The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130913075643/http://www.scribd.com/doc/7011385/%CE%97-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CF%81-%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%A3
Read without ads and support Scribd by becoming a subscriber.

Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια (πρ. Ιωάννης Σ

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΥΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ, Η ∆Ε ΟΡΘΟ∆ΟΞΙΑ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ

© πρ. Ιωάννης Σ. Ρωµανίδης, Καθηγητής Πανεπιστηµίου Πρώτη δηµοσίευση από την Ι. Μ. Κουτλουµουσίου, Αγίου Όρους, στον τόµο "Ορθοδοξία, Ελληνισµός, πορεία στην 3η χιλιετηρίδα" 1966, σελ. 67-87

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
• Εισαγωγικά • Μέθοδος Η ΝΟΣΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΑΙ ΣΥΝΟ∆ΟΙ ΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΙ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΛΙΝΙΚΩΝ Παράδεισος και Κόλασις Η δήθεν προσπάθεια αποµυθοποιήσεως της Αγίας Γραφής Το ανοικτόν παράθυρον του Παύλου προς την Εκκλησίαν Νευρολογική Κλινική Τα Ιερά Λείψανα Όχι "εκ του κόσµου", αλλ' "εν τω κόσµω" Θεολογία και δόγµα Τα Μυστήρια Προφήται και διανοούµενοι Προφήται και Φραγκο-Λατίνοι Πάπαι Προφήται και Πατέρες Ο Κύριος της ∆όξης και αι Οικουµενικοί Σύνοδοι "...τό πνεύµα µη σβέννυται" (Α' Θεσσ. 5:19) Το χάρισµα της διερµηνείας ∆οκιµαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν Η διατύπωσις των δογµάτων Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟ∆ΩΝ Σύνοδοι και Ορθόδοξος πολιτισµός Φραγκο-Λατινικός πολιτισµός ∆υτικός πολιτισµός ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ Εισαγωγικά Το κλειδί δια την κατανόησιν της µεταβολής της Ορθοδόξου Καθολικής Παραδόσεως από παρανόµου εις νόµιµον θρησκείαν και κατόπιν εις επίσηµον Εκκλησίαν, έγκειται εις το γεγονός, ότι η Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία διεπίστωσε, ότι δεν είχε απέναντί της απλώς µίαν επί πλέον µορφήν θρησκείας ή φιλοσοφίας, αλλά µίαν καλώς οργανωµένην Εταιρίαν Νευρολογικών Κλινικών, αι οποίαι εθεράπευον την νόσον της θρησκείας και την αναζητούσαν την ευδαιµονίαν ασθένειαν της ανθρωπότητος και έτσι παρήγον φυσιολογικούς πολίτας µε ανιδιοτελή αγάπην, αφιερωµένους εις την ριζικήν θεραπείαν των προσωπικών τους και των κοινωνικών νοσηµάτων. Η σχέσις που ανεπτύχθη µεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, ήτο ακριβώς αντίστοιχος προς την σχέσιν µεταξύ Κράτους και συγχρόνου Ιατρικής.

Σελίδα 1 από 19

Μέθοδος Η µέθοδος εις το υπόβαθρον της εκθέσεως αυτής είναι απλή. Οι συγγραφείς της Καινής ∆ιαθήκης και οι Πατέρες επισηµαίνουν εντός της ιστορίας την ιδικήν των εµπειρίαν της καθάρσεως και του φωτισµού της καρδίας και του δοξασµού (τής θεώσεως), την οποίαν ταυτίζουν µε εκείνην των προφητών όλων των αιώνων, αρχίζοντες τουλάχιστον από του Αβραάµ. Αυτό αντιστοιχεί µε την επανάληψιν της θεραπείας εις την ιατρικήν επιστήµην, της οποίας η µέθοδος µεταδίδεται από ιατρού εις ιατρόν. Αλλ' εις αυτήν την περίπτωσιν ο Χριστός, ο Κύριος της ∆όξης και Μεγάλης Βουλής Άγγελος, είναι ο ιατρός ο οποίος προσωπικώς θεραπεύει και "τελειοί" τους ιατρούς Του, τόσον εις την Παλαιάν όσον εις την Καινήν ∆ιαθήκην. Αυτή η ιστορική παράδοσις και διαδοχή θεραπείας και τελειώσεως "εν τω Κυρίω της ∆όξης" πρίν και µετά την ενσάρκωσίν Του, συνιστά την καρδίαν και τον πυρήνα της Βιβλικής και της Πατερικής Παραδόσεως. ∆ιαιρούµεν την έκθεσίν µας εις τα ακόλουθα: 1) Η νόσος της θρησκείας. 2) Αι Σύνοδοι ως Εταιρείαι Νευρολογικών Κλινικών. 3) Σύνοδοι και Πολιτισµοί. 4) Συµπεράσµατα. 5) Επίµετρον.

I. Η ΝΟΣΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ Οι πατριάρχαι και οι προφήται της Παλαιάς ∆ιαθήκης, οι απόστολοι και οι προφήται της Καινής ∆ιαθήκης και οι διάδοχοί των γνωρίζουν καλώς την νόσον της θρησκείας και τον Ιατρόν που την θεραπεύει, δηλαδή τον Κύριον (Ιαχβέ) της ∆όξης. Αυτός είναι ο Ιατρός των ψυχών και των σωµάτων ηµών. Εθεράπευε την νόσον αυτήν στους φίλους και πιστούς Του πρό της ενσαρκώσεώς Του και συνεχίζει και ως Θεάνθρωπος να την θεραπεύει. Η εν λόγω νόσος συνίσταται εις το ότι υπάρχει βραχυκύκλωµα µεταξύ του πνεύµατος εν τη καρδία του ανθρώπου (δηλαδή της κατά τους πατέρας νοεράς ενεργείας) και του εγκεφάλου. Εις την φυσιολογικήν της κατάστασιν η νοερά ενέργεια κινείται κυκλικώς ωσάν στρόφαλος προσευχοµένη εντός της καρδίας. Εις την νοσούσαν κατάστασίν της η νοερά ενέργεια δεν στροφαλίζεται κυκλικώς. Αλλά ξεδιπλωµένη και ριζωµένη εις την καρδίαν κολάει στον εγκέφαλον και δηµιουγεί βραχυκύκλωµα µεταξύ εγκεφάλου και καρδίας. Έτσι τα νοήµατα του εγκεφάλου, που είναι όλα από το περιβάλλον, γίνονται νοήµατα της νοεράς ενεργείας ριζωµένη πάντα στην καρδίαν. Έτσι ο παθών γίνεται δούλος του περιβάλλοντός του. Ως εκ τούτου συγχέει ορισµένα προερχόµενα εκ του περιβάλλοντός του νοήµατα µε τον θεόν ή τους θεούς του. Με τον όρον Θρησκεία εννοούµεν κάθε "ταύτισιν" του ακτίστου µε το κτιστόν και µάλιστα κάθε "ταύτισιν παραστάσεων" του ακτίστου µε νοήµατα και ρήµατα της ανθρωπίνης σκέψεως, που είναι το θεµέλιον της λατρείας των ειδώλων. Τα νοήµατα και ρήµατα αυτά δύναται να είναι απλώς νοήµατα και ρήµατα ή και παραστάσεις και µε αγάλµατα και εικόνας εντός και εκτός νοµιζοµένου θεοπνεύστου κειµένου. Με άλλα λόγια και η ταύτισις των περί Θεού νοηµάτων και ρηµάτων της Αγίας Γραφής µε το άκτιστον ανήκει και αυτή εις τον κόσµον της ειδωλολατρείας και είναι το θεµέλιον όλων των µέχρι τούδε αιρέσεων. Εις την θεραπευτικήν παράδοσιν της Π. και της Κ. ∆ιαθήκης χρησιµοποιούνται κατάλληλα νοήµατα και ρήµατα ως µέσα κατά την διάρκειαν της καθάρσεως και του φωτισµού της καρδίας και τα οποία καταργούνται κατά την διάρκειαν του δοξασµού όταν αποκαλύπτεται εν τω σώµατι του Χριστού η πληρούσα τα κτιστά πάντα απερίγραπτος, ακατάληπτος και άκτιστος δόξα του Θεού. Μετά τον δοξασµόν τα νοήµατα και τα ρήµατα της νοεράς εν τη καρδία προσευχής επανέρχονται. Από τον δοξασµόν του ο παθών διαπιστώνει ότι ουδεµία οµοιότης υπάρχει µεταξύ κτιστού και ακτίστου και ότι Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον. Το θεµέλιον των αιρέσεων του Βατικανού και των ∆ιαµαρτυροµένων είναι το γεγονός ότι ακολουθούν τον Αυγουστίνον ο οποίος εξέλαβε την εν λόγω αποκαλυφθείσαν δόξαν του Θεού εις την Π. και την Κ. ∆ιαθήκην ως "κτιστήν," γενοµέµην και απογενοµένην µάλιστα. Όχι µόνον τούτο, αλλά και το χειρότερον, εξέλαβε µεταξύ άλλων και τον Μεγάλης Βουλής Άγγελον και την ∆όξαν Του ως γινόµενα και απογινόµενα κτίσµατα τα οποία ο Θεός φέρνει εκ του µηδενός εις την ύπαρξιν δια να οραθούν και να ακουσθούν και τα οποία επιστρέφει πάλιν εις την ανυπαρξίαν µετά την τέλεσιν της αποστολής των. Σελίδα 2 από 19

Μάλιστα τας ανοησίας αυτάς αναπτύσει παραδείγµατος χάριν εις το βιβλίον του De Trinitate (Βιβλία Β και Γ). Αλλά δια να έχει κανείς ορθήν κατεύθυνσιν εις την θεραπείαν της νοεράς ενεργείας πρέπει να έχει οδηγόν την πείραν θεουµένου όστις µαρτυρεί περί ορισµένων αξιωµάτων: ότι µεταξύ α) του ακτίστου Θεού και των ακτίστων ενεργειών Του και β) των κτισµάτων Του ουδεµία οµοιότης υπάρχει και ότι "Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον." (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.) Μόνον βάσει αυτών των αξιωµάτων δύναται κανείς να αποφύγει το κατάντηµα να αποκτήση οδηγόν τον διάβολον µέσω δήθεν θεολόγων που στοχάζονται περί Θεού και των θείων. Εις την φυσικήν κατάστασίν της η νοερά ενέργεια ρυθµίζει τα πάθη, δηλαδή της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του ενστίκτου της αυτοσυντηρήσεως (δηλαδή του φόβου θανάτου) ώστε να είναι αδιάβλητα. Εις νοσούσαν κατάστασιν τα πάθη γίνονται διαβλητά. Αυτά, εν συνδυασµώ µε την αδέσποτον πλέον φαντασίαν, δηµιουγούν µαγικάς θρησκείας δια την χαλιναγώγισιν των στοιχείων της φύσεως ή και της επιπλέον σωτηρίας της ψυχής εκ της ύλης εις κατάστασιν ευδαιµονίας ή και της ευδαιµονίας µε σώµα και ψυχή. Η πίστις, κατά την Αγίαν Γραφήν, είναι η συνεργασία µε το Άγιον Πνεύµα, το Οποίον εγκαινιάζει την θεραπείαν της νόσου της ιδιοτελούς αγάπης εις την καρδίαν και την µεταβάλλει εις αγάπην, η οποία "ου ζητεί τα εαυτής." Η θεραπεία αυτή κορυφώνεται µε τον δοξασµόν (τήν θέωσιν) και συνιστά την πεµπτουσίαν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, η οποία αντικατέστησε δι' αυτής την ειδωλολατρείαν ως τον πυρήνα του Ελληνικού Πολιτισµού της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας. Οφείλοµεν να έχωµεν σαφή εικόνα των πλαισίων εντός των οποίων και η Εκκλησία και το Κράτος είδον την συµβολήν των θεουµένων εις την θεραπείαν της νόσου της θρησκείας που διαστρέφει την ανθρωπίνην προσωπικότητα δια µέσου της αναζητήσεως της ευδαιµονίας εντεύθεν και πέραν του τάφου δια να κατανοήσωµεν τον λόγον, δια τον οποίον η Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία ενεσωµάτωσε την Ορδόδοξον Εκκλησίαν εις το διοικητικόν της δίκαιον. Ούτε η Εκκλησία, ούτε το Κράτος είδον την αποστολήν της Εκκλησίας ως απλήν άφεσιν αµαρτιών των πιστών δια την µετά θάνατον είσοδόν των εις τον παράδεισον. Τούτο θα ισοδυνάµη µε ιατρικήν συγχώρησιν των νόσων των ασθενών δια την µετά θάνατον θεραπείαν των. Και η Εκκλησία και το Κράτος εγνώριζον καλώς ότι η άφεσις αµαρτιών ήτο µόνον η αρχή της θεραπείας της αναζητούσης την ευδαιµονίαν νόσου της ανθρωπότητος. Η θεραπεία αυτή ήρχιζεν µε την κάθαρσιν της καρδίας, έφθανεν εις την αποκατάστασιν της καρδίας εις την φυσικήν της κατάστασιν του φωτισµού και ετελειοποιείτο ο όλος άνθρωπος εις την υπέρ φύσιν καταστασιν του δοξασµού, δηλαδή της θεώσεως. Το αποτέλεσµα της θεραπείας και της τελειώσεως ταύτης δεν ήτο µόνον η κατάλληλος προετοιµασία δια την µετά τον σωµατικόν θάνατον ζωήν, αλλά και η µεταµόρφωσις της κοινωνίας εδώ και τώρα από συγκροτήµατα εγωϊστικών και εγωκεντρικών ατόµων εις κοινωνίαν ανθρώπων µε ανιδιοτελή αγάπην, "ήτις ου ζητεί τα εαυτής."

