The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20130819090635/http://www.scribd.com:80/doc/105533141/%CE%A0%CE%9B%CE%9F%CE%A5%CE%A4%CE%91%CE%A1%CE%A7%CE%9F%CE%A5-%CE%92%CE%99%CE%9F%CE%99-%CE%98%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%9C%CE%99%CE%A7-%CE%9F%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%9F%CE%A5-%CE%9F%CE%95%CE%94%CE%92-1966
Read without ads and support Scribd by becoming a Scribd Premium Reader.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΒΙΟΙ - Θεμιστοκλής και Περικλής - ΜΙΧ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ - ΟΕΔΒ 1966

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΚΛΗΣ

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Εἰσαγωγή - Μετάφραση - Σημειώσεις. ΜΙΧ. Χ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1966

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Καταγωγὴ τοῦ Πλουτάρχου. Τὰ παιδικά του χρόνια. Ἡ Χαιρώνεια ἦταν μιὰ μικρὴ πολιτεία στὰ σύνορα τῆς Βοιωτίας καὶ τῆς Φωκίδας, κοντὰ στὸν ποταμὸ Κηφισό. Ἐκεῖ, ὅπως ξέρομε ἀπὸ τὴν ἱστορία, τὸ 338 π. Χ ὁ βασιλιὰς τῆς Μακεδονίας Φίλιππος ὁ Β΄ νίκησε τοὺς Ἀθηναίους, τοὺς Θηβαίους καὶ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες, ποὺ ἀναγκάστηκαν τότε νὰ δεχτοῦν τὴν ἡγεμονία τῶν Μακεδόνων στὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ἡ Χαιρώνεια εἶναι σήμερα γνωστὴ ὄχι μόνο γιατὶ ἔχει συνδέσει τὸ ὄνομά της μὲ τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ γεγονός, μὰ καὶ γιατὶ ὑπῆρξε ἡ πατρίδα τοῦ Πλουτάρχου, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ συγγραφέα, ποὺ τὰ πολυάριθμα ἔργα του ἐπὶ αἰῶνες ἀπὸ τότε κυκλοφοροῦν σὲ χιλιάδες ἐκδόσεις καὶ διαβάζονται μὲ τὴ μεγαλύτερη εὐχαρίστηση σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς καὶ σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι τὸ ὄνομα τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας του, ποὺ πολὺ εἶχε ἀγαπήσει, ἔχει κερδίσει μαζὶ μὲ τὸ δικό του τὴν ἀθανασία. Ὁ Πλούταρχος γεννήθηκε τὸ 46 μ. Χ. ἀπὸ εὔπορους γονεῖς, ποὺ εἶχαν μεγάλη ἐκτίμηση καὶ κοινωνικὴ θέση στὴ μικρὴ πολιτεία ὅπου ζοῦσαν. Ὁ ἴδιος στὰ ἔργα του μᾶς δίνει πληροφορίες γιὰ τὴν οἰκογένειά του καὶ γιὰ τὴ ζωή του. Ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ προπάππου του, τοῦ Νικάρχου, ποὺ ἦταν εὔπορος καὶ εἶχε ἀρκετὲς φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικὲς γνώσεις. Ἐπίσης συχνὰ μνημονεύει ὁ Πλούταρχος τὸ ὄνομα τοῦ παπποῦ του, τοῦ Λαμπρία, καὶ διηγεῖται πολλὰ εὐχάριστα ἀνέκδοτα ποὺ ἄκουσε ἀπ’ αὐτόν. Ὁ πατέρας του, ὁ Αὐτόβουλος, σύμφωνα πάντοτε μὲ ὅσα μᾶς λέει ὁ ἴδιος ὁ Πλούταρχος, ἦταν ἄνθρωπος μὲ πολλὲς ἀρετὲς καὶ ἔδινε σοφὲς συμβουλὲς στὸ παιδί του. Ὁ Πλούταρχος εἶχε δύο μικρότερους ἀδερφούς, τὸν Τίμωνα καὶ τὸν Λαμπρία. Τοὺς ἀναφέρει καὶ αὐτοὺς συχνά, καὶ τὰ λόγια τους δείχνουν ὅτι εἶχαν ἀρκετὴ μόρφωση. Οἱ τρεῖς ἀδερφοὶ ἦταν πολὺ ἀγαπημένοι μεταξύ τους, ὅπως καὶ ὅλα τὰ μέλη στὴν οἰκογένειά

τους. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν οἰκογενειακὴ ἀτμόσφαιρα ἀνατράφηκε ὁ Πλούταρχος καὶ ἔζησε τὰ παιδικὰ καὶ τὰ πρῶτα νεανικά του χρόνια. Ἐκεῖ, στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, ἔλαβε τὴν πρώτη του μόρφωση καὶ νωρὶς ἔδειξε τὴν ἀσυγκράτητη φιλομάθειά του. Ἡ μικρὴ ὅμως Χαιρώνεια δὲν εἶχε ἀρκετὲς πηγὲς γιὰ τὸ πνεῦμα του, ποὺ διψοῦσε γιὰ μάθηση. Ἔπρεπε νὰ εὐρύνη τὴ μόρφωσή του σὲ μεγαλύτερα πνευματικὰ κέντρα. ῾Η ἐποχή του. Κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Πλουτάρχου ἡ μορφὴ τοῦ κόσμου ἦταν πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε, ὅταν ἔζησαν οἱ πολὺ ἀρχαιότεροι ἀπὸ αὐτὸν Ἕλληνες συγγραφεῖς τῆς κλασικῆς ἐποχῆς τοῦ 5. καὶ τοῦ 4. π.Χ. αἰώνα. Οἱ παλαιότεροι ἐκεῖνοι συγγραφεῖς (ὁ Θουκυδίδης, ὁ Ξενοφῶν, ὁ Πλάτων, ὁ Δημοσθένης, ὁ Λυσίας κ. ἄ.) εἶχαν τὴν εὐτυχία νὰ ζοῦν σὲ μιὰν ἐλεύθερη πατρίδα. Ἔβλεπαν νὰ συναγωνίζωνται οἱ ἑλληνικὲς πόλεις σὲ προκοπὴ καὶ σὲ δύναμη καὶ μέσα σ’ αὐτὲς αἰσθάνονταν ὅτι ἀνάπνεαν τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας. Αὐτὴ τὴν εὐτυχία δὲν τὴν εἶχε ὁ Πλούταρχος. Δύο αἰῶνες πρὶν αὐτὸς γεννηθῆ, ἡ Ἑλλάδα εἶχε ὑποταχτῆ στοὺς Ρωμαίους (146 π.Χ.). Ἡ ρωμαϊκὴ κυριαρχία, εἶχε ἁπλωθῆ σὲ ὅλο τὸν τότε γνωστὸ κόσμο. Οἱ μεσογειακὲς χῶρες τῆς Εὐρώπης, ἡ Μικρὰ Ἀσία, ἡ Συρία, καὶ ἡ Βόρεια Ἀφρικὴ ἀποτελοῦσαν ἕνα ἀπέραντο κράτος μὲ πρωτεύουσα τὴ Ρώμη. Καὶ ὅμως τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα δὲν ἔπαψε νὰ ζῆ. Στὴν Ἑλλάδα, ὅπως καὶ στὴ Συρία καὶ στὴν Αἴγυπτο, διατηρήθηκε ἡ παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἐξακολουθοῦσε νὰ μένη ζωντανὴ στὸ στόμα τοῦ λαοῦ μὲ τὴ μορφὴ ποὺ τὴ βλέπομε γραμμένη στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς «Καινῆς Διαθήκης». Ἔτσι, μέσα στὸ ἀπέραντο ρωμαϊκὸ κράτος, ἐξακολουθοῦσε νὰ ζῆ ὁ ἑλληνικὸς κόσμος μὲ κέντρο ἀκτινοβόλο τὴν Ἀθήνα. Σ’ αὐτὴν ἔρχονταν ἀπὸ ὅλα τὰ ἑλληνικὰ μέρη ὅσοι ἤθελαν νὰ τροφοδοτήσουν τὸ πνεῦμα τους καὶ νὰ μορφωθοῦν στὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Οἱ Ρωμαῖοι οἱ ἴδιοι θεωροῦσαν ἀπαραίτητο νὰ ἔρθουν στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ συμπληρώσουν τὴ μόρφωσή τους καὶ νὰ διδαχτοῦν ἀπὸ ἔξοχους ἄντρες. Καί, ἂν ἡ Ρώμη εἶχε γίνει ἐξαιτίας τῶν κατακτήσεών της ἡ πολιτικὴ πρωτεύουσα τοῦ κόσμου, στὴν Ἀθήνα εἶχε ἀπομείνει τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ πιὸ ἔνδοξος καὶ πιὸ ἐπίζηλος τίτλος τῆς πρωτεύουσας τοῦ πνευματικοῦ κόσμου.

Ἡ μόρφωσή του. Ὁ Πλούταρχος, λοιπόν, ὅταν στὰ πρῶτα χρόνια τῆς νεανικῆς του ἡλικίας αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ λάβη ἀνώτερη μόρφωση, ἦρθε στὴν Ἀθήνα καὶ παρακολούθησε πολλοὺς δασκάλους καὶ πολλὲς ἐπιστῆμες. Τοῦ ἄρεσαν τὰ μαθηματικά, οἱ φυσικὲς ἐπιστῆμες, ἡ ἰατρική, καὶ βλέπομε στὰ ἔργα του ὅτι εἶχε ἀρκετὲς γνώσεις ἀπὸ τὶς ἐπιστῆμες αὐτές. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἰδιαίτερα τὸν τράβηξε, ἦταν ἡ φιλοσοφία. Καὶ εὐτύχησε νὰ ἔχη δάσκαλό του τὸν Ἀμμώνιο τὸν Ἀλεξανδρέα, ποὺ τὸν ἐμύησε σὲ ὅλα τὰ φιλοσοφικὰ συστήματα, προπάντων ὅμως στὶς πλατωνικὲς θεωρίες. Γιὰ τὸ δάσκαλό του μιλεῖ συχνὰ στὰ ἔργα του μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ ἐκτίμηση. Ἄλλὰ καὶ ὁ Ἀμμώνιος καὶ πολλοὶ ἄλλοι πνευματικοὶ ἄνθρωποι ἐπίσης ἐκτίμησαν τὴν ἀξία καὶ τὸ χαρακτήρα τοῦ Πλουτάρχου, ποὺ ἀνακηρύχτηκε ἐπίτιμος Ἀθηναῖος πολίτης. Ἡ δίψα του ὅμως γιὰ μόρφωση ἦταν πάντα ζωηρὴ καὶ ἀνικανοποίητη. Γι’ αὐτὸ δὲν περιορίστηκε στὰ ὅσα ἔμαθε στὴν Ἀθήνα. Πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια ὅπου ὑπῆρχαν λαμπρὰ ἀνώτερα ἐκπαιδευτήρια καὶ πλουσιώτατη βιβλιοθήκη. Ἐκεῖ συμπλήρωσε, τὶς φιλοσοφικὲς σπουδές του καὶ παρακολούθησε καὶ μαθήματα φυσικῶν ἐπιστημῶν. Ἡ δράση του. Ἀλλὰ καὶ τὴ μητρόπολη τοῦ τότε κόσμου, τὴ Ρώμη ἐπισκέφτηκε ὁ Πλούταρχος. Εἶχε συμπληρώσει πιὰ τὸν κύκλο τῶν σπουδῶν του καὶ εἶχε γίνει ὁ ἴδιος δάσκαλος τῆς φιλοσοφίας. Ἡ φήμη του εἶχε διαδοθῆ καὶ πολλὲς προσωπικότητες παρακολουθοῦσαν τὰ μαθήματά του καὶ ἔδειχναν τὴν ἐκτίμησή τους στὸ σοφὸ Ἕλληνα. Συνδέθηκε στενὰ μὲ σπουδαίους Ρωμαίους, ἀκόμα καὶ μὲ τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανό, καὶ ἀπόχτησε τὰ δικαιώματα τοῦ Ρωμαίου πολίτη. Καμιὰ ὅμως ἀπὸ τὶς μεγάλες πόλεις ποὺ ἐπισκέφτηκε, οὔτε ἡ Ἀθήνα οὔτε ἡ Ἀλεξάνδρεια οὔτε ἡ Ρώμη, δὲν πῆρε στὴν καρδιά του τὴ θέση ποὺ εἶχε ἡ μικρὴ ἰδιαίτερη πατρίδα του. Αὐτὴν νοσταλγοῦσε σὲ ὅλα του τὰ ταξίδια καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ ἐκεῖ πήγαινε, γιὰ νὰ βρεθῆ στὰ γνώριμά του μέρη καὶ στὸν κύκλο τῶν συμπολιτῶν του ποὺ τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τοὺς ἀγαποῦσε. Καὶ ἐκεῖ, στὴ Χαιρώνεια, ἐγκαταστάθηκε ὁριστικὰ πιά, γιὰ νὰ ἀρχίση νὰ γράφη τα ἔργα ποὺ εἶχε ἤδη σχεδιάσει. Ἐκεῖ νυμφεύτηκε τὴν ἐνάρετη συμπολίτισσά του Τιμοξένα καὶ ἀπόχτησε τέσσερεις γιοὺς καὶ μιὰ θυγατέρα ποὺ πέθανε πολὺ μικρή. Ἡ ἀνατροφὴ
5

τῶν παιδιῶν του ὑπῆρξε γιὰ τὸν Πλούταρχο μιὰ ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες φροντίδες του καί ἀφιερώθηκε σ’ αὐτὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀφοσιωμένη σύζυγό του. Φιλοτάξιδος, ὅπως ἦταν, δὲ σταμάτησε νὰ ταξιδεύη κατὰ καιροὺς σὲ διάφορες ἑλληνικὲς πόλεις, στὴν Ἀθήνα, στοὺς Δελφούς, στὴν Αἰδηψό, στὴν Ἰσθμία, στὴν Ὀλυμπία, καὶ γνωρίστηκε μὲ σπουδαίους Ἕλληνες ποὺ θαύμαζαν τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία του. Στὸν τόπο ὅμως τῆς μόνιμης διαμονῆς του, στὴν ἀγαπημένη του Χαιρώνεια, ἔνιωθε ὅλη τὴν ἂνεση καὶ ἀνακτοῦσε τὶς δυνάμεις του, γιὰ νὰ συνεχίζη τὴ συγγραφὴ τῶν ἔργων του. Οἱ συμπολίτες του τὸν τίμησαν μὲ πολλὰ ἀξιώματα, ποὺ αὐτὸς τὰ ἀναλάβαινε μὲ προθυμία, ὄχι γιὰ νὰ ἱκανοποιήση τὴ φιλοδοξία του, παρὰ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήση ὅσο μποροῦσε τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Ὁ βίος του ὑπῆρξε πάντοτε σύμφωνος μὲ τὶς ἠθικὲς θεωρίες του, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ πιὸ βασικὴ ἦταν ἡ πίστη του στὴ θεία πρόνοια καὶ στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Σὲ μεγάλη πιὰ ἠλικία ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸ δημόσιο βίο καὶ ἔγινε ἱερέας τοῦ Ἀπόλλωνα ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, περίπου τὸ 126 μ.Χ. Τὰ ἔργα τοῦ Πλουτάρχου. Τὰ συγγράμματα τοῦ Πλουτάρχου εἶναι ἱστορικὰ καὶ φιλοσοφικά. Τὰ ἱστορικά του ἔργα εἶναι γνωστὰ μὲ τὸν τίτλο «Παράλληλοι βίοι». Οἱ Βίοι αὐτοὶ εἶναι βιογραφίες σπουδαίων Ἑλλήνων καὶ Ρωμαίων καὶ ἀποτελοὺν 23 ζεύγη. Τὸ κάθε ζεὺγος παρουσιάζει ἕναν Ἕλληνα καὶ ἕναν ἀντίστοιχο Ρωμαῖο, ποὺ συγκρίνονται μεταξύ τους. Ἔτσι βιογραφοῦνται σοφοὶ νομοθέτες, ἔνδοξοι στρατηγοί, ἔξοχοι πολιτικοὶ καὶ ρήτορες, ποὺ εἶναι σχεδὸν ὅλοι πρότυπα καὶ παραδείγματα πρὸς μίμηση. Ἄν κοντὰ σ’ αὐτοὺς τοὺς ἐνάρετους ἀνθρώπους παράθεσε καὶ μερικοὺς ποὺ ὁ χαρακτήρας τους εἶναι ἀντίθετος, αὐτὸ τὸ ἔκαμε, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, γιὰ νὰ διεγείρη, μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίθεση, μεγαλύτερη ἀποστροφὴ πρὸς τὸ κακὸ καὶ μεγαλύτερη ἐκτίμηση γιὰ τὴν ἀρετή. Ἡ ἱστορία λοιπόν, ὅπως τὴ γράφει ὁ Πλούταρχος στοὺς «Βίους» του, δὲν εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ μεθοδικὴ ἔκθεση γεγονότων καὶ καταστάσεων, ὅπως μᾶς τὴν παρουσίασε ὁ Θουκυδίδης, ὁ Ξενοφῶν καὶ οἱ ἄλλοι ἱστορικοί. Εἶναι ἕνα μάθημα ἔμπραχτης ἠθικῆς μὲ πλούσια παραδείγματα, γιὰ νὰ τὰ μιμηθοῦμε ἢ γιὰ νὰ τὰ ἀποφύγωμε. Ἀλλὰ τὸ μάθημα αὐτὸ ποὺ δίνουν οἱ βιογραφίες τοῦ Πλουτάρχου στοὺς ἀναγνῶστες του γίνεται μὲ τὸν πιὸ εὐχάριστο τρόπο, γιατὶ εἶναι γεμάτες
6

ἀπὸ ἀνέκδοτα, διηγήσεις, λόγια καὶ πράξεις τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς αὐτῶν ποὺ βιογραφοῦνται, ὥστε νὰ τοὺς γνωρίζωμε ὄχι μόνο ὡς ἱστορικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀνθρώπους μέσα στὴν κοινωνία ποὺ ἔζησαν. Γιὰ νὰ γράψη τὶς βιογραφίες αὐτὲς ὁ Πλούταρχος, χρησιμοποίησε ἄφθονες πηγές. Εἶχε μελετήσει ὅλους τοὺς συγγραφεῖς ποὺ ἔγραψαν πρὶν ἀπὸ αὐτὸν καὶ μᾶς παραθέτει ὀνόματα, συγγράμματα καὶ πληροφορίες ποὺ δὲ θὰ γνωρίζαμε σήμερα, ἂν ἔλειπαν τὰ ἔργα τοῦ Πλουτάρχου. Τὰ «Ἠθικὰ» ἔργα τοῦ Πλουτάρχου εἶναι συλλογὴ ἀπὸ 83 πραγματεῖες. Οἱ περισσότερες ἐξετάζουν ἠθικὰ ζητήματα. Περιέχονται ὅμως καὶ πολλὲς ἄλλες ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ διάφορα θέματα, θρησκευτικά, πολιτικά, φιλολογικά, κοινωνικά, ὅπως καὶ μὲ θέματα ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ τὴν ὑγιεινή. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγραψε ὁ Πλούταρχος γιὰ τοὺς νέους τῆς ἐποχῆς του καὶ περιέχουν σοφὲς γνῶμες, βαθυστόχαστες παρατηρήσεις ἀπὸ τὸν κοινωνικὸ καὶ ἰδιωτικὸ βίο τῶν ἀνθρώπων καὶ δίνουν ὠφέλιμες ὑποδείξεις καὶ συμβουλές. Ἡ προσπάθειά του εἶναι πάντοτε καὶ στὶς πραγματεῖες αὐτές, ὅπως καὶ στοὺς «Βίους» του, νὰ διδάξη τὶς ἀρετὲς ἐκεῖνες ποὺ ἐξυψώνουν τὸν ἄνθρωπο καὶ συντελοῦν στὴν ἀτομικὴ εὐτυχία καὶ στὴν εὐτυχία τῶν κοινωνιῶν. Γιὰ τοῦτο ὁ Πλούταρχος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπητοὺς Ἕλληνες συγγραφεῖς. Σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴν ἐποχή του ὡς σήμερα τὰ ἔργα του διαβάζονται μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση. Οἱ Βυζαντινοὶ εἶχαν τὰ κείμενα τοῦ Πλουτάρχου στὰ σχολεῖα τους καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς τὰ μελετοῦσαν καὶ τὰ ἀγαποῦσαν πολύ. Στοὺς χρόνους ποὺ ἄρχισε στὴν Εὐρώπη ἡ Ἀναγέννηση καὶ ἡ μελέτη τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, ὁ Πλούταρχος πῆρε τὴν πρώτη θέση καὶ ἀπὸ τότε τὰ ἔργα του μεταφράστηκαν σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τοῦ πολιτισμένου κόσμου. Σοφοὶ συγγραφεῖς καὶ λογοτέχνες μιλοῦν γιὰ τὸν Πλούταρχο μὲ θαυμασμὸ καὶ ἀγάπη. Στὸ βιβλίο τοῦτο παραθέτονται δύο ἀπὸ τοὺς «Βίους» τοῦ Πλουτάρχου. Εἶναι οἱ βιογραφίες τοῦ Θεμιστοκλῆ (525 - 461 π.Χ.) καὶ τοῦ Περικλῆ (490 - 429 π.Χ.), ποὺ ἔζησαν πέντε αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὸν Πλούταρχο καὶ ἦταν γι’ αὐτόν, ὅπως καὶ γιὰ μᾶς, ἔνδοξοι πρόγονοι.

8

1. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ

9

10

Ὁ ἱστορικὸς Θουκυδίδης χαρακτηρίζει μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια τὴν προσωπικότητα τοῦ Θεμιστοκλῆ: «Ὁ Θεμιστοκλῆς εἶχε δείξει ὁλοφάνερα ὅτι ἦταν προικισμένος μὲ μιὰ φυσικὴ εὐφυΐα καὶ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἄποψη ἦταν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ἐξαιρετικὰ ἀξιοθαύμαστος γιατὶ μόνο μὲ τὴν ἔμφυτη σύνεσή του, χωρὶς καθόλου νὰ ἔχη ἀνάγκη νὰ τὴν ἐνισχύση πρωτύτερα ἤ ἀργότερα μὲ ἰδιαίτερη διδασκαλία, μποροῦσε μὲ μιὰ γρήγορη σκέψη νὰ σχηματίζη τὴν καλύτερη γνώμη γιὰ τὰ παρόντα καὶ νὰ προβλέπη μὲ τὴ μεγαλύτερη ἀκρίβεια γιὰ ὅσα θὰ γίνουν στὸ πιὸ ἀπομακρυσμένο μέλλον. Καθετί ποὺ ἐπιχειροῦσε ἦταν ἱκανὸς νὰ τὸ ἐξηγῆ καὶ στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε προσωπικὴ πείρα μποροῦσε νὰ τὰ κρίνη ἀρκετὰ καλά. Πρόβλεπε καθαρότατα τὴν καλὴ ἤ τὴν κακὴ ἔκβαση μιᾶς ἐνέργειας, ἐνῶ τὸ ἀποτέλεσμά της ἦταν ἀκόμη ἄδηλο γιὰ τοὺς ἄλλους. Μὲ λίγα λόγια, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μὲ τὴ φυσική του ἰδιοφυΐα καὶ μὲ ἐλάχιστη προπαρασκευὴ μποροῦσε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον νὰ κρίνη ἀμέσως καὶ μὲ ἑτοιμότητα τί ἔπρεπε νὰ γίνη κάθε φορά. (Θουκ.
Α΄, 138, 3).

11

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ
ΚΕΦ. 1 1 Θεμιστοκλεῖ δὲ τὰ μὲν ἐκ γένους ἀμαυρότερα πρὸς δόξαν ὑπῆρχε· πατρὸς γὰρ ἦν Νεοκλέους οὐ τῶν ἄγαν ἐπιφανῶν Ἀθήνησι, Φρεαρρίου τῶν δήμων ἐκ τῆς Λεωντίδος φυλῆς, νόθος δὲ πρὸς μητρός, ὡς λέγουσιν· «Ἁβρότονον Θρήισσα γυνὴ γένος· ἀλλὰ τεκέσθαι τὸν μέγαν Ἕλλησίν φημι Θεμιστοκλέα.» 2 Φανίας μέντοι τὴν μητέρα τοῦ Θεμιστοκλέους οὐ Θρᾷτταν, ἀλλὰ Καρίνην, οὐδ’ Ἁβρότονον ὄνομα, ἀλλ’ Εὐτέρπην ἀναγράφει. 3 Νεάνθης δὲ καὶ πόλιν αὐτῇ τῆς Καρίας Ἁλικαρνασσὸν προστίθησι. Διότι καὶ τῶν νόθων εἰς Κυνόσαργες συντελούντων -τοῦτο δ’ ἐστὶν ἔξω πυλῶν γυμνάσιον Ἡρακλέους, ἐπεὶ κἀκεῖνος οὐκ ἦν γνήσιος ἐν θεοῖς, ἀλλ’ ἐνείχετο νοθείᾳ διὰ τὴν μητέρα θνητὴν οὖσαν -ἔπειθέ τι νας ὁ Θεμιστοκλῆς τῶν εὖ γεγονότων νεανίσκων καταβαίνοντας εἰς τὸ Κυνόσαργες ἀλείφεσθαι μετ’ αὐτοῦ. Καὶ τούτου γενομένου δοκεῖ πανούργως τὸν τῶν νόθων καὶ γνησίων διορισμὸν ἀνελεῖν. 4 Ὅτι μέντοι τοῦ Λυκομιδῶν γένους μετεῖχε, δῆλόν ἐστι· τὸ γὰρ Φλυῆσι τελεστήριον, ὅπερ ἦν Λυκομιδῶν κοινόν, ἐμπρησθὲν ὑπὸ τῶν βαρβάρων αὐτὸς ἐπεσκεύασε καὶ γραφαῖς ἐκόσμησεν, ὡς Σιμωνίδης ἱστόρηκεν. ΚΑΤΑΓΩΓΗ, ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ (Κεφ. 1 - 2) ΚΕΦ. 1 Καταγωγὴ τοῦ Θεμιστοκλῆ. 1 Ἡ καταγωγὴ τοῦ Θεμιστοκλῆ δὲν ἦταν τόσο σημαντική, ὥστε νὰ συντελέση, στὴ δόξα του. Ὁ πατέρας του ὁ Νεοκλῆς, ἕνας ἄσημος Ἀθηναῖος, ἀνῆκε στὸ δῆμο τῶν Φρεαρρίων ἀπὸ τὴ Λεωντίδα φυλή·
12

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ

ἐξάλλου ἀπὸ τὴ μητέρα του δὲν ἦταν γνήσιος Ἀθηναῖος (γιατὶ ἡ καταγωγή της ἦταν ξένη), ὅπως μαρτυροῦν κάποιοι στίχοι: «Εἶμαι ἡ Ἁβρότονον, ἐγώ, γυναίκα ἀπὸ τὴ Θράκη, μὰ στὴν Ἑλλάδα τὸν τρανὸ Θεμιστοκλῆ ἔχω δώσει.» 2 Ὁ Φανίας ὅμως γράφει ὅτι ἡ μητέρα τοῦ Θεμιστοκλῆ δὲν ἦταν ἀπὸ τὴ Θράκη παρὰ ἀπὸ τὴν Καρία καὶ δὲ λεγόταν Ἁβρότονον παρὰ Εὐτέρπη. Ὁ Νεάνθης μάλιστα προσθέτει τὴ λεπτομέρεια ὅτι ἡ μητέρα τοῦ Θεμιστοκλῆ ἦταν ἀπὸ τὴν πόλη Ἁλικαρνασσὸ τῆς Καρίας. 3 Ὅσοι Ἀθηναῖοι δὲν ἦταν γνήσιοι πολίτες μαζεύονταν γιὰ νὰ γυμνάζωνται στὸ Κυνόσαργες, ἕνα γυμναστήριο ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες, ἀφιερωμένο στὸν Ἡρακλῆ, γιατὶ καὶ ἐκεῖνος ἀνάμεσα, ἐξαιτίας τῆς μητέρας του ποὺ ἦταν θνητή. Ὁ Θεμιστοκλῆς ὅμως ἔπεισε μερικοὺς νέους ἀπὸ καλὲς καὶ γνήσιες ἀθηναϊκὲς οἰκογένειες νὰ κατεβαίνουν στὸ Κυνόσαργες καὶ νὰ γυμνάζωνται μαζί του. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο φαίνεται πὼς κατάφερε μὲ πονηρία νὰ ἐξαλείψη τὴ διάκριση ἀνάμεσα σὲ γνήσιους καὶ μὴ γνήσιους Ἀθηναίους. 4 Ὅτι ὅμως ὁ Θεμιστοκλῆς ἀνῆκε στὸ γένος τῶν Λυκομιδῶν εἶναι φανερό, γιατὶ τὸ τελεστήριο στὴ Φλυὰ ποὺ ἦταν κοινὴ ἰδιοχτησία τῶν Λυκομιδῶν, ὅταν πυρπολήθηκε ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, αὐτὸς ἔδωσε τὰ ἔξοδα νὰ ἐπισκευαστῆ καὶ νὰ στολιστῆ μὲ ζωγραφιές, ὅπως ἀναφέρει ὁ Σιμωνίδης. ΚΕΦ. 2 1 Ἔτι δὲ παῖς ὤν ὁμολογεῖται φορᾶς μεστὸς εἶναι, καὶ τῇ μὲν φύσει συνετός, τῆ δὲ προαιρέσει μεγαλοπράγμων καὶ πολιτικός. Ἐν γὰρ ταῖς ἀνέσεσι καὶ σχολαῖς ἀπὸ τῶν μαθημάτων γιγνόμενος οὐκ ἔπαιζεν οὐδ’ ἐρρᾳθύμει καθάπερ οἱ πολλοὶ παῖδες, ἀλλ’ εὑρίσκετο λόγους τινὰς μελετῶν καὶ συνταττόμενος πρὸς ἑαυτόν. 2 Ἦσαν δ’ οἱ λόγοι κατηγορία τινὸς ἢ συνηγορία τῶν παίδων. Ὅθεν εἰώσει λέγειν πρὸς αὐτὸν ὁ διδάσκαλος ὡς «Οὐδὲν ἔσει, παῖ, σὺ μικρόν, ἀλλὰ μέγα πάντως ἀγαθὸν ἢ κακόν.» 3 Ἐπεὶ καὶ τῶν παιδεύσεων τὰς μὲν ἠθοποιοὺς ἤ πρὸς ἡδονήν τινα καὶ χάριν ἐλευθέριον σπουδαζομένας ὀκνηρῶς καὶ ἀπροθύμως ἐξεμάνθανε, τῶν δ’ εἰς σύνεσιν ἤ πρᾶξιν λεγομένων δῆλος ἦν ὑπερερῶν παρ’ ἡλικίαν ὡς τῇ φύσει πιστεύων. 4 Ὅθεν ὕστερον ἐν ταῖς ἐλευθερίοις καὶ ἀστείαις λεγομέναις διατριβαῖς ὑπὸ τῶν πεπαιδεῦσθαι δοκούντων χλευαζόμενος ἠναγκάζετο φορτικώτερον ἀμύνεσθαι, λέγων ὅτι λύραν μὲν ἁρμόσασθαι καὶ μεταχειρίσασθαι ψαλτήριον οὐκ ἐπίσταιτο, πόλιν δὲ μικρὰν καὶ ἄδοξον παραλαβὼν ἔνδοξον καὶ μεγάλην ἀπεργάσασθαι.
13

5 Καίτοι Στησίμβροτος Ἀναξαγόρου τε διακοῦσαι τὸν Θεμιστοκλέα φησὶ καὶ περὶ Μέλισσον σπουδάσαι τὸν φυσικόν, οὐκ εὖ τῶν χρόνων ἁπτόμενος· Περικλεῖ γάρ, ὅς πολὺ νεώτερος ἦν Θεμιστοκλέους, Μέλισσος μὲν ἀντεστρατήγει πολιορκοῦντι Σαμίους, Ἀναξαγόρας δὲ συνδιέτριβε. 6 Μᾶλλον οὖν ἄν τις προσέχοι τοῖς Μνησιφίλου τὸν Θεμιστοκλέα τοῦ Φρεαρρίου ζηλωτὴν γενέσθαι λέγουσιν, οὔτε ῥήτορος ὄντος οὔτε τῶν φυσικῶν κληθέντων φιλοσόφων, ἀλλὰ τὴν τότε καλουμένην σοφίαν, οὖσαν δὲ δεινότητα πολιτικὴν καὶ δραστήριον σύνεσιν ἐπιτήδευμα πεποιημένου καὶ διασῴζοντος ὥσπερ αἵρεσιν ἐκ διαδοχῆς ἀπὸ Σόλωνος· ἣν οἱ μετὰ ταῦτα δικανικαῖς μείξαντες τέχναις καὶ μεταγαγόντες ἀπὸ τῶν πράξεων τὴν ἄσκησιν ἐπὶ τοὺς λόγους, σοφισταὶ προσηγορεύθησαν. 7 Τούτῳ μὲν οὖν ἤδη πολιτευόμενος ἐπλησίαζεν. Ἐν δὲ ταῖς πρώταις τῆς νεότητος ὁρμαῖς ἀνώμαλος ἦν καὶ ἀστάθμητος, ἅτε τῇ φύσει καθ’ αὑτὴν χρώμενος ἄνευ λόγου καὶ παιδείας ἐπ’ ἀμφότερα μεγάλας ποιουμένῃ μεταβολὰς τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ πολλάκις ἐξισταμένη πρὸς τὸ χεῖρον, ὡς ὕστερον αὐτὸς ὡμολόγει, καὶ τοὺς τραχυτάτους πώλους ἀρίστους ἵππους γίγνεσθαι φάσκων, ὅταν ἧς προσήκει τύχωσι παιδείας καὶ καταρτύσεως. 8 Ἅ δὲ τούτων ἐξαρτῶσιν ἔνιοι διηγήματα πλάττοντες, ἀποκήρυξιν μὲν ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, θάνατον δὲ τῆς μητρὸς ἑκούσιον ἐπὶ τῇ τοῦ παιδὸς ἀτιμίᾳ περιλύπου γενομένης, δοκεῖ κατεψεῦσθαι· καὶ τοὐναντίον εἰσὶν οἱ λέγοντες ὅτι τοῦ τὰ κοινὰ πράττειν ἀποτρέπων αὐτὸν ὁ πατὴρ ἐπεδείκνυε πρὸς τῇ θαλάττῃ τὰς παλαιὰς τριήρεις ἐρριμμένας καὶ παρεωραμένας, ὡς δὴ καὶ πρὸς τοὺς δημαγωγοὺς, ὅταν ἄχρηστοι γένωνται, τῶν πολλῶν ὁμοίως ἐχόντων. ΚΕΦ. 2 Τὰ παιδικὰ καὶ νεανικὰ χρόνια. 1 Λέγεται ἀκόμη ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς, ἀπὸ παιδὶ ἀκόμη, ἦταν γεμάτος ὁρμητικότητα καὶ ὅτι ἀπὸ τὴ φύση εἶχε προικιστῆ μὲ σύνεση ἡ προαίρεσή του ὅμως τὸν ὠθοῦσε στὶς μεγάλες πράξεις καὶ στὴν πολιτική. Κατὰ τὶς ὧρες τῆς ἀργίας καὶ ὅταν ἦταν ἐλεύθερος ἀπὸ τὰ μαθήματά του, δὲν ἔπαιζε οὔτε ἔμενε χωρὶς νὰ κάνη τίποτε, ὅπως τὰ περισσότερα παιδιά, παρὰ τὸν ἔβλεπαν νὰ μελετᾶ καὶ νὰ συνθέτη ρητορικοὺς λόγους ποὺ τοὺς ἔλεγε στὸν ἑαυτό του. 2 Καὶ εἶχαν οἱ λόγοι αὐτοὶ ὡς θέμα τὴν κατηγορία ἤ τὴν ὑπεράσπιση ἐνὸς ἀπὸ τὰ παιδιά. Γι’ αὐτὸ συνήθιζε νὰ τοῦ λέη ὁ δάσκαλός του: «Ἐσύ, παιδί μου, δὲ θὰ γίνης καθόλου κάτι μέτριο, παρὰ ἀσφαλῶς κάτι μεγάλο, ἤ καλὸ ἤ κακό». 3
14

Αὐτὸ φαινόταν καὶ ἀπὸ τὶς σπουδές του, γιατὶ, ὅσα μαθήματα εἶναι ἁπλῶς ἠθοπλαστικὰ ἢ διδάσκονται γιὰ κάποια εὐχαρίστηση καὶ γιὰ νὰ προσδώσουν τὶς χάρες ποὺ ἁρμόζουν στοὺς ἐλεύθερους πολίτες, αὐτὰ τὰ μάθαινε μὲ ὀκνηρία καὶ μὲ ἀπροθυμία, ἐνῶ ἀπεναντίας ἐκεῖνα ποὺ συντελοῦν στὴ φρόνηση ἤ παρακινοῦν πρὸς δράση φαινόταν πὼς τὰ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ παρὰ τὴν ἡλικία του, γιατὶ πίστευε πὼς ταίριαζαν στὴ φύση του. 4 Γι’ αὐτό, ὅταν ἀργότερα στὶς ἀσχολίες ποὺ ἁρμόζουν στούς ἐλεύθερους πολίτες καὶ στοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, ἐκεῖνοι ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι μορφωμένοι τὸν χλεύαζαν σὰν ἀδέξιο, ἀναγκαζόταν νὰ ὑπερασπίζη τὸν ἑαυτό του μὲ τρόπο ἀπότομο, λέγοντας πὼς βέβαια δὲν ἤξερε νὰ κουρδίζη τὴ λύρα καὶ νὰ παίζη τὴν κιθάρα, ἤξερε ὅμως πῶς μιὰ πόλη ποὺ θὰ τὴν παραλάβη μικρὴ καὶ ἄδοξη νὰ τὴν κάμη ἔνδοξη καὶ μεγάλη. 5 Ὁ Στησίμβροτος ὅμως λέει πὼς ὁ Θεμιστοκλῆς παρακολούθησε τὰ μαθήματα τοῦ Ἀναξαγόρα καὶ πὼς ἦταν μαθητὴς τοῦ Μελίσσου τοῦ φυσικοῦ, ἀλλὰ δὲν ὑπολογίζει σωστὰ τὶς χρονολογίες˙ γιατί, ὅταν ὁ Περικλῆς, ποὺ ἦταν πολὺ νεώτερος ἀπὸ τὸ Θεμιστοκλῆ, πολιορκοῦσε τοὺς Σαμίους, ὁ Μέλισσος ἦταν στρατηγὸς τῶν Σαμίων ἀντίπαλός του καὶ ὁ Ἀναξαγόρας ἦταν φίλος τοῦ Περικλῆ. 6 Περισσότερο μπορεῖ κανεὶς νὰ πιστεύη ἐκείνους ποὺ λένε ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς παρακολούθησε μὲ ζῆλο τὸ Μνησίφιλο τὸ Φρεάρριο, ποὺ δὲν ἦταν οὔτε ρήτορας οὔτε ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους ποὺ ὀνομάστηκαν φυσικοί, παρὰ εἶχε ὡς ἐπάγγελμα τὴν τότε λεγόμενη σοφία, ποὺ ἦταν πράγματι πολιτικὴ ἱκανότητα καὶ ἐνεργητικὴ φρόνηση καὶ ποὺ ὁ Μνησίφιλος τὴ διατήρησε σὰ φιλοσοφικὸ σύστημα κατὰ παράδοση ἀπὸ τὸ Σόλωνα˙ αὐτὴ τὴ σοφία τὴν ἀνακάτεψαν μὲ τέχνες ποὺ ἦταν χρήσιμες στὰ δικαστήρια καὶ ἔφεραν τὴν ἄσκησή της ἀπὸ τὶς πράξεις στὰ λόγια οἱ ὑστερώτεροι, ποὺ γι’ αὐτὸ ὀνομάστηκαν σοφιστές. 7 Αὐτὸν ὅμως τὸν παρακολουθοῦσε κυρίως ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισε ν’ ἀνακατεύεται στὴν πολιτική. Στὶς πρῶτες ὁρμὲς τῶν νεανικῶν του χρόνων ἦταν παράφορος καὶ ἀσυγκράτητος, γιατί, χωρὶς νὰ ἔχη ὁδηγὸ τὴ λογικὴ καὶ τὴν πειθαρχία, ἀκολουθοῦσε μόνο τὴ φυσική του παρόρμηση, ποὺ ἔφερνε στὶς πράξεις του μεγάλες μεταπτώσεις ἀπὸ τὴ μιὰν ὑπερβολὴ στὴν ἄλλη καὶ πολλὲς φορὲς τὸν παράσερνε στὸ κακό˙ τοῦτο καὶ ὁ ἴδιος ὕστερα τὸ ὁμολογοῦσε, λέγοντας ὅτι καὶ τ’ ἄγρια πουλάρια γίνονται ἄριστα ἄλογα, ὅταν πάρουν τὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴν ἐξάσκηση ποὺ πρέπει. 8 Ὅσα ὅμως περιέχονται σὲ διάφορες διηγήσεις ποὺ ἐξαιτίας τῆς διαγωγῆς του αὐτῆς πλάθουν μερικοί, πὼς δηλαδὴ ὁ πατέρας του τον ἀποκήρυξε καὶ πὼς ἡ μητέρα
15

του αὐτοκτόνησε περίλυπη γιὰ τὴ δυσφήμηση αὐτὴ τοῦ παιδιοῦ της, φαίνεται ὅτι εἶναι ὁλότελα ψέματα. Ἀπεναντίας ὑπάρχουν ἄλλοι ποὺ λένε ὅτι ὁ πατέρας του, γιὰ νὰ τὸν ἀποτρέψη ἀπὸ τὸ ν’ ἀνακατευτῆ στὴν πολιτική, τοῦ ἔδειχνε τὰ παλαιὰ πολεμικὰ πλοῖα ποὺ ἦταν ριγμένα στὴν παραλία καὶ ἦταν ἐκεῖ παραμελημένα, λέγοντας ὅτι ἔτσι φέρνεται ὁ λαὸς καὶ στοὺς πολιτικούς, ὅταν δὲν τοὺς χρειάζεται πιά. ΚΕΦ. 3. 1 Ταχὺ μέντοι καὶ νεανικῶς ἔοικεν ἅψασθαι τοῦ Θεμιστοκλέους τὰ πολιτικὰ πράγματα καὶ σφόδρα ἡ πρὸς δόξαν ὁρμὴ κρατῆσαι. Δι’ ἥν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τοῦ πρωτεύειν ἐφιέμενος ἰταμῶς ὑφίστατο τὰς πρὸς τοὺς δυναμένους ἐν τῇ πόλει καὶ πρωτεύοντας ἀπεχθείας, μάλιστα δ’ Ἀριστείδην τὸν Λυσιμάχου, τὴν ἐναντίαν αἰεὶ πορευόμενον αὐτῷ. 3 Οὐ μὴν ἀλλ’ ἡ τῶν βίων καὶ τῶν τρόπων ἀνομοιότης ἔοικεν αὐξῆσαι τὴν διαφοράν. Πρᾷος γὰρ ὤν φύσει καὶ καλοκαγαθικὸς τὸν τρόπον ὁ Ἀριστείδης, καὶ πολιτευόμενος οὐ πρὸς χάριν οὐδὲ πρὸς δόξαν, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βελτίστου μετὰ ἀσφαλείας καὶ δικαιοσύνης, ἠναγκάζετο τῷ Θεμιστοκλεῖ τὸν δῆμον ἐπὶ πολλὰ κινοῦντι καὶ μεγάλας ἐπιφέροντι καινοτομίας ἐναντιοῦσθαι πολλάκις, ἐνιστάμενος αὐτῷ πρὸς τὴν αὔξησιν. 4 Λέγεται γὰρ οὕτω παράφορος πρὸς δόξαν εἶναι καὶ πράξεων μεγάλων ὑπὸ φιλοτιμίας ἐραστής, ὥστε νέος ὤν ἔτι τῆς ἐν Μαραθῶνι μάχης πρὸς τοὺς βαρβάρους γενομένης καὶ τῆς Μιλτιάδου στρατηγίας διαβοηθείσης σύννους ὁρᾶσθαι τὰ πολλὰ πρὸς ἑαυτῷ καὶ τὰς νύκτας ἀγρυπνεῖν καὶ τοὺς πότους παραιτεῖσθαι τοὺς συνήθεις, καὶ λέγειν πρὸς τοὺς ἐρωτῶντός καὶ θαυμάζοντας τὴν περὶ τὸν βίον μεταβολήν, ὡς καθεύδειν αὐτὸν οὐκ ἐῴη τὸ Μιλτιάδου τρόπαιον. 5 Οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι πέρας ᾤοντο τοῦ πολέμου τὴν ἐν Μαραθῶνι τῶν βαρβάρων ἧτταν εἶναι, Θεμιστοκλῆς δ’ ἀρχὴν μειζόνων ἀγώνων, ἐφ᾽ οὕς ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς ὅλης Ἑλλάδος ἤλειφε καὶ τὴν πόλιν ἤσκει, πόρρωθεν ἤδη προσδοκῶν τὸ μέλλον. ΑΝΑΜΕΙΞΗ ΤΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (Κεφ. 3-5) ΚΕΦ. 3 Ὁ πόθος γιὰ τὴ δόξα.

16

1 Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ πολιτικὴ δράση γρήγορα καὶ ζωηρὰ τράβηξε τὸ Θεμιστοκλῆ καὶ τὸν κυρίεψε σφοδρὸς πόθος γιὰ τὴ δόξα. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἐπιθυμοῦσε νὰ εἶναι πρῶτος καὶ ἀντιμετώπιζε μὲ ἀπότομο τρόπο τοὺς ἐχθρούς του ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴ δύναμη καὶ τὰ πρωτεῖα στὴν πολιτεία, καὶ προπάντων τὸν Ἀριστείδη, τὸ γιὸ τοῦ Λυσιμάχου, ποὺ βάδιζε πάντα δρόμο ἀντίθετο ἀπὸ τὸ δικό του. 3 Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνομοιότητα στὴ ζωὴ καὶ στοὺς τρόπους τους φαίνεται ὅτι μεγάλωσε τὴ μεταξύ τους ἀντίθεση. Γιατὶ ὁ Ἀριστείδης ἦταν ἀπὸ φύση μαλακὸς καὶ ἀκέραιος στὸ χαρακτήρα καὶ σὰν πολιτικὸς δὲν ἐπιζητοῦσε νὰ γίνη ἀρεστὸς οὔτε νὰ δοξαστῆ, παρὰ εἶχε στὸ νοῦ του πάντα ἐκεῖνο ποὺ θεωροῦσε καλύτερο γιὰ τὸ λαὸ καὶ τὸ ἐπιζητοῦσε μαζὶ μὲ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴ δικαιοσύνη. Ἔτσι, ἐπειδὴ ὁ Θεμιστοκλῆς ὠθοῦσε τὸ λαὸ σὲ πολλὲς τολμηρὲς ἐνέργειες καὶ ἐπιζητοῦσε πολλὲς καινοτομίες, ὁ Ἀριστείδης βρισκόταν συχνὰ στὴν ἀνάγκη νὰ τοῦ ἐναντιωθῆ, γιὰ νὰ ἐμποδίση τὴν αὔξηση τῆς πολιτικῆς του δύναμης. 4 Λέγεται μάλιστα ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς εἶχε τόση μανία νὰ ἀποχτήση δόξα καὶ ἀπὸ τὴ φιλοδοξία του λαχταροῦσε τόσο πολὺ τὰ μεγάλα κατορθώματα, ὥστε, νέος ἀκόμη, ὅταν ἔγινε στὸ Μαραθώνα ἡ μάχη μὲ τοὺς βαρβάρους καὶ διαφημίστηκε ἡ στρατηγία τοῦ Μιλτιάδη, αὐτὸς φαινόταν πολὺ σκεφτικός, τὶς νύχτες ἔμενε ἄυπνος, παράτησε τὰ συνηθισμένα συμπόσια καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ρωτοῦσαν μὲ ἀπορία γιὰ τὴν ἀπότομη αὐτὴ μεταβολὴ τῆς ζωῆς του ἔλεγε: «Δὲ μ’ ἀφήνει νὰ κοιμηθῶ ὁ θρίαμβος τοῦ Μιλτιάδη!» 5 Τότε οἱ ἄλλοι νόμιζαν ὅτι ἡ συντριβὴ τῶν βαρβάρων στὸ Μαραθώνα ἦταν τὸ τέλος τοῦ πολέμου, ἐνῶ ὁ Θεμιστοκλῆς εἶχε τὴ γνώμη ὅτι ἦταν ἡ ἀρχὴ μεγαλύτερων ἀγώνων, γιὰ τοὺς ὁποίους προετοίμαζε τὸν ἑαυτό του καὶ ἀσκοῦσε τοὺς πολίτες, γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα, γιατὶ ἀπὸ μακριὰ πρόβλεπε τὸ μέλλον. ΚΕΦ. 4 1 Καὶ πρῶτον μὲν τὴν Λαυρεωτικὴν πρόσοδον ἀπὸ τῶν ἀργυρείων μετάλλων ἔθος ἐχόντων Ἀθηναίων διανέμεσθαι, μόνος εἰπεῖν ἐτόλμησε παρελθὼν εἰς τὸν δῆμον, ὡς χρὴ τὴν διανομὴν ἐάσαντας ἐκ τῶν χρημάτων τούτων κατασκευάσασθαι τριήρεις ἐπὶ τὸν πρὸς Αἰγινήτας πόλεμον. Ἤκμαζε γὰρ οὗτος ἐν τῆ Ἑλλάδι μάλιστα, καὶ κατεῖχον οἱ νησιῶται πλήθει νεῶν τὴν θάλατταν. 2 ᾟ καὶ ρᾷον ὁ Θεμιστοκλῆς συνέπεισεν, οὐ Δαρεῖον οὐδὲ Πέρσας -μακρὰν γὰρ ἦσαν οὗτοι καὶ δέος οὐ πάνυ βέβαιον

ὡς ἀφιξόμενοι παρεῖχον- ἐπισείων, ἀλλὰ τῇ πρὸς Αἰγινήτας ὀργῇ καὶ φιλονικίᾳ τῶν πολιτῶν ἀποχρησάμενος εὐκαίρως ἐπὶ τὴν παρασκευήν. Ἑκατὸν γὰρ ἀπὸ τῶν χρημάτων ἐκείνων ἐποιήθησαν τριήρεις, αἷς καὶ πρὸς Ξέρξην ἐναυμάχησαν. 4 Ἐκ δὲ τούτου κατὰ μικρὸν ὑπάγων καὶ καταβιβάζων τὴν πόλιν πρὸς τὴν θάλατταν, ὡς τὰ πεζὰ μὲν οὐδὲ τοῖς ὁμόροις ἀξιομάχους ὄντας, τῇ δ’ ἀπὸ τῶν νεῶν ἀλκῇ καὶ τοὺς βαρβάρους ἀμύνασθαι καὶ τῆς Ἑλλάδος ἄρχειν δυναμένους, ἀντὶ μονίμων ὁπλιτῶν, ὥς φησιν ὁ Πλάτων, ναυβάτας καὶ θαλαττίους ἐποίησε, καὶ διαβολὴν καθ᾽ ἑαυτοῦ παρέσχεν, ὡς ἄρα Θεμιστοκλῆς τὸ δόρυ καὶ τὴν ἀσπίδα τῶν πολιτῶν παρελόμενος εἰς ὑπηρέσιον καὶ κώπην συνέστειλε τὸν Ἀθηναίων δῆμον. 5 Ἔπραξε δὲ ταῦτα Μιλτιάδου κρατήσας ἀντιλέγοντος, ὡς ἱστορεῖ Στησίμβροτος. Εἰ μὲν δὴ τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὸ καθαρὸν τοῦ πολιτεύματος ἔβλαψεν ἢ μὴ ταῦτα πράξας, ἔστω φιλοσοφώτερον ἐπισκοπεῖν· ὅτι δ’ ἡ τότε σωτηρία τοῖς Ἕλλησιν ἐκ τῆς θαλάττης ὑπῆρξε καὶ τὴν Ἀθηναίων πόλιν αὖθις ἀνέστησαν αἱ τριήρεις ἐκεῖναι, τὰ τ’ ἄλλα καὶ Ξέρξης αὐτὸς ἐμαρτύρησε. 6 Τῆς γὰρ πεζικῆς δυνάμεως ἀθραύστου διαμενούσης ἔφυγε μετὰ τὴν τῶν νεῷν ἧτταν ὡς οὐκ ὢν ἀξιόμαχος, καὶ Μαρδόνιον ἐμποδὼν εἶναι τοῖς Ἕλλησι τῆς διώξεως μᾶλλον ἢ δουλωσόμενον αὐτοὺς ὡς ἐμοὶ δοκεῖ κατέλιπεν. ΚΕΦ. 4 Ὁ Θεμιστοκλῆς γιὰ τὴ ναυτικὴ δύναμη τῶν Ἀθηναίων. 1 Καὶ πρῶτα πρῶτα, ἐνῶ οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν τὴ συνήθεια νὰ μοιράζωνται μεταξύ τους τὴν πρόσοδο ἀπὸ τὰ ἀργυρωρυχεῖα τοῦ Λαυρείου, μόνος ὁ Θεμιστοκλῆς τόλμησε νὰ παρουσιαστῆ στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου καὶ νὰ πῆ, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσουν τὴ διανομὴ καὶ μὲ τὰ χρήματα αὐτὰ νὰ κατασκευάσουν πλοῖα, γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσουν στὸν πόλεμο ποὺ εἶχαν μὲ τοὺς Αἰγινῆτες. Γιατὶ ὁ πόλεμος αὐτὸς βρισκόταν τότε σὲ μεγάλη ἔνταση στὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ νησιῶτες (οἱ Αἰγινῆτες) μέ τὸ πλῆθος τῶν πλοίων τους κυριαρχοῦσαν στὴ θάλασσα. 2 Γιὰ τοῦτο ὁ Θεμιστοκλῆς πολὺ πιὸ εὔκολα ἔπεισε τοὺς Ἀθηναίους νὰ συμφωνήσουν μὲ τὴ γνώμη του, καὶ δὲν τοὺς παρουσίασε σὰν ἀπειλὴ οὔτε τὸ Δαρεῖο οὔτε τοὺς Πέρσες (γιατὶ αὐτοὶ ἦταν μακριὰ καὶ δὲν ὑπῆρχε πολὺ βέβαιος φόβος πὼς θὰ φτάσουν στὴν Ἑλλάδα), παρὰ ἐκμεταλλεύτηκε τὴν ὀργὴ τῶν Ἀθηναίων καὶ τὴν ἀντιζηλία τους μὲ τοὺς Αἰγινῆτες, γιὰ νὰ τοὺς παρακινήση σὲ πολεμικὴ προετοιμασία. 3
18

Καὶ ἀπὸ τὰ χρήματα ἐκεῖνα κατασκευάστηκαν ἑκατὸ πολεμικὰ πλοῖα, ποὺ οἱ Ἀθηναῖοι ἔπειτα τὰ χρησιμοποιήσαν για να πολεμήσουν τὸν Ξέρξη. 4 Ἀπὸ τότε σιγὰ σιγὰ παράσυρε τοὺς συμπολίτες του καὶ τοὺς ἔπεισε νὰ κατεβοῦν πρὸς τὴ θάλασσα, γιατὶ εἶχε τὴ γνώμη ὅτι μὲ τὸν πεζικό τους στρατὸ οὔτε μὲ τοὺς γείτονες δὲν ἦταν ἱκανοὶ νὰ μάχωνται, ἐνῶ μὲ τὴ ναυτική τους δύναμη μποροῦσαν καὶ τοὺς βαρβάρους νὰ ἀποκρούσουν καὶ νὰ ἀποχτήσουν τὴν ἡγεμονία στὴν Ἑλλάδα. Γι’ αὐτὸ τοὺς Ἀθηναίους ποὺ ἦταν ὡς τότε μόνιμοι ὁπλίτες τοὺς ἔκαμε, καθὼς λέει ὁ Πλάτων, ναυτικοὺς καὶ θαλασσινοὺς καὶ ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ τὸν κατηγορήσουν πὼς τάχα ὁ Θεμιστοκλῆς ἀφαίρεσε τὸ δόρυ καὶ τὴν ἀσπίδα ἀπὸ τοὺς συμπολίτες του καὶ περιόρισε τὸ δῆμο τῶν Ἀθηναίων στὸν πάγκο τοῦ ναύτη καὶ στὸ κουπί. 5 Καὶ τὰ κατάφερε αὐτὰ κατανικώντας τὶς ἀντιρρήσεις τοῦ Μιλτιάδη, ὅπως βεβαιώνει ὁ Στησίμβροτος. Τώρα, ἂν μὲ αὐτὰ ποὺ ἔκαμε, ἔβλαψε ἢ ὄχι τὴν τελειότητα καὶ τὴ γνησιότητα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, αὐτὸ ἄς τὸ ἐξετάσουν οἱ φιλόσοφοι. Ἀλλὰ ὅτι ἡ σωτηρία τότε τῶν Ἑλλήνων ὀφείλεται στὴ θάλασσα, καὶ τὰ πολεμικὰ ἐκεῖνα πλοῖα ἀνόρθωσαν πάλι τῶν πόλη τῶν Ἀθηναίων, αὐτὸ καὶ πολλὰ ἄλλα τὸ μαρτυροῦν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ξέρξης τὸ ἐπιβεβαίωσε. 6 Γιατί, μολονότι ἡ πεζική του δύναμη ἔμενε ἀκόμη ἀνέπαφη, αὐτὸς ἔφυγε μετὰ τὴν καταστροφὴ τῶν πλοίων του, βλέποντας ὅτι δὲν εἶναι πιὰ ἱκανὸς νὰ πολεμήση, καὶ κατὰ τὴ γνώμη μου ἄφησε τὸ Μαρδόνιο στὴν Ἑλλάδα, περισσότερο γιὰ νὰ ἐμποδίση τοὺς Ἕλληνες νὰ τὸν καταδιώξουν, παρὰ γιὰ νὰ τοὺς ὑποδουλώση. ΚΕΦ. 5 1 Σύντονον δ’ αὐτὸν γεγονέναι χρηματιστὴν οἱ μὲν τινές φασι δι᾽ ἐλευθεριότητα καὶ γὰρ φιλοθύτην ὄντα καὶ λαμπρὸν ἐν ταῖς περὶ τοὺς ξένους δαπάναις ἀφθόνου δεῖσθαι χορηγίας· οἱ δὲ τοὐναντίον γλισχρότητα πολλὴν καὶ μικρολογίαν κατηγοροῦσιν, ὡς καὶ τὰ πεμπόμενα τῶν ἐδωδίμων πωλοῦντος. 2 Ἐπεὶ δὲ Διφιλίδης ὁ ἱπποτρόφος αἰτηθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ πῶλον οὐκ ἔδωκεν, ἠπείλησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ταχὺ ποιήσειν δούρειον ἵππον, αἰνιξάμενος ἐγκλήματα συγγενικὰ καὶ δίκας τῷ ἀνθρώπῳ πρὸς οἰκείους τινὰς ταράξειν. 3 Τῇ δὲ φιλοτιμίᾳ πάντας ὑπερέβαλεν, ὥστ’ ἔτι μὲν ὤν νέος καὶ ἀφανὴς Ἐπικλέα τὸν ἐξ Ἑρμιόνης κιθαριστὴν σπουδαζόμενον ὑπὸ τῶν
19

Ἀθηναίων ἐκλιπαρῆσαι μελετᾶν παρ’ αὐτῷ, φιλοτιμούμενος 4 πολλοὺς τὴν οἰκίαν ζητεῖν καὶ φοιτᾶν πρὸς αὐτόν. Εἰς δ’ Ὀλυμπίαν ἐλθὼν καὶ διαμιλλώμενος τῷ Κίμωνι περὶ δεῖπνα καὶ σκηνὰς καὶ τὴν ἄλλην λαμπρότητα καὶ παρασκευήν, οὐκ ἤρεσκε τοῖς Ἕλλησιν. Ἐκείνῳ μὲν γὰρ ὄντι νέῳ καὶ ἀπ’ οἰκίας μεγάλης ᾤοντο δεῖν τὰ τοιαῦτα συγχωρεῖν· ὁ δὲ μήπω γνώριμος γεγονώς, ἀλλὰ δοκῶν ἐξ οὐχ ὑπαρχόντων καὶ παρ’ ἀξίαν ἐπαίρεσθαι, προσωφλίσκανεν ἀλαζονείαν. 5 Ἐνίκησε δὲ καὶ χορηγῶν τραγῳδοῖς, μεγάλην ἤδη τότε σπουδὴν καὶ φιλοτιμίαν τοῦ ἀγῶνος, ἔχοντος, καὶ πίνακα τῆς νίκης ἀνέθηκε τοιαύτην ἐπιγραφὴν ἔχοντα˙ «Θεμιστοκλῆς Φρεάρριος ἐχορήγει, Φρύνιχος ἐδίδασκεν, Ἀδείμαντος ἦρχεν.» 6 Οὐ μὴν ἄλλὰ τοῖς πολλοῖς ἐνήρμοττε, τοῦτο μὲν ἑκάστου τῶν πολιτῶν τοὔνομα λέγων ἀπὸ στόματος, τοῦτο δὲ κριτὴν ἀσφαλῆ περὶ τὰ συμβόλαια παρέχων ἑαυτόν, ὥς που καὶ πρὸς Σιμωνίδην τὸν Κεῖον εἰπεῖν, αἰτούμενόν τι τῶν οὐ μετρίων παρ’ αὐτοῦ στρατηγοῦντος, ὡς οὔτ’ ἐκεῖνος ἂν γένοιτο ποιητὴς ἀγαθὸς ᾂδων παρὰ μέλος οὔτ’ αὐτὸς ἀστεῖος ἄρχων παρὰ νόμον χαριζόμενος. 7 Πάλιν δέ ποτε τὸν Σιμωνίδην ἐπισκώπτων ἕλεγε νοῦν οὐκ ἔχειν, Κορινθίους μὲν λοιδοροῦντα μεγάλην οἰκοῦντας πόλιν, αὑτοῦ δὲ ποιούμενος εἰκόνας οὕτως ὄντος αἰσχροῦ τὴν ὄψιν. Αὐξόμενος δὲ καὶ τοῖς πολλοῖς ἀρέσκων, τέλος κατεστασίασε καὶ μετέστησεν ἐξοστρακισθέντα τὸν Ἀριστείδην. ΚΕΦ. 5 Χαρακτηριστικὰ ἀνέκδοτα. 1 Μερικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς ζητοῦσε μὲ ἐπιμονὴ νὰ μαζεύη χρήματα, γιατὶ ἤθελε νὰ ξοδεύη γενναιόδωρα· καὶ πράγματι, ἐπειδὴ πολὺ τοῦ ἄρεσε νὰ προσφέρη πλούσιες θυσίες καὶ ἀγαποῦσε τὴ μεγαλοπρέπεια ὅταν δαπανοῦσε γιὰ τοὺς ξένους, εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ ἄφθονα μέσα. Ἄλλοι ὅμως, ἀντίθετα, τὸν κατηγοροῦν γιὰ φιλαργυρία καὶ μικροπρέπεια καὶ λένε πὼς ἔφτανε στὸ σημεῖο νὰ πουλῆ καὶ αὐτὰ τὰ τρόφιμα ποὺ τοῦ ἔστελναν γιὰ δῶρα. 2 Ἀναφέρουν μάλιστα πώς, ὅταν ὁ Διφιλίδης, ὁ ἱπποτρόφος, δὲν τοῦ ἔδωσε ἕνα πουλάρι ποὺ τοῦ ζήτησε, ὁ Θεμιστοκλῆς τὸν ἀπείλησε ὅτι γρήγορα θὰ κάμη τὸ σπίτι του «δούρειον ἵππον», δίνοντας σκεπαστὰ νὰ καταλάβη πὼς θὰ ξεσήκωνε ἐναντίον του κατηγορίες συγγενῶν του καὶ δίκες μὲ ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ του. 3 Στὴ φιλοδοξία ὅλους τοὺς ξεπέρασε. Ὅταν ἦταν ἀκόμη νέος καὶ
20

ἄσημος, παρακάλεσε θερμὰ τὸν Ἐπικλῆ ἀπὸ τὴν Ἑρμιόνη, ποὺ δίδασκε μουσικὴ καὶ πολὺ τὸν ἐκτιμοῦσαν οἱ Ἀθηναῖοι, νὰ δίνη τὰ μαθήματά του στὸ σπίτι του, γιατὶ εἶχε τὴ φιλοδοξία νὰ ζητοῦν τὸ σπίτι του πολλοὶ καὶ νὰ συχνάζουν σ’ αὐτόν. 4 Ἐπίσης λένε πὼς ὁ Θεμιστοκλῆς, ὅταν ἦρθε κάποτε στὴν Ὀλυμπία καὶ βάλθηκε νὰ ξεπεράση τὸν Κίμωνα στὴν πολυτέλεια τῶν δείπνων καὶ τῶν σκηνῶν καὶ στὴν ἄλλη λαμπρότητα καὶ ἐπίδειξη, προκάλεσε τὴ δυσαρέσκεια τῶν Ἑλλήνων. Γιατὶ στὸν Κίμωνα ποὺ ἦταν νέος καὶ ἀπὸ μεγάλο σπίτι, νόμιζαν ὅτι ἔπρεπε νὰ τοῦ συγχωροῦν τέτοιες πολυτέλειες· ἀλλὰ ὁ Θεμιστοκλῆς ποὺ δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη γνωστὸς καὶ φαινόταν νὰ περηφανεύεται γιὰ πράγματα πού δὲν εἶχε καὶ ποὺ ἦταν ἀνώτερα ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, κατακρίθηκε γιὰ ἀλαζονεία. 5 Ἐπίσης κέρδισε τὴ νίκη ὡς χορηγὸς σὲ μιὰ παράσταση τραγωδίας τότε ποὺ ὁ διαγωνισμὸς τῶν τραγωδιῶν εἶχε πιὰ μεγάλη σημασία καὶ καθένας φιλοδοξοῦσε νὰ νικήση. Ἀφιέρωσε μάλιστα καὶ μιὰν εἰκόνα γι᾽ ἀνάμνηση τῆς νίκης του με τέτοια ἐπιγραφή: «Ὁ Θεμιστοκλῆς ὁ Φρεάρριος ἦταν ὁ χορηγός, Φρύνιχος ἦταν ὁ ποιητής, Ἀδείμαντος ὁ ἐπώνυμος ἄρχοντας». 6 Καὶ ὅμως ἄρεσε στὸν πολὺν κόσμο, γιατὶ καὶ τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς συμπολίτες του θυμόταν τὸ ὄνομά του καὶ τὸν προσφωνοῦσε μὲ αὐτὸ καὶ ἀκόμη γιατὶ φαινόταν κριτὴς ἀμερόληπτος στὶς ἰδιωτικές τους διαφορές. Ἔτσι κάποτε καὶ στὸ Σιμωνίδη ἀπὸ τὴν Κέα, ποὺ ζητοῦσε ἀπὸ τὸ Θεμιστοκλῆ, ὅταν ἦταν στρατηγός, κάτι ὄχι σωστό, λέγεται πὼς τοῦ εἶπε: «Οὔτ’ ἐσὺ θὰ ἤσουν καλὸς ποιητής, ἄν τραγουδοῦσες παράφωνα, οὔτ’ ἐγὼ καλὸς ἄρχοντας, ἄν ἔκανα χατίρια παράνομα». Καὶ ἄλλη φορὰ πάλι περιπαίζοντας τὸ Σιμωνίδη τοῦ ἔλεγε πὼς δὲν ἔχει μυαλὸ νὰ κακολογῆ τοὺς Κορινθίους ποὺ ἔχουν μία μεγάλη πόλη καὶ νὰ βάζη νὰ τοῦ κάνουν τὴν εἰκόνα του, ἐνῶ εἶναι τόσο ἄσχημος. Τέλος, ὅταν μεγάλωσε ἡ πολιτική του δύναμη καὶ κέρδισε τὴν εὔνοια τοῦ λαοῦ, κατόρθωσε νὰ ἐπικρατήση τὸ κόμμα του καὶ ἀπομάκρυνε τὸν Ἀριστείδη μὲ τὸ νόμο τοῦ ἐξοστρακισμοῦ. ΚΕΦ. 6 1 Ἤδη δὲ τοῦ Μήδου καταβαίνοντος ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ τῶν Ἀθηναίων βουλευομένων περὶ στρατηγοῦ, τοὺς μὲν ἄλλους ἑκόντας ἐκστῆναι τῆς στρατηγίας λέγουσιν ἐκπεπληγμένους τὸν κίνδυνον, Ἐπικύδην δὲ τὸν Εὐφημίδου, δημαγωγὸν ὄντα δεινὸν μὲν εἰπεῖν, μαλακὸν δὲ τῇ ψυχῇ καὶ χρημάτων ἥττονα, τῆς ἀρχῆς ἐφίεσθαι καὶ
21

κρατήσειν ἐπίδοξον εἶναι τῇ χειροτονίᾳ. 2 Τὸν οὖν Θεμιστοκλέα δείσαντα μὴ τὰ πράγματα διαφθαρείη παντάπασι τῆς ἡγεμονίας εἰς ἐκεῖνον ἐμπεσούσης, χρήμασι τὴν φιλοτιμίαν ἐξωνήσασθαι παρὰ τοῦ Ἐπικύδους. 3 Ἐπαινεῖται δ’ αὐτοῦ καὶ τὸ περὶ τὸν δίγλωσσον ἔργον ἐν τοῖς πεμφθεῖσιν ὑπὸ βασιλέως ἐπὶ γῆς καὶ ὕδατος αἴτησιν. 4 Ἑρμηνέα γὰρ ὄντα συλλαβὼν διὰ ψηφίσματος ἀπέκτεινεν, ὅτι φωνὴν Ἑλληνίδα βαρβάροις προστάγμασιν ἐτόλμησε χρῆσαι. Ἔτι δὲ καὶ τὸ περὶ Ἄρθμιον τὸν Ζελείτην˙ Θεμιστοκλέους γὰρ εἰπόντος καὶ τοῦτον εἰς τοὺς ἀτίμους καὶ παῖδας αὐτοῦ καὶ γένος ἐνέγραψαν ὅτι τὸν ἐκ Μήδων χρυσὸν εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐκόμισε. 5 Μέγιστον δὲ πάντων τὸ καταλῦσαι τοὺς Ἑλληνικοὺς πολέμους καὶ διαλλάξαι τὰς πόλεις ἀλλήλαις, πείσαντα τὰς ἔχθρας διὰ τὸν πόλεμον ἀναβαλέσθαι˙ πρὸς ὅ καὶ Χείλεων τὸν Ἀρκάδα, μάλιστα συναγωνίσασθαι λέγουσι. ΣΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ (Κεφ 6 - 8) ΚΕΦ. 6 Μπροστὰ στὸν κίνδυνο τῶν Μήδων. 1 Ὅταν οἱ Μῆδοι κατέβαιναν στὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ Ἀθηναῖοι σκέφτονταν ποιὸν νὰ ὁρίσουν στρατηγό, λένε πὼς ὅλοι οἱ ἄλλοι μόνοι τους παραιτήθηκαν ἀπὸ τὴ στρατηγία, γιατὶ εἶχαν τρομάξει μπροστὰ στὸν κίνδυνο, καὶ μόνο ὁ Ἐπικύδης, ὁ γιὸς τοῦ Εὐφημίδη, ποὺ ἦταν πολιτικὸς ἱκανὸς στὴ ρητορική, μὰ λιγόψυχος καὶ εὔκολα μποροῦσε νὰ ἐξαγοραστή μὲ χρῆμα, ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀναλάβη τὴν ἀρχηγία καὶ εἶχε τὴν πιθανότητα νὰ ἐπικρατήση κατὰ τὴν ἐκλογή. 2 Τότε ὁ Θεμιστοκλῆς φοβήθηκε ὁλοκληρωτικὴ καταστροφή, ἂν ἡ ἀρχηγία ἀνατεθῆ σ’ ἐκεῖνον καὶ λένε ὅτι μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸν κίνδυνο ἀγόρασε μὲ χρήματα ἀπὸ τὸν Ἐπικύδη τὴ φιλοδοξία του (γιὰ τὴ στρατηγία). 3 Πολλοὶ ἐπαινοῦν καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκαμε στὸ διερμηνέα ποὺ ἦταν μαζὶ μ’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔστειλε ὁ βασιλιάς, γιὰ νὰ ζητήσουν «χῶμα καὶ νερό». 4 Δηλαδή, ἔπιασε τὸ διερμηνέα καὶ μὲ ψήφισμα τὸν καταδίκασε σὲ θάνατο, γιατὶ τόλμησε νὰ δανείση τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα σὲ βαρβαρικὲς προσταγές. Ἀκόμη ἐπαινοῦν καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκαμε στὸν Ἄρθμιο τὸ Ζελείτη· μὲ πρόταση τοῦ Θεμιστοκλῆ καὶ αὐτὸν καὶ τὰ παιδιά του καὶ τοὺς ἀπογόνους του τοὺς ἔγραψαν στὸν κατάλογο τῶν «ἀτιμασμένων» πολιτῶν, γιατὶ ἔφερε χρυσάφι ἀπὸ τοὺς Μήδους στοὺς Ἕλληνες. 5 Ἀλλὰ τὸ πιὸ ἀξιόλογο ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεμιστοκλῆ εἶναι ὅτι
22

κατάργησε τοὺς ἑλληνικοὺς πολέμους καὶ συμφιλίωσε τὶς πόλεις μεταξύ τους, πείθοντας τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀναβάλουν τὶς ἔχθρες τους ἐξαιτίας τοῦ πολέμου τῶν Περσῶν: Σ’ αὐτὸ λένε ὅτι πολὺ τὸν βοήθησε καὶ ὁ Χείλεος ἀπὸ τὴν Ἀρκαδία. ΚΕΦ. 7 1 Παραλαβὼν δὲ τὴν ἀρχήν, εὐθὺς μὲν ἐπεχείρει τοὺς πολίτας ἐμβιβάζειν εἰς τὰς τριήρεις, καὶ τὴν πόλιν ἔπειθεν ἐκλιπόντας ὡς προσωτάτω τῆς Ἑλλάδος ἀπαντᾶν τῷ βαρβάρῳ κατὰ θάλατταν. 2 Ἐνισταμένων δε πολλῶν ἐξήγαγε πολλὴν στρατιὰν εἰς τὰ Τέμπη μετὰ Λακεδαιμονίων, ὡς αὐτόθι προκινδυνεύσων τῆς Θεσσαλίας οὔπω τότε μηδίζειν δοκούσης˙ ἐπεὶ δ’ ἀνεχώρησαν ἐκεῖθεν ἄπρακτοι καὶ Θεσσαλῶν βασιλεῖ προσγενομένων ἐμήδιζε τὰ μέχρι Βοιωτίας, μᾶλλον ἤδη τῷ Θεμιστοκλεῖ προσείχον οἱ Ἀθηναῖοι περὶ τῆς θαλάττης, καὶ πέμπεται, μετὰ νεῶν ἐπ’ Ἀρτεμίσιον τὰ στενὰ φυλάξων. 3 Ἔνθα δὴ τῶν μὲν Ἑλλήνων Εὐρυβιάδην καὶ Λακεδαιμονίους ἡγεῖσθαι κελευόντων, τῶν δ’ Ἀθηναίων, ὅτι πλήθει τῶν νεῶν σύμπαντας ὁμοῦ τι τοὺς ἄλλους ὑπερέβαλλον, οὐκ ἀξιούντων ἑτέροις ἕπεσθαι, συνιδὼν τὸν κίνδυνον ὁ Θεμιστοκλῆς αὐτός τε τὴν ἀρχὴν τῷ Εὐρυβιάδη παρῆκε καὶ κατεπράυνε τοὺς Ἀθηναίους, ὑπισχνούμενος, ἂν ἄνδρες ἀγαθοὶ γένωνται πρὸς τὸν πόλεμον, ἑκόντας αὐτοῖς παρέξειν εἰς τὰ λοιπὰ πειθομένους τοὺς Ἕλληνας. 4 Διὸ καὶ δοκεῖ τῆς σωτηρίας αἰτιώτατος γενέσθαι τῆ Ἑλλάδι καὶ μάλιστα τοὺς Ἀθηναίους προαγαγεῖν εἰς δόξαν, ὡς ἀνδρείᾳ μὲν τῶν πολεμίων, εὐγνωμοσύνῃ δὲ τῶν συμμάχων περιγενομένους. 5 Ἐπεὶ δὲ ταῖς Ἀφεταῖς τοῦ βαρβαρικοῦ στόλου προσμείξαντος, ἐκπλαγεὶς ὁ Εὐρυβιάδης τῶν κατὰ στόμα νεῶν τὸ πλῆθος, ἂλλας δὲ πυνθανόμενος διακοσίας ὑπὲρ Σκιάθου κύκλῳ περιπλεῖν, ἐβούλετο τὴν ταχίστην εἴσω τῆς Ἑλλάδος κομισθεὶς ἅψασθαι Πελοποννήσου καὶ τὸν πεζὸν στρατὸν ταῖς ναυσὶ προσπεριβαλέσθαι, παντάπασιν ἀπρόσμαχον ἡγούμενος τὴν κατὰ θάλατταν ἀλκὴν βασιλέως, δείσαντες οἱ Εὐβοεῖς μὴ σφᾶς οἱ Ἕλληνες πρόωνται, κρύφα τῷ Θεμιστοκλεῖ διελέγοντο, Πελάγοντα μετὰ χρημάτων πολλῶν πέμψαντες. 6 Ἅ λαβὼν ἐκεῖνος, ὡς Ἡρόδοτος ἱστόρηκε, τοῖς περὶ τὸν Εὐρυβιάδην ἔδωκεν. Ἐναντιουμένου δ’ αὐτῷ μάλιστα τῶν πολιτῶν Ἀρχιτέλους, ὅς ἦν μὲν ἐπὶ τῆς ἱερᾶς νεὼς τριήραρχος, οὐκ ἔχων δὲ χρήματα τοῖς ναύταις χορηγεῖν ἔσπευδεν ἀποπλεῦσαι, παρώξυνεν ἔτι μᾶλλον ὁ Θεμιστοκλῆς τοὺς τριηρίτας ἐπ’ αὐτόν, ὥστε τὸ δεῖπνον ἁρπάσαι συνδραμόντας. 7 Τοῦ δ’ Ἀρχιτέλους
23

ἀθυμοῦντος ἐπὶ τούτῳ καὶ βαρέως φέροντος, εἰσέπεμψεν ὁ Θεμιστοκλῆς πρὸς αὐτὸν ἐν κίστῃ δεῖπνον ἂρτων καὶ κρεῶν, ὑποθεὶς κάτω τάλαντον ἀργυρίου καὶ κελεύσας αὐτόν τε δειπνεῖν ἐν τῷ παρόντι καὶ μεθ’ ἡμέραν ἐπιμεληθῆναι τῶν τριηριτῶν· εἰ δὲ μή, καταβοήσειν αὐτοῦ πρὸς τοὺς παρόντας ὡς ἔχοντος ἀργύριον παρὰ τῶν πολεμίων. Ταῦτα μὲν οὖν Φανίας ὁ Λέσβιος εἴρηκεν. ΚΕΦ. 7 Ὁ Ἑλληνικὸς στόλος στὸ Ἀρτεμίσιο. 1 Ὅταν πῆρε στὰ χέρια του τὴν ἀρχηγία ὁ Θεμιστοκλῆς, ἀμέσως ἄρχισε νὰ ἐπιβιβάζη τοὺς πολίτες στὰ πλοῖα καὶ προσπαθοῦσε νὰ τοὺς πείση νὰ ἀφήσουν τὴν πόλη καὶ νὰ πᾶνε ὅσο γίνεται πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς βαρβᾴρους στὴ θάλασσα. 2 Ἐπειδὴ ὅμως πολλοὶ ἦταν ἀντίθετοι στὸ σχέδιο τοῦτο, ὁδήγησε πολυάριθμο στράτευμα στὰ Τέμπη μαζὶ μὲ τοὺς Λακεδαιμονίους, μὲ τὸ σκοπὸ νὰ ἀγωνιστῆ ἐκεῖ γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς Θεσσαλίας, ποὺ τότε, δὲ φαινόταν ἀκόμη νὰ κλίνη πρὸς τὸ μέρος τῶν Μήδων. Ἀλλὰ γύρισαν ἀπ’ ἐκεῖ χωρὶς καμιὰν ἐπιτυχία. Στὸ μεταξὺ οἱ Θεσσαλοὶ προσχώρησαν στὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς πῆγαν μὲ τὸ μέρος τῶν Μήδων ὅλες οἱ πόλεις ὡς τὴ Βοιωτία. Ἀπὸ τότε πιὰ οἱ Ἀθηναῖοι ἄρχισαν νὰ δίνουν μεγαλύτερη προσοχὴ στὴ γνώμη τοῦ Θεμιστοκλῆ γιὰ τὴ θάλασσα καὶ τὸν στέλνουν μαζὶ μὲ πλοῖα στὸ Ἀρτεμίσιο, γιὰ νὰ φυλάξη τὰ στενά. 3 Ἐκεῖ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες ζητοῦσαν νὰ ἀναλάβουν τὴν ἀρχηγία τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου ὁ Εὐρυβιάδης καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι, ἐνῶ ἀντίθετα οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ ὑπερτεροῦσαν στὸ πλῆθος τῶν πλοίων σχεδὸν ὅλους τοὺς ἄλλους Ἕλληνες μαζί, δὲν τὸ θεωροῦσαν σωστὸ νὰ ἀκολουθοῦν ἄλλους. Ὁ Θεμιστοκλῆς ὅμως, ἐπειδὴ κατάλαβε τὸν κίνδυνο, καὶ ὁ ἴδιος παραχώρησε τὴν ἀρχηγία τοῦ στόλου στὸν Εὐρυβιάδη καὶ καθησύχαζε τοὺς Ἀθηναίους δίνοντας τὴν ὑπόσχεση ὅτι, ἄν φανοῦν γενναῖοι στὸν πόλεμο, θὰ κάμη τοὺς Ἕλληνες νὰ πείθωνται σ’ αὐτοὺς θεληματικὰ στὸ μέλλον. 4 Γι’ αὐτὸ κυρίως ὁ Θεμιστοκλῆς μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ σὰν ὁ πρωτεργάτης τῆς σωτηρίας τῶν Ἑλλήνων καὶ μὲ αὐτὸ προπάντων κατόρθωσε νὰ ἀποχτήσουν οἱ Ἀθηναῖοι τὴ φήμη ὅτι νίκησαν τοὺς ἐχθροὺς μὲ τὴν ἀντρεία τους καὶ τοὺς συμμάχους μὲ τὴ φρόνησή τους. 5 Στὸ μεταξύ, ὅταν ὁ βαρβαρικὸς στόλος ἀγκυροβόλησε στὶς Ἀφετές, ὁ Εὐρυβιάδης τρόμαξε ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πλοίων ποὺ ἔβλεπε ἀπέναντί
24

του. Καί, ἐπειδὴ εἶχε τὴν πληροφορία ὅτι ἄλλα διακόσια πλοῖα ἔπλεαν στ’ ἀνοιχτὰ γύρω ἀπὸ τὴ Σκίαθο, ἤθελε νὰ ἔρθη ὅσο μποροῦσε πιὸ γρήγορα στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα, νὰ προσορμιστῆ στὴν Πελοπόννησο καὶ νὰ περιφρουρήση τὸν πεζικὸ στρατὸ μὲ τὰ πλοῖα του, γιατὶ νόμιζε πὼς ἡ ναυτικὴ δύναμη τῶν Περσῶν ἦταν ἀκατανίκητη. Τότε οἱ Εὐβοεῖς, ἐπειδὴ φοβήθηκαν μήπως οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐγκαταλείψουν, ἦρθαν κρυφὰ σὲ συνεννόηση μὲ τὸ Θεμιστοκλῆ καὶ ἔστειλαν κάποιον Πελάγοντα μὲ πολλὰ χρήματα νὰ συναντηθῆ μαζί του. 6 Τὰ χρήματα αὐτὰ ὸ Θεμιστοκλῆς τὰ πῆρε, καθὼς ἀναφέρει ὁ Ἡρόδοτος στὴν ἱστορία του, καὶ τὰ ἔδωσε σὲ ἀνθρώπους τοῦ Εὐρυβιάδη. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἀθηναίους πιὸ ἐπίμονα ἐναντιωνόταν στὰ σχέδιά του ὁ Ἀρχιτέλης, ποὺ ἦταν τριήραρχος στὸ ἱερὸ πλοῖο καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ φύγη ἀπὸ ἐκεῖ, γιατὶ δὲν εἶχε χρήματα νὰ δώση στοὺς ναῦτες του, ὁ Θεμιστοκλῆς ἐρέθιζε ἀκόμη περισσότερο τὴν ὀργὴ τῶν ναυτῶν ἐναντίον του, ὡς τὸ σημεῖο ποὺ νὰ τρέξουν ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ τοῦ ἁρπάξουν τὸ δεῖπνο του. 7 Καὶ τὴ στιγμὴ αὐτὴ ποὺ ὁ Ἀρχιτέλης ἦταν στενοχωρημένος καὶ ἀγαναχτισμένος ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔγινε, τοῦ ἔστειλε ὁ Θεμιστοκλῆς μέσα σ’ ἕνα καλάθι, ψωμὶ καὶ κρέας γιὰ δεῖπνο, βάζοντας κάτω ἀπ’ αὐτὰ ἕνα ἀσημένιο τάλαντο καὶ το παράγγειλε νὰ δειπνήση γιὰ τὴν ὥρα, καὶ τὴν ἄλλη μέρα νὰ φροντίση γιὰ τοὺς ναῦτες του, εἰδάλλως θὰ φωνάξη δυνατὰ νὰ τὸ ἀκούσουν ὅλοι ὅσοι ἦταν, ἐκεῖ, πὼς τάχα πῆρε χρήματα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Αὐτὰ λέει ὁ Φανίας ἀπὸ τὴ Λέσβο. ΚΕΦ. 8 1 Αἱ δὲ γενόμεναι τότε, πρὸς τὰς τῶν βαρβάρων ναῦς περὶ τὰ στενὰ μάχαι κρίσιν μὲν εἰς τὰ ὅλα μεγάλην οὐκ ἐποίησαν, τῆ δὲ πείρᾳ μέγιστα τοὺς Ἕλληνας ὤνησαν, ὑπὸ τῶν ἔργων παρὰ τοὺς κινδύνους διδαχθέντας ὡς οὔτε πλήθη νεῶν οὔτε κόσμοι καὶ λαμπρότητες ἐπισήμων οὔτε κραυγαὶ κομπώδεις ἢ βάρραροι παιᾶνες ἔχουσί τι δεινὸν ἀνδράσιν ἐπισταμένοις εἰς χεῖρας ἰέναι καὶ μάχεσθαι τολμῶσιν, ἀλλὰ δεῖ τῶν τοιούτων καταφρονοῦντας ἐπ’ αὐτὰ τὰ σώματα φέρεσθαι καὶ πρὸς ἐκεῖνα διαγωνίζεσθαι συμπλακέντας. 2 Ὅ δὴ καὶ Πίνδαρος οὐ κακῶς ἔοικε συνιδὼν ἐπὶ τῆς ἐπ’ Ἀρτεμισίῳ μάχης εἰπεῖν· «Ὅθι παῖδες Ἀθαναίων ἐβάλοντο φαεννὰν κρηπῖδ’ ἐλευθερίας·»
25

3 ἀρχῂ γὰρ ὄντως τοῦ νικᾶν τὸ θαρρεῖν. Ἔστι δὲ τῆς Εὐβοίας τὸ Ἀρτεμίσιον ὑπὲρ τὴν Ἑστίαιαν αἰγιαλὸς εἰς βορέαν ἀναπεπταμένος, ἀνταίρει δ’ αὐτῷ μάλιστα τῆς ὑπὸ Φιλοκτήτῃ γενομένης χῴρας Ὀλιζών. 4 Ἔχει δὲ ναὸν οὐ μέγαν Ἀρτέμιδος ἐπίκλησιν Προσηῴας, καὶ δένδρα περὶ αὐτὸν πέφυκε καὶ στῆλαι κύκλῳ λίθου λευκοῦ πεπήγασιν˙ ὁ δὲ λίθος τῇ χειρὶ τριβόμενος καὶ χρόαν καὶ ὀσμὴν κροκίζουσαν ἀναδίδωσιν. 5 Ἐν μιᾷ δὲ τῶν στηλῶν ἐλεγεῖον ἦν τόδε γεγραμμένον· «Παντοδαπῶν ἀνδρῶν γενεὰς Ἀσίας ἀπὸ χώρας παῖδες Ἀθηναίων τῷδέ ποτ’ ἐν πελάγει ναυμαχίᾳ δαμάσαντες, ἐπεὶ στρατὸς ὤλετο Μήδων, σήματα ταῦτ’ ἔθεσαν παρθένῳ Ἀρτέμιδι.» 6 Δείκνυται δὲ τῆς ἀκτῆς τόπος ἐν πολλῆ τῆ πέριξ θινὶ κόνιν τεφρώδη καὶ μέλαιναν ἐκ βάθους ἀναδιδούς, ὥσπερ πυρίκαυστον, ἐν ᾧ τὰ ναυάγια καὶ <τοὺς> νεκροὺς καῦσαι δοκοῦσι. ΚΕΦ. 8 Οἱ ναυμαχίες στὸ Αρτεμίσιο. 1 Οἱ ναυμαχίες ποὺ ἔγιναν τότε ἐναντίον τῶν βαρβαρικῶν πλοίων γύρω ἀπὸ τὰ στενὰ τοῦ Ἀρτεμισίου δὲν εἶχαν βέβαια μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἔκβαση τοῦ πολέμου, ὠφέλησαν ὅμως πάρα πολὺ τοὺς Ἕλληνες, γιατὶ μὲ τὴν πείρα ποὺ ἀπόχτησαν ἐκεῖ διδάχτηκαν ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγματα, κοντὰ στὸν κίνδυνο, ὅτι οὔτε ὁ μεγάλος ἀριθμὸς τῶν πλοίων οὔτε οἱ στολισμοὶ καὶ τὰ λαμπρὰ ἐμβλήματά τους οὔτε οἱ ἀλαζονικὲς κραυγὲς ἤ τὰ πολεμικὰ ἐμβατήρια τῶν βαρβάρων μποροῦν νὰ προξενήσουν κανένα φόβο σὲ ἄντρες ποὺ ξέρουν νὰ ἔρχωνται στὰ χέρια καὶ ποὺ ἔχουν τὴν τόλμη νὰ μάχωνται, ἀλλὰ ὅτι πρέπει νὰ καταφρονοῦν ὅλ’ αὐτά, νὰ ὁρμοῦν πρὸς τοὺς ἐχθροὺς καὶ νὰ ἀγωνίζωνται μ’ αὐτοὺς σῶμα μὲ σῶμα. 2 Αὐτὸ καὶ ὁ Πίνδαρος φαίνεται πὼς τὸ κατάλαβε καλὰ καὶ εἶπε γιὰ τὴ ναυμαχία στὸ Ἀρτεμίσιο: «Ἐκεῖ τὰ παλικάρια τῆς Ἀθήνας στήσανε λαμπρὰ τῆς λευτεριᾶς θεμέλια.» 3 Τὸ Ἀρτεμίσιο τοῦτο εἶναι ἕνας γιαλὸς τῆς Εὐβοίας παραπάνω
26

ἀπὸ τὴν Ἱστιαία, ἀνοιχτὸς στὸ βοριά, καὶ ἀπέναντί του ὑψώνεται ἡ πόλη Ὀλιζώνα, στὴ χώρα ποὺ ἦταν ἄλλοτε κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Φιλοκτήτη. 4 Στὸ Ἀρτεμίσιο ὑπάρχει καὶ ἕνας μικρὸς ναὸς ἀφιερωμένος στὴν Ἄρτεμη τὴν Προσηώα, ὅπως ὀνομάζεται ἐκεῖ, καὶ γύρω ἀπ’ αὐτὸν εἶναι φυτεμένα δέντρα καὶ ἔχουν στηθῆ ὁλόγυρά του στῆλες ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο· τὸ μάρμαρο αὐτό, ὅταν τριφτῆ μὲ τὸ χέρι, ἀναδίνει καὶ χρῶμα καὶ μυρωδιὰ ζαφορᾶς. 5 Σὲ μιὰν ἀπὸ τὶς στῆλες ἦταν γραμμένο αὐτὸ τὸ ἐλεγεῖο: «Γένη βαρβάρων πολλὰ ἤρθανε κάποτε, λαοὶ τῆς Ἀσίας, μὰ ὅλους στὴ θάλασσα αὐτὴ δάμασαν τ’ ἄξια παιδιὰ ποὺ ἔστειλε τότε ἡ Ἀθήνα· καί, σὰν πιὰ συντρίψαν τοὺς Μήδους, στῆσαν στὴν Ἄρτεμη αὐτά, σήματα αἰώνια λαμπρά.» 6 Καὶ δείχνουν ἀκόμη καὶ σήμερα ἐκεῖ ἕνα παραλιακὸ μερος ποὺ ἔχει ὁλόγυρα πολλὴ ἀμμουδιὰ καὶ ἀναδίνει ἀπὸ τὸ βάθος σκόνη σταχτερὴ καὶ μαύρη, σὰ νὰ εἶχε βγῆ ἀπὸ πυρκαϊά, καὶ ὅπου πιστεύουν πὼς οἱ Ἕλληνες εἶχαν κάψει τὰ ναυάγια καὶ τοὺς νεκρούς. ΚΕΦ. 9 1 Τῶν μέντοι <τὰ> περὶ Θερμοπύλας εἰς τὸ Ἀρτεμίσιον ἀπαγγελλόντων πυθόμενοι, Λεωνίδαν τε κεῖσθαι καὶ κρατεῖν Ξέρξην τῶν κατὰ γῆν παρόδων, εἴσω τῆς Ἑλλάδος ἀνεκομίζοντο, τῶν Ἀθηναίων ἐπὶ πᾶσι τεταγμένων δι’ ἀρετὴν καὶ μέγα τοῖς πεπραγμένοις φρονούντων. 2 Παραπλέων δὲ τὴν χώραν ὁ Θεμιστοκλῆς, ᾗπερ κατάρσεις ἀναγκαίας καὶ καταφυγὰς ἑώρα τοῖς πολεμίοις, ἐνεχάραττε κατὰ τῶν λίθων ἐπιφανῆ γράμματα, τοὺς μὲν εὑρίσκων ἀπὸ τύχης, τοὺς δ’ αὐτὸς ἱστὰς περὶ τὰ ναυλόχια καὶ τὰς ὑδρείας, ἐπισκήπτων Ἴωσι διὰ τῶν γραμμάτων, εἰ μὲν οἷόν τε, μετατάξασθαι πρὸς αὐτοὺς πατέρας ὄντας καὶ προκινδυνεύοντας ὑπὲρ τῆς ἑκείνων ἐλευθερίας, εἰ δέ μή, κακοῦν τὸ βαρβαρικὸν ἐν ταῖς μάχαις καὶ συνταράττειν. Ταῦτα δ’ ἤλπιζεν ἤ μεταστήσειν τοὺς Ἴωνας ἤ ταράξειν ὑποπτοτέρους τοὺς βαρβάρους γενομένους. 3 Ξέρξου δὲ διὰ τῆς Δωρίδος ἄνωθεν ἐμβαλόντος εἰς τὴν Φωκίδα καὶ τὰ τῶν Φωκέων ἄστη πυρπολοῦντος, οὐ προσήμυναν οἱ Ἕλληνες, καίπερ τῶν Ἀθηναίων δεομένων εἰς τὴν Βοωτίαν ἀπαντῆσαι πρὸ τῆς Ἀττικῆς, ὥσπερ αὐτοὶ κατὰ θάλατταν ἐπ’ Ἀρτεμίσιον ἐβοήθησαν. 4 Μηδενὸς δ’
27

