν εκεινοις αριµνηθηναι, ∆εσποτα, τοις προεργασαµενοις,
ο µηδεν µιαν εντολην ποτε τετηρηκως σου; Αλλ᾿ οιδα, παντα δυνασαι, παντα ποιεις, ως θελεις, και τοις εσχατοις, ∆εσποτα, διδως ως και τοις πρωτοις, και πρωτον, ω του θαυµατος, των πρωτων τοις εσχατοις. Ταυτα προς σε λεγοντος, τον ποιητην του κοσµου, τον ανω πριν φαινοµενον και παλαι µε κρυβεντα και υστερον ακτισι µε ολον περικυκλουντα, αιφνης σε ολον εν εµοι καθορω γεγονοτα, τον ανω πριν φαινοµενον, αλλα κρυβεντα παλιν νεφει, καθαπερ ηλιος ακτινων ολως διχα. Ως ουν εκεινος προσιτος εστι τοις καθορωσι (87) και τοτε µαλλον οιονει ολος πασιν οραται, ουτω και συ µοι προσιτος κεκρυµµενος εντος µου τυγχανεις, ο απροσιτος, οµµασι νοεροις µου, ως οιδας, οπτανοµενος, κατα µικρον αυξανων, φαιδροτερον δεικνυµενος, φαιδροτερον αστραπτων˙ αλλοτε παλιν φαινη µοι απροσιτος εις απαν. ∆ιο και µεγαλυνω σου την ακαταληψιαν, την αγαθοτητα την σην κηρυττων εκβοω σοι˙ ∆οξα τω ουτως την ηµων δοξασαντι ουσιαν, δοξα τη αµετρητω σου, Σωτηρ, συγκαταβασει, δοξα τη ευσπλαγχνια σου, δοξα τη δυναστεια, δοξα σοι, οτι ατρεπτος, αναλλοιωτος µενων ολος τε ει ακινητος, αεικινητος πελων, ολος εκτος της κτισεως, ολος δ᾿ εν παση κτισει, ολος τα συµπαντα πληροις, ολος ων εξω παντων, υπερ τα παντα, ∆εσποτα, υπερ αρχην δε πασαν, υπερ ουσιαν απασαν, υπερ φυσεως φυσιν, υπερ αιωνας απαντας, υπερ φως απαν, Σωτερ, υπερ ουσιας νοερας, εργον σον γαρ κακειναι, µαλλον δε εννοηµατος σου τυγχανουσιν εργον. Συ γαρ των παντων ει ουδεν, ανωτερος δε παντων˙ των οντων γαρ ει αιτιος ως των παντων κτιστης και δια τουτο παντων ει αποκεχωρισµενος, ανωθεν που νοουµενος υπερ τα οντα παντα, αορατος, απροσιτος, αληπτος αναφης τε, ακατανοητος τε ων αναλλοιωτος µενεις,
απλους τυγχανων ολος δε συ ει πεποικιλµενος, και ολως νους αδυνατει δοξης την ποικιλιαν και ωραιοτητα του σου καλλους κατανοησαι. Ο ουν των παντων ων ουδεν ως υπερανω παντων, ο εξω παντων ως Θεος των παντων συ υπαρχων αορατος, απροσιτος, αληπτος αναφης τε, (88) αυτος εγενου και βροτος, εισηλθες εν τω κοσµω και πασιν ωφθης προσιτος τη της σαρκος προσληψει. Εγνωσθης δε και τοις πιστοις θεοτητος τη δοξη και γεγονας αυτοις ληπτος, ο αληπτος εις απαν, και ορατος ολος αυτος, ο αορατος πασιν˙ και ειδοσαν την δοξαν σου, θεοτητος της θειας, µονοι πιστοι και βλεπουσιν, οι απιστοι δε παντες ιδοντες σε διεµειναν τυφλοι, το φως του κοσµου. Οι ουν πιστοι και τοτε σε και νυν αει ορωσι και εχουσι µεθ᾿ εαυτων τον κτιστην σε των ολων συνοντα συνοικουντα τε εν σκοτει τω του βιου, ως ηλιον σε αδυτον, ως ασβεστον λαµπαδα, µη καταλαµβανοµενος ολως υπο του σκοτους, αλλα καταφωτιζοντα αει τους σε ορωντας. Επει δε συ, ως ειρηται, εξω παντων υπαρχεις και, ους φωτιζεις, εξωθεν ποιεις των ορωµενων και ωσπερ συ αυτοθι ων ανω συν τω Πατρι σου αδιαστατως µεθ᾿ ηµων ολος αυτος τυγχανεις και εν τω κοσµω παλιν ων αχωρητος ει κοσµω - εν τω παντι γαρ ων αυτος υπερ το παν τυγχανεις-, ουτως ηµας τους δουλους σου των αισθητων εν µεσω, των ορωµενων τε εντος υπαρχοντας εξαγεις και ανω ολως µετα σου λαµποµενους φωτι σου συναναφερεις και ποιεις εκ θνητων αθανατους˙ και µενοντες, οπερ εσµεν, υιοι τη χαριτι σου οµοιοι σοι γινοµεθα, θεοι Θεον ορωντες. Τις ουν ου προσδραµειται σοι, τω µονω φιλανθρωπω, τις ουκ ακολουθησει σοι, τις ουκ εκ ποθου φρασει˙ Ιδου, τα παντα ριψαντες ακολουθησοµεν σοι, τω συµπαθει, τω προσινει, τω ευσπλαγχνω ∆εσποτη, τω την ηµων επιστροφην αει εκδεχοµενω,
(89) τω θανατω µη θελοντι των σοι προσκεκρουκοτων, τω εν ηµιν τα φοβερα νυν τελεσιουργουντι, απερ ποτε ακουοντες εν οικω ∆αυιδ παλαι γενοµενα θαυµαζοµεν. Τα δ᾿ αν και ειεν ταυτα˙ οικος ∆αυιδ ηµεις εσµεν ως συγγενεις εκεινου, και γαρ αυτος συ γεγονας, ο των απαντων κτιστης, υιος εκεινου, και ηµεις υιοι σου κατα χαριν˙ συ συγγενης ηµων σαρκι, ηµεις θεοτητι σου. Λαβων γαρ σαρκα δεδωκας ηµιν Πνευµα σου Θειον, και οικος εις γεγοναµεν ∆αυιδ, οι παντες αµα, τη ιδιοτητι τη ση, τη προς σε συγγενεια. Κυριος ουν συ του ∆αυιδ, εν πνευµατι τυγχανεις, ηµεις δε τεκνα του ∆αυιδ, σπερµα θειον σου παντες˙ συναγοµενων τε ηµων εις γινοµεθα οικος, τουτεστι παντες συγγενεις, αδελφοι σου οι παντες. Και πως ου θαυµα φοβερον, η πως ου φριξει πας τις, ο τουτο ολως εννοων, τουτο καταµανθανων, οτι υπαρχεις µεθ᾿ ηµων νυν και εις τους αιωνας και οικον εκαστον ποιεις και ενοικεις εις παντας και οικος πασι γινη συ, και εν σοι ενοικουµεν, εις, Σωτερ, εκαστος ηµων µετα σου ολος ολου, και µεθ᾿ ενος εκαστου συ µονου µονος τυγχανων και υπερανωθεν ηµων µονος ολος υπαρχεις; Νυν ουν υπαρχεις τα φρικτα εν ηµιν παντα πρασσων. Ποια φρικτα; Ακουσατε εκ των πολλων ολιγα˙ ει γαρ και, α ειρηκαµεν, υπερ εκπληξιν παντα, αλλ᾿ οµως αρτι ακουε φρικτοτερα εκεινων! Μελη Χριστου γινοµεθα, µελη Χριστος ηµων δε, και χειρ Χριστος και πους Χτιστος εµου του παναθλιου, και χειρ Χριστου και πους Χριστου ο αθλιος εγω δε. Κινω την χειρα, και Χριστος η χειρ µου εστιν. (90) - Αµεριστον γαρ νοει µ οι θεοτητα την θειαν! – Κινω τον ποδα και, ιδου, αστραπτει ως εκεινος˙ µη ειπης, οτι βλασφηµω, αλλ᾿ αποδεξαι ταυτα και τω Χριστω προσκυνησον τοιουτον σε ποιουντι! Ει γαρ και συ θελησειας, µελος αυτου γενηση, και ουτω µελη απαντα ενος ηµων εκαστου
µελη Χριστου γενησονται, και Χριστος ηµων µελη, και παντα τα ασχηµονα ευσχηµονα ποιησει καλλει θεοτητος αυτα κατακοσµων και δοξη, και γενησοµεθα οµου θεοι Θεω συνοντες, ασχηµοσυνην σωµατος ολως µη καθορωντες, αλλ᾿ ολοι ολω σωµατι Χριστω οµοιωθεντες, και µελος εκαστον ηµων ολος Χριστος υπαρξει. Εις γαρ πολλα γινοµενος εις αµεριστος µενει, µερις εκαστη δε αυτος ολος Χριστος υπαρχει˙ παντως ουν ουτως εγνωκας Χριστον και δακτυλον µου και βαλανον – ουκ εφριξας, η συ και επησχυνθης; Αλλα Θεος σοι οµοιος ουκ ησχυνθη γενεσθαι, συ δε εκεινω οµοιος αισχυνη γεγονεναι;Ουχι εκεινω οµοιος αισχυνοµαι γενεσθαι, αλλα εκεινον οµοιον του ασχηµονος µελους ρηθεντα βλασφηµιαν σε ειπειν υπενοηθην.Κακως αρα υπελαβες, ου γαρ ασχηµα ταυτα! Μελη δε Χριστου εισι κρυπτα, καλυπτονται γαρ, και κατα τουτο των λοιπων σεµνοτερα υπαρχει ως πασιν αθεωρητα του κρυπτου κρυπτα µελη, εξ ου το σπερµα διδοται εν συνουσια θεια, θειον εν θεια τη µορφη φρικτως µεµορφωµενον απο θεοτητος αυτης ολης, ολος Θεος γαρ, ος συνενουται µεθ᾿ ηµων, ω φρικτου µυστηριου! Και γαµος οντως γινεται, ο αρρητος και θειος˙ (91) ενι εκαστω µιγνυται, και παλιν ταυτα λεξω υφ᾿ ηδονης, και εκαστος ενουται τω ∆εσποτη. Ει ουν ολη ολον Χριστον σαρκι σου ενεδυσω, ανεπαισχυντως απαντα νοησεις, απερ λεγω. Ει δε ουδ᾿ ολως η επιβληµα µικρον, αχραντου χιτωνος λεγω του Χριστου, επεβαλες ψυχη σου, εν ιµατιω παλαιω, εν ενι παντως τοπω υπαρχεις και αισχυνεσαι τα λοιπα παντα µελη, το σωµα κεκτηµενος δε ρυπαρον ολον µαλλον, ενδεδυµενος ρυπαρα, πως ουκ ερυθριασεις; Εµου λαλουντος τα φρικτα περι µελων αγιων και δοξαν βλεποντος πολλην και τον νουν λαµποµενου
και χαιροντος και σαρκικον µηδεν ενθυµουµενου, συ µεν τας σαρκας βλεπει σου τας κατερρυπωµενας και τω νοΐ τας πραξεις σου διερχη τας ατοπους, και ο νους σου τουτοις αει ως σκωληξ ιλυσπαται. ∆ιο προσαπτεις τω Χριστω καµοι την σην αισχυνην και λεγεις˙ Ουκ αισχυνη συ περι των ασχηµονων, µαλλον δε εις ασχηµονα µελη Χριστον καταγειν; Εγω δε παλιν λεγω σοι˙ Βλεπε Χριστον εν µητρα, και τα εν µητρα νοησον και µητραν υπεκδυντα, και ποθεν εξερχοµενος ο Θεος µου διηλθε! Και πλειον τι ευρησειας, υπερ α εγω ειπον, απερ και κατεδεξατο εις ηµετεραν δοξαν, ινα µηδεις αισχυνηται µιµουµενος εκεινον µηδε, α πεπονθε, λαλων η και αυτος πανθανων. Ανθρωπος ολος γεγονε και Θεος ολος οντως, εις ουτος, ου µεµερισται, ανηρ τελειος παντως˙ ο δε αυτος Θεος εστιν, ολος µελεσιν ολοις. Ουτως εγενετο και νυν εν τοις εσχατοις χρονοις ο Συµεων ο αγιος, Ευλαβης ο Στουδιτης, (92) ουτος ουκ επησχυνετο µελη παντος ανθρωπου ουδε γυµνους τινας οραν, ουδε γυµνος ορασθαι˙ ειχε γαρ ολον τον Χριστον, ολος αυτος Χριστος ην, και µελη απαντα αυτου και παντος αλλου µελη καθ᾿ εν και παντα ως Χριστον ουτος αει εωρα και εµενεν ακινητος, αβλαβης, απαθης τε, ως ολος ων Χριστος αυτος και Χριστον παντας βλεπων τους βαπτισθεντας και Χριστον ολον ενδυσαµενους. Ει δε γυµνος υπαρχεις συ και σαρξ σαρκος προσψαυσει, θηλυµανης γεγενησαι ως ονος η ως ιππος, ινα τι και τον αγιον τολµας ενδιαβαλλειν και βλασφηµεις εις τον Χριστον, τον ηµιν ενωθεντα και δοντα την απαθειαν δουλοις αυτου αγιοις; Και γαρ νυµφιος γινεται - ακουεις; - καθ᾿ εκαστην, και νυµφαι παντων αι ψυχαι, αις ο κτιστης ενουται, κακεινω παλιν αυται δε, και γινεται ο γαµος πνευµατικως, θεοπρεπως συµµιγνυµενος ταυταις. Ου φθειρει ολως, απαγε, αλλ᾿ ει και εφθαρµενας
λαβοι και ταυταις ενωθη, ευθυς ποιει αφθαρτους, και βλεπουσι τα προτερον φθορα µεµολυσµενα αγια παντα, αφθορα, ολως συνουλωµενα. Τον ευσπαγχνον δοξαζουσι, ποθουσι τον ωραιον και τη αγαπη τη αυτου ολη ολαι κολλωνται, µαλλον δε σπερµα αγιον, ως ειποµεν, λαβουσαι Θεον ολον εντος αυτων µεµορφωµενον κτωνται. Τι ουν ουχι αληθεια ταυτα εισι, πατερες; Ουχι ορθως εξειποµεν περι πραγµατων θειων, ουχι απαραποιητα ταις γραφαις ισως ειπον; Ει τοινυν συ ενδεδυσαι σαρκος σου την αισχυνην και νουν ουκ απεγυµνωσας, ψυχην ουκ απεδυσω, το φως ιδειν ουκ ισχυσας σκοτει κεκαλυµµενος, εγω σοι τι ποιησαιµι, τα φρικτα πως σοι δειξω, (93) πως εις τον οικον δε, οιµοι, του ∆αυιδ εισενεγκω; Εστι και γαρ απροσιτος τοις κατ᾿ εµε ραθυµοις, εστιν ολος αορατος τυφλοις εµοι οµοιοις, εστι µακραν απιστων τε και οκνηρων εις απαν, πονηρων παντων πορρωθεν, παντων των φιλοκοσµων˙ των κενοδοξων δε ουτως ασυγκριτως απεχει ως υπερ υψος ουρανου, υπερ αβυσσου βαθος. Και τις η πως εις ουρανον αναβησεται ολως, η υπο γην κατελθοι δε ανερευνων αβυσσους; Και µαργαριτην εκζητων, ως σιναπεως κοκκον σµικροτατον υπαρχοντα, πως ευρειν εξισχυσει; Αλλ᾿, ω παιδες συναχθητε, αλλ᾿, ω γυναικες, δευτε! Αλλ᾿, ω πατερες, φθασατε, πριν η το τελος φθασει, και συν εµοι θρηνησατε και κλαυσατε οι παντες, οτι εν τω βαπτισµατι µικροι Θεον λαβοντες, µαλλον δε υιοι Θεου νηπιοι γεγονοτες, εξω οι αµαρτησαντες εβληθηµεν ευθεως απο του οικου του ∆αυιδ και τουτο αναισθητως πεπονθαµεν, και δραµωµεν δια της µετανοιας! Εκειθεν γαρ εισερχονται οι εκβληθεντες παντες, αλλως δ᾿ ουκ ενι ενδοθεν εισελθειν, µη πλανασθε, ουδε ιδειν τα εν αυτω τελεσιουργηθεντα, και νυν τελεσιουργουµενα και εις απειρους αιωνας
εν τω Χριστω µου και Θεω, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη τε και προσκυνησις νυν και εις τους αιωνας. Αµην. ΙΣΤ’. Οτι ποθεινον τε και επιθυµητον κατα φυσιν µονον το Θειον, ου ο µετεχων παντων εν µετοχη γεγονε των καλων (94) Ω τι το πραγµα το κρυπτον παση κτιστη ουσια, και τι το φως το νοητον, ο τινι ουχ οραται, και τις ο πλουτος ο πολυς, ον ουδεις εν τω κοσµω ευρειν ολως εξισχυσεν η κατασχειν εις απαν; Εστι γαρ πασιν αληπτος, αχωρητος τω κοσµω, εστι και επιθυµητος, καθ᾿ οσον υπερεχει των ορωµενων ο αυτα Θεος κατασκευασας. Κατα τουτο τιτρωσκοµαι τη αγαπη εκεινου˙ καθ᾿ οσον δ᾿ ουχ οραται µοι εκτηκοµαι τας φρενας, τον νουν και την καρδιαν µου φλεγοµενος και στενων. Περιπατω και καιοµαι ζητων ωδε κακεισε και ουδαµου τον εραστην ευρισκω της ψυχης µου˙ και περιβλεποµαι συχνως, ιδειν τον ποθητον µου, κακεινος, ως αορατος, ουχ οραται ολως. Οτε δε αρξοµαι θρηνειν ως απελπισας, τοτε οραται µοι και βλεπει µε, ο καθορων τα παντα˙ θαυµαζων καταπληττοµαι καλλους την ευµορφιαν, και πως ανοιξας ουρανους διεκυψεν ο κτιστης και δοξαν µοι παρεδειξε την αφραστον και ξενην˙ και τις αρα εγγυτερον γενησεται εκεινου η πως ανενεχθησεται εις αµετρητον υψος; (95) Λογιζοµενου µου, αυτος ευρισκεται εντος µου, ενδον εν τη ταλαινη µου καρδια απαστραπτων, παντοθεν περιλαµπων µε τη αθανατω αιγλη, απαντα δε τα µελη µου ακτισι καταυγαζων, ολος περιπλεκοµενος, ολον καταφιλει µε, ολον τε διδωσιν αυτον εµοι τω αναξιω, και εµφορουµαι της αυτου αγαπης και του καλλους, και ηδονης και γλυκασµου εµπιπλαµαι του θειου.
Μεταλαµβανω του φωτος, µετεχω και της δοξης, και λαµπει µου το προσωπον ως και του ποθητου µου και απαντα τα µελη µου γινονται φωτοφορα. Ωραιων ωραιοτερος τοτε αποτελουµαι, πλουσιων πλουσιωτερος και δυνατων απαντων υπαρχω δυνατωτερος και βασιλεων µειζων και τιµιωτερος πολυ των ορωµενων παντων, ουχι της γης και των της γης, αλλα και ουρανου δε και παντων των εν ουρανω, τον παντων εχων κτιστην, ω πρεπει δοξα και τιµη νυν και εις τους αιωνας˙ αµην. ΙΖ’. Οτι ο φοβος γεννα την αγαπην, η δε αγαπη εκριζοι τον φοβον απο της ψυχης και µενει µονη εν αυτη, Πνευµα Θειον ουσα και Αγιον. (96) Πως υµνησω, πως δοξασω, πως αξιως ευφηµησω τον πολλα παραδραµοντα αµαρτηµατα Θεον µου; Πως εις υψος ολως βλεψω, πως τους οφθαλµους διαρω, πως ανοιξω στοµα, Σωτερ, πως τα χειλη µου κινησω; Πως εκτεινω µου τας χειρας προς του ουρανου το υψος, ποιους λογους δε εφευρω, ποια ρηµατα προσαξω; Πως λαλησαι δε τολµησω, πως την αφεσιν αιτησω των αµετρων µου πταισµατων, των πολλων πληµµεληµατων; Οντως επραξα γαρ εργα υπερ απασαν συγγνωµην! Οιδας απερ λεγω, Σωτερ, πασαν φυσιν υπερεβην
παρα φυσιν εργα πραξας˙ των αλογων ωφθην χειρων, παντων ζωων εναλιων, (97) παντων τε κτηνων χερσαιων, ερπετων τε και θηριων εγενοµην οντως χειρων παραβας τας εντολας σου υπερ την αλογων φυσιν. Το ουν σωµα µου µολυνας και ψυχην καταρρυπωσας πως οφθω σοι, πως σε βλεψω, ολως πως τολµησω στηναι προ προσωπου σου, ο ταλας; Πως µη φευξοµαι σην δοξαν και το φως το απαστραπτον του Αγιου Πνευµατος σου; Πως δε µονος ου χωρησω προς το σκοτος, ο του σκοτους εργα πραξας, και Αγιων χωρισθησοµαι πληθυος; Πως ανεξοµαι φωνης σου εκπεµπουσης µε εις σκοτος, ο εντευθεν εκ των εργων φερων µου την καταδικην; Φριττων ολος, τρεµων ολος, ολος φοβω και εκπληξει συνεχοµενος βοω σοι˙ Οιδα, Σωτερ, οτι αλλος ως εγω ουκ επταισε σοι, ουδε επραξε τας πραξεις, ασπερ επραξα εγω ο ταλας, και παραιτιος και αλλοις εγενοµην απωλειας. Αλλα τουτο παλιν οιδα, (98) τουτο πεπεισµαι, Θεε µου, ως ου µεγεθος πταισµατων, ουχ αµαρτηµατων πληθος,
ουδε πραξεων αισχροτης υπερβησεται ποτε σου το φιλανθρωπον και µεγα, µαλλον δε υπερ το µεγα, υπερ λογον, υπερ νουν τε ελεος, οπερ πλουσιως προς τους πταιοντας εκχεεις και θερµως µετανοουντας, και καθαιρεις και φωτιζεις και φωτος ποιεις µετοχους, κοινωνους θεοτητος σου, οµιλεις και συλλαλεις τε ωσπερ φιλοις σου γνησιοις˙ ω χρηστοτητος απειρου, ω αγαπης ανεκφραστου! ∆ια τουτο και προσπιπτω και θερµως αναβοω σοι˙ ως τον ασωτον εδεξω και την πορνην προσελθοντας, ουτως δεξαι µε, οικτιρµον, εκ ψυχης µετανοουντα, και δακρυων µου ρανιδας ως πηγας αει βλυζουσας λογισαµενος, Χριστε µου, πλυνον εν αυταις ψυχης µου, πλυνον και του σωµατος µου τας εκ των παθων κηλιδας. (99) Εκπλυνον και την καρδιαν απο πασης πονηριας. Αυτη γαρ εστιν η ριζα και πηγη της αµαρτιας˙ πονηρια του σπορεως πονηρου σπορα υπαρχει. Ενθα δ᾿ εστι, και βλαστανει και εις υψος αναβαινει και εκφυει πλειστους κλαδους πονηριας και κακιας.
Τουτου ριζας εκ βαθεων εξανασπασον, Χριστε µου, και καθαρισον ψυχης µου και καρδιας τας αρουρας και εµφυτευσον τον φοβον εν αυταις, τον σον, οικτιρµον, και αξιωσον ριζωσαι και καλως αναβλαστησαι, οπως αυξηθη εις υψος φυλακη των εντολων σου προστιθεµενος καθ᾿ ωραν. Τη προσθηκη δε δακρυων προστιθεις ροας βλυζουσας, ποτιζοµενος δ᾿ εκ τουτων επι πλειον και αυξανει και, καθ᾿ οσον στερεουται, και εις υψος αναβαινει. Αναλογως συναυξανει η ταπεινωσις τω φοβω, ταπεινωσει δε τα παθη απαντα υποχωρουσι˙ συν αυτοις δε και δαιµονων (100) απεληλαται η φαλαγξ, αρεται δε πασαι ωσπερ βασιλιδι κυκλω ταυτης συνεποµεναι ορωνται, οια φυλακες και φιλαι και θεραπαιναι δεσποινης. Τουτων συναθροισθεισων δε και ενωθεισων αλληλαις, µεσον τουτων ωσπερ δενδρον εις υδατων διεξοδους φοβος σος πεφυτευµενος εξανθει και κατ᾿ ολιγον δεικνυσι µοι ξενον ανθος. Ω Χριστε µου, ξενον ανθος! Ξενον ειπον, οτι πασα
φυσις κατα γενος τικτει και των δενδρων παντων σπερµα κατα γενος εν εκαστω˙ ο δε φοβος σου και ανθος ξενης φυσεως δεικνυει και καρπον οµοιως ξενον και αλλοτριον εκεινου. Εστι γαρ ο φοβος φυσει κατηφειας πεπλησµενος και τους τουτον κτησαµενους αεναως σκυθρωπαζειν απεργαζεται ως δουλους, ως πολλων πληγων αξιους, ως ελπιζοντας καθ᾿ ωραν εκτοµην την του θανατου και το δρεπανον ορωντας (101) και την ωραν αγνοουντας και µη εχοντας ελπιδα, µητε µην πληροφοριαν συγχωρησεως τελειας, αλλα τρεµοντας το περας, αλλα φριττοντας το τελος ως αµφιβολον της δικης περιφεροντας εκεινης την αποφασιν, Θεε µου. Το γουν ανθος, οπερ φερει, αφραστον τω ειδει πελει, αφραστοτερον τω τροπω˙ εξανθουν γαρ καθοραται, αποκρυπτεται δ᾿ ευθεως, οπερ φυσεως ουκ εστιν, αλλ᾿ ουδε ακολουθιας, υπερ φυσεως δε φυσιν, πασαν φυσιν υπεραιρον. Τεως δεικνυται ωραιον ανθος υπερ παντα λογον και αρπαζει προς την θεαν
την εκεινου ολον νουν µου, µηδενος εων µεµνησθαι, α παρεχειν οιδε φοβον, αλλα ληθην τουτων παντων απεργαζεται µοι τοτε και αφιπταται συντοµως. Το δε δενδρον το του φοβου παλιν ανθους εστι διχα, και λυπουµαι και στεναζω και προς σε θερµως κραυγαζω και το ανθος παλιν βλεπω (102) εν τοις κλαδοις τοις του δενδρου και το οµµα, ω Χριστε µου, προς το ανθος µονον εχων ουχ ορω το δενδρον τοτε. Συχνοτερως δε το ανθος επανθουν και προς εκεινο ολον µε τω ποθω ελκον εις καρπον αγαπης ληγει. Ο καρπος δε ουτος παλιν ουκ ανεχεται τω δενδρω τω του φοβου βασταχθηναι, αλλα µαλλον οτε πληρης ωριµασει, τοτε µονος διχα δενδρου καθοραται. Φοβος γαρ εν τη αγαπη ουχ ευρισκεται ουδ᾿ ολως, ουδε παλιν διχα φοβου εν ψυχη καρποφορειται. Οντως θαυµα υπερ λογον, υπερ εννοιαν δε πασαν, οτι δενδρον µετα κοπου εξανθει και καρπον φερει˙ ο καρπος αυτου δε παλιν ολον εκριζοι το δενδρον, µενει δ᾿ ο καρπος και µονος. Πως καρπος του δενδρου διχα,
ολως εξειπειν ουκ εχω˙ τεως µενει, τεως εστιν η αγαπη διχα φοβου του αυτην αποτεκοντος. Η αγαπη ουν υπαρχει οντως πασα ευφροσυνη, (103) και χαρας και θυµηδιας εµπιπλα τον κεκτηµενον και του κοσµου εν αισθησει τουτον εξωθεν εκβαλλει, οπερ φοβος ουκ ισχυει απεργασασθαι ουδ᾿ ολως. Ενδον γαρ των ορωµενων και των αισθητων ων ενδον, πως τον εχοντα ισχυει τουτων πορρω βαλλειν αρα, εν αισθησει τε συναψαι ολον αν τοις αορατοις; Οντως ουδαµως ισχυσει! Το δε ανθος, ο καρπος τε, ον ο φοβος αποτικτει, εξωθεν του κοσµου εστιν, α και νουν αρπαζειν οιδε και ψυχην συν τουτω αιρειν και του κοσµου εξω βαλλειν. Πως, ειπε µοι, εξω κοσµου η αγαπη ταυτα βαλλει, ηθελον σαφως ειδεναι. Αφραστα, ως ειπον, ταυτα, οµως προσεχε και λεξω˙ Πνευµα Θειον η αγαπη, παντουργον φως και φωτιζον, πλην ουκ εστιν εκ του κοσµου, ουδε ολως τι του κοσµου, ουδε κτισµα˙ ακτιστον γαρ και κτισµατων παντων εξω, ακτιστον κτιστων εν µεσω.
Νοει α σοι, τεκνον, λεγω! (104) Εστι γαρ κεχωρισµενον, το δε ακτιστον ουδεπω κτισµα δεχεται γενεσθαι˙ πλην ει βουλοιτο, και τουτο δυνατον αυτω ποιησαι. Γεγονε και γαρ ο Λογος Πνευµατος τη συνεργια και Πατρος τη ευδοκια ανθρωπος ατρεπτως ολος, ακτιστος Θεος ων φυσει γεγονε κτιστος αρρητως και το προσληµµα θεωσας εδειξε διπλουν µοι θαυµα αµφοτεραις ενεργειαις και θελησεσιν ωσαυτως˙ ορατον αορατον τε, κρατητον ακρατητον δε, και δεικνυµενος ως κτισµα των κτισµατων µεσον παντων˙ ως ου κτισµα δε τυγχανων, ως εδοκουν, ηφαντουτο˙ πλην ουδ᾿ ολως ηφαντουτο, αλλ᾿ εν µεσω ων των παντων αισθητων κτιστων ο Λογος εωρατο συνηµµενος τω προσληµµατι ως κτισµα. Προσλαµβανων δε το κτισµα και εγκρυπτων η αναγων εις το υψος, εις την δοξαν την οικειαν υπερ λογον απεκρυπτετο ευθεως. Υουτο ελεγον εκεινοι αφαντουσθαι τον ∆εσποτην, (105) το καθ᾿ εαυτους δε παντως˙ ο γαρ κτιστης των απαντων ων αχωρητος τοις πασιν,
ως Θεος παντα πληρων δε, πως αν αλλως γε κρυβειη; Μεταστησεις απο τοπου τον ∆εσποτην και προς αλλον τοπον δωσεις γεγονεναι εξ οφθαλµων κρυβηναι των αγιων Αποστολων; Απαγε, µη εξ αγνοιας περιπεσης βλασφηµια! Ακουε δε της αγαπης, ει βουλει, τας ενεργειας, και µαθηση, πως υπαρχει µειζων παντων η αγαπη! Ποιων παντων; Ουκ ακουεις βοωντος του Αποστολου; Του λαλειν αγγελων γλωσσαις και απαντων των ανθρωπων, του την πιστιν πασαν εχειν, ωστε ορη µεθιστανειν, του ειδεναι πασαν γνωσιν, βαθος τε των µυστηριων, του σκορπισαι παντα πλουτον και πτωχον αυτον γενεσθαι, του και το σωµα εις καυσιν υπερ του Χριστου εκδουναι µειζων εστιν η αγαπη. Και τοσουτω µειζων πελει, οτι διχα ταυτης ταυτα -ειτε εν ειτε και παντα – (106) εις ουδεν τω κεκτηµενω οφελος ολως υπαρχει. Οστις ουν και της αγαπης και των ειρηµενων παντων αποστερηται, ειπε µοι, που φανειται, τι ποιησει, πως πιστον τοις ερωτωσιν ειπειν εαυτον τολµησει;
∆ια τουτο προσεκτεον λεγοντι περι αγαπης. Καθηµαι εν τω κελλιω εν νυκτι η εν ηµερα, συνυπαρχει αφανως µοι και αγνωστως η αγαπη. Εξω δε κτισµατων παντων ουσα εστιν αυ και µετα παντων, εστι πυρ, εστι και αιγλη, γινεται φωτος νεφελη, ηλιος αποτελειται. ˙Ως ουν πυρ ψυχην θερµαινει και καρδιαν µου εκκαιει και διανιστα προς ποθον και αγαπην, την του κτιστου. Ικανως δε πυρωθεντα ωσπερ αιγλη φωτοφορος περιΐπταται µε πασα, φεγγοβολους αφιεισα τη ψυχη µου τας ακτινας και τον νουν λαµπρυνουσα µοι και προς θεωριας υψος επιτηδειον δεικνυει (107) οπτικον εργασαµενη. Τουτο ην, οπερ προειπον ανθος ειναι το του φοβου. Κατιδων δ᾿ εγω την αιγλην και πλησθεις χαρας αφατου ουκ εχαρην οτι ειδον, αλλ᾿ αυτη χαρας µε θειας εµφορησασα απεστη και συνηρπασε τον νουν µου και την αισθησιν και πασαν κοσµικην επιθυµιαν˙ και κατετρεχεν ο νους µου και καταλαβειν εζητει την φανεισαν αιγλην ποθω.
Αλλ᾿ ουχ ευρισκε το κτισµα, ουδ᾿ ηδυνατο γενεσθαι των κτισµατων ολως εξω, ινα δραξηται της αιγλης της ακτιστου και αληπτου. Οµως περιηει παντα και ιδειν εµηχανατο, εξηρευνα τον αερα, ουρανους περιεπολει, περιηρχετο αβυσσους και τα εσχατα του κοσµου, ως εδοκει, εξεζητει. Αλλ᾿ ουδεν εν τουτοις πασιν ευρισκε, κτιστα γαρ παντα˙ και εθρηνουν και επενθουν και τα σπλαγχνα εφλεγοµην και ως εκφρων εν εκστασει γεγονως ουτως διηγον. (108) Ηλθεν ουν, ως ηβουληθη, και νεφελης ωσπερ ειδος φωτεινης επιπεσουσα και ολη προς τη κεφαλη µου εωρατο καθηµενη και κραυγαζειν ενεποιει εν εκπληξει γενοµενω. Οµως παλιν αποσπασα εγκατελιπε µε µονον και ζητουντι µοι εµπονως ταυτην, αιφνης ολη παλιν εν εµοι γνωστως ευρεθη, εν καρδια µου τε µεσον ως φωστηρ, ως δισκος οντως του ηλιου καθωραθη. Ουτω δε αναφανεισα και γνωστως αποδειχθεισα ετρεψε δαιµονων στιφος, απεδιωξε δειλιαν,
ενεποιησεν ανδρειαν, της αισθησεως του κοσµου απεγυµνωσε τον νουν µου και αισθησεως χιτωνα νοερας ενεδυσε µε, ορατων δ᾿ εχωρισε µε και συνηψεν αορατοις και τον ακτιστον οραν µε εχαρισατο και χαιρειν, οτι παντων εχωρισθην των κτιστων και ορωµενων και συντοµως φθειροµενων, και ηνωθην τω ακτιστω, τω αφθαρτω, τω αναρχω, (109) τω τοις πασιν αορατω˙ τουτο γαρ αγαπη πελει. ∆ραµωµεν πιστοι ευτονως, σπευσωµεν νωθροι εµπονως! Οκνηροι διεγερθωµεν, οπως εγκρατεις αγαπης, µετοχοι δε ταυτης µαλλον γενησοµεθα και ουτως µεταβωµεν των ενθενδε, ινα συν αυτη τω Κτιστη και ∆εσποτη παραστωµεν, εξωθεν των ορωµενων γεγονοτες συν εκεινη! Ει δε µη, τοις ορωµενοις και τοις κτισµασιν ως κτισµα οντες εναπολειφθωµεν εν πυρι τε και ταρταρω και φρικτοις κολαστηριοις, διχα ταυτης ευρεθεντες, διχα της αγαπης λεγω. Ει δε και σωθηναι ενι διχα ταυτης, ω Χριστε µου, πως υπαρξει τουτο ολως;
Ουδαµως γαρ εσται τουτο! Του φωτος ει χωρισθωµεν, πως φευξοµεθα το σκοτος; Της χαρας ει στερηθωµεν, πως απαλλαγωµεν λυπης; Του νυµφωνος οντες εξω πως αν ολως ευφρανθωµεν; Βασιλειας εκπεσοντες, της σης θεας λεγω, Σωτερ, ποιαν αλλην σωτηριαν, (110) ποιαν δε παραµυθιαν η εν ποιω αλλω τοπω δυνηθωµεν εφευρεσθαι; Οντως ουδαµου ουδ᾿ ολως καν δοκη τισιν αφρονως, αφρων γαρ ο τουτο λεγων. Αλλ᾿ αποκριθεις τις ισως ερει ταυτα˙ Πως εκτος της βασιλειας, πως εκτος δε του νυµφωνος και χορου του των δικαιων αλλος τοπος σωτηριας η ανεσεως ουκ εσται; Αφρων, ειπεν η αγαπη, ουκ ακουεις, οτι µιαν ο Αδαµ εν παραδεισω εντολην, ο σος προπατωρ, παραβας απεγυµνωθη δοξης θειας, και η Ευα συν αυτω του παραδεισου εξωρισθησαν ευθεως, ηδονης αντιλαβοντες -ω - τον θανατον αθλιως και τον ιδρωτων γεµοντα και πονων, οιµοι, βιον, και ζην και θνησκειν παρ᾿ αυτω δικαιως ορισθεντες; Ουτως νοει µοι και τοτε, οτε γενηται η κρισις, οτι ος αν ευρεθειη
δοξης θειας ως εκεινος αληθως γεγυµνωµενος, εξω τε του παραδεισου, ναι δη, και της βασιλειας και του νυµφωνος ουρανιου (111) ελαθησεται ευθεως. Καν αµαρτηµα µη εχη, αρετων δ᾿ υπαρχη διχα, ισταται γεγυµνωµενος. Αρετων πασων δε πρωτη, βασιλις τε και κυρια εστιν οντως η αγαπη. Κεφαλη των παντων εστι και ιµατιον και δοξα. Κεφαλης χωρις δε σωµα και νεκρον και απνουν εστι. Σωµα δε χωρις χιτωνος πως ουχι γυµνον υπαρξει; Αρεται χωρις αγαπης εωλοι, ανωφελεις τε˙ και γυµνος της θειας δοξης, ο µη εχων την αγαπην, αρετας καν πασας εχη, ισταται γεγυµνωµενος, και την γυµνωσιν µη φερων κρυπτεσθαι µαλλον εθελει. Την αισχυνην γαρ ως εχων εχει και την καταδικην και «ουκ οιδα σε» ακουει παρα του κριτου των ολων. Ηλθεν επι γης ο κτιστης, ελαβε ψυχην και σαρκα, εδωκε δε Πνευµα Θειον, οπερ εστιν η αγαπη. Ει ουν βουλει και ει θελεις του λαβειν το Θειον Πνευµα, (112) πιστευσον Θεω τελειως,
αρνησαι σαυτον ωσαυτως, επι ωµων αδιστακτως αρον τον σταυρον και ληψη˙ θανον τη προθεσει, τεκνον, ινα µετοχος γενηση της ζωης της αθανατου! Μη πλανησωσι σε πλανοι ταις αυτων ψευδολογιαις, µετα θανατον λαµβανειν την ζωην τους τελευτωντας˙ µη πεισθεις καταµελησης και ζωης ου µεταληψη! Ακουσον Θεου τους λογους, ακουσον των Αποστολων, ακουσον των διδασκαλων, των επι της εκκλησιας, τι Χριστος βοα καθ᾿ ωραν. «Ποταµοι εκ της κοιλιας εις εµε των πιστευοντων ρευσουσι πηγης της θειας, υδατος του αειζωου.» Τι το υδωρ τουτο λεγων, ει µη Πνευµατος την χαριν; Καθαρους δε τη καρδια µακαριζει, λεγων τουτους οψεσθαι Θεον ενταυθα. Οι Αποστολοι δε παντες και διδασκαλοι βοωσιν απεντευθεν και το Πνευµα και Χριστον αυτον λαµβανειν, (113) ειπερ µελλοιµεν σωθηναι. Ακουσον φωνας ∆εσποτου, ακουσον του Λογου λογους, πως δηλοι την βασιλειαν την των ουρανων λαµβανειν απεντευθεν τους ανθρωπους. «Ωµοιωθη, λεγων, αυτη
µαργαριτη πολυτιµω˙» µαργαριτην δε ακουσας αρα τι υπολαµβανεις; Λιθον ειναι λεγεις τουτον η κρατουµενον καν ολως η ορωµενον ποσως δε; Απαγε της βλασφηµιας! Νοητος και γαρ υπαρχει, Εµπορος ευρων δε τουτον, πως εφευρεν, αρτι λεξον, ει ακρατητος υπαρχει, ει αορατος τυγχανει; Που ουν τουτον ολως ευρε, πως κατειδε, διδαξον µε. Πως δε απαντα πωλησας εξωνησατο εκεινον, ον ουχ ευρεν, ον ουκ ειδεν, ον ουκ εσχεν επι χειρας, αλλ᾿ ουδ᾿ ελαβεν εν κολπω; Πιστει δε µε µονη παντως και ελπιδι ωσπερ εχων διακεισεται, διδαξεις; Αλλ᾿ ουκ ειπεν ο ∆εσποτης, ωσπερ συ υπολαµβανεις, ουδ᾿ ελπισι του ευρεσθαι (114) ουδ᾿ ελπισι του λαβεσθαι τα υπαρχοντα πωλησαι. Τι πλανασθε, τι µαταιαις επερειδεσθε ελπισι; Τι και αλλοις απωλειας, εαυτοις τε τιµωριας αιτιοι σφοδρας γενεσθαι µατην βουλεσθε πεισθεισιν; Αλλα προτερον ευρειν σοι παραινει τον µαργαριτην, και ατιµητον ως οντα θεασαµενον σε τουτον
και αυτον τοτε πωλησας απαντα εξαγορασαι˙ συ δε λεγεις εν ελπισι και σαυτον αποδεικνυεις ως ου θελοντα πωλησαι τα υπαρχοντα και αραι ουρανων την βασιλειαν, ην εντος σου, εαν θελης, ο ∆εσποτης ειπεν ειναι. Ισως δε πτωχος υπαρχεις και ου κεκτησαι χρυσιον, ουδε κτηµατα, ου πλουτον, και ακουων, οτι παντων υπαρχοντων διαπρασει ο ατιµητος ωνειται µαργαριτης, ινα λεγης οτι˙ Αρα πως µη εχων υπαρξιν εγω ισχυσω (115) κτησασθαι τον θειον τουτον και ωραιον µαργαριτην; Περι τουτου ουν ακουσαι συνετως παρακαλως σε. Εαν απαντα τον κοσµον και τα εν τω κοσµω εχης και σκορπισας διανειµης ορφανοις και χηραις ταυτα και πτωχοις ηπορηµενοις, και πτωχος αυτος γενηση, ως ανταξιον δε ολως τιµηµα ει εννοησης ο,τι κατεβαλου, λεγων˙ ∆οτε µοι τον µαργαριτην, δεδωκα γαρ απαντα µου! παρ᾿ ευθυς τουτο ακουση λεγοντος σου του ∆εσποτου˙ Ποια απαντα σου λεγεις; Συ γυµνος απο κοιλιας
εξεληλυθας µητρος σου και γυµνος εν τω µνηµειω παλιν παντως εισελευση. Σα δε ποια λεγεις ειναι; Αφρων, ολως ουκ αισθανη; Και ου ληψη µαργαριτην, ουδε λαβης βασιλειαν. Αν δε απαντα σκορπισης τα υπαρχοντα σου ολως η πτωχος υπαρχης λιαν και προσελθης λεγων ουτως˙ Ιδε, Σωτερ, νυν καρδιαν (116) και ψυχην συντετριµµενην και δεινως κολαζοµενην και σφοδρως εκκαιοµενην! Ιδε, ∆εσποτα, γυµνον µε, ιδε µε ηπορηµενον αρετης απασης ξενον και πτωχον εν τουτοις λιαν και µη εχοντα τι δουναι εις εξωνησιν σου, Λογε, και ελεησον µε, µονε ανεξικακε Θεε µου. Τι γαρ αξιον ευρησω εν τω κοσµω, ω Θεε µου, οπερ δωσω εις τιµην σου, του ποιησαντος τα παντα; Τι γαρ εδωκεν η πορνη, τι δε ο ληστης παρεσχεν, ο δε ασωτος, Χριστε µου, ποιον πλουτον σοι προσηξε; Ταυτα λεξον, και ακουση˙ Ναι, προσεφερον µοι δωρα, ναι, προσεφερον µοι πλουτον˙ δεδωκοτες απερ ειχον, ελαβον τον µαργαριτην του παντος κρειττω του κοσµου.
Ταυτα µοι και συ, ει βουλει, κοµισον και ληψη παντως. Μετα τουτων προσελθε µοι και ευθυς σοι υποδειξω, ονπερ ελαβον εκεινοι µαργαριτην, και χαρηση˙ και ψυχην αυτην ει δωσεις, (117) αξιον ουδεν νοµισεις, αξιον ουδεν λογιση, ο,τι ολως κατεβαλου. Εγω γαρ, εαν προσελθης, ως η πορνη µοι προσηλθε, παντως εχω εξουσιαν, παντως εχω µαργαριτας, ους ο κοσµος, εαν λαβη, και συν κοσµω τουτω αλλαι µυριαδες αλλων κοσµων, ουκ εκλειψει µαργαριτης µονος εις εκ θησαυρων µου, και παρεξω σοι και δωρον, ως εκεινη παρεσχοµην. Ταυτα σοι Θεος προσειπη και διδαξει, πως προσηλθεν ο ληστης και πως η πορνη, οι αδοµενοι εν κοσµω, πως δε ασωτος ευθεως υποστρεψας προσεδεχθη. Πιστει δε ληστης εσωθη, ο πολλα κακα ποιησας, και δικαιως, οτι µονος παντων µε αρνησαµενων, παντων δε σκανδαλισθεντων κρεµαµενου µου τω ξυλω ωµολογησεν εκεινος και Θεον και βασιλεα και αθανατον µε ειναι εκ καρδιας ανεβοα.
∆ια τουτο και προ παντων (118) ελαβε την βασιλειαν. Πορνης δε τον ποθον αρα ποιος λογος παραστησει, ον εβασταζεν εκεινη εν καρδια προσελθουσα ως Θεω µοι και ∆εσποτη ορατων και αορατων και προσεφερε πλουσιως ως ουδεις των µεχρι τοτε, ον ιδων απεδεξαµην; Και ουκ ελαβον τον ποθον, αλλ᾿ αυτη τον µαργαριτην δους αφηκα και τον ποθον, µαλλον δε και προσανηψα και πυρσονν εις µεγαν ηρα και απελυσα παρθενων σεµνοτεραν ουσαν ταυτην. Αφνω γαρ τον νοµον παντα ωσπερ τειχος διαβασα, η ως κλιµακα τας πασας αρετας υπεραρθεισα εφθασεν εις τελος νοµου, οπερ εστιν η αγαπη, και απηλθε µεχρι τελους ατρωτον τηρουσα ταυτην. Ο δε ασωτος οµοιως εκ καρδιας επιστρεψας µετενοησε γνωσιως, και υιος µου ων το προσθεν ου προσηλθεν ως υιος µου, αλλ᾿ ως εις µε εξητειτο (119) των µισθιων µου γενεσθαι. Ου τω στοµατι δε µονον, αλλα και ψυχη ελαλει, και τοις εργοις επεδεικνυ απερ ελεγε τοις λογοις.
Η ταπεινωσις µε τουτου ειλκυσε προς ευσπαγχνιαν και επλουτισα ευθεως και εδοξασα συντοµως, οτι εβλεπον εξ ολης προσερχοµενον ψυχης µοι, οτι οπισθεν ουδ᾿ ολως - ως πολλοι τουτο ποιουσιν – απεστρεφετο τας φρενας. Ουτως ουν, ει πας προσελθοι και προσπεσοι µοι γνησιως, ακουσατω πασα κτισις! – δεξοµαι αυτον ευθεως. Οστις δε µου µετα δολου βουλεται λαβειν την χαριν, υποκρισει δε προσελθοι, η κακιαν ενδον εχων η θαρρων αυτου τοις εργοις, κατεχοµενος επαρσει η φθονω, ουκ εχει ολως µετ᾿ εµου, Χριστου, µεριδα. Ταυτα σοι Θεος και πασι δι᾿ ηµων βοα καθ᾿ ωραν. Ει δε βουλει, και εξ αλλων δειξω σοι τρανως ενταυθα, οτι δει την βασιλειαν ουρανων λαβειν σε ολην, (120) ει εν ταυτη εισελθειν σε βουλει και µετα το τελος. Ακουσον Θεου σοι παλιν εν παραβολαις λαλουντος˙ «Τινι αρα οµοιωσω ουρανων την βασιλειαν; Οµοια εστιν, προσεχε, του σιναπεως τω κοκκω, ον λαβων τις των ανθρωπων εβαλεν αυτου εις κηπον,
και εβλαστησε και δενδρον οντως γεγονεν εις µεγα.» Λεγε τοινυν, ο ακουων, τις εστιν ο κοκκος ουτος; Τι νοµιζεις ειναι τουτον; Λεγε µετα παρρησιας! Ει δε µη, εγω σοι λεξω και το αληθες εξειπω˙ Παντως βασιλειαν ειπε την των ουρανων σοι κοκκον. Ο δε κοκκος ουτος εστι Θειου Πνευµατος η χαρις, ο δε κηπος η καρδια η εκαστου των ανθρωπων, ενθα ο λαβων το Πνευµα βαλλει ενδον τε και κρυπτει ταις λαγοσι ταις των σπλαγχνων, ως µηδενα τουτο βλεπειν, και φυλαττει µετα πασης ακριβειας, οπως φυη, οπως γενηται εις δενδρον και εις ουρανον ανελθη. (121) Ει ουν λεγεις˙ Ουχι ωδε, αλλα µετα τελος παντες ληψονται την βασιλειαν, οι θερµως ταυτης ερωντες, ανατρεπεις του Σωτηρος και Θεου ηµων τους λογους. Τον γαρ κοκκον ει µη λαβης, τον σιναπεως, ον ειπεν, ει µη βαλης σου εις κηπον, µενεις ολως διχα σπορου. Ει δε και τον σπορον λαβοις και συµπνιξεις ταις ακανθαις η προδωσεις τοις ορνεοις και αρπασουσι τον κοκκον η αποτιστον εασεις
κηπον σου τη αµελεια και ου φυει σου ο σπορος, ου βλαστησει, ου καρπευσει, τις σοι εκ του σπορου εσται η ωφελεια, ειπε µοι; Ποτε δε, ει µη ενταυθα, αλλοτε τον σπορον λαβοις; Μετα θανατον, µοι ειπης, αλλα σφαλλη του εικοτος˙ ποιω κηπω τοτε τουτον κατακρυψεις, ερωτω σε, ποιαις δε ταις εργασιαις θεραπευσεις, ινα φυη; Οντως ολος γεµεις πλανης, αδελφε, ηπατηµενης! Ο γαρ χρονος ουτος εργων, ο δε µελλων των στεφανων˙ (122) ωδε συ τους αρραβωνας λαβε, ειπεν ο ∆εσποτης, ωδε δεξαι την σφραγιδα. Απ᾿ εντευθεν την λαµπαδα αναψον την της ψυχης σου, πριν σκοταση, πριν κλεισθωσιν αι της εργασιας πυλαι. Ειπερ φρονιµος υπαρχεις, ωδε σοι και µαργαριτης γινοµαι και εξωνουµαι, ωδε σοι και σιτος πελω και σιναπεως ως κοκκος, ωδε γινοµαι σοι ζυµη και ζυµω το φυραµα σου, ωδε σοι ως υδωρ πελω, γινοµαι και πυρ γλυκαζον˙ ωδε και ιµατιον σοι και τροφη και ποσις πασα, εαν βουλει, γινοµαι σοι. Ο ∆εσποτης ταυτα λεγει.
Ει ουν ουτως εκ των ωδε και τοιουτον µε γνωρισεις, εξεις µε κακει αρρητως απαντα γινοµενον σοι˙ ει δ᾿ απελθης αγνοων µου χαριτος τας ενεργειας, µονον µε κριτην εκεισε ασυµπαθητον ευρησεις. Ω Χριστε µου και Θεε µου, µη µε κατακρινης τοτε, (123) µηδε δικη υποβαλης τον πολλα σοι επταικοτα, αλλα δεξαι µε ως ενα των εσχατων σου µισθιων και αξιωσον εντευθεν θεραπευσαι σε, Σωτηρ µου, και λαβειν σου Πνευµα Θειον, αραββωνα βασιλειας και εκειθεν απολαυσαι του νυµφωνος σου της δοξης, καθορωντα σε, Θεε µου, εις αιωνας αιωνιους, αµην. ΙΗ’. ∆ιδασκαλια συν θεολογια περι των ενεργειων της αγιας αγαπης, ηγουν αυτου του φωτος του Αγιου Πνευµατος. (124) Τις εξισχυσει, ∆εσποτα, περι σου διηγεισθαι; Οι αγνοουντες σφαλλονται µηδεν ολως ειδοτες, οι δε την σην θεοτητα επιγνοντες εν πιστει φοβω πολλω συνεχονται και εξιστανται τροµω και τι λεγειν ουκ εχουσιν˙υπερ νουν γαρ υπαρχεις˙ παντα ακατανοητα, ακαταληπτα παντα τα εργα και η δοξα σου και η επιγνωσις σου. Οτι µεν εις, γινωσκοµεν και το φως σου ορωµεν˙ οποιος δε και ποταπος, απαντες αγνοουµεν.
Πλην την ελπιδα εχοµεν και την πιστιν κρατουµεν και την αγαπην οιδαµεν, ην ηµιν εδωρησω, απειρον, ανεκλαλητον, µηδαµου χωρουµενην, φως ουσαν, φως απροσιτον, φως ενεργουν τα παντα. Τουτο και χειρ σου λεγεται και οφθαλµος καλειται και στοµα το παναγιον και δυναµις και δοξα και προσωπον γνωριζεται ωραιον υπερ παντα. Τουτο ηλιος αδυτος τοις υψηλοις τα θεια, τουτο αστηρ αειλαµπης τοις µη πλεον χωρουσι˙ τουτο λυπη αντικειται, τουτο φθονον διωκει και ζηλον τον σατανικον παντελως αφανιζει. Τουτο εκτηκει εν αρχη και λεπτυνει καθαιρον, (125) αποδιωκει λογισµους και κινησεις συστελλει. Τουτο αποκρυπτοµενον παιδευει ταπεινουσθαι και διαχεισθαι ουκ εα, ουδε ρεµβεσθαι ολως. Τουτο παλιν φαινοµενον κοσµον αποχωριζει και ληθην παντων εµποιει ανιαρων του βιου. Τουτο και τρεφει τα πολλα και την διψαν ιαται και δυναµιν χαριζεται τοις καλως κοπιωσι. Τουτο σβεννυσι τον θυµον και ζεσιν της καρδιας και ουκ εα οργιζεσθαι η ταρασσεσθαι ολως. Τουτο φευγον διωκεται παρα των τετρωµενων και τη αγαπη τη πολλη εκ καρδιας ζητειται, επιστραφεν δε και φανεν και λαµψαν φιλανθρωπως εκκλινειν τοις διωκουσιν, συστελλεσθαι ποιε δε, και το πολλα εκζητηθεν αποπεµπεσθαι φοβω, ως ουκ αξιως του καλου, του υπερ πασαν κτισιν. Ω δωρου, ω χαρισµατος θειου και ανεκφραστου! Τι γαρ και ουκ εργαζεται, τι δε και ουχ υπαρχει; Τουτο τερπνοτης και χαρα, πραοτης και ειρηνη, ελεος αναριθµητον, αβυσσος ευσπλαγχνιας, αορατον βλεποµενον, χωρητον αχωρητως, αναφες αψηλαφητον, κρατητον εν νοΐ µου. Τουτο εχων ου καθορω, θεωρων δε αφιεν ταχος ορµω του δραξασθαι, και αφιπταται απαν. Εξαπορω και φλεγοµαι και µανθανω αιτεισθαι και εκζητειν µετα κλαυθµου εν πολλη ταπεινωσει
και µη δοκειν ως δυνατα τα υπερ φυσιν ειναι και της ισχυος της εµης και σπουδης ανθρωπινης, αλλ᾿ ευσπλαγχνιας του Θεου και ελεους απειρου. Τουτο χρονον ολιγον φαινεται και συστελλεται, εν, εν δε των παθων εκβαλλει της καρδιας. Ου γαρ δυναται ανθρωπος εκνικησαι τα παθη, ει µη συµπαραγενηται εις βοηθειαν τουτο, (126) ουδε παλιν απο µιας απαντα εκδιωκει. Ου γαρ εισδεξασθαι χωρει αιφνης ολον το Πνευµα ο ανθρωπος ο ψυχικος και απαθης γενεσθαι, αλλ᾿ οταν τα εις δυναµιν διαπραξηται παντα˙ γυµνωσιν, απροσπαθειαν, χωρισµον των ιδιων, εκκοπην του θεληµατος και αρνησιν του κοσµου, υποµονην των πειρασµων και προσευχην και πενθος, ευτελειαν, ταπεινωσιν, οσον ισχυος εχει. Τοτε ολιγον ως λεπτη αιγλη και σµικροτατη αιφνης τον νουν κυκλωσσα εις εκστασιν αρπαζει, καταλιµπανουσα ταχυ, ινα µη αποθανη, ωστε τω ταχει τω πολλω µηδε κατανοησαι, µη καλλους µνηµονευειν τε συγχωρειν τον ιδοντα, ινα µη φαγη νηπιος τροφην ανδρων τελειων και παρ᾿ ευθυ διαρραγη η βλαβη και εµεση. Εκτοτε ουν χειραγωγει, ενισχυει, διδασκει δεικνυµενη και φευγουσα, οτε χρηζοµεν ταυτης˙ ουχ οταν ηµεις θελωµεν – τουτο γαρ των τελειων -, αλλ᾿ οταν απορησωµεν και εκλυθωµεν ολως, ερχεται εις βοηθειαν, ανατελλει µακροθεν και ταυτην εν καρδια µου ποιει αισθανεσθαι µε. Θροουµαι, περισφιγγοµαι κρατησαι ταυτην θελων και νυξ τα παντα και κεναι αι αθλιαι µου χειρες. Παντων επιλανθανοµαι και καθηµαι και κλαιω µη επελπιζων αλλοτε ταυτην ουτως ιδεσθαι. Οτε θρηνησω δε πολλα και παυσασθαι θελησω τοτε ελθουσα µυστικως κρατει της κορυφης µου και συγχεοµαι δακρυσιν αγνοων τις υπαρχει και καταυγαζει µου τον νουν φωτι γλυκειω σφοδρα. Οταν δε γνω ητις εστιν, αφιπταται συντοµως
καταλιπουσα µοι το πυρ του θειου αυτης ποθου, ο γελαν ουκ αφιησιν η προς ανθρωπους βλεπειν, (127) ουδε ποθον εισδεξασθαι τινος των ορωµενων. Κατα µικρον αναπτεται, υποµονη φυσαται και φλοξ µεγαλη γινεται ουρανους δρασσοµενη˙ ταυτην σβεννυσιν ανεσις, περισπασµος οικειων και µεριµνα βιωτικων, εν αρχη γαρ τυγχανει. Ανακαλειται σιωπην και µισος πασης δοξης το κυλινδεισθαι επι γης και πατεισθαι ως κοπρον˙ επι τουτοις γαρ τερπεται και συµπαρειναι θελει, ταπεινωσιν διδασκουσα την παντα δυναµενην. Οταν ουν ταυτην κτησωµαι ταπεινος γενωµαι, τοτε υπαρχει συν εµοι αχωριστος κακεινη˙ οµιλει µοι, φωτιζει µε, βλεπει µε, ην και βλεπω. Εν τη καρδια µου εστιν, εν ουρανω υπαρχει, ερµηνευει µοι τας γραφας και προστιθει µ οι γνωσιν, µυστηρια διδασκει µε, α λαλειν ουκ ισχυω, εκ του κοσµου δεικνυει µοι πως αυτη ηρπασε µε και ελεειν προστασσει µοι παντας τους εν τω κοσµω. Τοιχοι ουν µε συνεχουσι και σωµατι κρατουµαι και εξω τουτων αληθως ειµι, µη απιστησης! Κτυπων ουκ επαισθανοµαι, φωνας δε ουκ ακουω, ουδε φοβουµαι θανατον, παρηλθον γαρ και τουτον. Θλιψιν ουκ οιδα, τι εστι, καν παντες µε λυπωσιν˙ αι ηδοναι πικρια µοι, φευγουσι παντα παθη, και φως ορω δια παντος εν νυκτι και ηµερα. Ηµερα νυξ µοι φαινεται και νυξ ηµερα εστιν, και υπνωσαι ου βουλοµαι, ζηµια γαρ µοι τουτο. Οταν δε παντα τα κακα περικυκλωσωσι µε και τω δοκειν καθελξωσι και κατισχυσωσι µου, εξω παντων ευρισκοµαι συν αυτη αιφνης τοτε, χαροπιων και λυπηρων και ηδονων του κοσµου˙ (128) επαπολαυω της χαρας της αρρητου και θειας, καλλους αυτης κατατρυφω, συχνως ασπαζοµαι ταυτην, καταφιλω και προσκυνω, χαριν εχω µεγαλην τοις εµε προξενησασιν ιδειν, ηνπερ εποθουν, και του αφραστου µετασχειν φωτος και φως γενεσθαι
και κοινωνησαι της αυτου δωρεας απ᾿ εντευθεν και κτησασθαι τον χορηγον των αγαθων απαντων και γενεσθαι ανελλιπης ψυχικων χαρισµατων. Τις µε προς ταυτα τα καλα ωδηγησεν ελκυσας, τις εκ βυθου ανηγαγε κοσµικης µε απατης; Τις απεχωρισε πατρος και αδελφων και φιλων, συγγενων τε και ηδονων και της χαρας του κοσµου; Τις µοι υπεδειξεν οδον µετανοιας και πενθους, οθεν ηµεραν ευρηκα, την µη εχουσαν τελος; Αγγελος ην, ουκ ανθρωπος˙ ανθρωπος δ᾿ οµως πελει παρ᾿ ου κοσµος εµπαιζεται και ο δρακων πατειται, και τρεµουσιν οι δαιµονες τουτου την παρουσιαν. Πως σοι εξειπω, αδελφε, α ειδον εν Αιγυπτω θαυµασια και τερατα παρ᾿ αυτου γεγονοτα; Εν τεως τουτο λεξω σοι, ου γαρ δυναµαι παντα. Κατηλθε γαρ και ευρε µε δουλον και παροικουντα και ειπε˙ ∆ευρο, τεκνον µου, προς Θεον σε απαξω! Εγω δε ειπον προς αυτον εκ πολλης απιστιας˙ Και τι σηµειον δειξεις µοι, ινα µε βεβαιωσης, οτι αυτος µε δυνασαι ρυσασθαι εξ Αιγυπτου και αφαρπασαι των χειρων Φαραω του δολιου, µηπως ακολουθησας σοι µειζονως κινδυνευσω; Πυρ, εφη, µεγα αναψον και ιν᾿ εισελθω µεσον, και αν µη µεινω αφλεκτος, µη µοι ακολουθησης! Ο λογος µε εξεπληξε, το κελευσθεν εποιουν. (129) και η φλοξ διανηπτετο, και αυτος εστη µεσος, ασινης και αλωβητος καµε προσεκαλειτο. Φοβουµαι, εφην, ∆εσποτα, αµαρτωλος τυγχανω! Εξηλθεν, ηλθε προς εµε και κατησπασατο µε˙ Τι εφοβηθης, ειπε µοι, τι δειλιας και τρεµεις; Μεγα το θαυµα και φρικτον, µειζονα τουτου οψει. Εξεστην, ειπον, Κυριε, εγγιζειν ου τολµω σοι ουδε φανηναι του πυρος τολµηροτερος θελω˙ και γαρ ορω σε ανθρωπον υπερ ανθρωπον οντα και ουδε βλεπειν σε τολµω, ον το πυρ εσεβασθη. Εγγυτερον µε ηγαγεν, ενηγκαλισατο µε και παλιν κατεφιλησε φιληµατι αγιω
και αυτος ολος εµυρισεν οσµην αθανασιας. Επιστευσα, ηγαπησα ακολουθησαι τουτω και δουλος επεποθησα τουτου µονου γενεσθαι. Ο Φαραω εκρατει µε, οι δεινοι εργοδοται την πλινθον και τα αχυρα ηναγκαζον φροντιζειν˙ µονος ουκ ισχυον φυγειν, ουδε γαρ ειχον οπλα. Μωσης ελαλει τω Θεω ποιησαι το συµφερον˙ Θεος µαστιζει Αιγυπτον πληγαις δεκαπλασιοις, και ουκ εκαµφθη Φαραω ουδε απελυσε µε˙ και δη πρεσβευει ο πατηρ, και Θεος υπακουει και λεγει τω θεραποντι λαβειν εκ της χειρος µε και υπισχνειται µεθ᾿ ηµων συµπορευεσθαι αµα, του Φαραω λυτρουµενος και των κακων Αιγυπτου, και θαρσος ενεποιησεν εις την εµην καρδιαν και τολµαν εχαρισατο, Φαραω µη φοβεισθαι. Ουτω δη και εποιησεν ο του Θεου εργατης˙ εκρατησε µου της χειρος προπορευοµενος µου και ουτως απηρξαµεθα την οδον διανυειν. (130) Κυριε, δος µοι συνεσιν πρεσβειαις του πατρος µου και λογον, διηγησασθαι θαυµασια χειρος σου, α εξειργασω δι᾿ εµε, τον ασωτον και πορνον, δια χειρος του δουλου σου εξαγων εξ Αιγυπτου. Εγνω την αναχωρησιν ο βασιλευς Αιγυπτου, ως ενος κατεφρονησε και αυτος ουκ εξηλθεν, αλλα δουλους απεστειλεν, ους υποσπονδους ειχεν. Κατεδραµον, κατελαβον εν οριοις Αιγυπτου, παντες εστραφησαν κενοι, παντες συντετριµµενοι˙ ξιφη αυτων κατεκλασαν, εκενωσαν τα βελη, αι χειρες εξελυθησαν καθ᾿ ηµων ενεργουσαι, και ηµεις διεµειναµεν µηδεν αδικηθεντες. Ο στυλος ηπτε του πυρος, παρην και η νεφελη, και µονοι διηρχοµεθα εν αλλοτρια χωρα, µεσον ληστων, µεσον πολλων εθνων και βασιλεων. Εµαθε και ο βασιλευς λαου αυτου την ητταν, εµανη και ηγησατο µεγαλην ατιµιαν παρα ενος εµπαιζεσθαι και νικασθαι ανθρωπου. Εζευξεν αρµατα αυτου και τον λαον επηρε
και κατεδιωξεν αυτος καυχωµενος µεγαλα. Ηλθε και µονον ευρε µε κειµενον εκ του κοπου, (ηγρυπνει δε ο Μωϋσης και Θεω προσωµιλει), προσεταξε δεθηναι µου χειρας αµα και ποδας και τω δοκειν εκρατουν µε και δεσµειν επεχειρουν˙ εγω δ᾿ εγελων κειµενος και ευχη ωπλιζοµην και τω σηµειω του σταυρου παντας απεκρουοµην, και µη τολµωντες αψασθαι η εγγυς µου γενεσθαι πορρωθεν που ισταµενοι εδοκουν εκφοβειν µε, πυρ ταις χερσι κατεχοντες καυσαι µε προσηπειλουν˙ µεγαλα τε εκραυγαζον και κτυπους απετελουν και, ινα µη καυχησωνται ως µεγα τι ποιουντες, (131) ειδον µε φως γενοµενον πρεσβειαις του πατρος µου και αφνω υπεχωρησαν οµου κατησχυµµενοι. Εξηλθεν εκ Θεου Μωσης, ευρε µε θαρσαλεον, περιχαρη και συντροµον εκ της θαυµατουργιας. Ηρωτησε τι το συµβαν, το παν αυτω εξειπον, και οτι˙ Φαραω ην, βασιλευς της Αιγυπτου, παραγενοµενον νυνι µετα λαου απειρου και δησαι µε ουκ ισχυσεν, ηθελε δε µε καυσαι και παντες φλοξ εγενοντο, οι µετ᾿ αυτου ελθοντες, και κατ᾿ εµου εξεπεµπον πυρ εκ του στοµατος αυτων. Και οτι˙Φως ιδοντες µε γεγονοτα ευχαις σου σκοτος παντες γεγονασι και µονος ειµι αρτι. Βλεπε, αντεπεκριθη µοι Μωσης, και µη θαρρησης, µηδε τα φανερα βλεπης, τα κρυφη φοβου µαλλον! ∆ευρο, φυγη χρησωµεθα! Ουτω Θεος κελευει, και πολεµησει ο Χριστος ανθ᾿ ηµων Αιγυπτιοις. Αγωµεν, εφην, Κυριε, ου χωρισθησοµαι σου, ου παραβω σου εντολην, αλλα πασας φυλαξω˙ αµην. ΙΘ’. ∆ιδασκαλια συν θεολογια, εν η και περι ιερωσυνης αµα και απαθους θεωριας. (132) Πως σου εξειπω, ∆εσποτα, τα θαυµαστα και ξενα,
πως λογω διηγησοµαι σων κριµατων τα βαθη, α καθ᾿ εκαστην εκτελεις εν ηµιν, τοις σοις δουλοις; Πως παραβλεπεις απειρα των σφαλµατων µου πληθη και ου λογιζη, ∆εσποτα, τας των κακων µου πραξεις, αλλ᾿ ελεεις και σκεπεις µε και φωτιζεις και τρεφεις ως εκπληρουντα πασας σου τας εντολας, Σωτηρ µου; Ου µονον δε µε ελεεις, αλλα και πλεον τουτου καταξιοις ενωπιον της σης παραστασθαι µε δοξης τε και δυναµεως και της µεγαλωσυνης˙ προσοµιλεις µοι και λαλεις λογους αθανασιας τω ασθενει και ταπεινω και του ζην αναξιω. Πως µου λαµπρυνεις την ψυχην, την κατεσπιλωµενην, και φως αυτην αποτελεις, αχραντον τε και θειον; Πως λαµπροφορους εκτελεις τας αθλιας µου χειρας, ας αµαρτων εµολυνα µολυσµοις αµαρτιας; Πως αλλοιοις τα χειλη µου αιγλη θεοτητος σου, εξ ακαθαρτων αγια ταυτα µετασκευαζων; Γλωσσαν µου δε την ρυπαραν, Χριστε, πως εκκαθαιρεις και µασησµω της σης σαρκος σου µετοχον εργαζη; Πως και οραν µε αξιοις και παρ᾿ εµου ορασθαι και ταις χερσι µου, ο κρατων τα συµπαντα, κρατεισθαι, ο πασιν αθεωρητος ταξεσιν ουρανιαις (133) και τω Μωση απροσιτος, τω εν προφηταις πρωτω; Ου γαρ ιδειν το προσωπον το σον κατηξιωθη, ουδ᾿ εν ανθρωποις αλλοις τις, ινα µη αποθανη. Σε ουν τον ακατανοητον, σε τον αφραστον µονον, σε τον αχωρητον παντι και απροσιτον πασι, πως και κρατειν τε και φιλειν και οραν και εσθιειν και εχειν εν καρδια µου, Χριστε, καταξιουµαι και διαµενω αφλεκτος χαιρων αµα και τρεµων και ανυµνων σου την πολλην, Χριστε, φιλανθρωπιαν; Οι ουν τυφλοι και σαρκικοι, οι µη γινωσκοντες σε, αναισθητουντες, µαλλον δε την ιδιαν δεικνυντες ασθενειαν και σκοτωσιν και των καλων απαντων, Σωτηρ µου, αποστερησιν, πως τολµωσι του λεγειν˙ Τι δε και χρηζει ανθρωπος ιερωσυνην εχειν, εαν µη εν των τριων τυτων κερδανη˙
η την τροφην του σωµατος η πορισµον χρυσιου η θρονον εκ των υψηλων επισκοπης πλουσιας; Ω σκοτους, ω πωρωσεως, ω πτωχειας εσχατης, ω αθλιοτητος πολλης, ω αγνοιας µεγαλης, ω γεηρων τε και κενων µαταιων ονοµατων, ω τολµης, ω φρονηµατος Ιουδα του προδοτου! Ως γαρ εκεινω τα φρικτα του δεσποτικου δειπνου και του αχραντου σωµατος εις ουδεν ελογισθη, αλλα κρεισσον ηγησατο αργυρια ολιγα, ουτω και ουτοι τα φθαρτα των αφθαρτων και θειων προτιµωντες εκλεγονται την ψυχικην αγχονην. Ειπατε µοι, ω µαταιοι, ει επιστασθε τουτο! Τις τον Χριστον κτησαµενος ετερου πλεον χρηζει τινος αρα των αγαθων του παροντος αιωνος; Τις την χαριν του Πνευµατος εχων εν τη καρδια ουχι Τριαδα την σεπτην εν αυτω κατοικουσαν (134) κεκτηται, την φωτιζουσαν και Θεον εκτελουσαν; Τις δε Θεος γενοµενος χαριτι της Τριαδος και δοξης καταξιωθεις της ανω τε και πρωτης, πλεον τι εννοησειεν ενδοξοτερον αρα του λειτουργειν τε και οραν την ανωτατω φυσιν, την παντουργον, την αφραστον, την απροσιτον πασιν; Η τινος επιθυµησειε λαµπροτερου εν βιω, τω τε τουτω, λογισθητι, τω ολιγοχρονιω, η τω αλλω, µοι νοησον, τω µη εχοντι τελος; Ει ηδεις το κρυπτοµενον βαθος των µυστηριων, ουκ αν µε κατηναγκαζες ταυτα λαλειν η γραφειν. Φριττω γαρ ευλαβουµενος εγχαραττων τα θεια και γραµµασι σκιαγραφων τα απορρητα πασιν. Ει εθεασω τον Χριστον, ει ελαβες το Πνευµα και προσηνεχθης τω Πατρι δια τουτων των δυο, γινωσκειν ειχες α λαλω και α σοι εξηγουµαι, και οτι µεγα και φρικτον και επεκεινα πασης δοξης τε και λαµπροτητος, αρχης και εξουσιας, πλουτου τε και δυναµεως και πασης βασιλειας το λειτουργειν εν καθαρα καρδιας συνειδησει τη καθαρα και Αγια και αχραντω Τριαδι.
