The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130908095218/http://www.scribd.com/doc/118209866/%CE%A4%CE%B9-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B9-%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AC%CE%B5%CE%B9-%CE%B7-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1
Read without ads and support Scribd by becoming a subscriber.

Τι είναι και τι ζητάει η μαρξιστική κριτική από την πολιτική οικονομία

εννέα μαθήματα
στην Λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙ ΖΗΤΑΕΙ
Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η παρούσα έκδοση έγινε στην Αθήνα τον Μάιο του 2007, σε
χίλια αντίτυπα για λογαριασμό της Λέσχης Κατασκόπων του 21ου
αιώνα, με την τεχνική υποστήριξη της κολλεκτίβας 03*03.
Είμαστε ενάντια στο copyright και μ’ αυτήν την έννοια η
χρήση είναι ελεύθερη για κινηματικούς σκοπούς. Σε τέτοια περί-
πτωση, η αναφορά σ’ αυτήν την έκδοση θα εκτιμηθεί ως ανα-
γνώριση των σκοπών της Λέσχης.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος..........................................................................................................5

Ημέρα Ιη:

Διαβάζοντας τον Μαρξ ανάποδα - Τι είναι και τι θέλει η οικονομική θεωρία...........7

Ημέρα 2η:

θεμελιώδεις διαφορές της οικονομικής θεωρίας από την μαρξιστική κριτική της
Η έννοια του οικονομικού νόμου στον Μαρξ.......................................................21

Ημέρα 3η:

Από την εργασιακή διαδικασία στην διαδικασία παραγωγής
Αξία του προϊόντος και αξία της εργασιακής δύναμης...........................................33

Ημέρα 4η:

Αγορά και πώληση της εργασιακής δύναμης - Η απόλυτη υπεραξία......................41

Ημέρα 5 η:

Η σχετική υπεραξία...........................................................................................51

Ημέρα 6η:

Από τον καπιταλισμό της απόλυτης υπεραξίας στον καπιταλισμό
της σχετικής υπεραξίας......................................................................................55

Ημέρα 7η:

Οργάνωση της παραγωγής και συλλογικός εργάτης..............................................73

Ημέρα 8η:

Η θεωρία της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου............................................87

Ημέρα 9η:

Ο φετιχιστικός χαρακτήρας του εμπορεύματος..................................................105

Παράρτημα I

Η μετάβαση από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία.........................................119

Παράρτημα 2

Απόσπασμα από τη συζήτηση που ακολούθησε την πρώτη μέρα..........................143

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η σειρά των εννέα μαθημάτων με τίτλο «Τι είναι και τι ζητάει η μαρξιστική κριτι
κή από την πολιτική οικονομία», οι εισηγήσεις της οποίας αποτελούν το βασικό
περιεχόμενο αυτής της έκδοσης, οργανώθηκε από τη Λέσχη Κατασκόπων του
21 ου αιώνα στην κατάληψη της οδού Φερών και Φυλής στην Αθήνα, από το
Φλεβάρη έως τον Απρίλιο του 2007.

Η σειρά αυτή των μαθημάτων, στα οποία εισηγητής ήταν ο Ηλίας Ιωακείμο-
γλου, ήταν μια εισαγωγή στις βασικές έννοιες που χρησιμοποίησε ο Μαρξ στην
κριτική του στην πολιτική οικονομία, όπως διατυπώθηκαν στον πρώτο τόμο του
Κεφαλαίου. Είναι βέβαιο ότι εννέα μαθήματα, προφανώς, δεν αρκούν για την
βαθιά κατανόηση ενός έργου για το οποίο εδώ και εκατόν πενήντα περίπου
χρόνια, υπάρχει μια διαρκής συζήτηση (και ερμηνείες επί ερμηνειών) σε εξέλι-
κη. Ελπίζουμε όμως πως, όπως όλοι όσοι παρακολούθησαν αυτή τη σειρά μαθη-
μάτων, έτσι και ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι πρόκεπαι για μια προσπάθεια
ουσιαστικής γνωριμίας, εξοικείωσης, με έννοιες που για τους περισσότερους
από εμάς (και όχι μόνο) φάνταζαν έως τώρα άγνωστες. Μ’ αυτή την έννοια πρό-
κειται για ένα πρώτο βήμα, που ανοίγει ένα καινούργιο δρόμο στην κατεύθυνση
κατανόησης και μελέτης των αντιλήψεων του Μαρξ.

Από την πρώτη στιγμή μέχρι και το τέλος αυτών των μαθημάτων, αναζητήσα-
με ένα όσο το δυνατόν πιο λειτουργικό μοντέλο, προκειμένου να καλλιεργή-
σουμε το πλέον κατάλληλο έδαφος κατανόησης του μαρξιστικού έργου. Αυτό
με απλά λόγια σημαίνει ότι σε κάθε μάθημα, υπήρχε μια προφορική εισηγήση
(συνοδευόμενη από προβολή διαφανειών με βιντεοπροτζέκτορα) η οποία κατα-
γραφόταν, και μετά από μια σχετική επεξεργασία από τον ίδιο τον εισηγητή
μοιραζόταν στους συμμετέχοντες στην επόμενη συνάντηση. Αυτές τις επεξερ-
γασμένες εκδοχές περιλαμβάνει η συγκεκριμένη έκδοση. Η οικονομία του
χώρου δεν μας επΓτρέπει να μεταφέρουμε εδώ, τόσο κείμενα τα οποία μοιρά-

5

ζονταν από τον Ηλία πέραν των εισηγήσεων και πολύ περισσότερο τον τερά-
στιο όγκο των εκτενών συζητήσεων που γίνονταν στο τέλος κάθε συνάντησης.
Ενδεικτικά, στο κεφάλαιο Παραρτήματα, υπάρχουν ένα κείμενο του Ηλία Ιωακεί-
μογλου για το πέρασμα Από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία, καθώς επίσης και
ένα απόσπασμα από τη συζήτηση που ακολούθησε μετά την πρώτη ημέρα.

Ήταν η πρώτη φορά που η Λέσχη Κατασκόπων οργάνωσε μια τέτοια σειρά
μαθημάτων, αλλά σίγουρα όχι η τελευταία. Επειδή αυτή η πρώτη φορά είχε επι-
τυχία και μεγάλη συμμετοχή, αλλά κυρίως επειδή η οκτάχρονη ιστορία του
εγχειρήματος μας δίνει τη δυνατότητα, ή μάλλον μας αναγκάζει, να παίρνουμε
στα σοβαρά το ρόλο που δηλώνει ο «υπότιτλος» της Λέσχης Κατασκόπων -υπο
δομή στήριξης της συλλογικής αυτομόρφωσης- αντίστοιχες σειρές με τον ίδιο ή
διαφορετικούς εισηγητές και θεματολογία πρόκειται σύντομα να επαναληφθούν.
Γιατί η ίδια η Λέσχη και η δουλειά που γίνεται τόσα χρόνια από τα μέλη της
ξεκίνησε με μια βασική παραδοχή: ζούμε σε ένα σύμπαν οργανωμένης και προ-
μελετημένης άγνοιας, σε μια συνθήκη αβάσταχτης διανοητικής φτώχειας. Δεν
είναι τυχαίο ότι η φτώχεια αυτή είναι σήμερα πολύ ψηλά στη λίστα των εχθρών
κάθε απελευθερωτικού εγχειρήματος. Δεν είναι μυστικό ότι η ίδια φτώχεια έχει
απλώσει τη σκιά της μέσα στις συλλογικές διαδικασίες, ανακυκλώνεται στο λόγο
και τη δράση των ανταγωνιστικών υποκειμένων, υπονομεύει σιωπηλά αλλά ξεκά-
θαρα το παρόν και το μέλλον της κινηματικής πρακτικής. Για τη Λέσχη Κατα-
σκόπων η πρώτη πράξη κήρυξης του πολέμου σ’ αυτόν τον εχθρό ήταν η ανα-
γνώρισή του. Και οι επόμενες πράξεις ακολούθησαν: η βάση δεδομένων για την
τεκμηρίωση του ανταγωνιστικού λόγου, το αρχείο κινηματικής μνήμης, η δανει-
στική βιβλιοθήκη, οι εκδόσεις, και τώρα η οργάνωση μαθημάτων πάνω σε θεω-
ρητικά/ ιστορικά θέματα. Προχωράμε βήμα-βήμα λοιπόν, αλλά με όλη τη σοβα-
ρότητα και την επιμονή που αρμόζει σε τέτοιου είδους βήματα.

Κλείνοντας θα θέλαμε να πούμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στους συντρόφους
και στις συντρόφισσες που στήριξαν με τη συνεπή παρουσία τους αυτά τα
μαθήματα, καθώς και στον «δάσκαλο» Ηλία για την αφιλοκερδή συμμετοχή του,
την υπομονή και την αστείρευτη διάθεσή του να εξηγεί, να ακούει και να απα-
ντά.

Αθήνα, Μάιος 2007

6

Ημέρα I η

(α) Διαβάζοντας χον Μαρξ ανάποδα.
(β) Τι είναι και χι θέλει η οικονομική θεωρία

Η μαρξισχική θεωρία δεν είναι μια ακόμη οικονομική
θεωρία, είναι μια κριχική της οικονομικής θεωρίας.

Η οικονομική θεωρία (η οποία στη διάρκεια του 19ου αιώνα λεγόταν πολιτική
οικονομία), και η μαρξιστική κριτική της είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Με
άλλα λόγια, η μαρξιστική θεωρία δεν είναι μια οικονομική θεωρία μεταξύ άλλων
οικονομικών θεωριών.
Στην παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος, ο μαρξισμός θεωρήθηκε ότι
είναι η οικονομική θεωρία της εργατικής τάξης, η οποία βρισκόταν σε αντιπαλό-
τητα με την αντίστοιχη θεωρία της αστικής τάξης, με την λεγάμενη «αστική
πολιτική οικονομία». Τα κομμουνιστικά κόμματα διάβαζαν όμως τον Μαρξ ανά-
ποδα, δηλαδή απέδιδαν στο έργο του ιδιότητες ακριβώς αντίθετες από αυτές
που είχε. Στη συνέχεια θα δούμε επιγραμματικά τα κυριότερα σημεία αυτής της
ανάποδης ανάγνωσης της μαρξιστικής θεωρίας, μιας ανάγνωσης που ηττήθηκε
ιστορικά, και μετά θα δούμε μερικά βασικά στοιχεία για το «τι είναι και τι θέλει
η οικονομική θεωρία». Όχι η μαρξιστική κριτική της αλλά η οικονομική θεωρία.
Θα δούμε ποιος είναι ο ιστορικός της ρόλος και ποιες είναι οι εννοιολογικές
της βάσεις.

Πώς οι κομμουνισχές διάβασαν τον Μαρξ ανάποδα.

Η ανάποδη ανάγνωση του Μαρξ, που έγινε από το κομμουνιστικό κίνημα
(κομμουνιστικά κόμματα, αριστερισμός, αντικαπιταλιστικές οργανώσεις...) έχει
ως ορατό σημείο αφετηρίας της τα χρόνια της ρώσικης επανάστασης, παρόλο

7

που οι ρίζες μιας τέτοιας ανάγνωσης απλώνονται έως το ίδιο το έργο του Μαρξ
• και κυρίως έως τα γραπτά του Έγκελς. Τα κείμενα του Μαρξ - ακόμη και το
Κεφάλαιο, που είναι το έργο της ωριμότητας του - επιδέχονται περισσότερες
αναγνώσεις, και μάλιστα επειδή αυτά τα ίδια τα κείμενα το επιτρέπουν. Από
αυτές τις αναγνώσεις, δύο μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι οι κυριότερες. Η
πρώτη, κυριάρχησε ήδη από τα χρόνια της ρώσικης επανάστασης και διατήρησε
την κυριαρχία της μέχρι την κατάρρευση του υπαρκτού «σοσιαλισμού». Η ανά-
γνωση αυτή θεωρούσε, όπως είπαμε, ότι ο μαρξισμός είναι μια ακόμη πολιτική
οικονομία. Θεωρούσε ακόμη, και αυτό ήταν το χειρότερο, ότι αυτή η πολιτική
οικονομία της εργατικής τάξης προέβλεπε, με επιστημονική ακρίβεια, την ανα-
πόφευκτη πτώση του καπιταλισμού, σαν να έπασχε το οικονομικό σύστημα από
μία μοιραία αρρώστια, που κάποια στιγμή θα το οδηγούσε σε κατάρρευση ανε-
ξάρτητα από τους κοινωνικούς αγώνες. Οι κοινωνικοί αγώνες, βεβαίως, μπορού-
σαν να επιταχύνουν την πτώση αυτή αλλά η πτώση ήταν αναπόφευκτη. ΓΓ αυτό
και μια αγαπημένη στους κομμουνιστές παράσταση της ιστορίας ήταν η πάλη
των τάξεων ως «μαμή της ιστορίας». Θεωρούσαν, δηλαδή, ότι ένας νέος τύπος
κοινωνίας ούτως ή άλλως θα γεννηθεί, πλην όμως ο πολιτικός αγώνας μπορεί να
επιταχύνει και να υλοποιήσει αυτήν την έμφυτη τάση που υπάρχει μέσα στο
κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Μια άλλη παρόμοια εξελικτική ιδέα, αγαπημένη
στους κομμουνιστές ήταν η ιδέα ότι το σύστημα τείνει όλο και περισσότερο
προς την σήψη του και επομένως και προς την κατάρρευσή του.
Άλλο σημαντικό στοιχείο της ανάποδης ανάγνωσης του έργου του Μαρξ από
το κομμουνιστικό κίνημα ήταν η ανάγνωσή του ως «κοσμοθεωρία», «μαρξιστική
κοσμοθεωρία». Εννοούσαν με τον όρο αυτόν, μια συλλογή απόψεων, για την
οποία οι κομμουνιστές πίστευαν ότι απαντάει σε όλα τα ιστορικά, κοινωνικά,
επιστημολογικά και φιλοσοφικά προβλήματα. Ως εκ τούτου, ήταν μία «κοσμοθε-
ωρία» που υποτίθεται ότι μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την δημιουργία
μιας προλεταριακής επιστήμης σε αντίθεση με την αστική επιστήμη, δηλαδή τις
επιστήμες οι οποίες είχαν ήδη αναπτυχθεί και εθεωρούντο ως «αστικές επιστή-
μες».

