The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20131020052939/http://vi.scribd.com/doc/84512076/%CE%97-%CE%A0%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%99%CE%91-%CE%94%CE%99%CE%91%CE%98%CE%97%CE%9A%CE%97-%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%AD%CE%BA%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7-%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%9A%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%BF
P. 1
Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (Μονοτονική έκδοση (Πολιτικό Καφενείο)

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (Μονοτονική έκδοση (Πολιτικό Καφενείο)

Ratings: 0|Views: 312|Likes:
Được xuất bản bởiΒήχος Παναγιώτης

More info:

Published by: Βήχος Παναγιώτης on Mar 08, 2012
Bản quyền:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
Free download as PDF, TXT or read online for free from Scribd

08/02/2013

pdf

text

original

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Απόδοση βάσει της μεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')
(Μονοτονική έκδοση)

Επιμέλεια αντιτύπου eBooks4Greeks.gr

Το eBooks4Greeks.gr προτείνει:

el.wikipedia.org/1 , el.wikipedia.org , psigmataorthodoxias1.wordpress.com

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ύμνοι και ωδές πνευματικές, δοξολογίες και ευχαριστίες οφείλονται στον Κύριο της δόξης, της χάριτος και της ιστορίας, διότι με την παρούσα έκδοση η Εκκλησία της Ελλάδος αποκτά την ιδική της έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης βάσει της μεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο'). Τό κείμενο αυτό έχει γίνει αποδεκτό από τη συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος και απετέλεσε τη βάση θεολογικών συζητήσεων, άρα δε και των αποφάσεων των τοπικών και οικουμενικών Συνόδων, ως και την πολλαπλή έγκριση της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Η Παλαιά Διαθήκη, ως γνωστόν, περιέχει το λόγο του Θεού όπως τον απεκάλυψεν ο ίδιος στους Ισραηλίτες πριν να έλθει ο Χριστός στον κόσμο. Η αποκάλυψη αυτή έγινε με τους αγίους άνδρες, τους Πατριάρχες, τον Μωυσή και τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και είχε ως σκοπόν της την προετοιμασία των ανθρώπων στο να κατανοήσουν καλύτερα και να πιστέψουν ευκολότερα στις αλήθειες της Καινής Διαθήκης, όπως ακριβώς τις απεκάλυψε στον κόσμο πλήρως και τελείως ο Υιος του Θεού. Η θεία αποκάλυψη συνιστά ενέργεια του Θεού, με την οποία κάνει γνωστά στον άνθρωπο τα μυστικά της φύσεώς Του, καθώς και το περιεχόμενο του θείου θελήματός Του. Η Παλαιά Διαθήκη ως έκφραση της εν τόπω και χρόνω γενομένης αποκαλύψεως του Θεού, διατηρούσα πάντοτε την επικαιρότητά της, προσφέρει τις θεμελιώδεις αρχές της υπερφυσικής θείας αποκαλύψεως ως αντικείμενο πίστεως. Τα βιβλία της Αγίας Γραφής που εγράφησαν πριν από την έλευση του Χριστού, αποτελούν την Παλαιά Διαθήκη, εκείνα δε που εγράφησαν μετά Χριστόν, συνιστούν την Καινή Διαθήκη. Η Παλαιά Διαθήκη περιέχει σαράντα εννέα βιβλία. Τα βιβλία της είναι ιστορικά, διδακτικά και προφητικά. Ο Θεός φανερώνεται στον Αδάμ, στον Παράδεισο, και πριν και μετά την πτώση του, θέλοντας να τον καθοδηγήσει στο δρόμο της αρετής. Επίσης φανερώνεται στον Αβραάμ και σε πολλούς δικαίους ανθρώπους της εποχής εκείνης. Εκλέγει τον προφήτη Μωυσή και αυτοαποκαλύπτεται σ ‘ αυτόν στο όρος Σινά δεκαπέντε περίπου αιώνες προ της ελεύσεως του Χριστού. Η αποκάλυψη του Θεού και η παράδοση του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

3

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Νόμου Του με τη μορφή των δέκα εντολών στο Μωυσή, συνεχίστηκε με μια σειρά από αγίους προφήτες δια μέσου των αιώνων. Ο Θεός ήθελε να διαπαιδαγωγήσει τον εκλεκτό του λαό, τον Ισραήλ, στο δρόμο της αλήθειας. Μέ την ενανθρώπηση δε του Χριστού, ο Θεός απεκάλυψε την πλήρη αλήθεια. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας το τονίζει γράφοντας ότι «ο Νόμος (της Παλαιάς Διαθήκης) δια Μωυσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» ( Ιωάν. α 17). Η χάρις δε αυτή απελευθερώνει τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμαρτίας και τον αναγεννά. Η πρώτη αποκάλυψη του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη ήταν ατελής, ενώ η δεύτερη στην Καινή Διαθήκη ήταν πλήρης και τελεία. Η μία προετοίμασε το δρόμο της κατανοήσεως και αποδοχής της άλλης. Έτσι η χριστιανική θρησκεία γεννήθηκε μέσα στο πλήρωμα της αληθείας. *** Η παρούσα συλλογική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης των Ο' στην ελληνική γλώσσα, έχει μεγάλη σημασία και δια τον Ελληνισμόν, καθότι απέβη η «παιδαγωγός εις Χριστόν» τόσον των Ελληνιστών Ιουδαίων, όσον και των Εθνικών. Μέχρι της ολοκληρώσεως του Κανόνος της Καινής Διαθήκης, η μετάφραση των Ο' ήταν δια την Εκκλησία η αποκληστική Βίβλος, στην οποία αναφέρονται τόσον ο Κύριος όσον και οι Μαθητές Του. Η μετάφραση των Ο είναι η πλέον παλαιά από τις γνωστές σε μας μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης, σ ‘ αυτήν δε εστηρίχθησαν οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας και αυτήν πλείστοι από αυτούς υπομνημάτισαν και ερμήνευσαν δια μέσου των αιώνων. Αυτή απολαμβάνει θείας αυθεντίας και κύρους ως η Βίβλος της αδιαιρέτου Εκκλησίας των οκτώ πρώτων αιώνων. Συνιστά την Παλαιά Διαθήκη, το επίσημο κείμενο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και παραμένει το αυθεντικό κείμενο βάσει του οποίου έγιναν και οι επίσημες μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης των άλλων αδελφών ορθοδόξων Εκκλησιών· υπήρξε το θείο όργανο του προ Χριστού ευαγγελισμού και απετέλεσε τη βάση της ορθοδόξου Θεολογίας. Πρόκειται δε περί σπουδαιοτάτου και μοναδικού μνημείου του Ελληνισμού και του Πολιτισμού του με αδιάκοπη και καταπλήσσουσα παράδοση των «χειρογράφων» της μέχρι σήμερα. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί και η υπό της Εκκλησίας μας λειτουργική χρήση της, καθότι στις τρεις θείες Λειτουργίες, στα ευχολόγια και στα λοιπά λειτουργικά βιβλία και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

4

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

κείμενα των ιερών Ακολουθιών, γίνεται ευρύτατη χρήση αγιογραφικών χωρίων, προφητειών κ.λ.π. από την Παλαιά Διαθήκη των Ο'. Ευελπιστούμε ότι η πρόνοια του Μεγάλου Θεού, θα ευλογήσει τα πράγματα, ωστε, πολύ σύντομα η Εκκλησία μας, να έχει την Παλαιά Διαθήκη των Ο' σε νεοελληνική απόδοση, δια να γίνεται αυτή καταληπτή από όλους, το φιλακόλουθον πλήρωμα της Εκκλησίας μας και ιδιαίτερα από τους νέους μας, που αποτελούν την ελπίδα της Εκκλησίας και του Έθνους μας. Η προσεκτική ανάγνωση και μελέτη της Αγίας Γραφής αποτελεί μεγάλη ασφάλεια δι ‘ όλους μας, εις το να μην αμαρτάνουμε, μας καθοδηγεί στο θέλημα του Θεού, στον αγώνα δια την απόκτηση των αρετών και στο κέρδισμα της αιωνίου ζωής.

+ Ο Χριστουπόλεως ΠΕΤΡΟΣ Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας

-------------------------------------------------------

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

5

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

1 ΕΝ αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην. 2 η δε γη ην αόρατος και ακατασκεύαστος, και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος. 3 και είπεν ο Θεός· γενηθήτω φως· και εγένετο φως. 4 και είδεν ο Θεός το φως, ότι καλόν· και διεχώρισεν ο Θεός ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους. 5 και εκάλεσεν ο Θεός το φως ημέραν και το σκότος εκάλεσε νύκτα. και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα μία. 6 Και είπεν ο Θεός· γενηθήτω στερέωμα εν μέσω του ύδατος και έστω διαχωρίζον ανά μέσον ύδατος και ύδατος. και εγένετο ούτως. 7 και εποίησεν ο Θεός το στερέωμα, και διεχώρισεν ο Θεός ανά μέσον του ύδατος, ό ην υποκάτω του στερεώματος, και αναμέσον του ύδατος του επάνω του στερεώματος. 8 και εκάλεσεν ο Θεός το στερέωμα ουρανόν. και είδεν ο Θεός, ότι καλόν, και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα δευτέρα. 9 Και είπεν ο Θεός· συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν, και οφθήτω η ξηρά. και εγένετο ούτως. και συνήχθη το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις τας συναγωγάς αυτών, και ώφθη η ξηρά. 10 και εκάλεσεν ο Θεός την ξηράν γην και τα συστήματα των υδάτων εκάλεσε θαλάσσας. και είδεν ο Θεός, ότι καλόν. 11 και είπεν ο Θεός· βλαστησάτω η γη βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος και καθ ‘ ομοιότητα, και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν, ου το σπέρμα αυτού εν αυτω κατά γένος επί της γης. και εγένετο ούτως. 12 και εξήνεγκεν η γη βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος και καθ ‘ ομοιότητα, και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν, ου το σπέρμα αυτού εν αυτω κατά γένος επί της γης. 13 και είδεν ο Θεός, ότι καλόν. και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα τρίτη. 14 Και είπεν ο Θεός· γενηθήτωσαν φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού εις φαύσιν επί της γης, του διαχωρίζειν ανά μέσον της ημέρας και ανά μέσον της νυκτός· και έστωσαν εις
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

6

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

σημεία και εις καιρούς και εις ημέρας και εις ενιαυτούς· 15 και έστωσαν εις φαύσιν εν τω στερεώματι του ουρανού, ωστε φαίνειν επί της γης. και εγένετο ούτως. 16 και εποίησεν ο Θεός τους δύο φωστήρας τους μεγάλους, τον φωστήρα τον μέγαν εις αρχάς της ημέρας και τον φωστήρα τον ελάσσω εις αρχάς της νυκτός, και τους αστέρας. 17 και έθετο αυτούς ο Θεός εν τω στερεώματι του ουρανού, ωστε φαίνειν επί της γης 18 και άρχειν της ημέρας και της νυκτός και διαχωρίζειν ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους. και είδεν ο Θεός, ότι καλόν. 19 και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα τετάρτη. 20 Και είπεν ο Θεός· εξαγαγέτω τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών και πετεινά πετόμενα επί της γης κατά το στερέωμα του ουρανού. και εγένετο ούτως. 21 και εποίησεν ο Θεός τα κήτη τα μεγάλα και πάσαν ψυχήν ζώων ερπετών, α εξήγαγε τα ύδατα κατά γένη αυτών, και παν πετεινόν πτερωτόν κατά γένος. και είδεν ο Θεός, ότι καλά. 22 και ευλόγησεν αυτά ο Θεός, λέγων· αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε τα ύδατα εν ταις θαλάσσαις, και τα πετεινά πληθυνέσθωσαν επί της γης. 23 και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα πέμπτη. 24 Και είπεν ο Θεός· εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κατά γένος, τετράποδα και ερπετά και θηρία της γης κατά γένος. και εγένετο ούτως. 25 και εποίησεν ο Θεός τα θηρία της γης κατά γένος, και τα κτήνη κατά γένος αυτών και πάντα τα ερπετά της γης κατά γένος αυτών. και είδεν ο Θεός, ότι καλά. 26 και είπεν ο Θεός· ποιήσωμεν άνθρωπον κατ ‘ εικόνα ημετέραν και καθ ‘ ομοίωσιν, και αρχέτωσαν των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί γης γης. 27 και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ ‘ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς. 28 και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός, λέγων· αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής και άρχετε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης. 29 και είπεν ο Θεός· ιδού δέδωκα υμίν πάντα χόρτον σπόριμον σπείρον σπέρμα, ό εστιν επάνω πάσης της γης, και παν ξύλον, ό έχει εν εαυτω καρπόν σπέρματος σπορίμου, υμίν έσται εις βρώσιν· 30 και πάσι τοις θηρίοις της γης και πάσι τοις πετεινοίς του ουρανού και παντί ερπετω έρποντι επί της γης, ό έχει εν εαυτω ψυχήν ζωής, και πάντα χόρτον χλωρόν εις βρώσιν. και εγένετο ούτως. 31 και είδεν ο Θεός τα πάντα, όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν. και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα έκτη.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

7

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

1 ΚΑΙ συνετελέσθησαν ο ουρανός και η γη και πας ο κόσμος αυτών. 2 και συνετέλεσεν ο Θεός εν τη ημέρα τη έκτη τα έργα αυτού, α εποίησε, και κατέπαυσε τη ημέρα τη εβδόμη από πάντων των έργων αυτού, ων εποίησε. 3 και ευλόγησεν ο Θεός την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν· ότι εν αυτη κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού, ων ήρξατο ο Θεός ποιήσαι. 4 Αύτη η βίβλος γενέσεως ουρανού και γης, ότε εγένετο· ή ημέρα εποίησε Κύριος ο Θεός τον ουρανόν και την γην 5 και παν χλωρόν αγρού προ του γενέσθαι επί της γης και πάντα χόρτον αγρού προ του ανατείλαι· ου γαρ έβρεξεν ο Θεός επί την γην, και άνθρωπος ουκ ην εργάζεσθαι αυτήν· 6 πηγή δε ανέβαινεν εκ της γης και επότιζε παν το πρόσωπον της γης. 7 και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν. 8 Και εφύτευσεν ο Θεός παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς και έθετο εκεί τον άνθρωπον, ον έπλασε. 9 και εξανέτειλεν ο Θεός έτι εκ της γης παν ξύλον ωραίον εις όρασιν και καλόν εις βρώσιν και το ξύλον της ζωής εν μέσω του παραδείσου και το ξύλον του ειδέναι γνωστόν καλού και πονηρού. 10 ποταμός δε εκπορεύεται εξ Εδέμ ποτίζειν τον παράδεισον· εκείθεν αφορίζεται εις τέσσαρας αρχάς. 11 όνομα τω ενί Φισών· ούτος ο κυκλών πάσαν την γην Ευιλάτ, εκεί ου εστι το χρυσίον· 12 το δε χρυσίον της γης εκείνης καλόν· και εκεί εστιν ο άνθραξ και ο λίθος ο πράσινος. 13 και όνομα τω ποταμω τω δευτέρω Γεών· ούτος ο κυκλών πάσαν την γην Αιθιοπίας. 14 και ο ποταμός ο τρίτος Τίγρις· ούτος ο προπορευόμενος κατέναντι Ασσυρίων. ο δε ποταμός ο τέταρτος Ευφράτης. 15 Και έλαβε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον, ον έπλασε, και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω της τρυφής, εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν. 16 και ενετείλατο Κύριος ο Θεός τω Αδάμ λέγων· από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φαγή, 17 από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ ‘ αυτού· ή δ ‘ αν ημέρα φάγητε απ ‘ αυτού, θανάτω αποθανείσθε. 18 Και είπε Κύριος ο Θεός· ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αυτω βοηθόν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

8

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

κατ ‘ αυτόν. 19 και έπλασεν ο Θεός έτι εκ της γης πάντα τα θηρία του αγρού και πάντα τα πετεινά του ουρανού και ήγαγεν αυτά προς τον Αδάμ, ιδείν τι καλέσει αυτά. και παν ό εάν εκάλεσεν αυτό Αδάμ ψυχήν ζώσαν, τούτο όνομα αυτω. 20 και εκάλεσεν Αδάμ ονόματα πάσι τοις κτήνεσι και πάσι τοις πετεινοίς του ουρανού και πάσι τοις θηρίοις του αγρού· τω δε Αδάμ ουχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτω. 21 και επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ, και ύπνωσε· και έλαβε μίαν των πλευρών αυτού και ανεπλήρωσε σάρκα αντ ‘ αυτής. 22 και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν, ην έλαβεν από του Αδάμ, εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ. 23 και είπεν Αδάμ· τούτο νυν οστούν εκ των οστέων μου και σάρξ εκ της σαρκός μου· αύτη κληθήσεται γυνή, ότι εκ του ανδρός αυτής ελήφθη αύτη· 24 ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν. 25 και ήσαν οι δύο γυμνοί, ό τε Αδάμ και η γυνή αυτού, και ουκ ησχύνοντο.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ

1 Ο δε όφις ην φρονιμώτατος πάντων των θηρίων των επί της γης, ων εποίησε Κύριος ο Θεός. και είπεν ο όφις τη γυναικί· τι ότι είπεν ο Θεός, ου μη φάγητε από παντός ξύλου του παραδείσου; 2 και είπεν η γυνή τω όφει· από καρπού του ξύλου του παραδείσου φαγούμεθα, 3 από δε του καρπού του ξύλου, ό εστιν εν μέσω του παραδείσου, είπεν ο Θεός, ου φάγεσθε απ ‘ αυτού, ου δε μη άψησθε αυτού, ίνα μη αποθάνητε. 4 και είπεν ο όφις τη γυναικί· ου θανάτω αποθανείσθε· 5 ήδει γαρ ο Θεός, ότι ή αν ημέρα φάγητε απ ‘ αυτού, διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν. 6 και είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίόν εστι του κατανοήσαι, και λαβούσα από του καρπού αυτού έφαγε· και έδωκε και τω ανδρί αυτής μετ ‘ αυτής, και έφαγον. 7 και διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο, και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν, και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

9

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

8 Και ήκουσαν της φωνής Κυρίου του Θεού περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν, και εκρύβησαν ό τε Αδάμ και η γυνή αυτού από προσώπου Κυρίου του Θεού εν μέσω του ξύλου του παραδείσου. 9 και εκάλεσε Κύριος ο Θεός τον Αδάμ και είπεν αυτω· Αδάμ, που ει; 10 και είπεν αυτω· της φωνής σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω και εφοβήθην, ότι γυμνός ειμι, και εκρύβην. 11 και είπεν αυτω ο Θεός· τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει, ει μη από του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν, απ ‘ αυτού έφαγες; 12 και είπεν ο Αδάμ· η γυνή, ην έδωκας μετ ‘ εμού, αύτη μοι έδωκεν από του ξύλου, και έφαγον. 13 και είπε Κύριος ο Θεός τη γυναικί· τι τούτο εποίησας; και είπεν η γυνή· ο όφις ηπάτησέ με, και έφαγον. 14 και είπε Κύριος ο Θεός τω όφει· ότι εποίησας τούτο, επικατάρατος συ από πάντων των κτηνών και από πάντων των θηρίων των επί της γης· επί τω στήθει σου και τη κοιλία πορεύση και γην φαγή πάσας τας ημέρας της ζωής σου. 15 και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής· αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν. 16 και τη γυναικί είπε· πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου· εν λύπαις τέξη τέκνα, και προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου, και αυτός σου κυριεύσει. 17 τω δε Αδάμ είπεν· ότι ήκουσας της φωνής της γυναικός σου και έφαγες από του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν, απ ‘ αυτού έφαγες, επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου· εν λύπαις φαγή αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου· 18 ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι, και φαγή τον χόρτον του αγρού. 19 εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου, έως του αποστρέψαι σε εις γην γην, εξ ης ελήφθης, ότι γη ει και εις γην απελεύση· 20 και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων. 21 Και εποίησε Κύριος ο Θεός τω Αδάμ και τη γυναικί αυτού χιτώνας δερματίνους και ενέδυσεν αυτούς. 22 και είπεν ο Θεός· ιδού Αδάμ γέγονεν ως εις εξ ημών, του γινώσκειν καλόν και πονηρόν· και νυν μη ποτε εκτείνη την χείρα αυτού και λάβη από του ξύλου της ζωής και φάγη και ζήσεται εις τον αιώνα. 23 και εξαπέστειλεν αυτόν Κύριος ο Θεός εκ του παραδείσου της τρυφής εργάζεσθαι την γην, εξ ης ελήφθη. 24 και εξέβαλε τον Αδάμ και κατώκισεν αυτόν απέναντι του παραδείσου της τρυφής και έταξε τα Χερουβίμ και την φλογίνην ρομφαίαν την στρεφομένην φυλάσσειν την οδόν του ξύλου της ζωής.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

10

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ

1 ΑΔΑΜ δε έγνω Εύαν την γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκε τον Κάϊν και είπεν· εκτησάμην άνθρωπον δια του Θεού. 2 και προσέθηκε τεκείν το αδελφόν αυτού, τον Άβελ. και εγένετο Άβελ ποιμήν προβάτων, Κάϊν δε ην εργαζόμενος την γην. 3 και εγένετο μεθ ‘ ημέρας ήνεγκε Κάϊν από των καρπών της γης θυσίαν τω Κυρίω, 4 και Άβελ ήνεγκε και αυτός από των πρωτοτόκων των προβάτων αυτού και από των στεάτων αυτών. και επείδεν ο Θεός επί Άβελ και επί τοις δώροις αυτού, 5 επί δε Κάϊν και επί ταις θυσίαις αυτού ου προσέσχε. και ελυπήθη Κάϊν λίαν, και συνέπεσε τω προσώπω αυτού. 6 και είπε Κύριος ο Θεός τω Κάϊν· ίνα τι περίλυπος εγένου, και ίνα τι συνέπεσε το πρόσωπόν σου; 7 ουκ εάν ορθώς προσενέγκης, ορθώς δε μη διέλης, ήμαρτες; ησύχασον· προς σε η αποστροφή αυτού, και συ άρξεις αυτού. 8 και είπε Κάϊν προς Άβελ τον αδελφόν αυτού· διέλθωμεν εις το πεδίον. και εγένετο εν τω είναι αυτούς εν τω πεδίω, ανέστη Κάϊν επί Άβελ τον αδελφόν αυτού και απέκτεινεν αυτόν. 9 και είπε Κύριος ο Θεός προς Κάϊν· που έστιν Άβελ ο αδελφός σου; και είπεν· ου γινώσκω· μη φύλαξ του αδελφού μου ειμί εγώ; 10 και είπε Κύριος· τι πεποίηκας; φωνή αίματος του αδελφού σου βοά προς με εκ της γης. 11 και νυν επικατάρατος συ από της γης, ή έχανε το στόμα αυτής δέξασθαι το αίμα του αδελφού σου εκ της χειρός σου· 12 ότε εργά την γην, και ου προσθήσει την ισχύν αυτής δούναί σοι· στένων και τρέμων έση επί της γης. 13 και είπε Κάϊν προς Κύριον τον Θεόν· μείζων η αιτία μου του αφεθήναί με· 14 ει εκβάλλεις με σήμερον από προσώπου της γης και από του προσώπου σου κρυβήσομαι, και έσομαι στένων και τρέμων επί της γης, και έσται πας ο ευρίσκων με, αποκτενεί με. 15 και είπεν αυτω Κύριος ο Θεός· ουχ ούτως, πας ο αποκτείνας Κάϊν επτά εκδικούμενα παραλύσει. και έθετο Κύριος ο Θεός σημείον τω Κάϊν του μη ανελείν αυτόν πάντα τον ευρίσκοντα αυτόν. 16 εξήλθε δε Κάϊν από προσώπου του Θεού και ώκησεν εν γη Ναίδ κατέναντι Εδέμ. 17 Και έγνω Κάϊν την γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκε τον Ενώχ. και ην οικοδομών πόλιν και επωνόμασε την πόλιν επί τω ονόματι του υιού αυτού, Ενώχ. 18 εγεννήθη δε τω Ενώχ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

11

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γαϊδάδ, και Γαϊδάδ εγέννησε τον Μαλελεήλ, και Μαλελεήλ εγέννησε τον Μαθουσάλα, και Μαθουσάλα εγέννησε τον Λάμεχ. 19 και έλαβεν εαυτω Λάμεχ δύο γυναίκας, όνομα τη μια Αδά, και όνομα τη δευτέρα Σελλά. 20 και έτεκεν Αδά τον Ιωβήλ· ούτος ην πατήρ οικούντων εν σκηναίς κτηνοτρουφων. 21 και όνομα τω αδελφω αυτού Ιουβάλ· ούτος ην ο καταδείξας ψαλτήριον και κιθάραν. 22 Σελλά δε και αυτή έτεκε τον Θόβελ, και ην σφυροκόπος χαλκεύς χαλκού και σιδήρου· αδελφή δε Θόβελ Νοεμά. 23 είπε δε Λάμεχ ταις εαυτού γυναιξίν· Αδά και Σελλά, ακούσατέ μου της φωνής, γυναίκες Λάμεχ, ενωτίσασθέ μου τους λόγους, ότι άνδρα απέκτεινα εις τραύμα εμοί και νεανίσκον εις μώλωπα εμοί· 24 ότι επτάκις εκδεδίκηται εκ Κάϊν, εκ δε Λάμεχ εβδομηκοντάκις επτά. 25 Έγνω δε Αδάμ Εύαν την γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκεν υιόν, και επωνόμασε το όνομα αυτού Σηθ, λέγουσα· εξανέστησε γαρ μοι ο Θεός σπέρμα έτερον αντί Άβελ, ον απέκτεινε Κάϊν. 26 και τω Σηθ εγένετο υιος, επωνόμασε δε το όνομα αυτού Ενώς· ούτος ήλπισεν επικαλείσθα το όνομα Κυρίου του Θεού.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

1 ΑΥΤΗ η βίβλος γενέσεως ανθρώπων· ή ημέρα εποίησεν ο Θεός τον Αδάμ, κατ ‘ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν· 2 άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς και ευλόγησεν αυτούς· και επωνόμασε το όνομα αυτού Αδάμ, ή ημέρα εποίησεν αυτούς· 3 έζησε δε Αδάμ τριάκοντα και διακόσια έτη, και εγέννησε κατά την ιδέαν αυτού και κατά την εικόνα αυτού και επωνόμασε το όνομα αυτού Σηθ. 4 εγένοντο δε αι ημέραι του Αδάμ, ας έζησε μετά το γεννήσαι αυτόν τον Σηθ, έτη επτακόσια, και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 5 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Αδάμ, ας έζησε, τριάκοντα και εννακόσια έτη, και απέθανεν. 6 Έζησε δε Σηθ πέντε και διακόσια έτη και εγέννησε τον Ενώς. 7 και έζησε Σηθ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ενώς επτά έτη και επτακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 8 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Σηθ δώδεκα και εννακόσια έτη, και απέθανε.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

12

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

9 Και έζησεν Ενώς έτη εκατόν ενενήκοντα και εγέννησε τον Καϊνάν. 10 και έζησεν Ενώς μετά το γεννήσαι αυτόν τον Καϊνάν πεντεκαίδεκα έτη και επτακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 11 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Ενώς πέντε έτη και εννακόσια, και απέθανε. 12 Και έζησε Καϊνάν εβδομήκοντα και εκατόν έτη, και εγέννησε τον Μαλελεήλ. 13 και έζησε Καϊνάν μετά το γεννήσαι αυτόν τον Μαλελεήλ τεσσαράκοντα και επτακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 14 και εγένοντο πάσαι αι ημέρα Καϊνάν δέκα έτη και εννακόσια, και απέθανε. 15 Και έζησε Μαλελεήλ πέντε και εξήκοντα και εκατόν έτη και εγέννησε τον Ιάρεδ. 16 και έζησε Μαλελεήλ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ιάρεδ έτη τριάκοντα και επτακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 17 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Μαλελεήλ, έτη πέντε και ενενήκοντα και οκτακόσια, και απέθανε. 18 Και έζησεν Ιάρεδ δύο και εξήκοντα έτη και εκατόν και εγέννησε τον Ενώχ. 19 και έζησεν Ιάρεδ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ενώχ οκτακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 20 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Ιάρεδ δύο και εξήκοντα και εννακόσια έτη, και απέθανε. 21 Και έζησεν Ενώχ πέντε και εξήκοντα και εκατόν έτη και εγέννησε τον Μαθουσάλα. 22 ευηρέστησε δε Ενώχ τω Θεω μετά το γεννήσαι αυτόν τον Μαθουσάλα διακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 23 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Ενώχ πέντε και εξήκοντα και τριακόσια έτη. 24 και ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεω και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός. 25 Και έζησε Μαθουσάλα επτά έτη και εξήκοντα και εκατόν και εγέννησε τον Λάμεχ. 26 και έζησε Μαθουσάλα μετά το γεννήσαι αυτόν τον Λάμεχ δύο και οκτακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 27 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Μαθουσάλα, ας έζησεν, εννέα και εξήκοντα και εννακόσια έτη, και απέθανε. 28 Και έζησε Λάμεχ οκτώ και ογδοήκοντα και εκατόν έτη και εγέννησεν υιόν. 29 και επωνόμασε το όνομα αυτού Νώε λέγων· ούτος διαναπαύσει ημάς από των έργων ημών και από των λυπών των χειρών ημών και από της γης, ης κατηράσατο Κύριος ο Θεός. 30 και έζησε Λάμεχ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Νώε πεντακόσια και εξήκοντα και πέντε έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 31 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Λάμεχ επτακόσια και πεντήκοντα τρία έτη, και απέθανε.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

13

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

32 Και ην Νώε ετών πεντακοσίων και εγέννησε τρεις υιούς, τον Σημ, τον Χαμ, και τον Ιάφεθ.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΚΑΙ εγένετο ηνίκα ήρξαντο οι άνθρωποι πολλοί γίνεσθαι επί της γης, και θυγατέρες εγεννήθησαν αυτοίς. 2 ιδόντες δε οι υιοί του Θεού τας θυγατέρας των ανθρώπων ότι καλαί εισιν, έλαβον εαυτοίς γυναίκας από πασών, ων εξελέξαντο. 3 και είπε Κύριος ο Θεός· ου μη καταμείνη το πνεύμά μου εν τοις ανθρώποις τούτοις εις τον αιώνα δια το είναι αυτούς σάρκας, έσονται δε αι ημέραι αυτών εκατόν είκοσιν έτη. 4 οι δε γίγαντες ήσαν επί της γης εν ταις ημέραις εκείναις· και μετ ‘ εκείνο, ως αν εισεπορεύοντο οι υιοί του Θεού προς τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εγεννώσαν εαυτοίς· εκείνοι ήσαν οι γίγαντες οι απ ‘ αιώνος, οι άνθρωποι οι ονομαστοί. 5 Ιδών δε Κύριος ο Θεός, ότι επληθύνθησαν αι κακίαι των ανθρώπων επί της γης και πας τις διανοείται εν τη καρδία αυτού επιμελώς επί τα πονηρά πάσας τας ημέρας, 6 και ενεθυμήθη ο Θεός ότι εποίησε τον άνθρωπον επί της γης, και διενοήθη. 7 και είπεν ο Θεός· απαλείψω τον άνθρωπον, ον εποίησα από προσώπου της γης, από ανθρώπου έως κτήνους και από ερπετών έως πετεινών του ουρανού, ότι μετεμελήθην ότι εποίησα αυτούς. 8 Νώε δε εύρε χάριν εναντίον Κυρίου του Θεού. 9 Αύται δε αι γενέσεις Νώε· Νώε άνθρωπος δίκαιος, τέλειος ων εν τη γενεά αυτού· τω Θεω ευηρέστησε Νώε. 10 εγέννησε δε Νώε τρεις υιούς, τον Σημ, τον Χαμ, τον Ιάφεθ. 11 εφθάρη δε η γη εναντίον του Θεού, και επλήσθη η γη αδικίας. 12 και είδε Κύριος ο Θεός την γην, και ην κατεφθαρμένη, ότι κατέφθειρε πάσα σάρξ την οδόν αυτού επί της γης. 13 και είπε Κύριος ο Θεός τω Νώε· καιρός παντός ανθρώπου ήκει εναντίον μου, ότι επλήσθη η γη αδικίας απ ‘ αυτών, και ιδού εγώ καταφθείρω αυτούς και την γην. 14 ποίησον ουν σεαυτω κιβωτόν εκ ξύλων τετραγώνων· νοσσιάς ποιήσεις την κιβωτόν και ασφαλτώσεις αυτήν έσωθεν και έξωθεν τη ασφάλτω. 15 και ούτω ποιήσεις την κιβωτόν· τριακοσίων πήχεων το μήκος της κιβωτού και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

14

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πεντήκοντα πήχεων το πλάτος και τριάκοντα πήχεων το ύψος αυτής· 16 επισυνάγων ποιήσεις την κιβωτόν και εις πήχυν συντελέσεις αυτήν άνωθεν· την δε θύραν της κιβωτού ποιήσεις εκ πλαγίων· κατάγαια διώροφα και τριώροφα ποιήσεις αυτήν. 17 εγώ δε ιδού επάγω τον κατακλυσμόν, ύδωρ επί την γην καταφθείραι πάσαν σάρκα, εν ή εστι πνεύμα ζωής, υποκάτω του ουρανού· και όσα εάν ή επί της γης, τελευτήσει. 18 και στήσω την διαθήκην μου μετά σου· εισελεύση δε εις την κιβωτόν συ και οι υιοί σου και η γυνή σου και αι γυναίκες των υιών σου μετά σου. 19 και από πάντων των κτηνών και από πάντων των ερπετών και από πάντων των θηρίων και από πάσης σαρκός, δύο δύο από πάντων εισάξεις εις την κιβωτόν, ίνα τρέφης μετά σεαυτού· άρσεν και θήλυ έσονται. 20 από πάντων των ορνέων των πετεινών κατά γένος, και από πάντων των κτηνών κατά γένος και από πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης κατά γένος αυτών, δύο δύο από πάντων εισελεύσονται προς σε τρέφεσθαι μετά σου, άρσεν και θήλυ. 21 συ δε λήψη σεαυτω από πάντων των βρωμάτων, α έδεσθε, και συνάξεις προς σεαυτόν, και έσται σοι και εκείνοις φαγείν. 22 και εποίησε Νώε πάντα, όσα ενετείλατο αυτω Κύριος ο Θεός, ούτως εποίησε.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΚΑΙ είπε Κύριος ο Θεός προς Νώε· είσελθε συ και πας ο οίκός σου εις την κιβωτόν, ότι σε είδον δίκαιον εναντίον μου εν τη γενεά ταύτη. 2 από δε των κτηνών των καθαρών εισάγαγε προς σε επτά επτά, άρσεν και θήλυ, από δε των κτηνών των μη καθαρών δύο δύο, άρσεν και θήλυ, 3 και από των πετεινών του ουρανού των καθαρών επτά επτά, άρσεν και θήλυ, και από πάντων των πετεινών των μη καθαρών δύο δύο, άρσεν και θήλυ, διαθρέψαι σπέρμα επί πάσαν την γην. 4 έτι γαρ ημερών επτά εγώ επάγω υετόν επί την γην τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας και εξαλείψω παν το ανάστημα, ό εποίησα, από προσώπου πάσης της γης. 5 και εποίησε Νώε πάντα, όσα ενετείλατο αυτω Κύριος ο Θεός. 6 Νώε δε ην ετών εξακοσίων, και ο κατακλυσμός του ύδατος εγένετο επί της γης. 7 εισήλθε δε
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

15

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Νώε και οι υιοί αυτού και η γυνή αυτού και αι γυναίκες των υιών αυτού μετ ‘ αυτού εις την κιβωτόν δια το ύδωρ του κατατακλυσμού. 8 και από των πετεινών των καθαρών και από των πετεινών των μη καθαρών και από των κτηνών των καθαρών και από των κτηνών των μη καθαρών και από πάντων των ερπόντων επί της γης 9 δύο δύο εισήλθον προς Νώε εις την κιβωτόν, άρσεν και θήλυ, καθά ενετείλατο ο Θεός τω Νώε. 10 και εγένετο μετά τας επτά ημέρας και το ύδωρ του κατακλυσμού εγένετο επί της γης. 11 εν τω εξακοσιοστω έτει εν τη ζωή του Νώε, του δευτέρου μηνός, εβδόμη και εικάδι του μηνός, τη ημέρα ταύτη ερράγησαν πάσαι αι πηγαί της αβύσσου, και οι καταρράκται του ουρανού ηνεώχθησαν. 12 και εγένετο υετός επί της γης τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. 13 εν τη ημέρα ταύτη εισήλθε Νώε, Σημ, Χαμ, Ιάφεθ, οι υιοί Νώε, και η γυνή Νώε και αι τρεις γυναίκες των υιών αυτού μετ ‘ αυτού εις την κιβωτόν. 14 και πάντα τα θηρία κατά γένος και πάντα τα κτήνη κατά γένος και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης κατά γένος και παν όρνεον πετεινόν κατά γένος αυτού 15 εισήλθον προς Νώε εις την κιβωτόν, δύο δύο άρσεν και θήλυ από πάσης σαρκός, εν ω εστι πνεύμα ζωής. 16 και τα εισπορευόμενα άρσεν και θήλυ από πάσης σαρκός εισήλθε, καθά ενετείλατο ο Θεός τω Νώε. και έκλεισε Κύριος ο Θεός την κιβωτόν έξωθεν αυτού. 17 Και εγένετο ο κατακλυσμός τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας επί της γης, και επεπληθύνθη το ύδωρ και επήρε την κιβωτόν, και υψώθη από της γης. 18 και επεκράτει το ύδωρ και επληθύνετο σφόδρα επί της γης, και επεφέρετο η κιβωτός επάνω του ύδατος. 19 το δε ύδωρ επεκράτει σφόδρα σφόδρα επί της γης και εκάλυψε πάντα τα όρη τα υψηλά, α ην υποκάτω του ουρανού· 20 πεντεκαίδεκα πήχεις υπεράνω υψώθη το ύδωρ και επεκάλυψε πάντα τα όρη τα υψηλά. 21 και απέθανε πάσα σάρξ κινουμένη επί της γης των πετεινών και των κτηνών και από θηρίων και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης και πας άνθρωπος. 22 και πάντα, όσα έχει πνοήν ζωής, και παν, ό ην επί της ξηράς, απέθανε. 23 και εξήλειψε παν το ανάστημα, ό ην επί προσώπου της γης, από ανθρώπου έως κτήνους και ερπετών και των πετεινών του ουρανού, και εξηλείφθησαν από της γης· και κατελείφθη μόνος Νώε και οι μετ ‘ αυτού εν τη κιβωτω. 24 και υψώθη το ύδωρ επί της γης ημέρας εκατόν πεντήκοντα.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

16

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΚΑΙ ανεμνήσθη ο Θεός του Νώε και πάντων των θηρίων και πάντων των κτηνών και πάντων των πετεινών και πάντων των ερπετών των ερπόντων, όσα ην μετ ‘ αυτού εν τη κιβωτω, και επήγαγεν ο Θεός πνεύμα επί την γην, και εκόπασε το ύδωρ, 2 και επεκαλύφθησαν αι πηγαί της αβύσσου και οι καταρράκται του ουρανού, και συνεσχέθη ο υετός από του ουρανού. 3 και ενεδίδου το ύδωρ πορευόμενον από της γης, και ηλαττονούτο το ύδωρ μετά πεντήκοντα και εκατόν ημέρας. 4 και εκάθισεν η κιβωτός εν μηνί τω εβδόμω, εβδόμη και εικάδι του μηνός, επί τα όρη τα Αραράτ. 5 το δε ύδωρ ηλαττονούτο έως του δεκάτου μηνός· και εν τω δεκάτω μηνί, τη πρώτη του μηνός, ώφθησαν αι κεφαλαί των ορέων. 6 και εγένετο μετά τεσσαράκοντα ημέρας ηνέωξε Νώε την θυρίδα της κιβωτού, ην εποίησε, και απέστειλε τον κόρακα του ιδείν, ει κεκόπακε το ύδωρ· 7 και εξελθών, ουκ ανέστρεψεν έως του ξηρανθήναι το ύδωρ από της γης. 8 και απέστειλε την περιστεράν οπίσω αυτού ιδείν, ει κεκόπακε το ύδωρ από της γης. 9 και ουχ ευρούσαι η περιστερά ανάπαυσιν τοις ποσίν αυτής, ανέστρεψε προς αυτόν εις την κιβωτόν, ότι ύδωρ ην επί παν το πρόσωπον της γης, και εκτείνας την χείρα έλαβεν αυτήν, και εισήγαγεν αυτήν προς εαυτόν εις την κιβωτόν. 10 και επισχών έτι ημέρας επτά ετέρας, πάλιν εξαπέστειλε την περιστεράν εκ της κιβωτού· 11 και ανέστρεψε προς αυτόν η περιστερά το προς εσπέραν, και είχε φύλλον ελαίας κάρφος εν τω στόματι αυτής, και έγνω Νώε ότι κεκόπακε το ύδωρ από της γης. 12 και επισχών έτι ημέρας επτά ετέρας, πάλιν εξαπέστειλε την περιστεράν, και ου προσέθετο του επιστρέψαι προς αυτόν έτι. 13 και εγένετο εν τω ενί και εξακοσιοστω έτει εν τη ζωή του Νώε, του πρώτου μηνός, μια του μηνός, εξέλιπε το ύδωρ από της γης· και απεκάλυψε Νώε την στέγην της κιβωτού, ην εποίησε, και είδεν ότι εξέλιπε το ύδωρ από προσώπου της γης. 14 εν δε τω δευτέρω μηνί εξηράνθη η γη, εβδόμη και εικάδι του μηνός. 15 Και είπε Κύριος ο Θεός προς Νώε λέγων· 16 έξελθε εκ της κιβωτού, συ και η γυνή σου και οι υιοί σου και αι γυναίκες των υιών σου μετά σου 17 και πάντα τα θηρία, όσα εστί μετά σου, και πάσα σάρξ από πετεινών έως κτηνών, και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης εξάγαγε
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

17

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μετά σεαυτού· και αυξάνεσθε και πληθύνεσθε επί της γης. 18 και εξήλθε Νώε και η γυνή αυτού και οι υιοί αυτού και αι γυναίκες των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. 19 και πάντα τα θηρία, και πάντα τα κτήνη, και παν πετεινόν, και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης κατά γένος αυτών, εξήλθοσαν εκ της κιβωτού. 20 και ωκοδόμησε Νώε θυσιαστήριον τω Κυρίω, και έλαβεν από πάντων των κτηνών των καθαρών και από πάντων των πετεινών των καθαρών και ανήνεγκεν εις ολοκάρπωσιν επί το θυσιαστήριον. 21 και ωσφράνθη Κύριος ο Θεός οσμήν ευωδίας, και είπε Κύριος ο Θεός διανοηθείς· ου προσθήτω έτι καταράσασθαι την γην δια τα έργα των ανθρώπων, ότι έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού· ου προσθήσω ουν έτι πατάξαι πάσαν σάρκα ζώσαν, καθώς εποίησα. 22 πάσας τας ημέρας της γης, σπέρμα και θερισμός, ψύχος και καύμα, θέρος και έαρ, ημέραν και νύκτα ου καταπαύσουσι.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΚΑΙ ευλόγησεν ο Θεός τον Νώε και τους υιούς αυτού και είπεν αυτοίς· αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής. 2 και ο τρόμος και ο φόβος υμών έσται επί πάσι τοις θηρίοις της γης, επί πάντα τα πετεινά του ουρανού και επί πάντα τα κινούμενα επί της γης και επί πάντας τους ιχθύας της θαλάσσης· υπό χείρας υμίν δέδωκα. 3 και παν ερπετόν, ό εστι ζων, υμίν έσται εις βρώσιν· ως λάχανα χόρτου δέδωκα υμίν τα πάντα. 4 πλήν κρέας εν αίματι ψυχής ου φάγεσθε· 5 και γαρ το υμέτερον αίμα των ψυχών υμών εκ χειρός πάντων των θηρίων εκζητήσω αυτό και εκ χειρός ανθρώπου αδελφού εκζητήσω την ψυχήν του ανθρώπου. 6 ο εκχέων αίμα ανθρώπου, αντί του αίματος αυτού εκχυθήσεται, ότι εν εικόνι Θεού εποίησα τον άνθρωπον. 7 υμείς δε αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην, και κατακυριεύσατε αυτής. 8 Και είπεν ο Θεός τω Νωε και τοις υιοίς αυτού μετ ‘ αυτού λέγων· 9 και ιδού εγώ ανίστημι την διαθήκην μου υμίν και τω σπέρματι υμών μεθ ‘ υμάς 10 και πάση ψυχή ζώση μεθ ‘ υμών,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

18

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

από ορνέων και από κτηνών, και πάσι τοις θηρίοις της γης, όσα εστί μεθ ‘ υμών από πάντων των εξελθόντων εκ της κιβωτού. 11 και στήσω την διαθήκην μου προς υμάς, και ουκ αποθανείται πάσα σάρξ έτι από του ύδατος του κατακλυσμού, και ουκ έτι έσται κατακλυσμός ύδατος του καταφθείραι πάσαν την γην. 12 και είπε Κύριος ο Θεός προς Νώε· τούτο το σημείον της διαθήκης, ό εγώ δίδωμι ανά μέσον εμού και υμών και ανά μέσον πάσης ψυχής ζώσης, ή εστι μεθ' υμών εις γενεάς αιωνίους· 13 το τόξον μου τίθημι εν τη νεφέλη, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και της γης. 14 και έσται εν τω συννεφείν με νεφέλας επί την γην, οφθήσεται το τόξον εν τη νεφέλη, 15 και μνησθήσομαι της διαθήκης μου, ή εστιν ανά μέσον εμού και υμών, και ανά μέσον πάσης ψυχής ζώσης εν πάση σαρκί, και ουκ έσται έτι το ύδωρ εις κατακλυσμόν, ωστε εξαλείψαι πάσαν σάρκα. 16 και έσται το τόξον μου εν τη νεφέλη, και όψομαι του μνησθήναι διαθήκην αιώνιον ανά μέσον εμού και της γης και ανά μέσον ψυχής ζώσης εν πάσι σαρκί, ή εστιν επί της γης. 17 και είπεν ο Θεός τω Νώε· τούτο το σημείον της διαθήκης, ης διεθέμην ανά μέσον εμού και ανά μέσον πάσης σαρκός, ή εστιν επί της γης. 18 Ήσαν δε οι υιοί Νώε, οι εξελθόντες εκ της κιβωτού, Σημ, Χαμ, Ιάφεθ· Χαμ δε ην πατήρ Χαναάν. 19 τρεις ούτοί εισιν υιοί Νώε· από τούτων διεσπάρησαν επί πάσαν την γην. 20 Και ήρξατο Νώε άνθρωπος γεωργός γης και εφύτευσεν αμπελώνα. 21 και έπιεν εκ του οίνου και εμεθύσθη και εγυμνώθη εν τω οίκω αυτού. 22 και είδε Χαμ ο πατήρ Χαναάν την γύμνωσιν του πατρός αυτού και εξελθών ανήγγειλε τοις δυσίν αδελφοίς αυτού έξω. 23 και λαβόντες Σημ και Ιάφεθ το ιμάτιον επέθεντο επί τα δύο νώτα αυτών και επορεύθησαν οπισθοφανώς και συνεκάλυψαν την γύμνωσιν του πατρός αυτών, και το πρόσωπον αυτών οπισθοφανώς, και την γύμνωσιν του πατρός αυτών ουκ είδον. 24 εξένηψε δε Νώε από του οίνου και έγνω όσα εποίησεν αυτω ο υιος αυτού ο νεώτερος, 25 και είπεν· επικατάρατος Χαναάν· παις οικέτης έσται τοις αδελφοίς αυτού. 26 και είπεν· ευλογητός Κύριος ο Θεός του Σημ, και έσται Χαναάν παις οικέτης αυτού. 27 πλατύναι ο Θεός τω Ιάφεθ, και κατοικησάτω εν τοις οίκοις του Σημ και γενηθήτω Χαναάν παις αυτού. 28 Έζησε δε Νώε μετά τον κατακλυσμόν έτη τριακόσια πεντήκοντα. 29 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Νώε εννακόσια πεντήκοντα έτη, και απέθανεν.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

19

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΑΥΤΑΙ δε αι γενέσεις των υιών Νώε, Σημ, Χαμ, Ιάφεθ, και εγεννήθησαν αυτοίς υιοί μετά τον κατακλυσμόν. 2 Υιοί Ιάφεθ· Γαμέρ και Μαγώγ και Μαδοί και Ιωύαν και Ελισά και Θοβέλ και Μοσόχ και Θείρας. 3 και υιοί Γαμέρ· Ασχανάζ και Ριφάθ και Θοργαμά. 4 και υιοί Ιωύαν· Ελισά και Θάρσεις, Κίτιοι, Ρόδιοι. 5 εκ τούτων αφωρίσθησαν νήσοι των εθνών εν τη γη αυτών, έκαστος κατά γλώσσαν εν ταις φυλαίς αυτών και εν τοις έθνεσιν αυτών. 6 Υιοί δε Χαμ· Χους και Μερσαϊν Φουδ και Χαναάν. 7 υιοί δε Χους· Σαβά και Ευϊλά και Σαβαθά και Ρεγμά και Σαβαθακά. υιοί δε Ρεγμά· Σαβά και Δαδάν. 8 Χους δε εγέννησε τον Νεβρώδ. ούτος ήρξατο είναι γίγας επί της γης· 9 ούτος ην γίγας κυνηγός εναντίον Κυρίου του Θεού· δια τούτο ερούσιν, ως Νεβρώδ γίγας κυνηγός εναντίον Κυρίου. 10 και εγένετο αρχή της βασιλείας αυτού Βαβυλών και Ορέχ και Αρχάδ και Χαλάννη εν τη γη Σεναάρ. 11 εκ της γης εκείνης εξήλθεν Ασσούρ και ωκοδόμησε την Νινευϊ και την Ροωβώθ πόλιν και την Χαλάχ 12 και την Δασή ανά μέσον Νινευϊ και ανά μέσο Χαλάχ· αύτη η πόλις μεγάλη. 13 και Μεσραϊν εγέννησε τους Λουδιείμ και τους Ενεμετιείμ και τους Λαβιείμ και τους Νεφθαλιείμ και τους Πατροσωνιείμ 14 και τους Χασλωνιείμ, όθεν εξήλθε Φυλιστιείμ, και τους Καφθοριείμ. 15 Χαναάν δε εγέννησε τον Σιδώνα πρωτότοκον αυτού 16 και τον Χετταίον και τον Ιεβουσαίον και τον Αμορραίον και τον Γεργεσαίον και τον Ευαίον και τον Αρουκαίον 17 και τον Ασενναίον και τον Αράδιον και τον Σαμαραίον και τον Αμαθί. 18 και μετά τούτο διεσπάρησαν αι φυλαί των Χαναναίων, 19 και εγένετο τα όραι των Χαναναίων από Σιδώνος έως ελθείν εις Γεραρά και Γαζάν, έως ελθείν έως Σοδόμων και Γομόρρας, Αδαμά και Σεβωϊμ έως Δασά. 20 ούτοι υιοί Χαμ, εν ταις φυλαίς αυτών, κατά γλώσσας αυτών, εν ταις χώραις αυτών και εν τοις έθνεσιν αυτών. 21 Και τω Σημ εγεννήθη και αυτω, πατρί πάντων των υιών ΄Εβερ, αδελφω Ιάφεθ του μείζονος. 22 υιοί Σημ· Ελάμ και Ασσούρ και Αρφαξάδ και Λούδ και Αράμ και Καϊνάν. 23 και υιοί Αράμ· Ούζ και Ούλ και Γατέρ και Μοσόχ. 24 και Αρφαξάδ εγέννησε τον Καϊνάν, και Καϊνάν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

20

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εγέννησε τον Σαλά, Σαλά δε εγέννησε τον ΄Εβερ. 25 και τω ΄Εβερ εγεννήθησαν δύο υιοί· όνομα τω ενί Φαλέγ, ότι εν ταις ημέραις αυτού διεμερίσθη η γη, και όνομα τω αδελφω αυτού Ιεκτάν. 26 Ιεκτάν δε εγέννησε τον Ελμωδάδ και Σαλέθ και τον Σαρμώθ και Ιαράχ και Οδορρά και Αιβήλ και Δεκλά 27 και Ευάλ και Αβιμαέλ και Σαβά 28 και Ουφείρ και Ευειλά και Ιωβάβ. 29 πάντες ούτοι υιοί Ιεκτάν. 30 και εγένετο η κατοίκησις αυτών από Μασσή έως ελθείν εις Σαφηρά, όρος ανατολών. 31 ούτοι υιοί Σημ, εν ταις φυλαίς αυτών, κατά γλώσσας αυτών, εν ταις χώραις αυτών και εν τοις έθνεσιν αυτών. 32 Αύται αι φυλαί υιών Νώε κατά γενέσεις αυτών, κατά έθνη αυτών· από τούτων διεσπάρησαν νήσοι των εθνών επί της γης μετά τον κατακλυσμόν.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

1 ΚΑΙ ην πάσα η γη χείλος εν, και φωνή μία πάσι. 2 και εγένετο εν τω κινήσαι αυτούς από ανατολών, εύρον πεδίον εν γη Σενναάρ και κατώκησαν εκεί. 3 και είπεν άνθρωπος τω πλησίον αυτού· δεύτε πλινθεύσωμεν πλίνθους και οπτήσωμεν αυτάς πυρί. και εγένετο αυτοίς η πλίνθος εις λίθον, και άσφαλτος ην αυτοίς ο πηλός. 4 και είπαν· δεύτε οικοδομήσωμεν εαυτοίς πόλιν και πύργον, ου έσται η κεφαλή έως του ουρανού, και ποιήσωμεν εαυτοίς όνομα προ του διασπαρήναι ημάς επί προσώπου πάσης της γης. 5 και κατέβη Κύριος ιδείν την πόλιν και τον πύργον, ον ωκοδόμησαν οι υιοί των ανθρώπων. 6 και είπε Κύριος· ιδού γένος εν και χείλος εν πάντων, και τούτο ήρξαντο ποιήσαι, και νυν ουκ εκλείψει απ ‘ αυτών πάντα, όσα αν επιθώνται ποιείν. 7 δεύτε και καταβάντες συγχέωμεν αυτών εκεί την γλώσσαν, ίνα μη ακούσωσιν έκαστος την φωνήν του πλησίον. 8 και διέσπειρεν αυτούς Κύριος εκείθεν επί πρόσωπον πάσης της γης, και επαύσαντο οικοδομούντες την πόλιν και τον πύργον. 9 δια τούτο εκλήθη το όνομα αυτής Σύγχυσις, ότι εκεί συνέχεε Κύριος τα χείλη πάσης της γης, και εκείθεν διέσπειρεν αυτούς Κύριος επί πρόσωπον πάσης της γης.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

21

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

10 Και αύται αι γενέσεις Σημ. και ην Σημ υιος εκατόν ετών, ότε εγέννησε τον Αρφαξάδ, δευτέρου έτους μετά τον κατακλυσμόν. 11 και έζησε Σημ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Αρφαξάδ έτη πεντακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 12 Και έζησεν Αρφαξάδ εκατόν τριάκοντα πέντε έτη και εγέννησε τον Καϊνάν. 13 και έζησεν Αρφαξάδ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Καϊνάν έτη τετρακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. Και έζησε Καϊνάν εκατόν και τριάκοντα έτη και εγέννησε τον Σαλά. και έζησε Καϊνάν μετά το γεννήσαι αυτόν τον Σαλά έτη τριακόσια τριάκοντα και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 14 Και έζησε Σαλά εκατόν τριάκοντα έτη και εγέννησε τον ΄Εβερ. 15 και έζησε Σαλά μετά το γεννήσαι αυτόν τον ΄Εβερ τριακόσια τριάκοντα έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 16 Και έζησεν ΄Εβερ εκατόν τριάκοντα τέσσαρα ετη και εγέννησε τον Φαλέγ. 17 και έζησεν ΄Εβερ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Φαλέγ έτη διακόσια εβδομήκοντα και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 18 Και έζησε Φαλέγ τριάκοντα και εκατόν έτη και εγέννησε τον Ραγαύ. 19 και έζησε Φαλέγ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ραγαύ εννέα και διακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 20 Και έζησε Ραγαύ εκατόν τριάκοντα και δύο έτη και εγέννησε τον Σερούχ. 21 και έζησε Ραγαύ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Σερούχ διακόσια επτά έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 22 και έζησε Σερούχ εκατόν τριάκοντα έτη και εγέννησε τον Ναχώρ. 23 Και έζησε Σερούχ, μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ναχώρ, έτη διακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 24 Και έζησε Ναχώρ έτη εκατόν εβδομήκοντα εννέα και εγέννησε τον Θάρα. 25 και έζησε Ναχώρ, μετά το γεννήσαι αυτόν τον Θάρα, έτη εκατόν εικοσιπέντε και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 26 Και έζησε Θάρα εβδομήκοντα έτη και εγέννησε τον Άβραμ και τον Ναχώρ και τον Αρράν. 27 Αύται αι γενέσεις Θάρα· Θάρα εγέννησε τον Άβραμ και τον Ναχώρ και τον Αρράν, και Αρράν εγέννησε τον Λωτ. 28 και απέθανεν Αρράν ενώπιον Θάρα του πατρός αυτού εν τη γη,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

22

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ή εγεννήθη, εν τη χώρα των Χαλδαίων. 29 και έλαβον Άβραμ και Ναχώρ εαυτοίς γυναίκας· όνομα τη γυναικί Άβραμ Σάρα, και όνομα τη γυναικί Ναχώρ Μελχά, θυγάτηρ Αρράν και πατήρ Μελχά και πατήρ Ιεσχά. 30 και ην Σάρα στείρα και ουκ ετεκνοποίει. 31 και έλαβε Θάρα τον Άβραμ υιόν αυτού και τον Λωτ υιόν Αρράν, υιόν του υιού αυτού, και την Σάραν την νύμφην αυτού, γυναίκα Άβραμ του υιού αυτού, και εξήγαγεν αυτούς εκ της χώρας των Χαλδαίων πορευθήναι εις γην Χαναάν και ήλθον έως Χαρράν και κατώκησεν εκεί. 32 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Θάρα εν γη Χαρράν διακόσια πέντε έτη, και απέθανε Θάρα εν Χαρράν.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

1 ΚΑΙ είπε Κύριος τω Άβραμ· έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου και δεύρο εις την γην, ην αν σοι δείξω· 2 και ποιήσω σε εις έθνος μέγα και ευλογήσω σε και μεγαλυνώ το όνομά σου, και έση ευλογημένος· 3 και ευλογήσω τους ευλογούντάς σε και τους καταρωμένους σε καταράσομαι· και ενευλογηθήσονται εν σοί πάσαι αι φυλαί της γης. 4 και επορεύθη Άβραμ, καθάπερ ελάλησεν αυτω Κύριος, και ώχετο μετ ‘ αυτού Λωτ. Άβραμ δε ην ετών εβδομηκονταπέντε, ότε εξήλθε εκ Χαρράν. 5 και έλαβεν Άβραμ Σάραν την γυναίκα αυτού και τον Λωτ υιόν του αδελφού αυτού και πάντα τα υπάρχοντα αυτών, όσα εκτήσαντο, και πάσαν ψυχήν, ην εκτήσαντο εκ Χαρράν, και εξήλθοσαν πορευθήναι εις γην Χαναάν. 6 και διώδευσεν Άβραμ την γην εις το μήκος αυτής έως του τόπου Συχέμ, επί την δρύν την υψηλήν· οι δε Χαναναίοι τότε κατώκουν την γην. 7 και ώφθη Κύριος τω Άβραμ και είπεν αυτω· τω σπέρματί σου δώσω την γην ταύτην. και ωκοδόμησεν εκεί Άβραμ θυσιαστήριον Κυρίω τω οφθέντι αυτω. 8 και απέστη εκείθεν εις το όρος κατά ανατολάς Βαιθήλ και έστησεν εκεί την σκηνήν αυτού, Βαιθήλ κατά θάλασσαν και Αγγαί κατά ανατολάς· και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον τω Κυρίω και επεκαλέσατο επί τω ονόματι Κυρίου. 9 και απήρεν Άβραμ και πορευθείς εστρατοπέδευσεν εν τη ερήμω.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

23

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

10 Και εγένετο λιμός επί της γης, και κατέβη Άβραμ εις Αίγυπτον παροικήσαι εκεί, ότι ενίσχυσεν ο λιμός επί της γης. 11 εγένετο δε, ηνίκα ήγγισεν Άβραμ εισελθείν εις Αίγυπτον, είπεν Άβραμ Σάρα τη γυναικί· γινώσκω εγώ, ότι γυνή ευπρόσωπος ει· 12 έσται ουν, ως αν ίδωσί σε οι Αιγύπτιοι, ερούσιν ότι γυνή αυτού εστιν αυτή, και αποκτενούσί με, σε δε περιποιήσονται. 13 ειπόν ουν, ότι αδελφή αυτού ειμι, όπως αν εύ μοι γένηται δια σε, και ζήσεται η ψυχή μου ένεκέν σου. 14 εγένετο δε, ηνίκα εισήλθεν Άβραμ εις Αίγυπτον, ιδόντες οι Αιγύπτιοι την γυναίκα αυτού, ότι καλή ην σφόδρα, 15 και είδον αυτήν οι άρχοντες Φαραώ και επήνεσαν αυτήν προς Φαραώ και εισήγαγον αυτήν εις τον οίκον Φαραώ· 16 και τω Άβραμ εύ εχρήσαντο δι ‘ αυτήν, και εγένοντο αυτω πρόβατα και μόσχοι και όνοι και παίδες και παιδίσκαι και ημίονοι και κάμηλοι. 17 και ήτασεν ο Θεός τον Φαραώ ετασμοίς μεγάλοις και πονηροίς και τον οίκον αυτού περί Σάρας της γυναικός Άβραμ. 18 καλέσας δε Φαραώ τον Άβραμ είπε· τι τούτο εποίησάς μοι, ότι ουκ απήγγειλάς μοι, ότι γυνή σου εστίν; 19 ινατί είπας ότι αδελφή μου εστί; και έλαβον αυτήν εμαυτω γυναίκα, και νυν ιδού η γυνή σου έναντί σου· λαβών απότρεχε. 20 και ενετείλατο Φαραώ ανδράσι περί Άβραμ συμπροπέμψαι αυτόν και την γυναίκα αυτού και πάντα, όσα ην αυτω.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ

1 ΑΝΕΒΗ δε Άβραμ εξ Αιγύπτου, αυτός και η γυνή αυτού και πάντα τα αυτού και Λωτ μετ ‘ αυτού, εις την έρημον. 2 Άβραμ δε ην πλούσιος σφόδρα κτήνεσι και αργυρίω και χρυσίω. 3 και επορεύθη όθεν ήλθεν εις την έρημον έως Βαιθήλ, έως του τόπου, ου ην η σκηνή αυτού το πρότερον, ανά μέσον Βαιθήλ και ανά μέσον Αγγαί, 4 εις τον τόπον του θυσιαστηρίου, ου εποίησεν εκεί την αρχήν· και επεκαλέσατο εκεί Άβραμ το όνομα του Κυρίου. 5 και Λωτ τω συμπορευομένω μετά Άβραμ ην πρόβατα και βόες και σκηναί. 6 και ουκ εχώρει αυτούς η γη κατοικείν άμα, ότι ην τα υπάρχοντα αυτών πολλά, και ουκ εχώρει αυτούς η γη κατοικείν άμα. 7 και εγένετο μάχη ανά μέσον των ποιμένων των κτηνών του Άβραμ και ανά μέσον των
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

24

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ποιμένων των κτηνών του Λωτ· οι δε Χαναναίοι και οι Φερεζαίοι τότε κατώκουν την γην. 8 είπε δε Άβραμ τω Λωτ· μη έστω μάχη ανά μέσον εμού και σου και ανά μέσον των ποιμένων μου και ανά μέσον των ποιμένων σου, ότι άνθρωποι αδελφοί εσμεν ημείς. 9 ουκ ιδού πάσα η γη εναντίον σου εστί; διαχωρίσθητι απ ‘ εμού· ει συ εις αριστερά, εγώ εις δεξιά· ει δε συ εις δεξιά, εγώ εις αριστερά. 10 και επάρας Λωτ τους οφθαλμούς αυτού, επείδε πάσαν την περίχωρον του Ιορδάνου, ότι πάσα ην ποτιζομένη προ του καταστρέψαι τον Θεόν Σόδομα και Γόμορρα, ως ο παράδεισος του Θεού και ως η γη Αιγύπτου, έως ελθείν εις Ζόγορα. 11 και εξελέξατο εαυτω Λωτ πάσαν την περίχωρον του Ιορδάνου, και απήρε Λωτ από ανατολών, και διεχωρίσθησαν έκαστος από του αδελφού αυτού. 12 Άβραμ δε κατώκησεν εν γη Χαναάν, Λωτ δε κατώκησεν εν πόλει των περιχώρων και εσκήνωσεν εν Σοδόμοις· 13 οι δε άνθρωποι οι εν Σοδόμοις πονηροί και αμαρτωλοί εναντίον του Θεού σφόδρα. 14 Ο δε Θεός είπε τω Άβραμ μετά το διαχωρισθήναι τον Λωτ απ ‘ αυτού· ανάβλεψον τοις οφθαλμοίς σου και ίδε από του τόπου, ου νυν συ ει, προς βορράν και λίβα και ανατολάς και θάλασσαν· 15 ότι πάσαν την γην, ην συ οράς, σοί δώσω αυτήν και τω σπέρματί σου έως αιώνος. 16 και ποιήσω το σπέρμα σου ως την άμμον της γης· ει δύναταί τις εξαριθμήσαι την άμμον της γης, και το σπέρμα σου εξαριθμηθήσεται. 17 αναστάς διόδευσον την γην εις τε το μήκος αυτής και εις το πλάτος, ότι σοί δώσω αυτήν και τω σπέρματί σου εις τον αιώνα. 18 και αποσκηνώσας Άβραμ, ελθών κατώκησε παρά την δρύν την Μαμβρή, ή ην εν Χεβρώμ, και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον τω Κυρίω.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ

1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε εν τη βασιλεία τη Αμαρφάλ βασιλέως Σενναάρ, και Αριώχ βασιλέως Ελλασάρ, Χοδολλογομόρ βασιλεύς Ελάμ και Θαργάλ βασιλεύς εθνών 2 εποίησαν πόλεμον μετά Βαλλά βασιλέως Σοδόμων και μετά Βαρσά βασιλέως Γομόρρας και μετά Σενναάρ βασιλέως Αδαμά και μετά Συμοβόρ βασιλέως Σεβωείμ, και βασιλέως Βαλάκ (αύτη εστί Σηγώρ). 3 πάντες ούτοι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

25

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

συνεφώνησαν επί την φάραγγα την αλυκήν (αύτη η θάλασσα των αλών). 4 δώδεκα έτη αυτοί εδούλευσαν τω Χοδολλογομόρ, τω δε τρισκαιδεκάτω έτει απέστησαν. 5 εν δε τω τεσσαρεσκαιδεκάτω έτει ήλθε Χοδολλογομόρ και οι βασιλείς μετ ‘ αυτού και κατέκοψαν τους γίγαντας τους εν Ασταρώθ και Καρναϊν, και έθνη ισχυρά άμα αυτοίς και τους ‘Ομμαίους τους εν Σαυή τη πόλει 6 και τους Χορραίους τους εν τοις όρεσι Σηείρ, έως της τερεβίνθου της Φαράν, ή εστιν εν τη ερήμω. 7 και αναστρέψαντες ήλθον επί την πηγήν της κρίσεως (αύτη εστί Κάδης) και κατέκοψαν πάντας τους άρχοντας Αμαλήκ και τους Αμορραίους τους κατοικούντας εν Ασασονθαμάρ. 8 εξήλθε δε βασιλεύς Σοδόμων και βασιλεύς Γομόρρας και βασιλεύς Αδαμά και βασιλεύς Σεβωείμ και βασιλεύς Βαλάκ (αύτη εστί Σηγώρ) και παρετάξαντο αυτοίς εις πόλεμον εν τη κοιλάδι τη αλυκή, 9 προς Χοδολλογομόρ βασιλέα Ελάμ και Θαργάλ βασιλέα εθνών και Αμαρφάλ βασιλέα Σενναάρ και Αριώχ βασιλέα Ελλασάρ, οι τέσσαρες βασιλείς προς τους πέντε. 10 η δε κοιλάς η αλυκή, φρέατα ασφάλτου. έφυγε δε βασιλεύς Σοδόμων και βασιλεύς Γομόρρας και ενέπεσαν εκεί, οι δε καταλειφθέντες εις την ορεινήν έφυγον. 11 έλαβον δε την ίππον πάσαν την Σοδόμων και Γομόρρας και πάντα τα βρώματα αυτών και απήλθον. 12 έλαβον δε και τον Λωτ τον υιόν του αδελφού Άβραμ και την αποσκευήν αυτού και απώχοντο· ην γαρ κατοικών εν Σοδόμοις. 13 Παραγενόμενος δε των ανασωθέντων τις απήγγειλεν Άβραμ τω περάτη· αυτός δε κατώκει παρά τη δρυϊ τη Μαμβρή Αμορραίου του αδελφού Εσχώλ και του αδελφού Αυνάν, οί ήσαν συνωμόται του Άβραμ. 14 ακούσας δε Άβραμ ότι ηχμαλώτευται Λωτ ο αδελφιδούς αυτού, ηρίθμησε τους ιδίους οικογενείς αυτού, τριακοσίους δέκα και οκτώ, και κατεδίωξεν οπίσω αυτών έως Δάν. 15 και επέπεσεν επ ‘ αυτούς την νύκτα αυτός και οι παίδες αυτού, και επάταξεν αυτούς και κατεδίωξεν αυτούς έως Χοβά, ή εστιν εν αριστερά Δαμασκού. 16 και απέστρεψε πάσαν την ίππον Σοδόμων, και Λωτ τον αδελφιδούν αυτού απέστρεψε και πάντα τα υπάρχοντα αυτού και τας γυναίκας και τον λαόν. 17 Εξήλθε δε βασιλεύς Σοδόμων εις συνάντησιν αυτω, μετά το υποστρέψαι αυτόν από της κοπής του Χοδολλογομόρ και των βασιλέων των μετ ‘ αυτού, εις την κοιλάδα του Σαβύ (τούτο ην το πεδίον των βασιλέων). 18 και Μελχισεδέκ βασιλεύς Σαλήμ εξήνεγκεν άρτους και οίνον· ην δε ιερεύς του Θεού του υψίστου. 19 και ευλόγησε τον Άβραμ και είπεν· ευλογημένος Άβραμ τω Θεω τω υψίστω, ος έκτισε τον ουρανόν και την γην. 20 και ευλογητός ο Θεός ο
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

26

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ύψιστος, ος παρέδωκε τους εχθρούς σου υποχειρίους σοι. και έδωκεν αυτω Άβραμ δεκάτην από πάντων. 21 είπε δε βασιλεύς Σοδόμων προς Άβραμ· δος μοι τους άνδρας, την δε ίππον λάβε σεαυτω. 22 είπε δε Άβραμ προς τον βασιλέα Σοδόμων· εκτενώ την χείρά μου προς Κύριον τον Θεόν τον ύψιστον, ος έκτισε τον ουρανόν και την γην, 23 ει από σπαρτίου έως σφυρωτήρος υποδήματος λήψομαι από πάντων των σών, ίνα μη είπης, ότι εγώ επλούτισα τον Άβραμ· 24 πλήν ων έφαγον οι νεανίσκοι και της μερίδος των ανδρών των συμπορευθέντων μετ ‘ εμού, Εσχώλ, Αυνάν, Μαμβρή, ούτοι λήψονται μερίδα.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ

1 ΜΕΤΑ δε τα ρήματα ταύτα εγενήθη ρήμα Κυρίου προς Άβραμ εν οράματι, λέγων· μη φοβού Άβραμ, εγώ υπερασπίζω σου· ο μισθός σου πολύς έσται σφόδρα. 2 λέγει δε Άβραμ· δέσποτα Κύριε, τι μοι δώσεις; εγώ δε απολύομαι άτεκνος· ο δε υιος Μασέκ της οικογενούς μου, ούτος Δαμασκός Ελιέζερ. 3 και είπεν Άβραμ· επειδή εμοί ουκ έδωκας σπέρμα, ο δε οικογενής μου κληρονομήσει μοι. 4 και ευθύς φωνή Κυρίου εγένετο προς αυτόν λέγουσα· ου κληρονομήσει σε ούτος, αλλ ‘ ος εξελεύσεται εκ σου, ούτος κληρονομήσει σε. 5 εξήγαγε δε αυτόν έξω και είπεν αυτω· ανάβλεψον δη εις τον ουρανόν και αρίθμησον τους αστέρας, ει δυνήση εξαριθμήσαι αυτούς. και είπεν· ούτως έσται το σπέρμα σου. 6 και επίστευσεν Άβραμ τω Θεω, και ελογίσθη αυτω εις δικαιοσύνην. 7 είπε δε προς αυτόν· εγώ ο Θεός ο εξαγαγών σε εκ χώρας Χαλδαίων, ωστε δούναί σοι την γην ταύτην κληρονομήσαι. 8 είπε δε, Δέσποτα Κύριε, κατά τι γνώσομαι ότι κληρονομήσω αυτήν; 9 είπε δε αυτω· λάβε μοι δάμαλιν τριετίζουσαν και αίγα τριετίζουσαν και κριόν τριετίζοντα και τρυγόνα και περιστεράν. 10 έλαβε δε αυτω πάντα ταύτα και διείλεν αυτά μέσα και έθηκεν αυτά αντιπρόσωπα αλλήλοις, τα δε όρνεα ου διείλε. 11 κατέβη δε όρνεα επί τα σώματα, επί τα διχοτομήματα αυτών, και συνεκάθησεν αυτοίς Άβραμ. 12 περί δε ηλίου δυσμάς έκστασις επέπεσε τω Άβραμ, και ιδού φόβος σκοτεινός μέγας επιπίπτει αυτω. 13 και ερρέθη προς Άβραμ· γινώσκων γνώση ότι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

27

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πάροικον έσται το σπέρμα σου εν γη ουκ ιδία, και δουλώσουσιν αυτούς και κακώσουσιν αυτούς και ταπεινώσουσιν αυτούς τετρακόσια έτη. 14 το δε έθνος, ω εάν δουλεύσωσι, κρινώ εγώ· μετά δε ταύτα εξελεύσονται ώδε μετά αποσκευής πολλής. 15 συ δε απελεύση προς τους πατέρας σου εν ειρήνη, τραφείς εν γήρα καλω. 16 τετάρτη δε γενεά αποστραφήσονται ώδε· ούπω γαρ αναπεπλήρωνται αι αμαρτίαι των Αμορραίων έως του νυν. 17 επεί δε ο ήλιος εγένετο προς δυσμάς, φλόξ εγένετο, και ιδού κλίβανος καπνιζόμενος και λαμπάδες πυρός, αι διήλθον ανά μέσον των διχοτομημάτων τούτων. 18 εν τη ημέρα εκείνη διέθετο Κύριος τω Άβραμ διαθήκην λέγων· τω σπέρματί σου δώσω την γην ταύτην, από του ποταμού Αιγύπτου έως του ποταμού του μεγάλου, ποταμού Ευφράτου, 19 τους Κεναίους και τους Κενεζαίους και τους Κεδμωναίους 20 και τους Χετταίους και τους Φερεζαίους και Ραφαείν και τους Αμορραίους και τους Χαναναίους και τους Ευαίους και τους Γεργεσαίους και τους Ιεβουσαίους.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ

1 ΣΑΡΑ δε γυνή Άβραμ ουκ έτικτεν αυτω. ην δε αυτη παιδίσκη Αιγυπτία, ή όνομα Άγαρ. 2 είπε δε Σάρα προς Άβραμ· ιδού συνέκλεισέ με Κύριος του μη τίκτειν· είσελθε ουν προς την παιδίσκην μου, ίνα τεκνοποιήσωμαι εξ αυτής. υπήκουσε δε Άβραμ της φωνής Σάρας. 3 και λαβούσα Σάρα η γυνή Άβραμ Άγαρ την Αιγυπτίαν την εαυτής παιδίσκην, μετά δέκα έτη του οικήσαι Άβραμ εν γη Χαναάν, έδωκεν αυτήν τω Άβραμ ανδρί αυτής αυτω γυναίκα. 4 και εισήλθε προς Άγαρ, και συνέλαβε. και είδεν ότι εν γαστρί έχει, και ητιμάσθη η κυρία εναντίον αυτής. 5 είπε δε Σάρα προς Άβραμ· αδικούμαι εκ σου· εγώ δέδωκα την παιδίσκην μου εις τον κόλπον σου, ιδούσα δε ότι εν γαστρί έχει, ητιμάσθην εναντίον αυτής· κρίναι ο Θεός ανά μέσον εμού και σου. 6 είπε δε Άβραμ προς Σάραν· ιδού η παιδίσκη σου εν ταις χερσί σου· χρώ αυτη ως αν σοι αρεστόν ή. και εκάκωσεν αυτήν Σάρα, και απέδρα από προσώπου αυτής. 7 Εύρε δε αυτήν άγγελος Κυρίου επί της πηγής του ύδατος εν τη ερήμω, επί της πηγής εν τη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

28

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

οδω Σουρ. 8 και είπεν αυτη ο άγγελος Κυρίου. Άγαρ, παιδίσκη Σάρας, πόθεν έρχη και που πορεύη; και είπεν· από προσώπου Σάρας της κυρίας μου εγώ αποδιδράσκω. 9 είπε δε αυτη ο άγγελος Κυρίου· αποστράφηθι προς την κυρίαν σου και ταπεινώθητι υπό τας χείρας αυτής. 10 και είπεν αυτη ο άγγελος Κυρίου· πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου, και ουκ αριθμηθήσεται υπό του πλήθους. 11 και είπεν αυτη ο άγγελος Κυρίου· ιδού, συ εν γαστρί έχεις και τέξη υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ισμαήλ, ότι επήκουσε Κύριος τη ταπεινώσει σου. 12 ούτος έσται άγροικος άνθρωπος αι χείρες αυτού επί πάντας, και αι χείρες πάντων επ ‘ αυτόν, και κατά πρόσωπον πάντων των αδελφών αυτού κατοικήσει. 13 και εκάλεσεν Άγαρ το όνομα Κυρίου του λαλούντος προς αυτήν· συ ο Θεός ο επιδών με, ότι είπε· και γαρ ενώπιον είδον οφθέντα μοι. 14 ένεκεν τούτου εκάλεσε το φρέαρ Φρέαρ ου ενώπιον είδον· ιδού ανά μέσον Κάδης και ανά μέσον Βαράδ. 15 Και έτεκεν Άγαρ τω Άβραμ υιόν, και εκάλεσεν Άβραμ το όνομα του υιού αυτού, ον έτεκεν αυτω Άγαρ, Ισμαήλ. 16 Άβραμ δε ην ετών ογδοηκονταέξ, ηνίκα έτεκεν Άγαρ τω Άβραμ τον Ισμαήλ.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ

1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε Άβραμ ετών ενενηκονταεννέα, και ώφθη Κύριος τω Άβραμ και είπεν αυτω· εγώ ειμι ο Θεός σου· ευαρέστει ενώπιον εμού και γίνου άμεμπτος, 2 και θήσομαι την διαθήκην μου ανά μέσον εμού και ανά μέσον σου και πληθυνώ σε σφόδρα. 3 και έπεσεν Άβραμ επί πρόσωπον αυτού, και ελάλησεν αυτω ο Θεός λέγων· 4 και εγώ ιδού η διαθήκη μου μετά σου, και έση πατήρ πλήθους εθνών, 5 και ου κληθήσεται έτι το όνομά σου Άβραμ, αλλ ‘ έσται το όνομά σου Αβραάμ, ότι πατέρα πολλών εθνών τέθεικά σε. 6 και αυξανώ σε σφόδρα σφόδρα και θήσω σε εις έθνη, και βασιλείς εκ σου εξελεύσονται. 7 και στήσω την διαθήκην μου ανά μέσον σου και ανά μέσον του σπέρματός σου μετά σε, εις τας γενεάς αυτών, εις διαθήκην αιώνιον, είναί σου Θεός και του σπέρματός σου μετά σε. 8 και δώσω σοι και τω σπέρματί σου
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

29

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μετά σε την γην, ην παροικείς, πάσαν την γην Χαναάν, εις κατάσχεσιν αιώνιον και έσομαι αυτοίς εις Θεόν. 9 και είπεν ο Θεός προς Αβραάμ· συ δε την διαθήκην μου διατηρήσεις, συ και το σπέρμα σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών. 10 και αύτη η διαθήκη, ην διατηρήσεις, ανά μέσον εμού και υμών και ανά μέσον του σπέρματός σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών· περιτμηθήσεται υμών παν αρσενικόν, 11 και περιτμηθήσεσθε την σάρκα της ακροβυστίας υμών, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και υμών. 12 και παιδίον οκτώ ημερών περιτμηθήσεται υμίν, παν αρσενικόν εις τας γενεάς υμών, ο οικογενής και ο αργυρώνητος, από παντός υιού αλλοτρίου, ος ουκ έστιν εκ του σπέρματός σου. 13 περιτομή περιτμηθήσεται ο οικογενής της οικίας σου και ο αργυρώνητος, και έσται η διαθήκη μου επί της σαρκός υμών εις διαθήκην αιώνιον. 14 και απερίτμητος άρσην, ος ου περιτμηθήσεται την σάρκα της ακροβυστίας αυτού τη ημέρα τη ογδόη, εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του γένους αυτής, ότι την διαθήκην μου διεσκέδασε. 15 Και είπεν ο Θεός τω Αβραάμ· Σάρα η γυνή σου ου κληθήσεται το όνομα αυτής Σάρα, αλλά Σάρρα έσται το όνομα αυτής. 16 ευλογήσω δε αυτήν, και δώσω σοι εξ αυτής τέκνον· και ευλογήσω αυτό, και έσται εις έθνη, και βασιλείς εθνών εξ αυτού έσονται. 17 και έπεσεν Αβραάμ επί πρόσωπον αυτού και εγέλασε και είπεν εν τη διανοία αυτού λέγων· ει τω εκατονταετεί γενήσεται υιος; και ει η Σάρρα ενενήκοντα ετών τέξεται; 18 είπε δε Αβραάμ προς τον Θεόν· Ισμαήλ ούτος ζήτω εναντίον σου. 19 είπε δε ο Θεός προς Αβραάμ· ναί· ιδού Σάρρα η γυνή σου τέξεταί σοι υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ισαάκ, και στήσω την διαθήκην μου προς αυτόν εις διαθήκην αιώνιον, είναι αυτω Θεός και τω σπέρματι αυτού μετ ‘ αυτόν. 20 περί δε Ισμαήλ ιδού επήκουσά σου· και ιδού ευλόγηκα αυτόν και αυξανώ αυτόν και πληθυνώ αυτόν σφόδρα· δώδεκα έθνη γεννήσει και δώσω αυτόν εις έθνος μέγα. 21 την δε διαθήκην μου στήσω προς Ισαάκ, ον τέξεταί σοι Σάρρα εις τον καιρόν τούτον, εν τω ενιαυτω τω ετέρω. 22 συνετέλεσε δε λαλών προς αυτόν και ανέβη ο Θεός από Αβραάμ. 23 Και έλαβεν Αβραάμ Ισμαήλ τον υιόν εαυτού και πάντας τους οικογενείς αυτού και πάντας τους αργυρωνήτους και παν άρσεν των ανδρών των εν τω οίκω Αβραάμ και περιέτεμε τας ακροβυστίας αυτών εν τω καιρω της ημέρας εκείνης, καθά ελάλησεν αυτω ο Θεός. 24 Αβραάμ δε ενενηκονταεννέα ην ετών, ηνίκα περιετέμετο την σάρκα της ακροβυστίας αυτού. 25 Ισμαήλ δε ο υιος αυτού ην ετών δεκατριών, ηνίκα περιετέμετο την σάρκα της ακροβυστίας αυτού. 26
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

30

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εν δε τω καιρω της ημέρας εκείνης περιετμήθη Αβραάμ και Ισμαήλ ο υιος αυτού· 27 και πάντες οι άνδρες του οίκου αυτού και οι οικογενείς αυτού και οι αργυρώνητοι εξ αλλογενών εθνών, περιέτεμεν αυτούς.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ

1 ΩΦΘΗ δε αυτω ο Θεός προς τη δρυϊ τη Μαμβρή, καθημένου αυτού επί της θύρας της σκηνής αυτού μεσημβρίας. 2 αναβλέψας δε τοις οφθαλμοίς αυτού είδε, και ιδού τρεις άνδρες ειστήκεισαν επάνω αυτού· και ιδών προσέδραμεν εις συνάντησιν αυτοίς από της θύρας της σκηνής αυτού και προσεκύνησεν επί την γην. 3 και είπε· κύριε, ει άρα εύρον χάριν εναντίον σου, μη παρέλθης τον παίδά σου· 4 ληφθήτω δη ύδωρ, και νιψάτωσαν τους πόδας υμών, και καταψύξατε υπό το δένδρον· 5 και λήψομαι άρτον, και φάγεσθε, και μετά τούτο παρελεύσεσθε εις την οδόν υμών, ου ένεκεν εξεκλίνατε προς τον παίδα υμών. και είπαν· ούτω ποίησον, καθώς είρηκας. 6 και έσπευσεν Αβραάμ επί την σκηνήν προς Σάρραν και είπεν αυτη· σπεύσον και φύρασον τρία μέτρα σεμιδάλεως και ποίησον εγκρυφίας. 7 και εις τας βόας έδραμεν Αβραάμ και έλαβεν απαλόν μοσχάριον και καλόν και έδωκε τω παιδί, και ετάχυνε του ποιήσαι αυτό. 8 έλαβε δε βούτυρον, και γάλα, και το μοσχάριον ό εποίησε, και παρέθηκεν αυτοίς, και έφαγον· αυτός δε παρειστήκει αυτοίς υπό το δένδρον. 9 Είπε δε προς αυτόν· που Σάρρα η γυνή σου; ο δε αποκριθείς είπεν· ιδού εν τη σκηνή. 10 είπε δε· επαναστρέφων ήξω προς σε κατά τον καιρόν τούτον εις ωρας, και έξει υιόν Σάρρα η γυνή σου. Σάρρα δε ήκουσε προς τη θύρα της σκηνής, ούσα όπισθεν αυτού. 11 Αβραάμ δε και Σάρρα πρεσβύτεροι προβεβηκότες ημερών, εξέλιπε δε τη Σάρρα γίνεσθαι τα γυναικεία. 12 εγέλασε δε Σάρρα εν εαυτη, λέγουσα· ούπω μεν μοι γέγονεν έως του νυν, ο δε κύριός μου πρεσβύτερος. 13 και είπε Κύριος προς Αβραάμ· τι ότι εγέλασε Σάρρα εν εαυτη, λέγουσα· άρά γε αληθώς τέξομαι; εγώ δε γεγήρακα. 14 μη αδυνατήσει παρά τω Θεω ρήμα; εις τον καιρόν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

31

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

τούτον αναστρέψω προς σε εις ωρας· και έσται τη Σάρρα υιος. 15 ηρνήσατο δε Σάρρα λέγουσα· ουκ εγέλασα· εφοβήθη γαρ. και είπεν αυτη· ουχί, αλλά εγέλασας. 16 Εξαναστάντες δε εκείθεν οι άνδρες κατέβλεψαν επί πρόσωπον Σοδόμων και Γομόρρας. Αβραάμ δε συνεπορεύετο μετ ‘ αυτών συμπροπέμπων αυτούς. 17 ο δε Κύριος είπεν· ου μη κρύψω εγώ από Αβραάμ του παιδός μου, α εγώ ποιώ. 18 Αβραάμ δε γινόμενος έσται εις έθνος μέγα και πολύ, και ενευλογηθήσονται εν αυτω πάντα τα έθνη της γης. 19 ήδειν γαρ ότι συντάξει τοις υιοίς αυτού και τω οίκω αυτού μετ ‘ αυτόν, και φυλάξουσι τας οδούς Κυρίου ποιείν δικαιοσύνην και κρίσιν, όπως αν επαγάγη Κύριος επί Αβραάμ πάντα, όσα ελάλησε προς αυτόν. 20 είπε δε Κύριος· κραυγή Σοδόμων και Γομόρρας πεπλήθυνται προς με, και αι αμαρτίαι αυτών μεγάλαι σφόδρα. 21 καταβάς ουν όψομαι, ει κατά την κραυγήν αυτών την ερχομένην προς με συντελούνται, ει δε μη, ίνα γνώ. 22 και αποστρέψαντες εκείθεν οι άνδρες ήλθον εις Σόδομα. Αβραάμ δε έτι ην εστηκώς εναντίον Κυρίου. 23 και εγγίσας Αβραάμ είπε· μη συναπολέσης δίκαιον μετά ασεβούς και έσται ο δίκαιος ως ο ασεβής; 24 εάν ώσι πεντήκοντα δίκαιοι εν τη πόλει, απολείς αυτούς; ουκ ανήσεις πάντα τον τόπον ένεκεν των πεντήκοντα δικαίων, εάν ώσιν εν αυτη; 25 μηδαμώς συ ποιήσεις ως το ρήμα τούτο, του αποκτείναι δίκαιον μετά ασεβούς, και έσται ο δίκαιος ως ο ασεβής. μηδαμώς· ο κρίνων πάσαν την γην, ου ποιήσεις κρίσιν; 26 είπε δε Κύριος· εάν ώσιν εν Σοδόμοις πεντήκοντα δίκαιοι εν τη πόλει, αφήσω όλην την πόλιν και πάντα τον τόπον δι ‘ αυτούς. 27 και αποκριθείς Αβραάμ είπε· νυν ηρξάμην λαλήσαι προς τον Κύριόν μου, εγώ δε ειμι γη και σποδός· 28 εάν δε ελαττονωθώσιν οι πεντήκοντα δίκαιοι εις τεσσαρακονταπέντε, απολείς ένεκεν των πέντε πάσαν την πόλιν; και είπεν· ου μη απολέσω, εάν εύρω εκεί τεσσσαρακονταπέντε. 29 και προσέθηκεν έτι λαλήσαι προς αυτόν, και είπεν· εάν δε ευρεθώσιν εκεί τεσσαράκοντα; και είπεν· ου μη απολέσω ένεκεν των τεσσαράκοντα. 30 και είπε· μη τι κύριε, εάν λαλήσω; εάν δε ευρεθώσιν εκεί τριάκοντα; και είπεν· ου μη απολέσω ένεκεν των τριάκοντα. 31 και είπεν· επειδή έχω λαλήσαι προς τον κύριον· εάν δε ευρεθώσιν εκεί είκοσι; και είπεν· ου μη απολέσω, εάν εύρω εκεί είκοσι. 32 και είπε· μήτι κύριε, εάν λαλήσω έτι άπαξ· εάν δε ευρεθώσιν εκεί δέκα; και είπεν· ου μη απολέσω ένεκεν των δέκα. 33 απήλθε δε ο Κύριος, ως επαύσατο λαλών τω Αβραάμ, και Αβραάμ απέστρεψεν εις τον τόπον αυτού.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

32

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ

1 ΗΛΘΟΝ δε οι δύο άγγελοι εις Σόδομα εσπέρας· Λωτ δε εκάθητο παρά την πύλην Σοδόμων. ιδών δε Λωτ, εξανέστη εις συνάντησιν αυτοίς και προσεκύνησε τω προσώπω επί την γην. 2 και είπεν· ιδού κύριοι, εκκλίνατε εις τον οίκον του παιδός υμών και καταλύσατε και νίψασθε τους πόδας υμών, και ορθρίσαντες απελεύσεσθε εις την οδόν υμών. και είπαν· ουχί, αλλ ‘ εν τη πλατεία καταλύσομεν. 3 και κατεβιάζετο αυτούς, και εξέκλιναν προς αυτόν και εισήλθον εις τον οίκον αυτού. και εποίησεν αυτοίς πότον, και αζύμους έπεψεν αυτοίς, και έφαγον. 4 προ του κοιμηθήναι δε, οι άνδρες της πόλεως οι Σοδομίται περικύκλωσαν την οικίαν από νεανίσκου έως πρεσβυτέρου, άπας ο λαός άμα. 5 και εξεκαλούντο τον Λωτ και έλεγον προς αυτόν· που εισιν οι άνδρες οι εισελθόντες προς σε την νύκτα; εξάγαγε αυτούς προς ημάς, ίνα συγγενώμεθα αυτοίς. 6 εξήλθε δε Λωτ προς αυτούς προς το πρόθυρον, την δε θύραν προσέωξεν οπίσω αυτού. 7 είπε δε προς αυτούς· μηδαμώς αδελφοί, μη πονηρεύσησθε. 8 εισί δε μοι δύο θυγατέρες, αι ουκ έγνωσαν άνδρα· εξάξω αυτάς προς υμάς, και χράσθε αυταίς, καθά αν αρέσκη υμίν· μόνον εις τους ανδρας τούτους μη ποιήσητε άδικον, ου είνεκεν εισήλθον υπό την σκέπην των δοκών μου. 9 είπαν δε αυτω· απόστα εκεί. εισήλθες παροικείν· μη και κρίσιν κρίνειν; νυν ουν σε κακώσωμεν μάλλον ή εκείνους. και παρεβιάζοντο τον άνδρα τον Λωτ σφόδρα. και ήγγισαν συντρίψαι την θύραν. 10 εκτείναντες δε οι άνδρες τας χείρας εισεσπάσαντο τον Λωτ προς εαυτούς εις τον οίκον, και την θύραν του οίκου απέκλεισαν· 11 τους δε άνδρας τους όντας επί της θύρας του οίκου επάταξαν εν αορασία από μικρού έως μεγάλου, και παρελύθησαν ζητούντες την θύραν. 12 Είπαν δε οι άνδρες ή προς Λωτ· εισί σοι ώδε γαμβροί ή υιοί ή θυγατέρες; ή είτις σοι άλλος εστίν εν τη πόλει, εξάγαγε εκ του τόπου τούτου· 13 ότι ημείς απόλλυμεν τον τόπον τούτον, ότι υψώθη η κραυγή αυτών έναντι Κυρίου, και απέστειλεν ημάς Κύριος εκτρίψαι αυτήν. 14 εξήλθε δε Λωτ και ελάλησε προς τους γαμβρούς αυτού τους ειληφότας τας θυγατέρας αυτού και είπεν· ανάστητε και εξέλθετε εκ του τόπου τούτου, ότι εκτρίβει Κύριος την πόλιν. έδοξε δε
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

33

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

γελοιάζειν εναντίον των γαμβρών αυτού. 15 ηνίκα δε όρθρος εγίνετο, εσπούδαζον οι άγγελοι τον Λωτ λέγοντες· αναστάς λάβε την γυναίκά σου και τας δύο θυγατέρας σου, ας έχεις, και έξελθε, ίνα μη και συ συναπόλη ταις ανομίαις της πόλεως. 16 και εταράχθησαν· και εκράτησαν οι άγγελοι της χειρός αυτού και της χειρός της γυναικός αυτού και των χειρών των δύο θυγατέρων αυτού, εν τω φείσασθαι Κύριον αυτού. 17 και εγένετο, ηνίκα εξήγαγον αυτούς έξω και είπαν· σώζων σωζε την σεαυτού ψυχήν· μη περιβλέψη εις τα οπίσω, μηδέ στης εν πάση τη περιχώρω· εις το όρος σώζου, μήποτε συμπαραληφθής. 18 είπε δε Λωτ προς αυτούς· δέομαι κύριε, 19 επειδή εύρεν ο παις σου έλεος εναντίον σου και εμεγάλυνας την δικαιοσύνην σου, ό ποιείς επ ‘ εμέ του ζήν την ψυχήν μου, εγώ δε ου δυνήσομαι διασωθήναι εις το όρος, μήποτε καταλάβη με τα κακά και αποθάνω. 20 ιδού η πόλις αύτη εγγύς του καταφυγείν με εκεί, ή εστι μικρά, και εκεί διασωθήσομαι· ου μικρά εστι; και ζήσεται η ψυχή μου ένεκέν σου. 21 και είπεν αυτω· ιδού εθαύμασά σου το πρόσωπον και επί τω ρήματι τούτω του μη καταστρέψαι την πόλιν, περί ης ελάλησας· 22 σπεύσον ουν του σωθήναι εκεί· ου γαρ δυνήσομαι ποιήσαι πράγμα, έως του ελθείν σε εκεί. δια τούτο εκάλεσε το όνομα της πόλεως εκείνης Σηγώρ. 23 ο ήλιος εξήλθεν επί την γην, και Λωτ εισήλθεν εις Σηγώρ, 24 και Κύριος έβρεξεν επί Σόδομα και Γόμορρα θείον, και πυρ παρά Κυρίου εξ ουρανού 25 και κατέστρεψε τας πόλεις ταύτας και πάσαν την περίχωρον και πάντας τους κατοικούντας εν ταις πόλεσι και τα ανατέλλοντα εκ της γης. 26 και επέβλεψεν η γυνή αυτού εις τα οπίσω και εγένετο στήλη αλός. 27 Ώρθρισε δε Αβραάμ τω πρωϊ εις τον τόπον, ου ειστήκει εναντίον Κυρίου. 28 και επέβλεψεν επί πρόσωπον Σοδόμων και Γομόρρας και επί πρόσωπον της περιχώρου και είδε, και ιδού ανέβαινε φλόξ εκ της γης, ωσεί ατμίς καμίνου. 29 και εγένετο εν τω εκτρίψαι Κύριον πάσας τας πόλεις της περιοίκου, εμνήσθη ο Θεός του Αβραάμ και εξαπέστειλε τον Λωτ εκ μέσου της καταστροφής, εν τω καταστρέψαι Κύριον τας πόλεις, εν αις κατώκει εν αυταίς Λωτ. 30 Ανέβη δε Λωτ εκ Σηγώρ και εκάθητο εν τω όρει αυτός και αι δύο θυγατέρες αυτού μετ ‘ αυτού· εφοβήθη γαρ κατοικήσαι εν Σηγώρ. και κατώκησεν εν τω σπηλαίω, αυτός και αι δύο θυγατέρες αυτού μετ ‘ αυτού. 31 είπε δε η πρεσβυτέρα προς την νεωτέραν· ο πατήρ ημών πρεσβύτερος, και ουδείς εστιν επί της γης, ος εισελεύσεται προς ημάς, ως καθήκει πάση τη γη· 32 δεύρο και ποτίσωμεν τον πατέρα ημών οίνον και κοιμηθώμεν μετ ‘ αυτού και εξαναστήσωμεν εκ του πατρός ημών σπέρμα. 33 επότισαν δε τον πατέρα αυτών οίνον εν τη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

34

και ουκ ήδει εν τω κοιμηθήναι αυτόν και εν τω αναστήναι. ότι αδελφή μου εστίν· εφοβήθη γαρ ειπείν ότι γυνή μου εστί. και έλαβε την Σάρραν. ης έλαβες. και εισελθούσα η πρεσβυτέρα εκοιμήθη μετά του πατρός αυτής εν τη νυκτί εκείνη. έθνος αγνοούν και δίκαιον απολείς. 34 εγένετο δε εν τη επαύριον και είπεν η πρεσβυτέρα προς την νεωτέραν· ιδού εκοιμήθην χθές μετά του πατρός ημών· ποτίσωμεν αυτόν οίνον και εν τη νυκτί ταύτη. και αύτη μοι είπεν. και παρώκησεν εν Γεράροις. και εφεισάμην σου του μη αμαρτείν σε εις εμέ· ένεκα τούτου ουκ αφήκά σε άψασθαι αυτής. απέστειλε δε Αβιμέλεχ. μη ποτε αποκτείνωσιν αυτόν οι άνδρες της πόλεως δι ‘ αυτήν. 4 Αβιμέλεχ δε ουχ ήψατο αυτής και είπε· Κύριε. 8 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 35 . 36 και συνέλαβον αι δύο θυγατέρες Λωτ εκ του πατρός αυτών. και εισελθούσα η νεωτέρα εκοιμήθη μετά του πατρός αυτής. λέγουσα· υιος γένους μου· ούτος πατήρ Αμμανιτών έως της σήμερον ημέρας. 2 είπε δε Αβραάμ περί Σάρρας της γυναικός αυτού. 3 και εισήλθεν ο Θεός προς Αβιμέλεχ εν ύπνω την νύκτα και είπεν· ιδού συ αποθνήσκεις περί της γυναικός. αδελφός μου εστίν. και εξαναστήσωμεν εκ του πατρός ημών σπέρμα. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εκίνησεν εκείθεν Αβραάμ ει γην προς λίβα και ώκησεν ανά μέσον Κάδης και ανά μέσον Σουρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νυκτί εκείνη. 38 έτεκε δε και η νεωτέρα υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Αμμάν. 37 και έτεκεν η πρεσβυτέρα υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Μωάβ λέγουσα· εκ του πατρός μου· ούτος πατήρ Μωαβιτών έως της σήμερον ημέρας. ότι προφήτης εστί και προσεύξεται περί σου και ζήση· ει δε μη αποδίδως. 6 λίγο είπε δε αυτω ο Θεός καθ ‘ ύπνον· καγώ έγνων ότι εν καθαρά καρδία εποίησας τούτο. 7 νυν δε απόδος την γυναίκα τω ανθρώπω. αύτη δε εστι συνωκηυία ανδρί. εν καθαρά καρδία και εν δικαιοσύνη χειρών εποίησα τούτο. γνώση ότι αποθανή συ και πάντα τα σά. 5 ουκ αυτός μοι είπεν. και εισελθούσα κοιμήθητι μετ' αυτού. 35 επότισαν δε και εν τη νυκτί εκείνη τον πατέρα αυτών οίνον. αδελφή μου εστί. και ουκ ήδει εν τω κοιμηθήναι αυτόν και αναστήναι. βασιλεύς Γεράρων.

9 και εκάλεσεν Αβιμέλεχ τον Αβραάμ. κατοίκει. ότι επήγαγες επ ‘ εμέ και επί την βασιλείαν μου αμαρτίαν μεγάλην. ηνίκα εξήγαγέ με ο Θεός εκ του οίκου του πατρός μου. ον έτεκεν αυτω Σάρρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ώρθρισεν Αβιμέλεχ τω πρωϊ και εκάλεσε πάντας τους παίδας αυτού και ελάλησε πάντα τα ρήματα ταύτα εις τα ώτα αυτών. και έτεκον· 18 ότι συγκλείων συνέκλεισε Κύριος έξωθεν πάσαν μήτραν εν τω οίκω Αβιμέλεχ. καθά ελάλησεν αυτω Κύριος. 13 εγένετο δε. καθά ενετείλατο αυτω ο Θεός. καθά είπε. εις τον καιρόν. 11 είπε δε Αβραάμ· είπα γαρ. εις πάντα τόπον ου εάν εισέλθωμεν εκεί. 6 είπε δε Σάρρα· γέλωτά μοι εποίησε Κύριος· ος γαρ αν ακούση. άρα ουκ έστι θεοσέβεια εν τω τόπω τούτω. 15 και είπεν Αβιμέλεχ τω Αβραάμ· ιδού η γη μου εναντίον σου· ου εάν σοι αρέσκη. ό ουδείς ποιήσει. 17 προσηύξατο δε Αβραάμ προς τον Θεόν. ηνίκα εγένετο αυτω Ισαάκ ο υιος αυτού. εφοβήθησαν δε πάντες οι άνθρωποι σφόδρα. 5 και Αβραάμ ην εκατόν ετών. έργον. πεποίηκάς μοι. 16 τη δε Σάρρα είπεν· ιδού δέδωκα χίλια δίδραχμα τω αδελφω σου· ταύτα έσται σοι εις την τιμή του προσώπου σου και πάσαις ταις μετά σου· και πάντα αλήθευσον. 3 και εκάλεσεν Αβραάμ το όνομα του υιού αυτού του γενομένου αυτω. 2 και συλλαβούσα έτεκε τω Αβραάμ υιόν εις το γήρας. 12 και γαρ αληθώς αδελφή μου εστίν εκ πατρός. εμέ τε αποκτενούσιν ένεκεν της γυναικός μου. 10 είπε δε Αβιμέλεχ τω Αβραάμ· τι ενιδών εποίησας τούτο. ένεκεν Σάρρας της γυναικός Αβραάμ. και ιάσατο ο Θεός τον Αβιμέλεχ και την γυναίκα αυτού και τας παιδίσκας αυτού. ειπόν εμέ. και είπα αυτη· ταύτην την δικαιοσύνην ποιήσεις εις εμέ. 14 έλαβε δε Αβιμέλεχ χίλια δίδραχμα και πρόβατα και μόσχους και παίδας και παιδίσκας και έδωκε τω Αβραάμ και απέδωκεν αυτω Σάρραν την γυναίκα αυτού. Ισαάκ. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ Κύριος επεσκέψατο την Σάρραν. 7 και είπε· τις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 36 . αλλ ‘ ουκ εκ μητρός· εγενήθη δε μοι εις γυναίκα. ότι αδελφός μου εστίν. και εποίησε Κύριος τη Σάρρα καθά ελάλησε. συγχαρείταί μοι. 4 περιέτεμε δε Αβραάμ τον Ισαάκ τη ημέρα τη ογδόη. μήτι ημάρτομεν εις σε. και είπεν αυτω· τι τούτο εποίησας ημίν.

25 και ήλεγξεν Αβραάμ τον Αβιμέλεχ περί των φρεάτων του ύδατος. οίς εάν ποιής· 23 νυν ουν όμοσόν μοι τον Θεόν. ων αφείλοντο οι παίδες του Αβιμέλεχ. ότι έτεκον υιόν εν τω γήρα μου. ή ημέρα απεγαλακτίσθη Ισαάκ ο υιος αυτού. 11 σκληρόν δε εφάνη το ρήμα σφόδρα εναντίον Αβραάμ περί του υιού αυτού. κατά το φρέαρ του όρκου. και ηυξήθη. και εκάλεσεν άγγελος Θεού την Άγαρ εκ του ουρανού και είπεν αυτη· τι εστιν Άγαρ. 9 ιδούσα δε Σάρρα τον υιόν Άγαρ της Αιγυπτίας. 14 ανέστη δε Αβραάμ το πρωϊ και έλαβεν άρτους και ασκόν ύδατος και έδωκε τη Άγαρ και επέθηκεν επί των ώμων αυτής το παιδίον και απέστειλεν αυτήν. ου μη ίδω τον θάνατον του παιδίου μου. και έρριψε το παιδίον υποκάτω μιάς ελάτης. 12 είπε δε ο Θεός τω Αβραάμ· μη σκληρόν έστω εναντίον σου περί του παιδίου και περί της παιδίσκης· πάντα αν όσα είπη σοι Σάρρα. ουδέ συ μοι απήγγειλας. και εκάθισεν απέναντι αυτού. μηδέ το όνομά μου· αλλά κατά την δικαιοσύνην. 24 και είπεν Αβραάμ· εγώ ομούμαι. μη φοβού· επακήκοε γαρ ο Θεός της φωνής του παιδίου εκ του τόπου. μη αδικήσειν με μηδέ το σπέρμα μου. ος εγένετο τω Αβραάμ. ου εστιν. ποιήσεις μετ ‘ εμού. ή συ παρώκησας εν αυτη. αναβοήσαν δε το παιδίον έκλαυσεν. 18 ανάστηθι και λαβέ το παιδίον και κράτησον τη χειρί σου αυτό· εις γαρ έθνος μέγα ποιήσω αυτό. 19 και ανέωξεν ο Θεός τους οφθαλμούς αυτής. 22 Εγένετο δε εν τω καιρω εκείνω και είπεν Αβιμέλεχ και Οχοζάθ ο νυμφαγωγός αυτού και Φιχόλ ο αρχιστράτηγος της δυνάμεως αυτού προς Αβραάμ λέγων· ο Θεός μετά σου εν πάσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναγγελεί τω Αβραάμ. παίζοντα μετά Ισαάκ του υιού αυτής· 10 και είπε τω Αβραάμ· έκβαλε την παιδίσκην ταύτην και τον υιόν αυτής· ου γαρ μη κληρονομήσει ο υιος της παιδίσκης ταύτης μετά του υιού μου Ισαάκ. 13 και τον υιόν δε της παιδίσκης ταύτης εις έθνος μέγα ποιήσω αυτόν. 20 και ην ο Θεός μετά του παιδίου. ότι εν Ισαάκ κληθήσεταί σοι σπέρμα. απελθούσα δε επλανάτο κατά την έρημον. και τη γη. και έλαβεν αυτω η μήτηρ γυναίκα εκ γης Αιγύπτου. άκουε της φωνής αυτής. ότι σπέρμα σόν εστιν. ου ην. 16 απελθούσα δε εκάθητο απέναντι αυτού μακρόθεν ωσεί τόξου βολήν· είπε γαρ. και είδε φρέαρ ύδατος ζώντος και επορεύθη και έπλησε τον ασκόν ύδατος και επότισε το παιδίον. ουδέ εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 37 . ην εποίησα μετά σου. και εποίησεν Αβραάμ δοχήν μεγάλην. 21 και κατώκησεν εν τη ερήμω τη Φαράν. 26 και είπεν αυτω Αβιμέλεχ· ουκ έγνων τις εποίησέ σοι το ρήμα τούτο. εγένετο δε τοξότης. ότι θηλάζει παιδίον Σάρρα. και κατώκησεν εν τη ερήμω. 8 Και ηυξήθη το παιδίον και απεγαλακτίσθη. 15 εξέλιπε δε το ύδωρ εκ του ασκού. 17 εισήκουσε δε ο Θεός της φωνής του παιδίου εκ του τόπου.

ο δε είπε· τι εστι. ότι εκεί ώμοσαν αμφότεροι. τη ημέρα τη τρίτη. είπε δε· ιδού το πυρ και τα ξύλα· που εστι το πρόβατον το εις ολοκάρπωσιν. είδε τον τόπον μακρόθεν. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά τα ρήματα ταύτα ο Θεός επείρασε τον Αβραάμ και είπεν αυτω· Αβραάμ. 3 αναστάς δε Αβραάμ το πρωϊ επέσαξε την όνον αυτού· παρέλαβε δε μεθ ‘ εαυτού δύο παίδας και Ισαάκ τον υιόν αυτού και σχίσας ξύλα εις ολοκάρπωσιν. ότι εγώ ώρυξα το φρέαρ τούτο. Φρέαρ ορκισμού. 6 έλαβε δε Αβραάμ τα ξύλα της ολοκαρπώσεως και επέθηκεν Ισαάκ τω υιω αυτού· έλαβε δε μετά χείρας και το πυρ και την μάχαιραν. 8 είπε δε Αβραάμ· ο Θεός όψεται εαυτω πρόβατον εις ολοκάρπωσιν. 29 και είπεν Αβιμέλεχ τω Αβραάμ· τι εισιν αι επτά αμνάδες των προβάτων τούτων. ων αν σοι είπω. Θεός αιώνιος. 4 και αναβλέψας Αβραάμ τοις οφθαλμοίς αυτού. τέκνον. τον Ισαάκ. και διέθεντο αμφότεροι διαθήκην. και επορεύθησαν οι δύο άμα. 33 και εφύτευσεν· Αβραάμ άρουραν επί τω φρέατι του όρκου και επεκαλέσατο εκεί το όνομα Κυρίου. ότι τας επτά αμνάδας λήψη παρ ‘ εμού. 31 δια τούτο επωνόμασε το όνομα του τόπου εκείνου. ανέστη δε Αβιμέλεχ και Οχοζάθ ο νυμφαγωγός αυτού και Φιχόλ ο αρχιστράτητος της δυνάμεως αυτού. ίνα ώσί μοι εις μαρτύριον. αλλ ‘ ή σήμερον. αναστάς επορεύθη και ήλθεν επί τον τόπον. ον ηγάπησας. εγώ δε και το παιδάριον διελευσόμεθα έως ώδε και προσκυνήσαντες αναστρέψομεν προς υμάς. 32 και διέθεντο διαθήκην εν τω φρέατι του ορκισμού. 34 παρώκησε δε Αβραάμ εν τη γη των Φυλιστιείμ ημέρας πολλάς. 30 και είπεν Αβραάμ. και έδωκε τω Αβιμέλεχ. 2 και είπε· λαβέ τον υιόν σου τον αγαπητόν. 28 και έστησεν Αβραάμ επτά αμνάδας προβάτων μόνας. 5 και είπεν Αβραάμ τοις παισίν αυτού· καθίσατε αυτού μετά της όνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήκουσα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 38 . ον είπεν αυτω ο Θεός. Αβραάμ. 7 είπε δε Ισαάκ προς Αβραάμ τον πατέρα αυτού· πάτερ. ας έστησας μόνας. και επέστρεψαν εις την γην των Φυλιστιείμ. και πορεύθητι εις την γην την υψηλήν και ανένεγκον αυτόν εκεί εις ολοκάρπωσιν εφ ‘ εν των ορέων. ο δε είπεν· ιδού εγώ. 27 και έλαβεν Αβραάμ πρόβατα και μόσχους.

ως τους αστέρας του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης. και ωκοδόμησεν εκεί Αβραάμ το θυσιαστήριον και επέθηκε τα ξύλα. ον είπεν αυτω ο Θεός. 9 ήλθον επί τον τόπον. οκτώ ούτοι υιοί. 17 ή μην ευλογών ευλογήσω σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τέκνον. 12 και είπε· μη επιβάλης την χείρά σου επί το παιδάριον μηδέ ποιήσης αυτω μηδέν· νυν γαρ έγνων. και κατώκησεν Αβραάμ επί το φρέαρ του όρκου. και πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου. εν τω όρει Κύριος ώφθη. ανθ ‘ ων υπήκουσας της εμής φωνής. 19 απεστράφη δε Αβραάμ προς τους παίδας αυτού. 10 και εξέτεινεν Αβραάμ την χείρα αυτού λαβείν την μάχαιραν σφάξαι τον υιόν αυτού. ο δε είπεν· ιδού εγώ. και ιδού κριός εις κατεχόμενος εν φυτω Σαβέκ των κεράτων· και επορεύθη Αβραάμ και έλαβε τον κριόν και ανήνεγκεν αυτόν εις ολοκάρπωσιν αντί Ισαάκ του υιού αυτού. πορευθέντες δε αμφότεροι άμα. 20 Εγένετο δε μετά τα ρήματα ταύτα και ανηγγέλη τω Αβραάμ λέγοντες· ιδού τέτοκε Μελχά και αυτή υιούς τω Ναχώρ τω αδελφω σου. 24 και η παλλακή αυτού. 14 και εκάλεσεν Αβραάμ το όνομα του τόπου εκείνου. Κύριος είδεν. 13 και αναβλέψας Αβραάμ τοις οφθαλμοίς αυτού είδε. ου είνεκεν εποίησας το ρήμα τούτο. και αναστάντες επορεύθησαν άμα επί το φρέαρ του όρκου. ότι φοβή συ τον Θεόν και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι ‘ εμέ. 21 τον Ούζ πρωτότοκον και τον Βαύξ αδελφόν αυτού και τον Καμουήλ πατέρα Σύρων 22 και τον Χαζάδ και Αζαύ και τον Φαλδές και τον Ιελδάφ και τον Βαθουήλ· 23 Βαθουήλ δε εγέννησε την Ρεβέκκαν. έτεκε και αυτή τον Ταβέκ και τον Ταάμ και τον Τοχός και τον Μοχά. λέγων· 16 κατ ‘ εμαυτού ώμοσα. και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι ‘ εμέ. ίνα είπωσι σήμερον. ους έτεκε Μελχά τω Ναχώρ τω αδελφω Αβραάμ. 11 και εκάλεσεν αυτόν άγγελος Κυρίου εκ του ουρανού και είπεν· Αβραάμ. λέγει Κύριος. επέθηκεν αυτόν επί το θυσιαστήριον επάνω των ξύλων. και κληρονομήσει το σπέρμα σου τας πόλεις των υπεναντίων· 18 και ενευλογηθήσονται εν τω σπέρματί σου πάντα τα έθνη της γης. ή όνομα Ρεημά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 39 . Αβραάμ. 15 και εκάλεσεν άγγελος Κυρίου τον Αβραάμ δεύτερον εκ του ουρανού. και συμποδίσας Ισαάκ τον υιόν αυτού.

9 και δότω μοι το σπήλαιον το διπλούν. ωστε θάψαι τον νεκρόν μου από προσώπου μου. και παν δένδρον. ό ην εν αυτω. άκουσόν μου· το αργύριον του αγρού λάβε παρ ‘ εμού. ό ην εν τω αγρω. ακουόντων των υιών Χετ και των εισπορευομένων εις την πόλιν πάντων. 16 και ήκουσεν Αβραάμ του Εφρών. ακούσατέ μου και λαλήσατε περί εμού Εφρών τω του Σαάρ. ό ελάλησεν εις τα ώτα των υιών Χετ. και θάψω τον νεκρόν μου εκεί. και παν ό εστιν εν τοις ορίοις αυτού κύκλω. λέγων· 11 παρ ‘ εμοί γενού. 2 και απέθανε Σάρρα εν πόλει Αρβόκ. κύριε. 8 και ελάλησε προς αυτούς Αβραάμ λέγων· ει έχετε τη ψυχή υμών. 14 απεκρίθη δε Εφρών τω Αβραάμ λέγων· 15 ουχί κύριε. ος ην εν τω διπλω σπηλαίω. τοις υιοίς του Χετ. εις κτήσιν εναντίον των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 40 . και αποκατέστησεν Αβραάμ τω Εφρών το αργύριον. συ δε τον νεκρόν σου θάψον. ό εστιν αυτω. και θάψω τον νεκρόν μου απ ‘ εμού. ακήκοα γαρ. 7 αναστάς δε Αβραάμ προσεκύνησε τω λαω της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε η ζωή Σάρρας έτη εκατόν εικοσιεπτά. και άκουσόν μου· τον αγρόν και το σπήλαιον το εν αυτω σοί δίδωμι· εναντίον πάντων των πολιτών μου δέδωκά σοι· θάψον τον νεκρόν σου· 12 και προσεκύνησεν Αβραάμ εναντίον του λαού της γης 13 και είπε τω Εφρών εις τα ώτα εναντίον του λαού της γης· επειδή προς εμού ει. ήλθε δε Αβραάμ κόψασθαι Σάρραν και πενθήσαι. ος εστι κατά πρόσωπον Μαμβρή. τετρακόσια δίδραχμα αργυρίου δοκίμου εμπόροις. ή εστιν εν τω κοιλώματι (αύτη εστί Χεβρών) εν τη γη Χαναάν. 5 απεκρίθησαν δε οι υιοί Χετ προς Αβραάμ λέγοντες· μη κύριε· 6 άκουσον δε ημών. αλλά τι αν είη τούτο ανά μέσον εμού και σου. 10 Εφρών δε εκάθητο εν μέσω των υιών Χετ· αποκριθείς δε Εφρών ο Χετταίος προς Αβραάμ είπεν. βασιλεύς παρά Θεού συ ει εν ημίν· εν τοις εκλεκτοίς μνημείοις ημών θάψον τον νεκρόν σου· ουδείς γαρ ημών ου μη κωλύσει το μνημείον αυτού από σου του θάψαι τον νεκρόν σου εκεί. γη τετρακοσίων διδράχμων αργυρίου. 3 και ανέστη Αβραάμ από του νεκρού αυτού και είπεν Αβραάμ τοις υιοίς του Χετ λέγων· 4 πάροικος και παρεπίδημος εγώ ειμι μεθ ‘ υμών· δότε μοι ουν κτήσιν τάφου μεθ ‘ υμών. ο αγρός και το σπήλαιον. 18 τω Αβραάμ. 17 και έστη ο αγρός Εφρών. το ον εν μέρει του αγρού αυτού· αργυρίου του αξίου δότω μοι αυτό εν υμίν εις κτήσιν μνημείου.

ό εστιν απέναντι Μαμβρή (αύτη εστί Χεβρών) εν τη γη Χαναάν. όθεν εξήλθες εκείθεν. 12 και είπε· Κύριε ο Θεός του κυρίου μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 41 . 3 και εξορκιώ σε Κύριον τον Θεόν του ουρανού και τον Θεόν της γης. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ Αβραάμ ην πρεσβύτερος προβεβηκώς ημερών. ηνίκα εκπορεύονται αι υδρευόμεναι. μη αποστρέψης τον υιόν μου εκεί. 11 και εκοίμισε τας καμήλους έξω της πόλεως παρά το φρέαρ του ύδατος το προς οψέ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Χετ και πάντων των εισπορευομένων εις την πόλιν. 2 και είπεν Αβραάμ τω παιδί αυτού τω πρεσβυτέρω της οικίας αυτού τω άρχοντι πάντων των αυτού· θές την χείρά σου υπό τον μηρόν μου. ος έλαβέ με εκ του οίκου του πατρός μου και εκ της γης. 4 αλλ ‘ ή εις την γην μου. μεθ ‘ ων εγώ οικώ εν αυτοίς. αυτός αποστελεί τον άγγελον αυτού έμπροσθέν σου. πορεύση και εις την φυλήν μου και λήψη γυναίκα τω υιω μου Ισαάκ εκείθεν. καθαρός έση από του όρκου μου· μόνον τον υιόν μου μη αποστρέψης εκεί. 8 εάν δε μη θέλη η γυνή πορευθήναι μετά σου εις την γην ταύτην. και λήψη γυναίκα τω υιω μου εκείθεν. 9 και έθηκεν ο παις την χείρα αυτού υπό τον μηρόν Αβραάμ του κυρίου αυτού και ώμοσεν αυτω περί του ρήματος τούτου. 19 μετά ταύτα έθαψεν Αβραάμ Σάρραν την γυναίκα αυτού εν τω σπηλαίω του αγρού τω διπλω. ος ελάλησέ μοι και ος ώμοσέ μοι λέγων· σοί δώσω την γην ταύτην και τω σπέρματί σου. και ο Κύριος ηυλόγησε τον Αβραάμ κατά πάντα. 10 Και έλαβεν ο παις δέκα καμήλους από των καμήλων του κυρίου αυτού και από πάντων των αγαθών του κυρίου αυτού μεθ ‘ εαυτού και αναστάς επορεύθη εις την Μεσοποταμίαν εις την πόλιν Ναχώρ. 5 είπε δε προς αυτόν ο παις· μη ποτε ου βούληται η γυνή πορευθήναι μετ ‘ εμού οπίσω εις την γην ταύτην· αποστρέψω τον υιόν σου εις την γην. ό ην εν αυτω. ου εγεννήθην. 7 Κύριος ο Θεός του ουρανού και ο Θεός της γης. 20 και εκυρώθη ο αγρός και το σπήλαιον. ίνα μη λάβης γυναίκα τω υιω μου Ισαάκ από των θυγατέρων των Χαναναίων. τω Αβραάμ εις κτήσιν τάφου παρά των υιών Χετ. ης εγεννήθην. 6 είπε δε προς αυτόν Αβραάμ· πρόσεχε σεαυτω.

ταύτην ητοίμασας τω παιδί σου τω Ισαάκ. ος ουκ εγκατέλιπε την δικαιοσύνην αυτού και την αλήθειαν από του κυρίου μου· εμέ τε ευώδωκε Κύριος εις οίκον του αδελφού του κυρίου μου. ον έτεκε τω Ναχώρ. αι δε θυγατέρες των οικούντων την πόλιν εκπορεύονται αντλήσαι ύδωρ. έως αν πάσαι πίωσι. ηνίκα επαύσαντο πάσαι αι κάμηλοι πίνουσαι. 16 η δε παρθένος ην καλή τη όψει σφόδρα· παρθένος ην. έως επαύσατο πίνων. έως αν παύσωνται πίνουσαι. 18 η δε είπε· πίε. και είπη μοι. και έσπευσε και καθείλε την υδρίαν επί τον βραχίονα αυτής και επότισεν αυτόν. κύριε. ίνα πίω. 23 και επηρώτησεν αυτήν και είπε· θυγάτηρ τίνος ει. 28 Και δραμούσα η παις ανήγγειλεν εις τον οίκον της μητρός αυτής κατά τα ρήματα ταύτα. 15 και εγένετο προ του συντελέσαι αυτόν λαλούντα εν τη διανοία αυτού. 22 εγένετο δε. 24 η δε είπεν αυτω· θυγάτηρ Βαθουήλ ειμι του Μελχάς. 26 και ευδοκήσας ο άνθρωπος προσεκύνησε τω Κυρίω και είπεν· 27 ευλογητός Κύριος ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ. 14 και έσται η παρθένος. εγώ δε ητοίμασα την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 42 . ει ευώδωκε Κύριος την οδόν αυτού ή ου. και ήλθε προς τον άνθρωπον εστηκότος αυτού επί των καμήλων επί της πηγής 31 και είπεν αυτω· δεύρο είσελθε· ευλογητός Κυρίου· ινατί έστηκας έξω. έχουσα την υδρίαν επί των ώμων αυτής. 20 και έσπευσε και εξεκένωσε την υδρίαν εις το ποτιστήριον και έδραμεν επί το φρέαρ αντλήσαι πάλιν και υδρεύσατο πάσαις ταις καμήλοις. ανάγγειλόν μοι. πίε συ. 19 και είπε· και ταις καμήλοις σου υδρεύσομαι. 21 ο δε άνθρωπος κατεμάνθανεν αυτήν και παρεσιώπα του γνώναι. καταβάσα δε επί την πηγήν έπλησε την υδρίαν αυτής και ανέβη. 25 και είπεν αυτω· και άχυρα και χορτάσματα πολλά παρ ‘ ημίν και τόπος του καταλύσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αβραάμ. ει έστι παρά τω πατρί σου τόπος ημίν του καταλύσαι. αδελφού δε Αβραάμ. έλαβεν ο άνθρωπος ενώτια χρυσά ανά δραχμήν ολκής και δύο ψέλλια επί τας χείρας αυτής. 17 επέδραμε δε ο παις εις συνάντησιν αυτής και είπε· πότισόν με μικρόν ύδωρ εκ της υδρίας σου. 13 ιδού εγώ έστηκα επί της πηγής του ύδατος. επίκλινον την υδρίαν σου. και εν τούτω γνώσομαι ότι εποίησας έλεος μετά του κυρίου μου Αβραάμ. ανήρ ουκ έγνω αυτήν. ή αν εγώ είπω. 29 τη δε Ρεβέκκα αδελφός ην ω όνομα Λάβαν· και έδραμε Λάβαν προς τον άνθρωπον έξω επί την πηγήν. ευόδωσον εναντίον εμού σήμερον και ποίησον έλεος μετά του κυρίου μου Αβραάμ. και ιδού Ρεβέκκα εξεπορεύετο η τεχθείσα Βαθουήλ. δέκα χρυσών ολκή αυτών. και τας καμήλους σου ποτιώ. υιω Μελχάς της γυναικός Ναχώρ. 30 και εγένετο ηνίκα είδε τα ενώτια και τα ψέλλια εν ταις χερσί της αδελφής αυτού και ότε ήκουσε τα ρήματα Ρεβέκκας της αδελφής αυτού λεγούσης· ούτω λελάληκέ μοι ο άνθρωπος.

και εν τούτω γνώσομαι. ανάγγειλόν μοι. 44 και είπη μοι. ευθύς Ρεβέκκα εξεπορεύετο έχουσα την υδρίαν επί των ώμων και κατέβη επί την πηγήν και υδρεύσατο. αύτη η γυνή. ος ευώδωσέ με εν οδω αληθείας. έως του λαλήσαί με τα ρήματά μου. και έπιον και τας καμήλους επότισε. 32 εισήλθε δε ο άνθρωπος εις την οικίαν και απέσαξε τας καμήλους και έδωκεν άχυρα και χορτάσματα ταις καμήλοις και ύδωρ νίψασθαι τοις ποσίν αυτού και τοις ποσί των ανδρών των μετ ‘ αυτού. ή αν εγώ είπω. και υψώθη· και έδωκεν αυτω πρόβατα και μόσχους και αργύριον και χρυσίον. και λήψη γυναίκα τω υιω μου εκ της φυλής μου και εκ του οίκου του πατρός μου. λέγων· ου λήψη γυναίκα τω υιω μου από των θυγατέρων των Χαναναίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οικίαν και τόπον ταις καμήλοις. 47 και ηρώτησα αυτήν· και είπα· θυγάτηρ τίνος ει. 40 και είπέ μοι· Κύριος ο Θεός. και συ πίε και ταις καμήλοις σου υδρεύσομαι. παίδας και παιδίσκας. ον έτεκεν αυτω Μελχά. και τας καμήλους σου ποτιώ. και έση αθωος από του ορκισμού μου. 37 και ωρκισέ με ο κύριός μου. και είπεν· ου μη φάγω. και αι θυγατέρες των ανθρώπων της πόλεως εκπορεύονται αντλήσαι ύδωρ. και έσται η παρθένος. η δε έφη· θυγάτηρ Βαθουήλ ειμι του υιού Ναχώρ. 45 και εγένετο προ του συντελέσαι με λαλούντα εν τη διανοία μου. εν οίς εγώ παροικώ εν τη γη αυτών. 33 και παρέθηκεν αυτοίς άρτους φαγείν. 41 τότε αθωος έση από της αράς μου· ηνίκα γαρ εάν έλθης εις την φυλήν μου και μη σοι δώσι. 43 ιδού εγώ εφέστηκα επί της πηγής του ύδατος. ει συ ευοδοίς την οδόν μου. ω ευηρέστησα εναντίον αυτού. ην ητοίμασε Κύριος τω εαυτού θεράποντι Ισαάκ. και είπαν· λάλησον. 42 και ελθών σήμερον επί την πηγήν είπα· Κύριε ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ. πότισόν με εκ της υδρίας σου μικρόν ύδωρ. ότι πεποίηκας έλεος τω κυρίω μου Αβραάμ. και έδωκεν αυτω όσα ην αυτω. αυτός εξαποστελεί τον άγγελον αυτού μετά σου και ευοδώσει την οδόν σου. 36 και έτεκε Σάρρα η γυνή του κυρίου μου υιόν ένα τω κυρίω μου μετά το γηράσαι αυτόν. εν ή νυν εγώ πορεύομαι εν αυτη. λαβείν την θυγατέρα του αδελφού του κυρίου μου τω υιω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 43 . και περιέθηκα αυτη τα ενώτια και τα ψέλλια περί τας χείρας αυτής· 48 και ευδοκήσας προσεκύνησα τω Κυρίω και ευλόγησα Κύριον τον Θεόν του κυρίου μου Αβραάμ. 39 είπα δε τω κυρίω μου· μήποτε ου πορεύσεται η γυνή μετ ‘ εμού. 46 και σπεύσασα καθείλε την υδρίαν επί τον βραχίονα αυτής αφ ‘ εαυτής και είπε· πίε συ. καμήλους και όνους. 38 αλλ ‘ ή εις τον οίκον του πατρός μου πορεύση και εις την φυλήν μου και λήψη γυναίκα τω υιω μου εκείθεν. είπα δε αυτη· πότισόν με. 35 Κύριος δε ηυλόγησε τον κύριόν μου σφόδρα. 34 Και είπε· παις Αβραάμ εγώ ειμι.

και ηγάπησεν αυτήν· και παρεκλήθη Ισαάκ περί Σάρρας της μητρός αυτού. 60 και ευλόγησαν Ρεβέκκαν και είπαν αυτη· αδελφή ημών ει· γίνου εις χιλιάδας μυριάδων. 58 και εκάλεσαν την Ρεβέκκαν και είπαν αυτη· πορεύση μετά του ανθρώπου τούτου. 59 και εξέπεμψαν Ρεβέκκαν την αδελφήν αυτών και τα υπάρχοντα αυτής και τον παίδα του Αβραάμ και τους μετ ‘ αυτού. 66 και διηγήσατο ο παις τω Ισαάκ πάντα τα ρήματα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 44 . επέβησαν επί τας καμήλους και επορεύθησαν μετά του ανθρώπου. 51 ιδού Ρεβέκκα ενώπιόν σου· λαβών απότρεχε. 64 και αναβλέψασα Ρεβέκκα τοις οφθαλμοίς είδε τον Ισαάκ και κατεπήδησεν από της καμήλου. 67 εισήλθε δε Ισαάκ εις τον οίκον της μητρός αυτού και έλαβε την Ρεβέκκαν. 52 εγένετο δε εν τω ακούσαι τον παίδα του Αβραάμ των ρημάτων τούτων. και αναλαβών ο παις την Ρεβέκκαν απήλθεν. 49 ει ουν ποιείτε υμείς έλεος και δικαιοσύνην προς τον κύριόν μου. 53 και εξενέγκας ο παις σκεύη αργυρά και χρυσά και ιματισμόν έδωκε τη Ρεβέκκα και δώρα έδωκε τω αδελφω αυτής και τη μητρί αυτής. 50 Αποκριθείς δε Λάβαν και Βαθουήλ είπαν· παρά Κυρίου εξήλθε το πρόσταγμα τούτο· ου δυνησόμεθα ουν σοι αντειπείν κακόν ή καλόν. και εκοιμήθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. 61 αναστάσα δε Ρεβέκκα και αι άβραι αυτής. 55 είπαν δε οι αδελφοί αυτής και η μήτηρ· μεινάτω η παρθένος μεθ ‘ ημών ημέρας ωσεί δέκα. ίνα απέλθω προς τον κύριόν μου. απαγγείλατέ μοι. 65 και είπε τω παιδί· τις εστιν ο άνθρωπος εκείνος ο πορευόμενος εν τω πεδίω εις συνάντησιν ημίν. ει δε μη. και εγένετο αυτού γυνή. και έστω γυνή τω υιω του κυρίου σου. είπε δε ο παις· ούτός εστιν ο κύριός μου. και κληρονομησάτω το σπέρμα σου τας πόλεις των υπεναντίων. προσεκύνησεν επί την γην τω Κυρίω. η δε λαβούσα το θέριστρον περιεβάλετο. 54 και έφαγον και έπιον και αυτός και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού όντες. 62 Ισαάκ δε διεπορεύετο δια της ερήμου κατά το φρέαρ της οράσεως· αυτός δε κατώκει εν τη γη τη προς λίβα. 63 και εξήλθεν Ισαάκ αδολεσχήσαι εις το πεδίον το προς δείλης και αναβλέψας τοις οφθαλμοίς αυτού είδε καμήλους ερχομένας. ίνα απέλθω προς τον κύριόν μου. ίνα επιστρέψω εις δεξιάν ή αριστεράν. α εποίησεν. και μετά ταύτα απελεύσεται. η δε είπε· πορεύσομαι. 56 ο δε είπε προς αυτούς· μη κατέχετέ με. καθά ελάλησε Κύριος. Και αναστάς το πρωϊ είπεν· εκπέμψατέ με. 57 οι δε είπαν· καλέσωμεν την παίδα και ερωτήσωμεν το στόμα αυτής. απαγγείλατέ μοι. και Κύριος ευώδωσε την οδόν μου εν εμοί· εκπέμψατέ με.

4 υιοί δε Μαδιάμ Γεφάρ και Αφείρ και Ενώχ και Αβειρά και Ελδαγά. ος εστιν απέναντι Μαμβρή. έως ελθείν προς Ασσυρίους· κατά πρόσωπον πάντων των αδελφών αυτού κατώκησε. πάντες ούτοι ήσαν υιοί Χεττούρας. ή όνομα Χεττούρα. ή εστι κατά πρόσωπον Αιγύπτου. 16 ούτοί εισιν οι υιοί Ισμαήλ και ταύτα τα ονόματα αυτών εν ταις σκηναίς αυτών και εν ταις επαύλεσιν αυτών· δώδεκα άρχοντες κατά έθνη αυτών. ό εκτήσατο Αβραάμ παρά των υιών του Χετ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΠΡΟΣΘΕΜΕΝΟΣ δε Αβραάμ έλαβε γυναίκα. 2 έτεκε δε αυτω τον Ζομβράν και τον Ιεζάν και τον Μαδάλ και τον Μαδιάμ και τον Ιεσβώκ και τον Σωκέ. 8 και εκλείπων απέθανεν Αβραάμ εν γήρα καλω πρεσβύτης και πλήρης ημερών και προσετέθη προς τον λαόν αυτού. 17 και ταύτα τα έτη της ζωής Ισμαήλ· εκατόν τριακονταεπτά έτη· και εκλείπων απέθανε και προσετέθη προς το γένος αυτού. 3 Ιεζάν δε εγέννησε και τον Θαιμάν τον Σαβά και τον Δεδάν· υιοί δε Δεδάν εγένοντο Ραγουήλ και Ναβδεήλ και Ασσουριείμ και Λατουσιείμ και Λαωμείμ. έτι ζώντος αυτού. ευλόγησεν ο Θεός τον Ισαάκ υιόν αυτού· και κατώκησεν Ισαάκ παρά το φρέαρ της οράσεως. 13 και ταύτα τα ονόματα των υιών Ισμαήλ κατ ‘ ονόματα των γενεών αυτού· πρωτότοκος Ισμαήλ Ναβαιώθ. εκατόν εβδομηκονταπέντε έτη. 6 και τοις υιοίς των παλλακών αυτού έδωκεν Αβραάμ δόματα και εξαπέστειλεν αυτούς από Ισαάκ του υιού αυτού. προς ανατολάς εις γην ανατολών. 5 Έδωκε δε Αβραάμ πάντα τα υπάρχοντα αυτού Ισαάκ τω υιω αυτού. 9 και έθαψαν αυτόν Ισαάκ και Ισμαήλ οι υιοί αυτού εις το σπήλαιον το διπλούν. 10 τον αγρόν και το σπήλαιον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 45 . 12 Αύται δε αι γενέσεις Ισμαήλ του υιού Αβραάμ. 11 εγένετο δε μετά το αποθανείν Αβραάμ. εις τον αγρόν Εφρών του Σαάρ του Χετταίου. 7 ταύτα δε τα έτη ημερών της ζωής Αβραάμ όσα έζησεν. ον έτεκεν Άγαρ η Αιγυπτία η παιδίσκη Σάρρας τω Αβραάμ. 18 κατώκησε δε από Ευϊλάτ έως Σουρ. και Κηδάρ και Ναβδεήλ και Μασσάμ 14 και Μασμά και Δουμά και Μασσή 15 και Χοδδάν και Θαιμάν και Ιετούρ και Ναφές και Κεδμά. εκεί έθαψαν Αβραάμ και Σάρραν την γυναίκα αυτού.

ότι η θήρα αυτού βρώσις αυτω· Ρεβέκκα δε ηγάπα τον Ιακώβ. επορεύθη δε πυθέσθαι παρά Κυρίου. δια τούτο εκλήθη το όνομα αυτού Εδώμ. οικών οικίαν. και συνέλαβεν εν γαστρί Ρεβέκκα η γυνή αυτού. 2 ώφθη δε αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 46 . ότι στείρα ην· επήκουσε δε αυτού ο Θεός. 25 εξήλθε δε ο πρωτότοκος πυρράκης. ότε έτεκεν αυτούς Ρεβέκκα. ει ούτω μοι μέλλει γίνεσθαι. 29 ήψησε δε Ιακώβ έψημα· ήλθε δε Ησαύ εκ του πεδίου εκλείπων. και ην Ησαύ άνθρωπος ειδώς κυνηγείν. όλος ωσεί δορά δασύς· επωνόμασε δε το όνομα αυτού Ησαύ. 33 και είπεν αυτω Ιακώβ· όμοσόν μοι σήμερον. 26 και μετά τούτο εξήλθεν ο αδελφός αυτού. και η χείρ αυτού επειλημμένη της πτέρνης Ησαύ· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιακώβ. και ίνα τι μοι ταύτα τα πρωτοτόκια. Ισαάκ δε ην ετών εξήκοντα. 21 εδέετο δε Ισαάκ Κυρίου περί Ρεβέκκας της γυναικός αυτού. ίνα τι μοι τούτο. 30 και είπεν Ησαύ τω Ιακώβ· γεύσόν με από του εψήματος του πυρρού τούτου. ότι εκλείπω. και τηδε ην δίδυμα εν τη κοιλία αυτής. άγροικος. ότε έλαβε την Ρεβέκκαν θυγατέρα Βαθουήλ του Σύρου εκ της Μεσοποταμίας Συρίας. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε λιμός επί της γης χωρίς του λιμού του πρότερον. 23 και είπε Κύριος αυτη· δύο έθνη εν γαστρί σου εισί. 32 και είπεν Ησαύ· ιδού εγώ πορεύομαι τελευτάν. εαυτω εις γυναίκα. 24 και επληρώθησαν αι ημέραι του τεκείν αυτήν. ην δε Ισαάκ ετών τεσσαράκοντα. και έφαγε και έπιε και αναστάς ώχετο· και εφαύλισεν Ησαύ τα πρωτοτόκια. Ιακώβ δε άνθρωπος άπλαστος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 19 Και αύται αι γενέσεις Ισαάκ του υιού Αβραάμ· 20 Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ. ος εγένετο εν τω καιρω του Αβραάμ· επορεύθη δε Ισαάκ προς Αβιμέλεχ βασιλέα Φυλιστιείμ εις Γέραρα. αδελφήν Λάβαν του Σύρου. 22 εσκίρτων δε τα παιδία εν αυτη· είπε δε. 27 Ηυξήθησαν δε οι νεανίσκοι. 28 ηγάπησε δε Ισαάκ τον Ησαύ. και ο μείζων δουλεύσει τω ελάσσονι. και δύο λαοί εκ της κοιλίας σου διασταλήσονται· και λαός λαού υπερέξει. 31 είπε δε Ιακώβ τω Ησαύ· απόδου μοι σήμερον τα πρωτοτόκιά σου εμοί. 34 Ιακώβ δε έδωκε τω Ησαύ άρτον και έψημα φακού. και ώμοσεν αυτω· απέδοτο δε Ησαύ τα πρωτοτόκια τω Ιακώβ.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος και είπε· μη καταβής εις Αίγυπτον· κατοίκησον δε εν τη γη. 4 και πληθυνώ το σπέρμα σου ως τους αστέρας του ουρανού και δώσω τω σπέρματί σου πάσαν την γην ταύτην. ότι ωραία τη όψει ην. 11 συνέταξε δε Αβιμέλεχ παντί τω λαω αυτού. είδε τον Ισαάκ παίζοντα μετά Ρεβέκκας της γυναικός αυτού. και επήγαγες αν εφ ‘ ημάς άγνοιαν. μήποτε αποθάνω δι ‘ αυτήν. τι ότι είπας. 16 είπε δε Αβιμέλεχ προς Ισαάκ· άπελθε αφ ‘ ημών. έως ου μέγας εγένετο σφόδρα· 14 εγένετο δε αυτω κτήνη προβάτων και κτήνη βοών και γεώργια πολλά. και ευλογηθήσονται εν τω σπέρματί σου πάντα τα έθνη της γης. 17 και απήλθεν εκείθεν Ισαάκ και κατέλυσεν εν τη φάραγγι Γεράρων και κατώκησεν εκεί. εζήλωσαν δε αυτόν οι Φυλιστιείμ. και προβαίνων μείζων εγίνετο. και επωνόμασεν αυτοίς ονόματα κατά τα ονόματα. και είπεν· αδελφή μου εστίν· εφοβήθη γαρ ειπείν ότι γυνή μου εστί. 15 και πάντα τα φρέατα. α ώρυξαν οι παίδες του πατρός αυτού εν τω χρόνω του πατρός αυτού. θανάτω ένοχος έσται. 7 Επηρώτησαν δε οι άνδρες του τόπου περί Ρεβέκκας της γυναικός αυτού. μήποτε αποκτείνωσιν αυτόν οι άνδρες του τόπου περί Ρεβέκκας. 19 και ώρυξαν οι παίδες Ισαάκ εν τη φάραγγι Γεράρων και εύρον εκεί φρέαρ ύδατος ζώντος. 3 και παροίκει εν τη γη ταύτη. 12 έσπειρε δε Ισαάκ εν τη γη εκείνη και εύρεν εν τω ενιαυτω εκείνω εκατοστεύουσαν κριθήν· ευλόγησε δε αυτόν Κύριος. είπε δε αυτω Ισαάκ· είπα γαρ. 13 και υψώθη ο άνθρωπος. 8 εγένετο δε πολυχρόνιος εκεί· και παρακύψας Αβιμέλεχ ο βασιλεύς Γεράρων δια της θυρίδος. α ώρυξαν οι παίδες Αβραάμ του πατρός αυτού και ενέφραξαν αυτά οι Φυλιστιείμ μετά το αποθανείν Αβραάμ τον πατέρα αυτού. ενέφραξαν αυτά οι Φυλιστιείμ και έπλησαν αυτά γης. λέγων· πας ο αψάμενος του ανθρώπου τούτου ή της γυναικός αυτού. 18 και πάλιν Ισαάκ ώρυξε τα φρέατα του ύδατος. 20 και εμαχέσαντο οι ποιμένες Γεράρων μετά των ποιμένων Ισαάκ. 21 απάρας δε Ισαάκ εκείθεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 47 . 9 εκάλεσε δε Αβιμέλεχ τον Ισαάκ και είπεν αυτω· άρά γε γυνή σου εστί. 10 είπε δε αυτω Αβιμέλεχ· τι τούτο εποίησας ημίν. και έσομαι μετά σου και ευλογήσω σε· σοί γαρ και τω σπέρματί σου δώσω πάσαν την γην ταύτην και στήσω τον όρκον μου. α ωνόμασεν ο πατήρ αυτού. 6 κατώκησε δε Ισαάκ εν Γεράροις. μικρού εκοιμήθη τις εκ του γένους μου μετά της γυναικός σου. ή αν σοι είπω. αδελφή μου εστίν. ον ώμοσα τω Αβραάμ τω πατρί σου. και εκάλεσαν το όνομα του φρέατος Αδικία· ηδίκησαν γαρ αυτόν. 5 ανθ ‘ ων υπήκουσεν Αβραάμ ο πατήρ σου της εμής φωνής και εφύλαξε τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου και τα δικαιώματά μου και τα νόμιμά μου. φάσκοντες αυτών είναι το ύδωρ. ότι δυνατώτερος ημών εγένου σφόδρα.

30 και εποίησεν αυτοίς δοχήν. θυγατέρα Βεώχ του Χετταίου και την Βασεμάθ. καθότι ουκ εβδελυξάμεθά σε ημείς. και απώχοντο απ ‘ αυτού μετά σωτηρίας. και είπαν· ουχ εύρομεν ύδωρ. 27 και είπεν αυτοίς Ισαάκ· ίνα τι ήλθετε προς με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ώρυξε φρέαρ έτερον. ώμοσεν έκαστος τω πλησίον αυτού. 34 Ην δε Ησαύ ετών τεσσαράκοντα και έλαβε γυναίκα Ιουδίθ. υμείς δε εμισήσατέ με και εξαπεστείλατέ με αφ ‘ υμών. και ουκ εμαχέσαντο περί αυτού· και επωνόμασε το όνομα αυτού Ευρυχωρία. θυγατέρα Ελών Χετταίου. 33 και εκάλεσεν αυτό Ορκος· δια τούτο εκάλεσεν όνομα τη πόλει εκείνη Φρέαρ όρκου έως της σήμερον ημέρας. και ον τρόπον εχρησάμεθά σοι καλώς και εξαπεστείλαμέν σε μετ ‘ ειρήνης· και νυν ευλογημένος συ υπό Κυρίου. και εξαπέστειλεν αυτούς Ισαάκ. 35 και ήσαν ερίζουσαι τω Ισαάκ και τη Ρεβέκκα. 25 και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον και επεκαλέσατο το όνομα Κυρίου και έπηξεν εκεί την σκηνήν αυτού· ώρυξαν δε εκεί οι παίδες Ισαάκ φρέαρ εν τη φάραγγι Γεράρων. λέγων· διότι νυν επλάτυνε Κύριος ημίν και ηύξησεν ημάς επί της γης. 26 και Αβιμέλεχ επορεύθη προς αυτόν από Γεράρων και Οχοζάθ ο νυμφαγωγός αυτού και Φιχόλ ο αρχιστράτηγος της δυνάμεως αυτού. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε μετά το γηράσαι τον Ισαάκ και ημβλύνθησαν οι οφθαλμοί αυτού του οράν. ου ώρυξαν. εκρίνοντο δε και περί εκείνου· και επωνόμασε το όνομα αυτού Εχθρία. 23 Ανέβη δε εκείθεν επί το φρέαρ του όρκου. και διαθησόμεθα μετά σου διαθήκην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 48 . 28 οι δε είπαν· ιδόντες εωράκαμεν. 29 μη ποιήσαι μεθ ‘ ημών κακόν. 32 εγένετο δε εν τη ημέρα εκείνη και παραγενόμενοι οι παίδες Ισαάκ απήγγειλαν αυτω περί του φρέατος. 24 και ώφθη αυτω Κύριος εν τη νυκτί εκείνη και είπεν· εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ του πατρός σου· μη φοβού· μετά σου γαρ ειμι και ευλογήσω σε και πληθυνώ το σπέρμα σου δι ‘ Αβραάμ τον πατέρα σου. 22 απάρας δε εκείθεν ώρυξε φρέαρ έτερον. και είπαμεν· γενέσθω αρά ανά μέσον ημών και ανά μέσον σου. ότι ην Κύριος μετά σου. και έφαγον και έπιον· 31 και αναστάντες το πρωϊ.

19 και είπεν Ιακώβ τω πατρί· εγώ Ησαύ ο πρωτότοκός σου· πεποίηκα καθά ελάλησάς μοι· αναστάς κάθισον και φάγε από της θήρας μου. 23 και ουκ επέγνω αυτόν· ήσαν γαρ αι χείρες αυτού ως αι χείρες Ησαύ του αδελφού αυτού δασείαι· και ευλόγησεν αυτόν 24 και είπε· συ ει ο υιος μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 49 . 5 Ρεβέκκα δε ήκουσε λαλούντος Ισαάκ προς Ησαύ τον υιόν αυτού. τέκνον. και ένεγκέ μοι. υιε μου. 14 πορευθείς δε έλαβε και ήνεγκε τη μητρί. 9 και πορευθείς εις τα πρόβατα λαβέ μοι εκείθεν δύο ερίφους απαλούς και καλούς. ει συ ει ο υιος μου Ησαύ ή ου. ή ην παρ ‘ αυτη εν τω οίκω. τέκνον· μόνον υπάκουσόν μοι της φωνής και πορευθείς ένεγκέ μοι. ο δε είπεν· ιδού εγώ· τις ει συ τέκνον. επορεύθη δε Ησαύ εις το πεδίον θηρεύσαι θήραν τω πατρί αυτού· 6 Ρεβέκκα δε είπε προς Ιακώβ τον υιόν αυτής. 21 είπε δε Ισαάκ τω Ιακώβ· έγγισόν μοι και ψηλαφήσω σε. είπε δε· πάτερ. καθά εγώ σοι εντέλλομαι. και έξελθε εις το πεδίον και θήρευσόν μοι θήραν 4 και ποίησόν μοι εδέσματα. ως φιλεί. και ποιήσω αυτούς εδέσματα τω πατρί σου. 10 και εισοίσεις τω πατρί σου και φάγεται. 22 ήγγισε δε Ιακώβ προς Ισαάκ τον πατέρα αυτού. 18 και εισήνεγκε τω πατρί αυτού. ίνα φαγών ευλογήσω σε εναντίον Κυρίου προ του αποθανείν με. όπως ευλογήση σε ο πατήρ σου προ του αποθανείν αυτόν. ό ταχύ εύρες. ο δε είπεν· ό παρέδωκε Κύριος ο Θεός σου εναντίον μου. 11 είπε δε Ιακώβ προς Ρεβέκκαν την μητέρα αυτού· έστιν Ησαύ ο αδελφός μου ανήρ δασύς. ενέδυσεν αυτήν Ιακώβ τον υιόν αυτής τον νεώτερον 16 και τα δέρματα των ερίφων περιέθηκεν επί τους βραχίονας αυτού και επί τα γυμνά του τραχήλου αυτού 17 και έδωκε τα εδέσματα και τους άρτους. και εψηλάφησεν αυτόν και είπεν· η μεν φωνή φωνή Ιακώβ. και εποίησεν η μήτηρ αυτού εδέσματα. 15 και λαβούσα Ρεβέκκα την στολήν Ησαύ του υιού αυτής του πρεσβυτέρου την καλήν. 20 είπε δε Ισαάκ τω υιω αυτού· τι τούτο. εγώ δε ανήρ λείος· 12 μη ποτε ψηλαφήση με ο πατήρ. ως φιλώ εγώ. ους εποίησεν εις τας χείρας Ιακώβ του υιού αυτής. ω τέκνον. και έσομαι εναντίον αυτού ως καταφρονών και επάξω επ' εμαυτόν κατάραν και ουκ ευλογίαν. 2 και είπεν· ιδού γεγήρακα και ου γινώσκω την ημέραν της τελευτής μου· 3 νυν ουν λαβέ το σκεύός σου. ήκουσα του πατρός σου λαλούντος προς Ησαύ τον αδελφόν σου λέγοντος· 7 ένεγκόν μοι θήραν και ποίησόν μοι εδέσματα. όπως ευλογήση σε η ψυχή μου πριν αποθανείν με. τον ελάσσω· ιδέ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εκάλεσεν Ησαύ τον υιόν αυτού τον πρεσβύτερον και είπεν αυτω· υιε μου· και είπεν· ιδού εγώ. 13 είπε δε αυτω η μήτηρ· επ ‘ εμέ η κατάρα σου. την τε φαρέτραν και το τόξον. άκουσόν μου. 8 νυν ουν. όπως ευλογήση με η ψυχή σου. αι δε χείρες χείρες Ησαύ. καθά εφίλει ο πατήρ αυτού. ίνα φάγω.

και προσκυνησάτωσάν σοι άρχοντες· και γίνου κύριος του αδελφού σου. 32 και είπεν αυτω Ισαάκ ο πατήρ αυτού· τις ει συ. σοί δε τι ποιήσω. και φάγομαι από της θήρας σου. ευλόγησον δη καμέ. κατανυχθέντος δε Ισαάκ ανεβόησε φωνή Ησαύ και έκλαυσεν. 27 και εγγίσας εφίλησεν αυτόν. και έφαγε· και εισήνεγκεν αυτω οίνον. 28 και δώη σοι ο Θεός από της δρόσου του ουρανού και από της πιότητος της γης και πλήθος σίτου και οίνου. όπως ευλογήση με η ψυχή σου. και εκλύσης τον ζυγόν αυτού από του τραχήλου σου. 36 και είπε· δικαίως εκλήθη το όνομα αυτού Ιακώβ· επτέρνικε γαρ με ιδού δεύτερον τούτο· τα τε πρωτοτόκιά μου είληφε και νυν έλαβε την ευλογίαν μου· και είπεν Ησαύ τω πατρί αυτού· ουχ υπελίπου μοι ευλογίαν. ίνα ευλογήση σε η ψυχή μου. και Ησαύ ο αδελφός αυτού ήλθεν από της θήρας. πάτερ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 50 . 31 και εποίησε και αυτός εδέσματα και προσήνεγκε τω πατρί αυτού. 39 αποκριθείς δε Ισαάκ ο πατήρ αυτού είπεν αυτω· ιδού από της πιότητος της γης έσται η κατοίκησίς σου και από της δρόσου του ουρανού άνωθεν. πάτερ. ως εξήλθεν Ιακώβ από προσώπου Ισαάκ του πατρός αυτού. και έφαγον από πάντων προ του ελθείν σε και ευλόγησα αυτόν. 34 εγένετο δε. ο δε είπεν· εγώ. πάτερ. 29 και δουλευσάτωσάν σοι έθνη. 26 και είπεν αυτω Ισαάκ ο πατήρ αυτού· έγγισόν μοι και φίλησόν με τέκνον. ο δε ευλογών σε ευλογημένος. 33 εξέστη δε Ισαάκ έκστασιν μεγάλην σφόδρα και είπε· τις ουν ο θηρεύσας μοι θήραν και εισενέγκας μοι. 30 Και εγένετο μετά το παύσασθαι Ισαάκ ευλογούντα Ιακώβ τον υιόν αυτού και εγένετο. και έπιε. 25 και είπε· προσάγαγέ μοι. πάτερ. ανεβόησε φωνήν μεγάλην και πικράν σφόδρα και είπεν· ευλόγησον δη καμέ. ον ευλόγησε Κύριος. και ωσφράνθη την οσμήν των ιματίων αυτού και ευλόγησεν αυτόν και είπεν· ιδού οσμή του υιού μου ως οσμή αγρού πλήρους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ησαύ. ηνίκα ήκουσεν Ησαύ τα ύρήματα του πατρός αυτού Ισαάκ. ο δε είπεν· εγώ ειμι ο υιος σου ο πρωτότοκος Ησαύ. 40 και επί τη μαχαίρα σου ζήση και τω αδελφω σου δουλεύσεις· έσται δε ηνίκα εάν καθέλης. 38 είπε δε Ησαύ προς τον πατέρα αυτού· μη ευλογία μία σοί εστι. σίτω και οίνω εστήριξα αυτόν. και προσκυνήσουσί σε οι υιοί του πατρός σου. και είπε τω πατρί· αναστήτω ο πατήρ μου και φαγέτω από της θήρας του υιού αυτού. και ευλογημένος έσται. τέκνον. τέκνον. ο καταρώμενός σε επικατάρατος. 37 αποκριθείς δε Ισαάκ είπε τω Ησαύ· ει κύριον αυτόν πεποίηκά σου και πάντας τους αδελφούς αυτού πεποίηκα αυτού οικέτας. 35 είπε δε αυτω· ελθών ο αδελφός σου μετά δόλου έλαβε την ευλογίαν σου. και προσήνεγκεν αυτω.

42 απηγγέλη δε Ρεβέκκα τα ρήματα Ησαύ του υιού αυτής του πρεσβυτέρου. ίνα αποκτείνω Ιακώβ τον αδελφόν μου. ην έδωκεν ο Θεός τω Αβραάμ. 44 και οίκησον μετ ‘ αυτού ημέρας τινάς. τέκνον. και απώχετο εις την Μεσοποταμίαν Συρίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 51 . και πέμψασα εκάλεσεν Ιακώβ τον υιόν αυτής τον νεώτερον και είπεν αυτω· ιδού Ησαύ ο αδελφός σου απειλεί σοι του αποκτείναί σε· 43 νυν ουν. εις τον οίκον Βαθουήλ του πατρός της μητρός σου και λάβε σεαυτω εκείθεν γυναίκα εκ των θυγατέρων Λάβαν του αδελφού της μητρός σου. 46 Είπε δε Ρεβέκκα προς Ισαάκ· προσώχθικα τη ζωή μου δια τας θυγατέρας των υιών Χετ· ει λήψεται Ιακώβ γυναίκα από των θυγατέρων της γης ταύτης. 45 έως του αποστρέψαι τον θυμόν και την οργήν του αδελφού σου από σου. μη ποτε αποτεκνωθώ από των δύο υμών εν ημέρα μια. αδελφόν Ρεβέκκας της μητρός Ιακώβ και Ησαύ. 6 Είδε δε Ησαύ ότι ευλόγησεν Ισαάκ τον Ιακώβ. κληρονομήσαι την γην της παροικήσεώς σου. 5 και απέστειλεν Ισαάκ τον Ιακώβ και επορεύθη εις την Μεσσοποταμίαν προς Λάβαν τον υιόν Βαθουήλ του Σύρου. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΠΡΟΣΚΑΛΕΣΑΜΕΝΟΣ δε Ισαάκ τον Ιακώβ ευλόγησεν αυτόν και ενετείλατο αυτω λέγων· ου λήψη γυναίκα εκ των θυγατέρων των Χαναναίων· 2 αναστάς απόδραθι εις την Μεσοποταμίαν. και αποστείλασα μεταπέμψομαί σε εκείθεν. 3 ο δε Θεός μου ευλογήσαι σε και αυξήσαι σε και πληθύναι σε. ίνα τι μοι το ζήν. άκουσόν μου της φωνής και αναστάς απόδραθι εις την Μεσοποταμίαν προς Λάβαν τον αδελφόν μου εις Χαρράν. και έση εις συναγωγάς εθνών· 4 και δώη σοι την ευλογίαν Αβραάμ του πατρός μου σοί και τω σπέρματί σου μετά σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 41 Και ενεκότει Ησαύ τω Ιακώβ περί της ευλογίας ης ευλόγησεν αυτόν ο πατήρ αυτού· είπε δε Ησαύ εν τη διανοία αυτού· εγγισάτωσαν αι ημέραι του πένθους του πατρός μου. και επιλάθηται α πεποίηκας αυτω.

και οι άγγελοι του Θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ ‘ αυτής. ον έστησα στήλην. και ενευλογηθήσονται εν σοί πάσαι αι φυλαί της γης και εν τω σπέρματί σου. και έθηκε προς κεφαλής αυτού και εκοιμήθη εν τω τόπω εκείνω. και ιδού κλίμαξ εστηριγμένη εν τη γη. εφ ‘ ης συ καθεύδεις επ ‘ αυτής. 15 και ιδού εγώ ειμι μετά σου διαφυλάσσων σε εν τη οδω πάση. 22 και ο λίθος ούτος. και δω μοι άρτον φαγείν και ιμάτιον περιβαλέσθαι 21 και αποστρέψη με μετά σωτηρίας εις τον οίκον του πατρός μου. ή εγώ πορεύομαι. 19 και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Οίκος Θεού· και Ουλαμλούζ ην όνομα τη πόλει το πρότερον. προς ταις γυναιξίν αυτού γυναίκα. 10 Και εξήλθεν Ιακώβ από του φρέατος του όρκου και επορεύθη εις Χαρράν. έως του ποιήσαί με πάντα όσα ελάλησά σοι. 20 και ηύξατο Ιακώβ ευχήν λέγων· εάν ή Κύριος ο Θεός μετ ‘ εμού και διαφυλάξη με εν τη οδω ταύτη. 16 και εξηγέρθη Ιακώβ εκ του ύπνου αυτού και είπεν· ότι έστι Κύριος εν τω τόπω τούτω. 13 ο δε Κύριος επεστήρικτο επ ‘ αυτής και είπεν· εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ του πατρός σου. ων εάν μοι δως. 17 και εφοβήθη και είπεν· ως φοβερός ο τόπος ούτος· ουκ έστι τούτο αλλ ‘ ή οίκος Θεού. και επ ‘ ανατολάς. και έσται Κύριός μοι εις Θεόν. ον υπέθηκεν εκεί προς κεφαλής αυτού. 11 και απήντησε τόπω και εκοιμήθη εκεί· έδυ γαρ ο ήλιος· και έλαβεν από των λίθων του τόπου. ης η κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν. σοί δώσω αυτήν. και αποστρέψω σε εις την γην ταύτην. αδελφήν Ναβεώθ. 12 και ενυπνιάσθη. και ο Θεός Ισαάκ· μη φοβού· η γη. 18 και ανέστη Ιακώβ το πρωϊ και έλαβε τον λίθον. 8 ιδών δε και Ησαύ ότι πονηραί εισιν αι θυγατέρες Χαναάν εναντίον Ισαάκ του πατρός αυτού. ότι ου μη σε εγκαταλίπω. ου αν πορευθής. έσται μοι οίκος Θεού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 52 . δεκάτην αποδεκατώσω αυτά σοι. και τω σπέρματί σου. 7 και ήκουσεν Ιακώβ του πατρός και της μητρός αυτού και επορεύθη εις την Μεσοποταμίαν Συρίας. και πάντων. εγώ δε ουκ ήδειν. και αύτη η πύλη του ουρανού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαβείν εαυτω γυναίκα εκείθεν εν τω ευλογείν αυτόν και ενετείλατο αυτω λέγων· ου λήψη γυναίκα εκ των θυγατέρων των Χαναναίων. 9 επορεύθη Ησαύ προς Ισμαήλ και έλαβε την Μαελέθ θυγατέρα Ισμαήλ του υιού Αβραάμ. και έστησεν αυτόν στήλην και επέχεεν έλαιον επί το άκρον αυτής. 14 και έσται το σπέρμα σου ως η άμμος της γης και πλατυνθήσεται επί θάλασσαν και επί λίβα και επί βορράν.

και προσελθών Ιακώβ απεκύλισε τον λίθον από του στόματος του φρέατος και επότιζε τα πρόβατα Λάβαν του αδελφού της μητρός αυτού. και διηγήσατο τω Λάβαν πάντας τους λόγους τούτους. οι δε είπαν· εκ Χαρράν εσμέν. τις ο μισθός σου εστί. πόθεν εστέ υμείς. 8 οι δε είπαν· ου δυνησόμεθα έως του συναχθήναι πάντας τους ποιμένας. ότι αδελφός του πατρός αυτής εστι και ότι υιος Ρεβέκκας εστί. 6 είπε δε αυτοίς· υγιαίνει. 4 είπε δε αυτοίς Ιακώβ· αδελφοί. ήσαν δε εκεί τρία ποίμνια προβάτων αναπαυόμενα επ ‘ αυτού· εκ γαρ του φρέατος εκείνου επότιζον τα ποίμνια. και τα πρόβατα Λάβαν του αδελφού της μητρός αυτού. και ποτιούμεν τα πρόβατα. 2 και ορά και ιδού φρέαρ εν τω πεδίω. ως είδεν Ιακώβ την Ραχήλ την θυγατέρα Λάβαν του αδελφού της μητρός αυτού. 13 εγένετο δε. αδελφόν δε Ρεβέκκας μητρός Ιακώβ και Ησαύ. 9 έτι αυτού λαλούντος αυτοίς και ιδού Ραχήλ η θυγάτηρ Λάβαν ήρχετο μετά των προβάτων του πατρός αυτής· αυτή γαρ έβοσκε τα πρόβατα του πατρός αυτής. 12 και απήγγειλε τη Ραχήλ. και αποκυλίσουσι τον λίθον από του στόματος του φρέατος. 5 είπε δε αυτοίς· γινώσκετε Λάβαν τον υιόν Ναχώρ. 14 και είπεν αυτω Λάβαν· εκ των οστών μου και εκ της σαρκός μου ει συ. 15 Είπε δε Λάβαν τω Ιακώβ· ότι γαρ αδελφός μου ει. 11 και εφίλησεν Ιακώβ την Ραχήλ· και βοήσας τη φωνή αυτού έκλαυσε. 7 και είπεν Ιακώβ· έτι εστίν ημέρα πολλή. 16 τω δε Λάβαν ήσαν δύο θυγατέρες. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 53 . και δραμούσα απήγγειλε τω πατρί αυτής κατά τα ρήματα ταύτα. όνομα τη μείζονι Λεία. έδραμεν εις συνάντησιν αυτω και περιλαβών αυτόν εφίλησε και εισήγαγεν αυτόν εις τον οίκον αυτού. λίθος δε ην μέγας επί τω στόματι του φρέατος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ εξάρας Ιακώβ τους πόδας επορεύθη εις γην ανατολών προς Λάβαν τον υιόν Βαθουήλ του Σύρου. ούπω ωρα συναχθήναι τα κτήνη· ποτίσαντες τα πρόβατα απελθόντες βόσκετε. 10 εγένετο δε. ως ήκουσε Λάβαν το όνομα Ιακώβ του υιού της αδελφής αυτού. οι δε είπαν· γινώσκομεν. και ην μετ ‘ αυτού μήνα ημερών. ου δουλεύσεις μοι δωρεάν· απάγγειλόν μοι. 3 και συνήγοντο εκεί πάντα τα ποίμνια και απεκύλιον τον λίθον από του στόματος του φρέατος και επότιζον τα πρόβατα και αποκαθίστων τον λίθον επί το στόμα του φρέατος εις τον τόπον αυτού. και ιδού Ραχήλ η θυγάτηρ αυτού ήρχετο μετά των προβάτων. οι δε είπαν· υγιαίνει.

29 έδωκε δε Λάβαν τη θυγατρί αυτού Βαλλάν την παιδίσκην αυτού αυτη παιδίσκην. 30 και εισήλθε προς Ραχήλ· ηγάπησε δε Ραχήλ μάλλον ή Λείαν· και εδούλευσεν αυτω επτά έτη έτερα. παρά το αγαπάν αυτόν αυτήν. 26 απεκρίθη δε Λάβαν· ουκ έστιν ούτως εν τω τόπω ημών. 31 Ιδών δε Κύριος ο Θεός ότι εμισείτο Λεία. και έδωκεν αυτω Λάβαν Ραχήλ την θυγατέρα αυτού αυτω γυναίκα. 24 έδωκε δε Λάβαν Λεία τη θυγατρί αυτού Ζελφάν την παιδίσκην αυτού αυτη παιδίσκην. όπως εισέλθω προς αυτήν. πεπλήρωνται γαρ αι ημέραι. 19 είπε δε αυτω Λάβαν· βέλτιον δούναί με αυτήν σοι. και ήσαν εναντίον αυτού ως ημέραι ολίγαι. και έδωκέ μοι υιόν· νυν ουν αγαπήσει με ο ανήρ μου. και δώσω σοι και ταύτην αντί της εργασίας. τέτοκα γαρ αυτω τρεις υιούς· δια τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Λευεί. 22 συνήγαγε δε Λάβαν πάντας τους άνδρας του τόπου και εποίησε γάμον. 33 και συνέλαβε πάλιν και έτεκεν υιόν δεύτερον τω Ιακώβ και είπεν· ότι ήκουσε Κύριος ότι μισούμαι. 18 ηγάπησε δε Ιακώβ την Ραχήλ και είπε· δουλεύσω σοι επτά έτη περί Ραχήλ της θυγατρός σου της νεωτέρας. έτι επτά έτη έτερα. και ινατί παρελογίσω με. και προσέδωκέ μοι και τούτον· εκάλεσε δε το όνομα αυτού Συμεών· 34 και συνέλαβεν έτι και έτεκεν υιόν και είπεν· εν τω νυν καιρω προς εμού έσται ο ανήρ μου. και ιδού ην Λεία. 20 και εδούλευσεν Ιακώβ περί Ραχήλ επτά έτη. και λαβών Λείαν την θυγατέρα αυτού εισήγαγε προς Ιακώβ και εισήλθε προς αυτήν Ιακώβ. είπε δε Ιακώβ τω Λάβαν· τι τούτο εποίησάς μοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όνομα τη νεωτέρα Ραχήλ. 28 εποίησε δε Ιακώβ ούτως και ανεπλήρωσε τα έβδομα ταύτης. 35 και συλλαβούσα έτι έτεκεν υιόν και είπε· νυν έτι τούτο εξομολογήσομαι τω Κυρίω· δια τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Ιούδαν. δούναι την νεωτέραν πριν ή την πρεσβυτέραν· 27 συντέλεσον ουν τα έβδομα ταύτης. ήνοιξε την μήτραν αυτής· Ραχήλ δε ην στείρα· 32 και συνέλαβε Λεία και έτεκεν υιόν τω Ιακώβ· εκάλεσε δε το όνομα αυτού Ρουβήν λέγουσα· διότι είδέ μου Κύριος την ταπείνωσιν. 23 και εγένετο εσπέρα. ου περί Ραχήλ εδούλευσα παρά σοί. 21 είπε δε Ιακώβ τω Λάβαν· δος μοι την γυναίκά μου. ή δούναί με αυτήν ανδρί ετέρω· οίκησον μετ ‘ εμού. ης εργά παρ ‘ εμοί. Ραχήλ δε ην καλή τω είδει και ωραία τη όψει σφόδρα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 54 . και έστη του τίκτειν. 25 εγένετο δε πρωϊ. 17 οι δε οφθαλμοί Λείας ασθενείς.

ό εστι μισθός. 9 Είδε δε Λεία ότι έστη του τίκτειν. 17 και επήκουσεν ο Θεός Λείας. 16 εισήλθε δε Ιακώβ εξ αγρού εσπέρας. είπε δε Ραχήλ· ουχ ούτως· κοιμηθήτω μετά σου την νύκτα ταύτην αντί των μανδραγορών του υιού σου. και εζήλωσε Ραχήλ την αδελφήν αυτής και είπε τω Ιακώβ· δος μοι τέκνα· ει δε μη. 4 και έδωκεν αυτω Βαλλάν την παιδίσκην αυτής αυτω γυναίκα· και εισήλθε προς αυτήν Ιακώβ. ανθ ‘ ου έδωκα την παιδίσκην μου τω ανδρί μου· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ισσάχαρ. ότι μακαριούσί με αι γυναίκες· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ασήρ. ος εστέρησέ σε καρπόν κοιλίας. και έλαβε Ζελφάν την παιδίσκην αυτής και έδωκεν αυτήν τω Ιακώβ γυναίκα. μη και τους μανδραγόρας του υιού μου λήψη. 5 και συνέλαβε Βαλλά η παιδίσκη Ραχήλ και έτεκε τω Ιακώβ υιόν. 11 και είπε Λεία. και τέξεται επί των γονάτων μου. και συνανεστράφην τη αδελφή μου και ηδυνάσθην· και εκάλεσε το όνομα αυτού Νεφθαλείμ. 2 θυματωθείς δε Ιακώβ τη Ραχήλ είπεν αυτη· μη αντί Θεού εγώ ειμι. εν τύχη· και επωνόμασε το όνομα αυτού Γάδ. τελευτήσω εγώ. 3 είπε δε Ραχήλ τω Ιακώβ· ιδού η παιδίσκη μου Βαλλά· είσελθε προς αυτήν. 13 και είπε Λεία· μακαρία εγώ. 7 και συνέλαβεν έτι Βαλλά η παιδίσκη Ραχήλ και έτεκεν υιόν δεύτερον τω Ιακώβ. 8 και είπε Ραχήλ· συναντελάβετό μου ο Θεός. 19 και συνέλαβεν έτι Λεία και έτεκεν υιόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 55 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΙΔΟΥΣΑ δε Ραχήλ ότι ου τέτοκε τω Ιακώβ. 15 είπε δε Λεία· ουχ ικανόν σοι ότι έλαβες τον άνδρα μου. και τεκνοποιήσομαι καγώ εξ αυτής. 18 και είπε Λεία· δέδωκέ μοι ο Θεός τον μισθόν μου. 6 και είπε Ραχήλ· έκρινέ μοι ο Θεός και επήκουσε της φωνής μου και έδωκέ μοι υιόν· δια τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Δάν. 14 Επορεύθη δε Ρουβήν εν ημέρα θερισμού πυρών και εύρε μήλα μανδραγορών εν τω αγρω και ήνεγκεν αυτά προς Λείαν την μητέρα αυτού· είπε δε Ραχήλ Λεία τη αδελφή αυτής· δος μοι των μανδραγορών του υιού σου. και εισήλθε προς αυτήν 10 και συνέλαβε Ζελφά η παιδίσκη Λείας και έτεκε τω Ιακώβ υιόν. 12 και συνέλαβεν έτι Ζελφά η παιδίσκη Λείας και έτεκε τω Ιακώβ υιόν δεύτερον. και εκοιμήθη μετ ‘ αυτής την νύκτα εκείνην. και εξήλθε Λεία εις συνάντησιν αυτω και είπε· προς εμέ εισελεύση σήμερον· μεμίσθωμαι γαρ σε αντί των μανδραγορών του υιού μου. και συλλαβούσα έτεκε τω Ιακώβ υιόν πέμπτον.

22 Εμνήσθη δε ο Θεός της Ραχήλ. τέτοκα γαρ αυτω υιούς εξ· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ζαβουλών. ό εάν μη ή ραντόν και διάλευκον εν ταις αιξί και φαιόν εν τοις άρνασι. πάλιν ποιμανώ τα πρόβατά σου και φυλάξω. 26 απόδος τας γυναίκάς μου και τα παιδία μου. 34 είπε δε αυτω Λάβαν· έστω κατά το ρήμά σου. είπε δε αυτω Ιακώβ· ου δώσεις μοι ουδέν· εάν ποιήσης μοι το ρήμα τούτο. 21 και μετά τούτο έτεκε θυγατέρα και εκάλεσε το όνομα αυτής Δείνα. ποικίλον. και ελέπισεν αυτάς Ιακώβ λεπίσματα λευκά περισύρων το χλωρόν· εφαίνετο δε επί ταις ράβδοις το λευκόν. 28 διάστειλον τον μισθόν σου προς με. 23 και συλλαβούσα έτεκε τω Ιακώβ υιόν. είπεν Ιακώβ τω Λάβαν· απόστειλόν με. 32 παρελθέτω πάντα τα πρόβατά σου σήμερον. νυν ουν πότε ποιήσω καγώ εμαυτω οίκον. 31 και είπεν αυτω Λάβαν· τι σοι δώσω. 20 και είπε Λεία· δεδώρηται ο Θεός μοι δώρον καλόν εν τω νυν καιρω· αιρετιεί με ο ανήρ μου. και ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός επί τω ποδί μου. ότι εστίν ο μισθός μου ενώπιόν σου· παν. ας ελέπισεν εν τοις ληνοίς των ποτιστηρίων του ύδατος. 27 είπε δε αυτω Λάβαν· ει εύρον χάριν εναντίον σου. 37 έλαβε δε εαυτω Ιακώβ ράβδον στυρακίνην χλωράν και καρυϊνην και πλατάνου. 33 και επακούσεταί μοι η δικαιοσύνη μου εν τη ημέρα τη επαύριον. ίνα ως αν έλθωσι τα πρόβατα πιείν ενώπιον των ράβδων. 29 είπε δε Ιακώβ· συ γινώσκεις α δεδούλευκά σοι και όσα ην κτήνη σου μετ ‘ εμού· 30 μικρά γαρ ην όσα σοι εναντίον εμού. είπε δε Ραχήλ· αφείλεν ο Θεός μου το όνειδος· 24 και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιωσήφ λέγουσα· προσθέτω ο Θεός μοι υιόν έτερον. και έδωκε δια χειρός των υιών αυτού. ελθόντων αυτών πιείν. και δώσω. ό ελέπισε. περί ων δεδούλευκά σοι. 38 και παρέθηκε τας ράβδους. Ιακώβ δε εποίμανε τα πρόβατα Λάβαν τα υπολειφθέντα. ό ην φαιόν εν τοις άρνασι. και διαχώρισον εκείθεν παν πρόβατον φαιόν εν τοις άρνασι και παν διάλευκον και ραντόν εν ταις αιξίν· έσται μοι μισθός. εγκισσήσωσι τα πρόβατα εις τας ράβδους· 39 και ενεκίσσων τα πρόβατα εις τας ράβδους και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 56 . ίνα απέλθω· συ γαρ γινώσκεις την δουλείαν. κεκλεμμένον έσται παρ ‘ εμοί. ίνα απέλθω εις τον τόπον μου και εις την γην μου. και ηυξήθη εις πλήθος. 35 και διέστειλεν εν τη ημέρα εκείνη τους τράγους τους ραντούς και τους διαλεύκους και πάσας τας αίγας τας ραντάς και τας διαλεύκους και παν. 36 και απέστησεν οδόν τριών ημερών ανά μέσον αυτών και ανά μέσον Ιακώβ. οιωνισάμην αν· ευλόγησε γαρ με ο Θεός επί τη σή εισόδω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έκτον τω Ιακώβ. και παν ό ην λευκόν εν αυτοίς. ην δεδούλευκά σοι. και επήκουσεν αυτής ο Θεός και ανέωξεν αυτής την μήτραν. 25 Εγένετο δε ως έτεκε Ραχήλ τον Ιωσήφ.

και παιδίσκαι και κάμηλοι και όνοι. 12 και είπεν· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 57 . και τέξεται πάντα τα πρόβατα ποικίλα· εάν δε είπη. ουκ ετίθει· εγένετο δε τα μεν άσημα του Λάβαν. ω ενεκίσσων τα πρόβατα εν γαστρί λαμβάνοντα. και είδον τοις οφθαλμοίς μου εν τω ύπνω. και τέξεται πάντα τα πρόβατα λευκά· 9 και αφείλετο ο Θεός πάντα τα κτήνη του πατρός υμών και έδωκέ μοι αυτά. 40 τους δε αμνούς διέστειλεν Ιακώβ και έστησεν εναντίον των προβάτων κριόν διάλευκον και παν ποικίλον εν τοις αμνοίς· και διεχώρισεν εαυτω ποίμνια καθ ‘ εαυτόν και ουκ έμιξεν αυτά εις τα πρόβατα Λάβαν. 2 και είδεν Ιακώβ το πρόσωπον του Λάβαν. τα ποικίλα έσται σου μισθός. έθηκεν Ιακώβ τας ράβδους εναντίον των προβάτων εν τοις ληνοίς του εγκισσήσαι αυτά κατά τας ράβδους· 42 ηνίκα δ ‘ αν έτεκε τα πρόβατα. και ιδού ουκ ην προς αυτόν ωσεί εχθές και τρίτην ημέραν. 4 αποστείλας δε Ιακώβ εκάλεσε Λείαν και Ραχήλ εις το πεδίον. ου ην τα ποίμνια. 41 εγένετο δε εν τω καιρω. 43 και επλούτισεν ο άνθρωπος σφόδρα σφόδρα. 10 και εγένετο ηνίκα ενεκίσσων τα πρόβατα εν γαστρί λαμβάνοντα. ότι ουκ έστι προς εμού ως εχθές και τρίτην ημέραν· ο δε Θεός του πατρός μου ην μετ ‘ εμού. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΗΚΟΥΣΕ δε Ιακώβ τα ρήματα των υιών Λάβαν λεγόντων· είληφεν Ιακώβ πάντα τα του πατρός ημών και εκ των του πατρός ημών πεποίηκε πάσαν την δόξαν ταύτην. 8 εάν ούτως είπη. και ουκ έδωκεν αυτω ο Θεός κακοποιήσαί με. 11 και είπέ μοι ο άγγελος του Θεού καθ ‘ ύπνον· Ιακώβ· εγώ δε είπα· τι εστι. και εγένετο αυτω κτήνη πολλά και βόες και παίδες. τα λευκά έσται σου μισθός. ότι εν πάση τη ισχύϊ μου δεδούλευκα τω πατρί υμών. και ιδού οι τράγοι και οι κριοί αναβαίνοντες επί τα πρόβατα και τας αίγας διάλευκοι και ποικίλοι και σποδοειδείς ραντοί. 7 ο δε πατήρ υμών παρεκρούσατό με και ήλλαξε τον μισθόν μου των δέκα αμνών. 5 και είπεν αυταίς· ορώ εγώ το πρόσωπον του πατρός υμών. και έσομαι μετά σου. τα δε επίσημα του Ιακώβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έτικτον τα πρόβατα διάλευκα και ποικίλα και σποδοειδή ραντά. 3 είπε δε Κύριος προς Ιακώβ· αποστρέφου εις την γην του πατρός σου και εις την γενεάν σου. 6 και αυταί δε οίδατε.

26 είπε δε Λάβαν τω Ιακώβ· τι εποίησας. και πάντα τα αυτού απελθείν προς Ισαάκ τον πατέρα αυτού εις γην Χαναάν. και ιδέ τους τράγους και τους κριούς αναβαίνοντας επί τα πρόβατα και τας αίγας διαλεύκους και ποικίλους και σποδοειδείς ραντούς· εώρακα γαρ όσα σοι Λάβαν ποιεί· 13 εγώ ειμι ο Θεός ο οφθείς σοι εν τόπω Θεού. ην αφείλετο ο Θεός του πατρός ημών. 19 Λάβαν δε ώχετο κείραι τα πρόβατα αυτού· έκλεψε δε Ραχήλ τα είδωλα του πατρός αυτής. 20 έκρυψε δε Ιακώβ Λάβαν τον Σύρον του μη αναγγείλαι αυτω. 29 και νυν ισχύει η χείρ μου κακοποιήσαί σε· ο δε Θεός του πατρός σου εχθές είπε προς με λέγων· φύλαξε σεαυτόν. 31 αποκριθείς δε Ιακώβ είπε τω Λάβαν· ότι εφοβήθην· είπα γαρ· μη ποτε αφέλης τας θυγατέρας σου απ ‘ εμού και πάντα τα εμά. ότι αποδιδράσκει. 22 ανηγγέλη δε Λάβαν τω Σύρω τη ημέρα τη τρίτη. πέπρακε γαρ ημάς και καταβρώσει κατέφαγε το αργύριον ημών. εξαπέστειλα αν σε μετ ‘ ευφροσύνης και μετά μουσικών και τυμπάνων και κιθάρας. 30 νυν ουν πεπόρευσαι· επιθυμία γαρ επεθύμησας απελθείν εις τον οίκον του πατρός σου· ινατί έκλεψας τους θεούς μου. ην περιεποιήσατο εν τη Μεσοποταμία. 28 και ουκ ηξιώθην καταφιλήσαι τα παιδία μου και τας θυγατέρας μου. και πάσαν την αποσκευήν αυτού. 15 ουχ ως αι αλλότριαι λελογίσμεθα αυτω. 23 και παραλαβών τους αδελφούς αυτού μεθ ‘ εαυτού. 14 και αποκριθείσαι Ραχήλ και Λεία είπαν αυτω· μη εστιν ημίν έτι μερίς ή κληρονομία εν τω οίκω του πατρός ημών. μη ποτε λαλήσης μετά Ιακώβ πονηρά. ότι απέδρα Ιακώβ. μήποτε λαλήσης μετά Ιακώβ πονηρά. 16 πάντα τον πλούτον και την δόξαν. 27 και ει ανήγγειλάς μοι. 25 και κατέλαβε Λάβαν τον Ιακώβ· Ιακώβ δε έπηξε την σκηνήν αυτού εν τω όρει· Λάβαν δε έστησε τους αδελφούς αυτού εν τω όρει Γαλαάδ. ημίν έσται και τοις τέκνοις ημών. 21 και απέδρα αυτός και τα αυτού πάντα και διέβη τον ποταμόν και ωρμησεν εις το όρος Γαλαάδ. ποίει. και έσομαι μετά σου. 24 ήλθε δε ο Θεός προς Λάβαν τον Σύρον καθ ‘ ύπνον την νύκτα και είπεν αυτω· φύλαξε σεαυτόν. 32 και είπεν Ιακώβ· παρ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 58 . νυν δε αφρόνως έπραξας. 18 και απήγαγε πάντα τα υπάρχοντα αυτω. ου ήλειψάς μοι εκεί στήλην και ηύξω μοι εκεί ευχήν· νυν ουν ανάστηθι και έξελθε εκ της γης ταύτης και άπελθε εις την γην της γενέσεώς σου. εδίωξεν οπίσω αυτού οδόν ημερών επτά και κατέλαβεν αυτόν εν τω όρει Γαλαάδ. ινατί κρυφή απέδρας και εκλοποφόρησάς με και απήγαγες τας θυγατέρας μου ως αιχμαλώτιδας μαχαίρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανάβλεψον τοις οφθαλμοίς σου. 17 Αναστάς δε Ιακώβ έλαβε τας γυναίκας αυτού και τα παιδία αυτού επί τας καμήλους. νυν ουν όσα σοι είρηκεν ο Θεός.

ουκ ήδει δε Ιακώβ. 35 και είπε τω πατρί αυτής· μη βαρέως φέρε. και συνέλεξαν λίθους και εποίησαν βουνόν. 46 είπε δε Ιακώβ τοις αδελφοίς αυτού· συλλέγετε λίθους. ην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 59 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ω αν εύρης τους θεούς σου. είπε δε αυτω· ιδού ουδείς μεθ ‘ ημών εστιν. ου ζήσεται εναντίον των αδελφών ημών· επίγνωθι τι εστι παρ ‘ εμοί των σών και λαβέ. όσα συ οράς. κύριε· ου δύναμαι αναστήναι ενώπιόν σου. 47 και είπεν αυτω Λάβαν· ο βουνός ούτος μαρτυρεί ανά μέσον εμού και σου σήμερον. 43 αποκριθείς δε Λάβαν είπε τω Ιακώβ· αι θυγατέρες θυγατέρες μου. είπε δε Λάβαν τω Ιακώβ· ιδού ο βουνός ούτος και η στήλη. και έφαγον εκεί επί του βουνού. και παρελογίσω τον μισθόν μου δέκα αμνάσιν. 42 ει μη ο Θεός του πατρός μου Αβραάμ και ο φόβος Ισαάκ ην μοι. ότι τα κατ ‘ εθισμόν των γυναικών μοι εστίν· ηρεύνησε δε Λάβαν εν όλω τω οίκω και ουχ εύρε τα είδωλα. εμά εστι και των θυγατέρων μου· τι ποιήσω ταύταις σήμερον ή τοις τέκνοις αυτών. ο Θεός μάρτυς ανά μέσον εμού και σου. και έσται εις μαρτύριον ανά μέσον εμού και σου. 48 και εκάλεσεν αυτόν Λάβαν Βουνός της μαρτυρίας. και αφίστατο ο ύπνος μου από των οφθαλμών μου. ότι κατεδίωξας οπίσω μου 37 και ότι ηρεύνησας πάντα τα σκεύη του οίκου μου. εισήλθε δε και εις τον οίκον Ραχήλ. και τα κτήνη κτήνη μου. και πάντα. νυν αν κενόν με εξαπέστειλας· την ταπείνωσίν μου και τον κόπον των χειρών μου είδεν ο Θεός και ήλεγξέ σε εχθές. θές ώδε ενώπιον των αδελφών σου και των αδελφών μου. 34 Ραχήλ δε έλαβε τα είδωλα και ενέβαλεν αυτά εις τα σάγματα της καμήλου και επεκάθισεν αυτοίς. οίς έτεκον. 33 εισελθών δε Λάβαν ηρεύνησεν εις τον οίκον Λείας και ουχ εύρεν· και εξήλθεν εκ του οίκου Λείας και ηρεύνησε τον οίκον Ιακώβ και εν τω οίκω των δύο παιδισκών και ουχ εύρεν. εγώ απετίννυον παρ' εμαυτού κλέμματα ημέρας και κλέμματα νυκτός· 40 εγενόμην της ημέρας συγκαιόμενος τω καύματι και τω παγετω της νυκτός. 45 λαβών δε Ιακώβ λίθον έστησεν αυτόν στήλην. ότι Ραχήλ η γυνή αυτού έκλεψεν αυτούς. 38 ταύτά μοι είκοσιν έτη εγώ ειμι μετά σου· τα πρόβατά σου και αι αίγές σου ουκ ητεκνώθησαν· κριούς των προβάτων σου ου κατέφαγον· 39 θηριάλωτον ουκ ενήνοχά σοι. Ιακώβ δε εκάλεσεν αυτόν Βουνός μάρτυς. και οι υιοί υιοί μου. τι εύρες από πάντων των σκευών του οίκου σου. και ελεγξάτωσαν ανά μέσον των δύο ημών. 44 νυν ουν δεύρο διαθώμεθα διαθήκην εγώ τε και συ. και ουκ επέγνω παρ ‘ αυτω ουδέν. 36 ωργίσθη δε Ιακώβ και εμαχέσατο τω Λάβαν· αποκριθείς δε Ιακώβ είπε τω Λάβαν· τι το αδίκημά μου και τι το αμάρτημά μου. 41 ταύτά μοι είκοσιν έτη εγώ ειμι εν τη οικιία σου· εδούλευσά σοι δεκατέσσαρα έτη αντί των δύο θυγατέρων σου και εξ έτη εν τοις προβάτοις σου. ιδέ.

ηνίκα είδεν αυτούς· παρεμβολή Θεού αύτη· και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Παρεμβολαί. 2 είπε δε Ιακώβ. ην είπεν· επίδοι ο Θεός ανά μέσον εμού και σου. Βουνός μαρτυρεί. και συνήντησαν αυτω οι άγγελοι του Θεού. μαρτυρεί ο βουνός ούτος. και αναβλέψας είδε παρεμβολήν Θεού παρεμβεβληκυίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έστησα ανά μέσον εμού και σου. και ιδού αυτός έρχεται εις συνάντησίν σοι και τετρακόσιοι άνδρες μετ ‘ αυτού. και εχρόνισα έως του νυν. και διείλε τον λαόν τον μεθ ‘ εαυτού και τους βόας και τας καμήλους και τα πρόβατα εις δύο παρεμβολάς. εις χώραν Εδώμ. και απέστειλα αναγγείλαι τω κυρίω μου Ησαύ. 50 ει ταπεινώσεις τας θυγατέρας μου. 7 εφοβήθη δε Ιακώβ σφόδρα. 4 και ενετείλατο αυτοίς λέγων· ούτως ερείτε τω κυρίω μου Ησαύ· ούτως λέγει ο παις σου Ιακώβ· μετά Λάβαν παρώκησα. και ηπορείτο. 54 και ώμοσεν Ιακώβ κατά του φόβου του πατρός αυτού Ισαάκ. και έφαγον και έπιον και εκοιμήθησαν εν τω όρει. 8 και είπεν Ιακώβ· εάν έλθη Ησαύ εις παρεμβολήν μίαν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 60 . ουδείς μεθ ‘ ημών εστιν ορών· Θεός μάρτυς μεταξύ εμού και μεταξύ σου. όρα. 53 ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ναχώρ κρινεί ανά μέσον ημών. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ Ιακώβ απήλθεν εις την οδόν εαυτού. 55 αναστάς δε Λάβαν το πρωϊ κατεφίλησε τους υιούς και τας θυγατέρας αυτού και ευλόγησεν αυτούς. και μαρτυρεί η στήλη αύτη· δια τούτο εκλήθη το όνομα αυτού. ότι αποστησόμεθα έτερος αφ ‘ ετέρου. 52 εάν τε γαρ εγώ μη διαβώ προς σε μηδέ συ διαβής προς με τον βουνόν τούτον και την στήλην ταύτην επί κακία. και αποστραφείς Λάβαν απήλθεν εις τον τόπον αυτού. 6 και ανέστρεψαν οι άγγελοι προς Ιακώβ λέγοντες· ήλθομεν προς τον αδελφόν σου Ησαύ. 51 και είπε Λάβαν τω Ιακώβ· ιδού ο βουνός ούτος και μάρτυς η στήλη αύτη. και έθυσε θυσίαν εν τω όρει και εκάλεσε τους αδελφούς αυτού. 5 και εγένοντό μοι βόες και όνοι και πρόβατα και παίδες και παιδίσκαι. 49 και η Ορασις. ίνα εύρη ο παις σου χάριν εναντίον σου. 3 Απέστειλε δε Ιακώβ αγγέλους έμπροσθεν αυτού προς Ησαύ τον αδελφόν αυτού εις γην Σηείρ. ει λήψη γυναίκας προς ταις θυγατράσι μου.

και ενάρκησε το πλάτος του μηρού Ιακώβ εν τω παλαίειν αυτόν μετ ‘ αυτού. 9 είπε δε Ιακώβ· ο Θεός του πατρός μου Αβραάμ και ο Θεός του πατρός μου Ισαάκ. ο δε είπεν· Ιακώβ. ή ουκ αριθμηθήσεται από του πλήθους. ότι φοβούμαι εγώ αυτόν. Κύριε συ ο ειπών μοι. και έλαβεν ων έφερε δώρα και εξαπέστειλεν Ησαύ τω αδελφω αυτού. 22 Αναστάς δε την νύκτα εκείνην έλαβε τας δύο γυναίκας και τας δύο παιδίσκας και τα ένδεκα παιδία αυτού και διέβη την διάβασιν του Ιαβώκ· 23 και έλαβεν αυτούς και διέβη τον χειμάρρουν και διεβίβασε πάντα τα αυτού. εάν μη με ευλογήσης. 16 και έδωκεν αυτά τοις παισίν αυτού ποίμνιον κατά μόνας. και ήψατο του πλάτους του μηρού αυτού. 26 και είπεν αυτω· απόστειλόν με· ανέβη γαρ ο όρθρος. 11 εξελού με εκ χειρός του αδελφού μου. έσται η παρεμβολή η δευτέρα εις το σώζεσθαι. και τα παιδία αυτών τριάκοντα. 27 είπε δε αυτω· τι το όνομά σου εστίν. μη ποτε ελθών πατάξη με και μητέρα επί τέκνοις. πρόβατα διακόσια. και μετά τούτο όψομαι το πρόσωπον αυτού· ίσως γαρ προσδέξεται το πρόσωπόν μου. είπε δε τοις παισίν αυτού· προπορεύεσθε έμπροσθέν μου. 13 και εκοιμήθη εκεί την νύκτα εκείνην. 18 ερείς· του παιδός σου Ιακώβ· δώρα απέσταλκε τω κυρίω μου Ησαύ. 24 υπελείφθη δε Ιακώβ μόνος. 10 ικανούσθω μοι από πάσης δικαιοσύνης και από πάσης αληθείας. λέγων· κατά το ρήμα τούτο λαλήσατε Ησαύ εν τω ευρείν υμάς αυτόν 20 και ερείτε· ιδού ο παις σου Ιακώβ παραγίνεται οπίσω ημών. λέγων· τίνος ει και που πορεύη. ο δε είπεν· ου μη σε αποστείλω. όνους είκοσι και πώλους δέκα. 21 και προεπορεύετο τα δώρα κατά πρόσωπον αυτού. κριούς είκοσι. 19 και ενετείλατο τω πρώτω και τω δευτέρω και τω τρίτω και πάσι τοις προπορευομένοις οπίσω των ποιμνίων τούτων. και διάστημα ποιείτε ανά μέσον ποίμνης και ποίμνης. 15 καμήλους θηλαζούσας. αυτός δε εκοιμήθη την νύκτα εκείνην εν τη παρεμβολή. 12 συ δε είπας· εύ σε ποιήσω και θήσω το σπέρμα σου ως την άμμον της θαλάσσης. 14 αίγας διακοσίας. και τίνος ταύτα τα προπορευόμενά σου. ότι ου δύναται προς αυτόν. ης εποίησας τω παιδί σου· εν γαρ τη ύράβδω μου ταύτη διέβην τον Ιορδάνην τούτον. νυνί δε γέγονα εις δύο παρεμβολάς. 17 και ενετείλατο τω πρώτω. λέγων· εάν σοι συναντήση Ησαύ ο αδελφός μου και ερωτά σε. 25 είδε δε. βόας τεσσαράκοντα. 28 και είπεν αυτω· ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 61 . και επάλαιεν άνθρωπος μετ ‘ αυτού έως πρωϊ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κόψη αυτήν. ταύρους δέκα. εκ χειρός Ησαύ. είπε γαρ· εξιλάσομαι το πρόσωπον αυτού εν τοις δώροις τοις προπορευομένοις αυτού. τράγους είκοσι. και ιδού αυτός οπίσω ημών. απότρεχε εις την γην της γενέσεώς σου και εύ σε ποιήσω.

και ευλόγησεν αυτόν εκεί. 9 είπε δε Ησαύ· έστι μοι πολλά. και εσώθη μου η ψυχή. και μετ ‘ ανθρώπων δυνατός έση. ο δε είπε· τα παιδία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κληθήσεται έτι το όνομά σου Ιακώβ. αδελφέ· έστω σοι τα σά. δέξαι τα δώρα δια των εμών χειρών· ένεκεν τούτου είδον το πρόσωπόν σου. ό ενάρκησεν. ό εστιν επί του πλάτους του μηρού. 29 ηρώτησε δε Ιακώβ και είπεν· ανάγγειλόν μοι το όνομά σου. ότι ήψατο του πλάτους του μηρού Ιακώβ του νεύρου. 7 και προσήγγισε Λεία και τα τέκνα αυτής και προσεκύνησαν. κύριε. ηνίκα παρήλθε το είδος του Θεού· αυτός δε επέσκαζε τω μηρω αυτού· 32 ένεκεν τούτου ου μη φάγωσιν υιοί Ισραήλ το νεύρον. Είδος Θεού· είδον γαρ Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον. ας ήνεγκά σοι. 30 και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα του τόπου εκείνου. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΑΝΑΒΛΕΨΑΣ δε Ιακώβ τοις οφθαλμοίς αυτού είδε και ιδού Ησαύ ο αδελφός αυτού ερχόμενος και τετρακόσιοι άνδρες μετ ‘ αυτού. ο δε είπεν· ίνα εύρη ο παις σου χάριν εναντίον σου. ό ενάρκησεν. και είπεν· ινατί τούτο ερωτάς συ το όνομά μου. 10 είπε δε Ιακώβ· ει εύρον χάριν εναντίον σου. 5 και αναβλέψας Ησαύ είδε τας γυναίκας και τα παιδία και είπε· τι ταύτά σοι εστίν. αλλ ‘ Ισραήλ έσται το όνομά σου. 31 ανέτειλε δε αυτω ο ήλιος. και μετά ταύτα προσήγγισε Ραχήλ και Ιωσήφ και προσεκύνησαν. ότι ηλέησέ με ο Θεός και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 62 . και διείλεν Ιακώβ τα παιδία επί Λείαν και επί Ραχήλ και τας δύος παιδίσκας. 6 και προσήγγισαν αι παιδίσκαι και τα τέκνα αυτών και προσεκύνησαν. 4 και προσέδραμεν Ησαύ εις συνάντησιν αυτω και περιλαβών αυτόν προσέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν και έκλαυσαν αμφότεροι. 3 αυτός δε προήλθεν έμπροσθεν αυτών και προσεκύνησεν επί την γην επτάκις έως του εγγίσαι τω αδελφω αυτού. 8 και είπε· τι ταύτά σοι εστί. 11 λαβέ τας ευλογίας μου. πάσαι αι παρεμβολαί αύται. και ευδοκήσεις με. αις απήντηκα. ως αν τις ίδοι πρόσωπον Θεού. 2 και έθετο τας δύο παιδίσκας και τους υιούς αυτών εν πρώτοις και Λείαν και τα παιδία αυτής οπίσω και Ραχήλ και Ιωσήφ εσχάτους. οίς ηλέησεν ο Θεός τον παίδά σου. έως της ημέρας ταύτης. ότι ενίσχυσας μετά Θεού.

και ουχ ούτως έσται. ου έστησεν εκεί την σκηνήν αυτού. 15 είπε δε Ησαύ· καταλείψω μετά σου από του λαού του μετ ‘ εμού. και εβιάσατο αυτόν και έλαβε· 12 και είπεν· απάραντες πορευσώμεθα επ ‘ ευθείαν. 19 και εκτήσατο την μερίδα του αγρού. κατενύγησαν οι άνδρες. ότι εύρον χάριν εναντίον σου. ότι εμίανεν ο υιος Εμμώρ Δείναν την θυγατέρα αυτού· οι δε υιοί αυτού ήσαν μετά των κτηνών αυτού εν τω πεδίω. 2 και είδεν αυτήν Συχέμ ο υιος Εμμώρ ο Ευαίος. Σκηναί. παρά Εμώρ πατρός Συχέμ εκατόν αμνών. 20 και έστησεν εκεί θυσιαστήριον και επεκαλέσατο τον Θεόν Ισραήλ. 16 απέστρεψε δε Ησαύ εν τη ημέρα εκείνη εις την οδόν αυτού εις Σηείρ. ικανόν. 14 προελθέτω ο κύριός μου έμπροσθεν του παιδός αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έστι μοι πάντα. ην έτεκε τω Ιακώβ. 3 και προσέσχε τη ψυχή Δείνας της θυγατρός Ιακώβ και ηγάπησε την παρθένον και ελάλησε κατά την διάνοιαν της παρθένου αυτη. 8 και ελάλησεν Εμμώρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 63 . ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΕΞΗΛΘΕ δε Δείνα η θυγάτηρ Λείας. 7 οι δε υιοί Ιακώβ ήλθον εκ του πεδίου· ως δε ήκουσαν. 18 και ήλθεν Ιακώβ εις Σαλήμ πόλιν Σικίμων. εγώ δε ενισχύσω εν τη οδω κατά σχολήν της πορεύσεως της εναντίον μου και κατά πόδα των παιδαρίων. ο άρχων της γης και λαβών αυτήν. ότι τα παιδία απαλώτερα και τα πρόβατα και αι βόες λοχεύονται επ ‘ εμέ· εάν ουν καταδιώξω αυτά ημέραν μίαν. κύριε. και λυπηρόν ην αυτοίς σφόδρα. ο δε είπεν· ινατί τούτο. καταμαθείν τας θυγατέρας των εγχωρίων. ότε επανήλθεν εκ της Μεσοποταμίας Συρίας. 13 είπε δε αυτω· ο κύριός μου γινώσκει. αποθανούνται πάντα τα κτήνη. και παρενέβαλε κατά πρόσωπον της πόλεως. 17 Και Ιακώβ απαίρει εις σκηνάς· και εποίησεν εαυτω εκεί οικίας και τοις κτήνεσιν αυτού εποίησε σκηνάς· δια τούτο εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου. παρεσιώπησε δε Ιακώβ έως του ελθείν αυτούς. ή εστιν εν γη Χαναάν. έως του ελθείν με προς τον κύριόν μου εις Σηείρ. 6 εξήλθε δε Εμμώρ ο πατήρ Συχέμ προς Ιακώβ λαλήσαι αυτω. 5 Ιακώβ δε ήκουσεν. 4 είπε Συχέμ προς Εμμώρ τον πατέρα αυτού λέγων· λαβέ μοι την παίδα ταύτην εις γυναίκα. εκοιμήθη μετ ‘ αυτής και εταπείνωσεν αυτήν. ότι άσχημον εποίησεν εν Ισραήλ κοιμηθείς μετά της θυγατρός Ιακώβ.

και δώσω καθότι αν είπητέ μοι. 13 απεκρίθησαν δε οι υιοί Ιακώβ τω Συχέμ και Εμμώρ τω πατρί αυτού μετά δόλου και ελάλησαν αυτοίς. εν τω περιτεμέσθαι ημών παν αρσενικόν. τας θυγατέρας αυτών ληψόμεθα ημίν γυναίκας και τας θυγατέρας ημών δώσομεν αυτοίς. 22 εν τούτω μόνον ομοιωθήσονται ημίν οι άνθρωποι του κατοικείν μεθ ‘ ημών. έλαβον οι δύο υιοί Ιακώβ Συμεών και Λευί αδελφοί Δείνας έκαστος την μάχαιραν αυτού και εισήλθον εις την πόλιν ασφαλώς και απέκτειναν παν αρσενικόν· 26 τον τε Εμμώρ και Συχέμ τον υιόν αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 64 . η δε γη ιδού πλατεία εναντίον αυτών. 15 μόνον εν τούτω ομοιωθησόμεθα υμίν και κατοικήσομεν εν υμίν. 20 ήλθε δε Εμμώρ και Συχέμ ο υιος αυτού προς την πύλην της πόλεως αυτών και ελάλησαν προς τους άνδρας της πόλεως αυτών λέγοντες· 21 οι άνθρωποι ούτοι ειρηνικοί εισι. ος έχει ακροβυστίαν· έστι γαρ όνειδος ημίν. και ό εάν είπητε. ότι εμίαναν Δείνα την αδελφήν αυτών. 10 και εν ημίν κατοικείτε. και η γη ιδού πλατεία εναντίον υμών· κατοικείτε και εμπορεύεσθε επ ‘ αυτής και εγκτάσθε εν αυτη. 14 και είπαν αυτοίς Συμεών και Λευί οι αδελφοί Δείνας· ου δυνησόμεθα ποιήσαι το ρήμα τούτο. λαβόντες την θυγατέρα ημών απελευσόμεθα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς λέγων· Συχέμ ο υιος μου προείλετο τη ψυχή την θυγατέρα υμών· δότε ουν αυτήν αυτω γυναίκα 9 και επιγαμβρεύσασθε ημίν· τας θυγατέρας υμών δότε ημίν και τας θυγατέρας ημών λάβετε τοις υιοίς υμών. και οικήσουσι μεθ ‘ ημών. εάν γένησθε ως ημείς και υμείς εν τω περιτμηθήναι υμών παν αρσενικόν. ωστε είναι λαόν ένα. 19 και ουκ εχρόνισεν ο νεανίσκος του ποιήσαι το ρήμα τούτο· ενέκειτο γαρ τη θυγατρί Ιακώβ· αυτός δε ην ενδοξότατος πάντων των εν τω οίκω του πατρός αυτού. δούναι την αδελφήν ημών ανθρώπω. και δώσατέ μοι την παίδα ταύτην εις γυναίκα. 17 εάν δε μη εισακούσητε ημών του περιτεμέσθαι. 24 και εισήκουσαν Εμμώρ και Συχέμ του υιού αυτού πάντες οι εμπορευόμενοι την πύλην της πόλεως αυτών και περιετέμοντο την σάρκα της ακροβυστίας αυτών πας άρσην. 12 πληθύνατε την φερνήν σφόδρα. 18 και ήρεσαν οι λόγοι εναντίον Εμμώρ και εναντίον Συχέμ του υιού Εμμώρ. δώσομεν. 25 εγένετο δε εν τη ημέρα τη τρίτη. 11 είπε δε Συχέμ προς τον πατέρα αυτής και προς τους αδελφούς αυτής· εύροιμι χάριν εναντίον υμών. καθά και αυτοί περιτέτμηνται. ότε ήσαν εν τω πόνω. μεθ ‘ ημών οικείτωσαν επί της γης και εμπορευέσθωσαν αυτήν. 23 και τα κτήνη αυτών και τα τετράποδα και τα υπάρχοντα αυτών ουχ ημών έσται· μόνον εν τούτω ομοιωθώμεν αυτοίς. 16 και δώσομεν τας θυγατέρας ημών υμίν και από των θυγατέρων υμών ληψόμεθα ημίν γυναίκας και οικήσομεν παρ ‘ υμίν και εσόμεθα ως γένος εν.

8 απέθανε δε Δεβώρα η τροφός Ρεβέκκας και ετάφη κατώτερον Βαιθήλ υπό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 65 . και εκτριβήσομαι εγώ και ο οίκός μου. και εγένετο φόβος Θεού επί τας πόλεις τας κύκλω αυτών. και τα ενώτια τα εν τοις ωσίν αυτών. 30 είπε δε Ιακώβ προς Συμεών και Λευί· μισητόν με πεποιήκατε. ωστε πονηρόν με είναι πάσι τοις κατοικούσι την γην. 27 οι δε υιοί Ιακώβ εισήλθον επί τους τραυματίας και διήρπασαν την πόλιν. ή επορεύθην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέκτειναν εν στόματι μαχαίρας. και ου κατεδίωξαν οπίσω των υιών Ισραήλ. και διήρπασαν όσα τε ην εν τη πόλει και όσα ην εν ταις οικίαις. 31 οι δε είπαν· αλλ ‘ ωσεί πόρνη χρήσονται τη αδελφή ημών. και έλαβον την Δείναν εκ του οίκου του Συχέμ και εξήλθον. 4 και έδωκαν τω Ιακώβ τους θεούς τους αλλοτρίους. 3 και αναστάντες αναβώμεν εις Βαιθήλ και ποιήσωμεν εκεί θυσιαστήριον τω Θεω τω επακούσαντί μου εν ημέρα θλίψεως. έλαβον. και συναχθέντες επ ‘ εμέ συγκόψουσί με. οί ήσαν εν ταις χερσίν αυτών. ος ην μετ ‘ αυτού. εκεί γαρ εφάνη αυτω ο Θεός εν τω αποδιδράσκειν αυτόν από προσώπου Ησαύ του αδελφού αυτού. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΕΙΠΕ δε ο Θεός προς Ιακώβ· αναστάς ανάβηθι εις τον τόπον Βαιθήλ και οίκει εκεί και ποίησον εκεί θυσιαστήριον τω Θεω τω οφθέντι σοι εν τω αποδιδράσκειν σε από προσώπου Ησαύ του αδελφού σου. εν τε τοις Χαναναίοις και εν τοις Φερεζαίοις· εγώ δε ολιγοστός ειμι εν αριθμω. ή εστι Βαιθήλ. εν ή εμίαναν Δείναν την αδελφήν αυτών. 5 και εξήρεν Ισραήλ εκ Σικίμων. 29 και πάντα τα σώματα αυτών και πάσαν την αποσκευήν αυτών και τας γυναίκας αυτών ηχμαλώτευσαν. αυτός και πας ο λαός. όσα τε ην εν τη πόλει και όσα ην εν τω πεδίω. 2 είπε δε Ιακώβ τω οίκω αυτού και πάσι τοις μετ ‘ αυτού· άρατε τους θεούς τους αλλοτρίους τους μεθ ‘ υμών εκ μέσου υμών και καθαρίσθητε και αλλάξατε τας στολάς υμών. 28 και τα πρόβατα αυτών και τους βόας αυτών και τους όνους αυτών. 7 και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον και εκάλεσε το όνομα του τόπου Βαιθήλ. και κατέκρυψεν αυτά Ιακώβ υπό την τερέβινθον την εν Σικίμοις και απώλεσαν αυτά έως της σήμερον ημέρας. ή εστιν εν γη Χαναάν. 6 ήλθε δε Ιακώβ εις Λουζά. ος ην μετ ‘ εμού και διέσωσέ με εν τη οδω.

εν ω ελάλησε μετ ‘ αυτού εκεί ο Θεός. 11 είπε δε αυτω ο Θεός· εγώ ο Θεός σου· αυξάνου και πληθύνου· έθνη και συναγωγαί εθνών έσονται εκ σου. και έσπεισεν επ' αυτήν σπονδήν και επέχεεν επ ‘ αυτήν έλαιον. Συμεών. απέθνησκε γαρ. 23 υιοί Λείας· πρωτότοκος Ιακώβ Ρουβήν. και έθαψαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 66 . 26 υιοί δε Ζελφάς παιδίσκης Λείας· Γάδ και Ασήρ. Ισσάχαρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την βάλανον. Λευί. και γαρ ούτός σοί εστιν υιος. 25 υιοί δε Βαλλάς παιδίσκης Ραχήλ· Δάν και Νεφθαλείμ. 22 Ήσαν δε οι υιοί Ιακώβ δώδεκα. στήλην λιθίνην. έτη εκατόν ογδοήκοντα. σοί δέδωκα αυτήν· σοί έσται. 12 και την γην. ου ελάλησε μετ ‘ αυτού. 15 και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα του τόπου. 24 υιοί δε Ραχήλ· Ιωσήφ και Βενιαμίν. και πονηρόν εφάνη εναντίον αυτού. και τω σπέρματί σου μετά σε δώσω την γην ταύτην. έπηξε την σκηνήν αυτού επέκεινα του πύργου Γαδέρ. 29 και εκλείπων Ισαάκ απέθανε και προσετέθη προς το γένος αυτού πρεσβύτερος και πλήρης ημερών. 13 ανέβη δε ο Θεός απ ‘ αυτού εκ του τόπου. ότε παρεγένετο εκ Μεσοποταμίας της Συρίας. Βαιθήλ. 21 εγένετο δε ηνίκα κατώκησεν Ισραήλ εν τη γη εκείνη. Ζαβουλών. 14 και έστησεν Ιακώβ στήλην εν τω τόπω. 10 και είπεν αυτω ο Θεός· το όνομά σου ου κληθήσεται έτι Ιακώβ. ω ελάλησε μετ ‘ αυτού ο Θεός. εκάλεσε το όνομα αυτού Υιος οδύνης μου· ο δε πατήρ εκάλεσε το όνομα αυτού Βενιαμίν. ην έδωκα Αβραάμ και Ισαάκ. οί εγένοντο αυτω εν Μεσοποταμία της Συρίας. 9 Ώφθη δε ο Θεός τω Ιακώβ έτι εν Λουζά. αλλ ‘ Ισραήλ έσται το όνομά σου. και ευλόγησεν αυτόν ο Θεός. είπεν αυτη η μαία· θάρσει. ούτοι υιοί Ιακώβ. 20 και έστησεν Ιακώβ στήλην επί του μνημείου αυτής· αύτη εστίν η στήλη επί του μνημείου Ραχήλ έως της ημέρας ταύτης. και βασιλείς εκ της οσφύος σου εξελεύσονται. και εκάλεσε το όνομα αυτού Ισραήλ. εγένετο δε ηνίκα ήγγισεν εις Χαβραθά του ελθείν εις την Εφραθά. 27 Ήλθε δε Ιακώβ προς Ισαάκ τον πατέρα αυτού εις Μαμβρή. 16 Απάρας δε Ιακώβ εκ Βαιθήλ. Ιούδας. επορεύθη Ρουβήν και εκοιμήθη μετά Βαλλάς της παλλακής του πατρός αυτού Ιακώβ· και ήκουσεν Ισραήλ. εις πόλιν του πεδίου (αύτη εστί Χεβρών) εν γη Χαναάν. ου παρώκησεν Αβραάμ και Ισαάκ. 17 εγένετο δε εν τω σκληρώς αυτήν τίκτειν. 28 εγένοντο δε αι ημέραι Ισαάκ. ας έζησεν. έτεκε Ραχήλ και εδυστόκησεν εν τω τοκετω. 18 εγένετο δε εν τω αφιέναι αυτήν την ψυχήν. 19 απέθανε δε Ραχήλ και ετάφη εν τη οδω του ιπποδρόμου Εφραθά (αύτη εστί Βηθλεέμ). και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα αυτής Βάλανος πένθους.

ηγεμών Αμαλήκ· ούτοι ηγεμόνες Ελιφάς εν γη Ιδουμαία· ούτοι υιοί Αδάς. 5 και ‘Ολιβεμά έτεκε τον Ιεούς και τον Ιεγλόμ και τον Κορέ· ούτοι υιοί Ησαύ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ αυτόν Ησαύ και Ιακώβ οι υιοί αυτού. ηγεμών Γοθώμ. 4 έτεκε δε αυτω Αδά τον Ελιφάς. ηγεμών Ιεγλόμ. και επορεύθη Ησαύ εκ της γης Χαναάν από προσώπου Ιακώβ του αδελφού αυτού. Σωφάρ. Γοθώμ και Κενέζ· 12 Θαμνά δε ην παλλακή Ελιφάς του υιού Ησαύ και έτεκε τω Ελιφάς τον Αμαλήκ· ούτοι υιοί Αδάς γυναικός Ησαύ. ηγεμών Ωμάρ. 10 και ταύτα τα ονόματα των υιών Ησαύ· Ελιφάς υιος Αδάς γυναικός Ησαύ και Ραγουήλ υιος Βασεμάθ γυναικός Ησαύ. Ζαρέ. ηγεμών Μοζέ· ούτοι ηγεμόνες Ραγουήλ εν γη Εδώμ· ούτοι υιοί Βασεμάθ γυναικός Ησαύ. ηγεμών Σομέ. 14 ούτοι δε υιοί ‘Ολιβεμάς θυγατρός Ανά του υιού Σεβεγών. ηγεμών Κενέζ. Σομέ. 7 ην γαρ αυτών τα υπάρχοντα πολλά του οικείν άμα. 13 ούτοι δε υιοί Ραγουήλ· Ναχόθ. 16 ηγεμών Κορέ. ηγεμών Ζαρέ. 17 και ούτοι υιοί Ραγουήλ υιού Ησαύ· ηγεμών Ναχώθ. γυναικός Ησαύ· έτεκε δε τω Ησαύ τον Ιεούς και τον Ιεγλόμ και τον Κορέ. 8 κατώκησε δε Ησαύ εν τω όρει Σηείρ ( Ησαύ αυτός εστιν Εδώμ). 18 ούτοι δε υιοί ‘Ολιβεμάς γυναικός Ησαύ· ηγεμών Ιεούλ. 9 Αύται δε αι γενέσεις Ησαύ πατρός Εδώμ εν τω όρει Σηείρ. ηγεμών Κορέ· ούτοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 67 . και Μοζέ· ούτοι ήσαν υιοί Βασεμάθ γυναικός Ησαύ. και ουκ ηδύνατο η γη της παροικήσεως αυτών φέρειν αυτούς από του πλήθους των υπαρχόντων αυτών. και Βασεμάθ έτεκε τον Ραγουήλ. την Αδά θυγατέρα Αιλώμ του Χετταίου και του ‘Ολιβεμά θυγατέρα Ανά του υιού Σεβεγών του Ευαίου 3 και την Βασεμάθ θυγατέρα Ισμαήλ αδελφήν Ναβεώθ. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΑΥΤΑΙ δε αι γενέσεις Ησαύ (αυτός εστιν Εδώμ)· 2 Ησαύ δε έλαβε τας γυναίκας εαυτω από των θυγατέρων των Χαναναίων. 15 ούτοι ηγεμόνες υιοί Ησαύ· υιοί Ελιφάς πρωτοτόκου Ησαύ· ηγεμών Θαιμάν. 11 εγένοντο δε Ελιφάς υιοί· Θαιμάν. οί εγένοντο αυτω εν γη Χαναάν. Ωμάρ. ηγεμών Σωφάρ. 6 έλαβε δε Ησαύ τας γυναίκας αυτού και τους υιούς αυτού και τας θυγατέρας αυτού και πάντα τα σώματα του οίκου αυτού και πάντα τα υπάρχοντα αυτού και πάντα τα κτήνη και πάντα όσα εκτήσατο και πάντα όσα περιεποιήσατο εν γη Χαναάν.

32 και εβασίλευσεν εν Εδώμ Βαλάκ υιος Βεώρ. ότε ένεμε τα υποζύγια Σεβεγών του πατρός αυτού. και όνομα τη πόλει αυτού Δενναβά. ούτοι ηγεμόνες Εδώμ εν ταις κατωκοδομημέναις εν τη γη της κτήσεως αυτών. 40 Ταύτα τα ονόματα των ηγεμόνων Ησαύ εν ταις φυλαίς αυτών κατά τόπον αυτών. ηγεμών Γωλά. 22 εγένοντο δε υιοί Λωτάν· Χορρί και Αιμάν· αδελφή δε Λωτάν Θαμνά. όνομα δε τη γυναικί αυτού Μετεβεήλ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Αδάδ υιος Βαράδ ο εκκόψας Μαδιάμ εν τω πεδίω Μωάβ. ηγεμών Θαιμάν. και όνομα τη πόλει αυτού Φογώρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 68 . ούτοί εισιν υιοί Εδώμ. 43 ηγεμών Μαγεδιήλ. 24 και ούτοι υιοί Σεβεγών· Αϊέ και Ανά· ούτός εστιν Ανά. ηγεμών Σεβεγών. 31 Και ούτοι οι βασιλείς οι βασιλεύσαντες εν Εδώμ προ του βασιλεύσαι βασιλέα εν Ισραήλ. 37 απέθανε δε Σαμαδά. και ούτοι ηγεμόνες αυτών. 20 Ούτοι δε υιοί Σηείρ του Χορραίου του κατοικούντος την γην· Λωτά. 35 απέθανε δε Ασώμ. 34 απέθανε δε Ιωβάβ. Ανά 21 και Δησών και Ασάρ και Ρισών· ούτοι ηγεμόνες του Χορραίου του υιού Σηείρ εν τη γη Εδώμ. 19 ούτοι υιοί Ησαύ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Σαούλ εκ Ροωβώθ της παρά ποταμόν. ούτοι ηγεμόνες Χορρί εν ταις ηγεμονίαις αυτών εν γη Εδώμ. 28 ούτοι δε υιοί Ρισών· -Ως και Αράν. ηγεμών Φινών. 27 ούτοι δε υιοί Ασάρ· Βαλαάμ και Ζουκάμ και Ιουκάμ. 25 ούτοι δε υιοί Ανά· Δησών και ‘Ολιβεμά θυγάτηρ Ανά. υιού Μαιζοώβ. Σεβεγών. ηγεμών Σωβάλ. Σωβάλ. ηγεμών Ζαφωίν. 26 ούτοι δε υιοί Δησών· Αμαδά και Ασβάν και Ιθράν και Χαρράν. 23 ούτοι δε υιοί Σωβάλ· Γωλάμ και Μαναχάθ και Γαιβήλ και Σωφάρ και Ωμάρ. ηγεμών Μαζάρ. 39 απέθανε δε Βαλαεννών υιος Αχοβώρ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ασώμ εκ της γης Θαιμανών. εν ταις χώραις αυτών και εν τοις έθνεσιν αυτών. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ιωβάβ υιος Ζαρά εκ Βοσόρρας. ούτος Ησαύ πατήρ Εδώμ. και όνομα τη πόλει αυτού Γετθαίμ. 29 ούτοι δε ηγεμόνες Χορρί· ηγεμών Λωτάν. ος εύρε τον Ιαμείν εν τη ερήμω. 38 απέθανε δε Σαούλ. 42 ηγεμών Κενέζ. 41 ηγεμών ‘Ολιβεμάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηγεμόνες ‘Ολιβεμάς θυγατρός Ανά γυναικός Ησαύ. ηγεμών Ασάρ. ηγεμών Ανά. ηγεμών Ιεθέρ. ηγεμών Ρισών. θυγάτηρ Ματραϊθ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Αράδ υιος Βαράδ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Βαλαεννών υιος Αχοβώρ. 36 απέθανε δε Αδάδ. ηγεμών Θαμνά. 33 απέθανε δε Βαλάκ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Σαμαδά εκ Μασεκκάς. ηγεμών Ηλάς. 30 ηγεμών Δησών.

και ανέστη το εμόν δράγμα και ωρθώθη. ποιμαίνων τα πρόβατα του πατρός αυτού μετά των αδελφών αυτού. 15 και εύρεν αυτόν άνθρωπος πλανώμενον εν τω πεδίω· ηρώτησε δε αυτόν ο άνθρωπος λέγων· τι ζητείς. και προσέθεντο έτι μισείν αυτόν ένεκεν των ενυπνίων αυτού και ένεκεν των ρημάτων αυτού. 2 αύται δε αι γενέσεις Ιακώβ· Ιωσήφ δε δέκα και επτά ετών ην. ό ενυπνιάσθης. 5 Ενυπνιασθείς δε Ιωσήφ ενύπνιον απήγγειλεν αυτό τοις αδελφοίς αυτού. είπε δε αυτω· ιδού εγώ. και απέστειλεν αυτόν εκ της κοιλάδος της Χεβρών. 4 ιδόντες δε οι αδελφοί αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΚΑΤ†ΚΕΙ δε Ιακώβ εν τη γη. 11 εζήλωσαν δε αυτόν οι αδελφοί αυτού. ότι υιος γήρως ην αυτω· εποίησε δε αυτω χιτώνα ποικίλον. και είπεν· ιδού ενυπνιασάμην ενύπνιον έτερον. μετά των υιών Βαλλάς και μετά των υιών Ζελφάς των γυναικών του πατρός αυτού· κατήνεγκαν δε Ιωσήφ ψόγον πονηρόν προς Ισραήλ τον πατέρα αυτών. και ήλθεν εις Συχέμ. ότι αυτόν ο πατήρ φιλεί εκ πάντων των υιών αυτού. άρά γε ελθόντες ελευσόμεθα εγώ τε και η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου προσκυνήσαί σοι επί την γην. εν γη Χαναάν. εμίσησαν αυτόν και ουκ ηδύναντο λαλείν αυτω ουδέν ειρηνικόν. 10 και επετίμησεν αυτω ο πατήρ αυτού και είπεν αυτω· τι το ενύπνιον τούτο. 8 είπαν δε αυτω οι αδελφοί αυτού· μη βασιλεύων βασιλεύσεις εφ ‘ ημάς ή κυριεύων κυριεύσεις ημών. 13 και είπεν Ισραήλ προς Ιωσήφ· ουχί οι αδελφοί σου ποιμαίνουσιν εις Συχέμ. 3 Ιακώβ δε ηγάπα τον Ιωσήφ παρά πάντας τους υιούς αυτού. ει υγιαίνουσιν οι αδελφοί σου και τα πρόβατα. ων νέος. 6 και είπεν αυτοίς· ακούσατε του ενυπνίου τούτου. ου παρώκησεν ο πατήρ αυτού. 12 Επορεύθησαν δε οι αδελφοί αυτού βόσκειν τα πρόβατα του πατρός αυτών εις Συχέμ. 9 είδε δε ενύπνιον έτερον και διηγήσατο αυτω τω πατρί αυτού και τοις αδελφοίς αυτού. 14 είπε δε αυτω Ισραήλ· πορευθείς ιδέ. και ανάγγειλόν μοι. ου ενυπνιάσθην· 7 ώμην υμάς δεσμεύειν δράγματα εν μέσω τω πεδίω. δεύρο αποστείλω σε προς αυτούς. 16 ο δε είπε· τους αδελφούς μου ζητώ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 69 . περιστραφέντα δε τα δράγματα υμών προσεκύνησαν το εμόν δράγμα. ο δε πατήρ αυτού διετήρησε το ρήμα. ωσπερ ο ήλιος και η σελήνη και ένδεκα αστέρες προσεκύνουν με.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απάγγειλόν μοι. εγώ δε που πορεύομαι έτι. και επορεύθη Ιωσήφ κατόπισθεν των αδελφών αυτού και εύρεν αυτούς εν Δωθαείμ. τι έσται τα ενύπνια αυτού. και αι κάμηλοι αυτών έγεμαν θυμιαμάτων και ρητίνης και στακτής· επορεύοντο δε καταγαγείν εις Αίγυπτον. εάν αποκτείνωμεν τον αδελφόν ημών και κρύψωμεν το αίμα αυτού. θηρίον ήρπασε τον Ιωσήφ. 18 προείδον δε αυτόν μακρόθεν προ του εγγίσαι αυτόν προς αυτούς και επονηρεύοντο του αποκτείναι αυτόν. ύδωρ ουκ είχεν. χείρα δε μη επενέγκητε αυτω· όπως εξέληται αυτόν εκ των χειρών αυτών και αποδω αυτόν τω πατρί αυτού. 26 είπε δε Ιούδας προς τους αδελφούς αυτού· τι χρήσιμον. 23 εγένετο δε ηνίκα ήλθεν Ιωσήφ προς τους αδελφούς αυτού. και ιδού οδοιπόροι Ισμαηλίται ήρχοντο εκ Γαλαάδ. αι δε χείρες ημών μη έστωσαν επ ‘ αυτόν. ήκουσαν δε οι αδελφοί αυτού. 22 είπε δε αυτοίς Ρουβήν· μη εκχέητε αίμα· εμβάλλετε αυτόν εις ένα των λάκκων τούτων των εν τη ερήμω. 30 και επέστρεψε προς τους αδελφούς αυτού. και είπαν· τούτον εύρομεν. επίγνωθι ει χιτών του υιού σου εστιν ή ου. 21 ακούσας δε Ρουβήν εξείλετο αυτόν εκ των χειρών αυτών και είπεν· ου πατάξωμεν αυτόν εις ψυχήν. και κατήγαγον τον Ιωσήφ εις Αίγυπτον. εξέδυσαν Ιωσήφ τον χιτώνα τον ποικίλον τον περί αυτόν 24 και λαβόντες αυτόν έρριψαν εις τον λάκκον· ο δε λάκκος κενός. ότι αδελφός ημών και σάρξ ημών εστιν. 27 δεύτε αποδώμεθα αυτόν τοις Ισμαηλίταις τούτοις. 29 ανέστρεψε δε Ρουβήν επί τον λάκκον και ουχ ορά τον Ιωσήφ εν τω λάκκω. 32 και απέστειλαν τον χιτώνα τον ποικίλον και εισήνεγκαν τω πατρί αυτών. 34 διέρρηξε δε Ιακώβ τα ιμάτια αυτού και επέθετο σάκκον επί την οσφύν αυτού και επένθει τον υιόν αυτού ημέρας πολλάς. και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. 28 και παρεπορεύοντο οι άνθρωποι οι Μαδιηναίοι έμποροι. 25 Εκάθισαν δε φαγείν άρτον και αναβλέψαντες τοις οφθαλμοίς είδον. και εξείλκυσαν και ανεβίβασαν τον Ιωσήφ εκ του λάκκου και απέδοντο τον Ιωσήφ τοις Ισμαηλίταις είκοσι χρυσών. 35 συνήχθησαν δε πάντες οι υιοί αυτού και αι θυγατέρες και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 70 . ήκουσα γαρ αυτών λεγόντων· πορευθώμεν εις Δωθαείμ. 19 είπε δε έκαστος προς τον αδελφόν αυτού· ιδού ο ενυπνιαστής εκείνος έρχεται· 20 νυν ουν δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν και ρίψωμεν αυτόν εις ένα των λάκκων και ερούμεν· θηρίον πονηρόν κατέφαγεν αυτόν· και οψόμεθα. και είπε· το παιδάριον ουκ έστιν. 31 Λαβόντες δε τον χιτώνα του Ιωσήφ έσφαξαν έριφον αιγών και εμόλυναν τον χιτώνα τω αίματι. 17 είπε δε αυτω ο άνθρωπος· απήρκασιν εντεύθεν. 33 και επέγνω αυτόν και είπε· χιτών του υιού μου εστι· θηρίον πονηρόν κατέφαγεν αυτόν. που βόσκουσιν.

ω όνομα Ειράς. 6 και έλαβεν Ιούδας γυναίκα Ήρ τω πρωτοτόκω αυτού. 4 και συλλαβούσα έτεκεν υιόν έτι και εκάλεσε το όνομα αυτού Αυνάν. απελθούσα δε Θάμαρ εκάθητο εν τω οίκω του πατρός αυτής. ή όνομα Θάμαρ. 5 και προσθείσα έτεκεν υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Σηλώμ. 13 και απηγγέλη Θάμαρ τη νύμφη αυτού λέγοντες· ιδού ο πενθερός σου αναβαίνει εις Θαμνά κείραι τα πρόβατα αυτού. 7 εγένετο δε Ήρ πρωτότοκος Ιούδα πονηρός έναντι Κυρίου. εξέχεεν επί την γην του μη δούναι σπέρμα τω αδελφω αυτού. 10 πονηρόν δε εφάνη εναντίον του Θεού. ότι εποίησε τούτο. περιεβάλετο θέριστρον και εκαλλωπίσατο και εκάθισε προς ταις πύλαις Αινάν. αρχιμαγείρω. 9 γνούς δε Αυνάν ότι ουκ αυτω έσται το σπέρμα. ή όνομα Σαυά. 12 Επληθύνθησαν δε αι ημέραι και απέθανε Σαυά η γυνή Ιούδα· και παρακληθείς Ιούδας ανέβη επί τους κείροντας τα πρόβατα αυτού. 3 και συλλαβούσα έτεκεν υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Ήρ. ηνίκα έτεκεν αυτούς. 14 και περιελομένη τα ιμάτια της χηρεύσεως αφ ‘ εαυτής. 11 είπε δε Ιούδας Θάμαρ τη νύμφη αυτού· κάθου χήρα εν τω οίκω του πατρός σου έως μέγας γένηται Σηλώμ ο υιος μου. και ουκ ήθελε παρακαλείσθαι λέγων ότι· καταβήσομαι προς τον υιόν μου πενθών εις άδου. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε εν τω καιρω εκείνω. 8 είπε δε Ιούδας τω Αυνάν· είσελθε προς την γυναίκα του αδελφού σου και επιγάμβρευσαι αυτήν και ανάστησον σπέρμα τω αδελφω σου. ή εστιν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 71 . και απέκτεινεν αυτόν ο Θεός. κατέβη Ιούδας από των αδελφών αυτού και αφίκετο έως προς άνθρωπόν τινα ‘Οδολλαμίτην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήλθον παρακαλέσαι αυτόν. και εθανάτωσε και τούτον. 2 και είδεν εκεί Ιούδας θυγατέρα ανθρώπου Χαναναίου. είπε γαρ· μη ποτε αποθάνη και ούτος. και έλαβεν αυτήν και εισήλθε προς αυτήν. αύτη δε ην εν Χασβί. 36 οι δε Μαδιηναίοι απέδοντο τον Ιωσήφ εις Αίγυπτον τω Πετεφρή τω σπάδοντι Φαραώ. ωσπερ και οι αδελφοί αυτού. και έκλαυσεν αυτόν ο πατήρ αυτού. εγίνετο όταν εισήρχετο προς την γυναίκα του αδελφού αυτού. αυτός και Ειράς ο ποιμήν αυτού ο ‘Οδολλαμίτης εις Θαμνά.

και κατακαυθήτω. ο εις προεξήνεγκε την χείρα· λαβούσα δε η μαία έδησεν επί την χείρα αυτού κόκκινον λέγουσα· ούτος εξελεύσεται πρότερος. η δε είπε· τι διεκόπη δια σε φραγμός. και ουχ εύρεν αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρόδω Θαμνά· είδε γαρ ότι μέγας γέγονε Σηλώμ. 17 ο δε είπεν· εγώ σοι αποστελώ έριφον αιγών εκ των προβάτων μου. 28 εγένετο δε εν τω τίκτειν αυτήν. ου ένεκεν ουκ έδωκα αυτήν Σηλών τω υιω μου. αλλά μη ποτε καταγελασθώμεν· εγώ μεν απέσταλκα τον έριφον τούτον. τίνος ο δακτύλιος και ο ορμίσκος και η ράβδος αύτη. 29 ως δε επισυνήγαγε την χείρα. εγώ εν γαστρί έχω. αυτός δε ουκ έδωκεν αυτήν αυτω γυναίκα. η δε είπε· τον δακτύλιόν σου και τον ορμίσκον. και είπαν· ουκ ην ενταύθα πόρνη. και είπεν· επίγνωθι. και ουκ επέγνω αυτήν. 24 Εγένετο δε μετά τρίμηνον ανηγγέλη τω Ιούδα λέγοντες· εκπεπόρνευκε Θάμαρ η νύμφη σου και ιδού εν γαστρί έχει εκ πορνείας. 30 και μετά τούτο εξήλθεν ο αδελφός αυτού. 21 επηρώτησε δε τους άνδρας τους εκ του τόπου· που εστιν η πόρνη η γενομένη εν Αινάν επί της οδού. 15 και ιδών αυτήν Ιούδας έδοξεν αυτήν πόρνην είναι· κατεκαλύψατο γαρ το πρόσωπον αυτής. έως του αποστείλαί σε. 27 Εγένετο δε ηνίκα έτικτε. συ δε ουχ εύρηκας. και ευθύς εξήλθεν ο αδελφός αυτού. και εκάλεσε το όνομα αυτού Φαρές. η δε είπε· τι μοι δώσεις. 20 απέστειλε δε Ιούδας τον έριφον εξ αιγών εν χειρί του ποιμένος αυτού του ‘Οδολλαμίτου κομίσασθαι παρά της γυναικός τον αρραβώνα. 22 και απεστράφη προς Ιούδαν και είπεν· ουχ εύρον. 18 ο δε είπε· τίνα τον αρραβώνά σοι δώσω. και εν γαστρί έλαβεν εξ αυτού. εφ ‘ ω ην επί τη χειρί αυτού το κόκκινον· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ζαρά. είπε δε Ιούδας· εξαγάγετε αυτήν. και οι άνθρωποι οι εκ του τόπου λέγουσι μη είναι ώδε πόρνην. και την ράβδον την εν τη χειρί σου. και ου προσέθετο έτι του γνώναι αυτήν. 25 αυτή δε αγομένη απέστειλε προς τον πενθερόν αυτής λέγουσα· εκ του ανθρώπου. 16 εξέκλινε δε προς αυτήν την οδόν και είπεν αυτη· έασόν με εισελθείν προς σε· ου γαρ έγνω ότι νύμφη αυτού εστίν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 72 . η δε είπεν· εάν δως μοι αρραβώνα. ούτινος ταύτά εστιν. 26 επέγνω δε Ιούδας και είπε· δεδικαίωται Θάμαρ ή εγώ. και τηδε ην δίδυμα εν τη γαστρί αυτής. εάν εισέλθης προς με. 23 είπε δε Ιούδας· εχέτω αυτά. 19 και αναστάσα απήλθε και περιείλετο το θέριστρον αυτής αφ ‘ εαυτής και ενεδύσατο τα ιμάτια της χηρεύσεως αυτής. και έδωκεν αυτη και εισήλθε προς αυτήν.

ανήρ Αιγύπτιος. ότι καταλιπών τα ιμάτια αυτού εν ταις χερσίν αυτής έφυγε και εξήλθεν έξω. και πάντα. Και ην Ιωσήφ καλός τω είδει και ωραίος τη όψει σφόδρα. 11 εγένετο δε τοιαύτη τις ημέρα. 6 και επέτρεψε πάντα. έδωκε δια χειρός Ιωσήφ. όσα ην αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ 1 ΙΩΣΗΦ δε κατήχθη εις Αίγυπτον. και εγενήθη ευλογία Κυρίου εν πάσι τοις υπάρχουσιν αυτω εν τω οίκω και εν τω αγρω αυτού. και εβόησα φωνή μεγάλη· 15 εν δε τω ακούσαι αυτόν ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 73 . όσα ην αυτω. και εκτήσατο αυτόν Πετεφρής ο ευνούχος Φαραώ. 4 και εύρεν Ιωσήφ χάριν εναντίον του κυρίου αυτού. 5 εγένετο δε μετά το καταστήναι αυτόν επί του οίκου αυτού και επί πάντα. ουδέ υπεξήρηται απ ‘ εμού ουδέν πλήν σου. ου ήσθιεν αυτός. ότι ο Κύριος ην μετ ‘ αυτού και όσα εάν ποιή. και ουχ υπήκουεν αυτη καθεύδειν μετ ‘ αυτής του συγγενέσθαι αυτη. και ουδείς ην των εν τη οικία έσω. 8 ο δε ουκ ήθελεν. εισήγαγεν ημίν παίδα Εβραίον εμπαίζειν ημίν· εισήλθε προς με λέγων· κοιμήθητι μετ ‘ εμού. είπε δε τη γυναικί του κυρίου αυτού· ει ο κύριός μου ου γινώσκει δι ‘ εμέ ουδέν εν τω οίκω αυτού. δια το σε γυναίκα αυτού είναι. 12 και επεσπάσατο αυτόν των ιματίων λέγουσα· κοιμήθητι μετ ‘ εμού. και κατέστησεν αυτόν επί του οίκου αυτού και πάντα. εις χείρας Ιωσήφ και ουκ ήδει των καθ ‘ αυτόν ουδέν πλήν του άρτου. και ην ανήρ επιτυγχάνων και εγένετο εν τω οίκω παρά τω κυρίω αυτού τω Αιγυπτίω. 10 ηνίκα δε ελάλει τω Ιωσήφ ημέραν εξ ημέρας. 14 και εκάλεσε τους όντας εν τη οικία και είπεν αυτοίς λέγουσα· ίδετε. 13 και εγένετο ως είδεν. εκ χειρών των Ισμαηλιτών. 2 και ην Κύριος μετά Ιωσήφ. όσα εστίν αυτω. έδωκεν εις τας χείράς μου 9 και ουχ υπερέχει εν τη οικία ταύτη ουδέν εμού. και ηυλόγησε Κύριος τον οίκον του Αιγυπτίου δια Ιωσήφ. οί κατήγαγον αυτόν εκεί. ο αρχιμάγειρος. Κύριος ευοδοί εν ταις χερσίν αυτού. όσα ην αυτω. και εισήλθεν Ιωσήφ εις την οικίαν ποιείν τα έργα αυτού. και αμαρτήσομαι εναντίον του Θεού. 7 και εγένετο μετά τα ρήματα ταύτα και επέβαλεν η γυνή του κυρίου αυτού τους οφθαλμούς αυτής επί Ιωσήφ και είπε· κοιμήθητι μετ ‘ εμού. 3 ήδει δε ο κύριος αυτού. και Πως ποιήσω το ρήμα το πονηρόν τούτο. και καταλιπών τα ιμάτια αυτού εν ταις χερσίν αυτής έφυγε και εξήλθεν έξω. και ευηρέστησεν αυτω.

19 εγένετο δε. 23 ουκ ην ο αρχιδεσμοφύλαξ του δεσμωτηρίου γινώσκων δι ‘ αυτόν ουδέν· πάντα γαρ ην δια χειρός Ιωσήφ δια το τον Κύριον μετ ‘ αυτού είναι. ον εισήγαγες προς ημάς. καταλιπών τα ιμάτια αυτού παρ ‘ εμοί έφυγε και εξήλθεν έξω. ου Ιωσήφ απήκτο εκεί. όσα ελάλησε προς αυτόν. ως ήκουσεν ο κύριος αυτού τα ρήματα της γυναικός αυτού. εις τον τόπον. εις τον τόπον. 17 και ελάλησεν αυτω κατά τα ρήματα ταύτα λέγουσα· εισήλθε προς με ο παις ο Εβραίος. και πάντα όσα ποιούσιν εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ύψωσα την φωνήν μου και εβόησα. έως ήλθεν ο κύριος εις τον οίκον αυτού. επί τω αρχιοινοχόω και επί τω αρχισιτοποιω. και όσα αυτός εποίει. 16 και καταλιμπάνει τα ιμάτια παρ ‘ εαυτη. εμπαίξαί μοι και είπέ μοι· κοιμηθήσομαι μετά σου· 18 ως δε ήκουσεν ότι ύψωσα την φωνήν μου και εβόησα. 3 και έθετο αυτούς εν φυλακή εις το δεσμωτήριον. οι όντες εν τω δεσμωτηρίω. ο Κύριος ευώδου εν ταις χερσίν αυτού. 4 και συνέστησεν ο αρχιδεσμώτης τω Ιωσήφ αυτούς. εν ω οι δεσμώται του βασιλέως κατέχονται εκεί εν τω οχυρώματι. 22 και έδωκεν ο αρχιδεσμοφύλαξ το δεσμωτήριον δια χειρός Ιωσήφ και πάντας τους απηγμένους. 7 και ηρώτα τους ευνούχους Φαραώ. καταλιπών τα ιμάτια αυτού παρ ‘ εμοί έφυγε και εξήλθεν έξω. και εθυμώθη οργή. 21 Και ην Κύριος μετά Ιωσήφ και κατέχεεν αυτού έλεος και έδωκεν αυτω χάριν εναντίον του αρχιδεσμοφύλακος. λέγουσα· ούτως εποίησέ μοι ο παις σου. και παρέστη αυτοίς· ήσαν δε ημέρας εν τη φυλακή. οί ήσαν τω βασιλεί Αιγύπτου. ην αύτη. 2 και ωργίσθη Φαραώ επί τοις δυσίν ευνούχοις αυτού. και ήσαν τεταραγμένοι. όσοι εν τω δεσμωτηρίω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 74 . 20 και λαβών ο κύριος Ιωσήφ ενέβαλεν αυτόν εις το οχύρωμα. 6 εισήλθε δε προς αυτούς Ιωσήφ τω πρωϊ και είδεν αυτούς. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε μετά τα ρήματα ταύτα ήμαρτεν ο αρχιοινοχόος του βασιλέως Αιγύπτου και ο αρχισιτοποιός τω κυρίω αυτών βασιλεί Αιγύπτου. 5 και είδον αμφότεροι ενύπνιον εν μια νυκτί· η δε όρασις του ενυπνίου του αρχιοινοχόου και αρχισιτοποιού. αυτός ην ποιών.

λέγων· τι ότι τα πρόσωπα υμών σκυθρωπά σήμερον. 21 και αποκατέστησε τον αρχιοινοχόον επί την αρχήν αυτού. και ο συγκρίνων ουκ έστιν αυτό. αλλ ‘ ενέβαλόν με εις τον λάκκον τούτον. και είπε τω Ιωσήφ· καγώ είδον ενύπνιον και ώμην τρία κανά χονδριτών αίρειν επί της κεφαλής μου· 17 εν δε κανω τω επάνω από πάντων των γενών. ότι ορθώς συνέκρινε. ων Φαραώ εσθίει έργον σιτοποιού. 14 αλλά μνήσθητί μου δια σεαυτού. 22 τον δε αρχισιτοποιόν εκρέμασε. ημέρα γενέσεως ην Φαραώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οί ήσαν μετ ‘ αυτού εν τη φυλακή παρά τω κυρίω αυτού. ως ήσθα οινοχοών. όταν εύ γένηταί σοι. και δώσεις το ποτήριον Φαραώ εις την χείρα αυτού κατά την αρχήν σου την προτέραν. 8 οι δε είπαν αυτω· ενύπνιον είδομεν. 18 αποκριθείς δε Ιωσήφ είπεν αυτω· αύτη η σύγκρισις αυτού· τα τρία κανά τρεις ημέραι εισίν· 19 έτι τριών ημερών και αφελεί Φαραώ την κεφαλήν σου από σου και κρεμάσει σε επί ξύλου. και έδωκε το ποτήριον εις την χείρα Φαραώ. και τα πετεινά του ουρανού κατήσθιεν αυτά από του κανού του επάνω της κεφαλής μου. και ποιήσεις εν εμοί έλεος και μνησθήσει περί εμού προς Φαραώ και εξάξεις με εκ του οχυρώματος τούτου· 15 ότι κλοπή εκλάπην εκ γης Εβραίων και ώδε ουκ εποίησα ουδέν. 11 και το ποτήριον Φαραώ εν τη χειρί μου· και έλαβον την σταφυλήν και εξέθλιψα αυτήν εις το ποτήριον και έδωκα το ποτήριον εις την χείρα Φαραώ. 23 και ουκ εμνήσθη ο αρχιοινοχόος του Ιωσήφ. και αυτή θάλλουσα ανενηνοχυία βλαστούς· πέπειροι οι βότρυες σταφυλής. καθά συνέκρινεν αυτοίς Ιωσήφ. αλλ ‘ επελάθετο αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 75 . 12 και είπεν αυτω Ιωσήφ· τούτο η σύγκρισις αυτού· οι τρεις πυθμένες τρεις ημέραι εισίν· 13 έτι τρεις ημέραι και μνησθήσεται Φαραώ της αρχής σου και αποκαταστήσει σε επί την αρχιοινοχοϊαν σου. 9 και διηγήσατο ο αρχιοινοχόος το ενύπνιον αυτού τω Ιωσήφ και είπεν· εν τω ύπνω μου ην άμπελος εναντίον μου· 10 εν δε τη αμπέλω τρεις πυθμένες. 20 εγένετο δε εν τη ημέρα τη τρίτη. και εποίει πότον πάσι τοις παισίν αυτού. διηγήσασθε ουν μοι. είπε δε αυτοίς Ιωσήφ· ουχί δια του Θεού η διασάφησις αυτών εστι. και εμνήσθη της αρχής του οινοχόου και της αρχής του σιτοποιού εν μέσω των παίδων αυτού. 16 και είδεν ο αρχισιτοποιός. και φάγεται τα όρνεα του ουρανού τας σάρκας σου από σου.

εμέ τε και τον αρχισιτοποιόν. 3 άλλαι δε επτά βόες ανέβαινον μετά ταύτας εκ του ποταμού αισχραί τω είδει και λεπταί ταις σαρξί και ενέμοντο παρά τας βόας επί το χείλος του ποταμού· 4 και κατέφαγον αι επτά βόες αι αισχραί και λεπταί ταις σαρξί τας επτά βόας τας καλάς τω είδει και τας εκλεκτάς ταις σαρξί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε μετά δύο έτη ημερών. 10 Φαραώ ωργίσθη τοις παισίν αυτού και έθετο ημάς εν φυλακή εν τω οίκω του αρχιμαγείρου. ηγέρθη δε Φαραώ. και ιδού επτά στάχυες ανέβαινον εν τω πυθμένι ενί εκλεκτοί και καλοί· 6 και ιδού επτά στάχυες λεπτοί και ανεμόφθοροι ανεφύοντο μετ ‘ αυτούς· 7 και κατέπιον οι επτά στάχυες οι λεπτοί και ανεμόφθοροι τους επτά στάχυας τους εκλεκτούς και τους πλήρεις. ακούσαντά σε ενύπνια συγκρίναι αυτά. και διηγησάμεθα αυτω. 5 και ενυπνιάσθη το δεύτερον. 16 αποκριθείς δε Ιωσήφ τω Φαραώ είπεν· άνευ του Θεού ουκ αποκριθήσεται το σωτήριον Φαραώ. έκαστος κατά το αυτού ενύπνιον είδομεν. καθώς συνέκρινεν ημίν. και αποστείλας εκάλεσε πάντας τους εξηγητάς Αιγύπτου και πάντας τους σοφούς αυτής. 8 Εγένετο δε πρωϊ και εταράχθη η ψυχή αυτού. 15 είπε δε Φαραώ προς Ιωσήφ· ενύπνιον εώρακα. 12 ην δε εκεί μεθ ‘ ημών νεανίσκος παις Εβραίος του αρχιμαγείρου. 14 Αποστείλας δε Φαραώ εκάλεσε τον Ιωσήφ. και συνέκρινεν ημίν. εμέ τε αποκατασταθήναι επί την αρχήν μου. ούτω και συνέβη. και εξήγαγον αυτόν από του οχυρώματος και εξύρησαν αυτόν και ήλλαξαν την στολήν αυτού. 2 και ιδού ωσπερ εκ του ποταμού ανέβαινον επτά βόες καλαί τω είδει και εκλεκταί ταις σαρξί και εβόσκοντο εν τω Άχει. και διηγήσατο αυτοίς Φαραώ το ενύπνιον αυτού. και ουκ ην ο απαγγέλλων αυτό τω Φαραώ. 11 και είδομεν ενύπνιον αμφότεροι εν νυκτί μια εγώ και αυτός. 17 ελάλησε δε Φαραώ τω Ιωσήφ λέγων· εν τω ύπνω μου ώμην εστάναι παρά το χείλος του ποταμού. εκείνον δε κρεμασθήναι. και ο συγκρίνων ουκ έστιν αυτό· εγώ δε ακήκοα περί σου λεγόντων. 13 εγενήθη δε. ηγέρθη δε Φαραώ. Φαραώ είδεν ενύπνιον· ώετο εστάναι επί του ποταμού. και ην ενύπνιον. 18 και ωσπερ εκ του ποταμού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 76 . και ήλθε προς Φαραώ. 9 και ελάλησεν ο αρχιοινοχόος προς Φαραώ λέγων· την αμαρτίαν μου αναμιμνήσκω σήμερον.

21 και εισήλθον εις τας κοιλίας αυτών και ου διάδηλοι εγένοντο. 29 ιδού επτά έτη έρχεται ευθηνία πολλή εν πάση γη Αιγύπτου· 30 ήξει δε επτά έτη λιμού μετά ταύτα. 24 και κατέπιον οι επτά στάχυες οι λεπτοί και ανεμόφθοροι τους επτά στάχυας τους καλούς και τους πλήρεις. 26 αι επτά βόες αι καλαί επτά έτη εστί. και ταχυνεί ο Θεός του ποιήσαι αυτό. 25 Και είπεν Ιωσήφ τω Φαραώ· το ενύπνιον Φαραώ εν εστιν· όσα ο Θεός ποιεί. και οι επτά στάχυες οι καλοί επτά έτη εστί· το ενύπνιον Φαραώ εν εστι. οίας ουκ είδον τοιαύτας εν όλη γη Αιγύπτου αισχροτέρας· 20 και κατέφαγον αι επτά βόες αι αισχραί και λεπταί τας επτά βόας τας πρώτας τας καλάς και τας εκλεκτάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανέβαινον επτά βόες καλαί τω είδει και εκλεκταί ταις σαρξί. και επιλήσονται της πλησμονής της εσομένης εν όλη Αιγύπτω. 27 και αι επτά βόες αι λεπταί αι αναβαίνουσαι οπίσω αυτών επτά έτη εστί. και ενέμοντο εν τω Άχει. ουκ έστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 77 . 33 νυν ουν σκέψαι άνθρωπον φρόνιμον και συνετόν και κατάστησον αυτόν επί γης Αιγύπτου· 34 και ποιησάτω Φαραώ και καταστησάτω τοπάρχας επί της γης. και ωσπερ επτά στάχυες ανέβαινον εν πυθμένι ενί πλήρεις και καλοί· 23 άλλοι δε επτά στάχυες λεπτοί και ανεμόφθοροι ανεφύοντο εχόμενοι αυτών. βρώματα εν ταις πόλεσι φυλαχθήτω· 36 και έσται τα βρώματα τα πεφυλαγμένα τη γη εις τα επτά έτη του λιμού. ό είρηκα Φαραώ. 28 το δε ρήμα. έδειξε τω Φαραώ. ος έχει πνεύμα Θεού εν αυτω. όσα ο Θεός ποιεί. 32 περί δε του δευτερώσαι το ενύπνιον Φαραώ δις. ότι αληθές έσται το ρήμα το παρά του Θεού. 31 και ουκ επιγνωσθήσεται η ευθηνία επί της γης από του λιμού του εσομένου μετά ταύτα· ισχυρός γαρ έσται σφόδρα. 39 είπε δε Φαραώ τω Ιωσήφ· επειδή έδειξεν ο Θεός σοι πάντα ταύτα. και οι επτά στάχυες οι λεπτοί και ανεμόφθοροι έσονται επτά έτη λιμού. και ουκ ην ο απαγγέλλων μοι αυτό. και αποπεμπτωσάτωσαν πάντα τα γεννήματα της γης Αιγύπτου των επτά ετών της ευθηνίας 35 και συναγαγέτωσαν πάντα τα βρώματα των επτά ετών των ερχομένων των καλών τούτων. α έσονται εν γη Αιγύπτου. είπα ουν τοις εξηγηταίς. και αι όψεις αυτών αισχραί. έδειξε τω Φαραώ. 38 και είπε Φαραώ πάσι τοις παισίν αυτού· μη ευρήσομεν άνθρωπον τοιούτον. και αναλώσει ο λιμός την γην. 37 Ήρεσε δε το ρήμα εναντίον Φαραώ και εναντίον πάντων των παίδων αυτού. ότι εισήλθον εις τας κοιλίας αυτών. καθά και την αρχήν· εξεγερθείς δε εκοιμήθην 22 και είδον πάλιν εν τω ύπνω μου. και ουκ εκτριβήσεται η γη εν τω λιμω. και συναχθήτω ο σίτος υπό χείρα Φαραώ. 19 και ιδού επτά βόες έτεραι ανέβαινον οπίσω αυτών εκ του ποταμού πονηραί και αισχραί τω είδει και λεπταί ταις σαρξίν.

55 και επείνασε πάσα η γη Αιγύπτου. 56 και ο λιμός ην επί προσώπου πάσης της γης· ανέωξε δε Ιωσήφ πάντας τους σιτοβολώνας και επώλει πάσι τοις Αιγυπτίοις. 52 το δε όνομα του δευτέρου εκάλεσεν Εφραϊμ. ότε έστη εναντίον Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου. ότι επιλαθέσθαι με εποίησεν ο Θεός πάντων των πόνων μου και πάντων των του πατρός μου. και ό εάν είπη υμίν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 78 . Ψονθομφανήχ· και έδωκεν αυτω την Ασεννέθ θυγατέρα Πετεφρή ιερέως Ηλιουπόλεως αυτω εις γυναίκα. βρώματα των πεδίων της πόλεως των κύκλω αυτής έθηκεν εν αυτη. 53 Παρήλθε δε τα επτά έτη της ευθηνίας. ποιήσατε. Εξήλθε δε Ιωσήφ από προσώπου Φαραώ. έως ουκ ηδύνατο αριθμηθήναι. περιέθηκεν αυτόν επί την χείρα Ιωσήφ και ενέδυσεν αυτόν στολήν βυσσίνην και περιέθηκε κλοιόν χρυσούν περί τον τράχηλον αυτού· 43 και ανεβίβασεν αυτόν επί το άρμα το δεύτερον των αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνθρωπος φρονιμώτερος και συνετώτερός σου· 40 συ έση επί τω οίκω μου. και έθηκε τα βρώματα εν ταις πόλεσι. ότι ηύξησέ με ο Θεός εν γη ταπεινώσεώς μου. 41 είπε δε Φαραώ τω Ιωσήφ· ιδού καθίστημί σε σήμερον επί πάσης γης Αιγύπτου. 47 και εποίησεν η γη εν τοις επτά έτεσι της ευθηνίας δράγματα· 48 και συνήγαγε πάντα τα βρώματα των επτά ετών. και εγένετο λιμός εν πάση τη γη. 42 και περιελόμενος Φαραώ τον δακτύλιον από της χειρός αυτού. και εκήρυξεν έμπροσθεν αυτού κήρυξ· και κατέστησεν αυτόν εφ ‘ όλης γης Αιγύπτου. ου γαρ ην αριθμός. και επί τω στόματί σου υπακούσεται πας ο λαός μου· πλήν τον θρόνον υπερέξω σου εγώ. έκραξε δε ο λαός προς Φαραώ περί άρτων· είπε δε Φαραώ πάσι τοις Αιγυπτίοις· πορεύεσθε προς Ιωσήφ. 46 Ιωσήφ δε ην ετών τριάκοντα. καθά είπεν Ιωσήφ. α εγένοντο εν τη γη Αιγύπτου. 49 και συνήγαγεν Ιωσήφ σίτον ωσεί την άμμον της θαλάσσης πολύν σφόδρα. ους έτεκεν αυτω Ασεννέθ η θυγάτηρ Πετεφρή ιερέως Ηλιουπόλεως. 50 Τω δε Ιωσήφ εγένοντο υιοί δύο προ του ελθείν τα επτά έτη του λιμού. 57 και πάσαι αι χώραι ήλθον εις Αίγυπτον αγοράζειν προς Ιωσήφ· επεκράτησε γαρ ο λιμός εν πάση τη γη. 45 και εκάλεσε Φαραώ το όνομα Ιωσήφ. 54 και ήρξατο τα επτά έτη του λιμού έρχεσθαι. 44 είπε δε Φαραώ τω Ιωσήφ· εγώ Φαραώ. άνευ σου ουκ εξαρεί ουδείς την χείρα αυτού επί πάσης γης Αιγύπτου. εν οίς ην η ευθυνία εν τη γη Αιγύπτου. 51 εκάλεσε δε Ιωσήφ το όνομα του πρωτοτόκου Μανασσή. εν δε πάση τη γη Αιγύπτου ήσαν άρτοι. και διήλθε πάσαν γην Αιγύπτου.