Μη γαρ µοι ειπης σωµατος την αναµαρτησιαν και, ων το βαθος ου νοεις, παραξης µαρτυριας, αλλ᾿ απερ ειπεν ο Θεος δια των Αποστολων και Βασιλειου του σοφου, του πυρινου την γλωτταν, και Χρυσοστοµου τε πατρος τας απλας µαρτυριας και Γρηγοριου του καλως ταυτα θεολογουντος ακουσον και πιστωθητι, ποταπον χρη υπαρχειν τον λειτουργουντα τω Θεω, τω ποιητη των παντων! Και εκ της καταξιωσεως και εκ της αρετης σου εχεις του αξιωµατος το µεγεθος θαυµασαι. (135) Μη πλανηθητε, αδελφοι, µη τολµησητε ολως αψασθαι η προσελθειν το απροσιτω φυσει. Ος γαρ ουκ αποταξεται κοσµω και τοις εν κοσµω και την ψυχην αρνησεται την εαυτου και σωµα και ολος γενηται νεκρος ταις αισθησεσι πασαις µηδεν προσβλεπων εµπαθως των ηδεων του βιου, µηδενος ολως επιθυµων των του κοσµου πραγµατων µηδε ενηδυνοµενος λογοις τισιν ανθρωπων, ος ου κωφος τε και τυφλος γενηται τοις του κοσµου πραγµασι τε και ηθεσι, πραξεσι τε και λογοις ορων µεν οσα οφθαλµος φυσει οραν ισχυει, µηδεν δε ενδοθεν εων εισελθειν εν καρδια και τυπους τουτων και µορφας ανιστορεισθαι ταυτην ακουων δ᾿ οσα ακοη δεχεται ανθρωπινη, και µενων ωσπερ αψυχος και αναισθητος λιθος, µη ηχην, µη την δυναµιν των φωνων µεµνηµενος, ου δυναται την µυστικην και αναιµακτον θυειν Θεω θυσιαν καθαρως τω καθαρω την φυσιν. Οταν γαρ ταυτα αισθηθη ποιειν εν αληθεια, απεχωρισθη του παντος κοσµου και των του κοσµου και γνωσει και πιστευσει µοι, α µελλω παλιν γραφειν. Τον αερα τον σκοτεινον, ον ∆αυιδ τειχος λεγει και θαλασσαν ωνοµασαν του βιου οι Πατερες, υπερεβη, επερασεν, εισηλθεν εις λιµενα, εν ω πας ο γενοµενος παν αγαθον ευρισκει. Εκει γαρ ο παραδεισος, εκει ζωης το ξυλον, εκει ο αρτος ο γλυκυς, εκει ποµα το θειον,
εκει ο ανεξαντλητος πλουτος των χαρισµατων. Εκει η βατος καιεται µη καταφλεγοµενη και των ποδων µου λυονται πεδιλα ευθεως˙ (136) εκει θαλασσα ρηγνυται και διερχοµαι µονος και ορω εν τοις υδασιν εχθρους ποντιζοµενους˙ εκει το ξυλον θεωρω εν τη εµη καρδια βαλλοµενον και τα πικρα παντα µεταποιουνται˙ εκει την πετραν βλυζουσν µελι εκαρπωσαµην και η ψυχη µου εκτοτε θλιψεως ου µετεσχεν˙ εκει ευρηκα τον Χριστον, τον παροχεα τουτων, και ηκολουθησα αυτω εξ ολης της ψυχης µου˙ εκει το µαννα εφαγον και αρτον των Αγγελων και ουδενος επεθυµησα των ανθρωπινων ετι˙ εκει την ραβδον Ααρων την ξηραν εξανθουσαν ειδον τε και εθαυµασα Θεου τερατουργιας˙ εκει την στειραν µου ψυχην ειδον καρποφορουσαν και πως το ξυλον το ξηρον ποιει καρπον ωραιον˙ εκει την βορβορωδη µου και ασωτον καρδιαν εθεασαµην καθαραν και αγνην και παρθενον και το˙ Χαιρε, ακουουσαν, η κεχαριτωµενη, µετα σου γαρ ο Κυριος και εν σοι εις αιωνας! Εκει το˙ Νιψαι, ηκουσα, κολυµβηθρα δακρυων! και ποιησας επιστευσα και ανεβλεψα αιφνης˙ εκει εταφην µνηµατι ταπεινωσει τελεια, και παρεγενετο Χριστος αµετρητω ελεει και λιθον ηρε τον βαρυν εκειθεν των κακων µου και ειπε˙ ∆ευρο, εξελθε ως εκ ταφου του κοσµου! Εκει, πως επαθεν, ειδον, απαθως ο Θεος µου και πως νεκρος εγενετο αθανατος υπαρχων και ανεστη του µνηµατος µη λυσας τας σφραγιδας. Εκει την µελλουσαν ειδον ζωην και αφθαρσιαν, (137) ην ο Χριστος χαριζεται τοις αυτον εκζητουσι, και βασιλειαν ουρανων ουσαν εντος µου ευρον, ητις υπαρχει ο Πατηρ, ο Υιος και το Πνευµα, θεοτης αδιαιρετος εν τρισι τοις προσωποις, ην οι µη προτιµησαντες αντι παντος του κοσµου και δοξαν ηγησαµενοι και τιµην τε και πλουτον
το προσκυνειν, το λειτουργειν και παριστασθαι µονον αναξιοι τυγχανουσι και της αχραντου θεας και της τρυφης και της χαρας και των καλων απαντων, ων ου µη µεταλαβωσι µετανοιαν µη σχοντες, ει µη παντα ως ειποµεν, γενωνται διδαχθεντες και παντα πραξωσι σπουδη, α ειπεν ο Θεος µου, και τοτε µολις τις πολλω φοβω και ευλαβεια, ει ο Θεος κελευσειεν, απτεσθω των αψαυστων. Ουδε γαρ πασιν εξεστι λειτουργειν τοις τοιουτοις, αλλ᾿ ει και πασαν δεξεται του Πνευµατος την χαριν και καθαρος απο µητρος υπαρχει αµαρτιας, ει µη Θεου κελευσµατι και εκλογη εκεινου, πληροφορουντος την αυτου ψυχην ελλαµψει θεια και εµπυριζοντος αυτην ποθω θειας αγαπης, ουκ αν δοκη µοι ευλογον ιερουργειν τα θεια και των αψαυστων και φρικτων απτεσθαι µυστηριων, οις πρεπει δοξα και τιµη και προσκυνησις πασα νυν και αει δια παντος, εις παντας τους αιωνας. Κ’. Ευχαριστια και εξοµολογησις συν θεολογια˙ και περι δωρεας και µετουσιας Πνευµατος Αγιου. (138) Ωφθης δι᾿ εµε επι γης εκ Παρθενου, ο προ αιωνων αορατος υπαρχων, και σαρξ εγενου και ανθρωπος εδειχθης, ο απροσιτω φωτι ενειληµµενος, και περιγραπτος τοις πασιν ενοµισθης, ο πανταπασιν αχωρητος υπαρχων, ον ουκ ισχυει λογος απας εκφρασαι, νους δε βιαζοµενος δρασσεται ποθω και κρατειν ου δυναται συστελλοµενος φοβω και παλιν ζητει καιοµενος τα ενδον, φαντασθεις δε σου βραχυ τη λαµπηδονι τροµω αποπεµπεται και χαρα χαιρει. Στεγειν γαρ ου δυναται φυσις ανθρωπων ολον σε τρανως καθοραν, τον Χριστον µου,
ει και ολον σε πιστευοµεν λαµβανειν εκ του Πνευµατος, ου διδως, ο Θεος µου, και των αχραντων αιµατος και σαρκος σου, ων κοινωνουντες σε κρατειν και εσθιειν αδιαιρετως, Θεε, οµολογουµεν και ασυγχυτως˙ ου γαρ µεταλαµβανεις φθορας η ρυπου, αλλ᾿ εµοι µεταδιδως της σης αφθαρτου καθαροτητος, Λογε, (139) και αποπλυνεις τον ρυπον των κακων µου και εκδιωκεις ζοφον αµαρτιων µου και της καρδιας καθαιρεις µου το αισχος και της κακιας εκλεπτυνεις το παχος και φως ποιεις µε, τον πριν εσκοτισµενον, και ωραιον µε κατ᾿ αµφω απεργαζη˙ αιγλη περιλαµπεις µε αθανασιας και εκπληττοµαι και καιοµαι τα ενδον επιθυµων σε αυτον προσκυνησαι. Οτε δε τουτο ενθυµηθω ο ταλας, ω του θαυµατος, εν εµοι σε ευρισκω καταµενοντα, κινουµενον, λαλουντα και αφωνον µε τοτε αποτελουντα τη καταπληξει δοξης της απροσιτου. Θαµβος ουν συνεχει µε και απορια, οτι τον παντα συνεχοντα παλαµη συνεχοµενον εν καρδια µου βλεπω. Αλλα τι σου, Χριστε µου, το ξενον του ελεους, τις η απειρος συγκαταβασις, Λογε; Τι προς την εµην εληθυθας πτωχειαν, πως και εισηλθες εις ρυπωσαν οικιαν, ο απροσιτω οικων φωτι, Θεε µου; Πως δε και τηρεις ακαταφλεκτον ταυτην, πυρ υπαρχων αστεκτον φυσει βροτεια; Τι δε ποιησω αξιον σου της δοξης και τι ευρησω προς τοσαυτην αγαπην; Τι σοι προσαξω, τω τοιαυτη µε δοξη και τιµη δοξασαντι, τον αναξιον; Ον γαρ ανθρωποι βλεπειν απαξιουσιν,
αλλ᾿ ουδε λαλειν ουδε συνεστιασθαι ολως εµοι βουλονται τω παναθλιω, συ ο πνοην απασαν τρεφων και φυσιν, (140) ο τοις Σεραφειµ απροσιτος υπαρχων, ο παντων κτιστης, ποιητης και δεσποτης ου µονον ορας και λαλεις µοι και τρεφεις, αλλα και την σην ουσιωδως µοι σαρκα κατηξιωσας και κρατειν και εσθιειν και το αιµα σου το παναγιον πινειν, ο εξεχυθη δι᾿ εµε σου σφαγεντος. ∆ιακονον τε και λειτουργον και µυστην τουτων µε κατεστησας, ονπερ γινωσκεις, ο παντα ειδως, πριν ποιησεις αιωνας και πριν παραξεις τι των µη βλεποµενων τα γαρ ορατα υστερον συνεστησω -, τον αµαρτωλον, ασωτον, τον τελωνην, ληστην, φονεα εµαυτου γεγονοτα, ψευστην των καλων, εργατην ανοµιας και πασων των σων εντολων παραβατην. Συ ουν αληθη ταυτα ειναι γινωσκεις˙ πως ενωπιον οφθω σου, ω Χριστε µου, πως δε τη ση πλησιασω τραπεζη; Πως του αχραντου σωµατος σου κρατησω, ο χειρας εχων παντη εσπιλωµενας; Πως υµνησω σε, πως αλλοις µεσιτευσω µη εχων εκ πιστεως και καλων εργων την προς σε αγαπησιν και παρρησιαν, αλλ᾿ υποχρεως αυτος ων, ωσπερ οιδας, πολλων ταλαντων, πολλων ανοµηµατων; Ο νους απορει, ησθενησεν η γλωσσα και λογος ουδεις ευρισκεται µοι, Σωτερ, τα σα εξειπειν αγαθοτητος εργα, α εποιησας εις εµε τον σον δουλον. (141) Φλεγονται δε µου ως εκ πυρος τα ενδον και ου δυναµαι σιωπων υποφερειν το µεγα βαρος των πολλων δωρεων σου. Ο τα στρουθια φωναις λαλειν ποιησας
δωρησαι καµοι λογον, τω παναθλιω, ινα τοις πασιν εγγραφως και αγραφως διηγησωµαι, α εις εµε ειργασω δια ελεος απειρον, ο Θεος µου, και δια µονην την σην φιλανθρωπιαν. Και γαρ υπερ νουν φρικτα τε και µεγαλα πελουσιν, απερ παρεσχες µοι τω ξενω, τω αµαθει, τω πτωχω, τω απαρρησιαστω, τω απο παντος απερριµενω ανθρωπου. Γονεις ου προσειχον µοι φυσικη τη αγαπη, οι αδελφοι και φιλοι µου παντες ενεπαιζον µοι, αγαπαν γαρ µε λεγοντες εψευδοντο εις απαν. Οι συγγενεις, οι εξωθεν, οι αρχοντες του κοσµου τοσουτον µε απεστρεφοντο και ηνειχοντο βλεπειν, οσον συναπολεσαι µε ταις αυτων ασεβειαις. Πολλακις επεθυµησα δοξης αναµαρτητως και ουπω ταυτην ευρηκα εν τω παροντι βιω˙ η δοξα γαρ η κοσµικη, καθως εβεβαιωθην, και διχα αλλης πραξεως αµαρτια τυγχανει. Ποσακις επεθυµησα ανθρωπους αγαπαν µε και εχειν οικειοτητος προς αυτους παρρησιαν, και ουδεις µου ηνεσχετο των αγαθα φρονουντων˙ αλλοι δε µαλλον ηθελον βλεπειν µε και γνωριζειν, εγω δε τουτους εφευγον ως των κακων εργατας. Ταυτα ουν παντα, ∆εσποτα, και αλλα τουτων πλειω, α ουδε λεγειν ευπορω, ουδ᾿ αποµνηµονευειν, συ εις εµε, τον ασωτον, προνοων απειργασω, ινα ελκυσης εκ βυθου και κοσµικου µε σκοτους (142) και της απατης, της δεινης, των του βιου ηδεων. Οι αγαθοι µε εφευγον δια το εξω σχηµα, τους δε φαυλους εξεφευγον οικεια προαιρεσει˙ ηγαπων γαρ, ως ειρηται, δοξαν και πλουτον κοσµου και φαντασµον ενδυµατος και βλακευµατων ηθη. Ουκ οιδα δε τι φθεγξοµαι, ουκ οιδα τι σοι ειπω˙ φοβουµαι γαρ και το λαλειν και γραφειν τα τοιαυτα, µη περιπεσω τοις εµοις λογοις και αµαρτησω, και εσται ανεξαλειπτον το ψευδως γεγραµµενον.
Οταν προσεκαλειτο µε εις εργα τις µανιας και αµαρτιας, αληθως, του πλανου κοσµου τουτου, εσωθεν η καρδια µου συνελεγετο ολη και ωσπερ κατεκρυπτετο εαυτην αιδουµενη, συνεχοµενη αφανως παντως χειρι σου θεια. Και τα µεν αλλα απαντα ηγαπων τα του βιου, οσα τε οψιν τερπουσι και λεαινουσι λαρυγγα και σωµα καλλωπιζουσι, το φθειροµενον τουτο. Τας πραξεις δε τας µυσαρας και ασελγεις ορεξεις συ δη εκ της καρδιας µου απηλειψας, Θεε µου, και µισος ενεποιησας προς ταυτα τη ψυχη µου˙ ει και τη προαιρεσει µου προσεκειµην εν τουτοις, και ορεξιν τε απρακτον και πραξεις ανορεκτους εποιεις µαλλον εχειν µε – θαυµα µεγιστον παντη και παντων απεχωρισας οικονοµια θεια βασιλεων, αρχοντων τε και πλουσιων του κοσµου. Πολλων πολλακις και εµου θελησαντος εις ταυτα αυτος βουλην ουκ ειασας τινος εν τουτοις στηναι, αλλους δοξαζειν λεγοντας και πλουτειν µε εν βιω µισος εµισουν, ∆εσποτα, µισος απο καρδιας, ως µητε συντυχιαν µε κινειν ποτε προς τουτοις, οι και µανεντες βακλοις µε σφοδρως ετυψαν µαλλον˙ αλλοι δε λοιδοριαις µε προς παντας ελοιδορουν (143) εργατην ειναι λεγοντες πασης παρανοµιας, θελοντες διαστρεψαι µε απο οδου ευθειας˙ τας πραξεις γαρ εξεφευγον, ινα µη λοιδορωµαι, αυτοι δε ελοιδορουν µε, οπως εις πραξεις ελθω, ει αρα και τον επαινον τον των ανθρωπων χρηζω, οι προσετιθουν λεγοντες παντοτε λοιδορειν µε, εως αν εις το φρονηµα το εκεινων συνελθω. Τοις δε την δοξαν λεγουσι διδοναι την του κοσµου ουτως ανταποκρινεσθαι δεδωκας µε, Σωτηρ µου˙ Ει πασαν δοξαν, ελεγον, την του κοσµου εκρατεις και στεφος σου τη κορυφη βασιλειας υπηρχε, τοις δε ποσι σου κοκκινον ην υποδεδεµενον και τουτων παντων αιφνης µε κυριον απειργασω, αυτος δε εστης παγανος, δουλος µου θελων ειναι,
ουκ αν ταις πονηριαις σου και τοις φρονηµασι σου ολως συνεκοινωνησα η συνηλθον εν βιω. Ποιος χαρτης χωρησειε τας σας ευεργεσιας και τα καλα σου τα πολλα, α εις εµε ειργασω; Ει γαρ µυριαι γλωσσαι µοι δοθησονται και χειρες, ουκ αν ισχυσω εξειπειν η περι παντων γραψαι˙ εισι γαρ παντως αβυσσος εν απειρω τω πληθει, εισιν ακατανοητα τω της δοξης µεγεθει, και ασθενω τον λογισµον, πονω µου την καρδιαν, οτι λαλειν ου δυναµαι περι σου, ο Θεος µου. Οταν γαρ, απερ επραξα, ενυµηθω, ο ταλας, οσα µοι εβοηθησας, εξ οιων µε εξειλου και ποσων, Σωτερ, µε κακων απερ διεπραξαµην, αλλ᾿ ως πολλα ποιησαντα αγαθα και µεγαλα και καθαρον απο µητρος αγιας κολυµβηθρας ουτως και προσελαβου µε, ουτως ετιµησας µε, ουτως µε κατεκοσµησας στολη τη βασιλειω, (144) ολος τροµω συνεχοµαι και εξισταµαι χαιρων και αφωνος καθισταµαι και εκλυοµαι σφοδρα, οτι θεος εδοθης µοι, ο ποιητης του κοσµου, ανθρωπω λιαν µυσαρω και βδελυκτω τοις πασιν ανθρωποις τε και δαιµοσιν ως ηδη γεγονοτι και υπερβαντι πραξεσιν εργων ατοπωτατων κακεινους. Οιµοι τω αισχρω και ρυπαρω - πως ειπω;ηνωθης µοι, φιλανθρωπε, αµετρω ευσπλαγχνια, ο καθαροτητι πολυς, αγιωσυνη µειζων, δυναµεις τε ασυγκριτος και ανεικαστος δοξη, και συγκατηλθεν ανωθεν αφ᾿ υψους αµετρητου εως εσχατου των πυλων αδου αµαρτιων µου και σκοτους της πτωχειας µου και οικου συµπτωθεντος απο πολλων ανοµιων, µεγιστης αµελειας ηµεληµενου παντελως και γε ρερυπωµενου, ος προτερον ανεστησας εµε κειµενον κατω και επι πετραν εστησας των θειων εντολων σου και λουσας εκαθαρισας βορβορου των κακων µου και χιτωνα ενεδυσας λευκον υπερ χιονα, τον οικον τε εσαρωσας τον κατεσπιλωµενον
και εισελθων ενωκισας, ω Τριας, ο Θεος µου, ειτα θρονον µε απετελεσας θεοτητος σου θειας και οικον απροσιτου σου δοξης και βασιλειας και σταµνον µαννα φερουσαν το της αθανασιας, και λυχνον ενδον εχοντα φως ασβεστον και θειον, πυξιον τε ως αληθως του καλου µαργαριτου και γαρ αγρον, εν ω κεκρυπται ο θησαυρος του κοσµου, πηγην, εξ ης οι πινοντες ουδεποτε διψωσιν, ητις και βλυζει µαλιστα υδωρ δεκαπλασιως και τους εν πιστει πινοντας εκτελει αθανατους, (145) παραδεισον ξυλον ζωης µεσον εχοντα παλιν και γην περικαλυπτουσαν τον αχωρητον πασι, σε, ον εζητησα ποτε εξ ολης µου καρδιας, και επεθυµουν περι σου λογον αει ακουειν και ηθελον την µνειαν σου εχειν εν τη ψυχη µου και συχνοτερως περι σου και λαλειν και ακουειν. Ει γαρ και πρωην µου ο νους περι σου φαντασθηναι καθαρως ουκ ηδυνατο, παντη ρερυπωµενος, ουδ᾿ οφθαλµοι θεασασθαι η ακοη ακουσαι, ουδ᾿ αναβασεις δεξασθαι η καρδια µου θειας, αλλα µονη τη ακοη κατεπληττετο ολη και φοβω συνεστελλετο η ψυχη µου και τροµω, αλλ᾿ ενδοθεν ορωσα σε νυν εαυτης εκπληττεται και ενοπτριζοµενη σε, οσον αυτη γε διδως, ολον εν ολω τω παντι, ολον εκτος δε τουτου, εντος τε παλιν εαυτης, ολον κατανοουσα ολον ακατανοητον θεοτητι τη θεια, τον τοις πασιν αορατον και αποκεκρυµµενον, σε τον απροσιτον και προσιτον µονοις οις ηβουληθης, καθως αυτος ηθελησας φιλανθρωπως φανηναι, τον Σεραφειµ και Χερουβιµ και πασι τοις αγγελοις απροσιτον και φοβερον αυγη φυσεως θειας, µετα ανθρωπων προσιτον τον φυσει αληπτον τε, ολη ολως εξισταται, εκπληττεται δε πλεον την αγαθοτητα την σην και την φιλανθρωπιαν, οτι καθαιρεις ρυπαρας ψυχας και νουν φωτιζεις και περιδρασση γεωδους και υλικης ουσιας,
αναπτεις τε φλογα πολλην αγαπησεως θειας και ποθου θειου ερωτα οια πυρ µοι εµβαλλεις και µεχρι τριτου ουρανου φθανειν παρασκευαζεις και εις παραδεισον ποιεις, Σωτερ, αρπαζεσθαι µε, εν ω ακουω ρηµατα αρρητα τε και ξενα, (146) α ουκ εξον βροτοις λαλειν η λογω εξηγεισθαι. Σοι δε τιµη πρεπει, δοξα και µεγαλωσυνη, κρατος αιωνιον, Χριστε, τω του παντος ∆εσποτη συν τω Πατρι και Πνευµατι τω φυσει Παναγιω νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων˙ αµην. ΚΑ’. Επιστολη προς µοναχον ερωτησαντα˙ Πως χωριζεις τον Υιον απο του Πατρος, επινοια η πραγµατι; Εν η ευρησεις πλουτον θεολογιας ανατρεπουσης την αυτου βλασφηµιαν. (147) Ελαµψας, εξεφανας φως το της δοξης, φως απροσιτον της σης ουσιας, Σωτερ, και κατηυγασας ψυχην εσκοτισµενην, µαλλον δε σκοτος ουσαν εξ αµαρτιας ως το φυσικον απολεσασαν καλλος, ως εξ αδου τε ανηγαγες κειµενην και φως ιδειν δεδωκας θειας ηµερας και του ηλιου ακτισιν ελλαµφθηναι και φως γενεσθαι ταυτην, ω µεγα θαυµα! Ου πιστευουσιν οι δοξης των ανθρωπων µη καταφρονησαντες, ως ενετειλω, ουδε γαρ εγευσαντο δοξης της θειας, ην δεδωκας συ και διδως νυν, Θεε µου, τοις απο ψυχης ολη τη διαθεσει σε ζητησασι, την αιωνιον δοξαν, σε, τον αληθως Θεον δεδοξασµενον, ον το κατιδειν ακροτης εστι δοξης. Ο δε αει σε βλεπειν ηξιωµενος παντως ελαχεν αγγελικης αξιας, ει και δεδεται τη σαρκι κατα φυσιν.
Ει δε και µειναι παρ᾿ αυτω κατεδεξω (148) και καταµενειν εν σοι προσηβουληθης, την σην εξεπληρωσας οικονοµιαν και οµοιον σου τον φθαρτον απειργασω θεον, ο Θεος, ο συνυπαρχων φυσει, ο προαναρχος Θεω τω συναναρχω Υιω και Λογω, τω εκ σου γεννηθεντι, ουκ επινοια εκ σου χωριζοµενω, αλλα πραγµατι αχωριστω σου οντι. Ει δε και χωριζεται, αλλ᾿ ου τη φυσει, τη υποστασει δε µαλλον, ειτ᾿ ουν προσωπω, το γαρ πραγµατι ασεβων και αθεων, το δ᾿επινοια ολως εσκοτισµενων. Εχει γαρ ο νους γεννωµενον τον λογον απαυστως παντως και πως κεχωρισµενον˙ ει δε γενναται και προερχεται οντως και κεχωρισται ενυποστατω λογω, αλλα και µενει του γεννησαντος ενδον, οπερ και κολπον πατρικον δει νοησαι, και διερχεται εις τον συµπαντα κοσµον και παντα πληροι του Πατρος ολως διχα και συν τω Πατρι ολος αυτος υπαρχει, µετερχεται δε παντως ταις ενεργειαις και τη ελλαµψει µεταβαινειν νοειται. Εµπεριπατειν ηκουσας γαρ και µενειν και αποστρεφειν το προσωπον και βλεπειν, κατερχεσθαι τε και ανερχεσθαι παλιν, παραγινεσθαι τε και αφιπτασθαι αυθις και αλλα πολλα της θειας ενεργειας αι θειαι γραφαι πασαι δηµηγορουσιν, α ελαλησεν εκπορευθεν το Πνευµα, (149) το Παναγιον, εκ του Πατρος αφραστως, και απεσταλη δι᾿ Υιου τοις ανθρωποις˙ ου τοις απιστοις ουδε τοις φιλοδοξοις, ου τοις ρητορσιν ουδε τοις φιλοσοφοις, ου τοις µαθουσι συγγραφας των Ελληνων, ου τοις τα γραφας αγνοουσι τας εσω,
ου τοις εξασκησασι σκηνικον βιον, ου τοις λαλουσι τορνευτως και πλουσιως, ου τοις λαχουσι µεγαλων ονοµατων, ου τοις τυχουσι φιλεισθαι παρ᾿ ενδοξων, ου συµπραξασι τοις πραξασιν ανοµως, ου τοις καλουσιν ουδε τοις καλουµενοις, ουδε παιζουσιν ουδε τοις παιζοµενοις, αλλα τοις πτωχοις πνευµατι και τω βιω, τοις την καρδιαν καθαροις και το σωµα, τοις λογον απλουν και απλουστερον βιον και απλουστεραν κεκτηµενοις την γνωµην, τοις την δοξαν φευγουσιν ως πυρ γεεννης και κολακευτας απο ψυχης µισουσιν (ου γαρ δεχεται το Πνευµα κολακειας, ουδ᾿ ανεχεται ακουειν, ο µη εστι), τοις προς µονην βλεπουσι ψυχης την δοξαν και των αδελφων την σωτηριαν παντων και µηδε µικρα καρδιακη κινησει αισθησιν λαµβανουσι προς τι του κοσµου, επαινων οιον η δοξης ανθρωπινης η πασης αλλης ηδονης ειτε παθους. Ουτοι γαρ νεκροι και ζωντες αληθεια, οτι πελουσιν αληθεις και ως πλανοι. Ουτοι ταπεινοι πνευµατι και καρδια, (150) πραεις τε εισι και ζηλωται Κυριω. Ουτοι ασεβεις εισι τοις ασεβεσι και οσµη ζωης τοις εκλεκτοις Κυριου. Ουτοι και πορνοι τοις πορνοις τη καρδια και ισαγγελοι τοις την ψυχην παρθενοις. Ουτοι και δοξης εν µεσω ταπεινουνται και εν πενια εισι δεδοξασµενοι. Ουτοι και ευτελειαν ως βασιλειαν και βασιλειαν ως πτωχειαν ηγουνται. Ουτοι τρωγοντες εισιν εν εγκρατεια και νηστευοντες παν ειδος εµπιπλωνται. Ουτοι ου συνερχονται τη αδικια ουδε παριδειν δυνανται τεθλιµµενον
και καταπονουµενον υπο πλουσιων. Ουτοι προσωπον ουκ αιδουνται ανθρωπων, το γαρ προσωπον ορωσι του Κυριου. Ουτοι ου κλωνται τοις δωροις την καρδιαν και ου παρορωσι νοµον δικαιοσυνης, εχουσι και γαρ τον ασυλητον πλουτον και τα του κοσµου παντα λογιζονται ως κοπρον. Ουτοι εχοντες διδασκαλον το Πνευµα µηθησιν ου χρηζουσιν εκ των ανθρωπων, αλλα τω φωτι λαµποµενοι τω τουτου βλεπουσι τον Υιον, ορωσι τον Πατερα και προσκυνουσι Τριαδα τοις προσωποις, τον ενα Θεον ηνωµενον τη φυσει αφραστως. Ουτοι µυουνται εκ του Πατρος δε παλιν, οτι γενναται ο Υιος αµεριστως, ως οιδε µονον, ειπειν γαρ ουκ ισχυω˙ ει γαρ ισχυον, ειχε παντως ο λογος τα υπερ λογον και διανοιαν φρασαι (151) και ανω κατω τα συµπαντα γενεσθαι. Ει γαρ το κτισµα τον κτιστην καταµαθη και, οιος εστιν, ολον κατανοηση και ειπειν λογω γραψαι εξισχυση, γεγονε του κτισαντος το εργον κρεισσον. Παυσον, ανθρωπε, φριξον, βροτε, τη φυσει και εννοησον, οτι µη ων παρηχθης και της µητρωας νηδυος παρακυψας ειδες τον κοσµον τον προ σου παραχθεντα. Και ει δυνηθης ουρανου υψος γνωναι η την ουσιαν υποδειξαι οποια, του ηλιου τε, σεληνης και αστερων, που κεκολληνται και πως περιπατουσιν αψυχα οντα και αναισθητως κινουµενα, η της γης αυτης, εξ ης αυτος εληφθης, ορους και µετρα, πλατη τε και µεγεθη, και επι τινος εποχειται, ει ειδες, παλιν δ᾿ εκεινο τι εστιν η που την βασιν εχει, ταυτα ει εγνως και καθ᾿ εν ευρες τελος,
και της θαλασσης ει µετρησης την ψαµµον, ειτε σου αυτου διαγνωναι την φυσιν και της σοφιας το εργον ερµηνευσαι, τοτε και αυτον τον ποιητην νοησεις, πως εν Τριαδι η Μονας ασυγχυτως και εν Μοναδι Τριας αδιαιρετως. Ζητησον Πνευµα, εξω γενου του κοσµου! Μη δωης υπνον οφθαλµοις το παραπαν, µητε φροντισης της ζωης της παρουσης! Κλαυσον, πενθησον, ον απωλεσας χρονον! Ισως ο Θεος παρακληθη και δωσει, (152) ωσπερ το πριν δεδωκεν ιδειν τον κοσµον και τον ηλιον και το φως της ηµερας, ουτω και τα νυν λαµψαι καταξιωσει και υποδειξαι τον νοερον σοι κοσµον και φωτι ελλαµψαι σε τω τρισηλιω, ο ει θεαση, τοτε γνωση α λεγω˙ τοτε µαθηση του Πνευµατος την χαριν, οτι και απον παρεστι τη δυναµει και παρον ουχ οραται τη θεια φυσει, αλλα και παντη και ουδαµου υπαρχει. Ει ζητησεις αισθητως ιδειν τουτο, που αν ευρησεις; Ουδαµου, παντως ειποις. Ει νοερως αναβλεψαι ισχυσεις, µαλλον δ᾿ εκεινο τον νουν σου καταλαµψει και διανοιξει κορας της σης καρδιας˙ τοτε πανταχου ειναι ουκ απαρνηση, αλλα δι᾿ αυτου απαντα διδαχθηση, ει και αµαθης και αγροικος τυγχανεις. Ει δε ουκ εγνως οφθαλµον ανοιγεντα της διανοιας της σης και φως ιδοντα, ει ουκ ησθηθης γλυκυτητος της θειας, ει ουκ ελλαµφθης τω Πνευµατι τω Θειω, ει ουκ εκλαυσας δακρυα ανωδυνως, ει εκπληθεντα τον νουν ουκ εθεασω, ει καθαρθεισαν ουκ εγνως σην καρδιαν και εκλαµψασαν φαιδρας αντανακλασεις
και ανελπιστως ευρες Χριστον εντος σου και εξεπλαγης καλλος ιδων το θειον και επελαθου φυσεως ανθρωπινης ολον σεαυτον βλεπων ηλλοιωµενον, πως περι Θεου λαλειν, ειπε, ου φριττεις; Πως δε και τολµας σαρξ αυτος ολος πελων (153) και µηπω πνευµα γεγονως ως ο Παυλος περι Πνευµατος φιλοσοφειν η λεγειν, ο εν τοιουτοις µη κατοικειν ακουεις δια το ειναι σαρκας αυτους, ως λογος; Αλλ᾿ εγραψα ταυθ᾿ ινα γνως πως πιστευω, και ει θελησεις, πεισθης µοι και στυγνασης. Ει γαρ αληθως τον θησαυρον ουκ εχεις, ονπερ ο κοσµος ου δυναται χωρησαι, ει ουπω ελαβες δοξαν των αλιεων, ην οι λαβοντες Θεον ελαβον οντως, καταλειψεις κοσµον και τα εν κοσµω, οξυποδησεις, δραµεις προ του κλεισθηναι πυλας βιου σοι και του τηδε θεατρου, και διαλυθη η πανηγυρις, οιµοι, και συσκοτασει ηλιος και τα αστρα και γη παρελθει και ανοιχθη ο αδης και το παν γενησεται σκοτος και χαος˙ και τοτε γνωση, φιλη ψυχη, και µαθης, οτι οι µη εχοντες Πνευµα το Θειον εν διανοια λαµπαδος δικην λαµπον και εν καρδια ενοικουν ανεκφραστως τω αιωνιω παραπεµπονται σκοτει. Και γαρ το Πνευµα ο Κυριος υπαρχει, Πνευµα δ᾿ ο Θεος, ο Πατηρ του Κυριου, εν παντως Πνευµα, ουδε γαρ διαιρειται. Τουτο ο εχων οντως εχει τα τρια, αλλ᾿ ασυγχυτως, ει και αδιαιρετως. Εστι γαρ Πατηρ˙ και πως Υιος υπαρξει; (154) Εστι γαρ αγεννητος το κατ᾿ ουσιαν, εστι τε Υιος˙ και πως γενηται Πνευµα; Πνευµα το Πνευµα˙ και πως Πατηρ φανειται;
Πατηρ ο Πατηρ, οτι αει γεννητωρ˙ πως δε γινεται η αει γεννησια; Οτι του Πατρος ου χωριζεται ολως και ολος προερχεται ανερµηνευτως, παντοτε µενει εν τω πατρικω κολπω και προερχεται παντοτε ανεκφραστως. Υιος εν Πατρι αεναως οραται γεγεννηµενος, αλλα συνηνωµενος˙ και εν Υιω γαρ ο Πατηρ καθοραται αδιαστατως, ατοµως, αχωριστως. Υιος ο Υιος, οτι αει γενναται και προ αιωνων εστι γεγεννηµενος, προερχοµενος ου τεµνεται της ριζης, αλλα και χωρις αχωριστος τυγχανει και ηνωµενος ολος Πατρι τω ζωντι αυτος τε ζωη πασι το ζην παρεχων. Οσα ο Πατηρ, και ο Υιος τοσαυτα˙ οσα ο Υιος, και ο Πατηρ ωσαυτως. Βλεπεω τον Υιον, και βλεπω τον Πατερα, οραται Πατηρ Υιω απαραλλακτως, πλην ο µεν γεννα, ο δε αει γενναται. -Τι χωρις Πατρος εστιν, οπερ και εστι; Τι εστιν; ειπε, φρασον πασιν ανθρωποιςΘεος αναρχος και ποιητης των παντων, ει τι γεγονε και γενησεσθαι µελλει. Θεος τω Πατρι ισος και κατ᾿ ουσιαν και κατα φυσιν και κατα εξουσιαν (155) και κατα µορφην οντως και κατ᾿ ιδεαν και κατα χρονον Πατρος ουδεπω διχα. Πως προερχεται; Ως εκ νοος ο λογος. Πως χωριζεται; Ως φωνη εκ του λογου. Πως σωµατουται; Ως γραφοµενος λογος. Εκ των υψηλων εις ταπεινα κατηχθην και προς εµαυτον λυπηθεις εγενοµην και το γενος εκλαυσα το των ανθρωπων, οτι ζητουσι παραδειγµατα ξενα επινοιας τε και πραγµατα, και λεξεις
παρεισαγουσιν απο των ανθρωπινων εξεικονιζειν δοκουντες την θειαν φυσιν˙ φυσιν, ην ουδεις αγγελων η ανθρωπων η κατιδειν ισχυσεν η ονοµασαι. Τι γαρ και καλεσειε τον κτιστην παντων; Ονοµατα γαρ και πραγµατα και λεξεις, παντα του Θεου γεγονασι προσταξει˙ εθηκε γαρ ονοµατα τοις εργοις εκαστω τε πραγµατι κλησιν ιδιαν, ου πασι δ᾿ αυτος, αλλ᾿ εδωκε και εργοις τοις εργοις παλιν ονοµατα τιθεναι, και αλλος αλλο και καλει και καλειται, ονοµα δ᾿ αυτου ηµιν ουπω εγνωσθη, ει µη ο ων αφραστος Θεος, ως ειπεν. Ει ουν αφραστος, ει ονοµα ουκ εχει, ει αορατος, ει αποκεκρυµµενος, ει απροσιτος, ει µονος υπερ λογον, υπερ εννοιαν ου µονον την βροτειαν, αλλα και αυτην την των αΰλων νοων -εθετο και γαρ αποκρυβην το σκοτος και παντα ταλλα ενθεν εισι του σκοτους, (156) µονος δ᾿ εκεινος ως φως εξω του σκοτους -, πως περι αυτον επινοιαν εισαγεις ειτε πραγµατι χωρισθεντα κατειδες; Ποθεν δε και πως πεπερακας το σκοτος και µονος παντων εχωρισθης κτισµατων; Ει δε ταυτα σα ουκ εισιν, αλλ᾿ ετερου, θαυµαζω τινος και µαθειν ερωτω σε˙ αγγελου η τινος των αΰλων; Και ουκ αν εγνως, οτι και τα προσωπα και τους ποδας εχουσι κεκαλυµµενους πτερυξι θειαις ευλαβως και κοσµιως -ει τινας ταυτας πτερυγας νοησεις – το απροσιτον µη στεγοντες της δοξης; Ου γαρ την φυσιν, αλα της δοξης ορωσι δοξαν. Ανθρωπου δε ποιου ειπειν τολµησεις; Του Ιωαννου η Παυλου του µεγαλου;
Αλλ᾿ ο µεν βοα και τοις πασι κηρυττει, οτι ιµαντα µονον η σφαιρωτηρα υποδηµατων ουκ εξισχυει λυσαι˙ ο δε εις τριτον ουρανον ως ανηλθε και µετα ταυτα εις παραδεισον ηρθη, µη τι σοι µονω ειπε τι κατ᾿ ιδιαν, οπερ εκρυβες και νυν βουλει κηρυξαι; Και γαρ εκεινον ηµεις περι τοιουτου ουδεν ειποντα ηκουσαµεν εγγραφως, αλλα κακεινος φωνη µεγαλη λεγει˙ Λογους ηκουσα, ους ειπειν ουκ ισχυω, φωτι δε ο Θεος ενοικει απροσιτω. Ιωαννης ουν ου λυει σφαιρωτηρα, ουδε ικανος ιµαντα λυσαι µονον, Παυλος ρηµατα ουκ ισχυσεν εκφρασαι, (157) απερ ηκουσεν, αρρητα λεγων ταυτα, και τις, ο ουτως τον Θεον ερευνησας, µεινας αφλεκτος φωτι τω απροσιτω και γενοµενος της οικιας εν µεσω αυτην εθεασατο την του ∆εσποτου φυσιν, ινα πλεον τι Ιωαννου και Παυλου ειπειν τολµησει ο αθλιος εκεινος; Τις γαρ ου φριξει και τις ου µη πενθησει τυφλωσιν και σκοτωσιν των νυν λεγοντων και νεουργουντων αιρεσιν οντως ξενην, αµφικρηµνουσαν εις εν βαραθρον παντας τους ερωτωντας και τους ερωτωµενους; Ειτε γαρ επινοια χωρισουσι τον Λογον, ειτε πραγµατι, σφαλλουσι κακοφρονως πιπτοντες εις αιρεσιν αµφοτερωθεν˙ το γαρ πραγµατι τοµην ποιει του Λογου, το δ᾿ επινοια συγχυσιν ως µη χωριζεσθαι ολως. Φριξον, ανθρωπε, καταµαθε σαυτον γε, ειπε περι σου, ειπε, ει τι και βουλει! Ισως ως ∆αυιδ και συ αναβοησεις˙ Εθαυµαστωθη, λεγων, η ση σοφια και η γνωσις σου εξ εµου, ω Θεε µου!
Ναι, καταλιπε την φιλοπραγµοσυνην και το βλασφηµον των λεξεων αποθου! Και πρωτον ειπε το, πως ηµεις σωθωµεν, επειτα λεξον και, πως αυτος εσωθης, ινα µη λογω φανης ηµας διδασκων, αλλα και εργω ποιων προθυµοτερους. Ει µη σεαυτον µελλεις καταδικαζειν και κατακρινειν, ως µη πραξας α λεγεις, και δια τουτο υπερβωαινεις τους λογους, ως αρχην ποτε µη βαλων εν τοιουτοις, (158) θες την πετραν προτερον των θεµελιων, εις αερα γαρ ου συνισταται κτισις! Τας εντολας ποιησον Χριστου, της πετρας, του δοµητορος της θειας εκκλησιας, του νεου λαου των λογικων προβατων. Πραξον και λεξον κτιζων επι της πετρας, µαλλον δε και αυτος υπο της πετρας κτιζου. Ουτος και ποιµην, ουτος και αρχιτεκτων, ουτος και θεµελιος εστω σοι βιου. Τι της οροφης χρεια προ θεµελιων; Οικοδοµη πρωτον και τοτε στεγος, πραξις εν γνωσει και ουτως θεωρια. Τι προ του τρυγους τον οινον θελεις πινειν; Ουτος εις ασκον παλαιον ου χωρειται. Τι προ του σπορου τα δραγµατα συλλεγειν και αλλοις οιει µεταδιδοναι µατην; Ει βουλει, δευρο, της οδου µη εκπεσης, αλλα διδαξον περι βαθους κριµατων, των περι ηµας, πως ευδροµουσιν αλλοι ισως πονηροι και µη Θεον ειδοτες πως αλλοι δυστυχουσι Θεον ειδοτες και υπο Θεου γινωσκοµενι µονου, αλλοι πενονται ισως ευχαριστουντες, αλλοι δε πτωχοι φερουσιν ευχαριστως, πλουτουσι δ᾿ αλλοι κακως αγνωµονουντες, αρπαζοντες δ᾿ ετεροι και αδικουντες οιονται Θεον θεραπευειν εκ τουτων,
και αλλα πολλα, α ορας καθ᾿ εκαστην, οτι βροτοι ποιουσι και πανθανουσι παλιν, και Θεος ανεχεται, ο παντων κτιστης. (159) Μη τις αδικος λογισθη τοις ανοµοις η τοις κατ᾿ εµε ουσιν ολιγοψυχοις; Ειπε, διδαξον περι κρισεως θειας, περι της ωρας εκεινης και ηµερας, εν η γυµνοι απαντες παρασταθωµεν τω του Θεου µου βηµατι και Σωτηρος και των ενταυθα πραξεων τε και λογων, διαλογισµων, ενθυµησεων αµα, τους µισθους ληψοµεθα τους κατ᾿ αξιαν˙ λεγε, τις εκει πεπαρρησιασµενος και τις υπαρξει παλιν κατησχυµµενος; Εχεις το λεγειν απειρα περι τουτων˙ µετα δε ταυτα σκοπησον και την κτισιν, αβυσσον αλλην ευρησεις γαρ εν ταυτη! Ιδε ουρανον, ηλιον και τα αστρα, βλεψον εις την γην, την µητερα και ταφον ηµων απαντων προσταξει γεγονυιαν! Ενταυθα δ᾿ ελθων ειπε περι θανατου, φιλοσοφησον πολλα και αναγκαια, χρησιµα φιλοις αµα και συγγενεσιν, τοις πλουσιοις ωσαυτως και τοις ενδοξοις. Και µετα παντων σοι τω εξηγουµενω µεχρι τελευτης αρκεσει σοι του λεγειν περι τοιουτων πολλων και αναγκαιων, και ωφελησει σε µετα θανατον ταυτα. Επειτα ιδε τον περιγειον κοσµον, τα µεσον τουτου παντοιων ζωων γενη, των πτηνων τε τας ποικιλας ορασεις, αµα και φωνας των ευτελων στρουθιων, θαλασσης πλατη και µεγεθη και ορους θαυµασον, εκπλαγηθι, φρασον συντονως! (160) Ω βαθος πλουτου και γνωσεως της θειας, ω σοφιας σου, Θεε µου πανοικτιρµον! ∆ευρο και συσταληθι απο των εξω,
συναξον τον νουν, σεαυτον κατανοει, µαλλον δε τα σα και σαυτον φιλοσοφει, και οσα βλεπεις, ευροις εν ορωµενοις εκαστον διδασκαλον της αρετης σοι η της κακιας εξεικονιζον παθος, ιν᾿ εκ µεγεθους και καλλονης κτισµατων την ακατανοητον Θεου σοφιαν και τον νοητον πολεµον καταµαθοις, ον προεξεικονισεν ο πλαστης παντων, και ως µεν οφις φρονησιν παντως κτηση, τον δε ιον εµεσης τον της κακιας! Ως δ᾿ ιππος δραµης εν οδω τη δικαια, ου χρεµετισης παντως δε προς το θηλυ! Καττα γενηση µυν νοητον τηρουσα, ουχ αρπαζουσα ολως τα του πλησιον, ουδε κλεπτουσα µοιρας των αδελφων σου, αλλα και µυΐ µυας διωξης παντας τους εναντιους απο της σης οικιας! Λυκος ου γενηση δε, λυκους δε φυγης, µαλλον δε κυων γενηση του ∆εσποτου και πνευσης ολον θυµον σου κατ᾿ εκεινων και ανιχνευσης οδους του σου ∆εσποτου˙ εως αν ευροις, εως αν καταλαβοις θυραν την θειαν, µη στραφης εις τουπισω, και γενη θηρα των νοητων θηριων! Μιµησαι πτωκα, ει µη δυνασαι κυνα, και πετραν Χριστον καταφυγην σου κτησαι (161) και κρυβηθι, ενθα φοβος ουκ εστιν, η ελαφος αναβηθι εις τα ορη, των κυνηγετων αποδραθι τας χειρας η πετασθητι, ωσπερ καλον στρουθιον, και υπερβηθι τας παγιδας απασας! Πτερυγας νοει την αγιαν αγαπην, ης ανευ ουδαµου διαβηση˙ µιµησαι πωλον βασταζοντα τον κτιστην, γενου δε και βους ελκων αροτρον θειον και γλυκειαν αυλακα τεµνων του λογου.
Παντα µιµησαι διχα των εναντιων. Κακον αλωπηξ, υποκρισει βιουσα, ετερον ουσα και αλλο δεικνυµενη, προσποιησει γαρ θνησκει, ιν᾿ αρπαση τι˙ δεινον η αρκτος˙ει που ξιφει γαρ λαβη, ου παυεται ξεουσα το τραυµα ταυτης, εως αν αυτη εκ τουτου αποθανη˙ κακον ο χοιρος ακορεστως εσθιων˙ κακον η ασπις˙ βυει και γαρ τα ωτα˙ κακα τα κακα, α ει ερευναν θελεις και ει εκφυγειν, φιλη ψυχη, σπουδασεις, ευρησεις οντως την αληθη σοφιαν. Οδω βαδιζων ελθεις γαρ προς τα κρειττω και µετα παντων σεαυτον καταµαθεις και ερωτωντι τοτε µοι παντως φρασεις˙ Λογον, ον λαλεις, καγω αυτον λαµβανω! Εστι και εν σοι, µεταβαινει και προς µε˙ η καταλιµπανει σε κενον του λογου; Ερεις˙ Οιδα, οτι και προς µε ηλθε και ολος εστι µετα σου, ωσπερ πρωην. Πως ουν απο σου χωρισθεις προς µε ηλθε (162) και ολος µενει εν σοι µη χωρισθεις σου; Ειπε µοι τουτο και τον Θεον νυν εα, µη συµπασα τροµαση κτισις και πεση και συνθραυση σου την σαρκα την παχειαν και συντριψη σου την ψυχην την σαρκωδη και τον νουν πυρικαυστον τον σον ποιηση, τον εις µηδεν χρησιµον κενεµβατουντα. Και γαρ ουδε πραγµατι ουδ᾿ επινοια το αµεριστον µεριζεται του λογου˙ ο γαρ εν οικω ενδοθεν κεκλεισµενος, εξω δε τον νουν περιπολουντα εχων ου κατελειφθη ανους εν τη οικια, αλλα µετ᾿ αυτου και εξω παντως εστι. Τον ουν χωρισµον τουτον τι ονοµασεις; Πραγµα δη λεξεις η επινοιαν ειπης; Ει επινοιαν, πως ολος εστιν εξω,
ει δε πραγµα τι, πως ενδον της οικιας; Καιτοι τι εστι το παραδειγµα τουτο προς τον υπερ νουν και διανοιαν Λογον; Εκ γαρ του Πατρος αποσταλεις ο Λογος κατηλθε και εν γαστρι ενωκησεν ολος τη της Παρθενου και ολος ην εν τω Πατρι και ολος εν κοιλια και ολος εν τω συµπαντι αχωρητος υπαρχων, µη συσταλεις, µη σµικρυνθεις παντως εισηλθεν ολως και µεινας αναλλοιωτος µορφην ελαβε δουλου και γεννηθεις εγενετο ανθρωπος κατα παντα, ολος την µητραν διελθων και γεγονως εν κοσµω, ολος παλιν αναληφθεις, οθεν ουκ εχωρισθη. Ταυτα ουν κατ᾿ επινοιαν η πραγµα γεγονεναι ολως ειπειν τολµησειας, τα απορρητα πασιν αγγελοις, αρχαγγελοις τε και παςη κτιστη φυσει; (163) Νοειται και γαρ αληθως, ου φραζεται δε ολως, ουδε καταλαµβανεται νοΐ παντως τελειως. Πως ουν Θεος και ανθρωπος, ανθρωπος Θεος παλιν και του Πατρος εστιν Υιος, ολος αυτου αχωριστως, και της Παρθενου γεγονε και προηλθεν εν κοσµω και εµεινεν αχωρητος, ως ειρηται, τοις πασιν; Επινοια η πραγµατι; ειπε. Παντως αρτι σιγησεις˙ καν γαρ ειπειν θελησειας, ο νους σου λογον ου δωσει και µεινη η πολυλαλος αργησασα σου γλωσσα. Ει δε θελησειας ειπειν πραγµα την θειαν φυσιν, παντως ειπης και ποταπον, εγω γαρ ου γινωσκω. ∆οξα σοι, Πατερ και Υιε και το Αγιον Πνευµα, θεοτης απεριγραπτε, αµεριστε τη φυσει, σε προσκυνουµεν απαντες εν Πνευµατι Αγιω, οι το Πνευµα σου εχοντες ως παρα σου λαβοντες και ορωντες την δοξαν σου ου πολυπραγµονουµεν, αλλ᾿ εν αυτω σε βλεποµεν αγεννητον Πατερα και γεννητον τον απο σου προερχοµενον Λογον, ατµητον ουν, ασυγχυτον προσκυνουµεν Τριαδα, εν µια τη θεοτητι και αρχη και δυναµει, αµην.
ΚΒ’. Ευχαριστια συν θεολογια˙ και περι ων η θεια χαρις του Πνευµατος δια των ενεργειων ωνοµασται. (164) Τι το καινον µυστηριον, ∆εσποτα των απαντων, ο εις εµε, τον ασωτον επεδειξω και πορνον; Τι το κατανοουµενον µεγα θαυµα εντος µου και µη περινοουµενον, αλλα κεκαλυµµενον; Ως αστρον γαρ οραται µοι ανατελλον µακροθεν και παλιν ωσπερ ηλιος µεγας αποτελειται, µη εχων µετρον η σταθµον η ορον τω µεγεθει, και αιγλη γινεται µικρα και φλοξ παλιν οραται µεσον εν τη καρδια µου και τοις εµοις εγκατοις, περιστρεφοµενον συχνως και περιφλεγον παντα τα ενδοθεν των σπλαγχνων µου και φως ταυτα ποιουντα και ουτωσι φθεγγοµενον και φιλικως διδασκον απορουµενω παντελως και µαθειν εκζητουντι. Εγω το αστρον το γλυκυ, οπερ ποτε ακουεις ανατελειν εξ Ιακωβ, υπαρχω µη διστασης, και ηλιος σοι δεικνυµαι µακροθεν ανατελλων, ο τοις δικαιοις απασι φως απροσιτον ειναι εν τη µελλουση βιοτη και ζωη αιωνια. Εγω και αιγλη δεικνυµαι και φως σοι καθορωµαι, ακαταφλεκτως φλεγων σου τα παθη της καρδιας και δροσισµω γλυκυτητος και χαριτος µου θειας αποπλυνων τον ρυπον σου και εις απαν σβεννυων (165) ανθρακας τους του σωµατος, ηδονων αµαρτιας, και παντα εργαζοµενος εµη φιλανθρωπια, α και παλαι πεποιηκα εν πασι τοις αγιοις. Ελεησον λυπουµενον, οικτειρον τεθλιµµενον, µη οργισθης, λαλησαι µοι και παλιν βουλοµενω. Πως αστρον εκ του Ιακωβ, ο αχωρητος παντη, υπαρχεις τε και γινη συ µεχρι του νυν τοις πασι; Πως δε και ωσπερ ηλιος δεικνυσαι ανατελλων, ο µηδαµου και πανταχου και υπερ πασαν κτισιν ων τε και κηρυττοµενος αορατος τοις πασι; Πως δε και αιγλη γινη συ και φλοξ µοι καθορασαι
και φλεγεις υλην, αϋλος υπαρχων κατ᾿ ουσιαν; Πως δροσιζεις και πλυνεις µου του σωµατος τον ρυπον, ολος πυρ ων απροσιτον και αστεκτον αγγελοις; Πως περιπλεκεσαι φθαρτη ουσια σωµατος µου και αναµιγνυσαι ψυχη αµικτως ανθρωπινη; Πως δι᾿ αυτης εν τω παντι σωµατι ασυγχυτως γινοµενος, ο αναφης, ολον θεοποιεις µε; Ειπον και˙ µη εκπεµψης µε στυγνον και τεθλιµµενον, Ω τολµη, ω παρανοια, ω αφροσυνης λογοι! Πως ουτως ταυτα ερωταν ου φριττεις αποτοµως; Πως δε και ουκ αισθανη, ερωτων α γινωσκεις, αλλα τολµας µετα Θεου λαλειν ως εκπειραζων, και α οιδας, ως µη ειδως προσποιη ερωταν µε και γραφειν θελεις απασιν ενδεικτικως σην γνωσιν; Αλλ᾿ οµως σου ανεχοµαι φιλανθρωπως υπαρχων και παλιν εκδιδασκω σε, λεγων σοι ταυτα ουτως˙ εγω τη φυσει αφραστος, αχωρητος υπαρχω, ανενδεης, απροσιτος, αορατος τοις πασιν, αναφης, αψηλαφητος, ατρεπτος την ουσιαν, µονος εν µονω τω παντι και µονος µετα παντων των επιγινωσκοντων µε εν τω του βιου σκοτει˙ (166) εξω δε κοσµου του παντος, εξω των ορωµενων, εξω του φωτος του αισθητου, ηλιου τε και σκοτους, τοπου τε των κολασεων και φρικτης καταδικης, εν ω περιπεπτωκασιν υπερηφανοι δουλοι κακως τραχηλιασαντες κατ᾿ εµου, του ∆εσποτου. Εγω αµετακινητος – που γαρ και ουχ υπαρχω, ινα τη µεταστασει µου τον τοπον καταλαβω;Εγω και αεικινητος ειµι απεριγρατως – που γαρ ελθων ζητησεις µε, ινα εκει µε ευρης; Ο ουρανος τω λογω µου ως ουδεν παρεισηχθη, ηλιος, αστρα και η γη ως παρεργον µικρον µοι γεγενηνται και τα λοιπα, οσα ορας, ωσαυτως. Οι αγγελοι µακροθεν µοι προ τουτων παραχθεντες δοξης την δοξαν βλεπουσιν, ουχι δ᾿ αυτην την φυσιν˙ µονον γαρ ενενοησα παραγαγειν δυναµεις και ευθυς παρειστησαν υµνουσαι µου το κρατος,
Συ κατω δε καθηµενος αυτου, εν εξορια, οπου παντες πεπτωκασιν οι πρωτοι παραβαται, ο τε Αδαµ και συν αυτω Ευα, η ση προµητωρ, και ο κακος διαβολος, ο τουτους απατησας, οπου το σκοτος το βαθυ, οπου λακκος ο µεγας, οπου οφεις οι δακνοντες υµων αει τας πτερνας, οπου το θρηνος, το ουαι, το απαυστον τε πενθος, οπου στενωσις απασα, µεριµνα τε και λυπη, θανατος αµα και φθορα παντας υµας κατεχει, πως αµεριµνεις, πως αµελεις, ειπε µοι; Πως ου φροντιζεις των κακων, ων επραξας εν κοσµω, και µονην την µετανοιαν περι πολλου ποιεισαι και σπουδαζεις αληθινην επιδειξασθαι ταυτην και ερωτας περι αυτης εν πολλη παρακλησει και ακριβως ανερευνας, πως αυτην κατορθωσης, οπως ισχυσης δι᾿ αυτης εµη φιλανθρωπια (167) λαβειν µεγαλην αφησιν των σων ανοµηµατων; Αλλα ταυτην καταλιπων ζητεις τα υπερ φυσιν, ερευνας τα εν ουρανοις, µαλλον δε ουδε ταυτα, αλλα εµου του ουρανον, ως ειρηται, και παντα παραγαγοντος ως ουδεν, εξερευνας την φυσιν και βουλει τα περι εµου, ως ουδεις οιδεν αλλος, µανθανειν˙ ω του θαυµατος, ω προθεσις ανθρωπου! Ει γαρ και εµεµψαµην σε, αλλ᾿ επαινεσω παλιν, οτι και συ εργον εµον και ποιηµα υπαρχεις. Πως απο γης, απο πηλου, απο χοος επλασθης και εν αυτη κρατουµενος και µετ᾿ αυτης διαγων παντα ουδεν λογιζη, αλλ᾿ ως σκιαν ηγεισαι, και παρατρεχεις απαντα και εµε ζητεις µονον; Περι εµου θελεις λαλειν, δι᾿ εµε διηγεισθαι και βλεπειν µε, ει δυνατον, δια παντος του βιου και µητε υπνου γευεσθαι, βρωσεως, ποσεως τε η ενδυµατος σωµατος το καθολου φροντιζειν. Αλλ᾿ ωσπερ δενδρα καθ᾿ οδον ισταµενα και ξυλα ουτως λογιζη απαντα τα ενδοξα του κοσµου, και παρατρεχεις ως ουδεν εν τη οδω του βιου, µηδε περιστρεφοµενος οµµατι διανοιας
µηδε ψυχης τους οφθαλµους εων προς ταυτα βλεψαι, αλλ᾿ εµε φανταζεσαι και µεµνησαι µου µονου και αγαπας µε ως ουδεις των µετα σου συνοντων. Τις γαρ µου τω ονοµατι γαννυται την καρδιαν και διεγειρεται ευθυς προς αγαπην η ποθον; Τις ακουσας την µνειαν µου πολλακις λαλουµενην εδακρυσεν απο ψυχης ενθυµηθεις µε µονον; Τις δε τους θειους λογους µου η τις τας εντολας µου µετα σπουδης εζητησε µαθειν τε και φυλαξαι; Τις ελογισθη µε ως συ Θεον επανω παντων (168) και επεθυµησεν ευθυς εµοι µονω δουλευειν και δια τουτο και γονεις και αδελφους και οικον, γην τε οµου και συγγενεις και γειτονας και φιλους ουτως παρελογισαντο και ουτως µοι προσηλθεν, ως µηδε θεασαµενος ποτε τινα εκ τουτων, µηδε γνωρισας επι γης ανθρωπον εν τω κοσµω, αλλ᾿ ωσπερ ξενην επιβας χωραν τινα και πολιν ετερογλωσσους εχουσαν παντας τε και βαρβαρους, ουτως εν τοις συνηθεσι γνωριµοις τε και φιλοις, ιδιοις τε και αρχουσι και πλουσιοις του κοσµου διαγειν και διακεισθαι µεσον τουτων τυγχανων; Αλλα ψιλα ταυτα λεγοµενα και µικρα αναισθητοις, µεγαλα δε και υψηλα εµοι εποπτη τουτων. Τις των µεγαλων επι γης εξουσιων και θρονων η των λεγοντων δι᾿ εµου αρχειν και βασιλευειν η των εκπροσωπουντων µου τους θειους αποστολους τουτο η ενενοησεν η ισχυσε φυλαξαι, ιν᾿ εν καιρω τηρησεως εντολης µου και νοµου ως ενα βλεπει απαντας, συγγενεις τε και ξενους, πλουσιους, πενητας οµου, ενδοξους και αδοξους, τους δε γε δυνατους αρα µετα ευτελεστερων; Τις ο δικασας απαθως, λεια βλεπων εν τουτοις; Ταυτα ψυχην ει ευροιµι φυλαξασαν εν κοσµω, εν τη παρουση µαλιστα γενεα και ηµερα, ισα των αποστολων µου και προφητων δοξασω, και συγκαθησει µετ᾿ εµου εν τη εµη ελευσει, κρινει γαρ ως επι της γης δικαιως αν και τοτε
και δοξαν απενεγκηται κριτου νεκρων και ζωντων. Ταυτα καλον το εκζητειν και τα λοιπα συν τουτοις και τηρειν, οση δυναµις, και ακριβως φυλαττειν˙ και την εµην µη εκζητειν φυσιν, υιε ανθρωπου, µηδε τας ενεργειας µου, Πνευµατος του Αγιου, (169) οπως δεικνυται ηλιος, οπως οραται αστρον και µακροθεν που φαινοµενον και υπερβαινον ορη, εκ δε τω αποκρυπτεσθαι απο των οφθαλµων σου, θλιψιν απαραµυθητον προξενουν σοι και λυπην, και εν τω σε λογιζεσθαι µηκετι σοι οφθηναι ενδοθεν ευρισκοµενον εν τη ση καρδια και εκπληξιν σοι και χαραν νεµον απροσδοκητως˙ µηδ᾿ οτι φλοξ σοι δεικνυται, αιγλη και πυρ οραται, θαυµαζης η εξερευνας, ου γαρ καλον σοι τουτο! Φως ουν µε ειναι πιστευε ασχηµατιστον παντη, απλουν ολον, ασυνθετον, αµεριστον τη φυσει, ανεξερευνητον οµου, προσιτον απροσιτως˙ βλεποµαι γαρφ ως αληθως, δεικνυµαι φιλανθρωπως κατα το ενεχοµενον εκαστου των ανθρωπων µετασχηµατιζοµενος˙ ουκ εγω τουτο πασχω, αλλ᾿ οι ορωντες ουτως µε βλεπειν καταξιουνται. Αλλως γαρ ουκ ισχυουσιν ουδε πλεον χωρουσιν και δια τουτο οι αυτοι ποτε µεν καθορωσιν ηλιον, οταν εχωσι τον νουν κεκαθαρµενον, ποτε δε αστρον, οταν υπο τον γνοφον αρα και την νυκτα του σωµατος ευρεθησονται τουτου. Πυρ δε και αιγλην ποιει µε το ζεον της αγαπης. Οταν γαρ αναφθη εν σοι ανθραξ ο της φιλιας, τοτε καγω το προθυµον ορων σου της καρδιας ευρισκοµαι ενουµενος αυτω και φως παρεχων και ωσπερ δεικνυµενος, ο το πυρ λογω κτισας. Αι ψυχικαι γαρ αρεται υποκεινται ως υλη, εν αις περιδρασσοµενον φως του Πνευµατος θειον κατα το υποκειµενον της υλης και καλειται˙ ιδιον γαρ ου κεκτηται ονοµα εν ανθρωποις. Οταν ουν κατανυσσηται ανθρωπος και δακρυη, τοτε και τουτο λεγεται υδωρ, και γαρ καθαιρει,
τοις δακρυσιν ενουµενον παντα ρυπον εκπλυνει. (170) Οτε δε σβεση τον θυµον της καρδιας το πενθος τη συνεργεια τη αυτου, ωνοµασται πραοτης˙ παλιν δε αναπτοµενος κατα της ασεβειας τουτο γινεται δι᾿ αυτου, οπερ ζηλος καλειται, ειρηνη δ᾿ αυθις και χαρα λεγεται και χρηστοτης, οτι και τα αµφοτερα δωρειται τω πενθουντι και ως πηγην βλυζειν ποιει την χαραν εν καρδια. Εξ ης πασα συµπαθεια και ελεηµοσυνη εκχειται εξω ρεουσα απο ψυχης τοις πασι, µαλιστα τοις µετανοειν θελουσι και σωθηναι˙ και γαρ τους παντας ελεει, τουτοις δε και συντρεχει και συνεργει και συγκροτει και συµπασχει εν πασιν, ενουµενος κατα ψυχην αυτων τη προαιρεσει και τεκµαιροµενος νοΐ καλλος της µετανοιας γνησιεστεραν κεκτηται προς αυτους την αγαπην. Ταπεινωσις δε λεγεται, ως τα του κοσµου παντα, αλλα και την ψυχην αυτην και το ιδιον σωµα και πραξιν πασαν ως ουδεν ηγεισθαι γινοµενην ανθρωπον τον γευσαµενον της γλυκυτητος τουτου και κατιδοντα του φωτος το αµηχανον καλλος. Ταυτα ειδως µηκετι µου περι τοιουτων λεγειν η ερµηνευειν σοι λεπτοµερως δεηθης ολως! Φυσει γαρ αφθεγκτα εισιν, ανεκλαλητα παντη, ανθρωποις τε απορρητα, αγνωστα και αγγελοις και κτιστη παση αλλη τινι ουσια ολως ακατανοητα. Γνωθι δε µονον τα σαυτου η σαυτον µαλλον πλεον και τοτε γνωσεις, ως εγω ακαταληπτος παντη µονοις συνων, µονους φιλων τους εµε αγαπωντας και των εµων αει θερµως εντολων µεµνηµενους και µηδαµως προσκρινοντας αυτων τι των ρεοντων˙ οις οµιλων συνεσοµαι νυν και εις τους αιωνας, αµην. ΚΓ’. Περι της ακαταληπτου και απεριγραπτου Θεοητος ακριβης θεολογια˙ και οτι απεριγραπτος ουσα η θεια φυσις ουτε εντος
ουτε εκτος εστι του παντος, αλλα και εντος και εκτος ως των ολων αιτια˙ και οτι µονον κατα νουν τω ανθρωπω ληπτον αληπτως το Θειον ως τοις οφθαλµοις αι του ηλιου ακτινες. (171)
Ω Τριας, η κτιστις παντων, ω Θεε µου µονω, απεριγραπτε τη φυσει, ακαταληπτε τη δοξη, ανερµηνευτε τοις εργοις, αναλλοιωτε ουσια. Ω ζωη, Θεε, των παντων, ω καλων απαντων ανω, ω αρχη αναρχου λογου, υπεραναρχε Θεε µου, ος ου γεγονας ουδεπω, αλλα ης αρχην µη εχων. Πως ευρησω τον εντος µε περιφεροντα σε ολον; Τις µοι δωσει κατασχειν σε, ον εντος µου περιφερω; Πως και εξω των κτισµατων, πως και εσω τουτων παλιν και ουδ᾿ εσω ης ουδ᾿ εξω; Ως µεν αληπτος ουκ εσω, (172) ως ληπτος δ᾿ εξω πελω απεριγραπτος δ᾿ υπαρχων ουτε εσω ουτε εξω. Τινος γαρ ο κτιστης εσω, ποιου δε, ειπε µοι, εξω; Παντα ενδον περιφερω ως συνεχων πασαν κτισιν˙ παντων εξω δε τυγχανω, παντων ων κεχωρισµενος. Ο γαρ κτιστης των κτισµατων πως ουκ εσται παντων εξω; Ο προ παντων δε υπαρχων
και πληρων το παν ως πληρης, πως ουκ εσοµαι και κτισας εν τοις κτισµασι µου πασι; Πανταχου και γαρ υπηρχον εν τω παν ως υπερπληρης και πληρω τα παντα κτισας. Νοει απερ φθεγγοµαι σοι! Ου µετεστην τοπου κτισας, ουδ᾿ ηνωθην τοις κτισθεισιν˙ απεριγραπτον δε οντα που ποτε µε φησεις ειναι; Ου σωµατικως σοι λεγω, αλλα νοητως µοι νοει. Ζητων δε πνευµατικως µε απεριγραπτον ευρησεις, ουδαµου δ᾿ αυ κατα τουτο, ουδε εσω ουδε εξω, ει και πανταχου και εν πασιν απαθως και ασυγχυτως˙ (173) κατα τουτο δ᾿εξω παντων, οτι και προ παντων ηµην. Αλλ᾿ αφησωµεν την κτισιν ολην ταυτην ηνπερ βλεπεις, οτι λογου ου µετεχει και δικαιως προς τον λογον οικειοτητα ουκ εχει, νου παντος εστερηµενη. ∆ωµεν ουν οικειον ζωον προς τον λογον της σοφιας, ιν᾿ ως νους προς την σοφιαν και ως λογος προς τον λογον συγγενως τε και οικειως εχον µαλλον σχη καλως και κοινωνιαν το κτισθεν µετα του κτιστου, ως του κτιστου κατ᾿ εικονα και οµοιωσιν υπαρχον. Ποιον τουτο λεγω ζωον;
Ανθρωπον σοι παντως ειπον λογικον εν τοις αλογοις ως διπλουν εξ εκατερων αισθητων και νοουµενων. Ουτος µεσον των κτισµατων τον Θεον γινωσκει µονος, τουτω µονω ο Θεος δε κατα νουν ληπτος αληπτως, καθοραται αορατως και κρατειται ακρατητως. Πως ληπτως και πως αληπτως, πως δε και µικτως αµικτως; Πως; ειπε µοι, φρασον ταυτα. Πως τα αφραστα σοι φρασω, (174) πως τα αρρητα σοι ειπω; Οµως προσεχε και λεξω˙ λαµπει ηλιος ακτινας˙ αισθητον τουτον σοι λεγω, τον γαρ αλλον ουπω ειδες˙ τας γουν τουτου βλεπεις ακτινας και ληπται εισι τοις οφθαλµοις σου. Το δε φως των οφθαλµων σου συνηµµενον ην τοις οφθαλµοις σου˙ αρτι λεξον ερωτωντι˙ Το ουν φως σου ταις ακτισι πως υπαρχει συνηµµενον, εν αµικτω µιξει εστιν η συγκεχυνται αλληλοις; Οιδα˙ αµικτα και λεξεις και µικτα οµολογησεις και ληπτον το φως µοι ειπης, οφθαλµων ανεωγµενων και καλως κεκαθαρµενων. Το δ᾿ αυτο, ει συ καµµυσης, αληπτον ευθυς υπαρχει, τοις τυφλοις ου παραµενει, συνεστι δε τοις ορωσιν.
Οτε δε δυνει, και τουτους ως τυφλους καταλιµπανει – εν νυκτι και γαρ ανθρωπων οφθαλµοι ου καθορωσιν - , η ψυχη ουν δια τουτων παρακυπτουσα φως βλεπει, του φωτος δε µη παροντος ως εν σκοτει παντως εστιν, ανατελλοντος δε τουτου τοτε βλεπεις φως εν πρωτοις, εν φωτι δε και τα παντα, (175) το δε φως εχων ουκ εχεις˙ εχεις γαρ, οτι και βλεπεις, κατασχειν δε µη ισχυων η λαβειν αυτο χερσι σου. Εχεις ολως ου δοκεις τι, εφαπλοις τας σας παλαµας, λαµπει ηλιος εν ταυταις και κρατειν αυτον νοµιζεις˙ τουτο λεγω, οτι εχεις. Σφιγγεις αιφνης παλιν ταυτας και ακρατητος υπαρχει˙ ουτως παλιν ουδεν εχεις. Τα απλα απλως κρατουνται, κρατητως ου σφιγγονται δε, ει και σωµα γαρ τη φυσει τουτο δη το φως νοειται ορωµενου του ηλιου, πλην και ατµητον υπαρχει. Πως ουν τουτον εις οικιαν εισαγαγεις σην, ειπε µοι; Πως δε κατασχειν ισχυσεις, πως τον αληπτον κρατησεις, πως δε τουτον ολον κτηση, µερικως η και καθολου; Πως δε λαβεις τουτου τµηµα και εν κολπω κατακρυψεις;
Παντως ουδαµως, µοι ειπης, δυνατον ποτε γενεσθαι! Ει ουν τουτου, ονπερ λογω και προσταγµατι ο κτιστης ως λαµπαδα παρεισηξε φαινειν πασι τοις εν κοσµω, εξειπειν η ερευνησαι ολως φυσιν ουκ ισχυεις, (176) πως και σωµα ουτος εστιν, ουκ ασωµατος γαρ παντως; Πως ληπτος εστιν αληπτως, πως και µιγνηται αµικτως, πως ακτισι καθοραται και φωτιζει σε εν τουτοις, ον ει και τρανως προσβλεψεις, ολον µαλλον εκτυφλοι σε; Αλλα και των οφθαλµων σου απορεις το φως ειπειν µοι, πως φωτος ετερου διχα ολως βλεπειν ουκ ισχυει και παντι φωτι ενουται και ως φως τα παντα βλεπει. Απαθες δε µενει παντως, διαιρουµενον των φωτων και ενουµενον ωσαυτως φως φωτι ολον τυγχανει˙ και η ενωσις αφραστως, ασυγχυτως τουτων πελει, η διαιρεσις δ᾿ οµοιως µη καταλαµβανοµενη. Πως του κτιστου των απαντων ολως φυσιν ερευνησαι, ενεργειας τουτου παλιν πως µοι λεγεις ερµηνευσαι, πως ειπειν µοι, πως εκφρασαι, πως δε λογω παραστησαι; Πιστει παντα παραδεχου!
Πιστις γαρ ουκ αµφιβαλλει, πιστις ολως ου δισταζει, πλην, ως λεγω, παντα εστιν. Εναργως σοι παντα λεγω˙ ουδαµως τι των απαντων (177) η δηµιουργος των ολων εστιν φυσις θεια και σοφια, ουδ᾿ εν πασι˙ πως γαρ εσται το ουδεν υπαρχον παντων, αιτιον δε ον των παντων; πανταχου εστι και εν πασι και πληροι τα παντα ολως κατ᾿ ουσιαν, κατα φυσιν, καθ᾿ υποστασιν ωσαυτως. Πανταχου Θεος υπαρχει ως ζωη ζωην παρεχων˙ τι γαρ ολως και παρηχθη, ο αυτος ου παρεισηξε; Μεχρι κωνωπος µοι νοει και ιστου του της αραχνης! Ποθεν γαρ τοσουτον ταυτη χορηγειται νηµα, λεγε; Η ου νηθει, αλλ᾿ ακοπως καθ᾿ εκαστην εξυφαινει, αλιεων σοφωτερα, ιξευτων τε παντων πελει, εξαπλουσα τους ιµαντας και συνδουσα εκ µακροθεν και εσχατως µεσον τουτων ωσπερ δικτυον υφαινει εις αερα την παγιδα˙ και αυτη καθεζοµενη απεκδεχεται την θηραν, ει που ποθεν παρεµπεσαν αλισθησεται πτηνον τι. Ο ουν µεχρι τουτων παντων τη προνοια συνδιηκων
πως ουκ εστιν εν τοις πασι, πως ουκ εστι µετα παντων; (178) Ναι, των παντων µεσον εστι, ναι, και εξω παντων εστιν, ναι, και φως αυτος υπαρχει νοητον, ψυχας φωτιζον, ναι, και αδυτος υπαρχει˙ που κρυβη πληρων τα παντα; Ει δε συ τουτον ου βλεπεις, γνωθι σε τυφλον υπαρχειν και φωτος εν µεσω σκοτους ολον σε πεπληρωµενον. Καθοραται γαρ αξιοις˙ ουχ οραται δε ο πληρης, αλλ᾿ οραται αορατως, ως ακτις ηλιου µονη, και ληπτος αυτοις τυγχανει, αληπτος ων κατ᾿ ουσιαν. Η ακτις µεν καθοραται, ηλιος τυφλοι δε µαλλον, και ακτις αυτου ληπτη σοι ωσπερ ειποµεν, αληπτως. Κατα τουτο τοινυν λεγω˙ οπερ εχων, τις µοι δωσει; Ολον τουτο δηλονοτι τις, ο βλεπω, υποδειξει; Την ακτινα και γαρ βλεπω, τον δε ηλιον ου βλεπω. Η δ᾿ ακτις ουχ ηλιος σοι και δοκει και καθοραται; Ταυτην βλεπων ολον βλεψαι τον γεννητορα ποθω γε˙ Ουτως βλεπων λεγω παλιν˙ τις µοι δειξει, ονπερ βλεπω; (179) Τας ακτινας εχων αυθις ολας ενδον της οικιας, λεγω παλιν˙ που ευρησω
την πηγην την των ακτινων; Η δ᾿ ακτις πηγη δ᾿ αυ αλλη εν εµοι σαφως υπαρχει˙ ω θαυµα θαυµατων ξενον! Ανω ηλιος εκλαµπει , η δ᾿ ακτις ηλιου αυθις αλλος ηλιος εν γης µοι φαινεται και καταυγαζει˙ οµοιος οντως του πρωτου και ο δευτερος υπαρχει. Τουτον εχων λεγω εχειν, τον δε αλλον µου µακροθεν καθορων ωσαυτως κραζω˙ Τις µοι δωσει, ονπερ εχω; Ου γαρ τετµηνται αλληλων, ου χωριζονται δε ολως, και διΐστανται αφραστως. Προς τον ολον ποσον εχω; Κοκκον ενα η σπινθηρα! Και ζητω λαβειν το ολον, ει και ολον παντως εχω. Πως το ολον, τι µοι λεγεις; Ως προς αφρονας προσπαιζεις˙ παυσαι παιζειν µε, µη λεγε˙ ου, αλλα το ολον εχω, ει µηδεν µηδολως εχω! Πως η τι λαλεις, θαυµαζω. Ακουσον και παλιν λεξω˙ πελαγος µοι νοει µεγα και θαλασσας θαλασσων τε, αβυσσον αβυσσων παλιν (180) κατα νουν υποζωγραφει. Ει ουν ιστασαι προς τουτοις, τη ακτη των θαλασσιων, παντως αν καλως µοι ειποις καθοραν το υδωρ αρα, και µη βλεπων ολον ολως.