Σημαντική συμβολή στην ανάποδη ανάγνωση του Μαρξ από το κομμουνιστικό
κίνημα ήταν το μικρό βιβλίο του Λένιν "Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του Kanh
ταλισμού". Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε σοβαρή παρέκκλιση από το μαρξιστικό
έργο, και εγκαινίασε μια ορισμένη, καινοτόμο, ανάγνωσή του - εγκαινίασε μια

8

«αλλαγή θεωρητικού υποδείγματος», μεταμόρφωσε δηλαδή τελείως τον τρόπο
με τον οποίο διάβαζαν μέχρι τότε το έργο του Μαρξ. Η θεωρία του μονοπωλια-
κού καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού που προέκυψε έτσι παρουσίασε τον
μαρξισμό ως μια θεωρία διανομής του προϊόντος, ενώ ο μαρξισμός είναι μια
θεωρία για την κεφαλαιοκρατική παραγωγή και τη συγκρότηση της κοινωνίας
κάτω από συνθήκες κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Κρίνοντας από τα γραπτά
του Λένιν, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο ίδιος, μέχρι να πεθάνει, δηλαδή
λίγα χρόνια μετά, είχε ήδη αντιληφθεί το σφάλμα του (το οποίο φαίνεται ότι
διαισθανόταν ακόμη και όταν έγραφε το βιβλίο για τον ιμπεριαλισμό). Ωστόσο
οι επίγονοι του είχαν υιοθετήσει την θεωρία του μονοπωλιακού καπιταλισμού
και του ιμπεριαλισμού, και την κατέστησαν κυρίαρχη στο εσωτερικό του κομ-
μουνιστικού κινήματος.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της ανάποδης ανάγνωσης του έργου του Μαρξ
από το κομμουνιστικό κίνημα αφορούσε στις σχέσεις εξουσίας. Για τον Μαρξ,
η εξουσία είναι ένα σύστημα μη προσωπικών σχέσεων. Οι επίγονοι ξεκινώντας
από το βιβλίο του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, αντιθέτως, ανέτρεψαν αυτή την
αντίληψη του Μαρξ και διέδωσαν ως «αυθεντικό μαρξισμό» μια ιδεολογία που
διαβάζει τις σχέσεις εξουσίας σαν προσωπικές σχέσεις. Σύμφωνα με αυτήν την
ιδεολογία, ορισμένα κακά υποκείμενα φτιάχνουν την ιστορία: ο ιμπεριαλισμός
και τα μονοπώλια, οι μεγάλες επιχειρήσεις, όχι οι μικρές αλλά οι μεγάλες, ίσως
και η γενική συνέλευση των κεφαλαιοκρατών που με μοχθηρό τρόπο αποφασί-
ζουν για τις τύχες μας. Για όσους ήταν φορείς αυτής της «μαρξιστικής ιδεολο-
γίας», την ιστορία την φτιάχνουν αυτά τα κακά υποκείμενα. Οι σχέσεις εξου-
σίας δηλαδή εμφανίζονται σαν σχέσεις προσώπων: προσωποποιείται η μεγάλη
επιχείρηση, προσωποποιείται το ιμπεριαλιστικό κράτος, και το ίδιο βεβαίως
γίνεται με την εργατική τάξη που αποκτά το χαρακτηριστικό ενός προσώπου,
εμφανίζεται ως Υποκείμενο. Για τον Μαρξ, όμως, η εξουσία είναι ένα σύστημα
μη προσωπικών σχέσεων και την ιστορία δεν την φτιάχνουν κάποια Υποκείμενα
(τα Μονοπώλια, τα Αφεντικά ή η Εργατική Τάξη και το Κόμμα): η κινητήρια
δύναμη της ιστορίας είναι οι κοινωνικές αντιθέσεις και οι συνακόλουθες ανοι-
χτές ή υπόγειες συγκρούσεις μεταξύ των κοινωνικών τάξεων ή των συνασπι-
σμών κοινωνικών τάξεων.

Η ανατροπή του τρόπου με τον οποίο ο Μαρξ κατανοούσε τις κοινωνικές

9

τάξεις ήταν ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο της ανάποδης ανάγνωσης του έργου
του από το κομμουνιστικό κίνημα. Οι κοινωνικές τάξεις έγιναν κατανοητές από
το κομμουνιστικό κίνημα σαν ένα άθροισμα ατόμων. Έγιναν κατανοητές σαν
αυτό που πέφτει άμεσα στην αντίληψη μας, στις αισθήσεις μας. Για τον Μαρξ,
όμως, αυτή είναι μια ανάγνωση που μένει στην επιφάνεια. Ο Μαρξ διατυπώνει
τη θέση του με την παράδοξη, εκ πρώτης όψεως, διατύπωση ότι η κοινωνία δεν
αποτελείται από άτομα. Εννοεί με αυτό ότι είναι ένα σύστημα κοινωνικών σχέ-
σεων το οποίο «επανδρώνουν» τα άτομα - αλλά θα μιλήσουμε γΓ αυτά αναλυτι-
κά στην επόμενη συνάντησή μας.

Οι εννοιολογικές βάσεις της οικονομικής θεωρίας.

Ας στραφούμε τώρα προς την οικονομική θεωρία, που όπως είπαμε, κατά τον
19ο αιώνα λεγόταν πολιτική οικονομία. Η πολιτική οικονομία εγκαθιδρύθηκε ως
θεωρία το 1776, με το βιβλίο του Άνταμ Σμιθ «Ο πλούτος των εθνών». Βεβαίως,
πριν τον Σμιθ υπήρχαν οικονομικές ιδέες που κυκλοφορούσαν, υπήρχαν θεωρη-
τικές επεξεργασίες, αυτές όμως δεν αποτελούσαν ένα ενιαίο συνεκτικό σύνολο
ιδεών που θα μπορούσε να εγκαθιδρύσει την πολιτική οικονομία ως διακριτό
γνωστικό κλάδο με επιστημονικές αξιώσεις. Η επιστημολογική καινοτομία του
Ανταμ Σμιθ βασίσθηκε σε έννοιες και λογικά σχήματα των φυσικών επιστημών,
οι οποίες ήδη στον καιρό του ήταν πολύ πιο προηγμένες από οποιαδήποτε
θεωρία σχετική με τις οικονομικές ή τις κοινωνικές σχέσεις. Η βασική θέση του
Σμιθ, η οποία διαπερνάει ολόκληρη την ιστορία της οικονομικής «επιστήμης»
έκτοτε, είναι ότι η αγορά και το οικονομικό σύστημα αποτελούν μια φυσική
τάξη πραγμάτων. Ακριβώς όπως στη φύση τα πράγματα έχουν μια φυσική τάξη
(για παράδειγμα ένα οικοσύστημα είναι μια φυσική τάξη πραγμάτων) έτσι ακρι-
βώς και η οικονομία της αγοράς αποτελεί μια φυσική τάξη πραγμάτων. Αυτό
σημαίνει καταρχήν ότι η οικονομία είναι ένα σύστημα. Σύστημα αποκαλούμε ένα
σύνολο πραγμάτων εκ των οποίων εάν μεταβάλλουμε ένα θα επηρεάσουμε όλα
τα υπόλοιπα. 'Ετσι στη περίπτωση του οικοσυστήματος, που μας είναι οικείο
παράδειγμα, εάν μεταβάλλουμε ένα στοιχείο της οικολογικής αλυσίδας θα έχου-
με επιπτώσεις σε ολόκληρο το σύστημα, δηλαδή σε όλα τα άλλα στοιχεία της
αλυσίδας. Με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ως σύστημα, μάς έμαθαν να κατανοού-
με την οικονομία ο Ανταμ Σμιθ, και αργότερα ο Ντέηβιντ Ρικάρντο. Το σύστημα
μάλιστα αυτό είναι ένα αντικειμενικό σύστημα. Αντικειμενικό: που υπερβαίνει
την ατομική μας βούληση και την ατομική μας διάθεση. Όπως σε ένα οικοσύ-

10

σχήμα, αιπά που συμβαίνουν εκεί ξεπερνούν την δική μας βούληση και την δική
μας υποκειμενική διάθεση, έτσι συμβαίνει και στο οικονομικό σύστημα. Πολλές
φορές μάλιστα το αντικειμενικό σύστημα λειτουργεί με τρόπο που υπερβαίνει
και τις γνώσεις μας: δεν μπορούμε δηλαδή να κατανοήσουμε όλα τα συστήματα
που υπάρχουν στη φύση. Το ίδιο ισχυρίζεται και η οικονομική θεωρία για την
οικονομία. Ισχυρίζεται, δηλαδή, ότι οι γνώσεις μας είναι υποδεέστερες αυτής
της αντικειμενικής πραγματικότητας που υπάρχει πέρα από την δική μας βούλη-
ση και πέρα από την δική μας υποκειμενική διάθεση.

Η έννοια των οικονομικών νόμων

Μία έννοια που συμπληρώνει την έννοια του οικονομικού συστήματος, είναι η
έννοια του οικονομικού νόμου. Ο νόμος εδώ έχει την έννοια που έχει στη
φυσική ο φυσικός νόμος. Είναι δηλαδή μια εσωτερική και αναγκαία σχέση ανά-
μεσα σε δύο πράγματα. Εσωτερική σχέση σημαίνει ότι ανάμεσα σε αυτά τα δύο
πράγματα δεν παρεμβάλλεται τίποτα, δεν υπάρχει καμία διαμεσολάβηση, είναι
μια άμεση σχέση, απευθείας σχέση. Αναγκαία σχέση σημαίνει ότι αυτή η σχέση
ισχύει ανεξάρτητα από χώρο και χρόνο, ανεξάρτητα από γεωγραφία και εποχή.
Μας λέει λοιπόν η οικονομική θεωρία ότι υπάρχουν κάποιοι οικονομικοί νόμοι,
κάποιες εσωτερικές και αναγκαίες σχέσεις που ισχύουν ανεξάρτητα από χώρα
και εποχή. Επομένως υπάρχει ένας πυρήνας. Ακριβώς όπως στη φυσική έχουμε
νόμους που ισχύουν ανεξάρτητα από τόπο και εποχή, έτσι συμβαίνει και στην
οικονομία.

Η μαρξιστική θεωρία αποδέχεται αυτήν την έννοια του συστήματος και του
οικονομικού νόμου αλλά τα τροποποιεί. Αποδέχεται ότι το οικονομικό σύστημα
έχει αντικειμενική υπόσταση, πλην όμως τροποποιεί αυτή την ιδέα αφήνοντας
τον πυρήνα του οικονομικού συστήματος που παραμένει αναλλοίωτος στο
πέρασμα του χρόνου, να κολυμπήσει μέσα στο κοινωνικό του περιβάλλον -
αλλά θα δούμε με ποιο τρόπο στις επόμενες συναντήσεις μας.

Η έννοια της ισορροπίας.

Μία άλλη έννοια την οποία χρησιμοποιεί η οικονομική θεωρία είναι η έννοια
της ισορροπίας. Ισχυρίζεται ότι το οικονομικό σύστημα στο οποίο ζούμε έχει
την ιδιότητα να ισορροπεί. Εάν υπάρχει μία διαταραχή, το σύστημα έχει την
ιδιότητα να ξαναγυρίζει στην αρχική του κατάσταση. 'Εχει επομένως σύμφυτη
την ιδιότητα να εξαλείφει τις ανισορροπίες. Παράδειγμα: Αν σε μια αγορά

II

υπάρχει η έλλειψη ενός αγαθού, θα φροντίσει το σύστημα μέσα από τους αυτο-
ματισμούς που διαθέτει να αναπληρώσει το κενό. Αν στην αγορά εργασίας ο
μισθός έχει αυξηθεί «υπερβολικά», θα φροντίσει η αγορά μέσα από τους μηχα-
νισμούς της ώστε ο μισθός να επανέλθει σε επίπεδα συμβατά με τις απαπήσεις
των επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, το σύστημα διαθέτει ενδογενείς δυνάμεις
εξάλειψης κάθε ανισορροπίας. Ως εκ τούτου, η οικονομία εμφανίζεται σαν μία
φυσική τάξη πραγμάτων. Είναι ένα σύστημα του οποίου την αυθόρμητη λειτουρ-
γία δεν πρέπει να εμποδίζουμε. Όπως δεν πρέπει να παραβιάζουμε τις ισορρο-
πίες ενός οικοσυστήματος, έτσι δεν πρέπει να παραβιάζουμε τις ισορροπίες
του οικονομικού μας συστήματος.

Η αγορά, τόπος παραγωγής αλήθειας;

Η αγορά, λέει η οικονομική θεωρία, είναι ο τόπος στον οποίο πραγματοποιεί-
ται αυτή η φυσική τάξη πραγμάτων, είναι ο τόπος στον οποίο οι ανισορροπίες
εξαλείφονται. Αυτό γίνεται μέσα από τον σχηματισμό των τιμών, μέσα από το
ελεύθερο παιχνίδι της προσφοράς και της ζήτησης. Επομένως η αγορά είναι
ένας τόπος παραγωγής αλήθειας (Μιαέλ Φουκώ), με την έννοια ότι μας καθοδη-
γεί, μάς δείχνει πόση εργασία, πόσες πρώτες ύλες, πόσο κεφάλαιο θα έπρεπε
να διαθέσουμε σε κάθε παραγωγική δραστηριότητα ώστε οι παραγωγοί να φέρ-
νουν στην αγορά την ποσότητα που χρειάζονται οι καταναλωτές στις τιμές που
αυτοί μπορούν να καταβάλουν. Αφού έτσι έχουν τα πράγματα, λέει η οικονομι-
κή θεωρία, η αγορά πρέπει να μας καθοδηγεί στις αποφάσεις μας σχετικά με
την οικονομία, είτε πρόκειται για συλλογικές είτε για ατομικές αποφάσεις. Άρα
είναι ένας τόπος ο οποίος πρέπει να αφεθεί στις δικές του λειτουργίες, προφυ-
λαγμένος από τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης. Ακριβώς όπως ένα οικοσύστη-
μα πρέπει να το αφήσουμε ήσυχο να βρει τις δικές του ισορροπίες. Στην
αγορά, λέει η οικονομική θεωρία, διαμορφώνονται κάποιες τιμές οι οποίες είναι
φυσικές. Είναι δηλαδή αυτές που πρέπει να ισχύουν, είναι αυτές που απορρέουν
με φυσικό τρόπο από τα πράγματα, και επομένως είναι οι σωστές τιμές.