ὑπακούοντος αὐτοῖς, ἀλλὰ τῆς Πελοποννήσου περιεχομένων καὶ πᾶσαν ἑντὸς Ἰσθμὸν τὴν δύναμιν ὡρμημένων συνάγειν, καὶ διατειχιζόντων τὸν Ἰσθμὸν εἰς θάλατταν ἐκ θαλάττης, ἅμα μὲν ὀργὴ τῆς προδοσίας εἶχε τοὺς Ἀθηναίους, ἅμα δὲ δυσθυμία καὶ κατήφεια μεμονωμένους. 5 Μάχεσθαι μὲν γὰρ οὐ διενοοῦντο μυριάσι στρατοῦ τοσαύταις· ὅ δ’ ἦν μόνον ἀναγκαῖον ἐν τῷ παρόντι, τὴν πόλιν ἀφέντας ἐμφῦναι ταῖς ναυσίν, [ὅπερ] οἱ πολλοὶ χαλεπῶς ἤκουον, ὡς μήτε νίκης δεόμενοι μήτε σωτηρίαν ἐπιστάμενοι θεῶν ἱερὰ καὶ πατέρων ἡρῷα προϊεμένων. ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ (Κεφ. 9 - 10) ΚΕΦ. 9 Ἡ ἀναχώρηση τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸ Ἀρτεμίσιο. 1 Ὅταν ὅμως οἱ Ἕλληνες ποὺ ἦταν στὸ Ἀρτεμίσιο ἔμαθαν ἀπὸ ἀγγελιοφόρους ὅσα ἔγιναν στὶς Θερμοπύλες, ὅτι δηλαδὴ ὁ Λεωνίδας ἔπεσε καὶ ὅτι ὁ Ξέρξης εἶχε κυριέψει τὶς διαβάσεις στὴν ξηρά, ἔφυγαν γιὰ νὰ γυρίσουν στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα, καὶ οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν πάρει ἐξαιτίας τῆς ἀντρείας τους θέση σὰν ὀπισθοφυλακὴ ὅλου τοῦ στόλου, περήφανοι γιὰ τὰ κατορθώματά τους. 2 Ὁ Θεμιστοκλῆς περνώντας μὲ τὸ στόλο του κοντὰ στὴ στεριὰ σὲ ὅσα μέρη ἔβλεπε ὅπου χωρὶς ἄλλο θ’ ἀγκυροβολοῦσαν οἱ ἐχθροὶ ἤ θὰ πήγαιναν νὰ κρυφτοῦν, ἔβαζε νὰ σκαλίζουν ἐπάνω στὶς πέτρες ἐπιγραφὲς ποὺ νὰ τὶς βλέπουν ὅλοι· καὶ ἄλλες ἀπὸ τὶς πέτρες αὐτὲς ἔτυχε νὰ βρίσκωνται ἐκεῖ σὲ κατάλληλη θέση, ἄλλες ὁ ἴδιος τὶς ἔστηνε ὁλόγυρα στοὺς ὅρμους καὶ σὲ τοποθεσίες μὲ πηγὲς νεροῦ. Μὲ τὶς ἐπιγραφὲς αὐτὲς ἐξόρκιζε τοὺς Ἴωνες ποὺ ἦταν στὸ στρατὸ τῶν Περσῶν, ἂν μποροῦσαν, νὰ αὐτομολήσουν σ’ αὐτούς, ποὺ ἦταν πατέρες τους καὶ κινδυνεύουν γιὰ τὴν ἐλευθερία ἐκείνων, εἰδάλλως νὰ προξενοῦν βλάβη καὶ ἀναταραχὴ στὸ βαρβαρικὸ στράτευμα κατὰ τὴ διάρκεια τῶν μαχῶν. Καὶ εἶχε τὴν ἐλπίδα πὼς αὐτὰ ἤ θὰ κάμουν τοὺς Ἴωνες νὰ πᾶνε μὲ τὸ μέρος τους ἤ θὰ τοὺς ἔφερναν σὲ ταραχή, γιατὶ θὰ γίνονταν περισσότερο ὕποπτοι στοὺς βαρβάρους. 3 Καί, ὅταν ὁ Ξέρξης περνώντας τὴ Δωρίδα μπῆκε ἀπὸ τὸ πάνω μέρος στὴ Φωκίδα καὶ πυρπολοῦσε τὶς πόλεις τῆς χώρας αὐτῆς, οἱ Ἕλληνες δὲν πῆγαν πρὸς βοήθειά τους, ἂν καὶ οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς παρακαλοῦσαν νὰ τρέξουν στὴ Βοιωτία καὶ νὰ συναντήσουν τοὺς βαρβάρους ἐκεῖ, προασπίζοντας τὴν Ἀττική, ὅπως αὐτοὶ τοὺς βοήθησαν κατὰ θάλασσα στὸ Ἀρτεμίσιο. 4 Κανεὶς ὅμως δὲν ἄκουε τὶς παρακλήσεις
28

τῶν Ἀθηναίων, παρὰ ὅλοι εἶχαν προσκολληθῆ στὴν Πελοπόννησο· βιάζονταν νὰ συναθροίσουν ὅλη τὴ δύναμή τους μέσα στὸν Ἰσθμὸ καὶ ἔχτιζαν ἐκεῖ τεῖχος ἀπὸ τὴ μιὰ θάλασσα στὴν ἄλλη. Ἡ προδοσία αὐτὴ τῶν Ἑλλήνων ἐξόργισε τοὺς Ἀθηναίους καὶ τοὺς ἔπιασε λύπη καὶ μελαγχολία, γιατὶ εἶχαν μείνει μόνοι. 5 Βέβαια, δὲν μποροῦσαν οὔτε νὰ τὸ διανοηθοῦν πὼς θὰ πολεμοῦσαν μὲ τόσες μυριάδες στρατοῦ. Ἐκεῖνο μόνο ποὺ κατ’ ἀνάγκη ἔπρεπε νὰ κάμουν σ’ αὐτὴ τὴν περίσταση ἦταν νὰ ἀφήσουν τὴν πόλη τους καὶ νὰ μείνουν προσκολλημένοι στὰ πλοῖα τους. Ἀλλὰ τὸ πλῆθος τῶν Ἀθηναίων τὸ ἄκουε αὐτὸ μὲ ἀγανάχτηση, γιατὶ οὔτε τὴ νίκη θὰ τὴ χρειάζονταν οὔτε τὴ σωτηρία θὰ τὴν καταλάβαιναν, ἄν παρατοῦσαν τοὺς ναοὺς τῶν θεῶν καὶ τοὺς τάφους τῶν πατέρων ΚΕΦ. 10 1 Ἔνθα δὴ Θεμιστοκλῆς ἀπορῶν τοῖς ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς προσάγεσθαι τὸ πλῆθος, ὥσπερ ἐν τραγῳδίᾳ μηχανὴν ἄρας, σημεῖα δαιμόνια καὶ χρησμοὺς ἐπῆγεν αὐτοῖς· σημεῖον μὲν λαμβάνων τὸ τοῦ δράκοντος, ὅς ἀφανὴς ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκ τοῦ σηκοῦ δοκεῖ γενέσθαι· 2 καὶ τὰς καθ’ ἡμέραν αὐτῷ προτιθεμένας ἀπαρχὰς εὑρίσκοντες ἀψαύστους οἱ ἱερεῖς ἐξήγγελλον εἰς τοὺς πολλούς, τοῦ Θεμιστοκλέους λόγον διδόντος, ὡς ἀπολέλοιπε τὴν πόλιν ἡ θεὸς ὑφηγουμένη πρὸς τὴν θάλατταν αὐτοῖς. 3 Τῷ δὲ χρησμῷ πάλιν ἐδημαγώγει, λέγων μηδὲν ἄλλο δηλοῦσθαι ξύλινον τεῖχος ἢ τὰς ναῦς· διὸ καὶ τὴν Σαλαμῖνα θείαν, οὐχὶ δεινὴν οὐδὲ σχετλίαν ἀνακαλεῖν τὸν θεόν, ὡς εὐτυχήματος μεγάλου τοῖς Ἕλλησιν ἐπώνυμον ἐσομένην. 4 Κρατήσας δὲ τῇ γνώμῃ ψήφισμα γράφει, τὴν μὲν πόλιν παρακαταθέσθαι τῇ Ἀθηνᾷ τῇ Ἀθηνῶν μεδεούσῃ, τοὺς δ’ ἐν ἡλικίᾳ πάντας ἐμβαίνειν εἰς τὰς τριήρεις, παῖδας δὲ καὶ γυναῖκας καὶ ἀνδράποδα σῴζειν ἕκαστον ὡς ἂν δύνηται. 5 Κυρωθέντος δὲ τοῦ ψηφίσματος οἱ πλεῖστοι τῶν Ἀθηναίων ὑπεξέθεντο γενεὰς καὶ γυναῖκας εἰς Τροιζῆνα, φιλοτίμως πάνυ τῶν Τροιζηνίων ὑποδεχομένων· καὶ γὰρ τρέφειν ἐψηφίσαντο δημοσίᾳ, δύο ὀβολοὺς ἑκάστῳ διδόντες, καὶ τῆς ὀπώρας λαμβάνειν ἐξεῖναι τοὺς παῖδας πανταχόθεν, ἔτι δ’ ὑπὲρ αὐτῶν διδασκάλοις τελεῖν μισθούς. Τὸ δὲ ψήφισμα Νικαγόρας ἔγραψεν. 6 Οὐκ ὄντων δὲ δημοσίων χρημάτων τοῖς Ἀθηναίοις, Ἀριστοτέλης μὲν φησι τὴν ἐξ Ἀρείου πάγου βουλὴν πορίσασαν ὀκτὼ δραχμὰς ἑκάστῳ τῶν στρατευομένων αἰτιωτάτην γενέσθαι τοῦ πληρωθῆναι τὰς τριήρεις, Κλείδημος δὲ καὶ τοῦτο τοῦ Θεμιστοκλέους ποιεῖται στρατήγημα. 7

Καταβαινόντων γὰρ εἰς Πειραιᾶ τῶν Ἀθηναίων, φησὶν ἀπολέσθαι τὸ Γοργόνειον ἀπὸ τῆς θεοῦ τοῦ ἀγάλματος· τὸν οὖν Θεμιστοκλέα προσποιούμενον ζητεῖν καὶ διερευνώμενον ἅπαντα χρημάτων ἀνευρίσκειν πλῆθος ἐν ταῖς ἀποσκευαῖς ἀποκεκρυμμένον, ὧν εἰς μέσον κομισθέντων εὐπορῆσαι τοὺς ἐμβαίνοντας εἰς τὰς ναῦς ἐφοδίων. 8 Ἐκπλεούσης δὲ τῆς πόλεως τοῖς μὲν οἶκτον τὸ θέαμα, τοῖς δὲ θαῦμα τῆς τόλμης παρεῖχε, γενεὰς μὲν ἄλλη προπεμπόντων, αὐτῶν δ’ ἀκάμπτων πρὸς οἰμωγὰς καὶ δάκρυα γονέων καὶ περιβολὰς διαπερώντων εἰς τὴν νῆσον. 9 Καίτοι πολὺν μὲν οἱ διὰ γῆρας ὑπολειπόμενοι τῶν πολιτῶν ἔλεον εἶχον· ἤν δέ τις καὶ ἀπὸ τῶν ἡμέρων καὶ συντρόφων ζῴων ἐπικλῶσα γλυκυθυμία, μετ’ ὠρυγῆς καὶ πόθου συμπαραθεόντων ἐμβαίνουσι τοῖς ἑαυτῶν τροφεῦσιν. 10 Ἐν οἷς ἱστορεῖται κύων Ξανθίππου τοῦ Περικλέους πατρὸς οὐκ ἀνασχόμενος τὴν ἀπ’ αὐτοῦ μόνωσιν ἐναλέσθαι τῇ θαλάττῃ καὶ τῇ τριήρει παρανηχόμενος ἐκπεσεῖν εἰς τὴν Σαλαμῖνα καὶ λιποθυμήσας ἀποθανεῖν εὐθύς· οὗ καὶ τὸ δεικνύμενον ἄχρι νῦν καὶ καλούμενον Κυνὸς σῆμα τάφον εἶναι λέγουσι. ΚΕΦ. 10 Οἱ Ἀθηναῖοι ἀφήνουν τὴν πόλη. 1 Τότε ὁ Θεμιστοκλῆς, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε μὲ ἀνθρώπινους συλλογισμοὺς νὰ φέρη μὲ τὸ μέρος του τὸ πλῆθος, ἔβγαλε στὴ μέση ἕνα τέχνασμα, ὅπως γίνεται σὲ παράσταση τραγωδίας· σκέφτηκε δηλαδὴ νὰ τοὺς παρουσιάση σημεῖα ἀπὸ τοὺς θεοὺς καὶ μαντεῖες. Πῆρε γιὰ θεϊκὸ σημάδι αὐτὸ ποὺ ἔγινε τὶς μέρες ἐκεῖνες μὲ τὸ δράκοντα, πού, ὅπως λένε, ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὸ ναό. 2 Καί, ἐπειδὴ τὶς προσφορὲς ποὺ τοῦ παράθεταν κάθε μέρα τὶς ἔβρισκαν ἄθικτες, οἱ ἱερεῖς τὸ ἀνακοίνωναν στὸ λαό, καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς ἔδινε τὴν ἐξήγηση, πὼς ἡ θεὰ παράτησε τὴν Ἀθήνα καὶ ἔτσι ἔδειχνε στοὺς Ἀθηναίους τὸ δρόμο πρὸς τὴ θάλασσα. 3 Ἐπίσης καὶ μὲ τὸ χρησμὸ προσπαθοῦσε νὰ τραβήξη τὸ λαό, λέγοντας πὼς τὸ «ξύλινο τεῖχος» δὲ φανέρωνε τίποτε ἄλλο παρὰ τὰ πλοῖα. Γιὰ τοῦτο καὶ τὴ Σαλαμίνα ὁ θεὸς στὸ χρησμό του τὴν ὀνομάζει «εὐλογημένη» καὶ ὄχι φοβερὴ οὔτε καταραμένη, γιατὶ ἔμελλε νὰ δώση τὸ ὄνομά της σὲ μιὰ μεγάλη εὐτυχία τῶν Ἑλλήνων. 4 Καὶ ὅταν ὑπερίσχυσε ἡ γνώμη του, ὑποβάλλει στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου τὴν πρόταση: νὰ ἐμπιστευτοῦν τὴν πόλη στὴν Ἀθηνᾶ ποὺ εἶναι προστάτισσά της, καὶ ὅλοι ὅσοι ἔχουν τὴ στρατεύσιμη ἡλικία νὰ μποῦν στὰ πλοῖα καὶ νὰ προσπαθῆ ὁ καθένας μὲ ὅποιον τρόπο μπορεῖ νὰ
30

διασώση τὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς δούλους. 5 Ὅταν ἡ πρόταση αὐτὴ ἐγκρίθηκε, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ἔφεραν γι’ ἀσφάλεια τὰ παιδιὰ καὶ τὶς γυναῖκες τους στὴν Τροιζήνα, ὅπου οἱ κάτοικοι τὰ δέχονταν μὲ μεγάλη προθυμία. Ἀποφάσισαν μάλιστα νὰ ἀναλάβουν τὴ διατροφή τους μὲ δημόσια ἔξοδα, δίνοντας κάθε μέρα δύο ὀβολοὺς στὸν καθένα, καὶ νὰ ἐπιτρέπουν στὰ παιδιὰ νὰ παίρνουν ὀπωρικὰ ἀπὸ παντοῦ, καὶ ἀκόμη νὰ πληρώνουν γι’ αὐτὰ μιστοὺς σὲ δασκάλους. Τὴν πρόταση αὐτὴ τὴν εἶχε κάμει ὁ Νικαγόρας. 6 Καὶ ἐπειδὴ τὸ δημόσιο ταμεῖο τῶν Ἀθηναίων δὲν εἶχε χρήματα, ἡ βουλὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθὼς λέει ὁ Ἀριστοτέλης, ἔδωσε σὲ κάθε στρατευμένο πολίτη ὀκτὼ δραχμές· αὐτὸ ἔγινε ἡ κυριότερη ἀφορμὴ νὰ γεμίσουν μὲ πληρώματα τὰ πλοῖα. Ὁ Κλείδημος ὅμως νομίζει πὼς καὶ τοῦτο ἦταν τέχνασμα τοῦ Θεμιστοκλῆ. 7 Λέει δηλαδὴ ὅτι, ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι κατέβαιναν στὸν Πειραιά, χάθηκε τὸ κεφάλι τῆς Γοργόνας ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς˙ ὁ Θεμιστοκλῆς τότε κάνοντας πὼς τὸ ἀναζητεῖ καὶ ψάχνοντας μὲ ἐπιμονὴ ὅλα, βρίσκει μέσα στὶς ἀποσκευὲς πολλὰ χρήματα κρυμμένα, ποὺ δόθηκαν σὲ κοινὴ χρήση καὶ ἔτσι ὅσοι μπῆκαν στὰ πλοῖα εἶχαν ἄφθονα ἐφόδια. 8 Τὸ θέαμα τῶν πολιτῶν ποὺ ἔμπαιναν στὰ καράβια καὶ ἔφευγαν, σὲ ἄλλους προκαλοῦσε θλίψη καὶ σὲ ἄλλους θαυμασμὸ γιὰ τὴν τόλμη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ποὺ ἔστελναν κατευοδώνοντας τὶς οἰκογένειές τους μακριά, σὲ ἄλλο μέρος, ἐνῶ αὐτοὶ, ἄκαμπτοι στὶς οἰμωγὲς καὶ τὰ δάκρυα καὶ τὰ ἀγκαλιάσματα τῶν γονιῶν τους, τραβοῦσαν ἀντίκρυ, πρὸς τὸ νησί. 9 Ὅμως καὶ οἱ πολίτες ποὺ ἐξαιτίας τῶν γηρατειῶν τους ἀπόμεναν στὴν πόλη προκαλοῦσαν λύπη μεγάλη. Ἀκόμη μιὰ γλυκιὰ συμπάθεια ποὺ ράγιζε τὴν καρδιὰ ἔνιωθε κανεὶς γιὰ τὰ ἥμερα σπιτικὰ ζῶα, ποὺ μὲ φωνὲς καὶ μὲ λαχτάρα ἔτρεχαν ἀκολουθώντας τὰ ἀφεντικά τους σὰν ἔμπαιναν στὰ πλοῖα. 10 Ἀνάμεσα σ’αὐτὰ ἀναφέρεται στὶς διηγήσεις καὶ ὁ σκύλος ποὺ εἶχε ὁ Ξάνθιππος, ὁ πατέρας τοῦ Περικλῆ, ποὺ μὴ βαστώντας νὰ χωριστῆ ἀπ’ αὐτὸν πήδησε μέσα στὴ θάλασσα καὶ κολυμπώντας πλάι στὸ πλοῖο βγῆκε ἔξω στὴ Σαλαμίνα καὶ μ’ ἐξαντλημένες τὶς δυνάμεις του ξεψύχησε ἀμέσως· τάφος δικός του λένε πὼς εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δείχνεται ὡς σήμερα καὶ ὀνομάζεται «Κυνὸς σῆμα». ΚΕΦ. 11 1 Ταῦτά τε δὴ μεγάλα τοῦ Θεμιστοκλέους, καὶ τοὺς πολίτας
31

αἰσθόμενος ποθοῦντας Ἀριστείδην καὶ δεδιότας μὴ δι’ ὀργὴν τῷ βαρβάρῳ προσθεὶς ἑαυτὸν ἀνατρέψη τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος -ἐξωστράκιστο γὰρ πρὸ τοῦ πολέμου καταστασιασθεὶς ὑπὸ Θεμιστοκλέους- γράφει ψήφισμα, τοῖς ἐπὶ χρόνῳ μεθεστῶσιν ἐξεῖναι κατελθοῦσι πράττειν καὶ λέγειν τὰ βέλτιστα τῇ Ἑλλάδι μετὰ τῶν ἄλλων, πολιτῶν. 2 Εὐρυβιάδου δὲ τὴν μὲν ἡγεμονίαν τῶν νεῶν ἔχοντος διὰ τὸ τῆς Σπάρτης ἀξίωμα, μαλακοῦ δὲ περὶ τὸν κίνδυνον ὄντος, αἴρειν δὲ βουλομένου καὶ πλεῖν ἐπὶ τὸν Ἰσθμόν, ὅπου καὶ τὸ πεζὸν ἤθροιστο των Πελοποννησίων, ὁ Θεμιστοκλῆς ἀντέλεγεν· ὅτε καὶ τὰ μνημονευόμενα λεχθῆναί φασι. 3 Τοῦ γὰρ Εὐρυβιάδου πρὸς αὐτὸν εἰπόντος· «Ὦ, Θεμιστόκλεις, ἐν τοῖς ἀγῶσι τοὺς προεξανισταμένους ῥαπίζουσι», «Ναὶ» εἶπεν ὁ Θεμιστοκλῆς, «ἀλλὰ τοὺς ἀπολειφθέντας οὐ στεφανοῦσιν». Ἐπαραμένου δὲ τὴν βακτηρίαν ὡς πατάξοντος, ὁ Θεμιστοκλῆς ἔφη· 4 «Πάταξον μέν, ἄκουσον δέ». Θαυμάσαντος δὲ τὴν πρᾳότητα τοῦ Εὐρυβιάδου καὶ λέγειν κελεύσαντος, ὁ μὲν Θεμιστοκλῆς ἀνῆγεν αὐτὸν ἐπὶ τὸν λόγον. 5 Εἰπόντος δέ τινος ὡς ἀνὴρ ἄπολις οὐκ ὀρθῶς διδάσκοι τοὺς ἔχοντας ἐγκαταλιπεῖν καὶ προέσθαι τὰς πατρίδας, ὁ Θεμιστοκλῆς ἐπιστρέψας τὸν λόγον· «Ἡμεῖς τοι» εἶπεν «ὦ μοχθηρέ, τὰς μὲν οἰκίας καὶ τὰ τείχη καταλελοίπαμεν, οὐκ ἀξιοῦντες ἀψύχων ἕνεκα δουλεύειν, πόλις δ’ ἡμῖν ἐστι μεγίστη τῶν Ἑλληνίδων, αἱ διακόσιαι τριήρεις, αἵ νῦν μὲν ὑμῖν παρεστᾶσι βοηθοὶ σῴζεσθαι δι’ αὐτῶν βουλομένοις, εἰ δ’ ἄπιτε δεύτερον ἡμᾶς προδόντες, αὐτίκα πεύσεταί τις Ἑλλήνων Ἀθηναίους καὶ πόλιν ἐλευθέραν καὶ χώραν οὐ χείρονα κεκτημένους ἧς ἀπέβαλον». Ταῦτα τοῦ Θεμιστοκλέους εἰπόντος, ἔννοια καὶ δέος ἔσχε τὸν Εὐρυβιάδην τῶν Ἀθηναίων, μὴ σφᾶς ἀπολείποντες οἴχωνται. 6 Τοῦ δ’ Ἐρετριέως πειρωμένου τι λέγειν πρὸς αὐτόν, «Ἦ γὰρ» ἔφη «καὶ ὑμῖν περὶ πολέμου τίς ἐστι λόγος, οἵ καθάπερ αἱ τευθίδες μάχαιραν μὲν ἔχετε, καρδίαν δ’ οὐκ ἐχετε;» ΣΤΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ (Κεφ. 11 - 15) ΚΕΦ. 11 Πολεμικὸ συμβούλιο τῶν Ἑλλήνων. 1 Βέβαια, αὐτὲς οἱ πρἀξεις τοῦ Θεμιστοκλῆ εἶναι μεγαλες. Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλες ἀκόμη. Ἐπειδὴ κατάλαβε ὅτι οἱ πολίτες ἤθελαν ἐπίμονα τὸν Ἀριστείδη καὶ εἶχαν τὸ φόβο μήπως αὐτὸς ἐρεθισμένος
32

ἀπὸ τὴν ὀργή του προσχωρήση στοὺς βαρβάρους καὶ βλάψη τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα (γιατί, ὅπως εἴπαμε, εἶχε ἐξοστρακιστῆ πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο, κυνηγημένος γιὰ κομματικοὺς λόγους ἀπὸ τὸ Θεμιστοκλῆ) ὑποβάλλει ἔγγραφη πρόταση στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου νὰ ἐπιτραπῆ σὲ ὅσους ἔχουν ἀπομακρυνθῆ γιὰ ὁρισμένο χρόνο, νὰ ἐπιστρέψουν, γιὰ νὰ πράττουν καὶ νὰ συμβουλεύουν καὶ αὐτοὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πολίτες ὅ,τι κρίνουν καλύτερο γιὰ τὴν Ἑλλάδα. 2 Ὅταν ὁ Εὐρυβιάδης, ποὺ χάρη στὸ μεγάλο κύρος τῆς Σπάρτης εἶχε τὴν ἀρχηγία τοῦ στόλου, ποὺ ἦταν ὅμως ἄνθρωπος ἄτολμος μπροστὰ στὸν κίνδυνο, ἤθελε νὰ ξεκινήσουν καὶ νὰ τραβήξουν πρὸς τὸν Ἰσθμό, ὅπου εἶχε συγκεντρωθῆ καὶ τὸ πεζικὸ τῶν Πελοποννησίων, ὁ Θεμιστοκλῆς διατύπωσε ἀντίρρηση. Καὶ τότε λένε πὼς εἰπώθηκαν τὰ περίφημα ἐκεῖνα λόγια ποὺ μνημονεύονται ὡς σήμερα. 3 Δηλαδή, ὅταν ὁ Εὐρυβιάδης τοῦ εἶπε «Θεμιστοκλῆ, στοὺς ἀγῶνες, ὅσους ξεκινοῦν πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα τους τοὺς ραβδίζουν», «ναί» ἀποκρίθηκε ὁ Θεμιστοκλῆς, «ἀλλὰ ὅσους μένουν πίσω δὲν τοὺς στεφανώνουν». Καὶ μόλις ἐκεῖνος σήκωσε τὸ ραβδί του γιὰ νὰ τὸν χτυπήση, ὁ Θεμιστοκλῆς τοῦ λέει· «Χτύπησέ με, μὰ ἄκουσέ με!» 4 Καὶ ὅταν ὁ Εὐρυβιάδης θαυμάζοντας τὴν ἀταραξία τοῦ Θεμιστοκλῆ, τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια νὰ μιλήση, αὐτὸς προσπάθησε πάλι νὰ τὸν φέρη στὴν ἄποψή του. 5 Ἀλλὰ κάποιος εἶπε τότε πὼς ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς πατρίδα δὲν εἶναι σωστὸ νὰ συμβουλεύη ἐκείνους ποὺ ἔχουν πατρίδες νὰ τὶς ἐγκαταλείψουν καὶ νὰ ἀδιαφορήσουν γι᾽ αὐτές. Σ’ αὐτὸν ὁ Θεμιστοκλῆς, ἀντιστρέφοντας τὸ συλλογισμό, ἀποκρίθηκε: «Ἐμεῖς βέβαια, καημένε, τὰ σπίτια μας καὶ τὰ τείχη μας τὰ ἔχομε ἀφήσει, γιατὶ θαρροῦμε πὼς δὲν ἀξίζει νὰ γίνωμε δοῦλοι γι’ ἄψυχα πράματα· πάντως ὅμως ἐμεῖς ἔχομε τὴν πιὸ μεγάλη ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἑλληνικὲς πατρίδες: τὰ διακόσια πολεμικὰ πλοῖα ποὺ βρίσκονται ἐδῶ ἕτοιμα νὰ σᾶς βοηθήσουν, ἂν θέλετε νὰ σωθῆτε μὲ αὐτά· μά, ἂν μᾶς προδώσετε γιὰ δεύτερη φορὰ καὶ φύγετε ἀπ᾽ ἐδῶ, ἀμέσως θὰ μάθη ὁ κάθε ἕλληνας ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ἔχουν καὶ πατρίδα ἐλεύθερη καὶ χώρα ὄχι κατώτερη ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἔχασαν». Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεμιστοκλῆ ἔβαλαν σ’ ἔγνοια καὶ τρόμαξαν τὸν Εὐρυβιάδη, μήπως οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς ἀφήσουν καὶ φύγουν. 6 Καί, σὰν ὁ στρατηγὸς τῶν Ἐρετριέων δοκίμασε κάτι νὰ πῆ, ὁ Θεμιστοκλῆς τοῦ λέει «Πῶς; μιλᾶτε γιὰ πόλεμο κι ἐσεῖς πού, σὰν τὰ καλαμάρια, μαχαίρι ἔχετε, μὰ καρδιὰ δὲν ἔχετε;» ΚΕΦ. 12

1 Λέγεται ὁ ὑπό τινων τὸν μὲν Θεμιστοκλέα περὶ τούτων ἀπὸ τοῦ καταστοώματος ἄνωθεν τῆς νεὼς διαλέγεσθαι, γλαῦκα δ’ ὀφθῆναι διαπετομένην ἐπὶ δεξιᾶς τῶν νεῶν καὶ τοῖς καρχησίοις ἐπικαθίζουσαν˙ διὸ δὴ καὶ μάλιστα προσέθεντο τῇ γνώμῃ καὶ παρεσκευάζοντο ναυμαχήσοντες. 2 Ἀλλ’ ἐπεὶ τῶν πολεμίων ὅ τε στόλος τῇ Ἀττικῇ κατὰ τὸ Φαληρικὸν προσφερόμενος τοὺς πέριξ ἀπέκρυψεν αἰγιαλούς, αὐτός τε βασιλεὺς μετὰ τοῦ πεζοῦ στρατοῦ καταβὰς ἐπὶ τὴν θάλατταν ἄθρους ὤφθη, τῶν δυνάμεων ὁμοῦ γενομένων, ἐξερρύησαν οἱ τοῦ Θεμιστοκλέους λόγοι τῶν Ἑλλήνων, καὶ πάλιν ἐπάπταινον οἱ Πελοποννήσιοι πρὸς τὸν Ἰσθμόν, εἴ τις ἄλλο τι λέγοι χαλεπαίνοντες· ἐδόκει δὴ τῆς νυκτὸς ἀποχωρεῖν, καὶ παρηγγέλλετο πλοῦς τοῖς κυβερνήταις˙ 3 ἔνθα δὴ βαρέως φέρων ὁ Θεμιστοκλῆς εἰ τὴν ἀπὸ τοῦ τόπου καὶ τῶν στενῶν προέμενοι βοήθειαν οἱ Ἕλληνες διαλυθήσονται κατὰ πόλεις, ἐβουλεύετο καὶ συνετίθει τὴν περὶ τὸν Σίκιννον πραγματείαν. 4 Ἤν δὲ τῷ μὲν γένει Πέρσης ὁ Σίκιννος, αἰχμάλωτος, εὔνους δὲ τῷ Θεμιστοκλεῖ καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ παιδαγωγός. Ὅν ἐκπέμπει πρὸς τὸν Ξέρξην κρύφα, κελεύσας λέγειν ὅτι Θεμιστοκλῆς ὁ τῶν Ἀθηναίων στρατηγὸς αἱρούμενος τὰ βασιλέως ἐξαγγέλλει πρῶτος αὐτῷ τοὺς Ἕλληνας ἀποδιδράσκοντας, καὶ διακελεύεται μὴ παρεῖναι φυγεῖν αὐτοῖς, ἀλλ’ ἐν ᾧ ταράττονται τῶν πεζῶν χωρὶς ὄντες ἐπιθέσθαι καὶ διαφθεῖραι τὴν ναυτικὴν δύναμιν. Ταῦτα δ’ ὁ Ξέρξης ὡς ἀπ’ εὐνοίας λελεγμένα δεξάμενος, ἥσθη καὶ εὐθὺς ἐξέφερε πρὸς τοὺς ἡγεμόνας τῶν νεῶν τὰς μὲν ἄλλας πληροῦν καθ’ ἡσυχίαν, διακοσίαις δ’ ἀναχθέντας ἤδη περιβαλέσθαι τὸν πόρον ἐν κύκλῳ πάντα καὶ διαζῶσαί τὰς νήσους, ὅπως ἐκφύγοι μηδεὶς τῶν πολεμίων. 6 Τούτων δὲ πραττομένων Ἀριστείδης ὁ Λυσιμάχου πρῶτος αἰσθόμενος ἧκεν ἐπὶ τὴν σκηνὴν τοῦ Θεμιστοκλέους, οὐκ ὢν φίλος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκεῖνον ἐξωστρακισμένος ὥσπερ εἴρηται· 7 προελθόντι δὲ τῷ Θεμιστοκλεῖ φράζει τὴν κύκλωσιν. Ὁ δὲ τὴν τ᾽ἄλλην καλοκαγαθίαν τοῦ ἀνδρὸς εἰδὼς καὶ τῆς τότε παρουσίας ἀγάμενος λέγει τὰ περὶ τὸν Σίκιννον αὐτῷ καὶ παρεκάλει τῶν Ἑλλήνων συνεπιλαμβάνεσθαι καὶ συμπροθυμεῖσθαι πίστιν ἔχοντα μᾶλλον, ὅπως ἐν τοῖς στενοῖς ναυμαχήσωσιν. 8 Ὁ μὲν οὖν Ἀριστείδης ἐπαινέσας τὸν Θεμιστοκλέα τοὺς ἄλλους ἐπῄει στρατηγοὺς καὶ τριηράρχους ἐπὶ τὴν μάχην παροξύνων. Ἔτι δ’ ὅμως ἀπιστούντων ἐφάνη Τενεδία τριήρης αὐτόμολος, ἧς ἐναυάρχει Παναίτιος, ἀπαγγέλλουσα τὴν κύκλωσιν, ὥστε καὶ θυμῷ τοὺς Ἕλληνας ὁρμῆσαι μετὰ τῆς ἀνάγκης πρὸς τὸν κίνδυνον. ΚΕΦ. 12
34

Στρατήγημα τοῦ Θεμιστοκλῆ. Ἡ φιλοπατρία τοῦ Ἀριστεῖδη. 1 Λένε μερικοὶ πὼς τὴν ὤρα ποὺ μιλοῦσε ὁ Θεμιστοκλῆς ἀπὸ τὸ κατάστρωμα τοῦ πλοίου του γι’ αὐτὰ ποὺ συζητήθηκαν, φάνηκε ἔξαφνα μιὰ κουκουβάγια ποὺ πέταξε ἀπὸ τὴ δεξιὰ μεριὰ τῶν πλοίων καὶ κάθισε στὴν ἄκρη τῶν καταρτιῶν· τοῦτο ἀκόμη περισσότερο ἔκαμε τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀποδεχτοῦν τὴ γνώμη του, καὶ ἑτοιμάζονταν νὰ ναυμαχήσουν. 2 Ἀλλά, ὅταν ὁ στόλος τῶν ἐχθρῶν φάνηκε στὴν Ἀττικὴ καὶ πλέοντας πρὸς τὸ λιμάνι τοῦ Φαλήρου σκέπασε τ’ ἀκρογιάλια ὁλόγυρα καὶ ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς μὲ τὸ πεζικό του κατέβηκε στὴ θάλασσα καὶ τὸν εἶδαν μὲ συγκεντρωμένο τὸ στρατό του, γιατὶ ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ μαζεύτηκαν σ’ ἕνα μέρος, τότε πιὰ σβήστηκαν ἀπὸ τὸ μυαλὸ τῶν Ἑλλήνων τὰ λόγια τοῦ Θεμιστοκλῆ. Οἱ Πελοποννήσιοι ἔστρεφαν πάλι τὰ βλέμματά τους μὲ ἀνησυχία πρὸς τὸν Ἰσθμὸ καὶ θύμωναν, ἂν κανένας τοὺς ἔκανε ἄλλη πρόταση· ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ φύγουν τὴ νύχτα καὶ δόθηκε διαταγὴ στοὺς κυβερνῆτες γιὰ τὸ ξεκίνημα τῶν πλοίων. 3 Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ Θεμιστοκλῆς, καταλυπημένος ἀπὸ τὴ σκέψη ὅτι οἱ Ἕλληνες, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ βοήθεια ποὺ τοὺς προσφέρουν ὁ τόπος καὶ τὰ στενά, ἔμελλαν νὰ σκορπιστοῦν στὶς πόλεις τους, σκέφτηκε καὶ σχεδίασε τὸ περίφημο τέχνασμα μὲ τὸ Σίκιννο. 4 Ὁ Σίκιννος αὐτὸς ἦταν περσικῆς καταγωγῆς, αἰχμάλωτος πολέμου, μὰ ἀφοσιωμένος στὸ Θεμιστοκλῆ καὶ παιδαγωγὸς τῶν παιδιῶν του. Τὸν ἔστειλε λοιπὸν κρυφὰ στὸν Ξέρξη καὶ τοῦ ἔδωσε διαταγὴ νὰ πῆ ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ στρατηγὸς τῶν Ἀθηναίων προτιμᾶ νὰ ἐξυπηρετήση τὰ συμφέροντα τοῦ βασιλιᾶ καὶ γι’ αὐτὸ σπεύδει νὰ τοῦ κάμη γνωστὸ ὅτι οἱ Ἕλληνες σκέφτονται νὰ φύγουν κρυφὰ καὶ τὸν προτρέπει νὰ μὴν τοὺς ἀφήση νὰ φύγουν, παρὰ τὴ στιγμὴ ποὺ βρίσκονται σὲ ἀταξία καὶ εἶναι χωρὶς τὸ πεζικό τους, νὰ ἐπιτεθῆ καὶ νὰ καταστρέψη τὴ ναυτική τους δύναμη. 5 Ὁ Ξέρξης ποὺ πίστεψε πὼς αὐτὰ τοῦ τὰ ἔλεγε ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἀγαπᾶ, εὐχαριστήθηκε καὶ ἀμέσως ἔδωσε διαταγὴ στοὺς πλοιάρχους τὰ ἄλλα πλοῖα νὰ τὰ ἑτοιμάσουν μὲ ἡσυχία, ἀλλὰ μὲ διακόσια νὰ ξεκινήσουν ἀμέσως, γιὰ νὰ περικυκλώσουν ὅλο τὸ πέραμα γύρω γύρω καὶ νὰ περιζώσουν τὰ κοντινὰ νησιά, ὥστε νὰ μὴν ξεφύγη κανένας ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του. 6 Τὴν ὥρα ποὺ γίνονταν αὐτά, ὁ Ἀριστείδης, ὁ γιὸς τοῦ Λυσιμάχου, ποὺ πρῶτος τὰ κατάλαβε, ἦρθε στὴ σκηνὴ τοῦ Θεμιστοκλῆ, μολονότι δὲν τὰ εἶχε καλὰ μαζί του, καὶ μάλιστα ἐξαιτίας του εἶχε ἐξοστρακιστῆ, καθὼς ἔχομε πεῖ· καὶ μόλις ὁ Θεμιστοκλῆς βγῆκε ἀπὸ τὴ σκηνὴ καὶ
35

παρουσιάστηκε μπροστά του, ὁ Ἀριστείδης τοῦ λέει ὅτι ὁ στόλος ἔχει περικυκλωθῆ. 7 Ὁ Θεμιστοκλῆς τότε ποὺ ἡξερε καὶ ἀπὸ ἄλλες περιστάσεις τὴν τιμιότητα τοῦ Ἀριστείδη καὶ χάρηκε τώρα γιὰ τὴν παρουσία του, τοῦ φανερώνει ὅσα ἔγιναν μὲ τὸ Σίκιννο καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ τὸν βοηθήση γιὰ νὰ συγκρατήσουν τοὺς Ἕλληνες καὶ νὰ ἑνώση τὶς προσπάθειές του καὶ αὐτὸς ποὺ οἱ Ἕλληνες τοῦ εἶχαν περισσότερη ἐμπιστοσύνη, γιὰ νὰ τοὺς πείση νὰ ναυμαχήσουν στὰ στενά. 8 Ὁ Ἀριστείδης ἐπαίνεσε τότε τὸ Θεμιστοκλῆ καὶ πῆγε ἀμέσως στοὺς ἄλλους στρατηγοὺς καὶ πλοιάρχους, παρακινώντας τους νὰ πάρουν μέρος στὴ ναυμαχία. Ἐνῶ ὅμως ἐκεῖνοι δυσπιστοῦσαν ἀκόμη, φάνηκε ἔξαφνα ἕνα πολεμικὸ πλοῖο ἀπὸ τὴν Τένεδο ποὺ αὐτομολοῦσε ἀπὸ τοὺς Πέρσες μὲ ναύαρχο τὸν Παναίτιο καὶ ἔφερε τὴν εἴδηση ὅτι βρίσκονται κυκλωμένοι. Τότε πιὰ ἐξοργισμένοι οἱ Ἕλληνες ἀναγκάστηκαν νὰ ριχτοῦν στὸν κίνδυνο. ΚΕΦ. 13 1 Ἅμα δ’ ἡμέρᾳ Ξέρξης μὲν ἄνω καθῆστο τὸν στόλον ἐποπτεύων καὶ τὴν παράταξιν, ὡς μὲν Φανόδημός φησιν ὑπὲρ τὸ Ἡράκλειον, ᾗ βραχεῖ πόρῳ διείργεται τῆς Ἀττικῆς ἡ νῆσος, ὡς δ’ Ἀκεστόδωρος ἐν μεθορίᾳ τῆς Μεγαρίδος ὑπὲρ τῶν καλουμένων Κεράτων, χρυσοῦν δίφρον θέμενος καὶ γραμματεῖς πολλοὺς παραστησάμενος, ὧν ἔργον ἦν ἀπογράφεσθαι τὰ κατὰ τὴν μάχην πραττόμενα. ΚΕΦ. 13 Προετοιμασίες γιὰ τὴ ναυμαχία. 1 Μόλις ξημέρωσε, ὁ Ξέρξης κάθισε πάνω σ’ ἕνα ὕψωμα, γιὰ νὰ ἐπιβλέπη τὸ στόλο καὶ τὴν παράταξή του. Αὐτὸ τὸ ὕψωμα, ὅπως λέει ὁ Φανόδημος, βρισκόταν πιὸ πάνω ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ Ἡρακλῆ, ἐκεῖ ὅπου τὸ νησὶ τῆς Σαλαμίνας χωρίζεται μ’ ἔνα μικρὸ πέραμα ἀπὸ τὴν Ἀττική· ὁ Ἀκεστόδωρος ὅμως νομίζει πὼς ἦταν στὰ μεθόρια τῆς Μεγαρίδας, πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν τοποθεσία ποὺ λέγεται «Κέρατα». Ἐκεῖ ὁ Ξέρξης ἔστησε ἕνα χρυσὸ θρόνο γιὰ νὰ κάθεται καὶ τοποθέτησε κοντά του πολλοὺς γραμματικούς, γιὰ νὰ καταγράφουν ὅσα θὰ γίνονταν κατὰ τὴ ναυμαχία. ΚΕΦ. 14
36

1 Περὶ δὲ τοῦ πλήθους τῶν βαρβαρικῶν νεῶν Αἰσχύλος ὁ ποιητὴς ὡς ἂν εἰδὼς καὶ διαβεβαιούμενος ἐν τραγῳδίᾳ Πέρσαις λέγει ταῦτα· «Ξέρξη δέ, καὶ γὰρ οἶδα, χιλιὰς μὲν ἦν ὧν ἦγε πλῆθος· αἱ δ’ ὑπέρκοποι τάχει ἑκατὸν δὶς ἦσαν ἑπτὰ θ᾽· ὧδ’ ἔχει λόγος.» 2 Τῶν δ’ Ἀττικῶν ἑκατὸν ὀγδοήκοντα τὸ πλῆθος οὐσῶν ἑκάστη τοὺς ἀπὸ καταστρώματος μαχομένους ὀκτωκαίδεκα εἶχεν, ὧν τοξόται τέσσαρες ἦσαν, οἱ λοιποὶ δ’ ὁπλῖται. 3 Δοκεῖ δ’ οὐχ ἧττον εὖ τὸν καιρὸν ὁ Θεμιστοκλῆς ἢ τὸν τόπον συνιδὼν καὶ φυλάξας, μὴ πρότερον ἀντιπρῴρους καταστῆσαι ταῖς βαρβαρικαῖς τὰς τριήρεις ἢ τὴν εἰωθυῖαν ὥραν παραγενέσθαι, τὸ πνεῦμα λαμπρὸν ἐκ πελάγους αἰεὶ καὶ κῦμα διὰ τῶν στενῶν κατάγουσαν· ὅ τὰς μὲν Ἑλληνικὰς οὐκ ἔβλαπτε ναῦς ἁλιτενεῖς οὔσας καὶ ταπεινοτέρας, τὰς δὲ βαρβαρικὰς ταῖς τε πρύμναις ἀνεστώσας καὶ τοῖς καταστρώμασιν ὑψορόφους καὶ βαρεῖας ἐπιφερομένας ἔσφαλλε προσπῖπτον καὶ παρεδίδου πλαγίας τοῖς Ἕλλησιν ὀξέως προσφερομένοις καὶ τῷ Θεμιστοκλεῖ προσέχουσιν ὡς ὁρῶντι μάλιστα τὸ συμφέρον· ὅθεν κατ’ ἐκεῖνον ὁ Ξέρξου ναύαρχος Ἀριαμένης ναῦν ἔχων μεγάλην ὥσπερ ἀπὸ τείχους ἐτόξευε καὶ ἠκόντιζεν, ἀνὴρ ἀγαθὸς ὢν καὶ τῶν βασιλέως ἀδελφῶν πολὺ κράτιστος καὶ δικαιότατος. 4 Τοῦτον μὲν οὖν Ἀμεινίας ὁ Δεκελεὺς καὶ Σωκλῆς ὁ Παλληνεὺς ὁμοῦ πλέοντες, ὡς αἱ νῆες ἀντίπρῳροι προσπεσοῦσαι καὶ συνερείσασαι τοῖς χαλκώμασιν ἐνεσχέθησαν, ἐπιβαίνοντα τῆς αὐτῶν τριήρους ὑποστάντες καὶ τοῖς δόρασι τύπτοντες εἰς τὴν θάλατταν ἐξέβαλον· καὶ τὸ σῶμα μετὰ τῶν ἄλλων διαφερόμενον ναυαγίων Ἀρτεμισία γνωρίσασα πρὸς Ξέρξην ἀνήνεγκεν. ΚΕΦ. 14 Ἡ ναυμαχία ἀρχίζει. 1 Γιὰ τὸ πλῆθος τῶν βαρβαρικῶν πλοίων ὁ Αἰσχύλος ὁ ποιητής, σὰν ἄνθρωπος ποὺ ξέρει καὶ μπορεῖ νὰ μιλῆ μὲ βεβαιότητα, λέει στοὺς «Πέρσες», τὴν περίφημη τραγωδία του, αὐτά: «Χίλια ἦταν τὰ καράβια ποὺ ὁδηγοῦσε ὁ Ξέρξης αὐτὸ καλὰ τὸ ξέρω· τὰ γοργόδρομά του
37

ἦταν διακόσια ἑφτά· νὰ αὐτὴ εἶν’ ἡ ἀναλογία». 2 Τὰ πλοῖα τῶν Ἀθηναίων ἦταν ὅλο ὅλο ἑκατὸν ὀγδόντα καὶ καθένα εἶχε δεκαοχτὼ πολεμιστὲς τοῦ καταστρώματος ἀπ’ αὐτοὺς τέσσερεις ἦταν τοξότες καὶ οἱ ἄλλοι ὁπλίτες. 3 Φαίνεται πὼς ὁ Θεμιστοκλῆς ἔλαβε ὑπόψη του καὶ τὴν κατάλληλη ὥρα, ὄχι μόνο τὸν κατάλληλο τόπο τῆς μάχης· γι’ αὐτὸ καιροφυλάχτησε καὶ δὲν τοποθέτησε τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα ἀντιμέτωπα στὰ βαρβαρικά, πρὶν ἔρθη ἡ συνηθισμένη ὥρα ποὺ φυσάει πάντα ἀπὸ τὸ πέλαγος σφοδρὸς ἄνεμος ποὺ περνώντας ἀπὸ τὰ στενὰ ξεσηκώνει τὰ κύματα. Ὁ δυνατὸς αὐτὸς ἄνεμος τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα δὲν τὰ πείραζε, γιατὶ ἦταν χαμηλὰ καὶ μικρότερα, τὰ βαρβαρικὰ ὅμως ποὺ εἶχαν τὶς πρύμνες σηκωμένες καὶ ψηλὰ τὰ καταστρώματα καὶ ἀπὸ τὸ βάρος τους δύσκολα μποροῦσαν νὰ κινηθοῦν, τὰ ξεμάκραινε ἀπὸ τὸ δρόμο τους, ὅπως ἔπεφτε πάνω τους, καὶ τὰ ἔφερνε στὰ πλευρὰ τῶν Ἑλλήνων, ποὺ ὁρμοῦσαν μὲ δύναμη καὶ ἔστρεφαν ὅλη τὴν προσοχή τους στὸ Θεμιστοκλῆ, γιατὶ ἤξεραν ὅτι αὐτὸς περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους βλέπει ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλωστε ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ Θεμιστοκλῆ ὁ ναύαρχος τοῦ Ξέρξη Ἀριαμένης ἀπὸ τὸ μεγάλο πλοῖο του τόξευε καὶ ἀκόντιζε σὰν ἀπὸ κανένα τεῖχος αὐτὸς ὁ Ἀριαμένης ἦταν ἄντρας γενναῖος καὶ ἀπὸ τοὺς ἀδερφοὺς τοῦ βασιλιᾶ ὁ πιὸ δυνατὀς καὶ ὁ πιὸ δίκαιος. 4 Ἐπάνω σ’ αὐτὸν ὁρμοῦν ὁ Ἀμεινίας ἀπὸ τὴ Δεκέλεια καὶ ὁ Σωκλῆς ἀπὸ τὴν Παλλήνη ποὺ ἔπλεαν μαζὶ στὸ ἴδιο πλοῖο καὶ χτυποῦν τὸ πλοῖο τοῦ Ἀριαμένη. Καὶ ὅπως τὰ δύο πλοῖα ἔπεφταν πλώρη μὲ πλώρη τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο, συγκρούστηκαν, καὶ βρέθηκαν μπλεγμένα τὰ χάλκινα ἔμβολά τους. Τότε ὁ Ἀριαμένης προσπαθεῖ νὰ κατεβῆ στὸ πλοῖο τους, ἀλλὰ ἐκεῖνοι τοῦ ἀντιτάχτηκαν καὶ χτυπώντας μὲ τὰ δόρατα τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα καὶ τὸ σῶμα του ποὺ τὸ παράσερναν τὰ κύματα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ναυάγια τὸ ἀναγνώρισε ἡ Ἀρτεμισία καὶ τὸ ἀνέβασε στὸν Ξέρξη. ΚΕΦ. 15 1 Ἐν δὲ τούτῳ τοῦ ἀγῶνος ὄντος φῶς μὲν ἐκλάμψαι μέγα λέγουσιν Ἐλευσινόθεν, ἦχον δὲ καὶ φωνὴν τὸ Θριάσιον κατέχειν πεδίον ἄχρι θαλάττης, ὡς ἀνθρώπων ὁμοῦ πολλῶν τὸν μυστικὸν ἐξαγόντων Ἴακχον. Ἐκ δὲ τοῦ πλήθους τῶν φθεγγομένων κατὰ μικρὸν ἀπὸ γῆς ἀναφερόμενον νέφος ἔδοξεν αὖθις ὑπονοστεῖν καὶ κατασκήπτειν εἰς τὰς
38

τριήρεις. 2 Ἕτεροι δὲ φαντάσματα καὶ εἴδωλα καθορᾶν ἔδοξαν ἐνόπλων ἀνδρῶν ἀπ’ Αἰγίνης τὰς χεῖρας ἀνεχόντων πρὸ τῶν Ἑλληνικῶν τριήρων˙ οὓς εἴκαζον Αἰακίδας εἶναι παρακεκλημένους εὐχαῖς πρὸ τῆς μάχης ἐπὶ τὴν βοήθειαν. 3 Πρῶτος μὲν οὖν λαμβάνει ναῦν Λυκομήδης, ἀνὴρ Ἀθηναῖος τριηραρχῶν, ἧς τὰ παράσημα περικόψας ἀνέθηκεν Ἀπόλλωνι Δαφνηφόρῳ Φλυῆσιν. Οἱ δ’ ἄλλοι τοῖς βαρβάροις ἐξισούμενοι τὸ πλῆθος ἐν στενῷ κατὰ μέρος προσφερομένους καὶ περιπίπτοντας ἀλλήλοις ἐτρέψαντο μέχρι δείλης ἀντισχόντας, ὥσπερ εἴρηκε Σιμωνίδης, τὴν καλὴν ἐκείνην καὶ περιβόητον ἀράμενοι νίκην, ἧς οὔθ’ Ἕλλησιν οὔτε βαρβάροις ἐνάλιον ἔργον εἴργασται λαμπρότερον, ἀνδείᾳ μὲν καὶ προθυμίᾳ κοινῇ τῶν ναυμαχησάντων, γνώμῃ δὲ καὶ δεινότητι τῇ Θεμιστοκλέους. ΚΕΦ. 15 Ὁ θρίαμβος. 1 Σ’ αυτὴ τὴ στιγμὴ τῆς ναυμαχίας λάμψη μεγάλη λένε πώς ἄστραψε ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Ἐλευσίνας καὶ ἦχος καὶ φωνὴ γέμισε τὸ Θριάσιο κάμπο ὡς τὴ θάλασσα, σὰν ἄνθρωποι πολλοὶ μαζὶ νὰ συνόδευαν σὲ λιτανεία τὸν μυστικὸ Ἴακχο. Καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ποὺ φώναζαν φάνηκε νὰ σηκώνεται λίγο λίγο ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὰ πάνω ἕνα σύννεφο σκόνη, νὰ γυρίζη ἔπειτα στὴ θάλασσα καὶ νὰ πέφτη ἀπότομα πάνω στὰ πλοῖα. 2 Ἄλλοι θαρροῦσαν πὼς ἔβλεπαν καθαρὰ φαντάσματα καὶ εἴδωλα ἀντρῶν ὁπλισμένων ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Αἴγινας, ποὺ ὕψωναν τὰ χέρια ἐμπρὸς ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα. Καὶ συμπέραιναν πὼς αὐτοὶ ἦταν οἱ Αἰακίδες, ποὺ τοὺς εἶχαν παρακαλέσει μ’ εὐχὲς πρὶν ἀπὸ τὴ ναυμαχία νὰ ἔρθουν βοηθοί. 3 Πρῶτος ὁ Λυκομήδης ὁ Ἀθηναῖος τριήραρχος, κυριεύει ἐχθρικὸ πλοῖο καί, ἀφοὺ ἔκοψε τὰ ἐμβλήματά του, τὰ ἀφιέρωσε στὸ δαφνηφόρο Ἀπόλλωνα στὴ Φλυά. 4 Τέλος οἱ ἄλλοι Ἕλληνες ποὺ πολεμοῦσαν μὲ ἴσες πάντοτε δυνάμει -γιατὶ οἱ βάρβαροι ἐξαιτίας τοῦ στενοῦ ἔρχονταν λίγοι λίγοι κάθε φορὰ καὶ χτυπιόνταν μεταξύ τους- κατόρθωσαν νὰ τρέψουν σὲ φυγὴ τὰ περσικὰ πλοῖα ποὺ ἀντιστάθηκαν ὡς τὸ βράδυ. Ἔτσι, ὅπως λέει ὁ Σιμωνίδης, οἱ Ἕλληνες κέρδισαν τὴν ὡραία καὶ περίφημη ἐκείνη νίκη, ποὺ λαμπρότερο ἀπ’ αὐτὴν κανένα ἄλλο κατόρθωμα στὴ θάλασσα δὲν ἔχει γίνει οὔτε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες οὔτε ἀπὸ τοὺς βαρβάρους. Καὶ τὴ νίκη αὐτὴ τὴν κέρδισαν μὲ τὴν ἀντρεία καὶ τὴν κοινὴ προθυμία ὅλων τῶν Ἑλλήνων ποὺ πῆραν μέρος στὴ ναυμαχία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν
39

πρωτοβουλία καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ Θεμιστοκλῆ. ΚΕΦ. 16 1 Μετὰ δὲ τὴν ναυμαχίαν Ξέρξης μὲν ἔτι θυμομαχῶν πρὸς τὴν ἀπότευξιν ἐπεχείρει διὰ χωμάτων ἐπάγειν τὸ πεζὸν εἰς Σαλαμῖνα τοῖς Ἕλλησιν, ἐμφράξας τὸν διὰ μέσου πόρον· 2 Θεμιστοκλῆς δ’ ἀποπειρώμενος Ἀριστείδου λόγῳ γνώμην ἐποιεῖτο λύειν τὸ ζεῦγμα ταῖς ναυσὶν ἐπιπλεύσαντας εἰς Ἑλλήσποντον, «ὅπως» ἔφη «τὴν Ἀσίαν ἐν τῇ Εὐρώπη λάβωμεν». 3 Δυσχεραίνοντος δὲ τοῦ Ἀριστείδου καὶ λέγοντος ὅτι «νῦν μὲν τρυφῶντι τῷ βαρβάρῳ πεπολεμήκαμεν, ἐὰν δὲ κατακλείσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ καταστήσωμεν εἰς ἀνάγκην ὑπὸ δέους ἄνδρα τηλικούτων δυνάμεων κύριον, οὐκέτι καθήμενος ὑπὸ σκιάδι χρυσῆ θεάσεται τὴν μάχην ἐφ’ ἡσυχίας, ἀλλὰ πάντα τολμῶν καὶ πᾶσιν αὐτὸς παρὼν διὰ τὸν κίνδυνον ἐπανορθώσεται τὰ παρειμένα καὶ βουλεύσεται βέλτιον ὑπὲρ τῶν ὅλων· 4 οὐ τὴν οὖσαν οὖν» ἔφη «δεῖ γέφυραν, ὦ Θεμιστόκλεις, ἡμᾶς ἀναιρεῖν, ἀλλ’ ἑτέραν εἴπερ οἷόν τε προσκατασκευάσαντας ἐκβαλεῖν διὰ τάχους τὸν ἄνθρωπον ἐκ τῆς Εὐρώπης»· «Οὐκοῦν» εἶπεν ὁ Θεμιστοκλῆς «εἰ δοκεῖ ταῦτα σιμφέρειν, ὥρα σκοπεῖν καὶ μηχανᾶσθαι πάντας ἡμᾶς ὅπως ἀπαλλαγήσεται τὴν ταχίστην ἐκ τῆς Ἑλλάδος.» 5 Ἐπεὶ δὲ ταῦτ’ ἔδοξεν, ἔπεμπέ τινα τῶν βασιλικῶν εὐνούχων ἐν τοῖς αἰχμαλώτοις ἀνευρὼν Ἀρνάκην ὀνόματι, φράζειν βασιλεῖ κελεύσας ὅτι τοῖς μὲν Ἕλλησι δέδοκται τῷ ναυτικῷ κεκρατηκότας ἀναπλεῖν εἰς τὸν Ἑλλήσποντον ἐπὶ τὸ ζεῦγμα καὶ λύειν τὴν γέφυραν, Θεμιστοκλῆς δὲ κηδόμενος βασιλέως παραινεῖ σπεύδειν ἐπὶ τὴν αὑτοῦ [θάλατταν] καὶ περαιοῦσθαι, μέχρις αὐτὸς ἐμποιεῖ τινας διατριβὰς τοῖς συμμάχοις καὶ μελλήσεις πρὸς τὴν δίωξιν. 6 Ταῦθ’ ὁ βάρβαρος ἀκούσας καὶ γενόμενος περίφοβος διὰ τάχους ἐποιεῖτο τὴν ἀναχώρησιν. Καὶ πεῖραν ἡ Θεμιστοκλέους καὶ Ἀριστείδου φρόνησις ἐν Μαρδονίῳ παρέσχεν, εἴγε πολλοστημορίῳ τῆς Ξέρξου δυνάμεως διαγωνισάμενοι Πλαταιᾶσιν εἰς τὸν περὶ τῶν ὅλων κίνδυνον κατέστησαν. ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ (Κεφ. 16 - 18) ΚΕΦ. 16 Ὁ Ξέρξης φεύγει.

1 Μετὰ τὴ ναυμαχία ὁ Ξέρξης, ἐνῶ ἀκόμη ἔβραζε ἀπὸ θυμὸ γιὰ τὴν ἀποτυχία του, σκέφτηκε νὰ γεμίση μὲ χώματα καὶ νὰ φράξη τὸ ἐνδιάμεσο στενό, γιὰ νὰ ὁδηγήση τὸ πεζικό του στὴ Σαλαμίνα ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων. 2 Ὁ Θεμιστοκλῆς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος θέλοντας νὰ δοκιμάση τὸν Ἀριστείδη, τοῦ ἔλεγε πὼς ἔχει τὴ γνώμη νὰ πᾶνε μὲ τὰ πλοῖα τους στὸν Ἑλλήσποντο καὶ νὰ διαλύσουν τὴ γέφυρα ποὺ εἶχε στήσει ἐκεῖ ὁ Ξέρξης, «γιὰ νὰ μπορέσωμε ἔτσι», ἔλεγε, «νὰ πιάσωμε τὴν Ἀσία μέσα στὴν Εὐρώπη». Ἀλλὰ ὁ Ἀριστείδης ἀρνήθηκε νὰ δεχτῆ τέτοια πρόταση καὶ τοῦ λέει: 3 «Ὡς τώρα ἔχομε πολεμήσει ἕνα βάρβαρο ποὺ εἶχε ὅλες του τὶς ἀνέσεις, μά, ἄν τὸν ἀποκλείσωμε στὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὸ φόβο τὸν φέρωμε σὲ κατάσταση ἀνάγκης, ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι κύριος τόσο μεγάλων δυνάμεων, τότε δὲ θὰ κάθεται πιὰ κάτω ἀπὸ χρυσοΰφαντη σκηνὴ νὰ βλέπη τὴ μάχη ἥσυχα, ἀλλὰ τολμώντας τὰ πάντα καὶ σὲ ὅλα παρὼν ὁ ἴδιος ἐξαιτίας τοῦ κινδύνου ποὺ τὸν ἀπειλεῖ, θὰ προσπαθήση νὰ ξανακερδίση ὅλα τὰ χαμένα καὶ θὰ σκεφθῆ νὰ κάμη ὅ,τι μπορεῖ καλύτερο πολεμώντας ὅλα γιὰ ὅλα.» 4 Καὶ πρόσθεσε ὁ Ἀριστείδης: «Λοιπόν, Θεμιστοκλῆ, ὄχι νὰ καταστρέψωμε τὴ γέφυρα ποὺ ὑπάρχει, παρὰ καὶ ἄλλη ἀκόμη, ἂν μποροῦμε, πρέμει ἐμεῖς νὰ κατασκευάσωμε, γιὰ νὰ διώξωμε τὸ γρηγορώτερο αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν Εὐρώπη». «Λοιπόν», εἶπε ὁ Θεμιστοκλῆς, «ἂν νομίζης πὼς αὐτὰ μᾶς συμφέρουν, εἶναι καιρὸς νὰ σκεφτοῦμε καὶ νὰ βροῦμε τὸν τρόπο πῶς θὰ φύγη μιὰ ὥρα ἀρχύτερα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα.» 5 Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποφάσισαν αὐτά, ὁ Θεμιστοκλῆς ἔστειλε ἕναν ἀπὸ τοὺς βασιλικοὺς ἀκολούθους ποὺ τὸν βρῆκαν ἀνάμεσα στοὺς αἰχμαλώτους, τὸν Ἀρνάκη, ὅπως ὀνομαζόταν, καὶ τοῦ ἔδωσε διαταγὴ νὰ πῆ στὸ βασιλιὰ ὅτι οἱ Ἕλληνες ποὺ ἔχουν νικήσει μὲ τὸ ναυτικό τους ἀποφάσισαν νὰ τραβήξουν ἐπάνω, πρὸς τὸν Ἑλλήσποντο, ἐκεῖ ὅπου ἔκαμε τὴ σύνδεση, καὶ νὰ διαλύσουν τὴ γέφυρα, ὁ Θεμιστοκλῆς ὅμως ποὺ γνοιάζεται γιὰ τὸ βασιλιά, τὸν συμβουλεύει νὰ πάρη γρήγορα δρόμο πρὸς τὴ δική του θάλασσα καὶ νὰ περάση ἀπέναντι στὴν Ἀσία, ἐνόσω αὐτὸς θὰ ἔφερνε μὲ τρόπο χρονοτριβὲς στοὺς συμμάχους καὶ θ’ ἀργοποροῦσε τὴν καταδίωξη. 6 Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ξέρξης, φοβήθηκε πολὺ καὶ ἑτοιμᾶστηκε γρήγορα νὰ φύγη. Καὶ ἡ φρόνηση τοῦ Θεμιστοκλῆ καὶ τοῦ Ἀριστείδη ἀποδείχτηκε στὴ μάχη μὲ τὸ Μαρδόνιο, ὅπου οἱ Ἕλληνες, ἂν καὶ πολέμησαν μ’ ἕνα ἐλάχιστο μέρος τῶν δυνάμεων τοῦ Ξέρξη στὶς Πλαταιές, βρέθηκαν στὸν ἔσχατο κίνδυνο.

41

ΚΕΦ. 17 1 Πόλεων μὲν οὖν τὴν Αἰγινητῶν ἀριστεῦσαί φησιν Ἡρόδοτος, Θεμιστοκλεῖ δὲ καίπερ ἄκοντες ὑπὸ φθόνου τὸ πρωτεῖον ἀπέδοσαν ἅπαντες. 2 Ἐπεὶ γὰρ ἀναχωρήσαντες εἰς τὸν Ἰσθμὸν ἀπὸ τοῦ βωμο τὴν ψῆφον ἔφερον οἱ στρατηγοί, πρῶτον μὲν ἕκαστος αὑτὸν ἀπέφαινεν ἀρετῆ, δεύτερον δὲ μεθ’ αὑτὸν Θεμιστοκλέα. 3 Λακεδαιμόνιοι δ’ εἰς τὴν Σπάρτην αὐτὸν καταγαγόντες Εὐρυβιάδη μὲν ἀνδρείας, ἐκείνῳ δὲ σοφίας ἀριστεῖον ἔδοσαν θαλλοῦ στέφανον, καὶ τῶν κατὰ τὴν πόλιν ἁρμάτων τὸ πρωτεῦον ἐδωρήσαντο καὶ τριακοσίους τῶν νέων πομποὺς ἄχρι τῶν ὅρων συνεξέπεμψαν. 4 Λέγεται δ’ Ὀλυμπίων τῶν ἑξῆς ἀγομένων καὶ παρελθόντος εἰς τὸ στάδιον τοῦ Θεμιστοκλέους, ἀμελήσαντας τῶν ἀγωνιστῶν τοὺς παρόντας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐκεῖνον θεᾶσθαι καὶ τοῖς ξένοις ἐπιδεικνύειν ἅμα θαυμάζοντας καὶ κροτοῦντας, ὥστε καὶ αὐτὸν ἡσθέντα πρὸς τοὺς φίλους ὁμολογῆσαι τὸν καρπὸν ἀπέχειν τῶν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος αὐτῷ πονηθέντων. ΚΕΦ. 17 Τιμὲς στὸ Θεμιστοκλῆ. 1 Ἀπὸ τὶς (ἑλληνικὲς) πόλεις, λέει ὁ Ἡρόδοτος, διακρίθηκε στὴν ἀντρεία ἡ Αἴγινα, ἀλλὰ στὸ Θεμιστοκλῆ ὅλοι, ἂν καὶ ἀπὸ φθόνο δὲν τὸ ἤθελαν, ἔδωσαν τὴν πρώτη θέση. 2 Ἔτσι, ὅταν πῆγαν στὸν Ἰσθμὸ καὶ ἐκεῖ ψήφιζαν οἱ στρατηγοὶ παίρνοντας τὴν ψῆφο τους ἀπὸ τὸ βωμὸ τοῦ θεοῦ, πρῶτον ἀνακήρυττε καθένας τὸν ἑαυτό του στὴν ἀντρεία, ἀλλὰ δεύτερον ἀμέσως ὕστερα τὸ Θεμιστοκλῆ. 3 Οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐπίσης, ὅταν τὸν ὑποδέχτηκαν στὴ Σπάρτη, ἔδωσαν στὸν Εὐρυβιάδη γιὰ τὴν ἀντρεία του καὶ σ’ ἐκεῖνον γιὰ τὴ σοφία του ὡς βραβεῖο στεφάνι ἀπὸ κλάδο ἐλιᾶς καὶ τοῦ πρόσφεραν γιὰ δῶρο τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ ἅρματα ποὺ ἦταν στὴν πόλη καὶ ἔστειλαν μαζί του τριακόσιους νέους γιὰ τιμητικὴ συνοδεία ὡς τὰ σύνορα τῆς Λακωνίας. 4 Λέγεται ἀκόμη ὅτι στοὺς ἀμέσως ἑπόμενους Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, ὅταν μπῆκε στὸ στάδιο ὁ Θεμιστοκλῆς, ὅλοι ὅσοι ἦταν ἐκεῖ δὲν πρόσεχαν πιὰ στοὺς ἀγωνιστές, παρὰ ὅλη τὴν ἡμέρα ἐκεῖνον παρατηροῦσαν, τὸν ἔδειχναν στοὺς ξένους καὶ μ’ ἐπιδοκιμασίες θαυμασμοῦ τὸν χειροκροτοῦσαν, τόσο ποὺ καὶ ὁ ἴδιος εὐχαριστημένος ὁμολόγησε στοὺς φίλους του ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἀπολάβαινε τὸν καρπὸ τῶν ἀγώνων του γιὰ τὴν Ἑλλάδα.
42

ΚΕΦ. 18 1 Καὶ γὰρ ἦν τῆ φύσει φιλοτιμότατος, εἰ δεῖ τεκμαίρεσθαι διὰ τῶν ἀπομνημονευομένων. Αἱρεθεὶς γὰρ ναύαρχος ὑπὸ τῆς πόλεως οὐδὲν οὔτε τῶν ἰδίων οὔτε τῶν κοινῶν κατὰ μέρος ἐχρημάτιζεν, ἀλλὰ πᾶν ἀνεβάλλετο τὸ προσπῖπτον εἰς τὴν ἡμέραν ἐκείνην καθ’ ἥν ἐκπλεῖν ἔμελλεν, ἵν’ ὁμοῦ πολλὰ πράττων πράγματα καὶ παντοδαποῖς ἀνθρώποις ὁμιλῶν μέγας εἶναι δοκῆ καὶ πλεῖστον δύνασθαι. 2 Τῶν δὲ νεκρῶν τοὺς ἐκπεσόντας ἐπισκοπῶν παρὰ τὴν θάλατταν, ὡς εἶδε περικειμένους ψέλια χρυσᾶ καὶ στρεπτούς, αὐτὸς μὲν παρῆλθε, τῷ δ’ ἑπομένῳ φίλῳ δείξας εἰπεν· «Ἀνελοῦ σαυτῷ· σὺ γὰρ οὐκ εἶ Θεμιστοκλῆς.» 4 Ἔλεγε δὲ τοὺς Ἀθηναίους οὐ τιμᾶν αὐτὸν οὐδὲ θαυμάζειν, ἀλλ’ ὥσπερ πλατάνῳ χειμαζομένους μὲν ὑποτρέχειν κινδυνεύοντας, εὐδίας δὲ περὶ αὐτοὺς γενομένης τίλλειν καὶ κολούειν. 5 Τοῦ δὲ Σεριφίου πρὸς αὐτὸν εἰπόντος ὡς οὐ δι’ αὑτὸν ἔσχηκε δόξαν, ἀλλὰ διὰ τὴν πόλιν, «Ἀληθῆ λέγεις» εἶπεν «ἀλλ᾽ οὐτ’ ἂν ἐγὼ Σερίφιος ὢν ἐγενόμην ἔνδοξος, οὔτε σὺ Ἀθηναῖος». 6 Ἑτέρου δέ τινος τῶν στρατηγῶν, ὡς ἔδοξέ τι χρήσιμον διαπεπρᾶχθαι τῆ πόλει, θρασυνομένου πρὸς τὸν Θεμιστοκλέα καὶ τὰς ἑαυτοῦ ταῖς ἐκείνου πράξεσιν ἀντιπαραβάλλοντος, ἔφη τῇ ἑορτῇ τὴν ὑστεραίαν ἐρίσαι, λέγουσαν ὡς ἐκείνη μὲν ἀσχολιῶν τε μεστὴ καὶ κοπώδης ἐστίν, ἐν αὐτῆ δὲ πάντες ἀπολαύουσι τῶν παρεσκευασμένων σχολάζοντες· τὴν δ’ ἑορτὴν πρὸς ταῦτ’ εἰπεῖν· «Ἀληθῆ λέγεις· ἀλλ᾽ ἐμοῦ μὴ γενομένης σὺ οὐκ ἂν ἦσθα». «Κἀμοῦ τοίνυν» ἔφη «τότε μὴ γενομένου, ποῦ ἂν ἦτε νῦν ὑμεῖς;» 7 Τὸν δ’ υἱὸν ἐντρυφῶντα τῆ μητρὶ καὶ δι’ ἐκείνην ἑαυτῷ σκώπτων ἔλεγε πλεῖστον τῶν Ἑλλήνων δύνασθαι· τοῖς γὰρ μὲν Ἕλλησιν ἐπιτάσσειν Ἀθηναίους, Ἀθηναίοις δ’ ἑαυτόν, αὑτῷ δὲ τὴν ἐκείνου μητέρα, τῇ μητρὶ δ’ ἐκεῖνον. 8 Ἴδιος δέ τις ἐν πᾶσι βουλόμενος εἶναι, χωρίον μὲν πιπράσκων ἐκέλευε κηρύττειν ὅτι καὶ γείτονα χρηστὸν ἔχει. 9 Τῶν δὲ μνωμένων αὐτοῦ τὴν θυγατέρα τὸν ἐπιεικῆ τοῦ πλουσίου προκρίνας, ἔφη ζητεῖν ἄνδρα χρημάτων δεόμενον μᾶλλον ἢ χρήματα ἀνδρός. Ἐν μὲν οὖν τοῖς ἀποφθέγμασι τοιοῦτός τις ἦν. ΚΕΦ. 18 Ἀποφθέγματα τοῦ Θεμιστοκλῆ.

43

1 Ἀλήθεια, ἦταν τὸ φυσικό του νὰ κυνηγᾶ τὴ δόξα, ἄν πρέπη νὰ κρίνη κανεὶς ἀπὸ ὅσα μνημονεύονται γι’ αὐτόν. Ὅταν, λόγου χάρη ἡ πόλη τὸν εἶχε ἐκλέξει ναύαρχο, καμιὰ ὑπόθεση οὔτε ἰδιωτικὴ οὔτε δημόσια δὲν ἐνεργοῦσε τὴν καθεμιὰ στὴν ὥρα της, παρὰ κάθε δουλειὰ ποὺ τύχαινε νὰ τοῦ παρουσιάζεται, τὴν ἄφηνε μὲ πολλὲς ἀναβολὲς γιὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ ἦταν νὰ ταξιδέψη, καὶ τὸ ἔκανε αὐτό, γιὰ νὰ τὸν βλέπουν τὴν τελευταία στιγμὴ πὼς ἐνεργεῖ συγχρόνως πολλὲς ὑποθέσεις μαζὶ καὶ ἔρχεται σ’ ἐπαφὴ μὲ λογῆς λογῆς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι εἶναι σπουδαῖος καὶ ἔχει πολὺ μεγάλη δύναμιν. 2 Ὅταν κάποτε παρατηροῦσε κοντὰ στὴ θάλασσα τοὺς νεκροὺς ποὺ τὰ κύματα τοὺς εἶχαν ρἴξει ἔξω, καὶ τοὺς εἶδε νὰ φοροῦν χρυσὰ βραχιόλια καὶ περιδέραια, ὁ ἴδιος τὰ προσπέρασε χωρὶς νὰ τοὺς δώση σημασία, ἀλλὰ τὰ ἔδειξε στὸ φίλο του ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε καὶ τοῦ εἶπε: «Πάρ’ τα γιὰ σένα, γιατὶ ἐσὺ δὲν εἶσαι ὁ Θεμιστοκλῆς.» 4 Γιὰ τοὺς Ἀθηναίους πάλι ἔλεγε πὼς δὲν τὸν ἐκτιμοῦν καὶ δὲν τὸν θαυμάζουν, παρὰ ὅπως σ’ ἕνα πλατάνι σὲ στιγμὴ κακοκαιρίας καὶ κινδύνου προστρέχουν κάτω ἀπὸ τὰ κλαδιά του, μὰ σὰ γίνη καλὸς καιρὸς ὁλόγυρά τους, τὸ μαδοῦν καὶ τὸ κόβουν. 5 Σ᾽ αὐτὸν ἀπὸ τὴ Σέριφο πάλι ποὺ τοῦ εἶπε κάποτε πὼς δὲν ἔχει ἀποχτήσει δόξα ἀπὸ προσωπική του ἀξία, παρὰ χάρη στὴν πόλη ἀπὸ τὴν ὁποία κατάγεται, ὁ Θεμιστοκλῆς τοῦ ἀποκρίθηκε: «Ἀλήθεια λές, μὰ οὔτ’ ἐγὼ ἄν ἤμουν ἀπὸ τὴ Σέριφο θὰ γινόμουν ἔνδοξος οὔτ’ ἐσὺ ἂν ἤσουν Ἀθηναῖος». 6 Ἀκόμη λένε ὅτι, ὅταν ἕνας ἀπὸ τοὺς (νεώτερους) στρατηγούς, νομίζοντας πὼς εἶχε προσφέρει κάποια χρήσιμη ὑπηρεσία στὴν πόλη, μίλησε μὲ θρασύτητα στὸ Θεμιστοκλῆ καὶ σύγκρινε τὶς δικές του πράξεις μὲ τὶς πράξεις ἐκείνου, ὁ Θεμιστοκλῆς τοῦ εἶπε ἕνα μύθο: «Κάποτε φιλονίκησε μὲ τὴ γιορτὴ ἡ ἀκόλουθή της μέρα καὶ τῆς ἔλεγε “ἐσὺ ὅταν ἔρχεσαι, μᾶς φέρνεις ἀναστάτωση καὶ κόπους, ἐνῶ κατὰ τὴ διάρκεια τὴ δική μου οἱ ἄνθρωποι χαίρονται τὰ ὅσα ἔχουν ἑτοιμάσει καὶ ζοῦν ἥσυχα.,, Σ’ αὐτὰ ἡ γιορτὴ ἀπάντησε: «ἀλήθεια λές· μά, ἄν δὲν εἶχα γίνει ἐγώ, ἐσὺ δὲ θὰ ὑπῆρχες. Καὶ λοιπόν, γιὰ νὰ ἔρθωμε καὶ στὰ δικά μας, ἂν τότε δὲν εἶχα γίνει ἐγώ, ποῦ θὰ ἤσαστε τώρα ἐσεῖς;» 7 Καὶ γιὰ τὸ γιό του ποὺ ἔκανε τὴ μητέρα του ὅπως ἤθελε καὶ ἐξαιτίας ἐκείνης εἶχε πάρει τὸν ἀέρα καὶ τοῦ ἴδιου, ἀστειευόταν καὶ ἔλεγε ὅτι ὁ γιός του εἶχε περισσότερη δύναμη ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, γιατὶ τοὺς Ἕλληνες τοὺς κυβερνοῦν οἱ Ἀθηναῖοι, τοὺς Ἀθηναίους αὐτός, αὐτὸν ἡ γυναίκα του καὶ τὴ γυναίκα του ὁ γιός τους. 8 Καὶ πάλι, ἐπειδὴ ἤθελε σὲ ὅλα νὰ ξεχωρίζη ὅταν πουλοῦσε κανένα χτῆμα, ἔδινε παραγγελία
44

νὰ διαλαλήσουν πὼς ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔχει καὶ καλὸ γείτονα. 9 Ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ζητοῦσαν τὴ θυγατέρα του σὲ γάμο προτίμησε τὸν πιὸ φρόνιμο καὶ ὄχι τὸν πιὸ πλούσιο καὶ ἔλεγε ὅτι ζητεῖ ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ χρήματα καὶ ὄχι χρήματα ποὺ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἄνθρωπο. Τέτοιος ἦταν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὅπως δείχνεται σ’ αὐτὰ τὰ σοφά του λόγια. ΚΕΦ. 19 1 Γενόμενος δ’ ἀπὸ τῶν πράξεων ἐκείνων, εὐθὺς ἐπεχείρει τὴν πόλιν ἀνοικοδομεῖν καὶ τειχίζειν, ὡς μὲν ἱστορεῖ Θεόπομπος χρήμασι πείσας μὴ ἐναντιωθῆναι τοὺς ἐφόρους, ὡς δ’ οἱ πλεῖστοι παρακρουσάμενος. 2 Ἧκε μὲν γὰρ εἰς Σπάρτην ὄνομα πρεσβείας ἐπιγραψάμενος· ἐγκαλούντων δὲ τῶν Σπαρτιατῶν ὅτι τειχίζουσι τὸ ἄστυ, καὶ Πολυάρχου κατηγοροῦντος ἐπίτηδες ἐξ Αἰγίνης ἀποσταλέντος, ἠρνεῖτο καὶ πέμπειν ἐκέλευεν εἰς Ἀθήνας τοὺς κατοψομένους, ἅμα μὲν ἐμβάλλων τῷ τειχισμῷ χρόνον ἐκ τῆς διατριβῆς, ἅμα δὲ βουλόμενος ἀνθ’ αὑτοῦ τοὺς πεμπομένους ὑπάρχειν τοῖς Ἀθηναίοις. 3 Ὅ καὶ συνέβη· γνόντες γὰρ οἱ Λακεδαιμόνιοι τὸ ἀληθὲς οὐκ ἠδίκησαν αὐτόν, ἀλλ’ ἀδήλως χαλεπαίνοντες ἀπέπεμψαν. Ἐκ δὲ τούτου τὸν Πειραιᾶ κατεσκεύαζε, τὴν τῶν λιμένων εὐφυΐαν κατανοήσας καὶ τὴν πόλιν ὅλην ἁρμοττόμενος πρὸς τὴν θάλατταν, καὶ τρόπον τινὰ τοὶς παλαιοῖς βασιλεῦσι τῶν Ἀθηναίων ἀντιπολιτευόμενος. 4 Ἐκεῖνοι μὲν γὰρ ὡς λέγεται πραγματευόμενοι τοὺς πολίτας ἀποσπάσαι τῆς θαλάττης καὶ συνεθίσαι ζῆν μὴ πλέοντας, ἀλλὰ τὴν χώραν φυτεύοντας, τὸν περὶ τῆς Ἀθηνᾶς διέδοσαν λόγον, ὡς ἐρίσαντα περὶ τῆς χώρας Ποσειδῶνα δείξασα τὴν μορίαν τοῖς δικασταῖς ἐνίκησεν. Θεμιστοκλῆς δ’ οὐχ ὥσπερ Ἀριστοφάνης ὁ κωμικός φησι τῇ πόλει «τὸν Πειραιᾶ προσέμαξεν», ἀλλὰ τὴν πόλιν ἐξῆψε τοῦ Πειραιῶς καὶ τὴν γῆν τῆς θαλάττης· 5 ὅθεν καὶ τὸν δῆμον ηὔξησε κατὰ τῶν ἀρίστων καὶ θράσους ἐνέπλησεν, εἰς ναύτας καὶ κελευστὰς καὶ κυβερνήτας τῆς δυνάμεως ἀφικομένης. 6 Διὸ καὶ τὸ βῆμα τὸ ἐν Πυκνὶ πεποιημένον ὥστ’ ἀποβλέπειν πρὸς τὴν θάλατταν ὕστερον οἱ τριάκοντα πρὸς τὴν χώραν ἀπέστρεψαν, οἰόμενοι τὴν μὲν κατὰ θάλατταν ἀρχὴν γένεσιν εἶναι δημοκρατίας, ὀλιγαρχίᾳ δ’ ἧττον δυσχεραίνειν τοὺς γεωργοῦντας. ΚΕΦ. 19 Ἡ ἀνοικοδόμηση.
45

1 Ἀμέσως ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ κατορθώματά του, ὁ Θεμιστοκλὴς ἄρχισε νὰ ἀνοικοδομῆ καὶ νὰ περιτειχίζη τὸν πόλη. Καί, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ Θεόπομπος, ἔπεισε μὲ δωροδοκία τοὺς ἐφόρους τῆς Σπάρτης νὰ μὴν ἐναντιωθοῦν στὴν ἀνοικοδόμηση καθὼς ὅμως λένε οἱ περισσότεροι, τὸ πέτυχε αὐτό, γιατὶ τοὺς παραπλάνησε. 2 Ἦρθε δηλαδὴ στὴ Σπάρτη μὲ τὸν τίτλο τάχα τοῦ πρεσβευτῆ καί, ὅταν οἱ Σπαρτιάτες τοῦ ἔκαναν παράπονα ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι περιτειχίζουν τὴν πόλη τῆς Ἀθήνας, καὶ ὁ Πολύαρχος ποὺ εἶχε ἔρθει ἐπίτηδες ἀπὸ τὴν Αἴγινα κατηγοροῦσε γι’ αὐτὸ τοὺς Ἀθηναίους, ὁ Θεμιστοκλῆς ἀρνήθηκε ὅτι γίνεται τέτοιο πράγμα καὶ τοὺς κάλεσε νὰ στείλουν στὴν Ἀθήνα ἀνθρώπους ποὺ θὰ βεβαιωθοῦν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια. Ἤθελε μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ νὰ δώση καιρὸ στὸν περιτειχισμὸ καὶ νὰ κρατήσουν οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς ἀποσταλμένους ὡς ὁμήρους, ποὺ θὰ ἦταν ἐγγύηση γι’ αὐτόν. Ἔτσι καὶ ἔγινε. 3 Γιατί, ὅταν οἱ Λακεδᾳιμόνιοι ἔμαθαν τὴν ἀλήθεια, δὲν τὸν πείραξαν, παρὰ ἔκρυψαν τὴ δυσαρέσκειά τους καὶ τὸν ἄφησαν νὰ φύγη. Ἔπειτα ὁ Θεμιστοκλῆς ὀχύρωνε καὶ τὸν Πειραιά, γιατὶ εἶχε καταλάβει τὰ φυσικὰ πλεονεκτήματα ποὺ εἶχαν τὰ λιμάνια του καὶ ἤθελε νὰ προσκολλήση ὁλόκληρη τὴν πόλη μὲ τὴ θάλασσα, μὲ κάποιο τρόπο δηλαδὴ εἶχε πολιτικὴ ἀντίθετη ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχαν οἱ παλαιοὶ βασιλεῖς τῶν Ἀθηναίων. 4 Ἐκεῖνοι, καθὼς λέγεται, προσπαθοῦσαν νὰ ἀποσπάσουν τοὺς πολίτες ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ νὰ τοὺς συνηθίσουν νὰ ζοῦν ὄχι σὰ ναυτικοὶ παρὰ σὰν ἀγρότες καὶ γι’ αὐτὸ ἄφησαν νὰ διαδοθῆ ὁ θρύλος γιὰ τὴν Ἀθηνᾶ, πώς, ὅταν φιλονίκησε μαζί της ὁ Ποσειδώνας, αὐτὴ παρουσίασε τὴν ἱερὴ ἐλιὰ στοὺς δικαστὲς καὶ τὸν νίκησε. Ἀντίθετα, ὁ Θεμιστοκλῆς δὲν «ἐζύμωσε τὸν Πειραιὰ» μὲ τὴν Ἀθήνα, καθὼς λέει ὁ Ἀριστοφάνης ὁ κωμικός, παρὰ τὴν Ἀθήνα τὴν ἔδεσε μὲ τὸν Πειραιὰ καὶ τὴ στεριὰ μὲ τὴ θάλασσα. 5 Ἔτσι καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ τὰ αὔξησε ἀπέναντι τῶν ἀριστοκρατικῶν, καὶ τοὺς γέμισε θάρρος, γιατὶ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία τὴν πῆραν στὰ χέρια τους οἱ ναῦτες καὶ οἱ καπετάνιοι καὶ οἱ καραβοκύρηδες. 6 Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ βῆμα ποὺ εἶχε στηθῆ στὴν Πνύκα ἔτσι, ὥστε νὰ βλέπη πρὸς τὴ θάλασσα, ἀργότερα οἱ τριάντα τύραννοι τὸ ἔστρεψαν πρὸς τὴν ξηρά, γιατὶ νόμιζαν ὅτι ἡ θαλάσσια κυριαρχία εἶναι ἡ μάνα τῆς δημοκρατίας, ἐνῶ ἡ ὀλιγαρχία εἶναι λιγότερο δυσάρεστη στοὺς γεωργούς. ΚΕΦ. 20

46

1 Θεμιστοκλῆς δὲ καὶ μεῖζόν τι περὶ τῆς ναυτικῆς διενοήθη δυνάμεως. Ἐπεὶ γὰρ ὁ τῶν Ἑλλήνων στόλος ἀπηλλαγμένου Ξέρξου κατῆρεν εἰς Παγασὰς καὶ διεχείμαζε, δημηγορῶν ἐν τοῖς Ἀθηναίοις ἔφη τινὰ πρᾶξιν ἔχειν ὠφέλιμον μὲν αὐτοῖς καὶ σωτήριον, ἀπόρρητον δὲ πρὸς τοὺς πολλούς. 2 Τῶν δ’ Ἀθηναίων Ἀριστείδη φράσαι μόνῳ κελευόντων, κἂν ἐκεῖνος δοκιμάση περαίνειν, ὁ μὲν Θεμιστοκλῆς ἔφρασε τῷ Ἀριστείδῃ τὸ νεώριον ἐμπρῆσαι διανοεῖσθαι τῶν Ἑλλήνων· ὁ δ’ Ἀριστείδης εἰς τὸν δῆμον προελθὼν ἔφη τῆς πράξεως ἥν διανοεῖται πράττειν ὁ Θεμιστοκλῆς μηδεμίαν εἶναι μήτε λυσιτελεστέραν μήτ’ ἀδικωτέραν. Οἱ μὲν οὖν Ἀθηναῖοι διὰ ταῦτα παύσασθαι τῷ Θεμιστοκλεῖ προσέταξαν. 3 Ἐν δὲ τοῖς Ἀμφικτυονικοῖς συνεδρίοις τῶν Λακεδαιμονίων εἰσηγουμένων ὅπως ἀπείργωνται τῆς Ἀμφικτυονίας αἱ μὴ συμμαχήσασαι κατὰ τοῦ Μήδου πόλεις, φοβηθεὶς μὴ Θετταλοὺς καὶ Ἀργείους ἔτι δὲ Θηβαίους ἐκβαλόντες τοῦ συνεδρίου παντελῶς ἐπικρατήσωσι τῶν ψήφων καὶ γένηται τὸ δοκοῦν ἐκείνοις, συνεῖπε ταῖς πόλεσι καὶ μετέθηκε τὰς γνώμας τῶν πυλαγόρων, διδάξας ὡς τριάκοντα καὶ μία μόναι πόλεις εἰσὶν αἱ τοῦ πολέμου μετασχοῦσαι, καὶ τούτων αἱ πλεῖσται παντάπασι μικραί· 4 δεινὸν οὖν εἰ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἐκσπόνδου γενομένης ἐπὶ ταῖς μεγίσταις δυσὶν ἢ τρισὶ πόλεσιν ἔσται τὸ συνέδριον. Ἐκ τούτου μὲν οὖν μάλιστα τοῖς Λακεδαιμονίοις προσέκρουσε˙ διὸ καὶ τὸν Κίμωνα προῆγον ταῖς τιμαῖς, ἀντίπαλον ἐν τῇ πολιτείᾳ τῷ Θεμιστοκλεῖ καθιστάντες. ΚΕΦ. 20 Ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ ὁ Ἀριστείδης ὁ δίκαιος. Ἡ ἀμφικτυονία. 1 Ὁ Θεμιστοκλῆς σκέφτηκε καὶ κάτι ἄλλο πιὸ βαρὺ γιὰ νὰ ἐξασφαλίση τὴ ναυτικὴ ὑπεροχὴ τῶν Ἀθηναίων. Ὅταν ὁ ἑλληνικὸς στόλος μετὰ τὴ φυγὴ τοῦ Ξέρξη εἶχε ἀγκυροβολήσει στὶς Παγασὲς καὶ ἔμενε ἐκεῖ τὸ χειμώνα, ὁ Θεμιστοκλῆς σὲ μιὰν ἀγόρευσή του πρὸς τοὺς Ἀθηναίους εἶπε ὀτι ἔχει στὸ νοῦ του νὰ κάμη κάτι πολὺ ὠφέλιμο καὶ σωτήριο γι’ αὐτούς, ἀλλὰ μυστικὸ γιὰ τοὺς πολλούς. 2 Τότε οἱ Ἀθηναῖοι, τοῦ ἔδωσαν ἐντολὴ νὰ τὸ πῆ μόνο στὸν Ἀριστείδη καί, ἄν ἐκεῖνος τὸ βρῆ σωστό, νὰ τὸ βάλουν σ’ ἐνέργεια. Ὁ Θεμιστοκλῆς λοιπὸν ἀνακοίνωσε στὸν Ἀριστείδη ὅτι αὐτὸ ποὺ σκέφτηκε εἶναι: νὰ πᾶνε νὰ κάψουν τὸ στόλο τῶν ἄλλων Ἑλλήνων στὶς Παγασές. Καὶ ὁ Ἀριστείδης παρουσιάστηκε στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου καὶ εἶπε ὅτι ἀπὸ τὴν πράξη αὐτὴ ποὺ σκέφτεται νὰ κάμη ὁ Θεμιστοκλῆς δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἄλλη οὔτε πιὸ ὠφέλιμη οὔτε ὅμως πιὸ ἄδικη. Οἱ Ἀθηναῖοι, ὅταν ἄκουσαν
47

αὐτά, ἔδωσαν ἐντολὴ στὸ Θεμιστοκλῆ νὰ μὴν προχωρήση σὲ τέτοια ἐνέργεια. 3 Στ’ ἀμφικτυονικὰ συνέδρια οἱ Λακεδαιμόνιοι πρότειναν νὰ ἀποκλειστοῦν ἀπὸ τὴν Ἀμφικτυονία οἱ πόλεις ποὺ δὲν συμπολέμησαν ἐναντίον τῶν Μήδων. Ὁ Θεμιστοκλῆς ὅμως φοβήθηκε μήπως οἱ Λακεδαιμόνιοι μ’ αὐτὸ, τὸν τρόπο βγάζοντας ἀπὸ τὴ μέση τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ τοὺς Ἀργείους, ἀκόμη καὶ τοὺς Θηβαίους, γίνουν κύριοι ὅλων τῶν ψήφων τοῦ συνεδρίου καὶ κάνουν ὅ,τι θέλουν. Γιὰ τοῦτο μίλησε καὶ αὐτὸς ὑπερασπίζοντας τὶς πόλεις καὶ κατάφερε νὰ ἀλλάξη τὶς γνῶμες τῶν πυλαγόρων (τῶν ἀντιπροσώπων), γιατὶ ἀπόδειξε ὅτι μόνο τριάντα μία πόλεις εἶναι ἐκεῖνες ποὺ πῆραν μέρος στὸν πόλεμο καὶ οἱ περισσότερες ἀπ’αὐτες ὁλωσδιόλου μικρές˙ 4 θὰ εἶναι λοιπὸν ἐπικίνδυνο -ἔλεγε- ἄν ἀποκλειστῆ ὅλη ἡ ἄλλη Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν Ἀμφικτυονία καὶ περιοριστῆ τὸ συνέδριο στὴν ἐξουσία τῶν δύο ἢ τριῶν μεγάλων πόλεων. Ἐξαιτίας αὐτοῦ ὁ Θεμιστοκλῆς ἔγινε πολὺ μισητὸς στοὺς Λακεδαιμονίους καὶ γι’ αὐτὸ προσπαθοῦσαν νὰ προωθήσουν τὸν Κίμωνα στὴν ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ, κάνοντάς τον πολιτικὸ ἀντίπαλο τοῦ Θεμιστοκλῆ. ΚΕΦ. 21 1 Ἦν δὲ καὶ τοῖς συμμάχοις ἐπαχθὴς περιπλέων τε τὰς νήσους καὶ χρηματιζόμενος ἀπ’ αὐτῶν· οἷα καὶ πρὸς Ἀνδρίους ἀργύριον αἰτοῦντά φησιν αὐτὸν Ἡρόδοτος εἰπεῖν τε καὶ ἀκοῦσαι. 2 Δύο γὰρ ἥκειν ἔφη θεοὺς κομίζων, Πειθὼ καὶ Βίαν˙ οἱ δ’ ἔφασαν εἶναι καὶ παρ’ αὐτοῖς θεοὺς μεγάλους δύο, Πενίαν καὶ Ἀπορίαν, ὑφ’ ὧν κωλύεσθαι δοῦναι χρήματα ἐκείνῳ. 3 Τιμοκρέων δ’ ὁ Ῥόδιος μελοποιὸς ἐν ᾄσματι καθάπτεται πικρότερον τοῦ Θεμιστοκλέους, ὡς ἄλλους μὲν ἐπὶ χρήμασι φυγάδας διαπραξαμένου κατελθεῖν, αὐτὸν δὲ ξένον ὄντα καὶ φίλον προεμένου δι’ ἀργύριον. 4 Λέγει δ’ οὕτως· «Ἀλλ’ εἰ τύ γα Παυσανίαν ἢ καὶ τύ γα Ξάνθιππον αἰνεῖς ἢ τύ γα Λευτυχίδαν, ἐγὼ δ’ Ἀριστείδαν ἐπαινέω ἄνδρ ’ ἱερᾶν ἀπ’ Ἀθανᾶν ἐλθεῖν ἔνα λῷστον· ἐπεὶ Θεμιστοκλέα γ’ ἤχθαρε Λατώ, ψεύσταν, ἄδικον, προδόταν, ὅς Τιμοκρέοντα ξεῖνον ἐόντα ἀργυρίοισι κυβαλικοῖσι πεισθεὶς οὐ κατᾶγεν εἰς πατρίδα Ἰάλυσον,
48