Το γαρ ολον, πως θεαση, απειρον τοις οφθαλµοις σου ασχετιν και ταις χερσι σου; Παντως, οσον βλεπεις, βλεπεις˙ ει δε εροιτο σε τις δη˙ Βλεπεις ολας τας θαλασσας; Ουδαµως, αποκριθηση. Πασας δε κρατεις παλαµη; Ου, λεξεις, πως γαρ ισχυω; Ει δε εροιτο σε παλιν˙ Ουδε ολως ταυτας βλεπεις; Λεγεις˙ Ναι, µικρον τι βλεπω και κρατω θαλασσης υδωρ. Οσα ουν την χειρα εχεις εν τοις υδασι κρατουσαν, ολας εχεις τας αβυσσους συνηµµενας τη χειρι σου, ου γαρ τετµηνται αλληλων και ου πασας, αλλ᾿ ολιγον. Προς ουν πασας, ποσον εχεις; Ως ρανιδα µιαν ειπης. Τας δε πασας συ ουκ εχεις, καιτοι συνηµµενας εχεις. Ουτω γουν καγω σοι λεγω, οτι εχων ουδεν εχω και πτωχος ειµι και πλουτον αποκειµενον ορω µοι. Οτε χορτασθω, λιµασσω, (181) οτε δε πενοµαι, πλουτω, οτε πινω, και διψω, και γλυκυ το ποµα λιαν˙ µια γευσις πασαν διψαν µυριαδων καταπαυει, και διψω αει του πινειν υπερ κορον παντως πινων. Σχειν επιθυµω το ολον και πιειν, ει οιον τε,
πασας τας αβυσσους αµα˙ αδυνατου τουτου οντος παντοτε διψειν σοι λεγω, καιπερ εν τω στοµατι µου παντοτε το υδωρ εστι ρεον, βλυζον, περικλυζον. Αλλα βλεπων τας αβυσσους ου δοκω τι πινειν ολως˙ σχειν επιθυµων το ολον, πλουσιως τε παλιν εχων ολον ολως εν χειρι µου, παντοτε πτωχος υπαρχω, µετα του µικρου το ολον συνηµµενον παντως εχων. Θαλασσα ουν τη σταγονι, αβυσσοι δε παλιν ταυτη των αβυσσων συνηµµεναι˙ µιαν ουν σταγονα εχων συνηµµενας πασας εχω. Η σταγων δε παλιν αυτη, ηνπερ λεγω σοι κεκτησθαι, ατµητος υπαρχει ολη, αναφης, αληπτος παντη, (182) απεριγραπτος ωσαυτως, δυσθεωρητος εις απαν, η Θεος ολος υπαρχει. Ει ουν ουτω και τοιαυτη εστι µοι ρανις η θεια, ολως εχειν τι δοκησω; Οντως εχων ουδεν εχω. Αλλως παλιν σοι ταυτα λεξω˙ Ηλιος αφ᾿ υψους λαµπει επιβαινων ταις ακτισι˙ µαλλον δε κρατω ακτινα, αναβαινω τρεχων ανω πλησιασαι τω ηλιω. Οτε δε καλως εγγισω
και δοκησω του προσψαυσαι, διαφευγει µου τας χειρας η ακτις και ευθυς τυφλουµια και εκπιπτω αµφοτερων, του ηλιου και ακτινων. Απο υψους ουν εκπιπτω, καθηµαι και παλιν κλαιω και ζητω την πριν ακτινα. Ουτως τοινυν εχοντος µου, της νυκτος ολον τον ζοφον αυτη διασχισασα µοι ως σχοινιον απο υψους ουρανιου καταβαινει. ∆ρασσοµαι συντοµως ταυτης, ως ληπτην σφιγγω κρατησαι, και ακρατητος υπαρχει˙ οµως δε αληπτως ταυτην και κρατω και αναβαινω. Ουτως ουν ανερχοµενω συνανερχονται ακτινες, (183) ουρανους δε υπερβαινω, ουρανων τους ουρανους τε, βλεπω ηλιον δε παλιν υπερ τουτων ανωτερω. Ειτε φευγει, ου γινωσκω, ειτε ισταται, ουκ οιδα˙ τεως βαινω, τεως τρεχω, τεως φθασαι ουκ ισχυω. Υψους υπερβαινων δ᾿ υψη, υπερ υψωµα τε απαν γενοµενω µοι, ως δοκω, εκ χειρων µου αι ακτινες συν ηλιω αφαντουνται και ευθυς εις αδου πτωµα καταφεροµαι, ο ταλας. Τουτο εργον, τουτο πραξις τοις πνευµατικοις υπαρχει˙
ανω κατω, κατω ανω απαυστος αυτοις ο δροµος. Οταν πεση, τοτε τρεχει, οταν τρεχη, ισταται δε. Ολος κατω κεκλιµενος, ολος ων ανω τυγχανει˙ περιπολων ουρανους δε εµπεδουται παλιν κατω και αρχη του δροµου τελος, το δε τελος αρχη πελει. Ατελης η τελειοτης, η δ᾿ αρχη γε παλιν τελος˙ τελος πως; Ως Γρηγοριος θεολογικως ειρηκει˙ Ελλαµψις υπαρχει (184) τελος των ποθουντων παντων, και αναπαυσις απασης θεωριας φως το θειον. Τουτο ουν ιδειν ο φθασας απο παντων καταπαυει και χωριζεται κτισµατων˙ τον γαρ κτιστην τουτων βλεπει. Ον ο βλεπων εξω παντων µετα µονου µονος εστι και ουδεν των παντων βλεπει ορατων η νοουµενων˙ µονην την Τριαδα βλεπει. Τα δ᾿ εν ταυτη σιωπασθω, αµυδρως και γαρ ορωνται, και ποσως κατανοουνται. Κατεπλαγης ουν ακουσας τα εντος των ορωµενων; Ει δε καταπλαγης ταυτα, πως ου µυθολογος δοξω τα εκτος διατρανων σοι; Ανεκλαλητα γαρ παντη και ανεκφραστα τα θεια
και τα εν αυτοις εις απαν, καν ο λογος πως εκ ποθου εκβιαζεται του λεγειν περι πραγµατων θειων και ανθρωπινων. Αλλ᾿ εασας ουν τα θεια και ειπων τι των ιδιων υποδειξω σοι τω λογω την οδον και καταπαυσω. Γνωθι σε διττον υπαρχειν και διττους εχεις τους ωπας, αισθητους και νεορους τε, ως διττων ηλιων οντων (185) και διττου φωτος ωσαυτως, αισθητου και νοητου τε, ους ει βλεπεις, ως εκτισθης κατ᾿ αρχας ανθρωπος εση. Ει δε αισθητον µεν βλεπεις, νοητον δε ουδαµως ηλιον, ηµιθνης τυγχανεις παντως, ο ηµιθνης δε και νεκρος, ανενεργητος εις παντα. Ει γαρ ο αιθητως µη βλεπων ανενεργητος τις εστι, ποσω µαλλον ο µη βλεπων το νοητον φως του κοσµου νεκρος εστι και νεκρου πλεον; Ο νεκρος αναισθητει γε, ο δε θνηξας εν αισθησει, οσην εξει την οδυνην, µαλλον δ᾿ εσεται ως θνησκων ενωδυνως εις αιωνας. Οι δε βλεποντες τον κτιστην πως ου ζωσιν εξω παντων; Ναι, των παντων εξω ζωσι και εισι των παντων µεσον και ορωνται υπο παντων, ουχ ορωνται δε τοις πασιν
εν αισθησει των παροντων˙ µεσον µεν εισι των παντων, υπερ αισθησιν δε τουτων εξω γινονται των παντων, τοις αΰλοις συναφθεντες αισθητων αναισθητουσιν. Οφθαλµοι και γαρ ορωσιν εν αισθησει δ᾿ αναισθητω. (186) Πως; ειπε µοι. – Λεξω ταχος˙ ως ορων το πυρ ου καιη, ουτως βλεπω αναισθητως. Συ το πυρ ορας, οποιον, και την φλογα παντως βλεπεις, ουκ αισθανη δε οδυνης, αλλ᾿ υπαρχεις εξω τουτου και ορων ου κατακαιη αναισθητως εν αισθησει, η πως αλλως τουτο ειπης; Ου γαρ καιη αναισθητως, εν αισθησει δ᾿ οµως βλεπεις. Το αυτο µοι νοει πασχειν τον πνευµατικως ορωντα˙ νους γαρ καθορων τα παντα απαθως και διακρινει, οιον βλεπει καλλος ωραιον, αλλ᾿ εκτος επιθυµιας. Το ουν πυρ εστι το καλλος, η αφη επιθυµια˙ ει µη συ του πυρος αψη, πως οδυνης αισθανθηση; Ουδαµως! Ο νους δε παλιν, πριν κακως επιθυµησει, τον χρυσον ορων ωσαυτως ως πηλον προσβλεψει παντως, την δε δοξαν ουχ ως δοξαν, αλλ᾿ ως ειδος φαντασµατων εις αερα φαινοµενων,
και τον πλουτον ωσπερ ξυλα λογιειται εν ερηµω κατακειµενα στιβαδα. Τι τα παντα εξηγεισθαι, (187) ερµηνευειν τε πειρωµαι; Ει µη πειρα καταλαβοις, γνωναι ταυτα ουκ ισχυεις. Απορων δε γνωναι φυσεις˙ Οιµοι, πως ουκ οιδα ταυτα, οιµοι, ποσον απολειπω των καλων εν αγνωσια! και σπουδασεις ταυτα γνωναι, ινα γνωστικος καλη γε. Ει γαρ σεαυτον ουκ οιδας, ποταπος ει, ποιος πελεις, πως τον κτιστην επιγνωση, πως πιστος ονοµασθηση, πως δε ανθρωπος κληθηση βους υπαρχων η θηριον; Η ως αλογον τι ζωον η και χειρων τουτων εση αγνοων τον κτισαντα σε. Τις εκεινον µη γινωσκων λογικος ειπειν τολµησει, οτι εστιν; Ου γαρ εστι! Πως γαρ, ος εστερηται του λογου; Ο δ᾿ εστερηµενος λογου εις αλογου εστι ταξιν, ποιµανθεις δε υπ᾿ ανθρωπων παντως εσται σεσωσµενος˙ ει δ᾿ ου βουλεται, αλλ᾿ ορει και φαραγγοις προσπελαζει, βρωµα εσεται θηριων ως απολωλος αρνιον. Ταυτα πραττε και µελετα, µη παραρρυη, τεκνιον!
Κ∆’. ∆ι᾿ ων εξοµολογουµενος εν τω παροντι γραφει λογω, δεικνυσι το βαθος της εαυτου ταπεινωσεως, και προϊων διδασκει αυτην τον εις µετρον ελασαντα τελειοτητος και αξιωθεντα τοιουτων εν θεωρια αποκαλυψεων, Παυλον τον θειον καν τουτω µιµουµενος, αµαρτωλον εαυτον αποκαλουντα και αναξιον του καλεισθαι αποστολον. (188) ∆ιδου µοι, Χριστε, καταφιλειν σους ποδας. ∆ιδου µοι τας σας κατασπαζεσθαι χειρας, χειρας τας εµε λογω παραγαγουσας, χειρας τας παντα κτισασας ακαµατως. ∆ιδου µοι βλεπειν το προσωπον σου, Λογε, και απολαυειν του απορρητου καλλους και κατανοειν και τρυφαν σου της θεας, θεας αρρητου, θεας της αθεατου, θεας της φρικτης, οµως διδου µοοι λεγειν τας ενεργειας αυτης, ου την ουσιαν. Υπερ φυσιν γαρ, υπερ ουσιαν πασαν ης ολος αυτος, ο Θεος µου και κτιστης. Η δε απαυγη της δοξης σου της θειας φως απλουν ηµιν, φως γλυκυ καθοραται, φως αποκαλυπτεται, φως συνενουται ολον, ως οιµαι, ολοις ηµιν σοις δουλοις, φως πνευµατικως βλεποµενον µακροθεν, (189) φως εντος ηµων ευρισκοµενον αιφνης, φως ωσει υδωρ βρυον, ως πυρ τε φλεγον της, ησπερ παντως καθαψεται, καρδιας˙ εξ ουπερ εγνων προληφθεισαν, Σωτηρ µου, την ταλαιπωρον και ταπεινην ψυχην µου και φλεγοµενην και κατακαιοµενην. Πυρ προσλαβον γαρ φρυγανωδους ουσιας πως ου φλεξειε, πως αν ου καταναλωση, πως ουκ εµποιησειεν αφυκτους πονους; Οµως αναψαν, δος µοι του λεγειν, Σωτερ, αφραστον ειδος καλλους ωραιοτατου
δεικνυσι και τερπει µε και ποθου φλογα αστεκτον εργαζεται˙ και πως υποισω, πως υπενεγκω, πως ολως δε βαστασω, η πως εξειπω το µεγα θαυµα τουτο, το γινοµενον εν εµοι τω ασωτω; Ου γαρ σιωπαν υποφερω, Θεε µου, και ληθης βυθοις συγκαλυπτειν τα εργα α εποιησας και ποιεις καθ᾿ εκαστην µετα των θερµως αει σε εκζητουντων και µετανοια προς σε καταφευγοντων, ινα µη καγω, ως το ταλαντον κρυψας δουλος πονηρος, κατακριθω δικαιως, αλλ᾿ εκκαλυπτων ταυτα τοις πασι λεγω και τα περι σου και της σης ευσπλαγχνιας γραφη παραδιδωµι και διηγουµαι ταις µετεπειτα γενεαις, ω Θεε µου, οπως µαθοντες το πολυ ελεος σου, ο ενεδειξω εις εµε και δεικνυεις, τον πριν ασωτον, τον ακαθαρτον µονον, τον υπερ παντας πλεον εξαµαρτανοντα, (190) µηδεις δισταση, αλλα µαλλον ποθηση, µη δειλιαση, αλλα χαιρων προσελθη, µηδε φοβηθη, αλλα µαλλον θαρρηση πελαγος ορων της σης φιλανθρωπιας και προσδραµη τε και προσπεση και κλαυση, και των πταισµατων αποληψεται λυσιν λεγων εν αυτω ως αληθως, Θεε µου˙ Ει τον παγκακον και παµπονηρον τουτον και πανασωτον ηλεησεν ο κτιστης, υπερ απαντας ανθρωπους αµαρτοντα, πως ουκ αν εµε µειζονως ελεηση, τον φειδοµενως ποςως εξαµαρτοντα και τας εντολας ου πασας παραβαντα; Ιν᾿ ουν ειδωσι και πληθος των κακων µου, ωδε λεξοιµι, ου παντα παντως, Λογε, αναριθµητα και γαρ υπερ αστερας, υπερ σταγονας υετου και θαλασσης
ψαµµον, κυµατων πληθος κυµαινοµενων, αλλ᾿ απερ βιβλος φερει του συνειδοτος και αποθηκαι περιεχουσι µνηµης τα δ᾿ αλλα µονος αριθµειν αυτος οιδας. Γεγονα φονευς, ακουσατε οι παντες, ινα κλαυσητε συµπαθως, τον δε τροπον ειασα, λογου παραιτουµενος µηκος. Γεγονα, οιµοι, και µοιχος τη καρδια και σοδοµιτης εργω και προαιρεσει. Γεγονα πορνος, µαγος και παιδοφθορος, επιορκος οµοτης και πλεονεκτης, κλεπτης, ψευστης τε και αναιδης, αρπαξ – φευ µοι – φιλαργυρος τε, ιταµος τε και πασης (191) αλλης κακιας ειδος διεπραξαµην. Ναι, πιστευσατε, αληθως λεγω ταυτα και ου πλασµατι, ουδε σεσοφισµενως! Τις ουν ακουσας ταυτα ουκ εκπλαγειη, ου θαυµασειε την σην µακροθυµιαν, ω φιλανθρωπε, ου θαµβηθη και λεξει˙ Πως ου διεστη γη φυγουσα του φερειν, επι του νωτου µη στεγουσα τον ταλαν, και ζωντα τουτον κατηγαγεν εις αδην; Σκηπτος ανωθεν πως δε ου κατενεχθη και αναλωσε τον παραβατην τουτον; Πως δε ουρανος ου συνεπεσεν αµα και συνεσβεσθη ηλιος και τα αστρα επι τω ουτως καταπεφρονηκοτι; Ω της σης αυθις ανοχης, ειπη, Σωτερ, και της αγαθοτητος και του ελεους! Οντως γαρ εισιν υπερ συγγνωµην πασαν αι πραξεις αυται του παναθλιου τουτου, ας ο ακουων πας τις αναβοησει˙ τουτον η δικη αρα ειασε ζωντα; Και πως δικαια ουσα καν ολως τουτον ειναι κατεδεξατο εν γη των ζωντων; Ει δ᾿ υπολαβοι ψευδη µε ισως γραψαι, τουτω την συγχωρησιν δος ως οικτιρµων˙
αγνοων γαρ σου το µακροθυµον, Σωτερ, και την αβυσσον της σης φιλανθρωπιας, και των εργων µου τα ατοπα ακουσας την ψηφον εξηνεγκε δικαιως ταυτην. Ει τουτον, λεγων, ανευθυνον η δικη καταλελοιπε, λοιπον κρισις ουκ εστι. Συ δε µαλιστα, οτι µελλεις του κριναι, (192) νυν µακροθυµεις δια τουτο, Θεε µου˙ θελεις γαρ παντως την παντων σωτηριαν, την µετανοιαν εκδεχοµενος τουτων την εκ των εργων, ανοχη σου δικαια. ∆ικαιου και γαρ ου τους πιπτοντας παιειν, χειρα δε µαλλον παντως ορεγειν τουτοις, οπερ ποιων συ, ο καλος µου ∆εσποτης, ουκ ενελιπες ουδε ποτε ελλειψεις. Ο βιος παλη παντων ανθρωπων πελει, δουλοι δε παντες ανθρωποι σου, του κτιστου˙ εχοµεν δ᾿ οµως µικροι τε και µεγαλοι εχθρους ασπονδους, αρχοντας τους του σκοτους. Ει µη ουν αυτος ορεξεις µαλλον χειρα, αλλ᾿ αυτους ηµων κατισχυσει αφησεις, που το δικαιον, που το φιλανθρωπον σου; ∆ουλοι γαρ ηµεις γεγοναµεν εκεινου ιδια γνωµη, ιδια προαιρεσει, αυτος δε ηµας ελθων εξηγορασω τω αχραντω σου αιµατι και τιµιω και τω σω Πατρι προσηγαγες, Θεε µου, δωρον, ους ορων εχθρος ολως ου στεγει, ουχ υποφερει τον φθονον, ονπερ εχει, αλλ᾿ ωρυεται καθ᾿ ηµων ωσπερ λεων και περιπατων και βρυχων τους οδοντας απηνως ζητει, οντινα καταπιη. Τους ουν υπ᾿αυτου θηρος του ανηµερου τιτρωσκοµενους και πληγας δεχοµενους και τραυµατιας, ω Χριστε µου, κειµενους ουκ ελεησεις, ου συµπαθησεις µαλλον και την υγειαν την τουτων αναµεινεις,
(193) αλλ᾿ επιπληξεις, αλλα συντριψεις ολως και θανατωσεις τους τοιουτους τελειως; ∆ικαιον και γαρ, ναι, καγω τουτο λεγω, οτι ακοντες ου κατεχονται ουτοι, αλλα εκοντες εαυτους προδιδουσιν. Οµως πανουργος, σοφιστης τε και κακιας, ο ανηµερος και ποικιλος θηρ ουτος προσποιειται ουν τα των φιλων, ως φιλος ολον µε ζητων συλλαβειν και θηρευσαι, την ορωµενην ζωην υποδεικνυς µοι της νοουµενης ζωης αποστερει µε. Τη αισθησει κλεπτει µε των νυν παροντων και των µελλοντων υποσυλα τον πλουτον. Αλλο τη εξω φαινεται θεωρια, αλλο δε εστι το κρυπτοµενον, Σωτερ. Ει δε ανθρωποι τουτο µεµαθηκοτες δολους σχηµατιζονται τη υποκρισει, τι ο κακιας ευρετης ου ποιησει, πως ου πλανησει, και µαλιστα τους νεους, πως ουκ απατησει δε ακακους οντας, ολως απειρους, ολως απανουργευτους, ο προαιρεσει και Σαταν και πανουργος και παντα δολον ευµηχανως ευρισκων; Οµως απαντας απατα και τιτρωσκει, ουδεις τας τουτου υπεξεφυγε χειρας, ουδε των αυτου βελων και του εν τουτοις ιου αγευστος και ατρωτος διηλθε. Παντες εξηµαρτοµεν και υστερουµεν δοξης σου, Χριστε, της αρρητου και θειας, και δωρεαν σε δυσωπουµεν του σωσαι και δικαιωσαι χαριτι και ελεει, ο εξεχεας επ᾿ εµε νυν πλουσιως, (194) περι ου λεγειν και γραφειν ουκ οκνησω. Πως γαρ δυναιµην σιωπη υποφερειν τα γινοµενα καθ᾿ ωραν, ω Θεε µου, και πραττοµενα εν εµοι τω αθλιω; Αφραστα και γαρ εισιν εν αληθεια,
ακαταληπτα υπερ νουν, υπερ λογον˙ και πως εξειπω ταυτα η πως εκφρασω; Αλλ᾿ ουν, µη φερων σιωπαν, αρτι λεξω˙ Θεος αναρχος, ακτιστος, µονος πελεις, εν Υιω και Πνευµατι Τριας Αγια, ακταληπτος, απροσιτος υπαρχεις, κτιστης ορωµενης τε και νοουµενης κτισεως και Κυριος συ και ∆εσποτης, υπερανω τε των ουρανων και παντων των εν ουρανω, του ουρανου τυγχανεις µονος ποιητης, µονος εξουσιαζων, µονος τα παντα φερων προσταγµατι σου και θεληµατι συνεχων παντα µονω. Εχεις περι σε µυριαδας αγγελων, αρχαγγελων τε χιλιας χιλιαδας, θρονους, κυριοτητας αναριθµητους, εχεις δυναµεις, Χερουβιµ Σεραφιµ τε πολυοµµατα, αρχας και εξουσιας και πλειους αλλους λειτουργους τε και φιλους, Εχεις την δοξαν υπερδεδοξασµενην, ωστε µη τολµας αδεως ατενισαι τινας εκ τουτων προς αυτην, ω Θεε µου, µηδε δυνασθαι φαινοµενην ενεγκαι του προσωπου σου την αστραπτουσαν αιγλην. Πως γαρ ισχυσει το ποιηµα την κτιστην (195) ολον κατιδειν, ολον κατανοησαι; Ουδαµως οιµαι δυνατον ειναι τουτο, αλλ᾿ ο ποιητης, καθ᾿ οσον αν εθελη, φαινεται και βλεπεται, παρ᾿ ων εθελει, και γινωσκεται και γινωσκει το κτισµα, και καθοραται και καθορα τοσουτον οσον δωσειεν ο ποιητης του βλεπειν. Ει γαρ παρα σου παρηχθησαν, Θεε µου, εχουσιν εκ σου το ειναι και το βλεπειν και το δυνασθαι λειτουργειν σοι αµεµπτως. Αλλ᾿ ουν ανω συ υπερ αρχας απασας, αυται δε παλιν περι σε, τον Θεον µου,
ηµεις δε κατω εν κατωτατω λακκω - λακκον ου λεγω τον ορωµενον κοσµον, αλλα το σκοτος της αµαρτιας οντως -, λακκω πονηρω, λακκω ζεζοφωµενω, λακκω και ταφω δεινως εν κατωτατω, ονπερ ηλιος ου πεφυκε φωτιζειν. Εξω γαρ εστι του ορωµενου κοσµου και του µελλοντος η νυξ της αµαρτιας και τους εν αυτη εµπιµποντας αφρονως νυν τε κατεχει και θανοντας ωσαυτως εξει δεσµιους εις αιωνας αιωνων˙ ων εγω πρωτος, ω Χριστε µου, υπαρχω, ο συσχεθεις και καταχθεις εν ταυτη και εν πυθµενι αυτης τω κατωτατω ευρεθεις εβοησα˙ Ελεησον µε! Εν επιγνωσει γεγονως των κακων µου – εγνων γαρ το που δι᾿ αυτων κατηνεχθην, ου χαριν και εκλαυσα, δακρυων οµβρους εξ οφθαλµων µου κατηγαγον εµπονως - , µετενοησα εξ ολης µου καρδιας (196) και εκεκραξα φωναις ταις αλαλητοις. Και επηκουσας εκ του αφατου υψους του εν πυθµενι κειµενου κατωτατω, σκοτους απειρου, ατελους εν τω τελει, και τας περι σε καταλιπων δυναµεις αντιπαρελθων τα ορωµενα παντα κατηλθες εκει, εν ω κειµενος ηµην. Ελαµψας ευθυς, εδιωξας το σκοτος, ηγειρας µε συ εµπνευσει σου τη θεια, εστησας εις ποδας µε των εντολων σου, εθελξας τω καλλει σου, και τη αγαπη ετρωσας, ηλλοιωσας ολον µε ολον. Ειδον σου το προσωπον και εφοβηθην, καιτοι ευµενες, ευπροσιτον µοι ωφθη, η δε ωραιοτης σου εξεστησε µε και εξεπληξεν, ω Τριας, ο Θεος µου! Εις γαρ χαρακτηρ των τριων εν εκαστω,
και τα τρια εν προσωπον, ο Θεος µου, ος καλειται Πνευµα, Θεος των παντων. Συ ουν εµφανισθης εµοι, τω παναθλιω˙ πως ουκ εµελλον εγω φριξαι και δυναι και κατωτερον, ου ηµην, γεγονεναι και σκεπασθηναι παλιν υπο του σκοτους, ιν᾿ αποκρυβω σε, τον αστεκτον πασιν; Αλλα τουτο µεν επραττον εκ δειλιας εγω, συ δε, Θεε µου, µαλλον περιεπλεκου, µαλλον κατησπαζου µε, µαλλον ενηγκαλιζου ενδον του κρασπεδου σου των ιµατιων εισαγων ολον και σκεπων µε φωτι σου, και αµνηµονειν ποιων των ορωµενων (197) και των κατεχοντων µε δεινων το πρωην. Ω µυστηριων βαθος, ω υψος δοξης, ω αναβασις, ω θεωσις, ω πλουτος, ω λαµπροτης αφραστος των λεγοµενων! Τις καταλαβειν εκ των λογων ισχυσει η το µεγεθος κατανοησαι της δοξης; Ος γαρ ουκ ειδεν, α οφθαλµος ουκ οιδε, και ουκ ηκουσεν, α ους ουκ ηκηκοει και εις καρδιαν ανθρωπου ουκ ανεβη, πως τω γραφοντι περι αυτων πιστευσει; Ει δε και πιστευσειε, πως δια λογου ιδειν ισχυσει, α οφθαλµος ουκ ειδε; Πως δε αξιως δι᾿ ακοης χωρησει, α ουκ ηκουσεν ους ποτε των ανθρωπων, ινα και καλως περι αυτων νοηση, εν περινοια δυνηθη τε γενεσθαι, ων αµηχανον τοις ορωσι το καλλος και το ειδος, το ανειδεον υπαρχει και ακατανοητον εστι τοις πασιν, οισπερ οραται, ινα σοι παλιν ειπω; Τω λογισµω ταυτα τις αναπλαττων ουκ αν εκπεση της αληθειας πορρω και πλανηθη πλασµατι και φαντασιαις, εικονας ψευδεις συλλογισµων οικειων,
οικειου νοος ανιστορων και βλεπων; Ωσπερ γαρ αδην και τας εκει κολασεις εκαστος φανταζεται, ως αν εθελοι, πλην ουν, ως εισιν, ουδεις των παντων οιδεν, ουτως µοι νοει τα αγαθα εκεινα τα εν ουρανοις ακαταληπτα πασι και αθεατα˙ µονοις γνωστα δε ταυτα και θεωρητα, οις Θεος εκκαλυψει (198) κατα το µετρον της αξιας εκαστου, µετρον πιστεως, ελπιδος και αγαπης, µετρον φυλακης των εντολων Κυριου. Μετρον αλλο δε πνευµατικης πτωχειας, µετρον τελειον ου µικρον ουδε µεγα. Ταυτα γαρ µισει ο Θεος ουκ αδικως, αλλα δικαιως, ως ου δικαια παντως˙ το µεν γαρ µικρον λειπεται του δικαιου εν αµελεια η και καταφρονησει, µενον αχρηστον ευλογως και δικαιως˙ το δε ου µικρον, αλλα µεγα τυγχανον εις απονοιαν φερει τον κεκτηµενον και παντας αλλους βλαπτει τουτω χρωµενους. ∆ικαιον µετρον ταπεινωσεως εστι το µητε παντη αυτου απογινωσκειν, µητε οιεσθαι ειναι τινα εν κοσµω χειρονα εαυτου εν πραξεσιν ατοποις, κλαιειν τε αει και θρηνειν δια τουτο και καταφρονειν παντων των ορωµενων. Τουτο γαρ εστι τεκµηριον του πενθους, του κατα Θεον εκ ψυχης γινοµενου. Ει δ᾿ αντεχεται τινος των ορωµενων, ουπω εαυτον εγνωκεν εν αισθησει, ουδε φοβον ελαβεν εν τη καρδια κρισεως θειας και πυρος αιωνιου, ουδ᾿ εκτησατο ταπεινωσιν τελεια, και δια τουτο εκπιπτει και της θεας και της δωρεας των αγαθων εκεινων, ωνπερ οφθαλµος ουδεις ανθρωπων ειδεν.
Σπευσωµεν παντες ταπεινωσιν ευρεσθαι, (199) την ανωνυµον των ψυχων ηµων χαριν, ητις ουκ εχει ονοµα, τη δε πειρα ενωνυµως γινεται τοις κεκτηµενοις. Πραος ο Χριστος, ταπεινος τη καρδια˙ ενοικον τουτον ο κτησαµενος εγνω οτι δι᾿ αυτου την ταπεινωσιν εχει, µαλλον δε αυτος η ταπεινωσις εστι. Ψυχη ζητουσα δοξαν εκ των ανθρωπων ταυτην την ταπεινωσιν ολως ουκ εγνω˙ ο δε οιησιν καν ποσως κεκτηµενος, πως εντος αυτου την ταπεινωσιν εξει; Ουδαµως οντως! Οιµοι τω παναθλιω, τω κενοδοξω και κατεπαιροµενω και µηδε µιαν αρετην κεκτηµενω και αναισθητως πασας παρερχοµενω τας ηµερας µου εν τω παροντι βιω! Τις µη κλαυση µε, τις µη σφοδρως πενθηση, οτι εφυγον κοσµον και τα εν κοσµω, και τη αισθησει κοσµου ουκ εχωρισθην; Το των µοναχων περιβεβληµαι σχηµα και ως κοσµικος αγαπω τα εν κοσµω, δοξαν, πλουτον τε και ηδονας και τερψεις. Επι των ωµων τον σταυρον Χριστου φερω και υποφερειν τα του σταυρου ονειδη ολως απαναινοµαι, ολως ου θελω, αλλα ενδοξοις εµαυτον παρενειρω και συν εκεινοις το δοξαζεσθαι θελω. Ω της συµφορας, ω της αναισθησιας! ∆ιπλης υπαρχω αξιος καταδικης˙ πταισας γαρ πολλα προτερον εν τω βιω (200) επηγγειλαµην καλως µετανοησαι˙ νυν εφανην δε παραβατης αγνωµων παντων των καλων, ων µοι Θεος παρεσχε, και των συνθηκων αρνητης απεδειχθην και αναξιος πασης φιλανθρωπιας. Αλλ᾿ ω Θεε µου, ω πανοικτιρµον µονε,
σπευσον, προφθασον, επιστρεψον µε παλιν προς µετανοιαν, προς δακρυα, προς πενθος, ινα λουσωµαι και καθαρθω και ιδω λαµψασαν τρανως εν εµοι την σην δοξαν, ην µοι χαρισαι νυν και εις τους αιωνας δοξαζοντι σε φωναις ακαταπαυστοις, τον των ειωνων Ποιητην και ∆εσποτην. ΚΕ’. Περι της γενοµενης θεωριας αυτω του θειου φωτρος, και οπως το θειον φως ου καταλαµβανεται υπο σκοτους˙ εν οις και δια την υπερβολην των αποκαλυψεων εκπληττοµενος µεµνηται της ανθρωπινης ασθενειας και εαυτον κατακρινει. (201) Πως διαγραψω, ∆εσποτα, προσωπου σου την θεαν, πως ειπω την ανεκφραστον θεωριαν του καλλους; Πως ον ο κοσµος ου χωρει, γλωσσης φθογγη χωρησει, πως τις εκφρασαι δυνηθη την σην φιαλνθρωπιαν; Καθηµενος γαρ εν φωτι λαµπαδος µοι φαινουσης και φωτιζουσης της νυκτος τον ζοφον και το σκοτος εδοκουν ειναι εν φωτι προσεχων αναγνωσει, λεξεις τε οια ερευνων και σκοπων τας συνταξεις. Ως ουν υπηρχον, ∆εσποτα, αδολεσχων εν τουτοις, αιφνης εφανης ανωθεν πολυ µειζων ηλιου και ελαµψας εξ ουρανων µεχρις εµης καρδιας. Τα δ᾿ αλλα παντα ως βαθυ σκοτος ειναι εωρων, στυλος δε µεσον φωτεινος, ολον τεµων αερα διηκεν εκ των ουρανων εως εµου του ταλα. Ευθυς επελαθοµην δε φωτος του λυχνιαιου, οικιας ηµνηµονησα οτι εντος υπαρχω, εν τω δοκειν αερι δε του σκοτους εκαθηµην, πλην και του σωµατος αυτου ληθην εσχον εις απαν. Ελαλουν σοι και νυν λαλω εκ βαθους µου καρδιας˙ (202) Ελεησον µε, ∆εσποτα, ελεησον µε, µονε, τον µηδαµως µηδεποτε δουλευσαντα σοι, Σωτερ, αλλα σε παροργιζοντα εκ νεας ηλικιας. Πασαν µετηλθον σαρκικην και ψυχικην κακιαν
και αµαρτιας επραξα αµετρητους, ατοπους, υπερ ανθρωπους απαντας, υπερ αλογα παντα, ερπετα και θηρια τε παντα υπερνικησας. Εις εµε ουν το ελεος χρεια ενδειξασθαι σε, τον και εξαµαρτησαντα υπερ παντας αφρονως. Μη χρηζειν γαρ ελαλησας συ αυτος ιατρειας τους υγιαινοντας, Χριστε, αλλα τους ασθενουντας˙ διο ως ασθενουντα µε πολλα και αµελουντα ουτως πολυ το ελεος επιχεε µοι, Λογε! Αλλ᾿ ω φωτος γαυριαµα, αλλ᾿ ω πυρος κινησεις αλλ᾿ ω φλογος περιδροµαι εν εµοι τω αθλιω παρα σης σης και παρα σου ενεργουµεναι δοξης! ∆οξαν δ᾿ εγω το Πνευµα σου επισταµαι και λεγω, το Αγιον, το συµφυες και οµοτιµον, Λογε, οµογενες, οµοδοξον, οµοουσιον, µονον τω σω Πατρι και σοι, Χριστε, ω Θεε των απαντων. Σοι προσκυνων ευχαριστω, οτι ηξιωσας µε, καν ποσως επιγνωναι σου θεοτητος το κρατος. Ευχαριστω, οτι αυτος καθηµενω εν σκοτει απεκαλυφθης µοι, ελαµψας, ιδειν ηξιωσας µε το φως το του προσωπου σου, το αστεκτον τοις πασιν. Εµεινα καθεζοµενος εν σκοτει µεσον, οιδα, µεσον δε τουτου οντι µοι κεκαλυµµενω σκοτει εφανης φως, εφωτισας ολον ολω φωτι µε και γεγονα φως εν νυκτι, µεσον σκοτους τυγχανων. Ουτε το σκοτος το σον φως κατελαβεν εις απαν, (203) ουτε το φως εδιωξε το ορωµενον σκοτος, αλλ᾿ αναµιξ, ασυγχυτα παντη µεµερισµενα µακραν αλληλων, ως εικος, ου κεκραµενα ολως, πλην εν ταυτω τα συµπαντα πληρουσιν, ως νοµιζω. Ουτως ειµι εν τω φωτι, µεσον τυγχανων σκοτους, ουτως εν σκοτει παλιν δε µεσον φωτος διαγων, ιδου και µεσον εν φωτι, ιδου και µεσον σκοτους˙ και λεγω˙ τις εν σκοτει µοι φως ευρειν µεσον δωσει, ο ου χωρει εισδεξασθαι; Πως γαρ χωρησει σκοτος φως εντος και µη φευξεται, αλλα µενει εν µεσω φωτος το σκοτος; Ω φρικτου θαυµατος,ορωµενου
διττως διττοις τοις οφθαλµοις, σωµατος και ψυχης τε! Ακουε αρτι˙ τα φρικτα διττου Θεου σοι λεγω και ως προς ανθρωπον διττον εµε γεγενηµενα! Ανελαβε την σαρκα µου και δεδωκε µοι πνευµα, και γεγονα καγω Θεος τη χαριτι τη θεια, θεσει υιος πλην του Θεου, ω αξιας, ω δοξης! Ως ανθρωπος λυπουµενος εµαυτον ταλανιζω και την εµην ασθενειαν κατανοω και στενω, και ζην ολως αναξιος υπαρχω, ως ευ οιδα, εκεινου δε τη χαριτι θαρρων, κατανοων τε το καλλος, ο µοι δεδωκεν, επιτερποµαι βλεπων. Ως µεν ουν ανθρωπος οιδα µηδεν οραν των θειων, και αορατων παντελως ειµι κεχωρισµενος, τη δε υιοθεσια µε Θεον γεγενηµενον και καθορω και κοινωνος γινοµαι των αψαυστων. Ως ανθρωπος ουδεν εχων των υψηλων και θειων, ως δε Θεου χρηστοτητι νυνι ελεηµενος εχω Χριστον, τον Κυριον, των παντων ευεργετην. ∆ιο και παλιν, ∆εσποτα, δεοµενος προσπιπτω˙ µη αποτυχω των εν σοι ελπιδων µου µηδολως, (204) διαγωγης τε και τιµης, δοξης και βασιλειας, αλλ᾿ ωσπερ νυν ορασθαι µοι κατηξιωσας, Σωτερ, ουτω και µετα θανατον παρασχου µοι σε βλεπειν. Ου λεγω ποσον, ευσπλαγχνε, αλλ᾿ ευµενως, ευσπλαγχνως ιλεω σου τω οµµατι, ως και νυν καθορας µε και της χαρας σου εµπιπλας και γλυκυτητος θειας. Ναι, ποιητα και πλαστα µου, σκεπασον µε χειρι σου, και µη εγκαταλιπης µε, ναι, µη µνησικακησης! Αγνωµοσυνην µου πολλην, ∆εσποτα, µη σταθµισης, αλλα αξιωσον καµε φωτι σου µεχρι τελους και τη οδω των εντολων αοκνως πορευθηναι και εν αυτω σου τω φωτι των χειρων, πανοικτιρµον, παραθειναι το πνευµα µου, λυτρουµενος εχθρων µε, σκοτους, πυρος, κολασεων των αιωνιων, Λογε! Ναι, ο πολυς εν οικτιρµοις, αφατος εν ελεει, αξιωσον εις χειρας σου παραδουναι ψυχην µου, καθως και νυν εν τη χειρι τη ση, Σωτερ, τυγχανω.
Μη ουν παρεµποδιση µου την οδον αµαρτια, µη περικοψη, µη της σης αποσπαση χειρος µε, αλλ᾿ αισχυνθητω ο δεινος αρχων και ψυχοφθορος εντος παλαµης, ∆εσποτα, της σης οντα µε βλεπων, καθα και νυν ουδε τολµα πλησιον µου γενεσθαι ορων υπο της χαριτος της σης σκεποµενον µε! Μη κατακρινης µε, Χριστε, µη εις αδην απωση, µη καταγαγης εις βυθον θανατου την ψυχην µου, οτι τολµων το ονοµα το σον κατονοµαζειν, ο ρυπαρος, ο µιαρος και βεβηλος εις απαν˙ µη χανη γη και καταπιη µε, Λογε, τον παραβατην, τον µηδε ζην, µηδε λαλειν ολως αξιον οντα. Μη πυρ κατελθη επ᾿ εµε και εκλειξη µε αφνω, (205) ως µη Κυριε ελεησον! ειπειν συγχωρηθεντα, µη ο πολυς εν οικτιρµοις, ο φιλανθρωπος φυσει, µη εισελθειν θελησειας µετ᾿ εµου του κριθηναι. Τι γαρ και ολως φθεγξοµαι, υπαρχων αµαρτια, τι ουν και ειποιµι ποσως, ο κατακεκριµενος, ο εκ κοιλιας µου µητρος αµετρητα σοι πταισας και µεχρι νυν αναισθητων προς σην µακροθυµιαν, ο µυριακις εις βυθον κατενεχθεις του αδου κακειθεν αγαθοτητι ανελκυσθεις σου θεια, ο µελη και τας σαρκας µου ψυχης και σωµατος τε καταρρυπωσας, ως ουδεις αλλος των εν τω βιω, ο µανικος των ηδονων εραστης αναισχυντος και πονηρος και δολιος τη ψυχικη κακια, ο µιαν σου ολως, Χριστε, εντολην µη φυλαξας; Τι σοι απολογησοµαι, τι δε σε και προσειπω, ποια ψυχη βαστασω σου ελεγχους, ω Θεε µου; Ει ανοµιας τας εµας και τας πραξεις γυµνωσεις, ω βασιλευ αθανατε, µη δειξης πασι ταυτας, οτι φριττω εννοων εργα νεοτητος µου, το δε ειπειν φρικης µεστον, αναπλεων αισχυνης. Ει γαρ ταυτα θελησειας εκκαλυψαι τοις πασι, χειρον πασης κολασεως η εντροπη µου εσται. Τις γαρ τας ασελγειας µου, τις δε τας ασωτιας, τις τους βεβηλους ασπασµους, τις τας αισχρας µου πραξεις,
εν αις και νυν µολυνοµαι, ταυτας εν νω λαµβανων, ιδων ουκ εκπλαγησεται, ιδων ολως ου φριξει, ιδων ου κραξει, και ευθυς αποστραφη τας οψεις και˙ Αρον, ειπη, ∆εσποτα, τον παµβεβηλον τουτον; Χειρας δεθηναι προσταξον και ποδας του αθλιου και εµβληθηναι εις το πυρ το ζοφωδες εν ταχει, (206) µη καθοραται παρ᾿ ηµων των σων γνησιων δουλων. Οντως αξιως, ∆εσποτα, οντως δικαιως τουτο κακεινοι παντες φθεγξονται και συ αυτος ποιησεις, και εις το πυρ βληθησοµαι, ο ασωτος και πορνος. Αλλ᾿, ο ασωτους κατελθων και πορνους συ του σωσαι, µη καταισχυνης µε, Χριστε, εν ηµερα της δικης, οτε τα προβατα τα σα εκ δεξιων σου στησεις καµε και τα εριφια εκ των αριστερων σου, αλλα το φως το αχραντον, το φως του σου προσωπου τα εργα καλυψατω µου και γυµνωσιν ψυχης µου και στολισατω µε φαιδρως, ινα εν παρρησια ανεπαισχυντως δεξιοις καταλεγω προβατοις και συν αυτοις δοξασω σε εις αιωνας αιωνων. Αµην. ΚΣΤ’. Οτι ο εν αγνωσια Θεου ετι ζων νεκρος εστι µεσον των ζωντων εν γνωσει Θεου και οτι τοις αναξιως των µυστηριων µεταλαµβανουσιν αληπτον το θειον σωµα και αιµα του Χριστου γινεται. (207) Νυν εν τοις ζωσιν ως νεκρος, ω ∆εσποτα, υπαρχω και εν νεκροις ως ζων ειµι, αθλιος υπερ παντας ανθρωπους τους επι της γης, ους εκτισας, Θεε µου. Το γαρ νεκρον υπαρχειν µε εν τοις κατα σε ζωσι των µη κτισθεντων χειρω µε αποδεικνυσι παντως, το δ᾿ εν νεκροις την αλογον ζωην ζην ως τα κτηνη των µη ειδοτων σε Θεον οµοιον οντως πελει. Πως γαρ ουκ εστιν οµοιον, πως δε ουκ εστιν ισον; Ει και δοκω ειδεναι σε, ει και δοκω πιστευειν, ει και δοκω σε ανυµνειν και σε επικαλεισθαι-
και γαρ λαλει το στοµα µου λογους, ους εδιδαχθην, και υµνους αδω και ευχας, ας εγγραφως οι παλαι το Πνευµα σου το Αγιον εξεθεντο λαβοντες,και λεγων ταυτα και δοκων µεγα τι πεπραχεναι αναισθητω και αγνοω, οτι ωσπερ οι παιδες µανθανοντες ουκ ισασι την δυναµιν των λογων, ουτως καγω ταις προσευχαις και ψαλµοις τε και υµνοις εγκαρτερων και ανυµνων σε τον ευσπλαγχνον µονον, της σης δοξης και του φωτος αισθησιν ου λαµβανω, και ωσπερ οι αιρετικοι, οι πολλα εκµαθοντες, (208) εδοκουν του ειδεναι σε, εδοκουν σε γινωσκειν, εδοκουν οι παναθλιοι και βλεπειν σε, Θεε µου, ουτω καγω πολλας ευχας και πολλας ψαλµωδιας λαλων εν µονη γλωσση µου, ισως δε και καρδια, εκ τουτων το της πιστεως ακρον εχειν νοµιζω, εκ τουτων την επιγνωσιν πασαν της αληθειας οιοµαι το καταλαβειν και µηδεν πλεον χρηζειν˙ εκ τουτων και το βλεπειν σε, το φως του κοσµου, Σωτερ, εκ τουτων και κατεχειν σε και συνειναι µοι λεγω και συµµετεχειν φυσεως της θειας σου νοµιζω, και κατ᾿ εµου παραβολας εφευρισκω και λογους ανερευνων εκ της γραφης προβαλλοµαι και λεγω˙ Ο Κυριος τους τρωγοντας ειπεν αυτου την σαρκα και τους το αιµα πινοντας εν αυτω καταµενειν, αλλα και κατοικειν αυτος εν αυτοις ο ∆εσποτης. Τουτο ουν λεγων ως ληπτον τον αληπτον κηρυττω, εν τω ληπτω του σωµατος τον αληπτον υπαρχειν, και κρατητον και ορατον τον ακρατητον παντη. Και αγνοω, ο δυστυχης, οτι εν οις αν θελης, τω αισθητω και κρατητω και ορατω υπαρχεις, αισθητος τε και κρατητος και ορατος, ο κτιστης. Εν ακαθαρτοις δ᾿ ως εγω και αναξιοις µαλλον θεοποιεις το αισθητον σωµα σου τε και αιµα και παντελως ακρατητον, αληπτον τε εις απαν αναλλοιωτως αλοιοις, µαλλον δ᾿ εν αληθεια πνευµατικον µεταποιεις, αορατον, ως παλαι συγκεκλεισµενων των θυρων εισηλθες και εξηλθες
και αφαντος εξ οφθαλµων εν τη κλασει του αρτου εγενου συ των µαθητων, ουτω και νυν τον αρτον αποτελεις και σωµα σου πνευµατικον εργαζη. (209) Καγω δοκω κατεχειν σε, καν θελης, καν µη θελης, και κοινωνων της σης σαρκος και σου µεταλαµβανειν νοµιζω και διακειµαι ως αγιος, Χριστε µου, και κληρονοµος του Θεου και σος συγκληρονοµος και αδελφος και µετοχος δοξης της αιωνιου. Εκ τουτου τοινυν δεικνυµαι αναισθητων εις απαν, εκ τουτου παντως φαινεται αγνοειν µε, α ψαλλω, και α λαλω και α αει µελετω τε και αδω. Ει γαρ ολως εγινωσκον, ειχον παντως ειδεναι, οτι ατρεπτως ανθρωπος εγενου, ο Θεος µου, ινα τον προσληφθεντα µε ολον θεοποιησης, ουχι δε ινα ανθρωπος συ παχυτητι µεινης και κρατηθης εν τη φθορα, ο ακρατητος παντη, ο αφθαρτος και αληπτος φυσει Θεος υπαρχων. Τουτο ειδως ως αληπτον το σωµα σου το θειον και αιµα σου το αγιον πιστευων γεγενησθαι και πυρ οντως απροσιτον εµοι τω αναξιω, φρικη και φοβω, τροµω τε τουτων αν εκοινωνουν, εν δακρυσι και στεναγµοις εµαυτον προκαθαιρων. Νυν δε εν σκοτει καθηµαι και αγνοια, πλανωµαι, αναισθησια παντελει κρατουµενος ο ταλας. Αλλ᾿ οµως ικευτευω σε, οµως εκδυσωπω σε, προσπιπτων και παρακαλων και ζητων σου το ελεος˙ Επιβλεψον ως παντοτε και νυν, παµβασιλευ µου, δειξον την ευσπλαγχνιαν σου, δειξον το συµπαθες σου, δειξον το αµνησικακον εις εµε τον τελωνην, µαλλον δε τον πανασωτον, τον υπερ πασαν φυσιν αλογων τε και λογικων εις σε εξαµαρτοντα. Ει γαρ και παντα πεπραχα ανοµα εν τω βιω, αλλα Θεον σε, ποιητην οµολογω των παντων, Θεου Υιον σε, του Θεου οµοουσιον σεβω, τον γεννηθεντα εξ αυτου προ παντων των αιωνων (210) και επ᾿ εσχατων των καιρων εξ αγιας Παρθενου, της Θεοτοκου Μαριαµ γεννηθεντα ως βρεφος
και γεγονοτα ανθρωπον, δι᾿ εµε τε παθοντα και σταυρωθεντα και ταφη, Σωτερ, παραδοθεντα και ανασταντα εκ νεκρων µετα τριτην ηµεραν και ανελθοντα εν σαρκι, οθεν ουκ εχωρισθης. Ουτως ουν µε πιστευοντα, ουτως σε προσκυνουντα και παλιν σε ελπιζοντα ελθειν και κριναι παντας και αποδουναι εκαστω, Χριστε, τα κατ᾿ αξιαν, η πιστις αντι εργων µοι λογισθητω, Θεε µου, και µη ζητησης εργα µε ολως τα δικαιουντα, αλλα η πιστις µοι αυτη αντι παντων αρκεσει. Αυτη απολογησεται, αυτη µε δικαιωσει, αυτη µε δειξει κοινωνον δοξης σου αιωνιου. Ο γαρ πιστευων, ειρηκας, εις εµε, ω Χριστε µου, ζησεται και ουκ οψεται θανατον εις αιωνας. Ει ουν η πιστις η εις σε απεγνωσµενους σωζει, ιδου, πιστευω, σωσον µε λαµψας φως σου το θειον, και την εν σκοτει µου ψυχην και σκια του θανατου κατεχοµενην, ∆εσποτα, επιφανεις φωτισης. ∆ος δε µοι και κατανυξιν, ποµα το ζωηρον σου, ποµα πιαινον µου σαρκος και ψυχης τας αισθησεις, ποµα ευφραινον µε αει και ζωην µοι παρεχον, ου µη στερησης µε, Χριστε, τον ταπεινον και ξενον, τον τας ελπιδας επι σε αναθεµενον πασας. ΚΖ’. Οποιον δει ειναι τον µοναχον και τις η εργασια και τις η τουτου προκοπη και αναβασις. (211) Απεργασαι παλατιον τον της ψυχης σου οικον, εις κατοικιαν τω Χριστω και βασιλει των ολων δακρυων ταις ρανισι σου, ολολυγµοις και θρηνοις και των γονατων καµψεσι και στεναγµων τω πληθει, ει αληθως, ω µοναχε, µοναζων ειναι θελεις. Και τοτε ου µοναζων ης, τω βασιλει συνης γαρ και ης µοναζων καθ᾿ ηµας, ως εξ ηµων υπαρχων και χωρισθεις κοσµου παντος˙ τουτο µοναζων παντως. Τω δε Θεω και βασιλει ενωθεις ου µοναζων, αλλα αγιων γεγονας συναριθµιος παντων, αγγελων οµοδιαιτος και συνοικος δικαιων
και παντων των εν ουρανω συγκληρονοµος οντως. Πως ουν µοναζων ο εκει το πολιτευµα εχων, ενθα εστιν οµηγυρις µαρτυρων και οσιων, ενθα χορος των προφητων και θειων αποστολων, ενθα η αναριθµητος πληθυς, η των δικαιων, ιεραρχων, πατριαρχων και των λοιπων αγιων; Ο δε και εχων τον Χριστον εν εαυτω οικουντα, πως µονος ειναι λεγεσθαι δυναται, ειπατε µοι; Τω γαρ Χριστω µου συνεστιν ο Πατηρ και το Πνευµα, και πως µοναζων, ο τρισι ως ενι συνηµµενος; (212) Ουκ εστι µονος ο Θεω ενωθεις, καν µοναζη, καν εν ερηµω καθηται, καν εν σπηλαιω εστιν˙ ει δε µη τουτον ευρηκεν, ει δε µη τουτον εγνω, ει δε µη τουτον ελαβεν ολον τον σαρκωθεντα Θεον Λογον, ου γεγονε µοναχος, οιµοι, ολως. Οθεν και µονος εστι του Θεου κεχωρισµενος ουτος, αλλα και ο καθεις ηµων εσµεν κεχωρισµενοι ανθρωπων αλλων παντως γε και ορφανοι δε απαντες µεµονωµενοι ωµεν, ει και δοκουµεν ενωσιν τη συνοικησει εχειν και µετ᾿ αλληλων µιγνυσθαι τη των πολλων συναξει. Ψυχη γαρ και τω σωµατι εσµεν κεχωρισµενοι, οπερ και ειναι αληθες ο θανατος δεικνυει, αποχωριζων εκαστον συγγενων τε και φιλων και ληθην παντων εµποιων των νυν αγαπωµενων. Ουτω και νυξ και υπνος τε και πραξεις αι εν βιω την ενωσιν την των πολλων ως εικος διαλυει. Ο δε ποιησας ουρανον δι᾿ αρετης την κελλαν την εαυτου, και εν αυτη καθηµενον τον κτιστην του ουρανου τε και της γης κατανοει και βλεπει και προσκυνει και συνεστιν αει φωτι αδυτω, φωτι τω ανεσπερω τε, φωτι τω απροσιτω, ου ουδαµως χωριζεται, ου µακρυνεται ολως, ουκ εν ηµερα η νυκτι, ουκ εν τροφη η ποσει, αλλ᾿ ουδ᾿ εν υπνω η οδω η µεταβασει τοπου, αλλ᾿ ωσπερ ζων ουτω θανων, µαλλον δε τρανοτερως ολως εκεινω συνεστι τη ψυχη αιωνιως.
Πως γαρ και χωρισθησεται η νυµφη του νυµφιου, η ο ανηρ της γυναικος, η συνηρµοσθη απαξ; Ο νοµοθεντης, λεγε µοι, τον νοµον ου φυλαξει; Ο ειρηκως˙ Και εσονται οι δυο εις µιαν σαρκα, (213) πως ου γενησεται αυτος συν αυτη πνευµα ολως; Εν τω ανδρι γαρ η γυνη, εν γυναικι ανηρ δε, και η ψυχη εν τω Θεω και Θεος εν ψυχη δε ενουται και γνωριζεται εν τοις αγιοις πασιν. Ουτως ενουνται τω Θεω οι δια µετανοιας τας εαυτων καθαιροντες ψυχας εν κοσµω τωδε, και µοναχοι καθιστανται των αλλων οντες διχα, οι νουν Χριστου λαµβανουσιν, οπερ και στοµα εστι και γλωσσα οντως αψευδης, µεθ᾿ ης προσοµιλουσι Πατρι τω παντοκρατορι, µεθ᾿ ης αει βοωσιν˙ Ω πατερ, ω παµβασιλευ, ω κτιστα των απαντων! Τουτων η κελλα ουρανος, ηλιος δε εκεινοι, και το φως εστιν εν αυτοις, το αδυτον και θειον, ο και φωτιζει απαντα ερχοµενον εν κοσµω ανθρωπον και γενοµενον εκ Πνευµατος Αγιου. Νυξ ουν ουκ εστιν εν αυτοις˙ πως ειπειν σοι ουκ εχω, φριττω γαρ ταυτα γραφων σοι και εννοων δε τρεµω, αλλα διδασκω σε το πως ζωσι και ποιω τροπω οι τω Θεω δουλευοντες κακεινον αντι παντων µονον και αγαπησαντες, µονω και ενωθεντες και γεγονοτες µοναχοι ως µετα µονου µονοι, ει και εν δηµω παµπληθει εισιν απειληµενοι. Ουτοι γαρ οντως µοναχοι και µοναζοντες µονοι, γυµνοι και ενθυµησεων και λογισµων παντοιων, µονον ορωντες τον Θεον εν νοΐ ανεννοιω, εµπεπηγµενω εν φωτι, ωσπερ εν τοιχω βελος, η ως αστηρ εν ουρανω, η πως ειπειν ουκ εχω. Οµως ως αλλον φωτεινον νυµφωνα κατοικουσι τας κελλας και εν ουρανω νοµιζουσι διαγειν η αληθως διαγουσι, βλεπε, µη απιστησης! (214) Ου γαρ εισιν επι της γης, ει και τη γη κρατουνται, αλλ᾿ εν φωτι διαγουσι του µελλοντος αιωνος, ω κατοικουσιν αγγελοι, εφ᾿ ω περιπατουσιν,
υφ᾿ ουπερ διαρπαζονται αρχαι και εξουσιαι, θρονοι και κυριοτητες πασαι ενδυναµουνται. Ει γαρ και επαναπαυεται Θεος εν τοις αγιοις, αλλ᾿ εν Θεω οι αγιοι ζωσι τε και κινουνται, βαδιζοντες εν τω φωτι ωσπερ επι εδαφους. Ω θαυµατος, ως αγγελοι και ως υιοι υψιστου εσονται µετα θανατον, θεοι Θεω συνοντες, τω φυσει οντι οι αυτω θεσει οµοιωθεντες. Τουτων νυνι δε λειπονται µονω, οτι κρατουνται τω σωµατι και σκεπονται και καλυπτονται, οιµοι, ως δεσµιοι εν φυλακη τον ηλιον ορωντες και τας ακτινας τας αυτου δι᾿ οπης εισιουσας και µη δυναµενοι αυτον ολον κατανοησαι η κατιδειν της φυλακης εξωθεν γεγονοτες, η παρακυψαντες τρανως απιδειν εις αερα. Και τουτο εστιν, ο αυτους ανια, οτι ολον ου καθορωσι τον Χριστον, ει και ολον ορωσιν, ουδε δεσµων ισχυουσι του σωµατος εκδυναι, ει και παθων ανειθησαν και πασης προσπαθειας, αλλα κρατουνται υφ᾿ ενος των πολλων ανεθεντες˙ ο γαρ υπαρχων εν δεσµοις πολλοις συνδεδεµενος ουδε ελπιζει των πολλων την λυσιν ευρηκεναι, ο δε τα πλειστα των δεσµων δυνηθεις διακοψαι, κρατουµενος δε υφ᾿ ενος πλεον αλγει των αλλων, και επισπευδει και αυτου αει ζητει την λυσιν, οπως ελευθερος φανη, οπως βαδιζη χαιρων, οπως απελθη εν σπουδη, προς ον τον ποθον ειχε, δι᾿ ον και την απολυσιν του δεσµου επεζητει. (215) Εκεινον τοινυν απαντες ζητησωµεν, τον µονον δυναµενον εκ των δεσµων ηµας ελευθερωσαι. Εκεινον και ποθησωµεν, εκεινον ου το καλλος πασαν εκπληττει εννοιαν, πασαν εκπληττει φρενα, πασαν τιτρωσκει τε ψυχην και πτεροι προς αγαπην και συγκολλα και συνενοι τω Θεω αεναως. Ναι, αδελφοι µου, δραµετε ταις πραξεσι προς τουτον, ναι, φιλοι, διαναστητε, ναι, µη απολειφθητε, ναι, µη λαλειτε καθ᾿ ηµων εαυτους απατωντες.
Μη λεγετε, αδυνατον λαβειν το Θειον Πνευµα, µη λεγετε, χωρις αυτου δυνατον το σωθηναι, µη ουν αγνωστως τουτου λεγετε τινα µετεχειν. Μη λεγετε, οτι Θεος ουχ οραται ανθρωποις, µη λεγετε, οι ανθρωποι φως θειον ουχ ορωσιν, η οτι και αδυνατον εν τοις παρουσι χρονοις. Ουδεποτε αδυνατον τουτο τυγχανει, φιλοι, αλλα και λιαν δυνατον τοις θελουσιν υπαρχει, πλην οσοις βιος καθαρσιν την των παθων παρεσχε και καθαρον ειργασατο της διανοιας οµµα˙ τοις δ᾿ αλλοις οντως τυφλωσις, αµαρτηµατων ρυπος, ο και ενταυθα και εκει θειου φωτος στερησει και, µη πλανασθε, τω πυρι και σκοτει παραπεµψει. Ιδετε, φιλοι, ποταπος ωραιος ο ∆εσποτης! Ναι, µη καµµυσητε τον νουν προς την γην αφορωντες, ναι, µη φροντισι των εν γη πραγµατων και χρηµατων, επιθυµια δοξης τε κρατηθητε και τουτον εγκαταλειψετε, το φως ζωης της αιωνιου! Ναι, φιλοι, δευτε µετ᾿ εµου, συνεπαρθητε δη µοι, ου σωµατι, αλλα νοΐ και ψυχη και καρδια, εν ταπεινωσει κραζοντες προς τον καλον ∆εσποτην, τον φιλοικτιρµονα Θεον, τον φιλανθρωπον µονον. (216) Και παντως εισακουσεται και παντως ελεησει και παντως αποκαλυφθη και παντως εµφανισει και φως ηµιν το εαυτου φαιδρον καθυποδειξει. Τι κατοκνειτε ταπεινοι, τι καταρραθυµειτε, τι προτιµασθε ανεσιν του σωµατος και δοξαν, τιν ατιµον και αδοξον, την κενην και µαταιαν; Τι λεγετε αµεριµνον τον εναρετον βιον; Ουκ εστιν ουτως, αδελφοι, ουκ εστι, µη πλανασθε, αλλ᾿ ως οι βιον εχοντες και γυναικα και τεκνα και πλουτου εφιεµενοι και δοξης της προσκαιρου σπουδαζουσι και τρεχουσι το δοκουν εκπληρωσαι, ουτω και πας µετανοων και πας Θεω δουλευων οφειλει σπευδειν και αει εµµεριµνος υπαρχειν, οπως ευπροσδεκτος αυτου η µετανοια εσται και η δουλεια γενηται ευαρεστος τελεια,
και τοτε ολως τω Θεω οικειωθεις εκ τουτων ολος ενουται και αυτον κατα προσωπον βλεπει και παρρησιαν προς αυτον αναλογως λαµβανει, καθ᾿ οσον σπευδει το αυτου θεληµα εκπληρωσαι, οπερ αξιωθειηµεν και ηµεις του ποιησαι και του ελεους µετασχειν µετα παντων αγιων, νυν µεν καθ᾿ οσον εφικτον εν τω αιωνι τουτω, εκει δε ολον τον Χριστον, ολον το Θειον Πνευµα, εν τω Πατρι ληψοµεθα εις αιωνας αιωνων˙ αµην. ΚΗ’. Περι νοητης αποκαλυψεως των ενεργειων του θειου φωτος και εργασιας νοερας τε και θειας της εναρετου ζωης. (217) Εασατε τη κελλη µε µονον εγκεκλεισµενον, αφετε µε µετα Θεου του µονου φιλανθρωπου, αποστητε, µακρυνατε, εασατε µε µονον αποθανειν ενωπιον Θεου του πλασαντος µε. Μηδεις τη θυρα κρουσειε, µηδεις φωνην αφηση, µηδεις επισκεψατω µε των συγγενων η φιλων, µηδεις µου την διανοιαν ελκυσας αποσπαση της θεωριας του καλου και ωραιου ∆εσποτου, µηδεις µοι βρωµα δωσειε, µη ποµα µοι κοµιση. Αρκεσει γαρ µοι το θανειν εµπροσθεν του Θεου µου, Θεου του ελεηµονος, Θεου του φιλανθρωπου, του κατελθοντος επι γης αµαρτωλους καλεσαι και συν αυτω εις την ζωην εισαγαγειν την θειαν. Ου θελω ετι κατιδειν το φως του κοσµου τουτου, ουδε αυτον τον ηλιον, ουδε τα εν τω κοσµω˙ βλεπω γαρ τον ∆εσποτην µου, βλεπω τον Βασιλεα, βλεπω τον οντως οντα φως και παντος φωτος κτιστην, βλεπω πηγην παντος καλου, βλεπω αιτιαν παντων, βλεπω αρχην την αναρχον, εξ ης παρηχθη παντα, δι᾿ ης ζωουνται και τροφης απαντα εµπιπλωνται. Τουτου γαρ τω βουληµατι γινονται και ορωνται και τουτου τω θεληµατι εκλειπουσι τα παντα.
(218) Πως ουν αυτον καταλιπων εξελθω µου της κελλης; Αφετε µε, θρηνησοµαι και κλαυσοµαι ηµερας και νυκτας, ας απωλεσα ορων το φως του κοσµου, το αισθητον και σκοτεινον, ο ψυχην ου φωτιζει, ου και τυφλοι τους οφθαλµους διχα εν κοσµω ζωσι και µετασταντες εσονται των νυν βλεποντων ισοι˙ εν ω καγω πλανωµενος ολος ενευφραινοµην, ολως δε ειναι ετερον φως ουκ ελογιζοµην, ο και ζωη, ως ειρηται, υπαρχει και αιτια του ειναι, ο τι και εστιν η γνησεται ολως, και ηµην ωσπερ αθεος αγνοων τον Θεον µου. Νυνι δε, ως ηυδοκησεν αρρητω ευσπλαγχνια οφθηναι τω αθλιω µοι και αποκαλυφθηναι, ειδον και εγνων αληθως Θεον των παντων ειναι, Θεον, ον ουδεις των εν τω κοσµω ειδεν ανθρωπων. Εξω του κοσµου γαρ εστιν, εξω φωτος και σκοτους, εξω αερος και νοος και αισθησεως πασης˙ διο ουν υπο την αισθησιν κατιδων εγενοµην. Οι ουν υπο την αισθησιν οντες εασατε µε µη κελλαν µονον κλεισαι τε και ενδοθεν καθισαι, αλλα και λακκον υπο γην ορυξαντα κρυβηναι˙ κακει διαγων εσοµαι εξω παντος του κοσµου, και βλεπων τον αθανατον ∆εσποτην µου και Κτιστην ποθω θανειν αιρησοµαι, ειδως ως ου θανουµαι. Τι ουν µοι προσεγενετο οφελος εκ του κοσµου, τι δε και νυν κερδαινουσιν οι οντες εν τω κοσµω; Οντως ουδεν, αλλα γυµνοι ενοικησουσι ταφοις και αναστησονται γυµνοι και κριθησονται παντες, (219) οτι ζωην την αληθη, οτι το φως του κοσµου, Χριστον λεγω, εασαντες ηγαπησαν το σκοτος και εν αυτω περιπατειν ηρετισαντο παντες, οι µη το φως δεξαµενοι το λαµψαν εν τω κοσµω, οπερ ο κοσµος ου χωρει ουδε ιδειν ισχυει. ∆ιο εγκαταλειψατε και αφετε µε µονον, παρακαλω, του κλαυσασθαι και εκζητησαι τουτον, πλουσιως του δοθηναι µοι και αφθονως οφθηναι. Ου µονον καθοραται γαρ, ου µονον θεωρειται,
αλλα και µεταδιδοται και κατοικει και µενει και εστιν, ωσπερ θησαυρος εν κολπω κεκρυµµενος, ον ο βασταζων ηδεται και βλεπων τουτον χαιρει, δοκει και παντας καθοραν αυτον εγκεκρυµµενον. Αλλ᾿ ουχ οραται απασιν, ου ψηλαφαται ολως, ου κλεπτης τουτον δυνασαι συλησαι, ου ληστης τε αρπασαι, ει και κτεινειε τον βασταζοντα τουτον˙ αν αφελεσθαι βουληθη, εις µατην κοπιασει ανερευνων µαρσιππιον, ανερευνων χιτωνας, την ζωνην λυων ασφαλως αναζητων εκεινον, καν την κοιλιαν τεµνειε, καν σπλαγχνα ψηλαφηση, ευρειν εκεινον η λαβειν ολως ουκ εξισχυσει. Εστι και γαρ αορατος, ακρατητος χερσι γε και αψηλαφητος οµου, ψηλαφωµενος ολως˙ κρατειται δ᾿ οµως εν χερσι και τοτε των αξιων, των δ᾿ αναξιων απαγε, κειται και εν παλαµη, το τι, ω θαυµα, το ου τι, ονοµα γαρ ουκ εχει. Εκπλαγεις ουν και κατασχειν αυτο επιθυµησας, σφιγξας την χειρα εδοξα κρατησαι τε και εχειν, αλλα διεδρα µηδαµως κατασχεθεν χειρι µου, και λυπηθεις ανεωξα την πυγµην της χειρος µου (220) και ειδον παλιν εν αυτη, οπερ πρωην εωρων˙ ω θαυµα ανεκλαλητον, ω µυστηριου ξενου! Τι µατην ταραττοµεθα, τι πλανωµεθα παντες, τι προς το φως κεχηναµεν, το αναισθητον τουτο, οι εν αισθησει νοερω τετιµηµενοι λογω; Τι προς τας υλας βλεποµεν, τας φθειροµενας ταυτας, αϋλον εχοντες ψυχην και αθανατον ολην; Τι δε ταυτα θαυµαζοµεν ολως αναισθητουντες και προτιµωµεν ως τυφλοι το βαρυ του σιδηρου και µαζης τουτου µεγεθος υπερ µικρον χρυσιον, η µαργαριτην τιµιον ως ατιµητον χρηµα, και ου ζητουµεν τον µικρον του σιναπεως κοκκον, ο τιµιωτερον εστι παντων των ορωµενων, µειζον των αορατων τε πραγµατων και κτισµατων; Τι ου διδουµεν απαντα και λαµβανοµεν τουτον, τι δε και ζην βουλοµεθα µη κεκτηµενοι τουτον;
Κρεισσον θανειν, πιστευσατε, πολλακις, εις οιον τε, και µονον τουτον κτησασθαι, τον µικρον λεγω κοκκον. Ουαι γαρ τοις µη εχουσιν αυτον πεφυτευµενον εν κολπω της ψυχης αυτων, λιµωξουσι σφοδρως γαρ. Ουαι τοις µη βλαστησαντα αυτον θεασαµενοις, οτι γυµνοι τε στησονται ως δενδρα φυλλων διχα. Ουαι τοις µη πιστευουσι τω λογω του Κυριου, ως τουτον δενδρον γινεσθαι και κλαδους αποπεµπειν, και εκζητουσιν εν σπουδη και νοος τη τηρησει την καθ᾿ ηµεραν αυξησιν του µικρου τουτου κοκκου, οτι ζηµιωθησονται τουτου την εργασιαν, ως δουλος ο το ταλαντον κατορυξας αφρονως˙ ων εις υπαρχω δη καγω, αµελων ασυγχυτως˙ ω φως το τρισυποστατον, Πατερ, Υιε και Πνευµα, ω της αρχης η αναρχος αρχη και εξουσια, (221) ω φως ακατονοµαστον ως ανωνυµον παντη, ω αυθις πολυωνυµον ως ενεργουν τα παντα, ω δοξα µια και αρχη, κρατος και βασιλεια, ω φως ως εν και θεληµα, γνωµη, βουλη, ισχυς τε, ελεησον, οικτειρησον εµε τον τεθλιµµενον! Πως γαρ ινα µη θλιβωµαι, πως ινα µη λυπωµαι, τοσαυτης σου χρηστοτητος, ελεους σου τοσουτου καταφρονων και ραθυµων, ο αγνωµων και ταλας και χαυνως πορευοµενος οδω των εντολων σου; Αλλα και νυν σπλαγχνισθητι και νυν ελεησον µε και θερµην της καρδιας µου εξαναψον, Χριστε µου, ην εσβεσεν η ανεσις σαρκος µου της αθλιας, υπνος και κορος της γαστρος και οινου πολλου ποσις. Ταυτα και φλογα εσβεσαν εις απαν της ψυχης µου και την πηγην εξηραναν, την βρυσιν των δακρυων˙ και γαρ η θερµη πυρ γεννα, το δε πυρ αυθις θερµην, και εξ αµφοιν αναπτεται φλοξ, πηγη των δακρυων. Η φλοξ βλαστανει ναµατα, τα ναµατα δε φλογα˙ εν οις αδολεσχια µε ανηγαγε των θειων, µελετη σου των εντολων αυθις και προσταγµατων, η τηρησις µετανοιαν ως συνεργον λαβουσα, και εστησαν εν µεσω µε των οντων και µελλοντων,
οθεν εκ των ορωµενων τε γεγονως αιφνης εξω εις φοβον περιεπεσον βλεπων, οθεν ερρυσθην. Τα µελλοντα µακροθεν δε οντα παντως εωρων, κακεινα µοι καταλαβειν ποθουντι πυρ ανηφθη του ποθου, και κατα µικρον φλοξ αρρητως ωραθη - εν τω νοΐ µου προτερον, υστερα δ᾿ εν καρδια και εβλυζε τα δακρυα η φλοξ του θειου ποθου και αφθεγκτον τον γλυκασµον συν αυτοις µοι παρειχεν. Θαρρησας ουν εν εµαυτω, ως ου σβεννυται ολως, καλως και γαρ εκκαιεται, ειπον, και ραθυµησας (222) υπνω και κορω της γαστρος εδουλωθην αφρονως, υποχαλασας οινω τε πλειονως εχρησαµην˙ ου µεθυσθεις, πλην κορεσθεις, και ευθυς απεσβεσθη το θαυµα τουτο το φρικτον, ο εγκαρδιος ποθος, η φλοξ η µεχρις ουρανου φθανουσα και εντος µου εκκαιοµενη µεν σφοδρως, ου κατακαιουσα δε την εν τοις σπλαγχνοις ουσαν µου ουσιαν την χορτωδη, αλλ᾿ ολην, ω του θαυµατος, εις φλογα µετεποιει, και χορτος ψαυων του πυρος ουκ εκαιετο ολως, µαλλον δε πυρ εν εαυτω περιλαµβανον χορτον ηνουτο και αναλωτον αυτον ολον ετηρει. Ω θειου δυναµις πυρος, ω ενεργειας ξενης! Ο λυων πετρας και βουνους απο µονου του φοβου και απο του προσωπου σου, ω Χριστε, ο Θεος µου, πως χορτω αναµιγνυσαι θεια ολως ουσια φωτι ολως αστεκτω τε ο ενοικων Θεος µου; Πως µενων αναλλοιωτος, απροσιτος εις απαν φυλαττεις ακαταφλεκτον του χορτου την ουσιαν, και αναλλοιωτον τηρων αλλοιοις ολον τουτον, και µενων χορτος εστι φως, ουχι το φως δε χορτος, αλλα τω χορτω συ το φως ασυγχυτως ενουσαι, και χορτος γινεται ως φως µεταβληθεις ατρεπτως; Ου φερω σου τα θαυµατα τη σιωπη καλυπτειν, ου δυναµαι του µη λαλειν την σην οικονοµιαν, ην µετ᾿ εµου εποιησας, του ασωτου και πορνου˙ και της φιλανθρωπιας σου τον ακενωτον πλουτον µη διηγεισθαι απασιν ου στεγω, λυτρωτα µου!