Η μετουσίωση του ατομικού συμφέροντος σε
γενικό συμφέρον.

Από που προκύπτει, όμως. όλο αυτό το παιχνίδι; δηλαδή αυτό το αντικειμενι-
κό σύστημα; Η απάντηση βρίσκεται στον Ανταμ Σμιθ και κυριαρχεί ακόμη
σήμερα, μάλιστα με ακόμη μεγαλύτερη ένταση: το οικονομικό σύστημα προκύ-

12

πιει από την επιδίωξη του στομικού συμφέροντος. Κάθε άτομο επιδιώκει τη
μεγιστοποίηση του ατομικού του συμφέροντος, και απ' αυτό το παιχνίδι προκύ-
πτει το γενικό συμφέρον, γιατί προκύπτουν όλα αυτά που είπαμε προηγουμέ-
νως. Προκύπτει αυτή η αγορά που εξαλείφει, υποτίθεται, τις ανισορροπίες και
μας καθοδηγεί σωστά πώς να παράγουμε χωρίς να σπσταλάμε εργασία ή πρώ-
τες ύλες ή κεφάλαιο, στις σωστές ποσότητες και τις σωστές τιμές. Επομένως το
σύστημα στο οποίο ζούμε αποτελείται από άτομα που επιδιώκουν το ατομικό
τους συμφέρον, ως καταναλωτές, παραγωγοί, επενδυτές. Κάθε καταναλωτής
ξεχωριστά επιδιώκει το δικό του ατομικό συμφέρον μεγιστοποιώντας την ικανο-
ποίησή του μέσω της κατανάλωσης. Κάθε παραγωγός επιδιώκει το δικό του
ατομικό συμφέρον μεγιστοποιώντας τα κέρδη της. Η σύγχρονη οικονομική
θεωρία αποδεικνύει με τα μαθηματικά που χρησιμοποιεί, ότι όντως, από την
επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος προκύπτει το γενικό συμφέρον, η μεγι-
στοποίηση του γενικού συμφέροντος, η μεγιστοποίηση του αθροίσματος των
ατομικών συμφερόντων.

Η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο χα άχομα
(ή μήπως η κοινωνία δεν αποχελείχαι από άχομα;)

Πίσω από αυτή την θεωρητική κατασκευή υπάρχει η φιλοσοφική αντίληψη
του θετικισμού. Για τον θετικισμό, υπάρχει μόνο ό,τι μπορούμε ν' αντιληφθούμε
με τις αισθήσεις μας (ή κατά μία ακραία εκδοχή του μόνον ό,τι μπορούμε να
μετρήσουμε). Υπάρχει μια φράση της Θάτσερ, σύμφωνα με την οποία "η κοινω
νία δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο τα άτομα." Τα άτομα είναι οντότητες τις οποίες
μπορούμε να δούμε, άρα υπάρχουν. Η κοινωνία δεν υπάρχει για τους φιλελεύ-
θερους και την οικονομική θεωρία. Απλώς η κοινωνία είναι το συνολικό αποτέ-
λεσμα που προκύπτει από την αλληλεπίδραση των ατομικών πράξεων. Αυτή η
φράση της Θάτσερ αποτελεί την ακριβώς αντίθεση απόφανση με αυτή του
Μαρξ, ότι δηλαδή «η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα». Σ' αυτήν την αντι-
παράθεση, η φράση "η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο τα άτομα”, έχει το
πλεονέκτημα ότι εμφανίζεται ως αυτονόητη.

Ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι η κοινωνίϋ δεν αποτελείται από άτομα. Θα δούμε
στην επόμενη συζήτησή μας με συστηματικό τρόπο ποιες είναι οι βασικές δια-
φορές ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις και τι εννοεί ο Μαρξ με αυτήν την εκ πρώ-
της όψεως παράδοξη διατύπωση.

13

Πώς η πολιτική οικονομία μετέτρεψε την αγορά
σε καθοδηγητική αρχή της διακυβέρνησης.

Η πολίτική οικονομία, ισχυριζόμενη τα όσα είδαμε προηγουμένως, κατόρθω-
σε να μετατρέψει την αγορά σε καθοδηγητική αρχή της διακυβέρνησης: εάν η
κυβέρνηση πράξει ενάντια στους οικονομικούς νόμους, εάν παραβιάσει τους
νόμους λειτουργίας της αγοράς, παραβιάζει μια φυσική τάξη πραγμάτων και
αυτό θα έχει αρνητικές επιπτώσεις. Η συγκρότηση της πολιτικής οικονομίας σε
θεωρία είχε, λοιπόν, διακριτά αποτελέσματα στο επίπεδο της πολιτικής εξου-
σίας. Η πολιτική εξουσία πρέπει να παραδεχθεί ότι η αγορά είναι ένας τόπος
παραγωγής αλήθειας γιατί δείχνει στην κυβέρνηση τι να πράξει, και το κυριότε-
ρο τι να μην πράξει, δηλαδή της δείχνει πόσο πολύ πρέπει να περιοριστεί σε
άλλα καθήκοντα. Αυτό που οφείλει να κάνει η κυβέρνηση είναι να φροντίζει για
την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς. Όχι να παρεμβαίνει, αλλά να φροντίζει για
την ελεύθερη λειτουργία της.

Το γεγονός ότι η πολίτική οικονομία έγινε καθοδηγητική αρχή της διακυβέρ-
νησης, μετέτρεψε την ίδια την αγορά. Πριν και μετά την πολιτική οικονομία,
δηλαδή, η αγορά ήταν διαφορετική (Φουκώ). Πριν την πολιτική οικονομία, δηλα-
δή πριν από τα χρόνια 1750-1780, στη διάρκεια του μεσαίωνα και μέχρι το
μέσο του 18ου αιώνα, η αγορά είναι ένας τόπος δικαιοσύνης και νομολογίας.
Στην περίοδο αυτή, ο ηγεμόνας καθορίζει όλα όσα αφορούν στην αγορά: φρο-
ντίζει για τις ποσότητες που έρχονται στην αγορά, για τους κανόνες που προ-
φυλάσσουν τους καταναλωτές από τη νοθεία, φροντίζει να μην υπάρχουν φαι-
νόμενα κερδοσκοπίας, με δύο λόγια παρεμβαίνει στην αγορά και ρυθμίζει με
λεπτομερή τρόπο τη λειτουργία της. Επομένως είναι ο ηγεμόνας που κρίνει την
αγορά: κρίνει αν η αγορά πρέπει να λειτουργήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,
εάν λειτουργεί σωστά με κριτήριο την κοινωνική και πολιτική αναπαραγωγή του
συστήματος. Μετά από την πολιτική οικονομία η αγορά μετατρέπεται σε τόπο
ισότητας. Διότι η αγορά, όταν λειτουργεί ελεύθερα, μας λέει η πολιτική οικονο-
μία, επΓτρέπει την ανταλλαγή εμπορευμάτων ίσης αξίας. Επιτρέπει, λοιπόν, την
ισότητα ανάμεσα στους παραγωγούς και ανάμεσα στους παραγωγούς και τους
καταναλωτές. Επίσης είναι τόπος παραγωγής αλήθειας με τον τρόπο που είπαμε
προηγουμένως. Μ' αυτή την έννοια η αγορά τώρα κρίνει την κυβέρνηση.

Μ

Επίσης, πριν από την πολίτική οικονομία, ο ηγεμόνας παίρνει όλα εκείνα τα
μέτρα που είναι απαραίτητα για την οικονομική και κοινωνική αναπαραγωγή του
συστήματος. Δηλαδή παίρνει μέτρα ούτως ώστε στην αγορά να συνεχίσουν να
εμφανίζονται οι παραγωγοί και να μπορούν οι καταναλωτές να μπορούν να προ-
μηθευτούν προϊόντα ώστε να έχουν μια «κανονική ζωή» με τους όρους εκείνης
της εποχής. Φροντίζει, βέβαια και για την πολιτική αναπαραγωγή. Ένα από τα
κύρια μελήματά του είναι να προλάβει τη δυσαρέσκεια και τις εξεγέρσεις των
χωρικών. Μετά την εμφάνιση της πολιτικής οικονομίας η ρύθμιση της αγοράς
είναι αυτόματη. Έχει αποσυρθεί το κράτος, η ισορροπία υποτίθεται ότι αποκα-
θίστσται μόνη της και η οικονομική θεωρία ισχυρίζεται ότι αποκαθίσταται γρή-
γορα, αρκεί βεβαίως να μην έχουμε κρατικές ή άλλες παρεμβάσεις και να λει-
τουργεί ελεύθερα η αγορά.

Η οικονομική θεωρία δεν διαθέτει θεωρία των
οικονομικών κρίσεων.

Η οικονομική θεωρία ισχυρίζεται ότι η αγορά διαθέτει μηχανισμούς αυτόμα-
της κοινωνικής και οικονομικής αναπαραγωγής. Είναι ένα σύστημα, που όπως
είπαμε, ξαναβρίσκει την ισορροπία του όσες φορές και αν το διαταράξουμε, με
οποιοδήποτε τρόπο. Άρα είναι ένα σύστημα για το οποίο δεν προβλέπεται από
την οικονομική θεωρία ότι μπορεί να έχει κρίσεις, δηλαδή ότι μπορεί να υπάρ-
χουν αρκετά μεγάλες χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες δεν μπορούν να απο-
κστασταθούν οι αρχικές ισορροπίες. Κρίσεις σαν και αυτές που είχαμε κατά την
διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα δεν προβλέπονται και δεν μπορούν να
ερμηνευθούν από την οικονομική θεωρία. Σ' αυτές τις περιπτώσεις η οικονομι-
κή θεωρία απαντάει ότι "δεν αφήσατε αρκετά ελεύθερη την αγορά" - είναι η απά-
ντηση που δίνεται και σήμερα από τους νεοφιλελεύθερους. Για κάθε κρίση
υπαίτιοι είναι η κυβέρνηση και τα συνδικάτα που έχουν επιβάλλει στην αγορά
μια σειρά από ρυθμίσεις, τις λεγόμενες «ακαμψίες» της αγοράς.

Η μαρξιστική κριτική της οικονομικής θεωρίας, αντιθέτως, ανατρέπει το
σχήμα αυτό και μας δείχνει ότι το σύστημα της αγοράς, ο καπιταλισμός, εγγε-
νώς οδηγείται σε κρίσεις, ότι το σύστημα δηλαδή δεν διαθέτει τον τρόπο να
ξαναβρεί τις αρχικές του ισορροπίες.

15

Η διείσδυση των ιδεολογιών της ισότητας των
ανταλλαγών στις μη οικονομικές σφαίρες της
κοινωνικής ζωής.

Αυτή η αλλαγή στο ρόλο της αγοράς και στη στάση της κυβέρνησης η οποία
περιόρισε τις παρεμβάσεις της στην αγορά, άλλαξε σε ένα βαθμό και τον χαρα-
κτήρα της πολιτικής εξουσίας. Η πολιτική εξουσία έχει δύο πυλώνες: ο ένας
είναι η βία, η καταστολή και ο άλλος είναι η πειθώ, η ιδεολογία (Αντόνιο Γκράμοι,
Νίκος Πουλαντζάς). Με την επικράτηση της ιδεολογίας της αγοράς, της πολιτικής
οικονομίας δηλαδή, έχουμε μια μετατόπιση της εξουσίας από τη βία προς την
ιδεολογία, προς την οικειοθελή υποταγή των υποτελών. Σε ένα σύστημα στο
οποίο οι πολίτες πιστεύουν όντως ότι η αγορά έχει αυτές τις ιδιότητες που
είδαμε προηγουμένως, χρειάζεται λιγότερη επιβολή από τα πάνω. Στον αναπτυγ-
μένο καπιταλισμό η βία είναι περισσότερο το συμπλήρωμα της ιδεολογίας και
όχι το αντίστροφο, όπως στην περίπτωση του μεσαίωνα και της περιόδου μετά-
βασης από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Αυτό οφείλεται σε περισσότε-
ρους παράγοντες, μεταξύ των οποίων και η πίστη των πολιτών στις αρετές της
ελεύθερης αγοράς.