λαβὼν δὲ τρί ’ ἀργυρίου τάλαντ’ ἔβα πλέων εἰς ὄλεθρον, τοὺς μὲν κατάγων ἀδίκως, τοὺς δ’ ἐκδιώκων, τοὺς δὲ καίνων. Ἀργυρίου δ’ ὑπόπλεως, Ἰσθμοῖ γελοίως πανδόκευε ψυχρὰ κρέα παρέχων· οἱ δ’ ἤσθιον κηὔχοντο μὴ ὥραν Θεμιστοκλέος γενέσθαι». 5 Πολὺ δ’ ἀσελγεστέρᾳ καὶ ἀναπεπταμένῃ μᾶλλον εἰς τὸν Θεμιστοκλέα βλασφημίᾳ χρῆται μετὰ τὴν φυγὴν αὐτοῦ καὶ τὴν καταδίκην ὁ Τιμοκρέων, ᾆσμα ποιήσας οὗ ἐστιν ἀρχή· 6 «Μοῦσα, τοῦδε τοῦ μέλεος κλέος ἀν Ἕλλανας τίθει, ὡς ἐοικὸς καὶ δίκαιον.» 7 Λέγεται δ’ ὁ Τιμοκρέων ἐπὶ μηδισμῷ φυγεῖν συγκαταψηφισαμένου τοῦ Θεμιστοκλέους. Ὡς οὖν ὁ Θεμιστοκλῆς αἰτίαν ἔσχε μηδίζειν, ταῦτ’ ἐποίησεν εἰς αὐτόν· «Οὐκ ἄρα Τιμοκρέων μόνος Μήδοισιν ὁρκιατομεῖ, ἀλλ’ ἐντὶ κἆλλοι δὴ πονηροί· οὐκ ἐγὼ μόνα κόλουρις· ἐντὶ κἆλλαι ἀλώπεκες.» ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΩΞΗ ΤΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ (Κεφ. 21 - 23) ΚΕΦ. 21 Παράπονα καὶ κατηγορίες. 1 Ἀλλὰ καὶ στοὺς συμμάχους ἔγινε δυσάρεστος ὁ Θεμιστοκλῆς, γιατὶ περιόδευε τὰ νησιὰ καὶ ζητοῦσε ἀπ’ αὐτὰ νὰ τοῦ δίνουν χρήματα. Ἔτσι, λόγου χάρη, καθὼς διηγεῖται ὁ Ἡρόδοτος, ὅταν ὁ Θεμιστοκλῆς πῆγε στὴν Ἄνδρο νὰ ζητήση καὶ ἀπὸ ἐκεῖ χρήματα, εἶπε καὶ ἄκουσε τὰ ἀκόλουθα. 2 Εἶπε πὼς ἔρχεται φέρνοντας μαζί του δύο θεούς, τὴν Πειθὼ καὶ τὴ Βία· καὶ ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίθηκαν ὅτι καὶ αὐτοὶ ἔχουν δύο μεγάλους θεούς, τὴν Πενία καὶ τὴν Ἀπορία, ποὺ τοὺς ἐμποδίζουν νὰ τοῦ δώσουν χρήματα.
49

3 Καὶ ὁ Τιμοκρέων, ὁ λυρικὸς ποιητὴς ἀπὸ τὴ Ρόδο, σ’ ἕνα του τραγούδι κατηγορεῖ μὲ πολλὴ πίκρα τὸ Θεμιστοκλῆ, γιατὶ τάχα ἄλλους ἐξορίστους μὲ δωροδοκίες τοὺς βοήθησε νὰ γυρίσουν στὴν πατρίδα τους, ἐνῶ αὐτὸν ποὺ ἦταν γνώριμός του ἀπὸ φιλοξενία καὶ φίλος του, τὸν ἄφηνε στὴν ἐξορία χάρη στὸ χρῆμα. 4 Καὶ λέει αὐτά: «Τὸν Παυσανία ἐσὺ παινᾶς; Παινᾶς τὸν Ξάνθιππο ἴσως; Τὸ Λεωτυχίδη; Ἐγὼ παινῶ τὸν Ἀριστείδη, ποὺ ἄλλος δὲν ἦρθε ἐδῶ τόσο καλὸς ἀπ’ τὴν ἱερὴν Ἀθήνα· γιατὶ ἡ Λητὼ πολὺ μισεῖ τὸν ψεύτη, τὸν προδότη, τὸν ἄδικο Θεμιστοκλῆ, ποὺ ἄτιμο πῆρε χρῆμα κι ἔτσι τὸν Τιμοκρέοντα, ποὺ φίλος του ἦταν, πίσω δὲν ἔφερε στὸν τόπο του, τὴν Ἰάλυσο· ναί, τρία πῆρε ἀσημένια τάλαντα καὶ πάει μὲ τὸ καράβι, πάει στὰ τσακίσματα· ἄδικα στὸν τόπο του ἄλλον πῆγε, ἄλλον μακριὰ τὸν ἔδιωξε καὶ σκότωσε ἄλλους πάλι. Μὲ τρόπο ποὺ εἶναι νὰ γελᾶς, αὐτὸς γεμάτος χρῆμα, φίλευε κόσμο στὸν Ἰσθμό· τὰ κρέατα ἦταν κρύα κι εὔχονταν ὅσοι τά᾽ τρωγαν: νὰ μὴν τὸν βρῆ ἄλλος χρόνος!» 5 Ἀλλὰ πολὺ πιὸ ἀσυγκράτητες καὶ πιὸ ἀνοιχτὲς βρισιὲς γιὰ τὸ Θεμιστοκλῆ μετὰ τὴν ἐξορία καὶ τὴν καταδίκη του μεταχειρίζεται ὁ Τιμοκρέων. Εἶχε συνθέσει τότε ἕνα τραγούδι ποὺ ἄρχιζε ἔτσι: 6 «Μούσα, αὐτὸ τὸ τραγούδι μου κάμε στὴν Ἑλλάδα νὰ γίνη γνωστό, ὅπως πρέπει, ὅπως εἶναι σωστό». 7 Λέγεται ἀκόμη ὅτι ὁ Τιμοκρέων ἐξορίστηκε μὲ τὴν κατηγορία τοῦ μηδισμοῦ καὶ ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς βοήθησε στὴν καταδίκη του. Ὅταν ὅμως ἀργότερα κατηγορήθηκε καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς πὼς εἶναι μὲ τὸ μέρος τῶν Μήδων, ἔγραψε γι’ αὐτὸν τούτους τοὺς στίχους: «Ὁ Τιμοκρέοντας, λοιπόν, δὲν εἶναι μόνος ποὺ πῆγε μὲ τοὺς Μήδους, τέτοιοι εἶναι κι ἄλλοι πονηροί· δὲν εἶμαι ἡ μόνη κοψονούρα ἐγώ, εἷν’ κι ἄλλες ἀλεποῦδες.»
50

ΚΕΦ 22 1 Ἤδη δὲ καὶ τῶν πολιτῶν διὰ τὸ φθονεῖν ἡδέως τὰς διαβολὰς προσιεμένων, ἠναγκάζετο λυπηρὸς εἶναι τῶν αὑτοῦ πράξεων πολλάκις ἐν τῷ δήμῳ μνημονεύων· καὶ πρὸς τοὺς δυσχεραίνοντας˙ «Τί κοπιᾶτε» εἶπεν «ὑπὸ τῶν αὐτῶν πολλάκις εὖ πάσχοντες;» 2 Ἠνίασε δὲ τοὺς πολλοὺς καὶ τὸ τῆς Ἀρτέμιδος ἱερὸν εἱσάμενος, ἣν Ἀριστοβούλην μὲν προσηγόρευσεν ὡς ἄριστα τῆ πόλει καὶ τοῖς Ἕλλησι βουλευσάμενος, πλησίον δὲ τῆς οἰκίας κατεσκεύασεν ἐν Μελίτῃ τὸ ἱερὸν οὗ νῦν τὰ σώματα τῶν θανατουμένων οἱ δήμιοι προβάλλουσι καὶ τὰ ἱμάτια καὶ τοὺς βρόχους τῶν ἀπαγχομένων καὶ καθαιρεθέντων ἐκφέρουσιν. 3 Ἔκειτο δὲ καὶ τοῦ Θεμιστοκλέους εἰκόνιον ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἀριστοβούλης ἔτι καθ’ ἡμᾶς· καὶ φαίνεταί τις οὐ τὴν ψυχὴν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν ὄψιν ἡρωικὸς γενόμενος. 4 Τὸν μὲν οὖν ἐξοστρακισμὸν ἐποιήσαντο κατ’ αὐτοῦ κολούοντες τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν ὑπεροχήν, ὥσπερ εἰώθεσαν ἐπὶ πάντων οὓς ᾤοντο τῇ δυνάμει βαρεῖς καὶ πρὸς ἰσότητα δημοκρατικὴν ἀσυμμέτρους εἶναι. 5 Κόλασις γὰρ οὐκ ἦν ὁ ἐξοστρακισμός, ἀλλὰ παραμυθία φθόνου καὶ κουφισμὸς ἡδομένου τῷ ταπεινοῦν τοὺς ὑπερέχοντας καὶ τὴν δυσμένειαν εἰς ταύτην τὴν ἀτιμίαν ἀποπνέοντος. ΚΕΦ. 22 Ὁ ἐξοστρακισμός. 1 Στὸ τέλος, ἐπειδὴ καὶ οἱ συμπολίτες του ἄρχισαν νὰ τὸν φθονοῦν καὶ νὰ δέχωνται εὐχάριστα τὶς διαβολὲς ἐναντίον του, ὁ Θεμιστοκλῆς βρισκόταν στὴν ἀνάγκη νὰ γίνεται ὀχληρός, ὑπενθυμίζοντες πολλὲς φορὲς δημόσια τὰ ὅσα ἔκαμε. Καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ δυσφοροῦσαν γι’ αὐτὸ εἶπε κάποτε: «Γιατί πειράζεστε ποὺ σᾶς εὐεργeτοῦν οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι πολλὲς φορές;» 2 Ἀλλὰ στενοχώρησε τὸ λαὸ ἀκόμη καὶ ὅταν ἵδρυσε τὸ ναὸ τῆς Ἄρτεμης, ποὺ τὴν ὀνόμασε Ἀριστοβούλη, γιατὶ πίστευε πὼς αὐτὸς ἔδωσε ἄριστες συμβουλὲς στὴν πόλη καὶ στοὺς Ἕλληνες· καὶ ἔχτισε αὐτὸ τὸ ναὸ κοντὰ στὸ σπίτι του στὴ Μελίτη, ἐκεῖ ὅπου σήμερα οἱ δήμιοι ρίχνουν τὰ σώματα τῶν καταδικασμένων σὲ θάνατο καὶ παίρνουν τὰ ἐνδύματα καὶ τὰ σκοινιὰ τῶν κρεμασμένων, ὅταν τοὺς κατεβάζουν ἀπὸ τὴν ἀγχόνη. 3 Ὑπάρχει μάλιστα στὸ ναὸ τῆς Ἀριστοβούλης καὶ ἕνα μικρὸ ἄγαλμα τοῦ Θεμιστοκλῆ ποὺ βρίσκεται ὡς σήμερα καὶ μᾶς
51

δείχνει ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε ὄχι μόνο ψυχὴ παρὰ καὶ μορφὴ ἡρωική. 4 Τὸν ἐξοστρακισμὸ λοιπὸν τοῦ Θεμιστοκλῆ τὸν ἀποφάσισαν οἱ Ἀθηναῖοι, θέλοντας νὰ περιορίσουν τὴν πολιτικὴ δύναμη καὶ τὴν ὑπεροχή του, ὅπως συνήθιζαν νὰ κάνουν γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ νόμιζαν ὅτι ἀποχτοῦσαν δύναμη μεγάλη καὶ ἀσυμβίβαστη πρὸς τὴν ἰσότητα ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ δημοκρατία. 5 Γιατὶ ὁ ἐξοστρακισμὸς δὲν 5 ἦταν τιμωρία, παρὰ ἱκανοποίηση καὶ κατευνασμὸς τοῦ φθόνου, ποὺ βρίσκει εὐχαρίστηση νὰ ταπεινώνη τοὺς ξεχωριστοὺς καὶ ξεθυμαίνει μὲ αὐτὴ τὴν ἀτίμωση. ΚΕΦ. 23 1 Ἐκπεσόντος δὲ τῆς πόλεως αὐτοῦ καὶ διατρίβοντος ἐν Ἄργει, τὰ περὶ Παυσανίαν συμπεσόντα κατ’ ἐκείνου παρέσχε τοῖς ἐχθροῖς ἀφορμάς. Ὁ δὲ γραψάμενος αὐτὸν προδοσίας Λεωβώτης ἦν ὁ Ἀλκμαίωνος Αγρυλῆθεν, ἅμα συνεπαιτιωμένων τῶν Σπαρτιατῶν. 2 Ὁ γὰρ Παυσανίας πράττων ἐκεῖνα δὴ τὰ περὶ τὴν προδοσίαν πρότερον μὲν ἀπεκρύπτετο τὸν Θεμιστοκλέα καίπερ ὄντα φίλον· ὡς δ᾽ εἶδεν ἐκπεπτωκότα τῆς πολιτείας καὶ φέροντα χαλεπῶς, ἐθάρρησεν ἐπὶ τὴν κοινωνίαν τῶν πρασσομένων παρακαλεῖν, γράμματα τοῦ βασιλέως ἐπιδεικνύμενος αὐτῷ καὶ παροξύνων ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας ὡς πονηροὺς καὶ ἀχαρίστους. 3 Ὁ δὲ τὴν μὲν δέησιν ἀπετρέψατο τοῦ Παυσανίου καὶ τὴν κοινωνίαν ὅλως ἀπείπατο, πρὸς οὐδένα δὲ τοὺς λόγους ἐξήνεγκεν οὐδὲ κατεμήνυσε τὴν πρᾶξιν, εἴτε παύσεσθαι προσδοκῶν αὐτὸν εἴτ’ ἄλλως καταφανῆ γενήσεσθαι σὺν οὐδενὶ λογισμῷ πραγμάτων ἀτόπων καὶ παραβόλων ὀρεγόμενον. 4 Οὕτω δὲ τοῦ Παυσανίου θανατωθέντος, ἐπιστολαί τινες ἀνευρεθεῖσαι καὶ γράμματα περὶ τούτων εἰς ὑποψίαν ἐνέβαλον τὸν Θεμιστοκλέα· καὶ κατεβόων μὲν αὐτοῦ Λακεδαιμόνιοι, κατηγόρουν δ’ οἱ φθονοῦντες τῶν πολιτῶν, οὐ παρόντος, ἀλλὰ διὰ γραμμάτων ἀπολογουμένου μάλιστα ταῖς προτέραις κατηγορίαις. 5 Διαβαλλόμενος γὰρ ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν πρὸς τοὺς πολίτας ὡς ἄρχειν μὲν αἰεὶ ζητῶν, ἄρχεσθαι δὲ μὴ πεφυκὼς μηδὲ βουλόμενος, οὐκ ἂν ποτε βαρβάροις αὑτὸν οὐδὲ πολεμίοις ἀποδόσθαι μετὰ τῆς Ἑλλάδος. 6 Οὐ μὴν ἀλλὰ συμπεισθεὶς ὑπὸ τῶν κατηγορούντων ὁ δῆμος ἔπεμψεν ἄνδρας οἷς εἴρητο συλλαμβάνειν καὶ ἀνάγειν αὐτὸν κριθησόμενον ἐν τοῖς Ἕλλησιν. ΚΕΦ. 23 Κατηγορία ἐσχάτης προδοσίας.

52

1 Ὅταν ἐξορίστηκε ἀπὸ τὴν πατρίδα του ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ τὸν καιρὸ ποὺ ἔμενε στὸ Ἄργος, τὰ ὅσα ἔγιναν τότε μὲ τὸν Παυσανία ἔδωσαν νέες ἀφορμὲς στοὺς ἐχθρούς του νὰ τὸν κατηγορήσουν. Αὐτὸς ποὺ τὸν κατάγγειλε γιὰ προδοσία ἦταν ὁ Λεωβώτης ὁ γιὸς τοῦ Ἀλκμαίωνα ἀπὸ τὸ δῆμο τῆς Ἀγρυλῆς, συγχρόνως ὅμως τὸν κατηγοροῦσαν καὶ οἱ Σπαρτιάτες. 2 Γιατὶ ὁ Παυσανίας, ὅταν σχεδίαζε ἐκείνη τὴ γνωστὴ προδοσία του, στὴν ἀρχὴ ἔκρυβε τὰ σχέδιά του ἀπὸ τὸ Θεμιστοκλῆ, ἂν καὶ ἦταν φίλος του. Ὅταν ὅμως τὸν εἶδε ἐξορισμένο ἀπὸ τὴν πόλη του καὶ ἀγαναχτισμένο, πῆρε τὸ θάρρος καὶ τοῦ πρότεινε νὰ συμπράξη καὶ αὐτὸς στὶς ἐνέργειές του. Τοῦ ἔδειξε μάλιστα καὶ ἔγγραφα τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν καὶ τὸν ἐξερέθιζε ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, λέγοντας πὼς εἶναι κακοὶ καὶ ἀχάριστοι. 3 Αὐτὸς ὅμως δὲ δέχτηκε τὴν πρόταση τοῦ Παυσανία καὶ ἀρνήθηκε ὁλότελα τὴ συμμετοχή του, μὰ σὲ κανέναν δὲ φανέρωνε ὅσα τοῦ εἶπε οὔτε κατάγγειλε τὴν πράξη, γιατὶ πίστευε ἤ πὼς ὁ Παυσανίας θὰ σταματήση μόνος του κάθε ἄλλη ἐνέργειά του ἤ πὼς μὲ ἄλλο τρόπο θὰ φανερωθῆ, ἀφοῦ ἐπιζητοῦσε πράγματα παράδοξα καὶ ἐπικίνδυνα. 4 Ὅταν ὅμως ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὰ ὁ Παυσανίας θανατώθηκε, βρέθηκαν μερικὲς ἐπιστολὲς καὶ ἔγγραφα σχετικὰ μὲ τὶς ἐνέργειές του αὐτὲς ποὺ γεννοῦσαν ὑποψίες γιὰ τὸ Θεμιστοκλῆ. Καὶ φώναζαν ἐναντίον του οἱ Λακεδαιμόνιοι καὶ τὸν κατηγοροῦσαν ὅσοι συμπολίτες του τὸν φθονοῦσαν, ἐνῶ αὐτὸς δὲν ἦταν παρὼν καὶ ἀναγκαζόταν νὰ ἀπολογῆται μὲ ἔγγραφες ἐκθέσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἀναιροῦσε προπάντων τὶς προηγούμενες κατηγορίες. 5 Καὶ ἔγραφε ὅτι, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι οἱ ἀντίπαλοί του τὸν κατηγοροῦν πρὸς τοὺς συμπολίτες του πὼς πάντοτε ζητεῖ νὰ ἐξουσιάζη καὶ πὼς δὲν εἶναι τὸ φυσικό του οὔτε καὶ θέλει νὰ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία ἄλλου, πῶς θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ πουλήση τὸν ἑαυτό του μαζὶ μὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα σὲ βαρβάρους καὶ μάλιστα σ’ ἐχθρούς; 6 Μολαταῦτα ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου τελικὰ πείστηκε ἀπὸ τοὺς κατηγόρους καὶ ἔστειλε ἀνθρώπους μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τὸν πιάσουν καὶ νὰ τὸν φέρουν, γιὰ νὰ δικαστῆ σὲ κοινὸ συνέδριο τῶν Ἑλλήνων. ΚΕΦ. 24 1 Προαισθόμενος δ’ ἐκεῖνος εἰς Κέρκυραν διεπέρασεν, οὔσης αὐτῷ πρὸς τὴν πόλιν εὐεργεσίας. Γενόμενος γὰρ αὐτῶν κριτὴς πρὸς Κορινθίους ἐχόντων διαφοράν, ἔλυσε τὴν ἔχθραν εἴκοσι τάλαντα κρίνας τοὺς Κορινθίους καταβαλεῖν καὶ Λευκάδα κοινῆ νέμειν ἀμφοτέρων ἄποικον.
53

2 Ἐκεῖθεν δ’ εἰς Ἤπειρον ἔφυγε· καὶ διωκόμενος ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων καὶ τῶν Λακεδαιμονίων ἔρριψεν ἑαυτὸν εἰς ἐλπίδας χαλεπὰς καὶ ἀπόρους καταφυγὼν πρὸς Ἄδμητον, ὃς βασιλεὺς μὲν ἦν Μολοσσῶν, δεηθεὶς δέ τι τῶν Ἀθηναίων καὶ προπηλακισθεὶς ὑπὸ τοῦ Θεμιστοκλέους, ὅτ’ ἤκμαζεν ἐν τῇ πολιτείᾳ, δι’ ὀργῆς εἶχεν αὐτὸν αἰεὶ καὶ δῆλος ἦν εἰ λάβοι τιμωρησόμενος. 3 Ἐν δὲ τῇ τότε τύχη μᾶλλον ὁ Θεμιστοκλῆς φοβηθεὶς συγγενῆ καὶ πρόσφατον φθόνον ὀργῆς παλαιᾶς καὶ βασιλικῆς, ταύτῃ φέρων ὑπέθηκεν ἑαυτόν, ἱκέτης τοῦ Ἀδμήτου καταστὰς ἴδιόν τινα καὶ παρηλλαγμένον τρόπον. 4 Ἔχων γὰρ αὐτοῦ τὸν υἱὸν ὄντα παῖδα πρὸς τὴν ἑστίαν προσέπεσε, ταύτην μεγίστην καὶ μόνην σχεδὸν ἀναντίρρητον ἡγουμένων ἱκεσίαν τῶν Μολοσσῶν. 5 Ἔνιοι μὲν οὖν Φθίαν τὴν γυναῖκα τοῦ βασιλέως λέγουσιν ὑποθέσθαι τῷ Θεμιστοκλεῖ τὸ ἱκέτευμα τοῦτο καὶ τὸν υἱὸν ἐπὶ τὴν ἑστίαν καθίσαι μετ’ αὐτοῦ· τινὲς ὁ αὐτὸν τὸν Ἄδμητον, ὡς ἀφοσιώσαιτο πρὸς τοὺς διώκοντας τὴν ἀνάγκην δι’ ἣν οὐκ ἐκδίδωσι τὸν ἄνδρα, διαθεῖναι καὶ συντραγῳδῆσαι τὴν ἱκεσίαν. 6 Ἐκεῖ δ’ αὐτῷ τὴν γυναῖκα καὶ τοὺς παῖδας ἐκκλέψας ἐκ τῶν Ἀθηνῶν Ἐπικράτης ὁ Ἀχαρνεὺς ἀπέστειλεν˙ ὅν ἐπὶ τούτῳ Κίμων ὕστερον κρίνας ἐθανάτωσεν, ὡς ἱστορεῖ Στησίμβροτος. 7 Εἶτ’ οὐκ οἶδ᾽ ὅπως ἐπιλαθόμενος τούτων ἢ τὸν Θεμιστοκλέα ποιῶν ἐπιλαθόμενον πλεῦσαί φησιν εἰς Σικελίαν καὶ παρ’ Ἱέρωνος αἰτεῖν τοῦ τυράννου τὴν θυγατέρα πρὸς γάμον, ὑπισχνούμενον αὐτῷ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους ποιήσειν ἀποτρεψαμένου δὲ τοῦ Ἱέρωνος, οὕτως εἰς τὴν Ἀσίαν ἀπᾶραι. Ο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ (κεφ. 24 - 25) ΚΕΦ. 24 Στὸ βασιλιὰ τῶν Μολοσσῶν. 1 Ἐκεῖνος τὸ κατάλαβε καὶ πρόφτασε νὰ περάση στὴν Κέρκυρα, ποὺ ἄλλοτε τὴν εἶχε εὐεργετήσει. Γιατί, ὅταν ὁρίστηκε διαιτητὴς τῶν Κερκυραίων ποὺ εἶχαν κάποια διαφορὰ μὲ τοὺς Κορινθίους, κατάφερε νὰ διαλύση τὴν ἔχθρα τους μὲ τὴν κρίση ποὺ ἔβγαλε νὰ πληρώσουν οἱ Κορίνθιοι εἴκοσι τάλαντα καὶ νὰ κυβερνοῦν ἀπὸ κοινοῦ τὴ Λευκάδα, ποὺ ἦταν ἀποικία καὶ τῶν δύο λαῶν. 2 Ἀπ’ ἐκεῖ πῆγε στὴν Ἤπειρο· καί, ἐπειδὴ οἱ Ἀθηναῖοι καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι ἄρχισαν νὰ τὸν καταδιώκουν, ρίχτηκε σὲ προσπάθειες ἐπικίνδυνες καὶ ἀπελπιστικές. Σκέφτηκε νὰ κατᾳφύγη στὴν Ἄδμητο, τὸ βασιλιὰ τῶν Μολοσσῶν. Αὐτὸς ἄλλοτε εἶχε ζητήσει κάτι ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς τοῦ τὸ ἀρνήθηκε

ὑβριστικά, ὅταν βρισκόταν στὴν ἀκμὴ τῆς πολιτικῆς του δύναμης· γιὰ τοῦτο ὁ Ἄδμητος ἦταν πάντοτε ὀργισμένος ἐναντίον του καὶ ἦταν φανερὸ πώς, ἂν τὸν ἔπιανε, θὰ ἔπαιρνε ἐκδίκηση. 3 Ἀλλὰ στὴ δύσκολη θέση ποὺ ἔτυχε νὰ βρεθῆ τότε ὁ Θεμιστοκλῆς, φοβήθηκε περισσότερο τὸν πρόσφατο φθόνο τῶν συμπατριωτῶν του παρὰ τὴν παλιὰ ὀργὴ τοῦ ξένου βασιλιᾶ καὶ πᾳραδόθηκε στὸ ἔλεός του· ἔγινε ἱκέτης του, ἀλλὰ μ’ ἕναν τρόπο ξεχωριστὸ καὶ ἀσυνήθιστο. 4 Κρατώντας στὴν ἀγκαλιά του τὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ, ποὺ ἦταν μικρὸ παιδί, γονάτισε μπροστὰ στὴν ἑστία καὶ αὐτὸ τὸ θεωροῦν οἱ Μολοσσοὶ σὰν τὴν πιὸ μεγάλη καὶ σχεδὸν μόνη ἱκεσία ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴν ἀρνηθῆ. 5 Μερικοὶ λένε πὼς ἡ Φθία, ἡ γυναίκα τοῦ βασιλιᾶ, ὑπόδειξε στὸ Θεμιστοκλῆ αὐτὸ τὸν τρόπο τῆς ἱκεσίας καὶ πὼς ἡ ἴδια ἔβαλε τὸ γιό της νὰ καθίση μαζί του μπροστὰ στὴν ἑστία. Ἄλλοι πάλι λένε πὼς ὁ ἴδιος ὁ Ἄδμητος, γιὰ νὰ μπορέση νὰ ἐπικαλεστῆ ἀπέναντι ἐκείνων ποὺ κυνηγοῦσαν τὸ Θεμιστοκλῆ θρησκευτικοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἦταν ἀνάγκη νὰ μὴν τὸν παραδώση, μηχανεύτηκε ἀπὸ πρὶν καὶ ἔπαιξε μαζί του αὐτὴ τὴ σκηνὴ τῆς ἱκεσίας. 6 Ἐκεῖ στὴν Ἤπειρο καὶ ὁ Ἐπικράτης ἀπὸ τὶς Ἀχαρνὲς ἔστειλε κρυφὰ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα στὸ Θεμιστοκλῆ τὴ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του. Καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Κίμων ἀργότερα τὸν κατάγγειλε καὶ ἔγινε αἰτία νὰ θανατωθῆ, ὅπως ἱστορεῖ ὁ Στησίμβροτος. 7 Ἔπειτα δὲν ξέρω πῶς, ξεχνώντας αὐτὰ ποὺ ἔγραψε ἤ παριστάνοντας πὼς ὁ Θεμιστοκλῆς ξέχασε ὅλους καὶ ὅλα, γράφει πὼς τράβηξε γιὰ τὴ Σικελία καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἱέρωνα τὸν τύραννο τὴ θυγατέρα του σὲ γάμο μὲ τὴν ὑπόσχεση νὰ φέρη τοὺς Ἕλληνες στὴν ἐξουσία του καὶ πώς, ἐπειδὴ ὁ Ἱέρων ἀρνήθηκε, πέρασε πρὸς τὴν Ἀσία. ΚΕΦ. 25 1 Ταῦτα δ’ οὐκ εἰκός ἐστιν οὕτω γενέσθαι. Θεόφραστος γὰρ ἐν τοῖς Περὶ βασιλείας ἱστορεῖ τὸν Θεμιστοκλέα, πέμψαντος εἰς Ὀλυμπίαν Ἱέρωνος ἵππους ἀγωνιστὰς καὶ σκηνήν τινα κατεσκευασμένην πολυτελῶς στήσαντος, εἰπεῖν ἐν τοῖς Ἕλλησι λόγον ὡς χρὴ τὴν σκηνὴν διαρπάσαι τοῦ τυράννου καὶ κωλῦσαι τοὺς ἵππους ἀγωνίσασθαι. 2 Θουκυδίδης δέ φησι καὶ πλεῦσαι αὐτὸν ἐπὶ τὴν ἑτέραν καταβάντα θάλατταν ἀπὸ Πύδνης, οὐδενὸς εἰδότος ὅστις εἴη τῶν πλεόντων, μέχρι οὗ πνεύματι τῆς ὁλκάδος εἰς Θάσον καταφερομένης ὑπ’ Ἀθηναίων πολιορκουμένην τότε, φοβηθεὶς ἀναδείξειεν ἑαυτὸν τῷ τε ναυκλήρῳ καὶ τῷ κυβερνήτῃ, καὶ τὰ μὲν δεόμενος, τὰ δ’ ἀπειλῶν καὶ λέγων ὅτι κατηγορήσοι καὶ καταψεύσοιτο
55

πρὸς τοὺς Ἀθηναίους ὡς οὐκ ἀγνοοῦντες, ἀλλὰ χρήμασι πεισθέντες ἐξ ἀρχῆς ἀναλάβοιεν αὐτόν, οὕτως ἀναγκάσειε παραπλεῦσαι καὶ λαβέσθαι της Ἀσίας. 3 Τῶν δὲ χρημάτων αὐτῷ πολλὰ μὲν ὑπεκλαπέντα διὰ τῶν φίλων εἰς Ἀσίαν ἔπλει τῶν δὲ φανερῶν γενομένων καὶ συναχθέντων εἰς τὸ δημόσιον Θεόπομπος μὲν ἑκατὸν τάλαντα, Θεόφραστος δ’ ὀγδοήκοντά φησι γενέσθαι τὸ πλῆθος, οὐδὲ τριῶν ἄξια ταλάντων κεκτημένου τοῦ Θεμιστοκλέους πρὶν ἅπτεσθαι τῆς πολιτείας. ΚΕΦ. 25 Ὁ Θεμιστοκλῆς φεύγει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. 1 Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ δὲ φαίνεται νὰ ἔγιναν πράγματι ἔτσι. Γιατὶ ὁ Θεόφραστος στὸ βιβλίο του «Περὶ βασιλείας» ἐξιστορεῖ ὅτι, ὅταν ὁ Ἱέρων ἔστειλε στὴν Ὀλυμπία ἄλογα ἐξασκημένα γιὰ τοὺς ἀγῶνες καὶ ἔστησε μιὰ σκηνὴ μὲ πολλὰ στολίδια, ὁ Θεμιστοκλῆς μίλησε στοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς εἶπε ὅτι πρέπει νὰ καταξεσκίσουν τὴ σκηνὴ τοῦ τυράννου καὶ νὰ ἐμποδίσουν τὰ ἄλογά του νὰ πάρουν μέρος στοὺς ἀγῶνες. 2 Καὶ ὁ Θουκυδίδης λέει ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς, ἀφοῦ κατέβηκε στὴν ἄλλη θάλασσα, δηλαδὴ στὸ Αἰγαῖο, ἔπλευσε ἀπὸ τὴν Πύδνα, χωρὶς κανεὶς ἀπὸ τοὺς συνταξιδιῶτες του νὰ ξέρη ποιὸς εἶναι. Ἔπειτα ὅμως, ὅταν τὸ φορτηγὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο ταξίδευε τὸ ἔφερνε σφοδρὸς ἄνεμος πρὸς τὴ Θάσο, ποὺ τότε τὴν πολιορκοῦσαν οἱ Ἀθηναῖοι, ἀναγκάστηκε ἀπὸ φόβο νὰ φανερώση τὴν ταυτότητά του στὸ ναύκληρο καὶ τὸν πλοίαρχο. Καὶ πρῶτα τοὺς παρακαλοῦσε, ἔπειτα τοὺς ἀπειλούσε καὶ τοὺς ἔλεγε ὅτι θὰ τοὺς κατηγορήση καὶ θὰ πῆ ψέματα στοὺς Ἀθηναίους πὼς τάχα ἐξαρχῆς τὸν πῆραν μαζί τους ὄχι γιατὶ δὲν ἤξεραν ποιὸς εἶναι, παρὰ γιατὶ δωροδοκήθηκαν. Ἔτσι τοὺς ἀνάγκασε νὰ παραπλεύσουν τὴ Θάσο καὶ νὰ φτάσουν στὴν Ἀσία. 3 Ἀπὸ τὴν περιουσία του ἕνα μεγάλο μέρος τὸ ἔβγαλαν κρυφὰ οἱ φίλοι του λογαριασμό του καὶ πῆγε στὴν Ἀσία· τὸ ἄλλο μέρος ποὺ ἀνακαλύφτηκε καὶ μεταφέρθηκε στὸ δημόσιο ταμεῖο ἦταν ἑκατὸ τάλαντα, ὅπως λέει ὁ Θεόπομπος, ὀγδόντα, ὅπως λέει ὁ Θεόφραστος, ἐνῶ ὁ Θεμιστοκλῆς δὲν εἶχε περιουσία ποὺ νὰ ἀξίζη οὔτε τρία τάλαντᾳ ὅταν ἄρχισε νὰ πολιτεύεται. ΚΕΦ. 26 1 Ἐπεὶ δὲ κατέπλευσεν εἰς Κύμην καὶ πολλοὺς ἤσθετο τῶν ἐπὶ θαλάττη παραφυλάττοντας αὐτὸν λαβεῖν, μάλιστα δὲ τοὺς περὶ
56

Ἐργοτέλη καὶ Πυθόδωρον -ἦν γὰρ ἡ θήρα λυσιτελὴς τοῖς τὸ κερδαίνειν ἀπὸ παντὸς ἀγαπῶσι, διακοσίων ἐπικεκηρυγμένων αὐτῷ ταλάντων ὑπὸ τοῦ βασιλέως- ἔφυγεν εἰς Αἰγάς, Αἰολικὸν πολισμάτιον, ὑπὸ πάντων ἀγνοούμενος πλὴν τοῦ ξένου Νικογένους, ὅς Αἰολέων πλείστην οὐσίαν ἐκέκτητο καὶ τοῖς ἄνω δυνατοῖς γνώριμος ὑπῆρχε. 2 Παρὰ τούτῳ κρυπτόμενος ἡμέρας ὀλίγας διέτριψεν· εἶτα μετὰ τὸ δεῖπνον ἐκ θυσίας τινὸς Ὄλβιος ὁ τῶν τέκνων τοῦ Νικογένους παιδαγωγὸς ἔκφρων γενόμενος καὶ θεοφόρητος ἀνεφώνησεν ἐν μέτρῳ ταυτί˙ 3 «Νυκτὶ φωνήν, νυκτὶ βουλήν, νυκτὶ τὴν νίκην δίδου.» Καὶ μετὰ ταῦτα κατακοιμηθεὶς ὁ Θεμιστοκλῆς ὄναρ ἔδοξεν ἰδεῖν δράκοντα κατὰ τῆς γαστρὸς αὐτοῦ περιελιττόμενον καὶ προσανέρποντα τῷ τραχήλῳ· γενόμενον δ’ ἀετόν, ὡς ἥψατο τοῦ προσώπου, περιβαλόντα τὰς πτέρυγας ἐξᾶραι καὶ κομίζειν πολλὴν ὁδόν, εἶτα χρυσοῦ τινος κηρυκείου φανέντος, ἐπὶ τούτῳ στῆσαι βεβαίως αὐτὸν ἀμηχάνου δείματος καὶ ταραχῆς ἀπαλλαγέντα. 4 Πέμπεται δ’ οὖν ὑπὸ τοῦ Νικογένους μηχανησαμένου τι τοιόνδε. Του βαρβαρικοῦ γένους τὸ πολὺ καὶ μάλιστα τὸ Περσικὸν εἰς ζηλοτυπίαν τὴν περὶ τὰς γυναῖκας ἄγριον φύσει καὶ χαλεπόν ἐστιν. 5 Οὐ γὰρ μόνον τὰς γαμετάς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀργύρωνήτους ἰσχυρῶς παραφυλάττουσιν, ὡς ὑπὸ μηδενὸς ὁρᾶσθαι τῶν ἐκτός, ἀλλ’ οἴκοι μὲν διαιτᾶσθαι κατακεκλειμένας, ἐν δὲ ταῖς ὁδοιπορίαις ὑπὸ σκηναῖς κύκλῳ περιπεφραγμένας ἐπὶ τῶν ἁρμαμαξῶν ὀχεῖσθαι. 6 Τοιαύτης τῷ Θεμιστοκλεῖ κατασκευασθείσης ἀπήνης καταδὺς ἐκομίζετο, τῶν περὶ αὐτὸν ἀεὶ τοῖς ἐντυγχάνουσι καὶ πυνθανομένοις λεγόντων ὅτι γύναιον Ἑλληνικὸν ἄγουσιν ἀπ’ Ἰωνίας πρός τινα τῶν ἐπὶ θύραις βασιλέως. Ο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ (Κεφ. 26 - 29) ΚΕΦ. 26 Στὴν Κύμη τῆς Μ. Ἀσίας 1 Ὅταν προσορμίστηκε καὶ βγῆκε στὴν Κύμη κατάλαβε ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ βρίσκονταν στὴν παραλία παραφύλαγαν νὰ τὸν πιάσουν καὶ μάλιστα οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἐργοτέλη καὶ τοῦ Πυθόδωρου, γιατὶ αὐτὸ τὸ κυνήγι ἦταν ἀρκετὰ προσοδοφόρο γιὰ ἐκείνους τουλάχιστο ποὺ ἀγαποῦν νὰ κερδίζουν μὲ κάθε τρόπο, ἀφοῦ εἶχαν ὁριστῆ ἀπὸ τὸ βασιλιὰ διακόσια τάλαντα ὡς χρηματικὴ ἀμοιβὴ γιὰ τὴ σύλληψή του. Γι’ αὐτὸ ἔφυγε καὶ πῆγε στὶς Αἰγές, μιὰ μικρὴ αἰολικὴ πόλη, ὅπου κανένας δὲν τὸν ἤξερε ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Νικογένη, ἕνα φίλο του ἀπὸ παλιὰ φιλοξενία, ποὺ

ἦταν ὁ πιὸ πλούσιος ἀπὸ ὅλους τοὺς Αἰολεῖς καὶ εἶχε πολλὲς γνωριμίες μὲ τοὺς ἰσχυροὺς τῶν ἐσωτερικῶν πόλεων τῆς Ἀσίας. 2 Ἔμεινε κρυμμένος στὸ σπίτι του λίγες μέρες καὶ ἐνα βράδυ ὁ Ὄλβιος, ὁ παιδαγωγὸς τῶν παιδιῶν τοῦ Νικογένη, μετὰ τὸ γεῦμα ποὺ τὸ ἀκολούθησε θυσία, ἔγινε ἔξαλλος καί, σὰ νὰ τοῦ ἦρθε θεία ἔμπνευση, φώναξε δυνατὰ αὐτὰ ἐδῶ τὰ λόγια σὲ μέτρο βαλμένα: «Τῆς νύχτας ἄκου τὴ φωνή, τῆς νύχτας πάρε συμβουλὴ κι ἡ νύχτα θὰ νικήση.» 3 Ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὸ ὁ Θεμιστοκλῆς ἔπεσε νὰ κοιμηθῆ καὶ βυθισμένος στὸν ὕπνο εἶδε ἕνα ὄνειρο. Τοῦ φάνηκε πὼς ἔβλεπε ἕνα μεγάλο φίδι νὰ τυλίγεται γύρω ἀπὸ την κοιλιά του καὶ νὰ σέρνεται πρὸς τὸ λαιμό˙ ἔπειτα εἶδε πὼς τὸ φίδι, μόλις τοῦ ἄγγιξε τὸ πρόσωπο, ἔγινε μεμιᾶς ἀετὸς ποὺ τὸν ἀγκάλιασε μὲ τὶς φτεροῦγες του, τὸν σήκωσε, τὸν ἔφερε μακριά· ἐκεῖ ἔξαφνα φάνηκε ἕνα χρυσὸ ραβδὶ σὰν ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ κρατοῦν οἱ κήρυκες, καὶ τὸν ἔστησε σταθερὰ πάνω σ’ αυτὸ˙ τότε αἰσθάνθηκε πὼς λυτρώθηκε ἀπὸ τὴν τρομερὴ ἀγωνία καὶ στὴν ταραχὴ ποὺ τὸν εἶχαν κυριέψει. 4 Ἐπιτέλους ὁ Νικογένης τὸν φυγαδεύει, ἀφοῦ μηχανεύτηκε τὸν ἀκόλουθο τρόπο γιὰ τὴ σωτηρία του. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς βαρβαρικοὺς λαοὺς καὶ μάλιστα οἱ Πέρσες ἔχουν ἀπὸ φύση μιὰ ζηλοτυπία γιὰ τὶς γυναῖκες τους, ἄγρια καὶ ἀνυπόφορη· 5 ὄχι μόνο τὶς συζύγους τους παρὰ καὶ τὶς δοῦλες τους τὶς φυλάγουν αὐστηρά, ὥστε νὰ μὴν τὶς βλέπη κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἔξω τοῦ σπιτιοῦ, τὶς ἀφήνουν νὰ ζοῦν διαρκῶς κλεισμένες μέσα στὸ σπίτι καί, ὅταν εἶναι νὰ ταξιδέψουν, τὶς μεταφέρουν κάτω ἀπὸ σκηνὲς στημένες στὰ ἁμάξια καὶ περικλεισμένες ὁλόγυρα μὲ παραπετάσματα. 6 Ἕνα τέτοιο ἁμάξι κατασκευάστηκε καὶ γιὰ τὸ Θεμιστοκλῆ, ποὺ χώθηκε μέσα, καὶ οἱ σύνοδοὶ ποὺ τὸν πήγαιναν καὶ περιτριγύριζαν τὸ ἁμάξι, σὲ ὅσους συναντοῦσαν στὸ δρόμο καὶ ρωτοῦσαν τί κουβαλοῦν, ἔλεγαν πὼς ὁδηγοῦν μιὰ κοπέλα Ἑλληνίδα ἀπὸ τὴν Ἰωνία πρὸς κάποιον αὐλικὸ τοῦ βασιλιᾶ. ΚΕΦ. 27 1 Θουκυδίδης μὲν οὖν καὶ Χάρων ὁ Λαμψακηνὸς ἱστοροῦσι τεθνηκότος Ξέρξου πρὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ τῷ Θεμιστοκλεῖ γενέσθαι τὴν ἔντευξιν˙ Ἔφορος δὲ καὶ Δείνων καὶ Κλείταρχος καὶ Ἡρακλείδης ἔτι δ’
58

ἄλλοι πλείονες πρὸς αὐτὸν ἀφικέσθαι τὸν Ξέρξην. 2 Τοῖς δὲ χρονικοῖς δοκεῖ μᾶλλον ὁ Θουκυδίδης συμφέρεσθαι, καίπερ οὐδ’ αὐτοῖς ἀτρέμα συντεταραγμένοις. Ὁ δ’ οὖν Θεμιστοκλῆς γενόμενος παρ’ αὐτὸ τὸ δεινὸν ἐντυγχάνει πρῶτον Ἀρταβάνῳ τῷ χιλιάρχῳ, λέγων Ἕλλην μὲν εἶναι, βούλεσθαι δ’ ἐντυχεῖν βασιλεῖ περὶ πραγμάτων μεγάλων καὶ πρὸς ἃ τυγχάνοι μάλιστα σπουδάζων ἐκεῖνος. 3 Ὁ δέ φησιν· «Ὦ ξένε, νόμοι διαφέρουσιν ἀνθρώπων· ἄλλα δ’ ἄλλοις καλά· καλὸν δὲ πᾶσι τὰ οἰκεῖα κοσμεῖν καὶ σῴζειν. 4 Ὑμᾶς μὲν οὖν ἐλευθερίαν μάλιστα θαυμάζειν καὶ ἰσότητα λόγος· ἡμῖν δὲ πολλῶν νόμων καὶ καλῶν ὄντων κάλλιστος οὗτός ἐστι, τιμᾶν βασιλέα καὶ προσκυνεῖν ὡς εἰκόνα θεοῦ τοῦ πάντα σῴζοντος. 5 Εἰ μὲν οὖν ἐπαινῶν τὰ ἡμέτερα προσκυνήσεις, ἔστι σοι καὶ, θεάσασθαι βασιλέα καὶ προσειπεῖν· εἰ δ’ ἄλλο τι φρονεῖς, ἀγγέλοις ἑτέροις χρήση πρὸς αὐτόν. 6 Βασιλεῖ γὰρ οὐ πάτριον ἀνδρὸς ἀκροᾶσθαι μὴ προσκυνήσαντος.» Ταῦθ᾽ ὁ Θεμιστοκλῆς ἀκούσας λέγει πρὸς αὐτόν· «Ἀλλ’ ἐγὼ τὴν βασιλέως, ὧ Ἀρτάβανε, φήμην καὶ δύναμιν αὐξήσων ἀφῖγμαι, καὶ αὐτός τε πείσομαι τοῖς ὑμετέροις νόμοις, ἐπεὶ θεῷ τῷ μεγαλύνοντι Πέρσας οὕτω δοκεῖ, καὶ δι’ ἐμὲ πλείονες τῶν νῦν βασιλέα προσκυνήσουσιν. 7 Ὥστε τοῦτο μηδὲν ἐμποδὼν ἔστω τοῖς λόγοις οὓς βούλομαι πρὸς ἐκεῖνον εἰπεῖν.» «Τίνα δὲ» εἶπεν ὁ Ἀρτάβανος «Ἑλλήνων ἀφῖχθαι φῶμεν; οὐ γὰρ, ἰδιώτη τὴν γνώμην ἔοικας.» Καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς˙ «Τοῦτ’ οὐκ ἂν» ἔφη «πύθοιτό τις, Ἀρτάβανε, πρότερος βασιλέως.» 8 Οὕτω μὲν ὁ Φανίας φησίν. Ὁ δ’ Ἐρατοσθένης ἐν τοῖς Περὶ πλούτου προσιστόρησε διὰ γυναικὸς Ἐρετρικῆς, ἥν ὁ χιλίαρχος εἶχε, τῷ Θεμιστοκλεῖ τὴν πρὸς αὐτὸν ἔντευξιν γενέσθαι καὶ σύστασιν. ΚΕΦ. 27 Στὴ βασιλικὴ αὐλὴ τῶν Περσῶν. 1 Ὁ Θουκυδίδης καὶ ὁ Χάρων ἀπὸ τὴ Λάμψακο γράφουν στὶς ἱστορίες τους ὅτι μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ξέρξη, ὅταν πιὰ βασίλευε ὁ γιός του, σ’ αὐτὸν παρουσιάστηκε ὁ Θεμιστοκλῆς. Ἀλλὰ ὁ Ἔφορος, ὁ Δείνων, ὁ Κλείταρχος, ὁ Ἡρακλείδης καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀκόμη λένε πὼς ὁ Θεμιστοκλῆς πῆγε στὸν ἴδιο τὸν Ξέρξη. 2 Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ Θουκυδίδης συμφωνεῖ περισσότερο μὲ τὰ ἐπίσημα χρονικά, μολονότι καὶ αὐτὰ ἀκόμη δὲ βρίσκονται σὲ λίγη σύγχυση. Ὁ Θεμιστοκλῆς λοιπόν, ὅταν βρέθηκε κοντὰ στὴν κρίσιμη ὥρα τοῦ ταξιδιοῦ του, συναντᾶ πρῶτα τὸν Ἀρτάβανο τὸ χιλίαρχο καὶ τοῦ λέει ὅτι εἶναι Ἕλληνας καὶ θέλει νὰ συναντηθῆ μὲ τὸ βασιλιὰ γιὰ
59

σπουδαῖες ὑποθέσεις ποὺ τὸν ἐνδιαφέρουν ἐξαιρετικά. 3 Αὐτὸς τοῦ ἀπαντᾶ: «Ξένε μου, οἱ συνήθειες τῶν ἀνθρώπων εἶναι διαφορετικὲς σὲ κάθε τόπο. Ἄλλα νομίζουν καλὰ ἐδῶ καὶ ἄλλα ἀλλοῦ. Μὰ ὅλοι νομίζουν σωστὸ νὰ τιμοῦν καὶ νὰ διατηροῦν τὶς δικές τους ἰδιαίτερες συνήθειες. 4 Ἐσεῖς βέβαια λένε πὼς ἐκτιμᾶτε περισσότερο τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἰσότητα˙ ἐμεῖς πάλι ἔχομε πολλὲς καλὲς συνήθειες, μὰ καλύτερνη ἀπ’ ὄλες εἶναι αὐτή: νὰ τιμοῦμε καὶ νὰ προσκυνοῦμε τὸ βασιλιά, σὰν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ κυβερνᾶ τὰ πάντα. 5 Ἄν λοιπὸν ἀποδεχτῆς τὴ δική μας συνήθεια καὶ προσκυνήσης τὸ βασιλιά, τότε σοῦ ἐπιτρέπεται καὶ νὰ τὸν δῆς καὶ νὰ τοῦ μιλήσης· ἂν ὅμως ἔχης ἄλλα στὸ νοῦ σου, θὰ πρέπη νὰ βρῆς ἄλλους ἀγγελιοφόρους γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσης μὲ αὐτόν. Γιατὶ εἶναι πατροπαράδοτος νόμος γιὰ τὸ βασιλιὰ νὰ μὴ δέχεται σὲ ἀκρόαση ἄνθρωπο ποὺ δὲ θέλησε νὰ τὸν προσκυνήση.» 6 Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Θεμιστοκλῆς, τοῦ ἀπαντᾶ: «Μὰ ἐγώ, Ἀρτάβανε, ἦρθα ἐδῶ, γιὰ νὰ αὐξήσω τὴ δόξα καὶ τὴ δύναμη τοῦ βασιλιᾶ, ἑπομένως καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ὑπᾳκούσω στὸ νόμο σας, ἀφοῦ ἔτσι τὸ θέλησε ὁ Θεὸς ποὺ ἐξυψώνει τοὺς Πέρσες, καὶ ἐξαιτίας μου θὰ προσκυνοῦν τὸ βασιλιὰ πολὺ περισσότεροι ἀκόμη ἀπὸ ὅσους τώρα τὸν προσκυνοῦν. 7 Ὥστε αὐτὸ ἂς μὴ γίνη καθόλου ἐμπόδιο στὶς προτάσεις ποὺ ἐπιθυμῶ νὰ κάμω σ’ ἐκεῖνον.» «Καὶ ποιὸς Ἕλληνας», εἶπε ὁ Ἀρτάβανος, «θὰ ποῦμε στὸ βασιλιὰ ὅτι ἦρθε ἐδῶ; Γιατί, βέβαια, ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ φανερώνει τὶς σκέψεις σου δὲ φαίνεσαι νὰ εἶσαι τυχαῖος ἄνθρωπος.» Καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς τοῦ ἀποκρίθηκε: «Αὐτό, Ἀρτάβανε, δὲ θὰ τὸ μάθη κανένας πρὶν ἀπὸ τὸ βασιλιά.» 8 Ὅλα αὐτὰ τὰ διηγεῖται ὁ Φανίας. Καὶ ὁ Ἔρατοσθένης στὸ βιβλίο του «Περὶ πλούτου», προσθέτει ὅτι μιὰ γυναίκα ποὺ εἶχε μαζί του ὁ χιλίαρχος καὶ ποὺ ἦταν Ἑλληνίδα ἀπὸ τὴν Ἐρέτρια, μεσολάβησε, γιὰ νὰ συναντηθῆ καὶ συστηθῆ μἐ τὸν Ἀρτάβανο ὁ Θεμιστοκλῆς. ΚΕΦ. 28 1 Ἐπεὶ δ’ οὖν εἰσήχθη πρὸς βασιλέα καὶ προσκυνήσας ἔστη σιωπῇ, προστάξαντος τῷ ἑρμηνεῖ τοῦ βασιλέως ἐρωτῆσαι τίς ἔστι, καὶ τοῦ ἑρμηνέως ἐρωτήσαντος εἶπεν· 2 «Ἥκω σοι, βασιλεῦ, Θεμιστοκλῆς ὁ Ἀθηναῖος ἐγὼ φυγὰς ὑφ’ Ἑλλήνων διωχθείς, ᾧ πολλὰ μὲν ὀφείλουσι Πέρσαι κατά, πλείω δ’ ἀγαθὰ κωλύσαντι τὴν δίωξιν, ὅτε τῆς Ἑλλάδος ἐν ἀσφαλεῖ γεγενημένης παρέσχε τὰ οἰκεῖα σῳζόμενα χαρίσασθαί τι καὶ ὑμῖν. 3 Ἐμοὶ μὲν οὖν πάντα πρέποντα ταῖς παρούσαις συμφοραῖς ἐστι, καὶ
60

παρεσκευασμένος ἀφῖγμαι δέξασθαί τε χάριν εὐμενῶς διαλλαττομένου καὶ παραιτεῖσθαι μνησικακοῦντος ὀργήν˙ 4 σὺ δὲ τοὺς ἐμοὺς ἐχθροὺς μάρτυρας θέμενος ὧν εὐεργέτησα Πέρσας, νῦν ἀπόχρησαι ταῖς ἐμαῖς τύχαις πρὸς ἐπίδειξιν ἀρετῆς μᾶλλον ἤ πρὸς ἀποπλήρωσιν ὀργῆς. Σώσεις μὲν γὰρ ἱκέτην σόν, ἀπολεῖς δ᾽ Ἑλλήνων πολέμιον γενόμενον.» 5 Ταῦτ’ εἰπὼν ὁ Θεμιστοκλῆς ἐπεθείασε τῷ λόγῳ προσδιελθὼν τὴν ὄψιν ἣν εἶδεν ἐκ Νικογένους καὶ τὸ μάντευμα τοῦ Δωδωναίου Διός, ὡς κελευσθεὶς πρὸς τὸν ὁμώνυμον τοῦ θεοῦ βαδίζειν συμφρονήσειε πρὸς ἐκεῖνον ἀναπέμπεσθαι· μεγάλους γὰρ ἀμφοτέρους εἶναί τε καὶ λέγεσθαι βασιλέας. 6 Ἀκούσας δ’ ὁ Πέρσης ἐκείνῳ μὲν οὐδὲν ἀπεκρίνατο, καίπερ, θαυμάσας τὸ φρόνημα καὶ τὴν τόλμαν αὐτοῦ˙ μακαρίσας δὲ πρὸς τοὺς φίλους ἑαυτὸν ὡς ἐπ᾽ εὐτυχίᾳ μεγίστῃ καὶ κατευξάμενος αἰεὶ τοῖς πολεμίοις τοιαύτας φρένας διδόναι τὸν Ἀρειμάνιον, ὅπως ἐλαύνωσι τοὺς ἀρίστους ἐξ ἑαυτῶν, θῦσαί τε τοῖς θεοῖς λέγεται καὶ πρὸς πόσιν εὐθὺς τραπέσθαι καὶ νύκτωρ ὑπὸ χαρᾶς διὰ μέσων τῶν ὕπνων ἐκβοῆσαι τρίς· «Ἔχω Θεμιστοκλέα τὸν Ἀθηναῖον.» ΚΕΦ. 28 Ἡ παρουσίαση στὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν. 1 Ἐπιτέλους ὁ Θεμιστοκλῆς ὁδηγήθηκε στὰ ἀνάκτορα καὶ παρουσιάστηκε στὸ βασιλιά. Τὸν προσκύνησε καὶ στάθηκε σιωπηλός, ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ βασιλιὰς ἔδωσε διαταγὴ στὸ διερμηνέα νὰ τὸν ρωτήση ποιὸς εἶναι· καί, ὅταν ὁ διερμηνέας τὸν ρώτησε, ὁ Θεμιστοκλῆς εἶπε: 2 «Ἔρχομαι σ’ ἐσένα, βασιλιά, ἐγὼ ὁ Θεμιστοκλῆς ὁ Ἀθηναῖος, ἐξορισμένος καὶ διωγμένος ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες. Σ’ ἐμένα χρωστοῦν οἱ Πέρσες πολλὰ κακά, μὰ περισσότερα καλά, γιατὶ ἐμπόδισα τὴν καταδίωξή τους, ὅταν ἡ Ἑλλάδα εἶχε ἀποφύγει πιὰ τὸν κίνδυνο καὶ ἡ σωτηρία τῆς πατρίδας μου μοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ προσφέρω καὶ σ’ ἐσᾶς κάποιαν ὑπηρεσία. 3 Τώρα λοιπὸν ποὺ βρίσκομαι σ’ αὐτὴ τὴ δύσκολη περίσταση ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται καὶ ἔρχομαι προετοιμασμένος νὰ δεχτῶ τὴν εὔνοιά σου, ἄν θέλης νὰ συμφιλιωθῆς μαζί μου, ἢ νὰ κατευνάσω τὴν ὀργή σου, ἄν θυμᾶσαι ἀκόμη τὰ κακὰ ποὺ σοῦ ἔκαμα. 4 Ἀλλὰ ἐσύ, βασιλιά, τοὺς ἐχθρούς μου μπορεῖς νὰ τοὺς θεωρήσης σὰν τοὺς καλύτερους μάρτυρες τῶν εὐεργεσιῶν ποὺ ἔχω προσφέρει στοὺς Πέρσες καὶ οἱ συμφορές μου τώρα ἄς σοῦ δώσουν τὴν εὐκαιρία νὰ δείξης τὴν καλοσύνη σου καὶ ὄχι νὰ ἱκανοποιήσης τὴν ὀργή σου. Ἄν μὲ σώσης, θὰ σώσης ἕναν ἱκέτη σου, εἰδάλλως θὰ ἐξοντώσης ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἔγινε ἐχθρὸς τῶν Ἑλλήνων.»
61

5 Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ Θεμιστοκλῆς, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώση τὰ λόγια του μὲ τὰ θεϊκὰ σημεῖα ποὺ τοῦ ἔτυχαν, διηγήθηκε τὸ ὄνειρο ποὺ εἶδε στὸ σπίτι τοῦ Νικογένη καὶ τὸ χρησμὸ τοῦ Δωδωναίου Διός, ποὺ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πορευτῆ πρὸς τὸν ὁμώνυμο τοῦ Θεοῦ, ἀπ’ ὅπου συμπέρανε ὅτι ὁ Θεὸς τὸν στέλνει στὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν, γιατὶ καὶ οἱ δύο εἶναι καὶ λέγονται Μεγάλοι Βασιλεῖς. 6 Σὰν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Πέρσης μονάρχης, δὲν ἀποκρίθηκε τίποτε στὸ Θεμιστοκλῆ, ἂν καὶ θαύμασε τὸ φρόνημα καὶ τὴν τόλμη του. Μιλώντας ὅμως ἰδιαίτερα στοὺς φίλους του καλοτύχισε τὸν ἑαυτό του γι’ αὐτὸ ποὺ ἔγινε καὶ ποὺ τὸ θεώρησε σὰ μιὰ πολὺ μεγάλη εὐτυχία. Εὐχήθηκε νὰ δίνη πάντα ὁ θεὸς Ἀρειμάνιος στοὺς ἐχθρούς του τέτοια μυαλά, ὥστε νὰ διώχνουν ἀπὸ τὴν πατρίδα τους τοὺς ἀρίστους. Καὶ λένε ὅτι ἔκαμε θυσία στοὺς θεούς, ἔπειτα ἀμέσως γλέντησε σὲ συμπόσιο καὶ τὴ νύχτα ἀπὸ τὴ χαρά του φώναξε δυνατὰ μέσα στὸν ὕπνο του τρεῖς φορές: «Κρατῶ στὰ χέρια μου τὸ Θεμιστοκλῆ τὸν Ἀθηναῖο!» ΚΕΦ. 29 1 Ἅμα δ’ ἡμέρᾳ συγκαλέσας τοὺς φίλους εἰσῆγεν αὐτὸν οὐδὲν ἐλπίζοντα χρηστὸν ἐξ ὧν ἑώρα τοὺς ἐπὶ θύραις, ὡς ἐπύθοντο τοὔνομα παριόντος αὐτοῦ, χαλεπῶς διακειμένους καὶ κακῶς λέγοντας. 2 Ἔτι δὲ Ῥωξάνης ὁ χιλίαρχος, ὡς κατ’ αὐτὸν ἦν ὁ Θεμιστοκλῆς προσιών, καθημένου βασιλέως καἱ τῶν ἄλλων σιωπώντων, ἀτρέμα στενάξας εἶπεν· «Ὅφις Ἕλλην ὁ ποικίλος, ὁ βασιλέως σε δαίμων δεῦρο ἤγαγεν.» 3 Οὐ μὴν ἀλλ’ εἰς ὄψιν ἐλθόντος αὐτοῦ καὶ πάλιν προσκυνήσαντος, ἀσπασάμενος καὶ προσειπὼν φιλοφρόνως ὁ βασιλεὺς ἤδη μὲν διακόσια τάλαντα ὀφείλειν ἔφησεν αὐτῷ· κομίσαντα γὰρ αὑτὸν ἀπολτήψεσθαι δικαίως τὸ ἐπικηρυχθὲν τῷ ἀγαγόντι· πολλῷ δὲ πλείω τούτων ὑπισχνεῖτο καὶ παρεθάρρυνε καὶ λέγειν ἐκέλευε περὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἃ βούλοιτο παρρησιαζόμενον. 4 Ὁ δὲ Θεμιστοκλῆς ἀπεκρίνατο τὸν λόγον ἐοικέναι τοῦ ἀνθρώπου τοῖς ποικίλοις στρώμασιν· ὡς γὰρ ἐκεῖνα καὶ τοῦτον ἐκτεινόμενον μὲν ἐπιδεικνύναι τὰ εἴδη, συστελλόμενον δὲ κρύπτειν καὶ διαφθείρειν· ὅθεν αὐτῷ χρόνου δεῖν. 5 Ἐπεὶ δ’ ἡσθέντος τοῦ βασιλέως τῇ εἰκασίᾳ καὶ λαμβάνειν κελεύσαντος, ἐνιαυτὸν αἰτησάμενος καὶ τὴν Περσίδα γλῶτταν ἀποχρώντως ἐκμαθὼν ἐνετύγχανε βασιλεῖ δι’ αὑτοῦ, τοῖς μὲν ἐκτὸς δόξαν παρέσχε περὶ τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων διειλέχθαι, πολλῶν δὲ καινοτομουμένων περὶ τὴν αὐλὴν καὶ τοὺς φίλους ὑπὸ τοῦ βασιλέως ἐν
62

ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ, φθόνον ἔσχε παρὰ τοῖς δυνατοῖς ὡς καὶ κατ᾽ ἐκείνων παρρησίᾳ χρῆσθαι πρὸς αὐτὸν ἀποτετολμηκώς. 6 Οὐδὲ γὰ ἦσαν αἱ τιμαὶ ταῖς τῶν ἄλλων ἐοικυῖαι ξένων, ἀλλὰ καὶ κυνηγεσίων βασιλεῖ μετέσχε καὶ τῶν οἴκοι διατριβῶν, ὥστε καὶ μητρὶ τῆ βασιλέως εἰς ὄψιν ἐλθεῖν καὶ γενέσθαι συνήθης, διακοῦσαι δὲ καὶ τῶν μαγικῶν λόγων τοῦ βασιλέως κελεύσαντος. 7 Ἐπεὶ δὲ Δημάρατος ὁ Σπαρτιάτης αἰτήσασθαι δωρεὰν κελευσθεὶς ἠτήσατο τὴν κίταριν ὥσπερ οἱ βασιλεῖς ἐπαράμενος εἰσελάσαι διὰ Σάρδεων, Μιθροπαύστης μὲν ἀνεψιὸς ὢν βασιλέως εἶπε τοῦ Δημαράτου τῆς τιάρας ἁψάμενος· «Αὕτη μὲν ἡ κίταρις οὐκ ἔχει ἐγκέφαλον ὅν ἐπικαλύψει· σὺ δ’ οὐκ ἔση Ζεὺς ἐὰν λάβης κεραυνόν.» 8 Ἀπωσαμένου δὲ τὸν Δημάρατον ὀργῇ διὰ τὸ αἴτημα τοῦ βασιλέως καὶ δοκοῦντος ἀπαραιτήτως ἔχειν πρὸς αὐτόν, ὁ Θεμιστοκλῆς δεηθεὶς ἔπεισε καὶ διήλλαξε. 9 Λέγεται δὲ καὶ τοὺς ὕστερον βασιλεῖς, ἐφ’ ὧν μᾶλλον αἱ Περσικαὶ πράξεις ταῖς Ἑλληνικαῖς ἀνεκράθησαν, ὁσάκις δεηθεῖεν ἀνδρὸς Ἕλληνος, ἐπαγγέλλεσθαι καὶ γράφειν ἕκαστον ὡς μείζων ἔσοιτο παρ’ αὐτῷ Θεμιστοκλέους. 10 Αὐτὸν δὲ τὸν Θεμιστοκλέα φασὶν ἤδη μέγαν ὄντα καὶ θεραπευόμενον ὑπὸ πολλῶν, λαμπρᾶς ποτε τραπέζης αὐτῷ παρατεθείσης, πρὸς τοὺς παῖδας εἰπεῖν· «Ὦ παῖδες, ἀπωλόμεθα ἄν, εἰ μὴ ἀπωλόμεθα.» Πόλεις δ’ αὐτῷ τρεῖς μὲν οἱ πλεῖστοι δοθῆναι λέγουσιν εἰς ἄρτον κοὶ οἶνον καὶ ὄψον, Μαγνησίαν καὶ Λάμψακον καὶ Μυοῦντα· δύο δ’ ἄλλας προστίθησιν ὁ Κυζικηνὸς Νεάνθης καὶ Φανίας, Περκώτην καὶ Παλαίσκηψιν εἰς στρωμνὴν καὶ ἀμπεχόνην. ΚΕΦ. 29 Μεγάλες τιμὲς στὴν περσικὴ αὐλή. 1 Μόλις ξημέρωσε, ὁ βασιλιὰς συγκάλεσε σὲ συμβούλιο τοὺς φίλους του καὶ τοὺς παρουσίασε τὸ Θεμιστοκλῆ ποὺ δὲν περίμενε κανένα καλὸ ἀπὸ ὅσα ἔβλεπε· γιατὶ οἱ αὐλικοί, ὅταν ἔμαθαν τὸ ὄνομα του τὴ στιγμὴ ποὺ περνοῦσε μπροστά τους, φαίνονταν θυμωμένοι καὶ τὸν κακολογοῦσαν. 2 Ἀκόμη καὶ ὁ Ρωξάνης ὁ χιλίαρχος, ὅταν ὁ Θεμιστοκλῆς βρέθηκε κοντά του, ἐνῶ ὁ βασιλιὰς ἦταν καθισμένος καὶ ὅλοι σιωποῦσαν, ἀναστέναξε καὶ εἶπε μὲ χαμηλὴ φωνή: «Ἐσύ, πονηρὸ ἑλληνικὸ φίδι, ἡ καλὴ τύχη τοῦ βασιλιᾶ σ’ ἔφερ’ ἐδῶ.» 3 Ἀλλά, ὅταν ὁ Θεμιστοκλῆς παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸ βασιλιὰ καὶ τὸν προσκύνησε πάλι, αὐτὸς τὸν χαιρέτησε, τοῦ μίλησε φιλικὰ καὶ τοῦ εἶπε ὅτι γιὰ τὴν ὥρα τοῦ χρωστοῦσε διακόσια τάλαντα· γιατί, ἀφοῦ παρουσίασε ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, εἶναι δίκιο νὰ εἰσπράξη αὐτὸς τὴν ἀμοιβὴ ποὺ ὁρίστηκε
63

γιὰ ἐκτεῖνον ποὺ θὰ τὸν ἔφερνε. Τοῦ ὑποσχέθηκε ὅμως ὅτι θὰ τοῦ ἔδινε ἀκόμη περισσότερα ἀπ’ αὐτά, τὸν ἐνθάρρυνε καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια νὰ τοῦ πῆ ἐλεύθερα ὅ,τι θέλει γιὰ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα. 4 Ὁ Θεμιστοκλῆς τοῦ ἀποκρίθηκε ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ ἀνθρώπου μοιάζει μὲ χαλιὰ ποὺ ἔχουν κεντημένες εἰκόνες˙ γιατί, ὅπως αὐτά, ἔτσι καὶ ἐκείνη, ὅταν ἁπλώνεται, δείχνει τὶς εἰκόνες, ὅταν ὅμως μαζεύεται, τὶς κρύβει καὶ τὶς ἐξαφανίζει. Γι’ αὐτό, εἶπε, τοῦ χρειάζεται καιρός. 5 Ὁ βασιλιὰς εὐχαριστήθηκε ἀπ’ αὐτὴ τὴν παρομοίωση καὶ τοῦ εἶπε ὅτι τοῦ δίνει τὸν καιρὸ ποὺ ζητεῖ. Αὐτὸς ζήτησε προθεσμία ἑνὸς χρόνου καί, ἀφοῦ στὸ διάστημα αὐτὸ ἔμαθε ἀρκετὰ τὴν περσικὴ γλώσσα, μιλοῦσε μὲ τὸ βασιλιὰ χωρὶς διερμηνέα. Τοῦτο ἔδωσε ἀφορμὴ στοὺς ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλὴ νὰ σχηματίσουν τὴν ἰδέα πὼς ὁ Θεμιστοκλῆς εἶχε μιλήσει στὸ βασιλιὰ μόνο γιὰ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα· ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸ τὸν καιρὸ ὁ βασιλιὰς ἔκαμε πολλὲς ἀλλαγὲς στὸ προσωπικὸ τῆς αὐλῆς καὶ στοὺς φίλους του, ὁ Θεμιστοκλῆς κίνησε τὸ φθόνο τῶν ἰσχυρῶν, γιατὶ πίστευαν πὼς εἶχε τολμήσει νὰ μιλήση θαρρετὰ στὸ βασιλιὰ ἐναντίον τους. 6 Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ τιμὲς ποὺ τοῦ δόθηκαν δὲν ἦταν ὅμοιες μ’ ἐκεῖνες ποὺ συνηθίζονταν στοὺς ξένους. Καὶ σὲ κυνήγια πῆρε μέρος μὲ τὸ βασιλιὰ καὶ στὶς οἰκογενειακές του συναναστροφές, ὥστε καὶ στὴν ἴδια τὴ μητέρα τοῦ βασιλιᾶ νὰ παρουσιαστῆ καὶ νὰ σχετιστῆ μαζί της, καὶ μὲ τὴν ἄδεια τοῦ βασιλιᾶ νὰ παρακολουθήση τὴ διδασκαλία τῶν μάγων. 7 Ὅταν ὁ Δημάρατος ὁ Σπαρτιάτης προσκλήθηκε ἀπὸ τὸ βασιλιὰ νὰ ζητήση ὅποια χάρη θέλει, αὐτὸς ζήτησε τὴν ἄδεια νὰ περάση ἔφιππος μέσ’ ἀπὸ τὶς Σάρδεις, φορώντας ἀνυψωμένη τὴν τιάρα, ὅπως οἱ βασιλεῖς. Τότε ὁ Μιθροπαύστης, ἐξάδερφος τοῦ βασιλιᾶ, ἔπιασε τὴν τιάρα τοῦ Δημάρατου καὶ τοῦ εἶπε: «Αὐτὴ ἡ τιάρα δὲν ἔχει μυαλὸ γιὰ νὰ τὸ σκεπάση˙ οὔτε κι ἐσὺ θὰ γίνης Δίας, ἄν πάρης στὰ χέρια σου κεραυνό.» 8 Ὁ βασιλιὰς ἐξάλλου ἀρνήθῃκε μὲ θυμὸ αὐτὸ ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ Δημάρατος καὶ δὲν τὸν συγχωροῦσε, ἀλλὰ ὁ Θεμιστοκλῆς μεσολάβησε καὶ τὸν ἔπεισε νὰ συμφιλιωθῆ μαζί του. 9 Λένε ἀκόμη πὼς καὶ ἔπειτα καθένας ἀπὸ τοὺς κατοπινοὺς βασιλεῖς, τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ Πέρσες εἶχαν ζωηρότερη ἀνάμειξη στὶς ἑλληνικὲς ὑποθέσεις, κάθε φορὰ ποὺ χρειαζόταν τὶς ὑπηρεσίες κάποιου Ἕλληνα, τοῦ ἔγραφε καὶ τοῦ ἔδινε ὑπόσχεση ὅτι θὰ εἶχε κοντά του μεγαλύτερη βαρύτητα καὶ ἀπὸ ὅση εἶχε ὁ Θεμιστοκλῆς. 10 Καὶ λένε πὼς ὁ ἴδιος ὁ Θεμιστοκλῆς ποὺ εἶχε πιὰ μεγάλη δύναμη καὶ εἶχε στὴν ὑπηρεσία του πολλούς, ὅταν κάποτε τοῦ παρατέθηκε πλούσιο τραπέζι, εἶπε στὰ παιδιά του: «Παιδιά μου, θὰ πηγαίναμε χαμένοι, ἂν δὲν εἴχαμε χαθῆ.»
64

11 Ἀκόμη, καθὼς λένε οἱ περισσότεροι συγγραφεῖς, τοῦ ἔδωσαν καὶ τρεῖς πόλεις, γιὰ νὰ προμηθεύεται τὸ ψωμί, τὸ κρασὶ καὶ τὸ προσφάγι του, τὴ Μαγνησία, τὴ Λάμψακο καὶ τὴ Μυούντα. Ὁ Νεάνθης ἀπὸ τὴν Κύζικο καὶ ὁ Φανίας προσθέτουν καὶ δύο ἄλλες, τὴν Περκώτη καὶ τὴν Παλαίσκηψη, γιὰ τὰ στρώματα καὶ τὸ ρουχισμό του. ΚΕΦ. 30 1 Καταβαίνοντι δ’ αὐτῷ πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς πράξεις ἐπὶ θάλατταν Πέρσης ἀνὴρ Ἐπιξύης ὄνομα, σατραπεύων τῆς ἄνω Φρυγίας, ἐπεβούλευσε, παρεσκευακὼς ἔκπαλαι Πισίδας τινὰς ἀποκτενοῦντας, ὅταν ἐν τῇ καλουμένη κώμη Λεοντοκεφάλῳ γενόμενος καταυλισθῇ. 2 Τῷ δὲ λέγεται καθεύδοντι μεσημβρίας τὴν μητέρα τῶν θεῶν ὄναρ φανεῖσαν εἰπεῖν· «Ὦ Θεμιστόκλεις, ὑστέρει κεφαλῆς λεόντων, ἵνα μὴ λέοντι περιπέσης. Ἐγὼ δ’ ἀντὶ τούτου σε αἰτῶ θεράπαιναν Μνησιπτολέμαν.» 3 Διαταραχθεὶς οὖν ὁ Θεμιστοκλῆς προσευξάμενος τῇ θεῷ τὴν μὲν λεωφόρον ἀφῆκεν, ἑτέρᾳ δὲ περιελθὼν καὶ παραλλάξας τὸν τόπον ἐκεῖνον ἤδη νυκτὸς οὔσης κατηυλίσατο. 4 Τῶν δὲ τὴν σκηνὴν κομιζόντων ὑποζυγίων ἑνὸς εἰς τὸν ποταμὸν ἐμπεσόντος, οἱ τοῦ Θεμιστοκλέους οἰκέται τὰς αὐλαίας διαβρόχους γενομένας ἐκπετάσαντες ἀνέψυχον· 5 οἱ δὲ Πισίδαι τὰ ξίφη λαβόντες ἐν τούτῳ προσεφέροντο, καὶ τὰ ψυχόμενα πρὸς τὴν σελήνην οὐκ ἀκριβῶς ἰδόντες ᾠήθησαν εἶναι τὴν σκηνὴν τὴν Θεμιστοκλέους κἀκεῖνον ἔνδον εὑρήσειν ἀναπαυόμενον. 6 Ὡς δ’ ἐγγὺς γενόμενοι τὴν αὐλαίαν ἀνέστελλον, ἐπιπίπτουσιν αὐτοῖς οἱ παραφυλάττοντες καὶ συλλαμβάνουσι. Διαφυγὼν δὲ τὸν κίνδυνον οὕτω καὶ θαυμάσας τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θεοῦ, ναόν τε κατεσκεύασεν ἐν Μαγνησίᾳ Δινδυμήνης καὶ τὴν θυγατέρα Μνησιπτολέμαν ἱέρειαν ἀπέδειξεν. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ (Κεφ. 30 - 32) ΚΕΦ. 30 Μεγάλοι κίνδυνοι ἀπειλοῦν τὸ Θεμιστοκλῆ. 1 Ὅταν ἀργότερα κατέβηκε πρὸς τὴ θάλασσα, γιὰ νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τὶς ἑλληνικἐς ὑποθέσεις, ἕνας Πέρσης ποὺ ὀνομαζόταν Ἐπιξύης, σατράπης τῆς ἄνω Φρυγίας, σκέφτηκε νὰ τὸν ἐξοντώση. Εἶχε προετοιμάσει ἀπὸ καιρὸ μερικοὺς Πισίδες, γιὰ νὰ τὸν σκοτώσουν, ὅταν θὰ ἔφτανε καὶ θὰ

65

στάθμευε στὴν κωμόπολη Λεοντοκέφαλο. 2 Καὶ λένε, πὼς τὸ μεσημέρι, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Θεμιστοκλῆς κοιμόταν, φάνηκε στὸν ὕπνο του ἡ Μητέρα τῶν θεῶν καὶ τοῦ εἶπε: «Θεμιστοκλῆ, μακριὰ ἀπὸ λιονταριῶν κεφάλι, γιὰ νὰ μὴν πέσης στὸ στόμα λιονταριοῦ. Κι ἐγὼ γιὰ πληρωμή μου σοῦ ζητῶ ὡς ἱέρεια τὴν κόρη σου τὴ Μνησιπτολέμα.» 3 Ὁ Θεμιστοκλῆς τότε πολὺ ταραγμένος προσευχήθηκε στὴ θεά. Ἔπειτα προχώρησε ἀφήνοντας τὸ μεγάλο δρόμο καί ἀφοῦ ἔκαμε γύρο ἀπὸ ἄλλο δρόμο καὶ πέρασε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ βρῆκε πιὰ ᾑ νύχτα καὶ σταμάτησε νὰ ξεκουραστῆ. 4 Ἐκεῖ, ἐπειδὴ ἕνα ἀπὸ τὰ ὑποζύγια ποὺ κουβαλοῦσαν τὴ σκηνὴ ἔπεσε στὸ ποτάμι οἱ ὑπηρέτες τοῦ Θεμιστοκλῆ πῆραν τὰ παραπετάσματα τῆς σκηνῆς ποὺ βράχηκαν καὶ τὰ ἅπλωσαν νὰ στὲγνώσουν. 5 Οἱ Πισίδες στὸ μεταξὺ μὲ τὰ σπαθιὰ στὰ χέρια τους ἔτρτεχαν μὲ ὁρμὴ πρὸς τὰ ἐκεῖ καί, σὰν εἶδαν τὰ παραπετάσματα ποὺ στέγνωναν, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ διακρίνουν καλὰ κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης, νόμισαν πὼς εἶναι ἡ σκηνὴ τοῦ Θεμιστοκλῆ καὶ πὼς θὰ τὸν βροῦν μέσα νὰ ἀναπαύεται. 6 Ὅταν ὅμως ἦρθαν κοντὰ καὶ σήκωσαν τὸ παραπέτασμα, πέφτουν ἐπάνω τους οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεμιστοκλῆ ποὺ τοὺς παραμόνευαν καὶ τοὺς πιάνουν. Ἔτσι ὁ Θεμιστοκλῆς ξέφυγε τὸν κίνδυνο καὶ θαύμασε τὸ φανέρωμα τῆς θεᾶς. Τῆς ἔχτισε ναὸ στὴ Μαγνησία μὲ τὴν ἐπωνυμία τῆς Δινδυμήνης καὶ τῆς ἔδωσε ὡς ἱέρεια τὴ θυγατέρα του Μνησιπτολέμα. ΚΕΦ. 31 1 Ὡς δ’ ἦλθεν εἰς Σάρδεις καὶ σχολὴν ἄγων ἐθεᾶτο τῶν ἱερῶν τὴν κατασκευὴν καὶ τῶν ἀναθημάτων τὸ πλῆθος, εἶδε καὶ ἐν μητρὸς ἱερῷ τὴν καλουμένην ὑδροφόρον κόρην χαλκῆν, μέγεθος δίπηχυν, ἣν αὐτὸς ὅτε τῶν Ἀθήνησιν ὑδάτων ἐπιστάτης ἦν, ἑλὼν τοὺς ὑφαιρουμένους τὸ ὕδωρ καὶ παροχετεύοντας, ἀνέθηκεν ἐκ τῆς ζημίας ποιησάμενος· εἴτε δὴ παθών τι πρὸς τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ ἀναθήματος εἴτε βουλόμενος ἐνδείξασθαι τοῖς Ἀθηναίοις ὅσην ἔχει τιμὴν καὶ δύναμιν ἐν τοῖς βασιλέως πράγμασι, λόγον τῷ Λυδίας σατράπη προσήνεγκεν αἰτούμενος ἀποστεῖλαι τὴν κόρην εἰς τὰς Ἀθήνας. 2 Χαλεπαίνοντος δὲ τοῦ βαρβάρου καὶ βασιλεῖ γράψειν φήσαντος ἐπιστολήν, φοβηθεὶς ὁ Θεμιστοκλῆς εἰς τὴν γυναικωνῖτιν κατέφυγε, καὶ τὰς παλλακίδας αὐτοῦ θεραπεύσας χρήμασιν ἐκεῖνόν τε κατεπράυνε τῆς ὀργῆς καὶ πρὸς τἆλλα παρεῖχεν αὑτὸν εὐλαβέστστερον, ἤδη καὶ τὸν φθόνον τῶν βαρβάρων δεδοικώς. 3 Οὐ γὰρ πλανώμενος περὶ τὴν Ἀσίαν ὥς φησι Θεόπομπος, ἀλλ’ ἐν Μαγνησίᾳ μὲν οἰκῶν, καρπούμενος δὲ δωρεὰς μεγάλας κάὶ τιμώμενος
66

ὅμοια Περσῶν τοῖς ἀρίστοις, ἐπὶ πολὺν χρόνον ἀδεῶς διῆγεν, οὐ πάνυ τι τοῖς Ἑλληνικοῖς πράγμασι βασιλέως προσεχόντος ὑπ’ ἀσχολιῶν περὶ τὰς ἄνω πράξεις. 4 Ὡς δ’ Αἴγυπτός τ’ ἀφισταμένη βοηθούντων Ἀθηναίων καὶ τριήρεις Ἑλληνικαὶ μέχρι Κύπρου καὶ Κιλικίας ἀναπλέουσαι καὶ Κίμων θαλασσοκρατῶν ἐπέστρεψεν αὐτὸν ἀντεπιχειρεῖν τοῖς Ἕλλησι καὶ κωλύειν αὐξανομένους ἐπ’ αὐτόν, ἤδη δὲ καὶ, δυνάμεις ἐκινοῦντο καὶ στρατηγοὶ διεπέμποντο, καὶ κατέβαινον εἰς Μαγνησίαν ἀγγελίαι πρὸς τὸν Θεμιστοκλέα, τῶν Ἑλληνικῶν ἐξάπτεσθαι κελεύοντος βασιλέως καὶ βεβαιοῦν τὰς ὑποσχέσεις, 5 οὔτε δι’ ὀργήν τινα παροξυνθεὶς κατὰ τῶν πολιτῶν οὔτ’ ἐπαρθεὶς τιμῇ τοσαύτη καὶ δυνάμει πρὸς τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἴσως μὲν οὐδ’ ἐφικτὸν ἡγούμενος τὸ ἔργον, ἄλλους τε μεγάλους τῆς Ἑλλάδος ἐχούσης στρατηγοὺς τότε καὶ Κίμωνος ὑπερφυῶς εὐημεροῦντος ἐν τοῖς πολεμικοῖς, τὸ δὲ πλεῖστον αἰδοῖ τῆς τε δόξης τῶν πράξεων τῶν ἑαυτοῦ καὶ τῶν τροπαίων ἐκείνων, ἄριστα βουλευσάμενος ἐπιθεῖναι τῷ βίῳ τὴν τελευτὴν πρέπουσαν, ἔθυσε τοῖς θεοῖς, 6 καὶ τοὺς φίλους συναγαγὼν καὶ δεξιωσάμενος, ὡς μὲν ὁ πολὺς λόγος αἵμα ταύρειον πιών, ὡς δ’ ἔνιοι φάρμακον ἐφήμερον προσενεγκάμενος, ἐν Μαγνησίᾳ κατέστρεψε, πέντε πρὸς τοῖς ἑξήκοντα βεβιωκὼς ἔτη καὶ τὰ πλεῖστα τούτων ἐν πολιτείαις καὶ ἡγεμονίαις. 7 Τὴν δ’ αἰτίαν τοῦ θανάτου καὶ τὸν τρόπον πυθόμενον βασιλέα λέγουσιν ἕτι μᾶλλον θαυμάσαι τὸν ἄνδρα καὶ τοῖς φίλοις αὐτοῦ καὶ οἰκείοις διατελεῖν χρώμενον φιλανθρώπως. ΚΕΦ. 31 Θάνατος τοῦ Θεμιστοκλῆ. 1 Ὅταν ἦρθε στὶς Σάρδεις καὶ σὰ δὲν εἶχε ἄλλη ἀσχολία, παρατηροῦσε μὲ προσοχὴ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ τῶν ναῶν καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀφιερωμάτων. Ἐκεῖ εἶδε στὸ ναὸ τῆς Μητέρας τῶν θεῶν ἕνα χάλκινο ἄγαλμα ποὺ εἰκόνιζε τὴν Ὑδροφόρα Κόρη, ὅπως λεγόταν, καὶ ποὺ εἶχε ὕψος δύο πῆχες. Τὸ ἄγαλμα τοῦτο ἦταν ἐκεῖνο ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ εἶχε κάμει ὡς ἀφιέρωμα, ὅταν ἦταν ἐπιστάτης τῶν νερῶν στὴν Ἀθήνα καὶ εἶχε δώσει διαταγὴ νὰ κατασκευαστῆ μὲ τὸ πρόστιμα στὰ ὁποῖα καταδίκαζε ἐκείνους ποὺ ἀφαιροῦσαν τὸ νερὸ καὶ τὸ διοχέτευαν στὰ χτήματά τους. Καί, σὰν τὸ εἶδε ἐκεῖ στὶς Σάρδεις, εἴτε γιατὶ λυπήθηκε ποὺ τὸ ἀφιέρωμά του ἦταν σκλαβωμένο εἴτε γιατὶ ἤθελε νὰ δείξη στοὺς Ἀθηναίους πόση τιμὴ καὶ δύναμη εἶχε στὴν ὑπηρεσία τοῦ βασιλιᾶ, μίλησε στὸ σατράπη τῆς Λυδίας καὶ ζήτησε γιὰ χάρη του νὰ
67

στείλουν πίσω τὸ ἄγαλμα τῆς Κόρης στὴν Ἀθήνα. 2 Ἀλλὰ ὁ βάρβαρος σατράπης ἀρνήθηκε θυμωμένος καὶ τοὺ εἶπε πὼς θὰ τὸ ἀναφέρη μὲ ἐπιστολή του στὸ βασιλιά. Ὁ Θεμιστοκλῆς φοβήθηκε καὶ κατάφυγε στὸ γυναικωνίτη τοῦ σατράπη, δωροδόκησε τὶς γυναῖκες του καὶ κατάφερε νὰ καταπραύνη τὴν ὀργή του. Ἀπὸ τότε σὲ κάθε ἄλλη του ἐνέργεια ἦταν πιὸ προσεχτικός, γιατὶ τὸν φόβιζε πιὰ ὁ φθόνος τῶν βαρβάρων. 3 Γι’ αὐτὸ ἔπαψε τὶς περιοδεῖες του στὴν Ἀσία, ὅπως λέει ὁ Θεόπομπος, καὶ κατοικοῦσε μόνιμα στὴ Μαγνησία. Ἐκεῖ παίρνοντας μεγάλες δωρεὲς καὶ ἔχοντας μεγάλες τιμές, ὅπως οἱ ἐξοχώτεροι ἀπὸ τοὺς Πέρσες, ἔζησε πολὺν καιρὸ ἀνενόχλητα, γιατὶ ὁ βασιλιὰς δὲν ἔδινε προσοχὴ στὶς ἑλληνικὲς ὑποθέσεις, ἀπασχολημένος μὲ τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα τοῦ κράτους του. 4 Ἀλλά, ὅταν ἡ Αἴγυπτος ἀποστάτησε μὲ τὴ βοήθεια τῶν Ἀθηναίων, καὶ ἑλληνικὰ πλοῖα ἔπλεαν ὡς τὴν Κύπρο καὶ τὴν Κιλικία, καὶ ὁ Κίμων κυριαρχοῦσε στὴ θάλασσα, ὁ βασιλιὰς ἔστρεψε τὴν προσοχή του στοὺς Ἕλληνες καὶ θέλησε νὰ ἐναντιωθῆ στὶς προσπάθειές τους καὶ νὰ τοὺς ἐμποδίση νὰ μεγαλώνουν πρὸς βλάβη του. Τότε καὶ στρατιωτικὲς δυνάμεις κινήθηκαν καὶ στρατηγοὶ στάλθηκαν σὲ διάφορα μέρη καὶ κατέβηκαν στὴ Μαγνησία ἀγγελιοφόροι πρὸς τὸ Θεμιστοκλῆ μὲ διαταγὴ τοῦ βασιλιᾶ νὰ καταπιαστῆ μὲ τὶς ἑλληνικὲς ὑποθέσεις καὶ νὰ πραγματοποιήση τὶς ὑποσχέσεις του. 5 Ὁ Θεμιστοκλῆς ὅμως στὴν περίσταση αὐτὴ δὲν παρασύρθηκε ἀπὸ θυμὸ ἐναντίον τῶν συμπολιτῶν του οὔτε περηφανεύτηκε γιὰ τὴν τόση τιμὴ καὶ δύναμη ποὺ θὰ τοῦ ἔδινε ὁ πόλεμος. Ἴσως, βέβαια, ἔκρινε ὅτι τὸ ἔργο δὲν ἦταν κατορθωτό, ἀφοῦ ἡ Ἑλλάδα εἶχε τότε καὶ ἄλλους μεγάλους στρατηγοὺς καὶ μάλιστα τὸν Κίμωνα, ποὺ ἐξαιρετικὰ εὐδοκιμοῦσε στὰ πολεμικὰ ἔργα. Ἀλλὰ περισσότερο ἀπ’ ὅλα, αὐτὸ ποὺ ἐπικράτησε στὴν ψυχή του ἦταν ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴ δόξα τῶν κατορθωμάτων του καὶ τῶν παλαιῶν του ἐκείνων θριάμβων. Γι’ αὐτὸ πῆρε τὴν πιὸ ὡραία ἀπόφαση, νὰ δώση στὴ ζωή του τὸ τέλος ποὺ ἅρμοζε. Θυσίασε στοὺς θεούς, συγκέντρωσε τοὺς φίλους του καὶ τοὺς χαιρέτησε μὲ τὸ δεξί του χέρι· 6 ἔπειτα, καθὼς λένε οἱ περισσότεροι, ἤπιε αἷμα ταύρου ἤ, καθὼς λένε μερικοί, πῆρε δραστικὸ δηλητήριο. Ἄφησε τὴν τελευταία πνοή του στὴ Μαγνησία τῆς Ἀσίας, ἀφοῦ ἔζησε ἑξήντα πέντε χρόνια, καὶ τὰ περισσότερα σὰν πολιτικὸς ἀρχηγός. 7 Ὅταν ἔμαθε τὴν αἰτία καὶ τὸν τρόπο τοῦ θανάτου του ὁ βασιλιάς, λένε πὼς θαύμασε ἀκόμη περισσότερο τὸν ἄντρα καὶ ἔδειχνε πάντα εὐμένεια στοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς του.