Βουλοµαι γαρ τον συµπαντα κοσµον λαβειν εκ τουτου και µη κενον τουτου τινα ολως καταλειφθηναι, πλην πρωτον, ω παµβασιλευ, εν εµοι παλιν λαµψον, ενοικησον και φωτισον την ταπεινην ψυχην µου, (223) δειξον θεοτητος της σης τρανως το προσωπον µοι και αορατως ολος µοι φανηθι, ω Θεε µου! Ουδ᾿ ολως γαρ ορασαι µοι, ολος δε φαινεσαι µοι˙ αληπτος ων ολος ληπτος θελεις και γινεσαι µοι, αχωρητος ων τω παντι µικρον ουν οντως γινη, και εν χερσι µου οιονει και εν τοις χειλεσι µου ωσπερ µαζος φωτοειδης και γλυκασµος ορασαι, αστραπτων και στρεφοµενος, ω µυστηριου ξενου! ∆ος µοι σαυτον ουτω και νυν, οπως εµφορηθω σου, οπως καταφιλησω σου και κατασπασοµαι σου την δοξαν την απορρητον, το φως του σου προσωπου, και εµπλησθω και µεταδω τοτε τοις αλλοις πασι και µεταστας ελθω προς σε, ολος δεδοξασµενος, εκ του φωτος σου φως καγω γεγονως παραστω σοι και τοτε τουτων των πολλων κακων αµεριµνησω, φοβου απαλλαγησοµαι του µη παλιν τραπηναι. Ναι, τουτο δος µοι, ∆εσποτα, ναι, τουτο χαρισαι µοι, ο ταλλα παντα δωρεαν δους µοι τω αναξιω. Τουτου γαρ χρεια µαλιστα, τουτο το παν και εστιν˙ ει γαρ και νυν ορασαι µοι, ει γαρ και νυν σπλαγχνιζη, ει γαρ και νυν φωτιζεις µε και µυστικως διδασκεις και σκεπεις και φυλαττεις µε τη κραταια χειρι σου και συµπαρης και δαιµονας τρεπεις και αφανιζεις και παντα υποτασσεις µοι και παντα µοι παρεχεις και εµπιπλας των αγαθων απαντων, ω Θεε µου, αλλα ουδεν µοι οφελος τουτων, ει µη µοι δωσεις ανεπαισχυντως παρελθειν του θανατου τας πυλας. Ει µη ο αρχων ελθοιε του σκοτους και την δοξαν ιδοι συνουσαν µοι την σην και αισχυνθη εις απαν, ο σκοτεινος καταφλεχθεις απροσιτω φωτι σου, και αι δυναµεις απασαι συν αυτω εναντιαι (224) τραπησονται σηµειωσιν σφραγιδος σης ιδουσαι, καγω δε διελευσοµαι θαρρων τη χαριτι σου,
ατρεµας ολος, και προς σε εγγισω και προσπεσω, τι µοι των νυν το οφελος εν εµοι γινοµενων; Οντως ουδεν, αλλα το πυρ αναψουσι µοι πλεον. Ο γαρ ελπιζων αγαθων και αιωνιου δοξης εν µετοχη υπαρχειν µε και δουλον σου και φιλον, ει στερηθω παντων οµου και σου αυτου, Χριστε µου, πως ουχι χειρων εσται µοι τωναπιστων η θλιψις, των µη επεγνωκοτων σε, των µη το φως σου λαµψαν ιδοντων και γλυκυτητος της σης εµφορηθεντων; Ει δε τυχειν µοι γενηται των αρραβωνων τουτων τα τελη και τα επαθλα αποληψεσθαι, Σωτερ, α επηγγειλω τοις εις σε, Χριστε, πεπιστευκοσι, τοτε καγω µακαριος εσοµαι και αινεσω σε, τον Πατερα και Υιον και το Αγιον Πνευµα, Θεον τον ενα αληθως εις αιωνας αιωνων, αµην. ΚΘ’. Οτι µονοις εκεινοις καταφανη τα των θειων πραγµατων, οις δια της µετουσιας του Αγιου Πνευµατος ολοις ολος ηνωθη Θεος. (225) Ποθεν ερχη, πως εισερχη, ενδοθεν της κελλης λεγω παντοθεν ησφαλισµενης; Ξενον γαρ και τουτο εστιν υπερ λογον, υπεν νουν τε. Το δ᾿ εντος µου γινεσθαι σε ολον αιφνης και εκλαµπειν και φωτοειδη ορασθαι ως ολοφωτον σεληνην, τουτο ανουν, αφωνον µε απεργαζεται, Θεε µου. Οιδα, οτι συ υπαρχεις ο ελθων, ινα φωτισης τους εν σκοτει καθηµενους, και εξισταµαι και εξω
γινοµαι φρενων και λογων, οτι βλεπω θαυµα ξενον, πασαν κτισιν, πασαν φυσιν, παντα λογον υπερβαινον. Οµως αρτι πασι λεξω, (226) α χαριζη µοι λαλησαι˙ Ω ανθρωπων απαν γενος, βασιλεων και αρχοντων, πλουσιοι τε πενητες τε, µοναχοι και κοσµικοι τε, πασα γλωσσα γηγενων µε νυν ακουσατε λαλουντα, µεγεθος φιλανθρωπιας του Θεου διηγουµενον! Ηµαρτον αυτω ως αλλος ανθρωπος ουδεις εν κοσµω˙ µη µε ταπεινωσει ταυτα υπολαβης τις του λεγειν, αληθεια ηµαρτον γαρ υπερ απαντας ανθρωπους πασαν πραξιν αµαρτιας, ινα συνελων σοι ειπω, και κακιας ειργασαµην. Πλην εκαλεσε µε, οιδα, και υπηκουσα ευθεως. Που δε κεκληκεναι τουτον υπενοησας ειπειν µε; Μη προς δοξαν την του κοσµου η τρυφας µε η ανεσεις, αλλα µη προς πλουτον ολως η φιλιαν µε αρχοντων η προς αλλο τι των ωδε εν τω βιω ορωµενων; Απαγε της βλασφηµιας! Προς µετανοιαν δε ειπον, οτι κεκληκε µε µαλλον, και ευθεως τω καλουντι
ηκολουθησα ∆εσποτη˙ (227) τρεχοντι ουν κατετρεχον, φευγοντι ουν εδιωκον ως τον λαγωον ο κυων. Μακρυθεντος απ᾿ εµου δε και κρυβεντος του Σωτηρος ουκ απηλπιζον εγωγε, ουδ᾿ ως απολεσας τουτον εστρεφοµην εις τουπισω, αλλ᾿ εν ω ευρεθην τοπω καθεζοµενος εθρηνουν, εκλαιον και αντεκαλουν τον κρυβεντα µοι ∆εσποτην. Ουτως ουν κυλινδοµενω και βοωντι µοι ωρατο, εγγιστα µου πλησιασας. Τουτον βλεπων ανεπηδων, ωρµων δραξασθαι αυτου δε, εφευγεν εκεινος ταχος, ετρεχον εγω ευτονως, εδρασσοµην ουν πολλακις του κρασπεδου τουτου φθανων, ιστατο µικρον εκεινος, εχαιρον εγω µεγαλως, και αφιπτατο, και παλιν κατεδιωκον και ουτως απιοντος, ερχοµενου, κρυπτοµενου, φαινοµενου ουκ εστραφην εις τουπισω, ου κατωκνησα ουδ᾿ ολως, ουκ ενεδωκα του τρεχειν, ουδ᾿ ως πλανον ηγησαµην (228) η πειραζοντα µε ολως, αλλα παση µοι ισχυϊ, αλλα παση µου δυναµει µη ορωµενον εζητουν, τας οδους περιεσκοπουν
και φραγµους, το που φανειται˙ επληρουµην τε δακρυων και τους παντας επηρωτων, τους ποτε αυτον ιδοντας. Τινας δε υπολαµβανεις λεγειν µε, οτι ηρωτων; Τους σοφους του κοσµου τουτου η τους γνωστικους µε οιει; Ουµενουν, αλλα προφητας, αποστολους και πατερας, τους σοφους εν αληθεια, τους αυτην εκεινην ολην την σοφιαν κεκτηµενους, ος εστιν αυτος εκεινος ο Χριστος Θεου σοφια. Τουτους ουν µετα δακρυων και σφοδρου καρδιας πονου επηρωτων του ειπειν µοι, που ποτε αυτον κατειδον η εν ποιω τουτον τοπω ειτε πως και ποιω τροπω˙ και λεγοντων µοι εκεινων ετρεχον δυναµει παση, ουκ εκαθευδον ουδ᾿ ολως, αλλ᾿ εβιαζον εµαυτον. Οθεν βλεπων µου τον ποθον (229) καθωρατο µοι µετριως, ονπερ βλεπων - ως προειπον – κατεδιωκον ευτονως. Ως ουν ειδε µε τα παντα εις ουδεν ηγησαµενον, αλλα παντα τα εν κοσµω, συν αυτω τω κοσµω λεγω, και τους εν τω κοσµω παντας ως µη οντας εν αισθησει λογιζοµενον εκ ψυχης και του κοσµου χωρισθεντα
τη τοιαυτη διαθεσει, ολος ολω µοι ωραθη, ολος ολω µοι ηνωθη ο του κοσµου πελων εξω και τον κοσµον περιφερων µετα των εν κοσµω παντων και χειρι συνεχων µονη ορατα συν αορατοις. Ουτος ουν, ακουσατε µου, συναντησας ευρατο µε˙ ποθεν, πως ελθων, ου οιδα. Πως γαρ εµελλον ειδεναι, ποθεν ηλθεν, ον ανθρωπων ουδεις πωποτε ουκ ειδεν, ουτε εγνω που υπαρχει, που ποιµαινει, που κοιταζει; Ολως γαρ ου καθοραται, ολως ου κατανοειται, ενοικει δε απροσιτω εν φωτι και φως υπαρχει (230) τρισυποστατον αφραστως εν απεριγραπτοις χωροις, απεριγραπτος Θεος µου, εις Πατηρ, Υιος ωσαυτως, συν τω Πνευµατι τω Θειω, εν τα τρια και τα τρια εις Θεος ανερµηνευτως. Λογος γαρ ουκ εξισχυει τα ανεκφραστα εκφρασαι, ουδε νους σαφως νοησαι˙ τα γαρ εν ηµιν σοι µολις εξειπειν ποσως ισχυω, ερµηνευσαι δε σοι ταυτα ουτ᾿ εγω, ουτε τις αλλος τουτο ολως εξισχυσει. Πως Θεος των παντων εξω, τη ουσια και τη φυσει,
τη δυναµει και τη δοξη, πανταχου δε πως και εν πασι, κατ᾿ εξαιρετον δε τουτων ενοικει εν τοις αγιοις και σκηνει γνωστως εν τουτοις και ουσιωδως, ο παµπαν υπερουσιος υπαρχων; Πως συνεχεται εν σπλαγχνοις ο συνεχων πασαν κτισιν, πως δε λαµπει εν καρδια, τη σαρκινη και παχεια, πως και ενδον ταυτης εστι, πως και εξω πελει παντων και πληροι αυτος τα παντα, (231) εν νυκτι και εν ηµερα και λαµπει και ου καθοραται; Ταυτα παντα νους, ειπε µοι, ο ανθρωπινος νοησει η ειπειν σοι εξισχυσει; Ουµενουν, ουκ αγγελος σοι, ουκ αρχαγγελος εξειποι, ουδε παραστησαι ταυτα δια λογου δυνηθειη. Ταυτα ουν Θεου το Πνευµα, Θειον ον, µονον γινωσκει και επισταται ως µονον συµφυες και συνθρονον τε και συναναρχον υπαρχον τω Υιω και τω Πατρι δε˙ οις ουν λαµψει τουτο αυθις, οις και συναφθη πλουσιως παντα δεικνυσιν αφραστως, εργω σοι τα παντα λεγω. Ωσπερ γαρ τυφλος, ει βλεψει, βλεπει µεν το φως εν πρωτοις, επειτα και πασαν κτισιν, την εν τω φωτι – ω θαυµα! –
ουτως ο λαµφθεις τω Θειω Πνευµατι ψυχην ευθεως του φωτος εν µετουσια γινεται και φως θεαται, φως Θεου, Θεον τε παντως, ος και δεικνυσι τα παντα, µαλλον δε οσα κελευει, οσα βουλεται και θελει. (232) Ους φωτισει τη ελλαµψει, τουτοις διδωσι το βλεπειν τα εν τω φωτι τω θειω. Αναλογως της αγαπης, φυλακης των εντολων δε, φωτιζοµενοι ορωσι και µυουνται αποκρυφων µυστηριων θειων βαθος. Ωσπερ ει τις εν οικια σκοτεινη κρατων εισελθοι εν χειρι αυτου λαµπαδα, η προαγοντος ετερου και κατεχοντος τον λυχνον, αυτος καθορα τα ενδον της οικιας οντα, ουτως ο λαµποµενος ακτισι νοητου φαιδρως ηλιου βλεπει τα τοις αλλοις πασιν αγνοουµενα και λεγει, πλην ου παντα, αλλα οσα λογω φρασαι δυνηθειη. Τις γαρ πωποτε δηλωσαι τα εκεισε εξισχυσει οια, οσα, ποταπα τε, ακαταληπτα τε οντα και αορατα τοις πασιν; Ανειδεων γαρ το ειδος, την ποσοτητα αποσων, καλλος ακατανοητων
τις νοησει, πως µετρησει, πως ειπειν ολως ισχυσει; Των αµορφων τας µορφας δε (233) πως τω λογω διαγραψει; Παντως ουδαµως, ερεις µοι. Αλλ᾿ εκεινοι µονοι ταυτα ισασιν οι καθορωντες. ∆ιο µη λογοις, αλλ᾿ εργοις σπευσωµεν του εκζητησαι, ιδειν τε και διδαχθηναι θειων µυστηριων πλουτον, ον δωρειται ο ∆εσποτης τοις εµπονως εκζητουσι και παντος του κοσµου ληθην και των εν αυτω πραγµατων εναργως προσκτησαµενοις. Ο γαρ εκζητων εκεινα ολοψυχω προαιρεσει, πως ουχι των τηδε παντων αληθως αµνηµονησει και γυµνον τον νουν εκ τουτων κτησεται και παντων εξω ευρεθησεται ευθεως µονος; Ον ιδων ο µονος Θεος µονον δι᾿ εκεινον γεγονοτα και τον κοσµον αρνησαµενον και παντα τα του κοσµου, µονος µονον ευρηκως ενουται τουτω. Ω φρικτης οικονοµιας, ω χρηστοτητος αρρητου! Τα δ᾿ εντευθεν µη ερωτα, µη ερευνα, µη εκζητει! Ει γαρ πληθος των αστερων η ολως υετου σταγονας (234) ειτε ψαµµον αριθµησαι, αλλα και λοιπων κτισµατων
τα µεγεθη τε και καλλη η τας φυσεις και τας θεσεις η τας τουτων τε αιτιας, ως εισιν, ουδεις ισχυσει η ειπειν η εννοησαι, πως του κτιστου δυνηθειη εξειπειν την ευσπλαγχνιαν, ην ενδεικνυται, µεθ᾿ ωνπερ ενωθη ψυχων αγιων; Παντως γαρ θεοι κακεινας τη ενωσει τη οικεια˙ θεωθεισης ψυχης τοινυν ο βουλοµενος του λεγειν τροπους ταυτης η την φυσιν, την διαθεσιν, την γνωµην, η τα κατ᾿ αυτην σοι παντα διηγεισθαι, ως ουκ οιδε, ποταπος σοι δια λογου παραστησαι ο Θεος εστιν, πειραται. Αλλ᾿ ουκ εξεστι τοιαυτα εκζητειν τους εν τω κοσµω η τους κατα σαρκα ζωντας, αλλα πιστει µονη ταυτα δεχοµενους εκµιµεισθαι βιους των αγιων παντων, δακρυσι και µετανοια και λοιπη σκληραγωγια, πειρασµων υποµονη τε τρεχειν, οπως εξω κοσµου γενωνται, ως ειρηται µοι, και ευρησουσιν, ως ειπον, (235) απαντα απαραλειπτως. Εκπλαγησονται δ᾿ ευροντες και θαυµασονται, καµου δε του αθλιου υπερευξονται, ινα τουτων µη εκπεσω, αλλ᾿ αυτων εκεινων τυχω,
ωνπερ και τυχειν εποθουν και ποθω και ποθω ποθον αµαυρω και απαµβλυνω. Ηκουσας ποτε τοιουτον; Ποθος γαρ ποθον αναπτει και το πυρ τρεφει την φλογα˙ εν εµοι δ᾿ ουκ εστιν ουτως, αλλα – πως ειπειν ουκ εχω – ερωτος το υπερβαλλον σβεννυσι τον ερωτα µου. Ουκ ερω γαρ, οσον θελω, και λογιζοµαι µηδ᾿ ολως ερωτα Θεου κεκτησθαι. Εκζητων δε ακορεστως του εραν µε, οσον θελω, προσαπολλω και ον ειχον ερωτα θεου, ω θαυµα! Ωσπερ θησαυρον ο εχων και φιλαργυρος τυγχανων, οτι µη τα παντα εχει, ου δοκει τι ολως εχειν, καν πολυ χρυσιον εχη, ουτω δη δοκω πανθανειν ο ταλαιπωρος εν τουτω, οτι µη ποθω, ως θελω, µηδε οσον παντως θελω, ου δοκω ποθειν καν ολως. (236) Το ποθειν ουν οσον θελω υπερ ποθον ποθος εστι, και βιαζω µου την φυσιν, υπερ φυσιν αγαπησαι˙ ασθενουσα δε η φυσις και αυτης αποστερειται ησπερ κεκτηται ισχυος, και νεκρουται παραδοξως ζων ο ερως τοτε µαλλον˙ ζη γαρ εν εµοι και θαλλει.
Πως σοι ειπω, οτι θαλλει; Απορω παραδειγµατων. Τουτο µονον δε σοι φρασω, οτι λογω τα τοιαδε πας αδυνατει εκφραζειν. ∆ωη απασιν ο µονος Θεος ων και των τοιουτων, αγαθων υπαρχων οντως παροχευς τοις εκζητουσι µετανοια τα τοιαυτα, τοις πενθουσι και θρηνουσι και καλως καθαιροµενοις απολαυσαι των τοιουτων, εν µεθεξει γενοµενοις απ᾿ εντευθεν εν αισθησει και συνεκδηµησαι τουτοις και εν τουτοις καταπαυσαι και ζωης επαπολαυσαι αιωνιου και της δοξης κοινωνους της απορρητου δια τουτων ευρεθηναι! Αµην. Λ’. Προς ενα των µαθητων, οτι ταις καθαρθεισαις ψυχαις δια δακρυων και µετανοιας προσψαυσαν το θειον του Πνευµατος πυρ δρασσεται αυτων και πλεον καθαιρει, φωτιζον τα υπο της αµαρτιας εσκοτισµενα µερη αυτων και τα τραυµατα εξιωµενον εις τελειαν φερει συνουλωσιν, ως τω θειω καλλει υπεραστραπτειν αυτας. (237) Εστι πυρ το θειον οντως, οπερ ειπεν ο ∆εσποτης, οτι ηλθεν ινα βαλη επι ποιαν γην, ειπε µοι˙ επι τους ανθρωπους παντως, τους τα γηϊνα φρονουντας,
οπερ ηθελε και θελει του αναπτεσθαι εν πασιν. Ακουσον και γνωθι, τεκνον, θειων µυστηριων θαθος! Το ουν πυρ τουτο το θειον ποταπον ειναι λογιζη; Αρα ορατον η κτιστον η ληπτον υπολαµβανεις; Ουµενουν και γαρ υπαρχεις εν µυησει του τοιουτου και επιστασαι βεβαιως αληπτον αυτο υπαρχειν, (238) ακτιστον, αορατον γε, αναρχον τε και αϋλον, αναλλοιωτον εις απαν, απεριγραπτον ωσαυτως, ασβεστον, αθανατον, απεριληπτον παντη, εξω παντων των κτισµατων, των ενυλων και αΰλων, ορατων και αορατων, ασωµατων και ενσαρκων, επιγειων, ουρανιων˙ τουτων παντων εστιν εξω κατα φυσιν, κατ᾿ ουσιαν, ναι δη, και κατ᾿ εξουσιαν. Τουτο ουν εν ποια υλη εµβληθησεται, ειπε µοι; Εν ψυχαις εχουσαις αρα ελεον δαψιλεστατως και προ τουτου και συν τουτω πιστιν, εργα τε την πιστιν βεβαιουντα κεκτηµεναις ταυταις, ωσει λυχνω πληρει και ελαιου και στυπειου πυρ εµβαλλει ο ∆εσποτης, ο ο κοσµος ου κατειδεν
ουδε κατιδειν ισχυει (Κοσµον λεγω τους εν κοσµω και τα κοσµικα φρονουντας). Ωσπερ απτει δε ο λυχνος, εν τοις αισθητοις σοι λεγω, οταν τω πυρι προσψαυση, (239) ουτω και πνευµατικως µοι νοει λεγειν ταις ψυχαις προσψαυειν και αναπτειν πυρ το θειον. Πριν προσψαυση, πως αναψει; Πριν βληθη δε, πως προσψαυσει; Οντως ουδαµως, ουδ᾿ ολως! Οταν δε ο λυχνος απτη και τρανως φωτιζη παντας, και το ελαιον εκλειψη, ου σβεσθησεται ο λυχνος; Θεα µοι και αλλο µειζον, ο φοβει µε πλεον παντων! Φαινοντα µου λυχνον µεγα εν ελαιου δαψιλεια, αφθονια τε στυπειου, µυς ελθων η ετερον τι η κατεστρεψε τον λυχνον η κατα µικρον εκλειξαν επιε το ελαιον τε εφαγε τε το στυπειον και την λαµπαδα εσβεσε. Το δ᾿ ετι θαυµαστοτερον, οτι το στυπειον ολον, οπερ θρυαλλις καλειται, εµπεσον εν τω ελαιω σβεννυται το πυρ ευθεως, και υπαρχει µοι ο λυχνος σκοτεινος, ολως µη φαινων˙ λυχνον νοει την ψυχην µου, ελαιον τας αρετας δε, τον δε νουν µου θρυαλλιδα,
εν αυτω δε πυρ το θειον (240) φαινον και καταφωτιζον την ψυχην οµου και οικον ολον ολου σωµατος µου και τους εν τω οικω παντας λογισµους και ενθυµησεις. Ουτω φαινοντος δε τουτου εαν φθονος παρεµπεση η µνησικακιας παθος η φιλοδοξιας ερως η αλλη τις επιθυµια ηδονης τινος η παθους και τον λυχνον καταστρεψη ηγουν προθεσιν ψυχης µου, η το ελαιον εκλειξη, το των αρετων σοι λεγω, η αλλως θρυαλλιδα οντα µου τον νουν, ως ειπον, και εν εαυτω το θειον εχοντα φως λαµπον µεγα, καταφαγη πονηραις εννοιαις τουτο η και ολον απορριψη ενδοθεν εν τω ελαιω ηγουν εν τω ενθυµεισθαι αρετων αυτου τας πραξεις και εις οιησιν εντευθεν εµπεσων εκτυφλωθειη, και τον λυχνον µου εκ τουτων η τυχον τινος εξ αλλου, ει συµβη αποσβεσθηναι, που το πυρ υπαρχειν τοτε η τι γινεσθαι ειπης µοι, παραµενειν εν τω λυχνω (241) η χωριζεσθαι του λυχνου; Ω αγνοιας, ω µανιας! Πως ενδεχεται τον λυχνον διχα του πυρος εξαπτειν,
η το πυρ της υλης ανευ παραµενειν εν τω λυχνω; Παντοτε το πυρ της υλης δρασσεσθαι ποθει και θελει, αλλ᾿ ηµων υπαρχει παντως το προευτρεπισαι ταυτην και παρεξαι ευπροθυµως εαυτους ηµας ως λυχνους εν ελαιω και παντοιαις αρεταις κεκοσµηµενους, του νοος δε θρυαλλιδα ευθυβολως προβαλεσθαι, ινα τω πυρι προσψαυση και κατα µικρον αναψη, ουτω τε συµπαραµενη τοις αυτο προσκτησαµενοις. Αλλως γαρ – µηδεις πλανασθω – ουχ οραται, ου κρατειται, ου συνεχεται καν ολως. Εστι γαρ, καθαπερ ειπον, εξω των κτισµατων παντων, γινεται ληπτον δ᾿ αληπτως τη ενωσει τη αρρητω και περιγραπτον ωσαυτως εν απεριγραπτω τροπω. Ταυτα δε µη λογοις ολως µηδε επινοιας ζητει, αλλα πυρ λαβειν εξαιτει, ο διδασκει και δεικνυει (342) εναργως τοις κεκτηµενοις ταυτα παντα και τα τουτων µυστικωτερα αφραστως. Μυστικωτερα δε τουτων ακουσον, ει βουλει, τεκνον! Οταν λαµψη καθως ειπον, και το σµηνος εκδιωξη των παθων και εκκαθαρη
σου τον οικον της ψυχης σου, τοτε µιγνυται αυτη αµικτως και ενουται απορρητως, ενουσιως τη ουσια ταυτης ολον ολη παντως και κατα µικρον λαµπρυνει, εκπυροι τε και φωτιζει και, το πως ειπειν ουκ εχω, γινονται εις εν τα δυο, η ψυχη µετα του κτιστου και εν τη ψυχη ο κτιστης µονος µετα µονης ολος, ο συνεχων πασαν κτισιν εν τη εαυτου παλαµη. Μη διστασης, ουτος ολος συν Πατρι και τω Πνευµατι εν µια ψυχη χωρειται και ψυχην εντος εκεινου ολην συµπεριλαµβανει. Νοει, βλεπε, σκοπει ταυτα! Το γαρ αστεκτον σοι ειπον και απροσιτον αγγελοις φως εντος ψυχην κατεχειν, εν ψυχη οικειν δε αυθις και µη φλεγειν ταυτην ολως. Εγνω βαθος µυστηριου; (243) Ο µικρος εν ορωµενοις ανθρωπος, σκια και κονις, εχει τον Θεον εν µεσω ολον, ου εν τω δακτυλω αποκρεµαται η κτισις, και το ειναι πας τις εχει και το ζην και το κινεισθαι, νους απας, ψυχη και λογος λογικων εχει εκ τουτου, αλλα και αλογων πνευµα και παντων ωσαυτως ζωων,
νοερων και αισθητων τε, το ειναι εντευθεν εχει Τουτον εχων, οστις εξει, και εντος αυτου βασταζων και ορων αυτου το καλλος, πως υποισει ποθου φλογα, πως ενεγκη πυρ αγαπης, πως θερµον ουκ αποσταξει δακρυον εκ της καρδιας, πως τα θαυµατα εξειπει, πως δε ταυτα αριθµησει, απερ εν αυτω τελουνται; Πως και σιωπησει ολως βιαζοµενος του λεγειν; Βλεπει γαρ αυτον εν αδη, του φωτος τη λαµψει λεγω˙ ουδεις γαρ αλλως εαυτον των εκει καθεζοµενων προ του λαµψαι φως το θειον εαυτον επιγινωσκει, (244) αλλ᾿ εισιν εν αγνωσια του εν ω κρατουνται ζοφου και φθορας και του θανατου. Οµως βλεπει, ενθα λαµπει, η ψυχη εκεινη λεγω, και νοει, οτι εν σκοτει ολη ην τω δεινοτατω και φρουρα ασφαλεστατη βαθυτατης αγνωσιας. Τοτε βλεπει, ενθα κειται, ενθα εστι καθειργµενη, ολον βορβορον τον τοπον, ακαθαρτων ιοβολων ερπετων µεµεστωµενον, εαυτην δε δεδεµενην και δεσµοις κατεσφιγµενην χειρας αµα τε και ποδας
και αυχµωσαν και ρυπωσαν, τετραυµατισµενην αµα δηγµασι των ερπετων και τας σαρκας οιδαινουσας εαυτης φερουσαν αµα µετα πληθους γε σκωληκων. Ταυτα βλεπων πως ου φριξει, πως ου κλαυσει, πως ου κραξει και θερµως µετανοησει και αιτησεται ρυσθηναι των δεσµων των δεινοτατων; Οντως πας ο ταυτα βλεπων και στεναξει και θρηνησει και συνεπεσθαι θελησει τω το φως εκλαµψαντι Χριστω. (245) Ταυτα ουν ποιων, ως ειπον, και τω λαµψαντι προσπιπτων - Θεα µοι καλως α λεξω! – απτεται χερσιν ο λαµψας των δεσµων µου και τραυµατων˙ ενθα δε η χειρ προσψαυσει η δακτυλω προσεγγισει, λυονται δεσµα ευθεως, σκωληκες απονεκρουνται, πιπτουσι τα τραυµατα δε, συνεκπιπτει τουτοις ρυπος και κηλις µικρα σαρκος µου, γινεται συνουλωσις τε αθροως επι τοσουτον, ως ουλην µη καθορασθαι ολως εν εκεινω τοπω, απαστραπτοντα δε µαλλον οµοιον χειρος της θειας απεργαζεται τον τοπον. Θαυµα ξενον γε, η σαρξ µου, της ψυχης λεγω ουσιαν, ναι δη, και του σωµατος µου,
δοξης θειας µετασχοντα αιγλην απαστραπτει θειαν. Καθορων τουτο εν µερει τελεσθεν του σωµατος µου, πως το ολον ου ποθησω σωµα µου και ικετευσω των κακων απαλλαγηναι και υγειας, οιας ειπον, δοξης τε τυχειν ωσαυτως; Οµως ουτως µου ποιουντος, (246) µαλλον δε και θερµοτερως, και µου καταπληττοµενου αναλογως των θαυµατων, χειρα την αυτου ∆εσποτης, ο καλος, µετακινησας τα λοιπα του σωµατος µου περιερχεται, και βλεπω ταυτα, ω προεφην τροπω, καθαιροµενα και δοξαν ενδυοµενα την θειαν. Καθαρθεντος ουν αυτικα και δεσµων απαλλαγεντος, διδωσι µοι χειρα θειαν, ανιστα µε του βορβορου, ολος περιπλεκεται µε, επιπιπτει τω τραχηλω - Οιµοι, πως υποισω ταυτα; και καταφιλει συχνως µε. Εκλυθεντα δε µε ολον και ισχυν αποβαλοντα - Φευ µοι, πως χαραξω ταυτα; αιρει µε επι των ωµων - ω αγαπη, ω χρηστοτης! – και εξαγει µε του αδου, του τε χωρου και του ζοφου και εισαγει µε εις αλλον ειτε κοσµον η αερα,
ολως εξειπειν ουκ εχω. Τουτο οιδα, οτι φως µε και βασταζει και συνεχει και προς φως εισαγει µεγα, (247) ου το µεγα θειον θαυµα ουδε αγγελοι εκφρασαι η ειπειν εξισχυσουσιν αλληλοις καν ολως, ως γε δοκω. Γενοµενω µοι δ᾿ εκεισε αλλα µοι δεικνυει παλιν, τα εν τω φωτι, σοι λεγω, µαλλον τα εκ του φωτος δε, την αναπλασιν την ξενην διδωσι κατανοειν µοι, ην αυτος ανεπλασε µε και φθορας απηλλαξε µε και θανατου εν αισθησει ολον ηλευθερωσε µε και ζωην αθανατον µοι εδωρησατο και κοσµου του φθαρτου και των του κοσµου παντων απεχωρισε µε και στολην ενεδυσε µε αϋλον φωτοειδη τε, υποδηµατα ωσαυτως και δακτυλιον και στεφος αφθαρτα αΐδια τε, απαντα ξενα των ωδε. Εποιησε µε αναφη, αψηλαφητον, ω θαυµα, και αορατον οµοιως, συνηµµενον αορατοις. Ουτως ουν µε και τοιουτον εργασαµενος ο κτιστης εν σκηνη εισηγαγε µε αισθητη, σωµατικη γε (248) και ενεκλεισεν εν ταυτη
και κατησφαλισατο µε, και καταγαγων δ᾿ εν κοσµω αισθητω και ορατω τε παλιν εθετο βιουν µε και συνειναι τοις εν σκοτει τον απαλλαγεντα σκοτους, και καθειρχθαι µετ᾿ εκεινων, των εν τω βορβορω λεγω˙ µαλλον δε διδασκειν τουτοις, εις επιγνωσιν τε αγειν, ων περικεινται τραυµατων και ων δεσµων κατεχονται. Εντειλαµενος απηλθεν. Εγκαταλειφθεις ουν µονος, εν τω πρωην σκοτει λεγω, ουκ ηρκεσθην, οισπερ ειπον οτι εσωρησατο µοι, αγαθοις ανεκλαλητοις ολον µε ανακαινισας, ολον µε αθανατισας ολον µε θεοποιησας και Χριστον αποτελεσας. Αλλ᾿ η στερησις εκεινου ληθν παντων ενεποιει των καλων, ων ειπον, τουτων, και εδοκουν εστερησθαι. ∆ια τουτο ως τοις πρωην εµπαγεις κακοις ηχθοµην και καθηµενος εν µεσω της σκηνης, ωσπερ εν θηβη η εν πιθω κεκλεισµενος, (249) εκλαιον, εθρηνουν σφοδρα εξωθεν ολως µη βλεπων. Εξεζητουν γαρ εκεινον, εκεινον ονπερ εποθουν, ου ηρασθην, ου τω καλλει ωραιοτητος ετρωθην,
εφλεγοµην, εκαιοµην, ολος ενεπυριζοµην. Ουτως ουν διαγοντα µε, ουτω και δακρυοντα µε, εκτηκοµενον τε αµα και δεινως µε µαστιζοµενον και βοωντα κατωδυνως, της κραυγης µου επακουσας, απο ανεικαστου υψους διακυψας και ιδων µε κατηλεησε και αυθις κατιδειν ηξιωσε µε τον αορατον τοις πασιν, οσον εφικτον ανθρωπω. Ον ιδων εξεθαµβηθην εν οικια καθειργµενος και εν πιθω κεκλεισµενος και του σκοτους ων εν µεσω, ουρανου και γης σοι λεγω. Αισθητως καλω γαρ σκοτος, επει απαντας ανθρωπους και τας τουτων διανοιας αισθητοις συγκεκραµενας εν τουτοις οντας ταυτα συγκαλυπτουσι βαρεως. (250) Οµως ων εν τουτοις ειδον τον προοντα, καθως ειπον και νυν οντα παντων εξω νοερως, και εθαυµασα, εξεστην, εφοβηθην και εχαρην. Και κατανοων το θαυµα, πως τον εξω παντων οντα ενδον ων εγω των παντων βλεπω µονος βλεποντα µε, µη γινωσκων, που υπαρχει, ποσος εστι, ποταπος δε η οποιος, ον και βλεπω,
η πως βλεπω η τι βλεπω˙ οµως βλεπων απερ ειδον, και θρηνων, οτι µη γνωναι δυναµαι τον τροπον τουτον µηδε ολως εννοησαι η ποςως κατανοησαι, πως, ον βλεπω, πως µε βλεπει, ειδον παλιν τουτον ενδον της οικιας και του πιθου ολον αιφνης γεγονοτα, ενωθεντα τε αφραστως, απορρητως συναφθεντα και µιγεντα µοι αµικτως ως το πυρ αυτω σιδηρω και το φως γε τω υελω, και εποιησεν ως πυρ µε και ως φως απεδειξε µε, και εκεινο εγενοµην, οπερ εβλεπον προ τουτου και µακροθεν εθεωρουν, και ουκ οιδα, πως σοι φρασω το παραδοξον του τροπου˙ (251) ου γαρ ηδυνηθην γνωναι, ουδε νυν γινωσκω παντως, πως εισηλθε, πως ηνωθη. Ενωθεις δε, πως σοι ειπω τις εστιν ο ενωθεις µοι, τινι δε καγω ηνωθην; Φριττω και φοβουµαι µηπως, εαν ειπω, απιστησας περιπεσης βλασφηµια εξ αγνοιας και ψυχην σου απολεσης, αδελφε µου. Οµως εν εγω κακεινος, ω ηνωθην, γεγονοτες, τινα εµαυτον καλεσω; Ο Θεος διπλους την φυσιν,
την υποστασιν εις ων, διπλουν µε ειργασατο. Εργασαµενος διπλουν δε διπλα και ονοµατα, ως ορας, παρεσχε µοι. Βλεπε την διαιρεσιν! Ανθρωπος ειµι τη φυσει, Θεος δε τη χαριτι. Ορα ποιαν χαριν λεγω ενωσιν την µετ᾿ εκεινου αισθητως και νοερως τε, ουσιωδως και πνευµατικως τε! Αλλα την µεν νοεραν εξειπον ενωσιν σοι διαφορως και ποικιλως, αισθητην δε την των µυστηριων λεγω. Καθαρθεις γαρ µετανοια και τοις των δακρυων ρειθροις, σωµατος τεθεωµενου (252) ως Θεου µεταλαµβανων Θεος καγω γινοµαι τη ενωσει τη αφραστω. Ορα το µυστηριον! Η ψυχη ουν και το σωµα, ινα ταυτα παλιν ειπω εκ πολλης περιχαρειας, εν εν ουσιαις ταις δυσι˙ ταυτα ουν τα εν δυο του Χριστου µεταλαβοντα και του αιµατος πιοντα αµφοτεραις ταις ουσιαις και ταις φυσεσιν ωσαυτως ενωθεντα του Θεου µου γινονται Θεος µεθεξει, οµωνυµως τε καλουνται τω ονοµατι εκεινου, ου ουσιωδως µετεσχον.
Λεγεται ουν πυρ ο ανθραξ και ο σιδηρος ο µελας πυρωθεις ως πυρ οραται. Ει τοιουτος ουν οραται, και τοιουτος αν κληθειη˙ πυρ οραται, πυρ κληθειη. Ει µη σεαυτον τοιουτον εγνως, τοις περι τοιουτων µη απιστει λεγουσι σοι, αλλα ζητησον εξ ολης της καρδιας σου και ληψη µαργαριτην η σταγονα η σιναπεως ως κοκκον, ως σπινθηρα θειον σπορον. (253) Πως ζητησεις, ο σοι λεγω; Ακουσον, σπουδη τε πραξον, και ευρησεις εν συντοµω˙ λαβε µοι σαφη εικονα, την του λιθου και σιδηρου˙ ενεστι και γαρ εν τουτοις του πυρος η φυσις παντως, ουχ οραται δε καν ολως. Συγκρουοµενα δε οµως συνεχως πυρος σπινθηρας αποπεµπουσι και πασι καθορωνται µεν εν πρωτοις, ουκ αναπτονται δε οµως, ει µη δραξωνται και υλης. Ταυτη δ᾿ ενωθεις εκ τουτων εις σπινθηρ µικρος εις απαν εξαναπτει κατ᾿ ολιγον και εις υψος αιρει φλογοα και φωτιζει την οικιαν και το σκοτος εκδιωκει και ποιει του βλεπειν παντας, τους εν τη οικια οντας. Ειδες θαυµα; Λεγε ουν µοι˙
Προ του συνεχως κρουσθηναι πως εκπεµψουσι σπινθηρας; Ανευ δε σπινθηρος υλη αυτοµατως πως αναψει; Πριν αναψει, πως φωτισει, πως το σκοτος εκδιωξει, πως του βλεπειν σοι παρασχει; Ουδαµως, µοι παντως ειπης, δυνατον ποτε γενεσθαι. (254) Ουτως ουν και συ ποιησαι προθυµηθητι και ληψης - Τι σοι λεγω, οτι ληψη; θειας φυσεως σπινθηρα, ον ωµοιωσεν ο κτιστης πολυτιµω µαργαριτη και σιναπεως τω κοκκω. Τι ποιησαι δε σοι λεγω; Ακουσον εµπονως, τεκνον˙ εστω σοι ψυχη και σωµα αντι λιθου και σιδηρου, ο δε νους ως αυτοκρατωρ των παθων αδολεσχειτω πραξεσι ταις εναρετοις και εννοιαις θεαρεστοις και ως λιθον µεν το σωµα, ως δε σιδηρον την ψυχην χερσι νοηταις κρατησας ελκυετω και αγετω προς τας πραξεις µετα βιας˙ βιαστη και γαρ υπαρχει ουρανων η βασιλεια. Ποιας πραξεις δε σοι λεγω; Αγρυπνιαν και νηστειαν, θερµην τε µετανοιαν, δακρυων οµβρους και πενθος, απαυστον θανατου µνηµην, αδιαλειπτον ευχην τε
και υποµονην παντοιων πειρασµων επερχοµενων˙ προ τουτων παντων σιωπην και ταπεινωσιν βαθειαν (255) και υπακοην τελειαν και θεληµατος εκκοπην. Τουτοις ουν και τοις τοιουτοις η ψυχη αδολεσχουσα και αει συνεχοµενη λαµπηδονας µεν εν πρωτοις δεχεσθαι ποιει τον νουν σου, αλλα σβεννυται συντοµως, οτι ουπω ελεπτυνθη, ινα και συντοµως αψη. Οτε δε και της καρδιας αψεται βολις η θεια, τοτε και αυτην φωτιζει και τον νουν αποκαθαιρει και εις υψος τουτον αιρει και προς ουρανον αναγει και ενοι φωτι τω θειω. Α σοι ειπον, πριν ποιησης, πως, ειπε µοι, καθαρθηση; Προ του καθαρθηναι δε σε, πως ο νους σου λαµπηδονας υποδεξεται τας θειας; Πως δε, λεγε µοι, και ποθεν αλλοθεν τη ση καρδια εµπεσον το πυρ το θειον αναφθησεται και ταυτην εξαναψει και πυρωσει και ενωσει και συναψει και αχωριστον ποιησει το κτιστον µετα του κτιστου; Ουδαµως ποτε, µοι φησεις, τουτο δυνατον υπαρξειν (256) ουδενι των γεννηθεντων
η γεννησεσθαι µελλοντων. Τα δ᾿ εντευθεν µη ερωτα! Ει ενωθης γαρ τω φωτι, παντα σοι αυτο διδαξει και αποκαλυψει παντα και καθυποδειξει, οσα και συµφερει του µαθειν σε. Αλλως γαρ αδυνατον σε τα εκεισε µαθειν λογω˙ τω Κυριω ηµων δοξα εις τους αιωνας των αιωνων˙ αµην. ΛΑ’. Περι θεολογιας και οτι ανεξερευνητος η θεια φυσις και παντη τοις ανθρωποις ακατανοητος. (257) Κυριε, ο Θεος ηµων, Πατερ, Υιε και Πνευµα, συ τη µορφη ανειδεος, παγκαλης δε τη θεα, τω αµηχανω καλλει σου αµαυρων πασαν θεαν, ωραιος υπερ ορασιν υπερκεισαι γαρ παντων. Αποσος εν ποσοτητι, ορωµενος, οις βουλει, ουσια υπερουσιος, αγνωστος και αγγελοις˙ οτι γαρ ης, γινωσκοντες εκ των ενεργειων σου, επει αυτον ωνοµασας Θεον, τον οντως οντα, τουτο ουσιαν λεγοµεν, υποστασιν καλουµεν˙ το γαρ µη ον ανουσιον ον ανυποστατον πελει, και δια τουτο τολµηρως ενουσιον καλουµεν, ενυποστατον λεγοµεν, ον ουδεις ποτε ειδε, τον τρισυποστατον Θεον, αρχην αναρχον µιαν. Αλλως δε πως τολµησωµεν ουσιαν σε καλεσαι η υποστασεις επι σου τρεις µεριστας δοξασαι; Οποιαν δε και ενωσιν ολως τις εννοησει, ει ο Πατηρ γαρ εν σοι και συν εν τω Πατρι σου και εξ αυτου το Αγιοιν προερχεται σου Πνευµα και συ αυτος, ο Κυριος, το Πνευµα σου υπαρχεις, το δε Πνευµα ο Κυριος κεκλησαι και Θεος µου και ο Πατηρ σου Πνευµα δε και εστι και καλειται; (258) Ουδεις δε ειδε σε ποτε αγγελων η ανθρωπων,
ου ταυτα εθεασατο, ου τον τροπον επεγνω. Πως ειπη, πως δε φθεγξοιτο, πως χωρισµον τολµηση η ενωσιν η συγχυσιν η µιξιν η και κρασιν, το εν δε τρια προσειπειν, εν πως δε τα τρια; ∆ια τουτο ουν, ∆εσποτα, εξ ων ειπας πιστευει, εξ ων εδιδαξας υµνει πας πιστος σου το κρατος, επει παντα τα κατα σε ακαταληπτα παντη, αγνωστα και ανεκφορα τοις υπο σου κτισθεισι. Και γαρ ακατανοητος εστιν η υπαρξις σου, οτι πεφυκας ακτιστος, εγεννησας δ᾿ ωσαυτως˙ και πως κτιστος νοησει σου της υπαρξεως τροπον η της γεννησεως του σου Υιου, Θεου και Λογου, ειτε της εκπορευσεως Πνευµατος σου του Θειου, ινα και ενωσιν σου γνω και χωρισµον κατιδοι και ακριβως ουσιας σου το ειδος καταµαθοι; Ουδεις ουδεπω ειδε σου τουτων τι, ωνπερ ειπον. Ου γαρ ενδεχεται Θεον αλλον φυσει γενεσθαι, ινα φυσεως της σης ερευνησαι ισχυση ουσιαν, ειδος και µορφην, υποστασιν ωσαυτως, αλλ᾿ ει αυτος εν σεαυτω, µονος Τριας Θεος ει, µονος γινωσκων σευτον, Υιον σου και το Πνευµα και υπ᾿ αυτων ως συµφυων γινωσκοµενος µονων. Οι δ᾿ αλλοι - ωσπερ αισθητου ηλιου τας ακτινας και ουτοι καλως βλεποντες και τηλαυγως ορωντες ενδον οικου καθηµενοι εισιουσας ορωσιν, εκεινοι δε τον ηλιον ολως ου καθορωσιν – ουτω της δοξης σου το φως, ουτω τας λαµπηδονας, και ταυτας εν αινιγµατι νοΐ κεκαθαρµενω, οι εκ ψυχης ζητουντες σε βλεπειν καταξιουνται˙ σε δε, οποιος, ποταπος τη ουσια τυγχανεις (259) η πως απαξ εγεννησας και γεννας αενναως και ου χωριζη του εκ σου γεννωµενου, αλλ᾿ εστιν ολος εν σοι, ολος πληρων θεοτητι τα παντα, ολος γε µενεις εν αυτω τω Υιω ο Πατηρ δε και σου εκπορευοµενον εχεις το Θειον Πνευµα, παντα γινωσκον και πληρουν, Θεος ον κατ᾿ ουσιαν και σου µη χωριζοµενον, εκ σου γαρ και πηγαζει.
Συ ει πηγη των αγαθων, παν δ᾿ αγαθον Υιος σου, νεµων δια του Πνευµατος αυτα πασιν αξιως, ευσπλαγχνως, φιλανθρωπως τε αγγελοις και ανθρωποις. Ουδεις αγγελων ειδε σου, ουδεις ποτε ανθρωπων την υπαρξιν η εγνωκε, και γαρ ακτιστος πελεις. Παντα δε συ παρηγαγες˙ δυναται σε γινωσκειν, οπως εκ σου προερχεται το Πνευµα σου το Θειον και ου γεννας ολως ποτε, απαξ παντως γεννησας, ουδε πηγαζων κενωσιν η µειωσιν υπεστης; Μενεις γαρ υπερπληρης, υπερ το παν ανελλιπης, ολος εν ολω κοσµω, τω ορατω, τω νοητω, και εξω αυθις τουτων, προσθηκην µη δεχοµενος, µηδ᾿ ελλειψιν εις απαν και ει ολος ακινητος µενων παντοτε ουτως. Ταις ενεργειαις ουν αει αεικινητος πελεις, εχεις και γαρ αεναον, ο Πατηρ, εργασιαν˙ εργαζεται και ο σος Υιος παντων την σωτηριαν και προνοει και τελειοι και συνεχει και τρεφει, ζαωοποιει, ζωογονει εν Πνευµατι Αγιω. Οσα γαρ βλεπει ο Υιος τον Πατερα ποιουντα, ταυτα οµοιως και αυτος εκτελει, καθως ειπεν. Ουτως ακινητος τε ων, αεικινητος τε πως, ουτε κινη, ουχ ιστασαι, ουτε καθησαι παλιν, (260) αλλα αει καθηµενος αει ιστασαι ολος˙ ισταµενος δε αυθις, αει κινεισαι ολος, µη µεθισταµενος ποτε˙ που γαρ και απελευση; Το παν, ως ειρηται, πληρων υπερ το παν δε πελων προς ποιον αλλον µεταβης η τοπον η και χωρον; Αλλ᾿ ουδε ιστασαι, και γαρ ασωµατος υπαρχεις, απλους πληρων τα συµπαντα, ασχηµατιστος παντη, αϋλος, απεριγραπτος, αληπτος ολος ησθα˙ και πως καθησθαι ειπωµεν, πως παλιν ιστασθαι σε, πως δε καθησθαι φησωµεν η εν ποιω σε θρονω, τον τη χειρι κατεχοντα ουρανον και την γην δε, τα υπο γην τε απαντα ισχυϋ ση κρατουντα; Ποιος θρονος χωρησειεν η ποταπη οικια, η πως η που ενιδρυται η ποιοις θεµελιοις,
ποιοις δε στυλοις αιρεται, τις ολως εννοησει; Αβαλε τοις ανθρωποις γε και παςη κτιστη φυσει, τη τα τοιαυτα ερευναν περι Θεου τολµωση, πριν ελλαµφθη, πριν φωτισθη, πριν κατιδη τα θεια και θεωρος γενησεται των Χριστου µυστηριων, α ουτε Παυλος κατιδων ισχυσεν ολως φρασαι, ουτε Ηλιας προτερον, ουτε Μωσης ο µεγας, αλλα τας εντολας Θεου και θεληµατα µονα κατηξιωθη και αυτος µαθειν και αλλοις φρασαι. Περι αυτου δε του Θεου πλεον ουδεν ακουσαι κατηξιωθη, µαθειν η ολως διδαχθηναι, ει µη οτι ο ων εστι Θεος παντων και κτιστης, δηµιουργος και συνοχευς παντων των παραχθεντων. Ηµεις δε οι παναθλιοι, οι σκοτει καθειργµενοι και σκοτος ολως πελοντες ηδονων απολαυσει και αγνοουντες εαυτους, οπου και πως κρατουνται, οι τεθαµµενοι παθεσιν, οι τυφλοι και νεκροι τε (261) τον οντα οντως αναρχον, ακτιστον, Θεον µονον, αθανατον υπαρχοντα, αορατον τοις πασιν εξερευνωντες λεγοµεν ως ακριβως ειδοτες περι Θεου, οι του Θεου οντες κεχωρισµενοι. Ει γαρ δη και ηνωντο αυτω, ουκ αν ποτε ετολµων περι αυτου λαλησαι βλεποντες, οτι παντα αφραστα, ακαταληπτα πελουσι τα εκεινου˙ ου µονον τα εκεινου δε, αλλα και των εκεινου εργων τα πλειω αγνωστα υπαρχουσι τοις πασι. Τις γαρ και ερµηνευσειε, πως εξ αρχης µε πλαττει, ποιαις χερσι τον χουν λαβων ο ασωµατος παντη στοµα µη εχων ως ηµεις πως ενεφυσησε µοι και εις ψυχην αθανατον πως αρα γεγονε µοι; Απο πηλου δε, λεγε µοι, πως οστα, πως δε νευρα, πως κρεας, πως δε φλεβες µοι, πως δερµατις, πως τριχες, πως οφθαλµοι, πως ωτα δε, πως χειλεα, πως γλωσσα, πως οργανα φωνητικα, οδοντως τε στερροτης, εναρθρον λογον πνευµατι τρανως αποτελουσιν; Απο ξηρας δε και υγρας, θερµης και ψυχρας υλης ζωον µε απετελεσε µιξει εναντιων;
Πως ουν δεσµειται νους σαρκι, πως σαρξ δε τω αΰλω νοΐ συνανακεκραται αµικτως, ασυγχυτως, αφυρτως τε νους και ψυχη προσφερουσι τον λογον τον ενδιαθετον λαω, και µενουσιν ωσαυτως ατµητα, αναλλοιωτα, ασυγχυτα εις απαν; Ταυτ᾿ ουν ειδοτες, αδελφοι, ανερµηνευτα ειναι και πασιν ακαταληπτα τα καθ᾿ ηµας υπαρχειν πως τον ηµας ποιησαντα τοιουτους εκ µη οντων εξερευναν ου φριττοµεν η εννοειν η λεγειν τα υπερ λογον, υπερ νουν τον ηµετερον οντα; Κτισµατα οντες δε λοιπον φοβηθητε τον κτιστην και τας εκεινου εντολας µονας εξερευνατε, (262) τηρειν δε ταυτας σπευσατε υµων παση δυναµει, ει βουλοισθε και της ζωης κληρονοµοι γενεσθαι. Ει δε καταφρονησετε των αυτου προσταγµατων και τα θεληµατα αυτου παριδετε, ως ειπε, και απειθησετε αυτω εν ενι παντως λογω, ου δοξα, ουκ αξιωµα, ου πλουτος εκ του κοσµου, αλλ᾿ ουδ᾿ η γνωσις η µωρα των εξω µαθηµατων, ου συνταξις, ου συνθεσις καλλιεπειας λογων, ουδ᾿ αλλο τι των επι γης πραγµατων η χρηµατων ωφελειαν την οιανουν παρεξουσι γε τοτε, οτε κρινει τα συµπαντα και παντας ο Θεος µου. Αλλ᾿ ο παροφθεις λογος παρ᾿ ηµων του ∆εσποτου στησεται κατα προσωπον ενος εκαστου τοτε και εκαστον κατακρινει µη φυλαξαντα τουτον. Ουκ εστι λογος γαρ αργος, αλλα ζων Θεου λογος ζωντος και διαµενοντος εις αιωνας αιωνων. Λοιπον, η κρισις εσεται ουτως, καθως και ειπον, οµου τε και της εντολης, οιµοι, προσυπαντωσης, ελγχουσης τον απιστον η πιστον παντως οντα, πειθηνιον η απειθη τοις λογοις του ∆εσποτου, γενοµενον επιµελως η και αµεληθεντα, και ουτως χωρισθησονται οι αδικοι δικαιων, οι απειθεις των τω Χριστω παντως υπακουσαντων, των φιλοθεων οι νυν αγαπωντες τον κοσµον και των ευσπλαγχνων ασπαγχνοι και των ελεηµονων
ανελεηµονες οµου, και στησονται οι παντες γυµνοι και πλουτου και τιµης και αρχης, ης εν κοσµω απηλαυσαν, και εαυτους, οιµοι, κατακρινουσιν. Αυτικατακριτοι αυτων γενοµενοι τοις εργοις (263) ακουσονται δ᾿˙ Απελθετε, µικροι τε και µεγαλοι, µη πειθαρχησαντες εµοι, ∆εσποτη φιλανθρωπω! Ης, ∆εσποτα, ρυσθειηµεν δικαιας καταδικης και της µεριδος τυχοιµεν των προβατων σου, Λογε, δωρεαν, ως µη εχοντες ελπιδα σωτηριας. εξ εργων, οι κατακριτοι νυν και εις τους αιωνας. ΛΒ’. Οτι οι ενδοξοι της γης και σοβαροι τω πλουτω περι την σκιαν των ορωµενων πλανωνται, οι δε γε των παροντων καταφρονησαντες εν απλανει µεθεξει του Θειου γινονται Πνευµατος. (264) Υπο πιστων µε, ∆εσποτα, λοιδορουµενον βλεπων ως υπαρχοντα πλανον τε και προπεπλανηµενον, οτι το Πνευµα λεγοιµι, τη ση φιλανθρωπια και του πατρος µου ταις ευχαις, το Αγιον λαβειν µε, ελεησον και χαρισαι λογον, γνωσιν σοφιαν, ινα οι παντες γνωσωνται οι αντικειµενοι µοι, οτι το σον εντος εµου λαλει Πνευµα το Θειον. ∆ος µοι ειπειν, ως ειρηκας, δος καµοι, ως υπεσχου, οις αντειπειν ουδεις αυτων η αντιστηναι, Σωτερ, ισχυσει˙ συ γαρ ει δοτηρ των αγαθων απαντων. Εγω, Χριστε, καν λεγωσι πλανασθαι µε, σον δουλον, ουδεποτε πεισθησοµαι βλεπων σε, τον Θεον µου, και καθορων το αχραντον προσωπον σου και θειον και εξ αυτου δεχοµενος ελλαµψεις σου τας θειας, λαµποµενος εν πνευµατι νοερους οφθαλµους µου. Αλλα µη δωης, ω Θεε, απαντας πλανηθηναι τους νυν εις σε πιστευοντας πλανην την ολεθριαν του µη πιστευειν, οτι συ παντας και νυν φωτιζεις ελλαµπων της θεοτητος ακτισι σου της θειας.
Συ γαρ πολυς εν οικτιρµοις, ηµεις εν αµαρτιαις˙ συ φως οικεις απροσιτον, σκοτος ηµεις δε παντες˙ (265) συ εξω ει της κτισεως και ηµεις εν τη κτισει. Οι πλειους δε των εξ ηµων και της κτισεως εξω εν τη αισθησει πελουσιν ολως αναισθητουντες και παρα φυσιν οντες δε εξω εισιν των παντων, οι βεποντες ου βλεπουσιν, ορωντες ουχ ορωσιν ουδε Θεου θαυµασια εν νοερα αιοσθησει καταλαβειν ισχυουσιν, αλλ᾿ εισι εξω κοσµου, µαλλον δ᾿ εν κοσµω ως νεκροι εισι και προ θανατου και προ εξοδου κατοχοι εν αδη κατωτατω. Ουτοι ουν οντως πελουσιν, ους η γραφη γε λεγει, οι ενδοξοι, οι πλουσιοι, οι σοβαροι τοις πασιν, οι και δοκουντες ειναι τι εκ των τοιουτων ολως, µη συνιδειν ισχυοντες την εαυτων αισχυνην˙ καν γαρ σοφιαν κεκτηνται εν εαυτοις του κοσµου, δοξαν τε ως ιµατιον, οιησιν την µαταιαν ωσπερ σκηνην δοµησαντες φρεσι πεπλανηµεναις και την µεν ενδυσαµενοι, την δε εγκατοικουντες, ως εν πυθµενι καθηνται εν αδου κατωτατου και αγνοουσι τον Θεον, αγνοουσι τον κοσµον και τα εν κοσµω απαντα ποιηµατα του κτιστου. Τις γαρ τον κτιστην γνωσεται, πριν η την κτισιν ιδοι εν λογω οια λογικος, εν νοΐ νοερως δε, και εν αισθησει νοερα νοερως κατοπτευων; Τις δε; ο καθορων πνευµατικως δια Πνευµατος Θειου µυστικως ελλαµποµενος, οδηγουµενος θ᾿ αµα, προς γνωσιν την του ποιητου αµυδρως πως ανελθοι. Ουτω γαρ καθαιροµενος τρανοτεραν την γνωσιν λαβειν αξιωθησεται, ως γραφη πασα λεγει. Οι εµπαθεις, ως εφην δε, απονοιαν εκεινοι φορουντες ως ιµατιον, την οιησιν ως δοξαν (266) ενδεδυµενοι τερπονται και γελωσι τους αλλους και παιζουσιν εν ταις σκιαις τον των σκυλακων τροπον. Καρυον ει προσριψειας και κροτησειε τρεχον, επιπηδωσι, δρασσονται, περιχαινουσι τουτο και συν αυτω κυλιονται και συσκιρτωσιν αµα˙
καν φραγελλιου συρη τις προ ποδων το σχοινιον συστρεφονται και πιπτουσι και ποδας εις αερα εκτεινουσι και προξενοι γελωτος τοις ορωσιν ανθρωποις επι τη αυτων γινονται πτωσει πασιν. Ουτως ουν και ουτοι δαιµονας τερπουσιν αναισθητως εν ταις οικειαις πραξεσι και ηθεσιν ωσαυτως˙ οι γουν τοιουτοι, λεγε µοι ερωτωντι, ως εχεις, πως τα Θεου µυστηρια διηγησονται αλλοις; Πως δε το φως της γνωσεως φωτισθωσι καν ολως και αλλοις µεταδωσουσιν, ειτε κρισιν ευθειαν εν διακρισει αληθει εξαξουσι δικαιως, οι σκοτος ως ιµατιον οντες ενδεδυµενοι, εν αισθησει αναισθητοι, ζωης νεκροι εν µεσω; Αλλ᾿, ω υµεις φιλοθεοι, ακουσατε ρηµατων αληθινων και θαυµαστων, ων το στοµα Κυριου και προλαβον ελαλησε και νυν λαλει τοις πασιν. Ει µη δοξαν απωσεσθε, ει µη ριψετε πλουτον, ει µη µαταιαν οιησιν εκδυσεσθε εις απαν, ει µη των παντων γενησθε εσχατοι εν τοις εργοις και εν αυτοις τοις λογισµοις, µαλλον δε ταις εννοιαις εσχατους παντων εαυτους νοµιζετε υπαρχειν, ουκ αν δακρυων οχετους, ου καθαρσιν σαρκος τε κτησησθε η θεασησθε πως ενεργουνται ταυτα. Λοιπον, θρηνειτε εαυτους, λοιπον, µετανοειτε, λοιπον, θερµα προχεετε δακρυα καθ᾿ ηµεραν, ιν᾿ οφθαλµους εκπλυνητε νοερους της καρδιας, (267) ινα το φως θεασησθε το λαµψαν εν τω κοσµω, ο λαµπον κραζει και βοα˙ Το φως εγω του κοσµου ηµην, ειµι και εσοµαι και θελω καθορασθαι. Εις τουτο γαρ εληλυθα σωµατικως εν κοσµω, διπλους ο εις γενοµενος και µεινας εις ωσαυτως, ινα Θεον µε ορατον οι πιστως προσκυνουντες και τας εµας φυλασσοντες εντολας αορατως ελλαµπονται και νοερως µυουµενοι την δοξαν θεοτητος µου της φρικτης, σαρκος τε προσληφθεισης και το διπλουν των φυσεων µυστικως καθορωντες ως ενα µε τοτε Θεον αδιστακτως υµνουσιν.
Αλλως ουκ ενι γαρ καλως εµην οικονοµιαν, εµην τε συγκαταβασιν επιγνωναι και φριξαι και προσκυνησαι ως Θεον τον εν µορφη ανθρωπου γενοµενον µε και Θεον µειναντα ανεκφραστως˙ δυο το εν, αµεριστα υποστασει, ου φυσει, εις ουν Θεος εγω ειµι, τελειος ανθρωπος τε, ολοτελης, ολοκληρος, σαρξ, ψυχη, νους και λογος˙ ανθρωπος ολος και Θεος εν δυσι ταις ουσιαις, διπλους ωσαυτως φυσεσι, διπλαις ταις ενεργειαις, διπλαις και ταις θελησεσιν εν µια υποστασει, Θεος οµου και ανθρωπος, εις ειµι της Τριαδος. Οι ουτω µε πιστευσαντες ειναι και επιγνοντες εν τω καθαραι εαυτους σπουδη και µετανοια και δυνηθεντες κατιδειν εν καθαρα καρδια και µυηθηναι νοερως εµην οικονοµιαν, αυτοι µε αγαπησουσιν εξ ολης της καρδιας, αυτοι δε και φυλαξονται πασας τας εντολας µου καταπλαγεντες την εµην απειρον ευσπλαγχνιαν, αυτοι µοι και συνεσονται και κοινωνοι της δοξης, της του Πατρος µου εσονται εις αιωνας αιωνων˙ αµην. ΛΓ’. Περι θεολογιας˙ και οτι οι το κατ᾿ εικονα φυλαξαντες τας πονηρας δυναµεις του αρχοντος του σκοτους καταπατουσιν, οι δ᾿ αλλοι, οις εµπαθης ο βιος, υπ᾿ αυτου κρατουνται και βασιλευονται. (268) Φως ο Πατηρ, φως ο Υιος, φως το Αγιον Πνευµα. Βλεπε τι λεγεις, αδελφε, βλεπε µη παρασφαλης! Εν γαρ τα τρια φως εισιν, εν, ου κεχωρισµενον, αλλ᾿ ηνωµενον εν τρισι προσωποις ασυγχυτως. Θεος γαρ αδιαιρετος ολως εστι τη φυσει, και τη ουσια αληθως υπερ πασαν ουσιαν˙ ου τη δυναµει τεµνεται, ου τη µορφη, ου δοξη, ου τη ιδεα, ολος γαρ απλουν φως καθοραται. Εν τουτοις εν τα προσωπα, εν αι τρεις υποστασεις˙
τα τρια γαρ εν τω ενι, εν τα τρια δε µαλλον, τα τρια µια δυναµις, τα τρια µια δοξα, τα τρια µια φυσις γε, ουσια και θεοτης. Αυτα και φως το εν εισιν, ο φωτιζει τον κοσµον, ουχι τον κοσµον, απαγε, τον ορωµενον τουτον ουδε γαρ εγνωκεν αυτον, ουδε δυναται γνωναι ο κοσµος ο ορωµενος ουδ᾿ οι του κοσµου φιλοι˙ ο γαρ τον κοσµον αγαπων εχθρος Θεου τυγχανει -, αλλ᾿ ον αυτος πεποιηκεν ανθρωπον κατ᾿ εικονα αυτου και καθ᾿ οµοιωσιν, κοσµον ηµεις καλουµεν, (269) οτι κοσµειται αρεταις, αρχει των επιγειων, καθως εκεινος του παντος εχει την εξουσιαν, και βασιλευει των παθων τουτο το κατ᾿ εικονα και υποτασσει δαιµονας δηµιουργους κακιας, καταπατει τον δρακοντα, τον αρχαιον, τον µεγαν, ωσπερ στρουθιον ευτελες˙ και πως; Ακουσον, τεκνον! Ο αρχων ουτος ο πεσων του φωτος τη στερησει εν σκοτει γεγονεν ευθυς και εστι µετα παντων των συν αυτω εξ ουρανου πεσοντων εν τω σκοτει και βασιλευει εν αυτω, τω σκοτει, παντων λεγω, των κρατουµενων εν αυτω δαιµονων και ανθρωπων. Πασα ψυχη µη βλεπουσα φως της ζωης το λαµπον εν τε ηµερα και νυκτι υπ᾿ αυτου τιµωρειται, τιτρωσκεται, δαµαζεται, αγεται και δεσµειται και βελεσι των ηδονων κενταται καθ᾿ ηµεραν. Ει και δοκει ανθιστασθαι, ει και δοκει µη πιπτειν, αλλ᾿ ουν ιδρωτι συν πολλω, κοπω, πονω και µοχθω εχει αει τον πολεµον ακαταλλακτον τουτου. Ψυχη δε πασα η το φως καθορωσα το θειον, οθεν εκεινος πεπτωκε, καταφρονει εκεινου και λαµποµενη παρ᾿ αυτου φωτος του απροσιτου καταπατει τον αρχοντα του σκοτους ωσπερ φυλλα καταπεσοντα επι γην αφ᾿ υψηλου του δενδρου. Εν σκοτει γαρ την δυναµιν εχει και εξουσιαν, εν τω φωτι δε γινεται πτωµα νεκρον εις απαν. Φως δε ακουων, προσεχε οποιον φως σοι λεγω, µη υπολαβης λεγειν µε το φως το του ηλιου!
Και γαρ ορας εν τω φωτι τουτου πολλους ανθρωπους εξαµαρτοντας ως εγω, δεινως µαστιζοµενους, πιπτοντας και αφριζοντας µεσουσης της ηµερας, και αορατως πασχοντας εκ πονηρων πνευµατων, (270) και του ηλιου λαµποντος ουδεν εκ τουτου πλεον εγγινεται το οφελος τοις δαιµοσιν εκδοτοις. τοινυν ου λεγω σοι το φως του αισθητου ηλιου, ου της ηµερας, απαγε, ου λυχνιαιον ολως, ου των αστερων των πολλων, ουδε σεληνης φαος, ουκ αλλου ολως ορατου απαυγασµα φωτος σοι παραδηλων ενεργειαν τοιαυτην ολως εχειν. Τα αισθητα τους αισθητους οφθαλµους και γαρ µονους φωτιζουσι και λαµπουσι φωτα και βλεπειν µονον παρεχουσι τα αισθητα, τα νοητα ου µεντοι. Παντες ουν, οσοι βλεπουσι τα αισθητα και µονον, τυφλοι εισι τα νοερα οµµατα της καρδιας. Τα νοερα ουν οµµατα της νεορας καρδιας και νοερω φωτιζεσθαι οφειλουσι φωτι γε. Ει γαρ ο εχων σωµατος τας κορας εσβεσµενας ολος υπαρχει σκοτεινος, αγνοων που υπαρχει, ποςω γε µαλλον ο ψυχης εχων τυφλον το οµµα εσκοτισµενος εσεται, και σωµατι και πραξει µικρου νενεκρωµενος δε και πνευµατι υπαρξει; Νοησον τοινυν ακριβως, οποιον φως σοι λεγω! Ου λεγω σοι την πιστιν γαρ, ου λεγω την των εργων πραξιν ουδε µετανοιαν ουδε νηστειαν παντως, ακτηµοσυνην ουδαµως, ου σοφιαν, ου γνωσιν, αλλ᾿ ουδε το διδασκειν˙ τουτων γαρ ουδεν εστιν, ου φως ουδε απαυγασµα φωτος, ουπερ σοι λεγω, ουδε γε η ευλαβεια η εξωθεν, ου σχηµα το ταπεινον και ευτελες˙ παντα γαρ ταυτα πραξεις και εντολων εκπληρωσις, ει γε καλως τελουνται και εκπληρουνται, ως αυτος εντελλεται ο κτιστης. Τα δακρυα κατα πολλους εκχεονται τους τροπους και η επωφελη εισιν η και βλαπτουσι µαλλον˙ τεως αυτα καθ᾿ εαυτα ανονητα εις απαν. (271) η δ᾿ αγρυπνια µοναχων ουκ εστι παντως µονων,
αλλα και του κοινου λαου εργοις ασχολουµενων, και αγρυπνουσι πλειονα υφαινουσαι γυναικες, χρυσοχοοι τε και χαλκεις η µονασται οι πλειστοι, και δια τουτο λεγοµεν οτι τουτων απαντων των εναρετων πραξεων ουδεν φαος καλειται. Οπου και συναγοµεναι εις εν αι πασαι πραξεις και αρεται ανελλιπως φως ουκ εισι το θειον, διΐστανται γαρ εξ αυτου πασαι πραξεις ανθρωπων, και αυται µεν αι παρ᾿ ηµων εκπληρουµεναι πραξεις το καθ᾿ ηµας προς τους λοιπους ζωντας εν πονηρια φως λεγονται προς τα καλα κακεινους οδηγουσαι και, οπερ εστιν εν εµοι σκοτος και εκτυφλοι µε, φως τω πλησιον γινεται και τοις ορωσι λαµπει. Και ινα µη παραδοξα υποπτευθω σοι λεγειν, ακουσον, και λαλησω σοι αινιγµατος την λυσιν˙ νηστευω ισως δια σε, ινα φανω νηστευων, και τουτο κεντρον µεν εµου τοις οφθαλµοις υπαρχει και ως δοκος εµπεπηκται µεσον εν τουτοις παντως˙ συ δε φωτιζη βλεπων µε, ει µη µε κατακρινης, αλλ᾿ ει µεµφοµενος σαυτον ως γαστριµαργον παντως˙ προς γαρ εγκρατειαν γαστρος καθοδηγη εκ τουτου και της τρυφης υπεροραν προφανως εκµανθανεις. Παλιν εγω ενδεδυµαι ευτελη και ρακωδη και µονοχιτων εν παντι περιπατων νοµιζω δοξαν εκ των ορωντων µε και επαινον θηρασθαι και ως αποστολος αυτοις αλλος νεος ορασθαι, και τουτο γινεται εµοι πασης αιτιον βλαβης και σκοτος οντως και παχυ νεφος εν τη ψυχη µου˙ τους δε ορωντας µε λαους φωτιζει και διδασκει υπερφρονειν καλλωπισµου, υπερφρονειν και πλουτου και ευτελους αντεχεσθαι και τραχειας εσθητος, (272) οπερ και εστιν αληθως ενδυµα αποστολων. Ουτως και πασαι αι λοιπαι των αρετων γε πραξεις πραξεις εισιν εκτος φωτος, εργα ακτινος διχα, οµου γαρ συναγοµεναι πασαι, ωσπερ προειπον, και εις το εν γινοµεναι αι εναρετοι πραξεις, ειπερ και εστι δυνατον εν ανθρωπω γενεσθαι,
λαµπαδι εξωµοιωνται φωτος εστερηµενη. Ως γαρ ουκ εστι λεγεσθαι πυρ τους καρβωνας µονους, αλλ᾿ ουδε παλιν ανθρακας ουδε φλογα τα ξυλα, ουτως ου πιστις απασα, ουκ εργα ουδε πραξεις, ουκ εντολων εκπληρωσις πυρ, φλοξ η φως το θειον εισιν αξια λεγεσθαι, ου γαρ εισι τω οντι, αλλ᾿ οτι δεξασθαι το πυρ, τω φωτι τε εγγισαι και αναφθηναι δυναται απορρητω ενωσει, τουτο υπαρχει αρετων επαινος τε και κλεος. Και δια τουτο ασκησις πασα και πασαι πραξεις επιτελουνται παρ᾿ ηµων, ινα φωτος του θειου ωσπερ λαµπας µετασχωµεν, ως εν κηριον πασας προβαλλοµενης της ψυχης φωτι τω απροσιτω˙ µαλλον δε ωσπερ παπυρος εµβαπτεται κηριω, ουτω ψυχη ταις αρεταις απασαις πιανθεισα ολη αναψει εξ αυτου, οσον οραν ισχυσει, οσον εν οικω τε αυτης εισαγαγειν χωρησει, και τοτε φωτιζοµεναι αι αρεται ως θειω φωτι συγκοινωνησασαι φως και αυται καλουνται, µαλλον δ᾿ εισι και αυται φως φωτι συγκεκραµεναι, περιαυγαζουσι τε φως ψυχην αυτην και σωµα και λαµπουσι γε αληθως πρωτον τω κεκτηµενω και τοτε πασι τοις λοιποις τοις εν σκοτει του βιου˙ ους φωτισον εν Πνευµατι, Χριστε, τω Παναγιω και κληρονοµους ποιησον ουρανων βασιλειας µετα παντων αγιων σου, νυν και εις τους αιωνας˙ αµην. Λ∆’. Οτι η του Παναγιου Πνευµατος ενωσις προς κεκαθαρµενας ψυχας εν αισθησει τρανη, ηγουν εν επιγνωσει γινεται και, εν αις αν γενηται, φωτοειδεις οµοιας εαυτου και φως αυτας απεργαζεται. (273) ∆ιΐσταται των ορατων ο αορατος παντως και των κτισµατων ο αυτα πρωτον κατασκευασας και των φθαρτων ο αφθαρτος, το σκοτος του φωτος τε,
και µιξις τουτων γεγονε, οτε Θεος κατηλθε. Τα διεστωτα τοτε γαρ ηνωσεν ο Σωτηρ µου, αλλ᾿ οι τυφλοι την ενωσιν ουκ ειδον, οι νεκροι δε λεγουσι ταυτης αισθησιν µηδ᾿ ολως εσχηκεναι, και ζην και βλεπειν οιονται, ω µανιας εσχατης, και απιστουντες λεγουσιν˙ Ουδεις τη πειρα τουτο εγνωκεν η επαθεν, ουκ ειδεν εν αισθησει, αλλ᾿ ακοη και διδαχη λογων γινεται µονων. Αλλ᾿ ω Χριστε µου, διδαξον ειπειν µε τι προς ταυτα και της αγνοιας της πολλης και απιστιας τουτους εκσπασαι και χαρισασθαι ιδειν σε, φως του κοσµου! Ακουσατε και συνετε, πατερες, θειους λογους και γνωσεσθε την ενωσιν εν γνωσει γινοµενην και εν αισθησει εκ παντος και πειρα και ορασει. Θεος εστιν αορατος, ορατοι δ᾿ ηµεις παντως˙ ει ουν αυτος τοις ορατοις θεληµατι ενουται, ενωσις αρα γινεται αµφοτερων εν γνωσει. Ει δε αγνωστως ειποιας τουτο και αναισθητως, (274) παντως νεκρων η ενωσις και ου ζωης προς ζωντας. Κτισµατων κτιστης ο Θεος, κτιστοι δ᾿ ηµεις ωσαυτως˙ ει ουν τω κτισµατι Θεος ο κτισας συγκατελθη και ενωθη και γινηται ως ο κτιστης το κτισµα, αισθησιν οντως λαβοιεν αληθους θεωριας, οτι τω κτιστη το κτιστον απορρητως ηνωθη. Ει δε µη τουτο δωσοµεν, απολωλεν η πιστις και η ελπις ηφανισται των µελλοντων εις απαν, αναστασις ουκ εσεται ουδ᾿ η καθολου κρισις. Επειδη και τα κτισµατα, ως λεγεις, αναισθητως τω ποιητη ενουµεθα µηδεν γνωστως νοουντες, και κινδυνευει γε Θεος κατα σε, ως ουκ εστι ζωη ουδε ζωην ηµιν ενουµενος παρεχει. Παλιν ο κτιστης αφθαρτος, τα κτισµατα φθαρτα δε˙ και γαρ οι αµαρτησαντες ουχι το σωµα µονον, αλλα και τας ψυχας αυτας εις φθοραν παρεισηξαν, και σωµατι και ψυχη κατα τον λογον τουτον φθαρτοι εσµεν, ως τη φθορα του νοητου θανατου κρατηθεντες οµου παντες και τη της αµαρτιας.