εποίησαν δε ούτως. αυτοί δε βαδίσατε και απαγάγετε τον αγορασμόν της σιτοδοσίας υμών. 7 ιδών δε Ιωσήφ τους αδελφούς αυτού επέγνω και ηλλοτριούτο απ ‘ αυτών και ελάλησεν αυτοίς σκληρά και είπεν αυτοίς· πόθεν ήκατε. αποθανείσθε. 14 είπε δε αυτοίς Ιωσήφ· τούτό εστιν ό είρηκα υμίν λέγων. ει αληθεύετε ή ου· ει δε μη. είπε γαρ· μη ποτε συμβή αυτω μαλακία. 6 Ιωσήφ δε ην ο άρχων της γης. ίνα ζήσωμεν και μη αποθάνωμεν. οι παίδές σου ήλθομεν πρίασθαι βρώματα· 11 πάντες εσμέν υιοί ενός ανθρώπου· ειρηνικοί εσμεν. 10 οι δε είπαν· ουχί. εν αμαρτίαις γαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 79 . 13 οι δε είπαν· δώδεκά εσμεν οι παίδες σου αδελφοί εν γη Χαναάν. κύριε. είπε τοις υιοίς αυτού· ινατί ραθυμείτε. και είπεν αυτοίς· κατάσκοποί εστε. 3 κατέβησαν δε οι αδελφοί Ιωσήφ οι δέκα πρίασθαι σίτον εξ Αιγύπτου· 4 τον δε Βενιαμίν τον αδελφόν Ιωσήφ ουκ απέστειλε μετά των αδελφών αυτού. αλλά τα ίχνη της γης ήλθετε ιδείν. 2 ιδού ακήκοα ότι εστί σίτος εν Αιγύπτω· κατάβητε εκεί και πρίασθε ημίν μικρά βρώματα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΙΔΩΝ δε Ιακώβ ότι εστί πράσις εν Αιγύπτω. ή μην κατάσκοποί εστε. νή την υγίειαν Φαραώ. 8 επέγνω δε Ιωσήφ τους αδελφούς αυτού. ο δε έτερος ουχ υπάρχει. 12 είπε δε αυτοίς· ουχί. αυτοί δε ουκ επέγνωσαν αυτόν. 21 και είπεν έκαστος προς τον αδελφόν αυτού· ναί. κατανοήσαι τα ίχνη της χώρας ήκατε. ούτος επώλει παντί τω λαω της γης· ελθόντες δε οι αδελφοί Ιωσήφ προσεκύνησαν αυτω επί πρόσωπον επί την γην. 9 και εμνήσθη Ιωσήφ των ενυπνίων αυτού. 16 αποστείλατε εξ υμών ένα και λάβετε τον αδελφόν υμών. και ιδού ο νεώτερος μετά του πατρός ημών σήμερον. ου μη εξέλθητε εντεύθεν. εάν μη ο αδελφός υμών ο νεώτερος έλθη ώδε. 5 Ήλθον δε οι υιοί Ισραήλ αγοράζειν μετά των ερχομένων· ην γαρ ο λιμός εν γη Χαναάν. ων είδεν αυτός. αδελφός υμών κατασχεθήτω εις εν τη φυλακή. οι δε είπον· εκ γης Χαναάν αγοράσαι βρώματα. 18 Είπε δε αυτοίς τη ημέρα τη τρίτη· τούτο ποιήσατε και ζήσεσθε. ουκ εισίν οι παίδές σου κατάσκοποι. 17 και έθετο αυτούς εν φυλακή ημέρας τρεις. υμείς δε απάχθητε έως του φανερά γενέσθαι τα ρήματα υμών. 20 και τον αδελφόν υμών τον νεώτερον αγάγετε προς με. τον Θεόν γαρ εγώ φοβούμαι· 19 ει ειρηνικοί εστε. και πιστευθήσονται τα ρήματα υμών· ει δε μη. ότι κατάσκοποί εστε· 15 εν τούτω φανείσθε· νή την υγίειαν Φαραώ.

ότε κατεδέετο ημών. και τον αδελφόν υμών αποδώσω υμίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εσμεν περί του αδελφού ημών. και ην εκάστου ο δεσμός του αργυρίου εν τω σάκκω αυτών· και είδον τους δεσμούς του αργυρίου αυτών αυτοί και ο πατήρ αυτών. 38 ο δε είπεν· ου καταβήσεται ο υιος μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 80 . 23 αυτοί δε ουκ ήδεισαν ότι ακούει Ιωσήφ· ο γαρ ερμηνευτής ανά μέσον αυτών ην. μη αδικήσητε το παιδάριον. ο δε μικρός μετά του πατρός ημών σήμερον εν γη Χαναάν. ουκ εσμέν κατάσκοποι· 32 δώδεκα αδελφοί εσμεν. και ουκ εισηκούσαμεν αυτού· και ένεκεν τούτου επήλθεν εφ ‘ ημάς η θλίψις αύτη. και ιδού το αίμα αυτού εκζητείται. 25 ενετείλατο δε Ιωσήφ εμπλήσαι τα αγγεία αυτών σίτου και αποδούναι το αργύριον αυτών εκάστω εις τον σάκκον αυτού και δούναι αυτοίς επισιτισμόν εις την οδόν. ότι υπερείδομεν την θλίψιν της ψυχής αυτού. εάν μη αγάγω αυτόν προς σε· δος αυτόν εις την χείρά μου. 36 είπε δε αυτοίς Ιακώβ ο πατήρ αυτών· εμέ ητεκνώσατε. και εξέστη η καρδία αυτών. και εφοβήθησαν. αλλ ‘ ότι ειρηνικοί εστε. 26 και επιθέντες τον σίτον επί τους όνους αυτών απήλθον εκείθεν. και είδε τον δεσμόν του αργυρίου αυτού. και τον Βενιαμίν λήψεσθε. επ ‘ εμέ εγένετο ταύτα πάντα. 33 είπε δε ημίν ο άνθρωπος ο κύριος της γης· εν τούτω γνώσομαι ότι ειρηνικοί εστε· αδελφόν ένα άφετε ώδε μετ ‘ εμού. και τη γη εμπορεύσεσθε. 34 και αγάγετε προς με τον αδελφόν υμών τον νεώτερον. 35 εγένετο δε εν τω κατακενούν αυτούς τους σάκκους αυτών. και γνώσομαι ότι ου κατάσκοποί εστε. και πάλιν προσήλθε προς αυτούς και είπεν αυτοίς· και έλαβε τον Συμεών απ ‘ αυτών και έδησεν αυτόν εναντίον αυτών. και ιδού τούτο εν τω μαρσίππω μου. ου κατέλυσαν. υιοί του πατρός ημών· ο εις ουχ υπάρχει. 31 είπαμεν δε αυτω· ειρηνικοί εσμέν. και ουκ ηκούσατέ μου. λέγοντες· 30 λελάληκεν ο άνθρωπος ο κύριος της γης προς ημάς σκληρά και έθετο ημάς εν φυλακή ως κατασκοπεύοντας την γην. και εγενήθη αυτοίς ούτως. τον δε αγορασμόν της σιτοδοσίας του οίκου υμών λαβόντες απέλθατε. 27 λύσας δε εις τον μάρσιππον αυτού δούναι χορτάσματα τοις όνοις αυτού. 37 είπε δε Ρουβήν τω πατρί αυτών λέγων· τους δύο υιούς μου απόκτεινον. καγώ ανάξω αυτόν προς σε. Συμεών ουκ έστι. και ην επάνω του στόματος του μαρσίππου· 28 και είπε τοις αδελφοίς αυτού· επεδόθη μοι το αργύριον. 29 Ήλθον δε προς Ιακώβ τον πατέρα αυτών εις γην Χαναάν και απήγγειλαν αυτω πάντα τα συμβάντα αυτοίς. και εταράχθησαν προς αλλήλους λέγοντες· τι τούτο εποίησεν ο Θεός ημίν. 24 αποστραφείς δε απ ‘ αυτών έκλαυσεν Ιωσήφ. Ιωσήφ ούκ έστι. 22 αποκριθείς δε Ρουβήν είπεν αυτοίς· ουκ ελάλησα υμίν λέγων.

ότι ο αδελφός αυτού απέθανε και αυτός μόνος καταλέλειπται· και συμβήσεται αυτόν μαλακισθήναι εν τη οδω. και κατάξετέ μου το γήρας μετά λύπης εις άδου. 2 είπε δε αυτω Ιούδας λέγων· διαμαρτυρία μεμαρτύρηται ημίν ο άνθρωπος ο κύριος της γης λέγων· ουκ όψεσθε το πρόσωπόν μου. λέγων· ουκ όψεσθέ μου το πρόσωπον. εκ χειρός μου ζήτησον αυτόν· εάν μη αγάγω αυτόν προς σε και στήσω αυτόν εναντίον σου. μη ήδειμεν ότι ερεί ημίν· αγάγετε τον αδελφόν υμών. και αγοράσομέν σοι βρώματα. και αναστάντες πορευσόμεθα. ή εάν πορεύησθε. ο γαρ άνθρωπος είπεν ημίν. και είπεν αυτοίς ο πατήρ αυτών· πάλιν πορευθέντες πρίασθε ημίν μικρά βρώματα. 5 είπε δε Ισραήλ· τι εκακοποιήσατέ με. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε ηνίκα συνετέλεσαν καταφαγείν τον σίτον. 4 ει δε μη αποστέλλης τον αδελφόν ημών μεθ ‘ ημών. 8 εγώ δε εκδέχομαι αυτόν. αναγγείλαντες τω ανθρώπω ότι εστίν υμίν αδελφός. εάν μη ο αδελφός υμών ο νεώτερος μεθ ‘ υμών ή· 3 ει μεν ουν αποστέλλης τον αδελφόν ημών μεθ ‘ ημών. ίνα ζώμεν και μη αποθάνωμεν και ημείς και συ και η αποσκευή ημών. και απηγγείλαμεν αυτω κατά την επερώτησιν ταύτην. ον ήνεγκαν εξ Αιγύπτου. 7 είπε δε Ιούδας προς Ισραήλ τον πατέρα αυτού· απόστειλον το παιδάριον μετ ‘ εμού. ήδη αν υπεστρέψαμεν δις. εάν μη ο αδελφός υμών ο νεώτερος μεθ ‘ υμών ή. 11 και το αργύριον δισσόν λάβετε εν ταις χερσίν υμών· και το αργύριον το αποστραφέν εν τοις μαρσίπποις υμών αποστρέψατε μεθ ‘ υμών· μη ποτε αγνόημά εστι. 10 είπε δε αυτοίς Ισραήλ ο πατήρ αυτών· ει ούτως εστί. 6 οι δε είπαν· ερωτών επηρώτησεν ημάς ο άνθρωπος και την γενεάν ημών λέγων· ει έτι ο πατήρ υμών ζη και ει έστιν υμίν αδελφός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεθ ‘ υμών. 9 ει μη γαρ εβραδύναμεν. τούτο ποιήσατε· λάβετε από των καρπών της γης εν τοις αγγείοις υμών και καταγάγετε τω ανθρώπω δώρα της ρητίνης και του μέλιτος. ου πορευσόμεθα. ημαρτηκώς έσομαι εις σε πάσας τας ημέρας. καταβησόμεθα. 12 και τον αδελφόν υμών λάβετε και αναστάντες κατάβητε προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 81 . θυμίαμά τε και στακτήν και τερέβινθον και κάρυα. 39 ο δε λιμός ενίσχυσεν επί της γης.

και είπεν· ο Θεός ελεήσαι σε τέκνον. έτι ζη· και είπεν· ευλογημένος ο άνθρωπος εκείνος τω Θεω. συνεστρέφετο γαρ τα έγκατα αυτού επί τω αδελφω αυτού. μη φοβείσθε· ο Θεός υμών και ο Θεός των πατέρων υμών έδωκεν υμίν θησαυρούς εν τοις μαρσίπποις υμών. και είπεν αυτοίς· ει υγιαίνει ο πατήρ υμών ο πρεσβύτης. τις ενέβαλε το αργύριον εις τους μαρσίππους ημών. 27 οι δε είπαν· υγιαίνει ο παις σου ο πατήρ ημών. 14 Λαβόντες δε οι άνδρες τα δώρα ταύτα και το αργύριον διπλούν έλαβον εν ταις χερσίν αυτών και τον Βενιαμίν και αναστάντες κατέβησαν εις Αίγυπτον και έστησαν εναντίον Ιωσήφ. καθά είπεν Ιωσήφ. 28 αναβλέψας δε τοις οφθαλμοίς αυτού Ιωσήφ είδε Βενιαμίν τον αδελφόν αυτού τον ομομήτριον και είπεν· ούτος ο αδελφός υμών ο νεώτερος. και προσήνεγκαν αυτω τα δώρα. α είχον εν ταις χερσίν αυτών. 29 εταράχθη δε Ιωσήφ. κατέβημεν την αρχήν πρίασθαι βρώματα· 20 εγένετο δε ηνίκα ήλθομεν εις το καταλύσαι και ηνοίξαμεν τους μαρσίππους ημών. και εισήγαγε τους ανθρώπους εις τον οίκον Ιωσήφ. ον είπατε προς με αγαγείν. είπαν· δια το αργύριον το αποστραφέν εν τοις μαρσίπποις ημών την αρχήν ημείς εισαγόμεθα του συκοφαντήσαι ημάς και επιθέσθαι ημίν του λαβείν ημάς εις παίδας και τους όνους ημών. 15 είδε δε Ιωσήφ αυτούς και τον Βενιαμίν τον αδελφόν αυτού τον ομομήτριον και είπε τω επί της οικίας αυτού· εισάγαγε τους ανθρώπους εις την οικίαν και σφάξον θύματα και ετοίμασον· μετ ‘ εμού γαρ φάγονται οι άνθρωποι άρτους την μεσημβρίαν. 24 ητοίμασαν δε τα δώρα έως του ελθείν τον Ιωσήφ μεσημβρίας· ήκουσαν γαρ ότι εκεί μέλλει αριστάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον άνθρωπον. Πως έχετε. και εξήγαγε προς αυτούς τον Συμεών 23 και ήνεγκεν ύδωρ νίψαι τους πόδας αυτών και έδωκε χορτάσματα τοις όνοις αυτών. 25 Εισήλθε δε Ιωσήφ εις την οικίαν. και το αργύριον υμών ευδοκιμούν απέχω. και εζήτει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 82 . έτι ζη. 17 ιδόντες δε οι άνδρες ότι εισήχθησαν εις τον οίκον του Ιωσήφ. 16 εποίησε δε ο άνθρωπος. και κύψαντες προσεκύνησαν αυτω. κύριε. και αποστείλαι τον αδελφόν υμών τον ένα και τον Βενιαμίν· εγώ μεν γαρ καθάπερ ητέκνωμαι. ον είπατε. εις τον οίκον και προσεκύνησαν αυτω επί πρόσωπον επί την γην. ητέκνωμαι. και τόδε το αργύριον εκάστου εν τω μαρσίππω αυτού· το αργύριον ημών εν σταθμω απεστρέψαμεν νυν εν ταις χερσίν ημών 21 και αργύριον έτερον ηνέγκαμεν μεθ ‘ εαυτών αγοράσαι βρώματα· ουκ οίδαμεν. 26 ηρώτησε δε αυτούς. 13 ο δε Θεός μου δώη υμίν χάριν εναντίον του ανθρώπου. 18 προσελθόντες δε προς τον άνθρωπον τον επί του οίκου του Ιωσήφ ελάλησαν αυτω εν τω πυλώνι του οίκου 19 λέγοντες· δεόμεθα. 22 είπε δε αυτοίς· ίλεως υμίν.

και εμβάλετε εκάστου το αργύριον επί του στόματος του μαρσίππου 2 και το κόνδυ μου το αργυρούν εμβάλετε εις τον μάρσιππον του νεωτέρου και την τιμήν του σίτου αυτού. μη γένοιτο τοις παισί σου ποιήσαι κατά το ρήμα τούτο. εγενήθη δε κατά το ρήμα Ιωσήφ. 30 και νιψάμενος το πρόσωπον εξελθών ενεκρατεύσατο και είπε· παράθετε άρτους. καθώς είπε. βδέλυγμα γαρ εστι τοις Αιγυπτίοις. 32 εκάθισαν δε εναντίον αυτού. 9 παρ ‘ ω αν εύρης το κόνδυ των παίδων σου. ούτως έσται· παρ ‘ ω αν ευρεθή το κόνδυ. 31 και παρέθηκαν αυτω μόνω και αυτοίς καθ ‘ εαυτούς και τοις Αιγυπτίοις τοις συνδειπνούσι μετ ‘ αυτού καθ ‘ εαυτούς· ου γαρ εδύναντο οι Αιγύπτιοι συνεσθίειν μετά των Εβραίων άρτους. και Ιωσήφ είπε τω επί της οικίας αυτού· αναστάς επιδίωξον οπίσω των ανθρώπων και καταλήψη αυτούς και ερείς αυτοίς· τι ότι ανταπεδώκατε πονηρά αντί καλών. 3 το πρωϊ διέφαυσε. 10 ο δε είπε· και νυν ως λέγετε. ο πρωτότοκος κατά τα πρεσβεία αυτού και ο νεώτερος κατά την νεότητα αυτού· εξίσταντο δε οι άνθρωποι έκαστος προς τον αδελφόν αυτού. εν ω πίνει ο κύριός μου. Πως αν κλέψαιμεν εκ του οίκου του κυρίου σου αργύριον ή χρυσίον. αυτός δε οιωνισμω οιωνίζεται εν αυτω. 5 ου τούτό εστιν. α πεποιήκατε. έπιον δε και εμεθύσθησαν μετ ‘ αυτού. έσται μου παις. ο εύρομεν εν τοις μαρσίπποις ημών. απεστρέψαμεν προς σε εκ γης Χαναάν. 6 ευρών δε αυτούς είπεν αυτοίς κατά τα ρήματα ταύτα. 4 εξελθόντων δε αυτών την πόλιν. 7 οι δε είπαν αυτω· ινατί λαλεί ο κύριος κατά τα ρήματα ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κλαύσαι· εισελθών δε εις το ταμείον έκλαυσεν εκεί. αυτοί και οι όνοι αυτών. πονηρά συντετελέκατε. αποθνησκέτω· και ημείς δε εσόμεθα παίδες τω κυρίω ημών. ινατί εκλέψατέ μου το κόνδυ το αργυρούν. όσα εάν δύνωνται άραι. 8 ει το μεν αργύριον. 11 και έσπευσαν και καθείλαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 83 . ουκ απέσχον μακράν. και οι άνθρωποι απεστάλησαν. υμείς δε έσεσθε καθαροί. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ 1 ΚΑΙ ενετείλατο ο Ιωσήφ τω όντι επί της οικίας αυτού λέγων· πλήσατε τους μαρσίππους των ανθρώπων βρωμάτων. 33 ήραν δε μερίδας παρ ‘ αυτού προς αυτούς· εμεγαλύνθη δε η μερίς Βενιαμίν παρά τας μερίδας πάντων πενταπλασίως προς τας εκείνων.

24 εγένετο δε ηνίκα ανέβημεν προς τον παίδά σου πατέρα ημών. 26 ημείς δε είπομεν· ου δυνησόμεθα καταβήναι. έως ήλθεν επί τον νεώτερον. 30 νυν ουν εάν εισπορεύωμαι προς τον παίδά σου. και ημείς και παρ ‘ ω ευρέθη το κόνδυ. 16 είπε δε Ιούδας· τι αντερούμεν τω κυρίω. 19 κύριε. η δε ψυχή αυτού εκκρέμαται εκ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 84 . ου προσθήσεσθε ιδείν το πρόσωπόν μου. και μη θυμωθής τω παιδί σου. 25 είπε δε ο πατήρ ημών· βαδίσατε πάλιν και αγοράσατε ημίν μικρά βρώματα. και ουκ είδον αυτόν άχρι νυν· 29 εάν ουν λάβητε και τούτον εκ του προσώπου μου και συμβή αυτω μαλακία εν τη οδω. κύριε· λαλησάτω ο παις σου ρήμα εναντίον σου. 27 είπε δε ο παις σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έκαστος τον μάρσιππον αυτού επί την γην και ήνοιξαν έκαστος τον μάρσιππον αυτού. αυτός δε μόνος υπελείφθη τη μητρί αυτού. και ο αδελφός αυτού απέθανεν. και το παιδίον μη ή μεθ ‘ ημών. και εύρε το κόνδυ εν τω μαρσίππω του Βενιαμίν. έτι αυτού όντος εκεί. και επέστρεψαν εις την πόλιν. αλλ ‘ ει μεν ο αδελφός ημών ο νεώτερος καταβαίνει μεθ ‘ ημών. παρ ‘ ω ευρέθη το κόνδυ αυτός έσται μου παις. 21 είπας δε τοις παισί σου· καταγάγετε αυτόν προς με. 22 και είπαμεν τω κυρίω· ου δυνήσεται το παιδίον καταλιπείν τον πατέρα αυτού· εάν δε καταλίπη τον πατέρα. και επιμελούμαι αυτού. πατέρα δε ημών. του αδελφού ημών του νεωτέρου μη όντος μεθ ‘ ημών. συ ηρώτησας τους παίδάς σου. ουκ οίδατε ότι οιωνισμω οιωνιείται ο άνθρωπος. 17 είπε δε Ιωσήφ· μη μοι γένοιτο ποιήσαι το ρήμα τούτο· ο άνθρωπος. 13 και διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών και επέθηκαν έκαστος τον μάρσιππον αυτού επί τον όνον αυτού. 12 ηρεύνησε δε από του πρεσβυτέρου αρξάμενος. οίος εγώ. λέγων· ει έχετε πατέρα ή αδελφόν. ότι συ ει μετά Φαραώ. ιδού εσμεν οικέται τω κυρίω ημών. ο Θεός δε εύρε την αδικίαν των παίδων σου. 15 είπε δε αυτοίς Ιωσήφ· τι το πράγμα τούτο εποιήσατε. και είπατε ότι θηριόβρωτος γέγονε. αποθανείται. ο δε πατήρ αυτόν ηγάπησεν. 20 και είπαμεν τω κυρίω· έστιν ημίν πατήρ πρεσβύτερος και παιδίον γήρους νεώτερον αυτω. 23 συ δε είπας τοις παισί σου· εάν μη καταβή ο αδελφός υμών ο νεώτερος μεθ ‘ υμών. και έπεσον εναντίον αυτού επί την γην. ή τι δικαιωθώμεν. 18 Εγγίσας δε αυτω Ιούδας είπε· δέομαι. υμείς δε ανάβητε μετά σωτηρίας προς τον πατέρα υμών. ο πατήρ ημών προς ημάς· υμείς γινώσκετε ότι δύο έτεκέ μοι η γυνή· 28 και εξήλθεν ο εις απ ‘ εμού. απηγγείλαμεν αυτω τα ρήματα του κυρίου ημών. καταβησόμεθα· ου γαρ δυνησόμεθα ιδείν το πρόσωπον του ανθρώπου. ή τι λαλήσομεν. 14 εισήλθε δε Ιούδας και οι αδελφοί αυτού προς Ιωσήφ. και κατάξετέ μου το γήρας μετά λύπης εις άδου.

και είπεν· εγώ ειμι Ιωσήφ ο αδελφός υμών. ότι απέδοσθέ με ώδε· εις γαρ ζωήν απέστειλέ με ο Θεός έμπροσθεν υμών· 6 τούτο γαρ δεύτερον έτος λιμός επί της γης. και ήγγισαν. 34 Πως γαρ αναβήσομαι προς τον πατέρα. 2 και αφήκε φωνήν μετά κλαυθμού· ήκουσαν δε πάντες οι Αιγύπτιοι. πατρός δε ημών. και ακουστόν εγένετο εις τον οίκον Φαραώ. 5 νυν ουν μη λυπείσθε. 8 νυν ουχ υμείς με απεστάλκατε ώδε. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ 1 ΚΑΙ ουκ ηδύνατο Ιωσήφ ανέχεσθαι πάντων των παρεστηκότων αυτω. α ευρήσει τον πατέρα μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τούτου ψυχής. υπολείπεσθαι υμίν κατάλειμμα επί της γης και εκθρέψαι υμών κατάλειψιν μεγάλην. 3 είπε δε Ιωσήφ προς τους αδελφούς αυτού· εγώ ειμι Ιωσήφ. μηδέ σκληρόν υμίν φανήτω. ηνίκα ανεγνωρίζετο τοις αδελφοίς αυτού. και εποίησέ με ως πατέρα Φαραώ και κύριον παντός του οίκου αυτού και άρχοντα πάσης γης Αιγύπτου. ημαρτηκώς έσομαι εις τον πατέρα πάσας τας ημέρας. και ουκ ηδύναντο οι αδελφοί αποκριθήναι αυτω· εταράχθησαν γαρ. 4 είπε δε Ιωσήφ προς τους αδελφούς αυτού· εγγίσατε προς με. τελευτήσει. μετά λύπης εις άδου. 11 και εκθρέψω σε εκεί· έτι γαρ πέντε έτη λιμός· ίνα μη εκτριβής συ και οι υιοί σου και πάντα τα υπάρχοντά σου. εν οίς ουκ έστιν αροτρίασις ουδέ άμητος· 7 απέστειλε γαρ με ο Θεός έμπροσθεν υμών. ον απέδοσθε εις Αίγυπτον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 85 . ίνα μη ίδω τα κακά. 32 ο γαρ παις σου παρά του πατρός εκδέδεκται το παιδίον λέγων· εάν μη αγάγω αυτόν προς σε και στήσω αυτόν ενώπιόν σου. και κατάξουσιν οι παίδές σου το γήρας του παιδός σου. και έτι λοιπά πέντε έτη. τα πρόβατά σου και οι βόες σου και όσα σοι εστί. έτι ο πατήρ μου ζη. 33 νυν ουν παραμενώ σοι παις αντί του παιδίου. οικέτης του κυρίου· το δε παιδίον αναβήτω μετά των αδελφών αυτού. του παιδίου μη όντος μεθ ‘ ημών. 31 και έσται εν τω ιδείν αυτόν μη ον το παιδίον μεθ ‘ ημών. και ου παρειστήκει ουδείς τω Ιωσήφ. 9 σπεύσαντες ουν ανάβητε προς τον πατέρα μου και είπατε αυτω· τάδε λέγει ο υιος σου Ιωσήφ· εποίησέ με ο Θεός κύριον πάσης γης Αιγύπτου· κατάβηθι ουν προς με και μη μείνης· 10 και κατοικήσεις εν γη Γεσέμ Αραβίας και έση εγγύς μου συ και οι υιοί σου και οι υιοί των υιών σου. αλλ ‘ είπεν· εξαποστείλατε πάντας απ ‘ εμού. αλλ ‘ ή ο Θεός.

και δώσω υμίν πάντων των αγαθών Αιγύπτου. ανεζωπύρησε το πνεύμα Ιακώβ του πατρός αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 ιδού οι οφθαλμοί υμών βλέπουσι και οι οφθαλμοί Βενιαμίν του αδελφού μου. ότι το στόμα μου το λαλούν προς υμάς. τούτο ποιήσατε· γεμίσατε τα φορεία υμών και απέλθετε εις γην Χαναάν 18 και αναλαβόντες τον πατέρα υμών και τα υπάρχοντα υμών ήκετε προς με. 14 και επιπεσών επί τον τράχηλον Βενιαμίν του αδελφού αυτού έκλαυσεν επ ‘ αυτω. 21 εποίησαν δε ούτως οι υιοί Ισραήλ· έδωκε δε Ιωσήφ αυτοίς αμάξας κατά τα ειρημένα υπό Φαραώ του βασιλέως και έδωκεν αυτοίς επισιτισμόν εις την οδόν. ει έτι Ιωσήφ ο υιος μου ζη· πορευθείς όψομαι αυτόν προ του αποθανείν με. 13 απαγγείλατε ουν τω πατρί μου πάσαν την δόξαν μου την εν Αιγύπτω και όσα είδετε. 22 και πάσιν έδωκε δισσάς στολάς. και ταχύναντες καταγάγετε τον πατέρα μου ώδε. και μετά ταύτα ελάλησαν οι αδελφοί αυτού προς αυτόν. 28 είπε δε Ισραήλ· μέγα μοί εστιν. και Βενιαμίν έκλαυσεν επί τω τραχήλω αυτού. και φάγεσθε τον μυελόν της γης. 27 ελάλησαν δε αυτω πάντα τα ρηθέντα υπό Ιωσήφ. 15 και καταφιλήσας πάντας τους αδελφούς αυτού έκλαυσεν επ ‘ αυτοίς. 23 και τω πατρί αυτού απέστειλε κατά τα αυτά και δέκα όνους αίροντας από πάντων των αγαθών Αιγύπτου και δέκα ημιόνους αιρούσας άρτους τω πατρί αυτού εις οδόν. τα γαρ πάντα αγαθά Αιγύπτου υμίν έσται. ιδών δε τας αμάξας. 26 και ανήγγειλαν αυτω λέγοντες· ότι ο υιος σου Ιωσήφ ζη. τω δε Βενιαμίν έδωκε τριακοσίους χρυσούς και πέντε εξαλλασσούσας στολάς. όσα είπεν αυτοίς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 86 . 19 συ δε έντειλαι ταύτα. και αυτός άρχει πάσης γης Αιγύπτου. εχάρη δε Φαραώ και η θεραπεία αυτού. ας απέστειλεν Ιωσήφ ωστε αναλαβείν αυτόν. 17 είπε δε Φαραώ προς Ιωσήφ· ειπόν τοις αδελφοίς σου. 25 Και ανέβησαν εξ Αιγύπτου και ήλθον εις γην Χαναάν προς Ιακώβ τον πατέρα αυτών. λαβείν αυτοίς αμάξας εκ γης Αιγύπτου τοις παιδίοις υμών και ταις γυναιξίν υμών. 24 εξαπέστειλε δε τους αδελφούς αυτού και επορεύθησαν· και είπεν αυτοίς· μη οργίζεσθε εν τη οδω. 16 Και διεβοήθη η φωνή εις τον οίκον Φαραώ λέγοντες· ήκασιν οι αδελφοί Ιωσήφ. και αναλαβόντες τον πατέρα υμών παραγίνεσθε· 20 και μη φείσησθε τοις οφθαλμοίς των σκευών υμών. και εξέστη τη διανοία Ιακώβ· ου γαρ επίστευσεν αυτοίς.

Ασρών και Χαρμί. 17 υιοί δε Ασήρ· Ιεμνά. Ιακώβ και παν το σπέρμα αυτού μετ ‘ αυτού. υιοί και θυγατέρες. και Ιωσήφ επιβαλεί τας χείρας αυτού επί τους οφθαλμούς σου. 15 ούτοι υιοί Λείας. υιοί δε Βαριά· Χοβόρ και Μελχιίλ. και ανέλαβον οι υιοί Ισραήλ τον πατέρα αυτών και την αποσκευήν και τας γυναίκας αυτών επί τας αμάξας ας απέστειλεν Ιωσήφ άραι αυτόν. 12 υιοί δε Ιούδα· Ήρ και Αυνάν και Σηλώμ και Φαρές και Ζαρά· απέθανε δε Ήρ και Αυνάν εν γη Χαναάν· εγένοντο δε υιοί Φαρές· Εσρών και Ιεμουήλ. εισήλθον εις Αίγυπτον. 6 και αναλαβόντες τα υπάρχοντα αυτών και πάσαν την κτήσιν. 16 υιοί δε Γάδ· Σαφών και Αγγίς και Σαυνίς και Θασοβάν και Αηδείς και Αροηδείς και Αρεηλείς. και Δείναν την θυγατέρα αυτού· πάσαι αι ψυχαί. ους έτεκεν αυτω Ασεννέθ θυγάτηρ Πετεφρή ιερέως Ηλιουπόλεως. Ιακώβ. Ιακώβ και υιοί αυτού· πρωτότοκος Ιακώβ Ρουβήν. 20 εγένοντο δε υιοί Ιωσήφ εν γη Αιγύπτου. ην εκτήσαντο εν γη Χαναάν. 11 υιοί δε Λευϊ· Γηρσών. και εγώ αναβιβάσω σε εις τέλος. αυτός και πάντα τα αυτού. 4 και εγώ καταβήσομαι μετά σου εις Αίγυπτον. Ιεσσουά και Ιεούλ και Βαριά και Σάρα αδελφή αυτών. τον Μανασσή και τον Εφραϊμ. 9 υιοί δε Ρουβήν· Ενώχ και Φαλλούς. 7 υιοί και υιοί των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. 19 υιοί δε Ραχήλ γυναικός Ιακώβ· Ιωσήφ και Βενιαμίν. 3 ο δε λέγει αυτω· εγώ ειμι ο Θεός των πατέρων σου· μη φοβού καταβήναι εις Αίγυπτον· εις γαρ έθνος μέγα ποιήσω σε εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ 1 ΑΠΑΡΑΣ δε Ισραήλ. 14 υιοί δε Ζαβουλών· Σερέδ και Αλλών και Αχοήλ. ή έτεκε τούτους τω Ιακώβ δεκαέξ ψυχάς. Καάθ και Μεραρί. 5 ανέστη δε Ιακώβ από του φρέατος του όρκου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 87 . 10 υιοί δε Συμεών· Ιεμουήλ και Ιαμείν και Αώδ και Ιαχείν και Σαάρ και Σαούλ υιος της Χανανίτιδος. ειπών· Ιακώβ. θυγατέρες και θυγατέρες των θυγατέρων αυτού· και παν το σπέρμα αυτού ήγαγεν εις Αίγυπτον. 18 ούτοι υιοί Ζελφάς. 2 είπε δε ο Θεός τω Ισραήλ εν οράματι της νυκτός. ο δε είπε· τι εστιν. 13 υιοί δε Ισσάχαρ· Θωλά και Φουά και Ιασούβ και Ζαμβράμ. ην έδωκε Λάβαν Λεία τη θυγατρί αυτού. τριάκοντα τρεις. ήλθεν επί το φρέαρ του όρκου και έθυσε θυσίαν τω Θεω του πατρός αυτού Ισαάκ. ους έτεκε τω Ιακώβ εν Μεσοποταμία της Συρίας. 8 Ταύτα δε τα ονόματα των υιών Ισραήλ των εισελθόντων εις Αίγυπτον άμα Ιακώβ τω πατρί αυτών.

22 ούτοι υιοί Ραχήλ. και ημείς και οι πατέρες ημών. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ 1 ΕΛΘΩΝ δε Ιωσήφ απήγγειλε τω Φαραώ λέγων· ο πατήρ μου και οι αδελφοί μου και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 88 . 21 υιοί δε Βενιαμίν· Βαλά και Χοβώρ και Ασβήλ· εγένοντο δε υιοί Βαλά· Γηρά και Νεομάν και Αγχίς και Ρώς και Μαμφίμ και ‘Οφιμίν. 34 ερείτε· άνδρες κτηνοτρόφοι εσμέν οι παίδές σου εκ παιδός έως του νυν. 30 και είπεν Ισραήλ προς Ιωσήφ· αποθανούμαι από του νυν. πάσαι ψυχαί οίκου Ιακώβ αι εισελθούσαι μετά Ιακώβ εις Αίγυπτον ψυχαί εβδομηκονταπέντε. ους έτεκεν αυτω η παλλακή η Σύρα. οί ήσαν εν γη Χαναάν. ίνα κατοικήσητε εν γη Γεσέμ Αραβίας· βδέλυγμα γαρ εστιν Αιγυπτίοις πας ποιμήν προβάτων. 23 υιοί δε Δάν· Ασόμ. 26 πάσαι δε αι ψυχαί αι εισελθούσαι μετά Ιακώβ εις Αίγυπτον. 28 Τόν δε Ιούδαν απέστειλεν έμπροσθεν αυτού προς Ιωσήφ συναντήσαι αυτω καθ ‘ Ηρώων πόλιν. εις γην Ραμεσσή. τον Μαχίρ· Μαχίρ δε εγέννησε τον Γαλαάδ. 24 και υιοί Νεφθαλείμ· Ασιήλ και Γωυνί και Ισσάαρ και Συλλήμ. οι εξελθόντες εκ των μηρών αυτού. χωρίς των γυναικών υιών Ιακώβ. 31 είπε δε Ιωσήφ προς τους αδελφούς αυτού· αναβάς απαγγελώ τω Φαραώ και ερώ αυτω· οι αδελφοί μου και ο οίκος του πατρός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγένοντο δε υιοί Μανασσή. 25 ούτοι υιοί Βαλάς. ήκασι προς με· 32 οι δε άνδρες εισί ποιμένες· άνδρες γαρ κτηνοτρόφοι ήσαν· και τα κτήνη και τους βόας και πάντα τα αυτών αγηόχασιν. υιοί δε Εφραϊμ αδελφού Μανασσή· Σουταλαάμ και Ταάμ. ους έτεκε τω Ιακώβ· πάσαι αι ψυχαί δεκαοκτώ. επεί εώρακα το πρόσωπόν σου· έτι γαρ συ ζής. 33 εάν ουν καλέση υμάς Φαραώ και είπη υμίν· τι το έργον υμών εστίν. ή έτεκε τούτους τω Ιακώβ· πάσαι αι ψυχαί επτά. Γηρά δε εγέννησε τον Αράδ. 27 υιοί δε Ιωσήφ οι γενόμενοι αυτω εν γη Αιγύπτω ψυχαί εννέα. 29 ζεύξας δε Ιωσήφ τα άρματα αυτού ανέβη εις συνάντησιν Ισραήλ τω πατρί αυτού καθ ‘ Ηρώων πόλιν και οφθείς αυτω επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και έκλαυσε κλαυθμω πίονι. υιοί δε Σουταλαάμ· Εδέμ. πάσαι ψυχαί εξηκονταέξ. ην έδωκε Λάβαν Ραχήλ τη θυγατρί αυτού.

οι δε είπαν τω Φαραώ· ποιμένες προβάτων οι παίδές σου. 7 εισήγαγε δε Ιωσήφ Ιακώβ τον πατέρα αυτού και έστησεν αυτόν εναντίον Φαραώ. εκλέλοιπε γαρ το αργύριον ημών. 12 και εσιτομέτρει Ιωσήφ τω πατρί αυτού και τοις αδελφοίς και παντί τω οίκω του πατρός αυτού σίτον κατά σώμα. και ημείς και οι πατέρες ημών. και ηυλόγησεν Ιακώβ τον Φαραώ. λέγοντες· δος ημίν άρτους. 3 και είπε Φαραώ τοις αδελφοίς Ιωσήφ· τι το έργον υμών. 4 είπαν δε τω Φαραώ· παροικείν εν τη γη ήκαμεν· ου γαρ εστι νομή τοις κτήνεσι των παίδων σου. 16 είπε δε αυτοίς Ιωσήφ· φέρετε τα κτήνη υμών. 8 είπε δε Φαραώ τω Ιακώβ· πόσα έτη ημερών της ζωής σου. 6 και είπε Φαραώ προς Ιωσήφ λέγων· ο πατήρ σου και οι αδελφοί σου ήκασι προς σε· ιδού η γη Αιγύπτου εναντίον σου εστίν· εν τη βελτίστη γη κατοίκισον τον πατέρα σου και τους αδελφούς σου. ει εκλέλοιπε το αργύριον υμών. 13 Σίτος δε ουκ ην εν πάση τη γη· ενίσχυσε γαρ ο λιμός σφόδρα. Ήλθον δε εις Αίγυπτον προς Ιωσήφ Ιακώβ και οι υιοί αυτού. και δώσω υμίν άρτους αντί των κτηνών υμών. εν γη Ραμεσσή. ας παροικώ. κατάστησον αυτούς άρχοντας των εμών κτηνών. ας ημέρας παρώκησαν. ήλθον δε πάντες οι Αιγύπτιοι προς Ιωσήφ. και έδωκεν αυτοίς Ιωσήφ άρτους αντί των ίππων και αντί των προβάτων και αντί των βοών και αντί των όνων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 89 . 9 και είπεν Ιακώβ τω Φαραώ· αι ημέραι των ετών της ζωής μου. και εσιτομέτρει αυτοίς. 5 είπε δε Φαραώ τω Ιωσήφ· κατοικείτωσαν εν γη Γεσέμ· ει δε επίστη ότι εισίν εν αυτοίς άνδρες δυνατοί. καθά προσέταξε Φαραώ. 15 και εξέλιπε παν το αργύριον εκ γης Αιγύπτου και εκ γης Χαναάν. ενίσχυσε γαρ ο λιμός εν γη Χαναάν· νυν ουν κατοικήσωμεν οι παίδές σου εν γη Γεσέμ. ουκ αφίκοντο εις τας ημέρας των ετών της ζωής των πατέρων μου. 2 από δε των αδελφών αυτού παρέλαβε πέντε άνδρας και έστησεν αυτούς εναντίον Φαραώ. 17 ήγαγον δε τα κτήνη αυτών προς Ιωσήφ. 11 και κατώκισεν Ιωσήφ τον πατέρα αυτού και τους αδελφούς αυτού και έδωκεν αυτοίς κατάσχεσιν εν γη Αιγύπτω εν τη βελτίστη γη. 10 και ευλογήσας Ιακώβ τον Φαραώ εξήλθεν απ ‘ αυτού. 14 συνήγαγε δε Ιωσήφ παν το αργύριον το ευρεθέν εν γη Αιγύπτου και εν γη Χαναάν του σίτου. και εισήνεγκεν Ιωσήφ παν το αργύριον εις τον οίκον Φαραώ. και ινατί αποθνήσκομεν εναντίον σου. εκατόν τριάκοντα έτη· μικραί και πονηραί γεγόνασιν αι ημέραι των ετών της ζωής μου. ου ηγόραζον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κτήνη και οι βόες αυτών και πάντα τα αυτών ήλθον εκ γης Χαναάν και ιδού εισιν εν γη Γεσέμ. και ήκουσε Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου. εξέλιπε δε η γη Αιγύπτου και η γη Χαναάν από του λιμού.

21 και τον λαόν κατεδουλώσατο αυτω εις παίδας απ ‘ άκρων ορίων Αιγύπτου έως των άκρων. ην έδωκεν αυτοίς Φαραώ· δια τούτο ουκ απέδοντο την γην αυτών. και εσόμεθα ημείς και η γη ημών παίδες τω Φαραώ· δος σπέρμα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 90 . 25 και είπαν· σέσωκας ημάς. και εκάλεσε τον υιόν αυτού Ιωσήφ και είπεν αυτω· ει εύρηκα χάριν εναντίον σου. 28 επέζησε δε Ιακώβ εν γη Αιγύπτω δεκαεπτά έτη· και εγένοντο αι ημέραι Ιακώβ ενιαυτών της ζωής αυτού εκατόν τεσσαρακονταεπτά έτη. 22 χωρίς της γης των ιερέων μόνον· ουκ εκτήσατο ταύτην Ιωσήφ. 19 ίνα ουν μη αποθάνωμεν εναντίον σου και η γη ερημωθή. ίνα σπείρωμεν και ζώμεν και μη αποθάνωμεν και η γη ουκ ερημωθήσεται. εύρομεν χάριν εναντίον του κυρίου ημών και εσόμεθα παίδες τω Φαραώ. 30 αλλά κοιμηθήσομαι μετά των πατέρων μου. 31 είπε δε· όμοσόν μοι. ει γαρ εκλέλοιπε το αργύριον ημών και τα υπάρχοντα και τα κτήνη προς σε τον κύριον. και ήλθον προς αυτόν εν τω έτει τω δευτέρω και είπαν αυτω· μη ποτε εκτριβώμεν από του κυρίου ημών. και ουχ υπολέλειπται ημίν εναντίον του κυρίου ημών αλλ ‘ ή το ίδιον σώμα και η γη ημών. 23 είπε δε Ιωσήφ πάσι τοις Αιγυπτίοις· ιδού κέκτημαι υμάς και την γην υμών σήμερον τω Φαραώ· λάβετε εαυτοίς σπέρμα και σπείρατε την γην. τα δε τέσσαρα μέρη έσται υμίν αυτοίς εις σπέρμα τη γη και εις βρώσιν υμίν και πάσι τοις εν τοις οίκοις υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εξέθρεψεν αυτούς εν άρτοις αντί πάντων των κτηνών αυτών εν τω ενιαυτω εκείνω. 27 Κατώκησε δε Ισραήλ εν γη Αιγύπτω επί γης Γεσέμ και εκληρονόμησαν επ ‘ αυτής και ηυξήθησαν και επληθύνθησαν σφόδρα. και ώμοσεν αυτω. 20 και εκτήσατο Ιωσήφ πάσαν την γην των Αιγυπτίων τω Φαραώ· απέδοντο γαρ οι Αιγύπτιοι την γην αυτών τω Φαραώ. χωρίς της γης των ιερέων μόνον· ουκ ην τω Φαραώ. επεκράτησε γαρ αυτών ο λιμός· και εγένετο η γη τω Φαραώ. επί γης Αιγύπτου τω Φαραώ αποπεμπτούν. και προσεκύνησεν Ισραήλ επί το άκρον της ράβδου αυτού. 26 και έθετο αυτοίς Ιωσήφ εις πρόσταγμα έως της ημέρας ταύτης. εν δόσει γαρ έδωκε δόμα τοις ιερεύσι Φαραώ. 24 και έσται τα γεννήματα αυτής και δώσετε το πέμπτον μέρος τω Φαραώ. και ήσθιον την δόσιν. 29 ήγγισαν δε αι ημέραι Ισραήλ του αποθανείν. 18 εξήλθε δε το έτος εκείνο. ο δε είπεν· εγώ ποιήσω κατά το ρήμά σου. και αρείς με εξ Αιγύπτου και θάψεις με εν τω τάφω αυτών. κτήσαι ημάς και την γην ημών αντί άρτων. υπόθες την χείρά σου υπό τον μηρόν μου και ποιήσεις επ ‘ εμέ ελεημοσύνην και αλήθειαν του μη με θάψαι εν Αιγύπτω.

εγγίζοντός μου κατά τον ιππόδρομον Χαβραθά της γης του ελθείν Εφραθά. τον Μανασσή και τον Εφραϊμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε μετά τα ρήματα ταύτα και απηγγέλη τω Ιωσήφ. εξ αριστερών δε Ισραήλ. ίνα ευλογήσω αυτούς. και κατώρυξα αυτήν εν τη οδω του ιπποδρόμου (αύτη εστί Βηθλεέμ). 5 νυν ουν οι δύο υιοί σου οι γενόμενοί σοι εν γη Αιγύπτω προ του με ελθείν προς σε εις Αίγυπτον. ότι ο πατήρ σου ενοχλείται. 2 απηγγέλη δε τω Ιακώβ λέγοντες· ιδού ο υιος σου Ιωσήφ έρχεται προς σε. και εφίλησεν αυτούς και περιέλαβεν αυτούς. και ουκ ηδύνατο βλέπειν· και ήγγισεν αυτούς προς αυτόν. α εάν γεννήσης μετά ταύτα. εκ δεξιών δε Ισραήλ. και είπεν Ιακώβ· προσάγαγέ μοι αυτούς. ω ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού. 15 και ευλόγησεν αυτούς και είπεν· ο Θεός. 10 οι οφθαλμοί δε Ισραήλ εβαρυώπησαν από του γήρως. ήλθε προς Ιακώβ. 3 και είπεν Ιακώβ τω Ιωσήφ· ο Θεός μου ώφθη μοι εν Λουζά εν γη Χαναάν και ευλόγησέ με 4 και είπέ μοι· ιδού εγώ αυξανώ σε και πληθυνώ σε και ποιήσω σε εις συναγωγάς εθνών και δώσω σοι την γην ταύτην και τω σπέρματί σου μετά σε εις κατάσχεσιν αιώνιον. 9 είπε δε Ιωσήφ τω πατρί αυτού· υιοί μου εισιν. εναλλάξ τας χείρας. εμοί εισιν. ούτος δε ην ο νεώτερος. 14 εκτείνας δε Ισραήλ την χείρα την δεξιάν επέβαλεν επί την κεφαλήν Εφραϊμ. 12 και εξήγαγε αυτούς Ιωσήφ από των γονάτων αυτού. απέθανε Ραχήλ η μήτηρ σου εν γη Χαναάν. και αναλαβών τους δύο υιούς αυτού. τον τε Εφραϊμ εν τη δεξιά. Αβραάμ και Ισαάκ. και ιδού έδειξέ μοι ο Θεός και το σπέρμα σου. ους έδωκέ μοι ο Θεός ενταύθα. και προσεκύνησαν αυτω επί πρόσωπον επί της γης. ήγγισεν αυτούς αυτω. ως Ρουβήν και Συμεών έσονταί μοι· 6 τα δε έκγονα. 11 και είπεν Ισραήλ προς Ιωσήφ· ιδού του προσώπου σου ουκ εστερήθην. 16 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 91 . και την αριστεράν επί την κεφαλήν Μανασσή. έσονται επί τω ονόματι των αδελφών αυτών· κληθήσονται επί τοις εκείνων κλήροις. ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης. και ενισχύσας Ισραήλ εκάθησεν επί την κλίνην. 7 εγώ δε ηνίκα ηρχόμην εκ Μεσοποταμίας της Συρίας. 8 ιδών δε Ισραήλ τους υιούς Ιωσήφ είπε· τίνες σοι ούτοι. 13 λαβών δε Ιωσήφ τους δύο υιούς αυτού. Εφραϊμ και Μανασσή. τον δε Μανασσή εξ αριστερών.

και το σπέρμα αυτού έσται εις πλήθος εθνών. αλλά είπεν· οίδα. ότι εν τω θυμω αυτών απέκτειναν ανθρώπους και εν τη επιθυμία αυτών ενευροκόπησαν ταύρον. και η μήνις αυτών. πάτερ. ότι αυθάδης. και ούτος υψωθήσεται· αλλά ο αδελφός αυτού ο νεώτερος μείζων αυτού έσται. υιοί Ιακώβ. και αντελάβετο Ιωσήφ της χειρός του πατρός αυτού αφελείν αυτήν από της κεφαλής Εφραϊμ επί την κεφαλήν Μανασσή. και επικληθήσεται εν αυτοίς το όνομά μου και το όνομα των πατέρων μου Αβραάμ και Ισαάκ. 4 εξύβρισας ως ύδωρ. ότι εσκληρύνθη· διαμεριώ αυτούς εν Ιακώβ και διασπερώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 92 . βαρύ αυτω κατεφάνη. 7 επικατάρατος ο θυμός αυτών. 19 και ουκ ηθέλησεν. και έθηκε τον Εφραϊμ έμπροσθεν του Μανασσή. 21 είπε δε Ισραήλ τω Ιωσήφ· ιδού εγώ αποθνήσκω. ίνα αναγγείλω υμίν. και έσται ο Θεός μεθ ‘ υμών και αποστρέψει υμάς εις την γην των πατέρων υμών· 22 εγώ δε δίδωμί σοι Σίκιμα εξαίρετον υπέρ τους αδελφούς σου. πρωτότοκός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο άγγελος ο ρυόμενός με εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα. 6 εις βουλήν αυτών μη έλθοι η ψυχή μου. μη εκζέσης· ανέβης γαρ επί την κοίτην του πατρός σου· τότε εμίανας την στρωμνήν. τέκνον. σκληρός φέρεσθαι και σκληρός αυθάδης. συ ισχύς μου και αρχή τέκνων μου. 5 Συμεών και Λευϊ αδελφοί· συνετέλεσαν αδικίαν εξ αιρέσεως αυτών. 3 Ρουβήν. ην έλαβον εκ χειρός Αμορραίων εν μαχαίρα μου και τόξω. τι απαντήσει υμίν επ ‘ εσχάτων των ημερών· 2 αθροίσθητε και ακούσατέ μου. 20 και ευλόγησεν αυτούς εν τη ημέρα εκείνη λέγων· εν υμίν ευλογηθήσεται Ισραήλ λέγοντες· ποιήσαι σε ο Θεός ως Εφραϊμ και ως Μανασσή. οίδα· και ούτος έσται εις λαόν. και πληθυνθείησαν εις πλήθος πολύ επί της γης. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ 1 ΕΚΑΛΕΣΕ δε Ιακώβ τους υιούς αυτού και είπεν αυτοίς· συνάχθητε. 18 είπε δε Ιωσήφ τω πατρί αυτού· ουχ ούτως. και επί τη συστάσει αυτών μη ερείσαι τα ήπατά μου. ακούσατε Ισραήλ του πατρός υμών. ου ανέβης. ούτος γαρ ο πρωτότοκος· επίθες την δεξιάν σου επί την κεφαλήν αυτού. 17 ιδών δε Ιωσήφ ότι επέβαλεν ο πατήρ αυτού την χείρα την δεξιάν αυτού επί την κεφαλήν Εφραϊμ.

21 Νεφθαλείμ στέλεχος ανειμένον. και πεσείται ο ιππεύς εις τα οπίσω. 28 Πάντες ούτοι υιοί Ιακώβ δώδεκα. και λευκοί οι οδόντες αυτού ή γάλα. 30 εν τω σπηλαίω τω διπλω. εγκαθήμενος επί τρίβου. 18 την σωτηρίαν περιμένων Κυρίου. τω απέναντι Μαμβρή. σε αινέσαισαν οι αδελφοί σου· αι χείρές σου επί νώτου των εχθρών σου· προσκυνήσουσί σοι οι υιοί του πατρός σου. 27 Βενιαμίν λύκος άρπαξ· το πρωϊνόν έδεται έτι και εις το εσπέρας δίδωσι τροφήν. εκείθεν ο κατισχύσας Ισραήλ· παρά Θεού του πατρός σου. ό εκτήσατο Αβραάμ το σπήλαιον παρά Εφρών του Χετταίου εν κτήσει μνημείου· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 93 . και ταύτα ελάλησεν αυτοίς ο πατήρ αυτών και ευλόγησεν αυτούς. 26 ευλογίας πατρός σου και μητρός σου· υπερίσχυσεν υπέρ ευλογίας ορέων μονίμων και επ ‘ ευλογίαις θινών αενάων· έσονται επί κεφαλήν Ιωσήφ και επί κορυφής ων ηγήσατο αδελφών. 10 ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού. 29 και είπεν αυτοίς· εγώ προστίθεμαι προς τον εμόν λαόν· θάψατέ με μετά των πατέρων μου εν τω σπηλαίω. 22 υιος ηυξημένος Ιωσήφ. 14 Ισσάχαρ το καλόν επεθύμησεν αναπαυόμενος ανά μέσον των κλήρων· 15 και ιδών την ανάπαυσιν ότι καλή. υιε μου. αυτός δε πειρατεύσει αυτόν κατά πόδας. και παρατενεί έως Σιδώνος. έως εάν έλθη τα αποκείμενα αυτω. και αυτός δώσει τρυφήν άρχουσι. έκαστον κατά την ευλογίαν αυτού ευλόγησεν αυτούς. 13 Ζαβουλών παράλιος κατοικήσει. πειρατήριον πειρατεύσει αυτόν. υπέθηκε τον ώμον αυτού εις το πονείν και εγενήθη ανήρ γεωργός. και αυτός προσδοκία εθνών. 9 σκύμνος λέοντος Ιούδα· εκ βλαστού. πίων αυτού ο άρτος. 11 δεσμεύων προς άμπελον τον πώλον αυτού και τη έλικι τον πώλον της όνου αυτού· πλυνεί εν οίνω την στολήν αυτού και εν αίματι σταφυλής την περιβολήν αυτού· 12 χαροποιοί οι οφθαλμοί αυτού από οίνου. και ενείχον αυτω κύριοι τοξευμάτων· 24 και συνετρίβη μετά κράτους τα τόξα αυτών. και την γην ότι πίων. 8 Ιούδα. επιδιδούς εν τω γεννήματι κάλλος. υιος ηυξημένος μου ζηλωτός. 19 Γάδ. υιος μου νεώτατος· προς με ανάστρεψον. 17 και γενηθήτω Δάν όφις εφ ‘ οδού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς εν Ισραήλ. ωσεί και μία φυλή εν Ισραήλ. 25 και εβοήθησέ σοι ο Θεός ο εμός και ευλόγησέ σε ευλογίαν ουρανού άνωθεν και ευλογίαν γης εχούσης πάντα· είνεκεν ευλογίας μαστών και μήτρας. ανέβης· αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος· τις εγερεί αυτόν. εν γη Χαναάν. δάκνων πτέρναν ίππου. και εξελύθη τα νεύρα βραχιόνων χειρός αυτών δια χείρα δυνάστου Ιακώβ. ό εστιν εν τω αγρω Εφρών του Χετταίου. και αυτός παρ ‘ όρμον πλοίων. 16 Δάν κρινεί το λαόν αυτού. 23 εις ον διαβουλευόμενοι ελοιδόρουν. 20 Ασήρ.

12 και εποίησαν αυτω ούτως οι υιοί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 94 . ελάλησεν Ιωσήφ προς τους δυνάστας Φαραώ λέγων· ει εύρον χάριν εναντίον υμών λαλήσατε περί εμού εις τα ώτα Φαραώ λέγοντες· 5 ο πατήρ μου ωρκισέ με λέγων· εν τω μνημείω ω ώρυξα εμαυτω εν γη Χαναάν. και συνανέβησαν μετ ‘ αυτού πάντες οι παίδες Φαραώ και οι πρεσβύτεροι του οίκου αυτού και πάντες οι πρεσβύτεροι της γης Αιγύπτου. 8 και πάσα η πανοικία Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού και πάσα η οικία η πατρική αυτού. 11 και είδον οι κάτοικοι της γης Χαναάν το πένθος επί άλωνι Ατάδ και είπαν· πένθος μέγα τούτό εστι τοις Αιγυπτίοις· δια τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Πένθος Αιγύπτου. εκεί έθαψα Λείαν 32 εν κτήσει του αγρού και του σπηλαίου του όντος εν αυτω παρά των υιών Χετ. 9 και συνανέβησαν μετ ‘ αυτού και άρματα και ιππείς. καθάπερ ωρκισέ σε. 33 και κατέπαυσεν Ιακώβ επιτάσσων τοις υιοίς αυτού και εξάρας τους πόδας αυτού επί την κλίνην εξέλιπε και προσετέθη προς τον λαόν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 31 εκεί έθαψαν Αβραάμ και Σάρραν την γυναίκα αυτού. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν 1 ΚΑΙ επιπεσών Ιωσήφ επί πρόσωπον του πατρός αυτού. ό εστι πέραν του Ιορδάνου. 2 και προσέταξεν Ιωσήφ τοις παισίν αυτού τοις ενταφιασταίς ενταφιάσαι τον πατέρα αυτού. και επένθησεν αυτόν Αίγυπτος εβδομήκοντα ημέρας. ό εστι πέραν του Ιορδάνου. 3 και επλήρωσαν αυτού τεσσαράκοντα ημέρας· ούτω γαρ καταριθμούνται αι ημέραι της ταφής. και την συγγένειαν αυτού και τα πρόβατα και τους βόας υπελίποντο εν γη Γεσέμ. και εκόψαντο αυτόν κοπετόν μέγαν και ισχυρόν σφόδρα· και εποίησε το πένθος τω πατρί αυτού επτά ημέρας. και ενεταφίασαν οι ενταφιασταί τον Ισραήλ. 4 Επεί δε παρήλθον αι ημέραι του πένθους. έκλαυσεν αυτόν και εφίλησεν αυτόν. θάψον τον πατέρα σου. και εγένετο η παρεμβολή μεγάλη σφόδρα. 7 και ανέβη Ιωσήφ θάψαι τον πατέρα αυτού. εκεί έθαψαν Ισαάκ και Ρεβέκκαν την γυναίκα αυτού. 10 και παρεγένοντο εις άλωνα Ατάδ. εκεί με θάψεις· νυν ουν αναβάς θάψω τον πατέρα μου και επανελεύσομαι. 6 και είπε Φαραώ τω Ιωσήφ· ανάβηθι.

του γαρ Θεού ειμι εγώ. και συνανοίσετε τα οστά μου εντεύθεν μεθ ‘ υμών. 23 και είδεν Ιωσήφ Εφραϊμ παιδία έως τρίτης γενεάς. αυτός και οι αδελφοί αυτού και πάσα η πανοικία του πατρός αυτού. όπως αν γενηθή ως σήμερον και τραφή λαός πολύς. α ενεδειξάμεθα εις αυτόν. 15 Ιδόντες δε οι αδελφοί Ιωσήφ ότι τέθνηκεν ο πατήρ αυτών. 22 Και κατώκησεν Ιωσήφ εν Αιγύπτω. 16 και παραγενόμενοι προς Ιωσήφ είπαν· ο πατήρ σου ωρκισε προ του τελευτήσαι αυτόν λέγων· 17 ούτως είπατε Ιωσήφ· άφες αυτοίς την αδικίαν και την αμαρτίαν αυτών. και έζησεν Ιωσήφ έτη εκατόν δέκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού 13 και ανέλαβον αυτόν οι υιοί αυτού εις γην Χαναάν και έθαψαν αυτόν εις το σπήλαιον το διπλούν. ο δε Θεός εβουλεύσατο περί εμού εις αγαθά. ότι πονηρά σοι ενεδείξαντο· και νυν δέξαι την αδικίαν των θεραπόντων του Θεού του πατρός σου. ή επισκέψηται ο Θεός υμάς. και έκλαυσεν Ιωσήφ λαλούντων αυτών προς αυτόν. 24 και είπεν Ιωσήφ τοις αδελφοίς αυτού λέγων· εγώ αποθνήσκω· επισκοπή δε επισκέψεται ο Θεός υμάς και ανάξει υμάς εκ της γης ταύτης εις την γην. αυτός και οι αδελφοί αυτού και οι συναναβάντες θάψαι τον πατέρα αυτού. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 95 . 18 και ελθόντες προς αυτόν είπαν· οίδε ημείς σοί ικέται. 20 υμείς εβουλεύσασθε κατ ‘ εμού εις πονηρά. και παρεκάλεσεν αυτούς και ελάλησεν αυτών εις την καρδίαν. είπαν· μη ποτε μνησικακήση ημίν Ιωσήφ και ανταπόδομα ανταποδω ημίν πάντα τα κακά. και οι υιοί Μαχείρ του υιού Μανασσή ετέχθησαν επί μηρών Ιωσήφ. ην ώμοσεν ο Θεός τοις πατράσιν ημών. 25 και ωρκισεν Ιωσήφ τους υιούς Ισραήλ λέγων· εν τη επισκοπή. 26 και ετελεύτησεν Ιωσήφ ετών εκατόν δέκα· και έθαψαν αυτόν και έθηκαν εν τη σορω εν Αιγύπτω. ό εκτήσατο Αβραάμ το σπήλαιον εν κτήσει μνημείου παρά Εφρών του Χετταίου. 19 και είπεν αυτοίς Ιωσήφ· μη φοβείσθε. 14 και υπέστρεψεν Ιωσήφ εις Αίγυπτον. κατέναντι Μαμβρή. Αβραάμ. Ισαάκ και Ιακώβ. 21 και είπεν αυτοίς· μη φοβείσθε· εγώ διαθρέψω υμάς και τας οικίας υμών.

αποκτείνατε αυτό. επλήθυνε δε η γη αυτούς. 16 και είπεν· όταν μαιούσθε τας Εβραίας και ώσι προς τω τίκτειν. την τε Πειθώμ και Ραμεσσή και Ων. 12 καθότι δε αυτούς εταπείνουν. Γάδ και Ασήρ. προστεθήσονται και ούτοι προς τους υπεναντίους και εκπολεμήσαντες ημάς εξελεύσονται εκ της γης. 13 και κατεδυνάστευον οι Αιγύπτιοι τους υιούς Ισραήλ βία 14 και κατωδύνων αυτών την ζωήν εν τοις έργοις τοις σκληροίς. και ηνίκα αν συμβή ημίν πόλεμος. και κατίσχυον σφόδρα σφόδρα. τω πηλω και τη πλινθεία και πάσι τοις έργοις τοις εν τοις πεδίοις. και ίσχυον σφόδρα σφόδρα· και εβδελύσσοντο οι Αιγύπτιοι από των υιών Ισραήλ. Λευϊ. 5 Ιωσήφ δε ην εν Αιγύπτω. 7 οι δε υιοί Ισραήλ ηυξήθησαν και επληθύνθησαν και χυδαίοι εγένοντο. και το όνομα της δευτέρας Φουά. μη ποτε πληθυνθή. Ιούδας. τοσούτω πλείους εγίγνοντο. 15 Και είπεν ο βασιλεύς των Αιγυπτίων ταις μαίαις των Εβραίων· τη μια αυτών όνομα Σεπφώρα. ων κατεδουλούντο αυτούς μετά βίας. περιποιείσθε αυτό. 11 και επέστησεν αυτοίς επιστάτας των έργων. 4 Δάν και Νεφαθλείμ. κατά πάντα τα έργα. 9 είπε δε τω έθνει αυτού· ιδού το γένος των υιών Ισραήλ μέγα πλήθος και ισχύει υπέρ ημάς· 10 δεύτε ουν κατασοφισώμεθα αυτούς. 2 Ρουβήν. ή εστιν Ηλιούπολις. και επλήθυνεν ο λαός και ίσχυε σφόδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΞΟΔΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΤΑΥΤΑ τα ονόματα των υιών Ισραήλ των εισπεπορευμένων εις Αίγυπτον άμα Ιακώβ τω πατρί αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 96 . 3 Ισσάχαρ. ος ουκ ήδει τον Ιωσήφ. 19 είπαν δε αι μαίαι τω Φαραώ· ουχ ως γυναίκες Αιγύπτου αι Εβραίαι. εάν δε θήλυ. εάν μεν άρσεν ή. και εζωογόνουν τα άρσενα. 18 εκάλεσε δε ο βασιλεύς Αιγύπτου τας μαίας και είπεν αυταίς· τι ότι εποιήσατε το πράγμα τούτο και εζωογονείτε τα άρσενα. 8 Ανέστη δε βασιλεύς έτερος επ ‘ Αίγυπτον. ήσαν δε πάσαι ψυχαί εξ Ιακώβ πέντε και εβδομήκοντα. 6 ετελεύτησε δε Ιωσήφ και πάντες οι αδελφοί αυτού και πάσα η γενεά εκείνη. 17 εφοβήθησαν δε αι μαίαι τον Θεόν και ουκ εποίησαν καθότι συνέταξεν αυταίς ο βασιλεύς Αιγύπτου. ίνα κακώσωσιν αυτούς εν τοις έργοις· και ωκοδόμησαν πόλεις οχυράς τω Φαραώ. Συμεών. έκαστος πανοικί αυτών εισήλθοσαν. 20 εύ δε εποίει ο Θεός τας μαίας. Ζαβουλών και Βενιαμίν. τίκτουσι γαρ πριν ή εισελθείν προς αυτάς τας μαίας· και έτικτον.

ος έλαβε των θυγατέρων Λευϊ. εξήλθε προς τους αδελφούς αυτού τους υιούς Ισραήλ. εις τον ποταμόν ρίψατε· και παν θήλυ. 2 και εν γαστρί έλαβε και έτεκεν άρσεν· ιδόντες δε αυτό αστείον εσκέπασαν αυτό μήνας τρεις. εποίησαν εαυταίς οικίας. και εφείσατο αυτού η θυγάτηρ Φαραώ και έφη· από των παιδίων των Εβραίων τούτο. 5 κατέβη δε η θυγάτηρ Φαραώ λούσασθαι επί τον ποταμόν. ελθούσα δε η νεάνις εκάλεσε την μητέρα του παιδίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 21 επεί δε εφοβούντο αι μαίαι τον Θεόν. 13 εξελθών δε τη ημέρα τη δευτέρα ορά δύο άνν αυτόν ραίους διαπληκτιζομένους και λέγει τω αδικούντι· δια τι συ τύπτεις τον πλησίον. και ιδούσα την θίβιν εν τω έλει. 8 η δε είπεν η θυγάτηρ Φαραώ· πορεύου. 7 και είπεν η αδελφή αυτού τη θυγατρί Φαραώ· θέλεις καλέσω σοι γυναίκα τροφεύουσαν εκ των Εβραίων και θηλάσει σοι το παιδίον. ό εάν τεχθή τοις Εβραίοις. 3 επεί δε ουκ ηδύναντο αυτό έτι κρύπτειν. 22 συνέταξε δε Φαραώ παντί τω λαω αυτού λέγων· παν άρσεν. 14 ο δε είπε· τις σε κατέστησεν άρχοντα και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 97 . αποστείλασα την άβραν ανείλατο αυτήν. 11 Εγένετο δε εν ταις ημέραις ταις πολλαίς εκείναις μέγας γενόμενος Μωυσής. 6 ανοίξασα δε ορά παιδίον κλαίον εν τη θίβει. έκρυψεν αυτόν εν τη άμμω. έλαβε δε η γυνή το παιδίον και εθήλαζεν αυτό. τι το αποβησόμενον αυτω. και αι άβραι αυτής παρεπορεύοντο παρά τον ποταμόν. 4 και κατεσκόπευεν η αδελφή αυτού μακρόθεν μαθείν. εγώ δε δώσω σοι τον μισθόν. ζωογονείτε αυτό. εισήγαγεν αυτό προς την θυγατέρα Φαραώ. έλαβεν αυτω η μήτηρ αυτού θίβιν και κατέχρισεν αυτήν ασφαλτοπίσση και ενέβαλε το παιδίον εις αυτήν και έθηκεν αυτήν εις το έλος παρά τον ποταμόν. και εγενήθη αυτη εις υιόν· επωνόμασε δε το όνομα αυτού Μωυσήν λέγουσα· εκ του ύδατος αυτόν ανειλόμην. 9 είπε δε προς αυτήν η θυγάτηρ Φαραώ· διατήρησόν μοι το παιδίον τούτο και θήλασόν μοι αυτό. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΗΝ δε τις εκ της φυλής Λευϊ. κατανοήσας δε τον πόνον αυτών ορά άνθρωπον Αιγύπτιον τύπτοντά τινα Εβραίον των εαυτού αδελφών των υιών Ισραήλ· 12 περιβλεψάμενος δε ώδε και ώδε ουχ ορά ουδένα και πατάξας τον Αιγύπτιον. 10 αδρυνθέντος δε του παιδίου.

20 ο δε είπε ταις θυγατράσιν αυτού· και που εστι. ο δε βάτος ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 98 . ελθών δε εις γην Μαδιάμ εκάθισεν επί του φρέατος. μη ανελείν με συ θέλεις. 16 τω δε ιερεί Μαδιάμ ήσαν επτά θυγατέρες ποιμαίνουσαι τα πρόβατα του πατρός αυτών Ιοθόρ· παραγενόμεναι δε ήντλουν έως έπλησαν τας δεξαμενάς ποτίσαι τα πρόβατα του πατρός αυτών Ιοθόρ. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ Μωυσής ην ποιμαίνων τα πρόβατα Ιοθόρ του γαμβρού αυτού του ιερέως Μαδιάμ και ήγαγε τα πρόβατα υπό την έρημον και ήλθεν εις το όρος Χωρήβ. 25 και επείδεν ο Θεός τους υιούς Ισραήλ και εγνώσθη αυτοίς. καλέσατε ουν αυτόν. 15 ήκουσε δε Φαραώ το ρήμα τούτο και εζήτει ανελείν Μωυσήν· ανεχώρησε δε Μωυσής από προσώπου Φαραώ και ώκησεν εν γη Μαδιάμ. εφοβήθη δε Μωυσής. ο δε είπεν αυταίς· διατί εταχύνατε του παραγενέσθαι σήμερον. και εξέδοτο Σεπφώραν την θυγατέρα αυτού Μωυσή γυναίκα. και ανέβη η βοή αυτών προς τον Θεόν από των έργων. 23 Μετά δε τας ημέρας τας πολλάς εκείνας ετελεύτησεν ο βασιλεύς Αιγύπτου. 17 παραγενόμενοι δε οι ποιμένες εξέβαλλον αυτάς· αναστάς δε Μωυσής ερρύσατο αυτάς και ήντλησεν αυταίς και επότισε τα πρόβατα αυτών· 18 παρεγένοντο δε προς Ραγουήλ τον πατέρα αυτών. όπως φάγη άρτον. 22 εν γαστρί δε λαβούσα η γυνή έτεκεν υιόν. 21 κατωκίσθη δε Μωυσής παρά τω ανθρώπω. και εμνήσθη ο Θεός της διαθήκης αυτού της προς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δικαστήν εφ ‘ ημών. ον τρόπον ανείλες χθές τον Αιγύπτιον. και ορά ότι ο βάτος καίεται πυρί. και είπεν· ει ούτως εμφανές γέγονε το ρήμα τούτο. 2 ώφθη δε αυτω άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ του βάτου. 24 και εισήκουσεν ο Θεός τον στεναγμόν αυτών. και επωνόμασε Μωυσής το όνομα αυτού Γηρσάμ λέγων· ότι πάροικός ειμι εν γη αλλοτρία. και κατεστέναξαν οι υιοί Ισραήλ από των έργων και ανεβόησαν. 19 αι δε είπαν· άνθρωπος Αιγύπτιος ερρύσατο ημάς από των ποιμένων και ήντλησεν ημίν και επότισε τα πρόβατα ημών. και ινατί ούτως καταλελοίπατε τον άνθρωπον.

και είπεν· ούτως ερείς τοις υιοίς Ισραήλ· ο ων απέσταλκέ με προς υμάς. 8 και κατέβην εξελέσθαι αυτούς εκ χειρός των Αιγυπτίων και εξαγαγείν αυτούς εκ της γης εκείνης και εισαγαγείν αυτούς εις γην αγαθήν και πολλήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατεκαίετο. τι ερώ προς αυτούς. 11 και είπε Μωυσής προς τον Θεόν· τις ειμι εγώ. καγώ εώρακα τον θλιμμόν. εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι. 13 και είπε Μωυσής προς τον Θεόν· ιδού εγώ εξελεύσομαι προς τους υιούς Ισραήλ. γη αγία εστί. εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι. 18 και εισακούσονταί σου της φωνής· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 99 . 3 είπε δε Μωυσής· παρελθών όψομαι το όραμα το μέγα τούτο. 4 ως δε είδε Κύριος ότι προσάγει ιδείν. απέστρεψε δε Μωυσής το πρόσωπον αυτού· ευλαβείτο γαρ κατεμβλέψαι ενώπιον του Θεού. ον οι Αιγύπτιοι θλίβουσιν αυτούς. ο δε είπε· τι εστι. και εξάξεις τον λαόν μου τους υιούς Ισρήλ εκ γης Αιγύπτου. λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου· ο γαρ τόπος. 14 και είπεν ο Θεός προς Μωυσήν λέγων· εγώ ειμι ο ων. λέγων· επισκοπή επέσκεμμαι υμάς και όσα συμβέβηκεν υμίν εν Αιγύπτω. 15 και είπεν ο Θεός πάλιν προς Μωυσήν· ούτως ερείς τοις υιοίς Ισραήλ· Κύριος ο Θεός των πατέρων ημών. εις τον τόπον των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Φερεζαίων και Γεργεσαίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων 9 και νυν ιδού κραυγή των υιών Ισραήλ ήκει προς με. Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ απέσταλκέ με προς υμάς· τούτό μου εστιν όνομα αιώνιον και μνημόσυνον γενεών γενεαίς. 16 ελθών ουν συνάγαγε την γερουσίαν των υιών Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· Κύριος ο Θεός των πατέρων ημών ώπταί μοι. ερωτήσουσί με· τι όνομα αυτω. 5 ο δε είπε· μη εγγίσης ώδε. εκάλεσεν αυτόν ο Κύριος εκ του βάτου λέγων· Μωυσή. εν ω συ έστηκας. 10 και νυν δεύρο αποστείλω σε προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου. Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ. και ότι εξάξω τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. και ερώ προς αυτούς· ο Θεός των πατέρων ημών απέσταλκέ με προς υμάς. 7 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ιδών είδον την κάκωσιν του λαού μου του εν Αιγύπτω και της κραυγής αυτών ακήκοα από των εργοδιωκτών· οίδα γαρ την οδύνην αυτών. Μωυσή. Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ. ότι πορεύσομαι προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου. και τούτό σοι το σημείον. ότι ου κατακαίεται ο βάτος. 12 είπε δε ο Θεός Μωυσή λέγων· ότι έσομαι μετά σου. ότι εγώ σε εξαποστέλλω εν τω εξαγαγείν σε τον λαόν μου εξ Αιγύπτου και λατρεύσετε τω Θεω εν τω όρει τούτω. 17 και είπεν· αναβιβάσω υμάς εκ της κακώσεως των Αιγυπτίων εις την γην των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Φερεζαίων και Γεργεσαίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων. 6 και είπεν· εγώ ειμι ο Θεός του πατρός σου.

και έρριψεν αυτήν επί την γην. τι ερώ προς αυτούς. 8 εάν δε μη πιστεύσωσί σοι. 7 και είπε πάλιν· εισένεγκον την χείρά σου εις τον κόλπον σου. και εγένετο όφις· και έφυγε Μωυσής απ ‘ αυτού. ερούσι γαρ. Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ. 2 είπε δε αυτω Κύριος· τι τούτό εστι το εν τη χειρί σου. 4 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρα και επιλαβού της κέρκου· εκτείνας ουν την χείρα επελάβετο της κέρκου. μηδέ εισακούσωσι της φωνής μου. ότι ουκ ώπταί σοι ο Θεός. και εισήνεγκε την χείρα εις τον κόλπον αυτού· και εξήνεγκεν αυτήν εκ του κόλπου αυτού. και πάλιν αποκατέστη εις την χρόαν της σαρκός αυτής. λήψη από του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 100 . και εγενήθη η χείρ αυτού ωσεί χιών. και μετά ταύτα εξαποστελεί υμάς. πιστεύσουσί σοι της φωνής του σημείου του δευτέρου. ουκ απελεύσεσθε κενοί· 22 αλλά αιτήσει γυνή παρά γείτονος και συσκήνου αυτής σκεύη αργυρά και χρυσά και ιματισμόν. και επιθήσετε επί τους υιούς υμών και επί τας θυγατέρας υμών και σκυλεύσετε τους Αιγυπτίους. και εγένετο ράβδος εν τη χειρί αυτού· 5 ίνα πιστεύσωσί σοι ότι ώπταί σοι ο Θεός των πατέρων αυτών. οίς ποιήσω εν αυτοίς. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΠΕΚΡΙΘΗ δε Μωυσής και είπεν· εάν μη πιστεύσωσί μοι. 20 και εκτείνας την χείρα πατάξω τους Αιγυπτίους εν πάσι τοις θαυμασίοις μου. και εισήνεγκε την χείρα αυτού εις τον κόλπον αυτού· και εξήνεγκε την χείρα αυτού εκ του κόλπου αυτού. 21 και δώσω χάριν τω λαω τούτω εναντίον των Αιγυπτίων· όταν δε αποτρέχητε. 19 εγώ δε οίδα ότι ου προήσεται υμάς Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου πορευθήναι. 3 και είπε· ρίψον αυτήν επί την γην. 6 είπε δε αυτω Κύριος πάλιν· εισένεγκον την χείρά σου εις τον κόλπον σου. μηδέ εισακούσωσι της φωνής του σημείου του πρώτου. ο δε είπε· ράβδος. εάν μη μετά χειρός κραταιάς. ίνα θύσωμεν τω Θεω ημών. μηδέ εισακούσωσι της φωνής σου. 9 και έσται εάν μη πιστεύσωσί σοι τοις δυσί σημείοις τούτοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισελεύση συ και η γερουσία Ισραήλ προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και ερείς προς αυτόν· ο Θεός των Εβραίων προσκέκληται ημάς· πορευσόμεθα ουν οδόν τριών ημερών εις την έρημον.

και εγώ ανοίξω το στόμα σου. 18 Επορεύθη δε Μωυσής και απέστρεψε προς Ιοθόρ τον γαμβρόν αυτού και λέγει· πορεύσομαι και αποστρέψω προς τους αδελφούς μου τους εν Αιγύπτω και όψομαι. 17 και την ράβδον ταύτην την στραφείσαν εις όφιν λήψη εν τη χειρί σου. αίμα επί του ξηρού. εγώ αποκτενώ τον υιόν σου τον πρωτότοκον. 15 και ερείς προς αυτόν και δώσεις τα ρήματά μου εις το στόμα αυτού· και εγώ ανοίξω το στόμα σου και το στόμα αυτού και συμβιβάσω υμάς α ποιήσετε. ουδέ αφ ‘ ου ήρξω λαλείν τω θεράποντί σου· ισχνόφωνος και βραδύγλωσσος εγώ ειμι. 13 και είπε Μωυσής· δέομαι. Κύριε. 11 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· τις έδωκε στόμα ανθρώπω. 20 αναλαβών δε Μωυσής την γυναίκα και τα παιδία ανεβίβασεν αυτά επί τα υποζύγια και επέστρεψεν εις Αίγυπτον· έλαβε δε Μωυσής την ράβδον την παρά του Θεού εν τη χειρί αυτού. 24 εγένετο δε εν τη οδω εν τω καταλύματι συνήντησεν αυτω άγγελος Κυρίου και εζήτει αυτόν αποκτείναι. ποιήσεις αυτά εναντίον Φαραώ· εγώ δε σκληρυνώ την καρδίαν αυτού. ει έτι ζώσι. 22 συ δε ερείς τω Φαραώ· τάδε λέγει Κύριος· υιος πρωτότοκός μου Ισραήλ· 23 είπα δε σοι· εξαπόστειλον τον λαόν μου. Κύριε. εν ή ποιήσεις εν αυτη τα σημεία. βλέποντα και τυφλόν. και είπεν Ιοθόρ Μωυσή· βάδιζε υγιαίνων. μετά δε τας ημέρας τας πολλάς εκείνας ετελεύτησεν ο βασιλεύς Αιγύπτου. 12 και νυν πορεύου. 25 και λαβούσα Σεπφώρα ψήφον περιέτεμε την ακροβυστίαν του υιού αυτής και προσέπεσε προς τους πόδας αυτού και είπεν· έστη το αίμα της περιτομής του παιδίου μου. 14 και θυμωθείς οργή Κύριος επί Μωυσήν είπεν· ουκ ιδού Ααρών ο αδελφός σου ο Λευϊτης. και αυτός έσται σου στόμα. 21 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· πορευομένου σου και αποστρέφοντος εις Αίγυπτον. και ου μη εξαποστείλη τον λαόν. συ δε αυτω έση τα προς τον Θεόν. ουχ ικανός ειμι προ της χθές. όρα ουν. και συμβιβάσω σε. ουδέ προ της τρίτης ημέρας. ον αποστελείς. άπελθε εις Αίγυπτον· τεθνήκασι γαρ πάντες οι ζητούντές σου την ψυχήν. 26 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 101 . 10 είπε δε Μωυσής προς Κύριον· δέομαι. 16 και αυτός σοι λαλήσει προς τον λαόν. 19 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν εν Μαδιάμ· βάδιζε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ύδατος του ποταμού και εκχεείς επί το ξηρόν. και έσται το ύδωρ. και τις εποίησε δύσκωφον και κωφόν. ό μέλλεις λαλήσαι. ό εάν λάβης από του ποταμού. προχείρισαι δυνάμενον άλλον. επίσταμαι ότι λαλών λαλήσει αυτός σοι· και ιδού αυτός εξελεύσεται εις συνάντησίν σοι και ιδών σε χαρήσεται εν εαυτω. ουκ εγώ ο Θεός. α δέδωκα εν ταις χερσί σου. όρα πάντα τα τέρατα. ίνα μοι λατρεύση· ει μεν ουν μη βούλει εξαποστείλαι αυτούς.

καθ ‘ εκάστην ημέραν επιβαλείς αυτοίς. απέλθατε έκαστος υμών προς τα έργα αυτού. 29 επορεύθη δε Μωυσής και Ααρών και συνήγαγον την γερουσίαν των υιών Ισραήλ. ης αυτοί ποιούσι. διότι είπεν· έστη το αίμα της περιτομής του παιδίου μου. ίνα μοι εορτάσωσιν εν τη ερήμω. 27 Είπε δε Κύριος προς Ααρών· πορεύθητι εις συνάντησιν Μωυσή εις την έρημον· και επορεύθη και συνήντησεν αυτω εν τω όρει του Θεού. 31 και επίστευσεν ο λαός και εχάρη. 5 και είπε Φαραώ· ιδού νυν πολυπληθεί ο λαός· μη ουν καταπαύσωμεν αυτούς από των έργων. ους απέστειλε. και εποίησε τα σημεία εναντίον του λαού. ουκ οίδα τον Κύριον και τον Ισραήλ ουκ εξαποστέλλω. και κατεφίλησαν αλλήλους. όπως θύσωμεν Κυρίω τω Θεω ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 102 . α ελάλησεν ο Θεός προς Μωυσήν. και πάντα τα σημεία. 8 και την σύνταξιν της πλινθείας. ωστε εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ. ότι επεσκέψατο ο Θεός τους υιούς Ισραήλ και ότι είδεν αυτών την θλίψιν· κύψας δε ο λαός προσεκύνησε. 6 συνέταξε δε Φαραώ τοις εργοδιώκταις του λαού και τοις γραμματεύσι λέγων· 7 ουκέτι προστεθήσεσθε διδόναι άχυρον τω λαω εις την πλινθουργίαν καθάπερ χθές και τρίτην ημέραν· αλλ ‘ αυτοί πορευέσθωσαν και συναγαγέτωσαν εαυτοίς άχυρα. 30 και ελάλησεν Ααρών πάντα τα ρήματα ταύτα. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ μετά ταύτα εισήλθε Μωυσής και Ααρών προς Φαραώ και είπαν αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· εξαπόστειλον τον λαόν μου. 3 και λέγουσιν αυτω· ο Θεός των Εβραίων προσκέκληται ημάς· πορευσόμεθα ουν οδόν τριών ημερών εις την έρημον. ουκ αφελείς ουδέν· σχολάζουσι γαρ· δια τούτο κεκράγασι λέγοντες· εγερθώμεν και θύσωμεν τω Θεω ημών. 28 και ανήγγειλε Μωυσής τω Ααρών πάντας τους λόγους Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και απήλθεν απ ‘ αυτού. α ενετείλατο αυτω. 2 και είπε Φαραώ· τις εστιν ου εισακούσομαι της φωνής αυτού. 4 και είπεν αυτοίς ο βασιλεύς Αιγύπτου· ινατί Μωυσή και Ααρών διαστρέφετε τον λαόν από των έργων. μη ποτε συναντήση ημίν θάνατος ή φόνος. 9 βαρυνέσθω τα έργα των ανθρώπων τούτων.

καθάπερ και ότε το άχυρον εδίδοτο υμίν. και την σύνταξιν της πλινθείας αποδώσετε. 12 και διεσπάρη ο λαός εν όλη γη Αιγύπτω. και ουκ ερρύσω τον λαόν σου. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν· ήδη όψει α ποιήσω τω Φαραώ· εν γαρ χειρί κραταιά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 103 . λέγοντες· διατί ου συνετελέσατε τας συντάξεις υμών της πλινθείας καθάπερ χθές και τρίτην ημέραν. συναγαγείν καλάμην εις άχυρα· 13 οι δε εργοδιώκται κατέσπευδον αυτούς λέγοντες· συντελείτε τα έργα τα καθήκοντα καθ ‘ ημέραν. εκπορευομένων αυτών από Φαραώ. 18 νυν ουν πορευθέντες εργάζεσθε· το γαρ άχυρον ου δοθήσεται υμίν. και το της σήμερον. 17 και είπεν αυτοίς· σχολάζετε. σχολασταί εστε· δια τούτο λέγετε· πορευθώμεν. 21 και είπαν αυτοίς· ίδοι ο Θεός υμάς και κρίναι. 23 και αφ ‘ ου πεπόρευμαι προς Φαραώ λαλήσαι επί τω σω ονόματι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και μεριμνάτωσαν ταύτα και μη μεριμνάτωσαν εν λόγοις κενοίς. 14 και εμαστιγώθησαν οι γραμματείς του γένους των υιών Ισραήλ. ου γαρ αφαιρείται από της συντάξεως υμών ουδέν. όθεν εάν εύρητε. 15 εισελθόντες δε οι γραμματείς των υιών Ισραήλ κατεβόησαν προς Φαραώ λέγοντες· ινατί συ ούτως ποιείς τοις σοίς οικέταις. και ινατί απέσταλκάς με. εκάκωσε τον λαόν τούτον. Κύριε· τι εκάκωσας τον λαόν τούτον. οι κατασταθέντες επ ‘ αυτούς υπό των επιστατών του Φαραώ. ότι εβδελύξατε την οσμήν ημών εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού. 20 συνήντησαν δε Μωυσή και Ααρών ερχομένοις εις συνάντησιν αυτοίς. δούναι ρομφαίαν εις τας χείρας αυτού. 10 κατέσπευδεν δε αυτούς οι εργοδιώκται και οι γραμματείς και έλεγον προς τον λαόν λέγοντες· τάδε λέγει Φαραώ· ουκέτι δίδωμι υμίν άχυρα· 11 αυτοί υμείς πορευόμενοι συλλέγετε εαυτοίς άχυρα. 16 άχυρον ου δίδοται τοις οικέταις σου. θύσωμεν τω Θεω ημών. και ιδού οι παίδές σου μεμαστίγωνται· αδικήσεις ουν τον λαόν σου. αποκτείναι ημάς. 19 εώρων δε οι γραμματείς των υιών Ισραήλ εαυτούς εν κακοίς λέγοντες· ουκ απολείψετε της πλινθείας το καθήκον τη ημέρα. και την πλίνθον ημίν λέγουσι ποιείν. 22 επέστρεψε δε Μωυσής προς Κύριον και είπε· δέομαι.

10 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 11 είσελθε. Χεβρών και ‘Οζειήλ· και τα έτη της ζωής Καάθ εκατόν τριακοντατρία έτη. ον οι Αιγύπτιοι καταδουλούνται αυτούς. 19 και υιοί Μεραρεί· Μοολεί και Ομουσεί. εν ή και παρώκησαν επ ‘ αυτής. ούτοι οι οίκοι πατριών Λευί κατά συγγενείας αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξαποστελεί αυτούς και εν βραχίονι υψηλω εκβαλεί αυτούς εκ της γης αυτού. 21 και υιοί Ισσαάρ· Κορέ και Ναφέκ και Ζεχρεί. και το όνομά μου Κύριος ουκ εδήλωσα αυτοίς· 4 και έστησα την διαθήκην μου προς αυτούς ωστε δούναι αυτοίς την γην των Χαναναίων. 17 και ούτοι υιοί Γεδσών· Λοβενεί και Σεμεεί. 2 Ελάλησε δε ο Θεός προς Μωυσήν και είπε προς αυτόν· εγώ Κύριος· 3 και ώφθην προς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. και ουκ εισήκουσαν Μωυσή από της ολιγοψυχίας και από των έργων των σκληρών. 20 και έλαβεν Αμβράμ την Ιωχαβέδ θυγατέρα του αδελφού του πατρός αυτού εαυτω εις γυναίκα. οίκοι πατριάς αυτών. 5 και εγώ εισήκουσα τον στεναγμόν των υιών Ισραήλ. 12 ελάλησε δε Μωυσής έναντι Κυρίου λέγων· ιδού οι υιοί Ισραήλ ουκ εισήκουσάν μου. 18 και υιοί Καάθ· Αμβράμ και Ισαάρ. υιοί Ρουβήν πρωτοτόκου Ισραήλ· Ενώχ και Φαλλούς. 14 Και ούτοι αρχηγοί οίκων πατριών αυτών. 6 βάδιζε. 16 και ταύτα τα ονόματα των υιών Λευί κατά συγγενείας αυτών. ωστε εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. και εμνήσθην της διαθήκης υμών. και δώσω υμίν αυτήν εν κλήρω· εγώ Κύριος. και εγέννησεν αυτω τον τε Ααρών και τον Μωυσήν και Μαριάμ την αδελφήν αυτών· τα δε έτη της ζωής Αμβράμ εκατόν τριακονταδύο έτη. και Πως εισακούσεταί μου Φαραώ. 22 και υιοί ‘Οζειήλ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 104 . Ασρών και Χαρμεί· αύτη η συγγένεια Ρουβήν. εγώ δε άλογός ειμι. Θεός ων αυτών. δούναι αυτήν τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. ην παρωκήκασιν. 13 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών και συνέταξεν αυτοίς προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου. ειπόν τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· εγώ Κύριος και εξάξω υμάς από της δυναστείας των Αιγυπτίων και ρύσομαι υμάς εκ της δουλείας και λυτρώσομαι υμάς εν βραχίονι υψηλω και κρίσει μεγάλη 7 και λήψομαι εμαυτω υμάς λαόν εμοί και έσομαι υμών Θεός. 8 και εισάξω υμάς εις την γην. 9 ελάλησε δε Μωυσής ούτω τοις υιοίς Ισραήλ. Καάθ και Μεραρεί· και τα έτη της ζωής Λευί εκατόν τριακονταεπτά. εις ην εξέτεινα την χείρά μου. λάλησον Φαραώ βασιλεί Αιγύπτου. 15 και υιοί Συμεών· Ιεμουήλ και Ιαμείν και Αώδ και Ιαχείν και Σαάρ και Σαούλ ο εκ της Φοινίσσης· αύται αι πατριαί των υιών Συμεών. ίνα εξαποστείλη τους υιούς Ισραήλ εκ της γης αυτού. Γεδσών. και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών ο εξαγαγών υμάς εκ της καταδυναστείας των Αιγυπτίων. την γην.

26 ούτος Ααρών και Μωυσής. 4 και ουκ εισακούσεται υμών Φαραώ· και επιβαλώ την χείρά μου επ ‘ Αίγυπτον και εξάξω συν δυνάμει μου τον λαόν μου τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου συν εκδικήσει μεγάλη. 25 και Ελεάζαρ ο του Ααρών έλαβε των θυγατέρων Φουτιήλ αυτω γυναίκα. αύται αι αρχαί πατριάς Λευιτών κατά γενέσεις αυτών. 6 εποίησε δε Μωυσής και Ααρών καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Κύριος. και έτεκεν αυτω τον Φινεές. 3 εγώ δε σκληρυνώ την καρδίαν Φαραώ και πληθυνώ τα σημείά μου και τα τέρατα εν γη Αιγύπτω. 30 και είπε Μωυσής εναντίον Κυρίου· ιδού εγώ ισχνόφωνός ειμι. οίς είπεν αυτοίς ο Θεός εξαγαγείν τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου συν δυνάμει αυτών· 27 ούτοί εισιν οι διαλεγόμενοι προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και εξήγαγον τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου· αυτός Ααρών και Μωυσής. 28 -… ημέρα ελάλησε Κύριος Μωυσή εν γη Αιγύπτω. 5 και γνώσονται πάντες οι Αιγύπτιοι. ηνίκα ελάλησε προς Φαραώ. 29 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· εγώ Κύριος· λάλησον προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου όσα εγώ λέγω προς σε. και έτεκεν αυτω τον τε Ναδάβ και Αβιούδ και τον Ελεάζαρ και Ιθάμαρ. όσα σοι εντέλλομαι. και ερείς Ααρών τω αδελφω σου· λάβε την ράβδον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 105 . ο δε Ααρών ο αδελφός σου λαλήσει προς Φαραώ. ούτως εποίησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μισαήλ και Ελισαφάν και Σεγρεί. 8 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 9 και εάν λαλήση προς υμάς Φαραώ λέγων· δότε ημίν σημείον ή τέρας. 7 Μωυσής δε ην ετών ογδοήκοντα. Ααρών δε ο αδελφός αυτού ετών ογδοηκοντατριών. ότι εγώ ειμι Κύριος εκτείνων την χείρά μου επ ‘ Αίγυπτον. και Πως εισακούσεταί μου Φαραώ. και Ααρών ο αδελφός σου έσται σου προφήτης· 2 συ δε λαλήσεις αυτω πάντα. 24 υιοί δε Κορέ· Ασείρ και Ελκανά και Αβιάσαφ· αύται αι γενέσεις Κορέ. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· ιδού δέδωκά σε θεόν Φαραώ. 23 έλαβε δε Ααρών την Ελισαβέθ θυγατέρα Αμειναδάβ αδελφήν Ναασσών αυτω γυναίκα. και εξάξω τους υιούς Ισραήλ εκ μέσου αυτών. ωστε εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ εκ της γης αυτού.

και έσται αίμα. ίνα μοι λατρεύση εν τη ερήμω· και ιδού ουκ εισήκουσας έως τούτου. και εναντίον των θεραπόντων αυτού. και έσται δράκων. 17 τάδε λέγει Κύριος· εν τούτω γνώση ότι εγώ Κύριος· ιδού εγώ τύπτω τη ράβδω τη εν χειρί μου επί το ύδωρ το εν τω ποταμω. και ην το αίμα εν πάση γη Αιγύπτου. και ουκ εισήκουσεν αυτών. και έση συναντών αυτω επί το χείλος του ποταμού και την ράβδον την στραφείσαν εις όφιν λήψη εν τη χειρί σου. 23 επιστραφείς δε Φαραώ εισήλθεν εις τον οίκον αυτού και ουκ επέστησε τον νουν αυτού ουδέ επί τούτω. και ουκ εισήκουσεν αυτών. 25 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 106 . 20 και εποίησαν ούτως Μωυσής και Ααρών. 13 και κατίσχυσεν η καρδία Φαραώ. 14 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· βεβάρηται η καρδία Φαραώ του μη εξαποστείλαι τον λαόν. 11 συνεκάλεσε δε Φαραώ τους σοφιστάς Αιγύπτου και τους φαρμακούς. 15 βάδισον προς Φαραώ το πρωϊ· ιδού αυτός εκπορεύεται επί το ύδωρ. καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Κύριος. και ου δυνήσονται οι Αιγύπτιοι πιείν ύδωρ από του ποταμού. 24 ώρυξαν δε πάντες οι Αιγύπτιοι κύκλω του ποταμού ωστε πιείν ύδωρ. 10 εισήλθε δε Μωυσής και Ααρών εναντίον Φαραώ και των θεραπόντων αυτού και εποίησαν ούτως. 21 και οι ιχθύες οι εν τω ποταμω ετελεύτησαν. 12 και έρριψαν έκαστος την ράβδον αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ρίψον επί την γην εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού. καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Κύριος· και επάρας τη ράβδω αυτού επάταξε το ύδωρ το εν τω ποταμω εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού και μετέβαλε παν το ύδωρ το εν τω ποταμω εις αίμα. καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Κύριος· και έρριψεν Ααρών την ράβδον εναντίον Φαραώ. και εγένετο δράκων. και εποίησαν και οι επαοιδοί των Αιγυπτίων ταις φαρμακείαις αυτών ωσαύτως. και μεταβαλεί εις αίμα· 18 και οι ιχθύες οι εν τω ποταμω τελευτήσουσι. 22 εποίησαν δε ωσαύτως και οι επαοιδοί των Αιγυπτίων ταις φαρμακείαις αυτών· και εσκληρύνθη η καρδία Φαραώ. και επώζεσεν ο ποταμός. και ουκ ηδύναντο πιείν ύδωρ από του ποταμού. 16 και ερείς προς αυτόν· Κύριος ο Θεός των Εβραίων απέσταλκέ με προς σε λέγων· εξαπόστειλον τον λαόν μου. καθάπερ είπε Κύριος. και εποζέσει ο ποταμός. και εγένοντο δράκοντες· και κατέπιεν η ράβδος η Ααρών τας εκείνων ράβδους. 19 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ειπόν Ααρών τω αδελφω σου· λάβε την ράβδον σου εν τη χειρί σου και έκτεινον την χείρά σου επί τα ύδατα Αιγύπτου και επί τους ποταμούς αυτών και επί τας διώρυγας αυτών και επί τα έλη αυτών και επί παν συνεστηκός ύδωρ αυτών. και εγένετο αίμα εν πάση γη Αιγύπτου εν τε τοις ξύλοις και εν τοις λίθοις. και ουκ ηδύναντο οι Αιγύπτιοι πιείν ύδωρ εκ του ποταμού.

3 εποίησαν δε ωσαύτως και οι επαοιδοί των Αιγυπτίων ταις φαρμακείαις αυτών και ανήγαγον τους βατράχους επί γην Αιγύπτου. ίνα ειδής ότι ουκ έστι άλλος πλήν Κυρίου· 7 και περιαιρεθήσονται οι βάτραχοι από σου και από των οικιών υμών και από των επαύλεων και από των θεραπόντων σου και από του λαού σου. είπεν ουν· ως είρηκας. και περιελέτω τους βατράχους απ ‘ εμού και από του εμού λαού. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν· ειπόν Ααρών τω αδελφω σου· έκτεινον τη χειρί την ράβδον σου επί τους ποταμούς και επί τας διώρυγας και επί τα έλη και ανάγαγε τους βατράχους· 2 και εξέτεινεν Ααρών την χείρα επί τα ύδατα Αιγύπτου και ανήγαγε τους βατράχους· και ανεβιβάσθη ο βάτραχος και εκάλυψε την γην Αιγύπτου. πλήν εν τω ποταμω υπολειφθήσονται. και αναβάντες εισελεύσονται εις τους οίκους σου και εις τα ταμιεία των κοιτώνων σου και επί των κλινών σου και επί τους οίκους των θεραπόντων σου και του λαού σου και εν τοις φυράμασί σου και εν τοις κλιβάνοις σου· 29 και επί σε και επί τους θεράποντάς σου και επί τον λαόν σου αναβήσονται οι βάτραχοι. 5 είπε δε Μωυσής προς Φαραώ· τάξαι προς με πότε εύξομαι περί σου και περί των θεραπόντων σου και του λαού σου αφανίσαι τους βατράχους από σου και από του λαού σου και εκ των οικιών υμών. ως ετάξατο Φαραώ. ίνα μοι λατρεύσωσιν· 27 ει δε μη βούλει συ εξαποστείλαι. ιδού εγώ τύπτω πάντα τα όριά σου τοις βατράχοις. πλήν εν τω ποταμω υπολειφθήσονται. 9 εποίησε δε Κύριος καθάπερ είπε Μωυσής και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 107 . 4 και εκάλεσε Φαραώ Μωυσήν και Ααρών και είπεν· εύξασθε περί εμού προς Κύριον. 8 εξήλθε δε Μωυσής και Ααρών από Φαραώ· και εβόησε Μωυσής προς Κύριον περί του ορισμού των βατράχων. 26 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· είσελθε προς Φαραώ και ερείς προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· εξαπόστειλον τον λαόν μου. 6 ο δε είπεν· εις αύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανεπληρώθησαν επτά ημέραι μετά το πατάξαι Κύριον τον ποταμόν. και εξαποστελώ αυτούς. και θύσωσι τω Κυρίω. 28 και εξερεύξεται ο ποταμός βατράχους.

και εσκληρύνθη η καρδία Φαραώ. και εν παντί χώματι της γης εγένοντο οι σκνίφες. ίνα ειδής ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός πάσης της γης. ίνα μοι λατρεύσωσιν εν τη ερήμω· 17 εάν δε μη βούλη εξαποστείλαι τον λαόν μου. αλλ ‘ ου μακράν αποτενείτε πορευθήναι· εύξασθε ουν περί εμού προς Κύριον. 13 εξέτεινεν ουν Ααρών τη χειρί την ράβδον και επάταξε το χώμα της γης. 11 ιδών δε Φαραώ ότι γέγονεν ανάψυξις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ετελεύτησαν οι βάτραχοι εκ των οικιών και εκ των επαύλεων και εκ των αγρών· 10 και συνήγαγον αυτούς θημωνίας θημωνίας. εφ ‘ ης εισιν επ ‘ αυτής. και παρεγένετο η κυνόμυια πλήθος εις τους οίκους Φαραώ και εις τους οίκους των θεραπόντων αυτού και εις πάσαν την γην Αιγύπτου. 23 οδόν τριών ημερών πορευσόμεθα εις την έρημον και θύσομεν τω Θεω ημών. 24 και είπε Φαραώ· εγώ αποστέλλω υμάς. και ερείς προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· εξαπόστειλον τον λαόν μου. και ώζεσεν η γη. έκτεινον τη χειρί την ράβδον σου και πάταξον το χώμα της γης. 14 εποίησαν δε ωσαύτως και οι επαοιδοί ταις φαρμακείαις αυτών εξαγαγείν τον σκνίφα και ουκ ηδύναντο. 25 είπε δε Μωυσής· Οδε εγώ εξελεύσομαι από σου και εύξομαι προς τον Θεόν. και πλησθήσονται αι οικίαι των Αιγυπτίων της κυνομυίης και εις την γην. εφ ‘ ης ο λαός μου έπεστιν επ ‘ αυτής. 18 και παραδοξάσω εν τη ημέρα εκείνη την γην Γεσέμ. και ουκ εισήκουσεν αυτών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 108 . 16 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· όρθρισον το πρωϊ και στήθι εναντίον Φαραώ· και ιδού αυτός εξελεύσεται επί το ύδωρ. και εγένοντο οι σκνίφες εν τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσι. εφ ‘ ης ουκ έσται εκεί η κυνόμυια. και εξωλοθρεύθη η γη από της κυνομυίης. καθάπερ ελάλησε Κύριος. καθάπερ είπε Κύριος ημίν. και έσονται σκνίφες εν τε τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσι και εν πάση γη Αιγύπτου. 15 είπαν ουν οι επαοιδοί τω Φαραώ· δάκτυλος Θεού εστι τούτο. και ουκ εισήκουσεν αυτών. 12 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ειπόν Ααρών. λιθοβοληθησόμεθα. και θύσατε τω Θεω υμών εν τη ερήμω. 22 και είπε Μωυσής· ου δυνατόν γενέσθαι ούτως· τα γαρ βδελύγματα των Αιγυπτίων θύσομεν Κυρίω τω Θεω ημών· εάν γαρ θύσωμεν τα βδελύγματα των Αιγυπτίων εναντίον αυτών. 21 εκάλεσε δε Φαραώ Μωυσήν και Ααρών λέγων· ελθόντες θύσατε Κυρίω τω Θεω υμών εν τη γη. και εγένοντο οι σκνίφες εν τε τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσιν. εβαρύνθη η καρδία αυτού. καθάπερ ελάλησε Κύριος. 20 εποίησε δε Κύριος ούτως. ιδού εγώ εξαποστέλλω επί σε και επί τους θεράποντάς σου και επί τον λαόν σου και επί τους οίκους υμών κυνόμυιαν. 19 και δώσω διαστολήν ανά μέσον του εμού λαού και ανά μέσον του σου λαού· εν δε τη αύριον έσται το σημείον τούτο επί της γης.

26 εξήλθε δε Μωυσής από Φαραώ και ηύξατο προς τον Θεόν· 27 εποίησε δε Κύριος καθάπερ είπε Μωυσής. από δε των κτηνών των υιών Ισραήλ ουκ ετελεύτησεν ουδέν. 28 και εβάρυνε Φαραώ την καρδίαν αυτού και επί του καιρού τούτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απελεύσεται η κυνόμυια και από των θεραπόντων σου και από του λαού σου αύριον· μη προσθής έτι. Φαραώ. 10 και έλαβε την αιθάλην της καμιναίας εναντίον Φαραώ. εν τε τοις ίπποις και εν τοις υποζυγίοις και ταις καμήλοις και βουσί και προβάτοις. και ουκ ηθέλησεν εξαποστείλαι τον λαόν. και εγένετο έλκη. αλλά έτι εγκρατείς αυτού. εβαρύνθη η καρδία Φαραώ. 8 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· λάβετε υμείς πλήρεις τας χείρας αιθάλης καμιναίας. και ου κατελείφθη ουδεμία. και έπασεν αυτήν Μωυσής εις τον ουρανόν. και ετελεύτησε πάντα τα κτήνη των Αιγυπτίων. εν τε τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσι και εν πάση γη Αιγύπτου. 6 και εποίησε Κύριος το ρήμα τούτο τη επαύριον. 4 και παραδοξάσω εγώ εν τω καιρω εκείνω ανά μέσον των κτηνών των Αιγυπτίων και ανά μέσον των κτηνών των υιών Ισραήλ· ου τελευτήσει από πάντων των του Ισραήλ υιών ρητόν. 3 ιδού χείρ Κυρίου επέσται εν τοις κτήνεσί σου τοις εν τοις πεδίοις. και πασάτω Μωυσής εις τον ουρανόν εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού. φλυκτίδες αναζέουσαι. και έσται επί τους ανθρώπους και επί τα τετράποδα έλκη. και ουκ εξαπέστειλε τον λαόν. θάνατος μέγας σφόδρα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 109 . και περιείλε την κυνόμυιαν από Φαραώ και των θεραπόντων αυτού και του λαού αυτού. 5 και έδωκεν ο Θεός όρον λέγων· εν τη αύριον ποιήσει Κύριος το ρήμα τούτο επί της γης. φλυκτίδες αναζέουσαι. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν· είσελθε προς Φαραώ και ερείς αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός των Εβραίων· εξαπόστειλον τον λαόν μου. 9 και γενηθήτω κονιορτός επί πάσαν την γην Αιγύπτου. 7 ιδών δε Φαραώ ότι ουκ ετελεύτησεν από πάντων των κτηνών των υιών Ισραήλ ουδέν. εξαπατήσαι του μη εξαποστείλαι τον λαόν θύσαι Κυρίω. ίνα μοι λατρεύσωσιν· 2 ει μεν ουν μη βούλει εξαποστείλαι τον λαόν μου.

όσα εάν ευρεθή εν τοις πεδίοις και μη εισέλθη εις οικίαν. και έσται χάλαζα επί πάσαν γην Αιγύπτου. ήτις τοιαύτη ου γέγονεν εν Αιγύπτω. εγώ δε και ο λαός μου ασεβείς. 13 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· όρθρισον το πρωϊ και στήθι εναντίον Φαραώ και ερείς προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός των Εβραίων· εξαπόστειλον τον λαόν μου. ίνα ειδής ότι ουκ έστιν ως εγώ άλλος εν πάση τη γη· 15 νυν γαρ αποστείλας την χείρα πατάξω σε. ουκ εγένετο η χάλαζα. 22 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρά σου εις τον ουρανόν. 23 εξέτεινε δε Μωυσής την χείρα εις τον ουρανόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τε τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσι. και όπως διαγγελή το όνομά μου εν πάση τη γη. 29 είπε δε αυτω Μωυσής· ως αν εξέλθω την πόλιν. και ουκ εισήκουσεν αυτών. τελευτήσει. 27 αποστείλας δε Φαραώ εκάλεσε Μωυσήν και Ααρών και είπεν αυτοίς· ημάρτηκα το νυν· ο Κύριος δίκαιος. ου ήσαν οι υιοί Ισραήλ. 20 ο φοβούμενος το ρήμα Κυρίου των θεραπόντων Φαραώ συνήγαγε τα κτήνη αυτού εις τους οίκους· 21 ος δε μη προσέσχε τη διανοία εις το ρήμα Κυρίου. εκπετάσω τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 110 . 25 επάταξε δε η χάλαζα εν πάση γη Αιγύπτου από ανθρώπου έως κτήνους. πέση δε επ ‘ αυτά η χάλαζα. επί τε τους ανθρώπους και τα κτήνη και επί πάσαν βοτάνην την επί της γης. 12 εσκλήρυνε δε Κύριος την καρδίαν Φαραώ. και πάσαν βοτάνην την εν τω πεδίω επάταξεν η χάλαζα. 28 εύξασθε ουν περί εμού προς Κύριον. και Κύριος έδωκε φωνάς και χάλαζαν. και πάντα τα ξύλα τα εν τοις πεδίοις συνέτριψεν η χάλαζα· 26 πλήν εν γη Γεσέμ. ίνα λατρεύσωσί μοι· 14 εν τω γαρ νυν καιρω εγώ εξαποστέλλω πάντα τα συναντήματά μου εις την καρδίαν σου και των θεραπόντων σου και του λαού σου. και εκτριβήση από της γης· 16 και ένεκεν τούτου διετηρήθης. και τον λαόν σου θανατώσω. αφ ‘ ης ημέρας έκτισται έως της ημέρας ταύτης. και ουκέτι προστεθήσεσθε μένειν. και έβρεξε Κύριος χάλαζαν επί πάσαν γην Αιγύπτου. και διέτρεχε το πυρ επί της γης. 18 ιδού εγώ ύω ταύτην την ωραν αύριον χάλαζαν πολλήν σφόδρα. ίνα ενδείξωμαι εν σοί την ισχύν μου. 24 ην δε η χάλαζα και το πυρ φλογίζον εν τη χαλάζη· η δε χάλαζα πολλή σφόδρα. αφήκε τα κτήνη εν τοις πεδίοις. 17 έτι ουν συ εμποιή του λαού μου του μη εξαποστείλαι αυτούς. αφ ‘ ης ημέρας γεγένηται επ ‘ αυτής έθνος. καθά συνέταξε Κύριος. ήτις τοιαύτη ου γέγονεν εν Αιγύπτω. και παυσάσθω του γενηθήναι φωνάς Θεού και χάλαζαν και πυρ· και εξαποστελώ υμάς. 11 και ουκ ηδύναντο οι φαρμακοί στήναι εναντίον Μωυσή δια τα έλκη· εγένετο γαρ τα έλκη εν τοις φαρμακοίς και εν πάση γη Αιγύπτω. 19 νυν ουν κατάσπευσον συναγαγείν τα κτήνη σου και όσα σοί εστιν εν τω πεδίω· πάντες γαρ οι άνθρωποι και τα κτήνη.

5 και καλύψει την όψιν της γης. 8 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 111 . και η χάλαζα και ο υετός ουκ έσται έτι. 34 ιδών δε Φαραώ ότι πέπαυται ο υετός και η χάλαζα και αι φωναί. α εποίησα εν αυτοίς. εξαπόστειλον τον λαόν μου. και τα σημείά μου. και αι φωναί επαύσαντο και η χάλαζα. ίνα γνως ότι του Κυρίου η γη. καθάπερ ελάλησε Κύριος τω Μωυσή. 31 το δε λίνον και η κριθή επλήγη· η γαρ κριθή παρεστηκυία. το δε λίνον σπερματίζον. 30 και συ και οι θεράποντές σου. και αι φωναί παύσονται. 7 και λέγουσιν οι θεράποντες Φαραώ προς αυτόν· έως τίνος έσται τούτο ημίν σκώλον. και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος. επίσταμαι ότι ουδέπω πεφόβησθε τον Κύριον. και ου δυνήση κατιδείν την γην. και εκκλίνας Μωυσής εξήλθεν από Φαραώ. ό κατέλιπεν υμίν η χάλαζα. 32 ο δε πυρός και η ολύρα ουκ επλήγησαν. όπως λατρεύσωσι τω Θεω αυτών· ή ειδέναι βούλη ότι απόλωλεν Αίγυπτος. ίνα εξής επέλθη τα σημεία ταύτα επ ‘ αυτούς· 2 όπως διηγήσησθε εις τα ώτα των τέκνων υμών και τοις τέκνοις των τέκνων υμών. 33 εξήλθε δε Μωυσής από Φαραώ εκτός της πόλεως και εξέτεινε τας χείρας προς Κύριον. και ο υετός ουκ έσταξεν έτι επί την γην. α ουδέποτε εωράκασιν οι πατέρες σου. όσα εμπέπαιχα τοις Αιγυπτίοις. ιδού εγώ επάγω ταύτην την ωραν αύριον ακρίδα πολλήν επί πάντα τα όριά σου. και κατέδεται παν το περισσόν της γης το καταλειφθέν. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· είσελθε προς Φαραώ· εγώ γαρ εσκλήρυνα αυτού την καρδίαν και των θεραπόντων αυτού. προσέθετο του αμαρτάνειν και εβάρυνεν αυτού την καρδίαν και των θεραπόντων αυτού. και ουκ εξαπέστειλε τους υιούς Ισραήλ. 35 και εσκληρύνθη η καρδία Φαραώ. ουδ ‘ οι πρόπαπποι αυτών. εξαπόστειλον τους ανθρώπους. όψιμα γαρ ην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χείράς μου προς τον Κύριον. 4 εάν δε μη θέλης συ εξαποστείλαι τον λαόν μου. αφ ‘ ης ημέρας γεγόνασιν επί της γης έως της ημέρας ταύτης. και κατέδεται παν ξύλον το φυόμενον υμίν επί της γης· 6 και πλησθήσονταί σου αι οικίαι και αι οικίαι των θεραπόντων σου και πάσαι αι οικίαι εν πάση γη των Αιγυπτίων. ίνα λατρεύσωσί μοι. 3 εισήλθε δε Μωυσής και Ααρών εναντίον Φαραώ και είπαν αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός των Εβραίων· έως τίνος ου βούλη εντραπήναί με.

ον υπελίπετο η χάλαζα. 10 και είπε προς αυτούς· έστω ούτω. και Κύριος επήγαγεν άνεμον νότον επί την γην. λατρεύσατε Κυρίω τω Θεω υμών. ίδετε ότι πονηρία πρόσκειται υμίν. ος υπελείφθη από της χαλάζης· ουχ υπελείφθη χλωρόν ουδέν εν τοις ξύλοις και εν πάση βοτάνη του πεδίου. 19 και μετέβαλε Κύριος άνεμον από θαλάσσης σφοδρόν. 12 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρα επί γην Αιγύπτου. 21 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρά σου εις τον ουρανόν. εξέβαλον δε αυτούς από προσώπου Φαραώ. 11 μη ούτως· πορευέσθωσαν δε οι άνδρες. 18 εξήλθε δε Μωυσής από Φαραώ και ηύξατο προς τον Θεόν. 13 και επήρε Μωυσής την ράβδον εις τον ουρανόν. ψηλαφητόν σκότος. και ανέλαβε τον ακρίδα και έβαλεν αυτήν εις την ερυθράν θάλασσαν. και εγένετο σκότος γνόφος. και περιελέτω απ ‘ εμού τον θάνατον τούτον. 20 και εσκλήρυνε Κύριος την καρδίαν Φαραώ. Κύριος μεθ ‘ υμών· καθότι αποστέλλω υμάς. οίς κατεγίνοντο. και είπεν αυτοίς· πορεύεσθε και λατρεύσατε Κυρίω τω Θεω υμών· τίνες δε και τίνες εισίν οι πορευόμενοι. και λατρευσάτωσαν τω Θεω· τούτο γαρ αυτοί εκζητείτε. συν τοις υιοίς και θυγατράσι και προβάτοις και βουσίν ημών· έστι γαρ εορτή Κυρίου του Θεού ημών. και ο άνεμος ο νότος ανέλαβε την ακρίδα 14 και ανήγαγεν αυτήν επί πάσαν την γην Αιγύπτου. και κατέπαυσεν επί πάντα τα όρια Αιγύπτου πολλή σφόδρα· προτέρα αυτής ου γέγονε τοιαύτη ακρίς και μετά ταύτα ουκ έσται ούτως. 23 και ουκ είδεν ουδείς τον αδελφόν αυτού τρεις ημέρας. μη και την αποσκευήν υμών. και γενηθήτω σκότος επί γης Αιγύπτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέστρεψαν τον τε Μωυσήν και Ααρών προς Φαραώ. 9 και λέγει Μωυσής· συν τοις νεανίσκοις και πρεσβυτέροις πορευσόμεθα. 24 και εκάλεσε Φαραώ Μωυσήν και Ααρών λέγων· βαδίζετε. και ουκ εξανέστη ουδείς εκ της κοίτης αυτού τρεις ημέρας· πάσι δε τοις υιοίς Ισραήλ φως ην εν πάσιν. 15 και εκάλυψε την όψιν της γης. 16 κατέσπευδε δε Φαραώ καλέσαι Μωυσήν και Ααρών λέγων· ημάρτηκα εναντίον Κυρίου του Θεού υμών και εις υμάς· 17 προσδέξασθε ουν μου την αμαρτίαν έτι νυν και προσεύξασθε προς Κύριον τον Θεόν υμών. όλην την ημέραν εκείνην και όλην την νύκτα· το πρωϊ εγενήθη. και ουχ υπελείφθη ακρίς μία εν πάση γη Αιγύπτου. και εφθάρη η γη· και κατέφαγε πάσαν βοτάνην της γης και πάντα τον καρπόν των ξύλων. και ουκ εξαπέστειλε τους υιούς Ισραήλ. πλήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 112 . θύελλα επί πάσαν γην Αιγύπτου τρεις ημέρας. και αναβήτω ακρίς επί την γην και κατέδεται πάσαν βοτάνην της γης και πάντα τον καρπόν των ξύλων. 22 εξέτεινε δε Μωυσής την χείρα εις τον ουρανόν. εν πάση γη Αιγύπτου.

7 και εν πάσι τοις υιοίς Ισραήλ ου γρύξει κύων τη γλώσση αυτού από ανθρώπου έως κτήνους. εξήλθε δε Μωυσής από Φαραώ μετά θυμού. α ποιήσομεν Κυρίω τω Θεω ημών· 26 και τα κτήνη ημών πορεύσεται μεθ ‘ ημών. αποθανή. 2 λάλησον ουν κρυφή εις τα ώτα του λαού. 6 και έσται κραυγή μεγάλη κατά πάσαν γην Αιγύπτου. 25 και είπε Μωυσής· αλλά και συ δώσει ημίν ολοκαυτώματα και θυσίας. ος κάθηται επί του θρόνου. ου συ αφηγή· και μετά ταύτα εξελεύσομαι. και έχρησαν αυτοίς· και ο άνθρωπος Μωυσής μέγας εγενήθη σφόδρα εναντίον των Αιγυπτίων και εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού. ημείς δε ουκ οίδαμεν τι λατρεύσομεν Κυρίω τω Θεω ημών. και αιτησάτω έκαστος παρά του πλησίον σκεύη αργυρά και χρυσά και ιματισμόν. και ουχ υπολειψόμεθα οπλήν· απ ‘ αυτών γαρ ληψόμεθα λατρεύσαι Κυρίω τω Θεω ημών. 4 Και είπε Μωυσής· τάδε λέγει Κύριος· περί μέσας νύκτας εγώ εισπορεύομαι εις μέσον Αιγύπτου. συν παντί εκβαλεί υμάς εκβολή. 5 και τελευτήσει παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των προβάτων και των βοών υπολείπεσθε· και η αποσκευή υμών αποτρεχέτω μεθ ‘ υμών. από πρωτοτόκου Φαραώ. 29 λέγει δε Μωυσής· είρηκας· ουκ έτι οφθήσομαί σοι εις πρόσωπον. και μετά ταύτα εξαποστελεί υμάς εντεύθεν· όταν δε εξαποστέλλη υμάς. 27 εσκλήρυνε δε Κύριος την καρδίαν Φαραώ και ουκ εβουλήθη εξαποστείλαι αυτούς. 8 και καταβήσονται πάντες οι παίδές σου ούτοι προς με και προσκυνήσουσί με λέγοντες· έξελθε συ και πας ο λαός σου. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν· έτι μίαν πληγήν εγώ επάξω επί Φαραώ και επ ‘ Αίγυπτον. 9 είπε δε Κύριος προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 113 . και έως πρωτοτόκου της θεραπαίνης της παρά τον μύλον και έως πρωτοτόκου παντός κτήνους. έως του ελθείν ημάς εκεί. ήτις τοιαύτη ου γέγονε και τοιαύτη ουκ έτι προστεθήσεται. 3 Κύριος δε έδωκε την χάριν τω λαω αυτού εναντίον των Αιγυπτίων. όπως ειδής όσα παραδοξάσει Κύριος ανά μέσον των Αιγυπτίων και του Ισραήλ. 28 και λέγει Φαραώ· άπελθε απ ‘ εμού· πρόσεχε σεαυτω έτι προσθείναι ιδείν μου το πρόσωπον· ή δ ‘ αν ημέρα οφθής μοι.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μωυσήν· ουκ εισακούσεται υμών Φαραώ. συλλήψεται μεθ ‘ εαυτού τον γείτονα τον πλησίον αυτού κατά αριθμόν ψυχών· έκαστος το αρκούν αυτω συναριθμήσεται εις πρόβατον. και τα υποδήματα εν τοις ποσίν υμών. πρώτός εστιν υμίν εν τοις μησί του ενιαυτού. 9 ουκ έδεσθε απ ‘ αυτών ωμόν ουδέ ηψημένον εν ύδατι. ενιαύσιον έσται υμίν· από των αρνών και των ερίφων λήψεσθε. εν αις υμείς εστε εκεί. 10 ουκ απολείψετε απ ‘ αυτού έως πρωϊ και οστούν ου συντρίψετε απ ‘ αυτού· τα δε καταλειπόμενα απ ‘ αυτού έως πρωϊ εν πυρί κατακαύσετε. 13 και έσται το αίμα υμίν εν σημείω επί των οικιών. εν οίς εάν φάγωσιν αυτά εν αυτοίς. 5 πρόβατον τέλειον. και αι βακτηρίαι εν ταις χερσίν υμών· και έδεσθε αυτό μετά σπουδής· πάσχα εστί Κυρίω. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών εν γη Αιγύπτου λέγων. και όψομαι το αίμα και σκεπάσω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 114 . και σφάξουσιν αυτό παν το πλήθος συναγωγής υιών Ισραήλ προς εσπέραν. ωστε μη είναι ικανούς εις πρόβατον. 4 εάν δε ολιγοστοί ώσιν εν τη οικία. 6 και έσται υμίν διατετηρημένον έως της τεσσαρεσκαιδεκάτης του μηνός τούτου. 8 και φάγονται τα κρέα τη νυκτί ταύτη· οπτά πυρί και άζυμα επί πικρίδων έδονται. 11 ούτω δε φάγεσθε αυτό· αι οσφύες υμών περιεζωσμέναι. 10 Μωυσής δε και Ααρών εποίησαν πάντα τα σημεία και τα τέρατα ταύτα εν γη Αιγύπτω εναντίον Φαραώ· εσκλήρυνε δε Κύριος την καρδίαν Φαραώ. 12 και διελεύσομαι εν γη Αιγύπτω εν τη νυκτί ταύτη και πατάξω παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω από ανθρώπου έως κτήνους και εν πάσι τοις θεοίς των Αιγυπτίων ποιήσω την εκδίκησιν· εγώ Κύριος. και ουκ εισήκουσεν εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. αλλ ‘ ή οπτά πυρί. ίνα πληθύνων πληθυνώ μου τα σημεία και τα τέρατα εν γη Αιγύπτω. άρσεν. έκαστος πρόβατον κατ ‘ οικίαν. 2 ο μην ούτος υμίν αρχή μηνών. κεφαλήν συν τοις ποσί και τοις ενδοσθίοις. 7 και λήψονται από του αίματος και θήσουσιν επί των δύο σταθμών και επί την φλιάν εν τοις οίκοις. 3 λάλησον προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ λέγων· τη δεκάτη του μηνός τούτου λαβέτωσαν έκαστος πρόβατον κατ ‘ οίκους πατριών.

και τοις υιοίς σου έως αιώνος. καθότι ελάλησε. 26 και έσται εάν λέγωσι προς υμάς οι υιοί υμών· τις η λατρεία αύτη. και παρελεύσεται Κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολοθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. ηνίκα επάταξε τους Αιγυπτίους. 18 εναρχόμενοι τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου αφ ‘ εσπέρας έδεσθε άζυμα έως ημέρας μιάς και εικάδος του μηνός. 16 και η ημέρα η πρώτη κληθήσεται αγία. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εξ Ισραήλ από της ημέρας της πρώτης έως της ημέρας της εβδόμης. εν τε τοις γειώραις και αυτόχθοσι της γης· 20 παν ζυμωτόν ουκ έδεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμάς. και ουκ έσται εν υμίν πληγή του εκτριβήναι. 27 και ερείτε αυτοίς· θυσία το πάσχα τούτο Κυρίω. ην αν δω Κύριος υμίν. 24 και φυλάξασθε το ρήμα τούτο νόμιμον σεαυτω. 29 Εγενήθη δε μεσούσης της νυκτός και Κύριος επάταξε παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω. 25 εάν δε εισέλθητε εις την γην. 21 Εκάλεσε δε Μωυσής πάσαν γερουσίαν υιών Ισραήλ και είπε προς αυτούς· απελθόντες λάβετε υμίν αυτοίς πρόβατον κατά συγγενείας υμών και θύσατε το πάσχα. ως εσκέπασε τους οίκους των υιών Ισραήλ εν Αιγύπτω. και ποιήσετε την ημέραν ταύτην εις γενεάς υμών νόμιμον αιώνιον. έως εσπέρας. 23 και παρελεύσεται Κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επί της φλιάς και επ ‘ αμφοτέρων των σταθμών. 19 επτά ημέρας ζύμη ουχ ευρεθήσεται εν ταις οικίαις υμών· πας ος αν φάγη ζυμωτόν. 14 και έσται η ημέρα υμίν αύτη μνημόσυνον· και εορτάσετε αυτήν εορτήν Κυρίω εις πάσας τας γενεάς υμών· νόμιμον αιώνιον εορτάσετε αυτήν. 15 επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. πλήν όσα ποιηθήσεται πάση ψυχή. και κύψας ο λαός προσεκύνησε. όταν παίω εν γη Αιγύπτω. 22 λήψεσθε δε δέσμην υσσώπου. φυλάξασθε την λατρείαν ταύτην. ό εστι παρά την θύραν· υμείς δε ουκ εξελεύσεσθε έκαστος την θύραν του οίκου αυτού έως πρωϊ. και βάψαντες από του αίματος του παρά την θύραν καθίξετε της φλιάς και επ ‘ αμφοτέρων των σταθμών από του αίματος. από δε της ημέρας της πρώτης αφανιείτε ζύμην εκ των οικιών υμών· πας ος αν φάγη ζύμην. τούτο μόνον ποιηθήσεται υμίν. από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 115 . τους δε οίκους ημών ερρύσατο. 17 και φυλάξετε την εντολήν ταύτην· εν γαρ τη ημέρα ταύτη εξάξω την δύναμιν υμών εκ γης Αιγύπτου. εν παντί δε κατοικητηρίω υμών έδεσθε άζυμα. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ συναγωγής Ισραήλ. 28 και απελθόντες εποίησαν οι υιοί Ισραήλ καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή και Ααρών. και η ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν· παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυταίς. ούτως εποίησαν.

και τότε φάγεται απ ‘ αυτού· 45 πάροικος ή μισθωτός ουκ έδεται απ ‘ αυτού. 48 εάν δε τις προσέλθη προς υμάς προσήλυτος ποιήσαι το πάσχα Κυρίω. πλήν της αποσκευής. και ήτησαν παρά των Αιγυπτίων σκεύη αργυρά και χρυσά και ιματισμόν· 36 και έδωκε Κύριος την χάριν τω λαω αυτού εναντίον των Αιγυπτίων. 47 πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ ποιήσει αυτό. εγκρυφίας αζύμους· ου γαρ εζυμώθη· εξέβαλον γαρ αυτούς οι Αιγύπτιοι. και ουκ ηδυνήθησαν επιμείναι ουδέ επισιτισμόν εποίησαν εαυτοίς εις την οδόν. ευλογήσατε δε καμέ. ότι πάντες ημείς αποθνήσκομεν. ωστε πάσι τοις υιοίς Ισραήλ είναι εις γενεάς αυτών. ην κατώκησαν εν γη Αιγύπτω και εν γη Χαναάν. 38 και επίμικτος πολύς συνανέβη αυτοίς και πρόβατα και βόες και κτήνη πολλά σφόδρα. έτη τετρακόσια τριάκοντα. 41 και εγένετο μετά τα τετρακόσια τριάκοντα έτη. 40 η δε κατοίκησις των υιών Ισραήλ. και τότε προσελεύσεται ποιήσαι αυτό και έσται ωσπερ και ο αυτόχθων της γης· πας απερίτμητος ουκ έδεται απ ‘ αυτού. ό εξήνεγκαν εξ Αιγύπτου. 30 και αναστάς Φαραώ νυκτός και οι θεράποντες αυτού και πάντες οι Αιγύπτιοι και εγενήθη κραυγή μεγάλη εν πάση γη Αιγύπτω· ου γαρ ην οικία. οι άνδρες. 42 προφυλακή εστι τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρωτοτόκου Φαραώ του καθημένου επί του θρόνου έως πρωτοτόκου της αιχμαλωτίδος της εν τω λάκκω και έως πρωτοτόκου παντός κτήνους. 31 και εκάλεσε Φαραώ Μωυσήν και Ααρών νυκτός και είπεν αυτοίς· ανάστητε και εξέλθετε εκ του λαού μου και υμείς και οι υιοί Ισραήλ· βαδίζετε και λατρεύσατε Κυρίω τω Θεω υμών. 37 Απάραντες δε οι υιοί Ισραήλ εκ Ραμεσσή εις Σοκχώθ εις εξακοσίας χιλιάδας πεζών. περιτεμείς αυτού παν αρσενικόν. 34 ανέλαβε δε ο λαός το σταίς αυτών προ του ζυμωθήναι τα φυράματα αυτών ενδεδεμένα εν τοις ιματίοις αυτών επί των ώμων. 35 οι δε υιοί Ισραήλ εποίησαν καθά συνέταξεν αυτοίς Μωυσής. 46 εν οικία μια βρωθήσεται. και έχρησαν αυτοίς· και εσκύλευσαν τους Αιγυπτίους. και ουκ εξοίσετε εκ της οικίας των κρεών έξω· και οστούν ου συντρίψετε απ ‘ αυτού. καθά λέγετε· 32 και τα πρόβατα και τους βόας υμών αναλαβόντες πορεύεσθε. 33 και κατεβιάζοντο οι Αιγύπτιοι τον λαόν σπουδή εκβαλείν αυτούς εκ της γης· είπαν γαρ. ωστε εξαγαγείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου· εκείνη η νύξ αύτη προφυλακή Κυρίω. 43 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών· ούτος ο νόμος του πάσχα· πας αλλογενής ουκ έδεται απ ‘ αυτού· 44 και πάντα οικέτην ή αργυρώνητον περιτεμείς αυτόν. εν ή ουκ ην εν αυτη τεθνηκώς. 49 νόμος εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 116 . 39 και έπεψαν το σταίς. εξήλθε πάσα η δύναμις Κυρίου εκ γης Αιγύπτου νυκτός.

12 και αφελείς παν διανοίγον μήτραν. 6 εξ ημέρας έδεσθε άζυμα. εξήγαγε Κύριος τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου συν δυνάμει αυτών. 11 και έσται ως αν εισαγάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην των Χαναναίων. ουδέ έσται σοι ζύμη εν πάσι τοις ορίοις σου. ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. 50 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή και Ααρών προς αυτούς. 13 παν διανοίγον μήτραν όνου αλλάξεις προβάτω· εάν δε μη αλλάξης. ως εξεπορευόμην εξ Αιγύπτου. 10 και φυλάξασθε τον νόμον τούτον κατά καιρούς ωρών. ούτως εποίησαν. και ποιήσεις την λατρείαν ταύτην εν τω μηνί τούτω. λυτρώση αυτό. όσα εάν γένηταί σοι. τα αρσενικά. 3 Είπε δε Μωυσής προς τον λαόν· μνημονεύετε την ημέραν ταύτην. 14 εάν δε ερωτήση σε ο υιος σου μετά ταύτα λέγων· τι τούτο. 8 και αναγγελείς τω υιω σου εν τη ημέρα εκείνη λέγων· δια τούτο εποίησε Κύριος ο Θεός μοι. 9 και έσται σοι σημείον επί της χειρός σου και μνημόσυνον προ οφθαλμών σου. και δώσει σοι αυτήν. 51 και εγένετο εν τη ημέρα εκείνη. 4 εν γαρ τη σήμερον υμείς εκπορεύεσθε εν μηνί των νέων. τη δε ημέρα τη εβδόμη εορτή Κυρίου· 7 άζυμα έδεσθε επτά ημέρας. όπως αν γένηται ο νόμος Κυρίου εν τω στόματί σου· εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγέ σε Κύριος ο Θεός εξ Αιγύπτου. παν πρωτότοκον ανθρώπου των υιών σου λυτρώση. εξ οίκου δουλείας· εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγεν υμάς Κύριος εντεύθεν· και ου βρωθήσεται ζύμη. και ερείς αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έσται τω εγχωρίω και τω προσελθόντι προσηλύτω εν υμίν. ότι εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 117 . τω Κυρίω· παν διανοίγον μήτραν εκ βουκολίων ή εν τοις κτήνεσί σου. 5 και έσται ηνίκα εάν εισαγάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων και Γεργεσαίων και Φερεζαίων. τα αρσενικά αγιάσεις τω Κυρίω. ην ώμοσε τοις πατράσι σου δούναί σοι γην ρέουσαν γάλα και μέλι. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 αγίασόν μοι παν πρωτότοκον πρωτογενές διανοίγον πάσαν μήτραν εν τοις υιοίς Ισραήλ από ανθρώπου έως κτήνους· εμοί εστιν. εν ή εξήλθετε εκ γης Αιγύπτου. αφ ‘ ημερών εις ημέρας. ουκ οφθήσεταί σοι ζυμωτόν.

16 και έσται εις σημείον επί της χειρός σου και ασάλευτον προ οφθαλμών σου· εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγέ σε Κύριος εξ Αιγύπτου. 20 εξάραντες δε οι υιοί Ισραήλ εκ Σοκχώθ εστρατοπέδευσαν εν ‘Οθώμ παρά την έρημον. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. 5 και ανηγγέλη τω βασιλεί των Αιγυπτίων ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 118 . και παν πρωτότοκον των υιών μου λυτρώσομαι. ουχ ωδήγησεν αυτούς ο Θεός οδόν γης Φυλιστιείμ. 18 και εκύκλωσεν ο Θεός τον λαόν οδόν την εις την έρημον. 3 και ερεί Φαραώ τω λαω αυτού· οι υιοί Ισραήλ πλανώνται ούτοι εν τη γη· συγκέκλεικε γαρ αυτούς η έρημος. πέμπτη δε γενεά ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. ημέρας μεν εν στύλω νεφέλης. 17 Ως δε εξαπέστειλε Φαραώ τον λαόν. και γνώσονται πάντες οι Αιγύπτιοι ότι εγώ ειμι Κύριος. και καταδιώξεται οπίσω αυτών· και ενδοξασθήσομαι εν Φαραώ και εν πάσι τη στρατιά αυτού. ενώπιον αυτών στρατοπεδεύσεις επί της θαλάσσης. απέκτεινε παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω. ανά μέσον Μαγδώλου και ανά μέσον της θαλάσσης. δείξαι αυτοίς την οδόν. και εποίησαν ούτως. εξεναντίας Βεελσεπφών. την δε νύκτα εν στύλω πυρός· 22 ουκ εξέλιπε δε ο στύλος της νεφέλης ημέρας και ο στύλος του πυρός νυκτός εναντίον του λαού παντός. ότι εγγύς ην· είπε γαρ ο Θεός· μήποτε μεταμελήση τω λαω ιδόντι πόλεμον. εξ οίκου δουλείας· 15 ηνίκα δε εσκλήρυνε Φαραώ εξαποστείλαι ημάς. τα αρσενικά. και αποστρέψαντες στρατοπεδευσάτωσαν απέναντι της επαύλεως. 21 ο δε Θεός ηγείτο αυτών. 4 εγώ δε σκληρυνώ την καρδίαν Φαραώ. και αποστρέψη εις Αίγυπτον. εις την ερυθράν θάλασσαν. τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειρί κραταιά εξήγαγε Κύριος ημάς εκ γης Αιγύπτου. 19 και έλαβε Μωυσής τα οστά Ιωσήφ μεθ ‘ εαυτού· όρκω γαρ ωρκισε τους υιούς Ισραήλ λέγων· επισκοπή επισκέψεται υμάς Κύριος και συνανοίσετέ μου τα οστά εντεύθεν μεθ ‘ υμών. από πρωτοτόκων ανθρώπων έως πρωτοτόκων κτηνών· και δια τούτο εγώ θύω παν διανοίγον μήτραν.

κρείσσον γαρ ημάς δουλεύειν τοις Αιγυπτίοις ή αποθανείν εν τη ερήμω ταύτη. 18 και γνώσονται πάντες οι Αιγύπτιοι ότι εγώ ειμι Κύριος. 12 ου τούτο ην το ρήμα. 17 και ιδού εγώ σκληρυνώ την καρδίαν Φαραώ και των Αιγυπτίων πάντων. και είπαν· τι τούτο εποιήσαμεν του εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ. και ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 119 . και αναζευξάτωσαν· 16 και συ έπαρον τη ράβδω σου και έκτεινον την χείρά σου επί την θάλασσαν και ρήξον αυτήν. 19 εξήρε δε ο άγγελος του Θεού ο προπορευόμενος της παρεμβολής των υιών Ισραήλ και επορεύθη εκ των όπισθεν· εξήρε δε και ο στύλος της νεφέλης από προσώπου αυτών και έστη εκ των οπίσω αυτών. ην ποιήσει ημίν σήμερον· ον τρόπον γαρ εωράκατε τους Αιγυπτίους σήμερον. και πάσα η ίππος και τα άρματα Φαραώ και οι ιππείς και η στρατιά αυτού απέναντι της επαύλεως εξεναντίας Βεελσεπφών. ό ελαλήσαμεν προς σε εν Αιγύπτω. όπως δουλεύσωμεν τοις Αιγυπτίοις. στήτε και οράτε την σωτηρίαν την παρά του Κυρίου. 11 και είπαν προς Μωυσήν· παρά το μη υπάρχειν μνήματα εν γη Αιγύπτω εξήγαγες ημάς θανατώσαι εν τη ερήμω. 15 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· τι βοάς προς με. και διήλθεν η νύξ. 10 και Φαραώ προσήγε· και αναβλέψαντες οι υιοί Ισραήλ τοις οφθαλμοίς ορώσι. λέγοντες· πάρες ημάς. 6 έζευξεν ουν Φαραώ τα άρματα αυτού και πάντα τον λαόν αυτού συναπήγαγε μεθ ‘ εαυτού 7 και λαβών εξακόσια άρματα εκλεκτά και πάσαν την ίππον των Αιγυπτίων και τριστάτας επί πάντων. ενδοξαζομένου μου εν Φαραώ και εν τοις άρμασι και ίπποις αυτού. 20 και εισήλθεν ανά μέσον της παρεμβολής των Αιγυπτίων και ανά μέσον της παρεμβολής Ισραήλ και έστη· και εγένετο σκότος και γνόφος. του μη δουλεύειν ημίν. και εισελθάτωσαν οι υιοί Ισραήλ εις μέσον της θαλάσσης κατά το ξηρόν. και εφοβήθησαν σφόδρα· ανεβόησαν δε οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον. και εισελεύσονται οπίσω αυτών· και ενδοξασθήσομαι εν Φαραώ και εν πάση τη στρατιά αυτού και εν τοις άρμασι και εν τοις ίπποις αυτού. και υμείς σιγήσετε. 13 είπε δε Μωυσής προς τον λαόν· θαρσείτε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέφευγεν ο λαός· και μετεστράφη η καρδία Φαραώ και των θεραπόντων αυτού επί τον λαόν. 8 και εσκλήρυνε Κύριος την καρδίαν Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου και των θεραπόντων αυτού. λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. 9 και κατεδίωξαν οι Αιγύπτιοι οπίσω αυτών και εύροσαν αυτούς παρεμβεβληκότας παρά την θάλασσαν. και κατεδίωξεν οπίσω των υιών Ισραήλ· οι δε υιοί Ισραήλ εξεπορεύοντο εν χειρί υψηλή. και οι Αιγύπτιοι εστρατοπέδευσαν οπίσω αυτών. τι τούτο εποίησας ημίν εξαγαγών εξ Αιγύπτου. ου προσθήσεσθε έτι ιδείν αυτούς εις τον αιώνα χρόνον· 14 Κύριος πολεμήσει περί υμών.

και εσχίσθη το ύδωρ. 27 εξέτεινε δε Μωυσής την χείρα επί την θάλασσαν. εις την θάλασσαν. και είπαν οι Αιγύπτιοι· φύγωμεν από προσώπου Ισραήλ. και αποκατέστη το ύδωρ προς ημέραν επί χώρας· οι δε Αιγύπτιοι έφυγον υπό το ύδωρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συνέμιξαν αλλήλοις όλην την νύκτα· 21 εξέτεινε δε Μωυσής την χείρα επί την θάλασσαν. το δε ύδωρ αυτής τείχος εκ δεξιών. 31 είδε δε Ισραήλ την χείρα την μεγάλην. και εξετίναξε Κύριος τους Αιγυπτίους μέσον της θαλάσσης. εις μέσον της θαλάσσης. και τείχος εξ ευωνύμων. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΤΟΤΕ ήσε Μωυσής και οι υιοί Ισραήλ την ωδήν ταύτην τω Θεω και είπαν λέγοντες· άσωμεν τω Κυρίω. και το ύδωρ αυτής τείχος εκ δεξιών και τείχος εξ ευωνύμων· 23 και κατεδίωξαν οι Αιγύπτιοι και εισήλθον οπίσω αυτών. ενδόξως γαρ δεδόξασται· ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν. α εποίησε Κύριος τοις Αιγυπτίοις· εφοβήθη δε ο λαός τον Κύριον και επίστευσαν τω Θεω και Μωυσή τω θεράποντι αυτού. 24 εγενήθη δε εν τη φυλακή τη εωθινή και επέβλεψε Κύριος επί την παρεμβολήν των Αιγυπτίων εν στύλω πυρός και νεφέλης και συνετάραξε την παρεμβολήν των Αιγυπτίων 25 και συνέδησε τους άξονας των αρμάτων αυτών και ήγαγεν αυτούς μετά βίας. και ου κατελήφθη εξ αυτών ουδέ εις. και υπήγαγε Κύριος την θάλασσαν εν ανέμω νότω βιαίω όλην την νύκτα και εποίησε την θάλασσαν ξηράν. επί τε τα άρματα και τους αναβάτας. τους εισπορευομένους οπίσω αυτών. 29 οι δε υιοί Ισραήλ επορεύθησαν δια ξηράς εν μέσω της θαλάσσης. 26 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρά σου επί την θάλασσαν. πας ίππος Φαραώ και τα άρματα και οι αναβάται. 30 και ερρύσατο Κύριος τον Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη εκ χειρός των Αιγυπτίων· και είδεν Ισραήλ τους Αιγυπτίους τεθνηκότας παρά το χείλος της θαλάσσης. 2 βοηθός και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 120 . 28 και επαναστραφέν το ύδωρ εκάλυψε τα άρματα και τους αναβάτας και πάσαν την δύναμιν Φαραώ. 22 και εισήλθον οι υιοί Ισραήλ εις μέσον της θαλάσσης κατά το ξηρόν. ο γαρ Κύριος πολεμεί περί αυτών τους Αιγυπτίους. και αποκαταστήτω το ύδωρ και επικαλυψάτω τους Αιγυπτίους.

και δοξάσω αυτόν. 3 Κύριος συντρίβων πολέμους. 12 εξέτεινας την δεξιάν σου. έθραυσεν εχθρούς. 20 Λαβούσα δε Μαριάμ. 13 ωδήγησας τη δικαιοσύνη σου τον λαόν σου τούτον. κατέπιεν αυτούς γη. και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τυμπάνων και χορών. ό ητοίμασαν αι χείρές σου. 17 εισαγαγών καταφύτευσον αυτούς εις όρος κληρονομίας σου. 21 εξήρχε δε αυτών Μαριάμ λέγουσα· άσωμεν τω Κυρίω. εκάλυψεν αυτούς θάλασσα· έδυσαν ωσεί μόλιβος εν ύδατι σφοδρω. δεδοξασμένος εν αγίοις. αγίασμα. και υψώσω αυτόν. ετάκησαν πάντες οι κατοικούντες Χαναάν. 23 ήλθον δε εις Μερρά και ουκ ηδύναντο πιείν εκ Μερράς. 4 άρματα Φαραώ και την δύναμιν αυτού έρριψεν εις θάλασσαν. ποιών τέρατα. θαυμαστός εν δόξαις. έως αν παρέλθη ο λαός σου. 19 ότι εισήλθεν ίππος Φαραώ συν άρμασι και αναβάταις εις θάλασσαν. η αδελφή Ααρών. 6 η δεξιά σου. 11 τις όμοιός σοι εν θεοίς. επιλέκτους αναβάτας τριστάτας κατεπόντισεν εν ερυθρά θαλάσση. πικρόν γαρ ην· δια τούτο επωνόμασε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 121 . ον εκτήσω. Κύριε. έως αν παρέλθη ο λαός σου ούτος. 22 Εξήρε δε Μωυσής τους υιούς Ισραήλ από θαλάσσης ερυθράς και ήγαγεν αυτούς εις την έρημον Σουρ· και επορεύοντο τρεις ημέρας εν τη ερήμω και ουχ ηύρισκον ύδωρ ωστε πιείν. μεριώ σκύλα. ανελώ τη μαχαίρα μου. 9 είπεν ο εχθρός. και επήγαγεν επ ‘ αυτούς Κύριος το ύδωρ της θαλάσσης· οι δε υιοί Ισραήλ επορεύθησαν δια ξηράς εν μέσω της θαλάσσης. Κύριε. κυριεύσει η χείρ μου. Κύριος όνομα αυτω. Κύριε. 14 ήκουσαν έθνη και ωργίσθησαν· ωδίνες έλαβον κατοικούντας Φυλιστιείμ. και άρχοντες Μωαβιτών. το τύμπανον εν τη χειρί αυτής. μεγέθει βραχίονός σου απολιθωθήτωσαν. Κύριε. επάγη τα κύματα εν μέσω της θαλάσσης. Θεός του πατρός μου. παρεκάλεσας τη ισχύϊ σου εις κατάλυμα άγιόν σου. Κύριε. ον ελυτρώσω. κατέδυσαν εις βυθόν ωσεί λίθος. 8 και δια πνεύματος του θυμού σου διέστη το ύδωρ· επάγη ωσεί τείχος τα ύδατα. Κύριε. δεδόξασται εν ισχύϊ· η δεξιά σου χείρ. 16 επιπέσοι επ ‘ αυτούς τρόμος και φόβος. 18 Κύριος βασιλεύων τον αιώνα και επ ‘ αιώνα και έτι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σκεπαστής εγένετό μοι εις σωτηρίαν· ούτός μου Θεός. 7 και τω πλήθει της δόξης σου συνέτριψας τους υπεναντίους· απέστειλας την οργήν σου και κατέφαγεν αυτούς ως καλάμην. ό κατηρτίσω. 15 τότε έσπευσαν ηγεμόνες Εδώμ. η προφήτις. ενδόξως γαρ δεδόξασται· ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν. τις όμοιός σοι. εμπλήσω ψυχήν μου. εις έτοιμον κατοικητήριόν σου. 5 πόντω εκάλυψεν αυτούς. έλαβεν αυτούς τρόμος. 10 απέστειλας το πνεύμά σου. διώξας καταλήψομαι.

και έσται διπλούν ό εάν συναγάγωσι το καθ ‘ ημέραν εις ημέραν. 4 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού εγώ ύω υμίν άρτους εκ του ουρανού. όπως πειράσω αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το όνομα του τόπου εκείνου Πικρία. και έδειξεν αυτω Κύριος ξύλον. ό εστιν ανά μέσον Αιλείμ και ανά μέσον Σινά. 7 και πρωϊ όψεσθε την δόξαν Κυρίου εν τω εισακούσαι τον γογγυσμόν υμών επί τω Θεω· ημείς δε τι εσμεν ότι διαγογγύζετε καθ ‘ ημών. 8 και είπε Μωυσής· εν τω διδόναι Κύριον υμίν εσπέρας κρέα φαγείν και άρτους το πρωϊ εις πλησμονήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 122 . ην επήγαγον τοις Αιγυπτίοις. εκεί έθετο αυτω δικαιώματα και κρίσεις και εκεί αυτόν επείρασε. 26 και είπεν· εάν ακοή ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου και τα αρεστά εναντίον αυτού ποιήσης και ενωτίση ταις εντολαίς αυτού και φυλάξης πάντα τα δικαιώματα αυτού. 24 και διεγόγγυζεν ο λαός επί Μωυσή λέγοντες· τι πιόμεθα. 3 και είπαν προς αυτούς οι υιοί Ισραήλ· όφελον απεθάνομεν πληγέντες υπό Κυρίου εν γη Αιγύπτω. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΑΠ…ΡΑΝ δε εξ Αιλείμ και ήλθοσαν πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ εις την έρημον Σίν. 25 εβόησε δε Μωυσής προς Κύριον. και εξελεύσεται ο λαός και συλλέξουσι το της ημέρας εις ημέραν. πάσαν νόσον. 27 Και ήλθοσαν εις Αιλείμ. και ήσαν εκεί δώδεκα πηγαί υδάτων και εβδομήκοντα στελέχη φοινίκων· παρενέβαλον δε εκεί παρά τα ύδατα. και ενέβαλεν αυτό εις το ύδωρ. ει πορεύσονται τω νόμω μου ή ου· 5 και έσται εν τη ημέρα τη έκτη και ετοιμάσουσιν ό αν εισενέγκωσι. όταν εκαθίσαμεν επί των λεβήτων των κρεών και ησθίομεν άρτους εις πλησμονήν· ότι εξήγαγε ημάς εις την έρημον ταύτην αποκτείναι πάσαν την συναγωγήν ταύτην εν λιμω. 6 και είπε Μωυσής και Ααρών προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ· εσπέρας γνώσεσθε ότι Κύριος εξήγαγεν υμάς εκ γης Αιγύπτου. ουκ επάξω επί σε· εγώ γαρ ειμι Κύριος ο Θεός σου ο ιώμενός σε. τη δε πεντεκαιδεκάτη ημέρα τω μηνί τω δευτέρω εξεληλυθότων αυτών εκ γης Αιγύπτου. 2 διεγόγγυζε πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ επί Μωυσήν και Ααρών. και εγλυκάνθη το ύδωρ.

συνέλεξαν τα δέοντα διπλά. έκαστος συν τοις συσκηνίοις υμών συλλέξατε. δύο γομόρ τω ενί· εισήλθοσαν δε πάντες οι άρχοντες της συναγωγής και ανήγγειλαν Μωυσή· 23 είπε δε Μωυσής προς αυτούς· ου τούτο το ρήμά εστιν. 22 εγένετο δε τη ημέρα τη έκτη. ουκ επλεόνασεν ο το πολύ. και όσα εάν έψητε. γομόρ κατά κεφαλήν κατά αριθμόν ψυχών υμών. έψετε· και παν το πλεονάζον καταλείπετε αυτό εις αποθήκην εις το πρωϊ. 24 και κατελίποσαν απ ‘ αυτού εις το πρωϊ. 17 εποίησαν δε ούτως οι υιοί Ισραήλ και συνέλεξαν ο το πολύ και ο το έλαττον. 27 εγένετο δε εν τη ημέρα τη εβδόμη εξήλθοσάν τινες εκ του λαού συλλέξαι και ουχ εύρον. 26 εξ ημέρας συλλέξετε· τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα. και επεστράφησαν εις την έρημον. 19 είπε δε Μωυσής προς αυτούς· μηδείς καταλειπέτω απ ‘ αυτού εις το πρωϊ. 11 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 εισακήκοα τον γογγυσμόν των υιών Ισραήλ· λάλησον προς αυτούς λέγων· το προς εσπέραν έδεσθε κρέα και το πρωϊ πλησθήσεσθε άρτων· και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. πέσσετε. ότι ουκ έσται εν αυτη. ον υμείς διαγογγύζετε καθ ‘ ημών· ημείς δε τι εσμεν. 10 ηνίκα δε ελάλει Ααρών πάση συναγωγή υιών Ισραήλ. ον έδωκε Κύριος υμίν φαγείν· 16 τούτο το ρήμα ό συνέταξε Κύριος· συναγάγετε απ ‘ αυτού έκαστος εις τους καθήκοντας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δια το εισακούσαι Κύριον τον γογγυσμόν υμών. αλλά κατέλιπόν τινες απ ‘ αυτού εις το πρωϊ· και εξέζεσε σκώληκας και επώζεσε· και επικράνθη επ ‘ αυτοίς Μωυσής. ωσεί πάγος επί της γης. 28 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έως τίνος ου βούλεσθε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 123 . ου γαρ ήδεισαν. έκαστος το καθήκον αυτω· ηνίκα δε διεθέρμαινεν ο ήλιος. ό ελάλησε Κύριος. 15 ιδόντες δε αυτό οι υιοί Ισραήλ είπαν έτερος τω ετέρω· τι εστι τούτο. 18 και μετρήσαντες γομόρ. και ο το έλαττον ουκ ηλαττόνησεν· έκαστος εις τους καθήκοντας παρ ‘ εαυτω συνέλεξαν. και ανέβη ορτυγομήτρα και εκάλυψε την παρεμβολήν· το πρωϊ εγένετο καταπαυομένης της δρόσου κύκλω της παρεμβολής 14 και ιδού επί πρόσωπον της ερήμου λεπτόν ωσεί κόριον λευκόν. καθώς συνέταξεν αυτοίς Μωυσής· και ουκ επώζεσεν. και η δόξα Κυρίου ώφθη εν νεφέλη. 21 και συνέλεξαν αυτό πρωϊ πρωϊ. 20 και ουκ εισήκουσαν Μωυσή. 13 εγένετο δε εσπέρα. ουδέ σκώληξ εγένετο εν αυτω. 25 είπε δε Μωυσής· φάγετε σήμερον. ου γαρ καθ ‘ ημών εστιν ο γογγυσμός υμών· αλλ ‘ ή κατά του Θεού. ετήκετο. σάββατα ανάπαυσις αγία τω Κυρίω αύριον· όσα εάν πέσσητε. έστι γαρ σάββατα σήμερον τω Κυρίω· ουχ ευρεθήσεται εν τω πεδίω. είπε δε Μωυσής αυτοίς· ούτος ο άρτος. 9 είπε δε Μωυσής προς Ααρών· ειπόν πάση συναγωγή υιών Ισραήλ· προσέλθετε εναντίον του Θεού· εισακήκοε γαρ τον γογγυσμόν υμών. τι ην.

έτι μικρόν και καταλιθοβολήσουσί με. μηδείς εκπορευέσθω εκ του τόπου αυτού τη ημέρα τη εβδόμη. ανεβίβασας ημάς εξ Αιγύπτου αποκτείναι ημάς και τα τέκνα ημών και τα κτήνη τω δίψει. και είπεν αυτοίς Μωυσής· τι λοιδορείσθέ μοι. και διεγόγγυζεν εκεί ο λαός προς Μωυσήν λέγοντες· ινατί τούτο. και τι πειράζετε Κύριον. έως παρεγένοντο εις μέρος της Φοινίκης. εν ή επάταξας τον ποταμόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισακούειν τας εντολάς μου και τον νόμον μου. 34 ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ίνα ίδωσι τον άρτον. λαβέ δε σεαυτω από των πρεσβυτέρων του λαού· και την ράβδον. ως εξήγαγεν υμάς Κύριος εκ γης Αιγύπτου. και εξελεύσεται εξ αυτής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 124 . ον εφάγετε υμείς εν τη ερήμω. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ απήρε πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ εκ της ερήμου Σίν κατά παρεμβολάς αυτών δια ρήματος Κυρίου και παρενεβάλοσαν εν Ραφιδείν· ουκ ην δε ύδωρ τω λαω πιείν. το δε γεύμα αυτού ως εγκρίς εν μέλιτι. 33 και είπε Μωυσής προς Ααρών· λάβε στάμνον χρυσούν ένα και έμβαλε εις αυτόν πλήρες το γομόρ του μάν και αποθήσεις αυτό εναντίον του Θεού εις διατήρησιν εις τας γενεάς υμών. 3 εδίψησε δε εκεί ο λαός ύδατι. 32 είπε δε Μωυσής· τούτο το ρήμα. ίνα πίωμεν. 29 ίδετε. μάν· ην δε ωσεί σπέρμα κορίου λευκόν. 2 και ελοιδορείτο ο λαός προς Μωυσήν λέγοντες· δος ημίν ύδωρ. ό συνέταξε Κύριος· πλήσατε το γομόρ του μάν εις αποθήκην εις τας γενεάς υμών. 5 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· προπορεύου του λαού τούτου. και απέθηκεν Ααρών εναντίον του μαρτυρίου εις διατήρησιν. 4 εβόησε δε Μωυσής προς Κύριον λέγων· τι ποιήσω τω λαω τούτω. 30 και εσαββάτισεν ο λαός τη ημέρα τη εβδόμη. 36 το δε γομόρ το δέκατον των τριών μέτρων ην. ο γαρ Κύριος έδωκεν υμίν σάββατα την ημέραν ταύτην· δια τούτο αυτός έδωκεν υμίν τη ημέρα τη έκτη άρτους δύο ημερών· καθήσεσθε έκαστος εις τους οίκους υμών. 31 και επωνόμασαν οι υιοί Ισραήλ το όνομα αυτού. έως ήλθον εις γην οικουμένην· εφάγοσαν το μάν. λαβέ εν τη χειρί σου και πορεύση. 6 όδε εγώ έστηκα εκεί προ του σε επί της πέτρας εν Χωρήβ· και πατάξεις την πέτραν. 35 οι δε υιοί Ισραήλ έφαγον το μάν έτη τεσσαράκοντα.

14 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· κατάγραψον τούτο εις μνημόσυνον εν βιβλίω και δος εις τα ώτα Ιησού. 10 και εποίησεν Ιησούς καθάπερ είπεν αυτω Μωυσής. 2 έλαβε δε Ιοθόρ ο γαμβρός Μωυσή Σεπφώραν την γυναίκα Μωυσή μετά την άφεσιν αυτής 3 και τους δύο υιούς αυτής· όνομα τω ενί αυτών Γηρσάμ λέγων· πάροικος ήμην εν γη αλλοτρία· 4 και το όνομα του δευτέρου Ελιέζερ λέγων· ο γαρ Θεός του πατρός μου βοηθός μου και εξείλατό με εκ χειρός Φαραώ. 9 είπε δε Μωυσής τω Ιησού· επίλεξον σεαυτω άνδρας δυνατούς και εξελθών παράταξαι τω Αμαλήκ αύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ύδωρ. ότι αλοιφή εξαλείψω το μνημόσυνον Αμαλήκ εκ της υπό τον ουρανόν. και η ράβδος του Θεού εν τη χειρί μου. κατίσχυεν Ισραήλ· όταν δε καθήκε τας χείρας. και Ααρών και Ωρ εστήριζον τας χείρας αυτού. κατίσχυεν Αμαλήκ. ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 125 . εντεύθεν εις και εντεύθεν εις· και εγένοντο αι χείρες Μωυσή εστηριγμέναι έως δυσμών ηλίου. και εξελθών παρετάξατο τω Αμαλήκ· και Μωυσής και Ααρών και Ωρ ανέβησαν επί την κορυφήν του βουνού. 8 Ήλθε δε Αμαλήκ και επολέμει Ισραήλ εν Ραφιδείν. δια την λοιδορίαν των υιών Ισραήλ και δια το πειράζειν Κύριον λέγοντας· ει έστι Κύριος εν ημίν ή ου. 15 και ωκοδόμησε Μωυσής θυσιαστήριον Κυρίω και επωνόμασε το όνομα αυτού Κύριος καταφυγή μου· 16 ότι εν χειρί κρυφαία πολεμεί Κύριος επί Αμαλήκ από γενεών εις γενεάς. και πίεται ο λαός. 13 και ετρέψατο Ιησούς τον Αμαλήκ και πάντα τον λαόν αυτού εν φόνω μαχαίρας. 5 και εξήλθεν Ιοθόρ ο γαμβρός Μωυσή και οι υιοί και η γυνή προς Μωυσήν εις την έρημον. και ιδού εγώ έστηκα επί της κορυφής του βουνού. 7 και επωνόμασε το όνομα του τόπου εκείνου Πειρασμός και Λοιδόρησις. εποίησε δε Μωυσής ούτως εναντίον των υιών Ισραήλ. 12 αι δε χείρες Μωυσή βαρείαι· και λαβόντες λίθον υπέθηκαν υπ ‘ αυτόν. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΗΚΟΥΣΕ δε Ιοθόρ ιερεύς Μαδιάμ ο γαμβρός Μωυσή πάντα όσα εποίησε Κύριος Ισραήλ τω εαυτού λαω· εξήγαγε γαρ Κύριος τον Ισραήλ εξ Αιγύπτου. 11 και εγίνετο όταν επήρε Μωυσής τας χείρας. και εκάθητο επ ‘ αυτού.

10 και είπεν Ιοθόρ· ευλογητός Κύριος. 13 Και εγένετο μετά την επαύριον συνεκάθισε Μωυσής κρίνειν τον λαόν· παρειστήκει δε πας ο λαός Μωυσή από πρωϊθεν έως δείλης. 9 εξέστη δε Ιοθόρ επί πάσι τοις αγαθοίς. ου δυνήση ποιείν συ μόνος. θεοσεβείς. 8 και διηγήσατο Μωυσής τω γαμβρω πάντα. 14 και ιδών Ιοθόρ πάντα όσα ποιεί τω λαω. 16 όταν γαρ γένηται αυτοίς αντιλογία και έλθωσι προς με. ότι παραγίνεται προς με ο λαός εκζητήσαι κρίσιν παρά του Θεού. διακρίνω έκαστον και συμβιβάζω αυτούς τα προστάγματα του Θεού και τον νόμον αυτού. ένεκεν τούτου ότι επέθεντο αυτοίς. γίνου συ τω λαω τα προς τον Θεόν και ανοίσεις τους λόγους αυτών προς τον Θεόν. 22 και κρινούσι τον λαόν πάσαν ωραν· το δε ρήμα το υπέρογκον ανοίσουσιν επί σε. και τα έργα α ποιήσουσι. 19 νυν ουν άκουσόν μου και συμβουλεύσω σοι. 6 ανηγγέλη δε Μωυσή λέγοντες· ιδού ο γαμβρός σου Ιοθόρ παραγίνεται προς σε. ότι εξείλατο αυτούς εκ χειρός Αιγυπτίων και εκ χειρός Φαραώ· 11 νυν έγνων ότι μέγας Κύριος παρά πάντας τους θεούς. λέγει· τι τούτο. 15 και λέγει Μωυσής τω γαμβρω. εν αις πορεύσονται εν αυταίς. 7 εξήλθε δε Μωυσής εις συνάντησιν τω γαμβρω και προσεκύνησεν αυτω και εφίλησεν αυτόν. τα δε βραχέα των κριμάτων κρινούσιν αυτοί και κουφιούσιν από σου και συναντιλήψονταί σοι. και δυνήση Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 126 . και ησπάσαντο αλλήλους· και εισήγαγεν αυτούς εις την σκηνήν. 23 εάν το ρήμα τούτο ποιήσης. 21 και συ σεαυτω σκέψαι από παντός του λαού άνδρας δυνατούς. μισούντας υπερηφανίαν. διατί συ κάθησαι μόνος. και έσται ο Θεός μετά σου. ότι εξείλατο αυτούς εκ χειρός Αιγυπτίων και εκ χειρός Φαραώ. όσα εποίησε Κύριος τω Φαραώ και πάσι τοις Αιγυπτίοις ένεκεν του Ισραήλ. και η γυνή και οι δύο υιοί σου μετ ‘ αυτού. οίς εποίησεν αυτοίς Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρενέβαλεν επ ‘ όρους του Θεού. 17 είπε δε ο γαμβρός Μωυσή προς αυτόν· ουκ ορθώς συ ποιείς το ρήμα τούτο· 18 φθορά καταφθαρήση ανυπομονήτω και συ και πας ο λαός ούτος. και πάντα τον μόχθον τον γενόμενον αυτοίς εν τη οδω και ότι εξείλατο αυτούς Κύριος εκ χειρός Φαραώ και εκ χειρός των Αιγυπτίων. ό συ ποιείς τω λαω. ος εστι μετά σου· βαρύ σοι το ρήμα τούτο. πας δε ο λαός παρέστηκέ σοι από πρωϊθεν έως δείλης. 12 και έλαβεν Ιοθόρ ο γαμβρός Μωυσή ολοκαυτώματα και θυσίας τω Θεω· παρεγένετο δε Ααρών και πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ συμφαγείν άρτον μετά του γαμβρού Μωυσή εναντίον του Θεού. κατισχύσει σε ο Θεός. και καταστήσεις επ ‘ αυτόν χιλιάρχους και εκατοντάρχους και πεντηκοντάρχους και δεκαδάρχους. 20 και διαμαρτύρη αυτοίς τα προστάγματα του Θεού και τον νόμον αυτού και σημανείς αυτοίς τας οδούς. άνδρας δικαίους.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παραστήναι. ταύτα τα ρήματα ερείς τοις υιοίς Ισραήλ. 3 και Μωυσής ανέβη εις το όρος του Θεού· και εκάλεσεν αυτόν ο Θεός εκ του όρους λέγων· τάδε ερείς τω οίκω Ιακώβ και αναγγελείς τοις υιοίς Ισραήλ· 4 αυτοί εωράκατε όσα πεποίηκα τοις Αιγυπτίοις. ανήνεγκε δε Μωυσής τους λόγους τούτους προς τον Θεόν. 2 και απήραν εκ Ραφιδείν και ήλθοσαν εις την έρημον του Σινά. και ανέλαβον υμάς ωσεί επί πτερύγων αετών και προσηγαγόμην υμάς προς εμαυτόν. και παρενέβαλεν εκεί Ισραήλ κατέναντι του όρους. ους συνέταξεν αυτω ο Θεός. 27 εξαπέστειλε δε Μωυσής τον εαυτού γαμβρόν. όσα είπεν ο Θεός. ανήγγειλε δε Μωυσής τα ρήματα του λαού προς Κύριον. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΤΟΥ δε μηνός του τρίτου της εξόδου των υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου τη ημέρα ταύτη ήλθοσαν εις την έρημον του Σινά. και απήλθεν εις την γην αυτού. 5 και νυν εάν ακοή ακούσητε της εμής φωνής και φυλάξητε την διαθήκην μου. παν δε ρήμα ελαφρόν εκρίνοσαν αυτοί. 9 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού εγώ παραγίνομαι προς σε εν στύλω νεφέλης. έσεσθέ μοι λαός περιούσιος από πάντων των εθνών· εμή γαρ εστι πάσα η γη· 6 υμείς δε έσεσθέ μοι βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον. 25 και επέλεξε Μωυσής άνδρας δυνατούς από παντός Ισραήλ και εποίησεν αυτούς επ ‘ αυτών χιλιάρχους και εκατοντάρχους και πεντηκοντάρχους και δεκαδάρχους. 26 και εκρίνοσαν τον λαόν πάσαν ωραν· παν δε ρήμα υπέρογκον ανεφέροσαν επί Μωυσήν. 7 ήλθε δε Μωυσής και εκάλεσε τους πρεσβυτέρους του λαού και παρέθηκεν αυτοίς πάντας τους λόγους τούτους. και πλυνάτωσαν τα ιμάτια· 11 και έστωσαν έτοιμοι εις την ημέραν την τρίτην· τη γαρ ημέρα τη τρίτη καταβήσεται Κύριος επί το όρος το Σινά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 127 . ίνα ακούση ο λαός λαλούντός μου προς σε και σοί πιστεύσωσιν εις τον αιώνα. 8 απεκρίθη δε πας ο λαός ομοθυμαδόν και είπαν· πάντα. 24 ήκουσε δε Μωυσής της φωνής του γαμβρού και εποίησεν όσα είπεν αυτω. ποιήσομεν και ακουσόμεθα. και πας ο λαός ούτος εις τον εαυτού τόπον μετ ‘ ειρήνης ήξει. 10 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· καταβάς διαμάρτυραι τω λαω και άγνισον αυτούς σήμερον και αύριον.

και έπλυναν τα ιμάτια. μη ποτε απολέση απ ‘ αυτών Κύριος. μη ποτε εγγίσωσι προς τον Θεόν κατανοήσαι και πέσωσιν εξ αυτών πλήθος· 22 και οι ιερείς οι εγγίζοντες Κυρίω τω Θεω αγιασθήτωσαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 128 . 16 εγένετο δε τη ημέρα τη τρίτη γενηθέντος προς όρθρον και εγίνοντο φωναί και αστραπαί και νεφέλη γνοφώδης επ ‘ όρους Σινά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εναντίον παντός του λαού. και ανέβαινεν ο καπνός ωσεί καπνός καμίνου. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος πάντας τους λόγους τούτους λέγων· 2 εγώ ειμι Κύριος ο Θεός σου. και εξέστη πας ο λαός σφόδρα· 19 εγίνοντο δε αι φωναί της σάλπιγγος προβαίνουσαι ισχυρότεραι σφόδρα· Μωυσής ελάλει. 24 είπε δε αυτω Κύριος· βάδιζε. ο δε Θεός απεκρίνατο αυτω φωνή· 20 κατέβη δε Κύριος επί το όρος το Σινά επί την κορυφήν του όρους· και εκάλεσε Κύριος Μωυσήν επί την κορυφήν του όρους. εκείνοι αναβήσονται επί το όρος. 17 και εξήγαγε Μωυσής τον λαόν εις συνάντησιν του Θεού εκ της παρεμβολής. 18 το όρος το Σινά εκαπνίζετο όλον δια το καταβεβηκέναι επ ‘ αυτό τον Θεόν εν πυρί. και παρέστησαν υπό το όρος. 21 και είπεν ο Θεός προς Μωυσήν λέγων· καταβάς διαμάρτυραι τω λαω. 23 και είπε Μωυσής προς τον Θεόν· ου δυνήσεται ο λαός προσαναβήναι προς το όρος το Σινά· συ γαρ διαμεμαρτύρησαι ημίν λέγων· αφόρισαι το όρος και αγίασαι αυτό. όταν αι φωναί και αι σάλπιγγες και η νεφέλη απέλθη από του όρους. φωνή της σάλπιγγος ήχει μέγα· και επτοήθη πας ο λαός ο εν τη παρεμβολή. 13 ουχ άψετε αυτού χείρ· εν γαρ λίθοις λιθοβοληθήσεται ή βολίδι κατατοξευθήσεται· εάν τε κτήνος εάν τε άνθρωπος. 14 κατέβη δε Μωυσής εκ του όρους προς τον λαόν και ηγίασεν αυτούς. μη ποτε απαλλάξη απ ‘ αυτών Κύριος. 25 κατέβη δε Μωυσής προς τον λαόν και είπεν αυτοίς. και ανέβη Μωυσής. κατάβηθι και ανάβηθι συ και Ααρών μετά σου· οι δε ιερείς και ο λαός μη βιαζέσθωσαν αναβήναι προς τον Θεόν. ου ζήσεται. 15 και είπε τω λαω· γίνεσθε έτοιμοι τρεις ημέρας. 12 και αφοριείς τον λαόν κύκλω λέγων· προσέχετε εαυτοίς του αναβήναι εις το όρος και θίγειν τι αυτού· πας ο αψάμενος του όρους θανάτω τελευτήσει. μη προσέλθητε γυναικί.

εξ οίκου δουλείας. μη αποθάνωμεν. 18 Και πας ο λαός εώρα την φωνήν και τας λαμπάδας και την φωνήν της σάλπιγγος και το όρος το καπνίζον· φοβηθέντες δε πας ο λαός έστησαν μακρόθεν. 4 ου ποιήσεις σεαυτω είδωλον. 5 ου προσκυνήσεις αυτοίς. 12 τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. 8 μνήσθητι την ημέρα των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. έως τρίτης και τετάρτης γενεάς τοις μισούσί με 6 και ποιών έλεος εις χιλιάδας τοις αγαπώσί με και τοις φυλάσσουσι τα προστάγματά μου. 9 εξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· 10 τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεω σου· ου ποιήσεις εν αυτη παν έργον. 11 εν γαρ εξ ημέραις εποίησε Κύριος τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς και κατέπαυσε τη ημέρα τη εβδόμη· δια τούτο ευλόγησε Κύριος την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν. και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης της αγαθής. 22 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· τάδε ερείς τω οίκω Ιακώβ και αναγγελείς τοις υιοίς Ισραήλ· υμείς εωράκατε ότι εκ του ουρανού λελάληκα προς υμάς· 23 ου ποιήσετε υμίν αυτοίς θεούς αργυρούς και θεούς χρυσούς ου ποιήσετε υμίν αυτοίς. 16 ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή. 3 ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλήν εμού. 21 ειστήκει δε ο λαός μακρόθεν. ίνα εύ σοι γένηται. ίνα μη αμαρτάνητε. ου ην ο Θεός. Μωυσής δε εισήλθεν εις τον γνόφον. ο παις σου και η παιδίσκη σου. Θεός ζηλωτής. 15 ου φονεύσεις. και μη λαλείτω προς ημάς ο Θεός. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου. ένεκεν γαρ του πειράσαι υμάς παρεγενήθη ο Θεός προς υμάς. 14 ου κλέψεις. 24 θυσιαστήριον εκ γης ποιήσετέ μοι και θύσετε επ ‘ αυτού τα ολοκαυτώματα υμών και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 129 . 7 ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω· ου γαρ μη καθαρίση Κύριος ο Θεός σου τον λαμβάνοντα το όνομα αυτού επί ματαίω. ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς· εγώ γαρ ειμι Κύριος ο Θεός σου. 19 και είπαν προς Μωυσήν· λάλησον συ ημίν. αποδιδούς αμαρτίας πατέρων επί τέκνα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όστις εξήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου. όπως αν γένηται ο φόβος αυτού εν υμίν. 20 και λέγει αυτοίς Μωυσής· θαρσείτε. όσα εν τω ουρανω άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. ουδέ παντός ομοίωμα. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. 17 ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου. 13 ου μοιχεύσεις. ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα αυτού ούτε την παιδίσκην αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε του υποζυγίου αυτού ούτε παντός κτήνους αυτού ούτε όσα τω πλησίον σου εστί. ο βούς σου και το υποζύγιόν σου και παν κτήνός σου και ο προσήλυτος ο παροικών εν σοί.

εξελεύσεται δωρεάν άνευ αργυρίου. 26 ουκ αναβήση εν αναβαθμίσιν επί το θυσιαστήριόν μου. ότι ηθέτησεν εν αυτη. 12 Εάν δε πατάξη τις τινα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σωτήρια υμών και τα πρόβατα και τους μόσχους υμών εν παντί τόπω. 10 εάν δε άλλην λάβη εαυτω. ωσπερ αποτρέχουσιν αι δούλαι. η γυνή και τα παιδία έσται τω κυρίω αυτού. 2 εάν κτήση παίδα Εβραίον. θανάτω θανατούσθω· 13 ο δε ουχ εκών. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ ταύτα τα δικαιώματα. ουκ οικοδομήσεις αυτούς τμητούς· το γαρ εγχειρίδιόν σου επιβέβληκας επ ‘ αυτούς. 7 εάν δε τις αποδώται την εαυτού θυγατέρα οικέτιν. 9 εάν δε τω υιω καθομολογήσηται αυτήν. αλλ ‘ ο Θεός παρέδωκεν εις τας χείρας αυτού. 8 εάν μη ευαρεστήση τω κυρίω αυτής ην αυτω καθωμολογήσατο. ουκ απελεύσεται. τα δέοντα και τον ιματισμόν και την ομιλίαν αυτής ουκ αποστερήσει. και ήξω προς σε και ευλογήσω σε. εξ έτη δουλεύσει σοι· τω δε εβδόμω έτει απελεύσεται ελεύθερος δωρεάν. 14 εάν δε τις επιθήται τω πλησίον αποκτείναι αυτόν δόλω και καταφύγη. και δουλεύσει αυτω εις τον αιώνα. 5 εάν δε αποκριθείς είπη ο παις. δώσω σοι τόπον. απολυτρώσει αυτήν· έθνει δε αλλοτρίω ου κύριός εστι πωλείν αυτήν. και τέκη αυτω υιούς ή θυγατέρας. και αποθάνη. και τρυπήσει ο κύριος αυτού το ους τω οπητίω. εξελεύσεται και η γυνή αυτού. αυτός δε μόνος εξελεύσεται. από του θυσιαστηρίου μου λήψη αυτόν θανατώσαι. και μόνος εξελεύσεται· εάν δε γυνή συνεισέλθη μετ ‘ αυτού. θανάτω θανατούσθω. κατά το δικαίωμα των θυγατέρων ποιήσει αυτη. ουκ αποτρέχω ελεύθερος· 6 προσάξει αυτόν ο κύριος αυτού προς το κριτήριον του Θεού και τότε προσάξει αυτόν επί την θύραν επί τον σταθμόν. 17 ος εάν κλέψη τις τινα των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 130 . 15 ος τύπτει πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού. 3 εάν αυτός μόνος εισέλθη. ου φεύξεται εκεί ο φονεύσας. και μεμίανται. 16 ο κακολογών πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού τελευτήσει θανάτω. ηγάπησα τον κύριόν μου και την γυναίκα και τα παιδία. ου εάν επονομάσω το όνομά μου εκεί. α παραθήση ενώπιον αυτών. 4 και εάν δε ο κύριος δω αυτω γυναίκα. 25 εάν δε θυσιαστήριον εκ λίθων ποιής μοι. όπως αν μη αποκαλύψης την ασχημοσύνην σου επ ‘ αυτού. 11 εάν δε τα τρία ταύτα μη ποιήση αυτη.

δώσει ψυχήν αντί ψυχής. 26 εάν δε τις πατάξη τον οφθαλμόν του οικέτου αυτού ή τον οφθαλμόν της θεραπαίνης αυτού. μώλωπα αντί μώλωπος. αποδώσονται τον ταύρον τον ζώντα και διελούνται το αργύριον αυτού. 36 εάν δε γνωρίζηται ο ταύρος ότι κερατιστής εστι προ της χθές και προ της τρίτης ημέρας. 30 εάν δε λύτρα επιβληθή αυτω. και εμπέση εκεί μόσχος ή όνος. χείρα αντί χειρός. επιζήμιον ζημιωθήσεται· καθότι αν επιβάλη ο ανήρ της γυναικός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Ισραήλ και καταδυναστεύσας αυτόν αποδώται. δώσει λύτρα της ψυχής αυτού όσα εάν επιβάλωσιν αυτω. ανέλη δε άνδρα ή γυναίκα. 28 Εάν δε κερατίση ταύρος άνδρα ή γυναίκα και αποθάνη. αργυρίου τριάκοντα δίδραχμα δώσει τω κυρίω αυτών. 31 εάν δε υιόν ή θυγατέρα κερατίση. 35 εάν δε κερατίση τινός ταύρος τον ταύρον του πλησίον και τελευτήση. και ου βρωθήσεται τα κρέα αυτού· ο δε κύριος του ταύρου αθωος έσται. κατακλιθή δε επί την κοίτην. και μη αποθάνη. 24 οφθαλμόν αντί οφθαλμού. αθωος έσται ο πατάξας· πλήν της αργίας αυτού αποτίσει και τα ιατρεία. 34 ο κύριος του λάκκου αποτίσει· αργύριον δώσει τω κυρίω αυτών. ουκ εκδικηθήσεται· το γαρ αργύριον αυτού εστιν. ο ταύρος λιθοβοληθήσεται και ο κύριος αυτού προσαποθανείται. 27 εάν δε τον οδόντα του οικέτου ή τον οδόντα της θεραπαίνης αυτού εκκόψη. 29 εάν δε ο ταύρος κερατιστής ή προ της χθές και προ της τρίτης. 20 εάν δε τις πατάξη τον παίδα αυτού ή την παιδίσκην αυτού εν ράβδω και αποθάνη υπό τας χείρας αυτού. 25 κατάκαυμα αντί κατακαύματος. 33 εάν δε τις ανοίξη λάκκον ή λατομήση λάκκον και μη καλύψη αυτόν. δώσει μετά αξιώματος· 23 εάν δε εξεικονισμένον ή. δίκη εκδικηθήσεται. 32 εάν δε παίδα κερατίση ο ταύρος ή παιδίσκην. και τον ταύρον τον τεθνηκότα διελούνται. οδόντα αντί οδόντος. 18 εάν δε λοιδορώνται δύο άνδρες και πατάξη τις τον πλησίον λίθω ή πυγμή. ελευθέρους εξαποστελεί αυτούς αντί του οφθαλμού αυτών. και διαμεμαρτυρημένοι ώσι τω κυρίω αυτού. πόδα αντί ποδός. λίθοις λιθοβοληθήσεται ο ταύρος. και ευρεθή εν αυτω. θανάτω τελευτάτω. τραύμα αντί τραύματος. και μη αφανίση αυτόν. το δε τετελευτηκός αυτω έσται. ελευθέρους εξαποστελεί αυτούς αντί του οδόντος αυτών. αποτίσει ταύρον αντί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 131 . και ο ταύρος λιθοβοληθήσεται. 21 εάν δε διαβιώση ημέραν μίαν ή δύο. 22 εάν δε μάχωνται δύο άνδρες και πατάξωσι γυναίκα εν γαστρί έχουσαν και εξέλθη το παιδίον αυτής μη εξεικονισμένον. 19 εάν εξαναστάς ο άνθρωπος περιπατήση έξω επί ράβδου. και διαμαρτύρωνται τω κυρίω αυτού. και εκτυφλώση. και μη αφανίση αυτόν. κατά το δικαίωμα τούτο ποιήσωσιν αυτω.

ένοχός εστιν. πραθήτω αντί του κλέμματος. 11 όρκος έσται του Θεού ανά μέσον αμφοτέρων. πέντε μόσχους αποτίσει αντί του μόσχου και τέσσαρα πρόβατα αντί του προβάτου. ή μην μη αυτόν πεπονηρεύσθαι καθόλου της παρακαταθήκης του πλησίον· και ούτως προσδέξεται ο κύριος αυτού. περί τε μόσχου και υποζυγίου και προβάτου και ιματίου και πάσης απωλείας της εγκαλουμένης. εάν ευρεθή ο κλέψας. άξει αυτόν επί την θήραν και ουκ αποτίσει. ο δε κύριος μη ή μετ ‘ αυτού. 7 εάν δε τις δω τω πλησίον αργύριον ή σκεύη φυλάξαι. ο δε τετελευτηκώς αυτω έσται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 132 . 13 εάν δε θηριάλωτον γένηται. και μηδείς γνω. και ο αλούς δια του Θεού αποτίσει διπλούν τω πλησίον· 10 εάν δε τις δω τω πλησίον υποζύγιον ή μόσχον ή πρόβατον ή παν κτήνος φυλάξαι. έσται αυτω αντί του μισθού αυτού. αποτίσει· 15 εάν δε ο κύριος ή μετ ‘ αυτού. διπλά αυτά αποτίσει. ουκ αποτίσει· εάν δε μισθωτός ή. 6 εάν δε εξελθόν πυρ εύρη ακάνθας και προσεμπρήση άλωνα ή στάχυς ή πεδίον. και ουκ αποτίσει. ό. 14 εάν δε αιτήση τις παρά του πλησίον. ουκ έστιν αυτω φόνος· 3 εάν δε ανατείλη ο ήλιος επ ‘ αυτω. αποτίσει ο το πυρ εκκαύσας. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΕΑΝ δε τις κλέψη μόσχον ή πρόβατον και σφάξη ή αποδώται. ανταποθανείται. εάν δε μη υπάρχη αυτω. 4 εάν δε καταληφθή και ευρεθή εν τη χειρί αυτού το κλέμμα από τε όνου έως προβάτου ζώντα. και συντριβή ή αποθάνη ή αιχμάλωτον γένηται. αποτίσει τω κυρίω. 5 εάν δε καταβοσκήση τις αγρόν ή αμπελώνα και αφή το κτήνος αυτού καταβοσκήσαι αγρόν έτερον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ταύρου. 2 εάν δε εν τω διορύγματι ευρεθή ο κλέπτης και πληγείς αποθάνη.τι ουν αν ή. και συντριβή ή τελευτήση ή αιχμάλωτον γένηται. ενώπιον του Θεού ελεύσεται η κρίσις αμφοτέρων. και κλαπή εκ της οικίας του ανθρώπου. προσελεύσεται ο κύριος της οικίας ενώπιον του Θεού και ομείται ή μην μη αυτόν πεπονηρεύσθαι εφ ‘ όλης της παρακαταθήκης του πλησίον. αποτίσει το διπλούν· 8 εάν δε μη ευρεθή ο κλέψας. αποτίσει εκ του αγρού αυτού κατά το γέννημα αυτού· εάν δε πάντα τον αγρόν καταβοσκήση. τα βέλτιστα του αγρού αυτού και τα βέλτιστα του αμπελώνος αυτού αποτίσει. 12 εάν δε κλαπή παρ ‘ αυτού. 9 κατά παν ρητόν αδίκημα.

ουκ έση αυτόν κατεπείγων. 7 από παντός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 133 . 21 και προσήλυτον ου κακώσετε. 4 εάν δε συναντήσης τω βοϊ του εχθρού σου ή τω υποζυγίω αυτού πλανωμένοις. 2 ουκ έση μετά πλειόνων επί κακία. ουδέ μη θλίψητε αυτόν· ήτε γαρ προσήλυτοι εν γη Αιγύπτω. ου συγκαταθήση μετά του αδίκου γενέσθαι μάρτυς άδικος. 30 ούτω ποιήσεις τον μόσχον σου και το πρόβατόν σου και το υποζύγιόν σου· επτά ημέρας έσται υπό την μητέρα. και έσονται αι γυναίκες υμών χήραι και τα παιδία υμών ορφανά. πλήν Κυρίω μόνω. αλλά συναρείς αυτό μετ ‘ αυτού. 28 θεούς ου κακολογήσεις και άρχοντα του λαού σου ου κακώς ερείς. 17 εάν δε ανανεύων ανανεύση και μη βούληται ο πατήρ αυτής δούναι αυτήν αυτω γυναίκα. 26 εάν δε ενεχύρασμα ενεχυράσης το ιμάτιον του πλησίον. εισακούσομαι αυτού· ελεήμων γαρ ειμι. 18 φαρμακούς ου περιποιήσετε. 20 ο θυσιάζων θεοίς θανάτω εξολοθρευθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 16 Εάν δε απατήση τις παρθένον αμνήστευτον και κοιμηθή μετ ‘ αυτής. ωστε εκκλίναι κρίσιν. 5 εάν δε ίδης το υποζύγιον του εχθρού σου πεπτωκός υπό τον γόνον αυτού. 19 παν κοιμώμενον μετά κτήνους. ου προστεθήση μετά πλήθους εκκλίναι μετά των πλειόνων. τη δε ογδόη ημέρα αποδώσεις μοι αυτό. και κρέας θηριάλωτον ουκ έδεσθε. 25 εάν δε αργύριον εκδανείσης τω αδελφω τω πενιχρω παρά σοί. 31 και άνδρες άγιοι έσεσθέ μοι. προ δυσμών ηλίου αποδώσεις αυτω· 27 έστι γαρ τούτο περιβόλαιον αυτού. αποστρέψας αποδώσεις αυτω. ου παρελεύση αυτό. ακοή εισακούσομαι της φωνής αυτών 24 και οργισθήσομαι θυμω και αποκτενώ υμάς μαχαίρα. τω κυνί απορρίψατε αυτό. 6 ου διαστρέψεις κρίμα πένητος εν κρίσει αυτού. μόνον τούτο το ιμάτιον ασχημοσύνης αυτού· εν τίνι κοιμηθήσεται. ουκ επιθήσεις αυτω τόκον. και κεκράξαντες καταβοήσωσι προς με. 29 απαρχάς άλωνος και ληνού σου ου καθυστερήσεις· τα πρωτότοκα των υιών σου δώσεις εμοί. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΟΥ παραδέξη ακοήν ματαίαν. φερνή φερνιεί αυτήν αυτω γυναίκα. 3 και πένητα ουκ ελεήσεις εν κρίσει. αργύριον αποτίσει τω πατρί καθ ‘ όσον εστίν η φερνή των παρθένων. 22 πάσαν χήραν και ορφανόν ου κακώσετε· 23 εάν δε κακία κακώσητε αυτούς. θανάτω αποκτενείτε αυτούς. εάν ουν καταβοήση προς με.

Και όνομα θεών ετέρων ουκ αναμνησθήσεσθε. 19 τας απαρχάς των πρωτογεννημάτων της γης σου εισοίσεις εις τον οίκον Κυρίου του Θεού σου. 16 και εορτήν θερισμού πρωτογεννημάτων ποιήσεις των έργων σου. φυλάξασθε. και φυλάξητε την διαθήκην μου. τα δε υπολειπόμενα έδεται τα άγρια θηρία. 10 Εξ έτη σπερείς την γην σου και συνάξεις τα γεννήματα αυτής· 11 τω δε εβδόμω άφεσιν ποιήσεις και ανήσεις αυτήν. 8 και δώρα ου λήψη· τα γαρ δώρα εκτυφλοί οφθαλμούς βλεπόντων και λυμαίνεται ρήματα δίκαια. 13 πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ρήματος αδίκου αποστήση· αθωον και δίκαιον ουκ αποκτενείς και ου δικαιώσεις τον ασεβή ένεκεν δώρων. ουδέ μη ακουσθή εκ του στόματος υμών. και έδονται οι πτωχοί του έθνους σου. 18 όταν γαρ εκβάλω τα έθνη από προσώπου σου και εμπλατύνω τα όριά σου. 12 εξ ημέρας ποιήσεις τα έργα σου. 21 πρόσεχε σεαυτω και εισάκουε αυτού και μη απείθει αυτω· ου γαρ μη υποστείληταί σε. ων εάν σπείρης εν τω αγρω σου. 14 τρεις καιρούς του ενιαυτού εορτάσατέ μοι. ίνα αναπαύσηται ο βούς σου και το υποζύγιόν σου. ίνα φυλάξη σε εν τη οδω. έσεσθέ μοι λαός περιούσιος από πάντων των εθνών· εμή γαρ εστι πάσα η γη. όσα αν εντείλωμαί σοι. καθάπερ ενετειλάμην σοι. τη δε ημέρα τη εβδόμη ανάπαυσις. ου θύσεις επί ζύμη αίμα θυσιάσματός μου. κατά τον καιρόν του μηνός των νέων· εν γαρ αυτω εξήλθες εξ Αιγύπτου. ου δε μη κοιμηθή στέαρ της εορτής μου έως πρωϊ. και εορτήν συντελείας επ ‘ εξόδου του ενιαυτού εν τη συναγωγή των έργων σου των εκ του αγρού σου. ταύτα τα ρήματα ερείς τοις υιοίς Ισραήλ· εάν ακοή ακούσητε της φωνής μου και ποιήσητε πάντα όσα αν είπω σοι. 17 τρεις καιρούς του ενιαυτού οφθήσεται παν αρσενικόν σου ενώπιον Κυρίου του Θεού σου. ούτω ποιήσεις τον αμπελώνά σου και τον ελαιώνά σου. 15 την εορτήν των αζύμων φυλάξασθε ποιείν· επτά ημέρας έδεσθε άζυμα. εχθρεύσω τοις εχθροίς σου και αντικείσομαι τοις αντικειμένοις σοι· 23 πορεύσεται γαρ ο άγγελός μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 134 . και ίνα αναψύξη ο υιος της παιδίσκης σου και ο προσήλυτος. υμείς δε έσεσθέ μοι βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον. 9 και προσήλυτον ου θλίψετε· υμείς γαρ οίδατε την ψυχήν του προσηλύτου· αυτοί γαρ προσήλυτοι ήτε εν γη Αιγύπτω. ουκ οφθήση ενώπιόν μου κενός. όσα είρηκα προς υμάς. όπως εισαγάγη σε εις την γην. το γαρ όνομά μου εστιν επ ‘ αυτω. ην ητοίμασά σοι. 22 εάν ακοή ακούσητε της εμής φωνής και ποιήσης πάντα. 20 Και ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου. ουχ εψήσεις άρνα εν γάλακτι μητρός αυτού.

31 και θήσω τα όριά σου από της ερυθράς θαλάσσης. και αποστρέψω μαλακίαν αφ ‘ υμών. 28 και αποστελώ τας σφηκίας προτέρας σου. 27 και τον φόβον αποστελώ ηγούμενόν σου και εκστήσω πάντα τα έθνη. 32 ου συγκαταθήση αυτοίς και τοις θεοίς αυτών διαθήκην. 33 και ουκ εγκαθήσονται εν τη γη σου. και εκβαλείς τους Αμορραίους και τους Ευαίους και τους Χαναναίους και τους Χετταίους από σου. ου δε μη λατρεύσης αυτοίς· ου ποιήσεις κατά τα έργα αυτών. 25 και λατρεύσεις Κυρίω τω Θεω σου. ούτοι έσονταί σοι πρόσκομμα. έως της θαλάσσης της Φυλιστιείμ και από της ερήμου έως του μεγάλου ποταμού Ευφράτου· και παραδώσω εις τας χείρας υμών τους εγκαθημένους εν τη γη και εκβαλώ αυτούς από σου. εις ους συ εισπορεύη εις αυτούς. αυτοί δε ουκ εγγιούσιν· ο δε λαός ου συναναβήσεται μετ ‘ αυτών. 3 εισήλθε δε Μωυσής και διηγήσατο τω λαω πάντα τα ρήματα του Θεού και τα δικαιώματα· απεκρίθη δε πας ο λαός φωνή μια λέγοντες· πάντας τους λόγους. και δώσω πάντας τους υπεναντίους σου φυγάδας. και προσκυνήσουσι μακρόθεν τω Κυρίω· 2 και εγγιεί Μωυσής μόνος προς τον Θεόν. και εκτρίψω αυτούς. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ Μωυσή είπεν· ανάβηθι προς τον Κύριον συ και Ααρών και Ναδάβ και Αβιούδ και εβδημήκοντα των πρεσβυτέρων Ισραήλ. ποιήσομεν και ακουσόμεθα. αλλά καθαιρέσει καθελείς και συντρίβων συντρίψεις τας στήλας αυτών. ορθρίσας δε Μωυσής το πρωϊ ωκοδόμησε θυσιαστήριον υπό το όρος και δώδεκα λίθους εις τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 135 . έως αν αυξηθής και κληρονομήσης την γην. 24 ου προσκυνήσεις τοις θεοίς αυτών. 29 ουκ εκβαλώ αυτούς εν ενιαυτω ενί. 30 κατά μικρόν εκβαλώ αυτούς από σου. 26 ουκ έσται άγονος ουδέ στείρα επί της γης σου· τον αριθμόν των ημερών σου αναπληρών αναπληρώσω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηγούμενός σου και εισάξει σε προς τον Αμορραίον και Χετταίον και Φερεζαίον και Χαναναίον και Γεργεσαίον και Ευαίον και Ιεβουσαίον. ίνα μη αμαρτείν σε ποιήσωσι προς με· εάν γαρ δουλεύσης τοις θεοίς αυτών. 4 και έγραψε Μωυσής πάντα τα ρήματα Κυρίου. ίνα μη γένηται η γη έρημος και πολλά γένηται επί σε τα θηρία της γης. και ευλογήσω τον άρτον σου και τον οίνόν σου και το ύδωρ σου. ους ελάλησε Κύριος.

11 και των επιλέκτων του Ισραήλ ου διεφώνησεν ουδέ εις· και ώφθησαν εν τω τόπω του Θεού και έφαγον και έπιον. 7 και λαβών το βιβλίον της διαθήκης ανέγνω εις τα ώτα του λαού. ποιήσομεν και ακουσόμεθα. ας έγραψα νομοθετήσαι αυτοίς. και εκάλυψεν αυτό η νεφέλη εξ ημέρας· και εκάλεσε Κύριος τον Μωυσήν τη ημέρα τη εβδόμη εκ μέσου της νεφέλης. 9 Και ανέβη Μωυσής και Ααρών και Ναδάβ και Αβιούδ και εβδομήκοντα της γερουσίας Ισραήλ 10 και είδον τον τόπον. τον νόμον και τας εντολάς. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ειπόν τοις υιοίς Ισραήλ. το δε ήμισυ του αίματος προσέχεε προς το θυσιαστήριον. 16 και κατέβη η δόξα του Θεού επί το όρος το Σινά. οίς αν δόξη τη καρδία. 13 και αναστάς Μωυσής και Ιησούς ο παρεστηκώς αυτω ανέβησαν εις το όρος του Θεού· 14 και τοις πρεσβυτέροις είπαν· ησυχάζετε αυτού. και λήψεσθε τας απαρχάς μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώδεκα φυλάς του Ισραήλ· 5 και εξαπέστειλε τους νεανίσκους των υιών Ισραήλ. 18 και εισήλθε Μωυσής εις το μέσον της νεφέλης και ανέβη εις το όρος και ην εκεί εν τω όρει τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. ης διέθετο Κύριος προς υμάς περί πάντων των λόγων τούτων. 8 λαβών δε Μωυσής το αίμα κατεσκέδασε του λαού και είπεν· ιδού το αίμα της διαθήκης. 12 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ανάβηθι προς με εις το όρος και ίσθι εκεί· και δώσω σοι τα πυξία τα λίθινα. και ανήνεγκαν ολοκαυτώματα και έθυσαν θυσίαν σωτηρίου τω Θεω μοσχάρια. και εκάλυψεν η νεφέλη το όρος. και λάβετε απαρχάς παρά πάντων. έως αναστρέψωμεν προς υμάς· και ιδού Ααρών και Ωρ μεθ ‘ υμών· εάν τινι συμβή κρίσις. ου ειστήκει ο Θεός του Ισραήλ· και τα υπό τους πόδας αυτού ωσεί έργον πλίνθου σαπφείρου και ωσπερ είδος στερεώματος του ουρανού τη καθαριότητι. προσπορευέσθωσαν αυτοίς. 6 λαβών δε Μωυσής το ήμισυ του αίματος ενέχεεν εις κρατήρας. 17 το δε είδος της δόξης Κυρίου ωσεί πυρ φλέγον επί της κορυφής του όρους εναντίον των υιών Ισραήλ. 15 και ανέβη Μωυσής και Ιησούς εις το όρος. 3 και αύτη εστίν η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 136 . και είπαν· πάντα όσα ελάλησε Κύριος.

όσα εάν εντείλωμαί σοι προς τους υιούς Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απαρχή. και οφθήσομαι εν υμίν· 8 και ποιήσεις μοι κατά πάντα όσα σοι δεικνύω εν τω όρει. και τα πρόσωπα αυτών εις άλληλα· εις το ιλαστήριον έσονται τα πρόσωπα των Χερουβίμ. 17 και ποιήσεις δύο Χερουβίμ χρυσοτορευτά και επιθήσεις αυτά εξ αμφοτέρων των κλιτών του ιλαστηρίου. 23 και ποιήσεις αυτη στρεπτά κυμάτια χρυσά κύκλω. 12 ποιήσεις δε αναφορείς ξύλα άσηπτα και καταχρυσώσεις αυτά χρυσίω· 13 και εισάξεις τους αναφορείς εις τους δακτυλίους τους εν τοις κλίτεσι της κιβωτού αίρειν την κιβωτόν εν αυτοίς· 14 εν τοις δακτυλίοις της κιβωτού έσονται οι αναφορείς ακίνητοι. 18 ποιηθήσονται Χερούβ εις εκ του κλίτους τούτου και Χερούβ εις εκ του κλίτους του δευτέρου του ιλαστηρίου· και ποιήσεις τους δύο Χερουβίμ επί τα δύο κλίτη. 20 και επιθήσεις το ιλαστήριον επί την κιβωτόν άνωθεν· και εις την κιβωτόν εμβαλείς τα μαρτύρια. α αν δω σοι. 16 και ποιήσεις ιλαστήριον επίθεμα χρυσίου καθαρού. 11 και ελάσεις αυτη τέσσαρας δακτυλίους χρυσούς και επιθήσεις επί τα τέσσαρα κλίτη. 19 έσονται οι Χερουβίμ εκτείνοντες τας πτέρυγας επάνωθεν. συσκιάζοντες εν ταις πτέρυξιν αυτών επί του ιλαστηρίου. 10 και καταχρυσώσεις αυτήν χρυσίω καθαρω. 7 και ποιήσεις μοι αγίασμα. ην λήψεσθε παρ ‘ αυτών· χρυσίον και αργύριον και χαλκόν 4 και υάκινθον και πορφύραν και κόκκινον διπλούν και βύσσον κεκλωσμένην και τρίχας αιγείας 5 και δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα και δέρματα υακίνθινα και ξύλα άσηπτα 6 και λίθους σαρδίου και λίθους εις την γλυφήν εις την επωμίδα και τον ποδήρη. 22 Και ποιήσεις τράπεζαν χρυσήν χρυσίου καθαρού. 25 και ποιήσεις τέσσαρας δακτυλίους χρυσούς και επιθήσεις τους τέσσαρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 137 . 9 Και ποιήσεις κιβωτόν μαρτυρίου εκ ξύλων ασήπτων. 21 και γνωσθήσομαί σοι εκείθεν και λαλήσω σοι άνωθεν του ιλαστηρίου ανά μέσον των δύο Χερουβίμ των όντων επί της κιβωτού του μαρτυρίου και κατά πάντα. δύο πήχεων και ημίσους το μήκος και πήχεως και ημίσους το πλάτος. δύο πήχεων το μήκος και πήχεως το εύρος και πήχεως και ημίσους το ύψος. α αν δω σοι. δύο δακτυλίους επί το κλίτος το εν και δύο δακτυλίους επί το κλίτος το δεύτερον. 15 και εμβαλείς εις την κιβωτόν τα μαρτύρια. έσωθεν και έξωθεν χρυσώσεις αυτήν· και ποιήσεις αυτη κυμάτια χρυσά στρεπτά κύκλω. και ποιήσεις αυτη στεφάνην παλαιστού κύκλω· 24 και ποιήσεις στρεπτόν κυμάτιον τη στεφάνη κύκλω. το παράδειγμα της σκηνής και το παράδειγμα πάντων των σκευών αυτής· ούτω ποιήσεις. δύο πήχεων και ημίσους το μήκος και πήχεως και ημίσους το πλάτος και πήχεως και ημίσους το ύψος.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δακτυλίους επί τα τέσσερα μέρη των ποδών αυτής υπό την στεφάνην. και αρθήσεται εν αυτοίς η τράπεζα. 2 μήκος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 138 . 32 και τρεις κρατήρες εκτετυπωμένοι καρυϊσκους εν τω ενί καλαμίσκω. ωστε αίρειν εν αυτοίς την τράπεζαν. 39 πάντα τα σκεύη ταύτα τάλαντον χρυσίου καθαρού. εν οίς σπείσεις εν αυτοίς· εκ χρυσίου καθαρού ποιήσεις αυτά. 36 οι σφαιρωτήρες και οι καλαμίσκοι εξ αυτής έστωσαν· όλη τορευτή εξ ενός χρυσίου καθαρού. 35 και εν τη λυχνία τέσσαρες κρατήρες εκτετυπωμένοι καρυϊσκους. τρεις καλαμίσκοι της λυχνίας εκ του κλίτους του ενός αυτής και τρεις καλαμίσκοι της λυχνίας εκ του κλίτους του δευτέρου. τορευτήν ποιήσεις την λυχνίαν· ο καυλός αυτής και οι καλαμίσκοι και οι κρατήρες και οι σφαιρωτήρες και τα κρίνα εξ αυτής έσται. και σφαιρωτήρ υπό τους τέσσαρας καλαμίσκους εξ αυτής· ούτω τοις εξ καλαμίσκοις τοις εκπορευομένοις εκ της λυχνίας. 27 και ποιήσεις τους αναφορείς εκ ξύλων ασήπτων και καταχρυσώσεις αυτούς χρυσίω καθαρω. 28 και ποιήσεις τα τρυβλία αυτής και τας θυϊσκας και τα σπονδεία και τους κιάθους. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ την σκηνήν ποιήσεις δέκα αυλαίας εκ βύσσου κεκλωσμένης και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου· Χερουβίμ εργασία υφάντου ποιήσεις αυτάς. 37 και ποιήσεις τους λύχνους αυτής επτά· και επιθήσεις τους λύχνους. σφαιρωτήρ και κρίνον· ούτω τοις εξ καλαμίσκοις τοις εκπορευομένοις εκ της λυχνίας. 40 όρα. 31 εξ δε καλαμίσκοι εκπορευόμενοι εκ πλαγίων. 26 και έσονται οι δακτύλιοι εις θήκας τοις αναφορεύσιν. 33 και εν τη λυχνία τέσσαρες κρατήρες εκτετυπωμένοι καρυϊσκους· εν τω ενί καλαμίσκω σφαιρωτήρες και τα κρίνα αυτής. 38 και τον επαρυστήρα αυτής και τα υποθέματα αυτής εκ χρυσίου καθαρού ποιήσεις. 29 και επιθήσεις επί την τράπεζαν άρτους ενωπίους εναντίον μου διαπαντός. ποιήσεις κατά τον τύπον τον δεδειγμένον σοι εν τω όρει. 30 Και ποιήσεις λυχνίαν εκ χρυσίου καθαρού. 34 ο σφαιρωτήρ υπό τους δύο καλαμίσκους εξ αυτής. και φανούσιν εκ του ενός προσώπου.

εκ του μήκους των δέρρεων της σκηνής. έσται συγκαλύπτον επί τα πλάγια της σκηνής ένθεν και ένθεν. και επικαλύμματα δέρματα υακίνθινα επάνωθεν. και τεσσάρων πήχεων το εύρος της δέρρεως της μιάς· το αυτό μέτρον έσται ταις ένδεκα δέρρεσι. και πήχεως ενός και ημίσους το πλάτος του στύλου του ενός. 18 και ποιήσεις στύλους τη σκηνή. 15 και ποιήσεις στύλους της σκηνής εκ ξύλων ασήπτων. 11 και ποιήσεις κρίκους χαλκούς πεντήκοντα. είκοσι στύλους. 4 και ποιήσεις αυταίς αγκύλας υακινθίνας επί του χείλους της αυλαίας της μιάς εκ του ενός μέρους εις την συμβολήν και ούτω ποιήσεις επί του χείλους της αυλαίας της εξωτέρας προς τη συμβολή τη δευτέρα. 8 το μήκος της δέρρεως της μιάς. της ανά μέσον κατά συμβολήν. και συνάψεις τας δέρρεις. ίνα καλύπτη. 3 πέντε δε αυλαίαι έσονται εξ αλλήλων εχόμεναι η ετέρα εκ της ετέρας. 14 και ποιήσεις κατακάλυμμα τη σκηνή δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα. το ήμισυ της δέρρεως το υπολελειμμένον υποκαλύψεις εις το πλεονάζον των δέρρεων της σκηνής. είκοσι στύλους εκ του κλίτους του προς βορράν. και πήχυν εκ τούτου. και πεντήκοντα αγκύλας ποιήσεις εκ του μέρους της αυλαίας κατά την συμβολήν της δευτέρας. εκ του υπερέχοντος των δέρρεων. και συνάψεις τας αυλαίας ετέραν τη ετέρα τοις κρίκοις. 12 και υποθήσεις το πλεονάζον εν ταις δέρρεσι της σκηνής. και πεντήκοντα αγκύλας ποιήσεις επί του χείλους της δέρρεως. και συνάψεις τους κρίκους εκ των αγκυλών. 10 και ποιήσεις αγκύλας πεντήκοντα επί του χείλους της δέρρεως της μιάς. της συναπτούσης της δευτέρας. 9 και συνάψεις τας πέντε δέρρεις επί το αυτό. και πέντε αυλαίαι έσονται συνεχόμενοι ετέρα τη ετέρα. 21 και τεσσαράκοντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 139 . αντιπίπτοντας έτερον τω ετέρω. 19 και τεσσαράκοντα βάσεις αργυράς ποιήσεις τοις είκοσι στύλοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της αυλαίας της μιάς οκτώ και είκοσι πήχεων και εύρος τεσσάρων πήχεων η αυλαία η μία έσται· μέτρον το αυτό έσται πάσαις ταις αυλαίαις. και τας εξ δέρρεις επί το αυτό. 5 πεντήκοντα αγκύλας ποιήσεις τη αυλαία τη μια. υποκαλύψεις οπίσω της σκηνής. και έσται εν. 17 δύο αγκωνίσκους τω στύλω τω ενί. και επιδιπλώσεις την δέρριν την έκτην κατά πρόσωπον της σκηνής. και έσται η σκηνή μία. 16 δέκα πήχεων ποιήσεις τον στύλον τον ένα. 20 και το κλίτος το δεύτερον το προς νότον. 6 και ποιήσεις κρίκους πεντήκοντα χρυσούς. αντιπρόσωποι αντιπίπτουσαι αλλήλαις εις εκάστην. 13 πήχυν εκ τούτου. και δύο βάσεις τω στύλω τω ενί εις αμφότερα τα μέρη αυτού. δύο βάσεις τω στύλω τω ενί εις αμφότερα τα μέρη αυτού. ένδεκα δέρρεις ποιήσεις αυτάς. ούτω ποιήσεις πάσι τοις στύλοις της σκηνής. 7 και ποιήσεις δέρρεις τριχίνας σκέπην επί της σκηνής. τριάκοντα πήχεων.

και εισοίσεις εκεί εσώτερον του καταπετάσματος την κιβωτόν του μαρτυρίου. κατά το αυτό έσονται ίσοι εκ των κεφαλών εις σύμβλησιν μίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βάσεις αυτών αργυράς. και δύο βάσεις τω στύλω τω ενί εις αμφότερα τα μέρη αυτού. και πορφύρας. και αι βάσεις αυτών τέσσαρες αργυραί. 24 και έσται εξ ίσου κάτωθεν. και καταχρυσώσεις τους μοχλούς χρυσίω. και χωνεύσεις αυτοίς πέντε βάσεις χαλκάς. 36 και ποιήσεις επίσπαστρον τη θύρα της σκηνής εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου και βύσσου κεκλωσμένης. έργον υφαντόν ποιήσεις αυτό Χερουβίμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 140 . 37 και ποιήσεις τω καταπετάσματι πέντε στύλους και χρυσώσεις αυτούς χρυσίω. 27 και πέντε μοχλούς τω στύλω τω ενί κλίτει της σκηνής τω δευτέρω. και διοριεί το καταπέτασμα υμίν ανά μέσον του αγίου και ανά μέσον του αγίου των αγίων. 35 και θήσεις την τράπεζαν έξωθεν του καταπετάσματος και την λυχνίαν απέναντι της τραπέζης επί μέρους της σκηνής το προς νότον και την τράπεζαν θήσεις επί μέρους της σκηνής το προς βορράν. 23 και δύο στύλους ποιήσεις επί των γωνιών της σκηνής εκ των οπισθίων. 34 και κατακαλύψεις τω καταπετάσματι την κιβωτόν του μαρτυρίου εν τω αγίω των αγίων. 33 και θήσεις το καταπέτασμα επί των στύλων. ίσαι έστωσαν. 30 και αναστήσεις την σκηνήν κατά το είδος το δεδειγμένον σοι εν τω όρει. 26 και ποιήσεις μοχλούς εκ ξύλων ασήπτων· πέντε τω ενί στύλω εκ του ενός μέρους της σκηνής. και βύσσου νενησμένης. 25 και έσονται οκτώ στύλοι. και αι βάσεις αυτών αργυραί δέκα εξ. δύο βάσεις τω ενί στύλω εις αμφότερα τα μέρη αυτού. ούτω ποιήσεις αμφοτέραις ταις δυσί γωνίαις. δύο βάσεις τω στύλω τω ενί εις αμφότερα τα μέρη αυτού. 28 και ο μοχλός ο μέσος αναμέσον των στύλων διικνείσθω από του ενός κλίτους εις το έτερον κλίτος. και πέντε μοχλούς τω στύλω τω οπισθίω τω κλίτει της σκηνής τω προς θάλασσαν. 32 και επιθήσεις αυτό επί τεσσάρων στύλων ασήπτων κεχρυσωμένων χρυσίω. 31 και ποιήσεις καταπέτασμα εξ υακίνθου. 22 και εκ των οπίσω της σκηνής κατά το μέρος το προς θάλασσαν ποιήσεις εξ στύλους. και αι κεφαλίδες αυτών χρυσαί. 29 και τους στύλους καταχρυσώσεις χρυσίω. και κοκκίνου κεκλωσμένου. και δύο βάσεις τω στύλω τω ενί. και τους δακτυλίους ποιήσεις χρυσούς. έργον ποικιλτού. εις ους εισάξεις τους μοχλούς. και αι κεφαλίδες αυτών χρυσαί.

πέντε πήχεων το μήκος και πέντε πήχεων το εύρος. 4 και ποιήσεις αυτω εσχάραν έργω δικτυωτω χαλκήν· και ποιήσεις τη εσχάρα τέσσαρας δακτυλίους χαλκούς υπό τα τέσσαρα κλίτη. 16 και τη πύλη της αυλής κάλυμμα. και αι βάσεις αυτών περιηργυρωμέναι αργυρίω. 13 και εύρος της αυλής της προς νότον. και βάσεις αυτών δέκα. 2 και ποιήσεις τα κέρατα επί των τεσσάρων γωνιών· εξ αυτού έσται τα κέρατα· και καλύψεις αυτά χαλκω. 15 και το κλίτος το δεύτερον δεκαπέντε πήχεων των ιστίων το ύψος· στύλοι αυτών τρεις. ούτω ποιήσεις αυτό. και οι κρίκοι αυτών και αι ψαλίδες αργυραί. 9 Και ποιήσεις αυλήν τη σκηνή· εις το κλίτος το προς λίβα ιστία της αυλής εκ βύσσου κεκλωσμένης. 7 και εισάξεις τους αναφορείς εις τους δακτυλίους. 6 και ποιήσεις τω θυσιαστηρίω αναφορείς εκ ξύλων ασήπτων και περιχαλκώσεις αυτούς χαλκω. εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου και βύσσου κεκλωσμένης τη ποικιλία του ραφιδευτού· στύλοι αυτών τέσσαρες και αι βάσεις αυτών τέσσαρες. 5 και υποθήσεις αυτούς υπό την εσχάραν του θυσιαστηρίου κάτωθεν· έσται δε η εσχάρα έως του ημίσους του θυσιαστηρίου. 17 πάντες οι στύλοι της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 141 . είκοσι πήχεων το ύψος. και αι βάσεις αυτών τρεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΞΟΔΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ ποιήσεις θυσιαστήριον εκ ξύλων ασήπτων. και οι κρίκοι και αι ψαλίδες των στύλων. και βάσεις αυτών δέκα. και αι βάσεις αυτών τρεις. 3 και ποιήσεις στεφάνην τω θυσιαστηρίω και τον καλυπτήρα αυτού και τας φιάλας αυτού και τας κρεάγρας αυτού και το πυρείον αυτού· και πάντα τα σκεύη αυτού ποιήσεις χαλκά. 8 κοίλον σανιδωτόν ποιήσεις αυτό· κατά το παραδεχθέν σοι εν τω όρει. 11 ούτως τω κλίτει τω προς απηλιώτην ιστία. τετράγωνον έσται το θυσιαστήριον. 14 και πεντεκαίδεκα πήχεων το ύψος των ιστίων τω κλίτει τω ενί· στύλοι αυτών τρεις. εκατόν πήχεων μήκος· και οι στύλοι αυτών είκοσι και αι βάσεις αυτών είκοσι χαλκαί. μήκος εκατόν πήχεων τω ενί κλίτει· 10 και οι στύλοι αυτών είκοσι. και έστωσαν αναφορείς κατά πλευρά του θυσιαστηρίου εν τω αίρειν αυτό. 12 το δε εύρος της αυλής το κατά θάλασσαν ιστία πεντήκοντα πήχεων· στύλοι αυτών δέκα. και τριών πήχεων το ύψος αυτού. ιστία πεντήκοντα πήχεων· στύλοι αυτών δέκα. και αι βάσεις αυτών είκοσι χαλκαί.

ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ συ προσαγάγου προς σεαυτόν τον τε Ααρών τον αδελφόν σου και τους υιούς αυτού εκ των υιών Ισραήλ ιερατεύειν μοι. κατά την ποίησιν εξ αυτού έσται εκ χρυσίου καθαρού και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης· 9 και λήψη τους δύο λίθους. και ύψος πέντε πήχεων. και αι βάσεις αυτών χαλκαί. λίθους σμαράγδου. 20 Και συ σύνταξον τοις υιοίς Ισραήλ και λαβέτωσάν σοι έλαιον εξ ελαιών άτρυγον καθαρόν κεκομμένον εις φως καύσαι. Ααρών και Ναδάβ και Αβιούδ και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ υιούς Ααρών. και ποιήσουσι την στολήν την αγίαν Ααρών εις το άγιον. εν ή ιερατεύσει μοι. ίνα καίηται λύχνος διαπαντός. επί τοις δυσί μέρεσιν εξηρτημέναι· 8 και το ύφασμα των επωμίδων. έργον υφαντόν ποικιλτού· 7 δύο επωμίδες συνέχουσαι έσονται αυτω ετέρα την ετέραν. 5 και αυτοί λήψονται το χρυσίον και τον υάκινθον και την πορφύραν και το κόκκινον και την βύσσον. εκ βύσσου κεκλωσμένης. και αι κεφαλίδες αυτών αργυραί. 4 και αύται αι στολαί. 2 και ποιήσεις στολήν αγίαν Ααρών τω αδελφω σου εις τιμήν και δόξαν. 6 και ποιήσουσι την επωμίδα εκ βύσσου κεκλωσμένης. 10 εξ ονόματα επί τον λίθον τον ένα και τα εξ ονόματα τα λοιπά επί τον λίθον τον δεύτερον κατά τας γενέσεις αυτών. ό εστιν επ ‘ αυτω. και αι βάσεις αυτών χαλκαί. και γλύψεις εν αυτοίς τα ονόματα των υιών Ισραήλ. ας ποιήσουσι· το περιστήθιον και την επωμίδα και τον ποδήρη και χιτώνα κοσυμβωτόν και κίδαριν και ζώνην· και ποιήσουσι στολάς αγίας Ααρών και τοις υιοίς αυτού εις το ιερατεύειν μοι. και εύρος πεντήκοντα επί πεντήκοντα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 142 . 18 το δε μήκος της αυλής εκατόν εφ ‘ εκατόν. 3 και συ λάλησον πάσι τοις σοφοίς τη διανοία. ους ενέπλησαν πνεύματος σοφίας και αισθήσεως. 21 εν τη σκηνή του μαρτυρίου έξωθεν του καταπετάσματος του επί της διαθήκης καύσει αυτό Ααρών και οι υιοί αυτού αφ ‘ εσπέρας έως πρωϊ εναντίον Κυρίου· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών παρά των υιών Ισραήλ. 19 και πάσα η κατασκευή και πάντα τα εργαλεία και οι πάσσαλοι της αυλής χαλκοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυλής κύκλω κατηργυρωμένοι αργυρίω. 11 έργον λιθουργικής τέχνης.

μνημόσυνον περί αυτών. έργον ποικιλτού· κατά τον ρυθμόν της επωμίδος ποιήσεις αυτό· εκ χρυσίου και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου και βύσσου κεκλωσμένης ποιήσεις αυτό. καταμεμιγμένα εν άνθεσιν. λιγύριον. 22 και ποιήσεις επί το λογείον κρωσσούς συμπεπλεγμένους. ώαν έχον κύκλω του περιστομίου. έκαστος κατά το όνομα. ωσεί εξανθούσης ρόας ροϊσκους εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης επί του λώματος του υποδύτου κύκλω· το αυτό είδος ροϊσκους χρυσούς και κώδωνας αναμέσον τούτων περικύκλω· 30 παρά ροϊσκον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 143 . 15 και ποιήσεις λογείον των κρίσεων. έστωσαν εις δεκαδύο φυλάς. άνθραξ και σάπφειρος και ίασπις· 19 και ο στίχος ο τρίτος. 29 και ποιήσεις επί το λώμα του υποδύτου κάτωθεν. αχάτης και αμέθυστος· 20 και ο στίχος ο τέταρτος. όταν εισπορεύηται εις το άγιον έναντι Κυρίου. έργον αλυσιδωτόν εκ χρυσίου καθαρού. μνημόσυνον εναντίον του Θεού. σάρδιον. σπιθαμής το μήκος αυτού και σπιθαμής το εύρος. και έσται επί του στήθους Ααρών. συνδεδεμένα εν χρυσίω. έστωσαν κατά στίχον αυτών. χρυσόλιθος και βηρύλλιον και ονύχιον· περικεκαλυμμένα χρυσίω. διπλούν. 12 και θήσεις τους δύο λίθους επί των ώμων της επωμίδος· λίθοι μνημοσύνου εισί τοις υιοίς Ισραήλ· και αναλήψεται Ααρών τα ονόματα των υιών Ισραήλ έναντι Κυρίου επί των δύο ώμων αυτού. 16 τετράγωνον έσται. στίχος λίθων έσται. 28 και έσται το περιστόμιον εξ αυτού μέσον. 23 και λήψεται Ααρών τα ονόματα των υιών Ισραήλ επί του λογείου της κρίσεως επί του στήθους. διαγλύψεις τους δύο λίθους επί τοις ονόμασι των υιών Ισραήλ. 21 και οι λίθοι έστωσαν εκ των ονομάτων των υιών Ισραήλ δεκαδύο κατά τα ονόματα αυτών· γλυφαί σφραγίδων. και οίσει Ααρών τας κρίσεις των υιών Ισραήλ επί του στήθους έναντι Κυρίου διαπαντός. 24 και θήσεις επί το λογείον της κρίσεως τους κρωσσούς· τα αλυσιδωτά επ ‘ αμφοτέρων των κλιτών του λογείου επιθήσεις 25 και τας δύο ασπιδίσκας επιθήσεις επ ‘ αμφοτέρους τους ώμους της επωμίδος κατά πρόσωπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γλύμμα σφραγίδος. 13 και ποιήσεις ασπιδίσκας εκ χρυσίου καθαρού· 14 και ποιήσεις δύο κροσσωτά εκ χρυσίου καθαρού. την συμβολήν συνυφασμένην εξ αυτού. τοπάζιον και σμάραγδος. έργον υφάντου. έργον πλοκής· και επιθήσεις τα κροσσωτά τα πεπλεγμένα επί τας ασπιδίσκας κατά τας παρωμίδας αυτών εκ των εμπροσθίων. 27 και ποιήσεις υποδύτην ποδήρη όλον υακίνθινον. 17 και καθυφανείς εν αυτω ύφασμα κατάλιθον τετράστιχον. ίνα μη ραγή. 26 και επιθήσεις επί το λογείον της κρίσεως την δήλωσιν και την αλήθειαν. εισιόντι εις το άγιον. ο στίχος ο εις· 18 και ο στίχος ο δεύτερος.

31 και έσται Ααρών εν τω λειτουργείν ακουστή η φωνή αυτού. α ποιήσεις αυτοίς αγιάσαι αυτούς. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ ταύτά εστιν. και εξαρεί Ααρών τα αμαρτήματα των αγίων. 34 και έσται επί του μετώπου Ααρών. 6 και επιθήσεις την μίτραν επί την κεφαλήν αυτού και επιθήσεις το πέταλον το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 144 . ίνα μη αποθάνωσι· νόμιμον αιώνιον αυτω και τω σπέρματι αυτού μετ ‘ αυτόν. 36 και τοις υιοίς Ααρών ποιήσεις χιτώνας και ζώνας και κιδάρεις ποιήσεις αυτοίς εις τιμήν και δόξαν. 3 και επιθήσεις αυτά επί κανούν εν και προσοίσεις αυτά επί τω κανω και το μοσχάριον και τους δύο κριούς. δεκτόν αυτοίς έναντι Κυρίου. εισιόντι εις το άγιον έναντι Κυρίου και εξιόντι. ίνα μη αποθάνη. έργον ποικιλτού. 4 και Ααρών και τους υιούς αυτού προσάξεις επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και λούσεις αυτούς εν ύδατι. και ουκ επάξονται προς εαυτούς αμαρτίαν. 32 και ποιήσεις πέταλον χρυσούν καθαρόν και εκτυπώσεις εν αυτω εκτύπωμα σφραγίδος Αγίασμα Κυρίου. παντός δόματος των αγίων αυτών· και έσται επί του μετώπου Ααρών διαπαντός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χρυσούν κώδωνα και άνθινον επί του λώματος του υποδύτου κύκλω. ωστε ιερατεύειν μοι αυτούς. όσα αν αγιάσωσιν οι υιοί Ισραήλ. 37 και ενδύσεις αυτά Ααρών τον αδελφόν σου. 33 και επιθήσεις αυτό επί υακίνθου κεκλωσμένης. ως αν εισπορεύωνται εις την σκηνήν του μαρτυρίου ή όταν προσπορεύωνται λειτουργείν προς το θυσιαστήριον του αγίου. 35 και οι κοσυμβωτοί των χιτώνων εκ βύσσου· και ποιήσεις κίδαριν βυσσίνην και ζώνην ποιήσεις. και τους υιούς αυτού μετ ‘ αυτού· και χρίσεις αυτούς και εμπλήσεις αυτών τας χείρας και αγιάσεις αυτούς. 5 και λαβών τας στολάς ενδύσεις Ααρών τον αδελφόν σου και τον χιτώνα τον ποδήρη και την επωμίδα και το λογείον και συνάψεις αυτω το λογείον προς την επωμίδα. και έσται επί της μίτρας· κατά πρόσωπον της μίτρας έσται. 39 και έξει Ααρών αυτά και υιοί αυτού. 38 και ποιήσεις αυτοίς περισκελή λινά καλύψαι ασχημοσύνην χρωτός αυτών· από οσφύος έως μηρών έσται. ίνα ιερατεύωσί μοι. λήψη μοσχάριον εκ βοών εν και κριούς αμώμους δύο 2 και άρτους αζύμους πεφυραμένους εν ελαίω και λάγανα άζυμα κεχρισμένα εν ελαίω· σεμίδαλιν εκ πυρών ποιήσεις αυτά.

και επιθήσουσιν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του μόσχου έναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου· 11 και σφάξεις τον μόσχον έναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 22 και λήψη από του κριού το στέαρ αυτού και το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν και τον λοβόν του ήπατος και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών και τον βραχίονα τον δεξιόν· έστι γαρ τελείωσις αύτη· 23 και άρτον ένα εξ ελαίου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 145 . 8 και τους υιούς αυτού προσάξεις και ενδύσεις αυτούς χιτώνας 9 και ζώσεις αυτούς ταις ζώναις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αγίασμα επί τη μίτραν. ολοκαύτωμα τω Κυρίω εις οσμήν ευωδίας· θυσίασμα Κυρίω εστί. 13 και λήψη παν το στέαρ το επί της κοιλίας και τον λοβόν του ήπατος και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών και επιθήσεις επί το θυσιαστήριον. και τελειώσεις Ααρών τας χείρας αυτού και τας χείρας των υιών αυτού. και έσται αυτοίς ιερατεία μοι εις τον αιώνα. και επιθήσει Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού· 20 και σφάξεις αυτόν. και επί τους λοβούς των ώτων των υιών αυτού των δεξιών και επί τα άκρα των χειρών αυτών των δεξιών και επί τα άκρα των ποδών αυτών των δεξιών. 21 και λήψη από του αίματος του από του θυσιαστηρίου και από του ελαίου της χρίσεως και ρανείς επί Ααρών και επί την στολήν αυτού και επί τους υιούς αυτού και επί τας στολάς των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. και επιθήσουσιν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού· 16 και σφάξεις αυτόν και λαβών το αίμα προσχεείς προς το θυσιαστήριον κύκλω. και περιθήσεις αυτοίς τας κιδάρεις. 10 και προσάξεις τον μόσχον επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 15 και τον κριόν λήψη τον ένα. 17 και τον κριόν διχοτομήσεις κατά μέλη και πλυνείς τα ενδόσθια και τους πόδας ύδατι και επιθήσεις επί τα διχοτομήματα συν τη κεφαλή. 19 και λήψη τον κριόν τον δεύτερον. 12 και λήψη από του αίματος του μόσχου και θήσεις επί των κεράτων του θυσιαστηρίου τω δακτύλω σου· το δε λοιπόν παν αίμα εκχεείς παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου. και αγιασθήσεται αυτός και η στολή αυτού και οι υιοί αυτού και αι στολαί των υιών αυτού μετ ‘ αυτού· το δε αίμα του κριού προσχεείς προς το θυσιαστήριον κύκλω. 7 και λήψη του ελαίου του χρίσματος και επιχεείς αυτό επί την κεφαλήν αυτού και χρίσεις αυτόν. 18 και ανοίσεις όλον τον κριόν επί το θυσιαστήριον. και λήψη του αίματος αυτού και επιθήσεις επί τον λοβόν του ωτός Ααρών του δεξιού και επί το άκρον της δεξιάς χειρός και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. 14 τα δε κρέατα του μόσχου και το δέρμα και την κόπρον κατακαύσεις πυρί έξω της παρεμβολής· αμαρτίας γαρ εστι.

37 επτά ημέρας καθαριείς το θυσιαστήριον και αγιάσεις αυτό. 36 και το μοσχάριον της αμαρτίας ποιήσεις τη ημέρα του καθαρισμού και καθαριείς το θυσιαστήριον εν τω αγιάζειν σε επ ‘ αυτω και χρίσεις αυτό ωστε αγιάσαι αυτό. 27 και αγιάσεις το στηθύνιον αφόρισμα και τον βραχίονα του αφαιρέματος. όσα ενετειλάμην σοι· επτά ημέρας τελειώσεις τας χείρας αυτών. 32 και έδονται Ααρών και οι υιοί αυτού τα κρέα του κριού και τους άρτους τους εν τω κανω παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου· 33 έδονται αυτά. 39 τον αμνόν τον ένα ποιήσεις το πρωϊ και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το δειλινόν· 40 και δέκατον σεμιδάλεως πεφυραμένης εν ελαίω κεκομμένω τω τετάρτω του είν και σπονδήν το τέταρτον του είν οίνου τω αμνω τω ενί· 41 και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το δειλινόν. κατακαύσεις τα λοιπά πυρί· ου βρωθήσεται. αφαίρεμα Κυρίω. κάρπωμα ενδελεχισμού. και αλλογενής ουκ έδεται απ ‘ αυτών· έστι γαρ άγια. ος εισελεύσεται εις την σκηνήν του μαρτυρίου λειτουργείν εν τοις αγίοις. ος αφώρισται και ος αφήρηται από του κριού της τελειώσεως από του Ααρών και από των υιών αυτού. 38 Και ταύτά εστιν. αγίασμα γαρ εστι. 28 και έσται Ααρών και τοις υιοίς αυτού νόμιμον αιώνιον παρά των υιών Ισραήλ· έστι γαρ αφαίρεμα τούτο και αφαίρεμα έσται παρά των υιών Ισραήλ από των θυμάτων των σωτηρίων των υιών Ισραήλ. 25 και λήψη αυτά εκ των χειρών αυτών και ανοίσεις επί το θυσιαστήριον της ολοκαυτώσεως εις οσμήν ευωδίας έναντι Κυρίου· κάρπωμά εστι Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λάγανον εν από του κανού των αζύμων των προτεθειμένων έναντι Κυρίου 24 και επιθήσεις τα πάντα επί τας χείρας Ααρών και επί τας χείρας των υιών αυτού και αφοριείς αυτά αφόρισμα έναντι Κυρίου. 35 και ποιήσεις Ααρών και τοις υιοίς αυτού ούτω κατά πάντα. α ποιήσεις επί του θυσιαστηρίου· αμνούς ενιαυσίους αμώμους δύο την ημέραν επί το θυσιαστήριον ενδελεχώς. έσται τοις υιοίς αυτού μετ ‘ αυτόν. αγιάσαι αυτούς. 34 εάν δε καταλειφθή από των κρεών της θυσίας της τελειώσεως και των άρτων έως πρωϊ. εν οίς ηγιάσθησαν εν αυτοίς τελειώσαι τας χείρας αυτών. κατά την θυσίαν την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 146 . και έσται το θυσιαστήριον άγιον του αγίου· πας ο απτόμενος του θυσιαστηρίου αγιασθήσεται. 31 και τον κριόν της τελειώσεως λήψη και εψήσεις τα κρέα εν τόπω αγίω. ό εστιν Ααρών. ή εστιν Ααρών. χρισθήναι αυτούς εν αυτοίς και τελειώσαι τας χείρας αυτών. και έσται σοι εν μερίδι. 29 και η στολή του αγίου. 26 και λήψη το στηθύνιον από του κριού της τελειώσεως. και αφοριείς αυτό αφόρισμα έναντι Κυρίου. 30 επτά ημέρας ενδύσεται αυτά ο ιερεύς ο αντ ‘ αυτού εκ των υιών αυτού.

εν οίς γνωσθήσομαί σοι εκείθεν. ωστε λαλήσαί σοι. θυμιάσει επ ‘ αυτού· θυμίαμα ενδελεχισμού δια παντός έναντι Κυρίου εις γενεάς αυτών. 8 και όταν εξάπτη Ααρών τους λύχνους οψέ. και δύο πήχεων το ύψος· εξ αυτού έσται τα κέρατα αυτού. 45 και επικληθήσομαι εν τοις υιοίς Ισραήλ και έσομαι αυτών Θεός. εν οίς γνωσθήσομαί σοι εκείθεν. 9 και ουκ ανοίσεις επ ‘ αυτού θυμίαμα έτερον. κάρπωμα. 46 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών. κάρπωμα Κυρίω. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ ποιήσεις θυσιαστήριον θυμιάματος εκ ξύλων ασήπτων· 2 και ποιήσεις αυτό πήχεως το μήκος και πήχεως το εύρος. 3 και καταχρυσώσεις αυτά χρυσίω καθαρω. 42 θυσίαν ενδελεχισμού εις γενεάς υμών. 7 και θυμιάσει απ ‘ αυτού Ααρών θυμίαμα σύνθετον λεπτόν· το πρωϊ πρωϊ. επικληθήναι αυτοίς και είναι αυτών Θεός. εις τα δύο κλίτη ποιήσεις εν τοις δυσί πλευροίς· και έσονται ψαλίδες ταις σκυτάλαις. ωστε αίρειν αυτό εν αυταίς. ο εξαγαγών αυτούς εκ γης Αιγύπτου. 6 και θήσεις αυτό απέναντι του καταπετάσματος του όντος επί της κιβωτού των μαρτυρίων. την εσχάραν αυτού και τους τοίχους αυτού κύκλω και τα κέρατα αυτού. όταν επισκευάζη τους λύχνους. τετράγωνον έσται. 4 και δύο δακτυλίους χρυσούς καθαρούς ποιήσεις υπό την στρεπτήν στεφάνην αυτού. 5 και ποιήσεις σκυτάλας εκ ξύλων ασήπτων και καταχρυσώσεις αυτάς χρυσίω. 10 και εξιλάσεται επ ‘ αυτού Ααρών επί των κεράτων αυτού άπαξ του ενιαυτού· από του αίματος του καθαρισμού καθαριεί αυτό εις γενεάς αυτών· άγιον των αγίων εστί Κυρίω. 43 και τάξομαι εκεί τοις υιοίς Ισραήλ και αγιασθήσομαι εν δόξη μου· 44 και αγιάσω την σκηνήν του μαρτυρίου και το θυσιαστήριον και Ααρών και τους υιούς αυτού αγιάσω ιερατεύειν μοι. επί θύρας της σκηνής του μαρτυρίου έναντι Κυρίου. θυσίαν· και σπονδήν ου σπείσεις επ ‘ αυτού. 11 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 εάν λάβης τον συλλογισμόν των υιών Ισραήλ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 147 . θυμιάσει επ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρωϊνήν και κατά την σπονδήν αυτού ποιήσεις εις οσμήν ευωδίας. και ποιήσεις αυτω στρεπτήν στεφάνην χρυσήν κύκλω.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τη επισκοπή αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 148 . 26 και χρίσεις εξ αυτού την σκηνήν του μαρτυρίου και την κιβωτόν της σκηνής του μαρτυρίου 27 και πάντα τα σκεύη αυτής και την λυχνίαν και πάντα τα σκεύη αυτής και το θυσιαστήριον του θυμιάματος 28 και το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και πάντα αυτού τα σκεύη και την τράπεζαν και πάντα τα σκεύη αυτής και τον λουτήρα και την βάσιν αυτού 29 και αγιάσεις αυτά. 15 ο πλουτών ου προσθήσει και ο πενόμενος ουκ ελαττονήσει από του ημίσους του διδράχμου εν τω διδόναι την εισφοράν Κυρίω εξιλάσασθαι περί των ψυχών υμών. το άνθος σμύρνης εκλεκτής πεντακοσίους σίκλους και κινναμώμου ευώδους το ήμισυ τούτου διακοσίους πεντήκοντα και καλάμου ευώδους διακοσίους πεντήκοντα 24 και ίρεως πεντακοσίους σίκλους του αγίου και έλαιον εξ ελαιών είν 25 και ποιήσεις αυτό έλαιον χρίσμα άγιον. 19 και νίψεται Ααρών και οι υιοί αυτού εξ αυτού τας χείρας και τους πόδας ύδατι. και έσται τοις υιοίς Ισραήλ μνημόσυνον έναντι Κυρίου εξιλάσασθαι περί των ψυχών υμών. 13 και τούτό εστιν ό δώσουσιν όσοι αν παραπορεύωνται την επίσκεψιν· το ήμισυ του διδράχμου. 31 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις λέγων· έλαιον άλειμμα χρίσεως άγιον έσται τούτο υμίν εις τας γενεάς υμών. και ουκ έσται εν αυτοίς πτώσις εν τη επισκοπή αυτών. 16 και λήψη το αργύριον της εισφοράς παρά των υιών Ισραήλ και δώσεις αυτό εις το κάτεργον της σκηνής του μαρτυρίου. 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 ποίησον λουτήρα χαλκούν και βάσιν αυτω χαλκήν. 32 επί σάρκα ανθρώπου ου χρισθήσεται. και έσται άγια των αγίων· πας ο απτόμενος αυτών αγιασθήσεται. νίψονται ύδατι και ου μη αποθάνωσιν· ή όταν προσπορεύωνται προς το θυσιαστήριον λειτουργείν και αναφέρειν τα ολοκαυτώματα Κυρίω. αυτω και ταις γενεαίς αυτού μετ ‘ αυτόν. ωστε νίπτεσθαι· και θήσεις αυτόν ανά μέσον της σκηνής του μαρτυρίου και ανά μέσον του θυσιαστηρίου και εκχεείς εις αυτόν ύδωρ. 21 νίψονται τας χείρας και τους πόδας ύδατι· όταν εισπορεύωνται εις την σκηνήν του μαρτυρίου. και δώσουσιν έκαστος λύτρα της ψυχής αυτού Κυρίω. ίνα μη αποθάνωσι· και έσται αυτοίς νόμιμον αιώνιον. 22 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 23 και συ λάβε ηδύσματα. νίψονται ύδατι. δώσουσι την εισφοράν Κυρίω. 30 και Ααρών και τους υιούς αυτού χρίσεις και αγιάσεις αυτούς ιερατεύειν μοι. το δε ήμισυ του διδράχμου εισφορά Κυρίω. ό εστιν κατά το δίδραχμον το άγιον· είκοσιν οβολοί το δίδραχμον. 20 όταν εισπορεύωνται εις την σκηνήν του μαρτυρίου. 14 πας ο παραπορευόμενος εις την επίσκεψιν από εικοσαετούς και επάνω. μύρον μυρεψικόν τέχνη μυρεψού· έλαιον χρίσμα άγιον έσται.

εξολοθρευθήσεται εκ του λαού αυτού. 34 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· λάβε σεαυτω ηδύσματα. εκ της φυλής Ιούδα. και ος αν δω απ ‘ αυτού αλλογενεί. μεμιγμένον. εργάζεσθαι το χρυσίον και το αργύριον και τον χαλκόν και την υάκινθον και την πορφύραν και το κόκκινον το νηστόν 5 και τα λιθουργικά και εις τα έργα τα τεκτονικά των ξύλων. 3 και ενέπλησα αυτόν πνεύμα θείον σοφίας και συνέσεως και επιστήμης εν παντί έργω διανοείσθαι 4 και αρχιτεκτονήσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και κατά την σύνθεσιν ταύτην ου ποιήσετε υμίν εαυτοίς ωσαύτως· άγιόν εστι και αγίασμα έσται υμίν. όνυχα. 37 θυμίαμα κατά την σύνθεσιν ταύτην ου ποιήσετε υμίν εαυτοίς· αγίασμα έσται υμίν Κυρίω· 38 ος αν ποιήση ωσαύτως ωστε οσφραίνεσθαι εν αυτω. 33 ος αν ποιήση ωσαύτως. και ποιήσουσι πάντα όσα συνέταξά σοι. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ιδού ανακέκλημαι εξ ονόματος τον Βεσελεήλ τον του Ουρείου τον Ωρ. στακτήν. όθεν γνωσθήσομαί σοι εκείθεν· άγιον των αγίων έσται υμίν. απολείται εκ του λαού αυτού. 7 την σκηνήν του μαρτυρίου και την κιβωτόν της διαθήκης και το ιλαστήριον το επ ‘ αυτής και την διασκευήν της σκηνής 8 και τα θυσιαστήρια και την τράπεζαν και πάντα τα σκεύη αυτής και την λυχνίαν την καθαράν και πάντα τα σκεύη αυτής 9 και τον λουτήρα και την βάσιν αυτού 10 και τας στολάς τας λειτουργικάς Ααρών και τας στολάς των υιών αυτού ιερατεύειν μοι 11 και το έλαιον της χρίσεως και το θυμίαμα της συνθέσεως του αγίου· κατά πάντα. καθαρόν. μυρεψικόν έργον μυρεψού. χαλβάνην ηδυσμού και λίβανον διαφανή. ίσον ίσω έσται· 35 και ποιήσουσιν εν αυτω θυμίαμα. 6 και εγώ έδωκα αυτόν και τον Ελιάβ τον του Αχισαμάχ εκ φυλής Δάν και παντί συνετω καρδία δέδωκα σύνεσιν. και τα σάββατά μου φυλάξεσθε· σημείόν εστι παρ ‘ εμοί και εν εμοί εις τας γενεάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 149 . ποιήσουσι. 36 και συγκόψεις εκ τούτων λεπτόν και θήσεις απέναντι των μαρτυρίων εν τη σκηνή του μαρτυρίου. εργάζεσθαι κατά πάντα τα έργα. έργον άγιον. όσα εγώ ενετειλάμην σοι. 12 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 13 και συ σύνταξον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· οράτε.

ον εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου· 8 παρέβησαν ταχύ εκ της οδού. Ισραήλ. τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα. ηνίκα κατέπαυσε λαλών αυτω εν τω όρει τω Σινά. και εκήρυξεν Ααρών λέγων· εορτήν του Κυρίου αύριον. 17 εν εμοί και τοις υιοίς Ισραήλ σημείόν εστιν εν εμοί αιώνιον· ότι εξ ημέραις εποίησε Κύριος τον ουρανόν και την γην και τη ημέρα τη εβδόμη επαύσατο και κατέπαυσε. 16 και φυλάξουσιν οι υιοί Ισραήλ τα σάββατα ποιείν αυτά εις τας γενεάς αυτών· διαθήκη αιώνιος. ος εξήγαγεν ημάς εκ γης Αιγύπτου. 7 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· βάδιζε το τάχος. και εκάθισεν ο λαός φαγείν και πιείν και ανέστησαν παίζειν. οίτινες ανεβίβασάν σε εκ γης Αιγύπτου. τας δύο πλάκας του μαρτυρίου. ίνα γνώτε ότι εγώ Κύριος ο αγιάζων υμάς. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ ιδών ο λαός ότι κεχρόνικε Μωυσής καταβήναι εκ του όρους. 15 εξ ημέρας ποιήσεις έργα. 3 και περιείλαντο πας ο λαός τα ενώτια τα χρυσά τα εν τοις ωσίν αυτών και ήνεγκαν προς Ααρών. συνέστη ο λαός επί Ααρών και λέγουσιν αυτω· ανάστηθι και ποίησον ημίν θεούς. κατάβηθι εντεύθεν· ηνόμησε γαρ ο λαός σου. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ μέσου του λαού αυτού. πλάκας λιθίνας γεγραμμένας τω δακτύλω του Θεού. οί προπορεύσονται ημών· ο γαρ Μωυσής ούτος ο άνθρωπος. ανάπαυσις αγία τω Κυρίω· πας ος ποιήσει έργον τη ημέρα τη εβδόμη. 18 Και έδωκε Μωυσή. 4 και εδέξατο εκ των χειρών αυτών και έπλασεν αυτά εν τη γραφίδι και εποίησεν αυτά μόσχον χωνευτόν και είπεν· ούτοι οι θεοί σου. ότι άγιον τούτό εστι Κυρίω υμίν· ο βεβηλών αυτό θανάτω θανατωθήσεται· πας ος ποιήσει εν αυτω έργον. 2 και λέγει αυτοίς Ααρών· περιέλεσθε τα ενώτια τα χρυσά τα εκ τοις ωσί των γυναικών υμών και θυγατέρων και ενέγκατε προς με. 5 και ιδών Ααρών ωκοδόμησε θυσιαστήριον κατέναντι αυτού. θανατωθήσεται. 14 και φυλάξεσθε τα σάββατα. 6 και ορθρίσας τη επαύριον ανεβίβασεν ολοκαυτώματα και προσήνεγκε θυσίαν σωτηρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμών. ης ενετείλω αυτοίς· εποίησαν εαυτοίς μόσχον και προσκεκυνήκασιν αυτω και τεθύκασιν αυτω και είπαν· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 150 . ουκ οίδαμεν τι γέγονεν αυτω.

17 και ακούσας Ιησούς της φωνής του λαού κραζόντων λέγει προς Μωυσήν· φωνή πολέμου εν τη παρεμβολή. συνήλθον ουν προς αυτόν πάντες οι υιοί Λευί. 13 μνησθείς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ των σών οικετών. κύριε· συ γαρ οίδας το όρμημα του λαού τούτου. 21 και είπε Μωυσής τω Ααρών· τι εποίησέ σοι ο λαός ούτος. 20 και λαβών τον μόσχον. περιέλεσθε. ην είπας δούναι τω σπέρματι αυτών. 27 και λέγει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 151 . πλάκες λίθιναι καταγεγραμμέναι εξ αμφοτέρων των μερών αυτών. και καθέξουσιν αυτήν εις τον αιώνα. ον εποίησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτοι οι θεοί σου. 19 και ηνίκα ήγγιζε τη παρεμβολή. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου εν ισχύϊ μεγάλη και εν τω βραχίονί σου τω υψηλω. και αι δύο πλάκες του μαρτυρίου εν ταις χερσίν αυτού. ουδέ φωνή εξαρχόντων τροπής. ος εξήγαγεν ημάς εξ Αιγύπτου. και πάσαν την γην ταύτην. 14 και ιλάσθη Κύριος περί της κακίας. 18 και λέγει· ουκ έστι φωνή εξαρχόντων κατ ‘ ισχύν. ορά τον μόσχον και τους χορούς. ίτω προς με. Ισραήλ. ένθεν και ένθεν ήσαν γεγραμμέναι· 16 και αι πλάκες έργον Θεού ήσαν. αλλά φωνήν εξαρχόντων οίνου εγώ ακούω. 15 Και αποστρέψας Μωυσής κατέβη από του όρους. 11 και εδεήθη Μωυσής έναντι Κυρίου του Θεού και είπεν· ινατί. οί προπορεύσονται ημών· ο γαρ Μωυσής ούτος ο άνθρωπος. 23 λέγουσι γαρ μοι· ποίησον ημίν θεούς. παύσαι της οργής του θυμού σου και ίλεως γενού επί τη κακία του λαού σου. οίτινες ανεβίβασάν σε εκ γης Αιγύπτου. ότι επήγαγες επ ‘ αυτούς αμαρτίαν μεγάλην. 26 έστη δε Μωυσής επί της πύλης της παρεμβολής και είπε· τις προς Κύριον. 25 και ιδών Μωυσής τον λαόν ότι διεσκέδασται. 12 μη ποτε είπωσιν οι Αιγύπτιοι λέγοντες· μετά πονηρίας εξήγαγεν αυτούς αποκτείναι εν τοις όρεσι και εξαναλώσαι αυτούς από της γης. Κύριε. 24 και είπα αυτοίς· ει τινι υπάρχει χρυσία. και συνέτριψεν αυτάς υπό το όρος. κατέκαυσεν αυτόν εν πυρί και κατήλεσεν αυτόν λεπτόν και έσπειρεν αυτόν επί το ύδωρ και επότισεν αυτό τους υιούς Ισραήλ. και έδωκάν μοι· και έρριψα εις το πυρ. θυμοί οργή εις τον λαόν σου. και εξήλθεν ο μόσχος ούτος. 22 και είπεν Ααρών προς Μωυσήν· μη οργίζου. ης είπε ποιήσαι τον λαόν αυτού. και η γραφή γραφή Θεού κεκολαμμένη εν ταις πλαξί. 9 και νυν έασόν με και θυμωθείς οργή εις αυτούς εκτρίψω αυτούς 10 και ποιήσω σε εις έθνος μέγα. διεσκέδασε γαρ αυτούς Ααρών επίχαρμα τοις υπεναντίοις αυτών. οίς ώμοσας κατά σεαυτού και ελάλησας προς αυτούς λέγων· πολυπληθυνώ το σπέρμα υμών ωσεί τα άστρα του ουρανού τω πλήθει. και οργισθείς θυμω Μωυσής έρριψεν από των χειρών αυτού τας δύο πλάκας. ουκ οίδαμεν τι γέγονεν αυτω.

ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου. 29 και είπεν αυτοίς Μωυσής· επληρώσατε τας χείρας υμών σήμερον Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· θέσθε έκαστος την εαυτού ρομφαίαν επί τον μηρόν και διέλθατε και ανακάμψατε από πύλης επί πύλην δια της παρεμβολής και αποκτείνατε έκαστος τον αδελφόν αυτού και έκαστος τον πλησίον αυτού και έκαστος το έγγιστα αυτού. ου εποίησεν Ααρών. και έπεσαν εκ του λαού εν εκείνη τη ημέρα εις τρισχιλίους άνδρας. ίνα μη εξαναλώσω σε εν τη οδω. ης έγραψας. 4 και ακούσας ο λαός το ρήμα το πονηρόν τούτο. κατάβηθι και οδήγησον τον λαόν τούτον εις τον τόπον. 33 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ει τις ημάρτηκεν ενώπιόν μου. έκαστος εν τω υιω ή εν τω αδελφω αυτού. Κύριε· ημάρτηκεν ο λαός ούτος αμαρτίαν μεγάλην και εποίησαν εαυτοίς θεούς χρυσούς. 5 και είπε Κύριος τοις υιοίς Ισραήλ· υμείς λαός σκληροτράχηλος· οράτε. 2 και συναποστελώ τον άγγελόν μου προ προσώπου σου. 32 και νυν ει μεν αφείς αυτοίς την αμαρτίαν αυτών. εξάλειψόν με εκ της βίβλου σου. ον είπά σοι· ιδού ο άγγελός μου προπορεύσεται προ προσώπου σου· ή δ ‘ αν ημέρα επισκέπτωμαι. μη πληγήν άλλην επάξω εγώ εφ ‘ υμάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 152 . επάξω επ ‘ αυτούς την αμαρτίαν αυτών. 30 Και εγένετο μετά την αύριον είπε Μωυσής προς τον λαόν· υμείς ημαρτήκατε αμαρτίαν μεγάλην· και νυν αναβήσομαι προς τον Θεόν. 31 υπέστρεψε δε Μωυσής προς Κύριον και είπε· δέομαι. ίνα εξιλάσωμαι περί της αμαρτίας υμών. κατεπένθησεν εν πενθικοίς. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν· προπορεύου. ην ώμοσα τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ λέγων· τω σπέρματι υμών δώσω αυτήν. 28 και εποίησαν οι υιοί Λευί καθά ελάλησεν αυτοίς Μωυσής. και εκβαλεί τον Αμορραίον και Χετταίον και Φερεζαίον και Γεργεσαίον και Ευαίον και Ιεβουσαίον και Χαναναίον. 35 και επάταξε Κύριος τον λαόν περί της ποιήσεως του μόσχου. 3 και εισάξω σε εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι· ου γαρ μη συναναβώ μετά σου. ανάβηθι εντεύθεν συ και ο λαός σου. δοθήναι εφ ‘ υμάς ευλογίαν. εις την γην. 34 νυνί δε βάδιζε. εξαλείψω αυτούς εκ της βίβλου μου. άφες· ει δε μη. δια το λαόν σκληροτράχηλόν σε είναι.

και ενδοξασθήσομαι εγώ τε και ο λαός σου παρά πάντα τα έθνη. 14 και λέγει· αυτός προπορεύσομαί σου και καταπαύσω σε. 18 και λέγει· εμφάνισόν μοι σεαυτόν. 8 ηνίκα δ ‘ αν εισεπορεύετο Μωυσής εις την σκηνήν έξω της παρεμβολής. και οικτειρήσω ον αν οικτείρω. 20 και είπεν· ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου· ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται. ότι εύρηκα χάριν παρά σοί. Κύριος εναντίον σου· και ελεήσω ον αν ελεώ. μακράν από της παρεμβολής. και απελύετο εις την παρεμβολήν. και εκλήθη σκηνή μαρτυρίου· και εγένετο. μη με αναγάγης εντεύθεν· 16 και Πως γνωστόν έσται αληθώς. και ελάλει Μωυσή· 10 και εώρα πας ο λαός τον στύλον της νεφέλης εστώτα επί της θύρας της σκηνής. και ίστατο επί την θύραν της σκηνής. ως ει τις λαλήσει προς τον εαυτού φίλον. νυν ουν αφέλεσθε τας στολάς των δοξών υμών και τον κόσμον. 7 Και λαβών Μωυσής την σκηνήν αυτού έπηξεν έξω της παρεμβολής. και χάριν έχεις παρ ‘ εμοί. ο δε θεράπων Ιησούς υιος Ναυή νέος ουκ εξεπορεύετο εκ της σκηνής. αλλ ‘ ή συμπορευομένου σου μεθ ‘ ημών. εγώ τε και ο λαός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εξαναλώσω υμάς. όπως αν ω ευρηκώς χάριν εναντίον σου. 9 ως δ ‘ αν εισήλθε Μωυσής εις την σκηνήν. ποιήσω· εύρηκας γαρ χάριν ενώπιον εμού. ον είρηκας. ειστήκει πας ο λαός σκοπεύοντες έκαστος παρά τας θύρας της σκηνής αυτού και κατενοούσαν απιόντος Μωυσή έως του εισελθείν αυτόν εις την σκηνήν. εμφάνισόν μοι σεαυτόν γνωστώς. και οίδά σε παρά πάντας. ον συναποστελείς μετ ‘ εμού· συ δε μοι είπας· οίδά σε παρά πάντας. κατέβαινεν ο στύλος της νεφέλης. 11 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν ενώπιος ενωπίω. 13 ει ουν εύρηκα χάριν εναντίον σου. πας ο ζητών Κύριον εξεπορεύετο εις την σκηνήν την έξω της παρεμβολής. και ίνα γνώ ότι λαός σου το έθνος το μέγα τούτο. όσα επί της γης εστι. 12 Και είπε Μωυσής προς Κύριον· ιδού συ μοι λέγεις· ανάγαγε τον λαόν τούτον. ίνα ίδω σε. συ δε ουκ εδήλωσάς μοι. και θήσω σε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 153 . και στάντες πας ο λαός προσεκύνησαν έκαστος από της θύρας της σκηνής αυτού. και δείξω σοι α ποιήσω σοι. 21 και είπε Κύριος· ιδού τόπος παρ ‘ εμοί. 19 και είπεν· εγώ παρελεύσομαι πρότερός σου τη δόξη μου και καλέσω τω ονόματί μου. 15 και λέγει προς αυτόν· ει μη αυτός συ συμπορεύη. στήση επί της πέτρας· 22 ηνίκα δ ‘ αν παρέλθη η δόξα μου. 6 και περιείλαντο οι υιοί Ισραήλ τον κόσμον αυτών και την περιστολήν από του όρους του Χωρήβ. 17 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· και τούτόν σοι τον λόγον.