ΚΕΦ. 32 1 Ἀπέλιπε δὲ Θεμιστοκλῆς παῖδας ἐκ μὲν Ἀρχίππης τῆς Λυσάνδρου τοῦ Ἀλωπεκῆθεν Ἀρχέπτολιν καὶ Πολύευκτον καὶ Κλεόφαντον, οὗ καὶ Πλάτων ὁ φιλόσοφος ὡς ἱππέως ἀρίστου, τἆλλα δ’ οὐδενὸς ἀξίου γενομένου μνημονεύει. 2 Τῶν δὲ πρεσβυτάτων Νεοκλῆς μὲν ἔτι παῖς ὢν ὑφ’ ἵππου δηχθεὶς ἀπέθανε, Διοκλέα δὲ Λύσανδρος ὁ πάππος υἱὸν ἐποιήσατο. Θυγατέρας δὲ πλείους ἔσχεν, ὧν Μνησιπτολέμαν μὲν ἐκ τῆς ἐπιγαμηθείσης γενομένην Ἀρχέπτολις ὁ ἀδελφὸς οὐκ ὢν ὁμομήτριος ἔγημεν, Ἰταλίαν δὲ Πανθοίδης ὁ Χῖος, Σύβαριν δὲ Νικόδημος ὁ Ἀθηναῖος. 3 Νικομάχην δὲ Φρασικλῆς ὁ ἀδελφιδοῦς Θεμιστοκλέους, ἤδη τετελευτηκότος ἐκείνου, πλεύσας εἰς Μαγνησίαν ἔλαβε παρὰ τῶν ἀδελφῶν, νεωτάτην δὲ πάντων τῶν τέκνων Ἀσίαν ἔθρεψε. 4 Καὶ τάφον μὲν αὐτοῦ λαμπρὸν ἐν τῇ ἀγορᾷ Μάγνητες ἔχουσι˙ περὶ δὲ τῶν λειψάνων οὔτ’ Ἀνδοκίδῃ προσέχειν ἄξιον ἐν τῷ Πρὸς τοὺς ἑταίρους λέγοντι φωράσαντας τὰ λείψανα διαρρῖψαι τοὺς Ἀθηναίους -ψεύδεται γὰρ ἐπὶ τὸν δῆμον παροξύνων τοὺς ὀλιγαρχικοὺς- ἅ τε Φύλαρχος, ὥσπερ, ἐν τραγῳδίᾳ τῇ ἱστορίᾳ μονονοὺ μηχανὴν ἄρας καὶ προαγαγὼν Νεοκλέα τινὰ καὶ Δημόπολιν, υἱεῖς Θεμιστοκλέους, ἀγῶνα βούλεται κινεῖν καὶ πάθος, [ὅ] οὐδ’ ἂν ὁ τυχὼν ἀγνοήσειεν ὅτι πέπλασται. 5 Διόδωρος δ’ ὁ περιηγητὴς ἐν τοῖς Περὶ μνημάτων εἵρηκεν ὡς ὑπονοῶν μᾶλλον ἢ γιγνώσκων, ὅτι περὶ τὸν μέγαν λιμένα τοῦ Πειραιῶς ἀπὸ τοῦ κατὰ τὸν Ἄλκιμον ἀκρωτηρίου πρόκειταί τις οἷον ἀγκών, καὶ κάμψαντι τοῦτον ἐντός, ᾗ τὸ ὑπεύδιον τῆς θαλάττης, κρηπίς ἐστιν εὐμεγέθης καὶ τὸ ἐπ’ αὐτῆ βωμοειδὲς τάφος τοῦ Θεμιστοκλέους. 6 Οἴεται δὲ καὶ Πλάτωνα τὸν κωμικὸν αὐτῷ μαρτυρεῖν ἐν τούτοις˙ «Ὁ σὸς δὲ τύμβος ἐν καλῷ κεχωσμένος τοῖς ἐμπόροις πρόσρησις ἔσται πανταχοῦ, τοὺς τ’ ἐκπλέοντας εἰσπλέοντάς τ’ ὄψεται, χὡπόταν ἅμιλλ’ ᾖ τῶν νεῶν θεάσεται.» Τοῖς δ’ ἀπὸ γένους τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ τιμαί τινες ἐν Μαγνησίᾳ φυλαττόμεναι μέχρι τῶν ἡμετέρων χρόνων ἦσαν, ἅς ἐκαρποῦτο Θεμιστοκλῆς Ἀθηναῖος, ἡμέτερος συνήθης καὶ φίλος παρ’ Ἀμμωνίῳ τῷ φιλοσόφῳ γενόμενος.
69

ΚΕΦ. 32 Τὰ παιδιὰ τοῦ Θεμιστοκλῆ. Ὁ τάφος του. 1 Ὁ Θεμιστοκλῆς ἄφησε τρεῖς γιοὺς ἀπὸ τὴν Ἀρχίππη, τὴ θυγατέρα τοῦ Λυσάνδρου ἀπὸ τὴν Ἀλωπεκή, τὸν Ἀρχέπτολη, τὸν Πολύευκτο καὶ τὸν Κλεόφαντο, ποὺ τὸν μνημονεύει καὶ ὁ Πλάτων ὁ φιλόσοφος σὰν ἄριστο ἱππέα, χωρὶς ὅμως ἄλλη ἀξία. 2 Ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα παιδιά του ὁ Νεοκλῆς πέθανε, ὅταν ἦταν ἀκόμη μικρός, ἀπὸ δάγκωμα ἀλόγου, καὶ τὸ Διοκλῆ τὸν υἱοθέτησε ὁ παππούς του ὁ Λύσανδρος. Θυγατέρες εἶχε περισσότερες· ἀπ’ αὐτὲς τὴ Μνησιπτολέμα, ποὺ τὴν ἀπόχτησε ἀπὸ τὸ δεύτερο γάμο του, τὴν πῆρε γυναίκα του ὁ ἀπὸ ἄλλη μητέρα ἀδερφός της Ἀρχέπτολης· τὴν Ἰταλία τὴ νυμφεύτηκε ὁ Πανθοίδης ἀπὸ τὴ Χίο· τὴ Σύβαρη ὁ Νικόδημος ὁ Ἀθηναῖος· 3 τὴ Νικομάχη ὁ Φρασικλῆς, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Θεμιστοκλῆ, ἀφοῦ ἐκεῖνος εἶχε πιὰ πεθάνει, πῆγε στὴ Μαγνησία καὶ τὴν πῆρε ἀπὸ τοὺς ἀδερφούς της. Τέλος ὁ ἴδιος ὁ Φρασικλῆς ἀνάθρεψε καὶ τὴν Ἀσία, τὴ μικρότερη ἀπὸ ὅλα τὰ παιδιά τοῦ Θεμιστοκλῆ. 4 Λαμπρὸς τάφος τοῦ Θεμιστοκλῆ ὑπάρχει στὴν ἀγορὰ τῆς Μαγνησίας. Ὅσο γιὰ τὰ λείψανά του δὲν ἀξίζει νὰ δίνη κανεὶς πίστη οὔτε σὲ ὅσα λέει ὁ Ἀνδοκίδης στὸ βιβλίο του «Πρὸς τοὺς ἑταίρους», ὅτι δηλαδὴ οἱ Ἀθηναῖοι βρῆκαν τὰ λείψανά του καὶ τὰ σκόρπισαν (αὐτὰ εἶναι ψέματα ποὺ τὰ γράφει ἐπίτηδες, γιὰ νὰ ἐξερεθίση τοὺς ὀλιγαρχικοὺς ἐναντίον τοῦ λαοῦ) οὔτε πάλι σὲ ὅσα λέει ὁ Φύλαρχος, ποὺ ἔστησε στὴ διήγηση του μιὰ μηχανὴ σὰν ἐκεῖνες ποὺ χρησιμοποιοῦν σὲ παράσταση τραγωδίας καὶ παρουσιάζει στὴ σκηνὴ κάποιον Νεοκλῆ καὶ κάποιον Δημόπολη, σὰν παιδιὰ τοῦ Θεμιστοκλῆ, θέλοντας νὰ προκαλέση θόρυβο καὶ συγκίνηση· αὐτὰ καὶ ὁ πιὸ τυχαῖος ἄνθρωπος τὸ καταλαβαίνει ὅτι εἶναι πλαστά. 5 Ὁ Διόδωρος ὁ περιηγητὴς στὸ ἔργο του «Περὶ μνημάτων» ἔχει γράψει, ἀπὸ εἰκασία καὶ ὄχι ἀπὸ ἄμεση ἀντίληψη, ὅτι κοντὰ στὸ μεγάλο λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ προεκτείνεται ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο ποὺ σχηματίζεται, κατὰ τὸν Ἄλκιμο μιὰ προεξοχὴ σὰν ἀγκώνας καὶ στὴ στροφὴ πρὸς τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ λιμανιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἡ θάλασσα ἔχει γαλήνη, ὑπάρχει μιὰ βάση ἀρκετὰ μεγάλη καὶ ὅτι αὐτὸ ποὺ φαίνεται ἐπάνω της σὰ σχῆμα βωμοῦ εἶναι ὁ τάφος τοῦ Θεμιστοκλῆ· 6 Καὶ ὁ Διόδωρος νομίζει πὼς ὁ Πλάτων ὁ κωμικὸς συμφωνεῖ μαζί του καὶ ἐπιβεβαιώνει τὰ λόγια του μὲ τοὺς ἀκόλουθους στίχους:

70

«Τὸ μνῆμα σου καλὰ εἶν’ αὐτοῦ στημένο, σημάδι ἀπὸ παντοῦ στοὺς ταξιδιῶτες. Θὰ βλέπη αὐτοὺς ποὺ μπαίνουνε καὶ βγαίνουν καὶ καραβιῶν ἀγῶνες θὰ κοιτάζη.» Γιὰ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Θεμιστοκλῆ διατηρήθηκαν τιμητικὲς διακρίσεις στὴ Μαγνησία ὡς τὶς μέρες μας. Αὐτὲς τὶς χάρηκε καὶ ὁ (νεώτερος) Θεμιστοκλῆς Ἀθηναῖος, αὐτὸς ποὺ ἦταν συμμαθητὴς καὶ φίλος μου στὴ σχολὴ τοῦ Ἀμμωνίου τοῦ φιλοσόφου.

71

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Σελ. 15 Κεφ. 1. Ἡ καταγωγὴ· οἱ γονεῖς τοῦ Θεμιστοκλῆ ἦταν ἄσημοι· τὴ δόξα ποὺ ἀπόχτησε τὴν ὀφείλει μόνο στὴ δική του δράση. Ἡ συγγένειά του ὀμως μὲ τοὺς Λυκομίδες (1, 4) τὸν κατατάσσει ἀνάμεσα στοὺς εὐγενεῖς. στο δῆμο των Φρεαρρίων ἀπὸ τὴ Λεωντίδα φυλή. Ὁ Κλεισθένης (507 π.Χ.) ποὺ ἔθεσε τὶς βάσεις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος στὴν Ἀθήνα εἶχε διαιρέσει τὸ λαὸ τῆς Ἀττικῆς σὲ ἑκατὸ δήμους καὶ κάθε δέκα δῆμοι ἀποτελοῦσαν μία φυλὴ (ἀργότερα ἔγιναν οἱ δῆμοι 174). Ὁ Θεμιστοκλῆς ἀνῆκε στὴ Λεωντίδα φυλὴ καὶ στὸ δῆμο Φρεάρριο ἢ Φρέαρρο (ὁ δημότης Φρεάρριος), ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀττικοῦ ἥρωα Φρεάρρου· ὁ δῆμος αὐτὸς ἴσως βρισκόταν ἀνάμεσα στὸ Θορικὸ καὶ τὴν Κερατέα τῆς Ἀττικῆς. Στὶς ἐπίσημες πράξεις ἦταν ἀπαραίτητο μαζὶ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ προσώπου νὰ ἀναγράφεται τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, καθὼς καὶ τοῦ δήμου στὸν ὁποῖον ἀνῆκε. δὲν ἦταν γνήσιος Ἀθηναῖος· κατὰ τὸν ἀττικὸ νόμο δὲν ἦταν γνήσιος Ἀθηναῖος ὅποιος εἶχε πατέρα ἢ μητέρα ξένης καταγωγῆς (αὐτοὶ λέγονταν «νόθοι»). Ἑπομένως καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς δὲν ἦταν γνήσιος Ἀθηναῖος, γιατὶ ἡ μητέρα του καταγόταν ἀπὸ τὴ Θράκη. κάποιοι στίχοι˙ εἶναι ἐπιτάφιο ἐπίγραμμα ἄγνωστου ποιητῆ ποὺ τὸ ἀναφέρουν ἀρχαῖοι συγγραφεῖς. ἡ Ἁβρότονον˙ θηλυκὸ ὄνομα μὲ τύπο οὐδετέρου, ὅπως συνήθιζαν πολλὲς φορὲς οἱ ἀρχαῖοι γιὰ ὀνόματα γυναικῶν (ἔτσι καὶ σήμερα λέμε τὸ Ἑλενιώ, τὸ Κατινιὼ κτλ. χαϊδευτικά). Φανίας ἢ Φαινίας, φιλόσοφος ἀπὸ τὴν Ἐρεσσὸ τῆς Λέσβου (μαθητὴς τοῦ Ἀριστοτέλη), ποὺ ἔγραψε πολλὰ φιλοσοφικὰ καὶ ἱστορικὰ ἔργα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μόνο λίγα ἀποσπάσματα σώθηκαν. Καρία, χώρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀνάμεσα στὴ Λυδία καὶ τὴ Λυκία. Νεάνθης, ἀπὸ τὴν Κύζικο τῆς Προποντίδας, ἔζησε τὸν γ΄ π.χ. αἰ. καὶ ἔγραψε πολλὰ ἱστορικὰ καὶ ρητορικὰ ἔργα ποὺ ἀπ᾽ αὐτὰ ἔμειναν μόνο ἀποσπάσματα· περίφημο εἶναι τὸ βιογραφικὸ ἔργο του «Περὶ ἐνδόξων ἀνδρῶν», ἀλλὰ καὶ ἀπ’ αὐτὸ μόνο μερικὰ ἀποσπάσματα σώθηκαν. Ἀλικαρνασσός, ἡ πρωτεύουσα τῆς Καρίας, μεγάλη καὶ ἀρχαία παραλιακὴ πόλη μὲ καλὸ λιμάνι καὶ δύο ἀκροπόλεις˙ ἡ βασίλισσά της Ἀρτεμισία πῆρε μέρος μαζὶ μὲ τοὺς Πέρσες στὴν ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων (βλ. κεφ. 14, 4). Κυνόσαργες, γυμναστήριο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὸ νοτιανατολικὸ
72

μέρος της, ἴσως ἐκεῖ ὅπου σήμερα ἡ σύνοικία «Νέος κόσμος», στὸ δρόμο πρὸς τὸ Μπραχάμι· σ’ αὐτὸ γυμνάζονταν ὅσοι δὲν ἦταν γνήσιοι Ἀθηναῖοι (βλ. σημ. παραπάνω). Ἦταν ἀφιερωμένο στὸν Ἡρακλῆ, ποὺ δέν τὸν θεωροῦσαν γνήσιο θεό, γιατὶ εἶχε βέβαια πατέρα τὸ Δία, ἀλλὰ ἡ μητέρα του, ἡ Ἀλκμήνη, ἦταν θνητή ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες· ἐννοεῖ τὶς Διόμειες πύλες κοντὰ στὰ σημερινὰ Ἀνάκτορα. γένος τῶν Λυκομιδῶν· οἱ Λυκομίδες ἦταν ἀρχαία ἱερατικὴ οἰκογένεια τῆς Ἀθήνας. Φλυὰ (ἤ Φλυὴ ἢ Φλυὲς) εἶναι τὸ ὄνομα ἑνὸς δήμου τῆς Ἀττικῆς, περίπου ὅπου τὸ σημερινὸ Χαλάντρι. Ἐκεῖ ἦταν ἕνα τελεστήριο, δηλ. ἕνας ναός, ὅπου γινόταν μύηση τῶν πιστῶν, ἀνάλογη μὲ τὴ μύηση στὰ ἐλευσίνια μυστήρια. Σιμωνίδης ὁ Κεῖος (ἀπὸ τὴν Κέα), μεγάλος λυρικὸς ποιητὴς καὶ μάλιστα ἐπιγραμματοποιὸς (556 - 548 π.Χ.). Περίφημο εἶναι τὸ ἐπίγραμμά του σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔπεσαν στὶς Θερμοπύλες: Ὦ ξεῖν’ ἀγγέλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῆδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι (Στὴ Λᾳκεδαίμονα, ξένε διαβάτη, τὸ μήνυμα φέρε ὅτι κειτόμαστε δῶ στὶς ἐντολές τους πιστοί. Μετ. Θρ. Σταύρου) Σελ. 17 Κεφ. 2. μαθήματα ἠθοπλαστικὰ ἢ γιὰ εὐχαρίστηση ἦταν ἡ μουσική, ἡ ποίηση καὶ ἡ γυμναστική· σ’ αὐτὰ ἔδιναν μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι, γιατὶ ἡ μουσικὴ καὶ ἡ ποίηση ἐξευγενίζουν τὴν ψυχὴ καὶ ἡ γυμναστικὴ διαμορφώνει εὔρωστα σώματα, ὥστε τὸ παιδὶ νὰ γίνη γερὸ καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Γι’ αὐτὸ εἶχαν μεγάλη ἐκτίμηση οἱ διδάσκαλοι τῆς μουσικῆς («κιθαριστὲς» καὶ τῆς γυμναστικῆς («παιδοτρίβες»). λύρα ἦταν ἔγχορδο μουσικὸ ὄργανο, συνήθως μὲ ἑφτὰ χορδές, ὅμοιο περίπου μὲ τὴν κιθάρα. Στησίμβροτος· ἀπὸ τὴ Θάσο, σύγχρονος τοῦ Περικλῆ, ποὺ ἔγραψε μ’ ἐχθρότητα ἕνα ἔργο γιὰ τὸ Θεμιστοκλῆ, τὸν Περικλῆ καὶ τὸ Θουκυδίδη (ὄχι τὸν ἱστορικό, παρὰ τὸ γιὸ τοῦ Μελησία, πολιτικὸ ἀντίπαλο τοῦ Περικλῆ). Ἀναξαγόρας, μεγάλος φιλόσοφος· γεννήθηκε στὶς Κλαζομενὲς

τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ 500 π.Χ., ἔζησε στὴν Ἀθήνα καὶ πέθανε στὴ Λάμψακο τὸ 428 ἔγραψε σύγγραμμα «Περὶ φύσεως», ὅπου ἐκθέτει τὸ φιλοσοφικό του σύστημα καὶ ὑποστηρίζει ὅτι τὸ αἴτιο ποὺ κινεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα στὴ φύση εἶναι ὁ ἄπειρος «νοῦς». Μέλισσος, φιλόσοφος ἀπὸ τὴ Σάμο˙ αὐτὸς ἦταν στρατηγὸς τῶν Σαμίων κατὰ τὴν ἐκστρατεία ποὺ ἐπιχείρησαν οἱ Ἀθηναῖοι τὸ 440 π.Χ. ἐναντίον τῆς Σάμου· ὁ Μέλισσος νίκησε τοὺς Ἀθηναίους, γιατὶ ἔλειπε ὁ Περικλῆς. νεώτερος· ὁ Θεμιστοκλῆς γεννήθηκε τὸ 525 π.Χ., ἐνῶ ὁ Περικλῆς τὸ 495 π.Χ. Μνησίφιλος, πολιτικὸς σύγχρονος καὶ συνδημότης τοῦ Θεμιστοκλῆ (ἀπὸ τὸ δῆμο Φρεάρριο, βλ. κεφ. 1,1)· ὁ ἱστορικὸς Ἡρόδοτος λέει ὅτι ὁ Μνησίφιλος ἔδωσε συμβουλὴ στὸ Θεμιστοκλῆ νὰ πείση τοὺς Ἀθηναίους νὰ πολεμήσουν στὴ Σαλαμίνα. Ἴσως αὐτὸ τὸ εἶχαν διαδώσει ὅσοι ἡθελαν νὰ ὑποτιμήσουν τὸ ἔργο τοῦ Θεμιστοκλῆ. φυσικοὶ φιλόσοφοι λέγονταν οἱ Ἴωνες φιλόσοφοι, τοῦ 6ου καὶ 5ου π.Χ. αἰ. ποὺ ἐρευνοῦσαν τὴν οὐσία καὶ τὰ αἴτια τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Σόλων, ὁ μεγαλος Ἀθηναῖος νομοθέτης (639 - 559 π.Χ.) ποὺ ἦταν συγχρόνως φιλόσοφος καὶ ποιητής. σοφιστές ἔτσι λέγονταν στὴν ἀρχὴ ἄνθρωποι σοφοὶ ποὺ εἶχαν ὡς ἔργο τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα καὶ παρουσίασαν μεγάλη πνευματικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση (γι’ αὐτὸ σοφιστὴς λεγόταν καὶ ὁ Σόλων)· ἀργότερα ὅμως τὸ ὄνομα δόθηκε στοὺς ρητοροδιδασκάλους ποὺ εἶχαν ἔρθει στὴν Ἀθήνα κατὰ τὸν 5ο π.Χ. αἰ. ἀπὸ διάφορα μέρη, καὶ σ’ ἐκείνους γενικὰ ποὺ ἐπιδίωκαν νὰ κάμουν τοὺς μαθητὲς τους ἱκανοὺς νὰ νικοῦν μὲ κάθε τρόπο τοὺς ἀντιπάλους τους στὶς συζητήσεις, ἀκόμη καὶ μὲ στρεψοδικίες. Σελ. 19 ὁ πατέρας του τὸν ἀποκήρυξε˙ ἡ «ἀποκήρυξη» γινόταν γνωστὴ μὲ δημόσιο κήρυκα· ὁ νόμος ἔδινε τὸ δικαίωμα στὸν πατέρα νὰ κηρύξη τὸ παιδὶ του ἀπόκληρο καὶ νὰ διαλύση τὴ νόμιμη σχέση πατέρα καὶ παιδιοῦ, ἄν αὐτὸ ἔδειχνε ἄκοσμη διαγωγὴ καὶ ζοῦσε βίο ἄσωτο καὶ ἄπρεπο. Κεφ. 3. τὸν Ἀριστείδη· ὁ Ἀριστείδης, ὁ Ἀθηναῖος στρατηγὸς (540 - 468 π.Χ.), γνωστὸς μὲ τὴν ἐπωνυμία «δίκαιος» εἶναι ὁ κυριότερος ἀντίπαλος τοῦ Θεμιστοκλῆ, ὅπως φαίνεται καὶ σὲ ὅσα γράφει παρακάτω ὁ Πλούταρχος· ἀλλὰ γιὰ τὸν Ἀριστείδη ὁ Πλούταρχος ἔγραψε καὶ ἰδιαίτερη βιογραφία.
74

Σελ. 21 στὸ Μαραθώνα˙ ἡ περίφημη μάχη τοῦ Μαραθώνα ἔγινε τὸ 490 π.Χ. μὲ ἀρχιστράτηγο τὸν Ἀθηναῖο στρατηγὸ Μιλτιάδη ποὺ ὁδήγησε τὸν ἑλληνικὸ στρατὸ ἀπὸ 10.000 Ἀθηναίους καὶ Πλαταιεῖς στὴν ὑπέρλαμπρη νίκη. Κεφ. 4. τὰ ἀργυρωρυχεῖα τοῦ Λαυρείου· στὸ Λαύρειο ὑπῆρχαν πλουσιότατα μεταλλεῖα σιδήρου, ψευδαργύρου, μολύβδου, καὶ ἀργύρου σὲ ἔκταση 300.000 στρεμμάτων. Οἱ ἀρχαῖοι ἔκαναν ἐκμετάλλευση μόνο τοῦ μολύβδου ποὺ εἶχε ἀρκετὴ ποσότητα ἀργύρου καὶ σώζονται τὰ ἴχνη ἀπὸ 2.000 περίπου στοές· ἀπὸ τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ γινόταν ἐντατικὴ ἐκμετάλλευσή τους τὸ δημόσιο ταμεῖο τῆς Ἀθήνας εἶχε πρόσοδο ἀπὸ 50 - 100 τάλαντα τὸ χρόνο, δηλ. 300.000 - 600.000 χρυσὲς δραχμές. Δαρεῖος ὁ Α΄ (550 - 485 π.Χ.) ὑπῆρξε ὁ σπουδαιότερος βασιλιὰς τῶν Περσῶν μετὰ τὸ μεγάλο Κύρο τὸ Β΄. Ὁ Δαρεῖος ὀργάνωσε τὸ ἀπέραντο κράτος του καὶ προσάρτησε σ’ αὐτὸ πολλὲς χῶρες˙ αὐτὸς πρῶτος ἄρχισε τὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων τὸ 492 π.Χ. Αἰγινῆτες· ὁ πόλεμος τῶν Ἀθηναίων μὲ τοὺς Αἰγινῆτες ἄρχισε τὸ 488 π.Χ. καὶ τελείωσε τὸ 481 π.Χ. ὅταν οἱ Ἕλληνες συμφιλιώθηκαν μπροστὰ στὸν κίνδυνο ποὺ τοὺς ἀπείλησε ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Περσῶν. Σελ. 23 μόνιμοι ὁπλίτες· οἱ Ἀθηναῖοι ὡς τότε εἶχαν στρατὸ ἀπὸ ὁπλίτες ποὺ πήγαιναν νὰ πολεμήσουν σὲ ὁρισμένο μέρος καὶ δύσκολα μποροῦσαν νὰ μετακινηθοῦν (γι’ αὐτὸ λέγονται «μόνιμοι ὁπλίτες»). Ὁ Θεμιστοκλῆς ὅμως θέλησε νὰ τοὺς μεταβάλη σὲ μάχιμο πλήρωμα τῶν πλοίων («ναυτικὴ ὁπλιτεία»), ποὺ μποροῦσαν νὰ ἀποβιβάζωνται σὲ διάφορα μέρη καὶ σὲ περίπτωση κινδύνου νὰ ἀποχωροῦν μπαίνοντας στὰ πλοῖα. Πλάτων, ὁ μεγάλος Ἀθηναῖος φιλόσοφος (428 - 347 π.Χ.) μαθητὴς τοῦ Σωκράτη. Αὐτὸς ἔγραψε πολλὰ φιλοσοφικὰ ἔργα σὲ μορφὴ διαλόγων. Σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ ἔργα του ποὺ λέγονται «Νόμοι» ἀναφέρει αὐτὸ ποὺ λέει ἐδῶ ὁ Πλούταρχος γιὰ τὴ μετατροπὴ τῶν μόνιμων Ἀθηναίων ὁπλιτῶν σὲ ναυτικοὺς καὶ θαλασσινούς. Στησίμβροτος, βλ. σελ. 87. τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος· ἐδῶ ὁ Πλούτ. ἀφήνει νὰ ἐννοηθῆ ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς Ἀθήνας ἀπὸ ἠπειρωτικὴ σὲ ναυτικὴ δύναμη τὴν
75

ὁδήγησε σὲ ἄκρατη δημοκρατία (βλ. καὶ κεφ. 19,6). ὁ Ξέρξης μετὰ τὴ ναυμαχία στὴ Σαλαμίνα ἐνῶ εἶχε ἀνέπαφο τὸν πολυάριθμο πεζικό του στρατό, ἄφησε στὴν Ἑλλάδα τὸ Μαρδόνιο κυρίως γιὰ νὰ παρεμποδίση τοὺς Ἕλληνες νὰ τὸν καταδιώξουν· αὐτὸ βέβαια δείχνει τὴν ὑπεροχὴ ποὺ ἔχει ἡ ναυτικὴ δύναμη ἀπέναντι στὴν πεζική. Παρακάτω ὅμως (κεφ. 16,6) ὁ Πλούτ. ἐκφράζει διαφορετικὴ κρίση γιὰ τὴν ἱκανότητα τῶν περσικῶν δυνάμεων ποὺ εἶχαν ἀφεθῆ στὸ Μαρδόνιο. Κεφ. 5. πλούσιες θυσίες· οἱ θυσίες τῶν ἀρχαίων ἦταν πολυέξοδες, γιατὶ τὶς θυσίες συνήθως ἀκολουθοῦσε συμπόσιο μὲ πολλοὺς καλεσμένους. «δούρειον ἵππον». ῾Ὁ δούρειος ἵππος (ξύλινο ἄλογο) κυριολεχτικὰ εἶναι τὸ ὕπουλο μέσο ποὺ μεταχειρίστηκαν οἱ Ἕλληνες γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Τροίας, γιατὶ ἀπὸ μέσα του ξεπετάχτηκαν οἱ κρυμμένοι πολεμιστές. Ἐδῶ ὁ Θεμιστοκλῆς χρησιμοποιεῖ τὴ φράση μεταφορικά. (Πῶς θὰ ἔλεγε ἂν μιλοῦσε μὲ κυριολεξία;) ὁ Ἐπικλῆς, ἦταν «κιθαριστὴς» δηλαδὴ ἰδιωτικὸς δάσκαλος τῆς μουσικῆς. Σελ. 25 Ὀλυμπία, ὅπου γίνονταν οἱ πανελλήνιοι ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες κάθε τέσσερα χρόνια, ποὺ λέγονταν «Ὀλύμπια». Κατὰ τὴν τέλεση τῶν ἀγώνων συγκεντρώνονταν θεατὲς ἀπὸ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Οἱ ἀγῶνες διαρκοῦσαν στὴν ἀρχὴ μιὰ μέρα, ἔπειτα 3 καὶ ἀργότερα 5 μέρες. Γιὰ τὴν παραμονὴ τῶν θεατῶν στήνονταν σκηνὲς σὲ εἰδικὸ χῶρο καὶ οἱ ἐπισημότεροι ἔμεναν σὲ σκηνὲς μὲ ἐξαιρετικὴ πολυτέλεια, ποὺ ἔδειχνε τὸν πλοῦτο καὶ τὴν κοινωνική τους θέση. ὁ Κίμων (510 - 449 π.Χ.), γιὸς τοῦ Μιλτιάδη (τοῦ νικητῆ στὴ μάχη τοῦ Μαραθώνα), ἦταν δεκαπέντε χρόνια μικρότερος ἀπὸ τὸ Θεμιστοκλῆ καὶ ἀνῆκε σὲ ἀρχοντικὴ ἀθηναϊκὴ οἰκογένεια. χορηγός· ἡ ἀθηναϊκὴ δημοκρατία εἶχε ἐπιβάλει στοὺς πλούσιους πολίτες τὴν ὑποχρέωση νὰ ἐκτελοῦν μὲ δικά τους ἔξοδα ὁρισμένες ὑπηρεσίες ποὺ λέγονταν «λειτουργίες»· σπουδαιότερες ἦταν: 1) ἡ γυμνασιαρχία, δηλ. ἡ προετοιμασία τῆς λαμπαδηφορίας κατὰ τὰ Παναθήναια ἢ καὶ σὲ ἄλλες δημόσιες γιορτές˙ 2) ἡ θεωρία, δηλ. ἡ ἀποστολὴ ἀντιπροσώπων σὲ πανελλήνιες γιορτὲς καὶ σὲ ἱεροὺς τόπους 3) ἡ τριηραρχία, δηλ. ὁ ἐξοπλισμὸς καὶ ἡ συντήρηση ἑνὸς πολεμικοῦ πλοίου τῆς πολιτείας καὶ 4) ἡ χορηγία, δηλ. ἡ ὀργάνωση τῶν λυρικῶν ἢ δραματικῶν ἀγώνων. Αὐτὸς ποὺ θ’ ἀναλάβαινε τὴ χορηγία, ὁ χορηγός,
76

εἶχε ὑποχρέωση νὰ βρῆ τὰ κατάλληλα πρόσωπα γιὰ τὸ χορὸ τῶν ἀγώνων, νὰ συντηρῆ τὰ μέλη τοῦ χοροῦ, νὰ πληρώνη τὸν κατάλληλο χοροδιδάσκαλο καὶ γενικὰ νὰ προσφέρη ὅλα τὰ ἔξοδα ποὺ χρειάζονταν γιὰ τὴν παράσταση τοῦ ἔργου. Ὁ Θεμιστοκλῆς ἔγινε χορηγὸς σὲ διαγωνισμὸ τραγωδίας κατὰ τὴ γιορτὴ τῶν μεγάλων Διονυσίων, τὸ Μάρτιο τοῦ 476 π.Χ. καὶ νίκησε στὸ διαγωνισμὸ ἡ τραγωδία ποὺ τὸ χορό της τὸν εἶχε παρασκευάσει αὐτὸς μὲ ἔξοδά του. Φρύνιχος, Ἀθηναῖος δραματικὸς ποιητὴς (πρόδρομος τοῦ Αἰσχύλου) ποὺ δὲ σώζονται ἀπὸ τὰ ἔργα του παρὰ μόνο λίγα ἀποσπάσματα· ἡ τραγωδία ποὺ νίκησε σ’ αὐτὸ τὸν ἀγώνα μὲ τὸν τίτλο «Φοίνισσες» εἶχε ὡς θέμα τὴ ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας. Ἀδείμαντος, ἐπώνυμος ἄρχοντας τῆς Ἀθήνας τὸ 477 - 476 π.Χ., τρία χρόνια μετὰ τὴ ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας. Ἐπώνυμος λεγόταν στὴν Ἀθήνα ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς 10 ἄρχοντες ποὺ μὲ τὸ ὄνομά του καθόριζαν τὴ χρονολογία, δηλ. τὸ πότε ἔγινε μιὰ πράξη. Σιμωνίδης (Βλ. σημ. σελ. 86). ὁ ἐξοστρακισμὸς ἦταν θεσμὸς ποὺ καθιέρωσε ὁ Κλεισθένης (507 π Χ.), γιὰ νὰ ἀπομακρύνωνται οἱ πολιτικοὶ ποὺ ἀποχτοῦσαν μεγάλη δύναμη καὶ ἦταν γι’ αὐτὸ ἐπικίνδυνοι στὴν ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἦταν ἐξορία, παρὰ προσωρινὴ ἄπομάκρυνση ποὺ διαρκοῦσε πέντε ἤ δέκα χρόνια καὶ γινόταν ἔπειτα ἀπὸ ψηφοφορία τοῦ λαοῦ· δηλαδὴ οἱ πολίτες ψήφιζαν γράφοντας ἐπάνω σὲ κομμάτι κεραμιδιοῦ (σὲ «ὄστρακο») τὸ ὄνομα τοῦ πολιτικοῦ ποὺ θέλει νὰ ἀπομακρύνη. Ὁ Ἀριστείδης ἐξοστρακίστηκε τὸ 482 π.Χ. Κεφ. 6. οἱ Μῆδοι· μετὰ τὴν κατάλυση τοῦ μεγάλου μηδικοῦ κράτους ἀπὸ τὸν Κύρο τὸ Β΄ τὸν 6ο π.Χ. αἰ. οἱ Μῆδοι συνενώθηκαν μὲ τοὺς Πέρσες καὶ ἀκολούθησαν τὶς τύχες τοῦ περσικοῦ κράτους˙ οἱ ἀρχαῖοι τὰ ὀνόματα Μῆδοι καὶ Πέρσαι τὰ θεωροῦσαν συνώνυμα (γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πόλεμοι Περσῶν καὶ Ἑλλήνων λέγονται «Μηδικοὶ πόλεμοι»). Σελ. 27 κατὰ τὴν ἐκλογή· ἡ ἐκλογὴ γινόταν μὲ τὴν ἀνάταση τῶν χεριῶν (χειροτονία)· οἱ στρατηγοὶ θὰ ψήφιζαν γιὰ τὴν ἀνάδειξη ἑνὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θὰ εἶχε ἀπεριόριστη ἐξουσία, ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἐκλέξουν τὸν πιὸ ἱκανό. «χῶμα καὶ νερὸ» («γῆν καὶ ὕδωρ»), ἦταν τὰ σημεῖα ὑποταγῆς. ψήφισμα, δηλ. ἀπόφαση τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου. Ἄρθμιος ὁ Ζελείτης, δηλ. ἀπὸ τὴν πόλη Ζέλεια τῆς Τρωάδας, στοὺς
77

πρόποδες τῆς Ἴδης. «ἀτιμασμένοι» πολίτες· σὲ εἰδικὸ κατάλογο ἔγραφαν τὰ ὀνόματα τῶν «ἀτίμων», δηλ. τῶν πολιτῶν ποὺ μὲ δικαστικὴ ἀπόφαση ἔχαναν τὰ πολιτικά τους δικαιώματα μὲ τὴν ποινὴ αὐτὴ τιμωροῦσαν τοὺς προδότες καὶ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ δήμου καὶ τῶν συμμάχων τους, καθὼς καὶ ὅσους εἶχαν κάμει βαριὲς ἐγκληματικὲς πράξεις. χρυσάφι ἀπὸ τοὺς Μήδους· ὁ Ξέρξης εἶχε στείλει τὸν Ἄρθμιο μὲ πολλὰ χρήματα στὴ Σπάρτη, γιὰ νὰ πείση τοὺς Λακεδαιμονίους νὰ συμπράξουν μὲ τοὺς Πέρσες ἐναντίον τῶν Ἀθηναίων. Χείλεος (στὴν ἀρχαία Χείλεως), ἀπὸ τὴν Τεγέα. Αὐτὸν τὸν ἐκτιμοῦσαν πολὺ οἱ Λακεδαιμόνιοι. Κεφ. 7. Τέμπη, ἡ στενὴ κοιλάδα τῆς Θεσσαλίας, ἀνάμεσα στὴν Ὄσσα καὶ στὸν Ὄλυμπο ποὺ διαρρέεται ἀπὸ τὸν Πηνειὸ ποταμό, περίφημη γιὰ τὴν ἄγρια καλλονή της· ἔχει μῆκος 6 χιλιόμ. καὶ πλάτος 30 - 50 μ. Εἶναι ἡ κυριότερη διάβαση ἀπὸ τὴ Μακεδονία στὴ Θεσσαλία καὶ ἔχει μεγάλη στρατιωτικὴ σημασία. γύρισαν ἀπ’ ἐκεῖ, δηλ. ἀπὸ τὰ Τέμπη. Οἱ Ἕλληνες ἔφυγαν ἀπὸ τὰ Τέμπη, γιατὶ ἔμαθαν ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάβαση ἀπὸ τὴ Μακεδονία πρὸς τὴ Θεσσαλία καὶ ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ κλειστοῦν μέσα στὰ στενά. μὲ τὸ μέρος τῶν Μήδων, δηλ. τῶν Περσῶν. Μερικὲς ἑλληνικὲς πόλεις ἢ καὶ μερικοὶ Ἕλληνες σποραδικὰ εἶχαν στραφῆ πρὸς τὸ μέρος τῶν Μήδων ἀπὸ ἐχθρότητα πρὸς τοὺς Ἀθηναίους ἢ γι᾽ ἄλλους λόγους˙ οἱ Ἀθηναῖοι ἔλεγαν γι’ αὐτοὺς ποὺ τάσσονται μὲ τὸ μέρος τῶν Μήδων ὅτι «μηδίζουν» (δηλ. εἶναι Μηδόφιλοι) καὶ εἶχε σχηματιστῆ ὁ ὅρος μηδισμός, δηλ. μηδοφιλία. Ἔτσι καὶ ἡ Θεσσαλία δὲ φαινόταν τότε ὅτι ἦταν φίλη τῶν Μήδων, λίγο ἀργότερα ὅμως «ἐμήδισε», γιατὶ οἱ Ἀλευάδες (δυναστικὴ οἰκογένεια τῆς Λάρισας) παράσυραν τὴ χώρα σὲ συμμαχία μὲ τὸν Ξέρξη, παρὰ τὴ θέληση τοῦ θεσσαλικοῦ λαοῦ. Ἀρτεμίσιο, ἀκρωτήριο στὴ Β.Α. Εὔβοια. τὰ στενά, εἶναι ὁ πορθμὸς ἀνάμεσα στὴ Β.Α. Εὔβοια καὶ τὴν ἀπέναντι χερσόνησο τῆς Μαγνησίας. Σελ. 29 ὁ Εὐρυβιάδης, ναύαρχος τοῦ σπαρτιατικοῦ στόλου, ἄνθρωπος μὲ ἀδύνατο χαρακτήρα καὶ περιορισμένη ἀντίληψη. Ἀφετὲς (στὴν ἀρχαία: Ἀφεταὶ ἢ Ἀφέται), ἀκρωτήριο καὶ πόλη μὲ λιμάνι στὴ χερσόνησο τῆς Μαγνησίας, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Ἀρτεμίσιο τῆς Εὐβοίας· ὀνομάστηκε ἔτσι, γιατὶ τὸ μέρος αὐτὸ ἦταν ἡ ἀφετηρία, ἀπ’

ὅπου ξεκίνησε τὸ πρῶτο πλοῖο τῶν Ἀργοναυτῶν. Σκίαθος (καὶ Σκιάθος), νησί τῶν Β. Σποράδων ἀπέναντι ἀπὸ τὴ θεσσαλικὴ Μαγνησία, ἀπὸ τὴν ὁποία χωρίζεται μὲ στενό πορθμό. μὲ πολλὰ χρήματα˙ Ὁ Ἡροδοτος γράφει ὅτι ἦταν 30 τάλαντα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ Θεμιστοκλῆς ἔδωσε 5 στὸν Εὐρυβιάδη, 3 στὸ ναύαρχο τῶν Κορινθίων Ἀδείμαντο, καὶ τὰ ὑπόλοιπα τὰ κράτησε ὁ ἴδιος. ὁ Ἀρχιτέλης ἦταν Ἀθηναῖος τριήραρχος, δηλ. εἶχε ἀναλάβει μ’ ἔξοδά του τὴ συντήρηση τοῦ πλοίου καὶ του πληρώματος (βλ. καὶ χορηγὸς σημ. σελ. 90). ἱερὸ πλοῖο· ἱερὰ πλοῖα ἦταν ἡ Πάραλος καὶ ἡ Σαλαμινία, ποὺ εἶχαν ὡς ἔργο νὰ μεταφέρνουν τὶς θεωρίες στὴ Δῆλο καὶ νὰ ἐκτελοῦν διάφορες ἐπίσημες ἀποστολές. τὸ ἀσημένιο τάλαντο (στὴν ἀρχαία: «τάλαντον ἀργυρίου), μονάδα βάρους (26 κιλῶν καὶ 200 γραμμαρίων). Ἀργότερα χρησίμευε καὶ ὡς νομισματικὴ μονάδα. Τὸ ἀττικὸ τάλαντο εἶχε τὴν ἀκόλουθη ὑποδιαίρεση: 1 τάλαντο = 60 μνὲς (ἀρχ. μναῖ)· 1 μνᾶ = 100 δραχμές· 1 δραχμὴ = 6 ὀβολοί. Σελ. 31 Κεφ. 8. Φανίας, βλ. 1,2. ἐμβλήματα· τὸ ἔμβημα (στὴν ἀρχαία: τὸ ἐπίσημον ἤ παράσημον) ἦταν εἰκόνα στὴν πλώρη ἢ στὴν πρύμη τοῦ πλοίου, ποὺ χρησίμευε σὰν κόσμημα καὶ σὰ διακριτικό του σημάδι˙ οἱ εἰκόνες αὐτὲς παρίσταναν θεοὺς ἤ ἥρωες καί, ὅπως πίστευᾳν οἱ ἀρχαῖοι, ἔδιωχναν τὶς κακοκαιρίες καὶ κάθε κακὸ συναπάντημα (ἀντιστοιχοῦν μὲ τὶς σημερινὲς γοργόνες ἢ φιγοῦρες τῶν καραβιῶν). πολεμικὰ ἐμβατήρια (ἀρχ. παιᾶνες), πολεμικὰ ἐνθουσιαστικὰ ἄσματα ποὺ τραγουδοῦσαν οἱ στρατιῶτες, ὅτᾳν προχωροῦσαν στὴ μάχη. Πίνδαρος, ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες λυρικούς. Γεννήθηκε τὸ 418 π.Χ. στὶς Κυνὸς Κεφαλὲς τῶν Θηβῶν καὶ πέθανε τὸ 438 π.Χ. στὸ Ἄργος. Ἔγραψε ὕμνους σὲ θεοὺς ἤ ἥρωες καὶ ἀνθρώπους. Τὰ ἔργα του ἦταν πολλά. Ἀπ’ αὐτὰ σώθηκαν μόνο οἱ ὕμνοι σὲ νικητὲς τῶν πανελλήνιων ἀγώνων ποὺ ἔχουν τὸν τίτλο «Ἐπίνικοι». Ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔχομε μόνο μερικὰ ἀποσπάσματα. Οἱ στίχοι ποὺ παραθέτει ἐδῶ ὁ Πλούτ. εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ ποίημα ποὺ δὲν ἔχει σωθῆ. Ἱστιαία (ἀρχ. Ἑστίαια ἤ Ἱστίαια), ἀρχαιότατη πόλη τῆς Εὐβοίας κατὰ τὰ βόρεια παράλια τῆς νήσου, δυτικὰ τοῦ Ἀρτεμισίου. ἡ Ὀλιζώνα, πόλη στὸ νότιο μέρος τῆς θεσσαλικῆς Μαγνησίας,
79

ἴσως τὸ σημερινὸ Τρίκερι. Ὅλη ἡ παραλία ἐκείνη τῆς Θεσσαλίας ἦταν ἄλλοτε τὸ βασίλειο τοῦ Φιλοκτήτη, ὁμηρικοῦ βασιλιᾶ, ποὺ πῆρε μέρος στὸν τρωικὸ πόλεμο καὶ σκότωσε ἀνάμεσα σὲ ἄλλους καὶ τὸν Πάρη, τὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Τροίας Πριάμου. Ὁ Φιλοκτήτης ἦταν φημισμένος ὡς ἱκανὸς τοξότης. Ἄρτεμη, μεγάλη θεά, ἀδερφὴ τοῦ Ἀπόλλωνα. Εἶχε πατέρα τὸ Δία καὶ μητέρα τὴ Λητώ. Πίστευαν ὅτι προστάτευε τὰ δάση, τὰ βουνά, τὸ κυνήγι, τοὺς ναυτικοὺς καὶ τοὺς τοκετούς. Στὸ Ἀρτεμίσιο εἶχε τὴν ἐπωνυμία τῆς Προσηώας, δηλ. τῆς Ἀνατολικῆς. Ἀπ’ αὐτὴν ὀνομάστηκε καὶ τὸ ἀκρωτήριο Ἀρτεμίσιο. ζαφορά, ἢ ζαφουρὰ (σαφρὰς) λέγεται καὶ κρόκος, φυτὸ βολβόριζο ποὺ ἔχει κίτρινα καὶ εὐωδιαστὰ ἄνθη ἀπ’ αὐτὰ κατασκευάζεται κίτρινη οὐσία ποὺ χρησιμεύει γιὰ τὴν ἀκίνδυνη χρώση τυριῶν, ζυμαρικῶν κτλ. τὸ ἐλεγεῖο ἢ ἡ ἐλεγεία, ποίημα συνταγμένο σὲ δίστιχες στροφές˙ ὁ δεύτερος στίχος κάθε στροφῆς ἔχει μερικὲς συλλαβὲς λιγότερες ἀπὸ τὸν πρῶτο. Τὸ ἐλεγεῖο ποὺ παραθέτει ἐδῶ ὁ Πλούτ. πιστεύεται πὼς εἶναι τοῦ ποιητῆ Σιμωνίδη τοῦ Κείου (βλ. σημ. σελ. 86). Σελ. 33 Κεφ. 9. Θερμοπύλες, τὰ στενὰ ποὺ σχηματίζονται ἀνάμεσα στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ Καλλιδρόμου καὶ στὸ Μαλιακὸ κόλπο· τὴν ἀρχαία ἐποχὴ εἶχε μῆκος 1 χιλιόμ. καὶ πλάτος περίπου 60 μ. Στὰ στενὰ αὐτὰ ἔγινε ἡ περίφημη μάχη τὸ 480 π.Χ. ὅπου ὁ Λεωνίδας μαζὶ μὲ 300 Σπαρτιάτες ἔπεσε ἡρωικά. Ἡ εἴδηση τῆς μάχης καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της μεταδόθηκε μὲ ἀγγελιοφόρους στοὺς Ἕλληνες ποὺ ἦταν στὸ Ἀρτεμίσιο καὶ ἔφερε μεγάλη ἀναταραχή. χωρὶς ἄλλο θὰ ἀγκυροβολοῦσαν οἱ ἐχθροί, γιὰ νὰ προμηθευτοῦν νερό, ἑπομένως μέρη μὲ πηγές. ἢ θὰ πήγαιναν νὰ κρυφτοῦν, δηλ. μέρη ἀσφαλισμένα σὲ περίπτωση τρικυμίας. Ἴωνες· οἱ πρῶτες ἰωνικὲς πόλεις τῆς Μ. Ἀσίας ἦταν ἀποικίες τῆς Ἀθήνας καὶ γενικὰ οἱ Ἴωνες θεωροῦσαν τὴν Ἀθήνα ὡς μητρόπολη· γι’ αὐτὸ στὶς ἐπιγραφὲς ποὺ σκάλιζαν ἐπάνω στὶς πέτρες ὑπενθύμιζαν οἱ Ἀθηναῖοι ὅτι εἶναι πατέρες τους. Οἱ Ἴωνες, ὑποδουλωμένοι στοὺς Πέρσες, εἶχαν στρατολογηθῆ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς λαοὺς τοῦ περσικοῦ κράτους, διατηροῦσαν ὅμως στὴν ψυχή τους τὴν ἐθνική τους συνείδηση καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Πέρσες δὲν τοὺς εἶχαν πολλὴ ἐμπιστοσύνη. περνώντας τὴ Δωρίδα˙ ὁ Ξέρξης μετὰ τὴ μάχη τῶν Θερμοπυλῶν
80

κατέβηκε πρὸς τὰ κάτω, πέρασε τὴ Δωρίδα, καὶ ἀπὸ τὸ πάνω μέρος, δηλ. ἀπὸ τὴν Οἴτη, μπῆκε στὴ Φωκίδα, ὅπου ἔκαψε τὶς πόλεις, γιατὶ οἱ Φωκεῖς δὲν ἤθελαν νἀ προσχωρήσουν στοὺς Πέρσες· ἔπειτα συνέχισε τὴν πορεία του, μπῆκε στὴν Ἀττικὴ καὶ ἔφτασε ὡς τὴν Ἀκρόπολη. ἀπὸ τὴ μιὰ θάλασσα στὴν ἄλλη, δηλ. ἀπὸ τὸ Λέχαιο (τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου) ὡς τὶς Κεγχρεὲς (τοῦ Σαρωνικοῦ). Σελ. 35 Κεφ. 10. σὲ παράσταση τραγωδίας· στὸ ἀρχαῖο θέατρο πολλὲς φορὲς κατὰ τὴν παράσταση τραγωδίας ὁ ποιητὴς σκηνοθετοῦσε τὴν ἐμφάνιση θεοῦ ἤ θεᾶς, ποὺ μὲ τὸ χειρισμὸ κάποιου μηχανήματος φαινόταν ὅτι κατέβαινε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ («ὁ ἀπὸ μηχανῆς θεός»)· ἡ θεία αὐτὴ ἐμφάνιση ἔδινε τὴ λύση τοῦ δράματος. δράκοντας λεγόταν τὸ φίδι πού, ὅπως πίστευαν, ζοῦσε στὸ ναὸ τῆς Ἀθηνᾶς στὴν Ἀκρόπολη, κρυμμένος κάτω στὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία ἔβγαινε καὶ ἔπαιρνε τὶς προσφορὲς ποὺ τοῦ παράθεταν οἱ ἱερεῖς, δηλαδὴ κάθε μήνα πίτα ζυμωμένη μὲ μέλι (μελιτόεσσα) καὶ κάθε μέρα ἐκλεκτὲς τροφές· τὸ φίδι αὐτὸ πίστευαν πὼς ἦταν φύλακας τοῦ ναοῦ («οἰκουρὸς ὅφις»). «ξύλινο τεῖχος»· ὁ χρησμὸς ποὺ ἔδωσε τότε τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν ἔλεγε πὼς οἱ Ἀθηναῖοι μποροῦν νὰ σωθοῦν μόνο μὲ «τεῖχος ξύλινο» χωρὶς νὰ διευκρινίζη τὶ ἐννοοῦσε μὲ αὐτό· ὁ Θεμιστοκλῆς ὅμως ἔδινε τὴν ἐξήγηση ὅτι τὰ ξύλινα τείχη ποὺ ἔλεγε ὁ χρησμὸς ἦταν τὰ πλοῖα. Αὐτὰ διηγεῖται καὶ ὁ Ἡρόδοτος. τὴ Σαλαμίνα· γιὰ τὴ Σαλαμίνα, ὅπου ἤθελε ὁ Θεμιστοκλῆς νὰ γίνη ἡ ναυμαχία, ὁ χρησμὸς ἔλεγε: «ὦ θεία Σαλαμίνα, ἐσὺ θὰ στείλης στὸν ὄλεθρο παιδιὰ γυναικῶν». Καὶ πολλοὶ ἐξηγοῦσαν ὅτι ὁ χρησμὸς μὲ τὶς λέξεις «παιδιὰ γυναικῶν», ὑπονοοῦσε τοὺς Ἕλληνες, ἐνῶ ὁ Θεμιστοκλῆς ὑποστήριζε ὅτι ὑπονοοῦσε τοὺς Πέρσες, γιατὶ ἀλλιῶς δὲ θὰ ἔλεγε τὴ Σαλαμίνα «θεία» (δηλ. εὐλογημένη ἀπὸ τοὺς θεούς), παρὰ θὰ τὴν ὀνόμαζε «δεινὴν» ἢ «σχετλίαν» (φοβερή, καταραμένη). Τροιζήνα, πόλη τῆς Ἀργολίδας κοντὰ στὸ Σαρωνικὸ κόλπο (σήμερα λέγεται Δαμαλάς)· κατὰ τὸν Ἡρόδοτο, ἄλλοι Ἀθηναῖοι ἔφεραν τὶς οἰκογένειές τους στὴν Αἴγινα καὶ στὴ Σαλαμίνα. ὀβολός, τὸ 1/6 τῆς ἀττικῆς δραχμῆς (βλ. τάλαντο, σημ. σελ. 93) νὰ πληρώνουν γι’ αὐτὰ μιστοὺς σὲ δασκάλους˙ οἱ κάτοικοι τῆς Τροιζήνας φρόντισαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα, νὰ πληρώνουν ἀκόμη καὶ δασκάλους γιὰ τὰ προσφυγόπουλα τῶν Ἀθηναίων. Ἡ φροντίδα αὐτὴ

μέσα στὴ μεγάλη ἐκείνη ἀναταραχὴ δείχνει τὴ μεγάλη σημασία ποὺ ἔδιναν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στὴν ἐκπαίδευση. βουλὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου, σῶμα ποὺ ἀρχικὰ εἶχε τὴν ἀνώτερη δικαστική, νομοθετικὴ καὶ ἀστυνομικὴ ἐξουσία˙ μετὰ τὴν ὁριστικὴ διαμόρφωση τῆς δημοκρατίας τὰ δικαιώματα του περιορίστηκαν μόνο σὲ δικαστικὲς ὑποθέσεις (δίκες γιὰ φόνο κτλ.). Ἀριστοτέλης, ὁ μεγάλος ἀρχαῖος φιλόσοφος ποὺ γεννήθηκε στὰ Στάγειρα τῆς Μακεδονίας τὸ 384 π.Χ., δάσκαλος τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, ἱδρυτὴς περιώνυμης φιλοσοφικῆς σχολῆς στὴν Ἀθήνα (τῆς «περιπατητικῆς»). Πέθανε τὸ 322 π.Χ. στὴ Χαλκίδα. Ἔγραψε πολλὰ φιλοσοφικὰ καὶ ἐπιστημονικὰ συγγράμματα. Αὐτὸ ποὺ ἀναφέρει ἐδῶ ὁ Πλούτ. γιὰ τὴ βουλὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου περιέχεται στὸ ἔργο τοῦ Ἀριστοτέλη «Ἀθηναίων Πολιτεία». Σελ. 37 Κλείδημος, ἱστοριογράφος Ἀθηναῖος ποὺ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῶν περσικῶν πολέμων καὶ ἔγραψε ἱστορία τῆς Ἀττικῆς. τὸ κεφάλι τῆς Γοργόνας, τὸ γοργόνειο, ἦταν ἡ χρυσὴ κεφαλὴ τῆς Γοργόνας Μέδουσας ποὺ κοσμοῦσε τὴν ἀσπίδα (ἤ αἰγίδα) ἀρχαίου αγάλματος τῆς Ἀθηνᾶς ποὺ ἦταν στὸ ναὸ τοῦ Ἐρεχθείου στὴν Ἀκρόπολη. Φαίνεται πὼς τὸ κόσμημα αὐτὸ ἦταν προσθετὸ καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἤθελαν νὰ τὸ πάρουν μαζί τους. πρὸς τὸ νησί, δηλ. πρὸς τὴ Σαλαμίνα. Ξάνθιππος πατέρας τοῦ Περικλῆ· ἔδρασε κατὰ τοὺς μηδικοὺς πολέμους. Ἦταν καὶ αὐτὸς ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους ποὺ ἄφησαν τὴν πόλη, ὅταν πλησίαζαν οἱ Πέρσες, καὶ ἀγωνίστηκε στὴ Σαλαμίνα. Τὸ ἑπόμενο ἔτος διαδέχτηκε τὸ Θεμιστοκλῆ στὴν ἀρχηγία τοῦ ἀθηναϊκοῦ στόλου καὶ συνέχισε τὸν ἀγώνα. Οἱ Ἀθηναῖοι τιμώντας τὶς ὑπηρεσίες του τοῦ ἔστησαν ἀνδριάντα στὴν Ἀκρόπολη. «Κυνὸς σῆμα»˙ τὸ ὄνομα αὐτὸ ἔδιναν οἱ ἀρχαῖοι σὲ πολλὰ ἀκρωτήρια· ἐδῶ λέγεται γιὰ τὸ ἀκρωτήριο τῆς Σαλαμίνας ἀντίκρυ στὴν Ἀττική, ὅπου ἀποβιβάζονταν οἱ Ἀθηναῖοι. Τὸ ὄνομα αὐτὸ διατήρησε ὡς τὰ χρόνια τοῦ Πλουτάρχου (τὸν 1. μ.Χ. αἰώνα). Κεφ. 11. εἶχε ἐξοστρακισθῆ πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο ὁ Ἀριστείδης, βλ. σημ. σελ. 91. γιὰ ὁρισμένο χρόνο, συνήθως ὁ ἐξοστρακισμὸς διαρκοῦσε 5 - 10 ἔτη. Σελ. 39
82

Εὐρυβιάδης, βλ. σημ. σελ. 92. τὰ περίφημα ἐκεῖνα λόγια˙ ὁ Ἡρόδοτος στὴν ἱστορία του γράφει πὼς τὰ λόγια αὐτὰ τὰ εἶπε ὁ Ἀδείμαντος, ὁ στρατηγὸς τῶν Κορινθίων. ἄνθρωπος χωρὶς πατρίδα, γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἀφήσει τὴν πόλη τους· τὰ διακόσια πλοῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ 180 ἦταν μὲ πλήρωμα ἀθηναϊκὸ καὶ τὰ 20 τὰ εἶχαν δώσει στοὺς Χαλκιδεῖς. ἂν μᾶς προδώσετε γιὰ δεύτερη φορά· γιὰ τὴν πρώτη προδοσία βλ. κεφ. 9,3 - 4. τὰ καλαμάρια (τὰ γνωστὰ κεφαλόποδα μαλάκια) ἔχουν στὸ ἐσωτερικό τους ἕνα κόκαλο ποὺ λέγεται ξίφος ἤ μαχαίρι. Κεφ. 12. ἡ κουκουβάγια, ἦταν ἱερὸ πτηνὸ τῆς Ἀθηνᾶς τὸ πέταγμά της ἀπὸ τὰ δεξιὰ τὸ θεωροῦσαν αἴσιο οἰωνό. Σελ. 41 παιδαγωγός, δοῦλος ποὺ ὁδηγοῦσε τὰ παιδιὰ στὸ σχολεῖο (ἐνῶ παιδοτρίβης λεγόταν ὁ δάσκαλος τῆς γυμναστικῆς· βλ. λ. μαθήματα, σημ. σελ. 86). Κατὰ τὸν Αἰσχύλο ὁ Σίκιννος ἦταν Ἕλληνας καὶ ὄχι Πέρσης αἰχμάλωτος. ὅλο τὸ πέραμα, δηλ. τὸ στενὸ ἀνάμεσα στὴ Σαλαμίνα καὶ τὴν Ἀττική˙ τὰ κοντινὰ νησιά, δηλ. τὰ νησάκια ποὺ εἶναι μπροστὰ στὰ Μέγαρα, ἐπίσης τὴ Λέρο καὶ τὶς Φαρμακοῦσες (ποὺ σήμερα λέγονται Κυράδες), καθὼς καὶ τὸ ἐρημονήσι Ψυττάλεια. Σελ. 43 Κεφ. 13. μόλις ξημέρωσε· εἶναι ἡ ἱστορικὴ μέρα τῆς 28 Σεπτεμβρίου τοῦ 480 π.Χ. Φανόδημος, Ἕλληνας ἱστοριογράφος ποὺ ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4. αἰ. π.Χ. πιὸ πάνω ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ Ἡρακλῆ· ὁ ναὸς αὐτὸς τοῦ ῾Ἡρακλῆ (ποὺ λεγόταν «Ἡράκλειο») ἦταν στοὺς πρόποδες τοῦ Αἰγάλεου, κοντὰ στὸ σημερινὸ Κερατσίνι, ὅπου καὶ τὸ πέραμα. Ἐκεῖ στοὺς τελευταίους πρόποδες τοῦ βουνοῦ, πάνω σὲ λοφίσκο, εἶχε στηθῆ ὁ θρόνος τοῦ Ξέρξη ἀπ’ ὅπου μποροῦσε νὰ ἀντικρίζη τὴ Σαλαμίνα καὶ νὰ παρακολουθῆ ἄνετα ὅλα ὅσα θὰ διαδραματίζονταν στὴ θάλασσα. Ἀκεστόδωρος, Ἕλληνας ἱστορικὸς ἀπὸ τὴ Μεγαλόπολη ποὺ ἔζησε τὸν 3. αἰ. π.Χ. καὶ ἔγραψε ἕνα ἔργο «Περὶ πόλεων»· αὐτὸς ἀπὸ σύγχυση στὶς τοπωνυμίες νομίζει ὅτι ὁ θρόνος τοῦ Ξέρξη εἶχε στηθῆ στὰ Κέρατα
83

τῆς Μεγαρίδας, στὸ σημερινὸ Μεγάλο Πεῦκο, γιατὶ καὶ ἡ τοποθεσία ἐκείνη τοῦ Αἰγάλεου λεγόταν Κέρατα. χρυσὸς θρόνος, ἀπὸ ἄλλη πηγὴ ξέρομε ὅτι ὁ θρόνος τοῦ Ξέρξη ἦταν «ἀργυρόπους», εἶχε δηλ. ἀσημένια πόδια. Αὐτὸς ἀργότερα κατατέθηκε μαζὶ μὲ ἄλλα λάφυρα στὸ ναὸ τῆς Ἀθηνᾶς, στὴν Ἀκρόπολη. Κεφ. 14. Αἰσχύλος, ὁ μεγάλος τραγικὸς ποιητὴς ποὺ γεννήθηκε στὴν Ἐλευσίνα τὸ 525 π.Χ. καὶ πέθανε στὴ Γέλα τῆς Σικελίας τὸ 456 π.Χ. Ἔγραψε 90 δράματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα σώθηκαν μόνο 7. Ἕνα ἀπ’ αὐτὰ μὲ τὸν τίτλο «Πέρσες» ἔχει ὡς θέμα τὴ νίκη τῶν Ἑλλήνων στὴ Σαλαμίνα. Ὁ ποιητὴς εἶχε πάρει μέρος καὶ ὁ ἴδιος στὴ ναυμαχία. ἡ ἀναλογία (τοῦ περσικοῦ στόλου πρὸς τὸν ἑλληνικό), γιατὶ ὁ Αἰσχύλος ἀναφέρει πρὶν καὶ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἑλληνικῶν πλοίων. ἑκατὸν ὀγδόντα˙ τὰ πλοῖα τῶν Ἀθηναίων ἦταν διακόσια, εἶχαν δώσει ὅμως τὰ εἴκοσι στοὺς Χαλκιδεῖς. τοξότες, ποὺ εἶχαν κύριο ἐπιθετικὸ ὅπλο τὸ τόξο μὲ τὸ ὁποῖο ἔριχναν βέλη - ὁπλίτες, οἱ βαριὰ ὁπλισμένοι. τὴν κατάλληλη ὥρα· συνήθως κατὰ τὶς 9 τὸ πρωὶ ἀρχίζει νὰ πνέη στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ μπάτης. Σελ. 45 Ἀριαμένης, μεγαλύτερος ἀδερφὸς τοῦ Ξέρξη, διεκδικητὴς τοῦ θρόνου. Ἀμεινίας, ἀδερφὸς τοῦ ποιητῆ Αἰσχύλου· ὁ ἄλλος ἀδερφός του ὁ Κυναίγειρος ἔπεσε ἡρωικὰ στὸ Μαραθώνα. Δεκέλεια, τὸ σημερινὸ Τατόι τῆς Ἀττικῆς. Σωκλῆς, (ἀπὸ τὴν Παλλήνη, ἀρχαῖο δῆμο τῆς Ἀττικῆς κοντὰ στὸ σημερινὸ Χαρβάτι) ἦταν καὶ αὐτὸς στὸ ἴδιο πλοῖο μὲ τὸν Ἀμεινία, δηλ. τὸ πλοῖο αὐτὸ εἶχε δύο τριηράρχους. Ἀρτεμισία, βασίλισσα τῆς Ἀλικαρνασσοῦ τῆς Καρίας ποὺ εἶχε προσφέρει στὸν Ξέρξη 5 πλοῖα καὶ διακρίθηκε κατὰ τὴ ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας· (ἄλλη, πολὺ μεταγενέστερη, εἶναι ἡ Ἀρτεμισία ἡ γυναίκα τοῦ Μαυσώλου, βασίλισσα καὶ αὐτὴ τῆς Καρίας ἐπὶ Μ. Ἀλεξάνδρου, ποὺ κατασκεύασε πρὸς τιμὴ τοῦ συζύγου της τὸ περίφημο Μαυσωλεῖο.) Κεφ. 15. τὸν θριάσιο κάμπο τῆς Ἐλευσίνας, ποὺ λεγόταν «Θριάσιον πεδίον». Ἴακχος, τὸ ξύλινο ἄγαλμα (ξόανο) τοῦ Ἰάκχου ποὺ συνδέεται μὲ τὸ θεὸ Διόνυσο καὶ ποὺ τὸ ἔφερναν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα μέσο τῆς Ἱερᾶς ὁδοῦ στὴν Ἐλευσίνα μὲ τραγούδια, χοροὺς καὶ λαμπάδες. Λέγεται μυστικὸς ὁ
84

Ἴακχος ἀπὸ τοὺς μύστες (τοὺς πιστοὺς) ποὺ τὸν συνόδευαν. Αἰακίδες, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Αἰακοῦ, μυθικοῦ βασιλιᾶ τῆς Αἴγινας (δηλ. ὁ Πηλέας, οἱ ἀδερφοί του Τελαμῶν καὶ Φῶκος, ἐπίσης ὁ Ἀχιλλέας, γιὸς τοῦ Πηλέα κ.λπ.) ἐμβλήματα τοῦ πλοίου, βλ. σημ. σελ. 93. Σελ. 47 Φλυά, βλ. σημ. σελ. 86. Σιμωνίδης, βλ. σημ. σελ. 86. τὸ ἐνδιάμεσο στενό, ποὺ εἶναι ἀνάμεσα στὴ Σαλαμίνα καὶ τὴν ἀπέναντί της ἀκτὴ τῆς Ἀττικῆς. νὰ διαλύσουν τὴ γέφυρα ποὺ εἶχε στήσει ἐκεῖ ὁ Ξέρξης· ὁ Ξέρξης εἶχε διατάξει καὶ ἔστησαν γεφυρώματα στὸ πιὸ στενὸ μέρος τοῦ Ἑλλησπόντου, ἀνάμεσα στὴν Ἄβυδο καὶ στὴ Σηστό, γιὰ νὰ περάση τὸ στρατό του ἀπὸ τὴν Ἀσία στὴν Εὐρώπη. νὰ πιάσωμε τὴν Ἀσία (δηλ. ποιόν;)· χρησιμοποιεῖ ὄχι ἀπευθείας τὸ ὄνομα ποὺ θέλει, ἀλλὰ κάποιο ποὺ ἔχει παρόμοιο νόημα (ἀντονομασία). κάτω ἀπὸ χρυσοΰφαντη σκηνή· εἶναι ἡ σκηνὴ ποὺ εἶχε στηθῆ σὰν περίπτερο καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Ξέρξης, καθισμένος στὸ θρόνο του, παρακολουθοῦσε τὴ ναυμαχία. Σελ. 49 Μαρδόνιος, Πέρσης στρατηγός, γαμπρὸς τοῦ Δαρείου τοῦ Α΄, ποὺ εἶχε ὑποτάξει τὶς ἑλληνικὲς πόλεις τῆς Ἰωνίας. Μετὰ τὴ φυγὴ τοῦ Ξέρξη (τὸ 480 π.Χ.) τοῦ ἀνατέθηκε ἡ ἀρχηστρατηγία. Πολέμησε, νικήθηκε καὶ σκοτώθηκε στὶς Πλαταιές. Ἀπὸ τὴ συντριβὴ τοῦ Μαρδονίου φάνηκε ὅτι ἡ δύναμη τῶν Περσῶν στὴν ξηρὰ δὲν ἦταν ὁλότελα ἀκαταμάχητη (πρβλ. κεφ. 7,5). Κεφ. 17. ἀπὸ τὸ βωμὸ τοῦ θεοῦ, ἐνν. τοῦ Ποσειδώνα. Στὶς ψηφοφορίες ἔθεταν πολλὲς φορὲς τὶς ψήφους πάνω στὸ βωμὸ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ τὶς ἔπαιρναν οἱ ψηφοφόροι. Ἐδῶ οἱ στρατηγοὶ θὰ ψήφιζαν, γιὰ νὰ ποῦν ποιὸς ἀναδείχτηκε κατὰ τὴ γνώμη τους πρῶτος καὶ ποιὸς δεύτερος στὴν ἀντρεία καὶ στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν Περσῶν. στοὺς ἀμέσως ἑπόμενους Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, ποὺ ἔγιναν ἔπειτα ἀπὸ τὴ ναυμαχία στὴ Σαλαμίνα, δηλ. τὸ 476 π.Χ. (βλ. λ. Ὀλυμπία, σημ. σελ. 89). Σελ. 51
85

Κεφ. 18. τὴ δόξα· ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς κυνηγοῦσε τὴ δόξα τὸ εἶπε ὁ Πλούτ. καὶ παραπάνω (βλ. κεφ. 3, 4 καὶ 5, 3). ναύαρχος˙ στὴν Ἀθήνα σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς δέκα στρατηγοὺς ἀνάθεταν τὴν ἀρχηγία τοῦ στόλου μὲ τὸν τίτλο τοῦ ναυάρχου. ὅπως σ’ ἕνα πλατάνι κτλ., παρομοίωση (πρόσεξε καὶ ἀνάλυσε τὰ στοιχεῖα της). ἀπὸ τὴ Σέριφο· ἡ Σέριφος εἶναι νησὶ τῶν Κυκλάδων οἱ κάτοικοί του ἦταν Ἴωνες, σύμμαχοι πάντοτε τῶν Ἀθηναίων. ἕνα μύθο˙ πρόσεξε τα στοιχεῖα τοῦ μύθου καὶ τὶς παρομοιώσεις (ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ ὁ νεώτερος στρατηγὸς ἡ γιορτὴ καὶ ἡ ἀκόλουθη μέρα κτλ.) Ποιό εἶναι τὸ ἐπιμύθιο; ἄν τότε δὲν εἶχα γίνει ἐγώ, δηλ. κατὰ τοὺς ἀγῶνες ἐναντίον τῶν Περσῶν. Σελ. 53 Κεφ. 19, νὰ ἀνοικοδομῆ· γιατὶ ἡ Ἀθήνα εἶχε καταστραφῆ τὸ 480 π.Χ. ἀπὸ τὸν Ξέρξη καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος ἀπὸ τὸ Μαρδόνιο. Θεόπομπος, ἱστορικὸς ἀπὸ τὴ Χίο. Γεννήθηκε τὸ 376 π.Χ. καὶ ἔγραψε ἱστορικὰ βιβλία, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μόνο ἀποσπάσματα σώθηκαν. τὰ λιμάνια τοῦ Πειραιᾶ, δηλ. ἡ Μουνιχία (σήμερα Τουρκολίμανο) ἡ Ζέα (σήμερα Πασαλιμάνι) καὶ τὸ κεντρικὸ πειραϊκὸ λιμάνι μὲ τὸ πολεμικὸ τμῆμα (τὸν Κάνθαρο) καὶ τὸ ἐμπορικὸ (τὸ «Ἐμπόριον»). ὁ θρύλος γιὰ τὴν Ἀθηνᾶ˙ κατὰ τὴν παράδοση ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὁ Ποσειδῶν εἶχαν φιλονικήσει γιὰ τὴν κατοχὴ τῆς Ἀθήνας· καὶ ἡ Ἀθηνᾶ ἔκαμε νὰ φυτρώση στὴν Ἀκρόπολη ἡ ἐλιὰ ποὺ ἦταν ἄγνωστη ὡς τότε στὴν Ἀθήνα, ἐνῶ ὁ Ποσειδῶν χτύπησε μὲ τὴν τρίαινά του τὸ βράχο καὶ ἀνάβλυσε πηγὴ θαλασσινοῦ νεροῦ· ἀλλὰ τὸ δῶρο τῆς Ἀθηνᾶς θεωρήθηκε ἀνώτερο καὶ ἔτσι ἀναγνωρίστηκε ἡ κυριαρχία της στὴν Ἀθήνα, ποὺ ἀπὸ τότε πῆρε τὸ ὅνομά της (πρὶν λεγόταν Κεκροπία ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Κέκροπα ποὺ ἦταν ἱδρυτὴς καὶ πρῶτος βασιλιᾲς τῆς Ἀθήνας). Ἡ σκηνὴ τῆς φιλονικίας Ἀθηνᾶς καὶ Ποσειδώνα εἶχε ἀπεικονιστῆ μὲ ἀνάγλυφη παράσταση στὸ δυτικὸ ἀέτωμα τοῦ Παρθενώνα. Σελ. 55 στοὺς δικαστές· κριτὲς στὴ φιλονικία, ἦταν κατὰ τὴν παράδοση οἱ ἄλλοι θεοί, ἤ, σύμφωνα μὲ ἄλλη ἐκδοχή, ὁ Κέκροπας. «ἐζύμωσε τὸν Πειραιὰ» μὲ τὴν Ἀθήνα, μεταφορικὴ ἔκφραση (πῶς θὰ τὸ λέγαμε μὲ κυριολεξία;)
86

Ἀριστοφάνης, ὁ περίφημος Ἀθηναῖος κωμικὸς ποιητὴς (452 - 385 π. Χ.)· αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται ἐδῶ περιέχεται σὲ μιὰ κωμωδία του ποὺ ἔχει τὸν τίτλο «Ἱππεῖς». τὴν Ἀθήνα τὴν ἔδεσε μὲ τὸν Πειραιὰ καὶ ὄχι τὸν Πειραιὰ μὲ τὴν Ἀθήνα (ἀντίθεση· ποιό εἶναι τὸ νόημά της;) Πνύκα, ὕψωμα στὰ δυτικὰ τῆς Ἀκρόπολης, κοντὰ στὸ σημερινὸ Ἀστεροσκοπεῖο, ὅπου κατὰ τὴν ἀρχαιότητα συγκεντρωνόταν ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου. οἱ τριάκοντα τύραννοι˙ οἱ ἄρχοντες ποὺ ἐγκαθιδρύθηκαν στὴν Ἀθήνα ἀπὸ τοὺς Λακεδαιμονίους τὸ 404 π.Χ., ὕστερ’ ἀπὸ τὴν πανωλεθρία τῶν Ἀθηναίων στοὺς Αἰγὸς ποταμοὺς (στὴν Εὐρωπαϊκὴ ἀκτὴ τοῦ Ἑλλησπόντου) ποὺ σημείωσε τὸ τέλος τοῦ πελοποννησιακοῦ πολέμου. Τοὺς τριάντα τυράννους ἔδιωξε τὸ ἑπόμενο ἔτος (403) ὁ Θρασύβουλος ποὺ μπῆκε στὴν Ἀθήνα μὲ δημοκρατικὸ στρατὸ καὶ ἔφερε πάλι τὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα. Κεφ. 20. Παγασές, ἀρχαιότατη πόλη στὸ μυχὸ τοῦ ὁμώνυμου κόλπου (κοντὰ στὸ σημερινὸ Βόλο), ἐπίνειο τῆς θεσσαλικῆς πεδιάδας· σὲ ἀνασκαφὲς ποὺ ἔγιναν ἐκεῖ βρέθηκαν πολύχρωμες ἐπιτύμβιες στῆλες. οὔτε πιὸ ἄδικη˙ πῶς χαρακτηρίζεται ἡ πρόταση τοῦ Θεμιστοκλῆ, ἡ κρίση τοῦ Ἀριστείδη καὶ ἡ ἀπόφαση τῶν Ἀθηναίων; ἀμφικτυονικὰ συνέδρια˙ ἡ ἀμφικτυονία ἦταν θρησκευτικὸς καὶ πολιτικὸς σύνδεσμος πολλῶν ἑλληνικῶν πόλεων ποὺ εἶχε σκοπὸ τὴν τέλεση κοινῶν θρησκευτικῶν γιορτῶν, τὴν ἀνάπτυξη ἐμπορικῶν σχέσεων καὶ τὴν τήρηση ὁρισμένων κανόνων ἀνθρωπισμοῦ σὲ καιρὸ πολέμου. Ἡ ἀμφικτυονία αὐτὴ τῶν χρόνων τοῦ Θεμιστοκλῆ ἦταν σοβαρὸς θεσμὸς καὶ συνένωσε πολλὲς ἑλληνικὲς πόλεις. Συγκροτοῦσε δύο φορὲς τὸ χρόνο συνέδρια, τὸ φθινόπωρο στὴν Ἀνθήλη (κοντὰ στὶς Θερμοπύλες) καὶ τὴν ἄνοιξη στοὺς Δελφούς. Στὰ συνέδρια αὐτὰ ἔπαιρναν μέρος ἀντιπρόσωποι τῶν πόλεων, πυλαγόρες (ρήτορες) καὶ ἱερομνήμονες (γραμματεῖς). Ἡ ἀμφικτυονικὴ ἰδέα σὲ πιὸ πλατιὰ κλίμακα βρῆκε ἐφαρμογὴ στοὺς νεώτερους χρόνους μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὕστερ’ ἀπὸ τὸν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο (1918) καὶ στὸ σημερινὸ «Ὀργανισμὸ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν» (Ο.Η.Ε.) μετὰ τὸ β’ παγκόσμιο πόλεμο (1948). Σελ. 57 τὸν Κίμωνα, βλ. σημ. σελ. 90. Οἱ Λακεδαιμόνιοι εἶχαν καὶ ἄλλες ἀφορμὲς γιὰ νὰ εἶναι δυσαρεστημένοι μὲ τὸ Θεμιστοκλῆ, ὅπως εἴδαμε
87

στὸ κεφ. 19, 1 - 3. Κεφ. 21. Ἀλλὰ καὶ στοὺς συμμάχους ἔγινε δυσάρεστος ὁ Θεμιστοκλῆς, γιατὶ τοὺς ἐπίεζε νὰ δίνουν χρήματα γιὰ τὸ συμμαχικὸ ταμεῖο ποὺ τὸ διαχειρίζονταν οἱ Ἀθηναῖοι· ἔτσι ἡ συμμαχία ἄρχισε νὰ γίνεται βάρος γιὰ τοὺς συμμάχους τῆς Ἀθήνας. Πειθώ, Βία, Πενία, Ἀπορία· προσωποποιήσεις (ποιές ἐνέργειες ἢ καταστάσεις προσωποποιοῦνται ἐδῶ; τί νόημα ἔχουν οἱ λόγοι τοῦ Θεμιστοκλῆ καὶ ἡ ἀπάντηση ποὺ πῆρε;) Τιμοκρέων, κωμικὸς ποιητής, γνωστὸς καὶ ὡς ἀθλητής, ἀπὸ τὴν Ἰάλυσο τῆς Ρόδου, ἔγραψε πειραχτικὰ τραγούδια καὶ ἐπιγράμματα. Ὅταν ὁ Τιμοκρέοντας ἐξορίστηκε, ζήτησε ἀπὸ τὸ Θεμιστοκλῆ τὴ βοήθειά του γιὰ νὰ γυρίση στὴ Ρόδο, ἀλλὰ ὁ Θεμιστοκλῆς ἀρνήθηκε· ὁ Τιμοκρέοντας τότε μὲ πειραχτικὰ ποιήματα κατηγοροῦσε τὸ Θεμιστοκλῆ ὅτι δωροδοκήθηκε ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους τοῦ Τιμοκρέοντος. Παυσανίας, ὁ Σπαρτιάτης στρατηγὸς καὶ ναύαρχος, ποὺ νίκησε τὸ Μαρδόνιο στὶς Πλαταιὲς (479 π.Χ.). Ἀργότερα ἦρθε σὲ συνεννόηση μὲ τοὺς Πέρσες, καί, ὅταν ἀνακαλύφτηκε ἡ προδοσία του, κατάφυγε στὸ ναὸ τῆς Χαλκιοίκου Ἀθηνᾶς, ὅπου ἔμεινε ἀποκλεισμένος καὶ πέθανε ἀπὸ ἀσιτία. Γιὰ τὸν Ξάνθιππο, βλ. σημ. σελ. 96. Λεωτυχίδης, βασιλιὰς τῆς Σπάρτης, ποὺ ἐπικεφαλῆς τῶν Ἑλλήνων νίκησε τοὺς Πέρστς στὴ Μυκάλη στὴν ξηρὰ καὶ τὴ θάλασσα (479 π.Χ.) Λητώ, ἡ μητέρα τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ τῆς Ἄρτεμης, ποὺ τοὺς γέννησε ὕστερ’ ἀπὸ πολλὲς περιπλανήσεις στὴ Δῆλο (βλ. καὶ λ. Ἄρτεμη, σημ. σελ. 94). ποὺ ἄτιμο πῆρε χρῆμα· γιατὶ νόμιζε ὁ Τιμακρέοντας ὅτι οἱ ἀντίπαλοί του δωροδόκησαν τὸ Θεμιστοκλῆ, γιὰ νὰ μὴ τὸν βοηθήση. Ἰάλυσος, ἀρχαία πόλη τῆς Ρόδου. φίλευε κόσμο στὸν Ἰσθμό· ὁ Τιμοκρέοντας χλευάζει τὸ πενιχρὸ συμπόσιο ποὺ παράθεσε κάποτε ὁ Θεμιστοκλῆς στὸνἸσθμό, ὅταν γίνονταν ἐκεῖ ἀγῶνες. Σελ. 59 Μοῦσα (αρχ. Μοῦσα) οἱ ἀρχαῖοι ποιητὲς συνήθιζαν νὰ ἀρχίζουν τὰ ποιήματά τους μὲ τὴν ἐπίκληση στὴ Μούσα. μὲ τὴν κατηγορία τοῦ μηδισμοῦ, βλ. τὴ φρ. μὲ τὸ μέρος τῶν Μήδων, σημ. σελ. 92. Ὁ Τιμοκρέοντας, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἔφερναν ἀπὸ τὴν ἐξορία, κατάφυγε στὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν καταδικάστηκε τότε ἀπὸ τὸ
88

συμμαχικὸ δικαστήριο σὲ ἰσόβια ἐξορία· ὁ Θεμιστοκλῆς ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀθήνας ψήφισε καὶ αὐτὸς τὴν καταδίκη τοῦ Τιμοκρέοντα. Κεφ. 22. Ἀριστοβούλη· ἔδωσε τὸ ὄνομα αὐτὸ στὴ θεὰ Ἄρτεμη, γιὰ νὰ δηλώση ὅτι ὁ ἴδιος σκέφτεται ὀρθὰ καὶ δίνει ἄριστες συμβουλές. Μελίτη, ἕνας ἀπὸ τοὺς δήμους τῆς Ἀττικῆς, στὸ δυτικὸ μέρος τῆς Ἀθήνας ποὺ περιλάβαινε τὴν Πνύκα καὶ ὅλη τὴ γύρω περιοχή· Ἐκεῖ κοντὰ ἦταν τὸ βάραθρο (πρὸς τὸ σημερινὸ Ἀστεροσκοπείο), ὅπου οἱ ἀρχαῖοι κατακρήμνιζαν τοὺς καταδικασμένους σὲ θάνατο· ὁ δῆμος τῆς Μελίτης ἀνῆκε στὴν Κεκροπίδα φυλή. Τὸν ἐξοστρακισμὸ τοῦ Θεμιστοκλῆ· ὁ ἐξοστρακισμός του ἔγινε τὸ 472 π.Χ. ὅταν ὑπερίσχυσε τὸ ἀντίπαλο κόμμα ποὺ εἶχε ἀρχηγὸ τὸν Κίμωνα (βλ. καὶ λ. ἐξοστρακισμός, σημ. σελ. 91). Σελ. 61 Κεφ. 23. Παυσανίας, βλ. σημ. σελ. 103. ὁ δῆμος τῆς Ἀγρυλῆς ἦταν κατὰ τὸ νότιο μέρος τῆς Ἀθήνας, ἔφτανε ὡς τὸν Ὑμηττὸ καὶ περιλάβαινε τὸν Ἀρδηττό, τὸ ὕψωμα ὅπου ἔδιναν κάθε χρόνο τὸν ὅρκο τους οἱ δικαστὲς τῆς Ἡλιαίας (οἱ ἡλιαστές)· ὁ δῆμος τῆς Ἀργυλῆς ἀνῆκε στὴν Ἐρεχθηίδα φυλή. τὶς προηγούμενες κατηγορίες· ὁ Θεμιστοκλῆς εἶχε κατηγορηθῆ καὶ πρωτύτερα ἀπὸ τοὺς Σπαρτιάτες γιὰ προδοσία, ἀλλὰ οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἀποκρούσει τότε τὴν κατηγορία. Σελ. 63 Κεφ. 24. στὴν Κέρκυρα ποὺ ἄλλοτε τήν εἶχε εὐεργετήσει· ὁ Θεμιστοκλῆς εἶχε ἀνακηρυχτῆ εὐεργέτης τῆς Κερκύρας, καὶ γι’ αὐτὸ εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἀσυλίας. τριάντα τάλᾳντα· γιὰ τὸ τάλαντο βλ. σημ. σελ. 93. ἀπ’ ἐκεῖ πῆγε στὴν Ἤπειρο· οἱ Κερκυραῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τὸν προστατέψουν, ἀπὸ φόβο μήπως δυσαρεστήσουν τοὺς Ἀθηναίους καὶ τοὺς Σπαρτιάτες. Μολοσσοί, ἔθνος τῆς Ἠπείρου· εἶχαν θρησκευτικὸ κέντρο τὴ Δωδώνη, ἐπιβλήθηκαν στοὺς ἄλλους λαοὺς τῆς Ἠπείρου καὶ ἴδρυσαν δικό τους βασίλειο. εἶχε ζητήσει κάτι· ὁ Ἄδμητος εἶχε ζητήσει νὰ γίνη σύμμαχος τῶν Ἀθηναίων, ἀλλὰ κατὰ συμβουλὴ τοῦ Θεμιστοκλῆ ἡ πρότασή του δὲν ἔγινε δεχτή· ἔγινε ἱκέτης του˙ ἱκέτες ἔλεγαν ἐκείνους ποὺ πρόστρεχαν σὲ κάποιο
89

καὶ ζητοῦσαν τὴ βοήθεια ἤ προστασία του σὲ ἔκτακτη στιγμὴ ἀνάγκης· αὐτοὶ κατάφευγαν στὸ βωμὸ ἤ στὴν ἑστία τοῦ σπιτιοῦ καὶ εἶχαν τὸ ἱερὸ δικαίωμα τῆς φιλοξενίας. οἱ Ἀχαρνές, ἀρχαῖος δῆμος τῆς Ἀττικῆς, δυτικὰ τῆς Ἀθήνας, πρὸς τὴν Πάρνηθα, κοντὰ στὸ σημερινὸ Μενίδι. Στησίμβροτος, βλ. σημ. σελ. 87. Σελ. 65 ὅλους καὶ ὅλα, δηλ. τὴ γυναίκα του, τὰ παιδιά του καὶ τὶς οἰκογενειακές του ὑποχρεώσεις. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Στησίμβροτος, δὲν εἶναι ἀληθινά· αὐτὸς μιλεῖ πάντα μ’ ἐχθρικὴ προκατάληψη γιὰ τὸ Θεμιστοκλῆ. Ἰέρων, τύραννος τῶν Συρακουσῶν (478 - 467 π.Χ.) ποὺ ἔφερε τὸ κράτος του σὲ μεγάλη ἀκμή· ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ πλούσιους Ἕλληνες ἡγεμόνες τῆς ἐποχῆς του. Κεφ. 25 Θεόφραστος, φιλόσοφος ἀπὸ τὴν Ἐρεσὸ τῆς Λέσβου (372 - 287 π. Χ.), μαθητὴς τοῦ Ἀριστοτέλη. Ἔγραψε πολλὰ συγγράμματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀξιόλογο εἶναι τὸ ἔργο του «Χαρακτῆρες». στὴν Ὀλυμπία, βλ. σημ. σελ. 90. νὰ καταξεσκίσουν τὴ σκηνὴ τοῦ τυράννου˙ ἀπὸ ἄλλη ἱστορικὴ πηγὴ ξέρομε ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς δικαιολόγησε τὴν πρότασή του λέγοντας ὅτι ὁ Ἱέρων ποὺ δὲ συμμερίστηκε τοὺς μεγάλους κινδύνους τῶν Ἑλλήνων δὲν πρέπει νὰ λαβαίνη μέρος καὶ στὶς πανελλήνιες πανηγυρικὲς συγκεντρώσεις. Θουκυδίδης, ὁ μεγάλος Ἀθηναῖος ἱστορικὸς (471 - 396 π.Χ.) ποὺ ἔγραψε τὴν ἱστορία τοῦ πελοποννησιακοῦ πολέμου. στὴν ἄλλη θάλασσα (στὸ Αἰγαῖο)· ὁ Θεμιστοκλῆς πῆγε ἀπὸ ξηρὰ στὴ Μακεδονία καὶ ἔφτασε στὴν Πύδνα, πόλη τῆς Μακεδονίας, στὴ δυτικὴ πλευρὰ τοῦ Θερμαϊκοῦ κόλπου. Θάσος, νησὶ τοῦ Β. Αἰγαίου στὸ Θρακικὸ πέλαγος, κοντὰ στὸ ἀνατολικὸ ἄκρο τῆς Μακεδονίας· τότε (τὸ 469 π.Χ.) τὴν πολιορκοῦσαν οἱ Ἀθηναῖοι. ναύκληρος εἶναι ὁ ἰδιοχτήτης τοῦ πλοίου. Θεόπομπος, βλ. σημ. σελ. 101. Κεφ. 26. Κύμη, ἀρχαία ἑλληνικὴ πόλη τῆς Μ. Ἀσίας στὰ νότια παράλια τοῦ Ἐλαϊτικοῦ κόλπου. Σελ. 67
90

Αἰγές, μικρὴ πόλη τῆς Μυσίας κοντὰ στὴν Κύμη, πρὸς τὸ ἐσωτερικό. τῆς νύχτας ἄκου τὴ φωνὴ κτλ. προσωποποίηση τῆς νύχτας, ἀντί: πρόσεξε τὸ ὄνειρο ποὺ θὰ δῆς στὸν ὕπνο σου, αὐτὸ θὰ σοῦ δείξη τὶ νὰ κάμης, γιὰ νὰ σωθῆς. ἔγινε μεμιᾶς ἀετός· ἡ μεταμόρφωση τοῦ φιδιοῦ σὲ ἀετὸ προμηνοῦσε κατὰ τὶς δοξασίες ποὺ ἐπικρατοῦσαν τότε, εὐχάριστη ἀλλαγὴ στὴν κατάσταση τοῦ Θεμιστοκλῆ· ὁ ἀετὸς ἦταν σύμβολο τῆς περσικῆς βασιλείας. χρυσὸ ραβδί· τὸ ραβδὶ τοῦ κήρυκα (τὸ «κηρύκειο») εἶχε στὸ ἐπάνω μέρος δύο φίδια συμπλεγμένα, τὸ ἕνα ἀπέναντι στὸ ἄλλο, καὶ τὸ κροτοῦσαν οἱ ἀποσταλμένοι στὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο γιὰ νὰ προτείνουν εἰρήνη· ἐδῶ στὸ ὄνειρο προαναγγέλλει εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια γιὰ τὸ Θεμιστοκλῆ. Σελ. 69 Κεφ. 27. Θουκυδίδης, βλ. σημ. σελ. 105. Χάρων ἀπὸ τὴ Λάμψακο (πόλη τῆς μικρασιατικῆς παραλίας τοῦ Ἑλλησπόντου), ἱστοριογράφος τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. Ἔγραψε τὰ «Περσικὰ» καὶ ἱστορία τῆς Λαμψάκου. μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ξέρξη ἀνέβηκε στὸ θρόνο ὁ γιός του Ἀρταξέρξης ὁ Α΄ (464 - 424 π.Χ.). Ἔφορος, ἀπὸ τὴν Κύμη τῆς Μ. Ἀσίας, ἱστοριογράφος τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. Δείνων, ἀπὸ τὴν Κολοφώνα τῆς μικρασιατικῆς Ἰωνίας, ἱστοριογράφος τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. Κλείταρχος, γιὸς τοῦ Δείνωνα, ἱστοριογράφος καὶ αὐτός, ἔγραψε ἱστορίες τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. Ἡρακλείδης, ἱστοριογράφος ἀπὸ τὴν Κύμη τῆς Μ. Ἀσίας ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῶν διαδόχων τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. τὰ ἐπίσημα χρονικά· ἦταν τὰ ἐπίσημα βιβλία ποὺ βρίσκονταν πιθανῶς στὰ ἀνάχτορα τῶν βασιλέων τῆς Περσίας˙ σ’ αὐτὰ κατάγραφαν τὰ σπουδαιότερα γεγονότα καὶ τὴ χρονολογία τους. Ἀρβάτανος ο χιλίαρχος, δηλ. ὁ ἀρχηγὸς τῶν 1.000 σωματοφυλάκων τοῦ βασιλιᾶ. τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἰσότητα· ἦταν καὶ στοὺς βαρβάρους γνωστὸ ὅτι οἱ Ἕλληνες, καὶ μάλιστα οἱ Ἀθηναῖοι, ἀγαποῦσαν περισσότερο ἀπ’ ὅλα τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἰσότητα.
91

ὁ Θεὸς ποὺ ἐξυψώνει τοὺς Πέρσες· ὁ θεὸς τοῦ καλοῦ ποὺ θέλει τὸ μεγαλεῖο τῶν Περσῶν λεγόταν Ὤρομάζης· ἀντίθετα, ὁ θεὸς τοῦ κακοῦ ἦταν ὁ Ἀρειμάνιος. Φανίας, βλ. σημ. σελ. 85. Ἐρατοσθένης ἀπὸ τὴν Κυρήνη τῆς Ἀφρικῆς γεννήθηκε τὸ 257 π.Χ., ἀστρονόμος, γεωγράφος καὶ φιλόσοφος. Διευθυντὴς τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἀλεξανδρείας. Σελ. 71 Κεφ. 28. σὰν τοὺς καλύτερους μάρτυρες· οἱ ἐχθροί μου στὴν Ἀθήνα μὲ κυνηγοῦν, ἀκριβῶς γιατὶ ἔχω προσφέρει ὑπηρεσίες σ’ ἐσένα. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ καλύτεροι μάρτυρες ποὺ μποροῦν νὰ σὲ πείσουν γιὰ τὶς διαθέσεις μου. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ Θεμιστοκλῆς, μὲ πονηρία, ἐπικαλεῖται ὡς ὑπηρεσίες πρὸς τὸ βασιλιὰ τὰ τεχνάσματα ποὺ εἶχε μηχανευτῆ στὴ Σαλαμίνα καὶ σὲ ἄλλες περιστάσεις γιὰ τὸ καλὸ τῶν Ἑλλήνων, ὅπως τότε ποὺ ἔστειλε τὸ Σίκιννο κτλ. ἱκέτης, βλ. σημ. σελ. 105. τοῦ Δωδωναίου Διός· στὴ Δωδώνη τῆς Ἠπείρου (στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Τομάρου) ὑπῆρχε τὸ περίφημο μαντεῖο τοῦ Δωδωναίου Διός. Ἀπ’ ἐκεῖ ὁ Θεμιστοκλῆς εἶχε πάρει τὸ χρησμὸ νὰ πορευτῆ στὸν ὁμώνυμο τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει τὸ ἴδιο ὄνομα μὲ τὸ Θεό. Τὸ συμπέρασμα ποὺ ἔβγαλε ὁ Θεμιστοκλῆς ἀπὸ τὸ ὄνειρο εἶναι καὶ αὐτὸ κάτι ποὺ κολακεύει τὸ βασιλιά. Σελ. 73 Κεφ. 29. ἡ ὁμιλία τοῦ ἀνθρώπου μοιάζει μὲ χαλιὰ κτλ. παρομοίωση (παρακολούθησε τὴν παραβολὴ αὐτὴ στὶς λεπτομέρειές της. Ποιό εἶναι τὸ νόημά της;) τοῦ χρειάζεται καιρός, ὥσπου νὰ μάθη νὰ μιλῆ περσικά. Εὔλογο πρόσχημα, γιὰ νὰ ἀναβάλη τὴ δυσάρεστη στιγμὴ ποὺ θὰ μιλοῦσε γιὰ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα στὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν. Σελ. 75 τὴ διδασκαλία τῶν μάγων· οἱ μάγοι εἶναι οἱ ἱερεῖς τῶν Περσῶν, ἄνθρωποι σοφοί, ποὺ μελετοῦσαν καὶ δίδασκαν μυστικὲς καὶ μαγικὲς τέχνες καὶ ἑρμήνευαν τὰ δόγματα τῆς θρησκείας τους. Δημάρατος, ὁ βασιλιὰς τῆς Σπάρτης, ποὺ ἐκθρονίστηκε, κατάφυγε στὸ Δαρεῖο τὸ 491 π.Χ. καὶ ἀργότερα παρακολούθησε τὸν Ξέρξη στὴν
92

ἐκστρατεία του ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων. τιάρα, περσικὸ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς· μόνο ὁ βασιλιὰς φοροῦσε τὴν τιάρα ἀνυψωμένη, ἐνῶ οἱ ἄλλοι Πέρσες τὴ φοροῦσαν γερμένη πρὸς τὰ κάτω. Τὸ αἴτημα τοῦ Δημαράτου δείχνει τὸ χαρακτήρα του). αὐτὴ ἡ τιάρα δὲν ἔχει μυαλὸ κτλ., παραβολὴ (ἔτσι καὶ ἐμεῖς λέμε σήμερα: «Τὸ ράσο δὲν κάνει τὸν παπά). στὶς ἑλληνικὲς ὑποθέσεις˙ μετὰ τὸν πελοποννησιακὸ πόλεμο οἱ Πέρσες ἀναμείχτηκαν στὰ ἑλληνικὰ πράγματα, ὥσπου οἱ Ἕλληνες μὲ τὴν ἀνταλκίδειο εἰρήνη (387 π.Χ.) ἀναγνώρισαν τελικὰ τὴν ἐξάρτησή τους ἀπὸ τὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν. θὰ πηγαίναμε χαμένοι κτλ., δηλ, ἂν δὲν εἴχαμε ἐξοριστῆ, θὰ ζούσαμε φτωχοὶ καὶ δὲ θὰ εἴχαμε τώρα τόσα καλὰ (ἡ ἐξορία μᾶς βγῆκε σὲ καλό) γιὰ νὰ προμηθεύεται τὸ ψωμί, τὸ κρασὶ καὶ τὸ προσφάγι του, δηλ. κάθε πόλη γιὰ τὸ εἶδος ποὺ παράγει. ἡ Μαγνησία, πόλῃ τῆς μικρασιατικῆς Ἰωνίας, κοντὰ στὸ Μαίανδρο ποταμό. ἡ Λάμψακος, πόλη στὴν ἀσιατικὴ ἀκτὴ τοῦ Ἑλλησπόντου. ἡ Μυούντα, μικρὴ ἰωνικὴ πόλη στὰ βόρεια τῆς Μιλήτου. Νεάνθης, βλ. σημ. σελ. 85. Φανίας, βλ. σημ. σελ. 85. Περκώτη, πόλη τῆς Μυσίας. Παλαίσκηψη, πόλη τῆς Τρωϊκῆς χώρας. Κεφ. 30. Ἄνω Φρυγία ἢ Μεγάλη Φρυγία, στὰ ἐνδότερα τῆς Μ. Ἀσίας˙ ἀντίθετα, ἡ Μικρὴ ἢ πρὸς τὸν Ἑλλήσποντο Φρυγία κατὰ τὰ νότια παράλια τῆς Προποντίδας ὡς τὸν Ἑλλήσποντο. Πισίδες, κάτοικοι τῆς Πισιδίας στὴ νότια Μ. Ἀσία. ὁ Λεοντοκέφαλος, κωμόπολη τῆς Ἄνω Φρυγίας· ἐκεῖ θα στάθμευε ὁ Θεμιστοκλῆς. Σελ. 77 φάνηκε στὸν ὕπνο του˙ ἡ πίστη τῶν ἀρχαίων στὰ ὅνειρα ἦταν πολὺ ριζωμένη. Παράβαλε καὶ τὸ ὄνειρο ποὺ ἀναφέρεται στὸ κεφ. 26, 3. ἡ Μητέρα τῶν θεῶν, ἀσιατικὴ θεὰ ποὺ λεγόταν Κυβέλη ἢ Κυβήλη ἢ Δινδυμήνη (ἀπὸ τὸ ὄρος Δίνδυμο τῆς Φρυγίας). Ἡ Ρέα τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας. «μακριὰ ἀπὸ λιονταριῶν κεφάλι», ποὺ τοῦ ἔδινε νὰ καταλάβη ὅτι ἔπρεπε νὰ φυλαχτῆ ἐκεῖ ποὺ θὰ πάη στὸ Λεοντοκέφαλο. Τὰ ὄνειρα
93

καὶ οἱ χρησμοὶ μιλοῦσαν μὲ ὑπαινιγμούς. (Ποιούς τέτοιους εἴδαμε στὸ κείμενο;) στὸ στόμα λιονταριοῦ, δηλ. στὴν ἐπιβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ του, τοῦ Ἐπιξύη. τὴ σκηνή, ποὺ θὰ ἔστηναν γιὰ νὰ περάση τὴ νύχτα του ὁ Θεμιστοκλῆς· τὴν ἡμέρα τὴν ἔλυναν γιὰ νὰ κουβαλιέται ἀπὸ τὰ ὑποζύγια. μὲ τὴν ἐπωνυμία τῆς Δινδυμήνης, βλ. σημ. παραπάνω γιὰ τὴ Μητέρα τῶν Θεῶν. Κεφ. 31. Σάρδεις, πρωτεύουσα τῆς μικρασιατικῆς Λυδίας. τὴν Ὑδροφόρα Κόρη, ἄγαλμα ποὺ τὸ εἶχαν πάρει οἱ Πέρσες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κατὰ τοὺς μηδικοὺς πολέμους. ποὺ εἶχε ὕψος δύο πῆχες· ἡ πήχη ἰσοδυναμοῦσε μὲ 0,45 τοῦ μέτρου. ἐπιστάτης τῶν νερῶν, ἄρχοντας ποὺ φρόντιζε γιὰ τὴν κατασκευὴ τῶν κρηνῶν καὶ τὴ διανομὴ τοῦ νεροῦ. Σελ. 79 Θεόπομπος, βλ. σήμ. σελ. 101. Μαγνησία, πόλη τῆς Καρίας, κοντὰ στὸ Μαίανδρο ποταμό. Ἐκεῖ ἔμεινε πιὰ ὁ Θεμιστοκλῆς ὡς τὸ θάνατό του. ἀπασχολημένος μὲ τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα· κυρίως ἀπασχολοῦσε τὸ βασιλιὰ ἡ ἀποστασία τῆς Βακτριανῆς, μεγάλης χώρας τῆς Ἀσίας. ὅταν ἡ Αἴγυπτος ἀποστάτησε, τὸ 459 π.Χ., κατὰ τὴ βασιλεία τοῦ Ἀρταξέρξη. Κίμων, βλ. σημ. σελ. 90. καὶ νὰ πραγματοποιήση τὶς ὑποσχέσεις του· εἶχε ἔρθει ἡ κρίσιμη ὥρα γιὰ τὸ Θεμιστοκλῆ. Ὡς τότε δὲν εἶχε κάμει τίποτε ποὺ νὰ βλάψη τὴν πατρίδα του. Τώρα ἔπρεπε ἢ νὰ πραγματοποιήση τὶς ὑποσχέσεις του στὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν ἤ νὰ δώση ἄλλη λύση στὸ ψυχικό του δράμα. Καὶ προτίμησε τὸ δεύτερο. καὶ ἄλλους μεγάλους στρατηγούς, δηλ. τὸ Μυρωνίδη, τὸν Τολμίδη καὶ τὸν Περικλῆ. αἷμα ταύρου· οἱ ἀρχαῖοι πίστευαν πὼς τὸ πρόσφατο αἷμα τοῦ ταύρου εἶναι δηλητήριο. δραστικὸ δηλητήριο, δηλ. τὸ κώνειο ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι γιὰ τὴ θανάτωση τῶν καταδίκων. ἄφησε τὴν τελευταία πνοή του τὸ 459 π.Χ. Σελ. 81
94

Κεφ. 32. ἡ Ἀλωπεκή, δῆμος τῆς Ἀττικῆς, στὰ Ν.Δ. τῆς Ἀκρόπολης, πρὸς τὸ Φάληρο. Πλάτων, βλ. σημ. σελ. 89. Ἀνδοκίδης, Ἀθηναῖος πολιτικὸς καὶ ρήτορας τῶν μέσων τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. Ἕνας λόγος του εἶχε τὴν τίτλο «Πρὸς ἑταίρους». Στὸ βιβλίο αὐτὸ ἔλεγε πὼς οἱ Ἀθηναῖοι τάχα σκόρπισαν τὰ λείψανα τοῦ Θεμιστοκλῆ· μὲ αὐτὸ ἤθελε νὰ παραστήση τὴν ἀσέβεια τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς μεγάλους ἄντρες του. Φύλαρχος, Ἕλληνας ἱστοριογράφος τοῦ 3ου αἰ π. Χ. ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἢ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. ἔστησε στὴ διήγησή του μιὰ μηχανὴ (ὅπως σὲ παράσταση τραγωδίας, βλ. σημ, σελ. 95). Διόδωρος, ὁ περιηγητής, ποὺ ἔζησε γύρω στὰ 300 π.Χ. Ἐγραψε βιβλίο «Περὶ μνημάτων» στὸ ὁποῖο περιγράφει τοὺς τάφους ἐξαιρετικῶν προσώπων, ὅπως τοὺς εἶδε στὶς περιηγήσεις του ἢ ἀπὸ πληροφορίες ἄλλων. Ἀπὸ τὸ ἔργο του αὐτὸ σώζονται ἀποσπάσματα. στὸ μεγάλο λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ, δηλαδὴ ὁ κεντρικὸς λιμένας, αὐτὸς ποὺ κυρίως λέγεται «Πειραιεύς». κατὰ τὸν Ἄλκιμο, δεξιὰ ὅπως μπαίνει κανεὶς στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ (ποὺ σήμερα λέγεται ἀκτὴ Ἀλκίμων ἤ Ξαβερίου ἤ προκυμαία Κανθάρου). Πλάτων, ὁ κωμικὸς (ὄχι ὁ φιλόσοφος). Ἔζησε τὸν 4ο π.Χ. αἰ. (σύγχρονος τοῦ μεγάλου κωμικοῦ Ἀριστοφάνη). Ἐγραψε πολλὲς κωμωδίες ἀπὸ τὶς ὁποῖες σώζονται ἀποσπάσματα. Σελ. 83 καὶ καραβιῶν ἀγῶνες˙ ἐννοεῖ τὶς λεμβοδρομίες, ὡς καὶ τοὺς ἀγῶνες μεγαλύτερων πλοίων, ποὺ γίνονταν σὲ ὁρισμένες γιορτές. ὁ νεώτερος Θεμιστοκλῆς Ἀθηναῖος, ἀπόγονος τοῦ ἀρχαίου Θεμιστοκλῆ, σύγχρονος τοῦ Πλουτάρχου. Ἀμμώνιος, φιλόσοφος ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια, ποὺ δίδαξε στὴν Ἀθήνα, κατὰ τὸν 1ο αἰ. μ.Χ., δάσκαλος τοῦ Πλουτάρχου.