II. ΑΙ ΣΥΝΟ∆ΟΙ ΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΙ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΛΙΝΙΚΩΝ

1) Παράδεισος και Κόλασις Έκαστος θα ίδη την εν Χριστώ δόξαν του Θεού και θα φθάση εις τον βαθµόν εκείνον της τελειώσεως τον οποίον έχει επιλέξει και δια τον οποίον έχει εργασθή. Ακολουθώντες τον Απ. Παύλον, τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην και την ιδικήν των πείραν οι Πατέρες υποστηρίζουν, ότι θα σωθούν εκείνοι που βλέπουν τον αναστάντα Χριστόν εν δόξη εις αυτήν την ζωήν, είτε "δι' εσόπτρου εν αινίγµατι" µέσω των αδιαλείπτων εν τη καρδία προσευχών και ψαλµών, είτε "πρόσωπον προς πρόσωπον" µέσω του δοξασµού. Εκείνοι που δεν Τον βλέπουν ούτως εις την ζωήν ταύτην, θα ιδούν την δόξαν Του ως αιώνιον και καταναλίσκον πύρ και σκότος εξώτερον εις την άλλην ζωήν. Η άκτιστος δόξα, την οποίαν έχει ο Χριστός κατά φύσιν από τον Πατέρα, είναι παράδεισος δι' εκείνους, των οποίων η εγωκεντρική και ιδιοτελής αγάπη έχει θεραπευθή και µεταµορφωθή εις ανιδιοτελή αγάπην. Όµως η ιδία δόξα είναι το άκτιστον πύρ το αιώνιον και η κόλασις δι' εκείνους που επέλεξαν να µείνουν αθεράπευτοι µέσα εις την ιδιοτέλειάν των. Σελίδα 3 από 19

∆εν είναι εν προκειµένω σαφείς µόνον η Γραφή και οι Πατέρες, αλλά και αι Ορθόδοξοι εικόνες της Κρίσεως. Το ίδιον το εκπηγάζον εκ του Χριστού χρυσόν φώς της δόξης, µέσα εις το οποίον περικλείονται οι φίλοι Του, γίνεται κόκκινον καθώς κυλά προς τα κάτω, δια ν' αγκαλιάση, αυτή η ιδία θεία αγάπη, τους "κατηραµένους," που την βλέπουν ως δύναµιν κολαστικήν. Αυτή είναι η δόξα και η αγάπη του Χριστού, που καθαρίζει τα αµαρτήµατα όλων, αλλά δοξάζει τους µεν και κολάζει τους δέ. Όλοι θα οδηγηθούν υπό του Αγίου Πνεύµατος "εις πάσαν την αλήθειαν," δηλαδή θα ίδουν τον Χριστόν µετά των φίλων Του εν δόξη, αλλά όλοι δεν θα δοξασθούν. "Ούς εδικαίωσεν, τούτους και εδόξασεν," κατά τον Απ. Παύλον. Η παραβολή περί του πτωχού Λαζάρου εις τους κόλπους του Αβραάµ και του πλουσίου εις τον τόπον των βασάνων είναι σαφής. Ο πλούσιος βλέπει, αλλά δεν µετέχει (Λουκ. 16:1931). Η Εκκλησία δεν στέλνει κανένα εις τον παράδεισον ή εις την κόλασιν, αλλά προετοιµάζει τους πιστούς δια την θέαν του Χριστού εν δόξη την οποίαν θα έχουν όλοι οι άνθρωποι. Ο Θεός αγαπά τον κολασµένον τόσον, όσον και τους αγίους. Θέλει την θεραπείαν όλων, αλλά όλοι δεν δέχονται την θεραπείαν, που Αυτός προσφέρει. Αυτό σηµαίνει, ότι η άφεσις αµαρτιών δεν είναι αρκετή προετοιµασία δια να ίδη κανείς τον Χριστόν εν δόξη και να δοξασθή. Είναι φανερόν ότι η Φραγκο-Λατινική Παράδοσις κατά την οποίαν οι σεσωζµένοι είναι εκείνοι εις τους οποίους ο Χριστός δήθεν κατήλαξε τον Πατέρα του δεν έχει θέσιν εις την Ορθόδοξον Παράδοσιν. Ερµηνεύων το 2 Κορ. 5:19, π.χ., ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστοµος λέγει, "Καταλλάγητε τω θεώ. Και ουκ είπε, καταλάξατε εαυτοίς τον Θεόν, ου γαρ εκείνός εστιν ο εχθραίνων, αλλ' ηµείς, Θεός γαρ ουδέποτε εχθραίνει." Εντός των ως άνω πλαισίων κατενόησε το Ρωµαϊκόν Κράτος την εν τω κόσµω τούτω θεραπευτικήν και τελειωτικήν αποστολήν της Εκκλησίας δια το γενικόν όφελος της κοινωνίας. Άλλως δεν διαφέρουν κατ' ουσίαν µεταξύ των αι θρησκείαι, που υπόσχονται την µετά θάνατον ικανοποίησιν, αντί της εν τω κόσµω τουτω θεραπείας της νόσου της επιθυµίας δι' ευδαιµονίαν. 2) Η δήθεν προσπάθεια αποµυθοποιήσεως της Αγίας Γραφής Το δήθεν αυτό πρόβληµα απασχολεί τους Προτεστάντας και Παπικούς, αλλά και φωτισµένους απ' αυτούς Ορθοδόξους δήθεν ειδικούς της ερµηνείας της Βίβλου. Μάλιστα τεντώνουν υψηλά την µύτιν άµα τω ακούσµατι περί πατερικής ερµηνείας. Προέρχεται το δήθεν πρόβληµα από τον Νεο-Πλατωνικόν Αυγουστίνον και τους ακολουθούντες αυτόν, κυρίως από τους Καρλοβιγκίους Φράγκους. Ο επίσκοπος Ιππώνος εξέβαλε την άκτιστον και πανταχού παρούσαν δόξαν του Θεού ως γινόµενον και απογινόµενον κτίσµα. ∆εν εγνώριζε ότι την βλέπει κανείς µέσου της καταστάσεως δοξασµού. Ως εκ τούτου παραδέχετο την διαίρεσιν του σύµπαντος τριορόφως µε τον παράδεισον στον ουρανόν, την κόλασιν υπό την γήν και την επιφάνειαν της γής ως τόπον δοκιµασίας. 3) Το ανοικτόν παράθυρον του Παύλου προς την Εκκλησίαν[ 1 ] Τα κεφάλαια 12 έως 15 της Α' προς Κορινθίους είναι µοναδικόν παράθυρον, µέσω του οποίου δύναται κανείς να θεωρήση την πραγµατικότητα της Εκκλησίας ως σώµατος του Χριστού. Οι µετέχοντες εις την Εκκλησίαν εντάσσονται εις δύο οµάδας ως προς τον βαθµόν της θεραπείας και της τελειώσεως: τους φωτισµένους και τους δοξασµένους. Τα µέλη του σώµατος του Χριστού αναγράφονται σαφώς εις την Α' Κορ. 12:28.[ 2 ] Αρχίζει κανείς µε το να γίνη ιδιώτης[ 3 ] όστις λέγει "αµήν" κατά την λογικήν λατρείαν εν αντιβολή προς την νοεράν εν τη καρδία γενοµένην λατρείαν. Εις αυτό το στάδιον ασχολείται ο ιδιώτης µε την µετάβασίν του από την κάθαρσιν της καρδίας εις τον φωτισµόν αυτής υπό την καθοδήγησιν εκείνων που είναι ναοί του Αγίου Πνεύµατος και µέλη του σώµατος του Χριστού και αποτελούν το "βασίλειον ιεράτευµα." Οι βαθµίδες του φωτισµού αρχίζουν µε τα "γένη γλωσσών," το κατώτερον των χαρισµάτων, εις την 8ην θέσιν και φθάνουν µέχρι το χάρισµα του "διδασκάλου" εις την 3ην θέσιν. Επί κεφαλής της τοπικής Εκκλησίας είναι οι "προφήται," (εις την 2αν θέσιν), οι οποίοι έλαβον την ιδίαν αποκάλυψιν µε τους αποστόλους (Εφ. 3:5) εις την 1ην θέσιν και µαζί µε αυτούς αποτελούν "τό θεµέλιον" της Εκκλησίας (Εφ. 2:20). Οι απόστολοι και προφήται είναι το θεµέλιον της Εκκλησίας κατά παρόµοιον τρόπον που οι ιατροί είναι το θεµέλιον των νοσοκοµείων. Σελίδα 4 από 19

Τα "γένη γλωσσών" είναι το θεµέλιον, επάνω εις το οποίον οικοδοµούνται όλα τα άλλα χαρίσµατα, που αναστέλλονται προσωρινώς µόνον κατά την διάρκειαν του δοξασµού (Α' Κορ. 13:8). Ως απόστολος ο Παύλος κατατάσσει τον εαυτόν του εις την κορυφήν του καταλόγου των µελών, που "έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία". Όµως διατηρεί ακόµη "τά γένη γλωσσών," δηλαδή το κατώτερον των χαρισµάτων. Γράφει: "Ευχαριστώ τω Θεώ, πάντων υµών µάλλον γλώσσαις λαλώ," (Α' Κορ. 14:18). Αυτό σηµαίνει, ότι τα "γένη γλωσσών" ανήκουν εις όλα τα επίπεδα των χαρισµάτων εντός του σώµατος του Χριστού. Με το "µή πάντες γλώσσαις λαλούσι;" ο Παύλος εννοεί τους "ιδιώτας," οι οποίοι δεν αριθµούνται µεταξύ των ναών του Αγίου Πνεύµατος και µελών του σώµατος του Χριστού (1 Κορ. 12:28). Ο φωτισµός και ο δοξασµός των µελών του σώµατος του Χριστού δεν είναι βαθµοί αυθεντίας προερχόµενοι από ανθρωπίνην υπόδειξιν ή εκλογήν. Είναι εκ Θεού χαρίσµατα προς εκείνους που συνειργάσθησαν µε φωτισµένους και θεουµένους, δια να τους διαδεχθούν ως θεραπευµένοι και τελειοποιηµένοι ίνα διατηρήσουν ούτω την αποστολικήν αυτήν παράδοσιν και διαδοχήν από γενεάν εις γενεάν. Το ότι ο Παύλος καλεί τα µέλη των κατωτέρων βαθµίδων θεραπείας και τελειότητος να αναζητήσουν τα κρείττονα χαρίσµατα σηµαίνει σαφώς, ότι όλοι οφείλουν και δύνανται να γίνουν προφήται, δηλαδή να φθάσουν εις τον δοξασµόν. "Θέλω δε πάντας υµάς λαλείν γλώσσαις, µάλλον δε ίνα προφητεύητε"(Α' Κορ. 14:5). 4) Νευρολογική Κλινική Η Εκκλησία εις την περιγραφήν του Παύλου οµοιάζει µε ψυχιατρικήν κλινικήν. Η αντίληψίς του όµως δια την νόσον της ανθρωπίνης προσωπικότητος είναι πολύ πιό διορατική απ' ό,τι είναι σήµερον γνωστόν εις την σύγχρονον ιατρικήν. ∆ια να κατανοήσωµεν αυτήν την πραγµατικότητα, πρέπει να ίδωµεν µέσω του Παύλου την Βιβλικήν κατανόησιν της φυσιολογικής και της µη φυσιολογικής καταστάσεως του ανθρώπου. Ο νοσών άνθρωπος αποκαθίσταται εις την φυσιολογικήν του κατάστασιν, όταν οδηγήται "εις πάσαν την αλήθειαν" υπό του Πνεύµατος της Αληθείας, δηλαδή εις την θέαν του Χριστού εν τη δόξη του Πατρός Του (Ιω. 17). Οι άνθρωποι που δεν βλέπουν την δόξαν του Θεού δεν είναι φυσιολογικοί. "Πάντες ήµαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού" (Ρωµ. 3:23). Με άλλα λόγια ο µόνος άνθρωπος, που εγεννήθη εις την φυσιολογικήν Του κατάστασιν είναι ο Κύριος της δόξης ο Οποίος γεννηθείς σαρκί εκ της Θεοτόκου ανέλαβε εκουσίως τα αδιάβλητα πάθη (τ.έ. πείναν, δίψαν, κόπωσιν, ύπνον, φθοράν, θάνατον, φόβον θανάτου), παρ' ότι ως κατά φύσιν πηγή της ακτίστου "δόξης," καταργεί ταύτα. Η άλλη όψις του εν λόγω θέµατος είναι, ότι ο Θεός δεν αποκαλύπτει την δόξαν Του εις τον καθένα, διότι δεν θέλει να κολάση τους µη καταλλήλως προητοιµασµένους µε ανιδιοτελή αγάπην. Η έκπληξις των προφητών της Π. ∆., ότι ηδύναντο να ζούν ακόµη, παρ' ότι είδον τον θεόν, και η παράκλησις του λαού προς τον Μωϋσή να ζητήση από τον Θεόν να σταµατήση να δείχνη την δόξαν Του, την οποίαν δεν ηδύναντο να υποφέρουν πλέον, είναι εν προκειµένω σαφώς επιβεβαιωτικά. Η Εκκλησία των αποστόλων και των πατέρων δεν ησχολείτο µε τον Θεόν µέσω στοχασµών και αφηρηµένων σκέψεων περί Αυτού. Και τούτο, διότι ο Θεός παραµένει µυστήριον εις την λογικήν και εκείνων ακόµη εις τους οποίους αποκαλύπτει την εν Χριστώ δόξαν και βασιλείαν Του και οι οποίοι µετέχουν ούτως εις το µυστήριον του σταυρού µέσω του δοξασµού, δηλαδή της θεώσεώς των. Η µόνη απασχόλησις των προφητών, αποστόλων και πατέρων ήτο 1) η θεραπεία των "ιδιωτών" (λαϊκών) µέσω της καθάρσεως της καρδίας των και 2) η µύησίς των α) εις την κατάστασιν ως µελών του σώµατος του Χριστού και ναών του Αγίου Πνεύµατος µέσω του φωτισµού της καρδίας, και β) εις "τό τέλειον" (Α' Κορ. 13:12), δηλαδή εις την θέαν του Χριστού εν δόξη "πρόσωπον προς πρόσωπον" (Α' Κορ. 13:12), µέσω του δοξασµού (Α' Κορ. 12:26; Ρωµ. 8:30) δια την διακονίαν της ανθρωπότητος (Ιω. 17). Το "...ούς εδικαίωσεν, τούτους και εδόξασεν" (Ρωµ. 8:30) σηµαίνει, ότι ο φωτισµός και ο δοξασµός συνδέονται µεταξύ των εις την ζωήν αυτήν, αλλά δεν ταυτίζονται. Η αρρώστια της ανθρωπίνης προσωπικότητος συνίσταται εις την εξασθένησιν της κοινωνίας της καρδίας µε την δόξαν του Θεού (Ρωµ. 3:23) και την υποδούλωσίν της εις τον κόσµον, δια του κατακλυσµού της υπό των εξηρτηµένων από το περιβάλλον λογισµών (Ρωµ. 1:21-24, 2:5). Εις αυτήν την κατάστασιν ο άνθρωπος φαντάζεται τον Θεόν κατά την εικόνα του νοσούντος εαυτού του ή ακόµη και των ζώων (Ρωµ. 1:22). Ούτως ο έσω άνθρωπός υφίσταται τον πνευµατικόν θάνατον, "εφ' ω (λόγω του Σελίδα 5 από 19