Ει ουν ο φυσει αφθαρτος ενωθη τω φθαρτω µοι, οντως εν τουτων εσεται, ωνπερ λεγει σοι µελλω˙ η γαρ εµε µεταβαλει και αφθαρτον ποιησει η προς φθοραν µεταβληθη ο αφθαρτος˙ και ουτως ισως εγω ου γνωσοµαι εκεινου πεπονθοτος και γεγονοτος ως εγω˙ εγω δ᾿ ει γενωµαι γε αφθαρτος ολος εκ φθαρτου κολληθεις τω αφθαρτω, πως αν ουκ αισθανθησοµαι, πως αν αυτη τη πειρα ουκ ιδω ουδε γνωσοµαι γεγονως, ο ουκ ηµην; Το γαρ ειπειν οτι Θεος ενουµενος ανθρωποις ου µεταδιδωσιν αυτοις της θειας αφθαρσιας, αλλα εκεινων τη φθορα συγκατασπαται µαλλον, (275) του ανωλεθρου ολεθρον ο λεγων δογµατιζει και βλασφηµει και της ζωης αυτος ολως εκπιπτει. Ει δε τουτο αδυνατον, δεξαι µαλλον το αλλο και αφθαρσιας µετασχειν σπουδασον προ του τελους. Το φως υπαρχει ο Θεος, οι εν σκοτει ηµεις δε, η αληθεστερον ειπειν, ηµεις αυτοι το σκοτος˙ ουδε γαρ λαµψει αλλαχου ο Θεος, µη πλανασθε, ει µη εν µοναις ταις ψυχαις, αις ενωθη προ τελους˙ τοις δ᾿ αλλοις, ει και λαµψειεν οι κηρυκες, ως ειπον, ως πυρ αυτοις φανησεται απροσιτον εις απαν, το εργον δοκιµασει τε, οποιον το εκαστου, και παλιν χωρισθησεται τουτων ως αναξιων, εκεινοι δ᾿ αποληψονται κολασιν επαξιαν. Οµως ενταυθα και εκει φως ψυχων αυτος µονος, ηµεις δε σκοτος τας ψυχας εχοντες αφωτιστους˙ ει ουν το φως το των ψυχων ενωθη τη ψυχη µου, εκεινο συσβεσθησεται και γενησεται σκοτος η η ψυχη µου ως το φως εσεται φωτισθεισα. Το φως γαρ, οταν αναφθη, φευγει ευθυς το σκοτος, καιτοι εστι του αισθητου φωτος εκεινο εργον. Ει δε το φως παραχθεν ενεργει σοι τοιαυτα και οφθαλµους φωτιζει σου και ψυχην κατευφραινει και, α το πριν ουκ εβλεπες, χαριζεται οραν σοι, τι ου ποιησει εν ψυχη λαµψας ο τουτου κτιστης, ο «Γενηθητω φως» ειπων και ευθυς παρεισηχθη;
Τι δοκει ουν σοι, ει λαµψει νοερως εν καρδια η εν νοΐ ως αστραπη η ως ηλιος µεγας, εµποιησαι δυνησεται ψυχη τη ελλαµφθειση; Ουχι φωτισει ταυτην γε και γνωρισαι παρεξει εν επιγνωσει ακριβει αυτον, οστις υπαρχει; Ναι, οντως ουτως γινεται, ουτως επιτελειται, (276) ουτως αποκαλυπτεται του Πνευµατος η χαρις και δι᾿ αυτου και εν αυτω ο Υιος συν Πατρι τε˙ και τουτους βλεπει, ως εστι δυνατον κατιδεσθαι, και τοτε τα περι αυτων εξ αυτων απορρητως διδασκεται και φθεγγεται και πασιν αλλοις γραφει και δογµατα θεοπρεπη εκτιθεται, ως παντες οι προλαβοντες αγιοι διδασκουσι πατερες˙ ουτως γαρ εδογµατισαν το συµβολον το θειον, τοιουτοι τε γενοµενοι, ως ειποµεν, κακεινοι µετα Θεου τα του Θεου εφθεγξαντο και ειπον. Τις γαρ εθεολογησε τριαδικην µοναδα η τις αιρεσεις ετρεψε µη γεγονως τοιουτος η τις εκληθη αγιος µη µετασχων Αγιου Πνευµατος; Ουδεις πωποτε. Ως και το φως αισθησει το νοητον προσγινεσθαι πεφυκεν, οις προσεσται. Οι δ᾿ αναισθητως λεγοντες τουτου µεταλαµβανειν, αυτοι τω οντι εαυτους καλουσιν αναισθητους, ηµεις δε και νεκρους οντας ζωης εστερηµενους, ει και δοκουσιν ετι ζην, ω πλανης, ω µανιας! Αλλ᾿, ω φως, λαµψον εις αυτους, λαµψον, οπως ιδοντες πεισθωσιν οντως οτι φως συ αληθες υπαρχεις, και οις ενουσαι, ωσπερ φως, οµοιους σοι εργαζη. Λαµπω καθως και παντοτε των τυφλων προ προσωπου, αλλα ιδειν ου βουλονται, καµµυουσι δε µαλλον και αναβλεψαι προς εµε ου θελουσιν, ω τεκνον. Προς δε και αποστρεφονται τας οψεις αλλαχοθεν, καγω συµπεριστρεφοµαι, τουτων εµπροσθεν στηκω, κακεινοι παλιν αλλαχου εκπεµπουσι το οµµα και ολως του προσωπου µου το φως ου καθορωσι. Τουτων οι µεν καλυπτονται καλυµµασι τας οψεις, οι δε και εξω φευγουσι µισησαντες µε παντως.
(277) Τι ουν τουτους ποιησαιµι, αξαπορω εις απαν˙ το αβουλητως γαρ αυτους και βια ταχα σωσαι, και τουτο θλιψις δοξειε, µη θελοντας σωθηναι. Το γαρ καλον θεληµατι εσται καλον τω οντι, το δ᾿ αβουλητως αγαθον ουκ αγαθον υπαρξει, και δια τουτο θελοντας και ορω και ορωµαι και βασιλειας της εµης ποιω συγκληρονοµους, τους δε µη θελοντας εω θελοντας εν τω κοσµω, και γινονται κριται αυτοι εαυτων προ της δικης, οτι εµου εκλαµποντος φωτος του απροσιτου αυτοι το σκοτος εαυτοις προεξενησαν µονοι, φως ιδειν µη θελησαντες και µειναντες εν σκοτει. ΛΕ’. Οτι παντες οι αγιοι ελλαµποµενοι αυγαζονται και την δοξαν του Θεου καθορωσιν, ως θεµιτον ανθρωπινη φυσει Θεον οραν. (278) Βλεψον ανωθεν, Θεε µου, και ευδοκησον φανηναι και πτωχω προσοµιλησαι. Αποκαλυψον το φως σου διανοιξας ουρανους µοι, ανοιξον τον νουν µου µαλλον, εισελθε και νυν εντος µου. Λαλησον, καθαπερ παλαι, δια ρυπαρας µου γλωσσης, περι ων τινες λαλουσιν, οτι νυν ουδεις υπαρχει, ος Θεον γνωστως κατειδεν, ουδε γεγονε προ τουτου παρεκτος των αποστολων. Αλλ᾿ ουδε αυτους εκεινους λεγουσι τρανως ιδεσθαι τον Θεον σου και Πατερα, αλλα αγνωστον τοις πασιν, αθεωρητον ωσαυτως
δογµατιζουσιν υπαρχειν, (279) προβαλλοµενοι το ρηµα του υπερηγαπηµενου µαθητου σου Ιωαννου λεγοντος˙ Θεον ουδεπω εωρακει τις ανθρωπων. Ναι, Χριστε µου, λεξον ταχος, ινα µη τοις ασυνετοις εγωγε δοξω ληρειν. Γραφε, ειπεν, απερ λεγω, γραφε και µη κατοκνησης. Η Θεος εγω προ παντων ηµερων, ωρων και χρονων, αλλα και αιωνων παντων και των ορωµενων παντων νοουµενων τε κτισµατων. Ηµην υπερ νουν και λογον, υπερ εννοιαν τε πασαν µονος µετα µονου µονος, και ουδεν των ορωµενων, αλλ᾿ ουδε των αορατων ην προ του γενεσθαι οντως. Μονος ακτιστος εγω συν Πατρι και Πνευµατι µου µονος αναρχος υπαρχω εξ αναρχου του Πατρος µου˙ αγγελων δε ουδεις ουδεπω, αλλ᾿ ουδε των αρχαγγελων, ου των αλλων τε ταγµατων ειδε µου ποτε την φυσιν ουδ᾿ αυτον εµε τον κτιστην ολον, οιοσπερ τυγχανω. (280) Μονην δε ακτινα δοξης και απορροιαν φωτος µου καθορωσι και θεουνται. Ως γαρ εσοπτρον ηλιου τας ακτινας δεδεγµενον
η κρυσταλλινος ως λιθος ελλαµφθεις εν µεσηµβρια, ουτως δεχονται ακτινας της θεοτητος µου παντες. Ολον δε µε κατιδεσθαι ουπω τις κατηξιωθη, ουκ αγγελων, ουκ ανθρωπων, ου δυναµεων αγιων. Εξω γαρ ειµι των παντων και αορατος τοις πασιν, ου φθονων δε τουτοις παντως, οπως µη µε καθορωσιν, ουδ᾿ ως ακαλλης υπαρχων κρυπτοµαι του µη φανηναι, αλλα αξιος ουδεις µου της θεοτητος ευρεθη, ουδε γεγονε του κτιστου ισοδυναµον το κτισµα. Τουτο γαρ ουδε συµφερει˙ µικραν δ᾿ ορωντες απαυγην οντως ειναι µε µυουνται και γινωσκουσι Θεον µε τον αυτους παραγαγοντα, και εκπληξει µε και φοβω ανυµνουντες λειτουργουσιν. Ουκ ενδεχεται Θεον γαρ αλλον φυσει παραχθηναι (281) ισοδυναµον του κτιστου ουδ᾿ οµοφυη εκεινου, ουδε δυνατον γαρ ολως οµοουσιον του κτιστου το κτιζοµενον γενεσθαι. Τω ακτιστω το κτιστον γαρ πως ποτε εξισωθειη; Του αει ωσαυτως οντος και αναρχου και ακτιστου τα κτιζοµενα ελαττω˙
και γαρ ειναι µαρτυρησεις και τοσουτον διαφερειν, οσον αµαξα και πριων του αυτα τεκτηναµενου. Πως ουν αµαξα τον ταυτην τεκτηναµενον εκµαθοι; Πως δε πριων τον κινουντα επιγνωσεται, ειπε µοι, ει µη τουτοις δωσει γνωσιν, ει µη ορασιν ενθειη ο αυτα κατασκευασας, ο αδυνατον υπαρχει τουτο πασι τοις κτισθεισιν; Ουδεις ανθρωπων ολως ουν, ουδεις και των αγγελων του διδοναι πνευµα αλλοις ελαβε την εξουσιαν η ζωην αυτοις παρεχειν, ο δε Κυριος των παντων εχων εξουσιαν µονος, µονος εχων δυναστειαν, (282) ως πηγη ζωης υπαρχων εµψυχα παραγει ζωα, οια παντως και θελησει, και χαριζεται εκαστω ως τεχνιτης, ως δεσποτης, οσα βουλεται και θελει, ω η δοξα και το κρατος νυν, αει και εις αιωνας των αιωνων, αµην.
ΛΣΤ’. Ευχαριστια υπερ της εξοριας και των θλιψεων, ων υπεστη εν τω κατ᾿ αυτον διωγµω. (283) Ευχαριστω σοι, Κυριε, ευχαριστω σοι, µονε
καρδιογνωστα, βασιλευ δικαιε, πανοικτιρµον! Ευχαριστω σοι, αναρχε, παντοδυναµε Λογε, ο κατελθων επι της γης και σαρκωθεις Θεος µου και γεγονως, οπερ ουκ ης, ανθρωπος οµοιος µου διχα τροπης και ρευσεως και πασης αµαρτιας, ινα παθων ο απαθης υπ᾿ ανοµων αδικως απαθειαν παρασχης µοι τω κατακεκριµενω εν τω µιµησασθαι τα σα παθηµατα, Χριστε µου. ∆ικαια ουν η κρισις σου και η προσταξις αµα, ηνπερ προσεταξας ηµας φυλασσειν, πανοικτιρµον. Αυτη δ᾿ εστιν η µιµησις της ταπεινωσεως σου, ιν᾿ ωσπερ επαθες αυτος αναµαρτητος πελων, ουτως ηµεις υποισωµεν αµαρτησαντες παντα, και πειρασµους και διωγµους και µαστιγας και θλιψεις και τελευταιον θανατον παρα των παρανοµων. Συ δαιµοναν γαρ ηκουσας και πλανος ενοµισθης αθεοις και αντιθεος και παραβατης νοµου. Συ ως κακουργος συλληφθεις και δεθεις µονος ηχθης, παντων καταλιποντων σε µαθητων τε και φιλων. Συ και παρεστης τω κριτη ως κατακριτος, Λογε, (284) και κρισιν, ην εξηνεγκε κατα σου, κατεδεξω. Συ και λαλησας ραπισµα παρα δουλου υπεστης και σιωπησας θανατος ευθυς κατεδικασθης. Οι λογοις σου γαρ µαχαιρα τοις ανοµοις υπηρχον, η σιωπη δε, βασιλευ, καταδικης αιτια˙ διο µη φεροντες οραν σε τον δικαιον µονον οι αδικοι θανατω σε παρεδωκαν αισχιστω. Οθεν ετυφθης κεφαλην και ακανθαις εστεφανωθης, χλαιναν τε κοκκινην ενεδυσω. Ενεπτυσθης το προσωπον, οιµοι, και ενεπαιχθης, Χαιρε! ακουσας παικτικως, βασιλευ, υπ᾿ Εβραιων. Συ τον σταυρον εβαστασας, Σωτερ, επι των ωµων και προσεπαγης εν αυτω ανυψωθεις, Θεε µου. Χειρας ηλωθης ποδας τε, και οξος εποτισθης και την πλευραν ενυγης σου τη λογχη, πανοικτιρµον. Ταυτα η γη µη φερουσα εκλονειτο τω φοβω και τους νεκρους τους εν αυτη απεδιδου εν ταχει˙
ο ηλιος εις αιµα δε µετεστραφη ορων σε και η σεληνη ζοφωσιν ενεδυσατο τοτε. Το καταπετασµα του ναου του τοτε διεσχισθη απο των ανω γεγονος δυο εως των κατω, και ουδεν οι παρανοµοι τουτων συνηκαν ολως, αλλα και ταφω κειµενον φυλακας εφιστασι και τον λιθον σφραγιζουσι σε κατασχειν δοκουντες. Συ ουν ανεστης, ∆εσποτα, ιδια εξουσια και τας σφραγιδας ελιπες σωας τοις παραβαταις˙ αγγελων παρουσια δε εκυλισε τον λιθον (285) και τους εκει φυλασσοντας κατεπληξε τω φοβω, και ουκ ηθελησεν ποσως του συνιεναι ολως, αλλ᾿ εµειναν τυφλωττοντες τον νουν και την καρδιαν πεπωρωµενην την αυτων εχοντες µεχρι τελους. Τι ουν υπαρχει µεγα µοι, ει ταυτα καγω παθω, απερ αυτος συ πεπονθας αναµαρτητος πελων υπερ του κοσµου, ∆εσποτα, ινα τον κοσµον σωσης, ο αµαρτησας παµπολλα εκ νεας ηλικιας και παροργισας σε, Χριστε, εν εργοις τε και λογοις; Μεγα µοι οντως, µαλλον δε και υπερ πασαν δοξαν, οτι µε µετοχον ποιει δοξης σου της αρρητου η κοινωνια των παθων, η µιµησις των εργων, και προξενος θεοτητος η ταπεινωσις πελει η ση τοις µετα γνωσεως ταυτην µετερχοµενοις. Ευχαριστω σοι, ∆εσποτα, πασχων µαλλον αδικως, ει δε δικαιως, εστω µοι εις εκτισιν πταισµατων, εις καθαρσιν αµετρων µου, Χριστε, πληµµεληµατων, και µη εασης µοι ποτε πονους επενεχθηναι υπερ δυναµιν, ∆εσποτα, η πειρασµους η θλιψεις, αλλα αει µοι χαρισαι την εκβασιν, Θεε µου, και την ισχυν του δυνασθαι υπενεγκειν τας λυπας. Συ γαρ υπαρχεις των καλων ο παροχευς αρχηθεν τοις εκ ψυχης προσπιπτουσι τω σω κρατει αξιως, της πιστεως, των εργων τε και των χρηστων ελπιδων παρεχων τα χαρισµατα, τας δωρεας τε πασας του Θειου και προσκυνητου Πνευµατος σου, οικτιρµον, νυν και αει και παντοτε εις αιωνας αιωνων,
αµην.
ΛΖ’. ∆εησις και προσευχη του αυτου προς Θεον της εκεινου ενεκα βοηθειας (286) ∆εσποτα Χριστε, ∆εσποτα ψυχοσωστα, ∆εσποτα Θεε παντων των ορωµενων αορατων τε δυναµεων, ως κτιστης των εν ουρανω παντων, των υπερανω του ουρανου τε και ουρανων απαντων, των υπο γην τε και των εν γη ωσαυτως! Συ ει Κυριος τουτων, Θεος τε και ∆εσποτης, συ τη χειρι σου περικρατεις την κτισιν, οτι εν αυτη περιεχεις τα παντα. Χειρ σου, ∆εσποτα, δυναµις η µεγαλη, η το θεληµα του σου Πατρος πληρουσα και δηµιουργει, εργαζεται και κτιζει και οικονοµει τα καθ᾿ ηµας αρρητως˙ αυτη ουν καµε νυνι παραγαγουσα εκ του µη οντος πεποιηκε του ειναι, οε και γεγονως ηµην εν τωδε κοσµω αγνοων ολως σε, τον καλον ∆εσποτην, σε, τον κτιστην µου, σε, ω δηµιουργε µου, και ωσπερ τυφλος υπηρχον εν τω κοσµω και ως αθεος, αγνοων τον Θεον µου. Αυτος ουν ελεησας και επεσκεψω (287) και επεστρεψας λαµψας εν σκοτει φως µοι και ελκυσας µε προς εαυτον, ω πλαστα, εξαγαγων τε εκ κατωτατου λακκου, σκοτους των παθων, σκοτους του βαθυτατου επιθυµιων και ηδονων του βιου εξειξας οδον, δεδωκας οδηγον µοι προς τας εντολας τας σας καθοδηγουντα. Ω ακολουθων αφροντις διετελουν, εχαιρον χαραν ου λαλουµενην, Λογε,
ορων κατα ποδας σου ακολουθουντα και προσοµιλουντα σοι πολλακις τουτον. Αλλα και βλεπων σε, τον καλον ∆εσποτην, τω οδηγω µου και πατρι συµπαροντα αφραστον ειχον αγαπην τε και ποθον, υπερ πιστιν τε και ελπιδα υπηρχον και˙ Ιδου, ορω τα µελλοντα, ελεγον, και των ουρανων παρεστι βασιλεια και τα αγαθα α οφθαλµος ουκ ειδεν, ους ουκ ηκουσε, προ οφθαλµων µου βλεπω, εχων τε αυτα και τι πλεον ελπισω, η την πιστιν µου εν αλλοις ποιοις δειξω; Μειζον γαρ αλλο υπερ ταυτα ουκ εσται. Εν τουτοις οντος και τουτοις εντρυφωντος ελαβες εκ γης τον πατερα µου, οιµοι, ηρας οδηγον εµον εξ οφθαλµων µου, ω φιλανθρωπε, και κατελιπας µονον, παντως ορφανον, παντως µεµονωµενον, παντως εκ παντων αβοηθητον οντα, και ποιµνης, οιµοι, προστατην και ποιµενα, τον ως αληθως απροστατευον ξενον εστησας αυτος τοις κριµασιν, οις οιδας. (288) ∆ια τουτο σε αρτι καθικετευω, αρτι δεοµαι, αντιβολω προσπιπτων˙ µη αποστραφης, µη µε εγκαταλιπης µηδε αφης µε, ω ∆εσποτα µου, µονον! Οιδας της οδου την δυσβατον πορειαν, οιδας των ληστων την καθ᾿ ηµων µανιαν, οιδας την πληθυν των πονηρων θηριων, οιδας την εµην ασθενειαν, Χριστε µου, και την αγνοιαν, ην ως ανθρωπος εχω. Πλην ουδ᾿ ανθρωπος ολως δοκω υπαρχειν, αλλα ανθρωπων πολυ απολιµπανειν˙ κατα παντα γαρ παντων εσχατος πελω και ελαχιστος ειµι οντως ανθρωπων παντων. Επιχεε µοι, βασιλευ και Θεε µου, το ελεος σου, εξαιτουµια, το µεγα,
ινα τα εµα υστερηµατα, Σωτερ, και ελλειµατα τουτο αναπληρωση και σωον ολον ανθρωπον µε ποιηση υστερουµενον ουδεν των αναγκαιων και ουτω στηση ενωπιον σου, Λογε, ακατακριτον, αµεµπτον µε σον δουλον, ανυµνουντα σε εις αιωνας αιωνων, αµην. ΛΗ’. Περι θεολογιας˙ και οτι ο νους της υλης των παθων καθαρθεις αΰλως τον αϋλον και αορατον καθορα. (289) Ποιαν οδον οδευσοιµι, ποιαν εκκλινω τριβον; Ποιαν ανελθω κλιµακα, ποιαν εισελθω πυλην η πως ανοιξω θυραν δε και ποιου κουβουκλιου; Οποιας δε και ποταπης ενδον οικιας ευρω τον εν χειρι τα συµπαντα και παλαµη κρατουντα; Ορος εις ποιον αναβω, εκ ποιου τε του µερους και ποιον αρα σπηλαιον εκεισε ψηλαφησω η ποιον ελος διελθων τον πανταχου παροντα και αληπτον τυγχανοντα αορατον τε οντα του κατιδειν αξιωθω και κατασχειν, ο ταλας; Εις ποιον αδην καταβω, εις ουρανον δε ποιον ανελθω και εις εσχατα ποιας θαλασσης αρα γενοµενος ευρησαιµι τον απροσιτον παντη, τον παµπαν απεριγραπτον, αφηλαφητον ολον, το αϋλον εν υλικοις, τον κτιστην εν τη κτισει, τον αφθαρτον εν τοις φθαρτοις, ειπε µοι, πως ευρησω; Πως δ᾿ εξω κοσµου γενωµαι, ο τυγχανων εν κοσµω, πως τω αΰλω συναφθω, ο συνηµµενος υλη; Πως τω αφθαρτω συµπλακω, φθαρτος ολος υπαρχων, ο εν θανατω τη ζωη πως ολως πλησιασω, τω αθανατω ο νεκρος τως αρα προσπελασω; Ο χορτος ολος τω πυρι πως προσψαυσαι τολµησω; (290) Αλλ᾿ οµως αρτι ακουε των απορρητων λυσιν! Προ του γενεσθαι ουρανον, προ του γην παραχθηναι
Θεος υπηρχεν, η Τριας, µονος µεµονωµενος, φως αναρχον, φως ακτιστον, φως αφραστον εις απαν, οµως Θεος αθανατος, ατελευτητος, µονος, αΐδιος, αιωνιος, αγαθωτατος αγαν. Νοει καλως µονον Θεον εν αρχη την Τριαδα υπεραναρχως ουσαν µεν, υπερ αρχην τε πασαν ανεικαστον, αµετρητον υψει, βαθει και πλατει, του τε µεγεθους και φωτος περας µη κεκτηµενον. Ουκ ην αηρ, καθαπερ νυν, ουκ ην σκοτος ουδ᾿ ολως, ου φως, ουχ υδωρ, ουκ αιθηρ, ουκ αλλο τι των οντων˙ πνευµα δε µονον ο Θεος, φωτοειδες εις απαν, οµου τε παντοδυναµον και αϋλον υπηρχεν. Εποιησεν αγγελους δε, αρχας και εξουσιας, τα Χερουβιµ και Σεραφιµ, κυριοτητας, θρονους και τα ακατονοµαστα ταγµατα λειτουργουντα αυτω και παρισταµενοα εν φοβω τε και τροµω. Υστερον δε παρηγαγεν ουρανον ως καµαραν, υλικον και ορωµενον, αισθητον και παχυν τε και εν ριπη εξετεινε τουτον, ως ειδε µονος. Γην τε οµου και υδατα και απασας αβυσσους µεσον αυτου εν τω αυτω εννοηµατι µονω πεποιηκεν, οια και νυν παντα ηµιν ορωνται. Και εµεινεν, ενδον το φως το αϋλον µη εχων, ο ουρανος εκτανυσθεις αισθητος , καθως ειπον, ου περιεκοψε φωτος αΰλου λαµπηδονας. Ενυλος γαρ, ως ειρηται, ων, των αΰλων εξω, ου τοπω παντως, φυσει δε ευρεθη και ουσια. Ενυλων γαρ ο αϋλος εστι κεχωρισµενος, (291) ουκ εχων τοπον ιδιον, απεριγραπτος γαρ ων˙ αυτος λογω τα συµπαντα εν εαυτω παραγει και φυσει εστι των κτιστων παντη κεχωρισµενος και φερων παντα εν αυτω εξω εστι των παντων. Ωσπερ γαρ νους και αγγελος τοιχοις και θυραις εξω οικιας ουκ απειργονται ουδε κρατουνται ενδον, ουτως ο τουτων ποιητης ολως ουκ εξω πελει, ουκ ενδοθεν του ουρανου ουδ᾿ εν ετερω τοπω, αλλ᾿ εστι παντως πανταχου Θεος κεχωρισµενος
ενυλων παντων και κτιστων υπ᾿ αυτου παραχθεντων. Εγενετο ουν ουρανος ενυλος και διεστη τη φυσει, καθως ειρηται, του φωτος του αΰλου και εµεινε διχα φωτος, οικος καθαπερ µεγας. Ο δε ∆εσποτης του παντος τον ηλιον ανηψε και την σεληνην, αισθητοις αισθητως οπως λαµπη, δεδωκε δε και εν χερσι φως εν νυκτι του φαινειν, απο σιδηρου λιθου τε τικτοµενον αρρητως. Εκεινος δε παντος φωτος εστι κεχωρισµενος, υπερφωτος, υπερλαµπρος, αστεκτος παση κτισει˙ ως γαρ ηλιου λαµποντος ου φαινονται τα αστρα, ουτως, ει λαµψαι βουληθη ηλιου ο ∆εσποτης, ουχ υποστησεται πας ζων ανατολην την τουτου. ∆ιο συνεζευξε τον νουν τω χοΐ τω ενυλω και εν ενυλοις τεθηκεν ηµας ανθρωπους παντας, ιν᾿ εν βεβαια πιστει γε και εντολων τηρησει τον, ονπερ συνεχεαµεν παραβασεως ζοφω, νουν αϋλον εν υλικων παθων επιθυµια και γευσει τη των ηδονων εκκαθαραντες αυθις, το αϋλον εν υλικοις αΰλως καθορωµεν φως, οπερ ειπον, οτι ην Θεος υπεραναρχως, αορατον τοις αισθητοις οφθαλµοις και ενυλοις, (292) απροσιτον τοις νοεροις οµµασι της καρδιας. Θαυµαζω γαρ πως η ψυχη, ολη αϋλος ουσα και νοερον τον του νοος οφθαλµον κεκτηµενη, ωσπερ θυρισι γε δυσιν αισθητως κεχρηµενη του σωµατος τοις οφθαλµοις παρακυπτουσα βλεπει δι᾿ αυτων παντα ορατα και παλιν υποστρεφει, τα νοητα και αϋλα αΰλως καθορωσα, µεσον δ᾿ αφθαρτων και φθαρτων αρρητως κρατουµενη˙ υπο µεν των καθελκεται προς ηδονας, προς παθη, υπο δε των προς ουρανον πτερουµενη εκεισε µενειν µεν εκβιαζεται, κατασπαται δε οµως και παλιν αναφερεσθαι αει θερµως σπουδαζει αεροβαµων θελουσα ειναι εξ ορωµενων. Ως γαρ παγιδας βλεπουσα τα εν τω κοσµω παντα φοβειται ολως εν τη γη πατησαι η καθισαι,
ινα µη παντως εµπαγη κρατηθεισα εν τουτοις και γενηται καταβρωµα θηριων ανηµερων. Τοιουτος ο των ευσεβων και πιστων και αγιων απαντων βιος, ονπερ χρη εκµιµεισθαι τους παντας, ινα και συν αυτοις Χριστω, Θεω, κριτη των παντων αµεµπτως παραστησονται και κοινωνοι της δοξης και βασιλειας της αυτου εσονται εις αιωνας, αµην. ΛΘ’. Οτι ο ποθος και η προς Θεον αγαπη υπερβαινει πασαν αγαπην και παντα ποθον ανθρωπινον˙ βαφεις δε ο νους των καθαιροµενων εν τω φωτι του Θεου ολος θεουται και νους εκειθεν χρηµατιζει Χριστου. (293) Αµηχανον το καλλος σου, ασυγκριτον το ειδος, η ωραιοτης αφατος, υπερ λογον η δοξα, το ηθος, ∆εσποτα Χριστε, το αγαθον και πραον των γηγενων υπερκειται τας εννοιας απαντων, και δια τουτο ο προς σε ποθος και η αγαπη πασαν αγαπην των βροτων υπερνικα και ποθον. Καθ᾿ οσον γαρ υπερκεισαι των ορωµενων, Σωτερ, κατα τοσουτον ο προς σε ποθος υπαρχει µειζων και συγκαλυπτει απασαν ανθρωπινην αγαπην και ερωτας των σαρκικων ηδονων αποτρεπει, επιθυµιας πασας δε αποκρουεται ταχος˙ σκοτος γαρ οντως των παθων επιθυµια πελει και νυξ βαθεια των αισχρων αµαρτιων η πραξις, φως δε ο ερως ο προς σε και η αγαπη, Σωτερ. ∆ιο εξανατελλουσα εν ψυχαις φιλοθεοις ευθυς ηµεραν εµποιει απαθειας, Θεε µου, αποδιωκουσα παθων και ηδονων το σκοτος˙ ω θαυµα, ω παραδοξον εργον Θεου υψιστου και µυστηριων δυναµις των κρυπτως τελουµενων! Συ και τα αφθαρτα ηµιν και τα φθαρτα χαριζη, συ και τα γηϊνα, Θεε, συν τοις επουρανιοις, (294) τα ενεστωτα τε οµου και τα µελλοντα, Λογε,
ως παντων παντως ποιητης, ως εχων εξουσιαν των ουρανιων, ∆εσποτα, και των καταχθονιων˙ και πως ηµεις οι αθλιοι αγαπωµεν ανθρωπους υπερ σε πλεον και αυτοις δουλουµεθα αθλιως, ινα µικρα ληψοµεθα και φθαρτα παρ᾿ εκεινων και αυτοις εκδιδοαµεν ψυχας ηµων αθλιας και σωµατα ως ατιµα σκευη του καταχρασθαι; Και µελη οντες, ∆εσποτα, σου του παντων ∆εσποτου αγιου, παντως αγια αυτοκρατους ∆εσποτου, τοις πονηροις ου φριττοµεν δαιµοσιν αυθαιρετως ριπτειν αυτους εις ατιµα της αµαρτιας εργα; Τις ουν µη κλαυση των πιστων και γνησιων σου δουλων, τις µη θρηνηση της πολλης αυθαδειας την τολµαν; Τις δε µη φριξη την πολλην ανοχην σου, Θεε µου, τις µη τροµαση κρισεως ανταποδοσιν θειας, το αστεκτον και ασβεστον πυρ, οιµοι, το της γεεννης, ενθα κλαυθµος τε και βρυγµος υπαρχει των οδοντων και πονος απαρακλητος και αφραστος οδυνη; Αλλ᾿, ω ηλιε ηλιου και σεληνης, αστερων παντων και φωτος και παντος αλλου κτιστα, τουτων εξω µε κρυψον εν τω φωτι σου, ινα µονον σε βλεπων εν τω φωτι σου κοσµον µη ορω µηδε τα εν τω κοσµω, αλλα βλεπων εσοµαι ως µη βλεπων και ακουων ως µη ακουων, Λογε, και καθωσπερ πασχουσιν οι εν τω σκοτει καθεζοµενοι των ηδονων του βιου, φιλοδοξιας σκοτει κεκαλυµµενοι, βλεποντες ου βλεπουσι δοξαν σου θειαν (295) και ακουοντες ου συνιουσιν ολως τας εντολας σου και τα προσταγµατα σου, ουτως καγω εσοµαι εν τω φωτι σου µη βλεπων κοσµον µηδε τα εν τω κοσµω. Τις γαρ ιδων σε και αστραφθεις αισθησεις εκ της δοξης σου, εκ φωτος σου του θειου, ουκ ηλλοιωθη νουν, ψυχην και τας φρενας, και βλεπειν αλλως και ακουειν ωσαυτως,
Σωτερ, κατηξιωται πανεξαισιως; Εµβαπτεται γαρ ο νους εν τω φωτι σου και λαµπρυνεται και φως αποτελειται οµοιον της δοξης σου, και νους καλειται σος ο τοιουτος αξιωθεις γενεσθαι, και νουν εχειν σον τοτε καταξιουται και εν µετα σου γινεται αχωριστως˙ και πως µη βλεπει ωσπερ συ και ακουει παντα απαθως; Πως δε επιθυµησει Θεος γεγονως αισθητου τινος ολως ρευστου και φθαρτου πραγµατος ειτε δοξης, ο υπερανω γεγονως τουτων παντων και υπερ πασαν δοξαν την ορωµενην; Υπερανω γαρ παντων των ορωµενων ο γενοµενος και Θεω πλησιασας, µαλλον δε Θεος και αυτος χρηµατισας, πως εν των κατω κειµενων δοξαν ολως η τρυφην θελησειεν επιζητησαι; Ταυτα γαρ αυτω αισχυνη οντως πελει, υβρις, εξουδενωσις και ατιµια. ∆οξα δε αυτω και τρυφη τε και πλουτος Θεος, η Τριας, και τα Θεου και θεια, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και κρατος αει τε και νυν και εις παντας αιωνας, αµην. Μ’. Οµολογια της χαριτος των του Θεου δωρεων˙ και οπως ο ταυτα γραφων πατηρ υπο του Αγιου ενηργειτο Πνευµατος˙ και διδασκαλια ρηθεισα υπο Θεου, του τι δει ποιουντα τινα, της των σωζοµενων σωτηριας τυχειν. (296) Παλιν εκλαµπει µοι το φως, παλιν τρανως οραται, παλιν ανοιγει ουρανους, παλιν τεµνει την νυκτα, παλιν παραγει απαντα, παλιν οραται µονον, παλιν απαντων εξω µε ποιει των ορωµενων, των αισθητων ωσαυτως δε, βαβαι, αποχωριζει.
Παλιν ο παντων ουρανων υπερανω τυγχανων, ονπερ ουδεις εωρακε πωποτε των ανθρωπων, µη διανοιγων ουρανους, µη διατεµνων νυκτα, µηδε αερα διϊστων µηδε στεγην οικιας ατοµως ολος µετ᾿ εµου γινεται, του αθλιου, ενδοθεν του κελλιου µου, ενδοθεν του νοος µου και µεσον της καρδιας µου, ω φρικτου µυστηριου! Μενοντων παντων ως εισι, παραγινεται προς µε το φως και αναφερει µε των παντων υπερανω, και µεσον παντων οντων µε εξω ποιει παντων. Ουκ οιδα ει και σωµατι, τεως δ᾿ εκεισε ολος επ᾿ αληθειας γινοµαι, ενθα φως εστι µονον, απλουν, ο βλεπων γινοµαι απλους τη ακακια. Ταυτα σου τα παραδοξα, Χριστε µου, των θαυµατων, (297) ταυτα της δυναστειας σου και της φιλανθρωπιας τα εργα, απερ εις ηµας ποιεις τους αναξιους˙ δια τουτο ουν φοβος σου συνεχει µε και τρεµω και µεριµνω διηνεκως και δαπανωµαι σφοδρα, το τι ανταποδωσω σοι, το τι σοι προσενεγκω αντι τοσουτων δωρεων, τοσαυτης ευσπλαγχνιας, αναριθµητων δωρεων, ων εις εµε ειργασω. Μηδεν δ᾿ ευρισκων εν εµοι, µηδεν εµον εν βιω, αλλα τα παντα δουλα σα, εργα παντα χειρων σου, µειζονως καταισχυνοµαι, µειζονως οδυνωµαι, µειζονως, Σωτερ, δυσωπω µαθειν, τι δει ποιησαι, ινα και θεραπευσω σε, ινα ευαρεστησω, ιν᾿ ευρεθω ενωπιον ακατακριτος, Σωτερ, του βηµατος σου του φρικτου εν ηµερα της δικης. Ακουσον τι ποιησειε πας ο µελλων σωθηναι, µαλλον δε πρωτος παντων συ ο και παρακαλων µε. Σηµερον, δοξον, τεθνηκας, σηµερον απεταξω, σηµερον κοσµον απαντα νοµισον καταλειψαι! Σηµρον φιλους, συγγενεις, δοξαν µαταιαν πασαν αφεις οµου απαρνησαι και µεριµναν των κατω και επι ωµων τον σταυρον αρον, σφοδρως τε σφιγξον και µεχρι τελους βαστασον των πειρασµων τους πονους, οδυνας τε των θλιψεων και λυπηρων τους ηλους
περιχαρως καταδεξαι, ωσπερ στεφανον δοξης, των υβρεων ταις λογχαις δε βαλλοµενος καθ᾿ ωραν και λιθαζοµενος σφοδρως απασαις ατιµιαις δακρυα αντι αιµατος προχεων εση µαρτυς, και εµπαιγµους και ραπισµους φερων παντευχαριστως της εµης εση κοινωνος θεοτητος και δοξης. Εαν δε παντων εσχατον σεαυτον αποδειξης και δουλον και διακονον, πρωτον εκεινων παντων υστερον αποδειξω σε, καθαπερ υπεσχοµην. (298) Ει αγαπησεις τους εχθρους και παντας τους µισουντας, των επηρεαζοντων τε εκ ψυχης υπερευξη και αγαθοποιησειας τουτους κατα το δυνατον σοι, οµοιος ον τως γεγονας του υψιστου πατρος σου και την καρδιαν καθαραν κτησαµενος εκ τουτων εν ταυτη οψει τον Θεον, ον ουδεις ποτε ειδεν. Ει δε και διωχθηναι σε υπερ δικαιοσυνης γενηται, τοτε σκιρτησον, οτι η βασιλεια των ουρανων ση γεγονε, και ποιον τουτου µειζον; Ταυτα και τουτων πλειονα, απερ ενετειλαµην, πραξον και αλλους διδαξον, και συ και παντες αλλοι οι εις εµε πιστευοντες, ει βουλοισθε σωθηναι και συν εµοι αυλιζεσθαι εις αιωνας αιωνων. Ει δε γε απαναινεσθε και δυσανασχετειτε, αισχυνην τε λογιζεσθε ταυτα και ατιµιαν παθειν και θειναι τας ψυχας υπερ των εντολων µου, τι και αιτεισθε του µαθειν πως δει υµας σωθηναι εν ποιαις τε ταις πραξεσιν εµοι οικειωθηναι; Τι δε µε και Θεον υµων ονοµαζετε ολως, τι και πιστευειν οιεσθε εις εµε ασυνετως; Εγω γαρ ταυτα δι᾿ υµας επαθον εκουσιως˙ εσταυρωθην, απεθανον θανατον των κακουργων, και δοξα κοσµου γεγονε, ζωη τε και λαµπροτης, και νεκρων εξαναστασις και καυχηµα απαντων των πιστευσαντων εις εµε τα εις εµε ονειδη, και ο ασχηµων θανατος ενδυµα αφθαρσιας και αληθους θεωσεως πασι πιστοις υπηρξε. ∆ιο και οι µιµουµενοι τα εµα σεπτα παθη
συµµετοχοι υπαρξουσι και της θεοτητος µου (299) και βασιλειας της εµης εσονται κληρονοµοι, συγκοινωνοι τε αγαθων αφραστων, απορρητων γενησονται˙ και συν εµοι εσονται εις αιωνας. Τους δ᾿ αλλους τις µη κλαυσει γε, τις αυτους µη θρηνησει, τις µη σταλαξει δακρυον εκ συµπαθους καρδιας, τις µη πενθησει την αυτων πολλην αναισθησιαν, οτι αφεντες την ζωην εαυτους τω θανατω παραδεδωκασι Θεου δεινως απορραγεντες; Ων της µεριδος ρυσαι µε, ∆εσποτα των απαντων, και κοινωνον γενεσθαι µε παθων σου των αχραντων αξιωσον τον ευτελη και εσχατον σου δουλον, οπως - ως ειρηκας, Θεε – και κοινωνος υπαρξω της δοξης σου και της τρυφης των αγαθων σου, Λογε, νυν µεν ως εν αινιγµατι και τυπω και εσοπτρω τοτε δε επιγνωσοµαι, οσον και επεγνωσθην, αµην. ΜΑ’. Ευχαριστια προς Θεον υπερ των παρ᾿ αυτου γεγονοτων ευεργεσιων και αιτησις του µαθειν, τινος χαριν οι τελειοι γεγονοτες υπο των δαιµονων παραχωρουνται πειραζεσθαι˙ και περι των αποτασσοµενων τω κοσµω διδασκαλια και υποτυπωσις ρηθεισα παρα Θεου. (300) Γινωσκεις την πτωχειαν µου, οιδας την ορφανιαν, επιστασαι την µονωσιν, ορας το ασθενες µου και την αδυναµιαν µου, ο πλασας µε Θεος µου ουκ αγνοεις, αλλ᾿ εφορας και τα παντα γινωσκεις. Ιδε καρδιαν ταπεινην, ιδε συντετριµµενην, ιδε εν απογνωσει µε εγγιζοντα, Θεε µου, και δος αφ᾿ υψους χαριν σου, δος Πνευµα σου το Θειον. ∆ος τον Παρακλητον, Σωτερ, πεµψον, καθως υπεσχου, αποστειλον καµοι και νυν τω προσκαθεζοµενω εν υπερωω, ∆εσποτα, υπερανωθεν οντως παντος γηΐνου πραγµατος, εξω παντος του κοσµου και σε ζητουντι και το σον Πνευµα εκδεχοµενω.
Μη ουν βραδυνης, ευσπλαγχνε, µη παριδης, οικτιρµον, µη επιλαθη του ψυχη ζητουντος σε διψωση. Μη µε στερησης της ζωης τον αναξιον ταυτης µηδε βδελυξη µε, Θεε, και µη εγκαταλιπης. Τα σπλαγχνα σου προβαλλοµαι, το ελεος προτεινω και την φιλανθρωπιαν σου µεσιτιν σοι προσφερω. (301) Ουκ εκαµον, ουκ επραξα δικαιοσυνης εργα, ουδεποτε ετηρησα µιαν των εντολων σου, αλλα ασωτως απαντα τον βιον µου µετηλθον, πλην αυτος ου παρειδες µε, αλλα ζητησας ευρες πλανωµενον, επεστρεψας εκ της οδου της πλανης και επ᾿ αχραντους ωµους σου φωτι της χαριτος σου επανεβιβασας, Χριστε, εβαστασας, οικτιρµον, και κοπου µε ουκ ειασας ολως επαισθανθηναι, αλλ᾿ επαναπαυοµενον ως εν οχηµατι µε κουφως οδευσαι δεδωκας τας οδους τας τραχειας, εως αποκατεστησας µανδρα των σων προβατων, εως συνηνωσας τοις σοις και κατεταξας δουλοις. Κηρυττω σου τον ελεον, υµνω την ευσπλαγχνιαν, ευχαριστων θαυµαζω σου χρηστοτητος τον πλουτον˙ ανακληθεις δε παρα σου, ως ειρηται, Θεε µου, και νυν υπαρχων, ως δοκω, ολος δεδουλωµενος, προσηλωµενος τω φωτι και σοι κεκολληµενος, κρατουµενος τω ποθω σου, δεδεµενος αγαπη, εξαπορω, εκπληττοµαι και γινωσκειν ουκ εχω˙ πως αρα θλιψις απτεται ψυχης µου της αθλιας, πως λυπη επεισερχεται, πως ολον µε ταραττει, πως µε της σης αποστερει γλυκυτητος, Θεε µου, και της χαρας χωριζει µε η των γηΐνων θλιψις; Τι µε τοσουτον πταισαντα και εξηµαρτηκοτα η τι σε παροργισαντα επι πλειον, Χριστε µου, καταλιµπανεις, αγαθε, του λυπεισθαι µειζονως υπερ το πρωην, οτε ην εµπαθης η ψυχη µου; Ειπε και διδαξον µε νυν κριµατων σου το βαθος, ειπε και µη βδελυξη µε αναξιως λαλουντα, ο παλαι συνεσιαθεις αµαρτωλοις και πορναις (302) και συνδειπνησας, ∆εσποτα, ασωτοις και τελωναις.
Προς ταυτα ο ∆εσποτης µοι απεκριθη και ειπεν˙ Εγω απο του κοσµου σε ως νηπιον βαστασας εν ταις αγκαλαις εφερον – παντως ο λεγω οιδας -. Εγω και εσπαργανουν σε ολον µελεσι πασι και γαλακτι εξετρεφον υπερ βρωσιν και ποσιν - αφραστα γαρ τα κατ᾿ εµε, ανερµηνευτα παντη - , παιδαγωγω τε δεδωκα – τινα ον λεγω οιδας – και ως παιδιον σε µικρον αυξανοντα καθ᾿ ωραν εξυπηρετησε καλως, ανεθρεψεν αξιως. Προσηβος ηδη γεγονας, και δη και νεανισκος˙ ουκ αγνοεις δε και αυτος αει συν σοι µε οντα και συναυξανοντα εν σοι και περισκεποντα σε, εως πασας διηµειψας καλως τας ηλικιας. Νυν ουν ουχι ενηλικος, ανηρ δε µαλλον οντως γενοµενος και τελειος προς γηρας ηδη κλινας, πως βουλει, ωσπερ νηπιος, νυν αγκαλοφορεισθαι, πως αιτεις σπαργανουσθαι σε και βασταζεσθαι παλιν; Πως γαλακτι εκτρεφεσθαι υπο παιδαγωγω τε ειναι σε; Ουκ ερυθριας ταυτα λεγειν, ειπε µοι; Ανηρ υπαρχων αλλοις συ υπηρετει και τρεφε και τα προς αυξησιν αυτων επιτηδευε παντα. Προς τους εχθρους ανθιστασο και πληττοµενος πληττε. Οιδας εχθρους ους λεγω σοι, δαιµονων παραταξεις. Λαµβανων κρουε αφειδως, πιπτων παλιν εγειρου, τοις πεµποµενοις βελεσι βαλλειν αυθις µη φειση τους βαλλοντας και κατα σου ταυτα µηχανωµενους, αλλα ανελπιστια σε τιτρωσκοντες εκεινοι ελπιδι τιτρωσκεσθωσαν εκ σου εκπεµποµενη, οργη δε σε πυγµιζοντες και θυµω συνωθουντες υπο πραοτητος της σης ραπιζεσθωσαν οψεις, εξωθεν εκβαλλεσθωσαν, πορρω της σης οικιας. (303) Μη γαρ, ως ειπον, νηπιον η παιδιον τυγχανεις, µη γαρ αδυναµια σοι ψυχης και νυν υπαρχει, µη γαρ εξασθενη σου νους αρτι προς αντιστασεις; Οιδας και φευγειν τους εχθρους και νικαν αυτους παλιν και πολεµων γαρ εχεις µε συνεργον και προστατην και φευγων σκεπην κραταιαν, οχυραν κεκτησαι µε˙
και λυπει σε των εν γη, ποιον τουτων, ειπε µοι; Χρυσιον η αργυριον η λιθοι των τιµιων; Και τις εµου λαµπροτερος η τις εκλαµπων πλεον η ποιος λιθος, ως εγω, ατιµητος εις απαν; Χωριων δε σε στερησις η ενδεια του σιτου ειτε του οινου εκλειψις εκταρασσουσιν ολως; Και τις αλλος παραδεισος οιος εγω τυγχανει η γη των κατω και ρευστων ως η γη των πραεων; Ποιος δε αρτος ετοιµος η οινος εν τω κοσµω οια η χαρις η εµη, οιον Πνευµα το Θειον, οιος ο αρτος της ζωης, ονπερ εγω παρεχω, το σωµα και το αιµα µου, τοις καθαρα καρδια και πιστει αδιστακτω µε µετα φοβου και τροµου εσθιουσι και πινουσι νοερως αισθητως τε; Ποια τρυφη, ποια χαρα, ποια δοξα, ειπε µοι, µειζων υπαρχει επι γης, ως εµε µονον βλεπειν, εµε ως εν αινιγµατι ενοπτριζεσθαι µονον, εµου της δοξης καθοραν την απαυγην και µονην και δι᾿ αυτης διδασκεσθαι ταυτα και πλειω τουτων ακριβως, οτι Θεος κτιστης εγω των παντων, ειδεναι και κατανοειν, οτι µοι κατηλλαγη ανθρωπος καθεζοµενος εν λακκω κατωτατω, αµεσως τε προσοµιλει φιλος ωσπερ προς φιλον (304) µισθιου ταξιν υπερβας και δουλειας τον φοβον, ακαµατι δουλευων µοι, αγαπη θεραπευων, υπακοη των εντολων προσοικειουµενος µοι. Ου λεγω των µισθωτικως εµοι εκδουλευοντων ουδε των παλιν δουλικως εµοι προσερχοµενων, αλλα των φιλων και γνωστων και υιων µου τας πραξεις˙ αιτινες και πεφυκασιν αυται, γραφε συντοµως. Το παντων ευτελεστερον ηγεισθαι των εν κοσµω ου µονον των συνασκητων και κοσµικων ανθρωπων, αλλα γε και των εθνικων εαυτον οντως χειρω˙ το εκπτωσιν λογιζεσθαι ζωης της αιωνιου µιας παραβασιν µικραν εντολης ελαχιστης˙ το τα παιδια τα µικρα ωσπερ τελειους ανδρας καθοραν τε και προσκυνειν καθαπερ τους ενδοξους˙
το τοις τυφλοις ωσαυτως δε την τιµην απονεµειν ως ανωθεν ορωντος µου παντων ανθρωπων πραξεις και ταυτα δι᾿εµε ποιειν, απερ και παλιν γραφε. Το µη εχειν κατα τινος ολως εν τη καρδια µεχρι ψιλης κινησεως η µικρας υπονοιας˙ το ευχεσθαι απο ψυχης µετα πονου καρδιας εκ συµπαθειας τους εις σε αµαρτανοντας παντας, ωσαυτως και τους εις εµε τα τοιαυτα τολµωντας, µετα δακρυων εξαιτων επιστροφην την τουτων˙ το ευλογειν µεθ᾿ αµα δε τους σε καταρωµενους και επαινειν τους φθονω σε αει λοιδορουµενους και τους επηρεαζοντας ως ευεργετας εχειν, τους δε µη καθυπεικοντας µηθ᾿ υπακουοντας σου, ως ολως αρνουµενους µε τον εαυτων ∆εσποτην, θρηνειν και κλαιειν συνεχως˙ ους νουθετων µη παυση. Ο γαρ υµας δεχοµενος εµε δεχεται, ειπον, και ο ακουων δε υµων παντως εµου ακουει˙ (305) ο δε µη τροµω τους υµων λογους και παραινεσεις δεχοµενος και εκπληρων αυτους µεχρι θανατου, ου µη µου κοινωνησειε δοξης της αιωνιου, ου µη καταγησεται συν τω εσταυρωµενω, εµοι τω υπακουσαντι Πατρι µεχρι θανατου, ου µη σταθη εκ δεξιων, ου µη συγκληρονοµος των σταυρωσαντων εαυτους γενηται ο τοιουτος. Λοιπον µη παυση νουθετων, λοιπον µη παυση κλαιων, λοιπον µη παυση την αυτων εκζητων σωτηριαν, ινα ει υπακουσωσι και ει επιστραφωσιν, εξεις αυτους ως αδελφους, κερδησεις τα σα µελη και προσαγαγεις µοι αυτους υπηκοους γνησιους, ινα καγω εισδεξωµαι δια σου και δοξασω και τω εµω συν σοι Πατρι προσενεγκω ως δωρα. Ει δε µη απαρνησονται θεληµατα οικεια, ει µη καταφρονησουσι ψυχων αυτων, ως ειπον, ει µη νεκροι γνησονται θεληµασιν οικειοις και σου εν τω θεληµατι ζησονται εν τω βιω δια του σου το θεληµα το εµον εκπληρουντες, ουκ απολεσεις σου µισθον, ου στερηθηση τουτου,
αλλα διπλουν σοι ανθ᾿ απλου τουτον εγω παρεξω, οτι και µη εισακουοµενος ουκ απεστης του λεγειν, αλλα και µαλλον εµισου και µαλλον απεστρεφου και εβδελυσσου παρ᾿ αυτων, ως εγω εµισηθην ποτε και νυν δε δι᾿ αυτων και των τουτοις οµοιων. ∆ια τοιουτων βουλοµαι εργων µε θεραπευειν, δια τοιουτων σπουδαζε και των τουτοις οµοιων ευαρεστειν µοι˙ τουτοις γαρ επευφραινοµαι λιαν. Μη προτιµησης το αργειν µηδε προκρινης ολως υπερ ψυχης ωφελειαν αλλο τι των εν κοσµω. (306) Τι γαρ ωφεληθησεται ο κερδαινων τον κοσµον η ο τους οντας εν αυτω παιδευων η διδασκων η και ο σωζων απαντας, ει µη καυτος σωθειη; Τις ουν υπαρχει, ειτε πως αλλους σωσας ου σωσει την εαυτου ο αθλιος ψυχην, αλλ᾿ απολεσει; Ο παραλυων εντολην εµην ∆εσποτου παντων και οιονει καταπατων και δι᾿ αυτης εκβαινων και παραβαινων νοµους µου, υπερπηδων προσταξεις και της αυλης των εντολων και φραγµου τουτων εξω γενοµενος, ει σωσειε κοσµον και τους εν κοσµω, ξενος εµου και των εµων πορρω προβατων εσται, και µαλιστα ως τον φραγµον της αυλης καταλυσας και τοις προβατοις εξοδον, ουκ εκ της θυρας µονης, και εισοδον την αδικον παρασχων τοις θηριοις, δικην υποισει αρρητον υπερ ολων προβατων και διχοτοµηθησεται και πυρι και ταρταρω και των σκωληκων εσται καταβρωµα ο ταλας. Τουτο γαρ ειπεν ο Πατηρ δι᾿ Υιου και το Πνευµα ελαλησεν, οπερ εστι το στοµα του ∆εσποτου˙ αγγελοι προσευφηµησαν φωναις ακαταπαυστοις, οι δικαιοι προσεπεσον ακουσαντες και ειπον˙ Αδεκαστος η κρισις σου, ανυποπτος η ψηφος, απροσπαθως γαρ εκρινας, ω Θεε πανοικτιρµον! Πως γαρ ο µη το εαυτου θεληµα καταλειψας και του εκπροσωπουντος σε, ως τον σον του ∆εσποτου, εν προτιµησει θεµενος και φυλαξας ατρωτως, ως αυτος συ ετηρησας του σου Πατρος, οικτιρµον,
συγκληρονοµος σου οφθη συγκοινωνος τε ολως, και µαλιστα συνθεµενος τουτο µεχρι θανατου, το µη ποιησαι θεληµα εν τινι το οικειον, (307) µη προστεθηναι αιµατι, µη σαρκα προτιµησαι, οπερ εστι συγγενεια, συνδεσµος φυσικος τε, στοργη συνδουσα τους εν γη προς τα απαρνηθεντα και επιστρεφουσα αυτους ολους εις τα οπισω; Οι µαρτυρες εβοησαν˙ Κρισις δικαια οντως! Ως γαρ ο προς µαρτυριον εαυτον δους προθυµως ειτα ελθοντας συγγενεις, γυναικας τε και παιδας, ταυτα συν πενθει λεγοντας˙ Ουκ ελεεις σα τεκνα ουδε οικτειρεις, ασπλαγχνε, γυναικος σου χηρειαν; Ουδε πτωχεια τη αυτων συµπαθως επικαµπτη ουδε απωλειαν αυτων εννοεις και οικτειρεις, αλλα αφιεις ορφανα, ξενα, πτωχα, και χηραν την σην γυναικα, και σαυτον προτιµας σωσαι µονον; Και πως ουχ ως φονευς µαλλον µελλεις κατακριθηναι, οτι κατελιπες ηµας εις απωλειαν παντας και σωσαι µονην σου ζητεις την ψυχην; Ουκ οφειλει ολως αυτων καν προς βραχυ της φωνης εισακουσαι, ολως προς θρηνους τους αυτων την ακοην προσκλιναι και ειτε δωροις τα δεσµα και ειρκτην αποδρασαι, η απαρνησει σου, Χριστε, τουτων απολυθηναι, αλα ως ηδη τεθνηκως εµµενειν ταις βασανοις, εγκαρτερειν ταις φυλακαις, λιµω τε και τω διψει, µη µνηµονευσας των αυτου πραγµατων η χρηµατων µητε εκτος της φυλακης την εαυτου εασας, ει δυνατον, διανοιαν καν προς βραχυ γενεσθαι, αλλ᾿ εν αυτη σε καθοραν, ∆εσποτα των απαντων, και τη προς σε απασχολων θεωρια τας φρενας, µεχρι θανατου καρτερειν τω σω ποθω και µονω, και ουτε τους εκκλινοντας βλεπειν ολως οφειλει, ουδε τους αρνουµενους σε και στρεφοµενους παλιν επι τον πρωην εµε τον, επι τας πρωην πραξεις, (308) επι µεριµνας των εν γη και γυναικος και τεκνων, µηδε προφασει οιαουν εν εκεινοις δεσµεισθαι˙ ουκετι γαρ της εαυτου ψυχης εξουσιαζει˙
- διο πολλοι των φυλακων παρα σου ανοιγεντων και των δεσµων του σωµατος εις απαν ανεθεντων, ουχ ειλοντο οι δουλοι σου ολως εξω γενεσθαι ουδε φυγειν, αλλ᾿ εµειναν ως δεδεµενοι οντες –˙ ουτως ουν, Σωτερ, και οι νυν τυγχανοντες εν κοσµω και κοσµον απαρνουµενοι, συγγενεις οµου παντας, φιλους, εταιρους και παντα πραγµα τα εν κοσµω, και τα θεληµατα αυτων προ γε τουτων απαντων, ουκετι ολως εαυτων εχουσιν εξουσιαν, αλλ᾿ ει και µη κωλυωνται υπο των ηγουµενων, την συνταγην οφειλουσι σοι τηρειν τω ∆εσποτη. Ου γαρ ανθρωποις εφασαν, αλλα Θεω, φυλαξαι υπακοην και δουλωσιν, ηγουµενοις και πασι τοις µετ᾿ αυτων εν τη µονη αδελφοις συνασκουσι. Νησον ουν ωσπερ µονην µεσον θαλασσης ουσαν οφειλουσι γε κατοικειν και απαντα τον κοσµον αυτοις εις απαν αβατον νοµιζειν καθεσταναι, ατε µεγαλου χασµατος εστηριγµενου κυκλω της εαυτων πασης µονης, ως µη τους εν τω κοσµω διερχεσθαι προς την µονην µητε τους εν τη νησω διαπεραν προς τους εκει και προσπαθως προσβλεπειν, µηδ᾿ εν καρδια η νοΐ την τουτων στρεφειν µνηµην, αλλ᾿ ως νεκροι οφειλουσι προς νεκρους διακεισθαι ανεπαισθητως προς αυτους εχοντες τη αισθησει, και γινονται ως αληθως εθελοθυτοι αρνες. Προς ταυτα τα παναγια ρηµατα των µαρτυρων, του ποθου πληρη και στοργης µεστα προς τον ∆εσποτην, ακουσαντα τα Χερουβιµ υµνησαν και εν φοβω˙ ∆οξα σοι, ειπον, βασιλευ, δοξα σοι, πανοικτιρµον, (309) ο δειξας µαρτυρας εν γη των τυραννουντων διχα, µονω τω ποθω τω εις σε µαρτυρουντας καθ᾿ ωραν! Ναι, ειπε παλιν ο Πατηρ δι᾿ Υιου και το Πνευµα ελεξεν˙ Οντως, οι Θεον εκ καρδιας φιλουντες και τη αγαπη τη αυτου µονη προσκαρτερουντες και τω ιδιω θνησκοντες θεληµατι καθ᾿ ωραν, ουτοι και φιλοι γνησιοι, ουτοι συγκληρονοµοι, ουτοι και µαρτυρες εισι τη προαιρεσει µονη,
χωρις ξεσµων, αναρτισµων, εσχαρων και λεβητων και κατακαιοντος πυρος και ξιφων των τεµνοντων. Προς ταυτα υπερκοσµιαι οµου απασαι ταξεις ηλαλαξαν˙ ∆ικαια σου η κρισις, πανοικτιρµον, γραφητω, σφραγισθητω τε νυν και εις τους αιωνας! Αµην. ΜΒ’. Οτι οι τω Θεω απ᾿ εντευθεν ηδη δια της του Αγιου Πνευµατος µετουσιας ενωθεντες, εκδηµουντες του βιου εις αιωνας αυτω εκειθεν συνεσονται˙ ει δ᾿ ουν, αλλα το αναπαλιν τοις αλλως εχουσιν ενταυθα τοτε γενησεται. (310) Αρχη του βιου τελος µοι και το τελος αρχη µοι. Το οθεν ηκω, αγνοω, το που ειµι, ουκ οιδα, και που αυθις αφιξοµαι, ου γινωσκω, ο ταλας. Γεννωµαι γη απο της γης, απο σωµατος σωµα, απο φθαρτου παντως φθαρτος, και θνητος ολως πελων µικρον εν γη χρονοτριβω ζων εν σαρκι και θνησκω και βιου αλλου αρχοµαι µεταβαινων εκ τουτου. Εω το σωµα εν τη γη αναστησεσθαι µελλον και ατελευτητον ζωην ζησεσθαι εις αιωνας. Νυν ουν επιβλεψον, Θεε, νυν σπλαγχνιθητι, µονε, νυν µε ελεησον! Ιδου, εξελιπεν ισχυς µου, εις γηρας, Σωτερ, ηγγισα, εις προπυλα θανατου. Αρχων του κοσµου ερχεται αναζητησαι θελων τα εργα και τας πραξεις µου, τας αισχρας και βεβηλους˙ οι δηµιοι παριστανται απηνως µε ορωντες και προσταγµα εκδεχονται λαβειν και κατασπασαι εις αδου, Σωτερ, βαραθρον ψυχην µου την αθλιαν. Συ ουν ο φυσει ευσπλαγχνος, ο φιλανθρωπος µονος, ο πανοικτιρµων Κυριος, ελεησον µε τοτε και µη µνησικακησης µοι, µη µε εγκαταλιπης, (311) µη δωσης χωραν κατ᾿ εµου εχθρω µου τω δολιω, τω καθ᾿ εκαστην ωραν µοι προσεπαπειλουµενω, ωρυοµενω κατ᾿ εµου, τριζοντι τους οδοντας και˙ Που θαρρεις, µοι λεγοντι, πως δε διαφυγειν µου
ελπιζεις χειρας, οτι µε καταλιπων προσηλθες Χριστω καµου τας εντολας αρτι παρελογισω; Αλλ᾿ ουκ εκφυγεις ουδαµως˙ που γαρ και απελευση; Ου διαδρασαι πωποτε ολως εµε ισχυσεις, τον τον Αδαµ εξαξαντα και Ευαν παραδεισου, τον και τον Καϊν αδελφου ποιησαντα φονεα, τον επι του κατακλυσµου παντας οµου τη πλανη και τω θανατω τω φρικτω περιπεσειν αθλιως εις τελος δελεασαντα ταις εµαις εξαπαταις, τον τον ∆αβιδ πλανησαντα προς µοιχειαν και φονον, τον αραντα προς απαντας πολεµον τους αγιους και πολλους θανατωσαντα, συ µε πως διαδρασαι ολως θαρρεις και προσδοκας, ο ασθενης εις απαν; Ταυτα ακουων, ∆εσποτα και Θεε µ ου και κτιστα, δηµιουργε µου και κριτα, ο εχων εξουσιαν ψυχης εµης και σωµατος ως αµφοτερων πλαστης, φριττω και ολος δεδοικα, ολος τρεµω ο ταλας. Προβαλλεται και λεγει µοι ο δολιος, Χριστε µου, οτι˙ Ιδου, ουκ αγρυπνεις, ιδου, ουκ εγκρατευη, ιδου, ευχην ουκ κεκτησαι, ου ποιεις προσκυνησεις, κοπους ουκ επιδεικνυσαι, οιους παλαι απηρξω, και δια ταυτα µονα σε του Χριστου σε χωρισω και µετ᾿ εµου σε ληψοµαι εν πυρι τω ασβεστω. Εγω ουν, οιδας, ∆εσποτα, ως ουδεποτε εργοις επιστευσα η πραξεσι ψυχης µου σωτηριαν, αλλα τω σω, φιλανθρωπε, προσεδραµον ελεει θαρρησας, οτι σωσεις µε δωρεαν, πανοικτιρµον, (312) και ελεησεις ως Θεος καθως ποτε την πορνην και ως τον ασωτον υιον, το Ηµαρτον! ειποντα. Ουτω πιστευσας εδραµον, ουτω θαρρησας ηλθον, ουτως ελπισας, ∆εσποτα, προς σε παρεγενοµην˙ και νυν µη εγκαυχησηται κατ᾿ εµου, του σου δουλου, µη ειπη˙ Που σου ο Χριστος, που σου ο αντιληπτωρ; Ουχι εκεινος σε αυτος παρεδωσε χερσι µου; Ει γαρ και απατηση µε και αιχµαλωτον λαβη, ου µη τη προαιρεσει µου ουδε τη ραθυµια τουτο προσεπιγραψηται, τη δε εγκαταλειψει
ση το παν αναθεµενος τα τοιαυτα ερει µοι˙ Ιδε, εις ον εθαρρησας, ιδε, εις ον προςηλθες, ιδε, ον οιου σε φιλειν, ον οιου αγαπαν σε και αδελφον και φιλον σε, υιον και κληρονοµον ενεκαυχω κεκτησθαι σε, πως εγκατελιπε σε, εις τας εµας τε, του εχθρου, χειρας εξεδοτο σε και αιφνης απεστραφη σε, αιφνης εµισησε σε; Μη ουν ακουσαι ταυτα µε, Σωτερ, εγκαταλειψης, µη ονειδος γενησεσθαι σου εασης, Θεε µου, µη Βασιλευ, µη Κυριε, ο του σκοτους µε παλαι και των χειρων και φαρυγγος εκεινου µε εξαξας και τω φωτι ελευθερον τω σω µε παραστησας. Σε γαρ ορων τιτρωσκοµαι τα εντος της καρδιας και βλεπειν ουκ ισχυω σε και µη βλεπειν ου φερω˙ απροσιτον το καλλος σου, αµιµητον το ειδος, ασυγκριτος η δοξα σου, και τις ποτε σε ειδεν η τις ιδειν σε δυνηθη ολον, σε, τον Θεον µου; Το παν γαρ ποιος οφθαλµος κατιδειν εξισχυσει; Τον οντα δε υπερ το παν ποιος νους καταλαβη, περιλαβειν τε δυνηθη η εκτανθηναι ολος προς ολον και θεασασθαι τον συνοχεα παντων, τον παντων εξω και το παν και τα παντα πληρουντα (313) και εξω παλιν τον αυτον ολον οντα αφραστως; Οµως ως ηλιον ορω και ως αστρον σε βλεπω, και εν τω κολπω φερω σε, καθαπερ µαργαριτην, και ως λαµπαδα βλεπω σε σκευους ηµµενην ενδον. Οτι δε ου πλατυνεσαι, οτι µη ολον φως µε αποτελεις και δεικνυσαι ολος µοι, οιος, οσος υπαρχεις, ολως ου δοκω εχειν σε την ζωην µου, αλλα θρηνω ως τις πτωχος γεγονως εκ πλουσιων και εξ ενδοξων ατιµος και µη εχων ελπιδα. Τουτο ουν βλεπων ο εχθρος λεγει µοι˙ Συ ου σωζη˙ και γαρ ιδου, εκπεπτωκας, ηστοχησας ελπιδων, οτι ουκ εχεις προς Θεον ως παλαι παρρησιαν. Προς ον ου βλογον φθεγγοµαι, ουκ αξιω, Θεε µου, αλλ᾿ εµφυσω, και αφαντος ευθυς αποτελειται. Ουτως αιτουµαι, ∆εσποτα, ουτως παρακαλω σου
την ευσπλαγχνιαν δωρησαι και τοτε µοι, Σωτηρ µου, οτε ψυχη εξελθη µου του σωµατος, ισχυσαι µονω τω εµφυσηµατι απαντας καταισχυναι τους κατ᾿ εµου, του δουλου σου, µελλοντας επιτρεχειν, και διαβηναι αβλαβη φρουρουµενον φωτι σου του Πνευµατος και εµπροσθεν στηναι του βηµατος σου, εχοντι χαριν σου, Χριστε, συνουσαν µοι την θειαν, σκεπουσαν, ακαταισχυντον δεικνυουσαν µε ολον. Τις γαρ τολµησειεν αρα αµπροσθεν σου οφθηναι, ει µη αυτην ενδεδυται, ει µη αυτην εντος γε κατεχει και φωτιζεται υπ᾿ αυτης; Πως την δοξαν την αστεκτον θεασασθαι δυνηθη πας τις ολως; ∆οξαν Θεου γαρ ανθρωπος, φυσιν θεοτητος τε φυσις ανθρωπου ταπεινη πως κατιδειν ισχυσει; Εστι Θεος γαρ ακτιστος, ηµεις κτιστοι δε παντες, εκεινος πελει αφθαρτος, ηµεις φθαρτοι και κονις, εκεινος πνευµα πεφυκεν, υπερ απαν δε πνευµα (314) ως ποιητης πνευµατων τε και ∆εσποτης υπαρχων, ηµεις σαρκες χοϊκαι και γεωδης ουσια, εκεινος παντων ποιητης, αναρχος αληπτος τε, ηµεις σκωληκες οµου και βορβορος και τεφρα˙ και τις ισχυσει εξ ηµων τουτον ποτε ιδεσθαι εξ οικειας δυναµεως η ενεργειας ολως, ει µη αυτος εκπεµψειε Πνευµα αυτου το Θειον και δι᾿ αυτου τω ασθενει της φυσεως παρασχη ρωµην, ισχυν και δυναµιν και ικανον ποιηση τον ανθρωπον του κατιδειν δοξαν αυτου την θειαν; Αλλως γαρ ου θεασεται ουδε ιδειν ισχυσει ανθρωπων τις τον Κυριον ερχοµενον εν δοξη, και ουτως χωρισθησονται αδικοι των δικαιων και σκοτει καλυφθησονται αµαρτωλοι και παντες οσοι µη εξουσι το φως εν αυτοις απ᾿ εντευθεν. Οι συνηµµενοι δε αυτω εκ των ωδε και τοτε µυστικως συναφθησονται τω Θεω και γνησιως και της αυτου υπαρξουσι µετουσιας αχωριστοι˙ οι δ᾿ απελθοντες του φωτος αυτου κεχωρισµενοι πως τοτε ενωθησονται η κατα ποιον τροπον,
µαθειν παρ᾿ υµων βουλοµαι, ειτε υµας διδαξαι˙ Θεος γεγονεν ανθρωπος, ηνωθη τε ανθρωποις, µετεσχεν ανθρωποτητος και µετεδωκε πασι τοις εις αυτον πιστευουσι και την πιστιν εξ εργων δεικνυουσι θεοτητος αυτου τη µετουσια. Τουτους ουν ειπε σωζεσθαι µονους τους µετασχοντας εκεινου της θεοτητος, καθως αυτος µετεσχε της ηµετερας φυσεως, ο ποιητης των παντων, Παυλος ως µαρτυρεται Χριστου την εκκλησιαν εν γενησεσθαι σωµα γε δεσποτικον και θειον, ασπιλον, αµωµον οµου, ρυτιδος πασης διχα˙ (315) οιτινες αν ειεν οι πιστοι, κεφαλη ο Χριστος δε. Ει τουτο τοινυν εσεται ουτως, ωσπερ και εστι, τις αρα τοτε τολµησει ρυπαρος αυτου προσψαυσαι η τις προσκολληθησεται αναξιος τυγχανων; Ει γαρ και νυν εκβαλλονται της εκκλησιας εξω και µετασχειν κωλυονται αµαρτωλοι εις απαν, µαλλον δε και της των θειων θεας αποστερουνται οι µη πελοντες αγιοι, πως οιµοι τοτε αρα τω παναµωµω σωµατι του Θεου ενωθωσι και µελη γενωνται Χριστου εσπιλωµενοι οντες; Ουκ εστι τουτο, αδελφοι, ου γενησεται ολως! Οι δε του θειου σωµατος ηγουν της ακκλησιας και του χορου των εκλεκτων χωριζοµενοι, λεγε, που αρα απελευσονται, εις ποιαν βασιλειαν, εις ποιον τοπον, φρασον µοι, ελπιζουσι σκηνωσαι; Παντως γαρ και παραδεισος, ο Αβρααµ τε κολπος και πας τοπος ανεσεως των σωζοµενων εστιν˙ οι δε σωζοµενοι εισιν αγιοι παντως παντες, ως πασα θεια µαρτυρει γραφη και εκδιδασκει. Πολλαι γαρ και µοναι εισιν, αλλ᾿ εντος του νυµφωνος˙ καθαπερ γαρ εις ουρανος και εν αυτω αστερες αλληλων διαφεροντες εν τιµη τε και δοξη, ουτω και εις νυµφων εστι και µια βασιλεια, αλλα γαρ και παραδεισος και πολις η αγια και πας τοπος ανεσεως ο Θεος εστι µονος. Ως γαρ ουκ εχει ανεσιν ανθρωπος εν τω βιω,
ο µη µενων εν τω Θεω και Θεος εν αυτω δε, ουτω και µετα θανατον εκτος εκεινου µονου, οιµαι, ουκ εσται ανεσις, ου τοπος ανευ λυπης, ου στεναγµου, ου θλιψεως ολως απηλλαγµενος. Σπουδασωµεν ουν, αδελφοι, σπουδασωµεν προ τελους (316) προσκολληθηναι τω Θεω, τω ποιητη των παντων, τω κατελθοντι δι᾿ ηµας επι γης τους αθλιους, τω κλιναντι τους ουρανους και λαθοντι αγγελους και εν γαστρι σκηνωσαντι της αγιας Παρθενου και σαρκωθεντι εξ αυτης ατρεπτως, ανεκφραστως και προελθοντι εις ηµων απαντων σωτηριαν. Η σωτηρια δε ηµων αυτη παντως υπαρχει, καθως πολλακις ειποµεν και νυν αυθις ερουµεν, ουχι ηµεις εξ εαυτων, αλλα το θειον στοµα επεφανε το µεγα φως του µελλοντος αιωνος. Η βασιλεια ουρανων επι της γης κατηλθε, µαλλον δε ο παµβασιλευς των ανω και των κατω εληλυθεν, ηθελησεν υµιν οµοιωθηναι, ιν᾿ εξ αυτου ως εκ φωτος παντες µεταλαβοντες φωτα δειχθωµεν δευτερα, οµοια γε του πρωτου, και βασιλειας ουρανων κοινωνοι και της δοξης συµµετοχοι υπαρξωµεν οµου και κληρονοµοι των αιωνιων αγαθων, ων ουδεις ποτε ειδε. Ταυτα δ᾿ εισιν, ως πειθοµαι και πιστευω και λεγω, Πατηρ, Υιος και Αγιον Πνευµα, Τριας Αγια, τουτο πηγη των αγαθων, τουτο ζωη των οντων, τουτο τρυφη και ανεσις, τουτο στολη και δοξα, τουτοσ χαρα ανεκφραστος και σωτηρια παντων των µετασχοντων της αυτου ελλαµψεως αρρητου και κοινωνιαν µετ᾿ αυτου εχοντων εν αισθησει. Ακουσατε˙ Σωτηρ και γαρ δια τουτο καλειται, οτι πασιν, οις ενωθη, σωτηριαν παρεχει, η σωτηρια δε εστιν κακων µεν παντων λυσις, καλων δε παντων εν ταυτω ευρεσις αιωνια, απο θανατου µεν ζωην, απο δε σκοτους φαος, απο δουλειας των παθων και πραξεων αισχιστων ελευθεριαν παντελη πασι χαριζοµενη
(317) τοις ενωθεισι τω Χριστω και Σωτηρι των ολων. Οι και τοτε πασαν µεν χαραν αναφαιρετον κτωνται, πασαν γε αγαλλιασιν και πασαν ευφροσυνην, οι δε καν ολως πελοντες τουτου κεχωρισµενοι και µη ζητησαντες αυτον η τουτω ενωθεντες µηδε δουλειας των παθων και θανατου ρυσθεντες, καν βασιλεις, καν αρχοντες εισι, καν µεγιστανες, καν τρυφαν καν ευφραινεσθαι καν απολαυσιν εχειν οιονται και νοµιζουσιν εν αγαθοις υπαρχειν, αλλ᾿ ουδεποτε κτησονται τοιαυτην ευφροσυνην, οιαν οι δουλοι του Χριστου, οι ελευθεροι εκ παντων ατοπων επιθυµιων, ηδονων τε και δοξης εχουσιν ανεκλαλητον, αφραστον ουσαν παντη, ην ουδεις ποτε γνωσεται, ου µαθη, ου κατιδη των µη γνωσιως και θερµως τω Χριστω κολληθεντων, ανακραθεντων τε αυτω εν ενωσει αρρητω, ω πρεπει δοξα και τιµη, αινος και απας υµνος υπο πασης της κτισεως και πνοης εις αιωνας, αµην. ΜΓ’. Οτι κρεισσον το καλως ποιµαινεσθαι η τους µη βουλοµενους ποιµαινειν˙ ουδε γαρ εσται κερδος τω αλλους µεν σπουδαζοντι σωσαι, εαυτον δε δια της εκεινων απολεσαντι προστασιας. (318) Ειπε, Χριστε, τω δουλω σου, ειπε, το φως του κοσµου, ειπε, η γνωσις του παντος, ειπε, λογε, σοφια, η παντα προγινωσκουσα, η παντα προειδυια και τα ηµιν συµφεροντα διδασκουσα αφθονως, ειπε και διδαξον καµε οδους σωτηριωδεις των θεληµατων σου, Σωτηρ, και θειων προσταγµατων. Ειπε και µη παριδης µε, µη κρυψης, ω Θεε µου, εξ αναξιου δουλου σου το θειον θεληµα σου. Τι κρεισσον εστι παρα σου, ποιον ευαρεστον σοι απο των δυο, φρασον µοι, ω φιλανθρωπε Σωτερ˙ το εν µεριµνη ειναι µε των της µονης πραγµατων και των σωµατικων χρειων το αφθονως φροντιζειν,
διεκδικειν τε απαντα µετ᾿ εχθρας τε και µαχης, η το αει προσκαρτερειν µονη τη ησυχια και συντηρειν αθολωτον τον νουν και την καρδιαν και δεχεσθαι της χαριτος της σης τας λαµπηδονας και καταυγαζεσθαι αει τας της ψυχης αισθησεις και θειους λογους µυστικως ενηχεισθαι και αλλους διδασκειν πραως και αυτος διδασκεσθαι ωσαυτως˙ ο λεγω γαρ και εαυτω τα λεγοµενα λεγει (319) και πρωτος ουτος του ποιειν παντως ταυτα οφειλει. Εκ τουτων τοινυν λεγε µοι, ω Θεε µου και πλαστα, ποιον υπαρχει κρεισσον µοι, ποιον εστι συµφερον, ποιον δε σοι ευαρεστον και τελειον υπαρχει; Ναι δη, µη κρυψης απ᾿ εµου, ω πανοικτιρµον Λογε! Ακουσον οπερ ερωτας, γραψον απερ ακουεις. Εγω Θεος προαναρχος, εγω ∆εσποτης φυσει, των ουρανων τε Βασιλευς και των καταχθονιων και παντες µη βουλοµενοι εµοι δουλοι τελουσι. Κτιστης των παντων γαρ εγω και Κριτης και ∆εσποτης και νυν ειµι και εσοµαι εις αιωνας αιωνων˙ αλλ᾿ ου τον µη βουλοµενον ποτε καταναγκαζω, αυτεξουσιον θελω δε, αυτοπροαιρετον γε την τε δουλειαν γινεσθαι, τον φοβον ενεργεισθαι και την αγαπην δεικνυσθαι παρα των υπηκοων. Τοιουτους γαρ τους δουλους µου επιποθω του ειναι, τους δ᾿ αλλους ουπω εγνωκα ουδ᾿ υπ᾿ αυτων εγνωσθην˙ διο σκληρον µε λεγουσιν, ασυµπαθη καλουσιν, αδικον ονοµαζουσι τα του αδικου τεκνα. Οι ουν εµε υβριζοντες εµε τε λοιδορουντες, εµε κατονειδιζοντες, σοι πως υποταγωσιν η πως σε καταδεξονται διδασκαλον, ειπε µοι; Οι λυκοι δε ποιµενα σε πως αρα λογιουνται η πως ακολουθησουσι φωνη σου θηρες οντες; Εξελθε, φυγε και γενου εκ µεσου των τοιουτων, και σεαυτον ει σωσειας, σεαυτον δ᾿ απολεσεις, τι σοι του κοσµου οφελος του δια σου σωθεντος; Ου βουλοµαι ποιµαινειν σε τινα των µη θελοντων. Ορα, οτι εφυλαξα τουτο καγω εν κοσµω˙
(320) των βουλοµενων γαρ εγω και ποιµην και δεσποτης, των δ᾿ αλλων κτιστης µεν ειµι και Θεος κατα φυσιν, ου µην δε πελω βασιλευς, ουκ αρχηγος εις απαν των µη αραντων τον σταυρον καµοι ακολουθουντων˙ του εναντιου γαρ εισι τεκνα, δουλοι και σκευη. Βλεπε και θρηνει δι᾿ αυτους, ει δυνατον, καθ᾿ ωραν. Εκ σκοτους γαρ καλουµενοι προς ανεσπερον φεγγος, εκ του θανατου προς ζωην, εις ουρανους εξ αδου, εκ των προσκαιρων και φθαρτων προς αιωνιον δοξαν, οργιζονται και µαινονται κατα των διδασκαλων και κατ᾿ αυτων συρραπτουσιν επιβουλας παντοιας και προαιρουνται του θανειν η σκοτους αποστηναι και των του σκοτους πραξεων, καµοι ακολουθησαι. Τουτους, ειπε, πως ποιµανεις, πως τουτων προηγηση, πως οδηγησεις, λεγε µοι, προς πυρ αυτοµολουντας, προστιθεµενους τω εχθρω και συν αυτω προθυµως τα εναντια των εµων προσταγµατων ποιουντας; Πως ποιµανεις ως προβατα, πως εισαξεις, ειπε µοι, των εντολων µου προς νοµας, προς υδωρ θεληµατων εµων εξαξεις δε αυτους, προς νοητα τε ορη θεωριων των µυστικων, δοξης µου της αρρητου, δι᾿ ης οι ταυτην βλεποντες καταφρονουσι δοξης της κατω και των αισθητων παντων αµνηµονουσι και ως σκιαν και ως καπνον ταυτα παντα ηγουνται; Ειπε, πως τον αντιδικον συνηγορον σου κτηση, πως τον πολεµιον εχθρον φιλον σου πεισεις ειναι; Ευκολως γαρ οι φιλοι µεν εχθροι γινονται µαλλον µικραν ευροντες προφασιν, οι εχθροι δε δυσκολως γενεσθαι φιλοι δυνανται καν ευεργετηθωσι, καν δωρεων µετασχωσιν υψηλων και µεγαλων˙ (321) εγκεκριµµενον εχουσι τον ιον εν καρδια, ονπερ καιρου δραξαµενοι εξεµουσιν αθροως και ευεργετας τους αυτων ανηλεως, απλαγχνως αποκτειναι ου φριττουσιν, ω µανιας εσχατης! Ουτοι του Καϊν µιµηται, ουτοι του Λαµεχ χειρους, ουτοι Σαουλ, οµοτροποι, µιµηται των Εβραιων και του Ιουδα ζηλωται, αγχονης κληρονοµοι.