95

96

2. ΠΕΡΙΚΛΗΣ

97

98

Γιὰ τὴν προσωπικότητα τοῦ Περικλῆ ὁ ἱστορικὸς Θουκυδίδης γράφει: «Ὁ Περικλῆς εἶχε ἀποχτήσει μεγάλη δύναμη μὲ τὸ προσωπικό του κύρος καὶ τὴ διανοητική του ἱκανότητα καὶ γιατὶ εἶχε ἀναδειχτῆ ὁλοφάνερα ἀνώτερος ἀπὸ χρήματα. Γι’ αὐτὸ συγκρατοῦσε τὸ λαό, χωρὶς νὰ περιορίζη τὶς ἐλευθερίες του. Δὲν τὸν ρυμουλκοῦσε ὁ λαός, παρὰ αὐτὸς τὸν καθοδηγοῦσε, γιατὶ δὲν ἐπιδίωκε νὰ κερδίση δύναμη μὲ ἀθέμιτα μέσα, ὥστε νὰ εἶναι ἀναγκασμένος νὰ μιλῆ γιὰ νὰ κολακεύη τὸ πλῆθος, ἀλλὰ στηριγμένος στὴν κοινὴ ἐκτίμηση εἶχε τὸ σθένος νὰ τοῦ ἀντιλέγη, ἀκόμη καὶ ἄν προκαλοῦσε τὴν ὀργή του. Ἔτσι, ὅταν καταλάβαινε ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ἀπὸ ἔπαρση ἔδειχναν παράκαιρο θάρρος, τοὺς μιλοῦσε μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ τοὺς τρομάζη καὶ νὰ τοὺς φοβίζη, ἐνῶ ἀντίθετα, ὅταν τοὺς ἔβλεπε νὰ φοβοῦνται χωρὶς λόγο, τοὺς ἔδινε πάλι θάρρος. Ἑπομένως μόνο κατὰ τὸ ὄνομα ἦταν δημοκρατία, πράγματι ὅμως ἐξουσία ποὺ τὴν εἶχε ἕνας μόνο, ὁ πρῶτος τῆς Ἀθήνας πολίτης.»
(Θουκ. Β, 65, 8-10)

99

ΠΕΡΙΚΛΗ Σ

ΚΕΦ. 3 1 Περικλῆς γὰρ ἦν τῶν μὲν φυλῶν Ἀκαμαντίδης, τῶν δὲ δήμων Χολαργεύς, οἴκου δὲ καὶ γένους τοῦ πρώτου κατ’ ἀμφοτέρους. 2 Ξάνθιππος γὰρ ὁ νικήσας ἐν Μυκάλῃ τοὺς βασιλέως στρατηγοὺς ἔγημεν Ἀγαρίστην Κλεισθένους ἔγγονον, ὅς ἐξήλασε Πεισιστρατίδας καὶ κατέλυσε τὴν τυραννίδα γενναίως καὶ νόμους ἔθετο καὶ πολιτείαν ἄριστα κεκραμένην πρὸς ὁμόνοιαν καὶ σωτηρίαν κατέστησεν. 3 Αὕτη κατὰ τοὺς ὕπνους ἔδοξε τεκεῖν λέοντα, καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀλίγας ἔτεκε Περικλέα, τὰ μὲν ἄλλα τὴν ἰδέαν τοῦ σώματος ἄμεμπτον, προμήκη δὲ τῇ κεφαλῆ καὶ ἀσύμμετρον. 4 Ὅθεν αἱ μὲν εἰκόνες αὐτοῦ σχεδὸν ἅπασαι κράνεσι περιέχονται, μὴ βουλομένων ὡς ἔοικε τῶν τεχνιτῶν ἐξονειδίζειν. ΚΑΤΑΓΩΓΗ, ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΠΛΑΣΗ, ΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΙΙΕΡΙΚΛΗ (ΚΕφ. 3 - 6) ΚΕΦ. 3 Οἱ γονεῖς τοῦ Περικλῆ. Ἡ σωματική του διάπλαση. 1 Ὁ Περικλῆς ἀνῆκε στὴν Ἀκαμαντίδα φυλὴ καὶ στὸ δῆμο τοῦ Χολαργοῦ˙ ἡ πατρικὴ καὶ ἡ μητρική του γενιὰ εἶχαν τὰ πρωτεῖα στὴν Ἀθήνα. 2 Ὁ πατέρας του ὁ Ξάνθιππος, αὐτὸς ποὺ νίκησε στὴ Μυκάλη τοὺς στρατηγοὺς τῶν Περσῶν, νυμφεύτηκε τὴν Ἀγαρίστη, τὴν ἐγγονὴ τοῦ Κλεισθένη, ἐκείνου ποὺ ἔδιωξε τοὺς Πεισιστρατίδες καὶ κατάλυσε μὲ γενναιότητα τὴν τυρρανικὴ διακυβέρνηση καὶ ἔθεσε νόμους καὶ θεμελίωσε πολίτευμα ποὺ εἶχε συνταχτῆ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο γιὰ ὁμόνοια καὶ σταθερότητα. 3 Ἡ Ἀγαρίστη εἶδε στὸν ὕπνο της πὼς γένννησε ἕνα λιοντάρι καὶ ὕστερ’ ἀπὸ λίγες μέρες γέννησε τὸν Περικλῆ ποὺ εἶχε τὴν ἐμφάνιση τοῦ σώματός του κανονικὴ κατὰ τὰ ἄλλα, μὰ τὸ κεφάλι μακρουλὸ καὶ στὸ μέγεθος δυσανάλογο. 4 Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο οἱ καλλιτέχνες τὸν παριστάνουν σχεδὸν πάντα μὲ κράνος, γιατὶ δὲν ἤθελαν

ΠΕΡΙΚΛΗ Σ

100

φαίνεται, νὰ τὸν πικράνουν (γιὰ τὸ φυσικό του ἐλάττωμα). ΚΕΦ. 4 1 Διδάσκαλον δ’ αὐτοῦ τῶν μουσικῶν οἱ πλεῖστοι Δάμωνα γενέσθαι λέγουσιν, οὗ φασι δεῖν τοὔνομα βραχύνοντας τὴν προτέραν συλλαβὴν ἐκφέρειν, Ἀριστοτέλης δὲ παρὰ Πυθοκλείδη μουσικὴν διαπονηθῆναι τὸν ἄνδρα φησίν. 2 Ὁ δὲ Δάμων ἔοικεν ἄκρος ὢν σοφιστὴς καταδύεσθαι μὲν εἰς τὸ τῆς μουσικῆς ὄνομα πρὸς τοὺς πολλοὺς ἐπίκρυπτόμενος τὴν δεινότητα, τῷ δὲ Περικλεῖ συνῆν καθάπερ ἀθλητῇ τῶν πολιτικῶν ἀλείπτης καὶ διδάσκαλος. 3 Οὐ μὴν ἔλαθεν ὁ Δάμων τῇ λύρᾳ παρακαλύμματι χρώμενος, ἀλλ’ ὡς μεγαλοπράγμων καὶ φιλοτύραννος ἐξωστρακίσθη καὶ παρέσχε τοῖς κωμικοῖς διατριβήν. 4 Ὁ γοῦν Πλάτων καὶ πυνθανόμενον αὐτοῦ τινα πεποίηκεν οὕτω˙ «Πρῶτον μὲν οὖν μοι λέξον, ἀντιβολῶ˙ σὺ γὰρ ὥς φασι Χείρων ἐξέθρεψας Περικλέα.» 5 Διήκουσε δὲ Περικλῆς καὶ Ζήνωνος τοῦ Ἐλεάτου πραγματευομένου μὲν περὶ φύσιν ὡς Παρμενίδης, ἐλεγκτικὴν δέ τινα καὶ δι’ ἀντιλογίας εἰς ἀπορίαν κατακλείουσαν ἐξασκήσαντος ἕξιν, ὥς που καὶ Τίμων ὁ Φλειάσιος εἵρηκε διὰ τούτων· «Ἀμφοτερογλώσσου τε μέγα σθένος οὐκ ἀλαπαδνὸν Ζήνωνος, πάντων ἐπιλήπτορος.» 6 Ὁ δὲ πλεῖστα Περικλεῖ συγγενόμενος καὶ μάλιστα περιθεὶς ὄγκον αὐτῷ καὶ φρόνημα δημαγωγίας ἐμβριθέστερον, ὅλως τε μετεωρίσας καὶ συνεξάρας τὸ ἀξίωμα τοῦ ἤθους, Ἀναξαγόρας ἦν ὁ Κλαζομένιος, ὅν οἱ τότ’ ἄνθρωποι Νοῦν προσηγόρευον, εἴτε τὴν σύνεσιν αὐτοῦ μεγάλην εἰς φυσιολογίαν καὶ περιττὴν διαφανεῖσαν θαυμάσαντες, εἴθ᾽ ὅτι τοῖς ὅλοις πρῶτος οὐ τύχην οὐδ’ ἀνάγκην διακοσμήσεως ἀρχήν, ἀλλὰ νοῦν ἐπέστησε καθαρὸν καὶ ἄκρατον, ἐν μεμειγμένοις πᾶσι τοῖς ὅλοις ἀποκρίνοντα τὰς ὁμοιομερείας. ΚΕΦ. 4 Ἡ μόρφωση τοῦ Περικλῆ.

101

Οἱ περισσόττροι λένε ὅτι ὁ Περικλῆς εἶχε δάσκαλο τῆς μουσικῆς τὸ Δάμωνα (ποὺ τὸ ὄνομά του, ἰσχυρίζονται, πρέπει νὰ προφέρεται μὲ βραχύχρονη τὴν πρώτη συλλαβή). Ὁ Ἄριστοτέλης ὅμως ἀναφέρει ὅτι ἀσκήθηκε στὴ μουσικὴ ἀπὸ τὸν Πυθοκλείδη. 2 Ὅσο γιὰ τὸ Δάμωνα, φαίνεται πὼς αὐτὸς ἦταν ἔξοχος σοφιστής, ἀλλὰ ἤθελε νὰ κρύβη ἀπὸ τὸ πλῆθος τὴν ἱκανότητά του καὶ γι’ αὐτὸ τὴ σκέπαζε μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ μουσικοῦ. Καὶ εἶχε στενὲς σχέσεις μὲ τὸν Περικλῆ, ὅπως ἕνας προπονητὴς καὶ δάσκαλος τῶν ἀγώνων μὲ ἕναν ἀθλητὴ τῆς πολιτικῆς. 3 Κατάλαβε ὅμως ὁ κόσμος ὅτι ὁ Δάμων χρησιμοποιοῦσε τὴ λύρα ὡς πρόσχημα καὶ κατηγορήθηκε πὼς κρύβει μεγάλα σχέδια καὶ πὼς εὐνοεῖ τὴν τυραννία. Γι᾽ αὐτὸ ἐξοστρακίστηκε καὶ ἔδωσε ὑλικὸ στὰ πειράγματα τῶν κωμικῶν ποιητῶν. Ἔτσι ὁ Πλάτων ὁ κωμικὸς παρουσιάζει σὲ μιὰ σκηνὴ κάποιον ποὺ ρωτάει: «Πρῶτα, γιὰ πές μου, Χείρωνα, παρακαλῶ. Γιατὶ μᾶς λεν πὼς εἶσ’ ἐσὺ ποὺ ἀνάθρεψες τὸν Περικλῆ.» 5 Ὁ Περικλῆς παρακολούθησε ἀκόμη καὶ τὰ μαθήματα τοῦ Ζήνωνα τοῦ Ἐλεάτη, ποὺ ἐρευνοῦσε τὴ φύση, ὅπως ὁ Παρμενίδης, καὶ εἶχε ἀποκτήσει κάποιαν ἱκανότητα νὰ συζητῆ καὶ μὲ ἀντιλογίες νὰ σπρώχνη τελικὰ τὸν συζητητή του σὲ ἀμηχανία. Αὐτὸ καὶ ὁ Τίμων ὁ Φλειάσιος τὸ εἶχε πεῖ μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Δύναμη ἀδάμαστην ἔχει ὁ διπλόγλωσσος Ζήνωνας, κι ὅλα ξέρει μὲ λόγια νὰ κρίνη, νὰ ἐλέγχη.» 6 Ἐκεῖνος ὅπως ποὺ περισσότερο ἀπ’ ὅλους συνδέθηκε μὲ τὸν Περικλῆ καὶ τοῦ πρόσθεσε πολὺ μεγάλη βαρύτητα καὶ γέμισε τὴν ψυχή του μὲ τὸ φρόνημα ποὺ πρέπει νὰ ἔχη ἕνας πολιτικὸς ἀρχηγὸς καὶ ἔφερε σὲ μεγάλο ὕψος τὴν ἀξία τοῦ ἦθους του, ἦταν ὁ Ἀναξαγόρας ἀπὸ τὶς Κλαζομενές. Εἶναι αὐτὸς ποὺ οἱ σύγχρονοί του τὸν ὀνόμαζαν «Νοῦν», εἴτε γιατὶ θαύμασαν τὴ διάνοιά του, ποὺ φάνηκε στὴν ἔρευνα τῆς φύσης μεγάλη καὶ ἐξαιρετική, εἴτε γιατί, πρῶτος αὐτός, σὰν ἀρχὴ στὴ διαμόρφωση τοῦ κόσμου καθόρισε ὄχι τὴν τύχη οὔτε τὴν ἀνάγκη, παρὰ ἔνα νοῦ καθαρὸ καὶ ἁπλό, ποὺ μέσ᾽ ἀπὸ τὸ χάος τῶν ἀνάμειχτων στοιχείων τοῦ σύμπαντος ξεχωρίζει ἐκεῖνα ποὺ σχηματίζονται ἀπὸ ὅμοια μέρη. ΚΕΦ. 5 1 Τοῦτον ὑπερφυῶς τὸν ἄνδρα θαυμάσας ὁ Περικλῆς καὶ τῆς λεγομένης μετεωρολογίας καὶ μεταρσιολεσχίας ὑποπιμπλάμενος, οὐ μόνον ὡς ἔοικε
102

τὸ φρόνημα σοβαρὸν καὶ τὸν λόγον ὑψηλὸν εἶχε καὶ καθαρὸν ὀχλικῆς καὶ πανούργου βωμολοχίας, ἀλλὰ καὶ προσώπου σύστασις ἄθρυπτος εἰς γέλωτα καὶ πρᾳότης πορείας καὶ καταστολὴ περιβολῆς πρὸς οὐδὲν ἐκταραττομένη πάθος ἐν τῷ λέγειν καὶ πλάσμα φωνῆς ἀθόρυβον καὶ ὅσα τοιαῦτα πάντας θαυμαστῶς ἐξέπληττε. 2 Λοιδορούμενος γοῦν ποτε καὶ κακῶς ἀκούων ὑπὸ τινος τῶν βδελυρῶν καὶ ἀκολάστων ὅλην ἡμέραν ὑπέμεινε σιωπῆ κατ’ ἀγοράν, ἅμα τι τῶν ἐπειγόντων καταπραττόμενος, ἑσπέρας δ’ ἀπήει κοσμίως οἴκαδε παρακολουθοῦντος τοῦ ἀνθρώπου καὶ πάση χρωμένου βλασφημίᾳ πρὸς αὐτόν. Ὡς δ’ ἔμελλεν εἰσιέναι σκότους ὄντος ἤδη, προσέταξέ τινι τῶν οἰκετῶν φῶς λαβόντι παραπέμψαι καὶ καταστῆσαι πρὸς τὴν οἰκίαν τὸν ἄνθρωπον. 3 Ὁ δὲ ποιητὴς Ἴων μοθωνικήν φησι τὴν ὁμιλίαν καὶ ὑπότυφον εἶναι τοῦ Περικλέους, καὶ ταῖς μεγαλαυχίαις αὐτοῦ πολλὴν ὑπεροψίαν ἀναμεμεῖχθαι καὶ περιφρόνησιν τῶν ἄλλων, ἐπαινεῖ δὲ τὸ Κίμωνος ἐμμελὲς καὶ ὑγρὸν καὶ μεμουσωμένον ἐν ταῖς περιφοοαῖς. Ἀλλ’ Ἴωνα μὲν ὥσπερ τραγικὴν διδασκαλίαν ἀξιοῦντα τὴν ἀρετὴν ἔχειν τι πάντως καὶ σατυρικὸν μέρος ἐῶμεν, τοὺς δὲ τοῦ Περικλέους τὴν σεμνότητα δοξοκοπίαν τε καὶ τῦφον ἀποκαλοῦντας ὁ Ζήνων παρεκάλει καὶ αὐτούς τι τοιοῦτο δοξοκοπεῖν, ὡς τῆς ποοσποιήσεως αὐτῆς τῶν καλῶν ὑποποιούσης τινὰ λεληθότως ζῆλον καὶ συνήθειαν. ΚΕΦ. 5 Ὁ χαρακτήρας του. 1 Αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο τὸν θαύμασε ἀπεριόριστα ὁ Περικλῆς καὶ ἀπ’ αὐτὸν μυήθηκε στὴ λεγόμενη μετεωρολογικὴ ἐπιστήμη τῶν φαινομένων καὶ στὴν τέχνη τῶν συζητήσεων. Ἔτσι, ὅπως φαίνεται, ὄχι μόνο εἶχε τὴ σκέψη του σοβαρὴ καὶ τὸ λόγο του ἀνώτερο καὶ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε χυδαία καὶ ἀδιάντροπη αἰσχρολογία, ἀλλὰ καὶ τοῦ προσώπου του ἡ σοβαρὴ ἔκφραση ποὺ δὲν τὴν ἀλλοίωνε τὸ γέλιο, καὶ τὸ ἤρεμο βάδισμα, καὶ ἡ σεμνὴ περιβολή του ποὺ δὲν τὴν ἀνατάραζε ποτὲ καμιὰ βίαιη κίνηση ὅταν μιλοῦσε, καὶ ὁ χαμηλὸς τόνος τῆς φωνῆς του, ὅλα αὐτὰ καὶ πολλα παρόμοια προκαλοῦσαν τὸ θαυμασμὸ ὅλων. 2 Ὅταν κάποτε ἕνας ἀπαίσιος καὶ ἀχρεῖος ἄνθρωπος στὴν ἀγορὰ τὸν ἔβριζε καὶ τὸν κακολογοῦσε ὅλη τὴν ἡμέρα, ὁ Περικλῆς σιωποῦσε μὲ ὑπομονή, ἀπασχολημένος σὲ μιὰν ἐπείγουσα ὑπόθεση· τὸ βράδυ ἔφυγε ἥσυχα γιὰ τὸ σπίτι του, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τὸν παρακολουθοῦσε καὶ ξεστόμιζε κάθε εἷδους βρισιὰ ἐναντίον του. Καὶ ὁ
103

Περικλῆς, μόλις ἔφτασε στὴν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ του καὶ σὰν ἦταν πιὰ σκοτάδι, ἔδωσε διαταγὴ σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες του νὰ πάρη τὸ φῶς καὶ νὰ συνοδέψη καὶ νὰ ὁδηγήση ἐκεῖ νο τὸν ἄνθρωπο στὸ σπίτι του. 3 Ὁ ποιητὴς Ἴων λέει πὼς στὶς κοινωνικὲς σχέσεις του ὁ Περικλῆς ἦταν ἀλαζονικὸς καὶ κάπως ἀγέρωχος καὶ πὼς στοὺς καυχησιάρικους τρόπους του ὑπῆρχε καὶ μεγάλη δόση ἀπὸ ὑπεροψία καὶ περιφρόνηση πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ ἐπαινεῖ ἀντίθετα τοῦ Κίμωνα τὴν κοσμιότητα, τὴν ἠπιότητα καὶ τὴν εὐγένεια στὴ συμπεριφορά του. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμε τὸν Ἴωνα, ποὺ νομίζει ἀπαραίτητο νὰ ἔχη ἡ ἀρετὴ καὶ κάτι τὸ εὐχάριστο, ὅπως οἱ παραστάσεις τῶν τραγωδιῶν ἔχουν καὶ ἕνα σατυρικὸ μέρος. Ἀντίθετα, ἂς θυμηθοῦμε τὸ Ζήνωνα πού, ὅταν ἄκουε πολλοὺς νὰ χαρακτηρίζουν τὴ σοβαρότητα τοῦ Περικλῆ σὰ μεγαλομανία καὶ ἀλαζονεία, τοὺς συμβούλευε νὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ μιὰ τέτοια μεγαλομανία, γιατὶ καὶ ἡ προσποίηση ἀκόμη μιᾶς καλῆς διαγωγῆς γεννᾶ σιγὰ σιγὰ καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβη κανείς, τὸ ζῆλο καὶ τὴ συνήθεια τοῦ καλοῦ. ΚΕΦ. 6. 1 Οὐ μόνον δὲ ταῦτα τῆς Ἀναξαγόρου συνουσίας ἀπέλαυσε Περικλῆς, ἀλλὰ καὶ δεισιδαιμονίας δοκεῖ γενέσθαι καθυπέρτερος, ἤν τὸ πρὸς τὰ μετέωρα θάμβος ἐνεργάζεται τοῖς αὐτῶν τε τούτων τὰς αἰτίας ἀγνοοῦσι καὶ περὶ τὰ θεῖα δαιμονῶσι καὶ ταραττομένοις δι’ ἀπειρίαν αὐτῶν, ἣν ὁ φυσικὸς λόγος ἀπαλλάττων ἀντὶ τῆς φοβερᾶς καὶ φλεγμαινούσης δεισιδαιμονίας τὴν ἀσφαλῆ μετ’ ἐλπίδων ἀγαθῶν εὐσέβειαν ἐνεργάζεται. 2 Λέγεται δέ ποτε κριοῦ μονόκερω κεφαλὴν ἐξ ἀγροῦ τῷ Περικλεῖ κομισθῆναι, καὶ Λάμπωνα μὲν τὸν μάντιν, ὡς εἶδε τὸ κέρας ἰσχυρὸν καὶ στερεὸν ἐκ μέσου τοῦ μετώπου πεφυκός, εἰπεῖν ὅτι δυεῖν οὐσῶν ἐν τῇ πόλει δυναστειῶν, τῆς Θουκυδίδου καὶ Περικλέους, εἰς ἕνα περιστήσεται τὸ κράτος παρ’ ᾧ γένοιτο τὸ σημεῖον τὸν δ’ Ἀναξαγόραν τοῦ κρανίου διακοπέντος ἐπιδεῖξαι τὸν ἐγκεφάλον οὐ πεπληρωκότα τὴν βάσιν, ἀλλ’ ὀξὺν ὥσπερ ᾠὸν ἐκ τοῦ παντὸς ἀγγείου συνωλισθηκότα κατὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον ὅθεν ἡ ῥίζα τοῦ κέρατος εἶχε τὴν ἀρχήν. 3 Καὶ τότε μὲν θαυμασθῆναι τὸν Ἀναξαγόραν ὑπὸ τῶν παρόντων, ὀλίγῳ δ’ ὕστερον τὸν Λάμπωνα, τοῦ μὲν Θουκυδίδου καταλυθέντος, τῶν δὲ τοῦ δήμου πραγμάτων ὁμαλῶς ἁπάντων ὑπὸ τῷ Περικλεῖ γενομένων. 4 Ἐκώλυε δ’ οὐδέν, οἶμαι, καὶ τὸν φυσικὸν ἐπιτυγχάνειν καὶ τὸν μάντιν, τοῦ μὲν τὴν αἰτίαν, τοῦ δὲ τὸ τέλος καλῶς ἐκλαμβάνοντος˙ ὑπέκειτο γὰρ τῷ μέν, ἐκ τίνων γέγονε καὶ πῶς πέφυκε θεωρῆσαι, τῷ δέ, πρὸς τί γέγονε καὶ
104

τί σημαίνει προειπεῖν. 5 Οἱ δὲ τῆς αἰτίας τὴν εὕρεσιν ἀναίρεσιν εἶναι τοῦ σημείου λέγοντες οὐκ ἐπινοοῦσιν ἅμα τοῖς θείοις καὶ τὰ τεχνητὰ τῶν συμβόλων ἀθετοῦντες, ψόφους τε δίσκων καὶ φῶτα πυρσῶν ναὶ γνωμόνων ἀποσκιασμούς ὧν ἕκαστον αἰτίᾳ τινὶ καὶ κατασκευῇ σημεῖον εἶναί τινος πεποίηται. Ταῦτα μὲν οὖν ἰσως ἑτέρας ἐστὶ πραγματείας. ΚΕΦ. 6 Οἱ δεισιδαιμονίες. 1 Δὲν ἀποκόμισε ὅμως μόνον αὐτὰ ἀπὸ τὴ συναναστροφή του μὲ τὸν Ἀναξαγόρα ὁ Περικλῆς, ἀλλὰ φαίνεται πὼς ἔγινε καὶ ἀνώτερος ἀπὸ τὶς δεισιδαιμονίες, ποὺ μπροστὰ στὰ μετεωρολογικὰ φαινόμενα προκαλοῦν τρόμο σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν ξέρουν τὶς αἰτίες τους, καὶ ἀπὸ τὴν ἀμάθειά τους κυριαρχοῦνται ἀπὸ φόβο καὶ ταραχὴ γιὰ τὰ θεῖα. Αὐτὴ τὴν ἀμάθεια τὴν ἐξαφανίζει ἡ φυσικὴ ἐπιστήμη ποὺ διώχνοντας τὴ φοβερὴ καὶ νοσηρὴ δεισιδαιμονία ἐμπνέει τὴ σταθερὴ εὐσέβεια καὶ τὴν αἰσιοδοξία. 2 Σχετικὰ μὲ τὶς δεισιδαιμονίες διηγοῦνται καὶ τὸ ἀκόλουθο περιστατικό. Ἔφεραν κάποτε στὸν Περικλῆ ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τὸ κεφάλι ἀπὸ ἕνα μονοκέρατο κριάρι. Τότε ὁ Λάμπων ὁ μάντης, μόλις εἶδε τὸ κέρατο ποὺ ἦταν φυτρωμένο δυνατὸ καὶ στερεὸ ἀπὸ τὴ μέση τοῦ μετώπου, εἶπε μιὰ προφητεία, πὼς ἀπὸ τὶς δύο πολιτικὲς μερίδες ποὺ ἦταν τότε ἰσχυρὲς στὴν πόλη, τοῦ Θουκυδίδη καὶ τοῦ Περικλῆ, θὰ ὑπερισχύση ἡ μερίδα ἐκείνου, ποὺ μέσα στὸν ἀγρό του βρέθηκε τὸ σημαδικὸ αὐτὸ κεφάλι. Ἀντὶ γι’ ἄλλη ἀπάντηση ὁ Ἀναξαγόρας ἔσπασε τὸ κρανίο καὶ ἔδειξε ὅτι ὁ ἐγκέφαλος δὲν ἔπιανε ὅλη τὴ βάση, παρὰ μυτερὸς σὰν αὐγὸ εἶχε γλιστρήσει ἀπὸ ὅλο τὸ χῶρο τοῦ κρανίου πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἀπ ᾽ ὅπου τὸ κέρατο ξεφύτρωνε. 3 Καὶ τότε ὅλοι ὅσοι ἦταν ἐκεῖ θαύμασαν τὸν Ἀναξαγόρα, ἀλλὰ ὑστερ’ ἀπὸ λίγον καιρὸ θαύμασαν τὸ Λάμπωνα, ὅταν ὁ Θουκυδίκης ἔπεσε ἀπὸ τὴν ἐξουσία καὶ ὁλόκληρη τὴ διαχείριση τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τὴν πῆρε μὲ ὁμαλὸ τρόπο στὰ χέρια του ὁ Περικλῆς. 4 Ἀλλὰ τίποτε δὲν ἐμποδίζει, νομίζω, νὰ ποῦμε ὅτι καὶ ὁ φυσικὸς εἶχε δίκιο καὶ ὁ μάντης : ὁ πρῶτος καλὰ κατάλαβε τὴν αἰτία, ἐνῶ ὁ δεύτερος τὸ ἀποτέλεσμα· γιατὶ ἔργο τοῦ φυσικοῦ ἦταν νὰ ἐξετάση ἀπὸ ποιὰ αἰτία καὶ πῶς ἔγινε τὸ φαινόμενο, ἐνῶ τοῦ μάντη νὰ προφητέψη γιὰ ποιὸ σκοπὸ ἔγινε καὶ τί σημαίνει. 5 Γι’ αὐτὸ ἐκεῖνοι ποὺ λένε ὅτι ἡ εὕρεση τῆς αἰτίας εἶναι ἀναίρεση τοῦ σημείου ποὺ μᾶς φανερώνεται, δὲν καταλαβαίνουν ὅτι ἔτσι ἀρνοῦνται μαζὶ καὶ τὰ σημεῖα ποὺ φανερώνονται ἀπὸ τοὺς θεοὺς καὶ
105

τὰ σημεῖα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν τέχνη τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶναι λόγου χάρη, ὁ ἦχος τῶν μετάλλινων δίσκων, οἱ φλόγες τῆς φωτιᾶς καὶ οἱ σκιὲς ποὺ βλέπομε στὰ ἡλιακὰ ρολόγια· καθένα ἀπ᾽ αὐτὰ ἔγινε ἀπὸ κάποιαν αἰτία, ἀλλὰ μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ χρησιμεύη σὰ σημάδι ποὺ φανερώνει κάτι. Ἀλλ’ αὐτὰ ἴσως ἔχουν τὴ θέση τους σὲ ἄλλου εἴδους πραγματεία. ΚΕΦ. 7 1 Ὁ δὲ Περικλῆς νὲος μὲν ὢν σφόδρα τὸν δῆμον εὐλαβεῖτο. Καὶ γὰρ ἐδόκει Πεισιστράτῳ τῷ τυράννῳ τὸ εἶδος ἐμφερὴς εἶναι, τήν τε φωνὴν ἡδεῖαν οὖσαν αὐτοῦ καὶ τὴν γλῶτταν εὔτροχον ἐν τῷ διαλέγεσθαι καὶ ταχεῖαν οἱ σφόδρα γέροντες ἐξεπλήττοντο πρὸς τὴν ὁμοιότητα. 2 Πλούτου δὲ καὶ γένους προσόντος αὐτῷ λαμπροῦ καὶ φίλων οἱ πλεῖστον ἐδύναντο, φοβούμενος ἐξοστρακισθῆναι τῶν μὲν πολιτικῶν οὐδὲν ἔπραττεν, ἐν δὲ ταῖς στρατείαις ἀνὴρ ἀγαθὸς ἧν καὶ φιλοκίνδυνος. 3 Ἐπεὶ δ’ Ἀριστείδης μὲν ἀποτεθνήκει καὶ Θεμιστοκλῆς ἐξεπεπτώκει, Κίμωνα δ’ αἱ στρατεῖαι τὰ πολλὰ τῆς Ἑλλάδος ἔξω κατεῖχον, οὕτω δὴ φέρων ὁ Περικλῆς τῷ δήμῳ προσένειμεν ἑαυτόν, ἀντὶ τῶν πλουσίων καὶ ὀλίγων τὰ τῶν πολλῶν καὶ πενήτων ἑλόμενος παρὰ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἥκιστα δημοτικὴν οὖσαν. 4 Ἀλλ’ ὡς ἔοικε δεδιὼς μὲν ὑποψίᾳ περιπεσεῖν τυραννίδος, ὁρῶν δ’ ἀριστοκρατικὸν τὸν Κίμωνα καὶ διαφερόντως ὑπὸ τῶν καλῶν κἀγαθῶν ἀνδρῶν ἀγαπώμενον, ὑπῆλθε τοὺς πολλούς, ἀσφάλειαν μὲν ἑαυτῷ, δύναμιν δὲ κατ’ ἐκείνου παρασκευαζόμενος. 5 Εὐθὺς δὲ καὶ τοῖς περὶ τὴν δίαιταν ἑτέραν τάξιν ἐπέθηκεν. Ὁδόν τε γὰρ ἐν ἄστει μίαν ἑωρᾶτο τὴν ἐπ’ ἀγορὰν καὶ τὸ βουλευτήριον πορευόμενος, κλήσεις τε δείπνων καὶ τὴν τοιαύτην ἅπασαν φιλοφροσύνην καὶ συνήθειαν ἐξέλιπεν, ὡς ἐν οἷς ἐπολιτεύσατο χρόνοις μακροῖς γενομένοις πρὸς μηδένα τῶν φίλων ἐπὶ δεῖπνον ἐλθεῖν πλὴν Εὐρυπτολέμου τοῦ ἀνεψιοῦ γαμοῦντος ἄχρι τῶν σπονδῶν παραγενόμενος εὐθὺς ἐξανέστη. 6 Δειναὶ γὰρ αἱ φιλοφροσύναι παντὸς ὄγκου περιγενέσθαι καὶ δυσφύλακτον ἐν συνηθεία τὸ πρὸς δόξαν σεμνόν ἐστι˙ τῆς ἀληθινῆς δ’ ἀρετῆς κάλλιστα φαίνεται τὰ μάλιστα φαινόμενα, καὶ τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν οὐδὲν οὕτω θαυμάσιον τοῖς ἐκτὸς ὡς ὁ καθ’ ἡμὲραν βίος τοῖς συνοῦσιν. 7 Ὁ δὲ καὶ τῷ δήμῳ, τὸ συνεχὲς φεύγων καὶ τὸν κόρον, οἷον ἐκ διαλειμμάτων ἐπλησίαζεν, οὐκ ἐπὶ παντὶ πράγματι λέγων οὐδ’ ἀεὶ παριὼν εἰς πλῆθος, ἀλλ’ ἑαυτὸν ὥσπερ τὴν Σαλαμινίαν τριήρη, φησὶ Κριτόλαος, ποὸς τὰς μεγάλας χρείας ἐπιδιδούς, τἆλλα δὲ φίλους καὶ ἑταίρους ῥήτορας καθιεὶς
106

ἔπρατεν. 8 Ὧν ἕνα φασὶ γενέσθαι τὸν Ἐφιάλτην, ὅς κατέλυσε τὸ κράτος τῆς ἐξ’ Ἀρείου πάγου βουλῆς, πολλὴν κατὰ τὸν Πλάτωνα καὶ ἄκρατον τοῖς πολίταις ἐλευθερίαν οἰνοχοῶν, ὑφ’ ἧς ὥσπερ ἵππον ἐξυβρίσαντα τὸν δῆμον οἱ κωμῳδοποιοὶ λέγουσι «πειθαρχεῖν οὐκέτι τολμᾶν, ἀλλὰ δάκνειν τὴν Εὔβοιαν καὶ ταῖς νήσοις ἐπιπηδᾶν». ΑΝΑΜΕΙΞΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (Κεφ. 7 - 8) ΚΕΦ. 7 Ὁ Περικλῆς καὶ ὁ λαός. 1 Ὁ Περικλῆς, ὅταν ἦταν νέος, φοβόταν πολὺ τὸ λαό. Γιατὶ στὴ μορφὴ ἔμοιαζε μὲ τὸν τύραννο Πεισίστρατο καὶ οἱ πολὺ ἡλικιωμένοι ἔνιωθαν κάποιαν ἔκπληξη βλέποντας τὴν ὁμοιότητα ποὺ εἶχε μὲ αὐτὸν καὶ στὴ γλυκύτητα τῆς φωνῆς του καὶ στὴν εὐχέρεια καὶ τὴν ἑτοιμότητα τοῦ λόγου του, ὅταν συζητοῦσε. 2 Ἐπειδὴ μάλιστα ἦταν πλούσιος, ἀπὸ λαμπρὸ γένος, καὶ εἶχε φίλους πολὺ ἰσχυρούς, φοβόταν μήπως ἐξοστρακιστῆ· γι’ αὐτὸ δὲν ἔπαιρνε καθόλου μέρος στὴν πολιτική, ἐνῶ στὶς ἐκστρατεῖες ἦταν γενναῖος καὶ ριψοκίνδυνος. 3 Ὅταν ὀμως ὁ Ἀριστείδης πέθανε καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς ἐξοστρακίστηκε καὶ τὸν Κίμωνα τὸν ἀπασχολοῦσαν πολὺν καιρὸ οἱ ἐκστρατεῖες του ἔξω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τότε ὁ Περικλῆς ἀποφάσισε νὰ προσχωρήση στὴ δημοκρατικὴ μερίδα, γιατὶ προτίμησε νὰ ταχτῆ ὄχι μὲ τοὺς πλούσιους καὶ λίγους παρὰ μὲ τοὺς πολλοὺς καὶ φτωχούς, ἀντίθετα ἀπὸ τὸ χαρακτήρα του ποὺ ἦταν κάθε ἄλλο παρὰ δημοκρατικός. 4 Ὅπως φαίνεται, φοβήθηκε μήπως προκαλέση τὴν ὑποψία πὼς θέλει νὰ γίνη τύραννος καί, ἐπειδὴ ἔβλεπε ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὅτι ὁ Κίμων ἦταν ἀριστοκρατικὸς καὶ ὅτι ἐξαιρετικὰ τὸν ἀγαποῦσαν οἱ ἀριστοκρατικοί, αὐτὸς ἄρχισε νὰ κολακεύη τοὺς πολλούς, γιὰ νὰ ἀποχτήση ἀσφάλεια γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ δύναμη ἐναντίον ἐκείνου. 5 Ἀμέσως μάλιστα ἄλλαξε καὶ τὶς συνήθειες τῆς ζωῆς του. Στὴν πόλη δὲν τὸν ἔβλεπαν νὰ κυκλοφορῆ παρὰ μόνο σ᾽ἕνα δρόμο, σ’ αὐτὸν ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν ἀγορὰ καὶ τὸ βουλευτήριο. Παράτησε τὶς προσκλήσεις σὲ δεῖπνα καὶ ὅλες τὶς φιλικὲς συναναστροφὲς καὶ σχέσεις, ὥστε σὲ ὅλο τὸ μακροχρόνιο διάστημα τῆς πολιτικῆς του ζωῆς σὲ κανενὸς φίλου τὸ σπίτι δὲν πῆγε γιὰ δεῖπνο, παρὰ μόνο μιὰ φορά, ποὺ παραβρέθηκε στοὺς γάμους τοῦ ἐξαδέλφου του τοῦ Εὐρυπτόλεμου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἄρχιζαν νὰ πίνουν, σηκώθηκε ἀμέσως καὶ ἔφυγε. 6 Γιατὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ συναναστροφὲς εἶναι ἱκανὲς νὰ μειώσουν τὸ κύρος
107

καὶ μὲ τὴν οἰκειότητα ποὺ ἀναπτύσσετᾳι σ’ αὐτὲς δύσκολα μπορεῖ νὰ κρατηθῆ κανεὶς μέσα στὰ ὅρια ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ φαίνεται σοβαρός. Καὶ ὅμως, ἡ ἀληθινὴ ἀρετὴ τόσο ὡραιότερη φαίνεται, ὅσο ἐκδηλώνεται περισσότερο, καὶ στοὺς χρηστοὺς ἀνθρώπους τίποτε δὲν ὑπάρχει τόσο θαυμαστὸ γιὰ τοὺς ξένους ὅσο ἡ καθημερινὴ διαγωγή τους πρὸς τοὺς οἰκείους καὶ φίλους. 7 Ἀλλὰ ὁ Περικλῆς ἀπόφευγε τὴ συχνὴ καὶ κατὰ κόρο ἐπικοινωνία του μὲ τὸ λαὸ καὶ μόνο κατὰ διαλείμματα τὸν ἐπλησίαζε· δὲ μιλοῦσε γιὰ κάθετὶ καὶ δὲν παρουσιαζόταν διαρκῶς στὸ πλῆθος, παρά, καθὼς λέει ὁ Κριτόλαος, ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του, ὅπως τὸ ἱερὸ πλοῖο, ἡ «Σαλαμίνα», μόνο σ᾽ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, ἐνῶ γιὰ τὶς κοινὲς ὑποθέσεις ἄφηνε νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύουν οἱ πολιτικοὶ φίλοι καὶ συνεργάτες του. Ἕνας ἀπ᾽ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ἐφιάλτης, ποὺ κατάργησε τὴν ἀριστοκρατικὴ ἐξουσία τῆς βουλῆς τοῦ Ἀρείου πάγου καί, κατὰ τὸν Πλάτωνα, πρόσφερε στοὺς πολίτες ἄφθονο καὶ ἀνέρωτο κρασὶ ἐλευθερίας, τόσο πολύ, ὥστε ὁ λαός, σὰν ἀφηνιασμένο ἄλογο, ὅπως λένε οἱ κωμικοὶ ποιητὲς «χαλινάρι κανένα δὲν ἤθελε, μὰ τὴν Εὔβοια τὴ δάγκωνε, τὰ νησιὰ τὰ πηδοῦσε». ΚΕΦ. 8 1 Τῆ μέντοι περὶ τὸν βίον κατασκευῇ καὶ τῷ μεγέθει τοῦ φρονήματος ἁρμόζοντα λόγον ὥσπερ ὄργανον ἐξαρτυόμενος, παρενέτεινε πολλαχοῦ τὸν Ἀναξαγόραν, οἷον βαφὴν τῆ ῥητορικῇ τὴν φυσιολογίαν ὑποχεόμενος. 2 Τὸ γὰρ «ὑψηλόνουν τοῦτο καὶ πάντῃ τελεσιουργόν», ὡς ὁ θεῖος Πλάτων φησί, «πρὸς τῷ εὐφυὴς εἶναι κτησάμενος» ἐκ φυσιολογίας, καὶ «τὸ πρόσφορον ἑλκύσας ἐπὶ τὴν τῶν λόγων τέχνην», πολὺ πάντων διήνεγκε. 3 Διὸ καὶ τὴν ἐπίκλησιν αὐτῷ γενέσθαι λέγουσι καίτοι τινὲς ἀπὸ τῶν ἀναθημάτων οἷς ἐκόσμησε τὴν πόλιν, οἱ δ’ ἀπὸ τῆς ἐν τῆ πολιτείᾳ καὶ ταῖς στρατηγίαις δυνάμεως Ὀλύμπιον αὐτὸν οἴονται προσαγορευθῆναι· καὶ συνδραμεῖν οὐδὲν ἀπέοικεν ἀπὸ πολλῶν προσόντων τῷ ἀνδρὶ τὴν δόξαν. 4 Αἱ μέντοι κωμῳδίαι τῶν τότε διδασκάλων, σπουδῇ τε πολλὰς καὶ μετὰ γέλωτος ἀφεικότων φωνὰς εἰς αὐτόν, ἐπὶ τῷ λόγῳ μάλιστα τὴν προσωνυμίαν γενέσθαι δηλοῦσι, «βροντᾶν» μὲν αὐτὸν καὶ «ἀστράπτειν» ὅτε δημηγοροίη, «δεινὸν δὲ κεραυνὸν ἐν γλώσσῃ φέρειν» λεγόντων. 5 Διαμνημονεύεται δέ τις καὶ Θουκυδίδου τοῦ Μελησίου λόγος εἰς τὴν δεινότητα τοῦ Περικλέους μετὰ παιδιᾶς εἰρημένος. Ἦν μὲν γὰρ ὁ Θουκυδίδης τῶν καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀνδρῶν, καὶ πλεῖστον
108

ἀντεπολιτεύσατο τῷ Περικλεῖ χοόνον. Ἀρχιδάμου δὲ τοῦ Λακεδαιμονίων βασιλέως πυνθανομένου πότερον αὐτὸς ἢ Περικλῆς παλαίει βέλτιον, «ὅταν» εἶπεν «ἐγὼ καταβάλω παλαίων, ἐκεῖνος ἀντιλέγων ὡς οὺ πέπτωκε, νικᾷ καὶ μεταπείθει τοὺς ὁρῶντας.» 6 Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ οὕτως ὁ Περικλῆς περὶ τὸν λόγον εὐλαβὴς ἦν ὥστ’ ἀεὶ πρὸς τὸ βῆμα βαδίζων ηὔχετο τοῖς θεοῖς μηδὲ ῥῆμα μηδὲν ἐκπεσεῖν ἄκοντος αὐτοῦ ποὸς τὴν προκειμένην χρείαν ἀνάρμοστον. 7 Ἔγγραφον μὲν οὖν οὐδὲν ἀπολέλοιπε πλὴν τῶν ψηφισμάτων, ἀπομνημονεύεται δ’ ὀλίγα παντάπασιν, οἷον τὸ τὴν Αἰγιναν ὡς λήμην τοῦ Πειραιῶς ἀφελεῖν κελεῦσαι, καὶ τὸ τὸν πόλεμον ἤδη φάναι καθορᾶν ἀπὸ Πελοποννήσου προσφερόμενον. 9 Ὁ δὲ Στησίμβροτός φησιν ὅτι τοὺς ἐν Σάμῳ τεθνηκότας ἐγκωμιάζων ἐπὶ τοῦ βήματος ἀθανάτους ἔλεγε γεγονέναι καθάπερ τοὺς θεούς˙ οὐδὲ γὰρ, ἐκείνους αὐτοί ὁρῶμεν, ἀλλὰ ταῖς τιμαῖς ἅς ἐχουσι καὶ τοῖς ἀγαθοῖς ἃ παρέχουσιν ἀθανάτους εἶναι τεκμαιρόμεθα˙ ταὔτ’ οὖν ὑπάρχειν καὶ τοῖς ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀποθανοῦσιν. ΚΕΦ. 8 Ἡ ρητορική του. Ἡ προσωνυμία «Ολύμπιος». 1 Προσπαθοῦσε νὰ ἐναρμονίζη τὸ λόγο του σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἶχε ὀργανώσει τὴ ζωή του καὶ σύμφωνα μὲ τὸ μεγαλεῖο τῶν σκέψεών του, σὰν ἕνα μουσικὸ ὄργανο ποὺ μὲ τὸ τέντωμα τῶν χορδῶν του ἀπηχοῦσε συχνὰ μὲ περισσότερη δύναμη τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀναξαγόρα καὶ ἔδινε κατὰ κάποιο τρόπο στὴ ρητορική του ἕνα χρῶμα ἀπὸ τὶς θεωρίες τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης. 2 Γιατὶ αὐτὸ τὸ «μεγάλο ὕψος τοῦ πνεύματος καὶ τὴν τελειότητα στὴν ἐκτέλεση τῶν ἔργων», πού, ὅπως λέει ὁ θεῖος Πλάτων, «προστέθηκαν στὴν ἔμφυτη εὐφυΐα του», τὰ ἀπόχτησε ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἐπιστήμη καὶ «παίρνοντας ἀπ’ αὐτὴν ὅ,τι ἦταν πρόσφορο γιὰ τὴν τέχνη τῶν λόγων», ἀναδείχτηκε πολὺ ἀνώτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. 3 Σ’ αὐτό, λένε, ὀφείλει καὶ τὴν ἐπωνυμία «Ὀλύμπιος» ποὺ τοῦ δόθηκε, ἂν καὶ μερικοὶ φρονοῦν ὅτι ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τὰ ἔξοχα μνημεῖα μὲ τὰ ὁποῖα ἐκόσμησε τὴν πόλη καὶ ἄλλοι πάλι ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ στρατηγική του ὑπεροχή. Καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸ ὅτι πολλὰ προσόντα ἔχουν συντείνει, ὥστε νὰ ἀποχτήση αὐτὴ τὴ δόξα. 4 Οἱ κωμωδίες ὅμως τῶν τότε ποιητῶν, ποὺ ξεστόμισαν πολλὰ σοβαρὰ κᾳὶ πολλὰ ἀστεῖα γι’ αὐτόν, δείχνουν ὅτι ἡ προσωνυμία αὐτὴ τοῦ δόθηκε κυρίως γιὰ τὴ δύναμη τοῦ λόγου του, γιατὶ λένε πώς,
109

ὅταν ἐκεῖνος μιλοῦσε στὸ λαό, «βροντοῦσε καὶ ἄστραφτε καὶ εἶχε στὴ γλώσσα του φοβερὸ κεραυνό». 5 Μνημονεύεται μάλιστα καὶ κάτι ποὺ εἶπε ὁ Θουκυδίδης, ὁ γιὸς τοῦ Μελησία, θέλοντας νὰ ἀστειευτῆ γιὰ τὴ ρητορικὴ δεινότητα τοῦ Περικλῆ. Ὁ Θουκυδίδης, ὅπως ξέρομε, ἀνῆκε στοὺς ἀριστοκρατικοὺς καὶ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα ἦταν ἀντίθετος στὴν πολιτικὴ τοῦ Περικλῆ· καί, ὅταν ὁ Ἀρχίδαμος, ὁ βασιλιὰς τῶν Λακεδαιμονίων, ρώτησε τὸ Θουκυδίδη ἄν αὐτὸς ἢ ὁ Περικλῆς ἦταν ἀνώτερος στὴν πάλη, ἀποκρίθηκε: «Ὅταν στὴν πάλη ἐγὼ τὸν ρίξω καταγῆς, ἐκεῖνος, ἀντίθετα, λέει πὼς δὲν ἔπεσε καὶ κατορθώνει νὰ νικήση καὶ νὰ μεταπείση τοὺς θεατές.» 6 Καὶ ὅμως ὁ Περικλῆς ὁ ἴδιος μιλοῦσε στὸ λαὸ μὲ μεγάλη περίσκεψη, ὥστε πάντα, ὅταν πήγαινε πρὸς τὸ βῆμα, εὐχόταν στοὺς θεοὺς νὰ μὴν τοῦ ξεφύγη ἄθελα ἀπὸ τὸ στόμα του οὔτε μία λέξη ποὺ νὰ ἦταν ἀνάρμοστη στὴν προκείμενη περίπτωση. 7 Πάντως, δὲν ἔχει ἀφήσει κανένα γραφτό, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ψηφίσματά του· καὶ ἀξιομνημόνευτα λόγια του πολὺ λίγα ἔχουν διασωθῆ, ὅπως λόγου χάρη, τὰ ἀκόλουθα: «Σᾶς συμβουλεύω νὰ βγάλετε ἀπὸ τὴ μέση τὴν Αἴγινα ποὺ ἔχει γίνει μιὰ τσίμπλα στὸ μάτι τοῦ Πειραιᾶ» καὶ ἐπίσης: «Βλέπω τώρα καθαρὰ τὸν πόλεμο νὰ ἔρχεται τρέχοντας ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο». 9 Ὁ Στησίμβροτος ἀναφέρει ὅτι ὁ Περικλῆς κάποτε ἐγκωμίαζε ἀπὸ τὸ βῆμα ἐκείνους ποὺ ἔπεσαν στὴ Σάμο καὶ ἔλεγε ὅτι ἔχουν γίνει ἀθάνατοι ὅπως οἱ θεοί· «γιατὶ καὶ τοὺς θεοὺς τοὺς ἴδιους δὲν τοὺς βλέπομε, ἀλλ’ ἀπὸ τὶς τιμὲς ποὺ τοὺς προσφέρομε καὶ ἀπὸ τὰ καλὰ ποὺ μᾶς προσφέρουν, συμπεραίνομε ὅτι εἶναι ἀθάνατοι· τὸ ἴδιο λοιπὸν συμβαίνει καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ πέθαναν γιὰ τὴν πατρίδα». ΚΕΦ. 9 1 Ἐπεὶ δὲ Θουκυδίδης μὲν ἀριστοκρατικήν τινα τὴν τοῦ Περικλέους ὑπογράφει πολιτείαν, «λόγῳ μὲν οὖσαν δημοκρατίαν, ἔργῳ δ’ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχήν», ἄλλοι δὲ πολλοὶ πρῶτον ὑπ’ ἐκείνου φασὶ τὸν δῆμον ἐπὶ κληρουχίας καὶ θεωρικὰ καὶ μισθῶν διανομὰς προαχθῆναι, κακῶς ἐθισθέντα καὶ γενόμενον πολυτελῆ καὶ ἀκόλαστον ὑπὸ τῶν τότε πολιτευμάτων ἀντὶ σώφρονος καὶ αὐτουργοῦ, θεωρείσθω διὰ τῶν πραγμάτων αὐτῶν ἡ αἰτία τῆς μεταβολῆς. 2 Ἐν ἀρχῇ μὲν γὰρ ὥσπερ εἴρηται πρὸς τὴν Κίμωνος δόξαν ἀντιταττόμενος ὑπεποιεῖτο τὸν δῆμον, ἐλαττούμενος δὲ πλούτῳ καὶ χρήμᾳσιν, ἀφ’ ὧν ἐκεῖνος ἀνελάμβανε τοὺς πένητας, δεῖπνόν τε
110

καθ’ ἡμέραν τῷ δεομένῳ παρέχων Ἀθηναίων καὶ τοὺς πρεσβυτέρους ἀμφιεννύων, τῶν τε χωρίων τοὺς φραγμοὺς ἀφαιρῶν ὅπως ὀπωρίζωσιν οἱ βουλόμενοι, τούτοις ὁ Περικλῆς καταδημαγωγούμενος τρέπεται πρὸς τὴν τῶν δημοσίων διανομήν, συμβουλεύσαντος αὐτῷ Δαμωνίδου τοῦ Οἴηθεν, ὡς Ἀριστοτέλης ἱστόρηκε. 3 Καὶ ταχὺ θεωρικοῖς καὶ δικαστικοῖς λήμμασιν ἄλλαις τε μισθοφοραῖς καὶ χορηγίαις συνδεκάσας τὸ πλῆθος, ἐχρῆτο κατὰ τῆς ἐξ Ἀρείου πάγου βουλῆς, ἧς αὐτὸς οὐ μετεῖχε διὰ τὸ μήτ’ ἄρχων μήτε θεσμοθέτης μήτε βασιλεὺς μήτε πολέμαρχος λαχεῖν. 4 Αὗται γὰρ αἱ ἀρχαὶ κληρωταί τ’ ἦσαν ἐκ παλαιοῦ, καὶ δι’ αὐτῶν οἱ δοκιμασθέντες ἀνέβαινον εἰς Ἄρειον πάγον. 5 Διὸ καὶ μᾶλλον, ἰσχύσας ὁ Περικλῆς ἐν τῷ δήμῳ κατεστασίασε τὴν βουλήν, ὥστε τὴν μὲν ἀφαιρεθῆναι τὰς πλείστας κρίσεις δι’ Ἐφιάλτου, Κίμωνα δ’ ὡς φιλολάκωνα καὶ μισόδημον ἐξοστρακισθῆναι, πλούτῳ μὲν καὶ γένει μηδενὸς ἀπολειπόμενον, νίκας δὲ καλλίστας νενικηκότα τοὺς βαρβάρους καὶ χρημάτων πολλῶν καὶ λαφύρων ἐμπεπληκότα τὴν πόλιν, ὡς έν τοῖς περὶ ἐκείνου γέγραπται. Τοσοῦτον ἦν τὸ κράτος ἐν τᾠ δήμῳ τοῦ Περικλέους. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ (Κεφ. 9 - 11) ΚΕΦ. 9. Παροχὲς στὸ λαό. Ἐξοστρακισμὸς τοῦ Κίμωνα. 1 Ὁ ἱστορικὸς Θουκυδίδης μιλώντας γιὰ τὴν διακυβέρνηση τῆς πολιτείας ἀπὸ τὸν Περικλῆ τὴ χαρακτηρίζει σὰν κάπως ἀριστοκρατικὴ καὶ λέει πὼς «μόνο κατὰ τὸ ὄνομα ἦταν δημοκρατία, πράγματι ὅμως ἐξουσία ποὺ τὴν εἶχε ἕνας μόνο, ὁ πρῶτος τῆς Ἀθήνας πολίτης». Πολλοὶ ἄλλοι λένε ὅτι ἐκεῖνος πρῶτος ὁδήγησε τὸ λαὸ σὲ κληρουχίες καὶ θεωρικὰ καὶ ἀποζημιώσεις καὶ ὅτι ἔτσι τὸν κακοσυνήθισε καί, ἐνῶ πρὶν ἦταν φρόνιμος καὶ ἐργατικός, ἔγινε ἐξαιτίας τῶν κυβερνητικῶν αὐτῶν μέτρων σπάταλος καὶ ἀκόλαστος. Σωστὸ ὅμως εἶναι νὰ ἐξετάσωμε τὴν αἰτία τῆς μεταβολῆς αὐτῆς στηριγμένοι στὰ ἴδια τὰ πράγματα. 2 Στὴν ἀρχή, καθὼς εἴπαμε, θέλοντας νὰ ἀντιταχτῆ στὴ δημοτικότητα τοῦ Κίμωνα, κολάκευε τὸ λαό· ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸν πλοῦτο καὶ τὰ χρήματα ποὺ εἶχε ὁ Κίμων, μὲ τὰ ὁποῖα κέρδιζε τὴν εὔνοια τῶν φτωχῶν, παρέχοντας κάθε μέρα δεῖπνο σὲ ὀσους Ἀθηναίους εἶχαν ἀνάγκη, ντύνοντας τοὺς γέρους καὶ βγάζοντας τοὺς φραγμοὺς τῶν κήπων του, γιὰ νὰ παίρνουν ἐλεύθερα ἀπ’ αὐτοὺς ὀπωρικὰ ὅσοι ἤθελαν.
111

Ἐπειδὴ μὲ αὐτὰ τὰ δημαγωγικὰ μέσα τοῦ ἀντιπάλου του ὁ Περικλῆς ἔχανε τὴ δημοτικότητά του, γιὰ νὰ τὰ ἐξουδετερώση τρέπεται στὴ διανομὴ χρημάτων τοῦ δημοσίου κατὰ συμβουλὴ τοῦ Δαμωνίδη ἀπὸ τὴν Οἴη, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἀριστοτέλης. 3 Καὶ ἀμέσως μὲ τὰ θεωρικὰ καὶ δικαστικὰ ἐπιδόματα καὶ μὲ ἄλλες μισθοδοσίες καὶ παροχὲς κέρδισε ὅλο τὸ λαὸ καὶ τὸν χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ περιορίση τὴν ἐξουσία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ποὺ αὐτὸς δὲν ἦταν μέλος της, ἐπειδὴ δὲν εἶχε κληρωθῆ ποτὲ οὔτε ἄρχοντας οὔτε θεσμοθέτης οὔτε βασιλιὰς οὔτε πολέμαρχος. 4 Γιατὶ τὰ ἀξιώματα αὐτὰ ἀπὸ τὰ παλιὰ χρόνια τὰ ἀναλάβαιναν οἱ πολίτες μὲ κλῆρο καὶ ἂν ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου ἐπιδοκίμαζε τὴ διοίκησή τους, γίνονταν μέλη τής βουλῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου. 5 Γιὰ τοῦτο ὁ Περικλῆς, ὅταν ἀπόχτησε μεγαλύτερη δύναμη στὸ λαό, μὲ τὴν ὑποστήριξή του ἀντιπολιτεύτηκε τὴ βουλὴ καὶ κατάφερε μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ Ἐφιάλτη νὰ τῆς ἀφαιρεθῆ τὸ μεγαλύτερο μέρος ἀπὸ τὴ δικαστική της ἐξουσία. Ἔπειτα κατηγόρησε τὸν Κίμωνα σᾲ φίλο τῶν Λακεδαιμονίων καὶ ἐχθρὸ τῆς δημοκρατίας καὶ πέτυχε τὸν ἐξοστρακισμὸ ἐκείνου, ποὺ καὶ κατὰ τὸν πλοῦτο καὶ κατὰ τὸ γένος δὲν ἦταν κατώτερος ἀπὸ κανέναν, ποὺ εἶχε νικήσει τοὺς βαρβάρους κερδίζοντας τὶς ὡραιότερες νίκες, ποὺ εἶχε γεμίσει τὴν πόλη μὲ πολλὰ χρήματα καὶ λάφυρα, ὅπως ἔγραψα στὴ βιογραφία του. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τοῦ Περικλῆ στὸ λαό. ΚΕΦ. 10 1 Ὁ μὲν οὖν ἐξοστρακισμὸς ὡρισμένην εἶχε νόμῳ δεκαετίαν τοῖς φεύγουσιν˙ ἐν δὲ τῷ διὰ μέσου στρατῷ μεγάλῳ Λακεδαιμονίων ἐμβαλόντων εἰς τὴν Τανᾳγρικὴν καὶ τῶν Ἀθηναίων εὐθὺς ὁρμησάντων ἐπ’ αὐτούς, ὁ μὲν Κίμων ἐλθὼν ἐκ τῆς φυγῆς ἔθετο μετὰ τῶν φυλετῶν εἰς λόχον τὰ ὅπλα, καὶ δι’ ἔργων ἀπολύεσθαι τὸν λακωνισμὸν ἐβούλετο συγκινδυνεύσας τοῖς πολίταις, οἱ δὲ φίλοι τοῦ Περικλέους συστάντες ἀπήλασαν αὐτὸν ὡς φυγάδα. 2 Διὸ καὶ δοκεῖ Περικλῆς ἐρρωμενέστατα τὴν μάχην ἐκείνην ἀγωνίσασθαι καὶ γενέσθαι πάντων ἐπιφανέστατος, ἀφειδήσας τοῦ σώματος. 3 Ἔπεσον δὲ καὶ τοῦ Κίμωνος οἱ φίλοι πάντες ὁμαλῶς οὕς Περικλῆς συνεπητιᾶτο τοῦ λακωνισμοῦ, καὶ μετάνοια δεινὴ τοὺς Ἀθηναίους καὶ πόθος ἕσχε τοῦ Κίμωνος, ἡττημένους μὲν ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς Ἀττικῆς, προσδοκῶντας δὲ βαρὺν εἰς ἕτους ὥραν πόλεμον. 4 Αἰσθόμενος οὖν ὁ Περικλῆς οὐκ ὤκνησε χαρίσασθαι τοῖς πολλοῖς, ἀλλὰ τὸ ψήφισμα γράψας αὐτὸς ἐκάλει τὸν ἄνδρα, κἀκεῖνος κατελθὼν εἰρήνην ἐποίησε ταῖς πόλεσιν οἰκείως γὰρ εἶχον οἱ Λακεδαιμόνιοι πρὸς
112

αὐτόν, ὥσπερ ἀπήχθοντο τῷ Περκλεῖ καὶ τοῖς ἄλλοις δημαγωγοῖς. 5 Ἔνιοι δέ φασιν οὐ πρότερον γραφῆναι τῷ Κίμωνι τὴν κάθοδον ὑπὸ τοῦ Περικλέους ἢ συνθήκας αὐτοῖς ἀπορρήτους γενέσθαι δι’ Ἐλπινίκης, τῆς Κίμωνος ἀδελφῆς, ὥστε Κίμωνα μὲν ἐκπλεῦσαι λαβόντα ναῦς διακοσίας καὶ τῶν ἔξω στρατηγεῖν καταστρεφόμενον τὴν βασιλέως χώραν, Περικλεῖ δὲ τὴν ἐν ἄστει δύναμιν ὑπάρχειν. 6 Ἐδόκει δὲ καὶ πρότερον ἡ Ἐλπινίκη τῷ Κίμωνι τὸν Περικλέα πρᾳότερον παρασχεῖν, ὅτε τὴν θανατικὴν δίκην ἔφευγεν. Ἦν μὲν γὰρ εἷς τῶν κατηγόρων ὁ Περικλῆς ὑπὸ τοῦ δήμου προβεβλημένος, ἐλθούσης δὲ πρὸς αὐτὸν τῆς Ἐλπινίκης καὶ δεομένης, μειδιάσας εἶπεν· «Ὧ Ἔλπινίκη, γραῦς εἶ, γραῦς εἶ, ὡς πράγματα τηλικαῦτα πράσσειν.» Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν λόγον ἅπαξ ἀνέστη τὴν προβολὴν ἀφοσιούμενος, καὶ τῶν κατηγόρων ἐλάχιστα τὸν Κιμωνα λυπήσας ἀπεχώρησε. 7 Πῶς ἂν οὖν τις Ἰδομενεῖ πιστεύσειε κατηγοροῦντι τοῦ Περικλέους ὡς τὸν δημαγωγὸν Ἐφιάλτην, φίλον γενόμενον καὶ κοινωνὸν ὄντα τῆς ἐν τῆ πολιτείᾳ προαιρέσεως, δολοφονήσαντος διὰ ζηλοτυπίαν καὶ φθόνον τῆς δόξης; Ταῦτα γὰρ οὐκ οἶδ’ ὅθεν συναγαγὼν ὥσπερ χολὴν τἀνδρὶ προσβέβληκε, πάντη μὲν ἴσως οὐκ ἀνεπιλήπτῳ, φρόνημα δ’ εὐγενὲς ἔχοντι καὶ ψυχὴν φιλότιμον, οἷς οὐδὲν ἐμφύεται πάθος ὠμὸν οὔτω καὶ θῃριῶδες. 8 Ἐφιάλτην μὲν οὖν, φοβερὸν ὄντα τοῖς ὀλιγαρχικοῖς καὶ περὶ τὰς εὐθύνας καὶ διώξεις τῶν τὸν δῆμον ἀδικούντων ἀπαραίτητον, ἐπιβουλεύσαντες οἱ ἐχθροὶ δι’ Ἀριστοδίκου τοῦ Ταναγρικοῦ κρυφαίως ἀνεῖλον, ὡς Ἀριστοτέλης εἴρηκεν. Ἐτελεύτησε δὲ Κίμων ἐν Κὔπρω στρατηγῶν. ΚΕΦ. 10 Ἀνάκληση καὶ θάνατος τοῦ Κίμωνα. 1 Ἡ διάρκεια τοῦ ἐξοστρακισμοῦ ἐκείνων ποὺ ἔδιωχνε ἡ πόλη εἶχε ὁριστῆ μὲ νόμο γιὰ δέκα χρόνια. Μόλις εἶχε περάσει τὸ μισὸ διάστημα τῆς δεκαετίας ποὺ ὁ Κίμων ἦταν ἐξοστρακισμένος, οἱ Λακεδαιμόνιοι μὲ μεγάλο στρατὸ μπῆκαν στὴν περιοχὴ τῆς Τανάγρας καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἀμέσως ὅρμησαν ἐναντίον τους. Τότε ὁ Κίμων ἦρθε ἀπὸ τὸν τόπο ὅπου ἦταν ἐξοστρακισμένος καὶ κατατάχτηκε καὶ αὐτὸς στὸ λόχο ποὺ ὑπηρετοῦσαν οἱ ἄντρες τῆς φυλῆς του. Ἤθελε μὲ τὴν πράξη, του νὰ ξεπλύνη τὴν κατηγορία τοῦ λακωνισμοῦ, κινδυνεύοντας στὸν ἀγώνα μαζὶ μὲ τοὺς συμπολίτες του. Ἀλλὰ οἱ φίλοι τοῦ Περικλῆ συνεννοήθηκαν καὶ τὸν ἔδιωξαν μὲ τὴ δικαιολογία ὅτι ἦταν ἐξοστρακισμένος. 2 Γιὰ τοῦτο, φαίνεται, ὁ Περικλῆς σ’ ἐκείνη τὴ μάχη πολέμησε μὲ πολλὴ ἀντρεία
113

καὶ ξεχώρισε ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους, ἀψηφώντας τὴ ζωή του. 3 Ἀλλὰ ἔπεσαν σ’ αὐτὴ τὴ μάχη καὶ ὅλοι μαζὶ οἱ φίλοι τοῦ Κίμωνα, αὐτοὶ ποὺ ὁ Περικλῆς τοὺς κατηγοροῦσε ἐπίσης ὡς φίλους τῶν Λακεδαιμονίων. Καὶ τότε μετάνοιωσαν πικρὰ οἱ Ἀθηναῖοι καὶ ἀποζητοῦσαν τὸν Κίμωνα, πολὺ περισσότερο μάλιστα γιατὶ νικήθηκαν στὰ σύνορα τῆς Ἀττικῆς καὶ περίμεναν πὼς τὴν ἐρχόμενη ἄνοιξη θὰ ξανάρχιζε ἄγριος ὁ πόλεμος. 4 Κατάλαβε ὁ Περικλῆς τὶς διαθέσεις αὐτὲς τοῦ λαοῦ καὶ δὲ δίστασε νὰ τὸν ἱκανοποιήση. Ὑπόβαλε ὁ ἴδιος στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου ψήφισμα γιὰ τὴν ἀνάκληση τοῦ Κίμωνα καὶ ὅταν ἐκεῖνος γύρισε στὴν πατρίδᾳ του, κατόρθωσε νὰ συμφωνηθῆ εἰρήνη ἀνάμεσα στὶς δύο πόλεις· γιατὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι εἶχαν τόση συμπάθεια στὸν Κίμωνα, ὅση ἀντιπάθεια στὸν Περικλῆ καὶ στοὺς ἄλλους δημοκρατικοὺς ἀρχικούς. 5 Μερικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι πρὶν ὁ Περικλῆς ὑποβάλη τήν πρόταση γιὰ τὴν ἐπάνοδο τοῦ Κίμωνα, εἶχε συνεννοῃθῆ μυστικὰ μαζί του μὲ τὴ μεσολάβηση τῆς ἀδερφῆς τοῦ Κίμωνα Ἐλπινίκης καὶ εἶχαν συμφωνήσει: ὁ Κίμων νὰ φύγη μὲ διακόσια πλοῖα καὶ νὰ εἶναι στρατηγὸς μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἀττικὴ καταστρέφοντας τὴ χώρα τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν, καὶ ὁ Περικλῆς νὰ ἔχη τὴν ἐξουσία μέσα στὴν πόλη. 6 Φαίνεται πὼς καὶ πρωτύτερα ἡ Ἐλπινίκη εἶχε μεσολαβήσει, γιὰ νὰ καταπραὒνη τὸν Περικλῆ ἀπέναντι τοῦ Κίμωνα, ὅταν αὐτὸς δικαζόταν καὶ κινδύνευε νὰ καταδικαστῆ σὲ θάνατο. Τότε ὁ Περικλῆς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς κατῃγόρους ποὺ εἶχε ὁρίσει ὁ δῆμος καί, ὅταν ἦρθε σ’ αὐτὸν ἡ Ἐλπινίκη καὶ τὸν παρακαλοῦσε, αὐτὸς χαμογέλασε καὶ εἶπε: «Ἐλπινίκη, εἷσαι γριά, εἶσαι πολὺ γριά, γιὰ ν’ ἀνακᾳτεύεσαι σὲ τόσο μεγάλα ζητήματα.» Καὶ ὅμως στὴ δίκη δὲ σηκώθηκε νὰ μιλήση παρὰ μόνο μιὰ φορά, ἀναγκασμένος ἀπὸ τὴν ἐντολὴ ποὺ εἶχε ἀναλάβει, καί, ἀφοῦ ἐπιβάρυνε τὸν Κίμωνα ὅσο μποροῦσε λιγότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους κατηγόρους, ἀποχώρησε ἀπὸ τὴ συνεδρίαση. 7 Πῶς λοιπόν, ὕστερ’ ἀπ’ αὐτά, μπορεῖ κανεὶς νὰ δώση πίστη στὰ λόγια τοῦ Ἰδομενέα, ποὺ κατηγορεῖ τὸν Περικλῆ, πὼς τάχα τον Εφιάλτη, τὸ δημοκρατικὸ ἀρχηγό, ποὺ ἦταν φίλος καὶ πολιτικὸς συνεργάτης του, τὸν δολοφόνησε ἀπὸ ζηλοτυπία καὶ ἀπὸ φθόνο γιὰ τὴ δόξα του; Δὲν ξέρω ἀπὸ ποῦ τὰ μάζεψε αὐτὰ καὶ τὰ ἔριξε σὰ χολὴ στὸ πρόσωπο τοῦ Περικλῆ, ποὺ ἴσως νὰ μὴν εἶναι ὁλότελα ἄμεμπτος, πάντως ὅμως εἶχε φρόνημα εὐγενικὸ καὶ γενναιοψυχία, ἀρετὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ βλαστήση πάθος τόσο σκληρὸ καὶ τόσο ἀπάνθρωπο. 8 Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τὸν Ἐφιάλτη ποὺ ἦταν φοβερὸς ἀντίπαλος τῶν ὀλιγαρχικῶν καὶ ἀλύγιστος στὴν ἀναζήτηση εὐθύνης καὶ στὴν καταδίωξη κάθε ἀδικητῆ τοῦ λαοῦ, τὸν ἐπιβουλεύτηκαν οἱ ἐχθροί του· αὐτοὶ ἔβαλαν
114

τὸν Ἀριστόδικο ἀπὸ τὴν Τανάγρα καὶ τὸν σκότωσε κρυφά, ὅπως λέει ὁ Ἀριστοτέλης. Ὅσο γιὰ τὸν Κίμωνα, αὐτὸς πέθανε στήν Κύπρο, ὅπου ἦταν στρατηγός. ΚΕΦ. 11 1 Οἱ δ’ ἀριστοκρατικοί, μέγιστον μὲν ἤδη τὸν Περικλέα καὶ πρόσθεν ὁρῶντες γεγονότα τῶν πολιτῶν, βουλόμενοι δ’ ὅμως εἶναί τινα τὸν πρός αὐτὸν ἀντιτασσόμενον ἐν τῇ πόλει καὶ τὴν δύναμιν ἀμβλύνοντα, ὥστε μὴ κομιδῇ μοναρχίαν εἶναι, Θουκυδίδην τὸν Ἀλωπεκῆθεν, ἄνδρα σώφρονα καὶ κῃδεστὴν Κίμωνος, ἀντέστησαν ἐναντιωσόμενον, ὅς ἧττον μὲν ὢν πολεμικὸς τοῦ Κίμωνος, ἀγοραῖος δὲ καὶ πολιτικὸς μᾶλλον, οἰκουρῶν ἐν ἄστει καὶ περὶ τὸ βῆμα τῷ Περικλεῖ συμπλεκόμενος, ταχὺ τὴν πολιτείαν εἰς ἀντίπαλον κατέστησεν. 2 Οὐ γὰρ εἵασε τοὺς καλοὺς καὶ ἀγαθοὺς καλουμένους ἄνδρας ἐνδιεσπάρθαι καὶ συμμεμεῖχθαι πρὸς τὸν δῆμον ὡς πρότερον, ὑπὸ πλήθους ἠμαυρωμένους τὸ ἀξίωμα, χωρὶς δὲ διακρίνας καὶ συναγαγὼν εἰς ταὐτὸ τὴν πάντων δύναμιν ἐμβριθῆ γενομένην, ὥσπερ ἐπὶ ζυγοῦ ῥοπὴν ἐποίησεν. 3 Ἦν μὲν γὰρ ἐξ ἀρχῆς διπλόη τις ὕπουλος ὥσπερ ἐν σιδήρῳ, διαφορὰν ὑποσημαίνουσα δημοτικῆς καὶ ἀριστοκρατικῆς προαιρέσεως, ἡ δ’ ἐκείνων ἅμιλλα καὶ φιλοτιμία τῶν ἀνδρῶν βαθυτάτην τομὴν τεμοῦσα τῆς πόλεως, τὸ μὲν δῆμον, τὸ δ’ ὀλίγους ἐποίησε καλεῖσθαι. 4 Διὸ καὶ τότε μάλιστα τῷ δήμῳ τὰς ἡνίας ἀνεὶς ὁ Περικλῆς ἐπολιτεύετο πρὸς χάριν, ἀεὶ μέν τινα θέαν πανηγυρικὴν ἢ ἑστίασιν ἢ πομπὴν εἶναι μηχανώμενος ἐν ἄστει, καὶ διαπαιδαγωγῶν οὐκ ἀμούσοις ἡδοναῖς τὴν πόλιν, ἑξήκοντα δὲ τριήρεις καθ’ ἕκαστον ἐνιαυτὸν ἐκπέμπων, ἐν αἷς πολλοὶ τῶν πολιτῶν ἔπλεον ὀκτὼ μῆνας ἔμμισθοι, μελετῶντες ἅμα καὶ μανθάνοντες τὴν ναυτικὴν ἐμπειρίαν. 5 Πρὸς δὲ τούτοις χιλίους βόἐν ἐστειλεν εἰς Χερρόνησον κληρούχους, εἰς δὲ Νάξον πεντακοσίους, εἰς δ’ Ἄνδρον ἡμίσεις τούτων, εἰς δὲ Θρᾴκην χιλίους Βισάλταις συνοικήσοντας, ἂλλους δ’ εἰς Ἰταλίαν ἀνοικιζομένης Συβάρεως, ἢν Θουρίους προσηγόρευσαν. 6 Καὶ ταῦτ’ ἔπραττεν ἀποκουφίζων μὲν ἀργοῦ καὶ διὰ σχολὴν πολυπράγμονος ὄχλου τὴν πόλιν, ἐπανορθούμενος δέ τὰς ἀπορίας τοῦ δήμου, φόβον δὲ καὶ φρουρὰν τοῦ μὴ νεωτερίζειν τι παρακατοικίζων τοῖς συμμάχοις. ΚΕΦ. 11 Ἀνταγωνισμὸς Περικλῆ καὶ Θουκυδίδη. Θεάματα καὶ κληρουχίες.
115

1 Οἱ ἀριστοκρατικοί, ποὺ ἔβλεπαν ἤδη καὶ πρωτύτερα τόν Περικλῆ νὰ ἀποχτᾶ πολὺ μεγάλη πολιτικὴ δύναμη, ἤθελαν νὰ ὑπάρχη κάποιος στὴν πόλη ποὺ νὰ ἀντιταχτῆ σ’ αὐτὸν καὶ νὰ μετριάζη τὴ δύναμή του, ὥστε ἡ κυβέρνησή του νὰ μὴν καταντήση ἐντελῶς μοναρχία. Γιὰ τοῦτο ἀντιτάξανε σ’ αὐτὸν σὰν πολιτικό του ἀντίπαλο τὸ Θουκυδίδη ἀπὸ τὸ δῆμο τῆς Ἀλωπεκῆς, ἄνθρωπο φρόνιμο καὶ συγγενὴ τοῦ Κίμωνα. Ὁ Θουκυδίδης ἦταν στὰ πολεμικὰ κατώτερος ἀπὸ τὸν Κίμωνα, μὰ πιὸ ἔμπειρος ἀγορητὴς καὶ πολιτικός. Ἔμενε διαρκῶς μέσα στὴν πόλη καὶ συχνὰ τοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναμετρηθῆ μὲ τὸν Περικλῆ στὸ βῆμα τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου. Ἔτσι ἀποκατάστησε τὴν ἰσορροπία στὸ πολίτευμα˙ 2 γιατὶ δὲν ἄφησε τοὺς ἀριστοκρατικοὺς νὰ εἶναι σκορπισμένοι μέσα στὸ λαὸ καὶ νὰ συγ χωνευτοῦν μαζί του, ὅπως γινόταν πρίν, ποὺ ἡ κοινωνική τους ἀξία χανόταν μέσα στὸ πολὺ πλῆθος. Ἀντίθετα, ξεχώρισε σὲ ἰδιαίτερη μερίδα τοὺς ἀριστοκρατικοὺς καὶ συνένωσε ὅλη τὴ δύναμή τους, ὥστε νὰ ἀποχτήση βαρύτητα, καὶ ἔτσι κατόρθωσε νὰ κλίνη ἡ ζυγαριὰ πρὸς τὸ μέρος τους. 3 Γιατὶ καὶ προηγουμένως ὑπῆρχε στὸ κοινωνικὸ σύνολο κάποιο ράγισμα κρυφό, ὅπως συμβαίνει συχνὰ σ ᾽ἕνα σιδερένιο ἀντικείμενο, ποὺ ἄφηνε νὰ διαφαίνεται ἡ διαφορὰ δημοκρατικῆς καὶ ἀριστοκρατικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ τώρα ὁ ἀνταγωνισμὸς καὶ ἡ ἀντιζηλία ἐκείνων τῶν δύο πολιτικῶν, τοῦ Θουκυδίδη καὶ τοῦ Περικλῆ, χάραξε μιὰ πολὺ βαθιὰ τομὴ καὶ χώρισε τοὺς πολίτες σὲ δύο ὁλότελα ξεχωριστὲς μερίδες, ποὺ ἡ μιὰ ὀνομάστηκε δῃμοκρατικὴ καὶ ἡ ἄλλη ὀλιγαρχική. 4 Γι’ αὐτό, τότε περισσότερο ἀπὸ ἄλλοτε, ὁ Περικλῆς χαλάρωνε τὸ χαλινὸ ἀπὸ τὸ λαὸ καὶ πολιτευόταν μὲ τρόπο ποὺ νὰ τὸν εὐχαριστῆ· Ἐπινοοῦσε διαρκῶς διάφορα θεάματα πανηγυρικὰ ἢ συμπόσια ἤ πομπὲς στὴν πόλη, διασκέδαζε τοὺς πολίτες μὲ εὐγενικὲς εὐχαριστήσεις, καὶ κάθε χρόνο ἔστελνε ἑξήντα πλοῖα μὲ τὰ ὁποῖα πολλοὶ πολίτες ταξίδευαν ὀχτὼ μῆνες μὲ ἀμοιβὴ καὶ ἔτσι μποροῦσαν νὰ ἀσκοῦνται καὶ νὰ ἀποχτοῦν πείρα στὰ ναυτικά. 5 Ἐπίσης ἔστειλε χίλιους κληρούχους στὴ Χερρόνησο, πεντακόσιους στὴ Νάξο, μισοὺς ἀπ’ αὐτοὺς στὴν Ἄνδρο ἀκόμη ἔστειλε στὴ Θράκη χίλιους γιὰ νὰ κατοικήσουν ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς Βισάλτες καὶ ἄλλους στὴν Ἰταλία, ὅταν ἀνιδρύθηκε ἡ Σύβαρη, ποὺ ἀπὸ τότε ὀνομάστηκε Θούριοι. 6 Καὶ μὲ αὐτὰ ποὺ ἔκανε, ἀνακούφιζε τὴν πόλη ἀπὸ ἕναν ὄχλο ἀργὸ καὶ φιλοτάραχο, βελτίωνε τὴν οἰκονομικὴ κατάσταση τοῦ λαοῦ καὶ συγχρόνως ἵδρυε σ’ ἐπίκαιρα σημεῖα τῶν συμμαχικῶν πόλεων οἰκισμοὺς Ἀθηναίων, ποὺ θὰ χρησίμευαν σὰν ἐπίφοβη φρουρά, γιὰ νὰ συγκρατοῦν
116