Πέρα από αυτό το άμεσο αποτέλεσμα της αλλαγής του ρόλου της αγοράς και
της ανακήρυξής της σε τόπο παραγωγής αλήθειας, υπάρχουν και έμμεσα, πλην
όμως εξίσου σημαντικά αποτελέσματα. Η αγορά έχει μετατραπεί σε μια μηχανή
παραγωγής ιδεολογιών της ισότητας που διαχέονται στις μη οικονομικές σφαί-
ρες της κοινωνικής ζωής. Η αγορά εμφανίζεται ως ένας χώρος όπου ανταλλάσ-
σονται εμπορεύματα ίσης αξίας - και όντως είναι έτσι. Μπορεί σε κάποιες περι-
πτώσεις η ανταλλαγή να είναι άνιση, αλλά μακροπρόθεσμα έχουμε ανταλλαγές
εμπορευμάτων ίσης αξίας. Υπάρχει, δηλαδή, ένα είδος ισότητας στην ανταλλαγή
στην αγορά, αφού ανταλλάσσονται ίσης αξίας αγαθά. Αυτή ωστόσο η ισότητα
είναι τυπική, επειδή αφορά απλώς στην ανταλλαγή. Δεν είναι πραγματική ισότη-
τα, γιατί αυτοί που ανταλλάσσουν τα εμπορεύματα τους στην αγορά είναι άνι-
σοι. Μία μεγάλη επιχείρηση, παραδείγματος χάριν, διαθέτει υψηλότερη τεχνο-
λογία και πιο έμπειρο προσωπικό από μια μικρή που παράγει το ίδιο προϊόν. Οι
δύο επιχειρήσεις μπορούν να ανταλλάσσουν με τους ίδιους όρους τα εμπορεύ-
ματά τους στην αγορά, μέσα σε συνθήκες ισότητας, αλλά είναι άνισοι οι όροι
υπό τους οποίους παρήγαν αυτά τα εμπορεύματα. Το παράδειγμα του σχολεί-
ου, που λειτουργεί με την ίδια αρχή της τυπικής ισότητας, νομίζω ότι μπορεί να

16

κάνει τα παραπάνω πολύ πιο κατανοητά. Το σχολείο έχει κανόνες που είναι
ίδιοι για όλους τους μαθητές: τα διαγωνίσματα και οι εξετάσεις, η διδακτική ύλη,
οι ώρες διδασκαλίας κλπ. Υποθέτουμε ότι και ο δάσκαλος κρίνει με την ίδια
αυστηρότητα, αμερόληπτα όλους τους μαθητές - τουλάχιστον έτσι συμβαίνει σε
ένα «σωστό» και «δίκαιο» σχολείο. Η ισότητα αυτή, όμως, είναι τυπική, διότι
είναι διαφορετικά τα εφόδια που έχει κάθε παιδί για να υπερπηδήσει τα εμπό-
δια που του τίθενται ως εξετάσεις και διαγωνίσματα. Οι επιδόσεις κάθε παιδιού
εξαρτώνται από το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων του: στο σχολείο ανταγω-
νίζονται παιδιά εύπορων οικογενειών με υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο με παιδιά
που έχουν μεγαλώσει σε αγροτικές ή εργατικές περιοχές και των οποίων οι
γονείς έχουν χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο. Επομένως έχουμε ουσιαστικές
ανισότητες που κρύβονται πίσω από την τυπική ισότητα του σχολείου. Ακριβώς
το ίδιο συμβαίνει στην αγορά, όπου ανταγωνίζονται «με ίσους όρους» παραγω-
γοί άνισων παραγωγικών δυνατοτήτων.

Η αγορά έχει γίνει το μοντέλο για την οικοδόμηση ή για τον μετασχηματισμό
των περισσοτέρων θεσμών της αστικής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, η τυπική ισό-
τητα, που εκπορεύεται από την αγορά και την ιδεολογία της αγοράς (δηλαδή
την οικονομική θεωρία) έχει γίνει η αρχή με βάση την οποία οικοδομούνται ή
μετασχηματίζονται οι θεσμοί της αστικής κοινωνίας, από τον αθλητισμό και το
σχολείο (που είναι θεσμοί της ειδικά καπιταλιστικής κοινωνίας) μέχρι την οικο-
γένεια (που είναι προκαπιταλιστικός θεσμός ενσωματωμένος, δηλαδή μετασχη-
ματισμένος, στην αστική κοινωνία).

Οι περισσότεροι θεσμοί λειτουργούν με βάση αυτήν την αρχή, της τυπικής
ισότητας, και είναι με βάση αυτήν την αρχή που σχεδιάζονται πολιτικές, σχεδιά-
ζονται και υλοποιούνται δράσεις. Αυτό ισχύει, παραδείγματος χάριν, για την
ισότητα των δύο φύλων: στην Ελλάδα, μολονότι υπάρχει νομοθεσία που εν πολ-
λοίς εξισώνει τα δύο φύλα, είναι μία νομική ισότητα, τυπική ισότητα, όλες οι
μελέτες και οι στατιστικές εξακολουθούν να καταγράφουμε την ανισότητα.
Διότι οι γυναίκες και οι άνδρες εισέρχονται με άνισα εφόδια σε μια ζωή όπου
καλούνται να κριθούν «με ίσους όρους» δηλαδή με τα ίδια κριτήρια.

Ο αθλητισμός είναι μια προσομοίωση του ανταγωνισμού όπως αυτός διεξάγε-
ται στην αγορά αλλά και στην αστική κοινωνία γενικότερα, δηλαδή με όρους

17

τυπικής ισότητας. Οι αθλητές αγωνίζονται «επί ίσοις όροις», αλλά ο καθένας
τους έχει διαφορετικά εφόδια. Δεν απασχολεί τους κριτές πώς κστόρθωσε να
φτάσει σ' ένα ορισμένο αποτέλεσμα, κρίνεται μόνο από την επίδοση, ακριβώς
όπως στην αγορά, ακριβώς όπως στο σχολείο. Ο αθλητισμός ως προσομοίωση
της αγοράς (όπως και το σχολείο) εκπαιδεύει τους πολίτες στην πλάνη ότι η
τυπική ισότητα είναι η ισότητα.

Η ιδεολογική λειτουργία της αγοράς διεισδύει και σε μακρινές από αυτήν
πραγματικότητες, σε στιγμές της καθημερινής ζωής, σε σχέσεις, στις οποίες δεν
υπάρχει ανταλλαγή, και τις μετατρέπει σε σχέσεις φαντασιακής ανταλλαγής.
Υπάρχει λοιπόν μια γενικευμένη εισβολή της ιδεολογίας της ανταλλαγής και της
ισότητας, της τυπικής ισότητας, σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας.

Προσεχώς.

Αυτά ήθελα να σας πω σε σχέση με την οικονομική θεωρία. Αντιλαμβάνομαι
ότι ήταν πολύ γενικά, μακριά από την οικονομική συγκυρία και από την συγκε-
κριμένη πραγματικότητα. Ωστόσο τα θεώρησα αναγκαία γιατί είναι αποφασιστι-
κής σημασίας για τις διαχωριστικές γραμμές τις οποίες θα συζητήσουμε την
επόμενη φορά. Θα ξαναθυμηθούμε τι λέει η οικονομική θεωρία, κι απ' την άλλη
μεριά τι λέει η μαρξιστική θεωρία. Κι εκεί που τα πράγματα θα έρθουν σε αντί-
θεση, θα είναι πιο συγκεκριμένα και πιο ενδιαφέροντα. Την επόμενη φορά, λοι-
πόν, θα δούμε τις θεμελιώδεις διαφορές της οικονομικής θεωρίας και της μαρ-
ξιστικής κριτικής, θα δούμε δηλαδή τι λέει ο Μαρξ για την αγορά, για τον ισχυ-
ρισμό της οικονομικής θεωρίας ότι αυτή πάντα γυρίζει στην αρχική της ισορρο-
πία, θα δούμε τι λέει για την «κοινωνία που δεν αποτελείται από άτομα»...
Στη συνέχεια, αυτά που θα παραμένουν αρκετά γενικά στη δεύτερη συνάντη-
σή μας, θα τα δούμε πιο αναλυτικά, στις μελλοντικές συναντήσεις μας, όταν θα
μιλήσουμε για την αγορά εργασίας (όπου ο Μαρξ δείχνει ότι στην αγορά εργα-
σίας το κεφάλαιο καθορίζει και την προσφορά και τη ζήτηση εργασίας, δηλαδή
μια αγορά που λειτουργεί με ψευδή τρόπο, δεν είναι μια πραγματική αγορά), θα
δούμε ότι η καρδιά του συστήματος είναι οι σχέσεις στο εσωτερικό της παρα-
γωγής ενώ για την οικονομική θεωρία η παραγωγή είναι ένα "μαύρο κουτΓ, το
οποίο δεν ανοίγουμε ποτέ για να δούμε τι υπάρχει μέσα. Υπάρχουν ροές, εισ-
ροές και εκροές από το "μαύρο κουτί”. Υπάρχουν άνθρωποι και πρώτες ύλες
που εισέρχονται και προϊόν που εξέρχεται. Η σημαντικότερη ίσως ανατροπή

του Μαρξ είναι ότι άνοιξε το "μαύρο κουτΓ της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και
μας έδειξε τι συμβαίνει εκεί και γιατί αποτελεί τη βάση ολόκληρου του οικονο-
μικού συστήματος. Θα δούμε επίσης, σε επόμενη συνάντησή μας, τι λέει ο
Μαρξ για τις κρίσεις, που όπως είπαμε για την οικονομική θεωρία δεν υπάρ-
χουν, παρά μόνο επειδή παραβιάζουμε τους κανόνες της αγοράς, και στην
τελευταία μας συνάντηση θα δούμε τι λέει ο Μαρξ για τις κοινωνικές τάξεις και
την πολιτική δράση κι αυτό θα γίνει σε αντιδιαστολή με την παράδοση της κομ-
μουνιστικής αριστερός και της αριστερός στο σύνολό της.

19

20

Ημέρα 2η

(α) θεμελιώδεις διαφορές της οικονομικής θεωρίας
από την μαρξιστική κριτική της
(β) Η έννοια του οικονομικού νόμου στον Μαρξ

Άτομα ή κοινωνία;

Η οικονομική θεωρία έχει ως σημείο εκκίνησης την ιδέα ότι τα άτομα είναι
από τη φύση τους προικισμένα με ορθολογισμό και ελευθερία, και για τον λόγο
αυτό διαλέγουν ελεύθερα ό,τι τους συμφέρει ατομικά, μεγιστοποιούν το ατομι-
κό όφελός τους και μέσα από αυτό το παιχνίδι των ατομικών συμφερόντων
προκύπτει το γενικό συμφέρον. Το σχήμα αυτό αναφέρεται στην έννοια του
Ανθρώπου, στην ουσία της ανθρώπινης φύσης που εκδηλώνεται σε κάθε άτομο
ξεχωριστά και το προικίζει με αναλλοίωτες και διαρκώς παρούσες ιδιότητες -
στην περίπτωση της οικονομικής θεωρίας με ορθολογισμό και ελευθερία. Ο
Μαρξ δεν συμμερίζεται αυτή την ιδέα, παρόλο που ιστορικά έγινε η απόπειρα
να διαβασθεί το έργο του με αναφορά στον Άνθρωπο. Ο Μαρξ ασχολείται και
ενδιαφέρεται για τους συγκεκριμένους ανθρώπους, τους πραγματικούς ανθρώ-
πους, και η μαρξιστική θεωρία σε αυτούς αναφέρεται.

θεμελιώδεις διαφορές. Συγκριτικός πίνακας I: Άτομο ή κοινωνία

1 Οικονομική θεωρία

Μαρξιστική κριτική της οικονομικής θεωρίας

Η οικονομική δραστηριότητα είναι
μη-ιστορική, απορρέει από την
ανθρώπινη φύση.

Άτομα ορθολογικά και ελεύθερα
εκ φύσεως. Ο Άνθρωπος.
Εξύμνηση του ατομικισμού.

Η πρωτοκαθεδρία του ατομικού ως
ερμηνευτική αρχή. Μικρο<μακρο.
Η κοινωνία δεν υπάρχει,
υπάρχουν μόνο τα άτομα.

—21

Για τον Μαρξ, η οικονομική δραστηριότητα δεν πραγματοποιείται με βάση τις
ιδιότητες του ανθρώπου εν γένει, αλλά πραγματοποιείται μέσα σε ιστορικές,
κοινωνικές συνθήκες. Για να διατυπώσει με αυστηρό τρόπο αυτήν την ιδέα, ο
Μαρξ, ανέπτυξε την έννοια των ιστορικών τρόπων παραγωγής: οι τρόποι παρα-
γωγής που μας είναι γνωστοί είναι ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής, αυτός
που υπήρχε δηλαδή στον αρχαίο κόσμο, ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής,
που αναφέρεται στον Μεσαίωνα της Ευρώπης, ο ασιατικός τρόπος παραγωγής,
του οποίου μια παραλλαγή είναι ο τρόπος παραγωγής που επικρατούσε στην
Οθωμανική Αυτοκρατορία. Βέβαια, σήμερα, έχουμε τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο
παραγωγής, και το Κεφάλαιο, που είναι το μεγάλο έργο του Μαρξ, είναι η ανάλυ-
ση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και κανενός άλλου.

Η ιδέα πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως άτομο ορθολογικό και ελεύθερο
σχετίζεται και με την εξύμνηση του Ανθρώπου ως αφηρημένη έννοια, μια εξύ-
μνηση που εμφανίζεται τόσο συχνά στη λογοτεχνία και στις άλλες τέχνες, αλλά
και στην αστική πολιτική. Για τον Μαρξ ο ορθολογισμός και η ελευθερία δεν
είναι δεδομένα εκ φύσεως, αλλά μπορούν να κατακτηθούν: το άτομο είναι το
σύνολο των σχέσεών του με το κοινωνικό και το φυσικό περιβάλλον του, και
αυτό το σύνολο σχέσεων οικοδομείται μέσα σε κοινωνικές διαδικασίες. Αυτό
που εμφανίζεται σαν «πρόσωπο», τελικά είναι ατομικές πρακτικές που υπάρ-
χουν διάχυτες μέσα στην κοινωνία, και τις οποίες υιοθετεί κάθε άτομο σε έναν
πρωτότυπο και ενδεχομένώς μοναδικό συνδυασμό.

Στην περίπτωση των ταξικών σχέσεων, ο Μαρξ αφαιρεί τελείως το προσωπι-
κό στοιχείο. Θεωρεί δηλαδή ότι ο τυπικός εργοδότης, ο τυπικός κεφαλαιοκρά-
της ή ο τυπικός εργάτης, καθορίζονται ολοκληρωτικά από τους κοινωνικούς
τους ρόλους, και αυτό είναι που τον ενδιαφέρει. Δεν τον ενδιαφέρουν δηλαδή
οι προσωπικές αποκλίσεις που μπορούν να υπάρχουν, δεν τον ενδιαφέρει
δηλαδή αν ο εργοδότης αυτός είναι καλός, ή καλύτερος, ή χειρότερος, αλλά ότι
είναι εργοδότης. Τον ενδιαφέρει δηλαδή ο θεσμικός του ρόλος, και όχι οι απο-
χρώσεις που μπορεί αυτός ο συγκεκριμένος εργοδότης να δώσει στον ρόλο
του.