οποίου) πάντες ήµαρτον" (Ρωµ. 5:12).[ 4 ] ∆ηλαδή η αγάπη υποδουλώνεται εις το ένστικτον της αυτοσυντηρήσεως, το οποίον την παραµορφώνει και την µεταµορφώνει εις εγωκεντρικήν και ιδιοτελή ενέργειαν, υποβαθµισµένην εις απλήν αναζήτησιν επιβιώσεως, ασφαλείας και ευτυχίας. Η πτώσις εκάστου ανθρώπου και η δουλεία του εις την κτίσιν συνίσταται εις την σύγχυσιν της ενεργείας του ανθρωπίνου πνεύµατος[ 5 ] µε αυτήν της διανοίας, καθ' ήν σύγχυσιν, οι προερχόµενοι εκ του περιβάλλοντος λογισµοί γίνονται λογισµοί του πνεύµατος, µε αποτέλεσµα να εξασθενή κατά ποικίλους βαθµούς η εν τη καρδία κοινωνία µε την άκτιστον ενέργειαν και βασιλείαν του Θεού. Η θεραπεία της νόσου ταύτης αρχίζει µε την κάθαρσιν του πνεύµατος του από όλους τους λογισµούς, καλούς και κακούς, και τον περιορισµόν των εις την διάνοιαν. Συγχρόνως το πνεύµα (δηλαδή η νοερά ενέργεια) του ανθρώπου ελευθερούται από την διάνοιαν και επιστρέφει µε την νοεράν ευχήν εις την καρδίαν. Εις την φυσικήν του κατάστασιν το πνεύµα του ανθρώπου ενεργεί ωσάν στρόβιλος εντός της καρδίας, ενώ εις την πεπτωκείαν του κατάστασιν ευρίσκεται διάχυτον εις τον εγκέγαλον ταυτιζόµενον µε τα νοήµατα και τα ρήµατά του και υπόδουλος εις αυτά. Έτσι αντί να βασιλεύει µετά του Θεού επί της φύσεως, καθίσταται δούλος αυτής. ∆ια να αποκατασταθή η φυσιολογική λειτουργία της ανθρωπίνης προσωπικότητος µέσω της περιτοµής ταύτης της καρδίας από όλους τους λογισµούς (Ρωµ. 2:29), πρέπει να ελευθερωθή ο έσω άνθρωπος από την δουλείαν εις ό,τιδήποτε εν σχέσει προς το περιβάλλον του, λ.χ. αυτοϊκανοποίησιν, πλούτον, ιδιοκτησίαν, ακόµη και τους γονείς και συγγενείς του (Ματθ. 10:37; Λουκ. 14:26). Ο σκοπός δεν είναι η απόκτησις Στωϊκής απαθείας δια της καταργήσεως της συµπαθείας, αλλ' η παροχή της δυνατότητος εις την καρδίαν να δεχθή τας προσευχάς και τους ψαλµούς, που το Άγιον Πνεύµα µεταφέρει εκεί από την διάνοιαν και ενεργοποιεί αδιαλείπτως. Έτσι ο επί κεφαλής του νευρικού συστήµατος εγκέφαλος απασχολείται µε τας καθηµερινάς δραστηριότητας και τον ύπνον, ενώ συγχρόνως το πνεύµα του ανθρώπου προσεύχεται εν τη καρδία αδιαλείπτως. ∆ηλαδή γίνεται ωσάν επισκευασµένη δισκέτα υπολογιστού εις την οποίαν κείµενα προσευχών µεταφέρονται από τον εγκέφαλον και επανέρχονται εις αυτόν. Όµως οι ούτω πνεύµατι προσευχόµενοι αδιαλείπτως, προσεύχονται και µεγαλοφώνως µε την λογικήν προκειµένου να συνεισφέρουν εις την κατήχησιν και οικοδοµήν των ιδιωτών και απίστων. Αυτό εννοεί ο Παύλος µε το "προσεύξωµαι τω πνεύµατι, προσεύξωµαι τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύµατι, ψαλώ και τω νοΐ" (Α' Κορ. 14:15). Αυτό είναι το πλαίσιον της αναφοράς του Αποστόλου Παύλου και του Ευαγγελιστού Ιωάννου εις το Παράκλητον Πνεύµα το Οποίον εντυγχάνει υπέρ ηµών εν τη καρδία. Το Άγιον Πνεύµα καθ' αυτό εντυγχάνει υπέρ όλων των ανθρώπων "στεναγµοίς αλαλήτοις" (Ρωµ. 4:26). Αλλ' ευρίσκει ανταπόκρισιν εις εκείνους, που συνεργάζονται 1) εις την κάθαρσιν του πνεύµατός των, δηλαδή του "έσω ανθρώπου" ή "τής νοεράς ενεργείας" από όλους τους λογισµούς, καλούς και κακούς, 2) εις τον επαναχωρισµόν του πνεύµατος τούτου από την λογικήν και 3) εις την επάνοδον του πνεύµατος εις την καρδίαν µαζί µε προσευχάς και ψαλµούς της διανοίας. Έτσι η θεραπεία της ανθρωπίνης προσωπικότητος εισέρχεται εις το στάδιον του φωτισµού. Αυτά προϋποθέτει ο Παύλος όταν γράφει, "προσεύξοµαι τω πνεύµατι, προσεύξοµαι δε τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύµατι, ψαλώ δε και τω νοΐ." (1 Κορ. 14:15). Μόλις µας είπεν ο Παύλος, ότι η προσευχή πνεύµατι περιλαµβάνει ψαλµούς της Παλαιάς ∆ιαθήκης. Εποµένως δεν οµιλεί δια ακαταλήπτους και µεγαλοφώνους προσευχάς, αφού οι ψαλµοί ήσαν γνωστοί εις όλους. Ο Παύλος οµιλεί δια τα "γένη γλωσσών," τα οποία συµπεριλαµβάνουν προσευχάς και ψαλµούς του πνεύµατος του ανθρώπου εν τη καρδία και τα οποία ακούονται µόνον από εκείνους που έχουν το ίδιον χάρισµα. Όσοι ιδιώται δεν είχον ακόµη το χάρισµα αυτό δεν ηδύναντο να ακούσουν τας προσευχάς και τους ψαλµούς εν τη καρδία των εχόντων το χάρισµα αυτό των "γλωσσών." Κορίνθιοι εις την κατάστασιν του φωτισµού είχον εισαγάγει την καινοτοµίαν να τελούν ακολουθίας νοερώς εν τη καρδία παρόντων των "ιδιωτών," που δεν είχον λάβει ακόµη "τά γένη γλωσσών." Έτσι όµως ήτο αδύνατον εις τους ιδιώτας να οικοδοµούνται και να απαντούν µε το "αµήν" τους εις τα κατάλληλα µέρη της ακολουθίας, διότι απλώς δεν ήκουον τίποτε. Ο Παύλος δηλώνει σαφώς, ότι "ουδείς ακούει" (Α'Κορ.14:2). "Εάν έλθω προς υµάς γλώσσαις λαλών, τί υµάς οφελήσω, εάν µη υµίν λαλήσω...;" (Α'Κορ. 14:6-7). Οι µη έχοντες το χάρισµα των γλωσσών πρέπει να ακούσουν την "δύναµιν της φωνής" των προσευχών και των ψαλµών δια να απαντήσουν µε το ιδικόν των "αµήν" (Α' Κορ. 14:11,16). "...εάν άδηλον σάλπιγξ φωνήν δώ, τίς παρασκευάσεται εις πόλεµον; ούτως και υµείς δια της γλώσσης, εάν µη εύσηµον λόγον δώτε, πώς γνωσθήσεται το λαλούµενον; έσεσθε γαρ εις αέρα λαλούντες. τοσαύτα ει τύχοι γένη φωνών εισιν εν κόσµω, και ουδέν άφωνον." (1 Κορ, 14:8-10). ∆εν πρέπει οι φωτισµένοι να περιορισθούν εις το "λαλείν Σελίδα 6 από 19

γλώσσαις" µε "άδηλον φωνήν" παρουσία των "ιδιωτών" (Α' Κορ. 14:10-11). "Σύ µεν γαρ καλώς ευχαριστείς, αλλ' ο έτερος ουκ οικοδοµείται" (Α' Κορ. 14:17). Όταν ο Παύλος λέγη "µείζων ο προφητεύων ή ο λαλών γλώσσαις, εκτός ει µη διερµηνεύει, ίνα η Εκκλησία οικοδοµήν λάβη" (Α' Κορ. 14:5), εννοεί σαφώς, ότι εκείνος, ο οποίος οµιλεί µόνον "γλώσσαις," πρέπει να αποκτήση το χάρισµα να "διερµηνεύη" τας προσευχάς και τους ψαλµούς του πνεύµατος εν τη καρδία, συγχρόνως εις προσευχάς και ψαλµούς του νοός, δια να απαγγέλωνται και µεγαλοφώνως προς οικοδοµήν των ιδιωτών. "∆ιό ο λαλών γλώσση προσευχέσθω, ίνα διερµηνεύη. Εάν γαρ προσεύχωµαι γλώσση, το πνεύµά µου προσεύχεται, ο δε νούς µου άκαρπός εστιν. Τί ουν εστιν; προσεύξωµαι τω πνεύµατι, προσεύξωµαι δε (συγχρόνως) και τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύµατι, ψαλώ δε και (συγχρόνως) τω νοΐ. Επεί εάν ευλογής εν πνεύµατι, ο αναπληρών τον τόπον του ιδιώτου, πώς ερεί το αµήν επί τη σή ευχαριστία, επειδή τί λέγεις ουκ οίδεν, σύ µεν καλώς ευχαριστείς, αλλ' ο έτερος ουκ οικοδοµείται. Ευχαριστώ τω Θεώ, πάντων υµών µάλλον γλώσσαις λαλώ, αλλ' εν εκκλησία θέλω πέντε λόγους τω νοΐ µου λαλήσαι, ίνα και άλλους κατηχήσω ή µυρίους λόγους εν γλώσση" (Α' Κορ. 14: 1319). Ο Παύλος ουδέποτε λέγει, ότι ο είς διερµηνεύει εκείνα που έτερος λέγει "γλώσσαις." Έκαστος διερµηνεύει αυτά που ο ίδιος λέγει "γλώσσαις." Τούτο προϋποθέτουν και τα λεχθέντα εις το Α' Κορ. 14:27- 28: "είτε γλώσση τις λαλεί, κατά δύο ή το πλείστον τρείς και ανά µέρος και είς διερµηνευέτω. Εάν δε µη ή διερµηνευτής, σιγάτω εν εκκλησία, εαυτώ λαλείτω και τω Θεώ." ∆ηλαδή εάν ο γλώσση λαλών δεν είναι διερµηνευτής, τότε σιωπεί εν εκκλησία. Όµως λαλεί εαυτώ και τω Θεώ. Άλλαις λέξεσιν το λαλείν γλώσσαις καθ' εαυτό γίνεται εν τη καρδία και όχι µεγαλοφώνως. Με την εντολήν αυτήν ο Παύλος στερεί τους έχοντας µόνον "τά γένη γλωσσών" της δυνάµεως να επιβάλλουν την εν λόγω καινοτοµίαν των µέσω της πλειοψηφίας των. Ο Παύλος οµιλεί σαφώς δια προσευχάς και ψαλµούς µη απαγγελοµένους µε "τήν δύναµιν της φωνής," αλλ' ακουοµένους εντός της καρδίας. Ο φωτισµός αυτός της καρδίας ουδετερώνει την υποδούλωσιν εις το ένστικτον της αυτοσυντηρήσεως και αρχίζει την µεταµόρφωσιν της ιδιοτελούς αγάπης εις ανιδιοτελή αγάπην. Αυτό αποτελεί το χάρισµα της ενδιαθέτου πίστεως εις τον έσω άνθρωπον, το οποίον είναι η δικαίωσις, καταλλαγή, υιοθεσία, ειρήνη, ελπίς και ζωοποίησις. Αι προσευχαί και οι ψαλµοί αδιαλείπτως (Β' Θεσ. 5:17) ενεργούµενοι νοερώς εν τη καρδία (Εφ. 5:18-20), τ.έ. "τά γένη γλωσσών" (Α' Κορ. 12:10,28), µεταµορφώνουν τον "ιδιώτην" (λαϊκόν) εις ναόν του Αγίου Πνεύµατος και µέλος του σώµατος του Χριστού και του βασιλείου ιερατεύµατος. Αυτή είναι η αρχή της απελευθερώσεως του πιστού από την δουλείαν εις το περιβάλον, όχι δια της φυγής απ' αυτό, αλλά δια του ελέγχου επ' αυτού, όχι δια της ιδιοτελούς εκµεταλλεύσεως, αλλά δια της ανιδιοτελούς αγάπης. Εντός των πλαισίων τούτων "ο νόµος του Πνεύµατος της ζωής εν Χριστώ Ιησού ηλευθέρωσέ µε από του νόµου της αµαρτίας και του θανάτου... Ει δε τις Πνεύµα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστιν αυτού. Ει δε Χριστός εν υµίν, το µεν σώµα νεκρόν δι' αµαρτίαν, το δε πνεύµα ζωή δια δικαιοσύνην" (Ρωµ. 8:2,9, 10). Καθ' όν χρόνον η θεραπεία του φωτισµού αυξάνει την τελειότητα της αγάπης, και µάλιστα µε ήτταν του διαβόλου, ο φωτισµένος λαµβάνει εκ των απαριθµουµένων εις το Α' Κορ. 12.28 ανωτέρων χαρισµάτων αναλόγως, µε κορύφωσιν τον δοξασµόν. Ο Παύλος δηλώνει, ότι "εί δοξάζεται έν µέλος, συγχαίρει πάντα τα µέλη" (Α' Κορ. 12: 26), µε σκοπόν να εξηγήση, διατί οι προφήται είναι δεύτεροι µετά τους αποστόλους και πρίν από όλα τα άλλα µέλη του σώµατος του Χριστού. Η υπό του Πνεύµατος µεταβίβασις εκ της διανοίας εις την καρδίαν προσευχών και ψαλµών είναι η δικαίωσις και η ζωοποίησις του έσω ανθρώπου και η θέα του Χριστού "δι' εσόπτρου εν αινίγµατι" (Α' Κορ. 13:12). ∆οξασµός είναι η έλευσις του "τελείου" (Α' Κορ. 13:10), δηλαδή η θέα του Χριστού εν δόξη "πρόσωπον προς πρόσωπον" (Α' Κορ. 13:12). Όταν γράφη ο Παύλος, "άρτι γιγνώσκω εκ µέρους" (αυτόθι), αναφέρεται εις την τρέχουσαν κατάστασιν του φωτισµού του ή της δικαιώσεως. Με την εποµένην φράσιν του: " τότε δε επιγνώσοµαι, καθώς και επεγνώσθην" (αυτόθι), ο Παύλος λέγει, ότι θα δοξασθή, όπως είχεν ήδη δοξασθή. Εις την κατάστασιν του φωτισµού ο πιστός είναι "νήπιος." Αφού δοξασθή, επιστρέφει εις τον φωτισµόν ως "ανήρ" (Α' Κορ. 13:11). Κατά την διάρκειαν του δοξασµού, που είναι θέωσις και αποκάλυψις, η προσευχή εν τη καρδία ("γλώσσαι"), η γνώσις και η προφητεία, µαζί µε την πίστιν και την ελπίδα, καταργούνται, αφού αντικαθίστανται από τον ίδιον τον Χριστόν εν τη ακτίστω βασιλεία και δόξη του Πατρός. Μόνον η αγάπη δεν εκπίπτει (Α' Κορ. 13:8-11). Κατά την διάρκειαν του δοξασµού τα περί Θεού και τα εν ευχή προς τον Χριστόν νοήµατα και ρήµατα καταργούνται. Μετά την θέωσιν και µε την επιστροφήν εις τον φωτισµόν, Σελίδα 7 από 19