τοὺς συμμάχους ἀπὸ κάθε ἀπόπειρα ἀποστασίας. ΚΕΦ. 12 1 Ὅ δὲ πλείστην μὲν ἡδονὴν ταῖς Ἄθήναις καὶ κόσμον ἤνεγκε, μεγίστην δὲ τοῖς ἄλλοις ἔκπληξιν ἀνθρώποις, μόνον δὲ τῇ Ἕλλάδι μαρτυρεῖ μὴ ψεύδεσθαι τὴν λεγομένην δύναμιν αὐτῆς ἐκείνην καὶ τὸν παλαιὸν ὄλβον, ἡ τῶν ἀναθημάτων κατασκευή, τοῦτο μάλιστα τῶν πολιτευμάτων τοῦ Περικλέους ἐβάσκαινον οἱ ἐχθροὶ καὶ διέβαλλον ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, βοῶντες ὡς ὁ μὲν δῆμος ἀδοξεῖ καὶ κακῶς ἀκούει, τὰ κοινὰ τῶν Ἑλλήνων χρήματα πρὸς αὑτὸν ἐκ Δήλου μεταγαγών,ἥ δ’ ἔνεστιν αὐτῷ πρὸς τοὺς ἐγκαλοῦντας εὐπρεπεστάτη τῶν προφάσεων, δείσαντα τοὺς βαρβάρους ἐκεῖθεν ἀνελέσθαι καὶ φυλάττειν ἐν ὀχυρῷ τὰ κοινά, ταύτην ἀνῃρηκε Περικλῆς, 2 καὶ δοκεῖ δεινὴν ὕβριν ἡ Ἑλλὰς ὑβρίζεσθαι καὶ τυραννεῖσθαι περιφανῶς, ὁρῶσα τοῖς εἰσφερομένοις ὑπ’ αὐτῆς ἀναγκαίως πρὸς τὸν πόλεμον ἡμᾶς τήν πόλιν καταχρυσοῦντας καὶ καλλωπίζοντας ὥσπερ ἀλαζόνα γυναῖκα, περιαπτομένην λίθους πολυτελεῖς καὶ ἀγάλματα καὶ ναοὺς χιλιοταλάντους. 3 Ἐδίδασκεν οὖν ὁ Περικλῆς τὸν δῆμον ὅτι χρημάτων μὲν οὐκ ὀφείλουσι τοῖς συμμάχοις λόγον, προπολεμοῦντες αὐτῶν καὶ τοὺς βαρβάρους ἀνείργοντες, οὐχ ἵππον, οὐ ναῦν, οὐχ ὁπλίτην, ἀλλὰ χρήματα μόνον τελούντων, ἃ τῶν διδόντων οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ τῶν λαμβανόντων, ἄν παρέχωσιν ἀνθ’ οὗ λαμβάνουσι, 4 δεῖ δὲ τῆς πόλεως κατεσκευασμένης ἱκανῶς τοῖς ἀναγκαίοις πρὸς τὸν πόλεμον, εἰς ταῦτα τὴν εὐπορίαν τρέπειν αὐτῆς, ἀφ’ ὦν δόξα μὲν γενομένων ἀίδιος, εὐπορία δὲ γινομένων ἑτοίμη παρέσται, παντοδαπῆς ἐργασίας φανείσης καὶ ποικίλων χρειῶν, αἵ πᾶσαν μὲν τέχνην ἐγείρουσαι, πᾶσαν δὲ χεῖρα κινοῦσαι, σχεδὸν ὅλην ποιοῦσιν ἔμμισθον τὴν πόλιν, ἐξ αὑτῆς ἅμα κοσμουμένην καὶ τρεφομένην. 5 Τοῖς μὲν γὰρ ἡλικίαν ἔχουσι καὶ ῥώμην αἱ στρατεῖαι τὰς ἀπὸ τῶν κοινῶν εὐπορίας παρεῖχον, τὸν δ’ ἀσύντακτον καὶ βάναυσον ὄχλον οὔτ’ ἄμοιρον εἶναι λημμάτων βουλόμενος, οὔτε λαμβάνειν ἀργὸν καὶ σχολάζοντα, μεγάλας κατασκευασμάτων ἐπιβολὰς καὶ πολυτέχνους ὑποθέσεις ἐργων διατριβὴν ἐχόντων ἐνέβαλε φέρων εἰς τὸν δῆμον, ἵνα μηδὲν ἧττον τῶν πλεόντων καὶ φρουρούντων καὶ στρατευομένων τὸ οἰκουροῦν ἔχῃ πρόφασιν ἀπὸ τῶν δημοσίων ὠφελεῖσθαι καὶ μεταλαμβάνειν. 6 Ὅπου γὰρ ὕλη μὲν ἦν λίθος, χαλκός, ἐλέφας, χρυσός,
117

ἔβενος, κυπάρισσος, αἱ δὲ ταύτην ἐκπονοῦσαι καὶ κατεργαζόμεναι τέχναι τέκτονες, πλάσται, χαλκοτύποι, λιθουργοί, βαφεῖς χρυσοῦ, μαλακτῆρες ἐλέφαντος, ζωγράφοι, ποικιλταί, τορευταί, πομποὶ δὲ τούτων καὶ κομιστῆρες ἔμποροι καὶ ναῦται καὶ κυβερνῆται κατὰ θάλατταν, οἱ δὲ κατὰ γῆν ἁμαξοπηγοὶ καὶ ζευγοτρόφοι καὶ ἡνίοχοι καὶ καλωστρόφοι καὶ λινουργοὶ καὶ σκυτοτόμοι καὶ ὁδοποιοὶ καὶ μεταλλεῖς, ἑκάστη δὲ τέχνη, καθάπερ στρατηγὸς ἴδιον στράτευμα, τὸν θητικὸν ὄχλον καὶ ἰδιώτην συντεταγμένον εἶχεν, ὄργανον καὶ σῶμα τῆς ὑπηρεσίας γινόμενον, εἰς πᾶσαν ὡς ἔπος εἰπεῖν ἡλικίαν καὶ φύσιν αἱ χρεῖαι διένεμον καὶ διέσπειρον τὴν εὐπορίαν. ΤΑ ΑΘΑΝΑΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ (Κεφ. 12 - 14) ΚΕΦ. 12 Ὁ ἐξωραϊσμὸς τῆς Ἀθήνας μὲ τὰ συμμαχικὰ χρήματα. Εὐημερία τῶν Ἀθηναίων. 1 Ἀλλὰ ἐκεῖνο προπάντων ποὺ εὐχαρίστησε πάρα πολὺ τοὺς Ἀθηναίους καὶ ὀμόρφυνε τὴν πόλη, ποὺ προκάλεσε τὴν πιὸ μεγάλη ἔκπληξη στούς ξένους, ποὺ μόνο αὐτὸ μαρτυρεῖ πὼς ἡ περιλάλητη ἐκείνη δύναμη καὶ ἡ παλαια εὐτυχία τῶν Ἑλλήνων δὲν εἶναι γέννημα φαντασίας παρὰ πραγματικὴ ἀλήθεια, ὑπῆρξε ἡ κατασκευὴ τῶν ἀθάνατων μνημείων στὴν Ἀθήνα. Μὰ αὐτὸ ἀκριβῶς περισσότερο ἀπ’ ὅλα τὰ πολιτικὰ ἔργα τοῦ Περικλῆ φθονοῦσαν καὶ κατηγοροῦσαν οἱ ἐχθροί του. Φώναζαν στὶς συνεδριάσεις τοῦ δήμου ὅτι ὁ λαὸς δυσφημεῖται καὶ κακολογείται, γιατὶ πῆρε ἀπὸ τὴ Δῆλο τὰ κοινὰ χρήματα τῶν Ἑλλήνων καὶ τὰ ἔφερε στὴν Ἀθήνα. Ἡ μόνη εὔλογη πρόφαση ποὺ μποροῦσε νὰ ἀντιτείνη στοὺς κατηγόρους του, ἦταν ὅτι πῆρε τὰ κοινὰ χρήματα ἀπὸ τοὺς συμμάχους, γιὰ νὰ τά φυλάξη σὲ ἀσφαλισμένο μέρος, γιατὶ φοβήθηκε τοὺς βαρβάρους· τώρα, λένε οἱ κατήγοροι, καὶ αὐτὴ τὴν πρόφαση τὴν ἔχει ἀνατρέψει ὁ Περικλῆς. 2 Καὶ προσθέτουν: «Ἔτσι οἱ Ἕλληνες σχηματίζουν τὴν ἐντύπωση ὅτι ἐξευτελίζονται φοβερὰ καὶ τυραννοῦνται ὁλοφάνερα, γιατὶ βλέπουν ὅτι ὅσα αὐτοὶ εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ συνεισφέρουν γιὰ τὸν πόλεμο ἐμεῖς τὰ χρησιμοποιοῦμε γιὰ νὰ κάμωμε ὁλόχρυση τὴν πόλη μας, νὰ τὴ στολίσωμε σὰ γυναίκα φιλάρεσκη καὶ νὰ τὴν πλουτίσωμε μὲ λίθους πολυτελείας, μὲ ἀγάλματα καὶ μὲ χιλιοτάλαντους ναούς.» 3 Ἀλλὰ ὁ Περικλῆς ἀπαντοῦσε σ’ αὐτὰ καὶ ἔλεγε στὸ λαὸ ὅτι δὲν ἔχουν νὰ δώσουν κανένα λόγο στοὺς
118

συμμάχους γιὰ τὰ χρήματα, γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι πολεμοῦν γιὰ ὅλους τοὺς συμμάχους καὶ κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τοὺς βαρβάρους. «Οἱ σύμμαχοι», ἔλεγε ὁ Περικλῆς, «δὲν παρέχουν οὔτε ἔνα ἄλογο οὔτε ἕνα πλοῖο οὔτε ἕναν ὀπλίτη· τὸ μόνο ποὺ προσφέρουν εἶναι τὰ χρήματα. Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἀνήκουν πιὰ σ’ ἐκείνους ποὺ τὰ δίνουν, παρὰ σ᾽ ἐκείνους ποὺ τὰ παίρνουν, ἂν τοὺς παρέχουν ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο τὰ παίρνουν. 4 Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ πόλη μας εἶναι ἀρκετὰ ἐφοδιασμένη μὲ ὅ,τι χρειάζεται γιὰ τὸν πόλεμο, πρέπει ὅσα περισσεύουν νὰ τὰ διαθέτη γιὰ ἔργα τέτοια πού, ὅταν γίνουν, θὰ τῆς φέρουν ἀθάνατη δόξα καί, κατὰ τὴ διάρκεια ποὺ γίνονται, θὰ τῆς ἐξασφαλίζουν τὴν εὐημερία της· γιατὶ μὲ τὰ ἔργα αὐτὰ δημιουργοῦνται ἐργασίες κάθε εἴδους καὶ ποικίλες ἀνάγκες, ποὺ θέτουν σὲ κίνηση ὅλες τὶς τέχνες καὶ ἀπασχολοῦν ὅλα τὰ ἐργατικὰ χέρια, ὥστε ὅλοι σχεδὸν οἱ πολίτες νὰ ἔχουν μιὰ πρόσοδο γιὰ τὴ ζωή τους καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ πόλη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της νὰ στολίζεται καὶ νὰ τρέφεται.» 5 Σ’ ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν κατάλληλη ἡλικία καὶ σωματικὴ ἱκανότητα γιὰ πόλεμο, οἱ ἐκστρατεῖες ἔδιναν τὰ μέσα νὰ συντηρηθοῦν ἀπὸ τὸ κοινὸ ταμεῖο. Ὁ Περικλῆς ὅμως ἤθελε καὶ ὁ ἐργατικὸς λαὸς ποὺ δὲν ἔπαιρνε μέρος στὶς ἐκστρατεῖες νὰ μὴ στερῆται καὶ αὐτὸς ἀπὸ κάθε χρηματικὴ πρόσοδο, οὔτε ὅμως νὰ τὴν παίρνη μένοντας ἄνεργος καὶ ὀκνηρός. Γιὰ τοῦτο ἔστρεψε ἀποφασιστικὰ τὸ λαὸ πρὸς τὰ μεγαλεπήβολα κατασκευάσματα καὶ σὲ σχέδια ἔργων ποὺ ἀπαιτοῦν πολλοὺς εἰδικοὺς τεχνίτες καὶ παρέχουν μακρόχρονη ἐργασία. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ λαοῦ ποὺ ἔμενε μέσα στὴν πόλη θὰ μποροῦσε δικαιολογημένα νὰ ὠφελῆται καὶ νὰ παίρνη μέρος στὰ δημόσια ἔσοδα, ὅπως οἱ ναῦτες, οἱ φρουροὶ καὶ οἱ στρατιῶτες. 6 Ἔτσι δημιουργήθηκε ἕνας μεγάλος κύκλος ἐργασιῶν: ὡς πρῶτα ὑλικὰ ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσουν λιθάρι, χαλκό, ἐλεφαντόδοντο, χρυσάφι, ἔβενο, ξύλο κυπαρισσιοῦ καὶ ἄλλα· οἱ τεχνίτες ποὺ θὰ τὰ χρησιμοποιοῦσαν καὶ θὰ τὰ κατεργάζονταν ἦταν ξυλουργοί, γλύπτες, χαλκουργοί, μαρμαράδες, ἐπιχρυσωτές, ἐλεφαντουργοί, ζωγράφοι, κοσμηματογράφοι, τορνευτές· αὐτοὶ ποὺ θὰ ἀναλάβαιναν τὴν ἀποστολὴ καὶ μεταφορά τους ἦταν γιὰ τὴ θάλασσα ἔμποροι καὶ ναῦτες καὶ κυβερνῆτες πλοίων, καὶ γιὰ τὴν ξηρὰ ἁμαξουργοί, καραγωγεῖς, ἁμαξηλάτες, σκοινοποιοί, λιναράδες, ἐργάτες δερμάτων, ὁδοποιοί, μεταλλωρύχοι· καὶ κάθε τέχνη, ὅπως ἕνας στρατηγὸς ἔχει τὸ δικό του στράτευμα, εἶχε ἔνα πλῆθος ἐργατῶν καὶ βοηθῶν συνταγμένο ποὺ χρησίμευε ὡς ὄργανο καὶ σῶμα τῆς ὑπηρεσίας της. Ἔτσι οἱ πολλαπλὲς ἀνάγκες ποὺ παρουσιάζονταν γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐργασίες μοίραζαν καὶ σκορποῦσαν, μπορεῖ νὰ πῆ κανείς, τὴν εὐημερία σὲ
119

ὅλους τοὺς πολίτες, ὁποιαδήποτε ἡλικία καὶ ἄν εἶχαν καὶ ὁποιαδήποτε φυσικὴ δεξιότητα. ΚΕΦ. 13 1 Ἀναβαινόντων δὲ τῶν ἔργων ὑπερηφάνων μὲν μεγέθει, μορφῇ δ’ἀμιμήτων καὶ χάριτι, τῶν δημιουργῶν ἁμιλλωμένων ὑπερβάλλεσθαι τὴν δημιουργίαν τῇ καλλιτεχνίᾳ, μάλιστα θαυμάσιον ἦν τὸ τάχος. 2 Ὧν γὰρ ἕκαστον ᾤοντο πολλαῖς διαδοχαῖς καὶ ἡλικίαις μόλις ἐπὶ τέλος ἀφίξεσθαι, ταῦτα πάντα μιᾶς ἀκμῆ πολιτείας ἐλάμβανε τὴν συντέλειαν. 3 Καίτοι ποτέ φασιν Ἀγαθάρχου τοῦ ζωγράφου μέγα φρονοῦντος ἐπὶ τῷ ταχὺ καὶ ῥᾳδίως τὰ ζῷα ποιεῖν ἀκούσαντα τὸν Ζεῦξιν εἰπεῖν· «Ἐγὼ δ’ ἐν πολλῷ χρόνῳ.» 4 Ἡ γὰρ ἐν τῷ ποιεῖν εὐχέρεια καὶ ταχύτης οὐκ ἐντίθησι βάρος ἔργῳ μόνιμον οὐδὲ κάλλους ἀκρίβειαν, ὁ δ’ εἰς τὴν γένεσιν τῷ πόνῳ προδανεισθεὶς χρόνος ἐν τῇ σωτηρίᾳ τοῦ γενομένου τὴν ἰσχὺν ἀποδίδωσιν. Ὅθεν καὶ μᾶλλον θαυμάζεται τὰ Περικλέους ἔργα, πρὸς πολὺν χρόνον ἐν ὀλίγῳ γενόμενα. 5 Κάλλει μὲν γὰρ ἕκαστον εὐθὺς ἦν τότ’ ἀρχαῖον, ἀκμῆ δὲ μέχρι νῦν πρόσφατόν ἐστι καὶ νεουργόν οὕτως ἐπανθεῖ καινότης ἀεί τις, ἄθικτον ὑπὸ τοῦ χρόνου διατηροῦσα τὴν ὄψιν, ὥσπερ ἀειθαλὲς πνεῦμα καὶ ψυχὴν ἀγήρω καταμεμειγμένην τῶν ἔργων ἐχόντων. 6 Πάντα δὲ διεῖπε καὶ πάντων ἐπίσκοπος ἧν αὐτῷ Φειδίας, καίτοι μεγάλους ἀρχιτέκτονας ἐχόντων καὶ τεχνίτας τῶν ἔργων. 7 Τὸν μὲν γὰρ ἑκατόμπεδον Παρθενῶνα Καλλικράτης εἰργάζετο καὶ Ἰκτῖνος, τὸ δ’ ἐν Ἐλευσῖνι τελεστήριον ἦρξατο μὲν Κόροιβος οἰκοδομεῖν, καὶ τοὺς ἐπ ἐδάφους κίονας ἔθηκεν οὗτος καὶ τοῖς ἐπιστυλίοις ἐπέζευξεν· ἀποθανόντος δὲ τούτου Μεταγένης ὁ Ξυπεταιὼν τὸ διάζωσμα καὶ τοὺς ἄνω κίονας ἐπέστησε, τὸ δ’ ὀπαῖον ἐπὶ τοῦ ἀνακτόρου Ξενοκλῆς ὁ Χολαργεὺς ἐκορύφῶσε· τὸ δὲ μακρὸν τεῖχος, περὶ οὗ Σωκράτης ἀκοῦσαί φησιν αὐτὸς εἰσηγουμένου γνώμην Περικλέους, ἠργολάβησε Καλλικράτης. 8 Κωμῳδεῖ τὸ ἔργον Κρατῖνος ὡς βραδέως περαινόμενον· «Πάλαι γὰρ αὐτό (φησι) λόγοισι προάγει Περικλέης, ἔργοισι δ’ οὐδὲ κινεῖ.» 9 Τὸ δ’ Ὠιδεῖον, τῇ μὲν ἐντὸς διαθέσει πολύεδρον καὶ πολύστυλον, τῇ δ’ ἐρέψει περικλινὲς καὶ κάταντες ἐκ μιᾶς κορυφῆς πεποιημένον, εἰκόνα
120

λέγουσι γενέσθαι καὶ μίμημα τῆς βασιλέως σκηνῆς, ἐπιστατοῦντος καὶ τούτῳ Περικλέους. 10 Διὸ καὶ πάλιν Κρατῖνος ἐν Θρᾴτταις παίζει πρὸς αὐτόν˙ «Ὁ σχινοκέφαλος Ζεὺς ὅδε προσέρχεται τᾠδεῖον έπὶ τοῦ κρανίου ἔχων, ἐπειδὴ τοὔστρακον παροίχεται.» 11 Φιλοτιμούμενος δ’ ὁ Περικλῆς τότε πρῶτον ἐψηφίσατο μουσικῆς ἀγῶνα τοῖς Παναθηναίοις ἄγεσθαι, καὶ διέταξεν αὐτὸς ἀθλοθέτης αἱρεθεὶς καθότι χρὴ τοὺς ἀγωνιζομένους αὐλεῖν ἢ ᾄδειν ἢ κιθαρίζειν. Ἐθεῶντο δὲ καὶ τότε καὶ τὸν ἄλλον χρόνον ἐν Ὠιδείῳ τοὺς μουσικοὺς ἀγῶνας. 12 Τὰ δὲ Προπύλαια τῆς ἀκροπόλεως ἐξειργάσθη μὲν ἐν πενταετίᾳ Μνησικλέους ἀρχιτεκτονοῦντος, τύχη δὲ θαυμαστὴ συμβᾶσα περὶ τὴν οἰκοδομίαν ἐμήνυσε τὴν θεὸν οὐκ ἀποστατοῦσαν, ἀλλὰ συνεφαπτομένην τοῦ ἔργου καὶ συνεπιτελοῦσαν. 13 Ὁ γὰρ ἐνεργότατος καὶ προθυμότατος τῶν τεχνιτῶν ἀποσφαλεὶς ἐξ ὕψους ἔπεσε καὶ διέκειτο μοχθηρῶς, ὑπὸ τῶν ἰατρῶν ἀπεγνωσμένος. Ἀθυμοῦντος δὲ τοῦ Περικλέους, ἡ θεὸς ὄναρ φανεῖσα συνέταξε θεραπείαν, ᾗ χρώμενος ὁ Περικλῆς ταχὺ καὶ ῥᾳδίως ἰάσατο τὸν ἄνθρωπον. Ἐπὶ τούτῳ δὲ καὶ τὸ χαλκοῦν ἄγαλμα τῆς Ὑγιείας Ἀθηνᾶς ἀνέστησεν ἐν ἀκροπόλει παρὰ τὸν βωριόν, ὅς καὶ πρότερον ἦν, ὡς λέγουσιν. Ὁ δὲ Φειδίας εἰργάζετο μὲν τῆς θεοῦ τὸ χρυσοῦν ἕδος, καὶ τούτου δημιουργὸς ἐν τῆ στήλῃ εἶναι γέγραπται· πάντα δ’ ἦν σχεδὸν ἐπ᾽ αὐτῷ, καὶ πᾶσιν ὡς εἰρήκαμεν ἐπεστάτει τοῖς τεχνίταις διὰ φιλίαν Περικλέους. ΚΕΦ. 13 Τὰ ἔργα καὶ οἱ καλλιτέχνες. 1 Τὰ ἔργα ὑψώνονταν περήφανα σὲ μέγεθος καὶ ἀνυπέρβλητα σὲ ὀμορφιὰ καὶ σὲ χάρη καὶ οἱ τεχνίτες συναγωνίζονταν νὰ ξεπεράσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὴν καλλιτεχνικὴ ἐργασία. Ἀλλὰ τὸ πιὸ ἀξιοθάμαυστο ἦταν ἡ ταχύτητα τῆς δημιουργίας. 2 Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα, ποὺ τὸ καθένα νόμιζε κανεὶς πὼς μετὰ πολλὲς διαδοχικὲς γενιὲς ἀνθρώπων μποροῦσε μὲ δυσκολία νὰ φτάση στὸ τέλος, συντελέστηκαν ὅλα μαζὶ στὴν ἀκμὴ
121

122

123

τῆς πολιτικῆς σταδιοδρομίας ἑνὸς μόνου ἀνθρώπου. 3 Λένε ὡστόσο ὅτι κάποτε ὁ Ζεύξης, ὅταν ἄκουσε τὸν Ἀγάθαρχο τὸ ζωγράφο νὰ παινεύεται γιατὶ ζωγράφιζε γρήγορα καὶ εὔκολα, εἶπε: «Ἐγὼ ὅμως ζωγραφίζω πολὺ ἀργά.» 4 Πράγματι ἡ εὐκολία καὶ ἡ ταχύτητα τῆς κατασκευῆς δὲν προσθέτει στὸ ἔργο ἀξία μόνιμη οὔτε τελειότητα ὀμορφιᾶς, ἐνῶ ὁ χρόνος ποὺ δαπανήθηκε γιὰ νὰ γίνη κάτι μὲ κόπο, δίνει σὰν κέρδος τὴ διάρκεια τοῦ ἔργου ποὺ ἔγινε. Γιὰ τοῦτο ἀκριβῶς θαυμάζονται τὰ ἔργα τοῦ Περικλῆ, γιατὶ ἔγιναν σὲ λίγο χρόνο, ἀλλὰ γιὰ μεγάλη διάρκεια. 5 Γιατὶ τὸ καθένα εἶχε ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἀρχαίου, ἀλλὰ κρατάει ὡς τώρα τὴ δροσερότητα ἑνὸς πρόσφατου καὶ νέου ἔργου. Τόσο πολὺ πάνω σ’ αὐτὰ τὰ ἔργα ἀνθίζει μιὰ νεότητα ποὺ διατηρεῖ παντοτινὰ ἀνέγγιχτη ἀπὸ τὸ χρόνο τὴ μορφή τους, σὰ νὰ εἶχαν μέσα τους μιὰ πνοὴ ἀμάραντη καὶ μιὰν ἀγέραστη ψυχή! 6 Τὴ διεύθυνση καὶ τὴν ἐπίβλεψη ὅλων τῶν ἔργων ὁ Περικλῆς τὴν εἶχε ἀναθέσει στὸ Φειδία, ἀλλὰ καὶ κάθε ἔργο εἶχε μεγάλους ἀρχιτέκτονες καὶ τεχνίτες. 7 Τὸν ἑκατόμπεδο Παρθενώνα τὸν κατασκεύασαν ὁ Καλλικράτης καὶ ὁ Ἰκτίνος. Τὸ τελεστήριο στὴν Ἐλευσίνα ἄρχισε νὰ τὸ οἰκοδομῆ ὁ Κόροιβος καὶ αὐτὸς ἔστησε τοὺς στύλους ποὺ ὑψώνονται ἀπὸ τὸ ἐδαφος καὶ τοὺς ἕνωσε ἐπάνω μὲ τὰ ἐπιστύλια ὅταν ἐκεῖνος πέθανε, ὁ Μεταγένης ἀπὸ τὸ δῆμο τῆς Ξυπέτης ἔστησε πάνω στοὺς πρώτους στύλους τὸ διάζωμα καὶ τοὺς ἐπάνω στύλους˙ τὸ φεγγίτη στὴ στέγη τοῦ ἀνακτόρου τὸν πρόσθεσε ὁ Ξενοκλῆς ἀπὸ τὸ Χολαργό. Τὸ μακρὸ τεῖχος, ποὺ ὁ Σωκράτης λέει πὼς ὁ ἴδιος ἄκουσε τὸν Περικλῆ νὰ προτείνη τὴν κατασκευή του, τὸ εἶχε ἀναλάβει νὰ τὸ ἐκτελέση ὁ Καλλικράτης. 8 Τὸ ἔργο τοῦτο τὸ σατυρίζει ὁ Κρατίνος, γιατὶ ἀργοῦσε νὰ τελειώση καὶ λέει: «Χρόνια τώρα ὁ Περικλῆς μὲ τὰ λόγια ὄλο τὸ χτίζει, μὰ οὔτε βῆμα προχωρεῖ.» 9 Τὸ Ὠδεῖο κατὰ τὴν ἐσωτερική του διάταξη ἦταν μὲ πολλὲς σειρὲς ἀπὸ καθίσματα καὶ στύλος, καὶ εἶχε τὴν ὀροφὴ γερμένη καὶ κατωφερική, μὰ σ’ ἕνα σημεῖο σχημάτιζε μιὰ κορυφή. Λένε πὼς ἔγινε ἔτσι κατὰ τὸ πρότυπο καὶ κατ’ ἀπομίμησὴ τῆς σκηνῆς τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν καὶ κατασκευάστηκε καὶ αὐτὸ μὲ τὴν ἐπιστασία τοῦ Περικλῆ. 10 Καὶ ἀπὸ τοῦτο πάλι ὁ Κρατίνος παίρνει ἀφορμὴ νὰ σατυρίση τὸν Περικλῆ καὶ σὲ μιὰ κωμωδία του ποὺ ἐπιγράφεται «Θρᾶτται», δηλ. «Γυναῖκες τῆς Θράκης», λέει:
124

«Νάτος ἔρχεται κι ὁ σκινοκέφαλος ὁ Δίας· στὸ κεφάλι του φορεῖ καμαρωτὰ τὸ Ὠδεῖο, τώρα πιὰ ποὺ γλίτωσε τὸν ἐξοστρακισμό». 11 Ὁ Περικλῆς φιλοδοξώντας νὰ συνδέση τὸ ὄνομά του μὲ σπουδαῖα ἔργα, τότε γιὰ πρώτη φορὰ ψήφισε νὰ τελῆται μουσικὸς ἀγώνα στὴ γιορτὴ τῶν Παναθηναίων. Καί, ὅταν ἐκλέχτηκε ἀθλοθέτης, κανόνισε ὁ ἴδιος πῶς πρέπει νὰ παίζουν τὸν αὐλὸ αὐτοὶ ποὺ ἀγωνίζονται ἢ πῶς νὰ τραγουδοῦν ἤ πῶς νὰ χειρίζωνται τὴν κιθάρα. Αὐτὸς ὁ ἀγώνας ἔγινε τότε στὸ Ὠδεῖο, ὅπως καὶ ἔπειτα ἐκεῖ πιὰ γίνονταν οἱ μουσικοὶ ἀγῶνες. 12 Τὰ Προπύλαια στὴν Ἀκρόπολη οἰκοδομήθηκαν μέσα σὲ μιὰ πενταετία ἀπὸ τὸν ἀρχιτέκτονα Μνησικλῆ. Ἕνα τυχαῖο, μὰ ἀξιοθαύμαστο περιστατικὸ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς οἰκοδομῆς ἦρθε νὰ δείξη ὅτι ἡ θεὰ δὲν ἀπουσίαζε ἀπὸ τὸ ἔργο, παρὰ συνεργαζόταν καὶ βοηθοῦσε τὴν ἐκτελεσή του. 13 Ἕνας, ἀπὸ τοὺς τεχνίτες ποὺ ἐργάζονταν ἐκεῖ, ὁ πιὸ ἐργατικὸς καὶ ὁ πιὸ πρόθυμος ἀπ’ ὅλους, γλίστρησε καὶ ἔπεσε ἀπὸ ἀρκετὸ ὕψος. Ἦταν σὲ κακὴ κατάσταση καὶ οἱ γιατροὶ εἶχαν ἀπελπιστῆ. Αὑτὸ στενοχώρησε πολὺ τὸν Περικλῆ, ἀλλὰ ἡ θεὰ φάνηκε στὸ ὄνειρό του καὶ παράγγειλε μιὰ θεραπεία, ποὺ τὴ χρησιμοποίησε ὁ Περικλῆς καὶ γιάτρεψε γρήγορα καὶ εὔκολα τὸν ἄνθρωπο. Ἔπειτ’ αὐτὸ ὁ Περικλῆς ἔστησε στὴν Ἀκρόπολη τὸ χάλκινο ἄγαλμα τῆς Ὑγείας Ἀθηνᾶς κοντὰ στὸ βωμό, πού, ὅπως λένε, ὑπῆρχε καὶ πρωτύτερα εκεῖ. 14 Ὁ Φειδίας κατασκεύασε τὸ χρυσὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς καὶ στὴ στήλη εἶναι γραμμένο ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ τεχνίτης τούτου τοῦ ἔργου. Ὅλα σχεδὸν εἶχαν ἀνατεθῆ σ’ αὐτὸν καί, ὅπως εἴπαμε, αὐτὸς παρακολουθοῦσε ὅλους τοὺς τεχνίτες ἐξαιτίας τῆς φιλίας ποὺ εἶχε μὲ τὸν Περικλῆ. ΚΕΦ. 14 1 Τῶν δὲ περὶ τὸν Θουκυδίδην ῥητόρων καταβοώντων τοῦ Περικλέους ὡς σπαθῶντος τὰ χρήματα καὶ τὰς προσόδους ἀπολλύντος, ἠρώτησεν ἐν ἐκκλησίᾳ τὸν δῆμον εἰ πολλὰ δοκεῖ δεδαπανῆσθαι· φησάντων δὲ πάμπολλα, «μὴ τοίνυν» εἷπεν «ὑμῖν, ἀλλ’ ἐμοὶ δεδαπανήσθω, καὶ τῶν ἀναθημάτων ἰδίαν ἐμαυτοῦ ποιήσομαι τὴν ἐπιγραφήν». 2 Εἰπόντος οὖν ταῦτα τοῦ Περικλέους, εἴτε τὴν μεγαλοφροσύνην αὐτοῦ θαυμάσαντες, εἴτε πρὸς τὴν δόξαν ἀντιφιλοτιμούμενοι τῶν ἔργων, ἀνέκραγον κελεύοντες ἐκ τῶν δημοσίων ἀναλίσκειν καὶ χορηγεῖν μηδενὸς φειδόμενον. 3 Τέλος
125

δὲ πρὸς τὸν Θουκυδίδην εἰς ἀγῶνα περὶ τοῦ ὀστράκου καταστὰς καὶ διακινδυνεύσας, ἐκεῖνον μὲν ἐξέβαλε, κατέλυσε δὲ τὴν ἀντιτεταγμένην ἑταιρείαν. ΚΕΦ. 14 Κατηγορίες τῶν ἀριστοκρατικῶν. Ἐξοστρακισμὸς τοῦ Θουκυδίδη. 1 Ἐπειδὴ οἱ πολιτικοὶ ὀπαδοὶ τοῦ Θουκυδίδη κατηγοροῦσαν τὸν Περικλῆ καὶ φώναζαν πὼς σπαταλᾶ τὰ χρήματα καὶ ἐξανεμίζει τὰ εἰσοδήματα τῆς πολιτείας, ὁ Περικλῆς στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου ρώτησε τὸ λαὸ ἂν νομίζη πὼς ἔχουν δαπανηθῆ πολλά καὶ ὅταν φώναξαν «ναί, πάρα πολλά», αὐτὸς εἶπε: «Λοιπὸν τότε ἡ δαπάνη ἂς βαρύνη ἐμένα καὶ ὄχι ἐσᾶς. Ἀλλὰ πάνω στὰ μνημεῖα θὰ ἀναγράψω μόνο τὸ δικό μου ὄνομα.» 2 Ὅταν εἶπε αὐτὰ ὁ Περικλῆς, οἱ Ἀθηναῖοι, εἴτε γιατὶ θαύμασαν τὴ μεγαλοφροσύνη του εἴτε γιατὶ εἶχαν τὴ φιλοτιμία νὰ πάρουν μέρος στὴ δόξα τῶν ἔργων, μὲ κραυγὲς τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ξοδεύη ἀπὸ τὰ δημόσια χρήματα καὶ νὰ τὰ διαθέτη χωρὶς κανένα περιορισμό. 3 Τέλος ἄρχισε μεγάλος ἀγώνας ἀνάμεσα στὸν Περικλῆ καὶ τὸ Θουκυδίδη γιὰ τον ἐξοστρακισμὸ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δύο. Ὁ Περικλῆς τότε κινδύνεψε νὰ χάση τὸν ἀγώνα, ἀλλὰ στὸ τέλος κατόρθωσε νὰ ἐξοστρακίση τὸ Θουκυδίδη καὶ νὰ διαλύση τὸ ἀντίπαλό του πολιτικὸ κόμμα. ΚΕΦ. 15 1 Ὡς οὖν παντάπασι λυθείσης τῆς διαφορᾶς, καὶ τῆς πόλεως οἷον ὁμαλῆς καὶ μιᾶς γενομένης κομιδῆ, περιήνεγκεν εἰς ἑαυτὸν τὰς Ἀθήνας καὶ τὰ τῶν Ἀθηναίων ἐξηρτημένα πράγματα, φόρους καὶ στρατεύματα καὶ τριήρεις καὶ νήσους καὶ θάλατταν καὶ πολλὴν μὲν δι’ Ἐλλήνων, πολλὴν δὲ καὶ διὰ βαρβάρων ἥκουσαν ἰσχὺν καὶ ἡγεμονίαν, ὑπηκόοις ἔθνεσι καὶ φιλίαις βασιλέων καὶ συμμαχίαις πεφραγμένην δυναστῶν, οὐκέθ’ ὁ αὐτὸς ἦν οὐδ’ ὁμοίως χειροήθης τῷ δήμῳ καὶ ῥᾴδιος ὑπείκειν καὶ συνενδιδόναι ταῖς ἐπιθυμίαις ὥσπερ πνοαῖς τῶν πολλῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀνειμένης ἐκείνης καὶ ὑποθρυπτομένης ἔνια δημαγωγίας ὥσπερ ἀνθηρᾶς καὶ μαλακῆς ἁρμονίας ἀριστοκρατικὴν καὶ βασιλικὴν ἐντεινάμενος πολιτείαν, καὶ χρώμενος αὐτῆ πρὸς τὸ βέλτιστον ὀρθῇ καὶ ἀνεγκλίτῳ, τὰ,μὲν πολλὰ βουλόμενον ἦγε πείθων καὶ διδάσκων τὸν δῆμον, ἦν δ’ ὅτε καὶ μάλα δυσχεραίνοντα κατατείνων καὶ προσβιβάζων ἐχειροῦτο τῷ συμφέροντι, μιμούμενος ἀτεχνῶς ἰατρὸν ποικίλῳ νοσήματι καὶ
126

μακρῷ κατὰ καιρὸν μὲν ἡδονὰς ἀβλαβεῖς, κατὰ καιρὸν δὲ δηγμοὺς καὶ φάρμακα προσφέροντα σωτήρια. 2 Παντοδαπῶν γὰρ ὡς εἰκὸς παθῶν ἐν ὄχλῳ τοσαύτην τὸ μέγεθος ἀρχὴν ἔχοντι φυομένων, μόνος ἐμμελῶς ἕκαστα διαχειρίσασθαι πεφυκώς, μάλιστα δ’ ἐλπίσι καὶ φόβοις ὥσπερ, οἴαξι συστέλλων τὸ θρασυνόμενον αὐτῶν καὶ τὸ δύσθυμον ἀνιεὶς καὶ παραμυθούμενος, ἔδειξε τὴν ῥητορικὴν κατὰ Πλάτωνα ψυχαγωγίᾳν, οὖσαν καὶ μέγιστον ἔργον αὐτῆς τὴν περὶ τὰ ἤθη καὶ πάθη μέθοδον, ὡσπὲρ, τινὰς τόνους καὶ φθόγγους ψυχῆς μάλ’ ἐμμελοῦς ἁφῆς καὶ κρούσεως δεομένους. 3 Αἰτία δ’ οὐχ ἡ τοῦ λόγου ψιλῶς δύναμις, ἀλλ᾽, ὡς Θουκυδίδης φησίν, ἡ περὶ τὸν βίον δόξα καὶ πίστις τοῦ ἀνδρός, ἀδωροτάτου περιφανῶς γενομένου καὶ χρημάτων κρείττονος· ὅς τὴν πόλιν ἐκ μεγάλης μεγίστην καὶ πλουσιωτάτην ποιήσας καὶ γενόμενος δυνάμει πολλῶν βασιλέων καὶ τυράννων ὑπέρτερος, ὦν ἔνιοι καὶ ἐπὶ τοῖς υἱέσι διέθεντο, ἐκεῖνος μιᾷ δραχμῆ μείζοντα τὴν οὐσίαν οὐκ ἐποίησεν ἧς ὁ πατὴρ αὐτῷ κατέλιπε. Η ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ (κεφ. 15 - 16) ΚΕΦ. 15 Ἡ συγκέντρωση τῆς ἐξουσίας. Ἡ ἀφιλοκέρδεια τοῦ Περικλῆ. 1 Ἀφοῦ λοιπὸν σταμάτησε ὁλότελα πιὰ ἡ πολιτικὴ διαμάχη καὶ ἡ πόλη ἡσύχασε καὶ ἑνώθηκε ὅλη σχεδὸν σ’ ἕνα σύνολο, ὁ Περικλῆς κρατοῦσε στὰ χέρια του ὅλη τὴν Ἀθήνα καὶ μόνος του κανόνιζε ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ διαχειρίζονταν οἱ Ἀθηναῖοι: τοὺς φόρους, τὰ στρατεύματα, τὰ πλοῖα, τὰ νησιά, τὴ θάλασσα, τὴ μεγάλη δύναμη ποὺ ἡ πόλη εἶχε ἀποχτήσει ἀνάμεσα στοὺς Ἕλληνες καὶ ἀνάμεσα στοὺς βαρβάρους, τὴν ἡγεμονία ποὺ εἶχε ἐξασφαλιστῆ μὲ τὴν ὑπακοὴ τῶν ὑποταγμένων λαῶν, καθὼς καὶ μὲ τὴ φιλία τῶν βασιλέων καὶ τὴ συμμαχία τῶν δυναστῶν. Ἀπὸ τότε ὅμως δὲν ἦταν πιὰ ὁ ἴδιος οὔτε τόσο συγκαταβατικὸς στὸ λαό, ὅπως πρίν. Δὲν ὑποχωροῦσε εὔκολα καὶ δἐν ἄφηνε νὰ τὸν παρασέρνουν οἱ ἄνεμοι τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ πλήθους. Τὴ δημοκρατία ποὺ ἦταν πρὶν χαλαρὴ καὶ συχνὰ ὑποχωρητικὴ σὰ μιὰ μουσικὴ ἁπαλὴ καὶ ἄτονη, τὴν ἐνἴσχυσε καὶ τὴν ἔκαμε πολίτευμα ἀριστοκρατικὸ καὶ βασιλικό, γιὰ νὰ ἐφαρμόση μιὰ πολιτικὴ ἴση καὶ δίκαιη πρὸς ὅλους, ποὺ ἀπόβλεπε στὸ ἀληθινὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ. Πολλὲς φορἐς ὁ λαὸς τὸν ἀκολουθοῦσε μὲ τὴ θέλησή του, γιατὶ τὸν ἔπειθε μὲ τὶς συμβουλές του. Κάποτε ὅμως, ποὺ ὁ λαὸς δὲν ἔδειχνε προθυμία νὰ τὸν ἀκολουθήση, αὐτὸς τέντωνε τὰ λουριὰ
127

καὶ τὸν ὁδηγοῦσε ἀναγκαστικὰ ἐκεῖ ὅπου ἦταν τὸ συμφέρον του. Ἔκανε δηλαδὴ ὅ,τι ἀκριβῶς κάνει ὁ γιατρός, ποὺ σὲ μιὰ μακρόχρονη ἀρρώστια μὲ πολλὰ συμπτώματα, ἄλλοτε ἐπιτρέπει μερικὲς εὐχαριστήσεις ποὺ δὲ βλάφτουν καὶ ἄλλοτε ἐπιβάλλει θεραπεία ὀδυνηρή, ἀλλὰ σωτήρια. 2 Τὰ κάθε εἴδους πάθη ποὺ ἦταν φυσικὸ νὰ ἀναφαίνωνται σ’ ἕνα λαὸ ποὺ ἐξουσίαζε τόσο μεγάλο κράτος, μόνον αὐτὸς εἶχε τὴ φυσικὴ ἱκανότητα νὰ τὰ κατευθύνη μὲ τὸν κατάλληλο τρόπο. Χρησιμοποιοῦσε γι’ αὐτὸ σὰν πηδάλια κυρίως τὴν ἐλπίδα καὶ τὸ φόβο, εἴτε γιὰ νᾲ περιορίση τὴ θρασύτητα τῶν πολιτῶν εἴτε γιὰ νὰ μετριάση τὴν ἀποθάρρυνσή τους καὶ νὰ τοὺς παρηγορήση. Ἔδειξε ἔτσι ὅτι ἡ ρητορικὴ εἶναι, κατὰ τὸν Πλάτωνα, ἕνα μέσο γιὰ τὴ διαπαιδαγώγηση τῶν ψυχῶν καὶ ἔχει κυριότατο ἔργο της νὰ κατευθύνη τὰ ἤθη καὶ τὰ πάθη, σὰ νὰ εἶναι κάποιοι τόνοι καὶ φθόγγοι τῆς ψυχῆς ποὺ πρέπει νὰ τοὺς ἐγγίζη κανεὶς καὶ νὰ τοὺς χειρίζεται μὲ τὸν πιὸ κατάλληλο τρόπο. 3 Αἰτία τῆς ἐπιτυχίας του δὲν ἦταν ἁπλῶς ἡ δύναμη τοῦ λόγου του, παρά, ὅπως λέει ὁ ἱστορικὸς Θουκυδίδης, ἡ ὑπόληψη ποὺ ἀπόχτησε ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς του καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη ποὺ κέρδισε σὰν ἄνθρωπος ὁλοφάνερα καὶ ὁλότελα ἀφιλόκερδος καὶ ἀνώτερος ἀπὸ χρήματα. Ἐνῶ τὴν πόλη ποὺ ἦταν μεγάλη τὴν ἔκαμε τρισμεγάλη καὶ ἀπεριόριστα πλούσια καὶ ἐνῶ ξεπέρασε στὴ δύναμη πολλοὺς βασιλεῖς καὶ τυράννους, ποὺ μερικοὶ μάλιστα ἄφησαν μεγάλη κληρονομιά στὰ παιδιά τους, ἐκεῖνος δὲν αὔξησε οὔτε κατὰ μία δραχμὴ τὴν περιουσία ποὺ τοῦ εἶχε ἀφήσει ὁ πατέρας του. ΚΕΦ. 16 1 Καίτοι τὴν δύναμιν αὐτοῦ σαφῶ ς μὲν ὁ Θουκυδίδης διηγεῖται, κακοήθως δὲ παρεμφαίνουσιν οἱ κωμικοί, Πεισιστρατίδας μὲν νέους τοὺς περὶ αὐτὸν ἑταίρους καλοῦντες, αὐτὸν δ ’ ἀπομόσαι μὴ τυραννήσειν κελεύοντες, ὡς ἀσυμμέτρου πρὸς δημοκρατίαν καὶ βαρυτέρας περὶ αὐτὸν οὔσης ὑπεροχῆς. 2 Ὁ δὲ Τηλεκλείδης παραδεδωκέναι φησὶν αὐτῷ τοὺς Ἀθηναίους «πόλεών τε φόρους αὐτάς τε πόλεις, τὰς μὲν δεῖν, τὰς δ’ ἀναλύειν, λάινα τείχη, τὰ μὲν οἰκοδομεῖν τὰ δὲ τἄμπαλιν αὖ καταβάλλειν, σπονδάς, δύναμιν, κράτος, εἰρήνην, πλοῦτόν τ’ εὐδαιμονίαν τε.»

128

3 Καὶ ταῦτα καιρὸς οὐκ ἦν οὐδ’ ἀκμὴ καὶ χάρις ἀνθούσης ἐφ’ ὥρᾳ πολιτείας, ἀλλὰ τεσσαράκοντα μὲν ἔτη πρωτεύων ἐν Ἐφιάλταις καὶ Λεωκράταις καὶ Μυρωνίδαις καὶ Κίμωσι καὶ Τολμίδαις καὶ Θουκυδίδαις, μετὰ δὲ τὴν Θουκυδίδου κατάλυσιν καὶ τὸν ὀστρακισμὸν οὐκ ἐλάττω τῶν πεντεκαίδεκα ἐτῶν διηνεκῆ καὶ μίαν οὖσαν ἐν ταῖς ἐνιαυσίοις στρατηγίαις ἀρχὴν καὶ δυναστείαν κτησάμενος, ἐφύλαξεν ἑαυτὸν ἀνάλωτον ὑπὸ χρημάτων, καίπερ οὐ παντάπασιν ἀργῶς ἕχων πρὸς χρηματισμόν, ἀλλὰ τὸν πατρῷον καὶ δίκαιον πλοῦτον, ὡς μήτ’ ἀμελούμενος ἐκφύγοι μήτε πολλὰ πράγματα καὶ διατριβὰς ἀσχολουμένῳ παρέχοι, συνέταξεν εἰς οἰκονομίαν ἣν ᾤετο ῥᾴστην καὶ ἀκριβεστάτην εἶναι. 4 Τοὺς γὰρ ἐπετείους καρποὺς ἅπαντας ἀθρόους ἐπίπρασκεν, εἷτα τῶν ἀναγκαίων ἕκαστον ἐξ ἀγορᾶς ὠνούμενος διῴκει τὸν βίον καὶ τὰ περὶ τὴν δίαιταν. 5 Ὅθεν οὐχ ἡδὺς ἦν ἐνηλίκοις παισὶν οὐδὲ γυναιξὶ δαψιλὴς χορηγός, ἀλλ’ ἐμέμφοντο τὴν ἐφήμερον ταύτην καὶ συνηγμένην εἰς τὸ ἀκριβέστατον δαπάνην, οὐδενὸς οἶον ἐν οἰκίᾳ μεγάλη καὶ πράγμασιν ἀφθόνοις περιρρέοντος, ἀλλὰ παντὸς μὲν ἀναλώματος, παντὸς δὲ λήμματος δι’ ἀριθμοῦ καὶ μέτρου βαδίζοντος. 6 Ὁ δὲ πᾶσαν αὐτοῦ τὴν τοιαύτην συνέχων ἀκρίβειαν εἱς ἦν οἰκέτης Εὐάγγελος, ὡς ἕτερος οὐδεὶς εὖ πεφυκὼς ἢ κατεσκευασμένος ὑπὸ τοῦ Περικλέους πρὸς οἰκονομίαν. 7 Ἀπᾴδοντα μὲν οὖν ταῦτα τῆς Ἀναξαγόρου σοφίας, εἴγε καὶ τὴν οἰκίαν ἐκεῖνος ἐξέλιπε καὶ τὴν χώραν ἀνῆκεν ἀργὴν καὶ μηλόβοτον ὑπ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ μεγαλοφροσύνης˙ οὐ ταὐτὸν δ’ ἐστὶν οἶμαι θεωρητικοῦ φιλοσόφου καὶ πολιτικοῦ βίος, ἀλλ’ ὁ μὲν ἀνόργανον καὶ ἀπροσδεῆ τῆς ἐκτὸς ὕλης ἐπὶ τοῖς καλοῖς κινεῖ τὴν διάνοιαν, τῷ δ’εἰς ἀνθρωπείας χρείας ἀναμειγνύντι τὴν ἀρετὴν ἐστιν οὗ γένοιτ’ ἂν οὐ τῶν ἀναγκαίων μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν καλῶν ὁ πλοῦτος, ὥσπερ ἦν καὶ Περικλεῖ, βοηθοῦντι πολλοῖς, τῶν πενήτων. 8 Καὶ μέντοι γε τὸν Ἀναξαγόραν αὐτὸν λέγουσιν ἀσχολουμένου Περικλέους ἀμελούμενον κεῖσθαι συγκεκαλυμμένον ἤδη γηραιὸν ἀποκαρτεροῦντα, προσπεσόντος δὲ τῷ Περικλεῖ τοῦ πράγματος, ἐκπλαγέντα θεῖν εὐθὺς ἐπὶ τὸν ἄνδρα καὶ δεῖσθαι πᾶσαν δέησιν, ὀλοφυρόμενον οὐκ ἐκεῖνον, ἀλλ᾽ ἑαυτόν, εἰ τοιοῦτον ἀπολεῖ τῆς πολιτείας σύμβουλον. 9 Ἐκκαλυψάμενον οὖν τὸν Ἀναξαγόραν εἰπεῖν πρὸς αὐτόν· «Ὦ Περίκλεις, καὶ οἱ τοῦ λύχνου χρείαν ἔχοντες ἔλαιον ἐπιχέουσιν.» ΚΕΦ. 16
129

Κατηγορίες τῶν κωμικῶν. Παράπονα τῶν οἰκείων. 1 Ὁ Θουκυδίδης διηγεῖται μὲ ἀκρίβεια τὴ δύναμη τοῦ Περικλῆ, ἐνῶ ἀντίθετα, οἱ κωμικοὶ ποιητὲς τὴ διαστρέφουν μὲ κακοήθεια. Ἐκείνους ποὺ τὸν περιστοίχιζαν τοὺς ὀνόμαζαν νέους Πεισιστρατίδες καὶ ζητοῦσαν ἀπ’ αὐτὸν νὰ ὁρκιστῆ ὅτι δὲ θὰ γίνη τύραννος, γιατὶ εἶχαν τὴ γνώμη πὼς ἡ ὑπεροχή του ἦταν ἀσυμβίβαστη πρὸς τὴ δημοκρατία καὶ περισσότερο πιεστικὴ ἀπὸ ὅσο πρέπει. 2 Ὁ Τηλεκλείδης λέει πὼς οἱ Ἀθηναῖοι τοῦ εἶχαν παραδώσει «Ἀπ’ τὶς πόλεις τοὺς φόρους, τὶς ἴδιες τὶς πόλεις νὰ τὶς δένη ἢ νὰ λύνη· καὶ πετρόχτιστα τείχη νὰ χτίζη ἤ νὰ ρίχνη, σπονδές, δύναμη, κράτος, εἰρήνη καὶ πλοῦτο καὶ τὴν κάθε εὐτυχία». 3 Καὶ ἡ ἀπεριόριστη ἐξουσία του σὲ ὅλα αὐτὰ δὲν ἦταν ἕνα πρόσκαιρο ἐπεισόδιο, οὔτε τὸ ὡρίμασμα καὶ ἡ ἄνθηση μιᾶς περαστικῆς ἐποχῆς στὴν πολιτική του σταδιοδρομία. Ἐπὶ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια κράτησε τὰ πρωτεῖα ἀνάμεσα ἀπὸ ἄντρες, ὅπως ὁ Ἐφιάλτης, ὁ Λεωκράτης, ὁ Μυρωνίδης, ὁ Κίμων, ὁ Τολμίδης, ὁ Θουκυδίδης. Καὶ μετὰ τὴν πτώση καὶ τὸν ἐξοστρακισμὸ τοῦ Θουκυδίδη, ἐξακολούθησε ἐπὶ δεκαπέντε σχεδὸν χρόνια συνέχεια, μὲ τὴν κάθε χρόνο ἐκλογή του, νὰ κατέχη τὸ μοναδικὸ ἀξίωμα τοῦ στρατηγοῦ καὶ τὴ δύναμή του. Διαφύλαξε ὅμως τὸν ἑαυτό του ἄτρωτο ἀπὸ τὰ χρήματα. Δὲν ἀδιαφοροῦσε βέβαια γιὰ τὰ οἰκονομικά του συμφέροντα, ἀλλὰ τὴν πατρικὴ καὶ νόμιμη περιουσία του τὴ διαχειρίστηκε μὲ τὴν πιὸ εὔκολη καὶ σωστὴ μέθοδο, ὥστε οὔτε ἀπὸ ἀμέλειά του νὰ χαθῆ οὔτε ὅμως νὰ τοῦ δημιουργῆ πολλὲς φροντίδες καὶ νὰ τὸν καθυστερῆ ἀπὸ τὶς δημόσιες ἀσχολίες του. 4 Τοὺς καρποὺς ποὺ μάζευε κάθε χρόνο ἀπὸ τὴν ἰδιοχτησία του τοὺς πουλοῦσε ὅλους μαζί, καὶ ἔπειτα προμηθευόταν ἀπὸ τὴν ἀγορὰ καθετὶ ποὺ εἶχε ἀνάγκη· ἔτσι εἶχε κανονίσει τὸν τρόπο τῆς ζωῆς του. 5 Ἀλλὰ ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εὐχαριστοῦσε τὰ παιδιά του, ποὺ ἦταν πιὰ μεγάλα, οὔτε τὶς γυναῖκες τοῦ σπιτιοῦ του. Ἔβλεπαν ὅτι ὁ Περικλῆς δὲν ἦταν ἀνοιχτοχέρης καὶ εἶχαν παράπονο γιὰ τὸν καθημερινὸ περιορισμὸ τῆς δαπάνης στὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα καὶ γιατὶ τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ χαθῆ σὲ κάτι περιττό, ὅπως γίνεται στὰ μεγάλα σπίτια, ὅπου ὑπάρχει ἀφθονία σὲ ὅλα. Στὸ δικό τους σπίτι κάθε ἔξοδο καὶ κάθε ἔσοδο βάδιζαν μὲ ἀριθμὸ καὶ μὲ μέτρο. 6
130

Ἐκεῖνος ποὺ τὰ κανόνιζε ὅλα μὲ τέτοιαν ἀκρίβεια ἦταν ἕνας ὑπηρέτης του, ὁ Εὐάγγελος, ἀπὸ τὴ φύση ἔτσι πλασμένος ὅσο κανένας ἄλλος ἢ ἀπὸ τὸν Περικλῆ καμωμένος γιὰ οἰκονομία. 7 Αὐτὰ βέβαια δὲν ταίριαζαν μὲ τὴ σοφία τοῦ Ἀναξαγόρα, ἀφοῦ αὐτὸς καὶ τὸ σπίτι του τὸ παράτησε καὶ τὰ χωράφια του τὰ ἄφησε ἀκαλλιέργητα γιὰ νὰ βόσκουν τὰ ζῶα, παρακινημένος ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ καὶ μεγαλοφροσύνη. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ ἴδιο, νομίζω, ὁ βίος ἑνὸς θεωρητικοῦ φιλοσόφου καὶ ἑνὸς πολιτικοῦ. Ὁ φιλόσοφος στρέφει στὰ ὡραῖα τὸ νοῦ του, χωρὶς νὰ χρησιμοποιῆ ὑλικὰ μέσα καὶ χωρὶς νὰ ἔχη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ὕλη ποὺ τὸν περιβάλλει, ἐνῶ γιὰ τὸν πολιτικό, ποὺ ἐφαρμόζει τὴν ἀρετή του γιὰ νὰ ἐξυπηρετήση τὶς ἀνθρώπινες ἀνάγκες, ὁ πλοῦτος κάποτε δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἀπὸ τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ ζωή του, ἀλλὰ καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα ἐφαρμογῇς τοῦ καλοῦ, ὅπως ἦταν γιὰ τὸν Περικλῆ, ποὺ βοηθοῦσε πολλοὺς φτωχούς. Αὐτὸ ἔκαμε καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἀναξαγόρα. 8 Λένε ὅτι ὁ φιλόσοφος ποὺ τὸν εἶχε παραμελήσει ὁ Περικλῆς ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀσχολίες του, ἔπεσε κατάκοιτος, γέρος πιά, εἶχε σκεπάσει τὸ κεφάλι του καὶ ἀφέθηκε κερτερικὰ νὰ πεθάνη. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ Περικλῆς ταράχτηκε καὶ ἔτρεξε ἀμέσως στὸ φιλόσοφο, τὸν παρακαλοῦσε καὶ τὸν ἱκέτευε, θρηνώντας ὄχι ἐκεῖνον παρὰ τὸν ἑαυτό του, ἄν χάση τέτοιο σύμβουλο τῆς πολιτείας. 9 Τότε ὁ Ἀναξαγόρας ξεσκέπασε τὸ κεφάλι του καὶ του εἶπε: «Περικλῆ, ὅσοι χρειάζονται τὸ λυχνάρι, δὲν τὸ ἀφήνουν χωρὶς λάδι». ΚΕΦ. 17 1 Ἀρχομένων δὲ Λακεδαιμονίων ἄχθεσθαι τῇ αὐξήσει τῶν Ἀθηναίων, ἐπαίρων ὁ Περικλῆς τὸν δῆμον ἔτι μᾶλλον μέγα φρονεῖν καὶ μεγάλων αὑτὸν ἀξιοῦν πραγμάτων γράφει ψήφισμα, πάντας Ἕλληνας τοὺς ὁποίποτε κατοικοῦντὰς Εὐρώπης ἤ τῆς Ἀσίας παρακαλεῖν, καὶ μικρὰν πόλιν καὶ μεγάλην, εἰς σύλλογον πέμπειν Ἀθήναζε τοὺς βουλευσομένους περὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἱερῶν, ἅ κατέπρησαν οἱ βάρβαροι, καὶ τῶν θυσιῶν, ἃς ὀφείλουσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος εὐξάμενοι τοῖς θεοῖς, ὅτε πρὸς τοὺς βαρβάρους ἐμάχοντο, καὶ τῆς θαλάττης, ὅπως πλέωσι πάντες ἀδεῶς καὶ τὴν εἰρήνην ἄγωσιν. 2 Ἐπὶ ταῦτα δ ᾽ ἄνδρες εἴκοσι τῶν ὑπὲρ πεντήκοντα ἔτη γεγονότων ἐπέμφθησαν, ὧν πέντε μὲν Ἴωνας καὶ Δωριεῖς τοὺς ἐν Ἀσίᾳ καὶ νησιώτας ἄχρι Λέσβου καὶ Ῥόδου παρεκάλουν, πέντε δὲ τοὺς ἐν Ἑλλησπόντῳ καὶ Θρᾴκη μέχρι Βυζαντίου τόπους ἐπῄεσαν, καὶ πέντε ἐπὶ τούτοις εἰς Βοιωτίαν καὶ Φωκίδα καὶ
131

Πελοπόννησον, ἐκ δὲ ταύτης διὰ Λοκρῶν ἐπὶ τὴν πρόσοικον ἤπειρον ἕως Ἀκαρνανίας καὶ Ἀμβρακίας ἀπεστάλησαν˙ 3 οἱ δὲ λοιποὶ δι’ Εὐβοίας ἐπ’ Οἰταίους καὶ τὸν Μαλιέα κόλπον καὶ Φθιώτας [ καὶ ] Ἀχαιοὺς καὶ Θεσσαλοὺς ἐπορεύοντο, συμπείθοντες ἰέναι καὶ μετέχειν τῶν βουλευμάτων ἐπ’ εἰρήνη καὶ κοινοπραγίᾳ τῆς Ἑλλάδος. 4 Ἐπράχθη δ’ οὐδὲν οὐδὲ συνῆλθον αἱ πόλεις, Λακεδαιμονίων ὑπεναντιωθέντων, ὡς λέγεται, καὶ τὸ πρῶτον ἐν Πελοποννήσῳ τῆς πείρας ἐλεγχθείσης. Τοῦτο μὲν οὖν παρεθέμην ἐνδεικνύμενος αὐτοῦ τὸ φρόνημα καὶ τὴν μεγαλοφροσύνην. ΑΓΩΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ ΤΙΙΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ (Κεφ. 17 - 23) ΚΕΦ. 17 Σχέδιο γιὰ ἕνα πανελλήνιο συνέδριο. 1 Οἱ Λακεδαιμόνιοι βλέποντας νὰ μεγαλώνη ἡ δύναμη τῶν Ἀθηναίων, ἄρχισαν νὰ ἀνησυχοῦν. Καὶ ὁ Περικλῆς γιὰ νὰ ἀνυψώση ἀκόμη περισσότερο τὴν περηφάνια τοῦ λαοῦ καὶ γιὰ νὰ τὸν πείση ὅτι εἶναι ἄξιος γιὰ μεγάλα ἔργα, προτείνει στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου ψήφισμα μὲ τὸ ὁποῖο προσκαλοῦσε ὄλους τοὺς Ἕλληνες, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος τῆς Εὐρώπης ἤ τῆς Ἀσίας καὶ ἂν κατοικοῦν, ὅλες τὶς πόλεις, μικρὲς ἢ μεγάλες, νὰ στείλουν ἀντιπροσώπους στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ σκεφτοῦν σ’ ἕνα συνέδριο ὅλοι μαζὶ γιὰ τοὺς ἑλληνικοὺς ναοὺς ποὺ εἶχαν κατακάψει οἱ βάρβαροι καὶ γιὰ τὶς θυσίες ποὺ χρωστοῦν οἱ Ἕλληνες στοὺς θεούς, ἀφοῦ τὶς εἶχαν ὑποσχεθῆ σ’ αὐτούς, ὅταν τοὺς παρακαλοῦσαν γιὰ τὴν Ἑλλάδα, τότε ποὺ πολεμοῦσαν ἐναντίον τῶν βαρβάρων, καὶ τέλος γιὰ τὴ θὰλασσα, δηλαδὴ πῶς νὰ πλέουν ὅλοι χωρὶς φόβο καὶ πῶς νὰ διατηροῦν τὴν εἰρήνη. 2 Γι’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ οἱ Ἀθηναῖοι ἔστειλαν εἴκοσι ἄντρες ποὺ ἦταν ὁ καθένας πενήντα χρονῶν καὶ πάνω· πέντε πῆγαν νὰ προσκαλέσουν τοὺς Ἴωνες καὶ τοὺς Δωριεῖς τῆς Ἀσίας καὶ τοὺς νησιῶτες ὡς τὴ Λέσβο καὶ τὴ Ρόδο· πέντε πορεύτηκαν στὰ μέρη τοῦ Ἑλλησπόντου καὶ τῆς Θράκης ὡς τὸ Βυζάντιο· πέντε ἄλλοι στάλθηκαν στὴ Βοιωτία, τὴ Φωκίδα καὶ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἀπ’ ἐκεῖ μέσο τῆς Λοκρίδας στὰ κοντινὰ μέρη ὡς τὴν Ἀκαρνανία καὶ Ἀμβρακία· 3 τέλος οἱ ὑπόλοιποι πέντε πῆγαν μέσο τῆς Εὐβοίας στοὺς Οἰταίους, στὰ μέρη τοῦ Μαλιακοῦ κόλπου, στοὺς Φθιῶτες, στοὺς Ἀχαιοὺς καὶ στοὺς Θεσσαλούς. Αὐτοὶ προσπαθοῦσαν
132

νὰ πείσουν ὅλους νὰ στείλουν ἀντιπροσώπους καὶ νὰ πάρουν μέρος στὸ συνέδριο γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν κοινὴ σύμπραξη τῶν Ἑλλήνων. 4 Ἀλλὰ δὲν ἔγινε τίποτε οὔτε οἱ πόλεις ἔστειλαν ἀντιπροσώπους, γιατί, ὅπως λένε, ἐναντιώθηκαν κρυφὰ οἱ Λακεδαιμόνιοι, καὶ πρῶτα στὴν Πελοπόννησο ἀπότυχε ἡ ἀπόπειρα αὐτὴ τοῦ Περικλῆ. Τὸ διηγήθηκα καὶ αὐτό, γιὰ νὰ δείξω τὴ δύναμη τοῦ πνεύματος καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του. ΚΕΦ. 18 1 Ἐν δὲ ταῖς στρατηγίαις εὐδοκίμει μάλιστα διὰ τὴν ἀσφάλειαν, οὔτε μάχης ἐχούσης πολλὴν ἀδηλότητα καὶ κίνδυνον ἑκουσίως ἁπτόμενος, οὔτε τοὺς ἐκ τοῦ παραβάλλεσθαι χρησαμένους τύχη λαμπρᾷ καὶ θαυμασθέντας ὡς μεγάλους ζηλῶν καὶ μιμούμενος στρατηγούς, ἀεί τε λέγων πρὸς τοὺς πολίτας ὡς ὅσον ἐπ’ αὐτῷ μενοῦσιν ἀθάνατοι πάντα τὸν χρόνον. 2 Ὁρῶν δὲ Τολμίδην τὸν Τολμαίου διὰ τὰς πρότερον εὐτυχίας καὶ διὰ τὸ τιμᾶσθαι διαφερόντως ἐκ τῶν πολεμικῶν σὺν οὐδενὶ καιρῷ παρασκευαζόμενον εἰς Βοιωτίαν ἐμβαλεῖν, καὶ πεπεικότα τῶν ἐν ἡλικίᾳ τοὺς ἀρίστους καὶ φιλοτιμομάτους ἐθελοντὶ στρατεύεσθαι, χιλίους γενομένους ἄνευ τῆς ἄλλης δυνάμεως, κατέχειν ἐπειρᾶτο καὶ παρακαλεῖν ἐν τῷ δήμῳ, τὸ μνημονευόμενον εἰπών, ὡς εἰ μὴ πείθοιτο Περικλεῖ, τόν γε σοφώτατον οὐχ ἁμαρτήσεται σύμβουλον ἀναμείνας, χρόνον. 3 Τότε μὲν οὖν μετρίως εὐδοκίμησε τοῦτ’ εἰπών· ὀλίγαις δ’ ὕστερον ἡμέραις ὡς ἀνηγγέλθη τεθνεὼς μὲν αὐτὸς Τολμίδης περὶ Κορώνειαν ἡττηθεὶς μάχη, τεθνεῶτες δὲ πολλοὶ κἀγαθοὶ τῶν πολιτῶν, μεγάλην τοῦτο τῷ Περικλεῖ μετ’ εὐνοίας δόξαν ἤνεγκεν ὡς ἀνδρὶ φρονίμῳ καὶ φιλοπολίτη. ΚΕΦ. 18 Πρόνοια γιὰ τὴν ἀσφάλεια τοῦ στρατοῦ. 1 Κατὰ τὶς στρατηγίες του ἔχει ἐκτιμηθῆ ἰδιαίτερα ἡ προσοχὴ ποὺ ἔδινε στὴν ἀσφάλεια τοῦ στρατοῦ· δὲν ἐπιχειροῦσε ποτὲ μὲ τὴ θέλησή του μάχη μὲ ἀβέβαιο ἀποτέλεσμα καὶ ἐπικίνδυνη καὶ δὲ ζήλευε οὔτε ἡθελε νὰ μιμηθῆ τοὺς στρατηγοὺς ποὺ ριψοκινδυνεύοντας κέρδισαν λαμπρὴ ἐπιτυχία καὶ θαυμάστηκαν. Ἔλεγε πάντα στοὺς πολίτες ὅτι, ἄν περνοῦσε ἀπὸ τὸ χέρι του, θὰ ἔμεναν γιὰ πάντα ἀθάνατοι. 2 Καὶ ὅταν εἶδε πὼς ὁ Τολμίδης, ὁ γιὸς τοῦ Τολμαίου, παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιτυχίες του καὶ ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικὴ ἐκτίμηση ποὺ κέρδισε
133

γιὰ τὶς πολεμικές του ἐπιχειρήσεις, ἦταν ἕτοιμος σὲ ἄκαιρη στιγμὴ νὰ εἰσβάλη στὴ Βοιωτία καὶ εἶχε πείσει τοὺς πιὸ γενναίους καὶ φιλόδοξους ἀπὸ τοὺς στρατεύσιμους πολίτες νὰ ἐκστρατεύσουν μαζί του ἐθελοντικὰ καὶ αὐτοὶ ἦταν χίλιοι, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη δύναμη - ὁ Περικλῆς προσπάθησε νὰ τὸν συγκρατήση. Τὸν παρακαλοῦσε στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου λέγοντας τὰ περίφημα ἐκεῖνα λόγια: «Ἄν ὁ Τολμίδης δὲ θέλη νὰ πειστῆ στὸν Περικλῆ, δὲ θὰ κάμη λάθος ἂν περιμένη νὰ ἀκούση τὸν πιὸ σοφὸ ἀπ’ ὅλους τοὺς συμβούλους: τὸ χρόνο.» 3 Τότε λίγοι ἐπαίνεσαν τὸ λόγο του˙ ὕστερα ὅμως ἀπὸ λίγες μέρες, ὅταν ἦρθε ἡ εἴδηση ὅτι ὁ Τολμίδης νικήθηκε στὴ μάχη κοντὰ στὴν Κορώνεια καὶ ὅτι ἔπεσε νεκρὸς καὶ ὁ ἴδιος καὶ μαζί του πολλοὶ γενναῖοι πολίτες, ἡ πρόβλεψή του ἐκείνη μεγάλωσε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ στὸν Περικλῆ, γιατὶ ἔβλεπε πόσο φρόνιμος εἶναι καὶ πόσο φροντίζει γιὰ τὸ καλό του. ΚΕΦ. 19 1 Τῶν δὲ στρατηγιῶν ἠγαπήθη μὲν ἡ περὶ Χερρόνησον αὐτοῦ μάλιστα, σωτήριος γενομένη τοῖς αὐτόθι κατοικοῦσι τῶν Ἑλλήνων οὐ γὰρ μόνον ἐποίκους Ἀθηναίων χιλίους κομίσας ἔρρωσεν εὐανδρίᾳ τὰς πόλεις, ἀλλὰ καὶ τὸν αὐχένα διαζώσας ἐρύμασι καὶ προβλήμασιν ἐκ θαλάττης εἰς θάλατταν, ἀπετείχισε τὰς καταδρομὰς τῶν Θρᾳκῶν περικεχυμένων τῇ Χερρονήσῳ, καὶ πόλεμον ἐνδελεχῆ καὶ βαρὺν ἐξέκλεισεν, ᾧ συνείχετο πάντα τὸν χρόνον ἡ χώρα, βαρβραρικαῖς ἀναμεμειγμένη γειτνιάσεσι καὶ γέμουσα ληστηρίων ὁμόρων καὶ συνοίκων. 2 Ἐθαυμάσθη δὲ καὶ διεβοήθη πρὸς τοὺς ἐκτὸς ἀθρώπους περιπλεύσας Πελοπόννησον, ἐκ Πηγῶν τῆς Μεγαρικῆς ἀναχθεὶς ἑκατὸν τριήρεσιν. Οὐ γὰρ μόνον ἐπόρθησε τῆς παραλίας πολλὴν ὡς Τολμίδης πρότερον, ἀλλὰ καὶ πόρρω θαλάττης προελθὼν τοῖς ἀπὸ τῶν νεῶν ὁπλίταις, τοὺς μὲν ἄλλους εἰς τὰ τείχη συνέστειλε δείσαντας αὐτοῦ τὴν ἔφοδον, ἐν δὲ Νεμέᾳ Σικυωνίους ὑποστάντας καὶ συνάψαντας μάχην κατὰ κράτος τρεψάμενος, ἔστησε τρόπαιον. 3 Ἐκ δ’ Ἀχαΐας φίλης οὔσης στρατιώτας ἀναλαβὼν εἰς τὰς τριήρεις, ἐπὶ τὴν ἀντιπέρας ἤπειρον ἐκομίσθη τῷ στόλῳ καὶ παραπλεύσας τὸν Ἀχελώον Ἀκαρνανίαν κατέδραμε καὶ κατέκλεισεν Οἰνιάδας εἰς τὸ τεῖχος, καὶ τεμὼν τὴν γῆν καὶ κακώσας, ἀπῆρεν ἐπ’ οἴκου, φοβερὸς μὲν φανεὶς τοῖς πολεμίοις, ἀσφαλὴς δὲ καὶ δραστήριος τοῖς πολίταις. Οὐδὲν γὰρ οὐδ’ ἀπὸ τύχης πρόσκρουσμα συνέβη περὶ τοὺς στρατευομένους.

134

ΚΕΦ. 19 Εκστρατεῖες στὴ Χερρόνησο καὶ Πελοπόννησο. 1 Ἀπὸ ὅλες τὶς στρατηγικές του ἐπιχειρήσεις περισσότερο ἐκτιμήθηκε ἡ ἐκστραττία του στὴ Χερρόνησο, γιατὶ ὑπῆρξε σωτήρια γιὰ τοὺς Ἕλληνες ποὺ κατοικοῦσαν ἐκεῖ. Ὄχι μόνο ἔφερε χίλιους Ἀθηναίους ἐποίκους καὶ μὲ τοὺς γενναίους αὐτοὺς ἄντρες δυνάμωσε τὶς ἐκεῖ πόλεις, ἀλλὰ καὶ τὸν ἰσθμὸ τὸν ἔζωσε μὲ ὀχυρώματα καὶ μὲ προμαχῶνες ἀπὸ τὴ μιὰ θάλασσα στὴ ἄλλη. Ἔτσι ἐμπόδισε μὲ τὸ τεῖχος αὐτὸ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Θρακῶν ποὺ εἶχαν ξεχυθῆ γύρω ἀπὸ τὴ Χερρόνησο καὶ ἔδωσε τέλος στὸ ἀδιάκοπο καὶ σκλῃρὸ πόλεμο ποὺ ταλαιπωροῦσε διαρκῶς αὐτὴ τὴ χώρα, γιατὶ γειτόνευε μὲ βαρβάρους καὶ ἦταν γεμάτη ἀπὸ ληστὲς καὶ τῶν γειτονικῶν χωρῶν καὶ ντόπιους. 2 Ἐπίσης θαυμάστηκε καὶ διαλαλήθηκε ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες ἡ ναυτική του ἐκστρατεία στὰ παράλιᾳ τῆς Πελοποννήσου, ποὺ τὴν ἐπιχείρησε ξεκινώντας ἀπὸ τὶς Πηγὲς τῆς Μεγαρικῆς μὲ ἑκατὸ πλοῖα. Ὄχι μόνο λεηλάτησε πολλὰ παραλιακὰ μέρη, ὅπως ἔκαμε πρὶν ὁ Τολμίδης, ἀλλὰ προχώρησε καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴ θάλασσα, πρὸς τὸ ἐσωτερικό, μὲ τοὺς ὁπλίτες ποὺ εἶχε μαζί του στὰ πλοῖα. Πολλοὺς κατοίκους τοὺς ἀνάγκασε νὰ κλειστοῦν στὰ τείχη, γιᾳτὶ φοβήθηκαν τὴν ἔφοδό του. Στὴ Νεμέα ὅμως οἱ Σικυώνιοι τοῦ ἔφεραν ἀντίσταση, ἀλλὰ στὴ μάχη ποὺ ἔγινε ἐκεῖ ὁ Περικλῆς τοὺς ἐτρεψε σὲ φυγὴ καὶ ἔστησε τρόπαιο. 3 Ἔπειτα, ἀφοῦ πῆρε καὶ ἄλλους στρατιῶτες ἀπὸ τὴν Ἀχαΐα ποὺ ἦταν χώρα φιλικὴ καὶ τοὺς ἐπιβίβασε στὰ πλοῖα, τράβηξε πρὸς τὴν ἀπέναντι περιοχὴ μὲ τὸ στόλο του. Πλέοντας, γύρω ἀπὸ τὸν Ἀχελῶο ἐπιχείρησε ἐπιδρομὴ στὴ Ἀκαρνανία,ἔκλεισε τοὺς Οἰνιάδες στὰ τείχη τους, λεηλάτησε τὴ χώρα, τοὺς ἔφερε μεγάλες ζῃμιές, καὶ γύρισε στὴν Ἀθήνα. Ἔτσι ἔδειξε πόσο φοβερὸς ἦταν στοὺς ἐχθροὺς καὶ πόσο προνοοῦσε ἀλάθευτα καὶ ἐνεργοῦσε ἀποτελεσματικὰ γιὰ τοὺς συμπολίτες του. Γιατί, πράγματι, σ’ αὐτὴ τὴν ἐκστρατεία δὲν τοὺς βρῆκε κανένα δυσάρεστο οὔτε κατὰ τύχη ἀκόμη. ΚΕΦ. 20 1 Εἰς δὲ τὸν Πόντον εἰσπλεύσας στόλω μεγάλῳ καὶ κεκοσμημένῳ λαμπρῶς, ταῖς μὲν Ἑλληνίσι πόλεσιν ὦν ἐδέοντο διεπράξατο καὶ προσηνέχθη φιλανθρώπως, τοῖς δὲ περιοικοῦσι βαρβάροις ἔθνεσι
135

καὶ βασιλεῦσιν αὐτῶ καὶ δυνάσταις ἐπεδείξατο μὲν τῆς δυνάμεως τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἄδειαν καὶ τὸ θάρσος, ᾗ βούλοιντο πλεόντων καὶ πᾶσαν ὑφ’ αὑτοῖς πεποιημένων τὴν θάλατταν, Σινωπεῦσι δὲ τρισκαίδεκα ναῦς ἀπέλιπε μετὰ Λαμάχου καὶ στρατιώτας ἐπὶ Τιμησίλεων τύραννον. 2 Ἐκπεσόντος δὲ τούτου καὶ τῶν ἑταίρων, ἐψηφίσατο πλεῖν εἰς Σινώπην Ἀθηναίων ἐθελοντὰς ἑξακοσίους καὶ συγκατοικεῖν Σινωπεῦσι, νειμαμένους οἰκίας καὶ χώραν ἥν πρότερον οἱ τύραννοι κατεῖχον. 3 Τἆλλα δ’ οὐ συνεχώρει ταῖς ὁρμαῖς τῶν πολιτῶν οὐδὲ συνεξέπιπτεν, ὑπὸ ῥώμης καὶ τύχης τοσαύτης ἐπαιρομένων Αἰγύπτου τε πάλιν ἀντιλαμβάνεσθαι καὶ κινεῖν τῆς βασιλέως ἀρχῆς τὰ πρὸς θαλάττῃ. 4 Πολλοὺς δὲ καὶ Σικελίας ὁ δύσερως ἐκεῖνος ἤδη καὶ δύσποτμος ἔρως εἶχεν, ὅν ὕστερον ἐξέκαυσαν οἱ περὶ τόν Ἀλκιβιάδην ῥήτορες. Ἦν δὲ καὶ Τυρρηνία καὶ Καρχηδὼν ἐνίοις ὄνειρος, οὐκ ἀπ’ ἐλπίδος διὰ τὸ μέγεθος τῆς ὑποκειμένης ἡγεμονίας καὶ τὴν εὔροιαν τῶν πραγμάτων. ΚΕΦ. 20 Ἐκστρατεία στὸν Εὔξεινο Πόντο. Παράτολμα σχέδια. 1 Ἔπειτα ξεκίνησε γιὰ τὸν Εὔξεινο Πόντο μὲ στόλο μεγάλο καὶ λαμπρὰ ἐξοπλισμένο. Ἐκεῖ κατόρθωσε νὰ κάμη ὅλα ὅσα εἶχαν ἀνάγκη οἱ ἑλληνικὲς πόλεις καὶ φέρθηκε πρὸς αὐτὲς μὲ στοργή. Στὰ γύρω βαρβαρικὰ ἔθνη καὶ στοὺς βασιλεῖς καὶ δυνάστες τους ἔδειξε τὴ μεγάλη δύναμη, τὴν ἀφοβία καὶ τὸ θάρρος ποὺ εἶχαν οἱ Ἀθηναῖοι νὰ πλέουν ὅπου ἤθελαν καὶ νὰ εἶναι κύριοι σὲ ὅλη τὴ θάλασσα. Στοὺς κατοίκους τῆς Σινώπης ἄφησε δεκατρία πλοῖα μαζὶ μὲ τὸν Ἀθηναῖο στρατηγὸ Λάμαχο καὶ στρατιῶτες, γιὰ νὰ πολεμήσουν τὸν τύραννο Τιμησίλαο. 2 Καὶ ὅταν ὁ τύραννος αὐτὸς καὶ οἱ ὀπαδοί του διώχτηκαν, ὁ Περικλῆς ὑπόβαλε ψήφισμα ποὺ ἐγκρίθηκε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου νὰ πᾶνε στὴ Σινώπη ἑξακόσιοι Ἀθηναῖοι, ὅποιοι ἤθελαν, γιὰ νὰ κατοικήσουν ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς Σινωπεῖς, ἀφοῦ μοιράσουν μεταξύ τους τὰ σπίτια καὶ τὴ γῆ ποὺ εἶχαν πρὶν οἱ τύραννοι. 3 Στὶς ἄλλες ὅμως ἀπαιτήσεις τῶν συμπολιτῶν του ὁ Περικλῆς δὲν ὑποχωροῦσε καὶ δὲν ἄφησε νὰ τὸν παρασύρουν οἱ Ἀθηναῖοι, ὅταν μὲ τὸ θάρρος ποὺ τοὺς ἔδινε ἡ δύναμή τους καὶ ἡ τόση ἐπιτυχία τους ζητοῦσαν μὲ ἐπιμονὴ νὰ ἀρχίσουν πάλι τὶς ἐπιχειρήσεις στὴν Αἴγυπτο καὶ νὰ ξεσηκώσουν σὲ ἀποστασία τὰ παραθαλάσσια μέρη τοῦ περσικοῦ κράτους. 4 Πολλοὶ μάλιστα εἶχαν τὴν ἐπιθυμία νὰ ξεκινήσουν γιὰ τὴ
136

Σικελία, ἐπιθυμία ὀλέθρια καὶ ἀπαίσια, ποὺ ἀργότερα κατάφεραν νὰ τὴν ξανανάψουν ὁ Ἀλκιβιάδης καὶ οἱ πολιτικοὶ φίλοι του. Ἀκόμη καὶ τὴν Τυρρηνία καὶ τὴν Καρχηδόνα ὀνειρεύονταν μερικοί, μὲ τὴν ἐλπίδα ποὺ τοὺς γεννοῦσε τὸ μέγεθος τῆς ἡγεμονίας ποὺ εἶχαν ἤδη ἀποχτήσει καὶ ἡ ἐπιτυχία τῶν πραγμάτων. ΚΕΦ. 21 1 Ἀλλ’ ὁ Περικλῆς κατεῖχε τὴν ἐκδρομὴν ταύτην καὶ περιέκοπτε τὴν πολυπραγμοσύνην, καὶ τὰ πλεῖστα τῆς δυνάμεως ἔτρεπεν εἰς φυλακὴν καὶ βεβαιότητα τῶν ὑπαρχόντων, μέγα ἔργον ἡγούμενος ἀνείργειν Λακεδαιμονίους καὶ ὅλως ὑπεναντιούμενος ἐκείνοις, ὡς ἄλλοις τε πολλοῖς ἔδειξε καὶ μάλιστα τοῖς περὶ τὸν ἱερὸν πραχθεῖσι πόλεμον. 2 Ἐπεὶ γὰρ οἱ Λακεδαιμόνιοι στρατεύσαντες εἰς Δελφοὺς Φωκέων ἐχόντων τὸ ἱερὸν Δελφοὶς ἀπέδωκαν, εὐθὺς ἐκείνων ἀπαλλαγέντων ὁ Περικλῆς ἐπιστρατεύσας, πάλιν εἰσήγαγε τοὺς Φωκέας, 3 καὶ τῶν Λακεδαιμονίων ἣν ἔδωκαν αὐτοῖς Δελφοὶ προμαντείαν εἰς τὸ μέτωπον ἐγκολαψάντων τοῦ χαλκοῦ λύκου, λαβὼν καὶ αὐτὸς προμαντείαν τοῖς Ἀθηναίοις εἰς τὸν αὐτὸν λύκον κατὰ τὴν δεξιὰν πλευρὰν ἐνεχάραξεν. ΚΕΦ. 21 Ὁ «ἱερὸς πόλεμος». 1 Ἀλλὰ ὁ Περικλῆς ἐμπόδιζε αὐτὴ τὴν ἐκστρατεία καὶ συγκρατοῦσε τοὺς Ἀθηναίους ἀπὸ τέτοια παράτολμα σχέδια. Τὸ μεγαλύτερο μέρος ἀπὸ τὶς στρατιωτικὲς δυνάμεις τὶς χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὴ διαφύλαξη καὶ τὴν ἐξασφάλιση τῶν χωρῶν ποὺ ὑπῆρχαν, γιατὶ νόμιζε σπουδαῖο ἔργο τὸ νὰ κρατᾶ μακριὰ τοὺς Λακεδαιμονίους. Ἦταν πάντοτε ἀντίπαλος σ’ ἐκείνους, ὅπως καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιστάσεις τὸ ἔδειξε καὶ ἰδιαίτερα μὲ ὅσα ἔκαμε κατὰ τὸν ἱερὸ πόλεμο. 2 Σ’ αὐτὸ τὸν πόλεμο οἱ Λακεδαιμόνιοι ἦρθαν μὲ στρατὸ στοὺς Δελφούς πῆραν τὸ ἱερὸ ἀπὸ τοὺς Φωκεῖς ποὺ τὸ κατεῖχαν καὶ τὸ ξανάδωσαν στοὺς κατοίκους τῶν Δελφῶν. Μόλις ὅμως ἔφυγαν οἱ Λακεδαιμόνιοι, ὁ Περικλῆς ἀμέσως ἔτρεξε μὲ τὸ στρατό του καὶ ἔφερε πάλι ἐκεῖ τοὺς Φωκεῖς. 3 Καί, ἐπειδὴ οἱ Λακεδαιμόνιοι εἶχαν ἀποχτήσει ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν Δελφῶν τὸ δικαίωμα νὰ παίρνουν τὴ μαντεία πρῶτοι ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ εἴχαν ἐπιγράψει τὸ δικαίωμα αὐτὸ στὸ μέτωπο τοῦ χάλκινου λύκου, ὁ Περικλῆς πῆρε καὶ αὐτὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς πρώτης μαντείας γιὰ τοὺς Ἀθηναίους καὶ τὸ χάραξε

σ’ ἐπιγραφὴ στὸ δεξὶ πλευρὸ τοῦ ἴδιου λύκου. ΚΕΦ. 22 1 Ὅτι δ’ ὀρθῶς ἐν τῇ Ἑλλάδι τὴν δύναμιν τῶν Ἀθηναίων συνεῖχεν, ἑμαρτύρηαεν αὐτῷ τὰ γενόμενα. Πρῶτον μὲν γὰρ Εὑβοεῖς ἀπέστησαν, ἐφ’ οὓς διέβη μετὰ δυνάμεως. Εἶτ’ εὐθὺς ἀπηγγέλλοντο Μεγαρεῖς ἐκπεπολεμωμένοι καὶ στρατιὰ Πελοποννησίων ἐπὶ τοῖς ὅροις τῆς Ἀττικῇ οὖσα, Πλειστώνακτος ᾑγουμένου βασιλέως Λακεδαιμονίων. 2 Πάλιν οὖν ὁ Περικλῆς κατὰ τάχος ἐκ τῆς Εὐβοίας ἀνεκομίζετο πρὸς τὸν ἐν τῇ Ἀττικῇ πόλεμον, καὶ συνάψαι μὲν εἰς χεῖρας οὐκ ἐθάρσησε πολλοῖς καὶ ἀγαθοῖς ὁπλίταις προκαλουμένοις, ὁρῶν δὲ τὸν Πλειστώνακτα νέον ὄντα κομιδῇ, χρώμενον δὲ μάλιστα Κλεανδρίδῃ τῶν συμβούλων, ὃν οἱ ἔφοροι φύλακα καὶ πάρεδρον αὐτῷ διὰ τὴν ἡλικίαν συνέπεμψαν, ἐπειρᾶτο τούτου κρύφα, καὶ ταχὺ διαφθείρας χρήμασιν αὐτὸν ἔπεισεν ἐκ τῆς Ἀττικῆς ἀπαγαγεῖν τοὺς Πελοποννησίους. 3 Ὡς δ’ ἀπεχώρησεν ἡ στρατιὰ καὶ διελύθη κατὰ πόλεις, βαρέως φέροντες οἱ Λακεδαιμόνιοι τὸν μὲν βασιλέα χρήμασιν ἐζημίωσαν, ὧν τὸ πλῆθος οὐκ ἔχων ἐκτεῖσαι μετέστησεν ἑαυτὸν ἐκ Λακεδαίμονος, τοῦ δὲ Κλεανδρίδου φεύγοντος θάνατον κατέγνωσαν. 4 Οὗτος δ’ ἦν πατὴρ Γυλίππου τοῦ περὶ Σικελίαν Ἀθηναίους καταπολεμήσαντος. Ἔοικε δ’ ὥσπερ συγγενικὸν αὐτῷ προστρίψασθαι νόσημα τὴν φιλαργυρίαν ἡ φύσις, ὑφ’ ἧς καὶ αὐτὸς αἰσχρῶς ἐπὶ καλοῖς ἔργοις ἁλοὺς ἐξέπεσε τῆς Σπάρτης. Ταῦτα μὲν οὖν ἐν τοῖς περὶ Λυσάνδρου δεδηλώκαμεν. ΚΕΦ. 22 Ἀποστασία τῆς Εὔβοιας. Πόλεμος στὴν Αττική. 1 Ὅτι σωστὰ ἔκανε ὁ Περικλῆς νὰ συγκρατῆ τὴ στρατιωτικὴ δύναμη τῶν Ἀθηναίων μέσα στὴν Ἑλλάδα τὸ ἀπόδειξαν τὰ γεγονότα ποὺ ἀκολούθησαν καὶ ποὺ ἦρθαν νὰ τὸν δικαιώσουν. Γιατὶ πρῶτα αποστάτησαν οἱ Εὐβοεῖς, καὶ πῆγε μὲ στρατὸ ἐναντίον τους. Ἔπειτᾳ ἀμέσως ἦρθε εἴδηση ὅτι οἱ Μεγαρεῖς κήρυξαν τὸν πόλεμο καὶ ὅτι στρατιὰ Λακεδαιμονίων ἔφτασε στὰ σύνορα τῆς Ἀττικῆς μὲ ἀρχηγὸ τὸ βασιλιὰ τῆς Σπάρτης Πλειστώνακτα. 2 Ὁ Περικλῆς τότε γυρίζει ἀπὸ τὴν Εὔβοια ὅσο μποροῦσε γρηγορώτερα, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίση τὸν πόλεμο στὴν Ἀττική. Δὲν τόλμησε ὅμως νὰ συγκρουστῆ μὲ ἄντρες πολλοὺς καὶ γενναίους ποὺ τὸν προκαλοῦσαν. Ἀλλὰ βλέποντας ὅτι μαζὶ μὲ τὸν
138

Πλειστώνακτα, ποὺ ἦταν πολὺ νέος, βρισκόταν ὁ Κλεανδρίδης, ἕνας ἀπὸ τοὺς κυριότερους συμβούλους του, ποὺ τὸν εἶχαν στείλει οἱ ἔφοροι γιὰ φύλακα καὶ συμπαραστάτη τοῦ βασιλιᾶ ἐξαιτίας τῆς ἡλικίας του, προσπάθησε νὰ ἔρθη κρυφὰ σὲ συνεννόηση μαζί του. Γρήγορα κατάφερε νὰ τὸν δωροδοκήση καὶ τὸν ἔπεισε νὰ ἀποσύρη τοὺς Πελοποννησίους ἀπὸ τὴν Ἀττική. 3 Ἀλλά, μόλις ἔφυγε ἡ ἐχθρικὴ στρατιὰ καὶ διαλύθηκε, γιὰ νὰ πάη ὁ καθένας στὴν πόλη του, οἱ Λακεδαιμόνιοι ἀγανακτισμένοι τιμώρησαν τὸ βασιλιά τους μὲ χρηματικὸ πρόστιμο, ποὺ αὐτὸς μὴν ἔχοντας νὰ τὸ πληρώση ἀναγκάστηκε νὰ φύγη ἀπὸ τὴ Σπάρτη, καὶ τὸν Κλεανδρίδη, ποὺ βρισκόταν ἐξόριστος, τὸν καταδἰκασαν σὲ θάνατο. 4 Αὐτὸς ὁ Κλεανδρίδης ἦταν πατέρας τοῦ Γύλιππου ποὺ νίκησε τοὺς Ἀθηναίους στὴ Σικελία. Καὶ φαίνεται πὼς ἡ φύση εἶχε δώσει καὶ σ’ αὐτὸν τὸ ἐλάττωμα τῆς φιλαργυρίας, σὰν οἰκογενειακὸ νόσημα, γιατὶ καὶ αὐτός, ὕστερ’ ἀπὸ λαμπρὲς ἐπιτυχίες, κυριεύτηκε ἀπ’ αὐτή τὴν αἰσχρὴ ἀρρώστια καὶ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὴ Σπάρτη. Αὐτὰ ὅμως τὰ ἔχω διηγηθῆ στὴ βιογραφία τοῦ Λυσάνδρου. ΚΕΦ. 23 1 Τοῦ δὲ Περικλέους ἐν τῷ τῆς στρατηγίας ἀπολογισμῷ δέκα ταλάντων ἀνάλωμα γράψαντος ἀνηλωμένων εἰς τὸ δέον, ὁ δῆμος ἀπεδέξατο μὴ πολυπραγμονήσας μηδ’ ἐλένξας τὸ ἀπόρρητον. 2 Ἔνιοι δ᾽ ἱστορήκασιν, ὧν ἐστι καὶ Θεόφραστος ὁ φιλόσοφος, ὅτι καθ’ ἕκαστον ἐνιαυτὸν εἰς τὴν Σπάρτην ἐφοίτα δέκα τάλαντα παρὰ τοῦ Περικλέους, οἷς τοὺς έν τέλει πάντας θεραπεύων παρητεῖτο τὸν πόλεμον, οὐ τὴν εἰρήνην ὠνούμενος, ἀλλὰ τὸν χρόνον ἐν ᾧ παρασκευασάμενος καθ’ ἡσυχίαν ἔμελλε πολεμήσειν βέλτιον. 3 Αὖθις οὖν ἐπὶ τοὺς ἀφεστῶτας τραπόμενος καὶ διαβὰς εἰς Εὔβοιαν πεντήκοντα ναυσὶ καὶ πεντακισχιλίοις ὁπλίταις, 4 κατεστρέψατο τὰς πόλεις, καὶ Χαλκιδέων μὲν τοὺς Ἱπποβότας λεγομένους πλούτῳ καὶ δόξη διαφέροντας ἐξέβαλεν, Ἑστιεῖς δὲ πάντας ἀναστήσας ἐκ τῆς χώρας, Ἀθηναίους κατῴκισε, μόνοις τούτοις ἀπαραιτήτως χρησάμενος, ὅτι ναῦν Ἀττικὴν αἰχμάλωτον λαβόντες ἀπέκτειναν τοὺς ἄνδρας. ΚΕΦ. 23 Ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ στὸν Περικλῆ. Ὑ ποταγή τῆς Εὔβοιας. 1 Στὴ λογοδοσία τῆς στρατηγίας του ἔγραψε ὁ Περικλῆς ὅτι
139