Αυτό μας οδηγεί και στο επίπεδο μιας διαφορετικής στάσης σε ό,τι αφορά
την ερμηνεία των γεγονότων. Στην περίπτωση της οικονομικής θεωρίας, η βασι-

22

κή ερμηνευτική αρχή είναι το άτομο και η συμπεριφορά του. Ενώ στην περίπτω-
ση του Μαρξ η πρωτοκαθεδρία αποδίδεται στους κοινωνικούς παράγοντες.
Ξεκινά, δηλαδή, ο Μαρξ από αυτό που συμβαίνει στην κοινωνία, και μετά εξετά-
ζει αυτό που κάνουν τα άτομα, ή αυτό που συμβαίνει στα άτομα, ως μια απόκλι-
ση σε σχέση με τους κοινωνικά δεδομένους μέσους όρους. Γράφει στον πρό-
λογο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου:

«Λίγα λόγια για να αποφευχθούν ενδεχόμενες παρεξηγήσεις. Τις μορφές του
κεφαλαιοκράτη και του γαιοκτήμονα δεν τις ζωγραφίζω καθόλου με ρόδινα
χρώματα. Εδώ, όμως, πρόκειται για τα πρόσωπα μόνο στο βαθμό που αποτε-
λούν την προσωποποίηση οικονομικών κατηγοριών και είναι φορείς καθορισμέ-
νων ταξικών σχέσεων και συμφερόντων. Η δική μου άποψη που αντιλαμβάνεται
την εξέλιξη των οικονομικών κοινωνικών σχηματισμών σαν διαδικασία όμοια με
αυτή της φύσης και της ιστορίας της, μπορεί λιγότερο από κάθε άλλη να θεωρεί
το ξεχωριστό άτομο υπεύθυνο για συνθήκες, των οποίων το ίδιο παραμένει κοι-
νωνικό προϊόν - όσο και αν ανυψώνεται υποκειμενικά πάνω από αυτές».

Για τον Μαρξ η κοινωνία δεν συγκροτείται από άτομα, συγκροτείται από κοι-
νωνικές σχέσεις που έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα.

Άτομα ή κοινωνικές τάξεις;

•’Για την οικονομική θεωρία δεν υπάρχουν κοινωνικές τάξεις, ενώ για τον Μαρξ
τα κυριότερα υποκείμενα, οι πρωταγωνιστές της κοινωνικής ζωής, είναι οι κοι-
νωνικές τάξεις. Τι εννοεί ο Μαρξ με τον όρο των κοινωνικών τάξεων: Εννοεί
κσταρχάς ότι το οικονομικό σύστημα, και το σύστημα εξουσίας, καθορίζουν
κάποιες θέσεις, ένα σύνολο θέσεων με δομή και ιεραρχία. Εννοεί ακόμη ότι τα
άτομα καταλαμβάνουν αυτές τις θέσεις, και αναλαμβάνουν από αυτές τις θέσεις
έναν κοινωνικό ρόλο, έναν θεσμικό ρόλο, γίνονται η προσωποποίηση οικονομι-
κών κατηγοριών, γίνονται φορείς καθορισμένων ταξικών σχέσεων και συμφερό-
ντων. Αυτό που μένει άθικτο, πέρα από τα άτομα και από τα πρόσωπα, είναι η
δομή του συστήματος, είναι η διάρθρωσή του, είναι οι κοινωνικές θέσεις, οι
θεσμικοί ρόλοι.

23

Οικονομική θεωρία και μαρξιστική κριτική.
Συγκριτικός πίνακας 2: Από τα άτομα στις κοινωνικές τάξεις.

| Οικονομική θεωρία

Μαρξιστική κριτική της οικονομικής θεωρίας

Οι κοινωνικές τάξεις δεν υπάρ-
χουν. Υπάρχουν μόνο τα
άτομα που είναι προικισνένα
με ιδιότητες. Η Φύση του
Ανθρώπου.

HjaiaaBiM
rrHTWM

Επομένως το πρώτο στοιχείο των κοινωνικών τάξεων είναι οι θέσεις μέσα στο
οικονομικό σύστημα και στο σύστημα εξουσίας, στο κράτος. Το δεύτερο στοι-
χείο είναι ότι αυτές τις θέσεις τις καταλαμβάνουν τα άτομα και προσωποποιούν
κοινωνικές σχέσεις και συμφέροντα. Το τρίτο στοιχείο είναι ότι τα άτομα που
καταλαμβάνουν αυτές τις θέσεις, εξ αυτού του γεγονότος ομαδοποιούνται σε
σύνολα, τα οποία ο Μαρξ ονομάζει κοινωνικές τάξεις καθ’ εαιπές. Προκύπτουν,
δηλαδή από την ίδια την δομή του οικονομικού συστήματος και τη δομή της
εξουσίας, σύνολα θέσεων, που ομαδοποιούν τα άτομα που καταλαμβάνουν
αυτές τις θέσεις σε μια τάξη καθ’ εαυτή. Τι σημαίνει όμως τάξη καθ’ εαυτή; Στην
πραγματικότητα πρόκειται για μία εν δυνάμει τάξη, μία δυνητική τάξη, για τον
πολύ απλό λόγο ότι εάν αυτά τα άτομα, που κατέχουν αυτές τις θέσεις, δεν
συγκροτούνται πολιτικά, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τάξη. Υπάρχει λοι-
πόν και ένα τέταρτο στοιχείο που πρέπει να προσθέσουμε για να υπάρχει
πραγματικά μια κοινωνική τάξη: τα άτομα που ομαδοποιούνται εξαιτίας της
θέσης τους στο οικονομικό σύστημα και στο σύστημα εξουσίας πρέπει να
εμφανίζονται στην πολιτική σκηνή και να αναλαμβάνουν πολιτικές δράσεις.
Πολιτικές, ούτε καν συνδικαλιστικές, λέει ο Μαρξ, εννοώντας με αυτό ότι η
δράση τους πρέπει να έχει ως σημείο πρόσκρουσης το κράτος και πρέπει να
επιχειρεί να μεταβάλει κάτι στη λειτουργία του, στις δομές του, τους θεσμούς ή
τις πολιτικές που ασκεί. Επομένως το στοιχείο της πολιτικής δράσης είναι απα-
ραίτητο για τη συγκρότηση της κοινωνικής τάξης. Η αστική τάξη στην κοινωνία

24

μας είναι μια κστεξοχήν κοινωνική τάξη, διότι είναι διαρκώς συγκροτημένη σε
πολιτική δύναμη. Η εργατική τάξη, αντιθέτως, είναι μία τάξη που μπορεί να
υπάρχει ή να μην υπάρχει, ανάλογα με την περίοδο. Υπάρχουν περίοδοι στις
οποίες υπάρχει απλώς ως εργατική τάξη καθ’ εαυτή, ως εν δυνάμει τάξη.

Η συγκρότηση της εργατικής τάξης σε πολιτική δύναμη, μπορούμε να πούμε
σχηματικά, ότι μέχρι το 1989-90 ήταν ένα φαινόμενο διαρκές, για το πενήντα
χρόνια που ο υπαρκτός «σοσιαλισμός» και το κομμουνιστικό κίνημα κινητοποι-
ούσαν τους προλετάριους. Το γεγονός ότι σήμερα δεν εμφανίζεται σαν πολιτι-
κή δύναμη, προφανώς σημαίνει ότι δεν είναι μια τάξη για τον εαυτό της, κατά την
έκφραση του Μαρξ. Τάξη για τον εαυτό της: τάξη που αναλαμβάνει πολιτικό
αγώνα, που συγκροτείται σε πολιτική δύναμη, που έχει επομένως συνείδηση
του εαυτού της.

Διανομή / παραγωγή, δυναμική / ιστορία,
ισορροπία / ανισορροπία.

Η οικονομική θεωρία είναι θεωρία της διανομής του προϊόντος και του σχη-
ματισμού των τιμών. Ο μαρξισμός είναι μια θεωρία για την κεφαλαιοκρατική
παραγωγή και τον τρόπο με τον οποίο αυτή δομεί (ή αποδιαρθρώνει) την κοι-
νωνία συνολικά. Είναι μια θεωρία για τη συγκρότηση της κοινωνίας σε συνθήκες
κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Η παραγωγή είναι η καρδιά του κεφαλαιοκρατι-
κού συστήματος, η σφαίρα, η βαθμίδα της κοινωνίας που έχει καθοριστικό

θεμελιώδεις διαφορές.
Συγκριτικός πίνακας 3: Από τη διανομή στην παραγωγή / Από την
δυναμική στην ιστορία / Από την ισορροπία στην ανισορροπία.

1 Οικονομική θεωρία

Μαρξιστική κριτική της οικονομικής θεωρίας

Θεωρία σχηματισμού των τιμών και δια-
νομής του προϊόντος. (+θεωρία μονοπω-
λιακού καπιταλισμού.

Η παραγωγή είναι ένα “μαύρο κουτΓ

Το οικονομικό σύστημα διαθέτει την
δική του δυναμική.

Το οικονομικό σύστημα είναι ένα
σύστημα γενικής ισορροπίας.

25

ρόλο στη συγκρότηση της κοινωνίας.
Για την οικονομική θεωρία το σύστημα διαθέτει τη δική του δυναμική. Είναι,
υποτίθεται, ένα σύστημα που διαθέτει μηχανισμούς προσαρμογής, έτσι ώστε αν
το διαταράξουμε να επανέρχεται στις αρχικές του ισορροπίες. Ο τρόπος με
τον οποίο επανέρχεται, με τον οποίο ξαναβρίσκει τις ισορροπίες του, είναι η
δυναμική του συστήματος. Για τον Μαρξ, αντιθέτως, το οικονομικό σύστημα
καθορίζεται από τις κοινωνικές συνθήκες και τελικά από την ιστορία. Η οικονο-
μική θεωρία εξετάζει πώς το οικονομικό σύστημα ξαναγυρίζει στο σημείο ισορ-
ροπίας από το οποίο μια εξωτερική ώθηση το είχε απομακρύνει, ενώ η μαρξι-
στική κριτική της οικονομικής θεωρίας εξετάζει τι είναι αυτό που καθορίζει και
μεταβάλλει το ίδιο το σημείο ισορροπίας. Επίσης, το οικονομικό σύστημα, αντι-
μετωπίζεται από την οικονομική θεωρία ως ένα σύστημα γενικής ισορροπίας
(ισορροπίας σε όλες τις αγορές), ενώ ο Μαρξ εντοπίζει τις εγγενής τάσεις ανι-
σορροπίας του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και δείχνει ότι οι ισορροπίες του
είναι ασταθείς.

Αυτά μας αφήνουν με ορισμένες σημαντικές απορίες: Με ποιο τρόπο οι κοι-
νωνικές συνθήκες καθορίζουν το οικονομικό σύστημα, με ποιο συγκεκριμένο
τρόπο; Πώς υπερβαίνει, δηλαδή, ο Μαρξ την οικονομική θεωρία, η οποία είναι
κλειστή στις κοινωνικές συνθήκες; Το δεύτερο πολύ σημαντικό ερώτημα νομίζω
είναι με ποιο τρόπο η κεφαλαιοκρατική παραγωγή έχει την προτεραιότητα που
της αποδίδει ο Μαρξ και τείνει να επηρεάσει το σύνολο της κοινωνίας, και τους
θεσμούς δηλαδή που είναι έξω από την οικονομία; Για να ξεκινήσουμε να απα-
ντάμε σ’ αυτά, θα πρέπει να εξετάσουμε ποια είναι η λογική του Μαρξ.

Ο οικονομικός νόμος, το αστάθμητο και η
συνάντησή τους.

"Ο νόμος" - κατά τον Karl Marx - "είναι η εσωτερική και αναγκαία σχέση ανά-
μεσα σε δύο πράγματα". Ο G£rard Dum^nil έδειξε στο βιβλίο του Le concept de
loi economique dans Le Capital (Maspero 1978) ότι το Κεφάλαιο είναι μια λογική
κατασκευή στηριγμένη στην διάκριση εσωτερικών και εξωτερικών καθορισμών:
ως εσωτερικοί καθορισμοί νοούνται οι αναγκαίες σχέσεις ανάμεσα στα πράγμα-
τα, αυτές που μένουν αναλλοίωτες, μονίμως παρούσες μέσα στην διαδοχή των
γεγονότων, αυτές που δρουν εν κρυπτώ κάτω από την θορυβώδη επιφάνεια της
συγκυρίας και την ποικιλία των συγκεκριμένων συνθηκών. Οι εξωτερικοί καθορι-

26

σμοί, καθορίζονται εξ' υπολοίπου, ως το ετερόκλητο πλήθος των σχέσεων που
μπορούν να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν σε μια δεδομένη χώρα ή συγκυρία.
Είναι αυτές που δεν εκφράζουν αναγκαίες σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα -
είναι αυτές που χάρη στην ποικιλομορφία τους αποκρύπτουν τις αναλλοίωτες
σχέσεις που είναι οι "νόμοι".

Εντούτοις, το πιο πολύτιμο στην ανάλυση του Dum^nil δεν είναι τόσο αυτή η
διάκριση ανάμεσα σε εσωτερικούς και εξωτερικούς καθορισμούς, όσο ο προσ-
διορισμός του τρόπου με τον οποίο αρθρώνονται εσωτερικοί και εξωτερικοί
καθορισμοί: οι εξωτερικοί καθορισμοί, διαπιστώνει ο Dum^nil, δεν είναι ένα
είδος παράβασης του νόμου, ούτε είναι περιοριστικοί ως προς αυτόν. Τα απο-
τελέσματα των δύο τύπων καθορισμού δεν προστίθενται, ούτε αντιφάσκουν,
διότι δεν είναι ανεξάρτητα τα μεν από τα δε. Οι εξωτερικοί καθορισμοί δρουν,
παράγουν αποτελέσματα μόνον διαμέσου των εσωτερικών αναγκαίων σχέσε-ων:
διαμεσολαβείται έτσι η δράση τους από τους οικονομικούς νόμους.