5 και κατέβη Κύριος εν νεφέλη και παρέστη αυτω εκεί· και εκάλεσε τω ονόματι Κυρίου. αφαιρών ανομίας και αδικίας και αμαρτίας. μη ποτε θής διαθήκην τοις εγκαθημένοις επί της γης. 3 και μηδείς αναβήτω μετά σου μηδέ οφθήτω εν παντί τω όρει· και τα πρόβατα και βόες μη νεμέσθωσαν πλησίον του όρους εκείνου. και γράψω επί των πλακών τα ρήματα. επάγων ανομίας πατέρων επί τέκνα και επί τέκνα τέκνων. και εσόμεθα σοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις οπήν της πέτρας και σκεπάσω τη χειρί μου επί σε. μη σοι γένηται πρόσκομμα εν υμίν. και όψεται πας ο λαός. και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακαύσετε εν πυρί· 14 ου γαρ μη προσκυνήσητε θεοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 154 . καθώς και αι πρώται και ανάβηθι προς με εις το όρος. 13 τους βωμούς αυτών καθελείτε και τας στήλας αυτών συντρίψετε και τα άλση αυτών εκκόψετε. 7 και δικαιοσύνην διατηρών και έλεος εις χιλιάδας. εις ην εισπορεύη εις αυτήν. όσα εγώ εντέλλομαί σοι. τα έργα Κυρίου. έως αν παρέλθω· 23 και αφελώ την χείρα. 11 πρόσεχε συ πάντα. 6 και παρήλθε Κύριος προ προσώπου αυτού και εκάλεσε· Κύριος ο Θεός οικτίρμων και ελεήμων. α ου γέγονεν εν πάση τη γη και εν παντί έθνει. α ην εν ταις πλαξί ταις πρώταις. και αφελείς συ τας αμαρτίας ημών και τας ανομίας ημών. και τότε όψει τα οπίσω μου. ιδού εγώ εκβάλλω προ προσώπου υμών τον Αμορραίον και Χαναναίον και Φερεζαίον και Χετταίον και Ευαίον και Γεργεσαίον και Ιεβουσαίον· 12 πρόσεχε σεαυτω. ότι θαυμαστά εστιν. αις συνέτριψας. 2 και γίνου έτοιμος εις το πρωϊ και αναβήση επί το όρος το Σινά και στήσει μοι εκεί επ ‘ άκρου του όρους. 10 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού εγώ τίθημί σοι διαθήκην· ενώπιον παντός του λαού σου ποιήσω ένδοξα. κύψας επί την γην προσεκύνησε 9 και είπεν· ει εύρηκα χάριν ενώπιόν σου. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν· λάξευσον σεαυτω δύο πλάκας λιθίνας. εν οίς ει συ. 8 και σπεύσας Μωυσής. μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός. και ου καθαριεί τον ένοχον. καθότι συνέταξεν αυτω Κύριος· και έλαβε Μωυσής τας δύο πλάκας τας λιθίνας. α εγώ ποιήσω σοι. το δε πρόσωπόν μου ουκ οφθήσεταί σοι. συμπορευθήτω ο Κύριός μου μεθ ‘ ημών· ο λαός γαρ σκληροτράχηλός εστι. καθάπερ και αι πρώται· και ορθρίσας Μωυσής ανέβη εις το όρος το Σινά. 4 και ελάξευσε δύο πλάκας λιθίνας. επί τρίτην και τετάρτην γενεάν.

26 τα πρωτογεννήματα της γης σου θήσεις εις τον οίκον Κυρίου του Θεού σου. 22 και εορτήν εβδομάδων ποιήσεις μοι. ουκ επιθυμήσει ουδείς της γης σου. παν πρωτότοκον των υιών σου λυτρώση· ουκ οφθήση ενώπιόν μου κενός. 28 και ην εκεί Μωυσής εναντίον Κυρίου τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας· άρτον ουκ έφαγε και ύδωρ ουκ έπιε· και έγραψεν επί των πλακών τα ρήματα ταύτα της διαθήκης. 25 ου σφάξεις επί ζύμη αίμα θυσιασμάτων μου. 30 και είδεν Ααρών και πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ τον Μωυσήν και ην δεδοξασμένη η όψις του χρώματος του προσώπου αυτού. 27 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν· γράψον σεαυτω τα ρήματα ταύτα· επί γαρ των λόγων τούτων τέθειμαί σοι διαθήκην και τω Ισραήλ. 21 εξ ημέρας εργά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ετέροις· ο γαρ Κύριος ο Θεός ζηλωτόν όνομα. 31 και εκάλεσεν αυτούς Μωυσής. Θεός ζηλωτής εστι. και καλέσωσί σε. εις τον καιρόν εν μηνί των νέων· εν γαρ μηνί των νέων εξήλθες εξ Αιγύπτου. παν πρωτότοκον μόσχου και πρωτότοκον προβάτου. και εκπορνεύσωσιν οι υιοί σου οπίσω των θεών αυτών. και φάγης των αιμάτων αυτών. και αι δύο πλάκες επί των χειρών Μωυσή· καταβαίνοντος δε αυτού εκ του όρους. και ου κοιμηθήσεται εις το πρωϊ θύματα εορτής του πάσχα. 29 ως δε κατέβαινε Μωυσής εκ του όρους. και επεστράφησαν προς αυτόν Ααρών και πάντες οι άρχοντες της συναγωγής. τα αρσενικά. και εφοβήθησαν εγγίσαι αυτω. καθάπερ εντέταλμαί σοι. 32 και μετά ταύτα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 155 . και εκπορνεύσωσιν αι θυγατέρες σου οπίσω των θεών αυτών. τη δε εβδόμη καταπαύσεις· τω σπόρω και τω αμήτω κατάπαυσις. ηνίκα αν αναβαίνης οφθήναι εναντίον Κυρίου του Θεού σου τρεις καιρούς του ενιαυτού. ουχ εψήσεις άρνα εν γάλακτι μητρός αυτού. 15 μη ποτε θής διαθήκην τοις εγκαθημένοις επί της γης. 17 και θεούς χωνευτούς ου ποιήσεις σεαυτω. και ελάλησεν αυτοίς Μωυσής. 23 τρεις καιρούς του ενιαυτού οφθήσεται παν αρσενικόν σου ενώπιον Κυρίου του Θεού Ισραήλ· 24 όταν γαρ εκβάλω τα έθνη προ προσώπου σου και πλατύνω τα όριά σου. αρχήν θερισμού πυρού. και εκπορνεύσωσιν οπίσω των θεών αυτών και θύσωσι τοις θεοίς αυτών. και εορτήν συναγωγής μεσούντος του ενιαυτού. τους δέκα λόγους. 20 και πρωτότοκον υποζυγίου λυτρώση προβάτω· εάν δε μη λυτρώση αυτό. 19 παν διανοίγον μήτραν εμοί. τιμήν δώσεις. 16 και λάβης των θυγατέρων αυτών τοις υιοίς σου και των θυγατέρων σου δως τοις υιοίς αυτών. Μωυσής ουκ ήδει ότι δεδόξασται η όψις του χρώματος του προσώπου αυτού εν τω λαλείν αυτόν αυτω. 18 και την εορτήν των αζύμων φυλάξη· επτά ημέρας φαγή άζυμα.

33 και επειδή κατέπαυσε λαλών προς αυτούς. και εξελθών ελάλει πάσι τοις υιοίς Ισραήλ όσα ενετείλατο αυτω Κύριος. 2 εξ ημέρας ποιήσεις έργα. χαλκόν. και περιέθηκε Μωυσής κάλυμμα επί το πρόσωπον εαυτού. 34 ηνίκα δ ‘ αν εισεπορεύετο Μωυσής έναντι Κυρίου λαλείν αυτω. ους είπε Κύριος ποιήσαι αυτούς. χρυσίον. πορφύραν. τη δε ημέρα τη εβδόμη κατάπαυσις. όσα συνέταξε Κύριος· 10 την σκηνήν και τα παραρύματα και τα κατακαλύμματα και τα διατόνια και τους μοχλούς και τους στύλους 11 και την κιβωτόν του μαρτυρίου και τους αναφορείς αυτής και το ιλαστήριον αυτής και το καταπέτασμα 12 και τα ιστία της αυλής και τους στύλους αυτής 13 και τους λίθους τους της σμαράγδου 14 και το θυμίαμα και το έλαιον του χρίσματος 15 και την τράπεζαν και πάντα τα σκεύη αυτής 16 και την λυχνίαν του φωτός και πάντα τα σκεύη αυτής 17 και το θυσιαστήριον και πάντα τα σκεύη αυτού 18 και τας στολάς τας αγίας Ααρών του ιερέως και τας στολάς. 8 και λίθους σαρδίου και λίθους εις την γλυφήν εις την επωμίδα και τον ποδήρη. ανάπαυσις Κυρίω· πας ο ποιών έργον εν αυτη τελευτάτω. 4 Και είπε Μωυσής προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ λέγων· τούτο το ρήμα. και ενετείλατο αυτοίς πάντα. έως αν εισέλθη συλλαλείν αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσήλθον προς αυτόν πάντες οι υιοί Ισραήλ. 35 και είδον οι υιοί Ισραήλ το πρόσωπον Μωυσέως ότι δεδόξασται. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΚΑΙ συνήθροισε Μωυσής πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ και είπεν· ούτοι οι λόγοι. αργύριον. όσα ενετείλατο Κύριος προς αυτόν εν τω όρει Σινά. κόκκινον διπλούν διανενησμένον και βύσσον κεκλωσμένην και τρίχας αιγείας 7 και δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα και δέρματα υακίνθινα και ξύλα άσηπτα. 9 και πας σοφός τη καρδία εν υμίν ελθών εργαζέσθω πάντα. ό συνέταξε Κύριος λέγων· 5 λάβετε παρ ‘ υμών αυτών αφαίρεμα Κυρίω· πας ο καταδεχόμενος τη καρδία οίσουσι τας απαρχάς Κυρίω. επέθηκεν επί το πρόσωπον αυτού κάλυμμα. 6 υάκινθον. περιηρείτο το κάλυμμα έως του εκπορεύεσθαι. εν αις λειτουργήσουσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 156 . άγια σάββατα. 3 ου καύσετε πυρ εν πάση κατοικία υμών τη ημέρα των σαββάτων· εγώ Κύριος.

πάντα συνιέναι ποιήσαι τα έργα του αγίου και τα υφαντά και ποικιλτά υφάναι τω κοκκίνω και τη βύσσω. και όσοις έδοξε τη ψυχή αυτών. 24 και πας ο αφαιρών αφαίρεμα. 22 και ήνεγκαν οι άνδρες παρά των γυναικών. συνέσεως. ένησαν τας τρίχας τας αιγείας. 35 και ενέπλησεν αυτούς σοφίας. διανοίας. ήνεγκαν. και παρ ‘ οίς ευρέθη ξύλα άσηπτα εις πάντα τα έργα της παρασκευής ήνεγκαν. και εις πάσας τας στολάς του αγίου. 27 και οι άρχοντες ήνεγκαν τους λίθους της σμαράγδου και τους λίθους της πληρώσεως εις την επωμίδα και το λογείον 28 και τας συνθέσεις. ων έφερεν η διάνοια αυτών εισελθόντας ποιείν πάντα τα έργα. παν σκεύος χρυσούν. 30 Και είπε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ· ιδού ανακέκληκεν ο Θεός εξ ονόματος τον Βεσελεήλ τον του Ουρίου τον Ωρ. ήνεγκαν σφραγίδας και ενώτια και δακτυλίους και εμπλόκια και περιδέξια. εκ φυλής Δάν. ποιείν παν έργον αρχιτεκτονίας ποικιλίας. ποιείν το χρυσίον και το αργύριον και τον χαλκόν 33 και λιθουργήσαι τον λίθον και κατεργάζεσθαι τα ξύλα και ποιείν εν παντί έργω σοφίας· 34 και προβιβάσαι γε έδωκεν εν τη διανοία αυτω τε και τω Ελιάβ τω του Αχισαμάχ. 19 και τους χιτώνας τοις υιοίς Ααρών της ιερατείας και το έλαιον του χρίσματος και το θυμίαμα της συνθέσεως. τα αφαιρέματα Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν αυταίς. ων έφερεν η καρδία αυτών. 23 και παρ ‘ ω ευρέθη βύσσος και δέρματα υακίνθινα και δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα. 29 και πας ανήρ και γυνή. και πάντες όσοι ήνεγκαν αφαιρέματα χρυσίου Κυρίω. ήνεγκαν αφαίρεμα Κυρίω εις πάντα τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου και εις πάντα τα κάτεργα αυτής. την υάκινθον και την πορφύραν και το κόκκινον και την βύσσον· 26 και πάσαι αι γυναίκες. αις έδοξε τη διανοία αυτών εν σοφία. ήνεγκαν αργύριον και χαλκόν. 25 και πάσα γυνή σοφή τη διανοία ταις χερσί νήθειν ήνεγκαν νενησμένα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 157 . ήνεγκαν οι υιοί Ισραήλ αφαίρεμα Κυρίω. όσα συνέταξε Κύριος ποιήσαι αυτά δια Μωυσή. πας ω έδοξε τη διανοία. 20 και εξήλθε πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ από Μωυσή 21 και ήνεγκαν έκαστος. 31 και ενέπλησεν αυτόν πνεύμα θείον σοφίας και συνέσεως και επιστήμης πάντων 32 αρχιτεκτονείν κατά πάντα τα έργα της αρχιτεκτονίας. εκ της φυλής Ιούδα. και εις το έλαιον της χρίσεως και την σύνθεσιν του θυμιάματος.

9 και εποίησε την επωμίδα εκ χρυσίου και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης. και πάντας τους εκουσίως βουλομένους προσπορεύεσθαι προς τα έργα. 6 και προσέταξε Μωυσής και εκήρυξεν εν τη παρεμβολή λέγων· ανήρ και γυνή μηκέτι εργαζέσθωσαν εις τας απαρχάς του αγίου· και εκωλύθη ο λαός έτι προσφέρειν. και προσκατέλιπον. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ω εδόθη σοφία και επιστήμη εν αυτοίς συνιέναι ποιείν πάντα τα έργα κατά τα άγια καθήκοντα. ωστε συντελείν αυτά. 13 και εποίησαν αμφοτέρους τους λίθους της σμαράγδου συμπεπορπημένους και περισεσιαλωμένους χρυσίω. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 15 Και εποίησαν λογείον. α ήνεγκαν οι υιοί Ισραήλ εις πάντα τα έργα του αγίου ποιείν αυτά. έκαστος κατά το αυτού έργον. και αυτοί προσεδέχοντο έτι τα προσφερόμενα παρά των φερόντων το πρωϊ. έργον υφαντόν εις άλληλα συμπεπλεγμένον καθ ‘ εαυτό 12 εξ αυτού εποίησαν κατά την αυτού ποίησιν εκ χρυσίου και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης. ό ειργάζοντο αυτοί. 4 και παρεγίνοντο πάντες οι σοφοί οι ποιούντες τα έργα του αγίου. κατά πάντα όσα συνέταξε Κύριος. 5 και είπαν προς Μωυσήν· ότι πλήθος φέρει ο λαός κατά τα έργα. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. αι εισιν Ααρών τω ιερεί. γεγλυμμένους και εκκεκολαμμένους εγκόλαμμα σφραγίδος εκ των ονομάτων των υιών Ισραήλ· 14 και επέθηκεν αυτούς επί τους ώμους της επωμίδος. ω έδωκεν ο Θεός επιστήμην εν τη καρδία. 10 και ετμήθη τα πέταλα του χρυσίου τρίχες. έργον υφαντόν εποίησαν αυτό· 11 επωμίδας συνεχούσας εξ αμφοτέρων των μερών. 2 και εκάλεσε Μωυσής Βεσελεήλ και Ελιάβ και πάντας τους έχοντας την σοφίαν. έργον υφαντόν ποικιλία κατά το έργον της επωμίδος εκ χρυσίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 158 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΞΟΔΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ εποίησε Βεσελεήλ και Ελιάβ και πας σοφός τη διανοία. ωστε συνυφάναι συν τη υακίνθω και τη πορφύρα και συν τω κοκκίνω τω διανενησμένω και τη βύσσω τη κεκλωσμένη. λίθους μνημοσύνου των υιών Ισραήλ. 3 και έλαβον παρά Μωυσή πάντα τα αφαιρέματα. όσα συνέταξε Κύριος ποιήσαι. 8 Και εποίησε πας σοφός εν τοις εργαζομένοις (Κεφ. ΛΘ 1) τας στολάς των αγίων. 7 και τα έργα ην αυτοίς ικανά εις την κατασκευήν ποιήσαι.

καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. σάρδιον και τοπάζιον και σμάραγδος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης· 16 τετράγωνον διπλούν εποίησαν το λογείον. 22 και εποίησαν επί το λογείον κρωσσούς συμπεπλεγμένους. έργον υφαντόν. σπιθαμής το μήκος και σπιθαμής το εύρος. 35 Και εποίησαν χιτώνας βυσσίνους. έργον υφαντόν. 27 και εποίησαν δύο δακτυλίους χρυσούς και επέθηκαν επί τα δύο πτερύγια επ ‘ άκρου του λογείου και επί το άκρον του οπισθίου της επωμίδος έσωθεν. 30 Και εποίησαν τον υποδύτην υπό την επωμίδα. Ααρών και τοις υιοίς αυτού 36 και τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 159 . συνεχομένους εκ της υακίνθου. 32 και εποίησαν επί του λώματος του υποδύτου κάτωθεν ως εξανθούσης ρόας ροϊσκους. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. διπλούν. ίνα μη χαλάται το λογείον από της επωμίδος. συμπεπλεγμένους εις το ύφασμα της επωμίδος. εγγεγλυμμένα εις σφραγίδας. έκαστος εκ του εαυτού ονόματος. εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης 33 και εποίησαν κώδωνας χρυσούς και επέθηκαν τους κώδωνας επί το λώμα του υποδύτου κύκλω ανά μέσον των ροϊσκων· 34 κώδων χρυσούς και ροϊσκος επί του λώματος του υποδύτου κύκλω εις το λειτουργείν. εις τας δώδεκα φυλάς. 17 και συνυφάνθη εν αυτω ύφασμα κατάλιθον τετράστιχον· στίχος λίθων. 29 και συνέσφιγξε το λογείον από των δακτυλίων των επ ‘ αυτού εις τους δακτυλίους της επωμίδος. όλον υακίνθινον· 31 το δε περιστόμιον του υποδύτου εν τω μέσω διϋφασμένον συμπλεκτόν. άνθραξ και σάπφειρος και ίασπις· 19 και ο στίχος ο τρίτος λιγύριον και αχάτης και αμέθυστος· 20 και ο στίχος ο τέταρτος χρυσόλιθος και βηρύλλιον και ονύχιον· περικεκυκλωμένα χρυσίω και συνδεδεμένα χρυσίω. 28 και εποίησαν δύο δακτυλίους χρυσούς και επέθηκαν επ ‘ αμφοτέρους τους ώμους της επωμίδος κάτωθεν αυτού κατά πρόσωπον κατά την συμβολήν άνωθεν της συνυφής της επωμίδος. ώαν έχον κύκλω το περιστόμιον αδιάλυτον. ο στίχος ο εις· 18 και ο στίχος ο δεύτερος. έργον εμπλοκίου εκ χρυσίου καθαρού· 23 και εποίησαν δύο ασπιδίσκας χρυσάς και δύο δακτυλίους χρυσούς 24 και επέθηκαν τους δύο δακτυλίους τους χρυσούς επ ‘ αμφοτέρας τας αρχάς του λογείου· 25 και επέθηκαν τα εμπλόκια εκ χρυσίου επί τους δακτυλίους επ ‘ αμφοτέρων των μερών του λογείου και εις τας δύο συμβολάς τα δύο εμπλόκια 26 και επέθηκαν επί τας δύο ασπιδίσκας και επέθηκαν επί τους ώμους της επωμίδος εξεναντίας κατά πρόσωπον. 21 και οι λίθοι ήσαν εκ των ονομάτων των υιών Ισραήλ δώδεκα εκ των ονομάτων αυτών.

έργον ποικιλτού. έργον υφάντου Χερουβίμ. αφόρισμα του αγίου. και αι βάσεις αυτών τέσσαρες αργυραί. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ (Κεφ. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ιστία 12 πεντεκαίδεκα πήχεων το κατά νώτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κιδάρεις εκ βύσσου και την μίτραν εκ βύσσου και τα περισκελή εκ βύσσου κεκλωσμένης 37 και τας ζώνας αυτών εκ βύσσου και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου. 8 και οι στύλοι αυτών είκοσι. ΛΣΤ 8) 1 ΚΑΙ εποίησαν τη σκηνή δέκα αυλαίας. και αι βάσεις αυτών είκοσι· 10 και το κλίτος το προς θάλασσαν αυλαίαι πεντήκοντα πήχεων. 2 οκτώ και είκοσι πήχεων μήκος της αυλαίας της μιάς (το αυτό ην πάσαις) και τεσσάρων πήχεων το εύρος της αυλαίας της μιάς. 4 και επέθηκαν αυτό επί τέσσαρας στύλους ασήπτους κατακεχρυσωμένους εν χρυσίω και αι κεφαλίδες αυτών χρυσαί. 38 Και εποίησαν το πέταλον το χρυσούν. και αι βάσεις αυτών τρεις. ωστε επικείσθαι επί την μίτραν άνωθεν. και οι στύλοι αυτών τρεις. στύλοι αυτών δέκα. και αι βάσεις αυτών είκοσι· 9 και το κλίτος το προς βορράν εκατόν εφ ‘ εκατόν και το κλίτος το προς νότον εκατόν εφ ‘ εκατόν. 13 και επί του νώτου του δευτέρου ένθεν και ένθεν κατά την πύλην της αυλής αυλαίαι πεντεκαίδεκα πήχεων. ΛΗ 9). (Κεφ. και οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 160 . 5 και εποίησαν το καταπέτασμα της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης. και αι βάσεις αυτών πέντε χαλκαί. και αι βάσεις αυτών δέκα· 11 και το κλίτος το προς ανατολάς πεντήκοντα πήχεων. και οι στύλοι αυτών είκοσι. χρυσίου καθαρού· 39 και έγραψεν επ ‘ αυτού γράμματα εκτετυπωμένα σφραγίδος Αγίασμα Κυρίω· 40 και επέθηκαν επί το λώμα υακίνθυνον. έργον υφάντου Χερουβίμ. 6 και τους στύλους αυτού πέντε και τους κρίκους· και τας κεφαλίδας αυτών και τας ψαλίδας αυτών κατεχρύσωσαν χρυσίω. 7 Και εποίησαν την αυλήν· τα προς λίβα ιστία της αυλής εκ βύσσου κεκλωσμένης εκατόν εφ ‘ εκατόν. 3 και εποίησαν το καταπέτασμα εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

7 Χερούβ ένα επί το άκρον του ιλαστηρίου το εν και Χερούβ ένα επί το άκρον του ιλαστηρίου το δεύτερον. και αι κεφαλίδες αυτών περιηργυρωμέναι αργυρίω. και αι αγκύλαι αυτών αργυραί. και το ύψος και το εύρος πέντε πήχεων εξισούμενον τοις ιστίοις της αυλής· 17 και οι στύλοι αυτών τέσσαρες. και αι αγκύλαι αυτών αργυραί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ στύλοι αυτών τρεις και αι βάσεις αυτών τρεις. 16 και το καταπέτασμα της πύλης της αυλής έργον ποικιλτού εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης. 19 Και αύτη η σύνταξις της σκηνής του μαρτυρίου. και αι κεφαλίδες αυτών περιηργυρωμέναι αργυρίω· 18 και πάντες οι πάσσαλοι της αυλής κύκλω χαλκοί. 5 και εποίησε το ιλαστήριον επάνωθεν της κιβωτού εκ χρυσίου καθαρού 6 και τους δύο Χερουβίμ χρυσούς. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ (Κεφ. 8 σκιάζοντα ταις πτέρυξιν αυτών επί το ιλαστήριον. πάντες οι στύλοι της αυλής. και αι βάσεις αυτών τέσσαρες χαλκαί. ος ηρχιτεκτόνησε τα υφαντά και τα ραφιδευτά και ποικιλτικά υφάναι τω κοκκίνω και τη βύσσω. 14 πάσαι αι αυλαίαι της σκηνής εκ βύσου κεκλωσμένης. την λειτουργίαν είναι των Λευιτών δια Ιθάμαρ του υιού Ααρών του ιερέως. 9 Και εποίησε την τράπεζαν την προκειμένην εκ χρυσίου καθαρού· 10 και εχώνευσεν αυτη τέσσαρας δακτυλίους. 2 και κατεχρύσωσεν αυτήν χρυσίω καθαρω έσωθεν και έξωθεν. και αυτοί περιηργυρωμένοι αργυρίω. 3 και εχώνευσεν αυτη τέσσαρας δακτυλίους χρυσούς. και οι στύλοι περιηργυρωμένοι αργυρίω. δύο επί το κλίτος το εν και δύο επί το κλίτος το δεύτερον. καθά συνετάγη Μωυσή. 20 και Βεσελεήλ ο του Ουρίου. είκοσι πήχεων το μήκος. 15 και αι βάσεις των στύλων αυτών χαλκαί. 4 ευρείς τοις διωστήρσιν ωστε αίρειν αυτήν εν αυτοίς. εκ φυλής Δάν. εκ φυλής Ιούδα. 11 και τους διωστήρας της κιβωτού και της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 161 . 21 και Ελιάβ ο του Αχισαμάχ. εποίησε καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ΛΖ 1) 1 ΚΑΙ εποίησε Βεσελεήλ την κιβωτόν. δύο επί του κλίτους του ενός και δύο επί του κλίτους του δευτέρου. ευρείς ωστε αίρειν τοις διωστήρσιν εν αυτοίς.

καρυωτά εξ αυτών· και τα ενθέμια εξ αυτών. και τρεις εκ τούτου. χρυσήν. χρυσά. καθαρόν έργον μυρεψού. 14 στερεάν τον καυλόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τραπέζης εποίησε και κατεχρύσωσεν αυτούς χρυσίω. Μ 1 30-31) 2 1 7 και εποίησε τον λουτήρα. αι ενήστευσαν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. ίνα ώσιν οι λύχνοι επ ‘ αυτών. α εστιν επί των άκρων. (Κεφ. 22 ούτος εποίησε το θυσιαστήριον το χαλκούν εκ των πυρείων των χαλκών. και τους καλαμίσκους εξ αμφοτέρων των μερών αυτής· 15 εκ των καλαμίσκων αυτής οι βλαστοί εξέχοντες. (Κεφ. 23 ούτος εποίησε πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου και το πυρείον αυτού και την βάσιν και τας φιάλας και τας κρεάγρας τας χαλκάς. έργον δικτυωτόν κάτωθεν του πυρείου υπό αυτό έως του ημίσους αυτού. ΛΗ 8) 26 ούτος εποίησε τον λουτήρα τον χαλκούν και την βάσιν αυτού χαλκήν εκ των κατόπτρων των νηστευσασών. α ήσαν τοις ανδράσι τοις καταστασιάσασι μετά της Κορέ συναγωγής. (Κεφ. 19 ούτος εποίησε και τους κρίκους της σκηνής χρυσούς και τους κρίκους της αυλής και κρίκους εις το εκτείνειν το κατακάλυμμα άνωθεν χαλκούς. εξισούμενοι αλλήλοις· 16 και τα λαμπάδια αυτών. ΛΣΤ 1 34-36) 18 Ούτος περιηργύρωσε τους στύλους και εχώνευσε τω στύλω δακτυλίους χρυσούς και εχρύσωσε τους μοχλούς χρυσίω και κατεχρύσωσε τους στύλους του καταπετάσματος χρυσίω και εποίησε τας αγκύλας χρυσάς. εν ή ημέρα έπηξεν αυτήν· (Κεφ. ΛΖ 29) 25 ούτος εποίησε το έλαιον της χρίσεως το άγιον και την σύνθεσιν του θυμιάματος. και επέθηκεν αυτω τέσσαρας δακτυλίους εκ των τεσσάρων μερών του παραθέματος του θυσιαστηρίου χαλκούς. επί της κορυφής άνωθεν. τα τε τρυβλία και τας θυϊσκας και τους κυάθους και τα σπονδεία. (Κεφ. 12 και εποίησε τα σκεύη της τραπέζης. 20 ούτος εχώνευσε τας κεφαλίδας τας αργυράς της σκηνής και τας κεφαλίδας τας χαλκάς της θύρας της σκηνής και την πύλην της αυλής και αγκύλας εποίησε τοις στύλοις αργυράς επί των στύλων· ούτος περιηργύρωσεν αυτάς. 13 Και εποίησε την λυχνίαν. 24 ούτος εποίησε θυσιαστηρίω παράθεμα. και το ενθέμιον το έβδομον. στερεόν όλον χρυσούν· 17 και επτά λύχνους επ ‘ αυτής χρυσούς και τας λαβίδας αυτής χρυσάς και τας επαρυστρίδας αυτών χρυσάς. το επ ‘ άκρου του λαμπαδίου. ή φωτίζει. τρεις εκ τούτου. ίνα νίπτωνται εξ αυτού Μωυσής και Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών και τους πόδας· εισπορευομένων αυτών εις την σκηνήν του μαρτυρίου ή όταν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 162 . ευρείς τοις μοχλοίς ωστε αίρεν εν αυτοίς το θυσιαστήριον. ΛΗ 20) 21 ούτος εποίησε τους πασσάλους της σκηνής και τους πασσάλους της αυλής χαλκούς. εν οίς σπείσει εν αυτοίς.

7 και ο χαλκός του αφαιρέματος εβδομήκοντα τάλαντα και χίλιοι πεντακόσιοι σίκλοι. (Κεφ. ενίπτοντο εξ αυτού. 8 και εποίησαν εξ αυτού τας βάσεις της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 9 και τας βάσεις της αυλής κύκλω και τας βάσεις της πύλης της αυλής και τους πασσάλους της σκηνής και τους πασσάλους της αυλής κύκλω 10 και το παράθεμα το χαλκούν του θυσιαστηρίου και πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου και πάντα τα εργαλεία της σκηνής του μαρτυρίου. ούτως εποίησαν. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ (Κεφ. ό κατειργάσθη εις τα έργα κατά πάσαν την εργασίαν των αγίων. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσπορεύωνται προς το θυσιαστήριον λειτουργείν. εγένετο χρυσίου του της απαρχής. ΛΘ 32) 11 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ. ΛΗ 24) 1 ΠΑΝ το χρυσίον. τάλαντον τη κεφαλίδι. καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 14 Και ήνεγκαν τας στολάς προς Μωυσήν και την σκηνήν και τα σκεύη αυτής και τας βάσεις και τους μοχλούς αυτής και τους στύλους 15 και την κιβωτόν της διαθήκης και τους διωστήρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 163 . 4 και εγενήθη τα εκατόν τάλαντα του αργυρίου εις την χώνευσιν των εκατόν κεφαλίδων της σκηνής και εις τας κεφαλίδας του καταπετάσματος. 6 και τους χιλίους επτακοσίους εβδομήκοντα πέντε σίκλους εποίησεν εις τας αγκύλας τοις στύλοις. 5 εκατόν κεφαλίδες εις τα εκατόν τάλαντα. 12 Τό δε λοιπόν χρυσίον του αφαιρέματος εποίησαν σκεύη εις το λειτουργείν εν αυτοίς έναντι Κυρίου. 13 και την καταλειφθείσαν υάκινθον και πορφύραν και το κόκκινον εποίησαν στολάς λειτουργικάς Ααρών. και κατεχρύσωσε τας κεφαλίδας αυτών και κατεκόσμησεν αυτούς. δραχμή μία τη κεφαλή το ήμισυ του σίκλου. 3 πας ο παραπορευόμενος την επίσκεψιν από εικοσαετούς και επάνω εις τας εξήκοντα μυριάδας και τρισχίλιοι πεντακόσιοι και πεντήκοντα. κατά τον σίκλον τον άγιον. ωστε λειτουργείν εν αυταίς εν τω αγίω. εννέα και είκοσι τάλαντα και επτακόσιοι είκοσι σίκλοι κατά τον σίκλον τον άγιον· 2 και αργυρίου αφαίρεμα παρά των επεσκεμμένων ανδρών της συναγωγής εκατόν τάλαντα και χίλιοι επτακόσιοι εβδομήκοντα πέντε σίκλοι.

10 και προσάξεις Ααρών και τους υιούς αυτού επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και λούσεις αυτούς ύδατι 11 και ενδύσεις Ααρών τας στολάς τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 164 . αι εισιν Ααρών. και το έλαιον του φωτός 18 και την τράπεζαν της προθέσεως και πάντα τα σκεύη αυτής. και ήσαν πεποιηκότες αυτά ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και τας διφθέρας δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα και τα καλύμματα υακίνθινα και των λοιπών τα επικαλύμματα και τους πασσάλους και πάντα τα εργαλεία τα εις τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου· 22 όσα συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και τους άρτους τους προκειμένους. 19 και τας στολάς του αγίου. 8 και χρίσεις το θυσιαστήριον των καρπωμάτων και πάντα τα σκεύη αυτού. 21 και πάντα τα σκεύη της σκηνής και πάντα τα εργαλεία αυτής. 9 και αγιάσεις το θυσιαστήριον. και έσται το θυσιαστήριον άγιον των αγίων. ούτως εποίησαν αυτά· και ευλόγησεν αυτούς Μωυσής. 23 και είδε Μωυσής πάντα τα έργα. 7 και λήψη το έλαιον του χρίσματος και χρίσεις την σκηνήν και πάντα τα εν αυτη και αγιάσεις αυτήν και πάντα τα σκεύη αυτής και έσται αγία. λύχνους της καύσεως. 5 και θήσεις το θυσιαστήριον το χρυσούν εις το θυμιάν εναντίον της κιβωτού και επιθήσεις κάλυμμα καταπετάσματος επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου 6 και το θυσιαστήριον των καρπωμάτων θήσεις παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και περιθήσεις την σκηνήν και πάντα τα αυτής αγιάσεις κύκλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτής και το θυσιαστήριον και πάντα τα σκεύη αυτού 16 και το έλαιον της χρίσεως και το θυμίαμα της συνθέσεως και την λυχνίαν την καθαράν 17 και τους λύχνους αυτής. ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ πάσαν την αποσκευήν. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 εν ημέρα μια του μηνός του πρώτου νουμηνία στήσεις την σκηνήν του μαρτυρίου 3 και θήσεις την κιβωτόν του μαρτυρίου και σκεπάσεις την κιβωτόν τω καταπετάσματι 4 και εισοίσεις την τράπεζαν και προθήσεις την πρόθεσιν αυτής και εισοίσεις την λυχνίαν και επιθήσεις τους λύχνους αυτής. και τας στολάς των υιών αυτού εις την ιερατείαν 20 και τα ιστία της αυλής και τους στύλους και το καταπέτασμα της θύρας της σκηνής και της πύλης της αυλής.

26 και το θυσιαστήριον των καρπωμάτων έθηκε παρά τας θύρας της σκηνής 27 και έστησε την αυλήν κύκλω της σκηνής και του θυσιαστηρίου. νουμηνία εστάθη η σκηνή· 16 και έστησε Μωυσής την σκηνήν. εν πάσαις ταις αναζυγαίς αυτών. 22 και έθηκε την λυχνίαν εις την σκηνήν του μαρτυρίου εις το κλίτος της σκηνής το προς νότον 23 και επέθηκε τους λύχνους αυτής έναντι Κυρίου. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ουκ ανεζεύγνυσαν έως ημέρας. και επέθηκε το κατακάλυμμα του καταπετάσματος και εσκέπασε την κιβωτόν του μαρτυρίου. ης ανέβη η νεφέλη· 32 νεφέλη γαρ ην επί της σκηνής ημέρας και πυρ ην επ ‘ αυτής νυκτός εναντίον παντός Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγίας και χρίσεις αυτόν και αγιάσεις αυτόν. 28 Και εκάλυψεν η νεφέλη την σκηνήν του μαρτυρίου. εις τας γενεάς αυτών. 18 και λαβών τα μαρτύρια ενέβαλεν εις την κιβωτόν και υπέθηκε τους διωστήρας υπό την κιβωτόν 19 και εισήνεγκε την κιβωτόν εις την σκηνήν. 14 και εποίησε Μωυσής πάντα. 30 ηνίκα δ ‘ αν ανέβη η νεφέλη από της σκηνής. 21 και προέθηκεν επ ‘ αυτής άρτους της προθέσεως έναντι Κυρίου. και ιερατεύσει μοι· 12 και τους υιούς αυτού προσάξεις και ενδύσεις αυτούς χιτώνας 13 και αλείψεις αυτούς. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 20 και επέθηκε την τράπεζαν εις την σκηνήν του μαρτυρίου επί το κλίτος της σκηνής του μαρτυρίου το προς βορράν. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ον τρόπον ήλειψας τον πατέρα αυτών. και ιερατεύσουσί μοι· και έσται ωστε είναι αυτοίς χρίσμα ιερατείας εις τον αιώνα. έξωθεν του καταπετάσματος της σκηνής. και επέθηκε το κατακάλυμμα της σκηνής επ ‘ αυτήν άνωθεν. και επέθηκε τας κεφαλίδας και διενέβαλε τους μοχλούς και έστησε τους στύλους 17 και εξέτεινε τας αυλαίας επί την σκηνήν. καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ------------------------------------------------------Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 165 . εκπορευομένων αυτών εξ Αιγύπτου. όσα ενετείλατο αυτω Κύριος. ανεζεύγνυσαν οι υιοί Ισραήλ συν τη απαρτία αυτών· 31 ει δε μη ανέβη η νεφέλη. και συνετέλεσε Μωυσής πάντα τα έργα. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ούτως εποίησε. τω δευτέρω έτει. ότι επεσκίαζεν επ ‘ αυτήν η νεφέλη και δόξης Κυρίου ενεπλήσθη η σκηνή. 24 και έθηκε το θυσιαστήριον το χρυσούν εν τη σκηνή του μαρτυρίου απέναντι του καταπετάσματος 25 και εθυμίασεν επ ‘ αυτού θυμίαμα της συνθέσεως. και δόξης Κυρίου επλήσθη η σκηνή· 29 και ουκ ηδυνάσθη Μωυσής εισελθείν εις την σκηνήν του μαρτυρίου. 15 Και εγένετο εν τω μηνί τω πρώτω.

δεκτόν αυτω εξιλάσασθαι περί αυτού. άρσεν άμωμον προσάξει· προς την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προσοίσει αυτό δεκτόν εναντίον Κυρίου. 14 Εάν δε από των πετεινών κάρπωμα προσφέρη δώρον αυτού τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ανεκάλεσε Μωυσήν. και προσοίσουσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα. άρσεν άμωμον προσάξει αυτό και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν αυτού. 13 και τα εγκοίλια και τους πόδας πλυνούσιν ύδατι. από τε των αρνών και των ερίφων. και επιστοιβάσουσιν οι ιερείς αυτά επί τα ξύλα τα επί του πυρός τα επί του θυσιαστηρίου. 4 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του καρπώματος. 15 και προσοίσει αυτό ο ιερεύς προς το θυσιαστήριον και αποκνίσει την κεφαλήν. και προσοίσει από των τρυγόνων. 12 και διελούσιν αυτό κατά μέλη και την κεφαλήν και το στέαρ. ή από των περιστερών το δώρον αυτού. θυσία. και προσχεούσι το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω το επί των θυρών της σκηνής του μαρτυρίου. 10 Εάν δε από των προβάτων το δώρον αυτού τω Κυρίω. και επιθήσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 166 . από των κτηνών και από των βοών και από των προβάτων προσοίσετε τα δώρα υμών. 8 και επιστοιβάσουσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς τα διχοτομήματα και την κεφαλήν και το στέαρ επί τα ξύλα τα επί του πυρός τα όντα επί του θυσιαστηρίου. 5 και σφάξουσι τον μόσχον έναντι Κυρίου. οσμή ευωδίας τω Κυρίω. 3 εάν ολοκαύτωμα το δώρον αυτού εκ των βοών. και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος εξ υμών εάν προσαγάγη δώρα τω Κυρίω. και προσοίσει ο ιερεύς τα πάντα και επιθήσει επί το θυσιαστήριον· κάρπωμά εστι. 9 τα δε εγκοίλια και τους πόδας πλυνούσιν ύδατι. 7 και επιθήσουσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς πυρ επί το θυσιαστήριον και επιστοιβάσουσι ξύλα επί το πυρ. 6 και εκδείραντες το ολοκαύτωμα μελιούσιν αυτό κατά μέλη. και επιθήσουσιν οι ιερείς τα πάντα επί το θυσιαστήριον· κάρπωμά εστι. και ελάλησε Κύριος αυτω εκ της σκηνής του μαρτυρίου λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. θυσία. εις ολοκαυτώματα. 11 και σφάξουσιν αυτό εκ πλαγίων του θυσιαστηρίου προς βορράν έναντι Κυρίου και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα αυτού επί το θυσιαστήριον κύκλω. οσμή ευωδίας τω Κυρίω.

άρτους αζύμους πεφυραμένους εν ελαίω και λάγανα άζυμα διακεχρισμένα εν ελαίω. 7 εάν δε θυσία από τηγάνου το δώρόν σου. θυσία. και επιθήσει ο ιερεύς το μνημόσυνον αυτής επί το θυσιαστήριον· θυσία. και επιθήσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον· κάρπωμα. καρπώσαι Κυρίω. θυσία εστί Κυρίω. εάν δε προσφέρη δώρον θυσίαν πεπεμμένην εν κλιβάνω. οσμή ευωδίας τω Κυρίω. και δραξάμενος απ ‘ αυτής πλήρη την δράκα από της σεμιδάλεως συν τω ελαίω και πάντα τον λίβανον αυτής. άζυμά εστι. ην αν ποιήση εκ τούτων τω Κυρίω. οσμή ευωδίας τω Κυρίω. ου ποιήσετε ζυμωτόν· πάσαν γαρ ζύμην και παν μέλι ου προσοίσετε απ ‘ αυτού. επί παντός δώρου υμών προσοίσετε Κυρίω τω Θεω υμών άλας. σεμίδαλις εν ελαίω ποιηθήσεται. 10 το δε καταλειφθέν από της θυσίας. και προσοίσει προς τον ιερέα· και προσεγγίσας προς το θυσιαστήριον 9 αφελεί ο ιερεύς από της θυσίας το μνημόσυνον αυτής. 13 και παν δώρον θυσίας υμών αλί αλισθήσεται· ου διαπαύσατε άλας διαθήκης Κυρίου από θυσιασμάτων υμών. Ααρών και τοις υιοίς αυτού· άγια των αγίων από των καρπωμάτων Κυρίου. σεμίδαλις πεφυραμένη εν ελαίω. 17 και εκκλάσει αυτό εκ των πτερύγων και ου διελεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ στραγγιεί το αίμα προς την βάσιν του θυσιαστηρίου. 3 και το λοιπόν από της θυσίας Ααρών και τοις υιοίς αυτού· άγιον των αγίων από των θυσιών Κυρίου. σεμίδαλις έσται το δώρον αυτού. οσμή ευωδίας τω Κυρίω. 11 Πάσαν θυσίαν. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΑΝ δε ψυχή προσφέρη δώρον θυσίαν τω Κυρίω. 16 και αφελεί τον πρόλοβον συν τοις πτεροίς και εκβαλεί αυτό παρά το θυσιαστήριον κατά ανατολάς εις τον τόπον της σποδού. και επιθήσει αυτό ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον. 6 και διαθρύψεις αυτά κλάσματα. και επιχεείς επ ‘ αυτά έλαιον. 2 και οίσει προς τους υιούς Ααρών τους ιερείς. 12 δώρον απαρχής προσοίσετε αυτά Κυρίω. δώρον Κυρίω εκ σεμιδάλεως. ην αν προσφέρητε Κυρίω. επί δε το θυσιαστήριον ουκ αναβιβασθήσεται εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 8 και προσοίσει την θυσίαν. και επιχεεί επ ‘ αυτό έλαιον και επιθήσει επ ‘ αυτό λίβανον· θυσία εστί. επί τα ξύλα τα επί του πυρός· κάρπωμά εστι. 5 εάν δε θυσία από τηγάνου το δώρόν σου. 14 εάν δε προσφέρης θυσίαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 167 .

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρωτογεννημάτων τω Κυρίω. 6 Εάν δε από των προβάτων το δώρον αυτού θυσία σωτηρίου τω Κυρίω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 168 . το επί των μηρίων. κάρπωμα Κυρίω. άμωμον προσοίσει αυτό. και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. και προσοίσεις την θυσίαν των πρωτογεννημάτων 15 και επιχεείς επ ‘ αυτήν έλαιον και επιθήσεις επ ‘ αυτήν λίβανον· θυσία εστί. οσμήν ευωδίας Κυρίω. εάν τε άρσεν. εάν τε θήλυ. και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων κύκλω. και σφάξει αυτό εναντίον Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 5 και ανοίσουσιν αυτά οι υιοί Ααρών οι ιερείς επί το θυσιαστήριον επί τα ολοκαυτώματα επί τα ξύλα τα επί του πυρός επί του θυσιαστηρίου· κάρπωμα. άρσεν ή θήλυ. 11 ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον· οσμή ευωδίας. 8 και επιθήσει τας χείρας επί την κεφαλήν του δώρου αυτού και σφάξει αυτό παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 9 και προσοίσει από της θυσίας του σωτηρίου κάρπωμα τω Κυρίω. και παν το στέαρ το επί της κοιλίας 10 και αμφοτέρους τους νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. το επί των μηρίων. εάν μεν εκ των βοών αυτού προσαγάγη. το στέαρ και την οσφύν άμωμον (συν ταις ψόαις περιελεί αυτό) και παν το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν. και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελεί. νέα πεφρυγμένα χίδρα ερικτά τω Κυρίω. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΑΝ δε θυσία σωτηρίου το δώρον αυτού τω Κυρίω. 3 και προσάξουσιν από της θυσίας του σωτηρίου κάρπωμα Κυρίω. 16 και ανοίσει ο ιερεύς το μνημόσυνον αυτής από των χίδρων συν τω ελαίω και πάντα τον λίβανον αυτής· κάρπωμά εστι τω Κυρίω. άμωμον προσάξει αυτό έναντι Κυρίου. και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελών. 7 εάν άρνα προσαγάγη το δώρον αυτού. το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν και παν το στέαρ το επί της κοιλίας 4 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. 2 και επιθήσει τας χείρας επί την κεφαλήν του δώρου. προσάξει αυτό έναντι Κυρίου.

και ποιήσει εν τι απ ‘ αυτών· 3 εάν μεν ο αρχιερεύς ο κεχρισμένος αμάρτη του τον λαόν αμαρτείν. και προσάξει έναντι Κυρίου. και προσάξει περί της αμαρτίας αυτού. ό εστιν εν τη σκηνή του μαρτυρίου· και παν το αίμα του μόσχου εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων. και σφάξει τον μόσχον ενώπιον Κυρίου. ό εστι παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. ης ήμαρτε. και προσρανεί από του αίματος επτάκις έναντι Κυρίου. 8 και παν το στέαρ του μόσχου του της αμαρτίας περιελεί απ ‘ αυτού. και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. 16 και ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον· κάρπωμα. 5 και λαβών ο ιερεύς ο χριστός ο τετελειωμένος τας χείρας από του αίματος του μόσχου και εισοίσει αυτό εις την σκηνήν του μαρτυρίου 6 και βάψει ο ιερεύς τον δάκτυλον εις το αίμα. ων ου δεί ποιείν. το στέαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 169 . το επί των μηρίων. 4 και προσάξει τον μόσχον παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου έναντι Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 Εάν δε από των αιγών το δώρον αυτού. κατά το καταπέτασμα το άγιον· 7 και επιθήσει ο ιερεύς από του αίματος του μόσχου επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου του θυμιάματος της συνθέσεως του εναντίον Κυρίου. 13 και επιθήσει τας χείρας επί την κεφαλήν αυτού. και σφάξουσιν αυτό έναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. λέγων· ψυχή εάν αμάρτη έναντι Κυρίου ακουσίως από πάντων των προσταγμάτων Κυρίου. και επιθήσει την χείρα αυτού επί την κεφαλήν του μόσχου έναντι Κυρίου. μόσχον εκ βοών άμωμον τω Κυρίω περί της αμαρτίας. εν πάση κατοικία υμών· παν στέαρ και παν αίμα ουκ έδεσθε. και τον λοβόν του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελεί. οσμή ευωδίας τω Κυρίω. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ. παν το στέαρ τω Κυρίω· 17 νόμιμον εις τον αιώνα εις τας γενεάς υμών. 14 και ανοίσει απ ‘ αυτού κάρπωμα Κυρίω το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν και παν το στέαρ το επί της κοιλίας 15 και αμφοτέρους τους νεφρούς και παν το στέαρ το επ ‘ αυτών.

ό εστιν ενώπιον Κυρίου. και αμάρτη και πλημμελήση. και ποιήση μίαν από πασών των εντολών Κυρίου του Θεού αυτού. ου εκχεούσι την σποδιάν. του προς τη θύρα της σκηνής του μαρτυρίου. ον τρόπον κατέκαυσαν τον μόσχον τον πρότερον. 11 και το δέρμα του μόσχου και πάσαν αυτού την σάρκα συν τη κεφαλή και τοις ακρωτηρίοις και τη κοιλία και τη κόπρω 12 και εξοίσουσιν όλον τον μόσχον έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν. και προσοίσει το δώρον αυτού χίμαρον εξ αιγών. 15 και επιθήσουσιν οι πρεσβύτεροι της συναγωγής τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του μόσχου έναντι Κυρίου και σφάξουσι τον μόσχον έναντι Κυρίου 16 και εισοίσει ο ιερεύς ο χριστός από του αίματος του μόσχου εις την σκηνήν του μαρτυρίου· 17 και βάψει ο ιερεύς τον δάκτυλον από του αίματος του μόσχου και ρανεί επτάκις έναντι Κυρίου. 22 εάν δε ο άρχων αμάρτη. ούτω ποιηθήσεται· και εξιλάσεται περί αυτών ο ιερεύς. 24 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του χιμάρου. και προσάξει αυτόν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 19 και το παν στέαρ περιελεί απ ‘ αυτού και ανοίσει επί το θυσιαστήριον. 14 και γνωσθή αυτοίς η αμαρτία. ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα ενώπιον Κυρίου· αμαρτία εστί. ακουσίως. και προσάξει η συναγωγή μόσχον εκ βοών άμωμον περί της αμαρτίας. κατενώπιον του καταπετάσματος του αγίου· 18 και από του αίματος επιθήσει ο ιερεύς επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των θυμιαμάτων της συνθέσεως. ην ήμαρτεν εν αυτη. και αφεθήσεται αυτοίς η αμαρτία. 20 και ποιήσει τον μόσχον. ή ου ποιηθήσεται. ό εστιν επί των μηρίων. ή ου ποιηθήσεται. ην ήμαρτον εν αυτη. και ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον της καρπώσεως. και κατακαύσουσιν αυτόν επί ξύλων εν πυρί· επί της εκχύσεως της σποδιάς καυθήσεται. 23 και γνωσθή αυτω η αμαρτία. 13 Εάν δε πάσα συναγωγή Ισραήλ αγνοήση ακουσίως και λάθη ρήμα εξ οφθαλμών της συναγωγής και ποιήσωσι μίαν από πασών των εντολών Κυρίου. και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελεί αυτό. αμαρτία συναγωγής εστιν. 10 ον τρόπον αφαιρείται αυτό από του μόσχου του της θυσίας του σωτηρίου. 21 και εξοίσουσι τον μόσχον όλον έξω της παρεμβολής και κατακαύσουσι τον μόσχον. 25 και επιθήσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 170 . ό εστιν εν τη σκηνή του μαρτυρίου· και το παν αίμα εκχεεί προς την βάσιν του θυσιαστηρίου των καρπώσεων. ον τρόπον εποίησε τον μόσχον τον της αμαρτίας. και σφάξουσιν αυτόν εν τόπω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το κατακαλύπτον τα ενδόσθια και παν το στέαρ το επί των ενδοσθίων 9 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. άρσεν άμωμον. και πλημμελήσωσι.

εν τω ποιήσαι μίαν από πασών των εντολών Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο ιερεύς από του αίματος του της αμαρτίας τω δακτύλω επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων και το παν αίμα αυτού εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων. ον τρόπον περιαιρείται στέαρ από θυσίας σωτηρίου. ή εώρακεν. ή σύνοιδεν. και αφεθήσεται αυτω. 27 εάν δε ψυχή μία αμάρτη ακουσίως εκ του λαού της γης. ης ήμαρτε. 28 και γνωσθή αυτω η αμαρτία. 33 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του της αμαρτίας. και επιθήσει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων· και παν το αίμα αυτής εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου. 30 και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος αυτής τω δακτύλω. λήψεται την αμαρτίαν. 34 και λαβών ο ιερεύς από του αίματος του της αμαρτίας τω δακτύλω. και αφεθήσεται αυτω. ην ήμαρτεν εν αυτη. θήλειαν άμωμον οίσει περί της αμαρτίας. και οίσει χίμαιραν εξ αιγών. 2 η ψυχή εκείνη. επιθήσει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου της ολοκαρπώσεως. ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα. 31 και παν το στέαρ περιελεί. ήτις εάν άψηται παντός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 171 . ης ήμαρτε. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΕΑΝ δε ψυχή αμάρτη. και ούτος μάρτυς. και παν αυτού το αίμα εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου της ολοκαυτώσεως. και σφάξουσιν αυτό εν τόπω. και πλημμελήση. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς από της αμαρτίας αυτού. ον τρόπον περιαιρείται στέαρ προβάτου εκ της θυσίας του σωτηρίου. θήλυ άμωμον προσοίσει αυτό. ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα. και αφεθήσεται αυτω. ή ου ποιηθήσεται. και ακούση φωνήν ορκισμού. ωσπερ το στέαρ θυσίας σωτηρίου. 32 εάν δε πρόβατον προσενέγκη το δώρον αυτού περί της αμαρτίας. εάν μη απαγγείλη. και επιθήσει αυτό ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον επί το ολοκαύτωμα Κυρίου. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αμαρτίας. 35 και παν αυτού το στέαρ περιελεί. και ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον εις οσμήν ευωδίας Κυρίω· και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς. 26 και το παν στέαρ αυτού ανοίσει επί το θυσιαστήριον. 29 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του αμαρτήματος αυτού και σφάξουσι την χίμαιραν την της αμαρτίας εν τω τόπω.

5 και εξαγορεύσει την αμαρτίαν. το μνημόσυνον αυτής επιθήσει επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων Κυρίω· αμαρτία εστί. και προσάξει ο ιερεύς το περί της αμαρτίας πρότερον· και αποκνίσει ο ιερεύς την κεφαλήν αυτού από του σφονδύλου. και πλημμελήση· 4 η ψυχή. 3 ή άψηται από ακαθαρσίας ανθρώπου. θήλυ από των προβάτων. ης αν αψάμενος μιανθή. 16 και ό ήμαρτεν από των αγίων αποτίσει αυτό. ης ήμαρτε. περί ου επλημμέλησε. και δραξάμενος ο ιερεύς απ ‘ αυτής πλήρη την δράκα. 11 εάν δε μη ευρίσκη η χείρ αυτού ζεύγος τρυγόνων. ουδέ επιθήσει επ ‘ αυτω λίβανον. 14 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν. 10 και το δεύτερον ποιήσει ολοκάρπωμα. και αφεθήσεται αυτω. και το επίπεμπτον προσθήσει επ ‘ αυτό και δώσει αυτό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 172 . ως η θυσία της σεμιδάλεως. περί αμαρτίας· και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αμαρτίας αυτού. και οίσει το δώρον αυτού. ή δύο νεοσσούς περιστερών Κυρίω. ης ήμαρτε. οίσει περί της αμαρτίας αυτού. και ούτος γνω. αμνάδα ή χίμαιραν εξ αιγών. δύο τρυγόνας. περί της αμαρτίας ης ήμαρτε. και αμάρτη εν τι τούτων. και λάθη αυτόν προ οφθαλμών. ης ήμαρτε. και εξιλάσεται ο ιερεύς περί της αμαρτίας αυτού. το δέκατον του οιφί σεμιδάλεως περί αμαρτίας· ουκ επιχεεί επ ‘ αυτό έλαιον. το δε κατάλοιπον του αίματος καταστραγγιεί επί την βάσιν του θυσιαστηρίου· αμαρτία γαρ εστι. αφ ‘ ενός τούτων. από πάσης ακαθαρσίας αυτού. ότι περί αμαρτίας εστί· 12 και οίσει αυτό προς τον ιερέα. 8 και οίσει αυτά προς τον ιερέα. τιμής αργυρίου σίκλων. ή των θνησιμαίων κτηνών των ακαθάρτων. και αφεθήσεται αυτω. και αφεθήσεται αυτω η αμαρτία. ως καθήκει. ή των θνησιμαίων βδελυγμάτων των ακαθάρτων. μετά τούτο δε γνω. ή δύο νεοσσούς περιστερών. 13 και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αμαρτίας αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πράγματος ακαθάρτου. ή θηριαλώτου ακαθάρτου. 7 Εάν δε μη ισχύη η χείρ αυτού το ικανόν εις το πρόβατον. και ου διελεί· 9 και ρανεί από του αίματος του περί της αμαρτίας επί τον τοίχον του θυσιαστηρίου. το δε καταλειφθέν έσται τω ιερεί. λέγων· 15 ψυχή ή αν λάθη αυτόν λήθη και αμάρτη ακουσίως από των αγίων Κυρίου. περί ου ήμαρτε. ένα περί αμαρτίας και ένα εις ολοκαύτωμα. και έλαθεν αυτόν. ης ήμαρτεν. ή αν ομόση διαστέλλουσα τοις χείλεσι κακοποιήσαι ή καλώς ποιήσαι κατά πάντα. τω σίκλω των αγίων. και οίσει της πλημμελείας αυτού τω Κυρίω κριόν άμωμον εκ των προβάτων. 6 και οίσει περί ων επλημμέλησε Κυρίω. περί ων ημάρτηκε κατ ‘ αυτής. ή θνησιμαίου. όσα εάν διαστείλη ο άνθρωπος μεθ ‘ όρκου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω ιερεί· και ο ιερεύς εξιλάσεται περί αυτού εν τω κριω της πλημμελείας. εις ό επλημμέλησε. ην αν καταναλώση το πυρ. και αφεθήσεται αυτω. από του θυσιαστηρίου. 26 και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου. και εξοίσει την κατακάρπωσιν έξω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 173 . και αφεθήσεται αυτω περί ενός από πάντων. ή την παραθήκην. 4 και εκδύσεται την στολήν αυτού και ενδύσεται στολήν άλλην. ου σβεσθήσεται. και αποδω το άρπαγμα. ην εύρεν. την ολοκαύτωσιν. ωστε αμαρτείν εν τούτοις. ων εποίησε και επλημμέλησεν αυτω. ήτις παρετέθη αυτω. 20 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 21 ψυχή ή εάν αμάρτη και παριδών παρίδη τας εντολάς Κυρίου και ψεύσηται τα προς τον πλησίον εν παραθήκη ή περί κοινωνίας ή περί αρπαγής ή ηδίκησέ τι τον πλησίον 22 ή εύρεν απώλειαν και ψεύσηται περί αυτής και ομόση αδίκως περί ενός από πάντων. ων εάν ποιήση ο άνθρωπος. αυτω αποδώσει ή ημέρα ελεγχθή. 23 και έσται ηνίκα εάν αμάρτη και πλημμελήση. και πλημμελήση και λάβη την αμαρτίαν. και αφελεί την κατακάρπωσιν. 17 Και η ψυχή ή αν αμάρτη και ποιήση μίαν από πασών των εντολών Κυρίου. 18 και οίσει κριόν άμωμον εκ των προβάτων. και παραθήσει αυτό εχόμενον του θυσιαστηρίου. τιμής αργυρίου εις πλημμέλειαν προς τον ιερέα. ή την απώλειαν. 3 και ενδύσεται ο ιερεύς χιτώνα λινούν και περισκελές λινούν ενδύσεται περί το σώμα αυτού. 25 και της πλημμελείας αυτού οίσει τω Κυρίω κριόν από των προβάτων άμωμον. ων ου δεί ποιείν. ου ώμοσε περί αυτού αδίκως. ό ηδίκησεν. λέγων· ούτος ο νόμος της ολοκαυτώσεως· αυτή η ολοκαύτωσις επί της καύσεως αυτής επί του θυσιαστηρίου όλην την νύκτα έως το πρωϊ. 24 από παντός πράγματος. και αφεθήσεται αυτω· 19 επλημμέλησε γαρ πλημμελεία έναντι Κυρίου. ό ήρπασεν. και αυτός ουκ ήδει. ή το αδίκημα. και αποτίσει αυτό το κεφάλαιον και το επίπεμπτον προσθήσει επ ‘ αυτό· τίνος εστίν. και το πυρ του θυσιαστηρίου καυθήσεται επ ‘ αυτού. και ουκ έγνω. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι Ααρών και τοις υιοίς αυτού. ης ηγνόησε. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αγνοίας αυτού. τιμής.

πλυθήσεται εν τόπω αγίω. ου εάν εψηθή εν αυτω. ωσπερ το της αμαρτίας και ωσπερ το της πλημμελείας. ή αν χρίσης αυτόν· το δέκατον του οιφί σεμιδάλεως εις θυσίαν δια παντός. ος εάν ραντισθή επ ‘ αυτό. ου σφάζουσι το ολοκαύτωμα. 23 και πάντα τα περί της αμαρτίας. ην προσάξουσιν αυτήν οι υιοί Ααρών έναντι Κυρίου απέναντι του θυσιαστηρίου· 8 και αφελεί απ ‘ αυτού τη δρακί από της σεμιδάλεως της θυσίας συν τω ελαίω αυτής και συν παντί τω λιβάνω αυτής τα όντα επί της θυσίας και ανοίσει επί το θυσιαστήριον κάρπωμα. ου σβεσθήσεται. 20 πας ο απτόμενος των κρεών αυτής αγιασθήσεται· και ω εάν επιρραντισθή από του αίματος αυτής επί το ιμάτιον. ων εάν εισενεχθή από του αίματος αυτών εις την σκηνήν του μαρτυρίου εξιλάσασθαι εν τω αγίω. άπαν επιτελεσθήσεται. σφάξουσι τα περί της αμαρτίας έναντι Κυρίου· άγια αγίων εστίν. αγιασθήσεται. 14 επί τηγάνου εν ελαίω ποιηθήσεται. 15 ο ιερεύς ο χριστός αντ ‘ αυτού εκ των υιών αυτού ποιήσει αυτήν· νόμος αιώνιος. 21 και σκεύος οστράκινον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 174 . θυσίαν εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 22 πας άρσην εν τοις ιερεύσι φάγεται αυτά· άγια αγίων εστί Κυρίω. συντριβήσεται· εάν δε εν σκεύει χαλκω εψηθή. 9 το δε καταλειφθέν απ ‘ αυτής έδεται Ααρών και οι υιοί αυτού· άζυμα βρωθήσεται εν τόπω αγίω. 7 Ούτος ο νόμος της θυσίας. 19 ο ιερεύς ο αναφέρων αυτήν έδεται αυτήν· εν τόπω αγίω βρωθήσεται. και καύσει επ ‘ αυτού ο ιερεύς ξύλα το πρωϊ πρωϊ· και στοιβάσει επ ‘ αυτού την ολοκαύτωσιν και επιθήσει επ ‘ αυτό το στέαρ του σωτηρίου· 6 και πυρ δια παντός καυθήσεται επί το θυσιαστήριον. εκτρίψει αυτό και εκκλύσει ύδατι. 10 ου πεφθήσεται εζυμωμένη· μερίδα αυτήν έδωκα αυτοίς από των καρπωμάτων Κυρίου· άγια αγίων εστίν. 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 λάλησον Ααρών και τοις υιοίς αυτού λέγων· ούτος ο νόμος της αμαρτίας· εν τόπω. το ήμισυ αυτής το πρωϊ. 11 παν αρσενικόν των ιερέων έδονται αυτήν· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών από των καρπωμάτων Κυρίου. 5 και πυρ επί το θυσιαστήριον καυθήσεται απ ‘ αυτού και ου σβεσθήσεται. ου βρωθήσεται· εν πυρί κατακαυθήσεται. και το ήμισυ αυτής το δειλινόν. 12 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 13 τούτο το δώρον Ααρών και των υιών αυτού. πεφυραμένην οίσει αυτήν. πας ος εάν άψηται αυτών. θυσίαν εκ κλασμάτων. εν αυλή της σκηνής του μαρτυρίου. 16 και πάσα θυσία ιερέως ολόκαυτος έσται και ου βρωθήσεται. οσμήν ευωδίας. ό προσοίσουσι Κυρίω εν τη ημέρα. ελικτά. το μνημόσυνον αυτής τω Κυρίω. εν αυλή της σκηνής του μαρτυρίου έδονται αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν.

14 και προσάξει εν από πάντων των δώρων αυτού. τω ιερεί τω προσχέοντι το αίμα του σωτηρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ ούτος ο νόμος του κριού του περί της πλημμελείας· άγια αγίων εστίν. σφάξουσι τον κριόν της πλημμελείας έναντι Κυρίου. 18 εάν δε φαγών φάγη από των κρεών τη ημέρα τη τρίτη. 9 και πάσα θυσία. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 175 . ου δεχθήσεται αυτω τω προσφέροντι αυτό. το επί των μηρίων. αυτω έσται. και τη αύριον· 17 και το καταλειφθέν από των κρεών της θυσίας έως ημέρας τρίτης. 2 εν τόπω ου σφάζουσι το ολοκαύτωμα. και προσοίσει επί της θυσίας της αινέσεως άρτους εκ σεμιδάλεως αναπεποιημένους εν ελαίω. εκάστω το ίσον. την αμαρτίαν λήψεται. 5 και ανοίσει αυτά ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον κάρπωμα τω Κυρίω· περί πλημμελείας εστί. το δέρμα της ολοκαυτώσεως. και την οσφύν και παν το στέαρ το κατακαλύπτον τα ενδόσθια και παν το στέαρ το επί των ενδοσθίων 4 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. αυτω έσται. 3 και παν το στέαρ αυτού προσοίσει απ ‘ αυτού. και εν ή ημέρα δωρείται. λάγανα άζυμα διακεχρισμένα εν ελαίω και σεμίδαλιν πεφυραμένην εν ελαίω· 13 επ ‘ άρτοις ζυμίταις προσοίσει τα δώρα αυτού επί θυσία αινέσεως σωτηρίου. βρωθήσεται. αυτω έσται. 15 και τα κρέα θυσίας αινέσεως σωτηρίου αυτω έσται. ή εκούσιον θυσιάζη το δώρον αυτού. 19 και κρέα όσα εάν άψηται παντός ακαθάρτου. ήτις ποιηθήσεται εν τω κλιβάνω. εν πυρί κατακαυθήσεται. ην προσοίσουσι Κυρίω. εν τόπω αγίω έδονται αυτά· άγια αγίων εστίν. βρωθήσεται· ου καταλείψουσιν απ ‘ αυτού εις το πρωϊ. 8 και ο ιερεύς ο προσάγων ολοκαύτωμα ανθρώπου. αφαίρεμα Κυρίω. και πάσα. και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς. 10 και πάσα θυσία αναπεποιημένη εν ελαίω και μη αναπεποιημένη πάσι τοις υιοίς Ααρών έσται. 16 και εάν ευχή ή. ήτις ποιηθήσεται επ ‘ εσχάρας ή επί τηγάνου. αυτω έσται. ου λογισθήσεται αυτω. ούτω και το της πλημμελείας. ης προσφέρει αυτός. 6 πας άρσην εκ των ιερέων έδεται αυτά. μίασμά εστιν· η δε ψυχή. και το αίμα προσχεεί επί την βάσιν του θυσιαστηρίου κύκλω. 11 Ούτος ο νόμος θυσίας σωτηρίου. ή αν ημέρα προσαγάγη την θυσίαν αυτού. 7 ωσπερ το περί της αμαρτίας. περιελεί αυτά. 12 εάν μεν περί αινέσεως προσφέρη αυτήν. νόμος εις αυτών· ο ιερεύς όστις εξιλάσσεται εν αυτω. του ιερέως του προσφέροντος αυτήν. ήτις εάν φάγη απ ‘ αυτού.

και αιγών ουκ έδεσθε. προσοίσει αυτά. και εις βρώσιν ου βρωθήσεται. απολείται η ψυχή εκείνη από του λαού αυτής. ή αν φάγη αίμα. πας καθαρός φάγεται κρέα. απολείται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. ων προσάξει απ ‘ αυτών κάρπωμα Κυρίω. ήτις εάν φάγη από των κρεών της θυσίας του σωτηρίου. 32 και τον βραχίονα τον δεξιόν δώσετε αφαίρεμα τω ιερεί από των θυσιών του σωτηρίου υμών· 33 ο προσφέρων το αίμα του σωτηρίου και το στέαρ το από των υιών Ααρών. οίσει το δώρον αυτού Κυρίω και από της θυσίας του σωτηρίου. και προβάτων. ή παντός βδελύγματος ακαθάρτου. 22 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 23 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· παν στέαρ βοών. 24 και στέαρ θνησιμαίων και θηριαλώτων ποιηθήσεται εις παν έργον. και η ακαθαρσία αυτού επ ‘ αυτω. 31 και ανοίσει ο ιερεύς το στέαρ επί του θυσιαστηρίου. ή από ακαθαρσίας ανθρώπου. 37 ούτος ο νόμος των ολοκαυτωμάτων και θυσίας και περί αμαρτίας και της πλημμελείας και της τελειώσεως και της θυσίας του σωτηρίου. ό εστι Κυρίου. απολείται η ψυχή εκείνη από του λαού αυτής. απολείται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. ή αν άψηται παντός πράγματος ακαθάρτου. λέγων· ο προσφέρων θυσίαν σωτηρίου. 38 ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή εν τω όρει Σινά. 21 και ψυχή. 36 καθά ενετείλατο Κύριος δούναι αυτοίς ή ημέρα έχρισεν αυτούς παρά των υιών Ισραήλ· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 176 . ή ημέρα ενετείλατο τοις υιοίς Ισραήλ προσφέρειν τα δώρα αυτών έναντι Κυρίου εν τη ερήμω Σινά. 28 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 29 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις. 25 πας ο έσθων στέαρ από των κτηνών. 30 αι χείρες αυτού προσοίσουσι τα καρπώματα Κυρίω· το στέαρ το επί του στηθυνίου. και έσται το στηθύνιον Ααρών και τοις υιοίς αυτού. νόμιμον αιώνιον παρά των υιών Ισραήλ. ή των τετραπόδων των ακαθάρτων. 35 Αύτη η χρίσις Ααρών και η χρίσις των υιών αυτού από των καρπωμάτων Κυρίου. και τον λοβόν του ήπατος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ου βρωθήσεται. ό εστι Κυρίου. εν ή ημέρα προσηγάγετο αυτούς του ιερατεύειν τω Κυρίω. ωστε επιτιθέναι δόμα έναντι Κυρίου. εν πυρί κατακαυθήσεται. 20 η δε ψυχή. και φάγη από των κρεών της θυσίας του σωτηρίου. 26 παν αίμα ουκ έδεσθε εν πάση τη κατοικία υμών από τε των κτηνών και από των πετεινών. 27 πάσα ψυχή. αυτω έσται ο βραχίων ο δεξιός εν μερίδι· 34 το γαρ στηθύνιον του επιθέματος και τον βραχίονα του αφαιρέματος είληφα παρά των υιών Ισραήλ από των θυσιών του σωτηρίου υμών και έδωκα αυτά Ααρών τω ιερεί και τοις υιοίς αυτού.

5 και είπε Μωυσής τη συναγωγή· τούτό εστι το ρήμα. 8 και επέθηκεν επ ‘ αυτήν το λογείον και επέθηκεν επί το λογείον την δήλωσιν και την αλήθειαν· 9 και επέθηκε την μίτραν επί την κεφαλήν αυτού και επέθηκεν επί την μίτραν κατά πρόσωπον αυτού το πέταλον το χρυσούν το καθηγιασμένον άγιον. 14 και προσήγαγε Μωυσής τον μόσχον τον περί της αμαρτίας. 4 και εποίησε Μωυσής ον τρόπον συνέταξεν αυτω Κύριος. 15 και έσφαξεν αυτόν. καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και έλαβε Μωυσής από του αίματος και επέθηκεν επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου κύκλω τω δακτύλω και εκαθάρισε το θυσιαστήριον· και το αίμα εξέχεεν επί την βάσιν του θυσιαστηρίου και ηγίασεν αυτό. και ηγίασεν αυτά· και έχρισε την σκηνήν και πάντα τα σκεύη αυτής και ηγίασεν αυτήν. και εξεκκλησίασε την συναγωγήν επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. και επέθηκεν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας επί την κεφαλήν του μόσχου του της αμαρτίας. 6 και προσήνεγκε Μωυσής τον Ααρών και τους υιούς αυτού. 13 και προσήγαγε Μωυσής τους υιους Ααρών και ενέδυσεν αυτούς χιτώνας και έζωσεν αυτούς ζώνας και περιέθηκεν αυτοίς κιδάρεις. 3 και πάσαν την συναγωγήν εκκλησίασον επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάβε Ααρών και τους υιούς αυτού και τας στολάς αυτού και το έλαιον της χρίσεως και τον μόσχον τον περί της αμαρτίας και τους δύο κριούς και το κανούν των αζύμων. 10 και έλαβε Μωυσής από του ελαίου της χρίσεως 11 και έρρανεν απ ‘ αυτού επί το θυσιαστήριον επτάκις και έχρισε το θυσιαστήριον και ηγίασεν αυτό και πάντα τα εν αυτω και τον λουτήρα και την βάσιν αυτού. ό ενετείλατο Κύριος ποιήσαι. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. του εξιλάσασθαι επ ‘ αυτού. 16 και έλαβε Μωυσής παν το στέαρ το επί των ενδοσθίων και τον λοβόν τον επί του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 177 . και έλουσεν αυτούς ύδατι· 7 και ενέδυσεν αυτόν τον χιτώνα και έζωσεν αυτόν την ζώνην και ενέδυσεν αυτόν τον υποδύτην και επέθηκεν επ ‘ αυτόν την επωμίδα και συνέζωσεν αυτόν κατά την ποίησιν της επωμίδος και συνέσφιγξεν αυτόν εν αυτη. 12 και επέχεε Μωυσής από του ελαίου της χρίσεως επί την κεφαλήν Ααρών και έχρισεν αυτόν και ηγίασεν αυτόν.

κριόν τελειώσεως· και επέθηκεν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού. καθάπερ ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήπατος και αμφοτέρους τους νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. του όντος έναντι Κυρίου. και ανήνεγκεν αυτά Μωυσής επί το θυσιαστήριον. και προσέχεε Μωυσής το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. και προσέχεε Μωυσής το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. έλαβεν άρτον ένα άζυμον και άρτον εξ ελαίου ένα και λάγανον εν και επέθηκεν επί το στέαρ και τον βραχίονα τον δεξιόν· 27 και επέθηκεν άπαντα επί τας χείρας Ααρών και επί τας χείρας των υιών αυτού· και ανήνεγκεν αυτά αφαίρεμα έναντι Κυρίου. 19 και έσφαξε Μωυσής τον κριόν. και επέθηκεν Ααρών και υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού. επί το ολοκαύτωμα της τελειώσεως. 24 και προσήγαγε Μωυσής τους υιούς Ααρών. κάρπωμά εστι τω Κυρίω. καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. και εγένετο Μωυσή εν μερίδι. 31 και είπε Μωυσής προς Ααρών και τους υιούς αυτού· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 178 . ό εστιν οσμή ευωδίας· κάρπωμά εστι τω Κυρίω. 17 και τον μόσχον και την βύρσαν αυτού και τα κρέα αυτού και την κόπρον αυτού κατέκαυσεν αυτά πυρί έξω της παρεμβολής. 29 και λαβών Μωυσής το στηθύνιον αφείλεν αυτό επίθεμα έναντι Κυρίου από του κριού της τελειώσεως. 18 και προσήγαγε Μωυσής τον κριόν τον εις ολοκαύτωμα. 28 και έλαβε Μωυσής από των χειρών αυτών. 22 και προσήγαγε Μωυσής τον κριόν τον δεύτερον. και ηγίασεν Ααρών και τας στολάς αυτού και τους υιούς αυτού και τας στολάς των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. 20 και τον κριόν εκρεανόμησε κατά μέλη και ανήνεγκε Μωυσής την κεφαλήν και τα μέλη και το στέαρ· 21 και την κοιλίαν και τους πόδας έπλυνεν ύδατι. 30 και έλαβε Μωυσής από του ελαίου της χρίσεως και από του αίματος του επί του θυσιαστηρίου και προσέρρανεν επί Ααρών και τας στολάς αυτού και τους υιούς αυτού και τας στολάς των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. 23 και έσφαξεν αυτόν και έλαβε Μωυσής από του αίματος αυτού και επέθηκεν επί τον λοβόν του ωτός Ααρών του δεξιού και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. και επέθηκε Μωυσής από του αίματος επί τους λοβούς των ώτων των δεξιών και επί τα άκρα των χειρών αυτών των δεξιών και επί τα άκρα των ποδών αυτών των δεξιών. 25 και έλαβε το στέαρ και την οσφύν και το στέαρ το επί της κοιλίας και τον λοβόν του ήπατος και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών και τον βραχίονα τον δεξιόν· 26 και από του κανού της τελειώσεως. και ανήνεγκε Μωυσής επί το θυσιαστήριον. και ανήνεγκε Μωυσής όλον τον κριόν επί το θυσιαστήριον· ολοκαύτωμά εστιν εις οσμήν ευωδίας.

άμωμα. 36 και εποίησεν Ααρών και οι υιοί αυτού πάντας τους λόγους. καθάπερ ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. ό είπε Κύριος. ποιήσατε. άμωμα. καθό ενετείλατο Μωυσής. λέγων· λάβετε χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. ημέραν και νύκτα· φυλάξεσθε τα φυλάγματα Κυρίου. ον τρόπον συντέτακταί μοι. 33 και από της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου ουκ εξελεύσεσθε επτά ημέρας. και προσένεγκε αυτά έναντι Κυρίου· 3 και τη γερουσία Ισραήλ λάλησον. απέναντι της σκηνής του μαρτυρίου. λέγων· Ααρών και οι υιοί αυτού φάγονται αυτά· 32 και το καταλειφθέν των κρεών και των άρτων εν πυρί κατακαύσατε. 8 και προσήλθεν Ααρών προς το θυσιαστήριον και έσφαξε το μοσχάριον το περί της αμαρτίας αυτού. 9 και προσήνεγκαν οι υιοί Ααρών το αίμα προς αυτόν. 5 και έλαβον. 34 καθάπερ εποίησεν εν τη ημέρα ταύτη. ημέρα τελειώσεως υμών· επτά γαρ ημέρας τελειώσει τας χείρας υμών. ους συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ή ενετείλατο Κύριος του ποιήσαι. και αμνόν ενιαύσιον εις ολοκάρπωσιν. και έβαψε τον δάκτυλον εις το αίμα και επέθηκεν επί τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 179 . 6 και είπε Μωυσής· τούτο το ρήμα. και προσήλθε πάσα συναγωγή και έστησαν έναντι Κυρίου. ωστε εξιλάσασθαι περί υμών. ίνα μη αποθάνητε· ούτω γαρ ενετείλατό μοι Κύριος ο Θεός. και μοσχάριον. 7 και είπε Μωυσής τω Ααρών· πρόσελθε προς το θυσιαστήριον και ποίησον το περί της αμαρτίας σου και το ολοκαύτωμά σου και εξίλασαι περί σεαυτού και του οίκου σου· και ποίησον τα δώρα του λαού και εξίλασαι περί αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εψήσατε τα κρέα εν τη αυλή της σκηνής του μαρτυρίου εν τόπω αγίω και εκεί φάγεσθε αυτά και τους άρτους τους εν τω κανω της τελειώσεως. και οφθήσεται εν υμίν η δόξα Κυρίου. 2 και είπε Μωυσής προς Ααρών· λάβε σεαυτω μοσχάριον εκ βοών περί αμαρτίας και κριόν εις ολοκαύτωμα. 35 και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου καθήσεσθε επτά ημέρας. εκάλεσε Μωυσής Ααρών και τους υιούς αυτού και την γερουσίαν Ισραήλ. 4 και μόσχον και κριόν εις θυσίαν σωτηρίου έναντι Κυρίου και σεμίδαλιν πεφυραμένην εν ελαίω· ότι σήμερον Κύριος οφθήσεται εν υμίν. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ εγενήθη τη ημέρα τη ογδόη. έως ημέρα πληρωθή.

και τον βραχίονα τον δεξιόν αφείλεν Ααρών αφαίρεμα έναντι Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κέρατα του θυσιαστηρίου και το αίμα εξέχεεν επί την βάσιν του θυσιαστηρίου· 10 και το στέαρ και τους νεφρούς και τον λοβόν του ήπατος του περί της αμαρτίας ανήνεγκεν επί το θυσιαστήριον. 16 και προσήνεγκε το ολοκαύτωμα και εποίησεν αυτό. τα τε ολοκαυτώματα και τα στέατα. 12 και έσφαξε το ολοκαύτωμα· και προσήνεγκαν οι υιοί Ααρών το αίμα προς αυτόν. 15 και προσήνεγκε το δώρον του λαού· και έλαβε τον χίμαρον τον περί της αμαρτίας του λαού και έσφαξεν αυτόν. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. και προσέχεε προς το θυσιαστήριον κύκλω· 19 και το στέαρ το από του μόσχου και του κριού. ως καθήκει. 11 και τα κρέα και την βύρσαν κατέκαυσεν αυτά πυρί. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 Και λαβόντες οι δύο υιοί Ααρών Ναδάβ και Αβιούδ έκαστος το πυρείον αυτού επέθηκαν επ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 180 . και προσέχεεν επί το θυσιαστήριον κύκλω· 13 και το ολοκαύτωμα προσήνεγκαν αυτό κατά μέλη. 21 και το στηθύνιον. και το στέαρ το επ ‘ αυτών και τον λοβόν τον επί του ήπατος. 20 και επέθηκε τα στέατα επί τα στηθύνια. έξω της παρεμβολής. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. την οσφύν και το στέαρ το κατακαλύπτον επί της κοιλίας και τους δύο νεφρούς. και εκαθάρισεν αυτόν. και ώφθη η δόξα Κυρίου παντί τω λαω. και τον κριόν της θυσίας του σωτηρίου της του λαού· και προσήνεγκαν οι υιοί Ααρών το αίμα προς αυτόν. και ανήνεγκε τα στέατα επί το θυσιαστήριον. ευλόγησεν αυτούς· και κατέβη ποιήσας το περί της αμαρτίας και τα ολοκαυτώματα και τα του σωτηρίου. 23 και εισήλθε Μωυσής και Ααρών εις την σκηνήν του μαρτυρίου και εξελθόντες ευλόγησαν πάντα τον λαόν. και έπλησε τας χείρας απ ‘ αυτής και επέθηκεν επί το θυσιαστήριον χωρίς του ολοκαυτώματος του πρωϊνού. 18 και έσφαξε τον μόσχον. και είδε πας ο λαός και εξέστη και έπεσαν επί πρόσωπον. αυτά και την κεφαλήν επέθηκεν επί το θυσιαστήριον· 14 και έπλυνε την κοιλίαν και τους πόδας ύδατι και επέθηκεν επί το ολοκαύτωμα επί το θυσιαστήριον. 22 και εξάρας Ααρών τας χείρας επί τον λαόν. 17 και προσήνεγκε την θυσίαν. καθά και τον πρώτον. 24 και εξήλθε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε τα επί του θυσιαστηρίου.

και ανά μέσον των ακαθάρτων και των καθαρών. 5 και προσήλθον και ήραν αυτούς εν τοις χιτώσιν αυτών έξω της παρεμβολής. συ και οι υιοί σου και ο οίκός σου μετά σου· νόμιμον γαρ σοί και νόμιμον τοις υιοίς σου εδόθη από των θυσιών του σωτηρίου των υιών Ισραήλ. 4 και εκάλεσε Μωυσής τον Μισαδάη και τον Ελισαφάν. ίνα μη αποθάνητε· το έλαιον γαρ της χρίσεως το παρά Κυρίου εφ ‘ υμίν. 2 και εξήλθε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγεν αυτούς. ό ου προσέταξε Κύριος αυτοίς. ή προσπορευομένων υμών προς το θυσιαστήριον. ον ενεπυρίσθησαν υπό Κυρίου. και επί πάσαν την συναγωγήν έσται θυμός· οι δε αδελφοί υμών πας ο οίκος Ισραήλ κλαύσονται τον εμπυρισμόν. ηνίκα εάν εισπορεύησθε εις την σκηνήν του μαρτυρίου. ίνα μη αποθάνητε. ον τρόπον είπε Μωυσής. 12 Και είπε Μωυσής προς Ααρών και προς Ελεάζαρ και Ιθάμαρ τους υιούς Ααρών τους καταλειφθέντας· λάβετε την θυσίαν την καταλειφθείσαν από των καρπωμάτων Κυρίου. και απέθανον έναντι Κυρίου. 6 και είπε Μωυσής προς Ααρών και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ τους υιούς αυτού τους καταλελειμμένους· την κεφαλήν υμών ουκ αποκιδαρώσετε και τα ιμάτια υμών ου διαρρήξετε. 8 Και ελάλησε Κύριος τω Ααρών. και νόμιμον τοις υιοίς σου τούτο από των καρπωμάτων Κυρίου· ούτω γαρ εντέταλταί μοι. συ και οι υιοί σου μετά σου. και φάγεσθε άζυμα παρά το θυσιαστήριον· άγια αγίων εστί. 3 και είπε Μωυσής προς Ααρών· τούτό εστιν. λέγων· 9 οίνον και σίκερα ου πίεσθε. και ου μη αποθάνητε (νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών) 10 διαστείλαι ανά μέσον των αγίων και των βεβήλων. α ελάλησε Κύριος προς αυτούς δια χειρός Μωυσή. 11 και συμβιβάσεις τους υιούς Ισραήλ άπαντα τα νόμιμα. και είπεν αυτοίς· προσέλθατε και άρατε τους αδελφούς υμών εκ προσώπου των αγίων έξω της παρεμβολής. 14 και το στηθύνιον του αφορίσματος και τον βραχίονα του αφαιρέματος φάγεσθε εν τόπω αγίω. και κατενύχθη Ααρών. υιούς του αδελφού του πατρός Ααρών. ό είπε Κύριος λέγων· εν τοις εγγίζουσί μοι αγιασθήσομαι και εν πάση τη συναγωγή δοξασθήσομαι. και εποίησαν κατά το ρήμα Μωυσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ‘ αυτό πυρ και επέβαλον επ ‘ αυτό θυμίαμα και προσήνεγκαν έναντι Κυρίου πυρ αλλότριον. αφόρισμα αφορίσαι έναντι Κυρίου· και έσται σοι και τοις υιοίς σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 181 . υιούς ‘Οζιήλ. 13 και φάγεσθε αυτήν εν τόπω αγίω· νόμιμον γαρ σοί εστι. 15 τον βραχίονα του αφαιρέματος και το στηθύνιον του αφορίσματος επί των καρπωμάτων των στεάτων προσοίσουσιν. 7 και από της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου ουκ εξελεύσεσθε.

λέγων· 17 διατί ουκ εφάγετε το περί της αμαρτίας εν τόπω αγίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ταις θυγατράσι σου μετά σου νόμιμον αιώνιον. λέγων· ει σήμερον προσαγηόχασι τα περί της αμαρτίας αυτών και τα ολοκαυτώματα αυτών έναντι Κυρίου. και οπλήν ου διχηλεί. 20 και ήκουσε Μωυσής. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 9 Και ταύτα. ή εν ταις θαλάσσαις και εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 182 . και ήρεσεν αυτω. ακάθαρτον τούτο υμίν· 5 και τον δασύποδα. ακάθαρτον τούτο υμίν· 8 από των κρεών αυτών ου φάγεσθε και των θνησιμαίων αυτών ουχ άψεσθε. ότι γαρ άγια αγίων εστί. μη αρεστόν έσται Κυρίω. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 λαλήσατε τοις υιοίς Ισραήλ λέγοντες· ταύτα τα κτήνη. ότι ανάγει μηρυκισμόν τούτο. και τούτο ουκ ανάγει μηρυκισμόν. ουδέ λεπίδες εν τω ύδατι. α φάγεσθε από πάντων των κτηνών των επί της γης· 3 παν κτήνος διχηλούν οπλήν και ονυχιστήρας ονυχίζον δύο χηλών και ανάγον μηρυκισμόν εν τοις κτήνεσι. α φάγεσθε από πάντων των εν τοις ύδασι· πάντα όσα εστίν αυτοίς πτερύγια και λεπίδες εν τοις ύδασι και εν ταις θαλάσσαις και εν τοις χειμάρροις. 16 Και τον χίμαρον τον περί της αμαρτίας ζητών εξεζήτησε Μωυσής. οπλήν δε ου διχηλεί. ακάθαρτον τούτο υμίν· 7 και τον ύν. και όδε ενεπεπύριστο· και εθυμώθη Μωυσής επί Ελεάζαρ και Ιθάμαρ τους υιούς Ααρών τους καταλελειμμένους. ίνα αφέλητε την αμαρτίαν της συναγωγής και εξιλάσησθε περί αυτών έναντι Κυρίου· 18 ου γαρ εισήχθη του αίματος αυτού εις το άγιον· κατά πρόσωπον έσω φάγεσθε αυτό εν τόπω αγίω. από των αναγόντων μηρυκισμόν και από των διχηλούντων τας οπλάς και ονυχιζόντων ονυχιστήρας· τον κάμηλον. 10 και πάντα όσα ουκ έστιν αυτοίς πτερύγια. ον τρόπον μοι συνέταξε Κύριος. και συμβέβηκέ μοι τοιαύτα· και φάγομαι τα περί της αμαρτίας σήμερον. ότι διχηλεί οπλήν τούτο. 19 και ελάλησεν Ααρών προς Μωυσήν. τούτο έδωκεν υμίν φαγείν. ταύτα φάγεσθε. ότι ουκ ανάγει μηρυκισμόν τούτο. ακάθαρτα ταύτα υμίν. 4 πλήν από τούτων ου φάγεσθε. ότι ουκ ανάγει μηρυκισμόν τούτο. ταύτα φάγεσθε. ακάθαρτον τούτο υμίν· 6 και τον χοιρογρύλλιον. και ονυχίζει όνυχας οπλής. και οπλήν ου διχηλεί.

α πορεύεται επί τέσσαρα. των εν τοις ύδασι. από πάντων. 31 ταύτα ακάθαρτα υμίν από πάντων των ερπετών των επί της γης· πας ο απτόμενος αυτών τεθνηκότων ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. πηδάν εν αυτοίς επί της γης. ό αν ποιηθή έργον εν αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τοις χειμάρροις. και από πάσης ψυχής της ζώσης εν τω ύδατι. ακάθαρτά εστιν υμίν· πας ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 24 και εν τούτοις μιανθήσεσθε. και ονυχιστήρας ονυχίζει και μηρυκισμόν ου μηρυκάται. ακάθαρτον έσται από παντός σκεύους ξυλίνου ή ιματίου ή δέρματος ή σάκκου· παν σκεύος. ακάθαρτα έσονται υμίν· πας ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 13 Και ταύτα. βδελύγματά εστιν υμίν. εφ ‘ ό αν επιπέση απ ‘ αυτών επ ‘ αυτό τεθνηκότων αυτών. α έχει σκέλη ανώτερον των ποδών αυτού. 30 μυγάλη και χαμαιλέων. εις ύδωρ βαφήσεται και ακάθαρτον έσται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 183 . και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· ακάθαρτα ταύτά εστιν υμίν. βδελύγματά εστιν υμίν. 26 και εν πάσι τοις κτήνεσιν. πας ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. οίς εισι τέσσαρες πόδες. και ου βρωθήσεται. βδέλυγμά εστι· 11 και βδελύγματα έσονται υμίν· από των κρεών αυτών ουκ έδεσθε και τα θνησιμαία αυτών βδελύξεσθε· 12 και πάντα όσα ουκ έστιν αυτοίς πτερύγια. 32 και παν. α βδελύξεσθε από των πετεινών. βδέλυγμα τούτό εστιν υμίν. και χαλαβώτης και σαύρα και ασπάλαξ. ό εστι διχηλούν οπλήν. 25 και πας ο αίρων των θνησιμαίων αυτών πλυνεί τα ιμάτια αυτού. και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και τα όμοια αυτω και έποπα και νυκτερίδα 20 και πάντα τα ερπετά των πετεινών. 27 και πας ος πορεύεται επί χειρών εν πάσι τοις θηρίοις. 22 και ταύτα φάγεσθε απ ‘ αυτών· τον βρούχον και τα όμοια αυτω και τον αττάκην και τα όμοια αυτω και οφιομάχην και τα όμοια αυτω και την ακρίδα και τα όμοια αυτη. 21 αλλά ταύτα φάγεσθε από των ερπετών των πετεινών. ων ερεύγεται τα ύδατα. 23 παν ερπετόν από των πετεινών. ουδέ λεπίδες. α πορεύεται επί τέσσαρα. α πορεύεται επί τέσσαρα. 28 και ο αίρων των θνησιμαίων αυτών πλυνεί τα ιμάτια αυτού. βδέλυγμά εστι· τον αετόν και τον γρύπα και τον αλιαίετον 14 και τον γύπα και τον ίκτινον και τα όμοια αυτω 15 και στρουθόν και γλαύκα και λάρον και τα όμοια αυτω 16 και πάντα κόρακα και τα όμοια αυτω και ιέρακα και τα όμοια αυτω 17 και νυκτικόρακα και καταρράκτην και ίβιν 18 και πορφυρίωνα και πελεκάνα και κύκνον 19 και ερωδιόν και χαραδριόν. 29 Και ταύτα υμίν ακάθαρτα από των ερπετών των επί της γης· η γαλή και ο μύς και ο κροκόδειλος ο χερσαίος.

ακάθαρτον έσται· κλίβανοι και χυτρόποδες καθαιρεθήσονται· ακάθαρτα ταύτά εστι και ακάθαρτα ταύτα υμίν έσονται· 36 πλήν πηγών υδάτων και λάκκου και συναγωγής ύδατος. ό εάν επιπέση από των θνησιμαίων αυτών επ ‘ αυτό. και αγιασθήσεσθε και άγιοι έσεσθε. και ανά μέσον των ζωογονούντων τα μη εσθιόμενα. καθαρόν έσται. 44 ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 42 και πας ο πορευόμενος επί κοιλίας και πας ο πορευόμενος επί τέσσαρα διαπαντός. εις ό εάν πέση από τούτων ένδον. όσα εάν ένδον ή. ό έσθεται. ότι άγιός ειμι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ό έρπει επί της γης. ό εστιν υμίν φαγείν τούτο. ότι άγιός ειμι εγώ Κύριος. έσται καθαρόν· ο δε απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 184 . και ου μιανείτε τας ψυχάς υμών εν πάσι τοις ερπετοίς τοις κινουμένοις επί της γης· 45 ότι εγώ ειμι Κύριος ο αναγαγών υμάς εκ της Αιγύπτου είναι υμών Θεός. ό σπαρήσεται. 39 εάν δε αποθάνη των κτηνών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έως εσπέρας· και καθαρόν έσται. 38 εάν δε επιχυθή ύδωρ επί παν σπέρμα και επιπέση των θνησιμαίων αυτών επ ‘ αυτό. ό πολυπληθεί ποσίν εν πάσι τοις ερπετοίς τοις έρπουσιν επί της γης. ου φάγεσθε αυτό. βδέλυγμα έσται τούτο υμίν. και έσεσθε άγιοι. 41 Και παν ερπετόν. ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 40 και ο εσθίων από των θνησιμαίων τούτων πλυνεί τα ιμάτια και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· και ο αίρων από θνησιμαίων αυτών πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. ότι βδέλυγμα υμίν εστι. 47 διαστείλαι ανά μέσον των ακαθάρτων και ανά μέσον των καθαρών και ανά μέσον των ζωογονούντων τα εσθιόμενα. και αυτό συντριβήσεται. 43 και ου μη βδελύξητε τας ψυχάς υμών εν πάσι τοις ερπετοίς τοις έρπουσιν επί της γης και ου μιανθήσεσθε εν τούτοις και ουκ ακάθαρτοι έσεσθε εν αυτοίς. ακάθαρτόν εστιν υμίν. εις ό αν επέλθη επ ‘ αυτό ύδωρ. 35 και παν. ό πίνεται εν παντί αγγείω. 46 Ούτος ο νόμος περί των κτηνών και των πετεινών και πάσης ψυχής της κινουμένης εν τω ύδατι και πάσης ψυχής ερπούσης επί της γης. ου βρωθήσεται. ακάθαρτον έσται. ακάθαρτα έσται. 33 και παν σκεύος οστράκινον. 34 και παν βρώμα. ακάθαρτον έσται· και παν ποτόν. 37 εάν δε επιπέση από των θνησιμαίων αυτών επί παν σπέρμα σπόριμον.

αφή λέπτρας εστί· και όψεται ο ιερεύς. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 ανθρώπω εάν τινι γένηται εν δέρματι χρωτός αυτού ουλή σημασίας τηλαυγής. ακάθαρτος έσται· 3 και τη ημέρα τη ογδόη περιτεμεί την σάρκα της ακροβυστίας αυτού· 4 και τριάκοντα και τρεις ημέρας καθήσεται εν αίματι ακαθάρτω αυτής. κατά την άφεδρον αυτής· και εξήκοντα ημέρας και εξ καθεσθήσεται εν αίματι ακαθάρτω αυτής. και η θρίξ εν τη αφή μεταβάλη λευκή. 5 εάν δε θήλυ τέκη. προσοίσει αμνόν ενιαύσιον άμωμον. και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερεύς. και ακάθαρτος έσται δις επτά ημέρας. αχθήσεται προς Ααρών τον ιερέα. και γένηται εν δέρματι χρωτός αυτού αφή λέπρας. εις ολοκαύτωμα. και λήψεται δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών. και νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα. 7 και προσοίσει αυτόν έναντι Κυρίου και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερεύς και καθαριεί αυτήν από της πηγής του αίματος αυτής. και η όψις της αφής ταπεινή από του δέρματος του χρωτός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· γυνή. 6 και όταν αναπληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής εφ ‘ υιω ή επί θυγατρί. κατά τας ημέρας του χωρισμού της αφέδρου αυτής. ούτος ο νόμος της τικτούσης άρσεν ή θήλυ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 185 . και καθαρισθήσεται. ή ένα των υιών αυτού των ιερέων. 3 και όψεται ο ιερεύς την αφήν εν δέρματι του χρωτός αυτού. 8 εάν δε μη ευρίσκη η χείρ αυτής το ικανόν εις αμνόν. έως αν πληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής. μίαν εις ολοκαύτωμα και μίαν περί αμαρτίας. παντός αγίου ουχ άψεται και εις το αγιαστήριον ουκ εισελεύσεται. ήτις εάν σπερματισθή και τέκη άρσεν. και ακάθαρτος έσται επτά ημέρας.

και μεταβάλη λευκή. 11 λέπρα παλαιουμένη εστίν εν τω δέρματι του χρωτός. και αυτή ή αμαυρά. 19 και γένηται εν τω τόπω του έλκους ουλή λευκή. μετά το ιδείν αυτόν τον ιερέα του καθαρίσαι αυτόν. και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς την αφήν. και ήξει προς τον ιερέα· 10 και όψεται ο ιερεύς. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς και αφοριεί αυτόν. 8 και όψεται αυτόν ο ιερεύς. και από του υγιούς της σαρκός της ζώσης εν τη ουλή. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς. 20 και όψεται ο ιερεύς. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 186 . 13 και όψεται ο ιερεύς και ιδού εκάλυψεν η λέπρα παν το δέρμα του χρωτός. μιανθήσεται. και ιδού μετέπεσεν η σημασία εν τω δέρματι. 16 εάν δε αποκαταστη ο χρώς ο υγιής. 15 και όψεται ο ιερεύς τον χρώτα τον υγιή. και ιδού ουλή λευκή εν τω δέρματι. και καλύψη η λέπρα παν το δέρμα της αφής από κεφαλής έως ποδών. ουλή του έλκους εστί. ου μετέπεσεν η αφή εν τω δέρματι· και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς· σημασία γαρ εστι· και πλυνάμενος τα ιμάτια αυτού καθαρός έσται. και αύτη μετέβαλε τρίχα λευκήν. και καθαριεί ο ιερεύς την αφήν· καθαρός εστι. αυτή δε εστιν αμαυρά. ότι παν μετέβαλε λευκόν. 6 και όψεται ο ιερεύς αυτόν τη ημέρα τη εβδόμη το δεύτερον. και αφοριεί αυτόν ο ιερεύς επτά ημέρας το δεύτερον. και ταπεινή μη ή η όψις αυτής από του δέρματος. 14 και ή αν ημέρα οφθή εν αυτω χρώς ζων. 18 Και σάρξ εάν γένηται εν τω δέρματι αυτού έλκος και υγιασθή. 22 εάν δε διαχύσει διαχέηται εν τω δέρματι. 17 και όψεται ο ιερεύς. ου μετέπεσεν η αφή εν τω δέρματι. και ελεύσεται προς τον ιερέα. και η θρίξ αυτής μετέβαλεν εις λευκήν. ότι ακάθαρτός εστιν. και ιδού αμαυρά η αφή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και μιανεί αυτόν. και οφθήσεται τω ιερεί. και η θρίξ αυτού ου μετέβαλε τρίχα λευκήν. και ιδού η όψις ταπεινοτέρα του δέρματος. εν τω έλκει εξήνθησεν. και μιανεί αυτόν ο χρώς ο υγιής. 12 εάν δε ανθούσα εξανθήση η λέπρα εν τω δέρματι. 5 και όψεται ο ιερεύς την αφήν τη ημέρα τη εβδόμη. και ιδού μετέβαλεν η αφή εις το λευκόν. 4 εάν δε τηλαυγής λευκή ή εν τω δέρματι του χρωτός αυτού. ότι λέπρα εστίν. και ιδού ουκ έστιν εν αυτω θρίξ λευκή. 23 εάν δε κατά χώραν μείνη το τηλαύγημα και μη διαχέηται. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς· λέπρα εστί. και οφθήσεται το δεύτερον τω ιερεί. 7 εάν δε μεταβαλούσα μεταπέση η σημασία εν τω δέρματι. και ταπεινόν μη ή από του δέρματος του χρωτός. καθαρόν εστι. ή τηλαυγής λευκαίνουσα. εν τω έλκει εξήνθησεν. αφή λέπρας εστίν. ότι ακάθαρτός εστι· λέπρα εστί. και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν επτά ημέρας. 9 και αφή λέπρας εάν γένηται εν ανθρώπω. και ιδού η αφή μένει εναντίον αυτού. και αφοριεί αυτόν ο ιερεύς επτά ημέρας. ή πυρρίζουσα. 21 εάν δε ίδη ο ιερεύς. καθ ‘ όλην την όρασιν του ιερέως. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς.

και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς. το δε θραύσμα ου ξυρηθήσεται. 30 και όψεται ο ιερεύς την αφήν. και ιδού διακέχυται το θραύσμα εν τω δέρματι. και μη διαχυθή εν τω δέρματι. ουκ επισκέψεται ο ιερεύς περί της τριχός της ξανθής. και θρίξ μέλαινα ανατείλη εν αυτω. 34 και όψεται ο ιερεύς το θραύσμα τη ημέρα τη εβδόμη. και ταπεινόν μη ή από του δέρματος. εν αυτη δε θρίξ ξανθίζουσα λεπτή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ καθαριεί αυτόν ο ιερεύς. 36 και όψεται ο ιερεύς. 26 εάν δε ίδη ο ιερεύς. και γένηται εν τω δέρματι αυτού το υγιασθέν του κατακαύματος αυγάζον τηλαυγές λευκόν. και ιδού ου διεχύθη το θραύσμα. ότι ακάθαρτός εστιν. 28 εάν δε κατά χώραν μείνη το αυγάζον. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς· αφή λέπρας εστίν. και θρίξ ξανθίζουσα ουκ έστιν εν αυτη. και καθαριεί αυτήν ο ιερεύς. 37 εάν δε ενώπιον μείνη επί χώρας το θραύσμα. υποπυρρίζον ή έκλευκον. 38 Και ανδρί ή γυναικί. 27 και όψεται αυτόν ο ιερεύς τη ημέρα τη εβδόμη· εάν δε διαχύσει διαχέηται εν τω δέρματι. και ιδού η όψις αυτής εγκοιλοτέρα του δέρματος. εάν γένηται εν δέρματι της σαρκός αυτού αυγάσματα αυγάζοντα λευκανθίζοντα. αυτό δε αμαυρόν. και η όψις αυτού ταπεινή από του δέρματος. και η όψις του θραύσματος ουκ έστι κοίλη από του δέρματος. λέπρα της κεφαλής ή λέπρα του πώγωνός εστι. αυτή δε αμαυρά ή. 35 εάν δε διαχύσει διαχέηται το θραύσμα εν τω δέρματι μετά το καθαρισθήναι αυτόν. λέπρα εστίν. εν τω κατακαύματι εξήνθησε· και μιανεί αυτόν ο ιερεύς. και ιδού μετέβαλε θρίξ λευκή εις το αυγάζον. 25 και όψεται αυτόν ο ιερεύς. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς· θραύσμά εστι. και ιδού ουκ έστιν εν τω αυγάζοντι θρίξ λευκή. 31 και εάν ίδη ο ιερεύς την αφήν του θραύσματος. και ιδού ου διεχύθη το θραύσμα εν τω δέρματι μετά το ξυρηθήναι αυτόν. και αφοριεί ο ιερεύς το θραύσμα επτά ημέρας το δεύτερον. και η όψις του θραύσματος ουκ έστι κοίλη από του δέρματος. και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς· ο γαρ χαρακτήρ του κατακαύματός εστι. εν τω έλκει εξήνθησεν. 29 Και ανδρί ή γυναικί εάν γένηται εν αυτοίς αφή λέπρας εν τη κεφαλή ή εν τω πώγωνι. και ιδού ουχ η όψις εγκοιλοτέρα του δέρματος. και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν του θραύσματος επτά ημέρας. και ιδού εν δέρματι της σαρκός αυτού αυγάσματα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 187 . 33 και ξυρηθήσεται το δέρμα. αφή λέπρας εστίν. ουλή του κατακαύμαστός εστι. και αφοριεί αυτόν ο ιερεύς επτά ημέρας. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 24 Και σάρξ εάν γένηται εν τω δέρματι αυτού κατάκαυμα πυρός. και θρίξ ξανθίζουσα ουκ έστιν εν αυτη. υγίακε το θραύσμα· καθαρός εστι. 32 και όψεται ο ιερεύς την αφήν τη ημέρα τη εβδόμη. και πλυνάμενος τα ιμάτια καθαρός έσται. 39 και όψεται ο ιερεύς.

45 Και ο λεπρός εν ω εστιν η αφή. λέπρα έμμονός εστιν η αφή. τα ιμάτια αυτού έστω παραλελυμένα και η κεφαλή αυτού ακάλυπτος. και ήδε ου μη μετέβαλεν η αφή την όψιν. αλφός εστιν εξανθεί εν τω δέρματι της σαρκός αυτού. εν πυρί κατακαυθήσεται· εστήρικται εν τω ιματίω. ή εν τω δέρματι. εν πυρί κατακαυθήσεται. αφή λέπρας εστί. εν ω αν ή εν αυτω η αφή. ή εν παντί σκεύει δερματίνω. καθαρός εστι. ή εν τω ιματίω. απορρήξει αυτό από του ιματίου. και πλυνεί εφ ‘ ου εάν ή επ ‘ αυτού η αφή. και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν επτά ημέρας. φαλακρός εστι. ή εν τω στήμονι. 49 και γένηται η αφή χλωρίζουσα ή πυρρίζουσα εν τω δέρματι. ή από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 188 . και μη διαχέηται η αφή εν τω ιματίω. ή την κρόκην εν τοις ερέοις. ή εν τη κρόκη. ακάθαρτόν εστιν. ή εν τω στήμονι. 41 εάν δε κατά πρόσωπον μαδήση η κεφαλή αυτού. αναφάλαντός εστι. 42 εάν δε γένηται εν τω φαλακρώματι αυτού ή εν τω αναφαλαντώματι αυτού αφή λευκή ή πυρρίζουσα. 54 και συντάξει ο ιερεύς. κεχωρισμένος καθήσεται. και ιδού η όψις της αφής λευκή ή πυρρίζουσα εν τω φαλακρώματι αυτού ή εν τω φαλαντώματι αυτού. ή εν τοις λινοίς. ή εν τοις ερέοις. ή εν παντί σκεύει δερματίνω. ή εν παντί εργασίμω δέρματι. ή εν κρόκη. ή εν τω στήμονι. 56 και εάν ίδη ο ιερεύς. καθαρός εστιν. ή εν τη κρόκη. 52 κατακαύσει το ιμάτιον. όσας εάν ή επ ‘ αυτόν η αφή. 48 ή εν στήμονι. ή εν τω αναφαλαντώματι αυτού. 43 και όψεται αυτόν ο ιερεύς. 51 και όψεται ο ιερεύς την αφήν εν τη ημέρα τη εβδόμη· εάν δε διαχέηται η αφή εν τω ιματίω. ή εν δέρματι. και δείξει τω ιερεί. και περί το στόμα αυτού περιβαλέσθω. ή εν ιματίω στυππυίνω. έξω της παρεμβολής αυτού έσται η διατριβή. και ακάθαρτος κεκλήσεται· 46 πάσας τας ημέρας. ακάθαρτος ων ακάθαρτος έσται. ή εν τη κρόκη. ότι λέπρα έμμονός εστιν. λέπρα εστίν εν τω φαλακρώματι αυτού. και η αφή ου διαχείται. εν τη κεφαλή αυτού η αφή αυτού. ή εν παντί σκεύει εργασίμω δέρματος. 47 Και ιματίω εάν γένηται αφή εν αυτω λέπρας εν ιματίω ερέω. ή εν τω στήμονι. 40 Εάν δε τινι μαδήση η κεφαλή αυτού. ακάθαρτός εστι. 44 άνθρωπος λεπρός εστι· μιάνσει μιανεί αυτόν ο ιερεύς. ή εν τη κρόκη. και ή αμαυρά η αφή μετά το πλυθήναι αυτό. ή τον στήμονα. κατά πάντα όσα εάν ποιηθή δέρματα εν τη εργασίω. καθαρός εστιν. 53 εάν δε ίδη ο ιερεύς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυγάζοντα λευκανθίζοντα. ως είδος λέπρας εν δέρματι της σαρκός αυτού. 50 και όψεται ο ιερεύς την αφήν. ή εν τοις λινοίς. και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν επτά ημέρας το δεύτερον· 55 και όψεται ο ιερεύς μετά το πλυθύναι αυτό την αφήν.

ή ο στήμων. και διατρίψει έξω του οίκου αυτού επτά ημέρας. και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι. και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. 8 και πλυνεί ο καθαρισθείς τα ιμάτια αυτού και ξυρηθήσεται αυτού πάσαν την τρίχα. ή από της κρόκης. ό πλυθήσεται. 59 ούτος ο νόμος αφής λέπρας ιματίου ερέου. και ιδού ιάται η αφή της λέπρας από του λεπρού. και καθαρός έσται. και καθαρόν έσται. ή η κρόκη. επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. και καθαρός έσται. ή μιάναι αυτό. ή παντός σκεύους δερματίνου. και καθαρός έσται· και εξαποστελεί το ορνίθιον το ζων εις το πεδίον. και πλυθήσεται το δεύτερον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του στήμονος. και λούσεται εν ύδατι. και λήψονται τω κεκαθαρισμένω δύο ορνίθια ζώντα καθαρά και ξύλον κέδρινον και κεκλωσμένον κόκκινον και ύσσωπον· 5 και προστάξει ο ιερεύς. ή αν ημέρα καθαρισθή· και προσαχθήσεται προς τον ιερέα. 58 και το ιμάτιον. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ούτος ο νόμος του λεπρού. ή στυππυίνου. ή παν σκεύος δερμάτινον. 11 και στήσει ο ιερεύς ο καθαρίζων τον άνθρωπον τον καθαριζόμενον και ταύτα έναντι Κυρίου. και βάψει αυτά και το ορνίθιον το ζων εις το αίμα του ορνιθίου του σφαγέντος εφ ‘ ύδατι ζώντι· 7 και περιρρανεί επί τον καθαρισθέντα από της λέπρας επτάκις. 9 και έσται τη ημέρα τη εβδόμη. και όψεται ο ιερεύς. 4 και προστάξει ο ιερεύς. εις το καθαρίσαι αυτό. ή εν παντί σκεύει δερματίνω. ή εν τη κρόκη. και αποστήσεται απ ‘ αυτού η αφή. λέπρα εξανθούσά εστιν· εν πυρί κατακαυθήσεται εν ω εστιν η αφή. την κεφαλήν αυτού και τον πώγωνα και τας οφρύς και πάσαν την τρίχα αυτού ξυρηθήσεται· και πλυνεί τα ιμάτια. 6 και το ορνίθιον το ζων λήψεται αυτό και το ξύλον το κέδρινον και το κλωστόν κόκκινον και τον ύσσωπον. 3 και εξελεύσεται ο ιερεύς έξω της παρεμβολής. και σφάξουσι το ορνίθιον το εν εις αγγείον οστράκινον εφ ‘ ύδατι ζώντι. 57 εάν δε οφθή έτι εν τω ιματίω. ή εν τω στήμονι. ή κρόκης. ή από του δέρματος. ξυρηθήσεται πάσαν την τρίχα αυτού. 10 και τη ημέρα τη ογδόη λήψεται δύο αμνούς αμώμους ενιαυσίους και πρόβατον άμωμον ενιαύσιον και τρία δέκατα σεμιδάλεως εις θυσίαν περυραμένης εν ελαίω και κοτύλην ελαίου μίαν. 12 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 189 . ή στήμονος.

ωστε εξιλάσασθαι περί αυτού. και αφοριεί αυτά αφόρισμα έναντι Κυρίου· 13 και σφάξουσι τον αμνόν εν τόπω. και έσται η μία περί αμαρτίας και η μία εις ολοκαύτωμα· 23 και προσοίσει αυτά τη ημέρα τη ογδόη εις το καθαρίσαι αυτόν προς τον ιερέα. και επιθήσει ο ιερεύς επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού. 26 και από του ελαίου επιχεεί ο ιερεύς επί την χείρα του ιερέως την αριστεράν. άγια αγίων εστί. 15 και λαβών ο ιερεύς από της κοτύλης του ελαίου επιχεεί επί την χείρα του ιερέως την αριστεράν 16 και βάψει τον δάκτυλον τον δεξιόν από του ελαίου του όντος επί της χειρός αυτού της αριστεράς και ρανεί τω δακτύλω επτάκις έναντι Κυρίου· 17 το δε καταλειφθέν έλαιον το ον εν τη χειρί επιθήσει ο ιερεύς επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. 25 και σφάξει τον αμνόν τον της πλημμελείας. 21 Εάν δε πένηται και η χείρ αυτού μη ευρίσκη. και προσάξει αυτόν της πλημμελείας. και εξιλάσεται ο ιερεύς περί του καθαριζομένου από της αμαρτίας αυτού· και μετά τούτο σφάξει ο ιερεύς το ολοκαύτωμα. 19 και ποιήσει ο ιερεύς το περί της αμαρτίας. και κοτύλην ελαίου μίαν. και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λήψεται ο ιερεύς τον αμνόν τον ένα. ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα και τα περί αμαρτίας. όσα εύρεν η χείρ αυτού. λήψεται αμνόν ένα εις ό επλημμέλησεν εις αφαίρεμα. και δέκατον σεμιδάλεως πεφυραμένης εν ελαίω εις θυσίαν. επιθήσει αυτά επίθεμα έναντι Κυρίου. 20 και ανοίσει ο ιερεύς το ολοκαύτωμα και την θυσίαν επί το θυσιαστήριον έναντι Κυρίου· και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς. 22 και δύο τρυγόνας. επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου έναντι Κυρίου. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου. ωσπερ το της πλημμελείας εστί τω ιερεί. εν τόπω αγίω· έστι γαρ το περί αμαρτίας. 14 και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος του της πλημμελείας. ή δύο νεοσσούς περιστερών. επί τον τόπον του αίματος του της πλημμελείας· 18 το δε καταλειφθέν έλαιον το επί της χειρός του ιερέως επιθήσει ο ιερεύς επί την κεφαλήν του καθαρισθέντος. 27 και ρανεί ο ιερεύς τω δακτύλω τω δεξιω από του ελαίου του εν τη χειρί αυτού τη αριστερά επτάκις έναντι Κυρίου· 28 και επιθήσει ο ιερεύς από του ελαίου του επί της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 190 . 24 και λαβών ο ιερεύς τον αμνόν της πλημμελείας και την κοτύλην του ελαίου. και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος του της πλημμελείας και επιθήσει επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. και καθαρισθήσεται. και την κοτύλην του ελαίου.

31 την μίαν περί αμαρτίας και την μίαν εις ολοκαύτωμα συν τη θυσία. και αφοριεί ο ιερεύς την οικίαν επτά ημέρας. και του μη ευρίσκοντος τη χειρί εις τον καθαρισμόν αυτού. 40 και προστάξει ο ιερεύς. και η όψις αυτών ταπεινοτέρα των τοίχων. καθότι εύρεν αυτού η χείρ. 37 και όψεται την αφήν. κοιλάδας χλωριζούσας. 47 και ο κοιμώμενος εν τη οικία πλυνεί τα ιμάτια αυτού. ακάθαρτός εστι. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου. 41 και την οικίαν αποξύσουσιν έσωθεν κύκλω και εκχεούσι τον χουν τον απεξυσμένον έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον. εν οίς εστιν η αφή. ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και αναγγελεί τω ιερεί λέγων· ωσπερ αφή εώραταί μοι εν τη οικία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειρός αυτού επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού και επί το άκρον της χειρός αυτού της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός αυτού του δεξιού. 30 και ποιήσει μίαν από των τρυγόνων ή από των νεοσσών των περιστερών. και αντιθήσουσιν αντί των λίθων και χουν έτερον λήψονται και εξαλείψουσι την οικίαν. και ου μη ακάθαρτα γένηται όσα αν ή εν τη οικία. 35 και ήξει τινός αυτού η οικία. 33 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 34 ως αν εισέλθητε εις την γην των Χαναναίων. 45 και καθελούσι την οικίαν και τα ξύλα αυτής και τους λίθους αυτής και πάντα τον χουν εξοίσουσιν έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον. επί τον τόπον του αίματος του της πλημμελείας· 29 το δε καταλειφθέν από του ελαίου το ον επί της χειρός του ιερέως επιθήσει επί την κεφαλήν του καθαρισθέντος. 44 και εισελεύσεται ο ιερεύς και όψεται· ει διακέχυται η αφή εν τη οικία. ην εγώ δίδωμι υμίν εν κτήσει. προ του εισελθόντα τον ιερέα ιδείν την αφήν. 39 και επανήξει ο ιερεύς τη εβδόμη και όψεται την οικίαν. και δώσω αφήν λέπρας εν ταις οικίαις της γης της εγκτήτου υμίν. ας αφωρισμένη εστίν. εν ω εστιν η αφή της λέπρας. ή πυρριζούσας. και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· και ο έσθων εν τη οικία Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 191 . 32 ούτος ο νόμος. και εκβαλούσιν αυτούς έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον. 42 και λήψονται λίθους απεξυσμένους ετέρους. 36 και προστάξει ο ιερεύς αποσκευάσαι την οικίαν. και ιδού η αφή εν τοις τοίχοις της οικίας. και μετά ταύτα εισελεύσεται ο ιερεύς καταμαθείν την οικίαν. 46 και ο εισπορευόμενος εις την οικίαν πάσας τας ημέρας. 43 εάν δε επέλθη πάλιν αφή και ανατείλη εν τη οικία μετά το εξελείν τους λίθους και μετά το αποξυσθήναι την οικίαν και μετά το εξαλειφθήναι. 38 και εξελθών ο ιερεύς εκ της οικίας επί την θύραν της οικίας. και εξελούσι τους λίθους. λέπρα έμμονός εστιν εν τη οικία. και ιδού διεχύθη η αφή εν τοις τοίχοις της οικίας. και εξιλάσεται ο ιερεύς περί του καθαριζομένου έναντι Κυρίου.

ακάθαρτον έσται. η ρύσις αυτού ακάθαρτός εστι. 5 και άνθρωπος. και ή ημέρα καθαρισθήσεται. και ερείς αυτοίς· ανδρί ανδρί. και καθαριεί ο ιερεύς την οικίαν. και παν σκεύος εφ ‘ ό αν καθίση επ ‘ αυτό ο γονορρυής. πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 6 και ο καθήμενος επί του σκεύους. και βάψει αυτό εις το αίμα του ορνιθίου του εσφαγμένου εφ ‘ ύδατι ζώντι. ος εάν άψηται της κοίτης αυτού. ης συνέστηκε το σώμα αυτού δια της ρύσεως. εφ ‘ ης εάν κοιμηθή επ ‘ αυτής ο γονορρυής. ότι ιάθη η αφή. και καθαρά έσται. 4 πάσα κοίτη. ή συνέστηκε το σώμα αυτού δια της ρύσεως. ακάθαρτός εστι. 54 Ούτος ο νόμος κατά πάσαν αφήν λέπρας και θραύσματος 55 και της λέπρας ιματίου και οικίας 56 και ουλής και σημασίας και του αυγάζοντος 57 και του εξηγήσασθαι ή ημέρα ακάθαρτον. ω εάν γένηται ρύσις εκ του σώματος αυτού. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. εφ ‘ ό εάν καθίση ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 192 . αύτη η ακαθαρσία αυτού εν αυτω· πάσαι αι ημέραι ρύσεως σώματος αυτού. 49 και λήψεται αφαγνίσαι την οικίαν δύο ορνίθια ζώντα καθαρά και ξύλον κέδρινον και κεκλωσμένον κόκκινον και ύσσωπον· 50 και σφάξει το ορνίθιον το εν εις σκεύος οστράκινον εφ ‘ ύδατι ζώντι. 48 εάν δε παραγενόμενος εισέλθη ο ιερεύς και ίδη. 52 και αφαγνιεί την οικίαν εν τω αίματι του ορνιθίου και εν τω ύδατι τω ζώντι και εν τω ορνιθίω τω ζώντι και εν τω ξύλω τω κεδρίνω και εν τω υσσώπω και εν τω κεκλωσμένω κοκκίνω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πλυνεί τα ιμάτια αυτού. και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 51 και λήψεται το ξύλον το κέδρινον και το κεκλωσμένον κόκκινον και τον ύσσωπον και το ορνίθιον το ζων. 53 και εξαποστελεί το ορνίθιον το ζων έξω της πόλεως εις το πεδίον και εξιλάσεται περί της οικίας. εκ της ρύσεως. και ιδού διαχύσει ου διαχείται η αφή εν τη οικία μετά το εξαλειφθήναι την οικίαν. ούτος ο νόμος της λέπρας. ακαθαρσία αυτού εστι. 3 και ούτος ο νόμος της ακαθαρσίας αυτού· ρέων γόνον εκ σώματος αυτού. και περιρρανεί εν αυτοίς επί την οικίαν επτάκις.

20 και παν. και έσται η ρύσις αυτής εν τω σώματι αυτής. ου εάν καθίση επ ‘ αυτό. και πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται το σώμα ύδατι και καθαρός έσται. ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. ω αν εξέλθη εξ αυτού κοίτη σπέρματος. 23 εάν δε εν τη κοίτη αυτής ούσης. ακάθαρτον έσται έως εσπέρας. εφ ‘ ό εάν κοιτάζηται επ ‘ αυτό εν τη αφέδρω αυτής. 18 και γυνή εάν κοιμηθή ανήρ μετ ‘ αυτής κοίτην σπέρματος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γονορρυής. 16 Και άνθρωπος. 8 εάν δε προσσιελίση ο γονορρυής επί τον καθαρόν. ή επί του σκεύους. πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 15 και ποιήσει αυτά ο ιερεύς μίαν περί αμαρτίας και μίαν εις ολοκαύτωμα. ήτις εάν ή ρέουσα αίματι. 10 και πας ο απτόμενος όσα αν ή υποκάτω αυτού. 21 και πας ος εάν άψηται της κοίτης αυτής. ακάθαρτον έσται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 193 . και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 19 Και γυνή. 22 και πας ο απτόμενος παντός σκεύους. και παν εφ ‘ ό εάν επικαθίση επ ‘ αυτό. 13 εάν δε καθαρισθή ο γονορρυής εκ της ρύσεως αυτού. και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και πλυθήσεται ύδατι και ακάθαρτον έσται έως εσπέρας. ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· και ο αίρων αυτά πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. ακάθαρτον έσται. εφ ‘ ό αν επιβή επ ‘ αυτό ο γονορρυής. και λούσονται ύδατι και ακάθαρτοι έσονται έως εσπέρας. 9 και παν επίσαγμα όνου. ου εάν καθίση επ ‘ αυτω εν τω άπτεσθαι αυτόν αυτής. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου από της ρύσεως αυτού. πλυνεί τα ιμάτια αυτού. επτά ημέρας έσται εν τη αφέδρω αυτής· πας ο απτόμενος αυτής ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. πλυνεί τα ιμάτια αυτού. συντριβήσεται· και σκεύος ξύλινον νιφήσεται ύδατι και καθαρόν έσται. πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 7 και ο απτόμενος του χρωτός του γονορρυούς πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και τας χείρας ου νένιπται ύδατι. πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 12 και σκεύος οστράκινον. και εξαριθμηθήσεται αυτω επτά ημέρας εις τον καθαρισμόν αυτού. 11 και όσον εάν άψηται ο γονορρυής. 17 και παν ιμάτιον και παν δέρμα. 14 και τη ημέρα τη ογδόη λήψεται εαυτω δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών και οίσει αυτά έναντι Κυρίου επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και δώσει αυτά τω ιερεί. και λούσεται ύδατι παν το σώμα αυτού και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. ου αν άψηται ο γονορρυής. αφ ‘ ό εάν ή επ ‘ αυτό κοίτη σπέρματος.

τω άρσενι ή τη θηλεία. 30 και ποιήσει ο ιερεύς την μίαν περί αμαρτίας και την μίαν εις ολοκαύτωμα. και ουκ αποθανείται· εν γαρ νεφέλη οφθήσομαι επί του ιλαστηρίου. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν μετά το τελευτήσαι τους δύο υιούς Ααρών εν τω προσάγειν αυτούς πυρ αλλότριον έναντι Κυρίου και ετελεύτησαν. ος εάν κοιμηθή μετά αποκαθημένης. και ουκ αποθανούνται δια την ακαθαρσίαν αυτών εν τω μιαίνειν αυτούς την σκηνήν μου την εν αυτοίς. καθάπερ αι ημέραι της αφέδρου αυτής. ακάθαρτος έσται επτά ημέρας. και ο γονορρυής εν τη ρύσει αυτού. ή δύο νεοσσούς περιστερών. 29 και τη ημέρα τη ογδόη λήψεται αύτη δύο τρυγόνας. ωστε μιανθήναι εν αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 24 εάν δε κοίτη κοιμηθή τις μετ ‘ αυτής και γένηται η ακαθαρσία αυτής επ ‘ αυτω. εφ ‘ ης εάν κοιμηθή επ ‘ αυτής πάσας τας ημέρας της ρύσεως. ό εστιν επί της κιβωτού του μαρτυρίου. 3 ούτως εισελεύσεται Ααρών εις το άγιον· εν μόσχω εκ βοών περί αμαρτίας. 27 πας ο απτόμενος αυτής ακάθαρτος έσται. και κριόν εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 194 . πάσαι αι ημέραι ρύσεως ακαθαρσίας αυτής. κατά την κοίτην της αφέδρου έσται αυτη. 26 και πάσα κοίτη. και μη εισπορευέσθω πάσαν ωραν εις το άγιον εσώτερον του καταπετάσματος εις πρόσωπον του ιλαστηρίου. εφ ‘ ή αν κοιμηθή επ ‘ αυτη. εάν και ρέη μετά την άφεδρον αυτής. και οίσει αυτά προς τον ιερέα επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. έσται ακάθαρτος. και πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 28 εάν δε καθαρισθή από της ρύσεως. ουκ εν καιρω της αφέδρου αυτής. και πάσα κοίτη. και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερεύς έναντι Κυρίου από ρύσεως ακαθαρσίας αυτής. 32 ούτος ο νόμος του γονορρυούς. και παν σκεύος. ακάθαρτον έσται κατά την ακαθαρσίαν της αφέδρου. και τω ανδρί. 31 Και ευλαβείς ποιήσεται τους υιούς Ισραήλ από των ακαθαρσιών αυτών. 25 Και γυνή εάν ρέη ρύσει αίματος ημέρας πλείους. 33 και τη αιμορροούση εν τη αφέδρω αυτής. εφ ‘ ό εάν καθίση επ ‘ αυτό. ακάθαρτος έσται. και εάν τινι εξέλθη εξ αυτού κοίτη σπέρματος. και εξαριθμήσεται αυτη επτά ημέρας και μετά ταύτα καθαρισθήσεται. 2 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· λάλησον προς Ααρών τον αδελφόν σου.

17 και πας άνθρωπος ουκ έσται εν τη σκηνή του μαρτυρίου. και προσοίσει περί αμαρτίας· 10 και τον χίμαρον. και ούτω ποιήσει τη σκηνή του μαρτυρίου τη εκτισμένη εν αυτοίς εν μέσω της ακαθαρσίας αυτών. 14 και λήψεται από του αίματος του μόσχου και ρανεί τω δακτύλω επί το ιλαστήριον κατά ανατολάς· κατά πρόσωπον του ιλαστηρίου ρανεί επτάκις από του αίματος τω δακτύλω. ον τρόπον εποίησε το αίμα του μόσχου. εφ ‘ ον επήλθεν επ ‘ αυτόν ο κλήρος τω Κυρίω. 11 και προσάξει Ααρών τον μόσχον τον περί της αμαρτίας αυτού. 7 και λήψεται τους δύο χιμάρους και στήσει αυτούς έναντι Κυρίου παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου· 8 και επιθήσει Ααρών επί τους δύο χιμάρους κλήρους. και ζώνη λινή ζώσεται και κίδαριν λινήν περιθήσεται. στήσει αυτόν ζώντα έναντι Κυρίου. και ουκ αποθανείται. ωστε αποστείλαι αυτόν εις την αποπομπήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολοκαύτωμα· 4 και χιτώνα λινούν ηγιασμένον ενδύσεται. ιμάτια άγιά εστι. 15 και σφάξει τον χίμαρον τον περί αμαρτίας. και αφήσει αυτόν εις την έρημον. και εξιλάσεται περί εαυτού και του οίκου αυτού. και ενδύσεται αυτά. 18 και εξελεύσεται επί το θυσιαστήριον το ον απέναντι Κυρίου και εξιλάσεται επ ‘ αυτού. και περισκελές λινούν έσται επί του χρωτός αυτού. έναντι Κυρίου και εισοίσει του αίματος αυτού εσώτερον του καταπετάσματος και ποιήσει το αίμα αυτού. κατά πρόσωπον του ιλαστηρίου 16 και εξιλάσεται το άγιον από των ακαθαρσιών των υιών Ισραήλ και από των αδικημάτων αυτών περί πασών των αμαρτιών αυτών. και λήψεται από του αίματος του μόσχου και από του αίματος του χιμάρου και επιθήσει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 195 . και σφάξει τον μόσχον περί της αμαρτίας αυτού. κλήρον ένα τω Κυρίω και κλήρον ένα τω αποπομπαίω. εισπορευομένου αυτού εξιλάσασθαι εν τω αγίω. 12 και λήψεται το πυρείον πλήρες ανθράκων πυρός από του θυσιαστηρίου. του εξιλάσασθαι επ ‘ αυτού. 6 και προσάξει Ααρών τον μόσχον τον περί της αμαρτίας αυτού. του απέναντι Κυρίου. και ρανεί το αίμα αυτού επί το ιλαστήριον. και πλήσει τας χείρας θυμιάματος συνθέσεως λεπτής και εισοίσει εσώτερον του καταπετάσματος. 5 και παρά της συναγωγής των υιών Ισραήλ λήψεται δύο χιμάρους εξ αιγών περί αμαρτίας και κριόν ένα εις ολοκαύτωμα. 9 και προσάξει Ααρών τον χίμαρον. εφ ‘ ον επήλθεν επ ‘ αυτόν ο κλήρος του αποπομπαίου. και λούσεται ύδατι παν το σώμα αυτού. έως αν εξέλθη· και εξιλάσεται περί εαυτού και του οίκου αυτού και περί πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. και εξιλάσεται περί αυτού και του οίκου αυτού. τον περί του λαού. 13 και επιθήσει το θυμίαμα επί το πυρ έναντι Κυρίου· και καλύψει η ατμίς του θυμιάματος το ιλαστήριον το επί των μαρτυρίων.

26 και ο εξαποστέλλων τον χίμαρον τον διεσταλμένον εις άφεσιν πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. και εξελθών ποιήσει το ολοκαύτωμα αυτού και το ολοκάρπωμα του λαού και εξιλάσεται περί αυτού και περί του οίκου αυτού και περί του λαού. 21 και επιθήσει Ααρών τας χείρας αυτού επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαγορεύσει επ ‘ αυτού πάσας τας ανομίας των υιών Ισραήλ και πάσας τας αδικίας αυτών και πάσας τας αμαρτίας αυτών και επιθήσει αυτάς επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαποστελεί εν χειρί ανθρώπου ετοίμου εις την έρημον. 29 Και έσται τούτο υμίν νόμιμον αιώνιον· εν τω μηνί τω εβδόμω δεκάτη του μηνός ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών και παν έργον ου ποιήσετε ο αυτόχθων και ο προσήλυτος ο προσκείμενος εν υμίν· 30 εν γαρ τη ημέρα ταύτη εξιλάσεται περί υμών. 32 εξιλάσεται ο ιερεύς. 23 και εισελεύσεται Ααρών εις την σκηνήν του μαρτυρίου και εκδύσεται την στολήν την λινήν. εξοίσουσιν αυτά έξω της παρεμβολής και κατακαύσουσιν αυτά εν πυρί. και τα δέρματα αυτών και τα κρέα αυτών και την κόπρον αυτών. και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών. νόμιμον αιώνιον. 34 και έσται τούτο υμίν νόμιμον αιώνιον εξιλάσκεσθαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 196 . ως περί των ιερέων. 25 και το στέαρ το περί των αμαρτιών ανοίσει επί το θυσιαστήριον. 31 σάββατα σαββάτων ανάπαυσις αύτη έσται υμίν. και περί των ιερέων καθαριεί· και προσάξει τον χίμαρον τον ζώντα. 20 και συντελέσει εξιλασκόμενος το άγιον και την σκηνήν του μαρτυρίου και το θυσιαστήριον. ον αν χρίσωσιν αυτόν και ον αν τελειώσωσι τας χείρας αυτού. και αποθήσει αυτήν εκεί. ην ενδεδύκει εισπορευομένου αυτού εις το άγιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κύκλω 19 και ρανεί επ ‘ αυτό από του αίματος τω δακτύλω επτάκις. και περί των ιερέων και περί πάσης συναγωγής εξιλάσεται. ων το αίμα εισηνέχθη εξιλάσασθαι εν τω αγίω. 27 και τον μόσχον τον περί της αμαρτίας και τον χίμαρον τον περί της αμαρτίας. 24 και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι εν τόπω αγίω και ενδύσεται την στολήν αυτού. στολήν αγίαν. και καθαριεί αυτό και αγιάσει αυτό από των ακαθαρσιών των υιών Ισραήλ. και εξαποστελεί τον χίμαρον εις την έρημον. 28 ο δε κατακαίων αυτά πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. 33 και εξιλάσεται το άγιον του αγίου και την σκηνήν του μαρτυρίου και το θυσιαστήριον εξιλάσεται. ιερατεύειν μετά τον πατέρα αυτού. καθαρίσαι υμάς από πασών των αμαρτιών υμών έναντι Κυρίου. και καθαρισθήσεσθε. 22 και λήψεται ο χίμαρος εφ ‘ εαυτω τας αδικίας αυτών εις γην άβατον. και ενδύσεται την στολήν την λινήν.

ος εάν σφάξη μόσχον ή πρόβατον ή αίγα εν τη παρεμβολή και ος αν σφάξη έξω της παρεμβολής. και εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 197 . ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον προς Ααρών και προς τους υιούς αυτού και προς πάντας υιούς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· τούτο το ρήμα. ος αν ποιήση ολοκαύτωμα ή θυσίαν 9 και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου μη ενέγκη ποιήσαι αυτό τω Κυρίω. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής· 5 όπως αναφέρωσιν οι υιοί Ισραήλ τας θυσίας αυτών. και λογισθήσεται τω ανθρώπω εκείνω αίμα· αίμα εξέχεεν. όσας αν αυτοί σφάξουσιν εν τοις πεδίοις. 10 Και άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν. και ος αν σφάξη έξω και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου μη ενέγκη αυτό. ό ενετείλατο Κύριος. εξολοθρευθήσεται ο άνθρωπος εκείνος εκ του λαού αυτού. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. λέγων· 3 άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν. ωστε προσενέγκαι δώρον τω Κυρίω απέναντι της σκηνής Κυρίου. ωστε ποιήσαι αυτό εις ολοκαύτωμα ή σωτήριον Κυρίω δεκτόν εις οσμήν ευωδίας. 4 και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου μη ενέγκη. 7 και ου θύσουσιν έτι τας θυσίας αυτών τοις ματαίοις. 8 Και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή από των υιών των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν. ος αν φάγη παν αίμα. 6 και προσχεεί ο ιερεύς το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω απέναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και ανοίσει το στέαρ εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. και οίσουσι τω Κυρίω επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα και θύσουσι θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω αυτά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περί των υιών Ισραήλ από πασών των αμαρτιών αυτών· άπαξ του ενιαυτού ποιηθήσεται. και επιστήσω το πρόσωπόν μου επί την ψυχήν την έσθουσαν το αίμα και απολώ αυτήν εκ του λαού αυτής· 11 η γαρ ψυχή πάσης σαρκός αίμα αυτού εστι. οίς αυτοί εκπορνεύουσιν οπίσω αυτών· νόμιμον αιώνιον έσται υμίν εις τας γενεάς υμών.

ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτής. 4 τα κρίματά μου ποιήσετε και τα προστάγματά μου φυλάξεσθε και πορεύεσθε εν αυτοίς· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ου ποιήσετε και κατά τα επιτηδεύματα γης Χαναάν. εν ή κατωκήσατε επ ‘ αυτη. 3 κατά τα επιτηδεύματα Αιγύπτου. ήτις φάγεται θνησιμαίον ή θηριάλωτον εν τοις αυτόχθοσιν ή εν τοις προσηλύτοις. α ποιήσας αυτά άνθρωπος ζήσεται εν αυτοίς· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 10 ασχημοσύνην θυγατρός υιού σου ή θυγατρός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 198 . 8 ασχημοσύνην γυναικός πατρός σου ουκ αποκαλύψεις. 6 Άνθρωπος άνθρωπος προς πάντα οικεία σαρκός αυτού ου προσελεύσεται αποκαλύψαι ασχημοσύνην· εγώ Κύριος. 7 ασχημοσύνην πατρός σου και ασχημοσύνην μητρός σου ουκ αποκαλύψεις. ος αν θηρεύση θήρευμα θηρίον ή πετεινόν. 12 δια τούτο είρηκα τοις υιοίς Ισραήλ· πάσα ψυχή εξ υμών ου φάγεται αίμα. 15 Και πάσα ψυχή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δέδωκα αυτό υμίν επί του θυσιαστηρίου εξιλάσκεσθαι περί των ψυχών υμών· το γαρ αίμα αυτού αντί ψυχής εξιλάσεται. και εκχεεί το αίμα και καλύψει αυτό τη γη· 14 η γαρ ψυχή πάσης σαρκός αίμα αυτού εστι. και είπα τοις υιοίς Ισραήλ· αίμα πάσης σαρκός ου φάγεσθε. πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας και καθαρός έσται. μήτηρ γαρ σου εστιν. ότι η ψυχή πάσης σαρκός αίμα αυτού εστι· πας ο έσθων αυτό εξολοθρευθήσεται. ου ποιήσετε και τοις νομίμοις αυτών ου πορεύσεσθε. 16 εάν δε μη πλύνη τα ιμάτια και το σώμα μη λούσηται ύδατι. και λήψεται ανόμημα αυτού. ουκ αποκαλύψεις ασχημοσύνην αυτών. 13 και άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν. 9 ασχημοσύνην της αδελφής σου εκ πατρός σου ή εκ μητρός σου ενδογενούς ή γεγεννημένης έξω. και ο προσήλυτος ο προσκείμενος εν υμίν ου φάγεται αίμα. ασχημοσύνη πατρός σου εστιν. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 5 και φυλάξεσθε πάντα τα προστάγματά μου και πάντα τα κρίματά μου και ποιήσετε αυτά. ό έσθεται. εις ην εγώ εισάγω υμάς εκεί.

30 και φυλάξετε τα προστάγματά μου. εξολοθρευθήσονται αι ψυχαί αι ποιούσαι εκ του λαού αυτών. 26 και φυλάξεσθε πάντα τα νόμιμά μου και πάντα τα προστάγματά μου. 24 Μή μιαίνεσθε εν πάσι τούτοις· εν πάσι γαρ τούτοις εμιάνθησαν τα έθνη. ομοπατρία αδελφή σου εστιν. 17 ασχημοσύνην γυναικός και θυγατρός αυτής ουκ αποκαλύψεις· την θυγατέρα του υιού αυτής και την θυγατέρα της θυγατρός αυτής ου λήψη αποκαλύψαι την ασχημοσύνην αυτών. και ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 199 . συγγενής γαρ σου εστιν. ασχημοσύνη αδελφού σου εστιν. 16 ασχημοσύνην γυναικός αδελφού σου ουκ αποκαλύψεις. ον τρόπον προσώχθισε τοις έθνεσι τοις προ υμών. ο εγχώριος και ο προσγενόμενος προσήλυτος εν υμίν· 27 πάντα γαρ τα βδελύγματα ταύτα εποίησαν οι άνθρωποι της γης οι όντες πρότερον υμών. και εμιάνθη η γη. ος εάν ποιήση από πάντων των βδελυγμάτων τούτων. και γυνή ου στήσεται προς παν τετράπουν βιβασθήναι. όπως μη ποιήσητε από πάντων των νομίμων των εβδελυγμένων. 29 ότι πας. έτι ζώσης αυτής. ότι σή ασχημοσύνη εστίν. και προσώχθισεν η γη τοις εγκαθημένοις επ ‘ αυτής. οικεία γαρ μητρός σου εστιν. μυσαρόν γαρ εστι. ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτής. εκμιανθήναι προς αυτό. 20 και προς την γυναίκα του πλησίον σου ου δώσεις κοίτην σπέρματός σου. 12 ασχημοσύνην αδελφής πατρός σου ουκ αποκαλύψεις. 23 και προς παν τετράπουν ου δώσεις την κοίτην σου εις σπερματισμόν. 25 και εξεμιάνθη η γη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυγατρός σου ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτών. 21 και από του σπέρματός σου ου δώσεις λατρεύειν άρχοντι και ου βεβηλώσεις το όνομα το άγιον· εγώ Κύριος· 22 και μετά άρσενος ου κοιμηθήση κοίτην γυναικείαν. βέλυγμα γαρ εστι. οικείαι γαρ σου εισιν· ασέβημά εστι. 15 ασχημοσύνην νύμφης σου ουκ αποκαλύψεις. και ανταπέδωκα αδικίαν αυτοίς δι ‘ αυτήν. γυνή γαρ υιού σου εστιν. 28 και ίνα μη προσοχθίση υμίν η γη εν τω μιαίνειν υμάς αυτήν. 13 ασχημοσύνην αδελφής μητρός σου ουκ αποκαλύψεις. 14 ασχημοσύνην αδελφού του πατρός σου ουκ αποκαλύψεις και προς την γυναίκα αυτού ουκ εισελεύση. 18 γυναίκα επ ‘ αδελφή αυτής ου λήψη αντίζηλον αποκαλύψαι την ασχημοσύνην αυτής επ ‘ αυτη. 11 ασχημοσύνην θυγατρός γυναικός πατρός σου ουκ αποκαλύψεις. α εγώ εξαποστέλλω προ προσώπου υμών. 19 Και προς γυναίκα εν χωρισμω ακαθαρσίας αυτής ουκ εισελεύση αποκαλύψαι την ασχημοσύνην αυτής. οικεία γαρ πατρός σου εστιν. και ου ποιήσετε από πάντων των βδελυγμάτων τούτων. εκμιανθήναι προς αυτήν. ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτής. α γέγονε προ του υμάς.

άθυτόν εστιν. 13 ουκ αδικήσεις τον πλησίον και ουχ αρπάσεις και ου μη κοιμηθήσεται ο μισθός του μισθωτού σου παρά σοί έως πρωϊ. εν πυρί κατακαυθήσεται. βρωθήσεται και τη αύριον· και εάν καταλειφθή έως ημέρας τρίτης. ουδέ συκοφαντήσει έκαστος τον πλησίον. ουδέ μη θαυμάσης πρόσωπον δυνάστου· εν δικαιοσύνη κρινείς τον πλησίον σου. 14 ου κακώς ερείς κωφόν. 10 και τον αμπελώνά σου ουκ επανατρυγήσεις. ουκ επιστήση εφ ‘ αίμα του πλησίον σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και απέναντι τυφλού ου προσθήσεις σκάνδαλον. και φοβηθήση Κύριον τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 5 και εάν θύσητε θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω. δεκτήν υμών θύσετε. 11 Ου κλέψετε. ου ψεύσεσθε. και τα σάββατά μου φυλάξεσθε· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 18 και ουκ εκδικάταί σου η χείρ. 3 έκαστος πατέρα αυτού και μητέρα αυτού φοβείσθω. 7 εάν δε βρώσει βρωθή τη ημέρα τη τρίτη. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 200 . ου συντελέσετε τον θερισμόν υμών του αγρού σου εκθερίσαι. ου δεχθήσεται. και ου μηνιείς τοις υιοίς του λαού σου. 16 ου πορεύση δόλω εν τω έθνει σου. 17 ου μισήσεις τον αδελφόν σου τη διανοία σου· ελεγμω ελέγξεις τον πλησίον σου και ου λήψη δι ‘ αυτόν αμαρτίαν. και τα αποπίπτοντα του θερισμού σου ου συλλέξεις. 4 ουκ επακολουθήσετε ειδώλοις και θεούς χωνευτούς ου ποιήσετε υμίν· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ουδέ τας ρώγας του αμπελώνός σου συλλέξεις· τω πτωχω και τω προσηλύτω καταλείψεις αυτά· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 6 ή αν ημέρα θύσετε. 15 Ου ποιήσετε άδικον εν κρίσει· ου λήψη πρόσωπον πτωχού. 12 και ουκ ομείσθε τω ονόματί μου επ ‘ αδίκω και ου βεβηλώσετε το όνομα το άγιον του Θεού υμών· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. ότι τα άγια Κυρίου εβεβήλωσε· και εξολοθρευθήσονται αι ψυχαί αι έσθουσαι εκ του λαού αυτών. 9 Και εκθεριζόντων υμών τον θερισμόν της γης υμών. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τη συναγωγή των υιών Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· άγιοι έσεσθε. ότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ότι άγιος εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 8 ο δε έσθων αυτό αμαρτίαν λήψεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ μιανθήσεσθε εν αυτοίς.

20 Και εάν τις κοιμηθή μετά γυναικός κοίτην σπέρματος. ου βρωθήσεται. 36 ζυγά δίκαια και σταθμία δίκαια και Χους δίκαιος έσται εν υμίν· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. εν μέτροις και εν σταθμοίς και εν ζυγοίς. 27 ου ποιήσετε σισόην εκ της κόμης της κεφαλής υμών. ή ελευθερία ουκ εδόθη αυτη. ότι προσήλυτοι εγενήθητε εν γη Αιγύπτω· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και αγαπήσεις αυτόν ως σεαυτόν. ουδέ ορνιθοσκοπήσεσθε. επισκοπή έσται αυτοίς. ης ήμαρτε. ην ήμαρτεν. 33 Εάν δε τις προσέλθη υμίν προσήλυτος εν τη γη υμών. ου θλίψετε αυτόν· 34 ως ο αυτόχθων εν υμίν έσται ο προσήλυτος ο προσπορευόμενος προς υμάς. 29 ου βεβηλώσεις την θυγατέρα σου εκπορνεύσαι αυτήν και ουκ εκπορνεύσει η γη. 21 και προσάξει της πλημμελείας αυτού τω Κυρίω παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου κριόν πλημμελείας· 22 και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς εν τω κριω της πλημμελείας έναντι Κυρίου περί της αμαρτίας. 28 και εντομίδας ου ποιήσετε επί ψυχή εν τω σώματι υμών και γράμματα στικτά ου ποιήσετε εν υμίν· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και ιμάτιον εκ δύο υφασμένον κίβδηλον ουκ επιβαλείς σεαυτω. πρόσθεμα υμίν τα γενήματα αυτού· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και αυτή λύτροις ου λελύτρωται. και αφεθήσεται αυτω η αμαρτία. 23 Οταν δε εισέλθητε εις την γην. και αύτη ή οικέτις διαπεφυλαγμένη ανθρώπω. και τον αμπελώνά σου ου κατασπερείς διάφορον. ην Κύριος ο Θεός υμών δίδωσιν υμίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν· εγώ ειμι Κύριος. 31 ουκ επακολουθήσετε εγγαστριμύθοις και τοις επαοιδοίς ου προσκολληθήσεσθε. ουδέ φθερείτε την όψιν του πώγωνος υμών. 24 και τω έτει τω τετάρτω έσται πας ο καρπός αυτού άγιος αινετός τω Κυρίω. ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου. 30 Τα σάββατά μου φυλάξεσθε και από των αγίων μου φοβηθήσεσθε· εγώ ειμι Κύριος. 32 από προσώπου πολιού εξαναστήση και τιμήσεις πρόσωπον πρεσβυτέρου και φοβηθήση τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 35 ου ποιήσετε άδικον εν κρίσει. εκμιανθήναι εν αυτοίς· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. ουκ αποθανούνται. 26 Μή έσθετε επί των ορέων και ουκ οιωνιείσθε. 25 εν δε τω έτει τω πέμπτω φάγεσθε τον καρπόν. και η γη πλησθήσεται ανομίας. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 19 Τόν νόμον μου φυλάξεσθε· τα κτήνη σου ου κατοχεύσεις ετεροζύγω. και καταφυτεύσετε παν ξύλον βρώσιμον και περικαθαριείτε την ακαθαρσίαν αυτού· ο καρπός αυτού τρία έτη έσται υμίν απερικάθαρτος. 37 Και φυλάξεσθε πάντα τον νόμον μου και πάντα τα προστάγματά μου και ποιήσετε αυτά· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 201 . ότι ουκ απηλευθερώθη.

αμφότεροι ένοχοί εισι. και ουκ έσται ανομία εν υμίν. 9 άνθρωπος άνθρωπος. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις· εάν τις από των υιών Ισραήλ ή από των γεγενημένων προσηλύτων εν Ισραήλ. 6 και ψυχή. 14 ος αν λάβη γυναίκα και την μητέρα αυτής. εν πυρί κατακαύσουσιν αυτόν και αυτάς. ή ος αν μοιχεύσηται γυναίκα του πλησίον. 15 και ος αν δω κοιτασίαν αυτού εν τετράποδι. 3 και εγώ επιστήσω το πρόσωπόν μου επί τον άνθρωπον εκείνον και απολώ αυτόν εκ του λαού αυτού. θανάτω θανατούσθωσαν. ος αν κακώς είπη τον πατέρα αυτού ή την μητέρα αυτού. ή εάν επακολουθήση εγγαστριμύθοις ή επαοιδοίς. ωστε εκπορνεύσαι οπίσω αυτών. ένοχος έσται. θανάτω θανατούσθωσαν. ασχημοσύνην του πατρός αυτού απεκάλυψε. βδέλυγμα εποίησαν αμφότεροι· θανάτω θανατούσθωσαν. θανάτω θανατούσθω· το έθνος το επί της γης λιθοβολήσουσιν αυτόν εν λίθοις. ένοχοί εισιν. ίνα μιάνη τα άγιά μου και βεβηλώση το όνομα των ηγιασμένων μοι. ο μοιχεύων και η μοιχευομένη. θανάτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 202 . ένοχοί εισι. ότι άγιος εγώ Κύριος ο Θεός υμών· 8 και φυλάξεσθε τα προστάγματά μου και ποιήσετε αυτά· εγώ Κύριος ο αγιάζων υμάς. ανόμημά εστιν. 5 και επιστήσω το πρόσωπόν μου επί τον άνθρωπον εκείνον και την συγγένειαν αυτού και απολώ αυτόν και πάντας τους ομονοούντας αυτω. 7 και έσεσθε άγιοι. θανάτω θανατούσθωσαν αμφότεροι· ησεβήκασι γαρ. ωστε εκπορνεύειν αυτόν εις τους άρχοντας εκ του λαού αυτών. ότι του σπέρματος αυτού έδωκεν άρχοντι. ος αν δω του σπέρματος αυτού άρχοντι. επιστήσω το πρόσωπόν μου επί την ψυχήν εκείνην και απολώ αυτήν εκ του λαού αυτής. εν τω δούναι αυτόν του σπέρματος αυτού άρχοντι. 12 και εάν τις κοιμηθή μετά νύμφης αυτού. 11 και εάν τις κοιμηθή μετά γυναικός του πατρός αυτού. θανάτω θανατούσθω· πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού κακώς είπεν. 10 άνθρωπος ος αν μοιχεύσηται γυναίκα ανδρός. του μη αποκτείναι αυτόν. 13 και ος αν κοιμηθή μετά άρσενος κοίτην γυναικός. 4 εάν δε υπερόψει υπερίδωσιν οι αυτόχθονες της γης τοις οφθαλμοίς αυτών από του ανθρώπου εκείνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 203 . 27 Και ανήρ ή γυνή. άτεκνοι αποθανούνται. ασχημοσύνην της συγγενείας αυτού απεκάλυψεν. ένοχοί εισι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θανατούσθω. 17 ος αν λάβη την αδελφήν αυτού εκ πατρός αυτού ή εκ μητρός αυτού και ίδη την ασχημοσύνην αυτής και αύτη ίδη την ασχημοσύνην αυτού. ο αφορίσας υμάς από πάντων των εθνών. ένοχοί εισιν. 19 και ασχημοσύνην αδελφής πατρός σου και αδελφής μητρός σου ουκ αποκαλύψεις· την γαρ οικειότητα απεκάλυψεν. 23 και ουχί πορεύεσθε τοις νομίμοις των εθνών. 16 και γυνή. ος διώρισα υμάς από πάντων των εθνών. 24 και είπα υμίν· υμείς κληρονομήσετε την γην αυτών. ότι εγώ άγιός ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και εν τοις πετεινοίς και εν πάσι τοις ερπετοίς της γης. και ου βδελύξετε τας ψυχάς υμών εν τοις κτήνεσι. είναι εμοί. όνειδός εστιν. 18 και ανήρ. ους εξαποστέλλω αφ ‘ υμών· ότι ταύτα πάντα εποίησαν. ος αν γένηται αυτών εγγαστρίμυθος ή επαοιδός. και εγώ δώσω υμίν αυτήν εν κτήσει. και το τετράπουν αποκτενείτε. και ου μη προσοχθίση υμίν η γη. εις ην εγώ εισάγω υμάς εκεί κατοικείν επ ‘ αυτής. αμαρτίαν κομιούνται. αποκτενείτε την γυναίκα και το κτήνος· θανάτω θανατούσθωσαν. άτεκνοι αποθανούνται. εξολοθρευθήσονται ενώπιον υιών γένους αυτών· ασχημοσύνην αδελφής αυτού απεκάλυψεν. γην ρέουσαν γάλα και μέλι· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 21 ος εάν λάβη γυναίκα του αδελφού αυτού. α εγώ αφώρισα υμίν εν ακαθαρσία. και αύτη απεκάλυψε την ρύσιν του αίματος αυτής· εξολοθρευθήσονται αμφότεροι εκ της γενεάς αυτών. 26 και έσεσθέ μοι άγιοι. 25 και αφοριείτε αυτούς ανά μέσον των κτηνών των καθαρών και ανά μέσον των κτηνών των ακαθάρτων και ανά μέσον των πετεινών των καθαρών και των ακαθάρτων. ος αν κοιμηθή μετά γυναικός αποκαθημένης και αποκαλύψη την ασχημοσύνην αυτής. την πηγήν αυτής απεκάλυψε. αμαρτίαν αποίσονται. 22 Και φυλάξασθε πάντα τα προστάγματά μου. και τα κρίματά μου και ποιήσετε αυτά. ακαθαρσία εστίν· ασχημοσύνην του αδελφού αυτού απεκάλυψεν. 20 ος αν κοιμηθή μετά της συγγενούς αυτού. θανάτω θανατούσθωσαν αμφότεροι· λίθοις λιθοβολήσετε αυτούς. και εβδελυξάμην αυτούς. ήτις προσελεύσεται προς παν κτήνος βιβασθήναι αυτήν υπ ‘ αυτού.

8 και αγιάσεις αυτόν. 11 και επί πάση ψυχή τετελευτηκυία ουκ εισελεύσεται. ότι το άγιον έλαιον το χριστόν του Θεού επ ‘ αυτω· εγώ Κύριος. ταύτας ου λήψεται. επί τούτοις μιανθήσεται. άνθρωπος τυφλός ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 204 . τινί εάν ή εν αυτω μώμος. του επικεχυμένου επί την κεφαλήν του ελαίου του χριστού και τετελειωμένου ενδύσασθαι τα ιμάτια. τη μη εκδεδομένη ανδρί. ω εστιν εν αυτω μώμος. 13 ούτος γυναίκα παρθένον εκ του γένους αυτού λήψεται· 14 χήραν δε και εκβεβλημένην και βεβηλωμένην και πόρνην. επί πατρί και μητρί και υιοίς και θυγατράσιν. την κεφαλήν ουκ αποκιδαρώσει και τα ιμάτια ου διαρρήξει. επί πατρί αυτού ουδέ επί μητρί αυτού ου μιανθήσεται. επ ‘ αδελφω 3 και επ ‘ αδελφή παρθένω τη εγγιζούση αυτω. ότι άγιός εστι Κυρίω τω Θεω αυτού. 7 γυναίκα πόρνην και βεβηλωμένην ου λήψονται και γυναίκα εκβεβλημένην από ανδρός αυτής. ου προσελεύσεται προσφέρειν τα δώρα του Θεού αυτού. 18 πας άνθρωπος. 9 και θυγάτηρ ανθρώπου ιερέως εάν βεβηλωθή του εκπορνεύσαι. 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 17 είπον Ααρών· άνθρωπος εκ του γένους σου εις τας γενεάς υμών. ου προσελεύσεται. αλλ ‘ ή παρθένον εκ του λαού αυτού λήψεται γυναίκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· είπον τοις ιερεύσι τοις υιοίς Ααρών και ερείς προς αυτούς· εν ταις ψυχαίς ου μιανθήσονται εν τω έθνει αυτών. 5 και φαλάκρωμα ου ξυρηθήσεσθε την κεφαλήν επί νεκρω και την όψιν του πώγωνος ου ξυρήσονται και επί τας σάρκας αυτών ου κατατεμούσιν εντομίδας. 2 αλλ ‘ ή εν τω οικείω τω έγγιστα αυτών. ότι άγιος εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτούς. 10 Και ο ιερεύς ο μέγας από των αδελφών αυτού. 6 άγιοι έσονται τω Θεω αυτών και ου βεβηλώσουσι το όνομα του Θεού αυτών· τας γαρ θυσίας Κυρίου δώρα του Θεού αυτών αυτοί προσφέρουσι και έσονται άγιοι. 4 ου μιανθήσεται εξάπινα εν τω λαω αυτού εις βεβήλωσιν αυτού. 15 και ου βεβηλώσει το σπέρμα αυτού εν τω λαω αυτού· εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτόν. 12 και εκ των αγίων ουκ εξελεύσεται και ου βεβηλώσει το ηγιασμένον του Θεού αυτού. τα δώρα Κυρίου του Θεού υμών ούτος προσφέρει· άγιος έσται. επί πυρός κατακαυθήσεται. το όνομα του πατρός αυτής αυτή βεβηλοί.

και από των αγίων φάγεται· 23 πλήν προς το καταπέτασμα ου προσελεύσεται και προς το θυσιαστήριον ουκ εγγιεί. 22 τα δώρα του Θεού τα άγια των αγίων. ή λειχήν ή μονόρχις. εάν βεβηλώσωσιν αυτά· εγώ Κύριος ο Θεός ο αγιάζων αυτούς. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη απ ‘ εμού· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ω αν ή εν αυτω ψώρα αγρία. ότι άρτος αυτού εστι. εάν μη λούσηται το σώμα αυτού ύδατι 7 και δύη ο ήλιος και καθαρός έσται. εν ω μιανεί αυτόν κατά πάσαν ακαθαρσίαν αυτού· 6 ψυχή ήτις εάν άψηται αυτών. ή επ ‘ ανθρώπω. και ου βεβηλώσουσι το όνομα το άγιόν μου. ότι μώμος εν αυτω· τα δώρα του Θεού ου προσελεύσεται προσενεγκείν. 10 και πας αλλογενής ου φάγεται άγια· πάροικος ιερέως ή μισθωτός ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 205 . των αγίων ουκ έδεται. ότι εγώ ειμι Κύριος ο αγιάζων αυτούς. ότι μώμον έχει· και ου βεβηλώσει το άγιον του Θεού αυτού. 4 και άνθρωπος εκ του σπέρματος Ααρών του ιερέως και ούτος λεπρά ή γονορρυεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χωλός ή κολοβόριν ή ωτότμητος 19 ή άνθρωπος. όσα αν αγιάζωσιν οι υιοί Ισραήλ τω Κυρίω. ουκ εγγιεί του προσενεγκείν τας θυσίας τω Θεω σου. 8 θνησιμαίον και θηριάλωτον ου φάγεται. 5 ή όστις αν άψηται παντός ερπετού ακαθάρτου. ή σύντριμμα ποδός 20 ή κυρτός ή έφηλος ή πτίλλος τους οφθαλμούς ή άνθρωπος. ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· ουκ έδεται από των αγίων. μιανθήναι αυτόν εν αυτοίς· εγώ Κύριος. ω αν ή εν αυτω σύντριμμα χειρός. και η ακαθαρσία αυτού επ ‘ αυτω ή. όσα αυτοί αγιάζουσί μοι· εγώ Κύριος. 3 είπον αυτοίς· εις τας γενεάς υμών πας άνθρωπος. ος αν προσέλθη από παντός του σπέρματος υμών προς τα άγια. ό μιανεί αυτόν. 24 και ελάλησε Μωυσής προς Ααρών και τους υιούς αυτού και προς πάντας υιούς Ισραήλ. 21 πας ω εστιν εν αυτω μώμος εκ του σπέρματος Ααρών του ιερέως. και τότε φάγεται των αγίων. 9 και φυλάξονται τα φυλάγματά μου. έως αν καθαρισθή· και ο απτόμενος πάσης ακαθαρσίας ψυχής ή άνθρωπος. ω αν εξέλθη εξ αυτού κοίτη σπέρματος. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 είπον Ααρών και τοις υιοίς αυτού· και προσεχέτωσαν από των αγίων των υιών Ισραήλ. ίνα μη λάβωσι δι ‘ αυτά αμαρτίαν και αποθάνωσι δι ‘ αυτά.

29 εάν δε θύσης θυσίαν ευχήν χαρμοσύνην Κυρίω. ότι φθάρματά εστιν εν αυτοίς. και ούτοι φάγονται τον άρτον αυτού. όσα αν προσενέγκωσι τω Θεω εις ολοκαύτωμα. 15 και ου βεβηλώσουσι τα άγια των υιών Ισραήλ. από των άρτων του πατρός αυτής φάγεται· και πας αλλογενής ου φάγεται απ ‘ αυτών. επαναστρέψει επί τον οίκον τον πατρικόν κατά την νεότητα αυτής. ως αν τεχθή. 22 τυφλόν ή συντετριμμένον ή γλωσσότμητον ή μυρμηκιώντα ή ψωραγριώντα ή λειχήνας έχοντα. και εις κάρπωσιν ου δώσετε απ ‘ αυτών επί το θυσιαστήριον τω Κυρίω. 28 και μόσχον και πρόβατον. και έσται επτά ημέρας υπό την μητέρα. ου δεχθήσεται ταύτα υμίν. ή των προσηλύτων των προσκειμένων προς αυτούς εν Ισραήλ. εις δε ευχήν σου ου δεχθήσεται. ου προσάξουσι Κυρίω. κάρπωμα Κυρίω. εκ των βουκολίων ή εκ των προβάτων άμωμον έσται εισδεκτόν. 25 και εκ χειρός αλλογενούς ου προσοίσετε τα δώρα του Θεού υμών από πάντων τούτων. 26 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 27 μόσχον ή πρόβατον ή αίγα. 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 λάλησον Ααρών και τοις υιοίς αυτού και πάση συναγωγή Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος άνθρωπος από των υιών Ισραήλ. τη δε ημέρα τη ογδόη και επέκεινα δεχθήσεται εις δώρα. 23 και μόσχον ή πρόβατον ωτότμητον ή κολοβόκερκον σφάγια ποιήσεις αυτά σεαυτω. και προσθήσει το επίπεμπτον αυτού επ ‘ αυτό και δώσει τω ιερεί το άγιον. 13 και θυγάτηρ ιερέως εάν γένηται χήρα ή εκβεβλημένη. 20 πάντα. πας μώμος ουκ έσται εν αυτω. εισδεκτόν υμίν θύσετε αυτό· 30 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 206 . 11 εάν δε ιερεύς κτήσηται ψυχήν έγκτητον αργυρίου. διότι ου δεκτόν έσται υμίν. αυτή των απαρχών αγίου ου φάγεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φάγεται άγια. ος αν φάγη άγια κατ ‘ άγνοιαν. 21 και άνθρωπος ος αν προσενέγκη θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω διαστείλας ευχήν ή κατά αίρεσιν ή εν ταις εορταίς υμών. ος αν προσενέγκη τα δώρα αυτού κατά πάσαν ομολογίαν αυτών ή κατά πάσαν αίρεσιν αυτών. α αυτοί αφαιρούσι τω Κυρίω. 19 δεκτά υμίν άμωμα άρσενα εκ των βουκολίων ή εκ των προβάτων και εκ των αιγών. ου σφάξεις εν ημέρα μια. 16 και επάξουσιν εφ ‘ εαυτούς ανομίαν πλημμελείας εν τω εσθίειν αυτούς τα άγια αυτών· ότι εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτούς. σπέρμα δε μη ή αυτη. 12 και θυγάτηρ ανθρώπου ιερέως εάν γένηται ανδρί αλλογενεί. ούτος φάγεται εκ των άρτων αυτού· και οι οικογενείς αυτού. μώμος εν αυτοίς. αυτήν και τα παιδία αυτής. 14 και άνθρωπος. 24 θλαδίαν και εκτεθλιμμένον και εκτομίαν και απεσπασμένον ου προσάξεις αυτά τω Κυρίω και επί της γης υμών ου ποιήσετε. ου προσάξουσι ταύτα τω Κυρίω. όσα αν έχη μώμον εν αυτω.

και ερείς προς αυτούς· αι εορταί Κυρίου. 5 εν τω πρώτω μηνί εν τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός. 3 εξ ημέρας ποιήσεις έργα. ην εγώ δίδωμι υμίν. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. 33 ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε· 8 και προσάξετε ολοκαυτώματα τω Κυρίω επτά ημέρας· και η ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν. έως αν προσενέγκητε υμείς τα δώρα τω Θεω υμών· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών εν πάση κατοικία υμών. 32 και ου βεβηλώσετε το όνομα του αγίου. αύταί εισιν αι εορταί μου. 6 και εν τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός τούτου εορτή των αζύμων τω Κυρίω· επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. σάββατά εστι τω Κυρίω εν πάση κατοικία υμών. 31 Και φυλάξετε τας εντολάς μου και ποιήσετε αυτάς. 14 και άρτον και πεφρυγμένα χίδρα νέα ου φάγεσθε έως εις αυτήν την ημέραν ταύτην. τη επαύριον της πρώτης ανοίσει αυτό ο ιερεύς. ουκ απολείψετε από των κρεών εις το πρωϊ· εγώ ειμι Κύριος. και αγιασθήσομαι εν μέσω των υιών Ισραήλ· εγώ Κύριος ο αγιάζων υμάς. 12 και ποιήσετε εν τη ημέρα. οσμή ευωδίας Κυρίω· και σπονδήν αυτού το τέταρτον του είν οίνου. ωστε είναι υμών Θεός. και οίσετε το δράγμα απαρχήν του θερισμού υμών προς τον ιερέα· 11 και ανοίσει το δράγμα έναντι Κυρίου δεκτόν υμίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτη τη ημέρα εκείνη βρωθήσεται. πρόβατον άμωμον ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα τω Κυρίω. 4 Αύται αι εορταί τω Κυρίω κληταί άγιαι. 7 και ημέρα η πρώτη κλητή αγία έσται υμίν. ας καλέσετε αυτάς κλητάς αγίας. ας καλέσετε αυτάς εν τοις καιροίς αυτών. ανά μέσον των εσπερινών πάσχα τω Κυρίω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 207 . παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. και θερίζητε τον θερισμόν αυτής. και ερείς προς αυτούς· όταν εισέλθητε εις την γην. εγώ Κύριος. τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα ανάπαυσις κλητή αγία τω Κυρίω· παν έργον ου ποιήσεις. 13 και την θυσίαν αυτού δύο δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω· θυσία τω Κυρίω. εν ή αν φέρητε το δράγμα. 9 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 10 είπον τοις υιοίς Ισραήλ.

παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυτη· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών εν πάση τη κατοικία υμών. εξιλάσασθαι περί υμών έναντι Κυρίου του Θεού υμών. 29 πάσα ψυχή. 16 έως της επαύριον της εσχάτης εβδομάδος αριθμήσετε πεντήκοντα ημέρας και προσοίσετε θυσίαν νέαν τω Κυρίω. από εσπέρας έως εσπέρας σαββατιείτε τα σάββατα υμών. ήτις ποιήσει έργον εν αυτη τη ημέρα ταύτη. λέγων· τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 208 . 17 από της κατοικίας υμών προσοίσετε άρτους επίθεμα. ήτις μη ταπεινωθήσεται εν αυτη τη ημέρα ταύτη. 19 και ποιήσουσι χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας και δύο αμνούς ενιαυσίους εις θυσίαν σωτηρίου μετά των άρτων του πρωτογεννήματος· 20 και επιθήσει αυτά ο ιερεύς μετά των άρτων του πρωτογεννήματος επίθεμα εναντίον Κυρίου μετά των δύο αμνών· άγια έσονται τω Κυρίω. εζυμωμένοι πεφθήσονται πρωτογεννημάτων τω Κυρίω. και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών· από ενάτης του μηνός. δύο άρτους· εκ δύο δεκάτων σεμιδάλεως έσονται. μνημόσυνον σαλπίγγων. 23 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 24 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. ου συντελέσετε το λοιπόν του θερισμού του αγρού σου εν τω θερίζειν σε και τα αποπίπτοντα του θερισμού σου ου συλλέξεις. 31 παν έργον ου ποιήσετε· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών εν πάσαις κατοικίαις υμών. και προσάξετε ολοκαύτωμα τω Κυρίω. και έσονται ολοκαύτωμα τω Κυρίω και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών θυσία οσμή ευωδίας τω Κυρίω. από της ημέρας ης αν προσενέγκητε το δράγμα του επιθέματος. 22 και όταν θερίζητε τον θερισμόν της γης υμών. τω ιερεί τω προσφέροντι αυτά αυτω έσται. τω πτωχω και τω προσηλύτω υπολείψεις αυτά· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. λέγων· του μηνός του εβδόμου μια του μηνός έσται υμίν ανάπαυσις. 18 και προσάξετε μετά των άρτων επτά αμνούς αμώμους ενιαυσίους και μόσχον ένα εκ βουκολίου και κριούς δύο αμώμους. και προσάξετε ολοκαύτωμα Κυρίω. κλητή αγία έσται υμίν· 25 παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών. 26 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 27 και τη δεκάτη του μηνός του εβδόμου τούτου ημέρα εξιλασμού. κλητή αγία έσται υμίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 15 Και αριθμήσετε υμίν από της επαύριον των σαββάτων. 33 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 34 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. απολείται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. επτά εβδομάδας ολοκλήρους. 21 και καλέσετε ταύτην την ημέραν κλητήν· αγία έσται υμίν. 32 σάββατα σαββάτων έσται υμίν. 30 και πάσα ψυχή. 28 παν έργον ου ποιήσετε εν αυτη τη ημέρα ταύτη· έστι γαρ ημέρα εξιλασμού αύτη υμίν. εξολοθρευθήσεται εκ του λαού αυτής.

ωστε προσενέγκαι καρπώματα τω Κυρίω. και προσάξετε ολοκαυτώματα Κυρίω· εξόδιόν εστι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεντεκαιδεκάτη του μηνός του εβδόμου τούτου εορτή σκηνών επτά ημέρας τω Κυρίω. 4 επί της λυχνίας της καθαράς καύσετε τους λύχνους εναντίον Κυρίου έως εις το πρωϊ. εν τω μηνί τω εβδόμω εορτάσετε αυτήν. και η ημέρα η ογδόη κλητή αγία έσται υμίν. ας καλέσετε κλητάς αγίας. 3 έξωθεν του καταπετάσματος εν τη σκηνή του μαρτυρίου καύσουσιν αυτό Ααρών και οι υιοί αυτού από εσπέρας έως πρωϊ ενώπιον Κυρίου ενδελεχώς· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών. και λαβέτωσάν σοι έλαιον ελάϊνον καθαρόν κεκομμένον εις φως. 44 Και ελάλησε Μωυσής τας εορτάς Κυρίου τοις υιοίς Ισραήλ. εν τω εξαγαγείν με αυτούς εκ γης Αιγύπτου· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. και κλάδους ξύλου δασείς και ιτέας και άγνου κλάδους εκ χειμάρρου. ευφρανθήναι έναντι Κυρίου του Θεού υμών επτά ημέρας του ενιαυτού· 41 νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών. 37 Αύται εορταί Κυρίω. δύο δεκάτων έσται ο άρτος ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 209 . 5 Και λήψεσθε σεμίδαλιν και ποιήσετε αυτήν δώδεκα άρτους. 35 και η ημέρα η πρώτη η κλητή αγία· παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. α αν δώτε τω Κυρίω. ότι εν σκηναίς κατώκισα τους υιούς Ισραήλ. 36 επτά ημέρας προσάξετε ολοκαυτώματα τω Κυρίω. εορτάσετε τω Κυρίω επτά ημέρας· τη ημέρα τη πρώτη ανάπαυσις και τη ημέρα τη ογδόη ανάπαυσις. καύσαι λύχνον δια παντός. 42 εν σκηναίς κατοικήσετε επτά ημέρας· πας ο αυτόχθων εν Ισραήλ κατοικήσει εν σκηναίς. 39 Και εν τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του εβδόμου τούτου. όταν συντελέσητε τα γενήματα της γης. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι τοις υιοίς Ισραήλ. 43 όπως ίδωσιν αι γενεαί υμών. 40 και λήψεσθε τη ημέρα τη πρώτη καρπόν ξύλου ωραίον και κάλλυνθρα φοινίκων. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. ολοκαυτώματα και θυσίας αυτών και σπονδάς αυτών το καθ ‘ ημέραν εις ημέραν· 38 πλήν των σαββάτων Κυρίου και πλήν των δομάτων υμών και πλήν πασών των ευχών υμών και πλήν των εκουσίων υμών.

21 ος αν πατάξη άνθρωπον και αποθάνη. ως εποίησεν αυτω. 17 και άνθρωπος ος αν πατάξη ψυχήν ανθρώπου και αποθάνη. εξ άρτους το εν θέμα επί την τράπεζαν την καθαράν έναντι Κυρίου. 15 και τοις υιοίς Ισραήλ λάλησον και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος ος εάν καταράσηται Θεόν. και ήγαγον αυτόν προς Μωυσήν· και το όνομα της μητρός αυτού Σαλωμείθ θυγάτηρ Δαβρεί εκ της φυλής Δάν. 19 και εάν τις δω μώμον τω πλησίον. και φάγονται αυτά εν τόπω αγίω· έστι γαρ άγια των αγίων τούτο αυτών από των θυσιαζομένων τω Κυρίω. 7 και επιθήσετε επί το θέμα λίβανον καθαρόν και άλα. νόμιμον αιώνιον. 9 και έσται Ααρών και τοις υιοίς αυτού. καθότι αν δω μώμον τω ανθρώπω. και επιθήσουσι πάντες οι ακούσαντες τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν αυτού και λιθοβολήσουσιν αυτόν πάσα η συναγωγή. 23 και ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ. και ούτος ην υιος Αιγυπτίου εν τοις υιοίς Ισραήλ. τελευτάτω. οφθαλμόν αντί οφθαλμού. διαθήκην αιώνιον. οδόντα αντί οδόντος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 210 . 13 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 14 εξάγαγε τον καταρασάμενον έξω της παρεμβολής. και εμαχέσαντο εν τη παρεμβολή ο εκ της Ισραηλίτιδος και ο άνθρωπος ο Ισραηλίτης· 11 και επονομάσας ο υιος της γυναικός της Ισραηλίτιδος το όνομα κατηράσατο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις· 6 και επιθήσετε αυτούς δύο θέματα. και έσονται εις άρτους εις ανάμνησιν προκείμενα τω Κυρίω. 8 τη ημέρα των σαββάτων προσθήσεται έναντι Κυρίου δια παντός ενώπιον των υιών Ισραήλ. ούτω δοθήσεται αυτω. αποτισάτω ψυχήν αντί ψυχής. 12 και απέθεντο αυτόν εις φυλακήν διακρίναι αυτόν δια προστάγματος Κυρίου. 10 Και εξήλθεν υιος γυναικός Ισραηλίτιδος. θανάτω θανατούσθω. και εξήγαγον τον καταρασάμενον έξω της παρεμβολής και ελιθοβόλησαν αυτόν εν λίθοις· και οι υιοί Ισραήλ εποίησαν καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. θανάτω θανατούσθω· 22 δικαίωσις μία έσται τω προσηλύτω και τω εγχωρίω. εάν τε αυτόχθων. αμαρτίαν λήψεται· 16 ονομάζων δε το όνομα Κυρίου. ωσαύτως αντιποιηθήσεται αυτω· 20 σύντριμμα αντί συντρίμματος. εν τω ονομάσαι αυτόν το όνομα Κυρίου. 18 και ος αν πατάξη κτήνος και αποθάνη. θανάτω θανατούσθω· λίθοις λιθοβολείτω αυτόν πάσα η συναγωγή Ισραήλ· εάν τε προσήλυτος. ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών.

ην εγώ δίδωμι υμίν. μη θλιβέτω άνθρωπος τον πλησίον· 15 κατά αριθμόν ετών μετά την σημασίαν κτήση παρά του πλησίον. 13 Εν τω έτει της αφέσεως σημασίας αυτής επανελεύσεται έκαστος εις την κτήσιν αυτού. και αναπαύσεται η γη. 6 και έσται τα σάββατα της γης βρώματά σοι. 11 αφέσεως σημασία αύτη. κατά αριθμόν ενιαυτών γενημάτων αποδώσεταί σοι. από των πεδίων φάγεσθε τα γενήματα αυτής. 8 Και εξαριθμήσεις σεαυτω επτά αναπαύσεις αυτών. 5 και τα αυτόματα αναβαίνοντα του αγρού σου ουκ εκθερίσεις και την σταφυλήν του αγιάσματός σου ουκ εκτρυγήσεις· ενιαυτός αναπαύσεως έσται τη γη. εάν δε και κτήση παρά του πλησίον σου. ανάπαυσις έσται τη γη. και τω παιδί σου και τη παιδίσκη σου και τω μισθωτω σου και τω παροίκω τω προσκειμένω προς σε 7 και τοις κτήνεσί σου. 3 εξ έτη σπερείς τον αγρόν σου και εξ έτη τεμείς την άμπελόν σου και συνάξεις τον καρπόν αυτής. 9 και διαγγελείτε σάλπιγγος φωνή εν πάση τη γη υμών εν τω μηνί τω εβδόμω τη δεκάτη του μηνός· τη ημέρα του ιλασμού διαγγελείτε σάλπιγγι εν πάση τη γη υμών. και τοις θηρίοις τοις εν τη γη σου έσται παν το γένημα αυτού εις βρώσιν. 16 καθότι αν πλείον των ετών. 10 και αγιάσετε το έτος τον πεντηκοστόν ενιαυτόν και διαβοήσετε άφεσιν επί της γης πάσι τοις κατοικούσιν αυτήν· ενιαυτός αφέσεως σημασία αύτη έσται υμίν. ην εγώ δίδωμι υμίν. άγιον έσται υμίν. επτά έτη επτάκις. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 211 . ελαττονώσει την κτήσιν αυτού. 12 ότι αφέσεως σημασία εστίν. και απελεύσεται εις έκαστος εις την κτήσιν αυτού. και καθότι αν έλαττον των ετών. 14 εάν δε αποδω πράσιν τω πλησίον σου. και έσονταί σοι επτά εβδομάδες ετών εννέα και τεσσαράκοντα έτη. σάββατα τω Κυρίω· τον αγρόν σου ου σπερείς και την άμπελόν σου ου τεμείς. και ου τρυγήσετε τα ηγιασμένα αυτής. σάββατα τω Κυρίω. ουδέ αμήσετε τα αυτόματα αναβαίνοντα αυτής. πληθυνεί την κτήσιν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τω όρει Σινά λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· όταν εισέλθητε εις την γην. το έτος το πεντηκοστόν ενιαυτός έσται υμίν· ου σπερείτε. και έκαστος εις την πατριάν αυτού απελεύσεσθε. 4 τω δε έτει τω εβδόμω σάββατα.

28 εάν δε μη ευπορηθή αυτού η χείρ το ικανόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αριθμόν γενημάτων αυτού ούτως αποδώσεταί σοι. διότι προσήλυτοι και πάροικοι υμείς εστε εναντίον μου· 24 και κατά πάσαν γην κατασχέσεως υμών λύτρα δώσετε της γης. προς τον αγρόν της γης λογισθήσονται· λυτρωταί διαπαντός έσονται και εν τη αφέσει εξελεύσονται. και λυτρώσεται την πράσιν του αδελφού αυτού. 23 και η γη ου πραθήσεται εις βεβαίωσιν. 19 και δώσει η γη τα εκφόρια αυτής και φάγεσθε εις πλησμονήν και κατοικήσετε πεποιθότες επ ‘ αυτής. ωστε αποδούναι αυτω. και φοβηθήση Κύριον τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 17 μη θλιβέτω άνθρωπος τον πλησίον. 20 εάν δε λέγητε. έως αν έλθη το γένημα αυτής. έως πληρωθή ενιαυτός ημερών. 27 και συλλογιείται τα έτη της πράσεως αυτού και αποδώσει ό υπερέχει τω ανθρώπω. ότι οικίαι των πόλεων των Λευιτών κατάσχεσις αυτών εν μέσω υιών Ισραήλ. ω απέδοτο αυτό αυτω. τι φαγόμεθα εν τω έτει τω εβδόμω τούτω. 22 και σπερείτε το έτος το όγδοον και φάγεσθε από των γενημάτων παλαιά έως του έτους του ενάτου. 31 αι δε οικίαι αι εν επαύλεσιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 212 . έσται η λύτρωσις αυτής. 32 και αι πόλεις των Λευιτών. και απελεύσεται εις την κατάσχεσιν αυτού. και έλθη ο αγχιστεύων ο εγγίζων αυτω. αις ουκ έστιν εν αυταίς τείχος κύκλω. εμή γαρ εστιν η γη. και έσται η πράσις τω κτησαμένω αυτά έως του έκτου έτους της αφέσεως· και εξελεύσεται εν τη αφέσει. και ουκ εξελεύσεται εν τη αφέσει. και απελεύσεται εις την κατάσχεσιν αυτού. φάγεσθε παλαιά παλαιών. 25 εάν δε πένηται ο αδελφός σου ο μετά σου και αποδώται από της κατασχέσεως αυτού. 30 εάν δε μη λυτρωθή έως αν πληρωθή αυτής ενιαυτός όλος. και έσται η λύτρωσις αυτής. 34 και οι αγροί αφωρισμένοι ταις πόλεσιν αυτών ου πραθήσονται. ότι κατάσχεσις αιωνία τούτο αυτών εστιν. οικίαι των πόλεων κατασχέσεως αυτών. 29 Εάν δε τις αποδώται οικίαν οικητήν εν πόλει τετειχισμένη. 21 και αποστέλλω την ευλογίαν μου υμίν εν τω έτει τω έκτω. λυτρωταί διαπαντός έσονται τοις Λευίταις· 33 και ος αν λυτρώσηται παρά των Λευιτών και εξελεύσεται η διάπρασις αυτών οικιών πόλεως κατασχέσεως αυτών εν τη αφέσει. κυρωθήσεται η οικία η ούσα εν πόλει τη εχούση τείχος βεβαίως τω κτησαμένω αυτήν εις τας γενεάς αυτού. 18 και ποιήσετε πάντα τα δικαιώματά μου και πάσας τας κρίσεις μου και φυλάξεσθε και ποιήσετε αυτά και κατοικήσετε επί της γης πεποιθότες. 26 εάν δε μη ή τινι ο αγχιστεύων και ευπορηθή τη χειρί και ευρεθή αυτω το ικανόν λύτρα αυτού. και ποιήσει τα γενήματα αυτής εις τα τρία έτη. εάν μη σπείρωμεν μηδέ συναγάγωμεν τα γενήματα ημών.

από τούτων κτήσεσθε και από των συγγενών αυτών. ωστε είναι υμών Θεός. ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου. και απορηθείς ο αδελφός σου πραθή τω προσηλύτω ή τω παροίκω τω παρά σοί ή εκ γενετής προσηλύτω. 50 και συλλογιείται προς τον κεκτημένον αυτόν από του έτους. 53 ως μισθωτός ενιαυτόν εξ ενιαυτού έσται μετ ‘ αυτού· ου κατατενείς αυτόν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 213 . 39 Εάν δε ταπεινωθή ο αδελφός σου παρά σοί. 51 εάν δε τινι πλείον των ετών ή. απ ‘ αυτών κτήσεσθε δούλον και δούλην· 45 και από των υιών των παροίκων των όντων εν υμίν. λυτρούται αυτόν· εάν δε ευπορηθείς ταις χερσί λυτρώται εαυτόν. 42 διότι οικέται μου εισιν ούτοι. 49 αδελφός πατρός αυτού ή υιος αδελφού πατρός λυτρώσεται αυτόν ή από των οικείων των σαρκών αυτού. αντιλήψη αυτού ως προσηλύτου και παροίκου και ζήσεται ο αδελφός σου μετά σου. όσοι αν γένωνται εν γη υμών. και έσονται υμίν κατόχιμοι εις τον αιώνα· των δε αδελφών υμών των υιών Ισραήλ. όσοι κύκλω σου εισιν. προς ταύτα αποδώσει τα λύτρα αυτού από του αργυρίου της πράσεως αυτού· 52 εάν δε ολίγον καταλειφθή από των ετών εις τον ενιαυτόν της αφέσεως. έκαστος τον αδελφόν αυτού ου κατατενεί αυτόν εν τοις μόχθοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 35 Εάν δε πένηται ο αδελφός σου ο μετά σου και αδυνατήση ταις χερσί παρά σοί. 41 και εξελεύσεται τη αφέσει και τα τέκνα αυτού μετ ‘ αυτού και απελεύσεται εις την γενεάν αυτού. 37 το αργύριόν σου ου δώσεις αυτω επί τόκω και επί πλεονασμω ου δώσεις αυτω τα βρώματά σου. και έσται το αργύριον της πράσεως αυτού ως μισθίου· έτος εξ έτους έσται μετ ‘ αυτού. 44 και παις και παιδίσκη. 38 εγώ Κύριος ο Θεός υμών. όσοι αν γένωνταί σοι από των εθνών. και συλλογιείται αυτω κατά τα έτη αυτού. εγώ Κύριος. και ζήσεται ο αδελφός σου μετά σου. 36 ου λήψη παρ ‘ αυτού τόκον. 46 και καταμεριείτε αυτούς τοις τέκνοις υμών μεθ ‘ υμάς. ους εξήγαγον εκ γης Αιγύπτου· ου πραθήσεται εν πράσει οικέτου. έως του έτους της αφέσεως εργάται παρά σοί. και πραθή σοι. ου δουλεύσει σοι δουλείαν οικέτου· 40 ως μισθωτός ή πάροικος έσται σοι. ουδέ επί πλήθει· και φοβηθήση τον Θεόν σου. 47 Εάν δε εύρη η χείρ του προσηλύτου ή του παροίκου του παρά σοί. λύτρωσις έσται αυτού· εις των αδελφών αυτού λυτρώσεται αυτόν. και φοβηθήση Κύριον τον Θεόν σου. 48 μετά το πραθήναι αυτω. έστωσαν υμίν εις κατάσχεσιν. εκ της φυλής αυτού. δούναι υμίν την γην Χαναάν. εις την κατάσχεσιν την πατρικήν αποδραμείται. ου απέδοτο εαυτόν αυτω έως του ενιαυτού της αφέσεως. 43 ου κατατενείς αυτόν εν τω μόχθω. και αποδώσει τα λύτρα αυτού.

14 εάν δε μη υπακούσητέ μου. και πεσούνται εναντίον υμών φόνω· 8 και διώξονται εξ υμών πέντε εκατόν. 5 και καταλήψεται υμίν ο αλοητός τον τρυγητόν. παίδές μου ούτοί εισιν. μη δε ποιήσητε τα προστάγματά μου ταύτα. 4 και δώσω τον υετόν υμίν εν καιρω αυτού. ουδέ γλυπτά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω μόχθω ενώπιόν σου. ουδέ λίθον σκοπόν θήσετε εν τη γη υμών προσκυνήσαι αυτω· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 3 Εάν τοις προστάγμασί μου πορεύησθε και τας εντολάς μου φυλάσσησθε και ποιήσητε αυτάς. και φάγεσθε τον άρτον υμών εις πλησμονήν και κατοικήσετε μετά ασφαλείας επί της γης υμών. ους εξήγαγον εκ γης Αιγύπτου· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ουδέ στήλην αναστήσετε υμίν. ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου. 2 τα σάββατά μου φυλάξεσθε. 6 και δώσω ειρήνην εν τη γη υμών. 11 και θήσω την σκηνήν μου εν υμίν. και η γη δώσει τα γενήματα αυτής και τα ξύλα των πεδίων αποδώσει τον καρπόν αυτών. 10 και φάγεσθε παλαιά και παλαιά παλαιών. και ο τρυγητός καταλήψεται τον σπόρον. 12 και εμπεριπατήσω εν υμίν· και έσομαι υμών Θεός. 7 και διώξεσθε τους εχθρούς υμών. και από των αγίων μου φοβηθήσεσθε· εγώ ειμι Κύριος. ωστε υμάς μη ποιείν πάσας τας εντολάς μου. την τε ψώραν. 54 εάν δε μη λυτρώται κατά ταύτα. και απολώ θηρία πονηρά εκ της γης υμών. ωστε διασκεδάσαι την διαθήκην μου. και υμείς έσεσθέ μοι λαός. και εκατόν υμών διώξονται μυριάδας. και ουκ έσται υμάς ο εκφοβών. 13 εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και κοιμηθήσεσθε. και παλαιά εκ προσώπου νέων εξοίσετε. εξελεύσεται εν τω έτει της αφέσεως αυτός και τα παιδία αυτού μετ ‘ αυτού· 55 ότι εμοί οι υιοί Ισραήλ οικέται εισί. και πόλεμος ου διελεύσεται δια της γης υμών. 16 και εγώ ποιήσω ούτως υμίν· και επιστήσω εφ ‘ υμάς την απορίαν. και τον ίκτερα σφακελίζοντα τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 214 . όντων υμών δούλων. και συνέτριψα τον δεσμόν του ζυγού υμών και ήγαγον υμάς μετά παρρησίας. 9 και επιβλέψω εφ ‘ υμάς και αυξανώ υμάς και πληθυνώ υμάς και στήσω την διαθήκην μου μεθ ‘ υμών. και ου βδελύξεται η ψυχή μου υμάς. 15 αλλά απειθήσητε αυτοίς και τοις κρίμασί μου προσοχθίση η ψυχή υμών. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΟΥ ποιήσετε υμίν αυτοίς χειροποίητα. και πεσούνται οι εχθροί υμών εναντίον υμών μαχαίρα.

και ερημωθήσονται αι οδοί υμών. 27 εάν δε επί τούτοις μη υπακούσητέ μου. α ουκ εσαββάτισεν εν τοις σαββάτοις υμών. 33 και διασπερώ υμάς εις τα έθνη. και αι πόλεις υμών έσονται έρημοι. 36 και τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 215 . και την ψυχήν υμών εκτήκουσαν. 19 και συντρίψω την ύβριν της υπερηφανίας υμών. και μη βούλησθε υπακούειν μου. και αποδώσουσι τους άρτους υμών εν σταθμω. και εξολοθρεύσω τα ξύλινα χειροποίητα υμών. και εξαναλώσει υμάς επιπορευομένη η μάχαιρα· και έσται η γη υμών έρημος. και πατάξω υμάς καγώ επτάκις αντί των αμαρτιών υμών. 25 και επάξω εφ ‘ υμάς μάχαιραν εκδικούσαν δίκην διαθήκης. και προσοχθιεί η ψυχή μου υμίν. 18 και εάν έως τούτου μη υπακούσητέ μου. 20 και έσται εις κενόν η ισχύς υμών. και το ξύλον του αγρού υμών ου δώσει τον καρπόν αυτού. προσθήσω υμίν πληγάς επτά κατά τας αμαρτίας υμών. και θήσω τον ουρανόν υμίν σιδηρούν και την γην υμών ωσεί χαλκήν. και έδονται οι υπεναντίοι υμών. 31 και θήσω τας πόλεις υμών ερήμους και εξερημώσω τα άγια υμών. και προσθήσω του παιδεύσαι υμάς επτάκις επί ταις αμαρτίαις υμών. 24 πορεύσομαι καγώ μεθ ‘ υμών θυμω πλαγίω. και παραδοθήσεσθε εις χείρας των εχθρών. και φεύξεσθε ουδενός διώκοντος υμάς. και ολιγοστούς ποιήσω υμάς. και πέψουσι δέκα γυναίκες τους άρτους υμών εν κλιβάνω ενί. και υμείς έσεσθε εν τη γη των εχθρών υμών· τότε σαββατιεί η γη. 26 εν τω θλίψαι υμάς σιτοδεία άρτων. 23 και επί τούτοις εάν μη παιδευθήτε. 32 και εξερημώσω εγώ την γην υμών. ηνίκα κατωκείτε αυτήν. αλλά πορεύησθε προς με πλάγιοι. 17 και επιστήσω το πρόσωπόν μου εφ ‘ υμάς. 29 και φάγεσθε τας σάρκας των υιών υμών και τας σάρκας των θυγατέρων υμών φάγεσθε. 35 πάσας τας ημέρας της ερημώσεως αυτής σαββατιεί. και θήσω τα κώλα υμών επί τα κώλα των ειδώλων υμών. και ευδοκήσει η γη τα σάββατα αυτής. και φάγεσθε και ου μη εμπλησθήτε. και διώξονται υμάς οι μισούντες υμάς. 21 και εάν μετά ταύτα πορεύησθε πλάγιοι. 30 και ερημώσω τας στήλας υμών. και πορεύησθε προς με πλάγιοι. 28 και αυτός πορεύσομαι μεθ ‘ υμών εν θυμω πλαγίω. και παιδεύσω υμάς εγώ επτάκις κατά τας αμαρτίας υμών. 22 και αποστελώ εφ ‘ υμάς τα θηρία τα άγρια της γης και κατέδεται υμάς και εξαναλώσει τα κτήνη υμών. και θαυμάσονται επ ‘ αυτη οι εχθροί υμών οι ενοικούντες εν αυτη. 34 τότε ευδοκήσει η γη τα σάββατα αυτής πάσας τας ημέρας της ερημώσεως αυτής. και σπερείτε διακενής τα σπέρματα υμών. και ου δώσει η γη υμών τον σπόρον αυτής. και πεσείσθε εναντίον των εχθρών υμών. και ου μη οσφρανθώ της οσμής των θυσιών υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οφθαλμούς υμών. και καταφεύξεσθε εις τας πόλεις υμών· και εξαποστελώ θάνατον εις υμάς.

44 και ουδ ‘ ως όντων αυτών εν τη γη των εχθρών αυτών ουχ υπερείδον αυτούς. και της γης μνησθήσομαι. 42 και μνησθήσομαι της διαθήκης Ιακώβ και της διαθήκης Ισαάκ. 45 και μνησθήσομαι διαθήκης αυτών της προτέρας. 43 και η γη εγκαταλειφθήσεται απ ‘ αυτών· τότε προσδέξεται η γη τα σάββατα αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καταλειφθείσιν εξ υμών επάξω δουλείαν εις την καρδίαν αυτών εν τη γη των εχθρών αυτών. έσται αυτού η τιμή πεντήκοντα δίδραχμα αργυρίου τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 216 . εν τω όρει Σινά. και τοις προστάγμασί μου προσώχθισαν τη ψυχή αυτών. 39 και οι καταλειφθέντες αφ ‘ υμών καταφθαρήσονται δια τας αμαρτίας αυτών και δια τας αμαρτίας των πατέρων αυτών. 46 ταύτα τα κρίματά μου και τα προστάγματά μου και ο νόμος. ον έδωκε Κύριος ανά μέσον αυτού και ανά μέσον των υιών Ισραήλ. και ου δυνήσεσθε αντιστήναι τοις εχθροίς υμών. ότε εξήγαγον αυτούς εκ γης Αιγύπτου. 41 και εγώ επορεύθην μετ ‘ αυτών εν θυμω πλαγίω. του διασκεδάσαι την διαθήκην μου την προς αυτούς· εγώ γαρ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών. και φεύξονται ως φεύγοντες από πολέμου. και πεσούνται ουδενός διώκοντος· 37 και υπερόψεται ο αδελφός τον αδελφόν ωσεί εν πολέμω. ουδέ προσώχθισα αυτοίς ωστε εξαναλώσαι αυτούς. και κατέδεται υμάς η γη των εχθρών υμών. 3 έσται η τιμή του άρσενος από εικοσαετούς έως εξηκονταετούς. και διώξεται αυτούς φωνή φύλλου φερομένου. εν τω ερημωθήναι αυτήν δι ‘ αυτούς. 40 και εξαγορεύσουσι τας αμαρτίας αυτών και τας αμαρτίας των πατέρων αυτών. του είναι αυτών Θεός· εγώ ειμι Κύριος. και της διαθήκης Αβραάμ μνησθήσομαι. εν χειρί Μωυσή. και τότε ευδοκήσουσι τας αμαρτίας αυτών. ότι παρέβησαν και υπερείδόν με. και ερείς αυτοίς· ος αν εύξηται ευχήν ωστε τιμήν της ψυχής αυτού τω Κυρίω. και απολω αυτούς εν τη γη των εχθρών αυτών· τότε εντραπήσεται η καρδία αυτών η απερίτμητος. και ότι επορεύθησαν εναντίον μου πλάγιοι. ουδενός κατατρέχοντος. 38 και απολείσθε εν τοις έθνεσι. εξ οίκου δουλείας έναντι των εθνών. ανθ ‘ ων τα κρίματά μου υπερείδον. και αυτοί προσδέξονται τας αυτών ανομίας. εν τη γη των εχθρών αυτών τακήσονται. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ.

τιμήσεται αυτόν ο ιερεύς. 9 Εάν δε από των πτηνών των προσφερομένων απ ‘ αυτών δώρον τω Κυρίω. προσλογιείται αυτω ο ιερεύς το αργύριον επί τα έτη τα επίλοιπα. ουκέτι μη λυτρώσηται αυτόν. 11 εάν δε παν κτήνος ακάθαρτον. προσθήσει το επίπεμπτον του αργυρίου προς την τιμήν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σταθμω τω αγίω. κατά την τιμήν αυτού στήσεται. 19 εάν δε λυτρώται τον αγρόν ο αγιάσας αυτόν. στήσει το κτήνος έναντι του ιερέως. έσται άγιον. 20 εάν δε μη λυτρώται τον αγρόν. 10 ουκ αλλάξει αυτό καλόν πονηρω. και τιμήσεται αυτόν ο ιερεύς· καθάπερ ισχύει η χείρ του ευξαμένου. έσται αυτό και το άλλαγμα άγια. ούτω στήσεται. έσται η τιμή αυτού πεντεκαίδεκα δίδραχμα αργυρίου. έσται η τιμή του άρσενος είκοσι δίδραχμα. και έσται αυτω. 17 εάν δε από του ενιαυτού της αφέσεως αγιάση τον αγρόν αυτού. στήσεται εναντίον του ιερέως. ούτω σταθήσεται. ος αν δω από τούτων τω Κυρίω. 7 εάν δε από εξηκονταετών και επάνω. και ανθυφαιρεθήσεται από της συντιμήσεως αυτού. και καθότι αν τιμήσηται αυτό ο ιερεύς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 217 . της δε θηλείας τρία δίδραχμα αργυρίου. και έσται αυτω. ανά μέσον καλής και ανά μέσον πονηράς· ως αν τιμήσηται αυτήν ο ιερεύς. 5 εάν δε από πεντεαετούς έως είκοσιν ετών. προσθήσει το επίπεμπτον προς την τιμήν αυτού. δέκα δίδραχμα. της δε θηλείας δέκα δίδραχμα. 22 Εάν δε από του αγρού ου κέκτηται. 6 από δε μηνιαίου έως πενταετούς έσται η τιμή του άρσενος πέντε δίδραχμα. 8 εάν δε ταπεινός ή τη τιμή. ωσπερ η γη η αφωρισμένη· τω ιερεί έσται κατάσχεσις αυτού. έως εις τον ενιαυτόν της αφέσεως. 21 αλλ ‘ έσται ο αγρός εξεληλυθυίας της αφέσεως άγιος τω Κυρίω. 13 εάν δε λυτρούμενος λυτρώσηται αυτό. 14 Και άνθρωπος. και τιμήσεται αυτήν ο ιερεύς. 4 της δε θηλείας έσται η συντίμησις τριάκοντα δίδραχμα. ουδέ πονηρόν καλω· εάν δε αλλάσσων αλλάξη αυτό κτήνος κτήνει. και αποδώται τον αγρόν ανθρώπω ετέρω. και έσται η τιμή κατά τον σπόρον αυτού. εάν δε θήλεια. 12 και τιμήσεται αυτό ο ιερεύς ανά μέσον καλού και ανά μέσον πονηρού. 15 εάν δε ο αγιάσας αυτήν λυτρώται την οικίαν αυτού. κόρου κριθών πεντήκοντα δίδραχμα αργυρίου. 16 Εάν δε από του αγρού της κατασχέσεως αυτού αγιάση άνθρωπος τω Κυρίω. 18 εάν δε έσχατον μετά την άφεσιν αγιάση τον αγρόν αυτού. προσθήσει επ ‘ αυτό το επίπεμπτον του αργυρίου της τιμής. αφ ‘ ων ου προσφέρεται απ ‘ αυτών δώρον τω Κυρίω. ος ουκ έστιν από του αγρού της κατασχέσεως αυτού. ος αν αγιάση την οικίαν αυτού αγίαν τω Κυρίω. εάν μεν άρσεν ή.

ας ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή προς τους υιούς Ισραήλ εν τω όρει Σινά. εν μια του μηνός του δευτέρου. ου ην η κατάσχεσις της γης. 25 και πάσα τιμή έσται σταθμίοις αγίοις· είκοσιν οβολοί έσται το δίδραχμον. το επίπεμπτον προσθήσει προς αυτόν. 28 παν δε ανάθεμα. έσται τω Κυρίω. 32 και πάσα δεκάτη βοών. και έσται αυτω· εάν δε μη λυτρώται. ό εάν αναθή άνθρωπος τω Κυρίω από πάντων. και αποδώσει την τιμήν εν τη ημέρα εκείνη άγιον τω Κυρίω. 31 εάν δε λυτρώται λύτρω άνθρωπος την δεκάτην αυτού. και προσθήσει το επίπεμπτον προς αυτό. ουδέ πονηρόν καλω· εάν δε αλλάσσων αλλάξης αυτό. 29 και παν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγιάση τω Κυρίω. τω Κυρίω εστίν. ου λυτρωθήσεται. ό εάν έλθη εν τω αριθμω υπό την ράβδον. από ανθρώπου έως κτήνους και από αγρού κατασχέσεως αυτού. ό εάν ανατεθή από των ανθρώπων. έτους δευτέρου εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου λέγων· 2 λάβετε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 218 . 26 Και παν πρωτότοκον ό εάν γένηται εν τοις κτήνεσί σου. πραθήσεται κατά το τίμημα αυτού. 33 ουκ αλλάξεις καλόν πονηρω. όσα αυτω εστιν. εν τη σκηνή του μαρτυρίου. και έσται αυτω. και προβάτων και παν. αλλά θανάτω θανατωθήσεται. 34 Αύταί εισιν αι εντολαί. 30 Πάσα δεκάτη της γης από του σπέρματος της γης και του καρπού του ξυλίνου τω Κυρίω εστίν. άγιον τω Κυρίω. ουκ αποδώσεται. 27 εάν δε των τετραπόδων των ακαθάρτων αλλάξη κατά την τιμήν αυτού. ουδέ λυτρώσεται· παν ανάθεμα άγιον αγίων έσται τω Κυρίω. ου λυτρωθήσεται. και το άλλαγμα αυτού έσται άγιον. 23 ο ιερεύς λογιείται προς αυτόν το τέλος της τιμής εκ του ενιαυτού της αφέσεως. 24 και εν τω ενιαυτω της αφέσεως αποδοθήσεται ο αγρός τω ανθρώπω παρ ‘ ου κέκτηται αυτόν. και ου καθαγιάσει αυτό ουδείς· εάν τε μόσχον εάν τε πρόβατον. το δέκατον έσται άγιον τω Κυρίω. ------------------------------------------------------- ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ερήμω τη Σινά.

πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. 20 Και εγένοντο οι υιοί Ρουβήν πρωτοτόκου Ισραήλ κατά συγγενείας αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. των Εφραίμ. 24 τοις υιοίς Ιούδα κατά συγγενείας αυτών. 26 τοις υιοίς Ισσάχαρ κατά συγγενείας αυτών. 3 πας άρσην από εικοσαετούς και επάνω. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. 22 τοις υιοίς Συμεών κατά συγγενείας αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. Ναθαναήλ υιος Σωγάρ· 9 των Ζαβουλών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. Ελισούρ υιος Σεδιούρ· 6 των Συμεών. συ και Ααρών επισκέψασθε αυτούς. Ελισάφ υιος Ραγουήλ· 15 των Νεφθαλί. Ελιάβ υιος Χαιλών· 10 των υιών Ιωσήφ. κατ' οίκους πατριών αυτών. οίτινες παραστήσονται μεθ' υμών· των Ρουβήν. 19 ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή· και επεσκέπησαν εν τη ερήμω του Σινά. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατ' αριθμόν εξ ονόματος αυτών. Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί· 7 των Ιούδα. επισκέψασθε αυτούς συν δυνάμει αυτών. των Μανασσή. κατ' οίκους πατριών έσονται. 4 και μεθ' υμών έσονται έκαστος κατά φυλήν εκάστου αρχόντων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αρχήν πάσης συναγωγής Ισραήλ κατά συγγενείας. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 219 . 21 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ρουβήν εξ και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. Αχιρέ υιος Αινάν. κατά δήμους αυτών. 23 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Συμεών εννέα και πεντήκοντα χιλιάδες και τριακόσιοι. πας ο εκπορευόμενος εν δυνάμει Ισραήλ. 25 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ιούδα τέσσαρες και εβδομήκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι. κατά δήμους αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. άρχοντες των φυλών κατά πατριάς αυτών. κατά δήμους αυτών. 5 και ταύτα τα ονόματα των ανδρών. κατ' οίκους πατριών αυτών. Ελισαμά υιος Εμιούδ. κατά δήμους αυτών. 16 ούτοι επίκλητοι της συναγωγής. κατά πατριάς αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. Ναασσών υιος Αμιναδάβ· 8 των Ισσάχαρ. κατά κεφαλήν αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. Φαγαϊήλ υιος Εχράν· 14 των Γάδ. 17 και έλαβε Μωυσής και Ααρών τους άνδρας τούτους τους ανακληθέντας εξ ονόματος 18 και πάσαν την συναγωγήν συνήγαγον εν μιιά του μηνός του δευτέρου έτους και επηξονούσαν κατά γενέσεις αυτών. από εικοσαετούς και επάνω. κατά κεφαλήν αυτών. Αχιέζερ υιος Αμισαδαϊ· 13 των Ασήρ. κατά κεφαλήν αυτών. Αβιδάν υιος Γαδεωνί· 12 των Δάν. παν αρσενικόν κατά κεφαλήν αυτών. χιλίαρχοι Ισραήλ εισι. Γαμαλιήλ υιος Φαδασούρ· 11 των Βενιαμίν.

πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. 28 τοις υιοίς Ζαβουλών κατά συγγενείας αυτών. 37 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Γάδ πέντε και τεσσαράκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι και πεντήκοντα. 33 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Μανασσή δύο και τριάκοντα χιλιάδες και διακόσιοι. 29 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ζαβουλών επτά και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά δήμους αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. 41 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ασήρ μία και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. κατ' οίκους πατριών αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. 40 τοις υιοίς Ασήρ κατά συγγενείας αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά δήμους αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. 39 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Δάν δύο και εξήκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι. κατ' οίκους πατριών αυτών. 43 η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 220 . κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά δήμους αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατ' οίκους πατριών αυτών. 36 τοις υιοίς Γάδ κατά συγγενείας αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. 32 τοις υιοίς Μανασσή κατά συγγενείας αυτών. 34 τοις υιοίς Βενιαμίν κατά συγγενείας αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. κατά δήμους αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επάνω. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά κεφαλήν αυτών. 38 τοις υιοίς Δάν κατά συγγενείας αυτών. 31 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Εφραίμ τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 42 τοις υιοίς Νεφθαλί κατά συγγενείας αυτών. 27 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ισσάχαρ τέσσαρες και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. κατά δήμους αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά δήμους αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. 30 τοις υιοίς Ιωσήφ υιοίς Εφραίμ κατά συγγενείας αυτών. κατά δήμους αυτών. κατά δήμους αυτών. 35 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Βενιαμίν πέντε και τριάκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. κατ' αριθμόν ονομάτων αυτών.

καθελούσιν αυτήν οι Λευίται. 3 και οι παρεμβάλλοντες πρώτοι κατά ανατολάς. 47 Οι δε Λευίται εκ της φυλής πατριάς αυτών ουκ επεσκέπησαν εν τοις υιοίς Ισραήλ. κατ' οίκους πατριών αυτών. και τον αριθμόν αυτών ου λήψη εν μέσω υιών Ισραήλ. παρεμβαλλέτωσαν οι υιοί Ισραήλ· εναντίοι κύκλω της σκηνής του μαρτυρίου παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ. πας ο εκπορευόμενος παρατάξασθαι εν Ισραήλ. ην επεσκέψαντο Μωυσής και Ααρών και οι άρχοντες Ισραήλ. δώδεκα άνδρες· ανήρ εις κατά φυλήν μίαν. 48 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 49 όρα. και ο άρχων των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 221 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Νεφθαλί τρεις και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 45 και εγένετο πάσα η επίσκεψις υιών Ισραήλ συν δυνάμει αυτών από εικοσαετούς και επάνω. 52 και παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ. ανήρ εν τη εαυτού τάξει και ανήρ κατά την εαυτού ηγεμονίαν συν δυνάμει αυτών. και αυτοί λειτουργήσουσιν εν αυτη και κύκλω της σκηνής παρεμβαλούσι. 54 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ κατά πάντα. 53 οι δε Λευίται παρεμβαλλέτωσαν εναντίοι κύκλω της σκηνής του μαρτυρίου. 50 και συ επίστησον τους Λευίτας επί την σκηνήν του μαρτυρίου και επί πάντα τα σκεύη αυτής και επί πάντα όσα εστίν εν αυτη· αυτοί αρούσι την σκηνήν και πάντα τα σκεύη αυτής. α ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή και Αραρών. κατά φυλήν οίκων πατριάς ήσαν. ούτως εποίησαν. και ουκ έσται αμάρτημα εν υιοίς Ισραήλ· και φυλάξουσιν οι Λευίται αυτοί την φυλακήν της σκηνής του μαρτυρίου. 46 εξακόσιαι χιλιάδες και τρισχίλιοι και πεντακόσιοι και πεντήκοντα. και εν τω παρεμβάλλειν την σκηνήν. αναστήσουσι· και ο αλλογενής ο προσπορευόμενος αποθανέτω. Ναασσών υιος Αμιναδάβ· 4 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι τέσσαρες και εβδομήκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι. 44 αύτη η επίσκεψις. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 άνθρωπος εχόμενος αυτού κατά τάγμα. κατά σημαίας. και ο άρχων των υιών Ιούδα. 5 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Ισσάχαρ. τάγμα παρεμβολής Ιούδα συν δυνάμει αυτών. 51 και εν τω εξαίρειν την σκηνήν. την φυλήν Λευί ου συνεπισκέψη.

εκατόν πεντήκοντα μία χιλιάδες και τετρακόσιοι και πεντήκοντα. συν δυνάμει αυτών τρίτοι εξαρούσι. εξ και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 25 Τάγμα παρεμβολής Δάν προς βορράν συν δυνάμει αυτών. 27 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι αυτού φυλή Ασήρ. 17 και αρθήσεται η σκηνή του μαρτυρίου και η παρεμβολή των Λευιτών μέσον των παρεμβολών· ως και παρεμβαλούσιν. Αχιέζερ υιος Αμισαδαί· 26 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. και ο άρχων των υιών Ρουβήν. συν δυνάμει αυτών δεύτεροι εξαρούσι. 20 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Μανασσή. Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί· 13 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. και ο άρχων των υιών Ασήρ. και ο άρχων των υιών Γάδ. Αβιδάν υιος Γαδεωνί· 23 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. και ο άρχων των υιών Ζαβουλών. επτά και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Ισσάχαρ. συν δυνάμει αυτών πρώτοι εξαιρούσι. δύο και τριάκοντα χιλιάδες και διακόσιοι. Ελισάφ υιος Ραγουήλ· 15 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. Ελισαμά υιος Εμιούδ· 19 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. Γαμαλιήλ υιος Φαδασσούρ· 21 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. 24 πάντες οι επεσκεμμένοι της παρεμβολής Εφραίμ. ούτω και εξαρούσιν έκαστος εχόμενος καθ' ηγεμονίας. δύο και εξήκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι. και ο άρχων των υιών Μανασσή. 9 πάντες οι επεσκεμμένοι εκ της παρεμβολής Ιούδα εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες και εξακισχίλιοι και τετρακόσιοι. 16 πάντες οι επεσκεμμένοι της παρεμβολής Ρουβήν. και ο άρχων των υιών Βενιαμίν. μία και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. Φαγεήλ υιος Εχράν· 28 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. 29 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Νεφθαλί. τέσσαρες και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 10 τάγμα παρεμβολής Ρουβήν προς λίβα δύναμις αυτών. και ο άρχων των υιών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 222 . εννέα και πεντήκοντα χιλιάδες και τριακόσιοι. 7 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Ζαβουλών. πέντε και τεσσαράκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι και πεντήκοντα. Ναθαναήλ υιος Σωγάρ· 6 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. εκατόν χιλιάδες και οκτακισχίλιοι και εκατόν. 18 Τάγμα παρεμβολής Εφραίμ παρά θάλασσαν συν δυνάμει αυτών και ο άρχων των υιών Εφραίμ. Ελιάβ υιος Χαιλών· 8 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. και ο άρχων των υιών Δάν. 14 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι αυτού φυλής Γάδ. Ελισούρ υιος Σεδιούρ· 11 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 22 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Βενιαμίν. και ο άρχων των υιών Συμεών. 12 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι αυτού φυλής Συμεών. πέντε και τριάκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι.

προσφερόντων αυτών πυρ αλλότριον έναντι Κυρίου εν τη ερήμω Σινά. κατ' οίκους πατριών αυτών. Αχιρέ υιος Αινάν· 30 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. 33 οι δε Λευίται ου συνεπεσκέπησαν εν αυτοίς. 5 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 λάβε την φυλήν Λευί και στήσεις αυτούς εναντίον Ααρών του ιερέως και λειτουργήσουσιν αυτω. και παιδία ουκ ην αυτοίς· και ιεράτευσεν Ελεάζαρ και Ιθάμαρ μετά Ααρών του πατρός αυτών. Ελεάζαρ. 4 και ετελεύτησε Ναδάβ και Αβιούδ έναντι Κυρίου. και τας φυλακάς των υιών Ισραήλ κατά πάντα τα έργα της σκηνής. 34 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ πάντα. 7 και φυλάξουσι τας φυλακάς αυτού και τας φυλακάς των υιών Ισραήλ έναντι της σκηνής του μαρτυρίου. 2 και ταύτα τα ονόματα των υιών Ααρών· πρωτότοκος Ναδάβ. τρεις και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. εξακόσιαι χιλιάδες και τρισχίλιοι πεντακόσιοι πεντήκοντα. 31 πάντες οι επεσκεμμένοι της παρεμβολής Δάν εκατόν και πεντηκονταεπτά χιλιάδες και εξακόσιοι· έσχατοι εξαρούσι κατά τάγμα αυτών. 3 ταύτα τα ονόματα των υιών Ααρών. 9 και δώσεις τους Λευίτας Ααρών και τοις υιοίς αυτού τοις ιερεύσι· δεδομένοι δόμα ούτοί μοί εισιν από των υιών Ισραήλ. έκαστος εχόμενοι κατά δήμους αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Νεφθαλί. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ αύται αι γενέσεις Ααρών και Μωυσή. και Ιθάμαρ. οι ιερείς οι ηλειμμένοι. 32 αύτη η επίσκεψις των υιών Ισραήλ κατ' οίκους πατριών αυτών· πάσα η επίσκεψις των παρεμβολών συν ταις δυνάμεσιν αυτών. εν ή ημέρα ελάλησε Κύριος τω Μωυσή εν όρει Σινά. 8 και φυλάξουσι πάντα τα σκεύη της σκηνής του μαρτυρίου. 11 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 και ιδού εγώ είληφα τους Λευίτας εκ μέσου των υιών Ισραήλ αντί παντός πρωτοτόκου διανοίγοντος μήτραν παρά των υιών Ισραήλ· λύτρα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 223 . καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. ους ετελείωσαν τας χείρας αυτών ιερατεύειν. 10 και Ααρών και τους υιούς αυτού καταστήσεις επί της σκηνής του μαρτυρίου. και Αβιούδ. και φυλάξουσι την ιερατείαν αυτών και πάντα τα κατά τον βωμόν και έσω του καταπετάσματος· και ο αλλογενής ο απτόμενος αποθανείται. όσα συνέταξε Κύριος τω Μωυσή· ούτω παρενέβαλον κατά τάγμα αυτών και ούτως εξήρον. εργάζεσθαι τα έργα της σκηνής.

Σουριήλ υιος Αβιχαίλ· εκ πλαγίων της σκηνής παρεμβαλούσι προς βορράν. 21 τω Γερσών δήμος του Λοβενί και δήμος του Σεμεϊ· ούτοι οι δήμοι του Γεδσών. 34 η επίσκεψις αυτών κατά αριθμόν. παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω. 17 και ήσαν ούτοι οι υιοί Λευί εξ ονομάτων αυτών· Γεδσών. ον τρόπον συνέταξεν αυτοίς Κύριος. Ελισάφ υιος Δαήλ. 27 τω Καάθ δήμος ο Αμράν εις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών έσονται και έσονται εμοί οι Λευίται· 13 εμοί γαρ παν πρωτότοκον· εν ή ημέρα επάταξα παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτου. και δήμος ο Ισαάρ εις. όσα λειτουργούσιν εν αυτοίς και το κατακάλυμμα και πάντα τα έργα αυτών. 31 και η φυλακή αυτών. 16 και επεσκέψαντο αυτούς Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου. 29 οι δήμοι των υιών Καάθ παρεμβαλούσιν εκ πλαγίων της σκηνής κατά λίβα. κατά αριθμόν. η επίσκεψις αυτών επτακισχίλιοι και πεντακόσιοι. Ελεάζαρ ο υιος Ααρών του ιερέως. 30 και ο άρχων οίκου πατριών των δήμων του Καάθ Ελισαφάν. Χεβρών και ‘Οζιήλ. 25 και η φυλακή υιών Γεδσών εν τη σκηνή του μαρτυρίου· η σκηνή και το κάλυμμα. και Μεραρί. 20 και υιοί Μεραρί κατά δήμους αυτών· Μοολί και Μουσί. 23 και οι υιοί Γερσών οπίσω της σκηνής παρεμβαλούσι παρά θάλασσαν. 28 παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω. Καάθ. καθεσταμένος φυλάσσειν τας φυλακάς των αγίων. 24 και ο άρχων οίκου πατριάς του δήμου του Γεδσών. 33 τω Μεραρί δήμος ο Μοολί και δήμος ο Μουσί· ούτοί εισι δήμοι του Μεραρί. εγώ Κύριος. και δήμος ο Χεβρών εις. ηγίασα εμοί παν πρωτότοκον εν Ισραήλ από ανθρώπου έως κτήνους· εμοί έσονται. υιος ‘Οζιήλ. 14 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ερήμω Σινά λέγων· 15 επίσκεψαι τους υιούς Λευί κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά συγγενείας αυτών· παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω επισκέψασθε αυτούς. 32 και ο άρχων επί των αρχόντων των Λευιτών. η κιβωτός και η τράπεζα και η λυχνία και τα θυσιαστήρια και τα σκεύη του αγίου. και το κατακάλυμμα της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 26 και τα ιστία της αυλής και το καταπέτασμα της πύλης της αυλής της ούσης επί της σκηνής και τα κατάλοιπα πάντων των έργων αυτού. εξακισχίλιοι και πεντήκοντα· 35 και ο άρχων οίκου πατριών του δήμου του Μεραρί. ούτοί εισι δήμοι των Λευιτών κατ' οίκους πατριών αυτών. 18 και ταύτα τα ονόματα των υιών Γερσών κατά δήμους αυτών· Λοβενί και Σεμεϊ. 36 η επίσκεψις της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 224 . και δήμος ο ‘Οζιήλ εις· ούτοί εισιν οι δήμοι του Καάθ. κατά δήμους αυτών. οκτακισχίλιοι και εξακόσιοι φυλάσσοντες τας φυλακάς των αγίων. 19 και υιοί Καάθ κατά δήμους αυτών· Αμράμ και Ισσαάρ. 22 η επίσκεψις αυτών κατά αριθμόν παντός αρσενικού από μηνιαίου και επάνω.

ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. εγώ Κύριος. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος παν πρωτότοκον εν τοις υιοίς Ισραήλ· 43 και εγένοντο πάντα τα πρωτότοκα τα αρσενικά κατά αριθμόν εξ ονόματος από μηνιαίου και επάνω εκ της επισκέψεως αυτών δύο και είκοσι χιλιάδες και τρεις και εβδομήκοντα και διακόσιοι. 47 και λήψη πέντε σίκλους κατά κεφαλήν. 48 και δώσεις το αργύριον Ααρών και τοις υιοίς αυτού. τας κεφαλίδας της σκηνής και τους μοχλούς αυτής και τους στύλους αυτής. είκοσιν οβολούς του σίκλου. 49 και έλαβε Μωυσής το αργύριον τα λύτρα των πλεοναζόντων εις την εκλύτρωσιν των Λευιτών. 39 πάσα η επίσκεψις των Λευιτών. οι πλεονάζοντες παρά τους Λευίτας από των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ. Μωυσής και Ααρών και οι υιοί αυτού φυλάσσοντες τας φυλακάς του αγίου εις τας φυλακάς των υιών Ισραήλ· και ο αλλογενής ο απτόμενος αποθανείται. και έσονται εμοί οι Λευίται· εγώ Κύριος. ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου κατά δήμους αυτών. λύτρα των πλεοναζόντων εν αυτοίς. 51 και έδωκε Μωυσής τα λύτρα των πλεοναζόντων Ααρών και τοις υιοίς αυτού. 38 οι παρεμβάλλοντες κατά πρόσωπον της σκηνής του μαρτυρίου από ανατολής. και τας βάσεις αυτής και πάντα τα σκεύη αυτών και τα έργα αυτών 37 και τους στύλους της αυλής κύκλω και τας βάσεις αυτών και τους πασσάλους και τους κάλους αυτών. χιλίους τριακοσίους εξηκονταπέντε σίκλους. κατά τον σίκλον τον άγιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλακής υιών Μεραρί. κατά το δίδραχμον το άγιον λήψη. δύο και είκοσι χιλιάδες. 40 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· επίσκεψαι παν πρωτότοκον άρσεν των υιών Ισραήλ από μηνιαίου και επάνω και λάβε τον αριθμόν εξ ονόματος· 41 και λήψη τους Λευίτας εμοί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 225 . δια φωνής Κυρίου. αντί πάντων των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ και τα κτήνη των Λευιτών αντί πάντων των πρωτοτόκων εν τοις κτήνεσι των υιών Ισραήλ. 44 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 45 λάβε τους Λευίτας αντί πάντων των πρωτοτόκων υιών Ισραήλ και τα κτήνη των Λευιτών αντί των κτηνών αυτών. παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω. 50 παρά των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ έλαβε το αργύριον. 46 και τα λύτρα τριών και εβδομήκοντα και διακοσίων. 42 και επεσκέψατο Μωυσής.

όταν εξαίρη η παρεμβολή. όσοις λειτουργούσιν επ' αυτω εν αυτοίς. όσα λειτουργούσιν εν αυτοίς εν τοις αγίοις. 10 και εμβαλούσιν αυτήν και πάντα τα σκεύη αυτής εις κάλυμμα δερμάτινον υακίνθινον και επιθήσουσιν αυτήν επ' αναφορέων. και εμβαλούσιν εις ιμάτιον υακίνθινον και καλύψουσιν αυτά καλύμματι δερματίνω υακινθίνω και επιθήσουσιν επί αναφορείς. κατ' οίκους πατριών αυτών. 12 και λήψονται πάντα τα σκεύη τα λειτουργικά. 8 και επιβαλούσιν επ' αυτήν ιμάτιον κόκκινον και καλύψουσιν αυτήν καλύμματι δερματίνω υακινθίνω και διεμβαλούσι δι' αυτής τους αναφορείς. 7 και επί την τράπεζαν την προκειμένην επιβαλούσιν επ' αυτήν ιμάτιον ολοπόρφυρον και τα τρυβλία και τας θυϊσκας και τους κυάθους και τα σπονδεία. και τα πυρεία και τας κρεάγρας και τας φιάλας και τον καλυπτήρα και πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου· και επιβαλούσιν επ' αυτό κάλυμμα δερμάτινον υακίνθινον. και οι άρτοι οι διαπαντός επ' αυτής έσονται. 4 και ταύτα τα έργα των υιών Καάθ εν τη σκηνή του μαρτυρίου· άγιον των αγίων. κατά δήμους αυτών. 5 και εισελεύσεται Ααρών και οι υιοί αυτού. οίς λειτουργούσιν εν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 λάβε το κεφάλαιον των υιών Καάθ εκ μέσου υιών Λευί. 13 και τον καλυπτήρα επιθήσει επί το θυσιαστήριον και επικαλύψουσιν επ' αυτό ιμάτιον ολοπόρφυρον. 14 και επιθήσουσιν επ' αυτό πάντα τα σκεύη. εν οίς σπένδει. 6 και επιθήσουσιν επ' αυτό κατακάλυμμα δέρμα υακίνθινον και επιβαλούσιν επ' αυτήν ιμάτιον όλον υακίνθινον άνωθεν και διεμβαλούσι τους αναφορείς. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν ποιήσαι πάντα τα έργα εν τη σκηνή του μαρτυρίου. και διεμβαλούσι τους αναφορείς αυτού· και λήψονται ιμάτιον πορφυρούν και συγκαλύψουσι τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 226 . και καθελούσι το καταπέτασμα το συσκιάζον και κατακαλύψουσιν εν αυτω την κιβωτόν του μαρτυρίου. 3 από είκοσι και πέντε ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών. 9 και λήψονται ιμάτιον υακίνθινον και καλύψουσι την λυχνίαν την φωτίζουσαν και τους λύχνους αυτής και τας λαβίδας αυτής και τας επαρυστρίδας αυτής και πάντα τα αγγεία του ελαίου. 11 και επί το θυσιαστήριον το χρυσούν επικαλύψουσιν ιμάτιον υακίνθινον και καλύψουσιν αυτό καλύμματι δερματίνω υακινθίνω και διεμβαλούσι τους αναφορείς αυτού.

ποιήσουσι. εν πάσι τοις έργοις. ίνα μη αποθάνωσι· ταύτα αρούσιν οι υιοί Καάθ εν τη σκηνή του μαρτυρίου. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου. προσπορευομένων αυτών προς τα άγια των αγίων· Ααρών και οι υιοί αυτού προσπορευέσθωσαν και καταστήσουσιν αυτούς έκαστον κατά την αναφοράν αυτού. 17 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 18 μη ολοθρεύσητε της φυλής τον δήμον τον Καάθ εκ μέσου των Λευιτών· 19 τούτο ποιήσατε αυτοίς και ζήσονται και ου μη αποθάνωσι. 28 αύτη η λειτουργία των υιών Γεδσών εν τη σκηνή του μαρτυρίου. και το κατακάλυμμα και αι βάσεις αυτών. όσα λειτουργούσιν εν αυτοίς. 20 και ου μη εισέλθωσιν ιδείν εξάπινα τα άγια και αποθανούνται. 27 κατά στόμα Ααρών και των υιών αυτού έσται η λειτουργία των υιών Γεδσών κατά πάσας τας λειτουργίας αυτών και κατά πάντα τα έργα αυτών· και επισκέψη αυτούς εξ ονόματος πάντα τα αρτά υπ' αυτών. και τα περισσά και πάντα τα σκεύη τα λειτουργικά. και η φυλακή αυτών εν χειρί Ιθάμαρ του υιού Ααρών του ιερέως. 31 και ταύτα τα φυλάγματα των αιρομένων υπ' αυτών κατά πάντα τα έργα αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου· τας κεφαλίδας της σκηνής και τους μοχλούς και τους στύλους αυτής και τας βάσεις αυτής. λειτουργείν και αίρειν· 25 και αρεί τας δέρρεις της σκηνής και την σκηνήν του μαρτυρίου και το κάλυμμα αυτής και το κατακάλυμμα το υακίνθινον το ον επ' αυτής άνωθεν και το κάλυμμα της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 26 και τα ιστία της αυλής. και μετά ταύτα εισελεύσονται υιοί Καάθ αίρειν και ουχ άψονται των αγίων. και οι στύλοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 227 . 23 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς επίσκεψαι αυτούς. 29 οι υιοί Μεραρί κατά δήμους αυτών. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν και ποιείν τα έργα αυτού εν τη σκηνή του μαρτυρίου. όσα επί της σκηνής του μαρτυρίου. κατά δήμους αυτών. 16 επίσκοπος Ελεάζαρ υιος Ααρών του ιερέως· το έλαιον του φωτός και το θυμίαμα της συνθέσεως και η θυσία η καθ' ημέραν και το έλαιον της χρίσεως. κατ' οίκους πατριών αυτών επισκέψασθε αυτούς. 15 και συντελέσουσιν Ααρών και οι υιοί αυτού καλύπτοντες τα άγια και πάντα τα σκεύη τα άγια εν τω εξαίρειν την παρεμβολήν. 21 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 22 λάβε την αρχήν των υιών Γεδσών. 24 αύτη η λειτουργία του δήμου του Γεδσών. και τούτους κατ' οίκους πατριών αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λουτήρα και την βάσιν αυτού και εμβαλούσιν αυτά εις κάλυμμα δερμάτινον υακίνθινον και επιθήσουσιν επί αναφορείς. 30 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς επισκέψασθε αυτούς. η επισκοπή όλης της σκηνής και όσα εστίν εν αυτη εν τω αγίω.

ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου. 34 και επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών και οι άρχοντες Ισραήλ τους υιούς Καάθ κατά δήμους αυτών. τρισχίλιοι και διακόσιοι· 45 αύτη η επίσκεψις δήμου υιών Μεραρί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 228 . ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. εν χειρί Μωυσή. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν και ποιείν τα έργα εν τη σκηνή του μαρτυρίου. πας ο εισπορευόμενος προς το έργον των έργων και τα έργα τα αιρόμενα εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 44 και εγενήθη η επίσκεψις αυτών κατά δήμους αυτών. και τας βάσεις αυτών. καθά επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου. δισχίλιοι εξακόσιοι τριάκοντα. κατ' οίκους πατριών αυτών. 47 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς. 41 αύτη η επίσκεψις δήμου υιών Γεδσών. 40 και εγένετο η επίσκεψις αυτών κατά δήμους αυτών. 38 και επεσκέπησαν υιοί Γεδσών κατά δήμους αυτών. 39 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς. 37 αύτη η επίσκεψις δήμου Καάθ. 36 και εγένετο η επίσκεψις αυτών κατά δήμους αυτών δισχίλιοι επτακόσιοι πεντήκοντα. εν χειρί Μωυσή. κατ' οίκους πατριών αυτών. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν και ποιείν εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 49 δια φωνής Κυρίου επεσκέψατο αυτούς εν χειρί Μωυσή. κατ' οίκους πατριών αυτών. και τους πασσάλους αυτών και τους κάλους αυτών και πάντα τα σκεύη αυτών και πάντα τα λειτουργήματα αυτών. κατά δήμους και κατ' οίκους πατριών αυτών. 48 και εγενήθησαν οι επισκεπέντες οκτακισχίλιοι πεντακόσιοι ογδοήκοντα. ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών και οι άρχοντες Ισραήλ τους Λευίτας. κατ' οίκους πατριών αυτών. 42 επεσκέπησαν δε και δήμος υιών Μεραρί κατά δήμους αυτών. εν χειρί Μωυσή. 35 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς. πας ο λειτουργών εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 46 πάντες οι επεσκεμμένοι. 43 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς. πας ο λειτουργών εν τη σκηνή του μαρτυρίου. κατ' οίκους πατριών αυτών. άνδρα κατά άνδρα επί των έργων αυτών και επί ων αίρουσιν αυτοί· και επεσκέπησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών και το κατακάλυμμα της θύρας της σκηνής 32 και τους στύλους της αυλής κύκλω. ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν προς τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου. εξ ονομάτων επισκέψασθε αυτούς και πάντα τα σκεύη της φυλακής των αιρομένων υπ' αυτών. 33 αύτη η λειτουργία δήμου υιών Μεραρί εν πάσι τοις έργοις αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου εν χειρί Ιθάμαρ του υιού Ααρών του ιερέως. και αι βάσεις αυτών και τους στύλους του καταπετάσματος της πύλης της αυλής.

το πλημμέλημα το αποδιδόμενον Κυρίω τω ιερεί έσται. 8 εάν δε μη ή τω ανθρώπω ο αγχιστεύων. 7 εξαγορεύσει την αμαρτίαν. όσα εάν προσφέρωσι Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 πρόσταξον τοις υιοίς Ισραήλ και εξαποστειλάτωσαν εκ της παρεμβολής πάντα λεπρόν και πάντα γονορρυή και πάντα ακάθαρτον επί ψυχή· 3 από αρσενικού έως θηλυκού εξαποστείλατε έξω της παρεμβολής. πλήν του κριού του ιλασμού. ωστε αποδούναι αυτω το πλημμέλημα προς αυτόν. και ου μη μιανούσι τας παρεμβολάς αυτών. και παριδών παρίδη και πλημμελήση η ψυχή εκείνη. ος αν δω τω ιερεί. ή επέλθη αυτω πνεύμα ζηλώσεως και ζηλώση την γυναίκα αυτού. και αποδώσει την πλημμέλειαν το κεφάλαιον και το επίπεμπτον αυτού προσθήσει επ' αυτό. τίνι επλημμέλησεν αυτω. αυτή δε ή μεμιασμένη και μάρτυς μη ην μετ' αυτής. αυτω έσται. ος τις αν ποιήση από πασών των αμαρτιών των ανθρωπίνων. ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ. και λάθη εξ οφθαλμών του ανδρός αυτής και κρύψη. ουδέ επιθήσει επ' αυτό λίβανον· έστι γαρ θυσία ζηλοτυπίας. 16 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 229 . και αποδώσει. αναμιμνήσκουσα αμαρτίαν. και υπεριδούσα παρίδη αυτόν 13 και κοιμηθή τις μετ' αυτής κοίτην σπέρματος. 10 και εκάστου τα ηγιασμένα αυτού έσται· και ανήρ. 11 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. τω ιερεί αυτω έσται. 9 και πάσα απαρχή κατά πάντα τα αγιαζόμενα εν υιοίς Ισραήλ. 14 και επέλθη αυτω πνεύμα ζηλώσεως και ζηλώση την γυναίκα αυτού. 5 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· ανήρ ή γυνή. το δέκατον του οιφί άλευρον κρίθινον. αυτή δε μη ή μεμιασμένη. αυτή δε μεμίανται. και αυτή μη ή συνειλημμένη. δι' ου εξιλάσεται εν αυτω περί αυτού. 15 και άξει ο άνθρωπος την γυναίκα αυτού προς τον ιερέα και προσοίσει το δώρον περί αυτής. θυσία μνημοσύνου. εν οίς εγώ καταγίνομαι εν αυτοίς. ουκ επιχεεί επ' αυτό έλαιον. 4 και εποίησαν ούτως οι υιοί Ισραήλ και εξαπέστειλαν αυτούς έξω της παρεμβολής· καθά ελάλησε Κύριος Μωυσή. και ερείς προς αυτούς· ανδρός ανδρός. ην εποίησε. εάν παραβή η γυνή αυτού.

24 και ποτιεί την γυναίκα το ύδωρ του ελεγμού του επικαταρωμένου. 17 και λήψεται ο ιερεύς ύδωρ καθαρόν ζων εν αγγείω οστρακίνω και της γης της ούσης επί του εδάφους της σκηνής του μαρτυρίου. 28 εάν δε μη μιανθή η γυνή και καθαρά ή. εν τω δούναι Κύριον τον μηρόν σου διαπεπτωκότα. 27 και έσται. και στήση την γυναίκα αυτού έναντι Κυρίου. 22 και εισελεύσεται το ύδωρ το επικαταρώμενον τούτο εις την κοιλίαν σου πρήσαι γαστέρα και διαπεσείν μηρόν σου. και εξαλείψει εις το ύδωρ του ελεγμού του επικαταρωμένου. αθώα ίσθι από του ύδατος του ελεγμού του επικαταρωμένου τούτου· 20 ει δε συ παραβέβηκας ύπανδρος ούσα. και εισελεύσεται εις αυτήν το ύδωρ του ελεγμού το επικαταρώμενον. και διαπεσείται ο μηρός αυτής. και εισελεύσεται εις αυτήν το ύδωρ το επικαταρώμενον του ελεγμού. 19 και ορκιεί αυτήν ο ιερεύς. και έσται η γυνή εις αράν τω λαω αυτής. πλήν του ανδρός σου· 21 και ορκιεί ο ιερεύς την γυναίκα εν τοις όρκοις της αράς ταύτης. και λαβών ο ιερεύς εμβαλεί εις το ύδωρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσάξει αυτήν ο ιερεύς και στήσει αυτήν έναντι Κυρίου. εάν ή μεμιασμένη και λήθη λάθη τον άνδρα αυτής. 29 ούτος ο νόμος της ζηλοτυπίας. 25 και λήψεται ο ιερεύς εκ χειρός της γυναικός την θυσίαν της ζηλοτυπίας και επιθήσει την θυσίαν έναντι Κυρίου και προσοίσει αυτήν προς το θυσιαστήριον. και αθώα έσται και εκσπερματιεί σπέρμα. ει μη παραβέβηκας μιανθήναι υπό τον άνδρα τον σεαυτής. ή μεμίανσαι και έδωκέ τις την κοίτην αυτού εν σοί. και η γυνή εκείνη λήψεται την αμαρτίαν αυτής. ω εάν επέλθη επ' αυτόν πνεύμα ζηλώσεως και ζηλώση την γυναίκα αυτού. ω αν παραβή η γυνή ύπανδρος ούσα και μιανθή· 30 ή άνθρωπος. και την κοιλίαν σου πεπρησμένην. 26 και δράξεται ο ιερεύς από της θυσίας το μνημόσυνον αυτής και ανοίσει αυτό επί το θυσιαστήριον και μετά ταύτα ποτιεί την γυναίκα το ύδωρ. και ερεί η γυνή· γένοιτο. και ερεί ο ιερεύς τη γυναικί· δώη σε Κύριος εν αρά και ενόρκιον εν μέσω του λαού σου. 23 και γράψει ο ιερεύς τας αράς ταύτας εις βιβλίον. γένοιτο. και ποιήση αυτη ο ιερεύς πάντα τον νόμον τούτον· 31 και αθωος έσται ο άνθρωπος από αμαρτίας. και πρησθήσεται την κοιλίαν. εν δε τη χειρί του ιερέως έσται το ύδωρ του ελεγμού του επικαταρωμένου τούτου. και ερεί τη γυναικί· ει μη κεκοίμηταί τις μετά σου. την θυσίαν της ζηλοτυπίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 230 . 18 και στήσει ο ιερεύς την γυναίκα έναντι Κυρίου και αποκαλύψει την κεφαλήν της γυναικός και δώσει επί τας χείρας αυτής την θυσίαν του μνημοσύνου.

4 πάσας τας ημέρας της ευχής αυτού· από πάντων όσα γίνεται εξ αμπέλου. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί ων ήμαρτε περί της ψυχής και αγιάσει την κεφαλήν αυτού εν εκείνη τη ημέρα. προσοίσει αυτός παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 14 και προσάξει το δώρον αυτού Κυρίω αμνόν ενιαύσιον άμωμον ένα εις ολοκαύτωσιν και αμνάδα ενιαυσίαν μίαν άμωμον εις αμαρτίαν και κριόν ένα άμωμον εις σωτήριον 15 και κανούν αζύμων σεμιδάλεως άρτους αναπεποιημένους εν ελαίω και λάγανα άζυμα κεχρισμένα εν ελαίω και θυσίαν αυτών και σπονδήν αυτών. επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 9 εάν δε τις αποθάνη επ' αυτω εξάπινα. όσας ηύξατο Κυρίω· άγιος έσται τρέφων κόμην τρίχα κεφαλής. ος εάν μεγάλως εύξηται ευχήν αφαγνίσασθαι αγνείαν Κυρίω. ου μιανθήσεται επ' αυτοίς αποθανόντων αυτών. 10 και τη ημέρα τη ογδόη οίσει δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών προς τον ιερέα. και προσάξει αμνόν ενιαύσιον εις πλημμέλειαν. και ξυρήσεται την κεφαλήν αυτού ή αν ημέρα καθαρισθή· τη ημέρα τη εβδόμη ξυρηθήσεται. 8 πάσας τας ημέρας της ευχής αυτού άγιος έσται Κυρίω. 6 πάσας τας ημέρας της ευχής Κυρίω επί πάση ψυχή τετελευτηκυία ουκ εισελεύσεται· 7 επί πατρί και μητρί και επ' αδελφω και επ' αδελφή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· ανήρ ή γυνή. τας ημέρας της ευχής. και αι ημέραι αι πρότεραι άλογοι έσονται. 16 και προσοίσει ο ιερεύς έναντι Κυρίου και ποιήσει το περί αμαρτίας αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 231 . ότι ευχή Θεού αυτού επ' αυτω επί κεφαλής αυτού. ότι εμιάνθη η κεφαλή ευχής αυτού. 3 από οίνου και σίκερα αγνισθήσεται και όξος εξ οίνου και όξος εκ σίκερα ου πίεται και όσα κατεργάζεται εκ σταφυλής ου πίεται και σταφυλήν πρόσφατον και σταφίδα ου φάγεται. έως αν πληρωθώσιν αι ημέραι. οίνον από στεμφύλων έως γιγάρτου ου φάγεται. 5 πάσας τας ημέρας του αγνισμού ξυρόν ουκ επελεύσεται επί την κεφαλήν αυτού. παραχρήμα μιανθήσεται η κεφαλή ευχής αυτού. 13 Και ούτος ο νόμος του ευξαμένου· ή αν ημέρα πληρώση ημέρας ευχής αυτού. 12 ή ηγιάσθη Κυρίω. 11 και ποιήσει ο ιερεύς μίαν περί αμαρτίας και μίαν εις ολοκαύτωμα.

άμαξαν παρά δύο αρχόντων. και προσήγαγον εναντίον της σκηνής. δώδεκα άρχοντες οίκων πατριών αυτών. ος αν εύξηται Κυρίω δώρον αυτού Κυρίω περί της ευχής. λέγοντες αυτοίς· 24 ευλογήσαι σε Κύριος και φυλάξαι σε· 25 επιφάναι Κύριος το πρόσωπον αυτού επί σε και ελεήσαι σε· 26 επάραι Κύριος το πρόσωπον αυτού επί σε και δώη σοι ειρήνην. ην αν εύξηται κατά νόμον αγνείας. και εγώ Κύριος ευλογήσω αυτούς. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο ή ημέρα συνετέλεσε Μωυσής. άγιον έσται τω ιερεί επί του στηθυνίου του επιθέματος και επί του βραχίονος του αφαιρέματος. και ποιήσει ο ιερεύς την θυσίαν αυτού και την σπονδήν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και το ολοκαύτωμα αυτού 17 και τον κριόν ποιήσει θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω επί τω κανω των αζύμων. κατά δύναμιν της ευχής αυτού. 3 και ήνεγκαν το δώρον αυτών έναντι Κυρίου. χωρίς ων αν εύρη η χείρ αυτού. και μόσχον παρά εκάστου. ούτοι οι παρεστηκότες επί της επισκοπής. ωστε αναστήσαι την σκηνήν και έχρισεν αυτήν και ηγίασεν αυτήν και πάντα τα σκεύη αυτής και το θυσιαστήριον και πάντα τα σκεύη αυτού και έχρισεν αυτά και ηγίασεν αυτά. ούτοι οι άρχοντες φυλών. 18 και ξυρήσεται ο ηυγμένος παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου την κεφαλήν της ευχής αυτού και επιθήσει τας τρίχας επί το πυρ. 4 και είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 5 λάβε παρ' αυτών. 22 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 23 λάλησον Ααρών και τοις υιοίς αυτού λέγων· ούτως ευλογήσετε τους υιούς Ισραήλ. και μετά ταύτα πίεται ο ηυγμένος οίνον. 19 και λήψεται ο ιερεύς τον βραχίονα εφθόν από του κριού και άρτον ένα άζυμον από του κανού και λάγανον άζυμον εν και επιθήσει επί τας χείρας του ηυγμένου μετά το ξυρήσασθαι αυτόν την ευχήν αυτού· 20 και προσοίσει αυτά ο ιερεύς επίθεμα έναντι Κυρίου. 21 ούτος ο νόμος του ευξαμένου. εκάστω κατά την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 232 . 27 και επιθήσουσι το όνομά μου επί τους υιούς Ισραήλ. ό εστιν υπό την θυσίαν του σωτηρίου. και δώσεις αυτά τοις Λευίταις. εξ αμάξας λαμπηνικάς και δώδεκα βόας. και έσονται προς τα έργα τα λειτουργικά της σκηνής του μαρτυρίου. 2 και προσήνεγκαν οι άρχοντες Ισραήλ.

τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. 11 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· άρχων εις καθ' ημέραν. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 20 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 21 μόσχον ένα εκ βοών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού λειτουργίαν. τράγους πέντε. 13 και προσήνεγκε το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. 18 τη ημέρα τη δευτέρα προσήνεγκε Ναθαναήλ υιος Σωγάρ. 10 και προσήνεγκαν οι άρχοντες εις τον εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 14 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 15 μόσχον ένα εκ βοών. κριούς πέντε. τράγους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 233 . κριόν ένα. 12 Και ην ο προσφέρων εν τη ημέρα τη πρώτη το δώρον αυτού Ναασσών υιος Αμιναδάβ. κριόν ένα. άρχων καθ' ημέραν προσοίσουσι τα δώρα αυτών εις τον εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου. κριούς πέντε. 25 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 26 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 27 μόσχον ένα εκ βοών. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. 6 και λαβών Μωυσής τας αμάξας και τους βόας. ότι τα λειτουργήματα του αγίου έχουσιν· επ' ώμων αρούσιν. κριόν ένα. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. τούτο το δώρον Ναθαναήλ υιού Σωγάρ. κριούς πέντε. 19 και προσήνεγκε το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 16 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 17 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. 24 τη ημέρα τη τρίτη άρχων των υιών Ζαβουλών Ελιάβ υιος Χαιλών. τράγους πέντε. εν τη ημέρα ή έχρισεν αυτό. τούτο δώρον Ναασών υιού Αμιναδάβ. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 22 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 23 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. και προσήνεγκαν οι άρχοντες τα δώρα αυτών απέναντι του θυσιαστηρίου. δια Ιθάμαρ υιού Ααρών του ιερέως. άρχων της φυλής Ιούδα. έδωκεν αυτά τοις Λευίταις· 7 και τας δύο αμάξας και τους τέσσαρας βόας έδωκε τοις υιοίς Γεδσών κατά τας λειτουργίας αυτών 8 και τας τέσσαρας αμάξας και τους οκτώ βόας έδωκε τοις υιοίς Μεραρί κατά τας λειτουργίας αυτών. ο άρχων της φυλής Ισσάχαρ. 9 και τοις υιοίς Καάθ ου δέδωκεν. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 28 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 29 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο.

τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 44 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 45 μόσχον ένα εκ βοών. κριούς πέντε. 36 τη ημέρα τη πέμπτη άρχων των υιών Συμεών Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί. κριόν ένα. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. τράγους πέντε. 48 τη ημέρα τη εβδόμη άρχων των υιών Εφραίμ Ελισαμά υιος Εμιούδ. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 34 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 35 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 46 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 47 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. τράγους πέντε. 54 τη ημέρα τη ογδόη άρχων των υιών Μανασσή Γαμαλιήλ υιος Φαδασσούρ. 43 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 50 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 40 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 41 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. τούτο το δώρον Ελισαμά υιού Εμιούδ. κριούς πέντε. κριόν ένα. τούτο το δώρον Ελισάφ υιού Ραγουήλ. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. 30 τη ημέρα τη τετάρτη άρχων των υιών Ρουβήν Ελισούρ υιος Σεδιούρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέντε. τούτο το δώρον Σαλαμιήλ υιού Σουρισαδαί. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 32 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος. 33 μόσχον ένα εκ βοών. 37 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. 42 τη ημέρα τη έκτη άρχων των υιών Γάδ. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. Ελισάφ υιος Ραγουήλ. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. κριόν ένα. 31 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. 49 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. κριόν ένα. κριούς πέντε. κριούς πέντε. τούτο το δώρον Ελιάβ υιού Χαιλών. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. 55 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 234 . τούτο το δώρον Ελισούρ υιού Σεδιούρ. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 38 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 39 μόσχον ένα εκ βοών. τράγους πέντε. πλήρη θυμιάματος· 51 μόσχον ένα εκ βοών. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 52 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 53 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. τράγους πέντε.

Φαγεήλ υιος Εχράν. 67 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. κριούς πέντε. τούτο το δώρον Φαγεήλ υιού Εχράν. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. 82 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 83 και εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 235 . αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 74 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 75 μόσχον ένα εκ βοών. τράγους πέντε. κριούς πέντε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατά τον σίκλον τον άγιον. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 64 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 65 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τούτο το δώρον Αβιδάν υιού Γαδεωνί. εν. κριόν ένα. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 62 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 63 μόσχον ένα εκ βοών. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 58 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 59 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. κριόν ένα. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 80 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος. κριούς πέντε. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμνόν ενιαύσιον ένα εις ολοκαύτωμα· 76 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 77 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. τράγους πέντε. 60 τη ημέρα τη ενάτη άρχων των υιών Βενιαμίν Αβιδάν υιος Γαδεωνί. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. τράγους πέντε. τράγους πέντε. τούτο το δώρον Αχιέζερ υιού Αμισαδαί. 72 τη ημέρα τη ενδεκάτη άρχων των υιών Ασήρ. τούτο το δώρον Γαμαλιήλ υιού Φαδασσούρ. κριόν ένα. 61 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. 79 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. κριούς πέντε. κριόν ένα. 81 μόσχον ένα εκ βοών. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 70 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 71 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. κριόν ένα. 66 τη ημέρη τη δεκάτη άρχων των υιών Δάν Αχιέζερ υιος Αμισαδαί. 73 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 68 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 69 μόσχον ένα εκ βοών. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 56 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 57 μόσχον ένα εκ βοών. 78 τη ημέρα τη δωδεκάτη άρχων των υιών Νεφθαλί Αχιρέ υιος Αινάν.

7 και ούτω ποιήσεις αυτοίς τον αγνισμόν αυτών· περιρρανείς αυτούς ύδωρ αγνισμού. 4 και αύτη η κατασκευή της λυχνίας· στερεά χρυσή. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. κριοί εξήκοντα. 3 και εποίησεν ούτως Ααρών· εκ του ενός μέρους κατά πρόσωπον της λυχνίας εξήψε τους λύχνους αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. 85 τριάκοντα και εκατόν σίκλων το τρυβλίον το εν και εβδομήκοντα σίκλων η φιάλη η μία. 5 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 λάβε τους Λευίτας εκ μέσου υιών Ισραήλ και αφαγνιείς αυτούς. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ό έδειξε Κύριος τω Μωυσή. κριούς πέντε. φιάλαι αργυραί δώδεκα. κριοί δώδεκα. 8 και λήψονται μόσχον ένα εκ βοών και τούτου θυσίαν σεμίδαλιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 236 . και καθαροί έσονται. εκ μέρους κατά πρόσωπον της λυχνίας φωτιούσιν οι επτά λύχνοι. τράγοι εξήκοντα ενιαύσιοι. τράγους πέντε. ό εστιν επί της κιβωτού του μαρτυρίου. τούτο το δώρον Αχιρέ υιού Αινάν. 89 εν τω εισπορεύεσθαι Μωυσήν εις την σκηνήν του μαρτυρίου λαλήσαι αυτω και ήκουσε την φωνήν Κυρίου λαλούντος προς αυτόν άνωθεν του ιλαστηρίου. θυϊσκαι χρυσαί δώδεκα. αμνάδες εξήκοντα ενιαύσιοι άμωμοι. αμνοί ενιαύσιοι δώδεκα και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών· και χίμαροι εξ αιγών δώδεκα περί αμαρτίας. ο καυλός αυτής και τα κρίνα αυτής. και ελάλει προς αυτόν. 88 πάσαι αι βόες εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις εικοσιτέσσαρες. ούτως εποίησε την λυχνίαν. μετά το πληρώσαι τας χείρας αυτού και μετά το χρίσαι αυτόν. και πλυνούσι τα ιμάτια αυτών. ανά μέσον των δύο Χερουβίμ. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τω Ααρών και ερείς προς αυτόν· όταν επιτιθής τους λύχνους. ή ημέρα έχρισεν αυτό παρά των αρχόντων των υιών Ισραήλ· τρυβλία αργυρά δώδεκα. 84 ούτος ο εγκαινισμός του θυσιαστηρίου. παν το αργύριον των σκευών δισχίλιοι και τετρακόσιοι σίκλοι. 87 πάσαι αι βόες αι εις ολοκαύτωσιν μόσχοι δώδεκα. στερεά όλη· κατά το είδος. και επελεύσεται ξυρόν επί παν το σώμα αυτών. σίκλοι εν τω σίκλω τω αγίω· 86 θυϊσκαι χρυσαί δώδεκα πλήρεις θυμιάματος· παν το χρυσίον των θυϊσκών είκοσι και εκατόν χρυσοί. αύτη η εγκαίνωσις του θυσιαστηρίου.

12 οι δε Λευίται επιθήσουσι τας χείρας επί τας κεφαλάς των μόσχων. 21 και ηγνίσαντο οι Λευίται και επλύναντο τα ιμάτια. και εξιλάσατο περί αυτών Ααρών αφαγνίσασθαι αυτούς. 20 και εποίησε Μωυσής και Ααρών και πάσα η συναγωγή υιών Ισραήλ τοις Λευίταις καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή περί των Λευιτών. 17 ότι εμοί παν πρωτότοκον εν υιοίς Ισραήλ από ανθρώπων έως κτήνους· ή ημέρα επάταξα παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτου. 26 και λειτουργήσει ο αδελφός αυτού εν τη σκηνή του μαρτυρίου φυλάσσειν φυλακάς. και έσονται ωστε εργάζεσθαι τα έργα Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναπεποιημένην εν ελαίω. ούτως εποίησαν αυτοίς. 9 και προσάξεις τους Λευίτας έναντι της σκηνής του μαρτυρίου και συνάξεις πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ 10 και προσάξεις τους Λευίτας έναντι Κυρίου. ηγίασα αυτούς εμοί 18 και έλαβον τους Λευίτας αντί παντός πρωτοτόκου εν υιοίς Ισραήλ. ούτως εποίησαν αυτοίς οι υιοί Ισραήλ. και επιθήσουσιν οι υιοί Ισραήλ τας χείρας αυτών επί τους Λευίτας. 15 και μετά ταύτα εισελεύσονται οι Λευίται εργάζεσθαι τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου. 22 και μετά ταύτα εισήλθον οι Λευίται λειτουργείν την λειτουργίαν αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου έναντι Ααρών και έναντι των υιών αυτού· καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή περί των Λευιτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 237 . 13 και στήσεις τους Λευίτας έναντι Κυρίου και έναντι Ααρών και έναντι των υιών αυτού και αποδώσεις αυτούς απόδομα έναντι Κυρίου· 14 και διαστελείς τους Λευίτας εκ μέσου υιών Ισραήλ. 19 και απέδωκα τους Λευίτας απόδομα δεδομένους Ααρών και τοις υιοίς αυτού εκ μέσου υιών Ισραήλ εργάζεσθαι τα έργα των υιών Ισραήλ εν τη σκηνή του μαρτυρίου και εξιλάσκεσθαι περί των υιών Ισραήλ. και απέδωκεν αυτούς Ααρών απόδομα έναντι Κυρίου. 23 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 24 τούτό εστι το περί των Λευιτών· από πέντε και εικοσαετούς και επάνω εισελεύσονται ενεργείν εν τη σκηνή του μαρτυρίου· 25 και από πεντηκονταετούς αποστήσεται από της λειτουργίας και ουκ εργάται έτι. 11 και αφοριεί Ααρών τους Λευίτας απόδομα έναντι Κυρίου παρά των υιών Ισραήλ. και μόσχον ενιαύσιον εκ βοών λήψη περί αμαρτίας. έργα δε ουκ εργάται. και ουκ έσται εν τοις υιοίς Ισραήλ προσεγγίζων προς τα άγια. και έσονται εμοί. και καθαριείς αυτούς και αποδώσεις αυτούς έναντι Κυρίου· 16 ότι απόδομα αποδεδομένοι ούτοί μοί εισιν εκ μέσου υιών Ισραήλ· αντί των διανοιγόντων πάσαν μήτραν πρωτοτόκων πάντων εκ των υιών Ισραήλ είληφα αυτούς εμοί. ούτως ποιήσεις τοις Λευίταις εν ταις φυλακαίς αυτών. και ποιήσεις τον ένα περί αμαρτίας και τον ένα εις ολοκαύτωμα Κυρίω εξιλάσασθαι περί αυτών.