επιστρέφουν γνώσις, προφητεία, γλώσσαι, πίστις και ελπίς και επανενώνονται µε την αγάπην, η οποία δεν είχεν "εκπέσει." Τα υπό των θεουµένων χρησιµοποιούµενα εις την διδασκαλίαν και προσευχήν ρήµατα και νοήµατα δια την καθοδήγησιν άλλων µέχρι τον δοξασµόν είναι θεόπνευστα, αλλά µόνον εις την χρήσιν και υπό την καθοδήγησιν φωτισµένων και θεουµένων. Οι µη γνωρίζοντες, ότι ο σκοπός αυτών των ρηµάτων και νοηµάτων είναι η κατάργησίς των κατά την διάρκειαν της θεώσεως, βαδίζουν επί θεµελίων της φαντασίας των. Αυτή είναι η θέα του εν δόξη αναστάντος Χριστού, την οποίαν είχεν ο Παύλος και δια της οποίας ο Θεός θέτει εις την κεφαλήν (Α' Κορ. 12:28) και το θεµέλιον (Εφ. 2:20) της Εκκλησίας τους αποστόλους και προφήτας. Αυτό το "θεµέλιον," το οποίον περιλαµβάνει και γυναίκας προφήτιδας (Πράξ. 2:17; 21:9; Α' Κορ. 11:5), αποτελεί το πλαίσιον της δηλώσεως του Παύλου, ότι εν Χριστώ "ουκ ένι άρσεν και θήλυ" (Γαλ. 3:28). Ο δοξασµός δεν είναι θαύµα. Είναι το τελικόν φυσικόν στάδιον της µεταµορφώσεως της ιδιοτελούς αγάπης εις ανιδιοτελή αγάπην και η άφιξις του ανθρώπου εις την κατάστασιν δια την οποίαν εδηµιουργήθη. Και ο Παύλος και ο Ιωάννης σαφώς θεωρούν την εν τη ζωή ταύτη θέαν του Χριστού εν δόξη αναγκαίαν δια την τελείωσιν της αγάπης και της διακονίας προς την κοινωνίαν (Ιω. 14:21-24, 16:22, 17:24; Α' Κορ. 13:10-13; Εφ. 3:3-6). Αι εµφανίσεις του αναστάντος Χριστού εν δόξη δεν ήσαν και δεν είναι θαύµατα, δια να εκθαµβώσουν τους θεατάς και να τους πείσουν να πιστεύσουν εις την θεότητά Του. Θαύµα δεν ήτο η ανάστασις του Κυρίου της δόξης. Θαύµα ήτο η σταύρωσις και ο θάνατός Του. Ο αναστάς Χριστός εµφανίζεται µόνον δια την τελείωσιν της αγάπης, ακόµη και εις την περίπτωσιν του Παύλου, ο οποίος είχε φθάσει το κατώφλι του δοξασµού (Γαλ. 1:14 εξ.), µη γνωρίζων, ότι ο Κύριος της δόξης, τον οποίον επρόκειτο να ίδη, είχε γεννηθεί, σταυρωθεί και αναστηθεί. Αι εµφανίσεις του αναστάντος Κυρίου της δόξης εις το Α' Κορ. 15: 1-11 είναι οι δοξασµοί µε τους οποίους ο Παύλος ολοκληρώνει την περί χαρισµάτων ανάπτυξιν που είχεν αρχίσει εις το 12:1. Όλοι οι µετέπειτα θεωθέντες αποτελούν µε τους αποστόλους το θεµέλιον της Εκκλησίας, διότι "...τήν ίσην δωρεάν έδωκεν αυτοίς ο Θεός ως και ηµίν," λέγει ο Πέτρος (Πράξ. 11:17, 10:47). ∆ηλαδή οδηγήθησαν, ως οι απόστολοι κατά την Πεντηκοστήν, εις "πάσαν την αλήθειαν," η οποία είναι ο αναστάς και αναληφθείς εν δόξη Χριστός, επιστρέψας σαρκί εν ταις ακτίστοις πυρίναις γλώσσαις του Πνεύµατός Του, δια να κατοικήση ως άνθρωπος µετά του Πατρός Του εν τοις γενοµένοις ναοίς του Αγίου Πνεύµατος πιστοίς ως ακριβώς υπεσχέθη (Ιω. 14-17). Ούτως, η Εκκλησία των ναών του Αγίου Πνεύµατος προφητών έγινε το Σώµα του Χριστού, κατά του Οποίου "πύλαι άδου (θανάτου) ου κατισχύσουσιν." ∆οξασµός είναι η µέθεξις όχι µόνον της ψυχής αλλά και του σώµατος εις την αθανασίαν και αφθαρσίαν δια την τελείωσιν της αγάπης. ∆ύναται να είναι θέα µικράς ή µακράς διαρκείας. Μετά από κάποιαν έκστασιν αποπροσανατολισµού ο νεωστί θεωθείς βλέπει τα πάντα γύρω του διαβεβρωµένα µε την δόξαν/βασιλείαν του Θεού, η οποία, αφού δεν είναι ούτε φώς, ούτε σκότος, και δεν οµοιάζει µε τίποτε το κτιστόν, υπερβαίνει πάντα τα ρήµατα και νοήµατα καί, παρ' ότι αποκαλυπτοµένη, παραµένει µυστήριον αδιαπέραστον, ανέκφραστον και ως εκ τούτου απερίγραπτον. Κατά την διάρκειαν της θέας τα πάθη, τα οποία είχον ουδετεροποιηθεί και καταστεί αδιάβλητα µε τον φωτισµόν, καταργούνται. Ο θεούµενος ούτε τρώγει, ούτε πίνει, ούτε κοιµάται, ούτε κουράζεται και δεν επηρεάζεται από την ζέστην ή το κρύο. Αυτά τα φαινόµενα εις τους βίους των αγίων, πρίν και µετά την ενσάρκωσιν του Κυρίου της δόξης, δεν είναι θαύµατα, αλλ' η αποκατάστασις της υγείας της νοσούσης ανθρωπίνης φύσεως. Οι Γεροντολόγοι[ 6 ] έχουν αποδείξει ότι το γήρας είναι αρρώστια και ερευνούν, µήπως και ο ίδιος ο Θάνατος είναι αρρώστια. Θα ηδύναντο να αποτελέσουν συµβολήν εις την εν λόγω έρευναν οι θεούµενοι και τα λείψανά των. Τα σώµατα εκατοντάδων θεουµένων παραµένουν σχετικώς ακέραια επί αιώνας εις µίαν κατάστασιν µεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Από τα παλαιότερα παραδείγµατα είναι το ακέραιον σώµα του Αγίου Σπυρίδωνος εις την νήσον Κέρκυρα, του λαβόντος µέρος το 325 εις την Α' Οικ. Σύνοδον. Μόνον εις την Μονήν των Σπηλαίων εις το Κίεβον υπάρχουν 120 ακέραια ιερά λείψανα. Αυτό είναι το πλαίσιον των λεχθέντων υπό του Αποστόλου Παύλου, ότι "καί η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού" (Ρωµ. 8:21). Από τα συµφραζόµενα είναι φανερόν, ότι η "ελευθερία της δόξης" είναι εδώ ελευθερία από την φθοράν και την θνητότητα. Αλλ' ακόµη και εκείνοι, των οποίων ο έσω άνθρωπος έφθασεν εις την υιοθεσίαν του φωτισµού, ως και εκείνοι, των οποίων και τα σώµατα είχον δια της θεώσεως πρόγευσιν της αθανασίας και της αφθαρσίας, περιµένουν "τήν υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν του σώµατος ηµών" (Ρωµ. Σελίδα 8 από 19

8:23). "Οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι και ηµείς αλλαγησόµεθα... ∆εί γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν" (Α' Κορ. 15:53,54). Αυτά τα γνωρίζει κανείς όχι από στοχασµόν επάνω εις βιβλικά κείµενα, αλλά από την εµπειρίαν του δοξασµού, τουτέστι από "τήν ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού." Η εµπειρία του δοξασµού και όχι µόνον βιβλικά κείµενα είναι το θεµέλιον της πίστεως της Εκκλησίας εις την σωµατικήν ανάστασιν του βιολογικού µέρους της ανθρωπίνης προσωπικότητος. 5) Τα Ιερά Λείψανα Υπάρχουν δύο γενικά είδη αγίων λειψάνων, αυτά που ευωδιάζουν και αυτά που και σώζωνται ολόκληρα ή σχεδόν ολόκληρα. Φαίνεται ότι τα πρώτα ανήκουν εις τους αγίους που ευρίσκοντο εις την κατάστσιν φωτισµού όταν εξεδήµησαν και τα δεύτερα εις αγίους που ευρίσκονται εις κατάστασιν δοξασµού. Από µαρτυρίας πατέρων προκύπτει το γεγονός ότι η άκτιστος δηµιουργική, συνεκτική, προνοητική, καθαρτική, φωτιστική και θεωτική ενέργεια του Θεού είναι απλή, διαιρείται αδιαιρέτως και πανταχού παρούσα ενεργεί τα πάντα εν πάσι. Έτσι ο θεούµενος εν Αγίω Πεύµατι ευρισκόµενος βλέπει ως µέλος του Σώµατος του Χριστού τον Πατέρα εν τω ενσαρκωθέντι Λόγω έσωθεν. Αυτών τα σώµατα διατηρούνται τοιουτοτρόπως αφού η νοερά ενέργειά τους συνεχίζει να στροφαλίζεται κυκλικώς εντός της καρδίας τους εν κοινωνία µε την θεωτικήν ενέργειαν της Αγίας Τριάδος. Πιθανόν θα ηµπορούσαµεν να δούµεν τον στροφαλισµόν αυτόν µε µαγνητικό αξωνικό τοµογράφο. Φαίνεται ότι έχουν δίκαιον εκείνοι που πιστεύουν ότι αι µέλαναι οπαί ευρίσκονται όχι µόνον εις το κέντρον των Γαλαξίων δίνοντες εις αυτάς την κυκλικήν τους κίνησιν, αλλά και εις µικροσκοπικά µεγέθη παντού εις το σύµπαν και αναµεσά µας και µέσα µας. 6) Όχι "εκ του κόσµου," αλλ' "εν τω κόσµω" Η Φραγκο-Λατινική διάκρισις µεταξύ πρακτικής (αctive) και θεωρητικής (contemplative) ζωής δεν υπάρχει εντός του σώµατος του Χριστού. Το χάρισµα του Αγίου Πνεύµατος των αδιαλείπτων προσευχών και ψαλµών, µέσω των οποίων ο ιδιώτης (λαϊκός) εισέρχεται εις το βασίλειον ιεράτευµα, γενόµενος ναός του Αγίου Πνεύµατος και µέλος του σώµατος του Χριστού, καθιστά την εν λόγω διάκρισιν αδύνατον. Η κάθαρσις και ο φωτισµός της καρδίας και η θέωσις είναι η πραγµατικότης εντός της οποίας κινείται ο κάθε πιστός και η παράδοσις εντός της οποίας λειτουργεί αναποσπάστως η ειδική ιερωσύνη. Αντιθέτως προς την εν λόγω Λατινικήν διάκρισιν όλα τα µέλη του σώµατος του Χριστού ευρίσκονται εις την θεωρίαν του φωτισµού βαδίζοντες προς την θεωρίαν της θεώσεως. "...ουδείς εν πνεύµατι Θεού λαλών λέγει, ΑΝΑΘΕΜΑ ΙΗΣΟΥΣ, και ουδείς δύναται ειπείν, ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ, ει µη εν Πνεύµατι Αγίω" (Α' Κορ. 12:3). Αυτή είναι η βιβλική και πατερική πνευµατικότης και η δύναµις, εξ αιτίας της οποίας ήτο αδύνατον δι' ένα πιστόν-ναόν του Αγίου Πνεύµατος, παρ' όλα τα βασανιστήρια και µαρτύρια, να λυγίση και να απαρνηθή τον Χριστόν. Τυχόν απάρνησις απλώς απεδείκνυε, ότι δεν ήτο µέλος του σώµατος του Χριστού. Οι µάρτυρες και οι νεοµάρτυρες ήσαν η απόδειξις της δυνάµεως του φωτισµού και της θεώσεως, δηλαδή του µυστηρίου του σταυρού, κατά των δυνάµεων του σκότους ως και το κατ' εξοχήν κήρυγµα ελευθερίας. Η πρωταρχική αποστολή των ναών του Αγίου Πνεύµατος ήτο να εργάζωνται εις οποιοδήποτε επάγγελµα είχον ταχθεί και να επιδιώκουν να διαδώσουν την ιδικήν των θεραπείαν εις τους άλλους. Κατά κυριολεξίαν ειργάζοντο εντός της κοινωνίας των, µε µίαν ειδικότητα οµοίαν µε εκείνην των ψυχιάτρων. ∆ιέφερον, όµως, απ' αυτούς εις το ότι δεν επεδίωκον, ωσάν αυτούς, την διανοητικήν ισορροπίαν των νοσούντων, µε την προσαρµογήν των εις γενικώς αποδεκτούς κανόνας φυσιολογικής σκέψεως και συµπεριφοράς. Ο ιδικός των κανών υγείας και φυσιολογικής σκέψεως και συµπεριφοράς ήτο ο δοξασµός. Η θεραπευτική δύναµίς των δεν ήτο και δεν είναι "εκ του κόσµου τούτου." Αλλ' αύτοί, όµως, είναι "εν τω κόσµω," εργαζόµενοι δια την θεραπείαν της καρδίας των ανθρώπων καί, ως εκ τούτου, δια την µεταµόρφωσιν του κόσµου.