Ας θεωρήσουμε το παράδειγμα των μισθών. Είναι, άραγε, οικονομικός ο
καθορισμός της αξίας της εργασιακής δύναμης (αφού αυτή η αξία καθορίζεται
από την κοινωνικά αναγκαία εργασία για την αναπαραγωγή της εργασιακής
δύναμης), ή μήπως είναι κοινωνικός (αφού ως γνωστόν οι ταξικοί αγώνες επι-
δρούν επί του μισθού); Η απάντηση που δίνεται συνήθως είναι ότι οι δύο καθο-
ρισμοί (νόμος της αξίας και ταξικοί αγώνες) δρουν και οι δύο επί του μισθού,
έτσι ώστε τα αποτελέσματά τους να αθροίζονται. Εντούτοις, τα πράγματα είναι
διαφορετικά: στον καθορισμό της αξίας της εργασιακής δύναμης δεν υπεισέρ-
χονται δύο ξεχωριστοί, ανεξάρτητοι παράγοντες, από την μια ο κοινωνικά ανα-
γκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή των μέσων συντήρησης και αναπαρα-
γωγής της εργασιακής δύναμης, και από την άλλη η συνδικαλιστική, πολιτική και
ιδεολογική ισχύς της εργατικής τάξης, δηλαδή παράγοντες που ο καθένας από
την μεριά του να παράγει ξεχωριστά αποτελέσματα τα οποία θα μπορούσαν να
προστεθούν, να αφαιρεθούν ή να αλληλοαναιρεθούν. Η μεταβολή της αξίας της
εργασιακής δύναμης δεν προκύπτει, δηλαδή, σαν άθροισμα (α) της μεταβολής
που προκαλούν σε αυτήν την αξία οι ταξικοί αγώνες των εργαζομένων τάξεων
και (β) της μεταβολής που προκαλεί σε αυτήν την αξία η μείωση του κοινωνικά
αναγκαίου χρόνου εργασίας. Αλλά τα πράγματα εκτυλίσσονται διαφορετικά: Ο
εξωτερικός ως προς τον νόμο παράγοντας (δηλαδή ο ταξικός συσχετισμός

27

δυνάμεων) δρα διαμέσου της εσωτερικής αναγκαίας σχέσης (που είναι ο νόμος
της αξίας). Πιο συγκεκριμένα, η αύξηση της ισχύος των εργαζόμενων τάξεων,
όταν έχει διάρκεια, προκαλεί την διεύρυνση του "καλαθιού" των εμπορευμάτων
(υλικών αγαθών και υπηρεσιών) που είναι αναγκαίο για την συντήρηση και την
αναπαραγωγή των εργαζόμενων τάξεων σε κάθε συγκεκριμένη χώρα και εποχή.
Εάν θεωρήσουμε όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς (επομένως και τον
κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή μιας μονάδας ενός εκά-
στου προϊόντος εξ αυτών που συνθέτουν το αναγκαίο "καλάθι" εμπορευμάτων),
η αύξηση της ισχύος των εργαζόμενων τάξεων αυξάνει ανάλογα και τον κοινωνι-
κά αναγκαίο χρόνο εργασίας που χρειάζεται για την συντήρηση και την αναπα-
ραγωγή των εργαζόμενων τάξεων, άρα αυξάνει την αξία της εργασιακής δύνα-

μης·

Οι εξωτερικοί παράγοντες δρουν, λοιπόν, διαμέσου των οικονομικών νόμων,
όχι ταυτόχρονα και παράλληλα με αυτούς.

Η έννοια του οικονομικού νόμου, μας προϊδεάζει γΓ αυτό που πρέπει να
περιμένουμε όταν διαβάζουμε το Κεφάλαιο: πρέπει να περιμένουμε την περιγρα-
φή αναγκαίων σχέσεων ανάμεσα στα πράγματα και όχι σχέσεων που μπορεί να
υπάρχουν ή να μην υπάρχουν σε μια χώρα ή σε μια εποχή. Ακόμη περισσότε-
ρο, αυτές οι σχέσεις, αυτοί οι εξωτερικοί ως προς τον νόμο καθορισμοί, περι-
μένουμε ότι θα πρέπει να έχουν απομακρυνθεί, να έχουν αφαιρεθεί από τον
ορισμό του νόμου. Πράγματι, αυτή η μέθοδος της αφαίρεσης είναι διαρκώς
ενεργή μέσα στο Κεφάλαιο: ο σκοπός του Karl Marx δεν είναι η περιγραφή ή η
ανάλυση ενός κοινωνικού σχηματισμού, μιας εθνικής οικονομίας (π.χ. της
Αγγλίας που αναφέρεται κατά κόρο στο Κεφάλαιο) αλλά η διατύπωση των οικο-
νομικών νόμων του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η διατύπωση ενός
νόμου δεν είναι περιγραφή του αστάθμητου (contingent), αλλά η γένεση μιας
έννοιας που αντικατοπτρίζει μιαν άνευ όρων σχέση, δηλαδή αναγκαία σχέση, ανεξάρ
τητη από την συγκυρία και τις εθνικές ιδιομορφίες.

Αναζητήσαμε ως εδώ την οργανωτική αρχή των λογικών κατασκευών του Karl
Marx που φέρουν το όνομα του οικονομικού νόμου και πιστεύουμε ότι βρήκα-
με την απάντηση στο θεωρητικό έργο του G6rard Dum6nil. Αυτό όμως έχει
ορισμένες συνέπειες για την αντίληψή μας σχετικά με μια σειρά ζητημάτων: Τι

28

είναι η συγκυρία; Τι είδους ιστορικός ντετερμινισμός προκύπτει, άραγε, από τον
συγκεκριμένο τρόπο άρθρωσης των οικονομικών νόμων με τους εξωτερικούς
προσδιορισμούς (που είναι αστάθμητοι, που ενδέχεται να υπάρχουν ή να μην
υπάρχουν σε έναν κοινωνικό σχηματισμό);

Η συγκυρία, λεει ο Louis Althusser, είναι στοχαστική συνάντηση (I) παραγό-
ντων, αστάθμητος συνδυασμός στοιχείων που προκύπτουν αφενός από την ίδια
τη φύση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και αφετέρου από την ιστο-
ρία του (εθνικού) κοινωνικού σχηματισμού. Με άλλα λόγια, "κάθε συγκυρία είναι
μια μοναδική περίπτωση". The world is what the case is (Wittgenstein, Russel). To
σημαντικό στην θέση του Dumenil είναι ότι μας επιτρέπει να κατανοήσουμε
καταρχήν πώς οι εξωτερικοί καθορισμοί, που ανήκουν στην ιστορία του (εθνι-
κού) κοινωνικού σχηματισμού, οι συνθήκες που μπορούν να υπάρχουν ή να μην
υπάρχουν, προσδίδουν σε κάθε ιστορική στιγμή την μοναδικότητα της. ΓΓ
αυτόν τον λόγο δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κατανοήσουμε τα επίδικα αντικεί-
μενα της πολιτικής δράσης σε μια χώρα, σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή
με αναφορά αποκλειστικά και μόνον στα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του
κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Ούτε αρκεί την εν λόγω αναφορά μας να
διακοσμεί ως εξωτερικό συμπλήρωμα ένα πλούσιο εμπειρικό υλικό αναφερόμενο
στις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης χώρας. Θα πρέπει να κατανο-
ούμε με ποιο συγκεκριμένο τρόπου οι ειδικές συνθήκες κάθε χώρας και κάθε
εποχής (οι εξωτερικοί ως προς τους οικονομικούς νόμους καθορισμοί), δηλαδή
οι συνθήκες κάθε συγκυρίας, παράγουν τα αποτελέσματά τους ως αποτελέσμα-
τα διαμεσολαβημένα από τους νόμους που διέπουν τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο
παραγωγής.

Πώς περνάμε, όμως, από την μια συγκυρία στην άλλη, οπό την μια ιστορική
στιγμή στην άλλη; Τι είδους ντετερμινισμός προκύπτει από τα παραπάνω;

Ας συνεχίσουμε με το παράδειγμα των μισθών: Η μετατροπή του συσχετι-
σμού δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (εξωτερικός παράγοντας), προς
όφελος της εργασίας, όταν διαρκεί. επιδρά στις συνήθειες και στις ανάγκες, τις
οποίες διευρύνει. Έτσι, διευρύνεται και το αναγκαίο "καλάθι" εμπορευμάτων, το
οποίο περιλαμβάνει όλα τα υλικά αγαθά και τις υπηρεσίες που θεωρούνται ανα-
γκαία για την "κανονική" διαβίωση των νοικοκυριών των εργαζόμενων τάξεων.

29

Αυξάνεται έτσι και ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος για την συντήρηση και την
αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Αυτό σημαίνει ότι αυξάνεται η αξία της
εργασιακής δύναμης (εσωτερική και αναγκαία σχέση, δηλαδή οικονομικός
νόμος). Άρα, η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μετατρέπεται σε μεταβολή
της αξίας της εργασιακής δύναμης με βάση τον οικονομικό νόμο της αξίας. Αυτή η
μεταβολή επιδρά σε μια σειρά άλλων οικονομικών μεταβλητών των οποίων η
συμπεριφορά καθορίζεται από τους νόμους που διέπουν τον κεφαλαιοκρατικό
τρόπο παραγωγής. Μπορούν να υπάρξουν επιπτώσεις στην συνολική ζήτηση,
στις επενδύσεις, στο ποσοστό ανεργίας... Αυτές οι μεταβολές ορίζουν ένα νέο
πεδίο κοινωνικού ανταγωνισμού, διότι μεταβάλλουν όλα ή σχεδόν όλα τα στοι-
χεία που το συνθέτουν: πρώτον, το έδαφος των κοινωνικών συγκρούσεων, το
οποίο δεν είναι τίποτα άλλο από τις αντικειμενικές συνθήκες των ταξικών αντι-
θέσεων, δεύτερον, το σύστημα των αντιτιθέμενων κοινωνικών τάξεων, μερίδων
τάξεων και κοινωνικών δυνάμεων που διστάσσονται σε σχηματισμούς μάχης,
πραγματοποιούν συμμαχίες, υφίστανται σχίσματα και συγκρούονται, τρίτον, τα
επίδικα αντικείμενα των κοινωνικών συγκρούσεων, τα ζητήματα σε αναφορά με
τα οποία οι σχηματισμοί μάχης σχηματίζονται και αναδιατάσσονται. Επί αυτού
του νέου πεδίου, θα διεξαχθεί το επόμενο επεισόδιο των κοινωνικών συγκρού-
σεων. Τα αποτελέσματα από τη έκβαση αυτών των συγκρούσεων θα διαμε-
σολαβηθούν, και πάλι, από τους οικονομικούς νόμους, θα μετατρέψουν και πάλι
το πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού και ούτω καθεξής. 'Ετσι, οι εξωτερικοί
παράγοντες (οι αστάθμητοι παράγοντες, που μπορούν να υπάρχουν ή να μην
υπάρχουν σε μια χώρα ή σε μια εποχή) και οι οικονομικοί νόμοι συνυπάρχουν
σε ένα ανταποδοτικό παιχνίδι, σε μια αέναη σπειροειδή κίνηση διαρκούς επανα-
καθορισμού της ιστορικής στιγμής, δηλαδή της συγκυρίας. Οι ταξικοί αγώνες
παράγουν αποτελέσματα που διαμεσολαβημένα από τους οικονομικούς νόμους
μετατρέπουν το θέατρο του ταξικού πολέμου της επόμενης χρονικής περιόδου.
Και το θέατρο του πολέμου, ως γνωστόν, δεν επιτρέπει στις ανταγωνιζόμενες
δυνάμεις, ούτε οποιαδήποτε κίνηση, ούτε οποιαδήποτε συμμαχία.

Εντούτοις, μέχρι εδώ παραμένει αδιευκρίνιστο ένα πολύ σημαντικό ζήτημα:
σε ποιο βαθμό, άραγε, οι οικονομικοί νόμοι, συμμετέχοντας σε αυτό το παιχνί-
δι διαρκούς επανακαθορισμού της ιστορικής στιγμής δίπλα και μαζί με τις εξω-
τερικές συνθήκες (μεταξύ των οποίων η ταξική πάλη), καθορίζουν την τελική
έκβαση των πραγμάτων, δηλαδή της ιστορίας;

30

Οι δυνατές απαντήσεις στο ερώτημα αυτό είναι δύο. Σύμφωνα με την πρώτη
απάντηση, η τελική κατάσταση του συστήματος, η τελική έκβαση των πραγμά-
των, είναι προκαθορισμένη από τους οικονομικούς νόμους. Οι εξωτερικοί
καθορισμοί, οι εξωτερικές, ειδικές, συγκεκριμένες συνθήκες ενός κοινωνικού
σχηματισμού ή μιας εποχής, μπορούν να επιδρούν στον ρυθμό μετάβασης του
οικονομικού συστήματος από την αρχική του κατάσταση στην τελική, ή ακόμη,
να επιδρούν στην διαδρομή που οδηγεί από την αφετηρία στο σημείο τερματι-
σμού, χωρίς όμως να μπορούν να αλλάξουν το σημείο τερματισμού, σαν να
υπήρχε ένα πεπρωμένο (καθοριζόμενο από τους οικονομικούς νόμους) που θα
οδηγούσε ως τυφλή και ακατανίκητη δύναμη την ιστορία στον προορισμό της.
Απλοποιώντας τα πράγματα στο έπακρο, αυτό θα έμοιαζε με έναν λαβύρινθο
μέσα στον οποίο θα μπορούσαμε να κάνουμε άπειρες διαδρομές για να φθά-
σουμε στην έξοδό του, πλην όμως, η εν λόγω έξοδος θα ήταν σταθερή, δεδο-
μένη, αμετάβλητη.