τον οίκον του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 238 . εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου εν τω μηνί τω πρώτω. κατά τον νόμον του πάσχα και κατά την σύνταξιν αυτού ποιήσει αυτό· νόμος εις έσται υμίν και τω προσηλύτω και τω αυτόχθονι της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ερήμω Σινά εν τω έτει τω δευτέρω. 5 εναρχομένου τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός εν τη ερήμω του Σινά. εν τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα. 15 Και τη ημέρα. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. εκάλυψεν η νεφέλη την σκηνήν. οί ήσαν ακάθαρτοι επί ψυχή ανθρώπου. 12 ου καταλείψουσιν απ' αυτού εις το πρωϊ. επ' αζύμων και πικρίδων φάγονται αυτό. 14 εάν δε προσέλθη προς υμάς προσήλυτος εν τη γη υμών και ποιήση το πάσχα Κυρίω. ος εάν καθαρός ή και εν οδω μακράν ουκ έστι και υστερήση ποιήσαι το πάσχα. ή εν οδω μακράν υμίν. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και ποιήσει το πάσχα Κυρίω· 11 εν τω μηνί τω δευτέρω. μη ουν υστερήσωμεν προσενέγκαι το δώρον Κυρίω κατά καιρόν αυτού εν μέσω υιών Ισραήλ. και οστούν ου συντρίψουσιν απ' αυτού· κατά τον νόμον του πάσχα ποιήσουσιν αυτό. ος εάν γένηται ακάθαρτος επί ψυχή ανθρώπου. 6 Και παρεγένοντο οι άνδρες. το προς εσπέραν ποιήσουσιν αυτό. ή εστάθη η σκηνή. 7 και είπαν οι άνδρες εκείνοι προς αυτόν· ημείς ακάθαρτοι επί ψυχή ανθρώπου. 9 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 10 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· άνθρωπος άνθρωπος. και ακούσομαι τι εντελείται Κύριος περί υμών. 13 και άνθρωπος. ή εν ταις γενεαίς υμών. ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ. 8 και είπε προς αυτούς Μωυσής· στήτε αυτού. και προσήλθον εναντίον Μωυσή και Ααρών εν εκείνη τη ημέρα. κατά τον νόμον αυτού και κατά την σύγκρισιν αυτού ποιήσεις αυτό. ότι το δώρον Κυρίω ου προσήνεγκε κατά τον καιρόν αυτού. αμαρτίαν αυτού λήψεται ο άνθρωπος εκείνος. και ουκ ηδύναντο ποιήσαι το πάσχα εν τη ημέρα εκείνη. λέγων· 2 είπον και ποιείτωσαν οι υιοί Ισραήλ το πάσχα καθ' ωραν αυτού· 3 τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου προς εσπέραν ποιήσεις αυτό κατά καιρούς. 4 και ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ ποιήσαι το πάσχα.

και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι παρά θάλασσαν· και σαλπιείτε σημασίαν τετάρτην. ου αν έστη η νεφέλη. 3 και σαλπιείς εν αυταίς και συναχθήσεται πάσα η συναγωγή επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου· 4 εάν δε εν μια σαλπίσωσι. και δια προστάγματος Κυρίου απαρούσι· 21 και έσται όταν γένηται η νεφέλη αφ' εσπέρας έως πρωϊ και αναβή η νεφέλη το πρωϊ. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ποίησον σεαυτω δύο σάλπιγγας αργυράς. 17 και ηνίκα ανέβη η νεφέλη από της σκηνής. και απαρούσιν ημέρας ή νυκτός· 22 μηνός ημέρας πλεοναζούσης της νεφέλης σκιαζούσης επ' αυτής παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 239 . 20 και έσται όταν σκεπάζη η νεφέλη ημέρας αριθμω επί της σκηνής. παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ· 19 και όταν εφέλκηται η νεφέλη επί της σκηνής ημέρας πλείους. 16 ούτως εγίνετο διαπαντός· η νεφέλη εκάλυπτεν αυτήν ημέρας και είδος πυρός την νύκτα. και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι λίβα· και σαλπιείτε σημασίαν τρίτην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μαρτυρίου· και το εσπέρας ην επί της σκηνής ως είδος πυρός έως πρωϊ. 18 δια προστάγματος Κυρίου παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ και δια προστάγματος Κυρίου απαρούσι· πάσας τας ημέρας. και έσονταί σοι ανακαλείν την συναγωγήν και εξαίρειν τας παρεμβολάς. 5 και σαλπιείτε σημασίαν. προσελεύσονται προς σε πάντες οι άρχοντες αρχηγοί Ισραήλ. και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι προς βορράν· σημασία σαλπιούσιν εν τη εξάρσει αυτών. εκεί παρενέβαλον οι υιοί Ισραήλ. και έσται υμίν νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών. 7 και όταν συναγάγητε την συναγωγήν. ελατάς ποιήσεις αυτάς. σαλπιείτε και ου σημασία 8 και οι υιοί Ααρών οι ιερείς σαλπιούσι ταις σάλπιγξι. εν αις σκιάζει η νεφέλη επί της σκηνής. και μετά ταύτα απήραν οι υιοί Ισραήλ· και εν τω τόπω. την φυλακήν Κυρίου εφυλάξαντο δια προστάγματος Κυρίου εν χειρί Μωυσή. και ου μη απάρωσιν· 23 ότι δια προστάγματος Κυρίου απαρούσι. και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι ανατολάς· 6 και σαλπιείτε σημασίαν δευτέραν. και φυλάξονται οι υιοί Ισραήλ την φυλακήν του Θεού και ου μη εξάρωσι. δια φωνής Κυρίου παρεμβαλούσι.

έσχατοι πασών των παρεμβολών. έως παραγένωνται. ου ένεκεν ήσθα μεθ' ημών εν τη ερήμω. Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί. συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Αχιέζερ ο του Αμισαδαϊ. 14 και εξήραν τάγμα παρεμβολής υιών Ιούδα πρώτοι συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Ναασσών υιος Αμιναδάβ. 16 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Ζαβουλών Ελιάβ υιος Χαιλών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 9 εάν δε εξέλθητε εις πόλεμον εν τη γη υμών προς τους υπεναντίους τους ανθεστηκότας υμίν. 23 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Μανασσή Γαμαλιήλ ο του Φαδασσούρ. ότι Κύριος ελάλησε καλά περί Ισραήλ. και έσται υμίν ανάμνησις έναντι του Θεού υμών· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. και σημανείτε ταις σάλπιγξι και αναμνησθήσεσθε έναντι Κυρίου και διασωθήσεσθε από των εχθρών υμών. 27 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Νεφθαλί Αχιρέ υιος Αινάν. 10 και εν ταις ημέραις της ευφροσύνης υμών και εν ταις εορταίς υμών και εν ταις νουμηνίαις υμών σαλπιείτε ταις σάλπιγξιν επί τοις ολοκαυτώμασι και επί ταις θυσίαις των σωτηρίων υμών. και έστη η νεφέλη εν τη ερήμω του Φαράν. 31 και είπε· μη εγκαταλίπης ημάς. τούτον δώσω υμίν· δεύρο μεθ' ημών. 17 και καθελούσι την σκηνήν και εξαρούσιν οι υιοί Γεδσών και οι υιοί Μεραρί. 12 και εξήραν οι υιοί Ισραήλ συν απαρτίαις αυτών εν τη ερήμω Σινά. 28 αύται αι στρατιαί υιών Ισραήλ. 15 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Ισσάχαρ Ναθαναήλ υιος Σωγάρ. 18 και εξήραν τάγμα παρεμβολής Ρουβήν συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Ελισούρ υιος Σεδιούρ. 29 Και είπε Μωυσής τω ‘Οβάβ υιω Ραγουήλ τω Μαδιανίτη τω γαμβρω Μωυσή· εξαίρομεν ημείς εις τον τόπον ον είπε Κύριος. και έση εν ημίν πρεσβύτης· 32 και έσται εάν πορευθής μεθ' ημών. και έσται τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 240 . και εύ σε ποιήσομεν. 11 Και εγένετο εν τω ενιαυτω τω δευτέρω εν τω μηνί τω δευτέρω εικάδι του μηνός ανέβη η νεφέλη από της σκηνής του μαρτυρίου. 21 και εξαρούσιν υιοί Καάθ αίροντες τα άγια και στήσουσι την σκηνήν. 20 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Γάδ Ελισάφ ο του Ραγουήλ. και εξήραν συν δυνάμει αυτών. 24 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Βενιαμίν Αβιδάν ο του Γαδεωνί. αλλά εις την γην μου και εις την γενεάν μου. 22 και εξαρούσι τάγμα παρεμβολής Εφραϊμ συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Ελισαμά υιος Σεμιούδ. 13 και εξήραν πρώτοι δια φωνής Κυρίου εν χειρί Μωυσή. οι αίροντες την σκηνήν. 30 και είπε προς αυτόν· ου πορεύσομαι. 19 και επί της δυνάμεως φυλής Συμεών. 26 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Ασήρ Φαγεήλ υιος Εχράν. 25 και εξαρούσι τάγμα παρεμβολής υιών Δάν.

ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ην ο λαός γογγύζων πονηρά έναντι Κυρίου. χιλιάδας μυριάδας εν τω Ισραήλ. και τους σικύους και τους πέπονας και τα πράσα και τα κρόμμυα και τα σκόρδα· 6 νυνί δε η ψυχή ημών κατάξηρος. κατέβαινε το μάννα επ' αυτής. και το είδος αυτού είδος κρυστάλλου· 8 και διεπορεύετο ο λαός και συνέλεγον και ήληθον αυτό εν τω μύλω και έτριβον εν τη θυϊα και ήψουν αυτό εν τη χύτρα και εποίουν αυτό εγκρυφίας. 2 και εκέκραξεν ο λαός προς Μωυσήν. εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 241 . όσα αν αγαθοποιήση Κύριος ημάς. ότι εξεκαύθη εν αυτοίς παρά Κυρίου. ωσεί άραι τιθηνός τον θηλάζοντα. 34 και εγένετο εν τω εξαίρειν την κιβωτόν και είπε Μωυσής· εξεγέρθητι. και ην η ηδονή αυτού ωσεί γεύμα εγκρίς εξ ελαίου· 9 και όταν κατέβη η δρόσος επί την παρεμβολήν νυκτός. και η κιβωτός της διαθήκης Κυρίου προεπορεύετο προτέρα αυτών οδόν τριών ημερών κατασκέψασθαι αυτοίς ανάπαυσιν. 3 και εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου Εμπυρισμός. και εύ σε ποιήσομεν. 5 εμνήσθημεν τους ιχθύας. 11 και είπε Μωυσής προς Κύριον· ινατί εκάκωσας τον θεράποντά σου. Κύριε. 35 και εν τη καταπαύσει είπεν· επίστρεφε. 12 μη εγώ εν γαστρί έλαβον πάντα τον λαόν τούτον. και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί σου. 33 Και εξήραν εκ του όρους Κυρίου οδόν τριών ημερών. 10 και ήκουσε Μωυσής κλαιόντων αυτών κατά δήμους αυτών. 4 Και ο επίμικτος ο εν αυτοίς επεθύμησεν επιθυμίαν. ουδέν πλήν εις το μάννα οι οφθαλμοί ημών· 7 το δε μάννα ωσεί σπέρμα κορίου εστί. 36 και η νεφέλη εγένετο σκιάζουσα επ' αυτοίς ημέρας εν τω εξαίρειν αυτούς εκ της παρεμβολής. έκαστον επί της θύρας αυτού· και εθυμώθη οργή Κύριος σφόδρα. λάβε αυτόν εις τον κόλπον σου. ους ησθίομεν εν Αιγύπτω δωρεάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγαθά εκείνα. και ήκουσε Κύριος και εθυμώθη οργή. και εξεκαύθη εν αυτοίς πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε μέρος τι της παρεμβολής. ότι λέγεις μοι. και ηύξατο Μωυσής προς Κύριον. και εκόπασε το πυρ. επιθείναι την ορμήν του λαού τούτου επ' εμέ. και έναντι Μωυσή ην πονηρόν. και καθίσαντες έκλαιον και οι υιοί Ισραήλ και είπαν· τις ημάς ψωμιεί κρέα. φυγέτωσαν πάντες οι μισούντές σε. Κύριε. και διατί ουχ εύρηκα χάριν εναντίον σου. ή εγώ έτεκον αυτούς.

ους αυτός συ οίδας. ος εστιν εν υμίν. και φάγεσθε κρέα. ουδέ είκοσιν ημέρας. και αρκέσει αυτοίς. και δώσει Κύριος υμίν φαγείν κρέα. και στήσονται εκεί μετά σου. και εκλαύσατε εναντίον αυτού λέγοντες· ινατί ημίν εξελθείν εξ Αιγύπτου. είπε· κύριε Μωυσή. ουδέ πέντε ημέρας. 13 πόθεν μοι κρέα δούναι παντί τω λαω τούτω. και άξεις αυτούς προς την σκηνήν του μαρτυρίου. ίνα μη ίδω την κάκωσίν μου. και φάγονται μήνα ημερών. όνομα τω ενί Ελδάδ και όνομα τω δευτέρω Μωδάδ. και φάγεσθε κρέα. 17 και καταβήσομαι και λαλήσω εκεί μετά σου και αφελώ από του πνεύματος του επί σοί και επιθήσω επ' αυτούς. 18 και τω λαω ερείς· αγνίσασθε εις αύριον. έως αν εξέλθη εκ των μυκτήρων υμών. ίνα φάγωμεν. και συναντιλήψονται μετά σου την ορμήν του λαού. 19 ουχ ημέραν μίαν φάγεσθε. και επανεπαύσατο επ' αυτούς πνεύμα· και ούτοι ήσαν των καταγεγραμμένων και ουκ ήλθον προς την σκηνήν· και επροφήτευσαν εν τη παρεμβολή. ήδη γνώση ει επικαταλήψεταί σε ο λόγος μου ή ου. ότι βαρύτερόν μοί εστι το ρήμα τούτο. 25 και κατέβη Κύριος εν νεφέλη και ελάλησε προς αυτόν· και παρείλατο από του πνεύματος του επ' αυτω και επέθηκεν επί τους εβδομήκοντα άνδρας τους πρεσβυτέρους· ως δε επανεπαύσατο πνεύμα επ' αυτούς. ότι καλόν ημίν εστιν εν Αιγύπτω. απόκτεινόν με αναιρέσει. ο εκλεκτός. λέγοντες· δος ημίν κρέα. και επροφήτευσαν και ουκ έτι προσέθεντο. και ουκ οίσεις αυτούς συ μόνος. ει εύρηκα έλεος παρά σοί. ουδέ δέκα ημέρας. 14 ου δυνήσομαι εγώ μόνος φέρειν τον λαόν τούτον. 28 και αποκριθείς Ιησούς ο του Ναυή ο παρεστηκώς Μωυσή. κώλυσον αυτούς. κρέα δώσω αυτοίς φαγείν. και έσται υμίν εις χολέραν. ότι κλαίουσιν επ' εμοί. ότι εκλαύσατε έναντι Κυρίου λέγοντες· τις ημάς ψωμιεί κρέα. 21 και είπε Μωυσής· εξακόσιαι χιλιάδες πεζών ο λαός. 15 ει δ' ούτω συ ποιείς μοι. 27 και προσδραμών ο νεανίσκος απήγγειλε Μωυσή και είπε λέγων· Ελδάδ και Μωδάδ προφητεύουσιν εν τη παρεμβολή. εν οίς ειμι εν αυτοίς. 20 έως μηνός ημερών φάγεσθε. 22 μη πρόβατα και βόες σφαγήσονται αυτοίς. και συ είπας. ή παν το όψος της θαλάσσης συναχθήσεται αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την γην ην ώμοσας τοις πατράσιν αυτών. 16 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· συνάγαγέ μοι εβδομήκοντα άνδρας από των πρεσβυτέρων Ισραήλ. και αρκέσει αυτοίς. ότι ηπειθήσατε Κυρίω. ότι ούτοί εισι πρεσβύτεροι του λαού και γραμματείς αυτών. 24 και εξήλθε Μωυσής και ελάλησε προς τον λαόν τα ρήματα Κυρίου και συνήγαγεν εβδομήκοντα άνδρας από των πρεσβυτέρων του λαού και έστησεν αυτούς κύκλω της σκηνής. 29 και είπε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 242 . 26 και κατελείφθησαν δύο άνδρες εν τη παρεμβολή. 23 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· μη χείρ Κυρίου ουκ εξαρκέσει. ουδέ δύο.

6 και είπε προς αυτούς· ακούσατε των λόγων μου· εάν γένηται προφήτης υμών Κυρίω. και ήκουσε Κύριος. ένεκεν της γυναικός της Αιθιοπίσσης ην έλαβε Μωυσής. εν οράματι αυτω γνωσθήσομαι και εν ύπνω λαλήσω αυτω. 32 και αναστάς ο λαός όλην την ημέραν και όλην την νύκτα και όλην την ημέραν την επαύριον και συνήγαγον την ορτυγομήτραν. και ιδού Μαριάμ λεπρώσα ωσεί χιών· και επέβλεψεν Ααρών επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 243 . και την δόξαν Κυρίου είδε· και διατί ουκ εφοβήθητε καταλαλήσαι κατά του θεράποντός μου Μωυσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μωυσής αυτω· μη ζηλοίς εμέ. όταν δω Κύριος το πνεύμα αυτού επ' αυτούς. 9 και οργή θυμού Κυρίου επ' αυτοίς. 34 και εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου Μνήματα της επιθυμίας. ότι εκεί έθαψαν τον λαόν τον επιθυμητήν. 30 και απήλθε Μωυσής εις την παρεμβολήν αυτός και οι πρεσβύτεροι Ισραήλ. και τις δώη πάντα τον λαόν Κυρίου προφήτας. συνήγαγε δέκα κόρους. 4 και είπε Κύριος παραχρήμα προς Μωυσήν και Ααρών και Μαριάμ· εξέλθετε υμείς οι τρεις εις την σκηνήν του μαρτυρίου· 5 και εξήλθον οι τρεις εις την σκηνήν του μαρτυρίου. 10 και η νεφέλη απέστη από της σκηνής. και κατέβη Κύριος εν στύλω νεφέλης και έστη επί της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. ότι γυναίκα Αιθιόπισσαν έλαβε. και επάταξε Κύριος τον λαόν πληγήν μεγάλην σφόδρα. ουχί και ημίν ελάλησε. εν είδει και ου δι' αινιγμάτων. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ελάλησε Μαριάμ και Ααρών κατά Μωυσή. ο το ολίγον. ωσεί δίπηχυ από της γης. και εκλήθησαν Ααρών και Μαριάμ και εξήλθοσαν αμφότεροι. 3 και ο άνθρωπος Μωυσής πραϋς σφόδρα παρά πάντας τους ανθρώπους τους όντας επί της γης. κυκλω της παρεμβολής. 31 και πνεύμα εξήλθε παρά Κυρίου και εξεπέρασεν ορτυγομήτραν από της θαλάσσης και επέβαλεν επί την παρεμβολήν οδόν ημέρας εντεύθεν και οδόν ημέρας εντεύθεν. 2 και είπαν· μη Μωυσή μόνω λελάληκε Κύριος. 33 τα κρέα έτι ην εν τοις οδούσιν αυτών πρινή εκλείπειν. 7 ουχ ούτως ο θεράπων μου Μωυσής· εν όλω τω οίκω μου πιστός εστι· 8 στόμα κατά στόμα λαλήσω αυτω. και Κύριος εθυμώθη εις τον λαόν. και εγένετο ο λαός εν Ασηρώθ. και απήλθε. και έψυξαν εαυτοίς ψυγμούς κύκλω της παρεμβολής. 35 Από Μνημάτων επιθυμίας εξήρεν ο λαός εις Ασηρώθ.

και ιδού λεπρώσα. ουκ εντραπήσεται επτά ημέρας. και παρενέβαλον εν τη ερήμω του Φαράν. άνδρα ένα κατά φυλήν. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ μετά ταύτα εξήρεν ο λαός εξ Ασηρώθ. ίασαι αυτήν. 4 και εξαπέστειλεν αυτούς Μωυσής εκ της ερήμου Φαράν δια φωνής Κυρίου· πάντες άνδρες αρχηγοί υιών Ισραήλ ούτοι. και τον λαόν τον εγκαθήμενον επ' αυτής. και επωνόμασε Μωυσής τον Αυσή υιόν Ναυή Ιησούν. 14 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ει ο πατήρ αυτής πτύων ενέπτυσεν εις το πρόσωπον αυτής. εις ην ούτοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 244 . 18 και απέστειλεν αυτούς Μωυσής κατασκέψασθαι την γην Χαναάν και είπε προς αυτούς· ανάβητε ταύτη τη ερήμω και αναβήσεσθε εις το όρος. 11 και είπεν Ααρών προς Μωυσήν· δέομαι. ει ολίγοι εισίν ή πολλοί· 20 και τις η γη. και κατασκεψάσθωσαν την γην των Χαναναίων. 5 και ταύτα τα ονόματα αυτών· της φυλής Ρουβήν Σαμουήλ υιος Ζαχούρ· 6 της φυλής Συμεών Σαφάτ υιος Σουρί· 7 της φυλής Ιούδα Χάλεφ υιος Ιεφοννή· 8 της φυλής Ισσάχαρ Ιλαάλ υιος Ιωσήφ· 9 της φυλής Εφραίμ Αυσή υιος Ναυή· 10 της φυλής Βενιαμίν Φαλτί υιος Ραφού· 11 της φυλής Ζαβουλών Γουδιήλ υιος Σουδί· 12 της φυλής Ιωσήφ των υιών Μανασσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαριάμ. ην εγώ δίδωμι τοις υιοίς Ισραήλ εις κατάσχεσιν. ωσεί έκτρωμα εκπορευόμενον εκ μήτρας μητρός και κατεσθίει το ήμισυ των σαρκών αυτής. έως εκαθαρίσθη Μαριάμ. 2 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 3 απόστειλον σεαυτω άνδρας. κατά δήμους πατριών αυτών αποστελείς αυτούς. κύριε. τις εστι. 19 και όψεσθε την γην. αφορισθήτω επτά ημέρας έξω της παρεμβολής και μετά ταύτα εισελεύσεται. ει ισχυρός εστιν ή ασθενής. 15 και αφωρίσθη Μαριάμ έξω της παρεμβολής επτά ημέρας· και ο λαός ουκ εξήρεν. μη συνεπιθή ημίν αμαρτίαν. διότι ηγνοήσαμεν καθ' ότι ημάρτομεν· 12 μη γένηται ωσεί ίσον θανάτω. 13 και εβόησε Μωυσής προς Κύριον λέγων· ο Θεός δέομαί σου. πάντα αρχηγόν εξ αυτών. ους απέστειλε Μωυσής κατασκέψασθαι την γην. Γαδί υιος Σουσί· 13 της φυλής Δάν Αμιήλ υιος Γαμαλί· 14 της φυλής Ασήρ Σαθούρ υιος Μιχαήλ· 15 της φυλής Νεφθαλί Ναβί υιος Σαβί· 16 της φυλής Γάδ Γουδιήλ υιος Μακχί· 17 ταύτα τα ονόματα των ανδρών.

και ούτος ο καρπός αυτής· 29 αλλ' ή ότι θρασύ το έθνος το κατοικούν επ' αυτής. αλλά και ούτως ήμεν ενώπιον αυτών. και κατεσκέψαντο αυτήν· και έκοψαν εκείθεν κλήμα και βότρυν σταφυλής ένα επ' αυτού και ήραν αυτόν επ' αναφορεύσι και από των ροών. και αι ημέραι ημέραι έαρος. ει πίων ή παρειμένη. ει έστιν εν αυτη δένδρα ή ου· και προσκαρτερήσαντες λήψεσθε από των καρπών της γης. ει εν τειχήρεσιν ή εν ατειχίστοις· 21 και τις η γη. και από των συκών. 27 και πορευθέντες ήλθον προς Μωυσήν και Ααρών και προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ. 31 και κατεσιώπησε Χάλεβ τον λαόν προς Μωυσήν και είπεν αυτω· ουχί. γη κατέσθουσα τους κατοικούντας επ' αυτής εστι· και πας ο λαός. λέγοντες· την γην. 23 και ανέβησαν κατά την έρημον και απήλθον έως Χεβρών. και ο Χαναναίος κατοικεί παρά θάλασσαν και παρά τον Ιορδάνην ποταμόν. ότι δυνατοί δυνησόμεθα προς αυτούς. 24 και ήλθοσαν έως Φάραγγος βότρυος. 26 Και απέστρεψαν εκείθεν κατασκεψάμενοι την γην μετά τεσσαράκοντα ημέρας. ας ούτοι κατοικούσιν εν αυταίς. και την γενεάν Ενάχ εωράκαμεν εκεί. ει καλή εστιν ή πονηρά· και τίνες αι πόλεις. ότι ισχυρότερον ημών εστι μάλλον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 245 . 30 και Αμαλήκ κατοικεί εν τη γη τη προς νότον. ότι ου μη δυνώμεθα αναβήναι προς το έθνος. εις ην απέστειλας ημάς. ην παρήλθομεν αυτήν κατασκέψασθαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγκάθηνται επ' αυτής. γενεαί Ενάχ· και Χεβρών επτά έτεσιν ωκοδομήθη προ του Τανίν Αιγύπτου. 25 και τον τόπον εκείνον επωνόμασαν Φάραγξ βότρυος δια τον βότρυν. άνδρες υπερμήκεις· 34 και εκεί εωράκαμεν τους γίγαντας και ήμεν ενώπιον αυτών ωσεί ακρίδες. 32 και οι άνθρωποι οι συναναβάντες μετ' αυτού είπαν· ουκ αναβαίνομεν. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. εις την έρημον Φαράν Κάδης και απεκρίθησαν αυτοίς ρήμα και πάση συναγωγή και έδειξαν τον καρπόν της γης. 28 και διηγήσαντο αυτω και είπαν· ήλθαμεν εις την γην. εισπορευομένων Αιμάθ. και ο Χετταίος και ο Ευαίος και ο Ιεβουσαίος και ο Αμορραίος κατοικεί εν τη ορεινή. 33 και εξήνεγκαν έκστασιν της γης. αλλά αναβάντες αναβησόμεθα και κατακληρονομήσομεν αυτήν. πρόδρομοι σταφυλής. και αι πόλεις οχυραί τετειχισμέναι μεγάλαι σφόδρα. ην κατεσκέψαντο αυτήν προς τους υιούς Ισραήλ. ον εωράκαμεν εν αυτη. 22 και αναβάντες κατεσκέψαντο την γην από της ερήμου Σίν έως Ροόβ. ον έκοψαν εκείθεν οι υιοί Ισραήλ. και εκεί Αχιμάν και Σεσσί και Θελαμί.

και η νεφέλη σου εφέστηκεν επ' αυτών. και είπαν προς αυτούς πάσα η συναγωγή· όφελον απεθάνομεν εν τη Αιγύπτω. διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών 7 και είπαν προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ λέγοντες· η γη. 9 αλλά από του Κυρίου μη αποστάται γίνεσθε· υμείς δε μη φοβηθήτε τον λαόν της γης. 11 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· έως τίνος παροξύνει με ο λαός ούτος και έως τίνος ου πιστεύουσί μοι επί πάσι τοις σημείοις. ότι συ ει Κύριος εν τω λαω τούτω. 2 και διεγόγγυζον επί Μωυσήν και Ααρών πάντες οι υιοί Ισραήλ. 12 πατάξω αυτούς θανάτω και απολώ αυτούς και ποιήσω σε και τον οίκον του πατρός σου εις έθνος μέγα και πολύ μάλλον ή τούτο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ αναλαβούσα πάσα η συναγωγή ενέδωκε φωνήν. λέγοντες· 16 παρά το μη δύνασθαι Κύριον εισαγαγείν τον λαόν τούτον εις την γην. και η δόξα Κυρίου ώφθη εν τη νεφέλη επί της σκηνής του μαρτυρίου πάσι τοις υιοίς Ισραήλ. ή εν τη ερήμω ταύτη ει απεθάνομεν. 6 Ιησούς δε ο του Ναυή και Χάλεβ ο του Ιεφοννή. 10 και είπε πάσα η συναγωγή καταλιθοβολήσαι αυτούς εν λίθοις. ο δε Κύριος εν ημίν· μη φοβηθήτε αυτούς. 13 και είπε Μωυσής προς Κύριον· και ακούσεται Αίγυπτος. όστις οφθαλμοίς κατ' οφθαλμούς οπτάζη. και εν στύλω νεφέλης συ πορεύη πρότερος αυτών την ημέραν και εν στύλω πυρός την νύκτα. αι γυναίκες ημών και τα παιδία έσονται εις διαρπαγήν· νυν ουν βέλτιον ημίν εστιν αποστραφήναι εις Αίγυπτον. και ερούσι τα έθνη. εισάξει ημάς εις την γην ταύτην και δώσει αυτήν ημίν. κατέστρωσεν αυτούς εν τη ερήμω. ότι ανήγαγες τη ισχύϊ σου τον λαόν τούτον εξ αυτών. ότι κατάβρωμα ημίν εστιν· αφέστηκε γαρ ο καιρός απ' αυτών. όσοι ακηκόασι το όνομά σου. ην κατεσκεψάμεθα αυτήν. 17 και νυν υψωθήτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 246 . και έκλαιεν ο λαός όλην την νύκτα εκείνην. 15 και εκτρίψεις τον λαόν τούτον ωσεί άνθρωπον ένα. αγαθή εστι σφόδρα σφόδρα· 8 ει αιρετίζει ημάς Κύριος. 4 και είπαν έτερος τω ετέρω· δώμεν αρχηγόν και αποστρέψωμεν εις Αίγυπτον. 14 αλλά και πάντες οι κατοικούντες επί της γης ταύτης ακηκόασιν. γη ήτις εστί ρέουσα γάλα και μέλι. ην ώμοσεν αυτοίς. 3 και ινατί Κύριος εισάγει ημάς εις την γην ταύτην πεσείν εν πολέμω. 5 και έπεσε Μωυσής και Ααρών επί πρόσωπον εναντίον πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. των κατασκεψαμένων την γην. οίς εποίησα εν αυτοίς. Κύριε.

λέγει Κύριος. α εστι μετ' εμού ώδε. ην εγόγγυσαν περί υμών. πας νεώτερος άπειρος. καθάπερ ίλεως εγένου αυτοίς απ' Αιγύπτου έως του νυν. και πάσα η επισκοπή υμών και οι κατηριθμημένοι υμών από εικοσαετούς και επάνω. όσοι εγόγγυζον επ' εμοί· 30 ει υμείς εισελεύσεσθε εις την γην. 22 ότι πάντες οι άνδρες οι ορώντες την δόξαν μου και τα σημεία. ή μην ον τρόπον λελαλήκατε εις τα ώτά μου. ους απέστειλε Μωυσής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 247 . α εποίησα εν Αιγύπτω και εν τη ερήμω. ούτω ποιήσω υμίν. 20 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ίλεως αυτοίς ειμι κατά το ρήμά σου· 21 αλλά ζω εγώ και ζων το όνομά μου και εμπλήσει η δόξα Κυρίου πάσαν την γην. εις ην εισήλθεν εκεί. αφαιρών ανομίας και αδικίας και αμαρτίας. οδόν θάλασσαν ερυθράν. έως αν αναλωθή τα κώλα υμών εν τη ερήμω. α αυτοί γογγύζουσιν εναντίον μου. ημέραν του ενιαυτού. 26 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 27 έως τίνος την συναγωγήν την πονηράν ταύτην. αλλ' ή Χάλεβ υιος Ιεφοννή και Ιησούς ο του Ναυή· 31 και τα παιδία. 28 ειπόν αυτοίς· ζω εγώ. εφ' ην εξέτεινα την χείρά μου κατασκηνώσαι υμάς επ' αυτής. ότι πνεύμα έτερον εν αυτω και επηκολούθησέ μοι. 36 και οι άνθρωποι. όσας κατεσκέψασθε την γην. τεσσαράκοντα ημέρας. ακήκοα. και το σπέρμα αυτού κληρονομήσει αυτήν. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών. την γόγγυσιν των υιών Ισραήλ. λήψεσθε τας αμαρτίας υμών τεσσαράκοντα έτη και γνώσεσθε τον θυμόν της οργής μου. α είπατε εν διαρπαγή έσεσθαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ η ισχύς. πάντες δε οι παροξύναντές με ουκ όψονται αυτήν. τούτοις δώσω την γην. εισάξω αυτούς εις την γην. όσοι ουκ οίδασιν αγαθόν ουδέ κακόν. Κύριε. ην υμείς απέστητε απ' αυτής. εισάξω αυτόν εις την γην. 23 ή μην ουκ όψονται την γην. 29 εν τη ερήμω ταύτη πεσείται τα κώλα υμών. και ουκ εισήκουσαν της φωνής μου. 32 και τα κώλα υμών πεσείται εν τη ερήμω ταύτη. και καθαρισμω ου καθαριεί τον ένοχον αποδιδούς αμαρτίας πατέρων επί τέκνα έως τρίτης και τετάρτης γενεάς. 33 οι δε υιοί υμών έσονται νεμόμενοι εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη και ανοίσουσι την πορνείαν υμών. και επείρασάν με τούτο δέκατον. 34 κατά τον αριθμόν των ημερών. 24 ο δε παις μου Χάλεβ. 25 ο δε Αμαλήκ και ο Χαναναίος κατοικούσιν εν τη κοιλάδι· αύριον επιστράφητε και απάρατε υμείς εις την έρημον. ον τρόπον είπας λέγων· 18 Κύριος μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός. και κληρονομήσουσι την γην. 19 άφες την αμαρτίαν τω λαω τούτω κατά το μέγα έλεός σου. αλλ' ή τα τέκνα αυτών. 35 εγώ Κύριος ελάλησα· ή μην ούτω ποιήσω τη συναγωγή τη πονηρά ταύτη τη επισυνισταμένη επ' εμέ· εν τη ερήμω ταύτη εξαναλωθήσονται και εκεί αποθανούνται.

ου είνεκεν απεστράφητε απειθούντες Κυρίω. ει μεν από των βοών ή από των προβάτων. 44 και διαβιασάμενοι ανέβησαν επί την κορυφήν του όρους· η δε κιβωτός της διαθήκης Κυρίου και Μωυσής ουκ εκινήθησαν εκ της παρεμβολής. 43 ότι ο Αμαλήκ και ο Χαναναίος εκεί έμπροσθεν υμών. ον είπε Κύριος. 41 και είπε Μωυσής· ινατί υμείς παραβαίνετε το ρήμα Κυρίου. ή επί της θυσίας· τω αμνω τω ενί ποιήσεις τοσούτο. 39 Και ελάλησε Μωυσής τα ρήματα ταύτα προς πάντας υιούς Ισραήλ. κάρπωμα οσμήν ευωδίας τω Κυρίω. και πεσείσθε μαχαίρα. και Χάλεβ υιος Ιεφοννή έζησαν από των ανθρώπων εκείνων των πεπορευμένων κατασκέψασθαι την γην. 40 και ορθρίσαντες το πρωϊ ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους λέγοντες· ιδού οίδε ημείς αναβησόμεθα εις τον τόπον. το τρίτον του ίν· 7 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 248 . 42 μη αναβαίνετε· ου γαρ εστι Κύριος μεθ' υμών. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· όταν εισέλθητε εις την γην της κατοικήσεως υμών. ποιήσεις θυσίαν σεμιδάλεως δύο δέκατα αναπεποιημένης εν ελαίω. όταν ποιήτε αυτόν εις ολοκαύτωμα ή εις θυσίαν. ότι ημάρτομεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατασκέψασθαι την γην και παραγενηθέντες διεγόγγυσαν κατ' αυτής προς την συναγωγήν εξενέγκαι ρήματα πονηρά περί της γης. ουκ εύοδα έσται υμίν. μεγαλύναι ευχήν ή καθ' εκούσιον ή εν ταις εορταίς υμών ποιήσαι οσμήν ευωδίας τω Κυρίω. 6 και τω κριω. ολοκάρπωμα ή θυσίαν. και επένθησεν ο λαός σφόδρα. και πεσείσθε προ προσώπου των εχθρών υμών. 37 και απέθανον οι άνθρωποι οι κατείπαντες πονηρά κατά της γης εν τη πληγή έναντι Κυρίου 38 και Ιησούς υιος Ναυή. ην εγώ δίδωμι υμίν. 45 και κατέβη ο Αμαλήκ και ο Χαναναίος ο εγκαθήμενος εν τω όρει εκείνω και ετρέψαντο αυτούς και κατέκοψαν αυτούς έως Ερμάν· και απεστράφησαν εις την παρεμβολήν. 4 και προσοίσει ο προσφέρων το δώρον αυτού Κυρίω θυσίαν σεμιδάλεως δέκατον του οιφί αναπεποιημένης εν ελαίω εν τετάρτω του ίν· 5 και οίνον εις σπονδήν το τέταρτον του ίν ποιήσετε επί της ολοκαυτώσεως. και ουκ έσται Κύριος εν υμίν. 3 και ποιήσεις ολοκαυτώματα Κυρίω.

9 και έσται όταν έσθητε υμείς από των άρτων της γης. ή εις σωτήριον Κυρίω. νόμος αιώνιος εις τας γενεάς υμών· ως υμείς και ο προσήλυτος έσται έναντι Κυρίου. ον τρόπον ποιείτε υμείς. και ποιήσει πάσα η συναγωγή μόσχον ένα εκ βοών άμωμον εις ολοκαύτωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω και θυσίαν τούτου και σπονδήν αυτού κατά την σύνταξιν και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. και δώσετε Κυρίω αφαίρεμα εις τας γενεάς υμών. 8 εάν δε ποιήτε από των βοών εις ολοκαύτωσιν ή εις θυσίαν μεγαλύναι ευχήν. ούτως ποιήσετε τω ενί κατά τον αριθμόν αυτών. 16 νόμος εις έσται και δικαίωμα εν έσται υμίν και τω προσηλύτω τω προσκειμένω εν υμίν. και αυτοί ήνεγκαν το δώρον αυτών κάρπωμα Κυρίω περί της αμαρτίας αυτών έναντι Κυρίου. 26 και αφεθήσεται κατά πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ και τω προσηλύτω τω προσκειμένω προς υμάς. 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· εν τω εισπορεύεσθαι υμάς εις την γην. περί των ακουσίων αυτών. ότι παντί τω λαω ακούσιον. 13 πας ο αυτόχθων ποιήσει ούτως τοιαύτα. 25 και εξιλάσεται ο ιερεύς περί πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. 14 εάν δε προσήλυτος εν υμίν προσγένηται εν τη γη υμών. αφελείτε αφαίρεμα αφόρισμα Κυρίω· απαρχήν φυράματος υμών 20 άρτον αφοριείτε αφαίρεμα αυτό· ως αφαίρεμα από άλω. 24 και έσται εάν εξ οφθαλμών της συναγωγής γενηθή ακουσίως. 9 και προσοίσει επί του μόσχου θυσίαν σεμιδάλεως τρία δέκατα αναπεποιημένης εν ελαίω ήμισυ του ίν 10 και οίνον εις σπονδήν το ήμισυ του ίν. 23 καθά συνέταξε Κύριος προς υμάς εν χειρί Μωυσή από της ημέρας. εις ην εγώ εισάγω υμάς εκεί. ούτω ποιήσει η συναγωγή Κυρίω. προσενέγκαι καρπώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. ή ος αν γένηται εν υμίν εν ταις γενεαίς υμών. ή συνέταξε Κύριος προς υμάς και επέκεινα εις τας γενεάς υμών. 15 νόμος εις έσται υμίν και τοις προσηλύτοις τοις προσκειμένοις εν υμίν. 22 Οταν δε διαμάρτητε και μη ποιήσητε πάσας τας εντολάς ταύτας. και ποιήσει κάρπωμα οσμήν ευωδίας Κυρίω. ας ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν. 28 και εξιλάσεται ο ιερεύς περί της ψυχής της ακουσιασθείσης και αμαρτούσης ακουσίως έναντι Κυρίου εξιλάσασθαι περί αυτού. και αφεθήσεται αυτοίς· ότι ακούσιόν εστι. 11 ούτω ποιήσεις τω μόσχω τω ενί ή τω κριω τω ενί ή τω αμνω τω ενί εκ των προβάτων ή εκ των αιγών· 12 κατά τον αριθμόν ων εάν ποιήσητε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οίνον εις σπονδήν το τρίτον του ίν προσοίσετε εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. προσάξει αίγα μίαν ενιαυσίαν περί αμαρτίας. 27 εάν τε ψυχή μία αμάρτη ακουσίως. ούτως αφελείτε αυτόν. 21 απαρχήν φυράματος υμών. 29 τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 249 . κάρπωμα οσμήν ευωδίας Κυρίω.

34 και απέθεντο αυτόν εις φυλακήν. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. 39 και έσται υμίν εν τοις κρασπέδοις και όψεσθε αυτά και μνησθήσεσθε πασών των εντολών Κυρίου και ποιήσετε αυτάς. 31 ότι το ρήμα Κυρίου εφαύλισε και τας εντολάς αυτού διεσκέδασεν· εκτρίψει εκτριβήσεται η ψυχή εκείνη. 35 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· θανάτω θανατούσθω ο άνθρωπος. σύγκλητοι βουλής και άνδρες ονομαστοί. ότι πάσα η συναγωγή πάντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 250 . 40 όπως αν μνησθήτε και ποιήσητε πάσας τας εντολάς μου και έσεσθε άγιοι τω Θεω υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγχωρίω εν υιοίς Ισραήλ και τω προσηλύτω τω προσκειμένω εν αυτοίς νόμος εις έσται αυτοίς. 36 και εξήγαγον αυτόν πάσα η συναγωγή έξω της παρεμβολής. 2 και ανέστησαν έναντι Μωυσή. ήτις ποιήσει εν χειρί υπερηφανίας από των αυτοχθόνων ή από των προσηλύτων. και ελιθοβόλησεν αυτόν πάσα η συναγωγή λίθοις έξω της παρεμβολής. και ου διαστραφήσεσθε οπίσω των διανοιών υμών και των οφθαλμών υμών. η αμαρτία αυτής εν αυτη. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. εν οίς υμείς εκπορνεύετε οπίσω αυτών. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κορέ υιος Ισσάαρ υιού Καάθ υιού Λευί και Δαθάν και Αβειρών υιοί Ελιάβ και Αύν υιος Φαλέθ υιού Ρουβήν. 33 και προσήγαγον αυτόν οι ευρόντες συλλέγοντα ξύλα τη ημέρα των σαββάτων προς Μωυσήν και Ααρών και προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ. τον Θεόν ούτος παροξυνεί. 32 Και ήσαν οι υιοί Ισραήλ εν τη ερήμω και εύρον άνδρα συλλέγοντα ξύλα τη ημέρα των σαββάτων. ος εάν ποιήση ακουσίως. εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 30 και ψυχή. ου γαρ συνέκριναν τι ποιήσωσιν αυτόν. 41 εγώ Κύριος ο Θεός υμών ο εξαγωγών υμάς εκ γης Αιγύπτου είναι υμών Θεός. αρχηγοί συναγωγής. και άνδρες των υιών Ισραήλ πεντήκοντα και διακόσιοι. 37 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 38 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς και ποιησάτωσαν εαυτοίς κράσπεδα επί τα πτερύγια των ιματίων αυτών εις τας γενεάς αυτών και επιθήσετε επί τα κράσπεδα των πτερυγίων κλώσμα υακίνθινον. λιθοβολήσατε αυτόν λίθοις πάσα η συναγωγή. 3 συνέστησαν επί Μωυσήν και Ααρών και είπαν· εχέτω υμίν.

και εξαναλώσω αυτούς εισάπαξ. και έστησαν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου Μωυσής και Ααρών. 16 και είπε Μωυσής προς Κορέ· αγίασον την συναγωγήν σου και γίνεσθε έτοιμοι έναντι Κυρίου συ και Ααρών και αυτοί αύριον. ότι κατάρχεις ημών άρχων. 10 και προσηγάγετό σε και πάντας τους αδελφούς σου υιούς Λευί μετά σου και ζητείτε και ιερατεύειν. 6 τούτο ποιήσατε· λάβετε υμίν αυτοίς πυρεία. ούτος άγιος· ικανούσθω υμίν υιοί Λευί. 15 και εβαρυθύμησε Μωυσής σφόδρα και είπε προς Κύριον· μη πρόσχης εις την θυσίαν αυτών· ουκ επιθύμημα ουδενός αυτών είληφα. 4 και ακούσας Μωυσής έπεσεν επί πρόσωπον. ει άνθρωπος εις ήμαρτεν. 9 μη μικρόν εστι τούτο υμίν. ον εκλέλεκται Κύριος. 7 και επίθετε επ' αυτά πυρ. 11 ούτως συ και πάσα η συναγωγή σου η συνηθροισμένη προς τον Θεόν· και Ααρών τις εστιν. 5 και ελάλησε προς Κορέ και προς πάσαν αυτού την συναγωγήν λέγων· επέσκεπται και έγνω ο Θεός τους όντας αυτού και τους αγίους. προσηγάγετο προς εαυτόν. ότι διαγογγύζετε κατ' αυτού. και ους εξελέξατο εαυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άγιοι. 8 και είπε Μωυσής προς Κορέ· εισακούσατέ μου. 12 και απέστειλε Μωυσής καλέσαι Δαθάν και Αβειρών υιούς Ελιάβ· και είπαν· ουκ αναβαίνομεν· 13 μη μικρόν τούτο. επί πάσαν την συναγωγήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 251 . και επίθετε επ' αυτά θυμίαμα έναντι Κυρίου αύριον· και έσται ο ανήρ. 19 και επισυνέστησεν επ' αυτούς Κορέ την πάσαν αυτού συναγωγήν παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. 20 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 21 αποσχίσθητε εκ μέσου της συναγωγής ταύτης. πεντήκοντα και διακόσια πυρεία. και εν αυτοίς Κύριος. και συ και Ααρών έκαστος το πυρείον αυτού. 14 ει και εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι εισήγαγες ημάς και έδωκας ημίν κλήρον αγρού και αμπελώνας. και προσηγάγετο προς εαυτόν. 22 και έπεσαν επί πρόσωπον αυτών και είπαν· Θεός. τους οφθαλμούς των ανθρώπων εκείνων αν εξέκοψας· ουκ αναβαίνομεν. 18 και έλαβεν έκαστος το πυρείον αυτού και επέθηκαν επ' αυτά πυρ και επέβαλον επ' αυτά θυμίαμα. Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός. ότι διέστειλεν ο Θεός Ισραήλ υμάς εκ συναγωγής Ισραήλ και προσηγάγετο υμάς προς εαυτόν λειτουργείν τας λειτουργίας της σκηνής Κυρίου και παρίστασθαι έναντι της σκηνής λατρεύειν αυτοίς. 17 και λάβετε έκαστος το πυρείον αυτού και επιθήσετε επ' αυτά θυμίαμα και προσάξετε έναντι Κυρίου έκαστος το πυρείον αυτού. ότι ανήγαγες ημάς εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι αποκτείναι ημάς εν τη ερήμω. υιοί Λευί. ουδέ εκάκωσα ουδένα αυτών. Κορέ και πάσα η συναγωγή αυτού. και ώφθη η δόξα Κυρίου πάση τη συναγωγή. και διατί κατανίστασθε επί την συναγωγήν Κυρίου.

34 και πας Ισραήλ οι κύκλω αυτών έφυγον από της φωνής αυτών. ων εστιν αυτοίς. 28 και είπε Μωυσής· εν τούτω γνώσεσθε ότι Κύριος απέστειλέ με ποιήσαι πάντα τα έργα ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οργή Κυρίου. 31 ως δε επαύσατο λαλών πάντας τους λόγους τούτους. και μη άπτεσθε από πάντων. ερράγη η γη υποκάτω αυτών. 25 και ανέστη Μωυσής και επορεύθη προς Δαθάν και Αβειρών. και απώλοντο εκ μέσου της συναγωγής. ουχί Κύριος απέσταλκέ με· 30 αλλ' ή εν φάσματι δείξει Κύριος. 35 και πυρ εξήλθε παρά Κυρίου και κατέφαγε τους πεντήκοντα και διακοσίους άνδρας τους προσφέροντας το θυμίαμα. 27 και απέστησαν από της σκηνής Κορέ κύκλω· και Δαθάν και Αβειρών εξήλθον και ειστήκεισαν παρά τας θύρας των σκηνών αυτών και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών και η αποσκευή αυτών. 3 ότι ηγίασαν τα πυρεία των αμαρτωλών τούτων εν ταις ψυχαίς αυτών· και ποίησον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 252 . και γνώσεσθε. και εκάλυψεν αυτούς η γη. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν 2 και προς Ελεάζαρ τον υιόν Ααρών τον ιερέα· ανέλεσθε τα πυρεία τα χαλκά εκ μέσου των κατακεκαυμένων και το πυρ το αλλότριον τούτο σπείρον εκεί. 33 και κατέβησαν αυτοί και όσα εστίν αυτών ζώντα εις άδου. 32 και ηνοίχθη η γη και κατέπιεν αυτούς και τους οίκους αυτών και πάντας τους ανθρώπους τους όντας μετά Κορέ και τα κτήνη αυτών. 23 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 24 λάλησον τη συναγωγή λέγων· αναχωρήσατε κύκλω από της συναγωγής Κορέ. ει και κατ' επίσκεψιν πάντων ανθρώπων επισκοπή έσται αυτών. ότι ουκ απ' εμαυτού· 29 ει κατά θάνατον πάντων ανθρώπων αποθανούνται ούτοι. και καταβήσονται ζώντες εις άδου. και ανοίξασα η γη το στόμα αυτής καταπίεται αυτούς και τους οίκους αυτών και τας σκηνάς αυτών και πάντα. ότι παρώξυναν οι άνθρωποι ούτοι τον Κύριον. μη συναπόλησθε εν πάση τη αμαρτία αυτών. ότι λέγοντες· μη ποτε καταπίη ημάς η γη. όσα εστίν αυτοίς. και συνεπορεύθησαν μετ' αυτού πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ. 26 και ελάλησε προς την συναγωγήν λέγων· αποσχίσθητε από των σκηνών των ανθρώπων των σκληρών τούτων.

όπως αν μη προσέλθη μηδείς αλλογενής. όσα προσήνεγκαν οι κατακεκαυμένοι. 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 17 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και λάβε παρ' αυτών ράβδον ράβδον κατ' οίκους πατριών παρά πάντων των αρχόντων αυτών. και εκάστου το όνομα αυτού επίγραψον επί της ράβδου. κατά φυλήν οίκου πατριών αυτών δώσουσι. χωρίς των τεθνηκότων ένεκεν Κορέ. και εξαναλώσω αυτούς εισάπαξ. ήρκται θραύειν τον λαόν. 6 Και εγόγγυσαν οι υιοί Ισραήλ τη επαύριον επί Μωυσήν και Ααρών λέγοντες· υμείς απεκτάγκατε τον λαόν Κυρίου. 18 και το όνομα Ααρών επίγραψον επί της ράβδου Λευί· έστι γαρ ράβδος μία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτά λεπίδας ελατάς περίθεμα τω θυσιαστηρίω. 14 και εγένοντο οι τεθνηκότες εν τη θραύσει τεσσαρεσκαίδεκα χιλιάδες και επτακόσιοι. και προσέθηκαν αυτά περίθεμα τω θυσιαστηρίω. κατ' οίκους πατριών αυτών. καθά ελάλησε Κύριος εν χειρί Μωυσή αυτω. 15 και επέστρεψεν Ααρών προς Μωυσήν επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. επιθείναι θυμίαμα έναντι Κυρίου και ουκ έσται ωσπερ Κορέ και η επισύστασις αυτού. 20 και έσται ο άνθρωπος. 19 και θήσεις αυτάς εν τη σκηνή του μαρτυρίου. κατέναντι του μαρτυρίου. ος ουκ έστιν εκ του σπέρματος Ααρών. καθάπερ ελάλησεν αυτω Μωυσής. 11 και είπε Μωυσής προς Ααρών· λάβε το πυρείον και επίθες επ' αυτό πυρ από του θυσιαστηρίου και επίβαλε επ' αυτό θυμίαμα και απένεγκε το τάχος εις την παρεμβολήν και εξίλασαι περί αυτών· εξήλθε γαρ οργή από προσώπου Κυρίου. 8 και εισήλθε Μωυσής και Ααρών κατά πρόσωπον της σκηνής του μαρτυρίου. ότι προσηνέχθησαν έναντι Κυρίου και ηγιάσθησαν και εγένοντο εις σημείον τοις υιοίς Ισραήλ. η ράβδος αυτού εκβλαστήσει· και περιελώ απ' εμού τον γογγυσμόν υιών Ισραήλ. 7 και εγένετο εν τω επισυστρέφεσθαι την συναγωγήν επί Μωυσήν και Ααρών και ωρμησαν επί την σκηνήν του μαρτυρίου. και εκόπασεν η θραύσις. ον αν εκλέξωμαι αυτόν. 5 μνημόσυνον τοις υιοίς Ισραήλ. και έδραμεν εις την συναγωγήν· και ήδη ενήρκτο η θραύσις εν τω λαω· και επέβαλε το θυμίαμα και εξιλάσατο περί του λαού 13 και έστη αναμέσον των τεθνηκότων και των ζώντων. α αυτοί γογγύζουσιν εφ' υμίν. και έπεσον επί πρόσωπον αυτών. 21 και ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ. και εκόπασεν η θραύσις. 9 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 10 εκχωρήσατε εκ μέσου της συναγωγής ταύτης. και τήνδε εκάλυψεν αυτήν η νεφέλη και ώφθη η δόξα Κυρίου. εν οίς γνωσθήσομαί σοι εκεί. 12 και έλαβεν Ααρών. 4 και έλαβεν Ελεάζαρ υιος Ααρών του ιερέως τα πυρεία τα χαλκά. και έδωκαν αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 253 . δώδεκα ράβδους.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντες οι άρχοντες αυτών ράβδον. ούτως εποίησαν. τω άρχοντι τω ενί ράβδον κατ' άρχοντα. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Ααρών λέγων· συ και οι υιοί σου και ο οίκος του πατρός σου λήψεσθε τας αμαρτίας των αγίων. λειτουργείν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 254 . 6 και εγώ είληφα τους αδελφούς υμών τους Λευίτας εκ μέσου των υιών Ισραήλ δόμα δεδομένον Κυρίω. και ου μη αποθάνωσι. και ουκ έσται θυμός εν τοις υιοίς Ισραήλ. και ιδού εβλάστησεν η ράβδος Ααρών εις οίκον Λευί και εξήνεγκε βλαστόν και εξήνθησεν άνθη και εβλάστησε κάρυα. και προστεθήτωσάν σοι και λειτουργείτωσάν σοι. 2 και τους αδελφούς σου. 27 και είπαν οι υιοί Ισραήλ προς Μωυσήν λέγοντες· ιδού εξανηλώμεθα. 26 και εποίησε Μωυσής και Ααρών. απολώλαμεν. και η ράβδος Ααρών ανά μέσον των ράβδων αυτών. 5 και φυλάξεσθε τας φυλακάς των αγίων και τας φυλακάς του θυσιαστηρίου. και συ και οι υιοί σου λήψεσθε τας αμαρτίας της ιερατείας υμών. 22 και απέθηκε Μωυσής τας ράβδους έναντι Κυρίου εν τη σκηνή του μαρτυρίου. πλήν προς τα σκεύη τα άγια και προς το θυσιαστήριον ου προσελεύσονται. και συ και οι υιοί σου μετά σου απέναντι της σκηνής του μαρτυρίου. 24 και εξήνεγκε Μωυσής πάσας τας ράβδους από προσώπου Κυρίου προς πάντας υιούς Ισραήλ. σημείον τοις υιοίς των ανηκόων. κατ' οίκους πατριών αυτών. 25 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· απόθες την ράβδον Ααρών ενώπιον των μαρτυρίων εις διατήρησιν. προσαγάγου προς σεαυτόν. 3 και φυλάξονται τας φυλακάς σου και τας φυλακάς της σκηνής. 4 και προστεθήσονται προς σε και φυλάξονται τας φυλακάς της σκηνής του μαρτυρίου κατά πάσας τας λειτουργίας της σκηνής· και ο αλλογενής ου προσελεύσεται προς σε. δήμον του πατρός σου. και είδον και έλαβον έκαστος την ράβδον αυτού. φυλήν Λευί. 23 και εγένετο τη επαύριον και εισήλθε Μωυσής και Ααρών εν τη σκηνή του μαρτυρίου. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. παρανηλώμεθα· 28 πας ο απτόμενος της σκηνής Κυρίου αποθνήσκει· έως εις τέλος αποθάνωμεν. δώδεκα ράβδους. και ουκ αποθανούνται και ούτοι και υμείς. και παυσάσθω ο γογγυσμός αυτών απ' εμού.

όσα εάν αφέλωσιν οι υιοί Ισραήλ Κυρίω. όσα αν δώσι τω Κυρίω. ότι εγώ μερίς σου και κληρονομία σου εν μέσω των υιών Ισραήλ. σοί έσται και τοις υιοίς σου. όσα αποδιδόασί μοι από πάντων των αγίων. είκοσιν οβολοί εισι. κατά τον σίκλον τον άγιον. 20 Και ελάλησε Κύριος προς Ααρών· εν τη γη αυτών ου κληρονομήσεις. 16 και η λύτρωσις αυτού από μηνιαίου· η συντίμησις πέντε σίκλων. σοί έσται· πας καθαρός εν τω οίκω σου έδεται αυτά. όσα αν ενέγκωσι Κυρίω. 13 τα πρωτογεννήματα πάντα. νόμιμον αιώνιον· διαθήκη αλός αιωνίου έστιν έναντι Κυρίου σοί και τω σπέρματί σου μετά σε. και μερίς ουκ έσται σοι εν αυτοίς. 15 και παν διανοίγον μήτραν από πάσης σαρκός. άγιά εστι· και το αίμα αυτών προσχεείς προς το θυσιαστήριον και το στέαρ ανοίσεις κάρπωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 18 και τα κρέα έσται σοί· καθά και το στηθύνιον του επιθέματος και κατά τον βραχίονα τον δεξιόν σοί έσται. συ και οι υιοί σου· άγια έσται σοι. 9 και τούτο έστω υμίν από των ηγιασμένων αγίων των καρπωμάτων. και τα πρωτότοκα των κτηνών των ακαθάρτων λυτρώση. απαρχή αυτών. όσα εν τη γη αυτών. 8 Και ελάλησε Κύριος προς Ααρών· και ιδού εγώ δέδωκα υμίν την διατήρησιν των απαρχών· από πάντων των ηγιασμένων μοι παρά των υιών Ισραήλ σοί δέδωκα αυτά εις γέρας και τοις υιοίς σου μετά σε νόμιμον αιώνιον. 19 παν αφαίρεμα των αγίων. από πάντων των δώρων αυτών και από πάντων των θυσιασμάτων αυτών και από πάσης πλημμελείας αυτών και από πασών των αμαρτιών αυτών. σοί έσται· αλλ' ή λύτροις λυτρωθήσεται τα πρωτότοκα των ανθρώπων. όσα προσφέρουσι Κυρίω από ανθρώπου έως κτήνους. 21 και τοις υιοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 255 . δέδωκά σοι και τοις υιοίς σου και ταις θυγατράσι σου μετά σου. 17 πλήν πρωτότοκα μόσχων και πρωτότοκα προβάτων και πρωτότοκα αιγών ου λυτρώση. 14 παν ανατεθεματισμένον εν υιοίς Ισραήλ σοί έσται. 11 και τούτο έσται υμίν απαρχή δομάτων αυτών· από πάντων των επιθεμάτων των υιών Ισραήλ σοί δέδωκα αυτά και τοις υιοίς σου και ταις θυγατράσι σου μετά σου. κατά πάντα τρόπον του θυσιαστηρίου και το ένδοθεν του καταπετάσματος και λειτουργήσετε τας λειτουργίας δόμα της ιερατείας υμών· και ο αλλογενής ο προσπορευόμενος αποθανείται. 10 εν τω αγίω των αγίων φάγεσθε αυτά· παν αρσενικόν φάγεται αυτά. νόμιμον αιώνιον· πας καθαρός εν τω οίκω σου έδεται αυτά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τας λειτουργίας της σκηνής του μαρτυρίου· 7 και συ και οι υιοί σου μετά σου διατηρήσετε την ιερατείαν υμών. 12 πάσα απαρχή ελαίου και πάσα απαρχή οίνου και σίτου. σοί δέδωκα αυτά.

και αυτοί λήψονται τα αμαρτήματα αυτών. όσα εάν αφορίσωσι Κυρίω. και ή ουκ επεβλήθη επ' αυτήν ζυγός. και λογισθήσεται τοις Λευίταις ως γένημα από άλω και ως γένημα από ληνού. όσα αυτοί λειτουργούσι λειτουργίαν εν τη σκηνή του μαρτυρίου. ήτις ουκ έχει εν αυτη μώμον. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 αύτη η διαστολή του νόμου. ό δέδωκα υμίν παρ' αυτών εν κλήρω. 31 και έδεσθε αυτό εν παντί τόπω υμείς και οι οίκοι υμών. ότι μισθός ούτος υμίν εστιν αντί των λειτουργιών υμών των εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 22 και ου προσελεύσονται έτι οι υιοί Ισραήλ εις την σκηνήν του μαρτυρίου λαβείν αμαρτίαν θανατηφόρον. αφαίρεμα δέδωκα τοις Λευίταις εν κλήρω· δια τούτο είρηκα αυτοίς. 3 και δώσεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 256 . 28 ούτως αφελείτε αυτούς και υμείς από πάντων των αφαιρεμάτων Κυρίου από πάντων των επιδεκάτων υμών. νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς αυτών· και εν μέσω υιών Ισραήλ ου κληρονομήσουσι κληρονομίαν· 24 ότι τα επιδέκατα των υιών Ισραήλ. 30 και ερείς προς αυτούς· όταν αφαιρήτε την απαρχήν απ' αυτού. και δώσετε απ' αυτών αφαίρεμα Κυρίω Ααρών τω ιερεί. 27 και λογισθήσεται υμίν τα αφαιρέματα υμών ως σίτος από άλω και αφαίρεμα από ληνού. 29 από πάντων των δομάτων υμών αφελείτε αφαίρεμα Κυρίω ή από πάντων των απαρχών το ηγιασμένον απ' αυτού. 32 και ου λήψεσθε δι' αυτό αμαρτίαν. εν μέσω υιών Ισραήλ ου κληρονομήσουσι κλήρον. 23 και λειτουργήσει ο Λευίτης αυτός την λειτουργίαν της σκηνής του μαρτυρίου. 25 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 26 και τοις Λευίταις λαλήσεις και ερείς προς αυτούς· εάν λάβητε παρά των υιών Ισραήλ το επιδέκατον. και αφελείτε υμείς απ' αυτού αφαίρεμα Κυρίω επιδέκατον από του επιδεκάτου. ίνα μη αποθάνητε. ότι αν αφαιρήτε την απαρχήν απ' αυτού· και τα άγια των υιών Ισραήλ ου βεβηλώσετε. όσα συνέταξε Κύριος λέγων· λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και λαβέτωσαν προς σε δάμαλιν πυρράν άμωμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Λευί ιδού δώδεκα παν επιδέκατον εν Ισραήλ εν κλήρω αντί των λειτουργιών αυτών. όσα εάν λάβητε παρά των υιών Ισραήλ.

17 και λήψονται τω ακαθάρτω από της σποδιάς της κατακεκαυμένης του αγνισμού και εκχεούσιν επ' αυτήν ύδωρ ζων εις σκεύος· 18 και λήψεται ύσσωπον και βάψει εις το ύδωρ ανήρ καθαρός. ακάθαρτα έσται επτά ημέρας. 6 και λήψεται ο ιερεύς ξύλον κέδρινον και ύσσωπον και κόκκινον και εμβαλούσιν εις μέσον του κατακαύματος της δαμάλεως. 14 Και ούτος ο νόμος· άνθρωπος εάν αποθάνη εν οικία. και επί τον ημμένον του οστέου του ανθρωπίνου ή του τραυματίου ή του τεθνηκότος ή του μνήματος· 19 και περιρρανεί ο καθαρός επί τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 257 . 4 και λήψεται Ελεάζαρ από του αίματος αυτής και ρανεί απέναντι του προσώπου της σκηνής του μαρτυρίου από του αίματος αυτής επτάκις. την σκηνήν Κυρίου εμίανεν· εκτριβήσεται η ψυχή εκείνη εξ Ισραήλ. ότι ύδωρ ραντισμού ου περιερραντίσθη επ' αυτόν. πας ο εισπορευόμενος εις την οικίαν και όσα εστίν εν τη οικία. 8 και ο κατακαίων αυτήν πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται το σώμα αυτού και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. άγνισμά εστι. 16 και πας. έτι η ακαθαρσία αυτού εν αυτω εστι. 11 Ο απτόμενος του τεθνηκότος πάσης ψυχής ανθρώπου ακάθαρτος έσται επτά ημέρας· 12 ούτος αγνισθήσεται τη ημέρα τη τρίτη και τη ημέρα τη εβδόμη και καθαρός έσται· εάν δε μη αφαγνισθή τη ημέρα τη τρίτη και τη ημέρα τη εβδόμη. 9 και συνάξει άνθρωπος καθαρός την σποδόν της δαμάλεως και αποθήσει έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν. όσα ουχί δεσμόν καταδέδεται επ' αυτω. και εξάξουσιν αυτήν έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν και σφάξουσιν αυτήν ενώπιον αυτού. 13 πας ο απτόμενος του τεθνηκότος από ψυχής ανθρώπου. ου καθαρός έσται. ύδωρ ραντισμού. όσαι αν ώσιν εκεί. και περιρρανεί επί τον οίκον και επί τα σκεύη και επί τας ψυχάς. 7 και πλυνεί τα ιμάτια αυτού ο ιερεύς και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. ακάθαρτά εστι. ος εάν άψηται επί προσώπου του πεδίου τραυματίου ή νεκρού ή οστέου ανθρωπίνου ή μνήματος. και έσται τη συναγωγή υιών Ισραήλ εις διατήρησιν. 15 και παν σκεύος ανεωγμένον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτήν προς Ελεάζαρ τον ιερέα. και μη αφαγνισθή. και ακάθαρτος έσται ο ιερεύς έως εσπέρας. 5 και κατακαύσουσιν αυτήν εναντίον αυτού. και το δέρμα και τα κρέα αυτής και το αίμα αυτής συν τη κόπρω αυτής κατακαυθήσεται. ακάθαρτός εστιν. εάν αποθάνη. και έσται τοις υιοίς Ισραήλ και τοις προσηλύτοις προσκειμένοις νόμιμον αιώνιον. 10 και ο συνάγων την σποδιάν της δαμάλεως πλυνεί τα ιμάτια αυτού και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. επτά ημέρας ακάθαρτος έσται.

7 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 8 λάβε την ράβδον σου και εκκλησίασον την συναγωγήν συ και Ααρών ο αδελφός σου και λαλήσατε προς την πέτραν εναντίον αυτών. 9 και έλαβε Μωυσής την ράβδον την απέναντι Κυρίου. 11 και επάρας Μωυσής την χείρα αυτού επάταξε την πέτραν τη ράβδω δις. ανηγάγετε ημάς εξ Αιγύπτου παραγενέσθαι εις τον τόπον τον πονηρόν τούτον. και δώσει τα ύδατα αυτής. και ώφθη η δόξα Κυρίου προς αυτούς. και ποτιείτε την συναγωγήν και τα κτήνη αυτών. τόπος ου ου σπείρεται. ούτε ύδωρ εστί πιείν. 20 και άνθρωπος. ούτε ροαί. 21 και έσται υμίν νόμιμον αιώνιον· και ο περιρραίνων ύδωρ ραντισμού πλυνεί τα ιμάτια αυτού. ακάθαρτον έσται. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 258 . και ψυχή η απτομένη ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ήλθον οι υιοί Ισραήλ πάσα η συναγωγή εις την έρημον Σίν. 2 και ουκ ην ύδωρ τη συναγωγή. καθά συνέταξε Κύριος. και ηθροίσθησαν επί Μωυσήν και Ααρών. ότι τα άγια Κυρίου εμίανεν. και ετελεύτησεν εκεί Μαριάμ και ετάφη εκεί. και ο απτόμενος του ύδατος του ραντισμού ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 22 και παντός ου εάν άψηται αυτού ο ακάθαρτος. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ μέσου της συναγωγής. και κατέμεινεν ο λαός εν Κάδης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακάθαρτον εν τη ημέρα τη τρίτη και εν τη ημέρα τη εβδόμη. 5 και ινατί τούτο. ος εάν μιανθή και μη αφαγνισθή. ότι ύδωρ ραντισμού ου περιερραντίσθη επ' αυτόν. και αφαγνισθήσεται τη ημέρα τη εβδόμη και πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 10 και εξεκλησίασε Μωυσής και Ααρών την συναγωγήν απέναντι της πέτρας και είπε προς αυτούς· ακούσατέ μου. οι απειθείς· μη εκ της πέτρας ταύτης εξάξομεν υμίν ύδωρ. και εξοίσετε αυτοίς ύδωρ εκ της πέτρας. 6 και ήλθε Μωυσής και Ααρών από προσώπου της συναγωγής επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου και έπεσον επί πρόσωπον. ουδέ άμπελοι. 3 και ελοιδορείτο ο λαός προς Μωυσήν λέγοντες· όφελον απεθάνομεν εν τη απωλεία των αδελφών ημών έναντι Κυρίου· 4 και ινατί ανηγάγετε την συναγωγήν Κυρίου εις την έρημον ταύτην αποκτείναι ημάς και τα κτήνη ημών. εν τω μηνί τω πρώτω. ουδέ συκαί. ακάθαρτός εστι.

δια τούτο ουκ εισάξετε υμείς την συναγωγήν ταύτην εις την γην. ουδέ πιόμεθα ύδωρ εκ λάκκου σου. ου διελευσόμεθα δι' αγρών. έως αν παρέλθωμεν τα όριά σου. ότι απελύθη Ααρών. ην δέδωκα τοις υιοίς Ισραήλ. 22 Και απήραν εκ Κάδης· και παρεγένοντο οι υιοί Ισραήλ. παρά το όρος παρελευσόμεθα. και εξήλθεν Εδώμ εις συνάντησιν αυτω εν όχλω βαρεί και εν χειρί ισχυρά. εν πολέμω εξελεύσομαι εις συνάντησίν σοι. και παρωκήσαμεν εν Αιγύπτω ημέρας πλείους. 28 και εξέδυσε τον Ααρών τα ιμάτια αυτού και ενέδυσεν αυτά Ελεάζαρ τον υιόν αυτού· και απέθανεν Ααρών επί της κορυφής του όρους. 13 τούτο το ύδωρ αντιλογίας. εκ μέρους των ορίων σου· 17 παρελευσόμεθα δια της γης σου. ουκ εκκλινούμεν δεξιά ουδέ ευώνυμα. 19 και λέγουσιν αυτω οι υιοί Ισραήλ· παρά το όρος παρελευσόμεθα. και νυν εσμεν εν Κάδης πόλει. και Ααρών προστεθείς αποθανέτω εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξήλθεν ύδωρ πολύ. ει δε μη. και κατέβη Μωυσής και Ελεάζαρ εκ του όρους. και έκλαυσαν τον Ααρών τριάκοντα ημέρας πας οίκος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 259 . διότι παρωξύνατέ με επί του ύδατος της λοιδορίας. ότι ελοιδορήθησαν οι υιοί Ισραήλ έναντι Κυρίου και ηγιάσθη εν αυτοίς. 12 και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών· ότι ουκ επιστεύσατε αγιάσαι με εναντίον των υιών Ισραήλ. 27 και εποίησε Μωυσής καθά συνέταξε Κύριος αυτω. και εκάκωσαν ημάς οι Αιγύπτιοι και τους πατέρας ημών. εάν δε του ύδατός σου πίωμεν εγώ τε και τα κτήνη μου. 15 και κατέβησαν οι πατέρες ημών εις Αίγυπτον. πάσα η συναγωγή εις Ωρ το όρος. δώσω τιμήν σοι· αλλά το πράγμα ουδέν εστι. ότι ου μη εισέλθητε εις την γην. ουδέ δι' αμπελώνων. και έπιεν η συναγωγή και τα κτήνη αυτών. και εισήκουσε Κύριος της φωνής ημών και αποστείλας άγγελον εξήγαγεν ημάς εξ Αιγύπτου. 18 και είπε προς αυτόν Εδώμ· ου διελεύση δι' εμού. 23 και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών εν Ωρ τω όρει επί των ορίων της γης Εδώμ λέγων· 24 προστεθήτω Ααρών προς τον λαόν αυτού. 29 και είδε πάσα η συναγωγή. 16 και ανεβοήσαμεν προς Κύριον. 14 Και απέστειλε Μωυσής αγγέλους εκ Κάδης προς βασιλέα Εδώμ λέγων· τάδε λέγει ο αδελφός σου Ισραήλ· συ επίστη πάντα τον μόχθον τον ευρόντα ημάς. οδω βασιλική πορευσόμεθα. 25 λάβε τον Ααρών και Ελεάζαρ τον υιόν αυτού και αναβίβασον αυτούς εις Ωρ το όρος έναντι πάσης της συναγωγής 26 και έκδυσον Ααρών την στολήν αυτού και ένδυσον Ελεάζαρ τον υιόν αυτού. και ανεβίβασεν αυτόν εις Ωρ το όρος εναντίον πάσης της συναγωγής. 21 και ουκ ηθέλησεν Εδώμ δούναι τω Ισραήλ παρελθείν δια των ορίων αυτού· και εξέκλινεν Ισραήλ απ' αυτού. ην δέδωκα αυτοίς. 20 ο δε είπεν· ου διελεύση δι' εμού.

6 και απέστειλε Κύριος εις τον λαόν τους όφεις τους θανατούντας. 7 και παραγενόμενος ο λαός προς Μωυσήν έλεγον· ότι ημάρτομεν. 11 και εξάραντες εξ ‘Ωβώθ. και έδακνον τον λαόν. 2 και ηύξατο Ισραήλ ευχήν Κυρίω και είπεν· εάν μοι παραδως τον λαόν τούτον υποχείριον. εξήγαγες ημάς εξ Αιγύπτου. 13 και εκείθεν απάραντες παρενέβαλον εις το πέραν Αρνών εν τη ερήμω. και απέθανε λαός πολύς των υιών Ισραήλ. 12 και εκείθεν απήραν και παρενέβαλον εις φάραγγα Ζαρέδ. και τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 260 . αναθεματιώ αυτόν και τας πόλεις αυτού. και αφελέτω αφ' ημών τον όφιν. 14 δια τούτο λέγεται εν βιβλίω· πόλεμος του Κυρίου την Ζωόβ εφλόγιζε. 5 και κατελάλει ο λαός προς τον Θεόν και κατά Μωυσή λέγοντες· ινατί τούτο. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ ήκουσεν ο Χανανείς βασιλεύς Αράδ ο κατοικών κατά την έρημον. και εγένετο όταν έδακνεν όφις άνθρωπον. και παρενέβαλον εν Αχαλγαί εκ του πέραν εν τη ερήμω. πας ο δεδηγμένος ιδών αυτόν ζήσεται. αποκτείναι εν τη ερήμω. το εξέχον από των ορίων των Αμορραίων· έστι γαρ Αρνών όρια Μωάβ ανά μέσον Μωάβ και ανά μέσον του Αμορραίου. ότι κατελαλήσαμεν κατά του Κυρίου και κατά σου· εύξαι ουν προς Κύριον. και έσται εάν δάκη όφις άνθρωπον. 10 Και απήραν οι υιοί Ισραήλ και παρενέβαλον εν ‘Ωβώθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Ισραήλ. ότι ήλθεν Ισραήλ οδόν Αθαρείν. 4 Και απάραντες εξ Ωρ του όρους οδόν επί θάλασσαν ερυθράν περιεκύκλωσαν γην Εδώμ· και ωλιγοψύχησεν ο λαός εν τη οδω. ή εστι κατά πρόσωπον Μωάβ. και ηύξατο Μωυσής προς Κύριον περί του λαού. 3 και εισήκουσε Κύριος της φωνής Ισραήλ και παρέδωκε τον Χανανείν υποχείριον αυτού. και επέβλεψεν επί τον όφιν τον χαλκούν και έζη. και ανεθεμάτισεν αυτόν και τας πόλεις αυτού· και επεκάλεσαν το όνομα του τόπου εκείνου Ανάθεμα. και επολέμησε προς Ισραήλ και καταπροενόμευσεν εξ αυτών αιχμαλωσίαν. η δε ψυχή ημών προσώχθισεν εν τω άρτω τω διακένω τούτω. 8 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ποίησον σεαυτω όφιν και θές αυτόν επί σημείου. κατ' ανατολάς ηλίου. 9 και εποίησε Μωυσής όφιν χαλκούν και έστησεν αυτόν επί σημείου. ότι ουκ έστιν άρτος ουδέ ύδωρ.

έως παρέλθωμεν τα όριά σου. 23 και ουκ έδωκε Σηών τω Ισραήλ παρελθείν δια των ορίων αυτού. 24 και επάταξεν αυτόν Ισραήλ φόνω μαχαίρας και κατεκυρίευσαν της γης αυτού από Αρνών έως Ιαβόκ. απεδόθησαν οι υιοί αυτών διασώζεσθαι και αι θυγατέρες αυτών αιχμάλωτοι τω βασιλεί των Αμορραίων Σηών· 30 και το σπέρμα αυτών απολείται. και από φρέατος εις Μανθαναείν· 19 και από Μανθαναείν εις Νααλιήλ· και από Νααλιήλ εις Βαμώθ· και από Βαμώθ εις Ιανήν. και ούτος επολέμησε βασιλέα Μωάβ το πρότερον και έλαβον πάσαν την γην αυτού από Αροήρ έως Αρνών. και συνήγαγε Σηών πάντα τον λαόν αυτού και εξήλθε παρατάξασθαι τω Ισραήλ εις την έρημον και ήλθεν εις Ιασσά και παρετάξατο τω Ισραήλ. 29 ουαί σοι. 28 ότι πυρ εξήλθεν εξ Εσεβών. και κατώκησεν Ισραήλ εν πάσαις ταις πόλεσι των Αμορραίων. ό είπε Κύριος προς Μωυσήν· συνάγαγε τον λαόν. Μωάβ· απώλου. 32 και απέστειλε Μωυσής κατασκέψασθαι την Ιαζήρ. λαός Χαμώς. 26 έστι γαρ Εσεβών πόλις Σηών του βασιλέως των Αμορραίων. ίνα οικοδομηθή και κατασκευασθή πόλις Σηών. εν Εσεβών και εν πάσαις ταις συγκυρούσαις αυτη. και αι γυναίκες έτι προσεξέκαυσαν πυρ επί Μωάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειμάρρους Αρνών. και κατελάβοντο αυτήν και τας κώμας αυτής και εξέβαλον τον Αμορραίον τον κατοικούντα εκεί. 22 ου πιόμεθα ύδωρ εκ φρέατός σου· οδω βασιλική πορευσόμεθα. Εσεβών έως Δαιβών. εν τω κυριεύσαι αυτών. 25 και έλαβεν Ισραήλ πάσας τας πόλεις ταύτας. 18 ώρυξαν αυτό άρχοντες. φλόξ εκ πόλεως Σηών και κατέφαγεν έως Μωάβ και κατέπιε στήλας Αρνών. έως υιών Αμμάν· ότι Ιαζήρ όρια υιών Αμμάν εστι. ουκ εκκλινούμεν ούτε εις αγρόν ούτε εις αμπελώνα. 31 Κατώκησε δε Ισραήλ εν πάσαις ταις πόλεσι των Αμορραίων. 20 Και απέστειλε Μωυσής πρέσβεις προς Σηών βασιλέα Αμορραίων λόγοις ειρηνικοίς λέγων· 21 παρελευσόμεθα δια της γης σου· τη οδω πορευσόμεθα. 17 τότε ήσεν Ισραήλ το άσμα τούτο επί του φρέατος· εξάρχετε αυτω· φρέαρ. 33 και επιστρέψαντες ανέβησαν οδόν την εις Βασάν· και εξήλθεν Ωγ βασιλεύς της Βασάν εις συνάντησιν αυτοίς και πας ο λαός αυτού εις πόλεμον εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 261 . 16 και εκείθεν το φρέαρ· τούτο το φρέαρ. και δώσω αυτοίς ύδωρ πιείν. 27 δια τούτο ερούσιν οι αινιγματισταί· έλθετε εις Εσεβών. ή εστιν εν τω πεδίω Μωάβ από κορυφής του λελαξευμένου το βλέπον κατά πρόσωπον της ερήμου. εξελατόμησαν αυτό βασιλείς εθνών εν τη βασιλεία αυτών. 15 και τους χειμάρρους κατέστησε κατοικίσαι Ήρ. και πρόσκειται τοις ορίοις Μωάβ.

και Βαλάκ υιος Σεπφώρ βασιλεύς Μωάβ ην κατά τον καιρόν εκείνον. 8 και είπε προς αυτούς· καταλύσατε αυτού την νύκτα. 5 και απέστειλε πρέσβεις προς Βαλαάμ υιόν Βεώρ Φαθουρά. ος κατώκει εν Εσεβών. και ποιήσεις αυτω καθώς εποίησας τω Σηών βασιλεί των Αμορραίων. 9 και ήλθεν ο Θεός προς Βαλαάμ και είπεν αυτω· τι οι άνθρωποι ούτοι παρά σοι. α αν λαλήση Κύριος προς με· και κατέμειναν οι άρχοντες Μωάβ παρά Βαλαάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Εδραείν. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ απάραντες οι υιοί Ισραήλ παρενέβαλον επί δυσμών Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατά Ιεριχώ. ότι ισχύει ούτος ή υμείς· εάν δυνώμεθα πατάξαι εξ αυτών. ό εστιν επί του ποταμού γης υιών λαού αυτού. απέστειλεν αυτούς προς με λέγων· 11 ιδού λαός εξελήλυθεν εξ Αιγύπτου και κεκάλυφε την όψιν της γης και ούτος εγκάθηται εχόμενός μου· και νυν δεύρο άρασαί μοι αυτόν. 35 και επάταξεν αυτόν και τους υιούς αυτού και πάντα τον λαόν αυτού. βασιλεύς Μωάβ. ευλόγηνται. ει άρα δυνήσομαι πατάξαι αυτόν και εκβαλώ αυτόν από της γης. 12 και είπεν ο Θεός προς Βαλαάμ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 262 . καλέσαι αυτόν λέγων· ιδού λαός εξελήλυθεν εξ Αιγύπτου και ιδού κατεκάλυψε την όψιν της γης και ούτος εγκάθηται εχόμενός μου· 6 και νυν δεύρο άρασαί μοι τον λαόν τούτον. 34 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· μη φοβηθής αυτόν. κεκατήρανται. 2 και ιδών Βαλάκ υιος Σεπφώρ πάντα όσα εποίησεν Ισραήλ τω Αμορραίω. και εκβαλώ αυτούς εκ της γης· ότι οίδα ους εάν ευλογήσης συ. ωσεί εκλείξαι ο μόσχος τα χλωρά εκ του πεδίου. και ήλθον προς Βαλαάμ και είπαν αυτω τα ρήματα Βαλάκ. 3 και εφοβήθη Μωάβ τον λαόν σφόδρα ότι πολλοί ήσαν. και ους εάν καταράση συ. και αποκριθήσομαι υμίν πράγματα. έως του μη καταλιπείν αυτού ζωγρείαν· και εκληρονόμησαν την γην αυτού. 7 και επορεύθη η γερουσία Μωάβ και η γερουσία Μαδιάμ. και τα μαντεία εν ταις χερσίν αυτών. 4 και είπε Μωάβ τη γερουσία Μαδιάμ· νυν εκλείξει η συναγωγή αύτη πάντας τους κύκλω υμών. και προσώχθισε Μωάβ από προσώπου υιών Ισραήλ. 10 και είπε Βαλαάμ προς τον Θεόν· Βαλάκ υιος Σεπφώρ. ότι εις τας χείράς σου παραδέδωκα αυτόν και πάντα τον λαόν αυτού και πάσαν την γην αυτού.

22 και ωργίσθη θυμω ο Θεός. 15 Και προσέθετο Βαλάκ έτι αποστείλαι άρχοντας πλείους και εντιμοτέρους τούτων. 24 και έστη ο άγγελος του Θεού εν ταις αύλαξι των αμπέλων. και λέγει τω Βαλαάμ· τι εποίησά σοι ότι πέπαικάς με τρίτον τούτο. 26 και προσέθετο ο άγγελος του Θεού και απελθών υπέστη εν τόπω στενω. 21 και αναστάς Βαλαάμ το πρωϊ επέσαξε την όνον αυτού και επορεύθη μετά των αρχόντων Μωάβ. ποιήσω σοι· και δεύρο επικατάρασαί μοι τον λαόν τούτον. και δύο παίδες αυτού μετ' αυτού. 20 και ήλθεν ο Θεός προς Βαλαάμ νυκτός και είπεν αυτω· ει καλέσαι σε πάρεισιν οι άνθρωποι ούτοι. αναστάς ακολούθησον αυτοίς· αλλά το ρήμα. ποιήσαι αυτό μικρόν ή μέγα εν τη διανοία μου· 19 και νυν υπομείνατε αυτού και υμείς την νύκτα ταύτην. μη οκνήσης ελθείν προς με· 17 εντίμως γαρ τιμήσω σε. 28 και ήνοιξεν ο Θεός το στόμα της όνου. 13 και αναστάς Βαλαάμ το πρωϊ είπε τοις άρχουσι Βαλάκ· αποτρέχετε προς τον κύριον υμών· ουκ αφίησί με ο Θεός πορεύεσθαι μεθ' υμών. μη υπεροράσει υπεριδούσα εποίησά σοι ούτως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ου πορεύση μετ' αυτών. ό εάν λαλήσω προς σε. 18 και απεκρίθη Βαλαάμ και είπε τοις άρχουσι Βαλάκ· εάν δω μοι Βαλάκ πλήρη τον οίκον αυτού αργυρίου και χρυσίου. και γνώσομαι τι προσθήσει Κύριος λαλήσαι προς με. ουδέ καταράση τον λαόν· έστι γαρ ευλογημένος. ου δυνήσομαι παραβήναι το ρήμα Κυρίου του Θεού. 23 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού ανθεστηκότα εν τη οδω και την ρομφαίαν εσπασμένην εν τη χειρί αυτού. φραγμός εντεύθεν και φραγμός εντεύθεν· 25 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού προσέθλιψεν εαυτήν προς τον τοίχον και απέθλιψε τον πόδα Βαλαάμ προς τον τοίχον· και προσέθετο έτι μαστίξαι αυτήν. τούτο ποιήσεις. ότι επορεύθη αυτός. και εξέκλινεν η όνος εκ της οδού και επορεύετο εις το πεδίον· και επάταξε την όνον εν τη ράβδω αυτού του ευθύναι αυτήν εν τη οδω. και αυτός επιβεβήκει επί της όνου αυτού. 16 και ήλθον προς Βαλαάμ και λέγουσιν αυτω· τάδε λέγει Βαλάκ ο του Σεπφώρ· αξιώ σε. και ανέστη ο άγγελος του Θεού διαβαλείν αυτόν. ήδη αν εξεκέντησά σε. και όσα εάν είπης. εφ' ης επέβαινες από νεότητός σου έως της σήμερον ημέρας. 14 και αναστάντες οι άρχοντες Μωάβ ήλθον προς Βαλάκ και είπαν· ου θέλει Βαλαάμ πορευθήναι μεθ' ημών. 30 και λέγει η όνος τω Βαλαάμ· ουκ εγώ η όνος σου. ο δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 263 . 27 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού συνεκάθισεν υποκάτω Βαλαάμ· και εθυμώθη Βαλαάμ και έτυπτε την όνον τη ράβδω. 29 και είπε Βαλαάμ τη όνω· ότι εμπέπαιχάς μοι· και ει είχον μάχαιραν εν τη χειρί. εις ον ουκ ην εκκλίναι δεξιάν ή αριστεράν.

εκείνην δ' αν περιεποιησάμην. 41 και εγενήθη πρωϊ και παραλαβών Βαλάκ τον Βαλαάμ ανεβίβασεν αυτόν επί την στήλην του Βαάλ και έδειξεν αυτω εκείθεν μέρος τι του λαού. ό εστιν εκ μέρους των ορίων. 39 και επορεύθη Βαλαάμ μετά Βαλάκ. και ιδού εγώ εξήλθον εις διαβολήν σου. και πορεύσομαι ει μοι φανείται ο Θεός εν συναντήσει. ότι ουκ αστεία η οδός σου εναντίον μου. 35 και είπεν ο άγγελος του Θεού προς Βαλαάμ· συμπορεύθητι μετά των ανθρώπων· πλήν το ρήμα. και ήλθον εις πόλεις επαύλεων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είπεν· ουχί. 36 Και ακούσας Βαλάκ ότι ήκει Βαλαάμ. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ είπε Βαλαάμ τω Βαλάκ· οικοδόμησόν μοι ενταύθα επτά βωμούς και ετοίμασόν μοι ενταύθα επτά μόσχους και επτά κριούς. εις πόλιν Μωάβ. 38 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· ιδού ήκω προς σε νυν· δυνατός έσομαι λαλήσαί τι. τούτο λαλήσω. ου γαρ ηπιστάμην ότι συ μοι ανθέστηκας εν τη οδω εις συνάντησιν· και νυν ει μη σοι αρκέσει. όντως ου δυνήσομαι τιμήσαί σε. 3 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· παράστηθι επί της θυσίας σου. ό εάν μοι δείξη. ό εάν εμβάλη ο Θεός εις το στόμα μου. και παρέστη Βαλάκ επί της θυσίας αυτού. και ορά τον άγγελον Κυρίου ανθεστηκότα εν τη οδω και την μάχαιραν εσπασμένην εν τη χειρί αυτού και κύψας προσεκύνησε τω προσώπω αυτού. και ανήνεγκε μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. και ρήμα. αποστραφήσομαι. και επορεύθη Βαλαάμ μετά των αρχόντων Βαλάκ. 33 και ιδούσά με η όνος εξέκλινεν απ' εμού τρίτον τούτο· και ει μη εξέκλινεν. 2 και εποίησε Βαλάκ ον τρόπον είπεν αυτω Βαλαάμ. ή εστιν επί των ορίων Αρνών. το ρήμα. εξήλθεν εις συνάντησιν αυτω. 37 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· ουχί απέστειλα προς σε καλέσαι σε. ό εάν είπω προς σε. τούτο φυλάξη λαλήσαι. αναγγελώ σοι. νυν ουν σε μεν απέκτεινα. 34 και είπε Βαλαάμ τω αγγέλω Κυρίου· ημάρτηκα. διατί ουκ ήρχου προς με. 40 και έθυσε Βαλάκ πρόβατα και μόσχους και απέστειλε τω Βαλαάμ και τοις άρχουσι τοις μετ' αυτού. και Βαλαάμ επορεύθη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 264 . 31 απεκάλυψε δε ο Θεός τους οφθαλμούς Βαλαάμ. 32 και είπεν αυτω ο άγγελος του Θεού· διατί επάταξας την όνον σου τούτο τρίτον.

19 ουχ ως άνθρωπος ο Θεός διαρτηθήναι. και κατάρασαί μοι αυτόν εκείθεν. και ιδού ευλόγηκας ευλογίαν. εξ ου ουκ όψει αυτόν εκείθεν. λαλήσει. και όδε εφειστήκει επί των ολοκαυτωμάτων αυτού. και άκουε· ενώτισαι μάρτυς. εις κατάρασιν εχθρών μου κέκληκά σε. 17 και απεστράφη προς αυτόν. 13 Και είπε προς αυτόν Βαλάκ· δεύρο έτι μετ' εμού εις τόπον άλλον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επερωτήσαι τον Θεόν και επορεύθη ευθείαν. 18 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· ανάστηθι Βαλάκ. και όδε εφειστήκει επί της ολοκαυτώσεως αυτού. υιος Σεπφώρ. βασιλεύς Μωάβ. πάντας δε ου μη ίδης. και πάντες οι άρχοντες Μωάβ μετ' αυτού. 14 και παρέλαβεν αυτόν εις αγρού σκοπιάν επί κορυφήν λελαξευμένου και ωκοδόμησεν εκεί επτά βωμούς και ανεβίβασε μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. αλλ' ή μέρος τι αυτού όψει. 12 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· ουχί όσα αν εμβάλη ο Θεός εις το στόμα μου. ιδού λαός μόνος κατοικήσει και εν έθνεσιν ου συλλογισθήσεται. 6 και απεστράφη προς αυτόν. και είπε προς αυτόν Βαλαάμ· τους επτά βωμούς ητοίμασα και ανεβίβασα μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. 23 ου γαρ εστιν οιωνισμός εν Ιακώβ. ουδέ οφθήσεται πόνος εν Ισραήλ· Κύριος ο Θεός αυτού μετ' αυτού. 15 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· παράστηθι επί της θυσίας σου. 9 ότι από κορυφής ορέων όψομαι αυτόν και από βουνών προσνοήσω αυτόν. και εγενήθη πνεύμα Θεού επ' αυτω. 4 και εφάνη ο Θεός τω Βαλαάμ. 11 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· τι πεποίηκάς μοι. ουδ' ως υιος ανθρώπου απειληθήναι· αυτός είπας. και είπεν αυτω Βαλάκ· τι ελάλησε Κύριος. και ουχί εμμενεί. 5 και ενέβαλεν ο Θεός ρήμα εις το στόμα Βαλαάμ και είπεν· επιστραφείς προς Βαλάκ ούτω λαλήσεις. 7 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· εκ Μεσοποταμίας μετεπέμψατό με Βαλάκ. εγώ δε πορεύσομαι επερωτήσαι τον Θεόν. ουδέ μαντεία εν Ισραήλ· κατά καιρόν ρηθήσεται Ιακώβ και τω Ισραήλ. αποθάνοι η ψυχή μου εν ψυχαίς δικαίων. ουχί ποιήσει. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 265 . εξ ορέων απ' ανατολών λέγων· δεύρο άρασαί μοι τον Ιακώβ και δεύρο επικατάρασαί μοι τον Ισραήλ. και τις εξαριθμήσεται δήμους Ισραήλ. τα ένδοξα αρχόντων εν αυτω· 22 Θεός ο εξαγαγών αυτούς εξ Αιγύπτου· ως δόξα μονοκέρωτος αυτω. τούτο φυλάξω λαλήσαι. 16 και συνήντησεν ο Θεός τω Βαλαάμ και ενέβαλε ρήμα εις το στόμα αυτού και είπεν· αποστράφηθι προς Βαλάκ και τάδε λαλήσεις. και πάντες οι άρχοντες Μωάβ μετ' αυτού. 8 τι αράσωμαι ον μη αράται Κύριος. 21 ουκ έσται μόχθος εν Ιακώβ. και γένοιτο το σπέρμα μου ως το σπέρμα τούτων. 20 ιδού ευλογείν παρείλημμαι· ευλογήσω και ου μη αποστρέψω. ή τι καταράσωμαι ον μη καταράται ο Θεός. 10 τις εξηκριβάσατο το σπέρμα Ιακώβ.

και υψωθήσεται ή Γώγ βασιλεία αυτού. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ ιδών Βαλαάμ ότι καλόν εστιν εναντίον Κυρίου ευλογείν τον Ισραήλ. ας έπηξε Κύριος. και αίμα τραυματιών πίεται. ουκ επορεύθη κατά το ειωθός εις συνάντησιν τοις οιωνοίς και απέστρεψε το πρόσωπον αυτού εις την έρημον. 25 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· ούτε κατάραις καταράση μοι αυτόν ούτε ευλογών μη ευλογήσης αυτόν. οι ευλογούντές σε ευλόγηνται. 28 και παρέλαβε Βαλάκ τον Βαλαάμ επί κορυφήν του Φογώρ το παρατείνον εις την έρημον. 27 Και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· δεύρο παραλάβω σε εις τόπον άλλον. αποκεκαλυμμένοι οι οφθαλμοί αυτού· 5 ως καλοί οι οίκοί σου Ιακώβ. ό εάν λαλήση ο Θεός. 26 και αποκριθείς Βαλαάμ είπε τω Βαλάκ· ουκ ελάλησά σοι λέγων. 30 και εποίησε Βαλάκ καθάπερ είπεν αυτω Βαλαάμ. και αυξηθήσεται βασιλεία αυτού. 8 Θεός ωδήγησεν αυτόν εξ Αιγύπτου. τούτο ποιήσω. ως δόξα μονοκέρωτος αυτω· έδεται έθνη εχθρών αυτού και τα πάχη αυτών εκμυελιεί και ταις βολίσιν αυτού κατατοξεύσει εχθρόν· 9 κατακλιθείς ανεπαύσατο ως λέων και ως σκύμνος· τις αναστήσει αυτόν. 10 και εθυμώθη Βαλάκ επί Βαλαάμ και συνεκρότησε ταις χερσίν αυτού. 3 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπε· φησί Βαλαάμ υιος Βεώρ. και ωσεί κέδροι παρ' ύδατα. όστις όρασιν Θεού είδεν εν ύπνω. ει αρέσει τω Θεω. και οι καταρώμενοί σε κεκατήρανται. και είπε Βαλάκ προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 266 . 4 φησίν ακούων λόγια ισχυρού. 7 εξελεύσεται άνθρωπος εκ του σπέρματος αυτού και κυριεύσει εθνών πολλών. φησίν ο άνθρωπος ο αληθινώς ορών. έως φάγη θήραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τι επιτελέσει ο Θεός. και ανήνεγκε μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. και εγένετο πνεύμα Θεού εν αυτω. και κατάρασαί μοι αυτόν εκείθεν. 2 και εξάρας Βαλαάμ τους οφθαλμούς αυτού καθορά τον Ισραήλ εστρατοπεδευκότα κατά φυλάς. αι σκηναί σου Ισραήλ! 6 ωσεί νάπαι σκιάζουσαι και ωσεί παράδεισοι επί ποταμω και ωσεί σκηναί. 29 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· οικοδόμησόν μοι ώδε επτά βωμούς και ετοίμασόν μοι ώδε επτά μόσχους και επτά κριούς. 24 ιδού λαός ως σκύμνος αναστήσεται και ως λέων γαυρωθήσεται· ου κοιμηθήσεται. το ρήμα.

όταν θή ταύτα ο Θεός. 2 και εκάλεσαν αυτούς εις τας θυσίας των ειδώλων αυτών. τιμήσω σε. ταύτα ερώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Βαλαάμ· καταράσθαι τον εχθρόν μου κέκληκά σε. ελάλησα λέγων· 13 εάν μοι δω Βαλάκ πλήρη τον οίκον αυτού αργυρίου και χρυσίου. φησίν ο άνθρωπος ο αληθινώς ορών. και έσται κληρονομία Ησαύ ο εχθρός αυτού· και Ισραήλ εποίησεν εν ισχύϊ. 19 και εξεγερθήσεται εξ Ιακώβ και απολεί σωζόμενον εκ πόλεως. αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ και προνομεύσει πάντας υιούς Σηθ. ου δυνήσομαι παραβήναι το ρήμα Κυρίου ποιήσαι αυτό καλόν ή πονηρόν παρ' εμαυτού· όσα εάν είπη ο Θεός. και ιδού ευλογών ευλόγησας τρίτον τούτο· 11 νυν ουν φεύγε εις τον τόπον σου· είπα. τις ζήσεται. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ κατέλυσεν Ισραήλ εν Σαττείν· και εβεβηλώθη ο λαός εκπορνεύσαι εις τας θυγατέρας Μωάβ. επιστάμενος επιστήμην παρά υψίστου και όρασιν Θεού ιδών εν ύπνω. ους απέστειλας προς με. 20 και ιδών τον Αμαλήκ και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· αρχή εθνών Αμαλήκ. Ασσύριοι αιχμαλωτεύσουσί σε. 14 και νυν ιδού αποτρέχω εις τον τόπον μου· δεύρο συμβουλεύσω σοι. και αυτοί ομοθυμαδόν απολούνται. 22 και εάν γένηται τω Βεώρ νοσσιά πανουργίας. 24 και εξελεύσεται εκ χειρών Κιτιαίων και κακώσουσιν Ασσούρ και κακώσουσιν Εβραίους. τι ποιήσει ο λαός ούτος τον λαόν σου επ' εσχάτου των ημερών. και ουχί νυν· μακαρίζω. 21 και ιδών τον Κεναίον και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· ισχυρά η κατοικία σου· και εάν θής εν πέτρα την νοσσιάν σου. και το σπέρμα αυτών απολείται. και νυν εστέρησέ σε Κύριος της δόξης. και έφαγεν ο λαός των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 267 . 16 ακούων λόγια Θεού. και ουκ εγγίζει· ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ. 12 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· ουχί και τοις αγγέλοις σου. 23 και ιδών τον Ωγ και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· ω ω. και Βαλάκ απήλθε προς εαυτόν. αποκεκαλυμμένοι οι οφθαλμοί αυτού· 17 δείξω αυτω. 15 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπε· φυσί Βαλαάμ υιος Βεώρ. 18 και έσται Εδώμ κληρονομία. 25 και αναστάς Βαλαάμ απήλθεν αποστραφείς εις τον τόπον αυτού.

θυγάτηρ Σουρ άρχοντος έθνους ‘Ομμώθ. όσα δολιούσιν υμάς δια Φογώρ και δια Χασβί θυγατέρα άρχοντος Μαδιάμ αδελφήν αυτών την πεπληγυίαν εν τη ημέρα της πληγής δια Φογώρ. 5 και είπε Μωυσής ταις φυλαίς Ισραήλ· αποκτείνατε έκαστος τον οικείον αυτού τον τετελεσμένον τω Βεελφεγώρ. 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· 17 εχθραίνετε τοις Μαδιηναίοις και πατάξατε αυτούς. 7 και ιδών Φινεές υιος Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως εξανέστη εκ μέσου της συναγωγής και λαβών σειρομάστην εν τη χειρί 8 εισήλθεν οπίσω του ανθρώπου του Ισραηλίτου εις την κάμινον και απεκέντησεν αμφοτέρους. 4 και είπε Κύριος τω Μωυσή· λαβέ πάντας τους αρχηγούς του λαού και παραδειγμάτισον αυτούς Κυρίω κατέναντι του ηλίου. Ζαμβρί υιος Σαλώ. 18 ότι εχθραίνουσιν αυτοί υμίν εν δολιότητι. αυτοί δε έκλαιον παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. άρχων οίκου πατριάς των Συμεών· 15 και όνομα τη γυναικί τη Μαδιανίτιδι τη πεπληγυία Χασβί. 6 Και ιδού άνθρωπος των υιών Ισραήλ ελθών προσήγαγε τον αδελφόν αυτού προς την Μαδιανίτιν εναντίον Μωυσή και εναντίον πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. 13 και έσται αυτω και τω σπέρματι αυτού μετ' αυτόν διαθήκη ιερατείας αιωνία. τον τε άνθρωπον τον Ισραηλίτην και την γυναίκα δια της μήτρας αυτής· και επαύσατο η πληγή από υιών Ισραήλ. ανθ' ων εζήλωσε τω Θεω αυτού και εξιλάσατο περί των υιών Ισραήλ. 14 το δε όνομα του ανθρώπου του Ισραηλίτου του πεπληγότος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 268 . και αποστραφήσεται οργή θυμού Κυρίου από Ισραήλ. 3 και ετελέσθη Ισραήλ τω Βεελφεγώρ· και ωργίσθη θυμω Κύριος τω Ισραήλ. 12 ούτως είπον· ιδού εγώ δίδωμι αυτω διαθήκην ειρήνης. οίκου πατριάς εστι των Μαδιάμ. 10 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 11 Φινεές υιος Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως κατέπαυσε τον θυμόν μου από υιών Ισραήλ εν τω ζηλώσαί μου τον ζήλον εν αυτοίς. 9 και εγένοντο οι τεθνηκότες εν τη πληγή τέσσαρες και είκοσι χιλιάδες. ος επλήγη μετά της Μαδιανίτιδος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυσιών αυτών και προσεκύνησαν τοις ειδώλοις αυτών. και ουκ εξανήλωσα τους υιούς Ισραήλ εν τω ζήλω μου.

και εγενήθησαν εν σημείω. 3 και ελάλησε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς εν Αραβώθ Μωάβ επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ λέγων· 4 από εικοσαετούς και επάνω. υιοί δε Ρουβήν· Ενώχ και δήμος του Ενώχ· τω Φαλλού δήμος του Φαλλουϊ· 6 τω Ασρών δήμος του Ασρωνί· τω Χαρμί δήμος του Χαρμί. 11 οι δε υιοί Κορέ ουκ απέθανον. 8 και υιοί Φαλλού Ελιάβ. 9 και υιοί Ελιάβ· Ναμουήλ και Δαθάν και Αβειρών· ούτοι επίκλητοι της συναγωγής. πας ο εκπορευόμενος παρατάξασθαι εν Ισραήλ. 16 και εγένοντο οι υιοί Ιούδα κατά δήμους αυτών· τω Σηλώμ δήμος ο Σηλωνί· τω Φαρές δήμος ο Φαρεσί· τω Ζαρά δήμος ο Ζαραϊ. εν τη επισυστάσει Κυρίου. 10 και ανοίξασα η γη το στόμα αυτής κατέπιεν αυτούς και Κορέ εν τω θανάτω της συναγωγής αυτού. 17 και εγένοντο οι υιοί Φαρές· τω Ασρών δήμος ο Ασρωνί· τω Ιαμούν. 15 υιοί δε Ιούδα· Ήρ και Αυνάν· και απέθανεν Ήρ και Αυνάν εν γη Χαναάν. εξ και εβδομήκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 18 ούτοι δήμοι του Ιούδα κατά την επίσκεψιν αυτών. 22 υιοί Ζαβουλών κατά δήμους αυτών· τω Σαρέδ δήμος ο Σαρεδί· τω Αλλών δήμος ο Αλλωνί· τω Αλλήλ δήμος ο Αλληλί· 23 ούτοι δήμοι Ζαβουλών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 269 . 7 ούτοι δήμοι Ρουβήν· και εγένετο η επίσκεψις αυτών τρεις και τεσσαράκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι και τριάκοντα. τέσσαρες και εξήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. ότε κατέφαγε το πυρ τους πεντήκοντα και διακοσίους. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 19 και υιοί Ισσάχαρ κατά δήμους αυτών· τω Θωλά δήμος ο Θωλαϊ· τω Φουά δήμος ο Φουαϊ· 20 τω Ιασούβ δήμος ο Ιασουβί· τω Σαμράμ δήμος ο Σαμραμί. δύο και είκοσι χιλιάδες και διακόσιοι. 21 ούτοι δήμοι Ισσάχαρ εξ επισκέψεως αυτών. ούτοί εισιν οι επισυστάντες επί Μωυσήν και Ααρών εν τη συναγωγή Κορέ. και οι υιοί Ισραήλ οι εξελθόντες εξ Αιγύπτου· 5 Ρουβήν πρωτότοκος Ισραήλ. 14 ούτοι δήμοι Συμεών εκ της επισκέψεως αυτών. 12 και οι υιοί Συμεών· ο δήμος των υιών Συμεών· τω Ναμουήλ δήμος ο Ναμουηλί· τω Ιαμίν δήμος ο Ιαμινί· τω Ιαχίν δήμος Ιαχινί· 13 τω Ζαρά δήμος ο Ζαραϊ· τω Σαούλ δήμος ο Σαουλί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά την πληγήν και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ελεάζαρ τον ιερέα λέγων· 2 λαβέ την αρχήν πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ από εικοσαετούς και επάνω κατ' οίκους πατριών αυτών. δήμος ο Ιαμουνί.

τεσσαράκοντα χιλιάδες και τριακόσιοι. 32 υιοί Ιωσήφ κατά δήμους αυτών· Μανασσή και Εφραίμ. εξακόσιαι χιλιάδες και χίλιοι και επτακόσιοι και τριάκοντα. 34 και ούτοι υιοί Γαλαάδ· Αχιέζερ δήμος ο Αχιεζερί· τω Χελέγ δήμος ο Χελεγί· 35 τω Εσριήλ δήμος ο Εσριηλί· τω Συχέμ δήμος ο Συχεμί· 36 τω Συμαέρ δήμος ο Συμαερί· και τω ‘Οφέρ δήμος ο ‘Οφερί· 37 και τω Σαλπαάδ υιω ‘Οφέρ ουκ εγένοντο αυτω υιοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξ επισκέψεως αυτών. δύο και τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 30 και το όνομα θυγατρός Ασήρ Σάρα. 47 πάντες οι δήμοι Σαμεϊ κατ' επισκοπήν αυτών τέσσαρες και εξήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 50 ούτοι δήμοι Νεφθαλί εξ επισκέψεως αυτών. 48 υιοί Νεφθαλί κατά δήμους αυτών· τω Ασιήλ δήμος ο Ασιηλί· τω Γαυνί δήμος ο Γαυνί· 49 τω Ιεσέρ δήμος ο Ιεσερί· τω Σελλήμ δήμος ο Σελλημί. 24 υιοί Γάδ κατά δήμους αυτών· τω Σαφών δήμος ο Σαφωνί· τω Αγγί δήμος ο Αγγί· τω Σουνί δήμος ο Σουνί· 25 τω Αζενί δήμος ο Αζενί· τω Αδδί δήμος ο Αδδί· 26 τω Αροαδί δήμος ο Αροαδί· τω Αριήλ δήμος ο Αριηλί. 45 ούτοι οι υιοί Βενιαμίν κατά δήμους αυτών εξ επισκέψεως αυτών. 51 αύτη η επίσκεψις υιών Ισραήλ. και ταύτα τα ονόματα των θυγατέρων Σαλπαάδ· Μαλά και Νουά και Εγλά και Μελχά και Θερσά. πέντε και τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 42 υιοί Βενιαμίν κατά δήμους αυτών· τω Βαλέ δήμος ο Βαλί· τω Ασυβήρ δήμος ο Ασυβηρί· τω Ιαχιράν δήμος ο Ιαχιρανί· 43 τω Σωφάν δήμος ο Σωφανί. 52 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 53 τούτοις μερισθήσεται η γη κληρονομείν εξ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 270 . 31 ούτοι δήμοι Ασήρ εξ επισκέψεως αυτών. 27 ούτοι δήμοι υιών Γάδ εξ επισκέψεως αυτών. αλλ' ή θυγατέρες. 44 και εγένοντο οι υιοί Βαλέ Αδάρ και Νοεμάν· τω Αδάρ δήμος ο Αδαρί και τω Νοεμάν δήμος ο Νοεμανί. 39 και ούτοι υιοί Εφραίμ· τω Σουθαλά δήμος ο Σουθαλαϊ· τω Τανάχ δήμος ο Ταναχί. 41 ούτοι δήμοι Εφραίμ εξ επισκέψεως αυτών. ούτοι δήμοι υιών Ιωσήφ κατά δήμους αυτών. εξήκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. δύο και πεντήκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι. τρεις και τεσσαράκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 46 και υιοί Δάν κατά δήμους αυτών· τω Σαμέ δήμος ο Σαμεϊ· ούτοι δήμοι Δάν κατά δήμους αυτών. 40 ούτοι υιοί Σουθαλά· τω Εδέν δήμος ο Εδενί. 33 υιοί Μανασσή· τω Μαχίρ δήμος ο Μαχιρί· και Μαχίρ εγέννησε τον Γαλαάδ· τω Γαλαάδ δήμος ο Γαλααδί. 38 ούτοι δήμοι Μανασσή εξ επισκέψεως αυτών. 28 υιοί Ασήρ κατά δήμους αυτών· τω Ιαμίν δήμος ο Ιαμινί· τω Ιεσού δήμος ο Ιεσουϊ· τω Βαριά δήμος ο Βαριαϊ· 29 τω Χοβέρ δήμος ο Χοβερί· τω Μελχιήλ δήμος ο Μελχιηλί. τέσσαρες και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι.

του δήμου Μανασσή. 59 το δε όνομα της γυναικός αυτού Ιωχαβέδ. 61 και απέθανε Ναδάβ και Αβιούδ εν τω προσφέρειν αυτούς πυρ αλλότριον έναντι Κυρίου εν τη ερήμω Σινά. 58 ούτοι οι δήμοι υιών Λευί· δήμος ο Λοβενί. δήμος ο Κορέ και δήμος ο Μουσί. ους επεσκέψαντο τους υιούς Ισραήλ εν τη ερήμω Σινά· 65 ότι είπε Κύριος αυτοίς· θανάτω αποθανούνται εν τη ερήμω· και ου κατελείφθη εξ αυτών ουδέ εις. δήμος ο Χεβρωνί. και αυτός ουκ ην εν μέσω της συναγωγής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 271 . δοθήσεται η κληρονομία αυτών. πλήν Χάλεβ υιος Ιεφοννή και Ιησούς ο του Ναυή. οί επεσκέψαντο τους υιούς Ισραήλ εν Αραβώθ Μωάβ. θυγάτηρ Λευί. των υιών Ιωσήφ (και ταύτα τα ονόματα αυτών· Μααλά και Νουά και Εγλά και Μελχά και Θερσά) 2 και στάσαι έναντι Μωυσή και έναντι Ελεάζαρ του ιερέως και έναντι των αρχόντων και έναντι πάσης συναγωγής επί της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου λέγουσιν· 3 ο πατήρ ημών απέθανεν εν τη ερήμω. 62 και εγενήθησαν εξ επισκέψεως αυτών τρεις και είκοσι χιλιάδες. 63 και αύτη η επίσκεψις Μωυσή και Ελεάζαρ του ιερέως. κατά φυλάς πατριών αυτών κληρονομήσουσιν· 56 εκ του κλήρου μεριείς την κληρονομίαν αυτών ανά μέσων πολλών και ολίγων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αριθμού ονομάτων· 54 τοις πλείοσι πλεονάσεις την κληρονομίαν και τοις ελάττοσιν ελαττώσεις την κληρονομίαν αυτών· εκάστω καθώς επεσκέπησαν. υιού Μαχίρ. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ προσελθούσαι αι θυγατέρες Σαλπαάδ υιού ‘Οφέρ. υιού Γαλαάδ. επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. 55 δια κλήρων μερισθήσεται η γη· τοις ονόμασι. ότι ου δίδοται αυτοίς κλήρος εν μέσω υιών Ισραήλ. ή έτεκε τούτους τω Λευϊ εν Αιγύπτω· και έτεκε τω Αμράμ τον Ααρών και Μωυσήν και Μαριάμ την αδελφήν αυτών. και Καάθ εγέννησε τον Αμράμ. παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω· ου γαρ συνεπεσκέπησαν εν μέσω υιών Ισραήλ. 57 Και υιοί Λευί κατά δήμους αυτών· τω Γεδσών δήμος ο Γεδσωνί· τω Καάθ δήμος ο Κααθί· τω Μεραρί δήμος ο Μεραρί. 64 και εν τούτοις ουκ ην άνθρωπος των επεσκεμμένων υπό Μωυσή και Ααρών. 60 και εγεννήθησαν τω Ααρών ό τε Ναδάβ και Αβιούδ και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ.

5 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 ορθώς θυγατέρες Σαλπαάδ λελαλήκασι· δόμα δώσεις αυταίς κατάσχεσιν κληρονομίας εν μέσω αδελφών πατρός αυτών και περιθήσεις τον κλήρον του πατρός αυτών αυταίς. δώσετε την κληρονομίαν τω αδελφω του πατρός αυτού· 11 εάν δε μη ώσιν αδελφοί του πατρός αυτού. 7 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις λέγων· 8 άνθρωπος εάν αποθάνη και υιος μη ή αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της επισυστάσης έναντι Κυρίου εν τη συναγωγή Κορέ. 17 όστις εξελεύσεται προ προσώπου αυτών και όστις εισελεύσεται προ προσώπου αυτών και όστις εξάξει αυτούς και όστις εισάξει αυτούς. και ουκ έσται η συναγωγή Κυρίου ωσεί πρόβατα οίς ουκ έστι ποιμήν. 4 και προσήγαγε Μωυσής την κρίσιν αυτών έναντι Κυρίου. όπως αν εισακούσωσιν αυτού οι υιοί Ισραήλ. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 12 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ανάβηθι εις το όρος το εν τω πέραν του Ιορδάνου (τούτο το όρος Ναβαύ) και ιδέ την γην Χαναάν. 18 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· λάβε προς σεαυτόν Ιησούν υιόν Ναυή. ότι ουκ έστιν αυτω υιος· δότε ημίν κατάσχεσιν εν μέσω αδελφών πατρός ημών. δώσετε την κληρονομίαν τω αδελφω του πατρός αυτού· 10 εάν δε μη ώσιν αυτω αδελφοί. καθά προσετέθη Ααρών ο αδελφός σου εν Ωρ τω όρει. και επιθήσεις τας χείράς σου επ' αυτόν 19 και στήσεις αυτόν έναντι Ελεάζαρ του ιερέως και εντελή αυτω έναντι πάσης συναγωγής και εντελή περί αυτού εναντίον αυτών 20 και δώσεις της δόξης σου επ' αυτόν. 21 και έναντι Ελεάζαρ του ιερέως στήσεται. δώσετε την κληρονομίαν τω οικείω τω έγγιστα αυτού εκ της φυλής αυτού κληρονομήσαι τα αυτού. περιθήσετε την κληρονομίαν αυτού τη θυγατρί αυτού· 9 εάν δε μη ή θυγάτηρ αυτω. 14 διότι παρέβητε το ρήμά μου εν τη ερήμω Σίν εν τω αντιπίπτειν την συναγωγήν αγιάσαι με· ουχ ηγιάσατέ με επί τω ύδατι έναντι αυτών (τούτ' έστι το ύδωρ αντιλογίας εν Κάδης εν τη ερήμω Σίν). άνθρωπον ος έχει πνεύμα εν εαυτω. και έσται τούτο τοις υιοίς Ισραήλ δικαίωμα κρίσεως. και υιοί ουκ εγένοντο αυτω· μη εξαλειφθήτω το όνομα του πατρός ημών εκ μέσου του δήμου αυτού. ην εγώ δίδωμι τοις υιοίς Ισραήλ εν κατασχέσει· 13 και όψη αυτήν και προστεθήση προς τον λαόν σου και συ. ότι δι' αμαρτίαν αυτού απέθανε. και επερωτήσουσιν αυτόν την κρίσιν των δήλων έναντι Κυρίου· επί τω στόματι αυτού εξελεύσονται και επί τω στόματι αυτού εισελεύσονται αυτός και οι υιοί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 272 . 15 και είπε Μωυσής προς Κύριον· 16 επισκεψάσθω Κύριος ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός άνθρωπον επί της συναγωγής ταύτης.

11 Και εν ταις νεομηνίαις προσάξετε ολοκαύτωμα τω Κυρίω μόσχους εκ βοών δύο και κριόν ένα. 14 η σπονδή αυτών το ήμισυ του ίν έσται τω μόσχω τω ενί. και λαβών τον Ιησούν έστησεν αυτόν εναντίον Ελεάζαρ του ιερέως και εναντίον πάσης συναγωγής 23 και επέθηκε τας χείρας αυτού επ' αυτόν. 13 δέκατον δέκατον σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω τω αμνω τω ενί. και το τέταρτον του ίν έσται τω αμνω τω ενί οίνου. 9 Και τη ημέρα των σαββάτων προσάξετε δύο αμνούς ενιαυσίους αμώμους και δύο δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν και σπονδήν. θυσίαν οσμήν ευωδίας κάρπωμα Κυρίω. 6 ολοκαύτωμα ενδελεχισμού. και συνέστησεν αυτόν καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 10 ολοκαύτωμα σαββάτων εν τοις σαββάτοις. αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους. επί της ολοκαυτώσεως της δια παντός και την σπονδήν αυτού. 22 και εποίησε Μωυσής. και το τρίτον του ίν έσται τω κριω τω ενί. 12 τρία δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω τω κριω τω ενί. 8 και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το προς εσπέραν· κατά την θυσίαν αυτού και κατά την σπονδήν αυτού ποιήσετε εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. τούτο το ολοκαύτωμα μήνα εκ μηνός εις τους μήνας του ενιαυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ ομοθυμαδόν και πάσα η συναγωγή. εν τω αγίω σπείσεις σπονδήν σίκερα Κυρίω. καθά ενετείλατο αυτω Κύριος. 4 τον αμνόν τον ένα ποιήσεις το πρωϊ και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το προς εσπέραν· 5 και ποιήσεις το δέκατον του οιφί σεμίδαλιν εις θυσίαν αναπεποιημένην εν ελαίω εν τετάρτω του ίν. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς λέγων· τα δώρά μου δόματά μου καρπώματά μου εις οσμήν ευωδίας διατηρήσετε προσφέρειν εμοί εν ταις εορταίς μου. 3 και ερείς προς αυτούς· ταύτα τα καρπώματα όσα προσάξετε Κυρίω· αμνούς ενιαυσίους αμώμους δύο την ημέραν εις ολοκαύτωσιν ενδελεχώς. η γενομένη εν τω όρει Σινά εις οσμήν ευωδίας Κυρίω· 7 και σπονδήν αυτού το τέταρτον του ίν τω αμνω τω ενί. 15 και χίμαρον εξ αιγών ένα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 273 .

ό εστιν ολοκαύτωμα ενδελεχισμού. και τας σπονδάς αυτών. αμνούς ενιαυσίους επτά. τοις επτά αμνοίς· 30 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· 31 πλήν του ολοκαυτώματος του δια παντός· και την θυσίαν αυτών ποιήσετέ μοι. άμωμοι έσονται υμίν. μόσχον ένα εκ βοών. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. 25 και ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν. 2 και ποιήσετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. κριόν ένα. 18 και η ημέρα η πρώτη επίκλητος αγία έσται υμίν. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυτη. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. κριόν ένα. 19 και προσάξετε ολοκαυτώματα κάρπωμα Κυρίω μόσχους εκ βοών δύο. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ τω μηνί τω εβδόμω. 27 και προσάξετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω μόσχους εκ βοών δύο. αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους· 3 η θυσία αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 274 . επίκλητος αγία έσται υμίν. 26 Και τη ημέρα των νέων. κριόν ένα. 21 δέκατον δέκατον ποιήσεις τω αμνω τω ενί. αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους· 28 η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω. τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα τω κριω τω ενί. τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα τω κριω τω ενί. 17 και τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός τούτου εορτή· επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. μια του μηνός. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε· ημέρα σημασίας έσται υμίν. όταν προσφέρητε θυσίαν νέαν Κυρίω των εβδομάδων. 16 Και εν τω μηνί τω πρώτω τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός πάσχα Κυρίω. 29 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί. 24 ταύτα κατά ταύτα ποιήσετε την ημέραν εις τας επτά ημέρας. τοις επτά αμνοίς· 22 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· 23 πλήν της ολοκαυτώσεως της δια παντός της πρωϊνής. άμωμοι έσονται υμίν· 20 και η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περί αμαρτίας Κυρίω· επί της ολοκαυτώσεως της δια παντός ποιηθήσεται και η σπονδή αυτού. επίκλητος αγία έσται υμίν. δώρον κάρπωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω· επί του ολοκαυτώματος του δια παντός ποιήσεις την σπονδήν αυτού.

τη ημέρα τη πρώτη μόσχους εκ βοών τρεις και δέκα. η θυσία αυτής και η σπονδή αυτής κατά την σύγκρισιν εις οσμήν ευωδίας κάρπωμα Κυρίω. 8 και προσοίσετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. και εορτάσατε αυτήν εορτήν Κυρίω επτά ημέρας. 15 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί. 17 και τη ημέρα τη δευτέρα μόσχους δώδεκα. 7 Και τη δεκάτη του μηνός τούτου επίκλητος αγία έσται υμίν. επί τους δύο κριούς. κριόν ένα. τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί. μόσχον εκ βοών ένα. κατά την σύγκρισιν αυτών· 22 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. 12 Και τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του εβδόμου τούτου επίκλητος αγία έσται υμίν. 13 και προσάξατε ολοκαυτώματα κάρπωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. κριούς δύο. τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα τω κριω τω ενί. αμνούς ενιαυσίους δεκατέσσαρας. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. άμωμοι έσονται υμίν· 9 η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω. και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών και το ολοκαύτωμα το διαπαντός και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών κατά την σύγκρισιν αυτών εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. και δύο δέκατα τω κριω τω ενί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω. τοις τρισκαίδεκα μόσχοις. 10 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί εις τους επτά αμνούς· 11 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· πλήν το περί της αμαρτίας της εξιλάσεως και η ολοκαύτωσις η δια παντός. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. κριούς δύο. 20 τη ημέρα τη τρίτη μόσχους ένδεκα. και κακώσετε τας ψυχάς υμών και παν έργον ου ποιήσετε. αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 21 η θυσία αυτών και η σπονδή αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 18 η θυσία αυτών και η σπονδή αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 4 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί. τοις επτά αμνοίς· 5 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· 6 πλήν των ολοκαυτωμάτων της νουμηνίας. αμνούς ενιαυσίους επτά. και δύο δέκατα τω κριω τω ενί. τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί. καρπώματα Κυρίω. άμωμοι έσονται· 14 αι θυσίαι αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω. κατά την σύγκρισιν αυτών· 19 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. κριούς δύο. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 275 . επί τους τέσσαρας και δέκα αμνούς· 16 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας.

πλήν της ολοκαυτώσεως της δια παντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 276 . 26 τη ημέρα τη πέμπτη μόσχους εννέα. 23 τη ημέρα τη τετάρτη μόσχους δέκα. 38 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. 29 τη ημέρα τη έκτη μόσχους οκτώ. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. πλήν των ευχών υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σπονδαί αυτών. 35 και τη ημέρα τη ογδόη εξόδιον έσται υμίν. αμνούς ενιαυσίους δεκατέσσαρας αμώμους· 30 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυτη. κατά την σύγκρισιν αυτών· 31 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. κριούς δύο. 37 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τω μόσχω και τω κριω και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. 36 και προσάξετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας καρπώματα τω Κυρίω. αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 24 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών κατά την σύγκρισιν αυτών· 25 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. κριούς δύο. αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους. κατά την σύγκρισιν αυτών. αμνούς ενιαυσίους δεκατέσσαρας αμώμους· 33 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 27 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. κριούς δύο. κριόν ένα. κατά την σύγκρισιν αυτών· 28 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. και τα εκούσια υμών και τα ολοκαυτώματα υμών και τας θυσίας υμών και τας σπονδάς υμών και τα σωτήρια υμών. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 32 τη ημέρα τη εβδόμη μόσχους επτά. κριούς δύο. μόσχον ένα. 39 Ταύτα ποιήσετε Κυρίω εν ταις εορταίς υμών. κατά την σύγκρισιν αυτών· 34 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας.

ή αν ημέρα ακούση. ότι ανένευσεν ο πατήρ αυτής. και ούτω στήσονται πάσαι αι ευχαί αυτής και οι ορισμοί αυτής. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. και Κύριος καθαριεί αυτήν. ποιήσει· 4 εάν δε εύξηται γυνή ευχήν Κυρίω ή ορίσηται ορισμόν εν τω οίκω του πατρός αυτής εν τη νεότητι αυτής και ακούση ο πατήρ αυτής τας ευχάς αυτής και τους ορισμούς αυτής. ότι ο ανήρ ανένευσεν απ' αυτής. ου μενούσιν. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. ή αν ημέρα ακούση πάσας τας ευχάς αυτής και τους ορισμούς. μενούσιν αυτη. ου βεβηλώσει το ρήμα αυτού· πάντα όσα αν εξέλθη εκ του στόματος αυτού. 9 εάν δε ανανεύων ανανεύση ο ανήρ αυτής. ο ανήρ αυτής στήσει αυτη και ο ανήρ αυτής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 277 . 14 πάσα ευχή και πας όρκος δεσμού κακώσαι ψυχήν. ή εάν ημέρα ακούση. και στήσονται πάσαι αι ευχαί αυτής. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. και παρασιωπήση αυτής ο πατήρ. πάσαι αι ευχαί αυτής και οι ορισμοί αυτής. ου στήσονται· και Κύριος καθαριεί αυτήν. 6 εάν δε ανανεύων ανανεύση ο πατήρ αυτής. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. 10 και ευχή χήρας και εκβεβλημένης όσα εάν εύξηται κατά της ψυχής αυτής. ό συνέταξε Κύριος· 3 άνθρωπος άνθρωπος. πάντα όσα εάν εξέλθη εκ των χειλέων αυτής κατά τας ευχάς αυτής και κατά τους ορισμούς τους κατά της ψυχής αυτής. 2 και ελάλησε Μωυσής προς τους άρχοντας των φυλών υιών Ισραήλ λέγων· τούτο το ρήμα. όσα ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. και στήσονται πάσαι αι ευχαί αυτής. και πάντες οι ορισμοί αυτής. στήσονται κατ' αυτής. 7 εάν δε γενομένη γένηται ανδρί και αι ευχαί αυτής επ' αυτη κατά την διαστολήν των χειλέων αυτής. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. 11 εάν δε εν τω οίκω του ανδρός αυτής η ευχή αυτής ή ο ορισμός κατά της ψυχής αυτής μεθ' όρκου 12 και ακούση ο ανήρ αυτής και παρασιωπήση αυτη και μη ανανεύση αυτη. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. 5 και πάντες οι ορισμοί. ος αν εύξηται ευχήν Κυρίω ή ομόση όρκον ή ορίσηται ορισμω περί της ψυχής αυτού. και Κύριος καθαριεί αυτήν. 8 και ακούση ο ανήρ αυτής και παρασιωπήση αυτη. ου μενεί αυτη· ο ανήρ αυτής περιείλε. στήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ κατά πάντα. 13 εάν δε περιελών περιέλη ο ανήρ αυτής. ή αν ημέρα ακούση. μενούσιν αυτη.

ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 278 . δώδεκα χιλιάδας ενωπλισμένοι εις παράταξιν. ανά μέσον ανδρός και γυναικός αυτού και αναμέσον πατρός και θυγατρός εν νεότητι εν οίκω πατρός. και απέκτειναν παν αρσενικόν· 8 και τους βασιλείς Μαδιάν απέκτειναν άμα τοις τραυματίαις αυτών. καθά ενετείλατο Κύριος Μωυσή. 3 και ελάλησε Μωυσής προς τον λαόν λέγων· εξοπλίσατε εξ υμών άνδρας και παρατάξασθε έναντι Κυρίου επί Μαδιάν αποδούναι εκδίκησιν παρά του Κυρίου τη Μαδιάν· 4 χιλίους εκ φυλής. και τους ορισμούς τους επ' αυτής στήσει αυτη. 15 εάν δε σιωπών παρασιωπήση αυτη ημέραν εξ ημέρας. όσα ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. και στήσει αυτη πάσας τας ευχάς αυτής. χιλίους εκ φυλής συν δυνάμει αυτών και Φινεές υιόν Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως. ην ήκουσε. 11 και έλαβον πάσαν την προνομήν αυτών και πάντα τα σκύλα αυτών από ανθρώπου έως κτήνους 12 και ήγαγον προς Μωυσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς πάντας υιούς Ισραήλ την αιχμαλωσίαν και τα σκύλα και την προνομήν εις την παρεμβολήν εις Αραβώθ Μωάβ. εκ πασών φυλών υιών Ισραήλ αποστείλατε παρατάξασθαι. και έσχατον προστεθήση προς τον λαόν σου. και λήψεται την αμαρτίαν αυτού. 9 και επρονόμευσαν τας γυναίκας Μαδιάν και την αποσκευήν αυτών. χιλίους εκ φυλής. ή ήκουσεν. και τον Ευίν και τον Ροκόν και τον Σουρ και τον Ούρ και τον Ροβόκ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιελεί. και τα σκεύη τα άγια και αι σάλπιγγες των σημασιών εν ταις χερσίν αυτών. και τα κτήνη αυτών και πάντα τα έγκτητα αυτών και την δύναμιν αυτών επρονόμευσαν· 10 και πάσας τας πόλεις αυτών τας εν ταις κατοικίαις αυτών και τας επαύλεις αυτών ενέπρησαν εν πυρί. ότι εσιώπησεν αυτη τη ημέρα. 16 εάν δε περιελών περιέλη ο ανήρ αυτής μετά την ημέραν. πέντε βασιλείς Μαδιάν· και τον Βαλαάμ υιόν Βεώρ απέκτειναν εν ρομφαία συν τοις τραυματίαις αυτών. 7 και παρετάξαντο επί Μαδιάν. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 εκδίκει την εκδίκησιν υιών Ισραήλ εκ των Μαδιανιτών. 6 και απέστειλεν αυτούς Μωυσής χιλίους εκ φυλής. 5 και εξηρίθμησαν εκ των χιλιάδων Ισραήλ χιλίους εκ φυλής. 17 ταύτα τα δικαιώματα.

ό συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. συ και Ελεάζαρ ο ιερεύς και οι άρχοντες των πατριών της συναγωγής. διελεύσεται δι' ύδατος. αποκτείνατε· 18 και πάσαν την απαρτίαν των γυναικών. 23 παν πράγμα. από των ανθρώπων και από των κτηνών και από των βοών και από των προβάτων και από των όνων· 29 και από του ημίσους αυτών λήψεσθε και δώσεις Ελεάζαρ τω ιερεί τας απαρχάς Κυρίου. 22 πλήν του χρυσίου και του αργυρίου και χαλκού και σιδήρου και μολίβου και κασσιτέρου. χιλιάρχοις και εκατοντάρχοις τοις ερχομένοις εκ της παρατάξεως του πολέμου. ήτις ουκ οίδε κοίτην άρσενος. ήτις έγνω κοίτην άρσενος. ζωγρήσατε αυτάς. 21 και είπεν Ελεάζαρ ο ιερεύς προς τους άνδρας της δυνάμεως τους ερχομένους εκ της παρατάξεως του πολέμου· τούτο το δικαίωμα του νόμου. 17 και νυν αποκτείνατε παν αρσενικόν εν πάση τη απαρτία. 30 και από του ημίσους του των υιών Ισραήλ λήψη ένα από πεντήκοντα από των ανθρώπων και από των βοών και από των προβάτων και από των όνων και από πάντων των κτηνών και δώσεις αυτά τοις Λευίταις τοις φυλάσσουσι τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 279 . 14 και ωργίσθη Μωυσής επί τοις επισκόποις της δυνάμεως. 27 και διελείτε τα σκύλα ανά μέσον των πολεμιστών των εκπεπορευμένων εις την παράταξιν. 24 και πλυνείσθε τα ιμάτια τη ημέρα τη εβδόμη και καθαρισθήσεσθε και μετά ταύτα εισελεύσεσθε εις την παρεμβολήν. 19 και υμείς παρεμβάλετε έξω της παρεμβολής επτά ημέρας· πας ο ανελών και ο απτόμενος του τετρωμένου αγνισθήσεται τη ημέρα τη τρίτη και τη ημέρα τη εβδόμη υμείς και η αιχμαλωσία υμών· 20 και παν περίβλημα και παν σκεύος δερμάτινον και πάσαν εργασίαν εξ αιγείας και παν σκεύος ξύλινον αφαγνιείτε. και εγένετο η πληγή εν τη συναγωγή Κυρίου. ό διελεύσεται εν πυρί. και καθαρισθήσεται. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 Και εξήλθε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς και πάντες οι άρχοντες της συναγωγής εις συνάντησιν αυτοίς έξω της παρεμβολής. 16 αύται γαρ ήσαν τοις υιοίς Ισραήλ κατά το ρήμα Βαλαάμ του αποστήσαι και υπεριδείν το ρήμα Κυρίου ένεκεν Φογώρ. 25 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 26 λάβε το κεφάλαιον των σκύλων της αιχμαλωσίας από ανθρώπου έως κτήνους. 15 και είπεν αυτοίς Μωυσής· ινατί εζωγρήσατε παν θήλυ. 28 και αφελείτε τέλος Κυρίω παρά των ανθρώπων των πολεμιστών των εκπεπορευμένων εις την παράταξιν μίαν ψυχήν από πεντακοσίων. πάσαν γυναίκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εστιν επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. και ανά μέσον πάσης συναγωγής. αλλ' ή τω ύδατι του αγνισμού αγνισθήσεται· και πάντα όσα εάν μη διαπορεύηται δια πυρός.

32 και εγενήθη το πλεόνασμα της προνομής. εξακόσιαι χιλιάδες και εβδομήκοντα και πέντε χιλιάδες 33 και βόες δύο και εβδομήκοντα χιλιάδες 34 και όνοι μία και εξήκοντα χιλιάδες 35 και ψυχαί ανθρώπων από των γυναικών. από των ανθρώπων και από των κτηνών. 48 Και προσήλθον προς Μωυσήν πάντες οι καθεσταμένοι εις τας χιλιαρχίας της δυνάμεως. και ου διαπεφώνηκεν απ' αυτών ουδέ εις· 50 και προσενηνόχαμεν το δώρον Κυρίω. ό προενόμευσαν οι άνδρες οι πολεμισταί από των προβάτων. εκκαίδεκα χιλιάδες και επτακόσιοι και πεντήκοντα σίκλοι παρά των χιλιάρχων και παρά των εκατοντάρχων. 51 και έλαβε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς το χρυσίον παρ' αυτών παν σκεύος ειργασμένον· 52 και εγένετο παν το χρυσίον το αφαίρεμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλακάς εν τη σκηνή Κυρίου. και έδωκεν αυτά τοις Λευίταις τοις φυλάσσουσι τας φυλακάς της σκηνής Κυρίου. 41 και έδωκε Μωυσής το τέλος Κυρίω το αφαίρεμα του Θεού Ελεάζαρ τω ιερεί. 47 και έλαβε Μωυσής από του ημισεύματος των υιών Ισραήλ το εν από των πεντήκοντα. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και το τέλος αυτών Κυρίω δύο και τριάκοντα ψυχαί. 43 και εγένετο το ημίσευμα από της συναγωγής από των προβάτων τριακόσιαι και τριάκοντα χιλιάδες και επτακισχίλια και πεντακόσια 44 και βόες εξ και τριάκοντα χιλιάδες. 36 και εγενήθη το ημίσευμα η μερίς των εκπεπορευμένων εις τον πόλεμον εκ του αριθμού των προβάτων τριακόσιαι και τριάκοντα χιλιάδες και επτακισχίλια και πεντακόσια. 45 όνοι τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι 46 και ψυχαί ανθρώπων εξ και δέκα χιλιάδες. και είπαν προς Μωυσήν· 49 οι παίδές σου ειλήφασι το κεφάλαιον των ανδρών των πολεμιστών των παρ' ημίν. ανήρ ό εύρε σκεύος χρυσούν και χλιδώνα και ψέλλιον και δακτύλιον και περιδέξιον και εμπλόκιον. και το τέλος Κυρίω εις και εξήκοντα· 40 και ψυχαί ανθρώπων εκκαίδεκα χιλιάδες. και το τέλος Κυρίω δύο και εβδομήκοντα· 39 και όνοι τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 53 και οι άνδρες οι πολεμισταί επρονόμευσαν έκαστος εαυτω. 42 από του ημισεύματος των υιών Ισραήλ. χιλίαρχοι και εκατόνταρχοι. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 54 και έλαβε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 280 . ό αφείλον Κυρίω. εξιλάσασθαι περί ημών έναντι Κυρίου. αι ουκ έγνωσαν κοίτην ανδρός. 31 και εποίησε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. πάσαι ψυχαί δύο και τριάκοντα χιλιάδες. ους διείλε Μωυσής από των ανδρών των πολεμιστών. 37 και εγένετο το τέλος Κυρίω από των προβάτων εξακόσιαι εβδομήκοντα πέντε· 38 και βόες εξ και τριάκοντα χιλιάδες.

και μη διαβιβάσης ημάς τον Ιορδάνην. 5 και έλεγον· ει εύρομεν χάριν ενώπιόν σου. 14 ιδού ανέστητε αντί των πατέρων υμών. γη κτηνοτρόφος εστί. οι επιστάμενοι το αγαθόν και το κακόν. μνημόσυνον των υιών Ισραήλ έναντι Κυρίου. 4 την γην ην παραδέδωκε Κύριος ενώπιον των υιών Ισραήλ. δοθήτω η γη αύτη τοις οικέταις σου εν κατασχέσει. 8 ουχ ούτως εποίησαν οι πατέρες υμών. όπως μη εισέλθωσιν εις την γην. ην έδωκε Κύριος αυτοίς. ην Κύριος δίδωσιν αυτοίς. 6 και είπε Μωυσής τοις υιοίς Γάδ και τοις υιοίς Ρουβήν· οι αδελφοί υμών πορεύονται εις τον πόλεμον. ότε απέστειλα αυτούς εκ Κάδης Βαρνή κατανοήσαι την γην. και ην ο τόπος τόπος κτήνεσι. σύντριμμα ανθρώπων αμαρτωλών. 7 και ινατί διαστρέφετε τας διανοίας των υιών Ισραήλ μη διαβήναι εις την γην. έως εξανηλώθη πάσα η γενεά οι ποιούντες τα πονηρά έναντι Κυρίου. 10 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τη ημέρα εκείνη και ώμοσε λέγων· 11 ει όψονται οι άνθρωποι ούτοι οι αναβάντες εξ Αιγύπτου από εικοσαετούς και επάνω. 2 και προσελθόντες οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ είπαν προς Μωυσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς τους άρχοντας της συναγωγής λέγοντες· 3 Αταρώθ και Δαιβών και Ιαζήρ και Ναμρά και Εσεβών. 12 πλήν Χάλεβ υιος Ιεφοννή ο διακεχωρισμένος και Ιησούς ο του Ναυή. 9 και ανέβησαν Φάραγγα βότρυος και κατενόησαν την γην και απέστησαν την καρδίαν των υιών Ισραήλ. την γην ην ώμοσα τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς το χρυσίον παρά των χιλιάρχων και παρά των εκατοντάρχων και εισήνεγκεν αυτά εις την σκηνήν του μαρτυρίου. προσθείναι έτι επί τον θυμόν της οργής Κυρίου επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 281 . και τοις παισί σου κτήνη υπάρχει. πλήθος σφόδρα· και είδον την χώραν Ιαζήρ και την χώραν Γαλαάδ. και Ελεαλή και Σεβαμά και Ναβαύ και Βαιάν. 13 και ωργίσθη θυμω Κύριος επί τον Ισραήλ και κατερρόμβευσεν αυτούς εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη. ότι συνεπηκολούθησαν οπίσω Κυρίου. και υμείς καθήσεσθε αυτού. ου γαρ συνεπηκολούθησαν οπίσω μου. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ κτήνη πλήθος ην τοις υιοίς Ρουβήν και τοις υιοίς Γάδ.

αμαρτήσεσθε έναντι Κυρίου και γνώσεσθε την αμαρτίαν υμών. και έσεσθε αθωοι έναντι Κυρίου και από Ισραήλ. 20 και είπε προς αυτούς Μωυσής· εάν ποιήσητε κατά το ρήμα τούτο. έως αν καταμερισθώσιν οι υιοί Ισραήλ. 16 και προσήλθον αυτω και έλεγον· επαύλεις προβάτων οικοδομήσομεν ώδε τοις κτήνεσιν ημών και πόλεις ταις αποσκευαίς ημών. 25 και είπαν οι υιοί Ρουβήν και υιοί Γάδ προς Μωυσήν λέγοντες· οι παίδές σου ποιήσουσι καθά ο Κύριος ημών εντέλλεται· 26 η αποσκευή ημών και αι γυναίκες ημών και πάντα τα κτήνη ημών έσονται εν ταις πόλεσι Γαλαάδ. και δώσετε αυτοίς την γην Γαλαάδ εν κατασχέσει· 30 εάν δε μη διαβώσιν ενωπλισμένοι μεθ' υμών εις τον πόλεμον έναντι Κυρίου. 28 και συνέστησεν αυτοίς Μωυσής Ελεάζαρ τον ιερέα και Ιησούν υιόν Ναυή και τους άρχοντας πατριών των φυλών Ισραήλ. ούτω ποιήσωμεν ημείς· 32 διαβησόμεθα ενωπλισμένοι έναντι Κυρίου εις γην Χαναάν. ον τρόπον ο Κύριος λέγει. έως αν εκτριβή ο εχθρός αυτού από προσώπου αυτού 22 και κατακυριευθή η γη έναντι Κυρίου. έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού· 19 και ουκέτι κληρονομήσομεν εν αυτοίς από του πέραν του Ιορδάνου και επέκεινα. ότι απέχομεν τους κλήρους ημών εν τω πέραν του Ιορδάνου εν ανατολαίς. και κατακυριεύσητε της γης απέναντι υμών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 282 . 15 ότι αποστραφήσεσθε απ' αυτού προσθείναι έτι καταλιπείν αυτόν εν τη ερήμω και ανομήσετε εις όλην την συναγωγήν ταύτην. 27 οι δε παίδές σου παρελεύσονται πάντες ενωπλισμένοι και εκτεταγμένοι έναντι Κυρίου εις τον πόλεμον. 31 και απεκρίθησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ λέγοντες· όσα ο Κύριος λέγει τοις θεράπουσιν. 17 και ημείς ενοπλισάμενοι προφυλακήν πρότεροι των υιών Ισραήλ. έως αν αγάγωμεν αυτούς εις τον εαυτών τόπον· και κατοικήσει η αποσκευή ημών εν πόλεσι τετειχισμέναις δια τους κατοικούντας την γην. 23 εάν δε μη ποιήσητε ούτως. και έσται η γη αύτη υμίν εν κατασχέσει έναντι Κυρίου. 18 ου μη αποστραφώμεν εις τας οικίας ημών. πας ενωπλισμένος εις πόλεμον έναντι Κυρίου. και διαβιβάσετε την αποσκευήν αυτών και τας γυναίκας αυτών και τα κτήνη αυτών πρότερα υμών εις γην Χαναάν. 29 και είπε προς αυτούς Μωυσής· εάν διαβώσιν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ μεθ' υμών τον Ιορδάνην. όταν υμάς καταλάβη τα κακά. και μετά ταύτα αποστραφήσεσθε. και συγκατακληρονομηθήσονται εν υμίν εν τη γη Χαναάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. 24 και οικοδομήσετε υμίν αυτοίς πόλεις τη αποσκευή υμών και επαύλεις τοις κτήνεσιν υμών και το εκπορευόμενον εκ του στόματος υμών ποιήσετε. εάν εξοπλίσησθε έναντι Κυρίου εις πόλεμον 21 και παρελεύσεται υμών πας οπλίτης τον Ιορδάνην έναντι Κυρίου.

34 Και ωκοδόμησαν οι υιοί Γάδ την Δαιβών και την Αταρώθ και την Αροήρ 35 και την Σοφάρ και την Ιαζήρ και ύψωσαν αυτάς. ό εστι μέρος τι της ερήμου. παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΚΑΙ ούτοι οι σταθμοί των υιών Ισραήλ. την βασιλείαν Σηών βασιλέως Αμορραίων και την βασιλείαν Ωγ βασιλέως της Βασάν. ό εστιν απέναντι Βεελσεπφών. 39 και επορεύθη υιος Μαχίρ υιού Μανασσή εις Γαλαάδ και έλαβεν αυτήν και απώλεσε τον Αμορραίον τον κατοικούντα εν αυτη. και ούτοι οι σταθμοί της πορείας αυτών. ως εξήλθον εκ γης Αιγύπτου συν δυνάμει αυτών εν χειρί Μωυσή και Ααρών· 2 και έγραψε Μωυσής τας απάρσεις αυτών και τους σταθμούς αυτών δια ρήματος Κυρίου. και την Σεβαμά και επωνόμασαν κατά τα ονόματα αυτών τα ονόματα των πόλεων. ους επάταξε Κύριος. περικεκυκλωμένας. και κατώκησεν εκεί. ας ωκοδόμησαν. 6 και απάραντες εκ Σοκχώθ παρενέβαλον εις Βουθάν. 7 και απήραν εκ Βουθάν και παρενέβαλον επί το στόμα Ειρώθ. 40 και έδωκε Μωυσής την Γαλαάδ τω Μαχίρ υιω Μανασσή. 8 και απήραν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 283 . 4 και οι Αιγύπτιοι έθαπτον εξ αυτών τους τεθνηκότας πάντας. 36 και την Ναμράμ και την Βαιθαράν. 42 και Ναβαύ επορεύθη και έλαβε την Καάθ και τας κώμας αυτής και επωνόμασεν αυτάς Ναβώθ εκ του ονόματος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώσετε την κατάσχεσιν ημίν εν τω πέραν του Ιορδάνου. 3 απήραν εκ Ραμεσσή τω μηνί τω πρώτω τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου· τη επαύριον του πάσχα εξήλθον οι υιοί Ισραήλ εν χειρί υψηλή εναντίον πάντων των Αιγυπτίων. 37 και οι υιοί Ρουβήν ωκοδόμησαν την Εσεβών και Ελεάλην και Καριαθάμ 38 και την Βεελμεών. και εν τοις θεοίς αυτών εποίησε την εκδίκησιν Κύριος. 41 και Ιαϊρ ο του Μανασσή επορεύθη και έλαβε τας επαύλεις αυτών και επωνόμασεν αυτάς Επαύλεις Ιαϊρ. πόλεις της γης κύκλω. πόλεις οχυράς και επαύλεις προβάτων. 5 και απάραντες οι υιοί Ισραήλ εκ Ραμεσσή παρενέβαλον εις Σοκχώθ. και παρενέβαλον απέναντι Μαγδώλου. 33 και έδωκεν αυτοίς Μωυσής τοις υιοίς Γάδ και τοις υιοίς Ρουβήν και τω ημίσει φυλής Μανασσή υιών Ιωσήφ. την γην και τας πόλεις συν τοις ορίοις αυτής.

15 και απήραν εκ Ραφιδίν και παρενέβαλον εν τη ερήμω Σινά. 9 και απήραν εκ Πικριών και ήλθον εις Αιλίμ· και εν Αιλίμ δώδεκα πηγαί υδάτων και εβδομήκοντα στελέχη φοινίκων. 36 και απήραν εκ Γεσιών Γάβερ και παρενέβαλον εν τη ερήμω Σίν. και παρενέβαλον εκεί παρά το ύδωρ. 40 και ακούσας ο Χανανίς βασιλεύς Αράδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέναντι Ειρώθ και διέβησαν μέσον της θαλάσσης εις την έρημον και επορεύθησαν οδόν τριών ημερών δια της ερήμου αυτοί και παρενέβαλον εν Πικρίαις. 17 και απήραν εκ Μνημάτων της επιθυμίας και παρενέβαλον εν Ασηρώθ. 16 και απήραν εκ της ερήμου Σινά και παρενέβαλον εν Μνήμασι της επιθυμίας. 22 και απήραν εκ Ρεσσάν και παρενέβαλον εις Μακελλάθ. 28 και απήραν εκ Ταράθ και παρενέβαλον εις Μαθεκκά. 21 και απήραν εκ Λεβωνά και παρενέβαλον εις Ρεσσάν. 31 και απήραν εκ Μασουρούθ και παρενέβαλον εις Βαναία. 32 και απήραν εκ Βαναία και παρενέβαλον εις το όρος Γαδγάδ. 13 και απήραν εκ Ραφακά και παρενέβαλον εν Αιλούς. 10 και απήραν εξ Αιλίμ και παρενέβαλον επί θάλασσαν ερυθράν. 24 και απήραν εκ Σαφάρ και παρενέβαλον εις Χαραδάθ. 23 και απήραν εκ Μακελλάθ και παρενέβαλον εις Σαφάρ. 26 και απήραν εκ Μακηλώθ και παρενέβαλον εις Καταάθ. 18 και απήραν εξ Ασηρώθ και παρενέβαλον εν Ραθαμά. και απήραν εκ της ερήμου Σίν και παρενέβαλον εις την έρημον Φαράν· αύτη εστί Κάδης. 11 και απήραν από θαλάσσης ερυθράς. 29 και απήραν εκ Μαθεκκά και παρενέβαλον εις Σελμωνά. 12 και απήραν εκ της ερήμου Σίν και παρενέβαλον εις Ραφακά. 25 και απήραν εκ Χαραδάθ και παρενέβαλον εις Μακηλώθ. 14 και απήραν εξ Αιλούς και παρενέβαλον εν Ραφιδίν. 37 και απήραν εκ Κάδης και παρενέβαλον εις Ωρ το όρος πλησίον γης Εδώμ· 38 και ανέβη Ααρών ο ιερεύς δια προστάγματος Κυρίου και απέθανεν εκεί εν τω τεσσαρακοστω έτει της εξόδου των υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου τω μηνί τω πέμπτω μια του μηνός· 39 και Ααρών ην τριών και είκοσι και εκατόν ετών. και παρενέβαλον εις την έρημον Σίν. και ουκ ην εκεί ύδωρ τω λαω πιείν. 19 και απήραν εκ Ραθαμά και παρενέβαλον εν Ρεμμών Φαρές. και ούτος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 284 . 20 και απήραν εκ Ρεμμών Φαρές και παρενέβαλον εν Λεβωνά. 27 και απήραν εκ Καταάθ και παρενέβαλον εις Ταράθ. 30 και απήραν εκ Σελμωνά και παρενέβαλον εις Μασουρούθ. ότε απέθνησκεν εν Ωρ τω όρει. 35 και απήραν εξ Εβρωνά και παρενέβαλον εις Γεσιών Γάβερ. 33 και απήραν εκ του όρους Γαδγάδ και παρενέβαλον εις Ετεβαθά. 34 και απήραν εξ Ετεβαθά και παρενέβαλον εις Εβρωνά.

ποιήσω υμάς. 49 και παρενέβαλον παρά τον Ιορδάνην ανά μέσον Αισιμώθ έως Βελσατίμ κατά δυσμάς Μωάβ. 53 και απολείτε πάντας τους κατοικούντας την γην και κατοικήσετε εν αυτη· υμίν γαρ δέδωκα την γην αυτών εν κλήρω. 50 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν επί δυσμών Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατά Ιεριχώ λέγων· 51 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εις γην Χαναάν 52 και απολείτε πάντας τους κατοικούντας εν τη γη προ προσώπου υμών και εξαρείτε τας σκοπιάς αυτών και πάντα τα είδωλα τα χωνευτά αυτών απολείτε αυτά και πάσας τας στήλας αυτών εξαρείτε. 48 και απήραν από των ορέων Αβαρίμ και παρενέβαλον επί δυσμών Μωάβ. σκόλοπες εν τοις οφθαλμοίς υμών και βολίδες εν ταις πλευραίς υμών και εχθρεύσουσιν υμίν επί της γης. 56 και έσται καθότι διεγνώκειν ποιήσαι αυτούς. απέναντι Ναβαύ. 46 και απήραν εκ Δαιβών Γάδ και παρενέβαλον εν Γελμών Δεβλαθαίμ. και έσται ους εάν καταλίπητε εξ αυτών. 47 και απήραν εκ Γελμών Δεβλαθαίμ και παρενέβαλον επί τα όρη τα Αβαρίμ. 43 και απήραν εκ Φινώ και παρενέβαλον εν ‘Ωβώθ. 55 εάν δε μη απολέσητε τους κατοικούντας επί της γης από προσώπου υμών. αυτού έσται· κατά φυλάς πατριών υμών κληρονομήσετε. ότε εισεπορεύοντο οι υιοί Ισραήλ. εν τω πέραν επί των ορίων Μωάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατώκει εν γη Χαναάν. 45 και απήραν εκ Γαϊ και παρενέβαλον εις Δαιβών Γάδ. γη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 285 . 41 και απήραν εξ Ωρ του όρους και παρενέβαλον εις Σελμωνά. επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. εφ' ην υμείς κατοικήσετε. 44 και απήραν εξ ‘Ωβώθ και παρενέβαλον εν Γαϊ. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· υμείς εισπορεύεσθε εις την γην Χαναάν· αύτη έσται υμίν εις κληρονομίαν. 54 και κατακληρονομήσετε την γην αυτών εν κλήρω κατά φυλάς υμών· τοις πλείοσι πληθυνείτε την κατάσχεσιν αυτών και τοις ελάττοσιν ελαττώσετε την κατάσχεσιν αυτών· εις ό αν εξέλθη το όνομα αυτού εκεί. 42 και απήραν εκ Σελμωνά και παρενέβαλον εις Φινώ.

και έσται υμίν τα όρια προς λίβα από μέρους της θαλάσσης της αλυκής από ανατολών· 4 και κυκλώσει υμάς τα όρια από λιβός προς ανάβασιν Ακραβίν και παρελεύσεται Σεννά. και εξελεύσεται εις έπαυλιν Αράδ και παρελεύσεται Ασεμωνά· 5 και κυκλώσει τα όρια από Ασεμωνά χειμάρρουν Αιγύπτου. 7 και τούτο έσται υμίν τα όρια προς βορράν· από της θαλάσσης της μεγάλης καταμετρήσετε υμίν αυτοίς παρά το όρος το όρος· 8 και από του όρους το όρος καταμετρήσετε αυτοίς εισπορευομένων εις Εμάθ. ον τρόπον συνέταξε Κύριος δούναι αυτήν ταις εννέα φυλαίς και τω ημίσει φυλής Μανασσή· 14 ότι έλαβε φυλή υιών Ρουβήν και φυλή υιών Γάδ κατ' οίκους πατριών αυτών. 19 και ταύτα τα ονόματα των ανδρών· της φυλής Ιούδα Χάλεβ υιος Ιεφοννή· 20 της φυλής Συμεών Σαλαμιήλ υιος Εμιούδ· 21 της φυλής Βενιαμίν Ελδάδ υιος Χασλών· 22 της φυλής Δάν άρχων Βακχίρ υιος Εγλί· 23 των υιών Ιωσήφ φυλής υιών Μανασσή άρχων Ανιήλ υιος Σουφί· 24 της φυλής υιών Εφραίμ άρχων Καμουήλ υιος Σαβαθάν· 25 της φυλής Ζαβουλών άρχων Ελισαφάν υιος Φαρνάχ· 26 της φυλής υιών Ισσάχαρ άρχων Φαλτιήλ υιος ‘Οζά· 27 της φυλής υιών Ασήρ άρχων Αχιώρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 286 . 18 και άρχοντα ένα εκ φυλής λήψεσθε κατακληρονομήσαι υμίν την γην. τούτο έσται υμίν τα όρια της θαλάσσης. και έσται η διέξοδος θάλασσα η αλυκή. και έσται η διέξοδος αυτού Αρσεναϊν· τούτο έσται υμίν όρια από βορρά. οί κληρονομήσουσιν υμίν την γην· Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο του Ναυή. 13 και ενετείλατο Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· αύτη η γη. 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 17 ταύτα τα ονόματα των ανδρών. αύτη έσται υμίν η γη και τα όρια αυτής κύκλω. και έσται η διέξοδος η θάλασσα. και καταβήσεται τα όρια Βηλά επί νώτου θαλάσσης Χενερέθ από ανατολών· 12 και καταβήσεται τα όρια επί τον Ιορδάνην. και έσται η διέξοδος αυτού προς λίβα Κάδης του Βαρνή. 3 και έσται υμίν το κλίτος το προς λίβα από ερήμου Σίν έως εχόμενον Εδώμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Χαναάν συν τοις ορίοις αυτής. 10 και καταμετρήσετε υμίν αυτοίς τα όρια ανατολών από Αρσεναϊν Σεπφαμάρ· 11 και καταβήσεται τα όρια από Σεπφάμ Αρβηλά από ανατολών επί πηγάς. ην κατακληρονομήσετε αυτήν μετά κλήρου. και το ήμισυ φυλής Μανασσή απέλαβον τους κλήρους αυτών. και έσται η διέξοδος αυτού τα όρια Σαραδάκ· 9 και εξελεύσεται τα όρια Δεφρωνά. 6 και τα όρια της θαλάσσης έσται υμίν· η θάλασσα η μεγάλη οριεί. 15 δύο φυλαί και ήμισυ φυλής έλαβον τους κλήρους αυτών πέραν του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ από νότου κατά ανατολάς.

4 και τα συγκυρούντα των πόλεων. πας ο πατάξας ψυχήν ακουσίως. ας δώσετε φυγείν εκεί τω φονεύσαντι. και ου μη αποθάνη ο φονεύων έως αν στη έναντι της συναγωγής εις κρίσιν. ας δώσετε από της κατασχέσεως υιών Ισραήλ. 8 και τας πόλεις. φυγαδευτήρια έσονται υμίν· 14 τας τρεις πόλεις δώσετε πέραν του Ιορδάνου και τας τρεις πόλεις δώσετε εν γη Χαναάν· 15 φυγαδείον έσται τοις υιοίς Ισραήλ. ην κατακληρονομήσουσι δώσουσιν από των πόλεων τοις Λευίταις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιος Σελεμί· 28 της φυλής Νεφθαλί άρχων Φαδαήλ υιος Ιαμιούδ. και τα προάστεια αυτών. 6 και τας πόλεις δώσετε τοις Λευίταις. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν επί δυσμών Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατά Ιεριχώ λέγων· 2 σύνταξον τοις υιοίς Ισραήλ και δώσουσι τοις Λευίταις από των κλήρων κατασχέσεως αυτών πόλεις κατοικείν και τα προάστεια των πόλεων κύκλω αυτών δώσουσι τοις Λευίταις. και τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 287 . από των τα πολλά πολλά. και προς ταύταις τεσσαράκοντα και δύο πόλεις· 7 πάσας τας πόλεις δώσετε τοις Λευίταις τεσσαράκοντα και οκτώ πόλεις. τας εξ πόλεις. και από των ελαττόνων ελάττω· έκαστος κατά την κληρονομίαν αυτού. 13 και αι πόλεις ας δώσετε. 3 και έσονται αυτοίς αι πόλεις κατοικείν. ας δώσετε τοις Λευίταις. και η πόλις μέσον τούτου έσται υμίν και τα όμορα των πόλεων. τας εξ πόλεις των φυγαδευτηρίων. από τείχους της πόλεως και έξω δισχιλίους πήχεις κύκλω· 5 και μετρήσεις έξω της πόλεως το κλίτος το προς ανατολάς δισχιλίους πήχεις και το κλίτος το προς λίβα δισχιλίους πήχεις και το κλίτος το προς θάλασσαν δισχιλίους πήχεις και το κλίτος το προς βορράν δισχιλίους πήχεις. 9 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 10 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εις γην Χαναάν 11 και διαστελείτε υμίν αυτοίς πόλεις· φυγαδευτήρια έσται υμίν φυγείν εκεί τον φονευτήν. και τα αφορίσματα αυτών έσται τοις κτήνεσιν αυτών και πάσι τοις τετράποσιν αυτών. 12 και έσονται αι πόλεις υμίν φυγαδευτήρια από του αγχιστεύοντος το αίμα. ταύτας. 29 τούτοις ενετείλατο Κύριος καταμερίσαι τοις υιοίς Ισραήλ εν γη Χαναάν.

και αποκαταστήσουσιν αυτόν η συναγωγή εις την πόλιν του φυγαδευτηρίου αυτού. και τελευτήση. έως αν αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας. ουκ ειδώς. 19 ο αγχιστεύων το αίμα. πατάξη αυτόν. και κατοικήσει εκεί έως αν αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας. 29 και έσται ταύτα υμίν εις δικαίωμα κρίματος εις τας γενεάς υμών εν πάσαις ταις κατοικίαις υμών. 21 ή δια μήνιν επάταξεν αυτόν τη χειρί. ουδέ ζητών κακοποιήσαι αυτόν. και αποθάνη. 20 εάν δε δι' έχθραν ώση αυτόν και επιρρίψη επ' αυτόν παν σκεύος εξ ενέδρου. εν ω αποθανείται εν αυτω. 22 εάν δε εξάπινα ου δι' έχθραν ώση αυτόν ή επιρρίψη επ' αυτόν παν σκεύος ουκ εξ ενέδρου 23 ή παντί λίθω. εις ην υμείς κατοικείτε· το γαρ αίμα τούτο φονοκτονεί την γην. αυτός δε ουκ εχθρός αυτού ην. 24 και κρινεί η συναγωγή ανά μέσον του πατάξαντος και ανά μέσον του αγχιστεύοντος το αίμα. ον έχρισαν αυτόν τω ελαίω τω αγίω. ούτος αποκτενεί αυτόν. 33 και ου μη φονοκτονήσητε την γην. και μετά το αποθανείν τον ιερέα τον μέγαν επαναστραφήσεται ο φονεύσας εις την γην της κατασχέσεως αυτού. 32 ου λήψεσθε λύτρα του φυγείν εις πόλιν των φυγαδευτηρίων. κατά τα κρίματα ταύτα. 16 εάν δε εν σκεύει σιδήρου πατάξη αυτόν. πατάξη αυτόν. 25 και εξελείται η συναγωγή τον φονεύσαντα από του αγχιστεύοντος το αίμα. και αποθάνη. φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονευτής. 31 και ου λήψεσθε λύτρα περί ψυχής παρά του φονεύσαντος του ενόχου όντος αναιρεθήναι· θανάτω γαρ θανατωθήσεται. 18 εάν δε εν σκεύει ξυλίνω εκ χειρός. και αποθάνη. και μάρτυς εις ου μαρτυρήσει επί ψυχήν αποθανείν. εξ ου αποθανείται εν αυτω. φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονεύων· ο αγχιστεύων το αίμα αποκτενεί τον φονεύσαντα εν τω συναντήσαι αυτω. φυγείν εκεί παντί πατάξαντι ψυχήν ακουσίως. θανάτω θανατούσθω ο πατάξας. ου κατέφυγε. του πάλιν κατοικείν επί της γης. έως αν αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας. 27 και εύρη αυτόν ο αγχιστεύων το αίμα έξω των ορίων της πόλεως καταφυγής αυτού και φονεύση ο αγχιστεύων το αίμα τον φονεύσαντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσηλύτω και τω παροίκω τω εν υμίν έσονται αι πόλεις αύται εις φυγαδευτήριον. και ουκ εξιλασθήσεται η γη από του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 288 . και επιπέση επ' αυτόν. φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονευτής. 17 εάν δε εν λίθω εκ χειρός. και αποθάνη. και αποθάνη. δια μαρτύρων φονεύσεις τον φονεύσαντα. ουκ ένοχός εστιν· 28 εν γαρ τη πόλει της καταφυγής κατοικείτω. 30 πας πατάξας ψυχήν. εν ω αποθανείται εν αυτω. φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονευτής. 26 εάν δε εξόδω εξέλθη ο φονεύσας τα όρια της πόλεως εις ην κατέφυγεν εκεί. ούτος αποκτενεί τον φονεύσαντα· όταν συναντήση αυτω.

ό συνέταξε Κύριος τοις θυγατράσι Σαλπαάδ. και προστεθήσεται η κληρονομία αυτών επί την κληρονομίαν της φυλής. αλλ' έκαστος εν τη κληρονομία αυτού προσκολληθήσονται οι υιοί Ισραήλ. 5 και ενετείλατο Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ δια προστάγματος Κυρίου λέγων· ούτως φυλή υιών Ιωσήφ λέγουσι· 6 τούτο το ρήμα. 11 και εγένοντο Θερσά και Εγλά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 289 . έστωσαν γυναίκες. ούτως εποίησαν θυγατράσι Σαλπαάδ. και εκ του κλήρου της κληρονομίας ημών αφαιρεθήσεται. οίς αν γένωνται γυναίκες. λέγων· ου αρέσκη εναντίον αυτών. και αφαιρεθήσεται ο κλήρος αυτών εκ της κατασχέσεως των πατέρων ημών και προστεθήσεται εις κληρονομίαν της φυλής. ίνα αγχιστεύσωσιν οι υιοί Ισραήλ έκαστος την κληρονομίαν την πατρικήν αυτού· 9 και ου περιστραφήσεται ο κλήρος εκ φυλής επί φυλήν ετέραν. οίς αν γένωνται γυναίκες. 7 και ουχί περιστραφήσεται κληρονομία τοις υιοίς Ισραήλ από φυλής επί φυλήν. ότι έκαστος εν τη κληρονομία της φυλής της πατριάς αυτού προσκολληθήσονται οι υιοί Ισραήλ. 34 και ου μιανείτε την γην. πλήν εκ του δήμου του πατρός αυτών έστωσαν γυναίκες. εφ' ης κατοικείτε επ' αυτής. και από της κληρονομίας φυλής πατριάς ημών αφαιρεθήσεται η κληρονομία αυτών. 10 ον τρόπον συνέταξε Κύριος Μωυσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αίματος του εκχυθέντος επ' αυτής. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ προσήλθον οι άρχοντες φυλής υιών Γαλαάδ υιού Μαχίρ υιού Μανασσή εκ της φυλής υιών Ιωσήφ και ελάλησαν έναντι Μωυσή και έναντι Ελεάζαρ του ιερέως και έναντι των αρχόντων οίκων πατριών των υιών Ισραήλ 2 και είπαν· τω κυρίω ημών ενετείλατο Κύριος αποδούναι την γην της κληρονομίας εν κλήρω τοις υιοίς Ισραήλ. 8 και πάσα θυγάτηρ αγχιστεύουσα κληρονομίαν εκ των φυλών υιών Ισραήλ ενί των εκ του δήμου του πατρός αυτής έσονται γυναίκες. 4 εάν δε γένηται η άφεσις των υιών Ισραήλ. εφ' ης εγώ κατασκηνώ εν υμίν· εγώ γαρ ειμι Κύριος κατασκηνών εν μέσω των υιών Ισραήλ. 3 και έσονται ενί των φυλών υιών Ισραήλ γυναίκες. αλλ' επί του αίματος του εκχέοντος. και τω κυρίω συνέταξε Κύριος δούναι την κληρονομίαν Σαλπαάδ του αδελφού ημών ταις θυγατράσιν αυτού.

παραδέδωκεν ενώπιον υμών την γην· εισπορευθέντες κληρονομήσατε την γην. 9 και είπα προς υμάς εν τω καιρω εκείνω λέγων· ου δυνήσομαι μόνος φέρειν υμάς· 10 Κύριος ο Θεός υμών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 290 . τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ δούναι αυτοίς και τω σπέρματι αυτών μετ ‘ αυτούς. α ενετείλατο Κύριος εν χειρί Μωυσή επί δυσμών Μωάβ επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. εις όρος και πεδίον και προς λίβα και παραλίαν γην Χαναναίων και Αντιλίβανον έως του ποταμού του μεγάλου Ευφράτου. ους ελάλησε Μωυσής παντί Ισραήλ πέραν του Ιορδάνου εν τη ερήμω προς δυσμαίς πλησίον της ερυθράς θαλάσσης ανά μέσον Φαράν Τοφόλ και Λοβόν και Αυλών και Καταχρύσεα· 2 ένδεκα ημερών εκ Χωρήβ οδός επ ‘ όρος Σηείρ έως Κάδης Βαρνή. όσα ενετείλατο Κύριος αυτω προς αυτούς. 13 Αύται αι εντολαί και τα δικαιώματα και τα κρίματα. ην ώμοσα τοις πατράσιν υμών. 4 μετά το πατάξαι Σηών βασιλέα Αμορραίων τον κατοικήσαντα εν Εσεβών και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν τον κατοικήσαντα εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν. ήρξατο Μωυσής διασαφήσαι τον νόμον τούτον λέγων· 6 Κύριος ο Θεός ημών ελάλησεν ημίν εν Χωρήβ λέγων· ικανούσθω υμίν κατοικείν εν τω όρει τούτω· 7 επιστράφητε και απάρατε υμείς και εισπορεύεσθε εις όρος Αμορραίων και προς πάντας τους περιοίκους Άραβα. και εγενήθη η κληρονομία αυτών επί την φυλήν δήμου του πατρός αυτών. 5 εν τω πέραν του Ιορδάνου εν γη Μωάβ. 3 και εγενήθη εν τω τεσσαρακοστω έτει εν τω ενδεκάτω μηνί μια του μηνός ελάλησε Μωυσής προς πάντας υιούς Ισραήλ κατά πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μελχά και Νούα και Μαλαά θυγατέρες Σαλπαάδ τοις ανεψιοίς αυτών· 12 εκ του δήμου του Μανασσή υιών Ιωσήφ εγενήθησαν γυναίκες. ------------------------------------------------------- ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΟΥΤΟΙ οι λόγοι. 8 ίδετε.

ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν ημίν. 12 Πως δυνήσομαι μόνος φέρειν τον κόπον υμών και την υπόστασιν υμών και τας αντιλογίας υμών. 14 και απεκρίθητέ μοι και είπατε· καλόν το ρήμα ό ελάλησας ποιήσαι. και ακούσομαι αυτό. ό εάν σκληρόν ή αφ ‘ υμών. ότι η κρίσις του Θεού εστι· και το ρήμα. και έλαβον εξ υμών δώδεκα άνδρας. 26 και ουκ ηθελήσατε αναβήναι. 18 και ενετειλάμην υμίν εν τω καιρω εκείνω πάντας τους λόγους. 19 και απάραντες εκ Χωρήβ επορεύθημεν πάσαν την έρημον την μεγάλην και την φοβεράν εκείνην. παραδέδωκεν ημίν Κύριος ο Θεός υμών προ προσώπου υμών την γην· αναβάντες κληρονομήσατε. και ιδού εστε σήμερον ωσεί τα άστρα του ουρανού τω πλήθει· 11 Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών προσθείη υμίν ως εστέ χιλιοπλασίως και ευλογήσαι υμάς. και εφοδευσάτωσαν ημίν την γην και αναγγειλάτωσαν ημίν απόκρισιν την οδόν. και καταστήσω εφ ‘ υμών ηγουμένους υμών. ον τρόπον είπε Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών υμίν· μη φοβείσθε μηδέ δειλιάσητε. οδόν όρους του Αμορραίου. ου μη υποστείλη πρόσωπον ανθρώπου. δι ‘ ης αναβησόμεθα εν αυτη. ό Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν υμίν. καθότι ελάλησεν υμίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επλήθυνεν υμάς. 21 ίδετε. αλλ ‘ ηπειθήσατε τω ρήματι Κυρίου του Θεού ημών 27 και διεγογγύζετε εν ταις σκηναίς υμών και είπατε· δια το μισείν Κύριον ημάς. καθότι ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών ημίν. 13 δότε εαυτοίς άνδρας σοφούς και επιστήμονας και συνετούς εις τας φυλάς υμών. κατά τον μικρόν και κατά τον μέγαν κρινείς. 23 και ήρεσεν εναντίον μου το ρήμα. ανοίσετε αυτό επ ‘ εμέ. 22 και προσήλθατέ μοι πάντες και είπατε· αποστείλωμεν άνδρας προτέρους ημών. 20 και είπα προς υμάς· ήλθατε έως του όρους του Αμορραίου. άνδρα ένα κατά φυλήν. ην είδετε. 15 και έλαβον εξ υμών άνδρας σοφούς και επιστήμονας και συνετούς και κατέστησα αυτούς ηγείσθαι εφ ‘ υμών χιλιάρχους και εκατοντάρχους και πεντηκοντάρχους και δεκάρχους και γραμματοεισαγωγείς τοις κριταίς υμών. 17 ουκ επιγνώση πρόσωπον εν κρίσει. 16 και ενετειλάμην τοις κριταίς υμών εν τω καιρω εκείνω λέγων· διακούετε ανά μέσον των αδελφών υμών και κρίνατε δικαίως ανά μέσον ανδρός και ανά μέσον αδελφού και ανά μέσον προσηλύτου αυτού. και ήλθομεν έως Κάδης Βαρνή. και τας πόλεις εις ας εισπορευσόμεθα εις αυτάς. 25 και ελάβοσαν εν ταις χερσίν αυτών από του καρπού της γης και κατήνεγκαν προς υμάς και έλεγον· αγαθή η γη. 24 και επιστραφέντες ανέβησαν εις το όρος και ήλθοσαν έως Φάραγγος βότρυος και κατεσκόπευσαν αυτήν. ους ποιήσετε. εξήγαγεν ημάς εκ γης Αιγύπτου παραδούναι ημάς εις χείρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 291 .

και τούτοις δώσω αυτήν. 41 και απεκρίθητε και είπατε· ημάρτομεν έναντι Κυρίου του Θεού ημών· ημείς αναβάντες πολεμήσομεν κατά πάντα. 40 και υμείς επιστραφέντες εστρατοπεδεύσατε εις την έρημον. ούτος όψεται αυτήν. ην είδετε. και αυτοί κληρονομήσουσιν αυτήν. 44 και εξήλθεν ο Αμορραίος ο κατοικών εν τω όρει εκείνω εις συνάντησιν υμίν και κατεδίωξαν υμάς. ου γαρ ειμι μεθ ‘ υμών· και ου μη συντριβήτε ενώπιον των εχθρών υμών· 43 και ελάλησα υμίν. 39 και παν παιδίον νέον. 29 και είπα προς υμάς· μη πτήξετε. 36 πλήν Χάλεβ υιος Ιεφοννή. κατά πάσαν την οδόν εις ην επορεύθητε. και εν νεφέλη ημέρας. και τούτω δώσω την γην. 46 και ενεκάθησθε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 292 . αλλά και υιούς γιγάντων εωράκαμεν εκεί. οδηγών υμάς εν πυρί νυκτός. και ετίτρωσκον υμάς από Σηείρ έως Ερμά. και τοις υιοίς αυτού δια το προσκείσθαι αυτόν τα προς Κύριον. όσα εποίησεν υμίν εν γη Αιγύπτω 31 και εν τη ερήμω ταύτη. οδόν την επί της ερυθράς θαλάσσης. όσα ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών ημίν. 32 και εν τω λόγω τούτω ουκ ενεπιστεύσατε Κυρίω τω Θεω ημών. ούτοι εισελεύσονται εκεί. 37 και εμοί εθυμώθη Κύριος δι ‘ υμάς λέγων· ουδέ συ ου μη εισέλθης εκεί· 38 Ιησούς υιος Ναυή ο παρεστηκώς σοι. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών. εφ ‘ ην επέβη. ως ετροφοφόρησέ σε Κύριος ο Θεός σου. οι δε αδελφοί υμών απέστησαν την καρδίαν υμών λέγοντες· έθνος μέγα και πολύ και δυνατώτερον ημών και πόλεις μεγάλαι και τετειχισμέναι έως του ουρανού. 28 που ημείς αναβαίνομεν. ωσεί ποιήσαισαν αι μέλισσαι. ότι αυτός κατακληρονομήσει αυτήν τω Ισραήλ. 34 και ήκουσε Κύριος την φωνήν των λόγων υμών και παροξυνθείς ώμοσε λέγων· 35 ει όψεταί τις των ανδρών τούτων την γην αγαθήν ταύτην. όστις ουκ οίδε σήμερον αγαθόν ή κακόν. εξολοθρεύσαι ημάς. μηδέ φοβηθήτε απ ‘ αυτών· 30 Κύριος ο Θεός υμών ο προπορευόμενος προ προσώπου υμών αυτός συνεκπολεμήσει αυτούς μεθ ‘ υμών κατά πάντα. ούτος εισελεύσεται εκεί· αυτόν κατίσχυσον. και ουκ εισήκουσε Κύριος της φωνής υμών ουδέ προσέσχεν υμίν. έως ήλθετε εις τον τόπον τούτον. και ουκ εισηκούσατέ μου και παρέβητε το ρήμα Κυρίου και παραβιασάμενοι ανέβητε εις το όρος. 45 και καθίσαντες εκλαίετε εναντίον Κυρίου του Θεού ημών. 42 και είπε Κύριος προς με· ειπόν αυτοίς· ουκ αναβήσεσθε ουδέ μη πολεμήσετε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αμορραίων. 33 ος προπορεύεται πρότερος υμών εν τη οδω εκλέγεσθαι υμίν τόπον. ως ει τις τροφοφορήσαι άνθρωπος τον υιόν αυτού. δεικνύων υμίν την οδόν καθ ‘ ην πορεύεσθε επ ‘ αυτής. και αναλαβόντες έκαστος τα σκεύη τα πολεμικά αυτού και συναθροισθέντες ανεβαίνετε εις το όρος. οδόν όρους του Αμορραίου.

2 και είπε Κύριος προς με· 3 ικανούσθω υμίν κυκλούν το όρος τούτο. όσας ποτέ ημέρας ενεκάθησθε. τους κατοικούντας εν Σηείρ παρά την οδόν την Άραβα από Αιλών και από Γεσιών Γάβερ και επιστρέψαντες παρήλθομεν οδόν έρημον Μωάβ. ότι εν κλήρω δέδωκα τοις υιοίς Ησαύ το όρος το Σηείρ. και οι Μωαβίται επονομάζουσιν αυτούς ‘Ομμίν. ωσπερ οι Ενακίμ· 11 Ραφαϊν λογισθήσονται και ούτοι ωσπερ και οι Ενακίμ. οδόν θάλασσαν ερυθράν. (10 οι ‘Ομμίν πρότεροι ενεκάθηντο επ ‘ αυτής έθνος μέγα και πολύ και ισχύοντες. και φοβηθήσονται υμάς και ευλαβηθήσονται υμάς σφόδρα. τοις γαρ υιοίς Λωτ δέδωκα την Αροήρ κληρονομείν. 14 και αι ημέραι. ην δέδωκε Κύριος αυτοίς). 6 αργυρίου βρώματα αγοράσατε παρ ‘ αυτών και φάγεσθε και ύδωρ μέτρω λήψεσθε παρ ‘ αυτών αργυρίου και πίεσθε· 7 ο γαρ Κύριος ο Θεός ημών ευλόγησέ σε εν παντί έργω των χειρών σου· διάγνωθι Πως διήλθες την έρημον την μεγάλην και την φοβεράν εκείνην· ιδού τεσσαράκοντα έτη Κύριος ο Θεός σου μετά σου. 8 και παρήλθομεν τους αδελφούς ημών υιούς Ησαύ. και εκυκλώσαμεν το όρος το Σηείρ ημέρας πολλάς. ον τρόπον εποίησεν Ισραήλ την γην της κληρονομίας αυτού. και υιοί Ησαύ απώλεσαν αυτούς και εξέτριψαν αυτούς από προσώπου αυτών και κατωκίσθησαν αντ ‘ αυτών. επιστράφητε ουν επί βορράν· 4 και τω λαω έντειλαι λέγων· υμείς παραπορεύεσθε δια των ορίων των αδελφών υμών υιών Ησαύ. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ επιστραφέντες απήραμεν εις την έρημον. 13 νυν ουν ανάστητε και απάρατε υμείς και παραπορεύεσθε την φάραγγα Ζαρέτ. ον τρόπον ελάλησε Κύριος προς με. ουκ επεδεήθης ρήματος. 5 μη συνάψητε προς αυτούς πόλεμον· ου γαρ δώ υμίν από της γης αυτών ουδέ βήμα ποδός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εν Κάδης ημέρας πολλάς. 9 και είπε Κύριος προς με· μη εχθραίνετε τοις Μωαβίταις και μη συνάψητε προς αυτούς πόλεμον· ου γαρ μη δώ υμίν από της γης αυτών εν κλήρω. οί κατοικούσιν εν Σηείρ. ας παρεπορεύθημεν από Κάδης Βαρνή έως ου παρήλθομεν την φάραγγα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 293 . 12 και εν Σηείρ ενεκάθητο ο Χορραίος το πρότερον.

ον τρόπον εξέτριψαν τον Χορραίον από προσώπου αυτών και κατεκληρονόμησαν αυτούς και κατωκίσθησαν αντ ‘ αυτών έως της ημέρας ταύτης· 23 και οι Ευαίοι οι κατοικούντες εν Ασηδώθ έως Γάζης. ότι τοις υιοίς Λωτ δέδωκα αυτήν εν κλήρω. ίνα παραδοθή εις τας χείράς σου ως εν τη ημέρα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 294 . καθότι ώμοσε Κύριος ο Θεός αυτοίς· 15 και η χείρ του Θεού ην επ ‘ αυτοίς εξαναλώσαι αυτούς εκ μέσου της παρεμβολής. 30 και ουκ ηθέλησε Σηών βασιλεύς Εσεβών παρελθείν ημάς δι ‘ αυτού. ωσπερ και οι Ενακίμ. ότι εσκλήρυνε Κύριος ο Θεός ημών το πνεύμα αυτού και κατίσχυσε την καρδίαν αυτού. και πίομαι· πλήν ότι παρελεύσομαι τοις ποσί. 26 Και απέστειλα πρέσβεις εκ της ερήμου Κεδαμώθ προς Σηών βασιλέα Εσεβών λόγοις ειρηνικοίς λέγων· 27 παρελεύσομαι δια της γης σου. εν τη οδω πορεύσομαι. σύναπτε προς αυτόν πόλεμον. 29 καθώς εποίησάν μοι οι υιοί Ησαύ οι κατοικούντες εν Σηείρ και οι Μωαβίται οι κατοικούντες εν Αροήρ. 24 νυν ουν ανάστητε και απάρατε και παρέλθατε υμείς την φάραγγα Αρνών· ιδού παραδέδωκα εις τας χείράς σου τον Σηών βασιλέα Εσεβών τον Αμορραίον και την γην αυτού· ενάρχου κληρονομείν. 25 εν τη ημέρα ταύτη ενάρχου δούναι τον τρόμον σου και τον φόβον σου επί προσώπου πάντων των εθνών των υποκάτω του ουρανού. 17 και ελάλησε Κύριος προς με λέγων· 18 συ παραπορεύση σήμερον τα όρια Μωάβ την Σηείρ 19 και προσάξετε εγγύς υιών Αμμάν· μη εχθραίνετε αυτοίς μηδέ συνάψητε αυτοίς εις πόλεμον· ου γαρ μη δώ από της γης υιών Αμμάν σοι εν κλήρω. έως ου διέπεσε πάσα γενεά ανδρών πολεμιστών αποθνήσκοντες εκ της παρεμβολής. ουκ εκκλινώ δεξιά ουδ ‘ αριστερά· 28 βρώματα αργυρίου αποδώση μοι. και απώλεσεν αυτούς Κύριος προ προσώπου αυτών. 16 και εγενήθη επειδή έπεσαν πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί αποθνήσκοντες εκ μέσου του λαού. (20 γη Ραφαϊν λογισθήσεται· και γαρ επ ‘ αυτής κατώκουν οι Ραφαϊν το πρότερον. και οι Αμμανίται επονομάζουσιν αυτούς Ζομζομμίν. και φάγομαι. 21 έθνος μέγα και πολύ και δυνατώτερον υμών. και οι Καππάδοκες οι εξελθόντες εκ Καππαδοκίας εξέτριψαν αυτούς και κατωκίσθησαν αντ ‘ αυτών). έως αν παρέλθω τον Ιορδάνην εις την γην. οίτινες ακούσαντες το όνομά σου ταραχθήσονται και ωδίνας έξουσιν από προσώπου σου. και ύδωρ αργυρίου αποδώση μοι. τριάκοντα και οκτώ έτη. και κατεκληρονόμησαν και κατωκίσθησαν αντ ‘ αυτών έως της ημέρας ταύτης· 22 ωσπερ εποίησαν τοις υιοίς Ησαύ κατοικούσιν εν Σηείρ. έως ου διέπεσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ζαρέτ. ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν ημίν.

αυτός και πας ο λαός αυτού. 36 εξ Αροήρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 295 . και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν και πάντα τον λαόν αυτού. 2 και είπε Κύριος προς με· μη φοβηθής αυτόν. 31 και είπε Κύριος προς με· ιδού ήργμαι παραδούναι προ προσώπου σου τον Σηών βασιλέα Εσεβών τον Αμορραίον και την γην αυτού· έναρξαι κληρονομήσαι την γην αυτού. ήτις διέφυγεν ημάς. πλήν των πόλεων των Φερεζαίων των πολλών σφόδρα. αυτός και πας ο λαός αυτού. και εξήλθεν Ωγ βασιλεύς της Βασάν εις συνάντησιν ημίν. πάντα τα συγκυρούντα χειμάρρου Ιαβόκ και τας πόλεις τας εν τη ορεινή. τας πάσας παρέδωκε Κύριος ο Θεός ημών εις τας χείρας ημών· 37 πλήν εγγύς υιών Αμμάν ου προσήλθομεν. και επατάξαμεν αυτόν και τους υιούς αυτού και πάντα τον λαόν αυτού· 34 και εκρατήσαμεν πασών των πόλεων αυτού εν τω καιρω εκείνω και εξωλοθρεύσαμεν πάσαν πόλιν εξής. 32 και εξήλθε Σηών βασιλεύς Εσεβών εις συνάντησιν ημίν. εξήκοντα πόλεις. 5 πάσαι πόλεις οχυραί. και ποιήσεις αυτω ωσπερ εποίησας Σηών βασιλεί των Αμορραίων. ου κατελίπομεν ζωγρείαν· 35 πλήν τα κτήνη επρονομεύσαμεν και τα σκύλα των πόλεων ελάβομεν. ην ουκ ελάβομεν παρ ‘ αυτών. 3 και παρέδωκεν αυτόν Κύριος ο Θεός ημών εις τας χείρας ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτη. και τας γυναίκας αυτών και τα τέκνα αυτών. πύλαι και μοχλοί. εις πόλεμον εις Εδραϊμ. ή εστι παρά το χείλος χειμάρρου Αρνών. πάντα τα περίχωρα Αργόβ βασιλέως Ωγ εν Βασάν. 4 και εκρατήσαμεν πασών των πόλεων αυτού εν τω καιρω εκείνω· ουκ ην πόλις. και την πόλιν την ούσαν εν τη φάραγγι και έως όρους του Γαλαάδ ουκ εγενήθη πόλις. ος κατώκει εν Εσεβών. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ επιστραφέντες ανέβημεν οδόν την εις Βασάν. 6 εξωλοθρεύσαμεν αυτούς. εις πόλεμον εις Ιασσά. και επατάξαμεν αυτόν έως του μη καταλιπείν αυτού σπέρμα. 33 και παρέδωκεν αυτόν Κύριος ο Θεός ημών προ προσώπου ημών. καθότι ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών ημίν. τείχη υψηλά. ότι εις τας χείράς σου παραδέδωκα αυτόν και πάντα τον λαόν αυτού και πάσαν την γην αυτού.

όσα εποίησε Κύριος ο Θεός ημών τοις δυσί βασιλεύσι τούτοις· ούτως ποιήσει Κύριος ο Θεός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 296 . 8 Και ελάβομεν εν τω καιρω εκείνω την γην εκ χειρών δύο βασιλέων των Αμορραίων. πόλεις βασιλείας του Ωγ εν τη Βασάν. 21 Και τω Ιησοί ενετειλάμην εν τω καιρω εκείνω λέγων· οι οφθαλμοί υμών εωράκασι πάντα. 16 και τω Ρουβήν και τω Γάδ δέδωκα από της Γαλαάδ έως χειμάρρου Αρνών (μέσον του χειμάρρου όριον) και έως του Ιαβόκ· ο χειμάρρους όριον τοις υιοίς Αμμάν. πάσαν Βασάν εκείνην· γη Ραφαϊν λογισθήσεται. 14 και Ιαϊρ υιος Μανασσή έλαβε πάσαν την περίχωρον Αργόβ έως των ορίων Γαργασί και Μαχαθί· επωνόμασεν αυτάς επί τω ονόματι αυτού την Βασάν Αυώθ Ιαϊρ έως της ημέρας ταύτης. 14 και Ιαϊρ Ραφαϊν λογισθήσεται. οίδα ότι πολλά κτήνη υμίν. και επαναστραφήσεσθε έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού. εννέα πήχεων το μήκος αυτής και τεσσάρων πήχεων το εύρος αυτής εν πήχει ανδρός. 12 και την γην εκείνην εκληρονομήσαμεν εν τω καιρω εκείνω από Αροήρ. θαλάσσης αλυκής υπό Ασηδώθ την Φασγά ανατολών 18 και ενετειλάμην υμίν εν τω καιρω εκείνω λέγων· Κύριος ο Θεός υμών έδωκεν υμίν την γην ταύτην εν κλήρω· ενοπλισάμενοι προπορεύεσθε προ προσώπου των αδελφών υμών υιών Ισραήλ. ωσπερ και υμάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωσπερ εποιήσαμεν τον Σηών βασιλέα Εσεβών. 11 ότι πλήν Ωγ βασιλεύς Βασάν κατελείφθη από των Ραφαϊν· ιδού η κλίνη αυτού κλίνη σιδηρά. και έως θαλάσσης Άραβα. πας δυνατός· 19 πλήν αι γυναίκες υμών και τα τέκνα υμών και τα κτήνη υμών. ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν αυτοίς εν τω πέραν του Ιορδάνου. 13 και το κατάλοιπον του Γαλαάδ και πάσαν την Βασάν βασιλείαν Ωγ έδωκα τω ημίσει φυλής Μανασσή και πάσαν περίχωρον Αργόβ. 15 και τω Μαχίρ έδωκα την Γαλαάδ. 17 και η Άραβα και ο Ιορδάνης όριον Μαχαναρέθ. κατοικείτωσαν εν ταις πόλεσιν υμών. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου από του χειμάρρου Αρνών και έως Αερμών (9 οι Φοίνικες επονομάζουσι το Αερμών Σανιώρ. αις έδωκα υμίν. 20 έως αν καταπαύση Κύριος ο Θεός υμών τους αδελφούς υμών. ή εστι παρά το χείλος χειμάρρου Αρνών. και ο Αμορραίος επωνόμασεν αυτό Σανίρ). και κατακληρονομήσωσι και ούτοι την γην. 10 πάσαι πόλεις Μισώρ και πάσα Γαλαάδ και πάσα Βασάν έως Ελχά και Εδραϊμ. ιδού αύτη εν τη άκρα των υιών Αμμάν. και εξωλοθρεύσαμεν πάσαν πόλιν εξής και τας γυναίκας και τα παιδία· 7 και πάντα τα κτήνη. ην έδωκα υμίν. και το ήμισυ του όρους Γαλαάδ και τας πόλεις αυτού έδωκα τω Ρουβήν και τω Γάδ. και τα σκύλα των πόλεων επρονομεύσαμεν εαυτοίς.

όστις ποιήσει καθά εποίησας συ και κατά την ισχύν σου. ότι Κύριος ο Θεός ημών αυτός πολεμήσει περί υμών. ην Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών δίδωσιν υμίν. 4 υμείς δε οι προσκείμενοι Κυρίω τω Θεω υμών ζήτε πάντες εν τη σήμερον. 25 διαβάς ουν όψομαι την γην την αγαθήν ταύτην την ούσαν πέραν του Ιορδάνου. άκουε των δικαιωμάτων και των κριμάτων. εφ ‘ ας συ διαβαίνεις εκεί· 22 ου φοβηθήσεσθε απ ‘ αυτών. όστις επορεύθη οπίσω Βεελφεγώρ. 29 και ενεκαθήμεθα εν νάπη σύνεγγυς οίκου Φογώρ. και ούτος κατακληρονομήσει αυτοίς πάσαν την γην. δέδειχα υμίν δικαιώματα και κρίσεις. Ισραήλ. όσα εποίησε Κύριος ο Θεός ημών τω Βεελφεγώρ. 28 και έντειλαι Ιησοί και κατίσχυσον αυτόν και παρακάλεσον αυτόν. ίνα ζήτε και πολυπλασιασθήτε και εισελθόντες κληρονομήσητε την γην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών πάσας τας βασιλείας. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ νυν. και είπε Κύριος προς με· ικανούσθω σοι. ότι ου διαβήση τον Ιορδάνην τούτον. 26 και υπερείδε Κύριος εμέ ένεκεν υμών και ουκ εισήκουσέ μου. εις ην υμείς εισπορεύεσθε εκεί κληρονομείν αυτήν· 6 και φυλάξεσθε και ποιήσετε. 23 και εδεήθην Κυρίου εν τω καιρω εκείνω λέγων· 24 Κύριε Θεέ. ότι πας άνθρωπος. 5 ίδετε. 3 οι οφθαλμοί υμών εωράκασι πάντα. όσα εγώ διδάσκω υμάς σήμερον ποιείν. μη προσθής έτι λαλήσαι τον λόγον τούτον· 27 ανάβηθι επί την κορυφήν του Λελαξευμένου και αναβλέψας τοις οφθαλμοίς σου κατά θάλασσαν και βορράν και λίβα και ανατολάς και ιδέ τοις οφθαλμοίς σου. όσα εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. και ουκ αφελείτε απ ‘ αυτού· φυλάσσεσθε τας εντολάς Κυρίου του Θεού υμών. ότι αύτη η σοφία και η σύνεσις υμών εναντίον πάντων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 297 . καθά ενετείλατό μοι Κύριος. ότι ούτος διαβήσεται προ προσώπου του λαού τούτου. ην εώρακας. εξέτριψεν αυτόν Κύριος ο Θεός υμών εξ υμών. ποιήσαι ούτως εν τη γη. 2 ου προσθήσετε προς το ρήμα ό εγώ εντέλλομαι υμίν. το όρος τούτο το αγαθόν και τον Αντιλίβανον. συ ήρξω δείξαι τω σω θεράποντι την ισχύν σου και την δύναμίν σου και την χείρα την κραταιάν και τον βραχίονα τον υψηλόν· τις γαρ εστι Θεός εν τω ουρανω ή επί της γης.

όσοι εάν ακούσωσι πάντα τα δικαιώματα ταύτα και ερούσιν· ιδού λαός σοφός και επιστήμων το έθνος το μέγα τούτο. και έγραψεν αυτά επί δύο πλάκας λιθίνας. α απένειμε Κύριος ο Θεός σου αυτά πάσι τοις έθνεσι τοις υποκάτω του ουρανού. μη επιλάθη πάντας τους λόγους. τα δέκα ρήματα. ην ενετείλατο υμίν ποιείν. 21 και Κύριος ο Θεός εθυμώθη μοι περί των λεγομένων υφ ‘ υμών και ώμοσεν ίνα μη διαβώ τον Ιορδάνην τούτον και ίνα μη εισέλθω εις την γην. είναι αυτω λαόν έγκληρον ως εν τη ημέρα ταύτη. ό πέταται υπό τον ουρανόν. ποιείν υμάς αυτά επί της γης. ή ελάλησε Κύριος προς υμάς εν Χωρήβ εν τω όρει εκ μέσου του πυρός. όσα εστίν εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. ην έστητε ενώπιον Κυρίου του Θεού ημών εν Χωρήβ τη ημέρα της εκκλησίας. και ακουσάτωσαν τα ρήματά μου. ω εστιν αυτω Θεός εγγίζων αυτοίς. 17 ομοίωμα παντός κτήνους των όντων επί της γης. 14 και εμοί ενετείλατο Κύριος εν τω καιρω εκείνω διδάξαι υμάς δικαιώματα και κρίσεις. γνόφος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των εθνών. 18 ομοίωμα παντός ερπετού. και τους υιούς αυτών διδάξουσι. 19 και μη αναβλέψας εις τον ουρανόν και ιδών τον ήλιον και την σελήνην και τους αστέρας και πάντα τον κόσμον του ουρανού. εις ην υμείς εισπορεύεσθε εκεί κληρονομήσαι αυτήν. σκότος. ην υμείς ηκούσατε. και συμβιβάσεις τους υιούς σου και τους υιούς των υιών σου 10 ημέραν. όπως μάθωσι φοβείσθαί με πάσας τας ημέρας. και το όρος εκαίετο πυρί έως του ουρανού. πλανηθείς προσκυνήσης αυτοίς και λατρεύσης αυτοίς. 7 ότι ποίον έθνος μέγα. οίς εάν αυτόν επικαλεσώμεθα. 16 μη ανομήσητε και ποιήσητε υμίν εαυτοίς γλυπτόν ομοίωμα πάσαν εικόνα ομοίωμα αρσενικού ή θηλυκού. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω· 22 εγώ γαρ αποθνήσκω εν τη γη ταύτη και ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 298 . ό έρπει επί της γης. ομοίωμα παντός ιχθύος. 12 και ελάλησε Κύριος προς υμάς εκ μέσου του πυρός φωνήν ρημάτων. 11 και προσήλθετε και έστητε υπό το όρος. θύελλα. ως Κύριος ο Θεός ημών εν πάσιν. ότι ουκ είδετε ομοίωμα εν τη ημέρα. 9 πρόσεχε σεαυτω και φύλαξον την ψυχήν σου σφόδρα. ω εστιν αυτω δικαιώματα και κρίματα δίκαια κατά πάντα τον νόμον τούτον. εξ Αιγύπτου. ας αυτοί ζώσιν επί της γης. φωνή μεγάλη. αλλ ‘ ή φωνήν· 13 και ανήγγειλεν υμίν την διαθήκην αυτού. ον εγώ δίδωμι ενώπιον υμών σήμερον. ους εωράκασιν οι οφθαλμοί σου· και μη αποστήτωσαν από της καρδίας σου πάσας τας ημέρας της ζωής σου. 15 και φυλάξεσθε σφόδρα τας ψυχάς υμών. και ομοίωμα ουκ είδετε. ότι είπε Κύριος προς με· εκκλησίασον προς με τον λαόν. 8 και ποίον έθνος μέγα. ομοίωμα παντός ορνέου πτερωτού. 20 υμάς δε έλαβεν ο Θεός και εξήγαγεν υμάς εκ της καμίνου της σιδηράς.

26 διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην. ον τρόπον ακήκοας συ και έζησας· 34 ει επείρασεν ο Θεός εισελθών λαβείν εαυτω έθνος εκ μέσου έθνους εν πειρασμω και εν σημείοις και εν τέρασι και εν πολέμω και εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω και εν οράμασι μεγάλοις κατά πάντα. μη επιλάθησθε την διαθήκην Κυρίου του Θεού ημών. ουκ επιλήσεται την διαθήκην των πατέρων σου. ουκ εγκαταλείψει σε ουδέ μη εκτρίψη σε. ην διέθετο προς υμάς. 32 επερωτήσατε ημέρας προτέρας τας γενομένας προτέρας σου από της ημέρας. ην ώμοσεν αυτοίς Κύριος. και ανομήσητε. οί ουκ όψονται ουδέ μη ακούσωσιν ούτε μη φάγωσιν ούτε μη οσφρανθώσι. 36 εκ του ουρανού ακουστή εγένετο η φωνή αυτού παιδεύσαί σε. ης έκτισεν ο Θεός άνθρωπον επί της γης. και επί της γης έδειξέ σοι το πυρ αυτού το μέγα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διαβαίνω τον Ιορδάνην τούτον. 27 και διασπερεί Κύριος υμάς εν πάσι τοις έθνεσι και καταλειφθήσεσθε ολίγοι αριθμω εν πάσι τοις έθνεσιν. ει ήκουσται τοιούτο· 33 ει ακήκοεν έθνος φωνήν Θεού ζώντος λαλούντος εκ μέσου του πυρός. ξύλοις και λίθοις. και ποιήσητε υμίν εαυτοίς γλυπτόν ομοίωμα πάντων. ούτος Θεός εστι. ει γέγονε κατά το ρήμα το μέγα τούτο. 25 Εάν δε γεννήσης υιούς και υιούς των υιών σου και χρονίσητε επί της γης και ανομήσητε και ποιήσητε γλυπτόν ομοίωμα παντός και ποιήσητε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου του Θεού υμών παροργίσαι αυτόν. όταν εκζητήσητε αυτόν εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου εν τη θλίψει σου· 30 και ευρήσουσί σε πάντες οι λόγοι ούτοι επ ‘ εσχάτω των ημερών. έργοις χειρών ανθρώπων. και επιστραφήση προς Κύριον τον Θεόν σου και εισακούση της φωνής αυτού· 31 ότι Θεός οικτίρμων Κύριος ο Θεός σου. 29 και ζητήσετε εκεί Κύριον τον Θεόν υμών και ευρήσετε αυτόν. και τα ρήματα αυτού ήκουσας εκ μέσου του πυρός. και επί το άκρον του ουρανού έως του άκρου του ουρανού. 23 προσέχετε υμείς. όσα εποίησε Κύριος ο Θεός ημών εν Αιγύπτω ενώπιόν σου βλέποντος· 35 ωστε ειδήσαί σε ότι Κύριος ο Θεός σου. Θεός ζηλωτής. ότι απωλεία απολείσθε από της γης. εις ους εισάξει Κύριος υμάς εκεί. 28 και λατρεύσετε εκεί θεοίς ετέροις. ουχί πολυχρονιείτε ημέρας επ ‘ αυτής. 37 δια το αγαπήσαι αυτόν τους πατέρας σου και εξελέξατο το σπέρμα αυτών μετ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 299 . εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. αλλ ‘ ή εκτριβή εκτριβήσεσθε. και ουκ έστιν έτι πλήν αυτού. ων συνέταξέ σοι Κύριος ο Θεός σου· 24 ότι Κύριος ο Θεός σου πυρ καταναλίσκον εστί. υμείς δε διαβαίνετε και κληρονομήσετε την γην την αγαθήν ταύτην.

49 πάσαν την Άραβα πέραν του Ιορδάνου κατά ανατολάς ηλίου υπό Ασηδώθ την λαξευτήν. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ εκάλεσε Μωυσής πάντα Ισραήλ. ίνα εύ σοι γένηται και τοις υιοίς σου μετά σε. εισαγαγείν σε δούναί σοι την γην αυτών κληρονομείν. 41 Τότε αφώρισε Μωυσής τρεις πόλεις πέραν του Ιορδάνου από ανατολών ηλίου 42 φυγείν εκεί τον φονευτήν. 44 Ούτος ο νόμος. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι πάσας τας ημέρας. δύο βασιλέων των Αμορραίων. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου κατά ανατολάς ηλίου. Ισραήλ. ή εστιν επί του χείλους χειμάρρου Αρνών. εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου 47 και εκληρονόμησαν την γην αυτού και την γην Ωγ βασιλέως της Βασάν. και μαθήσεσθε αυτά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 300 . εν φάραγγι. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. όπως μακροήμεροι γένησθε επί της γης. όσα ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ. 48 από Αροήρ. εγγύς οίκου Φογώρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς υμάς και εξήγαγέ σε αυτός εν τη ισχύϊ αυτού τη μεγάλη εξ Αιγύπτου 38 εξολοθρεύσαι έθνη μεγάλα και ισχυρότερά σου προ προσώπου σου. και είπε προς αυτούς· άκουε. 39 και γνώση σήμερον και επιστραφήση τη διανοία ότι Κύριος ο Θεός σου ούτος Θεός εν τω ουρανω άνω και επί της γης κάτω. και καταφεύξεται εις μίαν των πόλεων τούτων και ζήσεται· 43 την Βοσόρ εν τη ερήμω εν τη γη τη πεδινή τω Ρουβήν και την Ραμώθ εν Γαλαάδ τω Γαδδί και την Γαυλών εν Βασάν τω Μανασσή. καθώς έχεις σήμερον. και ούτος ου μισών αυτόν προ της χθές και της τρίτης. και ουκ έστιν έτι πλήν αυτού· 40 και φυλάξασθε τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα αυτού. ος κατώκει εν Εσεβών. ον παρέθετο Μωυσής ενώπιον υιών Ισραήλ· 45 ταύτα τα μαρτύρια και τα δικαιώματα και τα κρίματα. ος αν φονεύση τον πλησίον ουκ ειδώς. εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου 46 εν τω πέραν του Ιορδάνου. εν γη Σηών βασιλέως των Αμορραίων. όσα εγώ λαλώ εν τοις ωσίν υμών εν τη ημέρα ταύτη. τα δικαιώματα και τα κρίματα. ον επάταξε Μωυσής και οι υιοί Ισραήλ. και επί του όρους του Σηών ό εστιν Αερμών.

ου ποιήσεις εν αυτη παν έργον. 22 Ταύτα τα ρήματα ελάλησε Κύριος προς πάσαν συναγωγήν υμών εν τω όρει εκ μέσου του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 301 . 13 εξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· 14 τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεω σου. υμείς ώδε πάντες ζώντες σήμερον· 4 πρόσωπον κατά πρόσωπον ελάλησε Κύριος προς υμάς εν τω όρει εκ μέσου του πυρός. εξ οίκου δουλείας. ον τρόπον ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου. αποδιδούς αμαρτίας πατέρων επί τέκνα επί τρίτην και τετάρτην γενεάν τοις μισούσί με. 9 ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσης αυτοίς. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάξεσθε ποιείν αυτά. 11 ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω· ου γαρ μη καθαρίση Κύριος ο Θεός σου τον λαμβάνοντα το όνομα αυτού επί ματαίω. ο παις σου και η παιδίσκη σου. 17 ου φονεύσεις. ον τρόπον ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου. 21 ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου· ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα αυτού ούτε την παιδίσκην αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε του υποζυγίου αυτού ούτε παντός κτήνους αυτού ούτε πάντα όσα τω πλησίον σου εστι. αλλ ‘ ή προς υμάς. 20 ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή. 2 Κύριος ο Θεός υμών διέθετο προς υμάς διαθήκην εν Χωρήβ· 3 ουχί τοις πατράσιν υμών διέθετο Κύριος την διαθήκην ταύτην. ο βούς σου και το υποζύγιόν σου και παν κτήνός σου και προσήλυτος ο παροικών εν σοί. 5 καγώ ειστήκειν ανά μέσον Κυρίου και υμών εν τω καιρω εκείνω αναγγείλαι υμίν τα ρήματα Κυρίου. ίνα εύ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης. 8 ου ποιήσεις σεαυτω είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα. λέγων· 6 εγώ ειμι Κύριος ο Θεός σου ο εξαγαγών σε εκ γης Αιγύπτου. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. ίνα αναπαύσηται ο παις σου και η παιδίσκη σου και το υποζύγιόν σου. Θεός ζηλωτής. 12 φύλαξαι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. ότι εφοβήθητε από προσώπου του πυρός και ουκ ανέβητε εις το όρος. δια τούτο συνέταξέ σοι Κύριος ο Θεός σου. 16 τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. ωσπερ και συ· 15 και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτω και εξήγαγέ σε Κύριος ο Θεός σου εκείθεν εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω. ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός σου. 10 και ποιών έλεος εις χιλιάδας τοις αγαπώσί με και τοις φυλάσσουσι τα προστάγματά μου. ωστε φυλάσσεσθαι την ημέραν των σαββάτων και αγιάζειν αυτήν. όσα εν τω ουρανω άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. 19 ου κλέψεις. 18 ου μοιχεύσεις. 7 ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι προ προσώπου μου.

28 και ήκουσε Κύριος την φωνήν των λόγων υμών λαλούντων προς με. γνόφος. και είπε Κύριος προς με· ήκουσα την φωνήν των λόγων του λαού τούτου. ην εγώ δίδωμι αυτοίς εν κλήρω. όπως καταπαύση σε και εύ σοι ή και μακροημερεύσητε επί της γης. 23 και εγένετο ως ηκούσατε την φωνήν εκ μέσου του πυρός και το όρος εκαίετο πυρί. όσα αν είπη Κύριος ο Θεός ημών. όσα αν λαλήση Κύριος ο Θεός ημών προς σε. ειπόν αυτοίς· αποστράφητε υμείς εις τους οίκους υμών· 31 συ δε αυτού στήθι μετ ‘ εμού. ην ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου πορεύεσθαι εν αυτη. και ακουσόμεθα και ποιήσομεν. φωνή μεγάλη. και αποθανούμεθα· 26 τις γαρ σάρξ. όσα διδάξεις αυτούς. ήτις ήκουσε φωνήν Θεού ζώντος λαλούντος εκ μέσου του πυρός. ωστε φοβείσθαί με και φυλάσσεσθαι τας εντολάς μου πάσας τας ημέρας. 33 κατά πάσαν την οδόν. εις ην υμείς εισπορεύεσθε εκεί κληρονομήσαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 302 . ην κληρονομήσετε. 30 βάδισον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πυρός. ότι εξαναλώσει ημάς το πυρ το μέγα τούτο. και ου προσέθηκε· και έγραψεν αυτά επί δύο πλάκας λιθίνας και έδωκέ μοι. και ζήσεται. και προσήλθετε προς με πάντες οι ηγούμενοι των φυλών υμών και η γερουσία υμών. και την φωνήν αυτού ηκούσαμεν εκ μέσου του πυρός· εν τη ημέρα ταύτη είδομεν ότι λαλήσει ο Θεός προς άνθρωπον. και συ λαλήσεις προς ημάς πάντα. 25 και νυν μη αποθάνωμεν. θύελλα. σκότος. και λαλήσω προς σε τας εντολάς και τα δικαιώματα και τα κρίματα. όσα ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών διδάξαι υμάς ποιείν ούτως εν τη γη. 24 και ελέγετε· ιδού έδειξεν ημίν Κύριος ο Θεός ημών την δόξαν αυτού. 32 και φυλάξεσθε ποιείν ον τρόπον ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου· ουκ εκκλινείτε εις δεξιά ουδέ εις αριστερά. και ποιείτωσαν ούτως εν τη γη. ίνα εύ ή αυτοίς και τοις υιοίς αυτών δι ‘ αιώνος. εάν προσθώμεθα ημείς ακούσαι την φωνήν Κυρίου του Θεού ημών έτι. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ αύται αι εντολαί και τα δικαιώματα και τα κρίματα. όσα ελάλησαν. 29 τις δώσει είναι ούτω την καρδίαν αυτών εν αυτοίς. και ζήσεται. 27 πρόσελθε συ και άκουσον πάντα. όσα ελάλησαν προς σε· ορθώς πάντα. ως ημείς.

10 Και έσται όταν εισαγάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην. μη οργισθείς θυμω Κύριος ο Θεός σου σοι εξολοθρεύση σε από προσώπου της γης. 14 ου πορεύεσθε οπίσω θεών ετέρων από των θεών των εθνών των περικύκλω υμών. και ταύτα τα δικαιώματα και τα κρίματα. 17 φυλάσσων φυλάξη τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτήν. ους ουκ εξελατόμησας. 15 ότι ο Θεός ζηλωτής Κύριος ο Θεός σου εν σοί. καθά ελάλησε Κύριος. 16 ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου. και φύλαξον ποιείν. λάκκους λελατομημένους. τα μαρτύρια και τα δικαιώματα. καθάπερ ελάλησε Κύριος ο Θεός των πατέρων σου δούναί σοι γην ρέουσαν γάλα και μέλι. μη επιλάθη Κυρίου του Θεού σου του εξαγαγόντος σε εκ γης Αιγύπτου. όσα ενετείλατο Κύριος τοις υιοίς Ισραήλ εν τη ερήμω. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν υμών. ίνα μακροημερεύσητε. εξ οίκου δουλείας. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και λαλήσεις εν αυτοίς καθήμενος εν οίκω και πορευόμενος εν οδω και κοιταζόμενος και διανιστάμενος· 8 και αφάψεις αυτά εις σημείον επί της χειρός σου. φυλάσσεσθαι πάντα τα δικαιώματα αυτού και τας εντολάς αυτού. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. Ισραήλ· Κύριος ο Θεός ημών Κύριος εις εστι· 5 και αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου. Ισραήλ. 13 Κύριον τον Θεόν σου φοβηθήση και αυτω μόνω λατρεύσεις και προς αυτόν κολληθήση και επί τω ονόματι αυτού ομή. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 303 . 19 εκδιώξαι πάντας τους εχθρούς σου προ προσώπου σου. ίνα εύ σοι γένηται και εισέλθης και κληρονομήσης την γην την αγαθήν. ας ουκ ωκοδόμησας. και έσται ασάλευτον προ οφθαλμών σου· 9 και γράψετε αυτά επί τας φλιάς των οικιών υμών και των πυλών υμών. 2 ίνα φοβήσθε Κύριον τον Θεόν υμών. όπως εύ σοι ή και ίνα πληθυνθήτε σφόδρα. εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου. ους ου κατεφύτευσας. εν τη καρδία σου και εν ψυχή σου· 7 και προβιβάσεις αυτά τους υιούς σου. αμπελώνας και ελαιώνας. ην ώμοσε τοις πατράσι σου. 3 και άκουσον. όσα ενετείλατό σοι· 18 και ποιήσεις το αρεστόν και το καλόν έναντι Κυρίου του Θεού σου. πόλεις μεγάλας και καλάς. τω Αβραάμ και τω Ισαάκ και τω Ιακώβ δούναί σοι. συ και οι υιοί σου και οι υιοί των υιών σου πάσας τας ημέρας της ζωής σου. 6 και έσται τα ρήματα ταύτα. 11 οικίας πλήρεις πάντων αγαθών ας ουκ ενέπλησας. 4 Άκουε. και φαγών και εμπλησθείς 12 πρόσεχε σεαυτω. ον τρόπον εξεπειράσατε εν τω Πειρασμω.

όσα ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών ημίν. ην ώμοσε δούναι τοις πατράσιν ημών. και εξάρη έθνη μεγάλα από προσώπου σου. 3 ουδέ μη γαμβρεύσητε προς αυτούς· την θυγατέρα σου ου δώσεις τω υιω αυτού. και την θυγατέρα αυτού ου λήψη τω υιω σου· 4 αποστήσει γαρ τον υιόν σου απ ‘ εμού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 20 Και έσται όταν ερωτήση σε ο υιος σου αύριον λέγων· τι εστι τα μαρτύρια και τα δικαιώματα και τα κρίματα. 7 ουχ ότι πολυπληθείτε παρά πάντα τα έθνη. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. ουδέ μη ελεήσητε αυτούς. 2 και παραδώσει αυτούς Κύριος ο Θεός σου εις τας χείράς σου και πατάξεις αυτούς. και εξήγαγεν ημάς Κύριος εκείθεν εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω. και σε προείλετο Κύριος ο Θεός σου είναι αυτω λαόν περιούσιον παρά πάντα τα έθνη. ίνα ζώμεν ωσπερ και σήμερον. 21 και ερείς τω υιω σου· οικέται ήμεν τω Φαραώ εν γη Αιγύπτω. αφανισμω αφανιείς αυτούς. καθά ενετείλατο ημίν. υμείς γαρ εστε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 304 . εάν φυλασσώμεθα ποιείν πάσας τας εντολάς ταύτας εναντίον Κυρίου του Θεού ημών. όσα επί προσώπου της γης. 22 και έδωκε Κύριος σημεία και τέρατα μεγάλα και πονηρά εν Αιγύπτω εν Φαραώ και εν τω οίκω αυτού ενώπιον ημών· 23 και ημάς εξήγαγεν εκείθεν δούναι ημίν την γην ταύτην. και λατρεύσει θεοίς ετέροις. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΑΝ δε εισάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην. 25 και ελεημοσύνη έσται ημίν. ίνα εύ ή ημίν πάσας τας ημέρας. τον Χετταίον και Γεργεσσαίον και Αμορραίον και Χαναναίον και Φερεζαίον και Ευαίον και Ιεβουσαίον. και οργισθήσεται θυμω Κύριος εις υμάς και εξολοθρεύσει σε το τάχος. επτά έθνη πολλά και ισχυρότερα υμών. 5 αλλ ‘ ούτω ποιήσετε αυτοίς· τους βωμούς αυτών καθελείτε και τας στήλας αυτών συντρίψετε και τα άλση αυτών εκκόψετε και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακαύσετε πυρί· 6 ότι λαός άγιος ει Κυρίω τω Θεω σου. ου διαθήση προς αυτούς διαθήκην. προείλετο Κύριος υμάς και εξελέξατο Κύριος υμάς. 24 και ενετείλατο ημίν Κύριος ποιείν πάντα τα δικαιώματα ταύτα φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν ημών.

21 ου τρωθήση από προσώπου αυτών. ον ώμοσε τοις πατράσιν υμών. κατά πρόσωπον αποδώσει αυτοίς. ας εώρακας. και διαφυλάξει Κύριος ο Θεός σου σοι την διαθήκην και το έλεος. Θεός πιστός. ότι σκώλον τούτό εστί σοι. τα σημεία και τα τέρατα τα μεγάλα εκείνα. την χείρα την κραταιάν και τον βραχίονα τον υψηλόν. και όσα έγνως. ίνα μη γένηται η γη έρημος και πληθυνθή επί σε τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 305 . ως εξήγαγέ σε Κύριος ο Θεός σου. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον ποιείν. 20 και τας σφηκίας αποστελεί Κύριος ο Θεός σου εις αυτούς. ουκ επιθήσει επί σε και επιθήσει αυτά επί πάντας τους μισούντάς σε. 9 και γνώση ότι Κύριος ο Θεός σου. 11 και φυλάξη τας εντολάς και τα δικαιώματα και τα κρίματα ταύτα. ούτω ποιήσει Κύριος ο Θεός υμών πάσι τοις έθνεσιν. ο φυλάσσων διαθήκην και έλεος τοις αγαπώσιν αυτόν και τοις φυλάσσουσι τας εντολάς αυτού εις χιλίας γενεάς 10 και αποδιδούς τοις μισούσι κατά πρόσωπον εξολοθρεύσαι αυτούς· και ουχί βραδυνεί τοις μισούσι. ό ώμοσε τοις πατράσιν υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολιγοστοί παρά πάντα τα έθνη. 15 και περιελεί Κύριος ο Θεός σου από σου πάσαν μαλακίαν· και πάσας νόσους Αιγύπτου τας πονηράς. 16 και φαγή πάντα τα σκύλα των εθνών. εξήγαγεν υμάς Κύριος εν χειρί κραταιά και βραχίονι υψηλω και ελυτρώσατό σε Κύριος εξ οίκου δουλείας. ότι πολύ το έθνος τούτο ή εγώ. Πως δυνήσομαι εξολοθρεύσαι αυτούς. ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσι σου δούναί σοι. ους είδοσαν οι οφθαλμοί σου. τα βουκόλια των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου επί της γης. 18 ου φοβηθήση αυτούς· μνεία μνησθήση όσα εποίησε Κύριος ο Θεός σου τω Φαραώ και πάσι τοις Αιγυπτίοις. 17 εάν δε λέγης εν τη διανοία σου. 22 και καταναλώσει Κύριος ο Θεός σου τα έθνη ταύτα από προσώπου σου κατά μικρόν μικρόν· ου δυνήση εξαναλώσαι αυτούς το τάχος. 14 ευλογητός έση παρά πάντα τα έθνη· ουκ έσται εν υμίν άγονος ουδέ στείρα και εν τοις κτήνεσί σου. έως αν εκτριβώσιν οι καταλελειμμένοι και οι κεκρυμμένοι από σου. και ου μη λατρεύσης τοις θεοίς αυτών. 19 τους πειρασμούς τους μεγάλους. α Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι· ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτοίς. ους συ φοβή από προσώπου αυτών. Θεός μέγας και κραταιός. 8 αλλά παρά το αγαπάν Κύριον υμάς και διατηρών τον όρκον. ότι Κύριος ο Θεός σου εν σοί. τον σίτόν σου και τον οίνόν σου και το έλαιόν σου. εκ χειρός Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου. 12 Και έσται ηνίκα αν ακούσητε τα δικαιώματα ταύτα και φυλάξητε και ποιήσητε αυτά. ούτος Θεός. 13 και αγαπήσει σε και ευλογήσει σε και πληθυνεί σε και ευλογήσει τα έκγονα της κοιλίας σου και τον καρπόν της γης σου.

25 τα γλυπτά των θεών αυτών καύσετε πυρί· ουκ επιθυμήσεις αργύριον ουδέ χρυσίον απ ‘ αυτών συ λήψη σεαυτω. εφ ‘ ης ου μετά πτωχείας φαγή τον άρτον σου και ουκ ενδεηθήση επ ‘ αυτής ουδέν· γη. 6 και φυλάξη τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου πορεύεσθαι εν ταις οδοίς αυτού και φοβείσθαι αυτόν· 7 ο γαρ Κύριος ο Θεός σου εισάξει σε εις γην αγαθήν και πολλήν. ούτω Κύριος ο Θεός σου παιδεύσει σε. 3 και εκάκωσέ σε και ελιμαγχόνησέ σε και εψώμισέ σε το μάννα. γη ελαίας ελαίου και μέλιτος· 9 γη. φυλάξεσθε ποιείν. τα υποδήματά σου ου κατετρίβη από σου. οι πόδες σου ουκ ετυλώθησαν. 4 τα ιμάτιά σου ουκ επαλαιώθη από σου. 5 και γνώση τη καρδία σου ότι ως ει τις άνθρωπος παιδεύση τον υιόν αυτού. ην ώμοσε Κύριος ο Θεός υμών τοις πατράσιν υμών. ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου εστι· 26 και ουκ εισοίσεις βδέλυγμα εις τον οίκόν σου και ανάθεμα έση ωσπερ τούτο· προσοχθίσματι προσοχθιείς και βδελύγματι βδελύξη. ου χείμαρροι υδάτων και πηγαί αβύσσων εκπορευόμεναι δια των πεδίων και δια των ορέων· 8 γη πυρού και κριθής. 24 και παραδώσει τους βασιλείς αυτών εις τας χείρας υμών. ην ήγαγέ σε Κύριος ο Θεός σου εν τη ερήμω. έως αν εξολοθρεύσης αυτούς. όπως αν κακώση σε και πειράση σε και διαγνωσθή τα εν τη καρδία σου. αλλ ‘ επί παντί ρήματι τω εκπορευομένω δια στόματος Θεού ζήσεται ο άνθρωπος. ης οι λίθοι σίδηρος. ροαί. ότι ουκ επ ‘ άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΠΑΣΑΣ τας εντολάς. ότι ανάθημά εστι. ίνα ζήτε και πολυπλασιασθήτε και εισέλθητε και κληρονομήσητε την γην. και απολείται το όνομα αυτών εκ του τόπου εκείνου· ουκ αντιστήσεται ουδείς κατά πρόσωπόν σου. ό ουκ ήδεισαν οι πατέρες σου. και εκ των ορέων αυτής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 306 . ίνα αναγγείλη σοι. έως αν εξολοθρεύσητε αυτούς. ιδού τεσσαράκοντα έτη. 2 και μνησθήση πάσαν την οδόν. 23 και παραδώσει αυτούς Κύριος ο Θεός σου εις τας χείράς σου και απολείς αυτούς απωλεία μεγάλη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θηρία τα άγρια. ας εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. συκαί. μη πταίσης δι ‘ αυτό. άμπελοι. ει φυλάξη τας εντολάς αυτού ή ου.

μη επιλάθη Κυρίου του Θεού σου του μη φυλάξαι τας εντολάς αυτού και τα κρίματα και τα δικαιώματα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεταλλεύσεις χαλκόν· 10 και φαγή και εμπλησθήση και ευλογήσεις Κύριον τον Θεόν σου επί της γης της αγαθής. όσων σοι έσται. 11 πρόσεχε σεαυτω. διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην. 2 λαόν μέγαν και πολύν και ευμήκη. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΑΚΟΥΕ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 307 . υιούς Ενάκ. αργυρίου και χρυσίου πληθυνθέντος σοι και πάντων. ότι απωλεία απολείσθε· 20 καθά και τα λοιπά έθνη. 3 και γνώση σήμερον. ότι Κύριος ο Θεός σου. ους συ οίσθα και συ ακήκοας· τις αντιστήσεται κατά πρόσωπον υιών Ενάκ. ης δέδωκέ σοι. 14 υψωθής τη καρδία και επιλάθη Κυρίου του Θεού σου του εξαγαγόντος σε εκ γης Αιγύπτου. όσα Κύριος ο Θεός απολλύει προ προσώπου υμών. πόλεις μεγάλας και τειχήρεις έως του ουρανού. εξ οίκου δουλείας. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσι σου. ούτως απολείσθε. 15 του αγαγόντος σε δια της ερήμου της μεγάλης και της φοβεράς εκείνης. ανθ ‘ ων ουκ ηκούσατε της φωνής Κυρίου του Θεού υμών. ου όφις δάκνων και σκορπίος και δίψα. 19 και έσται εάν λήθη επιλάθη Κυρίου του Θεού σου και πορευθής οπίσω θεών ετέρων και λατρεύσης αυτοίς και προσκυνήσης αυτοίς. Ισραήλ· συ διαβαίνεις σήμερον τον Ιορδάνην εισελθείν κληρονομήσαι έθνη μεγάλα και ισχυρότερα μάλλον ή υμείς. ό ουκ ήδεις συ και ουκ ήδεισαν οι πατέρες σου. ότι αυτός σοι δίδωσιν ισχύν του ποιήσαι δύναμιν και ίνα στήση την διαθήκην αυτού. ίνα κακώση σε και εκπειράση σε και εύ σε ποιήση επ ‘ εσχάτων των ημερών σου. 16 του ψωμίσαντός σε το μάννα εν τη ερήμω. του εξαγαγόντος σοι εκ πέτρας ακροτόμου πηγήν ύδατος. ως σήμερον. πληθυνθέντων σοι. 17 μη είπης εν τη καρδία σου· η ισχύς μου και το κράτος της χειρός μου εποίησέ μοι την δύναμιν την μεγάλην ταύτην· 18 και μνησθήση Κυρίου του Θεού σου. ου ουκ ην ύδωρ. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 12 μη φαγών και εμπλησθείς και οικίας καλάς οικοδομήσας και κατοικήσας εν αυταίς 13 και των βοών σου και των προβάτων σου πληθυνθέντων σοι.

15 και επιστρέψας κατέβην εκ του όρους. και κατεγινόμην εν τω όρει τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας· άρτον ουκ έφαγον και ύδωρ ουκ έπιον. πλάκας διαθήκης. και αι δύο πλάκες των μαρτυρίων επί ταις δυσί χερσί μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτος προπορεύσεται προ προσώπου σου· πυρ καταναλίσκον εστίν· ούτος εξολοθρεύσει αυτούς. και ιδού λαός σκληροτράχηλός εστι· 14 και νυν έασόν με εξολοθρεύσαι αυτούς. ης ενετείλω αυτοίς· και εποίησαν εαυτοίς χώνευμα. ότι ηνόμησεν ο λαός σου. 9 αναβαίνοντός μου εις το όρος λαβείν τας πλάκας τας λιθίνας. και εξαλείψω το όνομα αυτών υποκάτωθεν του ουρανού και ποιήσω σε εις έθνος μέγα και ισχυρόν και πολύ μάλλον ή τούτο. 13 και είπε Κύριος προς με λέγων· λελάληκα προς σε άπαξ και δις λέγων· εώρακα τον λαόν τούτον. καθάπερ είπέ σοι Κύριος. 10 και έδωκέ μοι Κύριος τας δύο πλάκας τας λιθίνας γεγραμμένας εν τω δακτύλω του Θεού. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου· παρέβησαν ταχύ εκ της οδού. αλλά δια την ασέβειαν των εθνών τούτων Κύριος εξολοθρεύσει αυτούς από προσώπου σου και ίνα στήση την διαθήκην αυτού. τω Αβραάμ και τω Ισαάκ και τω Ιακώβ. απειθούντες διετελείτε τα προς Κύριον. 4 μη είπης εν τη καρδία σου εν τω εξαναλώσαι Κύριον τον Θεόν σου τα έθνη ταύτα προ προσώπου σου λέγων· δια τας δικαιοσύνας μου εισήγαγέ με Κύριος κληρονομήσαι την γην την αγαθήν ταύτην· 5 ουχί δια την δικαιοσύνην σου. και εθυμώθη Κύριος εφ ‘ υμίν εξολοθρεύσαι υμάς. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν ημών. και επ ‘ αυταίς εγέγραπτο πάντες οι λόγοι. ους ελάλησε Κύριος προς υμάς εν τω όρει ημέρα εκκλησίας· 11 και εγένετο δια τεσσαράκοντα ημερών και δια τεσσαράκοντα νυκτών έδωκε Κύριος εμοί τας δύο πλάκας τας λιθίνας. 17 και επιλαβόμενος των δύο πλακών έρριψα αυτάς από των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 308 . κατάβηθι το τάχος εντεύθεν. και ούτος αποστρέψει αυτούς από προσώπου σου. 12 και είπε Κύριος προς με· ανάστηθι. ας διέθετο Κύριος προς υμάς. και το όρος εκαίετο πυρί έως του ουρανού. 16 και ιδών ότι ημάρτετε εναντίον Κυρίου του Θεού υμών και εποιήσατε υμίν αυτοίς χωνευτόν και παρέβητε από της οδού. και απολεί αυτούς εν τάχει. 7 μνήσθητι. ότι λαός σκληροτράχηλος ει. 8 και εν Χωρήβ παρωξύνατε Κύριον. 6 και γνώση σήμερον ότι ουχί δια τας δικαιοσύνας σου Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι την γην την αγαθήν ταύτην κληρονομήσαι. πλάκας διαθήκης. ης ενετείλατο Κύριος υμίν ποιείν. ουδέ δια την οσιότητα της καρδίας σου συ εισπορεύη κληρονομήσαι την γην αυτών. μη επιλάθη όσα παρώξυνας Κύριον τον Θεόν σου εν τη ερήμω· αφ ‘ ης ημέρας εξήλθετε εξ Αιγύπτου έως ήλθετε εις τον τόπον τούτον.

ην είπεν αυτοίς. περί πασών των αμαρτιών υμών. ην δίδωμι υμίν. 18 και εδεήθην εναντίον Κυρίου δεύτερον καθάπερ και το πρότερον τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. και ηυξάμην και περί Ααρών εν τω καιρω εκείνω. τον μόσχον. οίς ώμοσας κατά σεαυτού· μη επιβλέψης επί την σκληρότητα του λαού τούτου και τα ασεβήματα. ης εγνώσθη υμίν. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου εν τη ισχύϊ σου τη μεγάλη και εν τη χειρί σου τη κραταιά και εν τω βραχίονί σου τω υψηλω. και παρά το μισήσαι αυτούς εξήγαγεν αυτούς εν τη ερήμω αποκτείναι αυτούς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 309 . 19 και έκφοβός ειμι δια τον θυμόν και την οργήν. και συνέτριψα εναντίον υμών. 25 και εδεήθην έναντι Κυρίου τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. ότι παρωξύνθη Κύριος εφ ‘ υμίν του εξολοθρεύσαι υμάς και εισήκουσε Κύριος εμού και εν τω καιρω τούτω. όθεν εξήγαγες ημάς εκείθεν. 20 και επί Ααρών εθυμώθη εξολοθρεύσαι αυτόν. και εν τοις Μνήμασι της επιθυμίας παροξύναντες ήτε Κύριον τον Θεόν υμών. 23 και ότε εξαπέστειλεν υμάς Κύριος εκ Κάδης Βαρνή λέγων· ανάβητε και κληρονομήσατε την γην. 28 μη είπωσιν οι κατοικούντες την γην. 29 και ούτοι λαός σου και κλήρός σου. έως ου εγένετο λεπτόν· και εγένετο ωσεί κονιορτός. ην εποιήσατε. όσας εδεήθην· είπε γαρ Κύριος εξολοθρεύσαι υμάς· 26 και ηυξάμην προς τον Θεόν και είπα· Κύριε βασιλεύ των θεών. ων ημάρτετε ποιήσαι το πονηρόν εναντίον Κυρίου του Θεού παροξύναι αυτόν. 21 και την αμαρτίαν υμών. και ηπειθήσατε τω ρήματι Κυρίου του Θεού υμών και ουκ επιστεύσατε αυτω και ουκ εισηκούσατε της φωνής αυτού. 24 απειθούντες ήτε τα προς Κύριον από της ημέρας. λέγοντες· παρά το μη δύνασθαι Κύριον εισαγαγείν αυτούς εις την γην. και τα αμαρτήματα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δύο χειρών μου. και έρριψα τον κονιορτόν εις τον χειμάρρουν τον καταβαίνοντα εκ του όρους. 22 και εν τω Εμπυρισμω και εν τω Πειρασμω. άρτον ουκ έφαγον και ύδωρ ουκ έπιον. ην ελυτρώσω. μη εξολοθρεύσης τον λαόν σου και την μερίδα σου. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου εν τη ισχύϊ σου τη μεγάλη και εν τη χειρί σου τη κραταιά και εν τω βραχίονί σου τω υψηλω· 27 μνήσθητι Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ των θεραπόντων σου. έλαβον αυτόν και κατέκαυσα αυτόν εν πυρί και συνέκοψα αυτόν καταλέσας σφόδρα.

καθά ενετείλατό μοι Κύριος. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 310 . αλλ ‘ ή φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν σου και πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και αγαπάν αυτόν και λατρεύειν Κυρίω τω Θεω σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου. άπαρον εναντίον του λαού τούτου. 3 και εποίησα κιβωτόν εκ ξύλων ασήπτων και ελάξευσα τας πλάκας λιθίνας. 13 φυλάσσεσθαι τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου και τα δικαιώματα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΕΝ εκείνω τω καιρω είπε Κύριος προς με· λάξευσον σεαυτω δύο πλάκας λιθίνας. 8 εν εκείνω τω καιρω διέστειλε Κύριος την φυλήν την Λευί αίρειν την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου. 7 εκείθεν απήραν εις Γαδγάδ και από Γαδγάδ εις Ετεβαθά. και ιεράτευσεν Ελεάζαρ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 14 ιδού Κυρίου του Θεού σου ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού. τι Κύριος ο Θεός σου αιτείται παρά σου. 5 και επιστρέψας κατέβην εκ του όρους και ενέβαλον τας πλάκας εις την κιβωτόν. Ισραήλ. και εισήκουσε Κύριος εμού και εν τω καιρω τούτω. ους ελάλησε Κύριος προς υμάς εν τω όρει εκ μέσου του πυρός. 11 και είπε Κύριος προς με· βάδιζε. α ην εν ταις πλαξί ταις πρώταις. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών δούναι αυτοίς. 12 Και νυν. και ανάβηθι προς με εις το όρος· και ποιήσεις σεαυτω κιβωτόν ξυλίνην· 2 και γράψεις επί τας πλάκας τα ρήματα. 6 και οι υιοί Ισραήλ απήραν εκ Βηρώθ υιών Ιακίμ Μισαδαϊ· εκεί απέθανεν Ααρών και ετάφη εκεί. ην εποίησα. ως αι πρώται· και ανέβην εις το όρος και αι δύο πλάκες επί ταις χερσί μου. 4 και έγραψεν επί τας πλάκας κατά την γραφήν την πρώτην τους δέκα λόγους. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 9 δια τούτο ουκ έστι τοις Λευίταις μερίς και κλήρος εν τοις αδελφοίς αυτών· Κύριος αυτός κλήρος αυτού. και εμβαλείς αυτάς εις την κιβωτόν. και ουκ ηθέλησε Κύριος εξολοθρεύσαι υμάς. και ήσαν εκεί. καθότι είπεν αυτω. και έδωκεν αυτάς Κύριος εμοί. ωσπερ τας πρώτας. ίνα εύ σοι ή. 10 καγώ ειστήκειν εν τω όρει τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. παρεστάναι έναντι Κυρίου. ας συνέτριψας. λειτουργείν και επεύχεσθαι επί τω ονόματι αυτού έως της ημέρας ταύτης. γη χείμαρροι υδάτων. και εισπορευέσθωσαν και κληρονομήτωσαν την γην. η γη και πάντα όσα εστίν εν αυτη· 15 πλήν τους πατέρας υμών προείλετο Κύριος αγαπάν αυτούς.

18 ποιών κρίσιν προσηλύτω και ορφανω και χήρα. τα άρματα αυτών και την ίππον αυτών. 6 και όσα εποίησε τω Δαθάν και Αβειρών υιούς Ελιάβ υιού Ρουβήν. ουδ ‘ ου μη λάβη δώρον. όστις εποίησεν εν σοί τα μεγάλα και τα ένδοξα ταύτα. όσα εποίησεν εν μέσω Αιγύπτου Φαραώ βασιλεί Αιγύπτου και πάση τη γη αυτού. ο Θεός ο μέγας· και ισχυρός και φοβερός. ως επέκλυσε το ύδωρ της θαλάσσης της ερυθράς επί προσώπου αυτών καταδιωκόντων αυτών εκ των οπίσω υμών και απώλεσεν αυτούς Κύριος έως της σήμερον ημέρας. 4 και όσα εποίησε την δύναμιν των Αιγυπτίων. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου και φυλάξη τα φυλάγματα αυτού και τα δικαιώματα αυτού και τας εντολάς αυτού και τας κρίσεις αυτού πάσας τας ημέρας. όστις ου θαυμάζει πρόσωπον. 2 και γνώσεσθε σήμερον. ους ανοίξασα η γη το στόμα αυτής κατέπιεν αυτούς και τους οίκους αυτών και τας σκηνάς αυτών και πάσαν αυτών την υπόστασιν την μετ ‘ αυτών εν μέσω παντός Ισραήλ. 19 και αγαπήσετε τον προσήλυτον· προσήλυτοι γαρ ήτε εν γη Αιγύπτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξελέξατο το σπέρμα αυτών μετ ‘ αυτούς υμάς παρά πάντα τα έθνη κατά την ημέραν ταύτην. νυνί δε εποίησέ σε Κύριος ο Θεός σου ωσεί τα άστρα του ουρανού τω πλήθει. ότι ουχί τα παιδία υμών. και την δύναμιν αυτών. και αγαπά τον προσήλυτον δούναι αυτω άρτον και ιμάτιον. 5 και όσα εποίησεν υμίν εν τη ερήμω. 7 ότι οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 311 . όσοι ουκ οίδασιν ουδέ είδοσαν την παιδείαν Κυρίου του Θεού σου και τα μεγαλεία αυτού και την χείρα την κραταιάν και τον βραχίονα τον υψηλόν 3 και τα σημεία αυτού και τα τέρατα αυτού. έως ήλθετε εις τον τόπον τούτον. 16 και περιτεμείσθε την σκληροκαρδίαν υμών και τον τράχηλον υμών ου σκληρυνείτε έτι· 17 ο γαρ Κύριος ο Θεός υμών ούτος Θεός των θεών και Κύριος των κυρίων. α είδοσαν οι οφθαλμοί σου. 22 εν εβδομήκοντα ψυχαίς κατέβησαν οι πατέρες σου εις Αίγυπτον. 20 Κύριον τον Θεόν σου φοβηθήση και αυτω λατρεύσεις και προς αυτόν κολληθήση και επί τω ονόματι αυτού ομή· 21 ούτος καύχημά σου και ούτος Θεός σου.

εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. μη πλατυνθή η καρδία σου και παραβήτε και λατρεύσητε θεοίς ετέροις και προσκυνήσητε αυτοίς. 17 και θυμωθείς οργή Κύριος εφ ‘ υμίν και συσχή τον ουρανόν. 8 και φυλάξεσθε πάσας τας εντολάς αυτού. και απολείσθε εν τάχει από της γης της αγαθής. γην ρέουσαν γάλα και μέλι· 10 έστι γαρ η γη. και εισοίσεις τον σίτόν σου και τον οίνόν σου και το έλαιόν σου· 15 και δώσει χορτάσματα εν τοις αγροίς σου τοις κτήνεσί σου· 16 και φαγών και εμπλησθείς πρόσεχε σεαυτω. 18 και εμβαλείτε τα ρήματα ταύτα εις την καρδίαν υμών και εις την ψυχήν υμών· και αφάψετε αυτά εις σημείον επί της χειρός υμών. 13 Εάν δε ακοή ακούσητε πάσας τας εντολάς. οι οφθαλμοί Κυρίου του Θεού σου επ ‘ αυτής απ ‘ αρχής του ενιαυτού και έως συντελείας του ενιαυτού. όθεν εκπεπόρευσθε εκείθεν. ίνα ζήτε και πολυπλασιασθήτε και εισελθόντες κληρονομήσετε την γην. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. αγαπάν Κύριον τον Θεόν ημών και πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και προσκολλάσθαι αυτω. όταν σπείρωσι τον σπόρον και ποτίζωσι τοις ποσίν αυτών ωσεί κήπον λαχανείας· 11 η δε γη. ουχ ωσπερ γη Αιγύπτου εστίν. 23 και εκβαλεί Κύριος πάντα τα έθνη ταύτα από προσώπου υμών. και ουκ έσται υετός. και κληρονομήσετε έθνη μεγάλα και ισχυρά μάλλον ή υμείς. εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. αγαπάν Κύριον το Θεόν σου και λατρεύειν αυτω εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου. ης Κύριος έδωκεν υμίν. καθώς αι ημέραι του ουρανού επί της γης. και η γη ου δώσει τον καρπόν αυτής. και έσται ασάλευτον προ οφθαλμών υμών· 19 και διδάξετε αυτά τα τέκνα υμών λαλείν εν αυτοίς καθημένους εν οίκω και πορευομένους εν οδω και καθεύδοντας και διανισταμένους. όσα εποίησεν εν υμίν σήμερον. 22 και έσται εάν ακοή ακούσητε πάσας τας εντολάς ταύτας. 21 ίνα μακροημερεύσητε και αι ημέραι των υιών υμών επί της γης. ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν υμών δούναι αυτοίς. γη ορεινή και πεδεινή. 9 ίνα μακροημερεύσητε επί της γης. 12 γη. εκ του υετού του ουρανού πίεται ύδωρ. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν υμών δούναι αυτοίς και τω σπέρματι αυτών μετ ‘ αυτούς. ου εάν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 312 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οφθαλμοί υμών εώρακαν πάντα τα έργα Κυρίου τα μεγάλα. 24 πάντα τον τόπον. 20 και γράψετε αυτά επί τας φλιάς των οικιών υμών και των πυλών υμών. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. ην Κύριος ο Θεός σου επισκοπείται αυτήν διαπαντός. 14 και δώσει τον υετόν τη γη σου καθ ‘ ωραν πρώϊμον και όψιμον. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον ποιείν.

και έως της θαλάσσης της επί δυσμών έσται τα όριά σου. εφ ‘ ης αν επιβήτε επ ‘ αυτής. όσας εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. και απολείται το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 313 . εάν ακούσητε τας εντολάς Κυρίου του Θεού υμών. ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν υμίν εν κλήρω πάσας τας ημέρας. και κατοικήσετε εν αυτη· 32 και φυλάξεσθε του ποιείν πάντα τα προστάγματα αυτού και τας κρίσεις ταύτας. 2 απωλεία απολείτε πάντας τους τόπους. 29 και έσται όταν εισαγάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην. υμίν έσται· από της ερήμου και Αντιλιβάνου και από του ποταμού του μεγάλου. ην Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών δίδωσιν υμίν εν κλήρω πάσας τας ημέρας. ον τρόπον ελάλησε προς υμάς. όσας εγώ δίδωμι ενώπιον υμών σήμερον. και δώσεις την ευλογίαν επ ‘ όρος Γαριζίν και την κατάραν επ ‘ όρος Γαιβάλ. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ταύτα τα προστάγματα και αι κρίσεις. ης ενετειλάμην υμίν. ποταμού Ευφράτου. ους ουκ οίδατε. ας υμείς ζήτε επί της γης. εις ην διαβαίνεις εκεί κληρονομήσαι αυτήν. πορευθέντες· λατρεύειν θεοίς ετέροις.) 31 υμείς γαρ διαβαίνετε τον Ιορδάνην εισελθόντες κληρονομήσαι την γην. 28 και την κατάραν. επί των ορέων των υψηλών και επί των θινών και υποκάτω δένδρου δασέος. 26 Ιδού εγώ δίδωμι ενώπιον υμών σήμερον την ευλογίαν και την κατάραν· 27 την ευλογίαν. εν οίς ελάτρευσαν εκεί τοις θεοίς αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πατήση το ίχνος του ποδός υμών. ας φυλάξετε του ποιείν εν τη γη. όσα εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. 3 και κατασκάψετε τους βωμούς αυτών και συντρίψετε τας στήλας αυτών και τα άλση αυτών εκκόψετε και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακαύσετε πυρί. (30 ουκ ιδού ταύτα πέραν του Ιορδάνου οπίσω οδόν δυσμών ηλίου εν γη Χαναάν το κατοικούν επί δυσμών εχόμενον του Γολγόλ πλησίον της δρυός της υψηλής. εάν μη ακούσητε τας εντολάς Κυρίου του Θεού ημών. ους υμείς κληρονομείτε αυτούς. 25 ουκ αντιστήσεται ουδείς κατά πρόσωπον υμών· τον φόβον υμών και τον τρόμον υμών επιθήσει Κύριος ο Θεός υμών επί πρόσωπον πάσης της γης. και πλανηθήτε από της οδού.

εκεί οίσετε πάντα. εκεί ανοίσετε τα ολοκαυτώματα υμών και εκεί ποιήσεις πάντα. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου εν μια των πόλεων υμών επονομάσαι το όνομα αυτού εκεί και επικληθήναι. 4 ου ποιήσετε ούτω Κυρίω τω Θεω υμών. υμείς και οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών και οι παίδες υμών και αι παιδίσκαι υμών και ο Λευίτης ο επί των πυλών υμών. ην έδωκέ σοι εν πάση πόλει· ο ακάθαρτος εν σοί και ο καθαρός επί το αυτό φάγεται αυτό. έκαστος το αρεστόν ενώπιον αυτού· 9 ου γαρ ήκατε έως του νυν εις την κατάπαυσιν και εις την κληρονομίαν ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν υμίν. ου εάν επιβάλητε την χείρα. 5 αλλ ‘ ή εις τον τόπον. μη ανενέγκης τα ολοκαυτώματά σου εν παντί τόπω. ως δορκάδα ή έλαφον. 15 αλλ ‘ ή εν πάση επιθυμία σου θύσεις και φαγή κρέα κατά την ευλογίαν Κυρίου του Θεού σου. όσα αν εύξησθε Κυρίω τω Θεω υμών. 14 αλλ ‘ ή εις τον τόπον. 11 και έσται ο τόπος. και εκζητήσετε και εισελεύσεσθε εκεί 6 και οίσετε εκεί τα ολοκαυτώματα υμών και τα θυσιάσματα υμών και τας απαρχάς υμών και τας ευχάς υμών και τα εκούσια υμών και τας ομολογίας υμών. ω αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτω. τα πρωτότοκα των βοών υμών και των προβάτων υμών 7 και φάγεσθε εκεί εναντίον Κυρίου του Θεού υμών και ευφρανθήσεσθε επί πάσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όνομα αυτών εκ του τόπου εκείνου. 16 πλήν το αίμα ου φάγεσθε. όσα εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. 8 ου ποιήσετε πάντα όσα ημείς ποιούμεν ώδε σήμερον. 18 αλλ ‘ ή εναντίον Κυρίου του Θεού σου φαγή αυτό εν τω τόπω. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. 10 και διαβήσεσθε τον Ιορδάνην. ου εάν ίδης. ότι ουκ έστιν αυτω μερίς ουδέ κλήρος μεθ ‘ υμών. όσας αν εύξησθε. 12 και ευφρανθήσεσθε εναντίον Κυρίου του Θεού υμών. ης Κύριος ο Θεός ημών κατακληρονομεί υμίν. καθότι ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός σου. τα ολοκαυτώματα υμών και τα θυσιάσματα υμών και τα επιδέκατα υμών και τας απαρχάς των χειρών υμών και παν εκλεκτόν των δώρων υμών. επί την γην εκχεείτε αυτό ως ύδωρ 17 ου δυνήση φαγείν εν ταις πόλεσί σου το επιδέκατον του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου. και καταπαύσει υμάς από πάντων των εχθρών υμών των κύκλω. υμείς και οι οίκοι υμών. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και κατοικήσετε επί της γης. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν εν μια των φυλών σου. 13 πρόσεχε σεαυτω. και κατοικήσετε μετά ασφαλείας. ο παις σου και η παιδίσκη σου και ο προσήλυτος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 314 . και τας ομολογίας υμών και τας απαρχάς των χειρών υμών. τα πρωτότοκα των βοών σου και των προβάτων σου και πάσας τας ευχάς. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου.

εάν γένηταί σοι. ούτω φαγή αυτό. α εμίσησεν. 23 πρόσεχε ισχυρώς του μη φαγείν αίμα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 315 . 27 και ποιήσεις τα ολοκαυτώματά σου· τα κρέα ανοίσεις επί το θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού σου. το δε αίμα των θυσιών σου προσχεείς προς την βάσιν του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού σου. και ερείς· φάγομαι κρέα. εάν ποιήσης το καλόν και το αρεστόν εναντίον Κυρίου του Θεού σου. τα δε κρέα φαγή. ου εάν επιβάλης την χείρά σου. εάν επιθυμήση η ψυχή σου ωστε φαγείν κρέα. 21 εάν δε μακράν απέχη σου ο τόπος. μη εγκαταλίπης τον Λευίτην πάντα τον χρόνον. 30 πρόσεχε σεαυτω. και κατοικήσης εν τη γη αυτών. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. εν πάση επιθυμία της ψυχής σου φαγή κρέα. 31 ου ποιήσεις ούτω τω Θεω σου· τα γαρ βδελύγματα Κυρίου. εποίησαν εν τοις θεοίς αυτών. ίνα εύ σοι γένηται και τοις υιοίς σου μετά σε. ον τρόπον ενετειλάμην σοι και φαγή εν ταις πόλεσί σου κατά την επιθυμίαν της ψυχής σου· 22 ως έσθεται η δορκάς και η έλαφος. ότι το αίμα αυτού ψυχή· ου βρωθήσεται ψυχή μετά των κρεών. 28 φυλάσσου και άκουε και ποιήσεις πάντας τους λόγους. και τας ευχάς σου λαβών ήξεις εις τον τόπον. εις ους εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι την γην αυτών. όσον αν ζής επί της γης. 26 πλήν τα άγιά σου. επί την γην εκχεείτε αυτό ως ύδωρ· 25 ου φαγή αυτό. εάν ποιήσης το αρεστόν και το καλόν εναντίον Κυρίου του Θεού σου. και θύσεις από των βοών σου και από των προβάτων σου. καθάπερ ελάλησέ σοι. 19 πρόσεχε σεαυτω. 20 Εάν δε εμπλατύνη Κύριος ο Θεός σου τα όριά σου. μη εκζητήσης επακολουθήσαι αυτοίς μετά το εξολοθρευθήναι αυτούς από προσώπου σου λέγων· Πως ποιούσι τα έθνη ταύτα τοις θεοίς αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο εν ταις πόλεσιν υμών. ο ακάθαρτος εν σοί και ο καθαρός ωσαύτως έδεται. από προσώπου σου και κατακληρονομήσης αυτήν. ους εγώ εντέλλομαί σοι. 24 ου φάγεσθε. και ευφρανθήση εναντίον Κυρίου του Θεού σου επί πάντα. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου εκεί επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. 29 Εάν δε εξολοθρεύση Κύριος ο Θεός σου τα έθνη. ότι τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών κατακαίουσιν εν πυρί τοις θεοίς αυτών. ποιήσω καγώ. ων αν δω ο Θεός σοι. ίνα εύ σοι γένηται και τοις υιοίς σου δι ‘ αιώνος.

τούτο φυλάξη ποιείν· ου προσθήσεις επ ‘ αυτό ουδέ αφελείς απ ‘ αυτού. 8 από των θεών των εθνών των περικύκλω υμών. ότι πειράζει Κύριος ο Θεός σου υμάς ειδέναι. ης ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου πορεύεσθαι εν αυτη· και αφανιείς το πονηρόν εξ υμών αυτών. ουκ επιποθήσεις επ ‘ αυτω ουδ ‘ ου μη σκεπάσης αυτόν· 10 αναγγέλων αναγγελείς περί αυτού. απ ‘ άκρου της γης έως άκρου της γης. εξ οίκου δουλείας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΠΑΝ ρήμα ό εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. του λυτρωσαμένου σε εκ της δουλείας. ους ουκ οίδατε. 6 και ο προφήτης εκείνος ή ο το ενύπνιον ενυπνιαζόμενος εκείνος αποθανείται· ελάλησε γαρ πλανήσαί σε από Κυρίου του Θεού σου του εξαγαγόντος σε εκ γης Αιγύπτου. 2 εάν δε αναστη εν σοί προφήτης ή ενυπνιαζόμενος το ενύπνιον και δω σοι σημείον ή τέρας 3 και έλθη το σημείον ή το τέρας. και αι χείρες παντός του λαού επ ‘ εσχάτω. εξώσαί σε από της οδού. 5 οπίσω Κυρίου του Θεού υμών πορεύσεσθε και τούτον φοβηθήσεσθε και της φωνής αυτού ακούσεσθε και αυτω προστεθήσεσθε. ότι εζήτησεν αποστήσαί σε από Κυρίου του Θεού σου του εξαγαγόντος σε εκ γης Αιγύπτου. 13 Εάν δε ακούσης εν μια των πόλεών σου. και αποθανείται. των εγγιζόντων σοι ή των μακράν από σου. και αι χείρές σου έσονται επ ‘ αυτόν εν πρώτοις αποκτείναι αυτόν. λεγόντων· 14 εξήλθοσαν άνδρες παράνομοι εξ υμών και απέστησαν πάντας τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 316 . ει αγαπάτε τον Θεόν υμών εξ όλης της καρδίας υμών και εξ όλης της ψυχής υμών. ους ουκ ήδεις συ και οι πατέρες σου. ό ελάλησε προς σε λέγων· πορευθώμεν και λατρεύσωμεν θεοίς ετέροις. 4 ουκ ακούσεσθε των λόγων του προφήτου εκείνου ή του ενυπνιαζομένου το ενύπνιον εκείνο. 9 ου συνθελήσεις αυτω και ουκ εισακούση αυτού και ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτω. 7 Εάν δε παρακαλέση σε ο αδελφός σου εκ πατρός σου ή εκ μητρός σου ή ο υιος σου ή η θυγάτηρ ή η γυνή σου η εν κόλπω σου ή φίλος ίσος τη ψυχή σου λάθρα λέγων· βαδίσωμεν και λατρεύσωμεν θεοίς ετέροις. 12 και πας Ισραήλ ακούσας φοβηθήσεται και ου προσθήσωσι ποιήσαι έτι κατά το ρήμα το πονηρόν τούτο εν υμίν. ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κατοικείν σε εκεί. 11 και λιθοβολήσουσιν αυτόν εν λίθοις.

19 εάν ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. ταύτα φάγεσθε. και τούτο μηρυκισμόν ου μηρυκάται. φυλάσσειν τας εντολάς αυτού. ίνα αποστραφή Κύριος από θυμού της οργής αυτού και δώση σοι έλεος και ελεήση σε και πληθύνη σε. 15 και ετάσεις και ερωτήσεις και ερευνήσεις σφόδρα. 16 αναιρών ανελείς πάντας τους κατοικούντας εν τη γη εκείνη εν φόνω μαχαίρας. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και έσται αοίκητος εις τον αιώνα. και σε εξελέξατο Κύριος ο Θεός σου γενέσθαι σε λαόν αυτω περιούσιον από πάντων των εθνών των επί προσώπου της γης. όρυγα και καμηλοπάρδαλιν· 6 παν κτήνος διχηλούν οπλήν και ονυχιστήρας ονυχίζον δύο χηλών και ανάγον μηρυκισμόν εν τοις κτήνεσι. 9 και ταύτα φάγεσθε από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 317 . ουκ ανοικοδομηθήσεται έτι. ους ουκ ήδειτε. 5 έλαφον και δορκάδα και πύγαργον. 4 ταύτα κτήνη. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΥΙΟΙ εστε Κυρίου του Θεού υμών· ουκ επιθήσετε φαλάκρωμα ανά μέσον των οφθαλμών υμών επί νεκρω· 2 ότι λαός άγιος ει Κυρίω τω Θεω σου. γεγένηται το βδέλυγμα τούτο εν υμίν. ποιείν το καλόν και το αρεστόν εναντίον Κυρίου του Θεού σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατοικούντας την γην αυτών λέγοντες· πορευθώμεν και λατρεύσωμεν θεοίς ετέροις. ακάθαρτα ταύτα υμίν εστι· 8 και τον ύν. 7 και ταύτα ου φάγεσθε από των αναγόντων μηρυκισμόν και από των διχηλούντων τας οπλάς και ονυχιζόντων ονυχιστήρας· τον κάμηλον και δασύποδα και χοιρογρύλλιον. 18 και ου προσκολληθήσεται ουδέν από του αναθέματος εν τη χειρί σου. α φάγεσθε. ότι ανάγουσι μηρυκισμόν και οπλήν ου διχηλούσιν. αναθέματι αναθεματιείτε αυτήν και πάντα τα εν αυτη 17 και πάντα τα σκύλα αυτής συνάξεις εις τας διόδους αυτής και εμπρήσεις την πόλιν εν πυρί και πάντα τα σκύλα αυτής πανδημεί εναντίον Κυρίου του Θεού σου. ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. και ιδού αληθής σαφώς ο λόγος. 3 Ου φάγεσθε παν βδέλυγμα. μόσχον εκ βοών και αμνόν εκ προβάτων και χίμαρον εξ αιγών. ότι διχηλεί οπλήν τούτο και ονυχίζει ονυχιστήρας οπλής. ακάθαρτον τούτο υμίν· από των κρεών αυτών ου φάγεσθε και των θνησιμαίων αυτών ουχ άψεσθε.

ου φάγεσθε απ ‘ αυτών. 12 και ταύτα ου φάγεσθε απ ‘ αυτών· τον αετόν και τον γρύπα και τον αλιαίετον 13 και τον γύπα και τον ίκτινον και τα όμοια αυτω 14 και πάντα κόρακα και τα όμοια αυτω 15 και στρουθόν και γλαύκα και λάρον 16 και ερωδιόν και κύκνον και ίβιν 17 και καταράκτην και ιέρακα και τα όμοια αυτω και έποπα και νυκτικόρακα 18 και πελεκάνα και χαραδριόν και τα όμοια αυτω και πορφυρίωνα και νυκτερίδα. ου φάγεσθε. ίνα μάθης φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν σου πάσας τας ημέρας. 21 παν θνησιμαίον ου φάγεσθε· τω παροίκω τω εν ταις πόλεσί σου δοθήσεται. 20 παν πετεινόν καθαρόν φάγεσθε. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν. 11 παν όρνεον καθαρόν φάγεσθε. ου αν επιθυμή η ψυχή σου. ου αν επιθυμή η ψυχή σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 318 . και ο προσήλυτος και ο ορφανός και η χήρα η εν ταις πόλεσί σου και φάγονται και εμπλησθήσονται. επ ‘ οίνω ή επί σίκερα ή επί παντός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντων των εν τω ύδατι· πάντα όσα εστίν εν αυτοίς πτερύγια και λεπίδες. 24 εάν δε μακράν γένηται η οδός από σου και μη δύνη αναφέρειν αυτά. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. 25 και αποδώση αυτά αργυρίου και λήψη το αργύριον εν ταις χερσί σου και πορεύση εις τον τόπον. ότι ουκ έστιν αυτω μερίς ουδέ κλήρος μετά σου. 29 και ελεύσεται ο Λευίτης. ότι ουκ έστιν αυτω μερίς ουδέ κλήρος μετά σου. φάγεσθε. το γένημα του αγρού σου ενιαυτόν κατ ‘ ενιαυτόν. 10 και πάντα όσα ουκ έστιν αυτοίς πτερύγια και λεπίδες. ή αποδώση τω αλλοτρίω· ότι λαός άγιος ει Κυρίω τω Θεω σου. ίνα ευλογήση σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις έργοις. 22 Δεκάτην αποδεκατώσεις παντός γενήματος του σπέρματός σου. και φάγεται. τα πρωτότοκα των βοών σου και των προβάτων σου. 28 μετά τρία έτη εξοίσεις παν το επιδέκατον των γενημάτων σου· εν τω ενιαυτω εκείνω θήσεις αυτό εν ταις πόλεσί σου. ότι ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου. ακάθαρτα υμίν εστι. ουχ εψήσεις άρνα εν γάλακτι μητρός αυτού. 26 και δώσεις αργύριον επί παντός. επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί· οίσετε τα επιδέκατα του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου. 23 και φαγή αυτό εν τω τόπω ω εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου. οίς εάν ποιής. επί βουσίν ή επί προβάτοις. και φαγή εκεί εναντίον Κυρίου του Θεού σου και ευφρανθήση συ και ο οίκός σου 27 και ο Λευίτης ο εν ταις πόλεσί σου. ότι μακράν από σου ο τόπος. 19 πάντα τα ερπετά των πετεινών ακάθαρτά εστιν υμίν.