Σελίδα 9 από 19

7) Θεολογία και δόγµα Όλοι όσοι έφθασαν εις τον δοξασµόν µαρτυρούν το γεγονός, ότι "Θεόν φράσαι µεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον," αφού γνωρίζουν απ' αυτήν την εµπειρίαν των, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε οµοιότης µεταξύ κτιστού και ακτίστου. Τούτο σηµαίνει, ότι τα περί Θεού ρήµατα και νοήµατα, τα οποία δεν αντιτίθενται εις την εµπειρίαν της θεώσεως, αλλά και οδηγούν εις την κάθαρσιν και τον φωτισµόν της καρδίας και την θέωσιν, είναι Ορθόδοξα. Ρήµατα και νοήµατα, τα οποία αντιτίθενται εις τον δοξασµόν και αποµακρύνουν από την κάθαρσιν και τον φωτισµόν της καρδίας και την θέωσιν είναι αιρετικά. Αυτό είναι το κλειδί των αποφάσεων των Επτά Ρωµαϊκών Οικουµενικών Συνόδων, ως και της 8ης του 879 και της 9ης του 1341. Σχεδόν όλοι οι ιστορικοί των δογµάτων αγνοούν το κλειδί τούτο και πιστεύουν ότι οι πατέρες προσεπάθουν, ωσάν τον Αυγουστίνον, να κατανοήσουν στοχαστικώς και διαλεκτικώς το µυστήριον, το οποίον κρύβεται όπισθεν των περί Θεού ρηµάτων και νοηµάτων. Επιστρατεύουν µεταξύ των πατέρων ακόµη και τον Γρηγόριον τον Θεολόγον εις το στρατόπεδον της Φραγκο-Λατινικής θεολογίας, παρουσιάζοντές τον εν µεταφράσει να λέγει, ότι επιτρέπεται "τό φιλοσοφείν περί θεού" µόνον εις τους "ήδη γενοµένους ειδικούς εις τον διαλογισµόν" (past masters of meditation), αντί εις µόνους τους "διαβεβηκότας εν θεωρία," η οποία είναι η θέα του Χριστού "δι' εσόπτρου εν αινίγµατι" "γλώσση" και "πρόσωπον προς πρόσωπον" κατά τον "δοξασµόν." Οι Πατέρες σαφώς απορρίπτουν ως πλάνην την ιδέαν ότι η διατύπωσις των δογµάτων αποτελεί µέρος προσπαθείας κατανοήσεως των περί Αγίας Τριάδος και ενσαρκώσεως του Λόγου µυστηρίων της πίστεως. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γελειοποιεί τοιούτους αιρετικούς: "Ειπέ σύ την αγεννησίαν του πατρός, καγώ την γέννησιν του υιού φυσιολογήσω και την εκπόρευσιν του πνεύµατος και παραπληκτίσοµεν άµφω εις Θεού µυστήρια παρακύπτοντες" (Θεολ. Λόγος ∆',8). Ούτε εδέχθησαν ποτέ οι Πατέρες την θέσιν του Αυγουστίνου και των ακολουθούντων αυτόν Λατίνων, ότι η Εκκλησία κατανοεί καλύτερα και βαθύτερα την πίστιν και τα δόγµατα µε την πάροδον του χρόνου. Κάθε περίπτωσις δοξασµού µέσω των αιώνων είναι µετοχή "εις πάσαν την αλήθειαν" της Πεντηκοστής, η οποία ούτε αύξησιν, ούτε βαθυτέραν κατανόησιν επιδέχεται. Τούτο σηµαίνει επίσης, ότι η Ορθόδοξος δογµατική είναι καθ' ολοκληρίαν ποιµαντική, αφού δεν υφίσταται εκτός των πλαισίων της θεραπείας της καρδίας δια της καθάρσεως και του φωτισµού και εφόσον θεολόγος είναι κατ' εξοχήν ο θεούµενος, του οποίου η θέωσις είναι υπέρ πάντα λόγον και έννοιαν. Το να είναι κανείς θεολόγος σηµαίνει κατά πρώτον και κύριον λόγον, ότι είναι ειδικός εις τας µεθοδείας του διαβόλου. Ο φωτισµός και κυρίως ο δοξασµός µεταδίδουν το χάρισµα της διακρίσεως των πνευµάτων δια την κατατρόπωσιν του διαβόλου, ειδικώς όταν ούτος προσφεύγει εις την διδασκαλίαν της θεολογίας και πνευµατικότητος εις εκείνους που αρχίζουν να γλυστρούν µέσα από τα χέριά του. 8) Τα Μυστήρια Το σηµαντικώτερον αποτέλεσµα της εκφραγκο-λατινικεύσεως της Ορθοδόξου θεολογικής παιδείας τον 18ον και 19ον αιώνα, υπήρξεν η εξαφάνισις από τα δογµατικά εγχειρίδια, και ιδίως από τα κεφάλαια περί µυστηρίων, της υπάρξεως των µελών του σώµατος του Χριστού εντός των πλαισίων της καθάρσεως και του φωτισµού της καρδίας και της θεώσεως, παρ' ότι τα λειτουργικά κείµενα ακριβώς ταύτα προϋποθέτουν. Επηρεασµένα από Ρωσικά και Λατινικά εγχειρίδια ελησµόνησαν το γεγονός το µυστήριον της ιερωσύνης προϋποθέτει την θέωσιν, δηλαδή την προφητείαν, "µή αµέλει του εν σοί χαρίσµατος, ό εδόθη σοι δια προφητείας µετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου. (Α' Τιµ. 4:14)" 9) Προφήται και διανοούµενοι Η δηµιουργία είναι τελείως εξηρτηµένη από τον Θεόν, µολονότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε οµοιότης µεταξύ των. Τούτο σηµαίνει, ότι δεν υπήρξε και δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά µεταξύ πεπαιδευµένου και απαιδεύτου, όταν και οι δύο βαδίζουν την οδόν της θεραπείας του φωτισµού και της Σελίδα 10 από 19

τελειώσεως του δοξασµού, δια να γίνουν απόστολοι και προφήται. Υψηλοτέρα γνώσις περί της κτιστής πραγµατικότητος δεν παρέχει ουδέν ιδιαίτερον δικαίωµα επάνω εις την γνώσιν του ακτίστου. Ούτε η άγνοια δια την κτιστήν πραγµατικότητα αποτελεί µειονέκτηµα δια να φθάση κανείς εις την υψίστην υπέρ την γνώσιν γνώσιν του ακτίστου. 10) Προφήται και Φραγκο-Λατίνοι Πάπαι Από τα πέντε Ρωµαϊκά Πατριαρχεία Πρεσβυτέρας Ρώµης, Νέας Ρώµης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύµων οι Φράγκοι κατέλαβον, δια της στρατιωτικής βίας, εκείνο της Πρεσβυτέρας Ρώµης, αντικαθιστώντας τους Ρωµαίους Πάπας µε Τεύτονας κατά την διάρκειαν ενός αγώνος, ο οποίος ήρχισε το 983 και έληξε το 1046. Ούτως, επεξέτεινον τον έλεγχόν των επί της αποστολικής διαδοχής µέχρις αυτού του Παπικού Θρόνου ως µέρος των σχεδίων των δια παγκόσµιον κυριαρχίαν. Μετέβαλαν τους Ρωµαίους Πατέρας εις Γραικούς και Λατίνους και προσέθεσαν τους Φράγκους εις τους λεγοµένους ανυπάρκτους αυτούς Λατίνους Πατέρας και έτσι εχάλκευσαν τον µύθον ότι οι Φράγκοι και οι λατινόφωνοι Ρωµαίοι Πατέρες αποτελούν κάποια ενιαία Λατινική Χριστιανωσύνη. ∆ια το Ισλάµ ο Πάπας είναι ακόµη και σήµερον Λατίνος και Φράγκος και οι ιδικοί µας Πατριάρχαι Νέας Ρώµης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύµων είναι Ρωµαίοι. Η άγνοια του ποίοι και τί είναι οι προφήται και διατί κατέχουν την δευτέραν θέσιν µετά τους αποστόλους, εδηµιούργησε το κενόν, το οποίον επληρώθη µε το Φραγκο-Λατινικόν αλάθητον του Πάπα. 11) Προφήται και Πατέρες Ο Γρηγόριος Νύσσης πληροφορεί τους αναγνώστας του, ότι αιρέσεις εµφανίζονται εις εκείνας τας Εκκλησίας, όπου δεν υπάρχουν προφήται. Ο λόγος είναι, ότι οι ηγέται των προσπαθούν να κοινωνήσουν µε τον Θεόν µέσω του λογικού στοχασµού και της περί Θεού (αφηρηµένης) φαντασίας, αντί µέσω του φωτισµού και δοξασµού. Το να συγχέη κανείς τας περί Θεού σκέψεις του µε τον Θεόν είναι εξ επόψεως θρησκείας, ειδωλολατρεία και εξ επόψεως επιστηµονικής µεθόδου αγραµµατωσύνη. Περί αποστόλων και προφητών οµιλεί ο Παύλος όταν γράφη, "ο δε πνευµατικός ανακρίνει µεν πάντα, αυτός δε υπ' ουδενός ανακρίνεται." (1 Κορ. 3:15). ∆ιότι ούτοι έφθασαν εις την εν τω Χριστώ θεοπτίαν γενόµενοι αυτόπται µάρτυρες, ότι οι άρχοντες του αιώνος τούτου είχον σταυρώσει "τόν Κύριον της δόξης" (1 Κορ. 2:8). Αυτόν τον Κύριον της δόξης, Μεγάλης Βουλής Άγγελον, τον Ώντα, Θεόν Αβραάµ και Θεόν Ισαάκ και Θεόν Ιακώβ, τον Παντοκράτορα, την Σοφίαν του Θεού, την ακολουθούσαν Πέτραν (1 Κορ. 10:4), είδον οι προφήτες πάντες της Παλαιάς ∆ιαθήκης. Εκ των οποίων ο Βαπτιστής Ιωάννης εν θεοπτία γενόµενος, είδεν εν σαρκί τον Κύριον της δόξης. Ασφαλώς και οι εις Αυτόν τυπικώς πιστεύοντες Ιουδαίοι, "ει έγνωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν." Πάντως εις τους θεουµένους προσαρµόζει ο Παύλος το "ά οφθαλµός ουκ είδεν και ούς ήκουσεν και επί καρδίαν ουκ ανέβη, όσα ητοίµασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν. ηµίν απεκάλυψεν ο Θεός δια του πνευµατός αυτού" (1 Κορ. 2:9-10) ότι "τόν Κύριον της δόξης εσταύρωσαν" (1 Κορ. 8:8). Αυτοί οι αυτόπτες µάρτυρες θεούµενοι και οι φωτισθέντες µαθηταί των είναι οι µόνοι αυθεντίαι εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτοί διατυπώνουν τους όρους της πίστεως που οδηγούν εις την θεραπείαν του "έσω ανθρώπου" και χρησιµεύουν ως σήµατα κινδύνου να αποφύγουν οι πιστοί τους κοµπογιαννίτες που υπόσχονται πολλά και δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν εις την προετοιµασίαν δια την εµπειρίαν της εν Χριστώ δόξης του Θεού που πάντες θα ιδούν, είτε ως παράδεισον είτε ως κόλασιν. 12) Ο Κύριος της ∆όξης και αι Οικουµενικοί Σύνοδοι ∆ια τον Χριστόν και τους αποστόλους η Αγία Γραφή είναι η Παλαιά ∆ιαθήκη εις την οποίαν προσετέθη η Καινή ∆ιαθήκη. Τα ευαγγέλια του Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά συνετάγησαν ως οδηγούς εις την κάθαρσιν του έσω ανθρώπου, δηλαδή του πνεύµατός του (νοός) εν τη καρδία, και τα πρώτα στάδια του φωτισµού πρό του βαπτίσµατος δι' ύδατος. Εις αυτά ο Χριστός αποκαλύπεται ως ο ενσαρκωθείς Κύριος της δόξης εις το βάπτισµά του και την µεταµόρφωσίν του, όταν φανερούται ως η Σελίδα 11 από 19

κατά φύσιν πηγή της ακτίστου δόξης, βασιλείας και θεότητος του Πατρός. Το ευαγγέλιον του Ιωάννου συνετάγη δια τους ήδη βαπτισθέντας δι' ύδατος ως οδηγόν εις το βάπτισµα του Πνεύµατος, δηλαδή τον φωτισµόν και την προκοπήν της καρδίας (ιδίως Ιων. 13:31-17) ίνα δια της ανιδιοτελούς αγάπης φθάση εις τον δοξασµόν (Ιων. 17) δια του οποίου θεωρεί τον εν σαρκί Κύριον της δόξης να δοξάζεται εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν Αυτώ δια του µυστηρίου του σταυρού (Ιων. 13:31;18-21). ∆ια τον λόγον αυτόν αυτό του Ιωάννου καλείται το "πνευµατικόν ευαγγέλιον,".[ 7 ] Οι υπό των αποστόλων, προφητών και πατέρων µεµυηµένοι εις το σώµα του Χριστού ουδέποτε έµαθον περί ενσαρκώσεως, βαπτίσµατος, µεταµοφώσεως, σταυρώσεως, ταφής, αναλήψεως, γλωσσών ωσεί πυρός την Πεντηκοστήν όταν η Εκκλησία έγινε το Σώµα του Χριστού, µε απλή µελέτην της Αγίας Γραφής. Την εµελέτον ως µέρος αναπόσπαστον της µυήσεως εις την κάθαρσιν και τον φωτισµόν της καρδίας και την ετοιµασίαν δια τον δοξασµόν της υπό του Κυρίου της δόξης της Παλαιάς ∆ιαθήκης γεννηθέντος σαρκί εκ της Θεοτόκου. Εντός των πλαισίων του δοξασµού τούτου των αποστόλων και προφητών εταύτισε η αρχαία εκκλησία τον Χριστόν µε τον Μεγάλης Βουλής Άγγελον και την Σοφίαν του Θεού, δια του Οποίου έκτισε ο Θεός τον κόσµον, εδόξασε τους φίλους Του τους προφήτας και µέσω αυτών οδήγησε τον περιούσιον λαόν του εις την ενσάρκωσιν αυτού τούτου του Κυρίου της δόξης εκ της Θεοτόκου ίνα καταργήση το κράτος του Θανάτου επί των µελών της Εκκλησίας της Παλαιάς ∆ιαθήκης (Ματθ. 16:18). Παρ' ότι εδοξάσθησαν, ο "Αβραάµ απέθανεν και οι προφήται" (Ιων. 8:53). "...εάν τις τον εµόν λόγον τηρήση, θάνατον ου µη θεωρήση εις τον αιώνα" (Ιων. 8:53). ∆ια τούτο υπάρχει η πρώτη ανάστασις της ψυχής (Αποκ. 20:5) και η δευτέρα ανάστασις του σώµατος (Αποκ. 20:6), όπως επίσης υπάρχει πρώτος θάνατος της ψυχής (1 Τιµ. 5:6; Αποκ. 20:14) και ο δεύτερος Θάνατος του σώµατος (Αποκ. 20:14). Ακόµη και οι υπό Οικουµενικών Συνόδων δικασθέντες αιρετικοί Αρειανοί και Ευνοµιανοί εδέχοντο την ταύτισιν αυτήν του Χριστού µε τον Κύριον της δόξης και Μεγάλης Βουλής Άγγελον της Παλαιάς ∆ιαθήκης ως ουσιαστικόν µέρος της αποστολικής παραδόσεως. Αλλά λόγω κοινών φιλοσοφικών αρχών, τας οποίας εκληρονόµησαν αυτοί και οι Νεστωριανοί από τον Παύλον Σαµοσατέα, που περιέγραψα αλλού,[ 8 ] οι Αρειανοί ισχυρίζοντο ότι ο Άγγελος και Κύριος της δόξης είναι το πρώτον εκ του µη όντος δηµιούγηµα της βουλής του Θεού πρό του χρόνου και των αιώνων και ως εκ τούτου ουχί συναείδιος και οµοούσιος τω Θεώ. Μεταξύ άλλων εχρησιµοποίησαν οι Αρειανοί και Ευνοµιανοί τον ισχυρισµόν, ότι ο Άγγελος της δόξης εγένετο ορατός εις τους προφήτας δια να αποδείξουν, ότι είναι κτιστός. Οµοίαζε η διδασκαλία των µε αυτήν των Γνωστικών που εταύτιζον τον εν λόγω Άγγελον της Παλαιάς ∆ιαθήκης µε τον κατώτερον ορατόν θεόν, ή και τον σατανά, όστις δήθεν από άγνοιαν του καλού θεού έκτισε τον τάχα κακόν τούτον υλικόν κόσµον και παρεπλάνησε µέσω της σωµατικής οράσεως τους προφήτας των Εβραίων. Οι Αρειανοί και Ευνοµιανοί ή ηγνόουν ή απέρριπτον την αποκάλυψιν, ότι οι θεούµενοι ευρίσκοντο εν θεοπτία γενόµενοι κατά χάριν θεοί και µόνον µέσω του Θεού έβλεπον την εν τω Κυρίω της δόξης πρίν και µετά την ενσάρκωσίν Του άκτιστον βασιλείαν και θεότητα του Θεού. Επρόσβαλον το βασικόν δόγµα της παραδόσεως των προφητών, ότι ο Θεός αποκαλύπτει εαυτόν τοις φίλοις Του µόνον µέσω του ακτίστου Μεγάλης Βουλής Αγγέλου και της ανθρωπίνης φύσεως Του αφού εγένετο σάρξ. Η χάρις και βασιλεία του φωτισµού και της δόξης, ήν κοινωνεί ο Λόγος του Θεού µέσω της ανθρωπίνης φύσεώς Του εις τα µέλη του σωµατός Του είναι άκτιστος. Η διδασκαλία των Φραγκο-Λατίνων, ότι η χάρις ήν κοινωνεί η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού είναι κτιστή ουδεµίαν θέσιν έχει εις την παράδοσιν των Οικουµενικών Συνόδων. Ο λόγος διατί αι θεοφάνειαι του Λόγου εις την Παλαιάν ∆ιαθήκην απουσιάζουν από τα δοκίµια της ιστορίας των δογµάτων και της δογµατικής των Λατίνων και Προτεσταντών, ως και από αυτά των Ορθοδόξων από την εποχήν του Πέτρου του Μεγάλου και του Νεο-Ελληνισµού, είναι το γεγονός ότι ο Αυγουστίνος απέριψε την αποστολικήν και πατερικήν αυτήν παράδοσιν. Η παρερµηνεία του Αυγουστίνου περί των Θεοφανειών αποτέλεσε την µόνην παράδοσιν των Φράγκων, διότι ουσιαστικώς µόνον αυτόν εγώριζον κάπως καλώς µέχρι τον 11ον αιώνα. Τα σπάνια δοκίµια που αναφέρουν την αρχαίαν αυτήν παράδοσιν ισχυρίζονται ότι εγκατελήφθη ως θέσις που ηυνόει τους Αρειανούς. Αντιθέτως όµως η παράδοσις αυτή συνεχίζει να αποτελή την ουσίαν της Ορθοδόξου παραδόσεως, ήτις διαποτίζει την µυστηριακήν, τελετουργικήν και εικονογραφικήν ζωήν της Εκκλησίας. Μάλιστα αποτελεί το απαραίτητον πλαίσιον εντός του οποίου οι Πατέρες χρησιµοποιούν τους όρους τρείς υποστάσεις, µία ουσία και το οµοούσιον του Λόγου τω Πατρί και Αγίω Πνεύµατι. Αποτελούν όµως ανοησίαν, όχι µόνον εντός των πλαισίων της Αυγουστινίου θεολογίας των Φραγκολατίνων, αλλά και της Σελίδα 12 από 19