Σύμφωνα με την δεύτερη απάντηση, η τελική κατάσταση του οικονομικού
συστήματος, η τελική έκβαση των πραγμάτων, δεν είναι προκαθορισμένη από
τους νόμους που διέπουν τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Οι εξωτερι-
κοί καθορισμοί, οι συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, μπορούν να αλλάξουν,
όχι μόνον την διαδρομή ενός οικονομικού συστήματος, αλλά και το τελικό
σημείο της ισορροπίας του. Συνεχίζοντας με την παραβολή του λαβυρίνθου,
αυτό θα έμοιαζε με έναν λαβύρινθο του οποίου το σχήμα, οι δρόμοι του και το
σημείο εξόδου "θα άλλαζαν στο άγγιγμα", κατά την έκφραση του Daniel Bensaid
(2). Ο δρόμος αλλάζει καθώς τον διασχίζουμε και το τέλος του εξαρτάται από
το μονοπάτι που ακολουθούμε. Το φαινόμενο είναι γνωστό, ακόμη και σε μη
μαρξιστές οικονομολόγους: πρόκειται γΓ αυτό που στα αγγλικά αποκαλούν path
dependency. (3)

Ας είμαστε πιο συγκεκριμένοι: Ο καπιταλισμός οδεύει προς την έξοδο της
κρίσης του με διαδοχικές προσεγγίσεις, ψηλαφώντας τις διάφορες δυνατότητες
που ανοίγει κάθε φορά η συγκυρία, με αυτοσχεδιασμούς, ή όπως λένε οι Rosier
και Dock£s με την αρχή του "οργανωτικού αστάθμητου" (4) χάρη στο οποίο οι
τυχαίες κινήσεις, οι αστάθμητοι παράγοντες που μπορεί να υπάρχουν ή να μην
υπάρχουν σε μια χώρα ή σε μια εποχή, οι πρωτοβουλίες τοπικού ή πρόσκαιρου
χαρακτήρα, δίνουν γέννηση σε μορφές σταθερής τάξης (5) πάνω στο υπόβαθρο

31

της αναγκαιότητας που ορίζουν οι οικονομικοί νόμοι του κεφαλαιοκρατικού
τρόπου παραγωγής. 'Ετσι, το ίδιο το μονοπάτι που οδηγεί στην έξοδο από τη
κρίση του καπιταλισμού δεν είναι ευθύγραμμο. Το κεφάλαιο είναι μια τυφλή
δύναμη που δρα με βάση τα ένστικτά του - δηλαδή τους οικονομικούς νόμους
που διέπουν τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Όμως, η νέα μορφή καπι-
ταλισμού που σχηματίζεται τώρα, εξαρτάται από τον δρόμο που οδηγεί στην
έξοδο από την κρίση. Οι πιθανές μορφές καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, οι
σταθερές ρυθμίσεις των κοινωνικών αντιθέσεων, τα κανάλια προσαρμογής της
καπιταλιστικής οικονομίας στις εξωτερικές διαταραχές και ανισορροπίες, οι
θεσμοί που θα επιτρέπουν την κοινωνική αναπαραγωγή του συστήματος στην
διάρκεια της επόμενης περιόδου καπιταλιστικής άνθησης, εξαρτώνται από τον
δρόμο που ακολουθεί το σύστημα προς την έξοδό του από την κρίση. Η τελική
έκβαση των κοινωνικών αγώνων, δεν ακολουθεί κάποια νομοτέλεια, κάποιο ιστο-
ρικό πεπρωμένο: εξαρτάται από τον δρόμο που ακολουθούν οι κοινωνικοί αγώ-
νες. Διότι, οι κατακτήσεις (ή οι ήττες) των εργαζόμενων τάξεων ενσωματώνο-
νται μέσα στην λειτουργία του οικονομικού συστήματος για να επανεμφανι-
στούν στην διάρκεια της επόμενης κοινωνικής αντιπαράθεσης ως αντικειμενικοί
περιοριστικοί παράγοντες.

1. Louis Althusser, Sur la philosophic, Gallimard, 1994.
2. Bensaid D. (1995), Marx /' intempestif, Fayard, βλ.σ.302-399.
3. Για την παρουσίαση της έννοιας βλ. στο Marc Setterfield (1998), “History versus
equilibrium: Nicholas Kalbor on historical time annd economic theory”, Cambridge Journal of
Economics, 22: 521 -537.
4. Rosier B. & Dockis P. (1983). Rytmes Economiques, La D6couverte I Maspero, p. 188-
191. Οι δύο συγγραφείς εμπνέονται από τις ιδέες του Ilya Progorine των οποίων οι κυριό-
τερες βρίσκονται στο I. Prigorine et I. Stenngers (1984), Order out of Chaos, Flamingo I
Fontana Paperbacks.

5. Βρίσκουμε στο σημείο αυτό τη φιλοσοφία του Δημοκρίτου και του Επίκουρου, την
διατριβή του Karl Marx σχετικά με τους δύο αρχαίους φιλοσόφους, καθώς και τις παρατη-
ρήσεις του Louis Althusser στο Sur la philosophic (1994, Gallimard): “...au lieu de penser la
contingence comme modalite ou exception de la nicessiti, il faut penser la nicessiti comme le
devemr-necessaire de la rencontre des continents", σελίδα 42.

32

Ημέρα 3η

(α) Από την εργασιακή διαδικασία στη διαδικασία παραγωγής
(β) Αξία του προϊόντος και αξία της εργασιακής δύναμης

Η εργασιακή διαδικασία και τα στοιχεία της.
Η κοινωνική επικύρωση των ιδιωτικών εργασιών.

Η εργασία ορίζεται από τον Μαρξ, καταρχήν, σαν μια διαδικασία παραγωγής
χρήσιμων πραγμάτων. Περιλαμβάνει τρία στοιχεία. Το πρώτο στοιχείο είναι το
αντικείμενο της εργασίας, είναι δηλαδή το αντικείμενο που μετασχηματίζει η
εργασία με τρόπο τέτοιο ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες μας. Το δεύτερο στοι-
χείο είναι το μέσο της εργασίας, δηλαδή τα εργαλεία που μπορεί να χρησιμο-
ποιούμε (και όχι μόνο τα εργαλεία, αφού για να πραγματοποιηθεί μια εργασία,
εκτός από εργαλεία, μπορεί να χρειάζονται και κτίρια ή άλλες υποδομές). Το
τρίτο στοιχείο της εργασιακής διαδικασίας είναι η ίδια η ανθρώπινη δραστηριό-
τητα που μετασχηματίζει το αντικείμενο της εργασίας χρησιμοποιώντας τα
μέσα εργασίας ώστε να δημιουργηθεί μια αξία χρήσης, μια χρησιμότητα, ένα
χρήσιμο πράγμα. Το τρίτο στοιχείο, λοιπόν, είναι η ίδια η εργασία. Με άλλα
λόγια, οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα μετασχηματίζει κάτι, ένα αντικεί-
μενο, χρησιμοποιώντας κάποια μέσα, κάποια εργαλεία, για να παράγει κάτι χρή-
σιμο σ’ εμάς, κάτι που ικανοποιεί κάποιες ανάγκες μας, είναι εργασία, και η δια-
δικασία αυτή είναι μια εργασιακή διαδικασία.

Μια εργασιακή διαδικασία μπορεί να πραγματοποιείται μέσα σε σχέσεις
κεφαλαιοκρατικές, μπορεί όμως και όχι. Η παρασκευή ενός γεύματος στην
εστία είναι μια εργασιακή διαδικασία, η οποία όμως δεν υπόκειται στις κοινωνι-
κές σχέσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Υπόκεπαι σε άλλες σχέ-

33

σεις, προκαπιταλιστικές, που είναι οι σχέσεις της οικογένειας, και η εργασιακή
διαδικασία είναι μια οικιακή διαδικασία της εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση, η εργασιακή διαδικασία μετασχηματίζει κάτι για να το
κάνει χρήσιμο σ’ εμάς. Δεν είναι αναγκαστικό το αντικείμενο της εργασίας είτε
το προϊόν να είναι υλικά αντικείμενα. Ένας επιπλοποιός χρησιμοποιεί σαν αντι-
κείμενο εργασίας το ξύλο, χρησιμοποιεί μέσα εργασίας που είναι τα εργαλεία
των επιπλοποιών και παράγει έπιπλα τα οποία μας είναι χρήσιμα. Ένας στατιστι-
κός έχει μη υλικό αντικείμενο εργασίας, τα πρωτογενή στατιστικά στοιχεία, και
με την εργασία του τα μετασχηματίζει σε συμπεράσματα που ικανοποιούν τις
ανάγκες μας. Τα εργαλεία του δεν είναι υλικά, είναι η θεωρία της στατιστικής
και τα προγράμματα επεξεργασίας των στοιχείων. Επομένως τα τρία στοιχεία
της εργασίας υπάρχουν σε κάθε παραγωγή, υλική ή μη υλική, κατά την οποία
μετασχηματίζουμε κάτι σε κάτι άλλο, έτσι ώστε αυτό το καινούριο πράγμα, το
προϊόν, να ικανοποιεί τις ανάγκες μας.

Ο μετασχηματισμός ενός αντικειμένου ώστε να είναι χρήσιμο σε εμάς, ώστε
να ικανοποιεί τις ανάγκες μας, δεν είναι πάντοτε μια εργασιακή διαδικασία.
Χρειάζεται, επιπλέον, η δραστηριότητα που μετασχηματίζει το αντικείμενο της
σε κάτι χρήσιμο να είναι σχεδιασμένη, να είναι σκόπιμη. Δεν θεωρούμε, για
παράδειγμα, ότι οι μέλισσες που «παράγουν» το μέλι εργάζονται, ακριβώς επει-
δή η δραστηριότητα τους δεν έχει προκαθορισμένο σχέδιο. Στην περίπτωση
της εργασιακής διαδικασίας, που αφορά στην ανθρώπινη εργασία, το προϊόν
προϋπάρχει στο μυαλό μας σαν σχέδιο, πριν να το πραγματοποιήσουμε και
αυτό διακρίνει την εργασιακή διαδικασία απ’ αυτό που κάνουν αυθόρμητα τα
ζώα.

Μια διευκρίνιση καθαρά γλωσσικού χαρακτήρα: Το προϊόν της εργασιακής
διαδικασίας είναι αυτό που ονομάζει ο Μαρξ «αξίες χρήσης». Η «αξία χρήσης»
δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα χρήσιμο πράγμα, και στη σημερινή γλώσσα μπο-
ρούμε να χρησιμοποιούμε τον όρο της χρησιμότητας, ή να λέμε πολύ απλά ότι
κάτι είναι χρήσιμο. Η εργασιακή διαδικασία παράγει λοιπόν χρήσιμα αντικείμε-
να, υλικά ή μη.

Η εργασία μπορεί να είναι χρήσιμη σε εμάς ή στους άλλους. Στην περίπτωση
της οικιακής διαδικασίας της εργασίας πρόκειται για μια ιδιωτική εργασία-που

34

δεν δέχεται κοινωνική επικύρωση και παράγει απλώς κάτι χρήσιμο για εμάς, έχει
ατομική, ιδιωτική χρησιμότητα. Παραμένει άγνωστο εάν αυτή η ιδιωτική εργασία
θα ήταν χρήσιμη σε άλλους. Η κοινωνική επικύρωση μιας ιδιωτικής εργασίας ως
κοινωνικά αναγκαίας πραγματοποιείται μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικής επικύ-
ρωσης. Αυτό, στη περίπτωση της κοινωνίας που ζούμε, γίνεται μέσω της αγο-
ράς. Η αγορά κρίνει εάν το προϊόν της ιδιωτικής εργασίας μας είναι κοινωνικά
αναγκαίο.

Η επικύρωση των ατομικών εργασιών στον καπιταλισμό γίνεται μέσω της αγο-
ράς. Τι σημαίνει αυτό: Ότι αν γράψω ένα μυθιστόρημα, το παρουσιάσω στην
αγορά προς πώληση και δεν το αγοράσει κανείς, τότε δεν υπάρχει κοινωνική
επικύρωση της ιδιωτικής μου εργασίας.

Από την εργασιακή διαδικασία στην άμεση
διαδικασία παραγωγής.

Η εργασιακή διαδικασία, κατά τον Μαρξ, είναι το υπόβαθρο πάνω στο οποίο
εδράζεται η διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Η διαδικασία αξιοποίησης
του κεφαλαίου στην πιο απλή μορφή της είναι η εξής: Χρήμα => Εμπόρευμα =>
Χρήμα. Έχω χρήμα, το μετατρέπω σε εμπόρευμα, και μετά αυτό το εμπόρευμα
πωλείται και μετστρέπεχαι ξανά σε χρήμα, αυτή τη φορά περισσότερο από όσο
στην αρχή της διαδικασίας. Αυτή είναι η στοιχειώδης μορφή κεφαλαιοκρατικής
αξιοποίησης του χρήματος, δηλαδή η μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο.
Όταν οι εργασιακές διαδικασίες τίθενται κάτω από τη διαδικασία της αξιοποίη-
σης κεφαλαίου, τότε προκύπτει η κεφαλαιοκρατική διαδικασία παραγωγής. Ας
θεωρήσουμε ένα παράδειγμα: Στη διάρκεια των τελευταίων ετών, πραγματοποι-
είται μια μεγάλη κίνησης εξωτερίκευσης της παρασκευής γευμάτων από τα νοι-
κοκυριά στις επιχειρήσεις παραγωγής «έτοιμων γευμάτων». Η παραγωγή ενός
γεύματος στην εστία είναι απλώς μια εργασιακή διαδικασία που παράγει ένα
χρήσιμο αντικείμενο. Όταν όμως αυτή η διαδικασία εξωτερικεύεται, φεύγει από
το νοικοκυριό και μετατρέπεται σε παραγωγή «έτοιμων γευμάτων» από καπιτα-
λιστικές επιχειρήσεις, τότε η αρχική εργασιακή διαδικασία, που είχε οικιακό
χαρακτήρα μετατρέπεται σε παραγωγή καπιταλιστικού εμπορεύματος, τίθεται
κάτω από τις απαιτήσεις και τους όρους μιας διαδικασίας αξιοποίησης κεφαλαί-
ου (του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί ώστε να καταστεί δυνατή η παραγωγή
«έτοιμων γευμάτων»), Η εργασιακή διαδικασία της παρασκευής γευμάτων γίνε-
ται μια εργασιακή διαδικασία υποταγμένη στην αξιοποίηση του κεφαλαίου.

35

Άλλο παράδειγμα είναι η διαδικασίας παραγωγής υγείας. Ως δημόσιο αγαθό η
υγεία παράγεται από μια διαδικασία εργασίας που ακολουθεί κανόνες υπαγο-
ρευμένους από την ηθική και ορισμένες αρχές οικονομικότητας (π.χ. ελαχιστο-
ποίηση του κόστους). Όταν η διαδικασία εργασίας που παράγει υγεία μετατρέ-
πεται σε παραγωγή εμπορεύματος, όταν δηλαδή η υγεία μετατρέπεται σε εμπό-
ρευμα που παράγεται από καπιταλιστικές επιχειρήσεις (τις ιδιωτικές κλινικές και
τα ιδιωτικά ιατρεία), τότε η αρχική εργασιακή διαδικασία, που είχε δημόσιο
χαρακτήρα μετατρέπεται σε παραγωγή καπιταλιστικού εμπορεύματος και τίθε-
ται κάτω από τους όρους και τις απαιτήσεις μιας διαδικασίας αξιοποίησης κεφα-
λαίου, δηλαδή χρήματος που θέλει μετατραπεί σε εμπόρευμα και μετά και πάλι
σε χρήμα, περισσότερο αυτή τη φορά.