Τουτων ηγεισθαι ει ζητεις, βλεπε που καταντησεις. Ου γαρ επιστραφησονται, ενθα αν συ θελησης, αλλ᾿ εν οδω σε τη αυτων αναγκασουσι βαινειν και πρωτον εις απωλειαν εµπεσειν προ εκεινων και κατωτερω κατελθειν εις πυθµενα του αδου ως επακολουθουντας σοι εχων παντως κακεινους. Ει δε µη βουληθης αυτοις ολως οµοιωθηναι, συναπαχθηναι τε αυτων ταις βουλαις µη θελησης µηδε ταις πραξεσιν αυτων ταις κακαις κοινωνησαι, στασιν, µαχην και πολεµον ακαταλλακτον εξεις. Υφ᾿ ων τι σοι γενησεται, τι δε συµβησεται σοι, τι κερδανεις τε; Ακουσον, και λεξω σοι συντοµως˙ προ παντων ειναι δουλος µου ολως ουκ εξισχυσεις, εµον γαρ δουλον µαχεσθαι ου βουλοµαι παραπαν. Μισος τε κτησονται προς σε ασχετον και προς φονον ορµησουσι τον κατα σου φανερως και λαθραιως, και του εκεινων κριµατος συ δωσεις τας ευθυνας. Ουδεν γαρ ο σος θανατος ωφελησει τους αλλους, καθως υπηρξεν ο εµος θανατος ζωη κοσµου, αλλα κακεινοις αιτιος του κριµατος γενηση και συ απαρρησιασατος εξελθεις εκ του βιου. Κρεισσον τοινυν ποιµαινεσθαι και µη ποιµαινειν ολως τοιουτους, αλλα µαλιστα των ιδιων φροντιζειν και ευχεσθαι υπερ αυτων και απαντων ανθρωπων (322) του επιστρεψαι και ελθειν εις επιγνωσιν παντας, διδασκειν τε και κατηχειν τουτων τους βουλοµενους. Μη αναγκαζης δε αυτους ποιειν απερ διδασκεις, αλλα τους λογους τους εµους λεγε και παρακαλει φυλαττειν τουτους ως ζωης αιωνιου προξενους. Αυτοι δ᾿ οι λογοι στησονται, οταν ελθω του κριναι, και τουτων παντων εκαστον κρινουσι κατ᾿ αξιαν, και συ µενεις ανευθυνος, ακατακριτος παντη, οτι ουκ εκρυψας εµων αργυριον λογιων, αλλ᾿ οσον ειληφας αυτος, κατεβαλου τοις πασι. Τουτο εµοι αποδεκτον, τουτο των αποστολων και µαθητων µου γεγονε κατα τας εντολας µου εργον, κηρυξαι µε Θεον εις τον συµπαντα κοσµον
και τα εµα θεληµατα και τα προσταγµατα µου διδαξαι και καταλιπειν εγγραφως τοις ανθρωποις. Ουτως και συ αγωνισαι ποιησαι και διδαξαι, τους δε µη θελοντας εµων λογων ολως ακουειν λεγε, ως ειπον και εγω προς τους τοτε ειποντας οτι˙ Σκληρος ο λογος σου και τις αυτου ακουειν δυνησεται; Και εφην γε˙ Ει µη θελετε ουτως, υπαγετε, ως βουλεσθε, εκαστος και ποιειτε˙ τη εξουσια τη αυτων το παν και προαιρεσει καταλιπων τον θανατον η την ζωην ελεσθαι. Ουδεις γαρ γεγονε ποτε καλος απροαιρετως, ουδε πιστος ο απιστος και µη θελων υπαρξει, ουδε φιλοθεος ποτε ο φιλοκοσµος εσται, ουκ αβουλητως ο σκαιος µεταστρεψει την γνωµην την εαυτου και αγαθος γενησεται εις απαν˙ ουδεις γαρ γεγονε κακος φυσει, αλλα προθεσει˙ ουτω και παλιν εκ κακου και πονηρου προθεσει (323) και γνωµη καλος και αγαθος, ει θελει, γενησεται, µη θελων δε ουδαµως τουτο εσται. Ουδεις µη θελων αρετην κατωρθωσεν εν κοσµω, ουδεις µη θελων σωζεται˙ πλεον τουτου µη ζητει, σπουδασον σωσαι δε σαυτον και τους ακουοντας σου, ει αρα ευροις επι γης ανθρωπον του ακουειν εχοντα ωτα και των σων επακουοντα λογων. Ουτως ποιησω, ∆εσποτα, καθως προσεταξας µοι, αλλα την σην βοηθειαν, αλλα την σην µοι χαριν τω αναξιω δωρησαι δουλω σου, ω Θεε µου, ινα αει δοξαζω σε και ανυµνω σον κρατος ακαταπαυστοις εν φωναις εις αιωνας αιωνων, αµην. Μ∆’. Τι εστι το κατ᾿ εικονα, και πως εικοτως νοειται ως του πρωτοτυπου εικων ο ανθρωπος˙ και οτι ο τους εχθρους ως ευεργετας φιλων µιµητης εστι του Θεου, Πνευµατος δε Αγιου εντευθεν µετοχος γεγονως θεσει θεος και χαριτι γινεται, µονοις
εκεινοις γνωριζοµενος, τοις υπο του Αγιου Πνευµατος ενεργουµενοις. (324) ∆οξα, αινος, υµνος, χαρις τω την κτισιν εξ ουκ οντων εις το ειναι λογω µονω και θεληµατι οικειω απασαν παραγαγοντι Θεω παντων, εν Τριαδι υποστασεων, µια τε αχωριστοις και ατµητοις, µια φυσις, µια δοξα, µια δυναµις υπαρχει, θεληµα τε εν ωσαυτως. Αυτη µονη κτισις παντων, αυτη εκ πηλου µε ολον πλασασα, ψυχην τε δουσα (325) εθηκεν επι της γης µε, δεδωκε το φως τε βλεπειν και οραν εν τουτω παντα τονδε τον αισθητον κοσµον, ηλιον, σεληνην λεγω, τους αστερας ουρανον τε, γην και θαλασσαν και παντα τα εν µεσω τουτων οντα. ∆εδωκε, και νουν και λογον˙ αλλα προσεχε τω λογω! Κατ᾿ εικονα ουν του Λογου δεδοται ηµιν ο λογος˙ λογικοι γαρ εκ του Λογου του αναρχου, του ακτιστου, του αληπτου, του Θεου µου. Οντως κατ᾿ εικονα εστιν η ψυχη παντος ανθρωπου λογικη εικων του Λογου. - Πως, ειπε µοι, διδαξον µε. - Ακουσον αυτου του Λογου˙
ο Θεος εκ Θεου Θεος Λογος, συναΐδιος τε εστι τω Πατρι και τω Πνευµατι. Ουτως ουν και η ψυχη µου κατ᾿ εικονα τουτου εστι, νουν γαρ εχουσα και λογον φερει ταυτα κατ᾿ ουσιαν ατµητα ασυγχυτα τε, οµοουσια ωσαυτως, εν τα τρια ηνωµενως, αλλα και διηρηµενως. Παντοτε και ηνωνται γε (326) και εισι µεµερισµενα˙ ηνωνται γαρ ασυγχυτως και µεριζονται ατµητως. Εν εκ τουτων ει καθελης, συγκαθειλες παντως παντα˙ ψυχη γαρ ανους, αλογος, ισον εσται των αλογων˙ ανευ δε ψυχης ουκ εστι νουν η λογον υφεσταναι. Ουτως ουν εκ της εικονος το πρωτοτυπον εννοει! Ανευ Πνευµατος ουκ εστι ου Πατηρ, ου Λογος τουτου˙ πνευµα ο Πατηρ δε εστι, και Υιος ο τουτου, πνευµα, ει και σαρκα ενεδυθη, και Θεος το Πνευµα παλιν˙ εν γαρ φυσει και ουσια τα αµφοτερα τελουσιν, ωσπερ νους, ψυχη και λογος. Αλλ᾿ ο µεν Πατηρ τον Λογον απεγεννησεν αρρητως. Ωσπερ νους εκ της ψυχης µου, µαλλον δε εν τη ψυχη µου, ουτως εκ Πατρος το πνευµα,
µαλλον δ᾿ εν Πατρι και µενει και προερχεται αφραστως. Ωσπερ παλιν δε ο νους µου παντοτε γεννα τον λογον και προφερει και εκπεµπει και γνωστον ποιει τοις πασιν, ου χωριζεται δε τουτου, (327) αλλα και γεννα τον λογον και εντος αυτον κατεχει, ουτω νοει τον Πατερα, οτι ετεκε τον Λογον, οτι τικτει αεναως, ου χωριζεται δε ολως του Υιου Πατηρ ο τουτου, αλλ᾿ εν τω Υιω οραται, και Υιος εν τουτω µενει. Ταυτην ακριβη εικονα, ει και αµυδρα τυγχανει, καθυπεδειξεν ο λογος, ην ουδεποτε θεαση, ουδ᾿ ου µη κατανοησης, ει µη προτερον καθαρης, ει µη προτερον εκπλυνης της εικονος σου τον ρυπον, ει µη κεχωσµενην ουσαν εν τοις παθεσιν εξαξης, αποσµηξης τε τελειως, αποδυσης τε ωσαυτως και λευκανης ως χιονα. Οταν ταυτα δε ποιησης και καλως σαυτον καθαρης και εικων τελεια γενη, το πρωτοτυπον ουκ οψη, ουδ᾿ ου µη κατανοησης, ει µη αποκαλυφθη σοι δια Πνευµατος Αγιου. Παντα γαρ Πνευµα διδασκει
εν φωτι λαµψαν αρρητω, (328) νοερως τα νοητα σοι απαντα καθυποδειξει, οσον δυνασαι και βλεπειν, οσον εφικτον ανθρωπω, κατα την αναλογιαν ψυχικης καθαρσεως σου, και Θεω οµοιωθηση εργων ακριβει µιµησει, σωφροσυνης και ανδρειας, αλλα και φιλανθρωπιας, πειρασµων υποµονη τε και τη προς εχθρους αγαπη. Τουτο γαρ φιλανθρωπια, το εχθρους ευεργετειν σε και φιλειν αυτους ως φιλους, ως γνησιους ευεργετας, ευχεσθαι τε υπερ παντων των σοι επηρεαζοντων, ισην τε προς παντας εχειν αγαθους και πονηρους τε ενδιαθετον αγαπην, υπερ παντων δε τιθεναι την ψυχην σου καθ᾿ εκαστην, υπερ σωτηριας λεγω, και του ενα που σωθηναι η και παντας, ει οιον τε. Ταυτα µιµητην ∆εσποτου απεργασονται σε, τεκνον, και εικονα αληθη σε αποδειξουσι του κτιστου, µιµητην τε κατα παντα (329) τελειοτητος της θειας. Ο δε κτιστης τοτε – προσχες, οπερ µελλω σοι εκφρασαι! Θειον αποστειλει Πνευµα˙ ου ψυχην σοι λεγω αλλην,
οιαν εσχες, αλλα Πνευµα, το εκ του Θεου σοι λεγω, και εµπνευει και οικησει και ουσιωδως σκηνωσει και φωτισει και λαµπρυνει και αναχωνευσει ολον, τον φθαρτον τε αφθαρτισει και ανανεωσει αυθις τον παλαιωθεντα οικον, οικον της ψυχης σου λεγω. Ταυτη δε συναφθαρτισει και το σωµα ολον ολως και θεον σε κατα χαριν οµοιον του πρωτοτυπου απεργασεται, ω θαυµα, ω µυστηριον το πασιν αγνωστον τοις εµπαθεσιν, αγνωστον τοις φιλοκοσµοις, αγνωστον τοις φιλοδοξοις, αγνωστον υπερηφανοις, αγνωστον οντως οργιλοις, αγνωστον και µνησικακοις, αγνωστον τοις φιλασαρκοις, αγνωστον τοις φιλαργυροις, αγνωστον τοις φθονεροις τε, αγνωστον πασι λοιδοροις, αγνωστον υποκριταις γε, αγνωστον και γαστριµαργοις, αγνωστον τοις λαθροφαγοις (330) και µεθυσοις τε και πορνοις˙ αγνωστον τοις αργολογοις, αγνωστον τοις αισχρολογοις, αγνωστον και τοις ραθυµοις, αγνωστον τοις αµελουσι της καθ᾿ ωραν µετανοιας, αγνωστον τοις µη πενθουσιν αεναως καθ᾿ εκαστην
αγνωστον ανυποτακτοις, αγνωστον τοις αντιλογοις, αγνωστον ιδιορρυθµοις, αγνωστον τοις οιοµενοις ειναι τι, µηδεν δε ουσιν, αγνωστον τοις καυχωµενοις, αλλα µη και τερποµενοις επι σωµατος µεγεθει η δυναµει ειτε καλλει η χαρισµατι ετερω οιωδηποτε σοι λεγω˙ αγνωστον τοις µη καρδιαν καθαραν προσκτησαµενοις, αγνωστον τοις µη αιτουσιν εν θερµοτητι καρδιας του λαβειν το Θειον Πνευµα, αγνωστον τοις απιστουσιν οτι διδοται και αρτι τοις ζητουσι Πνευµα Θειον. Απιστια γαρ απειργει και διωκει Πνευµα Θειον˙ απιστων τις ουκ αιτειται, µη αιτων ουδε λαµβανει, µη λαβων νεκρος υπαρχει. (331) Τον νεκρον δε τις µη κλαυσει, οτι ζην δοκει νεκρος ων; Οι νεκροι νεκρους ουδεπω ουτ᾿ ιδειν ουτε θρηνησαι ολως δυνανται˙ οι ζωντες τουτους βλεποντες πενθουσι. Θαυµα γαρ ορωσι ξενον, ζωντας τους νενεκρωµενους, αλλα και περιπατουντας, τους τυφλους βλεπειν δοκουντας και κωφους δε οντως οντας και ακουειν οιοµενους˙ ζωσι γαρ και καθορωσι
και ακουουσιν ως κτηνη, ως ανοητοι νοουσιν εν αισθησει αναισθητω, εν ζωη νενεκρωµενη. Εστι γαρ και ζην µη ζωντα, εστι βλεποντα µη βλεπειν µηδ᾿ ακουοντα ακουειν. Πως, ειπε µοι; Λεξω ταχος˙ οσοι ζωσι κατα σαρκα, οσοι βλεπουσι τα τηδε και ωσι σαρκινοις µονοις θειων λογων ακροωνται, ουτοι κατα πνευµα παντες κωφοι, τυφλοι και νεκροι γε. Ουδε γαρ εκ Θεου γεγεννηνται ολως, ινα και ζωσι γε, αλλ᾿ ουδ᾿ ελαβον το Πνευµα ουδ᾿ ανεβλεψαν τας κορας, (332) ου κατειδον φως το θειον˙ τουτου δε µη γνεοµενου εµειναν κωφοι εις απαν. Οι τοιουτοι δε, ειπε µοι, πως Χριστιανοι κληθωσιν; Ακουε του θειου Παυλου ταυτα σοι σαφως δηλουντος, µαλλον δε Χριστου λαλουντος˙ Ανθρωπος εκ γης ο πρωτος χοϊκος εκτισθη παντως, ανθρωπος ο δευτερος δε εκ των ουρανων κατηλθε. Προσεχε τοις λεγοµενοις˙ οιος ουν ο πρωτος πελει χοϊκος και οι εκ τουτου παντες χοϊκοι γεννωνται˙ οιος δε Χριστος υπαρχει επουρανιος ∆εσποτης, επουρανιοι και παντες
οι αυτω πεπιστευκοτες, ανωθεν δε γεννηθεντες, βαπτισθεντες δε ωσαυτως Πνευµατι τω Παναγιω˙ οιον εστι το γεννησαν Θεος οντως, εξ αυτου τε οι γεννωµενοι τοιουτοι εκ Θεου θεοι θετοι γε και υιοι υψιστου παντες, ως φησι το θειον στοµα. Ηκουσας Θεου τους λογους, ηκουσας πως εκ των αλλων (333) τους πιστους αναχωριζει, πως σηµειον γνωρισµα τε δεδωκε τοις αυτου δουλοις, ινα µη πλανωνται λογοις αλλοτριων διδασκαλων; Εκ της γης, φησιν, ο πρωτος, οτι χοϊκος εκτισθη, ο δευτερος ανθρωπος δε, των απαντων ο ∆εσποτης, εκ των ουρανων κατηλθε. Θανατον πασιν ο πρωτος προεξενησεν ανθρωποις και φθοραν τη παραβασει˙ ο δε δευτερος τω κοσµω εδωρησατο και νυν δε απασι πιστοις παρεχει φως, ζωην και αφθαρσιαν. Ηκουσας, απερ σοι λεγει ο των ουρανιων µυστης; ηκουσας Χριστου λαλουντος δι᾿ αυτου και τους ανθρωπους εκδιδασκοντος οποιοι οι αυτω πεπιστευκοτες και την πιστιν εκ των εργων ενδεικνυµενοι τελουσι;
Μη ουν αµφιβαλλε λοιπον˙ ει Χριστιανος υπαρχεις, οιος ο Χριστος υπαρχει επουρανιος, τοιουτος και αυτος οφειλεις ειναι˙ µη υπαρχων δε τοιουτος, (334) πως Χριστιανος κληθηση; Ει γαρ οιος ο ∆εσποτης επουρανιος υπαρχει, και τοιουτους ειναι λεγει τους αυτω πεπιστευκοτας παντως γε επουρανιους, οσοι κοσµικα φρονουσι, οσοι κατα σακρα ζωσιν, ουκ εισι του εκ των ανω κατελθοντος Θεου Λογου, αλλα του εκ γης πλασθεντος χοϊκου ανθρωπου παντως. Ουτω φρονει, ουτως εχε, ουτω πιστευε, και ζητει ινα γενησαι τοιουτος επουρανιος, ως ειπεν ο εξ ουρανων φοιτησας καιδιδους ζωην τω κοσµω. Ουτος εστι και ο αρτος, ο εκειθεν καταβαινων, ον οι τρωγοντες ουδ᾿ ολως \ θανατον ποτε ορωσιν˙ επουρανιοι γαρ οντες εις αει εσονται παντως την φθοραν αποδυθεντες, αφθαρσιαν δ᾿ ενδυθεντες, θανατον αποβαλοντες και ζωη προσκολληθεντες. Αθανατοι γαρ, αφθαρτοι γινονται και δια τουτο επουρανιοι καλουνται.
(335) Τις γαρ απο του αιωνος εχρηµατισε τοιουτος, των Αδαµ υιων σοι λεγω, πριν εξ ουρανου κατελθη ο ∆εσποτης των απαντων ουρανιων, επιγειων; Ουτος ελαβε την σαρκα την ηµων και Πνευµα Θειον δεδωκε, καθως πολλακις ειποµεν, και τουτο παντα ως Θεος ηµιν παρεχει. Ποια παντα; Α πολλακις υµιν ειπον, αλλα και τα νυν εξειπω. Γινεται ως κολυµβηθρα θεια φωτοειδεστατη, παντας συµπεριλαµβανει τους αξιους, ους εφευροι ενδοθεν, και πως εξειπω, πως εκφρασω τα γινοµενα αξιως; ∆ος µοι λογον, ο ψυχην µοι χαρισαµενος Θεος µου. Θεος ον το Θειον Πνευµα, ους εντος αυτου αν λαβη, αναπλαττει τουτους ολως, εξανακαινιζει τουτους, καινουργει τε παραδοξως. Πως και τινα γε τον τροπον ου µεταλαµβανει ολως του εκεινων αυτο ρυπου; Ως ουδε το πυρ µετεχει της σιδηρου µελανιας, µεταδιδωσι δ᾿ εκεινω παντα τα αυτω προσοντα, (336) ουτω και το Θειον Πνευµα αφθαρτον ον αφθαρσιαν και αθανατον υπαρχον διδωσιν αθανασιαν,
φως τε αδυτον τυχανον φως αποτελει τους παντας εν οισπερ κατασκηνωσει, και ζωην αυτοις παρεχει. Ως Χριστου οµοφυες τε, οµοουσιον ωσαυτως και οµοδοξον υπαρχον και συνηνωµενον πελον, τουτους του Χριστου οµοιους απεργαζεται εις απαν. Ου φθονει γαρ ο ∆εσποτης ισους εαυτω οφθηναι τους βροτους χαριτι θεια, ουδ᾿ απαξιοι γενεσθαι οµοιους αυτω τους δουλους, αλλα τερπεται και χαιρει καθορων ηµας τοιουτους εξ ανθρωπων γεγονοτας κατα χαριν, ως εκεινος πεφυκε και εστι φυσει. Ευεργετης γαρ υπαρχων βουλεται ηµας τοιουτους ειναι, οιος και εκεινος. Ει γαρ µη τοιουτοι ωµεν οµοιοι εν ακριβεια, πως εσοµεθα εκεινω ηνωµενοι, καθως ειπε, πως δε εν αυτω µενουµεν, (337) µη υπαρχοντες τοιουτοι, πως δ᾿ αυτος εν ηµιν µεινη ουσι τουτου ανοµοιοις; Τουτο ουν σαφως ειδοτε σπευσατε λαβειν το Πνευµα το εκ του Θεου και Θειον, ινα γενησθε τοιουτοι, οιους εδειξεν ο λογος, επουρανιοι και θειοι,
οσους ειπεν ο ∆εσποτης, ινα και της βασιλειας γενησθε της ουρανιου κληρονοµοι εις αιωνας. Ει δε µη τοιουτοι ητε η γενησεσθε ενταυθα επουρανιοι, ως ειπον, πως τους ουρανους οικησαι ολως οιεσθε συν τουτω; πως δε και εις βασιλειαν µετα των επουρανιων εισελθειν και βασιλευσαι και συνεσεσθαι τω παντων Βασιλει τε και ∆εσποτη; ∆ραµετε σπουδη ουν παντες, ινα καταξιωθωµεν ενθοθεν της βασιλειας της των ουρανων γενεσθαι και Χριστω συµβασιλευσαι, τω ∆εσποτη των απαντων, ω πρεπει πασα δοξα συν Πατρι και Πνευµατι τε εις αιωνας των αιωνων, αµην. ΜΕ’. Περι θεολογιας ακριβεστατης˙ και οτι ο µη ορων το φως της του Θεου δοξης χειρων τυγχανει τυφλων. (338) Ω φιλοικτιρµον Θεε µου, ποιητα µου, λαµψον πλειον µοι το απροσιτον φως σου, ινα µου χαρας εµπλησης την καρδιαν. Ναι, µη οργισθης, ναι, µη εγκαταλιπης, αλλα αυγασον ψυχην µου τω φωτι σου˙ το γαρ φως σου συ, ο Θεος µου, τυγχανεις. Ει γαρ κεκλησαι πολλοις και διαφοροις τοις ονοµασιν, αλλ᾿ εν αυτος υπαρχεις˙
τουτο δε το εν αγνωστον παση φυσει και αορατον και αφραστον τυγχανει, ο παραδεικνυµενον παντα καλειται. Τουτο ουν το εν τρισυποστατος φυσις, µια θεοτης, µια τε βασιλεια, µια δυναµις, εν η Τριας γαρ πελει. Τριας µια γαρ ο Θεος µου, ου τρια, τρια οµως δε το εν καθ᾿ υποστασεις, οµοφυεις αλληλαις ουσας τη φυσει, οµοδυναµους ολως, οµοουσιους, ασυγχυτως µεν υπερ νουν ηνωµενας, αδιαιρετως δ᾿ αυθις διαιρουµενας, εις εν τα τρια και το εν γε εις τρια. Εις γαρ εστιν ο ποιησας τα παντα Ιησους Χριστος συν Πατρι τω αναρχω, (338) συναναρχω τε Πνευµατι τω Αγιω. Εν ουν η Τριας αµεριστως εις απαν, εν τω ενι τα τρια δε, εν τοις τρισι το εν δε, µαλλον δε εν τα τρια µοι και το εν τρια παλιν˙ νοει, προσκυνει, πιστευε νυν και εις τους αιωνας. Το εν γαρ τουτο φαντασθεν, λαµψαν και καταυγασαν, µεταληφθεν, µεταδοθεν παν αγαθον υπαρχει˙ διο ουχ εν, αλα πολλα και παρ᾿ ηµιν καλειται˙ φως και ειρηνη και χαρα, ζωη, τροφη και ποσις, ενδυµα, περιβολαιον, σκηνη και θειος οικος, ανατολη, αναστασις, αναπαυσις λουτρον τε, πυρ, υδωρ, ποταµος, πηγη ζωης και ρειθρον, αρτος και οινος, η καινη των πιστων καρυκεια, η πανδαισια, η τρυφη ην µυστικως τρυφωµεν, ηλιος οντως αδυτος αστρον αειλαµπες τε, λαµπας εντος εκλαµπουσα της ψυχικης οικιας. Τουτο το εν πολλα εστι καθαιρουν τε και κτιζον, τουτο το εν τα συµπαντα παρηγαγε τω λογω και πνευµατι δυναµεως συνεχει ταυτα παντα. Τουτο το εν τον ουρανον και την γην εκ µη οντων παρηγαγεν, ουσιωσε, συνεστησεν αρρητως, τουτο το εν τον ηλιον, σεληνην και τα αστρα
θεληµατι πεποιηκε, θαυµα καινον και ξενον. Τουτο το εν τετραποδα, ερπετα καιθηρια και πετεινα παντοδαπα και εναλια παντα τη προσταξει παρηγαγε, καθως ορωνται παντα. Εσχατον δε εποιησεν εµε ως βασιλεα και παντα ταυτα δεδωκεν εµοι προς θεραπειαν ως δουλα και την χρειαν µοι δουλικως εκπληρουντα. Παντα ουν τουτου του ενος Θεου των ολων, λεγω, το προσταγµα εφυλαξε και εισετι φυλαττει, καγω µονος, ο αθλιος, αχαριστος εδειχθην, (339) αγνωµων και ανηκοος Θεου, του πλασαντος µε και ταυτα παντα τα καλα αφθονως παρασχοντος, την εντολην τε παραβας αχρειος εγενοµην και χειρων παντων των κτηνων απεφανθην, ο ταλας, και παρετραπην της οσου της ευθειας και θειας και της δοθεισης δοξης µοι εκπεπτωκα αθλιως και εξεδυθην την στολην την φωτεινην και θειαν, και εν τω σκοτει γεγονως νυν εν τω σκοτει κειµαι, και αγνοω οτι φωτος ειµι εστερηµενος, και˙ Ιδε, λεγω, ηλιος την ηµεραν φωτιζει, και βλεπω τουτον˙ της νυκτος ελθουσης παλιν δυνει, καγω αναπτω µοι κηρους και λαµπαδα και βλεπω. Και τι των παντων εχει µου ανθρωπων πλεον αλλος; Ουτως γαρ παντως βλεπουσιν ανθρωποι εν τω κοσµω και τουτου πλεον ουδαµως καθορα τις ανθρωπων. Ταυτα ουν λεγων ψευδοµαι και εµαυτον εµπαιζω και εµαυτον, Σωτερ, πλανω κατ᾿ εµαυτον κοµπαζων, µη θελων γνωναι εµαυτον, οτι τυφλος τυγχανω, µη θελων κοπιασαι τε, µη θελων αναβλεψαι, µη θελων ο κατακριτος την τυφλωσιν µου γνωναι. Λεγω δε˙ Τις εωρακε Θεον, το φως του κοσµου; Και τουτο λεγων, ∆εσποτα, αναισθητω εις απαν µη συνιεις οτι κακως λογιζοµαι και λεγω. Ο γαρ το φως σου µη ορων, και βλεπειν ολως λεγων, µαλλον δε και αδυνατον λεγων υπαρχειν τουτο, το κατιδειν σου, ∆εσποτα, το φως της θειας δοξης, πασας αρνειται τας γραφας προφητων, αποστολων,
τους σους τε λογους, Ιησου, και την οικονοµιαν. Ει γαρ εξ υψους ελαµψας, επεφανας εν σκοτει και παρεγενου, ευσπλαγχνε, εν κοσµω µετ᾿ ανθρωπων, (341) αναστραφηναι καθ᾿ ηµας θελησας φιλανθρωπως και φως του κοσµου σευτον αψευδως εφης ειναι, ηµεις δε ουχ ορωµεν σε, ουχι τυφλοι εις απαν, τυφλων τε αθλιωτεροι τυγχανοµεν, Χριστε µου; Ναι, οντως, ναι, ως αληθως και νεκροι και τυφλοι τε υπαρχοµεν µη βλεποντες σε ζωοποιον φαος. Τον ηλιον τον αισθητον οι τυφλοι ουχ ορωσιν, αλλα και ζωσι, ∆εσποτα, και οπωσουν κινουνται˙ ου γαρ ζωην χαριζεται, αλλα το βλεπειν µονον. Συ δε υπαρχων απαντα τα καλα, αει διδως ταυτα τοις δουλοις σου τοις βλεπουσι το φως σου, ως ων ζωη και την ζωην παρεχεις συν τοις αλλοις απασι, λεγω, τοις καλοις, απερ αυτος τυγχανεις. Ο εχων σε ως αληθως εχει εν σοι τα παντα. Μη στερηθω σου, ∆εσποτα, µη στερηθω σου, κτιστα, µη στερηθω σου, ευσπλαγχνε, ο ταπεινος και ξενος˙ ξενος γαρ, ως ευδοκησας, και παροικος ενταυθα ου προαιρεσει γεγονα, ου θελησει µου ξενος, αλλα τη χαριτι τη ση εµαυτον εγνων ξενον των ορωµενων νοερως ελλαµφθεις τω φωτι σου και γνους οτι προς αϋλον και αορατον κοσµον µεταγεις, κατοικιζεις τε το ανθρωπινον φυλον, µεριζεις τε και διαιρεις αξιους κατοικιας εκαστω, ως εφυλαξεν, Σωτηρ, τας εντολας σου. ∆ια τουτο ουν δεοµαι συν σοι µε καταταξαι, ει και πολλα εξηµαρτον υπερ παντας ανθρωπους και αξιος κολασεως ειµι και τιµωριας, αλλα µε ικετευοντα δεξαι ως τον τελωνην και ως την πορνην, ∆εσποτα, ει και µη ισως κλαιω, ει µη οµοιως ποδας σου ταις θριξι µου εκµασσω, ει µη στεναζω και θρηνω, Χριστε, παραπλησιως˙ (342) αλλα εκβλυζεις ελεος και βρυεις ευσπλαγχνιαν, πηγαζεις αγαθοτητα, δι᾿ ων ελεησον µε. Ναι, ο παγεις τας χειρας σου, ναι, ο παγεις τους ποδας
εν τω σταυρω και λογχευθεις την πλευραν, πανοικτιρµον, ελεησον και ρυσαι µε πυρος του αιωνιου, καλως καταξιωσας µε εντευθεν σοι δουλευσαι, ακαταγνωστως τοτε δε στηναι ενωπιον σου και προσδεχθηναι ενδοθεν του νυµφωνος σου, Σωτερ, ενθα συνευφρανθησοµαι σοι, τω καλω ∆εσποτη, ανεκλαλητω χαρα εις παντας τους αιωνας, αµην. ΜΣΤ’. Εξοµολογησις ευχη συνηµµενη˙ και περι συναφειας Πνευµατος Αγιου και απαθειας. (343) Εµακρυνα, φιλανθρωπε, ηυλισθην εν ερηµω και απεκρυβην απο σου, του γλυκεος ∆εσποτου˙ υπο την νυκτα γεγονως της του βιου µεριµνης πολλα εκειθεν δηγµατα και τραυµατα υπεστην, πολλας πληγας επανελθων φερω εν τη ψυχη µου και κραζω εν οδυνη µου και πονω της καρδιας˙ Ελεησον, οικτειρησον εµε τον παραβατην! Ω ιατρε φιλοψυχε και φιλοικτιρµον µονε, ο δωρεαν τους ασθενεις και τετραυµατισµενους ιωµενος, ιατρευσον µωλωπας, τραυµατα µου. Σταλαξον σου το ελαιον της χαριτος, Θεε µου, και τας πληγας µου αλειψον, εξαλειψον τα ελκη, συνουλωσον και συσφιγξον τα παραλελυµενα µελη µου και αφανισον τας ουλας πασας, Σωτερ, και τελεον υγιωσον ολον µε ως το πρωην, οτε ουκ ην µοι µολυσµος, οτε ουκ ην µοι µωλωψ, ουδε πληγη φλεγµαινουσα, ου κηλις, ω Θεε µου, αλλα γαληνη και χαρα, ειρηνη και πραοτης, αγια τε ταπεινωσις και η µακροθυµια, υποµονης ο φωτισµος και των καλλιστων εργων˙ υποµονη και δυναµις αηττητος εις απαν. (344) Εξ ου πολλη παρακλησις δακρυων καθ᾿ εκαστην, εξ ου η αγαλλιασις εν τη εµη καρδια, ωσπερ πηγη ανεβρυεν, ερρεεν αεναως
και ρειθρον ην µελισταγες, ευφροσυνης τε ποµα, διηνεκως στρεφοµενον εν στοµατι νοος µου. Οθεν υγιεια απασα, οθεν η καθαροτης, οθεν η ρυψις των παθων και λογισµων µαταιων, οθεν η αστραπηµορφος απαθεια συνην µοι και συνεγινετο αει – πνευµατικως µοι νοει ο ταυτα διερχοµενος, µη µολυνθης αθλιως – αφατον εµποιουσα µοι ηδονην συνουσιας και γαµου ποθον απειρον, ενωσεως ενθεου, εξ ης καγω µεταλαβων απαθης εγενοµην, εκπυρωθεις τη ηδονη, φλεχθεις αυτης τω ποθω και του φωτος µετεσχηκα, ναι, και φως εγενοµην, παθους παντος ανωτερος, εκτος κακιας πασης. Ου γαρ προσψαυει τω φωτι της απαθειας παθος ως ουδ᾿ ηλιω η σκια η της νυκτος το σκοτος. Τοιουτος ουν γενοµενος, τοιουτος τε υπαρχων υπεχαυνωθην, ∆εσποτα, ως εµαυτον θαρρησας, µεριµνη υπεσυρην τε των αισθητων πραγµατων, φροντιδι τε βιωτικων κατεπεσα, ο ταλας, και ψυχρανθεις ως σιδηρος µελανος εγενοµην και εγχρονισας κειµενος ιον προσελαβοµην. Και δια τουτο σοι βοω παλιν καθαρισθηναι αιτουµενος, φιλανθρωπε, και εις το πρωην καλλος ανενεχθηναι και του σου φωτος καταπολαυσαι νυν τε και αει και εις παντας τους αιωνας, αµην. ΜΖ’. Περι νοητου παραδεισου τηλαυγης θεωρια˙ και περι του εν αυτω ξυλου ζωης. (345) Ευλογητος ει, Κυριε, ευλογητος ει, µονε, ευλογητος ει, ευσπλαγχνε, υπερευλογηµενε, ο δους εν τη καρδια µου το φως των εντολων σου και εµφυτευσας εν εµοι το της ζωης σου ξυλον και δειξας µε παραδεισον αλλον εν ορωµενοις, εν αισθητοις µεν νοητον, νοητον δ᾿ εν αισθησει.
Συνηνωσας γαρ τη ψυχη αλλον Πνευµα σου Θειον, οπερ και ενεσκηνωσας εν τοις εµοις εγκατοις˙ τουτο το ξυλον της ζωης οντως υπαρχει µονον, τουτο, εν ηπερ φυτευθη γη ειτ᾿ ουν ψυχη ανθρωπου και εν καρδια ριζωθη, παραδεισον δεικνυει ταυτην ευθυς λαµπροτατον, πασι κεκοσµηµενον φυτοις ωραιοις δενδροις τε και καρποις διαφοροις, πεποικιλµενον ανθεσι και µυριπνοοις κρινοις. Ταυτα δ᾿ εισι ταπεινωσις και χαρα και ειρηνη, πραοτης και συµπαθεια, πενθος, οµβροι δακρυων και ξενη τερψις εν αυτοις, αιγλη της χαριτος σου απασιν επιλαµπουσα τοις εν τω παραδεισω. Συ ει κρατηρ προχεων µοι ζωης τα ναµατα σου, και λογους θειας γνωσεως αφθονως εµπαρεχεις. Επαν δε συ µη βουληθης, αλλ᾿ αντιλεγεις ταυτα, (346) ανους εγω, αναισθητος ωσπερ λιθος τυγχανω. Η σαλπιγξ ανευ πνευµατος ουδεποτε ηχησει˙ ουτω καγω σου ανευθεν ως αψυχος υπαρχω. ∆ιχα ψυχης αδυνατον ενεργειν τι το σωµα˙ ουτως ου δυνατι ψυχη διχα του Πνευµατος σου κινεισθαι και τας εντολας τας σας, Σωτερ, φυλαττειν, ουδε οραν σε δυναται ουδε παριστασθαι σοι, ουδε υµνειν την δοξαν σου συνετως, ω Θεε µου. ∆ια τουτο ουν σοι βοω και δια τουτο κραζω˙ Ο ανω ων συν τω Πατρι και µεθ᾿ ηµων τυγχανων ουχ᾿ ως τινες λογιζονται, τη ενεργεια µονη, ουδ᾿ ως νοµιζουσι πολλοι, τω θεληµατι µονω, ουδε δυναµει µονη σου, αλλα και τη ουσια, ειπερ ουσιαν επι σοι τολµητεον του λεγειν η εννοειν, αθανατε, υπερουσιε µονε! Ει γαρ υπαρχεις αληθως ανερµηνευτος ολως, αορατος, απροσιτος, ακατανοητος τε, αναφης, αψηλαφητος, αληπτος ολως, Σωτερ, πως σε προσονοµασωµεν, πως δε σε και ουσιαν ποταπην τε και οποιαν τολµησωµεν ειπειν σε; Οντως ουδεν των παντων γαρ υπαρχεις, ω Θεε µου, αλλα τα παντα εργα σα εξ ουκ οντως παρηχθη˙
µονος δ᾿ υπαρχεις ακτιστος, µονος αναρχος, Σωτερ, Τριας Αγια και σεπτη, ο Θεος των απαντων, και φως παρεδειξας ηµιν δοξης σου της αχραντου. Αυτο και νυν παρασχου µοι αδιαστατον, Σωτερ, δος µοι αει σε δι᾿ αυτου ενοπτριζεσθαι, Λογε, και καλλος το αµηχανον καλως κατανοειν σου, οπερ ακατανοητον πανταπασιν υπαρχον υπερεκπληττει µου τον νουν, εξιστα µου τας φρενας και πυρ εν τη καρδια µου σης αγαπης αναπτει. Τουτο δ᾿ αποτελουµενον εις φλογα θειου ποθου τρανοτεραν δεικνυει µοι την δοξαν σου, Θεε µου. Ην προσκυνων αιτουµαι σε, Υιε Θεου, παρασχου (347) και νυν και εν τω µελλοντι αδιαδοχως εξειν και δι᾿ αυτης σε τον Θεον καθοραν αιωνιως. Μη δος µοι δοξαν, ∆εσποτα, εν κοσµω την µαταιαν, µη πλουτον απολλυµενον, µη ταλαντα χρυσιου, µη θρονου υψος, µη αρχην τωνδε των φθειροµενων. Τοις ταπεινοις µε συζευξον, τοις πτωχοις τε και πραοις, ινα καγω γενησοµαι και ταπεινος και πραος, και την διακονιαν µου, ει µη προς το συµφερον και προς την σην αρεσκειαν και την σην θεραπειαν µετερχοµαι, ευδοκησον εξεωθηναι ταυτης και µονας, ∆εσποτα, θρηνειν τας εµας αµαρτιας, της κρισεως τε µεριµναν της δικαιας σου µονης, και πως απολογησοµαι πολλα σε παροργισας. Ναι, ο ποιµην ο συµπαθης, ο αγαθος και πραος, ο θελων παντας τους εις σε πιστευοντας σωθηναι, ελεησον, εισακουσον δεησεως µου ταυτης˙ µη οργισθης, µη προσωπον απ᾿ εµου αποστρεψης, αλλα το σον µε διδαξον θεληµα εκπληρωσαι. Ου γαρ ζητω το θεληµα το εµαυτου γενεσθαι, αλλα το σον, ινα και σε θεραπευσω, οικτιρµον. Ορκιζω σε, ελεησον, ο φυσει ελεηµων, και το συµφερον ποιησον ψυχης µου της αθλιας, οτι Θεος φιλανθρωπος αυτος υπαρχεις µονος, ακτιστος, ατελευτητος, παντοδυναµος οντως, παντων ζωη και παντων φως των σε αγαπησαντων
και παρα σου, φιλανθρωπε, λιαν αγαπωµενων. Οις µε συνταξαις, ∆εσποτα, και δοξης σου της θειας αποτελεσαις κοινωνον τε και συγκληρονοµον˙ σοι γαρ η δοξα, τω Πατρι συν Υιω συναναρχω, και Θειω πρεπει Πνευµατι εις αιωνας αιωνων, αµην. ΜΗ’. Οτι δοξα και τιµη εστι παντι ανθρωπω υβριζοµενω και πασχοντι κακως δια Θεου εντολην η υπερ αυτης της εντολης του Θεου ατιµια˙ και διαλογος προς την ιδιαν ψυχην, διδασκων τον ακενωτον πλουτον του Πνευµατος. (348) ∆ος µοι την αισθησιν, Χριστε, ην απαξ εδωρησω, σκεπασον ταυτη µε, Σωτηρ, κρυψον εντος µε ολον και µη εασης αισθησιν εγγιζειν µοι του κοσµου, µη ενδοθεν εισερχεσθαι, µη ολως µε τριτρωσκειν, τον δουλον σου τον ταπεινον, ον ηλεησας µονος. Τη γαρ µεριµνη τη καλη αιφνης επεισπεσουσα η αισθησις η κοσµικη κακας επιθυµιας ευθεως ενεποιησε ψυχη µου τη αθλια˙ δοξαν γαρ υποδεικνυσι, πλουτου υποµιµνησκει, τοις βασιλευσι τε της γης εγγιζειν εποτρυνει ως ευτυχιαν λεγουσα ειναι τουτο µεγαλην. Εκ τουτων ουν των λογισµων, ωσπερ υπο ανεµου ασκος ογκουται και το πυρ αναπτεται εις φλογα, ουτως εκεινη η ψυχη φυσωµενη ογκουται και διατεινεται σφοδρως επιθυµια δοξης, πλουτου τε και ανεσεως των κατω συροµενων, εφιεται δοξαζεσθαι συν τοις δοξασµενοις, περιφανης τε φαινεσθαι συν τοις περιφανεσι και πλουτον κτασθαι συν αυτοις τοις τον πλουτον κτωµενοις, ηνπερ εδοξασας αυτος φωτι σου τω αρρητω, ηνπερ αυτος εστολισας δοξη σου τη αφραστω, ηνπερ αυτος παρεδειξας λαµπροτητα σου θειαν. (349) Η αισθησις αιχµαλωτον τον νουν αυτης λαβουσα υποδεικνυει βασιλεις, υποµιµνησκει δοξης
και πλουτον υποδεικνυσι τον του παροντος βιου, οργαν προς ταυτα τε ποιει τη ενθυµησει µονη. Ω σκοτους, ω πωρωσεως, ω λογισµων µαταιων, προθεσεως τε ρυπαρας και αναισθητου γνωµης, οτι λιπων τα αρρητα και αφθαρτα του βλεπειν τα επι γης λογιζοµαι και ταυτα ενθυµουµαι! Ου τελευτησει βασιλευς; Ουχι παρελθει δοξα; Ου πλουτος σκορπισθησεται ωσπερ χνους υπ᾿ ανεµου; Ουχι διαφθαρησεται τα σωµατα εν ταφοις και αλλοι κυριευσουσι των εν τη γη χρηµατων και µετ᾿ εκεινους ετεροι και απ᾿εκεινων αλλοι; Και τινος, λεγε µοι, ψυχη, ο πλουτος εγεγονει, τις δε εν κοσµω ισχυσε µικρον κερδησαι πραγµα, ιν᾿ ωσπερ ζων τε και θανων µετ᾿ αυτου τουτο λαβη; Παντως ουδενα ουδαµως δειξαι µοι ευπορησεις, ει µη τους ελεηµονας, τους µηδεν κτησαµενους, αλλα τα παντα εν χερσι των πενητων διδοντας. Εκεινοι γαρ και εχουσιν ασφαλως τα δοθεντα, αφ᾿ ουπερ και δεδωκασιν εις χειρας του ∆εσποτου˙ οι δ᾿ αλλοι παντες ως πτωχοι και πτωχων παντων χειρους υπαρχουσιν, οι εχοντες αποκειµενον πλουτον˙ γυµνοι γαρ ωσπερ πτωµατα ριπτονται εν τοις ταφοις και των παροντων αθλιοι και των µελλοντων ξενοι. Τι ουν, ψυχη µου, εν αυτοις καλον ορωσα τερπη; Ποιον δε τουτων αξιον κρινεις επιθυµεισθαι; Παντως ουκ εχεις τι ειπειν, παντως ουκ αποκρινη. Ουαι τοις πλουτον εχουσιν εκτεθησαυρισµενον, ουαι τοις δοξαν θελουσι λαµβανειν εξ ανθρωπων, ουαι τοις παρενειρουσιν εαυτους τοις πλουσιοις (350) και µη την δοξαν του Θεου και τον εκεινου πλουτον και το συνειναι µετ᾿ αυτου µονον επιθυµουσιν, οτι ο κοσµος µαταιος, τα δ᾿ εν τω κοσµω παντα µαταιοτητων εσονται, τα παντα µαταιοτης. ∆ιο και παρελευσονται, Θεος δε εσται µονος αιωνιος και αφθαρτος εις αει διαµενων, και συν αυτω δε εσονται οι νυν αυτον ζητουντες, οι µονον αγαπησαντες εκεινον αντι παντων.
Ουαι δε τοτε τοις νυνι τον κοσµον αγαπωσιν, οτι κατακριθησονται εν αυτω εις αιωνας. Ουαι, ψυχη, τοις θελουσι την δοξαν των ανθρωπων, οτι της δοξης του Θεου αποστερουνται. Ουαι, ψυχη, τοις εχουσι τον πλουτον συνηγµενον, οτι επιθυµησουσιν εκει τυχειν ρανιδος. Ουαι, ψυχη, τοις εχουσιν επ᾿ ανθρωπον ελπιδα, οτι αυτος τεθνηξεται και συν αυτω ελπιδες, και τοτε ευρεθησονται µη εχοντες ελπιδα. Ουαι, ψυχη, τοις εχουσιν αναπαυσιν ενταυθα, οτι εκειθεν εξουσιν αιωνιον την θλιψιν. Ειπε, ψυχη µου, τι λυπη, τι ζητεις των εν βιω, ειπε µοι, και διδαξω σε ενος εκαστου χρειαν και µαθε και διδαχθητι το καλον εν εκαστω. Θελεις, ειπε, δοξαζεσθαι, θελεις και επαινεισθαι; Ακουσον τοινυν, τι τιµη, τι δε και ατιµια˙ τιµη το παντας µεν τιµαν, τον Θεον δε προ παντων και τας εκεινου εντολας επικτασθαι ως πλουτον, υβριζεσθαι τε δι᾿ αυτας, δι᾿ αυτας λοιδορεισθαι και δι᾿ αυτας ονειδισµους υποφερειν παντοιους. Οταν γαρ πραγµατι τινι, ψυχη, επιχειρησης, ινα τιµησης τον Θεον, ινα αυτον δοξασης (351) και δια τουτο υβρισθης και εξουδενωθηση, τοτε τιµης επετυχε και δοξης της εστωσης, οτι η δοξα του Θεου επι σε παντως ηξει. Τοτε σε και οι αγγελοι επαινεσουσι παντες, οτι ετιµησας Θεον, ον υµνουσιν εκεινοι. Θελεις, ψυχη µου, κτησασθαι ιµατισµον και πλουτον; Ακουσον, αρτι δειξω σοι τον αιωνιον πλουτον˙ δακρυσον, µετανοησον, καταφρονησον παντων, γενου πτωχη τω πνευµατι, γενου και τη καρδια, γενου ακτηµων χρηµασι, γενου του κοσµου ξενη, γενου των θεληµατων σου εχθρα των εναντιων και µονου του θεληµατος γενου του σου ∆εσποτου και ακολουθησον αυτου τοις ιχνεσιν ευτονως. Και τοτε σχολαιοτερον βαδισας ο ∆εσποτης θελων καταληφθησεται υπο σου της αθλιας˙
αυτον δ᾿ ιδουσα βοησον και κραυγασον µεγαλως, αυτος δ᾿ επιστραφησεται οµµατι τω ιλεω και βλεψει και παρασχει σοι µικρον αυτον ιδεσθαι και παλιν καταλειψει σε κρυβεις εξ οφθαλµων σου. Τοτε θρηνησεις, ταλαινα, τοτε κλαυσεις εµπονως, τοτε αιτησεις θανατον µη φερουσα τον πονον, µη στεγουσα τον χωρισµον του γλυκεος ∆εσποτου. Αυτος εξαπορουσαν δε ο αγαθος ιδων σε και σφοδρως επιµενουσαν τω κλαυθµω και τη λυπη παλιν αιφνης φανησεται, παλιν σε καταυγασει, παλιν καθυποδειξει σοι τον ακενωτον πλουτον, την δοξαν την αµαραντον του πατρικου προσωπου, και ευφρανει σε ως τον πριν και χαρας σε εµπλησει και ουτω καταλειψει σε της χαρας πεπλησµενην. Κατα µικρον δε η χαρα τοις εκ του κοσµου λογοις και λογισµοις εκλειψει σε και προσεσται σοι λυπη, (352) και ουτω παλιν ως το πριν εση σφοδρως θρηνουσα και κοκυτω κραυγαζουσα κακεινον εκζητουσα, τον ευφροσυνην παροχον, τον της χαρας δοτηρα, τον πλουτον τον ισταµενον και αει οντως οντα. Ουτω σου την προαιρεσιν δοκιµαζοντος βλεπε, µη αποκαµης, ω ψυχη, µη στραφης εις τουπισω, µη ειπης˙ Μεχρι ποτε µοι αληπτος ουτως εσται; Μη ειπης˙ Τι φαινοµενος ευθυς κρυπτετααι παλιν και εως ποτε κοπους µοι ουκ ελεει παρεχειν; Μη ειπης˙ Πως δε δυναµαι κοπιαν µεχρι τελους; και κατοκνησης, ω ψυχη, εκζητειν τον ∆εσποτην, αλλ᾿ ως προς θανατον σαυτην απαξ, ψυχη, εκδουσα µη ψηλαφησης ανεσιν, µη εκζητησης δοξαν, µηδε τρυφην του σωµατος, µη συγγενων φιλιαν, µη περιβλεψη δεξια, µη ευωνυµα ολως, αλλ᾿ ως ενηρξω, µαλλον δε θερµοτερως δραµουσα σπευσον αει καταλαβειν, δραξασθαι του ∆εσποτου. Καν µυριακις αφαντος, τοσαυτακις φανης σοι γενηται, και ο αληπτος ουτως εσται ληπτος σοι, µυριοντακις, µαλλον δε εως πνεεις ολως, προθυµοτερως ζητησον και προς εκεινον δραµε.
Και γαρ ου καταλειψει σε, ουκ επιλησεται σου, κατα µικρον δε µαλιστα επι πλειον φανειται και συχνοτερως σοι, ψυχη, συνεσται ο ∆εσποτης και καθαρθεισαν τελεον του φωτος τη ελλαµψει ολος αυτος ελευσεται, αυτος εγκατοικησει, αυτος και εσται µετα σου ο τον κοσµον ποιησας, και πλουτον εξεις αληθη ον ο κοσµος ουκ εχει, αλλ᾿ ουρανος και οι εκει εναπογεγραµµενοι. Ει ουτω σοι γενησεται, ειπε, τι πλεον θελεις; Ειπε, ψυχη αχαριστε, ειπε, ψυχη αγνωµον, (353) ειπε, ψυχη µου ταπεινη, τι τουτων µειζον εστιν εν ουρανοις ειτ᾿ εν τη γη, ιν᾿ εκεινο ζητησης; Του ουρανου ο ποιητης και της γης ο ∆εσποτης και παντων των εν ουρανω και παντων των εκ κοσµω κτιστης, κριτης και βασιλευς αυτος υπαρχων µονος εν σοι υπαρχει κατοικων, ολος δεικνυµενος σοι, ολος ελλαµπων σε φωτι και καλλος υποφαινων το του προσωπου, και αυτον εκτυπωτερον βλεπειν και παρεχων σοι και κοινωνον δοξης σε της ιδιας απεργαζοµενος. Ειπε, τι τουτου µειζον αλλο; Παντως ουδεν µοι προσερεις. Εγω δε παλιν λεγω˙ Τοιαυτης δοξης, ω ψυχη, συ καταξιωθεισα τι ετι κεχηνας προς γην, τι δε θελγη τοις ωδε, τι τοις φθαρτοις προστετηκας τα αφθαρτα λαβουσα, τι τοις παρουσι προσκεισαι τα µελλοντα ευρουσα; Εκεινα σπουδασον, ψυχη, διηνεκως κεκτησθαι, εκεινοις ολην σεαυτην προσκολλησον, ψυχη µου, ινα και µετα θανατον εν αυτοις ευρεθηση τοις αιωνιοις αγαθοις, οις εντευθεν εκτησω, και συν αυτοις τω ποιητη παραστης και ∆εσποτη ευφραινοµενη συν αυτω εις αιωνας αιωνων, αµην. ΜΘ’. Οτι εστιν οτε και δια της εις τον πλησιον επιµελειας και διορθωσεως συγκατασπασθαι τον διδασκαλον εις την ενουσαν εκεινω του παθους ασθενειαν. (354)
Ελεησον µε, Κυριε, ελεησον µε, µονε, ο εκ νηπιας µε, Σωτηρ, σκεπασας ηλικιας, ο παµπολλα µοι πταισαντι, εν επιγνωσει οντι, οικεια αγαθοτητα απαντα συµπαθησας, ο κοσµου µε ρυσαµενος του δεινου και µαταιου και συγγενων και φιλων τε και ηδονων ατοπων κανταυθα αξιωσας µε ως εν ορει καθισαι και δειξας µοι την δοξαν σου την θαυµαστην, Θεε µου, και Πνευµατος εµπλησας µε του Θειου σου, Χριστε µου, και φωτισµου πνευµατικου ολον µε εµφορησας. Αυτος αµεταµελητον την χαριν σου, Θεε µου, παρασχου µοι τω δουλω σου εις τελος ολοκληρως. Μη αντανελης, ∆εσποτα, µη αποστρεψης, κτιστα, µηδε παριδης απαξ µε προ προσωπου σου στησας και καταταξας εν τοις σοις δουλοις µε και σφραγισας σφραγιδι σου της χαριτος σον µε επονοµασας. Μη παλιν απορριψης µε, µη παλιν αποκρυψης το φως το του προσωπου σου, καµε καλυψη σκοτος και καταπιη αβυσσος και συσχη ουρανος µε, ον υπερανωθεν αυτου ανηγαγες, Σωτηρ µου, και συν αγγελοις, µαλλον δε συν σοι τω παντων κτιστη (355) συνειναι κατηξιωσας και συναγαλλεσθαι σοι και βλεπειν την ασυγκριτον του σου προσωπου δοξαν του απροσιτου τε φωτος εις κορον απολαυειν και χαιρειν και ευφραινεσθαι αρρητον ευφροσυνην τη συνουσια, ∆εσποτα, της σης αφραστου αιγλης. Κατατρυφων δε του φωτος εκεινου του αρρητου εσκιρτων, εχαιρον συν σοι τω ποιητη και πλαστη, αµηχανον κατανοων καλλος του σου προσωπου. Επει δε παλιν προς την γην κατηγαγον τον νουν µου, πεφωτισµενος ων εν σοι, ουκ εβλεπον τον κοσµον ουδε τα οντα πραγµατα, ∆εσποτα, εν τω κοσµω, αλλ᾿ υπερανω των παθων και µεριµνων υπηρχον και πραγµατι στροβουµενος και τα κακα ελεγχων. Ουκ εκοινωνουν µεν το πριν κακιαις ανθρωπιναις˙ ως δ᾿ εγχρονισας εν αυτοις τα αλλων προεθεµην
και φιλονεικοις, ∆εσποτα, συναπηχθην ανδρασιν, ελπιδι διορθωσεως µετεσχον της κακιας και σκοτους, οιµοι, των παθων µετελαβον αφρονως και κρατηθεις υπο θηρων αγριων κινδυνευω. Αλλους εκσπασαι θελων γαρ λυµης γε της εκεινων αυτος πρωτος καταβρωµα γεγονα τοις θηριοις. Αλλα προφθασας οικτειρον, αλλα ταχυνας ρυσαι τον δια σε, φιλανθρωπε, εν τουτοις εµπεσοντα. Κατα την σην γαρ εντολην τεθεικα, ελεηµον, ψυχην την παναθλιαν µου υπερ των αδελφων µου˙ ει ουν ετρωθην, δυνασαι ιασασθαι µε, Σωτερ, ει εκρατηθην παρ᾿ εχθρων αιχµαλωτος ο ταλας, αλλα αυτος ως δυνατον και ισχυρος εις απαν ισχυεις εκλυτρωσασθαι θεληµατι σου µονω˙ ει και θηριων στοµασι και χερσι κατεληφθην, αλλα φανεντος θνηξονται ευθυς, εγω δε ζησω. (356) Ναι, ο πολυς εν οικτιρµοις, αφατος εν ελεει, ελεησον, οικτειρησον εµε τον πεπτωκοτα. Κατηλθον εν τω φρεατι ρυσασθαι τον πλησιον και συγκατεπεσα καγω, δικαιοκριτα Σωτερ˙ µη µε εασης κειµενον εις τελος εν τω βοθρω. Ναι, οιδα ως προσεταξας, πανοικτιρµον Θεε µου, οτι χρη παντως ρυεσθαι τον αδελφον θανατου και αµαρτιας δηγµατος, αλλ᾿ ου δι᾿ αµαρτιας συναπολεσθαι µετ᾿ αυτου˙ ο πεπονθα ο ταλας και ραθυµησας πεπτωκα εµαυτω γε θαρρησας˙ αλλα κακεινον ρυεσθαι και εµαυτον ωσαυτως, ει δε µη, µενειν ανωθεν και θρηνειν τον πεσοντα και φευγειν, οση δυναµις, το πεσειν συν εκεινω. Αλλ᾿ ουν και νυν αναστησον, αναγαγε του χαους και στησον επι πετραν µε, Χριστε, των εντολων σου και δειξον παλιν µοι το φως, ο ου χωρει ο κοσµος, αλλ᾿ εξω κοσµου και φωτος ορατου και αερος του αισθητου και ουρανου αισθητων τε απαντων αποτελει γε τον αυτο, Σωτερ µου, καθορωντα˙ ειτε χωρις του σωµατος, ειτε συν τουτω ολως, µη επισταµενος, Θεε, κατα την τοτε ωραν,
δοκω δε, ωσπερ αϋλος φωστηρ υπαρχων τοτε τω καλλει τε του νοητου λαµποµενος ηλιου, το εαυτου ου καθοραν ισχυει φως αισθησει, εκεινον µονον δε ορα τον αδυτον φωστηρα αµηχανον κατανοων καλλος αυτου της δοξης, και εκπληττοµενος σφοδρως καταµαθειν ουκ εχει, ουτε κατανοησασθαι τον θεωριας τροπον, το πως η που ο πανταχου ανερµηνευτως πελων οραται, περιγραφεται, θελων εν τοις αγιοις. Τουτο δε ισµεν απαντες των τοιουτων οι µυσται, (357) οτι του κοσµου εξωθεν τοτε εν αληθεια γινοµεθα και µενοµεν, αχρις αυτο ορωµεν, και παλιν ευρισκοµεθα εν σωµατι και κοσµω. Μεµνηµενοι δε της χαρας και του φωτος εκεινου και της γλυκειας ηδονης θρηνουµεν και πενθουµεν, ωσπερ παιδιον νηπιον καθορων την µητερα και µεµνηµενον γαλακτος γλυκασµου κλαυθµυριζει, εως εκεινου δραξηται και εις κορον θηλαση. Τουτο αιτουµεθα και νυν, τουτο σε δυσωπουµεν, τουτο προσπιπτοµεν λαβειν αναφαιρετον, Σωτερ, οπως και νυν τρεφωµεθα, πανοικτιρµον, εκ τουτου του αρτου του εξ ουρανου νοητως κατιοντος και πασι τοις µετεχουσι ζωης µεταδιδοντος, και απιοντος, και προς σε την πορειαν ποιουντες συνοδοιπορον εξωµεν, βοηθον τε και ρυστην και συν αυτω και δι᾿ αυτου προσαχθωµεν σοι, Σωτερ, και εν τη κρισει τη φρικτη τας ηµων αµαρτιας αυτο σκεπαση, ∆εσποτα, του µη εκκαλυφθηναι, µηδε φανηναι απασιν αγγελοις και ανθρωποις, αλλα και ιµατιον ηµιν γενηται λαµπροφορον και δοξα και διαδηµα εις αιωνας αιωνων, αµην.
Ν’. Περι θεωριας Θεου και θειων πραγµατων και Αγιου Πνευµατος παραδοξου ενεργειας˙ και περι των ιδιων της Αγιας και
οµοουσιου Τριαδος˙ και οτι ο µη φθασας εισελθειν εις την βασιλειαν των ουρανων ουδεν ωφεληθησεται, καν εκτος γενηται των του αδυο κολασεων. (358) Τι το εν εµοι παρα σου ειργασµενον, ω των παντων αιτιε Θεε και µεδον; Τι γαρ και ειπω, τι δ᾿ αρα εννοησω; Μεγα µεν εµοι το ορωµενον θαυµα, αγνωστον δ᾿ εστι καιαορατον πασι. Ποιον τουτο, λεξον µοι; Πιστως εξειπω˙ σκοτει και σκια, αισθητοις και αισθησει, κτισει ενυλω, αιµατι και σαρκι τε κρατουµαι, συµπερφυρµαι, Σωτερ, ο ταλας. Εν τουτοις δ᾿ οντα δυστυχως και αθλιως εκπληξις συνεχει µε θελοντα φρασαι˙ βλεπω νοερως˙ που, τι η πως, ουκ οιδα. Το γαρ πως ανεκφραστον εστιν εις απαν, το δε που γνωστον και αγνωστον δοκει µοι˙ γνωστον µεν, οτι εν εµοι καθοραται και µακροθεν δεικνυται αυτο γε παλιν, αγνωστον δ᾿ οµως ως καµε συναπαγον εν τω µηδαµου µηδαµως ολως τοπω και των αισθητων ληθην µοι εµπαρεχον και των υλικων παντων και βλεποµενων εξω µε γυµνον και σωµατος εξαγον. (359) Τι ουν εστι το ενργουν µοι ταυτα, οπερ και βλεπειν ειπον; Ειπειν ουκ εχω. Οµως ακουε και συνησεις το πραγµα˙ εστιν ουν ακρατητον τοις πασι παντη, εστι και ληπτον και µεθεκτον αξιοις, µεταδοτικον, συνηµµενον αληπτως, ηνωµενον τε καθαροις ασυγχυτως, ανακεκραµµενον τε αµικτω µιξει ολον ολοις γε τοις αµεµπτως βιουσι. Τουτο εν εµοι δικην λαµπαδος φαινει, µαλλον δε πρωτον εις ουρανους οραται και των ουρανων αµετρως υπερανω,
αµυδρως πανυ αορατως οραται. Οτε δε εγω εµπονως εκζητησω και επιµονως αιτησοµαι του λαµψαι, η τρανοτερον εκεισε καθοραται καµε των κατω χωριζει και συναπτει τη εκεινου λαµπροτητι αρρητως, η εντος µου δεικνυται αθροον ολον, φως σφαιροειδες, γαληνον τε και θειον, αµορφον, ανειδεον µορφη αµορφω, ορωµενον τε και λαλουν προς µε ταυτα˙ Τις εις ουρανους ειναι µε περιγραφεις κακει τε ζητεις και κατοικειν νοµιζεις; Τι µε επι γης ειναι υπολαµβανεις και µετα παντων συνειναι διαγγελλεις και πανταχου µε νοµοθετεις υπαρχειν; Το ουν πανταχου µεγεθος µοι προσαπτει, αµεγεθες δε το παραπαν υπαρχω˙ υπερµεγεθη γνωθι γαρ µου την φυσιν. Το δ᾿ επι της γης περιγραφην εµφαινει, παντως δ᾿ απεριγραπτος καθαπαξ πελω. (360) Το δε λεγειν σε συνειναι µε τοις πασιν, αγνοιαν σαυτου δηλην ποιεις τοις πασι˙ συνειναι γαρ µε τοις αγιοις ακουεις αυτον ολον µε ουσια εν αισθησει, θεωρια τε, αλλα και µετουσια, συν τω Πατρι µου και Πνευµατι τω Θειω, και επαναπαυεσθαι σαφως εν τουτοις. Ει ουν καθ᾿ ενα ειπης ηµας συνειναι, πολλους ποιησεις εις πολλους µερισθεντας˙ ει ενα φρασης, πως ο εις και καθ᾿ ενα, µαλλον δε ο εις πως και ανω και κατω, µετα δε παντων πως ο αυτος συνεσται; Το παν ο πληρων πως εν ενι οικησει, ο ων εν ενι πως και το παν πληρωσει; Ακουε µυστηρια Θεου αφραστου, αφραστα, παραδοξα και παντη ξενα˙ εστι µεν Θεος αληθως, οντως εστι,
τουτο ευσεβεις παντες οµολογουσιν, ουδεν δε εστιν, ων ηµεις ολως ισµεν, αλλ᾿ ουδ᾿ εξ ων αγγελοι ισασιν εστι, καν τουτω ουδεν ο Θεος εστι, λεγω, των παντων ουδεν ως των απαντων κτιστης, αλλ᾿ υπερ το παν. Τις γαρ αν ειποι τι εστι Θεος, ινα και Εστιν, ειπη, τοδε τυχον η τοδε; Αγνοω ολως οποιος, οποσος, ποταπος η πηλικος˙ ο ουν αγνοων εγω Θεον, οποιος µορφην, ειδος τε, το µεγεθος, το καλλος, πως ερµηνευσω τας αυτου ενεργειας, πως µεν οραται αορατος ων πασι, πως δε συνεστι τη κτιστη παση φυσει, πως εγκατοικει εν πασι τοις αγιοις, (361) πως πληροι το παν και ουδαµου πληρουται, πως υπερ το παν και πανταχου υπαρχει, ταυτα γαρ ουδεις ολως ειπειν ισχυσει. Αλλ᾿, ω ανθρωπων ον ουδεις ολως ειδεν, ω παµβασιλευ, υπερευσπλαγχνε µονε, ευχαριστω σοι εξ ολης µου καρδιας, οτι ου παρειδες µε εν σκοτει κατω κειµενον, αλλ᾿ ηψω µου χειρι σου θεια, ην ιδων εγω ανεστην ευθυς χαιρων˙ ελαµπε και γαρ φαιδροτερον ηλιου. Εσπευσα κρατησαι γε ταυτην, ο ταλας, και ηφαντωθη ευθυς εξ οφθαλµων µου, και παλιν ολος εγενοµην εν σκοτει. Επεσα προς τουδαφος πενθων και κλαιων, κυλινδουµενος και στεναζων εµπονως, ποθων ιδειν σου παλιν την θειαν χειρα. Ηπλωσας αυτην, ωφθη µοι τρανοτερως και περιπλακεις κατεφιλησα ταυτην˙ ω χρηστοτητος και πολλης ευσπλαγχνιας! Χειρα δεδωκεν ασπασαθαι ο κτιστης την συνεχουσαν τα συµπαντα τω σθενει˙ ω χαρισµατος, ω δωρεας αφραστου!