Φραγκολατινοποιηµένης θεολογίας "ορθοδόξων" οίτινες κατά παράδοσιν πλέον δανείζονται από δοκίµια ετεροδόξων όταν γράφουν περί θεµάτων δογµατικής, ιστορίας δογµάτων και αγίας γραφής. Ο Αυγουστίνος επίστευσε[ 9 ] ότι µόνον οι Αρειανοί εταύτιζον τον Λόγον µε τον Άγγελον της δόξης δια να αποδείξουν ότι είναι κτιστός, αφού είναι δήθεν ορατός εις τα όµµατα των προφητών. Παρ' ότι ισχυρίζεται ότι ο Μεδιολάνων Αµβρόσιος ήλλαξε την προτέραν Μανιχαϊκήν θέσιν του επί της Παλαιάς ∆ιαθήκης, αγνοεί πλήρως τα κατά των Αρειανών επιχειρήµατα µε τα οποία ο βαπτίσας αυτόν αποδεικνύει το άκτιστον του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου, Λόγου, της Σοφίας του Θεού και το οµοούιον Αυτού τω Πατρί. Επειδή ο Αυγουστίνος είχε κάµνει σύγχυσιν του φωτισµού και της θεώσεως µε τον ΝεοΠλατωνικόν φωτισµόν και έκστασιν, συνεφώνει µε τους εν λόγω φιλοσόφους και αιρετικούς ότι δεν µετέχει το σώµα εις την θεωρίαν Θεού. Εταύτισε τον δοξασµόν ή την θέωσιν µε την ικανοποίησιν της δίψας δια ευδαιµονίαν και µε την µετά Θάνατον Ζωήν. ∆ια τούτο ούτε εις την Παλαιάν και ούτε εις την Καινήν ∆ιαθήκην κατενόησε τον εν τω Κυρίω της δόξης δοξασµόν. ∆ηλαδή δεν διέφερε ουσιαστικώς από τους Αρειανούς. Επέλυσε το πρόβληµα που έθεσαν οι Αρειανοί περί των Θεοφανειών πρό και µετά την ενσάρκωσιν µε την πρωτότυπον θεωρίαν ότι οι προφήται έβλεπον και ήκουον τον Θεόν µέσω γινοµένων εκ του µηδενός και απογινοµένων εις το µηδέν κτισµάτων κατά βούλησιν του Θεού, ως π.χ. η καιοµένη και άφλεκτος βάτος, η στύλη πυρός και νεφέλη, η δόξα και νεφέλη, και ακόµη ο Άγγελος της δόξης. Ο Θεός γίνεται µονίµως ορατός µέσω της ενσαρκώσεως του Λόγου του δια του οποίου µεταβιβάζει τα ρητά και νοήµατά Του. Αλλά συνεχίζει να χρησιµοποιεί τα γενόµενα εκ του µηδενός µηνύµατα και οράµατα τα εις το µηδέν απογινόµενα, όπως αι γλώσσαι πυρός της Πεντηκοστής, της νεφέλης της αναλήψεως, της βασιλείας, δόξης, νεφέλης, φωτός και εξ ουρανού φωνής της Μεταµορφώσεως, της εξ ουρανού φωνής και περιστεράς της βαπτίσεως του Χριστού, και το πύρ της κολάσεως, κ.τ.λ. Είναι η καταδικασθείσα το 1341 διδασκαλία του Βαρλαάµ. Οι πατέρες της Συνόδου δεν υποψιάσθησαν ούτε την πηγήν της εν λόγω αιρέσεως και ούτε το γεγονός ότι ήτο η µόνη παράδοσις των Φραγκο-Λατίνων. Το αποτέλεσµα των ανωτέρων ήτο ότι τα λεκτικά σύµβολα, δια οποίων η Παλαιά και Καινή ∆ιαθήκη εξέφραζε τας εµπειρίας του φωτισµού και της θεώσεως υποβιβάσθησαν εις γενόµενα και απογινόµενα κτίσµατα και απίστευτα θαύµατα. Περίεργον αποτέλεσµα των εν λόγω παρερµηνειών είναι ότι όχι µόνον το όνοµα "βασίλειον" κυριαρχεί εις τας µεταφράσεις της Καινής ∆ιαθήκης παρ' ότι ούτε µία φορά απαντάται εις το ελληνικόν πρωτότυπον. Αλλά περιέργως επικράτησε εις τα Βιβλικά και λειτουργικά κείµενα των Ορθοδόξων µεταναστών εις την Ευρώπην, Αµερικήν, Αυστραλίαν και Ασίαν. Η βασιλεία του Θεού είναι η άκτιστος ενέργεια και δόξα δια της οποίας ο Θεός βασιλεύει τον κόσµον και εις οποίαν µετέχουν τα καθαιρόµενα, φωτιζόµενα και δοξαζόµενα µέλη της Εκκλησίας. 13) "...τό πνεύµα µη σβέννυται" (Α' Θεσσ. 5:19) Η προσευχή του Αγίου Πνεύµατος εν τη καρδία "στεναγµοίς αλαλήτοις" (Ρωµ. 8:26) δεν είναι καθ' εαυτήν µέθεξις εις το σώµα του Χριστού. Πρέπει να ανταποκριθή κανείς εις αυτήν την προσευχήν του Αγίου Πνεύµατος µε την ιδικήν του αδιάλειπτον προσευχήν του πνεύµατός του εν τη καρδία. Έτσι, "Αυτό το Πνεύµα συµµαρτυρεί τω πνεύµατι ηµών ότι εσµέν τέκνα Θεού. Ει δε τέκνα, και κληρονόµοι, κληρονόµοι µεν Θεού, συγκληρονόµοι δε Χριστού, είπερ συµπάσχοµεν, ίνα και συνδοξασθώµεν" (Ρωµ. 8:16-17.) Μολονότι αυτή η ανταπόκρισις είναι ιδική µας, είναι και χάρισµα Θεού. Αυτό ακριβώς προϋποθέτει ο Απ. Παύλος, όταν παραγγέλη: "αδιαλείπτως προσεύχεσθε...τό Πνεύµα µη σβέννυτε, προφητείας µη εξουθενείτε" (Α' Θεσσ. 5.17-19). Ο Παύλος εδώ µας λέγει να φροντίσωµεν να µείνωµεν ναοί του Αγίου Πνεύµατος, διατηρώντες την αδιάλειπτον προσευχήν του πνεύµατός µας εν τη καρδία, δια να φθάσωµεν να γίνωµεν προφήται δια της θεώσεως. Το βάπτισµα του ύδατος "εις άφεσιν αµαρτιών" είναι µυστήριον ανεξάλειπτον, διότι η συγχώρησις από τον Θεόν δια την αρρώστειάν µας είναι το δεδοµένον δια την έναρξιν της θεραπείας. Όµως το βάπτισµα του Πνεύµατος δεν είναι ανεξάλειπτον. ∆ια τούτο υπάρχει η ειδική τελετή µετανοίας και αναµυρώσεως των µετανοούντων δια προτέραν απάρνησιν της πίστεώς των. Το δε µυστήριον της εξοµολογήσεως έχει προφανώς την ρίζαν του εις την καθοδήγησιν των ιδιωτών να φθάσουν από την κάθαρσιν της καρδίας εις τον φωτισµόν αυτής. Είτε ανταποκρίνεται κανείς είτε όχι, το Άγιον Πνεύµα "εντυγχάνει" εν τη καρδία κάθε ανθρώπου. Με άλλα λόγια η αγάπη του Θεού καλεί εξ ίσου τον καθένα, αλλά όλοι δεν ανταποκρίνονται. Σελίδα 13 από 19

Οι µη ανταποκρινόµενοι θα έπρεπε να µη φαντάζωνται τον εαυτόν των ναούς του Αγίου Πνεύµατος και µέλη του σώµατος του Χριστού και να γίνωνται, ως εκ τούτου, εµπόδιον των άλλων εις αυτήν την ανταπόκρισιν. Οι εις κατάστασιν φωτισµού συµπροσεύχονται εις τας λειτουργίας των ως ναοί του Αγίου Πνεύµατος και µέλη του σώµατος του Χριστού δια τα µη µέλη, ώστε να γίνουν µέλη ή να ξαναγίνουν µέλη, εφ' όσον τούτο δεν τους το εγγυήθη το βάπτισµα του ύδατος εις άφεσιν αµαρτιών. ∆ια τούτο ο Χρυσόστοµος προειδοποιεί, "Μη τοίνυν θαρρώµεν, ότι γεγόναµεν άπαξ του σώµατος."[ 10 ] 14) Το χάρισµα της διερµηνείας Εις κάποιον σηµείον της ιστορίας της µεταποστολικής Εκκλησίας το χάρισµα της συγχρόνου µεταφοράς των προσευχών και ψαλµών από την καρδίαν εις την διάνοιαν δια την µεγαλόφωνον απαγγελίαν αυτών προς όφελος των ιδιωτών αντικατεστάθη µε γραπτά αναγιγνωσκόµενα κείµενα µε καθορισµένα σηµεία εις τα οποία οι ιδιώται (λαϊκοί) απαντούσαν µε το "αµήν," "Κύριε ελέησον," κ.τ.λ. Επίσης η προσευχή της καρδίας συντοµεύθη εις µικράν φράσιν (π.χ. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν µε τον αµαρτωλόν) ή εις ρητόν Ψαλµού (παράδοσις της Αιγύπτου την οποίαν µετέφερε εις την ∆ύσιν ο Άγιος Ιωάννης ο Κασσιανός). Κατά τα άλλα τα χαρίσµατα της 1 Κορ. 12:28 παρέµειναν τα ίδια. Ο Ρωµαίος ιστορικός των Φράγκων Γρηγόριος Επίσκοπος Τουρώνης περιγράφει τα φαινόµενα και του φωτισµού και του δοξασµού. Αλλά µη γνωρίζων τί είναι, τα περιγράφει ωσάν θαύµατα και µε τρόπον συγκεχυµένον.[ 11 ] Οι Φράγκοι συνέχισαν την σύγχυσιν ταύτην και τελικά εταύτισαν τον φωτισµόν και τον δοξασµόν µε τον Νεο-Πλατωνικόν µυστικισµόν του Αυγουστίνου, τον οποίον ορθώς απέριψαν ορισµένοι ∆ιαµαρτυρόµενοι, αφού δια τους Πατέρας αποτελεί φαινόµενον δαιµονικόν. 15) ∆οκιµαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν "Ώστε ός αν εσθίη τον άρτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώµατος και του αίµατος του Κυρίου. δοκιµαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω, ο γαρ εσθίων και πίνων κρίµα εαυτώ εσθίει και πίνει µη διακρίνων το σώµα. δια τούτο εν υµίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιµώνται ικανοί" (1 Κορ. 11:28-30). Με άλλα λόγια πρέπει κανείς να δοκιµάση τον εαυτόν του αν είναι στην κατάστασιν φωτισµού, και εποµένως µέλος του σώµατος του Χριστού και ναός του Αγίου Πνεύµατος, µε τουλάχιστον τα "γένη γλωσσών," δηλαδή την νοεράν προσευχήν. Άλλως εσθίει τον άρτον και πίνει το ποτήριον του Κυρίου αναξίως (Κορ. 11:27). Εν τοιαύτη περιπτώσει ευρίσκεται µεταξύ ή των "ασθενών" ή των "αρρώστων" ή των πνευµατικώς "κοιµωµένων (νεκρών)" (1 Κορ. 11:30), δηλαδή µη µετέχων εις την πρώτην ανάστασιν του έσω ανθρώπου. Ο τοιούτος µετέχει εις την Θείαν Ευχαριστίαν ουχί αξίως, αλλά εις κατάκριµα. ∆εν πρέπει κανείς να χρησιµοποιεί το δείπνον της αγάπης (πού τότε συνόδευε κάθε ευχαριστιακήν σύναξιν) ως ευκαιρίαν να τρώη και να πίνη. Τούτο κάµνει κανείς στο σπίτι του (1 Κορ. 11:21-22,34). "ει δε εαυτούς διεκρίνοµεν (δηλαδή δια της νοεράς προσευχής), ουκ εκρινόµεθα, κρινόµενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόµεθα, ίνα µη σύν τω κόσµω κατακριθώµεν" (1 Κορ. 11:31-32). Εις τον φωτισµόν και εις τον δοξασµόν κρινόµενοι οι φωτισθέντες και οι θεωθέντες εκπαιδεύονται εντός του πνεύµατός των από τον ίδιον τον Χριστόν. Την θεραπείαν αυτήν περιγράφει εν συνεχεία ο Απόστολος Παύλος στην 1 Κορ. 1215:11[ 12 ] όπως είδαµεν. 16) Η διατύπωσις των δογµάτων Ο µόνος σκοπός της διατυπώσεως των δογµάτων από Οικουµενικάς και Τοπικάς Συνόδους ήτο και είναι η διαφύλαξις των πιστών εντός της θεραπευτικής αυτής αγωγής της καθάρσεως και του φωτισµού της καρδίας και του δοξασµού/θεώσεως και από κοµπογιαννίτες µη ορθοδόξους και τυπικά ορθοδόξους ιατρούς. Τούτο επειδή "πάντες γαρ ήµαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού..." (Ρωµ. 3:23). Αι διατυπώσεις των δογµάτων ουδεµίαν σχέσιν έχουν µε θεολογικόν ή φιλοσοφικόν στοχασµόν επάνω στα µυστήρια της Αγίας Τριάδος, της ενσαρκώσεως του Λόγου και της θεώσεως. Η αρρώστεια του ανθρώπου συνίσταται εις τον σκοτασµόν του πνευµατός εις την καρδίαν που αρχίζει να θεραπεύεται Σελίδα 14 από 19

µε την αδιάλειπτον προσευχήν, και όχι µε στοχασµούς θεολογικο-φιλοσοφικούς. Τούτο διότι ουδεµία οµοιότης υπάρχει µεταξύ του ακτίστου Θεού και των κτισµάτων Του και "Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον." ∆ια τούτο οι περί Θεού και ενσαρκώσεως στοχασµοί του Αυγουστίνου και των Φραγκο-Λατίνων και διαρµαρτυροµένων οπαδών του και όπως και οι στοχασµοί ορισµένων τυπικά ορθοδόξων "θεολόγων", γενόµενοι βάσει της analogia entis και της analogia fidei, είναι παντελώς ξένοι προς την Βιβιλικήν και Πατερικήν παράδοσιν. Σήµερον θεωρούνται µάλιστα ως γνώρισµα νοητικώς καθυστερουµένων τινων θρησκολήπτων. Ο µόνος σκοπός των ορθοδόξων δογµάτων είναι η διαφύλαξις της οδού της εν Χριστώ θεραπείας µέσω της καθάρσεως και του φωτισµού της καρδίας και της θεώσεως των πιστών.

III. Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟ∆ΩΝ Το συνοδικόν σύστηµα προήλθεν 1) εκ της οµάδος των προφητών εις κάθε Εκκλησίαν, και 2) εκ των αποστόλων ως των εποπτών των υπ' αυτών ιδρυοµένων Εκκλησιών. Οι επίσκοποι και πρεσβύτεροι των αποστολικών εκκλησιών προήρχοντο από τους προφήτας και διδασκάλους. Η γενική υπό των αποστόλων επίβλεψις επί τοπικών οµάδων εκκλησιών συνεχίσθη, µετά τον θάνατόν των, από την συλλογικήν επίβλεψιν αυτών υπό των εκπροσωπούντων τους ενοριακούς των φωτισµένους και θεουµένους επισκόπων συγκροτηµένων εις συνόδους. Ακριβώς υπό την ιδιότητα αυτήν οι συνοδικοί επίσκοποι είναι κατά κυριολεξίαν, οι διάδοχοι των αποστόλων. Εις κάποιον σηµείον, εκκλησίαι, όπως εκείνη της Λαοδικείας (Αποκ. 3:14-22), ηυξήθησαν εις τοιούτον βαθµόν, ώστε έγιναν δεκταί ως ηµιφυσιολογικαί, όσον έµειναν υπό εποπτίαν. Φαίνεται ότι εξ αιτίας µιάς τοιαύτης συγκυρίας, αρχίζουν να εµφανίζωνται Εκκλησίαι, όπου προΐστανται πρεσβύτεροι αντί επισκόπων, διότι δεν υπήρχον αρκετοί θεούµενοι, δια τον βαθµόν του επισκόπου. Ότι οι επίσκοποι πρέπει να εκλέγωνται εκ των θεουµένων, έµεινε βασική προϋπόθεσις της Ορθοδόξου Παραδόσεως, ιδιαιτέρως υποστηριζοµένη υπό του Αγίου ∆ιονυσίου του Αρειοπαγίτου, µέχρι τον 19ον αιώνα. Με την πάροδον του χρόνου οι θεούµενοι αποσυνδέθησαν από τον ενοριακόν κλήρον και ήρχισαν να εµφανίζωνται εις το επίκεντρον των αναχωρητών και µοναχών, οι οποίοι γίνονται εν συνεχεία τα φυτώρια δια την προετοιµασίαν υποψηφίων Ιεραρχών και κυρίως προέδρων συνόδων. Η κυρία ευθύνη των επισκοπικών συνόδων ήτο η προαγωγή της θεραπείας της καθάρσεως και του φωτισµού της καρδίας και της θεώσεως καθώς και η πλήρης υποστήριξις όλων των προγραµµάτων εφαρµογής των αποτελεσµάτων της εν λόγω θεραπείας δια την εξύψωσιν του συνόλου της κοινωνίας. Πάντα ταύτα προϋπέθετον την χειροτονίαν γνησίων ιατρών και την απόρριψιν των κοµπογιαννιτών, των οποίων οι αφηρηµένοι στοχασµοί ή απεµάκρυνον απ' αυτήν την θεραπείαν και τελείωσιν ή έφθανον µέχρι πρό της θεραπείας και εβούλιαζον εν συνεχεία εις το τέλµα της ηθικολογίας. Ακριβώς λόγω της ταυτότητος θεραπείας και τελειώσεως εις όλους τους φωτισµένους και θεουµένους, δεν κατενόησαν ποτέ οι Ορθόδοξοι την δογµατικήν αυθεντίαν ως επιβαλλοµένην άνωθεν, αλλ' ως υπάρχουσαν εις τους φωτισµένους και θεουµένους έσωθεν. Επειδή δε η κοινή αυτή εµπειρία καταξιώνει την πραγµατικότητα, ότι "Θεόν φράσαι µεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον," δεν ήτο δυνατόν οι δοξασµένοι να διαφωνήσουν µεταξύ των εις την χρήσιν διαφορετικών όρων, αρκεί να οδηγούν εις τον φωτισµόν και δοξασµόν. Το σχίσµα µεταξύ των Ορθοδόξων και των Ανατολικών Ορθοδόξων είναι ένα παράδειγµα αποδοχής διαφορετικών τρόπων διατυπώσεως από την µίαν πλευράν και ενός µόνον τρόπου διατυπώσεως από την άλλην. 1) Σύνοδοι και Ορθόδοξος πολιτισµός Η δύναµις του φωτισµού και της θεώσεως όχι µόνον υπέµεινε και εβάστασε τους διωγµούς, αλλά και κατέκτησε την Ρωµαϊκήν Αυτοκρατορίαν και έγινε η καρδία του Ελληνικού της Πολιτισµού. Μη οικείοι µε την πραγµατικότητα αυτήν ιστορικοί, δεν έχουν κανένα τρόπον, να κατανοήσουν την έκτασιν της µεταµορφώσεως που υπέστη το Ρωµαϊκόν κράτος από την θεραπείαν του φωτισµού και της θεώσεως. Το κριτήριον µε το οποίον η Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία έκαµε την Ορθόδοξον πίστιν και πράξιν και το Σελίδα 15 από 19

συνοδικόν της σύστηµα µέρος της νοµοθεσίας και της διοικήσεώς της δεν διέφερε πολύ από την σηµερινήν νοµικήν υποστήριξιν της γνησίας ιατρικής και της προστασίας των πολιτών από κοµπογιαννίτας. Θρησκείαι και δόγµατα, που αποµακρύνουν από τον φωτισµόν και την θέωσιν , δεν εθεωρούντο µόνον επικίνδυνα δια την σωτηρίαν, αλλά και ως µη συντελεστικά εις την παραγωγήν πολιτών, που θα ηδύναντο να συντελέσουν εις την θεραπείαν και µεταµόρφωσιν της κοινωνίας. Η συµβολή των φωτισµένων και δοξασµένων εις τον Ελληνικόν Πολιτισµόν, τόσον εις το Ανατολικόν όσον και εις το ∆υτικόν τµήµα της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, ήτο πολύ µεγαλυτέρα, από όσον δύνανται οι µη γνώσται της Ορθοδοξίας ιστορικοί να φαντασθούν, έστω και αν πολλαί εκ των αυτοκρατορικών προσδοκιών απεδείχθησαν ουτοπικαί. Ο ισχυρισµός, ότι η Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία και ο Ελληνικός της Πολιτισµός αντικατεστάθησαν από κάποιαν "Βυζαντινήν" αυτοκρατορίαν και κάποιον "Βυζαντινόν" πολιτισµόν, είναι καθαρά καρικατούρα. Ο φωτισµός και ο δοξασµός είχον γίνει η καρδία και ο πυρήν τόσον του Ανατολικού όσον και του ∆υτικού µέρους της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτή η παράδοσις της θεραπείας και της τελειώσεως δεν ενδιέφερε τους Τεύτονας κατακτητάς των ∆υτικών Ρωµαίων. Αλλ' οι Ανατολικοί Ρωµαίοι διετήρησαν και συνέχισαν την παράδοσιν αυτήν, η οποία δεν είναι "Βυζαντινή" αλλά Αποστολική. 2) Φραγκο-Λατινικός πολιτισµός Οι Μεροβίγγιοι ρήγες των Φράγκων εσφετερίσθησαν πρώτον το δικαίωµα αρνησικυρίας εις τας εκλογάς των επισκόπων. Κατόπιν εσφετερίσθησαν το δικαίωµα διορισµού των επισκόπων. Εν συνεχεία ανεκάλυψαν την οικονοµικήν ωφέλειαν εκ της πωλήσεως των θέσεων των επισκόπων δια της πλειοδοσίας. Εις αυτό το σηµείον οι Ρωµαίοι επίσκοποι της Φραγκίας έχασαν την επαφήν των µε τον φωτισµόν και τον δοξασµόν, που επεβίωσαν ανάµεσα εις τον µοναχισµόν, κλήρον και λαόν, όπως φαίνεται σαφώς εις τους βίους των αγίων. Εν συνεχεία ηυξήθη ο αριθµός των Φράγκων επισκόπων µέχρις ότου οι Καρολίγγειοι Φράγκοι εξεδίωξαν τους εναποµείναντας Ρωµαίους επισκόπους και επέβαλον τους εαυτούς των ως επισκόπους εις την Εκκλησίαν, µε ιδιαιτέραν φροντίδα αστυνοµεύσεως των Ρωµαίων, που είχον µεταβληθεί εις τα διάφορα είδη της δουλοπαροικίας. Ούτως αι ΦραγκοΛατινικαί βασιλείαι και ευγένειαι έκαµον την αποστολικήν διαδοχήν ιδιοκτησίαν της φυλής των. Η απείθεια των δούλων και δουλοπαροίκων εις αυτήν την αποστολικήν διαδοχήν διορθώνετο από τον επισκοπικόν στρατόν. Ούτε µία εκ των δογµατικών πρωτοβουλιών των Φράγκων κατά τον 8ον και 9ον αιώνα υπήρξε το αποτέλεσµα αναζητήσεως πληροφοριών και επεξηγήσεων από τους Ρωµαίους, των οποίων τας δογµατικάς διατυπώσεις διέστρεφον. Οι Φράγκοι δεν ήσαν εις θέσιν να κάµουν διάλογον, απλώς διότι ήσαν αµαθείς βάρβαροι, µε µίαν απίστευτον αυτοπεποίθησιν, ότι είναι η εκλεκτή φυλή του Θεού και ότι ο Αυγουστίνος είναι ο καλύτερος οδηγός εις όλα τα ουσιώδη ζητήµατα της πίστεως. ∆υστυχώς ο επίσκοπος Ιππώνος δεν είχε κατανοήσει τον βιβλικόν φωτισµόν και δοξασµόν. Μερικούς αιώνας αργότερον ήρχισαν οι Φράγκοι να πληροφορούνται δια τους Πατέρας και τας Ρωµαϊκάς Οικουµενικάς Συνόδους. Αλλ' απλώς υπέταξαν και αυτάς εις την ιδικήν των παράδοσιν και ανέδειξαν τον Αυγουστίνον εις το κατ' εξοχήν κλειδί της ερµηνείας των. Έτσι, οι Φράγκοι ουδέποτε είδον, και οι Λατίνοι ακόµη δεν βλέπουν, την κάθαρσιν και τον φωτισµόν της καρδίας και τον δοξασµόν ούτε εις την Π. ούτε εις την Κ. ∆ιαθήκην, ούτε εις τους Πατέρας. Ουδέποτε είδον, και ούτε ακόµη βλέπουν, την ανάγκην θεραπείας της αναζητούσης την ευδαιµονίαν νόσου και της µεταµορφώσεως της ιδιοτελούς αγάπης εις αγάπην, ήτις "ου ζητεί τα εαυτής." Συνεχίζουν να πιστεύουν, ότι η θέα του θεού είναι ο παράδεισος και η ευδαιµονία, και ότι η έλλειψις της θέας του Θεού είναι η κόλασις. ∆ηλαδή απορρίπτουν το θεµέλιον της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, ότι όλοι οι άνθρωποι θα είδουν την δόξαν του Θεού εν Χριστώ, αλλ' όλοι δεν θα µετάσχουν. 3) ∆υτικός πολιτισµός Τµήµατα της Μεταρρυθµίσεως ήλθον εις σαφεστέραν ρήξιν µε τον Φραγκο-Λατινικόν Χριστιανισµόν από άλλα τµήµατα και επανήλθον, µέχρις ορισµένου σηµείου, εις την δικαίωσιν δια της Σελίδα 16 από 19

πίστεως εκείνης, ήτις είναι χάρισµα του Αγίου Πνεύµατος εν τη καρδία. Η πρόσφατος συµφωνία µεταξύ Λουθηρανών και Ορθοδόξων περί του Κανόνος της Αγίας Γραφής και της Θεοπνευστίας συµπεριλαµβάνει την από κοινού αποδοχήν της αληθείας, ότι η δικαίωσις (φωτισµός) ολοκληρώνεται εις αυτήν την ζωήν µε τον δοξασµόν. Τούτο θα πρέπει να αποδειχθή ουσιαστικόν βήµα προς την ορθήν κατεύθυνσιν, όχι µόνον δια την ένωσιν των Εκκλησιών, αλλά, επίσης, δια την εξύψωσιν του εν εξελίξει ακόµη ευρισκοµένου ∆υτικού Πολιτισµού.