2 και ούτω το πρόσταγμα της αφέσεως· αφήσεις παν χρέος ίδιον. έτος της αφέσεως. ουκ αποστέρξεις την καρδίαν σου ουδ ‘ ου μη συσφίγξης την χείρά σου από του αδελφού σου του επιδεομένου· 8 ανοίγων ανοίξεις τας χείράς σου αυτω και δάνειον δανειείς αυτω όσον επιδέεται. ότι δια το ρήμα τούτο ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις έργοις και εν πάσιν. 5 εάν δε ακοή εισακούσητε της φωνής Κυρίου του Θεού υμών φυλάσσειν και ποιείν πάσας τας εντολάς ταύτας. δουλεύσει σοι εξ έτη. και έσται εν σοί αμαρτία μεγάλη. τω δε αδελφω σου άφεσιν ποιήσεις του χρέους σου· 4 ότι ουκ έσται εν σοί ενδεής. και τον αδελφόν σου ουκ απαιτήσεις. και ου δώσεις αυτω. και άρξεις εθνών πολλών. 13 όταν δε εξαποστέλλης αυτόν ελεύθερον από σου. συ δε ου δανειή. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. ον τρόπον ελάλησέ σοι. και ου λυπηθήση τη καρδία σου διδόντος σου αυτω. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω κατακληρονομήσαι αυτήν. 6 ότι Κύριος ο Θεός σου ευλόγησέ σε. ό οφείλει σοι ο πλησίον. 9 πρόσεχε σεαυτω. και δανειείς έθνεσι πολλοίς. ου αν επιβάλης την χείρά σου· 11 ου γαρ μη εκλίπη ενδεής από της γης σου. μη γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα λέγων· εγγίζει το έτος το έβδομον. 3 τον αλλότριον απαιτήσεις όσα εάν ή σοι παρ' αυτω. δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο λέγων· ανοίγων ανοίξεις τας χείράς σου τω αδελφω σου τω πένητι και τω επιδεομένω τω επί της γης σου. ουκ εξαποστελείς αυτόν κενόν· 14 εφόδιον εφοδιάσεις αυτόν από των προβάτων σου και από του σίτου σου και από του οίνου σου· καθά ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός σου. ότι ευλογών ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν τη γη. και τω εβδόμω εξαποστελείς αυτόν ελεύθερον από σου. καθότι ενδεείται. σου δε ουκ άρξουσιν. και πονηρεύσηται ο οφθαλμός σου τω αδελφω σου τω επιδεομένω. 12 Εάν δε πραθή σοι ο αδελφός σου ο Εβραίος ή Εβραία. και καταβοήσεται κατά σου προς Κύριον. 10 διδούς δώσεις αυτω και δάνειον δανειείς αυτω όσον επιδέεται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 319 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΔΙ ‘ επτά ετών ποιήσεις άφεσιν. 7 Εάν δε γένηται εν σοί ενδεής εκ των αδελφών σου εν μια των πόλεών σου εν τη γη. επικέκληται γαρ άφεσις Κυρίω τω Θεω σου. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι.

6 αλλ ‘ ή εις τον τόπον. 16 εάν δε λέγη προς σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώσεις αυτω. οίς εάν ποιής. τα αρσενικά. ότι επέτειον μισθόν του μισθωτού εδούλευσέ σοι εξ έτη· και ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσιν. ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. άρτον κακώσεως. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΦΥΛΑΞΑΙ τον μήνα των νέων και ποιήσεις το πάσχα Κυρίω τω Θεω σου. 18 ου σκληρόν έσται εναντίον σου εξαποστελλομένων αυτών ελευθέρων από σου. ο ακάθαρτος εν σοί και ο καθαρός ωσαύτως έδεται ως δορκάδα ή έλαφον· 23 πλήν αίμα ου φάγεσθε. 21 εάν δε ή εν αυτω μώμος. 4 ουκ οφθήσεταί σοι ζύμη εν πάσι τοις ορίοις σου επτά ημέρας. ουκ εξελεύσομαι από σου. ότι εν σπουδή εξήλθετε εξ Αιγύπτου· ίνα μνησθήτε την ημέραν της εξοδίας υμών εκ γης Αιγύπτου πάσας τας ημέρας της ζωής υμών. 5 ου δυνήση θύσαι το πάσχα εν ουδεμιά των πόλεών σου. ω εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου. και ου κοιμηθήσεται από των κρεών. χωλόν ή τυφλόν ή και πας μώμος πονηρός. 15 και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτου και ελυτρώσατό σε Κύριος ο Θεός σου εκείθεν· δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο. ω εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. 3 ου φαγή επ ‘ αυτού ζύμην· επτά ημέρας φαγή επ ‘ αυτού άζυμα. ότι εν τω μηνί των νέων εξήλθες εξ Αιγύπτου νυκτός. ων εάν θύσης το εσπέρας τη ημέρα τη πρώτη εις το πρωϊ. ότι ηγάπηκέ σε και την οικίαν σου. αγιάσεις Κυρίω τω Θεω σου· ουκ εργά εν τω πρωτοτόκω μόσχω σου και ου μη κείρης τα πρωτότοκα των προβάτων σου· 20 έναντι Κυρίου φαγή αυτό ενιαυτόν εξ ενιαυτού εν τω τόπω. και έσται σοι οικέτης εις τον αιώνα· και την παιδίσκην σου ωσαύτως ποιήσεις. ότι εύ εστιν αυτω παρά σοί. ου θύσεις αυτό Κυρίω τω Θεω σου· 22 εν ταις πόλεσί σου φαγή αυτό. 2 και θύσεις το πάσχα Κυρίω τω Θεω σου πρόβατα και βόας εν τω τόπω. συ και ο οίκός σου. 19 Παν πρωτότοκον. και τρυπήσεις το ωτίον αυτού προς την θύραν. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 320 . επί την γην εκχεείς αυτό ως ύδωρ. 17 και λήψη το οπήτιον. ό εάν τεχθή εν ταις βουσί σου και εν τοις προβάτοις σου.

19 ουκ εκκλινούσι κρίσιν. και τη ημέρα τη εβδόμη εξόδιον. εορτή Κυρίω τω Θεω σου· ου ποιήσεις εν αυτη παν έργον πλήν όσα ποιηθήσεται ψυχή. εν τη εορτη των αζύμων και εν τη εορτη των εβδομάδων και εν τη εορτη της σκηνοπηγίας. 18 Κριτάς και γραμματοεισαγωγείς ποιήσεις σεαυτω εν ταις πόλεσί σου. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου. 7 και εψήσεις και οπτήσεις και φαγή εν τω τόπω. παρά το θυσιαστήριον του Θεού σου ου ποιήσεις σεαυτω. ου εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν. κατά την ευλογίαν Κυρίου του Θεού σου. ίνα ζήτε και εισελθόντες κληρονομήσητε την γην. 21 Ου φυτεύσεις σεαυτω άλσος. 9 επτά εβδομάδας εξαριθμήσεις σεαυτω· αρξαμένου σου δρέπανον επ ‘ αμητόν. και κρινούσι τον λαόν κρίσιν δικαίαν. και αποστραφήση το πρωϊ και ελεύση εις τους οίκους σου. 22 ου στήσεις σεαυτω στήλην. και φυλάξη και ποιήσεις τας εντολάς ταύτας. 12 και μνησθήση ότι οικέτης εγένου εν γη Αιγύπτω. ω εάν εκλέξηται αυτόν Κύριος. αις Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. ω αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτω· εάν δε ευλογήση σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις γενήμασί σου και εν παντί έργω των χειρών σου. 13 εορτήν σκηνών ποιήσεις σεαυτω επτά ημέρας εν τω συναγαγείν σε εκ της άλωνός σου και από της ληνού σου· 14 και ευφρανθήση εν τη εορτη σου. παν ξύλον. 15 επτά ημέρας εορτάσεις Κυρίω τω Θεω σου εν τω τόπω. ουδέ επιγνώσονται πρόσωπον ουδέ λήψονται δώρον· τα γαρ δώρα αποτυφλοί οφθαλμούς σοφών και εξαίρει λόγους δικαίων. α εμίσησε Κύριος ο Θεός σου. όσα αν δω Κύριος ο Θεός σου· 11 και ευφρανθήση εναντίον Κυρίου του Θεού σου. ω εξήλθες εξ Αιγύπτου. 16 τρεις καιρούς του ενιαυτού οφθήσεται παν αρσενικόν σου εναντίον Κυρίου του Θεού σου εν τω τόπω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 321 . εν τω τόπω. ην έδωκέ σοι. ουκ οφθήση ενώπιον Κυρίου του Θεού σου κενός· 17 έκαστος κατά δύναμιν των χειρών υμών. 10 και ποιήσεις εορτήν εβδομάδων Κυρίω τω Θεω σου καθώς η χείρ σου ισχύει. θύσεις το πάσχα εσπέρας προς δυσμάς ηλίου εν τω καιρω. ω εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. 8 εξ ημέρας φαγή άζυμα. άρξη εξαριθμήσαι επτά εβδομάδας. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. ο παις σου και η παιδίσκη σου και ο Λευίτης και ο προσήλυτος και ο ορφανός και η χήρα η ούσα εν υμίν. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου. 20 δικαίως το δίκαιον διώξη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. και έση ευφραινόμενος. κατά φυλάς. ο παις σου και η παιδίσκη σου και ο Λευίτης και ο προσήλυτος και ο ορφανός και η χήρα η ούσα εν ταις πόλεσί σου.

7 και η χείρ των μαρτύρων έσται επ ‘ αυτω εν πρώτοις θανατώσαι αυτόν. ου εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου. παν ρήμα πονηρόν. και αναστάς αναβήση εις τον τόπον. ό αν αναγγείλωσί σοι εκ του τόπου. ος εάν ποιήση εν υπερηφανία ωστε μη υπακούσαι του ιερέως του παρεστηκότος λειτουργείν επί τω ονόματι Κυρίου του Θεού σου ή του κριτού. 12 και ο άνθρωπος. 2 Εάν δε ευρεθή εν μια των πόλεών σου. ανήρ ή γυνή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΟΥ θύσεις Κυρίω τω Θεω σου μόσχον ή πρόβατον. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου εκεί. και φυλάξη ποιήσαι πάντα όσα αν νομοθετηθή σοι· 11 κατά τον νόμον και κατά την κρίσιν. 4 και αναγγελή σοι. ποιήσεις. 6 επί δυσί μάρτυσιν ή επί τρισί μάρτυσιν αποθανείται ο αποθνήσκων· ουκ αποθανείται εφ ‘ ενί μάρτυρι. ην αν είπωσί σοι. εν ω εστιν εν αυτω μώμος. ος ποιήσει το πονηρόν εναντίον Κυρίου του Θεού σου παρελθύειν την διαθήκην αυτού. α ου προσέξατέ σοι. τω ηλίω ή τη σελήνη ή παντί των εκ του κόσμου του ουρανού. ος αν ή εν ταις ημέραις εκείναις. και εκζητήσαντες αναγγελούσί σοι την κρίσιν. και αποθανείται ο άνθρωπος εκείνος. και εκζητήσεις σφόδρα. 9 και ελεύση προς τους ιερείς τους Λευίτας και προς τον κριτήν. 8 Εάν δε αδυνατήση από σου ρήμα εν κρίσει αναμέσον αίμα αίματος και αναμέσον κρίσις κρίσεως και αναμέσον αφή αφής και αναμέσον αντιλογία αντιλογίας. ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου εστιν. και τελευτήσουσιν. και η χείρ του λαού επ ‘ εσχάτων· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών. γεγένηται το βδέλυγμα τούτο εν Ισραήλ. και εξαρείς τον πονηρόν εξ Ισραήλ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 322 . δεξιά ουδέ αριστερά. ου εάν αναγγείλωσί σοι. 10 και ποιήσεις κατά το πράγμα. και ιδού αληθώς γέγονε το ρήμα. ος αν γένηται εν ταις ημέραις εκείναις. 3 και ελθόντες λατρεύσωσι θεοίς ετέροις και προσκυνήσωσιν αυτοίς. ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. ουκ εκκλινείς από του ρήματος. 5 και εξάξεις τον άνθρωπον εκείνον ή την γυναίκα εκείνην και λιθοβολήσετε αυτούς εν λίθοις. ρήματα κρίσεως εν ταις πόλεσιν υμών.

παρά των θυόντων τα θύματα. 2 κλήρος δε ουκ έσται αυτοίς εν τοις αδελφοίς αυτών· Κύριος αυτός κλήρος αυτού. όπως αν μακροχρονίση επί της αρχής αυτού. εκ των αδελφών σου καταστήσεις επί σεαυτόν άρχοντα· ου δυνήση καταστήσαι επί σεαυτόν άνθρωπον αλλότριον. ο δε Κύριος είπεν· ου προσθήσεσθε αποστρέψαι τη οδω ταύτη έτι. καθά και τα λοιπά έθνη τα κύκλω μου. ίνα μη παραβή από των εντολών δεξιά ή αριστερά. και κληρονομήσης αυτήν και κατοικήσης επ ‘ αυτήν και είπης· καταστήσω επ ‘ εμαυτόν άρχοντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ 13 και πας ο λαός ακούσας φοβηθήσεται και ουκ ασεβήσει έτι. φάγονται αυτά. όλη φυλή Λευί. και αναγνώσεται εν αυτω πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. 20 ίνα μη υψωθή η καρδία αυτού από των αδελφών αυτού. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. τα παρά του λαού. 16 διότι ου πληθυνεί εαυτω ίππον ουδέ μη αποστρέψη τον λαόν εις Αίγυπτον. εάν τε μόσχον εάν τε πρόβατον· και δώσεις τον βραχίονα τω ιερεί και τα σιαγόνια και το ένυστρον. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΟΥΚ έσται τοις ιερεύσι τοις Λευίταις. λειτουργείν και ευλογείν επί τω ονόματι αυτού. όπως μη πληθύνη αυτω ίππον. 3 και αύτη η κρίσις των ιερέων. 15 καθιστών καταστήσεις επί σεαυτόν άρχοντα. ίνα μάθη φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν σου και φυλάσσεσθαι πάσας τας εντολάς ταύτας και τα δικαιώματα ταύτα ποιείν. αυτός και οι υιοί αυτού εν τοις υιοίς Ισραήλ. καθότι είπεν αυτω. 4 και τας απαρχάς του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου και την απαρχήν των κουρών των προβάτων σου δώσεις αυτω· 5 ότι αυτόν εξελέξατο Κύριος εκ πασών των φυλών σου παρεστάναι έναντι Κυρίου του Θεού. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός αυτόν. 18 και όταν καθίση επί της αρχής αυτού. αυτός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 323 . μερίς ουδέ κλήρος μετά Ισραήλ· καρπώματα Κυρίου ο κλήρος αυτών. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14 Εάν δε εισέλθης εις την γην. ότι ουκ αδελφός σου εστι. ίνα μη μεταστη αυτού η καρδία· και αργύριον και χρυσίον ου πληθυνεί εαυτω σφόδρα. 19 και έσται μετ ‘ αυτού. και γράψει αυτω το δευτερονόμιον τούτο εις βιβλίον παρά των ιερέων των Λευιτών. 17 και ου πληθυνεί εαυτω γυναίκας.

αυτού ακούσεσθε 16 κατά πάντα. όσα ητήσω παρά Κυρίου του Θεού σου εν Χωρήβ τη ημέρα της εκκλησίας λέγοντες· ου προσθήσομεν ακούσαι την φωνήν Κυρίου του Θεού σου και το πυρ τούτο το μέγα ουκ οψόμεθα έτι. πλήν της πράσεως της κατά πατριάν. 17 και είπε Κύριος προς με· ορθώς πάντα όσα ελάλησαν προς σε· 18 προφήτην αναστήσω αυτοίς εκ των αδελφών αυτών. εγώ εκδικήσω εξ αυτού. 22 όσα εάν λαλήση ο προφήτης εκείνος τω ονόματι Κυρίου. 6 εάν δε παραγένηται ο Λευίτης εκ μιάς των πόλεων εκ πάντων των υιών Ισρήλ. ουκ εφέξεσθε αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 324 . και λαλήσει αυτοίς καθ ‘ ότι αν εντείλωμαι αυτω· 19 και ο άνθρωπος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και οι υιοί αυτού εν τοις υιοίς Ισραήλ. 12 έστι γαρ βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου πας ποιών ταύτα· ένεκεν γαρ των βδελυγμάτων τούτων Κύριος εξολοθρεύσει αυτούς από προσώπου σου. αποθανείται ο προφήτης εκείνος. και δώσω τα ρήματα εν τω στόματι αυτού. μαντευόμενος μαντείαν. 21 εάν δε είπης εν τη καρδία σου· Πως γνωσόμεθα το ρήμα. ωσπερ σε. ους συ κατακληρονομείς αυτούς. 11 φαρμακός επαείδων επαοιδήν. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. εις τον τόπον ον αν εκλέξηται Κύριος. κληδονιζόμενος και οιωνιζόμενος. ό ου προσέταξα λαλήσαι. ος εάν μη ακούση όσα αν λαλήση ο προφήτης εκείνος επί τω ονόματί μου. ωσπερ πάντες οι αδελφοί αυτού οι Λευίται οι παρεστηκότες εκεί εναντίον Κυρίου του Θεού σου· 8 μερίδα μεμερισμένην φάγεται. ό ουκ ελάλησε Κύριος. ου αυτός παροικεί. ουδέ μη αποθάνωμεν. ος αν ασεβήση λαλήσαι επί τω ονόματί μου ρήμα. 9 Εάν δε εισέλθης εις την γην. 20 πλήν ο προφήτης. τούτο το ρήμα ό ουκ ελάλησε Κύριος· εν ασεβεία ελάλησεν ο προφήτης εκείνος. 10 ουχ ευρεθήσεται εν σοί περικαθαίρων τον υιόν αυτού ή την θυγατέρα αυτού εν πυρί. ούτοι κληδόνων και μαντειών ακούσονται. εγγαστρίμυθος και τερατοσκόπος. 15 προφήτην εκ των αδελφών σου ως εμέ αναστήσει σοι Κύριος ο Θεός σου. 7 και λειτουργήσει τω ονόματι Κυρίου του Θεού αυτού. 13 τέλειος έση εναντίον Κυρίου του Θεού σου· 14 τα γαρ έθνη ταύτα. και μη γένηται και μη συμβή. επερωτών τους νεκρούς. και ος αν λαλήση εν ονόματι θεών ετέρων. καθ ‘ ότι επιθυμεί η ψυχή αυτού. ου μαθήση ποιείν κατά τα βδελύγματα των εθνών εκείνων. σοί δε ουχ ούτως έδωκε Κύριος ο Θεός σου.

και ουκ έσται εν σοί αίματι ένοχος. και αποθανείται· 13 ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτω και καθαριείς το αίμα το αναίτιον εξ Ισραήλ. 12 και αποστελούσιν η γερουσία της πόλεως αυτού και λήψονται αυτόν εκείθεν και παραδώσουσιν αυτόν εις χείρας των αγχιστευόντων του αίματος. α ο Θεός δίδωσί σοι την γην αυτών. και αποθάνη. και εκκρουσθή η χείρ αυτού τη αξίνη κόπτοντος το ξύλον. και πατάξη αυτού ψυχήν. ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. και δω σοι Κύριος πάσαν την γην. 6 ίνα μη διώξας ο αγχιστεύων του αίματος οπίσω του φονεύσαντος. ην καταμερίζει σοι Κύριος ο Θεός σου. 3 στόχασαί σοι την οδόν και τριμεριείς τα όρια της γης σου. ούτος καταφεύξεται εις μίαν των πόλεων τούτων και ζήσεται. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και καταλάβη αυτόν. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω. και εκπεσόν το σιδήριον από του ξύλου τύχη του πλησίον. ότι ου μισών ην αυτόν προ της χθές. 7 δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι το ρήμα τούτο λέγων· τρεις πόλεις διαστελείς σεαυτω· 8 εάν δε εμπλατύνη Κύριος ο Θεός σου τα όριά σου. και αποθάνη. και φύγη εις μίαν των πόλεων τούτων. αγαπάν Κύριον τον Θεόν σου. και αποθάνη. ην είπε δούναι τοις πατράσι σου. πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού πάσας τας ημέρας. 9 εάν ακούσης ποιείν πάσας τας εντολάς ταύτας. ότι παρατεθέρμανται τη καρδία. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 325 . προσθήσεις σεαυτω έτι τρεις πόλεις προς τας τρεις ταύτας. και τούτω ουκ έστι κρίσις θανάτου. και έσται εκεί καταφυγή παντί φονευτη. 11 εά δε γένηται εν σοί άνθρωπος μισών τον πλησίον και ενεδρεύση αυτόν και επαναστη επ ‘ αυτόν και πατάξη αυτού ψυχήν. 10 και ουκ εκχυθήσεται αίμα αναίτιον εν τη γη. 2 τρεις πόλεις διαστελείς σεαυτω εν μέσω της γης σου. ουδέ προ της τρίτης. ος αν φύγη εκεί και ζήσεται· ος αν πατάξη τον πλησίον αυτού ουκ ειδώς και ούτος ου μισών αυτόν προ της χθές και τρίτης. 5 και ος εάν εισέλθη μετά του πλησίον εις τον δρυμόν συναγαγείν ξύλα. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. εάν μακροτέρα ή η οδός. και κατακληρονομήσητε αυτούς και κατοικήσετε εν ταις πόλεσιν αυτών και εν τοις οίκοις αυτών. και εύ σοι έσται. 4 τούτο δε έσται το πρόσταγμα του φονευτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΕΑΝ δε αφανίση Κύριος ο Θεός σου τα έθνη.

2 και έσται όταν εγγίσης τω πολέμω. 17 και στήσονται οι δύο άνθρωποι. οίς εστιν αυτοίς η αντιλογία. ότι Κύριος ο Θεός σου μετά σου ο αναβιβάσας σε εκ γης Αιγύπτου. Ισραήλ· υμείς πορεύεσθε σήμερον εις τον πόλεμον επί τους εχθρούς υμών. 6 και τις ο άνθρωπος. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω. και εξαρείς το πονηρόν εξ υμών αυτών. χείρα αντί χειρός. οφθαλμόν αντί οφθαλμού. 16 εάν δε καταστη μάρτυς άδικος κατά ανθρώπου καταλέγων αυτού ασέβειαν. πόδα αντί ποδός. ην εάν αμάρτη· επί στόματος δύο μαρτύρων και επί στόματος τριών μαρτύρων στήσεται παν ρήμα. και προσεγγίσας ο ιερεύς λαλήσει τω λαω και ερεί προς αυτούς· 3 άκουε. αντέστη κατά του αδελφού αυτού. οδόντα αντί οδόντος. 21 ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτω· ψυχήν αντί ψυχής. μη φοβείσθε μηδέ θραύεσθε μηδέ εκκλίνετε από προσώπου αυτών. και ιδού μάρτυς άδικος εμαρτύρησεν άδικα. μη εκλυέσθω η καρδία υμών. α έστησαν οι πατέρες σου εν τη κληρονομία. όστις εφύτευσεν αμπελώνα και ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 326 . 18 και εξετάσωσιν οι κριταί ακριβώς. 15 Ουκ εμμενεί μάρτυς εις μαρτυρήσαι κατά ανθρώπου κατά πάσαν αδικίαν και κατά παν αμάρτημα και κατά πάσαν αμαρτίαν. 4 ότι Κύριος ο Θεός υμών ο προπορευόμενος μεθ ‘ υμών συνεκπολεμήσαι υμίν τους εχθρούς υμών. ου φοβηθήση απ ‘ αυτών. οί αν ώσιν εν ταις ημέραις εκείναις. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΕΑΝ δε εξέλθης εις πόλεμον επί τους εχθρούς σου και ίδης ίππον και αναβάτην και λαόν πλείονά σου. διασώσαι υμάς. μη αποθάνη εν τω πολέμω και άνθρωπος έτερος εγκαινιεί αυτήν. 20 και οι επίλοιποι ακούσαντες φοβηθήσονται και ου προσθήσουσιν έτι ποιήσαι κατά το ρήμα το πονηρόν τούτο εν υμίν. έναντι Κυρίου και έναντι των ιερέων και έναντι των κριτών. ή κατεκληρονομήθης εν τη γη. 5 και λαλήσουσιν οι γραμματείς προς τον λαόν λέγοντες· τις ο άνθρωπος ο οικοδομήσας οικίαν καινήν και ουκ ενεκαίνισεν αυτήν. 19 και ποιήσετε αυτω ον τρόπον επονηρεύσατο ποιήσαι κατά του αδελφού αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14 Ου μετακινήσεις όρια του πλησίον. πορευέσθω και αποστραφήτω εις την οικίαν αυτού.

τούτο ολοθρεύσεις και εκκόψεις και οικοδομήσεις χαράκωσιν επί την πόλιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευφράνθη εξ αυτού. αι ουχί εκ των πόλεων των εθνών τούτων. πορευέσθω και αποστραφήτω εις την οικίαν αυτού. 7 και τις ο άνθρωπος. έως αν παραδοθή. ων ο Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομείν την γην αυτών. 13 έως αν παραδω σοι αυτήν Κύριος ο Θεός σου εις τας χείράς σου. αλλ ‘ ή απ ‘ αυτού φαγή. ον τρόπον ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου. πορευέσθω και αποστραφήτω εις την οικίαν αυτού. 10 Εάν δε προσέλθης προς πόλιν εκπολεμήσαι αυτούς. ό επίστασαι ότι ου καρπόβρωτόν εστι. ίνα μη δειλιάνη την καρδίαν του αδελφού αυτού ωσπερ η αυτού. όσα αν υπάρχη εν τη πόλει. 18 ίνα μη διδάξωσι ποιείν υμάς πάντα τα βδελύγματα αυτών. περικαθαριείς αυτήν. 15 ούτω ποιήσεις πάσας τας πόλεις τας μακράν ούσας σου σφόδρα. τον Χετταίον και Αμορραίον και Χαναναίον και Φερεζαίον και Ευαίον και Ιεβουσαίον και Γεργεσαίον. 19 Εάν δε περικαθήσης περί πόλιν μίαν ημέρας πλείους εκπολεμήσαι αυτήν εις κατάληψιν αυτής. ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομείν την γην αυτών. και πατάξεις παν αρσενικόν αυτής εν φόνω μαχαίρας. ουκ εξολοθρεύσεις τα δένδρα αυτής επιβαλείν επ ‘ αυτά σίδηρον. ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. μη αποθάνη εν τω πολέμω και άνθρωπος έτερος λήψεται αυτήν. 14 πλήν των γυναικών και της αποσκευής και πάντα τα κτήνη και πάντα. έσται πας ο λαός οι ευρεθέντες εν αυτη έσονταί σοι φορολόγητοι και υπήκοοί σου· 12 εάν δε μη υπακούσωσί σοι και ποιώσι προς σε πόλεμον. 17 αλλ ‘ ή αναθέματι αναθεματιείτε αυτούς. όστις μεμνήστευται γυναίκα και ουκ έλαβεν αυτήν. και πάσαν την απαρτίαν προνομεύσεις σεαυτω και φαγή πάσαν την προνομήν των εχθρών σου. και εκκαλέσαι αυτούς μετ ‘ ειρήνης· 11 εάν μεν ειρηνικά αποκριθώσί σοι και ανοίξωσί σοι. και αμαρτήσεσθε εναντίον Κυρίου του Θεού υμών. 8 και προσθήσουσιν οι γραμματείς λαλήσαι προς τον λαόν και ερούσι· τις ο άνθρωπος ο φοβούμενος και δειλός τη καρδία. μη αποθάνη εν τω πολέμω και άνθρωπος έτερος ευφρανθήσεται εξ αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 327 . αυτό δε ουκ εκκόψεις. 9 και έσται όταν παύσωνται οι γραμματείς λαλούντες προς τον λαόν. όσα εποίησαν τοις θεοίς αυτών. 16 ιδού δε από των πόλεων των εθνών τούτων. και καταστήσουσιν άρχοντας της στρατιάς προηγουμένους του λαού. ήτις ποιεί προς σε τον πόλεμον. μη άνθρωπος το ξύλον το εν τω αγρω εισελθείν από προσώπου σου εις τον χάρακα. ου ζωγρήσετε απ ‘ αυτών παν εμπνέον. πορευέσθω και αποστραφήτω εις την οικίαν αυτού. 20 αλλά ξύλον.

πεπτωκώς εν τω πεδίω και ουκ οίδασι τον πατάξαντα. και έσται σου γυνή. και επί τω στόματι αυτών έσται πάσα αντιλογία και πάσα αφή. εάν ποιήσης το καλόν και το αρεστόν έναντι Κυρίου του Θεού σου. και ξυρήσεις την κεφαλήν αυτής και περιονυχιείς αυτήν 13 και περιελείς τα ιμάτια της αιχμαλωσίας απ ‘ αυτής και καθιείται εν τη οικία σου και κλαύσεται τον πατέρα και την μητέρα μηνός ημέρας. και νευροκοπήσουσι την δάμαλιν εν τη φάραγγι. 3 και έσται η πόλις η εγγίζουσα τω τραυματία και λήψεται η γερουσία της πόλεως εκείνης δάμαλιν εκ βοών. ότι αυτούς επέλεξε Κύριος ο Θεός παρεστηκέναι αυτω και ευλογείν επί τω ονόματι αυτού. 14 και έσται εάν μη θέλης αυτήν. 2 εξελεύσεται η γερουσία σου και οι κριταί σου και εκμετρήσουσιν επί τας πόλεις τας κύκλω του τραυματίου. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομήσαι. και οι οφθαλμοί ημών ουχ εωράκασιν· 8 ίλεως γενού τω λαω σου Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΕΑΝ δε ευρεθή τραυματίας εν τη γη. 9 συ δε εξαρείς το αίμα· το αναίτιον εξ υμών αυτών. ους ελυτρώσω. εξαποστελείς αυτήν ελευθέραν και πράσει ου πραθήσεται αργυρίου· ουκ αθετήσεις αυτήν. και εξιλασθήσεται αυτοίς το αίμα. διότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 328 . ίνα μη γένηται αίμα αναίτιον εν τω λαω σου Ισραήλ. Κύριε. και ήτις ουχ είλκυσε ζυγόν. 10 Εάν δε εξελθών εις πόλεμον επί τους εχθρούς σου και παραδω σοι Κύριος ο Θεός σου εις τας χείράς σου και προνομεύσης την προνομήν αυτών 11 και ίδης εν τη προνομή γυναίκα καλήν τω είδει και ενθυμηθής αυτής και λάβης αυτήν σεαυτω γυναίκα 12 και εισάξης αυτήν ένδον εις την οικίαν σου. ήτις ουκ είργασται. ήτις ουκ είργασται ουδέ σπείρεται. 4 και καταβιβάσουσιν η γερουσία της πόλεως εκείνης δάμαλιν εις φάραγγα τραχείαν. 6 και πάσα η γερουσία της πόλεως εκείνης οι εγγίζοντες τω τραυματία νίψονται τας χείρας επί την κεφαλήν της δαμάλεως της νενευροκοπημένης εν τη φάραγγι 7 και αποκριθέντες ερούσιν· αι χείρες ημών ουκ εξέχεαν το αίμα τούτο. 5 και προσελεύσονται οι ιερείς οι Λευίται. και μετά ταύτα εισελεύση προς αυτήν και συνοικισθήση αυτη.

υπεριδών τον υιόν της μισουμένης τον πρωτότοκον. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω. και αποδώσεις αυτω. 3 ούτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 329 . 2 εάν δε μη εγγίζη ο αδελφός σου προς σε μηδέ επίστη αυτόν. 17 αλλά τον πρωτότοκον υιόν της μισουμένης επιγνώσεται δούναι αυτω διπλά από πάντων. μία αυτών ηγαπημένη και μία αυτών μισουμένη. ουχ υπακούει της φωνής ημών. 23 ου κοιμηθήσεται το σώμα αυτού επί του ξύλου. και παιδεύωσιν αυτόν και μη εισακούη αυτών. και αποδώσεις αυτω. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΜΗ ιδών τον μόσχον του αδελφού σου ή το πρόβατον αυτού πλανώμενα εν τη οδω υπερίδης αυτά· αποστροφή αποστρέψεις αυτά τω αδελφω σου. ου δυνήσεται πρωτοτοκεύσαι τω υιω της ηγαπημένης. ότι κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου· και ου μη μιανείτε την γην. 19 και συλλαβόντες αυτόν ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού και εξάξουσιν αυτόν επί την γερουσίαν της πόλεως αυτού και επί την πύλην του τόπου 20 και ερούσι τοις ανδράσι της πόλεως αυτών· ο υιος ημών ούτος απειθεί και ερεθίζει. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 15 Εάν δε γένωνται ανθρώπω δύο γυναίκες. αλλά ταφή θάψετε αυτό εν τη ημέρα εκείνη. και τέκωσιν αυτω η ηγαπημένη και η μισουμένη και γένηται υιος πρωτότοκος της μισουμένης. ων αν ευρεθή αυτω. συνάξεις αυτά ένδον εις την οικίαν σου. ουχ υπακούων φωνήν πατρός και φωνήν μητρός. ότι ούτός εστιν αρχή τέκνων αυτού. και αποθανείται· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών. 18 Εάν δε τινι ή υιος απειθής και ερεθιστής. και έσται μετά σου. έως αν ζητήση αυτά ο αδελφός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εταπείνωσας αυτήν. 22 Εάν δε γένηται εν τινι αμαρτία κρίμα θανάτου και αποθάνη και κρεμάσητε αυτόν επί ξύλου. συμβολοκοπών οινοφλυγεί· 21 και λιθοβολήσουσιν αυτόν οι άνδρες της πόλεως αυτού εν λίθοις. και οι επίλοιποι ακούσαντες φοβηθήσονται. 16 και έσται ή αν ημέρα κατακληρονομή τοις υιοίς αυτού τα υπάρχοντα αυτού. και τούτω καθήκει τα πρωτοτοκεία.

21 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 330 . εν τω αυτω. και μισήσας αυτήν 17 νυν ούτος επιτίθησιν αυτη προφασιστικούς λόγους λέγων· ουχ εύρηκα τη θυγατρί σου παρθένια. α εάν περιβάλη εν αυτοίς. 4 ουκ όψη τον όνον του αδελφού σου ή τον μόσχον αυτού πεπτωκότας εν τη οδω. και η μήτηρ θάλπη επί των νεοσσών ή επί των ωών. 10 ουκ αροτριάσεις εν μόσχω και όνω επί το αυτό. 13 Εάν δε τις λάβη γυναίκα και συνοικήση αυτη και μισήση αυτήν 14 και επιθή αυτη προφασιστικούς λόγους και κατενέγκη αυτής όνομα πονηρόν και λέγη· την γυναίκα ταύτην είληφα και προσελθών αυτη ουκ εύρηκα αυτής τα παρθένια. 5 Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί. όσα εάν απολήται παρ ‘ αυτού και εύρης· ου δυνήση υπεριδείν. ου λήψη την μητέρα μετά των τέκνων· 7 αποστολή αποστελείς την μητέρα. ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν. 15 και λαβών ο πατήρ της παιδός και η μήτηρ εξοίσουσι τα παρθένια της παιδός προς την γερουσίαν επί την πύλην. 11 ουκ ενδύση κίβδηλον. 16 και ερεί ο πατήρ της παιδός τη γερουσία· την θυγατέρα μου ταύτην δέδωκα τω ανθρώπω τούτω γυναίκα. ότι εξήνεγκεν όνομα πονηρόν επί παρθένον Ισραηλίτιν· και αυτού έσται γυνή. 6 Εάν δε συναντήσης νοσσιά ορνέων προ προσώπου σου εν τη οδω ή επί παντί δένδρω ή επί της γης. ό εάν σπείρης μετά του γενήματος του αμπελώνός σου. 9 Ου κατασπερείς τον αμπελώνά σου διάφορον. και ταύτα τα παρθένια της θυγατρός μου· και αναπτύξουσι το ιμάτιον εναντίον της γερουσίας της πόλεως. εάν πέση ο πεσών απ ‘ αυτού. νεοσσοίς ή ωοίς. 20 εάν δε επ ‘ αληθείας γένηται ο λόγος ούτος και μη ευρεθή παρθένια τη νεάνιδι. μη υπερίδης αυτούς· ανιστών αναστήσεις μετ ‘ αυτού. ίνα εύ σοι γένηται και πολυήμερος γένη. τα δε παιδία λήψη σεαυτω. 12 Στρεπτά ποιήσεις σεαυτω επί των τεσσάρων κρασπέυδων των περιβολαίων σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσεις τον όνον αυτού και ούτω ποιήσεις το ιμάτιον αυτού και ούτω ποιήσεις κατά πάσαν απώλειαν του αδελφού σου. και ποιήσεις στεφάνην τω δώματί σου· και ου ποιήσεις φόνον εν τη οικία σου. ου δυνήσεται εξαποστείλαι αυτήν τον άπαντα χρόνον. 18 και λήψεται η γερουσία της πόλεως εκείνης τον άνθρωπον εκείνον και παιδεύσουσιν αυτόν 19 και ζημιώσουσιν αυτόν εκατόν σίκλους και δώσουσι τω πατρί της νεάνιδος. ίνα μη αγιασθή το γένημα και το σπέρμα. ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου εστι πας ποιών ταύτα. 8 Εάν δε οικοδομήσης οικίαν καινήν. έρια και λίνον.

25 εάν δε εν πεδίω εύρη άνθρωπος την παίδα την μεμνηστευμένην και βιασάμενος κοιμηθή μετ ‘ αυτής. 28 Εάν δε τις εύρη την παίδα την παρθένον. και αυτού έσται γυνή. 29 δώσει ο άνθρωπος ο κοιμηθείς μετ ‘ αυτής τω πατρί της νεάνιδος πεντήκοντα δίδραχμα αργυρίου. ότι ουκ εβόησεν εν τη πόλει. και βιασάμενος κοιμηθή μετ ‘ αυτής και ευρεθή. και αποθανείται. 27 ότι εν τω αγρω εύρεν αυτήν. 3 ουκ εισελεύσεται εκ πόρνης εις εκκλησίαν Κυρίου. 4 ουκ εισελεύσεται Αμμανίτης και Μωαβίτης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 331 . εβόησεν η νεάνις η μεμνηστευμένη. ότι εποίησεν αφροσύνην εν υιοίς Ισραήλ εκπορνεύσαι τον οίκον του πατρός αυτής· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών. και τον άνθρωπον. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΟΥ λήψεται άνθρωπος την γυναίκα του πατρός αυτού και ουκ αποκαλύψει συγκάλυμμα του πατρός αυτού. 2 Ουκ εισελεύσεται θλαδίας ουδέ αποκεκομμένος εις την εκκλησίαν Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εξάξουσι την νεάνιν επί τας θύρας του οίκου του πατρός αυτής. και λιθοβολήσουσιν αυτήν εν λίθοις. ότι εταπείνωσε την γυναίκα του πλησίον· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών. τον άνδρα τον κοιμώμενον μετά της γυναικός και την γυναίκα· και εξαρείς τον πονηρόν εξ Ισραήλ. ούτω το πράγμα τούτο. 22 Εάν δε ευρεθή άνθρωπος κοιμώμενος μετά γυναικός συνωκισμένης ανδρί. ανθ ‘ ων εταπείνωσεν αυτήν· ου δυνήσεται εξαποστείλαι αυτήν τον άπαντα χρόνον. 23 Εάν δε γένηται παις παρθένος μεμνηστευμένη ανδρί και ευρών αυτήν άνθρωπος εν πόλει κοιμηθή μετ ‘ αυτής. ότι ως ει τις επαναστη άνθρωπος επί τον πλησίον και φονεύση αυτού ψυχήν. ήτις ου μεμνήστευται. 24 εξάξετε αμφοτέρους επί την πύλην της πόλεως αυτών και λιθοβοληθήσονται εν λίθοις και αποθανούνται· την νεάνιν. και ουκ ην ο βοηθήσων αυτη. αποκτενείτε τον κοιμώμεμον μετ ‘ αυτής μόνον 26 και τη νεάνιδι ου ποιήσετε ουδέν· ουκ έστιν αμάρτημα θανάτου. αποκτενείτε αμφοτέρους.

ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου εστι και αμφότερα. και έσται όταν διακαθιζάνης έξω. 5 παρά το μη συναντήσαι αυτούς υμίν μετά άρτων και ύδατος εν τη οδω. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. 16 Ου παραδώσεις παίδα τω κυρίω αυτού. τω δε αδελφω σου ουκ εκτοκιείς. 10 Εάν δε εξέλθης παρεμβαλείν επί τους εχθρούς σου. ος ουκ έσται καθαρός εκ ρύσεως αυτού νυκτός. και μετέστρεψε Κύριος ο Θεός σου τας κατάρας εις ευλογίαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 332 . και ουκ οφθήσεται εν σοί ασχημοσύνη πράγματος και αποστρέψει από σου. και εξελεύση εκεί έξω· 14 και πάσσαλος έσται σοι επί της ζώνης σου. και έσται η παρεμβολή σου αγία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις εκκλησίαν Κυρίου· και έως δεκάτης γενεάς ουκ εισελεύσεται εις την εκκλησίαν Κυρίου και έως εις τον αιώνα. ος προστέθειταί σοι παρά του κυρίου αυτού· 17 μετά σου κατοικήσει. ίνα ευλογήση σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις έργοις σου επί της γης. ου θλίψεις αυτόν. 8 ου βδελύξη Ιδουμαίον. γενεά τρίτη εισελεύσονται εις εκκλησίαν Κυρίου. 11 εάν ή εν σοί άνθρωπος. 21 τω αλλοτρίω εκτοκιείς. εκπορευομένων υμών εξ Αιγύπτου. και φυλάξη από παντός ρήματος πονηρού. 20 Ουκ εκτοκιείς τω αδελφω σου τόκον αργυρίου και τόκον βρωμάτων και τόκον παντός πράγματος. και εξελεύσεται έξω της παρεμβολής και ουκ εισελεύσεται εις την παρεμβολήν· 12 και έσται το προς εσπέραν λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και δεδυκότος ηλίου εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. ότι ηγάπησέ σε Κύριος ο Θεός σου. 18 Ουκ έσται πόρνη από θυγατέρων Ισραήλ. ότι αδελφός σου εστιν· ου βδελύξη Αιγύπτιον. εν υμίν κατοικήσει ου αν αρέση αυτω. και ότι εμισθώσαντο επί σε τον Βαλαάμ υιόν Βεώρ εκ της Μεσοποταμίας καταράσθαί σε· 6 και ουκ ηθέλησε Κύριος ο Θεός σου εισακούσαι του Βαλαάμ. ότι πάροικος εγένου εν τη γη αυτού· 9 υιοί εάν γεννηθώσιν αυτοίς. 13 και τόπος έσται σοι έξω της παρεμβολής. ου εάν εκδανείσης. 7 ου προσαγορεύσεις ειρηνικά αυτοίς και συμφέροντα αυτοίς πάσας τας ημέρας σου εις τον αιώνα. και ουκ έσται πορνεύων από υιών Ισραήλ· ουκ έσται τελεσφόρος από θυγατέρων Ισραήλ. 19 ου προσοίσεις μίσθωμα πόρνης ουδέ άλλαγμα κυνός εις τον οίκον Κυρίου του Θεού σου προς πάσαν ευχήν. και ουκ έσται τελεισκόμενος από υιών Ισραήλ. και ορύξεις εν αυτω και επαγαγών καλύψεις την ασχημοσύνην σου εν αυτω· 15 ότι Κύριος ο Θεός σου εμπεριπατεί εν τη παρεμβολή σου εξελέσθαι σε και παραδούναι τον εχθρόν σου προ προσώπου σου.

ότι εκζητών εκζητήσει Κύριος ο Θεός σου παρά σου. φαγή σταφυλήν όσον ψυχήν σου εμπλησθήναι. 6 Ουκ ενεχυράσεις μύλον. 25 Εάν δε εισέλθης εις αμητόν του πλησίον σου. ότι ψυχήν ούτος ενεχυράζει. 26 εάν δε εισέλθης εις τον αμπελώνα του πλησίον σου. και συλλέξης εν ταις χερσί σου στάχυς και δρέπανον ου μη επιβάλης επ ‘ αμητόν του πλησίον σου. και γράψει αυτη βιβλίον αποστασίου και δώσει εις τας χείρας αυτής και εξαποστελεί αυτήν εκ της οικίας αυτού. 24 τα εκπορευόμενα δια των χειλέων σου φυλάξη και ποιήσεις ον τρόπον ηύξω Κυρίω τω Θεω σου δόμα. εις δε άγγος ουκ εμβαλείς. ότι εύρεν εν αυτη άσχημον πράγμα. 3 και μισήση αυτήν ο ανήρ ο έσχατος και γράψει αυτη βιβλίον αποστασίου και δώσει εις τας χείρας αυτής και εξαποστελεί αυτήν εκ της οικίας αυτού. 4 ου δυνήσεται ο ανήρ ο πρότερος ο εξαποστείλας αυτήν επαναστρέψας λαβείν αυτήν εαυτω γυναίκα. ό ελάλησας τω στόματί σου. 2 και απελθούσα γένηται ανδρί ετέρω. ος έλαβεν αυτήν εαυτω γυναίκα. 5 Εάν δε τις λάβη γυναίκα προσφάτως. και έσται εάν μη εύρη χάριν εναντίον αυτού. ευφρανεί την γυναίκα αυτού. ότι βδέλυγμά εστιν εναντίον Κυρίου του Θεού σου· και ου μιανείτε την γην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 333 . ουκ έστιν εν σοί αμαρτία. ή αποθάνη ο ανήρ ο έσχατος. 7 Εάν δε αλω άνθρωπος κλέπτων ψυχήν εκ των αδελφών αυτού των υιών Ισραήλ και καταδυναστεύσας αυτόν αποδώται. ου χρονιείς αποδούναι αυτήν. και ουκ επιβληθήσεται αυτω ουδέν πράγμα· αθωος έσται εν τη οικία αυτού ενιαυτόν ένα. αποθανείται ο κλέπτης εκείνος· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών. ουκ εξελεύσεται εις πόλεμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 22 Εάν δε εύξη ευχήν Κυρίω τω Θεω σου. και έσται εν σοί αμαρτία· 23 εάν δε μη θέλης εύξασθαι. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΕΑΝ δε τις λάβη γυναίκα και συνοικήση αυτη. μετά το μιανθήναι αυτήν. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω. ην έλαβεν. ουδέ επιμύλιον.

ουκ επιδύσεται ο ήλιος επ ‘ αυτω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 334 . 14 Ουκ απαδικήσεις μισθόν πένητος και ενδεούς εκ των αδελφών σου ή εκ των προσηλύτων των εν ταις πόλεσί σου· 15 αυθημερόν αποδώσεις τον μισθόν αυτού. 19 Εάν δε αμήσης αμητόν εν τω αγρω σου και επιλάθη δράγμα εν τω αγρω σου. οφείλημα οτιούν. και οι υιοί ουκ αποθανούνται υπέρ πατέρων· έκαστος εν τη εαυτού αμαρτία αποθανείται. 20 εάν δε ελαιολογής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 8 Πρόσεχε σαυτω εν τη αφή της λέπρας· φυλάξη σφόδρα ποιείν κατά πάντα τον νόμον. ουκ επαναστρέψεις καλαμήσασθαι τα οπίσω σου· τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα έσται και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτω. δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο. 16 Ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων. και κοιμηθήσεται εν τω ιματίω αυτού και ευλογήσει σε. και ο άνθρωπος ου το δάνειόν σου εστιν εν αυτω. ουκ αναστραφήση λαβείν αυτό· τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα έσται. 10 Εάν οφείλημα ή εν τω πλησίον σου. ουκ εισελεύση εις την οικίαν αυτού ενεχυράσαι το ενέχυρον αυτού· 11 έξω στήση. ου κοιμηθήση εν τω ενεχύρω αυτού· 13 αποδόσει αποδώσεις το ενέχυρον αυτού προς δυσμάς ηλίου. εκπορευομένων υμών εξ Αιγύπτου. και έσται σοι ελεημοσύνη εναντίον Κυρίου του Θεού σου. δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο. εξοίσει σοι το ενέχυρον έξω. ίνα ευλογήση σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις έργοις των χειρών σου. και έσται εν σοί αμαρτία. φυλάξασθε ποιείν. ουκ επανατρυγήσεις αυτόν τα οπίσω σου· τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα έσται· 22 και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτω. ον αν αναγγείλωσιν υμίν οι ιερείς οι Λευίται· ον τρόπον ενετειλάμην υμίν. 21 εάν δε τρυγήσης τον αμπελώνά σου. 17 Ουκ εκκλινείς κρίσιν προσηλύτου και ορφανού και χήρας. 9 μνήσθητι όσα εποίησε Κύριος ο Θεός σου τη Μαριάμ εν τη οδω. ουκ ενεχυράσεις ιμάτιον χήρας· 18 και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτω και ελυτρώσατό σε Κύριος ο Θεός σου εκείθεν· δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο. 12 εάν δε ο άνθρωπος πένηται. ότι πένης εστί και εν αυτω έχει την ελπίδα· και καταβοήσεται κατά σου προς Κύριον.

άνθρωπος μετά του αδελφού αυτού. καθιείς αυτόν έναντι των κριτών και μαστιγώσουσιν αυτόν εναντίον αυτών κατά την ασέβειαν αυτού. 8 και καλέσουσιν αυτόν η γερουσία της πόλεως αυτού και ερούσιν αυτω. ουκ έσται η γυνή του τεθνηκότος έξω ανδρί μη εγγίζοντι· ο αδελφός του ανδρός αυτής εισελεύσεται προς αυτήν και λήψεται αυτήν εαυτω γυναίκα και συνοικήσει αυτη. 2 και έσται εάν άξιος ή πληγών ο ασεβών. 7 εάν δε μη βούληται ο άνθρωπος λαβείν την γυναίκα του αδελφού αυτού. 11 Εάν δε μάχωνται άνθρωποι επί το αυτό. σπέρμα δε μη ή αυτω. και στάς είπη· ου βούλομαι λαβείν αυτήν· 9 και προσελθούσα η γυνή του αδελφού αυτού έναντι της γερουσίας και υπολύσει το υπόδημα αυτού το εν από του ποδός αυτού και εμπτύσεται κατά πρόσωπον αυτού και αποκριθείσα ερεί· ούτω ποιήσουσι τω ανθρώπω. 5 Εάν δε κατοικώσιν αδελφοί επί το αυτό και αποθάνη εις εξ αυτών. 13 Ουκ έσται εν τω μαρσίππω σου στάθμιον και στάθμιον. 12 αποκόψεις την χείρα αυτής· ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτη. κατασταθήσεται εκ του ονόματος του τετελευτηκότος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΕΑΝ δε γένηται αντιλογία ανά μέσον ανθρώπων και προσέλθωσιν εις κρίσιν και κρίνωσι και δικαιώσωσι το δίκαιον και καταγνώσι του ασεβούς. 3 αριθμω τεσσαράκοντα μαστιγώσουσιν αυτόν. ου προσθήσουσιν· εάν δε προσθής μαστιγώσαι υπέρ ταύτας τας πληγάς πλείους. ουκ ηθέλησεν ο αδελφός του ανδρός μου. 6 και έσται το παιδίον. μέγα ή μικρόν· 14 ουκ έσται εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 335 . και αναβήσεται η γυνή επί την πύλην επί την γερουσίαν και ερεί· ου θέλει ο αδελφός του ανδρός μου αναστήσαι το όνομα του αδελφού αυτού εν Ισραήλ. ασχημονήσει ο αδελφός σου εναντίον σου. και προσέλθη η γυνή ενός αυτών εξελέσθαι τον άνδρα αυτής εκ χειρός του τύπτοντος αυτόν και εκτείνασα την χείρα επιλάβηται των διδύμων αυτού. ό εάν τέκη. 4 Ου φιμώσεις βούν αλοώντα. ος ουκ οικοδομήσει τον οίκον του αδελφού αυτού εν Ισραήλ· 10 και κληθήσεται το όνομα αυτού εν Ισραήλ Οίκος του υπολυθέντος το υπόδημα. και ουκ εξαλειφθήσεται το όνομα αυτού εξ Ισραήλ.

2 και λήψη από της απαρχής των καρπών της γης σου. 18 Πως αντέστη σοι εν τη οδω. συ δε επείνας και εκοπίας. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν ημών δούναι ημίν. και εισήκουσε Κύριος της φωνής ημών και είδε την ταπείνωσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 336 . 4 και λήψεται ο ιερεύς τον κάρταλλον εκ των χειρών σου και θήσει αυτόν απέναντι του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού σου. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. 17 Μνήσθητι όσα εποίησέ σοι Αμαλήκ εν τη οδω εκπορευομένου σου εκ γης Αιγύπτου. 3 και ελεύση προς τον ιερέα. 19 και έσται ηνίκα εάν καταπαύση σε Κύριος ο Θεός σου από πάντων των εχθρών σου των κύκλω σου εν τη γη. τους κοπιώντας οπίσω σου. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω· 16 ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου πας ποιών ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οικία σου μέτρον και μέτρον. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ έσται εάν εισέλθης εις την γην. μέγα ή μικρόν· 15 στάθμιον αληθινόν και δίκαιον έσται σοι. ος έσται εν ταις ημέραις εκείναις. εξαλείψεις το όνομα Αμαλήκ εκ της υπό τον ουρανόν και ου μη επιλάθη. και έκοψέ σου την ουραγίαν. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομήσαι. και μέτρον αληθινόν και δίκαιον έσται σοι. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. και εμβαλείς εις κάρταλλον και πορεύση εις τον τόπον. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομήσαι. και ουκ εφοβήθη τον Θεόν. και κατακληρονομήσης αυτήν και κατοικήσης επ ‘ αυτής. ίνα πολυήμερος γένη επί της γης. 5 και αποκριθείς ερείς έναντι Κυρίου του Θεού σου· Συρίαν απέβαλεν ο πατήρ μου και κατέβη εις Αίγυπτον και παρώκησεν εκεί εν αριθμω βραχεί και εγένετο εκεί εις έθνος μέγα και πλήθος πολύ· 6 και εκάκωσαν ημάς οι Αιγύπτιοι και εταπείνωσαν ημάς και επέθηκαν ημίν έργα σκληρά· 7 και ανεβοήσαμεν προς Κύριον τον Θεόν ημών. και ερείς προς αυτόν· αναγγέλλω σήμερον Κυρίω τω Θεω μου ότι εισελήλυθα εις την γην. πας ποιών άδικον.

18 και Κύριος είλατό σε σήμερον γενέσθαι σε αυτω λαόν περιούσιον. ην έδωκας αυτοίς. καθάπερ είπέ σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών και τον μόχθον ημών και τον θλιμμόν ημών· 8 και εξήγαγεν ημάς Κύριος εξ Αιγύπτου αυτός εν ισχύϊ αυτού τη μεγάλη και εν χειρί κραταιά και βραχίονι υψηλω και εν οράμασι μεγάλοις και εν σημείοις και εν τέρασι 9 και εισήγαγεν ημάς εις τον τόπον τούτον και έδωκεν ημίν την γην ταύτην. οίς έδωκέ σοι Κύριος ο Θεός σου. ως εποίησέ σε ονομαστόν και καύχημα και δοξαστόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 337 . καθά ώμοσας τοις πατράσιν ημών δούναι ημίν γην ρέουσαν γάλα και μέλι. 17 τον Θεόν είλου σήμερον είναί σου Θεόν και πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και φυλάσσεσθαι τα δικαιώματα και τα κρίματα και υπακούειν της φωνής αυτού. και φυλάξεσθε και ποιήσετε αυτά εξ όλης της καρδίας υμών και εξ όλης της ψυχής υμών. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. Κύριε. ουκ έδωκα απ ‘ αυτών τω τεθνηκότι· υπήκουσα της φωνής Κυρίου του Θεού ημών. ης έδωκάς μοι. και η οικία σου και ο Λευίτης και ο προσήλυτος ο εν σοί. 12 Εάν δε συντελέσης αποδεκατώσαι παν το επιδέκατον των γενημάτων σου εν τω έτει τω τρίτω. είναί σε λαόν άγιον Κυρίω τω Θεω σου. ας ενετείλω μοι. το δεύτερον επιδέκατον δώσεις τω Λευίτη και τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα. 16 Εν τη ημέρα ταύτη Κύριος ο Θεός σου ενετείλατό σοι ποιήσαι πάντα τα δικαιώματα και τα κρίματα. 15 κάτιδε εκ του οίκου του αγίου σου εκ του ουρανού και ευλόγησον τον λαόν σου τον Ισραήλ και την γην. γην ρέουσαν γάλα και μέλι· 10 και νυν ιδού ενήνοχα την απαρχήν των γενημάτων της γης. καθώς ελάλησε. και φάγονται εν ταις πόλεσί σου και ευφρανθήσονται. εποίησα καθά ενετείλω μοι. ου παρήλθον την εντολήν σου και ουκ επελαθόμην· 14 και ουκ έφαγον εν οδύνη μου απ ‘ αυτών. φυλάττειν τας εντολάς αυτού 19 και είναί σε υπεράνω πάντων των εθνών. 13 και ερείς έναντι Κυρίου του Θεού σου· εξεκάθαρα τα άγια εκ της οικίας μου και έδωκα αυτά τω Λευίτη και τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα κατά πάσας τας εντολάς. και αφήσεις αυτά απέναντι Κυρίου του Θεού σου και προσκυνήσεις έναντι Κυρίου του Θεού σου· 11 και ευφρανθήση εν πάσι τοις αγαθοίς. ουκ εκάρπωσα απ ‘ αυτών εις ακάθαρτον.

γην ρέουσαν γάλα και μέλι. ηνίκα αν εισέλθητε εις την γην. ην Κύριος ο Θεός των πατέρων σου δίδωσί σοι. 9 Και ελάλησε Μωυσής και οι ιερείς οι Λευίται παντί Ισραήλ λέγοντες· σιώπα και άκουε. έργον χειρών τεχνιτών. Ιωσήφ και Βενιαμίν. Ισραήλ· εν τη ημέρα ταύτη γέγονας εις λαόν Κυρίω τω Θεω σου· 10 και εισακούση της φωνής Κυρίου του Θεού σου και ποιήσεις πάσας τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα αυτού. ουκ επιβαλείς επ ‘ αυτό σίδηρον· 6 λίθους ολοκλήρους οικοδομήσεις θυσιαστήριον Κυρίω τω Θεω σου και ανοίσεις επ ‘ αυτό ολοκαυτώματα Κυρίω τω Θεω σου 7 και θύσεις εκεί θυσίαν σωτηρίου και φαγή και εμπλησθήση και ευφρανθήση έναντι Κυρίου του Θεού σου. όσας εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. Ζαβουλών. και θήσει αυτό εν αποκρύφω· και αποκριθείς πας ο λαός ερούσι· γένοιτο. 11 Και ενετείλατο Μωυσής τω λαω εν τη ημέρα εκείνη λέγων· 12 ούτοι στήσονται ευλογείν τον λαόν εν όρει Γαριζίν διαβάντες τον Ιορδάνην· Συμεών. Λευί. 16 επικατάρατος ο ατιμάζων πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. Γάδ και Ασήρ. θυσιαστήριον εκ λίθων. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 5 και οικοδομήσεις εκεί θυσιαστήριον Κυρίω τω Θεω σου. Δάν και Νεφθαλί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ προσέταξε Μωυσής και η γερουσία Ισραήλ λέγων· φυλάσσεσθε πάσας τας εντολάς ταύτας. 2 και έσται ή αν ημέρα διαβήτε τον Ιορδάνην εις την γην. στήσετε τους λίθους τούτους. 13 και ούτοι στήσονται επί της κατάρας εν όρει Γαιβάλ· Ρουβήν. Ισσάχαρ. βδέλυγμα Κυρίω. 8 και γράψεις επί των λίθων πάντα τον νόμον τούτον σαφώς σφόδρα. 14 και αποκριθέντες ερούσιν οι Λευίται παντί Ισραήλ φωνή μεγάλη· 15 Επικατάρατος άνθρωπος. όστις ποιήσει γλυπτόν και χωνευτόν. ους εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 17 επικατάρατος ο μετατιθείς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 338 . ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. ον τρόπον είπε Κύριος ο Θεός των πατέρων σου σοι· 4 και έσται ως αν διαβήτε τον Ιορδάνην. Ιούδας. και στήσεις σεαυτω λίθους μεγάλους και κονιάσεις αυτούς κονία 3 και γράψεις επί των λίθων τούτων πάντας τους λόγους του νόμου τούτου. εν όρει Γαιβάλ και κονιάσεις αυτούς κονία. ως αν διαβήτε τον Ιορδάνην.

25 επικατάρατος ος αν λάβη δώρα πατάξαι ψυχήν αίματος αθώου· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 3 ευλογημένος συ εν πόλει και ευλογημένος συ εν αγρω· 4 ευλογημένα τα έκγονα της κοιλίας σου και τα γενήματα της γης σου και τα βουκόλια των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου· 5 ευλογημέναι αι αποθήκαί σου και τα εγκαταλείμματά σου· 6 ευλογημένος συ εν τω εισπορεύεσθαί σε. 21 επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά παντός κτήνους· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 26 επικατάρατος πας άνθρωπος ος ουκ εμμενεί εν πάσι τοις λόγοις του νόμου τούτου ποιήσαι αυτούς· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 18 επικατάρατος ο πλανών τυφλόν εν οδω· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 19 επικατάρατος ος αν εκκλίνη κρίσιν προσηλύτου και ορφανού και χήρας· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. φυλάσσειν και ποιείν πάσας τας εντολάς ταύτας. 23 επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά πενθεράς αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όρια του πλησίον· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 2 και ήξουσιν επί σε πάσαι αι ευλογίαι αύται και ευρήσουσί σε. εάν ακοή ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά της αδελφής της γυναικός αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 8 αποστείλαι Κύριος επί σε την ευλογίαν εν τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 339 . και ευλογημένος συ εν τω εκπορεύεσθαί σε. και δώσει σε Κύριος ο Θεός σου υπεράνω πάντων των εθνών της γης. 20 επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά γυναικός του πατρός αυτού. ότι απεκάλυψε συγκάλυμμα του πατρός αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 7 παραδω Κύριος ο Θεός σου τους εχθρούς σου τους ανθεστηκότας σοι συντετριμμένους προ προσώπου σου· οδω μια εξελεύσονται προς σε και εν επτά οδοίς φεύξονται από προσώπου σου. εάν ακοή ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. 22 επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά αδελφής εκ πατρός ή μητρός αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 24 επικατάρατος ο τύπτων τον πλησίον δόλω· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ έσται ως αν διαβήτε τον Ιορδάνην εις την γην ην Κύριος ο Θεός υμών δίδωσιν υμίν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταμιείοις σου και επί πάντα. δεξιά ουδέ αριστερά πορεύεσθαι οπίσω θεών ετέρων λατρεύειν αυτοίς. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. δούναι τον υετόν τη γη σου επί καιρού αυτού· ευλογήσαι πάντα τα έργα των χειρών σου. και άρξεις συ εθνών πολλών. τα βουκόλια των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου· 19 επικατάρατος συ εν τω εισπορεύεσθαί σε και επικατάρατος συ εν τω εκπορεύεσθαί σε. 24 δώη Κύριος ο Θεός σου τον υετόν της γης σου κονιορτόν. επί της γης σου ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσι σου δούναί σοι. διότι εγκατέλιπές με. και δανειείς έθνεσι πολλοίς. ότι το όνομα Κυρίου επικέκληταί σοι. 13 καταστήσαι σε Κύριος ο Θεός σου εις κεφαλήν και μη εις ουράν. και επικατάρατος συ εν αγρω· 17 επικατάρατοι αι αποθήκαί σου και τα εγκαταλείμματά σου· 18 επικατάρατα τα έκγονα της κοιλίας σου και τα γενήματα της γης σου. ου εάν επιβάλης την χείρά σου. 16 επικατάρατος συ εν πόλει. 23 και έσται σοι ο ουρανός ο υπέρ κεφαλής σου χαλκούς. και καταδιώξονταί σε. 11 και πληθυνεί σε Κύριος ο Θεός σου εις αγαθά εν τοις εκγόνοις της κοιλίας σου. έως αν εξολοθρεύση σε και έως αν απολέση σε εν τάχει δια τα πονηρά επιτηδεύματά σου. έως αν απολέσωσί σε. εάν ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου και πορευθής εν πάσαις ταις οδοίς αυτού· 10 και όψονταί σε πάντα τα έθνη της γης. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. εάν ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. και έση τότε επάνω και ουκ έση υποκάτω. επί της γης. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον φυλάσσειν και ποιείν· 14 ου παραβήση από πασών των εντολών. και επί τοις εκγόνοις των κτηνών σου και επί τοις γενήμασι της γης σου. ου αν επιβάλης την χείρά σου. και ελεύσονται επί σε πάσαι αι κατάραι αύται και καταλήψονταί σε. έως αν εξαναλώση σε επί της γης. και φοβηθήσονταί σε. τον ουρανόν. 20 αποστείλαι Κύριος επί σε την ένδειαν και την εκλιμίαν και την ανάλωσιν επί πάντα. έως αν εκτρίψη σε και έως αν απολέση σε εν τάχει. 25 δώη σε Κύριος επισκοπήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 340 . 15 Και έσται εάν μη εισακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. και η γη η υποκάτω σου σιδηρά. και Χους εκ του ουρανού καταβήσεται επί σε. 21 προσκολλήσαι Κύριος εις σε τον θάνατον. φυλάσσειν και ποιείν πάσας τας εντολάς αυτού. συ δε ου δανειή. 9 αναστήσαι σε Κύριος εαυτω λαόν άγιον. ων εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. σου δε ουκ άρξουσι. 22 πατάξαι σε Κύριος εν απορία και πυρετω και ρίγει και ερεθισμω και ανεμοφθορία και τη ώχρα. ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. 12 ανοίξαι σοι Κύριος τον θησαυρόν αυτού τον αγαθόν.

ος εστιν εν σοί. αναβήσεται επί σε άνω άνω. 40 ελαίαι έσονταί σοι εν πάσι τοις ορίοις σου. ουδέ ευφρανθήση εξ αυτού. 45 και ελεύσονται επί σε πάσαι αι κατάραι αύται και καταδιώξονταί σε και καταλήψονταί σε. και έλαιον ου χρίση. α βλέψη. ό ουκ επίστασαι συ και οι πατέρες σου. 29 και έση ψηλαφών μεσημβρίας. ους αν καταστήσης επί σεαυτόν. και ουκ οικήσεις εν αυτη· αμπελώνα φυτεύσεις. ότι κατέδεται αυτά η ακρίς. 42 πάντα τα ξύλινά σου και τα γενήματα της γης σου εξαναλώσει η ερισύβη. και οίνον ου πίεσαι. 41 υιούς και θυγατέρας γεννήσεις και ουκ έσονταί σοι. και έση αδικούμενος και τεθραυσμένος πάσας τας ημέρας· 34 και έση παράκλητος δια τα οράματα των οφθαλμών σου. συ δε καταβήση κάτω κάτω· 44 ούτος δανειεί σοι. 35 πατάξαι σε Κύριος εν έλκει πονηρω επί τα γόνατα και επί τας κνήμας. 26 και έσονται οι νεκροί υμών κατάβρωμα τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. 36 απαγάγοι Κύριός σε και τους άρχοντάς σου. εις ους αν απαγάγη σε Κύριος εκεί. συ δε τούτω ου δανειείς· ούτος έσται κεφαλή. 38 σπέρμα πολύ εξοίσεις εις το πεδίον και ολίγα εισοίσεις. επ ‘ έθνος. 39 αμπελώνα φυτεύσεις και κατεργά. ξύλοις και λίθοις. και εν επτά οδοίς φεύξη από προσώπου αυτών· και έση εν διασπορά εν πάσαις βασιλείαις της γης. και ουκ έσται σοι ο βοηθών. 27 πατάξαι σε Κύριος έλκει Αιγυπτίω εις την έδραν και ψώρα αγρία και κνήφη. και ουκ αποδοθήσεταί σοι· τα πρόβατά σου δεδομένα τοις εχθροίς σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εναντίον των εχθρών σου· εν οδω μια εξελεύση προς αυτούς. απελεύσονται γαρ εν αιχμαλωσία. έως αν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 341 . συ δε τούτω ου δανειείς. 43 ο προσήλυτος. ωσεί τις ψηλαφήσαι τυφλός εν τω σκότει. ωστε μη δύνασθαί σε ιαθήναι. συ δε έση ουρά. 37 και έση εκεί εν αινίγματι και παραβολή και διηγήματι εν πάσι τοις έθνεσιν. και ου φάγη εξ αυτού· ο όνος σου ηρπασμένος από σου. ουκ ισχύσει η χείρ σου· 33 τα εκφόρια της γης σου και πάντας τους πόνους σου φάγεται έθνος. και ου μη τρυγήσης αυτόν· 31 ο μόσχος σου εσφαγμένος εναντίον σου. και λατρεύσεις εκεί θεοίς ετέροις. ωστε μη δύνασθαι ιαθήναί σε από ίχνους των ποδών σου έως της κορυφής σου. και ουκ έσται ο αποσοβών. και ανήρ έτερος έξει αυτήν· οικίαν οικοδομήσεις. και ουκ έσται σοι ο βοηθών· 32 οι υιοί σου και αι θυγατέρες σου δεδομέναι έθνει ετέρω και οι οφθαλμοί σου βλέψονται σφακελίζοντες εις αυτά. ότι εκρυήσεται η ελαία σου. 28 πατάξαι σε Κύριος παραπληξία και αορασία και εκστάσει διανοίας. και ουκ ευοδώσει τας οδούς σου· και έση τότε αδικούμενος και διαρπαζόμενος πάσας τας ημέρας. ότι καταφάγεται αυτά ο σκώληξ. 30 γυναίκα λήψη. ό ουκ επίστασαι.

έλαιον. 51 και κατέδεται τα έκγονα των κτηνών σου και τα γενήματα της γης σου. και θλίψει σε εν ταις πόλεσί σου. 53 και φαγή τα έκγονα της κοιλίας σου. 56 και η απαλή εν υμίν και η τρυφερά. πληγάς μεγάλας και θαυμαστάς. ή θλίψει σε ο εχθρός σου. ωστε μη καταλιπείν σοι σίτον. 49 επάξει επί σε Κύριος έθνος μακρόθεν απ ‘ εσχάτου της γης ωσεί όρμημα αετού. δια το μη καταλειφθήναι αυτω ουδέν εν τη στενοχωρία σου και εν τη θλίψει σου. έως αν απολέση σε 52 και εκτρίψη σε εν ταις πόλεσί σου. 50 έθνος αναιδές προσώπω. ην διευλαβού από προσώπου αυτών. τα βουκόλια των βοών σου. αις έδωκέ σοι. Κύριον τον Θεόν σου. και τα ποίμνια των προβάτων σου. 59 και παραδοξάσει Κύριος τας πληγάς σου και τας πληγάς του σπέρματός σου. ό ουκ ακούση της φωνής αυτού. 55 ωστε δούναι ενί αυτών από των σαρκών των τέκνων αυτού. ων αν κατέσθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξολοθρεύση σε και έως αν απολέση σε. βασκανεί τω οφθαλμω αυτής τον άνδρα αυτής τον εν κόλπω αυτής και τον υιόν και την θυγατέρα αυτής 57 και το χόριον αυτής το εξελθόν δια των μηρών αυτής και το τέκνον. α αν καταλειφθή αυτω. οίνον. ης ουχί πείραν έλαβεν ο πούς αυτής βαίνειν επί της γης δια την τρυφερότητα και δια την απαλότητα. όστις ου θαυμάσει πρόσωπον πρεσβύτου και νέον ουκ ελεήσει. εν πάση τη γη σου. εν λιμω και εν δίψει και εν γυμνότητι και εν εκλείψει πάντων· και επιθήση κλοιόν σιδηρούν επί τον τράχηλόν σου. έως αν εξολοθρεύση σε. 48 και λατρεύσεις τοις εχθροίς σου. όσα έδωκέ σοι Κύριος ο Θεός σου. 54 ο απαλός ο εν σοί και ο τρυφερός σφόδρα βασκανεί τω οφθαλμω τον αδελφόν και την γυναίκα την εν τω κόλπω αυτού και τα καταλελειμμένα τέκνα. ό εάν τέκη· καταφάγεται γαρ αυτά δια την ένδειαν πάντων κρυφή εν τη στενοχωρία σου και εν τη θλίψει σου. όσα ενετείλατό σοι. έθνος. και νόσους πονηράς και πιστάς 60 και επιστρέψει πάσαν την οδύνην Αιγύπτου την πονηράν. 58 εάν μη εισακούσης ποιείν πάντα τα ρήματα του νόμου τούτου τα γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω φοβείσθαι το όνομα το έντιμον το θαυμαστόν τούτο. ους εξαποστελεί Κύριος επί σε. ότι ουκ εισήκουσας της φωνής Κυρίου του Θεού σου. εφ ‘ οίς συ πέποιθας επ ‘ αυτοίς. εν τη στενοχωρία σου και εν τη θλίψει σου. 47 ανθ ‘ ων ουκ ελάτρευσας Κυρίω τω Θεω σου εν ευφροσύνη και αγαθή διανοία δια το πλήθος πάντων. 46 και έσται εν σοί σημεία και τέρατα εν τω σπέρματί σου έως του αιώνος. ή αν θλίψωσί σε οι εχθροί σου εν πάσαις ταις πόλεσί σου. έως αν καθαιρεθώσι τα τείχη τα υψηλά και τα οχυρά. φυλάξαι τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα. κρέα υιών σου και θυγατέρων σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 342 . ή θλίψει σε ο εχθρός σου εν ταις πόλεσί σου.

61 και πάσαν μαλακίαν και πάσαν πληγήν την μη γεγραμμένην και πάσαν την γεγραμμένην εν τω βιβλίω του νόμου τούτου επάξει Κύριος επί σε. ανθ ‘ ων ότι ήτε ωσεί τα άστρα του ουρανού τω πλήθει. 68 και αποστρέψει σε Κύριος εις Αίγυπτον εν πλοίοις και εν τη οδω. ούτως ευφρανθήσεται Κύριος εφ ‘ υμίν εξολοθρεύσαι υμάς. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ εκάλεσε Μωυσής πάντας τους υιούς Ισραήλ και είπε προς αυτούς· υμείς εωράκατε πάντα. έως αν εξολοθρεύση σε. και από των οραμάτων των οφθαλμών σου. ους ουκ ηπίστω συ και οι πατέρες σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και κολληθήσονται εν σοί. ων όψη. ης διέθετο αυτοίς εν Χωρήβ. ή είπα· ου προσθήση έτι ιδείν αυτήν· και πραθήσεσθε εκεί τοις εχθροίς υμών εις παίδας και παιδίσκας. τα σημεία και τα τέρατα τα μεγάλα εκείνα· 3 και ουκ έδωκε Κύριος ο Θεός υμίν καρδίαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 343 . και εξαρθήσεσθε εν τάχει από της γης. ότι ουκ εισήκουσας της φωνής Κυρίου του Θεού σου. 65 αλλά και εν τοις έθνεσιν εκείνοις ουκ αναπαύσει σε. πλήν της διαθήκης. 62 και καταλειφθήσεσθε εν αριθμω βραχεί. και το εσπέρας ερείς· Πως αν γένοιτο πρωϊ. και δώσει σοι Κύριος εκεί καρδίαν αθυμούσαν και εκλείποντας οφθαλμούς και τηκομένην ψυχήν. όσα εποίησε Κύριος εν γη Αιγύπτω ενώπιον υμών Φαραώ και τοις θεράπουσιν αυτού και πάση τη γη αυτού. ους εωράκασιν οι οφθαλμοί σου. ους ενετείλατο Κύριος Μωυσή στήσαι τοις υιοίς Ισραήλ εν γη Μωάβ. ουδ ‘ ου μη γένηται στάσις τω ίχνει του ποδός σου. από του φόβου της καρδίας σου. 66 και έσται η ζωή σου κρεμαμένη απέναντι των οφθαλμών σου. ξύλοις και λίθοις. και φοβηθήση ημέρας και νυκτός και ου πιστεύσεις τη ζωή σου· 67 το πρωϊ ερείς· Πως αν γένοιτο εσπέρα. και δουλεύσεις εκεί θεοίς ετέροις. 63 και έσται ον τρόπον ευφράνθη Κύριος εφ ‘ υμίν εύ ποιήσαι υμάς και πληθύναι υμάς. α φοβηθήση. 69 Ούτοι οι λόγοι της διαθήκης. 64 και διασπερεί σε Κύριος ο Θεός σου εις πάντα τα έθνη απ ‘ άκρου της γης έως άκρου της γης. 2 τους πειρασμούς τους μεγάλους. και ουκ έσται ο κτώμενος. εις ην εισπορεύεσθε εκεί κληρονομήσαι αυτήν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ειδέναι και οφθαλμούς βλέπειν και ώτα ακούειν έως της ημέρας ταύτης. αλλ ‘ ή τότε εκκαυθήσεται οργή Κυρίου και ο ζήλος αυτού εν τω ανθρώπω εκείνω. και τα υποδήματα υμών ου κατετρίβη από των ποδών υμών· 5 άρτον ουκ εφάγετε. 15 ότι υμείς οίδατε Πως κατωκήσαμεν εν γη Αιγύπτω. 12 ίνα στήση σε αυτω εις λαόν. τίνος η διάνοια εξέκλινεν από Κυρίου του Θεού υμών πορεύεσθαι λατρεύειν τοις θεοίς των εθνών εκείνων. από ξυλοκόπου υμών και έως υδροφόρου υμών. και εξήλθε Σηών βασιλεύς Εσεβών και Ωγ βασιλεύς Βασάν εις συνάντησιν ημίν εν πολέμω. 16 και ίδετε τα βδελύγματα αυτών και τα είδωλα αυτών. και ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. ότι Κύριος ο Θεός υμών εγώ. ίνα συνήτε πάντα. ίνα μη συναπολέση ο αμαρτωλός τον αναμάρτητον. και έδωκα αυτήν εν κλήρω τω Ρουβήν και τω Γαδδί και τω ημίσει φυλής Μανασσή. 6 και ήλθετε έως του τόπου τούτου. 11 παρελθείν εν τη διαθήκη Κυρίου του Θεού υμών και εν ταις αραίς αυτού. ξύλον και λίθον. 8 και φυλάξεσθε ποιείν πάντας τους λόγους της διαθήκης ταύτης. και οι γραμματοεισαγωγείς υμών. αργύριον και χρυσίον. 4 και ήγαγεν υμάς τεσσαράκοντα έτη εν τη ερήμω· ουκ επαλαιώθη τα ιμάτια υμών. 17 μη τις εστιν εν υμίν ανήρ ή γυνή ή πατριά ή φυλή. α εστι παρ ‘ αυτοίς. και αυτός έσται σου Θεός. 19 ου μη θελήσει ο Θεός ευϊλατεύσαι αυτω. και εξαλείψει Κύριος το όνομα αυτού εκ της υπό τον ουρανόν· 20 και διαστελεί αυτόν Κύριος εις κακά εκ πάντων υιών Ισραήλ κατά πάσας τας αράς της διαθήκης τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 344 . πας ανήρ Ισραήλ. όσα ποιήσετε. ίνα γνώτε. Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. όσα Κύριος ο Θεός σου διατίθεται προς σε σήμερον. 18 και έσται εάν ακούση τα ρήματα της αράς ταύτης και επιφημίσηται εν τη καρδία αυτού λέγων· όσιά μοι γένοιτο. 9 Υμείς εστήκατε πάντες σήμερον εναντίον Κυρίου του Θεού υμών. 13 και ουχ υμίν μόνοις εγώ διατίθεμαι την διαθήκην ταύτην και την αράν ταύτην. ότι ενή αποπλανήσει της καρδίας μου πορεύσομαι. ον τρόπον είπέ σοι. οι αρχίφυλοι υμών και η γερουσία υμών και οι κριταί υμών. μη τις εστιν εν υμίν ρίζα άνω φύουσα εν χολή και πικρία. ους παρήλθετε. οίνον και σίκερα ουκ επίετε. 14 αλλά και τοις ώδε ούσι μεθ ‘ υμών σήμερον εναντίον Κυρίου του Θεού υμών και τοις μη ούσι μεθ ‘ υμών ώδε σήμερον. και επατάξαμεν αυτούς 7 και ελάβομεν την γην αυτών. 10 αι γυναίκες υμών και τα έκγονα υμών και ο προσήλυτος ο εν μέσω της παρεμβολής υμών. και κολληθήσονται εν αυτω πάσαι αι αραί της διαθήκης ταύτης αι γεγραμμέναι εν τω βιβλίω του νόμου τούτου. ως παρήλθομεν εν μέσω των εθνών.

τις ο θυμός της οργής ο μέγας ούτος. 22 θείον και άλα κατακεκαυμένον. ας κατέστρεψε Κύριος εν θυμω και οργή. α διέθετο τοις πατράσιν αυτών. Αδαμά και Σεβωϊμ. 2 και επιστραφήση επί Κύριον τον Θεόν σου και εισακούση της φωνής αυτού κατά πάντα. ου εάν διασκορπίση σε Κύριος εκεί. 23 και ερούσι πάντα τα έθνη· διατί εποίησε Κύριος ούτω τη γη ταύτη. ους ουκ ηπίσταντο. 28 τα κρυπτά Κυρίω τω Θεω ημών. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ έσται ως αν έλθωσιν επί σε πάντα τα ρήματα ταύτα. και εκείθεν λήψεταί σε Κύριος ο Θεός σου· 5 και εισάξει σε ο Θεός σου εκείθεν εις την γην. πάσα η γη αυτής ου σπαρήσεται ουδέ ανατελεί. ος αν έλθη εκ γης μακρόθεν. και δέξη εις την καρδίαν σου εν πάσι τοις έθνεσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γεγραμμένας εν τω βιβλίω του νόμου τούτου. ην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 345 . ην έδωκα προ προσώπου σου. ποιείν πάντα τα ρήματα του νόμου τούτου. 4 εάν ή η διασπορά σου απ ‘ άκρου του ουρανού έως άκρου του ουρανού. οί αναστήσονται μεθ ‘ υμάς. ωσπερ κατεστράφη Σόδομα και Γόμορρα. 24 και ερούσιν· ότι κατέλιπον την διαθήκην Κυρίου του Θεού των πατέρων αυτών. και εξέβαλεν αυτούς εις γην ετέραν ωσεί νυν. 25 και πορευθέντες ελάτρευσαν θεοίς ετέροις. 21 και ερούσιν η γενεά η ετέρα. και εξ όλης της ψυχής σου. 27 και εξήρεν αυτούς Κύριος από της γης αυτών εν θυμω και οργή και παροξυσμω μεγάλω σφόδρα. εις ους διεσκόρπισέ σε Κύριος εκεί. ότε εξήγαγεν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. εκείθεν συνάξει σε Κύριος ο Θεός σου. και όψονται τας πληγάς της γης εκείνης και τας νόσους αυτής. η ευλογία και η κατάρα. 3 και ιάσεται Κύριος τας αμαρτίας σου και ελεήσει σε και πάλιν συνάξει σε εκ πάντων των εθνών. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. οι υιοί υμών. ας απέστειλε Κύριος επ ‘ αυτήν. ουδέ μη αναβή επ ‘ αυτήν παν χλωρόν. εξ όλης της καρδίας σου. τα δε φανερά ημίν και τοις τέκνοις ημών εις τον αιώνα. ουδέ διένειμεν αυτοίς· 26 και ωργίσθη θυμω Κύριος επί την γην εκείνην επαγαγείν επ ‘ αυτήν κατά πάσας τας κατάρας τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω του νόμου τούτου. και ο αλλότριος.

7 και δώσει Κύριος ο Θεός σου τας αράς ταύτας επί τους εχθρούς σου και επί τους μισούντάς σε. αγαπάν Κύριον τον Θεόν σου. και ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν πάση τη γη. 19 διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην. την ευλογίαν και την κατάραν· έκλεξαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 346 . πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και φυλάσσεσθαι τα δικαιώματα αυτού και τας κρίσεις αυτού. και πολλοί έσεσθε. 6 και περικαθαριεί Κύριος την καρδίαν σου και την καρδίαν του σπέρματός σου. ην εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 18 αναγγέλλω σοι σήμερον ότι απωλεία απολείσθε και ου μη πολυήμεροι γένησθε επί της γης. 10 εάν εισακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. ουχ υπέρογκός εστιν ουδέ μακράν από σου εστιν. 13 ουδέ πέραν της θαλάσσης εστί λέγων· τις διαπεράσει ημίν εις το πέραν της θαλάσσης και λήψεται ημίν αυτήν. αγαπάν Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου. καθότι ευφράνθη επί τοις πατράσι σου. και κληρονομήσεις αυτήν· και εύ σε ποιήσει και πλεοναστόν σε ποιήσει υπέρ τους πατέρας σου. εάν επιστραφής επί Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου. εν τοις εκγόνοις της κοιλίας σου και εν τοις εκγόνοις των κτηνών σου και εν τοις γενήμασι της γης σου· ότι επιστρέψει Κύριος ο Θεός σου ευφρανθήναι επί σοί εις αγαθά. οί εδίωξάν σε. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. 14 εγγύς σου εστι το ρήμα σφόδρα εν τω στόματί σου και εν τη καρδία σου και εν ταις χερσί σου ποιείν αυτό. εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκληρονόμησαν οι πατέρες σου. 17 και εάν μεταστη η καρδία σου και μη εισακούσης και πλανηθείς προσκυνήσης θεοίς ετέροις και λατρεύσης αυτοίς. την ζωήν και τον θάνατον δέδωκα προ προσώπου υμών. 11 Οτι η εντολή αύτη. 8 και συ επιστραφήση και εισακούση της φωνής Κυρίου του Θεού σου και ποιήσεις τας εντολάς αυτού. και ποιήσομεν. 9 και πολυωρήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν παντί έργω των χειρών σου. ίνα ζής συ. το αγαθόν και το κακόν. και ακούσαντες αυτήν ποιήσομεν. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 16 εάν εισακούσης τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου. 15 Ιδού δέδωκα προ προσώπου σου σήμερον την ζωήν και τον θάνατον. και ακουστήν ημίν ποιήση αυτήν. και ζήσεσθε. φυλάσσεσθαι τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα αυτού και τας κρίσεις αυτού τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω του νόμου τούτου. 12 ουκ εν τω ουρανω άνω εστί λέγων· τις αναβήσεται ημίν εις τον ουρανόν και λήψεται ημίν αυτήν.

ίνα ζήσης συ και το σπέρμα σου. 3 Κύριος ο Θεός σου ο προπορευόμενος προ προσώπου σου. και ποιήσετε αυτοίς. καθά ελάλησε Κύριος. Κύριος δε είπε προς με· ου διαβήση τον Ιορδάνην τούτον. 10 και ενετείλατο Μωυσής αυτοίς εν τη ημέρα εκείνη λέγων· μετά επτά έτη εν καιρω ενιαυτού αφέσεως εν εορτη σκηνοπηγίας. εισακούειν της φωνής αυτού και έχεσθαι αυτού· ότι τούτο η ζωή σου και η μακρότης των ημερών σου. ουδέ μη σε εγκαταλίπη· μη φοβού μηδέ δειλία. τοις δυσί βασιλεύσι των Αμορραίων. και τη γη αυτών. μη φοβού μηδέ δειλιάσης μηδέ πτοηθής από προσώπου αυτών. αυτός εξολοθρεύσει τα έθνη ταύτα από προσώπου σου. ούτε μη σε ανή. 6 ανδρίζου και ίσχυε. και συ κατακληρονομήσεις αυτήν αυτοίς· 8 και Κύριος ο συμπορευόμενος μετά σου ουκ ανήσει σε. κατοικείν επί της γης. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου. και τοις προσβυτέροις των υιών Ισραήλ. συ γαρ εισελεύση προ προσώπου του λαού τούτου εις την γην. ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσι σου Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ δούναι αυτοίς. καθότι ενετειλάμην υμίν. και κατακληρονομήσεις αυτούς· και Ιησούς ο προπορευόμενος προ προσώπου σου. 11 εν τω συμπορεύεσθαι πάντα Ισραήλ οφθήναι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 347 . ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν υμών δούναι αυτοίς. 4 και ποιήσει Κύριος ο Θεός σου αυτοίς καθώς εποίησε Σηών και Ωγ. καθότι εξωλόθρευσεν αυτούς· 5 και παρέδωκεν αυτούς Κύριος υμίν. 7 και εκάλεσε Μωυσής Ιησούν και είπεν αυτω έναντι παντός Ισραήλ· ανδρίζου και ίσχυε. ότι Κύριος ο Θεός σου ο προπορευόμενος μεθ ‘ υμών εν υμίν. 20 αγαπάν Κύριον τον Θεόν σου. ούτε μη σε εγκαταλίπη. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ συνετέλεσε Μωυσής λαλών πάντας τους λόγους τούτους προς πάντας υιούς Ισραήλ. 2 και είπε προς αυτούς· εκατόν και είκοσιν ετών εγώ ειμι σήμερον· ου δυνήσομαι έτι εισπορεύεσθαι και εκπορεύεσθαι. 9 Και έγραψε Μωυσής τα ρήματα του νόμου τούτου εις βιβλίον και έδωκε τοις ιερεύσι τοις υιοίς Λευί τοις αίρουσι την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την ζωήν συ.

ίνα ακούσωσι και ίνα μάθωσι φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν υμών. 14 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού εγγίκασιν αι ημέραι του θανάτου σου· κάλεσον Ιησούν και στήτε παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. ίνα γένηταί μοι η ωδή αύτη κατά πρόσωπον μαρτυρούσα εν υιοίς Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενώπιον Κυρίου του Θεού υμών. και έστησαν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. και αναστάς ούτος ο λαός εκπορνεύσει οπίσω θεών αλλοτρίων της γης. ην διεθέμην αυτοίς. όσα ποιούσιν ώδε σήμερον προ του εισαγαγείν με αυτούς εις την γην την αγαθήν. εύροσάν με τα κακά ταύτα. και ευρήσουσιν αυτόν κακά πολλά και θλίψεις. 19 και νυν γράψατε τα ρήματα της ωδής ταύτης και διδάξατε αυτήν τους υιούς Ισραήλ και εμβαλείτε αυτήν εις το στόμα αυτών. 18 εγώ δε αποστροφή αποστρέψω το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτών εν τη ημέρα εκείνη δια πάσας τας κακίας. 20 εισάξω γαρ αυτούς εις την γην την αγαθήν. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών δούναι αυτοίς. εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. οί ουκ οίδασιν. ην ώμοσα τοις πατράσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 348 . και καταλείψουσί με και διασκεδάσουσι την διαθήκην μου. και έστη ο στύλος της νεφέλης παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. και έσται κατάβρωμα. όσας αυτοί ζώσιν επί της γης. ας εποίησαν. και εντελούμαι αυτω. ου γαρ μη επιλησθή από στόματος αυτών και από στόματος του σπέρματος αυτών· εγώ γαρ οίδα την πονηρίαν αυτών. 15 και κατέβη Κύριος εν νεφέλη και έστη παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 16 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού συ κοιμά μετά των πατέρων σου. αναγνώσεσθε τον νόμον τούτον εναντίον παντός Ισραήλ εις τα ώτα αυτών· 12 εκκλησιάσας τον λαόν. τους άνδρας και τας γυναίκας και τα έκγονα και τον προσήλυτον τον εν ταις πόλεσιν υμών. και ερεί εν τη ημέρα εκείνη· διότι ουκ έστι Κύριος ο Θεός μου εν εμοί. ότι απέστρεψαν επί θεούς αλλοτρίους. 21 και αντικαταστήσεται η ωδή αύτη κατά πρόσωπον μαρτυρούσα. ακούσονται και μαθήσονται φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν σου πάσας τας ημέρας. εις ην ούτος εισπορεύεται. και επορεύθη Μωυσής και Ιησούς εις την σκηνήν του μαρτυρίου. και ακούσονται ποιείν πάντας τους λόγους του νόμου τούτου· 13 και οι υιοί αυτών. εν τω τόπω ω αν εκλέξηται Κύριος. 17 και οργισθήσομαι θυμω εις αυτούς εν τη ημέρα εκείνη και καταλείψω αυτούς και αποστρέψω το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτών. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. και φάγονται και εμπλησθέντες κορήσουσι· και επιστραφήσονται επί θεούς αλλοτρίους και λατρεύσουσιν αυτοίς και παροξυνούσί με και διασκεδάσουσι την διαθήκην μου.

και λαλήσω. 5 ημάρτοσαν ουκ αυτω τέκνα μωμητά. 2 προσδοκάσθω ως υετός το απόφθεγμά μου. 23 και ενετείλατο Μωυσής Ιησοί και είπεν· ανδρίζου και ίσχυε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 349 . και καταβήτω ως δρόσος τα ρήματά μου. γενεά σκολιά και διεστραμμένη. 3 ότι το όνομα Κυρίου εκάλεσα· δότε μεγαλωσύνην τω Θεω ημών. 27 ότι εγώ επίσταμαι τον ερεθισμόν σου και τον τράχηλόν σου τον σκληρόν· έτι γαρ εμού ζώντος μεθ ‘ υμών σήμερον. και αυτός έσται μετά σου. 4 Θεός. ότι ποιήσετε τα πονηρά εναντίον Κυρίου παροργίσαι αυτόν εν τοις έργοις των χειρών υμών. και συναντήσεται υμίν τα κακά έσχατον των ημερών. αληθινά τα έργα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών. ης ενετειλάμην υμίν. και έσται εκεί εν σοί εις μαρτύριον. 24 Ηνίκα δε συνετέλεσε Μωυσής γράφων πάντας τους λόγους του νόμου τούτου εις βιβλίον έως εις τέλος. και ακουέτω η γη ρήματα εκ στόματός μου. 30 και ελάλησε Μωυσής εις τα ώτα πάσης εκκλησίας τα ρήματα της ωδής ταύτης έως εις τέλος. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΠΡΟΣΕΧΕ ουρανέ. ουκ αυτός ούτός σου πατήρ εκτήσατό σε και εποίησέ σε και έπλασέ σε. και ουκ έστιν αδικία. ούτω λαός μωρός και ουχί σοφός. 28 εκκλησιάσατε προς με τους φυλάρχους υμών και τους πρεσβυτέρους υμών και τους κριτάς υμών και τους γραμματοεισαγωγείς υμών. ίνα λαλήσω εις τα ώτα αυτών πάντας τους λόγους τούτους. δίκαιος και όσιος Κύριος. ην ώμοσεν αυτοίς Κύριος. 6 ταύτα Κυρίω ανταποδίδοτε. συ γαρ εισάξεις τους υιούς Ισραήλ εις την γην. και διαμαρτύρωμαι αυτοίς τον τε ουρανόν και την γην· 29 οίδα γαρ ότι έσχατον της τελευτής μου ανομία ανομήσετε και εκκλινείτε εκ της οδού. και πάσαι αι οδοί αυτού κρίσεις· Θεός πιστός. Πως ουχί και έσχατον του θανάτου μου. παραπικραίνοντες ήτε τα προς τον Θεόν. ωσεί όμβρος επ ‘ άγνωστιν και ωσεί νιφετός επί χόρτον. 25 και ενετείλατο τοις Λευίταις τοις αίρουσι την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου λέγων· 26 λαβόντες το βιβλίον του νόμου τούτου θήσετε αυτό εκ πλαγίων της κιβωτού της διαθήκης Κυρίου του Θεού υμών. 22 και έγραψε Μωυσής την ωδήν ταύτην εν εκείνη τη ημέρα και εδίδαξεν αυτήν τους υιούς Ισραήλ.

εν δίψει καύματος εν γη ανύδρω· εκύκλωσεν αυτόν και επαίδευσεν αυτόν και διεφύλαξεν αυτόν ως κόρην οφθαλμού. παύσω δε εξ ανθρώπων το μνημόσυνον αυτών. υιοί. 19 και είδε Κύριος και εζήλωσε και παρωξύνθη δι ‘ οργήν υιών αυτού και θυγατέρων 20 και είπεν· αποστρέψω το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτών και δείξω τι έσται αυτοίς επ ‘ εσχάτων ημερών· ότι γενεά εξεστραμμένη εστίν. 13 ανεβίβασεν αυτούς επί την ισχύν της γης. 23 συνάξω εις αυτούς κακά και τα βέλη μου συντελέσω εις αυτούς. 18 Θεόν τον γεννήσαντά σε εγκατέλιπες και επελάθου Θεού του τρέφοντός σε. 11 ως αετός σκεπάσαι νοσσιάν αυτού και επί τοις νεοσσοίς αυτού επεπόθησε. μη είπωσιν· η χείρ ημών η υψηλή και ουχί Κύριος εποίησε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 350 . 9 και εγενήθη μερίς Κυρίου λαός αυτού Ιακώβ. 24 τηκόμενοι λιμω και βρώσει ορνέων και οπισθότονος ανίατος· οδόντας θηρίων επαποστελώ εις αυτούς μετά θυμού συρόντων επί γην. παρώξυνάν με εν τοις ειδώλοις αυτών· καγώ παραζηλώσω αυτούς επ ‘ ουκ έθνει. 22 ότι πυρ εκκέκαυται εκ του θυμού μου. και ερούσί σοι. ελιπάνθη. σύνετε έτη γενεάς γενεών· επερώτησον τον πατέρα σου. 27 ει μη δι ‘ οργήν εχθρών. τους πρεσβυτέρους σου. καταφάγεται γην και τα γενήματα αυτής. σχοίνισμα κληρονομίας αυτού Ισραήλ. 12 Κύριος μόνος ήγεν αυτούς και ουκ ην μετ ‘ αυτών θεός αλλότριος. 15 και έφαγεν Ιακώβ και ενεπλήσθη. και αναγγελεί σοι. θηλάζων μετά καθεστηκότος πρεσβύτου. διείς τας πτέρυγας αυτού εδέξατο αυτούς και ανέλαβεν αυτούς επί τώ μεταφρένων αυτού. εν βδελύγμασιν αυτών παρεπίκρανάν με· 17 έθυσαν δαιμονίοις και ου Θεω. 8 ότε διεμέριζεν ο Ύψιστος έθνη. 16 παρώξυνάν με επ ‘ αλλοτρίοις. ους ουκ ήδεισαν οι πατέρες αυτών. καυθήσεται έως άδου κάτω. ίνα μη μακροχρονίσωσιν. ίνα μη συνεπιθώνται οι υπεναντίοι. φλέξει θεμέλια ορέων. επί έθνει ασυνέτω παροργιώ αυτούς. 14 βούτυρον βοών και γάλα προβάτων μετά στέατος αρνών και κριών. επλατύνθη· και εγκατέλιπε τον Θεόν τον ποιήσαντα αυτόν και απέστη από Θεού σωτήρος αυτού. εψώμισεν αυτούς γενήματα αγρών· εθήλασαν μέλι εκ πέτρας και έλαιον εκ στερεάς πέτρας. θεοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 7 μνήσθητε ημέρας αιώνος. επαχύνθη. και αίμα σταφυλής έπιον οίνον. οίς ουκ ήδεισαν· καινοί και πρόσφατοι ήκασιν. 26 είπα· διασπερώ αυτούς. έστησεν όρια εθνών κατά αριθμόν αγγέλων Θεού. 25 έξωθεν ατεκνώσει αυτούς μάχαιρα και εκ των ταμιείων φόβος· νεανίσκος συν παρθένω. οίς ουκ έστι πίστις εν αυτοίς. 10 αυτάρκησεν αυτόν εν γη ερήμω. ως διέσπειρεν υιούς Αδάμ. υιών ταύρων και τράγων. και απελάκτισεν ο ηγαπημένος. 21 αυτοί παρεζήλωσάν με επ ‘ ου Θεω. μετά στέατος νεφρών πυρού.

40 ότι αρώ εις τον ουρανόν την χείρά μου και ομούμαι τη δεξιά μου και ερώ· ζω εγώ εις τον αιώνα. και αποδώσω δίκην τοις εχθροίς και τοις μισούσί με ανταποδώσω· 42 μεθύσω τα βέλη μου αφ ‘ αίματος. 37 και είπε Κύριος· που εισιν οι θεοί αυτών. 34 ουκ ιδού ταύτα συνήκται παρ ‘ εμοί και εσφράγισται εν τοις θησαυροίς μου. και εισήλθε Μωυσής και ελάλησε πάντας τους λόγους του νόμου τούτου εις τα ώτα του λαού. 38 ων το στέαρ των θυσιών αυτών ησθίετε και επίνετε τον οίνον των σπονδών αυτών. 46 και είπε προς αυτούς· προσέχετε τη καρδία επί πάντας τους λόγους τούτους. και ενισχυσάτωσαν αυτω πάντες υιοί Θεού· ότι το αίμα των υιών αυτού εκδικάται. από κεφαλής αρχόντων εχθρών. και η κληματίς αυτών εκ Γομόρρας· η σταφυλή αυτών σταφυλή χολής. 39 ίδετε ίδετε ότι εγώ ειμι. 36 ότι κρινεί Κύριος τον λαόν αυτού και επί τοις δούλοις αυτού παρακληθήσεται· είδε γαρ παραλελυμένους αυτούς και εκλελοιπότας εν επαγωγή και παρειμένους. 31 ότι ουκ εισίν ως ο Θεός ημών οι θεοί αυτών· οι δε εχθροί ημών ανόητοι. έθνη μετά του λαού αυτού. άμα αυτω. 41 ότι παροξυνώ ως αστραπήν την μάχαιράν μου. 35 εν ημέρα εκδικήσεως ανταποδώσω. ους εγώ διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτα πάντα. ει μη ο Θεός απέδοτο αυτούς και Κύριος παρέδωκεν αυτούς. και ανθέξεται κρίματος η χείρ μου. 29 ουκ εφρόνησαν συνιέναι ταύτα· καταδεξάσθωσαν εις τον επιόντα χρόνον. αυτός και Ιησούς ο του Ναυή. πατάξω καγώ ιάσομαι. όταν σφαλή ο πούς αυτών. και εκδικήσει και ανταποδώσει δίκην τοις εχθροίς και τοις μισούσιν ανταποδώσει. 45 και συνετέλεσε Μωυσής λαλών παντί Ισραήλ. 28 ότι έθνος απολωλεκός βουλήν εστι. 43 ευφράνθητε. και ουκ έστιν εν αυτοίς επιστήμη. ότι εγγύς ημέρα απωλείας αυτοίς. και εκκαθαριεί Κύριος την γην του λαού αυτού. αναστήτωσαν και βοηθησάτωσαν υμίν και γενηθήτωσαν υμίν σκεπασταί. 30 Πως διώξεται εις χιλίους και δύο μετακινήσουσι μυριάδας. βότρυς πικρίας αυτοίς· 33 θυμός δρακόντων ο οίνος αυτών και θυμός ασπίδων ανίατος. και πάρεστιν έτοιμα υμίν. και ουκ έστι Θεός πλήν εμού· εγώ αποκτενώ και ζήν ποιήσω. 44 Και έγραψε Μωυσής την ωδήν ταύτην εν τη ημέρα εκείνη και εδίδαξεν αυτήν τους υιούς Ισραήλ. και η μάχαιρά μου φάγεται κρέα. και προσκυνησάτωσαν αυτω πάντες άγγελοι Θεού· ευφράνθητε. αφ ‘ αίματος τραυματιών και αιχμαλωσίας. ουρανοί. εφ ‘ οίς επεποίθεισαν επ ‘ αυτοίς. και ουκ έστιν ος εξελείται εκ των χειρών μου. α εντελείσθε τοις υιοίς υμών φυλάσσειν και ποιείν πάντας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 351 . εν καιρω. 32 εκ γαρ αμπέλου Σοδόμων η άμπελος αυτών.

εκ δεξιών αυτού άγγελοι μετ ‘ αυτού. και προσετέθη προς τον λαόν αυτού. ην εγώ δίδωμι τοις υιοίς Ισραήλ. κληρονομίαν συναγωγαίς Ιακώβ. ό εστιν εν γη Μωάβ κατά πρόσωπον Ιεριχώ. και πάντες οι ηγιασμένοι υπό τας χείράς σου· και ούτοι υπό σε εισι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τους λόγους του νόμου τούτου· 47 ότι ουχί λόγος κενός ούτος υμίν. και ιδέ την γην Χαναάν. εις κατάσχεσιν. 10 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 352 . και προστέθητι προς τον λαόν σου. συναχθέντων αρχόντων λαών άμα φυλαίς Ισραήλ. 5 και έσται εν τω ηγαπημένω άρχων. ελοιδόρησαν αυτόν επί ύδατος αντιλογίας· 9 ο λέγων τω πατρί και τη μητρί· ουχ εώρακά σε. και ένεκεν του λόγου τούτου μακροημερεύσετε επί της γης. τω ανδρί τω οσίω. 8 και τω Λευί είπε· δότε Λευί δήλους αυτού και αλήθειαν αυτού. 7 και αύτη Ιούδα. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΚΑΙ αύτη η ευλογία ην ηυλόγησε Μωυσής άνθρωπος του Θεού τους υιούς Ισραήλ προ της τελευτής αυτού· 2 και είπε· Κύριος εκ Σινά ήκει και επέφανεν εκ Σηείρ ημίν και κατέσπευσεν εξ όρους Φαράν συν μυριάσι Κάδης. 3 και εφείσατο του λαού αυτού. 50 και τελεύτα εν τω όρει. και βοηθός εκ των εχθρών αυτού έση. εις ό αναβαίνεις εκεί. και τους αδελφούς αυτού ουκ επέγνω και τους υιούς αυτού απέγνω· εφύλαξε τα λόγιά σου και την διαθήκην σου διετήρησε. εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. και εις τον λαόν αυτού εισέλθοισαν· αι χείρες αυτού διακρινούσιν αυτω. ον τρόπον απέθανεν Ααρών ο αδελφός σου εν Ωρ τω όρει. διότι ουχ ηγιάσατέ με εν τοις υιοίς Ισραήλ· 52 ότι απέναντι όψη την γην και εκεί ουκ εισελεύση. 6 ζήτω Ρουβήν και μη αποθανέτω και έστω πολύς εν αριθμω. 48 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ημέρα ταύτη λέγων· 49 ανάβηθι εις το όρος το Αβαρίμ τούτο. ότι αύτη η ζωή υμών. ον επείρασαν αυτόν εν πείρα. και εδέξατο από των λόγων αυτού 4 νόμον. όρος Ναβαύ. φωνής Ιούδα. 51 ότι ηπειθήσατε τω ρήματί μου εν τοις υιοίς Ισραήλ επί του ύδατος αντιλογίας Κάδης εν τη ερήμω Σίν. ον ενετείλατο ημίν Μωυσής. Κύριε. εισάκουσον.

κέρατα μονοκέρωτος τα κέρατα αυτού· εν αυτοίς έθνη κερατιεί άμα έως απ ‘ άκρου γης. εν εξοδία σου και Ισσάχαρ εν τοις σκηνώμασιν αυτού. συντρίψας βραχίονα και άρχοντα. Ισραήλ· τις όμοιός σοι λαός σωζόμενος υπό Κυρίου. και επί κορυφής δοξασθείς επ ‘ αδελφοίς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 353 . Ζαβουλών. 27 και σκεπάσει σε Θεού αρχή και υπό ισχύ βραχιόνων αενάων και εκβαλεί από προσώπου σου εχθρόν λέγων· απόλοιο. 21 και είδεν απαρχήν αυτού. βάψει εν ελαίω τον πόδα αυτού· 25 σίδηρος και χαλκός το υπόδημα αυτού έσται. 12 και τω Βενιαμίν είπεν· ηγαπημένος υπό Κυρίου κατασκηνώσει πεποιθώς. 23 και τω Νεφθαλί είπε· Νεφθαλί πλησμονή δεκτών και εμπλησθήτω ευλογίας παρά Κυρίου· θάλασσαν και λίβα κληρονομήσει. 24 και τω Ασήρ είπεν· ευλογημένος από τέκνων Ασήρ και έσται δεκτός τοις αδελφοίς αυτού. 11 ευλόγησον. και ο ουρανός αυτω συνεφφής δρόσω. αύται μυριάδες Εφραϊμ. 15 από κορυφής ορέων αρχής και από κορυφής βουνών αενάων 16 και καθ ‘ ωραν γης πληρώσεως. και επικαλέσεσθε εκεί και θύσετε εκεί θυσίαν δικαιοσύνης. και η μάχαιρα καύχημά σου· και ψεύσονταί σε οι εχθροί σου. και ο Θεός σκιάζει επ ‘ αυτω πάσας τας ημέρας. επί σίτω και οίνω. Κύριε. 18 και τω Ζαβουλών είπεν· ευφράνθητι. 22 και τω Δάν είπε· Δάν σκύμνος λέοντος και εκπηδήσεται εκ του Βασάν. ότι εκεί εμερίσθη γη αρχόντων συνηγμένων άμα αρχηγοίς λαών· δικαιοσύνην Κύριος εποίησε και κρίσιν αυτού μετά Ισραήλ. 29 μακάριος συ. και τα δεκτά τω οφθέντι εν τη βάτω έλθοισαν επί κεφαλήν Ιωσήφ. 28 και κατασκηνώσει Ισραήλ πεποιθώς μόνος επί γης Ιακώβ. και αύται χιλιάδες Μανασσή. και οι μισούντες αυτόν μη αναστήτωσαν. ότι πλούτος θαλάσσης θηλάσει σε και εμπόρια παράλιον κατοικούντων. ως αι ημέραι σου η ισχύς σου. 17 πρωτότοκος ταύρου το κάλλος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δηλώσουσι τα δικαιώματά σου τω Ιακώβ και τον νόμον σου τω Ισραήλ· επιθήσουσι θυμίαμα εν οργή σου δια παντός επί το θυσιαστήριόν σου. και συ επί τον τράχηλον αυτών επιβήση. 20 και τω Γάδ είπεν· ευλογημένος εμπλατύνων Γάδ· ως λέων ενεπαύσατο. υπερασπιεί ο βοηθός σου. 13 και τω Ιωσήφ είπεν· απ ‘ ευλογίας Κυρίου η γη αυτού. 26 ούκ εστιν ωσπερ ο Θεός του ηγαπημένου· ο επιβαίνων επί τον ουρανόν βοηθός σου και ο μεγαλοπρεπής του στερεώματος. την ισχύν αυτού και τα έργα των χειρών αυτού δέξαι· κάταξον οσφύν εχθρών επανεστηκότων αυτω. και ανά μέσον των ώμων αυτού κατέπαυσε. 19 έθνη εξολοθρεύσουσι. από ωρών ουρανού και δρόσου και από αβύσσων πηγών κάτωθεν 14 και καθ ‘ ωραν γενημάτων ηλίου τροπών και από συνόδων μηνών.

ον απέστειλεν αυτόν Κύριος ποιήσαι αυτά εν γη Αιγύπτω Φαραώ και τοις θεράπουσιν αυτού και πάση τη γη αυτού. 9 και Ιησούς υιος Ναυή ενεπλήσθη πνεύματος συνέσεως. 8 και έκλαυσαν οι υιοί Ισραήλ Μωυσήν εν Αραβώθ Μωάβ επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ τριάκοντα ημέρας· και συνετελέσθησαν αι ημέραι πένθους κλαυθμού Μωυσή. ην ώμοσα τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ λέγων· τω σπέρματι υμών δώσω αυτήν· και έδειξα τοις οφθαλμοίς σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΚΑΙ ανέβη Μωυσής από Αραβώθ Μωάβ επί το όρος Ναβαύ. ον έγνω Κύριος αυτόν πρόσωπον κατά πρόσωπον. 11 εν πάσι τοις σημείοις και τέρασιν. 5 και ετελεύτησε Μωυσής ο οικέτης Κυρίου εν γη Μωάβ δια ρήματος Κυρίου. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 354 . πόλιν φοινίκων έως Σηγώρ. ουδέ εφθάρησαν τα χελώνια αυτού. 4 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· αύτη η γη. 6 και έθαψαν αυτόν εν Γαί εγγύς οίκου Φογώρ· και ουκ είδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης. ή εστιν επί προσώπου Ιεριχώ. και εκεί ουκ εισελεύση. επί κορυφήν Φασγά. 10 και ουκ ανέστη έτι προφήτης εν Ισραήλ ως Μωυσής. 12 τα θαυμάσια τα μεγάλα και την χείρα την κραταιάν. 7 Μωυσής δε ην εκατόν και είκοσιν ετών εν τω τελευτάν αυτόν· ουκ ημαυρώθησαν οι οφθαλμοί αυτού. επέθηκε γαρ Μωυσής τας χείρας αυτού επ ‘ αυτόν· και εισήκουσαν αυτού οι υιοί Ισραήλ και εποίησαν καθότι ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. και έδειξεν αυτω Κύριος πάσαν την γην Γαλαάδ έως Δάν 2 και πάσαν την γην Νεφθαλί και πάσαν την γην Εφραϊμ και Μανασσή και πάσαν την γην Ιούδα έως της θαλάσσης της εσχάτης 3 και την έρημον και τα περίχωρα Ιεριχώ. α εποίησε Μωυσής έναντι παντός Ισραήλ.

ίνα συνής εν πάσιν οίς εάν πράσσης. 8 και ουκ αποστήσεται η βίβλος του νόμου τούτου εκ του στόματός σου. ην εγώ δίδωμι αυτοίς. υμείς δε διαβήσεσθε εύζωνοι πρότεροι των αδελφών υμών. και ευοδώσεις τας οδούς σου και τότε συνήσεις. και ωσπερ ήμην μετά Μωυσή. 7 ίσχυε ουν και ανδρίζου. πας ο ισχύων. 5 ουκ αντιστήσεται άνθρωπος κατενώπιον υμών πάσας τας ημέρας της ζωής σου. και έως της θαλάσσης της εσχάτης αφ' ηλίου δυσμών έσται τα όρια υμών. ον τρόπον είρηκα τω Μωυσή. 9 ιδού εντέταλμαί σοι· ίσχυε και ανδρίζου. ου εάν πορεύη. μηδέ φοβηθής. ή έδωκεν υμίν. 4 την έρημον και τον Αντιλίβανον έως του ποταμού του μεγάλου ποταμού Ευφράτου. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 355 . είπε Κύριος τω Ιησοί υιω Ναυή τω υπουργω Μωυσή λέγων· 2 Μωυσής ο θεράπων μου τετελεύτηκε· νυν ουν αναστάς διάβηθι τον Ιορδάνην. και ουκ εκκλινείς απ' αυτών εις δεξιά ουδέ εις αριστερά. 3 πας ο τόπος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο μετά την τελευτήν Μωυσή. ότι έτι τρεις ημέραι και υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην τούτον εισελθόντες κατασχείν την γην. ούτως έσομαι και μετά σου και ουκ εγκαταλείψω σε. 10 Και ενετείλατο Ιησούς τοις γραμματεύσι του λαού λέγων· 11 εισέλθατε κατά μέσον της παρεμβολής του λαού και εντείλασθε τω λαω λέγοντες· ετοιμάζεσθε επισιτισμόν. 14 αι γυναίκες υμών και τα παιδία υμών και τα κτήνη υμών κατοικείτωσαν εν τη γη. συ γαρ αποδιελείς τω λαω τούτω την γην. και μελετήσεις εν αυτω ημέρας και νυκτός. ουδ' υπερόψομαί σε. ην Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών δίδωσιν υμίν. και κληρονομήσωσι και ούτοι την γην. ότι μετά σου Κύριος ο Θεός σου εις πάντα. ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν αυτοίς. ωσπερ και υμάς. ίνα ειδής ποιείν πάντα τα γεγραμμένα· τότε ευοδωθήση. ην ώμοσα τοις πατράσιν υμών δούναι αυτοίς. 6 ίσχυε και ανδρίζου. εφ' ον αν επιβήτε τω ίχνει των ποδών υμών. συ και πας ο λαός ούτος εις την γην. μη δειλιάσης. υμίν δώσω αυτόν. ό ενετείλατο υμίν Μωυσής ο παις Κυρίου λέγων· Κύριος ο Θεός υμών κατέπαυσεν υμάς και έδωκεν υμίν την γην ταύτην. και συμμαχήσετε αυτοίς. 15 έως αν καταπαύση Κύριος ο Θεός ημών τους αδελφούς υμών. φυλάσσεσθαι και ποιείν καθότι ενετείλατό σοι Μωυσής ο παις μου. 12 και τω Ρουβήν και τω Γάδ και τω ημίσει φυλής Μανασσή είπεν Ιησούς· 13 μνήσθητε το ρήμα.

8 και εγένετο ως εξήλθοσαν οι διώκοντες οπίσω αυτών και αυτοί δε πριν ή κοιμηθήναι αυτούς. ότε εξεπορεύεσθε εκ γης Αιγύπτου. 18 ο δε άνθρωπος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 356 . και η πύλη εκλείσθη. τω Σηών και Ωγ. ον τρόπον ην μετά Μωυσή. και όστις μη ακούση των ρημάτων σου καθότι εάν εντείλη αυτω. ουκ επίσταμαι που πεπόρευνται· καταδιώξατε οπίσω αυτών. και πορευθέντες οι δύο νεανίσκοι εισήλθοσαν εις Ιεριχώ και εισήλθοσαν εις οικίαν γυναικός πόρνης. ην έδωκεν υμίν Μωυσής εις το πέραν του Ιορδάνου επ' ανατολών ηλίου. ου εάν αποστείλης ημάς. πορευσόμεθα· 17 κατά πάντα. ή όνομα Ραάβ. 2 και απηγγέλη τω βασιλεί Ιεριχώ λέγοντες· εισπεπόρευνται ώδε άνδρες των υιών Ισραήλ κατασκοπεύσαι την γην. αύτη δε ανέβη προς αυτούς επί το δώμα 9 και είπε προς αυτούς· επίσταμαι ότι έδωκεν υμίν Κύριος την γην. επιπέπτωκε γαρ ο φόβος υμών εφ' ημάς· 10 ακηκόαμεν γαρ ότι κατεξήρανε Κύριος ο Θεός την ερυθράν θάλασσαν από προσώπου υμών. και οι άνδρες εξήλθον. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ απέστειλεν Ιησούς υιος Ναυή εκ Σαττίν δύο νεανίσκους κατασκοπεύσαι λέγων· ανάβητε και ίδετε την γην και την Ιεριχώ. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου. ει καταλήψεσθε αυτούς. 4 και λαβούσα η γυνή τους δύο άνδρας έκρυψεν αυτούς και είπεν αυτοίς λέγουσα· εισεληλύθασι προς με οι άνδρες· 5 ως δε η πύλη εκλείετο εν τω σκότει. 6 αύτη δε ανεβίβασεν αυτούς επί το δώμα και έκρυψεν αυτούς εν τη λινοκαλάμη τη εστοιβασμένη αυτη επί του δώματος. και κατέλυσαν εκεί. ποιήσομεν και εις πάντα τόπον. και όσα εποίησε τοις δυσί βασιλεύσι των Αμορραίων. όσα ηκούσαμεν Μωυσή. 7 και οι άνδρες κατεδίωξαν οπίσω αυτών οδόν την επί του Ιορδάνου επί τας διαβάσεις. ακουσόμεθά σου. 16 και αποκριθέντες τω Ιησού είπαν· πάντα όσα εάν εντείλη ημίν. αλλά ίσχυε και ανδρίζου. 3 και απέστειλεν ο βασιλεύς Ιεριχώ και είπε προς Ραάβ λέγων· εξάγαγε τους άνδρας τους εισπεπορευμένους εις την οικίαν σου την νύκτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απελεύσεσθε έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού. κατασκοπεύσαι γαρ την γην ήκασι. αποθανέτω. ος αν απειθήση σοι. πλήν έστω Κύριος ο Θεός ημών μετά σου.

20 εάν δε τις ημάς αδικήση ή και αποκαλύψη τους λόγους ημών τούτους. 23 και υπέστρεψαν οι δύο νεανίσκοι και κατέβησαν εκ του όρους και διέβησαν προς Ιησούν υιόν Ναυή και διηγήσαντο αυτω πάντα τα συμβεβηκότα αυτοίς. ότι Κύριος ο Θεός υμών Θεός εν ουρανω άνω και επί της γης κάτω. και θήσεις το σημείον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 357 . και κατέπτηχε πας ο κατοικών την γην εκείνην αφ' ημών. ότι ποιώ υμίν έλεος και ποιήσατε και υμείς έλεος εν τω οίκω του πατρός μου 13 και ζωγρήσατε τον οίκον του πατρός μου. δι' ης κατεβίβασας ημάς δι' αυτής. 15 και κατεχάλασεν αυτούς δια της θυρίδος 16 και είπεν αυτοίς· εις την ορεινήν απέλθετε. ημείς ένοχοι εσόμεθα. 17 και είπαν προς αυτήν οι άνδρες· αθωοί εσμεν τω όρκω σου τούτω· 18 ιδού ημείς εισπορευόμεθα εις μέρος της πόλεως. και μετά ταύτα απελεύσεσθε εις την οδόν υμών. έως αν αποστρέψωσιν οι καταδιώκοντες οπίσω υμών. 19 και έσται πας. 22 και επορεύθησαν και ήλθοσαν εις την ορεινήν και κατέμειναν εκεί τρεις ημέρας· και εξεζήτησαν οι καταδιώκοντες πάσας τας οδούς και ουχ εύροσαν. την μητέρα μου και τους αδελφούς μου και πάντα τον οίκόν μου και πάντα. και κρυβήσεσθε εκεί τρεις ημέρας. εσόμεθα αθωοι τω όρκω σου τούτω. 11 και ακούσαντες ημείς εξέστημεν τη καρδία ημών. και όσοι εάν γένωνται μετά σου εν τη οικία σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ους εξωλοθρεύσατε αυτούς. ποιήσετε εις εμέ έλεος και αλήθειαν. ένοχος εαυτω έσται. ημείς δε αθωοι τω όρκω σου τούτω. ος αν εξέλθη την θύραν της οικίας σου έξω. 14 και είπαν αυτη οι άνδρες· η ψυχή ημών ανθ' υμών εις θάνατον. και αυτή είπεν· ως αν παραδω Κύριος υμίν την πόλιν. το σπαρτίον το κόκκινον τούτο εκδήσεις εις την θυρίδα. και εξελείσθε την ψυχήν μου εκ θανάτου. 21 και είπεν αυτοίς· κατά το ρήμα υμών έστω· και εξαπέστειλεν αυτούς. και ουκ έστη έτι πνεύμα εν ουδενί ημών από προσώπου υμών. 12 και νυν ομόσατέ μοι Κύριον τον Θεόν. μη συναντήσωσιν υμίν οι καταδιώκοντες. όσα εστίν αυτοίς. 24 και είπαν προς Ιησούν ότι παραδέδωκε Κύριος πάσαν την γην εν χειρί ημών. τον δε πατέρα σου και την μητέρα σου και τους αδελφούς σου και πάντα τον οίκον του πατρός σου συνάξεις προς σεαυτήν εις την οικίαν σου.

ίνα επίστησθε την οδόν. 10 εν τούτω γνώσεσθε ότι Θεός ζων εν υμίν και ολοθρεύων ολοθρεύσει από προσώπου ημών τον Χαναναίον και τον Χετταίον και τον Φερεζαίον και τον Ευαίον και τον Αμορραίον και τον Γεργεσαίον και τον Ιεβουσαίον· 11 ιδού η κιβωτός διαθήκης Κυρίου πάσης της γης διαβαίνει τον Ιορδάνην. 9 και είπεν Ιησούς τοις υιοίς Ισραήλ· προσαγάγετε ώδε και ακούσατε το ρήμα Κυρίου του Θεού ημών. ούτως έσομαι και μετά σου. και εν τω Ιορδάνη στήσεσθε. 14 και απήρεν ο λαός εκ των σκηνωμάτων αυτών διαβήναι τον Ιορδάνην. όσον δισχιλίους πήχεις στήσεσθε· μη προσεγγίσητε αυτη. 8 και νυν έντειλαι τοις ιερεύσι τοις αίρουσι την κιβωτόν της διαθήκης λέγων· ως αν εισέλθητε επί μέρους του ύδατος του Ιορδάνου. ην πορεύσεσθε αυτήν· ου γαρ πεπόρευσθε την οδόν απ' εχθές και τρίτης ημέρας. ένα αφ' εκάστης φυλής. 13 και έσται ως αν καταπαύσωσιν οι πόδες των ιερέων των αιρόντων την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου πάσης της γης εν τω ύδατι του Ιορδάνου. το ύδωρ του Ιορδάνου εκλείψει. 6 και είπεν Ιησούς τοις ιερεύσιν· άρατε την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου και προπορεύεσθε του λαού. το δε ύδωρ το καταβαίνον στήσεται. 7 και είπε Κύριος προς Ιησούν· εν τη ημέρα ταύτη άρχομαι υψώσαί σε κατενώπιον πάντων υιών Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ώρθρισεν Ιησούς το πρωϊ. 15 ως δε εισεπορεύοντο οι ιερείς οι αίροντες την κιβωτόν της διαθήκης επί τον Ιορδάνην και οι πόδες των ιερέων των αιρόντων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 358 . ίνα γνώσιν ότι καθότι ήμην μετά Μωυσή. ότι αύριον ποιήσει Κύριος εν υμίν θαυμαστά. οι δε ιερείς ήροσαν την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου πρότεροι του λαού. απαρείτε από τον τόπον υμών και πορεύσεσθε οπίσω αυτής· 4 αλλά μακράν έστω ανά μέσον υμών και εκείνης. 5 και είπεν Ιησούς τω λαω· αγνίσασθε εις αύριον. και απήραν εκ Σαττίν και ήλθοσαν έως του Ιορδάνου και κατέλυσαν εκεί προ του διαβήναι. και ήραν οι ιερείς την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου και επορεύοντο έμπροσθεν του λαού. 12 προχειρίσασθε υμίν δώδεκα άνδρας από των υιών Ισραήλ. 2 και εγένετο μετά τρεις ημέρας διήλθον οι γραμματείς δια της παρεμβολής 3 και ενετείλαντο τω λαω λέγοντες· όταν ίδητε την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου του Θεού ημών και τους ιερείς ημών και τους Λευίτας αίροντας αυτήν.

9 έστησε δε Ιησούς και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 359 . τι εισιν οι λίθοι ούτοι ημίν. 4 και ανακαλεσάμενος Ιησούς δώδεκα άνδρας των ενδόξων από των υιών Ισραήλ. θέτε αυτούς εν τη στρατοπεδεία υμών. και διεκόμισαν άμα εαυτοίς εις την παρεμβολήν και απέθηκαν εκεί. έως εις το τέλος εξέλιπε· και ο λαός ειστήκει απέναντι Ιεριχώ. 6 ίνα υπάρχωσιν υμίν ούτοι εις σημείον κείμενον διαπαντός. ως διέβαινεν αυτόν· και έσονται οι λίθοι ούτοι υμίν μνημόσυνον τοις υιοίς Ισραήλ έως του αιώνος. ένα αφ' εκάστης φυλής. καθότι ενετείλατο Κύριος τω Ιησοί. ένα αφ' εκάστης φυλής. το δε καταβαίνον κατέβη εις την θάλασσαν Άραβα. καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Ιησοί εν τη συντελεία της διαβάσεως των υιών Ισραήλ. έστη πήγμα εν αφεστηκός μακράν σφόδρα σφοδρώς έως μέρους Καριαθιαρίμ. θάλασσαν αλός. ίνα όταν ερωτά σε ο υιος σου αύριον λέγων. έως συνετέλεσε πας ο λαός διαβαίνων τον Ιορδάνην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου εβάφησαν εις μέρος του ύδατος του Ιορδάνου· ο δε Ιορδάνης επληρούτο καθ' όλην την κρηπίδα αυτού ωσεί ημέραι θερισμού πυρών· 16 και έστη τα ύδατα τα καταβαίνοντα άνωθεν. 3 σύνταξον αυτοίς λέγων· ανέλεσθε εκ μέσου Ιορδάνου ετοίμους δώδεκα λίθους και τούτους διακομίσαντες άμα υμίν αυτοίς. ου εάν παρεμβάλητε εκεί την νύκτα. 5 είπεν αυτοίς· προσαγάγετε έμπροσθέν μου προ προσώπου Κυρίου εις μέσον του Ιορδάνου. και ανελόμενος εκείθεν έκαστος λίθον αράτω επί των ώμων αυτού κατά τον αριθμόν των δώδεκα φυλών του Ισραήλ. και αναλαβόντες δώδεκα λίθους εκ μέσου του Ιορδάνου. 17 και έστησαν οι ιερείς οι αίροντες την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου επί ξηράς εν μέσω του Ιορδάνου· και πάντες οι υιοί Ισραήλ διέβαινον δια ξηράς. 7 και συ δηλώσεις τω υιω σου λέγων· ότι εξέλιπεν ο Ιορδάνης ποταμός από προσώπου κιβωτού διαθήκης Κυρίου πάσης της γης. 8 και εποίησαν ούτως οι υιοί Ισραήλ. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ επεί συνετέλεσε πας ο λαός διαβαίνων τον Ιορδάνην. και είπε Κύριος τω Ιησοί λέγων· 2 παραλαβών άνδρας από του λαού.

α ενετείλατο Κύριος αναγγείλαι τω λαω. έως ου συνετέλεσεν Ιησούς πάντα. 24 όπως γνώσι πάντα τα έθνη της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άλλους δώδεκα λίθους εν αυτω τω Ιορδάνη εν τω γενομένω τόπω υπό τους πόδας των ιερέων των αιρόντων την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου. 20 και τους δώδεκα λίθους τούτους. και εφοβούντο αυτόν. ωσπερ Μωυσήν. και ίνα υμείς σέβησθε Κύριον τον Θεόν ημών εν παντί χρόνω. έως παρήλθομεν. 22 αναγγείλατε τοις υιοίς υμών. μέχρις ου διέβησαν· καθάπερ εποίησε Κύριος ο Θεός ημών την ερυθράν θάλασσαν. και έσπευσεν ο λαός και διέβησαν. 19 και ο λαός ανέβη εκ του Ιορδάνου δεκάτη του μηνός του πρώτου· και κατεστρατοπέδευσαν οι υιοί Ισραήλ εν Γαλγάλοις κατά μέρος το προς ηλίου ανατολάς από της Ιεριχώ. 11 και εγένετο ως συνετέλεσε πας ο λαός διαβήναι. 10 ειστήκεισαν δε οι ιερείς οι αίροντες την κιβωτόν της διαθήκης εν τω Ιορδάνη. ους έλαβεν εκ του Ιορδάνου. 17 και ενετείλατο Ιησούς τοις ιερεύσι λέγων· έκβητε εκ του Ιορδάνου. ωρμησε το ύδωρ του Ιορδάνου κατά χώραν και επορεύετο καθά χθές και τρίτην ημέραν δι' όλης της κρηπίδος. 14 εν εκείνη τη ημέρα ηύξησε Κύριος τον Ιησούν εναντίον του παντός γένους Ισραήλ. ην απεξήρανε Κύριος ο Θεός ημών έμπροσθεν ημών. ότι επί ξηράς διέβη Ισραήλ τον Ιορδάνην τούτον. καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Μωυσής. 18 και εγένετο ως εξέβησαν οι ιερείς οι αίροντες την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου εκ του Ιορδάνου και έθηκαν τους πόδας επί της γης. 23 αποξηράναντος Κυρίου του Θεού ημών το ύδωρ του Ιορδάνου εκ των έμπροσθεν αυτών. και εισιν εκεί έως της σήμερον ημέρας. 13 τετρακισμύριοι εύζωνοι εις μάχην διέβησαν εναντίον Κυρίου εις πόλεμον προς την Ιεριχώ πόλιν. 12 και διέβησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και οι ημίσεις φυλής Μανασσή διεσκευασμένοι έμπροσθεν των υιών Ισραήλ. και διέβη η κιβωτός της διαθήκης Κυρίου. 15 Και είπε Κύριος τω Ιησοί λέγων· 16 έντειλαι τοις ιερεύσι τοις αίρουσι την κιβωτόν της διαθήκης του μαρτυρίου Κυρίου εκβήναι εκ του Ιορδάνου. έστησεν Ιησούς εν Γαλγάλοις 21 λέγων· όταν ερωτώσιν υμάς οι υιοί υμών λέγοντες· τι εισιν οι λίθοι ούτοι. και οι λίθοι έμπροσθεν αυτών. ότι η δύναμις του Κυρίου ισχυρά εστι. όσον χρόνον έζη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 360 .

πάντας τούτους περιέτεμεν Ιησούς· 5 τεσσαράκοντα γαρ και δύο έτη ανέστραπται Ισραήλ εν τη ερήμω τη Μαβδαρίτιδι. και η ρομφαία εσπασμένη εν τη χειρί αυτού. 13 Και εγένετο ως ην Ιησούς εν Ιεριχώ. 3 και εποίησεν Ιησούς μαχαίρας πετρίνας ακροτόμους και περιέτεμε τους υιούς Ισραήλ επί του καλουμένου τόπου Βουνός των ακροβυστιών. 2 υπό δε τούτον τον καιρόν είπε Κύριος τω Ιησοί· ποίησον σεαυτω μαχαίρας πετρίνας εκ πέτρας ακροτόμου και καθίσας περίτεμε τους υιούς Ισραήλ εκ δευτέρου. όσοι ποτέ εγένοντο εν τη οδω και όσοι ποτέ απερίτμητοι ήσαν των εξεληλυθότων εξ Αιγύπτου. 6 διό απερίτμητοι ήσαν οι πλείστοι αυτών των μαχίμων των εξεληλυθότων εκ γης Αιγύπτου οι απειθήσαντες των εντολών του Θεού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ εγένετο ως ήκουσαν οι βασιλείς των Αμορραίων. και αναβλέψας τοις οφθαλμοίς είδεν άνθρωπον εστηκότα εναντίον αυτού. 8 περιτμηθέντες δε ησυχίαν είχον αυτόθι καθήμενοι εν τη παρεμβολή. και ετάκησαν αυτών αι διάνοιαι και κατεπλάγησαν και ουκ ην εν αυτοίς φρόνησις ουδεμία από προσώπου των υιών Ισραήλ. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. 12 εν ταύτη τη ημέρα εξέλιπε το μάννα μετά το βεβρωκέναι αυτούς εκ του σίτου της γης. έως υγιάσθησαν. ότι απεξήρανε Κύριος ο Θεός τον Ιορδάνην ποταμόν εκ των έμπροσθεν των υιών Ισραήλ εν τω διαβαίνειν αυτούς. 9 και είπε Κύριος τω Ιησοί υιω Ναυή· εν τη σήμερον ημέρα αφείλον τον ονειδισμόν Αιγύπτου αφ' υμών. ους Ιησούς περιέτεμε. δια το αυτούς γεγεννήσθαι κατά την οδόν απεριτμήτους. 10 Και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ το πάσχα τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός αφ' εσπέρας επί δυσμών Ιεριχώ εν τω πέραν του Ιορδάνου εν τω πεδίω 11 και εφάγοσαν από του σίτου της γης άζυμα και νέα. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου. και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Γάλγαλα. 7 αντί δε τούτων αντικατέστησε τους υιούς αυτών. 4 ον δε τρόπον περιεκάθαρεν Ιησούς τους υιούς Ισραήλ. και προσελθών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 361 . και οι βασιλείς της Φοινίκης οι παρά την θάλασσαν. οίς και διώρισε μη ιδείν αυτούς την γην. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν αυτών δούναι. και ουκέτι υπήρχε τοις υιοίς Ισραήλ μάννα· εκαρπίσαντο δε την χώραν των Φοινίκων εν τω ενιαυτω εκείνω.

12 και τη ημέρα τη δευτέρα ανέστη Ιησούς το πρωϊ. 2 και είπε Κύριος προς Ιησούν· ιδού εγώ παραδίδωμι υποχείριόν σοι την Ιεριχώ και τον βασιλέα αυτής τον εν αυτη. και τότε αναβοήσετε. άγιός εστι. και μετά ταύτα εισεπορεύοντο οι μάχιμοι και ο λοιπός όχλος όπισθεν της κιβωτού της διαθήκης Κυρίου· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 362 . μηδέ ακουσάτω μηδείς την φωνήν υμών. τι προστάσσεις τω σω οικέτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιησούς είπεν αυτω· ημέτερος ει ή των υπεναντίων. έως αν ημέραν διαγγείλη αυτός αναβοήσαι. δυνατούς όντας εν ισχύϊ· 3 συ δε περίστησον αυτη τους μαχίμους κύκλω. 6 και εισήλθεν Ιησούς ο του Ναυή προς τους ιερείς 7 και είπεν αυτοίς λέγων· παραγγείλατε τω λαω περιελθείν και κυκλώσαι την πόλιν. 4 και έσται ως αν σαλπίσητε τη σάλπιγγι. 11 και περιελθούσα η κιβωτός της διαθήκης του Θεού ευθέως απήλθεν εις την παρεμβολήν και εκοιμήθη εκεί. και οι μάχιμοι παραπορευέσθωσαν ενωπλισμένοι εναντίον Κυρίου· 8 και επτά ιερείς έχοντες επτά σάλπιγγας ιεράς παρελθέτωσαν ωσαύτως εναντίον του Κυρίου και σημαινέτωσαν ευτόνως. ανακραγέτω πας ο λαός άμα· 5 και ανακραγόντων αυτών πεσείται αυτόματα τα τείχη της πόλεως. εφ' ω νυν έστηκας επ' αυτού. 10 τω δε λαω ενετείλατο Ιησούς λέγων· μη βοάτε. και ουδείς εξεπορεύετο εξ αυτής ουδέ εισεπορεύετο. και η κιβωτός της διαθήκης Κυρίου επακολουθείτω· 9 οι δε μάχιμοι παραπορευέσθωσαν έμπροσθεν και οι ιερείς οι ουραγούντες οπίσω της κιβωτού της διαθήκης Κυρίου πορευόμενοι σαλπίζοντες. και Ιησούς έπεσεν επί πρόσωπον επί την γην και είπεν αυτω· δέσποτα. 14 ο δε είπεν αυτω· εγώ αρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου νυνί παραγέγονα. 13 και οι επτά ιερείς οι φέροντες τας σάλπιγγας τας επτά προεπορεύοντο εναντίον Κυρίου. 15 και λέγει ο αρχιστράτηγος Κυρίου προς Ιησούν· λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου· ο γαρ τόπος. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ Ιεριχώ συγκεκλεισμένη και ωχυρωμένη. και ήραν οι ιερείς την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου. και εισελεύσεται πας ο λαός ορμήσας έκαστος κατά πρόσωπον εις την πόλιν.

όσα ην αυτη. και ο λοιπός όχλος άπας περιεκύκλωσε την πόλιν εξάκις εγγύθεν 14 και απήλθε πάλιν εις την παρεμβολήν. αυτήν και πάντα όσα εστίν εν τω οίκω αυτής. 22 και τοις δυσί νεανίσκοις τοις κατασκοπεύσασιν είπεν Ιησούς· εισέλθατε εις την οικίαν της γυναικός και εξαγάγετε αυτήν εκείθεν και όσα εστίν αυτη. παρέδωκε γαρ Κύριος υμίν την πόλιν. 18 αλλά υμείς φυλάξεσθε σφόδρα από του αναθέματος. πλήν αργυρίου και χρυσίου και χαλκού και σιδήρου έδωκαν εις θησαυρόν Κυρίου εισενεχθήναι. ούτως εποίει επί εξ ημέρας. εν στόματι ρομφαίας. διότι έκρυψε τους κατασκοπεύσαντας. ος οικοδομήσει την πόλιν εκείνην· εν τω προωτοτόκω αυτού θεμελιώσει αυτήν και εν τω ελαχίστω αυτού επιστήσει τας πύλας αυτής. αυτή και πάντα. 27 και ην Κύριος μετά Ιησού. και κατώκησεν εν τω Ισραήλ έως της σήμερον ημέρας. και είπεν Ιησούς τοις υιοίς Ισραήλ· κεκράξατε. Κυρίω Σαβαώθ· πλήν Ραάβ την πόρνην περιποιήσασθε. 23 και εισήλθον οι δύο νεανίσκοι οι κατασκοπεύσαντες την πόλιν εις την οικίαν της γυναικός και εξηγάγοσαν Ραάβ την πόρνην και τον πατέρα αυτής και την μητέρα αυτής και τους αδελφούς αυτής και την συγγένειαν αυτής και πάντα. ηλάλαξε πας ο λαός άμα αλαλαγμω μεγάλω και ισχυρω και έπεσεν άπαν το τείχος κύκλω. 20 και εσάλπισαν ταις σάλπιγξιν οι ιερείς· ως δε ήκουσεν ο λαός των σαλπίγγων. και κατέστησαν αυτήν έξω της παρεμβολής Ισραήλ. 17 και έσται η πόλις ανάθεμα. 24 και η πόλις ενεπρήσθη εν πυρισμω συν πάσι τοις εν αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οι ιερείς εσάλπισαν ταις σάλπιγξι. και ην το όνομα αυτού κατά πάσαν την γην. όσα εστίν εν αυτη. 21 και ανεθεμάτισεν αυτήν Ιησούς και όσα ην εν τη πόλει από ανδρός και έως γυναικός. μήποτε ενθυμηθέντες υμείς αυτοί λάβητε από του αναθέματος και ποιήσητε την παρεμβολήν των υιών Ισραήλ ανάθεμα και εκτρίψητε ημάς· 19 και παν αργύριον ή χρυσίον ή χαλκός ή σίδηρος άγιον έσται τω Κυρίω. και ούτως εποίησεν Οζάν ο εκ Βαιθήλ εν τω Αβιρών τω πρωτοτόκω εθεμελίωσεν αυτήν και εν τω ελαχίστω διασωθέντι επέστησε τας πύλας αυτής. εις θησαυρόν Κυρίου εισενεχθήσεται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 363 . 15 και τη ημέρα τη εβδόμη ανέστησαν όρθρου και περιήλθοσαν την πόλιν εν τη ημέρα εκείνη επτάκις· 16 και εγένετο τη περιόδω τη εβδόμη εσάλπισαν οι ιερείς. από νεανίσκου και έως πρεσβύτου και έως μόσχου και υποζυγίου. 25 και Ραάβ την πόρνην και πάντα τον οίκον αυτής τον πατρικόν εζώγρησεν Ιησούς. και ανέβη πας ο λαός εις την πόλιν. ους απέστειλεν Ιησούς κατασκοπεύσαι την Ιεριχώ. 26 και ωρκισεν Ιησούς εν τη ημέρα εκείνη εναντίον Κυρίου λέγων· επικατάρατος ο άνθρωπος.

αυτός και οι πρεσβύτεροι Ισραήλ. και επεβάλοντο χουν επί τας κεφαλάς αυτών. ότι εγενήθησαν ανάθεμα· ου προσθήσω έτι είναι μεθ' υμών. επεί μετέβαλεν Ισραήλ αυχένα απέναντι του εχθρού αυτού. 10 και είπε Κύριος προς Ιησούν· ανάστηθι. 11 ημάρτηκεν ο λαός και παρέβη την διαθήκην. εάν μη εξάρητε το ανάθεμα εξ υμών αυτών. ή εστι κατά Βαιθήλ. και ανέστρεψαν προς Ιησούν και είπαν προς αυτόν· μη αναβήτω πας ο λαός. ολίγοι γαρ εισι. 2 και απέστειλεν Ιησούς άνδρας εις Γαί. 9 και ακούσας ο Χαναναίος και πάντες οι κατοικούντες την γην περικυκλώσουσιν ημάς και εκτρίψουσιν ημάς από της γης· και τι ποιήσεις το όνομά σου το μέγα. 4 και ανέβησαν ωσεί τρισχίλιοι άνδρες και έφυγον από προσώπου ανδρών Γαί. και έπεσεν Ιησούς επί την γην επί πρόσωπον εναντίον Κυρίου έως εσπέρας. αλλ' ωσεί δισχίλιοι ή τρισχίλιοι άνδρες αναβήτωσαν και εκπολιορκησάτωσαν την πόλιν· μη αναγάγης εκεί τον λαόν άπαντα. 12 και ου μη δύνωνται οι υιοί Ισραήλ υποστήναι κατά πρόσωπον των εχθρών αυτών· αυχένα επιστρέψουσιν έναντι των εχθρών αυτών. και ει κατεμείναμεν και κατωκίσθημεν παρά τον Ιορδάνην. 5 και απέκτειναν απ' αυτών άνδρες Γαί εις τριακονταέξ άνδρας και κατεδίωξαν αυτούς από της πύλης και συνέτριψαν αυτούς από του καταφερούς· και επτοήθη η καρδία του λαού και εγένετο ωσπερ ύδωρ. 8 και τι ερώ. ην διεθέμην προς αυτούς. 13 αναστάς αγίασον τον λαόν και ειπόν αγιασθήναι εις αύριον· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· το ανάθεμά εστιν εν υμίν. και κλέψαντες από του αναθέματος ενέβαλον εις τα σκεύη αυτών. ινατί τούτο συ πέπτωκας επί πρόσωπόν σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ επλημμέλησαν οι υιοί Ισραήλ πλημμέλειαν μεγάλην και ενοσφίσαντο από του αναθέματος· και έλαβεν Άχαρ υιος Χαρμί υιού Ζαμβρί υιού Ζαρά εκ της φυλής Ιούδα από του αναθέματος· και εθυμώθη Κύριος οργή τοις υιοίς Ισραήλ. ου δυνήσεσθε αντιστήναι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 364 . 6 και διέρρηξεν Ιησούς τα ιμάτια αυτού. λέγων· κατασκέψασθε την Γαί· 3 και ανέβησαν οι άνδρες και κατεσκέψαντο την Γαί. 7 και είπεν Ιησούς· δέομαι Κύριε· ινατί διεβίβασεν ο παις σου τον λαόν τούτον τον Ιορδάνην παραδούναι αυτόν τω Αμορραίω απολέσαι ημάς.

και ιδού αυτά εγκέκρυπται εν τη σκηνή μου και το αργύριον κέκρυπται υποκάτω αυτών. εξολοθρεύσαι σε Κύριος καθά και σήμερον. και το αργύριον υποκάτω αυτών. προσάξετε κατ' οίκον· και τον οίκον. κατακαυθήσεται εν πυρί και πάντα. 14 και συναχθήσεσθε πάντες το πρωϊ κατά φυλάς. και πας ο λαός μετ' αυτού· και ανήγαγεν αυτούς εις Εμεκαχώρ. ότι παρέβη την διαθήκην Κυρίου και εποίησεν ανόμημα εν Ισραήλ. 26 και επέστησαν αυτω σωρόν λίθων μέγαν. και ενεδείχθη η φυλή Ιούδα· 17 και προσήχθη κατά δήμους. 23 και εξήνεγκαν αυτά εκ της σκηνής και ήνεγκαν προς Ιησούν και τους πρεσβυτέρους Ισραήλ. ον εάν δείξη Κύριος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 365 . 16 και ώρθρισεν Ιησούς και προσήγαγε τον λαόν κατά φυλάς. έως αν εξάρητε το ανάθεμα εξ υμών αυτών. όσα εστίν αυτω. 24 και έλαβεν Ιησούς τον Άχαρ υιόν Ζαρά και ανήγαγεν αυτόν εις φάραγγα Αχώρ και τους υιούς αυτού και τας θυγατέρας αυτού και τους μόσχους αυτού και τα υποζύγια αυτού και πάντα τα πρόβατα αυτού και την σκηνήν αυτού και πάντα τα υπάρχοντα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέναντι των εχθρών υμών. ον εάν δείξη Κύριος. 19 και είπεν Ιησούς τω Άχαρ· δος δόξαν σήμερον τω Κυρίω Θεω Ισραήλ και δος την εξομολόγησιν και ανάγγειλόν μοι τι εποίησας και μη κρύψης απ' εμού. ην αν δείξη Κύριος. και ενεδείχθη Άχαρ υιος Ζαμβρί υιού Ζαρά. 22 και απέστειλεν Ιησούς αγγέλους. και ελιθοβόλησαν αυτόν λίθοις πας Ισραήλ. προσάξετε κατ' άνδρα· 15 και ος αν ενδειχθή. και έσται η φυλή. και ενεδείχθη δήμος Ζαραϊ· 18 και προσήχθη κατ' άνδρα. προσάξετε κατά δήμους· και τον δήμον. 20 και απεκρίθη Άχαρ τω Ιησοί και είπεν· αληθώς ήμαρτον εναντίον Κυρίου του Θεού Ισραήλ· ούτως και ούτως εποίησα· 21 είδον εν τη προνομή ψιλήν ποικίλην καλήν και διακόσια δίδραχμα αργυρίου και γλώσσαν μίαν χρυσήν πεντήκοντα διδράχμων και ενθυμηθείς αυτών έλαβον. και επαύσατο Κύριος του θυμού της οργής· δια τούτο επωνόμασεν αυτό Εμεκαχώρ έως της ημέρας ταύτης. και έθηκαν αυτά έναντι Κυρίου. 25 και είπεν Ιησούς τω Άχαρ· τι ωλόθρευσας ημάς. και έδραμον εις την σκηνήν εις την παρεμβολήν· και ταύτα ην κεκρυμμένα εις την σκηνήν αυτού.

και την προνομήν των κτηνών προνομεύσεις σεαυτω. 8 κατά το ρήμα τούτο ποιήσετε· ιδού εντέταλμαι υμίν. και αυτός ουκ ήδει ότι ένεδρα αυτω εστιν οπίσω της πόλεως. 16 και κατεδίωξαν οπίσω των υιών Ισραήλ και αυτοί απέστησαν από της πόλεως· 17 ου κατελείφθη ουδείς εν τη Γαί. και επορεύθησαν εις την ενέδραν και ενεκάθισαν ανά μέσον Βαιθήλ και ανά μέσον Γαί. 3 και ανέστη Ιησούς και πας ο λαός ο πολεμιστής ωστε αναβήναι εις Γαί. εις γαρ τας χείράς σου παραδέδωκα αυτήν. 15 και είδε και ανεχώρησεν Ιησούς και Ισραήλ από προσώπου αυτών. και ερούσι· φεύγουσιν ούτοι από προσώπου ημών. από θαλάσσης της Γαί. 6 και ως αν εξέλθωσιν οπίσω ημών. έσπευσε και εξήλθεν εις συνάντησιν αυτοίς επ' ευθείας εις τον πόλεμον. καθάπερ και πρώην. ος ου κατεδίωξεν οπίσω Ισραήλ· και κατέλιπον την πόλιν ηνεωγμένην και κατεδίωξαν οπίσω Ισραήλ. 9 και απέστειλεν αυτούς Ιησούς. κατάστησον δε σεαυτω ένεδρα τη πόλει εις τα οπίσω. 7 υμείς δε εξαναστήσεσθε εκ της ενέδρας και πορεύσεσθε εις την πόλιν. και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 366 . 18 και είπε Κύριος προς Ιησούν· έκτεινον την χείρά σου εν τω γαισω τω εν τη χειρί σου επί την πόλιν. 4 και ενετείλατο αυτοίς λέγων· υμείς ενεδρεύσατε οπίσω της πόλεως· μη μακράν γίνεσθε από της πόλεως και έσεσθε πάντες έτοιμοι. επέλεξε δε Ιησούς τριάκοντα χιλιάδας ανδρών δυνατούς εν ισχύϊ και απέστειλεν αυτούς νυκτός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Ιησούν· μη φοβηθής μηδέ δειλιάσης. και φευξόμεθα από προσώπου αυτών. 12 και τα ένεδρα της πόλεως από θαλάσσης. ον τρόπον και έμπροσθεν. αποσπάσομεν αυτούς από της πόλεως. 14 και εγένετο ως είδε βασιλεύς Γαί. λάβε μετά σου πάντας τους άνδρας τους πολεμιστάς και αναστάς ανάβηθι εις Γαί· ιδού δέδωκα εις τας χείράς σου τον βασιλέα Γαί και την γην αυτού. αυτός και πας ο λαός ο μετ' αυτού. και έσται ως αν εξέλθωσιν οι κατοικούντες Γαί εις συνάντησιν ημίν. 10 και ορθρίσας Ιησούς το πρωϊ επεσκέψατο τον λαόν· και ανέβησαν αυτός και οι πρεσβύτεροι κατά πρόσωπον του λαού επί Γαί. 11 και πας ο λαός ο πολεμιστής μετ' αυτού ανέβησαν και πορευόμενοι ήλθον εξεναντίας της πόλεως από ανατολών. 2 και ποιήσεις την Γαί ον τρόπον εποίησας την Ιεριχώ και τον βασιλέα αυτής. 5 και εγώ και πάντες οι μετ' εμού προσάξομεν προς την πόλιν.

πάντα α επρονόμευσαν εαυτοίς οι υιοί Ισραήλ κατά πρόσταγμα Κυρίου. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Ιησοί. και εισήλθοσαν επί την πόλιν και κατελάβοντο αυτήν και σπεύσαντες ενέπρησαν την πόλιν εν πυρί. 20 και περιβλέψαντες οι κάτοικοι Γαί εις τα οπίσω αυτών και εθεώρουν καπνόν αναβαίνοντα εκ της πόλεως εις τον ουρανόν· και ουκ έτι είχον που φύγωσιν ώδε ή ώδε. 19 και τα ένεδρα εξανέστησαν εν τάχει εκ του τόπου αυτών και εξήλθοσαν. 28 και ενεπύρισεν Ιησούς την πόλιν εν πυρί· χώμα αοίκητον εις τον αιώνα έθηκεν αυτήν έως της ημέρας ταύτης. πάντας τους κατοικούντας Γαί. 23 και τον βασιλέα της Γαί συνέλαβον ζώντα και προσήγαγον αυτόν προς Ιησούν. 21 και Ιησούς και πας Ισραήλ είδον ότι έλαβον τα ένεδρα την πόλιν και ότι ανέβη ο καπνός της πόλεως εις τον ουρανόν. 24 και ως επαύσαντο οι υιοί Ισραήλ αποκτείνοντες πάντας τους εν τη Γαί. έως της ημέρας ταύτης. και επέστρεψεν Ιησούς εις Γαί και επάταξεν αυτήν εν στόματι ρομφαίας. 27 πλήν των κτηνών και των σκύλων των εν τη πόλει. τον γαισόν. ούτοι εντεύθεν και ούτοι εντεύθεν· και επάταξαν αυτούς έως του μη καταλειφθήναι αυτών σεσωσμένον και διαπεφευγότα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ένεδρα εξαναστήσονται εν τάχει εκ του τόπου αυτών. οι εν τη ορεινή και οι εν τη πεδινή και οι εν πάση τη παραλία της θαλάσσης της μεγάλης και οι προς τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 367 . 22 και ούτοι εξήλθοσαν εκ της πόλεως εις συνάντησιν και εγενήθησαν ανά μέσον της παρεμβολής. και εξέτεινεν Ιησούς την χείρα αυτού. ου κατεδίωξαν αυτούς απ' αυτής εις τέλος. ότε εξέτεινε την χείρα. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΩΣ δε ήκουσαν οι βασιλείς των Αμορραίων οι εν τω πέραν του Ιορδάνου. τους εν τοις πεδίοις και εν τω όρει επί της καταβάσεως. 25 και εγενήθησαν οι πεσόντες εν τη ημέρα εκείνη από ανδρός και έως γυναικός δώδεκα χιλιάδες. 29 και τον βασιλέα της Γαί εκρέμασεν επί ξύλου διδύμου. και ην επί του ξύλου έως εσπέρας· και επιδύνοντος του ηλίου συνέταξεν Ιησούς και καθείλοσαν το σώμα αυτού από του ξύλου και έρριψαν αυτό εις τον βόθρον και επέστησαν αυτω σωρόν λίθων. επί την πόλιν. και μεταβαλόμενοι επάταξαν τους άνδρας της Γαί.

κατά πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω Μωυσή· 2ζ ουκ ην ρήμα από πάντων ων ενετείλατο Μωυσής τω Ιησοί. 2β καθότι ενετείλατο Μωυσής ο θεράπων Κυρίου τοις υιοίς Ισραήλ. 4 και εποίησαν και γε αυτοί μετά πανουργίας και ελθόντες επεσιτίσαντο και ητοιμάσαντο και λαβόντες σάκκους παλαιούς επί των όνων αυτών και ασκούς οίνου παλαιούς και κατερρωγότας αποδεδεμένους. 5 και τα κοίλα των υποδημάτων αυτών. και Πως σοι διαθώμαι διαθήκην. όσα εποίησε Κύριος τη Ιεριχώ και τη Γαί. 1 1 και είπαν οι υιοί Ισραήλ προς τον Χορραίον· όρα μη εν εμοί κατοικείς. τοις ανδράσι και ταις γυναιξί και τοις παιδίοις και τοις προσηλύτοις τοις προσπορευομένοις τω Ισραήλ. 6 και ήλθοσαν προς Ιησούν εις την παρεμβολήν Ισραήλ εις Γάλγαλα και είπαν προς Ιησούν και Ισραήλ· εκ γης μακρόθεν ήκαμεν. θυσιαστήριον λίθων ολοκλήρων. 9 και είπαν· εκ γης μακρόθεν σφόδρα ήκασιν οι παίδές σου εν ονόματι Κυρίου του Θεού σου· ακηκόαμεν γαρ το όνομα αυτού και όσα εποίησεν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 368 . 2 συνήλθοσαν επί το αυτό εκπολεμήσαι Ιησούν και Ισραήλ άμα πάντες. εφ' ους ουκ επεβλήθη σίδηρος. και τα σανδάλια αυτών παλαιά και καταπεπελματωμένα εν τοις ποσίν αυτών. τας ευλογίας και τας κατάρας. καθότι ενετείλατο Μωυσής ο θεράπων Κυρίου ευλογήσαι τον λαόν εν πρώτοις. και ο άρτος αυτών του επισιτισμού ξηρός και ευρωτιών και βεβρωμένος. και ο προσήλυτος και ο αυτόχθων. και ανεβίβασεν εκεί ολοκαυτώματα Κυρίω και θυσίαν σωτηρίου. ό ουκ ανέγνω Ιησούς εις τα ώτα πάσης εκκλησίας υιών Ισραήλ. 2γ και έγραψεν Ιησούς επί των λίθων το δευτερονόμιον. και νυν διάθεσθε ημίν διαθήκην. οί ήσαν ήμισυ πλησίον όρους Γαριζίν. και είπε προς αυτούς Ιησούς· πόθεν εστέ και πόθεν παραγεγόνατε. και τα ιμάτια αυτών πεπαλαιωμένα επάνω αυτών. 2α Τότε ωκοδόμησεν Ιησούς θυσιαστήριον Κυρίω τω Θεω Ισραήλ εν όρει Γαιβάλ. 2ε και μετά ταύτα ούτως ανέγνω Ιησούς πάντα τα ρήματα του νόμου τούτου. 8 και είπαν προς Ιησούν· οικέται σου εσμεν. ον έγραψεν ενώπιον των υιών Ισραήλ 2δ και πας Ισραήλ και οι πρεσβύτεροι αυτών και οι δικασταί και οι γραμματείς αυτών παρεπορεύοντο ένθεν και ένθεν της κιβωτού απέναντι. 3 Και οι κατοικούντες Γαβαών ήκουσαν πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντιλιβάνω και οι Χετταίοι και οι Χαναναίοι και οι Φερεζαίοι και οι Ευαίοι και οι Αμορραίοι και οι Γεργεσαίοι και οι Ιεβουσαίοι. και οι ιερείς και οι Λευίται ήραν την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου. νόμον Μωυσή. καθά γέγραπται εν τω νόμω Μωυσή. και οί ήσαν ήμισυ πλησίον όρους Γαιβάλ.

12 ούτοι οι άρτοι. ους επλήσαμεν καινούς. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου. υμείς δε εγχώριοί εστε των κατοικούντων εν ημίν. 23 και απήραν οι υιοί Ισραήλ και ήλθον εις τας πόλεις αυτών· αι δε πόλεις αυτών Γαβαών και Κεφιρά και Βηρώθ και πόλεις Ιαρίν. 28 και συνεκάλεσεν αυτούς Ιησούς και είπεν αυτοίς· διατί παρελογίσασθέ με λέγοντες. θερμούς εφωδιάσθημεν αυτούς εν τη ημέρα. 22 και εγένετο μετά τρεις ημέρας μετά το διαθέσθαι προς αυτούς διαθήκην. 20 και έλαβον οι άρχοντες του επισιτισμού αυτών και Κύριον ουκ επηρώτησαν. δούναι υμίν την γην ταύτην και εξολοθρεύσαι ημάς και πάντας τους κατοικούντας επ' αυτής προ προσώπου υμών. 30 και απεκρίθησαν τω Ιησοί λέγοντες· ανηγγέλη ημίν όσα συνέταξε Κύριος ο Θεός σου Μωυσή τω παιδί αυτού. ή εξήλθομεν παραγενέσθαι προς υμάς. ον ωμόσαμεν αυτοίς· 27 ζήσονται και έσονται ξυλοκόποι και υδροφόροι πάση τη συναγωγή. 32 και εποίησαν αυτοίς ούτως· και εξείλατο αυτούς Ιησούς εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 369 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αιγύπτω 10 και όσα εποίησε τοις βασιλεύσι των Αμορραίων. 13 και ούτοι οι ασκοί του οίνου. ος κατώκει εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν. και εφοβήθημεν σφόδρα περί των ψυχών ημών από προσώπου υμών και εποιήσαμεν το πράγμα τούτο. και νυν διάθεσθε ημίν την διαθήκην. καθάπερ είπαν αυτοίς οι άρχοντες. και ότι εν αυτοίς κατοικούσι. νυν δε εξηράνθησαν και γεγόνασι βεβρωμένοι. 21 και εποίησεν Ιησούς προς αυτούς ειρήνην και διέθεντο προς αυτούς διαθήκην του διασώσαι αυτούς. 11 και ακούσαντες είπαν προς ημάς οι πρεσβύτεροι ημών και πάντες οι κατοικούντες την γην ημών λέγοντες· λάβετε εαυτοίς επισιτισμόν εις την οδόν και πορεύθητε εις συνάντησιν αυτών και ερείτε προς αυτούς· οικέται σου εσμεν. ήκουσαν ότι εγγύθεν αυτών εισι. και ούτοι ερρώγασι· και τα ιμάτια ημών και τα υποδήματα ημών πεπαλαίωται από της πολλής οδού σφόδρα. ζωγρήσαι αυτούς. μακράν από σου εσμεν σφόδρα. 24 και ουκ εμαχέσαντο αυτοίς οι υιοί Ισραήλ. 29 και νυν επικατάρατοί εστε· ου μη εκλίπη εξ υμών δούλος ουδέ ξυλοκόπος ουδέ υδροφόρος εμοί και τω Θεω μου. ότι ώμοσαν αυτοίς πάντες οι άρχοντες Κύριον τον Θεόν Ισραήλ· και διεγόγγυσαν πάσα η συναγωγή επί τοις άρχουσι. τω Σηών βασιλεί των Αμορραίων και τω Ωγ βασιλεί της Βασάν. 25 και είπαν οι άρχοντες πάση τη συναγωγή· ημείς ωμόσαμεν αυτοίς Κύριον τον Θεόν Ισραήλ και νυν ου δυνησόμεθα άψασθαι αυτών· 26 τούτο ποιήσομεν. και ώμοσαν αυτοίς οι άρχοντες της συναγωγής. ποιήσατε ημίν. και ουκ έσται καθ' ημών οργή δια τον όρκον. 31 και νυν ιδού ημείς υποχείριοι υμίν· ως αρέσκει υμίν και ως δοκεί υμίν. και περιποιησόμεθα αυτούς.

2 και εφοβήθησαν απ' αυτών σφόδρα· ήδει γαρ ότι πόλις μεγάλη Γαβαών. 7 και ανέβη Ιησούς εκ Γαλγάλων. και ουκ ανείλον αυτούς. ουχ υπολειφθήσεται εξ αυτών ουδείς ενώπιον υμών. 5 και ανέβησαν οι πέντε βασιλείς των Ιεβουσαίων. αυτός και πας ο λαός ο πολεμιστής μετ' αυτού. και εκπολεμήσωμεν Γαβαών· ηυτομόλησαν γαρ προς Ιησούν και προς τους υιούς Ισραήλ. και εις τον τόπον. και πάντες οι άνδρες αυτής ισχυροί· 3 και απέστειλεν Αδωνιβεζέκ βασιλεύς Ιερουσαλήμ προς Ελάμ βασιλέα Χεβρών και προς Φιδών βασιλέα Ιεριμούθ και προς Ιεφθά βασιλέα Λαχίς και προς Δαβίν βασιλέα ‘Οδολλάμ λέγων· 4 δεύτε. ον τρόπον εποίησαν την Ιεριχώ και τον βασιλέα αυτής. αυτοί και πας ο λαός αυτών και περιεκάθισαν την Γαβαών και εξεπολιόρκουν αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέρα εκείνη εκ χειρών υιών Ισραήλ. 9 και επεί παρεγένετο Ιησούς επ' αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 370 . και ότι ηυτομόλησαν οι κατοικούντες Γαβαών προς Ιησούν και προς Ισραήλ. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΩΣ δε ήκουσεν Αδωνιβεζέκ βασιλεύς Ιερουσαλήμ ότι έλαβεν Ιησούς την Γαί και εξωλόθρευσεν αυτήν. 33 και κατέστησεν αυτούς Ιησούς εν τη ημέρα εκείνη ξυλοκόπους και υδροφόρους πάση τη συναγωγή και τω θυσιαστηρίω του Θεού· δια τούτο εγένοντο οι κατοικούντες Γαβαών ξυλοκόποι και υδροφόροι του θυσιαστηρίου του Θεού έως της σήμερον ημέρας. 8 και είπε Κύριος προς Ιησούν· μη φοβηθής αυτούς. 6 και απέστειλαν οι κατοικούντες Γαβαών προς Ιησούν εις την παρεμβολήν Ισραήλ εις Γάλγαλα λέγοντες· μη εκλύσης τας χείράς σου από των παίδων σου· ανάβηθι προς ημάς το τάχος και βοήθησον ημίν και εξελού ημάς· ότι συνηγμένοι εισίν εφ' ημάς πάντες οι βασιλείς των Αμορραίων. βασιλεύς Ιερουσαλήμ και βασιλεύς Χεβρών και βασιλεύς Ιεριμούθ και βασιλεύς Λαχίς και βασιλεύς ‘Οδολλάμ. ούτως εποίησαν και την Γαί και τον βασιλέα αυτής. πας δυνατός εν ισχύϊ. εις γαρ τας χείράς σου παραδέδωκα αυτούς. ωσεί μία των μητροπόλεων. ανάβητε προς με και βοηθήσατέ μοι. οι κατοικούντες την ορεινήν. ον αν εκλέξηται Κύριος.

14 και ουκ εγένετο ημέρα τοιαύτη ουδέ το πρότερον ουδέ το έσχατον. 10 και εξέστησεν αυτούς Κύριος από προσώπου των υιών Ισραήλ. 19 υμείς δε μη εστήκατε καταδιώκοντες οπίσω των εχθρών υμών και καταλάβετε την ουραγίαν αυτών και μη αφήτε εισελθείν εις τας πόλεις αυτών· παρέδωκε γαρ αυτούς Κύριος ο Θεός ημών εις τας χείρας ημών. 21 και απεστράφη πας ο λαός προς Ιησούν εις Μακηδά υγιείς. 24 και επεί εξήγαγον αυτούς προς Ιησούν. 17 και απηγγέλη τω Ιησού λέγοντες· εύρηνται οι πέντε βασιλείς κεκρυμμένοι εν τω σπηλαίω τω εν Μακηδά. και συνεκάλεσεν Ιησούς πάντα Ισραήλ. όλην την νύκτα εισεπορεύθη εκ Γαλγάλων. και έστη ο ήλιος κατά μέσον του ουρανού. και οι διασωζόμενοι διεσώθησαν εις τας πόλεις τας οχυράς. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 371 . 16 Και έφυγον οι πέντε βασιλείς ούτοι και κατεκρύβησαν εις το σπήλαιον το εν Μακηδά. 12 Τότε ελάλησεν Ιησούς προς Κύριον. τον βασιλέα Ιερουσαλήμ και τον βασιλέα Χεβρών και τον βασιλέα Ιεριμούθ και τον βασιλέα Λαχίς και τον βασιλέα ‘Οδολλάμ. και τους εναρχομένους του πολέμου τους συμπορευομένους αυτω. 23 και εξηγάγοσαν τους πέντε βασιλείς εκ του σπηλαίου. ωστε επακούσαι Θεόν ανθρώπου. και εγένοντο πλείους οι αποθανόντες δια τους λίθους της χαλάζης ή ους απέκτειναν οι υιοί Ισραήλ μαχαίρα εν τω πολέμω. λέγων αυτοίς· προπορεύεσθε και επίθετε τους πόδας υμών επί τους τραχήλους αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άφνω. ή ημέρα παρέδωκεν ο Θεός τον Αμορραίον υποχείριον Ισραήλ. ηνίκα συνέτριψεν αυτούς εν Γαβαών και συνετρίβησαν από προσώπου υιών Ισραήλ. 18 και είπεν Ιησούς· κυλίσατε λίθους επί το στόμα του σπηλαίου και καταστήσατε άνδρας φυλάσσειν επ' αυτούς. και κατεδίωξαν αυτούς οδόν αναβάσεως ‘Ωρωνίν και κατέκοπτον αυτούς έως Αζηκά και έως Μακηδά. και συνέτριψεν αυτούς Κύριος συντρίψει μεγάλη εν Γαβαών. και είπεν Ιησούς· στήτω ο ήλιος κατά Γαβαών και η σελήνη κατά φάραγγα Αιλών. και ουκ έγρυξεν ουδείς των υιών Ισραήλ τη γλώσση αυτού. έως ημύνατο ο Θεός τους εχθρούς αυτών. 13 και έστη ο ήλιος και η σελήνη εν στάσει. ου προεπορεύετο εις δυσμάς εις τέλος ημέρας μιάς. ότι Κύριος συνεξεπολέμησε τω Ισραήλ. 22 και είπεν Ιησούς· ανοίξατε το σπήλαιον και εξαγάγετε τους πέντε βασιλείς τούτους εκ του σπηλαίου. 20 και εγένετο ως κατέπαυσεν Ιησούς και πας υιος Ισραήλ κόπτοντες αυτούς κοπήν μεγάλην σφόδρα έως εις τέλος. 11 εν δε τω φεύγειν αυτούς από προσώπου των υιών Ισραήλ επί της καταβάσεως ‘Ωρωνίν και Κύριος επέρριψεν αυτοίς λίθους χαλάζης εκ του ουρανού έως Αζηκά.

όσα ην εν αυτη. 32 και παρέδωκε Κύριος την Λαχίς εις τας χείρας Ισραήλ. 27 και εγενήθη προς ηλίου δυσμάς ενετείλατο Ιησούς και καθείλον αυτούς από των ξύλων και έρριψαν αυτούς εις το σπήλαιον. 34 και απήλθεν Ιησούς και πας Ισραήλ μετ' αυτού εκ Λαχίς εις ‘Οδολλάμ και περιεκάθισεν αυτήν και εξεπολιόρκησεν αυτήν. ότι ούτω ποιήσει Κύριος πάσι τοις εχθροίς υμών. ον τρόπον εποίησαν την Λεβνά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσελθόντες επέθηκαν τους πόδας αυτών επί τους τραχήλους αυτών. και έλαβον αυτήν και τον βασιλέα αυτής και εφόνευσαν αυτήν εν στόματι ξίφους και παν εμπνέον εν αυτη. 25 και είπεν Ιησούς προς αυτούς· μη φοβηθήτε αυτούς μηδέ δειλιάσητε· ανδρίζεσθε και ισχύετε. και ήσαν κρεμάμενοι επί των ξύλων έως εσπέρας. και έλαβεν αυτήν εν τη ημέρα εκείνη και εφόνευσεν αυτήν εν στόματι ξίφους. ους υμείς καταπολεμείτε αυτούς. 30 και παρέδωκεν αυτήν Κύριος εις χείρας Ισραήλ. 28 Και την Μακηδά ελάβοσαν εν τη ημέρα εκείνη και εφόνευσαν αυτήν εν στόματι ξίφους και εξωλόθρευσαν παν εμπνέον. και επάταξεν αυτόν Ιησούς εν στόματι ξίφους και τον λαόν αυτού έως του μη καταλειφθήναι αυτών σεσωσμένον και διαπεφευγότα. ό ην εν αυτη. εξωλόθρευσαν αυτήν και όσα ην εν αυτη. 37 και επάταξεν αυτήν εν στόματι ξίφους και παν το εμπνέον. και παν εμπνέον εν αυτη εφόνευσαν. 26 και απέκτεινεν αυτούς Ιησούς και εκρέμασεν αυτούς επί πέντε ξύλων. εις ό κατεφύγοσαν εκεί. 31 και απήλθεν Ιησούς και πας Ισραήλ μετ' αυτού εκ Λεβνά εις Λαχίς και περιεκάθισεν αυτήν και επολιόρκει αυτήν. και ου κατελείφθη ουδείς εν αυτη διασεσωσμένος και διαπεφευγώς· και εποίησαν τω βασιλεί Μακηδά ον τρόπον εποίησαν τω βασιλεί Ιεριχώ. ουκ ην διασεσωσμένος· ον τρόπον εποίησαν την ‘Οδολλάμ. 36 και απήλθεν Ιησούς και πας Ισραήλ μετ' αυτού εις Χεβρών και περιεκάθισεν αυτήν. 38 και απέστρεψεν Ιησούς και πας Ισραήλ εις Δαβίρ και περικαθίσαντες αυτήν 39 έλαβον αυτήν και τον βασιλέα αυτής και τας κώμας αυτής και επάταξεν αυτήν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 372 . 35 και παρέδωκεν αυτήν Κύριος εν χειρί Ισραήλ. 33 τότε ανέβη Ελάμ βασιλεύς Γαζέρ βοηθήσων τη Λαχίς. και επεκύλισαν λίθους επί το σπήλαιον έως της σήμερον ημέρας. και έλαβεν αυτήν εν τη ημέρα τη δευτέρα και εφόνευσαν αυτήν εν στόματι ξίφους και εξωλόθρευσαν αυτήν. 29 και απήλθεν Ιησούς και πας Ισραήλ μετ' αυτού εκ Μακηδά εις Λεβνά και επολιόρκει Λεβνά. ον τρόπον εποίησαν τη Λαχίς. και ου κατελείφθη εν αυτη διασεσωσμένος και διαπεφευγώς· και εποίησαν τω βασιλεί αυτής ον τρόπον εποίησαν τω βασιλεί Ιεριχώ.

ούτως εποίησαν τη Δαβίρ και τω βασιλεί αυτής. εις την ορεινήν και εις Άραβα απέναντι Κενερώθ και εις το πεδίον και εις Φεναεδδώρ 3 και εις τους παραλίους Χαναναίους από ανατολών και εις τους παραλίους Αμορραίους και τους Χετταίους και Φερεζαίους και Ιεβουσαίους τους εν τω όρει και τους Ευαίους και τους υπό την Αερμών εις γην Μασσηφά. 42 και πάντας τους βασιλείς αυτών και την γην αυτών επάταξεν Ιησούς εισάπαξ. και ίπποι και άρματα πολλά σφόδρα. 8 και παρέδωκεν αυτούς Κύριος υποχειρίους Ισραήλ. απέστειλε προς Ιαβάβ βασιλέα Μαρών και προς βασιλέα Συμοών και προς βασιλέα Αζίφ 2 και προς βασιλείς τους κατά Σιδώνα την μεγάλην. 41 από Κάδης Βαρνή έως Γάζης. και κόπτοντες αυτούς κατεδίωκον έως Σιδώνος της μεγάλης και έως Μασερών και έως των πεδίων Μασσώχ κατ' ανατολάς και κατέκοψαν αυτούς έως του μη καταλειφθήναι αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 373 . 6 και είπε Κύριος προς Ιησούν· μη φοβηθής από προσώπου αυτών. ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ συνεπολέμει τω Ισραήλ. ου κατέλιπον αυτών σεσωσμένον· και παν εμπνέον ζωής εξωλόθρευσεν. 7 και ήλθεν Ιησούς και πας ο λαός ο πολεμιστής επ' αυτούς επί το ύδωρ Μαρών εξάπινα και επέπεσαν επ' αυτούς εν τη ορεινή. πάσαν την Γοσόμ έως της Γαβαών. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 40 και επάταξεν Ιησούς πάσαν την γην της ορεινής και την Ναγέβ και την πεδινήν και την Ασηδώθ και τους βασιλείς αυτής. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΩΣ δε ήκουσεν Ιαβίν βασιλεύς Ασώρ. 5 και συνήλθον πάντες οι βασιλείς αυτοί και παρεγένοντο επί το αυτό και παρενέβαλον επί του ύδατος Μαρών πολεμήσαι τον Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ στόματι ξίφους και εξωλόθρευσαν αυτήν και παν εμπνέον εν αυτη και ου κατέλιπον αυτη ουδένα διασεσωσμένον· ον τρόπον εποίησαν τη Χεβρών και τω βασιλεί αυτής. ότι αύριον ταύτην την ωραν εγώ παραδίδωμι τετροπωμένους αυτούς εναντίον του Ισραήλ· τους ίππους αυτών νευροκοπήσεις και τα άρματα αυτών κατακαύσεις εν πυρί. ωσπερ η άμμος της θαλάσσης τω πλήθει. 4 και εξήλθον αυτοί και οι βασιλείς αυτών μετ' αυτών.

αλλά πλήν εν Γάζη και εν Γεθ και εν Ασεδώθ κατελείφθη. πλήν Ασώρ μόνην ενέπρησεν Ισραήλ 14 και πάντα τα σκύλα αυτής επρονόμευσαν εαυτοίς οι υιοί Ισραήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 374 . όπως μη δοθή αυτοίς έλεος. και Μωυσής ωσαύτως ενετείλατο τω Ιησοί. 9 και εποίησεν αυτοίς Ιησούς ον τρόπον ενετείλατο αυτω Κύριος· τους ίππους αυτών ενευροκόπησε και τα άρματα αυτών ενέπρησε πυρί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διασεσωσμένον. αλλ' ίνα εξολοθρευθώσιν. ίνα εξολοθρευθώσιν. ων συνέταξεν αυτω Μωυσής. ον τρόπον είπε Κύριος προς Μωυσήν. 18 και ημέρας πλείους εποίησεν Ιησούς προς τους βασιλείς τούτους τον πόλεμον. 16 Και έλαβεν Ιησούς πάσαν την γην την ορεινήν και πάσαν την γην Ναγέβ και πάσαν την γην Γοσόμ και την πεδινήν και την προς δυσμαίς και το όρος Ισραήλ και τα ταπεινά τα προς τω όρει 17 από όρους Χελχά και ό προσαναβαίνει εις Σηείρ και έως Βααλγάδ και τα πεδία του Λιβάνου υπό το όρος το Αερμών και πάντας τους βασιλείς αυτών έλαβε και ανείλε και απέκτεινε. έως απώλεσεν αυτούς. και ου κατελείφθη εν αυτη εμπνέον· και την Ασώρ ενέπρησαν εν πυρί. 10 Και απεστράφη Ιησούς εν τω καιρω εκείνω και κατελάβετο Ασώρ και τον βασιλέα αυτής· ην δε Ασώρ το πρότερον άρχουσα πασών των βασιλειών τούτων. 11 και απέκτειναν παν εμπνέον εν αυτη εν ξίφει και εξωλόθρευσαν πάντας. 22 ου κατελείφθη των Ενακίμ από των υιών Ισραήλ. καθότι ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή και έδωκεν αυτούς Ιησούς εν κληρονομία Ισραήλ εν μερισμω κατά φυλάς αυτών. 13 αλλά πάσας τας πόλεις τας κεχωματισμένας ουκ ενέπρησεν Ισραήλ. 15 ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή τω παιδί αυτού. εκ Χεβρών και εκ Δαβίρ και εξ Αναβώθ και εκ παντός γένους Ισραήλ και εκ παντός όρους Ιούδα συν ταις πόλεσιν αυτών. ον τρόπον συνέταξε Μωυσής ο παις Κυρίου. 20 ότι δια Κυρίου εγένετο κατισχύσαι αυτών την καρδίαν συναντάν εις πόλεμον προς Ισραήλ. και εξωλόθρευσεν αυτούς Ιησούς. αυτούς δε πάντας εξωλόθρευσαν εν στόματι ξίφους. 23 και έλαβεν Ιησούς πάσαν την γην. και ούτως εποίησεν Ιησούς· ου παρέβη ουδέν από πάντων. και η γη κατέπαυσε πολεμουμένη. ην ουκ έλαβεν Ισραήλ. 19 και ουκ ην πόλις. ου κατέλιπον εξ αυτών ουδέν εμπνέον. και εξωλόθρευσαν αυτούς. 12 και πάσας τας πόλεις των βασιλειών και τους βασιλείς αυτών έλαβεν Ιησούς και ανείλεν αυτούς εν στόματι ξίφους. πάντα ελάβοσαν εν πολέμω. 21 Και ήλθεν Ιησούς εν τω καιρω εκείνω και εξωλόθρευσε τους Ενακίμ εκ της ορεινής.

βασιλέα Αράθ. οδόν την κατά Ασειμώθ. κατά μέρος της φάραγγος. βασιλέα Χεβρών. βασιλέα Ασώρ. βασιλέα Μαρών. και το ήμισυ της Γαλαάδ έως Ιαβόκ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ούτοι οι βασιλείς της γης. και έδωκεν αυτήν Μωυσής εν κληρονομία Ρουβήν και Γάδ και τω ημίσει φυλής Μανασσή. βασιλέα Συμοών. βασιλέα ‘Οδολλάμ. ή εστι πλησίον Βαιθήλ. βασιλέα Γωϊμ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 375 . βασιλέα Ιεκονάμ του Χερμέλ. βασιλέα Γαδέρ. 1 18-2 1 2 βασιλέα Αφέκ της Σαρών. 10 βασιλέα Ιερουσαλήμ. 11 βασιλέα Ιεριμούθ. 17 βασιλέα Ταφούγ. βασιλέα Τανάχ. ή εστιν εν τη φάραγγι. 8 εν τω όρει και εν τω πεδίω και εν Άραβα και εν Ασηδώθ και εν τη ερήμω και Ναγέβ. τον Χετταίον και τον Αμορραίον και τον Χαναναίον και τον Φερεζαίον και τον Ευαίον και τον Ιεβουσαίον· 9 τον βασιλέα Ιεριχώ και τον βασιλέα της Γαί. 7 Και ούτοι οι βασιλείς των Αμορραίων. όρια υιών Αμμών. ους ανείλον οι υιοί Ισραήλ και κατεκληρονόμησαν την γην αυτών πέραν του Ιορδάνου αφ' ηλίου ανατολών από φάραγγος Αρνών έως του όρους Αερμών και πάσαν την γην Άραβα απ' ανατολών· 2 Σηών τον βασιλέα των Αμορραίων. 3 και Άραβα έως της θαλάσσης Χενερέθ κατ' ανατολάς και έως της θαλάσσης Άραβα. βασιλέα Μαγεδών. 16 βασιλέα ‘Ηλάθ. βασιλέα Αζίφ. θάλασσαν των αλών από ανατολών. ους ανείλεν Ιησούς και υιοί Ισραήλ εν τω πέραν του Ιορδάνου παρά θάλασσαν Βααλγάδ εν τω πεδίω του Λιβάνου και έως όρους του Χελχά αναβαινόντων εις Σηείρ. βασιλέα ‘Οφέρ. 6 Μωυσής ο παις Κυρίου και υιοί Ισραήλ επάταξαν αυτούς. 12 βασιλέα Αιλάμ. 23 βασιλέα Δώρ του Ναφεδδώρ. βασιλέα Κάδης. και έδωκεν αυτήν Ιησούς ταις φυλαίς Ισραήλ κληρονομείν κατά κλήρον αυτών. βασιλέα Γαζέρ. 14 βασιλέα Ερμάθ. βασιλέα Λαχίς. 13 βασιλέα Δαβίρ. από Θαιμάν την υπό Ασηδώθ Φασγά· 4 και Ωγ βασιλεύς Βασάν υπελείφθη εκ των γιγάντων ο κατοικών εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν. 5 άρχων από όρους Αερμών και από Σελχοί και πάσαν την γην Βασάν έως ορίων Γεσουρί και την Μαχί και το ημισυ Γαλαάδ ορίων Σηών βασιλέως Εσεβών. ος κατώκει εν Εσεβών κυριεύων από Αροήρ. 15 βασιλέα Λεβνά.

παν όρος Αερμών και πάσαν την Βασανίτιν έως Σελλά. 7 και νυν μέρισον την γην ταύτην εν κληρονομία ταις εννέα φυλαίς και τω ημίσει φυλής Μανασσή· από του Ιορδάνου έως της θαλάσσης της μεγάλης κατά δυσμάς ηλίου δώσεις αυτήν. από Γαλγάλ υπό το όρος το Αερμών έως της εισόδου Εμάθ· 6 πας ο κατοικών την ορεινήν από του Λιβάνου έως της Μασερεφωθαίμ. έως των ορίων υιών Αμμών. και η γη υπολέλειπται πολλή εις κληρονομίαν. 5 και πάσαν την γην Γαβλί Φυλιστιείμ· και πάντα τον Λίβανον από ανατολών ηλίου. ον τρόπον σοι ενετειλάμην. έδωκε Μωυσής εν τω πέραν του Ιορδάνου· κατ' ανατολάς ηλίου δέδωκεν αυτήν Μωυσής ο παις Κυρίου. και επάταξεν αυτόν Μωυσής και εξωλόθρευσε. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ Ιησούς πρεσβύτερος προβεβηκώς των ημερών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γαλιλαίας. και είπε Κύριος προς Ιησούν· συ προβέβηκας των ημερών. τω Γαζαίω και τω Αζωτίω και τω Ασκαλωνίτη και τω Γετθαίω και τω Ακκαρωνίτη· και τω Ευαίω 4 εκ Θαιμάν και πάση γη Χαναάν εναντίον Γάζης. 8 ταις δυσί φυλαίς και τω ημίσει φυλής Μανασσή. ή εστιν επί του χείλους χειμάρρου Αρνών. και οι Σιδώνιοι έως Αφέκ. 2 και αύτη η γη καταλελειμμένη· όρια Φυλιστιείμ. ος εβασίλευσεν εν Εσεβών. 12 πάσαν την βασιλείαν Ωγ εν τη Βασανίτιδι. 9 από Αροήρ. τω Ρουβήν και τω Γάδ. ος εβασίλευσεν εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν· ούτος κατελείφθη από των γιγάντων. έως των ορίων των Αμορραίων. και την πόλιν την εν μέσω της φάραγγος και πάσαν την Μισώρ από Μαιδαβά έως Δαιβάν. ο Γεσιρί και ο Χαναναίος· 3 από της αοικήτου της κατά πρόσωπον Αιγύπτου έως των ορίων Ακκαρών εξ ευωνύμων των Χαναναίων προσλογίζεται ταις πέντε σατραπείαις των Φυλιστιείμ. 10 πάσας τας πόλεις Σηών βασιλέως Αμορραίων. εγώ αυτούς εξολοθρεύσω από προσώπου Ισραήλ· αλλά διάδος αυτήν εν κλήρω τω Ισραήλ. 13 και ουκ εξωλόθρευσαν οι υιοί Ισραήλ τον Γεσιρί και τον Μαχατί και τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 376 . 24 βασιλέα Θαρσά· πάντες ούτοι βασιλείς είκοσιν εννέα. η θάλασσα η μεγάλη οριεί. 11 και την Γαλααδίτιδα και τα όρια Γεσιρί και του Μαχατί. πάντας τους Σιδωνίους.

ούτος κληρονομία αυτών. 25 και εγένετο τα όρια αυτών Ιαζήρ. εξήκοντα πόλεις. και πάσαν την Μισώρ έως Εσεβών 17 και πάσας τας πόλεις τας ούσας εν τη Μισώρ και Δαιβών και Βαμωθβάαλ και οίκου Βεελμών 18 και Ιασσά και Κεδημώθ και Μεφαάθ 19 και Καριαθαίμ και Σεβαμά και Σεραδά και Σιώρ εν τω όρει Εμάκ 20 και Βαιθφογόρ και Ασηδώθ Φασγά και Βαιθασειμώθ 21 και πάσας τας πόλεις του Μισώρ και πάσαν την βασιλείαν του Σηών βασιλέως των Αμορραίων. 24 έδωκε δε Μωυσής τοις υιοίς Γάδ κατά δήμους αυτών. 14 πλήν της φυλής Λευί ουκ εδόθη κληρονομία· Κύριος ο Θεός Ισραήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 377 . 16 και εγενήθη αυτών τα όρια από Αροήρ. κατά δήμους αυτών. και ο Ιορδάνης οριεί έως μέρους της θαλάσσης Χενερέθ πέραν του Ιορδάνου απ' ανατολών. αι πόλεις αυτών και αι επαύλεις αυτών. 29 και έδωκε Μωυσής τω ημίσει φυλής Μανασσή κατά δήμους αυτών. ον επάταξε Μωυσής αυτόν και τους ηγουμένους Μαδιάμ και τον Ευί και τον Ροκόμ και τον Σουρ και τον Ούρ και τον Ροβέ άρχοντας παρά Σηών και τους κατοικούντας την γην. ον κατεμέρισε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ εν Αραβώθ Μωάβ εν τω πέραν του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. πόλεις βασιλείας Ωγ εν τη Βασανίτιδι και εδόθησαν τοις υιοίς Μαχίρ υιού Μανασσή. καθά είπεν αυτοίς Κύριος. και κατώκει βασιλεύς Γεσιρί και ο Μαχατί εν τοις υιοίς Ισραήλ έως της σήμερον ημέρας. πάσαι πόλεις Γαλαάδ και το ήμισυ γης υιών Αμμών έως Αροήρ. τον μάντιν. 27 και Εμέκ Βαιθαράμ Βανθαναβρά και Σοκχωθά και Σαφάν και την λοιπήν βασιλείαν Σηών βασιλέως Εσεβών. 22 και τον Βαλαάμ τον του Βεώρ. 23 εγένετο δε τα όρια Ρουβήν· Ιορδάνης όριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Χαναναίον. και η πόλις η εν τη φάραγγι Αρνών. ή εστι κατά πρόσωπον Ραββά. ή εστι κατά πρόσωπον φάραγγος Αρνών. 28 αύτη η κληρονομία υιών Γάδ κατά δήμους αυτών. 15 Και έδωκε Μωυσής τη φυλή Ρουβήν κατά δήμους αυτών. 26 και από Εσεβών έως Ραμώθ κατά την Μασσηφά και Βοτανίμ και Μααναϊν έως των ορίων Δαβίρ. αύτη η κληρονομία υιών Ρουβήν κατά δήμους αυτών. απέκτειναν εν τη ροπή. αι πόλεις αυτών και αι επαύλεις αυτών. 32 ούτοι ους κατεκληρονόμησε Μωυσής πέραν του Ιορδάνου εν Αραβώθ Μωάβ εν τω πέραν του Ιορδάνου του κατά Ιεριχώ απ' ανατολών. και ούτος ο καταμερισμός. 30 και εγένετο τα όρια αυτών από Μααναϊμ και πάσα βασιλεία Βασανί και πάσα βασιλεία Ωγ βασιλέως της Βασάν και πάσας τας κώμας Ιαϊρ. 31 και το ήμισυ της Γαλαάδ και εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν. αι εισιν εν τη Νασανίτιδι.

ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ και εμέρισαν την γην. 6 Και προσήλθοσαν οι υιοί Ιούδα προς Ιησούν εν Γαλγάλ. εφ' ην επέβης. αφ' ου ελάλησε Κύριος το ρήμα τούτο προς Μωυσήν και επορεύθη Ισραήλ εν τη ερήμω. ωσεί ότε απέστειλέ με Μωυσής. ό ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν άνθρωπον του Θεού περί εμού και σου εν Κάδης Βαρνή· 7 τεσσαράκοντα γαρ ετών ήμην ότε απέστειλέ με Μωυσής ο παις του Θεού εκ Κάδης Βαρνή κατασκοπεύσαι την γην. και απεκρίθην αυτω λόγον κατά τον νουν αυτού. 2 κατά κλήρους εκληρονόμησαν. και είπε προς αυτόν Χάλεβ ο του Ιεφονή ο Κενεζαίος· συ επίστη το ρήμα. 10 και νυν διέθρεψέ με Κύριος. 9 και ώμοσε Μωυσής εν εκείνη τη ημέρα λέγων· η γη. ωσαύτως ισχύω νυν εξελθείν και εισελθείν εις τον πόλεμον. εξολοθρεύσω αυτούς. οίς κατεκληρονόμησαν αυτοίς Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο του Ναυή και οι άρχοντες πατριών φυλών των υιών Ισραήλ. 13 και ευλόγησεν αυτόν Ιησούς και έδωκε Χεβρών τω Χάλεβ υιω Ιεφονή υιω Κενέζ εν κλήρω. καθά είπε Κύριος τη ημέρα εκείνη· ότι συ ακήκοας το ρήμα τούτο εν τη ημέρα εκείνη. 4 ότι ήσαν οι υιοί Ιωσήφ δύο φυλαί Μανασσή και Εφραίμ. αλλ' ή πόλεις κατοικείν και τα αφωρισμένα αυτών τοις κτήνεσι και τα κτήνη αυτών. τούτο τεσσαρακοστόν και πέμπτον έτος. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος εν χειρί Ιησού ταις εννέα φυλαίς και τω ημίσει φυλής από του πέραν του Ιορδάνου. πόλεις οχυραί και μεγάλαι· εάν ουν Κύριος μετ' εμού ή. 12 και νυν αιτούμαί σε το όρος τούτο. σοί έσται εν κλήρω και τοις τέκνοις σου εις τον αιώνα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ούτοι οι κατακληρονομήσαντες υιών Ισραήλ εν τη γη Χαναάν. και νυν ιδού εγώ σήμερον ογδοήκοντα και πέντε ετών· 11 έτι ειμί σήμερον ισχύων. 14 δια τούτο εγενήθη η Χεβρών τω Χάλεβ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 378 . νυν δε οι Ενακίμ εκεί εισι. 3 και τοις Λευίταις ουκ έδωκε κλήρον εν αυτοίς. 5 ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 8 οι αδελφοί μου οι αναβάντες μετ' εμού μετέστησαν την καρδίαν του λαού. ότι προσετέθης επακολουθήσαι οπίσω Κυρίου του Θεού ημών. ον τρόπον ειπέ μοι Κύριος. εγώ δε προσετέθην επακολουθήσαι Κυρίω τω Θεω μου. ον τρόπον είπε. και ουκ εδόθη μερίς εν τη γη τοις Λευίταις.

7 και προσαναβαίνει τα όρια επί το τέταρτον της φάραγγος Αχώρ και καταβαίνει επί Γαλγάλ. 10 και περιελεύσεται όριον από Βαάλ επί θάλασσαν και παρελεύσεται εις όρος Ασσάρ επί νώτου. 9 και διεκβάλλει το όριον από κορυφής του όρους επί πηγήν ύδατος Ναφθώ και διεκβάλλει εις το όρος Εφρών. 5 και τα όρια από ανατολών· πάσα η θάλασσα η αλυκή έως του Ιορδάνου. και έσται αυτού η διέξοδος πηγή Ρωγήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω του Ιεφονή του Κενεζαίου εν κλήρω έως της ημέρας ταύτης. και διεκβάλλει επί το ύδωρ πηγής του ηλίου. 8 και αναβαίνει τα όρια εις φάραγγα ‘Ονόμ επί νώτου Ιεβούς από λιβός (αύτη εστίν Ιερουσαλήμ) και διεκβάλλει τα όρια επί κορυφήν όρους. ή εστιν απέναντι της προσβάσεως Αδδαμίν. από της λοφιάς της φερούσης επί λίβα 3 και διαπορεύεται απέναντι της προσαναβάσεως Ακραβίν και εκπεριπορεύεται Σενά και αναβαίνει από λιβός επί Κάδης Βαρνή και εκπορεύεται Ασωρών και προσαναβαίνει εις Σάραδα και εκπορεύεται την κατά δυσμάς Κάδης 4 και εκπορεύεται επί Σελμωνάν και διεκβάλλει έως φάραγγος Αιγύπτου. και τα όρια αυτών από βορρά και από της λοφιάς της θαλάσσης και από του μέρους του Ιορδάνου· 6 επιβαίνει τα όρια επί Βαιθαγλά και παραπορεύεται από Βορρά επί Βαιθάραβα. 15 το δε όνομα της Χεβρών ην το πρότερον πόλις Αρβόκ· μητρόπολις των Ενακίμ αύτη. και άξει το όριον εις Βαάλ (αύτη εστί πόλις Ιαρίμ). ή εστι κατά λίβα τη φάραγγι. 2 και εγενήθη αυτών τα όρια από λιβός έως μέρους θαλάσσης της αλυκής. δια το αυτόν επακολουθήσαι τω προστάγματι Κυρίου Θεού Ισραήλ. και η γη εκόπασε του πολέμου. Πόλιν Ιαρίν από βορρά (αύτη εστί Χασλών) και καταβήσεται επί Πόλιν ηλίου και παρελεύσεται επί λίβα. ή εστιν εκ μέρους γης Ραφαϊν επί βορρά. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εγένετο τα όρια φυλής Ιούδα κατά δήμους αυτών από των ορίων της Ιδουμαίας από της ερήμου Σίν έως Κάδης προς λίβα. και προσαναβαίνει τα όρια επί λίθον Βαιών υιού Ρουβήν. ή εστι κατά πρόσωπον φάραγγος ‘Ονόμ προς θαλάσσης. και έσται αυτού η διέξοδος των ορίων επί την θάλασσαν· τούτό εστιν αυτών όρια από λιβός. 11 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 379 .

12 ταύτα τα όρια υιών Ιούδα κύκλω κατά δήμους αυτών. και διεκβαλεί τα όρια εις Σοκχώθ και παρελεύσεται όρια επί λίβα και διεκβαλεί επί Λεβνά. 13 και τω Χάλεβ υιω Ιεφονή έδωκε μερίδα εν μέσω υιών Ιούδα δια προστάγματος του Θεού. 20 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Ιούδα. 14 και εξωλόθρευσεν εκείθεν Χάλεβ υιος Ιεφονή τους τρεις υιούς Ενάκ. δώσω αυτω την Ασχάν θυγατέρα μου εις γυναίκα· 17 και έλαβεν αυτήν Γοθονιήλ υιος Κενέζ αδελφός Χάλεβ ο νεώτερος και έδωκεν αυτω την Ασχάν θυγατέρα αυτού γυναίκα. 15 και ανέβη εκείθεν Χάλεβ επί τους κατοικούντας Δαβίρ· το δε όνομα Δαβίρ ην το πρότερον Πόλις γραμμάτων. 22 και Βαισελεήλ και Αρά και Ασώρ και Ικάμ και Ρεγμά και Αρουήλ 23 και Κάδης και Ασοριωναίν και Μαινάμ 24 και Βαλμαινάν και αι κώμαι αυτών 25 και αι πόλεις Ασερών (αύτη Ασώρ) 26 και Σήν και Σαλμαά και Μωλαδά 27 και Σερί και Βαιφαλάδ 28 και Χολασεωλά και Βηρσαβεέ και αι κώμαι αυτών και αι επαύλεις αυτών. 29 Βαλά και Βακώκ και Ασόμ 30 και Ελβωϋδάδ και Βαιθήλ και Ερμά 31 και Σεκελάκ και Μαχαρίμ και Σεθεννάκ 32 και Λαβώς και Σαλή και Ερωμώθ. τον Σουσί και Θολαμί και τον Αχιμά. 18 και εγένετο εν τω εκπορεύεσθαι αυτήν και συνεβουλεύσατο αυτω λέγουσα· αιτήσομαι τον πατέρα μου αγρόν· και εβόησεν εκ του όνου. 16 και είπε Χάλεβ· ος εάν λάβη και εκκόψη την Πόλιν των γραμμάτων και κυριεύση αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και διεκβάλλει το όριον κατά νώτου Ακκαρών επί βορράν. 21 Εγενήθησαν δε πόλεις αυτών· πόλις πρώτη φυλής υιών Ιούδα εφ' ορίων Εδώμ επί της ερήμου. και αι κώμαι αυτών. και έσται η διέξοδος των ορίων επί θάλασσαν. πόλεις δεκατέσσαρες και αι κώμαι αυτών· 37 Σεννά και Αδασάν και Μαγαδαλγάδ 38 και Δαλάλ και Μασφά και Ιαχαρεήλ και Λαχίς 39 και Βασηδώθ και Ιδεαδαλέα 40 και Χαβρά και Μαχές και Μααχώς 41 και Γεδδώρ και Βαγαδιήλ και Νωμάν και Μαχηδάν. και έδωκεν αυτω Ιησούς την πόλιν Αρβόκ μητρόπολιν Ενάκ (αύτη εστί Χεβρών). πόλεις εικοσιεννέα. ότι εις γην Ναγέβ δέδωκάς με· δος μοι την Γολαθμαίν. 19 και είπεν αυτω· δος μοι ευλογίαν. και τα όρια αυτών από θαλάσσης· η θάλασσα η μεγάλη οριεί. 33 εν τη πεδινή· Ασταώλ και Ράα και Άσσα 34 και Ράμεν και Τανώ και Ιλουθώθ και Μαιανί 35 και Ιερμούθ και ‘Οδολλάμ και Μεμβρά και Σαωχώ και Αζηκά 36 και Σακαρίμ και Γάδηρα και αι επαύλεις αυτής. και είπεν αυτη Χάλεβ· τι εστί σοι. και έδωκεν αυτη Χάλεβ την Γολαθμαίν την άνω και την Γολαθμαίν την κάτω. πόλεις εκκαίδεκα και αι κώμαι αυτών· 42 Λεβνά και Ιθάκ και Ανώχ 43 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 380 .

πόλεις εννέα και αι κώμαι αυτών· 58 Αλουά και Βαιθσούρ και Γεδδών 59 και Μαγαρώθ και Βαιθανάμ και Θεκούμ. πόλεις δέκα και αι κώμαι αυτών· 45 Ακκαρών και αι κώμαι αυτής και αι επαύλεις αυτών· 46 από Ακκαρών Γεμνά και πάσαι. πόλεις δύο και αι επαύλεις αυτών 61 και Βαδδαργείς και Θαραβαάμ και Αινών 62 και Αιχιοζά και Ναφλαζών και αι πόλεις Σαδών και Αγκάδης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιανά και Νασίβ 44 και Κεϊλάμ και Ακιεζί και Κεζίβ και Βαθησάρ και Αιλώμ. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο τα όρια υιών Ιωσήφ από του Ιορδάνου του κατά Ιεριχώ από ανατολών και αναβήσεται από Ιεριχώ εις την ορεινήν. και αι κώμαι αυτών· 47 Ασιεδώθ και αι κώμαι αυτής και αι επαύλεις αυτής· Γάζα και αι κώμαι αυτής και αι επαύλεις αυτής έως του χειμάρρου Αιγύπτου· και η θάλασσα η μεγάλη διορίζει. εις Βαιθήλ Λουζά. και έσται η διέξοδος αυτών επί την θάλασσαν. 4 και εκληρονόμησαν οι υιοί Ιωσήφ Εφραίμ και Μανασσή· 5 και εγενήθη όρια Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 381 . πόλεις εξ και αι κώμαι αυτών· Θεκώ και Εφραθά (αύτη εστί Βηθλεέμ) και Φαγώρ και Αιτάν και Κουλόν και Τατάμ και Θωβής και Καρέμ και Γαλέμ και Θεθήρ και Μανοχώ. 63 και ο Ιεβουσαίος κατώκει εν Ιερουσαλήμ. την έρημον. πόλεις ένδεκα και αι κώμαι αυτών· 60 Καριαθβαάλ (αύτη η πόλις Ιαρίμ) και Σωθηβά. 48 και εν τη ορεινή· Σαμίρ και Ιεθέρ και Σωχά 49 και Ρεννά και Πόλις γραμμάτων (αύτη Δαβίρ) 50 και Ανών και Εσκαιμάν και Αισάμ 51 και Γοσόμ και Χαλού και Χαννά. πόλεις ένδεκα και αι κώμαι αυτών· 52 Αιρέμ και Ρεμνά και Σομά 53 και Ιεμαϊν και Βαιθαχού και Φακουά 54 και Ευμά και πόλις Αρβόκ (αύτη εστί Χεβρών) και Σωραίθ. πόλεις εννέα και αι επαύλεις αυτών· 55 Μαώρ και Χερμέλ και ‘Οζίβ και Ιτάν 56 και Ιαριήλ και Αρικάμ και Ζακαναϊμ 57 και Γαβαά και Θαμναθά. και ουκ ηδυνάσθησαν οι υιοί Ιούδα απολέσαι αυτούς· και κατώκησαν οι Ιεβουσαίοι εν Ιερουσαλήμ έως της ημέρας ταύτης. όσαι εισί πλησίον Ασηδώθ. 2 και εξελεύσεται εις Βαιθήλ και παρελεύσεται επί τα όρια του Αχαταρωθί 3 και διελεύσεται επί την θάλασσαν επί τα όρια Απταλίμ έως των ορίων Βαιθωρών την κάτω. πόλεις επτά και αι κώμαι αυτών.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Εφραίμ κατά δήμους αυτών· και εγενήθη τα όρια της κληρονομίας αυτών απ' ανατολών Αταρώθ και Ερώκ έως Βαιθωρών την άνω και Γαζαρά. 3 και τω Σαλπαάδ υιω ‘Οφέρ ουκ ήσαν αυτω υιοί. και εναντίον Ιησού. 5 και έπεσεν ο σχοινισμός αυτών από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 382 . και ταύτα τα ονόματα των θυγατέρων Σαλπαάδ· Μααλά και Νουά και Εγλά και Μελχά και Θερσά. περιελεύσεται επ' ανατολάς εις Θηνασά και Σελλησά και παρελεύσεται απ' ανατολών εις Ιανωκά 7 και εις Μαχώ. και έσται η διέξοδος αυτών επί θάλασσαν· αύτη η κληρονομία φυλής Εφραίμ κατά δήμους αυτών. πάσαι αι πόλεις και αι κώμαι αυτών. 8 και από Τάφου πορεύσεται τα όρια επί θάλασσαν επί Χελκανά. αλλ' ή θυγατέρες. 10 και ουκ απώλεσεν Εφραίμ τον Χαναναίον τον κατοικούντα εν Γαζέρ. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ εγένετο τα όρια φυλής υιών Μανασσή. και κατώκει ο Χαναναίος εν τω Εφραίμ έως της ημέρας ταύτης. 2 και εγενήθη τοις υιοίς Μανασσή τοις λοιποίς κατά δήμους αυτών. και εδόθη αυταίς δια προστάγματος Κυρίου κλήρος εν τοις αδελφοίς του πατρός αυτών. και έδωκεν αυτήν Φαραώ εν φερνή τη θυγατρί αυτού. έως ανέβη Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου και έλαβεν αυτήν και ενέπρησεν αυτήν εν πυρί. ότι ούτος πρωτότοκος τω Ιωσήφ· τω Μαχίρ πρωτοτόκω Μανασσή πατρί Γαλαάδ (ανήρ γαρ πολεμιστής ην) εν τη Γαλααδίτιδι και εν τη Βασανίτιδι. 9 και αι πόλεις αι αφορισθείσαι τοις υιοίς Εφραίμ ανά μέσον της κληρονομίας υιών Μανασσή. τοις υιοίς Ιεζέρ και τοις υιοίς Κελέζ και τοις υιοίς Ιεζιήλ και τοις υιοίς Συχέμ και τοις υιοίς Συμαρίμ και τοις υιοίς ‘Οφέρ· ούτοι άρσενες κατά δήμους αυτών. 6 και διελεύσεται τα όρια επί την θάλασσαν εις Ικασμών από βορρά Θερμά. και Αταρώθ και αι κώμαι αυτών και ελεύσεται επί Ιεριχώ και διεκβαλεί επί τον Ιορδάνην. 4 και έστησαν εναντίον Ελεάζαρ του ιερέως. και τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους και τους κατοικούντας εν Γαζέρ εξεκέντησαν. και εναντίον των αρχόντων λέγουσαι· ο Θεός ενετείλατο δια χειρός Μωυσή δούναι ημίν κληρονομίαν εν μέσω των αδελφών ημών.

τερέβινθος τω Εφραίμ ανά μέσον πόλεως Μανασσή· και όρια Μανασσή επί τον βορράν εις τον χειμάρρουν. 10 από λιβός τω Εφραίμ. και επί βορράν Μανασσή. και ήρχετο ο Χαναναίος κατοικείν εν τη γη ταύτη· 13 και εγενήθη και επεί κατίσχυσαν οι υιοί Ισραήλ. και Θαφέθ επί των ορίων Μανασσή. και ίππος επίλεκτος και σίδηρος τω Χαναναίω τω κατοικούντι εν αυτω εν Βαιθσάν και εν ταις κώμαις αυτής. και τους κατοικούντας Μαγεδδώ. 11 και έσται Μανασσή εν Ισσάχαρ και εν Ασήρ Βαιθσάν και αι κώμαι αυτών και τους κατοικούντας Δώρ και τας κώμας αυτής. ότι ίππος επίλεκτος αυτω εστι. και πορεύεται επί τα όρια επί Ιαμίν και Ιασσίβ επί πηγήν Θαφθώθ· 8 τω Μανασσή έσται. 15 και είπεν αυτοίς Ιησούς· ει λαός πολύς ει. εξολοθρεύσαι δε αυτούς ουκ εξωλόθρευσαν. και έσται σοι· και όταν εξολοθρεύσης τον Χαναναίον. συ γαρ υπερισχύεις αυτού. ουκ έσται σοι κλήρος εις· 18 ο γαρ δρυμός έσται σοι. 16 και είπαν· ουκ αρέσκει ημίν το όρος το Εφραίμ. και ισχύν μεγάλην έχεις. 14 αντείπαν δε οι υιοί Ιωσήφ τω Ιησοί λέγοντες· διατί εκληρονόμησας ημάς κλήρον ένα και σχοίνισμα εν. και τας κώμας αυτής. ότι δρυμός εστι και εκκαθαριείς αυτόν. τοις υιοίς Εφραίμ. εν τη κοιλάδι Ιεσραέλ. και εποίησαν τους Χαναναίους υπηκόους. 9 και καταβήσεται τα όρια επί φάραγγα Καρανά επί λίβα κατά φάραγγα Ιαριήλ. και το τρίτον της Ναφετά και τας κώμας αυτής. και έσται η θάλασσα όρια αυτοίς· και επί Ασήβ συνάψουσιν επί βορράν και τω Ισσάχαρ από ανατολών. εγώ δε λαός πολύς ειμι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 383 . και ο Θεός ευλόγησέ με. ή εστι πέραν του Ιορδάνου· 6 ότι θυγατέρες υιών Μανασσή εκληρονόμησαν κλήρον εν μέσω των αδελφών αυτών· η δε γη Γαλαάδ εγενήθη τοις υιοίς Μανασσή τοις καταλελειμμένοις. 7 και εγενήθη όρια υιών Μανασσή Δηλανάθ. ή εστι κατά πρόσωπον υιών Ανάθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ανάσσα και πεδίον Λαβέκ εκ της γης Γαλαάδ. και έσται αυτού η διέξοδος θάλασσα. ει στενοχωρεί σε το όρος το Εφραίμ. ανάβηθι εις τον δρυμόν και εκκάθαρον σεαυτω. 12 και ουκ ηδυνάσθησαν οι υιοί Μανασσή εξολοθρεύσαι τας πόλεις ταύτας. 17 και είπεν Ιησούς τοις υιοίς Ιωσήφ· ει λαός πολύς ει.

οί ουκ εκληρονόμησαν. 2 και κατελείφθησαν οι υιοί Ισραήλ. και ήνεγκαν προς Ιησούν. 5 και διείλεν αυτοίς επτά μερίδας). και εξήλθεν όρια του κλήρου αυτών ανά μέσον υιών Ιούδα και ανά μέσον των υιών Ιωσήφ. και η γη εκρατήθη υπ' αυτών. και καταβήσεται τα όρια Μααταρωθορέχ επί την ορεινήν. 9 και επορεύθησαν και εχωροβάτησαν την γην και είδοσαν αυτήν και έγραψαν αυτήν κατά πόλεις. 3 και είπεν Ιησούς τοις υιοίς Ισραήλ· έως τίνος εκλυθήσεσθε κληρονομήσαι την γην. ην έδωκε Κύριος ο Θεός ημών. 8 και αναστάντες οι άνδρες επορεύθησαν. και ενετείλατο Ιησούς τοις ανδράσι τοις πορευομένοις χωροβατήσαι την γην λέγων· πορεύεσθε και χωροβατήσατε την γην και παραγενήθητε προς με. ιερατεία γαρ Κυρίου μερίς αυτού· και Γάδ και Ρουβήν και το ήμισυ φυλής Μανασσή ελάβοσαν την κληρονομίαν αυτών πέραν του Ιορδάνου επ' ανατολάς. 13 και διελεύσεται εκείθεν τα όρια Λουζά επί νώτου Λουζά από λιβός (αύτη εστί Βαιθήλ). ή εστι προς λίβα Βαιθωρών η κάτω. Ιούδας στήσεται αυτοίς όριον από λιβός. 12 και εγενήθη αυτών τα όρια από βορρά. επτά φυλαί. 11 Και εξήλθεν ο κλήρος φυλής Βενιαμίν πρώτος κατά δήμους αυτών. 7 ου γαρ εστι μερίς τοις υιοίς Λευί εν υμίν. ην έδωκεν αυτοίς Μωυσής ο παις Κυρίου. από του Ιορδάνου προσαναβήσεται τα όρια κατά νώτου Ιεριχώ από βορρά και αναβήσεται επί το όρος επί την θάλασσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εξεκκλησιάσθη πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ εις Σηλώ και έπηξαν εκεί την σκηνήν του μαρτυρίου. επτά μερίδας εις βιβλίον. 4 δότε εξ υμών άνδρας τρεις εκ φυλής. και αναστάντες διελθέτωσαν την γην και διαγραψάτωσαν αυτήν εναντίον μου. 10 και ενέβαλεν αυτοίς Ιησούς κλήρον εν Σηλώ έναντι Κυρίου. καθά δεήσει διελείν αυτήν (και διήλθοσαν προς αυτόν. και έσται αυτού η διέξοδος η Μαβδαρίτις Βαιθών. και οι υιοί Ιωσήφ στήσονται αυτοίς από βορρά. 6 υμείς δε μερίσατε την γην επτά μερίδας και ενέγκατε ώδε προς με. 14 και διελεύσεται τα όρια και περιελεύσεται επί το μέρος το βλέπον παρά θάλασσαν από λιβός από του όρους επί πρόσωπον Βαιθωρών λίβα. και εξοίσω υμίν κλήρον έναντι Κυρίου του Θεού ημών. και έσται αυτού η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 384 . και ώδε εξοίσω υμίν κλήρον έναντι Κυρίου εν Σηλώ.

ό εστι κατά πρόσωπον νάπης ‘Οννάμ. και εγενήθη η κληρονομία αυτών αναμέσον κλήρων υιών Ιούδα. ό εστιν εκ μέρους Εμεκραφαϊν από βορρά. 22 και Βαιθαβαρά και Σαρά και Βησανά 23 και Αιείν και Φαρά και Εφραθά 24 και Καραφά και Κεφιρά και Μονί και Γαβαά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διέξοδος εις Καριαθβάαλ (αύτη εστί Καριαθιαρίν. 19 και έσται η διέξοδος των ορίων επί λοφιάν της θαλάσσης των αλών επί βορράν εις μέρος του Ιορδάνου από λιβός· ταύτα τα όριά εστιν από λιβός. πόλεις δεκατρείς και αι κώμαι αυτών· 7 Ερεμμών και Θαλχά και Εθέρ και Ασάν. 15 και μέρος το προς λίβα από μέρους Καριαθβάαλ. αύτη η κληρονομία υιών Βενιαμίν. τα όρια αυτής κύκλω κατά δήμους. πόλεις τέσσαρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 385 . και καταβήσεται επί λίθον Βαιών υιών Ρουβήν 18 και διελεύσεται κατά νώτου Βαιθάραβα από βορρά. πόλεις δεκατρείς και αι κώμαι αυτών. πόλεις δώδεκα και αι κώμαι αυτών· 25 Γαβαών και Ραμά και Βεηρωθά 26 και Μασσημά και Μιρών και Αμωκή 27 και Φιρά και Καφάν και Νακάν και Σεληκάν και Θαρεηλά 28 και Ιεβούς (αύτη εστίν Ιερουσαλήμ) και Γαβαωθιαρίμ. 2 και εγενήθη ο κλήρος αυτών Βηρσαβεέ και Σαμαά και Κωλαδάμ 3 και Αρσωλά και Βωλά και Ασόμ 4 και Ελθουλά και Βουλά και Ερμά 5 και Σικελάκ και Βαιθμαχερέβ και Σαρσουσίν 6 και Βαθαρώθ και οι αγροί αυτών. 21 και εγενήθησαν αι πόλεις των υιών Βενιαμίν κατά δήμους αυτών Ιεριχώ και Βεθεγαιώ και Αμεκασίς. πόλις υιών Ιούδα)· τούτό εστι το μέρος το προς θάλασσαν. και καταβήσεται Γαίεννα επί νώτον Ιεβουσαί από λιβός και καταβήσεται επί πηγήν Ρωγήλ 17 και διελεύσεται επί πηγήν Βαιθσαμύς και παρελεύσεται επί Γαλιλώθ. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ εξήλθεν ο δεύτερος κλήρος των υιών Συμεών. 16 και καταβήσεται τα όρια επί μέρους του όρους. αύτη η κληρονομία υιών Βενιαμίν κατά δήμους αυτών. ή εστιν απέναντι προς ανάβασαιν Αιθαμίν. και διελεύσεται όρια εις Γασίν επί πηγήν ύδατος Ναφθώ. 20 και ο Ιορδάνης οριεί από μέρους ανατολών. και καταβήσεται επί τα όρια επί νώτον θάλασσαν από βορρά.

και έσται αυτού η διέξοδος των ορίων ο Ιορδάνης. 9 από του κλήρου του Ιούδα η κληρονομία φυλής υιών Συμεών. αι πόλεις και αι κώμαι αυτών. ότι εγενήθη η μερίς υιών Ιούδα μείζων της αυτών και εκληρονόμησαν οι υιοί Συμεών εν μέσω του κλήρου αυτών. 23 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Ισσάχαρ κατά δήμους αυτών. και διελεύσεται επί Ρεμμωνά Αμαθάρ Αοζά 14 και περιελεύσεται όρια επί βορράν επί Αμώθ. ή εστι κατά πρόσωπον Ιεκμάν. 10 Και εξήλθεν ο κλήρος ο τρίτος τω Ζαβουλών κατά δήμους αυτών. 18 και εγενήθη τα όρια αυτών Ιαζήλ και Χασαλώθ και Σουνάμ 19 και Αγίν και Σιωνά και Ρεηρώθ 20 και Αναχερέθ και Δαβιρών και Κισών και Ρεβές 21 και Ρεμμάς και Ιεών και Τομμάν και Αιμαρέκ και Βηρσαφής. 22 και συνάψει τα όρια επί Γαιθβώρ και επί Σαλίμ κατά θάλασσαν και Βαιθσαμύς. 24 Και εξήλθεν ο κλήρος ο πέμπτος Ασήρ κατά δήμους αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 386 . 17 Και τω Ισσάχαρ εξήλθεν ο κλήρος ο τέταρτος. αύτη η κληρονομία φυλής υιών Συμεών κατά δήμους αυτών. 16 αύτη η κληρονομία της φυλής υιών Ζαβουλών κατά δήμους αυτών. και έσται η διέξοδος αυτών επί Γαιφαήλ 15 και Κατανάθ και Ναβαάλ και Συμοών και Ιεριχώ και Βαιθμάν. 25 και εγενήθη τα όρια αυτών Εξελεκέθ και Αλέφ και Βαιθόκ και Κεάφ 26 και Ελιμελέχ και Αμιήλ και Μαασά και συνάψει τω Καρμήλω κατά θάλασσαν και τω Σιών και Λαβανάθ 27 και επιστρέψει από ανατολών ηλίου και Βαιθεγενέθ και συνάψει τω Ζαβουλών και Εκγαί και Φθαιήλ κατά βορράν. έσται τα όρια της κληρονομίας αυτών Εσεδεκγωλά· όρια αυτών 11 η θάλασσα και Μαραγγιλά και συνάψει επί Βαιθάραβα εις την φάραγγα. και έσται η διέξοδος αυτού η θάλασσα και Απολέβ και Εχοζόβ 30 και Αρχόβ και Αφέκ και Ρααύ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και αι κώμαι αυτών 8 κύκλω των πόλεων αυτών έως Βαρέκ πορευομένων Βαμέθ κατά λίβα. και εισελεύσεται όρια Σαφθαιβαιθμέ και Ιναήλ και διελεύσεται εις Χωβαμασομέλ 28 και Ελβών και Ραάβ και Εμεμαών και Κανθάν έως Σιδώνος της μεγάλης. 12 και ανέστρεψεν από Σεδδούκ εξ εναντίας από ανατολών Βαιθσαμύς επί τα όρια Χασελωθαίθ και διελεύσεται επί Δαβιρώθ και προσαναβήσεται επί Φαγγαί 13 και εκείθεν περιελεύσεται εξ εναντίας επ' ανατολάς επί Γεβερέ. και αναστρέψει τα όρια επί Ιασίφ. πόλεις και αι κώμαι αυτών. επί πόλιν Κατασέμ. 29 και αναστρέψει τα όρια εις Ραμά και έως πηγής Μασφασσάτ και των Τυρίων. πόλεις και αι κώμαι αυτών. 31 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Ασήρ κατά δήμους αυτών.

33 και εγενήθη τα όρια αυτών Μοολάμ και Μωλά και Βεσεμιϊν και Αρμέ και Ναβόκ και Ιεφθαμαί έως Δωδάμ. και ουκ εξέθλιψαν οι υιοί Δάν τον Αμορραίον τον θλίβοντα αυτούς εν τω όρει· και ουκ είων αυτούς οι Αμορραίοι καταβήναι εις την κοιλάδα και έθλιψαν απ' αυτών το όριον της μερίδος αυτών. έναντι Κυρίου. Δακέθ και Κενερέθ 36 και Αρμαϊθ και Αραήλ και Ασώρ 37 και Κάδες και Ασσαρί και πηγή Ασόρ 38 και Κερωέ και Μεγαλά Αρίμ και Βαιθθαμέ και Θεσσαμύς. αι πόλεις αυτών και αι κώμαι αυτών. 48 και επορεύθησαν οι υιοί Δάν και επολέμησαν την Λαχίς και κατελάβοντο αυτήν και επάταξαν αυτήν εν στόματι μαχαίρας και κατώκησαν αυτήν και εκάλεσαν το όνομα αυτής Λασενδάκ και ο Αμορραίος υπέμεινε του κατοικείν εν Ελώμ και εν Σαλαμίν· και εβαρύνθη η χείρ του Εφραίμ επ' αυτούς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 387 . 46 και από θαλάσσης Ιεράκων όριον πληρίον Ιόππης. και εγενήθησαν αι διέξοδοι αυτού Ιορδάνης· 34 και επιστρέψει τα όρια επί θάλασσαν Ενάθ Θαβώρ και διελεύσεται εκείθεν Ιακανά και συνάψει τω Ζαβουλών από νώτου και Ασήρ συνάψει κατά θάλασσαν. Θαμνασαράχ. και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ κλήρον τω Ιησοί τω υιω Ναυή εν αυτοίς 50 δια προστάγματος του Θεού· και έδωκαν αυτω την πόλιν. παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου· και επορεύθησαν εμβατεύσαι την γην. ην ητήσατο. και εγένοντο αυτοίς εις φόρον. Τύρος και ‘Ωμαθά. 49 Και επορεύθησαν εμβατεύσαι την γην κατά το όριον αυτών. 39 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Νεφθαλί. ή εστιν εν τω όρει Εφραίμ· και ωκοδόμησε την πόλιν και κατώκει εν αυτη. 47 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Δάν κατά δήμους αυτών. και ο Ιορδάνης από ανατολών ηλίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 32 Και τω Νεφθαλί εξήλθεν ο κλήρος ο έκτος. 51 αύται αι διαιρέσεις ας κατεκληρονόμησεν Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο του Ναυή και οι άρχοντες των πατριών εν ταις φυλαίς Ισραήλ κατά κλήρους εν Σηλώ. 35 και αι πόλεις τειχήρεις των Τυρίων. 40 Και τω Δάν εξήλθεν ο κλήρος ο έβδομος. 41 και εγενήθη τα όρια αυτών Σαράθ και Ασά και πόλεις Σαμμάυς 42 και Σαλαμίν και Αμμών και Σιλαθά 43 και Ελών και Θαμναθά και Ακκαρών 44 και Αλκαθά και Βεγεθών και Γεβεελάν 45 και Αζώρ και Βαναιβακάτ και Γεθρεμών.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος τω Ιησοί λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· δότε τας πόλεις των φυγαδευτηρίων. και την Γαυλών εν τη Βασανίτιδι εκ της φυλής Μανασσή. 9 αύται αι πόλεις αι επίκλητοι τοις υιοίς Ισραήλ και τω προσηλύτω τω προσκειμένω εν αυτοίς καταφυγείν εκεί παντί παίοντι ψυχήν ακουσίως. έως αν καταστη εναντίον της συναγωγής εις κρίσιν*[( Εκ του κώδ. ος έσται εν ταις ημέραις εκείναις· τότε επιστρέψει ο φονεύσας και ελεύσεται εις την πόλιν αυτού και προς τον οίκον αυτού και προς πόλιν όθεν έφυγεν εκείθεν. 7 και διέστειλε την Κάδης εν τη Γαλιλαία εν τω όρει τω Νεφθαλί και Συχέμ εν τω όρει τω Εφραίμ και την πόλιν Αρβόκ (αύτη εστί Χεβρών) εν τω όρει τω Ιούδα. ίνα μη αποθάνη εν χειρί του αγχιστεύοντος το αίμα. Α) 4 Και φεύξεται εις μίαν των πόλεων τούτων και στήσεται επί την θύραν της πόλεως και λαλήσει εν τοις ωσί των πρεσβυτέρων της πόλεως εκείνης τους λόγους τούτους και επιστρέψουσιν αυτόν η συναγωγή προς αυτούς και δώσουσιν αυτω τόπον και κατοικήσει μετ' αυτών 5 και ότι διώξεται ο αγχιστεύων το αίμα οπίσω αυτού και ου συγκλείσουσι τον φονεύσαντα εν τη χειρί αυτού. 3 φυγαδευτήριον τω φονευτη τω πατάξαντι ψυχήν ακουσίως. ας είπα προς υμάς δια Μωυσή. έως αν καταστη έναντι της συναγωγής εις κρίσιν. 8 και εν τω πέραν του Ιορδάνου έδωκε Βοσόρ εν τη ερήμω εν τω πεδίω από της φυλής Ρουβήν και Αρημώθ εν τη Γαλαάδ εκ της φυλής Γάδ. ότι ουκ ειδώς επάταξε τον πλησίον αυτού και ου μισών αυτός αυτόν απ' εχθές και της τρίτης 6 και κατοικήσει εν τη πόλει εκείνη έως στη κατά πρόσωπον της συναγωγής εις κρίσιν έως αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας.]. και έσονται υμίν αι πόλεις φυγαδευτήριον. και ουκ αποθανείται ο φονευτής υπό του αγχιστεύοντος το αίμα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 388 .

την Χεβρών και τα αφωρισμένα τα συν αυτη και την Λεμνά και τα αφωρισμένα τα προς αυτη. 4 και εξήλθεν ο κλήρος τω δήμω Καάθ. 11 και έδωκεν αυτοίς την Καριαθαρβόκ μητρόπολιν των Ενάκ (αύτη εστί Χεβρών) εν τω όρει Ιούδα· τα δε περισπόρια κύκλω αυτής 12 και τους αγρούς της πόλεως και τας κώμας αυτής έδωκεν Ιησούς τοις υιοίς Χάλεβ υιού Ιεφοννή εν κατασχέσει· 13 και τοις υιοίς Ααρών έδωκε την πόλιν φυγαδευτήριον τω φονεύσαντι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ προσήλθοσαν οι αρχιπατριώται των υιών Λευί προς Ελεάζαρ τον ιερέα και Ιησούν τον του Ναυή και προς τους αρχιφύλους πατριών εκ των φυλών Ισραήλ 2 και είπον προς αυτούς εν Σηλώ εν γη Χαναάν λέγοντες· ενετείλατο Κύριος εν χειρί Μωυσή δούναι ημίν πόλεις κατοικείν και τα περισπόρια τοις κτήνεσιν ημών. πόλεις εννέα παρά των δύο φυλών τούτων. ότι τούτοις εγενήθη ο κλήρος. κληρωτί. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. και επεκλήθησαν 10 τοις υιοίς Ααρών από του δήμου του Καάθ των υιών Λευί. και εγένετο τοις υιοίς Ααρών τοις ιερεύσι τοις Λευίταις από φυλής Ιούδα και από φυλής Συμεών και από φυλής Βενιαμίν κληρωτί πόλεις δεκατρείς· 5 και τοις υιοίς Καάθ καταλελειμμένοις εκ της φυλής Εφραίμ και εκ της φυλής Δάν και από του ημίσους φυλής Μανασσή κληρωτί πόλεις δέκα· 6 και τοις υιοίς Γεδσών από της φυλής Ισσάχαρ και από της φυλής Ασήρ και από της φυλής Νεφθαλί και από του ημίσους φυλής Μανασσή εν τη Βασάν πόλεις δεκατρείς· 7 και τοις υιοίς Μεραρί κατά δήμους αυτών από φυλής Ρουβήν και από φυλής Γάδ και από φυλής Ζαβουλών κληρωτί πόλεις δώδεκα. 14 και την Αιλώμ και τα αφωρισμένα αυτη και την Τεμά και τα αφωρισμένα αυτη 15 και την Γελλά και τα αφωρισμένα αυτη και την Δαβίρ και τα αφωρισμένα αυτη 16 και Ασά και τα αφωρισμένα αυτη και Τανύ και τα αφωρισμένα αυτη και Βαιθσαμύς και τα αφωρισμένα αυτη. 8 και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ τοις Λευίταις τας πόλεις και τα περισπόρια αυτών. 3 και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ τοις λευίταις εν τω κατακληρονομείν δια προστάγματος Κυρίου τας πόλεις και τα περισπόρια αυτών. 17 και παρά της φυλής Βενιαμίν την Γαβαών και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 389 . 9 και έδωκεν η φυλή υιών Ιούδα και η φυλή υιών Συμεών και από της φυλής υιών Βενιαμίν τας πόλεις ταύτας.

20 και τοις δήμοις υιοίς Καάθ τοις Λευίταις τοις καταλελειμμένοις από των υιών Καάθ και εγενήθη η πόλις των ιερέων αυτών από φυλής Εφραίμ. την Γαυλών εν τη Βασανίτιδι και τα αφωρισμένα αυτη και την Βοσοράν και τα αφωρισμένα αυτη. 38 και από φυλής Γάδ την πόλιν το φυγαδευτήριον του φονεύσαντος. την Κάδης εν τη Γαλιλαία και τα αφωρισμένα αυτη και την Εμμάθ και τα αφωρισμένα αυτη και Θεμμών και τα αφωρισμένα αυτη. 25 και από του ημίσους φυλής Μανασσή την Τανάχ και τα αφωρισμένα αυτη και την Ιεβαθά και τα αφωρισμένα αυτη. την Συχέμ και τα αφωρισμένα αυτη και Γάζαρα και τα προς αυτήν και τα αφωρισμένα αυτη 22 και Βαιθωρών και τα αφωρισμένα τα αυτη. πόλεις δύο. 27 και τοις υιοίς Γεδσών τοις Λευίταις εκ του ημίσους φυλής Μανασσή τας πόλεις τας αφωρισμένας τοις φονεύσασι. πόλεις τέσσαρες. την πόλιν το φυγαδευτήριον του φονεύσαντος. πόλεις τέσσαρες. 23 και εκ της φυλής Δάν την Ελκωθαίμ και τα αφωρισμένα αυτη και την Γεθεδάν και τα αφωρισμένα αυτη 24 και Αιλών και τα αφωρισμένα αυτη και την Γεθερεμμών και τα αφωρισμένα αυτη. 28 και εκ της φυλής Ισσάχαρ την Κισών και τα αφωρισμένα αυτη και την Δεββά και τα αφωρισμένα αυτη 29 και την Ρεμμάθ και τα αφωρισμένα αυτη και Πηγήν γραμμάτων και τα αφωρισμένα αυτη. 26 πάσαι πόλεις δέκα και τα αφωρισμένα αυτη τα προς αυταίς τοις δήμοις υιών Καάθ τοις υπολελειμμένοις. 21 και έδωκαν αυτοίς την πόλιν του φυγαδευτηρίου την του φονεύσαντος. την Βοσόρ εν τη ερήμω τη Μισώρ και τα περισπόρια αυτής και την Ιαζήρ και τα περισπόρια αυτής 37 και την Δεκμών και τα περισπόρια αυτής και την Μαφά και τα περισπόρια αυτής. 30 και εκ της φυλής Ασήρ την Βασελλάν και τα αφωρισμένα αυτη και την Δαββών και τα αφωρισμένα αυτη 31 και Χελκάτ και τα αφωρισμένα αυτη και την Ραάβ και τα αφωρισμένα αυτη. πόλεις τέσσαρες. 19 πάσαι αι πόλεις υιών Ααρών των ιερέων δεκατρείς. πόλεις τρεις. 34 και τω δήμω υιών Μεραρί τοις Λευίταις τοις λοιποίς εκ της φυλής Ζαβουλών την Μαάν και τα περισπόρια αυτής και την Κάδης και τα περισπόρια αυτής 35 και Σελλά και τα περισπόρια αυτής. πόλεις τρεις. 33 πάσαι αι πόλεις του Γεδσών κατά δήμους αυτών πόλεις δεκατρείς. πόλεις τέσσαρες. πόλεις δύο. 36 και πέραν του Ιορδάνου του κατά Ιεριχώ εκ της φυλής Ρουβήν. την Ραμώθ εν τη Γαλαάδ και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 390 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αφωρισμένα αυτη και Γαθέθ και τα αφωρισμένα αυτη 18 και Αναθώθ και τα αφωρισμένα αυτη και Γάμαλα και τα αφωρισμένα αυτη. 32 και εκ της φυλής Νεφθαλί την πόλιν την αφωρισμένην τω φονεύσαντι. πόλεις τέσσαρες. πόλεις τέσσαρες.

42γ και ωκοδόμησεν Ιησούς την πόλιν και ώκησεν εν αυτη. εν αις περιέτεμε τους υιούς Ισραήλ τους γενομένους εν τη οδω εν τη ερήμω. 42α Και συνετέλεσεν Ιησούς διαμερίσας την γην εν τοις ορίοις αυτών. ην ητήσατο· την Θαμνασαράχ έδωκαν αυτω εν τω όρει Εφραίμ. 42β και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ μερίδα τω Ιησοί κατά πρόσταγμα Κυρίου· έδωκαν αυτω την πόλιν. ων ελάλησε Κύριος τοις υιοίς Ισραήλ· πάντα παρεγένετο. και υπηκούσατε της φωνής μου κατά πάντα όσα ενετειλάμην υμίν. 45 ου διέπεσεν από πάντων των ρημάτων των καλών. 40 πάσαι αι πόλεις τοις υιοίς Μεραρί κατά δήμους αυτών των καταλελειμμένων από της φυλής της Λευί· και εγενήθη τα όρια πόλεις δεκαδύο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τα περισπόρια αυτής και την Καμίν και τα περισπόρια αυτής 39 και την Εσεβών και τα περισπόρια αυτής και την Ιαζήρ και τα περισπόρια αυτής. ην ώμοσε δούναι τοις πατράσιν αυτών. 43 Και έδωκε Κύριος τω Ισραήλ πάσαν την γην. 44 και κατέπαυσεν αυτούς Κύριος κυκλόθεν. 3 ουκ εγκαταλελοίπατε τους αδελφούς υμών ταύτας τας ημέρας και πλείους έως της σήμερον ημέρας· εφυλάξασθε την εντολήν Κυρίου του Θεού υμών. 4 νυν δε κατέπαυσε Κύριος ο Θεός ημών τους αδελφούς ημών. και έθηκεν αυτάς εν Θαμνασαράχ. 42 πόλις και τα περισπόρια κύκλω της πόλεως πάσαις ταις πόλεσι ταύταις. 42δ και έλαβεν Ιησούς τας μαχαίρας τας πετρίνας. και κατεκληρονόμησαν αυτήν και κατώκησαν εν αυτη. όσα ενετείλατο υμίν Μωυσής ο παις Κυρίου. καθά ώμοσε τοις πατράσιν αυτών· ουκ αντέστη ουθείς κατενώπιον αυτών από πάντων των εχθρών αυτών· πάντας τους εχθρούς αυτών παρέδωκε Κύριος εις τας χείρας αυτών. πάσαι αι πόλεις τέσσαρες. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΤΟΤΕ συνεκάλεσεν Ιησούς τους υιούς Ρουβήν και τους υιούς Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή 2 και είπεν αυτοίς· υμείς ακηκόατε πάντα. 41 πάσαι αι πόλεις των Λευιτών εν μέσω κατασχέσεως υιών Ισραήλ τεσσαράκοντα οκτώ πόλεις και τα περισπόρια αυτών κύκλω των πόλεων τούτων. ον τρόπον είπεν αυτοίς· νυν ουν αποστραφέντες απέλθατε εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 391 .

φυλάξασθαι τας εντολάς αυτού και προσκείσθαι αυτω και λατρεύειν αυτω εξ όλης της διανοίας υμών και εξ όλης της ψυχής υμών. 13 και απέστειλαν οι υιοί Ισραήλ προς τους υιούς Ρουβήν και προς τους υιούς Γάδ και προς τους υιούς ήμισυ φυλής Μανασσή εις γην Γαλαάδ τον τε Φινεές υιόν Ελεάζαρ υιού Ααρών του αρχιερέως 14 και δέκα των αρχόντων μετ' αυτού. αποστραφήναι σήμερον από Κυρίου οικοδομήσαντες υμίν εαυτοίς βωμόν. βωμόν μέγαν του ιδείν. ή εστιν εν γη Χαναάν. 17 μη μικρόν υμίν το αμάρτημα Φογώρ. 7 και τω ημίσει φυλής Μανασσή έδωκε Μωυσής εν τη Βασανίτιδι. και κτήνη πολλά σφόδρα και αργύριον και χρυσίον και σίδηρον και ιματισμόν πολύν διείλαντο την προνομήν των εχθρών μετά των αδελφών αυτών. ην έδωκεν υμίν Μωυσής εν τω πέραν του Ιορδάνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τους οίκους υμών και εις την γην της κατασχέσεως υμών. πορεύεσθαι πάσαις ταις οδοίς αυτού. άρχων εις από οίκου πατριάς από πασών φυλών Ισραήλ· άρχοντες οίκων πατριών εισι. και ωκοδόμησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή εκεί βωμόν επί του Ιορδάνου. και ηνίκα εξαπέστειλεν αυτούς Ιησούς εις τους οίκους αυτών και ευλόγησεν αυτούς. ην επλημμελήσατε εναντίον του Θεού Ισραήλ. 9 Και επορεύθησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή από των υιών Ισραήλ εκ Σηλώ εν γη Χαναάν απελθείν εις την Γαλαάδ εις γην κατασχέσεως αυτών. ην εκληρονόμησαν αυτήν δια προστάγματος Κυρίου εν χειρί Μωυσή. και επορεύθησαν εις τους οίκους αυτών. 15 και παρεγένοντο προς τους υιούς Ρουβήν και προς τους υιούς Γάδ και προς τους ημίσεις φυλής Μανασσή εις γην Γαλαάδ και ελάλησαν προς αυτούς λέγοντες· 16 τάδε λέγει πάσα η συναγωγή Κυρίου· τις η πλημμέλεια αύτη. ότι ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 392 . αγαπάν Κύριον τον Θεόν ημών. χιλίαρχοι Ισραήλ. αποστάτας υμάς γενέσθαι από του Κυρίου. 11 και ήκουσαν οι υιοί Ισραήλ λεγόντων· ιδού ωκοδομήκασιν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή βωμόν εφ' ορίων γης Χαναάν επί του Γαλαάδ του Ιορδάνου εν τω πέραν υιών Ισραήλ. 6 και ευλόγησεν αυτούς Ιησούς και εξαπέστειλεν αυτούς. ωστε αναβάντες εκπολεμήσαι αυτούς. ον ενετείλατο ημίν ποιείν Μωυσής ο παις Κυρίου. 8 και εν χρήμασι πολλοίς απήλθοσαν εις τους οίκους αυτών. και τω ημίσει έδωκεν Ιησούς μετά των αδελφών αυτού εν τω πέραν του Ιορδάνου παρά την θάλασσαν. 10 και ήλθον εις Γάλγαλα του Ιορδάνου. 5 αλλά φυλάξασθε σφόδρα ποιείν τας εντολάς και τον νόμον. 12 και συνηθροίσθησαν πάντες οι υιοί Ισραήλ εις Σηλώ.

και αύριον επί πάντα Ισραήλ έσται η οργή. τι υμίν και Κυρίω τω Θεω Ισραήλ. και ερούσιν· ίδετε ομοίωμα του θυσιαστηρίου Κυρίου. 28 και είπομεν· εάν γένηταί ποτε και λαλήσωσι προς ημάς και ταις γενεαίς ημών αύριον. και Ισραήλ αυτός γνώσεται· ει εν αποστασία επλημμελήσαμεν έναντι του Κυρίου. αλλά μαρτύριόν εστιν ανά μέσον υμών και ανά μέσον ημών και ανά μέσον των υιών ημών. διάβητε εις την γην της Κυρίου κατασχέσεως. και ούτος εις αυτός απέθανε τη εαυτού αμαρτία. και ουκ έστιν υμίν μερίς Κυρίου. και ο Θεός Θεός αυτός οίδε. και απαλλοτριώσουσιν οι υιοί υμών τους υιούς ημών. ωστε αναβιβάσαι επ' αυτόν θυσίαν ολοκαυτωμάτων ή ωστε ποιήσαι επ' αυτού θυσίαν σωτηρίου. 26 και είπαμεν ποιήσαι ούτω. 25 και όρια έθηκε Κύριος ανά μέσον ημών και υμών τον Ιορδάνην. ίνα μη σέβωνται Κύριον. εν τοις καρπώμασιν ημών και εν ταις θυσίαις ημών και εν ταις θυσίαις των σωτηρίων ημών· και ουκ ερούσι τα τέκνα υμών τοις τέκνοις ημών αύριον· ουκ έστιν υμίν μερίς Κυρίου. ωστε οικοδομήσαι ημάς θυσιαστήριον τοις καρπώμασι και ταις θυσίαις Σαλαμίν και τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 393 . ου κατασκηνοί εκεί η σκηνή Κυρίου. 18 και υμείς απεστράφητε σήμερον από Κυρίου. Κύριος εκζητήσει. 20 ουκ ιδού Άχαρ ο του Ζαρά πλημμελεία επλημμέλησεν από του αναθέματος και επί πάσαν συναγωγήν Ισραήλ εγενήθη οργή. 21 Και απεκρίθησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή και ελάλησαν τοις χιλιάρχοις Ισραήλ λέγοντες· 22 ο Θεός Θεός Κύριός εστι. μη ρύσαιτο ημάς εν τη ημέρα ταύτη· 23 και ει ωκοδομήσαμεν εαυτοίς βωμόν ωστε αποστήναι από Κυρίου του Θεού ημών. ό εποίησαν οι πατέρες ημών ουχ ένεκεν καρπωμάτων ουδέ ένεκεν θυσιών. 24 αλλ' ένεκεν ευλαβείας ρήματος εποιήσαμεν τούτο λέγοντες· ίνα μη είπωσιν αύριον τα τέκνα υμών τοις τέκνοις ημών. 27 αλλ' ίνα ή τούτο μαρτύριον ανά μέσον ημών και υμών και ανά μέσον των γενεών ημών μεθ' ημάς. του λατρεύειν λατρείαν Κυρίου εναντίον αυτού. και έσται εάν αποστήτε σήμερον από Κυρίου. του οικοδομήσαι τον βωμόν τούτον ουχ ένεκεν καρπωμάτων ουδέ ένεκεν θυσιών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκαθαρίσθημεν απ' αυτού έως της ημέρας ταύτης και εγενήθη πληγή εν τη συναγωγή Κυρίου. 29 μη γένοιτο ουν ημάς αποστραφήναι από Κυρίου εν τη σήμερον ημέρα αποστήναι από Κυρίου. και κατακληρονομήσατε εν ημίν· και μη από Θεού αποστάται γενήθητε και υμείς μηδ' απόστητε από Κυρίου δια το οικοδομήσαι υμάς βωμόν έξω του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού ημών. 19 και νυν ει μικρά η γη υμών της κατασχέσεως υμών.

3 υμείς δε εωράκατε όσα εποίησε Κύριος ο Θεός ημών πάσι τοις έθνεσι τούτοις από προσώπου ημών. 2 και συνεκάλεσεν Ιησούς πάντας τους υιούς Ισραήλ και την γερουσίαν αυτών και τους άρχοντας αυτών και τους δικαστάς αυτών και τους γραμματείς αυτών και είπε προς αυτούς· εγώ γεγήρακα και προβέβηκα ταις ημέραις. 30 Και ακούσας Φινεές ο ιερεύς και πάντες οι άρχοντες της συναγωγής Ισραήλ. και Ιησούς πρεσβύτερος προβεβηκώς ταις ημέραις. και κατώκησαν επ' αυτής. και ελάλησαν προς τους υιούς Ισραήλ. α εξωλόθρευσα. 31 και είπε Φινεές ο ιερεύς τοις υιοίς Ρουβήν και τοις υιοίς Γάδ και τω ημίσει φυλής Μανασσή· σήμερον εγνώκαμεν ότι μεθ' ημών Κύριος. πλήν του θυσιαστηρίου Κυρίου. 5 Κύριος δε ο Θεός ημών ούτος εξολοθρεύσει αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 394 . και από της θαλάσσης της μεγάλης οριεί επί δυσμάς ηλίου. ότι Κύριος ο Θεός αυτών εστι. 32 και απέστρεψε Φινεές ο ιερεύς και οι άρχοντες από των υιών Ρουβήν και από των υιών Γάδ και από του ημίσους φυλής Μανασσή εκ της Γαλαάδ εις γην Χαναάν προς τους υιούς Ισραήλ και απεκρίθησαν αυτοίς τους λόγους. 33 και ήρεσε τοις υιοίς Ισραήλ. και ευλόγησαν τον Θεόν υιών Ισραήλ και είπαν μηκέτι αναβήναι προς αυτούς εις πόλεμον εξολοθρεύσαι την γην των υιών Ρουβήν και των υιών Γάδ και του ημίσους φυλής Μανασσή. 4 ίδετε ότι επέρριφα υμίν τα έθνη τα καταλελειμμένα υμίν ταύτα εν τοις κλήροις εις τας φυλάς υμών· από του Ιορδάνου πάντα τα έθνη. και ήρεσεν αυτοίς. οί ήσαν μετ' αυτού. τους λόγους. διότι ουκ επλημμελήσατε εναντίον Κυρίου πλημμέλειαν και ότι ερρύσασθε τους υιούς Ισραήλ εκ χειρός Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυσία του σωτηρίου. 34 και επωνόμασεν Ιησούς τον βωμόν των Ρουβήν και των Γάδ και του ημίσους φυλής Μανασσή και είπεν ότι μαρτύριόν εστιν ανά μέσον αυτών. ότι Κύριος ο Θεός υμών ο εκπολεμήσας υμίν. ό εστιν εναντίον της σκηνής αυτού. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ εγένετο μεθ' ημέρας πλείους μετά το καταπαύσαι Κύριον τον Ισραήλ από πάντων των εχθρών αυτού κυκλόθεν. ους ελάλησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή.

12 εάν γαρ αποστραφήτε και προσθήσθε τοις υπολειφθείσιν έθνεσι τούτοις τοις μεθ' υμών και επιγαμίας ποιήσητε προς αυτούς και συγκαταμιγήτε αυτοίς και αυτοί υμίν. ην έδωκεν υμίν Κύριος ο Θεός υμών. και κατακληρονομήσετε την γην αυτών. και ουδείς αντέστη κατενώπιον ημών έως της ημέρας ταύτης. έως αν απόλησθε από της γης της αγαθής ταύτης. ούτως επάξει Κύριος ο Θεός εφ' υμάς πάντα τα ρήματα τα πονηρά έως αν εξολοθρεύση υμάς από της γης της αγαθής ταύτης. έως αν εξολοθρεύση αυτούς και τους βασιλείς αυτών από προσώπου υμών. 13 γινώσκετε ότι ου μη προσθή Κύριος του εξολοθρεύσαι τα έθνη ταύτα από προσώπου υμών. ου διεφώνησεν εξ αυτών. ης έδωκε Κύριος υμίν. 11 και φυλάξασθε σφόδρα του αγαπάν Κύριον τον Θεόν ημών. διότι ουκ έπεσεν εις λόγος από πάντων των λόγων. 15 και έσται ον τρόπον ήκει προς ημάς πάντα τα ρήματα τα καλά. ην ενετείλατο ημίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ από προσώπου ημών. 9 και εξολοθρεύσει αυτούς Κύριος από προσώπου υμών έθνη μεγάλα και ισχυρά. 16 εν τω παραβήναι υμάς την διαθήκην Κυρίου του Θεού ημών. και τα ονόματα των θεών αυτών ουκ ονομασθήσεται εν υμίν. 6 κατισχύσατε ουν σφόδρα φυλάσσειν και ποιείν πάντα τα γεγραμμένα εν τω βιβλίω του νόμου Μωυσή. 8 αλλά Κυρίω τω Θεω υμών προσκολληθήσεσθε. ίνα μη εκκλίνητε εις δεξιά ή ευώνυμα. καθάπερ εποιήσατε έως της ημέρας ταύτης. και αποστελεί αυτοίς τα θηρία τα άγρια. 7 όπως μη εισέλθητε εις τα έθνη τα καταλελειμμένα ταύτα. καθάπερ είπεν ημίν. 14 εγώ δε αποτρέχω την οδόν. α ελάλησε Κύριος εφ' υμάς. καθά ελάλησε Κύριος ο Θεός ημών υμίν. έως αν απόλωνται. και γνώσεσθε τη καρδία υμών και τη ψυχή υμών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 395 . 10 εις υμών εδίωξε χιλίους. και έσονται υμίν εις παγίδας και εις σκάνδαλα και εις ήλους εν ταις πτέρναις υμών και εις βολίδας εν τοις οφθαλμοίς υμών. ουδέ μη λατρεύσητε ουδέ μη προσκυνήσητε αυτοίς. ότι Κύριος ο Θεός ημών ούτος εξεπολέμει υμίν. και πορευθέντες λατρεύσητε θεοίς ετέροις και προσκυνήσητε αυτοίς. ων είπε Κύριος ο Θεός ημών προς πάντα τα ανήκοντα ημίν. καθά και πάντες οι επί της γης.

οίς εποίησεν εν αυτοίς. και κατεκληρονομήσατε την γην αυτών και εξωλοθρεύσατε αυτούς από προσώπου υμών. 7 και ανεβοήσαμεν προς Κύριον. και εξείλατο υμάς εκ χειρών αυτών. και είδοσαν οι οφθαλμοί υμών όσα εποίησε Κύριος εν γη Αιγύπτω. και εκάλυψεν αυτούς. και τω Ισαάκ τον Ιακώβ και τον Ησαύ· και έδωκα τω Ησαύ το όρος το Σηείρ κληρονομήσαι αυτω. και παρέδωκεν αυτούς. και έδωκε νεφέλην και γνόφον αναμέσον ημών και αναμέσον των Αιγυπτίων και επήγαγεν επ' αυτούς την θάλασσαν. 8 και ήγαγεν ημάς εις γην Αμορραίων των κατοικούντων πέραν του Ιορδάνου. Θάρα ο πατήρ Αβραάμ και ο πατήρ Ναχώρ. και εκάκωσαν αυτούς οι Αιγύπτιοι. και ήτε εν τη ερήμω ημέρας πλείους. και ελάτρευσαν θεοίς ετέροις. και Ιακώβ και οι υιοί αυτού κατέβησαν εις Αίγυπτον και εγένοντο εκεί εις έθνος μέγα και πολύ και κραταιόν. 6 και μετά ταύτα εξήγαγε τους πατέρας ημών εξ Αιγύπτου. και παρετάξαντο υμίν και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις τας χείρας υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ συνήγαγεν Ιησούς πάσας φυλάς Ισραήλ εις Σηλώ και συνεκάλεσε τους πρεσβυτέρους αυτών και τους γραμματείς αυτών και τους δικαστάς αυτών και έστησεν αυτούς απέναντι του Θεού. και εισήλθατε εις την θάλασσαν την ερυθράν. 9 και ανέστη Βαλάκ ο του Σεπφώρ βασιλεύς Μωάβ και παρετάξατο τω Ισραήλ και αποστείλας εκάλεσε τον Βαλαάμ αράσασθαι ημίν· 10 και ουκ ηθέλησε Κύριος ο Θεός σου απολέσαι σε. 3 και έλαβον τον πατέρα υμών τον Αβραάμ εκ του πέραν του ποταμού και ωδήγησα αυτόν εν πάση τη γη και επλήθυνα αυτού σπέρμα 4 και έδωκα αυτω τον Ισαάκ. και κατεδίωξαν οι Αιγύπτιοι οπίσω των πατέρων ημών εν άρμασι και εν ίπποις εις την θάλασσαν την ερυθράν. 12 και εξαπέστειλε προτέραν υμών την σφηκιάν. 2 και είπεν Ιησούς προς πάντα τον λαόν· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· πέραν του ποταμού παρώκησαν οι πατέρες υμών το απ' αρχής. και ευλογίαις ευλόγησεν υμάς. 5 και επάταξε Κύριος την Αίγυπτον εν σημείοις. 11 και διέβητε τον Ιορδάνην και παρεγενήθητε εις Ιεριχώ· και επολέμησαν προς ημάς οι κατοικούντες Ιεριχώ. ο Αμορραίος και ο Χαναναίος και ο Φερεζαίος και ο Ευαίος και ο Ιεβουσαίος και ο Χετταίος και ο Γεργεσαίος. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 396 . και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις τας χείρας υμών.

οίς ελάτρευσαν οι πατέρες ημών εν τω πέραν του ποταμού και εν Αιγύπτω. 21 και είπεν ο λαός προς Ιησούν· ουχί. δώδεκα βασιλείς των Αμορραίων. αυτός Θεός εστιν· αυτός ανήγαγεν ημάς και τους πατέρας ημών εξ Αιγύπτου και διεφύλαξεν ημάς εν πάση τη οδω. ότι αυτός ακήκοε πάντα τα λεχθέντα αυτω υπό Κυρίου. και πόλεις. 17 Κύριος ο Θεός ημών. 14 και νυν φοβήθητε Κύριον. ότι άγιός εστι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξαπέστειλεν αυτούς από προσώπου υμών.τι ελάλησε προς υμάς σήμερον· και ούτος έσται εν υμίν εις μαρτύριον επ' εσχάτων των ημερών. 19 και είπεν Ιησούς προς τον λαόν· ου μη δύνησθε λατρεύειν Κυρίω. ή επορεύθημεν εν αυτη. 23 και νυν περιέλεσθε τους θεούς τους αλλοτρίους τους εν υμίν και ευθύνατε την καρδίαν υμών προς Κύριον Θεόν Ισραήλ. είτε τοις θεοίς των πατέρων υμών. 25 και διέθετο Ιησούς διαθήκην προς τον λαόν εν τη ημέρα εκείνη και έδωκεν αυτω νόμον και κρίσιν εν Σηλώ ενώπιον της σκηνής του Θεού Ισραήλ. έδεσθε. αλλά και ημείς λατρεύσομεν Κυρίω· ούτος γαρ Θεός ημών εστι. εν οίς υμείς κατοικείτε επί της γης αυτών· εγώ δε και η οικία μου λατρεύσομεν Κυρίω. ό. ότι ο Θεός άγιός εστι. και λατρεύσατε Κυρίω. και επελθών κακώσει υμάς και εξαναλώσει υμάς ανθ' ων εύ εποίησεν υμάς. 13 και έδωκεν υμίν γην. και κατωκίσθητε εν αυταίς· και αμπελώνας και ελαιώνας. 24 και είπεν ο λαός προς Ιησούν· Κυρίω λατρεύσομεν και της φωνής αυτού ακουσόμεθα. 26 και έγραψε τα ρήματα ταύτα εις βιβλίον νόμων του Θεού· και έλαβε λίθον μέγαν και έστησεν αυτόν Ιησούς υπό την τερέμινθον απέναντι Κυρίου. ωστε λατρεύειν θεοίς ετέροις. ας ουκ ωκοδομήκατε. 16 Και αποκριθείς ο λαός είπε· μη γένοιτο ημίν καταλιπείν Κύριον. 15 ει δε μη αρέσκει υμίν λατρεύειν Κυρίω. ότι υμείς εξελέξασθε Κυρίω λατρεύειν αυτω. 27 και είπεν Ιησούς προς τον λαόν· ιδού ο λίθος ούτος έσται εν υμίν εις μαρτύριον. 18 και εξέβαλε Κύριος τον Αμορραίον και πάντα τα έθνη τα κατοικούντα την γην από προσώπου ημών. είτε τοις θεοίς των Αμορραίων. τίνι λατρεύσητε. και λατρεύσατε αυτω εν ευθύτητι και εν δικαιοσύνη και περιέλεσθε τους θεούς τους αλλοτρίους. ους ουκ εφυτεύσατε υμείς. εφ' ην ουκ εκοπιάσατε επ ‘ αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 397 . αλλά Κυρίω λατρεύσομεν. και εν πάσι τοις έθνεσιν. ουκ εν τη ρομφαία σου ουδέ εν τω τόξω σου. ους παρήλθομεν δι' αυτών. και ζηλώσας ούτος ουκ ανήσει τα αμαρτήματα υμών και τα ανομήματα υμών· 20 ηνίκα αν εγκαταλίπητε Κύριον και λατρεύσητε θεοίς ετέροις. εκλέξασθε υμίν αυτοίς σήμερον. 22 και είπεν Ιησούς προς τον λαόν· μάρτυρες υμείς καθ' υμών. τοις εν τω πέραν του ποταμού.