Παλιν τε ταυτην συνεστειλεν ο πλαστης παντως δοκιµαζων µου την προθυµιαν, ει ποθω ταυτην και τον ταυτης δοτηρα, ει καταφρονω παντων και προτιµωµαι ταυτην και µενω εν τη ταυτης αγαπη. Ελιπον ευθυς κοσµον και τα του κοσµου, εµυσα πασας οµου και τας αισθησεις, οφθαλµους, ωτα, ρινα, στοµα και χειλη, (362) πασιν εθανον συγγενεσι και φιλοις, ναι, ως αληθως εθανον τη θελησει, και µονην εζητησα Θεου την χειρα˙ ιδουσα δ᾿ αυτη ουτως ποιοησαντα µε, ηψατο λαθρα, χειρος εκρατησε µου και ωδηγει µε µεσον του σκοτους οντα. Ησθανοµην ουν και χαιρων ηκολουθουν, ετρεχον σφοδρως εν νυκτι και ηµερα, ευτονως εβαδιζον συν προθυµια, βαδιζων δ᾿ αυθις ακινητος υπηρχον και τοτε µαλλον προεκοπτον τοις προσω, ω µυστηριων, ω αθλων, ω βραβειων! Ουτω τρεχοντα του σταδιου εν µεσω πεφθακεν η χειρ απορρητως εκεινη, του εµου πρεσβευσαντος πατρος αγιου, και της ταλαινης ηψατο κεφαλης µου και δεδωκε µοι τον στεφανον της νικης, αυτη δε µαλλον στεφανος γεγονε µοι, και ταυτην βλεπων αφραστον ευφροσυνην, αφραστον χαραν, αφραστον θυµηδιαν ειχον – πως γαρ ου; - κοσµον ολον νικησας και τον του κοσµου αρχοντα καταισχυνας απο χειρος τε του Θεου στεφος θειον, µαλλον δε αυτην του των ολων ∆εσποτου λαβων – θαυµα! - αντι στεφανου χειρα, η εκλαµπουσα εωρατο αΰλως, αδιαλειπτως εµοι και ανεσπερως. Αυτη µοι µαζος προετεινετο ωσπερ και θηλαζειν µοι γαλακτος αφθαρσιας
ως υιω Θεου πλουσιως εχορηγει, ω γλυκυτητος, ω ηδονης αφραστου! Αυτη και ποτηριον ποµατος θειου (363) και αθανατου ρειθρου εγενετο µοι. Εξ ου µετασχων και τροφης ενεπλησθην της ουρανιου, ηνπερ αγγελοι µονοι τρεφονται και αφθαρτοι διατηρουνται, φωτα του πρωτου δευτερα τη µεθεξει. Ουτω και ηµεις θειας και απορρητου φυσεως γεγοναµεν κοινωνοι παντες, τεκνα του Πατρος, αδελφοι του Χριστου δε, Πνευµατι βαπτισθεντες τω Παναγιω˙ παντως δ᾿ ου παντες επεγνωµεν την χαριν, ου την ελλαµψιν, ου µεθεξιν, ουδ᾿ οτι ουτως εγεννηθηµεν, µολις δε τουτο των χιλιων εις ειτε και των µυριων εν τη µυστικη επεγνω θεωρια. Οι δ᾿ αλλοι παντες αµβλωθριδια τεκνα τον γεννησαντα εαυτους αγνουντες˙ ως γαρ οι νεκροι υδατι βαπτισθεντες ειτε και πυρι ουκ αισθανονται ολως, ουτως ουδ᾿ ουτοι νεκροι τη απιστια και των εντολων πελοντες τη αργια ελλιπεις ουκ ισασιν, ως πεπονθασι τερας φοβερον, πιστιν πεπλανηµενην, δοκειν εαυτον υιον του Θεου ειναι και µη γνωριζειν τον ιδιον πατερα. Ει ουν πιστει τουτον συν γνωριζειν λεγεις και πιστει υιος Θεου ειναι νοµιζεις, εστω και η σαρκωσις του Θεου πιστει, και µη εργω φης ανθρωπον γεγονεναι µηδε αισθητως αυτον αποτεχθηναι. Ει δε γεγονεν υιος οντως ανθρωπου, υιον σε ποιει του Θεου παντως εργω˙ (364) ει ου γεγονεν εν φαντασια σωµα, ουδ᾿ ηµεις παντως εν επινοια πνευµα, αλλ᾿ ως υπηρξε σαρξ αληθως ο Λογος,
ουτω και ηµας µεταµορφοι αρρητως και τεκνα ποιει Θεου εν αληθεια. Ατρεπτος θεοτητι µεινας ο Λογος ανθρωπος εγενετο σαρκος προσληψει, ατρεπτον τον ανθρωπον σαρκι ψυχη τε τηρησας πεποιηκεν θεον µε ολον, προσελαβε µου την κατακριτον σαρκα και θεοτητα ολην ενεδυσε µε, και γαρ βαπτισθεις Χριστον ενεδυσαµην ουχι αισθητως, νοητως δε γε παντως. Και πως ου θεος χαριτι τε και θεσει, αισθησει και γνωσει γε και θεωρια, ο τον του Θεου Υιον ενδεδυµενος; Ει αγνοια γεγονεν ο Θεος Λογος ανθρωπος, καµε εν αγνοια γενεσθαι θεον ως εικος υπονοεισθαι πρεπον. Ει δ᾿ εν γνωσει, πραξει τε και θεωρια θεος ανθρωπος εχρηµατισεν ολος, ολον µε θεον τη Θεου κοοινωνια εν αισθησει και γνωσει, ουχι ουσια, µετουσια δε γενεσθαι παντως χρη φρονειν ορθοδοξως. Ωσπερ εγεννηθη γαρ Θεος ατρεπτως ανθρωπος εν σωµατι και πασιν ωφθη, ουτως αφραστως, πνευµατικως γεννα µε και ανθρωπον µενοντα θεον ποιει µε˙ και ωσπερ ορωµενος σαρκι εκεινος το Θεος ειναι ηγνοειτο τοις οχλοις, ουτω και ηµεις, οιον ηµεν, τοις πασιν - θαυµα! – βλεποµενοι ανθρωποι παντως (365) το, οπερ γεγοναµεν χαριτι θεια, ου πεφυκαµεν τοις πολλοις καθορασθαι. Μονοις δ᾿ οις οµµα ψυχης κεκαθαρµενον προσεστι, φαινοµεθα ως εν διοπτρα, τοις δ᾿ ακαθαρτοις ο Θεος, ουδ᾿ ηµεις γε ουθ᾿ ορωµεθα ουθ᾿ ολως γεγενησθαι τοιουτοι ποτε πιστευοµαθα παντως. Απιστοι και γαρ τη πιστει και µονη
προσεπερειδοµενοι χωρις των εργων˙ ει δ᾿ ουκ απιστοι, τεως νεκροι εις απαν, ωσπερ ο θειος απεφηνατο Παυλος. Μη απιστησης, εµοι δε λεγε και σοφως αποκρινου. Ποιον εκ τουτων προτιµησεις των δυο˙ νεκραν γε πιστιν εργων εστερηµενην η απιστιαν της πιστεως εν εργοις; Παντως ερεις µοι˙ Τις των εργων η χαρις πιστεως διχα της ορθης και τελειας; Καγω σοι παλιν αντιφθεγξοµαι˙ Τι δε οφελος της πιστεως των εργων διχα; Ει ουν τα, απερ προειρηκαµεν, γνωναι βουλει τε θεος κατα χαριν γενεσθαι, ου λογω, ου δοκησει, ουκ επινοια, ου µονη πιστει εστερηµενη εργου, αλλα πειρα, πραγµατι και θεωρια νοερα και γνωσει τε µυστικωτατη, πραξον ατινα ο Σωτηρ σοι προσταττει - κακεινος ταυτα δια σε καθυπεστη-, και τοτε ιδοις φως λαµπροτατον φαναν, αερι ψυχης παµπαν λελευκασµενω, αΰλως την αϋλον σαφως ουσιαν ολην δι᾿ ολου οντως διϊκνουµενην, εκ ταυτης δ᾿ ολον ως εν ολω το σωµα (366) ουσης και αυτης ψυχης της ασωµατου, και λαµψει το σωµα σου ως η ψυχη σου, η ψυχη δ᾿ αυθις ως η λαµψασα χαρις εσεται αστραπτουσα, Θεος καθαπερ. Ει δ᾿ αποκνησεις µιµησασθαι του κτιστου την ταπεινωσιν, τα παθη και τας υβρεις και υποστηναι ταυτα ου καταδεξη, ειτε νοερως, αισθητως δε γε µαλλον, εναπελειφθης - ω της αβελτηριας! – εν ζοφω και ταρταρω του σου σαρκιου, ο φθορα εστι – τι γαρ υπαρχει αλλο, ει µη θανατος εν αθανατω σκευει; εγκεκλεισµενος µενουνγε εις αιωνας,
παντων αγαθων των εν φωτι καυτου δε του φωτος στερισκοµενος. Ουπω γαρ λεγω το γε και πυρι βρυγµω των οδοντων, κλαυθµω τε και σκωληκι παραδοθηναι, αλλ᾿ ως εν πιθω τω σωµατι οικησαι µετα την αναστασιν, ως και προ τουτου, και µηδαµοθεν εξωθεν αποβλεπειν µηδε φως εντος εισδεχεσθαι παραπαν, αλλ᾿ ουτω κεισθαι των ενταυθα ηδεων παντων στερισκοµενον και των µελλοντων, καθως προειπον. Λεγε ουν ο ακουων, ο λεγων˙ Ου βουλοµαι της βασιλειας της ακηρατου ενδον γενεσθαι ουδ᾿ απολαυειν των αγαθων εκεινων, αλλ᾿εξω µονον της κολασεως ειναι και πειραν πυρος µη λαβειν µε καν ολως. Τι σοι οφελος γενοµενω, ως ειπον; Αποκρινε µοι, σοφωτατε, και λεγε! (367) Αρα λογιση τιµωριαν ετεραν ειναι µειζονα η γενεσθαι ολως; Απαγε, και γαρ ως µονος εν βασανοις τοτε και ειναι και κολαζεσθαι φησεις. Ει γαρ και ειποις πνευµατικον το σωµα τοτε αποληψεσθαι, και πως ως πιθω εναποκλεισθησεται ψυχη εν τουτω; Ακουσον, διδαχθητι, πως εσται τουτο! Ωσπερ ο σπορος σπειρεται κατα γενος - σιτου σοι λεγω και κριθης και των αλλων – και κατα γενος αυθις αναβλαστανει, ουτω και τα σωµατα των γε θνησκοντων πιπτουσιν εις γην, οια τυχωσιν ειναι. Αι ουν εξ αυτων ψυχαι διαζευχθεισαι εν τη µελλουση των νεκρων αναστασει, τουτων εκαστη κατ᾿ αξιαν ευρισκει το καταλυµα φωτος η σκοτους πληρες. Αι µεν καθαραι και φωτος µετασχουσαι και αναψασαι τας εαυτων λαµπαδας
εσονται παντως εν φωτι ανεσπερω˙ αι δ᾿ ακαθαρτοι και τυφλα της καρδιας εχουσαι τα οµµατα και σκοτους πληρεις, πως αρα θεασονται φεγγος το θειον; Ειπης ουδαµως˙ τουτων ουν, ειπε µοι, τις δεοµενων µετα ποτµον ακουσει και διανοιξει οφθαλµους τουτων, οιµοι, των εκουσιως βλεψαι µη βουληθεντων µηδε αναψαι την ψυχικην λαµπαδα; Σκοτος ουν εκδεξεται αφεγγες τουτους. Τα σωµατα δε, ως ειποµεν, επισης φθειρονται και σηπονται και των αγιων, (368) αλλ᾿ εγειρονται, οια ταυτα εσπαρη, σιτος καθαρος, σιτος ηγιασµενος, του Αγιου Πνευµτος αγια σκευη˙ ως υπαρξαντα καθαρωτατα πανυ εξεγειρονται αυθις δεδοξασµενα, λαµποντα, αστραπτοντα, ως φως το θειον. Τουτοις ενοικησασαι ψυχαι αγιων υπερ γε τον ηλιον λαµψουσι τοτε και γενησονται οµοιοι του ∆εσποτου, ουτινος ετηρησαν τους θειους νοµους. Των δ᾿ αµαρτωλων εξανιστανται αυθις, οια και αυτα εν τη γη κατεσπαρη βορβορωδη, δυσοσµα, σαπριας πληρη, σκευη βεβηλα, ζιζανια κακιας, πανυ ζοφωδη ως τα του σκοτους εργα πραξαντα και οργανα κακων παντοιων χρηµατισαντα του πονηρου σπορεως˙ εξανιστανται δ᾿ αθανατα και ταυτα και πνευµατικα, πλην εοικοτα σκοτει. Τουτοις ουν ψυχαι αθλιαι ενωθεισαι, ζοφωδεις αυται και ακαθαρτοι ουσαι, οµοιοι γενησονται τω διαβολω ως τα εκεινου µιµησαµεναι εργα και τας εκεινου τηρησασαι προσταξεις, µεθ᾿ ου και ταχθησονται πυρι ασβεστω,
τω σκοτει και ταρταρω παραπεµφθεισαι, µαλλον δε αυται κατα αναλογιαν καταχθησονται του βαρους, κατ᾿ αξιαν των αµαρτιων, ων εκαστος βασταζει κακει διαξει εις αιωνας αιωνων. (369) Οι δε αγιοι, ωσπερ ειποµεν, παλιν των αρετων εκαστος πτεροις αρθεντες εις απαντησιν και ουτοι του ∆εσποτου αναβησονται, εκαστος κατ᾿αξιαν˙ ως εαυτον τις προευτρεπισε παντως εγγυθεν η πορρωθεν εσται του κτιστου, συνεσται τ᾿ αυτω εις απειρους αιωνας σκιρτων και τερποµενος αληκτον τερψιν, αµην. ΝΑ’. Οτι του Πνευµατος λαµποντος εν ηµιν του Αγιου παντα τα των παθων φυγαδευονται ως υπο του φωτος το σκοτος˙ συστελλοντος δε αυτου τας ακτινας, υπο τουτων και των πονηρων βαλλοµεθα λογισµων. (370) Το φως σου περιλαµπον µε ζωογονει, Χριστε µου, το γαρ οραν σε ζωωσις, αναστασις τε πελει. Το πως ειπειν ουκ εχω σου φωτος τας ενεργειας, πλην τουτο εργω εγνωκα και γινωσκω, Θεε µου, οτι καν νοσω, ∆εσποτα, καν θλιψεσι καν λυπαις καν εν δεσµοις καν εν λιµω καν φυλακη κρατωµαι, καν δεινοτεροις αλγεινοις συνεχωµαι, Χριστε µου, το φως σου λαµψαν απαντα ως σκοτος απελαυνει, και εν ανεσει και φωτι και φωτος απολαυσει αιφνης ποιει µε γινεσθαι το Πνευµα σου το Θειον. Τας θλιψεις εγνων ως καπνον, τους λογισµους ως σκοτος, ως βελη τε τους πειρασµους, τας µεριµνας ως ζοφον, ως δε θηρια τα παθη χρηµατιζοντα, Λογε, εξ ων µε ηλευθερωσας, εξ ων ερρυσω παλαι, κατα µικρον εκλαµψας σου φως εν εµοι το θειον, και νυν εν µεσω τουτων οντα µε, Χριστε, Θεε µου,
διαφυλαττεις ατρωτον, σκεπων µε τω φωτι σου. Επει δε πταιω παµπολλα, καθ᾿ ωραν αµαρτανων, επει δε κατεπαιροµαι, επει σε παροργιζω, δεοµαι της ευσπλαγχνου σου παιδευσεως, Χριστε µου, ην και σφοδρως αισθανοµαι εν εµοι γενοµενην του απροσιτου, ∆εσποτα, και παµφαους και θειου (371) υποχωρησει απ᾿ εµου φωτος του σκεποντος µε. Ως γαρ ηλιου δυναντος νυξ γινεται και σκοτος και εξιασιν απαντα προς βρωσιν τα θηρια, ουτως αποσκεπαζον µε, ω Θεε µου, το φως σου, ευθυς του βιου σκοτος µε, θαλασσα λογισµων τε περικαλυπτει και παθων θηρια κατεσθιει, και βελεσι τιτρωσκοµαι των λογισµων απαντων. Επαν δε παλιν σπλαγχνισθης, επαν κατελεησης, επαν απακροαση τε των γοερων µου θρηνων και στεναγµους ενωτισθης και δακρυα προσδεξη και επι την ταπεινωσιν επιβλεψαι θελησης εµου του αµαρτησαντος ασυγγνωστα, Χριστε µου, απο µακροθεν ως αστηρ ανατελλων ορασαι, πλατυνεσαι κατα µικρον ουκ αυτος τουτο πασχων αλλα τον νουν του δουλου σου διανοιγων του βλεπειν. Μειζονως ωσπερ ηλιος κατ᾿ ολιγον ορασαι, και γαρ του σκοτους φευγοντος και αφανιζοµενου ερχεσθαι σε λογιζοµαι, τον πανταχου παροντα˙ οτε δε ολον, ως το πριν, περικυκλωσης, Σωτερ, οτε ολον σκεπασης µε, ολον µε περιλαβης, ελευθερουµαι των κακων, λυτρουµαι και του σκοτους και πειρασµων και των παθων και λογισµων απαντων, πληρουµαι γαρ χρηστοτητος, πληρουµαι ευφροσυνης και καταπιµπλαµαι χαρας, αφατου θυµηδιας, ορων φρικτα µυστηρια, ορων θαυµατα ξενα, ορων α ου τεθεαται οφθαλµος ουδε βλεψαι ανθρωπου εξισχυσειεν, αλλ᾿ ουδε ους ακουσαι, επι καρδιαν δε βροτων ουκ ανεβη ουδ᾿ ολως, και καταπληττοµαι σφοδρως, εξισταµαι εν τουτοις και παντων των επι της γης ολως αλλοτριουµαι ακαταπαυστοις εν φωναις ανυµνων σε, Θεε µου,
(372) κατανοων εν εµαυτω αλλοιωσιν την ξενην και τροπον αντιληψεως χειρος παντοδυναµου, πως λαµψει µονου σου φωτος και τη επιφανεια πασαν λυπην εδιωξας, εξηρπασας του κοσµου και ενωθεις µοι µυστικως εις ουρανον ευθυς µε αποκατεστησας εκει, ενθα ουκ εστι λυπη, ου στεναγµος, ου δακρυον, ουκ οφις δακνων πτερναν, και εδειξας ακαµατον, αταλαιπωρον τριβον την εναντιαν, την στενην, την δυσβατον ανθρωποις η, αληθεστερον ειπειν, αβατον πασιν ουσαν. Τις γαρ ποτε εξισχυσεν η τις ποτε ισχυσει ανθρωπων εις τον ουρανον εν σωµατι γενεσθαι η και χωρις του σωµατος, ποιοις πτεροις πετασας; Ηλιας αρµατι πυρος επηρθη και προ τουτου Ενωχ, αλλ᾿ ουκ εις ουρανους, εν ετερω δε τοπω, ουχι αυτος αφ᾿ εαυτου, πλην οµως µετετεθη. Τι δε προς τα γινοµενα εν ηµιν εισι ταυτα; Πως ολως εσται συγκρισις σκιας και αληθειας, η πνευµατος λειτουργικου και δουλικου, ειπε µοι, προς πνευµα το δεσποτικον και παντουργον και θειον, το στερεουν και δυναµουν πασαν κτιστην ουσιαν; Τα µεν γαρ αλλα ποιηµα, ποιητης δ᾿ αυτο µονον, ως του Πατρος αχωριστον και του Υιου ωσαυτως. Θεος τα τρια, εις Θεος η Τριας και γαρ εστιν˙ αυτη το παν ουσιωσεν, εκτισεν αυτη παντα, αυτη τον Λογον και Υιον του Πατρος εν τω κοσµω κατα την σαρκα εκτισεν εις ηµων σωτηριαν, αχωριστον του τε Πατρος και του Πνευµατον οντα. Σαρκουται δε του Πνευµατος οντως τη επελευσει (373) και γινεται οπερ ουκ ην, ανθρωπος οµοιος µοι, πλην αµαρτιας και πασης εκτος γε ανοµιας, Θεος οµου και ανθρωπος ορωµενος τοις πασιν, εχων το Πνευµα το Θειον αυτου συνον τη φυσει, µεθ᾿ ου νεκρους εζωωσε, τυφλων ηνοιξε κορας, λεπρους τε εκαθαρισε δαιµονας απελασας. Ουτος σταυρον υπενεγκων και θανατον ωσαυτως εξαναστας εν Πνευµατι ανεληφθη εν δοξη
και τριβον την εις ουρανους ενεκαινισε πασι τοις εις αυτον πιστευουσιν εν αδιστακτω πιστει, και Πνευµα το Παναγιον εξεχεε πλουσιως εις παντας τους δεικνυοντας την πιστιν εκ των εργων και νυν αφθονως τουτο γε εκχει προς τους τοιουτους, θεοποιει τε δι᾿ αυτου, οις συναφθη αθροον, και εξ ανθρωπων αλλοιοι τουτους αναλλοιωτως και τεκνα δεικνυσι Θεου, αδελφους του Σωτηρος, συγκληρονοµους µεν Χριστου, Θεου δε κληρονοµους, θεους Θεω συνοντας γε Πνευµατι εν Αγιω, δεσµιους µεν µονη σαρκι, πνευµατι δ᾿ ελευθερους, συνανιοντας τω Χριστω εις ουρανους ευκολως, ολον τε το πολιτευµα κεκτηµενους εκεισε εν θεωρια των καλων, ων οφθαλµοι ουκ ειδον. Τι ουν το αρµα του πυρος, το Ηλιαν αρπασαν, τι η Ενωχ µεταθεσις υπαρχουσι προς ταυτα; Εγω δοκω, ως θαλασσα τµηθεισα ραβδω παλαι και µαννα εκ του ουρανου κατελθον, τυπος µονον και αληθειας συµβολα ταυτα παντως υπηρχον - η θαλασσα βαπτισµατος, το µαννα του Σωτηρος -, (374) ουτω κακεινα συµβολα τουτων εισι και τυπος, ασυγκριτον υπεροχην κεκτηµενων και δοξαν, οσον κτιστου το ακτιστον υπερεχει τη φυσει. Το µαννα γαρ, ο λεγεται αρτος, τροφη αγγελων, ο εφαγον οι ανθρωποι εν τη ερηµω τοτε, εξελιπεν, απωλετο, απεθανον τε παντες και οσοι τουτο εφαγον˙ ζωης γαρ ου µετειχεν. Η σαρξ δε του ∆εσποτου µου τεθεωµενη ουσα, ζωης µεστη τε πελουσα παντας ζωης µετοχους τους τρωγοντας αποτελει και ποιει αθανατους˙ διαβιβαζει τε αυτους ου πελαγος θαλασσης, ουδ᾿ εξ Αιγυπτου µεθιστων προς αλλην γην µεταγει φθαρτους καρπους προφερουσαν και αυθις τοις ανθρωποις, αλλ᾿ ουδε τεσσαρακοντα επι χρονοις βαδιζειν διακελευεται ηµας ο λυτρωτης του κοσµου, ινα και καταλαβωµεν γην της επαγγελιας, αλλ᾿ αδιστακτω πιστει γε βαπτισθεντας αθροον,
αιµατος τε και της αυτου σαρκος µεταλαβοντας απο θανατου εις ζωην, εις φως τε απο σκοτους, απο της γης εις ουρανους αναφερει ευθεως. Προτερον απεκδυσας µε φθορας και του θανατου και ολον ελευθερωσας µε εν αισθησει και γνωσει, - το δε παντων φρικτοτερον! – ουρανον καινον εδειξε µε και εν εµοι κατωκησεν ο των απαντων κτιστης, ουπερ ουδεις των προπαλαι αγιων ηξιωθη. Ελαλει γαρ γο προτερον δια Πνευµατος Θειου και ενεργεια τη αυτου τα θαυµατα εποιει, ουσιωδως δε ουδαµως νινι Θεος ηνωθη προ του γενεσθαι ανθρωπον τον Χριστον και Θεον µου. (375) Λαβων γαρ σωµα δεδωκεν αυτου Πνευµα το Θειον, ουσιωδως ενουται δε δι᾿ αυτου πιστοις πασι και γινεται αχωριστος η ενωσις η τουτων. Φευ µοι! – στεναζω γαρ πικρως την των ανθρωπων πλανην -. Πως ου πιστευοµεν Χριστω, πως ουκ ακολουθουµεν, πως ου ποθουµεν την ζωην, πως τον εκεινου πλουτον τον ασυλον, τον αφθαρτον, την δοξαν την αγηρω διαγωγης της µετ᾿ αυτου, πως ουκ επιθυµουµεν; Πως τοις φθαρτοις προσκειµενοι νοµιζοµεν σωθηναι, οι µη φιλουντες τον Χριστον πλειον των ορωµενων µηδε ελπιζοντες αυτω συνειναι µετα ποτµον; Αλλα αναισθητοτεροι εισι ξυλων τε και των λιθων. Αλλ᾿, ω Χριστε µου, ρυσαι µε της τουτων αλογιας και σε φιλειν εκδιδαξον, την ζωην πιστων παντων. Σοι γαρ συν τω Πατρι και Πνευµατι σου Θειω δοξα πρεπει και αινεσις, τιµη προσκυνησις τε νυν και αει ως βασιλει εις αιωνας αιωνων, κα΄των απαντων ποιητη, Θεω τε και ∆εσποτη, αµην.
ΝΒ’. Περι θεολογιας˙ και οτι τω µη αλλοιωθεντι τη του Αγιου Πνευµατος µετουσια και γεγονοτι θεσει εν γνωσει Θεω διδασκειν τα θεια τους ανθρωπους ουκ εξεστι. (376)
Τις µου παραµυθησεται τον πονον της καρδιας; Πονον δ᾿ ειπων εδηλωσα τον του Σωτηρος ποθον, ο ποθος δε του Πνευµατος ενεργεια τυγχανει, µαλλον δ᾿ αυτου ουσιωδως εστιν η παρουσια, ενυποστατως εν εµοι φως εντος ορωµενη˙ το φως δ᾿ ασυγκριτον εστιν, ολον αφθεγκτον πελει. Τις µε χωρισει αισθητων, ων απηλλαγην απαξ και απεκρυβην εξ αυτων γεγονως εξω κοσµου; Τις µοι δωσει γαληνην γε και ησυχιαν παντων, ινα του καλλους κορεσθω και της εκεινου θεας, ου το ακατανοητον αναφλεγει τον ποθον, οποσον δε καταληπτον, ενυποστατος ποθος. Αγαπη γαρ ουκ ονοµα, αλλα ουσια θεια, µεταληπτη και αληπτος, θεϊκη δε γε παντως˙ το µεθεκτον καταληπτον, τουτου το πλειον ουπω. ∆ια τουτο ουν ειπον σοι καταληπτον τον ποθον και ενυποστατον αυτον ως µεθεκτον ληπτον τε˙ παν γαρ ληπτον και µεθεκτον ουσια παντως πελει ενυποστατως µεθεκτη, ωσαυτως και ληπτη τε. Το γαρ ανουσιον ουδεν και λεγεται και εστιν, η θεια δε και ακτιστος υπερουσιος φυσις (377) ως της ουσιας των κτιστων υπερεχουσα παντων καλειται υπερουσιος, πλην ενουσιος πελει και ενυποστατος εστιν, υπερ ουσιαν πασαν, και προς υποστασιν κτιστην ασυγκριτος γε παντη νοειται, εστιν ολη γαρ απεριγραπτος φυσει˙ το µη περιγραφοµενον υποστασιν πως ειπης; Το δ᾿ ανυποστατον ουδεν, και πως µεταληπτον µοι; Ει δ᾿ απιστεις, τον Παυλον σοι µαρτυρουντα παρεξω και τα αµφοτερα πιστα ειναι σοι βεβαιουντα˙ οταν γαρ λεγη τον Χριστον εντος εχειν λαλουντα και Πνευµατι φθεγγοµενον αυτον τω Παναγιω, µεταληπτον, περιγραπτον ειναι λεγει το θειον, απεριγραπτως εν αυτω συµπαρον και αληπτως. Οταν δε φως απροσιτον οικουντα παρεισαγη και µαρτυρη µηδεποτε υπ᾿ ανθρωπου οφθηναι,
τοτε το απεριγραπτον και αληπτον εµφαινει˙ ο γαρ ουδεις εωρακε πωποτε των ανθρωπων, πως η µετελαβεν αυτου η προσεψαυσεν ολως; Παντως ερεις µοι˙ ουδαµως, ει µη φιλονεικοιης. Οταν δε παλιν ειπη σοι˙ ο Θεος, ο εκ σκοτους φως λαµψαι παλαι προειπων, ος ελαµψεν εντος µου, ποιον σοι αλλον παριστα Θεον, ειπε, νοησαι, ει µη εκεινον τον το φως το αστεκτον οικουντα και ον ουδεπω ουδαµως ουδεις ανθρωπων ειδεν; Αυτος γαρ υπερουσιος ακτιστος ων το προσθεν σαρκα τε ανελαβετο και κτιστος µοι ωραθη, ολον θεωσας µε αυτος τον προσληφθεντα ξενως. Ουτω πιστευεις, λεγε µοι, και παντως ου δισταζεις; Ει ουν Θεος γενοµενος ανθρωπος, ως πιστευεις, τον ανθρωπον εθεωσεν εµε τον προσληφθεντα, θεσει θεος γενοµενος τον φυσει Θεον βλεπω (378) εκεινον, ον ουδεις ποτε ανθρωπων ηδυνηθη ιδειν, αλλ᾿ ουδε δυναται ολως του κατιδεσθαι. Τον Θεον ουν οι δεξαµενοι της πιστεως τοις εργοις και θεοι χρηµατισαντες Πνευµατι γεννηθεντες, αυτον εκεινον βλεπουσι τον εαυτων πατερα, τον ενοικουντα τω φωτι αει τω απροσιτω˙ ενοικον εχοντες αυτοι εν εαυτοις οικουντα οικουσιν αυτοι γ᾿ εν αυτω τω παµπαν απροσιτω. Τουτο πιστις η αληθης, τουτο Θεου το εργον, τουτο σφραγις Χριστιανων, τουτο µεθεξις θεια, τουτο εστιν η µετοχη και αρραβων ο θειος, τουτο υπαρχει η ζωη, τουτο η βασιλεια, τουτο το ενδυµα εστιν, ο χιτων του Κυριου, ονπερ οι βαπτιζοµενοι επενδυονται πιστει, ουχι αγνοια, λεγω σοι, ουδε αναισθησια, αλλα δια της πιστεως εν αισθησει και γνωσει. Ινα µη λεγης˙ Τον Χριστον ενδεδυσθαι πιστευω˙ ου λεγω˙ Τουτο πιστευε˙ αλλα˙ Πιστεως εργον και πιστεως βεβαιωσιν και πιστεως σφραγιδα και πιστεως τελειωσιν αναµφιβολον εχε εκ του ενδυσασθαι Χριστον εν αισθησει και γνωσει
εκλαµποντα, αστραπτοντα θεοτητος τη δοξη και τρανοτατω εν φωτι ολον σε αλλοιουντα, αναλλοιωτως µενοντα διπλουν εξ εκατερων, θεσει Θεον, τη φυσει δε ανθρωπον ολον οντα. Τοιουτος δε γενοµενος ολος, καθως σοι ειπον, τοτε ελθε και συν ηµιν στηθι, ω αδελφε µου, επ᾿ ορους θειας γνωσεως, θειας τε θεωριας, και ακουσοµεθα οµου πατρικης φωνης, οιµοι, (379) οποσον απολειποµεν της θεϊκης αξιας, οποσον δε απεχοµεν ζωης της αιωνιου. Οσον απεχει ουρανος των γης καταχθονιων και των εκεισε δυστυχως παλαι κεκρατηµενων, τοσουτον η και πλεον γε απεχοµεν οι παντες οντως αξιας του Θεου και θειας θεωριας, καν συν εκεινω κατοικειν λεγωµεν παραδοξως και τον οικουντα εν φωτι τω απροσιτω εχειν εν εαυτοις και µενοντα και κατοικουντα ολον˙ και θελοµεν καθηµενοι εν τοις καταχθονιοις φιλοσοφειν τα υπερ γην και τα εν ουρανω γε και ουρανων υπερτερα, ως ακριβως ειδοτες, και διηγεισθαι απασι και γνωστικοι καλεισθαι, θεολογοι τε ακριβεις και µυσται των αρρητων, οπερ και ενδειγµα εστι παντως αναισθησιας. Ο γεννηθεις γαρ δυστυχως εν τοις καταχθονιοις και σκοτος ολος κατοικων του ενεστωτος κοσµου, φως τε µη θεασαµενος του µελλοντος αιωνος, ο παντως ελαµψεν εν γη αεναως λαµπει, και λεγων τα εν ουρανω φρονειν και ειδεναι, βλεπειν τε παντα τα εκει και τους αλλους διδασκειν, ουχι αναισθητος εστι και πλεον αρα τουτου; Ως γαρ τυφλος φιλονεικων τους βλεποντας και λεγων˙ Το νοµισµα χαλκουν εστιν, η σφραγις αλλου πελει, τα εν αυτω δε γραµµατα δηλοι ταδε και ταδε, οντως παραδοξον εστι τοις ακουουσι τερας και το νοµισµα βλεπουσι χρυσουν ευροιζον πανυ και την σφραγιδα αληθη του βασιλεως ουσαν, απαραποιητον αυτου δεικνυσαν την εικονα,
και την γραφην το ονοµα δηλουσαν το εκεινου, ουτω γε πασχοντες ηµεις ου δοκουµεν τι πασχειν, (380) ουδ᾿ αισχυνοµεθα τινα η αυτους τους αγιους και τους αγγελους ανωθεν τα καθ᾿ ηµας ορωντας, αλλα πληρουται εις ηµας ο λογος του Κυριου, ο λεγων οτι˙ Βλεποντες ου βλεπουσι, και αυθις˙ Ακουοντες τα ψυχικα ωτα βυουσι µαλλον και ουδαµως ακουουσι του Πνευµατος τους λογους, και γαρ ωσιν ακουουσι σωµατικως σαρκινοις, ωτα πνευµατικα καρδας δε κεκαλυµµενα εχουσι και ου δυνανται ολως Θεου ακουειν. Ουδαµως γαρ ισχυουσιν αφ᾿ εαυτων διαραι καλυµµα της επαρσεως και της αναισθησιας, αυτοι γαρ τουτο εαυτοις επεθεντο θελησει, και βουλονται καλυπτεσθαι οφθαλµους τε και ωτα, και δια τουτο οιονται και βλεπειν και ακουειν. Ει δε γε τις ερει αυτοις˙ Ακουσατε µου, τεκνα, και αρατε το καλυµµα εκ της υµων καρδιας˙ και προς αυτα τα ρηµατα αγριαινουσιν, οτι µη πατερας εκαλεσεν, αλλα τεκνα προσειπε, και µισος µαλλον προς αυτον εκ των λογων προσκτωνται και συνιδειν ου δυνανται το προσον αυτοις παθος, µαλλον δε παθη τα τον νουν σκοτιζοντα και φρενας και του Θεου χωριζοντα τους προληφθεντας ηδη, οι δουλοι της οιησεως και υπερηφανιας θελησει χρηµατισαντες και αιχµαλωτισθεντες το θεληµα το ιδιον αει αποπληρουσιν. Ουτοι αφεντες νοµους του Θεου εαυτοις εισι νοµος, και ου Θεω αλλ᾿ εαυτοις λατρευουσιν, ω τολµης, αντι της δοξης του Θεου την ιδιαν ζητουντες και στησαι ταυτην σπευδοντες πασιν εργοις και τροποις. ∆οξα ουν πελει του Χριστου ο σταυρος και τα παθη, α καθυπεστη δι᾿ ηµας, ινα ηµας δοξαση˙ (381) ταυτα δ᾿ ου βουλονται παθειν, ως επαθεν εκεινος, και παραιτουνται µετοχοι δοξης Θεου γενεσθαι τω παραιτεισθαι το παθειν, ως επαθεν εκεινος, και θελουσιν, οιµοι, τιµην µαλλον την εξ ανθρωπων
και χωρισµον απο Θεου εκουσιως αιρουνται. Αλλ᾿, ω Χριστε µου, λυτρωσαι τους εις σε πεποιθοτας κενοδοξιας µιαρας και υπερηφανιας και συµµετοχους ποιησον παθων σου και της δοξης και καταξιωσον ηµας αχωριστους σου ειναι νυν τε και εις τους µελλοντας αιωνας των αιωνων. Αµην. ΝΓ’. Κατα διαλεκτον Θεου και του πατρος των λογων ο λογος˙ και οπως υπο του Αγιου Πνευµατος ελλαµποµενος ο θειος ουτος πατηρ ωµιλει Θεω και υπ᾿ εκεινου εµυσταγωγειτο τα θεια τε και ανθρωπινα. (382) Ιδε µου, Χριστε, την θλιψιν, ιδε µου την αθυµιαν, ιδε µου και την πτωχειαν. Ιδε την ασθενειαν µου και οικτειρησον µε, Λογε! Λαµψον µοι και νυν ως παλαι και καταυγασον ψυχην µου˙ φωτισον τους οφθαλµους µου του οραν σε, φως του κοσµου, την χαραν, την ευφροσυνην, την ζωην την αιωνιαν, την τρυφην την των αγγελων, βασιλειαν ουρανων τε και παραδεισον σε οντα, στεφανον τον των δικαιων και κριτην και βασιλεα. Τι το προσωπον σου κρυπτεις; Τι χωριζη µου, Θεε µου, ος ου θελεις χωρισθηναι (383) πωποτε των σε φιλουντων; Τι µε φευγεις, τι µε καιεις, τι µε τεµνεις και συντριβεις; Οιδας, οτι αγαπω σε
και απο ψυχης ζητω σε. Αποκαλυψον, ως ειπας, και εµφανισον σαυτον µοι. Οιδα γαρ αληθινον σε, εγνωκα ως αφευδης ει και φιλεις τους σε φιλουντας και προσοµιλεις ως φιλοις ου σκια ουδε εµφασει, ουδ᾿ ως νους νοΐ ετερω, αλλ᾿ ως λογος ων αρχηθεν, ενυποστατος ζωη τε, εκ πατρος γεγεννηµενος και αυτω συνηνωµενος και συνοµιλος αφραστως. Ουτως ους αυτος γεννησεις Πνευµατι σου τω Αγιω και υιους σου αποδειξεις, µαλλον µεν ουν αδελφους σου και Θεου υιους, Πατρος σου, τουτοις και συνοµιλεις τε και αυτους ορων ορασαι υπ᾿ αυτων εκεινων παλιν. ∆ειξον ουν την ευσπλαγχνιαν, δειξον την φιλανθρωπιαν και το ελεος σου, Σωτερ, (384) Ποιων αρα των κτισµατων; Των ενυλων και αΰλων˙ ενυλα γαρ, απερ βλεπεις, αϋλοι δε αγγελοι γε. Μεσον τουτων ουν, σοι λεγω, ζωον ανθρωπος, διπλουν δε˙ εν αισθητοις µεν αϋλον, εν αΰλοις αισθητον δε. Τουτον ουν ως αισθητον µεν κυριον των ορωµενων και δεσποτην ειργασαµην, δουλα ως ορατα παντα
αυτω µονω υποταξας, οπως βλεπη µου τα εργα και δοξαζη µε τον κτιστην˙ ως δε λογικον τε οντα και νοερως καθορωντα, δεδωκα αυτον οραν µε και εκ τουτου των αγγελων εν αξια καθεσταναι. Βλεπε, συνες, τι σοι ειπον˙ ανθρωπος διπλους υπαρχων εβλεπε τοις αισθητοις µεν οφθαλµοις τα κτισµατα µου, τοις νοεροις δε προσωπον εβλεπεν εµου του κτιστου, εθεωρει µου την δοξαν και ωµιλει µοι καθ᾿ ωραν. Οτε δε την εντολην µου παραβας απο του ξυλου εφαγεν, απετυφλωθη και εγενετο εν σκοτει (387) του θανατου, καθως ειπον, οπερ λεγεται κρυβηναι˙ τουτο γαρ εκεινος τοτε υπενοησεν αφρονως. Που γαρ ειχε µε κρυβηναι η εν ποιω τοπω, λεγε; Συ δε νυν λογιζη χειρον, αφρονεστερον εκεινου, οτι κρυπτοµαι µη θελων οραθηναι σοι εις απαν. Ει γαρ µη ορασθαι θελω, τι και εν σαρκι εφανην; Τι δε και κατηλθον ολως; Τι δε και ωραθην πασι; Μη αγνοει µου τας πραξεις, µηδε τας οικονοµιας˙ ο Αδαµ τυφλωθεις πρωτον
ελεγχθεις και διδαχθεις τε υπ᾿εµου µετανοησαι ουκ ηθελησεν, αλλ᾿ ολως αταπεινωτος ευρεθη, ειπε δε µαλλον˙ Η γυνη ηµαρτεν, ην δεδωκας µοι, ωσανει της αµαρτιας αιτιον µε αποφηνας. Οµοιως παλιν η γυνη ητιασατο τον οφιν, και ουδεις ηµαρτηκεναι ωµολογησεν ουδ᾿ ολως. ∆ια τουτο εξεβληθη της τρυφης του παραδεισου (388) και εµεινεν εν αισθητοις µονοις µετα των αλογων, αλογος εκ λογικων τε γεγονως και ενυλος γε, χωρισθεις εκ των αΰλων. Θαυµα ξενον˙ ωσπερ σωµα, γεγονεν οµµατων διχα η ψυχη εκτυφλωθεισα και Θεον µη καθορωσα. Σωµα µεν, ει τυφλωθειη, υπο της ψυχης κινειται˙ η ψυχη δε τυφλωθεισα ποιαν κινησιν ευρησει; Ζην δε πως ολως ισχυσει; Ουδαµως, αλλα θανειται θανατον εις τον αιωνα, οπερ επαθον, ως ειπον, οι πρωτοπλαστοι ανοια και κατηλθον εις τον αδην και εις φθοραν κατηχθησαν, ουσπερ κατελεησας ανωθεν εγω κατηλθον˙ αορατος ων παντη παχους και σαρκος µετεσον
και ψυχην ανελαβοµην, Θεος ων αναλλοιωτως εγενοµην σαρξ, ο Λογος. Εκ σαρκος αρχην λαβων δε ανθρωπος ωραθην πασιν. ∆ια τι ουν ολως τουτο ηνεσχοµην του ποιησαι; Οτι επι τουτω παντως εκτισα, καθως και ειπον, (389) τον Αδαµ του καθοραν µε. Επειδη δε ετυφλωθη, εξ εκεινου τε οι παντες τουτου απογονοι αµα, ουχ υπεφερον, αυτος µεν ειναι εν τη θεια δοξη, παροραν δε τυφλωθεντας τη του οφεως απατη, ουσπερ εκτισα χερσι µου. Αλλα οµοιος ανθρωποις εγενοµην κατα παντα, αισθητος τοις αισθητοις γε, και ηνωθην τουτοις θελων. Βλεπεις, ποσον ποθον εχω του ορασθαι παρ᾿ ανθρωπων, ως και ανθρωπος γενεσθαι θελησαι και οραθηναι. Πως ουν ειπας κρυπτεσθαι µε απο σου και µη ορασθαι; Οντως λαµπω, αλλ᾿ ου βλεπεις. Προσεχε τω µυστηριω˙ εβλεπε θεοτητος µου δοξαν ο Αδαµ και εζη, παραβας δ᾿ απετυφλωθη και ευθυς απενεκρωθη µη θελησας µεταγνωναι, µηδ᾿ ειπων˙ Ηµαρτηκα σοι. ∆ια τουτο ουν ενδικως
αποστρεφειν κατεκριθη εις την γην, εξ ης εληφθη˙ υστερον δε τουτο παντως ως αποφασις εδοθη (390) και τοις πασιν ελογισθη αφυκτος ως τιµωρια. Αλλ᾿ ουκ εστι τιµωρια, µαλλον δε ευεργεσια. Ου γαρ ειασα συνειναι το φθαρτον συν τω αφθαρτω. Χειρον ην γαρ του λυθηναι το δεδεσθαι αιωνιως και αθανατον υπαρχειν το κακον εν αµφοτεροις. η ψυχη γαρ εκπεσουσα της ζωης γε της ενταυθα, παλιν τε, ειπερ το σωµα το φθειροµενον υπηρχε φερουσα συνηνωµενον, πως ουκ ην θανατου χειρον, χωρισµου ψυχης, σοι λεγω; ∆υο ουν εισι θανατοι, σωµατος τε και ψυχης. Ο θανων ψυχη, ειπε µοι, και φθαρτον εκ τουτου σωµα περιφερων ηνωµενον, κατ᾿ ολιγον τε γηρασκον και λυοµενον και ρεον, ει µη εµελλε λυθηναι τουτου τε και χωρισθηναι η ψυχη, αλλ᾿ αιωνιως ην συνδεδεµενη τουτω, πως ου χειρων πασης αλλης τιµωριας της εν αδη αυτη η ζωη υπηρχε; Βλεπε µοι τους υπο νοσου (391) ιερας κατεχοµενους,
πως αι σαρκες αι εκεινων φθειρονται και δαπανωνται, πως χειρων, ποδων τε διχα και οµµατων και χειλεων και ρινων εισι και ωτων, πως ακινητοι εις απαν, πως και αλαλοι κωφοι τε ταις φωναις ταις αλαλητοις τον Θεον επικαλουνται ταυτης της σαρκος λυθηναι. Ει γαρ ουτως εις αιωνας, ινα παλιν ειπω, ειναι εκληρωσατο, ου χειρον του θανειν το ζην υπηρξε; Ουτως ουν ευεργεσια γεγονεν η τιµωρια, µαλλον δε ου τιµωρια, αλλ᾿ οικονοµια θεια. Ο γαρ θανατος ανθρωπων θανατος πραγµατων πελει˙ θανατος φροντιδων λυσις, θανατος ελευθερια νοσων και παθων παντοιων, θανατος αµαρτηµατων εκκοπη και αδικιας, θανατος απαλλαγη τε των κακων του βιου παντων, τοις βιωσασι καλως δε προξενος χαρας αληκτου και τρυφης της αϊδιου και φωτος του ανεσπερου. Οµως προ του χωρισθηναι εκ του σωµατος, σοι λεγω, (392) βλεπε τας ευεργεσιας, βλεπε τας οικονοµιας, µανθανε τας δωρεας µου. Εφανερωσα τω κοσµω
εµαυτον και τον Πατερα και εξεχεα πλουσιως το Παναγιον µου Πνευµα επι πασαν οντως σαρκα, και το ονοµα µου πασιν απεκαλυψα ανθρωποις, και τοις εργοις, οτι κτιστης και δηµιουργος υπαρχω, εδειξα και νυν δεικνυω παντα, α ποιησαι εδει, αµην. Ν∆’. Οτι εκαστω των ανθρωπων δεδωκεν ο Θεος προσφυως και προς το συµφερον το χαρισµα δια Πνευµατος Αγιου εις το ενεργειν, ουχ ωσπερ αυτος θελει, αλλ᾿ ως υπ᾿ αυτου προωρισθη, εις το µη κενον ειναι µεσον της εκκλησιας αυτου. (393) Το ποιηµα του ποιητου τι ποτ᾿ αν γνοιη διχα; Την γνωσιν γαρ, ην ελαβε, παντως απαιτηθειη, πραξιν τε και ενεργειαν δικαιως και πρεποντως, και γαρ σκαπανη, δρεπανον, µαχαιρα τε και πριων, αξινη, ραβδος, λογχη τε, φασγανον τε και τοξον, βελος και παντα τα λοιπα εργαλεια εν βιω, εκαστον την ενεργειαν κεκτηται την ιδιαν, αλλ᾿ ουκ αφ᾿ εαυτου λαβον, εξ ηµων δε γε παντως. Ο γαρ τεχνιτης εκαστον, προς οπερ αν εθελοι, κατασκευαζει ενεργειν εργαλειον εντεχνως. ∆ιο θεριζειν ληϊα ουκ εξεστι σκαπανη, ουδε δρεπανω τεκτονειν, ουδ᾿ εν µαχαιρα κτιζειν, ου σκαπτειν µετα πριονος, ου ραπτειν τη αξινη, ου τεµνειν ξυλα ραβδω γε, λογχη δ᾿ ου πριζειν θεµις, ουδε φασγανω σφενδονειν, ουκ εν τω τοξω τεµνειν, αλλ᾿ αρµοζοντως εκαστω χρη προς εκαστον χρασθαι. Ει δ᾿ ου προς α γεγονασιν, αλλ᾿ αλλως χρηση τουτοις, απολωλεν ο βιος σοι και πασα πραξις παντως. Ουτως ουν µοι νοει και Θεον ηµας πεποιηκεναι
εν εργοις εκαστον πιστον ενεργειν εν τω βιω, (394) τους µεν διδασκειν θεµενος, τους δε παντως µανθανειν, αλλους του αρχειν των πολλων, τους δε υπεικειν τουτοις˙ και οις µεν σοφιαν δεδωκεν, οις δε γνωσιν και λογον, το προφητευειν αλλοις δε, το λαλειν γλωσσαις αλλοις, θαυµατουργειν ετεροις δε και ενεργειν δυναµεις˙ αλλους προστατας εδειξε. Πνευµατικα δε ταυτα, αλλ᾿ ειπωµεν και ετερα χαρισµατα του κτιστου, α τοις ανθρωποις δεδωκεν, εκαστω κατ᾿ αξιαν˙ τον µεν ανδρειον σωµατι, τον δε ωραιον µαλλον πεποιηκε και ετερον ευφωνοτερον αλλων, απλως τε εχαρισατο εκατω των ανθρωπων το κατ᾿ αξιαν δωρηµα και πλεονεκτηµα γε, ως οιδε µονος ο Θεος, ο των απαντων κτιστης, εις το χρησιµως ενεργειν εν τω βιω αρρητως. ∆ιο προς τεχνην εκαστος ουχ οιαν αυτος θελει, αλλα προς οιαν εκτισται, επιτηδειως εχει, και προς αυτην διακειται προσφυως και οικειως, και ιδοις αν τον πλευστικον ευτεχνως τα πελαγη θαλασσης διαπλεοντα και τερποµενον µαλλον υπερ τον ιππω σοβαρω εφεζοµενον ανδρα και γεωργον γης αυλακας τεµνοντα τω αροτρω, το ζευγος τε ο τωνβοων των συνεργαζοµενων πολυ κρεισσον νοµιζοντα βασιλικου τετρωρου, οθεν και χαιρει ταις χρησταις κατεντρυφων ελπισιν. Ο στρατιωτης παλιν δε εαυτον υπερ παντας γεωργους τε και πλευστικους και χειροτεχνας µειζω ηγειται και ως ενδοξος εναβρυνεται τρεχων επι σφαγην και θανατον αωρον καταλυσαι. Ουτος ουν ουκ ανεξεται κωπην ολως ελασαι, ουδε κρατησαι δικελλαν, ουδε τεκτων γενεσθαι, ου ναυτης ουδε γεωργος, ου γεηπονος ειναι αιρησεται˙ αλλ᾿ εκαστος, προς ο, καθαπερ ειπον, το ενεργειν απο Θεου ελαβεν, ενεργησει, (395) αλλως δε ου δυνησεται ανθρωπος εν τω βιω ολως τι διαπραξασθαι η την αρχην θελησαι. Ιδου γαρ, αυθις λεγω σοι απερ και πρωην ειπον˙
ωσπερ ουκ εξεστι ποτε των ειρηµενων παντων εργαλειον αφ᾿ εαυτου κινηθηναι προς πραξιν η ενεργησαι τι ανευ χειρος ανθρωπου, του αιροντος και δι᾿ αυτου κατασκευαζοντος τι, ουτως ουδε ο ανθρωπος ανευ χειρος της θειας εννοησαι τι δυναται αγαθον η ποιησαι. Ιδου γαρ, ο τεχνιτης µε κατεσκευασε Λογος, οιον αυτος ηθελησε και εθηκεν εν κοσµω. Πως ουν, ειπε, δυνησοµαι φρονησαι η ποιησαι η ολως ενεργησαι τι θειας ισχυος ανευ; Ο νουν µοι χαρισαµενος, οιον ηθελε παντως, αυτος και διδωσι φρονειν οσα συµφερειν οιδε, και ενεργειν παρεχει µοι δυναµιν, απερ θελει. Ει ουν αυτα ποιησαιµι πλειονα παντως δωσει, και τελεωτερα φρονειν παρασχει φιαλνθρωπως˙ ει δε καταφρονησαιµι και αυτων των ολιγων των καταπιστευθεντων µοι, την στερησιν δικαιως οντως καθυποστησοµαι παρα Θεου του δοντος και απρακτος γενησοµαι, αχρηστον εργαλειον, ως µη θελησας εντολας εργασαθαι του κτιστου, αλλ᾿ οκνηρια εµαυτον εκδους και ραθυµια˙ και δια τουτο ερρµµαι των χειρων του ∆εσποτου, απειθεια τη προς αυτον και ανυποταξια χρησαµενος εκβεβληµαι του οντως παραδεισου, µακραν γενοµενος Θεου και χειρων των αγιων. Ευρων λοιπον µε κειµενον ο παµπονηρος οφις και τη αργια των καλων προδεδοµενον ολον, δολιως κατηχρειωσε πασιν εεργοις ατιµοις, οισπερ ενηδυνοµενος και χαιρων ωπτανοµην, (396) ανθ᾿ ων λυπεισθαι µε εχρην και θρηνειν τε και κλαιειν, οτι προς απερ εκτισµαι ενεργειν, εκουσιως απεστην ο ταλαιπωρος, και αυτοπροαιρετως τοις παρα φυσιν απασιν εµαυτον εξεδοµην, χερσι βεβηλοις του εχθρου εµπεσων παναθλιως, υφ᾿ ουπερ και κρατουµενος και κινουµενος ολως, και αντιστηναι προς αυτον µη ισχυων, ο ταλας, - πως γαρ και αντιστησεσθαι ειχον νεκρος υπαρχων;-
πασης κακιας οργανον, πασης παρανοµιας και εργασιας πονηρας δοκιµον εργαλειον γεγονα, ο ταλαιπωρος, απατηθεις δολιως˙ κατεχων γαρ µε τη χειρι και δυνατως ελκυων κοπραγωγοις ερρυπου µε και παντοιοις βορβοροις και δυσωδιαις µε πικραις ενεβαλε και τουτοις εποιει ενευφραινεσθαι, ω της αναισθησιας! Προς αρπαγας, προς φθονους τε, προς θανατους αδικους, προς λοιδοριας, προς οργας, προς παν ειδος κακιας, ινα σοι ειπω συνελων, ενεργουντα µε ευρε, µαλλον δ᾿ εχρησατο αυτος εµου µη βουλοµενου. Αφ᾿ ου γαρ και απερριψα εµαυτον εκουσιως εκ της χειρος της του Θεου και των αυτου αγιων, και ηρπασε µε ο δεινος αρχων και ψυχοφθορος και τη εκεινου µε χειρι κατεσχε θελοντος µου, ουκετι του µη ενεργειν ισχυον τα εκεινου, αλλα εν πασι τοις αυτου θεληµασιν ενηργουν. Ουκ οιδε γαρ αντιλεγειν το ξιφος τω κρατουντι, αλλ᾿ οπου αν και βουληται, ο κρατων τουτω χραται. Ο ουν ποιησας µε Θεος ανωθεν επιβλεψας και του τυραννου τη χειρι κρατουµενον ιδων µε ωκτειρησεν, αφηρπασε της εκεινου χειρος µε και παλιν µε εισηγαγεν εις παραδεισον θειον, εις εµπελωνα τον αυτου, εις γεωργων τε χειρας (397) παρεδωκεν αγιων µε του ενεργειν τα θεια, εργαζεσθαι τας αρετας, τας εντολας φυλασσειν και των αγιων της χειρος παρεκτος µη κινεισθαι, ινα µη παλιν µε ευρων ο κακιας εργατης εξω χειρος διαγοντα αγιας αφαρπαση και τα αυτου µε ενεργειν αυθις παρασκευαση. Οι καλοι ουν µε γεωργοι και συµπαθεις λαβοντες και ταις χερσι ταις εαυτων ολον το θεληµα µου αραντες, ταπεινωσει µε ευθυς και µετανοια ενεργειν τε επετρεψαν και πενθειν αεναως. Ταυτα γαρ, ειπον µοι, τεκνον, τα τρια οι τηρουντες και επιµενοντες αυτων τη καλη εργασια συντοµως, ως ουκ ισασιν, αναγονται προς δοξαν,
καθαρσιν και απαθειαν και θεωριαν θειαν, και ταις χερσι του δυσµενους αλισκονται ουδεπω, αλλ᾿ εκ Θεου συγχωρησιν παντων αµαρτηµατων, σφαλµατων παντων τε οµου λαµβανουσι και ουτως υιοι υψιστου γινονται και θεοι κατα χαριν και εργαλεια ευχρηστα, παν καλον ενεργουντα, µαλλον δε θειοι γεωργοι αλλους καθοδηγουντες προς πραξεις οντως αγαθας, προς εργα σωτηριας. Τουτοις – παντες ακουσατε! – πιστευσας και ποιησας και ταις χερσι των του Θεου γεωργων τε και δουλων κατα την προσταξιν αυτου εµαυτον εκδους ολον, απαραλλακτως εν εµοι παντα εκβεβηκοτα ευρηκα και εθαυµασα και τοις πασι κραυγαζω, µεγαλοφωνως εκβοων και παραινων και λεγων˙ ουδε γαρ φερω σιωπη ταυτα καταχωννυειν˙ ∆ραµετε, οσοι του Θεου και των αυτου αγιων εαυτους επαισθανεσθε των χειρων οντας εξω. Σπευσατε και κολληθητε τουτοις αδιασπαστως πιστει, αγαπη τε θερµη και ολη προαιρεσει, (398) ριψατε απαν φρονηµα και θεληµα οικειον και ταις εκεινων γε χερσι τας ψυχας υµων δοτε, ως εργαλεια αψυχα, µηδεν εκτος εκεινων ποιουντες η κινουµενοι η ενεργουντες ολως. Το δε εκεινων φρονηµα υµετερον γινεσθω, ωσαυτως και το θεληµα το αγιον εκεινων, ως ον του Θεου θεληµα παρ᾿ υµων εκπληρουσθω και ουτως συντοµον οδον απροσκοπον τε ολως οδευσαντες γενησεσθε φιλοι Θεου υψιστου, και βασιλειας ουρανων αγαθων τε αφραστων κληρονοµοι οφθησεσθε εν ολιγαις ηµεραις. Αµα τω επιβηναι γαρ της οδου της ευθειας απασι συναριθµιοι γενησεσθε αγιοις, και µακαριους απαντας βροτους ηµαρτηκοτος και ταυτην διοδευσαντος την οδον την τραχειαν, την στενην τε και συντοµον και ακινδυνον ουσαν, προς πλατος τε απαγουσαν ζωης της αιωνιου, ως υποδειξαντος υµιν υπερευξασθε παντες,
οι ευπροθυµως εν αυτη θελησαντες βαδισαι και κατα ποδας του Χριστου θερµως ακολουθησαι, ινα καγω τε και υµεις ευρεθωµεν εν ταυτη, αµεµπτως πορευοµενοι αχρι τελους του βιου, αλλα και οσοι τον Χριστον ιδειν επιποθουσιν, οπως οµου µετα χαρας τα σωµατα λιποντες προς την εκει καταπαυσιν, προς πλατος παραδεισου χωρησωµεν και της ζωης δειχθωµεν κληρονοµοι και του Θεου αχωριστοι και παντων των αγιων εν Χριστω τω µονογενει Υιω και Θεω Λογω µετα του Θειου Πνευµατος, της Αγιας Τριαδος εσοµεθα νυν και αει και εις παντας τους αιωνας των αιωνων, αµην. ΝΕ’. Οτι τοις το αγιον φυλαξασι βαπτισµα καθαρον παραµενει το Πνευµα το Αγιον˙ απο δε των µολυναντων αυτο απανισταται. (399) Συ µε γινωσκεις, ω Χριστε, πασης παρανοµιας εργατην, αλλα και κακων οντως παντοιων σκευος˙ οπερ οιδα παντωςα καγω και πεπλησµαι αισχυνης, και εντροπης και θλιψεως οδυνη µε κατεχει, και πονος ο αφορητος κρατει µου την καρδιαν, αλλα το φως σου λαµψαν µοι µυστικως του προσωπου τους λογισµους εδιωξεν, απηλειψε τον πονον και χαραν αντεισηγαγε τη ταπεινη ψυχη µου. Θελω ουν θλιβεσθαι, Χριστε, και θλιψις ου κολλα µοι, και θλιβοµαι, µη δια ταυτην µαλλον απολωµαι και της χαρα στερηθω της µελλουσης. Αλλα µε ταυτης, ∆εσποτα, µηδεποτε στερησης, µη νυν, µη εν τω µελλοντι αιωνι, Βασιλευ µου. Χαρα γαρ του προσωπου σου η θεωρια εστιν, ου γαρ υπαρχεις αγαθον απαν, Θεε µου, µονον, αλλα και τοις ορωσι σε παν αγαθον παρεχεις, µετουσια µεθεξει τε εµπιπλας, ουσπερ βλεπεις, ου µονον εν τω µελλοντι – φευ τους τουτο λαλουντας! –
αλλα και νυν εν σωµατι τους οντας σου αξιους, ηγουν καθαραντας αυτους δια της µετανοιας ορας, οραν σε δε τρανως κακεινοις εµπαρεχεις ουδαµως εν φαντασµατι η νοος ενθυµησει, (400) αλλ᾿ ουδε µνηµη τη ψιλη, ως τινες αυ νοουσιν, αλλ᾿ αληθεια πραγµατος θειου και φρικτου εργου, εις αποπληρωσιν οντως οικονοµιας θειας˙ τηνικαυτα γαρ ενωσιν ποιεις των διεστωτων συ ο Θεος, αµαρτωλων παντων ων σωτηρια. Οι γαρ το βαπτισµα σο σον λαβοντες εκ νηπιων και αναξιως ζησαντες τουτου κατα τον βιον εξουσι το κατακριµα πλειον των αβαπτιστων, ως ειπας, ενυβρισαντες στολην σου την αγιαν˙ και τουτο, Σωτερ, βεβαιον και αληθες γινωσκων, δεδωκας την µετανοιαν εις καθαρσιν δευτεραν και ορον ταυτης τεθηκας του Πνευµατος την χαριν, ηνπερ εν τω βαπτισµατι ελαβοµεν το πρωτον˙ και γαρ ου µονον υδατι την χαριν ειπας ειναι, αλλα και µαλλον Πνευµατι Τριαδος επικλησει. Επει ουν βεβαπτισµεθα παιδες αναισθητουντες, ως ατελεις και ατελως δεχοµεθα την χαριν, της πρωτης παραβασεως λαµβανοντες την λυσιν˙ και τουτου µονου, ως δοκω, ενεκα και τελεισθαι προσεταξας, ω ∆εσποτα, λουτρον τουτο το θειον, οπερ οι βαπτιζοµενοι εντος του αµπελωνος εισερχονται λυτρουµενοι του σκοτους και του αδου, και του θανατου και φθορας ολως ελευθερουνται - ο αµπελων παραδεισος νοειται µοι και εστιν, εξ ουπερ εκπεπτωκαµεν παλιν ανακληθεντες –˙ και ωσπερ τοτε ο Αδαµ ην προ της αµαρτιας, ουτω και παντες γινονται οι γνωσει βαπτιθεντες πλην των ου λαβοντων αισθησιν νοεραν αναισθητως, ηνπερ ποιει ερχοµενον ενεργεια το Πνευµα. Οµοιως και τας εντολας εργαζεσθαι οι παντες, ως ο Αδαµ, ελαβοµεν και φυλασσειν ωσαυτως (401) εν πνευµατι πνευµατικον νοµον ουσας και θειον, εν σωµατι σωµατικως τελουµενον εν πραξει.
∆ιπλους γαρ ων ο ανθρωπος διπλου δεεται νοµου˙ ου γαρ και αµελησειεν, εκπιπτει και του αλλου. Ψυχη γαρ µονη τα καλα ενεργειν ουκ ισχυει εργα, το σωµα πρασσον δε διχα γνωσεως θειας ως βους καµνων λογιζεται η αχθοφορον ζωον. Οι ουν εν αµπελωνι σου ειτ᾿ ουν εν παραδεισω δια βαπτισµατος του σου ανακληθεντες αµα και ολως αναµαρτητοι η και αγιασµενοι εισελθοντες, εγενοντο ωσπερ Αδαµ ο πρωτος˙ ειτα προσαµελησαντες τοσαυτης σωτηριας και τηλικαυτης σου, Χριστε, αφατου προµηθειας χειρονα υπερ τον Αδαµ εργα πεποιηκοτες, καταφρονησαντες οµου και σης φιλανθρωπιας, µη εργον λογισαµενοι φρικτης οικονοµιας το λουτρον του βαπτισµατος εν Πνευµατι Αγιω. Αρα γε, ωσπερ οιονται οι πολλοι των ανθρωπων, καταληφθωσιν ενδοθεν ειναι και αµαρτανειν, και εασθωσιν αγιοι παλιν οι µολυνθεντες και τον χιτωνα σου κακως σπιλωσαντες, Σωτηρ µου, και τουτων ενδοθεν οικειν της ρυπαρας καρδιας ο καθαρος, ο αγιος καν ποσως καταδεξη; Απαγε, ειπεν ο Θεος, µη µοι γενοιτο, τεκνον! Οιδας γαρ, ως βεβαπτισαι και συ, αλλ᾿ εµολυνθης και ως παιδιον ηµαρτες, ως αφρων επλανηθης, και οιδας, ποσα εκλαυσας, ποσα δε συνετριβης, πως τε τον κοσµον απαντα απηρνησω και µολις δυσωπηθεις ταις προσευχαις Συµεων του πατρος σου, αρχηθεν µονω τω νοΐ, εν νοερα αισθησει, φωνης τε κατηξιωσα, επειτα και ακτινος, (402) και µετα τουτο αιγλη σοι εφανην φιλανθρωπως. Ειτα νεφελη γεγονα µικρα πυρος εν ειδει, τη κεφαλη σου ανωθεν επικαθεζοµενη, και θεωριαν µονην σοι του ειδους παρειχοµην, και τη εκπληξει δακρυα συν πολλη κατανυξει, φλεγων το παχος της σαρκος, της κεφαλης τον ζοφον, ως και καεντος εν πυρι οσµην γενεσθαι τουτων κρεατος τοινυν εξ αυτης γενοµενην, ως οιδας.
Τα µετα ταυτα δε κακα και την στενοχωριαν, οσην τοτε υπεµεινας, συ παντως επελαθου. Αλλ᾿ ουν εγω επισταµαι, ο ειδως Θεον παντα, την πιστιν, την ταπεινωσιν την εις τον σον πατερα και του θεληµατος του σου την αρνησιν εις απαν, οπερ µαρτυριον εµοι λογιζεται και εστιν. Ο γαρ µη εχων θεληµα ιδιον παντως θνησκει, εν τω εµω δ᾿ ευρισκεται θεληµατι και ζη γαρ. Μολις ουν ουτως οντος σου κακεινου καθ᾿ εκαστην βιαζοντος τοις δακρυσι τον αγαθον µε φυσει, συχνοτερον σοι φαινεσθαι ηρξαµην, ωσπερ οιδας, κατα µικρον σου την ψυχην καθαιρων µετανοια και καταφλεγων των παθων αποκειµενας υλας, ου σαρκικας, ουχ υλικας, αλλ᾿ αΰλους ακανθας ως νεφη, ζοφον ως παχυν, οµιχλην τε και σκοτος, νηστεια λεπτυνθεντος σου δηλαδη και τοις πονοις της αγρυπνιας, της ευχης, πασης κακοπαθειας, και αεναως δακρυσι θερµοις εκπλυνοµενου εν τη ευχη, εν τη τροφη, εν τω ποτω δε µαλλον, και µολις σε χωρητικον απειργασαµην σκευος, ου µονον δε χωρητικον, αλλα κεκαθαρµενον, πυρος εν µεσω µενειν τε ακαταφλεκτον προσεχε! Τοιουτον ουν ποιησας σε, οπερ εωρας τοτε περιπετοµενον εν σοι φως και περικυκλουν σε (403) εισηλθεν ολον εντος σου απροσιτον ον φυσει και την καλην αλλοιωσιν ξενως ηλλοιωσε σε. Τουτο ουν, ει µη απασιν εργοις µε θεραπευεις, αλλα µικρον εισδεξη λογισµον εν καρδια η αηδιαν προς τινα ευλογως η αλογως, προς δε και λογου προσβολην η πονηρας εννοιας ει µη µετανοησειας θερµως µετα δακρυων και εξορισεις απο σου ταυτα τη µετανοια, αλλα και πασαν πονηραν ενθυµησιν καρδιας, ου παραµενειν πεφυκε˙ Πνευµα γαρ εστι Θειον, εµοι συνον και τω Πατρι ως οµοουσιον µοι, λαθρα δ᾿ αιφνης αφιπταται, ως ηλιος εισδυσας, και κρυβηθεν ως εν ριπη οφθαλµου, ουχ οραται.
Πως ουν υπαρξει εν ψυχη µηδ᾿ ολως καθαρθειση, µη εις συναισθησιν ποτε ελθουση µετανοιας; Η πως και υπενεγκοιτο πυρος αστεκτου φυσιν ακανθας γεµουσα παθων ψυχη και αµαρτιας, ουσιαν πως χωρησειεν αχωρητον εις απαν, πως σκοτος ουσα συγκραθη φωτι το απροσιτω και µη αφανισθησεται αυτου τη παρουσια; Ουκ εστι, τεκνον, ουδαµως δυνατον ολως τουτο! Εγω κτισµατων παντων γαρ ειµι κεχωρισµενος˙ επει δε κτισµα γεγονα, των απαντων ο κτιστης, σαρκι και µονον οµοιος υπηρξα τοις ανθρωποις, ψυχην αναλαβοµενος και νουν οµοιως τουτοις. Ουδε γαρ παντας εν ταυτω τοτε θεους ανθρωπους πεποιηκα, αλλ᾿ ανθρωπος εγενοµην εγω µεν˙ τη πιστει δε και των εµων εντολων τη τηρησει, αλλα και τω βαπτισµατι, εν θεια µεταληψει των φρικτων µυστηριων µου πασι ζωην δωρουµαι. Ζωην δ᾿ ειπων εδηλωσα το Πνευµα µου το Θειον˙ πλην τουτο γινωσκετωσαν, καθως ειπεν ο Παυλος, (404) οι εχοντες το Πνευµα µου εν ταις αυτων καρδιαις, λαµπον και κραζον εχουσι προς τον εµον Πατερα, και προς µε λεγει δι᾿ αυτων˙ Ω αββα, ο πατηρ µου! Ως τεκνα γαρ γεγονασι Θεου και παρρησια γνωριζοντες µε βλεπουσι και πατερα καλουσι˙ λεγει δε και προς εκαστον των αυτο νυν εχοντων εν εαυτοις παναληθως˙ Ω τεκνα, µη φοβεισθε! Ιδου εγω, ως βλεπετε, εντος υµων υπαρχω και συνειµι, και της φθορας απαξ και του θανατου ελευθερω και δεικνυµι τινος τεκνα και φιλους υµας, ιδου, πεποιηκ˙ χαιρετε εν Κυριω! Τουτο ουν εσται αληθες σηµειον τοις ανθρωποις, οτι Θεου γεγονασιν υιοι και κληρονοµοι, οτι λαβοντες εχουσι το Πνευµα µου το Θειον, εντευθεν τε Χριστιανοι χρηµατιζουσιν οντως αληθεια και πραγµατι, ουκ ονοµατι µονω. Ταυτα πιστα και ποθεινα τυγχανουσι, Χριστε µου˙ ουσπερ προεγνωκας σαφως και δεδωκας γενεσθαι
συµµορφους της εικονος σου εν Πνευµατι τω Θειω, και παντη δυνατα εστιν αυτοις ως κεκληµενοις εις την χαραν την αφραστον υπο σου εις αιωνας. Τοις δε λοιποις αδυνατα πασι δοκουσι ταυτα, οι και διαβαλλοντες απιστουσιν εις απαν φρεναπατουντες εαυτους, η και παραµυθεισθαι οιονται οι παραφρονες επι κεναις ελπισιν, υψηγορουντες ως κοµψοι τοις επηρµενοις λογοις, και προς τα φιλα εαυτων αλληγορουντες ταυτα των φοβερων σου εντολων καταφρονουσιν ολως. Σε γαρ ζητειν ου θελουσιν, εχειν γαρ σε δοκουσιν˙ ει δε οµολογησουσι µη εχειν σε, Θεε µου, (405) τοτε σε παντη αληπτον κηρυσσουσι τοις πασι, και ως ουδεις θεασασθαι ισχυει σε ανθρωπων, ουδε υπαρχει ο αυτων υπερεχων εν γνωσει. Η γαρ τοις πασι τε ληπτον και προσιτον ανθρωποις, η αληπτον, απροσιτον διδασκουσι σε παντη˙ οµως εν αµφοτεροις δε σφαλλονται, µη νοουντες τα θεια και ανθρωπινα, εσκοτισµενοι οντες. Οις βραβευσον φως γνωσεως, δος χειρα φοβου θειου, δος αναστηναι της κακης υπονοιας του λακκου και εις συναισθησιν ελθειν οτι εν λακκω κεινται, εν σκοτει και καθεζονται, φως θειον ουχ ορωντες. Ο µαρτυρουσιν οτι νυν εισιν οι βλεποντες σε. Οις ει µη λαµψη σου το φως και ιδωσιν εν γνωσει, πως αν πιστευσωσι τρανως οτι αξιοις φαινη και συλλαλεις και συνοικεις νυν και εις τους αιωνας αυτοις ως φιλοις, ως πιστοις δουλοις σου, καθως ειπας; Αλλα πιστων συ ει Θεος, ουχι δε και απιστων, ου χαριν προς αυτους ολως ουκ επιβλεπεις. Τοις γαρ απαρνουµενοις σε και λεγουσι µη λαµπειν το φως σου το αΐδιον εις ψυχας των αξιων, πως σου φωτος το προσωπον υποδειξης, Σωτηρ µου; Ουδαµως, ει µη κτησονται πιστιν πολλην, ως ειπας, και τον νοµον φυλαξουσι τον θειον σου προθυµως µεχρι θανατου εαυτους δια σε εκδιδοντες εις εργασιαν αληθη των σοφων εντολων σου.