δαπανήθηκαν δέκα τάλαντα «γιὰ κάτι ποὺ ἦταν ἀνάγκη» καὶ ὁ δῆμος τὸ δέχτηκε, χωρὶς νὰ ἀσχοληθῆ περισσότερο καὶ χωρὶς νὰ ἐλέγξη τὸ μυστικό. 2 Μερικοὶ μάλιστα διηγοῦνται, ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς καὶ ὁ Θεόφραστος ὁ φιλόσοφος, ὅτι κάθε χρόνο πήγαιναν δέκα τάλαντα στὴ Σπάρτη σταλμένα ἀπὸ τὸν Περικλῆ καὶ ὅτι μὲ αὐτὰ καλόπιανε τοὺς ἄρχοντες ὅλους, γιὰ νὰ ἀπομακραίνη τὸν πόλεμο· ἔτσι ἐξαγόραζε ὄχι τὴν εἰρήνη, ἀλλὰ τὸν καιρὸ ποὺ τοῦ χρειαζόταν γιὰ νὰ ἑτοιμαστῆ μὲ ἡσυχία, ὥστε νὰ πολεμήση καλύτερα. 3 Ἀφοῦ λοιπὸν στράφηκε πάλι πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀποστατήσει καὶ πέρασε στὴν Εὔβοια μὲ πενήντα πλοῖα καὶ πέντε χιλιάδες ὁπλίτες, ὑπόταξε τὶς πόλεις. 4 Ἔδιωξε ἀπὸ τὴ Χαλκίδα τοὺς λεγόμενους Ἱπποβότες, ποὺ ξεχώριζαν γιὰ τὸν πλοῦτο καὶ τὴ φήμη τους. Στὴν Ἱστιαία ἔδιωξε ὅλους τοὺς κατοίκους καὶ στὴ θέση τους ἔστειλε Ἀθηναίους νὰ κατοικήσουν. Μόνο σ’ αὐτοὺς φέρθηκε σκληρά, γιατί, ὅταν εἶχαν αἰχμαλωτίσει ἔνα ἀττικὸ πλοῖο, ἔπιασαν ὅλους τοὺς ἄντρες καὶ τοὺς σκότωσαν. ΚΕΦ 24 1 Ἐκ τούτου γενομένων σπονδῶν Ἀθηναίοις καὶ Λακεδαιμονίοις εἰς ἔτη τριάκοντα, ψηφίζεται τὸν εἰς Σάμον πλοῦν, αἰτίαν ποιησάμενος κατ’ αὐτῶν ὅτι τὸν πρὸς Μιλησίους κελευόμενοι διαλύσασθαι πόλεμον οὐχ ὑπήκουον. Ο ΣΑΜΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (Κεφ. 24 - 28) ΚΕΦ. 24 Ἀφορμὴ τοῦ Σαμιακοῦ πολέμου. 1 Ὑστερ’ ἀπ’ αὐτὸ οἱ Ἀθηναῖοι καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι ἔκλεισταν συμφωνία εἰρήνης γιὰ τριάντα χρόνια. Καὶ τότε ὁ Περικλῆς προτείνει στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου καὶ ἀποφασίζεται ἡ ναυτικὴ ἐκστρᾳτεία ἐναντίον τῆς Σάμου, μὲ τὴν πρόφαση ὅτι, ἐνῶ οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἀπαιτήσει ἀπὸ τοὺς Σαμίους νὰ σταματήσουν τὸν πόλεμο πρὸς τοὺς Μιλησίους, αὐτοὶ ἀρνήθηκαν νὰ ὑπακούσουν. ΚΕΦ. 25

140

1 Αἱ γὰρ πόλεις ἐπολέμουν τὸν περὶ Πριήνης πόλεμον, καὶ κρατοῦντες οἱ Σάμιοι, παύσασθαι τῶν Ἀθηναίων κελευόντων καὶ δίκας λαβεῖν καὶ δοῦναι παρ’ αὐτοῖς, οὐκ ἐπείθοντο. 2 Πλεύσας οὖν ὁ Περικλῆς τὴν μὲν οὖσαν ὀλιγαρχίαν ἐν Σάμῳ κατέλυσεν, τῶν δὲ πρώτων λαβὼν ὁμήρους [ἄνδρας] πεντήκοντα καὶ παῖδας ἴσους εἰς Λῆμνον ἀπέστειλε. Καίτοι φασὶν ἕκαστον μὲν αὐτῷ τῶν ὁμήρων διδόναι τάλαντον ὑπὲρ ἑαυτοῦ, πολλὰ δ’ ἄλλα τοὺς μὴ θέλοντας ἐν τῇ πόλει γενέσθαι δημοκρατίαν. 3 Ἔτι δὲ Πισσούθνης ὁ Πέρσης, ἐχων τινὰ πρὸς Σαμίους εὔνοιαν, ἀπέστειλεν αὐτῷ μυρίους χρυσοῦς, παραιτούμενος τὴν πόλιν. Οὐ μὴν ἔλαβε τούτων οὐδὲν ὁ Περικλῆς, ἀλλὰ χρησάμενος ὥσπερ ἐγνώκει τοῖς Σαμίοις καὶ καταστήσας δημοκρατίαν, ἀπέπλευσεν εἰς τὰς Ἀθήνας. 4 Οἱ δ’ εὐθὺς ἀπέστησαν, ἐκκλέψαντος αὐτοῖς τοὺς ὁμήρους Πισσούθνου, καὶ τἆλλα παρεσκευάσαντο πρὸς τὸν πόλεμον. Αὖθις οὖν ὁ Περικλῆς ἐξέπλευσεν ἐπ’ αὐτοὺς οὐχ ἡσυχάζοντας οὐδὲ κατεπτηχότας, ἀλλὰ καὶ πάνυ προθίμως ἐγνωκότας ἀντιλαμβάνεσθαι τῆς θαλάττης. 5 Γενομένης δὲ καρτερᾶς ναυμαχίας περὶ νῆσον ἣν Τραγίας καλοῦσι, λαμπρῶς ὁ Περικλῆς ἐνίκα, τέσσαρσι καὶ τεσσαράκοντα ναυσὶν ἑβδομήκοντα καταναυμαχήσας, ὧν εἴκοσι στρατιώτιδες ἦσαν. ΚΕΦ. 25 Ἐπιτυχίες τοὺ Περικλῆ στὴ Σάμο. 1 Αὐτὲς οἱ δύο πόλεις, (ἡ Σάμος καὶ ἡ Μίλητος) πολεμοῦσαν τότε γιὰ τὴν κατοχὴ τῆς Πριήνης καὶ νικοῦσαν οἱ Σάμιοι. Οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς κάλεσαν νὰ πάψουν τὸν πόλεμο καὶ νὰ στείλουν ἀντιπροσώπους στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ συζητήσουν μαζί τους αὐτὴ τὴ διαφορά. 0ἱ Σάμιοι ὅμως ἀρνήθηκαν. 2 Ὁ Περικλνῆς τότε πήγε στὴ Σάμο, ἀνάτρεψε τὴν ὀλιγαρχική της κυβέρνηση, καὶ ἔπιασε ὡς ὁμήρους πενήντα ἄντρες ἀπὸ τοὺς προκρίτους καὶ ἄλλα τόσα παιδιά. Τοὺς ὁμήρους αὐτοὺς τοὺς ἔστειλε στὴ Λῆμνο, ἂν καί, ὅπως λένε, καθένας ἀπ’ αὐτοὺς τοῦ ἔδινε ἕνα τάλαντο γιὰ νὰ τὸν ἀφήση ἐλεύθερο καὶ πολλὰ ἄλλα τοῦ πρόσφερναν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ γίνη στὴν πόλη τους δημοκρατία. 3 Ἀκόμη καὶ ὁ Πισσούθνης ὁ Πέρσης, ποὺ εὐνοοῦσε γιὰ κάποιο λόγο τὴ Σάμο, τοῦ ἔστειλε δέκα χιλιάδες χρυσὰ περσικὰ νομίσματα καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ μὴν πειράξη τὴν πόλη. Ὁ Περικλῆς ὅμως ἀρνήθηκε ὅλες αὐτὲς τὶς προσφορὲς. Ἔκαμε στὴ Σάμο ὅ,τι ἀκριβῶς εἶχε ἀποφασίσει ἐγκατάστησε τῆ δημοκρατία καὶ γύρισε στὴν Ἀθήνα. 4 Ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ λίγο ὁ

Πισσούθνης πῆρε κρυφὰ τοὺς ὁμήρους ἀπὸ τὴ Λῆμνο καὶ τοὺς ἔφερε στὴν πατρίδα τους καὶ ἀμέσως τότε οἱ Σάμιοι ἐπαναστάτησαν καὶ ἄρχισαν νὰ ἑτοιμάζωντα γιὰ πόλεμο. Πάλι ὁ Περικλῆς ἔρχεται ἐναντίον τους, ἀλλ’ αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν τοὺς βρῆκε ἤσυχους οὔτε φοβισμένους. Ἀπεναντίας ἦταν ἀποφασισμένοι ὁλόψυχα νὰ διεκδικήσουν ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους τὴν κυριαρχία στὴ θάλασσα. 5 Ἔγινε μιὰ τρομερὴ ναυμαχία γύρω ἀπὸ τὸ νησὶ ποὺ λέγεται Τραγία καὶ ὁ Περικλῆς κέρδισε νίκη λαμπρή. Μὲ σαράντα τέσσερα πλοῖα κατατρόπωσε ἑβδομήντα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἴκοσι ἦταν ὁπλιταγωγά. ΚΕΦ. 26 1 Ἅμα δὲ τῇ νίκῃ καὶ τῇ διώξει τοῦ λιμένος κρατήσας ἐπολιόρκει τοὺς Σαμίους, ἁμῶς γέ πως ἔτι τολμῶντας ἐπεξιέναι καὶ διαμάχεσθαι πρὸ τοῦ τείχους. Ἐπεὶ δὲ μείζων ἕτερος στόλος ἦλθεν ἐκ τῶν Ἀθηνῶν καὶ παντελῶς κατεκλείσθησαν οἱ Σάμιοι, λαβὼν ὁ Περικλῆς ἑξήκοντα τριήρεις ἔπλευσεν εἰς τὸν ἐξω πόντον, ὡς μὲν οἱ πλεῖστοι λέγουσι, Φοινισσῶν νεῶν ἐπικούρων τοῖς Σαμίοις προσφερομένων, ἀπαντῆσαι καὶ διαγωνίσασθαι πορρωτάτω βουλόμενος, ὡς δὲ Στησίμβροτος, ἐπὶ Κύπρον στελλόμενος· ὅπερ οὐ δοκεῖ πιθανὸν εἶναι. 2 Ὁποτέρῳ δ’ οὖν ἐχρήσατο τῶν λογισμῶν, ἁμαρτεῖν ἔδοξε. Πλεύσαντος γὰρ αὐτοῦ, Μέλισσος ὁ Ἰθαγένους, ἀνὴρ φιλόσοφος στρατηγῶν τότε τῆς Σάμου, καταφρονήσας τῆς ὀλιγότητος τῶν νεῶν καὶ τῆς ἀπειρίας τῶν στρατηγῶν, ἔπεισε τοὺς πολίτας ἐπιθέσθαι τοῖς Ἀθηναίοις 3 καὶ γενομένης μάχης νικήσαντες οἱ Σάμιοι καὶ πολλοὺς μὲν αὐτῶν ἄνδρας ἑλόντες, πολλὰς δὲ ναῦς διαφθείραντες, ἐχρῶντο τῇ θαλάττῃ καὶ παρετίθεντο τῶν ἀναγκαίων πρὸς τὸν πόλεμον ὅσα μὴ πρότερον εἶχον. Ὑπὸ δὲ τοῦ Μελίσσου καὶ Περικλέα φησὶν αὐτὸν Ἀριστοτέλης ἡττηθῆναι ναυμαχοῦντα πρότερον. ΚΕΦ. 26 Ἀποτυχίες τῶν Ἀθηναίων κατά τὴν ἀπουσία τοῦ Περικλῆ. 1 Ἀμέσως μετὰ τὴ νίκη, ἀφοῦ καταδίωξε τὸ Σαμιακὸ στόλο, ἀπόκλεισε τὸ λιμένα καὶ πολιορκοῦσε τοὺς Σαμίους, ποὺ ὁπωσδήποτε τολμοῦσαν ἀκόμη νὰ κάνουν ἐξόδους καὶ νὰ μάχωνται μαζί του ἀπὸ τὸ τεῖχος. Ὅταν ἦρθε καὶ ἄλλος, μεγαλύτερος στόλος ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ οἱ Σάμιοι ἀποκλείστηκαν ἐντελῶς, ὁ Περικλῆς μὲ ἑξήντα πλοῖα
142

τράβηξε στὰ ἀνοιχτά, πρὸς τὴν ἔξω θάλασσα. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς λένε πὼς ἤθελε νὰ συναντήση μερικὰ φοινικικὰ πλοῖα ποὺ ἔρχονταν νὰ βοηθήσουν τοὺς Σαμίους καὶ νὰ τὰ χτυπήση ὄσο μποροῦσε πιὸ μακριὰ ᾀπὸ τὴ Σάμο, ὁ Στησίμβροτος ὅμως λέει πὼς ἔπλεε πρὸς τὴν Κύπρο· ἀλλ’ αὐτὸ δὲ φαίνεται νὰ εἶναι πιθανό. 2 Ἀλλὰ εἴτε τὸ ἕνα σκέφτηκε ὁ Περικλῆς εἴτε τὸ ἄλλο, φαίνεται πὼς ἔπεσε ἔξω στοὺς ὑπολογισμούς του. Γιατί, μόλις ἔφυγε ἀπὸ τὸ λιμάνι, ὁ Μέλισσος, ὁ γιὸς τοῦ Ἰθαγένη, ὁ φιλόσοφος, ποὺ ἦταν τότε στρατηγὸς τῆς Σάμου, βλέποντας μὲ περιφρόνηση τὸ μικρὸ ἀριθμὸ τῶν ἀθηναϊκῶν πλοίων καὶ τὴν ἀπειρία τῶν στρατηγῶν τους, ἔπεισε τοὺς συμπολίτες του νὰ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον τῶν Ἀθηναίων. 3 Ἔγινε τότε ναυμαχία καὶ νίκησαν οἱ Σάμιοι. Ἔπιασαν πολλοὺς Ἀθηναίους, κατάστρεψαν πολλὰ πλοῖα τους καὶ ἔπλεαν ἐλεύθερα στὴ θάλασσα. Ἔτσι τώρα μποροῦσαν εὔκολα νὰ προμηθεύωνται ὅσα τοὺς ἔλειπαν ἀπὸ τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὸν πόλεμο. Ὁ Ἀριστοτέλης λέει πὼς καὶ ὁ Περικλῆς ὁ ἴδιος σὲ προηγούμενη ναυμαχία εἶχε νικηθῆ ἀπὸ τὸ Μέλισσο. ΚΕΦ. 27 1 Πυθόμενος ὁ οὖν ὁ ΙΙερικλῆς τὴν ἐπὶ στρατοπέδου συμφοράν, ἐβοήθει κατὰ τάχος, καὶ τοῦ Μελίσσου πρὸς αὐτὸν ἀντιταξαμένου κρατήσας καὶ τρεψάμενος, τοὺς πολεμίους εὐθὺς περιετείχιζε, δαπάνῃ καὶ χρόνῳ μᾶλλον ἢ τραύμασι καὶ κινδύνοις τῶν πολιτῶν περιγενέσθαι καὶ συνελεῖν τὴν πόλιν βουλόμενος. 2 Ἐπεὶ δὲ δυσχεραίνοντας τῇ τριβῇ τοὺς Ἀθηναίους καὶ μάχεσθαι προθυμουμένους ἔργον ἦν κατασχεῖν, ὀκτὼ μέρη διελὼν το πᾶν πλῆθος ἀπεκλήρου, καὶ τῷ λαχόντι τον λευκὸν κύαμον εὐωχεῖσθαι καὶ σχολάζειν παρεῖχε τῶν ἄλλων τρυχομένων. 3 Διὸ καὶ φασι τοὺς ἐν εὐπαθείαις τισὶ γενομένους λευκὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπὸ τοῦ λευκοῦ κυάμου ποοσαγορεύειν. Ἔφορος δὲ καί μηχαναῖς χρήσασθαι τον Περικλέα, τὴν καινότητα θαυμάσαντα. Ἀρτέμωνος τοῦ μηχανικοῦ παρόντος, ὃν χωλὸν ὄντα καὶ φορείῳ πρὸς τα κατεπείγοντα τῶν ἐργων προσκομιζόμενον ὀνομασθῆναι Περιφόρητον. 4 Τοῦτο μὲν οῦν Ἡρακλείδης ὁ Ποντικὸς ἐλέγχει τοῖς Ἀνακρέοντος ποιήμασιν ἐν οἷς «ὁ περιφόρητος» Ἀρτέμων ὀνομάζεται πολλαῖς ἐμπροσθεν ἡ ἡλικίαις τοῦ περὶ Σάμον πολέμου καὶ τῶν πραγμάτων ἐκείνων· τὸν δ’ Ἀρτέμωνά φησι τρυφερόν τινα τῷ βίῳ καὶ πρὸς τοὺς φόβους μαλακὸν ὄντα καὶ καταπλῆγα τὰ πολλὰ μὲν οἴκοι καθέζεσθαι, χαλκῆν ἀσπίδα τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ δυεῖν οἰκετῶν ὑπερεχόντων, ὥστε μηδὲν ἐμπεσεῖν τῶν
143

ἄνωθεν, εἰ δὲ βιασθείη προελθεῖν, ἐν κλινιδίῳ κρεμαστῷ παρὰ τὴν γῆν αὐτὴν περιφερόμενον κομίζεσθαι καὶ διὰ τοῦτο κληθῆναι περιφόρητον. ΚΕΦ. 27 Πολιορκία τῆς Σάμου. Πολιορκητικά μηχανήματα. 1 Ὅταν λοιπὸν ὁ Περικλῆς ἔμαθε τὴ συμφορὰ τοῦ στρατοῦ του βιάστηκε ὅσο μποροῦσε πιὸ γρήγορα νὰ δώση βοήθεια. Ὁ Μέλισσος μὲ τοὺς Σαμίους παρατάχτηκε ἀπέναντι του. Ἀλλὰ ὁ Περικλῆς τοὺς νίκνησε, τοὺς ἔτρεψε σὲ φυγή, τοὺς ἀπόκλεισε μέσα στὴν πόλη καὶ ἀμέσως ἄρχισε νὰ τοὺς πολιορκῆ. Ἤθελε να τοὺς νικήση καὶ νὰ κυριέψη τὴν πόλη περισσότερο μὲ τὴν ἐξάντληση τῶν ἐφοδίων καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ χρόνου παρὰ μὲ τραυματισμοὺς καὶ κινδύνους τῶν συμπολιτῶν του. 2 Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν δύσκολο νὰ συγκρατήση τοὺς Ἀθηναίους ποὺ δυσανασχετοῦσαν γιὰ τὴ χρονοτριβὴ καὶ ζητοῦσαν μὲ ἐπιμονὴ νὰ δώσουν μάχη, σκέφτηκε νὰ διαιρέση ὅλο τὸ στρατό του σὲ ὀχτὼ μέρη. Ἔπειτα ἔβαζε κλῆρο καὶ ἐκεῖνο τὸ τμῆμᾳ ποὺ τοῦ λάχαινε τὸ «ἄσπρο κουκὶ» ἦταν ἐλεύθερο νὰ διασκεδάζη καὶ νὰ ξεκουράζεται, ἐνῶ οἱ ἄλλοι πολεμοῦσαν. 3 Καὶ λένε πὼς ἀπ’ αὐτὸ τὸ «ἄσπρο κουκί», ὅταν κανεὶς περνᾶ μιὰν εὐχάριστη μέρα, τὴν ὀνομάζει «ἄσπρη μέρα». Ὁ ἱστορικὸς Ἔφορος λέει πὼς ὁ Περικλῆς μεταχειρίστηκε στὴν πολιορκία καὶ μερικὲς καινούργιες μηχανὲς ποὺ τὶς θαύμασε, ἔχοντας μαζί του καὶ τὸ μηχανικὸ ποὺ τὶς ἔφτιαξε, τὸν Ἀρτέμωνα. Αὐτὸς ἦταν κουτσὸς καί, ὅταν ἦταν κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ κινηθῆ, τὸν ἔφερναν σὲ φορεῖο· γι’ αὐτὸ ὀνομάστηκε «Περιφόρητος». 4 Ἀλλὰ ὁ Ἡρακλείδης ἀπὸ τὸν Πόντο τὸ ἀναιρεῖ αὐτὸ μὲ τὰ ποιήματα τοῦ Ἀνακρέοντα, στὰ ὁποῖα γίνεται λόγος γιὰ ἔναν «περιφόρητο» Ἀρτέμωνα ποὺ ἔζησε πολλὲς γενιὲς πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο τῆς Σάμου καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ περιστατικά. Καὶ λέει γι’ αὐτὸν τὸν Ἀρτέμωνα πὼς ἦταν ἕνας περίεργος ἄνθρωπος ποὺ ζοῦσε μαλθακά, τὸν κυρίευε φόβος καὶ ἔμενε τρομαγμένος· γι’ αὐτὸ τὶς περισσότερες φορὲς καθόταν στὸ σπίτι του καὶ ἔβαζε δύο ὑπηρέτες νὰ κρατοῦν ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του μιὰ χάλκινη ἀσπίδα, γιὰ νὰ μὴν πέση τίποτε ἀπὸ πάνω καί, ἂν ἦταν ἀνάγκη νὰ βγῆ ἔξω, τὸ κουβαλοῦσαν μέσα σ’ ἕνα κρεβατάκι κρεμασμένο λίγο πάνω ἀπὸ τὸ ἔδᾳφος, καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομάστηκε «περιφόρητος». ΚΕΦ. 28

144

1 Ἐνάτω δὲ μηνὶ τῶν Σαμίων παραστάντων, ὁ Περικλῆς τὰ τείχη καθεῖλε καὶ τὰς ναῦς παρέλαβε καὶ χρήμασι πολλοῖς ἐζημίωσεν, ὧν τὰ μεν εὐθὺς εἰσήνεγκαν οἱ Σάμιοι, τὰ δ’ ἐν χρόνῳ ῥητῷ ταξάμενοι κατοίσειν ὁμήρους ἔδωκαν. 2 Δοῦρις δ’ ὁ Σάμιος τούτοις ἐπιτραγῳδεῖ πολλὴν ὠμότητα τῶν Ἀθηναίων καὶ τοῦ Περικλέους κατηγορῶν, ἣν οὔτε Θουκυδίδης ἱστόρηκεν οὔτ’ Ἔφορος οὔτ’ Ἀριστοτέλης˙ ἀλλ’ οὐδ’ ἀληθεύειν ἔοικεν, ὡς ἄρα τοὺς τριηράρχους καὶ τοὺς ἐπιβάτας τῶν Σαμίων εἰς τὴν Μιλησίων ἀγορὰν καταγαγὼν καὶ σανίσι προσδήσας ἐφ’ ἡμέρας δέκα κακῶς ἤδη διακειμένους προσέταξεν ἀνελεῖν, ξύλοις τὰς κεφαλὰς συγκόψαντας, εἶτα προβαλεῖν ἀκήδευτα τὰ σώματα. 3 Δοῦρις μὲν οὖν οὐδ’ ὅπου μηδὲν αὐτῷ πρόσεστιν ἴδιον πάθος εἰωθὼς κρατεῖν τὴν διήγησιν ἐπὶ τῆς ἀληθείας, μᾶλλον ἔοικεν ἐνταῦθα δεινῶσαι τὰς τῆς πατρίδος συμφορὰς ἐπὶ διαβολῆ τῶν Ἀθηναίων. 4 Ὁ δὲ Περικλῆς καταστρεψάμενος τὴν Σάμον ὡς ἐπανῆλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ταφάς τε τῶν ἀποθανόντων κατὰ τὸν πόλεμον ἐνδόξους ἐποίησε, καὶ τὸν λόγον εἰπών, ὥσπερ ἔθος ἐστίν, ἐπὶ τῶν σημάτων ἐθαυμάσθη. 7 Θαυμαστὸν δέ τι καὶ μέγα φρονῆσαι καταπολεμήσαντα τοὺς Σαμίους φησὶν αὐτὸν ὁ Ἴων, ὡς τοῦ μὲν Ἀγαμέμνονος ἔτεσι δέκα βάρβαρον πόλιν, αὐτοῦ δὲ μησὶν ἐννέα τοὺς πρώτους καὶ δυνατωτάτους Ἰώνων ἑλόντος. 8 Καὶ οὐκ ἦν ἄδικος ἡ ἀξίωσις, ἀλλ’ ὄντως πολλὴν ἀδηλότητα καὶ μέγαν ἔσχε κίνδυνον ὁ πόλεμος, εἴπερ, ὡς Θουκυδίδης φησί, παρ’ ἐλάχιστον ἦλθε Σαμίων ἡ πόλις ἀφελέσθαι τῆς θαλάττης τὸ κράτος Ἀθηναίους. ΚΕΦ. 28 Τελικὴ νίκη στὴ Σάμο. 1 Τὸν ἔνατο μήνα τῆς πολιορκίας οἱ Σάμιοι παραδόθηκαν. Ὁ Περικλῆς γκρέμισε τὰ τείχῃ πῆρε τὰ πλοῖα τους καὶ τοὺς τιμώρησε μὲ μεγάλο χρηματικὸ πρόστιμο. Ἕνα μέρος ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἔδωσαν ἀμέσως οἱ Σάμιοι· τὸ ὑπόλοιπο ὑποσχέθηκαν πὼς θὰ τὸ πληρώσουν σὲ ὁρισμένο χρόνο καὶ γιὰ ἐγγύησῃ ἔδωσαν ὁμήρους. 2 Ὁ Δούρης, ἱστορικὸς ἀπὸ τὴ Σάμο, τὰ παριστάνει πολὺ τραγικὰ καὶ κατηγορεῖ τοὺς Ἀθηναίους καὶ τὸν Περικλῆ γιὰ μεγάλη σκληρότητα. Ἀλλ᾽ αὐτὸ δὲν τὸ ἀναφέρει οὔτε ὁ Θουκυδίδης οὔτε ὁ Ἔφορος οὔτε ὁ Ἀριστοτέλης. Καὶ φαίνεται πὼς δὲν
145

εἶναι ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Δούρης, πὼς τάχα ὁ Περικλῆς ἔφερε στὴν ἀγορὰ τῆς Μιλήτου τοὺς τριηράρχους καὶ τοὺς ναῦτες τῶν Σαμίων, τοὺς ἔδεσε σὲ σανίδες, τοὺς ἄφησε ἔτσι δέκα μέρες σὲ κακὴ κατάσταση καὶ ἔπειτα ἔδωσε διατᾳγὴ νὰ τοὺς σκοτώσουν, σπάζοντας τὰ κεφάλιᾳ τους μὲ ξύλα, καὶ νὰ πετάξουν τὰ πτώματά τους ἀκήδευτα. 3 Ὁ Δούρης ὅμως, ποὺ καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν τὸν κινῆ κανένα ἰδιαίτερο πάθος, συνηθίζει νὰ μὴν κρατῆ τὴ διήγηση πάνω στὴν ἀλήθεια, φαίνεται πὼς σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση μεγαλοποίησε περισσότερο τὶς συμφορὲς τῶν συμπατριωτῶν του, γιὰ νὰ διαβάλη τοὺς Ἀθηναίους. 4 Ὁ Περικλῆς, ἀφοῦ ὑπόταξε τὴ Σάμο, γύρισε στὴν Ἀθήνα. Πρόσταξε νὰ γίνη ἐπίσημη τιμὴ τῶν νεκρῶν τοῦ πολέμου καί, κατὰ τὴ συνήθεια, τοὺς ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιο πάνω στὰ μνήματά τους μὲ ἕνα λόγο ποὺ προκάλεσε θαυμασμό. 7 Ὁ Ἴων ἀναφέρει ὅτι ὁ Περικλῆς μὲ τὸ θρίαμβό του στὴ Σάμο αἰσθάνθηκε περηφάνια καὶ μεγάλη ἱκανοποίηση, γιατί, ἐνῶ ὁ Ἀγαμέμνων χρειάστηκε δέκα χρόνια, γιὰ νὰ κυριέψη μιὰ βαρβαρικὴ πόλη, αὐτὸς μέσα σ’ ἐννιὰ μῆνες νίκησε τοὺς πρώτους καὶ τοὺς δυνατότερους ἀπὸ τοὺς Ἴωνες. 8 Καὶ δὲν ἦταν ἀδικαιολόγητη ἡ ἱκανοποίησή του αὐτή, γιατὶ πράγματι ὁ πόλεμος μὲ τοὺς Σαμίους ἦταν πολὺ ἀβέβαιος καὶ πολὺ ἐπικίνδυνος, καί, ὅπως λέει ὁ Θουκυδίδης, λίγο ἔλειψε ἡ Σάμος νὰ ἀφαιρέση ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους τὴν κυριαρχία στὴ θάλασσα. ΚΕΦ. 29 1 Μετὰ ταῦτα κυμαίνοντος ἤδη τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, Κερκυραίοις πολεμουμένοις ὑπὸ Κορινθίων ἔπεισε τὸν δῆμον ἀποστεῖλαι βοήθείαν καὶ προσλαβεῖν ἐρρωμένην ναυτικῆ δυνάμει νῆσον, ὡς ὅσον οὐδέπω Πελοποννησίων ἐκπεπολεμωμένων πρὸς αὐτούς. Ψηφισαμένου δὲ τοῦ δήμου τὴν βοήθειαν, ἀπέστειλε δέκα ναῦς μόνας ἔχοντα Λακεδαιμόνιον, τὸν Κίμωνος υἱόν, οἷον ἐφυβρίζων· πολλὴ γὰρ ἦν εὔνοια καὶ φιλία τῷ Κίμωνος οἴκῳ πρὸς Λακεδαιμονίους. 2 Ὡς ἂν οὖν, εἰ μηδὲν ἔργον μέγα μηδ’ ἐκπρεπὲς ἐν τῇ στρατηγίᾳ τοῦ Λακεδαιμονίου γένοιτο, προσδιαβληθείη μᾶλλον εἰς τὸν Λακωνισμόν, ὀλίγας αὐτῷ ναῦς ἔδωκε καὶ μὴ βουλόμενον ἐξέπεμψε, καὶ ὅλως διετέλει κολούων, ὡς μηδὲ τοῖς ὀνόμασι γνησίους, ἀλλ’ ὀθνείους καὶ ξένους, ὅτι τῶν Κίμωνος υἱῶν τῷ μὲν ἦν Λακεδαιμόνιος ὄνομα, τῷ δὲ Θεσσαλός, τῷ δ’ Ἠλεῖος. Ἐδόκουν δὲ πάντες ἐκ γυναικὸς Ἀρκαδικῆς γεγονέναι. 3 Κακῶς οὖν ὁ Περικλῆς ἀκούων διὰ τὰς δέκα ταύτας τριήρεις, ὡς μικρὰν μὲν βοήθειαν τοῖς

δεηθεῖσι, μεγάλην δὲ πρόφασιν τοῖς ἐγκαλοῦσι παρεσχηκώς, ἑτέρας αὖθις ἔστειλε πλείονας εἰς τὴν Κέρκυραν αἵ μετὰ τὴν μάχην ἀφίκοντο. 4 Χαλεπαίνουσι δὲ τοῖς Κορινθίοις καὶ κατηγοροῦσι τῶν Ἀθηναίων ἐν Λακεδαίμονι προσεγένοντο Μεγαρεῖς, αἰτιώμενοι πάσης μὲν ἀγορᾶς, ἁπάντων δὲ λιμένων ὧν Ἀθηναῖοι κρατοῦσιν εἴργεσθαι καὶ ἀπελαύνεσθαι παρὰ τὰ κοινὰ δίκαια καὶ τοὺς γεγενημένους ὅρκους τοῖς ῞Ἕλλησιν· 5 Αἰγινῆται δὲ κακοῦσθαι δοκοῦντες καὶ βίαια πάσχειν, ἐποτνιῶντο κρύφα πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους, φανερῶς ἐγκαλεῖν τοῖς Ἀθηναίοις οὐ θαρροῦντες. 6 Ἐν δὲ τούτῳ καὶ Ποτίδαια, πόλις ὑπήκοος Ἀθηναίων, ἄποικος δὲ Κορινθίων, ἀποστᾶσα καὶ πολιορκουμένη μᾶλλον ἐπετάχυνε τὸν πόλεμον. 7 Οὐ μὴν ἀλλὰ πρεσβειῶν τε πεμπομένων Ἀθήναζε καὶ τοῦ βασιλέως τῶν Λακεδαιμονίων Ἀρχιδάμου τὰ πολλὰ τῶν ἐγκλημάτων εἰς διαλύσεις ἄγοντος καὶ τοὺς συμμάχους πραΰνοντος, οὐκ ἂν δοκεῖ συμπεσεῖν ὑπό γε τῶν ἄλλων αἰτιῶν ὁ πόλεμος τοῖς Ἀθηναίοις, εἰ τὸ ψήφισμα καθελεῖν τὸ Μεγαρικὸν ἐπείσθησαν καὶ διαλλαγῆναι πρὸς αὐτούς. 8 Διὸ καὶ μάλιστα πρὸς τοῦτο Περικλῆς ἐναντιωθεὶς καὶ παροξύνας τὸν δῆμον ἐμμεῖναι τῆ πρὸς τοὺς Μεγαρεῖς φιλονικίᾳ, μόνος ἔσχε τοῦ πολέμου τὴν αἰτίαν. Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (Κεφ. 29 - 37) ΚΕΦ. 29 Βοήθεια στοὺς Κερκυραίους. Παράπονα ἑλληνικῶν πόλεων. Ἡ Ποτίδαια ἀποστατεῖ. 1 Μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ φαινόταν νὰ πλησιάζη ἡ τρικυμία τοῦ πελοποννησιακοῦ πολέμου. Ὁ Περικλῆς ἔπεισε τότε τὸ λαὸ νὰ στείλουν βοήθεια στοὺς Κερκυραίους ποὺ βρίσκονταν σὲ πόλεμο μὲ τοὺς Κορινθίους καὶ νὰ πάρουν μὲ τὸ μέρος τους τὴν Κέρκυρα ποὺ εἶχε μεγάλη ναυτικὴ δύναμη, γιατὶ οἱ Πελοποννήσιοι ἦταν ἕτοιμοι ἀπὸ μέρα σὲ μέρα νὰ τὴ χτυπήσουν. Ἀλλά ὀταν ὁ λαὸς ψήφισε τὴ βοήθειᾳ, ἔστειλε μόνο δέκα πλοῖα μὲ ἀρχηγὸ τὸ γιὸ τοῦ Κίμωνα, ποὺ ὀνομαζόταν Λακεδαιμόνιος. Τὸ ἔκαμε αὐτὸ σὰ νὰ ἤθελε νὰ τὸν ἐξευτελίση, γιᾳτὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ Κίμωνα ἔδειχνε μεγάλη συμπάθεια καὶ φιλία πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους. 2 Γιὰ νὰ ἐκτεθῆ λοιπὸν ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὰ φιλικά του αἰσθήματα πρὸς τοὺς Λάκωνες ὁ Λακεδαιμόνιος, ἂν κατὰ τὴ στρατηγία του δὲ γινόταν τίποτε μεγάλο καὶ ἀξιόλογο, τοῦ ἔδωσε λίγα πλοῖα καὶ τὸν ἔστειλε
147

παρὰ τὴ θέλησή του. Γενικὰ προσπαθοῦσε μὲ κάθε τρόπο νὰ ταπεινώση τοὺς γιοὺς τοῦ Κίμωνα, γιατί, ὅπως ἔλεγε, καὶ τὰ ὀνόματά τους ἀκόμη δείχνουν πὼς δὲν εἶναι γνήσιοι Ἀθηναῖοι, παρὰ νόθοι καὶ ξένοι, ἀφοῦ ὁ ἕνας λεγόταν Λακεδαιμόνιος, ὀ δεύτερος Θεσσαλὸς καὶ ὁ τρίτος Ἠλεῖος. Φαίνεται μάλιστα ὅτι ὅλοι γεννήθηκαν ἀπὸ Ἀρκαδικὴ μητέρα. 3 Ἐπειδὴ ὅμως πολλοὶ κακολογοῦσαν τὸν Περικλῆ,γιατὶ ἔστειλε μόνο δέκα πλοῖα, καὶ ἔτσι ἔδινε μικρὴ βοήθεια γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν Κερκυραίων, ἀλλὰ μεγάλη ἀφορμὴ σ᾽ ἐκείνους ποὺ κατηγοροῦσαν τοὺς Ἀθηναίους, ἔστειλε πάλι κᾳὶ ἄλλα περισσότερα στὴν Κέρκυρα· ἀλλ’ αὐτὰ ἔφτασαν μετὰ τὴ μάχη. 4 Οἱ Κορίνθιοι τότε ἐξοργίστηκαν, γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἔστειλαν βοήθεια στοὺς Κερκυραίους, καὶ τοὺς κατηγοροῦσαν στὴ Λακεδαίμονα. Συγχρόνως καὶ οἱ Μεγαρεῖς διατύπωναν παράπονα, γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς ἐμπόδίζουν καὶ τοὺς διώχνουν ἀπ’ ὅλες τὶς ἀγορὲς καὶ ἀπ’ ὅλα τὰ λιμάνια ποὺ εἶχαν στὴν ἐξουσία τους, παραβαίνοντας τὰ κοινὰ δίκαια καὶ τοὺς ὅρκους τῶν Ἑλλήνων. 5 Ἀλλὰ καὶ οἱ Αἰγινῆτες ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶχαν παράπονα, γιατὶ νόμιζαν ὅτι ἀδικοῦνται καὶ καταπιέζονται. Αὐτοὶ ζητοῦσαν κρυφὰ τὴ βοήθεια τῶν Λακεδαιμονίων,γιατὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ κατηγορήσουν φανερὰ τοὺς Ἀθηναίους. 6 Στὸ μεταξὺ καὶ ἡ Ποτίδαια, πόλη ποὺ ἦταν στὴν ἐξουσία τῶν Ἀθηναίων, ἀλλ’ ἀποικία τῶν Κορινθίων, ἀποστάτησε καὶ οἱ Ἀθηναῖοι τὴν πολιόρκησαν. Αὐτὸ ἐπιτάχυνε τὸν πόλεμο. 7 Καὶ ὅμως, ἐπειδὴ πολλὲς πρεσβεῖες εἶχαν ἔρθει στὴν Ἀθήνα ἀπὸ διάφορες πόλεις καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὁ βασιλιὰς τῶν Λακεδαιμονίων Ἀρχίδαμος προσπαθοῦσε νὰ συμβιβάση τὶς διαφορὲς καὶ νὰ κατευνάση τοὺς συμμάχους, φαίνεται πὼς δὲ θὰ γινόταν ὁ πόλεμος ἀπὸ τὶς ἄλλες ἀφορμὲς ποὺ εἶχαν ὡς τότε παρουσιαστῆ, ἂν οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν πειστῆ νὰ ἀκυρώσουν τὸ «μεγαρικὸ ψήφισμα» καὶ νὰ συμφιλιωθοῦν μὲ τοὺς Μεγαρεῖς. 8 Ἀλλὰ ὁ Περικλῆς ἐναντιώθηκε ἐντονώτατα σ’ αὐτὸ καὶ παρακίνησε τὸ λαὸ νὰ ἐπιμείνη στὴ διαφορά του μὲ τοὺς Μεγαρεῖς. Γι’ αὐτὸ κατηγορήθηκε ὡς ὁ μόνος αἴτιος τοῦ πολέμου. ΚΕΦ. 30 1 Λέγουσι δὲ πρεσβείας Ἀθήναζε περὶ τούτων ἐκ Λακεδαίμονος ἀφιγμένης, καὶ τοῦ Περικλέους νόμον τινὰ προβαλομένου κωλύοντα καθελεῖν τὸ πινάκιον ἐν ᾧ τὸ ψήφισμα γεγραμμένον ἐτύγχανεν, εἰπεῖν Πολυάλκη τῶν πρέσβειών τινα· «σὺ δὲ μὴ καθέλῃς, ἀλλὰ στρέψον εἴσω τὸ πινάκιον· οὐ γὰρ ἔστι νόμος ὁ τοῦτο κωλύων». Κομψοῦ δὲ τοῦ λόγου φανέντος, οὐδέν τι μᾶλλον ὁ Περικλῆς ἐνέδωκεν. 2 Ὑπῆν μὲν οὖν
148

τις ὡς ἔοικεν αὐτῷ καὶ ἰδία πρὸς τοὺς Μεγαρεῖς ἀπέχθεια, κοινὴν δὲ καὶ φανερὰν ποιησάμενος αἰτίαν κατ’ αὐτῶν, ἀποτέμνεσθαι τὴν ἱερὰν ὀργάδα, γράφει ψήφισμα κήρυκα πεμφθῆναι πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς Λακεδαιμονίους τὸν αὐτόν, κατηγοροῦντα τῶν Μεγαρέων. 3 Τοῦτο μὲν οὖν τὸ ψήφισμα Περικλέους ἐστὶν εὐγνώμονος καὶ φιλανθρώπου δικαιολογίας ἐχόμενον· ἐπεὶ δ’ ὁ πεμφθεὶς κῆρυξ Ἀνθεμόκριτος αἰτίᾳ τῶν Μεγαρέων ἀποθανεῖν ἔδοξε, γράφει ψήφισμα κατ ’ αὐτῶν Χαρῖνος «ἄσπονδον μὲν εἶναι καὶ ἀκήρυκτον ἔχθραν, ὅς δ’ ἂν ἐπιβῇ τῆς Ἀττικῆς Μεγαρέων, θανάτῳ ζημιοῦσθαι, τοὺς δὲ στρατηγοὺς ὅταν ὀμνύωσι τὸν πάτριον ὅρκον ἐπομνύειν ὅτι καὶ δὶς ἀνὰ πᾶν ἔτος εἰς τὴν Μεγαρικὴν εἰσβάλουσι· ταφῆναι δ’ Ἀνθεμόκριτον παρὰ τὰς Θριασίας πύλας» αἳ νῦν Δίπυλον ὀνομάζονται. Μεγαρεῖς δὲ τὸν Ἀνθεμοκρίτου φόνον ἀπαρνοῦνται τὰς αἰτίας. ΚΕΦ. 30 Ἀθηναῖοι καὶ Μεγαρεῖς. 1 Ὅταν ἦρθε στὴν Ἀθήνα πρεσβεία ἀπὸ τὴ Σπάρτη νὰ συζητήση γι’ αὐτά, ἐπειδὴ ὁ Περικλῆς, προφασιζόταν ὅτι ὑπάρχει νόμος ποὺ ἀπαγορεύει νὰ κατεβάσουν ἀπὸ τὴ θέση της τὴν πλάκα μὲ τὸ «μεγαρικὸ ψήφισμα», λένε πὼς ὁ Πολυάλκης, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀποσταλμένους τῆς Σπάρτης, τοῦ εἶπε: «Ἐσὺ μὴν τὴν κατεβάσης λοιπόν, ἀλλὰ γύρισε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὴν πλάκα· αὐτὸ δὲν ὑπάρχει νόμος ποὺ νὰ τὸ ἐμποδίζη.» Ὁ λόγος φάνηκε ἔξυπνος, ἀλλὰ ὁ Περικλῆς δὲν ὑποχώρησε. 2 Φαίνεται πὼς εἶχε καὶ κάποιαν ἰδιαίτερη ἐχθρότητα πρὸς τοὺς Μεγαρεῖς. Πάντως ἐπίσημα κᾳὶ φανερὰ τοὺς κατηγοροῦσε γιατὶ καταπάτησαν ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ «ἱερὰ λιβάδια» καὶ πρότεινε ψήφισμα νὰ στείλουν οἱ Ἀθηναῖοι «ἔναν κήρυκ«σ’ αὐτοὺς καὶ τὸν ἴδιον κήρυκα στὴ Σπάρτη, γιὰ νὰ κατηγορήση ἀπὸ μέρος τους τοὺς Μεγαρεῖς. 3 Αὐτὸ βέβαιᾳ τὸ ψήφισμα τοῦ Περικλῇ εἶχε μιὰ λογικὴ καὶ φιλάνθρωπη βάση. Ἀλλά, ὅταν ὁ κήρυκας Ἀνθεμόκριτος ποὺ ἔστειλαν οἱ Ἀθηναῖοι θανατώθηκε καὶ θεωρήθηκαν ὡς αἴτιοι γι’ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα οἱ Μεγαρεῖς, ὁ Ἀθηναῖος πολίτης Χαρίνος προτείνει τὸ ἀκόλουθο ψήφισμα ποὺ ἐγκρίνεται ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου : «Ἄσπονδη καὶ ἀσυμφιλίωτη νὰ εἶναι ἡ ἔχθρα μας πρὸς τοὺς Μεγαρεῖς· ὅποιος ἀπ᾽ αὐτοὺς πατήση τὸ πόδι του στὴν Ἀττικὴ νὰ τιμωρῆται μὲ θάνατο· οἱ στρατηγοί μας, ὅταν ὁρκίζωνται τὸν πατροπαράδοτο ὄρκο νὰ προσθέτουν στὸν ὅρκο τους ὅτι δυὸ φορὲς κάθε χρόνο θὰ εἰσβάλλουν στὴ Μεγαρική· ὁ Ἀνθεμόκριτος νὰ ταφῆ κοντὰ στὶς Θριάσιες πύλες». Αὐτὲς
149

οἱ πύλες σήμερα ὀνομάζονται Δίπυλο. 4 Οἱ Μεγαρεῖς ὅμως ἀρνοῦνται πὼς αὐτοὶ θανάτωσαν τὸν Ἀνθεμόκριτο. ΚΕΦ. 31 1 Τὴν μὲν οὖν ἀρχὴν ὅπως ἔσχεν οὐ ῥᾴδιον γνῶναι, τοῦ δὲ μὴ λυθήναι τὸ ψήφισμα πάντες ὡσαύτως τὴν αἰτίαν ἐπιφέρουσι τῷ Περικλεῖ. Πλὴν οἱ μὲν ἐκ φρονήματος μεγάλου μετὰ γνώμης κατὰ τὸ βέλτιστον ἀπισχυρίσασθαί φασιν αὐτόν, πεῖραν ἐνδόσεως τὸ πρόσταγμα καὶ τὴν συγχώρησιν ἐξομολόγησιν ἀσθενείας ἡγούμενον, οἱ δὲ μᾶλλον αὐθαδείᾳ τινὶ ταὶ φίλονικίᾳ πρὸς ἔνδειξιν ἰσχύος περιφρονῆσαι Λακεδαιμονίων. 2 Ἡ δὲ χειρίστη μὲν αἰτία πασῶν, ἔχουσα δὲ πλείστους μάρτυρας, οὕτω πως λέγεται. Φειδίας ὁ πλάστης ἐργολάβος μὲν ἦν τοῦ ἀγάλματος ὥσπερ εἲρηται, φίλος δὲ τῷ Περικλεῖ γενόμενος καὶ μέγιστον παρ’ αὐτῷ δυνηθείς, τοὺς μὲν δι’ αὑτὸν ἔσχεν ἐχθροὺς φθονούμενος, οἱ δὲ τοῦ δήμου ποιούμενοι πεῖραν ἐν ἐκείνῳ ποῖός τις ἔσοιτο τῷ Περικλεῖ κριτής, Μένωνά τινα τῶν Φειδίου συνεργῶν πείσαντες ἱκέτην ἐν ἀγορᾷ καθίζουσιν, αἰτούμενον ἄδειαν ἐπὶ μηνύσει καὶ κατηγορίᾳ τοῦ Φειδίου. 3 Προσδεξαμένου δὲ τοῦ δήμου τὸν ἄνθρωπον καὶ γενομένης ἐν ἐκκλησίᾳ διώξεως, κλοπαὶ μὲν οὐκ ἠλέγχοντο· τὸ γὰρ χρυσίον οὕτως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῷ ἀγάλματι προσειργάσατο καὶ περιέθηκεν ὁ Φειδίας γνώμη τοῦ Περικλέους, ὥστε πάνυ δυνατὸν εἶναι περιελοῦσιν ἀποδεῖξαι τὸν σταθμόν, ὃ καὶ τότε τοὺς κατηγόρους ἐκέλευσε ποιεῖν ὁ Περικλῆς· ἡ δὲ δόξα τῶν ἔργων ἐπίεζε φθόνῳ τω Φειδίαν, καὶ μάλισθ’ ὅτι τὴν πρὸς Ἀμαζόνας μάχην ἐν τῇ ἀσπίδι ποιῶν αὑτοῦ τινα μορφὴν ἐνετύπωσε, πρεσβύτου φαλακροῦ πέτρον ἐπηρμένου δι’ ἀμφοτέρων τῶν χειρῶν, καὶ τοῦ Περικλέους εἰκόνα παγκάλην ἐνέθηκε μαχομένου πρὸς Ἀμαζόνα. 4 Τὸ δὲ σχῆμα τῆς χειρός, ἀνατεινούσης δόρυ πρὸ τῆς ὄψεως τοῦ Περικλέους, πεποιημένον εὐμηχάνως οἷον ἐπικρύπτειν βούλεται τὴν ὁμοιότητα παραφαινομένην ἑκατέρωθεν. 5 Ὁ μὲν οὖν Φειδίας εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀπαχθεὶς ἐτελεύτησε νοσήσας, ὡς δὲ φασιν ἔνιοι φαρμάκοις, ἐπὶ διαβολῇ τοῦ Περικλέους τῶν ἐχθρῶν παρασκευασάντων. Τῷ δὲ μηνυτῆ Μένωνι γράψαντος Γλαύκωνος ἀτέλειαν ὁ δῆμος ἔδωκε, καὶ προσέταξε τοῖς στρατηγοῖς ἐπιμελεῖσθαι τῆς ἀσφαλείας τοῦ ἀνθρώπου. ΚΕΦ. 31 Ἡ εὐθύνη τοῦ πολέμου. Ὁ Φειδίας στόχος ἐπιθέσεων.
150

1 Ποιὰ ἦταν ἡ ἀφοομὴ τοῦ πολέμου δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξέρη κανείς. Ἀλλὰ γιὰ τὴ μὴ ἀκύρωση τοῦ ψηφίσματος ὅλοι ὁμόφωνα ρίχνουν τὴν εὐθύνη στὸν Περικλῆ. Μερικοὶ ὅμως παραδέχονται ὅτι ἔδειξε αὐτὴ τὴν ἰσχυρογνωμοσύνη ἀπὸ εὐγενικὸ φρόνημα καὶ ἀπὸ τὴ σκέψη ὅτι ἔτσι ἐξυπηρετεῖ καλύτερα τὸ συμφέρον τῶν Ἀθηναίων, γιατὶ νόμιζε ὅτι οἱ Λακεδαιμόνιοι μὲ τὴν ἀπαίτησή τους ἤθελαν νὰ δοκιμάσουν ὡς ποῦ θὰ ὑποχωροῦσαν οἱ Ἀθηναῖοι καὶ ὅτι ἡ ὑποχώρηση θὰ ἦταν ὁμολογία ἀδυναμίας. Ἄλλοι πάλι ἰσχυρίζονται πὼς περιφρόνησε τοὺς Λακεδαιμονίους μᾶλλον ἀπὸ ὑπεροψία καὶ φιλοπόλεμη διάθεση, γιὰ νὰ δείξη δύναμη. 2 Ἀλλὰ ἡ χειρότερη ἀπ’ ὅλες τὶς κατηγορίες, ποὺ ἔχει πάρα πολλοὺς μάρτυρες, λένε πὼς εἶναι ἡ ἀκόλουθη. Ὁ Φειδίας ὁ γλύπτης, ὅπως εἴπαμε, εἶχε ἀναλάβει τὴν κατασκευὴ τοῦ ἀγάλματος τῆς θεᾶς Ἄθηνᾶς. Ἐπειδὴ ἔγινε φίλος τοῦ Περικλῆ καὶ εἶχε πάρα πολὺ μεγάλη δύναμη σ’ αὐτόν, μερικοὶ τὸν φθόνησαν, γιατὶ ἦταν προσωπικοὶ ἐχθροί του. Ἄλλοι ὅμως ἤθελαν νὰ δοκιμάσουν στὸ πρόσωπο ἐκείνου πῶς θα ἔκρινε ὁ λαὸς, τὸν Περικλῆ. Αὐτοὶ λοιπὸν ἔπεισαν κάποιον Μένωνα, ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐργάτες τοῦ Φειδία, καὶ τὸν ἔβαλαν νὰ καθίση ότὴν ἀγορὰ ὡς ἱκέτης καὶ νὰ ζητήση τὴν ἄδεια νὰ καταγγείλη καὶ νὰ κατηγορήση τὸ Φειδία. 3 Ὁ λαὸς δέχτηκε τὴν αἴτηση τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καὶ ἡ καταγγελία του συζητήθηκε στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου. Γιὰ κλοπὲς δὲν μποροῦσε νὰ σταθῆ κατηγορία, γιατὶ ὁ Φειδίας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ εἶχε δουλέψει τὸ χρυσάφι καὶ τὸ εἶχε βάλει γύρω στὸ ἄγαλμα, κατὰ συμβουλὴ τοῦ Περικλῆ, μὲ τέτοιον τρόπον, ὥστε νᾲ εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ τὸ βγάλουν καὶ νὰ τὸ ζυγίσουν, πράμα πού καὶ τότε ὁ Περικλῆς ζήτησε νὰ κάμουν οἱ κατήγοροι. Ἀλλὰ ὁ φθόνος γιὰ τὴ δόξα τῶν ἔργων του βάραινε τὸ Φειδία καὶ μάλιστα γιατὶ στῂν Ἀμαζονομαχία ποὺ παράστησε πάνω στὴν ἀσπίδα τῆς Ἀθηνᾶς ἀποτύπωσε μιὰν εἰκόνα ποὺ τοῦ ἔμοιαζε, μὲ μορφὴ ἑνὸς γέρου φαλακροῦ ποὺ σήκωνε μιὰ πέτρα μὲ τὰ δύο του χέρια. Ἐπίσης πρόσθεσε μιᾲν ὡραιότατη εἰκόνα τοῦ Περικλῆ νὰ πολεμᾶ μὲ μιὰν Ἀμαζόνα. 4 Ἀλλὰ τὸ σχῆμα τοῦ χεριοῦ, ὅπως σήκωνε τὸ δόρυ μπροστὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Περικλῆ, ἦταν κατάλληλα φτιαγμένο, σὰ νὰ ἤθελε νὰ κρύψη τὴν ὁμοιότητα, ποὺ φαινόταν ὅμως ἀπὸ τὰ δύο πλάγια. 5 Τότε ὁ Φειδίας ρίχτηκε στὴ φυλακή, ἀρρώστησε κᾳὶ πέθανε ἤ, ὅπως λένε μερικοί δηλητηριάστηκε ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Περικλῆ, γιὰ νὰ βροῦν ἀφορμὴ νὰ τὸν συκοφαντήσουν. Στὸ Μένωνα ποὺ εἶχε κάμει τὴν καταγγελία, κατὰ πρόταση τοῦ Γλαύκωνα ὁ δῆμος χορήγησε ἀπαλλαγὴ
151

ἀπὸ τοὺς φόρους καὶ ἔδωσε διαταγὴ στοὺς στρατηγοὺς νὰ φροντίσουν γιὰ τὴν ἀσφάλειά του. ΚΕΦ. 33 1 Οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι γινώσκοντες ὡς ἐκείνου καταλυθέντος εἰς πάντα μαλακωτέροις χρήσονται τοῖς Ἀθηναίοις, ἐκέλευον αὐτοὺς το ἄγος ἐλαύνειν τὸ Κυλώνειον, ᾧ τὸ μητρόθεν γένος τοῦ Περικλέους ἔνοχον ᾗν, ὡς Θουκυδίδης ἱστόρηκεν. 2 Ἡ δὲ πεῖρα περιέστη τοῖς πέμψασιν εἰς τοὐναντίον· ἀντὶ γὰρ ὑποψίας καὶ διαβολῆς ὁ Περικλῆς ἔτι μείζονα πίστιν ἔσχε καὶ τιμὴν παρὰ τοῖς πολίταις, ὡς μάλιστα μισούντων καὶ φοβουμένων ἐκεῖνον τῶν πολεμίων. 3 Διὸ καὶ πρὶν ἐμβαλεῖν εἰς τὴν Ἀττικὴν τὸν Ἀρχίδαμον ἔχοντα τοὺς Πελοποννησίους προεῖπε τοῖς Ἀθηναίοις, ἂν ἄρα τἆλλα δῃῶν ὁ Ἀρχίδαμος ἀπέχηται τῶν ἐκείνου διὰ τὴν ξενίαν τὴν οὖσαν αὐτοῖς ἢ διαβολῆς τοῖς ἐχθροῖς ἐνδιδοὺς ἀφορμάς, ὅτι τῆ πόλει καὶ τὴν χώραν ἐπαύλεις ἐπιδίδωσιν. 4 Ἐμβάλλουσιν οὖν εἰς τὴν Ἀττικὴν στρατῷ μεγάλῳ Λακεδαιμόνιοι μετὰ τῶν συμμάχων, Ἀρχιδάμου τοῦ βασιλέως ἡγουμένου, καὶ δῃοῦντες τὴν χώραν προῆλθον εἰς Ἀχαρνὰς καὶ κατεστρατοπέδευσαν, ὡς τῶν Ἀθηναίων οὐκ ἀνεξομένων, ἀλλ’ ὑπ ’ ὀργῆς καὶ φρονήματος διαμαχουμένων πρὸς αὐτούς. 5 Τῷ δὲ Περικλεῖ δεινὸν ἐφαίνετο πρὸς τοὺς ἑξακισμυρίους Πελοποννησίων καὶ Βοιωτῶν ὁπλίτας - τοσοῦτοι γὰρ ἦσαν οἱ τὸ πρῶτον ἐμβαλόντες - ὑπὲρ αὐτῆς τῆς πόλεως μάχην συνάψαι· τοὺς δὲ βουλομένους μάχεσθαι καὶ δυσπαθοῦντας πρὸς τὰ γινόμενα κατεπράυνε, λέγων ὡς δένδρα μὲν τμηθέντα καὶ κοπέντα φύεται ταχέως, ἀνδρῶν δὲ διαφθαρέντων αὖθις τυχεῖν οὐ ῥᾴδιόν ἐστι. 6 Τὸν δὲ δῆμον εἰς ἐκκλησίαν οὐ συνῆγε, δεδιὼς βιασθῆναι παρὰ γνώμην, ἀλλ ’ ὥσπερ νεὼς κυβερνήτης ἀνέμου κατιόντος ἐν πελάγει θέμενος εὖ πάντα καὶ κατατείνας τὰ ὅπλα χρῆται τῇ τέχνῃ, δάκρυα καὶ δεήσεις ἐπιβατῶν ναυτιώντων καὶ φοβουμένων ἐάσας, οὕτως ἐκεῖνος τὸ τ’ ἂστυ συγκλείσας καὶ καταλαβὼν πάντα φυλακαῖς πρὸς ἀσφάλειαν, ἐχρῆτο τοῖς αὑτοῦ λογισμοῖς, βράχεα φροντίζων τῶν καταβοώντων καὶ δυσχεραινόντων. 7 Καίτοι πολλοὶ μὲν αὐτοῦ τῶ φίλων δεόμενοι προσέκειντο, πολλοὶ δὲ τῶν ἐχθρῶν ἀπειλοῦντες καὶ κατηγοροῦντες, χοροὶ δ’ ᾗδον ᾄσματα καὶ σκώμματα ποὸς αἰσχύνην, ἐφυβρίζοντες αὐτοῦ τὴν στρατηγίαν ὡς ἄνανδρον καὶ προϊεμένην τὰ πράγματα τοῖς πολεμίοις. 8 Ἐπεφύετο δὲ καὶ Κλέων ἤδη, διὰ τῆς πρὸς ἐκεῖνον ὀργῆς τῶν πολιτῶν πορευόμενος ἐπὶ τὴν δημαγωγίαν, ὡς τὰ ἀνάπαιστα ταῦτα
152

δηλοῖ ποιήσαντος Ἑρμίππου˙ Βασιλεῦ σατύρων, τί ποτ’ οὐκ ἐθέλεις δόρυ βαστάζειν, ἀλλὰ λόγους μὲν περὶ τοῦ πολέμου δεινοὺς παρέχεις, ψυχὴ δὲ Τέλητος ὕπεστιν; Κἀγχειριδίου δ’ ἀκόνῃ σκληρᾷ παραθηγομένης βρύχεις κοπίδος, δηχθεὶς αἴθωνι Κλέωνι. ΚΕΦ. 33 Εἰσβολὴ στὴν Ἀττική. Ἡ φρόνηση τοῦ Περικλῆ. 1 Οἱ Λακεδαιμόνιοι, ἐπειδὴ εἶχαν τὴ γνώμη πώς, ἂν ὁ Περικλῆς πέση ἀπὸ τὴν ἐξουσία, οἱ Ἀθηναῖοι θὰ ἦταν πιὸ διαλλαχτικοί σ᾽ αὐτούς, τοὺς ζητοῦσαν νὰ διώξουν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοὺς βαραίνει τὸ «κυλώνειον ἄγος», κληρονομημένο ἀπὸ τὸ μητρικὸ γένος τοῦ Περικλῆ, ὅπως λέει ὁ Θουκυδίδης. 2 Ἀλλὰ ἡ ἀπόπειρα αὐτὴ τῶν Λακεδαιμονίων ἔφερε τὸ ἀντίθετο ἀποτέλεσμα γι’ αὐτούς. Γιατί, ἀντὶ νὰ γεννήση ὑποψία καὶ νὰ συκοφαντηθῆ ὁ Περικλῆς, κέρδισε ἀκόμη μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη «τ, κ»ὶ ἐκτίμηση ἀπὸ τοὺς συμπολίτες του, ἀφοῦ ἔβλεπᾳν ὅτι κυρίως ἐκεῖνον μισοῦν καὶ φοβοῦνται οἱ ἐχθροί. 3 Γι’ αὐτό, καὶ πρὶν ἀκόμη εἰσβάλη στὴν Ἀττικὴ ὁ Ἀρχίδαμος μὲ τοὺς Πελοποννησίους, ὁ Περικλῆς εἶπε στοὺς Ἀθηναίους ὅτι, ἂν τυχὸν ὁ Ἀρχίδαμος λεηλᾳτήση ὅλα τὰ ἄλλᾳ καὶ ἀφήση ἀπείραχτα τὰ δικά του κτήματα ἐξαιτίας τῆς φιλίας ποὺ ὑπῆρχε μετᾳξύ τους ἤ γιὰ νὰ δώση στοὺς ἐχθρούς του ἀφορμὲς διαβολῆς, ᾳὐτὸς χαρίζει στὴν πόλη τὰ κτήματά του κᾳὶ τὰ σπίτια του. 4 Οἱ Λακεδαιμόνιοι λοιπὸν καὶ οἱ σύμμαχοί τους εἰσβάλλουν στὴν Ἀττικὴ μὲ μεγάλο στρατὸ καὶ μὲ ἀρχηγὸ τὸ βασιλιὰ Ἀρχίδαμο. Λεηλάτησαν τὴ χώρα καὶ προχώρησαν ὡς τὶς Ἀχαρνές, ὅπου ἔστησαν τὸ στρατόπεδό τους, μὲ τὴ σκέψῃ πὼς οἱ Ἀθηναῖοι δὲ θὰ συγκρατηθοῦν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ τὴν περηφάνια τους θὰ βγοῦν νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσουν. 5 Ἀλλὰ ὁ Περικλῆς ἔκρινε πὼς θὰ ἦταν ἐπικίνδυνο νὰ ἀναμετρηθῆ μὲ ἑξήντα χιλιάδες Πελοποννησίους καὶ Βοιωτοὺς ὁπλίτες - γιατὶ τόσοι ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἔκαμαν τὴν πρώτη εἰσβολὴ καὶ νὰ πολεμήση θέτοντᾳς σὲ ἄμεσο κίνδυνο καὶ τὴν ἴδια τὴν πόλη. Γιὰ νὰ καταπραὒνη ἐκείνους ποὺ ἤθελαν νὰ δώσουν μάχη καὶ αγαναχτοῦσαν
153

γιὰ τὴν ἀδράνειά του, ἔλεγε πὼς τὰ δέντρα καὶ ἂν κουτσουρευτοῦν καὶ ἂν κοποῦν, γρήγορα ξαναγίνονται, ἐνῶ, ἂν χάσωμε τοὺς ἀνθρώπους μας, δὲν τοὺς ξαναβρίσκομε εὔκολα. 6 Καὶ τὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου δὲν τὴν συγκαλοῦσε, γιατὶ φοβόταν μῄπως τὸν ᾀναγκάσουν νὰ κάμη ὅσα δὲν ἦταν σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη του. Ὅπως ἕνας καραβοκύρης, ὅταν ξεσπάη ἀνεμοθύελλα στὸ πέλαγος, τὰ βάζει ὅλα σὲ τάξῃ σφίγγει τὰ σκοινιὰ καὶ κάνει τὴ δουλειά του, χωρὶς νὰ λογαριάζη τὰ δάκρυα καὶ τὶς παρακλήσεις τῶν ἐπιβατῶν ποὺ κυριεύονται ἀπὸ ναυτία καὶ φόβο, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ἔκλεισε τὴν πόλη, ἔβαλε παντοῦ φρουρὲς γιὰ τὴν ἀσφάλειά της, ἔκανε ὅ,τι τοῦ ὑπαγόρευε ἡ δική του σκέψη, χωρὶς νὰ γνοιάζεται πολὺ γιὰ τὶς κατακραυγὲς καὶ τὶς διαμαρτυρίες. 7 Καὶ ὅμως πολλοὶ φίλοι του τὸν ἐπίεζαν μὲ τὶς παρακλήσεις τους, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του τὸν φοβέριζᾳν καὶ τὸν κατηγοροῦσαν, οἱ χοροὶ στὶς κωμωδίες τραγουδοῦσαν πειραχτικὰ καὶ χλευαστικὰ τραγούδια γιὰ νὰ τὸν ταπεινώσουν καὶ τὸν ἔβριζαν,λέγοντας πὼς εἶναι δειλὸς στρατηγὸς καὶ παραδίνει τὰ πάντα στοὺς ἐχθρούς. 8 Τότε ἄρχισε τὴν ἐπίθεσή του καὶ ὁ Κλέων, ποὺ βρῆκε τὴν εὐκαιρία ἀπὸ τὴν ὀργὴ τῶν πολιτῶν ἐναντίον ἐκείνου νὰ ἀνοίξη γιὰ τὸν ταυτό του δρόμο πρὸς τὴν ἀρχηγία, ὅπως δείχνουν οἱ παρακάτω ἀναπαιστικοὶ στίχοι τοῦ ποιητῆ Ἕρμιππου: «Βασιλιὰ τῶν σατύρων, γιὰ πές μου: γιατὶ νὰ βαστάξης τὸ δόρυ δὲ θέλεις, παρὰ λόγια μόνο πολέμου φωνάζεις δεινά, μὰ ψυχὴ σὰν τοῦ Τέλητα κρύβεις; Σὰ σπαθὶ ποὺ τροχίζει κανεὶς σὲ μιὰ πέτρα, τὰ δόντια σου τρίζεις, τὶ ὁ λαμπρὸς Κλέωνας σ’ ἔχει δαγκώσει.» ΚΕΦ. 34 1 Πλὴν ὑπ’ οὐδενὸς ἐκινήθη τῶν τοιούτων ὁ Περικλῆς, ᾀλλὰ πρᾴως καὶ σιωπῇ τὴν ἀδοξίαν καὶ τὴν ἀπέχθειαν ὑφιστάμενος, καὶ νεῶν ἑκατὸν ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον στόλον ἐκπέμπων, αὐτὸς οὐ συνεξέπλευσεν, ἀλλ’ ἔμεινεν οἰκουρῶν καὶ διὰ χειρὸς ἔχων τὴν ὅλην πόλιν, ἕως ἀπηλλάγησαν οἱ Πελοποννήσιοι. 2 Θεραπεύων δὲ τοὺς πολλοὺς ὅμως ἀσχάλλοντας ἐπὶ τῷ πολέμῳ, διανομαῖς τε χρημάτων ἀνελάμβανε καὶ κληρουχίας ἔγραφεν·
154

Αἰγινήτας γὰρ ἐξελάσας ἅπαντας, διένειμε τὴν νῆσον Ἀθηναίων τοῖς λαχοῦσιν. 3 Ἦν δέ τις παρηγορία καὶ ἀφ’ ὧν ἔπασχον οἱ πολέμιοι. Καὶ γὰρ οἱ περιπλέοντες τὴν Πελοπόννησον χώραν τε πολλὴν κώμας τε καὶ πόλεις οὐ μικρὰς διεπόρθησαν, καὶ κατὰ γῆν αὐτὸς ἐμβαλὼν εἰς τὴν Μεγαρικὴν ἔφθειρε πᾶσαν. 4 Ἧι καὶ δῆλον ἦν ὅτι πολλὰ μὲν δρῶντες κατὰ γῆν κακὰ τοὺς Ἀθηναίους, πολλὰ δὲ πάσχοντες ὑπ ’ ἐκείνων ἐκ θαλάττης, οὐκ ἂν εἰς μῆκος πολέμου τοσοῦτο προὔβησαν, ἀλλὰ ταχέως ἀπεῖπον, ὥσπερ ἐξ ἀρχῆς ὁ Περικλῆς προσηγόρευσεν, εἰ μή τι δαιμόνιον ὑπηναντιώθη τοῖς ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς. 5 Νῦν δὲ πρῶτον μὲν ἡ λοιμώδης ἐνέπεσε φθορὰ καὶ κατενεμήθη τὴν ἀκμάζουσαν ἡλικίαν καὶ δύναμιν, ὑφ’ ἧς καὶ τὰ σώματα κακούμενοι καὶ τὰς ψυχάς, παντάπασιν ἠγριώθησαν πρὸς τὸν Περικλέα, καὶ καθάπερ ἰατρὸν ἢ πατέρα τῇ νόσῳ παραφρονήσαντες ἀδικεῖν ἐπεχείρησαν, ἀναπεισθέντες ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν ὡς τὴν μὲν νόσον ἡ τοῦ χωριτικοῦ πλήθους εἰς τὸ ἄστυ συμφόρησις ἀπεργάζεται, θέρους ὥρᾳ πολλῶν ὑμοῦ χύδην ἐν οἰκήμασι μικροῖς καὶ σκηνώμασι πνιγηροῖς ἠναγκασμένων διαιτᾶσθαι δίαιταν οἰκουρὸν καὶ ἀργὴν ἀντὶ καθαρᾶς καὶ ἀναπεπταμένης τῆς πρότερον, τούτου δ’ αἴτιος ὁ τῷ πολέμῳ τὸν ἀπὸ τῆς χώρας ὄχλον εἰς τὰ τείχη καταχεάμενος καὶ ποὸς οὐδὲν ἀνθρώποις τοσούτοις χρώμενος, ἀλλ’ ἐῶν ὥσπερ βοσκήματα καθειργμένους ἀναπίμπλασθαι φθορᾶς ἀπ’ ἀλλήλων καὶ μηδεμίαν μεταβολὴν μηδ’ ἀναψυχὴν ἐκπορίζων. ΚΕΦ. 34 Ὁ ἀθηναϊκὸς στόλος στὴν Πελοπόννησο. Ἡ ἐπιδημία στὴν Ἀθήνα. 1 Ἀλλὰ ὁ Περικλῆς ἔμεινε ἀτάραχος σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐπιθέσεις καὶ ὑπόμενε μὲ πραότητα καὶ σιωπὴ τὴν ἀνυποληψία καὶ τὴν ἐχθρότητα. Ἔστειλε στὴν Πελοπόννησο στόλο ἀπὸ ἑκατὸ πλοῖα. Ὁ ἴδιος ὅμως δὲν πῆγε μαζί τους, παρὰ ἔμεινε στὴν πόλῃ, γιὰ νὰ τὴν κρατάη ὁλόκληρη στὰ χέρια του, ὥσπου τέλος οἱ Πελοποννήσιοι ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἀττική. 2 Γιὰ νὰ περιποιηθῆ ὅμως τὸ λαὸ ποὺ δὲν ἔπαψε νὰ ἀγαναχτῆ γιὰ τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου, προσπαθοῦσε νὰ τὸν προσελκύση μὲ χρηματικὰ βοηθήματα καὶ πρότεινε νὰ τοῦ δοθοῦν κληρουχίες. Ἔδιωξε ὅλους τοὺς Αἰγινῆτες καὶ μοίρασε μὲ κλῆρο τὸ νησὶ σὲ Ἀθηναίους. 3 Εἶχαν ἀκόμη κάποια παρηγοριὰ καὶ ἀπὸ τὶς συμφορὲς ποὺ προξενοῦσαν στοὺς ἐχθρούς. Γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι ποὺ ἔπλεαν γύρω ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο λεηλατοῦσαν μεγάλες περιοχὲς καὶ κωμοπόλειςω καὶ πόλεις ὄχι μικρές·
155

καὶ ἀπὸ τὴν ξηρὰ μπῆκε ὁ ἴδιος ὁ Περικλῆς στὴ Μεγαρικὴ καὶ τὴν κατάστρεψε ὁλόκληρη. 4 Καί, ἀφοῦ οἱ ἐχθροὶ προξενοῦσαν βέβαια πολλὰ κακὰ στοὺς Ἀθηναίους στὴν ξηρά, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ πάθαιναν ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους πολλὰ στὴ θάλασσα, ἦταν φανερὸ πὼς δὲ θὰ ἄντεχαν νὰ κρατήσουν τὸν πόλεμο τόσο πολὺ καὶ γρήγορα θὰ κουράζονταν, ὅπως, ἐξαρχῆς τὸ εἶχε προβλέψει ὁ Περικλῆς, ἂν κάποια θεία δύναμη δὲν εἶχε ἔρθει ἀντίθετη στοὺς ἀνθρώπινους ὑπολογισμούς. 5 Τώρα γιὰ πρώτη φορὰ ἔπεσε στὴν Ἀθήνα ἡ θανατηφόρα ἐπιδημία καὶ ἄρχισε νὰ θερίζη τὴ νεότητα καὶ τὸ στρατό. Χτυπημένοι ἀπὸ τὴν ἀρρώστια καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή τους ἐξαγριώθηκαν ἐντελῶς καὶ θεωροὺσαν ὑπεύθυνο τὸν Περικλῆ. Ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ παραφρονοῦν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια καὶ τὰ βάζουν μὲ τὸ γιατρὸ ἥ μὲ τὸν πατέρα τους, ἔτσι καὶ αὐτοὶ φέρθηκαν ἄδικα στὸν Περικλῆ. Τοὺς ἔπεισαν οἱ ἐχθροί του πὼς τὴν ἀρρώστια τὴν προκάλεσε ἡ συσσώρευση μέσα στὴν πόλη τοῦ πλήθους τῶν χωρικῶν, γιατὶ σ’ ἐποχὴ καλοκαιριοῦ ἦταν ἀναγκασμένοι νὰ μένουν πολλοὶ μαζὶ σωρηδὸν σὲ μικρὰ οἰκήματα καὶ σὲ πνιγηρὲς σκηνὲς καὶ νὰ μένουν κλεισμένοι μέσα, χωρὶς νᾲ κινοῦνται αὐτοὶ ποὺ πρὶν ἦταν συνηθισμένοι στὸν καθαρὸ ἀέρα τοῦ ὑπαίθρου. Καὶ ὑπεύθυνος γι’ αὐτά, ἔλεγαν, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐξαιτίας τοῦ πολέμου ἔριξε τὴ μάζα τῶν ἀγροτῶν μέσα στὰ τείχη, ποὺ δὲ χρησιμοποιοῦσε σὲ τίποτε τόσους ἀνθρώπους, παρὰ τοὺς ἄφηνε μαντρωμένους σὰν κτήνη νὰ μολύνουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, χωρὶς νὰ ἀλλάζη τὴν κατάστασή τους οὔτε νὰ τοὺς δίνη τὰ μέσα νὰ ἀνακουφιστοῦν. ΚΕΦ. 35 1 Ταῦτα βουλόμενος ἰᾶσθαι καὶ τι παραλυπεῖν τοὺς πολεμίους, ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα ναῦς ἐπλήρου καὶ πολλοὺς καὶ ἀγαθοὺς ὁπλίτας καὶ ἱππεῖς ἀναβιβασάμενος, ἔμελλεν ἀνάγεσθαι, μεγάλην ἐλπίδα τοῖς πολίταις καὶ φόβον οὐκ ἐλάττω τοῖς πολεμίοις ἀπὸ τοσαύτης ἰσχύος παρασχῶν. 2 Ἤδη δὲ πεπληρωμένων τῶν νεῶν καὶ τοῦ Περικλέους ἀναβεβηκότος ἐπὶ τὴν ἑαυτοῦ τριήρη, τὸν μὲν ἥλιον ἐκλιπεῖν συνέβη καὶ γενέσθαι σκότος, ἐκπλαγῆναι δὲ πάντας ὡς πρὸς μέγα σημεῖον. Ὁρῶν οὖν ὁ Περικλῆς περίφοβον τὸν κὑβερνήτην καὶ διηπορημένον, ἀνέσχε τὴν χλαμύδα πρὸ τῶν ὄψεων αὐτοῦ, καὶ παρακαλύψας ἠρώτησε μή τι δεινὸν ἢ δεινοῦ τινος οἴεται σημεῖον˙ ᾡς δ’ οὐκ ἔφη, «τί οὖν» εἶπεν «ἐκεῖνο τούτου διαφέρει, πλὴν ὅτι μεῖζον τῆς χλαμύδος ἐστὶ τὸ πεποιηκὸς τὴν ἐπισκότησιν;» Ταῦτα μὲν οὖν ἐν ταῖς σχολαῖς λέγεται
156

τῶν φιλοσόφων. 3 Ἐκπλεύσας δ’ οὖν ὁ Περικλῆς οὔτ’ ἄλλο τι δοκεῖ τῆς παρασκευῆς ἄξιον δρᾶσαι, πολιορκήσας τε τὴν ἱερὰν Ἐπίδαυρον ἐλπίδα παρασχοῦσαν ὡς ἁλωσομένην, ἀπέτυχε διὰ τὴν νόσον. Ἐπιγενομένη γὰρ οὐκ αὐτοὺς μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁπωσοῦν τῇ στρατιᾶ συμμείξαντας προσδιέφθειρεν. Ἐκ τούτου χαλεπῶς διακειμένους τοὺς Ἀθηναίους πρὸς αὐτὸν ἐπειρᾶτο παρηγορεῖν καὶ ἀναθαρρύνειν. 4 Οὐ μὴν παρέλυσε τὴν ὀργὴν οὐδὲ μετέπεισε πρότερον ἢ τὰς φήφους λαβόντας ἐπ’ αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας καὶ γενομένους κυρίους ἀφελέσθαι τὴν στρατηγίαν καὶ ζημιῶσαι χρήμασιν, ὧν ἀριθμὸν οἱ τὸν ἐλάχιστον πεντεκαίδεκα τάλαντα, πεντήκοντα δ’ οἱ τὸν πλεῖστον γράφουσιν. 5 Ἐπεγράφη δὲ τῇ δίκῃ κατήγορος, ὡς μὲν Ἰδομενεὺς λέγει, Κλέων, ὡς δὲ Θεόφραστος. Σιμμίας· ὁ δὲ Ποντικὸς Ἡρακλείδης Λακρατίδαν εἴρηκε. ΚΕΦ. 35 Ἔκλειψη τοῦ ἡλίου. Ἐξάπλωση τῆς ἐπιδημίας. 1 Ἐπειδὴ λοιπὸν ἤθελε νὰ δώση μιὰ λύση σ’ αὐτὴ τὴ δραματικὴ κατάσταση καὶ συγχρόνως νὰ βλάψη τοὺς ἐχθρούς, ἐξόπλισε ἐκατὸν πενήντα πλοῖα καί ἀφοῦ ἐπιβίβασε σ’ αὐτὰ πολλοὺς γενναίους ὁπλίτες καὶ ἱππεῖς, ἦταν ἔτοιμος νὰ ξεκινήση. Μὲ τὴν τόση δύναμη ποὺ εἶχε ἐτοιμάσει, ἔδωσε μεγάλη ἐλπίδα στοὺς Ἀθηναίους καὶ ὄχι μικρὸ φόβο στοὺς ἐχθρούς. 2 Ἀλλά, ἐνῶ ἡδη εἶχαν ἐπιβιβαστῆ τὰ πλῃρώματα καὶ ὁ Περικλῆς εἶχε ἀνεβῆ στὸ πλοῖο του, ἔγινε ἔκλειψη ἡλίου καὶ ἔπεσε σκοτάδι. Ὅλοι τρόμαξαν καὶ τὸ θεώρησαν σὰν ἕνα μεγάλο θεϊκὸ σημάδι. Βλέποντας τότε ὁ Περικλῆς τὸν κυβερνήτη τοῦ πλοίου του περίτρομο καὶ ἐμβρόντητο, σήκωσε τὴ χλαμύδα μπροστὰ στὰ μάτια του, τοῦ τὰ σκέπασε καὶ τὸν ρώτησε ἂν αὐτὸ τὸ νομίζη κάτι φοβερὸ ἤ σημάδι ποὺ προοιωνίζει κάτι φοβερό. «Ὄχι βέβαια», ἀποκρίθηκε ὁ κυβερνήτης. «Λοιπόν», εἶπε ὁ Περικλῆς, «τὶ διαφορὰ ἔχει ἀπ’ αὐτό, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἔφερε τὸ σκοτάδι εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴ χλαμύδα μου;» Αὐτὰ βέβαια τὰ διηγοῦνται στὶς σχολὲς τῶν φιλοσόφων. 3 Ὁ Περικλῆς λοιπὸν ξεκίνησε τότε, ἀλλά, φαίνεται πὼς δὲν κατόρθωσε κάτι ἀντάξιο στὴν τόση προετοιμασία. Πολιόρκησε τὴν Ἐπίδαυρο καὶ εἶχε τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ τὴν κυριέψη. Δὲν μπόρεσε ὅμως, γιατὶ ἐμφανίστηκε ἡ ἐπιδημία, ποὺ ξέσπασε στὸ στρατὸ καὶ ἐξαφάνισε ὄχι μόνο τοὺς στρατιῶτες, ἀλλὰ καὶ ὅλους ὅσοι εἶχαν ἔρθει μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο
157

σ’ ἐπαφὴ μὲ αὐτούς. Οἱ Ἀθηναῖοι τότε εἶχαν ἐξοργιστῆ ἐναντίον του γι’ αὐτὴ τὴν ἀποτυχία καὶ ὁ Περικλῆς προσπαθοῦσε νὰ τοὺς παρηγορήση καὶ νὰ τοὺς δώση θάρρος. 4 Ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ κατευνάση τὴν ὀργή τους οὔτε νὰ τοὺς μεταπείση, ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ πῆραν στὰ χέριᾳ τους τὴν ψῆφο καὶ τὴ χρησιμοποίησαν ἐναντίον του. Μὲ τὴν ψῆφο τους αὐτὴν ἔγιναν κύριοι τῆς τύχης του, τοῦ ἀφαίρεσαν τὴ στρατηγία κᾳὶ τὸν καταδίκασᾳν σὲ χρηματικὸ πρόστιμο, ποὺ μερικοὶ τὸ κατεβάζουν σὲ δεκαπέντε τάλαντα, ἐνῶ ἄλλοι τὸ ἀνεβάζουν σὲ πενήντα. 5 Στὴ δίκη κᾳτήγορός του ἦταν ὁ Κλέων, ὅπως γράφει ὁ Ἰδομενέας· ὁ Θεόφραστος ὅμως λέει πὼς ἦταν ὁ Σιμμίας, ἐνῶ ὁ Ἡρακλείδης ἀπὸ τὸν Πόντο ἀναφέρει σὰν κατήγορο τὸν Λακρατίδα. ΚΕΦ. 36 1 Τὰ μὲν οὖν δημόσια ταχέως ἔμελλε παύσεσθαι, καθάπερ κέντρον εἰς τοῦτον ἅμα πληγῇ τὸν θυμὸν ἀφεικότων τῶν πολλῶν· τὰ δ’ οἰκεῖα μοχθηρῶς εἶχεν αὐτῷ, κατὰ τὸν λοιμὸν οὐκ ὀλίγους ἀποβαλόντι τῶν ἐπιτηδείων, καὶ στάσει διατεταραγμένα πόρρωθεν. 2 Ὁ γὰρ πρεσβύτερος αὐτοῦ τῶν γνησιων υἱῶν Ξάνθιππος, φύσει τε δαπανηρὸς ὥν καὶ γυναικὶ νέᾳ καὶ πολυτελεῖ συνοικῶν, Τεισάνδρου θυγατρὶ τοῦ Ἐπιλύκου, χαλεπῶς ἔφερε τὴν τοῦ πατρὸς ἀκρίβειαν, γλίσχρα καὶ κατὰ μικρὸν αὐτῷ χορηγοῦντος. 3 Πέμψας οὖν πρός τινα των φίλων ἔλαβεν ἀργύριον ὡς τοῦ Περικλέους κελεύσαντος. 4 Ἐκείνου δ’ ὕστερον ἀπαιτοῦντος, ὁ μὲν Περικλῆς καὶ δίκην αὐτῷ προσέλαχε, τὸ δὲ μειράκιον ὁ Ξάνθιππος ἐπὶ τούτῳ χαλεπῶς διατεθεὶς ἐλοιδόρει τὸν πατέρα, πρῶτον μὲν ἐκφέρων ἐπὶ γέλωτι τὰς οἴκοι διατριβὰς αὐτοῦ καὶ τοὺς λόγους οὓς ἐποιεῖτο μετὰ τῶν σοφιστῶν. 5 Πεντάθλου γάρ τινος ἀκοντίῳ πατάξαντος Ἐπίτιμον τὸν Φαρσάλιον ἀκουσίως καὶ κτείνατος, ἡμέραν ὅλην ἀναλῶσαι μετὰ Πρωταγόρου διαποροῦντα, πότερον τὸ ἀκόντιον ἢ τὸν βαλόντα μᾶλλον ἢ τοὺς ἀγωνοθέτας κατὰ τὸν ὀρθότατον λόγον αἰτίους χρὴ τοῦ πάθους ἡγεῖσθαι. 6 Ἀπέθανε γὰρ ὁ Ξάνθιππος ἐν τῷ λοιμῷ νοσήσας. 7 Ἀπέβαλε δὲ καὶ τὴν ἀδελφὴν ὁ Περικλῆς τότε καὶ τῶν κηδεστῶν καὶ φίλων τοὺς πλείστους καὶ χρησιμωτάτους πρὸς τὴν πολιτείαν. 8 Οὐ μὴν ἀπεῖπεν οὐδὲ προὔδωκε τὸ φρόνημα καὶ τὸ μέγεθος τῆς ψυχῆς ὑπὸ τῶν συμφορῶν, ἀλλ’ οὐδὲ κλαίων οὔτε κηδεύων οὔτε πρὸς τάφῳ τινὸς ὤφθη τῶν ἀναγκαίων, πρίν γε δὴ καὶ τὸν περίλοιπον αὑτοῦ τῶν γνησίων υἱῶν ἀποβαλεῖν Πάραλον. 9 Ἐπὶ τούτῳ δὲ καμφθείς, ἐπειρᾶτο μὲν ἐγκαρτερεῖν τῷ ἤθει καὶ διαφυλάττειν τὸ μεγαλόψυχον, ἐπιφέρων δὲ
158

τῷ νεκρῷ στέφανον ἡττήθη τοῦ πάθους πρὸς τὴν ὄψιν, ὥστε κλαυθμόν τε ῥῆξαι καὶ πλῆθος ἐκχέαι δακρύων, οὐδέποτε τοιοῦτον οὐδὲν ἐν τῷ λοιπῷ βίῳ πεποιηκώς. ΚΕΦ. 36 Οἰκογενειακὰ ἀτυχήματα τοῦ Περικλῆ. Ἡ εὐψυχία του. 1 Τὰ δημόσια ἀτυχήματά του ἔμελλαν γρήγορα νὰ τελειώσουν, γιατὶ ὁ λαὸς μὲ τὸ χτύπημα ποὺ τοῦ ἔδωσε ἔβγαλε τὸ ἄχτι του, ὅπως ἡ μέλισσα ὅταν πληγώνη βγάζει τὸ κεντρί της. Ἀλλὰ ἡ κατάσταση τοῦ σπιτιοῦ του δὲν ἦταν καθόλου καλή. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του εἶχαν θεριστῆ ἀπὸ τὴν ἐπιδημία, ἐνῶ ἀπὸ καιρὸ τώρα φιλονικίες εἶχαν ξεσπάσει στὴν οἰκογένειά του. 2 Ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ τὰ γνήσια παιδιά του, ὁ Ξάνθιππος, ποὺ ἦταν ἀπὸ φύση σπάταλος καὶ εἶχε παντρευτῆ μιὰ νέα καὶ ἄσωτη γυναίκα, τὴν κόρη τοῦ Τεισάνδρου καὶ ἐγγονὴ τοῦ Ἐπιλύκη, ἦταν δυσαρεστημένος ἀπὸ τὶς αὐστηρὲς οἰκονομίες τοῦ πατέρα του, ποὺ τοῦ ἔδινε πάντοτε λίγο καὶ μετρημένα. 3 Αὐτὸς λοιπὸν ἔστειλε κάποτε καὶ πῆρε ἀπὸ ἔνα φίλο του χρήματα, ἀπὸ μέρος τάχα τοῦ Περικλῆ. 4 Ὅταν ὅμως ὕστερα ζητοῦσε τὰ χρήματά του, ὁ Περικλῆς ὄχι μόνον ἀρνήθηκε, ἀλλὰ καὶ τὸν κατάγγειλε. Τότε ὁ νεαρὸς ὁ Ξάνθιππος δυσαρεστήθηκε γι’ αὐτὸ καὶ κακολογοῦσε τὸν πατέρα του. Καὶ πρῶτα, γιὰ νὰ τὸ γελοιοποιήση, ἔλεγε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὶς συναναστροφὲς ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του στὸ σπίτι καὶ τὶς συζητήσεις του μὲ τοὺς σοφιστές. 5 Ἔτσι, λόγου χάρη, διηγήθηκε πώς, ὅταν ἕνας ἀθλητὴς τοῦ πεντάθλου χτύπησε μὲ τὸ ἀκόντιό του, χωρὶς νὰ τὸ θέλη, τὸν Ἐπίτιμο ἀπὸ τὰ Φάρσαλα καὶ τὸν σκότωσε, ὁ πατέρας του πέρασε μιὰ μέρα ὁλόκληρη συζητώντας μὲ τὸν Πρωταγόρα, ἄν, κατὰ τὴν πιὸ σωστὴ λογικὴ, πρέπει νὰ θεωρηθῆ ὑπαίτιος τοῦ δυστυχήματος τὸ ἀκόντιο ἤ ὁ ἀκοντιστὴς ἢ οἱ ἀθλοθέτες. 6 Ὑστερ’ ἀπὸ λίγον καιρὸ ὁ Ξάνθιππος πέθανε ἀπὸ τὴν ἐπιδημία. 7 Ἀλλὰ καὶ τὴν ἀδερφή του ἔχασε τότε ὁ Περικλῆς καὶ πάρα πολλοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους, ποὺ ἦταν πολὺ χρήσιμοι στὴν πολιτική του. 8 Καὶ ὅμως δὲν ἀπελπίστηκε καὶ δὲν ἄφησε νὰ λύγίση ἀπὸ τὶς συμφορὲς τὸ φρόνημά του καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του. Καὶ ποτὲ δὲν τὸν εἶδε κανεὶς νὰ κλαίη οὔτε ὅταν συνόδευε τοὺς νεκροὺς οὔτε ὅταν πήγαινε στὸν τάφο κανενὸς ἀπὸ τοὺς δικούς του, ὥσπου τέλος ἔχασε καὶ τὸ παιδί του τὸν Πάραλο, τὸ μόνο ποὺ τοῦ εἶχε ἀπομείνει ἀπὸ τὰ γνήσια παιδιά του. 9 Τότε λύγισε πιά. Προσπαθοῦσε νὰ συγκρατήση τὸ συνηθισμένο
159

γαλήνιο ὕφος του καὶ νὰ διατηρήση τὴν ἀξιοπρέπειά του, μά, ὅταν πλησίασε γιὰ νὰ ἀποθέση πάνω στὸ νεκρὸ παιδί του ἕνα στεφάνι καὶ τὸ ἀντίκρισε, νικήθηκε ἀπὸ τὴ συμφορά· ξέσπασε σὲ λυγμοὺς καὶ ἔχυσε ἄφθονα δάκρυα, πράμα ποὺ δὲν εἶχε κάμει ποτὲ σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ ὡς τότε. ΚΕΦ. 37 1 Τῆς δὲ πόλεως πειρωμένης τῶν ἄλλων στρατηγῶν εἰς τὸν πόλεμον καὶ ῥητόρων, οὐδεὶς βάρος ἔχων ἰσόρροπον οὐδ’ ἀξίωμα πρὸς τοσαύτην ἐχέγγυον ἡγεμονίαν ἐφαίνετο˙ ποθούσης δ’ ἐκεῖνον καὶ καλούσης ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ τὸ στρατήγιον, ἀθυμῶν καὶ κείμενος οἴκοι διὰ τὸ πένθος ὑπ’ Ἀλκιβιάδου καὶ τῶν ἄλλων ἐπείσθη φίλων προελθεῖν. 2 Ἀπολογησαμένου δὲ τοῦ δήμου τὴν ἀγνωμοσύνην τὴν πρὸς αὐτόν, ὑποδεξάμενος αὖθις τὰ πράγματα καὶ στρατηγὸς αἱρεθείς ᾑτήσατο λυθῆναι τὸν περὶ τῶν νόθων νόμον, ὅν αὐτὸς εἰσενηνόχει πρότερον, ὡς μὴ παντάπασιν ἐρημίᾳ διαδοχῆς [τὸν οἶκον] ἐκλίποι τοὔνομα καὶ τὸ γένος. 3 Εἶχε δ’ οὕτω τὰ περὶ τὸν νόμον. Ἀκμάζων ὁ Περικλῆς ἐν τῆ πολιτείᾳ πρὸ πάνυ πολλῶν χρόνων καὶ παῖδας ἔχων ὥσπερ εἴρηται γνησίους, νόμον ἔγραψε, μόνους Ἀθηναίους εἶναι τοὺς ἐκ δυεῖν Ἀθηναίων γεγονότας. 4 Ἐπεὶ δὲ τοῦ βασιλέως τῶν Αἰγυπτίων δωρεὰς τῷ δήμῳ πέμψαντος τετρακισμυρίους πυρῶν μεδίμνους ἔδει διανέμεσθαι τοὺς πολίτας, πολλαὶ μὲν ἀνεφύοντο δίκαι τοῖς νόθοις ἐκ τοῦ γράμματος ἐκείνου τέως διαλανθάνουσι καὶ παρορωμένοις, πολλοὶ δὲ καὶ συκοφαντήμασι περιέπιπτον. Ἐπράθησαν οὖν ἁλόντες ὀλίγῳ πεντακισχιλίων ἐλάττους, οἱ δὲ μείναντες ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ κριθέντες Ἀθηναῖοι μύριοι καὶ τετρακισχίλιοι καὶ τεσσαράκοντα τὸ πλῆθος ἐξητάσθησαν. 5 Ὄντος οὖν δεινοῦ τὸν κατὰ τοσούτων ἰσχύσαντα νόμον ὑπ’ αὐτοῦ πάλιν λυθῆναι τοῦ γράψαντος, ἡ παροῦσα δυστυχία τῷ ΙΙερικλεῖ περὶ τὸν οἶκον, ὡς δίκην τινὰ δεδωκότι τῆς ὑπεροψίας καὶ τῆς μεγαλαυχίας ἐκείνης, ἐπέκλασε τοὺς Ἀθηναίους, καὶ δόξαντες αὐτὸν νεμεσητά τε παθεῖν ἀνθρωπίνων τε δεῖσθαι, συνεχώρησαν ἀπογράψασθαι τὸν νόθον εἰς τοὺς φράτορας, ὄνομα θέμενον τὸ αὑτοῦ. 6 Καὶ τοῦτον μὲν ὕστερον ἐν Ἀργινούσαις καταναυμαχήσαντα Πελοποννησίους ἀπέκτεινεν ὁ δῆμος μετὰ τῶν συστρατήγων. ΚΕΦ. 37 Ἀνάκληση τοῦ Περικλῆ στὴ στρατηγία. Ὁ νόμος γιὰ τοὺς γνήσιους Ἀθηναίους.
160

1 Ἡ πόλη ὅμως, ἀφοῦ δοκίμασε τοὺς ἄλλους στρατηγοὺς καὶ πολιτικοὺς γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸν πόλεμο, εἶδε πὼς κανεὶς δὲν εἶχε ἀνάλογη βαρύτητα οὔτε κύρος ἱκανὸ νὰ δώση τὴν ἐγγύηση ποὺ ἀπαιτοῦσε μιὰ τόσο μεγάλη ἐξουσία σ’ ἐκεῖνες τὶς περιστάσεις. Γιὰ τοῦτο ὁ λαὸς ἀποζητοῦσε τὸν Περικλῆ. Τὸν καλοῦσε πάλι στὸ βῆμα καὶ στὴ στρατηγία. Ἀλλ’ αὐτὸς ἔμενε στὸ σπίτι του, καταθλιμμένος ἀπὸ τὸ πένθος του. Μόνον ὅταν ὁ Ἀλκιβιάδης καὶ οἱ ἄλλοι του φίλοι πῆγαν καὶ τὸν παρακάλεσαν, πείστηκε νὰ ἐμφανιστῆ. 2 Καί, ἀφοῦ ὁ λαὸς ζήτησε συγγνώμη γιὰ τὴν ἀγνωμοσύνη ποὺ τοῦ ἔδειξε, δέχτηκε πάλι τὴν ἐξουσία καὶ ἐκλέχτηκε στρατηγός. Ἐπρότεινε τότε νὰ καταργηθῆ ὁ νόμος γιὰ τοὺς μὴ γνήσιους πολίτες (ποὺ ἄλλοτε αὐτὸς εἶχε προτείνει), γιὰ νὰ μὴ χαθῆ ὁλότελα τὸ ὄνομα καὶ τὸ γένος του ἀπὸ ἔλλειψη διαδοχῆς. 3 Σχετικὰ μὲ τὴν ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ νόμου εἶναι καὶ τὰ ἀκόλουθα. Ὅταν ὁ Περικλῆς ἦταν στὴν ἀκμὴ τῆς πολιτικῆς του σταδιοδρομίας, πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, καὶ εἶχε παιδιὰ γνήσια, εἶχε προτείνει νόμο, νὰ θεωροῦνται γνήσιοι Ἀθηναῖοι ὅσοι ἔχουν γεννηθῆ καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς Ἀθηναίους. 4 Ὅταν ὅμως ὁ βασιλιὰς τῶν Αἰγυπτίων ἔστειλε στὴν Ἀθήνα ὡς δωρεὰ σαράντα χιλιάδες μεδίμνους σιτάρι καὶ ἔπρεπε νὰ μοιραστῆ στοὺς πολίτες, πολλὲς δίκες εἶχαν κινηθῆ ἐξαιτίας ἐκείνου τοῦ νόμου, γιατὶ πολλοὶ ἀμφισβητοῦσαν τὸ δικαίωμα τῆς διανομῆς στοὺς μὴ γνήσιους πολίτες, ποὺ ὡς τότε, ξέφευγαν καὶ ἔμενον ἀπαρατήρητοι· ἀρκετοὺς μάλιστα τοὺς συκοφαντοῦσαν πὼς δὲν ἦταν γνήσιοι. Τότε, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο, καταδικάστηκαν καὶ πουλήθηκαν ὡς δοῦλοι σχεδὸν πέντε χιλιάδες, ἐνῶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν ὡς πολίτες καὶ θεωρήθηκαν γνήσιοι Ἀθηναῖοι βρέθηκαν δεκατέσσερεις χιλιάδες σαράντα. 5 Ἦταν λοιπὸν φοβερό, ὁ νόμος αὐτὸς ποὺ ἐφαρμόστηκε γιὰ τόσα ἄτομα, νὰ καταργηθῆ τώρα ἀπ’ ἀυτὸν τὸν ἴδιο ποὺ τὸν πρότεινε. Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ οἰκογενειακὴ δυστυχίᾳ τοῦ Περικλῆ, ποὺ ἦταν σὰν τιμωρία γιὰ τὴν ὑπεροψία καὶ τὴν ἀλαζονεία του, συγκίνησε τοὺς Ἀθηναίους. Ἐπειδὴ νόμισαν ὅτι ἀρκετὰ τιμωρήθηκε ἀπὸ τοὺς θεοὺς καὶ τώρα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ βρῆ τὴν ἐπιείκειᾳ ποὺ ζητοῦσε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τοῦ ἔδωσᾳν τὴν ἄδεια νὰ γράψη τὸ μὴ γνήσιο παιδί του στὸ μητρῶο τῶν πολιτῶν καὶ νὰ τοῦ δώση τὸ ὄνομά του. 6 Καὶ αὐτὸν ὅμως ἀργότερα, ἂν καὶ νίκησε στίς Ἀργινοῦσες τοὺς Πελοποννησίους στὴ ναυμαχία, οἱ Ἀθηναῖοι τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους στρατηγούς.