30 Και εγένετο μετ' εκείνα και απέθανεν Ιησούς υιος Ναυή δούλος Κυρίου εκατόν δέκα ετών. όσοι εφείλκυσαν τον χρόνον μετά Ιησού και όσοι είδοσαν πάντα τα έργα Κυρίου. εν εκείνη τη ημέρα λαβόντες οι υιοί Ισραήλ την κιβωτόν του Θεού περιεφέροσαν εν εαυτοίς. ου εκτήσατο Ιακώβ παρά των Αμορραίων των κατοικούντων εν Σικίμοις αμνάδων εκατόν και έδωκεν αυτήν Ιωσήφ εν μερίδι. και εκεί εισιν έως της σήμερον ημέρας. όσα εποίησε τω Ισραήλ. και εκυρίευσεν αυτών έτη δεκαοκτώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηνίκα αν ψεύσησθε Κυρίω τω Θεω μου. 32 και τα οστά Ιωσήφ ανήγαγον οι υιοί Ισραήλ εξ Αιγύπτου και κατώρυξαν εν Σικίμοις. 33 και εγένετο μετά ταύτα και Ελεάζαρ υιος Ααρών ο αρχιερεύς ετελεύτησε και ετάφη εν Γαβαάρ Φινεές του υιού αυτού. ότε εξήγαγεν αυτούς εξ Αιγύπτου. τας μαχαίρας τας πετρίνας. εν τη μερίδι του αγρού. 28 και απέστειλεν Ιησούς τον λαόν. εν αις περιέτεμε τους υιούς Ισραήλ εν Γαλγάλοις. έως απέθανε και κατωρύγη εν Γαβαάρ τη εαυτού. ην έδωκεν αυτω εν τω όρει Εφραίμ. και εσέβοντο οι υιοί Ισραήλ την Αστάρτην και Ασταρώθ και τους θεούς των εθνών των κύκλω αυτών· και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις χείρας Εγλώμ τω βασιλεί Μωάβ. καθά συνέταξεν αυτοίς Κύριος. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 398 . 31 και έθαψαν αυτόν προς τοις ορίοις του κλήρου αυτού εν Θαμνασασάχ εν τω όρει τω Εφραίμ από βορρά του όρους Γαάς· εκεί έθηκαν μετ' αυτού εις το μνήμα. εις ό έθαψαν αυτόν εκεί. οι δε υιοί Ισραήλ απήλθοσαν έκαστος εις τον τόπον αυτών και εις την εαυτών πόλιν. και Φινεές ιεράτευσεν αντί Ελεάζαρ του πατρός αυτού. 29 και ελάτρευσεν Ισραήλ τω Κυρίω πάσας τας ημέρας Ιησού και πάσας τας ημέρας των πρεσβυτέρων. και επορεύθησαν έκαστος εις τον τόπον αυτού.

και έκοψαν αυτούς εν Βεζάκ εις δέκα χιλιάδας ανδρών. 4 και ανέβη Ιούδας. 12 και είπε Χάλεβ· ος αν πατάξη την Πόλιν των γραμμάτων και προκαταλάβηται αυτήν. και επάταξαν τον Σεσσί και Αχιναάν και Θολμί. 9 και μετά ταύτα κατέβησαν οι υιοί Ιούδα πολεμήσαι προς τον Χαναναίον τον κατοικούντα την ορεινήν και το νότιον και την πεδινήν. 10 και επορεύθη Ιούδας προς τον Χαναναίον τον κατοικούντα εν Χεβρών. και κατέδραμον οπίσω αυτού και ελάβοσαν αυτόν και απέκοψαν τα άκρα των χειρών αυτού και τα άκρα τώ ποδών αυτού. και έδωκεν αυτω Χάλεβ την Ασχά θυγατέρα αυτού εις γυναίκα. 3 και είπεν Ιούδας τω Συμεών αδελφω αυτού· ανάβηθι μετ ‘ εμού εν τω κλήρω μου. 5 και κατέλαβον τον Αδωνιβεζέκ εν τη Βεζέκ και παρετάξαντο προς αυτόν και έκοψαν τον Χαναναίον και Φερεζαίον. Πόλις γραμμάτων. 13 και προκατελάβετο αυτήν Γοθονιήλ υιος Κενέζ αδελφού Χάλεβ ο νεώτερος. και πορεύσομαι καγώ μετά σου εν τω κλήρω σου. και επορεύθη μετ ‘ αυτού Συμεών. και άγουσιν αυτόν εις Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΡΙΤΑΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο μετά την τελευτήν Ιησού και επηρώτων οι υιοί Ισραήλ δια του Κυρίου λέγοντες· τις αναβήσεται ημίν προς τους Χαναναίους αφηγούμενος του πολεμήσαι προς αυτούς. 11 και ανέβησαν εκείθεν προς τους κατοικούντας Δαβίρ· το δε όνομα της Δαβίρ ην έμπροσθεν Καριαθσεφάρ. 14 και εγένετο εν τη εισόδω αυτής και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 399 . ιδού δέδωκα την γην εν χειρί αυτού. και παρέδωκε Κύριος τον Χαναναίον και τον Φερεζαίον εις τας χείρας αυτών. 6 και έφυγεν Αδωνιβεζέκ. και παραταξώμεθα προς τους Χαναναίους. 7 και είπεν Αδωνιβεζέκ· εβδομήκοντα βασιλείς τα άκρα των χειρών αυτών και τα άκρα των ποδών αυτών αποκεκομμένοι ήσαν συλλέγοντες τα υποκάτω της τραπέζης μου· καθώς ουν εποίησα. γεννήματα του Ενάκ. δώσω αυτω την Ασχά θυγατέρα μου εις γυναίκα. ούτως ανταπέδωκέ μοι ο Θεός. και εξήλθε Χεβρών εξ εναντίας· και το όνομα ην Χεβρών το πρότερον Καριαθαρβοκσεφέρ. 8 Και επολέμουν υιοί Ιούδα την Ιερουσαλήμ και κατελάβοντο αυτήν και επάταξαν αυτήν εν στόματι ρομφαίας και την πόλιν ενέπρησαν εν πυρί. 2 και είπε Κύριος· Ιούδας αναβήσεται. και απέθανεν εκεί.

και ιδού ανήρ εξεπορεύετο εκ της πόλεως· και έλαβον αυτόν και είπον αυτω· δείξον ημίν της πόλεως την είσοδον. 19 και ην Κύριος μετά Ιούδα και εκληρονόμησε το όρος. ουδέ τους κατοικούντας Μαγεδώ ουδέ τα περίοικα αυτής και τας θυγατέρας αυτής. ότι ουκ ηδυνάσθησαν εξολοθρεύσαι τους κατοικούντας την κοιλάδα. και είπεν αυτη Χάλεβ· τι εστί σοι. ουδέ τον κατοικούντα Βαλάκ ουδέ τα περίοικα αυτής ουδέ τας θυγατέρας αυτής. και έδωκεν αυτη Χάλεβ κατά την καρδίαν αυτής λύτρωσιν μετεώρων και λύτρωσιν ταπεινών. και εκάλεσε το όνομα της πόλεως Ανάθεμα. ουδέ την Ασκάλωνα ουδέ τα όρια αυτής. 16 Και οι υιοί Ιοθόρ του Κιναίου του γαμβρού Μωυσή ανέβησαν εκ πόλεως των φοινίκων μετά των υιών Ιούδα εις την έρημον την ούσαν εν τω νότω Ιούδα. 18 και ουκ εκληρονόμησεν Ιούδας την Γάζαν ουδέ τα όρια αυτής. 25 και έδειξεν αυτοίς την είσοδον της πόλεως. και κατώκησαν μετά του λαού. ότι Ρηχάβ διεστείλατο αυτοίς. ουδέ τας θυγατέρας αυτής ουδέ τα περίοικα αυτής ουδέ την Θανάκ ουδέ τας θυγατέρας αυτής. ουδέ τους κατοικούντας Δώρ ουδέ τας θυγατέρας αυτής. και Κύριος ην μετ ‘ αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επέσεισεν αυτήν Γοθονιήλ του αιτήσαι παρά του πατρός αυτής αγρόν. 22 και ανέβησαν οι υιοί Ιωσήφ και γε αυτοί εις Βαιθήλ. και επάταξαν την πόλιν εν στόματι ρομφαίας. και εγόγγυζε και έκραξεν από του υποζυγίου· εις γην νότου εκδέδοσαί με. ή εστιν επί καταβάσεως Αράδ. 15 και είπεν αυτω Ασχά· δος δη μοι ευλογίαν. ουδέ την Ακκαρών ουδέ τα όρια αυτής. και ποιήσομεν μετά σου έλεος. ουδέ τους κατοικούντας Ιεβλαάμ ουδέ τα περίοικα αυτής ουδέ τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 400 . 27 και ουκ εξήρε Μανασσή την Βαιθσάν. 24 και είδον οι φυλάσσοντες. και κατώκησεν ο Ιεβουσαίος μετά των υιών Βενιαμίν εν Ιερουσαλήμ έως της ημέρας ταύτης. 26 και επορεύθη ο ανήρ εις γην Χεττίν και ωκοδόμησεν εκεί πόλιν και εκάλεσε το όνομα αυτής Λουζά· τούτο όνομα αυτής έως της ημέρας ταύτης. τον δε άνδρα και την συγγένειαν αυτού εξαπέστειλαν. και δώσεις μοι λύτρωσιν ύδατος. καθώς ελάλησε Μωυσής. 21 και τον Ιεβουσαίον τον κατοικούντα εν Ιερουσαλήμ ουκ εκληρονόμησαν οι υιοί Βενιαμίν. την Άζωτον ουδέ τα περισπόρια αυτής. 20 και έδωκαν τω Χάλεβ την Χεβρών. 23 και παρενέβαλον και κατεσκέψαντο Βαιθήλ· το δε όνομα της πόλεως ην έμπροσθεν Λουζά. και εκληρονόμησεν εκείθεν τας τρεις πόλεις των υιών Ενάκ. 17 και επορεύθη Ιούδας μετά Συμεών του αδελφού αυτού και έκοψε τον Χαναναίον τον κατοικούντα Σεφέκ· και εξωλόθρευσεν αυτούς. ή εστι Σκυθών πόλις. ότι εις γην νότου εκδέδοσαί με.

αλλά τα γλυπτά αυτών συντρίψετε. 31 και Ασήρ ουκ εξήρε τους κατοικούντας Ακχώ. τον Ασχαζί και τον Χελβά και τον Ναϊ και τον Ερεώ. εν τω Μυρσινώνι και εν Θαλαβίν· και εβαρύνθη η χείρ οίκου Ιωσήφ επί τον Αμορραίον. ην ώμοσα τοις πατράσιν υμών. και τους κατοικούντας Δώρ και τους κατοικούντας Σιδώνα και τους κατοικούντας Ααλάφ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 401 . και εγενήθη αυτοίς εις φόρον. και κατώκησε Νεφθαλί εν μέσω του Χαναναίου του κατοικούντος την γην· οι δε κατοικούντες Βαιθσαμύς και την Βαιθενέθ εγένοντο αυτοίς εις φόρον. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ανέβη άγγελος Κυρίου από Γαλγάλ επί τον Κλαυθμώνα και επί Βαιθήλ και επί τον οίκον Ισραήλ και είπε προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ανεβίβασα υμάς εξ Αιγύπτου και εισήγαγον υμάς εις την γην. 29 και Εφραίμ ουκ εξήρε τον Χαναναίον τον κατοικούντα εν Γαζέρ· και κατώκησεν ο Χαναναίος εν μέσω αυτού εν Γαζέρ και εγένετο εις φόρον. 34 και εξέθλιψεν ο Αμορραίος τους υιούς Δάν εις το όρος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυγατέρας αυτής· και ήρξατο ο Χαναναίος κατοικείν εν τη γη ταύτη. ότι ουκ αφήκαν αυτόν καταβήναι εις την κοιλάδα. 33 και Νεφθαλί ουκ εξήρε τους κατοικούντας Βαιθσαμύς και τους κατοικούντας Βαιθανάθ. και εποίησε τον Χαναναίον εις φόρον και εξαίρων ουκ εξήρεν αυτόν. 30 και Ζαβουλών ουκ εξήρε τους κατοικούντας Κέδρων. ουδέ τους κατοικούντας Δωμανά· και κατώκησεν ο Χαναναίος εν μέσω αυτών και εγένετο αυτω εις φόρον. 35 και ήρξατο ο Αμορραίος κατοικείν εν τω όρει τω οστρακώδει. ουδέ τοις θεοίς αυτών προσκυνήσετε. και ουκ εισηκούσατε της φωνής μου. τα θυσιαστήρια αυτών καθελείτε. 32 και κατώκησεν ο Ασήρ εν μέσω του Χαναναίου του κατοικούντος την γην. εν ω αι άρκοι και εν ω αι αλώπεκες. 36 και το όριον του Αμορραίου από της αναβάσεως Ακραβίν από της Πέτρας και επάνω. 28 και εγένετο ότε ενίσχυσεν Ισραήλ. και εγένετο αυτω εις φόρον. και είπα· ου διασκεδάσω την διαθήκην μου την μεθ ‘ υμών εις τον αιώνα· 2 και υμείς ου διαθήσεσθε διαθήκην τοις εγκαθημένοις εις την γην ταύτην. ότι ουκ ηδυνήθη εξάραι αυτόν.

11 Και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και ελάτρευσαν τοις Βααλίμ. 19 και εγένετο ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 402 . και επήραν ο λαός την φωνήν αυτών και έκλαυσαν. και ανέστη γενεά ετέρα μετ ‘ αυτούς. ουκ εποίησαν ούτως. και ήλθεν ανήρ εις την κληρονομίαν αυτού κατακληρονομήσαι την γην. υιος εκατόν δέκα ετών. όσοι έγνωσαν παν το έργον Κυρίου το μέγα. όσοι εμακροημέρευσαν μετά Ιησού. 17 ότι εξεπόρνευσαν οπίσω θεών ετέρων και προσεκύνησαν αυτοίς· και εξέκλιναν ταχύ εκ της οδού. και ουκ ηδυνήθησαν έτι αντιστήναι κατά πρόσωπον των εχθρών αυτών. και έσωσεν αυτούς Κύριος εκ χειρός των προνομευόντων αυτούς. ό εποίησεν εν τω Ισραήλ. 7 και εδούλευσεν ο λαός τω Κυρίω πάσας τας ημέρας Ιησού και πάσας τας ημέρας των πρεσβυτέρων. ης επορεύθησαν οι πατέρες αυτών του εισακούειν των λόγων Κυρίου. 6 Και εξαπέστειλεν Ιησούς τον λαόν. και ην Κύριος μετά του κριτού και έσωσεν αυτούς εκ χειρός εχθρών αυτών πάσας τας ημέρας του κριτού. και εξέθλιψεν αυτούς σφόδρα. 12 και εγκατέλιπον τον Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών τον εξαγαγόντα αυτούς εκ γης Αιγύπτου και επορεύθησαν οπίσω θεών ετέρων από των θεών των εθνών των περικύκλω αυτών και προσεκύνησαν αυτοίς και παρώργισαν τον Κύριον 13 και εγκατέλιπον αυτόν και ελάτρευσαν τω Βάαλ και ταις Αστάρταις. 15 εν πάσιν. 14 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ισραήλ και παρέδωκεν αυτούς εις χείρας προνομευόντων. ότι παρεκλήθη Κύριος από του στεναγμού αυτών από προσώπου των πολιορκούντων αυτούς και εκθλιβόντων αυτούς. και χείρ Κυρίου ην επ ‘ αυτούς εις κακά. εν όρει Εφραίμ από βορρά του όρους Γαάς. και οι θεοί αυτών έσονται υμίν εις σκάνδαλον. και κατεπρονόμευσαν αυτούς· και απέδοτο αυτούς εν χερσί των εχθρών αυτών κυκλόθεν. 18 και ότι ήγειρε Κύριος αυτοίς κριτάς. 4 και εγένετο ως ελάλησεν ο άγγελος Κυρίου τους λόγους τούτους προς πάντας υιούς Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι ταύτα εποιήσατε. ό εποίησεν εν τω Ισραήλ. 16 και ήγειρε Κύριος κριτάς. οί ουκ έγνωσαν τον Κύριον και γε το έργον. 8 και ετελεύτησεν Ιησούς υιος Ναυή δούλος Κυρίου. 5 και επωνόμασαν το όνομα του τόπου εκείνου. καθώς ελάλησε Κύριος και καθώς ώμοσε Κύριος αυτοίς. 10 και γε πάσα η γενεά εκείνη προσετέθησαν προς τους πατέρας αυτών. και έσονται υμίν εις συνοχάς. Κλαυθμώνες· και εθυσίασαν εκεί τω Κυρίω. οίς επορεύοντο. 3 καγώ είπον· ου μη εξάρω αυτούς εκ προσώπου υμών. και γε των κριτών ουχ υπήκουσαν. 9 και έθαψαν αυτόν εν ορίω της κληρονομίας αυτού εν Θαμναθαρές.

7 Και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ το πονηρόν εναντίον Κυρίου και επελάθοντο Κυρίου του Θεού αυτών και ελάτρευσαν τοις Βααλίμ και τοις άλσεσι. 9 και εκέκραξαν οι υιοί Ισραήλ προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 403 . και απέστρεψαν και πάλιν διέφθειραν υπέρ τους πατέρας αυτών πορεύεσθαι οπίσω θεών ετέρων. 5 και οι υιοί Ισραήλ κατώκησαν εν μέσω του Χαναναίου και του Χετταίου και του Αμορραίου και του Φερεζαίου και του Ευαίου και του Ιεβουσαίου 6 και έλαβον τας θυγατέρας αυτών εαυτοίς εις γυναίκας και τας θυγατέρας αυτών έδωκαν τοις υιοίς αυτών και ελάτρευσαν τοις θεοίς αυτών. ην ενετειλάμην τοις πατράσιν αυτών. ων κατέλιπεν Ιησούς υιος Ναυή εν τη γη 22 και αφήκε. 21 και εγώ ου προσθήσω του εξάραι άνδρα εκ προσώπου αυτών από των εθνών. α αφήκε Κύριος αυτά ωστε πειράσαι εν αυτοίς τον Ισραήλ. 4 και εγένετο ωστε πειράσαι εν αυτοίς τον Ισραήλ. και εδούλευσαν οι υιοί Ισραήλ τω Χουσαρσαθαίμ έτη οκτώ. λατρεύειν αυτοίς και προσκυνείν αυτοίς· ουκ απέρριψαν τα επιτηδεύματα αυτών. ει φυλάσσονται την οδόν Κυρίου πορεύεσθαι εν αυτη. 20 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ισραήλ και είπεν· ανθ ‘ ων όσα εγκατέλιπον το έθνος τούτο την διαθήκην μου. πάντας τους μη εγνωκότας τους πολέμους Χαναάν. πλήν οι έμπροσθεν αυτών ουκ έγνωσαν αυτά· 3 τας πέντε σατραπείας των αλλοφύλων και πάντα τον Χαναναίον και τον Σιδώνιον και τον Ευαίον τον κατοικούντα τον Λίβανον από του όρους του Αερμών έως Λαβωεμάθ. ή ου. του πειράσαι εν αυτοίς τον Ισραήλ. 23 και αφήκε Κύριος τα έθνη ταύτα του μη εξάραι αυτά το τάχος και ου παρέδωκεν αυτά εν χειρί Ιησού. 2 πλήν δια τας γενεάς υιών Ισραήλ του διδάξαι αυτούς πόλεμον. ας ενετείλατο τοις πατράσιν αυτών εν χειρί Μωυσή. 8 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ισραήλ και απέδοτο αυτούς εν χειρί Χουσαρσαθαίμ βασιλέως Συρίας ποταμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέθνησκεν ο κριτής. και τας οδούς αυτών τας σκληράς. και ουκ εισήκουσαν της φωνής μου. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ταύτα τα έθνη. γνώναι ει ακούσονται τας εντολάς Κυρίου. ον τρόπον εφύλαξαν οι πατέρες αυτών.

και εξαπέστειλαν οι υιοί Ισραήλ δώρα εν χειρί αυτού τω Εγλώμ βασιλεί Μωάβ. 20 και Αώδ εισήλθε προς αυτόν. 18 και εγένετο ηνίκα συνετέλεσεν Αώδ προσφέρων τα δώρα. και έσωσεν αυτούς. βασιλεύ· και εξανέστη από του θρόνου Εγλώμ εγγύς αυτού. και εκραταιώθη χείρ αυτού επί τον Χουσαρσαθαίμ. και είπεν Αώδ· λόγος Θεού μοι προς σε. και εξαπέστειλε τους φέροντας τα δώρα· 19 και αυτός υπέστρεψεν από των γλυπτών των μετά της Γαλγάλ. 11 και ησύχασεν η γη έτη τεσσαράκοντα· και απέθανε Γοθονιήλ υιος Κενέζ. και έκρινε τον Ισραήλ. 21 και εγένετο άμα τω αναστήναι αυτόν και εξέτεινεν Αώδ την χείρα την αριστεράν αυτού και έλαβε την μάχαιραν επάνωθεν του μηρού αυτού του δεξιού και ενέπηξεν αυτήν εν τη κοιλία αυτού 22 και επεισήνεγκε και γε την λαβήν οπίσω της φλογός. και οι παίδες αυτού εισήλθον και είδον και ιδού αι θύραι του υπερώου εσφηνωμέναι. 10 και εγένετο επ ‘ αυτόν πνεύμα Κυρίου. και επέκλεισε το στέαρ κατά της φλογός. 16 και εποίησεν εαυτω Αώδ μάχαιραν δίστομον. και ενίσχυσε Κύριος τον Εγλώμ βασιλέα Μωάβ επί τον Ισραήλ δια το πεποιηκέναι αυτούς το πονηρόν έναντι Κυρίου. και περιεζώσατο αυτήν υπό τον μανδύαν επί τον μηρόν αυτού τον δεξιόν. βασιλεύ. 17 και επορεύθη και προσήνεγκε τα δώρα τω Εγλώμ βασιλεί Μωάβ· και Εγλώμ ανήρ αστείος σφόδρα. και είπεν Αώδ· λόγος μοι κρύφιος προς σε. 13 και συνήγαγε προς εαυτόν πάντας τους υιούς Αμμών και Αμαλήκ και επορεύθη και επάταξε τον Ισραήλ και εκληρονόμησε την πόλιν των φοινίκων. ότι ουκ εξέσπασε την μάχαιραν εκ της κοιλίας αυτού. και εξήλθεν εις πόλεμον προς Χουσαρσαθαίμ· και παρέδωκε Κύριος εν χειρί αυτού τον Χουσαρσαθαίμ βασιλέα Συρίας ποταμών. και αυτός εκάθητο εν τω υπερώω τω θερινω τω εαυτού μονώτατος. σπιθαμής το μήκος αυτής. 14 και εδούλευσαν οι υιοί Ισραήλ τω Εγλώμ βασιλεί Μωάβ έτη δεκαοκτώ. 15 και εκέκραξαν οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον· και ήγειρεν αυτοίς σωτήρα τον Αώδ υιόν Γηρά υιόν του Ιεμενί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριον· και ήγειρε Κύριος σωτήρα τω Ισραήλ. και είπεν Εγλώμ προς αυτόν· σιώπα· και εξαπέστειλεν αφ ‘ εαυτού πάντας τους εφεστώτας επ ‘ αυτόν. και είπαν· μη ποτε αποκενοί τους πόδας αυτού εν τω ταμείω τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 404 . άνδρα αμφοτεροδέξιον. τον Γοθονιήλ υιόν Κενέζ αδελφού Χάλεβ τον νεώτερον υπέρ αυτόν. 23 και εξήλθεν Αώδ την προστάδα και εξήλθε τους διατεταγμένους και απέκλεισε τας θύρας του υπερώου κατ ‘ αυτού και εσφήνωσε· 24 και αυτός εξήλθε. 12 Και προσέθεντο οι υιοί Ισραήλ ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου.

και ανέβαινον προς αυτήν οι υιοί Ισραήλ εις κρίσιν. 5 και αυτή εκάθητο υπό φοίνικα Δεββώρα ανά μέσον της Ραμά και ανά μέσον της Βαιθήλ εν τω όρει Εφραίμ. 25 και υπέμειναν έως ησχύνοντο. και ουκ ην ο προσνοών αυτω· και αυτός παρήλθε τα γλυπτά και διεσώθη εις Σετειρωθά. και αυτός έθλιψε τον Ισραήλ κατά κράτος είκοσιν έτη. και κατέβησαν οπίσω αυτού και προκατελάβοντο τας διαβάσεις του Ιορδάνου της Μωάβ. 31 Και μετ ‘ αυτόν ανέστη Σαμεγάρ υιος Δινάχ και επάταξε τους αλλοφύλους εις εξακοσίους άνδρας εν τω αροτρόποδι των βοών· και έσωσε και γε αυτός τον Ισραήλ. 28 και είπε προς αυτούς· κατάβητε οπίσω μου. και εσάλπισεν εν κερατίνη εν τω όρει Εφραίμ· και κατέβησαν συν αυτω οι υιοί Ισραήλ από του όρους. και αυτός έμπροσθεν αυτών. και ιδού ουκ έστιν ο ανοίγων τας θύρας του υπερώου· και έλαβον την κλείδα και ήνοιξαν. και ησύχασεν η γη ογδοήκοντα έτη. 27 και εγένετο ηνίκα ήλθεν Αώδ εις γην Ισραήλ. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ προσέθεντο οι υιοί Ισραήλ ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου· και Αώδ απέθανε. 26 και Αώδ διεσώθη έως εθορυβούντο. και ιδού ο κύριος αυτών πεπτωκώς επί την γην τεθνηκώς. 4 και Δεββώρα γυνή προφήτις γυνή Λαφιδώθ. ότι παρέδωκε Κύριος ο Θεός τους εχθρούς ημών την Μωάβ εν χειρί ημών. 3 και εκέκραξαν οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θερινω. ος εβασίλευσεν εν Ασώρ· και ο άρχων της δυνάμεως αυτού Σισάρα. ότι εννακόσια άρματα σιδηρά ην αυτω. 30 και ενετράπη Μωάβ εν τη ημέρα εκείνη υπό χείρα Ισραήλ. 29 και επάταξαν την Μωάβ τη ημέρα εκείνη ωσεί δέκα χιλιάδας ανδρών. και ουκ αφήκεν άνδρα διαβήναι. αύτη έκρινε τον Ισραήλ εν τω καιρω εκείνω. και έκρινεν αυτούς Αώδ έως ου απέθανε. 6 και απέστειλε Δεββώρα και εκάλεσε τον Βαράκ υιόν Αβινεέμ εκ Κάδης Νεφθαλί και είπε προς αυτόν· ουχί ενετείλατο Κύριος ο Θεός Ισραήλ σοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 405 . 2 και απέδοτο τους υιούς Ισραήλ Κύριος εν χειρί Ιαβίν βασιλέως Χαναάν. παν λιπαρόν και πάντα άνδρα δυνάμεως. και αυτός κατώκει εν Αρισώθ των εθνών. και ου διεσώθη ο ανήρ.

17 και Σισάρα έφυγε τοις ποσίν αυτού εις σκηνήν Ιαήλ γυναικός Χαβέρ εταίρου του Κιναίου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 406 . ή εστιν εχόμενα Κεδές. πορεύσομαι. 16 και Βαράκ διώκων οπίσω των αρμάτων και οπίσω της παρεμβολής έως Αρισώθ των εθνών· και έπεσε πάσα παρεμβολή Σισάρα εν στόματι ρομφαίας. 7 και επάξω προς σε εις τον χειμάρρουν Κισών τον Σισάρα άρχοντα της δυνάμεως Ιαβίν και τα άρματα αυτού και το πλήθος αυτού και παραδώσω αυτόν εις χείράς σου. 19 και είπε Σισάρα προς αυτήν· πότισόν με δη μικρόν ύδωρ. ότι ανέβη Βαράκ υιος Αβινεέμ εις όρος Θαβώρ. και κατέβη Βαράκ κατά το όρος Θαβώρ και δέκα χιλιάδες ανδρών οπίσω αυτού. και επότισεν αυτόν και περιέβαλεν αυτόν. ότι εν χειρί γυναικός αποδώσεται Κύριος τον Σισάρα. ην συ πορεύη. 9 και είπε· πορευομένη πορεύσομαι μετά σου· πλήν γίνωσκε ότι ουκ έσται το προτέρημά σου επί την οδόν. ου κατελείφθη έως ενός. 15 και εξέστησε Κύριος τον Σισάρα και πάντα τα άρματα αυτού και πάσαν την παρεμβολήν αυτού εν στόματι ρομφαίας ενώπιον Βαράκ· και κατέβη Σισάρα επάνωθεν του άρματος αυτού και έφυγε τοις ποσίν αυτού. ότι εδίψησα· και ήνοιξε τον ασκόν του γάλακτος. 20 και είπε προς αυτήν Σισάρα· στήθι δη επί την θύραν της σκηνής. και ερείς· ουκ έστι. κύριέ μου. ότι Κύριος εξελεύσεται έμπροσθέν σου. και πάντα τον λαόν τον μετ ‘ αυτού από Αρισώθ των εθνών εις τον χειμάρρουν Κισών. και ανέστη Δεββώρα και επορεύθη μετά του Βαράκ εκ Κάδης. 10 και εβόησε Βαράκ τον Ζαβουλών και τον Νεφθαλί εκ Κάδης. 8 και είπε προς αυτήν Βαράκ· εάν πορευθής μετ ‘ εμού. και ανέβησαν κατά πόδας αυτού δέκα χιλιάδες ανδρών· και ανέβη Δεββώρα μετ ‘ αυτού. μη φοβού· και εξέκλινε προς αυτήν εις την σκηνήν. και περιέβαλεν αυτόν επιβολαίω. και εάν μη πορευθής. 12 και ανηγγέλη Σισάρα. ότι αύτη η ημέρα. και έσται εάν ανήρ έλθη προς σε και ερωτήση σε και είπη· ει έστιν ώδε ανήρ. 18 και εξήλθεν Ιαήλ εις συνάντησιν Σισάρα και είπεν αυτω· έκκλινον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και απελεύση εις όρος Θαβώρ και λήψη μετά σεαυτού δέκα χιλιάδας ανδρών εκ των υιών Νεφθαλί και εκ των υιών Ζαβουλών. έκλινον προς με. 11 και Χαβέρ ο Κιναίος εχωρίσθη από Καινά από των υιών Ιωβάβ γαμβρού Μωυσή και έπηξε την σκηνήν αυτού έως δρυός πλεονεκτούντων. εν ή παρέδωκε Κύριος τον Σισάρα εν τη χειρί σου. ότι ειρήνη ην αναμέσον Ιαβίν βασιλέως Ασώρ και αναμέσον του οίκου Χαβέρ του Κιναίου. εν ή ευοδοί Κύριος τον άγγελον μετ ‘ εμού. ου πορεύσομαι· ότι ουκ οίδα την ημέραν. 14 και είπε Δεββώρα προς Βαράκ· ανάστηθι. 13 και εκάλεσε Σισάρα πάντα τα άρματα αυτού εννακόσια άρματα σιδηρά.

10 επιβεβηκότες επί όνου θηλείας μεσημβρίας. 8 εξελέξαντο θεούς καινούς· τότε επολέμησαν πόλεις αρχόντων· θυρεός εάν οφθή και λόγχη εν τεσσαράκοντα χιλιάσιν εν Ισραήλ. γη εσείσθη και ο ουρανός έσταξε δρόσους. και ιδού Σισάρα ερριμμένος νεκρός και ο πάσσαλος εν τω κροτάφω αυτού. ευλογείτε Κύριον. εν τη εξόδω σου εν Σηείρ. 11 διηγείσθε από φωνής ανακρουομένων ανά μέσον υδρευομένων· εκεί δώσουσι δικαιοσύνας Κυρίω. εγώ ειμι. και εξήλθεν Ιαήλ εις συνάντησιν αυτω και είπεν αυτω· δεύρο και δείξω σοι τον άνδρα. έως ου ανέστη Δεββώρα. βασιλείς. δικαιοσύνας αύξησον εν Ισραήλ. ψαλώ τω Κυρίω τω Θεω Ισραήλ. και αι νεφέλαι έσταξαν ύδωρ· 5 όρη εσαλεύθησαν από προσώπου Κυρίου Ελωϊ. τούτο Σινά από προσώπου Κυρίου Θεού Ισραήλ. ον συ ζητείς. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ ήσαν Δεββώρα και Βαράκ υιος Αβινεέμ εν τη ημέρα εκείνη λέγοντες· 2 Απεκαλύφθη αποκάλυμμα εν Ισραήλ· εν τω εκουσιασθήναι λαόν. 6 εν ημέραις Σαμεγάρ υιού Ανάθ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 407 . εν ημέραις Ιαήλ εξέλιπον οδούς και επορεύθησαν ατραπούς. έως ου ανέστη μήτηρ εν Ισραήλ. εν τω απαίρειν σε εξ αγρού Εδώμ. 22 και ιδού Βαράκ διώκων τον Σισάρα. και ενωτίσασθε. 9 η καρδία μου εις τα διατεταγμένα τω Ισραήλ· οι εκουσιαζόμενοι εν λαω ευλογείτε Κύριον. 23 και ετρόπωσεν ο Θεός τον Ιαβίν βασιλέα Χαναάν εν τη ημέρα εκείνη έμπροσθεν των υιών Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 21 και έλαβεν Ιαήλ γυνή Χαβέρ τον πάσσαλον της σκηνής και έθηκε την σφύραν εν τη χειρί αυτής και εισήλθε προς αυτόν εν κρυφή και έπηξε τον πάσσαλον εν τω κροτάφω αυτού. και εισήλθε προς αυτήν. 24 και επορεύετο χείρ των υιών Ισραήλ πορευομένη και σκληρυνομένη επί Ιαβίν βασιλέα Χαναάν. καθήμενοι επί κριτηρίου και πορευόμενοι επί οδούς συνέδρων εφ ‘ οδω. 3 ακούσατε. άσομαι. εξέλιπον. και διεξήλθεν εν τη γη· και αυτός εξεστώς εσκοτώθη και απέθανε. 4 Κύριε. επορεύθησαν οδούς διεστραμμένας· 7 εξέλιπον δυνατοί εν Ισραήλ. σατράπαι· εγώ ειμι τω Κυρίω. έως ου εξωλόθρευσαν τον Ιαβίν βασιλέα Χαναάν.

14 εξ εμού Εφραίμ εξερρίζωσεν αυτούς εν τω Αμαλήκ· οπίσω σου Βενιαμίν εν τοις λαοίς σου. 20 εξ ουρανού παρετάξαντο οι αστέρες. εξεγείρου. σπουδή έσπευσαν ισχυροί αυτού. και αιχμαλώτισον αιχμαλωσίαν σου. βάμματα ποικιλτών αυτά. Ασήρ εκάθισε παραλίαν θαλασσών και επί διεξόδοις αυτού σκηνώσει. λάλησον ωδήν· ανάστα Βαράκ. χειμάρρους αρχαίων. 17 Γαλαάδ εν τω πέραν του Ιορδάνου εσκήνωσε· και Δάν εις τι παροικεί πλοίοις. χειμάρρους Κισών· καταπατήσει αυτόν ψυχή μου δυνατή. 26 χείρα αυτής αριστεράν εις πάσσαλον εξέτεινε και δεξιάν αυτής εις σφύραν κοπιώντων και εσφυροκόπησε Σισάρα. εν εμοί Μαχίρ κατέβησαν εξερευνώντες και από Ζαβουλών έλκοντες εν ράβδω διηγήσεως γραμματέως. εξεγείρου. 15 και αρχηγοί εν Ισσάχαρ μετά Δεββώρας και Βαράκ. επικατάρατος πας ο κατοικών αυτήν. εκεί έπεσεν εξοδευθείς. 24 ευλογηθείη εν γυναιξίν Ιαήλ γυνή Χαβέρ του Κιναίου. Δεββώρα. 25 ύδωρ ήτησε. και αυτή απέστρεψε λόγους αυτής εαυτη. 21 χειμάρρους Κισών εξέσυρεν αυτούς. διήλωσε κεφαλήν αυτού και επάταξε. εν λεκάνη υπερεχόντων προσήνεγκε βούτυρον. καταράσθε. υιος Αβινεέμ. 18 Ζαβουλών λαός ωνείδισε ψυχήν αυτού εις θάνατον και Νεφθαλί επί ύψη αγρού. εις βοήθειαν εν δυνατοίς. εκ τρίβων αυτών παρετάξαντο μετά Σισάρα. τότε επολέμησαν βασιλείς Χαναάν εν Θαναάχ επί ύδατι Μαγεδδώ· δώρον αργυρίου ουκ έλαβον. 27 ανά μέσον των ποδών αυτής κατεκυλίσθη. διήλωσε κρόταφον αυτού. ότι ουκ ήλθοσαν εις βοήθειαν Κυρίου. λαός Κυρίου κατέβη αυτω εν τοις κραταιοίς. τω τραχήλω αυτού σκύλα. από γυναικών εν σκηναίς ευλογηθείη. εις διαιρέσεις Ρουβήν μεγάλοι εξετασμοί καρδίας. είπεν άγγελος Κυρίου. 19 ήλθον αυτών βασιλείς. γάλα έδωκεν. 28 δια της θυρίδος παρέκυψε μήτηρ Σισάρα εκτός του τοξικού. διότι εχρόνισαν πόδες αρμάτων αυτού. ούτω Βαράκ εν κοιλάσιν απέστειλεν εν ποσίν αυτού. 16 εις τι εκάθισαν ανά μέσον της διγομίας του ακούσαι συρισμού αγγέλων. εξεγείρου. διότι ησχύνθη άρμα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τότε κατέβη εις τας πόλεις λαός Κυρίου. παρετάξαντο. εις τας μερίδας Ρουβήν μεγάλοι εξικνούμενοι καρδίαν. 13 τότε κατέβη κατάλειμμα τοις ισχυροίς. 29 αι σοφαί άρχουσαι αυτής απεκρίθησαν προς αυτήν. 30 ουχ ευρήσουσιν αυτόν διαμερίζοντα σκύλα. οικτίρμων οικτειρήσει εις κεφαλήν ανδρός· σκύλα βαμμάτων τω Σισάρα. 23 καταράσθε Μηρώζ. 12 εξεγείρου. Κύριε· και οι αγαπώντες αυτόν ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 408 . σκύλα βαμμάτων ποικιλίας. 31 ούτως απόλοιντο πάντες οι εχθροί σου. έπεσε και εκοιμήθη· ανά μέσον των ποδών αυτής κατακλιθείς έπεσε· καθώς κατεκλίθη. 22 ότε ενεποδίσθησαν πτέρναι ίππου.

ου φοβηθήσεσθε τους θεούς του Αμορραίου. και είπεν αυτοίς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· εγώ ειμι ος ανήγαγον υμάς εκ γης Αιγύπτου και εξήγαγον υμάς εξ οίκου δουλείας υμών 9 και ερρυσάμην υμάς εκ χειρός Αιγύπτου και εκ χειρός πάντων των θλιβόντων υμάς και εξέβαλον αυτούς εκ προσώπου υμών και έδωκα υμίν την γην αυτών 10 και είπα υμίν· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. και ει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 409 . εν οίς υμείς κάθησθε εν τη γη αυτών· και ουκ εισηκούσατε της φωνής μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ έξοδος ηλίου εν δυνάμει αυτού. 11 Και ήλθεν άγγελος Κυρίου και εκάθισεν υπό την τερέμινθον την εν Εφραθά την Ιωάς πατρός του Εσδρί. 8 και εξαπέστειλε Κύριος άνδρα προφήτην προς τους υιούς Ισραήλ. 7 και εβόησαν υιοί Ισραήλ προς Κύριον από προσώπου Μαδιάμ. Και ησύχασεν η γη τεσσαράκοντα έτη. 6 και επτώχευσεν Ισραήλ σφόδρα από προσώπου Μαδιάμ. και ανέβαινον Μαδιάμ και Αμαλήκ. ισχυρός των δυνάμεων. και Γεδεών ο υιος αυτού ραβδίζων σίτον εν ληνω εις εκφυγείν από προσώπου του Μαδιάμ. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ εποίησαν οι υιοί Ισραήλ το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. και οι υιοί ανατολών συνανέβαινον αυτοίς· και παρενέβαλον εις αυτούς 4 και κατέφθειραν τους καρπούς αυτών έως ελθείν εις Γάζαν και ου κατελείποντο υπόστασιν ζωής εν τη γη Ισραήλ ουδέ εν τοις ποιμνίοις ταύρον και όνον· 5 ότι αυτοί και αι κτήσεις αυτών ανέβαινον και αι σκηναί αυτών παρεγίνοντο καθώς ακρίς εις πλήθος. 3 και εγένετο εάν έσπειραν οι υιοί Ισραήλ. και έδωκεν αυτούς Κύριος εν χειρί Μαδιάμ επτά έτη. και αυτοίς και ταις καμήλοις αυτών ουκ ην αριθμός. Κύριέ μου. 2 και ίσχυσε χείρ Μαδιάμ επί Ισραήλ· και εποίησαν εαυτοίς οι υιοί Ισραήλ από προσώπου Μαδιάμ τας τρυμαλιάς τας εν τοις όρεσι και τα σπήλαια και τα κρεμαστά. και ήρχοντο εις την γην Ισραήλ και διέφθειρον αυτήν. 13 και είπε προς αυτόν Γεδεών· εν εμοί. 12 και ώφθη αυτω ο άγγελος Κυρίου και είπε προς αυτόν· Κύριος μετά σου.

και εξοίσω την θυσίαν και θύσω ενώπιόν σου. 19 και Γεδεών εισήλθε και εποίησεν έριφον αιγών και οιφί αλεύρου άζυμα και τα κρέα έθηκεν εν τω κοφίνω και τον ζωμόν έβαλεν εν τη χύτρα και εξήνεγκεν αυτά προς αυτόν υπό την τερέμινθον και προσήγγισε. και πατάξεις την Μαδιάμ ωσεί άνδρα ένα. μη φοβού. 18 μη χωρισθής εντεύθεν έως του ελθείν με προς σε. εν τίνι σώσω τον Ισραήλ. και είπε Γεδεών· α α. και μόσχον δεύτερον επταετή και καθελείς το θυσιαστήριον του Βάαλ ό εστι τω πατρί σου. ου μη αποθάνης. 22 και είδε Γεδεών ότι άγγελος Κυρίου ούτός εστι. και είπεν· εγώ ειμι. 14 και επέστρεψε προς αυτόν ο άγγελος Κυρίου και είπε· πορεύου εν τη ισχύϊ σου ταύτη και σώσεις τον Ισραήλ εκ χειρός Μαδιάμ· ιδού εξαπέστειλά σε. ιδού η χιλιάς μου ησθένησεν εν Μανασσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έστι Κύριος μεθ ‘ ημών. 17 και είπε προς αυτόν Γεδεών· ει δη εύρον έλεος εν οφθαλμοίς σου και ποιήσεις μοι σήμερον παν ό. και νυν εξέρριψεν ημάς και έδωκεν ημάς εν χειρί Μαδιάμ. έτι αυτού όντος εν Εφραθά πατρός του Εσδρί. 20 και είπε προς αυτόν ο άγγελος του Θεού· λαβέ τα κρέα και τα άζυμα και θές προς την πέτραν εκείνην και τον ζωμόν εχόμενα έκχεε· και εποίησεν ούτως. ος εστι τω πατρί σου. 25 Και εγένετο εν τη νυκτί εκείνη και είπεν αυτω Κύριος· λαβέ τον μόσχον τον ταύρον. 16 και είπε προς αυτόν ο άγγελος Κυρίου· Κύριος έσται μετά σου. Κύριέ μου. 15 και είπε προς αυτόν Γεδεών· εν εμοί. και ανέβη πυρ εκ της πέτρας και κατέφαγε τα κρέα και τους αζύμους· και ο άγγελος Κυρίου επορεύθη απ ‘ οφθαλμών αυτού. 23 και είπεν αυτω Κύριος· ειρήνη σοι. 24 και ωκοδόμησεν εκεί Γεδεών θυσιαστήριον τω Κυρίω και επεκάλεσεν αυτω Ειρήνη Κυρίου έως της ημέρας ταύτης. και το άλσος το επ ‘ αυτό ολοθρεύσεις. καθήσομαι έως του επιστρέψαι σε. μη ουχί εξ Αιγύπτου ανήγαγεν ημάς Κύριος. 26 και οικοδομήσεις θυσιαστήριον τω Κυρίω τω Θεω σου επί κορυφήν του Μαουέκ τούτου εν τη παρατάξει και λήψη τον μόσχον τον δεύτερον και ανοίσεις ολοκαυτώματα εν τοις ξύλοις του άλσους. και εγώ ειμι μικρότερος εν οίκω του πατρός μου. και που εστι πάντα τα θαυμάσια αυτού. α διηγήσαντο ημίν οι πατέρες ημών λέγοντες. Κύριέ μου Κύριε. εις τι εύρεν ημάς τα κακά ταύτα. 21 και εξέτεινεν ο άγγελος Κυρίου το άκρον της ράβδου της εν τη χειρί αυτού και ήψατο των κρεών και των αζύμων.τι ελάλησας μετ ‘ εμού. ότι είδον τον άγγελον Κυρίου πρόσωπον προς πρόσωπον. ου εξολοθρεύσεις. 27 και έλαβε Γεδεών δέκα άνδρας από των δούλων εαυτού και εποίησεν ον τρόπον ελάλησε προς αυτόν Κύριος· και εγενήθη ως εφοβήθη τον οίκον του πατρός αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 410 .

36 και είπε Γεδεών προς τον Θεόν· ει συ σώζεις εν χειρί μου τον Ισραήλ καθώς ελάλησας. και επί πάσαν την γην γενηθήτω δρόσος. και λαλήσω έτι άπαξ· πειράσω δη και γε έτι άπαξ εν τω πόκω. καθώς ελάλησας. 35 και αγγέλους απέστειλεν εις πάντα Μανασσή και εν Ασήρ και εν Ζαβουλών και εν Νεφθαλί και ανέβη εις συνάντησιν αυτών. και εσάλπισεν εν κερατίνη και εφοβήθη Αβιέζερ οπίσω αυτού. 32 και εκάλεσεν αυτό εν τη ημέρα εκείνη Ιεροβάαλ λέγων· δικαζέσθω εν αυτω ο Βάαλ. ή υμείς σώσετε αυτόν. θανατωθήτω έως πρωϊ· ει Θεός εστι. 29 και είπεν ανήρ προς τον πλησίον αυτού· τις εποίησε το ρήμα τούτο. ότι καθείλε το θυσιαστήριον του Βάαλ και ότι ωλόθρευσε το άλσος το επ ‘ αυτω. δικαζέσθω αυτω. ον ανήνεγκεν επί το θυσιαστήριον το ωκοδομημένον. οί επανέστησαν αυτω· μη υμείς νυν δικάζεσθε υπέρ του Βάαλ. 33 και πάσα Μαδιάμ και Αμαλήκ και υιοί ανατολών συνήχθησαν επί το αυτό και παρενέβαλον εν τη κοιλάδι Ιεζραέλ. 28 και ώρθρισαν οι άνδρες της πόλεως το πρωϊ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και τους άνδρας της πόλεως του ποιήσαι ημέρας. 37 ιδού εγώ τίθημι τον πόκον του ερίου εν τη άλωνι· εάν δρόσος γένηται επί τον πόκον μόνον και επί πάσαν την γην ξηρασία. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 411 . και έσταξε δρόσος από του πόκου. ότι καθηρέθη το θυσιαστήριον αυτού. ος εάν δικάσηται αυτω. ότι καθείλε το θυσιαστήριον αυτού. και επεζήτησαν και ηρεύνησαν και έγνωσαν ότι Γεδεών υιος Ιωάς εποίησε το ρήμα τούτο. πλήρης λεκάνη ύ 39 και είπε Γεδεών προς τον Θεόν· μη δη οργισθήτω ο θυμός σου εν εμοί. γνώσομαι ότι σώσεις εν χειρί μου τον Ισραήλ. 34 και πνεύμα Κυρίου ενεδυνάμωσε τον Γεδεών. και εποίησε νυκτός. και επί πάσαν την γην εγενήθη δρόσος. 31 και είπε Γεδεών υιος Ιωάς τοις ανδράσι πάσιν. 40 και εποίησεν ο Θεός ούτως εν τη νυκτί εκείνη· και εγένετο ξηρασία επί τον πόκον μόνον. και γενέσθω η ξηρασία επί τον πόκον μόνον. και ιδού καθήρητο το θυσιαστήριον του Βάαλ. 38 και εγένετο ούτως· και ώρθρισε τη επαύριον και εξεπίασε τον πόκον. και το άλσος το επ ‘ αυτω ωλόθρευτο· και είδαν τον μόσχον τον δεύτερον. 30 και είπαν οι άνδρες της πόλεως προς Ιωάς· εξένεγκε τον υιόν σου και αποθανέτω.

και παν το κατάλοιπον του λαού έκλιναν επί τα γόνατα αυτών πιείν ύδωρ. και κατέβη αυτός και Φαρά το παιδάριον αυτού προς αρχήν των πεντήκοντα. και ταις καμήλοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 412 . μη ποτε καυχήσηται Ισραήλ επ ‘ εμέ λέγων· η χείρ μου έσωσέ με· 3 και νυν λάλησον δη εν ωσί του λαού λέγων· τις ο φοβούμενος και δειλός. ούτος πορεύσεται συν σοί. ος εάν κλίνη επί τα γόνατα αυτού πιείν. οί ήσαν εν τη παρεμβολή. και η παρεμβολή Μαδιάμ ήσαν αυτού υποκάτω εν τη κοιλάδι. και τον πάντα άνδρα Ισραήλ εξαπέστειλεν άνδρα εις σκηνήν αυτού και τους τριακοσίους άνδρας κατίσχυσε. αυτός ου πορεύσεται μετά σου. 4 και είπε Κύριος προς Γεδεών· έτι ο λαός πολύς εστι· κατένεγκον αυτούς προς το ύδωρ. ότι παρέδωκα αυτήν εν τη χειρί σου· 10 και ει φοβή συ καταβήναι. καταβήση εν τη παρεμβολή. ον εάν είπω προς σε· ούτος ου πορεύσεται μετά σου. και πας. 8 και έλαβον τον επισιτισμόν του λαού εν χειρί αυτών και τας κερατίνας αυτών. και δέκα χιλιάδες υπελείφθησαν. επιστρεφέτω και εκχωρείτω από όρους Γαλαάδ. και εκκαθαρώ σοι αυτόν εκεί· και έσται ον εάν είπω προς σε. ος αν λάψη τη γλώσση αυτού από του ύδατος ως εάν λάψη ο κύων. 12 και Μαδιάμ και Αμαλήκ και πάντες οι υιοί ανατολών βεβλημένοι εν τη κοιλάδι ωσεί ακρίς εις πλήθος. και πας ο λαός πορεύσονται ανήρ εις τον τόπον αυτού. ωστε μη παραδούναί με την Μαδιάμ εν χειρί αυτών. αυτός πορεύσεται συν σοί· και πας. 5 και κατήνεγκε τον λαόν προς το ύδωρ· και είπε Κύριος προς Γεδεών· πας. 9 και εγενήθη εν τη νυκτί εκείνη και είπε προς αυτόν Κύριος· αναστάς κατάβηθι εν τη παρεμβολή. 2 και είπε Κύριος προς Γεδεών· πολύς ο λαός ο μετά σου. 6 και εγένετο ο αριθμός των λαψάντων εν χειρί αυτών προς το στόμα αυτών τριακόσιοι άνδρες. και επέστρεψεν από του λαού είκοσι και δύο χιλιάδες. 7 και είπε Κύριος προς Γεδεών· εν τοις τριακοσίοις ανδράσι τοις λάψασι σώσω υμάς και δώσω την Μαδιάμ εν χειρί σου. και παρεμβολή Μαδιάμ ην αυτω από βορρά από Γαβαάθ Αμωρά εν κοιλάδι. κατάβηθι συ και Φαρά το παιδάριόν σου εις την παρεμβολήν 11 και ακούση. στήσεις αυτόν κατά μόνας. τι λαλήσουσι· και μετά τούτο ισχύσουσιν αι χείρές σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΡΙΤΑΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ ώρθρισεν Ιεροβάαλ (αυτός εστι Γεδεών) και πας ο λαός μετ ‘ αυτού και παρενέβαλον επί πηγήν Αράδ.

21 και έστησεν ανήρ εφ ‘ εαυτω κύκλω της παρεμβολής. 25 και συνελάβοντο τους άρχοντας Μαδιάμ και τον ‘Ωρήβ και τον Ζήβ και απέκτειναν τον ‘Ωρήβ εν Σουρ και τον Ζήβ απέκτειναν εν Ιακεφζήφ και κατεδίωξαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 413 . και πάντες μετ ‘ εμού σαλπιείτε εν ταις κερατίναις κύκλω όλης της παρεμβολής και ερείτε· τω Κυρίω και τω Γεδεών. ούτω ποιήσετε· 18 και σαλπιώ εν τη κερατίνη εγώ. 20 και εσάλπισαν αι τρεις αρχαί εν ταις κερατίναις και συνέτριψαν τας υδρίας και εκράτησαν εν χερσίν αριστεραίς αυτών τας λαμπάδας και εν χερσί δεξιαίς αυτών τας κερατίνας του σαλπίζειν και ανέκραξαν· ρομφαία τω Κυρίω και τω Γεδεών. και προσεκύνησε Κυρίω και υπέστρεψεν εις την παρεμβολήν Ισραήλ και είπεν· ανάστητε. 23 και έφυγεν η παρεμβολή έως Βηθσεεδτά Γαραγαθά έως χείλους Αβωμεουλά επί Ταβάθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών ουκ ην αριθμός. ότι παρέδωκε Κύριος εν χειρί ημών την παρεμβολήν Μαδιάμ. 22 και εσάλπισαν εν ταις τριακοσίαις κερατίναις. και ιδού ανήρ εξηγούμενος τω πλησίον αυτού ενύπνιον και είπεν· ιδού ενυπνιασάμην ενύπνιον. 13 και ήλθε Γεδεών. και ιδού μαγίς άρτου κριθίνου στρεφομένη εν τη παρεμβολή Μαδιάμ και ήλθεν έως της σκηνής και επάταξεν αυτήν. και ανέστρεψεν αυτήν άνω. και έσται καθώς αν ποιήσω. 16 και διείλε τους τριακοσίους άνδρας εις τρεις αρχάς και έδωκε κερατίνας εν χειρί πάντων και υδρίας κενάς και λαμπάδας εν ταις υδρίαις 17 και είπε προς αυτούς· απ ‘ εμού όψεσθε και ούτω ποιήσετε· και ιδού εγώ εισπορεύομαι εν αρχή της παρεμβολής. 14 και απεκρίθη ο πλησίον αυτού και είπεν· ουκ έστιν αύτη ει μη ρομφαία Γεδεών υιού Ιωάς ανδρός Ισραήλ· παρέδωκεν ο Θεός εν χειρί αυτού την Μαδιάμ και πάσαν την παρεμβολήν. 24 και αγγέλους επέστειλε Γεδεών εν παντί όρει Εφραίμ λέγων· κατάβητε εις συνάντησιν Μαδιάμ και καταλάβετε εαυτοίς το ύδωρ έως Βαιθηρά και τον Ιορδάνην· και εβόησε πας ανήρ Εφραίμ και προκατελάβοντο το ύδωρ έως Βαιθηρά και τον Ιορδάνην. και έδραμε πάσα η παρεμβολή και εσήμαναν και έφυγον. αλλ ‘ ήσαν ως η άμμος η επί χείλους της θαλάσσης εις πλήθος. και έπεσε. και έθηκε Κύριος την ρομφαίαν ανδρός εν τω πλησίον αυτού εν πάση τη παρεμβολή. και έπεσεν η σκηνή. 15 και εγένετο ως ήκουσε Γεδεών την εξήγησιν του ενυπνίου και την σύγκρισιν αυτού. και εβόησαν ανήρ Ισραήλ από Νεφθαλί και από Ασήρ και από παντός Μανασσή και εδίωξαν οπίσω Μαδιάμ. 19 και εισήλθε Γεδεών και οι εκατόν άνδρες οι μετ ‘ αυτού εν αρχή της παρεμβολής εν αρχή της φυλακής μέσης και εγείροντες ήγειραν τους φυλάσσοντας και εσάλπισαν εν ταις κερατίναις και εξετίναξαν τας υδρίας τας εν ταις χερσίν αυτών.

και ιδού εγώ ειμι διώκων οπίσω του Ζεβεέ και Σελμανά βασιλέων Μαδιάμ. 4 και ήλθε Γεδεών επί τον Ιορδάνην. ου δώσομεν τη δυνάμει σου άρτους. και η παρεμβολή ην πεποιθυία. και οι πεπτωκότες εκατόν είκοσι χιλιάδες ανδρών σπωμένων ρομφαίαν. 2 και είπε προς αυτούς· τι εποίησα νυν καθώς υμείς. 10 και Ζεβεέ και Σελμανά εν Καρκάρ. και απεκρίθησαν αυτω οι άνδρες Φανουήλ ον τρόπον απεκρίθησαν άνδρες Σοκχώθ. και εγώ αλοήσω τας σάρκας υμών εν ταις ακάνθαις της ερήμου και εν ταις Βαρκηνίμ. και διελέξαντο προς αυτόν ισχυρώς. 6 και είπον οι άρχοντες Σοκχώθ· μη χείρ Ζεβεέ και Σελμανά νυν εν χειρί σου. τον Ζεβεέ και τον Σελμανά. πάντες οι καταλελειμμένοι από πάσης παρεμβολής αλλοφύλων. 3 εν χειρί υμών παρέδωκε Κύριος τους άρχοντας Μαδιάμ. και διέβη αυτός και οι τριακόσιοι άνδρες οι μετ ‘ αυτού πεινώντες και διώκοντες. 7 και είπε Γεδεών· δια τούτο εν τω δούναι Κύριον τον Ζεβεέ και τον Σελμανά εν χειρί μου. και η παρεμβολή αυτών μετ ‘ αυτών ωσεί δεκαπέντε χιλιάδες. τότε ανέθη το πνεύμα αυτών απ ‘ αυτού εν τω λαλήσαι αυτόν τον λόγον τούτον. 8 και ανέβη εκείθεν εις Φανουήλ και ελάλησε προς αυτούς ωσαύτως. και εδίωξαν οπίσω αυτών και εκράτησε τους δύο βασιλείς Μαδιάμ. και πάσαν την παρεμβολήν εξέστησε. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ είπαν προς Γεδεών ανήρ Εφραίμ· τι το ρήμα τούτο εποίησας ημίν του μη καλέσαι ημάς. ότι εκλείπουσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαδιάμ· και την κεφαλήν ‘Ωρήβ και Ζήβ ήνεγκαν προς Γεδεών από πέραν του Ιορδάνου. 5 και είπε τοις ανδράσι Σοκχώθ· δότε δη άρτους εις τροφήν τω λαω τούτω τω εν ποσί μου. 12 και έφυγον Ζεβεέ και Σελμανά. 9 και είπε Γεδεών προς άνδρας Φανουήλ· εν επιστροφή μου μετ ‘ ειρήνης κατασκάψω τον πύργον τούτον. 11 και ανέβη Γεδεών οδόν των σκηνούντων εν σκηναίς από ανατολών της Ναβαί και Ιεγεβάλ· και επάταξε την παρεμβολήν. τον ‘Ωρήβ και τον Ζήβ· και τι ηδυνήθην ποιήσαι ως υμείς. ή ουχί κρείσσον επιφυλλίς Εφραίμ ή τρυγητός Αβιέζερ. ότε επορεύθης παρατάξασθαι εν Μαδιάμ. 13 και επέστρεψε Γεδεών υιος Ιωάς από της παρατάξεως από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 414 .

πάρεξ των μηνίσκων και των στραγγαλίδων και των ιματίων και πορφυρίδων των επί βασιλεύσι Μαδιάμ και εκτός των περιθεμάτων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επάνωθεν της παρατάξεως Αρές. ότι εφοβήθη. 22 Και είπον ανήρ Ισραήλ προς Γεδεών· κύριε. και ουκ άρξει ο υιος μου εν υμίν· Κύριος άρξει υμών. ότι συ έσωσας ημάς εκ χειρός Μαδιάμ. 30 και τω Γεδεών ήσαν υιοί εβδομήκοντα εκπορευόμενοι εκ μηρών αυτού. ότι ήσαν Ισμαηλίται. 16 και έλαβε τους πρεσβυτέρους της πόλεως εν ταις ακάνθαις της ερήμου και ταις Βαρκηνίμ και ηλόησεν εν αυτοίς τους άνδρας της πόλεως. 24 και είπε προς αυτούς Γεδεών· αιτήσομαι παρ ‘ υμών αίτημα και δότε μοι ανήρ ενώτιον εκ σκύλων αυτού· ότι ενώτια χρυσά αυτοίς. άρξον ημών και συ και ο υιος σου και ο υιος του υιού σου. 21 και είπε Ζεβεέ και Σελμανά· ανάστα συ και συνάντησον ημίν. χίλιοι και επτακόσιοι χρυσοί. ότι δώσομεν τοις ανδράσι σου τοις εκλείπουσιν άρτους. και έβαλεν εκεί ανήρ ενώτιον σκύλων αυτού. α ην εν τοις τραχήλοις των καμήλων αυτών. και είπαν· ως συ. 27 και εποίησεν αυτό Γεδεών εις Εφώδ και έστησεν αυτό εν πόλει αυτού Εφραθά· και εξεπόρνευσε πας Ισραήλ οπίσω αυτού εκεί. και ανέστη Γεδεών και απέκτεινε τον Ζεβεέ και τον Σελμανά και έλαβε τους μηνίσκους τους εν τοις τραχήλοις των καμήλων αυτών. 23 και είπε προς αυτούς Γεδεών· ουκ άρξω εγώ. ως αυτοί εις ομοίωμα υιού βασιλέως. 26 και εγένετο ο σταθμός των ενωτίων των χρυσών. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 415 . και εγένετο τω Γεδεών και τω οίκω αυτού εις σκώλον. 19 και είπε Γεδεών· αδελφοί μου και υιοί της μητρός μου ήσαν· ζη Κύριος. και έγραψε προς αυτόν ονόματα των αρχόντων Σοκχώθ και των πρεσβυτέρων αυτών. ους απεκτείνατε εν Θαβώρ. ότι ως ανδρός η δύναμίς σου. και ησύχασεν η γη τεσσαράκοντα έτη εν ημέραις Γεδεών. 25 και είπαν· διδόντες δώσομεν· και ανέπτυξε το ιμάτιον αυτού. 29 και επορεύθη Ιεροβάαλ υιος Ιωάς και εκάθισεν εν οίκω αυτού. 20 και είπεν Ιεθέρ τω πρωτοτόκω αυτού· αναστάς απόκτεινον αυτούς· και ουκ έσπασε το παιδάριον την ρομφαίαν αυτού. ει εζωογονήκειτε αυτούς. ότι έτι νεώτερος ην. 28 και συνεστάλη Μαδιάμ ενώπιον υιών Ισραήλ και ου προσέθηκαν άραι κεφαλήν αυτών. 17 και τον πύργον Φανουήλ κατέσκαψε και απέκτεινε τους άνδρας της πόλεως. 15 και παρεγένετο Γεδεών προς τους άρχοντας Σοκχώθ και είπεν· ιδού Ζεβεέ και Σελμανά. 14 και συνέλαβε παιδάριον από των ανδρών Σοκχώθ και επηρώτησεν αυτόν. ουκ αν απέκτεινα υμάς. 18 και είπε προς Ζεβεέ και Σελμανά· που οι άνδρες. εν οίς ωνειδίσατέ με λέγοντες· μη χείρ Ζεβεέ και Σελμανά νυν εν χειρί σου. ων ήτησε. εβδομήκοντα και επτά άνδρας.

5 και εισήλθεν εις τον οίκον του πατρός αυτού εις Εφραθά και απέκτεινε τους αδελφούς αυτού υιούς Ιεροβάαλ εβδομήκοντα άνδρας επί λίθον ένα· και κατελείφθη Ιωάθαμ υιος Ιεροβάαλ ο νεώτερος. 7 Και ανηγγέλη τω Ιωάθαμ. και εμισθώσατο εαυτω Αβιμέλεχ άνδρας κενούς και δειλούς. ότι είπαν· αδελφός ημών εστι. και επορεύθη και έστη επί κορυφήν όρους Γαριζίν και επήρε την φωνήν αυτού και έκλαυσε και είπεν αυτοίς· ακούσατέ μου. και μνήσθητε ότι οστούν υμών και σάρξ υμών ειμι. και έκλινεν η καρδία αυτών οπίσω Αβιμέλεχ. και έθηκε το όνομα αυτού Αβιμέλεχ. 34 και ουκ εμνήσθησαν οι υιοί Ισραήλ Κυρίου του Θεού του ρυσαμένου αυτούς εκ χειρός πάντων των θλιβόντων αυτούς κυκλόθεν. ότι εκρύβη. ή κυριεύειν υμών άνδρα ένα. και επέστρεψαν οι υιοί Ισραήλ και εξεπόρνευσαν οπίσω των Βααλίμ και έθηκαν εαυτοίς τω Βάαλ διαθήκην του είναι αυτοίς αυτόν εις θεόν. 6 και συνήχθησαν πάντες άνδρες Σικίμων και πας οίκος Βηθμααλών και επορεύθησαν και εβασίλευσαν τον Αβιμέλεχ προς τη βαλάνω τη ευρετη της στάσεως της εν Σικίμοις. α εποίησε μετά Ισραήλ. άνδρες Σικίμων. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ επορεύθη Αβιμέλεχ υιος Ιεροβάαλ εις Συχέμ προς αδελφούς μητρός αυτού και ελάλησε προς αυτούς και προς πάσαν συγγένειαν οίκου πατρός μητρός αυτού λέγων· 2 λαλήσατε δη εν τοις ωσί πάντων των ανδρών Συχέμ· τι το αγαθόν υμίν. 35 και ουκ εποίησαν έλεος μετά του οίκου Ιεροβάαλ (αυτός εστι Γεδεών) κατά πάντα τα αγαθά. πάντας υιούς Ιεροβάαλ. 3 και ελάλησαν περί αυτού οι αδελφοί της μητρός αυτού εν τοις ωσί πάντων των ανδρών Συχέμ πάντας τους λόγους τούτους. 32 και απέθανε Γεδεών υιος Ιωάς εν πόλει αυτού και ετάφη εν τω τάφω Ιωάς του πατρός αυτού εν Εφραθά Αβιεσδρί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυναίκες πολλαί ήσαν αυτω. 33 Και εγενήθη ως απέθανε Γεδεών. και επορεύθησαν οπίσω αυτού. κυριεύσαι υμών εβδομήκοντα άνδρας. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 416 . 31 και παλλακή αυτού ην εν Συχέμ· και έτεκεν αυτω και γε αυτή υιόν. 4 και έδωκαν αυτω εβδομήκοντα αργυρίου εξ οίκου Βααλβερίθ.

και μετά του οίκου αυτού. 20 ει δε ου. 25 και έθηκαν αυτω οι άνδρες Σικίμων ενεδρεύοντας επί τας κεφαλάς των ορέων και διήρπαζον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 417 . ότι ενίσχυσαν τας χείρας αυτού αποκτείναι τους αδελφούς αυτού. ος απέκτεινεν αυτούς. και ει ως ανταπόδοσις χειρός αυτού εποιήσατε αυτω. 16 και νυν ει εν αληθεία και τελειότητι εποιήσατε και εβασιλεύσατε τον Αβιμέλεχ. 8 πορευόμενα επορεύθη τα ξύλα του χρίσαι εφ ‘ εαυτά βασιλέα και είπον τη ελαία· βασίλευσον εφ ‘ ημών. 23 και εξαπέστειλεν ο Θεός πνεύμα πονηρόν ανά μέσον Αβιμέλεχ και ανά μέσον των ανδρών Σικίμων. 17 ως παρετάξατο ο πατήρ μου υπέρ υμών και εξέρριψε την ψυχήν αυτού εξεναντίας και ερρύσατο υμάς εκ χειρός Μαδιάμ. ότι αδελφός υμών εστι. 19 και ει εν αληθεία και τελειότητι εποιήσατε μετά Ιεροβάαλ και μετά του οίκου αυτού εν τη ημέρα ταύτη. και επί άνδρας Σικίμων. και εβασιλεύσατε τον Αβιμέλεχ υιόν παιδίσκης αυτού επί τους άνδρας Σικίμων. και ευφρανθείη και γε αυτός εφ ‘ υμίν. πορεύσομαι κινείσθαι επί των ξύλων. πορεύσομαι κινείσθαι επί των ξύλων. εν ή δοξάσουσι τον Θεόν άνδρες. δεύτε υπόστητε εν τη σκιά μου· και ει μη. εξέλθοι πυρ από Αβιμέλεχ και καταφάγοι τους άνδρας Σικίμων και τον οίκον Βηθμααλών και εξέλθοι πυρ από ανδρών Σικίμων και εκ του οίκου Βηθμααλών και καταφάγοι τον Αβιμέλεχ. 24 του επαγαγείν την αδικίαν των εβδομήκοντα υιών Ιεροβάαλ και τα αίματα αυτών του θείναι επί Αβιμέλεχ τον αδελφόν αυτών. ευφρανθείη τε εν Αβιμέλεχ. εξέλθοι πυρ απ ‘ εμού και καταφάγοι τας κέδρους του Λιβάνου. πορεύσομαι κινείσθαι επί των ξύλων. 14 και είπαν πάντα τα ξύλα τη ράμνω· δεύρο συ βασίλευσον εφ ‘ ημών. και ει αγαθωσύνην εποιήσατε μετά Ιεροβάαλ. 12 και είπαν τα ξύλα προς την άμπελον· δεύρο βασίλευσον εφ ‘ ημών. 13 και είπεν αυτοίς η άμπελος· μη απολείψασα τον οίνόν μου τον ευφραίνοντα Θεόν και ανθρώπους. 21 και έφυγεν Ιωάθαμ και απέδρα και επορεύθη έως Βαιήρ και ώκησεν εκεί από προσώπου Αβιμέλεχ αδελφού αυτού. 9 και είπεν αυτοίς η ελαία· μη απολείψασα την ποιότητά μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακούσεται υμών ο Θεός. και ηθέτησαν άνδρες Σικίμων εν τω οίκω Αβιμέλεχ. 18 και υμείς επανέστητε επί τον οίκον του πατρός μου σήμερον και απεκτείνατε τους υιούς αυτού εβδομήκοντα άνδρας επί λίθον ένα. 10 και είπαν τα ξύλα τη συκή· δεύρο βασίλευσον εφ ‘ ημών. 11 και είπεν αυτοίς η συκή· μη απολείψασα εγώ την γλυκύτητά μου και τα γενήματά μου τα αγαθά. 22 Και ήρξεν Αβιμέλεχ επί Ισραήλ τρία έτη. 15 και είπεν η ράμνος προς τα ξύλα· ει εν αληθεία χρίετέ με υμείς του βασιλεύειν εφ ‘ υμάς.

και είπε προς αυτόν Ζεβούλ· την σκιάν των ορέων συ βλέπεις ως άνδρας. και ανέστη Αβιμέλεχ και ο λαός ο μετ ‘ αυτού από του ενέδρου. 27 και εξήλθον εις αγρόν και ετρύγησαν τους αμπελώνας αυτών και επάτησαν και εποίησαν Ελλουλίμ και εισήνεγκαν εις οίκον Θεού αυτών και έφαγον και έπιον και κατηράσαντο τον Αβιμέλεχ. και ήλπισαν εν αυτω οι άνδρες Σικίμων. 42 και εγένετο τη επαύριον και εξήλθεν ο λαός εις τον αγρόν. και ποιήσεις αυτω όσα αν εύρη η χείρ σου. ότι δουλεύσομεν αυτω. μη ουχί ούτος ο λαός. ον εξουδένωσας. 35 και εξήλθε Γαάλ υιος Ιωβήλ και έστη προς τη θύρα της πύλης της πόλεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντα. και Ζεβούλ επίσκοπος αυτού δούλος αυτού συν τοις ανδράσιν Εμμώρ πατρός Συχέμ. 39 και εξήλθε Γαάλ ενώπιον ανδρών Συχέμ και παρετάξατο προς Αβιμέλεχ. και ιδού αυτός και ο λαός ο μετ ‘ αυτού εκπορεύονται προς σε. 33 και έσται το πρωϊ άμα τω ανατείλαι τον ήλιον. ουχ υιος Ιεροβάαλ. 43 και έλαβε τον λαόν. και τι ότι δουλεύσομεν αυτω ημείς. και αρχή ετέρα έρχεται δι ‘ οδού Ηλωνμαωνενίμ. και ιδού αυτοί περικάθηνται την πόλιν επί σε· 32 και νυν ανάστηθι νυκτός. ότι δουλεύσομεν αυτω. τις εστιν Αβιμέλεχ. 34 και ανέστη Αβιμέλεχ και πας ο λαός μετ ‘ αυτού νυκτός και ενήδρευσαν επί Συχέμ τέτρασιν αρχαίς. 41 και εισήλθεν Αβιμέλεχ εν Αρημά· και εξέβαλε Ζεβούλ τον Γαάλ και τους αδελφούς αυτού μη οικείν εν Συχέμ. 36 και είδε Γαάλ υιος Ιωβήλ τον λαόν και είπε προς Ζεβούλ· ιδού λαός καταβαίνει από των κεφαλών των ορέων. και εφυγεν από προσώπου αυτού· και έπεσον τραυματίαι πολλοί έως της θύρας της πύλης. και ενέδρευσον εν τω αγρω. συ και ο λαός ο μετά σου. έξελθε δη νυν και παράταξαι αυτω. ος παρεπορεύετο επ ‘ αυτούς εν τη οδω· και απηγγέλη τω βασιλεί Αβιμέλεχ. 38 και είπε προς αυτόν Ζεβούλ· και που εστι το στόμα σου ως ελάλησας. 29 και τις δώη τον λαόν τούτον εν χειρί μου. 37 και προσέθετο έτι Γαάλ του λαλήσαι και είπεν· ιδού λαός καταβαίνων κατά θάλασσαν από του εχόμενα ομφαλού της γης. 40 και εδίωξεν αυτόν Αβιμέλεχ. και ανήγγειλε τω Αβιμέλεχ. 26 και ήλθε Γαάλ υιος Ιωβήλ και οι αδελφοί αυτού και παρήλθον εν Σικίμοις. και μεταστήσω τον Αβιμέλεχ και ερώ προς αυτόν· πλήθυνον την δύναμίν σου και έξελθε. 30 και ήκουσε Ζεβούλ άρχων της πόλεως τους λόγους Γαάλ υιού Ιωβήλ και ωργίσθη θυμω αυτός. ορθριείς και εκτενείς επί την πόλιν. 28 και είπε Γαάλ υιος Ιωβήλ· τις εστιν Αβιμέλεχ και τις εστιν υιος Συχέμ. και διείλεν αυτούς εις τρεις αρχάς και ενήδρευσεν εν αγρω· και είδε και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 418 . 31 και απέστειλεν αγγέλους προς Αβιμέλεχ εν κρυφή λέγων· ιδού Γαάλ υιος Ιωβήλ και οι αδελφοί αυτού έρχονται εις Συχέμ.

55 και είδεν ανήρ Ισραήλ ότι απέθανεν Αβιμέλεχ. και παρετάξαντο αυτω· και ήγγισεν Αβιμέλεχ έως της θύρας του πύργου του εμπρήσαι αυτόν εν πυρί. 48 και ανέβη Αβιμέλεχ εις όρος Ερμών και πας ο λαός ο μετ ‘ αυτού. 54 και εβόησε ταχύ προς το παιδάριον το αίρον τα σκεύη αυτού και είπεν αυτω· σπάσον την ρομφαίαν μου και θανάτωσόν με. 51 και πύργος ισχυρός ην εν μέσω της πόλεως. 47 και ανηγγέλη τω Αβιμέλεχ ότι συνήχθησαν πάντες οι άνδρες πύργων Συχέμ. και επήλθεν επ ‘ αυτούς η κατάρα Ιωάθαμ υιού Ιεροβάαλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 419 . 46 και ήκουσαν πάντες οι άνδρες πύργων Συχέμ και ήλθον εις συνέλευσιν Βαιθηλβερίθ. μη ποτε είπωσι· γυνή απέκτεινεν αυτόν. και ανέστη επ ‘ αυτούς και επάταξεν αυτούς. και απέθανε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ιδού λαός εξήλθεν εκ της πόλεως. ταχέως ποιήσατε ως εγώ. και επορεύθησαν ανήρ εις τον τόπον αυτού. 57 και την πάσαν πονηρίαν ανδρών Συχέμ επέστρεψεν ο Θεός εις κεφαλήν αυτών. και εξεκέντησεν αυτόν το παιδάριον αυτού. και έλαβεν Αβιμέλεχ τας αξίνας εν τη χειρί αυτού και έκοψε κλάδον ξύλου και ήρε και έθηκεν επί ώμων αυτού και είπε τω λαω τω μετ ‘ αυτού· ό είδετέ με ποιούντα. 52 και ήλθεν Αβιμέλεχ έως του πύργου. ην εποίησε τω πατρί αυτού αποκτείναι τους εβδομήκοντα αδελφούς αυτού. και αι δύο αρχαί εξέτειναν επί πάντας τους εν τω αγρω και επάταξαν αυτούς. 49 και έκοψαν και γε ανήρ κλάδον πας ανήρ και επορεύθησαν οπίσω Αβιμέλεχ και επέθηκαν επί την συνέλευσιν και ενεπύρισαν επ ‘ αυτούς την συνέλευσιν εν πυρί. 53 και έρριψε γυνή μία κλάσμα επιμύλιον επί κεφαλήν Αβιμέλεχ και έκλασε το κρανίον αυτού. και απέθανον και γε πάντες οι άνδρες πύργου Σικίμων ωσεί χίλιοι άνδρες και γυναίκες. και έφυγον εκεί πάντες οι άνδρες και αι γυναίκες της πόλεως και έκλεισαν έξωθεν αυτών και ανέβησαν επί το δώμα του πύργου. 50 Και επορεύθη Αβιμέλεχ εκ Βαιθηλβερίθ και παρενέβαλεν εν Θήβης και κατέλαβεν αυτήν. 45 και Αβιμέλεχ παρετάσσετο εν τη πόλει όλην την ημέραν εκείνην και κατελάβετο την πόλιν και τον λαόν τον εν αυτη απέκτεινε και την πόλιν καθείλε και έσπειρεν αυτήν άλας. 44 και Αβιμέλεχ και οι αρχηγοί οι μετ ‘ αυτού εξέτειναν και έστησαν παρά την θύραν της πύλης της πόλεως. 56 και επέστρεψεν ο Θεός την πονηρίαν Αβιμέλεχ.

5 και απέθανεν Ιαϊρ και ετάφη εν Ραμνών. ποίησον συ ημίν κατά παν το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. 15 και είπαν οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον· ημάρτομεν. 11 και είπε Κύριος προς τους υιούς Ισραήλ· μη ουχί εξ Αιγύπτου και από του Αμορραίου και από υιών Αμμών και από Φυλιστιϊμ 12 και Σιδωνίων και Αμαλήκ και Μαδιάμ. ανήρ Ισσάχαρ. και αυτός ώκει εν Σαμίρ εν όρει Εφραίμ. και εβοήσατε προς με. 7 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν Ισραήλ και επέδοτο αυτούς εν χειρί Φυλιστιϊμ και εν χειρί υιών Αμμών. 16 και εξέκλιναν τους θεούς τους αλλοτρίους εκ μέσου αυτών και εδούλευσαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 420 . 14 πορεύεσθε και βοήσατε προς τους θεούς. και έκρινε τον Ισραήλ είκοσι δύο έτη. 3 Και ανέστη μετ ‘ αυτόν Ιαϊρ ο Γαλαάδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ ανέστη μετά Αβιμέλεχ του σώσαι τον Ισραήλ Θωλά υιος Φουά. και έσωσα υμάς εκ χειρός αυτών. 13 και υμείς εγκατελίπετέ με και εδουλεύσατε θεοίς ετέροις· δια τούτο ου προσθήσω του σώσαι υμάς. ους εξελέξασθε εαυτοίς. 4 και ήσαν αυτω τριάκοντα και δύο υιοί επιβαίνοντες επί τριάκοντα δύο πώλους· και τριάκοντα δύο πόλεις αυτοίς. και εκάλουν αυτάς επαύλεις Ιαϊρ έως της ημέρας ταύτης εν γη Γαλαάδ. τους πάντας υιούς Ισραήλ τους εν τω πέραν του Ιορδάνου εν γη του Αμορρί του εν Γαλαάδ. ότι εγκατελίπομεν τον Θεόν και εδουλεύσαμεν τω Βααλίμ. 10 και εβόησαν οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον λέγοντες· ημάρτομέν σοι. 8 και έθλιψαν και έθλασαν τους υιούς Ισραήλ εν τω καιρω εκείνω οκτωκαίδεκα έτη. οί έθλιψαν υμάς. πλήν εξελού ημάς εν τη ημέρα ταύτη. υιος πατραδέλφου αυτού. 6 Και προσέθεντο οι υιοί Ισραήλ του ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και εδούλευσαν τοις Βααλίμ και τοις Ασταρώθ και τοις θεοίς Αράδ και τοις θεοίς Σιδώνος και τοις θεοίς Μωάβ και τοις θεοίς υιών Αμμών και τοις θεοίς Φυλιστιϊμ και εγκατέλιπον τον Κύριον και ουκ εδούλευσαν αυτω. και αυτοί σωσάτωσαν υμάς εν καιρω θλίψεως υμών. 9 και διέβησαν οι υιοί Αμμών τον Ιορδάνην παρατάξασθαι προς Ιούδαν και Βενιαμίν και προς Εφραίμ και εθλίβη Ισραήλ σφόδρα. 2 και έκρινε τον Ισραήλ είκοσι τρία έτη και απέθανε και ετάθη εν Σαμίρ.

και παρενέβαλον εν Γαλαάδ. και ελάλησεν Ιεφθάε πάντας τους λόγους αυτού ενώπιον Κυρίου εν Μασσηφά. και ωλιγώθη η ψυχή αυτού εν κόπω Ισραήλ. και έθηκαν αυτόν ο λαός επ ‘ αυτούς εις κεφαλήν και εις αρχηγόν. 18 και είπον ο λαός οι άρχοντες Γαλαάδ. ει μη κατά το ρήμά σου ούτω ποιήσομεν. 11 και επορεύθη Ιεφθάε μετά των πρεσβυτέρων Γαλαάδ. και διατί ήλθατε προς με νυν. 10 και είπαν οι πρεσβύτεροι Γαλαάδ προς Ιεφθάε· Κύριος έστω ακούων ανά μέσον ημών. ή εγέννησε τω Γαλαάδ τον Ιεφθάε. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ Ιεφθάε ο Γαλααδίτης επηρμένος δυνάμει· και αυτός υιος γυναικός πόρνης. 8 και είπαν οι πρεσβύτεροι Γαλαάδ προς Ιεφθάε· δια τούτο νυν επεστρέψαμεν προς σε. 4 και εγένετο ηνίκα παρετάξαντο οι υιοί Αμμών μετά Ισραήλ. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 17 Και ανέβησαν οι υιοί Αμμών. και εγώ υμίν έσομαι εις άρχοντα. και συνεστράφησαν προς Ιεφθάε άνδρες κενοί και εξήλθον μετ ‘ αυτού. και πορεύση μεθ ‘ ημών και παρατάξη προς υιούς Αμμών· και έση ημίν εις άρχοντα πάσι τοις κατοικούσι Γαλαάδ. 5 και επορεύθησαν οι πρεσβύτεροι Γαλαάδ λαβείν τον Ιεφθάε από της γης Τώβ 6 και είπαν τω Ιεφθάε· δεύρο και έση ημίν εις αρχηγόν. 7 και είπεν Ιεφθάε τοις πρεσβυτέροις Γαλαάδ· ουχί υμείς εμισήσατέ με και εξεβάλατέ με εκ του οίκου του πατρός μου και εξαπεστείλατέ με αφ ‘ υμών. 2 και έτεκεν η γυνή Γαλαάδ αυτω υιούς· και ηδρύνθησαν οι υιοί της γυναικός και εξέβαλον τον Ιεφθάε και είπαν αυτω· ου κληρονομήσεις εν τω οίκω του πατρός ημών. και συνήχθησαν οι υιοί Ισραήλ και παρενέβαλον εν τη σκοπιά. 9 και είπεν Ιεφθάε προς τους πρεσβυτέρους Γαλαάδ· ει επιστρέφετέ με υμείς παρατάξασθαι εν υιοίς Αμμών και παραδω αυτούς Κύριος ενώπιον εμού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 421 . 3 και έφυγεν Ιεφθάε από προσώπου των αδελφών αυτού και ώκησεν εν γη Τώβ. ότι υιος γυναικός εταίρας συ. και παραταξόμεθα προς υιούς Αμμών. ανήρ προς τον πλησίον αυτού· τις ο ανήρ. και έσται εις άρχοντα πάσι τοις κατοικούσι Γαλαάδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ τω Κυρίω μόνω. ηνίκα χρήζετε. όστις αν άρξεται παρατάξασθαι προς υιούς Αμμών.

και διατί ουκ ερρύσω αυτούς εν τω καιρω εκείνω. αυτά κληρονομήσεις. 19 και απέστειλεν Ισραήλ αγγέλους προς Σηών βασιλέα του Αμορραίου βασιλέα Εσεβών. 23 και νυν Κύριος ο Θεός Ισραήλ εξήρε τον Αμορραίον από προσώπου λαού αυτού Ισραήλ. και παρετάξατο προς Ισραήλ. 13 και είπε βασιλεύς υιών Αμμών προς τους αγγέλους Ιεφθάε· ότι έλαβεν Ισραήλ την γην μου εν τω αναβαίνειν αυτόν εξ Αιγύπτου από Αρνών έως Ιαβόκ και έως του Ιορδάνου· και νυν επίστρεψον αυτάς εν ειρήνη. 17 και απέστειλεν Ισραήλ αγγέλους προς βασιλέα Εδώμ λέγων· παρελεύσομαι δη εν τη γη σου· και ουκ ήκουσε βασιλεύς Εδώμ. 25 και νυν μη εν αγαθω αγαθώτερος συ υπέρ Βαλάκ υιόν Σεπφώρ βασιλέως Μωάβ. ότι Αρνών όριον Μωάβ. και γε προς βασιλέα Μωάβ απέστειλε. και επάταξεν αυτόν· και εκληρονόμησεν Ισραήλ πάσαν την γην του Αμμοραίου του κατοικούντος την γην εκείνην. και εκάθισεν Ισραήλ εν Κάδης. μη μαχόμενος εμαχέσατο μετά Ισραήλ ή πολεμών επολέμησεν αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 Και απέστειλεν Ιεφθάε αγγέλους προς βασιλέα υιών Αμμών λέγων· τι εμοί και σοί. 21 και παρέδωκε Κύριος ο Θεός Ισραήλ τον Σηών και πάντα τον λαόν αυτού εν χειρί Ισραήλ. ους εξήρε Κύριος ο Θεός ημών από προσώπου υμών. και ουκ ευδόκησε. αυτούς κληρονομήσομεν. και τους πάντας. 26 εν τω οικήσαι εν Εσεβών και εν τοις ορίοις αυτής και εν γη Αροήρ και εν τοις ορίοις αυτής και εν πάσαις ταις πόλεσι ταις παρά τον Ιορδάνην τριακόσια έτη. και πορεύσομαι. και συ κληρονομήσεις αυτόν. 24 ουχί α εάν κληρονομήσει σε Χαμώς ο θεός σου. 14 και προσέθηκεν έτι Ιεφθάε και απέστειλεν αγγέλους προς βασιλέα υιών Αμμών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 422 . 15 και είπεν αυτω· ούτω λέγει Ιεφθάε· ουκ έλαβεν Ισραήλ την γην Μωάβ και την γην υιών Αμμών· 16 ότι εν τω αναβαίνειν αυτούς εξ Αιγύπτου επορεύθη Ισραήλ εν τη ερήμω έως θαλάσσης Σίφ και ήλθεν εις Κάδης. και παρενέβαλον εις Ιασά. 28 και ουκ ήκουσε βασιλεύς Αμμών των λόγων Ιεφθάε. 18 και επορεύθη εν τη ερήμω και εκύκλωσε την γην Εδώμ και την γην Μωάβ και ήλθεν από ανατολών ηλίου τη γη Μωάβ και παρενέβαλεν εν πέραν Αρνών και ουκ εισήλθεν εν ορίοις Μωάβ. ότι ήλθες προς με του παρατάξασθαι εν τη γη μου. 22 από Αρνών και έως του Ιαβόκ και από του ερήμου έως του Ιορδάνου. 27 και νυν εγώ ειμι ουχ ήμαρτόν σοι. 20 και ουκ ενεπίστευσε Σηών τω Ισραήλ παρελθείν εν τω ορίω αυτού· και συνήξε Σηών πάντα τον λαόν αυτού. και είπεν αυτω Ισραήλ· παρέλθωμεν δη εν τη γη σου έως του τόπου ημών. και συ ποιείς μετ ‘ εμού πονηρίαν του παρατάξασθαι εν εμοί· κρίναι Κύριος ο κρίνων σήμερον ανά μέσον υιών Ισραήλ και ανά μέσον υιών Αμμών.

και εποίησεν εν αυτη ευχήν αυτού. εγώ ειμι και αι συνεταιρίδες μου. και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εν χειρί αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 423 . και έσται τω Κυρίω ανοίσω αυτόν ολοκαύτωμα. θυγάτηρ μου. 32 και παρήλθεν Ιεφθάε προς υιούς Αμμών παρατάξασθαι προς αυτούς. 31 και έσται ο εκπορευόμενος. 33 και επάταξεν αυτούς από Αροήρ έως ελθείν άχρις Αρνών εν αριθμω είκοσι πόλεις και έως Εβελχαρμίμ πληγήν μεγάλην σφόδρα. ήνοιξας το στόμα σου προς Κύριον. αυτή και αι συνεταιρίδες αυτής. διέρρηξε τα ιμάτια αυτού και είπεν· α α. 36 η δε είπε προς αυτόν· πάτερ. ταραχή ετάραξάς με και συ ης εν τω ταράχω μου. και έκλαυσεν επί τα παρθένια αυτής επί τα όρη. ος αν εξέλθη από της θύρας του οίκου μου εις συνάντησίν μου εν τω επιστρέφειν με εν ειρήνη από υιών Αμμών. 39 και εγένετο εν τέλει των δύο μηνών και επέστρεψε προς τον πατέρα αυτής. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 29 Και εγένετο επί Ιεφθάε πνεύμα Κυρίου. 35 και εγένετο ως είδεν αυτήν αυτός. και παρήλθε τον Γαλαάδ και τον Μανασσή και παρήλθε την σκοπιάν Γαλαάδ εις το πέραν υιών Αμμών. ποίησόν μοι ον τρόπον εξήλθεν εκ στόματός σου. ην ηύξατο· και αύτη ουκ έγνω άνδρα. και ιδού η θυγάτηρ αυτού εξεπορεύετο εις υπάντησιν εν τυμπάνοις και χοροίς· και αύτη ην μονογενής. και συνεστάλησαν οι υιοί Αμμών από προσώπου υιών Ισραήλ. 37 και ήδε είπε προς τον πατέρα αυτής· ποιησάτω δη ο πατήρ μου τον λόγον τούτον· έασόν με δύο μήνας. και εγώ ειμι ήνοιξα κατά σου το στόμα μου προς Κύριον και ου δυνήσομαι αποστρέψαι. 30 και ηύξατο Ιεφθάε ευχήν τω Κυρίω και είπεν· εάν διδούς δως μοι τους υιούς Αμμών εν τη χειρί μου. και επορεύθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ων απέστειλε προς αυτόν. 38 και είπε· πορεύου· και απέστειλεν αυτήν δύο μήνας. εν τω ποιήσαί σοι Κύριον εκδίκησιν των εχθρών σου από των υιών Αμμών. και εγένετο εις πρόσταγμα εν Ισραήλ· 40 από ημερών εις ημέρας επορεύοντο θυγατέρες Ισραήλ θρηνείν την θυγατέρα Ιεφθάε του Γαλααδίτου επί τέσσαρας ημέρας εν τω ενιαυτω. 34 Και ήλθεν Ιεφθάε εις Μασσηφά εις τον οίκον αυτού. ουκ ην αυτω έτερος υιος ή θυγάτηρ. και πορεύσομαι και καταβήσομαι επί τα όρη και κλαύσομαι επί τα παρθένιά μου.

3 και είδον ότι ουκ ει σωτήρ. και είπαν αυτοίς οι διασωζόμενοι Εφραίμ· διαβώμεν. και είπεν· ου. 10 και απέθανεν Αβαισσάν και ετάφη εν Βαιθλεέμ. και παρήλθαν εις βορράν και είπαν προς Ιεφθάε· διατί παρήλθες παρατάξασθαι εν υιοίς Αμμών και ημάς ου κέκληκας πορευθήναι μετά σου. και τριάκοντα θυγατέρας εισήνεγκε τοις υιοίς αυτού έξωθεν. και απέθανεν Ιεφθάε ο Γαλααδίτης. 13 και έκρινε μετ ‘ αυτόν τον Ισραήλ Αβδών υιος Ελλήλ ο Φαραθωνίτης. 4 και συνέστρεψεν Ιεφθάε πάντας τους άνδρας Γαλαάδ και παρετάξατο τω Εφραίμ. 14 και ήσαν αυτω τεσσαράκοντα υιοί και τριάκοντα υιών υιοί επιβαίνοντες επί εβδομήκοντα πώλους. και επάταξαν άνδρες Γαλαάδ τον Εφραίμ. 7 και έκρινεν Ιεφθάε τον Ισραήλ εξ έτη. ας εξαπέστειλεν έξω. και έδωκεν αυτούς Κύριος εν χειρί μου· και εις τι ανέβητε επ ‘ εμέ εν τη ημέρα ταύτη παρατάξασθαι εν εμοί. 12 και απέθανεν Αιλώμ ο Ζαβουλωνίτης και ετάφη εν Αιλώμ εν γη Ζαβουλών. 6 και είπαν αυτω· είπον δη Στάχυς· και ου κατεύθυνε του λαλήσαι ούτως. και είπαν αυτοίς οι άνδρες Γαλαάδ· μη Εφραθίτης ει. 8 Και έκρινε μετ ‘ αυτόν τον Ισραήλ Αβαισσάν από Βαιθλεέμ. και ουκ εσώσατέ με εκ χειρός αυτών. 2 και είπε προς αυτούς Ιεφθάε· ανήρ μαχητής ήμην εγώ και ο λαός μου. 9 και ήσαν αυτω τριάκοντα υιοί και τριάκοντα θυγατέρες. και οι υιοί Αμμών σφόδρα· και εβόησα υμάς. και έπεσαν εν τω καιρω εκείνω από Εφραίμ δύο και τεσσαράκοντα χιλιάδες. και ετάφη εν πόλει αυτού Γαλαάδ. και έθυσαν αυτόν προς τας διαβάσεις του Ιορδάνου. οι διασωζόμενοι του Εφραίμ ημείς. 5 και προκατελάβετο Γαλαάδ τας διαβάσεις του Ιορδάνου του Εφραίμ. και επελάβοντο αυτού. ότι είπαν. Γαλαάδ εν μέσω του Εφραίμ και εν μέσω του Μανασσή. 11 και έκρινε μετ ‘ αυτόν τον Ισραήλ Αιλώμ ο Ζαβουλωνίτης δέκα έτη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 424 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ εβόησεν ανήρ Εφραίμ. και έθηκα την ψυχήν μου εν χειρί μου και παρήλθον προς υιούς Αμμών. και έκρινε τον Ισραήλ επτά έτη. τον οίκόν σου εμπρήσομεν επί σε εν πυρί. και έκρινε τον Ισραήλ οκτώ έτη. 15 και απέθανεν Αβδών υιος Ελλήλ ο Φαραθωνίτης και ετάφη εν Φαραθών εν γη Εφραίμ εν όρει του Αμαλήκ.

και αυτός άρξεται σώσαι τον Ισραήλ εκ χειρός Φυλιστιϊμ. ον απέστειλας. ελθέτω δη έτι προς ημάς και συμβιβασάτω ημάς τι ποιήσωμεν τω παιδίω τω τικτομένω. και αύτη εκάθητο εν αγρω. και Μανωέ ο ανήρ αυτής ουκ ην μετ ‘ αυτής. 10 και ετάχυνεν η γυνή και έδραμε και ανήγγειλε τω ανδρί αυτής και είπε προς αυτόν· ιδού ώπται προς με ο ανήρ. και το όνομα αυτού ουκ απήγγειλέ μοι. φυλάξεται. 9 και εισήκουσεν ο Θεός της φωνής Μανωέ. 15 και είπε Μανωέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 425 . ων είρηκα προς την γυναίκα. ό εκπορεύεται εξ αμπέλου του οίνου. Κύριε Αδωναϊέ. ου φάγεται και οίνον και μέθυσμα μη πιέτω και παν ακάθαρτον μη φαγέτω· πάντα όσα ενετειλάμην αυτη. ος ήλθεν εν ημέρα προς με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ προσέθηκαν έτι οι υιοί Ισραήλ ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. 4 και νυν φύλαξαι δη και μη πίης οίνον και μέθυσμα και μη φάγης παν ακάθαρτον· 5 ότι ιδού συ εν γαστρί έχεις και τέξη υιόν. και γυνή αυτού στείρα και ουκ έτεκε. φυλάξεται· 14 από παντός. 3 και ώφθη άγγελος Κυρίου προς την γυναίκα. φοβερόν σφόδρα· και ουκ ηρώτησα αυτόν. τον άνθρωπον του Θεού. και είδος αυτού ως είδος αγγέλου Θεού. και συλλήψη υιόν. 11 και ανέστη και επορεύθη Μανωέ οπίσω της γυναικός αυτού και ήλθε προς τον άνδρα και είπεν αυτω· ει συ ει ο ανήρ ο λαλήσας προς την γυναίκα. 13 και είπεν ο άγγελος Κυρίου προς Μανωέ· από πάντων. και είπεν ο άγγελος· εγώ. και ήλθεν ο άγγελος του Θεού έτι προς την γυναίκα. ότι ναζίρ Θεού έσται το παιδάριον από της κοιλίας. και είπε προς αυτήν· ιδού συ στείρα και ου τέτοκας. και όνομα αυτω Μανωέ. και σίδηρος επί την κεφαλήν αυτού ουκ αναβήσεται. 6 και εισήλθεν η γυνή και είπε τω ανδρί αυτής λέγουσα· άνθρωπος Θεού ήλθε προς με. 2 και ην ανήρ εις από Σαραά από δήμου συγγενείας του Δανί. 8 και προσηύξατο Μανωέ προς Κύριον και είπεν· εν εμοί. πόθεν εστί. 12 και είπε Μανωέ· νυν ελεύσεται ο λόγος σου· τις έσται κρίσις του παιδίου και τα ποιήματα αυτού. ότι Θεού άγιον έσται το παιδάριον από γαστρός έως ημέρας θανάτου αυτού. και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εν χειρί Φυλιστιϊμ τεσσαράκοντα έτη. 7 και είπέ μοι· ιδού συ εν γαστρί έχεις και τέξη υιόν· και νυν μη πίης οίνον και μέθυσμα και μη φάγης παν ακάθαρτον.

3 και είπεν αυτω ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού· μη ουκ εισί θυγατέρες των αδελφών σου και εκ παντός του λαού μου γυνή. και Μανωέ και η γυνή αυτού βλέποντες και έπεσαν επί πρόσωπον αυτών επί την γην. και Μανωέ και γυνή αυτού βλέποντες. και αυτό εστι θαυμαστόν. 22 και είπε Μανωέ προς την γυναίκα αυτού· θανάτω αποθανούμεθα. τω Κυρίω ανοίσεις αυτό· ότι ουκ έγνω Μανωέ ότι άγγελος Κυρίου αυτός. ου φάγομαι από των άρτων σου. 20 και εγένετο εν τω αναβήναι την φλόγα επάνω του θυσιαστηρίου έως του ουρανού και ανέβη ο άγγελος Κυρίου εν τη φλογί του θυσιαστηρίου. 2 και ανέβη και απήγγειλε τω πατρί αυτού και τη μητρί αυτού και είπε· γυναίκα εώρακα εν Θαμναθά από των θυγατέρων Φυλιστιϊμ. 25 και ήρξατο πνεύμα Κυρίου συνεκπορεύεσθαι αυτω εν παρεμβολή Δάν και ανά μέσον Σαραά και ανά μέσον Εσθαόλ. ότι Θεόν είδομεν. ότι έλθοι το ρήμά σου. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ κατέβη Σαμψών εις Θαμναθά και είδε γυναίκα εν Θαμναθά από των θυγατέρων των αλλοφύλων. και δοξάσομέν σε. 18 και είπεν αυτω ο άγγελος Κυρίου· εις τι τούτο ερωτάς το όνομά μου. 23 και είπεν αυτω η γυνή αυτού· ει ήθελεν ο Κύριος θανατώσαι ημάς. 21 και ου προσέθηκεν έτι ο άγγελος Κυρίου οφθήναι προς Μανωέ και προς την γυναίκα αυτού· τότε έγνω Μανωέ ότι άγγελος Κυρίου ούτος. 17 και είπε Μανωέ προς τον άγγελον Κυρίου· τι το όνομά σοι. ουκ αν έλαβεν εκ χειρός ημών ολοκαύτωμα και θυσίαν και ουκ αν έδειξεν ημίν ταύτα πάντα και καθώς καιρός ουκ αν ηκούτισεν ημάς ταύτα. 16 και είπεν ο άγγελος Κυρίου προς Μανωέ· εάν κατάσχης με. 19 και έλαβε Μανωέ τον έριφον των αιγών και την θυσίαν και ανήνεγκεν επί την πέτραν τω Κυρίω· και διεχώρισε ποιήσαι. ότι συ πορεύη λαβείν γυναίκα από των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 426 . 24 και έτεκεν η γυνή υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Σαμψών· και ηδρύνθη το παιδάριον. και ευλόγησεν αυτό Κύριος. και νυν λάβετε αυτήν εμοί εις γυναίκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς τον άγγελον Κυρίου· κατάσχωμεν ώδέ σε και ποιήσωμεν ενώπιόν σου έριφον αιγών. και εάν ποιήσης ολοκαύτωμα.

και συνέτριψεν αυτόν. και ηυθύνθη εν οφθαλμοίς Σαμψών. ας ην αυτοίς ο πότος· και εγένετο εν τη ημέρα τη εβδόμη και απήγγειλεν αυτη. και ακουσόμεθα αυτό. μη ποτε κατακαύσωμέν σε και τον οίκον του πατρός σου εν πυρί· ή εκβιάσαι ημάς κεκλήκατε. και είπε Σαμψών προς τον πατέρα αυτού· ταύτην λάβε μοι. 15 και εγένετο εν τη ημέρα τη τετάρτη και είπαν τη γυναικί Σαμψών· απάτησον δη τον άνδρα σου και απαγγειλάτω σοι το πρόβλημα. ότι αύτη ευθεία εν οφθαλμοίς μου. και ουδέν ην εν ταις χερσίν αυτού. ότι το πρόβλημα. ότι παρηνώχλησεν αυτω· και αυτή απήγγειλε τοις υιοίς του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 427 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αλλοφύλων των απεριτμήτων. 5 και κατέβη Σαμψών και ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού εις Θαμναθά. 17 και έκλαυσε προς αυτόν επί τας επτά ημέρας. 14 και είπεν αυτοίς· τι βρωτόν εξήλθεν εκ βιβρώσκοντος και από ισχυρού γλυκύ. και ήλθεν έως του αμπελώνος Θαμναθά. 4 και ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού ουκ έγνωσαν ότι παρά Κυρίου εστίν. δώσετε υμείς εμοί τριάκοντα οθόνια και τριάκοντα αλλασσομένας στολάς ιματίων· και είπαν αυτω· προβάλλου το πρόβλημά σου. και έφαγον· και ουκ ανήγγειλεν αυτοίς ότι από στόματος του λέοντος εξείλε το μέλι. και ήσαν μετ ‘ αυτού. 12 και είπεν αυτοίς Σαμψών· πρόβλημα υμίν προβάλλομαι· εάν απαγγέλλοντες απαγγείλητε αυτό εν ταις επτά ημέραις του πότου και εύρητε. 8 και υπέστρεψε μεθ ‘ ημέρας λαβείν αυτήν και εξέκλινεν ιδείν το πτώμα του λέοντος. 16 και έκλαυσεν η γυνή Σαμψών προς αυτόν και είπε· πλήν μεμίσηκάς με και ουκ ηγάπησάς με. σοί απαγγείλω. δώσω υμίν τριάκοντα σινδόνας και τριάκοντα στολάς ιματίων· 13 και εάν μη δύνησθε απαγγείλαί μοι. και έλαβον τριάκοντα κλητούς. ότι ούτως ποιούσιν οι νεανίσκοι. ουκ απήγγειλάς μοι αυτό· και είπεν αυτη Σαμψών· ει τω πατρί μου και τη μητρί μου ουκ απήγγελκα. και ουκ ηδύναντο απαγγείλαι το πρόβλημα επί τρεις ημέρας. 11 και εγένετο ότε είδον αυτόν. 7 και κατέβησαν και ελάλησαν τη γυναικί. και ουκ απήγγειλε τω πατρί αυτού και τη μητρί αυτού ό εποίησε. και ιδού σκύμνος λέοντος ωρυόμενος εις συνάντησιν αυτού· 6 και ήλατο επ ‘ αυτόν πνεύμα Κυρίου. ό προεβάλου τοις υιοίς του λαού μου. 9 και εξείλεν αυτό εις χείρας αυτού και επορεύετο πορευόμενος και εσθίων· και επορεύθη προς τον πατέρα αυτού και προς την μητέρα αυτού και έδωκεν αυτοίς. 10 και κατέβη ο πατήρ αυτού προς την γυναίκα· και εποίησεν εκεί Σαμψών πότον ημέρας επτά. ωσεί συντρίψει έριφον αιγών. ότι εκδίκησιν αυτός ζητεί εκ των αλλοφύλων· και εν τω καιρω εκείνω οι αλλόφυλοι κυριεύοντες εν Ισραήλ. και ιδού συναγωγή μελισσών εν τω στόματι του λέοντος και μέλι.

και εκάησαν από άλωνος και έως σταχύων ορθών και έως αμπελώνος και ελαίας. 4 και επορεύθη Σαμψών και συνέλαβε τριακοσίας αλώπεκας και έλαβε λαμπάδας και επέστρεψε κέρκον προς κέρκον και έθηκε λαμπάδα μίαν αναμέσον των δύο κέρκων και έδησε· 5 και εξέκαυσε πυρ εν ταις λαμπάσι και εξαπέστειλεν εν τοις στάχυσι των αλλοφύλων. 20 και εγένετο η γυνή Σαμψών ενί των φίλων αυτού. 8 και επάταξεν αυτούς κνήμην επί μηρόν πληγήν μεγάλην· και κατέβη και εκάθισεν εν τρυμαλιά της πέτρας ‘Ητάμ. ότι ή μην εκδικήσω εν υμίν και έσχατον κοπάσω. ότι έλαβε την γυναίκα αυτού και έδωκεν αυτήν τω εκ των φίλων αυτού· και ανέβησαν οι αλλόφυλοι και ενέπρησαν αυτήν και τον οίκον του πατρός αυτής εν πυρί. ουκ αν έγνωτε το πρόβλημά μου. και τι ισχυρότερον λέοντος. ων εφιλίασεν. και κατέβη εις Ασκάλωνα και επάταξεν εξ αυτών τριάκοντα άνδρας και έλαβε τα ιμάτια αυτών και έδωκε τας στολάς τοις απαγγείλασι το πρόβλημα. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εγένετο μεθ ‘ ημέρας εν ημέραις θερισμού πυρών και επεσκέψατο Σαμψών την γυναίκα αυτού εν ερίφω αιγών και είπεν· εισελεύσομαι προς την γυναίκά μου και εις το ταμιείον· και ουκ έδωκεν αυτόν ο πατήρ αυτής εισελθείν. 2 και είπεν ο πατήρ αυτής λέγων· είπα ότι μισών εμίσησας αυτήν. 6 και είπαν οι αλλόφυλοι· τις εποίησε ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαού αυτής. 3 και είπεν αυτοίς Σαμψών· ηθώωμαι και το άπαξ από αλλοφύλων. και είπαν· Σαμψών ο νυμφίος του Θαμνί. και έδωκα αυτήν ενί των εκ των φίλων σου· μη ουχί η αδελφή αυτής η νεωτέρα αγαθωτέρα υπέρ αυτήν. και ωργίσθη θυμω Σαμψών και ανέβη εις τον οίκον του πατρός αυτού. 7 και είπεν αυτοίς Σαμψών· εάν ποιήσητε ούτως ταύτην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 428 . και είπεν αυτοίς Σαμψών· ει μη ηροτριάσατε εν τη δαμάλει μου. ότι ποιώ εγώ μετ ‘ αυτών πονηρίαν. 19 και ήλατο επ ‘ αυτόν πνεύμα Κυρίου. 18 και είπαν αυτω οι άνδρες της πόλεως εν τη ημέρα τη εβδόμη προ του ανατείλαι τον ήλιον· τι γλυκύτερον μέλιτος. έστω δη σοι αντί αυτής.

ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 429 . 19 και έρρηξεν ο Θεός τον λάκκον τον εν τη σιαγόνι. ότι εν τη σιαγόνι του όνου επάταξα χιλίους άνδρας. και είπον οι αλλόφυλοι· δήσαι τον Σαμψών ανέβημεν και ποιήσαι αυτω ον τρόπον εποίησεν ημίν. έως της ημέρας ταύτης. και είπεν αυτοίς Σαμψών· ομόσατέ μοι μη ποτε συναντήσητε εν εμοί υμείς. 14 και ήλθον έως Σιαγόνος· και οι αλλόφυλοι ηλάλαξαν και έδραμον εις συνάντησιν αυτού· και ήλατο επ ‘ αυτόν πνεύμα Κυρίου. 18 και εδίψησε σφόδρα. και εγενήθη τα καλώδια τα επί βραχίοσιν αυτού ωσεί στυππίον. 16 και είπε Σαμψών· εν σιαγόνι όνου εξαλείφων εξήλειψα αυτούς. και τι τούτο εποίησας ημίν. 10 και είπαν ανήρ Ιούδα· εις τι ανέβητε εφ ‘ ημάς. ό εξεκαύθη εν πυρί. και έρριψε την σιαγόνα εκ της χειρός αυτού· και εκάλεσε τον τόπον εκείνον Αναίρεσις σιαγόνος. ούτως εποίησα αυτοίς. ή εστιν εν Σιαγόνι. και επέστρεψε το πνεύμα αυτού και έζησε. 17 και εγένετο ως επαύσατο λαλών. 13 και είπον αυτω λέγοντες· ουχί. 15 και εύρε σιαγόνα όνου εξερριμένη και εξέτεινε την χείρα αυτού και έλαβεν αυτήν και επάταξεν εν αυτη χιλίους άνδρας. 11 και κατέβησαν τρισχίλιοι από Ιούδα άνδρες εις τρυμαλιάν πέτρας ‘Ητάμ και είπαν προς Σαμψών· ουκ οίδας ότι κυριεύουσιν οι αλλόφυλοι ημών. και έκλαυσε προς Κύριον και είπε· συ ευδόκησας εν χειρί δούλου σου την σωτηρίαν την μεγάλην ταύτην. δια τούτο εκλήθη το όνομα αυτής Πηγή του επικαλουμένου. ότι αλλ ‘ ή δεσμω δήσομέν σε και παραδώσομέν σε εν χειρί αυτών και θανάτω ου θανατώσομέν σε· και έδησαν αυτόν εν δυσί καλωδίοις καινοίς και ανήνεγκαν αυτόν από της πέτρας εκείνης. και εξήλθεν εξ αυτού ύδωρ. και είπεν αυτοίς Σαμψών· ον τρόπον εποίησάν μοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 9 Και ανέβησαν οι αλλόφυλοι και παρενέβαλον εν Ιούδα και εξερρίφησαν εν Λεχί. και έπιε. 20 και έκρινε τον Ισραήλ εν ημέραις αλλοφύλων είκοσιν έτη. και ετάκησαν δεσμοί αυτού από χειρών αυτού. 12 και είπαν αυτω· δήσαί σε κατέβημεν του δούναί σε εν χειρί αλλοφύλων. και νυν αποθανούμαι τω δίψει και εμπεσούμαι εν χειρί των απεριτμήτων.

και ασθενήσω και έσομαι ως εις των ανθρώπων. 10 και είπε Δαλιδά προς Σαμψών· ιδού επλάνησάς με και ελάλησας προς με ψευδή· νυν ουν ανάγγειλόν μοι εν τίνι δεθήση. Σαμψών· και διέσπασεν αυτά από βραχιόνων αυτού ωσεί σπαρτίον. 5 και ανέβησαν προς αυτήν οι άρχοντες των αλλοφύλων και είπαν αυτη· απάτησον αυτόν. 2 και ανηγγέλη τοις Γαζαίοις λέγοντες· ήκει Σαμψών ώδε. 8 και ανήνεγκαν αυτη οι άρχοντες των αλλοφύλων επτά νευράς υγράς μη διεφθαρμένας. ως ει τις αποσπάσοι στρέμμα στυπίου εν τω οσφρανθήναι αυτό πυρός· και ουκ εγνώσθη η ισχύς αυτού. 14 και εγένετο εν τω κοιμάσθαι αυτόν και έλαβε Δαλιδά τας επτά σειράς της κεφαλής αυτού και ύφανεν εν τω διάσματι και έπηξε τω πασσάλω εις τον τοίχον και είπεν· αλλόφυλοι επί σε. οίς ουκ εγένετο εν αυτοίς έργον. 13 και είπε Δαλιδά προς Σαμψών· ιδού επλάνησάς με και ελάλησας προς με ψευδή· ανάγγειλον δη μοι εν τίνι δεθήση. και έσομαι ως εις των ανθρώπων ασθενής. και ασθενήσω και έσομαι ως εις των ανθρώπων. 3 και εκοιμήθη Σαμψών έως μεσονυκτίου· και ανέστη εν ημίσει της νυκτός και επελάβετο των θυρών της πύλης της πόλεως συν τοις δυσί σταθμοίς και ανεβάσταζεν αυτάς συν τω μοχλω και έθηκεν επί ώμων αυτού και ανέβη επί την κορυφήν του όρους του επί προσώπου του Χεβρών και έθηκεν αυτά εκεί. 11 και είπε προς αυτήν· εάν δεσμεύοντες δήσωσί με εν καλωδίοις καινοίς. και ημείς δώσομέν σοι ανήρ χιλίους και εκατόν αργυρίου. και είπε προς αυτήν· εάν υφάνης τας επτά σειράς της κεφαλής μου συν τω διάσματι και εγκρούσης τω πασσάλω εις τον τοίχον. 7 και είπε προς αυτήν Σαμψών· εάν δήσωσί με εν επτά νευραίς υγραίς μη διεφθαρμέναις. και ιδέ εν τίνι η ισχύς αυτού η μεγάλη και εν τίνι δυνησόμεθα αυτω και δήσομεν αυτόν του ταπεινώσαι αυτόν. και όνομα αυτη Δαλιδά. 4 Και εγένετο μετά τούτο και ηγάπησε γυναίκα εν Αλσωρήχ. και έδησεν αυτόν εν αυταίς· 9 και το ένεδρον αυτη εκάθητο εν τω ταμιείω· και είπεν αυτω· αλλόφυλοι επί σε. 6 και είπε Δαλιδά προς Σαμψών· απάγγειλον δη μοι εν τίνι η ισχύς σου η μεγάλη και εν τίνι δεθήση του ταπεινωθήναί σε. και εκύκλωσαν και ενήδρευσαν επ ‘ αυτόν όλην την νύκτα εν τη πύλη της πόλεως και εκώφευσαν όλην την νύκτα λέγοντες· έως διαφαύση ο όρθρος. και φονεύσωμεν αυτόν. Σαμψών· και διέσπασε τας νευράς. 12 και έλαβε Δαλιδά καλώδια καινά και έδησεν αυτόν εν αυτοίς· και τα ένεδρα εξήλθεν εκ του ταμιείου· και είπεν· αλλόφυλοι επί σε. Σαμψών· και εξυπνίσθη από του ύπνου αυτού και εξήρε τον πάσσαλον του υφάσματος εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 430 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΑΙ επορεύθη Σαμψών εις Γάζαν· και είδεν εκεί γυναίκα πόρνην και εισήλθε προς αυτήν.

Σαμψών. ότι παρέδωκεν ο θεός ημών τον εχθρόν ημών εν χειρί ημών. και είπαν· καλέσατε τον Σαμψών εξ οίκου φυλακής. 26 και είπε Σαμψών προς τον νεανίαν τον κρατούντα την χείρα αυτού· άφες με και ψηλαφήσω τους κίονας. και η καρδία σου ουκ έστι μετ ‘ εμού. τούτο τρίτον επλάνησάς με και ουκ απήγγειλάς μοι εν τίνι η ισχύς σου η μεγάλη. και παιξάτω ενώπιον ημών. και εξυπνίσθη εκ του ύπνου αυτού και είπεν· εξελεύσομαι ως άπαξ και άπαξ και εκτιναχθήσομαι· και αυτός ουκ έγνω ότι ο Κύριος απέστη απάνωθεν αυτού. 24 και είδον αυτόν ο λαός και ύμνησαν τον θεόν αυτών. ότι άγιος Θεού εγώ ειμι από κοιλίας μητρός μου· εάν ουν ξυρήσωμαι. και απέστειλε και εκάλεσε τους άρχοντας των αλλοφύλων. και επιστηριχθήσομαι επ ‘ αυτούς. και ωλιγοψύχησεν έως του αποθανείν· 17 και ανήγγειλεν αυτη πάσαν την καρδίαν αυτού και είπεν αυτη· σίδηρος ουκ ανέβη επί την κεφαλήν μου. ότι απήγγειλεν αυτη πάσαν την καρδίαν αυτού. και εξύρησε τας επτά σειράς της κεφαλής αυτού· και ήρξατο ταπεινώσαι αυτόν. και εκάλεσαν τον Σαμψών εξ οίκου δεσμωτηρίου. και εκεί πάντες οι άρχοντες των αλλοφύλων. και επί το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 431 . καθώς εξυρήσατο. και έπαιζεν ενώπιον αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του τοίχου. 23 και οι άρχοντες των αλλοφύλων συνήχθησαν θυσιάσαι θυσίασμα μέγα τω Δαγών θεω αυτών και ευφρανθήναι και είπαν· έδωκεν ο Θεός εν χειρί ημών τον Σαμψών τον εχθρόν ημών. 19 και εκοίμισε Δαλιδά τον Σαμψών επί τα γόνατα αυτής· και εκάλεσεν άνδρα. 22 Και ήρξατο θρίξ της κεφαλής αυτού βλαστάνειν. τον ερημούντα την γην ημών. 18 και είδε Δαλιδά. λέγουσα· ανάβητε έτι το άπαξ τούτο. αποστήσεται απ ‘ εμού η ισχύς μου. 20 και είπε Δαλιδά· αλλόφυλοι επί σε. 25 και ότε ηγαθύνθη η καρδία αυτών. εφ ‘ οίς ο οίκος επ ‘ αυτούς. και ασθενήσω και έσομαι ως πάντες οι άνθρωποι. 21 και εκράτησαν αυτόν οι αλλόφυλοι και εξέκοψαν τους οφθαλμούς αυτού· και κατήνεγκαν αυτόν εις Γάζαν και επέδησαν αυτόν εν πέδαις χαλκείαις. και ος επλήθυνε τους τραυματίας ημών. 16 και εγένετο ότε εξέθλιψεν αυτόν εν λόγοις αυτής πάσας τας ημέρας και εστενοχώρησεν αυτόν. και ερράπιζον αυτόν και έστησαν αυτόν ανά μέσον των κιόνων. ηγάπηκά σε. ότι απήγγειλέ μοι πάσαν την καρδίαν αυτού· και ανέβησαν προς αυτήν οι άρχοντες των αλλοφύλων και ανήνεγκαν το αργύριον εν χερσίν αυτών. 27 και ο οίκος πλήρης των ανδρών και των γυναικών. και απέστη η ισχύς αυτού απ ‘ αυτού. και ην αλήθων εν οίκω του δεσμωτηρίου. 15 και είπε προς Σαμψών Δαλιδά· Πως λέγεις.

και έπεσεν ο οίκος επί τους άρχοντας και επί πάντα τον λαόν τον εν αυτω· και ήσαν οι τεθνηκότες. αυτω οίκος Θεού· και εποίησεν εφώδ και θεραφίν και επλήρωσε την χείρα από ενός υιών αυτού. και εγένετο αυτω εις ιερέα. 4 και απέδωκε το αργύριον τη μητρί αυτού· και έλαβεν η μήτηρ αυτού διακοσίους αργυρίου και έδωκεν αυτό αργυροκόπω. Θεέ. 3 και απέδωκε τους χιλίους και εκατόν του αργυρίου τη μητρί αυτού· και είπεν η μήτηρ αυτού· αγιάζουσα ηγίασα το αργύριον τω Κυρίω εκ της χειρός μου τω υιω μου του ποιήσαι γλυπτόν και χωνευτόν. 30 και είπε Σαμψών· αποθανέτω ψυχή μου μετά των αλλοφύλων· και εβάσταξεν εν ισχύϊ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώμα ωσεί τρισχίλιοι άνδρες και γυναίκες οι θεωρούντες εν παγνίαις Σαμψών. ους εθανάτωσε Σαμψών εν τω θανάτω αυτού. εφ ‘ ους ο οίκος ειστήκει. μνήσθητι δη μου νυν και ενίσχυσόν με έτι το άπαξ τούτο. 6 εν δε ταις ημέραις εκείναις ουκ ην βασιλεύς εν Ισραήλ· ανήρ το ευθές εν οφθαλμοίς αυτού εποίει. εγώ έλαβον αυτό. και επεστηρίχθη επ ‘ αυτούς και εκράτησεν ένα τη δεξιά αυτού και ένα τη αριστερά αυτού. ους έλαβες αργυρίου σεαυτη και με ηράσω και προσείπας εν ωσί μου. και αυτός Λευίτης. και όνομα αυτω Μιχαίας. 29 και περιέλαβε Σαμψών τους δύο κίονας του οίκου. 5 και ο οίκος Μιχαία. 28 και έκλαυσε Σαμψών προς Κύριον. και νυν αποδώσω αυτό σοι. 7 Και εγενήθη νεανίας εκ Βηθλεέμ δήμου Ιούδα. και ανταποδώσω ανταπόδοσιν μίαν περί των δύο οφθαλμών μου τοις αλλοφύλοις. και είπεν· Αδωναϊέ Κύριε. 2 και είπε τη μητρί αυτού· οι χίλιοι και εκατόν. και εποίησεν αυτό γλυπτόν και χωνευτόν· και εγενήθη εν οίκω Μιχαία. και αυτός έκρινε τον Ισραήλ είκοσιν έτη. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ εγένετο ανήρ από όρους Εφραίμ. ιδού το αργύριον παρ ‘ εμοί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 432 . και ούτος παρώκει εκεί. 31 και κατέβησαν οι αδελφοί αυτού και ο οίκος του πατρός αυτού και έλαβον αυτόν και ανέβησαν και έθαψαν αυτόν ανά μέσον Σαραά και ανά μέσον Εσθαόλ εν τω τάφω Μανωέ του πατρός αυτού. πλείους ή ους εθανάτωσεν εν τη ζωή αυτού. και είπεν η μήτηρ αυτού· ευλογητός ο υιος μου τω Κυρίω.

ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΕΝ ταις ημέραις εκείναις ουκ ην βασιλεύς εν Ισραήλ. 9 και είπεν αυτω Μιχαίας· πόθεν έρχη. 12 και επλήρωσε Μιχαίας την χείρα του Λευίτου. ότι ουκ ενέπεσεν αυτη έως της ημέρας εκείνης εν μέσω φυλών υιών Ισραήλ κληρονομία. 2 και απέστειλαν οι υιοί Δάν από δήμων αυτών πέντε άνδρας υιούς δυνάμεως από Σαραά και από Εσθαόλ του κατασκέψασθαι την γην και εξιχνιάσαι αυτήν και είπαν προς αυτούς· πορεύεσθε και εξιχνιάσατε την γην. και εγένετο αυτω εις ιερέα και εγένετο εν τω οίκω Μιχαία. και εγώ δώσω σοι δέκα αργυρίου εις ημέραν και στολήν ιματίων και τα προς ζωήν σου. εν ή ημείς πορευόμεθα εν αυτη. 5 και είπαν αυτω· επερώτησον δη εν τω Θεω. και ήλθεν έως όρους Εφραίμ και έως οίκου Μιχαία του ποιήσαι οδόν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 8 και επορεύθη ο ανήρ από Βηθλεέμ της πόλεως Ιούδα παροικήσαι εν ω εάν εύρη τόπω. και αυτοί επέγνωσαν την φωνήν του νεανίσκου του Λευίτου και εξέκλιναν εκεί και είπαν αυτω· τις ήνεγκέ σε ώδε. και εν ταις ημέραις εκείναις η φυλή Δάν εζήτει εαυτη κληρονομίαν κατοικήσαι. και είπε προς αυτόν· Λευίτης ειμί εκ Βηθλεέμ Ιούδα. 4 και είπε προς αυτούς· ούτω και ούτως εποίησέ μοι Μιχαίας και εμισθώσατό με. ότι εγένετό μοι ο Λευίτης εις ιερέα. και συ τι ποιείς εν τω τόπω τούτω. 11 και επορεύθη ο Λευίτης και ήρξατο παροικείν παρά τω ανδρί. 7 και επορεύθησαν οι πέντε άνδρες και ήλθον εις Λαισά· και είδαν τον λαόν τον εν μέσω αυτής καθήμενον επ ‘ ελπίδι. 10 και είπεν αυτω Μιχαίας· κάθου μετ ‘ εμού και γίνου μοι εις πατέρα και εις ιερέα. και τι σοι ώδε. και εγενόμην αυτω εις ιερέα. και ουκ έστι διατρέπων ή καταισχύνων λόγον εν τη γη. και εγενήθη ο νεανίας αυτω ως εις από υιών αυτού. ως κρίσις Σιδωνίων ησυχάζουσα. 13 και είπε Μιχαίας· νυν έγνων ότι αγαθυνεί μοι Κύριος. κληρονόμος εκπιέζων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 433 . και γνωσόμεθα ει ευοδωθήσεται η οδός ημών. εν ή πορεύεσθε εν αυτη. και ήλθον έως όρους Εφραίμ έως οίκου Μιχαία και ηυλίσθησαν αυτοί εκεί 3 εν οίκω Μιχαία. και εγώ πορεύομαι παροικήσαι εν ω εάν εύρω τόπω. 6 και είπεν αυτοίς ο ιερεύς· πορεύεσθε εν ειρήνη· ενώπιον Κυρίου η οδός υμών.

19 και είπαν αυτω· κώφευσον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θησαυρούς. 13 και παρήλθον εκείθεν όρος Εφραίμ και ήλθον έως οίκου Μιχαία. όπου ουκ έστιν εκεί υστέρημα παντός ρήματος των εν τη γη. οι εκ των υιών Δάν. εισελεύσεσθε προς λαόν επ ‘ ελπίδι. 12 και ανέβησαν και παρενέβαλον εν Καριαθιαρίμ εν Ιούδα· δια τούτο εκλήθη εν εκείνω τω τόπω Παρεμβολή Δάν έως της ημέρας ταύτης. και έλαβε το εφώδ και το θεραφίν και το γλυπτόν και το χωνευτόν και ήλθεν εν μέσω του λαού. ιδού οπίσω Καριαθιαρίμ. 21 και επέστρεψαν και απήλθαν· και έθηκαν τα τέκνα και την κτήσιν και το βάρος έμπροσθεν αυτών. 16 και οι εξακόσιοι άνδρες οι ανεζωσμένοι τα σκεύη της παρατάξεως αυτών εστώτες παρά θύρας της πύλης. και νυν γνώτε ό. 14 και απεκρίθησαν οι πέντε άνδρες οι πορευόμενοι κατασκέψασθαι την γην Λαισά και είπαν προς τους αδελφούς· έγνωτε ότι εστίν εν τω οίκω τούτω εφώδ και θεραφίν και γλυπτόν και χωνευτόν. 20 και ηγαθύνθη η καρδία του ιερέως. ελάβετε και τον ιερέα και επορεύθητε· και τι μοι έτι. τόπος. και ο ιερεύς εστώς· 18 και έλαβον το γλυπτόν και το εφώδ και το θεραφίν και το χωνευτόν. 8 και ήλθον οι πέντε άνδρες προς τους αδελφούς αυτών εις Σαραά και Εσθαόλ και είπον τοις αδελφοίς αυτών· τι υμείς κάθησθε.τι ποιήσετε. 15 και εξέκλιναν εκεί και εισήλθον εις τον οίκον του νεανίσκου του Λευίτου. 22 αυτοί εμάκρυναν από οίκου Μιχαία και ιδού Μιχαίας και οι άνδρες οι εν ταις οικίαις ταις μετά οίκου Μιχαία εβόησαν και κατελάβοντο τους υιούς Δάν. 23 και επέστρεψαν οι υιοί Δάν το πρόσωπον αυτών και είπαν τω Μιχαία· τι εστί σοι. 11 Και απήραν εκείθεν από δήμων του Δάν από Σαραά και από Εσθαόλ εξακόσιοι άνδρες εζωσμένοι σκεύη παρατάξεως. και η γη πλατεία. και ηρώτησαν αυτόν εις ειρήνην. μη οκνήσητε του πορευθήναι και εισελθείν του κληρονομήσαι την γην. ότι έδωκεν αυτήν ο Θεός εν χειρί υμών. και τι τούτο λέγετε προς με· τι κράζεις. 9 και είπαν· ανάστητε και αναβώμεν επ ‘ αυτούς. και μακράν εισι Σιδωνίων και λόγον ουκ έχουσι προς άνθρωπον. εις τον οίκον Μιχαία. επίθες την χείρά σου επί το στόμα σου και δεύρο μεθ ‘ ημών και γένου ημίν εις πατέρα και εις ιερέα· μη αγαθόν είναί σε ιερέα οίκου ανδρός ενός ή γενέσθαι σε ιερέα φυλής και οίκου εις δήμον Ισραήλ. 24 και είπε Μιχαίας· ότι το γλυπτόν μου. και είπε προς αυτούς ο ιερεύς· τι υμείς ποιείτε. ό εποίησα. 17 και ανέβησαν οι πέντε άνδρες οι πορευθέντες κατασκέψασθαι την γην και εισήλθον εκεί εις οίκον Μιχαία. 10 και ηνίκα εάν έλθητε. 25 και είπαν προς αυτόν οι υιοί Δάν· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 434 . ότι εβόησας. ότι είδομεν την γην και ιδού αγαθή σφόδρα· και υμείς ησυχάζετε.

ό εποίησε Μιχαίας πάσας τας ημέρας. μη ποτε συναντήσωσιν ημίν άνδρες πικροί ψυχή και προσθήσουσι ψυχήν σου και την ψυχήν του οίκου σου. 31 και έθηκαν εαυτοίς το γλυπτόν. και είδεν αυτόν ο πατήρ της νεάνιδος και ηυφράνθη εις συνάντησιν αυτού. 30 και έστησαν εαυτοίς οι υιοί Δάν το γλυπτόν· και Ιωνάθαν υιος Γηρσών υιος Μανασσή. και αυτή εν τη κοιλάδι του οίκου Ραάβ. αυτός και οι υιοί αυτού ήσαν ιερείς τη φυλή Δάν έως ημέρας της αποικίας της γης. επί λαόν ησυχάζοντα και πεποιθότα επ ‘ ελπίδι και επάταξαν αυτούς εν στόματι ρομφαίας και την πόλιν ενέπρησαν εν πυρί· 28 και ουκ ην ο ρυόμενος. 26 και επορεύθησαν οι υιοί Δάν εις οδόν αυτών· και είδε Μιχαίας ότι δυνατώτεροί εισιν υπέρ αυτόν. 4 και κατέσχεν αυτόν ο γαμβρός αυτού ο πατήρ της νεάνιδος και εκάθισε μετ ‘ αυτού επί τρεις ημέρας. και ήλθον επί Λαισά. και επέστρεψεν εις τον οίκον αυτού. ότι μακράν εστιν από Σιδωνίων. ας ην ο οίκος του Θεού εν Σηλώμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μη ακουσθήτω δη φωνή σου μεθ ‘ ημών. ος ετέχθη τω Ισραήλ· και ην Ουλαμαϊς όνομα της πόλεως το πρότερον. και νεανίας αυτού μετ ‘ αυτού και ζεύγος όνων· η δε εισήνεγκεν αυτόν εις οίκον πατρός αυτής. και λόγος ουκ έστιν αυτοίς μετά ανθρώπου. 5 και εγένετο τη ημέρα τη τετάρτη και ώρθρισαν το πρωϊ και ανέστη του πορευθήναι· και είπεν ο πατήρ της νεάνιδος προς τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 435 . 3 και ανέστη ο ανήρ αυτής και επορεύθη οπίσω αυτής του λαλήσαι επί καρδίαν αυτής του επιστρέψαι αυτήν αυτω. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ εγένετο εν ταις ημέραις εκείναις ουκ ην βασιλεύς εν Ισραήλ· και εγένετο ανήρ Λευίτης παροικών εν μηροίς όρους Εφραίμ και έλαβεν αυτω γυναίκα παλλακήν από Βηθλεέμ Ιούδα. ος ην αυτω. 27 και οι υιοί Δάν έλαβον ό εποίησε Μιχαίας. και έφαγον και έπιον και ηυλίσθησαν εκεί. 2 και επορεύθη απ ‘ αυτού η παλλακή αυτού και απήλθε παρ ‘ αυτού εις οίκον πατρός αυτής εις Βηθλεέμ Ιούδα και ην εκεί ημέρας μηνών τεσσάρων. και ωκοδόμησαν την πόλιν και κατεσκήνωσαν εν αυτη 29 και εκάλεσαν το όνομα της πόλεως Δάν εν ονόματι Δάν πατρός αυτών. και τον ιερέα.

και εις τον οίκόν μου εγώ πορεύομαι. 18 και είπεν προς αυτόν· παραπορευόμεθα ημείς από Βηθλεέμ Ιούδα έως μηρών όρους Εφραίμ· εκείθεν εγώ ειμι και επορεύθην έως Βηθλεέμ Ιούδα. και αγαθυνθήσεται η καρδία σου. 8 και ώρθρισε το πρωϊ τη ημέρα τη πέμπτη του πορευθήναι· και είπεν ο πατήρ της νεάνιδος· στήρισον δη την καρδίαν σου και στράτευσον έως κλίναι την ημέραν· και έφαγον οι δύο. και η ημέρα προβεβήκει σφόδρα· και είπεν ο νεανίας προς τον κύριον αυτού· δεύρο δη και εκκλίνωμεν εις πόλιν του Ιεβουσί ταύτην και αυλισθώμεν εν αυτη. ουκ έστιν υστέρημα παντός πράγματος. 17 και ήρε τους οφθαλμούς αυτού και είδε τον οδοιπόρον άνδρα εν τη πλατεία της πόλεως· και είπεν ο ανήρ ο πρεσβύτης· που πορεύη και πόθεν έρχη. 11 και ήλθοσαν έως Ιεβούς. και μετά τούτο πορεύσεσθε. και ουκ ην ανήρ συνάγων αυτούς εις οικίαν αυλισθήναι. 12 και είπε προς αυτόν ο κύριος αυτού· ουκ εκκλινούμεν εις πόλιν αλλοτρίαν. και μετ ‘ αυτού ζεύγος όνων επισεσαγμένων. και ορθριείτε αύριον εις οδόν υμών και πορεύση εις το σκήνωμά σου. πλήν παν το υστέρημά σου επ ‘ εμέ· πλήν εν τη πλατεία ου μη αυλισθήση. 13 και είπε τω νεανία αυτού· δεύρο και εγγίσωμεν ενί των τόπων και αυλισθησόμεθα εν Γαβαά ή εν Ραμά. και αυτός παρώκει εν Γαβαά. 20 και είπεν ο ανήρ πρεσβύτης· ειρήνη σοι. 21 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 436 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νυμφίον αυτού· στήρισον την καρδίαν σου ψωμω άρτου. εν ή ουκ έστιν από υιών Ισραήλ ώδε. 14 και παρήλθον και επορεύθησαν. 16 και ιδού ανήρ πρεσβύτης ήρχετο εξ έργων αυτού εξ αγρού εν εσπέρα· και ο ανήρ ην εξ όρους Εφραίμ. αυτός και η παλλακή αυτού και ο νεανίας αυτού· και είπεν αυτω ο γαμβρός αυτού ο πατήρ της νεάνιδος· ιδού δη ησθένησεν ημέρα εις την εσπέραν· αυλίσθητι ώδε. και παρελευσόμεθα έως Γαβαά. και αγαθυνθήσεται η καρδία σου. 7 και ανέστη ο ανήρ του πορεύεσθαι αυτός· και εβιάσατο αυτόν ο γαμβρός αυτού. ή εστι τω Βενιαμίν. 15 και εξέκλιναν εκεί του εισελθείν αυλισθήναι εν Γαβαά· και εισήλθον και εκάθισαν εν τη πλατεία της πόλεως. και η παλλακή αυτού μετ ‘ αυτού. 6 και εκάθισαν και έφαγον οι δύο επί το αυτό και έπιον· και είπεν ο πατήρ της νεάνιδος προς τον άνδρα· άγε δη αυλίσθητι. 9 και ανέστη ο ανήρ του πορευθήναι. και οι άνδρες του τόπου υιοί Βενιαμίν. 10 και ουκ ευδόκησεν ο ανήρ αυλισθήναι και ανέστη και απήλθε και ήλθεν έως απέναντι Ιεβούς (αύτη εστίν Ιερουσαλήμ). και έδυ αυτοίς ο ήλιος εχόμενα της Γαβαά. και εκάθισε και ηυλίσθη εκεί. και ουκ έστιν ανήρ συνάγων με εις την οικίαν· 19 και γε άχυρα και χορτάσματά εστι τοις όνοις ημών. και άρτος και οίνός εστιν εμοί και τη παιδίσκη και τω νεανίσκω μετά των παίδων σου.

και ιδού η γυνή αυτού η παλλακή πεπτωκυία παρά τας θύρας του οίκου. και εξήλθε του πορευθήναι την οδόν αυτού. και είπον προς τον άνδρα τον κύριον του οίκου τον πρεσβύτην λέγοντες· εξένεγκε τον άνδρα. μη κακοποιήσητε δη μετά το εισελθείν τον άνδρα τούτον εις την οικίαν μου. και αυτοί ενίψαντο τους πόδας αυτών και έφαγον και έπιον. 27 και ανέστη ο ανήρ αυτής το πρωϊ και ήνοιξε τας θύρας του οίκου. έως ου διέφαυσε. ου ην αυτής εκεί ο ανήρ. και έλαβεν αυτήν επί τον όνον και επορεύθη εις τον τόπον αυτού. 2 και εστάθησαν κατά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 437 . και αι χείρες αυτής επί το πρόθυρον. 29 και έλαβε την ρομφαίαν και εκράτησε την παλλακήν αυτού και εμέλισεν αυτήν εις δώδεκα μέλη και απέστειλεν αυτά εν παντί ορίω Ισραήλ. 26 και ήλθεν η γυνή προς τον όρθρον και έπεσε παρά την θύραν του οίκου. και έγνωσαν αυτήν και ενέπαιζον εν αυτη όλην την νύκτα έως το πρωϊ· και εξαπέστειλαν αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισήνεγκεν αυτόν εις τον οίκον αυτού και τόπον εποίησε τοις όνοις. 25 και ουκ ευδόκησαν οι άνδρες του εισακούσαι αυτού. 30 και εγένετο πας ο βλέπων έλεγεν· ουκ εγένετο και ουχ εώραται από ημέρας αναβάσεως υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου έως της ημέρας ταύτης θέσθε υμίν αυτοίς βουλήν επ ‘ αυτήν και λαλήσατε. ίνα γνώμεν αυτόν. και επελάβετο ο ανήρ της παλλακής αυτού και εξήγαγεν αυτήν προς αυτούς έξω. ος εισήλθεν εις την οικίαν σου. 22 αυτοί δε αγαθύνοντες καρδίαν αυτών και ιδού άνδρες της πόλεως υιοί παρανόμων εκύκλωσαν την οικίαν κρούοντες επί την θύραν. ότι ην νεκρά. ως ανέβη το πρωϊ. 28 και είπε προς αυτήν· ανάστα και απέλθωμεν· και ουκ απεκρίθη. εξάξω αυτάς. μη ποιήσητε την αφροσύνην ταύτην· 24 ιδέ η θυγάτηρ μου η παρθένος και η παλλακή αυτού. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εξήλθον πάντες οι υιοί Ισραήλ. και ταπεινώσατε αυτάς και ποιήσατε αυταίς το αγαθόν εν οφθαλμοίς υμών· και τω ανδρί τούτω μη ποιήσητε το ρήμα της αφροσύνης ταύτης. και εξεκκλησιάσθη η συναγωγή ως ανήρ εις από Δάν και έως Βηρσαβεέ και γη του Γαλαάδ προς Κύριον εις Μασσηφά. 23 και εξήλθε προς αυτούς ο ανήρ ο κύριος του οίκου και είπε· μη αδελφοί.

που εγένετο η πονηρία αύτη. 15 και επεσκέπησαν οι υιοί Βενιαμίν εν τη ημέρα εκείνη από των πόλεων είκοσι τρεις χιλιάδες. και είπεν· εις Γαβαά της Βενιαμίν ήλθον εγώ και η παλλακή μου του αυλισθήναι. τετρακόσιαι χιλιάδες ανδρών πεζών έλκοντες ρομφαίαν. ότι εποίησαν ζέμα και απόπτωμα εν Ισραήλ. 9 και νυν τούτο το ρήμα. οί επεσκέπησαν επτακόσιοι άνδρες 16 εκλεκτοί εκ παντός λαού αμφοτεροδέξιοι· πάντες ούτοι σφενδονήται εν λίθοις προς τρίχα. 11 και συνήχθη πας ανήρ Ισραήλ εις την πόλιν ως ανήρ εις. 12 Και απέστειλαν αι φυλαί Ισραήλ άνδρας εν πάση φυλή Βενιαμίν λέγοντες· τις η πονηρία αύτη η γενομένη εν υμίν. λέγοντες· ουκ απελευσόμεθα ανήρ εις σκήνωμα αυτού και ουκ επιστρέψομεν ανήρ εις τον οίκον αυτού. ποιήσαι αυτη κατά παν το απόπτωμα. 4 και απεκρίθη ο ανήρ ο Λευίτης. λαβείν επισιτισμόν του ποιήσαι ελθείν αυτούς εις Γαβαά Βενιαμίν. και ελθόντες είπαν οι υιοί Ισραήλ· λαλήσατε. 17 και ανήρ Ισραήλ επεσκέπησαν εκτός του Βενιαμίν. υιοί Ισραήλ. τετρακόσιαι χιλιάδες ανδρών ελκόντων ρομφαίαν· πάντες ούτοι άνδρες παρατάξεως. 10 πλήν ληψόμεθα δέκα άνδρας τοις εκατόν εις πάσας φυλάς Ισραήλ και εκατόν τοις χιλίοις και χιλίους τοις μυρίοις. 19 και ανέστησαν οι υιοί Ισραήλ το πρωϊ και παρενέβαλον επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 438 . εκτός των οικούντων την Γαβαά. ό ποιηθήσεται τη Γαβαά· αναβησόμεθα επ ‘ αυτήν εν κλήρω. 5 και ανέστησαν επ ‘ εμέ οι άνδρες της Γαβαά και εκύκλωσαν επ ‘ εμέ επί την οικίαν νυκτός· εμέ ηθέλησαν φονεύσαι και την παλλακήν μου εταπείνωσαν και απέθανε. ανήρ έλκων ρομφαίαν. και ουκ εξαμαρτάνοντες. 13 και νυν δότε τους άνδρας υιούς παρανόμων τους εν Γαβαά. και θανατώσομεν αυτούς και εκκαθαριούμεν πονηρίαν από Ισραήλ. ο ανήρ της γυναικός της φονευθείσης. 18 και ανέστησαν και ανέβησαν εις Βαιθήλ και ηρώτησαν εν τω Θεω και είπαν οι υιοί Ισραήλ· τις αναβήσεται ημίν εν αρχή εις παράταξιν προς υιούς Βενιαμίν. ό εποίησεν εν Ισραήλ. 14 και συνήχθησαν οι υιοί Βενιαμίν από των πόλεων αυτών εις Γαβαά εξελθείν εις παράταξιν προς υιούς Ισραήλ. δότε εαυτοίς λόγον και βουλήν εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρόσωπον Κυρίου πάσαι αι φυλαί του Ισραήλ εν εκκλησία του λαού του Θεού. 6 και εκράτησα την παλλακήν μου και εμέλισα αυτήν και εξαπέστειλα εν παντί ορίω κληρονομίας υιών Ισραήλ. και είπε Κύριος· Ιούδας εν αρχή αναβήσεται αφηγούμενος. 8 και ανέστη πας ο λαός ως ανήρ εις. και ουκ ευδόκησαν οι υιοί Βενιαμίν ακούσαι της φωνής των αδελφών αυτών υιών Ισραήλ. 7 ιδού πάντες υμείς. 3 και ήκουσαν οι υιοί Βενιαμίν ότι ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ εις Μασσηφά.

και εκάθισαν εκεί ενώπιον Κυρίου και ενήστευσαν εν τη ημέρα εκείνη έως εσπέρας και ανήνεγκαν ολοκαυτώσεις και τελείας ενώπιον Κυρίου· 27 ότι εκεί κιβωτός διαθήκης Κυρίου του Θεού. 30 και ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ προς υιούς Βενιαμίν εν τη ημέρα τη τρίτη και συνήψαν προς την Γαβαά ως άπαξ και άπαξ. 21 και εξήλθον οι υιοί Βενιαμίν από της Γαβαά και διέφθειραν εν Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη δύο και είκοσι χιλιάδας ανδρών επί την γην. 34 και ήλθον εξ εναντίας Γαβαά δέκα χιλιάδες ανδρών εκλεκτών εκ παντός Ισραήλ και παράταξις βαρεία· και αυτοί ου έγνωσαν. 25 και εξήλθον οι υιοί Βενιαμίν εις συνάντησιν αυτοίς από της Γαβαά εν τη ημέρα τη δευτέρα και διέφθειραν από υιών Ισραήλ έτι οκτωκαίδεκα χιλιάδας ανδρών επί την γην· πάντες ούτοι έλκοντες ρομφαίαν. ως τριάκοντα άνδρας εν Ισραήλ. 20 και εξήλθον πας ανήρ Ισραήλ εις παράταξιν προς Βενιαμίν και συνήψαν αυτοίς επί Γαβαά. ότι φθάνει επ ‘ αυτούς η κακία. 31 και εξήλθον οι υιοί Βενιαμίν εις συνάντησιν του λαού και εξεκενώθησαν εκ της πόλεως και ήρξαντο πατάσσειν από του λαού τραυματίας ως άπαξ και άπαξ εν ταις οδοίς. 22 και ενίσχυσαν ανήρ Ισραήλ και προσέθηκαν συνάψαι παράταξιν εν τω τόπω. 29 Και έθηκαν οι υιοί Ισραήλ ένεδρα τη Γαβαά κύκλω. και διέφθειραν οι υιοί Ισραήλ εκ του Βενιαμίν εν τη ημέρα εκείνη είκοσι και πέντε χιλιάδας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 439 . 35 και επάταξε Κύριος τον Βενιαμίν ενώπιον υιών Ισραήλ. 24 και προσήλθον οι υιοί Ισραήλ προς υιούς Βενιαμίν εν τη ημέρα τη δευτέρα. 32 και είπαν οι υιοί Βενιαμίν· πίπτουσιν ενώπιον ημών ως το πρώτον. και είπε Κύριος· ανάβητε. και επηρώτησαν οι υιοί Ισραήλ εν Κυρίω λέγοντες· ει προσθώμεν έτι εξελθείν εις παράταξιν προς υιούς Βενιαμίν αδελφούς ημών ή επίσχωμεν. 23 και ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ και έκλαυσαν ενώπιον Κυρίου έως εσπέρας και ηρώτησαν εν Κυρίω λέγοντες· ει προσθώμεν εγγίσαι εις παράταξιν προς υιούς Βενιαμίν αδελφούς ημών. 33 και πας ανήρ ανέστη εκ του τόπου αυτών και συνήψαν εν Βααλθαμάρ. και είπε Κύριος· ανάβητε προς αυτούς. ή εστι μία αναβαίνουσα εις Βαιθήλ και μία εις Γαβαά εν αγρω. ότι αύριον δώσω αυτούς εις χείρας υμών. 28 και Φινεές υιος Ελεάζαρ υιού Ααρών παρεστηκώς ενώπιον αυτής εν ταις ημέραις εκείναις. και το ένεδρον Ισραήλ επήρχετο εκ του τόπου αυτού από Μαοραγαβέ. και οι υιοί Ισραήλ είπαν· φύγωμεν και εκκενώσωμεν αυτούς από της πόλεως εις τας οδούς· και εποίησαν ούτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γαβαά. 26 και ανέβησαν πάντες οι υιοί Ισραήλ και πας ο λαός και ήλθον εις Βαιθήλ και έκλαυσαν. όπου συνήψαν εν τη ημέρα τη πρώτη.

47 και επέβλεψαν οι λοιποί και έφυγον εις την έρημον προς την πέτραν του Ρεμμών. 41 και ανήρ Ισραήλ επέστρεψε. και έστησαν εν τη παρατάξει. 37 και εν τω αυτούς υποχωρήσαι και το ένεδρον εκινήθη και εξέτειναν επί την Γαβαά. 44 και έπεσον από Βενιαμίν οκτωκαίδεκα χιλιάδες ανδρών· οι πάντες ούτοι άνδρες δυνάμεως. 36 και είδον οι υιοί Βενιαμίν ότι επλήγησαν· και έδωκεν ανήρ Ισραήλ τω Βενιαμίν τόπον. 39 και είδον οι υιοί Ισραήλ ότι προκατελάβετο το ένεδρον την Γαβαά. 42 και επέβλεψαν ενώπιον υιών Ισραήλ εις την οδόν της ερήμου και έφυγον. και οι από των πόλεων διέφθειρον αυτούς εν μέσω αυτών. ότι είπαν· πάλιν πτώσει πίπτουσιν ενώπιον ημών ως η παράταξις η πρώτη. ότι ήλπισαν προς το ένεδρον. 45 και επέβλεψαν οι λοιποί και έφευγον εις την έρημον προς την πέτραν του Ρεμμών. και Βενιαμίν ήρξατο πατάσσειν τραυματίας εν ανδράσιν Ισραήλ ως τριάκοντα άνδρας. και έσπευσαν άνδρες Βενιαμίν. ότι είδον ότι συνήντησεν επ ‘ αυτούς η πονηρία. και εκάθισαν εν πέτρα Ρεμμών τέσσαρας μήνας. 38 και σημείον ην τοις υιοίς Ισραήλ μετά του ενέδρου της μάχης ανενέγκαι αυτούς σύσσημον καπνού από της πόλεως. και εξεχύθη το ένεδρον και επάταξαν την πόλιν εν στόματι ρομφαίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εκατόν άνδρας· πάντες ούτοι είλκον ρομφαίαν. 48 και οι υιοί Ισραήλ επέστρεψαν προς υιούς Βενιαμίν και επάταξαν αυτούς εν στόματι ρομφαίας από πόλεως Μεθλά και έως κτήνους και έως παντός του ευρισκομένου εις πάσας τας πόλεις· και τας πόλεις τας ευρεθείσας ενέπρησαν εν πυρί. ό έθηκαν επί τη Γαβαά. 43 και κατέκοπτον τον Βενιαμίν και εδίωξαν αυτόν από Νουά κατά πόδα αυτού έως απέναντι Γαβαά προς ανατολάς ηλίου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 440 . και ιδού ανέβη συντέλεια της πόλεως έως ουρανού. 46 και εγένοντο πάντες οι πεπτωκότες από Βενιαμίν εικοσιπέντε χιλιάδες ανδρών ελκόντων ρομφαίαν εν τη ημέρα εκείνη· οι πάντες ούτοι άνδρες δυνάμεως. και η παράταξις έφθασεν επ ‘ αυτούς. και εκαλαμήσαντο εξ αυτών οι υιοί Ισραήλ πεντακισχιλίους άνδρας· και κατέβησαν οπίσω αυτών οι υιοί Ισραήλ έως Γεδάν και επάταξαν εξ αυτών δισχιλίους άνδρας. 40 και το σύσσημον ανέβη επί πλείον επί της πόλεως ως στύλος καπνού· και επέβλεψε Βενιαμίν οπίσω αυτού. εξακόσιοι άνδρες.

εγενήθη αύτη του επισκεπήναι σήμερον από Ισραήλ φυλήν μίαν. και ουκ ην εκεί ανήρ από οικούντων Ιαβίς Γαλαάδ. 12 και εύρον από οικούντων Ιαβίς Γαλαάδ τετρακοσίας νεάνιδας παρθένους. και ανήνεγκαν ολοκαυτώσεις και τελείας. Κύριε Θεέ Ισραήλ. 11 και τούτο ποιήσετε· παν άρσεν και πάσαν γυναίκα ευδυίαν κοίτην άρσενος αναθεματιείτε. 13 και απέστειλαν πάσα η συναγωγή και ελάλησαν προς τους υιούς Βενιαμίν εν τη πέτρα Ρεμμών και εκάλεσαν αυτούς εις ειρήνην. 2 και ήλθεν ο λαός εις Βαιθήλ και εκάθισαν εκεί έως εσπέρας ενώπιον του Θεού και ήραν φωνήν αυτών και έκλαυσαν κλαυθμόν μέγαν 3 και είπαν· εις τι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΡΙΤΑΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ οι υιοί Ισραήλ ώμοσαν εν Μασσηφάθ λέγοντες· ανήρ εξ ημών ου δώσει θυγατέρα αυτού τω Βενιαμίν εις γυναίκα. 6 και παρεκλήθησαν οι υιοί Ισραήλ προς Βενιαμίν αδελφόν αυτών και είπαν· εξεκόπη σήμερον φυλή μία από Ισραήλ· 7 τι ποιήσωμεν αυτοίς τοις περισσοίς τοις υπολειφθείσιν εις γυναίκας. και ιδού ουκ ήλθεν ανήρ εις την παρεμβολήν από Ιαβίς Γαλαάδ εις την εκκλησίαν. 5 και είπαν οι υιοί Ισραήλ· τις ουκ ανέβη εν τη εκκλησία από πασών φυλών Ισραήλ προς Κύριον. και έδωκαν αυτοίς οι υιοί Ισραήλ τας γυναίκας. αίτινες ουκ έγνωσαν άνδρα εις κοίτην άρσενος. ας εζωοποίησαν από των θυγατέρων Ιαβίς Γαλαάδ· και ήρεσεν αυτοίς ούτω. και εποίησαν ούτως. και ήνεγκαν αυτάς εις την παρεμβολήν εις Σηλώμ την εν γη Χαναάν. 4 και εγένετο τη επαύριον και ώρθρισεν ο λαός και ωκοδόμησαν εκεί θυσιαστήριον. ότι εποίησε Κύριος διακοπήν εν ταις φυλαίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 441 . τας δε παρθένους περιποιήσεσθε. 15 Και ο λαός παρεκλήθη επί τω Βενιαμίν. 10 και απέστειλεν εκεί η συναγωγή δώδεκα χιλιάδας ανδρών από υιών της δυνάμεως και ενετείλατο αυτοίς λέγοντες· πορεύεσθε και πατάξατε τους οικούντας Ιαβίς Γαλαάδ εν στόματι ρομφαίας. 9 και επεσκέπη ο λαός. ος ουκ ανέβη προς Κύριον εις Μασσηφάθ. 8 και είπαν· τις εις από φυλών Ισραήλ. 14 και επέστρεψε Βενιαμίν προς τους υιούς Ισραήλ εν τω καιρω εκείνω. ότι ο όρκος μέγας ην τοις ουκ αναβεβηκόσι προς Κύριον εις Μασσηφάθ λέγοντες· θανάτω θανατωθήσεται. και ημείς ωμόσαμεν εν Κυρίω του μη δούναι αυτοίς από των θυγατέρων ημών εις γυναίκας.

και ερούμεν αυτοίς· έλεος ποιήσατε ημίν αυτάς. ων ήρπασαν· και επορεύθησαν και υπέστρεψαν εις την κληρονομίαν αυτών και ωκοδόμησαν τας πόλεις και εκάθισαν εν αυταίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. και εξελεύσεσθε εκ των αμπελώνων και αρπάσατε εαυτοίς ανήρ γυναίκα. εάν εξέλθωσιν αι θυγατέρες των οικούντων Σηλώ χορεύειν εν τοις χοροίς. 17 και είπαν· Κληρονομία διασωζομένων των Βενιαμίν. από των θυγατέρων Σηλώμ και πορεύεσθε εις γην Βενιαμίν. ή εστιν από βορρά της Βαιθήλ κατ ‘ ανατολάς ηλίου επί της οδού της αναβαινούσης από Βαιθήλ εις Συχέμ και από νότου της Λεβωνά. 24 και περιεπάτησαν εκείθεν οι υιοί Ισραήλ εν τω καιρω εκείνω ανήρ εις φυλήν αυτού και εις συγγένειαν αυτού. ότι ουκ ελάβομεν ανήρ γυναίκα αυτού εν τη παρατάξει. 16 και είπον οι πρεσβύτεροι της συναγωγής· τι ποιήσωμεν τοις περισσοίς εις γυναίκας. ότι ωμόσαμεν εν υιοίς Ισραήλ λέγοντες· επικατάρατος ο διδούς γυναίκα τω Βενιαμίν. και εξήλθον εκείθεν ανήρ εις την κληρονομίαν αυτού. 20 και ενετείλαντο τοις υιοίς Βενιαμίν λέγοντες· πορεύεσθε και ενεδρεύσατε εν τοις αμπελώσι· 21 και όψεσθε και ιδού. 25 εν δε ταις ημέραις εκείναις ουκ ην βασιλεύς εν Ισραήλ· ανήρ το ευθές ενώπιον αυτού εποίει. ότι ουχ υμείς εδώκατε αυτοίς· ως κλήρος πλημμελήσατε. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 442 . ότι ηφανίσθη από Βενιαμίν γυνή. 19 και είπαν· ιδού δη εορτή Κυρίου εν Σηλώμ αφ ‘ ημερών εις ημέρας. 22 και έσται όταν έλθωσιν οι πατέρες αυτών ή οι αδελφοί αυτών κρίνεσθαι προς ημάς. 23 και εποίησαν ούτως οι υιοί Βενιαμίν και έλαβον γυναίκας εις αριθμόν αυτών από των χορευουσών. και ουκ εξαλειφθήσεται φυλή από Ισραήλ· 18 ότι ημείς ου δυνησόμεθα δούναι αυτοίς γυναίκας από των θυγατέρων ημών.

αυτός και η γυνή αυτού και οι δύο υιοί αυτού. 14 και επήραν την φωνήν αυτών και έκλαυσαν έτι· και κατεφίλησεν ‘Ορφά την πενθεράν αυτής και επέστρεψεν εις τον λαόν αυτής. και κατελείφθη αύτη και οι δύο υιοί αυτής. 4 και ελάβοσαν εαυτοίς γυναίκας Μωαβίτιδας. αποστράφητε εκάστη εις οίκον μητρός αυτής· ποιήσαι Κύριος μετ ‘ υμών έλεος. και αι δύο νύμφαι αυτής μετ ‘ αυτής· και επορεύοντο εν τη οδω του επιστρέψαι εις την γην Ιούδα. μη έτι μοι υιοί εν τη κοιλία μου και έσονται υμίν εις άνδρας. θυγατέρες μου. 15 και είπε Νωεμίν προς Ρουθ· ιδού ανέστρεψεν η σύννυμφός σου προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 443 . 12 επιστράφητε δη. ότι εξήλθεν εν εμοί χείρ Κυρίου. θυγατέρες μου. ου ην εκεί. καθώς εποιήσατε μετά των τεθνηκόταν και μετ ‘ εμού· 9 δώη Κύριος υμίν και εύροιτε ανάπαυσιν εκάστη εν οίκω ανδρός αυτής· και κατεφίλησεν αυτάς. διότι γεγήρακα του μη είναι ανδρί· ότι είπα. ότι επικράνθη μοι υπέρ υμάς. και όνομα τοις δυσίν υιοίς αυτού Μααλών και Χελαιών. Ρουθ δε ηκολούθησεν αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΟΥΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω κρίνειν τους κριτάς και εγένετο λιμός εν τη γη. 7 και εξήλθεν εκ του τόπου. 8 και είπε Νωεμίν ταις δυσί νύμφαις αυτής· πορεύεσθαι δη. θυγατέρες μου· και ινατί πορεύεσθε μετ ‘ εμού. 13 μη αυτούς προσδέξεσθαι έως ου αδρυνθώσιν. μη δη. 5 και απέθανον και γε αμφότεροι. και επήραν την φωνήν αυτών και έκλαυσαν. και επορεύθη ανήρ από Βηθλεέμ της Ιούδα του παροικήσαι εν αγρω Μωάβ. 6 και ανέστη αύτη και αι δύο νύμφαι αυτής και απέστρεψαν εξ αγρού Μωάβ. ότι ήκουσεν εν αγρω Μωάβ ότι επέσκεπται Κύριος τον λαόν αυτού δούναι αυτοίς άρτους. 10 και είπαν αυτη· μετά σου επιστρέφομεν εις τον λαόν σου. Εφραθαίοι εκ Βηθλεέμ της Ιούδα· και ήλθοσαν εις αγρόν Μωάβ και ήσαν εκεί. ή αυτοίς κατασχεθήσεσθε του μη γενέσθαι ανδρί. και κατελείφθη η γυνή από του ανδρός αυτής και από των δύο υιών αυτής. και όνομα τη δευτέρα Ρουθ· και κατώκησαν εκεί ως δέκα έτη. 3 και απέθανεν Ελιμέλεχ ο ανήρ της Νεωμίν. ότι έστι μοι υπόστασις του γενηθήναί με ανδρί και τέξομαι υιούς. Μααλών και Χελαιών. 2 και όνομα τω ανδρί Ελιμέλεχ. όνομα τη μια ‘Ορφά. 11 και είπε Νωεμίν· επιστράφητε δη. και όνομα τη γυναικί αυτού Νεωμίν.

και ήχησε πάσα η πόλις επ ‘ αυταίς και είπον· ει αύτη εστί Νωεμίν. και ου εάν αυλισθής. 16 είπε δε Ρουθ· μη απάντησαί μοι του καταλιπείν σε ή αποστρέψαι όπισθέν σου· ότι συ όπου εάν πορευθής. 6 και απεκρίθη το παιδάριον το εφεστώς επί τους θερίζοντας και είπεν· η παις η Μωαβίτίς εστιν η αποστραφείσα μετά Νωεμίν εξ αγρού Μωάβ 7 και είπε· συλλέξω δη και συνάξω εν τοις δράγμασιν όπισθεν των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 444 . 19 επορεύθησαν δε αμφότεραι. και κενήν απέστρεψέ με ο Κύριος· και ινατί καλείτέ με Νωεμίν. και Κύριος εταπείνωσέ με. 20 και είπε προς αυτάς· μη δη καλείτέ με Νωεμίν. ότι επικράνθη εν εμοί ο ικανός σφόδρα· 21 εγώ πλήρης επορεύθην. 22 και επέστρεψε Νωεμίν και Ρουθ η Μωαβίτις η νύμφη αυτής επιστρέφουσαι εξ αγρού Μωάβ· αύται δε παρεγενήθησαν εις Βηθλεέμ εν αρχή θερισμού κριθών. κακεί ταφήσομαι· τάδε ποιήσαι μοι Κύριος και τάδε προσθείη. αυλισθήσομαι· ο λαός σου λαός μου. 2 και είπε Ρουθ η Μωαβίτις προς Νωεμίν· πορευθώ δη εις αγρόν και συνάξω εν τοις στάχυσι κατόπισθεν ου εάν εύρω χάριν εν οφθαλμοίς αυτού. αποθανούμαι. ότι θάνατος διαστελεί αναμέσον εμού και σου. και εγένετο εν τω ελθείν αυτάς εις Βηθλεέμ. και ο Θεός σου Θεός μου· 17 και ου εάν αποθάνης. ΡΟΥΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ τη Νωεμίν ανήρ γνώριμος τω ανδρί αυτής· ο δε ανήρ δυνατός ισχύϊ εκ της συγγενείας Ελιμέλεχ. είπε δε αυτη· πορεύου. εκόπασε του λαλήσαι προς αυτήν έτι. έως του παραγενέσθαι αυτάς εις Βηθλεέμ. 5 και είπε Βοόζ τω παιδαρίω αυτού τω εφεστώτι επί τους θερίζοντας· τίνος η νεάνις αύτη. και ο ικανός εκάκωσέ με. πορεύσομαι. 4 και ιδού Βοόζ ήλθεν εκ Βηθλεέμ και είπε τοις θερίζουσι· Κύριος μεθ ‘ υμών· και είπον αυτω· ευλογήσαι σε Κύριος. θύγατερ. καλέσατέ με Πικράν. 18 ιδούσα δε Νωεμίν ότι κραταιούται αυτή του πορεύεσθαι μετ ‘ αυτής. και όνομα αυτω Βοόζ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαόν αυτής και προς τους θεούς αυτής· επιστράφηθι δη και συ οπίσω της συννύμφου σου. 3 και επορεύθη και ελθούσα συνέλεξεν εν τω αγρω κατόπισθεν των θεριζόντων· και περιέπεσε περιπτώματι τη μερίδι του αγρού Βοόζ του εκ της συγγενείας Ελιμέλεχ.

και εγενήθη ως οιφί κριθών. ότι παρεκάλεσάς με και ότι ελάλησας επί καρδίαν της δούλης σου. και εβούνισεν αυτη Βοόζ άλφιτον. είη ο επιγνούς σε ευλογημένος. μεθ ‘ ου εποίησα σήμερον. και ουκ επιτιμήσετε αυτη. και πορεύση κατόπισθεν αυτών· ιδού ενετειλάμην τοις παιδαρίοις του μη άψαισθαί σου· και ότε διψήσεις και πορευθήση εις τα σκεύη και πίεσαι όθεν εάν υδρεύωνται τα παιδάρια. εκ των αγχιστευόντων ημίν εστι. 10 και έπεσεν επί πρόσωπον αυτής και προσεκύνησεν επί την γην και είπε προς αυτόν· τι ότι εύρον χάριν εν οφθαλμοίς σου του επιγνώναί με. και ανήγγειλε Ρουθ τη πενθερά αυτής που εποίησε. 8 και είπε Βοόζ προς Ρουθ· ουκ ήκουσας. 13 η δε είπεν· εύροιμι χάριν εν οφθαλμοίς σου. 18 και ήρε και εισήλθεν εις την πόλιν. και είδεν η πενθερά αυτής α συνέλεξε. 21 και είπε Ρουθ προς την πενθεράν αυτής· και γε ότι είπε προς με· μετά των κορασίων των εμών προσκολλήθητι έως αν τελέσωσιν όλον τον αμητόν. και είπε· το όνομα του ανδρός. Βοόζ. και συ ου πορεύση εντεύθεν· ώδε κολλήθητι μετά των κορασίων μου· 9 οι οφθαλμοί σου εις τον αγρόν. κύριε. και είπεν αυτη Νωεμίν· εγγίζει ημίν ο ανήρ. και ιδού εγώ έσομαι ως μία των παιδισκών σου. 11 και απεκρίθη Βοόζ και είπεν αυτη· απαγγελία απηγγέλη μοι όσα πεποίηκας μετά της πενθεράς σου μετά το αποθανείν τον άνδρα σου και Πως κατέλιπες τον πατέρα σου και την μητέρα σου και την γην γενέσεώς σου και επορεύθης προς λαόν. ότι ουκ εγκατέλιπε το έλεος αυτού μετά των ζώντων και μετά των τεθνηκότων. 19 και είπεν αυτη η πενθερά αυτής· που συνέλεξας σήμερον και που εποίησας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 445 . εξ ων ενεπλήσθη. 20 είπε δε Νωεμίν τη νύμφη αυτής· ευλογητός εστι τω Κυρίω. θύγατερ. ον ουκ ήδεις εχθές και τρίτης· 12 αποτίσαι Κύριος την εργασίαν σου και γένοιτο ο μισθός σου πλήρης παρά Κυρίου Θεού Ισραήλ. και εξενέγκασα Ρουθ έδωκεν αυτη α κατέλιπεν. 17 και συνέλεξεν εν τω αγρω έως εσπέρας· και ερράβδισεν α συνέλεξε. και έφαγε και ενεπλήσθη και κατέλιπε. και μη καταισχύνητε αυτήν· 16 και βαστάζοντες βαστάσατε αυτη και γε παραβάλλοντες παραβαλείτε αυτη εκ των βεβουνισμένων· και φάγεται και συλλέξει. ου κατέπαυσεν εν τω αγρω μικρόν. 14 και είπεν αυτη Βοόζ· ήδη ωρα του φαγείν. και ενετείλατο Βοόζ τοις παιδαρίοις αυτού λέγων· και γε ανά μέσον των δραγμάτων συλλεγέτω. πρόσελθε ώδε και φάγεσαι των άρτων και βάψεις τον ψωμόν σου εν τω όξει. μη πορευθής εν αγρω συλλέξαι ετέρω. ου εάν θερίζωσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θεριζόντων· και ήλθε και έστη από πρωϊθεν και έως εσπέρας. προς ον ήλθες πεποιθέναι υπό τας πτέρυγας αυτού. και εγώ ειμι ξένη. και εκάθισε Ρουθ εκ πλαγίων των θεριζόντων. 15 και ανέστη του συλλέγειν.

ότι εξήλθες μετά των κορασίων αυτού. και γνώση τον τόπον όπου κοιμάται εκεί. η δε είπεν· εγώ ειμι Ρουθ η δούλη σου. 12 και νυν ο αληθώς αγχιστεύς εγώ ειμι. 3 συ δε λούση και αλείψη και περιθήσεις τον ιματισμόν σου επί σεαυτη και αναβήση επί τον άλω· μη γνωρισθής τω ανδρί έως του συντελέσαι αυτόν του φαγείν και πιείν· 4 και έσται εν τω κοιμηθήναι αυτόν. 23 και προσεκολλήθη Ρουθ τοις κορασίοις του Βοόζ του συλλέγειν έως του συντελέσαι τον θερισμόν των κριθών και των πυρών. 10 και είπε Βοόζ· ευλογημένη συ τω Κυρίω Θεω. αγχιστεύσω σε εγώ. θύγατερ. ποιήσω. 8 εγένετο δε εν τω μεσονυκτίω και εξέστη ο ανήρ και εταράχθη. όσα εάν είπης. και περιβαλείς το πτερύγιόν σου επί την δούλην σου. 7 και έφαγε Βοόζ και έπιε και ηγαθύνθη η καρδία αυτού. 9 είπε δε· τις ει συ. αγχιστευέτω· εάν δε μη βούληται αγχιστεύσαί σε. ου ης μετά των κορασίων αυτού. είπε δε αυτη Νωεμίν η πενθερά αυτής· θύγατερ. 6 και κατέβη εις τον άλω και εποίησε κατά πάντα. 11 και νυν. όσα ενετείλατο αυτη η πενθερά αυτής. εάν αγχιστεύση σε. 5 είπε δε Ρουθ προς αυτήν· πάντα όσα αν είπης. και ήλθε κοιμηθήναι εν μερίδι της στοιβής· η δε ήλθε κρυφή και απεκάλυψε τα προς ποδών αυτού. και έσται το πρωϊ. ότι αγχιστεύς ει συ. και ιδού γυνή κοιμάται προς ποδών αυτού. 2 και νυν ουχί Βοόζ γνώριμος ημών. θύγατερ. 14 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 446 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ος υπάρχει μοι. μη πορευθήναί σε οπίσω νεανιών. ου μη ζητήσω σοι ανάπαυσιν. και ελεύση και αποκαλύψεις τα προς ποδών αυτού και κοιμηθήση. θύγατερ. και γε εστιν αγχιστεύς εγγίων υπέρ εμέ. μη φοβού· πάντα. 13 αυλίσθητι την νύκτα. 22 και είπε Νωεμίν προς Ρουθ την νύμφην αυτής· αγαθόν. και αυτός απαγγελεί σοι α ποιήσεις. ιδού αυτός λικμά τον άλωνα των κριθών ταύτη τη νυκτί. ίνα εύ γένηταί σοι. αγαθόν. ποιήσω σοι· οίδε γαρ πάσα φυλή λαού μου ότι γυνή δυνάμεως ει συ. και ουκ απαντήσονταί σοι εν αγρω ετέρω. ζη Κύριος· κοιμήθητι έως το πρωϊ. ότι ηγάθυνας το έλεός σου το έσχατον υπέρ το πρώτον. είτοι πτωχός είτοι πλούσιος. ΡΟΥΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ εκάθισε μετά της πενθεράς αυτής.

έως του επιγνώναί σε Πως ου πεσείται ρήμα· ου γαρ μη ησυχάση ο ανήρ. και εκράτησεν αυτό. και είπε προς αυτόν Βοόζ· εκκλίνας κάθισον ώδε. 18 η δε είπε· κάθου. καγώ ειμι μετά σε. ότι είπε προς με· μη εισέλθης κενή προς την πενθεράν σου. ον ελάλησε Βοόζ. ανάγγειλόν μοι και γνώσομαι· ότι ουκ έστι πάρεξ σου του αγχιστεύσαι. έως αν τελεσθή το ρήμα σήμερον. θύγατερ. όσα εποίησεν αυτη ο ανήρ. 16 και Ρουθ εισήλθε προς την πενθεράν αυτής· η δε είπεν αυτη· θύγατερ· και είπεν αυτη πάντα. 4 καγώ είπα· αποκαλύψω το ους σου λέγων· κτήσαι εναντίον των καθημένων και εναντίον των πρεσβυτέρων του λαού μου· ει αγχιστεύεις. ή δέδοται Νωεμίν τη επιστρεφούση εξ αγρού Μωάβ. 15 και είπεν αυτη· φέρε το περίζωμα το επάνω σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκοιμήθη προς ποδών αυτού έως πρωϊ. 2 και έλαβε Βοόζ δέκα άνδρας από των πρεσβυτέρων της πόλεως και είπε· καθίσατε ώδε· και εκάθισαν. κρύφιε. μη ποτε διαφθείρω την κληρονομίαν μου· αγχίστευσον σεαυτω την αγχιστείαν μου. και ιδού ο αγχιστεύς παρεπορεύετο. 7 και τούτο το δικαίωμα έμπροσθεν εν τω Ισραήλ επί την αγχιστείαν και επί το αντάλλαγμα του στήσαι πάντα λόγον. αγχιστεύσω. 5 και είπε Βοόζ· εν ημέρα του κτήσασθαί σε τον αγρόν εκ χειρός Νωεμίν και παρά Ρουθ της Μωαβίτιδος γυναικός του τεθνηκότος. ο δε είπεν· εγώ ειμι. αγχίστευε· ει δε μη αγχιστεύεις. και αυτήν κτήσασθαί σε δεί ωστε αναστήσαι το όνομα του τεθνηκότος επί της κληρονομίας αυτού. 3 και είπε Βοόζ τω αγχιστεί· την μερίδα του αγρού. και εμέτρησεν εξ κριθών και επέθηκεν επ ‘ αυτήν· και εισήλθεν εις την πόλιν. και υπελύετο ανήρ το υπόδημα αυτού και εδίδου τω πλησίον αυτού τω αγχιστεύοντι την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 447 . ΡΟΥΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ Βοόζ ανέβη επί την πύλην. ή εστι του αδελφού ημών του Ελιμέλεχ. η δε ανέστη προ του επιγνώναι άνδρα τον πλησίον αυτού· και είπε Βοόζ· μη γνωσθήτω ότι ήλθε γυνή εις τον άλω. 6 και είπεν ο αγχιστεύς· ου δυνήσομαι αγχιστεύσαι εμαυτω. και εξέκλινε και εκάθισε. και εκάθισεν εκεί. ότι ου δυνήσομαι αγχιστεύσαι. 17 και είπεν αυτη· τα εξ των κριθών ταύτα έδωκέ μοι.

18 και αύται αι γενέσεις Φαρές· Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ. 15 και έσται σοι εις επιστρέφοντα ψυχήν και του διαθρέψαι την πολιάν σου. 19 Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράν. και εγενήθη αυτω εις γυναίκα. ότι η νύμφη η αγαπήσασά σε έτεκεν αυτόν. και οι πρεσβύτεροι είποσαν· δώη Κύριος την γυναίκά σου την εισπορευομένην εις τον οίκόν σου ως Ραχήλ και ως Λείαν. και ουκ εξολοθρευθήσεται το όνομα του τεθνηκότος εκ των αδελφών αυτού και εκ της φυλής λαού αυτού· μάρτυρες υμείς σήμερον. 14 και είπαν αι γυναίκες προς Νωεμίν· ευλογητός Κύριος. και Βοόζ εγέννησε τον ‘Ωβήδ. 17 και εκάλεσαν αυτού αι γείτονες όνομα λέγουσαι· ετέχθη υιος τη Νωεμίν· και εκάλεσαν το όνομα αυτού ‘Ωβήδ· ούτος πατήρ Ιεσσαί πατρός Δαυίδ. ον έτεκε Θάμαρ τω Ιούδα. 11 και είποσαν πας ο λαός οι εν τη πύλη· μάρτυρες. και Αράν εγέννησε τον Αμιναδάβ. ος ου κατέλυσέ σοι σήμερον τον αγχιστέα. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 448 . και τούτο ην μαρτύριον εν Ισραήλ. 22 και ‘Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί. 8 και είπεν ο αγχιστεύς τω Βοόζ· κτήσαι σεαυτω την αγχιστείαν μου· και υπελύσατο το υπόδημα αυτού και έδωκεν αυτω. αι ωκοδόμησαν αμφότεροι τον οίκον του Ισραήλ και εποίησαν δύναμιν εν Εφραθά. και Ιεσσαί εγέννησε τον Δαυίδ. 21 και Σαλμάν εγέννησε τον Βοόζ. 16 και έλαβε Νωεμίν το παιδίον και έθηκεν εις τον κόλπον αυτής και εγενήθη αυτω εις τιθηνόν. 13 και έλαβε Βοόζ την Ρουθ. ότι κέκτημαι πάντα τα του Ελιμέλεχ και πάντα. και έτεκεν υιόν. 20 και Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασσών. ή εστιν αγαθή σοι υπέρ επτά υιούς. 9 και είπε Βοόζ τοις πρεσβυτέροις και παντί τω λαω· μάρτυρες υμείς σήμερον. και έσται όνομα εν Βηθλεέμ· 12 και γένοιτο ο οίκός σου ως ο οίκος Φαρές.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγχιστείαν αυτού. όσα υπάρχει τω Χελαιών και τω Μααλών εκ χειρός Νωεμίν· 10 και γε Ρουθ την Μωαβίτιν την γυναίκα Μααλών κέκτημαι εμαυτω εις γυναίκα του αναστήσαι το όνομα του τεθνηκότος επί της κληρονομίας αυτού. και εισήλθε προς αυτήν. και καλέσαι το όνομά σου εν Ισραήλ. και Ναασσών εγέννησε τον Σαλμάν. εκ του σπέρματος ου δώσει Κύριός σοι εκ της παιδίσκης ταύτης. και έδωκεν αυτη Κύριος κύησιν.

6 ότι ουκ έδωκεν αυτη Κύριος παιδίον κατά την θλίψιν αυτής και κατά την αθυμίαν της θλίψεως αυτής. και Ηλί ο ιερεύς εφύλαξε το στόμα αυτής· 13 και αύτη ελάλει εν τη καρδία αυτής και τα χείλη αυτής εκινείτο. 12 και εγενήθη ότε επλήθυνε προσευχομένη ενώπιον Κυρίου. και ινατί τύπτει σε η καρδία σου. και είπεν αυτη· τι έστι σοι. 8 και είπεν αυτη Ελκανά ο ανήρ αυτής· Άννα. και είπεν αυτω· ιδού εγώ. 14 και είπεν αυτη το παιδάριον Ηλί· έως πότε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 449 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΝΘΡΩΠΟΣ ην εξ Αρμαθαίμ Σιφά. ότι ουκ ην αυτη παιδίον. 10 και αυτή κατώδυνος ψυχή και προσηύξατο προς Κύριον και κλαίουσα έκλαυσε 11 και ηύξατο ευχήν Κυρίω λέγουσα· Αδωναϊ Κύριε Ελωέ Σαβαώθ. και οίνον και μέθυσμα ου πίεται. 2 και τούτω δύο γυναίκες· όνομα τη μια Άννα. και όνομα τη δευτέρα Φεννάνα· και ην τη Φεννάνα παιδία. και τη Άννα ουκ ην παιδίον. ότι κλαίεις. και ηθύμει δια τούτο. γυναικί αυτού. εάν επιβλέπων επιβλέψης επί την ταπείνωσιν της δούλης σου και μνησθής μου και δως τη δούλη σου σπέρμα ανδρών. και όνομα αυτω Ελκανά υιος Ιερεμεήλ υιού ‘Ηλιού υιού Θοκέ εν Νασίβ Εφραίμ. εξ όρους Εφραίμ. και δώσω αυτόν ενώπιόν σου δοτόν έως ημέρας θανάτου αυτού. και τοις υιοίς αυτής μερίδας· 5 και τη Άννα έδωκε μερίδα μίαν. 9 και ανέστη Άννα μετά το φαγείν αυτούς εν Σηλώ και κατέστη ενώπιον Κυρίου. 7 ούτως εποίει ενιαυτόν κατ ‘ ενιαυτόν. και Κύριος απέκλεισε τα περί την μήτραν αυτής. 4 και εγενήθη ημέρα και έθυσεν Ελκανά και έδωκε τη Φεννάνα. πλήν ότι την Άνναν ηγάπα Ελκανά υπέρ ταύτην. και Ηλί ο ιερεύς εκάθητο επί του δίφρου επί των φλιών ναού Κυρίου. ότι συνέκλεισε Κύριος τα περί την μήτραν αυτής του μη δούναι αυτη παιδίον. 3 και ανέβαινεν ο άνθρωπος εξ ημερών εις ημέρας εκ πόλεως αυτού εξ Αρμαθαίμ προσκυνείν και θύειν Κυρίω τω Θεω Σαβαώθ εις Σηλώ· και εκεί Ηλί και οι δύο υιοί αυτού ‘Οφνί και Φινεές ιερείς του Κυρίου. ουκ αγαθός εγώ σοι υπέρ δέκα τέκνα. και σίδηρος ουκ αναβήσεται επί την κεφαλήν αυτού. και φωνή αυτής ουκ ηκούετο· και ελογίσατο αυτή Ηλί εις μεθύουσαν. και ινατί ουκ εσθίεις. κύριε. εν τω αναβαίνειν αυτήν εις οίκον Κυρίου· και ηθύμει και έκλαιε και ουκ ήσθιε.

25 και προσήγαγον ενώπιον Κυρίου. ότι είπε τω ανδρί αυτής· έως του αναβήναι το παιδάριον. εγώ η γυνή η καταστάσα ενώπιόν σου μετά σου εν τω προσεύξασθαι προς Κύριον· 27 υπέρ του παιδαρίου τούτου προσηυξάμην. 24 και ανέβη μετ ‘ αυτού εις Σηλώμ εν μόσχω τριετίζοντι και άρτοις και οιφί σεμιδάλεως και νέβελ οίνου και εισήλθεν εις οίκον Κυρίου εν Σηλώμ. και οφθήσεται τω προσώπω Κυρίου και καθήσεται έως αιώνος εκεί. έως αν απογαλακτίση αυτόν. ό ητήσω παρ ‘ αυτού. και προσήγαγεν Άννα η μήτηρ του παιδίου προς Ηλί 26 και είπεν· εν εμοί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 450 . και το πρόσωπον αυτής ου συνέπεσεν έτι. 23 και είπεν αυτη Ελκανά ο ανήρ αυτής· ποίει το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. και προσήγαγε το παιδάριον και έσφαξε τον μόσχον. Και είπεν. και συνέλαβε. 17 και απεκρίθη Ηλί και είπεν αυτη· πορεύου εις ειρήνην· ο Θεός Ισραήλ δώη σοι παν αίτημά σου. κύριε· ζη η ψυχή σου. και επορεύθη η γυνή εις την οδόν αυτής και εισήλθεν εις το κατάλυμα αυτής και έφαγε μετά του ανδρός αυτής και έπιε. ότι εκ πλήθους αδολεσχίας μου εκτέτακα έως νυν. και έσφαξεν ο πατήρ αυτού την θυσίαν. και εκάθισεν η γυνή και εθήλασε τον υιόν αυτής. 20 και εγενήθη τω καιρω των ημερών και έτεκεν υιόν· και εκάλεσε το όνομα αυτού Σαμουήλ και είπεν· ότι παρά Κυρίου Θεού Σαβαώθ ητησάμην αυτόν. και έδωκέ μοι Κύριος το αίτημά μου. 15 και απεκρίθη Άννα και είπεν· ουχί. και εμνήσθη αυτής Κύριος. ας ζη αυτός. περιελού τον οίνόν σου και πορεύου εκ προσώπου Κυρίου. ην εποίει εξ ημερών εις ημέρας τω Κυρίω. 21 Και ανέβη ο άνθρωπος Ελκανά και πας ο οίκος αυτού θύσαι εν Σηλώμ την θυσίαν των ημερών και τας ευχάς αυτού και πάσας τας δεκάτας της γης αυτού· 22 και Άννα ουκ ανέβη μετ ‘ αυτού. και το παιδάριον μετ ‘ αυτών. ή σκληρά ημέρα. εγώ ειμι και οίνον και μέθυσμα ου πέπωκα και εκχέω την ψυχήν μου ενώπιον Κυρίου· 16 μη δως την δούλην σου εις θυγατέρα λοιμήν. χρήσιν τω Κυρίω. 18 και είπεν· εύρεν η δούλη σου χάριν εν οφθαλμοίς σου. 19 και ορθρίζουσι το πρωϊ και προσκυνούσι τω Κυρίω και πορεύονται την οδόν αυτών. ό ητησάμην παρ ‘ αυτού· 28 καγώ κιχρώ αυτόν τω Κυρίω πάσας τας ημέρας. και εισήλθεν Ελκανά εις τον οίκον αυτού Αρμαθαίμ και έγνω την Άνναν γυναίκα αυτού. κύριε· γυνή. κάθου έως αν απογαλακτίσης αυτό· αλλά στήσαι Κύριος το εξελθόν εκ του στόματός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεθυσθήση. εάν απογαλακτίσω αυτό.

και ου μη λάβω παρά σου κρέας εφθόν εκ του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 451 . 14 και επάταξεν αυτήν εις τον λέβητα τον μέγαν ή εις το χαλκείον ή εις την χύτραν· και παν. αλλ ‘ εν τούτω καυχάσθω ο καυχώμενος. και η πολλή εν τέκνοις ησθένησε. 11 Και κατέλιπεν αυτόν εκεί ενώπιον Κυρίου και απήλθεν εις Αρμαθαίμ. ό εάν ανέβη εν τη κρεάγρα. και μη καυχάσθω ο πλούσιος εν τω πλούτω αυτού. και το δικαίωμα του ιερέως παρά του λαού. και μη καυχάσθω ο δυνατός εν τη δυνάμει αυτού. και το παιδάριον ην λειτουργών τω προσώπω Κυρίου ενώπιον Ηλί του ιερέως. ήρχετο το παιδάριον του ιερέως και έλεγε τω ανδρί τω θύοντι· δος κρέας οπτήσαι τω ιερεί. παντός του θύοντος· 13 και ήρχετο το παιδάριον του ιερέως. υψώθη κέρας μου εν Θεω μου· επλατύνθη επ ‘ εχθρούς μου το στόμα μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΣΤΕΡΕΩΘΗ η καρδία μου εν Κυρίω. 15 και πριν θυμιαθήναι το στέαρ. και ασθενούντες περιεζώσαντο δύναμιν· 5 πλήρεις άρτων ηλαττώθησαν. Κύριος ανέβη εις ουρανούς και εβρόντησεν. ελάμβανεν εαυτω ο ιερεύς· κατά τάδε εποίουν παντί Ισραήλ τοις ερχομένοις θύσαι Κυρίω εν Σηλώμ. ότι Θεός γνώσεων Κύριος και Θεός ετοιμάζων επιτηδεύματα αυτού. μη εξελθέτω μεγαλορρημοσύνη εκ του στόματος υμών. 2 ότι ουκ έστιν άγιος ως Κύριος. 12 Και οι υιοί Ηλί του ιερέως υιοί λοιμοί ουκ ειδότες τον Κύριον. και ουκ έστι δίκαιος ως ο Θεός ημών· ουκ έστιν άγιος πλήν σου. Κύριος άγιος. κατάγει εις άδου και ανάγει· 7 Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει. 4 τόξον δυνατών ησθένησε. 8 ανιστά από γης πένητα και από κοπρίας εγείρει πτωχόν καθίσαι μετά δυναστών λαού και θρόνον δόξης κατακληρονομών αυτοίς. και οι πεινώντες παρήκαν γην· ότι στείρα έτεκεν επτά. ευφράνθην εν σωτηρία σου. 9 διδούς ευχήν τω ευχομένω και ευλόγησεν έτη δικαίου· ότι ουκ εν ισχύϊ δυνατός ανήρ. συνιείν και γινώσκειν τον Κύριον και ποιείν κρίμα και δικαιοσύνην εν μέσω της γης. αυτός κρινεί άκρα γης. και κρεάγρα τριόδους εν τη χειρί αυτού. 3 μη καυχάσθε. ως αν ηψήθη το κρέας. 6 Κύριος θανατοί και ζωογονεί. και δίδωσιν ισχύν τοις βασιλεύσιν ημών και υψώσει κέρας χριστού αυτού. 10 Κύριος ασθενή ποιήσει αντίδικον αυτού. και μη λαλείτε υψηλά. ταπεινοί και ανυψοί. μη καυχάσθω ο φρόνιμος εν τη φρονήσει αυτού.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λέβητος. ων επιθυμεί η ψυχή σου. ως καθήκει. ότι ουκ αγαθή η ακοή. ότι αλλ ‘ ή τους δοξάζοντάς με δοξάσω. και ο εξουθενών με ατιμασθήσεται. ό εγώ ακούω εκ στόματος παντός του λαού Κυρίου. ότι ηθέτουν την θυσίαν Κυρίου. ας εγώ ακούω. και εάν μη. 18 και Σαμουήλ ην λειτουργών ενώπιον Κυρίου παιδάριον περιεζωσμένον εφούδ βάρ. τις προσεύξεται υπέρ αυτού. ότι βουλόμενος εβούλετο Κύριος διαφθείραι αυτούς. ην εγώ ακούω· μη ποιείτε ούτως. 20 και ευλόγησεν Ηλί τον Ελκανά και την γυναίκα αυτού λέγων· αποτίσαι σοι Κύριος σπέρμα εκ της γυναικός ταύτης αντί του χρέους. 17 και ην η αμαρτία ενώπιον Κυρίου των παιδαρίων μεγάλη σφόδρα. ότι ουκ αγαθαί αι ακοαί. και ουκ ήκουον της φωνής του πατρός αυτών. και είπεν· ουχί. και λάβε σεαυτω εκ πάντων. 30 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· είπα· ο οίκός σου και ο οίκος του πατρός σου διελεύσεται ενώπιόν μου έως αιώνος· και νυν φησί Κύριος· μηδαμώς εμοί. 27 και ήλθεν ο άνθρωπος Θεού προς Ηλί και είπε· τάδε λέγει Κύριος· αποκαλυφθείς απεκαλύφθην προς οίκον του πατρός σου όντων αυτών εν γη Αιγύπτω δούλων τω οίκω Φαραώ 28 και εξελεξάμην τον οίκον του πατρός σου εκ πάντων των σκήπτρων Ισραήλ εμοί ιερατεύειν και αναβαίνειν επί θυσιαστήριόν μου και θυμιάν θυμίαμα και αίρειν εφούδ και έδωκα τω οίκω του πατρός σου τα πάντα του πυρός υιών Ισραήλ εις βρώσιν· 29 ινατί επέβλεψας επί το θυμίαμά μου και εις την θυσίαν μου αναιδεί οφθαλμω και εδόξασας τους υιούς σου υπέρ εμέ ενευλογείσθαι απαρχής πάσης θυσίας του Ισραήλ έμπροσθέν μου. 21 και επεσκέψατο Κύριος την Άνναν. και απήλθεν ο άνθρωπος εις τον τόπον αυτού. 24 μη. και έτεκεν έτι τρεις υιούς και δύο θυγατέρας. λήψομαι κραταιώς. ου έχρησας τω Κυρίω. το στέαρ. και προσεύξονται υπέρ αυτού προς Κύριον· και εάν τω Κυρίω αμάρτη. και εμεγαλύνθη το παιδάριον Σαμουήλ ενώπιον Κυρίου. 23 και είπεν αυτοίς· ινατί ποιείτε κατά το ρήμα τούτο. 26 και το παιδάριον Σαμουήλ επορεύετο και εμεγαλύνετο και ην αγαθόν μετά Κυρίου και μετά ανθρώπων. 22 Και Ηλί πρεσβύτης σφόδρα· και ήκουσεν α εποίουν οι υιοί αυτού τοις υιοίς Ισραήλ. του μη δουλεύειν λαόν Θεω. τέκνα. 16 και έλεγεν ο ανήρ ο θύων· θυμιαθήτω πρώτον. 25 εάν αμαρτάνων αμάρτη ανήρ εις άνδρα. 19 και διπλοϊδα μικράν εποίησεν αυτω η μήτηρ αυτού και ανέφερεν αυτω εξ ημερών εις ημέρας εν τω αναβαίνειν αυτήν μετά του ανδρός αυτής θύσαι την θυσίαν των ημερών. 31 ιδού έρχονται ημέραι και εξολοθρεύσω το σπέρμα σου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 452 . ότι νυν δώσεις.

5 και έδραμε προς Ηλί και είπεν· ιδού εγώ. ότι ακούει ο δούλός σου. ος πάντα τα εν τη καρδία μου και τα εν τη ψυχή μου ποιήσει· και οικοδομήσω αυτω οίκον πιστόν. και επορεύθη Σαμουήλ και εκοιμήθη εν τω τόπω αυτού. Κύριε. 35 και αναστήσω εμαυτω ιερέα πιστόν. και Σαμουήλ εκάθευδεν εν τω ναω. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ το παιδάριον Σαμουήλ ην λειτουργών τω Κυρίω ενώπιον Ηλί του ιερέως· και ρήμα Κυρίου ην τίμιον εν ταις ημέραις εκείναις. 2 και εγένετο εν τη ημέρα εκείνη και Ηλί εκάθευδεν εν τω τόπω αυτού. 8 και προσέθετο Κύριος καλέσαι Σαμουήλ εν τρίτω· και ανέστη και επορεύθη προς Ηλί και είπεν· ιδού εγώ. ό ήξει επί τους δύο υιούς σου. 10 και ήλθε Κύριος και κατέστη και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 453 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το σπέρμα οίκου πατρός σου. ου η κιβωτός του Θεού. ανάστρεφε. 32 και ουκ έσται σοι πρεσβύτης εν οίκω μου πάσας τας ημέρας· 33 και άνδρα ουκ εξολοθρεύσω σοι από του θυσιαστηρίου μου εκλείπειν τους οφθαλμούς αυτού και καταρρείν την ψυχήν αυτού. κάθευδε. ανάστρεφε. ουκ ην όρασις διαστέλλουσα. 6 και προσέθετο Κύριος και εκάλεσε· Σαμουήλ Σαμουήλ· και επορεύθη προς Ηλί το δεύτερον και είπεν· ιδού εγώ. ότι κέκληκάς με· και είπεν· ου κέκληκά σε. ‘Οφνί και Φινεές· εν μια ημέρα αποθανούνται αμφότεροι. και έσται εάν καλέση σε και ερείς· λάλει. κάθευδε· 7 και Σαμουήλ πριν ή γνώναι Θεόν και αποκαλυφθήναι αυτω ρήμα Κυρίου. 36 και έσται ο περισσεύων εν οίκω σου ήξει προσκυνείν αυτω οβολού αργυρίου λέγων· παράρριψόν με επί μίαν των ιερατειών σου φαγείν άρτον. ότι κέκληκάς με. και ουκ ηδύναντο βλέπειν. 3 και ο λύχνος του Θεού πριν επισκευασθήναι. και διελεύσεται ανώπιον χριστού μου πάσας τας ημέρας. και εσοφίσατο Ηλί ότι Κύριος κέκληκε το παιδάριον. 34 και τούτό σοι το σημείον. τέκνον. και πας περισσεύων οίκου σου πεσούνται εν ρομφαία ανδρών. ότι κέκληκάς με· και είπεν· ου κέκληκά σε. κάθευδε· και ανέστρεψε και εκάθευδε. 9 και είπεν· ανάστρεφε. 4 και εκάλεσε Κύριος· Σαμουήλ Σαμουήλ· και είπεν· ιδού εγώ. και οι οφθαλμοί αυτού ήρξαντο βαρύνεσθαι.

όσα ελάλησα εις τον οίκον αυτού. και Ηλί πρεσβύτης σφόδρα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 454 . 11 και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· ιδού εγώ ποιώ τα ρήματά μου εν Ισραήλ. ότι ακούει ο δούλός σου. 20 και έγνωσαν πας Ισραήλ από Δάν και έως Βηρσαβεέ ότι πιστός Σαμουήλ εις προφήτην τω Κυρίω. μη δη κρύψης απ ‘ εμού· τάδε ποιήσαι σοι ο Θεός και τάδε προσθείη. 12 εν τη ημέρα εκείνη επεγερώ επί Ηλί πάντα. 21 και προσέθετο Κύριος δηλωθήναι εν Σηλώμ. 2 και παρατάσσονται αλλόφυλοι εις πόλεμον επί Ισραήλ· και έκλινεν ο πόλεμος. και ουκ έπεσεν από πάντων των λόγων αυτού επί την γην. και είπεν Ηλί· Κύριος αυτός. 16 και είπεν Ηλί προς Σαμουήλ· Σαμουήλ τέκνον· και είπεν· ιδού εγώ. το αγαθόν ενώπιον αυτού ποιήσει. και ουκ ενουθέτει αυτούς 14 και ουδ ‘ ούτως. άρξομαι και επιτελέσω. και έπταισεν ανήρ Ισραήλ ενώπιον αλλοφύλων. 17 και είπε· τι το ρήμα το λαληθέν προς σε. και ην Κύριος μετ ‘ αυτού. ώμοσα τω οίκω Ηλί· ει εξιλασθήσεται αδικία οίκου Ηλί εν θυμιάματι και εν θυσίαις έως αιώνος. ότι απεκαλύφθη Κύριος προς Σαμουήλ· και επιστεύθη Σαμουήλ του προφήτης γενέσθαι τω Κυρίω εις πάντα Ισραήλ απ ‘ άκρων της γης και έως άκρων. 15 και κοιμάται Σαμουήλ έως πρωϊ και ώρθρισε το πρωϊ και ήνοιξε τας θύρας οίκου Κυρίου· και Σαμουήλ εφοβήθη απαγγείλαι την όρασιν τω Ηλί. ωστε παντός ακούοντος αυτά ηχήσει αμφότερα τα ώτα αυτού. 19 και εμεγαλύνθη Σαμουήλ. και οι αλλόφυλοι παρεμβάλλουσιν εν Αφέκ. ότι κακολογούντες Θεόν οι υιοί αυτού. και οι υιοί αυτού πορευόμενοι επορεύοντο και πονηρά η οδός αυτών ενώπιον Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκάλεσεν αυτόν ως άπαξ και άπαξ. 18 και απήγγειλε Σαμουήλ πάντας τους λόγους και ουκ έκρυψεν απ ‘ αυτού. 13 και ανήγγελκα αυτω ότι εκδικώ εγώ τον οίκον αυτού έως αιώνος εν αδικίαις υιών αυτού. εάν κρύψης απ ‘ εμού ρήμα εκ πάντων των λόγων των λαληθέντων σοι εν τοις ωσί σου. και είπε Σαμουήλ· λάλει. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν ταις ημέραις εκείναις και συναθροίζονται αλλόφυλοι επί Ισραήλ εις πόλεμον· και εξήλθεν Ισραήλ εις απάντησιν αυτοίς εις πόλεμον και παρεμβάλλουσιν επί Αβενέζερ.

και είπον οι αλλόφυλοι· τις η κραυγή η μεγάλη αύτη εν τη παρεμβολή των Εβραίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και επλήγησαν εν τη παρατάξει εν αγρω τέσσαρες χιλιάδες ανδρών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 455 . και ανεβόησεν η πόλις. 11 και κιβωτός του Θεού ελήφθη. και αίρουσιν εκείθεν την κιβωτόν Κυρίου καθημένου Χερουβίμ· και αμφότεροι οι υιοί Ηλί μετά της κιβωτού. και οι οφθαλμοί αυτού επανέστησαν και ουκ επέβλεπε· 16 και είπεν Ηλί τοις ανδράσι τοις περιεστηκόσιν αυτω· τις η φωνή του ήχου τούτου. 17 και απεκρίθη το παιδάριον και είπε· πέφευγεν ανήρ Ισραήλ εκ προσώπου αλλοφύλων. και εξελθέτω εκ μέσου ημών. 12 Και έδραμεν ανήρ Ιεμιναίος εκ της παρατάξεως και ήλθεν εις Σηλώμ εν τη ημέρα εκείνη. και έσεσθε εις άνδρας και πολεμήσατε αυτούς. 13 και ήλθε. και τα ιμάτια αυτού διερρωγότα. και είπαν οι πρεσβύτεροι Ισραήλ· κατά τι έπταισεν ημάς Κύριος σήμερον ενώπιον αλλοφύλων. ούτοι οι θεοί. και ανέκραξε πας Ισραήλ φωνή μεγάλη. και ο άνθρωπος σπεύσας εισήλθε και απήγγειλε τω Ηλί. σήμερον. 9 κραταιούσθε και γίνεσθε εις άνδρας αλλόφυλοι. τέκνον. 5 και εγενήθη ως ήλθεν η κιβωτός Κυρίου εις την παρεμβολήν. ‘Οφνί και Φινεές. όπως μη δουλεύσητε τοις Εβραίοις. 15 και Ηλί υιος ενενήκοντα ετών. 4 και απέστειλεν ο λαός εις Σηλώμ. λάβωμεν την κιβωτόν του Θεού ημών εκ Σηλώμ. και σώσει ημάς εκ χειρός εχθρών ημών. και έπεσον εξ Ισραήλ τριάκοντα χιλιάδες ταγμάτων. 6 και ήκουσαν οι αλλόφυλοι της κραυγής. και έγνωσαν ότι κιβωτός Κυρίου ήκει εις την παρεμβολήν. και γη επί της κεφαλής αυτού. και αμφότεροι οι υιοί Ηλί απέθανον. και ήχησεν η γη. κύριε. και εγένετο πληγή μεγάλη εν τω λαω. 3 και ήλθεν ο λαός εις την παρεμβολήν. ότι ου γέγονε τοιαύτη εχθές και τρίτην. 8 ουαί ημίν· τις εξελείται ημάς εκ χειρός των θεών των στερεών τούτων. ότι ην καρδία αυτού εξεστηκυία περί της κιβωτού του Θεού· και ο άνθρωπος εισήλθεν εις την πόλιν απαγγείλαι. και έφυγεν έκαστος εις σκήνωμα αυτού· και εγένετο πληγή μεγάλη σφόδρα. 10 και επολέμησαν αυτούς· και πταίει ανήρ Ισραήλ. 14 και ήκουσεν Ηλί την φωνήν της βοής και είπε· τις η φωνή της βοής ταύτης. οι πατάξαντες την Αίγυπτον εν πάση πληγή και εν τη ερήμω. καθώς εδούλευσαν ημίν. και είπεν Ηλί· τι το γεγονός ρήμα. και ο ανήρ σπεύσας προσήλθε προς Ηλί και είπεν αυτω· εγώ ειμι ο ήκων εκ της παρεμβολής. και ιδού Ηλί επί του δίφρου παρά την πύλη σκοπεύων την οδόν. ‘Οφνί και Φινεές. καγώ πέφευγα εκ της παρατάξεως σήμερον. 7 και εφοβήθησαν οι αλλόφυλοι και είπον· ούτοι οι θεοί ήκασι προς αυτούς εις την παρεμβολήν· ουαί ημίν· εξελού ημάς.

22 και είπαν· απώκισται δόξα Ισραήλ εν τω ληφθήναι την κιβωτόν Κυρίου. και έκλαυσε και έτεκεν. 20 και εν τω καιρω αυτής αποθνήσκει. ότι υπερβαίνοντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 456 . ότι επεστράφησαν επ ‘ αυτήν ωδίνες αυτής. και η κιβωτός του Θεού ελήφθη. 2 και έλαβον αλλόφυλοι την κιβωτόν Κυρίου και εισήνεγκαν αυτήν εις οίκον Δαγών και παρέστησαν αυτήν παρά Δαγών. 21 και εκάλεσε το παιδάριον Ουαί Βαρχαβώθ υπέρ της κιβωτού του Θεού και υπέρ του πενθερού αυτής και υπέρ του ανδρός αυτής. και συνετρίβη ο νώτος αυτού και απέθανεν. και αμφότεροι οι καρποί των χειρών αυτού πεπτωκότες επί το πρόθυρον. 3 και ώρθρισαν οι Αζώτιοι και εισήλθον εις οίκον Δαγών και είδον και ιδού Δαγών πεπτωκώς επί πρόσωπον αυτού ενώπιον κιβωτού του Θεού· και ήγειραν τον Δαγών και κατέστησαν εις τον τόπον αυτού. 19 Και νύμφη αυτού γυνή Φινεές συνειληφυία του τεκείν· και ήκουσε την αγγελίαν ότι ελήφθη η κιβωτός του Θεού και ότι τέθνηκεν ο πενθερός αυτής και ο ανήρ αυτής. και εβαρύνθη χείρ Κυρίου επί τους Αζωτίους και εβασάνισεν αυτούς και επάταξεν αυτούς εις τας έδρας αυτών. 4 και εγένετο ότε ώρθρισαν το πρωϊ. ότι υιόν τέτοκας· και ουκ απεκρίθη. και ιδού Δαγών πεπτωκώς επί πρόσωπον αυτού ενώπιον κιβωτού διαθήκης Κυρίου. και η κεφαλή Δαγών και αμφότερα τα ίχνη χειρών αυτού αφηρημένα επί τα εμπρόσθια αμαφέθ έκαστον. 18 και εγένετο ως εμνήσθη της κιβωτού του Θεού. και ουκ ενόησεν η καρδία αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμφότεροι οι υιοί σου τεθνήκασι. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ αλλόφυλοι έλαβον την κιβωτόν του Θεού και εισήνεγκαν αυτήν εξ Αβενέζερ εις Άζωτον. την Άζωτον και τα όρια αυτής. ότι πρεσβύτης ο άνθρωπος και βαρύς· και αυτός έκρινε τον Ισραήλ είκοσιν έτη. και είπον αυτη αι γυναίκες αι παρεστηκυίαι αυτη· μη φοβού. και έπεσεν από του δίφρου οπισθίως εχόμενος της πύλης. πλήν η ράχις Δαγών υπελείφθη. 5 δια τούτο ουκ επιβαίνουσιν οι ιερείς Δαγών και πας ο εισπορευόμενος εις οίκον Δαγών επί βαθμόν οίκου Δαγών εν Αζώτω έως της ημέρας ταύτης.

7 και είδον οι άνδρες Αζώτου ότι ούτως. και καθισάτω εις τον τόπον αυτής και ου μη θανατώση ημάς και τον λαόν ημών· 12 ότι εγενήθη σύγχυσις εν όλη τη πόλει βαρεία σφόδρα. και εγενήθη ως εισήλθε κιβωτός Θεού εις Ασκάλωνα. και εβόησαν οι Ασκαλωνίται λέγοντες· τι απεστρέψατε την κιβωτόν του Θεού Ισραήλ προς ημάς θανατώσαι ημάς και τον λαόν ημών. και εποίησαν οι Γεθαίοι εαυτοίς έδρας. και εξιλασθήσεται υμίν. 3 και είπαν· ει εξαποστέλλετε υμείς την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου Θεού Ισραήλ. και τότε ιαθήσεσθε. και οι ζώντες και ουκ αποθανόντες επλήγησαν εις τας έδρας. μη δη εξαποστείλητε αυτήν κενήν. τάραχος μέγας σφόδρα. γνωρίσατε ημίν εν τίνι αποστελούμεν αυτήν εις τον τόπον αυτής. και εγένετο σύγχυσις θανάτου μεγάλη εν τη πόλει. αλλ ‘ αποδιδόντες απόδοτε αυτη της βασάνου. 9 και εγενήθη μετά το μετελθείν αυτήν και γίνεται χείρ Κυρίου τη πόλει. και επάταξε τους άνδρας της πόλεως από μικρού έως μεγάλου και επάταξεν αυτούς εις τας έδρας αυτών. και ανέβη η κραυγή της πόλεως εις τον ουρανόν. 10 και εξαποστέλλουσι την κιβωτόν του Θεού εις Ασκάλωνα. 6 και εβαρύνθη η χείρ Κυρίου επί Άζωτον. μη ουκ αποστη η χείρ αυτού αφ ‘ υμών. ως εισήλθε κιβωτός Θεού Ισραήλ εκεί. και μέσον της χώρας αυτής ανεφύησαν μύες. 2 και καλούσιν αλλόφυλοι τους ιερείς και τους μάντεις και τους επαοιδούς αυτών λέγοντες· τι ποιήσωμεν τη κιβωτω Κυρίου. 11 και εξαποστέλλουσι και συνάγουσι τους σατράπας των αλλοφύλων και είπον· εξαποστείλατε την κιβωτόν του Θεού Ισραήλ. 4 και λέγουσι· τι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 457 . και λέγουσιν οι Γεθαίοι· μετελθέτω κιβωτός του Θεού προς ημάς· και μετήλθε κιβωτός του Θεού Ισραήλ εις Γεθ. και επήγαγεν αυτοίς και εξέζεσεν αυτοίς εις τας ναύς. 8 και αποστέλλουσι και συνάγουσι τους σατράπας των αλλοφύλων προς αυτούς και λέγουσι· τι ποιήσωμεν τη κιβωτω Θεού Ισραήλ. ότι σκληρά χείρ αυτού εφ ‘ ημάς και επί Δαγών θεόν ημών. και λέγουσιν· ότι ου καθήσεται κιβωτός του Θεού Ισραήλ μεθ ‘ ημών. και εξέζεσεν η γη αυτών μύας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υπερβαίνουσι. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ην κιβωτός εν αγρω των αλλοφύλων επτά μήνας.

ότι πταίσμα εν υμίν και τοις άρχουσιν υμών και τω λαω. και εάν μη. 7 και νυν λάβετε και ποιήσατε άμαξαν καινήν και δύο βόας πρωτοτοκούσας άνευ των τέκνων και ζεύξατε τας βόας εν τη αμάξη και απαγάγετε τα τέκνα από όπισθεν αυτών εις οίκον· 8 και λήψεσθε την κιβωτόν και θήσετε αυτήν επί την άμαξαν και τα σκεύη τα χρυσά αποδώσετε αυτη της βασάνου και θήσετε εν θέματι βερσεχθάν εκ μέρους αυτής και εξαποστελείτε αυτήν και απελάσατε αυτήν. και είπαν· κατ ‘ αριθμόν των σατραπών των αλλοφύλων πέντε έδρας χρυσάς. της Γάζης μίαν. 10 και εποίησαν οι αλλόφυλοι ούτω. όπως κουφίση την χείρα αυτού αφ ‘ υμών και από των θεών υμών και από της γης υμών. αλλά σύμπτωμα τούτο γέγονεν ημίν. και γνωσόμεθα ότι ου χείρ αυτού ήπται ημών. 12 και κατεύθυναν αι βόες εν τη οδω εις οδόν Βαιθσαμύς. αυτός πεποίηκεν ημίν την κακίαν την μεγάλην ταύτην. 17 και αύται αι έδραι αι χρυσαί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το της βασάνου αποδώσομεν αυτη. 16 και οι πέντε σατράπαι των αλλοφύλων εώρων και ανέστρεψαν εις Ασκάλωνα τη ημέρα εκείνη. της Ακκαρών μίαν. εξαπέστειλαν αυτούς. και απήλθον. 13 και οι εν Βαιθσαμύς εθέριζον θερισμόν πυρών εν κοιλάδι· και ήραν οφθαλμούς αυτών και είδον κιβωτόν Κυρίου και ηυφράνθησαν εις απάντησιν αυτής. εν τρίβω ενί επορεύοντο και εκοπίων και ου μεθίσταντο δεξιά ουδέ αριστερά· και οι σατράπαι των αλλοφύλων επορεύοντο οπίσω αυτής έως ορίων Βαιθσαμύς. 14 και η άμαξα εισήλθεν εις αγρόν ‘Ωσηέ τον εν Βαιθσαμύς. ως εβάρυνεν Αίγυπτος και Φαραώ την καρδίαν αυτών. της Γεθ μίαν. 15 και οι Λευίται ανήνεγκαν την κιβωτόν του Κυρίου και το θέμα εργάβ μετ ‘ αυτής και τα επ ‘ αυτής σκεύη τα χρυσά και έθεντο επί του λίθου του μεγάλου. και έστησαν εκεί παρ ‘ αυτη λίθον μέγαν και σχίζουσι τα ξύλα της αμάξης και τας βόας ανήνεγκαν εις ολοκαύτωσιν τω Κυρίω. και οι άνδρες Βαιθσαμύς ανήνεγκαν ολοκαυτώσεις και θυσίας εν τη ημέρα εκείνη τω Κυρίω. 6 και ίνα τι βαρύνετε τας καρδίας υμών. και απελεύσεται· 9 και όψεσθε. ουχί ότε ενέπαιξεν αυτοίς. 5 και μύς χρυσούς ομοίωμα των μυών υμών των διαφθειρόντων την γην· και δώσετε τω Κυρίω δόξαν. και έλαβον δύο βόας πρωτοτοκούσας και έζευξαν αυτάς εν τη αμάξη και τα τέκνα αυτών απεκώλυσαν εις οίκον 11 και έθεντο την κιβωτόν Κυρίου επί την άμαξαν και το θέμα εργάβ και τους μύς τους χρυσούς. ει εις οδόν ορίων αυτής πορεύσεται κατά Βαιθσαμύς. ας απέδωκαν οι αλλόφυλοι της βασάνου τω Κυρίω· της Αζώτου μίαν. της Ασκάλωνος μίαν. 18 και μύς οι χρυσοί κατ ‘ αριθμόν πασών πόλεων των αλλοφύλων των πέντε σατραπών εκ πόλεως εστερεωμένης και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 458 .

και προσεύξομαι περί υμών προς Κύριον. 2 Και εγενήθη αφ ‘ ης ημέρας ην η κιβωτός εν Καριαθιαρίμ. 21 και αποστέλλουσιν αγγέλους προς τους κατοικούντας Καριαθιαρίμ λέγοντες· απεστρόφασιν αλλόφυλοι την κιβωτόν Κυρίου· κατάβητε και αναγάγετε αυτήν προς εαυτούς. και πεντήκοντα χιλιάδας ανδρών. του εν αγρω ‘Ωσηέ του Βαιθσαμυσίτου. επλήθυναν αι ημέραι και εγένετο είκοσι έτη. και ανέβησαν σατράπαι αλλοφύλων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 459 . 4 και περιείλον οι υιοί Ισραήλ τας Βααλίμ και τα άλση Ασταρώθ και εδούλευσαν Κυρίω μόνω. ότι είδον κιβωτόν Κυρίου· και επάταξεν εν αυτοίς εβδομήκοντα άνδρας. 5 και είπε Σαμουήλ· αθροίσατε πάντα Ισραήλ εις Μασσηφάθ. ου επέθηκαν επ ‘ αυτού την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου. και επέβλεψε πας οίκος Ισραήλ οπίσω Κυρίου. και εξελείται υμάς εκ χειρός αλλοφύλων. 20 και είπαν οι άνδρες οι εκ Βαιθσαμύς· τις δυνήσεται διελθείν ενώπιον Κυρίου του Θεού του αγίου τούτου. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ έρχονται οι άνδρες Καριαθιαρίμ και ανάγουσι την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου και εισάγουσιν αυτήν εις οίκον Αμιναδάβ τον εν τω βουνω· και τον Ελεάζαρ τον υιόν αυτού ηγίασαν φυλάσσειν την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου. περιέλετε θεούς αλλοτρίους εκ μέσου υμών και τα άλση και ετοιμάσατε τας καρδίας υμών προς Κύριον και δουλεύσατε αυτω μόνω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έως κώμης του Φερεζαίου και έως λίθου του μεγάλου. ότι επάταξε Κύριος εν τω λαω πληγήν μεγάλην σφόδρα. 19 Και ουκ ησμένισαν οι υιοί Ιεχονίου εν τοις ανδράσι Βαιθσαμύς. και προς τίνα αναβήσεται κιβωτός Κυρίου εφ ‘ ημών. και ενήστευσαν εν τη ημέρα εκείνη και είπαν· ημαρτήκαμεν ενώπιον Κυρίου· και εδίκαζε Σαμουήλ τους υιούς Ισραήλ εις Μασσηφάθ. 6 και συνήχθησαν εις Μασσηφάθ και υδρεύονται ύδωρ και εξέχεαν ενώπιον Κυρίου επί την γην. 3 και είπε Σαμουήλ προς πάντα οίκον Ισραήλ λέγων· ει εν όλη καρδία υμών υμείς επιστρέφετε προς Κύριον. και επένθησεν ο λαός. 7 και ήκουσαν οι αλλόφυλοι ότι συνηθροίσθησαν πάντες οι υιοί Ισραήλ εις Μασσηφάθ.

και σώσει ημάς εκ χειρός αλλοφύλων. 12 και έλαβε Σαμουήλ λίθον ένα και έστησεν αυτόν ανά μέσον Μασσηφάθ και ανά μέσον της παλαιάς και εκάλεσε το όνομα αυτού Αβενέζερ. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο ως εγήρασε Σαμουήλ. ας έλαβον οι αλλόφυλοι παρά των υιών Ισραήλ. 3 και ουκ επορεύθησαν οι υιοί αυτού εν οδω αυτού και εξέκλιναν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 460 . δικασταί εν Βηρσαβεέ. και είπεν· έως ενταύθα εβοήθησεν ημίν Κύριος. 16 και επορεύετο κατ ‘ ενιαυτόν και εκύκλου Βαιθήλ και την Γαλγαλά και την Μασσηφάθ και εδίκαζε τον Ισραήλ εν πάσι τοις ηγιασμένοις τούτοις· 17 η δε αποστροφή αυτού εις Αρμαθαίμ ότι εκεί ην ο οίκος αυτού. και όνομα του δευτέρου Αβιά. Λίθος του βοηθού. 13 και εταπείνωσε Κύριος τους αλλοφύλους. και κατέστησε τους υιούς αυτού δικαστάς τω Ισραήλ. 9 και έλαβε Σαμουήλ άρνα γαλαθηνόν ένα. και ανήνεγκεν αυτόν ολοκαύτωσιν συν παντί τω λαω τω Κυρίω. και ου προσέθεντο έτι προσελθείν εις όριον Ισραήλ· και εγενήθη χείρ Κυρίου επί τους αλλοφύλους πάσας τας ημέρας του Σαμουήλ. 2 και ταύτα τα ονόματα των υιών αυτού· πρωτότοκος Ιωήλ. και εβρόντησε Κύριος εν φωνή μεγάλη εν τη ημέρα εκείνη επί τους αλλοφύλους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί Ισραήλ· και ακούουσιν οι υιοί Ισραήλ και εφοβήθησαν από προσώπου αλλοφύλων. και απέδωκαν αυτάς τω Ισραήλ από Ασκάλωνος έως Αζόβ. 15 και εδίκαζε Σαμουήλ τον Ισραήλ πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. και εβόησε Σαμουήλ προς Κύριον περί Ισραήλ. και εδίκαζεν εκεί τον Ισραήλ και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον τω Κυρίω. και ην ειρήνη ανά μέσον Ισραήλ και ανά μέσον του Αμορραίου. και αλλόφυλοι προσήγον εις πόλεμον επί Ισραήλ. 11 και εξήλθαν άνδρες Ισραήλ εκ Μασσηφάθ και κατεδίωξαν τους αλλοφύλους και επάταξαν αυτούς έως υποκάτω του Βαιθχόρ. και συνεχύθησαν και έπταισαν ενώπιον Ισραήλ. 14 και απεδόθησαν αι πόλεις. 8 και είπαν οι υιοί Ισραήλ προς Σαμουήλ· μη παρασιωπήσης αφ ‘ ημών του μη βοάν προς Κύριον Θεόν σου. 10 και ην Σαμουήλ αναφέρων την ολοκαύτωσιν. και επήκουσεν αυτού Κύριος. και το όριον Ισραήλ αφείλοντο εκ χειρός αλλοφύλων.

15 και τα σπέρματα υμών και τους αμπελώνας υμών αποδεκατώσει και δώσει τοις ευνούχοις αυτού και τοις δούλοις αυτού· 16 και τους δούλους υμών και τας δούλας υμών και τα βουκόλια υμών τα αγαθά και τους όνους υμών λήψεται. ούτως αυτοί ποιούσι και σοί. 7 και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· άκουε της φωνής του λαού. ότι υμείς εξελέξασθε εαυτοίς βασιλέα. 6 και πονηρόν το ρήμα εν οφθαλμοίς Σαμουήλ. αλλ ‘ ή εμέ εξουθενήκασι του μη βασιλεύειν επ ‘ αυτών. 19 και ουκ εβούλετο ο λαός ακούσαι του Σαμουήλ και είπαν αυτω· ουχί. 10 και είπε Σαμουήλ παν το ρήμα του Κυρίου προς τον λαόν τους αιτούντας παρ ‘ αυτού βασιλέα 11 και είπε· τούτο έσται το δικαίωμα του βασιλέως. και ουκ επακούσεται Κύριος υμών εν ταις ημέραις εκείναις. 4 και συναθροίζονται άνδρες Ισραήλ και παραγίνονται εις Αρμαθαίμ προς Σαμουήλ 5 και είπαν αυτω· ιδού συ γεγήρακας. και αποδεκατώσει εις τα έργα αυτού 17 και τα ποίμνια υμών αποδεκατώσει· και υμείς έσεσθε αυτω δούλοι. ως είπαν. 18 και βοήσεσθε εν τη ημέρα εκείνη εκ προσώπου βασιλέως υμών. και οι υιοί σου ου πορεύονται εν τη οδω σου· και νυν κατάστησον εφ ‘ ημάς βασιλέα δικάζειν ημάς. και θήσεται αυτούς εν άρμασιν αυτού και εν ιππεύσιν αυτού και προτρέχοντας των αρμάτων αυτού 12 και θέσθαι αυτούς εαυτω εκατοντάρχους και χιλιάρχους και θερίζειν θερισμόν αυτού και τρυγάν τρυγητόν αυτού και ποιείν σκεύη πολεμικά αυτού και σκεύη αρμάτων αυτού· 13 και τας θυγατέρας υμών λήψεται εις μυρεψούς και εις μαγειρίσσας και εις πεσσούσας· 14 και τους αγρούς υμών και τους αμπελώνας υμών και τους ελαιώνας υμών τους αγαθούς λήψεται και δώσει τοις δούλοις εαυτού. και δικάσει ημάς βασιλεύς ημών και εξελεύσεται έμπροσθεν ημών και πολεμήσει τον πόλεμον ημών. αλλ ‘ ή βασιλεύς έσται εφ ‘ ημάς. καθά αν λαλώσί σοι· ότι ου σε εξουθενήκασιν. δος ημίν βασιλέα δικάζειν ημάς· και προσηύξατο Σαμουήλ προς Κύριον. ος βασιλεύσει εφ ‘ υμάς· τους υιούς υμών λήψεται. ος βασιλεύσει επ ‘ αυτούς. α εποίησάν μοι αφ ‘ ης ημέρας ανήγαγον αυτούς εξ Αιγύπτου έως της ημέρας ταύτης και εγκατέλιπόν με και εδούλευον θεοίς ετέροις. 9 και νυν άκουε της φωνής αυτών· πλήν ότι διαμαρτυρόμενος διαμαρτύρη αυτοίς και απαγγελείς αυτοίς το δικαίωμα του βασιλέως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οπίσω της συντελείας και ελάμβανον δώρα και εξέκλινον δικαιώματα. 8 κατά πάντα τα ποιήματα. καθά και τα λοιπά έθνη. 20 και εσόμεθα και ημείς καθά πάντα τα έθνη. 21 και ήκουσε Σαμουήλ πάντας τους λόγους του λαού και ελάλησεν αυτούς εις τα ώτα Κυρίου. 22 και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· άκουε της φωνής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 461 . ου εξελέξασθε εαυτοίς.

και είπε Κίς προς Σαούλ τον υιόν αυτού· λαβέ μετά σεαυτού εν των παιδαρίων και ανάστητε και πορεύθητε και ζητήσατε τας όνους. 4 και διήλθον δι ‘ όρους Εφραίμ και διήλθον δια της γης Σελχά και ουχ εύρον· και διήλθον δια της γης Σεγαλείμ. και πλείον ουκ έστι μεθ ‘ ημών εισενεγκείν τω ανθρώπω του Θεού το υπάρχον ημίν. ό εάν λαλήση. υπερωμίαν και επάνω υψηλός υπέρ πάσαν την γην. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ ανήρ εξ υιών Βενιαμίν. και είπε Σαμουήλ προς άνδρας Ισραήλ· αποτρεχέτω έκαστος εις την πόλιν αυτού. 10 και είπε Σαούλ προς το παιδάριον αυτού· αγαθόν το ρήμα. και ουκ ην εν υιοίς Ισραήλ αγαθός υπέρ αυτόν. και επορεύθησαν εις την πόλιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών και βασίλευσον αυτοίς βασιλέα. 11 αυτών αναβαινόντων την ανάβασιν της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 462 . παν. 7 και είπε Σαούλ τω παιδαρίω αυτού τω μετ ‘ αυτού· και ιδού πορευσόμεθα. και ο άνθρωπος ένδοξος. ότι οι άρτοι εκλελοίπασιν εκ των αγγείων ημών. 2 και τούτω υιος. υιος Αβιήλ. ευμεγέθης. 5 αυτών δε ελθόντων εις την Σίφ. 9 και έμπροσθεν εν Ισραήλ τάδε έλεγεν έκαστος εν τω πορεύεσθαι επερωτάν τον Θεόν· δεύρο και πορευθώμεν προς τον βλέποντα· ότι τον προφήτην εκάλει ο λαός έμπροσθεν Ο βλέπων. 3 και απώλοντο αι όνοι Κίς πατρός Σαούλ. όπως απαγγείλη ημίν την οδόν ημών. και Σαούλ είπε τω παιδαρίω αυτού τω μετ ‘ αυτού· δεύρο και αποστρέψωμεν. παραγινόμενον παρέσται· και νυν πορευθώμεν. υιού ανδρός Ιεμιναίου. και δώσεις τω ανθρώπω του Θεού. εφ ‘ ην επορεύθημεν επ ‘ αυτήν. και όνομα αυτω Σαούλ. υιού Αφέκ. ανήρ αγαθός. ου ην εκεί ο άνθρωπος ο του Θεού. και όνομα αυτω Κίς. υιού Βαχίρ. δεύρο και πορευθώμεν. μη ανείς ο πατήρ μου τας όνους φροντίζη τα περί ημών· 6 και είπεν αυτω το παιδάριον· ιδού δη άνθρωπος του Θεού εν τη πόλει ταύτη. υιού Ιαρέδ. και απαγγελεί ημίν την οδόν ημών. και τι οίσομεν τω ανθρώπω του Θεού. ανήρ δυνατός. και ουκ ην· και διήλθον δια της γης Ιαμίν και ουχ εύρον. 8 και προσέθετο το παιδάριον αποκριθήναι τω Σαούλ και είπεν· ιδού εύρηται εν τη χειρί μου τέταρτον σίκλου αργυρίου.

17 και Σαμουήλ είδε τον Σαούλ· και Κύριος απεκρίθη αυτω· ιδού ο άνθρωπος. ότι εύρηνται· και τίνι τα ωραία του Ισραήλ. ότι θυσία σήμερον τω λαω εν Βαμά· 13 ως αν εισέλθητε εις την πόλιν. ον είπά σοι. και παρέθηκεν αυτήν ενώπιον Σαούλ· και είπε Σαμουήλ τω Σαούλ· ιδού υπόλειμμα. ότι δια την ημέραν ευρήσετε αυτόν. και εξαποστελώ σε πρωϊ και πάντα τα εν τη καρδία σου απαγγελώ σοι· 20 και περί των όνων σου των απολωλυιών σήμερον τριταίων μη θής την καρδίαν σου αυταίς. ην έδωκά σοι. ότι ούτος ευλογεί την θυσίαν. αύριον αποστελώ προς σε άνδρα εκ γης Βενιαμίν. 19 και απεκρίθη Σαμουήλ τω Σαούλ και είπεν· εγώ ειμι αυτός· ανάβηθι έμπροσθέν μου εις Βαμά και φάγε μετ ‘ εμού σήμερον. 14 και αναβαίνουσι την πόλιν. ιδού κατά πρόσωπον υμών· νυν δια την ημέραν ήκει εις την πόλιν. ου σοί και τω οίκω του πατρός σου. και σώσει τον λαόν μου εκ χειρός αλλοφύλων· ότι επέβλεψα επί την ταπείνωσιν του λαού μου. ην είπά σοι θείναι αυτήν παρά σοι. 24 και ήψησεν ο μάγειρος την κωλέαν. ούτος άρξει εν τω λαω μου. 26 και εγένετο ως ανέβαινεν ο όρθρος. ούτως ευρήσετε αυτόν εν τη πόλει πριν αναβήναι αυτόν εις Βαμά του φαγείν· ότι ου μη φάγη ο λαός έως του εισελθείν αυτόν. 25 και κατέβη εκ της Βαμά εις την πόλιν· και διέστρωσαν τω Σαούλ επί τω δώματι. ότι ήλθε βοή αυτών προς με. 12 και απεκρίθη τα κοράσια αυτοίς και λέγουσιν αυτοίς· έστιν. και χρίσεις αυτόν εις άρχοντα επί τον λαόν μου Ισραήλ. 15 και Κύριος απεκάλυψε το ωτίον Σαμουήλ ημέρα μια έμπροσθεν του ελθείν προς αυτόν Σαούλ λέγων· 16 ως ο καιρός. και εκοιμήθη. και εκάλεσε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 463 . παράθες αυτό ενώπιόν σου και φάγε. 21 και απεκρίθη Σαούλ και είπεν· ουχί ανδρός υιος Ιεμιναίου εγώ ειμι του μικρού σκήπτρου φυλής Ισραήλ και της φυλής της ελαχίστης εξ όλους σκήπτρου Βενιαμίν. 22 και έλαβε Σαμουήλ τον Σαούλ και το παιδάριον αυτού και εισήγαγεν αυτούς εις το κατάλυμα και έθετο αυτοίς εκεί τόπον εν πρώτοις των κεκλημένων ωσεί εβδομήκοντα ανδρών. και ινατί ελάλησας προς εμέ κατά το ρήμα τούτο. ότι εις μαρτύριον τέθειταί σοι παρά τους άλλους· απόκνιζε. και έφαγε Σαούλ μετά Σαμουήλ εν τη ημέρα εκείνη. αυτών εισπορευομένων εις μέσον της πόλεως και ιδού Σαμουήλ εξήλθεν εις την απάντησιν αυτών του αναβήναι εις Βαμά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πόλεως και αυτοί ευρίσκουσι τα κοράσια εξεληλυθότα υδρεύεσθαι ύδωρ και λέγουσιν αυταίς· ει έστιν ενταύθα Ο βλέπων. 23 και είπε Σαμουήλ τω μαγείρω· δος μοι την μερίδα. 18 και προσήγαγε Σαούλ προς Σαμουήλ εις μέσον της πόλεως και είπεν· απάγγειλον δη ποίος ο οίκος του βλέποντος. και μετά ταύτα εσθίουσιν οι ξένοι· και νυν ανάβητε.

και έμπροσθεν αυτών νάβλα και τύμπανον και αυλός και κινύρα. και προφητεύσεις μετ ‘ αυτών και στραφήση εις άνδρα άλλον. και εξήλθεν αυτός και Σαμουήλ έως έξω. 27 αυτών καταβαινόντων εις μέρος της πόλεως και Σαμουήλ είπε τω Σαούλ· ειπόν τω νεανίσκω και διελθέτω έμπροσθεν ημών. και συ στήθι ως σήμερον και άκουσον ρήμα Θεού. και ερούσί σοι· εύρηνται αι όνοι. ότι Θεός μετά σου. και ιδού καταβαίνω προς σε ανενεγκείν ολοκαύτωσιν και θυσίας ειρηνικάς· επτά ημέρας διαλείψεις έως του ελθείν με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 464 . και λήψη εκ της χειρός αυτών. 3 και απελεύση εκείθεν και επέκεινα ήξεις έως της δρυός Θαβώρ και ευρήσεις εκεί τρεις άνδρας αναβαίνοντας προς τον Θεόν εις Βαιθήλ. όσα εάν εύρη η χείρ σου. 8 και καταβήση έμπροσθεν της Γαλγάλ. 7 και έσται όταν ήξει τα σημεία ταύτα επί σε. ποίει πάντα. ου εστιν εκεί το ανάστημα των αλλοφύλων. και αυτοί προφητεύοντες· 6 και εφαλείται επί σε πνεύμα Κυρίου. ένα αίροντα τρία αιγίδια και ένα αίροντα τρία αγγεία άρτων και ένα αίροντα ασκόν οίνου. 4 και ερωτήσουσί σε τα εις ειρήνην και δώσουσί σοι δύο απαρχάς άρτων. και ιδού ο πατήρ σου αποτετίνακται το ρήμα των όνων και εδαψιλεύσατο δι ‘ υμάς λέγων· τι ποιήσω υπέρ του υιού μου. επί Ισραήλ. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ έλαβε Σαμουήλ τον φακόν του ελαίου και επέχεεν επί την κεφαλήν αυτού και εφίλησεν αυτόν και είπεν αυτω· ουχί κέκχρικέ σε Κύριος εις άρχοντα επί τον λαόν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σαμουήλ τον Σαούλ επί τω δώματι λέγων· ανάστα. 5 και μετά ταύτα εισελεύση εις τον βουνόν του Θεού. και έσται ως αν εισέλθητε εκεί εις την πόλιν. και ευρήσεις δύο άνδρας προς τοις τάφοις Ραχήλ εν τω όρει Βενιαμίν αλλομένους μεγάλα. και απαντήσεις χορω προφητών καταβαινόντων εκ της Βαμά. 2 και τούτό σοι το σημείον ότι έχρισέ σε Κύριος επί κληρονομίαν αυτού εις άρχοντα· ως αν απέλθης σήμερον απ ‘ εμού. ας επορεύθητε ζητείν. και εξαποστελώ σε· και ανέστη Σαούλ. και συ άρξεις εν λαω Κυρίου. εκεί Νασίβ ο αλλόφυλος. και συ σώσεις αυτόν εκ χειρός εχθρών αυτού κυκλόθεν.

και εζήτει αυτόν. το δε ρήμα της βασιλείας ουκ απήγγειλεν αυτω. αλλ ‘ ή ότι βασιλέα καταστήσεις εφ ‘ ημών· και νυν κατάστητε ενώπιον Κυρίου κατά τα σκήπτρα υμών και κατά τας φυλάς υμών. ή και Σαούλ εν προφήταις. 22 και επηρώτησε Σαμουήλ έτι εν Κυρίω· ει έρχεται ο ανήρ ενταύθα. 23 και έδραμε και λαμβάνει αυτόν εκείθεν και κατέστησεν εν μέσω του λαού. μετέστρεψεν αυτω ο Θεός καρδίαν άλλην· και ήλθε πάντα τα σημεία εν τη ημέρα εκείνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς σε. και είπεν ο λαός έκαστος προς τον πλησίον αυτού· τι τούτο το γεγονός τω υιω Κίς. και ιδού χορός προφητών εξεναντίας αυτού· και ήλατο επ ‘ αυτόν πνεύμα Θεού. 24 και είπε Σαμουήλ προς πάντα τον λαόν· ει εωράκατε ον εκλέλεκται εαυτω Κύριος. 20 και προσήγαγε Σαμουήλ πάντα τα σκήπτρα Ισραήλ. 15 και είπεν ο οικείος προς Σαούλ· απάγγειλον δη μοι. 12 και απεκρίθη τις αυτών και είπε· και τις πατήρ αυτού. και προεφήτευσεν εν μέσω αυτών. ότι ουκ έστιν όμοιος αυτω εν πάσιν υμίν. και υψώθη υπέρ πάντα τον λαόν υπερωμίαν και επάνω. 14 και είπεν ο οικείος αυτού προς αυτόν και προς το παιδάριον αυτού· που επορεύθητε. και κατακληρούται σκήπτρον Βενιαμίν· 21 και προσάγει σκήπτρον Βενιαμίν εις φυλάς. ή και Σαούλ εν προφήταις. ος αυτός εστιν υμών σωτήρ εκ πάντων των κακών υμών και θλίψεων υμών. 10 και έρχεται εκείθεν εις τον βουνόν. 11 και εγενήθησαν πάντες οι ειδότες αυτόν εχθές και τρίτης και είδον και ιδού αυτός εν μέσω των προφητών. και είπαν· ζητείν τας όνους· και είδαμεν ότι ουκ εισί. 16 και είπε Σαούλ προς τον οικείον αυτού· απήγγειλεν απαγγέλλων μοι ότι εύρηνται αι όνοι. και εξαπέστειλε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 465 . 9 και εγενήθη ωστε επιστραφήναι τω ώμω αυτού απελθείν από Σαμουήλ. και ουχ ευρίσκετο. 25 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν το δικαίωμα του βασιλέως και έγραψεν εν βιβλίω και έθηκεν ενώπιον Κυρίου. και γνωρίσω σοι α ποιήσεις. και εισήλθομεν προς Σαμουήλ. τι είπέ σοι Σαμουήλ. και είπατε· ουχί. και έγνωσαν πας ο λαός και είπαν· ζήτω ο βασιλεύς. και κατακληρούται Σαούλ υιος Κίς. και δια τούτο εγενήθη εις παραβολήν. 13 και συνετέλεσε προφητεύων και έρχεται εις τον βουνόν. και κατακληρούται φυλή Ματταρί· και προσάγουσι την φυλήν Ματταρί εις άνδρας. 17 Και παρήγγειλε Σαμουήλ παντί τω λαω προς Κύριον εις Μασσηφάθ 18 και είπε προς υιούς Ισραήλ· τάδε είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ λέγων· εγώ ανήγαγον τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου και εξειλάμην υμάς εκ χειρός Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου και εκ πασών των βασιλειών των θλιβουσών υμάς· 19 και υμείς σήμερον εξουδενήκατε τον Θεόν. και είπε Κύριος· ιδού αυτός κέκρυπται εν τοις σκεύεσι.

26 και Σαούλ απήλθεν εις τον οίκον αυτού εις Γαβαά· και επορεύθησαν υιοί δυνάμεων. και ήλθον οι άγγελοι εις την πόλιν και απαγγέλλουσι τοις ανδράσιν Ιαβίς. 6 και εφήλατο πνεύμα Κυρίου επί Σαούλ ως ήκουσε τα ρήματα ταύτα. 4 και έρχονται οι άγγελοι εις Γαβαά προς Σαούλ και λαλούσι τους λόγους εις τα ώτα του λαού. 8 και επισκέπτεται αυτούς Αβιεζέκ εν Βαμά. και επήλθεν έκστασις Κυρίου επί τον λαόν Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σαμουήλ πάντα τον λαόν. και ητίμασαν αυτόν και ουκ ήνεγκαν αυτω δώρα. 9 και είπε τοις αγγέλοις τοις ερχομένοις· τάδε ερείτε τοις ανδράσιν Ιαβίς· αύριον υμίν η σωτηρία διαθερμάναντος του ηλίου. πάντα άνδρα Ισραήλ εξακοσίας χιλιάδας και άνδρας Ιούδα εβδομήκοντα χιλιάδας. 5 και ιδού Σαούλ ήρχετο μετά το πρωϊ εξ αγρού. και απήλθεν έκαστος εις τον τόπον αυτού. ων ήψατο Κύριος καρδίας αυτών μετά Σαούλ. 10 και είπον οι άνδρες Ιαβίς προς Νάας τον Αμμανίτην· αύριον εξελευσόμεθα προς υμάς. 2 και είπε προς αυτούς Νάας ο Αμμανίτης· εν ταύτη διαθήσομαι διαθήκην υμίν. και εβόησαν ως ανήρ εις. 3 και λέγουσιν αυτω οι άνδρες Ιαβίς· άνες ημίν επτά ημέρας. κατά τάδε ποιήσουσι τοις βουσίν αυτού. 27 και υιοί λοιμοί είπαν· τις σώσει υμάς ούτος. εξελευσόμεθα προς υμάς. και θήσομαι όνειδος επί Ισραήλ. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ εγενήθη ως μετά μήνα και ανέβη Νάας ο Αμμανίτης και παρεμβάλλει επί Ιαβίς Γαλαάδ. και ποιήσετε ημίν το αγαθόν ενώπιον υμών. και είπαν πάντες οι άνδρες Ιαβίς προς Νάας τον Αμμανίτην· διάθου ημίν διαθήκην. και εθυμώθη επ ‘ αυτούς οργή αυτού σφόδρα. εν τω εξορύξαι υμών πάντα οφθαλμόν δεξιόν. και ευφράνθησαν. και είπε Σαούλ· τι ότι κλαίει ο λαός. και δουλεύσομέν σοι. και διηγούνται αυτω τα ρήματα των ανδρών Ιαβίς. και αποστελούμεν αγγέλους εις παν όριον Ισραήλ· εάν μη ή ο σώζων ημάς. 7 και έλαβε δύο βόας και εμέλισεν αυτάς και απέστειλεν εις παν όριον Ισραήλ εν χειρί αγγέλων λέγων· ος ουκ έστιν εκπορευόμενος οπίσω Σαούλ και οπίσω Σαμουήλ. 11 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 466 . και ήραν πας ο λαός την φωνήν αυτών και έκλαυσαν.

και εβασίλευσα εφ ‘ υμάς βασιλέα. και θανατώσομεν αυτούς. 2 και νυν ιδού ο βασιλεύς διαπορεύεται ενώπιον υμών. 14 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν λέγων· πορευθώμεν εις Γάλγαλα. α εποίησεν εν υμίν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 467 . ότι ουχ ευρήκατε εν χειρί μου ουδέν. 5 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν· μάρτυς Κύριος εν υμίν και μάρτυς χριστός αυτού σήμερον εν ταύτη τη ημέρα. 7 και νυν κατάστητε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εγενήθη μετά την αύριον και έθετο Σαούλ τον λαόν εις τρεις αρχάς. αποκρίθητε κατ ‘ εμού. παράδος τους άνδρας. και έχρισε Σαμουήλ εκεί τον Σαούλ εις βασιλέα ενώπιον Κυρίου εν Γαλγάλοις και έθυσεν εκεί θυσίας και ειρηνικάς ενώπιον Κυρίου· και ευφράνθη Σαμουήλ και πας Ισραήλ ωστε λίαν. όσα είπατέ μοι. και οι υιοί μου ιδού εν υμίν· καγώ ιδού διελήλυθα ενώπιον υμών εκ νεότητος και έως της ημέρας ταύτης. και δικάσω υμάς ενώπιον Κυρίου και απαγγελώ υμίν την πάσαν δικαιοσύνην Κυρίου. και εισπορεύονται μέσον της παρεμβολής εν φυλακή τη εωθινή και έτυπτον τους υιούς Αμμών έως διεθερμάνθη η ημέρα. και ουχ υπελείφθησαν εν αυτοίς δύο κατά το αυτό. 3 ιδού εγώ. 15 και επορεύθη πας ο λαός εις Γάλγαλα. καγώ γεγήρακα και καθήσομαι. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ είπε Σαμουήλ προς πάντα Ισραήλ· ιδού ήκουσα φωνής υμών εις πάντα. ο αναγαγών τους πατέρας ημών εξ Αιγύπτου. και εγενήθη και υπολελειμμένοι διεσπάρησαν. 6 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν λέγων· μάρτυς Κύριος ο ποιήσας τον Μωυσήν και τον Ααρών. ότι σήμερον εποίησε Κύριος σωτηρίαν εν Ισραήλ. 13 και είπε Σαούλ· ουκ αποθανείται ουδείς εν τη ημέρα ταύτη. αποκρίθητε κατ ‘ εμού ενώπιον Κυρίου και ενώπιον χριστού αυτού· μόσχον τίνος είληφα ή όνον τίνος είληφα ή τίνα κατεδυνάστευσα υμών ή τίνα εξεπίεσα ή εκ χειρός τίνος είληφα εξίλασμα και υπόδημα. και αποδώσω υμίν. και εγκαινίσωμεν εκεί την βασιλείαν. και είπαν· μάρτυς. 12 και είπεν ο λαός προς Σαμουήλ· τις ο είπας ότι Σαούλ ου βασιλεύσει ημών. 4 και είπαν προς Σαμουήλ· ουκ ηδίκησας ημάς και ου κατεδυνάστευσας ημάς και ουκ έθλασας ημάς και ουκ είληφας εκ χειρός ουδενός ουδέν.

και εβόησαν οι πατέρες ημών προς Κύριον. ό ο Κύριος ποιήσει εν οφθαλμοίς υμών. ότι επιεικώς Κύριος προσελάβετο υμάς εις λαόν. και δουλεύσομέν σοι. και απέδοτο αυτούς εις χείρας Σισάρα αρχιστρατήγω Ιαβίν βασιλέως Ασώρ και εις χείρας αλλοφύλων και εις χείρας βασιλέως Μωάβ. και ιδού δέδωκε Κύριος εφ ‘ υμάς βασιλέα. και εταπείνωσεν αυτούς Αίγυπτος. ότι εγκατελίπομεν τον Κύριον και εδουλεύσαμεν τοις Βααλίμ και τοις άλσεσι· και νυν εξελού ημάς εκ χειρός εχθρών ημών. 11 και απέστειλε Κύριος τον Ιεροβάαλ και τον Βαράκ και τον Ιεφθάε και τον Σαμουήλ και εξείλατο ημάς εκ χειρός εχθρών ημών των κυκλόθεν. 23 και εμοί μηδαμώς του αμαρτείν τω Κυρίω ανιέναι του προσεύχεσθαι περί υμών. 19 και είπαν πας ο λαός προς Σαμουήλ· πρόσευξαι υπέρ των δούλων σου προς Κύριον Θεόν σου. αιτήσαντες εαυτοίς βασιλέα. 18 και επεκαλέσατο Σαμουήλ τον Κύριον. 17 ουχί θερισμός πυρών σήμερον. ότι ουθέν εισιν. 20 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν· μη φοβείσθε· υμείς πεποιήκατε την πάσαν κακίαν ταύτην. και επολέμησαν εν αυτοίς. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 468 . 16 και νυν κατάστητε και ίδετε το ρήμα το μέγα τούτο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τοις πατράσιν υμών· 8 ως εισήλθεν Ιακώβ και οι υιοί αυτού εις Αίγυπτον. και έσται χείρ Κυρίου εφ ‘ υμάς και επί τον βασιλέα υμών. πλήν μη εκκλίνητε από όπισθεν Κυρίου και δουλεύσατε τω Κυρίω εν όλη καρδία υμών 21 και μη παραβήτε οπίσω των μηθέν όντων. ην εποιήσατε ενώπιον Κυρίου. και είπατε· ουχί. και ου μη αποθάνωμεν. και έδωκε Κύριος φωνάς και υετόν εν τη ημέρα εκείνη· και εφοβήθησαν πας ο λαός τον Κύριον σφόδρα και τον Σαμουήλ. και γνώτε και ίδετε ότι η κακία υμών μεγάλη. και δώσει φωνάς και υετόν. 22 ότι ουκ απώσεται Κύριος τον λαόν αυτού δια το όνομα αυτού το μέγα. 14 εάν φοβηθήτε τον Κύριον και δουλεύσητε αυτω και ακούσητε της φωνής αυτού και μη ερίσητε τω στόματι Κυρίου και ήτε και υμείς και ο βασιλεύς ο βασιλεύων εφ ‘ υμών οπίσω Κυρίου πορευόμενοι· 15 εάν δε μη ακούσητε της φωνής Κυρίου και ερίσητε τω στόματι Κυρίου. ότι προστεθείκαμεν προς πάσας τας αμαρτίας ημών κακίαν αιτήσαντες εαυτοίς βασιλέα. 9 και επελάθοντο Κυρίου του Θεού αυτών. οί ου περανούσιν ουθέν και οί ουκ εξελούνται. επικαλέσομαι Κύριον. αλλ ‘ ή ότι βασιλεύς βασιλεύσει εφ ‘ ημών· και Κύριος ο Θεός ημών βασιλεύς ημών. και απέστειλε Κύριος τον Μωυσήν και τον Ααρών και εξήγαγον τους πατέρας ημών εξ Αιγύπτου και κατώκισεν αυτούς εν τω τόπω τούτω. 12 και ίδετε ότι Νάας βασιλεύς υιών Αμμών ήλθεν εφ ‘ υμάς. 10 και εβόησαν προς Κύριον και έλεγον· ημάρτομεν. και κατωκείτε πεποιθότες. ον εξελέξασθε. 13 και νυν ιδού ο βασιλεύς.

και εν τω όρει Βαιθήλ. και το κατάλοιπον του λαού εξαπέστειλεν έκαστον εις το σκήνωμα αυτού. και Σαούλ σάλπιγγι σαλπίζει εις πάσαν την γην λέγων· ηθετήκασιν οι δούλοι. 9 και είπε Σαούλ· προσαγάγετε. και διεσπάρη ο λαός αυτού απ ‘ αυτού. και χίλιοι ήσαν μετά Ιωνάθαν εν Γαβαά του Βενιαμίν. και Σαμουήλ παραγίνεται· και εξήλθε Σαούλ εις απάντησιν αυτού ευλογήσαι αυτόν. και ησχύνθησαν Ισραήλ εν τοις αλλοφύλοις. όπως ποιήσω ολοκαύτωσιν και ειρηνικάς· και ανήνεγκε την ολοκαύτωσιν. ως είπε Σαμουήλ. 4 και πας Ισραήλ ήκουσε λεγόντων· πέπαικε Σαούλ τον Νασίβ τον αλλόφυλον. ότι ίδετε α εμεγάλυνε μεθ ‘ υμών. και ου παρεγένετο Σαμουήλ εις Γάλγαλα. και είπε Σαούλ· ότι είδον ως διεσπάρη ο λαός απ ‘ εμού και συ ου παρεγένου ως διετάξω εν τω μαρτυρίω των ημερών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δουλεύσω τω Κυρίω και δείξω υμίν την οδόν την αγαθήν και την ευθείαν· 24 πλήν φοβείσθε τον Κύριον και δουλεύσατε αυτω εν αληθεία και εν όλη καρδία υμών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 469 . και ήσαν μετά Σαούλ δισχίλιοι οι εν Μαχμάς. 6 και ανήρ Ισραήλ είδεν ότι στενώς αυτω μη προσάγειν αυτόν. 11 και είπε Σαμουήλ· τι πεποίηκας. και αναβαίνουσιν επί Ισραήλ τριάκοντα χιλιάδες αρμάτων και εξ χιλιάδες ιππέων και λαός ως η άμμος η παρά την θάλασσαν τω πλήθει· και αναβαίνουσι και παρεμβάλλουσιν εν Μαχμάς εξ εναντίας Βαιθωρών κατά νότου. και πας ο λαός εξέστη οπίσω αυτού. 3 και επάταξεν Ιωνάθαν τον Νασίβ τον αλλόφυλον τον εν τω βουνω· και ακούουσιν οι αλλόφυλοι. και υμείς και ο βασιλεύς υμών προστεθήσεσθε. 25 και εάν κακία κακοποιήσητε. 5 και οι αλλόφυλοι συνάγονται εις πόλεμον επί Ισραήλ. 8 και διέλιπεν επτά ημέρας τω μαρτυρίω. και εκρύβη ο λαός εν τοις σπηλαίοις και εν ταις μάνδραις και εν ταις πέτραις και εν τοις βόθροις και εν τοις λάκκοις. 7 και οι διαβαίνοντες διέβησαν τον Ιορδάνην εις γην Γάδ και Γαλαάδ. και ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ οπίσω Σαούλ εν Γαλγάλοις. 10 και εγένετο ως συνετέλεσεν αναφέρων την ολοκαύτωσιν. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ εκλέγεται εαυτω Σαούλ τρεις χιλιάδας ανδρών εκ των ανδρών Ισραήλ. και Σαούλ έτι ην εν Γαλγάλοις.

13 και είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· μεματαίωταί σοι. 19 και τέκτων σιδήρου ουχ ευρίσκετο εν πάση γη Ισραήλ. και το κατάλειμμα του λαού ανέβη οπίσω Σαούλ εις απάντησιν οπίσω του λαού του πολεμιστού. και ευρέθη τω Σαούλ και τω Ιωνάθαν υιω αυτού. 23 και εξήλθεν εξ υποστάσεως των αλλοφύλων την εν τω πέραν Μαχμάς. ότι είπον οι αλλόφυλοι· μη ποιήσωσιν οι Εβραίοι ρομφαίαν και δόρυ. ότι ουκ εφύλαξας την εντολήν μου. 15 και ανέστη Σαμουήλ και απήλθεν εκ Γαλγάλων εις οδόν αυτού. αυτών παραγενομένων εκ Γαλγάλων εις Γαβαά Βενιαμίν και επεσκέψατο Σαούλ τον λαόν τον ευρεθέντα μετ ‘ αυτού ως εξακοσίους άνδρας. και τη αξίνη και τω δρεπάνω υπόστασις ην η αυτή. και η αρχή η μία επιβλέπουσα οδόν Γαβαέ την εισκύπτουσαν επί Γαί την Σαβίμ. και εντελείται Κύριος αυτω εις άρχοντα επί τον λαόν αυτού. 21 και ην ο τρυγητός έτοιμος του θερίζειν· τα δε σκεύη ην τρεις σίκλοι εις τον οδόντα. 17 και εξήλθε διαφθείρων εξ αγρού αλλοφύλων τρισίν αρχαίς· η αρχή η μία επιβλέπουσα οδόν Γοφερά επί γην Σωγάλ. ην ενετείλατό σοι Κύριος. 18 και η αρχή η μία επιβλέπουσα οδόν Βαιθωρών. 20 και κατέβαινον πας Ισραήλ εις γην αλλοφύλων χαλκεύειν έκαστος το θέριστρον αυτού και το σκεύος αυτού και έκαστος την αξίνην αυτού και το δρέπανον αυτού. 12 και είπα· νυν καταβήσονται οι αλλόφυλοι προς με εις Γάλγαλα και του προσώπου του Κυρίου ουκ εδεήθην· και ενεκρατευσάμην και ανήνεγκα την ολοκαύτωσιν. και οι αλλόφυλοι παρεμβεβλήκεισαν εν Μαχμάς. ως νυν ητοίμασε Κύριος την βασιλείαν σου επί Ισραήλ έως αιώνος· 14 και νυν η βασιλεία σου ου στήσεταί σοι. και ζητήσει Κύριος εαυτω άνθρωπον κατά την καρδίαν αυτού. 16 και Σαούλ και Ιωνάθαν υιος αυτού και ο λαός οι ευρεθέντες μετ ‘ αυτών εκάθισαν εν Γαβαά Βενιαμίν και έκλαιον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 470 . 22 και εγενήθη εν ταις ημέραις του πολέμου Μαχμάς και ουχ ευρέθη ρομφαία και δόρυ εν χειρί παντός του λαού του μετά Σαούλ και μετά Ιωνάθαν. ότι ουκ εφύλαξας όσα ενετείλατό σοι Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οι αλλόφυλοι συνήχθησαν εις Μαχμάς.

και γνωριούμεν υμίν ρήμα. 2 και Σαούλ εκάθητο επ ‘ άκρου του βουνού υπό την ροάν την εν Μαγδών. και ο λαός ουκ ήδει ότι πεπόρευται Ιωνάθαν. ως είκοσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 471 . 4 και ανά μέσον της διαβάσεως. ου εζήτει Ιωνάθαν διαβήναι εις την υπόστασιν των αλλοφύλων. ην επάταξεν Ιωνάθαν και ο αίρων τα σκεύη αυτού. ότι παραδέδωκεν αυτούς Κύριος εις χείρας ημών· τούτο ημίν το σημείον. και διαβώμεν εις Μεσσάβ των αλλοφύλων την εν τω πέραν εκείνω· και τω πατρί αυτού ουκ απήγγειλε. και επάταξεν αυτούς. 8 και είπεν Ιωνάθαν· ιδού ημείς διαβαίνομεν προς τους άνδρας και κατακυλισθησόμεθα προς αυτούς· 9 εάν τάδε είπωσι προς ημάς· απόστητε εκεί έως αν απαγγείλωμεν υμίν. είτι ποιήσαι Κύριος ημίν· ότι ουκ έστι τω Κυρίω συνεχόμενον σώζειν εν πολλοίς ή εν ολίγοις. ό εάν η καρδία σου εκλίνη. και ήσαν μετ ‘ αυτού ως εξακόσιοι άνδρες· 3 και Αχιά υιος Αχιτώβ αδελφού Ιωχαβήδ υιού Φινεές υιού Ηλί ιερεύς του Θεού εν Σηλώμ αίρων εφούδ. ου εκρύβησαν εκεί. 14 και εγενήθη η πληγή η πρώτη. 6 και είπεν Ιωνάθαν προς το παιδάριον το αίρον τα σκεύη αυτού· δεύρο διαβώμεν εις Μεσσάβ των απεριτμήτων τούτων. και αναβησόμεθα. ότι παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις χείρας Ισραήλ. ιδού εγώ μετά σου. όνομα τω ενί Βασές και όνομα τω άλλω Σεννά· 5 η οδός η μία από βορρά ερχομένω Μαχμάς και η οδός η άλλη από νότου ερχομένω Γαβαέ. 12 και απεκρίθησαν οι άνδρες Μεσσάβ προς Ιωνάθαν και προς τον αίροντα τα σκεύη αυτού και λέγουσιν· ανάβητε προς ημάς. και ο αίρων τα σκεύη αυτού επεδίδου οπίσω αυτού. και οδούς πέτρας εκ τούτου και οδούς πέτρας εκ τούτου. 13 και ανέβη Ιωνάθαν επί τας χείρας αυτού και επί τους πόδας αυτού και ο αίρων τα σκεύη αυτού μετ ‘ αυτού· και επέβλεψαν κατά πρόσωπον Ιωνάθαν. και στησόμεθα εφ ‘ εαυτοίς και ου μη αναβώμεν επ ‘ αυτούς· 10 εάν τάδε είπωσι προς ημάς· ανάβητε προς ημάς. 11 και εισήλθον αμφότεροι εις Μεσσάβ των αλλοφύλων· και λέγουσιν οι αλλόφυλοι· ιδού Εβραίοι εκπορεύονται εκ των τρωγλών αυτών. 7 και είπεν αυτω ο αίρων τα σκεύη αυτού· ποίει παν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ γίνεται η ημέρα και είπεν Ιωνάθαν υιος Σαούλ τω παιδαρίω τω αίροντι τα σκεύη αυτού· δεύρο. ως η καρδία σου καρδία μου. και είπεν Ιωνάθαν προς τον αίροντα τα σκεύη αυτού· ανάβηθι οπίσω μου.