Όταν μια εργασιακή διαδικασία περνάει κάτω από την εξουσία της αξιοποίη-
σης του κεφαλαίου, η σύνθεση που προκύπτει ονομάζεται άμεση διαδικασία
παραγωγής. Έτσι, η άμεση διαδικασία παραγωγής του εμπορεύματος «υγεία»
είναι η ενότητα δύο διαδικασιών: μιας εργασιακής διαδικασίας της οποίας το
προϊόν είναι το αγαθό «υγεία» και μιας διαδικασίας αξιοποίησης κεφαλαίου της
οποίας το προϊόν είναι μια αξία μεγαλύτερη από όσο αρχικά διατέθηκε για την
παραγωγή του προϊόντος «υγεία». Η ενότητα αυτή, της διαδικασίας της εργα-
σίας με την διαδικασία αξιοποίησης κεφαλαίου πραγματοποιείται υπό την
κυριαρχία της διαδικασίας αξιοποίησης. Είναι, δηλαδή, οι απαιτήσεις της αξιο-
ποίησης που θα υπαγορεύσουν στην διαδικασία της εργασίας με ποιο τρόπο θα
παραχθεί το προϊόν «υγεία», σε τι ποσότητα, σε ποιες αγορές θα διατεθεί και
σε τι τιμές. Υπάρχει, λοιπόν, υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο μέσα στην
άμεση διαδικασία παραγωγής.

Υπάρχει μια μεταβατική φάση κατά την οποία η υποταγή της εργασίας στο
κεφάλαιο χαρακτηρίζεται από τον Μαρξ ως «τυπική υποταγή της εργασίας στο
κεφάλαιο». Εννοεί με αυτόν τον όρο ότι οι απαιτήσεις της αξιοποίησης του
κεφαλαίου δεν έχουν ακόμη μεταβάλλει την διαδικασία της εργασίας που συνε-
χίζεται όπως παλιά, πριν την υποταγή της στο κεφάλαιο. Οι άμεσοι παραγωγοί,
οι εργαζόμενοι, διατηρούν την αυτονομία που τους προσφέρει το γεγονός ότι
είναι κάτοχοι της τεχνικής, της τεχνογνωσίας και όλων των «μυστικών του επαγ-
γέλματος», είναι με άλλα λόγια κυρίαρχοι στην εργασιακή διαδικασία ως προς
τον τρόπο της διεξαγωγής της. Εχουν, όμως, χάσει τον έλεγχο ως προς την

36

ποσότητα εμπορεύματος που θα παραχθεί, την τιμή του, τις αγορές στις οποίες
θα διατεθεί κλπ. Κατά την περίοδο της «ουσιαστικής υποταγής της εργασιακής
διαδικασίας στο κεφάλαιο», η μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση έχει τη δυνατό-
τητα να ελέγχει και την τεχνογνωσία και την τεχνολογία και την οργάνωση της
εργασιακής διαδικασία. Το αποκορύφωμα της ουσιαστικής υποταγής της εργα-
σίας στο κεφάλαιο ήταν ο Ταιηλορισμός και ο Φορντισμός που αναπτύχθηκαν
μετά το 1920 και έφθασαν σε παρακμή μόνο στη δεκαετία του 1970.

Πώς οι τιμές συγκλίνουν σε μια μέση τιμή
που καθορίζεται από την αξία των προϊόντος.

Χάρη στον ανταγωνισμό των παραγωγών, οι τιμές συγκλίνουν αναγκαστικά
στην τιμή του μεσαίου παραγωγού, δηλαδή εκείνου που παράγει με τη μέση
δεξιότητα, τη μέση τεχνολογία και τη μέση τεχνογνωσία - με δυο λόγια εκείνου
που παράγει με τις μέσες συνθήκες. Η εργασία του πραγματοποιείται στον κοι-
νωνικά μέσο αναγκαίο χρόνο για να παραχθεί μία μονάδα προϊόντος. Αυτό
δηλαδή που καθορίζει την αξία μιας μονάδας προϊόντος, αν εξαιρέσουμε όλες
τις τυχαίες αποκλίσεις που είδαμε εδώ, είναι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος του
μεσαίου παραγωγού. Αυτό μπορεί κάποιος να το διατυπώσει και αλλιώς. Ότι η
αξία ενός προϊόντος καθορίζεται από την κοινωνικά μέση παραγωγικότητα που
απαπεπαι για να παραχθεί μια μονάδα του. Επομένως είναι δυνατό να παρατη-
ρούμε τις τιμές ενός προϊόντος να αποκλίνουν προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
Εάν πάρουμε όμως μια αρκετά μεγάλη περίοδο, όλες αυτές οι κινήσεις προς τα
πάνω και προς τα κάτω αλληλοαναιρούνται και τελικά βρίσκουμε ότι συγκλίνουν
στον μέσο όρο.

Ο νόμος της αξίας, λοιπόν, μας λέει πως καθορίζεται ένα προϊόν έχει αξία
επειδή είναι προϊόν εργασίας και ότι το ύψος της αξίας του καθορίζεται από
τον χρόνο που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή του.

Αξία της εργασιακής δύναμης.

Αυτό που πουλάει ο μισθωτός στον εργοδότη, δεν είναι η εργασία του, είναι
η εργασιακή του δύναμη, δηλαδή οι διανοητικές και σωματικές ικανότητες που
έχει και χάρη στις οποίες μπορεί, εάν τις θέσει σε λεπουργία, να παράγει αξίες
χρήσης. Ο κεφαλαιοκράτης, που αγοράζει την εργασιακή δύναμη, δεν την χρη-
σιμοποιεί βέβαια, για να παράγει μια αξία χρήσης, αλλά ένα εμπόρευμα, ένα
προϊόν που θα φέρει στην αγορά για να το πουλήσει με σκοπό να κερδίσει. Η

37

εργασία είναι η κατανάλωση της εργασιακής μας δύναμης δηλαδή των σωματι-
κών και διανοητικών ικανοτήτων μας από τον εργοδότη, και η κατανάλωση αυτή
είναι η εργασία μας. Η εργασία είναι λοιπόν κάτι που συμβαίνει, είναι διαδικα-
σία, είναι η διαδικασία που μετασχηματίζει ένα αντικείμενο για να το μετατρέ-
ψει σε κάτι χρήσιμο για τους άλλους. Η εργασία είναι η πράξη, είναι η διαδικα-
σία, και η εργασιακή δύναμη είναι οι προϋποθέσεις της.

Αφού η εργασιακή δύναμη πωλείται στην αγορά (την αγορά εργασίας) είναι
ένα εμπόρευμα, και σαν τέτοιο έχει αξία, το ύψος της οποίας καθορίζεται όπως
η αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων, δηλαδή από τον κοινωνικά αναγκαίο
χρόνο για τη παραγωγή της. Αυτός όμως ο χρόνος αναλύεται σε όλα όσα πρέ-
πει να καταναλώσουμε στην διάρκεια ενός μήνα ή ενός έτους ας πούμε, ώστε
να αναπαράξουμε τις ικανότητες μας που αποτελούν την εργασιακή μας δύνα-
μη. Αυτό αναφέρεται στη βραχυπρόθεσμη διάρκεια, στις ήδη αποκτημένες ικα-
νότητες, στη συντήρηση της εργασιακής δύναμης. Για να μπορέσω τον επόμενο
μήνα ή το επόμενο έτος να πουλήσω ξανά την εργασιακή μου δύναμη, θα πρέ-
πει στην διάρκεια αυτού του μήνα ή αυτού του έτους να έχω στην διάθεση μου
ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών με βάση τα οποία θα μπορώ να ζήσω μια
«κανονική» ζωή, κανονική με βάση τα καταναλωτικά πρότυπα της εποχής. Επο-
μένως ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος για να αναπαραχθεί η εργασιακή μου
δύναμη, είναι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος για να παραχθεί το καλάθι με τα
αναγκαία αγαθά και υπηρεσίες που χρειάζομαι για να αναπαραχθώ ως εργαζό-
μενος διάγοντας μια κανονική και αξιοπρεπή ζωή. Θα έχω συντηρήσει, έτσι, το
εμπόρευμά μου, δηλαδή την εργασιακή μου δύναμη.

Ας ξεχάσουμε τώρα τον ατομικό εργαζόμενο για να δούμε την ίδια διαδικα-
σία, της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, από μακροσκοπική και μακρο-
πρόθεσμη άποψη. Αντί, δηλαδή, για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης
του ατομικού εργάτη, ας σκεφτούμε την αναπαραγωγή των εργαζόμενων τάξε-
ων στο σύνολό τους, και αντί της μηνιαίας ή ετήσιας αναπαραγωγής της εργα-
σιακής δύναμης ας σκεφτούμε τις γενιές των εργαζομένων. Τώρα, η αναπαρα-
γωγή περιλαμβάνει πολύ περισσότερες προϋποθέσεις από ό,τι στην περίπτωση
της βραχυχρόνιας αναπαραγωγής του ατομικού εργαζόμενου. Στις δαπάνες ανα-
παραγωγής θα πρέπει να περιλαμβάνονται όλα τα έξοδα που γίνονται για να
αντικστασταθεί μια γενιά εργαζόμενων τάξεων από μια νεότερη: όλα τα έξοδα

38

που έχουν γίνει στο παρελθόν, τον καιρό που δεν είμαστε παραγωγικοί, προκει-
μένου να αποκτήσουμε τις γνώσεις και τις δεξιότητες που σχηματί-ζουν την
εργασιακή δύναμη.

Η αξία του προϊόντος και η αξία της εργασια-
κής δύναμης είναι ανεξάρτητα μεγέθη.

Η αξία του προϊόντος και η αξία της εργασιακής δύναμης είναι ανεξάρτητα
μεγέθη, δηλαδή δεν καθορίζει το ένα το άλλο. Ο αξία της εργασιακής δύναμης
δεν καθορίζει την αξία του προϊόντος: εάν μπορώ να παράγω το ίδιο προϊόν
στις ίδιες ώρες κοινωνικά αναγκαίας εργασίας με εργασιακή δύναμη υψηλής ή
χαμηλής αξίας, δεν έχει καμία σημασία, διότι αυτό που καθορίζει την αξία του
προϊόντος είναι η μέση παραγωγικότητα της εργασίας, ο μέσος αναγκαίος χρό-
νος, ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος για την παραγωγή αυτού του προϊόντος, και
εάν μπορώ να τον πετύχω με ακριβή ή φθηνή εργασιακή δύναμη, αυτό δεν έχει
σημασία. Η αξία του προϊόντος και η αξία της εργασιακής δύναμης είναι ανε-
ξάρτητα μεγέθη είναι λοιπόν δύο ανεξάρτητα μεγέθη, και η διαφορά τους είναι
αυτό που ονομάζει ο Μαρξ υπεραξία.

Το προϊόν το παράγουν οι εργαζόμενοι, και η αξία του είναι ανάλογη του κοι-
νωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας που έχουν διαθέσει για να παραχθεί αυτό
το προϊόν. Από αυτό το προϊόν, η τάξη των κεφαλαιοκρατών διαθέτει ένα
μέρος για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, δηλαδή για την συντήρη-
ση της υπάρχουσας γενιάς εργαζομένων και την παραγωγή μιας νέας. Η διαφο-
ρά ανάμεσα στην αξία του προϊόντος και στην αξία της εργασιακής δύναμης
είναι η υπεραξία. Είναι δηλαδή εκείνο το τμήμα του προϊόντος το οποίο έχει
παραχθεί από τις εργαζόμενες τάξεις αλλά το καρπώνεται η τάξη των κεφαλαιο-
κρατών. Αυτό που καρπώνεται η εργατική τάξη στο σύνολό της είναι η αξία της
εργασιακής της δύναμης, δηλαδή τα έξοδα της συντήρησης της και της αναπα-
ραγωγής της. Η υπεραξία αναφέρεται στην αξία που καρπώνεται η τάξη των
κεφαλαιοκρατών, σε ώρες εργασίας. Με όρους χρηματικούς, η υπεραξία εμφα-
νίζεται ως κέρδος.

39

Όταν αναλύουμε πρέπει να είμαστε αμερόληπτοι, όταν
δρούμε πολιτικά πρέπει να είμαστε προκατειλημμένοι.

Ο Μαρξ χρησιμοποιεί την έννοια της εκμετάλλευσης για να περιγράφει τη
σχέση μεταξύ της τάξης των κεφαλαιοκρατών και των εργαζόμενων τάξεων. Ο
Μαρξ έχει αφαιρέσει κάθε ηθικό χρωματισμό από την έννοια της εκμετάλλευ-
σης και αναφέρεται σε αυτήν με την ίδια έννοια που αναφερόμαστε στην εκμε-
τάλλευση ενός ορυχείου, ενός χωραφιού ή μιας φυσικής πηγής ενέργειας π.χ.
του πετρελαίου ή της ηλιακής ενέργειας. Αυτή η αφαίρεση κάθε ηθικού χρωμα-
τισμού από την ανάλυσή, του επιτρέπει να δει καθαρά ποιες είναι οι σχέσεις
μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Η μαρξιστική θεωρία, εκ κατασκευής, παρέχει
τον τρόπο να σκεφτούμε, να αναλύσουμε την κοινωνική πραγματικότητα ανε-
ξάρτητα από την ηθική μας ή την ιδεολογία μας. Όταν αναλύουμε πρέπει να
είμαστε αμερόληπτοι, όταν δρούμε πολιτικά πρέπει να είμαστε προκατειλημμέ-
νοι.

40

Ημέρα 4η

More From This User

Notes
Load more

You're Reading a Free Preview

Download