161

ΚΕΦ. 38 1 Τότε δὲ τοῦ Περικλέους ἔοικεν ὁ λοιμὸς λαβέσθαι λαβὴν οὐκ ὀξεῖαν ὥσπερ ἄλλων οὐδὲ σύντονον, ἀλλὰ βληχρᾷ τινι νόσω καὶ μῆκος οξεῖαν ἐν ποικίλαις ἐχούσῃ μεταβολαῖς διαχρωμένην τὸ σῶμα σχολαίως καὶ ὑπερείπουσαν τὸ φρόνημα τῆς ψυχῆς. 2 Ὁ γοῦν Θεόφραστος ἐν τοῖς Ἡθικοῖς διαπορήσας εἰ πρὸς τὰς τύχας τρέπεται τὰ ἤθη καὶ κινούμενα τοῖς τῶν σωμάτων πάθεσιν ἐξίσταται τῆς ἀρετῆς, ἱστόρηκεν ὅτι νοσῶν ὁ Περικλῆς ἐπισκοπουμένῳ τινὶ τῶν φίλων δείξειε περίαπτον ὑπὸ τῶν γυναικῶν τῷ τραχήλῳ περιηρτημένον, ὡς σφόδρα κακῶς ἔχων ὁπότε καὶ ταύτην ὑπομένοι τὴν ἀβελτερίαν. 3 Ἤδη δὲ πρὸς τῷ τελευτᾶν ὄντος αὐτοῦ, περικαθήμενοι τῶν πολιτῶν οἱ βέλτιστοι καὶ τῶν φίλων οἱ περιόντες λόγον ἐποιοῦνττο τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς δυνάμεως, ὅση γένοιτο, καὶ τὰς πράξεις ἀνεμετροῦντο καὶ τῶν τροπαίων τὸ πλῆθος· ἐννέα γὰρ ἦν ἃ στρατηγῶν καὶ νικῶν ἔστησεν ὑπὲρ τῆς πόλεως. 4 Ταῦθ ’ ὡς οὐκέτι συνιέντος, ἀλλὰ καθῃρημένου τὴν αἴσθησιν αὐτοῦ, διελέγοντο πρὸς ἀλλήλους· ὁ δὲ πᾶσιν ἐτύγχανε τὸν νοῦν προσεσχηκώς, καὶ φθεγξάμενος εἰς μέσον ἔφη θαυμάζειν ὅτι ταῦτα μὲν ἐπαινοῦσιν αὐτοῦ καὶ μνημονεύουσιν, ἄ καὶ πρὸς τύχης ἐστὶ κοινὰ καὶ γέγονεν ἤδη πολλοῖς στρατηγοῖς, τὸ δὲ κάλλιστον καὶ μέγιστον οὐ λέγουσιν. «Οὐδεὶς γάρ», ἔφη, «δι’ ἐμὲ τῶν ὄντων Ἀθηναίων μέλαν ἱμάτιον περιεβάλετο.» Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ (Κεφ. 38 - 39) ΚΕΦ. 38 Ὁ Περικλῆς προσβάλλεται ἀπὸ τὴν ἐπιδημία. Ἐγκώμιο τῶν ἀρετῶν του. 1 Τότε φαίνεται πὼς ἡ ἐπιδημία χτύπησε καὶ τὸν Περικλῆ. Ἡ ἀρρώστια δὲν παρουσίασε ὀξύτητα καὶ ὁρμῄ, ὅπως σὲ ἄλλους. Ἦταν ἤπια, ἀλλὰ μακροχρόνια, εἶχε διάφορες φάσεις καὶ τοῦ ἐξαντλοῦσε σιγὰ σιγὰ τὸ σῶμα καὶ τοῦ ἐρείπωνε τὸ φρόνημα τῆς ψυχῆς. 2 Ὁ Θεόφραστος στὰ «Ἠθικά» του, διερευνώντας ἄν οἱ χαρακτῆρες τῶν ἀνθρώπων ἀλλάζουν ἀνάλογα μὲ ὅσα τοὺς παρουσιάζει κάθε φορὰ ἡ τύχη καὶ ἄν ἀλλοιώνωνται ἀπὸ τὰ πάθῃ τοῦ σώματος καὶ χάνουν τὴν ἀρετή τους, διηγεῖται ὅτι ὁ Περικλῆς, ὅταν ἦταν ἄρρωστος ἔδειξε σὲ κάποιο φίλο του ποὺ ἦρθε νὰ τὸν δῆ ἕνα φυλαχτὸ ποὺ τοῦ εἶχαν κρεμάσει οἱ γυναίκες στὸ λαιμό, σὰ νὰ τοῦ ἔδινε νὰ καταλάβῃ σὲ ποιὰ σοβαρὴ κατάσταση
162

βρίσκεται, ἀφοῦ ἀνέχεται καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἀνοησία. 3 Ἐνῶ αὐτὸς πλησίαζε πιὰ στὸ θάνατο, καθισμένοι γύρω του οἱ ἐπισημότεροι πολίτες καὶ ὅσοι ἀπὸ τοὺς φίλους του εἶχαν ἐπιζήσει μιλοῦσαν γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ δύναμη ποὺ εἶχε καὶ ἀπαριθμοῦσαν τὶς πράξεις καὶ τὰ πολλά του τρόπαια· καὶ ἦταν ἐννιᾲ τᾲ τρόπαιᾳ ποὺ εἶχε στήσει ἀπὸ μέρος τῆς Ἀθήνας σὰ στρατηγὸς καὶ νικητής. 4 Τὰ ἕλεγαν αὐτὰ μεταξύ τους, μὲ τὴν ἰδέα πὼς αὐτὸς εἶχε χάσει τὶς αἰσθήσεις του καὶ δὲν καταλάβαινε πιά. Καὶ ὅμως ἐκεῖνος πρόσεχε σὲ ὅλα, ὅσα ἔλεγαν, τοὺς ἔκοψε τὴν ὁμιλία τους καὶ τοὺς εἶπε πὼς ἀπορεῖ γιατὶ ἐπαινοῦν καὶ μνημονεύουν τὰ ἔργα του ἐκεῖνα ποὺ καὶ ἡ τύχη βοήθησε νὰ γίνουν καὶ ποὺ ἔχουν κάμει ἤδη πολλοὶ στρατηγοί, δὲν ἀναφέρουν ὅμως τὸ καλύτερο καὶ τὸ σπουδαιότερο, ὅτι «Κανείς Ἀθηναῖος δὲ μαυροφόρεσε ἐξαιτίας του.» ΚΕΦ. 39 1 Θαυμαστὸς οὖν ὁ ἀνὴρ οὐ μόνον τῆς ἐπιεικείας καὶ πρᾳότητος, ἣν ἐν πράγμασι πολλοῖς καὶ μεγάλαις ἀπεχθείαις διετήρησεν, ἀλλὰ καὶ τοῦ φρονήματος, εἰ τῶν αὑτοῦ καλῶν ἡγεῖτο βέλτιστον εἶναι τὸ μήτε φθόνῳ μήτε θυμῷ χαρίσασθαι μηδὲν ἀπὸ τηλικαύτης δυνάμεως, μηδὲ χρήσασθαί τινι τῶν ἐχθρῶν ὡς ἀνηκέστῳ. 2 Καί μοι δοκεῖ τὴν μειρακιώδη καὶ σοβαρὰν ἐκείνην προσωνυμίαν ἓν τοῦτο ποιεῖν ἀνεπίφθονον καὶ πρέπουσαν, οὕτως εὐμενὲς ἦθος καὶ βίον ἐν ἐξουσίᾳ καθαρὸι καὶ ἀμίαντον Ὀλύμπιον προσαγορεύεσθαι, καθάπερ τὸ τῶν θεῶν γένος ἀξιοῦμεν αἴτιον μὲν ἀγαθῶν, ἀναίτιον δὲ κακῶν πεφυκὸς ἄρχειν καὶ βασιλεύειν τῶν ὄντων, οὐχ ὥσπερ οἱ ποιηταὶ συνταράττοντες ἡμᾶς ἀμαθεστάταις δόξαις ἁλίσκονται τοῖς αὑτῶν μυθεύμασι, τὸν μὲν τόπον, ἐν ᾧ τοὺς θεοὺς κατοικεῖν λέγουσιν, ἀσφαλὲς ἕδος καὶ ἀσάλευτον καλοῦντες, οὐ πνεύμασιν, οὐ νέφεσι χρώμενον, ἀλλ’ αἰθρίᾳ μαλακῇ καὶ φωτὶ καθαρωτάτῳ τὸν ἅπαντα χρόνον ὁμαλῶς περιλαμπόμενον, ὡς τοιαύτης τινὸς τῷ μακαρίῳ καὶ ἀθανάτῳ διαγωγῆς μάλιστα προστούσης, αὐτοὺς δὲ τοὺς θεοὺς ταραχῆς καὶ δυσμενείας καὶ ὀργῆς ἄλλων τε μεστοὺς παθῶν ἀποφαίνοντες, οὐδ’ ἀνθρώποις νοῦν ἔχουσι προσηκόντων. 3 Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἲσως ἑτέρας δόξει πραγματείας εἶναι. Τοῦ δὲ Περικλέους ταχεῖαν αἴσθησιν καὶ σαφῆ πόθον Ἀθηναίοις ἐνειργάζετο τὰ πράγματα. Καὶ γὰρ οἱ ζῶντος βαρυνόμενοι τὴν δύναμιν ὡς ἀμαυροῦσαν αὐτούς, εὐθὺς ἐκποδὼν γενομένου πειρώμενοι ῥητόρων καὶ δημαγωγῶν ἑτέρων, ἀνωμολογοῦντο μετριώτερον ἐν ὄγκῳ καὶ
163

σεμνότερον ἐν πτρᾳότητι μὴ φῦναι τρόπον. 4 Ἡ δ᾽ ἐπίφθονος ἰσχὺς ἐκείνη, μοναοχία λεγομένη καὶ τυραννὶς πρότερον, ἐφάνη τότε σωτήριον ἔρυμα τῆς πολιτείας γενομένη˙ τοσαύτη φθορὰ καὶ πλῆθος ἐπέκειτο κακίας τοῖς πράγμασιν, ἣν ἐκεῖνος ἀσθενῆ καὶ ταπεινὴν ποιῶν ἀπέκρυπτε καὶ κατεκώλυεν ἀνήκεστον ἐν ἐξουσίᾳ γενέσθαι. ΚΕΦ. 39 Χαρακτηρισμὸς τοῦ Περικλῆ. Ὁ θάνατός του. Τὰ ἐπακόλουθα. 1 Ἦταν, ἀλήθεια, θαυμαστὸς ἄνθρωπος, ὄχι μόνο γιὰ τὴ μετριοπάθεια καὶ τὴν πραότητα, ποὺ διατήρησε μέσα σὲ τόσο πολλὲς περιστάσεις καὶ σὲ τόσο μεγάλες ἐχθρότητες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ φρονήματός του. Πίστευε πὼς τὸ καλύτερο ἀπ’ ὅλα τὰ προτερήματά του εἶναι τὸ ὅτι, ἂν καὶ εἶχε τόσο μεγάλη δύναμη, ποτὲ δὲν παρασύρθηκε οὔτε ἀπὸ φθόνο οὔτε ἀπὸ θυμὸ καὶ ποτὲ δὲν ἀντίκρισε κανέναν ἀντίπαλό του σὰν ἐχθρὸ ἀσυμφιλίωτο. 2 Καὶ νομίζω πὼς ἡ ἀλαζονικὴ καὶ βαριὰ ἐκείνη προσωνυμία ποὺ τοῦ ἔδωσαν, ὅταν τὸν εἷπαν «Ὀλύμπιο», μόνο γιὰ τοῦτο εἶναι ἀποδεχτή καὶ σωστή, γιατὶ δόθηκε σὲ ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τόσο ἤρεμο χαρακτήρα καὶ ἔζησε ζωὴ τόσο καθαρὴ καὶ ἀμίαντη παρ’ ὅλη τὴ μεγάλη ἐξουσία ποὺ εἶχε στὰ χέρια του. Τὸ ἴδιο πιστεύομε πὼς συμβαίνει καὶ στὸ γένος τῶν θεῶν. Πιστεύομε πὼς οἱ θεοὶ εἶναι αἴτιοι τοῦ καλοῦ καὶ ὄχι τοῦ κακοῦ καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι κύριοι καὶ βασιλεῖς τοῦ σύμπαντος. Δὲν πιστεύομε τὰ λόγια τῶν ποιητῶν ποὺ μᾶς ταράζουν μὲ τὶς τόσο ἀνόητες δοξασίες τους, ὅπως φαίνεται καθαρὰ στὰ ἴδια τους τὰ ποιήματα. Μᾶς λένε πολὺ σωστὰ ὅτι ὁ τόπος τῆς διαμονῆς τῶν θεῶν εἶναι ἕνα μέρος σταθερὸ καὶ ἀσάλευτο, ποὺ δὲν ἔχει ἀνέμους οὔτε νέφη, παρὰ καταυγάζεται αἰώνια καὶ ἀδιατάραχτα ἀπὸ καθαρὴ ξαστεριὰ καὶ λαμπρότατο φῶς, γιατὶ ἕνα τέτοιο εἷδος ζωῆς ἁρμόζει προπάντων σὲ μακάρια καὶ ἀθάνατα ὅντα· καὶ ὅμως αὐτοὺς τοὺς θεοὺς μᾶς τοὺς παρουσιάζουν γεμάτους ἀπὸ ταραχὴ καὶ μίσος καὶ ὀργὴ καὶ ἀπὸ ἄλλα ταπεινὰ πάθη, ποὺ δὲν ἁρμόζουν οὔτε σὲ ἀνθρώπους μυαλωμένους. 3 Ἀλλ’ αὐτὰ ἴσως ἔχουν τὴ θέση τους σὲ ἄλλου εἴδους πραγματεία. Ὅταν ὁ Περικλῆς πέθανε, τὰ γεγονότα ποὺ ἀκολούθησαν ἔκαμαν γρήγορα αἰσθητὴ στοὺς Ἀθηναίους τὴν ἔλλειψή του καὶ ὅλοι τὸν ἀποζητοῦσαν μὲ μεγάλο πόθο. Ἀκόμη καὶ ὅσοι αἰσθάνονταν βαριὰ τὴ δύναμή του, ὅσο ἐκεῖνος ζοῦσε, γιατὶ τοὺς ἐπισκίαζε, ἀμέσως μόλις αὐτὸς ἔλειψε καὶ δοκίμασαν ἄλλους πολιτικοὺς καὶ ἄλλους ἀρχηγούς, συμφωνοῦσαν ὅτι ποτὲ δὲν εἶχε φανῆ ἄλλος ἄνθρωπος μὲ χαρακτήρα
164

πιὸ μετρημένο στὴν περηφάνια του καὶ πιὸ σεβαστὸ στὴν πραότητά του. 4 Ἀλλὰ ἡ δύναμή του ἐκείνη ποὺ προκαλοῦσε τὸ φθόνο καὶ τὴν ἔλεγαν πρωτύτερα μοναρχία καὶ τυραννία, φάνηκε τότε πόσο σωτήριο στήριγμα ἦταν γιὰ τὴν πολιτεία. Τότε φάνηκε πόσο εἶχε εἰσχωρήσει στὴν πολιτικὴ ζωὴ ἡ διαφθορὰ καὶ πόσο μεγάλη φαυλότητα ὑπῆρχε, ποὺ ἐκεῖνος τὴν περιόριζε καὶ τὴν ἐλάττωνε σὲ σημεῖο ποὺ νὰ εἶναι κρυμμένη, καὶ τὴν ἐμπόδιζε νὰ ἐπικρατήση καὶ νὰ μεταβληθῆ σὲ ἐξουσία, ποὺ τότε θὰ ἦταν ἀθεράπευτη.

165

166

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Σελ. 117 Κεφ. 3. Ἀκαμαντίδα φυλή, μία ἀπὸ τὶς δέκα φυλὲς τῆς Ἀττικῆς μετὰ τὴ μεταρρύθμιση τοῦ Κλεισθένη τὸ 507 π.Χ. στὸ δῆμο τοῦ Χολαργοῦ, ποὺ ἀνῆκε στὴν Ἀκαμαντίδα φυλή. Ἄγνωστη ἡ θέση τοῦ ἀρχαίου αὐτοῦ δήμου. Ἴσως στὰ Β.Δ. τῆς Ἀττικῆς. Ξάνθιππος, ὁ πατέρας τοῦ Περικλῆ. Νίκησε τοὺς Πέρσες στὴ Μυκάλη (ποὺ εἶναι ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Σάμο) τὴν ἴδια μέρα ποὺ κέρδισε ὁ Παυσανίας τὴ νίκη στὶς Πλαταιὲς (479 π.Χ.). ἡ Ἀγαρίστη, ἡ μητέρα τοῦ Περικλῆ, δὲν ἦταν ἐγγονὴ, παρὰ ἀνεψιὰ τοῦ Κλεισθένη (κόρη τοῦ ἀδερφοῦ του Ἱπποκράτη), ὅπως λέει ὁ Ἡρόδοτος. ὁ Κλεισθένης, ποὺ ἀνῆκε στὴν παλαιὰ καὶ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῶν Ἀλκμεωνιδῶν. Αὐτὸς μὲ τὴ βοήθεια τῶν Σπαρτιατῶν κατόρθωσε νὰ ἀνατρέψη τὴν ἐξουσία τῶν Πεισιστρατιδῶν στὴν Ἀθήνα (τὸ 510 π.Χ.). Ἔδιωξε τὸν Ἱππία, τὸ γιὸ τοῦ Πεισιστράτου, καὶ ἐγκαθίδρυσε τὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα (τὸ 508 π.Χ.). Κεφ. 4. Δάμων. Ἀθηναῖος μουσικὸς τοῦ 5 π.Χ. αἰ., ποὺ εἶχε φήμη ἀνθρώπου σοφοῦ καὶ ἔμπειρου στὴν πολιτική. Ὁ Πλούτ. προσθέτει τὴ γραμματικὴ λεπτομέρεια ὅτι τὸ ὄνομα Δάμων προφέρεται μὲ βραχύχρονη τὴν πρώτη συλλαβή, δηλ. ὅπως προφέρομε καὶ ἐμεῖς σήμερα (Δαά - μων), ἐνῶ ἂν ἦταν μακρόχρονη, θὰ προφερόταν Δαά - μων, γιατὶ οἱ ἀρχαῖοι τὸ μακρόχρονο φωνῆεν τὸ πρόφεραν σὲ διπλάσιο χρόνο περίπου ἀπὸ ὅσο τὸ βραχύχρονο (ἀπὸ τὸ δαμάω, δαμάζω, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ δῆμος). Ἀριστοτέλης, βλ. Θεμ. σημ. σελ. 96. Πυθοκλείδης, ἀπὸ τὴ νῆσο Κέα, φιλόσοφος καὶ μουσικός. Πλάτων ὁ κωμικός. Ἔζησε τὸν 4 π.Χ. αἰ., (σύγχρονος τοῦ μεγάλου κωμικοῦ Ἀριστοφάνη). Ἔγραψε πολλὲς κωμωδίες ἀπὸ τὶς ὁποῖες σώζονται μόνο μερικὰ ἀποσπάσματα. Χείρων· ὁ κωμικὸς Πλάτων φαντάζεται ὅτι ὁ σοφὸς Κένταυρος Χείρων ποὺ δίδαξε τὸν Ἀχιλλέα, ἦταν δάσκαλος καὶ τοῦ Περικλῆ. Σελ. 119 Ζήνων, ἀπὸ τὴν Ἐλέα τῆς Ν. Ἰταλίας, σπουδαῖος Ἕλληνας φιλόσοφος τοῦ 5 π.Χ. αἰ., μαθητὴς τοῦ Παρμενίδη.
167

Παρμενίδης, ἔξοχος Ἕλληνας φιλόσοφος τοῦ 5 π.Χ. αἰ. ἀπὸ τὴν Ἐλέα τῆς Ν. Ἰταλίας, ὅπου ὑπῆρχε ὀνομαστὴ σχολὴ φιλοσόφων (Ἐλεατικὴ σχολή). Τίμων ὁ Φλειάσιος (δηλ. ἀπὸ τὴ Φλειούντα, πόλη ΒΔ τῆς Νεμέας). Ἔζησε κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 3 π.Χ., αἰ. καὶ ἔγραψε τραγωδίες, σατυρικὰ δράματα καὶ ἕνα ἔμμετρο ἔργο ποὺ ἐπιγράφεται «Σίλλο»» (δηλ. σατυρικὰ ποιήματα), στὸ ὁποῖο σατύριζε πολλοὺς φιλοσόφους· σ’ αὐτὸ σατυρίζει καὶ τὸ φιλόσοφο Ζήνωνα μὲ τοὺς στίχους ποὺ παραθέτει ἐδῶ ὁ Πλούτ. διπλόγλωσσος, ἱκανὸς καὶ νὰ ὑποστηρίζη καὶ νὰ κατακρίνη μὲ ἐπιχειρήματα τὸ ἴδιο πράγμα. Ἀναξαγόρας, βλ. Θεμ. σημ. σελ. 87. Κεφ. 5. μετεωρολογικὴ ἐπιστήμη· ἐννοεῖ τὴν ἐξέταση τῶν οὐρανίων σωμάτων καὶ τῶν φυσικῶν φαινομένων. Σελ. 121 Ἴων, λυρικὸς καὶ τραγικὸς ποιητὴς τοῦ 5. π.Χ. αἰ. ἀπὸ τὴ Χίο. ἕνα σατυρικὸ μέρος˙ στοὺς ἀρχαίους δραματικοὺς διαγωνισμοὺς ἔπαιζαν τρεῖς τραγωδίες μαζὶ (τριλογία) καὶ στὸ τέλος ἕνα σατυρικὸ δράμα ποὺ ξεκούραζε κάπως τοὺς θεατὲς μὲ τὴν ἐμφάνιση τῶν Σατύρων, συνοδῶν τοῦ Διονύσου ποὺ εἶχαν εὔθυμη ἐμφάνιση. Ὁ Πλούτ. λέει ὅτι κατὰ τὴ γνώμη τοῦ Ἴωνα πρέπει καὶ ἡ ἀρετὴ τῶν ἀνθρώπων νὰ ἔχη βέβαια τὴ σοβαρότητά της, ἀλλὰ νὰ ἐκδηλώνεται μὲ εὐχάριστο τρόπο. Ζήνων, βλ. σημ. παραπάνω. Κεφ. 6. μετεωρολογικὰ φαινόμενα· Βλ. παραπάνω μετεωρολογικὴ ἐπιστήμη. Θουκυδίδης, γιὸς τοῦ Μελησία, ἀπὸ τὸ δῆμο Ἀλωπεκῆς, γαμπρὸς τοῦ Κίμωνα· αὐτὸς ἦταν πολιτικὸς ἀντίπαλος τοῦ Περικλῆ. Δὲν πρέπει νὰ κάνωμε σύγχυση τοῦ Θουκυδίδη αὐτοῦ μὲ τὸν ἱστορικὸ Θουκυδίδη. Ἔζησαν καὶ οἱ δύο τὴν ἴδια ἐποχή. Σελ. 123 ὁ ἦχος τῶν μετάλλινων δίσκων· οἱ ἀρχαῖοι,μὲ τὸ χτύπημα μετάλλινων δίσκων ἔδιναν ὁρισμένα συνθήματα στὸ στρατό, σὲ ἀθλητικὲς ἀσκήσεις κτλ. Οἱ μάντεις ποὺ χρησιμοποιοῦσαν διάφορα μέσα, γιὰ νὰ προλέγουν τὰ μέλλοντα, ἔλεγαν πὼς καὶ ἀπὸ τὸν ἦχο τῶν μετάλλινων δίσκων μποροῦσαν νὰ προφητεύουν. ἡλιακὰ ρολόγια (ἀρχ. γνώμονες), ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι γιὰ τὴ μέτρηση τῆς ὥρας. Σὲ μιὰν ἐπιφάνεια στηριζόταν ἕνας στυλίσκος
168

(δείχτης) ποὺ ἡ σκιά του, ὅπως μετατοπίζεται ἀνάλογα μὲ τὴ θέση τοῦ ἡλίου, ἔδειχνε τὴν ὥρα. Καὶ ἡ σκιὰ αὐτὴ (κατὰ τὴ θέση, τὸ μέγεθος ἢ τὴν ἔνταση ποὺ εἶχε) ἦταν γιὰ τοὺς μάντεις σημάδι ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔλεγαν πὼς μποροῦσαν νὰ προβλέψουν τὰ μέλλοντα. Κεφ. 7. Πεισίστρατος, ὁ Ἀθηναῖος τύραννος (ἄρχοντας μὲ ἀπεριόριστα δικαιώματα) ποὺ κυβέρνησε τὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὸ 538 π.Χ. ὡς τὸ θάνατό του (527 π.Χ.). οἱ πολὺ ἡλικιωμένοι· τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Περικλῆς ἦταν νέος, περίπου 20 ἐτῶν, δηλ. κατὰ τὸ 470 π.Χ., οἱ ἡλικιωμένοι ποὺ εἶχαν γνωρίσει τὸν Πεισίστρατο θὰ ἦταν περίπου ἑξηντάρηδες· αὐτοὶ ποὺ πρόφτασαν νὰ παρακολουθήσουν τὴ δράση του θὰ ἦταν ἀκόμη μεγαλύτεροι. ὅταν ὁ Ἀριστείδης πέθανε, δηλ. τὸ 467 π.Χ. καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς ἐξοστρακίστηκε, δηλ. τὸ 472 π.Χ. τὸν Κίμωνα τον ἀπασχολοῦσαν οἱ ἐκστρατεῖες˙ ἀπὸ το 467 π.Χ. εἶχε ἀνατεθῆ στὸν Κίμωνα ἡ ἀρχηγία τοῦ στόλου ἐναντίον τῶν Περσῶν· νίκησε στὸν Εὐρυμέδοντα τὸ 468 π.Χ. καὶ ἡ ἐκστρατεία του στὴ Θάσο ἔγινε τὸ 465. φοβήθηκε μήπως προκαλέση τὴν ὑποψία ὅτι θέλει νὰ γίνη τύραννος, γιατὶ τότε θὰ τὸν ἐξοστράκιζαν· ἔτσι εἶχε ἐξοστρακιστῆ καὶ ὁ πατέρας του Ξάνθιππος τὸ 484 π.Χ. Σελ. 125 πρὸς τὴν ἀγορά· ἀγορὰ λεγόταν κυρίως ὁ τόπος ὅπου συκεντρώνονταν οἱ πολίτες, συζητοῦσαν διάφορα ζητήματα τῆς πολιτείας, ἀγόρευαν οἱ ρήτορες κτλ. Περίφημη ἦταν στὴν Ἀθήνα ἡ ἀγορὰ τοῦ Κεραμεικοῦ, ποὺ εἶχε πολλὰ γλυπτὰ ἔργα. τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἄρχιζαν νὰ πίνουν· τὸ δεῖπνο τῶν ἀρχαίων, ὅταν ὑπῆρχαν καλεσμένοι, τελείωνε μὲ «σπονδές», δηλ. ἔχυναν λίγο ἀνέρωτο κρασὶ («ἄκρατον οἷνον») πρὸς τιμὴ τῶν θεῶν· ἔπειτα ἀκολουθοῦσε ἡ οἰνοποσία (ὁ πότος ἤ συμπόσιο) μὲ νερωμένο κρασὶ καὶ ἄρχιζαν φαιδρὲς συζητήσεις, τραγούδια, χοροὶ κτλ. ὅσο ἐκδηλώνεται περισσότερο· δηλ. κατὰ τὸν Πλούτ. ὁ ἀληθινὰ ἐνάρετος ἄνθρωπος πρέπει νὰ δείχνη τὴν ἀρετή του στὶς κοινωνικὲς του σχέσεις καὶ νὰ μὴ μένη κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, ὅπως ἔκανε ὁ Περικλῆς. Κριτόλαος, ἀπὸ τὴ Λυκία τῆς Μ. Ἀσίας, φιλόσοφος τοῦ 2. π.Χ., ποὺ εἶχε πάρει μέρος σὲ μιὰν ἀποστολὴ στὴ Ρώμη καὶ ἔκαμε γνωστὴ στοὺς Ρωμαίους τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία.
169

«Σαλαμινία», καὶ ἡ «Πάραλος» ἦταν τὰ δύο ἱερὰ πλοῖα τῶν Ἀθηναίων, ποὺ ἀναλάβαιναν σπουδαῖες ἀποστολές. Πρόσεξε τὴν παρομοίωση τοῦ Περικλῆ μὲ τὴ «Σαλαμινία». ὁ Ἐφιάλτης, ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὴν ἀρχηγία τῶν δημοκρατικῶν μετὰ τὸ Θεμιστοκλῆ καὶ περιόρισε τὰ δικαιώματα τῆς βουλῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου. ἄφθονο καὶ ἀνέρωτο κρασὶ ἐλευθερίας· μεταφορικὴ ἔκφραση (πῶς θὰ λέγαμε τὸ νόημα αὐτὸ μὲ κυριολεξία;) τὴν Εὔβοια τὴ δάγκωνε κτλ., μεταφορικὲς ποιητικὲς ἐκφράσεις, δηλ. πολεμοῦσε στὴν Εὔβοια (βλ. κεφ. 23, 3) καὶ καταπίεζε τὰ νησιὰ ποὺ ἀνῆκαν στὴν ἀθηναϊκὴ συμμαχία. Ἄγνωστος ὁ ποιητὴς τῶν στίχων αὐτῶν. Κεφ. 8. σὰν ἕνα μουσικὸ ὄργανο κτλ. (παρομοίωση), δηλ. ὅπως ἕνα ἔγχορδο μουσικὸ ὄργανο μὲ τὸ τέντωμα τῶν χορδῶν του δυναμώνει τὸν ἦχο του, ἔτσι καὶ ὁ Περικλῆς, ὅταν μιλοῦσε, χρησιμοποιοῦσε τὶς διδασκαλίες τοῦ Ἀναξαγόρα καὶ ἔδινε στὸ λόγο του περισσότερη δύναμη. Σελ. 127 «βροντοῦσε καὶ ἄστραφτε»· ἔτσι λέει γιὰ τὸν Περικλῆ ὁ μεγάλος κωμικὸς ποιητὴς Ἀριστοφάνης στὴν κωμωδία του ποὺ ἔχει τὸν τίτλο «Ἀχαρνεῖς». ὁ Θουκυδίδης, βλ. σημ. σελ. 194. Ὁ ἀριστοκρατικὸς αὐτὸς πολιτικὸς διατηροῦσε φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸν Ἀρχίδαμο, τὸ βασιλιὰ τῆς Σπάρτης (469 - 427 π.Χ.). Τὸ ἀριστοκρατικὸ κόμμα τῆς Ἀθήνας ἦταν πάντοτε φιλικὸ πρὸς τὴ Σπάρτη. τὰ ψηφισματά του˙ μερικὰ ἀπὸ τὰ ψηφίσματα ποὺ πρότεινε ὁ Περικλῆς καὶ δέχτηκε ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου ἀναφέρονται παρακάτω στὰ κεφ. 10,4· 17,1· 20,2· 30,2 κτλ. τὴν Αἴγινα· ἡ Αἴγινα ἦταν ἰσχυρὸς ἀντίπαλος γιὰ τοὺς Ἀθηναίους, γιατὶ παλαιότερα εἶχε τὰ πρωτεῖα τοῦ ἐμπορίου στὴν ἑλληνικὴ Χερσόνησο καὶ στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου καὶ διεκδικοῦσε νὰ ξαναπάρη τὴν παλαιά τὴς δύναμη. Γι’ αὐτό, ὅπως βρισκόταν στὴν εἴσοδο τοῦ Σαρωνικοῦ, ἦταν μιὰ «τσίμπλα» στὰ μάτια τοῦ Πειραιᾶ (μεταφορικὴ ἔκφραση· πῶς θὰ λέγαμε στὴν κυριολεξία;) βλέπω τώρα καθαρὰ τὸν πόλεμο νὰ ἔρχεται τρέχοντας κτλ. προσωποποίηση τοῦ πολέμου. Στησίμβροτος ἱστοριογράφος ἀπὸ τὴ Θάσο, σύγχρονος τοῦ Περικλῆ. Ἔγραψε ἕνα ἔργο γιὰ τὸ Θεμιστοκλῆ, τὸν Περικλῆ καὶ τὸν πολιτικὸ
170

Θουκυδίδη. Σελ. 129 Κεφ. 9. κληρουχίες κτλ. Κληρουχία λεγόταν ἡ διανομὴ μὲ κλῆρο μιᾶς νικημένης χώρας σὲ ἄπορους πολίτες (κληρούχους)· οἱ κληρουχίες ὑπῆρχαν καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Περικλῆ, αὐτὸς ὅμως τὶς ὀργάνωσε πιὸ συστηματικὰ καὶ τὶς ἐφάρμοσε συχνότερα. θεωρικά, δηλ. τὰ χρήματα ποὺ ἔπαιρναν ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο οἱ ἄποροι πολίτες, γιὰ νὰ ἀγοράζουν εἰσιτήρια τοῦ θεάτρου σὲ μεγάλες γιορτές, ὥστε νὰ μὴ στεροῦνται καὶ αὐτοὶ τὶς πνευματικὲς ψυχαγωγίες, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἀγαθὰ πρέπει νὰ εἶναι κοινὰ γιὰ ὅλους τοὺς πολίτες σὲ μιὰν ἀληθινὴ δημοκρατία. ἀποζημιώσεις· τέτοιες ἀποζημιώσεις ἔπαιρναν οἱ πολίτες γιὰ τὶς μέρες ποὺ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ ἀφήνουν τὴν ἐργασία τους, γιὰ νὰ λάβουν μέρος σὲ δημόσιες ὑπηρεσίες (στὰ δικαστήρια σὰ δικαστές, στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου ἤ στὸ στρατό). Δαμωνίδης, ἴσως εἶναι ὁ Δάμων (κεφ. 4,1) ἀπὸ τῂν Οἴη, ποὺ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς δήμους τῆς Ἀττικῆς (λέγεται καὶ Ὄα ἤ Ὀή). Ἄγνωστο ποῦ ἀκριβῶς ἦταν. Ἴσως πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ σημερινὸ Δαφνί. Ἀριστοτέλης (βλ. Θεμ. σημ. σελ. 96)· τὰ ἀναφέρει αὐτὰ στὸ ἔργο του «Ἀθηναίων Πολιτεία». δὲν εἶχε κληρωθῆ· πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὸν Περικλῆ τὴν κυβερνητικὴ ἐξουσία τὴν εἶχαν οἱ 9 ἄρχοντες, δηλ. ἕνας «ἄρχων» (ποὺ λεγόταν καὶ ἐπώνυμος), ἕνας «πολέμαρχος», ἕνας «βασιλεὺς» (ποὺ εἶχε κυρίως ἱερατικὰ καθήκοντα) καὶ 6 «θεσμοθέτες». Τοὺς ἄρχοντες αὐτοὺς τοὺς ὅριζαν μὲ κλῆρο ἁπὸ ἕναν κατάλογο ὑποψηφίων ἀπὸ τὶς 10 φυλές. Ἡ θητεία τῶν 9 ἀρχόντων διαρκοῦσε ἔνα χρόνο. Μετὰ τὴ λήξη τῆς θητείας τους, ἂν ὁ λαὸς ἐπιδοκίμαζε τὴ δράση τους, γίνονταν ἰσόβια μέλη τῆς βουλῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου. μὲ μεσολάβηση τοῦ Ἐφιάλτη, βλ. σημ. 196. Σελ. 131 ὁ ἐξοστρακισμὸς τοῦ Κίμωνα ἔγινε τὸ 461 π.Χ. Κεφ. 10. μὲ μεγάλο στρατό· τὸ 457 π.Χ. οἱ Λακεδαιμόνιοι μὲ στρατὸ ἀπὸ 11500 ἄντρες μπῆκαν στὴν περιοχὴ τῆς Τανάγρας (ποὺ ἦταν ἀρχαία πόλη τῆς Α. Βοιωτίας, κοντὰ στὴν ἀριστερὴ ὄχθη τοῦ Ἀσωποῦ ποταμοῦ, στὰ σύνορα τῆς Ἀττικῆς). Ἐναντίον τους παρατάχτηκαν 14000 Ἀθηναῖοι, ἀλλὰ τελικῶς νίκησαν οἱ Λακεδαιμόνιοι.
171

στὰ σύνορα τῆς Ἀττικῆς, δηλ. ἐκεῖ, στὴν περιοχὴ τῆς Τανάγρας. στὶς δύο πόλεις. δηλ. τὴν Ἀθήνα καὶ τὴ Σπάρτη. Ἐλπινίκη, ἀδερφὴ τοῦ Κίμωνα ἀπὸ ἄλλη μητέρα, ποὺ εἶχε ἀνακατευτῆ στὰ πολιτικά. Σελ. 133 ὅταν αὐτὸς δικαζόταν· ἡ δίκη τοῦ Κίμωνα ἔγινε τὸ 463 π.Χ., ὅταν εἶχε ὑποτάξει τὴ Θάσο καὶ γύρισε στὴν Ἀθήνα· κατηγορήθηκε πὼς εἶχε δωροδοκηθῆ ἀπο το βασιλιὰ τῆς Μακεδονίας Ἀλέξανδρο Α΄, γιὰ νὰ μὴν πειράξη τὴ χώρα του. Ἰδομενέας, ἀπὸ τὴ Λάμψακο (πόλη τῆς μικρασιατικῆς παραλίας τοῦ Ἑλλησπόντου). Ἔζησε τὸν 3. π.Χ. αἰ., ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ φιλοσόφου Ἐπικούρου καὶ ἔγραψε βιβλίο «Περὶ δημαγωγῶν», ποὺ περιέχει πολλὲς ἀνεύθυνες διηγήσεις καὶ συκοφαντικὲς κακολογίες γιὰ διάφορα πολιτικὰ πρόσωπα. ὅπως λέει ὁ Ἀριστοτέλης, στὸ ἔργο του «Ἀθηναίων Πολιτεία». στὴν Κύπρο, ὁ Κίμων πέθανε, ὅταν πολιορκοῦσε τὸ Κίτιο τῆς Κύπρου τὸ 449 π.Χ., πολεμώντας τοὺς Πέρσες. Κεφ. 11. Θουκυδίδης, ὁ πολιτικὸς ἀντίπαλος τοῦ Περικλῆ (βλ. σημ. σελ. 194). Σελ. 135 ἔμενε διαρκῶς μέσα στὴν πόλη, ἐνῶ ὁ προκάτοχός του ὁ Κίμων ἦταν ἀπασχολημένος σ’ ἐκστρατεῖες τὸν περισσότερο καιρὸ (βλ. κεφ. 7, 3). ὅπως συμβαίνει σ’ ἕνα σιδερένιο ἀντικείμενο, ποὺ ἔχει στὸ ἐσωτερικό του κάποιο ράγισμα κρυφὸ κτλ. παρομοίωση (ἀνάλυσε τὰ στοιχεῖα της) χαλάρωνε τὸ χαλινὸ ἀπὸ τὸ λαό, μεταφορικὴ ἔκφραση (σὲ ποιὰ περίπτωση χρησιμοποιεῖται κυριολεκτικὰ ἡ ἔκφραση αὐτή;) μὲ εὐγενικὲς εὐχαριστήσεις, δηλ. μὲ ἐκδηλώσεις ποὺ εἶχαν καλλιτεχνικὸ περιεχόμενο, ἱκανὲς νὰ ψυχαγωγήσουν τὸ λαό, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν μορφώσουν. χίλιους κληρούχους, βλ. σημ. σελ. 197 γιὰ τὶς κληρουχίες. Χερρόνησος, ἡ βόρεια ἤ εὐρωπαϊκὴ χερσόνησος τοῦ Ἑλλησπόντου. Ἐκεῖ ἔστειλε ὁ Περικλῆς τὸ 447 π.Χ. 1. 000 ἐποίκους Ἀθηναίους. οἱ Βισάλτες, θρακικὸς λαὸς κοντὰ στὸ Στρυμόνα. ἡ Σύβαρη, πλούσια ἐλληνικὴ πόλη στὸν Ταραντικὸ κόλπο, τὸ 510 π.Χ. καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς γειτονικοὺς Κροτωνιάτες καὶ τὸ 444
172

π.Χ. μὲ φροντίδα τοῦ Περικλῆ ἀνοικοδομήθηκε καὶ μετονομάστηκε «Θούριοι». Σελ. 137 Κεφ. 12. πῆρε ἀπὸ τὴ Δῆλο τὰ κοινὰ χρήματα κτλ. Οἱ συμμαχικὲς πόλεις ἔδιναν κάθε χρόνο γιὰ τὴν κοινὴ σωτηρία καὶ γιὰ τὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν Περσῶν χρηματικὲς εἰσφορές. Τὰ ποσὰ αὐτὰ ποὺ οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ διαθέτουν γιὰ τὴν παρασκευὴ ἀξιόμαχου ναυτικοῦ, τὰ φύλαγαν στὴ Δῆλο οἱ λεγόμενοι Ἑλληνοταμίες. Ἀλλὰ τὸ 454 π.Χ. κατὰ πρόταση τοῦ Περικλῆ τὸ κοινὸ συμμαχικὸ ταμεῖο μεταφέρθηκε στὴν Ἀθήνα καὶ τὰ χρήματα ἔμεναν φυλαγμένα στὸν ὀπισθόδρομο τοῦ Παρθενώνα μὲ τὴ δικαιολογία ὅτι ἐκεῖ ἦταν πιὸ ἀσφαλισμένα. χιλιοτάλαντους ναούς· δηλ. γιὰ τὸν καθένα δαπανήθηκαν χίλια τάλαντα. Γιὰ μερικὰ κτίσματα δαπανήθηκαν μεγαλύτερα ποσά· γιὰ τὰ Προπύλαια, λένε πὼς χρειάστηκαν 2.000 τάλαντα καὶ γιὰ τὸν Παρθενώνα ἀκόμη περισσότερα. Σελ. 139 ὁ ἐργατικὸς λαὸς κτλ. δηλ. οἱ θῆτες· αὐτοί, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἔχουν ὁπλισμὸ οὔτε ἄλογα, ὑπηρετοῦσαν μόνο ὡς «ψιλοί», δηλ. στρατιῶτες μὲ ἐλαφρὸ ὁπλισμὸ (ἀκόντια, τόξα καὶ σφενδόνες, χωρὶς ἀσπίδα). ἔβενος, σκληρότατο μαῦρο ξύλο ἀπὸ τὴν Ἀφρικὴ καὶ τὶς Ἰνδίες. Κεφ. 13. ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα˙ εἶναι πράγματι ἀξιοθαύμαστο τὸ ὅτι τόσα ὑπέροχα κτίσματα ποὺ ἐλάμπρυναν τὴν Ἀθήνα, συντελέστηκαν σὲ τόσο σύντομο διάστημα, δηλ. κατὰ τὴν ἀκμὴ τῆς πολιτικῆς σταδιοδρομίας ἑνὸς μόνου ἀνθρώπου, τοῦ Περικλῆ. Αὐτὸς μὲ τὴ συνεργασία τοῦ Φειδία καὶ τόσων ἄλλων καλλιτεχνῶν, ἔκαμε τὴν Ἀκρόπολη τὸ λαμπρότερο καλλιτεχνικὸ κέντρο τῶν αἰώνων. Ἄν λάβη κανεὶς ὑπόψη του ὅτι μαζὶ μὲ τοὺς ἐξαιρετικοὺς αὐτοὺς καλλιτέχνες, τὴν ἴδιαν ἐποχὴ εἶχαν ἀναφανῆ οἱ μεγαλύτεροι φιλόσοφοι, συγγραφεῖς καὶ ποιητὲς ποὺ γνώρισε ὁ ἀρχαῖος κόσμος, μπορεῖ νὰ καταλάβη γιατὶ ἡ ἐποχὴ τοῦ Περικλῆ ὀνομάστηκε «χρυσὸς αἰώνας» καὶ γιατὶ ὡς σήμερα οἱ ἄνθρωποι μιλοῦν γιὰ τὸ «ἀρχαῖο ἑλληνικὸ θαῦμα». Σελ. 143 ὁ Ζεύξης (ἀρχ. ὁ Ζεῦξις, τοῦ Ζεύξιδος), ὁ περιφημότερος ζωγράφος τῶν ἀρχαίων χρόνων γεννήθηκε στὴν Ἡράκλεια τῆς Ἰταλίας, ἦρθε
173

μετὰ τὸ 438 π.Χ. στὴν Ἀθήνα καὶ φιλοτέχνησε πολλὰ ἔργα, ποὺ δὲ διασώθηκαν. Χρησιμοποίησε στὶς εἰκόνες του τὴ φωτοσκίαση (δηλ. τὴν ἐναλλαγὴ φωτὸς καὶ σκιᾶς). Ἀγάθαρχος, ἀπὸ τὴ Σάμο, ποὺ ἔζησε στὴν Ἀθήνα κατὰ τὸ διάστημα 460 - 430 π. Χ. καὶ φημίζεται ὡς σκηνογράφος. τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἀρχαίου κτλ., δηλ. καθένα ἀπὸ τὰ ἔργα αὐτὰ εἶχε τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κλασικοῦ ἔργου, σὰ νὰ εἶχε δοκιμαστῆ ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ εἶχε ἐπιβληθῆ,ἐνῶ μόλις τότε κατασκευάστηκε. (Πρόσεξε τὴν ἀντίθεση: τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἀρχαίου - τὴ δροσερότητα ἑνὸς πρόσφατου καὶ νέου ἔργου). Φειδίας, ὁ μεγαλύτερος Ἀθηναῖος γλύπτης, καὶ ἀνδριαντοποιὸς (5 π.Χ. αἰ.), ἀπὸ τοὺς κυριότερους συνεργάτες τοῦ Περικλῆ. Εἶχε τὴ γενικὴ ἐποπτεία τῶν ἔργων ποὺ ἔγιναν στὴν Ἀκρόπολη καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἀττική. Περίφημα ἔργα του εἶναι τὸ κολοσσιαῖο ὀρειχάλκινο ἄγαλμα τῆς «Προμάχου Ἀθηνᾶς», ποὺ εἶχε στηθῆ στὴν Ἀκρόπολη καὶ τὸ χρυσολεφάντινο ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς μέσα στὸν Παρθενώνα, στὸ σηκὸ τοῦ ναοῦ· ἐπίσης τὸ χρυσελεφάντινο ἄγαλμα τοῦ Διὸς στὴν Ὀλυμπία. τὸν ἑκατόμπεδο Παρθενώνα. Στὴ θέση ὅπου οἰκοδομήθηκε ὁ Παρθενώνας ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τοὺς μηδικοὺς πολέμους ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς, ποὺ λεγόταν «ἑκατόμπεδος», γιατὶ εἶχε μῆκος 100 ποδῶν ἀττικῶν (=32,84 μ.). Μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς Πέρσες τὸ 480 π.Χ. ὁ Κίμων ἄρχισε νὰ οἰκοδομῆ στὴ θέση του ἄλλο ναό, ἀλλὰ οἱ ἐργασίες δὲν προχώρησαν. Στὰ θεμέλιά του ἱδρύθηκε τὴν ἐποχὴ αὐτὴ τοῦ Περικλῆ ὁ νέος ὑπέρλαμπρος ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς, ὁ Παρθενώνας, ποὺ ἐξακολούθησε νὰ λέγεται «ἑκατόμπεδος», ἄν καὶ τὸ μῆκος του εἶναι πολὺ μεγαλύτερο (225 ποδῶν), γιατὶ τὸ κυριότερο μέρος του, ὁ σηκός, ὅπου βρισκόταν καὶ τὸ χρυσελεφάντινο ἄγαλμα, εἶχε μῆκος 108 ποδῶν. Παρθενώνας λεγόταν στὴν ἀρχὴ μόνο τὸ δυτικὸ τμῆμα, ὁ ὀπισθόδρομος. Ἀργότερα ὅμως ἔτσι ὀνομάστηκε ὅλος ὁ ναὸς καὶ μὲ τὸ ὄνομα αὐτὸ εἶναι γνωστὸς ὡς σήμερα. Καλλικράτης, Ἀθηναῖος ἀρχιτέκτονας τοῦ 5 π.Χ. αἰ. Συνεργάστηκε μὲ τὸν Ἰκτίνο στὴν οἰκοδόμηση τοῦ Παρθενώνα. Λέγεται ὅτι αὐτὸς ἔδωσε τὰ σχέδια καὶ τοῦ μικροῦ, ἀλλὰ κομψοῦ ναοῦ τῆς Ἀθηνᾶς Νίκης στὸ δυτικὸ ἄκρο τῆς Ἀκρόπολης. Ἐπίσης, ὅπως ἀναφέρει παρακάτω ὁ Πλούτ., ὁ Καλλικράτης ἐργάστηκε καὶ στὴν οἰκοδόμηση τῶν μακρῶν τειχῶν τῆς Ἀθήνας. Ἰκτίνος, Ἕλληνας ἀρχιτέκτονας τοῦ 5. π.Χ. αἰ. Πιστεύεται ὅτι αὐτὸς ἔδωσε τὸ σχέδιο τοῦ Παρθενώνα, ποὺ τὸ ἐφάρμοσε ὁ Καλλικράτης.
174

Περίφημα ἔργα τοῦ Ἰκτίνου ἦταν καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἀπόλλωνα στὴ Φιγάλεια, καθὼς καὶ τὸ τελεστήριο στὴν Ἐλευσίνα. τὸ τελεστήριο στὴν Ἐλευσίνα, ἦταν ναὸς τῆς Δήμητρας ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι, γιατὶ σ’ αὐτὸν γινόταν ἡ τέλεση, δηλ. ἡ μύηση τῶν πιστῶν ὀνομάζεται καὶ ἀνάκτορο, γιατὶ ἦταν κατοικία τῆς Δήμητρας. Τὸ σχέδιο τοῦ ναοῦ ἦταν ἔργο τοῦ Ἰκτίνου, τὸ ἐφάρμοσαν ὅμως οἱ ἀρχιτέκτονες Κόροιβος καὶ Μεταγένης. ποὺ ὑψώνονται ἀπὸ τὸ ἔδαφος, δηλ. ἀπὸ τὸ στυλοβάτη. μὲ τὰ ἐπιστύλια, δηλ. μὲ μαρμάρινα δοκάρια ποὺ τὰ τοποθέτησε ἐπάνω ἀπὸ τοὺς στύλους. Ξυπέτη, δῆμος τῆς Κεκροπίδας φυλῆς. διάζωμα· ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἐπιστύλιο τοποθετεῖται ἔνα τμῆμα στενόμακρο σὰ ζώνη ποὺ στολίζεται μὲ διάφορες γλυπτὲς παραστάσεις˙ αὐτὸ λέγεται διάζωμα. καὶ τοὺς ἐπάνω στύλους˙ ἐπειδὴ τὸ οἰκοδόμημα τοῦ ναοῦ εἶχε μεγάλο ὕψος, στήθηκαν δύο σειρὲς ἀπὸ στύλους, ἡ μία ἐπάνω στὴν ἄλλη ἔτσι ἐπάνω ἀπὸ τοὺς στύλους ποὺ ὑψώνονται ἀπὸ τὸ στυλοβάτη στήθηκαν οἱ ἐπάνω στύλοι, ποὺ ἐστήριζαν τὴν ὀροφὴ. Δηλαδὴ ἡ σειρὰ τοῦ συγκροτήματος τῶν στύλων ἦταν: οἱ στυλοβάτες, οἱ κάτω στύλοι, τὸ ἐπιστύλιο, τὸ διάζωμα καὶ ἐπάνω σ’ αὐτὸ οἱ ἐπάνω στύλοι. τὸ φεγγίτη στὴ στέγη τοῦ ἀνακτόρου (δηλ. τοῦ ναοῦ)· ἡ στέγη εἶχε ἔνα μεγάλο ἄνοιγμα («ὀπαῖον»), γιὰ νὰ φωτίζεται ὁ ναός. τὸ μακρὸ τεῖχος· δύο μακρὰ τείχη εἶχαν οἰκοδομηθῆ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κίμωνα· τὸ ἕνα ἀπ’ αὐτὰ ἕνωνε τὸν περίβολο τῆς πόλης μὲ τὸ Φάληρο καὶ τὸ ἄλλο μὲ τὸν Πειραιά. Τώρα, μὲ πρόταση τοῦ Περικλῆ, οἰκοδομήθηκε ἕνα ἐνδιάμεσο, κοντὰ στὸ πειραϊκὸ τεῖχος, ὥστε τὰ δύο αὐτὰ νὰ κλείνουν ὁλόγυρα τὸν Πειραιά. Τὸ ἄλλο τεῖχος, τὸ φαληρικό, ἀχρηστεύτηκε· Κρατίνος, ἀρχαῖος κωμικὸς ποιητὴς τοῦ 5. π.Χ. αἰ. Ἔγραψε 21 κωμωδίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες πολὺ λίγα ἀποσπάσματα σώζονται. τὸ Ὠδεῖο, θέατρο κατάλληλο γιὰ μουσικὴ στοὺς ΝΑ πρόποδες τῆς Ἀκρόπολης· τὸ χρησιμοποιοῦσαν στὴν ἀρχὴ γιὰ τοὺς μουσικοὺς ἀγώνες τῶν Παναθηναίων. Ἦταν ξύλινο κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος του καὶ πὺρπολήθηκε τὸ 86 π.Χ., ὅταν ὁ Ρωμαῖος Σύλλας μὲ τὸ στρατό του εἶχε κυριέψει τὴν Ἀθήνα. κατ’ ἀπομίμηση τῆς σκηνῆς τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν, δηλ. τῆς σκηνῆς ποὺ εἶχε στήσει ὁ Ξέρξης τὸ 480 π.Χ., γιὰ νὰ παρᾳκολουθῆ τὴ ναυμαχία στὴ Σαλαμίνα. Πιθανότερο ὅμως εἶναι ὅτι τὸ Ὠδεῖο εἶχε ὀροφὴ κωνικὴ γιὰ ἀκουστικοὺς λόγους.
175

Σελ. 145 ὁ σκινοκέφαλος Δίας, δηλ. ὁ Περικλῆς· οἱ κωμικοὶ ποιητὲς τὸν ὀνόμασαν σκινοκέφαλο, γιατὶ εἶχε κεφάλι μακρουλὸ σὰν τὴ ρίζα τοῦ σκίνου ποὺ εἶναι φυτὸ βολβόριζο σὰν τὸ κρεμμύδι. τώρα πιὰ ποὺ γλίτωσε τὸν ἐξοστρακισμό· ὁ Περικλῆς ξέφυγε ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ ἐξοστρακιστῆ καί, ἀντίθετα, κατόρθωσε νὰ ἐξοστρακιστῆ ὁ ἀντίπαλός του ὁ Θουκυδίδης τὸ 443 π.X., τὴν ἐποχὴ ποὺ κατασκευάστηκε τὸ Ὠδεῖο. ἀθλοθέτης· κάθε χρόνο διορίζονταν μὲ κλῆρο δέκα «ἀθλοθέτες», δηλ. ἰδιαίτεροι ἄρχοντες, ποὺ εἶχαν ὡς ἔργο τους νὰ ἐποπτεύουν τοὺς διάφορους ἀγῶνες ποὺ γίνονταν κατὰ τὰ Παναθήναια. Λέγονται καὶ ἀγωνοθέτες. τὰ Προπύλαια στὴν Ἀκρόπολη ἦταν ἡ ἐπιβλητικὴ πύλη καὶ τὰ παράπλευρα οἰκοδομήματα ποὺ χτίστηκαν κατὰ τὰ ἔτη 437 - 432 π.Χ. πάνω στὴ βάση ἀρχαιότερης πύλης. Χρησίμευαν ὡς εἴσοδος στὴν Ἀκρόπολη. ἄγαλμα τῆς Ὑγείας Ἀθηνᾶς· τὸ βάθρο τοῦ ἀγάλματος, σώζεται μὲ τὴν ἐπιγραφή: «Οἱ Ἀθηναῖοι στὴν Ἀθηναία τὴν Ὑγεία. Τὸ κατασκεύασε ὁ Πύρρος Ἀθηναῖος». Φαίνεται ὅμως πὼς τὸ ἄγαλμα αὐτὸ ἔγινε ἀργότερα, ὅταν ἔπαψε ἡ ἐπιδημία καὶ οἱ Ἀθηναῖοι θέλησαν νὰ δείξουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὴ θεά, ποὺ βοήθησε νὰ σταματήση τὸ κακό. τὸ χρυσὸ ἄγαλμα, δηλ. τὸ χρυσελεφάντινο. στὴ στήλη, ὄχι στὸ βάθρο τοῦ ἀγάλματος, παρὰ σὲ ἰδιαίτερη στήλη. Σελ. 147 Κεφ. 14. κατόρθωσε νὰ ἐξοστρακίση τὸ Θουκυδίδη, βλ. σημ. παραπάνω στὴ φρ. τώρα ποὺ γλίτωσε ἀπὸ τὸν ἐξοστρακισμό. Κεφ. 15. τῶν ὑποταγμένων λαῶν, ἐνν. στὴ Θράκη καὶ στὴν Καρία. τῶν βασιλέων, ὅπως τοῦ βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου Ψαμήτιχου, ποὺ εἶχε ἐπαναστατήσει ἐναντίον τῶν Περσῶν καὶ εἶχε φιλικὲς σχέσεις μὲ τοὺς Ἀθηναίους. τῶν δυναστῶν, ὅπως οἱ δυνάστες τῆς Καρίας ποὺ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κίμωνα εἶχαν ἐξαναγκαστῆ νὰ γίνουν σύμμαχοι τῶν Ἀθηναίων. σὰ μιὰ μουσικὴ ἁπαλὴ καὶ ἄτονη, ὅταν οἱ χορδὲς τῶν ὀργάνων εἶναι χαλαρωμένες. Σελ. 149
176

τέντωνε τὰ λουριά, μεταφορικὴ ἔκφραση (πρβλ. καὶ τὴ φρ. χαλάρωνε τὸ χαλινό, σημ. σελ. 199). Κεφ. 16. νέους Πεισιστρατίδες, δηλ. φιλόδοξους τυράννους, ὅπως ἦταν οἱ γιοὶ τοῦ Πεισιστράτου Ἱππίας καὶ Ἵππαρχος. Τηλεκλείδης, κωμικὸς ποιητὴς τοῦ 5. π.Χ. αἰ., λίγο νεώτερος ἀπὸ τὸν Κρατίνο. Στὶς κωμωδίες του σατύριζε τὸν Περικλῆ καὶ ἄλλους συγχρόνους του. Ἀπ’ αὐτὲς σώθηκαν ἀρκετὰ ἀποσπάσματα. ἀπ’ τὶς πόλεις τοὺς φόρους, δηλ. τοὺς φόρους ποὺ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνουν οἱ συμμαχικὲς πόλεις γιὰ τὴν κοινὴ ἄμυνα. καὶ πετρόχτιστα τείχη, τὸ μακρὸ τεῖχος (βλ. σημ. σελ. 202). Σελ. 151 ἐπὶ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια, δηλ. ἀπὸ τὸ 469 - 429. ἀνάμεσα ἀπὸ ἄντρες, ὅπως: ὁ Ἐφιάλτης, βλ. σημ. σελ. 196· ὁ Λεωκράτης, στρατηγὸς ποὺ ὑπόταξε τὴν Αἴγινα τὸ 458 π.Χ., ὁ Μυρωνίδης, ποὺ κέρδισε πολλὲς νίκες (τὸ 458 π.Χ. νίκησε τοὺς Κορινθίους στὴ Μεγαρίδα, τὸ 455 τοὺς Βοιωτούς κτλ.), ὁ Κίμων, βλ. σημ. σελ. 195, ὁ Τολμίδης στρατηγὸς ποὺ τὸ 455 π.Χ. ἔκαψε τὸν πολεμικὸ λιμένα τῶν Σπαρτιατῶν στὸ Γύθειο· ὁ Θουκυδίδης, βλ. σημ. σελ. 194. μετὰ τὸν ἐξοστρακισμὸ τοῦ Θουκυδίδη, δηλ. τὸ 443 π.Χ. δὲν ταίριαζαν μὲ τὴ σοφία τοῦ Ἀναξαγόρα, βλ. Θεμ. σημ. σελ. 87. Σελ. 153 εἶχε σκεπάσει τὸ κεφάλι του· ὑπῆρχε συνήθεια νὰ σκεπάζουν τὸ κεφάλι ὅσοι περίμεναν τὸ θάνατο. Σελ. 155 Κεφ. 17. μέσο τῆς Λοκρίδας, ἐνν. τῆς δυτικῆς. Οἰταῖοι, οἱ κάτοικοι τῆς χώρας ποὺ εἶναι κοντὰ στὸ ὄρος Οἴτη. Κεφ. 18. Τολμίδης, Ἀθηναῖος στρατηγός, ποὺ ὁδήγησε τὸν Ἀθηναϊκὸ στόλο τὸ 455 π.Χ. στὰ παράλια τῆς Πελοποννήσου, καὶ ἔκαψε τὸν πολεμικὸ λιμένα τῶν Σπαρτιατῶν στὸ Γύθειο· πέθανε στὴν Κορώνεια τὸ 447 π.Χ., ἐνῶ πολεμοῦσε μὲ τοὺς Βοιωτούς. Σελ. 157 Κεφ. 19. Χερρόνησος, βλ. σημ. σελ. 199. τὸν ἰσθμό, ἀνάμεσα στὸ Μέλανα κόλπο καὶ στὴν Προποντίδα.
177

οἱ Οἰνιάδες, λαὸς καἱ πόλη τῆς Ἀκαρνανίας, στὴ δεξιὰ ὄχθη τοῦ Ἀχελώου. Σελ. 159 Κεφ. 20. Σινώπη, πόλη τῆς Μ. Ἀσίας στὴν παραλία τοῦ Εὐξείνου πόντου, ἀποικία τῶν Μιλησίων. Λάμαχος, ὀνομαστὸς Ἀθηναῖος στρατηγός· κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο ἔλαβε μέρος μαζὶ μὲ τὸν Ἀλκιβιάδη καὶ τὸ Νικία στὴν ἐκστρατεία ποὺ ἐπιχείρησαν οἱ Ἀθηναῖοι στὴ Σικελία καὶ ἔπεσε στὶς Συρακοῦσες τὸ 414 π.Χ. νὰ ἀρχίσουν πάλι τὶς ἐπιχειρήσεις στὴν Αἴγυπτο˙ οἱ προηγούμενες ἐπιχειρήσεις στὴν Αἴγυπτο ἔγιναν τὸ 459 καὶ 449 π.Χ. ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι θέλησαν νὰ τὴν ἀποσπάσουν ἀπὸ τοὺς Πέρσες, ἀλλὰ δὲν τὸ κατόρθωσαν. Τυρρηνία (ἤ Ἐτρουρία) χώρα τῆς Ἰταλίας ποὺ ὁρίζεται δυτικὰ ἀπὸ τὸ τυρρηνικὸ πέλαγος, ἀνατολικὰ ἀπὸ τὸν ποταμὸ Τίβερη, πρὸς Β. ἀπὸ τὰ Ἀπέννινα καὶ πρὸς Ν. ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ Λατίου. Καρχηδόνα, μεγάλη παραλιακὴ πόλυ τῆς Β. Ἀφρικῆς στὴ χερσόνησο ποὺ εἶναι ἀπέναντι στὴ Σικελία. Ἱδρύθηκε τὸν 7 π.Χ. αἰ. ἀπὸ τοὺς Φοίνικες. Οἱ Καρχηδόνιοι εἶχαν προσπαθήσει πολλὲς φορὲς νὰ ὑποτάξουν τὶς ἑλληνικὲς ἀποικίτς τῆς Σικελίας καὶ τῆς Ἱταλίας. Κεφ. 21. Ἱερὸς πόλεμος˙ ὁ πόλεμος τῶν Φωκέων πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν Δελφῶν ὀνομάστηκε ἱερός, γιατὶ εἶχε αἰτία τὴ διοίκηση τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν (τὸ 448 π.Χ.). Τοὺς Φωκεῖς ὑποστήριζαν οἱ Ἀθηναῖοι καὶ τοὺς Δελφοὺς οἱ Σπαρτιάτες· τὸ δικαίωμα νὰ παίρνουν τὴ μαντεία πρῶτοι κτλ. Κανονικά, ὅταν πήγαναν δύο ᾒ περισσότεροι μαζὶ στὸ μαντεῖο, ἡ σειρὰ ὁριζόταν μὲ κλῆρο· οἱ Λακεδαιμόνιοι ὅμως ἀπόχτησαν τὸ δικαίωμα νὰ παίρνουν τὴ μαντεία πρῶτοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους («προμαντεία», πρώτη μαντεία). χάλκινος λύκος· ἕνα ἀπὸ τὰ ἀφιερώματα τῶν Δελφῶν ἦταν τὸ χάλκινο ἄγαλμα τοῦ λύκου, κοντὰ στὸ βωμὸ τοῦ Ἀπόλλωνα. Τὸ εἶχαν ἀφιερώσει οἱ κάτοικοι τῶν Δελφῶν, γιατί, κατὰ τὴν παράδοση, ἕνας λύκος, τοὺς εἶχε ὁδηγήσει νὰ βροῦν τοὺς θησαυροὺς ποὺ εἶχε κλέψει κάποιος ἀπὸ τὸ μαντεῖο καὶ τοὺς εἶχε κρύψει στὸν Παρνασσό. Σελ. 161 Κεφ. 22. ἀποστάτησαν οἱ Εὐβοεῖς, τὸ 446 π.Χ., ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι
178

νικήθηκαν στὴν Κορώνεια. ποὺ ἦταν πολὺ νέος· Ὁ πατέρας τοῦ Πλειστώνακτα ὁ Παυσανίας, πέθανε τὸ 467 π.Χ. Ἑπομένως αὐτὸς τὸ 446 θὰ ἦταν 20 - 21 ἐτῶν. Γύλιππος, στρατηγὸς τῶν Σπαρτιατῶν τὸ 414 π.Χ. πολέμησε καὶ νίκησε τοὺς Ἀθηναίους ποὺ εἶχαν πολιορκήσει τὶς Συρακοῦσες. Κεφ. 23. Θεόφραστος, φιλόσοφος ἀπὸ τὴν Ἐρεσὸ τῆς Λέσβου (372 - 287 π.Χ.). Ἔγραψε πολλὰ συγγράμματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ πιὸ ἀξιόλογό ἔχει τὸν τίτλο «Χαρακτῆρες»· Σελ. 163 Ἱπποβότες, πλούσιοι γαιοκτήμονες τῆς Εὐβοίας, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν πρώτη τάξη τῶν πολιτῶν. Αὐτοὺς τώρα (τὸ 446 - 445 π.Χ.) νικᾶ ὁ Περικλῆς καὶ τοὺς ἐξορίζει ἀπὸ τὴ Χαλκίδα. Ἱστιαία (ἀρχ. Ἑστίαια ἢ Ἱστίαια), ἀρχαιότατη πόλη κατὰ τὰ βόρεια παράλια τῆς Εὐβοίας. Κεφ. 24. συμφωνία εἰρήνης. Τὸ 445 π.Χ. ἔγινε ἔνορκη συμφωνία εἰρήνης (ἀρχ. «σπονδαὶ») γιὰ 80 χρόνια. Ἡ συμφωνία ὅμως αὐτὴ κράτησε μόνο ὡς τὸ 431 π.Χ. ποὺ ἄρχισε ὁ πελοποννησιακὸς πόλεμος. Κεφ. 25. Μίλητος, μεγάλη καὶ πλούσια πόλη στὰ παράλια τῆς Μ. Ἀσίας, κοντὰ στὸ στόμιο τοῦ Μαιάνδρου ποταμοῦ. Πριήνη, ἀρχαία πόλη τῆς Ἰωνίας, ἀπέναντι ἀπὸ τὴ νῆσο Σάμο. Τὴν Πριήνη διεκδικοῦσαν ἡ Σάμος καὶ ἡ Μίλητος. νὰ στείλουν ἀντιπροσώπους στὴν Ἀθήνα· οἱ Σάμιοι ἦταν σύμμαχοι τῶν Ἀθηναίων καὶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ λύνουν τὶς διαφορές τους στὴν Ἀθήνα. στὴ Λῆμνο, ὅπου ὑπῆρχαν κληροῦχοι Ἀθηναῖοι (βλ. καὶ σημ. σελ. 197, γιὰ τὶς κληρουχίες). Πισσούθνης, ἀνεψιὸς τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν, σατράπης τῶν Σάρδεων. χρυσὰ περσικὰ νομίσματα, ποὺ ὀνομάζονταν δαρεικοὶ στατῆρες· ὁ δαρεικὸς ἰσοδυναμοῦσε πρὸς 20 ἀττικὲς δραχμὲς καὶ εἶχε στὴ μία ὅψη τὴν εἰκόνα τοῦ Δαρείου τοῦ Α’ καὶ στὴν ἄλλη διάφορα σχήματα. Σελ. 165 ἡ Τραγία (συνήθως στὸν πληθ. οἱ Τραγίες), νησάκι πρὸς Ν. τῆς Σάμου (σήμερα λέγεται Σαμιοπούλα). Κεφ. 26. πρὸς τὴν ἔξω θάλασσα, δηλ. πρὸς τὸ τμῆμα τῆς Μεσογείου ποὺ εἶναι πρὸς Ν. τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
179

Στησίμβροτος, βλ. σημ. σελ. 197. Μέλισσος, βλ. Θεμ. σημ. σελ. 87. Ἀριστοτέλης, βλ. Θεμ. σημ. σελ. 96. Σελ. 167 Κεφ. 27. τὸ «ἄσπρο κουκί»· στὴν ἀρχαία Ἀθήνα χρῃσιμοποιοῦσαν τὰ κουκιὰ ὡς κλήρους· σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν περίπτωση, ἀνάμεσα στὰ ὀχτὼ κουκιὰ ἔβαζαν ἕνα ἄσπρο ποὺ ἦταν τὸ «τυχερό», δηλ. κέρδιζε ἐκεῖνος, ποὺ τοῦ τύχαινε κατὰ τὴν κλήρωση. «ἄσπρη μέρα», δηλ. εὐχάριστη· μὲ αὐτὴ τὴ σημασία εἶναι συνηθισμένη καὶ σήμερα ἡ ἔκφραση: «μιὰν ἄσπρη μέρα δὲν εἶδε στὴ ζωή του», ποὺ λέγεται γιὰ κάποιον ποὺ ἔζησε βασανισμένος. Ἔφορος, ἱστοριογράφος ἀπὸ τὴν Κύμη τῆς Μ. Ἀσίας (405 - 330 π.Χ.). Ἔγραψε «Ἱστορίες», ποὺ ἄρχιζαν ἀπὸ τὴν κάθοδο τῶν Ἡρακλειδῶν καὶ ἔφταναν ὡς τὰ γεγονότα τοῦ 340 π.Χ. Ἀρτέμων, μηχανικὸς ἀπὸ τὶς Κλαζομενές λέγεται πὼς βρῆκε νέου εἴδους πολιορκητικὲς μηχανές. Ἡρακλείδης, ἀπὸ τὴν Ἡράκλεια τοῦ Πόντου, φιλόσοφος καὶ ἱστορικὸς τοῦ 4. π.Χ. αἰ. Ἔγραψε πολλὰ ἔργα, ἀλλ’ ἀπ’ αὐτὰ σώζονται μόνο μερικὰ ἀποσπάσματα. Ἀνακρέων, λυρικὸς ποιητὴς τοῦ 6. π.Χ., ἀπὸ τὴν Ἰωνία τῆς Μ. Ἀσίας. Ὅταν ἡ πατρίδα του ὑποτάχτηκε στοὺς Πέρσες (τὸ 545 π.Χ.) ἔφυγε καὶ ἔζησε στὰ Ἄβδηρα τῆς Θράκης, στὴ Σάμο καὶ τέλος στὴν Ἀθήνα. Ἀπὸ τὰ ποιήματά του μόνο μερικὰ ἀποσπάσματα σώζονται. Σελ. 169 Κεφ. 28. ἐπίσημη ταφὴ τῶν νεκρῶν. Ὑπήρχε συνήθεια νὰ συγκεντρώνωνται τὰ λείψανα τῶν νεκρῶν τοῦ πολέμου καὶ νὰ γίνεται ἐπίσημη ταφή τους στὸν Κεραμεικό. Κατὰ τὴν τελετὴ ἕνας ὁμιλητής, ποὺ τὸν ὅριζε ἡ πόλη, ἐκφωνοῦσε τὸν «ἐπιτάφιο λόγο», δηλ. ἐγκωμίαζε τοὺς ἥρωες ποὺ ἔπεσαν γιὰ τὴν πατρίδα καὶ παρακινοῦσε τοὺς πολίτες νὰ μιμηθοῦν τὸ παράδειγμά τους. Βλ. καὶ κεφ. 8. 9. Ἴων, τραγικὸς ποιητὴς ἀπὸ τὴ Χίο, ποὺ ἔζησε ἀρκετὸν καιρὸ στὴν Ἀθήνα κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Κίμωνα καὶ τοῦ Περικλῆ. Ἔγραψε τραγωδίες, ποιήματα καὶ ἕνα βιβλίο μὲ ταξιδιωτικὲς ἐντυπώσεις. Ἀγαμέμνων, ὁ ὁμηρικὸς βασιλιὰς τῶν Μυκηνῶν, ἀρχηγὸς τῶν Ἑλλήνων στὸν πόλεμο ἐναντίον τῆς Τροίας, ποὺ κράτησε δέκα χρόνια. Κεφ. 29. μετὰ τὰ γεγονότα αὐτά· πραγματικά, μεσολάβησαν 6 χρόνια
180

ἀπὸ τὴν ἐκστρατεία τῆς Σάμου (440 - 439 π.Χ.) ὡς τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ποὺ ἡ Κέρκυρα ζητεῖ τὴ βοήθεια τῶν Ἀθηναίων. Γιὰ νὰ ἀντιμετωπίση τὴν Κόρινθο (433 π.Χ.). Σελ. 171 γιὰ νὰ ἐκτεθῆ ἀκόμη περισσότερο κτλ. Τὸ ὅτι ὁ Περικλῆς θέλησε νὰ στείλη τὸ γιὸ τοῦ Κίμωνα μὲ λίγα πλοῖα, ἐπίτηδες γιὰ νὰ μὴν κατορθώση τίποτε τὸ ἀξιόλογο καὶ νὰ μειωθῆ, δὲν εἶναι σωστό. Ὁ Θουκυδίδης ποὺ ἔγραψε τὴν ἱστορία τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου μὲ μεγάλη ἀμεροληψία δὲν ἀναφέρει τέτοια πρόθεση τοῦ Περικλῆ. Γράφει μάλιστα ὅτι μαζὶ μὲ τὸ γιὸ τοῦ Κίμωνα εἶχαν σταλθῆ καὶ δύο ἄλλοι στρατηγοί. νόθοι, δηλ. μὴ γνήσιοι Ἀθηναῖοι· ἔτσι ἔλεγαν ἐκείνους ποὺ δὲν εἶχαν καὶ τοὺς δύο γονεῖς Ἀθηναίους. Τᾲ ὀνόματα τῶν παιδιῶν τοῦ Κίμωνα εἶχαν δοθῆ ἀπὸ τὶς πόλεις ποὺ αὐτὸς ἀντιπροσώπευε στὴν Ἀθήνα ὡς πρόξενος. καὶ τοὺς ὅρκους, δηλ. τὴν ἔνορκη συμφωνία εἰρήνης γιὰ 30 χρόνια (βλ. σημ. σελ. 207 γιὰ τὴ συμφωνία εἰρήνης). Ποτίδαια, ἀρχαία πόλη τῆς Χαλκιδικῆς, κοντὰ στὸν Ἰσθμὸ τῆς χερσονήσου τῆς Παλλήνης, στὸ Θερμαϊκὸ κόλπο. τὸ «μεγαρικὸ ψήφισμα»· ἔτσι λεγόταν τὸ ψήφισμα (ποὺ εἶχε ἐγκριθῆ κατὰ πρόταση τοῦ Περικλῆ), σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο οἱ Μεγαρεῖς, σύμμαχοι τῶν Σπαρτιατῶν, εἶχαν ἀποκλειστῆ ἀπὸ τὰ λιμάνια καὶ τὶς ἀγορὲς ποὺ ἦταν στὴν ἐξουσία τῶν Ἀθηναίων. Σελ. 173 Κεφ. 30 τὰ «ἱερὰ λιβάδια» (ἀρχ. ἡ «ἱερὰ ὀργάς»), ἔκταση ἀνάμεσα στὴν Μεγαρίδα καὶ τὴν Ἀττική, ἀφιερωμένη στὴ θεὰ Δήμητρα καὶ τὴν Κόρη της (τὴν Περσεφόνη)· ἡ ἔκταση αὐτὴ ἦταν γόνιμη, ἀλλὰ ἔμενε ἀκαλλιέργητη καὶ κανεὶς δὲν εἶχε δικαίωμα κατοχῆς. Θριάσιες πύλες· ἦταν ἡ ΒΔ πύλη τῆς Ἀθήνας, κοντὰ στὸν Κεραμεικό, ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν «Ἱερὰ ὁδὸ» ποὺ ὁδηγοῦσε στὸν κάμπο τῆς Ἐλευσίνας («Θριάσιον πεδίον») καὶ στὴν πόλη τῆς Ἐλευσίνας. Κατὰ τὸν 4 π.Χ. αἰ. ἡ πύλη αὐτὴ ἀντικαταστάθηκε μὲ δύο νέες πύλες, ποὺ ὀνομάστηκαν «Δίπυλον». Κεφ. 31. μᾶλλον ἀπὸ ὑπεροψία κτλ. Εἶναι ὁλότελα ἄδικη ἡ κατηγορία αὐτή. Ὁ Περικλῆς στὴν περίπτωση ἐκείνη δὲν εἶχε κινηθῆ οὔτε ἀπὸ ὑπεροψία οὔτε ἀπὸ φιλοπόλεμη διάθεση. Ἔβλεπα πράγματι ὅτι
181

ἡ ὑποχώρηση θὰ ἦταν ὁμολογία ἀδυναμίας καὶ θὰ ὁδηγοῦσε σὲ νέες ἀξιώσεις τῆς Σπάρτης καὶ σὲ νέες ὑποχωρήσεις τῆς Ἀθήνας, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐκμηδένιση τῆς ἀθηναϊκῆς ἡγεμονίας. Σελ. 175 Κεφ. 33. τὸ «κυλώνειον ἄγος». Ὅταν ἦταν στὴν Ἀθήνα ἐπώνυμος ἄρχοντας ὁ Μεγακλῆς (ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τῶν Ἀλκμεωνιδῶν), ὁ Κύλων ἐπιχείρησε νὰ γίνη τύραννος, ἀλλὰ τὸ κίνημά του δὲν πέτυχε. (612 π.Χ.). Αὐτὸς τότε κατόρθωσε νὰ φύγη, οἱ ὀπαδοί του ὅμως θανατώθηναν, ἂν καὶ εἶχαν παραδοθῆ μὲ ἔνορκῃ διαβεβαίωση ὅτι δὲ θὰ πειραχτοῦν. Ὅταν ἔπειτα ἔπεσε ἐπιδημία στὴν Ἀθήνα, πιστεύτηκε ὅτι ἦταν τιμωρία γιὰ τὸ ἔγκλημα (τὸ «κυλώνειον ἄγος») καί, γιὰ νὰ καθαριστῆ ἡ πόλη, ἐξορίστηκαν οἱ Ἀλκμεωνίδες. Ἀπὸ τὸ γένος αὐτῶν καταγόταν ἡ μητέρα τοῦ Περικλῆ Ἀγαρίστη. Σελ. 177 εἰσβάλλουν στὴν Ἀττική˙ ὁ βασιλιὰς τῆς Σπάρτης Ἀρχίδαμος μπῆκε στὴν Ἀττικὴ τὴν ἂνοιξη τοῦ 431 π.Χ. στὶς Ἀχαρνές, κοντὰ στὸ σημερινὸ, Μενίδι. ὅπως ἓνας καοαβοκύρης κτλ. Πρόσεξε τὴν παρομοίωση καὶ ἀνάλυσε τὰ στοιχεῖα της. οἱ χοροὶ στὶς κωμωδίες· ὅπως καὶ στὶς τραγωδίες, σπουδαῖο μέρος παίρνει ὁ χορὸς (ὅμιλος προσώπων) ποὺ τραγουδάει ὁρισμένα ἄσματα, ἀνάλογα μὲ τὴν ὑπόθεση. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ κωμικοὶ ποιητὲς μὲ τὰ τραγούδια τοῦ χοροῦ στὶς κωμωδίες τους σατύριζαν τὸν Περικλῆ γιὰ τὴ φαινομενικὴ ἀδράνειά του. Τέτοιο τραγούδι εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ παραθέτει ὁ Πλούτ. παρακάτω. Σελ. 179 Κλέων, περίφημος Ἀθηναῖος δημαγωγός˙ ἀντιπολιτεύτηκε μὲ βιαιότητα τὸν Περικλῆ καὶ ὑπερίσχυσε μετὰ τὸ θάνατο ἐκείνου. Ἔπεσε στὴν Ἀμφίπολη, πολεμώντας τοὺς Σπαρτιάτες, (424 π.Χ.). Ἕρμιππος, Ἀθηναῖος κωμικὸς ποιητής, παλαιότερος τοῦ Ἀριστοφάνη. Οἱ στίχοι αὐτοὶ λέγονται ἀναπαιστικοί, γιατὶ ἀπαρτίζονται ἀπὸ ἀνάπαιστους, δηλ. ἀπὸ τρισύλλαβα κομμάτια (πόδια), ποὺ τὸ καθένα ἔχει τὶς δύο πρῶτες συλλαβὲς ἄτονες καὶ τὴν τρίτη τονισμένη. Ὁ ἀνάπαιστος στὴν ἀρχαία ποίησή εἶχε τὶς δύο πρῶτες συλλαβὲς βραχύχρονες καὶ τὴν τρίτη μακρόχρονη (ὑυ -). οἱ σάτυροι, ἦσαν συνοδοι του Διονύσου. Ὀνομάζει τὸν Περικλῆ
182

«βασιλιὰ τῶν σατύρων», γιατὶ αὐτοὶ ἦταν φημισμένοι γιὰ τὴ δειλία καὶ μαλθακότητά τους. σὰν τοῦ Τέλητα· αὐτὸς ἦταν κάποιος Ἀθηναῖος, ὀνομαστὸς γιὰ τὴ δειλία του. σ’ ἔχει δαγκώσει, δηλ. σ’ ἔχει βάλει στόχο τῶν κατηγορῶν ποὺ ἀπευθύνει μὲ δηκτικότητα ἐναντίον σου. Κεφ. 34. ὥσπου τέλος οἱ Πελοποννήσιοι ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἀττική, τὸν Ἰούλιο τοῦ 431 π.Χ. κληρουχίες, βλ. σημ. σελ. 197. ἡ θανατηφόρα ἐπιδημία, ὁ «λοιμός», ποὺ ἔπεσε στὴν Ἀθήνα τὸ δεύτερο ἔτος τοῦ πελοποννησιακοῦ πολέμου (480 π.Χ.) καὶ προξένησε μεγάλη φθορὰ στὸ στρατό. Κατὰ τὰ τρία χρόνια ποὺ κράτησε ἡ ἐπιδημία πέθαναν 4.400 ὁπλίτες καὶ 600 ἱππεῖς. Ἀλλὰ καὶ στὸν πληθυσμὸ ἦταν πολλὰ τὰ θανατηφόρα κρούσματα. Σελ. 181 Κεφ. 35. ἔγινε ἔκλειψη ἡλίου· ἦταν μερικὴ ἔκλειψη καὶ ἔγινε στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 431 π.Χ. Ἐπίδαυρος· τὴν ὀνομάζει «ἱερή», γιατὶ ὁ τόπος ἦταν ἀφιερωμένος στὸν Ἀσκληπιό. Σελ. 183. Ἰδομενέας, βλ. σημ. σελ. 198. Θεόφραστος, βλ. σημ. σελ 206. Ἡρακλείδης, βλ. σημ. σελ. 208. Κεφ. 36. ἀπὸ τὰ γνήσια παιδιά του· τὰ παιδιὰ τοῦ Περικλῆ ἀπὸ τὴν πρώτη σύζυγό του (ποὺ τὸ ὄνομά της εἶναι ἄγνωστο) ὁ Ξάνθιππος καὶ ὁ Πάραλος, λογαριάζονται ὡς γνήσιοι πολίτες Ἀθηναῖοι, γιατὶ εἶχαν καὶ τοὺς δύο γονεῖς Ἀθηναίους. Ἀπὸ τὴ δεύτερη σύζυγό του, τὴν Ἀσπασία, (ἀπὸ τὴ Μίλητο) ἀπόχτησε ἕνα γιό, ποὺ ὀνομάστηκε, και αὐτὸς Περικλῆς· ἀλλὰ αὐτὸς σύμφωνα μὲ τὸ νόμο δὲν μποροῦσε νὰ θεωρηθῆ ὡς γνήσιος Ἀθηναῖος, γιατὶ ἡ μητέρα του ἦταν ξένη. ἀπὸ τὶς αὐστηρὲς οἰκονομίες τοῦ πατέρα του· γι’ αὐτὲς ἔγινε λόγος στὸ κεφ. 16, 4 - 6. ἀθλητὴς πεντάθλου, αὐτὸς ποὺ ἀγωνίζεται τὸ πένταθλο, δηλ. τοὺς πέντε ἄθλους (ἅλμα, δρόμο, δίσκο, ἀκόντιο καὶ πάλη). Πρωταγόρας, σοφιστὴς ἀπὸ τὰ Ἄβδηρα (485 - 415 π.Χ.), ποὺ εἶχε ἔρθει πολλὲς φορὲς στὴν Ἀθήνα.
183

ἀθλοθέτες (καὶ ἀγωνοθέτες), οἱ ἄρχοντες ποὺ εἶχαν ἔργο τους νὰ διευθύνουν τοὺς ἀγῶνες καὶ νὰ ἀνακηρύττουν τοὺς νικητές. Σελ. 185 ἀπὸ τὰ γνήσια παιδιά του, βλ. παραπάνω σημ. Κεφ. 37. Ἀλκιβιάδης, ὁ ὀνομαστὸς Ἀθηναῖος στρατηγὸς (448 - 404 π.Χ.) εἶχε ἀπὸ τὴ μητέρα του συγγενικοὺς δεσμοὺς μὲ τὸν Περικλῆ. Ἄλλωστε αὐτὸν εἶχε κηδεμόνα στὰ παιδικά του χρόνια. ἐκλέχτηκε στρατηγός, τὸ 429 π.Χ. καὶ εἶχε παιδιὰ γνήσια, ἀπὸ τὴν πρώτη σύζυγό του, βλ. σημ. παραπάνω. ὁ βασιλιὰς τῶν Αἰγυπτίων, ὁ Ψαμμήτιχος, τὸ 450 π.Χ. ἔστειλε στὴν Ἀθήνα ὡς δωρεὰ 40.000 μεδίμνους σιτάρι. Ὁ μέδιμνος ἦταν μέτρο χωρητικότητας γιὰ στερεὰ στὴν ἀρχαία Ἀθήνα καὶ ἰσοδυναμεῖ περίπου πρὸς 52 σημερινὲς λίτρες. Σελ. 187 καταδικάστηκαν καὶ πουλήθηκαν ὡς δοῦλοι· σύμφωνα μὲ τὸ νόμο αὐτοὺς ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἀθηναίου πολίτη, χωρὶς νὰ ἔχουν τέταιο δικαίωμα, τοὺς πουλοῦσαν ὡς δούλους. τὸ μὴ γνήσιο παιδί του, δηλ. τὸ παιδὶ ποὺ εἶχε ἀποχτήσει ἀπὸ τὴν Ἀσπασία καὶ στὸ ὁποῖο ἔδωσε τὸ ὄνομά του Περικλῆς. ἀργότερα δηλ. τὸ 406 π.Χ. Τότε οἱ Ἀθηναῖοι καταδίκασαν σὲ θάνατο τοὺς στρατηγοὺς ποὺ νίκησαν τὸ σπαρτιατικὸ στόλο στις Ἀργινοῦσες (νησάκια ἀνάμεσα στὴ Λέσβο καὶ τὰ μικρασιατικὰ παράλια), γιατὶ δὲν μπόρεσαν νὰ περισυλλέξουν τοὺς νεκροὺς ἐξαιτίας τῆς θαλασσοταραχῆς. Μόνο ὁ Σωκράτης, ποὺ ἦταν πρόεδρος τῆς ἐκκλησίας, ἀντιτάχτηκε σ’ αὐτὴ τὴν καταδίκη. Κεφ. 38. ἡ ἐπιδημία χτύπησε καὶ τὸν Περικλῆ, τὸ φθινόπωρο τοῦ 429 π.Χ. Θεόφραστος, βλ. σημ. σελ. 206. Τὸ σύγγραμμα «Ἠθικὰ» τοῦ Θεοφράστου δὲν ἔχει σωθῆ. Σελ. 189 Κεφ. 39. ὅλοι τὸν ἀποζητοῦσαν μὲ μεγάλο πόθο. Ὁ θάνατος τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ δημιούργησε κενὸ ποὺ τὸ αἰσθάνθηκαν ὅλοι. Τότε οἱ φίλοι καὶ οἱ ἐχθροί του κατάλαβᾳν τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώτου ἐκείνου ποὺ ἐπὶ σαράντα χρόνια ἐργάστηκε ὅσο κανεὶς ἄλλος γιὰ τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἀθήνας καὶ μὲ τὸ ἐξαιρετικὸ πνεῦμα του ἐσφράγισε μιὰν ἐποχὴ ποὺ
184

ὑπῆρξε ἡ λαμπρότερη περίοδος τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας.

185

186

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ................................................................................................................. σελ. 5-10. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ......................................................................................................».11-111 Πρωσοπογραφία....................................................................................................»............14 Χαρακτηρισμός τοῦ Θουκυδίδη.................................................................»...........15 Κείμενα καὶ μετάφραση..................................................................................»....16-83 Σημειώσεις................................................................................................................».85-111 ΠΕΡΙΚΛΗΣ.................................................................................................................»113-208 Πρωσοπογραφία..................................................................................................».........114 Κείμενο καὶ μετάφραση...............................................................................»116-191 Σημειώσεις............................................................................................................»193-214

Ἐξώφυλλον: Ζωγράφου ΛΟΥΪΖΑΣ ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΥ
187

Τὰ ἀντίτυπα τοῦ βιβλίου φέρουν τὸ κάτωθι βιβλιόσημον εἰς ἀπόδειξιν τῆς γνησιότητος αὐτῶν. Ἀντίτυπον στερούμενον τοῦ βιβλιοσήμου τούτου θεωρεῖται κλεψίτυπον. Ὁ διαθέτων, πωλῶν ἢ χρησιμοποιῶν αὐτὸ διώκεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 1129 τῆς 15/28 Μαρτίου 1946 (Ἐφ. Κυβ.) 1946, Α΄ 108).

ΕΚΔΟΣΙΣ Β΄, 1966 (VΙΙΙ) - ANTITYΠΑ 95.000 - ΑΠ. Δ. Σ. 28 / 14 / 21 - 4 - 66 - ΣΥΜ. 1359 14 - 4 - 66 ΕΚΤΥΠΩΣΙΣ: Ι.Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ & ΥΙΟΣ - ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ: ΙΩΑΝ. ΚΑΜΠΑΝΑ Ο. Ε.

188

189

More From This User

Notes
Load more

You're Reading a Free Preview

Download