σύγχυσις μεγάλη σφόδρα. ότι εφοβήθη ο λαός τον όρκον Κυρίου. 27 και Ιωνάθαν ουκ ακηκόει εν τω ορκίζειν τον πατέρα αυτού τον λαόν· και εξέτεινε το άκρον του σκήπτρου αυτού του εν τη χειρί αυτού και έβαψεν αυτό εις το κηρίον του μέλιτος και επέστρεψε την χείρα αυτού εις το στόμα αυτού. και ο ήχος εν τη παρεμβολή των αλλοφύλων επορεύετο πορευόμενος και επλήθυνε· και είπε Σαούλ προς τον ιερέα· συνάγαγε τας χείράς σου. και αυτοί ουκ ήθελον ποιείν· και εθάμβησεν η γη. και ιδού ουχ ευρίσκετο Ιωνάθαν και ο αίρων τα σκεύη αυτού. 23 και έσωσε Κύριος εν τη ημέρα εκείνη τον Ισραήλ. και πας ο λαός ην μετά Σαούλ ως δέκα χιλιάδες ανδρών· και ην ο πόλεμος διεσπαρμένος εις όλην την πόλιν εν τω όρει Εφραίμ. και πας ο λαός ο εν Μεσσάβ και οι διαφθείροντες εξέστησαν. 15 και εγενήθη έκστασις εν τη παρεμβολή και εν αγρω. και εκδικήσω τον εχθρόν μου· και ουκ εγεύσατο πας ο λαός άρτου. και εξελύθη ο λαός. 26 και εισήλθεν ο λαός εις τον μελισσώνα. 18 και είπε Σαούλ τω Αχιά· προσάγαγε το εφούδ· ότι αυτός ήρε το εφούδ εν τη ημέρα εκείνη ενώπιον Ισραήλ. 22 και πας Ισραήλ οι κρυπτόμενοι εν τω όρει Εφραίμ και ήκουσαν ότι πεφεύγασιν οι αλλόφυλοι. ος φάγεται άρτον έως εσπέρας. 19 και εγενήθη ως ελάλει Σαούλ προς τον ιερέα. 20 και ανέβη Σαούλ και πας ο λαός ο μετ ‘ αυτού και έρχονται έως του πολέμου. 16 και είδον οι σκοποί του Σαούλ εν Γαβαά Βενιαμίν και ιδού η παρεμβολή τεταραγμένη ένθεν και ένθεν. 24 και Σαούλ ηγνόησεν άγνοιαν μεγάλην εν τη ημέρα εκείνη και αράται τω λαω λέγων· επικατάρατος ο άνθρωπος. και εγενήθη έκστασις παρά Κυρίου. 29 και έγνω Ιωνάθαν και είπεν· απήλλαχεν ο πατήρ μου την γην· ιδέ δη ότι είδον οι οφθαλμοί μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 472 . 28 και απεκρίθη εις εκ του λαού και είπεν· ορκίσας ωρκισε τον λαόν ο πατήρ σου λέγων· επικατάρατος ο άνθρωπος. Και ο πόλεμος διήλθε την Βαμώθ. 25 και Ιάαλ δρυμός ην μελισσώνος κατά πρόσωπον του αγρού. και ιδού επορεύετο λαλών. και πάσα η γη ηρίστα. ος φάγεται άρτον σήμερον. και ανέβλεψαν οι οφθαλμοί αυτού. 21 και οι δούλοι οι όντες εχθές και τρίτην ημέραν μετά των αλλοφύλων οι αναβάντες εις την παρεμβολήν επεστράφησαν και αυτοί είναι μετά Ισραήλ των μετά Σαούλ και Ιωνάθαν. και ιδού εγένετο ρομφαία ανδρός επί τον πλησίον αυτού. και συνάπτουσι και αυτοί οπίσω αυτών εις πόλεμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνδρες εν βολίσι και εν πετροβόλοις και εν κόχλαξι του πεδίου. και ιδού ουκ ην επιστρέφων την χείρα αυτού εις το στόμα αυτού. 17 και είπε Σαούλ τω λαω τω μετ ‘ αυτού· επισκέψασθε δη και ίδετε τις πεπόρευται εξ υμών· και επεσκέψαντο.

και είπεν ο λαός προς Σαούλ· το αγαθόν ενώπιόν σου ποίει. και κατακληρούται Ιωνάθαν. και απήγγειλεν αυτω Ιωνάθαν και είπε· γευόμενος εγευσάμην εν άκρω τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 473 . και ου μη αμάρτητε τω Κυρίω του εσθίειν συν τω αίματι· και προσήγεν ο λαός έκαστος το εν τη χειρί αυτού και έσφαζον εκεί. τι ότι ουκ απεκρίθης τω δούλω σου σήμερον. και έλαβεν ο λαός ποίμνια και βουκόλια και τέκνα βοών και έσφαξεν επί την γην. Κύριε ο Θεός Ισραήλ δος δήλους· και εάν τάδε είπης. και μη υπολείπωμεν εν αυτοίς άνδρα. 34 και είπε Σαούλ· διασπάρητε εν τω λαω και είπατε αυτοίς προσαγαγείν ενταύθα έκαστος τον μόσχον αυτού και έκαστος το πρόβατον αυτού. θανάτω αποθανείται. 41 και είπε Σαούλ· Κύριε ο Θεός Ισραήλ. 31 και επάταξεν εν τη ημέρα εκείνη εκ των αλλοφύλων εν Μαχμάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι εγευσάμην βραχύ τι του μέλιτος τούτου· 30 αλλ ‘ ότι ει έφαγεν έσθων σήμερον ο λαός των σκύλων των εχθρών αυτών. και είπεν ο ιερεύς· προσέλθωμεν ενταύθα προς τον Θεόν. 38 και είπε Σαούλ· προσαγάγετε ενταύθα πάσας τας γωνίας του Ισραήλ και γνώτε και ίδετε εν τίνι γέγονεν η αμαρτία αύτη σήμερον· 39 ότι ζη Κύριος ο σώσας τον Ισραήλ. ει παραδώσεις αυτούς εις χείρας Ισραήλ. 43 και είπε Σαούλ προς Ιωνάθαν· απάγγειλόν μοι τι πεποίηκας. και είπεν ο λαός προς Σαούλ· ουκ έστι το ρήμα τούτο. και είπε Σαούλ εκ Γεθθαίμ· κυλίσατέ μοι λίθον ενταύθα μέγαν. ων εύρεν. 33 και απηγγέλη Σαούλ λέγοντες· ημάρτηκεν ο λαός τω Κυρίω φαγών συν τω αίματι. ότι εάν αποκριθή κατά Ιωνάθαν του υιού μου. 32 και εκλήθη ο λαός εις τα σκύλα. και εγώ και Ιωνάθαν ο υιος μου εσόμεθα εις δουλείαν. και ουκ ην ο αποκρινόμενος εκ παντός του λαού. και ουκ απεκρίθη αυτω εν τη ημέρα εκείνη. και βάλλουσιν ανά μέσον αυτού και ανά μέσον Ιωνάθαν του υιού αυτού. 36 Και είπε Σαούλ· καταβώμεν οπίσω των αλλοφύλων την νύκτα και διαρπάσωμεν εν αυτοίς έως διαφαύση ημέρα. και ο λαός εξήλθε. και κατεκράτησε Σαούλ του λαού. ότι νυν αν μείζων ην η πληγή η εν τοις αλλοφύλοις. ει εν εμοί ή εν Ιωνάθαν τω υιω μου η αδικία. 35 και ωκοδόμησεν εκεί Σαούλ θυσιαστήριον τω Κυρίω· τούτο ήρξατο Σαούλ οικοδομήσαι θυσιαστήριον τω Κυρίω. 42 και είπε Σαούλ· βάλετε ανά μέσον εμού και ανά μέσον Ιωνάθαν του υιού μου· ον αν κατακληρώσηται Κύριος. δος δη οσιότητα. αποθανέτω. και είπαν· παν το αγαθόν ενώπιόν σου ποίει. 40 και είπε παντί ανδρί Ισραήλ· υμείς έσεσθε εις δουλείαν. και ήσθιεν ο λαός συν τω αίματι. και κληρούται Ιωνάθαν και Σαούλ. εν τω λαω σου Ισραήλ. 37 και επηρώτησε Σαούλ τον Θεόν· ει καταβώ οπίσω των αλλοφύλων. και σφαζέτω επί τούτου. και εκοπίασεν ο λαός σφόδρα.

44 και είπεν αυτω Σαούλ· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. 48 και εποίησε δύναμιν και επάταξε τον Αμαλήκ και εξείλατο τον Ισραήλ εκ χειρός των καταπατούντων αυτόν. και ιδού εγώ αποθνήσκω. όνομα τη πρωτοτόκω Μερόβ. 52 και ην ο πόλεμος κραταιός επί τους αλλοφύλους πάσας τας ημέρας Σαούλ. 45 και είπεν ο λαός προς Σαούλ· ει σήμερον θανατωθήσεται ο ποιήσας την σωτηρίαν την μεγάλην ταύτην εν Ισραήλ. ότι θανάτω αποθανή σήμερον. εσώζετο. και οι αλλόφυλοι απήλθον εις τον τόπον αυτών. ζη Κύριος. εις τον Μωάβ και εις τους υιούς Αμμών και εις τους υιούς Εδώμ και εις τον Βαιθεώρ και εις βασιλέα Σουβά και εις τους αλλοφύλους· ου αν εστράφη. 49 και ήσαν οι υιοί Σαούλ Ιωνάθαν και Ιεσσιού και Μελχισά· και ονόματα των δύο θυγατέρων αυτού. και προσηύξατο ο λαός περί Ιωνάθαν εν τη ημέρα εκείνη. και νυν άκουε της φωνής Κυρίου· 2 τάδε είπε Κύριος Σαβαώθ· νυν εκδικήσω α εποίησεν Αμαλήκ τω Ισραήλ. ως απήντησεν αυτω εν τη οδω αναβαίνοντος αυτού εξ Αιγύπτου· 3 και νυν πορεύου και πατάξεις τον Αμαλήκ και Ιερίμ και πάντα τα αυτού και ου περιποιήση εξ αυτού και εξολοθρεύσεις αυτόν και αναθεματιείς αυτόν και πάντα τα αυτού και ου φείση απ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 474 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σκήπτρω τω εν τη χειρί μου βραχύ μέλι. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· εμέ απέστειλε Κύριος χρίσαί σε εις βασιλέα επί Ισραήλ. 47 Και Σαούλ κατακληρούται έργον επί Ισραήλ. και ουκ απέθανε. ει πεσείται τριχός της κεφαλής αυτού επί την γην· ότι ο λαός του Θεού εποίησε την ημέραν ταύτην. και επολέμει κύκλω πάντας τους εχθρούς αυτού. υιού οικείου Σαούλ· 51 και Κίς πατήρ Σαούλ και Νήρ πατήρ Αβεννήρ υιος Ιαμίν υιού Αβιήλ. και όνομα τω αρχιστρατήγω αυτού Αβεννήρ. 46 και ανέβη Σαούλ από όπισθεν των αλλοφύλων. και ιδών Σαούλ πάντα άνδρα δυνατόν και πάντα άνδρα υιόν δυνάμεως και συνήγαγεν αυτούς προς αυτόν. υιος Νήρ. και όνομα τη δευτέρα Μελχόλ· 50 και όνομα τη γυναικί αυτού Αχινοόμ θυγάτηρ Αχιμάας.

6 και είπε Σαούλ προς τον Κιναίον· άπελθε και έκκλινον εκ μέσου του Αμαληκίτου. 8 και συνέλαβε τον Αγάγ βασιλέα Αμαλήκ ζώντα και πάντα τον λαόν και Ιερίμ απέκτεινεν εν στόματι ρομφαίας. ων εγώ ακούω. και πολεμήσεις αυτούς έως συντελέσης αυτούς. 18 και απέστειλέ σε Κύριος εν οδω και είπέ σοι· πορεύθητι και εξολόθρευσον τους αμαρτάνοντας εις εμέ. 5 και ήλθε Σαούλ έως των πόλεων Αμαλήκ και ενήδρευσεν εν τω χειμάρρω. 19 και ινατί ουκ ήκουσας φωνής Κυρίου. και κατέβη εις Γάλγαλα προς Σαούλ. και ιδού αυτός ανέφερεν ολοκαύτωσιν τω Κυρίω τα πρώτα των σκύλων. όπως τυθή Κυρίω τω Θεω σου. και είπεν αυτω Σαούλ· ευλογητός συ τω Κυρίω· έστησα πάντα. και ηθύμησε Σαμουήλ και εβόησε προς Κύριον όλην την νύκτα. 4 και παρήγγειλε Σαούλ τω λαω και επισκέπτεται αυτούς εν Γαλγάλοις τετρακοσίας χιλιάδας ταγμάτων και τον Ιούδαν τριάκοντα χιλιάδας ταγμάτων. 10 Και εγενήθη ρήμα Κυρίου προς Σαμουήλ λέγων· 11 παρακέκλημαι ότι εβασίλευσα τον Σαούλ εις βασιλέα. 16 και είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· άνες και απαγγελώ σοι α ελάλησε Κύριος προς με την νύκτα· και είπεν αυτω· λάλησον. και συ εποίησας έλεος μετά των υιών Ισραήλ εν τω αναβαίνειν αυτούς εξ Αιγύπτου· και εξέκλινεν ο Κιναίος εκ μέσου Αμαλήκ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ‘ αυτού και αποκτενείς από ανδρός και έως γυναικός και από νηπίου έως θηλάζοντος και από μόσχου έως προβάτου και από καμήλου έως όνου. 15 και είπε Σαούλ· εξ Αμαλήκ ήνεγκα αυτά. 7 και επάταξε Σαούλ τον Αμαλήκ από Ευιλάτ έως Σουρ επί προσώπου Αιγύπτου. 17 και είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· ουχί μικρός ει συ ενώπιον αυτού ηγούμενος σκήπτρου φυλής Ισραήλ. αλλ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 475 . ων ήνεγκεν εξ Αμαλήκ. ότι απέστρεψεν από όπισθέν μου και τους λόγους μου ουκ ετήρησε. και απηγγέλη τω Σαούλ λέγοντες· ήκει Σαμουήλ εις Κάρμηλον και ανέστακεν αυτω χείρα και επέστρεψε το άρμα. όσα ελάλησε Κύριος. τον Αμαλήκ. και έχρισέ σε Κύριος εις βασιλέα επί Ισραήλ. και τα λοιπά εξωλόθρευσα. α περιεποιήσατο ο λαός τα κράτιστα του ποιμνίου και των βοών. 13 και παρεγένετο Σαμουήλ προς Σαούλ. 14 και είπε Σαμουήλ· και τις η φωνή του ποιμνίου τούτου εν τοις ωσί μου και φωνή των βοών. 12 και ώρθρισε Σαμουήλ και επορεύθη εις απάντησιν Ισραήλ το πρωϊ. 9 και περιεποιήσατο Σαούλ και πας ο λαός τον Αγάγ ζώντα και τα αγαθά των ποιμνίων και των βουκολίων και των εδεσμάτων και των αμπελώνων και πάντων των αγαθών και ουκ εβούλοντο εξολοθρεύσαι αυτά· και παν έργον ητιμωμένον και εξουδενωμένον εξωλόθρευσαν. μη προσθώ σε μετ ‘ αυτού.

και προσκυνήσω Κυρίω τω Θεω σου. 33 και είπε Σαμουήλ προς Αγάγ· καθότι ητέκνωσε γυναίκας η ρομφαία σου. ή απέστειλέ με Κύριος. και εκράτησε Σαούλ του πτερυγίου της διπλοϊδος αυτού και διέρρηξεν αυτό· 28 και είπε προς αυτόν Σαμουήλ· διέρρηξε Κύριος την βασιλείαν σου από Ισραήλ εκ χειρός σου σήμερον και δώσει αυτήν τω πλησίον σου τω αγαθω υπέρ σε· 29 και διαιρεθήσεται Ισραήλ εις δύο. 31 και ανέστρεψε Σαμουήλ οπίσω Σαούλ και προσεκύνησε τω Κυρίω. και προσήλθε προς αυτόν Αγάγ τρέμων. ότι εφοβήθην τον λαόν και ήκουσα της φωνής αυτών· 25 και νυν άρον δη το αμάρτημά μου και ανάστρεψον μετ ‘ εμού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωρμησας του θέσθαι επί τα σκύλα και εποίησας το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. τα πρώτα του εξολοθρεύματος. 34 και απήλθε Σαμουήλ εις Αρμαθαίμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 476 . και ήγαγον τον Αγάγ βασιλέα Αμαλήκ και τον Αμαλήκ εξωλόθρευσα· 21 και έλαβεν ο λαός των σκύλων ποίμνια και βουκόλια. 22 και είπε Σαμουήλ· ει θελητόν τω Κυρίω ολοκαυτώματα και θυσίας ως το ακούσαι φωνής Κυρίου. αλλά δόξασόν με δη ενώπιον πρεσβυτέρων Ισραήλ και ενώπιον λαού μου και ανάστρεψον μετ ‘ εμού. 26 και είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· ουκ αναστρέφω μετά σου. ούτως ατεκνωθήσεται εκ γυναικών η μήτηρ σου. και ουκ αποστρέψει ουδέ μετανοήσει. οδύνην και πόνους θεραφίν επάγουσιν· ότι εξουδένωσας το ρήμα Κυρίου. 35 και ου προσέθετο έτι Σαμουήλ ιδείν τον Σαούλ έως ημέρας θανάτου αυτού. 30 και είπε Σαούλ· ημάρτηκα. 27 και επέστρεψε Σαμουήλ το πρόσωπον αυτού του απελθείν. ιδού ακοή υπέρ θυσίαν αγαθήν και η επακρόασις υπέρ στέαρ κριών· 23 ότι αμαρτία οιώνισμά εστιν. ότι επένθει Σαμουήλ επί Σαούλ· και Κύριος μετεμελήθη ότι εβασίλευσε τον Σαούλ επί Ισραήλ. ότι εξουδένωσας το ρήμα Κυρίου. θύσαι ενώπιον Κυρίου Θεού ημών εν Γαλγάλοις. 20 και είπε Σαούλ προς Σαμουήλ· δια το ακούσαί με της φωνής του λαού· και επορεύθην τη οδω. 24 και είπε Σαούλ προς Σαμουήλ· ημάρτηκα ότι παρέβην τον λόγον Κυρίου και το ρήμά σου. και προσκυνήσω Κυρίω τω Θεω σου. και εξουδενώσει σε Κύριος μη είναι βασιλέα επί Ισραήλ. και έσφαξε Σαμουήλ τον Αγάγ ενώπιον Κυρίου εν Γαλγάλ. και είπεν Αγάγ· ει ούτω πικρός ο θάνατος. ότι ουχ ως άνθρωπός εστι του μετανοήσαι αυτός. και Σαούλ ανέβη εις τον οίκον αυτού εις Γαβαά. 32 και είπε Σαμουήλ· προσαγάγετέ μοι τον Αγάγ βασιλέα Αμαλήκ. και εξουδενώσει σε Κύριος του μη είναι βασιλέα επί τον Ισραήλ.

8 και εκάλεσεν Ιεσσαί τον Αμιναδάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Σαμουήλ· έως πότε συ πενθείς επί Σαούλ. ότι εώρακα εν τοις υιοίς αυτού εμοί βασιλέα. α ελάλησεν αυτω Κύριος. και είπεν· ουδέ τούτον εξελέξατο ο Θεός. και χρίσεις ον αν είπω προς σε. όψεται ο Θεός. και ακούσεται Σαούλ και αποκτενεί με. 6 και εγενήθη εν τω εισιέναι αυτούς και είδε τον Ελιάβ και είπεν· αλλά και ενώπιον Κυρίου χριστός αυτού. ότι ου μη κατακλιθώμεν έως του ελθείν αυτόν. ότι άνθρωπος όψεται εις πρόσωπον. 12 και απέστειλε και εισήγαγεν αυτόν· και αυτός πυρράκης μετά κάλλους οφθαλμών και αγαθός οράσει Κυρίω. 2 και είπε Σαμουήλ· Πως πορευθώ. 7 και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· μη επιβλέψης επί την όψιν αυτού μηδέ εις την έξιν μεγέθους αυτού. ότι ούτός εστιν αγαθός. 10 και παρήγαγεν Ιεσσαί τους επτά υιούς αυτού ενώπιον Σαμουήλ· και είπε Σαμουήλ· ουκ εξελέξατο Κύριος εν τούτοις. 9 και παρήγαγεν Ιεσσαί τον Σαμά· και είπε· και εν τούτω ουκ εξελέξατο Κύριος. και ηγίασε τον Ιεσσαί και τους υιούς αυτού και εκάλεσεν αυτούς εις την θυσίαν. και γνωριώ σοι α ποιήσεις. και είπε Κύριος· δάμαλιν βοών λαβέ εν τη χειρί σου και ερείς· θύσαι τω Κυρίω ήκω· 3 και καλέσεις τον Ιεσσαί εις την θυσίαν. και παρήλθε κατά πρόσωπον Σαμουήλ. και είπε Σαμουήλ προς Ιεσσαί· απόστειλον και λαβέ αυτόν. 13 και έλαβε Σαμουήλ το κέρας του ελαίου και έχρισεν αυτό εν μέσω των αδελφών αυτού. και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· ανάστα και χρίσον τον Δαυίδ. πλήσον το κέρας σου ελαίου. ότι εξουδένωκα αυτόν· ότι ουχ ως εμβλέψεται άνθρωπος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 477 . και ήλθεν εις Βηθλεέμ. ο δε Θεός όψεται εις καρδίαν. και εφήλατο πνεύμα Κυρίου επί Δαυίδ από της ημέρας εκείνης και επάνω. 4 και εποίησε Σαμουήλ πάντα. καγώ εξουδένωκα αυτόν μη βασιλεύειν επί Ισραήλ. αγιάσθητε και ευφράνθητε μετ ‘ εμού σήμερον. και δεύρο αποστείλω σε προς Ιεσσαί έως Βηθλεέμ. και εξέστησαν οι πρεσβύτεροι της πόλεως τη απαντήσει αυτού και είπαν· ειρήνη η είσοδός σου. και ανέστη Σαμουήλ και απήλθεν εις Αρμαθαίμ. 11 και είπε Σαμουήλ προς Ιεσσαί· εκλελοίπασι τα παιδάρια. 5 και είπεν· ειρήνη· θύσαι τω Κυρίω ήκω. και είπεν· έτι ο μικρός ιδού ποιμαίνει εν τω ποιμνίω. ο βλέπων.

και εγενήθη αυτω αίρων τα σκεύη αυτού. και ο ανήρ αγαθός τω είδει. και ζητησάτωσαν τω Κυρίω ημών άνδρα ειδότα ψάλλειν εν κινύρα. 19 και απέστειλε Σαούλ αγγέλους προς Ιεσσαί λέγων· απόστειλον προς με τον υιόν σου Δαυίδ τον εν τω ποιμνίω σου. και ο αυλών ανά μέσον αυτών. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ συνάγουσιν αλλόφυλοι τας παρεμβολάς αυτών εις πόλεμον και συνάγονται εις Σοκχώθ της Ιουδαίας και παρεμβάλλουσιν ανά μέσον Σοκχώθ και ανά μέσον Αζηκά Εφερμέμ. 17 και είπε Σαούλ προς τους παίδας αυτού· ίδετε δη μοι άνδρα ορθώς ψάλλοντα και εισαγάγετε αυτόν προς με. 21 και εισήλθε Δαυίδ προς Σαούλ και παρειστήκει ενώπιον αυτού· και ηγάπησεν αυτόν σφόδρα. 3 και αλλόφυλοι ίστανται επί του όρους ενταύθα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14 Και πνεύμα Κυρίου απέστη από Σαούλ. 15 και είπαν οι παίδες Σαούλ προς αυτόν· ιδού δη πνεύμα Κυρίου πονηρόν πνίγει σε· 16 ειπάτωσαν δη οι δούλοί σου ενώπιόν σου. και αγαθόν αυτω. 2 και Σαούλ και οι άνδρες Ισραήλ συνάγονται και παρεμβάλλουσιν εν τη κοιλάδι αυτοί και παρατάσσονται εις πόλεμον εξεναντίας των αλλοφύλων. 20 και έλαβεν Ιεσσαί γομόρ άρτων και ασκόν οίνου και έριφον αιγών ένα και εξαπέστειλεν εν χειρί Δαυίδ του υιού αυτού προς Σαούλ. 4 και εξήλθεν ανήρ δυνατός εκ της παρατάξεως των αλλοφύλων Γολιάθ όνομα αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 478 . ότι εύρε χάριν εν οφθαλμοίς μου. και Ισραήλ ίσταται επί του όρους ενταύθα. και έσται εν τω είναι πνεύμα πονηρόν επί σοι και ψαλή εν τη κινύρα αυτού και αγαθόν σοι έσται και αναπαύσει σε. και Κύριος μετ ‘ αυτού. και ανέψυχε Σαούλ. 18 και απεκρίθη εις των παιδαρίων αυτού και είπεν· ιδού εώρακα υιόν τω Ιεσσαί Βηθλεεμίτην και αυτόν ειδότα ψαλμόν. 33 και εγενήθη εν τω είναι πνεύμα πονηρόν επί Σαούλ και ελάμβανε Δαυίδ την κινύραν και έψαλλεν εν χειρί αυτού. και έπνιγεν αυτόν πνεύμα πονηρόν παρά Κυρίου. και αφίστατο απ ‘ αυτού το πνεύμα το πονηρόν. και ο ανήρ συνετός και πολεμιστής και σοφός λόγω. 22 και απέστειλε Σαούλ προς Ιεσσαί λέγων· παριστάσθω δη Δαυίδ ενώπιον εμού.

έσεσθε ημίν εις δούλους και δουλεύσετε ημίν. καθά ενετείλατο αυτω Ιεσσαί· και ήλθεν εις την στρογγύλωσιν και δύναμιν την εκπορευομένην εις την παράταξιν· και ηλάλαξαν εν τω πολέμω. Ελιάβ ο πρωτότοκος αυτού και ο δεύτερος αυτού Αμιναδάβ και ο τρίτος αυτού Σαμμά. [12 Και είπε Δαυίδ υιος ανθρώπου Εφραθαίου· ούτος εκ Βηθλεέμ Ιούδα. 13 και επορεύθησαν οι τρεις υιοί Ιεσσαί οι μείζονες οπίσω Σαούλ εις πόλεμον. και τους αδελφούς σου επισκέψη εις ειρήνην. 16 και προήγεν ο αλλόφυλος ορθρίζων και οψίζων και εστηλώθη τεσσαράκοντα ημέρας. και όσα αν χρήζωσι γνώση. και αφήκε τα πρόβατα φύλακι. και θώρακα αλυσιδωτόν αυτός ενδεδυκώς. ύψος αυτού τεσσάρων πήχεων και σπιθαμής· 5 και περικεφαλαία επί της κεφαλής αυτού. 18 και τας δέκα τρυφαλίδας του γάλακτος τούτου εισοίσεις τω χιλιάρχω. 9 και εάν δυνηθή πολεμήσαι προς με και εάν πατάξη με. 15 Και Δαυίδ απήλθε και ανέστρεψεν από του Σαούλ. και μονομαχήσομεν αμφότεροι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκ Γεθ. και αυτω οκτω υιοί· και ο ανήρ εν ταις ημέραις Σαούλ πρεσβύτερος εληλυθώς εν ανδράσι. 10 και είπεν ο αλλόφυλος· ιδού εγώ ωνείδισα την παράταξιν Ισραήλ σήμερον εν τη ημέρα ταύτη· δότε μοι άνδρα. και όνομα των υιών αυτού των πορευθέντων εις τον πόλεμον. εκλέξασθε εαυτοίς άνδρα και καταβήτω προς με. 17 και είπεν Ιεσσαί προς Δαυίδ· λαβέ δη τοις αδελφοίς σου οιφί του αλφίτου και δέκα άρτους τούτους και διάδραμε εις την παρεμβολήν και δος τοις αδελφοίς σου. ποιμαίνων τα πρόβατα του πατρός αυτού εν Βηθλεέμ. 8 και έστη και ανεβόησεν εις την παράταξιν Ισραήλ και είπεν αυτοίς· τι εκπορεύεσθε παρατάξασθαι πολέμω εξεναντίας ημών. 22 και αφήκε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 479 . 11 και ήκουσε Σαούλ και πας Ισραήλ τα ρήματα του αλλοφύλου ταύτα και εξέστησαν και εφοβήθησαν σφόδρα. 20 και ώρθρισε Δαυίδ το πρωϊ. 21 και παρετάξαντο Ισραήλ και οι αλλόφυλοι παράταξιν εξεναντίας παρατάξεως. και όνομα αυτω Ιεσσαί. 14 και Δαυίδ αυτός εστιν ο νεώτερος και οι τρεις οι μείζονες επορεύθησαν οπίσω Σαούλ. και ο σταθμός του θώρακος αυτού πέντε χιλιάδες σίκλων χαλκού και σιδήρου· 6 και κνημίδες χαλκαί επί των σκελών αυτού. και εσόμεθα υμίν εις δούλους· εάν δε εγώ δυνηθώ και πατάξω αυτόν. και ασπίς χαλκή ανά μέσον των ώμων αυτού· 7 και ο κοντός του δόρατος αυτού ωσεί μέσακλον υφαινόντων. και η λόγχη αυτού εξακοσίων σίκλων σιδήρου· και ο αίρων τα όπλα αυτού προεπορεύετο αυτού. 19 και Σαούλ αυτός και πας ανήρ Ισραήλ εν τη κοιλάδι της δρυός πολεμούντες μετά των αλλοφύλων. και έλαβε και απήλθε. ουκ εγώ ειμι αλλόφυλος και υμείς Εβραίοι του Σαούλ.

πλουτίσει αυτόν ο βασιλεύς πλούτον μέγαν και την θυγατέρα αυτού δώσει αυτω και τον οίκον του πατρός αυτού ποιήσει ελεύθερον εν τω ισραήλ. 30 και επέστρεψε παρ ‘ αυτού εις εναντίον ετέρου και είπε κατά το ρήμα τούτο. και αυτός ανήρ πολεμιστής εκ νεότητος αυτού. ος αν πατάξη αυτόν. 27 και είπεν αυτω ο λαός κατά το ρήμα τούτο λέγων· ούτως ποιηθήσεται τω ανδρί. 24 Και πας ανήρ Ισραήλ εν τω ιδείν αυτούς τον άνδρα. εκ των παρατάξεων των αλλοφύλων. ους ελάλησε Δαυίδ. ος αν πατάξει αυτόν. ος αν πατάξει τον αλλόφυλον εκείνον. και έφυγον εκ προσώπου αυτού και εφοβήθησαν σφόδρα. ότι ένεκεν του ιδείν τον πόλεμον κατέβης. ουχί ρήμά εστι. 36 και τον λέοντα και την άρκον έτυπτεν ο δούλός σου. και ελάλησε κατά τα ρήματα ταύτα και ήκουσε Δαυίδ.] 32 Και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· μη δη συμπεσέτω καρδία του Κυρίου μου επ ‘ αυτόν· ο δούλός σου πορεύσεται και πολεμήσει μετά του αλλοφύλου τούτου. 28 και ήκουσεν Ελιάβ ο αδελφός αυτού ο μείζων εν τω λαλείν αυτόν προς τους άνδρας και ωργίσθη θυμω Ελιάβ εν τω Δαυίδ και είπεν· ινατί τούτο κατέβης και επί τίνα αφήκας τα μικρά πρόβατα εκείνα εν τη ερήμω. ότι παιδάριον ει συ. και ανηγγέλησαν οπίσω Σαούλ και παρέλαβεν αυτόν. ότι ονειδίσαι τον Ισραήλ ανέβη. και εκράτησα του φάρυγγος αυτού και επάταξα και εθανάτωσα αυτόν. 26 και είπε Δαυίδ προς τους άνδρας τους συνεστηκότας μετ ‘ αυτού λέγων· ή ποιηθήσεται τω ανδρί. ότι τις αλλόφυλος ο απερίτμητος αυτός. 29 και είπε Δαυίδ· τι εποίησα νυν. 25 και είπεν ανήρ Ισραήλ· ει εωράκατε τον άνδρα τον αναβαίνοντα τούτον. καίαπεκρίθη αυτω ο λαός κατά το ρήμα του πρώτου. και έσται ο αλλόφυλος ο απερίτμητος ως εν τούτων· ουχί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 480 . 31 και ηκούσθησαν οι λόγοι. και αφελεί ονειδισμόν από Ισραήλ. και ει επανίστατο επ ‘ εμέ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Δαυίδ τα σκεύη αυτού αφ ‘ εαυτού επί χείρα φύλακος και έδραμεν εις την παράταξιν και ήλθε και ηρώτησε τους αδελφούς αυτού εις ειρήνην. ότι ωνείδισε παράταξιν Θεού ζώντος. 33 και είπε Σαούλ προς τον Δαυίδ· ου μη δυνήση πορευθήναι προς τον αλλόφυλον του πολεμείν μετ ‘ αυτού. ιδού ανήρ ο μεσαίος ανέβαινε. Γολιάθ ο Φιλισταίος όνομα αυτω εκ Γεθ. εγώ οίδα την υπερηφανίαν σου και την κακίαν της καρδίας σου. και όταν ήρχετο ο λέων και η άρκος και ελάμβανε πρόβατον εκ της αγέλης. 23 και αυτού λαλούντος μετ ‘ αυτών. 34 και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· ποιμαίνων ην ο δούλός σου τω πατρί αυτού εν τω ποιμνίω. και έσται ανήρ. 35 και εξεπορευόμην οπίσω αυτού και επάταξα αυτόν και εξέσπασα εκ του στόματος αυτού.

ότι αυτός ην παιδάριον και αυτός πυρράκης μετά κάλλους οφθαλμών. και αποκτενώ σε και αφελώ την κεφαλήν σου από σου και δώσω τα κώλά σου και τα κώλα παρεμβολής αλλοφύλων εν ταύτη τη ημέρα τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού επί την γην. και έσται Κύριος μετά σου. ότι έστι Θεός εν Ισραήλ· 47 και γνώσεται πάσα η εκκλησία αύτη ότι ουκ εν ρομφαία και δόρατι σώζει Κύριος. και παραδώσει Κύριος υμάς εις χείρας ημών. 49 και εξέτεινε Δαυίδ την χείρα αυτού εις το κάδιον και έλαβεν εκείθεν λίθον ένα και εσφενδόνισε και επάταξε τον αλλόφυλον επί το μέτωπον αυτού. 44 και είπεν ο αλλόφυλος προς Δαυίδ· δεύρο προς με. ος εξείλατό με εκ χειρός του λέοντος και εκ χειρός της άρκου. [41 Και επορεύθη ο αλλόφυλος πορευόμενος και εγγίζων προς Δαυίδ. και ανήρ ο αίρων τον θυρεόν έμπροσθεν αυτού. 37 Κύριος. διότι τις ο απερίτμητος ούτος. ος ωνείδισε παράταξιν Θεού ζώντος. αλλ ‘ ή χείρων κυνός. και κατηράσατο ο αλλόφυλος τον Δαυίδ εν τοις θεοίς αυτού. καγώ πορεύομαι προς σε εν ονόματι Κυρίου Θεού Σαβαώθ παρατάξεως Ισραήλ. και είπε Δαυίδ· ουχί. 48 και ανέστη ο αλλόφυλος και επορεύθη εις συνάντησιν Δαυίδ. και γνώσεται πάσα η γη. και διέθυ ο λίθος δια της περικεφαλαίας εις το μέτωπον αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 481 . 43 και είπεν ο αλλόφυλος προς Δαυίδ· ωσεί κύων εγώ ειμι. και αφαιρούσιν αυτά απ ‘ αυτού. και αφελώ σήμερον όνειδος εξ Ισραήλ. ην ωνείδισας σήμερον· 46 και αποκλείσει σε Κύριος σήμερον εις την χείρά μου.] 42 και είδε Γολιάθ τον Δαυίδ και εξητίμασεν αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορεύσομαι και πατάξω αυτόν. και επέβλεψεν ο αλλόφυλος. 45 και είπε Δαυίδ προς τον αλλόφυλον· συ έρχη προς με εν ρομφαία και εν δόρατι και εν ασπίδι. και δώσω τας σάρκας σου τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις κτήνεσι της γης. και είπε Σαούλ προς Δαυίδ· πορεύου. αυτός εξελείταί με εκ χειρός του αλλοφύλου του απεριτμήτου τούτου. ότι του Κυρίου ο πόλεμος. ότι ου πεπείραμαι. 38 και ενέδυσε Σαούλ τον Δαυίδ μανδύαν και περικεφαλαίαν χαλκήν περί την κεφαλήν αυτού 39 και έζωσε τον Δαυίδ την ρομφαίαν αυτού επάνω του μανδύου αυτού. ότι συ έρχη επ ‘ εμέ εν ράβδω και λίθοις. 40 και έλαβε την βακτηρίαν αυτού εν τη χειρί αυτού και εξελέξατο εαυτω πέντε λίθους λείους εκ του χειμάρρου και έθετο αυτούς εν τω καδίω τω ποιμαινικω τω όντι αυτω εις συλλογή και σφενδόνην αυτού εν τη χειρί αυτού και προσήλθε προς τον άνδρα τον αλλόφυλον. και εκοπίασε περιπατήσας άπαξ και δις· και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· ου μη δύνωμαι πορευθήναι εν τούτοις.

3 και διέθετο Ιωνάθαν και Δαυίδ εν τω αγαπάν αυτόν κατά την ψυχήν αυτού. και έφυγον. 52 και ανίστανται άνδρες Ισραήλ και Ιούδα και ηλάλαξαν και κατεδίωξαν οπίσω αυτών έως εισόδου Γεθ και έως της πύλης Ασκάλωνος. και επάταξε τον αλλόφυλον και εθανάτωσεν αυτόν· και ρομφαία ουκ ην εν χειρί Δαυίδ. 53 και ανέστρεψαν άνδρες Ισραήλ εκκλίνοντες οπίσω των αλλοφύλων και κατεπάτουν τας παρεμβολάς αυτών. 56 και είπεν ο βασιλεύς· επερώτησον συ. και παρέλαβεν αυτόν Αβεννήρ και εισήγαγεν αυτόν ενώπιον Σαούλ. 58 και είπε προς αυτόν Σαούλ· υιος τίνος ει.] 51 και έδραμε Δαυίδ και επέστη επ ‘ αυτόν και έλαβε την ρομφαίαν αυτού και εθανάτωσεν αυτόν και αφείλε την κεφαλήν αυτού. και είπεν Αβεννήρ· ζη η ψυχή σου. και η ψυχή Ιωνάθαν συνεδέθη τη ψυχή Δαυίδ και ηγάπησεν αυτόν Ιωνάθαν κατά την ψυχήν αυτού. 57 και ως επέστρεψε Δαυίδ του πατάξαι τον αλλόφυλον. 2 και έλαβεν αυτόν Σαούλ εν τη ημέρα εκείνη και ουκ έδωκεν αυτόν επιστρέψαι εν τω οίκω του πατρός αυτού. είπε προς Αβεννήρ τον άρχοντα της δυνάμεως· Υιος τίνος ο νεανίσκος ούτος. και είπε Δυαίδ· υιος δούλου σου Ιεσσαί του Βηθλεεμείτου. και ήνεγκεν αυτήν εις Ιερουσαλήμ και τα σκεύη αυτού έθηκεν εν τω σκηνώματι αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ [50 Και εκραταίωσε Δαυίδ υπέρ τον αλλόφυλον εν τη σφενδόνη και εν τω λίθω. και είδον οι αλλόφυλοι ότι τέθνηκεν ο δυνατός αυτών. 5 και εξεπορεύετο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 482 . ει οίδα. παιδάριον.] Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ [1 Και εγένετο ως συνετέλεσε λαλών προς Σαούλ. και η κεφαλή του αλλοφύλου εν τη χειρί αυτού. βασιλεύ. [55 Και ως είδε Σαούλ τον Δαυίδ εκπορευόμενον εις απάντησιν του αλλοφύλου. 4 και εξεδύσατο Ιωνάθαν τον επενδύτην τον επάνω και έδωκεν αυτόν τω Δαυίδ και τον μανδύαν αυτού και έως της ρομφαίας αυτού και έως του τόξου αυτού και έως της ζώνης αυτού. υιος τίνος ο νεανίσκος ούτος. 54 και έλαβε Δαυίδ την κεφαλήν του αλλοφύλου. και έπεσον τραυματίαι των αλλοφύλων εν τη οδω των πυλών και έως Γεθ και έως Ακκαρών.

καγώ ανήρ ταπεινός και ουχί ένδοξος. 25 και είπε Σαούλ· τάδε ερείτε τω Δαυίδ· ου βούλεται ο βασιλεύς εν δόματι. 18 και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· τις εγώ ειμι και τις η ζωή της συγγενείας του πατρός μου εν Ισραήλ. και Κύριος ην μετ ‘ αυτού. και έσται επ ‘ αυτόν χείρ αλλοφύλων. α ελάλησε Δαυίδ. 24 και απήγγειλαν οι παίδες Σαούλ αυτω κατά τα ρήματα ταύτα. και εξεπορεύετο και εισεπορεύετο έμπροσθεν του λαού. και ήρεσεν εν οφθαλμοίς παντός του λαού και γε εν οφθαλμοίς δούλων Σαούλ. ότι αυτός εισεπορεύετο και εξεπορεύετο προ προσώπου του λαού. [9 Και ην Σαούλ υποβλεπόμενος τον Δαυίδ από της ημέρας εκείνης και επέκεινα. οίς απέστειλεν αυτόν Σαούλ. [17 Και είπε Σαούλ προς Δαυίδ· ιδού η θυγάτηρ μου η μείζων Μερόβ. 19 και εγενήθη εν τω καιρω του δοθήναι την Μερόβ θυγατέρα Σαούλ τω Δαυίδ. και το δόρυ εν τη χειρί Σαούλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Δαυίδ. και Σαούλ είπε· μη έστω χείρ μου επ ‘ αυτω. και ευλαβείτο από προσώπου αυτού. εν πάσιν. και αύτη εδόθη τω Ισραήλ τω Μοθυλαθείτη εις γυναίκα. 23 και ελάλησαν οι παίδες Σαούλ εις τα ώτα Δαυίδ τα ρήματα ταύτα. ότι έσομαι γαμβρός του βασιλέως. και είπε· τω Δαυίδ έδωκαν τας μυριάδας και εμοί έδωκαν τας χιλιάδας. 16 και πας Ισραήλ και Ιούδας ηγάπα τον Δαυίδ. 10 και εγενήθη από της επαύριον και έπεσε πνεύμα Θεού πονηρόν επί Σαούλ και προεφήτευσεν εν μέσω οίκου αυτού. αλλ ‘ ή εν εκατόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 483 . και συ επιγάμβρευσον τω βασιλεί. 15 και είδε Σαούλ ως αυτός συνιεί σφόδρα. και πάντες οι παίδες αυτού αγαπώσί σε. Και Δαυίδ έψαλλεν εν χειρί αυτού ως καθ ‘ εκάστην ημέραν. 11 και ήρε Σαούλ το δόρυ και είπε· πατάξω εν Δαυίδ και εν τω τοίχω· και εξέκλινε Δαυίδ από προσώπου αυτού δις. 7 και εξήρχον αι γυναίκες και έλεγον· επάταξε Σαούλ εν χιλιάσιν αυτού και Δαυίδ εν μυριάσιν αυτού.] 12 και εφοβήθη Σαούλ από προσώπου Δαυίδ. 8 και πονηρόν εφάνη το ρήμα εν οφθαλμοίς Σαούλ περί του λόγου τούτου. και πλήν γίνου μοι εις υιόν δυνάμεως και πολέμει τους πολέμους Κυρίου. αυτήν δώσω σοι εις γυναίκα. εν σοί ο βασιλεύς. 13 και απέστησεν αυτόν απ ‘ αυτού και κατέστησεν αυτόν εαυτω χιλίαρχον. και είπε Δαυίδ· ει κούφον εν οφθαλμοίς υμών επιγαμβρεύσαι βασιλεί. συνήκε· και κατέστησεν αυτόν Σαούλ επί τους άνδρας του πολέμου.] 6 ΚΑΙ εξήλθον αι χορεύουσαι εις συνάντησιν Δαυίδ εκ πασών πόλεων Ισραήλ εν τυμπάνοις και εν χαρμοσύνη και εν κυμβάλοις. 14 και ην Δαυίδ εν πάσαις ταις οδοίς αυτού συνιών.

και ηυθύνθη εν τοις οφθαλμοίς αυτού. 7 και εκάλεσεν Ιωνάθαν τον Δαυίδ. και απήγγειλεν Ιωνάθαν τω Δαυίδ λέγων· Σαούλ ζητεί θανατώσαί σε· φύλαξαι ουν αύριον πρωϊ και κρύβηθι και κάθισον κρυφή. 3 και εγώ εξελεύσομαι και στήσομαι εχόμενος του πατρός μου εν αγρω. και τα ποιήματα αυτού αγαθά σφόδρα. 29 και προσέθετο ευλαβείσθαι από Δαυίδ έτι. 6 και ήκουσε Σαούλ της φωνής Ιωνάθαν. και εγώ λαλήσω περί σου προς τον πατέρα μου και όψομαι ό. ου εάν ης εκεί. και πας Ισραήλ είδον και εχάρησαν· και ινατί αμαρτάνεις εις αίμα αθωον θανατώσαι τον Δαυίδ δωρεάν. και επιγαμβρεύεται τω βασιλεί και δίδωσιν αυτω την Μελχόλ θυγατέρα αυτού αυτω εις γυναίκα. 22 και ενετείλατο Σαούλ τοις παισίν αυτού λέγων· λαλήσετε υμείς λάθρα τω Δαυίδ λέγοντες· ιδού θέλει Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ελάλησε Σαούλ προς Ιωνάθαν τον υιόν αυτού και προς πάντας τους παίδας αυτού θανατώσαι τον Δαυίδ. και εποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην. και ην επί Σαούλ χείρ αλλοφύλων. 21 και είπε Σαούλ· δώσω αυτήν αυτω. 4 και ελάλησεν Ιωνάθαν περί Δαυίδ αγαθά προς Σαούλ τον πατέρα αυτού και είπε προς αυτόν· μη αμαρτησάτω ο βασιλεύς εις τον δούλόν σου Δαυίδ. 5 και έθετο την ψυχήν αυτού εν τη χειρί αυτού και επάταξε τον αλλόφυλον. και ώμοσε Σαούλ λέγων· ζη Κύριος. και απαγγελώ σοι. 27 και ανέστη Δαυίδ και επορεύθη αυτός και οι άνδρες αυτού και επάταξεν εν τοις αλλοφύλοις εκατόν άνδρας και ανήνεγκε τας ακροβυστίας αυτών.] 20 Και ηγάπησε Μελχόλ η θυγάτηρ Σαούλ τον Δαυίδ. και απηγγέλη τω Σαούλ. και απήγγειλεν αυτω πάντα τα ρήματα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 484 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακροβυστίαις αλλοφύλων εκδικήσαι εχθρούς του βασιλέως· και Σαούλ ελογίσατο εμβαλείν αυτόν εις χείρας των αλλοφύλων. και έσται αυτω εις σκάνδαλον. ότι ουχ ημάρτηκεν εις σε.τι εάν ή. 2 και Ιωνάθαν ο υιος Σαούλ ηρείτο τον Δαυίδ σφόδρα. και ηυθύνθη ο λόγος εν οφθαλμοίς Δαυίδ επιγαμβρεύσαι τω βασιλεί. 26 και απαγγέλλουσιν οι παίδες Σαούλ τω Δαυίδ τα ρήματα ταύτα. 28 και είδε Σαούλ ότι Κύριος μετά Δαυίδ και πας Ισραήλ ηγάπα αυτόν. ει αποθανείται.

και προσέθετο Σαούλ αποστείλαι αγγέλους τρίτους. και ήπαρ των αιγών προς κεφαλής αυτού. 21 και απηγγέλη τω Σαούλ. και Δαυίδ έψαλλε ταις χερσίν αυτού· 10 και εζήτει Σαούλ πατάξαι το δόρυ εις Δαυίδ. 23 και επορεύθη εκείθεν εις Ναυάθ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 485 . και απέστειλεν αγγέλους ετέρους. 16 και έρχονται οι άγγελοι. και εισήγαγεν Ιωνάθαν τον Δαυίδ προς Σαούλ. και ην ενώπιον αυτού ως εχθές και τρίτην ημέραν. 22 και εθυμώθη οργή Σαούλ και επορεύθη και αυτός εις Αρμαθαίμ και έρχεται έως του φρέατος του άλω του εν τω Σεφί και ηρώτησε και είπε· που Σαμουήλ και Δαυίδ. και εγενήθη επί τους αγγέλους του Σαούλ πνεύμα Θεού. και Σαμουήλ ειστήκει καθεστηκώς επ ‘ αυτών. 12 και κατάγει η Μελχόλ τον Δαυίδ δια της θυρίδος. και Δαυίδ ανεχώρησε και διεσώθη. και προφητεύουσι. και δόρυ εν τη χειρί αυτού. αύριον θανατωθήση. 18 Και Δαυίδ έφυγε και διεσώθη και παραγίνεται προς Σαμουήλ εις Αρμαθαίμ και απαγγέλλει αυτω πάντα. όσα εποίησεν αυτω Σαούλ. και είδαν την εκκλησίαν των προφητών. και αυτός εν οίκω καθεύδων. 9 Και εγένετο πνεύμα Θεού πονηρόν επί Σαούλ. 19 και απηγγέλη τω Σαούλ λέγοντες· ιδού Δαυίδ εν Ναυάθ εν Ραμά. και έφυγον εκ προσώπου αυτού. και είπαν· ιδού εν Ναυάθ εν Ραμά. 17 και είπε Σαούλ τη Μελχόλ· ινατί ούτως παρελογίσω με και εξαπέστειλας τον εχθρόν μου και διεσώθη. 20 και απέστειλε Σαούλ αγγέλους λαβείν τον Δαυίδ. 14 και απέστειλε Σαούλ αγγέλους λαβείν τον Δαυίδ. και απήλθε και έφυγε και σώζεται. 13 και έλαβεν η Μελχόλ τα κενοτάφια και έθετο επί την κλίνην και ήπαρ των αιγών έθετο προς κεφαλής αυτού και εκάλυψεν αυτά ιματίω. ει δε μη. και λέγουσιν ενοχλείσθαι αυτόν· 15 και αποστέλλει επί τον Δαυίδ λέγων· αγάγετε αυτόν επί της κλίνης προς με του θανατώσαι αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτα. και είπε Μελχόλ τω Σαούλ· αυτός είπεν· εξαπόστειλόν με. και ιδού τα κενοτάφια επί της κλίνης. και επροφήτευσαν και αυτοί. 8 και προσέθετο ο πόλεμος γενέσθαι προς Σαούλ. 11 και εγενήθη εν τη νυκτί εκείνη και απέστειλε Σαούλ αγγέλους εις οίκον Δαυίδ φυλάξαι αυτόν του θανατώσαι αυτόν πρωϊ· και απήγγειλε τω Δαυίδ Μελχόλ η γυνή αυτού λέγουσα· εάν μη συ σώσης την ψυχήν σαυτού την νύκτα ταύτην. και επροφήτευσαν και αυτοί. και κατίσχυσε Δαυίδ και επολέμησε τους αλλοφύλους και επάταξεν εν αυτοίς πληγήν μεγάλην σφόδρα. θανατώσω σε. και επορεύθη Σαμουήλ και Δαυίδ και εκάθισαν εν Ναυάθ εν Ραμά. και απέστη Δαυίδ εκ προσώπου Σαούλ και επάταξε το δόρυ εις τον τοίχον.

ότι εισήγαγες εις διαθήκην Κυρίου τον δούλόν σου μετά σεαυτού· και ει έστιν αδικία εν τω δούλω σου. ουκ έστι τούτο. και ερείς· παραιτούμενος παρητήσατο απ ‘ εμού Δαυίδ δραμείν έως εις Βηθλεέμ την πόλιν αυτού. ειρήνη τω δούλω σου· και εάν σκληρώς αποκριθή σοι. 6 και εάν επισκεπτόμενος επισκέψηταί με ο πατήρ σου. ότι. ότι εάν γινώσκων γνώ ότι συντετέλεσται η κακία παρά του πατρός μου του ελθείν επί σε. και κρυβήσομαι εν τω πεδίω έως δείλης. 10 και είπε Δαυίδ προς Ιωνάθαν· τις απαγγείλη μοι. και εγώ καθίσας ου καθήσομαι φαγείν. 3 και απεκρίθη Δαυίδ τω Ιωνάθαν και είπε· γινώσκων οίδεν ο πατήρ σου ότι εύρηκα χάριν εν οφθαλμοίς σου. 2 και είπεν αυτω Ιωνάθαν· μηδαμώς σοι. εγώ απαγγελώ σοι. 5 και είπε Δαυίδ προς Ιωνάθαν· ιδού δη νεομηνία αύριον. μη ου βούληται· αλλά ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. και επορεύετο προφητεύων έως του ελθείν αυτόν εις Ναυάθ εν Ραμά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν Ραμά. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ απέδρα Δαυίδ εκ Ναυάθ εν Ραμά και έρχεται ενώπιον Ιωνάθαν και είπε· τι πεποίηκα και τι το αδίκημά μου και τι ημάρτηκα ενώπιον του πατρός σου. ου μη αποθάνης· ιδού ου μη ποιήσει ο πατήρ μου ρήμα μέγα ή μικρόν και ουκ αποκαλύψει το ωτίον μου· και τι ότι κρύψει ο πατήρ μου απ ‘ εμού το ρήμα τούτο. και εάν μη ή εις τας πόλεις σου. 24 και εξεδύσατο τα ιμάτια αυτού και επροφήτευσεν ενώπιον αυτών και έπεσε γυμνός όλην την ημέραν εκείνην και όλην την νύκτα· δια τούτο έλεγον· ει και Σαούλ εν προφήταις. θανάτωσόν με συ. και έως του πατρός σου ινατί ούτως εισάγεις με. εάν αποκριθή ο πατήρ σου σκληρώς. 4 και είπεν Ιωνάθαν προς Δαυίδ· τι επιθυμεί η ψυχή σου και τι ποιήσω σοι. και εγενήθη και επ ‘ αυτω πνεύμα Θεού. εμπέπλησται ανά μέσον εμού και του θανάτου. 7 εάν τάδε είπη· αγαθώς. και είπε· μη γνώτω τούτο Ιωνάθαν. ότι επιζητεί την ψυχήν μου. και εξαποστελείς με. γνώθι ότι συντετέλεσται η κακία παρ ‘ αυτού. καθώς είπον. 11 και είπεν Ιωνάθαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 486 . ότι θυσία των ημερών εκεί όλη τη φυλή. 9 και είπεν Ιωνάθαν· μηδαμώς σοι. 8 και ποιήσεις έλεος μετά του δούλου σου.

διαβήσομαι δη και όψομαι τους αδελφούς μου· δια τούτο ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 487 . 24 Και κρύπτεται Δαυίδ εν αγρω. ου κρυβής εν τη ημέρα τη εργασίμη. ζη Κύριος· εάν τάδε είπω τω νεανίσκω· ώδε η σχίζα από σου και επέκεινα. 20 και εγώ τρισσεύσω ταις σχίζαις ακοντίζων. λάβε αυτήν. και εκζητήσαι Κύριος εχθρούς του Δαυίδ. και ουκ έστι λόγος. 23 και το ρήμα ό ελαλήσαμεν εγώ και συ. 18 και είπεν Ιωνάθαν· αύριον νεομηνία. ότι ειρήνη σοι. 29 και είπεν· εξαπόστειλον δη με. ιδού Κύριος μάρτυς ανά μέσον εμού και σου έως αιώνος. εκπέμπων εις την αματταρί. και ου μη αποστείλω προς σε εις αγρόν· 13 τάδε ποιήσαι ο Θεός τω Ιωνάθαν και τάδε προσθείη. και καθήση παρά το εργάβ εκείνο. 21 και ιδού αποστέλλω το παιδάριον λέγων· δεύρο ευρέ μοι την σχίζαν· 22 εάν είπω λέγων τω παιδαρίω· ώδε η σχίζα από σου και ώδε. και ενετείλαντο προς με οι αδελφοί μου. καθώς ην μετά του πατρός μου. ότι είρηκε· σύμπτωμα φαίνεται μη καθαρός είναι. και εκάθισεν Αβεννήρ εκ πλαγίων Σαούλ. ότι θυσία της φυλής ημίν εν τη πόλει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς Δαυίδ· πορεύου και μένε εις αγρόν. 25 και εκάθισεν επί την καθέδραν αυτού ως άπαξ και άπαξ. ότι ανακρινώ τον πατέρα μου ως αν ο καιρός τρισσώς. 19 και τρισσεύσεις και επισκέψη και ήξεις εις τον τόπον σου. και επισκεπήση. και προέφθασε τον Ιωνάθαν. 14 και εάν μεν έτι μου ζώντος και ποιήσεις έλεος μετ ‘ εμού. και νυν ει εύρηκα χάριν εν οφθαλμοίς σου. επί της καθέδρας παρά τοίχον. ότι ανοίσω τα κακά επί σε και αποκαλύψω το ωτίον σου και εξαποστελώ σε και απελεύση εις ειρήνην· και έσται Κύριος μετά σου. πορεύου ότι εξαπέσταλκέ σε Κύριος. 26 και ουκ ελάλησε Σαούλ εν τη ημέρα εκείνη. εν τω εξαίρειν Κύριον τους εχθρούς Δαυίδ έκαστον από του προσώπου της γης ευρεθήναι το όνομα του Ιωνάθαν από του οίκου Δαυίδ. 17 και προσέθετο έτι Ιωνάθαν ομόσαι τω Δαυίδ. και είπε Σαούλ προς Ιωνάθαν τον υιόν αυτού· τι ότι ου παραγέγονεν ο υιος Ιεσσαί και εχθές και σήμερον επί την τράπεζαν. ότι ου κεκαθάρισται. παραγίνου. 27 και εγενήθη τη επαύριον του μηνός τη ημέρα τη δευτέρα και επεσκέπη ο τόπος του Δαυίδ. και ιδού αγαθόν ή περί Δαυίδ. και εάν θανάτω αποθάνω. και έρχεται ο βασιλεύς επί την τράπεζαν του φαγείν. και επεσκέπη ο τόπος Δαυίδ. 15 ουκ εξαρείς έλεός σου από του οίκου μου έως του αιώνος· και ει μη. 28 και απεκρίθη Ιωνάθαν τω Σαούλ και είπεν αυτω· παρήτηται παρ ‘ εμού Δαυίδ έως εις Βηθλεέμ την πόλιν αυτού πορευθήναι. ότι ηγάπησε ψυχήν αγαπώντος αυτόν. ότι επισκεπήσεται καθέδρα σου. και παραγίνεται ο μην. και εκπορεύονται αμφότεροι εις αγρόν. 12 και είπεν Ιωνάθαν προς Δαυίδ· Κύριος ο Θεός Ισραήλ είδεν.

και έκλαυσεν έκαστος τω πλησίον αυτού έως συντελείας μεγάλης. τι πεποίηκε. καθώς ετάξατο εις το μαρτύριον Δαυίδ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 488 . 41 και ως εισήλθε το παιδάριον. πάρεξ Ιωνάθαν και Δαυίδ έγνωσαν το ρήμα. και ανεβόησεν Ιωνάθαν οπίσω του νεανίου και είπεν· εκεί η σχίζα από σου και επέκεινα· 38 και ανεβόησεν Ιωνάθαν οπίσω του παιδαρίου αυτού λέγων· ταχύνας σπεύσον και μη στης. και αυτός ηκόντιζε τη σχίζη και παρήγαγεν αυτήν. 34 και ανεπήδησεν Ιωνάθαν από της τραπέζης εν οργή θυμού και ουκ έφαγεν εν τη δευτέρα του μηνός άρτον. και παιδάριον μικρόν μετ ‘ αυτού. και ως ομωμόκαμεν ημείς αμφότεροι εν ονόματι Κυρίου λέγοντες· Κύριος έσται μάρτυς ανά μέσον εμού και σου και ανά μέσον του σπέρματός μου και ανά μέσον του σπέρματός σου έως αιώνος. 33 και επήρε Σαούλ το δόρυ επί Ιωνάθαν του θανατώσαι αυτόν. ουχ ετοιμασθήσεται η βασιλεία σου· νυν ουν αποστείλας λάβε τον νεανίαν. 36 και είπε τω παιδαρίω· δράμε. 32 και απεκρίθη Ιωνάθαν τω Σαούλ· ινατί αποθνήσκει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παραγέγονεν επί την τράπεζαν του βασιλέως. 35 Και εγενήθη πρωϊ και εξήλθεν Ιωνάθαν εις αγρόν. ότι υιος θανάτου ούτος. εν αις εγώ ακοντίζω. είσελθε εις την πόλιν. 30 και εθυμώθη οργή Σαούλ επί Ιωνάθαν σφόδρα και είπεν αυτω· υιε κορασίων αυτομολούντων. ευρέ μοι τας σχίζας. και έγνω Ιωνάθαν ότι συντετέλεσται η κακία αύτη παρά του πατρός αυτού θανατώσαι τον Δαυίδ. και ανέλεξε το παιδάριον Ιωνάθαν τας σχίζας και ήνεγκε τας σχίζας προς τον κύριον αυτού. 31 ότι πάσας τας ημέρας. ου ηκόντιζεν Ιωνάθαν. 42 και είπεν Ιωνάθαν τω Δαυίδ· πορεύου εις ειρήνην. 37 και ήλθε το παιδάριον έως του τόπου της σχίζης. και το παιδάριον έδραμε. ου γαρ οίδα ότι μέτοχος ει συ τω υιω Ιεσσαί εις αισχύνην σου και εις αισχύνην αποκαλύψεως μητρός σου. ότι συνετέλεσεν επ ‘ αυτόν ο πατήρ αυτού. και Δαυίδ ανέστη από του εργάβ και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού και προσεκύνησεν αυτω τρίς. και κατεφίλησεν έκαστος τον πλησίον αυτού. 39 και το παιδάριον ουκ έγνω ουθέν. 40 και Ιωνάθαν έδωκε τα σκεύη αυτού επί το παιδάριον αυτού και είπε τω παιδαρίω αυτού· πορεύου. ας ο υιος Ιεσσαί ζη επί της γης. ότι εθραύσθη επί τον Δαυίδ.

Φελλανί Αλεμωνί· και νυν ει εισίν υπό την χείρά σου πέντε άρτοι. και Ιωνάθαν εισήλθεν εις την πόλιν. ότι ουκ έστιν ετέρα πάρεξ ταύτης ενταύθα. ουχί τούτω εξήρχον αι χορεύουσαι λέγουσαι· επάταξε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 489 . και εξέστη Αβιμέλεχ τη απαντήσει αυτού και είπεν αυτω· τι ότι συ μόνος και ουθείς μετά σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ ανέστη Δαυίδ και απήλθε. 8 και είπε Δαυίδ προς Αβιμέλεχ· ιδέ ει έστιν ενταύθα υπό την χείρά σου δόρυ ή ρομφαία. διότι αγιασθήσεται σήμερον δια τα σκεύη μου. δος μοι αυτήν. περί ου εγώ αποστέλλω σε και υπέρ ου εγώ εντέταλμαί σοι· και τοις παιδαρίοις διαμεμαρτύρημαι εν τω τόπω τω λεγομένω Θεού πίστις. και όνομα αυτω Δωήκ ο Σύρος νέμων τας ημιόνους Σαούλ. ον επάταξας εν τη κοιλάδι ‘Ηλά. 10 και έδωκεν αυτήν αυτω· και ανέστη Δαυίδ και έφυγεν εν τη ημέρα εκείνη εκ προσώπου Σαούλ. ότι αλλ ‘ ή άρτοι άγιοί εισιν· ει πεφυλαγμένα τα παιδάριά εστιν από γυναικός. και είπε Δαυίδ· ιδού ουκ έστιν ωσπερ αυτή. 3 και είπε Δαυίδ τω ιερεί· ο βασιλεύς εντέταλταί μοι ρήμα σήμερον και είπέ μοι· μηδείς γνώτω το ρήμα. Και ήλθε Δαυίδ προς Αγχούς βασιλέα Γεθ. ότι ουκ ην εκεί άρτος. 5 και απεκρίθη Δαυίδ τω ιερεί και είπεν αυτω· αλλά από γυναικός απεσχήμεθα εχθές και τρίτην ημέραν· εν τω εξελθείν με εις οδόν γέγονε πάντα τα παιδία ηγνισμένα. και φάγεται. και είπεν· ουκ εισίν άρτοι βέβηλοι υπό την χείρά μου. ότι την ρομφαίαν μου και τα σκεύη ουκ είληφα εν τη χειρί μου. 7 και εκεί ην εν των παιδαρίων του Σαούλ εν τη ημέρα εκείνη συνεχόμενος νεεσσαράν ενώπιον Κυρίου. 11 και είπον οι παίδες Αγχούς προς αυτόν· ουχί ούτος Δαυίδ ο βασιλεύς της γης. 6 και έδωκεν αυτω Αβιμέλεχ ο ιερεύς τους άρτους της προθέσεως. και αυτή η οδός βέβηλος. ότι ην το ρήμα του βασιλέως κατά σπουδήν. σεαυτω λαβέ. και αυτήν ενειλημμένη ην εν ιματίω· ει ταύτην λήψη. αλλ ‘ ή άρτοι του προσώπου οι αφηρημένοι εκ προσώπου Κυρίου του παρατεθήναι άρτον θερμόν ή ημέρα έλαβεν αυτούς. 9 και είπεν ο ιερεύς· ιδού η ρομφαία Γολιάθ του αλλοφύλου. 2 και έρχεται Δαυίδ εις Νομβά προς Αβιμέλεχ τον ιερέα. δος εις χείρά μου το ευρεθέν. 4 και απεκρίθη ο ιερεύς τω Δαυίδ.

6 Και ήκουσε Σαούλ. 2 και συνήγοντο προς αυτόν πας εν ανάγκη και πας υπόχρεως και πας κατώδυνος ψυχή. ινατί εισηγάγετε αυτόν προς με. 14 και είπεν Αγχούς προς τους παίδας αυτού· ιδού ίδετε άνδρα επίληπτον. 5 και είπε Γάδ ο προφήτης προς Δαυίδ· μη κάθου εν τη περιοχή. έως ότου γνώ τι ποιήσει μοι ο Θεός. ούτος ουκ εισελεύσεται εις οικίαν. και επορεύθη Δαυίδ και ήλθε και εκάθισεν εν πόλει Σαρίχ. 12 και έθετο Δαυίδ τα ρήματα εν τη καρδία αυτού και εφοβήθη σφόδρα από προσώπου Αγχούς βασιλέως Γεθ. πορεύου και ήξεις εις γην Ιούδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σαούλ εν χιλιάσιν αυτού και Δαυίδ εν μυριάσιν αυτού. 8 ότι σύγκεισθε πάντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 490 . ότι εισαγηόχατε αυτόν επιληπτεύεσθαι προς με. και κατώκουν μετ ‘ αυτού πάσας τας ημέρας όντος του Δαυίδ εν τη περιοχή. ότι έγνωσται Δαυίδ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού· και Σαούλ εκάθητο εν τω βουνω υπό την άρουραν την εν Ραμά. και πάντες οι παίδες αυτού παρειστήκεισαν αυτω. και το δόρυ εν τη χειρί αυτού. 7 και είπε Σαούλ προς τους παίδας αυτού τους παρεστηκότας αυτω· ακούσατε δη υιοί Βενιαμίν· ει αληθώς πάσιν υμίν δώσει ο υιος Ιεσσαί αγρούς και αμπελώνας και πάντας υμάς τάξει εκατοντάρχους και χιλιάρχους. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ απήλθεν εκείθεν Δαυίδ και διεσώθη και έρχεται εις το σπήλαιον το ‘Οδολλάμ. και τα σίελα αυτού κατέρρει επί τον πώγωνα αυτού. 13 και ηλλοίωσε το πρόσωπον αυτού ενώπιον αυτού και προσεποιήσατο εν τη ημέρα εκείνη και ετυμπάνιζεν επί ταις θύραις της πόλεως και παρεφέρετο εν ταις χερσίν αυτού και έπιπτεν επί τας θύρας της πύλης. 4 και παρεκάλεσε το πρόσωπον του βασιλέως Μωάβ. 3 και απήλθε Δαυίδ εκείθεν εις Μασσηφάθ της Μωάβ και είπε προς βασιλέα Μωάβ· γινέσθωσαν δη ο πατήρ μου και η μήτηρ μου παρά σοί. και ην επ ‘ αυτών ηγούμενος· και ήσαν μετ ‘ αυτού ως τετρακόσιοι άνδρες. 15 μη ελαττούμαι επιλήπτων εγώ. και ακούουσιν οι αδελφοί αυτού και ο οίκος του πατρός αυτού και καταβαίνουσι προς αυτόν εκεί.

12 και είπε Σαούλ· άκουε δη. 18 και είπεν ο βασιλεύς τω Δωήκ· επιστρέφου συ και απάντα εις τους ιερείς. ως η ημέρα αύτη. και ουκ έστι πονών περί εμού εξ υμών και αποκαλύπτων το ωτίον μου. ότι ουκ ήδει ο δούλός σου εν πάσι τούτοις ρήμα μικρόν ή μέγα. 11 και απέστειλεν ο βασιλεύς καλέσαι τον Αβιμέλεχ υιόν Αχιτώβ και πάντας τους υιούς του πατρός αυτού τους ιερείς τους εν Νομβά. και όνομα αυτω Αβιάθαρ. και ουκ εβουλήθησαν οι παίδες του βασιλέως επενεγκείν τας χείρας αυτών απαντήσαι εις τους ιερείς Κυρίου. και ουκ έστιν ο αποκαλύπτων το ωτίον μου εν τω διαθέσθαι τον υιόν μου διαθήκην μετά του υιού Ιεσσαί. ότι ου εάν ζητώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 491 . 9 και αποκρίνεται Δωήκ ο Σύρος ο καθεστηκώς επί τας ημιόνους Σαούλ και είπεν· εώρακα τον υιόν Ιεσσαί παραγινόμενον εις Νομβά προς Αβιμέλεχ υιόν Αχιτώβ τον ιερέα. ότι η χείρ αυτών μετά Δαυίδ. ότι επήγειρεν ο υιος μου τον δούλόν μου επ ‘ εμέ εις εχθρόν. 21 και απήγγειλεν Αβιάθαρ τω Δαυίδ. 19 και την Νομβά την πόλιν των ιερέων επάταξεν εν στόματι ρομφαίας απ ‘ ανδρός έως γυναικός. 15 ή σήμερον ήργμαι ερωτάν αυτω δια του Θεού. 17 και είπεν ο βασιλεύς τοις παρατρέχουσι τοις εφεστηκόσι προς αυτόν· προσαγάγετε και θανατούτε τους ιερείς του Κυρίου. 14 και απεκρίθη τω βασιλεί και είπε· και τις εν πάσι τοις δούλοις σου ως Δαυίδ πιστός και γαμβρός του βασιλέως και άρχων παντός παραγγέλματός σου και ένδοξος εν τω οίκω σου. και έφυγεν οπίσω Δαυίδ. πάντας αίροντας εφούδ. ότι εθανάτωσε Σαούλ πάντας τους ιερείς του Κυρίου. από νηπίου έως θηλάζοντος και μόσχου και όνου και προβάτου. 13 και είπεν αυτω Σαούλ· ινατί συνέθου κατ ‘ εμού συ και ο υιος Ιεσσαί δούναί σε αυτω άρτον και ρομφαίαν και ερωτάν αυτω δια του Θεού θέσθαι αυτόν επ ‘ εμέ εις εχθρόν. και ότι έγνωσαν ότι φεύγει αυτός. Αβιμέλεχ. τριακοσίους και πέντε άνδρας. και επεστράφη Δωήκ ο Σύρος και εθανάτωσε τους ιερείς του Κυρίου εν τη ημέρα εκείνη. 16 και είπεν ο βασιλεύς Σαούλ· θανάτω αποθανή. 20 και διασώζεται υιος εις τω Αβιμέλεχ υιω Αχιτώβ. μηδαμώς. 22 και είπε Δαυίδ τω Αβιάθαρ· ήδειν ότι εν τη ημέρα εκείνη ότι Δωήκ ο Σύρος ότι απαγγέλλων απαγγελεί τω Σαούλ· εγώ ειμι αίτιος των ψυχών οίκου του πατρός σου· 23 κάθου μετ ‘ εμού. και παρεγένοντο πάντες προς τον βασιλέα. λάλει κύριε. μη δότω ο βασιλεύς κατά του δούλου αυτού λόγον και εφ ‘ όλον τον οίκον του πατρός μου. 10 και ηρώτα αυτω δια του Θεού και επισιτισμόν έδωκεν αυτω και την ρομφαίαν Γολιάθ του αλλοφύλου έδωκεν αυτω. υιε Αχιτώβ· και είπεν· ιδού εγώ. και ουκ απεκάλυψαν το ωτίον μου. συ και πας ο οίκος του πατρός σου. ως η ημέρα αύτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμείς επ ‘ εμέ. μη φοβού.

9 και έγνω Δαυίδ ότι ου παρασιωπά Σαούλ περί αυτού την κακίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τη ψυχή μου τόπον. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ απηγγέλη τω Δαυίδ λέγοντες· ιδού οι αλλόφυλοι πολεμούσιν εν τη Κεϊλά. 7 και απηγγέλη τω Σαούλ ότι ήκει ο Δαυίδ εις Κεϊλά. εις τα σκύλα των αλλοφύλων εισπορευσόμεθα. 11 ει αποκλεισθήσεται. καταπατούσι τους άλω. ζητήσω και τη ψυχή σου. ότι πεφύλαξαι συ παρ ‘ εμοί. και είπε Κύριος· αποκλεισθήσεται. καθώς ήκουσεν ο δούλός σου. 8 και παρήγγειλε Σαούλ παντί τω λαω καταβαίνειν εις πόλεμον εις Κεϊλά συνέχειν τον Δαυίδ και τους άνδρας αυτού. και είπε Σαούλ· πέπρακεν αυτόν ο Θεός εις τας χείράς μου. και έσωσε Δαυίδ τους κατοικούντας Κεϊλά. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. απάγγειλον τω δούλω σου. και απεκρίθη αυτω Κύριος και είπεν αυτω· ανάστηθι και κατάβηθι εις Κεϊλά. και είπε Δαυίδ προς Αβιάθαρ τον ιερέα· προσάγαγε το εφούδ Κυρίου. και απήγαγε τα κτήνη αυτών και επάταξεν εν αυτοίς πληγήν μεγάλην. 4 και προσέθετο Δαυίδ έτι επερωτήσαι δια του Κυρίου. και Πως έσται εάν πορευθώμεν εις Κεϊλά. και αυτοί διαρπάζουσι. 6 Και εγένετο εν τω φεύγειν Αβιάθαρ υιόν Αβιμέλεχ προς Δαυίδ και αυτός μετά Δαυίδ εις Κεϊλά κατέβη έχων εφούδ εν τη χειρί αυτού. 5 και επορεύθη Δαυίδ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού εις Κεϊλά και επολέμησε τοις αλλοφύλοις. 2 και επηρώτησε Δαυίδ δια του Κυρίου λέγων· ει πορευθώ και πατάξω τους αλλοφύλους τούτους. ότι αποκέκλεισται εισελθών εις πόλιν θυρών και μοχλών. [12 Και είπε Δαυίδ· ει παραδώσουσι παρά της Κεϊλά εμέ και τους άνδρας μου εις χείρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 492 . και είπε Κύριος· πορεύου και πατάξεις εν τοις αλλοφύλοις τούτοις και σώσεις την Κεϊλά. 10 και είπε Δαυίδ· Κύριε ο Θεός Ισραήλ. ότι εγώ παραδίδωμι τους αλλοφύλους εις χείράς σου. και έφυγον εκ προσώπου αυτού. 3 και είπαν οι άνδρες του Δαυίδ προς αυτόν· ιδού ημείς ενταύθα εν τη Ιουδαία φοβούμεθα. και νυν ει καταβήσεται Σαούλ. ακούων ακήκοεν ο δούλός σου ότι ζητεί Σαούλ ελθείν επί Κεϊλά διαφθείραι την πόλιν δι ‘ εμέ.

και ην Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εκ μέρους του όρους τούτου· και ην Δαυίδ σκεπαζόμενος πορεύεσθαι από προσώπου Σαούλ. και εκάθητο εν τη ερήμω εν τω όρει Ζίφ. 16 και ανέστη Ιωνάθαν υιος Σαούλ και επορεύθη προς Δαυίδ εις Καινήν και εκραταίωσε τας χείρας αυτού εν Κυρίω. ότι αλλόφυλοι επέθεντο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 493 . και ακάθητο Δαυίδ εν Καινή. ότι επονέσατε περί εμού· 22 πορεύθητε δη και ετοιμάσατε έτι και γνώτε τον τόπον αυτού. και εγώ έσομαί σοι εις δεύτερον· και Σαούλ ο πατήρ μου οίδεν ούτως. ου έσται ο πούς αυτού εν τάχει εκεί. εν Μασερέμ εν τοις στενοίς. και Σαούλ και οι άνδρες αυτού παρενέβαλον επί Δαυίδ και τους άνδρας αυτού συλλαβείν αυτούς. εν τη γη τη αυχμώδει· και εζήτει αυτόν Σαούλ πάσας τας ημέρας.] ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 και ανέστη Δαυίδ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού ως τετρακόσιοι και εξήλθον εκ Κεϊλά και επορεύοντο ου εάν επορεύοντο· και τω Σαούλ απηγγέλη ότι. 24 και ανέστησαν οι Ζιφαίοι και επορεύθησαν έμπροσθεν Σαούλ· και Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εν τη ερήμω τη Μαάν καθ ‘ εσπέραν εκ δεξιών του Ιεσσαιμούν. ου είπατε. ότι ου μη εύρη σε η χείρ Σαούλ του πατρός μου. 26 και πορεύονται Σαούλ και οι άνδρες αυτού εκ μέρους του όρους τούτου. και ήκουσε Σαούλ και κατεδίωξεν οπίσω Δαυίδ εις την έρημον Μαάν. και Ιωνάθαν απήλθεν εις οίκον αυτού. 14 Και εκάθισε Δαυίδ εν τη ερήμω. και είπε Κύριος· παραδώσουσι. 18 και διέθεντο αμφότεροι διαθήκην ενώπιον Κυρίου. και έσται ει έστιν επί της γης. 21 και είπεν αυτοίς Σαούλ· ευλογημένοι υμείς τω Κυρίω. εν τοις στενοίς. 15 και είδε Δαυίδ ότι εξέρχεται Σαούλ του ζητείν τον Δαυίδ· και Δαυίδ ην εν τω όρει τω αυχμώδει εν τη Καινή Ζίφ. και ανήκε του ελθείν. και συ βασιλεύσεις επί Ισραήλ. 27 και προς Σαούλ ήλθεν άγγελος λέγων· σπεύδε και δεύρο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Σαούλ. διασέσωσται Δαυίδ εκ Κεϊλά. 25 και επορεύθη Σαούλ και οι άνδρες αυτού ζητείν αυτόν· και απήγγειλαν τω Δαυίδ. και ου παρέδωκεν αυτόν Κύριος εις τας χείρας αυτού. μη ποτε πανουργεύσηται· 23 και ίδετε και γνώτε. και εξερευνήσω αυτόν εν πάσαις χιλιάσιν Ιούδα. 20 και νυν παν το προς ψυχήν του βασιλέως εις κατάβασιν καταβαινέτω προς ημάς· κεκλείκασιν αυτόν εις χείρας του βασιλέως. και κατέβη εις την πέτραν την εν τη ερήμω Μαάν. και πορεύσομαι μεθ ‘ υμών. εν τη Καινή εν τω βουνω του Εχελά του εκ δεξιών του Ιεσσαιμούν. 19 Και ανέβησαν οι Ζιφαίοι εκ της αυχμώδους προς Σαούλ επί τον βουνόν λέγοντες· ουκ ιδού Δαυίδ κέκρυπται παρ ‘ ημίν εν Μεσσαρά. 17 και είπε προς αυτόν· μη φοβού.

28 και ανέστρεψε Σαούλ μη καταδιώκειν οπίσω Δαυίδ και επορεύθη εις συνάντησιν των αλλοφύλων· δια τούτο επεκλήθη ο τόπος εκείνος Πέτρα η μερισθείσα. 9 και ανέστη Δαυίδ οπίσω αυτού εκ του σπηλαίου. και ανέστη Σαούλ και κατέβη την οδόν. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ ανέστη Δαυίδ εκείθεν και εκάθισεν εν τοις στενοίς Εγγαδδί. και ην εκεί σπήλαιον. 5 και είπον οι άνδρες Δαυίδ προς αυτόν· ιδού η ημέρα αύτη. ότι χριστός Κυρίου εστίν ούτος· 8 και έπεισε Δαυίδ τους άνδρας αυτού εν λόγοις και ουκ έδωκεν αυτοίς αναστάντας θανατώσαι τον Σαούλ. 11 ιδού εν τη ημέρα ταύτη εωράκασιν οι οφθαλμοί σου ως παρέδωκέ σε Κύριος σήμερον εις χείράς μου εν τω σπηλαίω. ει ποιήσω το ρήμα τούτο τω κυρίω μου τω χριστω Κυρίου επενέγκαι χείρά μου επ ‘ αυτόν. και έκυψε Δαυίδ επί πρόσωπον αυτού επί την γην και προσεκύνησεν αυτω. 12 και ιδού το πτερύγιον της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 494 . ότι αφείλε το πτερύγιον της διπλοϊδος αυτού. 4 και ήλθεν εις τας αγέλας των ποιμνίων τας επί της οδού. και εβόησε Δαυίδ οπίσω Σαούλ λέγων· κύριε βασιλεύ· και επέβλεψε Σαούλ εις τα οπίσω αυτού. και ουκ ηβουλήθην αποκτείναί σε και εφεισάμην σου και είπα· ουκ εποίσω χείρά μου επί κύριόν μου. 6 και εγενήθη μετά ταύτα και επάταξε καρδία Δαυίδ αυτόν. και Σαούλ εισήλθε παρασκευάσασθαι· και Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εσώτερον του σπηλαίου εκάθηντο. και ποιήσεις αυτω ως αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. 3 και έλαβε μεθ ‘ εαυτού τρεις χιλιάδας ανδρών εκλεκτούς εκ παντός Ισραήλ και επορεύθη ζητείν τον Δαυίδ και τους άνδρας αυτού επί πρόσωπον Σαδαιέμ. ότι Δαυίδ εν τη ερήμω Εγγαδδί. 2 και εγενήθη ως ενέστρεψε Σαούλ από όπισθεν των αλλοφύλων. ότι χριστός Κυρίου ούτός εστι. ην είπε Κύριος προς σε παραδούναι τον εχθρόν σου εις τας χείράς σου. και απηγγέλη αυτω λεγόντων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί την γην. 7 και είπε Δαυίδ προς τους άνδρας αυτού· μηδαμώς μοι παρά Κυρίου. 10 και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· ινατί ακούεις των λόγων του λαού λεγόντων· ιδού Δαυίδ ζητεί την ψυχήν σου. και ανέστη Δαυίδ και αφείλε το πτερύγιον της διπλοϊδος του Σαούλ λαθραίως.

καθώς πεποίηκας σήμερον. 18 και είπε Σαούλ προς Δαυίδ· δίκαιος συ υπέρ εμέ. και είπε Σαούλ· η φωνή σου αύτη τέκνον Δαυίδ. 23 και ώμοσε Δαυίδ τω Σαούλ. και Κύριος αποτίσει αυτω αγαθά. ως απέκλεισέ με Κύριος εις χείράς σου σήμερον και ουκ απέκτεινάς με· 20 και ότι ει εύροι τις τον εχθρόν αυτού εν θλίψει και εκπέμψει αυτόν εν οδω αγαθή. οπίσω τίνος καταδιώκεις συ. και τούτω ποίμνια τρισχίλια και αίγες χίλιαι· και εγενήθη εν τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 495 . Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ απέθανε Σαμουήλ. 13 δικάσαι Κύριος ανά μέσον εμού και σου. και τα ποίμνια αυτού εν τω Καρμήλω· και ο άνθρωπος μέγας σφόδρα. 19 και συ απήγγειλάς μοι σήμερον α εποίησάς μοι αγαθά. και εκδικήσαι με Κύριος εκ σου· και η χείρ μου ουκ έσται επί σοί. οπίσω κυνός τεθνηκότος και οπίσω ψύλλου ενός. βασιλεύ Ισραήλ. 17 και εγένετο ως συνετέλεσε Δαυίδ τα ρήματα ταύτα λαλών προς Σαούλ. 15 και νυν οπίσω τίνος συ εκπορεύη. ότι συ ανταπέδωκάς μοι αγαθά. ουκ αφανιείς το όνομά μου εκ του οίκου του πατρός μου. 22 και νυν όμοσόν μοι εν Κυρίω ότι ουκ εξολοθρεύσεις το σπέρμα μου οπίσω μου. και απήλθε Σαούλ εις τον τόπον αυτού. και γνώθι και ιδέ σήμερον ότι ουκ έστι κακία εν τη χειρί μου ουδέ ασέβεια και αθέτησις. και ανέστη Δαυίδ και κατέβη εις την έρημον Μαάν. και Δαυίδ και οι άνδρες αυτού ανέβησαν εις την Μεσσαρά στενήν. και ουχ ημάρτηκα εις σε· και συ δεσμεύεις την ψυχήν μου λαβείν αυτήν. και ήρε Σαούλ την φωνήν αυτού και έκλαυσε. εγώ δε ανταπέδωκά σοι κακά. 2 και ην άνθρωπος εν τη Μαάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διπλοϊδος σου εν τη χειρί μου· εγώ αφήρηκα το πτερύγιον και ουκ απέκταγκά σε. 21 και νυν ιδού εγώ γινώσκω ότι βασιλεύων βασιλεύσεις και στήσεται εν χειρί σου η βασιλεία Ισραήλ. 16 γένοιτο Κύριος εις κριτήν και δικαστήν ανά μέσον εμού και ανά μέσον σου· ίδοι Κύριος και κρίναι την κρίσιν μου και δικάσαι μοι εκ χειρός σου. και συναθροίζονται πας Ισραήλ και κόπτονται αυτόν και θάπτουσιν αυτόν εν οίκω αυτού εν Αρμαθαίμ. 14 καθώς λέγεται η παραβολή η αρχαία· εξ ανόμων εξελεύσεται πλημμέλεια· και η χείρ μου ουκ έσται επί σε.

και ο άνθρωπος σκληρός και πονηρός εν επιτηδεύμασι. και οι διακόσιοι εκάθισαν μετά των σκευών. 4 και ήκουσε Δαυίδ εν τη ερήμω ότι κείρει Νάβαλ ο Καρμήλιος το ποίμνιον αυτού. και όνομα τη γυναικί αυτού Αβιγαία· και η γυνή αυτού αγαθή συνέσει και καλή τω είδει σφόδρα. σήμερον πεπληθυμμένοι εισίν οι δούλοι αναχωρούντες έκαστος εκ προσώπου του κυρίου αυτού. 3 και όνομα τω ανθρώπω Νάβαλ. ας ήμεθα παρ ‘ αυτοίς ποιμαίνοντες το ποίμνιον. 18 και έσπευσεν Αβιγαία και έλαβε διακοσίους άρτους και δύο αγγεία οίνου και πέντε πρόβατα πεποιημένα και πέντε οιφί αλφίτου και γόμορ εν σταφίδος και διακοσίας παλάθας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 496 . 14 και τη Αβιγαία γυναικί Νάβαλ απήγγειλεν εν των παιδαρίων λέγων· ιδού Δαυίδ απέστειλεν αγγέλους εκ της ερήμου ευλογήσαι τον κύριον ημών. ότι εφ ‘ ημέραν αγαθήν ήκομεν· δος δη ό εάν εύρη η χείρ σου τω υιω σου τω Δαυίδ. και ο άνθρωπος κυνικός. και ευρέτωσαν τα παιδάρια χάριν εν οφθαλμοίς σου. 15 και οι άνδρες αγαθοί ημίν σφόδρα· ουκ απεκώλυσαν ημάς ουδέ ενετείλαντο ημίν ουδέν πάσας τας ημέρας. και δώσω αυτά ανδράσιν. και ανεπήδησε 10 και απεκρίθη Νάβαλ τοις παισί Δαυίδ και είπε· τις ο Δαυίδ και τις ο υιος Ιεσσαί. 5 και απέστειλε Δαυίδ δέκα παιδάρια και είπε τοις παιδαρίοις· ανάβητε εις Κάρμηλον και απέλθατε προς Νάβαλ και ερωτήσατε αυτόν επί τω ονόματί μου εις ειρήνην 6 και ερείτε τάδε· εις ωρας· και συ υγιαίνων. οί ήσαν μεθ ‘ ημών εν τη ερήμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κείρειν το ποίμνιον αυτού εν τω Καρμήλω. ότι συντετέλεσται η κακία εις τον κύριον ημών και εις τον οίκον αυτού· και ούτος υιος λοιμός. 11 και λήψομαι τους άρτους μου και τον οίνόν μου και τα θύματά μου. 9 και έρχονται τα παιδάρια και λαλούσι τους λόγους τούτους προς Νάβαλ κατά πάντα τα ρήματα ταύτα εν τω ονόματι Δαυίδ. και ο οίκός σου. και εξέκλινεν απ ‘ αυτών. α τέθυκα τοις κείρουσί μου τα πρόβατα. οίς ουκ οίδα πόθεν εισί. και ουκ απεκωλύσαμεν αυτούς και ουκ ενετειλάμεθα αυτοίς ουθέν πάσας τας ημέρας όντων αυτών εν Καρμήλω· 8 ερώτησον τα παιδάριά σου και απαγγελούσί σοι. 7 και νυν ιδού ακήκοα ότι κείρουσί σοι νυν οι ποιμένες σου. ας ήμεν παρ ‘ αυτοίς· 16 και εν τω είναι ημάς εν αγρω ως τείχος ήσαν περί ημάς και την νύκτα και την ημέραν πάσας τας ημέρας. 12 και απεστράφησαν τα παιδάρια Δαυίδ εις οδόν αυτών και ανέστρεψαν και ήλθον και ανήγγειλαν τω Δαυίδ κατά τα ρήματα ταύτα. 13 και είπε Δαυίδ τοις ανδράσιν αυτού· ζώσασθε έκαστος την ρομφαίαν αυτού· και ανέβησαν οπίσω Δαυίδ ως τετρακόσιοι άνδρες. 17 και νυν γνώθι και ιδέ συ τι ποιήσεις. και πάντα τα σά υγιαίνοντα. και ουκ έστι λαλήσαι προς αυτόν.

25 μη δη θέσθω ο κύριός μου καρδίαν αυτού επί τον άνθρωπον τον λοιμόν τούτον. 26 και νυν. και τω ανδρί αυτής ουκ απήγγειλε. ότι πόλεμον κυρίου μου ο Κύριος πολεμεί. και άκουσον λόγων της δούλης σου. ότι ποιών ποιήσει Κύριος τω κυρίω μου οίκον πιστόν. ος απεκώλυσέ με σήμερον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 497 . και μνησθήση της δούλης σου αγαθώσαι αυτη. 32 και είπε Δαυίδ τη Αβιγαία· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ. εκχέαι αίμα αθωον δωρεάν και σώσαι χείρα κυρίω μου αυτω. 33 και ευλογητός ο τρόπος σου. 28 άρον δη το ανόμημα της δούλης σου. 20 και εγενήθη αυτής επιβεβηκυίης επί την όνον και καταβαινούσης εν σκέπη του όρους και ιδού Δαυίδ και οι άνδρες αυτού κατέβαινον εις συνάντησιν αυτής. ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. 29 και αναστήσεται άνθρωπος καταδιώκων σε και ζητών την ψυχήν σου. και εντελείταί σοι εις ηγούμενον επί Ισραήλ. όσα ελάλησεν αγαθά επί σε. α απέστειλας. 23 και είδεν Αβιγαία τον Δαυίδ και έσπευσε και κατεπήδησεν από της όνου και έπεσεν ενώπιον Δαυίδ επί πρόσωπον αυτής και προσεκύνησεν αυτω επί την γην 24 επί τους πόδας αυτού και είπεν· εν εμοί κύριέ μου η αδικία· λαλησάτω δη η δούλη σου εις τα ώτά σου. και δώσεις τοις παιδαρίοις τοις παρεστηκόσι τω κυρίω μου. 30 και έσται ότι ποιήση Κύριος τω κυρίω μου πάντα. και κακία ουχ ευρεθήσεται εν σοί πώποτε. ότι κατά το όνομα αυτού ούτός εστι· Νάβαλ όνομα αυτω. και ανταπέδωκέ μοι πονηρά αντί αγαθών· 22 τάδε ποιήσαι ο Θεός τω Δαυίδ και τάδε προσθείη. κύριέ μου. και αφροσύνη μετ ‘ αυτού· και εγώ η δούλη σου ουκ είδον τα παιδάρια του κυρίου μου. ει υπολείψομαι εκ πάντων των του Νάβαλ έως πρωϊ ουρούντα προς τοίχον. καθώς εκώλυσέ σε Κύριος του μη ελθείν εις αίμα αθωον και σώζειν την χείρά σου σοι. και νυν γένοιντο ως Νάβαλ οι εχθροί σου και οι ζητούντες τω κυρίω μου κακά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και έθετο επί τους όνους 19 και είπε τοις παιδαρίοις αυτής· προπορεύεσθε έμπροσθέν μου. 31 και ουκ έσται σοι τούτο βδελυγμός και σκάνδαλον τω κυρίω μου. και ιδού εγώ οπίσω υμών παραγίνομαι. και ευλογημένη συ η αποκωλύσασά με σήμερον εν ταύτη μη ελθείν εις αίματα και σώσαι χείρά μου εμοί. 34 πλήν ότι ζη Κύριος ο Θεός Ισραήλ. και απήντησεν αυτοίς· 21 και Δαυίδ είπεν· ίσως εις άδικον πεφύλακα πάντα τα αυτού εν τη ερήμω και ουκ ενετειλάμεθα λαβείν εκ πάντων των αυτού ουθέν. και αγαθώσει Κύριος τω κυρίω μου. 27 και νυν λαβέ την ευλογίαν ταύτην. ην ενήνοχεν η δούλη σου τω κυρίω μου. και ψυχήν εχθρών σου σφενδονήσεις εν μέσω της σφενδόνης. και έσται ψυχή κυρίου μου ενδεδεμένη εν δεσμω της ζωής παρά Κυρίω τω Θεω. ος απέστειλέ σε σήμερον εν ταύτη εις απάντησίν μοι.

και ιδού αυτω πότος εν οίκω αυτού ως πότος βασιλέως. απήγγειλεν η γυνή αυτού τα ρήματα ταύτα. 42 και ανέστη Αβιγαία και επέβη επί την όνον και πέντε κοράσια ηκολούθουν αυτη. 39 και ήκουσε Δαυίδ και είπεν· ευλογητός Κύριος. και επορεύθη οπίσω των παίδων Δαυίδ. λαβείν αυτήν εαυτω εις γυναίκα. 44 και Σαούλ έδωκε Μελχόλ την θυγατέρα αυτού την γυναίκα Δαυίδ τω Φαλτί υιω Αμίς τω εκ Ρομμά. τότε είπα· ει υπολειφθήσεται τω Νάβαλ έως φωτός του πρωϊ ουρών προς τοίχον. ήκουσα της φωνής σου και ηρέτισα το πρόσωπόν σου. ως εξένηψεν από του οίνου Νάβαλ. ότι ει μη έσπευσας και παρεγένου εις απάντησίν μοι. και γίνεται αυτω εις γυναίκα. 40 και ήλθον οι παίδες Δαυίδ προς Αβιγαίαν εις Κάρμηλον και ελάλησαν αυτη λέγοντες· Δαυίδ απέστειλεν ημάς προς σε λαβείν σε αυτω εις γυναίκα. και αυτός γίνεται ως λίθος. και τον δούλον αυτού περιεποιήσατο εκ χειρός κακών. και είπεν αυτη· ανάβηθι εις ειρήνην εις οίκόν σου· βλέπε. και εναπέθανεν η καρδία αυτού εν αυτω. 38 και εγένετο ωσεί δέκα ημέραι και επάταξε Κύριος τον Νάβαλ. και αυτός μεθύων έως σφόδρα· και ουκ απήγγειλεν αυτω ρήμα μικρόν ή μέγα έως φωτός του πρωϊ. 41 και ανέστη και προσεκύνησεν επί την γην επί πρόσωπον και είπεν· ιδού η δούλη σου εις παιδίσκην νίψαι πόδας των παίδων σου. 35 και έλαβε Δαυίδ εκ χειρός αυτής πάντα. 2 και ανέστη Σαούλ και κατέβη εις την έρημον Ζίφ και μετ ‘ αυτού τρεις χιλιάδες ανδρών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 498 . και απέστειλε Δαυίδ και ελάλησε περί Αβιγαίας. α έφερεν αυτω. 37 και εγένετο πρωϊ. και αμφότεραι ήσαν αυτω γυναίκες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του κακοποιήσαί σε. και απέθανε. και η καρδία Νάβαλ αγαθή επ ‘ αυτόν. 43 και την Αχινόομ έλαβε Δαυίδ εξ Ιεζραέλ. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ έρχονται οι Ζιφαίοι εκ της αυχμώδους προς τον Σαούλ εις τον βουνόν λέγοντες· ιδού Δαυίδ σκεπάζεται μεθ ‘ ημών εν τω βουνω του Εχελά του κατά πρόσωπον του Ιεσσαιμούν. 36 και παρεγενήθη Αβιγαία προς Νάβαλ. και την κακίαν Νάβαλ απέστρεψε Κύριος εις κεφαλήν αυτού. ος έκρινε την κρίσιν του ονειδισμού μου εκ χειρός Νάβαλ.

ή η ημέρα αυτού έλθη και αποθάνη. 17 και επέγνω Σαούλ την φωνήν Δαυίδ και είπεν· η φωνή σου αύτη. 9 και είπε Δαυίδ προς Αβεσσά· μη ταπεινώσης αυτόν. και απεκρίθη Αβεννήρ και είπε· τις ει συ ο καλών με. 6 και απεκρίθη Δαυίδ και είπε προς Αβιμέλεχ τον Χετταίον και προς Αβεσσά υιόν Σαρουϊας αδελφόν Ιωάβ λέγων· τις εισελεύσεται μετ ‘ εμού προς Σαούλ εις την παρεμβολήν. και απήλθον καθ ‘ εαυτούς· και ουκ ην ο βλέπων και ουκ ην ο γινώσκων και ουκ ην ο εξεγειρόμενος. 5 και ανέστη Δαυίδ λάθρα και εισπορεύεται εις τον τόπον. και ιδού Σαούλ καθεύδων ύπνω εν λαμπήνη. και είδε Δαυίδ ότι ήκει Σαούλ οπίσω αυτού εις την έρημον. ό πεποίηκας· ζη Κύριος. και εκεί Αβεννήρ υιος Νήρ αρχιστράτηγος αυτού. και Αβεννήρ και ο λαός αυτού εκάθευδε κύκλω αυτού. τέκνον Δαυίδ. και το δόρυ αυτού εμπεπηγός εις την γην προς κεφαλής αυτού. και ο λαός παρεμβεβληκώς κύκλω αυτού. 16 και ουκ αγαθόν το ρήμα τούτο. και είπεν Αβεσσά· εγώ εισελεύσομαι μετά σου. 15 και είπε Δαυίδ προς Αβεννήρ· ουκ ανήρ συ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 499 . εάν μη Κύριος παίση αυτόν. ότι θάμβος Κυρίου επέπεσεν επ ‘ αυτούς. και τις ως συ εν Ισραήλ. και διατί ου φυλάσσεις τον κύριόν σου τον βασιλέα. 10 και είπε Δαυίδ· ζη Κύριος. 3 και παρενέβαλε Σαούλ εν τω βουνω του Εχελά τω επί προσώπου του Ιεσσαιμούν επί της οδού. ου εκάθευδεν εκεί Σαούλ. ή εις πόλεμον καταβή και προστεθή· 11 μηδαμώς μοι παρά Κυρίου επενεγκείν χείρά μου επί χριστόν Κυρίου· και νυν λαβέ δη το δόρυ από προσκεφαλής αυτού και τον φακόν του ύδατος. ότι εισήλθεν εις εκ του λαού διαθφείραι τον κύριόν σου τον βασιλέα. 13 και διέβη Δαυίδ εις το πέραν και έστη επί την κορυφήν του όρους μακρόθεν. πάντες υπνούντες. και απέλθωμεν ημείς καθ ‘ εαυτούς. 14 και προσεκαλέσατο Δαυίδ τον λαόν και τω Αβεννήρ ελάλησε λέγων· ουκ αποκριθήση Αβεννήρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκλεκτοί εξ Ισραήλ ζητείν τον Δαυίδ εν τη ερήμω Ζίφ. ότι υιοί θανατώσεως υμείς οι φυλάσσοντες τον βασιλέα τον κύριον υμών τον χριστόν Κυρίου. ότι τις εποίσει χείρα αυτού επί χριστόν Κυρίου και αθωωθήσεται. και Δαυίδ εκάθισεν εν τη ερήμω. 7 και εισπορεύεται Δαυίδ και Αβεσσά εις τον λαόν την νύκτα. 12 και έλαβε Δαυίδ το δόρυ και τον φακόν του ύδατος από προσκεφαλής αυτού. και νυν ιδέ δη· το δόρυ του βασιλέως και ο φακός του ύδατος που εστι τα προς κεφαλής αυτού. 4 και απέστειλε Δαυίδ κατασκόπους και έγνω ότι ήκει Σαούλ έτοιμος εκ Κεϊλά. 8 και είπεν Αβεσσά προς Δαυίδ· απέκλεισε Κύριος σήμερον τον εχθρόν σου εις χείράς σου. και Σαούλ εκάθευδεν εν λαμπήνη. και πολλή η οδός ανά μέσον αυτών. και νυν πατάξω αυτόν τω δόρατι εις την γην άπαξ και ου δευτερώσω αυτω.

ούτως μεγαλυνθείη η ψυχή μου ενώπιον Κυρίου και σκεπάσαι με και εξελείταί με εκ πάσης θλίψεως. ως παρέδωκέ σε Κύριος σήμερον εις χείράς μου και ουκ ηθέλησα επενεγκείν χείρά μου επί χριστόν Κυρίου· 24 και ιδού καθώς εμεγαλύνθη η ψυχή σου σήμερον εν ταύτη εν οφθαλμοίς μου. 19 και νυν ακουσάτω ο κύριός μου ο βασιλεύς το ρήμα του δούλου αυτού· ει ο Θεός επισείει σε επ ‘ εμέ. 3 και εκάθισε Δαυίδ μετά Αγχούς. καθώς καταδιώκει ο νυκτικόραξ εν τοις όρεσι. 2 και ανέστη Δαυίδ και οι εξακόσιοι άνδρες οι μετ ‘ αυτού και επορεύθη προς Αγχούς υιόν Αμμάχ βασιλέα Γεθ. ότι εξελήλυθεν ο βασιλεύς Ισραήλ ζητείν ψυχήν μου. και σωθήσομαι εκ χειρός αυτού. και ποιών ποιήσεις και δυνάμενος δυνήση. ότι εξέβαλόν με σήμερον μη εστηρίχθαι εν κληρονομία Κυρίου λέγοντες· πορεύου. αυτός και οι άνδρες αυτού. 23 και Κύριος επιστρέψει εκάστω κατά τας δικαιοσύνας αυτού και την πίστιν αυτού. 25 και είπε Σαούλ προς Δαυίδ· ευλογημένος συ. 18 και είπεν· ινατί τούτο καταδιώκει ο κύριος οπίσω του δούλου αυτού. Αχινάαχ Ιεζραηλίτις και Αβιγαία η γυνή Νάβαλ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 500 . εάν μη σωθώ εις γην αλλοφύλων και ανή Σαούλ του ζητείν με εις παν όριον Ισραήλ. και Δαυίδ και αμφότεραι αι γυναίκες αυτού. 20 και νυν μη πέσοι το αίμά μου επί την γην εξεναντίας προσώπου Κυρίου. και ουκ έστι μοι αγαθόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και είπε Δαυίδ· δούλός σου. κύριε βασιλεύ. και Σαούλ ανέστρεψεν εις τον τόπον αυτού. τέκνον. και απήλθε Δαυίδ εις την οδόν αυτού. 21 και είπε Σαούλ· ημάρτηκα· επίστρεφε τέκνον Δαυίδ. επικατάρατοι ούτοι ενώπιον Κυρίου. οσφανθείη θυσίας σου· και ει υιοί ανθρώπων. δούλευε θεοίς ετέροις. 22 και απεκρίθη Δαυίδ και είπεν· ιδού το δόρυ του βασιλέως· διελθέτω εις των παιδαρίων και λαβέτω αυτό. ότι ου κακοποιήσω σε ανθ ‘ ων έντιμος ψυχή μου εν οφθαλμοίς σου και εν τη σήμερον· μεματαίωμαι και ηγνόηκα πολλά σφόδρα. ότι τι ημάρτηκα και τι ευρέθη εν εμοί αδίκημα. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ είπε Δαυίδ εν τη καρδία αυτού λέγων· νυν προστεθήσομαι εν ημέρα μια εις χείρας Σαούλ. έκαστος και ο οίκος αυτού.

και ανέστρεψαν και ήρχοντο προς Αγχούς. και είπε Δαυίδ προς Αγχούς· κατά νότον της Ιουδαίας και κατά νότον Ιεσμεγά και κατά νότον του Κενεζί. ων εκάθισε Δαυίδ εν αγρω των αλλοφύλων τέσσαρας μήνας. δότωσαν δη μοι τόπον εν μια των πόλεων των κατ ‘ αγρόν και καθήσομαι εκεί· και ινατί κάθηται ο δούλός σου εν πόλει βασιλευομένη μετά σου. 9 και έτυπτε την γην και ουκ εζωογόνει άνδρα ή γυναίκα και ελάμβανον ποίμνια και βουκόλια και όνους και καμήλους και ιματισμόν. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν ταις ημέραις εκείναις και συναθροίζονται αλλόφυλοι εν ταις παρεμβολαίς αυτών εξελθείν πολεμείν μετά Ισραήλ. 7 και εγενήθη ο αριθμός των ημερών. 4 και ανηγγέλη τω Σαούλ ότι πέφευγε Δαυίδ εις Γεθ. 2 και είπε Δαυίδ προς Αγχούς· ούτω νυν γνώση α ποιήσει ο δούλός σου· και είπεν Αγχούς προς Δαυίδ· ούτως αρχισωματοφύλακα θήσομαί σε πάσας τας ημέρας. 6 και έδωκεν αυτω εν τη ημέρα εκείνη την Σεκελάκ· δια τούτο εγενήθη Σεκελάκ τω βασιλεί της Ιουδαίας έως της ημέρας ταύτης. και ου προσέθετο έτι ζητείν αυτόν. και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ και θάπτουσιν αυτόν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 501 . 5 και είπε Δαυίδ προς Αγχούς· ει δη εύρηκεν ο δούλός σου χάριν εν οφθαλμοίς σου. και τόδε το δικαίωμα αυτού πάσας τας ημέρας. 11 και άνδρα και γυναίκα ουκ εζωογόνησα του εισαγαγείν εις Γεθ λέγων· μη αναγγείλωσιν εις Γεθ καθ ‘ ημών λέγοντες· τάδε Δαυίδ ποιεί. 8 και ανέβαινε Δαυίδ και οι άνδρες αυτού και επετίθεντο επί πάντα τον Γεσιρί και επί τον Αμαληκίτην· και ιδού η γη κατωκείτο από ανηκόντων η από Γελαμψούρ τετειχισμένων και έως γης Αιγύπτου. 12 και επιστεύθη Δαυίδ εν τω Αγχούς σφόδρα λέγων· ήσχυνται αισχυνόμενος εν τω λαω αυτού εν Ισραήλ και έσται μοι δούλος εις τον αιώνα. και είπεν Αγχούς προς Δαυίδ· γινώσκων γνώση ότι μετ ‘ εμού εξελεύση εις πόλεμον συ και οι άνδρες σου. ας εκάθητο Δαυίδ εν αγρω των αλλοφύλων. 3 Και Σαμουήλ απέθανε. 10 και είπεν Αγχούς προς Δαυίδ· επί τίνα επέθεσθε σήμερον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του Καρμηλίου.

και συ ει Σαούλ. και Κύριος αφέστηκεν από σου και γέγονε μετά του πλησίον σου· 17 και πεποίηκε Κύριός σοι καθώς ελάλησε Κύριος εν χειρί μου. και είπε· τον Σαμουήλ ανάγαγέ μοι. 10 και ώμοσεν αυτη Σαούλ λέγων· ζη Κύριος. και παρεμβάλλουσιν εις Γελβουέ. 5 και είδε Σαούλ την παρεμβολήν των αλλοφύλων και εφοβήθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρμαθαίμ εν πόλει αυτού. 19 και παραδώσει Κύριος τον Ισραήλ μετά σου εις χείρας αλλοφύλων. ειπόν τίνα εώρακας. 7 και είπε Σαούλ τοις παισίν αυτού· ζητήσατέ μοι γυναίκα εγγαστρίμυθον. και είπε Σαούλ· θλίβομαι σφόδρα. 11 και είπεν η γυνή· τίνα αναγάγω σοι. 16 και είπε Σαμουήλ· ινατί επερωτάς με. και είπεν αυτω η γυνή· θεούς εώρακα αναβαίνοντας εκ της γης. και την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 502 . 13 και είπεν αυτη ο βασιλεύς· μη φοβού. ως εξωλόθρευσε τους εγγαστριμύθους και τους γνώστας από της γης· και ινατί συ παγιδεύεις την ψυχήν μου θανατώσαι αυτήν. 6 και επηρώτησε Σαούλ δια Κυρίου. 9 και είπεν αυτω η γυνή· ιδού δη συ οίδας όσα εποίησε Σαούλ. ότι ούτος Σαμουήλ. 14 και είπεν αυτη· τι έγνως. και ούτος διπλοϊδα αναβεβλημένος. και έκυψεν επί πρόσωπον αυτού επί την γην και προσεκύνησεν αυτω. και διαρρήξει Κύριος την βασιλείαν σου εκ χειρός σου και δώσει αυτήν τω πλησίον σου τω Δαυίδ. και είπεν αυτω· άνδρα όρθιον αναβαίνοντα εκ της γης. και πορεύσομαι προς αυτήν και ζητήσω εν αυτη· και είπαν οι παίδες αυτού προς αυτόν· ιδού γυνή εγγαστρίμυθος εν Αενδώρ. και οι αλλόφυλοι πολεμούσιν εν εμοί. 18 διότι ουκ ήκουσας φωνής Κυρίου και ουκ εποίησας θυμόν οργής αυτού εν Αμαλήκ. 15 και είπε Σαμουήλ· ινατί παρηνώχλησάς μοι αναβήναί με. και συναθροίζει Σαούλ πάντα άνδρα Ισραήλ. 8 και συνεκαλύψατο Σαούλ και περιεβάλετο ιμάτια έτερα και πορεύεται αυτός και δύο άνδρες μετ ‘ αυτού και έρχονται προς την γυναίκα νυκτός και είπεν αυτη· μάντευσαι δη μοι εν τω εγγαστριμύθω και ανάγαγέ μοι ον εάν είπω σοι. και Σαούλ περιείλε τους εγγαστριμύθους και τους γνώστας από της γης. δια τούτο το ρήμα εποίησε Κύριός σοι εν τη ημέρα ταύτη. και εξέστη η καρδία αυτού σφόδρα. 4 και συναθροίζονται οι αλλόφυλοι και έρχονται και παρεμβάλλουσιν εις Σωμάν. 12 και είδεν η γυνή τον Σαμουήλ και ανεβόησε φωνή μεγάλη· και είπεν η γυνή προς Σαούλ· ινατί παρελογίσω με. ει απαντήσεταί σοι αδικία εν τω λόγω τούτω. και έγνω Σαούλ. και ο Θεός αφέστηκεν απ ‘ εμού και ουκ επακήκοέ μοι έτι και εν χειρί των προφητών και εν τοις ενυπνίοις· και νυν κέκληκά σε γνωρίσαι μοι τι ποιήσω. και ουκ απεκρίθη αυτω Κύριος εν τοις ενυπνίοις και εν τοις δήλοις και εν τοις προφήταις. και αύριον συ και οι υιοί σου μετά σου πεσούνται.

2 και οι σατράπαι των αλλοφύλων παρεπορεύοντο εις εκατοντάδας και χιλιάδας. 4 και ελυπήθησαν επ ‘ αυτω οι στρατηγοί των αλλοφύλων και λέγουσιν αυτω· απόστρεψον τον άνδρα και αποστραφήτω εις τον τόπον αυτού. 23 και ουκ εβουλήθη φαγείν· και παρεβιάζοντο αυτόν οι παίδες αυτού και η γυνή. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ συναθροίζουσιν αλλόφυλοι πάσας τας παρεμβολάς αυτών εις Αφέκ. 5 ουχ ούτος Δαυίδ. ότι πορεύη εν οδω. και είπε προς αυτόν· ιδού δη ήκουσεν η δούλη σου της φωνής σου και εθέμην την ψυχήν μου εν τη χειρί μου και ήκουσα τους λόγους. και μη ερχέσθω μεθ ‘ ημών εις τον πόλεμον και μη γινέσθω επίβουλος της παρεμβολής· και εν τίνι διαλλαγήσεται ούτος τω κυρίω αυτού. 3 και είπον οι σατράπαι των αλλοφύλων· τίνες οι διαπορευόμενοι ούτοι. ου γαρ έφαγεν άρτον όλην την ημέραν και όλην την νύκτα εκείνην. και έσται σοι ισχύς. γέγονε μεθ ‘ ημών ημέρας τούτο δεύτερον έτος. και έφαγον. ους ελάλησάς μοι· 22 και νυν άκουσον δη φωνής της δούλης σου. ου κατέστησας αυτόν εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεμβολήν Ισραήλ δώσει Κύριος εις χείρας αλλοφύλων. και ουχ εύρηκα εν αυτω ουθέν αφ ‘ ης ημέρας ενέπεσε προς με και έως της ημέρας ταύτης. και Ισραήλ παρενέβαλεν εν Αενδώρ την εν Ιεζραέλ. ουχί εν ταις κεφαλαίς των ανδρών εκείνων. 24 και τη γυναικί ην δάμαλις νομάς εν τη οικία. και παραθήσω ενώπιόν σου ψωμόν άρτου. 21 και εισήλθεν η γυνή προς Σαούλ και είδεν ότι έσπευσε σφόδρα. και ανέστησαν και απήλθον την νύκτα εκείνην. και ήκουσε της φωνής αυτών και ανέστη από της γης και εκάθισεν επί τον δίφρον. και είπεν Αγχούς προς τους στρατηγούς των αλλοφύλων· ουχ ούτος Δαυίδ ο δούλος Σαούλ βασιλέως Ισραήλ. ω εξήρχον εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 503 . και έσπευσε και έθυσεν αυτήν και έλαβεν άλευρα και εφύρασε και έπεψεν άζυμα 25 και προσήγαγεν ενώπιον Σαούλ και ενώπιον των παιδών αυτού. και Δαυίδ και οι άνδρες αυτού παρεπορεύοντο επ ‘ εσχάτων μετά Αγχούς. 20 και έσπευσε Σαούλ και έπεσεν εστηκώς επί την γην και εφοβήθη σφόδρα από των λόγων Σαμουήλ· και εν αυτω ουκ ην ισχύς έτι. και φάγε.

και λόγον λοιμόν μη θής εν καρδία σου. και πορεύθητε. και ιδού εμπεπύρισται εν πυρί. ότι αγαθός συ ενώπιόν μου· και ορθρίσατε εν τη οδω. 3 και ήλθε Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εις την πόλιν. 4 και ήρε Δαυίδ και οι άνδρες αυτού την φωνήν αυτών και έκλαυσαν. 11 και ώρθρισε Δαυίδ αυτός και οι άνδρες αυτού απελθείν και φυλάσσειν την γην των αλλοφύλων. ου κατέστησα υμάς εκεί. ότι ευθής συ και αγαθός εν οφθαλμοίς μου. αλλ ‘ οι σατράπαι των αλλοφύλων λέγουσιν· ουχ ήξει μεθ ‘ ημών εις πόλεμον. και η έξοδός σου και η είσοδός σου μετ ‘ εμού εν τη παρεμβολή. και Αμαλήκ επέθετο επί τον νότον και επί την Σεκελάκ και επάταξε την Σεκελάκ και ενεπύρισαν αυτήν εν πυρί· 2 και τας γυναίκας και πάντα τα εν αυτη από μικρού έως μεγάλου ουκ εθανάτωσαν άνδρα και γυναίκα. 5 και αμφότεραι αι γυναίκες Δαυίδ ηχμαλωτεύθησαν. Αχινόομ η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 504 . έως ότου ουκ ην εν αυτοίς ισχύς έτι του κλαίειν. ότι ου μη έλθω πολεμήσας τους εχθρούς του κυρίου μου του βασιλέως. 9 και απεκρίθη Αγχούς προς Δαυίδ· οίδα ότι αγαθός συ εν οφθαλμοίς μου. αι δε γυναίκες αυτών και οι υιοί αυτών και αι θυγατέρες αυτών ηχμαλωτευμένοι. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ εγενήθη εισελθόντος Δαυίδ και των άνδρών αυτού την Σεκελάκ τη ημέρα τη τρίτη. και ου μη ποιήσης κακίαν εν οφθαλμοίς των σατραπών των αλλοφύλων. και οι αλλόφυλοι ανέβησαν πολεμείν επί Ισραήλ. 6 και εκάλεσεν Αγχούς τον Δαυίδ και είπεν αυτω· ζη Κύριος. 8 και είπε Δαυίδ προς Αγχούς· τι πεποίηκά σοι και τι εύρες εν τω δούλω σου αφ ‘ ης ημέρας ήμην ενώπιόν σου και έως της ημέρας ταύτης. αλλ ‘ ηχμαλώτευσαν και απήλθον εις την οδόν αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χοροίς λέγοντες· επάταξε Σαούλ εν χιλιάσιν αυτού και Δαυίδ εν μυριάσιν αυτού. και πορεύεσθε εις τον τόπον. 10 και νυν όρθρισον το πρωϊ συ και οι παίδες του κυρίου σου οι ήκοντες μετά σου. και ότι ουχ εύρηκα κατά σου κακίαν αφ ‘ ης ημέρας ήκεις προς με έως της σήμερον ημέρας· και εν οφθαλμοίς των σατραπών ουκ αγαθός συ· 7 και νυν ανάστρεφε και πορεύου εις ειρήνην. και φωτισάτω υμίν.

και τοις σκύλοις εκείνοις ελέγετο· ταύτα τα σκύλα Δαυίδ. και είπεν· όμοσον δη μοι κατά του Θεού μη θανατώσειν με και μη παραδούναί με εις χείρας του κυρίου μου. αυτός και οι εξακόσιοι άνδρες μετ ‘ αυτού. 19 και ου διεφώνησεν αυτοίς από μικρού έως μεγάλου και από των σκύλων και έως υιών και θυγατέρων και έως πάντων. και επότισαν αυτόν ύδωρ· και διδόασιν αυτω κλάσμα παλάθης. οίτινες εκάθισαν πέραν του χειμάρρου του Βοσόρ. 17 και ήλθεν επ ‘ αυτούς Δαυίδ και επάταξεν αυτούς από εωσφόρου έως δείλης και τη επαύριον. 13 και είπεν αυτω Δαυίδ· τίνος συ ει και πόθεν ει. και έφαγε. εκάστου επί τους υιούς αυτού και επί τας θυγατέρας αυτού· και εκραταιώθη Δαυίδ εν Κυρίω Θεω αυτού. 9 και επορεύθη Δαυίδ. οίς έλαβον εκ γης αλλοφύλων και εκ γης Ιούδα. 11 και ευρίσκουσιν άνδρα Αιγύπτιον εν αγρω και λαμβάνουσιν αυτόν και άγουσιν αυτόν προς Δαυίδ· 12 και διδόασιν αυτω άρτον. και κατάξω σε επί το γεδδούρ τούτο. και έρχονται έως του χειμάρρου Βοσόρ. ότι είπεν ο λαός λιθοβολήσαι αυτόν. και έφαγε. και κατέλιπέ με ο Κύριός μου. και αμφοτέρας τας γυναίκας αυτού εξείλατο. 14 και ημείς επεθέμεθα επί τον νότον του Χολθί και επί τα της Ιουδαίας μέρη και επί νότον Χελούβ και την Σεκελάκ ενεπυρίσαμεν εν πυρί. 10 και κατεδίωξεν εν τετρακοσίοις ανδράσιν. 20 και έλαβε πάντα τα ποίμνια και τα βουκόλια και απήγαγεν έμπροσθεν των σκύλων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιεζραηλίτις και Αβιγαία η γυνή Νάβαλ του Καρμηλίου. ων έλαβον αυτών· τα πάντα επέστρεψε Δαυίδ. 21 και παραγίνεται Δαυίδ προς τους διακοσίους άνδρας τους υπολειφθέντας του πορεύεσθαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 505 . υπέστησαν δε διακόσιοι άνδρες. ει καταλήψομαι αυτούς. και οι περισσοί έστησαν. 8 και επηρώτησε Δαυίδ δια του Κυρίου λέγων· ει καταδιώξω οπίσω του γεδδούρ τούτου. ότι ου βεβρώκει άρτον και ου πεπώκει ύδωρ τρεις ημέρας και τρεις νύκτας. και είπεν αυτω· καταδίωκε. 7 και είπε Δαυίδ προς Αβιάθαρ τον ιερέα υιόν Αβιμέλεχ· προσάγαγε το εφούδ. α έλαβον οι Αμαληκίται. και είπε το παιδάριον το Αιγύπτιον· εγώ ειμι δούλος ανδρός Αμαληκίτου. 15 και είπεν αυτω Δαυίδ· ει κατάξεις με επί το γεδδούρ τούτο. 6 και εθλίβη Δαυίδ σφόδρα. 16 και κατήγαγεν αυτόν εκεί. ότι καταλαμβάνων καταλήψη αυτούς και εξαιρούμενος εξελή. ότι ηνωχλήθην εγώ σήμερον τριταίος. και κατέστη το πνεύμα αυτού εν αυτω. α ην επιβεβηκότα επί τας καμήλους και έφυγον. και ιδού ούτοι διακεχυμένοι επί πρόσωπον πάσης της γης εσθίοντες και πίνοντες και εορτάζοντες εν πάσι τοις σκύλοις τοις μεγάλοις. και ουκ εσώθη εξ αυτών ανήρ ότι αλλ ‘ ή τετρακόσια παιδάρια. ότι κατώδυνος ψυχή παντός του λαού. 18 και αφείλατο Δαυίδ πάντα.

2 και συνάπτουσιν οι αλλόφυλοι τω Σαούλ και τοις υιοίς αυτού. ότι ουχ ήττον ημών εισι· διότι κατά την μερίδα του καταβαίνοντος εις τον πόλεμον. ων εξειλόμεθα. 22 και απεκρίθη πας ανήρ λοιμός και πονηρός των ανδρών των πολεμιστών των πορευθέντων μετά Δαυίδ και είπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οπίσω Δαυίδ και εκάθισεν αυτούς εν τω χειμάρρω του Βοσόρ. ούτως έσται η μερίς του καθημένου επί τα σκεύη· κατά το αυτό μεριούνται. 3 και βαρύνεται ο πόλεμος επί Σαούλ. ους διήλθε Δαυίδ εκεί. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 506 . ου δώσομεν αυτοίς εκ των σκύλων. 23 και είπε Δαυίδ· ου ποιήσετε ούτως μετά το παραδούναι τον Κύριον ημίν και φυλάξαι ημάς και παρέδωκε Κύριος τον γεδδούρ τον επερχόμενον εφ ‘ ημάς εις χείρας ημών. ότι αλλ ‘ ή έκαστος την γυναίκα αυτού και τα τέκνα αυτού απαγέσθωσαν και αποστρεφέτωσαν. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ οι αλλόφυλοι επολέμουν επί Ισραήλ. 26 Και ήλθε Δαυίδ εις Σεκελάκ και απέστειλε τοις πρεσβυτέροις των σκύλων Ιούδα και τοις πλησίον αυτού λέγων· ιδού από των σκύλων των εχθρών Κυρίου· 27 τοις εν Βαιθσούρ και τοις εν Ραμά νότου και τοις εν Ιεθθόρ 28 και τοις εν Αροήρ και τοις εν Αμμαδί και τοις εν Σαφί και τοις εν Εσθιέ 29 και τοις εν Γεθ και τοις εν Κινάν και τοις εν Σαφέκ και τοις εν Θιμάθ και τοις εν Καρμήλω και τοις εν ταις πόλεσι του Ιεραμηλί και τοις εν ταις πόλεσι του Κενεζί 30 και τοις εν Ιεριμούθ και τοις εν Βηρσαβεέ και τοις εν Νομβέ 31 και τοις εν Χεβρών και εις πάντας τους τόπους. 24 και τις επακούσεται υμών των λόγων τούτων. ότι ου κατεδίωξαν μεθ ‘ ημών. και εξήλθον εις απάντησιν Δαυίδ και εις απάντησιν του λαού του μετ ‘ αυτού. και πίπτουσι τραυματίαι εν τω όρει τω Γελβουέ. και έφυγον οι άνδρες Ισραήλ εκ προσώπου των αλλοφύλων. και ηρώτησαν αυτόν τα εις ειρήνην. αυτός και οι άνδρες αυτού. και προσήγαγε Δαυίδ έως του λαού. και εγένετο εις πρόσταγμα και εις δικαίωμα τω Ισραήλ έως της σήμερον. και τύπτουσιν αλλόφυλοι τον Ιωνάθαν και τον Αμιναδάβ και τον Μελχισά υιούς Σαούλ. 25 και εγενήθη από της ημέρας εκείνης και επάνω.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευρίσκουσιν αυτόν οι ακοντισταί. μη έλθωσιν οι απερίτμητοι ούτοι και αποκεντήσωσί με και εμπαίξωσί μοι. και επέπεσε και αυτός επί την ρομφαίαν αυτού και απέθανε μετ ‘ αυτού. 4 και είπε Σαούλ προς τον αίροντα τα σκεύη αυτού· σπάσαι την ρομφαίαν σου και αποκέντησόν με εν αυτη. άνδρες τοξόται. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 507 . 5 και είδεν ο αίρων τα σκεύη αυτού ότι τέθνηκε Σαούλ. και καταλείπουσι τας πόλεις αυτών και φεύγουσι· και έρχονται οι αλλόφυλοι και κατοικούσιν εν αυταίς. 11 και ακούουσιν οι κατοικούντες Ιαβίς της Γαλααδίτιδος α εποίησαν οι αλλόφυλοι τω Σαούλ· 12 και ανέστησαν πας ανήρ δυνάμεως και επορεύθησαν όλην την νύκτα και έλαβον το σώμα Σαούλ και το σώμα Ιωνάθαν του υιού αυτού από του τείχους Βαιθσάν και φέρουσιν αυτούς εις Ιαβίς και κατακαίουσιν αυτούς εκεί. 10 και ανέθηκαν τα σκεύη αυτού εις το Ασταρτείον και το σώμα αυτού κατέπηξαν εν τω τείχει Βαιθσάν. και ουκ εβούλετο ο αίρων τα σκεύη αυτού. ότι εφοβήθη σφόδρα· και έλαβε Σαούλ την ρομφαίαν και επέπεσεν επ ‘ αυτήν. 13 και λαμβάνουσι τα οστά αυτών και θάπτουσιν υπό την άρουραν την εν Ιαβίς και νηστεύουσιν επτά ημέρας. 7 και είδον οι άνδρες Ισραήλ οι εν τω πέραν της κοιλάδος και οι εν τω πέραν του Ιορδάνου ότι έφυγον οι άνδρες Ισραήλ και ότι τέθνηκε Σαούλ και οι υιοί αυτού. 8 και εγενήθη τη επαύριον έρχονται οι αλλόφυλοι εκδιδύσκειν τους νεκρούς και ευρίσκουσι τον Σαούλ και τους τρεις υιούς αυτού πεπτωκότας επί τα όρη Γελβουέ. 6 και απέθανε Σαούλ και οι τρεις υιοί αυτού και ο αίρων τα σκεύη αυτού εν τη ημέρα εκείνη κατά το αυτό. 9 και αποστρέφουσιν αυτόν και εξέδυσαν τα σκεύη αυτού και αποστέλλουσιν αυτά εις γην αλλοφύλων κύκλω ευαγγελίζοντες τοις ειδώλοις αυτών και τω λαω. και ετραυματίσθη εις τα υποχόνδρια.

και είπε προς αυτόν· εκ της παρεμβολής Ισραήλ εγώ διασέσωσμαι. ότι κατέσχε με σκότος δεινόν.λαόν Ιοείπε Δαυίδ τω παιδαρίω τω απαγγέλλοντι αυτω· πόθεν ει συ. 12 και εκόψαντο και έκλαυσαν και ενήστευσαν έως δείλης επί Σαούλ και επί Ιωνάθαν τον υιόν αυτού και επί τον λαόν Ιούδα και επί τον οίκον Ισραήλ. και ιδού Σαούλ επεστήρικτο επί το δόρυ αυτού. 6 και είπε το παιδάριον το απαγγέλλον αυτω· περιπτώματι περιέπεσον εν τω όρει τω Γελβουέ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο μετά το αποθανείν Σαούλ και Δαυίδ ανέστρεψε τύπτων τον Αμαλήκ. ότι επλήγησαν εν ρομφαία. και γη επί της κεφαλής αυτού. απάγγειλόν μοι. 3 και είπεν αυτω Δαυίδ· πόθεν συ παραγίνη. και είπα· ιδού εγώ. 7 και επέβλεψεν επί τα οπίσω αυτού και είδέ με και εκάλεσέ με. 14 και είπεν αυτω Δαυίδ· Πως ουκ εφοβήθης επενεγκείν χείρά σου διαφθείραι τον χριστόν Κυρίου. ότι ήδειν ότι ου ζήσεται μετά το πεσείν αυτόν· και έλαβον το βασίλειον το επί την κεφαλήν αυτού και τον χλιδώνα τον επί του βραχίονος αυτού και ενήνοχα αυτά τω κυρίω μου ώδε. 2 και εγενήθη τη ημέρα τη τρίτη και ιδού ανήρ ήλθεν εκ της παρεμβολής εκ του λαού Σαούλ. 16 και είπε προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 508 . και είπα· Αμαληκίτης εγώ ειμι. 11 και εκράτησε Δαυίδ των ιματίων αυτού και διέρρηξεν αυτά. και τα ιμάτια αυτού διερρωγότα. 8 και είπέ μοι· τις ει συ. και απέθανε. ότι πάσα η ψυχή μου εν εμοί. και πάντες οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών. και είπεν ότι έφυγεν ο λαός εκ του πολέμου και πεπτώκασι πολλοί εκ του λαού και απέθανον· και Σαούλ και Ιωνάθαν ο υιος αυτού απέθανε. 9 και είπε προς με· στήθι δη επάνω μου και θανάτωσόν με. 10 και επέστην επ ‘ αυτόν και εθανάτωσα αυτόν. και ιδού τα άρματα και οι ιππάρχαι συνήψαν αυτω. 5 και είπε Δαυίδ τω παιδαρίω τω απαγγέλλοντι αυτω· Πως οίδας ότι τέθνηκε Σαούλ και Ιωνάθαν ο υιος αυτού. 4 και είπεν αυτω Δαυίδ· τις ο λόγος ούτος. και εγένετο εν τω εισελθείν αυτόν προς Δαυίδ και έπεσεν επί την γην και προσεκύνησεν αυτω. 15 και εκάλεσε Δαυίδ εν των παιδαρίων αυτού και είπε· προσελθών απάντησον αυτω· και επάταξεν αυτόν. και είπεν· υιος ανδρός παροίκου Αμαληκίτου εγώ ειμι. και εκάθισε Δαυίδ εν Σεκελάκ ημέρας δύο.

και είπε Δαυίδ· που αναβώ. και είπε Κύριος προς αυτόν· ανάβηθι. Αχινόομ η Ιεζραηλίτις και Αβιγαία η γυνή Νάβαλ του Καρμηλίου. 24 θυγατέρες Ισραήλ. 22 αφ ‘ αίματος τραυματιών και από στέατος δυνατών τόξον Ιωνάθαν ουκ απεστράφη κενόν εις τα οπίσω. και κατώκουν εν ταις πόλεσι Χεβρών. ότι εκεί προσωχθίσθη θυρεός δυνατών. ου διακεχωρισμένοι. 25 Πως έπεσαν δυνατοί εν μέσω του πολέμου· Ιωνάθαν επί τα ύψη σου τραυματίας. Ισραήλ. 26 αλγώ επί σοί. εγώ εθανάτωσα τον χριστόν Κυρίου. αδελφέ μου Ιωνάθαν· ωραιώθης μοι σφόδρα. ευπρεπείς εν τη ζωή αυτών και εν τω θανάτω αυτών ου διεχωρίσθησαν· υπέρ αετούς κούφοι και υπέρ λέοντας εκραταιώθησαν. και ρομφαία Σαούλ ουκ ανέκαμψε κενή. 27 Πως έπεσαν δυνατοί και απώλοντο σκεύη πολεμικά. 20 μη αναγγείλητε εν Γεθ και μη ευαγγελίσησθε εν ταις εξόδοις Ασκάλωνος. 18 και είπε του διδάξαι τους υιούς Ιούδα· ιδού γέγραπται επί βιβλίου του ευθούς. υπέρ των τεθνηκότων επί τα ύψη σου τραυματιών· Πως έπεσαν δυνατοί. επί Σαούλ κλαύσατε. 3 και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού. 21 όρη τα εν Γελβουέ μη καταβάτω δρόσος και μη υετός εφ ‘ υμάς και αγροί απαρχών. και είπεν· εις Χεβρών. ότι στο στόμα σου απεκρίθη κατά σου λέγων ότι. 23 Σαούλ και Ιωνάθαν. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και επηρώτησε Δαυίδ εν Κυρίω λέγων· ει αναβώ εις μίαν των πόλεων Ιούδα. 4 και έρχονται άνδρες της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 509 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτόν Δαυίδ· το αίμά σου επί την κεφαλήν σου. τον ενδιδύσκοντα υμάς κόκκινα μετά κόσμου υμών. μη ποτε ευφρανθώσι θυγατέρες αλλοφύλων. μη ποτε αγαλλιάσωνται θυγατέρες των απεριτμήτων. έκαστος και ο οίκος αυτού. τον αναφέροντα κόσμον χρυσούν επί τα ενδύματα υμών. εθαυμαστώθη η αγάπησίς σου εμοί υπέρ αγάπησιν γυναικών. 2 και ανέβη εκεί Δαυίδ εις Χεβρών και αμφότεραι αι γυναίκες αυτού. θυρεός Σαούλ ουκ εχρίσθη εν ελαίω. 19 Στήλωσον. 17 Και εθρήνησε Δαυίδ τον θρήνον τούτον επί Σαούλ και επί Ιωνάθαν τον υιόν αυτού. οι ηγαπημένοι και ωραίοι.

επί Σαούλ τον χριστόν Κυρίου και εθάψατε αυτόν και Ιωνάθαν τον υιόν αυτού. 5 και απέστειλε Δαυίδ αγγέλους προς τους ηγουμένους Ιαβίς της Γαλααδίτιδος και είπε προς αυτούς Δαυίδ· ευλογημένοι υμείς τω Κυρίω. και γε εγώ ποιήσω μεθ ‘ υμών τα αγαθά ταύτα. Ιωάβ και Αβεσσά και Ασαήλ. Και απήγγειλαν τω Δαυίδ λέγοντες· ότι οι άνδρες Ιαβίς της Γαλααδίτιδος έθαψαν τον Σαούλ. 16 και εκράτησαν έκαστος τη χειρί την κεφαλήν του πλησίον αυτού. 17 και εγένετο ο πόλεμος σκληρός ωστε λίαν εν τη ημέρα εκείνη. και μάχαιρα αυτού εις πλευράν του πλησίον αυτού. ότε εβασίλευσεν επί Ισραήλ. 8 Και Αβεννήρ υιος Νήρ αρχιστράτηγος του Σαούλ έλαβε τον Ιεβοσθέ υιόν Σαούλ και ανεβίβασεν αυτόν εκ της παρεμβολής εις Μαναέμ 9 και εβασίλευσεν αυτόν επί την Γαλααδίτιν και επί τον Θασιρί και επί την Ιεζράελ και επί τον Εφραίμ και επί τον Βενιαμίν και επί πάντα Ισραήλ. οί ήσαν οπίσω Δαυίδ· 11 και εγένοντο αι ημέραι. και δύο έτη εβασίλευσε. πλήν του οίκου Ιούδα. επτά έτη και μήνας εξ. 6 και νυν ποιήσαι Κύριος μεθ ‘ υμών έλεος και αλήθειαν. ας Δαυίδ εβασίλευσεν εν Χεβρών επί τον οίκον Ιούδα. και εκάθισαν ούτοι επί τη κρήνην εντεύθεν. και έπταισεν Αβεννήρ και άνδρες Ισραήλ ενώπιον παίδων Δαυίδ. και Ασαήλ κούφος τοις ποσίν αυτού ωσεί μία δορκάς εν αγρω. 10 τεσσαράκοντα ετών Ιεβοσθέ υιος Σαούλ. ή εστιν εν Γαβαών. και ούτοι επί την κρήνην εντεύθεν. 15 και ανέστησαν και παρήλθον εν αριθμω των παίδων Βενιαμίν δώδεκα των Ιεβοσθέ υιού Σαούλ και δώδεκα εκ των παίδων Δαυίδ. ότι εποιήσατε το ρήμα τούτο· 7 και νυν κραταιούσθωσαν αι χείρες υμών και γίνεσθε εις υιούς δυνατούς. 14 και είπεν Αβεννήρ προς Ιωάβ· αναστήτωσαν δη τα παιδάρια και παιξάτωσαν ενώπιον ημών· και είπεν Ιωάβ· αναστήτωσαν. και γε εμέ κέχρικεν ο οίκος Ιούδα εφ ‘ εαυτόν εις βασιλέα. 18 και εγένοντο εκεί τρεις υιοί Σαρουϊας. 19 και κατεδίωξεν Ασαήλ οπίσω Αβεννήρ και ουκ εξέκλινε του πορεύεσθαι εις δεξιά ουδέ εις αριστερά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 510 . ότι εποιήσατε το έλεος τούτο επί τον κύριον υμών. 12 Και εξήλθεν Αβεννήρ υιος Νήρ και οι παίδες Ιεβοσθέ υιού Σαούλ εκ Μαναέμ εις Γαβαών· 13 και Ιωάβ υιος Σαρουϊας και οι παίδες Δαυίδ εξήλθοσαν εκ Χεβρών και συναντώσιν αυτοίς επί την κρήνην την Γαβαών επί το αυτό. και πίπτουσι κατά το αυτό· και εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου Μερίς των επιβούλων. ότι τέθνηκεν ο κύριος υμών Σαούλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιουδαίας και χρίουσι τον Δαυίδ εκεί του βασιλεύειν επί τον οίκον Ιούδα.

27 και είπεν Ιωάβ· ζη Κύριος. ου έπεσεν εκεί Ασαήλ και απέθανε. 26 και εκάλεσεν Αβεννήρ Ιωάβ και είπε· μη εις νίκος καταφάγεται η ρομφαία. διότι τότε εκ πρωϊόθεν ανέβη αν ο λαός έκαστος κατόπισθεν του αδελφού αυτού. και είπεν· εγώ ειμι. και επεσκέπησαν των παίδων Δαυίδ εννεακαίδεκα άνδρες και Ασαήλ. 22 και προσέθετο έτι Αβεννήρ λέγων τω Ασαήλ· απόστηθι απ ‘ εμού. και ουκ εβούλετο του αποστήναι. και επορεύθη Ιωάβ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού όλην την νύκτα. 31 και οι παίδες Δαυίδ επάταξαν των υιών Βενιαμίν των ανδρών Αβεννήρ τριακοσίους εξήκοντα άνδρας παρ ‘ αυτού. και τύπτει αυτόν Αβεννήρ εν τω οπίσω του δόρατος επί την ψόαν. ίνα μη πατάξω σε εις την γην· και Πως αρώ το πρόσωπόν μου προς Ιωάβ. επίστρεφε προς Ιωάβ τον αδελφόν σου. και έως πότε ου μη είπης τω λαω αποστρέφειν από όπισθεν των αδελφών ημών. και πίπτει εκεί και αποθνήσκει υποκάτω αυτού. 21 και είπεν αυτω Αβεννήρ· έκλινον συ εις τα δεξιά ή εις τα αριστερά και κάτασχε σεαυτω εν των παιδαρίων και λαβέ σεαυτω την πανοπλίαν αυτού· και ουκ ηθέλησεν Ασαήλ εκκλίναι εκ των όπισθεν αυτού. και διέφαυσεν αυτοίς εν Χεβρών. ή ουκ οίδας ότι πικρά έσται εις τα έσχατα. 30 και Ιωάβ ανέστρεψεν όπισθεν από του Αβεννήρ και συνήθροισε πάντα τον λαόν. 28 και εσάλπισεν Ιωάβ τη σάλπιγγι. και υφίστατο. και αυτοί εισήλθον έως του βουνού Αμμάν. 32 και αίρουσι τον Ασαήλ και θάπτουσιν αυτόν εν τω τάφω του πατρός αυτού εν Βηθλεέμ. και απέστησαν πας ο λαός και ου κατεδίωξαν οπίσω του Ισραήλ και ου προσέθεντο έτι του πολεμείν. 25 και συναθροίζονται οι υιοί Βενιαμίν οι οπίσω Αβεννήρ και εγενήθησαν εις συνάντησιν μίαν και έστησαν επί κεφαλήν βουνού ενός. και εγένετο πας ο ερχόμενος έως του τόπου. 23 και που εστι ταύτα. 29 και Αβεννήρ και οι άνδρες αυτού απήλθον εις δυσμάς όλην την νύκτα εκείνην και διέβαιναν τον Ιορδάνην και επορεύθησαν όλην την παρατείνουσαν και έρχονται εις την παρεμβολήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατόπισθεν Αβεννήρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 511 . οδόν έρημον Γαβαών. και διεξήλθε το δόρυ εκ των οπίσω αυτού. 20 και επέβλεψεν Αβεννήρ εις τα οπίσω αυτού και είπεν· ει συ ει αυτός Ασαήλ. ό εστιν επί προσώπου Γαί. ότι ει μη ελάλησας. 24 και κατεδίωξεν Ιωάβ και Αβεσσά οπίσω Αβεννήρ· και ο ήλιος έδυνε.

12 Και απέστειλεν Αβεννήρ αγγέλους προς Δαυίδ εις Θαιλάμ ου ην. 8 και εθυμώθη σφόδρα Αβεννήρ περί του λόγου τούτου τω Ιεβοσθέ. και είπεν Αβεννήρ προς αυτόν· μη κεφαλή κυνός εγώ ειμι. και ο τρίτος Αβεσσαλώμ υιος Μααχά θυγατρός Θολμί βασιλέως Γεσίρ. εποίησα σήμερον έλεος μετά του οίκου Σαούλ του πατρός σου και περί αδελφών και περί γνωρίμων και ουκ ηυτομόλησα εις τον οίκον Δαυίδ· και επιζητείς επ ‘ εμέ συ υπέρ αδικίας γυναικός σήμερον. 11 και ουκ ηδυνάσθη έτι Ιεβοσθέ αποκριθήναι τω Αβεννήρ ρήμα από του φοβείσθαι αυτόν. και ο πέμπτος Σαβατία της Αβιτάλ. 14 και εξαπέστειλε Δαυίδ προς Ιεβοσθέ υιόν Σαούλ αγγέλους λέγων· απόδος μοι την γυναίκά μου την Μελχόλ. και ιδού η χείρ μου μετά σου επιστρέψαι προς σε πάντα τον οίκον Ισραήλ. παραχρήμα λέγων· διάθου διαθήκην σου μετ ‘ εμού. και Αβεννήρ ην κρατών του οίκου Σαούλ. 5 και ο έκτος Ιεθεραάμ της Αιγλά γυναικός Δαυίδ· ούτοι ετέχθησαν τω Δαυίδ εν Χεβρών. 4 και ο τέταρτος ‘Ορνία υιος Φεγγίθ. ότι ούτως ποιήσω αυτω εν τη ημέρα ταύτη 10 περιελείν την βασιλείαν από του οίκου Σαούλ. 9 τάδε ποιήσαι ο Θεός τω Αβεννήρ και τάδε προσθείη αυτω. και ην ο πρωτότοκος αυτού Αμνών της Αχινόομ της Ιεζραηλίτιδος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ εγένετο ο πόλεμος επί πολύ ανά μέσον του οίκου Σαούλ και ανά μέσον του οίκου Δαυίδ· και ο οίκος Δαυίδ επορεύετο και εκραταιούτο. 3 και ο δεύτερος αυτού Δαλουϊα της Αβιγαίας της Καρμηλίας. εάν μη αγάγης την Μελχόλ θυγατέρα Σαούλ παραγινομένου σου ιδείν το πρόσωπόν μου. 6 Και εγένετο εν τω είναι τον πόλεμον ανά μέσον του οίκου Σαούλ και ανά μέσον του οίκου Δαυίδ. και του αναστήσαι τον θρόνον Δαυίδ επί Ισραήλ και επί τον Ιούδαν από Δάν έως Βηρσαβεέ. 2 Και ετέχθησαν τω Δαυίδ υιοί εν Χεβρών. ην έλαβον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 512 . πλήν λόγον ένα εγώ αιτούμαι παρά σου λέγων· ουκ όψει το πρόσωπόν μου. ότι καθώς ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ. 13 και είπε Δαυίδ· καλώς εγώ διαθήσομαι προς σε διαθήκην. και ο οίκος Σαούλ επορεύετο και ησθένει. 7 και τω Σαούλ παλλακή Ρεσφά θυγάτηρ Ιάλ· και είπεν Ιεβοσθέ υιος Σαούλ προς Αβεννήρ· τι ότι εισήλθες προς την παλλακήν του πατρός μου.

οίς επιθυμεί η ψυχή σου. και βασιλεύσεις επί πάσιν. 27 και επέστρεψε τον Αβεννήρ εις Χεβρών. 28 Και ήκουσε Δαυίδ μετά ταύτα και είπεν· αθώός ειμι εγώ και η βασιλεία μου από Κυρίου και έως αιώνος από των αιμάτων Αβεννήρ υιού Νήρ· 29 καταντησάτωσαν επί κεφαλήν Ιωάβ και επί πάντα τον οίκον του πατρός αυτού. παρά Φαλτιήλ υιού Σελλής. και εποίησε Δαυίδ τω Αβεννήρ και τοις ανδράσι τοις μετ ‘ αυτού πότον. ότι απατήσαί σε παρεγένετο και γνώναι την έξοδόν σου και την είσοδόν σου και γνώναι άπαντα. ότι απεστάλκει αυτόν και απεληλύθει εν ειρήνη. ότι Κύριος ελάλησε περί Δαυίδ λέγων· εν χειρί του δούλου μου Δαυίδ σώσω τον Ισραήλ εκ χειρός αλλοφύλων και εκ χειρός πάντων των εχθρών αυτών. και εξέκλινεν αυτόν Ιωάβ εκ πλαγίων της πύλης λαλήσαι προς αυτόν ενεδρεύων και επάταξεν αυτόν εκεί εις την ψόαν. όσα συ ποιείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν εκατόν ακροβυστίαις αλλοφύλων. 21 και είπεν Αβεννήρ προς Δαυίδ· αναστήσομαι δη και πορεύσομαι και συναθροίσω προς κύριόν μου τον βασιλέα πάντα Ισραήλ και διαθήσομαι μετ ‘ αυτού διαθήκην. 23 και Ιωάβ και πάσα η στρατιά αυτού ήλθοσαν. 22 και ιδού οι παίδες Δαυίδ και Ιωάβ παρεγένοντο εκ της εξοδίας. και απηγγέλη τω Ιωάβ λέγοντες· ήκει Αβεννήρ υιος Νήρ προς Δαυίδ. ανάστρεφε· και ανέστρεψε. 20 Και ήλθεν Αβεννήρ προς Δαυίδ εις Χεβρών και μετ ‘ αυτού είκοσιν άνδρες. όσα ήρεσεν εν οφθαλμοίς Ισραήλ και εν οφθαλμοίς οίκου Βενιαμίν. και ινατί εξαπέσταλκας αυτόν και απελήλυθεν εν ειρήνη. 19 και ελάλησεν Αβεννήρ εν τοις ωσί Βενιαμίν. ιδού ήλθεν Αβεννήρ προς σε. και μη εκλείποι εκ του οίκου Ιωάβ γονορρυής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 513 . 15 και απέστειλεν Ιεβοσθέ και έλαβεν αυτήν παρά του ανδρός αυτής. και επιστρέφουσιν αυτόν από του φρέατος του Σεειράμ· και Δαυίδ ουκ ήδει. και απέσταλκεν αυτόν και απήλθεν εν ειρήνη. και απέστειλε Δαυίδ τον Αβεννήρ. 16 και επορεύετο ο ανήρ αυτής μετ ‘ αυτής κλαίων οπίσω αυτής έως Βαρακίμ· και είπε προς αυτόν Αβεννήρ· πορεύου. και απέθανεν εν τω αιματι Ασαήλ του αδελφού Ιωάβ. και επορεύθη εν ειρήνη. 24 και εισήλθεν Ιωάβ προς τον βασιλέα και είπε· τι τούτο εποίησας. και επορεύθη Αβεννήρ του λαλήσαι εις τα ώτα του Δαυίδ εις Χεβρών πάντα. και σκύλα πολλά έφερον μεθ ‘ εαυτών· και Αβεννήρ ουκ ην μετά Δαυίδ εις Χεβρών. 25 ή ουκ οίδας την κακίαν Αβεννήρ υιού Νήρ. 26 και ανέστρεψεν Ιωάβ από του Δαυίδ και απέστειλεν αγγέλους προς Αβεννήρ οπίσω. 17 και είπεν Αβεννήρ προς τους πρεσβυτέρους Ισραήλ λέγων· χθές και τρίτην εζητείτε τον Δαυίδ βασιλεύειν εφ ‘ υμών· 18 και νυν ποιήσατε.

όνομα τω ενί Βαανά και όνομα τω δευτέρω Ρηχάβ. και έκλαυσε πας ο λαός επί Αβεννήρ. υιοί Ρεμμών του Βηρωθαίου εκ των υιών Βενιαμίν· ότι Βηρώθ ελογίζετο τοις υιοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 514 . 39 και ότι εγώ ειμι συγγενής σήμερον και καθεσταμένος υπό βασιλέως. 32 και θάπτουσι τον Αβεννήρ εν Χεβρών· και ήρεν ο βασιλεύς την φωνήν αυτού και έκλαυσεν επί του τάφου αυτού. 36 και έγνω πας ο λαός. ου μη γεύσωμαι άρτου ή από παντός τινος. και συνήχθη πας ο λαός του κλαύσαι αυτόν. και ήρεσεν ενώπιον αυτών πάντα. 34 αι χείρές σου ουκ εδέθησαν. οι δε άνδρες ούτοι υιοί Σαρουϊας σκληρότεροί μου εισιν· αποδω Κύριος τω ποιούντι τα πονηρά κατά την κακίαν αυτού. 37 και έγνω πας ο λαός και πας Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ήκουσεν Ιεβοσθέ υιος Σαούλ ότι τέθνηκεν Αβεννήρ υιος Νήρ εν Χεβρών. 33 και εθρήνησεν ο βασιλεύς επί Αβεννήρ και είπεν· ει κατά τον θάνατον Νάβαλ αποθανείται Αβεννήρ. και πάντες οι άνδρες Ισραήλ παρείθησαν. 35 και ήλθε πας ο λαός περιδειπνήσαι τον Δαυίδ άρτοις έτι ούσης ημέρας. οι πόδες σου ουκ εν πέδαις· ου προσήγαγεν ως Νάβαλ. εν τω πολέμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και λεπρός και κρατών σκυτάλης και πίπτων εν ρομφαία και ελασσούμενος άρτοις. ενώπιον υιών αδικίας έπεσας. ότι ουκ εγένετο παρά του βασιλέως θανατώσαι τον Αβεννήρ υιόν Νήρ. 38 και είπεν ο βασιλεύς προς τους παίδας αυτού· ουκ οίδατε ότι ηγούμενος μέγας πέπτωκεν εν τη ημέρα ταύτη εν τω Ισραήλ. 30 Ιωάβ δε και Αβεσσά ο αδελφός αυτού διαπαρετηρούντο τον Αβεννήρ ανθ ‘ ων εθανάτωσε τον Ασαήλ τον αδελφόν αυτών εν Γαβαών. ότι εάν μη δύη ο ήλιος. και εξελύθησαν αι χείρες αυτού. όσα εποίησεν ο βασιλεύς ενώπιον του λαού. και ώμοσε Δαυίδ λέγων· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. 31 και είπε Δαυίδ προς Ιωάβ και προς πάντα τον λαόν τον μετ ‘ αυτού· διαρρήξατε τα ιμάτια υμών και περιζώσασθε σάκκους και κόπτεσθε έμπροσθεν Αβεννήρ· και ο βασιλεύς Δαυίδ επορεύετο οπίσω της κλίνης. 2 και δύο άνδρες ηγούμενοι συστρεμμάτων τω Ιεβοσθέ υιω Σαούλ.

ος εζήτει την ψυχήν σου. και Ρεκχά και Βαανά οι αδελφοί διέλαθον 7 και εισήλθον εις τον οίκον. 5 και επορεύθησαν υιοί Ρεμμών του Βηρωθαίου Ρεκχά και Βαανά και εισήλθον εν τω καύματι της ημέρας εις οίκον Ιεβοσθέ. 6 και ιδού η θυρωρός του οίκου εκάθαιρε πυρούς και ενύσταξε και εκάθευδε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Βενιαμίν. και ήρεν αυτόν η τιθηνός αυτού και έφυγε. ως η ημέρα αύτη. και Ιεβοσθέ εκάθευδεν επί της κλίνης αυτού εν τω κοιτώνι αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 515 . 8 και ήνεγκαν την κεφαλήν Ιεβοσθέ τω Δαυίδ εις Χεβρών και είπαν προς τον βασιλέα· ιδού η κεφαλή Ιεβοσθέ υιού Σαούλ του εχθρού σου. και όνομα αυτω Μεμφιβοσθέ. εκ Σαούλ του εχθρού σου και εκ του σπέρματος αυτού. και έπεσε και εχωλάνθη. 9 και απεκρίθη Δαυίδ τω Ρεκχά και τω Βαανά αδελφω αυτού υιοίς Ρεμμών του Βηρωθαίου και είπεν αυτοίς· ζη Κύριος. 12 και ενετείλατο Δαυίδ τοις παιδαρίοις αυτού και αποκτείνουσιν αυτούς και κολοβούσι τας χείρας αυτών και τους πόδας αυτών και εκρέμασαν αυτούς επί της κρήνης εν Χεβρών· και την κεφαλήν Ιεβοσθέ έθαψαν εν τω τάφω Αβεννήρ υιού Νήρ. ω έδει με δούναι ευαγγέλια. 3 και απέδρασαν οι Βηθωραίοι εις Γεθθαίμ και ήσαν εκεί παροικούντες έως της ημέρας ταύτης. και έδωκε Κύριος τω κυρίω βασιλεί εκδίκησιν των εχθρών αυτού. και αυτός εκάθευδεν εν τη κοίτη της μεσημβρίας. και κατέσχον αυτόν και απέκτεινα αυτόν εν Σεκελάκ. 4 και τω Ιωνάθαν υιω Σαούλ υιος πεπληγώς τους πόδας· υιος ετών πέντε ούτος εν τω ελθείν την αγγελίαν Σαούλ και Ιωνάθαν του υιού αυτού εξ Ιεζραήλ. και αυτός ην ως ευαγγελιζόμενος ενώπιόν μου. ος ελυτρώσατο την ψυχήν μου εκ πάσης θλίψεως. και τύπτουσιν αυτόν και θανατούσι και αφαιρούσι την κεφαλήν αυτού και έλαβον την κεφαλήν αυτού και απήλθον οδόν την κατά δυσμάς όλην την νύκτα. 11 και νυν άνδρες πονηροί απεκτάγκασιν άνδρα δίκαιον εν τω οίκω αυτού επί της κοίτης αυτού· και νυν εκζητήσω το αίμα αυτού εκ χειρός υμών και εξολοθρεύσω υμάς εκ της γης. 10 ότι ο απαγγείλας μοι ότι τέθνηκε Σαούλ. και εγένετο εν τω σπεύδειν αυτόν και αναχωρείν.

3 και έρχονται πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ προς τον βασιλέα εις Χεβρών. και Κύριος παντοκράτωρ μετ ‘ αυτού. 10 και διεπορεύετο Δαυίδ πορευόμενος και μεγαλυνόμενος. ότι αντέστησαν οι τυφλοί και οι χωλοί λέγοντες ότι ουκ εισελεύσεται Δαυίδ ώδε. και ερρέθη τω Δαυίδ· ουκ εισελεύση ώδε. 14 και ταύτα τα ονόματα των γεννηθέντων αυτω εν Ιερουσαλήμ· Σαμμούς και Σωβάβ και Νάθαν και Σαλωμών 15 και Εβεάρ και Ελισούς και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 516 . 12 και έγνω Δαυίδ ότι ητοίμασεν αυτόν Κύριος εις βασιλέα επί Ισραήλ. 8 και είπε Δαυίδ τη ημέρα εκείνη· πας τύπτων Ιεβουσαίον απτέσθω εν παραξιφίδι και τους χωλούς και τους τυφλούς και τους μισούντας την ψυχήν Δαυίδ· δια τούτο ερούσι· τυφλοί και χωλοί ουκ εισελεύσονται εις οίκον Κυρίου. συ ήσθα ο εξάγων και εισάγων τον Ισραήλ. 11 και απέστειλε Χειράμ βασιλεύς Τύρου αγγέλους προς Δαυίδ και ξύλα κέδρινα και τέκτονας ξύλων και τέκτονας λίθων και ωκοδόμησαν οίκον τω Δαυίδ. 6 Και απήλθε Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εις Ιερουσαλήμ προς τον Ιεβουσαίον τον κατοικούντα την γην. 13 και έλαβε Δαυίδ έτι γυναίκας και παλλακάς εξ Ιερουσαλήμ μετά το ελθείν αυτόν εκ Χεβρών. και εκλήθη αύτη η πόλις Δαυίδ· και ωκοδόμησεν αυτήν πόλιν κύκλω από της άκρας και τον οίκον αυτού. 5 επτά έτη και μήνας εξ εβασίλευσεν εν Χεβρών επί τον Ιούδαν και τριάκοντα τρία έτη εβασίλευσεν επί πάντα Ισραήλ και Ιούδαν εν Ιερουσαλήμ. και διέθετο αυτοίς ο βασιλεύς Δαυίδ διαθήκην εν Χεβρών ενώπιον Κυρίου. και συ έση εις ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ. και εγένοντο τω Δαυίδ έτι υιοί και θυγατέρες. και χρίουσι τον Δαυίδ εις βασιλέα επί πάντα Ισραήλ. 7 και κατελάβετο Δαυίδ την περιοχήν Σιών (αύτη η πόλις του Δαυίδ). 4 υιος τριάκοντα ετών Δαυίδ εν τω βασιλεύσαι αυτόν και τεσσαράκοντα έτη εβασίλευσεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ παραγίνονται πάσαι αι φυλαί Ισραήλ προς Δαυίδ εις Χεβρών και είπαν αυτω· ιδού οστά σου και σάρκες σου ημείς· 2 και εχθές και τρίτην όντος Σαούλ βασιλέως εφ ‘ ημίν. και είπε Κύριος προς σε· συ ποιμανείς τον λαόν μου τον Ισραήλ. 9 και εκάθισε Δαυίδ εν τη περιοχή. και ότι επήρθη η βασιλεία αυτού δια τον λαόν αυτού Ισραήλ.

23 και επηρώτησε Δαυίδ δια Κυρίου και είπε Κύριος· ουκ αναβήση εις συνάντησιν αυτών. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ συνήγαγεν έτι Δαυίδ πάντα νεανίαν εξ Ισραήλ. Ιεβαάρ. Βααλιμάθ. ότι παραδιδούς παραδώσω τους αλλοφύλους εις τας χείράς σου. Λεασαμύς. Ιωνάθαν. και ανέβησαν πάντες οι αλλόφυλοι ζητείν τον Δαυίδ· και ήκουσε Δαυίδ και κατέβη εις την περιοχήν. και είπε Κύριος προς Δαυίδ· ανάβαινε. και επάταξε τους αλλοφύλους από Γαβαών έως της γης Γαζηρά. 17 Και ήκουσαν οι αλλόφυλοι ότι κέχρισται Δαυίδ βασιλεύς επί Ισραήλ. Νάθαν. 25 και εποίησε Δαυίδ καθώς ενετείλατο αυτω Κύριος. εφ ‘ ην επεκλήθη το όνομα του Κυρίου των δυνάμεων καθημένου επί των Χερουβίν επ ‘ αυτής. Επάνω διακοπών. ως εβδομήκοντα χιλιάδας. Ελιφαάθ. τότε καταβήση προς αυτούς. Ναφέκ. Θεησούς. 20 και ήλθε Δαυίδ εκ των επάνω διακοπών και έκοψε τους αλλοφύλους εκεί. και είπε Δαυίδ· διέκοψε Κύριος τους εχθρούς αλλοφύλους ενώπιον εμού. Ιεσσιβάθ. 18 και οι αλλόφυλοι παραγίνονται και συνέπεσαν εις την κοιλάδα των Τιτάνων 19 και ηρώτησε Δαυίδ δια Κυρίου λέγων· ει αναβώ προς τους αλλοφύλους και παραδώσεις αυτούς εις τας χείράς μου. ως διακόπτεται ύδατα· δια τούτο εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου. Γαλαμαάν. 21 και καταλιμπάνουσιν εκεί τους θεούς αυτών. 2 και ανέστη και επορεύθη Δαυίδ και πας ο λαός ο μετ ‘ αυτού και από των αρχόντων Ιούδα εν αναβάσει του αναγαγείν εκείθεν την κιβωτόν του Θεού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναφέκ και Ιεφιές 16 και Ελισαμά και Ελιδαέ και Ελιφαλάθ. Ναγέδ. Ελιφαλάτ. αποστρέφου απ ‘ αυτών και παρέση αυτοίς πλησίον του Κλαυθμώνος· 24 και έσται εν τω ακούσαί σε την φωνήν του συγκλεισμού από του άλσους του Κλαυθμώνος. Σαμαέ. και ελάβοσαν αυτούς Δαυίδ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού. 22 και προσέθεντο έτι αλλόφυλοι του αναβήναι και συνέπεσαν εν τη κοιλάδι των Τιτάνων. 3 και επεβίβασαν την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 517 . ότι τότε εξελεύσεται Κύριος έμπροσθέν σου κόπτειν εν τω πολέμω των αλλοφύλων.

και επορεύθη Δαυίδ και ανήγαγε την κιβωτόν του Κυρίου εκ του οίκου Αβεδδαρά εις την πόλιν Δαυίδ εν ευφροσύνη. 19 και διεμέρισε παντί τω λαω εις πάσαν την δύναμιν του Ισραήλ από Δάν έως Βηρσαβεέ και από ανδρός έως γυναικός. και έπαισεν αυτόν εκεί ο Θεός. εκάστω κολλυρίδα άρτου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 518 . 7 και εθυμώθη οργή Κύριος τω ‘Οζά. 16 και εγένετο της κιβωτού παραγινομένης έως πόλεως Δαυίδ και Μελχόλ η θυγάτηρ Σαούλ διέκυπτε δια της θυρίδος και είδε τον βασιλέα Δαυίδ ορχούμενον και ανακρουόμενον ενώπιον Κυρίου και εξουδένωσεν αυτόν εν τη καρδία αυτής. 12 και απηγγέλη τω βασιλεί Δαυίδ λέγοντες· ευλόγησε Κύριος τον οίκον Αβεδδαρά και πάντα τα αυτού ένεκα της κιβωτού του Θεού. ότι περιέσπασεν αυτήν ο μόσχος. 14 και Δαυίδ ανεκρούετο εν οργάνοις ηρμοσμένοις ενώπιον Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κιβωτόν Κυρίου εφ ‘ άμαξαν καινήν και ήραν αυτήν εξ οίκου Αμιναδάβ του εν τω βουνω· και ‘Οζά και οι αδελφοί αυτού υιοί Αμιναδάβ ήγον την άμαξαν συν τη κιβωτω. 13 και ήσαν μετ ‘ αυτού αίροντες την κιβωτόν επτά χοροί και θύμα μόσχος και άρνες. 17 και φέρουσι την κιβωτόν του Κυρίου και ανέθησαν αυτήν εις τον τόπον αυτής εις μέσον της σκηνής. και απέκλινεν αυτήν Δαυίδ εις οίκον Αβεδδαρά του Γεθθαίου. και ο Δαυίδ ενδεδυκώς στολήν έξαλλον. 18 και συνετέλεσε Δαυίδ συναναφέρων τας ολοκαυτώσεις και τας ειρηνικάς και ευλόγησε τον λαόν εν ονόματι Κυρίου των δυνάμεων. και απέθανεν εκεί παρά την κιβωτόν του Κυρίου ενώπιον του Θεού. ης έπηξεν αυτη Δαυίδ· και ανήνεγκε Δαυίδ ολοκαυτώματα ενώπιον Κυρίου και ειρηνικάς. 9 και εφοβήθη Δαυίδ τον Κύριον εν τη ημέρα εκείνη λέγων· Πως εισελεύσεται προς με η κιβωτός Κυρίου. 11 και εκάθισεν η κιβωτός του Κυρίου εις οίκον Αβεδδαρά του Γεθθαίου μήνας τρεις· και ευλόγησε Κύριος όλον τον οίκον Αβεδδαρά και πάντα τα αυτού. 6 και παραγίνονται έως άλω Ναχών. 15 και Δαυίδ και πας ο οίκος Ισραήλ ανήγαγον την κιβωτόν Κυρίου μετά κραυγής και μετά φωνής σάλπιγγος. και εν ωδαίς και εν κινύραις και εν νάβλαις και εν τυμπάνοις και εν κυμβάλοις και εν αυλοίς. 5 και Δαυίδ και υιοί Ισραήλ παίζοντες ενώπιον Κυρίου εν οργάνοις ηρμοσμένοις εν ισχύϊ. 8 και ηθύμησε Δαυίδ υπέρ ου διέκοψε Κύριος διακοπήν εν τω ‘Οζά· και εκλήθη ο τόπος εκείνος Διακοπή ‘Οζά έως της ημέρας ταύτης. 10 και ουκ εβούλετο Δαυίδ του εκκλίναι προς αυτόν την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εις την πόλιν Δαυίδ. 4 και οι αδελφοί αυτού επορεύοντο έμπροσθεν της κιβωτού. και εξέτεινεν ‘Οζά την χείρα αυτού επί την κιβωτόν του Θεού κατασχείν αυτήν και εκράτησεν αυτήν.

ος εξελέξατό με υπέρ τον πατέρα σου και υπέρ πάντα τον οίκον αυτού του καταστήσαί με εις ηγούμενον επί τον λαόν αυτού επί τον Ισραήλ· και παίξομαι και ορχήσομαι ενώπιον Κυρίου 22 και αποκαλυφθήσομαι έτι ούτως και έσομαι αχρείος εν οφθαλμοίς σου και μετά των παιδισκών. 21 και είπε Δαυίδ προς Μελχόλ· ενώπιον Κυρίου ορχήσομαι· ευλογητός Κύριος. και Κύριος κατεκληρονόμησεν αυτόν κύκλω από πάντων των εχθρών αυτού των κύκλω. 3 και είπε Νάθαν προς τον βασιλέα· πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εσχαρίτην και λάγανον από τηγάνου· και απήλθε πας ο λαός έκαστος εις τον οίκον αυτού. και ειπόν προς τον δούλόν μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος· ου συ οικοδομήσεις μοι οίκον του κατοικήσαί με· 6 ότι ου κατώκηκα εν οίκω αφ ‘ ης ημέρας ανήγαγον τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου έως της ημέρας ταύτης και ήμην εμπεριπατών εν καταλύματι και εν σκηνή. οίς διήλθον εν παντί Ισραήλ. και εξήλθε Μελχόλ η θυγάτηρ Σαούλ εις απάντησιν Δαυίδ και ευλόγησεν αυτόν και είπε· τι δεδόξασται σήμερον ο βασιλεύς Ισραήλ. βάδιζε και ποίει. 2 και είπεν ο βασιλεύς προς Νάθαν τον προφήτην· ιδού δη εγώ κατοικώ εν οίκω κεδρίνω. 4 και εγένετο τη νυκτί εκείνη και εγένετο ρήμα Κυρίου προς Νάθαν λέγων· 5 πορεύου. ω ενετειλάμην ποιμαίνειν τον λαόν μου Ισραήλ λέγων· ινατί ουκ ωκοδομήκατέ μοι οίκον κέδρινον. ος απεκαλύφθη σήμερον εν οφθαλμοίς παιδισκών των δούλων εαυτού. οίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 519 . ων είπάς με μη δοξασθήναι. 20 και επέστρεψε Δαυίδ ευλογήσαι τον οίκον αυτού. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο ότε εκάθισεν ο βασιλεύς εν τω οίκω αυτού. και η κιβωτός του Θεού κάθηται εν μέσω της σκηνής. 8 και νυν τάδε ερείς τω δούλω μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έλαβόν σε εκ της μάνδρας των προβάτων του είναί σε εις ηγούμενον επί τον λαόν μου επί τον Ισραήλ 9 και ήμην μετά σου εν πάσιν. 7 εν πάσιν. 23 και τη Μελχόλ θυγατρί Σαούλ ουκ εγένετο παιδίον έως της ημέρας του αποθανείν αυτήν. όσα αν εν τη καρδία σου. καθώς αποκαλύπτεται αποκαλυφθείς εις των ορχουμένων. ότι Κύριος μετά σου. ει λαλών ελάλησα προς μίαν φυλήν του Ισραήλ.

και νυν συ οίδας τον δούλόν σου. καθώς απέστησα αφ ‘ ων απέστησα εκ προσώπου μου. 21 δια τον λόγον σου πεποίηκας. και κατά την καρδίαν σου εποίησας πάσαν την μεγαλωσύνην ταύτην γνωρίσαι τω δούλω σου 22 ένεκεν του μεγαλύναί σε. 23 και τις ως ο λαός σου Ισραήλ έθνος άλλο εν τη γη. ους ελυτρώσω σεαυτω εξ Αιγύπτου. 24 και ητοίμασας σεαυτω τον λαόν σου Ισραήλ εις λαόν έως αιώνος. Κύριέ μου Κύριε. ων έταξα κριτάς επί τον λαόν μου Ισραήλ. έθνη και σκηνώματα. 11 από των ημερών. του θέσθαι σε όνομα. και ελάλησας υπέρ του οίκου του δούλου σου εις μακράν· ούτος δε ο νόμος του ανθρώπου. ος έσται εκ της κοιλίας σου. Κύριέ μου Κύριε. του εκβαλείν σε εκ προσώπου του λαού σου. και απαγγελεί σοι Κύριος ότι οίκον οικοδομήσεις αυτω. και ετοιμάσω την βασιλείαν αυτού· 13 αυτός οικοδομήσει μοι οίκον τω ονόματί μου. και αυτός έσται μοι εις υιόν· και εάν έλθη η αδικία αυτού. και αναπαύσω σε από πάντων των εχθρών σου. εγένου αυτοίς εις Θεόν. 18 και εισήλθεν ο βασιλεύς Δαυίδ και εκάθισεν ενώπιον Κυρίου και είπε· τις ειμι εγώ. ό ελάλησας περί του δούλου σου και του οίκου αυτού. ούτως ελάλησε Νάθαν προς Δαυίδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επορεύου. Κύριέ μου Κύριε. 17 κατά πάντας τους λόγους τούτους και κατά πάσαν την όρασιν ταύτην. το ρήμα. 26 μεγαλυνθείη το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 520 . πίστωσον έως του αιώνος. ότι ηγάπησάς με έως τούτων. και κατασκηνώσει καθ ‘ εαυτόν και ου μεριμνήσει ουκέτι. και συ. ως ωδήγησεν αυτόν ο Θεός του λυτρώσασθαι αυτω λαόν. και ου προσθήσει υιος αδικίας του ταπεινώσαι αυτόν καθώς απ ‘ αρχής. 19 και κατεσμικρύνθην μικρόν ενώπιόν σου. και εξωλόθρευσα πάντας τους εχθρούς σου από προσώπου σου και εποίησά σε ονομαστόν κατά το όνομα των μεγάλων των επί της γης. Κύριέ μου Κύριε. Κύριέ μου Κύριε. και ανορθώσω τον θρόνον αυτού έως εις τον αιώνα. 12 και έσται εάν πληρωθώσιν αι ημέραι σου και κοιμηθήση μετά των πατέρων σου. οίς ηκούσαμεν εν τοις ωσίν ημών. και αναστήσω το σπέρμα σου μετά σε. 25 και νυν. και τις ο οίκός μου. ότι ουκ έστιν ως συ και ουκ έστι Θεός πλήν σου εν πάσιν. και ο θρόνος αυτού έσται ανωρθωμένος εις τον αιώνα. 14 εγώ έσομαι αυτω εις πατέρα. Κύριέ μου Κύριε. και ελέγξω αυτόν εν ράβδω ανδρών και εν αφαίς υιών ανθρώπων· 15 το δε έλεός μου ουκ αποστήσω απ ‘ αυτού. του ποιήσαι μεγαλωσύνην και επιφάνειαν. 20 και τι προσθήσει Δαυίδ έτι του λαλήσαι προς σε. 16 και πιστωθήσεται ο οίκος αυτού και η βασιλεία αυτού έως αιώνος ενώπιόν μου. 10 και θήσομαι τόπον τω λαω μου τω Ισραήλ και καταφυτεύσω αυτόν. Κύριε παντοκράτωρ Θεέ του Ισραήλ· και νυν καθώς ελάλησας. Κύριε.

και εγένετο Μωάβ τω Δαυίδ εις δούλους φέροντας ξένια. 8 και εκ της Μασβάκ και εκ των εκλεκτών πόλεων του Αδρααζάρ έλαβεν ο βασιλεύς Δαυίδ χαλκόν πολύν σφόδρα· εν αυτω εποίησε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 521 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όνομά σου έως αιώνος. και επάταξε Δαυίδ εν τω Σύρω είκοσι δύο χιλιάδας ανδρών. ελάλησας. συ ει ο Θεός. και ήνεγκεν αυτά εις Ιερουσαλήμ· και έλαβεν αυτά Σουσακίμ βασιλεύς Αιγύπτου εν τω αναβήναι αυτόν εις Ιερουσαλήμ εν ημέραις Ροβοάμ υιού Σολομώντος. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και επάταξε Δαυίδ τους αλλοφύλους και ετροπώσατο αυτούς· και έλαβε Δαυίδ την αφωρισμένην εκ χειρός των αλλοφύλων. απεκάλυψας το ωτίον του δούλου σου. 2 και επάταξε Δαυίδ την Μωάβ και διεμέτρησεν αυτούς εν σχοινίοις κοιμίσας αυτούς επί την γην. ότι συ. Κύριέ μου Κύριε. πορευομένου αυτού επιστήσαι την χείρα αυτού επί τον ποταμόν Ευφράτην. και εγένετο τα δύο σχοινίσματα του θανατώσαι. και τα δύο σχοινίσματα εζώγρησε. 27 Κύριε παντοκράτωρ Θεός Ισραήλ. Κύριέ μου Κύριε. και έσωσε Κύριος τον Δαυίδ εν πάσιν. 5 και παραγίνεται Συρία Δαμασκού βοηθήσαι τω Αδρααζάρ βασιλεί Σουβά. οί ήσαν επί των παίδων των Αδρααζάρ βασιλέως Σουβά. λέγων· οίκον οικοδομήσω σοι· δια τούτο εύρεν ο δούλός σου την καρδίαν εαυτού του προσεύξασθαι προς σε την προσευχήν ταύτην. 6 και έθετο Δαυίδ φρουράν εν Συρία τη κατά Δαμασκόν. και από της ευλογίας σου ευλογηθήσεται ο οίκος του δούλου σου του είναι εις τον αιώνα. και ελάλησας υπέρ του δούλου σου τα αγαθά ταύτα· 29 και νυν άρξαι και ευλόγησον τον οίκον του δούλου σου του είναι εις τον αιώνα ενώπιόν σου. 28 και νυν. και παρέλυσε Δαυίδ πάντα τα άρματα και υπελίπετο εαυτω εκατόν άρματα. και εγένετο ο Σύρος τω Δαυίδ εις δούλους φέροντας ξένια. 7 και έλαβε Δαυίδ τους χλιδώνας τους χρυσούς. 4 και προκατελάβετο Δαυίδ των αυτού χίλια άρματα και επτά χιλιάδας ιππέων και είκοσι χιλιάδας ανδρών πεζών. βασιλέα Σουβά. 3 και επάταξε Δαυίδ τον Αδρααζάρ υιόν Ραάβ. και οι λόγοι σου έσονται αληθινοί. οίς επορεύετο.

ου ηγίασεν εκ πασών των πόλεων. και είπε Σιβά προς τον βασιλέα· ιδού εν οίκω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 522 . 3 και είπεν ο βασιλεύς· ει υπολέλειπται εκ του οίκου Σαούλ έτι ανήρ και ποιήσω μετ ‘ αυτού έλεος Θεού. οίς επορεύετο. και καλούσιν αυτόν προς Δαυίδ· και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς· συ ει Σιβά. και είπεν· εγώ δούλος σός. 16 και Ιωάβ υιος Σαρουϊας επί της στρατιάς και Ιωσαφάτ υιος Αχιάδ επί των υπομνημάτων. 18 και Βαναίας υιος Ιωδαέ σύμβουλος. 15 και εβασίλευσε Δαυίδ επί πάντα Ισραήλ. 13 και εποίησε Δαυίδ όνομα· και εν τω ανακάμπτειν αυτόν επάταξε την Ιδουμαίαν εν Γεβελέμ εις οκτωκαίδεκα χιλιάδας. 2 και εκ του οίκου Σαούλ ην παις. εν πάση τη Ιδουμαία. 9 και ήκουσε Θοού ο βασιλεύς Ημάθ ότι επάταξε Δαυίδ πάσαν την δύναμιν Αδρααζάρ. 11 και ταύτα ηγίασεν ο βασιλεύς Δαυίδ τω Κυρίω μετά του αργυρίου και μετά του χρυσίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σολομών την θάλασσαν την χαλκήν και τους στύλους και τους λουτήρας και πάντα τα σκεύη. 4 και είπεν ο βασιλεύς· που ούτος. και έσωσε Κύριος τον Δαυίδ εν πάσιν. και εν ταις χερσίν αυτού ήσαν σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά και σκεύη χαλκά. και ο Χελεθθί και ο Φελεττί· και οι υιοί Δαυίδ αυλάρχαι ήσαν. και είπε Σιβά προς τον βασιλέα· έτι εστίν υιος τω Ιωνάθαν πεπληγώς τους πόδας. 10 και απέστειλε Θοού Ιεδδουράν τον υιόν αυτού προς βασιλέα Δαυίδ ερωτήσαι αυτόν τα εις ειρήνην και ευλογήσαι αυτόν υπέρ ου επολέμησε τον Αδρααζάρ και επάταξεν αυτόν. 12 εκ της Ιδουμαίας και εκ της Μωάβ και εκ των υιών Αμμών και εκ των αλλοφύλων και εξ Αμαλήκ και εκ των σκύλων Αδρααζάρ υιού Ραάβ βασιλέως Σουβά. 14 και έθετο εν τη Ιδουμαία φρουράν. και ην Δαυίδ ποιών κρίμα και δικαιοσύνην επί πάντα τον λαόν αυτού. και Ασά ο γραμματεύς. 17 και Σαδούκ υιος Αχιτώβ και Αχιμέλεχ υιος Αβιάθαρ ιερείς. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ είπε Δαυίδ· ει έστιν έτι υπολελειμμένος εν τω οίκω Σαούλ και ποιήσω μετ ‘ αυτού έλεος ένεκεν Ιωνάθαν. και όνομα αυτω Σιβά. ότι αντικείμενος ην τω Αδρααζάρ. και εγένοντο πάντες οι Ιδουμαίοι δούλοι τω βασιλεί. ων κατεδυνάστευσεν.

9 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Σιβά το παιδάριον Σαούλ και είπε προς αυτόν· πάντα όσα εστί τω Σαούλ και όλω τω οίκω αυτού δέδωκα τω υιω του κυρίου σου· 10 και εργά αυτω την γην. 11 και είπε Σιβά προς τον βασιλέα· κατά πάντα. όσα εντέταλται ο κύριός μου ο βασιλεύς τω δούλω αυτού. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και απέθανε βασιλεύς υιών Αμμών. ον τρόπον εποίησεν ο πατήρ αυτού μετ' αυτού έλεος· και απέστειλε Δαυίδ παρακαλέσαι αυτόν εν χειρί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 523 . 2 και είπε Δαυίδ· ποιήσω έλεος μετά Αννών υιού Ναάς. 13 και Μεμφιβοσθέ κατώκει εν Ιερουσαλήμ. και πάσα η κατοίκησις του οίκου Σιβά δούλοι του Μεμφιβοσθέ. 12 και τω Μεμφιβοσθέ υιος μικρός ην. και είπεν αυτω Δαυίδ· Μεμφιβοσθέ· και είπεν· ιδού ο δούλός σου. και εβασίλευσεν Αννών υιος αυτού αντ' αυτού. 7 και είπεν αυτω Δαυίδ· μη φοβού. 6 και παραγίνεται Μεμφιβοσθέ υιος Ιωνάθαν υιού Σαούλ προς τον βασιλέα Δαυίδ και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού και προσεκύνησεν αυτω. (και τω Σιβά ήσαν πεντεκαίδεκα υιοί και είκοσι δούλοι). ότι επί της τραπέζης του βασιλέως αυτός διαπαντός ήσθιε· και αυτός ην χωλός αμφοτέροις τοις ποσίν αυτού. και συ φαγή άρτον επί της τραπέζης μου διαπαντός. 5 και απέστειλεν ο βασιλεύς Δαυίδ και έλαβεν αυτόν εκ του οίκου Μαχίρ υιού Αμιήλ εκ της Λαδάβαρ. 8 και προσεκύνησε Μεμφιβοσθέ και είπε· τις ειμι ο δούλός σου. συ και οι υιοί σου και οι δούλοί σου. ούτω ποιήσει ο δούλός σου· και Μεμφιβοσθέ ήσθιεν επί της τραπέζης Δαυίδ καθώς εις των υιών αυτού του βασιλέως. ότι ποιών ποιήσω μετά σου έλεος δια Ιωνάθαν τον πατέρα σου και αποκαταστήσω σοι πάντα αγρόν Σαούλ πατρός του πατρός σου. και όνομα αυτω Μιχά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαχίρ υιού Αμιήλ εκ της Λαδάβαρ. και έδεται αυτούς· και Μεμφιβοσθέ υιος του κυρίου σου φάγεται διαπαντός άρτον επί της τραπέζης μου. ότι επέβλεψας επί τον κύνα τον τεθνηκότα τον όμοιον εμοί. και εισοίσεις τω υιω του κυρίου σου άρτους.

δώδεκα χιλιάδας ανδρών. και Κύριος ποιήσει το αγαθόν εν οφθαλμοίς αυτού. 14 και οι υιοί Αμμών είδαν ότι έφυγε Συρία. ότι απέστειλέ σοι παρακαλούντας. αλλ' ουχί όπως ερευνήσωσι την πόλιν και κατασκοπήσωσιν αυτήν και του κατασκέψασθαι αυτήν απέστειλε Δαυίδ τους παίδας αυτού προς σε. 8 και εξήλθον οι υιοί Αμμών και παρετάξαντο πόλεμον παρά τη θύρα της πύλης Συρίας Σουβά και Ροώβ και Ιστώβ και Μααχά μόνοι εν αγρω. 17 και απηγγέλη τω Δαυίδ. και συνήχθησαν επί το αυτό. 11 και είπεν· εάν κραταιωθή Συρία υπέρ εμέ. χιλίους άνδρας. και απέστειλεν εις απαντήν αυτών. και εσόμεθα του σώσαί σε· 12 ανδρίζου και κραταιωθώμεν υπέρ του λαού ημών και περί των πόλεων του Θεού ημών. και έφυγαν από προσώπου αυτού. και παρετάξαντο εξεναντίας υιών Αμμών. και ανέστρεψεν Ιωάβ από των υιών Αμμών και παρεγένετο εις Ιερουσαλήμ. και απέστειλαν οι υιοί Αμμών και εμισθώσαντο την Συρίαν Βαιθραάμ και την Συρίαν Σουβά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των δούλων αυτού περί του πατρός αυτού. 3 και είπον οι άρχοντες υιών Αμμών προς Αννών τον κύριον αυτών· μη παρά το δοξάζειν Δαυίδ τον πατέρα σου ενώπιόν σου. και Σωβάκ άρχων της δυνάμεως Αδρααζάρ έμπροσθεν αυτών. 9 και είδεν Ιωάβ ότι εγενήθη προς αυτόν αντιπρόσωπον του πολέμου. ότι ήσαν οι άνδρες ητιμασμένοι σφόδρα· και είπεν ο βασιλεύς· καθίσατε εν Ιεριχώ έως του ανατείλαι τους πώγωνας υμών. και παρετάξαντο εξεναντίας Συρίας. και εάν κραταιωθώσιν υιοί Αμμών υπέρ σε. 4 και έλαβεν Αννών τους παίδας Δαυίδ και εξύρησε τους πώγωνας αυτών και απέκοψε τους μανδύας αυτών εν τω ημίσει έως των ισχίων αυτών και εξαπέστειλεν αυτούς. και παρεγένοντο εις Αιλάμ. ότι κατησχύνθησαν ο λαός Δαυίδ. 10 και το κατάλοιπον του λαού έδωκεν εν χειρί Αβεσσά του αδελφού αυτού. και παρεγένοντο οι παίδες Δαυίδ εις την γην υιών Αμμών. 13 και προσήλθεν Ιωάβ και ο λαός αυτού μετ' αυτού εις πόλεμον προς Συρίαν. και συνήγαγε τον πάντα Ισραήλ και διέβη τον Ιορδάνην και παρεγένετο εις Αιλάμ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 524 . και απέστειλε τον Ιωάβ και πάσαν την δύναμιν. και έσεσθέ μοι εις σωτηρίαν. 6 και είδον οι υιοί Αμμών. είκοσι χιλιάδας πεζών. και τον βασιλέα Μααχά. και έφυγαν από προσώπου Αβεσσά και εισήλθον εις την πόλιν. 15 και είδε Συρία ότι έπταισεν έμπροσθεν Ισραήλ. και επελέξατο εκ πάντων των νεανιών Ισραήλ. εκ του κατά πρόσωπον εξεναντίας και εκ του όπισθεν. 5 και απήγγειλαν τω Δαυίδ υπέρ των ανδρών. 16 και απέστειλεν Αδρααζάρ και συνήγαγε την Συρίαν την εκ του πέραν του ποταμού Χαλαμάκ. 7 και ήκουσε Δαυίδ. τους δυνατούς. και επιστραφήσεσθε. και Ιστώβ.

και η γυνή καλή τω είδει σφόδρα. 3 και απέστειλε Δαυίδ και εζήτησε την γυναίκα και είπεν· ουχί αύτη Βηρσαβεέ θυγάτηρ Ελιάβ γυνή Ουρίου του Χετταίου. και ανείλε Δαυίδ εκ της Συρίας επτακόσια άρματα και τεσσαράκοντα χιλιάδας ιππέων· και τον Σωβάκ τον άρχοντα της δυνάμεως αυτού επάταξε. 5 και εν γαστρί έλαβεν η γυνή· και αποστείλασα απήγγειλε τω Δαυίδ και είπεν· εγώ ειμι εν γαστρί έχω. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ εγένετο επιστρέψαντος του ενιαυτού εις τον καιρόν της εξοδίας των βασιλέων. και εκοιμήθη μετ' αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και παρετάξατο Συρία απέναντι Δαυίδ. και ηυτομόλησαν μετά Ισραήλ και εδούλευσαν αυτοίς. και διέφθειραν τους υιούς Αμμών και διεκάθισαν επί Ραββάθ· και Δαυίδ εκάθισεν εν Ιερουσαλήμ. και εφοβήθη Συρία του σώσαι έτι τους υιούς Αμμών. 4 και απέστειλε Δαυίδ αγγέλους και έλαβεν αυτήν. 8 και είπε Δαυίδ τω Ουρία· κατάβηθι εις τον οίκόν σου και νίψαι τους πόδας σου· και εξήλθεν Ουρίας εξ οίκου του βασιλέως. 10 και ανήγγειλαν τω Δαυίδ λέγοντες. 2 και εγένετο προς εσπέραν και ανέστη Δαυίδ από της κοίτης αυτού και περιεπάτει επί του δώματος του οίκου του βασιλέως και είδε γυναίκα λουομένην από του δώματος. και απέστρεψεν εις τον οίκον αυτής. και απέθανεν εκεί. και αυτή αγιαζομένη από ακαθαρσίας αυτής. ότι ου κατέβη Ουρίας εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 525 . 19 και είδαν πάντες οι βασιλείς οι δούλοι Αδρααζάρ ότι έπταισαν έμπροσθεν Ισραήλ. 18 και έφυγε Συρία από προσώπου Ισραήλ. και εισήλθε προς αυτήν. και απέστειλε Δαυίδ τον Ιωάβ και τους παίδας αυτού μετ' αυτού και τον πάντα Ισραήλ. και επηρώτησε Δαυίδ εις ειρήνην Ιωάβ και εις ειρήνην του λαού και εις ειρήνην του πολέμου. και επολέμησαν μετ' αυτού. και εξήλθεν οπίσω αυτού άρσις του βασιλέως. 6 και απέστειλε Δαυίδ προς Ιωάβ λέγων· απόστειλον προς με τον Ουρίαν τον Χετταίον· και απέστειλεν Ιωάβ τον Ουρίαν προς Δαυίδ. 7 και παραγίνεται Ουρίας και εισήλθε προς αυτόν. 9 και εκοιμήθη Ουρίας παρά τη θύρα του βασιλέως μετά των δούλων του κυρίου αυτού και ου κατέβη εις τον οίκον αυτού.

τι ότι ου κατέβης εις τον οίκόν σου. και ο κύριός μου Ιωάβ και οι δούλοι του κυρίου μου επί πρόσωπον του αγρού παρεμβάλλουσι· και εγώ εισελεύσομαι εις τον οίκόν μου του φαγείν και πιείν και κοιμηθήναι μετά της γυναικός μου. ουχί γυνή έρριψεν επ' αυτόν κλάσμα μύλου από του τείχους και απέθανεν εν Θαμασί. ουκ ήδειτε ότι τοξεύσουσιν απάνωθεν του τείχους. 17 και εξήλθον οι άνδρες της πόλεως και επολέμουν μετά Ιωάβ. 13 και εκάλεσεν αυτόν Δαυίδ. και πληγήσεται και αποθανείται. και αύριον εξαποστελώ σε. 18 και απέστειλεν Ιωάβ και απήγγειλε τω Δαυίδ πάντας τους λόγους του πολέμου λαλήσαι προς τον βασιλέα 19 και ενετείλατο τω αγγέλω λέγων· εν τω συντελέσαι πάντας τους λόγους του πολέμου λαλήσαι προς τον βασιλέα 20 και έσται εάν αναβή ο θυμός του βασιλέως. ουκ ήδειτε ότι πληγήσεσθε από του τείχους. 21 τις επάταξε τον Αβιμέλεχ υιόν Ιεροβάαλ υιού Νήρ. ζη η ψυχή σου. 22 και επορεύθη ο άγγελος Ιωάβ προς τον βασιλέα εις Ιερουσαλήμ. και εκάθισεν Ουρίας εν Ιερουσαλήμ εν τη ημέρα εκείνη και τη επαύριον. 15 και έγραψεν εν βιβλίω λέγων· εισάγαγε τον Ουρίαν εξ εναντίας του πολέμου του κραταιού. Πως. τις επάταξε τον Αβιμέλεχ υιόν Ιεροβάαλ. 23 και είπεν ο άγγελος προς Δαυίδ ότι εκραταίωσαν εφ' ημάς οι άνδρες και εξήλθαν εφ ‘ ημάς εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 526 . και ερείς· και γε ο δούλός σου Ουρίας ο Χετταίος απέθανε. και είπε Δαυίδ προς Ουρίαν· ουχί εξ οδού συ έρχη. 12 και είπε Δαυίδ προς Ουρίαν· κάθισον ενταύθα και γε σήμερον. ινατί προσηγάγετε προς το τείχος. και παρεγένετο και απήγγειλε τω Δαυίδ πάντα. και απέθανε και γε Ουρίας ο Χετταίος. και αποστραφήσεσθε από όπισθεν αυτού. και έφαγεν ενώπιον αυτού και έπιε και εμέθυσεν αυτόν· και εξήλθεν εσπέρας του κοιμηθήναι επί της κοίτης αυτού μετά των δούλων του κυρίου αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον οίκον αυτού. 14 και εγένετο πρωϊ και έγραψε Δαυίδ βιβλίον προς Ιωάβ και απέστειλεν εν χειρί Ουρίου. όσα απήγγειλεν αυτω Ιωάβ πάντα τα ρήματα του πολέμου. ουχί γυνή έρριψε κλάσμα μύλου επ' αυτόν από άνωθεν του τείχους και απέθανεν εν Θαμασί. 16 και εγενήθη εν τω φυλάσσειν Ιωάβ επί την πόλιν και έθηκε τον Ουρίαν εις τον τόπον. ει ποιήσω το ρήμα τούτο. και είπη σοι· τι ότι ηγγίσατε προς την πόλιν πολεμήσαι. ινατί προσηγάγετε προς το τείχος. και έπεσαν εκ του λαού εκ των δούλων Δαυίδ. και εις τον οίκον αυτού ου κατέβη. και πληγήσεται από όπισθεν αυτού. ου ήδει ότι άνδρες δυνάμεως εκεί. 11 και είπεν Ουρίας προς Δαυίδ· η κιβωτός και Ισραήλ και Ιούδας κατοικούσιν εν σκηναίς. και εθυμώθη Δαυίδ προς Ιωάβ και είπε προς τον άγγελον· ινατί προσηγάγετε προς την πόλιν του πολεμήσαι.

ότι υιος θανάτου ο ανήρ ο ποιήσας τούτο 6 και την αμνάδα αποτίσει επταπλασίονα. 26 και ήκουσεν η γυνή Ουρίου ότι απέθανεν Ουρίας ο ανήρ αυτής. εν οφθαλμοίς Κυρίου. ανθ' ων ότι εποίησε το ρήμα τούτο και περί ου ουκ εφείσατο. ην εκτήσατο και περιεποίησατο και εξέθρεψεν αυτήν και ηδρύνθη μετ' αυτού και μετά των υιών αυτού επί το αυτό. και έτεκεν αυτω υιόν. εκ του άρτου αυτού ήσθιε και εκ του ποτηρίου αυτού έπινε και εν τω κόλπω αυτού εκάθευδε και ην αυτω ως θυγάτηρ· 4 και ήλθε πάροδος τω ανδρί τω πλουσίω. ό εποίησε Δαυίδ. και απέθανον των παίδων του βασιλέως. και είπε Δαυίδ προς Νάθαν· ζη Κύριος. ότι ποτέ μεν ούτως και ποτέ ούτως φάγεται η μάχαιρα· κραταίωσον τον πόλεμόν σου εις την πόλιν και κατάσπασον αυτήν και κραταίωσον αυτήν. και εκόψατο τον άνδρα αυτής. 3 και τω πένητι ουδέν αλλ' ή αμνάς μία μικρά. και εγώ ειμι ερρυσάμην σε εκ χειρός Σαούλ 8 και έδωκά σοι τον οίκον του κυρίου σου και τας γυναίκας του κυρίου σου εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 527 . και συνήγαγεν αυτήν εις τον οίκον αυτού. 25 και είπε Δαυίδ προς τον άγγελον· τάδε ερείς προς Ιωάβ· μη πονηρόν έστω εν οφθαλμοίς σου το ρήμα τούτο. και εις πένης· 2 και τω πλουσίω ην ποίμνια και βουκόλια πολλά σφόδρα. εις πλούσιος. και εγενήθημεν επ' αυτούς έως της θύρας της πύλης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον αγρόν. 24 και ετόξευσαν οι τοξεύοντες προς τους παίδάς σου απάνωθεν του τείχους. και εφείσατο λαβείν εκ των ποιμνίων αυτού και εκ των βουκολίων αυτού του ποιήσαι τω ξένω οδοιπόρω τω ελθόντι προς αυτόν και έλαβε την αμνάδα του πένητος και εποίησεν αυτήν τω ανδρί τω ελθόντι προς αυτόν. και εγενήθη αυτω εις γυναίκα. 27 και διήλθε το πένθος και απέστειλε Δαυίδ. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ απέστειλε Κύριος τον Νάθαν τον προφήτην προς Δαυίδ. 5 και εθυμώθη οργή Δαυίδ σφόδρα τω ανδρί. και γε ο δούλος σου Ουρίας ο Χετταίος απέθανε. και πονηρόν εφάνη το ρήμα. και εισήλθε προς αυτόν και είπεν αυτω· δύο ήσαν άνδρες εν πόλει μια. 7 και είπε Νάθαν προς Δαυίδ· συ ει ο ανήρ ο ποιήσας τούτο· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· εγώ ειμι ο χρίσας σε εις βασιλέα επί Ισραήλ.

22 και είπε Δαυίδ· εν τω το παιδάριον έτι ζήν ενήστευσα και έκλαυσα. και ουκ ηθέλησε και ου συνέφαγεν αυτοίς άρτον. και έφαγε. και ουκ εισήκουσε της φωνής ημών· και Πως είπωμεν προς αυτόν ότι τέθνηκε το παιδάριον. και έθραυσε Κύριος το παιδίον. 16 και εζήτησε Δαυίδ τον Θεόν περί του παιδαρίου. 17 και ανέστησαν επ' αυτόν οι πρεσβύτεροι του οίκου αυτού εγείραι αυτόν από της γης. 11 τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εξεγείρω επί σε κακά εκ του οίκου σου και λήψομαι τας γυναίκάς σου κατ' οφθαλμούς σου και δώσω τω πλησίον σου. 9 τι ότι εφαύλισας τον λόγον Κυρίου του ποιήσαι το πονηρόν εν οφθαλμοίς αυτού. ότι είπα· τις οίδεν ει ελεήσει με Κύριος και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 528 . και ήτησεν άρτον φαγείν και παρέθηκαν αυτω άρτον. ου μη αποθάνης· 14 πλήν ότι παροργίζων παρώργισας τους εχθρούς Κυρίου εν τω ρήματι τούτω. και ποιήσει κακά. και ενόησε Δαυίδ ότι τέθνηκε το παιδάριον· και είπε Δαυίδ προς τους παίδας αυτού· ει τέθνηκε το παιδάριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω κόλπω σου και έδωκά σοι τον οίκον Ισραήλ και Ιούδα· και ει μικρόν εστι. ανέστης και έφαγες άρτον και πέπωκας. καγώ ποιήσω το ρήμα τούτο εναντίον παντός Ισραήλ και απέναντι του ηλίου τούτου. 20 και ανέστη Δαυίδ εκ της γης και ελούσατο και ηλείψατο και ήλλαξε τα ιμάτια αυτού και εισήλθεν εις τον οίκον του Θεού και προσεκύνησεν αυτω· και εισήλθεν εις τον οίκον αυτού. ό εποίησας ένεκα του παιδαρίου. και ενήστευσε Δαυίδ νηστείαν και εισήλθε και ηυλίσθη εν σάκκω επί της γης. 13 και είπε Δαυίδ τω Νάθαν· ημάρτηκα τω Κυρίω. 19 και συνήκε Δαυίδ ότι οι παίδες αυτού ψιθυρίζουσι. και ηρρώστησε. 18 και εγένετο εν τη ημέρα τη εβδόμη και απέθανε το παιδάριον· και εφοβήθησαν οι δούλοι Δαυίδ αναγγείλαι αυτω ότι τέθνηκε το παιδάριον. και γε ο υιος σου ο τεχθείς σοι θανάτω αποθανείται. ότι είπαν· ιδού εν τω το παιδάριον έτι ζήν ελαλήσαμεν προς αυτόν. και κοιμηθήσεται μετά των γυναικών σου εναντίον του ηλίου τούτου· 12 ότι συ εποίησας κρυβή. και είπαν· τέθνηκε. 21 και είπαν οι παίδες αυτού προς αυτόν· τι το ρήμα τούτο. έτι ζώντος ενήστευες και έκλαιες και ηγρύπνεις. και ηνίκα απέθανε το παιδάριον. τον Ουρίαν τον Χετταίον επάταξας εν ρομφαία και την γυναίκα αυτού έλαβες σεαυτω εις γυναίκα και αυτόν απέκτεινας εν ρομφαία υιών Αμμών. 10 και νυν ουκ αποστήσεται ρομφαία εκ του οίκου σου έως αιώνος ανθ' ων ότι εξουδένωσάς με και έλαβες την γυναίκα του Ουρίου του Χετταίου του είναί σοι εις γυναίκα. 15 και απήλθε Νάθαν εις τον οίκον αυτού. ό έτεκεν η γυνή Ουρίου του Χετταίου τω Δαυίδ. προσθήσω σοι κατά ταύτα. και είπε Νάθαν προς Δαυίδ· και Κύριος παρεβίβασε το αμάρτημά σου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζήσεται το παιδάριον. και ο σταθμός αυτού τάλαντον χρυσίου και λίθου τιμίου. και όνομα αυτη Θημάρ. και αυτός ουκ αναστρέψει προς με. ένεκεν Κυρίου. και ηγάπησεν αυτήν Αμνών υιος Δαυίδ. και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιεδεδί. 26 Και επολέμησεν Ιωάβ εν Ραββάθ υιών Αμμών και κατέλαβε την πόλιν της βασιλείας. μη δυνήσομαι επιστρέψαι αυτόν έτι. 31 και τον λαόν τον όντα εν αυτη εξήγαγε και έθηκεν εν τω πρίονι και εν τοις τριβόλοις τοις σιδηροίς και υποτομεύσι σιδηροίς και διήγαγεν αυτούς δια του πλινθείου· και ούτως εποίησε πάσαις ταις πόλεσιν υιών Αμμών. υιος Σαμαά του αδελφού Δαυίδ· και Ιωναδάβ ανήρ σοφός σφόδρα. 24 και παρεκάλεσε Δαυίδ Βηρσαβεέ την γυναίκα αυτού και εισήλθε προς αυτήν και εκοιμήθη μετ' αυτής και συνέλαβε και έτεκεν υιόν. και όνομα αυτω Ιωναδάβ. 23 και νυν τέθνηκεν· ινατί τούτο εγώ νηστεύω. 2 και εθλίβετο Αμνών ωστε αρρωστείν δια Θημάρ την αδελφήν αυτού. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ εγενήθη μετά ταύτα και τω Αβεσσαλώμ υιω Δαυίδ αδελφή καλή τω είδει σφόδρα. 3 και ην τω Αμνών εταίρος. ίνα μη προκαταλάβωμαι εγώ την πόλιν και κληθή το όνομά μου επ' αυτήν. και εκάλεσε το όνομα αυτού Σαλωμών. 27 και απέστειλεν Ιωάβ αγγέλους προς Δαυίδ και είπεν· επολέμησα εν Ραββάθ και κατελαβόμην την πόλιν των υδάτων· 28 και νυν συνάγαγε το κατάλοιπον του λαού και παρέμβαλε επί την πόλιν και προκαταλαβού αυτήν. 30 και έλαβε τον στέφανον Μολχόμ του βασιλέως αυτών από της κεφαλής αυτού. 25 και απέστειλεν εν χειρί Νάθαν του προφήτου. 4 και είπεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 529 . εγώ πορεύσομαι προς αυτόν. και επέστρεψε Δαυίδ και πας ο λαός εις Ιερουσαλήμ. και Κύριος ηγάπησεν αυτόν. και ην επί της κεφαλής Δαυίδ· και σκύλα της πόλεως εξήνεγκε πολλά σφόδρα. και υπέρογκον εν οφθαλμοίς Αμνών του ποιήσαί τι αυτη. 29 και συνήγαγε Δαυίδ πάντα τον λαόν και επορεύθη εις Ραββάθ και επολέμησεν εν αυτη και κατελάβετο αυτήν. ότι παρθένος ην αύτη.

και είπεν αυτη Αμνών· ανάστηθι και πορεύου. και επελάβετο αυτής και είπεν αυτη· δεύρο κοιμήθητι μετ' εμού. και είπεν Αμνών προς τον βασιλέα· ελθέτω δη Θημάρ η αδελφή μου προς με και κολλυρισάτω εν οφθαλμοίς μου δύο κολλυρίδας. και συ έση ως εις των αφρόνων εν Ισραήλ· και νυν λάλησον δη προς τον βασιλέα. ας εποίησε. αδελφέ. και έλαβε το σταίς και εφύρασε και εκολλύρισε κατ' οφθαλμούς αυτού και ήψησε τας κολλυρίδας· 9 και έλαβε το τήγανον και κατεκένωσεν ενώπιον αυτού. και εισήλθεν ο βασιλεύς ιδείν αυτόν. και αυτός κοιμώμενος. και εισελεύσεται ο πατήρ σου του ιδείν σε. 17 και εκάλεσε το παιδάριον αυτού τον προεστηκότα του οίκου και είπεν αυτω· εξαποστείλατε δη ταύτην απ' εμού έξω και απόκλεισον την θύραν οπίσω αυτής. 6 και εκοιμήθη Αμνών και ηρρώστησε. ότι μέγα το μίσος. 16 και είπεν αυτω Θημάρ· μη. ην ηγάπησεν αυτήν. και ουκ ηθέλησε φαγείν. ην εποίησας μετ' εμού του εξαποστείλαί με. ότι μεγάλη η κακία η εσχάτη υπέρ την πρώτην. διότι ου ποιηθήσεται ούτως εν Ισραήλ. 8 και επορεύθη Θημάρ εις τον οίκον Αμνών αδελφού αυτής. και φάγομαι εκ της χειρός αυτής. 10 και είπεν Αμνών προς Θημάρ· εισένεγκε το βρώμα εις το ταμιείον. ότι ούτως ενεδιδύσκοντο αι θυγατέρες του βασιλέως αι παρθένοι τους επενδύτας αυτών· και εξήγαγεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 530 . 12 και είπεν αυτω· μη. όπως ίδω και φάγω εκ των χειρών αυτής. και ερείς προς αυτόν· ελθέτω δη Θημάρ η αδελφή μου και ψωμισάτω με και ποιησάτω κατ' οφθαλμούς μου βρώμα. και είπεν αυτω Αμνών· Θημάρ την αδελφήν Αβεσσαλώμ του αδελφού μου εγώ αγαπώ. και φάγομαι εκ της χειρός σου. αδελφή μου. 5 και είπεν αυτω Ιωναδάβ· κοιμήθητι επί της κοίτης σου και μαλακίσθητι. 14 και ουκ ηθέλησεν Αμνών του ακούσαι της φωνής αυτής και εκραταίωσεν υπέρ αυτήν και εταπείνωσεν αυτήν και εκοιμήθη μετ' αυτής. ουκ απαγγέλλεις μοι. αδελφέ μου· μη ταπεινώσης με. μη ποιήσης την αφροσύνην ταύτην· 13 και εγώ που αποίσω το όνειδός μου. 15 και εμίσησεν αυτήν Αμνών μίσος μέγα σφόδρα. 7 και απέστειλε Δαυίδ προς Θημάρ εις τον οίκον λέγων· πορεύθητι δη εις τον οίκον του αδελφού σου και ποίησον αυτω βρώμα. ότι ου μη κωλύση με από σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτω· τι σοι ότι συ ούτως ασθενής. και ουκ ηθέλησεν Αμνών ακούσαι της φωνής αυτής. και είπεν Αμνών· εξαγάγετε πάντα άνδρα από επάνωθέν μου· και εξήγαγον πάντα άνδρα επάνωθεν αυτού. και έλαβε Θημάρ τας κολλυρίδας. υιε του βασιλέως. 18 και επ' αυτής ην χιτών καρπωτός. ό εμίσησεν αυτήν υπέρ την αγάπην. το πρωϊ πρωϊ. και εισήνεγκε τω Αμνών αδελφω αυτής εις τον κοιτώνα 11 και προσήγαγεν αυτω του φαγείν.

και ουκ ηθέλησε του πορευθήναι και ευλόγησεν αυτόν. και εποίησεν Αβεσσαλώμ πότον κατά τον πότον του βασιλέως. 27 και εβιάσατο αυτόν Αβεσσαλώμ. 23 Και εγένετο εις διετηρίδα ημερών και ήσαν κείροντες τω Αβεσσαλώμ εν Βελασώρ τη εχόμενα Εφραίμ. ου εταπείνωσε Θημάρ την αδελφήν αυτού. ότι ηγάπα αυτόν. ότι πρωτότοκος αυτού ην. και απέστειλε μετ' αυτού τον Αμνών και πάντας τους υιούς του βασιλέως. και εβιάσατο αυτόν. 29 και εποίησαν τα παιδάρια Αβεσσαλώμ τω Αμνών καθά ενετείλατο αυτοίς Αβεσσαλώμ. 20 και είπε προς αυτήν Αβεσσαλώμ ο αδελφός αυτής· μη Αμνών ο αδελφός σου εγένετο μετά σου. και εκάλεσεν Αβεσσαλώμ πάντας τους υιούς του βασιλέως. 22 και ουκ ελάλησεν Αβεσσαλώμ μετά Αμνών από πονηρού έως αγαθού. 19 και έλαβε Θημάρ σποδόν και επέθηκεν επί την κεφαλήν αυτής και τον χιτώνα τον καρπωτόν τον επ' αυτής διέρρηξε και επέθηκε τας χείρας αυτής επί την κεφαλήν αυτής και επορεύθη πορευομένη και κράζουσα. 31 και ανέστη ο βασιλεύς και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού και εκοιμήθη επί την γην. πορευθήτω δη μεθ' ημών Αμνών ο αδελφός μου. 21 και ήκουσεν ο βασιλεύς Δαυίδ πάντας τους λόγους τούτους και εθυμώθη σφόδρα· και ουκ ελύπησε το πνεύμα Αμνών του υιού αυτού. ανδρίζεσθε και γίνεσθε εις υιούς δυνάμεως. και νυν. υιε μου. ότι αδελφός σου εστι· μη θής την καρδίαν σου του λαλήσαι το ρήμα τούτο. και εκάθισε Θημάρ χηρεύουσα εν τω οίκω Αβεσσαλώμ του αδελφού αυτής. ότι ουχί εγώ ειμι ο εντελλόμενος υμίν. και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ινατί πορευθή μετά σου. και ανέστησαν πάντες οι υιοί του βασιλέως και επεκάθισαν ανήρ επί την ημίονον αυτού και έφυγαν. 30 και εγένετο αυτών όντων εν τω οδω και η ακοή ήλθε προς Δαυίδ λέγων· επάταξεν Αβεσσαλώμ πάντας τους υιούς του βασιλέως. 24 και ήλθεν Αβεσσαλώμ προς τον βασιλέα και είπεν· ιδού δη κείρουσι τω δούλω σου. κώφευσον. και ου κατελείφθη εξ αυτών ουδέ εις. 25 και είπεν ο βασιλεύς προς Αβεσσαλώμ· μη δη. και πάντες οι παίδες αυτού οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 531 . και ου μη καταβαρυνθώμεν επί σε. πορευθήτω δη ο βασιλεύς και οι παίδες αυτού μετά του δούλου σου. μη πορευθώμεν πάντες ημείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτήν ο λειτουργός αυτού έξω και απέκλεισε την θύραν οπίσω αυτής. και θανατώσατε αυτόν· μη φοβηθήτε. 28 και ενετείλατο Αβεσσαλώμ τοις παιδαρίοις αυτού λέγων· ίδετε ως αν αγαθυνθή η καρδία Αμνών εν τω οίνω και είπω προς υμάς· πατάξατε τον Αμνών. 26 και είπεν Αβεσσαλώμ προς αυτόν· και ει μη. αδελφή μου. ότι εμίσει Αβεσσαλώμ τον Αμνών επί λόγου.

και ιδού οι υιοί του βασιλέως ήλθαν και επήραν την φωνήν αυτών και έκλαυσαν. και επένθησεν ο βασιλεύς Δαυίδ επί τον υιόν αυτού πάσας τας ημέρας. ότι παρεκλήθη επί Αμνών ότι απέθανε. και ήρε το παιδάριον ο σκοπός τους οφθαλμούς αυτού και είδε και ιδού λαός πολύς πορευόμενος εν τη οδω όπισθεν αυτού εκ πλευράς του όρους εν τη καταβάσει· και παρεγένετο ο σκοπός και απήγγειλε τω βασιλεί και είπεν· άνδρας εώρακα εκ της οδού της Ωρωνήν εκ μέρους του όρους. 39 και εκόπασε το πνεύμα του βασιλέως του εξελθείν οπίσω Αβεσσαλώμ. ότι Αμνών μονώτατος απέθανεν· ότι επί στόματος Αβεσσαλώμ ην κείμενος από της ημέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιεστώτες αυτω διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών. 32 και απεκρίθη Ιωναδάβ υιος Σαμαά αδελφού Δαυίδ και είπε· μη ειπάτω ο κύριός μου ο βασιλεύς. 36 και εγένετο ηνίκα συνετέλεσε λαλών. ούτως εγένετο. ης εταπείνωσε Θημάρ την αδελφήν αυτού· 33 και νυν μη θέσθω ο κύριός μου ο βασιλεύς επί την καρδίαν αυτού ρήμα λέγων· πάντες οι υιοί του βασιλέως απέθανον. και γε ο βασιλεύς και πάντες οι παίδες αυτού έκλαυσαν κλαυθμόν μέγαν σφόδρα. 35 και είπεν Ιωναδάβ προς τον βασιλέα· ιδού οι υιοί του βασιλέως πάρεισι· κατά τον λόγον του δούλου σου. 4 και εισήλθεν η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 532 . ότι αλλ' ή Αμνών μονώτατος απέθανε. 37 και Αβεσσαλώμ έφυγε και επορεύθη προς Θολμί υιόν Εμιούδ βασιλέα Γεδσούρ εις γην Μαχάδ. ότι πάντα τα παιδάρια τους υιούς του βασιλέως εθανάτωσεν. και έλαβεν εκείθεν γυναίκα σοφήν και είπε προς αυτήν· πένθησον δη και ένδυσαι ιμάτια πενθικά και μη αλείψη έλαιον και έση ως γυνή πενθούσα επί τεθνηκότι τούτο ημέρας πολλάς 3 και ελεύση προς τον βασιλέα και λαλήσεις προς αυτόν κατά το ρήμα τούτο· και έθηκεν Ιωάβ τους λόγους εν τω στόματι αυτής. 2 και απέστειλεν Ιωάβ εις Θεκωέ. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ έγνω Ιωάβ υιος Σαρουϊας ότι η καρδία του βασιλέως επί Αβεσσαλώμ. 34 και απέδρα Αβεσσαλώμ. 38 και Αβεσσαλώμ απέδρα και επορεύθη εις Γεδσούρ και ην εκεί έτη τρία.

ότι όψεταί με ο λαός. 6 και γε τη δούλη σου δύο υιοί. και εμαχέσαντο αμφότεροι εν τω αγρω. και ο βασιλεύς και ο θρόνος αυτού αθωος. 17 και είπεν η γυνή· είη δη ο λόγος του κυρίου μου του βασιλέως εις θυσίαν. και απέθανεν ο ανήρ μου. κύριέ μου βασιλεύ. ει πεσείται από της τριχός του υιού σου επί την γην. καγώ εντελούμαι περί σου. 19 και είπεν ο βασιλεύς· μη η χείρ Ιωάβ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 533 . ό ου συναχθήσεται· και λήψεται ο Θεός ψυχήν. βασιλεύ. 10 και είπεν ο βασιλεύς· τις ο λαλών προς σε. και ου προσθήσει έτι άψασθαι αυτού. ότι καθώς άγγελος Θεού. 15 και νυν ό ήλθον λαλήσαι προς τον βασιλέα τον κύριόν μου το ρήμα τούτο. 13 και είπεν η γυνή· ινατί ελογίσω τοιούτο επί λαόν Θεού. ό εγώ επερωτώ σε. 9 και είπεν η γυνή η Θεκωίτις προς τον βασιλέα· επ' εμέ. 12 και είπεν η γυνή· λαλησάτω δη η δούλη σου προς τον κύριόν μου βασιλέα ρήμα. 8 και είπεν ο βασιλεύς προς την γυναίκα· υγιαίνουσα βάδιζε εις τον οίκόν σου. και ουκ ην ο εξαιρούμενος ανά μέσον αυτών. η δε είπε· και μάλα γυνή χήρα εγώ ειμι. 14 ότι θανάτω αποθανούμεθα. και είπεν η γυνή· λαλησάτω δη ο κύριός μου ο βασιλεύς. ωστε μη θέσθαι τω ανδρί μου κατάλειμμα και όνομα επί προσώπου της γης. ή εκ στόματος του βασιλέως ο λόγος ούτος ως πλημμέλεια του μη επιστρέψαι τον βασιλέα τον εξωσμένον αυτού. σώσον. η ανομία και επί τον οίκον του πατρός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυνή η Θεκωίτις προς τον βασιλέα και έπεσεν επί πρόσωπον αυτής εις την γην και προσεκύνησεν αυτω και είπε· σώσον. ου απέκτεινε. είπως ποιήσει ο βασιλεύς το ρήμα της δούλης αυτού· 16 ότι ακούσει ο βασιλεύς· ρυσάσθω την δούλην αυτού εκ χειρός του ανδρός του ζητούντος εξάραί με και τον υιόν μου από κληρονομίας Θεού. και λογιζόμενος του εξώσαι απ' αυτού εξεωσμένον. και άξεις αυτόν προς εμέ. και έπαισεν ο εις τον ένα αδελφόν αυτού και εθανάτωσεν αυτόν. και ωσπερ το ύδωρ το καταφερόμενον επί της γης. 18 και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπε προς την γυναίκα· μη δη κρύψης απ' εμού ρήμα. 11 και είπε· μνημονευσάτω δη ο βασιλεύς τον Κύριον Θεόν αυτού πληθυνθήναι αγχιστέα του αίματος του διαφθείραι και ου μη εξάρωσι τον υιόν μου· και είπε· ζη Κύριος. ούτως ο κύριός μου ο βασιλεύς του ακούειν το αγαθόν και το πονηρόν. 5 και είπε προς αυτήν ο βασιλεύς· τι εστί σοι. και εξαρούμεν και γε τον κληρονόμον υμών· και σβέσουσι τον άνθρακά μου τον καταλειφθέντα. και ερεί η δούλη σου· λαλησάτω δη προς τον κύριόν μου τον βασιλέα. 7 και ιδού επανέστη όλη η πατριά προς την δούλην σου και είπαν· δος τον παίσαντα τον αδελφόν αυτού και θανατώσομεν αυτόν αντί της ψυχής του αδελφού αυτού. και Κύριος ο Θεός σου έσται μετά σου. και είπε· λάλησον.

31 και ανέστη Ιωάβ και ήλθε προς Αβεσσαλώμ εις τον οίκον και είπε προς αυτόν· ινατί ενεπύρισαν οι παίδές σου την μερίδα την εμήν εν πυρί. 28 και εκάθισεν Αβεσσαλώμ εν Ιερουσαλήμ δύο έτη ημερών. και ο κύριός μου σοφός καθώς σοφία αγγέλου του Θεού του γνώναι πάντα τα εν τη γη. και είπεν Ιωάβ· σήμερον έγνω ο δούλός σου ότι εύρον χάριν εν οφθαλμοίς σου. ότι ο δούλός σου Ιωάβ αυτός ενετείλατό μοι. και το πρόσωπον του βασιλέως ουκ είδε. 30 και είπεν Αβεσσαλώμ προς τους παίδας αυτού· ίδετε. η μερίς εν αγρω του Ιωάβ εχόμενά μου. ει έστιν εις τα δεξιά ή εις τα αριστερά εκ πάντων. και αυτός έθετο εν τω στόματι της δούλης σου πάντας τους λόγους τούτους· 20 ένεκεν του περιελθείν το πρόσωπον του ρήματος τούτου εποίησεν ο δούλός σου Ιωάβ τον λόγον τούτον. και είπεν η γυνή τω βασιλεί· ζη η ψυχή σου. και ουκ ηθέλησεν ελθείν προς αυτόν· και απέστειλεν εκ δευτέρου προς αυτόν. 24 και είπεν ο βασιλεύς· αποστραφήτω εις τον οίκον αυτού και το πρόσωπόν μου μη βλεπέτω και απέστρεψεν Αβεσσαλώμ εις τον οίκον αυτού και το πρόσωπον του βασιλέως ουκ είδε. ων ελάλησεν ο κύριός μου ο βασιλεύς. ως αν εκείρετο. 22 και έπεσεν Ιωάβ επί πρόσωπον αυτού επί την γην και προσεκύνησε και ευλόγησε τον βασιλέα. 27 και ετέχθησαν τω Αβεσσαλώμ τρεις υιοί και θυγάτηρ μία. επίστρεψον το παιδάριον τον Αβεσσαλώμ. κύριέ μου βασιλεύ. ότι κατεβαρύνετο επ' αυτόν. 26 και εν τω κείρεσθαι αυτόν την κεφαλήν αυτού -και εγένετο απ' αρχής ημερών εις ημέρας. 25 και ως Αβεσσαλώμ ουκ ην ανήρ εν παντί Ισραήλ αινετός σφόδρα. και ουκ ηθέλησε παραγενέσθαι. και παραγίνονται οι δούλοι Ιωάβ προς αυτόν διερρηχότες τα ιμάτια αυτών και είπον· ενεπύρισαν οι δούλοι Αβεσσαλώμ την μερίδα εν πυρί. και αυτω εκεί κριθαί. 29 και απέστειλεν Αβεσσαλώμ προς Ιωάβ αποστείλαι αυτόν προς τον βασιλέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν παντί τούτω μετά σου. και όνομα αυτη Θημάρ· αύτη ην γυνή καλή σφόδρα και γίνεται γυνή τω Ροβοάμ υιω Σαλωμών και τίκτει αυτω τον Αβιά. κύριέ μου βασιλεύ.και κειρόμενος αυτήν έστησε την τρίχα της κεφαλής αυτού διακοσίους σίκλους εν τω σίκλω τω βασιλικω. από ίχνους ποδός αυτού και έως κορυφής αυτού ουκ ην εν αυτω μώμος. 32 και είπεν Αβεσσαλώμ προς Ιωάβ· ιδού απέστειλα προς σε λέγων· ήκε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 534 . 21 και είπεν ο βασιλεύς προς Ιωάβ· ιδού δη εποίησά σοι κατά τον λόγον σου τούτον· πορεύου. 23 και ανέστη Ιωάβ και επορεύθη εις Γεδσούρ και ήγαγε τον Αβεσσαλώμ εις Ιερουσαλήμ. ότι εποίησεν ο κύριός μου ο βασιλεύς τον λόγον του δούλου αυτού. πορεύεσθε και εμπρήσατε αυτήν εν πυρί· και ενέπρησαν οι παίδες Αβεσσαλώμ την μερίδα.

και αποστελώ σε προς τον βασιλέα λέγων· ινατί ήλθον εκ Γεδσούρ. ήλθε προς τον βασιλέα εις κρίσιν. και εκάλεσε τον Αβεσσαλώμ. 10 και απέστειλεν Αβεσσαλώμ κατασκόπους εν πάσαις φυλαίς Ισραήλ λέγων· εν τω ακούσαι υμάς την φωνήν της κερατίνης και ερείτε· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 535 . 4 και είπεν Αβεσσαλώμ· τις με καταστήσει κριτήν εν τη γη. και είπεν· εκ μιάς φυλών Ισραήλ ο δούλός σου. και ιδιοποιείτο Αβεσσαλώμ την καρδίαν ανδρών Ισραήλ. 6 και εποίησεν Αβεσσαλώμ κατά το ρήμα τούτο παντί Ισραήλ τοις παραγινομένοις εις κρίσιν προς τον βασιλέα. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και εποίησεν εαυτω Αβεσσαλώμ άρματα και ίππους και πεντήκοντα άνδρας παρατρέχειν έμπροσθεν αυτού. και επ' εμέ ελεύσεται πας ανήρ. και δικαιώσω αυτόν. και εβόησε προς αυτόν Αβεσσαλώμ και έλεγεν αυτω· εκ ποίας πόλεως συ ει. 3 και είπε προς αυτόν ο Αβεσσαλώμ· ιδού οι λόγοι σου αγαθοί και εύκολοι. ας ηυξάμην τω Κυρίω εν Χεβρών· 8 ότι ευχήν ηύξατο ο δούλός σου εν τω οικείν με εν Γεδσούρ εν Συρία λέγων· εάν επιστρέφων επιστρέψη με Κύριος εις Ιερουσαλήμ. και θανάτωσόν με. 2 και ώρθρισεν Αβεσσαλώμ και έστη ανά χείρας της οδού της πύλης και εγένετο πας ανήρ. και απήγγειλεν αυτω. αγαθόν μοι ην είναι εκεί· και νυν ιδού το πρόσωπον του βασιλέως ουκ είδον· ει δε εστιν εν εμοί αδικία. και κατεφίλησεν ο βασιλεύς τον Αβεσσαλώμ. ω εάν ή αντιλογία και κρίσις. και λατρεύσω τω Κυρίω. ω εγένετο κρίσις. 7 και εγένετο από τέλους τεσσαράκοντα ετών και είπεν Αβεσσαλώμ προς τον πατέρα αυτού· πορεύσομαι δη και αποτίσω τας ευχάς μου. και ο ακούων ουκ έστι σοι παρά του βασιλέως. και εισήλθε προς τον βασιλέα και προσεκύνησεν αυτω και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού επί την γην κατά πρόσωπον του βασιλέως. 33 και εισήλθεν Ιωάβ προς τον βασιλέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ώδε. 5 και εγένετο εν τω εγγίζειν άνδρα του προσκυνήσαι αυτω και εξέτεινε την χείρα αυτού και επελαμβάνετο αυτού και κατεφίλησεν αυτόν. 9 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· βάδιζε εις ειρήνην· και αναστάς επορεύθη εις Χεβρών.

επιστρέφου και επίστρεψον τους αδελφούς σου μετά σου. 13 και παρεγένετο ο απαγγέλλων προς Δαυίδ λέγων· εγενήθη η καρδία ανδρών Ισραήλ οπίσω Αβεσσαλώμ. 16 και εξήλθεν ο βασιλεύς και πας ο οίκος αυτού τοις ποσίν αυτών· και αφήκεν ο βασιλεύς δέκα γυναίκας των παλλακών αυτού φυλάσσειν τον οίκον. και εγένετο σύστρεμμα ισχυρόν. 14 και είπε Δαυίδ πάσι τοις παισίν αυτού τοις μετ' αυτού τοις εν Ιερουσαλήμ· ανάστητε και φύγωμεν. και Κύριος ποιήσει μετά σου έλεος και αλήθειαν. και σήμερον μετακινήσω σε μεθ' ημών του πορευθήναι. 17 και εξήλθεν ο βασιλεύς και πάντες οι παίδες αυτού πεζή και έστησαν εν οίκω τω μακράν. ίνα μη ταχύνη και καταλάβη ημάς και εξώση εφ' ημάς την κακίαν και πατάξη την πόλιν εν στόματι μαχαίρας. ότι εις τον τόπον. οι εξακόσιοι άνδρες οι ελθόντες τοις ποσίν αυτών εκ Γεθ. ότι ξένος ει συ και ότι μετώκησας συ εκ του τόπου σου. ότι ουκ έστιν ημίν σωτηρία από προσώπου Αβεσσαλώμ· ταχύνατε του πορευθήναι. εχθές η εξέλευσίς σου. ότι εκεί έσται ο δούλός σου. και σήμερον κινήσω σε μεθ' ημών. όσα αιρείται ο κύριος ημών ο βασιλεύς. 18 και πάντες οι παίδες αυτού ανά χείρα αυτού παρήγον και πας Χελεθί και πας ο Φελεθί και έστησαν επί της ελαίας εν τη ερήμω· και πας ο λαός παρεπορεύετο εχόμενος αυτού και πάντες οι περί αυτόν και πάντες οι αδροί και πάντες οι μαχηταί εξακόσιοι άνδρες. και εάν εις θάνατον και εάν εις ζωήν. 12 και απέστειλεν Αβεσσαλώμ και εκάλεσε τον Αχιτόφελ τον Γελμωναίον τον σύμβουλον Δαυίδ εκ της πόλεως αυτού εκ Γωλά εν τω θυσιάζειν αυτόν. πορευόμενοι επί πρόσωπον του βασιλέως. και παρήσαν επί χείρα αυτού· και πας ο Χελεθί και πας ο Φελεθί και πάντες οι Γεθθαίοι. και πας ο λαός παρεπορεύοντο εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 536 . 19 και είπεν ο βασιλεύς προς Εθθί τον Γεθθαίον· ινατί πορεύη και συ μεθ' ημών. ου εάν ή ο κύριός μου. 23 και πάσα η γη έκλαιε φωνή μεγάλη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βεβασίλευκε βασιλεύς Αβεσσαλώμ εν Χεβρών. και ο λαός ο πορευόμενος και πολύς μετά Αβεσσαλώμ. 15 και είπον οι παίδες του βασιλέως προς τον βασιλέα· κατά πάντα. 20 ει εχθές παραγέγονας. 21 και απεκρίθη Εθθί τω βασιλεί και είπε· ζη Κύριος και ζη ο κύριός μου ο βασιλεύς. 11 και μετά Αβεσσαλώμ επορεύθησαν διακόσιοι άνδρες εξ Ιερουσαλήμ κλητοί και πορευόμενοι τη απλότητι αυτών και ουκ έγνωσαν παν ρήμα. επίστρεφε και οίκει μετά του βασιλέως. και εγώ πορεύσομαι ου εάν εγώ πορευθώ. 22 και είπεν ο βασιλεύς προς Εθθί· δεύρο και διάβαινε μετ' εμού· και παρήλθεν Εθθί ο Γεθθαίος και ο βασιλεύς και πάντες οι παίδες αυτού και πας ο όχλος ο μετ' αυτού. ιδού οι παίδές σου. και γε μεταναστήσεις τον τόπον σου.

έασόν με ζήσαι. παις του πατρός σου ήμην τότε και αρτίως. και ιδού εις απαντήν αυτω Χουσί ο αρχιεταίρος Δαυίδ διερρηχώς τον χιτώνα αυτού και γη επί της κεφαλής αυτού. 35 και ιδού εκεί μετά σου Σαδώκ και Αβιάθαρ οι ιερείς. και νυν εγώ δούλος σός· και διασκεδάσεις μοι την βουλήν Αχιτόφελ. 37 και εισήλθε Χουσί ο εταίρος Δαυίδ εις την πόλιν. 33 και είπεν αυτω Δαυίδ· εάν μεν διαβής μετ' εμού. ου προσεκύνησεν εκεί τω Θεω. 30 και Δαυίδ ανέβαινεν εν τη αναβάσει των ελαιών αναβαίνων και κλαίων και την κεφαλήν επικεκαλυμμένος. και έσται παν ρήμα. και Αχιμάας ο υιος σου και Ιωνάθαν ο υιος Αβιάθαρ οι δύο υιοί υμών μεθ' υμών· 28 ίδετε. και επιστρέψει με και δείξει μοι αυτήν και την ευπρέπειαν αυτής. και αυτός επορεύετο ανυπόδετος. ποιείτω μοι κατά το αγαθόν εν οφθαλμοίς αυτού. ό εάν ακούσης εξ οίκου του βασιλέως. Αχιμάας υιος τω Σαδώκ και Ιωνάθαν υιος τω Αβιάθαρ. 24 και ιδού και γε Σαδώκ και πάντες οι Λευίται μετ' αυτού αίροντες την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου από Βαιθάρ και έστησαν την κιβωτόν του Θεού. 26 και εάν είπη ούτως· ουκ ηθέληκα εν σοί. βασιλεύ. και ο βασιλεύς διέβη τον χειμάρρουν Κέδρων και πας ο λαός και ο βασιλεύς παρεπορεύοντο επί πρόσωπον οδού την έρημον. έως επαύσατο πας ο λαός παρελθείν εκ της πόλεως. συ επιστρέφεις εις την πόλιν εν ειρήνη. 29 και απέστρεψε Σαδώκ και Αβιάθαρ την κιβωτόν του Θεού εις Ιερουσαλήμ και εκάθισεν εκεί. εγώ ειμι στρατεύομαι εν Αραβώθ της ερήμου έως του ελθείν ρήμα παρ' υμών του απαγγείλαί μοι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 537 . ιδού εγώ ειμι. 31 και ανηγγέλη Δαυίδ λέγοντες· και Αχιτόφελ εν τοις συστρεφομένοις μετά Αβεσσαλώμ· και είπε Δαυίδ· διασκέδασον δη την βουλήν Αχιτόφελ. 36 ιδού εκεί μετ' αυτών δύο υιοί αυτών. και έση επ' εμέ εις βάσταγμα· 34 και εάν επιστρέψης επί την πόλιν. 25 και είπεν ο βασιλεύς προς τον Σαδώκ· απόστρεψον την κιβωτόν του Θεού εις την πόλιν· εάν εύρω χάριν εν οφθαλμοίς Κυρίου. και ο βασιλεύς κατόπισθέν μου διελήλυθεν ο πατήρ σου. 27 και είπεν ο βασιλεύς τω Σαδώκ τω ιερεί· ίδετε. και αποστελείτε εν χειρί αυτών προς με παν ρήμα. 32 και ην Δαυίδ ερχόμενος έως του Ροώς. και ανέβη Αβιάθαρ. και ερείς τω Αβεσσαλώμ· διεληλύθασιν οι αδελφοί σου. και νυν παις σου ειμι. και πας ο λαός ο μετ' αυτού επεκάλυψεν ανήρ την κεφαλήν αυτού και ανέβαινον αναβαίνοντες και κλαίοντες. Κύριε ο Θεός μου. ό εάν ακούσητε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω χειμάρρω των Κέδρων. και απαγγελείς τω Σαδώκ και τω Αβιάθαρ τοις ιερεύσιν. και Αβεσσαλώμ άρτι εισεπορεύετο εις Ιερουσαλήμ.

και είπε Σιβά· τα υποζύγια τη οικία του βασιλέως του επικαθήσθαι. και οι άρτοι και οι φοίνικες εις βρώσιν τοις παιδαρίοις. και προσέτι νυν ο υιος του Ιεμινί· άφετε αυτόν καταράσθαι. και είπε Σιβά προς τον βασιλέα· ιδού κάθηται εν Ιερουσαλήμ. και είπε Σιβά προσκυνήσας· εύροιμι χάριν εν οφθαλμοίς σου. και τις ερεί. 3 και είπεν ο βασιλεύς· και που ο υιος του κυρίου σου. ότι Κύριος είπεν αυτω καταράσθαι τον Δαυίδ. και πας ο λαός ην και πάντες οι δυνατοί εκ δεξιών και εξ ευωνύμων του βασιλέως. και έδωκε Κύριος την βασιλείαν εν χειρί Αβεσσαλώμ του υιού σου· και ιδού συ εν τη κακία σου. και όνομα αυτω Σεμεϊ υιος Γηρά· εξήλθεν εκπορευόμενος και καταρώμενος 6 και λιθάζων εν λίθοις τον Δαυίδ και πάντας τους παίδας του βασιλέως Δαυίδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ Δαυίδ παρήλθε βραχύ τι από της Ροώς και ιδού Σιβά το παιδάριον Μεμφιβοσθέ εις απαντήν αυτού και ζεύγος όνων επίσεσαγμένων. κύριέ μου βασιλεύ. 7 και ούτως έλεγε Σεμεϊ εν τω καταράσθαι αυτόν· έξελθε. ότι είπεν αυτω Κύριος· 12 είπως ίδοι Κύριος εν τη ταπεινώσει μου και επιστρέψει μοι αγαθά αντί της κατάρας αυτού τη ημέρα ταύτη. 11 και είπε Δαυίδ προς Αβεσσά και προς πάντας τους παίδας αυτού· ιδού ο υιος μου ο εξελθών εκ της κοιλίας μου ζητεί την ψυχήν μου. και επ' αυτοίς διακόσιοι άρτοι και εκατόν σταφίδες και εκατόν φοίνικες και νέβελ οίνου. άφετε αυτόν και ούτως καταράσθω. 4 και είπεν ο βασιλεύς τω Σιβά· ιδού σοι πάντα. 9 και είπεν Αβεσσά υιος Σαρουϊας προς τον βασιλέα· ινατί καταράται ο κύων ο τεθνηκώς ούτος τον κύριόν μου τον βασιλέα. ως τι εποίησας ούτως. και Σεμεϊ επορεύετο εκ πλευράς του όρους εχόμενα αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 538 . έξελθε ανήρ αιμάτων και ανήρ ο παράνομος· 8 επέστρεψεν επί σε Κύριος πάντα τα αίματα του οίκου Σαούλ. 5 και ήλθεν ο βασιλεύς Δαυίδ έως Βαουρίμ· και ιδού εκείθεν ανήρ εξεπορεύετο εκ συγγενείας οίκου Σαούλ. 13 και επορεύθη Δαυίδ και πάντες οι άνδρες αυτού εν τη οδω. ότι είπε· σήμερον επιστρέψουσί μοι οίκος Ισραήλ την βασιλείαν του πατρός μου. υιοί Σαρουϊας. ότι εβασίλευσας αντ' αυτού. διαβήσομαι δη και αφελώ την κεφαλήν αυτού. και ο οίνος πιείν τοις εκλελυμένοις εν τη ερήμω. ότι ανήρ αιμάτων συ. 2 και είπεν ο βασιλεύς προς Σιβά· τι ταύτά σοι. 10 και είπεν ο βασιλεύς· τι εμοί και υμίν. όσα εστί Μεμφιβοσθέ.

Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ είπεν Αχιτόφελ προς Αβεσσαλώμ· επιλέξω δη εμαυτω δώδεκα χιλιάδας ανδρών και αναστήσομαι και καταδιώξω οπίσω Δαυίδ την νύκτα· 2 και επελεύσομαι επ' αυτόν. 20 και είπεν Αβεσσαλώμ προς Αχιτόφελ· φέρετε εαυτοίς βουλήν τι ποιήσωμεν. και εκστήσω αυτόν. ην εβουλεύσατο εν ταις ημέραις ταις πρώταις. και πατάξω τον βασιλέα μονώτατον· 3 και επιστρέψω πάντα τον λαόν προς σε. και ακούσεται πας Ισραήλ ότι κατήσχυνας τον πατέρα σου. ινατί ουκ απήλθες μετά του εταίρου σου. 4 και ευθής ο λόγος εν οφθαλμοίς Αβεσσαλώμ και εν οφθαλμοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 539 . αυτω έσομαι και μετά αυτού καθήσομαι· 19 και το δεύτερον. τίνι εγώ δουλεύσω. 21 και είπεν Αχιτόφελ προς Αβεσσαλώμ· είσελθε προς τας παλλακάς του πατρός σου. και ενισχύσουσιν αι χείρες πάντων των μετά σου. ουχί ενώπιον του υιού αυτού. 14 και ήλθεν ο βασιλεύς και πας ο λαός μετ' αυτού εκλελυμένοι και ανέψυξαν εκεί. 23 και η βουλή Αχιτόφελ. 15 Και Αβεσσαλώμ και πας ανήρ Ισραήλ εισήλθον εις Ιερουσαλήμ και Αχιτόφελ μετ' αυτού. αλλά κατόπισθεν ου εξελέξατο Κύριος και ο λαός ούτος και πας ανήρ Ισραήλ. 22 και έπηξαν την σκηνήν τω Αβεσσαλώμ επί το δώμα. 16 και εγενήθη ηνίκα ήλθε Χουσί ο αρχιεταίρος Δαυίδ προς Αβεσσαλώμ. και είπε Χουσί προς Αβεσσαλώμ· ζήτω ο βασιλεύς. 18 και είπε Χουσί προς Αβεσσαλώμ· ουχί. ούτως έσομαι ενώπιόν σου. καθάπερ εδούλευσα ενώπιον του πατρός σου. ούτως πάσα η βουλή του Αχιτόφελ και γε τω Δαυίδ και γε τω Αβεσσαλώμ. ας κατέλιπε φυλάσσειν τον οίκον αυτού. και εισήλθεν Αβεσσαλώμ προς τας παλλακάς του πατρός αυτού κατ' οφθαλμούς παντός Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορευόμενος και καταρώμενος και λιθάζων εν λίθοις εκ πλαγίων αυτού και τω χοϊ πάσσων. ον τρόπον επερωτήση τις εν λόγω του Θεού. και αυτός κοπιών και εκλελυμένος χερσί. ον τρόπον επιστρέφει η νύμφη προς τον άνδρα αυτής· πλήν ψυχήν ανδρός ενός συ ζητείς και παντί τω λαω έσται ειρήνη. και φεύξεται πας ο λαός ο μετ' αυτού. 17 και είπεν Αβεσσαλώμ προς Χουσί· τούτο το έλεός σου μετά του εταίρου σου.

ως άρκος ητεκνωμένη εν αγρω και ως ύς τραχεία εν τω πεδίω. και επορεύθη η παιδίσκη και ανήγγειλεν αυτοίς. 8 και είπε Χουσί· συ οίδας τον πατέρα σου και τους άνδρας αυτού. όπως αν επαγάγη Κύριος επί Αβεσσαλώμ τα κακά πάντα. και ακούσωμεν τι εν τω στόματι αυτού και γε αυτού. 11 ότι ούτως συμβουλεύων εγώ συνεβούλευσα. και έσται εν τω επιπεσείν αυτοίς εν αρχή και ακούση ο ακούων και είπη· εγενήθη θραύσις εν τω λαω τω οπίσω Αβεσσαλώμ. και ούτως και ούτως συνεβούλευσα εγώ. και αυτοί πορεύονται και αναγγέλλουσι τω βασιλεί Δαυίδ. ου η καρδία καθώς η καρδία του λέοντος. όπως μη καταλειφθή εκεί μηδέ λίθος. και λήψεται πας Ισραήλ προς την πόλιν εκείνην σχοινία και συρούμεν αυτήν έως εις τον χειμάρρουν. 16 και νυν αποστείλατε ταχύ και αναγγείλατε τω Δαυίδ λέγοντες· μη αυλισθής την νύκτα εν Αραβώθ της ερήμου και γε διαβαίνων σπεύσον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντων των πρεσβυτέρων Ισραήλ· 5 και είπεν Αβεσσαλώμ· καλέσατε δη και γε τον Χουσί τον Αραχί. και ουχ υπολειψόμεθα εν αυτω και τοις ανδράσι τοις μετ' αυτού και γε ένα· 13 και εάν εις την πόλιν συναχθή. ως πίπτει δρόσος επί την γην. συ λάλησον· 7 και είπε Χουσί προς Αβεσσαλώμ· ουκ αγαθή αύτη η βουλή. μη ποτε καταπείση τον βασιλέα και πάντα τον λαόν τον μετ' αυτού. ην εβουλεύσατο Αχιτόφελ το άπαξ τούτο. και παρεμβαλούμεν επ' αυτόν. ότι οίδε πας Ισραήλ ότι δυνατός ο πατήρ σου και υιοί δυνάμεως οι μετ' αυτού. τηκομένη τακήσεται. και το πρόσωπόν σου πορευόμενον εν μέσω αυτών. 6 και εισήλθε Χουσί προς Αβεσσαλώμ· και είπεν Αβεσσαλώμ προς αυτόν λέγων· κατά το ρήμα τούτο ελάλησεν Αχιτόφελ· ει ποιήσομεν κατά τον λόγον αυτού. ότι δυνατοί εισι σφόδρα και κατάπικροι τη ψυχή αυτών. 15 και είπε Χουσί ο του Αραχί προς Σαδώκ και Αβιάθαρ τους ιερείς· ούτως και ούτως συνεβούλευσεν Αχιτόφελ τω Αβεσσαλώμ και τοις πρεσβυτέροις Ισραήλ. και ο πατήρ σου ανήρ πολεμιστής και ου μη καταλύση τον λαόν· 9 ιδού γαρ αυτός νυν κέκρυπται εν ενί των βουνών ή εν ενί των τόπων. ει δε μη. ότι ουκ ηδύναντο οφθήναι του εισελθείν εις την πόλιν. 17 και Ιωνάθαν και Αχιμάας ειστήκεισαν εν τη πηγή Ρωγήλ. 14 και είπεν Αβεσσαλώμ και πας ανήρ Ισραήλ· αγαθή η βουλή Χουσί του Αραχί υπέρ την βουλήν Αχιτόφελ· και Κύριος ενετείλατο διασκεδάσαι την βουλήν του Αχιτόφελ την αγαθήν. και συναγόμενος συναχθήσεται επί σε πας Ισραήλ από Δάν και έως Βηρσαβεέ ως η άμμος η επί της θαλάσσης εις πλήθος. 12 και ήξομεν προς αυτόν εις ένα των τόπων. 10 και γε αυτός υιος δυνάμεως. ου εάν εύρωμεν αυτόν εκεί. 18 και είδεν αυτούς παιδάριον και ανήγγειλε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 540 .

και Αβεσσαλώμ διέβη τον Ιορδάνην αυτός και πας ανήρ Ισραήλ μετ' αυτού. 22 και ανέστη Δαυίδ και πας ο λαός ο μετ' αυτού και διέβησαν τον Ιορδάνην έως του φωτός του πρωϊ. και Ουεσβί υιος Νάας εκ Ραββάθ υιών Αμμών και Μαχίρ υιος Αμιήλ εκ Λωδαβάρ και Βερζελλί ο Γαλααδίτης εκ Ρωγελλίμ 28 ήνεγκαν δέκα κοίτας και αμφιτάπους και λέβητας δέκα και σκεύη κεράμου και πυρούς και κριθάς και άλευρον και άλφιτον και κύαμον και φακόν 29 και μέλι και βούτυρον και πρόβατα και σαφφώθ βοών και προσήνεγκαν τω Δαυίδ και τω λαω τω μετ' αυτού φαγείν. 20 και ήλθαν οι παίδες Αβεσσαλώμ προς την γυναίκα εις την οικίαν και είπαν· που Αχιμάας και Ιωνάθαν. και ουκ εγνώσθη ρήμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω Αβεσσαλώμ. και εζήτησαν και ουχ εύραν και ανέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ. έως ενός ουκ έλαθεν ος ου διήλθε τον Ιορδάνην. 24 και Δαυίδ διήλθεν εις Μαναϊμ. 21 εγένετο δε μετά το απελθείν αυτούς και ανέβησαν εκ του λάκκου και επορεύθησαν και απήγγειλαν τω βασιλεί Δαυίδ και είπαν προς Δαυίδ· ανάστητε και διάβητε ταχέως το ύδωρ. 26 και παρενέβαλε πας Ισραήλ και Αβεσσαλώμ εις την γην Γαλαάδ. και επορεύθησαν οι δύο ταχέως και εισήλθαν εις οικίαν ανδρός εν Βαουρίμ. και επέσαξε την όνον αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 541 . και αυτω λάκκος εν τη αυλή. 19 και έλαβεν η γυνή και διεπέτασε το επικάλυμμα επί πρόσωπον του λάκκου και έψυξεν επ' αυτω αραφώθ. ότι είπαν· ο λαός πεινών και εκλελυμένος και διψών εν τη ερήμω. και κατέβησαν εκεί. ότι ούτως εβουλεύσατο περί υμών Αχιτόφελ. ούτος εισήλθε προς Αβιγαίαν θυγατέρα Νάας αδελφήν Σαρουϊας μητρός Ιωάβ. και είπεν αυτοίς η γυνή· παρήλθαν μικρόν του ύδατος. 23 και Αχιτόφελ είδεν ότι ουκ εγενήθη η βουλή αυτού. και ανέστη και απήλθεν εις τον οίκον αυτού εις την πόλιν αυτού· και ενετείλατο τω οίκω αυτού και απήγξατο και απέθανε και ετάφη εν τω τάφω του πατρός αυτού. 27 και εγένετο ηνίκα ήλθε Δαυίδ εις Μαναϊμ. 25 και τον Αμεσσαϊ κατέστησεν Αβεσσαλώμ αντί Ιωάβ επί της δυνάμεως· και Αμεσσαϊ υιος ανδρός και όνομα αυτω Ιοθόρ ο Ισραηλίτης.

ποιήσω. και είπε Δαυίδ προς τον λαόν· εξελθών εξελεύσομαι και γε εγώ μεθ' υμών. το τρίτον εν χειρί Ιωάβ και το τρίτον εν χειρί Αβεσσά υιού Σαρουϊας αδελφού Ιωάβ και το τρίτον εν χειρί Εθθί του Γεθθαίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ επεσκέψατο Δαυίδ τον λαόν τον μετ' αυτού και κατέστησεν επ' αυτών χιλιάρχους και εκατοντάρχους. 3 και είπαν· ουκ εξελεύση. ου θήσουσιν εφ' ημάς καρδίαν. ότι συ ως ημείς δέκα χιλιάδες· και νυν αγαθόν ότι έση ημίν εν τη πόλει βοήθεια του βοηθείν. 12 είπε δε ο ανήρ προς Ιωάβ· και εγώ ειμι ίστημι επί τας χείράς μου χιλίους σίκλους αργυρίου. 10 και είδεν ανήρ εις και ανήγγειλε τω Ιωάβ και είπεν· ιδού εώρακα τον Αβεσσαλώμ κρεμάμενον εν τη δρυϊ. και εκρεμάσθη ανά μέσον του ουρανού και ανά μέσον της γης. και πας ο λαός εξεπορεύετο εις εκατοντάδας και εις χιλιάδας. 6 και εξήλθε πας ο λαός εις τον δρυμόν εξεναντίας Ισραήλ. ότι εν τοις ωσίν ημών ενετείλατο ο βασιλεύς σοι και τω Αβεσσά και τω Εθθί λέγων· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 542 . και ο ημίονος υποκάτω αυτού παρήλθε. και εάν αποθάνωμεν το ήμισυ ημών. και περιεπλάκη η κεφαλή αυτού εν τη δρυϊ. ου θήσουσιν εφ' ημάς καρδίαν. και εγένετο η θραύσις μεγάλη εν τη ημέρα εκείνη. και εισήλθεν ο ημίονος υπό το δάσος της δρυός της μεγάλης. και επλεόνασεν ο δρυμός του καταφαγείν εκ του λαού υπέρ ους κατέφαγεν εν τω λαω η μάχαιρα τη ημέρα εκείνη. 4 και είπε προς αυτούς ο βασιλεύς· ό εάν αρέση εν οφθαλμοίς υμών. και Αβεσσαλώμ ην επιβεβηκώς επί του ημιόνου αυτού. 5 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Ιωάβ και τω Αβεσσά και τω Εθθί λέγων· φείσασθέ μοι του παιδαρίου του Αβεσσαλώμ· και πας ο λαός ήκουσεν εντελλομένου του βασιλέως πάσι τοις άρχουσιν υπέρ Αβεσσαλώμ. 7 και έπταισεν εκεί ο λαός Ισραήλ ενώπιον των παίδων Δαυίδ. 9 και συνήντησεν Αβεσσαλώμ ενώπιον των παίδων Δαυίδ. είκοσι χιλιάδες ανδρών. 8 και εγένετο εκεί ο πόλεμος διεσπαρμένος επί πρόσωπον πάσης της γης. ότι εάν φυγή φύγωμεν. 11 και είπεν Ιωάβ τω ανδρί τω αναγγέλλοντι αυτω· και ιδού εώρακας· τι ότι ουκ επάταξας αυτόν εκεί εις την γην. και έστη ο βασιλεύς ανά χείρα της πύλης. και εγένετο ο πόλεμος εν τω δρυμω Εφραίμ. 2 και απέστειλε Δαυίδ τον λαόν. ου μη επιβάλω την χείρά μου επί τον υιόν του βασιλέως. και εγώ αν εδεδώκειν σοι δέκα αργυρίου και παραζώνην μίαν.

19 και Αχιμάας υιος Σαδώκ είπε· δράμω δη και ευαγγελιώ τω βασιλεί. 26 και είδεν ο σκοπός άνδρα έτερον τρέχοντα. 22 και προσέθετο έτι Αχιμάας υιος Σαδώκ και είπε προς Ιωάβ· και έστω ότι δράμω και γε εγώ οπίσω του Χουσί. και είπεν ο βασιλεύς· ανήρ αγαθός ούτος και γε εις ευαγγελίαν αγαθήν ελεύσεται. 17 και έλαβε τον Αβεσσαλώμ και έρριψεν αυτόν εις χάσμα μέγα εν τω δρυμω εις τον βόθυνον τον μέγαν και εστήλωσεν επ' αυτόν σωρόν λίθων μέγαν σφόδρα. ότι έκρινε Κύριος εκ χειρός των εχθρών αυτού. και είπεν αυτω Ιωάβ· δράμε. ότι είπεν· ουκ έστιν αυτω υιος ένεκα του αναμνήσαι το όνομα αυτού· και εκάλεσε την στήλην Χείρ Αβεσσαλώμ έως της ημέρας ταύτης. εν δε τη ημέρα ταύτη ουκ ευαγγελιή. 18 και Αβεσσαλώμ έτι ζων έλαβε και έστησεν εαυτω την στήλην. 16 και εσάλπισεν Ιωάβ εν κερατίνη. και πας Ισραήλ έφυγεν ανήρ εις το σκήνωμα αυτού. και εβόησεν ο σκοπός προς τη πύλη και είπε· και ιδού ανήρ έτερος τρέχων μόνος. ευαγγελία εν τω στόματι αυτού. εν ή ελήφθη. 15 και εκύκλωσαν δέκα παιδάρια αίροντα τα σκεύη Ιωάβ και επάταξαν τον Αβεσσαλώμ και εθανάτωσαν αυτόν. και είπεν Ιωάβ· ινατί συ τούτο τρέχεις. ου είνεκεν ο υιος του βασιλέως απέθανε. 28 και εβόησεν Αχιμάας και είπε προς τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 543 . και είπεν ο βασιλεύς· και γε ούτος ευαγγελιζόμενος. και συ στήση εξεναντίας. 14 και είπεν ο Ιωάβ· τούτο εγώ άρξομαι· ουχ ούτως μενώ ενώπιόν σου. και επορεύετο πορευόμενος και εγγίζων. ουκ έστι σοι ευαγγέλια εις ωφέλειαν πορευομένω. και έδραμεν Αχιμάας την οδόν την του Κεχάρ και υπερέβη τον Χουσί. δεύρο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάξατέ μοι το παιδάριον τον Αβεσσαλώμ 13 μη ποιήσαι εν τη ψυχή αυτού άδικον· και πας ο λόγος ου λήσεται από του βασιλέως. 24 και Δαυίδ εκάθητο ανά μέσον των δύο πυλών. υιε μου. και απέστρεψεν ο λαός του μη διώκειν οπίσω Ισραήλ. και εστήλωσεν αυτήν λαβείν την στήλην την εν τη κοιλάδι του βασιλέως. 20 και είπεν αυτω Ιωάβ· ουκ ανήρ ευαγγελίας συ εν τη ημέρα ταύτη και ευαγγελιή εν ημέρα άλλη. και έλαβεν Ιωάβ τρία βέλη εν τη χειρί αυτού και ενέπηξεν αυτά εν τη καρδία Αβεσσαλώμ έτι αυτού ζώντος εν τη καρδία της δρυός. 23 και είπε· τι γαρ εάν δράμω. ότι εφείδετο Ιωάβ του λαού. 27 και είπεν ο σκοπός· εγώ ορω τον δρόμον του πρώτου ως δρόμον Αχιμάας υιού Σαδώκ. και επορεύθη ο σκοπός εις το δώμα της πύλης προς το τείχος και επήρε τους οφθαλμούς αυτού και είδε και ιδού ανήρ τρέχων μόνος ενώπιον αυτού 25 και ανεβόησεν ο σκοπός και απήγγειλε τω βασιλεί. 21 και είπεν Ιωάβ τω Χουσί· βαδίσας ανάγγειλον τω βασιλεί όσα είδες· και προσεκύνησε Χουσί τω Ιωάβ και εξήλθε. και είπεν ο βασιλεύς· ει μόνος εστίν.

29 και είπεν ο βασιλεύς· ειρήνη τω παιδαρίω τω Αβεσσαλώμ. υιε μου υιε μου. 32 και είπεν ο βασιλεύς προς τον Χουσί· ει ειρήνη τω παιδαρίω τω Αβεσσαλώμ. 33 και εταράχθη ο βασιλεύς και ανέβη εις το υπερωον της πύλης και έκλαυσε· και ούτως είπεν εν τω πορεύεσθαι αυτόν· υιε μου Αβεσσαλώμ. τις δώη τον θάνατόν μου αντί σου. 30 και είπεν ο βασιλεύς· επίστρεψον. Αβεσσαλώμ υιε μου. και ουκ έγνων τι εκεί. καθώς διακλέπτεται ο λαός οι αισχυνόμενοι εν τω αυτούς φεύγειν εν τω πολέμω. ος απέκλεισε τους άνδρας τους επαραμένους την χείρα αυτών εν τω κυρίω μου τω βασιλεί. 31 και ιδού ο Χουσί παρεγένετο και είπε τω βασιλεί· ευαγγελισθήτω ο κύριός μου ο βασιλεύς. και είπεν Αχιμάας· είδον το πλήθος το μέγα του αποστείλαι τον δούλον του βασιλέως Ιωάβ και τον δούλόν σου. όσοι επανέστησαν επ' αυτόν εις κακά. στηλώθητι ώδε· και επεστράφη και έστη. ότι λυπείται ο βασιλεύς επί τω υιω αυτού. και είπεν ο Χουσί· γένοιντο ως το παιδάριον οι εχθροί του κυρίου μου του βασιλέως και πάντες. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ανηγγέλη τω Ιωάβ λέγοντες· ιδού ο βασιλεύς κλαίει και πενθεί επί Αβεσσαλώμ. 3 και διεκλέπτετο ο λαός εν τη ημέρα εκείνη του εισελθείν εις την πόλιν. Αβεσσαλώμ. 4 και ο βασιλεύς έκρυψε το πρόσωπον αυτού. ότι ήκουσεν ο λαός εν τη ημέρα εκείνη λέγων. υιε μου. 5 και εισήλθεν Ιωάβ προς τον βασιλέα εις τον οίκον και είπε· κατήσχυνας σήμερον τα πρόσωπα πάντων των δούλων σου των εξαιρουμένων σε σήμερον και την ψυχήν των υιών σου και των θυγατέρων σου και την ψυχήν των γυναικών σου και των παλλακών σου. υιε μου Αβεσσαλώμ. 6 του αγαπάν τους μισούντάς σε και μισείν τους αγαπώντάς σε και ανήγγειλας σήμερον ότι ουκ εισίν οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 544 . ότι έκρινέ σοι Κύριος σήμερον εκ χειρός πάντων των επεγειρομένων επί σε. 2 και εγένετο η σωτηρία εν τη ημέρα εκείνη εις πένθος παντί τω λαω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέα· ειρήνη· και προσεκύνησε τω βασιλεί επί πρόσωπον αυτού επί την γην και είπεν· ευλογητός Κύριος ο Θεός σου. εγώ αντί σου. και έκραξεν ο βασιλεύς φωνή μεγάλη λέγων· υιε μου Αβεσσαλώμ.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άρχοντές σου. ότι εν Κυρίω ώμοσα ότι ει μη εκπορεύση σήμερον. ει μη άρχων δυνάμεως έση ενώπιον εμού πάσας τας ημέρας αντί Ιωάβ. και νυν ινατί υμείς κωφεύετε του επιστρέψαι τον βασιλέα. και πας ο λαός ανήγγειλαν λέγοντες· ιδού ο βασιλεύς κάθηται εν τη πύλη· και εισήλθε πας ο λαός κατά πρόσωπον του βασιλέως επί την πύλην. ον εχρίσαμεν εφ' ημών. 15 και επέστρεψεν ο βασιλεύς και ήλθεν έως του Ιορδάνου. και Ισραήλ έφυγεν ανήρ εις τα σκηνώματα αυτού. 12 αδελφοί μου υμείς. 7 και νυν αναστάς έξελθε και λάλησον εις την καρδίαν των δούλων σου. ει αυλισθήσεται ανήρ μετά σου την νύκτα ταύτην· και επίγνωθι σεαυτω και κακόν σοι τούτο υπέρ παν το κακόν το επελθόν σοι εκ νεότητός σου έως του νυν. 8 και ανέστη ο βασιλεύς και εκάθισεν εν τη πύλη. απέθανεν εν τω πολέμω. 11 και ο βασιλεύς Δαυίδ απέστειλε προς Σαδώκ και προς Αβιάθαρ τους ιερείς λέγων· λαλήσατε προς τους πρεσβυτέρους Ιούδα λέγοντες· ινατί γίνεσθε έσχατοι του επιστρέψαι τον βασιλέα εις τον οίκον αυτού. και νυν πέφευγεν από της γης και από της βασιλείας αυτού. και διέβη η διάβασις του εξεγείραι τον οίκον του βασιλέως και του ποιήσαι το ευθές εν οφθαλμοίς αυτού. και απέστειλαν προς τον βασιλέα λέγοντες· επιστράφηθι συ και πάντες οι δούλοί σου. 13 και τω Αμεσσαϊ ερείτε· ουχί οστούν μου και σάρξ μου συ. και από Αβεσσαλώμ· 10 και Αβεσσαλώμ. και άνδρες Ιούδα ήλθαν εις Γάλγαλα του πορεύεσθαι εις απαντήν του βασιλέως διαβιβάσαι τον βασιλέα τον Ιορδάνην. και λόγος παντός Ισραήλ ήλθε προς τον βασιλέα. πάντες ημείς σήμερον νεκροί. και αυτός εξείλετο ημάς εκ χειρός αλλοφύλων. ουδέ παίδες· ότι έγνωκα σήμερον ότι ει Αβεσσαλώμ έζη. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 545 . ότι τότε το ευθές ην εν οφθαλμοίς σου. 16 και ετάχυνε Σεμεϊ υιος Γηρά υιού του Ιεμινί εκ Βαουρίμ και κατέβη μετά ανδρός Ιούδα εις απαντήν του βασιλέως Δαυίδ 17 και χίλιοι άνδρες μετ' αυτού εκ του Βενιαμίν και Σιβά το παιδάριον του οίκου Σαούλ και πεντεκαίδεκα υιοί αυτού μετ' αυτού και είκοσι δούλοι αυτού μετ' αυτού και κατεύθυναν τον Ιορδάνην έμπροσθεν του βασιλέως 18 και ελειτούργησαν την λειτουργίαν του διαβιβάσαι τον βασιλέα. 9 Και ην πας ο λαός κρινόμενος εν πάσαις φυλαίς Ισραήλ λέγοντες· ο βασιλεύς Δαυίδ ερρύσατο ημάς από πάντων των εχθρών ημών. ινατί γίνεσθε έσχατοι του επιστρέψαι τον βασιλέα εις τον οίκον αυτού. οστά μου και σάρκες μου υμείς. και το ρήμα παντός Ισραήλ ήλθε προς τον βασιλέα. 14 και έκλινε την καρδίαν παντός ανδρός Ιούδα ως ανδρός ενός. και νυν τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη.