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο Φραγκο-Λατινικός και ο ∆υτικός Πολιτισµός και το Ισλάµ είναι κυριαρχηµένα από την νόσον της θρησκείας και της αναζητούσης την ευδαιµονίαν ιδιοτελείας. Αυτή ακριβώς η αρρώστια ευρίσκεται εις το θεµέλιον όλων των προσωπικών και κοινωνικών νοσηµάτων. Παραµένουσα πάντα ανεξέλεγκτος, οδηγεί αυτοµάτως εις συγκρούσεις συµφερόντων εις όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και εις την ιδιοτελή εκµετάλλευσιν των ανθρώπων και του περιβάλλοντος υπό των συνανθρώπων των. Η σύγχρονος τεχνολογία και επιστήµη υπετάγησαν εις την εξυπηρέτησιν της αρρωστείας αυτής, ως εκφράζεται εις την καταναλωτικήν οικονοµίαν, η οποία διαβρώνει τας κοινωνικάς δοµάς και ωθεί εις την εκµετάλλευσιν των φυσικών πόρων πέραν των υποφερτών ορίων. Η ανθρωπότης κατώρθωσε να επιβιώση των αναριθµήτων καταστροφών του περελθόντος, αι οποίαι προεκλήθησαν από αυτήν την νόσον. Όµως η γενεά µας έχει την "τιµήν" να ζή εις εκείνην την φάσιν της ανθρωπίνης ιστορίας, η οποία, δια πρώτην φοράν, µαρτυρεί περί της "ικανότητος" της ανθρωπότητος να αυτο-καταστραφή πλήρως, είτε από πυρηνικόν συµβάν ή από µόλυνσιν και διατάραξιν της οικολογικής ισορροπίας. Ίσως η µεγαλυτέρα απειλή δια την ασφάλειαν του πλανήτη µας προέρχεται από αποκαλυπτικούς ονειροπώλους θρησκευοµένους. Η ωµή ιδιοτέλεια δια την επιβίωσιν του κόσµου και δια την ευηµερίαν της κοινωνίας δύναται τελικώς να εξαναγκάση τους υπευθύνους να εύρουν µίαν λύσιν εις το φάσµα αυτό της πυρηνικής και της οικολογικής καταστροφής. Η µόνη λύσις φαίνεται να είναι η συλλογική αυτο-επιβολή µιάς ασκητικής εγκρατείας. Το ότι, 1) ο πόθος δια την ευδαιµονίαν είναι "η" αρρώστια της ανθρωπότητος, την οποίαν προωθούν σχεδόν όλες οι θρησκείες, και το ότι, 2) η θεραπεία της "είναι" η κάθαρσις και ο φωτισµός της καρδίας και ο δοξασµός, είναι δύο αλήθειαι της αποκαλύψεως που θά' καµε καλά ο κόσµος να µη αγνοεί. Αυταί αι αλήθειαι τυγχάνουν να είναι τα κλειδιά της µετ' αλλήλων ενώσεως εν τη ακτίστω δόξη της Αγίας Τριάδος δια την οποίαν προσεύχεται ο Χριστός (Ιω. 17) δια να πιστεύση ο κόσµος.

V. ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ Η περί ανθρώπου αντίληψις του Ελληνικού Πολιτισµού δεν είχε τον τρόπον εκφράσεως δια την κυκλικήν κίνησιν του πνεύµατος προσευχόµενον εν τη καρδία της Παλαιάς και της Καινής ∆ιαθήκης. ∆ια τούτο οι Πατέρες επήραν τους όρους "νούς," "λόγος" και "διάνοια" και εταύτισαν τον "νούν" µε το "πνεύµα" προσευχόµενον εν τη καρδία. Έτσι έχοµεν την διάκρισιν µεταξύ α) "τής λογικής λατρείας" την οποίαν τελεί "τό βασίλειον ιεράτευµα," εις την οποίαν µετέχουν οι ιδιώτες (λαϊκοί) µε το "αµήν" τους, και β) "τής νοεράς λατρείας" εν τη καρδία των φωτισµένων και γ) "τού δοξασµού (θεώσεως)" όπου τα νήπια του φωτισµού γίνονται άνδρες και επιστρέφουν εις την κατάστασιν του φωτισµού προφήτες. Μέσα εις τα πλαίσια αυτά ο Άγιος Ιωάννης ∆αµασκηνός παραπονούµενος γράφει (εις το έργον περί µετανοίας και εξοµολογήσεως) ότι υπάρχουν επίσκοποι στην εποχήν του που εις την εποχήν των αποστόλων θα έλεγαν µόνον "αµήν" εις την Εκκλησίαν. Σηµειωτέον ότι καθ' όλην την διάρκειαν του φωτισµού της καρδίας, δηλαδή της νοεράς ευχής, ο εγκέφαλος συνεχίζει να επικοινωνεί φυσιολογικώς µε το περιβάλλον και να δουλεύη κανονικά. Το ίδιον συµβαίνει και εις την κατάστασιν του έσωθεν υπό του Χριστού δοξασµένου όταν συνηθίση να βλέπη τα Σελίδα 17 από 19

πάντα εν τη ακτίστω δόξη Αυτού και γενόµενος από νήπιος ανήρ επιστρέφει εις την κατάστασιν του φωτισµού της νοεράς προσευχής. Με άλλα λόγια τα τέκνα του Νεο-Πλατωνικού µυστικισµού του Αυγουστίνου, και των ΦραγκοΛατίνων και τινών δήθεν ορθοδόξων, που επιδιώκουν την έκστασιν του νοός και της ψυχής εκτός του σώµατός των, αναζητώντες ενόρασιν των ανυπάρκτων αΰλων εν τω νοΐ του Θεού αρχετύπων, ασχολούνται µε "δαιµόνων εύρηµα." Αυτήν την αίρεσιν του Βαρλαάµ κατεδίκασε η Θ Οικουµενική Σύνοδος το 1341 χωρίς δυστυχώς να καταλάβη ότι είναι του Αυγουστίνου και της παραδόσεως των Καρλοβιγκίων Φράγκων που άρχισε τα τέλη του 8ου αιώνος. Οι προηγούµενοι Μεροβίγκιοι Φράγκοι ήσαν Ορδόδοξοι και είχαν καταδικάσει την περί χάριτος και αµαρτίας διδασκαλίαν του Αυγουστίνου. Μέχρι τον 12ον αιώνα οι Καρλοβίγκοι Φράγκοι εγνώριζαν µόνον τα έργα του Αυγουστίνου εξολοκλήρου. Είχαν αποκτήσει τον 8ον αιώνα τα έργα του ∆ιονυσίου Αρειοπαγίτη τα οποία µετέφρασε ο Ιωάννης Σκώτος Ερουέγια. Έγραψε ο ίδιος πολλά έργα ιδικά του τα οποία χρήζουν µελέτης από Ορθοδόξους. Οι Φράγκοι όµως υποδούλωσαν τελικά τον Αρειοπαγίτην εις τον Νεο-Πλατωνικόν µυστικισµόν του Αυγουστίνου. Τον 12ον αιώνα απέκτησαν λατινικήν µετράφασιν του έργου "Ακριβής Έκθεσις της Ορθοδόξου Πίστεως" του Αγίου Ιωάννου ∆αµασκηνού και υποδούλωσαν και αυτόν εις τον Αυγουστίνον. Εν τω µεταξύ είχαν αρχίσει να συλλέγουν επί το πλείστον µόνον προτάσεις (Sententiae) άλλων Λατινοφώνων Πατέρων που µάζευαν από κανονικάς συλλογάς και ερµηνευτικά σχόλια Πατέρων της Αγίας Γραφής. Βάσει αυτών των προτάσεων άρχισαν µε τον Πέτρον Λοµβαρδόν (πέθανε 1160) να γράφουν στοχαστικήν, µάλιστα, συστηµατικήν θεολογίαν. ∆ηλαδή έµαθαν να θεολογούν βάσει κειµένων εκτός της συναφείας των. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαµάς συνοψίζει την πατερικήν παράδοσιν κατά του µυστικισµού ως εξής "Το δ' έξω τον νούν, ου του σωµατικού φρονήµατος αλλ' αυτού του σώµατος ποιείν, ως εκεί νοεροίς θεάµασιν εντύχοι, της ελληνικής εστι πλάνης αυτό το κράτιστον και πάσης κακοδοξίας ρίζα και πηγή, δαιµόνων εύρηµα και παίδευµα γεννητικόν ανοίας και γέννηµα της απονοίας." (Λόγος Υπέρ Των Ιερώς Ησυχαζόντων, Ι,β,4.) Αναπόσπαστον µέρος της εν λόγω θεραπείας είναι ότι ο ανήρ τέλειος έχει γίνει γνώστης και των νοηµάτων του "σατανά" αφού "ου γαρ αυτού τα νοήµατα αγνοούµεν" (Β Κορ. 2,11). Το αήττητον όπλον κατά του διαβόλου είναι η θεραπεία του βραχυκλώµατος µεταξύ της νοεράς ενεργείας της καρδίας και της λογικής του εγκεφάλου. Η θεραπεία συνίσταται εις τον περιορισµόν όλων των νοηµάτων, είτε καλών ή κακών, εις τον εγκέφαλον που επιτυγχάνεται µόνον όταν η νοερά ενέργεια της καρδίας επανέρχεται εις την φυσιολογικήν της κυκλικήν κίνησιν µέσω της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής. Αφελείς είναι οι υποστηρίζοντες το δυνατόν να αποβάλλη κανείς τα κακά νοήµατα και να κρατήση µόνον καλά νοήµατα εις τον εγκέφαλον. Πρέπει κανείς να γνωρίζη ακριβώς τα νοήµατα του διαβόλου δια να τον νικήση. Τούτο επιτυγχάνεται µέσω της κυκλικής κινήσεως του νοός εν τη καρδία. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαµάς συνοψίζει την πατερικήν παράδοσιν ως εξής: "Ου γαρ δή λέληθεν αυτούς, ότι ουχ ως η όψις τάλλα µεν ορά των ορατών, εαυτήν δε ουχ ορά, ούτω και ο νούς, αλλ' ενεργεί µεν και τάλλα, ών αν δέοιτο περισκοπών, ό φησι κατ' ευθείαν κίνησιν του νού ∆ιονύσιος ο µέγας, εις εαυτόν δ' επάνεισι και ενεργεί καθ' εαυτόν, όταν εαυτόν ο νούς ορά. Τούτο δ' αύθις 'κυκλικήν' είναι κίνησιν ο αυτός φησιν. Αύτη δ' η του νού εστιν ενέργεια κρείττων και ιδιαιτάτη, δι' ής και υπέρ εαυτών γινόµενος έσθ' ότε τω Θεώ συγγίνεται. "Νούς γάρ", φησί, "µή σκεδαννύµενος επί τα έξω", -οράς ότι έξεισι; Εξιών ούν, επανόδου δείται' διό φησιν- "επάνεισι προς εαυτόν, δι' εαυτού δε προς τον Θεόν" ως δι' απλανούς αναβαίνει της οδού. Την τοιαύτην γαρ κίνησιν του νού και ο των νοερών απλανής επόπτης εκείνος ∆ιονύσιος αδύνατον είναι πλάνη τινί περιπεσείν." (Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων, Ι,β,5.) Η άκτιστος πανταχού παρούσα δόξα του θεού είναι ήδη µέσα εις το κάθε πλάσµα και εποµένως εις την καρδίαν του κάθε ανθρώπου µαζί µε την δηµιουργικήν, συνεκτικήν, προνοητικήν και ακόµη την καθαρκτικήν ενέργειαν Του. Το να ψάχνη κανείς τον Θεόν εις κάποιο υπερπέραν είναι σκέτη ανοησία. Με άλλα λόγια ο ∆ιονύσιος δεν έχει καµµίαν σχέσιν, ούτε µε τον Νεο-Πλατωνισµόν και ούτε µε τους Φραγκο-Λατίνους, που φαντάζονται ότι τον ακολουθούν. Ο λόγος που δεν υπάρχει στοχαστική θεολογία εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είναι το γεγονός ότι η νόσος της θρησκείας είναι νευρο-βιολογική και η θεραπεία της δεδοµένη. "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι τον Θεόν όψωνται." ΤΕΛΟΣ Σελίδα 18 από 19

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ [ 1 ] Η κάτωθι ερµηνεία του Αποστόλου Παύλου βασίζεται εις την πατερικήν παράδοσιν, αλλά καθώς και εις πληροφορίας που εδόθησαν από τους Εβραίους θεολόγους κατά την τήν διάρκειαν διαλόγου µεταξύ Ορθοδόξων και Εβραίων τον Οκτώµβριον 1979 εις το Βουκουρέστι. Οι τελευταίοι εσηµείωσαν το γεγονός ότι η περιγραφή που εδόθη περί της τής πατερικής παραδόσεως περί φωτισµού της καρδίας και του δοξασµού ταυτίζεται µε την παράδοσιν των Χασιδίµ. Προφανώς οι απόστολοι και οι Φαρισαίοι του αποστόλου Παύλου αµήκουν εις αυτή την παράδοσιν. [ 2 ] Ο Άγιος Συµεών ο Νέος Θεολόγος συνοψίζει την Πατερικήν ερµηνευτικήν περί της Α' Κορ. 12:27-28. "Ίνα δε και τας διαφοράς των µελών και τίνα ταύτα και τίνες εισίν αποδείξη, έφη 'Υµείς δε εστε σώµα Χριστού...γένη γλωσσών.' Είδες τας διαφοράς των µελών του Χριστού; Έµαθες τίνες εισί µέλη αυτού;" Βίβλος των Ηθικών στ' πώς ενούται τω Χριστώ και Θεώ και έν γίνονται µετ' αυτού πάντες οι άγιοι. [ 3 ] Πιστός µε το βάπτισµα του ύδατος µη εισελθών ακόµη εις την κατάστασιν του φωτισµού, δηλαδή εις το βάπτισµα του Πνεύµατος, και ως εκ τούτου ουχί ακόµη µέλος του σώµατος του Χριστού και του "βασιλείου ιερτεύµατος." ∆ια τούτο και λέγεται ιδιώτης, αφού ιδιωτεύει. [ 4 ] ∆ια την Πατερικήν ερµηνείαν του "εφ' ώ" εις το χωρίον Ρωµ. 5:12 βλέπε J. S. Romanides, Original Sin According to Saint Paul," εν St. Vladimir's Quartedly (µέ την παλαιάν αρίθµησιν της εποχής του π. Γεωργίου Φλωρόβσκυ που κατήργησαν οι διάδοχοί του) Νew Υοrk, 1955, τόµος ΙV, τεύχοι 1 και 2: Το Προπατορικόν Αµάρτηµα, Αθήνα 1957, 2α έκδοσις ∆όµος Αθήνα 1989, κεφ. 6. [ 5 ] ∆ηλαδή την κατά τους πατέρας νοεράν ενέργειαν της ψυχής. [ 6 ] Τα µέλη του νέου κλάδου ιατρικών ερευνών περί του γήρατος. [ 7 ] Ι. Σ. Ρωµανίδου, Justin Martyr and the Fourth Gospel, The Greek Orthodox Theological Review, IV, 2 (1958-59), 115-139. [ 8 ] Debate over Theodore of Mopsuestia;s Christology, εν The Greek Orthodox Theological Review, τόµ. VΙΙ, αρ. 2 1959-60), σελ. 140-185. [ 9 ] Αι απόψεις του που ακολουθούν περί Θεοφανειών εν συνδυασώ µε την ευδαιµονίαν αναπτύσονται κυρίως εις το έργον του De Trinitate, Βιβλία ΙΙ και ΙΙΙ. Τα περί ευδαιµονίας πληµυρίζουν τα έργα του και ουδόλως άλλαξαν από το πρώτον επί του θέµατος και προ του βαπτίµατος έργον του Beata Vita. [ 10 ] Ρ.G. 60:23. Βλ. Ι. Ρωµανίδου, Το Προπατορικόν Αµάρτηµα, έκδοσις β, Αθήνα 1989, σελ. 173. [ 11 ] John S. Romanides, Franks, Romans, Feudalism and Doctrine, Holy Cross Orthodox Press, Brookline 1981, p.p.53-57. [ 12 ] Αυτόθι ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙ∆Α

Σελίδα 19 από 19

More From This User

Notes
Load more

You're Reading a Free Preview

Download