Τουτο ουν το σωτηριον παντων των σωζοµενων, οδος ουκ εστιν αλλη δε, ως ειπας, ω Θεε µου. ∆ος ελεος, δος ελεος δεοµενοις σου, Σωτερ, νυν και αει και εις τους αιωνας των αιωνων. Αµην. ΝΣΤ’. Ευχη προς Θεον επι τοις γεγονοσιν εις αυτον, ικετηριος τε οµου και ευχαριστηριος. (406) Κυριε, δος µοι συνεσιν, Κυριε, δος µοι γνωσιν, Κυριε, διδαξον καµε ποιειν τας εντολας σου. Καν ηµαρτον ως ανθρωπος υπερ ανθρωπον, οιδας, αλλα συ τη οικεια σου, Θεε µου, ευσπλαγχνια ηλεησας µε τον πτωχον, τον ορφανον εν κοσµω, και εποιησας, ∆εσποτα, ο µονος συ γινωσκεις˙ απο πατρος και αδελφων, συγγενων τε και φιλων, απο γης της γενεσεως, εξ οικου γονικου µου ως εξ Αιγυπτου σκοτεινης, ως εξ αδου µυχων µε - ουτω γαρ εµοι δεδωκας, τω ευτελει σου δουλω, περι εκεινων εννοειν και λεγειν εν συνεσει – αποχωρισας, ευσπλαγχνε, και προσλαβοµενος µε και τη χειρι σου τη φρικτη κρατησας ηγαγες µε, εις ον ηυδοκησας εν γη γενεσθαι µου πατερα, και τοις ποσι προσερριψας αυτου και ταις αγκαλαις. Κακεινος µε προσηγαγε τω σω Πατρι, Χριστε µου, και σοι δια του Πνευµατος, ω Τριας, ο Θεος µου, κλαιοντα ως τον ασωτον και προσπιπτοντα, Λογε, καθως αυτος επιστασαι, οτι εδιδαξας µε, και συ ουκ απηξιωσας υιον σου µε καλεσαι. Ω αναξιου στοµατος και ρυπαρων χειλεων, (407) ω λογου γλωσσης πενιχρας υµνειν σε απορουσης, ευχαριστειν τε και λαλειν τας σας ευεργεσιας, ας εις εµε τον ορφανον εποιησας και ξενον, ξενον υπαρχοντα εν γη. Οι γαρ σοι κοσµου ξενοι, τα δε γε σα και τα των σων οφθαλµοι ουχ ορωσιν, γλωσσα λαλειν ου δυναται, ουδε κοσµος χωρησαι.
∆ια τουτο ουν, ∆εσποτα, µισει ηµας ο κοσµος, αποδιωκει, λοιδορει, φθονει, µαινεται, κτεινει και παντα πρασσει καθ᾿ ηµων περιπιπτων εν τουτοις˙ ηµεις δε, ως ευδοκησας, οι ταπεινοι σου δουλοι εν ασθενεια ισχυροι, εν πενια πλουτουµεν, εν παση θλιψει χαιροµεν οντες εξω του κοσµου. Ηµεις, ω ∆εσποτα, συν σοι, κοσµος δ᾿ εχει το σωµα. Λοιπον, πλαναται ο τυφλος πηλον κατεχων µονον, ος ουδ᾿ αυτον κερδησειε˙ δωσει γαρ, ως υπεσχου, εν τη εσχατη σαλπιγγι πνευµατικον και τουτον, και τοτε µονος τα κακα τα ιδια κερδησει συν τοις οµοφροσιν αυτου και τυφλοις φιλοκοσµοις. ΝΖ’. Οτι ο τον Θεον εξ ολης ποθησας ψυχης µισει τον κοσµον. (408) Σκια κρατουµαι και αληθειαν βλεπω, ο ουδεν εστιν η ελπις η βεβαια. Ποιαν ουν ελπις; Ην οφθαλµοι ουκ ειδον. Αυτη τι εστι; Ζωη, ην απαντες ποθουσιν. Η δε ζωη τι η Θεος κτιστης παντων; Τουτον ποθησον και µισησον τον κοσµον. Κοσµος θανατος, τι γαρ αρρεστον εχει; ΝΗ’. ∆ιδασκαλια κοινην συν ελεγχω προς παντας˙ βασιλεις, αρχιερεις, ιερεις, µοναζοντας, λαϊκους, υπο στοµατος λαληθεισα και λεγοµενη Θεου. (409) Ω Χριστε, παρασχου µοι λογους σοφιας, λογους γνωσεως και συνεσεως θειας. Συ γαρ οιδας µου το ασθενες του λογου και αµετοχον µαθησεως της εξω˙ συ επιστασαι, οτι σε µονον εχω ζωην και λογον και γνωσιν και σοφιαν, σωτηρα Θεον και προστατην εν βιω και αναπνοην της ταπεινης ψυχης µου, ο ξενος εγω και ταπεινος τοις λογοις.
Συ ει η ελπις µου, συ η αντιληψις µου, συ η σκεπη µου, συ η καταφυγη µου, συ το καυχηµα, ο πλουτος µου, η δοξα. Συ εκ του κοσµου ηθελησας µε, Λογε, κατ᾿ ευσπλαγχνιαν προσλαβεσθαι τον ξενον, τον αναξιον, τον ευτελη και χειρω παντος ανθρωπου, παντος αλογου ζωου, και δια τουτο θαρρων σου τω ελεει και αιτουµαι σε και λαλω και προσπιπτω˙ δος λογον ευθη, δος ισχυν, δος µοι κρατος ειπειν προς παντας τους σοι ανακειµενους (410) και λατρευοντας σοι, βασιλευ των παντων, λαλησαι µυσταις, αρχουσι τε και λατραις, τοις δοκουσι σε βλεπειν και θεραπευειν και δουλευειν σοι ως ∆εσποτη γνησιως. Ανθρωποι παντες, βασιλεις και δυνασται, ιερεις, επισκοποι, µονασται και µιγαδες, µη απαξιωσητε φωνης ακουσαι και λογων εµου του ευτελους ανθρωπου, αλλα καρδιας ανοιξατε µοι ωτα και ακουσατε και συνετε, τι λεγει ο παντων Θεος και προ παντων αιωνων, ο απροσιτος, ο µονος παντοκρατωρ, ου εν τη χειρι πνοη παντων των οντων˙ Βασιλεις! Καλως ποιειτε πολεµουντες τα εθνη, εαν µη αυτοι τα των εθνων ποιουντες εργα και εθη και βουλας τε και γνωµας και δια πολλων εργων υµων και λογων απαρνησθε µε, τον υµων βασιλεα. Κρεισσον ην υµιν λογους εµους φυλασσειν ορθως τε ποιειν τας εντολας µου πασας, και εν πτωχεια τη µακαριζοµενη τον απραγµονα µεταδιωκειν βιον. Τι γαρ οφελος διεκδικειν τον κοσµον απο θανατου και προσκαιρου δουλειας, αυτους δε δουλους και παθων και δαιµονων τοις εργοις υµας γινεσθαι καθ᾿ εκαστην
και κληρονοµους του πυρος του ασβεστου; Παντα γαρ καλα, οσα τις αλλα πρασσει εργα δι᾿ εµε και την προς τον πλησιον συµπαθειαν τε και ελεηµοσυνην, πρωτον δε παντων, ει εαυτον οικτειρη (411) και τους λογους µου παση σπουδη φυλαξη και µετανοιαν ενδειξηται γνησιαν υπερ των πρωην ισως εξειργασµενων, επειτ᾿ εν τουτοις µηκετι επιστρεψη, αλλ᾿ εµµενη µου του ∆εσποτου τοις λογοις, τοις προσταγµασι και νοµοις αληθειας, και ουτως ποιη απαραβατως παντα µεχρι θανατου και µηδεν ψιλον λογον, µηδε κεραιαν µιαν των γεγραµµενων παραβλεψηται˙ τουτο γαρ µοι θυσια, τουτο µοι θυµιαµα και προσφορα και δωρον˙ χωρις δε τουτων εθνικων υµεις χειρους. Των επισκοπων οι προεδροι, συνετε, οι οντες εκσφραγισµα εµης εικονος, οι συλλαλειν µοι αξιως τεταγµενοι, οι των δικαιων υπερκειµενοι παντων ως οντες εις ονοµα των µαθητων µου καµου φεροντες τον θειον χαρακτηρα, οι και του κοινου ελαχιστου συλλογου την εξουσιαν τοιαυτην ειληφοτες, οιαν ελαβον εκ του Πατρος ο Λογος, ο και σαρκωθεις, Θεος ων κατα φυσιν, και διπλους γενοµενος ταις ενεργειαις, ταις θελησεσι, ταις φυσεσιν ωσαυτως, ος αµεριστος, ασυγχυτος υπαρχω Θεος ανθρωπος, ανθρωπος Θεος παλιν˙ ως γαρ ανθρωπος χερσιν υµων κρατεισθαι κατηξιωσα, ως Θεος δε υπαρχων πανταπασιν αληπτος ειµι πηλιναις χερσι και αορατος τοις µη ορωσι και απροσιτος ο σφαγεις υπερ παντων, (412) ο διπλους εγω εν µια υποστασει˙
των επισκοπων οι δια τουτο παντων κατεπαιρεσθε των ελαχιστων ως ταπεινων τε και κατω καθηµενων˙ των επισκοπων οι πορρω της αξιας, ουχ ων τω λογω και συντρεχει ο βιος και σφραγις εστι της τουτων θεοπνευστου διδασκαλιας και θεορρηµοσυνης, αλλ᾿ ων τω λογω αντικειται ο βιος και οις αγνωστα τα φρικτα µου και θεια, οι και κρατειν οιονται αρτον πυρ οντα και ως ψιλου µου καταφρονουσιν αρτου και ψωµον οραν και εσθιειν δοκουσι, την αορατον µη ορωντες µου δοξαν˙ των επισκοπων οι πολλοι εξ ολιγων, οι υψηλοι τε και τεταπεινωµενοι την κακην ταπεινωσιν και εναντιαν, οι δοξαν θηρωµενοι την των ανθρωπων καµε παραβλεποντες τον κτιστην παντων ως πτωχον και πενητα απερριµενον, αναξιως απτονται του σωµατος µου και υπερεχειν των πολλων εκζητουντες ακλητως εισερχονται εµων αδυτων ενδον, του νυµφωνος τε των απορρητων επιβαινουσι χιτωνος διχα, της χαριτος µου, ην ελαβον ουδεπω, και α µη βλεπειν εξωθεν τουτοις θεµις˙ και µακροθυµω ο φιλανθρωπος αγαν, βασταζων αυτων την αναισχυντον τολµαν. Εισερχονται δε, ως φιλω µοι λαλουσιν, ω ουδ᾿ ως δουλοι ενεµειναν τω φοβω, και δεικνυουσιν εαυτους ως οικειους, (413) οι µηδε γνωριζοντες την εµην χαριν, και µεσιτευειν τους αλλους υπισχνουνται, οι πολλων υπευθυνοι πταισµαντων οντες. Εξωθεν καλως στολιζοντες το σωµα λαµπροι τω δοκειν και καθαροι ορωνται, ψυχας δε χειρους πηλου τε και βορβορου,
µαλλον δε παντος ιου θανατηφορου κεκτηνται οι δειλαιοι εν πονηρια. Ωσπερ γαρ παλαι Ιουδας ο προδους µε λαβων τον αρτον εξ εµου αναξιως εφαγεν αυτος ως µερος κοινου αρτου, και δια τουτο ο Σατανας εισηλθεν εις τουτον ευθυς και αναιδη προδοτην απειργασατο εµου του διδασκαλου, υπουργον αυτον λαβοµενος και δουλον και εκπληρωτην των αυτου θεληµατων, ουτω και ουτοι πανθανουσιν αγνωστως, οσοι τολµηρως και αυθαδως των θειων αναξιως απτονται µου µυστηριων, οι προυχοντες µαλιστα των αλλων θρονοις, οι του βηµατος, οι της ιερωσυνης, οι το συνειδος και προ του βεβλαµµενον και µετα τουτο παντως κατεγνωσµενον εχοντες και βαινοντες αυλη µου θεια, και αναισχυντως ιστανται τοις αδυτοις παρρησιαζοµενοι ενωπιον µου, µηδαµως την θειαν µου δοξαν ορωντες, ην ει εβλεπον, ουκ αν τουτο εποιουν, ουδε προπυλα του ναου µου του θειου ουτως αυθαδως εισβηναι κατετολµων. Ταυτα ουν παντα γνωσεται πας ο θελων (414) αληθη και βεβαια τα γεγραµµενα εργων εξ αυτων, ων ιερεις ποιουµεν, και ψευδος ουδεν ουδαµως αν ευρηση και πεισθησεται και καθοµολογησει ως Θεος αυτος δι᾿ εµου ταυτα ειπεν. Ει µη τις αυτα των ποιουντων υπαρχει και σπευδει λογοις απατηλοις σκεπασαι και τας ιδιας αισχυνας συγκαλυψαι, ας ενωπιον αγγελων και ανθρωπων αποκαλυψει ο τα κρυπτα του σκοτους αποκαλυπτων Κυριος Θεος παντων. Ποιος εξ ηµων των νυνι ιερεων
τας ανοµιας εαυτου προκαθαρας ουτω κατετολµησεν ιερωσυνης; Ποιος αν ειποι τουτο εν παρρησια, οτι κατεφρονησε δοξης της κατω και δια µονην ιερουργει την ανω; Ποιος τον Χριστον ηγαπησε και µονον, και χρυσον παντα και χρηµατα παρειδε; Ποιος ηρκεσθη τοις κατα χρειαν µονοις και του πλησιον ουκ ενοσφισατο τι; Ποιος την συνειδησιν κατεγνωσµενην εαυτου ου κεκτηται απο ληµµατων, δι᾿ ων ηπειχθη γενεσθαι η ποιησαι, ωνησαµενος η πωλησας την χαριν; Ποιος ου ποεκρινεν αξιου φιλον τον αναξιον µαλλον εγκαταστησας; Εαυτου δε τις ου σπουδαζει γνησιους φιλους ανθρωπους επισκοπους ποιησαι, οπως λαµβανη εν εξουσια παντα τα αλλοτρια; Τουτο γαρ των µετριων, ο και αναµαρτητον δοκουσιν ειναι (415) αλλης αιροντες πραγµατα εκκλησιας. Ποιος δια αιτησιν των κατα κοσµον δυναστων, φιλων, πλουσιων και αρχοντων ουκ εχειροτονησε και παρ᾿ αξιαν; Οντως ουδεις σηµερον τουτων υπαρχει εχων απαντων καθαραν την καρδιαν, µη κεντουµενος υπο του συνειδοτος, οτι παντως εν εποιησεν ων ειπον, αλλ᾿ εξαµαρτανοµεν αδεως παντες, µητε του κακου εκκοπην µελετωντες, µηδε του καλου ποιουµενοι την πραξιν˙ και δια τουτο ουδε µετανοουµεν εις το βαθος των κακων βαπτισθεντες, και αναλγητως εγκειµεθα προς ταυτα. ∆οξης γαρ υπαρχοντες αγευστοι θειας την κατω δοξαν παριδειν ου δυναµεθα˙ ερως δε δοξης, της των ανθρωπων λεγω,
ψυχην ουκ εα ταπεινωθηναι ολως, ουδε µεµψασθαι εαυτην εκουσιως. Πως ουν, ειπε µοι, τουτων ουτως εχοντων, ο δοξαν θηρωµενος την των ανθρωπων και πλουτου δεοµενος του φθειροµενου, ο επιθυµων χρυσιου πληθος εχειν, ο εις αρπαγην ακορεστος τυγχανων και µνησικακων τοις µη συχνως διδουσι, Θεον ενοικον εχειν ειπειν τολµησει η φιλειν Χριστον η Πνευµα Χριστου εχειν; Ο δε µη Χριστον και τον αυτου Πατερα και το Πνευµα το Αγιον εισδεδεγµενος, γνωστως οικουντα και εµπεριπατουντα τον ενα Θεον εν τη αυτου καρδια, πως την δουλειαν ενδειξεται γνησιαν, (416) εκ τινος δ᾿ αλλου την ταπεινωσιν µαθη η πως διδαχθησεται θεληµα θειον; Τις µεσιτευσει τουτον η Θεω καταλλαξει και παραστησει ανεπαισχυντον λατρην Θεω τω µονω καθαρω και αχραντω, ω τα Χερουβιµ ου τολµα ατενισαι, οντι αγγελοις απροσιτω τοις πασι; Τις βεβαιωσει κρατειν αναµαρτητως και ιερουργειν ακατακριτως τουτον του αµωµου θυµατος φρικτην λατρειαν; Ποιος αγγελος, ποιος ανθρωπος τουτο ειπειν δυναται η ποιοησαι ισχυσει; Εγω γαρ λεγω και µαρτυροµαι πασι - µηδεις πλανασθω, µη λογοις απατασθω! – οστις προτερον ουκ αφησει τον κοσµον και τα του κοσµου απο ψυχης µισησει και µονον Χριστον γνησιως αγαπησει και ψυχην αυτην δι᾿ αυτον απολεσει, µηδεν µεριµνων των εις ζωην ανθρωπου, αλλ᾿ ως καθ᾿ ωραν αποθνησκων τυγχανει και πολλα κλαυσει δι᾿ αυτον, και πενθησει κακεινου µονου εξει επιθυµιαν
και δια πολλων θλιψεων τε και πονων καταξιωθη Πνευµα λαβειν το Θειον, ο δεδωκε τοις θειοις αποστολοις, ινα δ᾿ αυτου παν εκδιωξη παθος, πασαν δι᾿ αρετην ευκολως κατορθωση και δακρυων κτησηται πηγας αφθονους, οθεν καθαρσις και ψυχης θεωρια, οθεν του θειου θεληµατος η γνωσις, (417) οθεν φωτισµος ελλαµψεως της θειας και θεωρια φωτος του απροσιτου, εξ ου η απαθεια, η αγιοτης, διδοται πασι τοις καταξιωθεισιν οραν και εχειν τον Θεον εν καρδια και φυλαττεσθαι παρ᾿ αυτου και φυλαττειν ατρωτους αυτου τας εντολας τας θειας, ιερωσυνην και ψυχων προστασιαν καταδεξασθαι η αρξαι µη τολµηση. Ωσπερ γαρ Χριστος Θεω Πατρι ιδιω και προσφερεται και εαυτον προσφερει, ουτω και ηµας αυτος τε προσφερει και αυτος ηµας ουτω δεχεται παλιν. Επει εις κριµα και κατακριµα εσται η εγχειρησις των τοιουτων πραγµατων, φονεως χειρον, µοιχου χειρον και πορνου και παντων αλλων εστιν αµαρτηµατων. Ταυτα ουν παντα προς βροτους νυν τελουνται, εις αλληλους γαρ αµαρτανοµεν παντως˙ ο δε τα θεια καπηλευων θρασεως και απεµπολων του Πνευµατος την χαριν εις αυτον παντως τον Θεον αµαρτανει. Ο γαρ καταστας εις προσωπον του Λογου ουτω βιουν οφειλει ωσπερ εκεινος και ουτως˙ ακολουθει! λεγειν εκεινω. Αι αλωπεκες εχουσι φωλεους παντως και τα πετεινα κατασκηνωσεις παντα, εγω δ᾿ ουκ εχω, την κεφαλην που κλινω, ο Χριστου λατρης ηξιωµενος.
Ουδεν γαρ ολως αυτος ιδιον εχειν ουδε κεκτησθαι οφειλει τι του κοσµου, (418) ει µη την του σωµατος χρειαν και µονον, τα δ᾿ αλλα παντα τοις πενησι και ξενοις και τη εαυτων προσηκει εκκλησια. Ει δ᾿ αυ τολµησει εις ιδιας εξοδους ακαιρως χρησθαι τουτοις µετ᾿ εξουσιας και συγγενεσι τα των ξενων χαριζειν, οικους τε κτιζειν και αγρους αγοραζειν, και ανδραποδων επισυρεσθαι πληθος, ουαι, οποιον το κατακριµα τουτου! Παντως ανθρωπω παρεικαζεται ουτος την της ιδιας γυναικος ολην προικα καταφαγοντι κακως εξ αφροσυνης˙ οε αρα κρατηθεις και µη εχων του δουναι ταυτην απαιτουµενος χρηµατα παντως προς τη στερησει της εαυτου συζυγου και εις φυλακην πεµπεται καθειρχθηναι. Ουτως ουν εσοµεθα οι ιερεις και λατραι, οι εις εαυτους και συγγενεις και φιλους καταχρωµενοι ταις των εκκλησιων εισοδοις και των πενητων µη φροντιζοντες ολως, αλλ᾿ οικους, βαλανεια, µοναστηρια, πυργους κτιζοντες, προικιζοντες, γαµους ποιουντες και των ιδιων εκκλησιων ως ξενων καταφρονουντες και αµελουντες τουτων και επι µακρους χωριζοµενοι χρονους, οι και διατριβοµεν εν αλλοτρια χωρα εωντες χηρας τας εαυτων γυναικας, προνοιαν αυτων ουδεµιαν ποιουντες, οι δε και καρτερουντες εις αυτας και οικουντες, ουχ οτι τουτων κρατουµεθα τω ποθω, αλλ᾿ οπως µονον ζωµεν εκ των προσοδων αφθονως αυτων και κατασπαταλωµεν. (419) Περι δε ψυχης καλλους της Χριστου νυµφης, ποιος εξ ηµων των ιερεων φροντιζει; Ενα µοι δειξον και εις τουτον αρκουµαι.
Αλλ᾿, ουαι ηµιν, του εβδοµου αιωνος θυταις, µοναχοις, επισκοπους και λατραις, οτι τους νοµους του Θεου και Σωτηρος καταπατουµεν ως µηδενος αξιους. Και ει που φανη µικρος εις εν ανθρωποις, Θεω δε µεγας ως αυτου εγνωσµενος, µη τοις παθεσιν ηµων συγκαταβαινων, ευθυς απελαυνεται ως εις κακουργων και διωκεται παρ᾿ ηµων εκ του µεσου και αποσυναγωγος γινεται, καθα παλαι ο Χριστος ηµων παρα των τηνικαυτα αρχιερεων και δεινων Ιουδαιων, ως αυτος εφη και αει τουτο λεγει τη λαµπρα φωνη των τουτου µεγαλειων˙ αλλ᾿ εστι Θεος, ος αυτον ανυψωσει και προσλαβεται ως εν τω βιω, ουτως εν τω µελλοντι και συνδοξασει πασιν αγιοις, ους εποθησεν ουτος. Αλλα τι φησι και προς ηµας ο Λογος, των µοναζοντων οι δοκουντες σπουδαιοι; Το εντος µορφωσατε τη ευσεβεια και το εκτος µοι καθαρον παντως εσται, το µεν γαρ υµων εις ωφελειαν εσται κκαι των ορωντων τα καλα υµων εργα, το δε ποθεινον εµοι τω κτιστη παντων και ταις νεοραις ταξεσι µου και θειαις. Ει δε τον εκτος κοσµειτε ανδριαντα (420) τη καταστολη των ηθων τουτου µονη και τοις ορωσιν υµας δοκειτε φιλοι δια της εκτος γυµνασιας των πονων, φιλης εµης δε της εικονος ουδ᾿ ολως ποιεισθε λογον εις καθαρσιν και κοσµον αυτης εν σπουδη και δακρυσι και πονοις, δι᾿ ης εµοι τε και πασι καθορασθε ανθρωποι τρανως λογικοι τε και θειοι, εοικατε µι οντως µυδωσι ταφοις, καθαπερ ποτε Φαρισαιοι, ως εφην
ειπων ελεγχων την αφροσυνην τουτων. Εξωθεν λαµπροι, µυδωντες πληρεις εσω, νεκροις οστεοις µεµεστωµενοι φαυλων καρδιας σαπρας ενθυµησεως, λογων, παθων, εννοιων και µελετης δολιας. Τις γαρ εξ υµων εξεζητησε ταυτα, νηστειαν λεγω, σκληραγωγιαν, πονους, κοµην αυχµηραν, σιδηρων καθηλωσεις, τριχινον εσθος, τυλων πληθος γονατων, ξηροκοιτιαν, χορτον εις στρωσιν κοιτης και πασαν αλλην κακοπαθειαν βιου; Καλα γε ταυτα, ει καλως εκτελειται τα της νοερας και κρυπτης εργασιας υµων εν γνωσει και σοφια και λογω˙ ει δ᾿ εκτος ταυτης επ᾿ εκεινοις µεγα τι φρονειτε ισως και το ειναι δοκειτε µηδεν δε οντες εκεινης χωρις, ταχα λεπροις προσεοικατε, λαµπραις εσθησιν εστολισµενοι των ορωντων εις πλανην. Αλλα τοις εκτος χαιρειν πασιν ειποντες µονης γενεσθαι της εντος εργασιας σπευσατε θερµως εν ιδρωσι και πονοις (421) θειων αρετων και ιερων αγωνων, ιν᾿ οφθητε µοι παρθενοι ταις εννοιαις, πεφωτισµενοι την διανοιαν πασαν, και ενωθητε τω Λογω µοι εν λογω σοφιας εµης και γνωσεως της κρειττω. Του ιερου µου η πληθυς λαου πασα, δευρο σπουδαιως προς µε τον σον ∆εσποτην. ∆ευρο, των δεσµων λυθητι των του κοσµου, µισησον πλανην των αισθησεων πασαν, φυγε των κακων τας αιτιας οξεως, επιθυµιαν ορασεως σαρκος τε, αλαζονειαν φρενων τε και του βιου και πασαν αλλην ενθυµησιν µαταιαν. Α γνωθι κοσµου οντα της αδικιας, εις ολεθρον αγοντα τον κεχρηµενον
αυτοις εµπαθως και προσπαθως εν βιω και εχθρον καµου δυστυχως εκτελουντα. Λαβου του ποθου των εµων εν καρδια θειων πραγµατων, αγαθων αιωνιων, ων σοι σαρκωθεις ητοιµασα ως φιλω, ιν᾿ ης µοι αει συνδαιτυµων αφραστως εν τη τραπεζη της εµης βασιλειας, της εν ουρανοις µετα παντων αγιων. Γνωθι γαρ σαυτον, ως βροτος και φθαρτος ει, ολιγον ζωης λειψανον ων εν βιω, και ως ουδεν σοι εψεται των εκ κοσµω λαµπρων η τερπνων και ηδεων εντευθεν’ προς τας εκειθεν απαιροντι σκηνωσεις η τα των εργων µονων των εν τω βιω φαυλων παρα σου η καλων εργασθεντων. Και γνους το φθαρτον και επικηρον παντως, (422) λιπων τα κατω, ανω δευρο, καλω σε προς µε τον Θεον του παντος και Σωτηρα, ιν᾿ εις αιωνας αιωνων ζησης οντως και των αγαθων των εµων εντρυφησης, ων ητοιµασα τοις εµε αγαπωσιν αει τε και νυν, αµην εις τους αιωνας. ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ. ΕΠΙΣΤΟΛΗ Α’. Περι εξοµολογησεως. (423) 1. Επεταξας τη ευτελεια ηµων, πατερ και αδελφε, ερωτηµατικως ειπειν σοι, «ει αρα ενδεχεται εις µοναζοντας τινας εξαγγελειν τας αµαρτιας αυτων ιερωσυνην µη εχοντας», προσθεις και τουτο˙ «επειδη ακουοµεν την του δεσµειν και λυειν εξουσιαν τοις ιερευσι διδοσθαι µονοις». Και ταυτα µεν της σης φιλοθεου ψυχης και του διαπυρου ποθου και φοβου τα ρηµατα και ψυχωφελη ερωτηµατα. Ηµεις δε απεδεξαµεθα σου µεν την προς τα καλα προθεσιν οτι ζητεις µανθανειν περι θειων και ιερων πραγµατων, ηµεις δε ουχ οιοι τε τοιαυτα διακρινειν και γραφειν εσµεν και δια τουτο σιωπαν εβουλοµεθα˙ το γαρ πενυµατικοις
πνευµατικα συγκρινειν των απαθων και αγιων εστιν ανδρων, ων ηµεις κατα πολυ βιω και λογω και αρεταις διεστηκαµεν. 2. Αλλ᾿ επει «εγγυς» ως γεγραπται «Κυριος πασι τοις επικαλουµενοις αυτον εν αληθεια» τουτον καγω ο αναξιος επικαλεσαµενος εν αληθεια ταυτα σοι ου δι᾿ εµων λογων, αλλ᾿ εξ αυτης της θειας και θεοπνευστου γραφης (424) λεξω, ου διδασκων αλλα τας µαρτυριας περι των επερωτηθεντων µοι φερων εξ αυτης σοι, ινα εξ αµφοτερων των κρηµνων τη του Θεου χαριτι εµαυτον και τους ακουοντας µου διατηρησω, του τε του το ταλαντον κατακρυψαντος και του αναξιως τα θεια και κενοδοξως µαλλον δε εσκοτισµενως εκτιθεντος δογµατα. Ποθεν ουν την αρχην του λογου ποιησωµεν η εκ της αναρχου των παντων αρχης; Τουτο γαρ αµεινον, ιν᾿ η και τα λεγοµενα βεβαια. Ου γαρ παρ᾿αγγελων εκτισθηµεν, ουδε παρα ανθρωπων εµαθοµεν, αλλ᾿ εκ της ανωθεν σοφιας ειτ᾿ ουν της δια του πνευµατος χαριτος µυστικως εδιδαχθηµεν και καθ᾿ ωραν αει διδασκοµεθα, ηντινα και νυν επικαλεσαµενοι λεξωµεν ωδε, τον τροπον προτερον της εξαγορευσεως και την δυναµιν εξειποντες. 3. Εξαγορευσις τοινυν ουδεν αλλο εστιν η χρεων οµολογια ειτ᾿ ουν επιγνωσις σφαλµατων και αφροσυνης ιδιας ηγουν πτωχειας καταγνωσις˙ καθως εν ευαγγελιοις παραβολικως ειπεν ο Κυριος˙ «δανειστη τινι», φησιν, «ησαν δυο χρεωφειλεται και ο µεν εις ωφειλεν αυτω δηναρια πεντηκοντα, ο δε ετερος πεντακοσια˙ µη εχοντων ουν αποδουναι αµφοτεροις εχαρισατο». Τοιγαρουν απας πιστος χρεωστης υπαρχει του ιδιου ∆εσποτου και Θεου και ο παρ᾿ αυτου ελαβε, τουτο δη και απαιτηθηναι µελλει επι του φοβερου και φρικτου κριτηριου αυτου, οτε γυµνοι και τετραχηλισµενοι απαντες, βασιλεις οµου και πτωχοι, παρισταµεθα. Τινα δε εισι τα δοθεντα ηµιν παρ᾿ αυτου ακουσον. Πολλα µεν ουν αλλα α ουδεις ανθρωπων ισχυσει εναριθµησαι, τεως δε τα κρειττω και τελεωτερα, την εκ της καταδικης ελευθεριαν, τον εκ του µιασµου αγιασµον, την εκ του σκοτους προς το ανεκλαλητον αυτου φως προοδον, το τεκνα και υιους αυτου και κληρονοµους δια του θειου γενεσθαι βαπτισµατος, το αυτον τον Θεον (425) επενδυσασθαι, το µελη γενεσθαι αυτου και το Αγιον Πνευµα λαβειν ενοικουν εν ηµιν, οπερ σφραγις υπαρχει βασιλικη, εν η τα ιδια προβατα σφραγιζει ο Κυριος –
και τι πολλα λεγω; - το οµοιους και ηµας αυτου ποιησαι και αδελφους και συγκληρονοµους αυτου απεργασασθαι.Ταυτα παντα και αλλα πλειονα τουτων τοις βαπτιζοµενοις ευθυς απο του θειου βαπτισµατος διδοται, ατινα και ο θειος Αποστολος θειον πλουτον και κληρον κατονοµαζει. 4. Αι δε εντολαι του ∆εσποτου ωσπερ των απορρητων τουτων χαρισµατων και δωρεων εδοθησαν φυλακες, οια δη ωσπερ τειχος παντοθεν περικυκλουσαι τον πιστον και τον εναποκειµενον θησαυρον εν τη ψυχη ασυλον διατηρουσαι και πασιν εχθροις και κλεπταις ποιουσαι ανεπιχειρητον. Αλλα γαρ νοµιζοµεν φυλαττεσθαι παρ᾿ ηµων τας εντολας του φιλανθρωπου Θεου και επι τουτω αχθοµεθα, αγνοουντες οτι µαλλον παρ᾿ εκεινων ηµεις φυλαττοµεθα˙ Ο γαρ τας του Θεου τηρων εντολας ουκ εκεινας αλλ᾿ εαυτον διατηρει και φυλαττει απο των ορωµενων και αορατων εχθρων, περι ων ως αναριθµητων οντων και φοβερων ο Παυλος εδηλωσε λεγων˙ «ουκ εστιν ηµιν η παλη προς αιµα και σαρκα αλλα προς τας αρχας, προς τας εξουσιας, προς τους κοσµοκρατορας του σκοτους του αιωνος τουτου, προς τα πνευµατα της πονηριας εν τοις επουρανιοις», τα εν τω αερι δηλονοτι, τουτων αφανως αει παρατασσοµενων καθ᾿ ηµων. Ο ουν φυλαττων τας εντολας φυλαττεται παρ᾿ αυτων και τον εµπιστευθεντα αυτω παρα του Θεου πλουτον ουκ απολλυσιν˙ ο δε εκεινων καταφρονων γυµνος ευρισκεται και ευχειρωτος τοις εχθροις και τον πλουτον απολεσας απαντα υποχρεως τω βασιλει και δεσποτη γινεται παντων εκεινων ων ειποµεν, υπερ ων ανταποδουναι τι η ταυτα ευρειν δυνατον ουκ εστιν ανθρωπω˙ ουρανια γαρ (426) εισι και απο των ουρανων ηλθε και καθ᾿ εκαστην ερχεται κοµιζων και διανεµων αυτα τοις πιστοις, και που οι λαβοντες και απολεσαντες ευρειν αυτα παλιν δυνησονται; Οντως ουδαµου. Ως ουδε ο Αδαµ η τις των εκεινου υιων ανακλησιν εαυτου η των συγγενων ισχυσεν απεργασασθαι, ει µη ο υπερ φυσιν Θεος και κατα σαρκα υιος αυτου γεγονως, ο Κυριος ηµων Ιησους Χριστος, ελθων κακεινον και ηµας του πτωµατος εξηγειρε θεϊκη δυναµει, Ο δε µη πασας τας εντολας αλλα τινας µεν φυλαττειν δοκων, τινας δε προδιδους γινωσκετω οτι καν µιας αµεληση και ουτω τον πλουτον ολον απολλυσιν.
Υποθου γαρ µοι δωδεκα ανδρας ενοπλους ειναι τας εντολας και κυκλοθεν ισταµενους και µεσον αυτων γυµνον σε οντα φυλαττοντας˙ τοιουτους δε παλιν αλλους µοι νοει περιστοιχουντας παντοθεν και επικειµενους αντιπαλους πολεµιστας και λαβειν σε ζητουντας και κατασφαξαι ευθυς. Ει ουν εις εκ των δωδεκα θεληµατι οικειω καταπεσειε και της φυλακης αµελησειε και ως θυραν ανεωγµενην τω αντιπαλω τον τοπον αυτου εασειε, τι των λοιπων ενδεκα ανδρων το οφελος εσται, του ενος µεσον εισελθοντος αυτων και σε αφειδως κατατεµνοντος, ως εκεινων µη επιστραφηναι δυναµενων προς σην βοηθειαν; Ει γαρ και επιστραφηναι θελησουσι κακεινοι υπο των αντιδικων αναλωθησονται. Ουτως δε παντως εσται και επι σου µη φυλασσοντος τας εντολας. Υπο γαρ ενος τρωθεντος σου εχθρου και καταπεσοντος πασαι αι εντολαι αφιπτανται απο σου και κατα µικρον την ισχυν αφαιρη, αλλως δε ως αγγειον οινου πεπλησµενον η ελαιου, ει και µη παντοθεν διατρηθη, αλλ᾿ εξ ενος µερους µιας γενοµενης οπης ολον το ενδον κατ᾿ ολιγον απολλυσιν, ουτω και µιας αµελων εντολης κατα µικρον και των αλλων απασων εκπιπτεις, καθως φησιν ο Χριστος˙ «τω εχοντι δοθησεται και τα περισσευθησεται, απο δε του µη εχοντος και α δοκει εχειν αρθησεται απ᾿ αυτου», (427) και παλιν˙ «ο λυσας µιαν των εντολων τουτων και διδαξας – δια της παραβασεως δηλονοτι – τους ανθρωπους ουτω ποιειν, ελαχιστος κληθησεται εν τη βασιλεια των ουρανων». Και ο Παυλος˙ «ω γαρ τις ηττηται, τουτω και δεδουλωται», και παλιν˙ «το δε κεντρον του θανατου η αµαρτια», και ουκ ειπεν οτι ηδε η ηδε, αλλα οια δ᾿ αν και ειη η αµαρτια, αυτη κεντρον του θανατου εστιν. Κεντρον δε του θανατου την αµαρτιαν καλει, οτι οι τιτρωσκοµενοι θνησκουσιν. Εστιν ουν πασα αµαρτια προς θανατον, «απαξ γαρ ο αµαρτησας, ως ο Παυλος φησιν, ηδη τεθνηκεν», υποδικος γεγονως χρεους και αµαρτιας, υπο των ληστων εαθεις κειµενος. 5. Ο ουν αποθανων τι αλλο ει µη το αναστηναι επιποθει και ο χρεωστων και µη εχων αποδουναι ει µη το λυσιν του χρεους λαβειν και µη εις φυλακην βληθηναι, εως αν το οφληµα αποδω, οπερ και δια το µη εχειν ουδεποτε της αιωνιου φυλακης ηγουν του σκοτους υπεξελευσεται. Ουτως και ο υπο των νοητων ληστων συνστριβεις παντως ιατρον ζητει προς αυτον ελθειν
συµπαθη τε και ευσπλαγχνον. Ου γαρ εχει ζεοντα τον του Θεου φοβον εν εαυτω, ινα προς τον ιατρον εκεινος µαλλον πορευσηται, αλλ᾿ υπο της καταφρονησεως την της ψυχης δυναµιν εκλυθεις κειται θεαµα φρικτον και ελεεινον τοις ορωσι καλως, µαλλον δε πνευµατικως τα ψυχικα παραπτωµατα. Ο τοινυν δουλος γεγονως δια της αµαρτιας τω διαβολω - «ουκ οιδατε γαρ φησιν οτι δουλοι εστε ω υπακουετε ειτε δικαιοσυνης εις δικαιοσυνην ειτε ανοµιας εις ανοµιαν» - και εις καταγελωτα του Πατρος και Θεου, καταπατηµα δε τοις εχθροις τοις αποστατησασιν απο Θεου ο τοιουτος γεγονως και γυµνος της βασιλικης αλουργιδος και µεµελανωµενος απολειφθεις, (428) αντι τεκνου δε Θεου τεκνον του διαβολου γενοµενος, τι διαπραξεται, ινα παλιν εν κατασχεσει γενηται ωνπερ εξεπεσεν; Παντως οτι µεσιτην και φιλον Θεου ζητησει και δυνατον εις το αποκαταστησαι αυτον ως το προτερον και τω Θεω και Πατρι καταλλαξαι αυτον. Ο γαρ τω Χριστω κολληθεις δια της χαριτος και µελος αυτου γεγονως και υιοθετηθειας αυτω ειτα τουτον αφεις ωσπερ κυων εις τον ιδιον εµε τον επιστρεψει, και η πορνη γυναικι συµπλακη η ετερω σωµατι συναφθη, ως τον Χριστον ατιµασας και ενυβρισας µετα των απιστων κατακρινεται, επειδη κατα τον θειον Αποστολον «σωµα Χριστου εσµεν και µελη εκ µερους». Ο ουν συµπλεκοµενος τη πορνη τα µελη του Χριστου µελη πορνης ποιει. Ο δε τοιαυτα πεπραχως και ουτω παροργισας τον ∆εσποτην αυτου και Θεον ου δυναται αλλως καταλλαγηναι Θεω, ει µη δια µεσιτου ανδρος αγιου και φιλου και δουλου Χριστου και δια της αποφυγης του κακου. 6. ∆ια τουτο φυγωµεν την αµαρτιαν πρωτον˙ ει γαρ και ταυτης τω βελει τρωθωµεν, αλλα µη εγχρονισωµεν, τω ιω ταυτης ως µελιτη γλυκαινοµενοι, µηδε ως αρκτος πληγεισα το τραυµα µειζον δια της αυτης πραξεως εργασωµεθα, αλλ᾿ ευθυς προς τον πνευµατικον ιατρον δραµωµεν και τον ιον της αµαρτιας δια της εξαγορευσεως εξεµεσωµεν, το δηλητηριον αυτης αποπτυσαντες, και ως αντιφαρµακον τα διδοµενα της µετανοιας επιτιµια σπουδαιως παρ᾿ αυτου λαβωµεν και µετα πιστεως αει θερµης ταυτα επιτελειν και εν φοβω Θεου αγωνισωµεθα. Παντες γαρ οι τον εµπιστευθεντα πλουτον αυτοις κενωσαντες απαντα και µετα πορνων και τελωνων την πατρικην ουσιαν καταναλωσαντες και
υπο πολλης αισχυνης το συνειδος αυτων κατω νευον και µηδε ανανευσαι δυναµενον εχοντες, απαρρησιαστοι οντες ζητουσιν εικοτως ανθρωπον (429) Θεου αναδοχον γενεσθαι του χρεους αυτων, ινα δι᾿ αυτου προσελθωσιν αυτω, οπερ ως οιµαι γενεσθαι αδυνατον ανευ µετανοιας ειλικρινους και επιπονου του µελλοντος η και βουλοµενου καταλλαγηναι Θεω. Ουδε γαρ ηκουσθη ποτε η εν ταις θεοπνευστοις γεγραπται γραφαις, ινα τις αναδεξηται αµαρτιας ετερου και υπερ αυτων εκεινος απολογησηται µη αξιους της µετανοιας του ηµαρτηκοτος πρωτον και αναλογους του ειδους της αµαρτιας ενδειξαµενου και καταβαλλοµενου τους πονους και πεποιηκοτος αυτης τους καρπους˙ φησι γαρ η προδροµος του Λογου φωνη˙ «ποιησατε καρπους αξιους της µετανοιας και µη δοξητε λεγειν εν εαυτοις, πατερα εχοµεν τον Αβρααµ», επειδη και αυτος ο Κυριος ηµων περι των ανοητως διακειµενων ουτως εφη˙ «αµην λεγω υµιν, καν Μωσης καν ∆ανιηλ στησωνται, ωστε εξελεσθαι υιους αυτων και θυγατερας, ου µη εξελωνται». Τι ουν ποιησοµεν η τινα τροπον προς αφεσιν του χρεους και ανακλησιν του πτωµατος οι µετανοησαι βουλοµενοι επινοησοµεθα; Θεου διδοντος ακουσατε, ινα προς εκαστον υµων διαθησοµαι. 7. Μεσιτην, ει βουλει, και ιατρον και συµβουλον αγαθον εκζητησον, ινα µετανοιας µεν τροπους τη αγαθη συµβουλη αρµαζοντως υποθηται ως συµβουλος αγαθος, ως ιατρος δε φαρµακον εκαστω καταλληλον τραυµατι επιδωσει σοι, ως δε µεσιτης δι᾿ ευχης και της προς Θεον εντευξεως ενωπιον αυτου εκεινος προσωπον προς προσωπον παραστας υπερ σου το Θειον εξιλεωσηται. Μη ουν κολακα η κοιλιοδουλον ευρων συµβουλον και συµµαχον αγωνιση ποιησαι, ινα µη τω σω συνερχοµενος θεληµατι ουχι ο Θεος αγαπα, αλλ᾿ απερ συ αποδεχη ταυτα διδαξη σε και µεινης παλιν οντως εχθρος ακαταλλακτος, µηδε απειρον ιατρον, ως αν µη τη πολλη αποτοµια και ταις ακαιραις τοµαις τε (430) και καυσεσιν εις απογνωσεως βυθον παραπεµψη σε η παλιν τη υπερµετρω συµπαθεια νοσουντα εαση σε και υγιαινειν οιοµενον, το δεινοτατον, τη αιωνια παραδωσει σε κολασει ως ουκ ελπιζεις˙ τουτο γαρ η ενταυθα νοσος της ψυχης συναποθνησκουσα ηµιν προξενει. Μεσιτην δε Θεου και
ανθρωπων ουκ οιµαι ουτως απλως ευρισκεσθαι. «Ου γαρ παντες οι εξ Ισραηλ ουτοι Ισραηλιται εισιν», αλλ᾿ οι κατα το ονοµα και αυτην την του ονοµατος δυναµιν εναργως επισταµενοι και νους οντες ορωντες τον Θεον, ουδε παντες οι τω του Χριστου καλουµενοι ονοµατι οντως Χριστιανοι. «Ου γαρ πας ο λεγων µοι Κυριε, Κυριε, φησιν ο Χριστος, εισελευσεται εις την βασιλειαν των ουρανων, αλλ᾿ ο ποιων το θεληµα του πατρος µου», ωσπερ και «πολλοι, φησιν, εν εκεινη τη ηµερα ερουσι µοι˙ Κυριε, ου τω σω ονοµατι δαιµονια εξεβαλοµεν, και ερω αυτοις˙ αµην λεγω υµιν, ουκ οιδα υµας, απελθατε απ᾿ εµου εργαται της ανοµιας». 8. ∆ια τουτο ουν προσεχειν δει παντας ηµας, αδελφοι, τους τε µεσιτευοντας τους τε ηµαρτηκοτας και αυτους τους βουλοµενους καταλλαγηναι Θεω, ινα µητε οι µεσιτευοντες οργην αντι µισθου επισπασωνται, µητε οι προσκεκρουκοτες και καταλλαγηναι σπουδαζοντες εχθρω και φονει και πονηρω συµβουλω αντι µεσιτου εντυχωσιν. Οι γαρ τοιουτοι µετα απειλης φρικτης ακουσονται˙ «τις υµας κατεστησεν αρχοντας και δικαστας του λαου µου», και παλιν˙ «υποκριτα, εκβαλε πρωτον την δοκον εκ του οφθαλµου σου και τοτε διαβλεψεις εκβαλλειν το καρφος το εν τω οφθαλµω του αδελφου σου». ∆οκος δε εστι παθος εν η επιθυµια τις επισκοτουσα τον οφθαλµον της ψυχης. Και αυθις˙ «ιατρε, θεραπευσον σεαυτον», και παλιν˙ «τω δε αµαρτωλω ειπεν ο Θεος˙ ινατι (431) συ εκδιηγη τα δικαιωµατα σου και αναλαµβανεις την διαθηκην µου δια στοµατος σου; Συ δε εµισησας παιδειαν και εξεβαλες τους λογους µου εις τα οπισω», και ο Παυλος φησιν˙ «συ τις ει ο κρινων αλλοτριον οικετην; Τω ιδιω κυριω στηκει η πιπτει˙ δυνατος δε εστιν ο Θεος, δια του πιστου δουλου αυτου, στησαι αυτον». 9. ∆ια ταυτα τοιγαρουν παντα φριττω και τρεµω, αδελφοι και πατερες µου, και παρακαλω παντας υµας εξασφαλιζοµενος και εµαυτον δια της προς υµας παρακλησεως µη καταφρονητικως εχει περι τα θεια ταυτα και φρικτα τοις πασι µυστηρια µηδε παιζειν εν ου παικτοις µηδε κατα της ψυχης ηµων δια κενοδοξιαν η φιλοδοξιαν η εµποριαν η αναισθησιαν˙ γινεται γαρ δια το ραβδι και πατερες καλεισθαι αλλοτριους
αναδεχεσθαι λογισµους. Μη, παρακαλω, µη αναισχυντως ουτως απλως την των αποστολων αξιαν αρπαζωµεν, απο του επι γης υποδειγµατος παιδευοµενοι. Ει γαρ τω εκπροσωπουντι τω επιγειω βασιλει εξοµοιωθηναι τις τολµησει κατα αυθαδειαν, και τα εκεινω εµπιστευθεντα κρατειν και ποιειν λαθρα φωραθη η και φανερως µετεπαγγελληται διαπραττεσθαι, αυτος και οι αυτου συµµυσται και υπηκοοι τιµωριαις εσχαταις εις φοβον των αλλων καθυποβαλλονται και ως αφρων και αναισθητος παρα παντων καταγελαται, τι πεισονται εις το µελλον οι την των αποστολων αξιαν αναξιως αρπαζοντες; 10. Αλλα γαρ µηδε µεσιται των λοιπων προ του πλησθηναι υµας Πνευµατος Αγιου γενεσθαι θελησητε και προ του γνωρισαι και φιλιωθηναι υµας εν αισθησει ψυχης τω βασιλει των απαντων, επειδη ουδε παντες οι τον επιγειον βασιλεα γνωριζοντες και τους αλλους εις αυτον δυνανται µεσιτευειν. Ολιγοι γαρ λιαν τουτο δυνανται ποιειν, οιτινες εξ αρετης και ιδρωτων ητοι δουλειων αυτων (432) των την προς αυτον παρρησιαν εκτησαντο και ουχι µεσιτου κακεινοι δεοµενοι αλλα στοµα προς στοµα συλλαλουντες τω βασιλει. Ου φυλαξοµεν τοιγαρουν και επι Θεω ταυτην την ταξιν, πατερες και αδελφοι, ου τιµησοµεν τον επουρανιον βαιλεα καν ισον του επιγειου, αλλ᾿ εαυτοις την εκ δεξιων αυτου και ευωνυµων καθεδραν και προ του αιτησασθαι και λαβειν προαρπαζοντες χαρισοµεθα; Ω τολµης! Ποια αισχυνη ηµας καταλαβοι; Οτι ει µη δι᾿ αλλο τι εγκληθησοµεθα˙ αλλα γε δια τουτο µονον ως καταφρονηται µετα ατιµιας και της προεδριας στερηθησοµεθα και εις το πυρ το ασβεστον απορριφησοµεθα. Αλλ᾿ αρκει ταυτα προς νουθεσιαν των προσεχειν εαυτοις βουλοµενων˙ τουτου γαρ χαριν και παρεκβατικωτερον της προκειµενης υποθεσεως τον λογον πεποιηκαµεν.Ηµεις δε ειπωµεν αρτι, οπερ, τεκνον, µαθειν επεζητησας. 11. Οτι γαρ ενδεχεται εις µοναχον ιερωσυνην µη εχοντα εξαγγελειν ηµας, τουτο αφ᾿ ου το της µετανοιας ενδυµα τε και προσχηµα εκ Θεου εδωρηθη τη κληρονοµια αυτου και µοναχοι ωνοµασθησαν επι παντας ευρησεις γενοµενον, καθως εν ταις θεοπνευστοις των πατερων γραφαις εγγραφεται, εν αις εγκυψας ευρησεις ως αληθη τα λεγοµενα. Προ δε τουτων αρχιερεις µονοι
του δεσµειν και λυειν την εξουσιαν κατα διαδοχην ως εκ των θειων αποστολων ελαµβανον, του χρονου δε προϊοντος και των αρχιερεων αχρειουµενων εις ιερεις βιον εχοντας αµωµον και χαριτος θειας ηξιωµενους η φρικτη εγχειρησις αυτη προβεβηκεν˙ ειτα και τουτων αναµιξ γενοµενων, των ιερεων οµου και αρχιερεων τω λοιπω εξοµοιουµενων λαω και πολλων ως και νυν περιπιπτοντων πνευµασι πλανης και µαταιας κενοφωνιαις και απολλυµενων, µετηχθη, ως ειρηται, εις τον εκλεκτον λαον του Θεου, λεγω δη τους µοναχους, ουκ εκ των ιερεων η αρχιερεων αφαιρεθεισα, αλλα ταυτης εαυτους εκεινων αλλοτριωσαντων. «Πας γαρ ιερευς µεσιτης Θεου και ανθρωπων καθισταται προς τον Θεον, (433) ως ο Παυλος φησι, και οφειλει ωσπερ υπερ του λαου ουτως και υπερ εαυτου προσφερειν θυσιαν». 12. Αλλ᾿ ανωτερω του λογου αρξωµεθα και ιδωµεν, ποθεν και πως και τισιν εξ αρχης η εξουσια αυτη του ιερουργειν και δεσµειν και λυειν εδοθη, και κατα ταξιν ωσπερ ηρωτησας ουτως και σαφης η λυσις γενησεται, ου σοι µονον, αλλα και πασιν αλλοις ανθρωποις. Του Κυριου και Θεου και Σωτηρος ηµων ειποντος τω ξηραν εχοντι την χειρα οτι αφεωνται σοι αι αµαρτιαι σου, ακουσαντες οι Εβραιοι ελεγον˙ βλασφηµιαν ουτος λαλει˙ τις δυναται αφιεναι αµαρτιας ει µη εις ο Θεος; Ουτως ουδεπω αφεσις εδιδοτο αµαρτιων, ου παρα προφητων, ου παρα ιερεων, ου παρα των τοτε πατριαρχων τινος. ∆ιο και ως καινου τινος δογµατος και πραγµατος παραδοξου κηρυσσοµενου οι γραµµατεις εδυσχεραινον˙ ο δε Κυριος ουκ εµεµψατο αυτους τουτου γε ενεκα, αλλα µαλλον ο ηγνοουν εδιδαξεν ως Θεον εαυτον δειξας και ουχ ως ανθρωπον την αφεσιν των ηµαρτηµενων δωρουµενον˙ φησι γαρ προς αυτους, ινα δε ειδητε, οτι εξουσιαν εχει ο υιος του ανθρωπου αφιεναι αµαρτιας, λεγει τω ξηραν εχοντι την χειρα˙ εκτεινον την χειρα σου, και εξετεινε και αποκατεστη υγιης ως η αλλη, δια του ορωµενου θαυµατος το µειζον και αορατον πιστωσαµενος. Ουτως τον Ζακχαιον, ουτως την πορνην, ουτως τον Ματθαιον απο του τελωνιου, ουτως τον Πετρον τρις αρνησαµενον, ουτως τον παραλυτικον, ον ιασαµενος και µετα ταυτα ευρων ειπεν˙ ιδε υγιης γεγονας, µηκετι αµαρτανε, ινα µη χειρον τι σοι γενηται.
Τουτο δε ειπων εδειξεν, οτι δι᾿ αµαρτιας εκεινος εις την νοσον ενεπεσεν και ταυτης απαλλαγεις (434) ελαβεν και την αφεσιν των ιδιων αµαρτηµατων, ου χρονων δεηθεντος τουτου τινων πολλων, ου νηστειας, ου χαµευνιας, αλλ᾿ η µονον επιστροφης και πιστεως αδιστακτου και εκκοπης του κακου και µετανοιας αληθινης και δακρυων πολλων, ως η πορνη και ο Πετρος ο κλαυσας πικρως. Εντευθεν η αρχη του µεγαλου τουτου δωρου και Θεω µονω πρεποντος, ο και µονος εκεκτητο˙ ειτα τοις µαθηταις αντ᾿ εκεινου καταλιµπανει το τοιουτον χαρισµα µελλων προς τον ουρανον ανελθειν. Πως δε την αξιαν ταυτην και εξουσιαν αυτοις επιδεδωκε; Καταµαθωµεν και τινας και ποσους και ποτε. Τους προκριτους ενδεκα µαθητας, κεκλεισµενων των θυρων και συνηγµενων ενδον οµου. Εισελθων γαρ και στας εν µεσω αυτων ενεφυσησε και φησι˙ «λαβετε Πνευµα Αγιον, αν τινων αφητε τας αµαρτιας, αφιενται αυτοις, αν τινων κρατητε, κεκρατηνται», και ουδεν περι επιτιµιων τεως αυτοις εντελλεται, ως παρα του Αγιου Πνευµατος µελλοντος διδασκεσθαι. 13. Ως ουν ειρηται, κατα διαδοχην οι αγιοι Αποστολοι την εξουσιαν ταυτην µετεπεµπον προς τους και τους θρονους επεχοντας αυτων, ως των τε λοιπων ουδεις ουδε εννοησαι τι τοιουτον ετολµα.Ουτως εφυλαττον µετα ακριβειας οι µαθηται του Κυριου το δικαιον της εξουσιας ταυτης. Αλλ᾿ ως ειποµεν προϊοντος του χρονου συνεχυθησαν και συνεφυρησαν τοις αναξιοις οι αξιοι και υπο του πληθους συνεκαλυπτοντο, αλλος αλλου προεχειν φιλονεικων και την προεδριαν τη αρετη υποκρινοµενος. Αφ᾿ ου γαρ οι τους θρονους των Αποστολων επεχοντες σαρκικοι και φιληδονοι και φιλοδοξοι απεφανθησαν και εις αιρεσεις εξεκλιναν, εγκατελιπεν αυτους η θεια χαρις, και η εξουσια αυτη εκ των τοιουτων αφηρηται. ∆ιο και παντα τα αλλα, (435) α οι ιερουργουντες εχειν οφειλουσιν, αφεµενοι, τουτο µονον απαιτουνται εχειν το ορθοδοξον. Οιµαι δε ουδε τουτο˙ ουδε γαρ ο µη παρεισφερων νεωστι δογµα εις την εκκλησιαν του Θεου ουτος ορθοδοξος, αλλ᾿ ο βιον τω ορθω λογω κεκτηµενος συναδοντα. Τουτον δε και τον τοιουτον οι κατα καιρους πατριαρχαι και µητροπολιται η ζητησαντες ουκ απετυχον η ευροντες τον αναξιον µαλλον αντ᾿ εκεινου
προετιµησαντο, τουτο µονον αυτον απαιτουντες το εγγραφως εκθεσθαι το της πιστεως συµβολον, και τουτο µονον αποδεχοµενοι το µητε υπερ του αγαθου ζηλωτην ειναι µητε δια το κακον τινι αντιµαχεσθαι, ειρηνην ωσπερ εντευθεν τη εκκλησια περιποιουµενοι, ο χειρον πασης εχθρας εστι και µεγαλης ακαταστασιας αιτιον. Εκ τουτου ουν οι ιερεις ηχρειωθησαν και γεγονασιν ως ο λαος. Μη οντων γαρ τινων εξ αυτων αλας, ως ο Κυριος εφη, ινα δια των ελεγχων σφιγγωσι και αναστελλωσι καν οπωσουν τον διαρρεοντα βιον, αλλα συγγινωσκοντων µαλλον και συγκαλυπτοντων αλληλων τα παθη εγενοντο χειρους µεν αυτοι του λαου, χειρων δε αυτων ο λαος. Τινες δε του λαου και κρειττονες απεφανθησαν µαλλον των ιερεων, εν τω εκεινων αφεγγει ζοφω ως ανθρακες ουτοι φαινοµενοι. Ει γαρ εκεινοι κατα τον του Κυριου λογον ελαµπον τω βιω ως ο ηλιος, ουκ αν ωρωντο οι ανθρακες διαυγαζοντες, αλλ᾿ υπο του τρανοτερου φωτος ηµαυρωµενοι εδεικνυντο αν. Επει δε το προσχηµα µονον και το της ιερωσυνης ενδυµα εν τοις ανθρωποις εναπελειφθη, της του πνευµατος δωρεας επι τους µοναχους µεταβασης και δια των σηµειων γνωριζοµενης ως τον βιον των Αποστολων δια των πραξεων µετερχοµενους, κακει παλιν ο διαβολος τα οικεια ειργασατο. Ιδων γαρ αυτους οτι ως νεοι τινες µαθηται του Χριστου αυθις ανεδειχθησαν εν τω κοσµω, και τω βιω και τοις θαυµασιν ελαµψαν, (436) τους ψευδαδελφους και τα ιδια σκευη εισαγαγων τουτοις ανεµιξε και κατα µικρον πληθυνθεντες, ως ορας, ηχρειωθησαν και γεγονασι µοναχοι παµπαν αµοναχοι. Ουτε ουν τοις τω σχηµατι µοναχοις ουτε τοις κεχειροτονηµενοις και εις ιερωσυνης εγκαταλεγεισι βαθµον ουτε τοις τω της αρχιερωσυνης τετιµηµενοις αξιωµατι, πατριαρχαις φηµι και µητροπολιταις και επισκοποις, απλως ουτως και δια µονην την χειροτονιαν και την ταυτης αξιαν το αφιεναι αµαρτιας απο Θεου διδοται - απαγε! - ιερουργειν γαρ µονον αυτοις συγκεχωρηται, οιµαι δε ουδ᾿ αυτο τοις πολλοις αυτων, ινα µη χορτος οντες εκειθεν κατακαυθησονται, αλλα µονοις εκεινοις, οσοις εν ιερευσι και αρχιερευσι και µοναχοις το συγκαταριθµεισθαι εστι τοις των µαθητων του Χριστου χοροις δια την αγνοτητα.
14. Ποθεν ουν αυτοι τε οι τοις ειρηµενοις εγκαταλεγεντες εκεινο νοησωσι και οι αυτους εκζητουντες τουτους ακριβως επιγνωσονται; Οθεν ο Κυριος εδιδαξεν ουτως ειπων˙ «σηµεια δε τοις πιστευσασι ταυτα παρακολουθησει˙ εν τω ονοµατι µοι δαιµονια εκβαλουσι, γλωσσαις λαλησουσι καιναις - οπερ εστιν η θεοπνευστος διδασκαλια του Λογου και ωφελιµος -, οφεις αρουσι, καν θανασιµον τι πιωσιν, ου µη αυτους βλαψη», και παλιν˙ «εκ των καρπων αυτων επιγνωσεσθε αυτους». Ποιων καρπων; Ων το πληθος απαριθµουµενος ο Παυλος λεγει˙ «ο δε καρπος του Πνευµατος εστιν αγαπη, χαρα, ειρηνη, µακροθυµια, χρηστοτης, πιστις, πραοτης, εγκρατεια» µεθ᾿ ων ευσπλαγχνια, φιλαδελφια, ελεηµοσυνη και τα τουτοις εποµενα˙ προς τουτοις˙ «λογος σοφιας, λογος γνωσεως, χαρισµατα ιαµατων και ετερα πλειστα, α παντα ενεργει εν και το αυτο Πνευµα, (437) διαιρουν εκαστω καθως βουλεται». Οι γουν τουτων εν µετοχη γεγονοτες των χαρισµατων - η παντων η εκ µερους κατα το συµφερον αυτοις - εν τω χορω των Αποστολων εγκατελεγησαν και οι νυν τοιουτοι αποτελουµενοι εκεισε εγκαταλεγονται. ∆ιο και φως εισιν ουτοι του κοσµου, ως αυτος φησιν ο Χριστος˙ «ουδεις λυχνον αψας τιθησιν αυτον υπο τον µοδιον η υπο κλινην, αλλ᾿ επι την λυχνιαν, ινα φαινη πασι τοις εν τη οικια». Ουκ εκ τουτων δε µονων οι τοιουτοι γνωριζονται, αλλα και απο της του βιου αυτων διαγωγης˙ ουτω γαρ και οι ζητουντες αυτους και αυτοι εαυτον εκαστος ακριβεστερον επιγνωσονται, οιον ει καθ᾿ οµοιοτητα του Κυριου ηµων Ιησου Χριστου ανεπαισχυντως, µαλλον δε ως µεγιστην δοξαν ηγησαντο την ευτελειαν και ταπεινωσιν και ως εκεινος την υπακοην ανυποκριτως εις τους εαυτων πατερας και οδηγους, ετι γε µην και εις τους πνευµατικως επιταττοντας επεδειξαντο, ει ατιµιας και υβρεις και ονειδισµους και λοιδοριας απο ψυχης ηγαπησαν και τους επιφεροντας αυτοις ταυτα ως αγαθων µεγαλων προξενους απεδεξαντο και απο ψυχης µετα δακρυων υπερ αυτων ηυξαντο, ει πασαν δοξαν την εν τω κοσµω κατεπτυσαν και σκυβαλα τα εν αυτω τερπνα ηγησαντο. Και τι τα πολλα και προφανη λεγων τον λογον µηκυνω; Εαν πασαν µεν αρετην, ην εν ταις ιεραις ακουωσιν υπαναγινωσκοµενην γραφαις, ταυτην εαυτον εκαστος των ειρηµενων ευρισκει κατωρθωκοτα, πασαν δε πραξιν των
αγαθων ωσαυτως µετελθοντα και επι µια τουτων εκαστη την προκοπην, την αλλοιωσιν, τον βαθµον επεγνωκοτα και προς το υψος της θεϊκης δοξης αιροµενον, τοτε και εαυτον τις γνωτω µετοχον Θεου και των αυτου χαρισµατων γεγονοτα και υπο των καλως ορωντων η και υπ᾿ αυτων των αµβυωπουντων γνωσθησεται. (438) Και ουτως οι τοιουτοι ειποιεν αν τοις πασιν εν παρρησια˙ «υπερ Χριστου πρεσβευοµεν ως του Θεου παρακαλουντος δι᾿ ηµων˙ καταλλαγητε τω Θεω». Παντες γαρ οι τοιουτοι τας εντολας του Θεου εφυλαξαν µεχρι θανατου, επωλησαν τα υπαρχοντα αυτων και διενειµαν τοις πτωχοις, ηκολουθησαν τω Χριστω δια της των πειρασµων υποµονης, απωλεσαν τας εαυτων ψυχας ενεκεν της αγαπης του Θεου εν τω κοσµω και ευρον αυτας εις ζωην αιωνιον. Ευροντες δε τας εαυτων ψυχας, εν φωτι νοητω ευρον αυτας και ουτως εν τω φωτι τουτω ειδον το απροσιτον φως, αυτον τον Θεον, κατα το γεγραµµενον˙ «εν τω φωτι σου οψοµεθα φως». Πως ουν εστιν ευρειν τινα ην εχει ψυχην, προσεχε! Η εκαστου ψυχη εστιν η δραχµη ην απωλεσεν ουχ ο Θεος αλλ᾿ ηµων εκαστος εν τω σκοστει της αµαρτιας βυθισας εαυτον. Ο δε Χριστος, το οντως φως, ελθων και τους ζητουντας αυτον συναντων, ως οιδε µονος αυτος, ιδειν εαυτον αυτοις εχαρισατο. Τουτο εστιν ευρειν την ψυχην αυτου το ιδειν τον Θεον και εν τω εκεινου φωτι αυτον γενεσθαι απασης κτισεως της ορωµενης ανωτερον και τον Θεον σχειν ποιµενα και διδασκαλον, παρ᾿ ου και το δεσµειν και λυειν, ει βουλει, γνωσεται, και γνους ακριβως προσκυνησει τον δεδωκοτα και τοις χρηζουσι µεταδωσει. 16. Τοις τοιουτοις οιδα, τεκνον, διδοσθαι του δεσµειν και λυειν <την εξουσιαν> απο Θεου Πατρος και Κυριου ηµων Ιησου Χριστου δια του Αγιου Πνευµατος, τοις θεσει ουσιν και αγιοις δουλοις αυτου. Τοιουτω και αυτος εγω εµαθητευσα πατρι χειροτονιαν εξ ανθρωπων µη εχοντι, αλλα χειρι µε Θεου ειτ᾿ ουν πνευµατι εις µαθητειαν εγκαταλεξαντι και την εξ ανθρωπων χειροτονιαν (439) δια τον παρακολουθησαντα τυπον καλως λαβειν µε κελευσαντι, παλαι υπο του Αγιου Πνευµατος επι τουτο σφοδρω ποθω κινουµενον. 17. Τοιγαρουν γενεσθαι πρωτον τοιουτοι ευξωµεθα, αδελφοι και πατερες, και ουτως τοις αλλοις περι παθων απαλλαγης και
αναδοχης λογισµων οµιλησωµεν και τοιουτον πνευµατικον ζητησωµεν. Μαλλον µεν ουν τοιουτους εµπονως ζητησωµεν ανδρας, τους οντας µαθητας του Χριστου και µετα πονου καρδιας και δακρυων πολλων επι ρητας ηµερας ικετευσωµεν τον Θεον, ινα αποκαλυψη τους οφθαλµους των καρδιων ηµων προς το επιγνωναι, ει που και τοιουτος τις εν τη πονηρα ταυτη γενεα ων ευρεθησεται, οπως ευροντες αυτον αφεσιν λαβωµεν δι᾿ αυτου των αµαρτιων ηµων, τοις προσταγµασιν αυτου και ταις εντολαις ολη ψυχη υπακουοντες, καθαπερ εκεινος, ακουσας τας του Χριστου, γεγονε µετοχος της χαριτος και των δωρεων αυτου, και την εξουσιαν του δεσµειν και λυειν τα αµαρτηµατα παρ᾿ αυτου ελαβε τω Αγιω Πνευµατι πυρωθεις, ω πρεπει πασα δοξα, τιµη και προσκυνησις συν τω Πατρι και τω µονογενει Υιω εις τους αιωνας. Αµην. ΕΠΙΣΤΟΛΗ Β’. Προς Στεφανον Νικοµηδειας (440) «Τω πανιερω και αγιω δεσποτη µου, τω ενδοξοτατω συγκελλω, ο δια σου εξοριστος και δεδιωγµενος Συµεων ο σος. Ιδου, πανιερε δεσποτα, των κατα Θεον σου αγωνων και λογων τα σπερµατα οια πεποιηκασι τα γεωργια, οιαν µοι δοξαν και χαραν προεξενησαν, οσων µοι στεφανων γεγονασιν αιτια, οσης µε της ευφροσυνης ενεπλησαν εις υψος τε πνευµατικης ανηγαγον γνωσεως και επι πετραν τους ποδας µου του νοος καλως προσερεισαντο και αυτην µε την πετραν ενδυσασθαι παρεσκευασαν, εξ ης εχω το υδωρ το ζων ενυποστατως βλυζον εν εµοι, κινουµενον και λαλουν και γραφειν µεν προς σε προτρεποµενον, πασης τε θυµηδιας εµπιπλων και µη εων ολως µε των θανατηφορων πειρασµων επαισθανεσθαι, αλλ᾿ ως τους τρεις παιδας αφλεκτους εν τη καµινω εφυλαξεν, ουτω καµε, ως εν σκηνη αυτου κρυπτον, αλυπον διατηρει και απηµαντον. Υπερ ων και ευχαριστω σοι, ευχαριστων τε και προσευχοµενος ουδεποτε παυσοµαι, Λοιπον ει τινα και ετερα εχεις εις προσθηκην ευφροσυνης και δοξης των αγαπωντων σε, µη αποκνησης ποιησασθαι, οπως ο µισθος σοι πολλαπλασιασθη και η ανταµειψις παρα Θεου του ταυτα νοµοθετησαντος δαψιλεστερα σοι γενηται, Ερρωσο».
ΕΠΙΣΤΟΛΗ Γ’. Ετερα προς Στεφανον Νικοµηδειας. (441) «Καλους µοι στεφανους ο καλος Στεφανος και δεσποτης µου επι τοις εµοις στεφανοις παλιν προσεθετο. Αλλα τι σοι ανταποδωσοµεν υπερ ων ηµας τους ταπεινους αγαθη κινουµενος διαθεσει πεποιηκας και ποιεις και οιδ᾿ οτι παλιν ποιησεις, ευεργετων καθ᾿ εκαστην ηµας επι χρονοις ηδη επτα; Τι ουν σοι απολογησοµεθα τω περι τα τοιαυτα σπουδαιω και φιλοτιµοτερον ειδοτι δεξιουσθαι τοις γλυκεσι σου φαρµακοις τους φιλους; Αλλα δεοµεθα σου µη στης της προθεσεως, µη καταπαυσης απο των εργων σου˙ προσθες ει δοκει τουτοις τα ετι γλυκυτερους τη επιτασει ποιουντα τους πονους µοι. Ηυξησας µοι το φως, την χαραν, την ηδυτητα, α και αυξησαις ετι παντως και ετι ποιων τα οικεια και τω φιλουµενω ταχιον ενωσαις ηµας Θεω, υπερ ου φερω παντα προθυµως και δι᾿ ον ορας την αλυσιν ταυτην παρα σου της εξοριας περικειµαι. Ερρωσο. Τω πανιερω και αγιω δεσποτη µου, ο δια σου εξοριστος και των προσοντων γυµνος γεγονως Συµεων ο σος». ΕΠΙΣΤΟΛΗ ∆’. Προς Νικητα Σταθατον. (442) «Το πιττακιον σου, πνευµατικον ηµων τεκνον, εδεξαµεθα µεν, ουκ απεδεξαµεθα δε, αλλα και πολλης σου της ευηθειας κατεγνωµεν, οτι δη και τοιαυτα ολως ελογισω περι ηµων, ως δολω ποτε τινι η περιεργια προς το λυπησαι µε το χαρτιον συ απεκρατησας, ενεθυµηθην τουτο η ελογισαµην εγω. Ποιος γαρ εν τουτω δολος η ποια θλιψις µοι προσγενησεται ποτε, ει και φαινοµαι περι πολλου ταυτα ποιουµενος; Αλλ᾿ οτι παντως ηγνοουν σε τουτο εχειν, και υπελαβον εκ καταφρονησεως του υπουργουντος µοι ισως τουτο απολεσθηναι η κατα την οδον η και αλλως πως, και εις τουτο ελυπηθην, επει εις σε, ον ως εµαυτον εχειν απαξ καθωµολογησα, και παντα τα εµα σοι εθαρρησα, και δια σου και πασιν αλλοις ελπιζων φανερα φανησεσθαι, καθως ο Χριστος τοις εαυτου µαθηταις ελεγεν «α εις το ους ακουσατε, κηρυξατε επι των δωµατων» ποιαν υποληψιν πονηραν κατα σου ειχον αναλαβεσθαι; Εγω γαρ δια τουτο σε και παρακαλω εν τετραδιοις µεταγραψαι αυτα, ινα τα
σχεδη παντα σοι καταλειψω. Και πως µε τοιαυτα λογιζεσθαι υπελαβες κατα σου; Οµως ο Θεος συγχωρησει σοι την αµαρτιαν ταυτην, οτι εξω της αγαπης ηµας ειναι εκρινας της παντα υποµενουσης και µηδεποτε εκπιπτουσης, εαν µη τις εκουσιως ταυτης αποσπασθη˙ (443) εκεινη δε µενει ατµητος, αδιαιρετος, παντας τους βουλοµενους επιστρεφειν και παλιν κολλασθαι αυτη ευµενως προσδεχοµενη και γνησιως προσκολλωµενη, πολλακις δε και τους µη βουλοµενους ελκυουσα και προσκαλουµενη προς εαυτην, η και σε, τεκνον, ευχοµαι κολληθηναι και ενωθηναι, ινα δυνασαι µη λογιζεσθαι το κακον η το ον η και το µηδολως ον, αλλα µενειν σε διηνεκως εν παντι και εν πασι προς ηµας και προς παντας ασκανδαλιστον. Αµην.
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
http://politikokafeneio.com