29 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ινατί λαλείς έτι τους λόγους σου. ότι ανήρ μέγας ην σφόδρα. 30 και είπε Μεμφιβοσθέ προς τον βασιλέα· και γε τα πάντα λαβέτω μετά το παραγενέσθαι τον κύριόν μου τον βασιλέα εν ειρήνη εις τον οίκον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σεμεϊ υιος Γηρά έπεσεν επί πρόσωπον αυτού ενώπιον του βασιλέως διαβαίνοντος αυτού τον Ιορδάνην 19 και είπε προς τον βασιλέα· μη δη λογισάσθω ο κύριός μου ανομίαν και μη μνησθής όσα ηδίκησεν ο παις σου εν τη ημέρα. υιος ογδοήκοντα ετών. ης απήλθεν ο βασιλεύς. του θέσθαι τον βασιλέα εις την καρδίαν αυτού. και ιδού εγώ ήλθον σήμερον πρότερος παντός Ισραήλ και οίκου Ιωσήφ του καταβήναί με εις απαντήν του κυρίου μου του βασιλέως. 21 και απεκρίθη Αβεσσά υιος Σαρουϊας και είπε· μη αντί τούτου ου θανατωθήσεται Σεμεϊ. και διαθρέψω το γήράς σου μετ' εμού εν Ιερουσαλήμ. σήμερον ου θανατωθήσεταί τις ανήρ εξ Ισραήλ. 26 και είπε προς αυτόν Μεμφιβοσθέ· κύριέ μου βασιλεύ. αλλ' ή ότι άνδρες θανάτου τω κυρίω μου τω βασιλεί. 34 και είπε Βερζελλί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 546 . και τα ιμάτια αυτού ουκ απέπλυνεν από της ημέρας. 22 και είπε Δαυίδ· τι εμοί και υμίν. και είπεν αυτω ο βασιλεύς· τι ότι ουκ επορεύθης μετ' εμού. έως της ημέρας ης αυτός παρεγένετο εν ειρήνη. ότι είπεν ο παις σου αυτω· επίσαξόν μοι την όνον και επιβώ επ' αυτήν και πορεύσομαι μετά του βασιλέως. και έθηκας τον δούλόν σου εν τοις εσθίουσι την τράπεζάν σου· και τι έστι μοι έτι δικαίωμα και του κεκραγέναι με έτι προς τον βασιλέα. ουδέ εποίησε τον μύστακα αυτού. 24 και Μεμφιβοσθέ υιος υιού Σαούλ κατέβη εις απαντήν του βασιλέως· και ουκ εθεράπευσε τους πόδας αυτού. ουδέ ωνυχίσατο. 23 και είπεν ο βασιλεύς προς Σεμέϊ· ου μη αποθάνης· και ώμοσεν αυτω ο βασιλεύς. και ποίησον το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου· 28 ότι ουκ ην πας ο οίκος του πατρός μου. 33 και είπεν ο βασιλεύς προς Βερζελλί· συ διαβήση μετ' εμού. ότι χωλός ο δούλός σου· 27 και μεθώδευσεν εν τω δούλω σου προς τον κύριόν μου τον βασιλέα. Μεμφιβοσθέ. 25 και εγένετο ότε εισήλθεν εις Ιερουσαλήμ εις απάντησιν του βασιλέως. ότι κατηράσατο τον χριστόν Κυρίου. είπον· συ και Σιβά διελείσθε τον αγρόν. ότι γίνεσθέ μοι σήμερον εις επίβουλον. ότι ουκ οίδα ει σήμερον βασιλεύω εγώ επί τον Ισραήλ. ή ο κύριός μου εξεπορεύετο εξ Ιερουσαλήμ. και αυτός διέθρεψε τον βασιλέα εν τω οικείν αυτόν εν Μαναϊμ. 31 και Βερζελλί ο Γαλααδίτης κατέβη εκ Ρωγελλίμ και διέβη μετά του βασιλέως τον Ιορδάνην εκπέμψαι αυτόν τον Ιορδάνην· 32 και Βερζελλί ανήρ πρεσβύτερος σφόδρα. 20 ότι έγνω ο δούλός σου ότι εγώ ήμαρτον. ο δούλός μου παρελογίσατό με. υιοί Σαρουϊας. και ο κύριός μου ο βασιλεύς ως άγγελος του Θεού.

41 και ιδού πας ανήρ Ισραήλ παρεγένοντο προς τον βασιλέα και είπε προς τον βασιλέα· τι ότι έκλεψάν σε οι αδελφοί ημών ανήρ Ιούδα και διεβίβασαν τον βασιλέα και τον οίκον αυτού τον Ιορδάνην και πάντες άνδρες Δαυίδ μετ' αυτού. και ινατί έσται έτι ο δούλός σου εις φορτίον επί τον κύριόν μου τον βασιλέα. και γε εν τω Δαυίδ ειμι υπέρ σε· και ινατί τούτο ύβρισάς με και ουκ ελογίσθη ο λόγος μου πρώτός μοι του επιστρέψαι τον βασιλέα εμοί. ότι αναβήσομαι μετά του βασιλέως εις Ιερουσαλήμ. 39 και διέβη πας ο λαός τον Ιορδάνην. όσα αν εκλέξη επ' εμοί. μη βρώσει εφάγαμεν εκ του βασιλέως. 38 και είπεν ο βασιλεύς· μετ' εμού διαβήτω Χαμαάμ. και ο βασιλεύς διέβη· και κατεφίλησεν ο βασιλεύς τον Βερζελλί και ευλόγησεν αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς τον βασιλέα· πόσαι ημέραι ετών ζωής μου. ει γεύσεται ο δούλός σου έτι ό φάγομαι ή πίομαι. 35 υιος ογδοήκοντα ετών εγώ ειμι σήμερον· μη γνώσομαι ανά μέσον αγαθού και κακού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 547 . ή ακούσομαι έτι φωνήν αδόντων και αδουσών. και εσκληρύνθη ο λόγος ανδρός Ιούδα υπέρ τον λόγον ανδρός Ισραήλ. καγώ ποιήσω αυτω το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου και πάντα. και πας ο λαός Ιούδα διαβαίνοντες μετά του βασιλέως και γε το ήμισυ του λαού Ισραήλ. και επέστρεψεν εις τον τόπον αυτού. και πρωτότοκος εγώ ή συ. 43 και απεκρίθη ανήρ Ισραήλ τω ανδρί Ιούδα και είπε· δέκα χείρές μοι εν τω βασιλεί. 37 καθισάτω δη ο δούλός σου και αποθανούμαι εν τη πόλει μου παρά τω τάφω του πατρός μου και της μητρός μου· και ιδού ο δούλός σου Χαμαάμ διαβήσεται μετά του κυρίου μου του βασιλέως. 40 και διέβη ο βασιλεύς εις Γάλγαλα. και Χαμαάμ διέβη μετ' αυτού. ή δόμα έδωκεν ή άρσιν ήρεν ημίν. και ποίησον αυτω το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. 42 και απεκρίθη πας ανήρ Ιούδα προς άνδρα Ισραήλ και είπαν· διότι εγγίζει προς με ο βασιλεύς· και ινατί ούτως εθυμώθης περί του λόγου τούτου. 36 ως βραχύ διαβήσεται ο δούλός σου τον Ιορδάνην μετά του βασιλέως· και ινατί ανταποδίδωσί μοι ο βασιλεύς την ανταπόδοσιν ταύτην. ποιήσω σοι.

και εκράτησεν η χείρ η δεξιά Ιωάβ του πώγωνος Αμεσσαϊ του καταφιλήσαι αυτόν. και απέθανε. 10 και Αμεσσαϊ ουκ εφυλάξατο την μάχαιραν την εν τη χειρί Ιωάβ. και έπαισεν αυτόν εν αυτη Ιωάβ εις την ψόαν. και όνομα αυτω Σαβεέ. υιος Βοχορί ανήρ ο Ιεμινί. ότι ειστήκει πας ο λαός. συ δε αυτού στήθι. και νυν συ λάβε μετά σεαυτού τους παίδας του κυρίου σου και καταδίωξον οπίσω αυτού. 2 και ανέβη πας ανήρ Ισραήλ από όπισθεν Δαυίδ οπίσω Σαβεέ υιού Βοχορί. 5 και επορεύθη Αμεσσαϊ του βοήσαι τον Ιούδαν και εχρόνισεν από του καιρού. και ήσαν συνεχόμεναι έως θανάτου αυτών. ου ετάξατο αυτω Δαυίδ. 3 και εισήλθε Δαυίδ εις οίκον αυτού εις Ιερουσαλήμ. και έδωκεν αυτάς εν οίκω φυλακής και διέθρεψεν αυτάς και προς αυτάς ουκ εισήλθε. και Ιωάβ περιεζωσμένος μανδύαν το ένδυμα αυτού και επ' αυτω εζωσμένος μάχαιραν εζευγμένην επί της οσφύος αυτού εν κολεω αυτής. και Αμεσσαϊ εισήλθεν έμπροσθεν αυτών. 7 και εξήλθον οπίσω αυτού οι άνδρες Ιωάβ και ο Χερεθί και ο Φελεθί και πάντες οι δυνατοί και εξήλθον εξ Ιερουσαλήμ διώξαι οπίσω Σαβεέ υιού Βοχορί. χήραι ζώσαι. και ουκ εδευτέρωσεν αυτω. 4 και είπεν ο βασιλεύς προς Αμεσσαϊ· βόησόν μοι τον άνδρα Ιούδα τρεις ημέρας. και εξεχύθη η κοιλία αυτού εις την γην. ας αφήκε φυλάσσειν τον οίκον. και απέστρεψε τον Αμεσσαϊ εκ της τρίβου εις αγρόν και επέρριψεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 548 . μήποτε εαυτω εύρη πόλεις οχυράς και σκιάσει τους οφθαλμούς ημών. 8 και αυτοί παρά τω λίθω τω μεγάλω τω εν Γαβαών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εκεί επικαλούμενος υιος παράνομος. και Ιωάβ και Αβεσσαϊ ο αδελφός αυτού εδίωξεν οπίσω Σαβεέ υιού Βοχορί· 11 και ανήρ έστη επ' αυτόν των παιδαρίων Ιωάβ και είπε· τις ο βουλόμενος Ιωάβ και τις του Δαυίδ. και η μάχαιρα εξήλθε και έπεσε. 9 και είπεν Ιωάβ τω Αμεσσαϊ· ει υγιαίνεις συ αδελφέ. και είδεν ανήρ. Ισραήλ. και έλαβεν ο βασιλεύς τας δέκα γυναίκας τας παλλακάς αυτού. και ανήρ Ιούδα εκολλήθη τω βασιλεί αυτών από του Ιορδάνου και έως Ιερουσαλήμ. και εσάλπισε τη κερατίνη και είπεν· ουκ έστιν ημίν μερίς εν Δαυίδ ουδέ κληρονομία ημίν εν τω υιω Ιεσσαί· ανήρ εις τα σκηνώματά σου. 12 και Αμεσσαϊ πεφυρμένος εν τω αίματι εν μέσω της τρίβου. 6 και είπε Δαυίδ προς Αμεσσαϊ· νυν κακοποιήσει ημάς Σαβεέ υιος Βοχορί υπέρ Αβεσσαλώμ. οπίσω Ιωάβ.

και είπεν· ίλεώς μοι ίλεώς μοι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 549 . Σαβεέ υιος Βοχορί όνομα αυτού. 19 εγώ ειμι ειρηνικά των στηριγμάτων Ισραήλ. 14 και διήλθεν εν πάσαις φυλαίς Ισραήλ εις Αβέλ και εις Βαιθμαχά και πάντες εν Χαρρί. είπε δε αυτω· άκουσον τους λόγους της δούλης σου. 18 και είπε λέγουσα· λόγον ελάλησαν εν πρώτοις λέγοντες· ηρωτημένος ηρωτήθη εν τη Αβέλ και εν Δάν ει εξέλιπον α έθεντο οι πιστοί του Ισραήλ. και ούτως ει εξέλιπον. και διεσπάρησαν από της πόλεως απ' αυτού ανήρ εις τα σκηνώματα αυτού· και Ιωάβ απέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ προς τον βασιλέα. και Ιωσαφάτ υιος Αχιλούθ αναμιμνήσκων. ερωτώντες επερωτήσουσιν εν Αβέλ. ο δε είπεν· εγώ. και πας ο λαός μετά Ιωάβ ενοούσαν καταβαλείν το τείχος. και επήρε την χείρα αυτού επί τον βασιλέα Δαυίδ· δότε αυτόν μοι μόνον. παρήλθε πας ανήρ Ισραήλ οπίσω Ιωάβ του διώξαι οπίσω Σαβεέ υιού Βοχορί. ότι ανήρ εξ όρους Εφραίμ. και εξεκκλησιάσθησαν. και είπεν η γυνή προς Ιωάβ· ιδού η κεφαλή αυτού ριφήσεται προς σε δια του τείχους. 16 και εβόησε γυνή σοφή εκ του τείχους και είπεν· ακούσατε ακούσατε. 20 και απεκρίθη Ιωάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επ' αυτόν ιμάτιον. και είπεν η γυνή· ει συ ει Ιωάβ. 17 και προσήγγισε προς αυτήν. και έστη εν τω προτειχίσματι. και είπεν Ιωάβ· ακούω εγώ ειμι. 26 και γε Ιράς ο Ιαρίν ην ιερεύς του Δαυίδ. 24 και Αδωνιράμ επί του φόρου. 22 και εισήλθεν η γυνή προς πάντα τον λαόν και ελάλησε προς πάσαν την πόλιν εν τη σοφία αυτής· και αφείλε την κεφαλήν Σαβεέ υιού Βοχορί. καθότι είδε πάντα τον ερχόμενον επ' αυτόν εστηκότα· 13 ηνίκα δε έφθασεν εκ της τρίβου. και ήλθον κατόπισθεν αυτού. και αφείλε και έβαλε προς Ιωάβ. και Βαναίας υιος Ιωδαέ επί του Χερεθί και επί του Φελεθί. 23 Και ο Ιωάβ προς πάση τη δυνάμει Ισραήλ. και εσάλπισεν εν κερατίνη. 25 και Σουσά γραμματεύς. συ δε ζητείς θανατώσαι πόλιν και μητρόπολιν εν Ισραήλ· ινατί καταποντίζεις κληρονομίαν Κυρίου. και απελεύσομαι απάνωθεν της πόλεως. είπατε δη προς Ιωάβ· έγγισον έως ώδε. και Σαδώκ και Αβιάθαρ ιερείς. και λαλήσω προς αυτόν. ει καταποντιώ και ει διαφθερώ· 21 ουχ ούτως ο λόγος. 15 και παρεγενήθησαν και επολιόρκουν επ' αυτόν την Αβέλ και Βαιθμαχά και εξέχεαν πρόσχωμα προς την πόλιν.

4 και είπαν αυτω οι Γαβαωνίται· ουκ έστιν ημίν αργύριον ή χρυσίον μετά Σαούλ και μετά του οίκου αυτού. εν αρχή θερισμού κριθών. 7 και εφείσατο ο βασιλεύς επί Μεμφιβοσθέ υιόν Ιωνάθαν υιού Σαούλ δια τον όρκον Κυρίου τον ανά μέσον αυτών και ανά μέσον Δαυίδ και ανά μέσον Ιωνάθαν υιού Σαούλ· 8 και έλαβεν ο βασιλεύς τους δύο υιούς Ρεσφά θυγατρός Αϊά. και είπαν προς τον βασιλέα· ο ανήρ. και κατέλαβεν αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 550 . ους έτεκε τω Σαούλ. και τους πέντε υιούς της Μιχόλ θυγατρός Σαούλ. και εζήτησε Δαυίδ το πρόσωπον Κυρίου. 11 και απηγγέλη τω Δαυίδ όσα εποίησε Ρεσφά θυγάτηρ Αϊά παλλακή Σαούλ· και εξελύθησαν. ος συνετέλεσεν εφ' ημάς και εδίωξεν ημάς. και ουκ έδωκε τα πετεινά του ουρανού καταπαύσαι επ' αυτούς ημέρας και τα θηρία του αγρού νυκτός. έως έσταξεν επ' αυτούς ύδωρ εκ του ουρανού. του μη εστάναι αυτόν εν παντί ορίω Ισραήλ· 6 δότω ημίν επτά άνδρας εκ των υιών αυτού. και είπε Κύριος· επί Σαούλ και επί τον οίκον αυτού αδικία εν θανάτω αιμάτων αυτού. ους έτεκε τω Εσδριήλ υιω Βερζελλί τω Μουλαθί. ενιαυτός ο εχόμενος ενιαυτού. και εξηλιάσωμεν αυτούς τω Κυρίω εν τω Γαβαών Σαούλ εκλεκτούς Κυρίου. και ουκ έστιν ημίν ανήρ θανατώσαι εν Ισραήλ. 9 και έδωκεν αυτούς εν χειρί των Γαβαωνιτών. και εξηλίασαν αυτούς εν τω όρει έναντι Κυρίου. και έπεσαν οι επτά αυτοί επί το αυτό· και αυτοί δε εθανατώθησαν εν ημέραις θερισμού εν πρώτοις. ος παρελογίσατο εξολοθρεύσαι ημάς· αφανίσωμεν αυτόν. περί ου εθανάτωσε τους Γαβαωνίτας. και είπεν ο βασιλεύς· εγώ δώσω. τον Ερμωνί και τον Μεμφιβοσθέ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ εγένετο λιμός εν ταις ημέραις Δαυίδ τρία έτη. 3 και είπε Δαυίδ προς τους Γαβαωνίτας· τι ποιήσω ημίν και εν τίνι εξιλάσομαι και ευλογήσετε την κληρονομίαν Κυρίου. και οι υιοί Ισραήλ ώμοσαν αυτοίς· και εζήτησε Σαούλ πατάξαι αυτούς εν τω ζηλώσαι αυτόν τους υιούς Ισραήλ και Ιούδα. ότι αλλ' ή εκ του λείμματος του Αμορραίου. 5 και είπε· τι υμείς λέγετε και ποιήσω υμίν. 10 και έλαβε Ρεσφά θυγάτηρ Αϊά τον σάκκον και έπηξεν αυτη προς την πέτραν εν αρχή θερισμού κριθών. 2 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Δαυίδ τους Γαβαωνίτας και είπε προς αυτούς· και οι Γαβαωνίται ουχ υιοί Ισραήλ εισιν.

13 και ανήνεγκεν εκείθεν τα οστά Σαούλ και τα οστά Ιωνάθαν του υιού αυτού και συνήγαγε τα οστά των εξηλιασμένων. 22 οι τέσσαρες ούτοι ετέχθησαν απόγονοι των γιγάντων εν Γεθ τω Ραφά οίκος. και επάταξεν Ελεανάν υιος Αριωργίμ ο Βηθλεεμίτης τον Γολιάθ τον Γεθθαίον. 19 και εγένετο ο πόλεμος εν Γόβ μετά των αλλοφύλων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 551 . και ην ανήρ μαδών. τότε ώμοσαν οι άνδρες Δαυίδ λέγοντες· ουκ εξελεύση έτι μεθ' ημών εις πόλεμον και ου μη σβέσης τον λύχνον Ισραήλ. ή επάταξαν οι αλλόφυλοι τον Σαούλ εν Γελβουέ. ότι έστησαν αυτούς εκεί οι αλλόφυλοι εν τη ημέρα. και το ξύλον του δόρατος αυτού ως αντίον υφαινόντων. 17 και εβοήθησεν αυτω Αβεσσά υιος Σαρουϊας και επάταξε τον αλλόφυλον και εθανάτωσεν αυτόν. και οι δάκτυλοι των χειρών αυτού και οι δάκτυλοι των ποδών αυτού εξ και εξ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Δάν υιος Ιωά εκ των απογόνων των γιγάντων. και διενοείτο του πατάξαι τον Δαυίδ. 20 και εγένετο έτι πόλεμος εν Γεθ. τότε επάταξε Σεβοχά ο Αστατωθί τον Σέφ εν τοις εκγόνοις του Ραφά. όσα ενετείλατο ο βασιλεύς. 18 και εγενήθη μετά ταύτα έτι πόλεμος εν Γεθ μετά των αλλοφύλων. και εν χειρί των δούλων αυτού. 12 και επορεύθη Δαυίδ και έλαβε τα οστά Σαούλ και τα οστά Ιωνάθαν του υιού αυτού παρά των ανδρών υιών Ιαβίς Γαλαάδ. και επάταξεν αυτόν Ιωνάθαν υιος Σεμεϊ αδελφού Δαυίδ. εικοσιτέσσαρες αριθμω. και κατέβη Δαυίδ και οι παίδες αυτού μετ' αυτού και επολέμησαν μετά των αλλοφύλων. 15 Και εγενήθη έτι πόλεμος τοις αλλοφύλοις μετά Ισραήλ. 16 και Ιεσβί. οί έκλεψαν αυτούς εκ της πλατείας Βαιθσάν. 21 και ωνείδισε τον Ισραήλ. 14 και έθαψαν τα οστά Σαούλ και τα οστά Ιωνάθαν του υιού αυτού και τα οστά των ηλιασθέντων εν γη Βενιαμίν εν τη πλευρά εν τω τάφω Κίς του πατρός αυτού και εποίησαν πάντα. και επήκουσεν ο Θεός τη γη μετά ταύτα. και γε αυτός ετέχθη τω Ραφά. και έπεσαν εν χειρί Δαυίδ. ος ην εν τοις εκγόνοις του Ραφά και ο σταθμός του δόρατος αυτού τριακοσίων σίκλων ολκή χαλκού και αυτός περιεζωσμένος κορύνην. και εξελύθη Δαυίδ.

εξ αδίκου σώσεις με. η σκηνή αυτού σκότος υδάτων· επάχυνεν εν νεφέλαις αέρος. 22 ότι εφύλαξα οδούς Κυρίου και ουκ ησέβησα από του Θεού μου. 16 και ώφθησαν αφέσεις θαλάσσης. από πνοής πνεύματος θυμού αυτού. 11 και επεκάθισεν επί Χερουβίμ και επετάσθη και ώφθη επί πτερύγων ανέμου. και ο ύψιστος έδωκε φωνήν αυτού 15 και απέστειλε βέλη και εσκόρπισεν αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ ελάλησε Δαυίδ τω Κυρίω τους λόγους της ωδής ταύτης εν ή ημέρα εξείλετο αυτόν Κύριος εκ χειρός πάντων των εχθρών αυτού και εκ χειρός Σαούλ. και απεκαλύφθη θεμέλια της οικουμένης εν τη επιτιμήσει Κυρίου. και τα θεμέλια του ουρανού συνεταράχθησαν και εσπαράχθησαν. ότι εθυμώθη Κύριος αυτοίς. άνθρακες εξεκαύθησαν απ' αυτού. πεποιθώς έσομαι επ' αυτω. εκ των μισούντων με. 17 απέστειλεν εξ ύψους και έλαβέ με. προέφθασάν με σκληρότητες θανάτου. 12 και έθετο σκότος αποκρυφήν αυτού κύκλω αυτού. 5 ότι περιέσχον με συντριμμοί θανάτου. είλκυσέ με εξ υδάτων πολλών· 18 ερρύσατό με εξ εχθρών μου ισχύος. και πυρ εκ στόματος αυτού κατέδεται. 10 και έκλινεν ουρανούς και κατέβη. 8 και εταράχθη και εσείσθη η γη. χείμαρροι ανομίας εθάμβησάν με· 6 ωδίνες θανάτου εκύκλωσάν με. 14 εβρόντησεν εξ ουρανού Κύριος. 2 και είπεν· Κύριε. αντιλήπτωρ μου και καταφυγή μου σωτηρίας μου. 3 ο Θεός μου φύλαξ μου έσται μοι. 19 προέφθασάν με ημέραι θλίψεώς μου και εγένετο Κύριος επιστήριγμά μου 20 και εξήγαγέ με εις πλατυσμόν και εξείλετό με. 21 και ανταπέδωκέ μοι Κύριος κατά την δικαιοσύνην μου. 9 ανέβη καπνός εν τη οργή αυτού. υπερασπιστής μου και κέρας σωτηρίας μου. και γνόφος υποκάτω των ποδών αυτού. και η κραυγή μου εν τοις ωσίν αυτού. ότι εκραταιώθησαν υπέρ εμέ. και ήστραψεν αστραπήν και εξέστησεν αυτούς. ότι ηυδόκησεν εν εμοί. 4 αινετόν επικαλέσομαι Κύριον και εκ των εχθρών μου σωθήσομαι. 7 εν τω θλίβεσθαί με επικαλέσομαι τον Κύριον και προς τον Θεόν μου βοήσομαι· και επακούσεται εκ ναού αυτού φωνής μου. πέτρα μου και οχύρωμά μου και εξαιρούμενός με εμοί. 23 ότι πάντα τα κρίματα αυτού κατεναντίον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 552 . και κατά την καθαριότητα των χειρών μου ανταπέδωκέ μοι. 13 από του φέγγους εναντίον αυτού εξεκαύθησαν άνθρακες πυρός.

υπερασπιστής εστι πάσι τοις πεποιθόσιν επ' αυτόν. ουκ απέστην απ' αυτών. 51 μεγαλύνων τας σωτηρίας βασιλέως αυτού και ποιών έλεος τω χριστω αυτού. κάμψεις τους επιστανομένους μοι υποκάτω μου· 41 και τους εχθρούς μου έδωκάς μοι νώτον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 553 . και ουκ εσαλεύθησαν τα σκέλη μου. και ευλογητός ο φύλαξ μου. τω Δαυίδ και τω σπέρματι αυτού έως αιώνος. και εξετίναξεν άμωμον την οδόν μου· 34 τιθείς τους πόδας μου ως ελάφων και επί τα ύψη ιστών με· 35 διδάσκων χείράς μου εις πόλεμον και κατάξας τόξον χαλκούν εν βραχίονί μου. πεπυρωμένον. τους μισούντάς με. εις ακοήν ωτίου ήκουσάν μου· 46 υιοί αλλότριοι απορριφήσονται και σφαλούσιν εκ των συγκλεισμών αυτών. 24 και έσομαι άμωμος αυτω και προφυλάξομαι από της ανομίας μου. ο φύλαξ της σωτηρίας μου. και τα δικαιώματα αυτού. 42 βοήσονται. 44 και ρύση με εκ μάχης λαών. 31 ο ισχυρός. παιδεύων λαούς υποκάτω μου 49 και εξάγων με εξ εχθρών μου. το ρήμα Κυρίου κραταιόν. 50 δια τούτο εξομολογήσομαί σοι. 48 ισχυρός Κύριος ο διδούς εκδικήσεις εμοί. και ουκ επήκουσεν αυτών. και υψωθήσεται ο Θεός μου. 30 ότι εν σοί δραμούμαι μονόζωνος και εν τω Θεω μου υπερβήσομαι τείχος. εξ ανδρός αδικημάτων ρύση με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μου. 38 διώξω εχθρούς μου και αφανιώ αυτούς και ουκ αναστρέψω έως αν συντελέσω αυτούς· 39 και θλάσω αυτούς και ουκ αναστήσονται και πεσούνται υπό τους πόδας μου. Κύριε. 40 και ενισχύσεις με δυνάμει εις πόλεμον. 45 υιοί αλλότριοι εψεύσαντό μοι. 29 ότι συ ο λύχνος μου. Κύριε. φυλάξεις με εις κεφαλήν εθνών. ον ουκ έγνω. και εκ των επεγειρομένων μοι υψώσεις με. 47 ζη Κύριος. προς Κύριον. άμωμος η οδός αυτού. και εθανάτωσας αυτούς. και τις κτίστης έσται πλήν του Θεού ημών. 36 και έδωκάς μοι υπερασπισμόν σωτηρίας μου. εδούλευσάν μοι. 26 μετά οσίου οσιωθήση και μετά ανδρός τελείου τελειωθήση 27 και μετά εκλεκτού εκλεκτός έση και μετά στρεβλού στρεβλωθήση. και Κύριος εκλάμψει μοι το σκότος μου. λαός. ως πηλόν εξόδων ελέπτυνα αυτούς. και η υπακοή σου επλήθυνέ με 37 εις πλατυσμόν εις τα διαβήματά μου υποκάτω μου. και ουκ έστι βοηθός. 25 και αποδώσει μοι Κύριος κατά την δικαιοσύνην μου και κατά την καθαριότητα των χειρών μου ενώπιον των οφθαλμών αυτού. εν τοις έθνεσι και εν τω ονόματί σου ψαλώ. 28 και τον λαόν τον πτωχόν σώσεις και οφθαλμούς επί μετεώρων ταπεινώσεις. 32 τις ισχυρός πλήν Κυρίου. 33 ο ισχυρός ο κραταιών με δυνάμει. 43 και ελέανα αυτούς ως χουν γης.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ ούτοι οι λόγοι Δαυίδ οι έσχατοι· Πιστός Δαυίδ υιος Ιεσσαί. και τάγμα των αλλοφύλων παρενέβαλον εν τη κοιλάδι Ραφαϊμ· 14 και Δαυίδ τότε εν τη περιοχή. και πλήρες σιδήρου και ξύλον δόρατος. 8 Ταύτα τα ονόματα των δυνατών Δαυίδ· Ιεβοσθέ ο Χαναναίος. 7 και ανήρ ου κοπιάσει εν αυτοίς. ον ανέστησε Κύριος επί χριστόν Θεού Ιακώβ. και συνήχθησαν οι αλλόφυλοι εις Θηρία. και ευπρεπείς ψαλμοί Ισραήλ. 15 και επεθύμησε Δαυίδ και είπε· τις ποτιεί με ύδωρ εκ του λάκκου του εν Βηθλεέμ του εν τη πύλη. το πρωϊ παρήλθεν εκ φέγγους και ως εξ υετού χλόης από γης. έως ου εκοπίασεν η χείρ αυτού και προσεκολλήθη η χείρ αυτού προς την μάχαιραν. 5 ου γαρ ούτως ο οίκός μου μετά ισχυρού. διαθήκην γαρ αιώνιον έθετό μοι. 11 και μετ' αυτόν Σαμαϊα υιος Ασά ο Αρουχαίος. 6 ωσπερ άκανθα εξωσμένη πάντες ούτοι. και ο λόγος αυτού επί γλώσσης μου. άρχων του τρίτου εστίν. και εποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην. ότι ου μη βλαστήση ο παράνομος. το δε σύστημα των αλλοφύλων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 554 . και εποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην εν τη ημέρα εκείνη· και ο λαός εκάθητο οπίσω αυτού πλήν εκδιδύσκειν. και ην εκεί μερίς του αγρού πλήρης φακού. ούτος μετά Δαυίδ ην εν Σερράν. Αδινών ο Ασωναίος· ούτος εσπάσατο την ρομφαίαν αυτού επί οκτακοσίους στρατιώτας εισάπαξ. και το υπόστημα των αλλοφύλων τότε εν Βηθλεέμ. και ο λαός έφυγεν εκ προσώπου αλλοφύλων· 12 και εστηλώθη εν μέσω της μερίδος και εξείλατο αυτήν και επάταξε τους αλλοφύλους. και εν πυρί καύσει καυθήσονται αισχύνην αυτών. ετοίμην εν παντί καιρω πεφυλαγμένην. ότι ου χειρί ληφθήσονται. ότι πάσα σωτηρία μου και παν θέλημα. και ανέβησαν ανήρ Ισραήλ· 10 αυτός ανέστη και επάταξεν εν τοις αλλοφύλοις. και πιστός ανήρ. 4 και εν Θεω φωτί πρωϊας ανατείλαι ήλιος. εμοί ελάλησε φύλαξ Ισραήλ· παραβολήν ειπόν εν ανθρώπω· Πως κραταιώσητε φόβον Θεού. 3 λέγει ο Θεός Ισραήλ. 13 και κατέβησαν τρεις από των τριάκοντα και ήλθαν εις Κασών προς Δαυίδ εις το σπήλαιον ‘Οδολλάμ. 9 και μετ' αυτόν Ελεανάν υιος πατραδέλφου αυτού υιος Σουδίτου εν τοις τρισί δυνατοίς. και εν τω ονειδίσαι αυτόν εν τοις αλλοφύλοις συνήχθησαν εκεί εις πόλεμον. 2 πνεύμα Κυρίου ελάλησεν εν εμοί.

30 Βαναίας ο Φαραθενίτης. και έως των τριών ουκ ήλθε. του ποιήσαι τούτο. 16 και διέρρηξαν οι τρεις δυνατοί εν τη παρεμβολή των αλλοφύλων και υδρεύσαντο ύδωρ εκ του λάκκου του εν Βηθλεέμ του εν τη πύλη και έλαβαν και παρεγένοντο προς Δαυίδ. και ταύτα τα ονόματα των δυνατών Δαυίδ του βασιλέως· 24 Ασαήλ αδελφός Ιωάβ (ούτος εν τοις τριάκοντα). Κύριε. Αζμώθ ο Βαρσαμίτης. υιος του Μααχαθί. Ιωνάθαν. και προς τους τρεις ουκ ήλθε· και έταξεν αυτόν Δαυίδ προς τας ακοάς αυτού. και αυτός εξήγειρε το δόρυ αυτού επί τριακοσίους τραυματίας. 18 και Αβεσσά ο αδελφός Ιωάβ υιος Σαρουϊας αυτός άρχων εν τοις τρισί. άνδρα ορατόν. Ουρί εκ Ναχαλιγαίας. 31 Αβιήλ υιος του Αραβωθίτου. Αχιάν υιος Αραϊ Σαραουρίτης. 27 Αβιέζερ ο Αναθωθίτης εκ των υιών του Ασωθίτου. 33 Σαμνάν ο Αρωδίτης. και εγένετο αυτοίς εις άρχοντα. 35 Ασραϊ ο Καρμήλιος. 28 Ελλών ο Αωϊτης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τότε εν Βηθλεέμ. και ουκ ηθέλησε πιείν αυτό και έσπεισεν αυτό τω Κυρίω 17 και είπεν· ίλεώς μοι. και αυτός επάταξε τους δύο υιούς Αριήλ του Μωάβ· και αυτός κατέβη και επάταξε τον λέοντα εν μέσω του λάκκου εν τη ημέρα της χιόνος· 21 αυτός επάταξε τον άνδρα τον Αιγύπτιον. Ελιάβ υιος Αχιτόφελ του Γελωνίτου. 20 και Βαναίας υιος Ιωδαέ ανήρ αυτός πολλοστός έργοις από Καβεσεήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 555 . 37 Ελιέ ο Αμμανίτης. 22 ταύτα εποίησε Βαναίας υιος Ιωδαέ. 34 Αλιφαλέθ υιος του Ασβίτου. Γαρήβ ο Εθθεναίος. ταύτα εποίησαν οι τρεις δυνατοί. εν δε τη χειρί του Αιγυπτίου δόρυ ως ξύλον διαβάθρας. υιοί Ιαβάν. Ελεανάν υιος Δουδί πατραδέλφου αυτού εν Βηθλεέμ. 29 Εθθί υιος Ριβά εκ Γαβαέθ υιος Βενιαμίν. και αυτω όνομα εν τοις τρισίν· 19 εκ των τριών εκείνων ένδοξος. 38 Ιράς ο Ιεθιραίος. Γελωραϊ ο Βηρωθαίος αίρων τα σκεύη Ιωάβ υιού Σαρουϊας. υιος Γαλααδεί. Φαραϊ ο Ερχί. και κατέβη προς αυτόν εν ράβδω και ήρπασε το δόρυ εκ της χειρός του Αιγυπτίου και απέκτεινεν αυτόν εν τω δόρατι αυτού. ει αίμα των ανδρών των πορευθέντων εν ταις ψυχαίς αυτών πίομαι· και ουκ ηθέλησε πιείν αυτό. Ίρας υιος Εκκάς ο Θεκωϊτης. και αυτω όνομα εν τοις τρισί τοις δυνατοίς· 23 εκ των τριών ένδοξος. 32 Ελιασού ο Σαλαβωνίτης. Ελικά ο Αρωδαίος. 26 Σελλής ο Κελωθί. 25 Σαμαϊ ο Αρουδαίος. Μοορέ ο Νετωφαθίτης. 36 Γάαλ υιος Νάθαν από δυνάμεως. 39 Ουρίας ο Χετταίος· οι πάντες τριάκοντα και επτά.

4 και υπερίσχυσεν ο λόγος του βασιλέως προς Ιωάβ και εις τους άρχοντας της δυνάμεως. ή εστιν Αδασαί. 2 και είπεν ο βασιλεύς προς Ιωάβ άρχοντα της ισχύος τον μετ' αυτού· δίελθε δη πάσας φυλάς Ισραήλ και Ιούδα. 10 και επάταξε καρδία Δαυίδ αυτόν μετά το αριθμήσαι τον λαόν. 7 και ήλθον εις Μάψαρ Τύρου και εις πάσας τας πόλεις του Ευαίου και του Χαναναίου και ήλθαν κατά νότον Ιούδα εις Βηρσαβεέ 8 και περιώδευσαν εν πάση τη γη και παρεγένοντο από τέλους εννέα μηνών και είκοσιν ημερών εις Ιερουσαλήμ. ότι εμωράνθην σφόδρα. και οφθαλμοί του κυρίου μου του βασιλέως ορώντες· και ο κύριός μου ο βασιλεύς ινατί βούλεται εν τω λόγω τούτω. και εγένετο Ισραήλ οκτακόσιαι χιλιάδες ανδρών δυνάμεως σπωμένων ρομφαίαν και ανήρ Ιούδα πεντακόσιαι χιλιάδες ανδρών μαχητών. και λόγος Κυρίου εγένετο προς Γάδ τον προφήτην τον ορώντα λέγων· 12 πορεύθητι και λάλησον προς Δαυίδ λέγων· τάδε λέγει Κύριος· τρία εγώ ειμι αίρω επί σε. από Δάν και έως Βηρσαβεέ και επίσκεψαι τον λαόν. 11 και ανέστη Δαυίδ το πρωϊ. 13 και εισήλθε Γάδ προς Δαυίδ και ανήγγειλε και είπεν αυτω· έκλεξαι σεαυτω γενέσθαι. και γνώσομαι τον αριθμόν του λαού. ή τρεις μήνας φεύγειν σε έμπροσθεν των εχθρών σου και έσονται διώκοντές σε. και εξήλθεν Ιωάβ και οι άρχοντες της ισχύος ενώπιον του βασιλέως επισκέψασθαι τον λαόν τον Ισραήλ. ό εποίησα νυν. ή γενέσθαι τρεις ημέρας θάνατον εν τη γη σου· νυν ουν γνώθι και ιδέ τι αποκριθώ τω αποστείλαντί με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 556 . και είπε Δαυίδ προς Κύριον· ήμαρτον σφόδρα. Κύριε· παραβίβασον δη την ανομίαν του δούλου σου. 6 και ήλθον εις Γαλαάδ και εις γην Θαβασών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ προσέθετο οργήν Κύριος εκκαήναι εν Ισραήλ. 5 και διέβησαν τον Ιορδάνην και παρενέβαλον εν Αροήρ εκ δεξιών της πόλεως της εν μέσω της φάραγγος Γάδ και Ελιέζερ. αρίθμησον τον Ισραήλ και τον Ιούδαν. και παρεγένοντο εις Δανιδάν και Ουδάν και εκύκλωσαν εις Σιδώνα. και επέσεισε τον Δαυίδ εν αυτοίς λέγων· βάδιζε. 9 και έδωκεν Ιωάβ τον αριθμόν της επισκέψεως του λαού προς τον βασιλέα. και έκλεξαι σεαυτω εν εξ αυτών και ποιήσω σοι. 3 και είπεν Ιωάβ προς τον βασιλέα· και προσθείη Κύριος ο Θεός προς τον λαόν ωσπερ αυτούς και ωσπερ αυτούς εκατονταπλασίονα. ει έλθη σοι τρία έτη λιμός εν τη γη σου.

14 και είπε Δαυίδ προς Γάδ· στενά μοι πάντοθεν σφόδρα εστίν· εμπεσούμαι δη εις χείρας Κυρίου. 23 τα πάντα έδωκεν ‘Ορνά τω βασιλεί. ότι πολλοί οι οικτιρμοί αυτού σφόδρα. και ημέραι θερισμού πυρών. και είπεν ‘Ορνά προς τον βασιλέα· Κύριος ο Θεός σου ευλογήσαι σε. και έδωκε Κύριος θάνατον εν Ισραήλ από πρωϊθεν έως ωρας αρίστου. και συνεσχέθη η θραύσις επάνωθεν Ισραήλ. και ήρξατο η θραύσις εν τω λαω. 17 και είπε Δαυίδ προς Κύριον εν τω ιδείν αυτόν τον άγγελον τον τύπτοντα εν τω λαω και είπεν· ιδού εγώ ειμι ηδίκησα και εγώ ειμι ο ποιμήν εκακοποίησα. 21 και είπεν ‘Ορνά· τι ότι ήλθεν ο κύριός μου ο βασιλεύς προς τον δούλον αυτού. και ανήνεγκεν ολοκαυτώσεις και ειρηνικάς. και ούτοι τα πρόβατα τι εποίησαν. εις δε χείρας ανθρώπου ου μη εμπέσω· 15 και εξελέξατο εαυτω Δαυίδ τον θάνατον. και συσχεθή η θραύσις επάνω του λαού. ότι αλλά κτώμενος κτήσομαι παρά σου εν αλλάγματι. και προσέθηκε Σαλωμών επί το θυσιαστήριον επ' εσχάτω. και ουκ ανοίσω τω Κυρίω μου Θεω ολοκαύτωμα δωρεάν· και εκτήσατο Δαυίδ τον άλωνα και τους βόας εν αργυρίω σίκλων πεντήκοντα. άνες την χείρά σου· και ο άγγελος Κυρίου ην παρά τη άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. 22 και είπεν ‘Ορνά προς Δαυίδ· λαβέτω και ανενεγκάτω ο κύριός μου ο βασιλεύς τω Κυρίω το αγαθόν εν οφθαλμοίς αυτού· ιδού οι βόες εις ολοκαύτωμα. και είπε Δαυίδ· κτήσασθαι παρά σου τον άλωνα του οικοδομήσαι θυσιαστήριον τω Κυρίω. και παρεκλήθη Κύριος επί τη κακία και είπε τω αγγέλω τω διαφθείροντι εν τω λαω· πολύ νυν. και επήκουσε Κύριος τη γη. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 557 . 25 και ωκοδόμησεν εκεί Δαυίδ θυσιαστήριον Κυρίω. 19 και ανέβη Δαυίδ κατά τον λόγον Γάδ. και οι τροχοί και τα σκεύη των βοών εις ξύλα. καθ' ον τρόπον ενετείλατο αυτω Κύριος. 20 και διέκυψεν ‘Ορνά και είδε τον βασιλέα και τους παίδας αυτού παραπορευομένους επάνω αυτού. 24 και είπεν ο βασιλεύς προς ‘Ορνά· ουχί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ρήμα. γενέσθω δη η χείρ σου εν εμοί και εν τω οίκω του πατρός μου. 18 και ήλθε Γάδ προς Δαυίδ εν τη ημέρα εκείνη και είπεν αυτω· ανάβηθι και στήσον τω Κυρίω θυσιαστήριον εν τω άλωνι ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. ότι μικρόν ην εν πρώτοις. και εξήλθεν ‘Ορνά και προσεκύνησε τω βασιλεί επί πρόσωπον αυτού επί την γην. και απέθανεν εκ του λαού από Δάν και έως Βηρσαβεέ εβδομήκοντα χιλιάδες ανδρών. 16 και εξέτεινεν ο άγγελος του Θεού την χείρα αυτού εις Ιερουσαλήμ του διαφθείραι αυτήν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Δαυίδ πρεσβύτερος προβεβηκώς ημέραις. και ο βασιλεύς ουκ έγνω αυτήν. 13 δεύρο είσελθε προς τον βασιλέα Δαυίδ και ερείς προς αυτόν λέγουσα· ουχί συ. και παραστήσεται τω βασιλεί και έσται αυτόν θάλπουσαν και κοιμηθήσεται μετ ‘ αυτού και θερμανθήσεται ο κύριός μου ο βασιλεύς. και εβοήθουν οπίσω Αδωνίου· 8 και Σαδώκ ο ιερεύς και Βαναίας υιος Ιωδαέ και Νάθαν ο προφήτης και Σεμεϊ και Ρησί και υιοί δυνατοί του Δαυίδ ουκ ήσαν οπίσω Αδωνίου. και ουκ εθερμαίνετο. και τι ότι εβασίλευσεν Αδωνίας. 9 και εθυσίασεν Αδωνίας πρόβατα και μόσχους και άρνας παρά τον λίθον του Ζωελεθί. και τον Σαλωμών αδελφόν αυτού ουκ εκάλεσε. και ο κύριος ημών Δαυίδ ουκ έγνω. και εξελού την ψυχήν σου και την ψυχήν του υιού σου Σαλωμών. και εκάλεσε πάντας τους αδελφούς αυτού και πάντας τους αδρούς Ιούδα παίδας του βασιλέως· 10 και Νάθαν τον προφήτην και Βαναίαν και τους δυνατούς. 7 και εγένοντο οι λόγοι αυτού μετά Ιωάβ του υιού Σαρουϊας και μετά Αβιάθαρ του ιερέως. 12 και νυν δεύρο συμβουλεύσω σοι δη συμβουλίαν. 15 και εισήλθε Βηρσαβεέ προς τον βασιλέα εις το ταμιείον. 6 και ουκ απεκώλυσεν αυτόν ο πατήρ αυτού ουδέποτε λέγων· διατί συ εποίησας. και περιέβαλλον αυτόν ιματίοις. ώμοσας τη δούλη σου λέγων ότι ο υιος σου Σαλωμών βασιλεύσει μετ ‘ εμέ και αυτός καθιείται επί του θρόνου μου. 5 Και Αδωνίας υιος Αγγίθ επήρετο λέγων· εγώ βασιλεύσω· και εποίησεν εαυτω άρματα και ιππείς και πεντήκοντα άνδρας παρατρέχειν έμπροσθεν αυτού. κύριέ μου βασιλεύ. 11 Και είπε Νάθαν προς Βηρσαβεέ μητέρα Σαλωμών λέγων· ουκ ήκουσας ότι εβασίλευσεν Αδωνίας υιος Αγγίθ. 14 και ιδού έτι λαλούσης σου εκεί μετά του βασιλέως και εγώ εισελεύσομαι οπίσω σου και πληρώσω τους λόγους σου. 2 και είπον οι παίδες αυτού· ζητησάτωσαν τω βασιλεί παρθένον νεάνιδα. και ο βασιλεύς πρεσβύτης σφόδρα. 3 και εζήτησαν νεάνιδα καλήν εκ παντός ορίου Ισραήλ και εύρον την Αβισάγ την Σωμανίτιν και ήνεγκαν αυτήν προς τον βασιλέα. και γε αυτός ωραίος τη όψει σφόδρα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 558 . ος ην εχόμενα της Ρωγήλ. 4 και η νεάνις καλή έως σφόδρα· και ην θάλπουσα τον βασιλέα και ελειτούργει αυτω. και αυτόν έτεκεν οπίσω Αβεσσαλώμ.

συ ώμοσας εν Κυρίω τω Θεω σου τη δούλη σου λέγων· ότι ο υιος σου Σαλωμών βασιλεύσει μετ ‘ εμέ και αυτός καθήσεται επί του θρόνου μου. 30 ότι καθώς ώμοσά σοι εν Κυρίω Θεω Ισραήλ λέγων ότι Σαλωμών ο υιος σου βασιλεύσει μετ ‘ εμέ και αυτός καθήσεται επί του θρόνου μου αντ ‘ εμού. και ιδού εισίν εσθίοντες και πίνοντες ενώπιον αυτού και είπαν· ζήτω ο βασιλεύς Αδωνίας. ουκ έγνως· 19 και εθυσίασε μόσχους και άρνας και πρόβατα εις πλήθος και εκάλεσε πάντας τους υιούς του βασιλέως και Αβιάθαρ τον ιερέα και Ιωάβ τον άρχοντα της δυνάμεως. 26 και εμέ αυτόν τον δούλόν σου και Σαδώκ τον ιερέα και Βαναίαν υιόν Ιωδαέ και Σαλωμών τον δούλόν σου ουκ εκάλεσεν. 24 και είπε Νάθαν· κύριέ μου βασιλεύ. και τον Σαλωμών τον δούλόν σου ουκ εκάλεσε. 32 και είπεν ο βασιλεύς Δαυίδ· καλέσατέ μοι Σαδώκ τον ιερέα και Νάθαν τον προφήτην και Βαναίαν υιόν Ιωδαέ· και εισήλθον ενώπιον του βασιλέως. 29 και ώμοσεν ο βασιλεύς και είπε· ζη Κύριος. και συ. οι οφθαλμοί παντός Ισραήλ προς σε. και έσομαι εγώ και Σαλωμών ο υιος μου αμαρτωλοί. 22 και ιδού έτι αυτής λαλούσης μετά του βασιλέως και Νάθαν ο προφήτης ήλθε. ος ελυτρώσατο την ψυχήν μου εκ πάσης θλίψεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Αβισάγ η Σωμανίτις ην λειτουργούσα τω βασιλεί. 20 και συ. συ είπας Αδωνίας βασιλεύσει οπίσω μου και αυτός καθήσεται επί του θρόνου μου. 16 και έκυψε Βηρσαβεέ και προσεκύνησε τω βασιλεί· και είπεν ο βασιλεύς· τι έστι σοι. 28 και απεκρίθη ο βασιλεύς Δαυίδ και είπε· καλέσατέ μοι την Βηρσαβεέ· και εισήλθεν ενώπιον του βασιλέως και έστη ενώπιον αυτού. απάγγειλαι αυτοίς τις καθήσεται επί του θρόνου του κυρίου μου του βασιλέως μετ ‘ αυτόν. 21 και έσται ως αν κοιμηθή ο κύριός μου ο βασιλεύς μετά των πατέρων αυτού. 27 ει δια του κυρίου μου του βασιλέως γέγονε το ρήμα τούτο και ουκ εγνώρισας τω δούλω σου τις καθήσεται επί τον θρόνον του κυρίου μου του βασιλέως μετ ‘ αυτόν. 23 και ανηγγέλη τω βασιλεί· ιδού Νάθαν ο προφήτης· και εισήλθε κατά πρόσωπον του βασιλέως και προσεκύνησε τω βασιλεί κατά πρόσωπον αυτού επί την γην. κύριέ μου βασιλεύ. 33 και είπεν ο βασιλεύς αυτοίς· λάβετε τους δούλους του κυρίου υμών μεθ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 559 . ότι ούτω ποιήσω τη ημέρα ταύτη. κύριέ μου βασιλεύ. 17 η δε είπε· κύριέ μου βασιλεύ. 25 ότι κατέβη σήμερον και εθυσίασε μόσχους και άρνας και πρόβατα εις πλήθος και εκάλεσε πάντας τους υιούς του βασιλέως και τους άρχοντας της δυνάμεως και Αβιάθαρ τον ιερέα. 18 και νυν ιδού Αδωνίας εβασίλευσε. 31 και έκυψε Βηρσαβεέ επί πρόσωπον επί την γην και προσεκύνησε τω βασιλεί και είπε· ζήτω ο κύριός μου ο βασιλεύς Δαυίδ εις τον αιώνα.

38 και κατέβη Σαδώκ ο ιερεύς και Νάθαν ο προφήτης και Βαναίας υιος Ιωδαέ και ο Χερεθί και ο Φελεθί και επεκάθισαν τον Σαλωμών επί την ημίονον του βασιλέως Δαυίδ και απήγαγον αυτόν εις την Γιών. 39 και έλαβε Σαδώκ ο ιερεύς το κέρας του ελαίου εκ της σκηνής και έχρισε τον Σαλωμών και εσάλπισε τη κερατίνη. ος έδωκε σήμερον εκ του σπέρματός μου καθήμενον επί του θρόνου μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμών και επιβιβάσατε τον υιόν μου Σαλωμών επί την ημίονον την εμήν και καταγάγετε αυτόν εις την Γιών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 560 . και είπεν Αδωνίας· είσελθε. 35 και καθήσεται επί του θρόνου μου και βασιλεύσει αντ ‘ εμού. ότι ανήρ δυνάμεως ει συ. 47 και εισήλθον οι δούλοι του βασιλέως ευλογήσαι τον κύριον ημών τον βασιλέα Δαυίδ λέγοντες· αγαθύναι ο Θεός το όνομα Σαλωμών υπέρ το όνομά σου και μεγαλύναι τον θρόνον αυτού υπέρ τον θρόνον σου· και προσεκύνησεν ο βασιλεύς επί την κοίτην. 43 και απεκρίθη Ιωνάθαν και είπε· και μάλα ο κύριος ημών ο βασιλεύς Δαυίδ εβασίλευσε τον Σαλωμών· 44 και απέστειλε μετ ‘ αυτού ο βασιλεύς τον Σαδώκ τον ιερέα και Νάθαν τον προφήτην και Βαναίαν τον υιόν Ιωδαέ και τον Χερεθί και τον Φελεθί και επεκάθισαν αυτόν επί την ημίονον του βασιλέως· 45 και έχρισαν αυτόν Σαδώκ ο ιερεύς και Νάθαν ο προφήτης εν τη Γιών. και ανέβησαν εκείθεν ευφραινόμενοι και ήχησεν η πόλις· αύτη η φωνή ην ηκούσατε. 34 και χρισάτω αυτόν εκεί Σαδώκ ο ιερεύς και Νάθαν ο προφήτης εις βασιλέα επί Ισραήλ. 36 και απεκρίθη Βαναίας υιος Ιωδαέ τω βασιλεί και είπε· γένοιτο ούτως· πιστώσαι Κύριος ο Θεός του κυρίου μου του βασιλέως. και είπε πας ο λαός· ζήτω ο βασιλεύς Σαλωμών. και οι οφθαλμοί μου βλέπουσι. και σαλπίσατε κερατίνη και ερείτε· ζήτω ο βασιλεύς Σαλωμών. 42 έτι αυτού λαλούντος και ιδού Ιωνάθαν υιος Αβιάθαρ του ιερέως εισήλθε. 41 Και ήκουσεν Αδωνίας και πάντες οι κλητοί αυτού. ούτως είη μετά Σαλωμών και μεγαλύναι τον θρόνον αυτού υπέρ τον θρόνον του κυρίου μου του βασιλέως Δαυίδ. 48 και γε ούτως είπεν ο βασιλεύς· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 46 και εκάθισε Σαλωμών επί θρόνον βασιλείας. 40 και ανέβη πας ο λαός οπίσω αυτού και εχόρευον εν χοροίς και ευφραινόμενοι ευφροσύνην μεγάλην. και αυτοί συνετέλεσαν φαγείν· και ήκουσεν Ιωάβ την φωνήν της κερατίνης και είπε· τις η φωνή της πόλεως ηχούσης. και ερράγη η γη εν τη φωνή αυτών. 37 καθώς ην Κύριος μετά του κυρίου μου του βασιλέως. και αγαθά ευαγγέλισαι. και εγώ ενετειλάμην του είναι εις ηγούμενον επί Ισραήλ και Ιούδαν.

53 και απέστειλεν ο βασιλεύς Σαλωμών και κατήνεγκαν αυτόν απάνωθεν του θυσιαστηρίου· και εισήλθε και προσεκύνησε τω βασιλεί Σαλωμών. και απέκτεινεν αυτούς και έταξε τα αίματα πολέμου εν ειρήνη και έδωκεν αίμα αθωον εν τη ζώνη αυτού τη εν τη οσφύϊ αυτού και εν τω υποδήματι αυτού τω εν τώ ποδί αυτού· 6 και ποιήσεις κατά την σοφίαν σου και ου κατάξεις την πολιάν αυτού εν ειρήνη εις άδου· 7 και τοις υιοίς Βερζελλί του Γαλααδίτου ποιήσεις έλεος. 5 και γε συ έγνως όσα εποίησέ μοι Ιωάβ υιος Σαρουϊας. ει πεσείται των τριχών αυτού επί την γην· και εάν κακία ευρεθή εν αυτω. και απεκρίνατο Σαλωμών υιω αυτού λέγων· 2 εγώ ειμι πορεύομαι εν οδω πάσης της γης· και ισχύσεις και έση εις άνδρα. θανατωθήσεται. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ήγγισαν αι ημέραι Δαυίδ αποθανείν αυτόν. τω Αβεννήρ υιω Νήρ και τω Αμεσσαϊ υιω Ιεθέρ. και είπεν αυτω Σαλωμών· δεύρο εις τον οίκόν σου. όσα εποίησε τοις δυσίν άρχουσι των δυνάμεων Ισραήλ. και έσονται εν τοις εσθίουσι την τράπεζάν σου. 50 και Αδωνίας εφοβήθη από προσώπου Σαλωμών και ανέστη και απήλθε και επελάβετο των κεράτων του θυσιαστηρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 49 Και εξέστησαν πάντες οι κλητοί του Αδωνίου και ήλθον ανήρ εις την οδόν αυτού. ει ου θανατώσει τον δούλον αυτού εν ρομφαία. 4 ίνα στήση Κύριος τον λόγον αυτού. 51 και ανηγγέλη τω Σαλωμών λέγοντες· ιδού Αδωνίας εφοβήθη τον βασιλέα Σαλωμών και κατέχει των κεράτων του θυσιαστηρίου λέγων· ομοσάτω μοι σήμερον Σαλωμών. όσα αν εντείλωμαί σοι. ότι ούτως ήγγισάν μοι εν τω με αποδιδράσκειν από προσώπου Αβεσσαλώμ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 561 . φυλάσσειν τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα και τα κρίματα τα γεγραμμένα εν τώ νόμω Μωυσέως· ίνα συνήσης α ποιήσεις κατά πάντα. 3 και φυλάξεις φυλακήν Κυρίου Θεού σου του πορεύεσθαι εν ταις οδοίς αυτού. 52 και είπε Σαλωμών· εάν γένηται εις υιόν δυνάμεων. ον ελάλησε λέγων· εάν φυλάξωσιν οι υιοί σου την οδόν αυτών πορεύεσθαι ενώπιόν μου εν αληθεία εν όλη καρδία αυτών λέγων· ουκ εξολοθρευθήσεταί σοι ανήρ επάνωθεν θρόνου Ισραήλ.

ή επορευόμην εις Παρεμβολάς. και είπεν αυτη ο βασιλεύς· αίτησαι. 20 και είπεν αυτω· αίτησιν μίαν μικράν εγώ αιτούμαι παρά σου. 10 και εκοιμήθη Δαυίδ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ. ότι κατά της ψυχής αυτού ελάλησεν Αδωνίας τον λόγον τούτον· 24 και νυν ζη Κύριος. 19 και εισήλθε Βηρσαβεέ προς τον βασιλέα Σαλωμών λαλήσαι αυτω περί Αδωνίου. η δε είπεν· ειρήνη η είσοδός σου. και ώμοσα αυτω εν Κυρίω λέγων· ει θανατώσω σε εν ρομφαία· 9 και ου μη αθωώσης αυτόν. καθώς ελάλησε Κύριος. και εξανέστη ο βασιλεύς εις απαντήν αυτη και κατεφίλησεν αυτήν και εκάθισεν επί του θρόνου. 11 και αι ημέραι. 8 και ιδού μετά σου Σεμεϊ υιος Γηρά υιος του Ιεμενί εκ Βαουρίμ. και αυτός εποίησέ μοι οίκον. 12 Και Σαλωμών εκάθισεν επί θρόνου Δαυίδ του πατρός αυτού υιος ετών δώδεκα και ητοιμάσθη η βασιλεία αυτού σφόδρα. 17 και είπεν αυτη· ειπόν δη προς Σαλωμών τον βασιλέα. και αυτός κατηράσατό με κατάραν οδυνηράν τη ημέρα. και ετέθη θρόνος τη μητρί του βασιλέως και εκάθισεν εκ δεξιών αυτού. και αυτω Αβιάθαρ ο ιερεύς και αυτω Ιωάβ υιος Σαρουϊας αρχιστράτηγος εταίρος. και κατάξεις την πολιάν αυτού εν αίματι εις άδου. 23 και ώμοσεν ο βασιλεύς Σαλωμών κατά του Κυρίου λέγων· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. 22 και απεκρίθη ο βασιλεύς Σαλωμών και είπε τη μητρί αυτού· και ινατί συ ήτησαι την Αβισάγ τω Αδωνία. και αυτός κατέβη εις απαντήν μου εις τον Ιορδάνην. ότι εμοί ην βασιλεία και επ ‘ εμέ έθετο πας Ισραήλ το πρόσωπον αυτού εις βασιλέα. μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του αδελφού σου. 15 και είπεν αυτη· συ οίδας. ότι ουκ αποστρέψει το πρόσωπον αυτού από σου. και εστράφη η βασιλεία και εγένετο τω αδελφω μου. και δώσει μοι την Αβισάγ την Σωμανίτιν εις γυναίκα. 21 και είπε· δοθήτω δη Αβισάγ η Σωμανίτις τω Αδωνία τω αδελφω σου εις γυναίκα. ότι σήμερον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 562 . 18 και είπε Βηρσαβεέ· καλώς· εγώ λαλήσω περί σου τω βασιλεί. και αίτησαι αυτω την βασιλείαν. ότι ανήρ σοφός ει συ και γνώση α ποιήσεις αυτω. και είπεν αυτω Βηρσαβεέ· λάλει. ότι ούτος αδελφός μου ο μέγας υπέρ εμέ. ότι παρά Κυρίου εγενήθη αυτω· 16 και νυν αίτησιν μίαν εγώ αιτούμαι παρά σου. και ουκ αποστρέψω σε. ος ητοίμασέ με και έθετό με επί τον θρόνον Δαυίδ του πατρός μου. 13 και εισήλθεν Αδωνίας υιος Αγγίθ προς Βηρσαβεέ μητέρα Σαλωμών και προσεκύνησεν αυτη. και είπεν· ειρήνη· 14 λόγος μοι προς σε· και είπεν αυτω· λάλησον. μήτερ εμή. μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου. ας εβασίλευσε Δαυίδ επί τον Ισραήλ τεσσαράκοντα έτη· εν Χεβρών εβασίλευσεν επτά έτη και εν Ιερουσαλήμ τριακοντατρία έτη.

28 και η ακοή ήλθεν έως Ιωάβ υιού Σαρουϊας (ότι Ιωάβ ην κεκλικώς οπίσω Αδωνίου. ότι ανήρ θανάτου ει συ εν τη ημέρα ταύτη. και είπεν Ιωάβ· ότι εφοβήθην από προσώπου σου. και έφυγον προς Κύριον. 26 Και τω Αβιάθαρ τω ιερεί είπεν ο βασιλεύς· απότρεχε συ εις Αναθώθ εις αγρόν σου. οίς εκακουχήθη ο πατήρ μου. ό ελάλησεν επί τον οίκον Ηλί εν Σηλώμ. και τω Δαυίδ και τω σπέρματι αυτού και τω οίκω αυτού και τω θρόνω αυτού γένοιτο ειρήνη έως αιώνος παρά Κυρίου. και ότι εκακουχήθης εν πάσιν. και απέστειλε Σαλωμών τον Βαναίου υιόν Ιωδαέ λέγων· πορεύου και άνελε αυτόν και θάψον αυτόν. 31 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· πορεύου και ποίησον αυτω καθώς είρηκε. ό δωρεάν εξέχεεν απ ‘ εμού και από του οίκου του πατρός μου· 32 και επέστεψε Κύριος το αίμα της αδικίας αυτού εις κεφαλήν αυτού. 30 και ήλθε Βαναίας υιος Ιωδαέ προς Ιωάβ εις την σκηνήν του Κυρίου και είπεν αυτω· τάδε λέγει ο βασιλεύς· έξελθε. 35 και έδωκεν ο βασιλεύς τον Βαναίου υιόν Ιωδαέ αντ ‘ αυτού επί την στρατηγίαν· και η βασιλεία κατωρθούτο εν Ιερουσαλήμ· και Σαδώκ τον ιερέα έδωκεν αυτόν ο βασιλεύς εις ιερέα πρώτον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 563 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θανατωθήσεται Αδωνίας. και έφυγεν Ιωάβ εις το σκήνωμα του Κυρίου και κατέσχε των κεράτων του θυσιαστηρίου. 34 και ανέβη Βαναίας υιος Ιωδαέ και απήντησε αυτω και εθανάτωσεν αυτόν και έθαψεν αυτόν εν τω οίκω αυτού εν τη ερήμω. 29 και απηγγέλη τω Σαλωμών λέγοντες ότι πέφυγεν Ιωάβ εις την σκηνήν του Κυρίου και ιδού κατέχει των κεράτων του θυσιαστηρίου. ότι ώδε αποθανούμαι. και ου θανατώσω σε. ως απήντησε τοις δυσίν ανθρώποις τοις δικαίοις και αγαθοίς υπέρ αυτόν και απέκτεινεν αυτούς εν ρομφαία. και επέστρεψε Βαναίας υιος Ιωδαέ και είπε τω βασιλεί λέγων· τάδε λελάληκεν Ιωάβ και τάδε αποκέκριταί μοι. ότι ήρας την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου ενώπιον του πατρός μου. και ο πατήρ μου Δαυίδ ουκ έγνω το αίμα αυτών. και άνελε αυτόν και θάψεις αυτόν και εξαρείς σήμερον το αίμα. και είπεν Ιωάβ· ουκ εκπορεύομαι. 25 και εξαπέστειλεν ο βασιλεύς Σαλωμών εν χειρί Βαναίου υιού Ιωδαέ και ανείλεν αυτόν. τον Αβεννήρ υιόν Νήρ αρχιστράτηγον Ισραήλ και τον Αμεσσά υιόν Ιεθέρ αρχιστράτηγον Ιούδα· 33 και επεστράφη τα αίματα αυτών εις κεφαλήν αυτού και εις κεφαλήν του σπέρματος αυτού εις τον αιώνα. 27 και εξέβαλε Σαλωμών τον Αβιάθαρ του μη είναι ιερέα του Κυρίου. πληρωθήναι το ρήμα Κυρίου. ότι πέφυγας εις το θυσιαστήριον. και απέστειλε Σαλωμών ο βασιλεύς προς Ιωάβ λέγων· τι γέγονέ σοι. και οπίσω Σαλωμών ουκ έκλινε). και απέθανεν Αδωνίας εν τη ημέρα εκείνη.

36 Και εκάλεσεν ο βασιλεύς τον Σεμεϊ και είπεν αυτω· οικοδόμησον σεαυτω οίκον εν Ιερουσαλήμ και κάθου εκεί και ουκ εξελεύση εκείθεν ουδαμού· 37 και έσται εν τη ημέρα της εξόδου σου και διαβήση τον χειμάρρουν Κέδρων. ως η άμμος η παρά την θάλασσαν. ότι ανήρ φρόνιμος συ και γνώση α ποιήσεις αυτω. 35·5 και εποίησε Σαλωμών την θάλασσαν και τα υποστηρίγματα και τους λουτήρας τους μεγάλους και τους στύλους και την κρήνην της αυλής και την θάλασσαν την χαλκήν. 35·7 και Σαλωμών ανέφερε τρεις εν τω ενιαυτω ολοκαυτώσεις και ειρηνικάς επί το θυσιαστήριον. και συνετέλεσε τον οίκον. 35·2 και επληθύνθη η φρόνησις Σαλωμών σφόδρα υπέρ την φρόνησιν πάντων υιών αρχαίων και υπέρ πάντας φρονίμους Αιγύπτου. 38 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 564 . ό ωκοδόμησε τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ αντί Αβιάθαρ. και ωρκισεν αυτόν ο βασιλεύς εν τη ημέρα εκείνη. ον ωκοδόμησεν αυτη· τότε ωκοδόμησε την άκραν. και κατάξεις την πολιάν αυτού εν αίματι εις άδου. 35·4 και ην τω Σαλωμών εβδομήκοντα χιλιάδας αίροντες άρσιν και ογδοήκοντα χιλιάδας λατόμων εν τω όρει. γινώσκων γνώση ότι θανάτω αποθανή. 35·6 και ωκοδόμησε την άκραν και τας επάλξεις αυτής και διέκοψε την πόλιν Δαυίδ· ούτως θυγάτηρ Φαραώ ανέβαινεν εκ της πόλεως Δαυίδ εις τον οίκον αυτής. 35·13 και αυτός κατέβαινεν εις απαντήν μοι επί τον Ιορδάνην και ώμοσα αυτω κατά του Κυρίου λέγων· ει θανατωθήσεται εν ρομφαία· 35·14 και νυν μη αθωώσης αυτόν. και εθυμία ενώπιον Κυρίου. το αίμά σου έσται επί την κεφαλήν σου. 35·9 και ωκοδόμησε την Ασσούρ και την Μαγδώ και την Γαζέρ και την Βαιθωρών την επάνω και τα Βααλάθ· 35·10 πλήν μετά το οικοδομήσαι αυτόν τον οίκον του Κυρίου και το τείχος Ιερουσαλήμ κύκλω. 35·8 και ούτοι οι άρχοντες οι καθεσταμένοι επί τα έργα του Σαλωμών· τρεις χιλιάδες και εξακόσιοι επιστάται του λαού των ποιούντων τα έργα. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 35·1 Και έδωκε Κύριος φρόνησιν τω Σαλωμών και σοφίαν πολλήν σφόδρα και πλάτος καρδίας. και τον οίκον Κυρίου εν πρώτοις και το τείχος Ιερουσαλήμ κυκλόθεν· εν επτά έτεσιν εποίησε και συνετέλεσε. μετά ταύτα ωκοδόμησε τας πόλεις ταύτας. 35·11 και εν τω έτι Δαυίδ ζήν ενετείλατο τω Σαλωμών λέγων· ιδού μετά σου Σεμεϊ υιος Γηρά υιος του σπέρματος του Ιεμενί εκ Χεβρών· 35·12 ούτος κατηράσατό με κατάραν οδυνηράν εν ή ημέρα επορευόμην εις Παρεμβολάς. 35·3 και έλαβε την θυγατέρα Φαραώ και εισήγαγεν αυτήν εις πόλιν Δαυίδ έως συντελέσαι αυτόν οικοδομήσαι τον οίκον αυτού.

46·8 και ούτοι οι άρχοντες του Σαλωμών· Αζαρίου υιος Σαδώκ του ιερέως και ‘Ορνίου υιος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 565 . εσθίοντες και πίνοντες και χαίροντες. και ο θρόνος Δαυίδ έσται έτοιμος ενώπιον Κυρίου εις τον αιώνα. και απέστρεψε τους δούλους αυτού. 46·3 και Σαλωμών ήρξατο ανοίγειν τα δυναστεύματα του Λιβάνου. και κατώκει Ιούδα και Ισραήλ πεποιθότες έκαστος υπό την άμπελον αυτού και υπό την συκήν αυτού. εν πάσι τοις βασιλεύσι πέραν του ποταμού· 46·7 και ην αυτω ειρήνη εκ πάντων των μερών αυτού κυκλόθεν. και απηγγέλη τω Σεμεϊ λέγοντες· ιδού οι δούλοί σου εν Γεθ. ην ενετειλάμην κατά σου. ην οίδεν η καρδία σου. γινώσκων γνώση ότι θανάτω αποθανή. και επορεύθη Σεμεϊ και ήγαγε τους δούλους αυτού εκ Γεθ. 41 και απηγγέλη τω Σαλωμών λέγοντες ότι επορεύθη Σεμεϊ εξ Ιερουσαλήμ εις Γεθ. δέκα μόσχοι εκλεκτοί και είκοσι βόες νομάδες και εκατόν πρόβατα. 46·4 και αυτός ωκοδόμησε την Θερμαί εν τη ερήμω. 40 και ανέστη Σεμεϊ και επέσαξε την όνον αυτού και επορεύθη εις Γεθ προς Αγχούς του εκζητήσαι του δούλους αυτού. 46·1 Και ην ο βασιλεύς Σαλωμών φρόνιμος σφόδρα. 42 και απέστειλεν ο βασιλεύς και εκάλεσε τον Σεμεϊ και είπε προς αυτόν· ουχί ωρκισά σε κατά του Κυρίου και επεμαρτυράμην σοι λέγων· εν ή αν ημέρα εξέλθης εξ Ιερουσαλήμ και πορευθής εις δεξιά ή αριστερά. 43 και τι ότι ουκ εφύλαξας τον όρκον Κυρίου και την εντολήν. 46·5 και τούτο το άριστον τω Σαλωμών· τριάκοντα κόροι σεμιδάλεως και εξήκοντα κόροι αλεύρου κεκοπανισμένου. εκτός ελάφων και δορκάδων και ορνίθων εκλεκτών νομάδων· 46·6 ότι ην άρχων εν παντί πέραν του ποταμού από Ραφί έως Γάζης. ως η άμμος η επί της θαλάσσης εις πλήθος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και είπε Σεμεϊ προς τον βασιλέα· αγαθόν το ρήμα. κύριέ μου βασιλεύ· ούτω ποιήσει ο δούλός σου. εσθίοντες και πίνοντες και εορτάζοντες από Δάν και έως Βηρσαβεέ πάσας τας ημέρας Σαλωμών. 46 και ενετείλατο ο βασιλεύς Σαλωμών τω Βαναία υιω Ιωδαέ. και εξήλθε και ανείλεν αυτόν και απέθανε. 39 και εγενήθη μετά τα τρία έτη και απέδρασαν δύο δούλοι του Σεμεϊ προς Αγχούς υιόν Μααχά βασιλέα Γεθ. ό ελάλησας. 44 και είπεν ο βασιλεύς προς Σεμεϊ· συ οίδας πάσαν την κακίαν σου. και ήσαν προσφέροντες δώρα και εδούλευον τω Σαλωμών πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. α εποίησας Δαυίδ τω πατρί μου. και εκάθισε Σεμεϊ εν Ιερουσαλήμ τρία έτη. και Ιούδα και Ισραήλ πολλοί σφόδρα. 46·2 και Σαλωμών ην άρχων εν πάσαις ταις βασιλείαις. και ανταπέδωκε Κύριος την κακίαν σου εις κεφαλήν σου· 45 και ο βασιλεύς Σαλωμών ευλογημένος. και σοφός.

8 ο δε δούλός σου εν μέσω του λαού σου. έως ου συνετέλεσεν οικοδομών τον οίκον εαυτού και τον οίκον Κυρίου και το τείχος Ιερουσαλήμ κύκλω. ότι ουκ ωκοδομήθη οίκος τω Κυρίω έως του νυν. 46·9 και ήσαν τω Σαλωμών τεσσαράκοντα χιλιάδες τοκάδες ίπποι εις άρματα και δώδεκα χιλιάδες ίππων. ότι αύτη υψηλοτάτη και μεγάλη· χιλίαν ολοκαύτωσιν ανήνεγκε Σαλωμών επί το θυσιαστήριον εν Γαβαών. ος ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 566 . πλήν εν τοις υψηλοίς έθυε και εθυμία. και εφύλαξας αυτω το έλεος το μέγα τούτο δούναι τον υιόν αυτού επί του θρόνου αυτού. 3 και ηγάπησε Σαλωμών τον Κύριον πορεύεσθαι εν τοις προστάγμασι Δαυίδ του πατρός αυτού. 4 και ανέστη και επορεύθη εις Γαβαών θύσαι εκεί. 5 και ώφθη Κύριος τω Σαλωμών εν ύπνω την νύκτα. και είπε Κύριος προς Σαλωμών· αίτησαί τι αίτημα σεαυτω. και εγώ ειμι παιδάριον μικρόν και ουκ οίδα την έξοδόν μου και την είσοδόν μου. καθώς διήλθεν ενώπιόν σου εν αληθεία και εν δικαιοσύνη και εν ευθύτητι καρδίας μετά σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Νάθαν άρχων των εφεστηκότων και Εδράμ επί τον οίκον αυτού και Σουβά γραμματεύς και Βασά υιος Αχιθαλάμ αναμιμνήσκων και Αβί υιος Ιωάβ αρχιστράτηγος και Αχιρέ υιος Εδραϊ επί τας άρσεις και Βαναίας υιος Ιωδαέ επί της αυλαρχίας και επί του πλινθίου και Ζαχούρ υιος Νάθαν ο σύμβουλος. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ [1 Της δε βασιλείας εδρασθείσης εν χειρί Σαλωμών επιγαμίαν εποιήσατο Σαλωμών προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και έλαβε την θυγατέρα Φαραώ και εισήγαγεν αυτήν εις την πόλιν Δαυίδ. 6 και είπεν Σαλωμών· συ εποίησας μετά του δούλου σου Δαυίδ του πατρός μου έλεος μέγα.] 2 ΠΛΗΝ ο λαός ήσαν θυμιώντες επί τοις υψηλοίς. 46·10 και ην άρχων εν πάσι τοις βασιλεύσιν από του ποταμού και έως γης αλλοφύλων και έως ορίων Αιγύπτου. ως η ημέρα αύτη· 7 και νυν. ον εξελέξω λαόν πολύν. 46·11 και Σαλωμών υιος Δαυίδ εβασίλευσεν επί Ισραήλ και Ιούδα εν Ιερουσαλήμ. συ έδωκας τον δούλόν σου αντί Δαυίδ του πατρός μου. Κύριε ο Θεός μου.

ης ην ο υιος ο ζων. 9 και δώσεις τω δούλω σου καρδίαν ακούειν και διακρίνειν τον λαόν σου εν δικαιοσύνη και του συνιείν ανά μέσον αγαθού και κακού· ότι τις δυνηθήσεται κρίνειν τον λαόν σου τον βαρύν τούτον. 15 και εξυπνίσθη Σαλωμών. και ιδού ενύπνιον· και ανέστη και παραγίνεται εις Ιερουσαλήμ και έστη κατά πρόσωπον του θυσιαστηρίου του κατά πρόσωπον κιβωτού διαθήκης Κυρίου εν Σιών και ανήγαγεν ολοκαυτώσεις και εποίησεν ειρηνικάς και εποίησε πότον μέγα εαυτω και πάσι τοις παισίν αυτού. 10 και ήρεσεν ενώπιον Κυρίου. αλλ ‘ ητήσω σεαυτω του συνιείν του εισακούειν κρίμα. και εκείνος ην τεθνηκώς· και ιδού κατενόησα αυτόν πρωϊ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αριθμηθήσεται. έτεκε και η γυνή αύτη· και ημείς κατά το αυτό. 23 και είπεν ο βασιλεύς αυταίς· συ λέγεις· ούτος ο υιος μου ο ζων. ως επεκοιμήθη επ ‘ αυτόν· 20 και ανέστη μέσης της νυκτός και έλαβε τον υιόν μου εκ των αγκαλών μου και εκοίμισεν αυτόν εν τω κόλπω αυτής και τον υιόν αυτής τον τεθνηκότα εκοίμισεν εν τω κόλπω μου. αλλά ο υιος μου ο ζων. 21 και ανέστην το πρωϊ θηλάσαι τον υιόν μου. 19 και απέθανεν ο υιος της γυναικός ταύτης την νύκτα. και πλούτον και δόξαν. και ο υιος ταύτης ο τεθνηκώς. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 567 . δέδωκά σοι. 12 ιδού πεποίηκα κατά το ρήμά σου· ιδού δέδωκά σοι καρδίαν φρονίμην και σοφήν. κύριε· εγώ και η γυνή αύτη ωκούμεν εν οίκω ενί και ετέκομεν εν τω οίκω. ουδέ ητήσω ψυχάς εχθρών σου. 16 Τότε ώφθησαν δύο γυναίκες πόρναι τω βασιλεί και έστησαν ενώπιον αυτού. και ελάλησαν ενώπιον του βασιλέως. και ο υιος σου ο τεθνηκώς. 26 και απεκρίθη η γυνή. ο δε υιος σου ο τεθνηκώς. και συ λέγεις· ουχί. ως συ ου γέγονεν έμπροσθέν σου και μετά σε ουκ αναστήσεται όμοιός σοι. 17 και είπεν η γυνή μία· εν εμοί. ον έτεκον. ότι ητήσατο Σαλωμών το ρήμα τούτο. 24 και είπεν ο βασιλεύς· λάβετέ μοι μάχαιραν· και προσήνεγκαν την μάχαιραν ενώπιον του βασιλέως. και ιδού ουκ ην ο υιος μου. και πληθυνώ τας ημέρας σου. 25 και είπεν ο βασιλεύς· διέλετε το παιδίον το ζων το θηλάζον εις δύο και δότε το ήμισυ αυτού ταύτη και το ήμισυ αυτού ταύτη. ως ου γέγονεν ανήρ όμοιός σοι εν βασιλεύσι· 14 και εάν πορευθής εν τη οδω μου φυλάσσειν τας εντολάς μου και τα προστάγματά μου. ως επορεύθη Δαυίδ ο πατήρ σου. και είπε προς τον βασιλέα. 18 και εγενήθη εν τη ημέρα τη τρίτη τεκούσης μου. 22 και είπεν η γυνή η ετέρα· ουχί. αλλά ο υιος μου ο ζων. 13 και α ουκ ητήσω. και ουκ έστιν ουθείς μεθ ‘ ημών πάρεξ αμφοτέρων ημών εν τω οίκω. 11 και είπε Κύριος προς αυτόν· ανθ ‘ ων ητήσω παρ ‘ εμού το ρήμα τούτο και ουκ ητήσω σεαυτω ημέρας πολλάς και ουκ ητήσω πλούτον.

αυτού Σωχώ και πάσα η γη ‘Οφέρ· 11 Χαναδάβ και Αναφαθέ. διέλετε. ανήρ Ταβλήθ. εις· 12 Βαανά υιος Αχιλίδ Θαανάχ και Μαγεδδώ και πας ο οίκος Σάν ο παρά Σεσαθάν υποκάτω του Εσραέ και εκ Βηθσάν έως Σαβελμαουλά. και είπεν· εν εμοί. εις· 14 Αχιναδάβ υιος Σαδδώ Μααναϊμ. ό έκρινεν ο βασιλεύς. θυγάτηρ Σαλωμών ην αυτω εις γυναίκα. Αζαρίας υιος Σαδώκ 3 και Ελιαρέφ και Αχιά υιος Σαβά γραμματείς. τούτω σχοίνισμα Ερεγαβά. εις· 10 υιος Εσδί εν Αραβώθ. 27 και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπε· δότε το παιδίον τη ειπούση· δότε αυτη αυτό και θανάτω μη θανατώσητε αυτό· αύτη η μήτηρ αυτού. ή εν τη Βασάν. και εφοβήθησαν από προσώπου του βασιλέως. εις· 13 υιος Γαβέρ εν Ρεμάθ Γαλαάδ. δότε αυτη το παιδίον και θανάτω μη θανατώσητε αυτό· και αύτη είπε· μήτε εμοί μήτε αυτη έστω. εις· 9 υιος Δακάρ εν Μαχεμάς και εν Σαλαβίν και Βαιθσαμύς και Αιλών έως Βηθανάν. ότι είδον ότι φρόνησις Θεού εν αυτω του ποιείν δικαίωμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εταράχθη η μήτρα αυτής επί τω υιω αυτής. εις· 16 Βαανά υιος Χουσί εν Ασήρ και εν Βααλώθ. και Σηών βασιλέως του Εσεβών και Ωγ βασιλέως του Βασάν· και νασίφ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 568 . εις· 15 Αχιμαάς εν Νεφθαλίμ. 7 και τω Σαλωμών δώδεκα καθεσταμένοι επί πάντα Ισραήλ χορηγείν τω βασιλεί και τω οίκω αυτού· μήνα εν τω ενιαυτω εγίνετο επί τον ένα χορηγείν. έως Μαεβέρ Λουκάμ. εξήκοντα πόλεις μεγάλαι τειχήρεις και μοχλοί χαλκοί. 8 και ταύτα τα ονόματα αυτών· Βενώρ εν όρει Εφραίμ. 28 και ήκουσαν πας Ισραήλ το κρίμα τούτο. και ούτος έλαβε την Βασεμμάθ θυγατέρα Σαλωμών εις γυναίκα. και Ιωσαφάτ υιος Αχιλίδ αναμιμνήσκων 4 και Βαναίας υιος Ιωδαέ επί της δυνάμεως και Σαδώκ και Αβιάθαρ ιερείς 5 και ‘Ορνία υιος Νάθαν επί των καθεσταμένων και Ζαβούθ υιος Νάθαν εταίρος του βασιλέως 6 και Αχιήλ ην οικονόμος και Ελιάβ υιος Σάφ επί της πατριάς και Αδωνιράμ υιος Εφρά επί των φόρων. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ην ο βασιλεύς Σαλωμών βασιλεύων επί Ισραήλ. 2 και ούτοι άρχοντες οί ήσαν αυτω. εις· 17 Σαμαά υιος ‘Ηλά εν τω Βενιαμίν· 18 Γαβέρ υιος Αδαϊ εν τη γη Γάδ. κύριε.

5 Και έδωκε Κύριος φρόνησιν τω Σαλωμών και σοφίαν πολλήν σφόδρα και χύμα καρδίας ως η άμμος η παρά την θάλασσαν. και ταύτα τα δέοντα τω Σαλωμών εν ημέρα μια· τριάκοντα κόροι σεμιδάλεως και εξήκοντα κόροι αλεύρου κεκοπανισμένου. σιτευτά· 4 ότι ην άρχων πέραν ποταμού. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ [20 Και Ιούδα και Ισραήλ πολλοί ως η άμμος η επί της θαλάσσης εις πλήθος έσθοντες και πίνοντες και ευφραινόμενοι. ου παραλλάσσουσι λόγον· 2 και τας κριθάς και το άχυρον τοις ίπποις και τοις άρμασιν ήρον εις τον τόπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εις εν γη Ιούδα· 19 Ιωσαφάτ υιος Φουασούδ εν Ισσάχαρ. 13 και ελάλησεν υπέρ των ξύλων από της κέδρου της εν τω Λιβάνω και έως της υσσώπου της εκπορευομένης δια του τοίχου και ελάλησε περί των κτηνών και περί των πετεινών και περί των ερπετών και περί των ιχθύων.] ΚΑΙ εχορήγουν οι καθεσταμένοι ούτως τω βασιλεί Σαλωμών και πάντα τα διαγγέλματα επί την τράπεζαν του βασιλέως. έκαστος μήνα αυτού. έκαστος κατά την σύνταξιν αυτού. 10 και επληθύνθη Σαλωμών σφόδρα υπέρ την φρόνησιν πάντων αρχαίων ανθρώπων και υπέρ πάντας φρονίμους Αιγύπτου 11 και εσοφίσατο υπέρ πάντας τους ανθρώπους και εσοφίσατο υπέρ Γαιθάν τον Ζαρείτην και τον Αινάν και τον Χαλκάλ και Δαρδά υιούς Μάλ. και ήσαν ωδαί αυτού πεντακισχίλιαι. 3 και δέκα μόσχοι εκλεκτοί και είκοσι βόες νομάδες και εκατόν πρόβατα εκτός ελάφων και δορκάδων εκλεκτών. 12 και ελάλησε Σαλωμών τρισχιλίας παραβολάς. ου αν ή ο βασιλεύς.] Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε [1 Και Σαλωμών ην εξουσιάζων εν πάσι τοις βασιλείοις από του ποταμού γης αλλοφύλων και έως ορίου Αιγύπτου προσεγγίζοντες δώρα και δουλεύοντες τω Σαλωμών πάσας ημέρας ζωής αυτού. 14 και παρεγίνοντο πάντες οι λαοί ακούσαι της σοφίας Σαλωμών και ελάμβανε δώρα παρά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 569 . και ην αυτω ειρήνη εκ πάντων των μερών κυκλόθεν.

21 και εγενήθη καθώς ήκουσε Χιράμ των λόγων Σαλωμών. του δούναι άρτους τω οίκω μου. ότι αγαπών ην Χιράμ τον Δαυίδ πάσας τας ημέρας. όσα αν είπης. ον δώσω αντί σου επί τον θρόνον σου. 15 Και απέστειλε Χιράμ βασιλεύς Τύρου τους παίδας αυτού χρίσαι τον Σαλωμών αντί Δαυίδ του πατρός αυτού. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14α Και έλαβε Σαλωμών την θυγατέρα Φαραώ αυτω εις γυναίκα και εισήγαγεν αυτήν εις την πόλιν Δαυίδ έως συντελέσαι αυτόν τον οίκον Κυρίου και τον οίκον εαυτού και το τείχος Ιερουσαλήμ. καθώς ελάλησεν αυτω· και ην ειρήνη ανά μέσον Χιράμ και ανά μέσον Σαλωμών. όσοι ήκουον της σοφίας αυτού. 16 και απέστειλε Σαλωμών προς Χιράμ λέγων· 17 συ οίδας τον πατέρα μου Δαυίδ ότι ουκ ηδύνατο οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού μου από προσώπου των πολέμων των κυκλωσάντων αυτόν έως του δούναι Κύριον αυτούς υπό τα ίχνη των ποδών αυτού. 27 και ανήνεγκεν ο βασιλεύς φόρον εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 570 . και συ αρείς· και ποιήσεις το θέλημά μου. 24 και ην Χιράμ διδούς τω Σαλωμών κέδρους και πεύκας και παν θέλημα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ πάντων των βασιλέων της γης. ων απέσταλκας προς με· εγώ ποιήσω παν θέλημά σου. 20 και νυν έντειλαι και κοψάτωσάν μοι ξύλα εκ του Λιβάνου. ούτος οικοδομήσει τον οίκον τω ονόματί μου. καθώς ελάλησε Κύριος ο Θεός προς Δαυίδ τον πατέρα μου. και διέθεντο διαθήκην ανά μέσον αυτών. και Σαλωμών ωκοδόμησε την Γαζέρ. ος έδωκε τω Δαυίδ υιόν φρόνιμον επί τον λαόν τον πολύν τούτον 22 και απέστειλε προς Σαλωμών λέγων· ακήκοα περί πάντων. ου εάν αποστείλης προς με. 25 και Σαλωμών έδωκε τω Χιράμ είκοσι χιλιάδας κόρους πυρού και μαχείρ τω οίκω αυτού και είκοσι χιλιάδας βαίθ ελαίου κεκομμένου· κατά τούτο εδίδου Σαλωμών τω Χιράμ κατ ‘ ενιαυτόν. εχάρη σφόδρα και είπεν· ευλογητός ο Θεός σήμερον. εγώ θήσομαι αυτά σχεδίας έως του τόπου. και εκτινάξω αυτά εκεί. ότι συ οίδας ότι ουκ έστιν ημίν ειδώς ξύλα κόπτειν καθώς οι Σιδώνιοι. 14β τότε ανέβη Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου και προκατελάβετο την Γαζέρ και ενεπύρισεν αυτήν και τον Χανανίτην τον κατοικούντα εν Μεργάβ. λέγων· ο υιος σου. 26 και Κύριος έδωκε σοφίαν τω Σαλωμών. 19 και ιδού εγώ λέγω οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού μου. 18 και νυν ανέπαυσε Κύριος ο Θεός μου εμοί κυκλόθεν· ουκ έστιν επίβουλος και ουκ έστιν αμάρτημα πονηρόν. ξύλα κέδρινα και πεύκινα· 23 οι δούλοί μου κατάξουσιν αυτά εκ του Λιβάνου εις την θάλασσαν. και έδωκεν αυτάς Φαραώ αποστολάς θυγατρί αυτού γυναικί Σαλωμών. και ιδού οι δούλοί μου μετά των δούλων σου· και τον μισθόν δουλείας σου δώσω σοι κατά πάντα.

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν τω τεσσαρακοστω και τετρακοσιοστω έτει της εξόδου υιών Ισραήλ εξ Αιγύπτου. Ε 32 ) 1β και επελέκησαν οι υιοί Σαλωμών και οι υιοί Χιράμ και έβαλαν αυτούς. και ωκοδόμησε τον οίκον και συνετέλεσεν αυτόν. τω έτει τω τετάρτω εν μηνί τω δευτέρω βασιλεύοντος του βασιλέως Σαλωμών επί τον Ισραήλ. όπως μη επιλαμβάνωνται των τοίχων του οίκου. 6 η πλευρά η υποκάτω πέντε πήχεων εν πήχει το πλάτος αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παντός Ισραήλ. (Κεφ. αλλασσόμενοι. 5 και έδωκεν επί τον τοίχον του οίκου μέλαθρα κυκλόθεν τω ναω και τω δαβίρ και εποίησε πλευράς κυκλόθεν. και λίθους απελεκήτους. 28 και απέστειλεν αυτούς εις τον Λίβανον. (Κεφ. 3 και το αιλάμ κατά πρόσωπον του ναού. 32 και ητοίμασαν τους λίθους και τα ξύλα τρία έτη. είκοσιν εν πήχει μήκος αυτού εις το πλάτος του οίκου και δέκα εν πήχει το πλάτος αυτού κατά πρόσωπον του οίκου. μήνα ήσαν εν τω Λιβάνω και δύο μήνας εν οίκω αυτών· και Αδωνιράμ επί του φόρου. 7 και ο οίκος εν τω οικοδομείσθαι αυτόν λίθοις ακροτόμοις αργοίς ωκοδομήθη. εν μηνί Βαάλ (ούτος ο μην ο όγδοος) συνετελέσθη ο οίκος εις πάντα λόγον αυτού και εις πάσαν διάταξιν αυτού. και το μέσον εξ. τρεις χιλιάδες και εξακόσιοι επιστάται οι ποιούντες τα έργα. 29 και ην τω Σαλωμών εβδομήκοντα χιλιάδες αίροντες άρσιν και ογδοήκοντα χιλιάδες λατόμων εν τω όρει. 1γ εν τω έτει τω τετάρτω εθεμελίωσε τον οίκον Κυρίου εν μηνί Νισώ. δέκα χιλιάδες εν τω μηνί. και η τρίτη επτά εν πήχει το πλάτος αυτής· ότι διάστημα έδωκε τω οίκω κυκλόθεν έξωθεν του οίκου. τεσσαράκοντα εν πήχει μήκος αυτού και είκοσιν εν πήχει πλάτος αυτού και πέντε και είκοσιν εν πήχει το ύψος αυτού. 4 και εποίησε τω οίκω θυρίδας παρακυπτομένας κρυπτάς. και τω δευτέρω μηνί 1δ εν ενδεκάτω ενιαυτω. και ην ο φόρος τριάκοντα χιλιάδες ανδρών. ον ωκοδόμησεν ο βασιλεύς τω Κυρίω. Ε 31 ) 1α και ενετείλατο ο βασιλεύς ίνα αίρωσι λίθους μεγάλους τιμίους εις τον θεμέλιον του οίκου. 30 χωρίς των αρχόντων των καθεσταμένων επί των έργων τω Σαλωμών. και σφύρα και πέλεκυς και παν σκεύος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 571 . 2 και ο οίκος.

16 και ωκοδόμησε τους είκοσι πήχεις απ ‘ άκρου του τοίχου το πλευρόν το εν από του εδάφους έως των δοκών. εάν οδεύης τοις προστάγμασί μου και τα κρίματά μου ποιής και φυλάσσης πάσας τας εντολάς μου αναστρέφεσθαι εν αυταίς. ον συ οικοδομείς. 14 και ωκοδόμησε Σαλωμών τον οίκον και συνετέλεσε αυτόν.] 19 κατά πρόσωπον του δαβίρ εν μέσω του οίκου έσωθεν δούναι εκεί την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου.] 23 και εποίησεν εν τω δαβίρ δύο Χερουβίμ δέκα πήχεων μέγεθος εσταθμωμένον.] 15 και ωκοδόμησε τους τοίχους του οίκου έσωθεν δια ξύλων κεδρίνων από του εδάφους του οίκου και έως των τοίχων και έως των δοκών· εκοιλοστάθμησε συνεχόμενα ξύλοις έσωθεν και περιέσχε το έσω του οίκου εν πλευραίς πευκίναις. και εποίησε θυσιαστήριον [κέδρου 21 και περιεπύλωσε Σαλωμών τον οίκον ένδοθεν χρυσίω αποκλειστω και παρήγαγεν εν καθηλώμασι χρυσίου. 22 και όλον τον οίκον περιέσχε χρυσίω έως συντελείας παντός του οίκου [και όλον το έσω του δαβίρ επετάλωσε χρυσίω. και εποίησε εκ του δαβίρ εις το άγιον των αγίων. 24 και πέντε πήχεων πτερύγιον του Χερουβίμ του ενός και πέντε πήχεων πτερύγιον αυτού το δεύτερον. 9 και ωκοδόμησε τον οίκον και συνετέλεσεν αυτόν· και εκοιλοστάθμησε τον οίκον κέδροις. 20 είκοσι πήχεις μήκος και είκοσι πήχεις πλάτος και είκοσι πήχεις το ύψος αυτού. εν μέτρω ενί συντέλεια μία αμφοτέροις. και παριέσχεν αυτό χρυσίω συγκεκλεισμένω. και συνέσχε τον σύνδεσμον εν ξύλοις κεδρίνοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σιδηρούν ουκ ηκούσθη εν τω οίκω εν τω οικοδομείσθαι αυτόν. 10 και ωκοδόμησε τους ενδέσμους δι ‘ όλου του οίκου πέντε εν πήχει το ύψος αυτού. στήσω τον λόγον μου. 26 και το ύψος του Χερούβ του ενός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 572 . εν πήχει δέκα από μέρους πτερυγίου αυτού εις μέρος πτερυγίου αυτού· 25 ούτως τω Χερουβίμ τω δευτέρω. 17 και τεσσαράκοντα πήχεων ην ο ναός [ο εσώτατος 18 και δια κέδρου προς τον οίκον έσω πλοκήν επαναστήσεις και πέταλον και ανάγλυφα πάντα κέδρινα ουκ εφαίνετο λίθος. και περιέσχεν αυτό χρυσίω. και ελικτή ανάβασις εις το μέσον και εκ της μέσης επί τα τριώροφα. [11 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς Σαλωμών λέγων· 12 ο οίκος ούτος. ον ελάλησα προς Δαυίδ τον πατέρα σου 13 και κατασκηνώσω εν μέσω υιών Ισραήλ και ουκ εγκαταλείψω τον λαόν μου Ισραήλ. 8 και ο πυλών της πλευράς της υποκάτωθεν υπό την ωμίαν του οίκου την δεξιάν.] 21 κατά πρόσωπον του δαβίρ.

36 και ωκοδόμησε την αυλήν την εσωτάτην τρεις στίχους απελεκήτων. και ούτος από της φυλής της Νεφθαλίμ. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ απέστειλεν ο βασιλεύς Σαλωμών και έλαβε τον Χιράμ εκ Τύρου. 27 και αμφότερα τα Χερουβίμ εν μέσω του οίκου του εσωτάτου· και διεπέτασε τας πτέρυγας αυτών. και το πάχος του στύλου τεσσάρων δακτύλων τα κοιλώματα. 28 και περιέσχε τα Χερουβίμ χρυσίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δέκα εν πήχει. 33 και ούτως εποίησε τω πυλώνι του ναού. 31 και τω θυρώματι του δαβίρ εποίησε θύρας ξύλων αρκευθίνων εις φλιάς πενταπλάς 32 και δύο θύρας ξύλων πευκίνων και εγκολαπτόν επ ‘ αυτών εγκεκολαμμένα Χερουβίμ και φοίνικας και πέταλα διαπεπετασμένα· και περιέσχε χρυσίω και κατέβαινεν επί τα Χερουβίμ και επί τους φοίνικας το χρυσίον. του εσωτάτου και του εξωτάτου. στοαί τετραπλώς. και φοίνικες τω εσωτέρω και τω εξωτέρω. και στίχος κατειργασμένης κέδρου κυκλόθεν. 3 και εχώνευσε τους δύο στήλους τω αιλάμ του οίκου. 29 και πάντας τους τοίχους του οίκου κύκλω εγκολαπτά έγραψε γραφίδι Χερουβίμ. 36α και ωκοδόμησε το καταπέτασμα της αυλής του αιλάμ του οίκου του κατά πρόσωπον του ναού. 2 υιόν γυναικός χήρας. και περίμετρον τεσσαρεσκαίδεκα πήχεις εκύκλου αυτόν. και αι πτέρυγες αυτών εν μέσω του οίκου ήπτοντο πτέρυξ πτέρυγος. 30 και το έδαφος του οίκου περιέσχε χρυσίω. τέκτων χαλκού και πεπληρωμένος της τέχνης και συνέσεως και επιγνώσεως του ποιείν παν έργον εν χαλκω· και εισηνέχθη προς τον βασιλέα Σαλωμών και εποίησε πάντα τα έργα. 4 και δύο επιθέματα εποίησε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 573 . και ούτως ο στύλος ο δεύτερος. και ο πατήρ αυτού ανήρ Τύριος. φλιαί ξύλων αρκευθίνων. και πτέρυξ Χερούβ του δευτέρου ήπτετο του τοίχου του δευτέρου. και δύο πτυχαί η θύρα η δευτέρα. στρεφόμενα· 35 εγκεκολαμμένα Χερουβίμ και φοίνικες και διαπεπετασμένα πέταλα και περιεχόμενα χρυσίω καταγομένω επί την εκτύπωσιν. οκτωκαίδεκα πήχεις ύψος του στύλου. και ούτω τω Χερούβ τω δευτέρω. και ήπτετο πτέρυξ μία του τοίχου. 34 και εν αμφοτέραις ταις θύραις ξύλα πεύκινα· δύο πτυχαί η θύρα η μία και στροφείς αυτών.

δύο στίχοι ροών χαλκών δεδικτυωμένοι. 5 και εποίησε δύο δίκτυα περικαλύψαι το επίθεμα των στύλων. 16 και επί τα συγκλείσματα αυτών ανά μέσον των εξεχομένων λέοντες και βόες και Χερουβίμ. και η θάλασσα επ ‘ αυτών επάνωθεν. και συνηγμένοι τρεις και τριάκοντα εν πήχει εκύκλουν αυτήν. 7 και έστησε τους στύλους του αιλάμ του ναού· και έστησε τον στύλον τον ένα και επεκάλεσε το όνομα αυτού Ιαχούμ· και έστησε τον στύλον τον δεύτερον και επεκάλεσε το όνομα αυτού Βαάς. βλαστός κρίνου. και δίκτυον τω επιθέματι τω δευτέρω. 11 και υποστηρίγματα υποκάτωθεν του χείλους αυτής κυκλόθεν εκύκλουν αυτήν. και δίκτυον τω επιθέματι τω ενί. τα πάντα χωνευτά. και το ύψος του τροχού του ενός πήχεος και ημίσους. 15 και τούτο το έργον των μεχωνώθ συγκλειστόν αυτοίς. και πάντα τα οπίσθια εις τον οίκον. και επάνωθεν των πλευρών επίθεμα το μέλαθρον τω πάχει. ωμίαι υποκάτω των λουτήρων. 9 και μέλαθρον επ ‘ αμφοτέρων των στύλων. και αρχή χειρών αυτής και τα συγκλείσματα αυτής. εκ της μεχωνώθ οι ώμοι αυτής. 21 και επί της κεφαλής της μεχωνώθ ήμισυ του πήχεος μέγεθος αυτής στρογγύλον κύκλω επί της κεφαλής της μεχωνώθ. και τέσσαρες πήχεις το πλάτος αυτής. και πέντε πήχεις το ύψος του επιθέματος του δευτέρου. χωνευτά χαλκά· πέντε πήχεις το ύψος του επιθέματος του ενός. στίχος επί στίχον· και ούτως εποίησε τω επιθέματι τω δευτέρω. και ηνοίγετο επί τας αρχάς των χειρών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 574 . 19 και το έργον των τροχών έργον τροχών άρματος· αι χείρες αυτών και οι νώτοι αυτών και η πραγματεία αυτών. δέκα εν πήχει κυκλόθεν 12 και το χείλος αυτής ως έργον χείλους ποτηρίου. και το πάχος αυτού παλαιστής. 6 και έργον κρεμαστόν. 13 και δώδεκα βόες υποκάτω της θαλάσσης. και συγκλειστόν ανά μέσον των εξεχομένων. και τα προσέχοντα χαλκά και τέσσαρα μέρη αυτών. έργον κρεμαστόν. στρογγύλον κύκλω το αυτό· πέντε εν πήχει το ύψος αυτής. έργον καταβάσεως 17 και τέσσαρες τροχοί χαλκοί τη μεχωνώθ τη μια. 20 αι τέσσαρες ωμίαι επί των τεσσάρων γωνιών της μεχωνώθ της μιάς. και επί των εξεχομένων ούτως· και επάνωθεν και υποκάτωθεν των λεόντων και των βοών χώραι. 8 και επί των κεφαλών των στύλων έργον κρίνου κατά το αιλάμ τεσσάρων πηχών. οι τρεις επιβλέποντες βορράν και οι τρεις επιβλέποντες θάλασσαν και οι τρεις επιβλέποντες νότον και οι τρεις επιβλέποντες ανατολήν. 10 και εποίησε την θάλασσαν δέκα εν πήχει από του χείλους αυτής έως του χείλους αυτής. 14 και εποίησε δέκα μεχωνώθ χαλκάς· πέντε πήχεις μήκος της μεχωνώθ της μιάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δούναι επί τας κεφαλάς των στύλων. και εξ εν πήχει το ύψος αυτής. 18 και χείρες εν τοις τροχοίς εν τη μεχωνώθ.

σύγκλειστα. 35 και τας λυχνίας πέντε εξ αριστερών και πέντε εκ δεξιών κατά πρόσωπον του δαβίρ. το θυσιαστήριον το χρυσούν και την τράπεζαν. α εποίησε Χιράμ. χαλκά άρδην· 32 ουκ ην σταθμός του χαλκού. 23 κατ ‘ αυτήν εποίησε πάσας τας δέκα μεχωνώθ. το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη. 26 και εποίησε Χιράμ τους λέβητας και τας θερμάστρεις και τας φιάλας. πάντα τα έργα του βασιλέως. 22 και τα συγκλείσματα αυτής Χερουβίμ και λέοντες και φοίνικες εστώτα. και συνετέλεσε Χιράμ ποιών πάντα τα έργα. 34 και έδωκεν ο βασιλεύς Σαλωμών τα σκεύη. 29 και τα μεχωνώθ δέκα και τους χυτροκαύλους δέκα επί των μεχωνώθ 30 και την θάλασσαν μίαν και τους βόας δώδεκα υποκάτω της θαλάσσης 31 και τους λέβητας και τας θερμάστρεις και τας φιάλας και πάντα τα σκεύη. α εποίησεν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 575 . ου εποίησε πάντα τα έργα ταύτα. και τα λαμπάδια και τους λύχνους και τας επαρυστρίδας χρυσάς 36 και τα πρόθυρα και οι ήλοι και αι φιάλαι και τα τρυβλία και αι θυϊσκαι χρυσαί. τάξιν μίαν και μέτρον εν πάσαις. εχόμενον έκαστον κατά πρόσωπον αυτού έσω και τα κυκλόθεν. τεσσαράκοντα χοείς χωρούντα τον ένα χυτρόκαυλον μετρήσει τεσσάρων πηχών· ο χυτρόκαυλος ο εις επί της μεχωνώθ της μιάς ταις δέκα μεχωνώθ. 27 στύλους δύο και τα στρεπτά των στύλων επί των κεφαλών των στύλων δύο και τα δίκτυα δύο του καλύπτειν αμφότερα τα στρεπτά των γλυφών τα όντα επί των στύλων. και τα θυρώματα των θυρών του οίκου του εσωτάτου. 24 και εποίησε δέκα χυτροκαύλους χαλκούς. 33 εν τω περιοίκω του Ιορδάνου εχώνευσεν αυτά εν τω πάχει της γης ανά μέσον Σοκχώθ και ανά μέσον Σειρά. α εποίησε Χιράμ τω βασιλεί Σαλωμών τω οίκω Κυρίου· και οι στύλοι τεσσαράκοντα και οκτώ του οίκου του βασιλέως και του οίκου Κυρίου. 37 και ανεπληρώθη παν το έργον. α εποίησε τω βασιλεί Σαλωμών εν οίκω Κυρίου. χρυσάς συγκλειομένας. εκ πλήθους σφόδρα· ουκ ην τέρμα των σταθμών του χαλκού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτής. έδωκεν εις τους θησαυρούς οίκου Κυρίου. 28 τας ροάς τετρακοσίας αμφοτέροις τοις δικτύοις. εν οίκω Κυρίου. χρυσήν. ό εποίησε Σαλωμών οίκου Κυρίου. εφ ‘ ης οι άρτοι της προσφοράς. και τας θύρας του ναού χρυσάς. αγίου των αγίων. και εισήνεγκε Σαλωμών τα άγια Δαυίδ του πατρός αυτού και πάντα τα άγια Σαλωμών. δύο στίχοι ροών τω δικτύω τω ενί περικαλύπτειν αμφότερα τα όντα τα στρεπτά της μεχωνώθ επ ‘ αμφοτέροις τοις στύλοις. 25 και έθετο τας πέντε μεχωνώθ από της ωμίας του οίκου εκ δεξιών και πέντε από της ωμίας του οίκου εξ αριστερών· και η θάλασσα από της ωμίας του οίκου εκ δεξιών κατ ‘ ανατολάς από του κλίτους του νότου.

43 και το αιλάμ των στύλων πεντήκοντα μήκος και πεντήκοντα εν πλάτει. αιλάμ επί πρόσωπον αυτών. 6 και εισφέρουσιν οι ιερείς την κιβωτόν εις τον τόπον αυτής εις το δαβίρ του οίκου. εζυγωμένα. λίθοις δεκαπήχεσι και τοις οκταπήχεσι. 48 και επάνωθεν τιμίοις κατά το μέτρον απελεκήτων και κέδροις. και τριάκοντα πηχών ύψος αυτού· και τριών στίχων στύλων κεδρίνων. και πεντήκοντα πήχεις πλάτος αυτού. 44 και το αιλάμ των θρόνων. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο ως συνετέλεσε Σαλωμών του οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου και τον οίκον αυτού μετά είκοσιν έτη. ην έλαβε Σαλωμών. τότε εξεκκλησίασεν ο βασιλεύς Σαλωμών πάντας τους πρεσβυτέρους Ισραήλ εν Σιών του ανενεγκείν την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εκ πόλεως Δαυίδ (αύτη εστί Σιών) 2 εν μηνί Αθανίν. εις τα άγια των αγίων υπό τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 576 . 5 και ο βασιλεύς και πας Ισραήλ έμπροσθεν της κιβωτού θύοντες πρόβατα και βόας αναρίθμητα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 38 Και τον οίκον εαυτω ωκοδόμησε Σαλωμών τρισκαίδεκα έτεσι. 3 και ήραν οι ιερείς την κιβωτόν 4 και το σκήνωμα του μαρτυρίου και τα σκεύη τα άγια τα εν τω σκηνώματι του μαρτυρίου. 40 και εφάτνωσε τον οίκον άνωθεν επί των πλευρών των στύλων. εν ω καθήσεται εκεί. αιλάμ του κριτηρίου. αυλή μία εξελισσομένη τούτοις κατά το έργον τούτο· και οίκον τη θυγατρί Φαραώ. 46 πάντα ταύτα εκ λίθων τιμίων κεκολαμμένα εκ διαστήματος έσωθεν και εκ του θεμελίου έως των γεισών και έξωθεν εις την αυλήν την μεγάλην 47 την τεθεμελιωμένην εν τιμίοις λίθοις μεγάλοις. και συνετέλεσε Σαλωμών όλον τον οίκον αυτού. 45 και ο οίκος αυτών. και ωμίαι κέδριναι τοις στύλοις. και ο αριθμός των στύλων τεσσαράκοντα και πέντε ο στίχος· 41 και μέλαθρα τρία και χώρα επί χώραν τρισσώς· 42 και πάντα τα θυρώματα και αι χώραι τετράγωνοι μεμελαθρωμέναι και από του θυρώματος επί θύραν τρισσώς. ου κρινεί εκεί. 49 της αυλής της μεγάλης κύκλω τρεις στίχοι απελεκήτων και στίχος κεκολαμμένης κέδρου. κατά το αιλάμ τούτο. 39 και ωκοδόμησε τον οίκον δρυμω του Λιβάνου· εκατόν πήχεις μήκος αυτού. και στύλοι και πάχος επί πρόσωπον αυτής τοις αιλαμμίμ.

18 και είπε Κύριος προς Δαυίδ τον πατέρα μου· ανθ ‘ ων ήλθεν επί την καρδίαν σου του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματί μου. 24 α εφύλαξας τω δούλω σου Δαυίδ τω πατρί μου· και γαρ ελάλησας εν τω στόματί σου και εν χερσί σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 577 . ην διέθετο Κύριος μετά των πατέρων ημών εν τω εξαγαγείν αυτόν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. και η νεφέλη έπλησε τον οίκον· 11 και ουκ ηδύναντο οι ιερείς στήκειν λειτουργείν από προσώπου της νεφέλης. 21 και εθέμην εκεί τόπον τη κιβωτω. 14 Και απέστρεψεν ο βασιλεύς το πρόσωπον αυτού. και ευλόγησεν ο βασιλεύς πάντα Ισραήλ. και ενεβλέποντο αι κεφαλαί των ηγιασμένων εκ των αγίων εις πρόσωπον του δαβίρ και ουκ ωπτάνοντο έξω. 23 και είπε· Κύριε ο Θεός Ισραήλ. πλάκες της διαθήκης. ούτος οικοδομήσει τον οίκον τω ονόματί μου. καθώς ελάλησε Κύριος. 9 ουκ ην εν τη κιβωτω πλήν δύο πλάκες λίθιναι. 22 Και ανέστη Σαλωμών κατά πρόσωπον του θυσιαστηρίου Κυρίου ενώπιον πάσης εκκλησίας Ισραήλ και διεπέτασε τας χείρας αυτού εις τον ουρανόν. 17 και εγένετο επί της καρδίας του πατρός μου οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ. ότι έπλησε δόξα Κυρίου τον οίκον. 10 και εγένετο ως εξήλθον οι ιερείς εκ του αγίου. ουκ εξελεξάμην εν πόλει εν ενί σκήπτρω Ισραήλ του οικοδομήσαι οίκον του είναι το όνομά μου εκεί. ό ελάλησε. και ωκοδόμησα τον οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ. 8 και υπερείχον τα ηγιασμένα. και περιεκάλυπτον τα Χερουβίμ επί την κιβωτόν και επί τα άγια αυτής επάνωθεν. ας διέθετο Κύριος μετά των υιών Ισραήλ εν τω εκπορεύεσθαι αυτούς εκ γης Αιγύπτου. και ανέστην αντί Δαυίδ του πατρός μου και εκάθισα επί του θρόνου Ισραήλ. αλλ ‘ ή ο υιος σου ο εξελθών εκ των πλευρών σου. καλώς εποίησας ότι εγενήθη επί την καρδίαν σου· 19 πλήν συ ουκ οικοδομήσεις τον οίκον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πτέρυγας των Χερουβίμ· 7 ότι τα Χερουβίμ διαπεπετασμένα ταις πτέρυξιν επί τον τόπον της κιβωτού. εν ή εστιν εκεί διαθήκη Κυρίου. ος ελάλησεν εν τω στόματι αυτού περί Δαυίδ του πατρός μου και εν ταις χερσίν αυτού επλήρωσε λέγων· 16 αφ ‘ ης ημέρας εξήγαγον τον λαόν μου τον Ισραήλ εξ Αιγύπτου. 20 και ανέστησε Κύριος το ρήμα αυτού. και εξελεξάμην εν Ιερουσαλήμ είναι το όνομά μου εκεί· και εξελεξάμην τον Δαυίδ του είναι επί τον λαόν μου τον Ισραήλ. και πάσα εκκλησία Ισραήλ ειστήκει· 15 και είπεν· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ σήμερον. φυλάσσων διαθήκην και έλεος τω δούλω σου τω πορευομένω ενώπιόν σου εν όλη τη καρδία αυτού. ουκ έστιν ως συ Θεός εν τω ουρανω άνω και επί της γης κάτω. ας έθηκεν εκεί Μωυσής εν Χωρήβ.

και συ εισακούση εν τω τόπω της κατοικήσεώς σου εν ουρανω και ποιήσεις και ίλεως έση. θάνατος εάν γένηται. ην έδωκας τω λαω σου εν κληρονομία. 37 λιμός εάν γένηται. ην έδωκας τοις πατράσιν αυτών. ερυσίβη εάν γένηται. ακούειν της προσευχής. καθώς επορεύθης ενώπιον εμού. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. 34 και συ εισακούση εκ του ουρανού και ίλεως έση ταις αμαρτίαις του λαού σου Ισραήλ και επιστρέψεις αυτούς εις την γην. ον είπας· έσται το όνομά μου εκεί. 38 πάσαν προσευχήν. και εάν θλίψη αυτόν ο εχθρός αυτού εν μια των πόλεων αυτού. και προσεύξονται εις τον τόπον τούτον και εξομολογήσονται τω ονόματί σου και από των αμαρτιών αυτών αποστρέψουσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επλήρωσας ως η ημέρα αύτη. παν συνάντημα. ότι έσται εμπυρισμός. ης προσεύχεται ο δούλός σου εις τον τόπον τούτον ημέρας και νυκτός. φύλαξον τω δούλω σου Δαυίδ τω πατρί μου α ελάλησας αυτω λέγων· ουκ εξαρθήσεταί σου ανήρ εκ προσώπου μου καθήμενος επί θρόνου Ισραήλ. και εάν λάβη επ ‘ αυτόν αράν του αράσασθαι αυτόν. 35 εν τω συσχεθήναι τον ουρανόν και μη γενέσθαι υετόν. 33 εν τω πταίσαι τον λαόν σου Ισραήλ ενώπιον εχθρών. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. ον ωκοδόμησα τω ονόματί σου. ότι αμαρτήσονταί σοι. πιστωθήτω δη το ρήμά σου τω Δαυίδ τω πατρί μου. 29 του είναι τους οφθαλμούς σου ηνεωγμένους εις τον οίκον τούτον ημέρας και νυκτός. πάντα πόνον. όταν ταπεινώσης αυτούς. ης ο δούλός σου προσεύχεται ενώπιόν σου προς σε σήμερον. 27 ότι ει αληθώς κατοικήσει ο Θεός μετά ανθρώπων επί της γης. 30 και εισακούση της δεήσεως του δούλου σου και του λαού σου Ισραήλ. και έλθη και εξαγορεύση κατά πρόσωπον του θυσιαστηρίου σου εν τω οίκω τούτω. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. 32 και συ εισακούση εκ του ουρανού και ποιήσεις και κρινείς τον λαόν σου Ισραήλ ανομηθήναι άνομον. πάσαν δέησιν. πλήν και ο οίκος ούτος. 26 και νυν. ει ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού ουκ αρκέσουσί σοι. 31 όσα αν αμάρτη έκαστος τω πλησίον αυτού. και επιστρέψουσι και εξομολογήσονται τω ονόματί σου και προσεύξονται και δεηθήσονται εν τω οίκω τούτω. πλήν εάν φυλάξωνται τα τέκνα σου τας οδούς αυτών του πορεύεσθαι ενώπιόν μου. δούναι αυτω κατά την δικαιοσύνην αυτού. του εισακούειν της προσευχής. δούναι την οδόν αυτού εις κεφαλήν αυτού και του δικαιώσαι δίκαιον. ότι αμαρτήσονταί σοι. α αν προσεύξωνται εις τον τόπον τούτον. 25 και νυν. βρούχος. 28 και επιβλέψη επί την δέησίν μου. εις τον τόπον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 578 . 36 και εισακούση εκ του ουρανού και ίλεως έση ταις αμαρτίαις του δούλου σου και του λαού σου Ισραήλ· ότι δηλώσεις αυτοίς την οδόν την αγαθήν πορεύεσθαι εν αυτη και δώσεις υετόν επί την γην.

48 και επιστρέψωσι προς σε εν όλη καρδία αυτών και εν όλη ψυχή αυτών εν τη γη εχθρών αυτών. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου εκ μέσου χωνευτηρίου σιδήρου. ος ουχ αμαρτήσεται και επάξεις αυτούς και παραδώσεις αυτούς ενώπιον εχθρών και αιχμαλωτιούσιν οι αιχμαλωτίζοντες εις γην μακράν και εγγύς. 47 και επιστρέψουσι καρδίας αυτών εν τη γη. ος ουκ έστιν από λαού σου ούτος. 40 όπως φοβώνταί σε πάσας τας ημέρας. και του οίκου. καθώς ελάλησας εν χειρί δούλου σου Μωυσή εν τω εξαγαγείν σε τους πατέρας ημών εκ γης Αιγύπτου. και του οίκου. ης έδωκας τοις πατράσιν αυτών. οίς αν επικαλέσωνταί σε. και οικτειρήσουσιν αυτούς· 51 ότι λαός σου και κληρονομία σου. καθώς αν γνως την καρδίαν αυτού. 41 και τω αλλοτρίω. και κατά πάντα τα αθετήματα αυτών. ης εξελέξω εν αυτη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 579 . ότι συ μονώτατος οίδας την καρδίαν πάντων υιών ανθρώπων. ηνομήσαμεν. 42 και ήξουσι και προσεύξονται εις τον τόπον τούτον. ή επιστρέψεις αυτούς. ης έδωκας τοις πατράσιν ημών. 53 ότι συ διέστειλας αυτούς σεαυτω εις κληρονομίαν εκ πάντων των λαών της γης. όσας αυτοί ζώσιν επί της γης. 39 και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ίλεως έση και ποιήσεις και δώσεις ανδρί κατά τας οδούς αυτού. και δώσεις αυτούς εις οικτιρμούς ενώπιον αιχμαλωτευόντων αυτούς. ου ωκοδόμησα τω ονόματί σου. και προσεύξονται προς σε. 44 ότι εξελεύσεται ο λαός σου εις πόλεμον επί τους εχθρούς αυτού εν οδω. όπως γνώσι πάντες οι λαοί το όνομά σου. ον ωκοδόμησα. 46 ότι αμαρτήσονταί σοι ότι ουκ έστιν άνθρωπος. και επιστρέψουσιν εν γη μετοικίας αυτών και δεηθώσί σου λέγοντες· ημάρτομεν. καθώς ο λαός σου Ισραήλ. 43 και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ποιήσεις κατά πάντα. οδόν γης αυτών. 45 και συ εισακούση εκ του ουρανού της δεήσεως αυτών και της προσευχής αυτών και ποιήσεις το δικαίωμα αυτοίς. α ηθέτησάν σοι. ου μετήγαγες αυτούς. Κύριε Κύριε. αις ήμαρτόν σοι. όσα αν επικαλέσηταί σε ο αλλότριος. και προσεύξονται εν ονόματι Κυρίου οδόν της πόλεως. ου ωκοδόμηκα τω ονόματί σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εάν γένηται παντί ανθρώπω ως αν γνώσιν έκαστος αφήν καρδίας αυτού και διαπετάση τας χείρας αυτού εις τον οίκον τούτον. 49 και εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου 50 και ίλεως έση ταις αδικίαις αυτών. ηδικήσαμεν. και φοβώνταί σε. και γνώσιν ότι το όνομά σου επικέκληται επί τον οίκον τούτον. 52 και έστρωσαν οι οφθαλμοί σου και τα ώτά σου ηνεωγμένα εις την δέησιν του δούλου σου και εις την δέησιν του λαού σου Ισραήλ εισακούειν αυτών εν πάσιν. ης εξελέξω. και της πόλεως. ου μετήχθησαν εκεί.

55 και έστη και ευλόγησε πάσαν εκκλησίαν Ισραήλ φωνή μεγάλη λέγων· 56 ευλογητός Κύριος σήμερον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 53α Τότε ελάλησε Σαλωμών υπέρ του οίκου. βοών δύο και είκοσι χιλιάδας και προβάτων εκατόν και είκοσι χιλιάδας· και ενεκαίνισε τον οίκον Κυρίου ο βασιλεύς και πάντες οι υιοί Ισραήλ. 65 και εποίησε Σαλωμών την εορτήν εν τη ημέρα εκείνη. ουκ ιδού αύτη γέγραπται εν βιβλίω της ωδής. εγγίζοντες προς Κύριον Θεόν ημών ημέρας και νυκτός. εκκλησία μεγάλη από της εισόδου Ημάθ έως ποταμού Αιγύπτου. ως δεδέημαι ενώπιον Κυρίου Θεού ημών. οίκον ευπρεπή σεαυτω. 60 όπως γνώσιν πάντες οι λαοί της γης. ότι το θυσιαστήριον το χαλκούν το ενώπιον Κυρίου μικρόν· του μη δύνασθαι την ολοκαύτωσιν και τας θυσίας των ειρηνικών υπενεγκείν. Ήλιον εγνώρισεν εν ουρανω Κύριος. αυτός Θεός και ουκ έστιν έτι. του κατοικείν επί καινότητος. 64 τη ημέρα εκείνη ηγίασεν ο βασιλεύς το μέσον της αυλής το κατά πρόσωπον του οίκου Κυρίου· ότι εποίησεν εκεί την ολοκαύτωσιν και τας θυσίας και τα στέατα των ειρηνικών. είπε του κατοικείν εν γνόφω· οικοδόμησον οίκόν μου. ως συνετέλεσε του οικοδομήσαι αυτόν. 57 γένοιτο Κύριος ο Θεός ημών μεθ ‘ ημών. και ανέστη από προσώπου του θυσιαστηρίου Κυρίου οκλακώς επί τα γόνατα αυτού και αι χείρες αυτού διαπεπετασμέναι εις τον ουρανόν. 59 και έστρωσαν οι λόγοι ούτοι. όσα ελάλησεν· ου διεφώνησε λόγος εις εν πάσι τοις λόγοις αυτού τοις αγαθοίς. οίς ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού Μωυσή. εσθίων και πίνων και ευφραινόμενος ενώπιον Κυρίου Θεού ημών επτά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 580 . καθώς ην μετά των πατέρων ημών· μη εγκαταλίποιτο ημάς μηδέ αποστρέψοιτο ημάς. 54 Και εγένετο ως συνετέλεσε Σαλωμών προσευχόμενος προς Κύριον όλην την προσευχήν και την δέησιν ταύτην. ας έθυσε τω Κυρίω. του ποιείν το δικαίωμα του δούλου σου και το δικαίωμα λαού Ισραήλ ρήμα ημέρας εν ημέρα ενιαυτού. ενώπιον Κυρίου Θεού ημών εν τω οίκω. ος έδωκε κατάπαυσιν τω λαω αυτού Ισραήλ κατά πάντα. και πας Ισραήλ μετ ‘ αυτού. α ενετείλατο τοις πατράσιν ημών. 61 και έστρωσαν οι καρδίαι ημών τέλειαι προς Κύριον Θεόν ημών και οσίως πορεύεσθαι εν τοις προστάγμασιν αυτού και φυλάσσειν εντολάς αυτού ως η ημέρα αύτη. 62 Και ο βασιλεύς και πάντες οι υιοί Ισραήλ έθυσαν θυσίαν ενώπιον Κυρίου. 58 επικλίναι καρδίας ημών επ ‘ αυτόν του πορεύεσθαι εν πάσαις οδοίς αυτού και φυλάσσειν πάσας εντολάς αυτού και τα προστάγματα αυτού. 63 και έθυσεν ο βασιλεύς Σαλωμών τας θυσίας των ειρηνικών. ω ωκοδόμησεν. ότι Κύριος ο Θεός.

4 και συ εάν πορευθής ενώπιον εμού. πας ο διαπορευόμενος δι ‘ αυτού εκστήσεται και συριεί και ερούσιν· ένεκεν τίνος εποίησε Κύριος ούτως τη γη ταύτη και τω οίκω τούτω. οίς εποίησε Κύριος τω Δαυίδ δούλω αυτού και τω Ισραήλ λαω αυτού. και τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου φυλάξης. 6 εάν δε αποστραφέντες αποστραφήτε υμείς και τα τέκνα υμών απ ‘ εμού. καθώς ώφθη εν Γαβαών. και έσται Ισραήλ εις αφανισμόν και εις λάλημα εις πάντας τους λαούς. και απήλθεν έκαστος εις τα σκηνώματα αυτού χαίροντες και αγαθή καρδία επί τοις αγαθοίς. 8 και ο οίκος ούτος έσται ο υψηλός. και αντελάβοντο θεών αλλοτρίων και προσεκύνησαν αυτοίς και εδούλευσαν αυτοίς. και πορευθήτε και δουλεύσητε θεοίς ετέροις και προσκυνήσητε αυτοίς. εν οσιότητι καρδίας και εν ευθύτητι και του ποιείν κατά πάντα. και τον οίκον τούτον. ον ωκοδόμησας του θέσθαι το όνομά μου εκεί εις τον αιώνα. α έδωκε Μωυσής ενώπιον υμών. και μη φυλάξητε τας εντολάς μου και τα προστάγματά μου. καθώς ελάλησα Δαυίδ πατρί σου λέγων· ουκ εξαρθήσεταί σοι ανήρ ηγούμενος εν Ισραήλ. ος εξήγαγε τους πατέρας αυτών εξ Αιγύπτου. απορρίψω εκ προσώπου μου. 66 και εν τη ημέρα τη ογδόη εξαπέστειλε τον λαόν και ευλόγησαν τον βασιλέα. εξ οίκου δουλείας. όσα ηθέλησε ποιήσαι. ηγίακα τον οίκον τούτον. και έσονται οι οφθαλμοί μου εκεί και η καρδία μου πάσας τας ημέρας. ης εδεήθης ενώπιόν μου· πεποίηκά σοι κατά πάσαν την προσευχήν σου. δια τούτο επήγαγε Κύριος επ ‘ αυτούς την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 581 . καθώς επορεύθη Δαυίδ ο πατήρ σου. 2 και ώφθη Κύριος τω Σαλωμών δεύτερον. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ εγενήθη ως συνετέλεσε Σαλωμών οικοδομείν τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως και πάσαν την πραγματείαν Σαλωμών. 3 και είπε προς αυτόν Κύριος· ήκουσα της φωνής της προσευχής σου και της δεήσεώς σου. 9 και ερούσιν· ανθ ‘ ων εγκατέλιπον Κύριον Θεόν αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέρας. ον ηγίασα τω ονόματί μου. α ενετειλάμην αυτω. 5 και αναστήσω τον θρόνον της βασιλείας σου εν Ισραήλ εις τον αιώνα. 7 και εξαρώ τον Ισραήλ από της γης ην έδωκα αυτοίς.

5 και τα βρώματα Σαλωμών και την καθέδραν παίδων αυτού και την στάσιν λειτουργών αυτού και τον ιματισμόν αυτού και τους οινοχόους αυτού. και εκάλεσεν αυτάς Όριον έως της ημέρας ταύτης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ κακίαν ταύτην. και εισήλθε προς Σαλωμών και ελάλησεν αυτω πάντα όσα ην εν τη καρδία αυτής. 4 και είδε βασίλισσα Σαβά πάσαν την φρόνησιν Σαλωμών και τον οίκον. 10 Είκοσιν έτη εν οίς ωκοδόμησε Σαλωμών τους δύο οίκους. 28 και ήλθον εις Σωφηρά και έλαβον εκείθεν χρυσίου εκατόν είκοσι τάλαντα και ήνεγκαν τω βασιλεί Σαλωμών. ας έδωκεν αυτω Σαλωμών. τότε έδωκεν ο βασιλεύς τω Χιράμ είκοσι πόλεις εν τη γη τη Γαλιλαία. 27 και απέστειλε Χιράμ εν τη νειί των παίδων αυτού άνδρας ναυτικούς ελαύνειν ειδότας θάλασσαν μετά των παίδων Σαλωμών. ον ωκοδόμησεν εαυτω εν ταις ημέραις εκείναις. 12 και εξήλθε Χιράμ εκ Τύρου και επορεύθη εις την Γαλιλαίαν του ιδείν τας πόλεις. και την ολοκαύτωσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 582 . τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως. 11 Χιράμ ο βασιλεύς Τύρου αντελάβετο του Σαλωμών εν ξύλοις κεδρίνοις και εν ξύλοις πευκίνοις και εν χρυσίω και εν παντί θελήματι αυτού. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 9α Τότε ανήγαγε Σαλωμών την θυγατέρα Φαραώ εκ πόλεως Δαυίδ εις οίκον αυτού. 3 και απήγγειλεν αυτη Σαλωμών πάντας τους λόγους αυτής· ουκ ην λόγος παρεωραμένος παρά του βασιλέως. ον ουκ απήγγειλεν αυτη. ας έδωκάς μοι. 14 και ήνεγκε Χιράμ τω Σαλωμών εκατόν και είκοσι τάλαντα χρυσίου 26 και ναύν υπέρ ου εποίησεν ο βασιλεύς Σαλωμών εν Γασιών Γαβέρ την ούσαν εχομένην Αιλάθ επί του χείλους της εσχάτης θαλάσσης εν γη Εδώμ. αδελφέ. και κάμηλοι αίρουσαι ηδύσματα και χρυσόν πολύν σφόδρα και λίθον τίμιον. ον ωκοδόμησε. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ βασίλισσα Σαβά ήκουσε το όνομα Σαλωμών και το όνομα Κυρίου και ήλθε πειράσαι αυτόν εν αινίγμασι· 2 και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ εν δυνάμει βαρεία σφόδρα. και ουκ ήρεσαν αυτω· 13 και είπε· τι αι πόλεις αύται.

και έδωκεν αυτά ο βασιλεύς εις οίκον δρυμού του Λιβάνου. 13 και ο βασιλεύς Σαλωμών έδωκε τη βασιλίσση Σαβά πάντα. ουδέ ώφθησάν που έως της ημέρας ταύτης). όσα ητήσατο. και ιδού ουκ εισί το ήμισυ καθώς απήγγειλάν μοι· προστέθεικας αγαθά προς αυτά επί πάσαν την ακοήν. ην ανέφερεν εν οίκω Κυρίου. μακάριοι οι παίδές σου ούτοι οι παρεστηκότες ενώπιόν σου διόλου. οι ακούοντες πάσαν την φρόνησίν σου· 9 γένοιτο Κύριος ο Θεός σου ευλογημένος. 7 και ουκ επίστευσα τοις λαλούσί μοι. 6 και είπε προς τον βασιλέα Σαλωμών· αληθινός ο λόγος. 21 και πάντα τα σκεύη τα υπό του Σαλωμών γεγονότα χρυσά και λουτήρες χρυσοί. και δύο λέοντες εστηκότες παρά τας χείρας. 10 και έδωκε τω Σαλωμών εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου και ηδύσματα πολλά σφόδρα και λίθον τίμιον· ουκ εληλύθει κατά τα ηδύσματα εκείνα έτι εις πλήθος. 16 και εποίησε Σαλωμών τριακόσια δόρατα χρυσά ελατά. 18 και εποίησεν ο βασιλεύς θρόνον ελεφάντινον μέγαν και περιεχρύσωσεν αυτόν χρυσίω δοκίμω· 19 εξ αναβαθμοί εν θρόνω και προτομαί μόσχων τω θρόνω εκ των οπίσω αυτού και χείρες ένθεν και ένθεν επί του τόπου της καθέδρας. -τριακόσιοι χρυσοί επήσαν επί το δόρυ το εν. και πάντα τα σκεύη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 583 . (11 και η ναύς Χιράμ η αίρουσα το χρυσίον εκ Σουφίρ ήνεγκε ξύλα πελεκητά πολλά σφόδρα και λίθον τίμιον· 12 και εποίησεν ο βασιλεύς τα ξύλα τα πελεκητά υποστηρίγματα του οίκου Κυρίου και του οίκου του βασιλέως και νάβλας και κινύρας τοις ωδοίς· ουκ εληλύθει τοιαύτα ξύλα απελέκητα επί της γης. έως ότου παρεγενόμην και εωράκασιν οι οφθαλμοί μου. 20 και δώδεκα λέοντες εστώτες εκεί επί των εξ αναβαθμών ένθεν και ένθεν· ου γέγονεν ούτως πάση βασιλεία. και εξ εαυτής εγένετο. ην ήκουσα εν τη γη μου· 8 μακάριαι αι γυναίκές σου. α έδωκε βασίλισσα Σαβά τω βασιλεί Σαλωμών. 14 Και ην ο σταθμός του χρυσίου του εληλυθότος τω Σαλωμών εν ενιαυτω ενί εξακόσια και εξηκονταέξ τάλαντα χρυσίου. εκτός πάντων ων εδεδόκει αυτη δια χειρός του βασιλέως Σαλωμών· και απεστράφη και ήλθεν εις την γην αυτής.17 και τριακόσια όπλα χρυσά ελατά -και τρεις μναί ενήσαν χρυσού εις το όπλον το εν. ος ηθέλησεν εν σοί δούναί σε επί θρόνον Ισραήλ· δια το αγαπάν Κύριον τον Ισραήλ στήσαι εις τον αιώνα και έθετό σε βασιλέα επ ‘ αυτούς του ποιείν κρίμα εν δικαιοσύνη και εν κρίμασιν αυτών. αυτή και πάντες οι παίδες αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. ον ήκουσα εν τη γη μου περί του λόγου σου και περί της φρονήσεώς σου. όσα ηθέλησεν. 15 χωρίς των φόρων των υποτεταγμένων και των εμπόρων και πάντων των βασιλέων του πέραν και των σατραπών της γης.

ότι ουκ ην λογιζόμενον εν ταις ημέραις Σαλωμών· 22 ότι ναύς Θαρσίς τω βασιλεί Σαλωμών εν τη θαλάσση μετά των νηών Χιράμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οίκου δρυμού του Λιβάνου χρυσίω συγκεκλεισμένα. των μη εκ των υιών Ισραήλ όντων. 26α και ην ηγούμενος πάντων των βασιλέων από του ποταμού και έως γης αλλοφύλων και έως ορίων Αιγύπτου. ότι αυτοί ήσαν άνδρες οι πολεμισταί και παίδες αυτού και άρχοντες και τρισσοί αυτού και άρχοντες των αρμάτων αυτού και ιππείς αυτού. 28 και η έξοδος Σαλωμών των ιππέων και εξ Αιγύπτου και εκ Θεκουέ. άρμα αντί εκατόν αργυρίου και ίππος αντί πεντήκοντα αργυρίου· και ούτως πάσι τοις βασιλεύσι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 584 . 22β πάντα τον λαόν τον υπολελειμμένον υπό του Χετταίου και του Αμορραίου και του Φερεζαίου και του Χαναναίου και του Ευαίου και του Ιεβουσαίου και του Γεργεσαίου. ην επραγματεύσατο οικοδομήσαι εν Ιερουσαλήμ και εν πάση τη γη. ουκ ην αργύριον. τα τέκνα αυτών τα υπολελειμμένα μετ ‘ αυτού εν τη γη. ους ουκ εδύναντο οι υιοί Ισραήλ εξολοθρεύσαι αυτούς. 27καί έδωκεν ο βασιλεύς το χρυσίον και το αργύριον εν Ιερουσαλήμ ως λίθους. ης έδωκε Κύριος τη καρδία αυτού. 25 και αυτοί έφερον έκαστος τα δώρα. 22α Αύτη ην η πραγματεία της προνομής. και τας κέδρους έδωκεν ως συκαμίνους τας εν τη πεδινή εις πλήθος. του περιφράξαι τον φραγμόν της πόλεως Δαυίδ και την Ασσούρ και την Μαγδάλ και την Γαζέρ και την Βαιθωρών την ανωτέρω και την Ιεθαρμάθ και πάσας τας πόλεις των αρμάτων και πάσας τας πόλεις των ιππέων και την πραγματείαν Σαλωμών. 24 και πάντες βασιλείς της γης εζήτουν το πρόσωπον Σαλωμών του ακούσαι της φρονήσεως αυτού. στακτήν και ηδύσματα και ίππους και ημιόνους το κατ ‘ ενιαυτόν ενιαυτω. και ανήγαγεν αυτούς Σαλωμών εις φόρον έως της ημέρας ταύτης. μία δια τριών ετών ήρχετο τω βασιλεί ναύς εκ θαρσίς χρυσίου και αργυρίου και λίθων τορευτών και πελεκητών. και έθετο αυτάς εν ταις πόλεσι των αρμάτων και μετά του βασιλέως εν Ιερουσαλήμ. του μη κατάρξαι αυτού. έμποροι του βασιλέως ελάμβανον εκ Θεκουέ εν αλλάγματι· 29 και ανέβαινεν η έξοδος εξ Αιγύπτου. σκεύη χρυσά και ιματισμόν. 26 και ήσαν τω Σαλωμών τέσσαρες χιλιάδες θήλειαι ίπποι εις άρματα και δώδεκα χιλιάδες ιππέων. ης ανήνεγκεν ο βασιλεύς Σαλωμών οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως και το τείχος Ιερουσαλήμ και την άκραν. 22γ και εκ των υιών Ισραήλ ουκ έδωκε Σαλωμών πράγμα. 23 Και εμεγαλύνθη Σαλωμών υπέρ πάντας τους βασιλείς της γης πλούτω και φρονήσει.

ειδώλω Μωάβ και τω βασιλεί αυτών ειδώλω υιών Αμμών 6 και τη Αστάρτη βδελύγματι Σιδωνίων. 8 και εποίησε Σαλωμών το πονηρόν ενώπιον Κυρίου· ουκ επορεύθη οπίσω Κυρίου ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού. καθώς η καρδία Δαυίδ του πατρός αυτού. ότι εξέκλινε καρδίαν αυτού από Κυρίου Θεού Ισραήλ του οφθέντος αυτω δις 10 και εντειλαμένου αυτω υπέρ του λόγου τούτου. και εξέκλιναν γυναίκες αι αλλότριαι την καρδίαν αυτού οπίσω θεών αυτών.] 4 και εγενήθη εν καιρω γήρους Σαλωμών και ουκ ην η καρδία αυτού τελεία μετά Κυρίου Θεού αυτού. μη εκκλίνωσι τας καρδίας υμών οπίσω ειδώλων αυτών· εις αυτούς εκολλήθη Σαλωμών του αγαπήσαι [3 Και ήσαν αυτω γυναίκες άρχουσαι επτακόσιαι και παλλακαί τριακόσιαι και εξέκλιναν γυναίκες αυτού την καρδίαν αυτού. 7 και ούτως εποίησε πάσαις ταις γυναιξίν αυτού ταις αλλοτρίαις. και έλαβε γυναίκας αλλοτρίας και την θυγατέρα Φαραώ. 11 και είπε Κύριος προς Σαλωμών· ανθ ‘ ων εγένετο ταύτα μετά σου και ουκ εφύλαξας τας εντολάς μου και τα προστάγματά μου. 5 τότε ωκοδόμησε Σαλωμών υψηλόν τω Χαμώς. αι εθυμίων και έθυον τοις ειδώλοις αυτών. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Σαλωμών ην φιλογύνης. Αμμανίτιδας. 12 πλήν εν ταις ημέραις σου ου ποιήσω αυτά δια Δαυίδ τον πατέρα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 585 . 2 εκ των εθνών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Χεττιϊν και βασιλεύσι Συρίας κατά θάλασσαν εξεπορεύοντο. ων απείπε Κύριος τοις υιοίς Ισραήλ· ουκ εισελεύσεσθε εις αυτούς. α ενετειλάμην σοι. Μωαβίτιδας. α ενετείλατο αυτω Κύριος ο Θεός. και ήσαν αυτω γυναίκες άρχουσαι επτακόσιαι και παλλακαί τριακόσιαι. 9 και ωργίσθη Κύριος επί Σαλωμών. το παράπαν μη πορευθήναι οπίσω θεών ετέρων και φυλάξασθαι ποιήσαι. ουδ ‘ ην η καρδία αυτού τελεία μετά Κυρίου κατά την καρδίαν Δαυίδ του πατρός αυτού. διαρρήσσων διαρρήξω την βασιλείαν σου εκ χειρός σου και δώσω αυτήν τω δούλω σου. Χετταίας και Αμορραίας. και αυτοί ουκ εισελεύσονται εις υμάς. Σύρας και Ιδουμαίας.

και Άδερ ο Ιδουμαίος εκ του σπέρματος της βασιλείας εν Ιδουμαία· 15 και εγένετο εν τω εξολοθρεύσαι Δαυίδ τον Εδώμ εν τω πορευθήναι Ιωάβ άρχοντα της στρατιάς θάπτειν τους τραυματίας.17 και απέδρα Άδερ. και εισήλθεν Άδερ προς Φαραώ. 19 και εύρεν Άδερ χάριν εναντίον Φαραώ σφόδρα. ην εποίησεν Άδερ· και εβαρυθύμησεν εν Ισραήλ και εβασίλευσεν εν γη Εδώμ [23 Και ήγειρε Κύριος σατάν τω Σαλωμών τον Ραζών υιόν Ελιαδαέ τον Βαραμεέθ Αδαδεζέρ βασιλέα Σουβά κύριον αυτού. και εξέθρεψεν αυτόν Θεκεμίνα εν μέσω υιών Φαραώ. και ιδού συ ζητείς απελθείν εις την γην σου. 14 Και ήγειρε Κύριος σατάν τω Σαλωμών τον Άδερ τον Ιδουμαίον και τον Εσρώμ υιόν Ελιαδαέ. 21 και Άδερ ήκουσεν εν Αιγύπτω ότι κεκοίμηται Δαυίδ μετά των πατέρων αυτού. 24 και συνηθροίσθησαν επ ‘ αυτόν άνδρες και ην άρχων συστρέμματος εν τω αποκτείνειν Δαυίδ αυτούς. αδελφήν Θεκεμίνας την μείζω. και εισήλθον εις Αίγυπτον· και Άδερ παιδάριον μικρόν. 20 και έτεκεν αυτω η αδελφή Θεκεμίνας τω Άδερ τον Γανηβάθ υιόν αυτής. αύτη η κακία. και ην άρχων συστρέμματος και προκατελάβετο την Δαμασέκ· και ήσαν σατάν τω Ισραήλ πάσας τας ημέρας Σαλωμών. ότι εξαποστέλλων εξαποστελείς με· και ανέστρεψεν Άδερ εις την γην αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σου· εκ χειρός υιού σου λήψομαι αυτήν. και έδωκεν αυτω γυναίκα αδελφήν της γυναικός αυτού. αυτός και πάντες άνδρες Ιδουμαίοι των παίδων του πατρός αυτού μετ ‘ αυτού. τον εν Ραεμμάθ Αδραζάρ βασιλέα Σουβά κύριον αυτού· και συνηθροίσθησαν επ ‘ αυτόν άνδρες. και ότι τέθνηκεν Ιωάβ ο άρχων της στρατιάς· και είπεν Άδερ προς Φαραώ· εξαπόστειλόν με και αποστρέψω εις την γην μου. 13 πλήν όλην την βασιλείαν ου μη λάβω· σκήπτρον εν δώσω τω υιω σου δια Δαυίδ τον δούλόν μου και δια Ιερουσαλήμ την πόλιν. και έκοψαν παν αρσενικόν εν τη Ιδουμαία -16 ότι εξ μήνας ενεκάθητο εκεί Ιωάβ και πας Ισραήλ εν τη Ιδουμαία. και επορεύθησαν εις Δαμασκόν και εκάθισαν εν αυτω και εβασίλευσεν εν Δαμασκω 25 και εγένετο αντικείμενος τω Ισραήλ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 586 . και έδωκεν αυτω οίκον και άρτους διέταξεν αυτω. και ην Γανηβάθ εν μέσω υιών Φαραώ. και είπεν αυτω Άδερ. έως ότου εξωλόθρευσε παν αρσενικόν εν τη Ιδουμαία. 18 και ανίστανται άνδρες εκ της πόλεως Μαδιάμ και έρχονται εις Φαράν και λαμβάνουσιν άνδρας μεθ ‘ εαυτών και έρχονται προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου. 22 και είπε Φαραώ τω Άδερ· τίνι συ ελαττονή μετ ‘ εμού. ην εξελεξάμην.

και ο βασιλεύς Σαλωμών ωκοδόμησε την άκραν. 35 και λήψομαι την βασιλείαν εκ χειρός του υιού αυτού και δώσω σοι τα δέκα σκήπτρα. 34 και ου μη λάβω την βασιλείαν όλην εκ χειρός αυτού. συνέκλεισε τον φραγμόν της πόλεως Δαυίδ του πατρός αυτού. 29 και εγενήθη εν τω καιρω εκείνω και Ιεροβοάμ εξήλθεν εξ Ιερουσαλήμ και εύρεν αυτόν Αχιά ο Σηλωνίτης ο προφήτης εν τη οδω και απέστησεν αυτόν εκ της οδού· και Αχιά περιβεβλημένος ιματίω καινω. 37 και σε λήψομαι και βασιλεύσεις εν οίς επιθυμεί η ψυχή σου. καθώς εποίησε Δαυίδ ο δούλός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ πάσας τας ημέρας Σαλωμών. 32 και δύο σκήπτρα έσονται αυτω δια τον δούλόν μου Δαυίδ και δια Ιερουσαλήμ την πόλιν.] ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 26 Και Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ ο Εφραθί εκ της Σαριρά υιος γυναικός χήρας δούλος Σαλωμών. ην εξελεξάμην εν αυτη εκ πασών φυλών Ισραήλ. 28 και ο άνθρωπος Ιεροβοάμ ισχυρός δυνάμει. 41 Και τα λοιπά των λόγων Σαλωμών και πάντα. και πορευθής εν ταις οδοίς μου και ποιήσης το ευθές ενώπιον εμού του φυλάξασθαι τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου. καθώς ωκοδόμησα τω Δαυίδ. ότι τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ ρήσσω την βασιλείαν εκ χειρός Σαλωμών και δώσω σοι δέκα σκήπτρα. ην εξελεξάμην εμαυτω του θέσθαι το όνομά μου εκεί. δια τον Δαυίδ τον δούλόν μου. ον εξελεξάμην αυτόν. και συ έση βασιλεύς επί τον Ισραήλ. 36 τω δε υιω αυτού δώσω τα δύο σκήπτρα. 33 και ανθ ‘ ων εγκατέλιπέ με και εποίησε τη Αστάρτη βδελύγματι Σιδωνίων και τω Χαμώς και τοις ειδώλοις Μωάβ και τω βασιλεί αυτών προσοχθίσματι υιών Αμμών και ουκ επορεύθη εν ταις οδοίς μου του ποιήσαι το ευθές ενώπιον εμού. 30 και επελάβετο Αχιά του ιματίου αυτού του καινού του επ ‘ αυτω και διέρρηξεν αυτόν δώδεκα ρήγματα 31 και είπε τω Ιεροβοάμ· λάβε σεαυτω δέκα ρήγματα. όπως ή θέσις τω δούλω μου Δαυίδ πάσας τας ημέρας ενώπιον εμού εν Ιερουσαλήμ τη πόλει. όσα αν εντείλωμαί σοι. και έσομαι μετά σου και οικοδομήσω σοι οίκον πιστόν. και είδε Σαλωμών το παιδάριον ότι ανήρ έργων εστί. και πάσαν την φρόνησιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 587 . όσα εποίησε. και κατέστησεν αυτόν επί τας άρσεις οίκου Ιωσήφ. και αμφότεροι μόνοι εν τω πεδίω. 40 και εζήτησε Σαλωμών θανατώσαι τον Ιεροβοάμ. 27 και τούτο το πράγμα ως επήρατο χείρας επί βασιλέα Σαλωμών. έως ου απέθανε Σαλωμών. διότι αντιτασσόμενος αντιτάξομαι αυτω πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. 38 και έσται εάν φυλάξης πάντα. και ανέστη και απέδρα εις Αίγυπτον προς Σουσακίμ βασιλέα Αιγύπτου και ην εν Αιγύπτω. ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού.

42 και αι ημέραι. -και αυτού έτι όντος εν Αιγύπτω ως έφυγεν εκ προσώπου Σαλωμών και εκάθητο εν Αιγύπτω. και εγενήθη ως ήκουσεν Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ. και συ νυν κούφισον από της δουλείας του πατρός σου της σκληράς και από του κλοιού αυτού του βαρέως.κατευθύνει και έρχεται εις την πόλιν αυτού εις την γην Σαριρά την εν όρει Εφραίμ. 5 και είπεν προς αυτούς· απέλθετε έως ημερών τριών και αναστρέψατε προς με· και απήλθον. και τι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 588 . [2 Και εγένετο ως ήκουσεν Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ και αυτού έτι όντος εν Αιγύπτω. και δουλεύσομέν σοι. 43 και εκοιμήθη Σαλωμών μετά των πατέρων αυτού. 6 και απήγγειλεν ο βασιλεύς τοις πρεσβυτέροις. και εβασίλευσε Ροβοάμ ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. ουκ ιδού ταύτα γέγραπται εν βιβλίω ρημάτων Σαλωμών. και έφυγεν εκ προσώπου του βασιλέως Σαλωμών και επέστρεψεν Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου. ας εβασίλευε Σαλωμών εν Ιερουσαλήμ επί πάντα Ισραήλ τεσσαράκοντα έτη. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ πορεύεται βασιλεύς Ροβοάμ εις Σίκιμα. 44 και ο βασιλεύς Σαλωμών εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού. και συνεβουλεύσατο μετά των παιδαρίων των εκτραφέντων μετ ‘ αυτού των παρεστηκότων προς προσώπου αυτού 9 και είπεν αυτοίς· τι υμείς συμβουλεύετε. και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού. και έσονταί σοι δούλοι πάσας τας ημέρας. ότι εις Σίκιμα ήρχοντο πας Ισραήλ βασιλεύσαι αυτόν. 8 και εγκατέλιπε την βουλήν των πρεσβυτέρων. α συνεβουλεύσαντο αυτω. 7 και ελάλησαν προς αυτόν λέγοντες· ει εν τη ημέρα ταύτη έση δούλος τω λαω τούτω και δουλεύσεις αυτοίς και λαλήσεις προς αυτούς λόγους αγαθούς. οί ήσαν παρεστώτες ενώπιον Σαλωμών του πατρός αυτού έτι ζώντος αυτού λέγων· Πως υμείς βουλεύεσθε και αποκριθώ τω λαω τούτω λόγον.] 3 και ελάλησεν ο λαός προς τον βασιλέα Ροβοάμ λέγοντες· 4 ο πατήρ σου εβάρυνε τον κλοιόν ημών. 3 και απέστειλαν και εκάλεσαν αυτόν και ήλθεν Ιεροβοάμ και πάσα η εκκλησία Ισραήλ. ου έδωκεν εφ ‘ ημάς.

Δαυίδ. καθότι ελάλησεν αυτοίς ο βασιλεύς λέγων· αναστράφητε προς με τη ημέρα τη τρίτη. 15 και ουκ ήκουσεν ο βασιλεύς του λαού. 21 και Ροβοάμ εισήλθεν εις Ιερουσαλήμ και εξεκκλησίασε την συναγωγήν Ιούδα και σκήπτρον Βενιαμίν εκατόν και είκοσι χιλιάδας νεανιών ποιούντων πόλεμον. καγώ προσθήσω επί τον κλοιόν υμών· ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς εν μάστιξι. οι παρεστηκότες προ προσώπου αυτού λέγοντες· τάδε λαλήσεις τω λαω τούτω τοις λαλήσασι προς σε λέγοντες· ο πατήρ σου εβάρυνε τον κλοιόν ημών και συ νυν κούφισον αφ ‘ ημών. 10 και ελάλησαν προς αυτόν τα παιδάρια τα εκτραφέντα μετ ‘ αυτού. 13 και απεκρίθη ο βασιλεύς προς τον λαόν σκληρά. 16 και είδον πας Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκριθώ τω λαω τούτω τοις λέγουσι προς με λεγόντων· κούφισον από του κλοιού. 19 και ηθέτησεν Ισραήλ εις τον οίκον Δαυίδ έως της ημέρας ταύτης. και ελιθοβόλησαν αυτόν εν λίθοις και απέθανε· και ο βασιλεύς Ροβοάμ έφθασεν αναβήναι του φυγείν εις Ιερουσαλήμ. και απήλθεν Ισραήλ εις τα σκηνώματα αυτού. Ισραήλ. ό ελάλησεν εν χειρί Αχιά του Σηλωνίτου περί Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 12 και παρεγένοντο πας Ισραήλ προς τον βασιλέα Ροβοάμ εν τη ημέρα τη τρίτη. και ουκ έστιν ημίν κληρονομία εν υιω Ιεσσαί· απότρεχε. ου έδωκεν ο πατήρ σου εφ ‘ ημάς. 14 και ελάλησε προς αυτούς κατά την βουλήν των παιδαρίων λέγων· ο πατήρ μου εβάρυνε τον κλοιόν υμών. 18 και απέστειλεν ο βασιλεύς τον Αδωνιράμ τον επί του φόρου. τάδε λαλήσεις προς αυτούς· η μικρότης μου παχυτέρα της οσφύος του πατρός μου· 11 και νυν ο πατήρ μου επεσάσσετο υμάς κλοιω βαρεί. ότι ουκ ήκουσεν ο βασιλεύς αυτών. και απέστειλαν και εκάλεσαν αυτόν εις την συναγωγήν και εβασίλευσαν αυτόν επί Ισραήλ· και ουκ ην οπίσω οίκου Δαυίδ πάρεξ σκήπτρου Ιούδα και Βενιαμίν μόνοι. όπως στήση το ρήμα αυτού. ότι ην μεταστροφή παρά Κυρίου. και εγκατέλιπε Ροβοάμ την βουλήν των πρεσβυτέρων. καγώ παιδεύσω υμάς εν σκορπίοις. καγώ προσθήσω επί τον κλοιόν υμών· ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς εν μάστιξιν. εις τα σκηνώματά σου· νυν βόσκε τον οίκόν σου. 22 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Σαμαίαν άνθρωπον του Θεού λέγων· 23 ειπόν τω Ροβοάμ υιω Σαλωμών βασιλεί Ιούδα και προς πάντα οίκον Ιούδα και Βενιαμίν και τω καταλοίπω του λαού λέγων· 24 τάδε λέγει Κύριος· ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 589 . επιστρέψαι την βασιλείαν Ροβοάμ υιω Σαλωμών. 20 και εγένετο ως ήκουσε πας Ισραήλ ότι ανέκαμψεν Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου. και απεκρίθη ο λαός τω βασιλεί λέγων· τις ημίν μερίς εν Δαυίδ. εγώ δε παιδεύσω υμάς εν σκορπίοις. α συνεβουλεύσαντο αυτω. του πολεμείν προς οίκον Ισραήλ.

και εφοβήθη και απέδρα αυτός προς Σουσακίμ βασιλέα Αιγύπτου και ην μετ ‘ αυτού έως απέθανε Σαλωμών. και ήκουσαν του λόγου Κυρίου και κατέπαυσαν του πορευθήναι κατά το ρήμα Κυρίου. και όνομα της μητρός αυτού Σαριρά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναβήσεσθε ουδέ πολεμήσετε μετά των αδελφών υμών υιών Ισραήλ· αποστρεφέτω έκαστος εις τον οίκον εαυτού. και όνομα αυτω Ιεροβοάμ. και εβασίλευσε Ροβοάμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού εν Ιερουσαλήμ υιος ων εκκαίδεκα ετών εν τω βασιλεύειν αυτόν. και είπεν Ιεροβοάμ προς την γυναίκα αυτού· ανάστηθι και λαβέ εις την χείρά σου τω ανθρώπω του Θεού άρτους και κολλύρια τοις τέκνοις αυτού και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 590 . και επορεύθη Ιεροβοάμ ερωτήσαι περί του παιδαρίου· και είπε προς Ανώ την γυναίκα αυτού· ανάστηθι και πορεύου. 24δ και ήκουσεν Ιεροβοάμ εν Αιγύπτω ότι τέθνηκε Σαλωμών. και όνομα της μητρός αυτού Ναανάν. και ωκοδόμησε τω Σαλωμών την Σαριρά την εν όρει Εφραίμ. και ουκ επορεύθη εν οδω Δαυίδ του πατρός αυτού. 24ζ και είπεν Ιεροβοάμ προς Σουσακίμ· όντως εξαπόστειλόν με και απελεύσομαι. ούτος συνέκλεισε την πόλιν Δαυίδ και ην επαιρόμενος επί την βασιλείαν. και δώδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 24β και ην άνθρωπος εξ όρους Εφραίμ δούλος τω Σαλωμών. θυγάτηρ Ανάν υιού Ναάς βασιλέως υιών Αμμών· και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. ότι παρ ‘ εμού γέγονε το ρήμα τούτο. επερώτησον τον Θεόν περί του παιδαρίου. γυνή πόρνη· και έδωκεν αυτόν Σαλωμών εις άρχοντα σκυτάλης επί άρσεις οίκου Ιωσήφ. ει ζήσεται εκ της αρρωστίας αυτού. και ρήμα Κυρίου μετ ‘ αυτού. και ούτος ην υιος εξήκοντα ετών. αδελφήν Θεκεμίνας την πρεσβυτέραν της γυναικός αυτού αυτω εις γυναίκα· αύτη ην μεγάλη εν μέσω των θυγατέρων του βασιλέως και έτεκε τω Ιεροβοάμ τον Αβιά υιόν αυτού. 24α Και ο βασιλεύς Σαλωμών κοιμάται μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. 24θ και άνθρωπος ην εν Σηλώμ και όνομα αυτω Αχιά. 24η Και ηρώστησε το παιδάριον αυτού αρρωστίαν κραταιάν σφόδρα. και ήσαν αυτώ τριακόσια άρματα ίππων· ούτος ωκοδόμησε την άκραν εν ταις άρσεσιν οίκου Εφραίμ. και εξήλθεν Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου και ήλθεν εις γην Σαριρά την εν όρει Εφραίμ· και συνάγεται εκεί παν σκήπτρον Εφραίμ· και ωκοδόμησεν εκεί Ιεροβοάμ χάρακα. 24ε και Σουσακίμ έδωκε τω Ιεροβοάμ την Ανώ. 24γ και εζήτει Σαλωμών θανατώσαι αυτόν. και ελάλησεν εις τα ώτα Σουσακίμ βασιλέως Αιγύπτου λέγων· εξαπόστειλόν με και απελεύσομαι εγώ εις την γην μου· και είπεν αυτω Σουσακίμ· αίτησαί τι αίτημα και δώσω σοι.

και ελάλησε Ροβοάμ εις τα ώτα αυτών καθώς απέστειλεν ο λαός προς αυτόν και είπον οι πρεσβύτεροι του λαού· ούτως ελάλησε προς σε ο λαός. και έλαβεν Ιεροβοάμ· και είπε Σαμαίας· τάδε λέγει Κύριος επί τας δέκα φυλάς του Ισραήλ. και τον τεθνηκότα εν τω αγρω καταφάγεται τα πετεινά του ουρανού. και εξήλθεν η κραυγή εις απαντήν. και το παιδάριον κόψονται· ουαί Κύριε. 24ο Και είπεν ο λαός προς Ροβοάμ υιόν Σαλωμών· ο πατήρ σου εβάρυνε τον κλοιόν αυτού εφ ‘ ημάς και εβάρυνε τα βρώματα της τραπέζης αυτού· και νυν ει κουφιείς εφ ‘ ημάς και δουλεύσομέν σοι. τάδε λέγει Κύριος· ιδού συ απελεύση απ ‘ εμού. 24ρ και διεσκέδασε Ροβοάμ την βουλήν αυτών. και είπεν αυτη Αχιά· ινατί ενήνοχάς μοι άρτους και σταφυλήν και κολλύρια και στάμνον μέλιτος. και εγένετο ελθούσης αυτής εις την πόλιν προς Αχιά τον Σηλωνίτην και είπεν Αχιά τω παιδαρίω αυτού· έξελθε δη εις απαντήν Ανώ τη γυναικί Ιεροβοάμ και ερείς αυτη· είσελθε και μη στης. και οι οφθαλμοί αυτού ημβλυώπουν του ιδείν. και έσονται οι τεθνηκότες του Ιεροβοάμ εν τη πόλει καταφάγονται οι κύνες. και ουκ ήρεσεν ενώπιον αυτού· και απέστειλε και εισήγαγε τους συντρόφους αυτού και ελάλησεν αυτοίς· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 591 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σταφυλήν και στάμνον μέλιτος. 24μ ότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εξολοθρεύσω του Ιεροβοάμ ουρούντα προς τοίχον. ως ήκουσε. 24λ και εισήλθεν Ανώ προς τον άνθρωπον του Θεού. και εγένετο ως εισήλθεν εις την Σαριρά. και λόγος Κυρίου εγένετο προς Σαμαίαν τον Ελαμί λέγων· λαβέ σεαυτω ιμάτιον καινόν το ουκ εισεληλυθός εις ύδωρ και ρήξον αυτό δώδεκα ρήγματα και δώσεις τω Ιεροβοάμ και ερείς αυτω· τάδε λέγει Κύριος· λάβε σεαυτω δέκα ρήγματα του περιβαλέσθαι σε. και το παιδάριον απέθανε. και έσται εισελθούσης σου την πόλιν εις Σαριρά και τα κοράσιά σου εξελεύσονταί σοι εις συνάντησιν και ερούσί σοι· το παιδάριον τέθνηκεν. 24ξ Και επορεύθη Ιεροβοάμ εις Σίκιμα την εν όρει Εφραίμ και συνήθροισεν εκεί τας φυλάς του Ισραήλ. και ανέστη η γυνή 24ι και έλαβεν εις την χείρα αυτής άρτους και δύο κολλύρια και σταφυλήν και στάμνον μέλιτος τω Αχιά· και ο άνθρωπος πρεσβύτερος. και είπε Ροβοάμ προς τον λαόν· έτι τριών ημερών και αποκριθήσομαι υμίν ρήμα. ότι ευρέθη εν αυτω ρήμα καλόν περί του Κυρίου. και ανέβη εκεί Ροβοάμ υιος Σαλωμών. ότι τάδε λέγει Κύριος· σκληρά εγώ επαποστέλλω επί σε. 24ν και απήλθεν η γυνή. 24κ και ανέστη εκ Σαριρά και πορεύεται. 24π και είπε Ροβοάμ· εισαγάγετέ μοι τους πρεσβυτέρους και συμβουλεύσομαι μετ ‘ αυτών τι αποκριθώ τω λαω ρήμα εν τη ημέρα τη τρίτη.

και είπαν οι σύντροφοι αυτού· ούτως λαλήσεις προς τον λαόν λέγων· η μικρότης μου παχυτέρα υπέρ την οσφύν του πατρός μου· ο πατήρ μου εμαστίγου υμάς μάστιξιν. έκαστος τω πλησίον αυτού. 24φ και εγένετο ενισταμένου του ενιαυτού και συνήθροισε Ροβοάμ πάντα άνδρα Ιούδα και Βενιαμίν και ανέβη του πολεμείν προς Ιεροβοάμ εις Σίκιμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτα και ταύτα απέσταλκεν ο λαός προς με λέγων. 32 και εποίησεν Ιεροβοάμ εορτήν εν τω μηνί τω ογδόω εν τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός κατά την εορτήν την εν γη Ιούδα και ανέβη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 592 . και επιστραφήσεται καρδία του λαού προς Κύριον και κύριον αυτών. και είασαν τον οίκον Κυρίου. 24τ και είπε πας ο λαός ως ανήρ εις. 24υ και διεσπάρη πας ο λαός εκ Σικίμων. Ισραήλ. 28 και εβουλεύσατο ο βασιλεύς και επορεύθη και εποίησε δύο δαμάλεις χρυσάς· και είπε προς τον λαόν· ικανούσθω υμίν αναβαίνειν εις Ιερουσαλήμ· ιδού θεοί σου. εγώ δε κατάρξω υμάς εν σκορπίοις. οί ουκ ήσαν εκ των υιών Λευί. 29 και έθετο την μίαν εν Βαιθήλ και την μίαν έδωκεν εν Δάν. 30 και εγένετο ο λόγος ούτος εις αμαρτίαν· και επορεύετο ο λαός προ προσώπου της μιάς έως Δάν. 25 Και ωκοδόμησεν Ιεροβοάμ την Σίκιμα την εν όρει Εφραίμ και κατώκει εν αυτη· και εξήλθεν εκείθεν και ωκοδόμησε την Φανουήλ. ότι ο άνθρωπος ούτος ουκ εις άρχοντα ουδέ εις ηγούμενον. 26 και είπεν Ιεροβοάμ εν τη καρδία αυτού· ιδού νυν επιστρέψει η βασιλεία εις οίκον Δαυίδ· 27 εάν αναβή ο λαός ούτος αναφέρειν θυσίαν εν οίκω Κυρίου εις Ιερουσαλήμ. και απήλθον έκαστος εις το σκήνωμα αυτού. προς Ροβοάμ βασιλέα Ιούδα. και απεκρίθη τω λαω καθώς συνεβούλευσαν αυτω οι σύντροφοι αυτού τα παιδάρια. και αποκτενούσί με. 24χ και εγένετο ρήμα Κυρίου προς Σαμαίαν άνθρωπον του Θεού λέγων· ειπόν τω Ροβοάμ βασιλεί Ιούδα και προς πάντα οίκον Ιούδα και Βενιαμίν και προς το κατάλειμμα του λαού λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ουκ αναβήσεσθε ουδέ πολεμήσετε προς τους αδελφούς υμών υιούς Ισραήλ· αναστρέφετε έκαστος εις τον οίκον αυτού. 31 και εποίησεν οίκους εφ ‘ υψηλών και εποίησεν ιερείς μέρος τι εκ του λαού. και κατεκράτησε Ροβοάμ και απήλθε και ανέβη επί το άρμα αυτού και εισήλθεν εις Ιερουσαλήμ. 24ψ και ήκουσαν του λόγου Κυρίου και ανέσχον μη πορευθήναι κατά το ρήμα Κυρίου. ότι παρ ‘ εμού γέγονε το ρήμα τούτο. 24σ και ήρεσε το ρήμα ενώπιον Ροβοάμ. οι αναγαγόντες σε εκ γης Αιγύπτου. και ανέκραξαν άπαντες λέγοντες· ου μερίς ημίν εν Δαυίδ ουδέ κληρονομία εν υιω Ιεσσαί· έκαστος εις τα σκηνώματά σου Ισραήλ. και πορεύονται οπίσω αυτού παν σκήπτρον Ιούδα και παν σκήπτρον Βενιαμίν.

και Ιεροβοάμ ειστήκει επί το θυσιαστήριον επιθύσαι. ην εξέτεινεν επ ‘ αυτόν. τάδε λέγει Κύριος· ιδού υιος τίκτεται τω οίκω Δαυίδ. 3 και δώσει εν τη ημέρα εκείνη τέρας λέγων· τούτο το ρήμα ό ελάλησε Κύριος λέγων· ιδού το θυσιαστήριον ρήγνυται. και εποίησεν εορτήν τοις υιοίς Ισραήλ και ανέβη επί το θυσιαστήριον του επιθύσαι. ό εποίησεν εν Βαιθήλ. και ουκ εδυνήθη επιστρέψαι αυτήν προς αυτόν. και εδεήθη ο άνθρωπος του Θεού του προσώπου Κυρίου. και εγένετο καθώς το πρότερον. 7 και ελάλησεν ο βασιλεύς προς τον άνθρωπον του Θεού· είσελθε μετ ‘ εμού εις οίκον και αρίστησον. του θύειν ταις δαμάλεσιν. 2 και επεκάλεσε προς το θυσιαστήριον εν λόγω Κυρίου και είπε· θυσιαστήριον θυσιαστήριον. ό έδωκεν ο άνθρωπος του Θεού εν λόγω Κυρίου. ό εποίησε. 6 και είπεν ο βασιλεύς Ιεροβοάμ τω ανθρώπω του Θεού· δεήθητι του προσώπου Κυρίου του Θεού σου. 5 και το θυσιαστήριον ερράγη. και δώσω σοι δόμα. και εξέτεινεν ο βασιλεύς την χείρα αυτού από του θυσιαστηρίου λέγων· συλλάβετε αυτόν· και ιδού εξηράνθη η χείρ αυτού. 4 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ιεροβοάμ των λόγων του ανθρώπου του Θεού του επικαλεσαμένου επί το θυσιαστήριον το εν Βαιθήλ. και θύσει επί σε τους ιερείς των υψηλών τους επιθύοντας επί σε και οστά ανθρώπων καύσει επί σε. 33 και ανέβη επί το θυσιαστήριον. τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα εν τω μηνί τω ογδόω εν τη εορτη. Ιωσίας όνομα αυτω. 8 και είπεν ο άνθρωπος του Θεού προς τον βασιλέα· εάν δως μοι το ήμισυ του οίκου σου. και επιστρεψάτω η χείρ μου προς εμέ. ή επλάσατο από καρδίας αυτού. ων εποίησε. ουκ εισελεύσομαι μετά σου ουδέ μη φάγω άρτον ουδέ μη πίω ύδωρ εν τω τόπω τούτω· 9 ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 593 . Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ ιδού άνθρωπος του Θεού εξ Ιούδα παρεγένετο εν λόγω Κυρίου εις Βαιθήλ. και εκχυθήσεται η πιότης η επ ‘ αυτω. και παρέστησεν εν Βαιθήλ τους ιερείς των υψηλών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί το θυσιαστήριον. αις εποίησε. και εξεχύθη η πιότης από του θυσιαστηρίου κατά το τέρας. και επέστρεψε την χείρα του βασιλέως προς αυτόν.

ου ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 594 . 25 και ιδού άνδρες παραπορευόμενοι και είδον το θνησιμαίον ερριμμένον εν τη οδω και ο λέων ειστήκει εχόμενα του θνησιμαίου· και εισήλθον και ελάλησαν εν τη πόλει. και επέστρεψε. 20 και εγένετο αυτών καθημένων επί της τραπέζης. ή επορεύθης εν αυτη. 18 και είπε προς αυτόν· καγώ προφήτης ειμί καθώς συ. και δεικνύουσιν αυτω οι υιοί αυτού την οδόν. και πιέτω ύδωρ· και εψεύσατο αυτω. 16 και είπεν· ου μη δύνωμαι του επιστρέψαι μετά σου ουδέ μη φάγομαι άρτον ουδέ πίομαι ύδωρ εν τω τόπω τούτω· 17 ότι ούτως εντέταλταί μοι εν λόγω Κύριος λέγων· μη φάγης άρτον εκεί και μη πίης ύδωρ και μη επιστρέψης εκεί εν τη οδω. 23 και εγένετο μετά το φαγείν αυτόν άρτον και πιείν ύδωρ. 19 και επέστρεψεν αυτόν και έφαγεν άρτον και έπιεν ύδωρ εν τω οίκω αυτού. και ο λέων ειστήκει παρά το σώμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτως ενετείλατό μοι Κύριος εν λόγω λέγων· μη φάγης άρτον και μη πίης ύδωρ και μη επιστρέψης εν τη οδώ. εν ή ανήλθεν ο άνθρωπος του Θεού ο ελθών εξ Ιούδα. 11 Και προφήτης εις πρεσβύτης κατώκει εν Βαιθήλ. και έρχονται οι υιοί αυτού και διηγήσαντο αυτω πάντα τα έργα. 24 και απήλθε. και φαγέτω άρτον. ω ελάλησε προς σε λέγων· ου μη φάγης άρτον και μη πίης ύδωρ. ην ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου. και είπεν αυτω· εγώ. ου μη εισέλθη το σώμά σου εις τον τάφον των πατέρων σου. και ο όνος ειστήκει παρ ‘ αυτό. ή επορεύθης εν αυτη. 10 και απήλθεν εν οδω άλλη και ουκ ανέστρεψεν εν τη οδω. 22 και επέστρεψας και έφαγες άρτον και έπιες ύδωρ εν τω τόπω τούτω. και τους λόγους. 13 και είπε τοις υιοίς αυτού· επισάξατέ μοι τον όνον· και επέσαξαν αυτω τον όνον. 12 και ελάλησε προς αυτούς ο πατήρ αυτών λέγων· ποία οδω πεπόρευται. ους ελάλησε τω βασιλεί· και επέστρεψαν το πρόσωπον του πατρός αυτών. και ην το σώμα αυτού ερριμμένον εν τη οδω. και επέβη επ ‘ αυτόν. και άγγελος λελάληκε προς με εν ρήματι Κυρίου λέγων· επίστρεψον αυτόν προς σεαυτόν εις τον οίκόν σου. και εύρεν αυτόν λέγων εν τη οδω και εθανάτωσεν αυτόν. και επέσαξεν αυτω τον όνον. ή ήλθεν εν αυτη εις Βαιθήλ. 15 και είπεν αυτω· δεύρο μετ ‘ εμού και φάγε άρτον. και εγένετο λόγος Κυρίου προς τον προφήτην τον επιστρέψαντα αυτόν 21 και είπε προς τον άνθρωπον του Θεού τον ήκοντα εξ Ιούδα λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων παρεπίκρανας το ρήμα Κυρίου και ουκ εφύλαξας την εντολήν. α εποίησεν ο άνθρωπος του Θεού εν τη ημέρα εκείνη εν Βαιθήλ. 14 και επορεύθη κατόπισθεν του ανθρώπου του Θεού και εύρεν αυτόν καθήμενον υπό δρύν και είπεν αυτω· ει συ ει ο άνθρωπος του Θεού ο εληλυθώς εξ Ιούδα.

31 και εγένετο μετά το κόψασθαι αυτόν και είπε τοις υιοίς αυτού λέγων· εάν αποθάνω. 34 και εγένετο το ρήμα τούτο εις αμαρτίαν τω οίκω Ιεροβοάμ και εις όλεθρον και εις αφανισμόν από προσώπου της γης. 5 και Κύριος είπε προς Αχιά· ιδού γυνή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 595 . Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ [1 Εν τω καιρω εκείνω ηρρώστησεν Αβιά υιος Ιεροβοάμ 2 και είπεν ο Ιεροβοάμ προς την γυναίκα αυτού· ανάστηθι και αλλοιωθήση. 29 και ήρεν ο προφήτης το σώμα του ανθρώπου του Θεού και επέθηκεν αυτό επί τον όνον. και ουκ έφαγεν ο λέων το σώμα του ανθρώπου του Θεού και ου συνέτριψε τον όνον. και ο όνος και ο λέων ειστήκεισαν παρά το σώμα. και εκόψαντο αυτόν· ουαί αδελφέ. 33 και μετά το ρήμα τούτο ουκ επέστρεψεν Ιεροβοάμ από της κακίας αυτού. 4 και εποίησεν ούτως γυνή Ιεροβοάμ· και ανέστη και επορεύθη εις Σηλώ. και ελεύση προς αυτόν. και επέστρεψε και εποίησεν εκ μέρους του λαού ιερείς υψηλών· ο βουλόμενος επλήρου την χείρα αυτού. αυτός ελάλησεν εμέ του βασιλεύσαι επί τον λαόν τούτον. 26 και ήκουσεν ο επιστρέψας αυτόν εκ της οδού και είπεν· ο άνθρωπος του Θεού ούτός εστίν. ος παρεπίκρανε το ρήμα Κυρίου. ίνα σωθώσι τα οστά μου μετά των οστών αυτού· 32 ότι γινόμενον έσται το ρήμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προφήτης ο πρεσβύτης κατώκει εν αυτη. θάψατέ με εν τω τάφω τούτω ου ο άνθρωπος του Θεού τέθαπται εν αυτω· παρά τα οστά αυτού θέτε με. 28 και επορεύθη και εύρε το σώμα αυτού ερριμμένον εν τη οδω. και επέστρεψεν αυτόν εις την πόλιν ο προφήτης του θάψαι αυτόν 30 εν τω τάφω εαυτού. και ου γνώσονται ότι συ γυνή Ιεροβοάμ. και εισήλθεν εν οίκω Αχιά· και ο άνθρωπος πρεσβύτερος του ιδείν. ό ελάλησεν εν λόγω Κυρίου επί το θυσιαστήριον εν Βαιθήλ και επί τους οίκους τους υψηλούς τους εν Σαμαρεία. 3 και λαβέ εις την χείρά σου τω ανθρώπω του Θεού άρτους και κολλυρίδα τοις τέκνοις αυτού και σταφίδας και στάμνον μέλιτος. και πορευθήση εις Σηλώ· και ιδού εκεί Αχιά ο προφήτης. και ημβλυώπουν οι οφθαλμοί αυτού από γήρους αυτού. αυτός αναγγείλη σοι τι έσται τω παιδί. και εγίνετο ιερεύς εις τα υψηλά.

και είπεν· είσελθε. καταφάγονται οι κύνες. ότι ούτος μόνος εισελεύσεται τω Ιεροβοάμ προς τάφον. όσοι εγένοντο εις πρόσωπόν σου και επορεύθης και εποίησας σεαυτω θεούς ετέρους χωνευτά του παροργίσαι με και εμέ έρριψας οπίσω σώματός σου· 10 δια τούτο εγώ άγω κακίαν προς σε εις οίκον Ιεροβοάμ· εξολοθρεύσω του Ιεροβοάμ ουρούντα προς τοίχον εχόμενον και εγκαταλελειμμένον εν Ισραήλ και επιλέξω οίκου Ιεροβοάμ. ος εφύλαξε τας εντολάς μου και ος επορεύθη οπίσω μου εν πάση καρδία αυτού ποιήσαι έκαστος το ευθές εν οφθαλμοίς μου 9 και επονηρεύσω του ποιήσαι παρά παντός. και τον τεθνηκότα εν τω αγρω καταφάγονται τα πετεινά του ουρανού. κατά το ρήμα Κυρίου. καθώς επιλέγεται η κόπρος. και λικμήσει αυτούς από πέραν του ποταμού· ανθ ‘ ου όσον εποίησαν τα άλση αυτών παροργίζοντες τον Κύριον· 16 και παραδώσει Κύριος τον Ισραήλ χάριν αμαρτιών Ιεροβοάμ. και εγώ ειμι απόστολος προς σε σκληρός. 18 και έθαψαν αυτόν και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ. ότι άρρωστός εστι· κατά τούτο και κατά τούτο λαλήσεις προς αυτήν. ος πλήξει τον οίκον Ιεροβοάμ ταύτη τη ημέρα· και τι και νυν. και εκτελεί τον Ισραήλ από άνω της χθονός της αγαθής ταύτης. 17 και ανέστη η γυνή Ιεροβοάμ και επορεύθη εις γην Σαριρά· και εγένετο ως εισήλθεν εν τω προθύρω του οίκου και το παιδάριον απέθανε. 12 και συ αναστάσα πορεύθητι εις τον οίκόν σου· εν τω εισέρχεσθαι πόδα σου την πόλιν. ος ήμαρτε και ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 6 και εγένετο ως ήκουσεν Αχιά την φωνήν ποδών αυτής. εισερχομένης αυτής εν τω ανοίγματι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του Ιεροβοάμ εισέρχεται του εκζητήσαι ρήμα παρά σου περί υιού αυτής. 19 και περισσόν ρημάτων Ιεροβοάμ. και εγένετο εν τω εισέρχεσθαι αυτήν και αυτή απεξενούτο. καθά κινείται ο άνεμος εν τω ύδατι. 15 Κύριος πλήξει τον Ισραήλ. ως τελειωθήναι αυτόν· 11 οι τεθνηκότες του Ιεροβοάμ εν τη πόλει. γυνή Ιεροβοάμ· ινατί συ τούτο αποξενούσαι. ιδού αυτά γεγραμμένα επί βιβλίου ρημάτων των ημερών των βασιλέων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 596 . ότι ευρέθη εν αυτω ρήμα καλόν περί του Κυρίου Θεού Ισραήλ εν οίκω Ιεροβοάμ· 14 και αναστήσει Κύριος εαυτω βασιλέα επί Ισραήλ. ης έδωκε τοις πατράσιν αυτών. 8 και έρρηξα συν το βασίλειον από του οίκου Δαυίδ και έδωκα αυτό σοι και ουκ εγένου ως ο δούλός μου Δαυίδ. 7 πορευθείσα ειπόν τω Ιεροβοάμ· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ανθ ‘ ου όσον ύψωσά σε από μέσου λαού και έδωκά σε ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ. ότι Κύριος ελάλησε. όσα επολέμησε και όσα εβασίλευσεν. ό ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού Αχιά του προφήτου. αποθανείται το παιδάριον· 13 και κόψονται αυτόν πας Ισραήλ και θάψουσιν αυτόν.

και επέθεντο επ ‘ αυτόν οι ηγούμενοι των παρατρεχόντων οι φυλάσσοντες τον πυλώνα οίκου βασιλέως. 24 και σύνδεσμος εγενήθη εν τη γη. και εποίησαν από πάντων των βδελυγμάτων των εθνών.] 21 ΚΑΙ Ροβοάμ υιος Σαλωμών εβασίλευσεν επί Ιούδαν· υιος τεσσαράκοντα και ενός ενιαυτών Ροβοάμ εν τω βασιλεύειν αυτόν και επτακαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ τη πόλει. ας εβασίλευσεν Ιεροβοάμ είκοσι δύο έτη· και εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού και εβασίλευσε Ναβάτ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 28 και εγένετο ότε εισεπορεύετο ο βασιλεύς εις οίκον Κυρίου. 23 και ωκοδόμησαν εαυτοίς υψηλά και στήλας και άλση επί πάντα βουνόν υψηλόν και υποκάτω παντός ξύλου συσκίου. αις ήμαρτον. και ήρον αυτά οι παρατρέχοντες και απηρείδοντο αυτά εις το θεέ των παρατρεχόντων. α εποίησεν. α έλαβε Δαυίδ εκ χειρός των παίδων Αδραζάρ βασιλέως Σουβά. 30 και πόλεμος ην ανά μέσον Ροβοάμ και ανά μέσον Ιεροβοάμ πάσας τας ημέρας. οίς εποίησαν οι πατέρες αυτών εν ταις αμαρτίαις αυτών. 25 και εγένετο εν τω ενιαυτω τω πέμπτω βασιλεύοντος Ροβοάμ. 29 και τα λοιπά των λόγων Ροβοάμ και πάντα. και εισήνεγκεν αυτά εις Ιερουσαλήμ τα πάντα. και εβασίλευσεν Αβιού ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 22 και εποίησε Ροβοάμ το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και παρεζήλωσεν αυτόν εν πάσιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 597 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. 27 και εποίησε Ροβοάμ ο βασιλεύς όπλα χαλκά αντ ‘ αυτών. 31 και εκοιμήθη Ροβοάμ μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. και επήνεγκεν αυτά εις Αίγυπτον. ανέβη Σουσακίμ βασιλεύς Αιγύπτου επί Ιερουσαλήμ 26 και έλαβε πάντας τους θησαυρούς οίκου του βασιλέως και τα δόρατα τα χρυσά. όσα εποίησε Σαλωμών. ην εξελέξατο Κύριος θέσθαι το όνομα αυτού εκεί εκ πασών φυλών του Ισραήλ· και το όνομα της μητρός αυτού Νααμά η Αμμωνίτις. 20 και αι ημέραι. όπλα τα χρυσά. α έλαβεν. ων εξήρε Κύριος από προσώπου υιών Ισραήλ. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα.

3 και επορεύθη εν ταις αμαρτίαις του πατρός αυτού. 11 και εποίησεν Ασά το ευθές ενώπιον Κυρίου ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού. 15 και εισήνεγκε τους κίονας του πατρός αυτού και τους κίονας αυτού εισήνεγκεν εις τον οίκον Κυρίου. 12 και αφείλε τας τελετάς από της γης και εξαπέστειλε πάντα τα επιτηδεύματα. και εξέκοψεν Ασά τας καταδύσεις αυτής και ενέπρησε πυρί εν τω χειμάρρω Κέδρων. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 17 και ανέβη Βαασά βασιλεύς Ισραήλ επί Ιούδαν και ωκοδόμησε την Ραμά του μη είναι εκπορευόμενον και εισπορευόμενον τω Ασά βασιλεί Ιούδα. αις εποίησεν ενώπιον αυτού. καθώς εποίησε σύνοδον εν τω άλσει αυτής. ουκ εξέκλινεν από πάντων. 4 ότι δια Δαυίδ έδωκεν αυτω Κύριος κατάλειμμα. 5 ως εποίησε Δαυίδ το ευθές ενώπιον Κυρίου. 16 και πόλεμος ην ανά μέσον Ασά και ανά μέσον Βαασά βασιλέως Ισραήλ πάσας τας ημέρας αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εν τω οκτωκαιδεκάτω έτει βασιλεύοντος Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 18 και έλαβεν Ασά σύμπαν το αργύριον και το χρυσίον το ευρεθέν εν τοις θησαυροίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 598 . 14 τα δε υψηλά ουκ εξήρε· πλήν η καρδία Ασά ην τελεία μετά Κυρίου πάσας τας ημέρας αυτού. και πόλεμος ην ανά μέσον Αβιού και ανά μέσον Ιεροβοάμ. 7 και τα λοιπά των λόγων Αβιού τα πάντα. αργυρούς και χρυσούς και σκεύη. και όνομα της μητρός αυτού Μααχά. 9 Εν τω ενιαυτω τετάρτω και εικοστω του Ιεροβοάμ βασιλέως Ισραήλ βασιλεύει Ασά επί Ιούδαν 10 και τεσσαράκοντα και εν έτος εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και ουκ ην η καρδία αυτού τελεία μετά Κυρίου Θεού αυτού ως η καρδία του πατρός αυτού. α εποίησαν οι πατέρες αυτού. ίνα στήση τα τέκνα αυτού μετ ‘ αυτόν και στήση την Ιερουσαλήμ. βασιλεύει Αβιού υιος Ροβοάμ επί Ιούδαν. 13 και την Ανά την μητέρα εαυτού μετέστησε του μη είναι ηγουμένην. 8 και εκοιμήθη Αβιού μετά των πατέρων αυτού εν τω εικοστω και τετάρτω έτει του Ιεροβοάμ και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. α εποίησεν. ων ενετείλατο αυτω. θυγάτηρ Αβεσσαλώμ. 2 και τρία έτη εβασίλευσεν επί Ιερουσαλήμ. και όνομα της μητρός αυτού Ανά θυγάτηρ Αβεσσαλώμ. και βασιλεύει Ασά υιος αυτού αντ ‘ αυτού. πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού.

25 Και Ναδάβ υιος Ιεροβοάμ βασιλεύει επί Ισραήλ εν έτει δευτέρω του Ασά βασιλέως Ιούδα και εβασίλευσεν εν Ισραήλ έτη δύο. ας ωκοδόμησεν. και ωκοδόμησεν εν αυτοίς ο βασιλεύς Ασά παν βουνόν Βενιαμίν και την σκοπιάν. και Ναδάβ και πας Ισραήλ περιεκάθητο επί Γαβαθών. και εν τω παροργισμω αυτού. και βασιλεύει Ιωσαφάτ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εστίν εν βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. και αίρουσι τους λίθους της Ραμά και τα ξύλα αυτής. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εστίν επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. ως εξήμαρτε τον Ισραήλ. και διέλιπε του οικοδομείν την Ραμά και ανέστρεψεν εις Θερσά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 599 . 22 και ο βασιλεύς Ασά παρήγγειλε παντί Ιούδα εις Αινακίμ. και επάταξεν όλον τον οίκον Ιεροβοάμ και ουχ υπελίπετο πάσαν πνοήν του Ιεροβοάμ έως του εξολοθρεύσαι αυτόν κατά το ρήμα Κυρίου. 31 και τα λοιπά των λόγων Ναδάβ και πάντα. αις εξήμαρτε τον Ισραήλ. 28 και εθανάτωσεν αυτόν Βαασά εν έτει τρίτω του Ασά υιού Αβιού βασιλέως Ιούδα και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. 20 και ήκουσεν υιος Άδερ του βασιλέως Ασά και απέστειλε τους άρχοντας των δυνάμεων αυτού ταις πόλεσι του Ισραήλ και επάταξαν την Αϊν. α ωκοδόμησε Βαασά. και εξαπέστειλεν αυτούς ο βασιλεύς Ασά προς υιόν Άδερ υιόν Ταβερεμμάν υιού Αζίν βασιλέως Συρίας του κατοικούντος εν Δαμασκω λέγων· 19 διάθου διαθήκην ανά μέσον εμού και ανά μέσον σου και ανά μέσον του πατρός μου και του πατρός σου· ιδού εξαπέσταλκά σοι δώρα αργύριον και χρυσίον. ό ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού Αχιά του Σηλωνίτου 30 περί των αμαρτιών Ιεροβοάμ. 27 και περιεκάθισεν αυτόν Βαασά υιος Αχιά επί τον οίκον Βελαάν και εχάραξεν αυτόν εν Γαβαθών τη των αλλοφύλων. 29 και εγένετο ως εβασίλευσε. ην εποίησε. την Δάν και την Αβελμαά και πάσαν την Χεννερέθ έως πάσης της γης Νεφθαλί. 21 και εγένετο ως ήκουσε Βαασά. και αναβήσεται απ ‘ εμού. πλήν εν τω καιρω του γήρως αυτού επόνεσε τους πόδας αυτού. 24 και εκοιμήθη Ασά μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ πατρός αυτού. 26 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και επορεύθη εν οδω του πατρός αυτού και εν ταις αμαρτίαις αυτού. δεύρο διασκέδασον την διαθήκην σου την προς Βαασά βασιλέα Ισραήλ. 23 και τα λοιπά των λόγων Ασά και πάσα η δυναστεία αυτού. α εποίησεν. και τας πόλεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οίκου Κυρίου και εν τοις θησαυροίς του οίκου του βασιλέως και έδωκεν αυτά εις χείρας παίδων αυτού. ω παρώργισε τον Κύριον Θεόν του Ισραήλ.

10 και εισήλθε Ζαμβρί και επάταξεν αυτόν και εθανάτωσεν αυτόν και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. και αι δυναστείαι αυτού. 5 και τα λοιπά των λόγων Βαασά και πάντα α εποίησε. ως εξήμαρτε τον Ισραήλ. ό ελάλησε Κύριος επί τον οίκον Βαασά. ην εποίησεν ενώπιον Κυρίου του παροργίσαι αυτόν εν τοις έργοις των χειρών αυτού. και αυτός ην εν Θερσά πίνων μεθύων εν τω οίκω Ωσά του οικονόμου εν Θερσά. 9 και συνέστρεψεν επ ‘ αυτόν Ζαμβρί ο άρχων της ημίσους της ίππου. 8 Και ‘Ηλά υιος Βαασά εβασίλευσεν επί Ισραήλ δύο έτη εν Θερσά. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου εν χειρί Ιού υιού Ανανί προς Βαασά· 2 ανθ ‘ ων ύψωσά σε από της γης και έδωκά σε ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ και επορεύθης εν τη οδω Ιεροβοάμ και εξήμαρτες τον λαόν μου τον Ισραήλ. του παροργίσαι με εν τοις ματαίοις αυτών. 6 και εκοιμήθη Βαασά μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται εν Θερσά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 33 Και εν τω έτει τω τρίτω του Ασά βασιλέως Ιούδα βασιλεύει Βαασά υιος Αχιά επί Ισραήλ εν Θερσά είκοσι και τέσσαρα έτη. 34 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και επορεύθη εν οδω Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και εν ταις αμαρτίαις αυτού. και υπέρ του πατάξαι αυτόν. προς Ιού τον προφήτην 13 περί πασών των αμαρτιών Βαασά και ‘Ηλά του υιού αυτού. και βασιλεύει ‘Ηλά υιος αυτού αντ ‘ αυτού εν τω εικοστω έτει βασιλέως Ασά. 3 ιδού εγώ εξεγείρω οπίσω Βαασά και όπισθεν του οίκου αυτού και δώσω τον οίκόν σου ως τον οίκον Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ· 4 τον τεθνηκότα του Βαασά εν τη πόλει καταφάγονται αυτόν οι κύνες. 11 και εγενήθη εν τω βασιλεύσαι αυτόν εν τω καθίσαι αυτόν επί του θρόνου αυτού και επάταξεν όλον τον οίκον Βαασά 12 κατά το ρήμα. του είναι κατά τον οίκον Ιεροβοάμ. 7 και εν χειρί Ιού υιού Ανανί ελάλησε Κύριος επί Βαασά και επί τον οίκον αυτού πάσαν την κακίαν. ως εξήμαρτε τον Ισραήλ του παροργίσαι Κύριον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 600 . ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ. και τον τεθνηκότα αυτού εν τω πεδίω καταφάγονται αυτόν τα πετεινά του ουρανού.

25 και εποίησεν Αμβρί το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και επονηρεύσατο υπέρ πάντας τους γενομένους έμπροσθεν αυτού· 26 και επορεύθη εν πάση οδω Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και εν ταις αμαρτίαις αυτού. 18 και εγενήθη ως είδε Ζαμβρί ότι προκατείληπται αυτού η πόλις. 21 Τότε μερίζεται ο λαός Ισραήλ· ήμισυ του λαού γίνεται οπίσω Θαμνί υιού Γωνάθ του βασιλεύσαι αυτόν. ως εξήμαρτε τον Ισραήλ. και απέθανε Θαμνί και Ιωράμ ο αδελφός αυτού εν τω καιρω εκείνω. 22 ο λαός ο ων οπίσω Αμβρί υπερεκράτησε τον λαόν τον οπίσω Θαμνί υιού Γωνάθ. του ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου πορευθήναι εν οδω Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και εν ταις αμαρτίαις αυτού. α εποίησε. 27 και τα λοιπά των λόγων Αμβρί και πάντα. 28α Και εν τω ενιαυτω τω ενδεκάτω έτει του Αμβρί βασιλεύει Ιωσαφάτ υιος Ασά ετών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 601 . ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον Θεόν Ισραήλ εν τοις ματαίοις αυτών. εν Θερσά βασιλεύει εξ έτη· 24 και εκτήσατο Αμβρί το όρος το Σεμερών παρά Σεμήρ του κυρίου του όρους δύο ταλάντων αργυρίου και ωκοδόμησε το όρος και επεκάλεσε το όνομα του όρους. και πορεύεται εις άντρον του οίκου του βασιλέως και ενεπύρισεν επ ‘ αυτόν τον οίκον του βασιλέως και απέθανεν 19 υπέρ των αμαρτιών αυτού ων εποίησε. 20 και τα λοιπά των λόγων Ζαμβρί και τας συνάψεις αυτού. 28 και εκοιμήθη Αμβρί μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται εν Σαμαρεία. αις εξήμαρτε τον Ισραήλ του παροργίσαι τον Κύριον Θεόν Ισραήλ εν τοις ματαίοις αυτών. και πάσα η δυναστεία αυτού. 15 Και Ζαμβρί εβασίλευεν εν Θερσά ημέρας επτά. ου ωκοδόμησεν. επί τω ονόματι Σεμήρ του κυρίου του όρους Σαεμηρών. και η παρεμβολή Ισραήλ επί Γαβαθών την των αλλοφύλων. ας συνήψεν. 23 εν τω έτει τω τριακοστω και πρώτω του βασιλέως Ασά βασιλεύει Αμβρί επί Ισραήλ δώδεκα έτη. 14 και τα λοιπά των λόγων ‘Ηλά. και βασιλεύει Αχαάβ ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. και εβασίλευσεν Αμβρί μετά Θαμνί. α εποίησεν. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ. και το ήμισυ του λαού γίνεται οπίσω Αμβρί. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ. 17 και ανέβη Αμβρί και πας Ισραήλ μετ ‘ αυτού εκ Γαβαθών και περιεκάθισαν επί Θερσά. 16 και ήκουσεν ο λαός εν τη παρεμβολή λεγόντων· συνεστράφη Ζαμβρί και έπαισε τον βασιλέα· και εβασίλευσαν εν Ισραήλ τον Αμβρί τον ηγούμενον της στρατιάς επί Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη εν τη παρεμβολή.

34 και εν ταις ημέραις αυτού ωκοδόμησεν Αχιήλ ο Βαιθηλίτης την Ιεριχώ· εν τω Αβιρών προτοτόκω αυτού εθεμελίωσεν αυτήν και τω Σεγούβ τω νεωτέρω αυτού επέστησε θύρας αυτής κατά το ρήμα Κυρίου. 28ε και βασιλεύς ουκ ην εν Συρία Νασίβ. και προσέθεκεν Αχαάβ του ποιήσαι παροργίσματα του παροργίσαι τον Κύριον Θεόν του Ισραήλ και την ψυχήν αυτού του εξολοθρευθήναι· εκακοποίησεν υπέρ πάντας τους βασιλείς Ισραήλ τους γενομένους έμπροσθεν αυτού. ό ελάλησεν εν χειρί Ιησού υιού Ναυή. εξήρεν από της γης. και εθυμίων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 602 . και όνομα της μητρός αυτού Γαζουβά θυγάτηρ Σελί. 30 και εποίησεν Αχαάβ το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και επονηρεύσατο υπέρ πάντας τους έμπροσθεν αυτού. έθυον εν τοις υψηλοίς. και ους επολέμησεν. και εβασίλευσεν Ιωράμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 32 και έστησε θυσιαστήριον τω Βάαλ εν οίκω των προσοχθισμάτων αυτού. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ιούδα. και είκοσι πέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. ότι συνετρίβη η ναύς εν Γασιών Γαβέρ. ην εποίησε. 29 Εν έτει δευτέρω του Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα βασιλεύει Αχαάβ υιος Αμβρί· εβασίλευσεν επί Ισραήλ εν Σαμαρεία είκοσι και δύο έτη. 33 και εποίησεν Αχαάβ άλσος. 28θ και εκοιμήθη Ιωσαφάτ μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. 28ζ και ο βασιλεύς Ιωσαφάτ εποίησε ναύν εις Θαρσίς πορεύεσθαι εις Σωφίρ επί το χρυσίον· και ουκ επορεύθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τριάκοντα και πέντε εν τη βασιλεία αυτού. και έλαβε γυναίκα την Ιεζάβελ θυγατέρα Ιεθεβαάλ βασιλέως Σιδωνίων και επορεύθη και εδούλευσε τω Βάαλ και προσεκύνησεν αυτω. 31 και ουκ ην αυτω ικανόν του πορεύεσθαι εν ταις αμαρτίαις Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 28β και επορεύθη εν τη οδω Ασά του πατρός αυτού και ουκ εξέκλινεν απ ‘ αυτής του ποιείν το ευθές ενώπιον Κυρίου· πλήν των υψηλών ουκ εξήραν. 28η τότε είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· εξαποστελώ τους παίδάς σου και τα παιδάριά μου εν τη νηί· και ουκ εβούλετο Ιωσαφάτ. 28δ και τα λοιπά των συμπλοκών. 28γ και α συνέθετο Ιωσαφάτ μετά βασιλέως Ισραήλ και πάσα η δυναστεία. ας επέθεντο εν ταις ημέραις Ασά του πατρός αυτού. ον ωκοδόμησεν εν Σαμαρεία.

ό ελάλησεν εν χειρί ‘Ηλιού. έως ουχ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 603 . ει έσται τα έτη ταύτα δρόσος και υετός. και τοις κόραξιν εντελούμαι διατρέφειν σε εκεί. και εκ του χειμάρρου έπινεν ύδωρ. και φαγόμεθα και αποθανούμεθα. ότι ει μη δια στόματος λόγου μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ είπεν ‘Ηλιού ο προφήτης Θεσβίτης ο εκ Θεσβών της Γαλαάδ προς Αχαάβ· ζη Κύριος ο Θεός των δυνάμεων ο Θεός Ισραήλ. 11 και επορεύθη λαβείν. 10 και ανέστη και επορεύθη εις Σαρεπτά και ήλθεν εις τον πυλώνα της πόλεως. 17 και εγένετο μετά ταύτα και ηρρώστησεν ο υιος της γυναικός της κυρίας του οίκου. 6 και οι κόρακες έφερον αυτω άρτους το πρωϊ και κρέα το δείλης. και ιδού εκεί γυνή χήρα συνέλεγε ξύλα· και εβόησεν οπίσω αυτής ‘Ηλιού και είπεν αυτη· λαβέ δη μοι ολίγον ύδωρ εις άγγος και πίομαι. και εβόησεν οπίσω αυτής ‘Ηλιού και είπε· λήψη δη μοι ψωμόν άρτου του εν τη χειρί σου. ει έστι μοι εγκρυφίας αλλ ‘ ή όσον δράξ αλεύρου εν τη υδρία και ολίγον έλαιον εν τω καψάκη· και ιδού εγώ συλλέξω δύο ξυλάρια και εισελεύσομαι και ποιήσω αυτό εμαυτη και τοις τέκνοις μου. και εποίησε· και ήσθιεν αυτή και αυτός και τα τέκνα αυτής. είσελθε και ποίησον κατά το ρήμά σου· αλλά ποίησόν μοι εκείθεν εγκρυφίαν μικρόν και εξοίσεις μοι εν πρώτοις. ω παρέστην ενώπιον αυτού. και εκάθισεν εν τω χειμάρρω Χορράθ επί προσώπου του Ιορδάνου. 2 και εγένετο ρήμα Κυρίου προς ‘Ηλιού· 3 πορεύου εντεύθεν κατά ανατολάς και κρύβηθι εν τω χειμάρρω Χορράθ του επί προσώπου του Ιορδάνου· 4 και έσται εκ του χειμάρρου πίεσαι ύδωρ. 8 και εγένετο ρήμα Κυρίου προς ‘Ηλιού· 9 ανάστηθι και πορεύου εις Σαρεπτά της Σιδωνίας· ιδού εντέταλμαι εκεί γυναικί χήρα του διατρέφειν σε. ότι ουκ εγένετο υετός επί της γης. σαυτη δε και τοις τέκνοις σου ποιήσεις επ ‘ εσχάτω· 14 ότι τάδε λέγει Κύριος· η υδρία του αλεύρου ουκ εκλείψει και ο καψάκης του ελαίου ουκ ελαττονήσει έως ημέρας του δούναι Κύριον τον υετόν επί της γης. 16 και η υδρία του αλεύρου ουκ εξέλιπε και ο καψάκης του ελαίου ουκ ηλαττονήθη κατά το ρήμα Κυρίου. 13 και είπε προς αυτήν ‘Ηλιού· θάρσει. 5 και εποίησεν ‘Ηλιού κατά το ρήμα Κυρίου. 15 και επορεύθη η γυνή. 7 και εγένετο μεθ ‘ ημέρας και εξηράνθη ο χειμάρρους. και ην η αρρωστία αυτού κραταιά σφόδρα. 12 και είπεν η γυνή· ζη Κύριος ο Θεός σου.

συ κεκάκωκας του θανατώσαι τον υιόν αυτής. και η λιμός κραταιά εν Σαμαρεία. 23 και κατήγαγεν αυτό από του υπερώου εις τον οίκον και έδωκεν αυτό τη μητρί αυτού· και είπεν ‘Ηλιού· βλέπε. 7 και ην Αβδιού εν τη οδω μόνος. κύριέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 604 . ζη ο υιος σου. και ανεβόησε το παιδάριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υπελείφθη εν αυτω πνεύμα. 21 και ενεφύσησε τω παιδαρίω τρίς και επεκαλέσατο τον Κύριον και είπε· Κύριε ο Θεός μου. μεθ ‘ ης εγώ κατοικώ μετ ‘ αυτής. εν ω αυτός εκάθητο εκεί. εισήλθες προς με του αναμνήσαι αδικίας μου και θανατώσαι τον υιόν μου. και ουκ εξολοθρευθήσονται από των σκηνών. 2 και επορεύθη ‘Ηλιού του οφθήναι τω Αχαάβ. άνθρωπε του Θεού. 6 και εμέρισαν εαυτοίς την οδόν του διελθείν αυτήν· Αχαάβ επορεύθη εν οδω μια και Αβδιού επορεύθη εν οδω άλλη μόνος. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εγένετο μεθ ‘ ημέρας πολλάς και ρήμα Κυρίου εγένετο προς ‘Ηλιού εν τω ενιαυτω τω τρίτω λέγων· πορεύθητι και όφθητι τω Αχαάβ. 24 και είπεν η γυνή προς ‘Ηλιού· ιδού έγνωκα ότι συ άνθρωπος Θεού και ρήμα Κυρίου εν τω στόματί σου αληθινόν. 22 και εγένετο ούτως. Κύριε. και είπεν· οίμοι. και ήλθεν ‘Ηλιού εις συνάντησιν αυτού μόνος· και Αβδιού έσπευσεν και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού και είπεν· ει συ ει αυτός. και έλαβεν αυτόν εκ του κόλπου αυτής και ανήνεγκεν αυτόν εις το υπερωον. 19 και είπεν ‘Ηλιού προς την γυναίκα· δος μοι τον υιόν σου. 4 και εγένετο εν τω τύπτειν την Ιεζάβελ τους προφήτας Κυρίου και έλαβεν Αβδιού εκατόν άνδρας προφήτας και κατέκρυψεν αυτούς κατά πεντήκοντα εν σπηλαίω και διέτρεφεν αυτούς εν άρτω και ύδατι·) 5 και είπεν Αχαάβ προς Αβδιού· δεύρο και διέλθωμεν επί την γην και επί πηγάς των υδάτων και επί χειμάρρους. και εκοίμισεν αυτόν επί της κλίνης. εάν πως εύρωμεν βοτάνην και περιποιησώμεθα ίππους και ημιόνους. και δώσω υετόν επί πρόσωπον της γης. 3 και εκάλεσεν Αχαάβ τον Αβδιού τον οικονόμον· (και Αβδιού ην φοβούμενος τον Κύριον σφόδρα. ο μάρτυς της χήρας. 18 και είπε προς ‘Ηλιού· τι εμοί και σοί. επιστραφήτω δη η ψυχή του παιδαρίου τούτου εις αυτόν. 20 και ανεβόησεν ‘Ηλιού.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μου ‘Ηλιού. και πυρ ου μη επιθώ. 17 Και εγένετο ως είδεν Αχαάβ τον ‘Ηλιού. λέγε τω κυρίω σου· ιδού ‘Ηλιού· και αποκτενεί με. 8 και είπεν ‘Ηλιού αυτω· εγώ. 10 ζη Κύριος ο Θεός σου. ανάγγελλε τω κυρίω σου· ιδού ‘Ηλιού. 20 και απέστειλεν Αχαάβ εις πάντα Ισραήλ και επισυνήγαγε πάντας τους προφήτας εις όρος το Καρμήλιον. και οι προφήται του Βάαλ τετρακόσιοι και πεντήκοντα άνδρες. οία πεποίηκα εν τω αποκτείνειν την Ιεζάβελ τους προφήτας Κυρίου. και οι προφήται του άλσους τετρακόσιοι· 23 δότωσαν ημίν δύο βόας. λέγε τω κυρίω σου· ιδού ‘Ηλιού. και έσται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 605 . ου ουκ απέστειλεν ο κύριός μου ζητείν σε. και εκλεξάσθωσαν εαυτοίς τον ένα και μελισάτωσαν και επιθέτωσαν επί των ξύλων και πυρ μη επιθέτωσαν. ότι σήμερον οφθήσομαι αυτω. και αποκτενεί με· και ο δούλός σου εστι φοβούμενος τον Κύριον εκ νεότητος αυτού. και είπεν Αχαάβ προς ‘Ηλιού· ει συ ει αυτός ο διαστρέφων τον Ισραήλ. και εισελεύσομαι απαγγείλαι τω Αχαάβ. 12 και έσται εάν εγώ απέλθω από σου. και πνεύμα Κυρίου αρεί σε εις την γην. 21 και προσήγαγεν ‘Ηλιού προς πάντας. και ενέπρησε την βασιλείαν και τας χώρας αυτής. και έκρυψα από των προφητών Κυρίου εκατόν άνδρας. και είπεν αυτοίς ‘Ηλιού· έως πότε υμείς χωλανείτε επ ‘ αμφοτέραις ταις ιγνύαις. 9 και είπεν Αβδιού· τι ημάρτηκα. ότι ουχ εύρηκέ σε. πορεύου. και ουχ ευρήσει σε. ότι δίδως τον δούλόν σου εις χείρα Αχαάβ του θανατώσαί με. και ει είπον· ουκ έστι. ην ουκ οίδα. και εγώ επικαλέσομαι εν τω ονόματι Κυρίου του Θεού μου. και εγώ ποιήσω τον βούν τον άλλον. ανά πεντήκοντα εν σπηλαίω. 24 και βοάτε εν ονόματι θεών υμών. και ουκ απεκρίθη ο λαός λόγον. ω παρέστην ενώπιον αυτού. πορεύεσθε οπίσω αυτού. 18 και είπεν ‘Ηλιού· ου διαστρέφω τον Ισραήλ. 16 και επορεύθη Αβδιού εις συναντήν τω Αχαάβ και απήγγειλεν αυτω· και εξέδραμεν Αχαάβ και επορεύθη εις συνάντησιν ‘Ηλιού. συνάθροισον προς με πάντα Ισραήλ εις όρος το Καρμήλιον και τους προφήτας της αισχύνης τετρακοσίους και πεντήκοντα και τους προφήτας των αλσών τετρακοσίου εσθίοντας τράπεζαν Ιεζάβελ. 11 και νυν συ λέγεις· πορεύου. 13 ή ουκ απηγγέλη σοι τω κυρίω μου. ότι αλλ ‘ ή συ και οίκος του πατρός σου εν τω καταλιμπάνειν υμάς τον Κύριον Θεόν υμών και επορεύθης οπίσω των Βααλίμ. 15 και είπεν ‘Ηλιού· ζη Κύριος των δυνάμεων. πορεύεσθε οπίσω αυτού· ει δε ο Βάαλ. 19 και νυν απόστειλον. 14 και νυν συ λέγεις μοι· πορεύου. ει έστι Κύριος ο Θεός. 22 και είπεν ‘Ηλιού προς τον λαόν· εγώ υπολέλειμμαι προφήτης του Κυρίου μονώτατος. ει έστιν έθνος ή βασιλεία. και έθρεψα εν άρτοις και ύδατι.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο θεός ος εάν επακούση εν πυρί. 30 και είπεν ‘Ηλιού προς τον λαόν· προσαγάγετε προς με· και προσήγαγε πας ο λαός προς αυτόν. και εμέλισε το ολοκαύτωμα και επέθηκεν επί τας σχίδακας και εστοίβασεν επί το θυσιαστήριον και είπε· λάβετέ μοι τέσσαρας υδρίας ύδατος και επιχέετε επί το ολοκαύτωμα και επί τας σχίδακας· και εποίησαν ούτως. και επικαλέσασθε εν ονόματι θεού υμών και πυρ μη επιθήτε. Κύριε. 28 και επεκαλούντο εν φωνή μεγάλη και κατετέμνοντο κατά τον εθισμόν αυτών εν μαχαίραις και σειρομάσταις έως εκχύσεως αίματος επ ‘ αυτούς· 29 και επροφήτευον έως ου παρήλθε το δειλινόν. και ελάλησεν ‘Ηλιού ο Θεσβίτης προς τους προφήτας των προσοχθισμάτων λέγων· μετάστητε από του νυν. 34 και είπε· δευτερώσατε· και εδευτέρωσαν. ότι πολλοί υμείς. και εξαναστήσεται. Κύριε. 36 και ανεβόησεν ‘Ηλιού εις τον ουρανόν και είπε· Κύριε ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ και Ισραήλ. 37 επάκουσόν μου. επάκουσόν μου εν πυρί. επάκουσόν μου σήμερον εν πυρί. επάκουσόν μου. 38 και έπεσε πυρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 606 . και μετέστησαν. και εγένετο ως ο καιρός του αναβήναι την θυσίαν και ουκ ην φωνή. ό ελάλησας. 26 και έλαβον τον μόσχον και εποίησαν και επεκαλούντο εν ονόματι του Βάαλ εκ πρωϊθεν έως μεσημβρίας και είπον· επάκουσον ημών. ως ελάλησε Κύριος προς αυτόν λέγων· Ισραήλ έσται το όνομά σου. 25 και είπεν ‘Ηλιού τοις προφήταις της αισχύνης· εκλέξασθε εαυτοίς τον μόσχον τον ένα και ποιήσατε πρώτοι. και εγώ ποιήσω το ολοκαύτωμά μου. και γνώτωσαν πας ο λαός ούτος ότι συ ει Κύριος ο Θεός Ισραήλ και εγώ δούλός σου και δια σε πεποίηκα τα έργα ταύτα. ου εποίησαν. και απεκρίθησαν πας ο λαός και είπον· καλόν το ρήμα. 35 και διεπορεύετο το ύδωρ κύκλω του θυσιαστηρίου. και είπε· τρισσώσατε· και ετρίσσευσαν. ούτος Θεός. 33 και εστοίβασε τας σχίδακας επί το θυσιαστήριον. 31 και έλαβεν ‘Ηλιού δώδεκα λίθους κατά αριθμόν φυλών του Ισραήλ. ό εποίησε. ο Βάαλ. 27 και εγένετο μεσημβρία και εμυκτήρισεν αυτούς ‘Ηλιού ο Θεσβίτης και είπεν· επικαλείσθε εν φωνή μεγάλη. 32 και ωκοδόμησε τους λίθους εν ονόματι Κυρίου και ιάσατο το θυσιαστήριον το κατεσκαμμένον. και γνώτω ο λαός ούτος. επάκουσον ημών· και ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις· και διέτρεχον επί του θυσιαστηρίου. ή μη ποτε καθεύδει αυτός. και απήλθον. και εποίησε θάλασσαν χωρούσαν δύο μετρητάς σπέρματος κυκλόθεν του θυσιαστηρίου. ότι συ ει Κύριος ο Θεός και συ έστρεψας την καρδίαν του λαού τούτου οπίσω. και άμα μη ποτε χρηματίζει αυτός. και την θάλασσαν έπλησαν ύδατος. ότι αδολεσχία αυτω εστι. ότι θεός εστιν.

και επέβλεψεν το παιδάριον και είπεν· ουκ έστιν ουθέν. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ανήγγειλεν Αχαάβ τη Ιεζάβελ γυναικί αυτού πάντα. 41 Και είπεν ‘Ηλιού τω Αχαάβ· ανάβηθι και φάγε και πίε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τας σχίδακας και το ύδωρ το εν τη θαλάσση. 45 και εγένετο έως ώδε και ώδε και ο ουρανός συνεσκότασε νεφέλαις και πνεύματι. 39 και έπεσε πας ο λαός επί πρόσωπον αυτών και είπον· αληθώς Κύριος ο Θεός. 43 και είπε τω παιδαρίω αυτού· ανάβηθι και επίβλεψον οδόν της θαλάσσης. και εγένετο εν τω εβδόμω και ιδού νεφέλη μικρά ως ίχνος ανδρός ανάγουσα ύδωρ· και είπεν· ανάβηθι και είπον τω Αχαάβ· ζεύξον το άρμα σου και κατάβηθι. 40 και είπεν ‘Ηλιού προς τον λαόν· συλλάβετε τους προφήτας του Βάαλ. και είπεν ‘Ηλιού· και συ επίστρεψον επτάκις· 44 και επέστρεψε το παιδάριον επτάκις. μηδείς σωθήτω εξ αυτών· και συνέλαβον αυτούς. 3 και εφοβήθη ‘Ηλιού και ανέστη και απήλθε κατά την ψυχήν αυτού και έρχεται εις Βηρσαβεέ γην Ιούδα και αφήκε το παιδάριον αυτού εκεί· 4 και αυτός επορεύθη εν τη ερήμω οδόν ημέρας και ήλθε και εκάθισεν υποκάτω Ραθμέν και ητήσατο την ψυχήν αυτού αποθανείν και είπεν· ικανούσθω νυν. ότι ταύτην την ωραν αύριον θήσομαι την ψυχήν σου καθώς ψυχήν ενός εξ αυτών. και ‘Ηλιού ανέβη επί τον Κάρμηλον και έκυψεν επί την γην και έθηκε το πρόσωπον αυτού ανά μέσον των γονάτων αυτού. τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. ότι φωνή των ποδών του υετού. α εποίησεν ‘Ηλιού. και εγένετο υετός μέγας· και έκλαιε και επορεύετο Αχαάβ έως Ιεζράελ. 42 και ανέβη Αχαάβ του φαγείν και πιείν. λαβέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 607 . 46 και χείρ Κυρίου επί τον ‘Ηλιού. αυτός ο Θεός. και κατάγει αυτούς ‘Ηλιού εις τον χειμάρρουν Κισσών και έσφαξεν αυτούς εκεί. και τους λίθους και τον χουν εξέλειξε το πυρ. 2 και απέστειλεν Ιεζάβελ προς ‘Ηλιού και είπεν· ει συ ει ‘Ηλιού και εγώ Ιεζάβελ. και συνέσφιξε την οσφύν αυτού και έτρεχεν έμπροσθεν Αχαάβ έως Ιεζράελ. μη καταλάβη σε ο υετός. και ως απέκτεινε τους προφήτας εν ρομφαία.

17 και έσται τον σωζόμενον εκ ρομφαίας Αζαήλ. θανατώσει Ιού. ανάστρεφε εις την οδόν σου και ήξεις εις την οδόν ερήμου Δαμασκού και ήξεις και χρίσεις τον Αζαήλ εις βασιλέα της Συρίας· 16 και τον Ιού υιόν Ναμεσσί χρίσεις εις βασιλέα επί Ισραήλ· και τον Ελισαιέ υιόν Σαφάτ χρίσεις εις προφήτην αντί σου. 8 και ανέστη και έφαγε και έπιε· και επορεύθη εν ισχύϊ της βρώσεως εκείνης τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας έως όρους Χωρήβ.και απήλθεν επ ‘ αυτόν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 608 . 11 και είπεν· εξελεύση αύριον και στήση ενώπιον Κυρίου εν τω όρει· ιδού παρελεύσεται Κύριος. 19 Και απήλθεν εκείθεν και ευρίσκει τον Ελισαιέ υιόν Σαφάτ. και ζητούσι την ψυχήν μου λαβείν αυτήν. ότι ου κρείσσων εγώ ειμι υπέρ τους πατέρας μου. ουκ εν τω πυρί Κύριος· και μετά το πυρ φωνή αύρας λεπτής. 7 και επέστρεψεν ο άγγελος Κυρίου εκ δευτέρου και ήψατο αυτού και είπεν αυτω· ανάστα φάγε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δη την ψυχή μου απ ‘ εμού. και ιδού τις ήψατο αυτού και είπεν αυτω· ανάστηθι και φάγε· 6 και επέβλεψεν ‘Ηλιού. 13 και εγένετο ως ήκουσεν ‘Ηλιού. 14 και είπεν ‘Ηλιού· ζηλών εζήλωκα τω Κυρίω παντοκράτορι. και επεκάλυψε το πρόσωπον αυτού εν τη μηλωτη αυτού και εξήλθε και έστη υπό σπήλαιον· και ιδού προς αυτόν φωνή και είπε· τι συ ενταύθα ‘Ηλιού. και αυτός ηροτρία εν βουσί δώδεκα ζεύγη ενώπιον αυτού. και επιστρέψας εκοιμήθη. και ζητούσι την ψυχήν μου λαβείν αυτήν. Κύριε. ‘Ηλιού. πάντα γόνατα. ουκ εν τω πνεύματι Κύριος· και μετά το πνεύμα συσσεισμός. 10 και είπεν ‘Ηλιού· ζηλών εζήλωκα τω Κυρίω παντοκράτορι. και παν στόμα. 18 και καταλείψεις εν Ισραήλ επτά χιλιάδας ανδρών. κακεί Κύριος. ότι πολλή από σου η οδός. 15 και είπε Κύριος προς αυτόν· πορεύου. ότι εγκατέλιπόν σε οι υιοί Ισραήλ· τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν και τους προφήτας σου απέκτειναν εν ρομφαία. και υπολέλειμμαι εγώ μονώτατος. ό ου προσεκύνησεν αυτω. και υπολέλειμμαι εγώ μονώτατος. ουκ εν τω συσσεισμω Κύριος· 12 και μετά τον συσσειμόν πυρ. 9 και εισήλθεν εκεί εις το σπήλαιον και κατέλυσεν εκεί· και ιδού ρήμα Κυρίου προς αυτόν και είπε· τι συ ενταύθα. και ιδού προς κεφαλής αυτού εγκρυφίας ολυρίτης και καψάκης ύδατος· και ανέστη και έφαγε και έπιε. α ουκ ώκλασαν γόνυ τω Βάαλ. και ιδού πνεύμα μέγα κραταιόν διαλύον όρη και συντρίβον πέτρας ενώπιον Κυρίου. ότι εγκατέλιπον την διαθήκην σου οι υιοί Ισραήλ· και τα θυσιαστήριά σου καθείλαν και τους προφήτας σου απέκτειναν εν ρομφαία. 5 και εκοιμήθη και ύπνωσεν εκεί υπό φυτόν. και τον σωζόμενον εκ ρομφαίας Ιού θανατώσει Ελισαιέ. και αυτός εν τοις δώδεκα.

20 και κατέλιπεν Ελισαιέ τας βόας και κατέδραμεν οπίσω ‘Ηλιού και είπε· καταφιλήσω τον πατέρα μου και ακολουθήσω οπίσω σου· και είπεν ‘Ηλιού· ανάστρεφε. 5 και εισήλθεν Ιεζάβελ η γυνή αυτού προς αυτόν και ελάλησε προς αυτόν· τι το πνεύμά σου τεταραγμένον και ουκ ει συ εσθίων άρτον. και έσται μοι εις κήπον λαχάνων. εγώ δε δώσω σοι τον αμπελώνα Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. 7 και είπε προς αυτόν Ιεζάβελ η γυνή αυτού· συ νυν ούτω ποιείς βασιλέα επί Ισραήλ. ανάστηθι και φάγε άρτον και σαυτού γενού. 4 και εγένετο το πνεύμα Αχαάβ τεταραγμένον. 9 και εγέγραπτο εν τοις βιβλίοις λέγων· νηστεύσατε νηστείαν και καθίσατε τον Ναβουθαί εν αρχή του λαού· 10 και εγκαθίσατε δύο άνδρας υιούς παρανόμων εξεναντίας αυτού. δώσω σοι αμπελώνα άλλον αντ ‘ αυτού· και είπεν· ου δώσω σοι κληρονομίαν πατέρων μου. 8 και έγραψε βιβλίον επί τω ονόματι Αχαάβ και εσφραγίσατο τη σφραγίδι αυτού και απέστειλε το βιβλίον προς τους πρεσβυτέρους και τους ελευθέρους τους κατοικούντας μετά Ναβουθαί. και δώσω σοι αμπελώνα άλλον αγαθόν υπέρ αυτόν· ει δε αρέσκει ενώπιόν σου. ότι πεποίηκά σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επέρριψε την μηλωτήν αυτού επ ‘ αυτόν. ότι εγγίζων ούτος τω οίκω μου. και καταμαρτυρησάτωσαν αυτού λέγοντες· ηυλόγησε Θεόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 609 . Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ (Μασ. 6 και είπε προς αυτήν. ότι ελάλησα προς Ναβουθαί τον Ιεζραηλίτην λέγων· δος μοι τον αμπελώνά σου αργυρίου· ει δε βούλη. 21 και ανέστρεψεν εξόπισθεν αυτού και έλαβε τα ζεύγη των βοών και έθυσε και ήψησεν αυτά εν τοις σκεύεσι των βοών και έδωκε τω λαω. 3 και είπε Ναβουθαί προς Αχαάβ· μη γένοιτό μοι παρά Θεού μου δούναι κληρονομίαν πατέρων μου σοί. 2 και ελάλησεν Αχαάβ προς Ναβουθαί λέγων· δος μοι τον αμπελώνά σου και έσται μοι εις κήπον λαχάνων. και εκοιμήθη επί της κλίνης αυτού και συνεκάλυψε το πρόσωπον αυτού και ουκ έφαγεν άρτον. δώσω σοι αργύριον άλλαγμα αμπελώνός σου τούτου. ΚΑ) 1 ΚΑΙ αμπελών εις ην τω Ναβουθαί τω Ιεζραηλίτη παρά τη άλω Αχαάβ βασιλέως Σαμαρείας. και έφαγον· και ανέστη και επορεύθη οπίσω ‘Ηλιού και ελειτούργει αυτω.

ων παρώργισας και εξήμαρτες τον Ισραήλ. 23 και τη Ιεζάβελ ελάλησε Κύριος λέγων· οι κύνες καταφάγονται αυτήν εν τω προτειχίσματι Ιεζράελ. 20 και είπεν Αχαάβ προς ‘Ηλιού· ει εύρηκάς με. ως μετέθηκεν αυτόν Ιεζάβελ η γυνή αυτού· 26 και εβδελύχθη σφόδρα πορεύεσθαι οπίσω των βδελυγμάτων κατά πάντα. ος ουκ έδωκέ σοι αργυρίου. εκεί λείξουσιν οι κύνες το αίμα σου. δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· εν παντί τόπω. και αι πόρναι λούσονται εν τω αίματί σου. 17 Και είπεν Κύριος προς ‘Ηλιού τον Θεσβίτην λέγων· 18 ανάστηθι και κατάβηθι εις απαντήν Αχαάβ βασιλέως Ισραήλ του εν Σαμαρεία. 12 και εκάλεσαν νηστείαν και εκάθισαν τον Ναβουθαί εν αρχή του λαού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και βασιλέα· και εξαγαγέτωσαν αυτόν και λιθοβολησάτωσαν αυτόν. και είπεν· εύρηκα. 19 και λαλήσεις προς αυτόν λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ως συ εφόνευσας και εκληρονόμησας. διότι μάτην πέπρασαι ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου παροργίσαι αυτόν. ότι ούτος εν αμπελώνι Ναβουθαί. 21 ιδού εγώ επάγω επί σε κακά και εκκαύσω οπίσω σου και εξολοθρεύσω του Αχαάβ ουρούντα προς τοίχον και συνεχόμενον και εγκαταλελειμμένον εν Ισραήλ· 22 και δώσω τον οίκόν σου ως τον οίκον Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και ως τον οίκον Βαασά υιού Αχιά περί των παροργισμάτων. 13 και εισήλθον δύο άνδρες υιοί παρανόμων και εκάθισαν εξεναντίας αυτού και κατεμαρτύρησαν αυτού λέγοντες· ηυλόγηκας Θεόν και βασιλέα· και εξήγαγον αυτόν έξω της πόλεως και ελιθοβόλησαν αυτόν εν λίθοις. 24 τον τεθνηκότα του Αχαάβ εν τη πόλει φάγονται οι κύνες και τον τεθνηκότα αυτού εν τω πεδίω φάγονται τα πετεινά του ουρανού. 11 και εποίησαν οι άνδρες της πόλεως αυτού οι πρεσβύτεροι και οι ελεύθεροι οι κατοικοήντες εν τη πόλει αυτού. ότι ουκ έστι Ναβουθαί ζων. καθώς απέστειλε προς αυτούς Ιεζάβελ και καθά εγέγραπτο εν τοις βιβλίοις. 16 και εγένετο ως ήκουσεν Αχαάβ ότι τέθνηκε Ναβουθαί ο Ιεζραηλίτης. ο εχθρός μου. ος επράθη ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού και περιεβάλετο σάκκον· και εγένετο μετά ταύτα και ανέστη και κατέβη Αχαάβ εις τον αμπελώνα Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου κληρονομήσαι αυτόν. και αποθανέτω. και είπε προς Αχαάβ· ανάστα. ότι τέθνηκε. ω έλειξαν αι ύες και οι κύνες το αίμα Ναβουθαί. και απέθανε. 14 και απέστειλαν προς Ιεζάβελ λέγοντες· λελιθοβόληται Ναβουθαί και τέθνηκε. ον εξωλόθρευσε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 610 . οίς απέστειλε προς αυτούς. 15 και εγένετο ως ήκουσεν Ιεζάβελ. α εποίησεν ο Αμορραίος. ότι καταβέβηκεν εκεί κληρονομήσαι αυτόν. κληρονόμει τον αμπελώνα Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. 25 πλήν ματαίως Αχαάβ.

9 και είπε τοις αγγέλοις υιού Άδερ· λέγετε τω κυρίω υμών· πάντα όσα απέσταλκας προς τον δούλόν σου εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 611 . 8 και είπαν αυτω οι πρεσβύτεροι και πας ο λαός· μη ακούσης και μη θελήσης. 28 και εγένετο ρήμα Κυρίου εν χειρί δούλου αυτού ‘Ηλιού περί Αχαάβ. ουκ επάξω την κακίαν εν ταις ημέραις αυτού. και είπε προς αυτόν· τάδε λέγει υιος Άδερ· 3 το αργύριόν σου και το χρυσίον σου εμόν εστι και αι γυναίκές σου και τα τέκνα σου εμά εστι. και είπαν· τάδε λέγει ο υιος Άδερ· εγώ απέστειλα προς σε λέγων· το αργύριόν σου και το χρυσίον σου και τας γυναίκας και τα τέκνα σου δώσεις εμοί· 6 ότι ταύτην την ωραν αύριον αποστελώ τους παίδάς μου προς σε. κύριέ μου βασιλεύ. αλλ ‘ εν ταις ημέραις του υιού αυτού επάξω την κακίαν. και ερευνήσουσι τον οίκόν σου και τους οίκους των παίδων σου και έσται πάντα τα επιθυμήματα των οφθαλμών αυτών. σός εγώ ειμι και πάντα τα εμά. ότι απέσταλκε προς με περί των γυναικών μου και περί των υιών μου και περί των θυγατέρων μου· το αργύριόν μου και το χρυσίον μου ουκ απεκώλυσα απ ‘ αυτού. 7 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Ισραήλ πάντας τους πρεσβυτέρους της γης και είπε· γνώτε δη και ίδετε ότι κακίαν ούτος ζητεί. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ (Μασ. 2 και απέστειλε προς Αχαάβ βασιλέα Ισραήλ εις την πόλιν. και είπε Κύριος· 29 εώρακας ως κατενύγη Αχαάβ από προσώπου μου. εφ ‘ α αν επιβάλωσι τας χείρας αυτών. και λήψονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος από προσώπου υιών Ισραήλ. ή επάταξε Ναβουθαί τον Ιεζραηλίτην. Κ) 1 ΚΑΙ συνήθροισεν υιος Άδερ πάσαν την δύναμιν αυτού και ανέβη και περιεκάθισεν επί Σαμάρειαν και τριακονταδύο βασιλείς μετ ‘ αυτού και πας ίππος και άρμα· και ανέβησαν και περιεκάθισαν επί Σαμάρειαν και επολέμησαν επ ‘ αυτήν. 4 και απεκρίθη βασιλεύς Ισραήλ και είπε· καθώς ελάλησας. και επορεύθη. 5 και ανέστρεψαν οι άγγελοι. 27 και υπέρ του λόγου. ως κατενύγη Αχαάβ από προσώπου του Κυρίου και επορεύετο κλαίων και διέρρηξε τον χιτώνα αυτού και εζώσατο σάκκον επί το σώμα αυτού και ενήστευσε και περιεβάλετο σάκκον εν τη ημέρα.

και είπε· τάδε λέγει Κύριος· εν τοις παιδαρίοις των αρχόντων των χωρών. ει εκποιήσει ο Χους Σαμαρείας ταις αλώπεξι παντί τω λαω τοις πεζοίς μου. 16 και εξήλθε μεσημβρίας· και υιος Άδερ πίνων μεθύων εν Σοκχώθ αυτός και οι βασιλείς. 18 και είπεν αυτοίς· ει εις ειρήνην εκπορεύονται. 14 και είπεν Αχαάβ· εν τίνι. και γνώση ότι εγώ Κύριος. ει μην κραταιώσωμεν υπέρ αυτούς. 12 και εγένετο ότε απεκρίθη αυτω τον λόγον τούτον. 24 και το ρήμα τούτο ποίησον· απόστησον τους βασιλείς έκαστον εις τον τόπον αυτών και θού αντ ‘ αυτών σατράπας. ότι επιστρέφοντος του ενιαυτού υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας αναβαίνει επί σε. πάντα υιόν δυνάμεως. 21 και εξήλθεν ο βασιλεύς Ισραήλ και έλαβε πάντας τους ίππους και τα άρματα και επάταξε πληγήν μεγάλην εν Συρία. το δε ρήμα τούτο ου δυνήσομαι ποιήσαι. 10 και απέστειλε προς αυτόν υιος Άδερ λέγων· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. 11 και απεκρίθη ο βασιλεύς Ισραήλ και είπεν· ικανούσθω· μη καυχάσθω ο κυρτός ως ο ορθός. 25 και αλλάξομέν σοι δύναμιν κατά την δύναμιν την πεσούσαν και ίππον κατά την ίππον και άρματα κατά τα άρματα και πολεμήσομεν προς αυτούς κατ ‘ ευθύ και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 612 . επτά χιλιάδας. και έφυγε Συρία. 23 και οι παίδες βασιλέως Συρίας είπον· Θεός ορέων Θεός Ισραήλ και ου Θεός κοιλάδων. πίνων ην αυτός και πάντες οι βασιλείς οι μετ ‘ αυτού εν σκηναίς και είπε τοις παισίν αυτού· οικοδομήσατε χάρακα· και έθεντο χάρακα επί την πόλιν. και είπεν Αχαάβ· τις συνάξει τον πόλεμον. και η δύναμις οπίσω αυτών 20 επάταξεν έκαστος τον παρ ‘ αυτού και εδευτέρωσεν έκαστος τον παρ ‘ αυτού. ιδού εγώ δίδωμι αυτόν σήμερον εις χείράς σας. 22 και προσήλθεν ο προφήτης προς βασιλέα Ισραήλ και είπε· κραταιού και γνώθι και ίδε τι ποιήσεις. ζώντας συλλαβείν αυτούς· 19 και μη εξελθάτωσαν εκ της πόλεως τα παιδάρια αρχόντων των χωρών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρώτοις ποιήσω. και είπε· συ. 15 και επεσκέψατο Αχαάβ τα παιδάρια των αρχόντων των χωρών. και κατεδίωξεν αυτούς Ισραήλ· και σώζεται υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας εφ ‘ ίππου ιππέως. τριάκοντα και δύο βασιλείς συμβοηθοί μετ ‘ αυτού. και απήραν οι άνδρες και επέστρεψαν αυτω λόγον. και αποστέλλουσι και απαγγέλλουσι τω βασιλεί Συρίας λέγοντες· άνδρες εξεληλύθασιν εκ Σαμαρείας. 13 και ιδού προφήτης εις προσήλθε τω Αχαάβ βασιλεί Ισραήλ και είπε· τάδε λέγει Κύριος· ει εώρακας τον όχλον τον μέγαν τούτον. συλλαβείν αυτούς ζώντας· και ει εις πόλεμον. και εγένοντο διακόσια τριάκοντα· και μετά ταύτα επεσκέψατο τον λαόν. 17 και εξήλθον άρχοντες παιδάρια των χωρών εν πρώτοις. δια τούτο εκραταίωσεν υπέρ ημάς· εάν δε πολεμήσωμεν αυτούς κατ ‘ ευθύ.

και πατάξει σε λέων· και απήλθεν απ ‘ αυτού. 30 και έφυγον οι κατάλοιποι εις Αφεκά εις την πόλιν. εις το ταμιείον. 35 Και άνθρωπος εις εκ των υιών των προφητών είπε προς τον πλησίον αυτού εν λόγω Κυρίου· πάταξον δη με· και ουκ ηθέλησεν ο άνθρωπος πατάξαι αυτόν. και έπεσε το τείχος επί είκοσι και επτά χιλιάδας ανδρών των καταλοίπων. ει πως ζωογονήσει τας ψυχάς ημών. 31 και είπε τοις παισίν αυτού· οίδα ότι βασιλείς Ισραήλ βασιλείς ελέους εισίν· επιθώμεθα δη σάκκους επί τας οσφύας ημών και σχοινία επί τας κεφαλάς ημών και εξέλθωμεν προς βασιλέα Ισραήλ. αδελφός μου εστι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κραταιώσομεν υπέρ αυτούς. και εγένετο εν τη ημέρα τη εβδόμη και προσήγαγεν ο πόλεμος. καθώς έθετο ο πατήρ μου εν Σαμαρεία· και εγώ εν διαθήκη εξαποστελώ σε. και είπεν· εισέλθατε και λάβετε αυτόν· και εξήλθε προς αυτόν υιος Άδερ. 37 και ευρίσκει άνθρωπον άλλον και είπε· πάταξόν με δη· και επάταξεν αυτόν ο άνθρωπος πατάξας και συνέτριψε. και ευρίσκει αυτόν λέων και επάταξεν αυτόν. 32 και περιεζώσαντο σάκκους επί τας οσφύας αυτών και έθεσαν σχοινία επί τας κεφαλάς αυτών και είπον τω βασιλεί Ισραήλ· δούλός σου υιος Άδερ λέγει· ζησάτω δη η ψυχή ημών. και Συρία έπλησε την γην. και ήκουσε της φωνής αυτών και εποίησεν ούτως. 38 και επορεύθη ο προφήτης και έστη τω βασιλεί Ισραήλ επί της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 613 . 28 και προσήλθεν ο άνθρωπος του Θεού και είπε τω βασιλεί Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων είπε Συρία· Θεός ορέων Κύριος ο Θεός Ισραήλ και ου Θεός κοιλάδων αυτός. και υιος Άδερ έφυγε και εισήλθεν εις τον οίκον του κοιτώνος. ας έλαβεν ο πατήρ μου παρά του πατρός σου. και αναβιβάζουσιν αυτόν προς αυτόν επί το άρμα. 26 και εγένετο επιστρέψαντος του ενιαυτού και επεσκέψατο υιος Άδερ την Συρίαν και ανέβη εις Αφεκά εις πόλεμον επί Ισραήλ. 29 και παρεμβάλλουσιν ούτοι απέναντι τούτων επτά ημέρας. και επάταξεν Ισραήλ την Συρίαν εκατόν χιλιάδας πεζών μια ημέρα. και δώσω την δύναμιν την μεγάλην ταύτην εις χείρα σήν. 36 και είπε προς αυτόν· ανθ ‘ ων ουκ ήκουσας της φωνής Κυρίου και ιδού συ αποτρέχεις απ ‘ εμού. και παρενέβαλεν Ισραήλ εξεναντίας αυτών ωσεί δύο ποίμνια αιγών. και διέθετο αυτω διαθήκην και εξαπέστειλεν αυτόν. και είπεν· ει έτι ζη. 33 και οι άνδρες οιωνίσαντο και εσπείσαντο και ανελέξαντο τον λόγον εκ του στόματος αυτού και είπον· αδελφός σου υιος Άδερ. και γνώση ότι εγώ Κύριος. αποδώσω σοι. 34 και είπε προς αυτόν· τας πόλεις. 27 και οι υιοί Ισραήλ επεσκέπησαν και παρεγένοντο εις απαντήν αυτών. και εξόδους θήσεις σεαυτω εν Δαμασκω.

και είπον· ανάβαινε. 2 και εγενήθη εν τω ενιαυτω τω τρίτω και κατέβη Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα προς βασιλέα Ισραήλ. 41 και έσπευσε και αφείλε τον τελαμώνα από των οφθαλμών αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οδού και κατεδήσατο εν τελαμώνι τους οφθαλμούς αυτού. και ούτος εβόα προς τον βασιλέα και είπεν· ο δούλός σου εξήλθεν επί την στρατιάν του πολέμου. εάν δε εκπηδών εκπηδήση. και ουκ ην πόλεμος ανά μέσον Συρίας και ανά μέσον Ισραήλ. 8 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· εις εστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 614 . 39 και εγένετο ως παρεπορεύετο ο βασιλεύς. ή τάλαντον αργυρίου στήσεις· 40 και εγενήθη περιεβλέψατο ο δούλός σου ώδε και ώδε. και είπεν Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα προς βασιλέα Ισραήλ· επερωτήσατε δη σήμερον τον Κύριον. και ιδού ανήρ εισήγαγε προς με άνδρα και είπε προς με· φύλαξον τούτον τον άνδρα. 42 και είπε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· διότι εξήνεγκας συ άνδρα ολέθριον εκ της χειρός σου. 6 και συνήθροισεν ο βασιλεύς Ισραήλ πάντας τους προφήτας. και ημείς σιωπώμεν λαβείν αυτήν εκ χειρός βασιλέως Συρίας. 43 και απήλθεν ο βασιλεύς Ισραήλ συγκεχυμένος και εκλελυμένος και έρχεται εις Σαμάρειαν. καθώς οι ίπποι μου οι ίπποι σου. ότι εκ των προφητών ούτος. και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς Ισραήλ· ιδού και τα ένεδρα παρ ‘ εμοί εφόνευσας. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ εκάθισε τα τρία έτη. ως τετρακοσίους άνδρας. 4 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· αναβήση μεθ ‘ ημών εις Ρεμμάθ Γαλαάδ εις πόλεμον. και είπεν αυτοίς ο βασιλεύς· ει πορευθώ εις Ρεμμάθ Γαλαάδ εις πόλεμον ή επίσχω. 7 και είπεν Ιωσαφάτ προς βασιλέα Ισραήλ· ουκ έστιν ώδε προφήτης του Κυρίου και επερωτήσομεν τον Κύριον δι ‘ αυτού. καθώς ο λαός μου ο λαός σου. 5 και είπεν Ιωσαφάτ· καθώς εγώ και συ ούτως. και ούτος ουκ ην. και επέγνω αυτόν ο βασιλεύς Ισραήλ. 3 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς τους παίδας αυτού· ει οίδατε ότι ημίν Ρεμμάθ Γαλαάδ. και έσται η ψυχή σου αντί της ψυχής αυτού. και διδούς δώσει Κύριος εις χείρας του βασιλέως. και έσται η ψυχή σου αντί της ψυχής αυτού και ο λαός σου αντί του λαού αυτού.

έξελθε και ποίησον ούτως. ότι α εάν είπη Κύριος προς με. έκαστος εις τον οίκον αυτού εν ειρήνη αναστρεφέτω. 15 και ήλθε προς τον βασιλέα και είπεν αυτω ο βασιλεύς· Μιχαία. και Κύριος ελάλησεν επί σε κακά. αλλ ‘ ή κακά. και εγώ μεμίσηκα αυτόν. 11 και εποίησεν εαυτω Σεδεκίας υιος Χανανά κέρατα σιδηρά και είπε· τάδε λέγει Κύριος· εν τούτοις κερατιείς την Συρίαν. και ευοδώσει και δώσει Κύριος εις χείράς σου και τον βασιλέα Συρίας. 22 και είπε προς αυτόν Κύριος· εν τίνι. 9 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Ισραήλ ευνούχον ένα και είπε· το τάχος Μιχαίαν υιόν Ιεμβλαά. 23 και νυν ιδού έδωκε Κύριος πνεύμα ψευδές εν στόματι πάντων των προφητών σου τούτων. ει αναβώ εις Ρεμμάθ Γαλαάδ εις πόλεμον. 14 και είπε Μιχαίας· ζη Κύριος. και είπεν· εξελεύσομαι και έσομαι πνεύμα ψευδές εις το στόμα πάντων των προφητών αυτού. και είπεν Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα· μη λεγέτω ο βασιλεύς ούτως. ουκ εγώ. 17 και είπε Μιχαίας· ουχ ούτως. και πάσα η στρατιά του ουρανού ειστήκει περί αυτόν εκ δεξιών αυτού και εξ ευωνύμων. εώρακα πάντα τον Ισραήλ διεσπαρμένον εν τοις όρεσιν ως ποίμνιον. έως συντελεσθή. ή επίσχω. 20 και είπε Κύριος· τις απατήσει τον Αχαάβ βασιλέα Ισραήλ και αναβήσεται και πεσείται εν Ρεμμάθ Γαλαάδ. και είπεν ούτος ούτως και ούτος ούτως. 19 και είπε Μιχαίας· ουχ ούτως. και είπε Κύριος· ου κύριος τούτοις Θεός. 18 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα· ουκ είπα προς σε ότι ου προφητεύει ούτός μοι καλά. διότι αλλ ‘ ή κακά. και ευοδώσει Κύριος εις χείρας του βασιλέως. και είπεν· ανάβαινε. 12 και πάντες οι προφήται επροφήτευον ούτως λέγοντες· ανάβαινε εις Ρεμμάθ Γαλαάδ. 16 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ποσάκις εγώ ορκίζω σε όπως λαλήσης προς με αλήθειαν εν ονόματι Κυρίου. ουχ ούτως· είδον Θεόν Ισραήλ καθήμενον επί θρόνου αυτού. ότι ου λαλεί περί εμού καλά. Μιχαίας υιος Ιεμβλαά. ω ουκ έστι ποιμήν. 13 και ο άγγελος ο πορευθείς καλέσαι τον Μιχαίαν ελάλησεν αυτω λέγων· ιδού δη λαλούσι πάντες οι προφήται εν στόματι ενί καλά περί του βασιλέως· γίνου δη και συ εις τους λόγους σου κατά τους λόγους ενός τούτων και λάλησον καλά. άκουε ρήμα Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανήρ εις το επερωτήσαι δι ‘ αυτού τον Κύριον. ταύτα λαλήσω. 21 και εξήλθε πνεύμα και έστη ενώπιον Κυρίου και είπεν· εγώ απατήσω αυτόν. 10 και ο βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα εκάθηντο ανήρ επί του θρόνου αυτού ένοπλοι εν ταις πύλαις Σαμαρείας. και είπεν· απατήσεις και γε δυνήση. 24 και προσήλθε Σεδεκίας υιος Χανανά και επάταξε τον Μιχαίαν επί την σιαγόνα και είπε· ποίον πνεύμα Κυρίου το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 615 . και πάντες οι προφήται επροφήτευον ενώπιον αυτών.

35 και ετροπώθη ο πόλεμος εν τη ημέρα εκείνη. και πάσας τας πόλεις. όταν εισέλθης ταμιείον του ταμιείου του κρυβήναι εκεί. και εβασίλευσεν ‘Οχοζίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 39 και τα λοιπά των λόγων Αχαάβ και πάντα. 31 και βασιλεύς Συρίας ενετείλατο τοις άρχουσι των αρμάτων αυτού τριάκοντα και δυσί λέγων· μη πολεμείτε μικρόν και μέγαν. ας εποίησεν. και ο βασιλεύς ην εστηκώς επί του άρματος εξεναντίας Συρίας από πρωϊ έως εσπέρας και επέχυνε το αίμα από της πληγής εις τον κόλπον του άρματος· και απέθανεν εσπέρας. 41 Και Ιωσαφάτ υιος Ασά εβασίλευσεν επί Ιούδαν· εν έτει τετάρτω του Αχαάβ βασιλέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 616 . και αυτοί είπαν· φαίνεται βασιλεύς Ισραήλ ούτος· και εκύκλωσαν αυτόν πολεμήσαι. και ήλθον εις Σαμάρειαν και έθαψαν τον βασιλέα εν Σαμαρεία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαλήσαν εν σοί. 25 και είπε Μιχαίας· ιδού συ όψη τη ημέρα εκείνη. 30 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα· συγκαλύψομαι και εισελεύσομαι εις τον πόλεμον. 40 και εκοιμήθη Αχαάβ μετά των πατέρων αυτού. 38 και απένιψαν το αίμα επί την κρήνην Σαμαρείας. 29 και ανέβη βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα μετ ‘ αυτού εις Ρεμμάθ Γαλαάδ. και εξεπορεύετο το αίμα της τροπής έως του κόλπου του άρματος. ό ελάλησε. και ανέστρεψαν απ ‘ αυτού. 33 και εγένετο ως είδον οι άρχοντες των αρμάτων ότι ουκ έστι βασιλεύς Ισραήλ ούτος. ου λελάληκε Κύριος εν εμοί. και ανέκραξεν Ιωσαφάτ. και οίκον ελεφάντινον. ουκ ιδού ταύτα γέγραπται εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ. ότι τέτρωμαι. 32 και εγένετο ως είδον οι άρχοντες των αρμάτων τον Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα. και εξέλειξαν αι ύες και οι κύνες το αίμα. και είπε τω ηνιόχω αυτού· επίστρεψον τας χείράς σου και εξάγαγέ με εκ του πολέμου. ον ωκοδόμησε. 26 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ· λάβετε τον Μιχαίαν και αποστρέψατε αυτόν προς Σεμήρ τον βασιλέα της πόλεως· και τω Ιωάς υιω του βασιλέως 27 ειπόν θέσθαι τούτον εν φυλακή και εσθίειν αυτόν άρτον θλίψεως και ύδωρ θλίψεως έως του επιστρέψαι με εν ειρήνη. και αι πόρναι ελούσαντο εν τω αίματι κατά το ρήμα Κυρίου. α εποίησε. και συ ένδυσαι τον ιματισμόν μου· και συνεκαλύψατο βασιλεύς Ισραήλ και εισήλθεν εις τον πόλεμον. 34 και επέτεινεν εις το τόξον ευστόχως και επάταξε τον βασιλέα Ισραήλ ανά μέσον του πνεύμονος και ανά μέσον του θώρακος. 36 και έστη ο στρατοκήρυξ δύοντος του ηλίου λέγων· έκαστος εις την εαυτού πόλιν και εις την εαυτού γην. 28 και είπε Μιχαίας· εάν επιστρέφων επιστρέψης εν ειρήνη. 37 ότι τέθνηκεν ο βασιλεύς. αλλ ‘ ή τον βασιλέα Ισραήλ μονώτατον.

------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 617 . 43 και επορεύθη εν πάση οδω Ασά του πατρός αυτού· ουκ εξέκλινεν απ ‘ αυτής του ποιήσαι το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου· 44 πλήν των υψηλών ουκ εξήρεν. όσα εποίησεν ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών βασιλέων Ιούδα. και όνομα τη μητρί αυτού Αζουβά θυγάτηρ Σαλαϊ. και είκοσι και πέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμίων εν τοις υψηλοίς. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ.] 51 και εκοιμήθη Ιωσαφάτ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη παρά τοις πατράσιν αυτού εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού· και εβασίλευσεν Ιωράμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. ό υπελείφθη εν ημέραις Ασά του πατρός αυτού. και ουκ επορεύθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ εβασίλευσεν Ιωσαφάτ. 46 και τα λοιπά των λόγων Ιωσαφάτ και αι δυναστείαι αυτού. κατά πάντα τα γενόμενα έμπροσθεν αυτού. 42 υιος τριάκοντα και πέντε ετών εν τω βασιλεύειν αυτόν. 48 και βασιλεύς ουκ ην εν Εδέμ εστηλωμένος. [47 Και περισσόν του ενδιηλλαγμένου. 52 Και ‘Οχοζίας υιος Αχαάβ εβασίλευεν επί Ισραήλ εν Σαμαρεία εν έτει επτακαιδεκάτω Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα· και εβασίλευσεν εν Ισραήλ εν Σαμαρεία δύο έτη. 53 και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου και επορεύθη εν οδω Αχαάβ του πατρός αυτού και εν οδω Ιεζάβελ της μητρός αυτού και εν ταις αμαρτίαις οίκου Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 50 τότε είπε ‘Οχοζίας υιος Αχαάβ προς Ιωσαφάτ· πορευθήτωσαν δούλοί μου μετά των δούλων σου ταις ναυσί· και ουκ ηθέλησεν Ιωσαφάτ. 45 και ειρήνευσεν Ιωσαφάτ μετά βασιλέως Ισραήλ. επέλεξεν από της γης. 54 και εδούλευσε τοις Βααλίμ και προσεκύνησεν αυτοίς και παρώργισε τον Κύριον Θεόν Ισραήλ. ότι συνετρίβησαν νήες εν Ασεών Γαβέρ. και ο βασιλεύς 49 Ιωσαφάτ εποίησε νήας εις Θαρσίς του πορευθήναι ‘Ωφέρδε εις χρυσίον.

ουχ ούτως· η κλίνη. 7 και ελάλησε προς αυτούς λέγων· τις η κρίσις του ανδρός του αναβάντος εις συνάντησιν υμίν και λαλήσαντος προς υμάς τους λόγους τούτους. καταβήσεται πυρ εκ του ουρανού και καταφάγεταί σε και τους πεντήκοντά σου· και κατέβη πυρ εκ του ουρανού και κατέφαγεν αυτόν και τους πεντήκοντα αυτού. και ανέβη προς αυτόν. ου καταβήση απ ‘ αυτής. και είπεν· ‘Ηλιού ο Θεσβίτης ούτός εστι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ηθέτησε Μωάβ εν Ισραήλ μετά το αποθανείν Αχαάβ. 8 και είπαν προς αυτόν· ανήρ δασύς και ζώνην δερματίνην περιεζωσμένος την οσφύν αυτού. ότι θανάτω αποθανή. 5 και επεστράφησαν οι άγγελοι προς αυτόν. ότι θανάτω αποθανή. 2 και έπεσεν ‘Οχοζίας δια του δικτυωτού του εν τω υπερώω αυτού τω εν Σαμαρεία και ηρρώστησε. 3 και άγγελος Κυρίου εκάλεσεν ‘Ηλιού τον Θεσβίτην λέγων· αναστάς δεύρο εις συνάντησιν των αγγέλων ‘Οχοζίου βασιλέως Σαμαρείας και λαλήσεις προς αυτούς· ει παρά το μη είναι Θεόν εν Ισραήλ υμείς πορεύεσθε επιζητήσαι εν τω Βάαλ μυίαν θεόν Ακκαρών. και ανέβη και ελάλησεν ο πεντηκόνταρχος προς αυτόν και είπεν· άνθρωπε του Θεού. και ιδού ‘Ηλιού εκάθητο επί της κορυφής του όρους. 10 και απεκρίθη ‘Ηλιού. ει ζήσομαι εκ της αρρωστίας μου ταύτης· και επορεύθησαν επερωτήσαι δι ‘ αυτού. εφ ‘ ης ανέβης εκεί. και είπε προς αυτούς· τι ότι επεστρέψατε. 9 και απέστειλε προς αυτόν πεντηκόνταρχον και τους πεντήκοντα αυτού. ο βασιλεύς εκάλεσέ σε. 11 και προσέθετο ο βασιλεύς και απέστειλε προς αυτόν άλλον πεντηκόνταρχον και τους πεντήκοντα αυτού. και είπε προς τον πεντηκόνταρχον· και ει άνθρωπος Θεού εγώ. 6 και είπαν προς αυτόν· ανήρ ανέβη εις συνάντησιν ημών και είπε προς ημάς· δεύτε επιστράφητε προς τον βασιλέα τον αποστείλαντα υμάς και λαλήσατε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· ει παρά το μη είναι Θεόν εν Ισραήλ συ πορεύη επιζητήσαι εν τω Βάαλ μυίαν θεόν Ακκαρών. ου καταβήση απ ‘ αυτής. και ελάλησεν ο πεντηκόνταρχος προς αυτόν και είπεν· άνθρωπε του Θεού. και ουχ ούτως· 4 ότι τάδε λέγει Κύριος· η κλίνη. εφ ‘ ης ανέβης εκεί. και απέστειλεν αγγέλους και είπε προς αυτούς· δεύτε και επιζητήσατε εν τω Βάαλ μυίαν θεόν Ακκαρών. κατάβηθι. τάδε λέγει ο βασιλεύς· ταχέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 618 . και επορεύθη ‘Ηλιού και είπε προς αυτούς.

ας εποίησεν ο πατήρ αυτού. 18·2 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. και συνέτριψεν αυτάς· πλήν εν ταις αμαρτίαις οίκου Ιεροβοάμ. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. ουχ ούτως· η κλίνη. και νυν εντιμωθήτω δη η ψυχή μου εν οφθαλμοίς σου. 13 και προσέθετο ο βασιλεύς έτι αποστείλαι ηγούμενον και τους πεντήκοντα αυτού. α εποίησεν. 18·4 και εθυμώθη οργή Κύριος εις τον οίκον Αχαάβ. ουδέ ως η μήτηρ αυτού. ουκ απέστη απ ‘ αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατάβηθι. καταβήσεται πυρ εκ του ουρανού και καταφάγεταί σε και τους πεντήκοντά σου· και κατέβη πυρ εξ ουρανού και κατέφαγε αυτόν και τους πεντήκοντα αυτού. εντιμωθήτω δη η ψυχή μου και η ψυχή των δούλων σου τούτων των πεντήκοντα εν οφθαλμοίς σου· 14 ιδού κατέβη πυρ εκ του ουρανού και κατέφαγε τους δύο πεντηκοντάρχους τους πρώτους και τους πεντήκοντα αυτών. 16 και ελάλησε προς αυτόν και είπεν ‘Ηλιού· τάδε λέγει Κύριος· τι ότι απέστειλας αγγέλους εκζητήσαι εν τω Βάαλ μυίαν θεόν Ακκαρών. εφ ‘ ης ανέβης εκεί. 18 και τα λοιπά των λόγων ‘Οχοζίου. ότι θανάτω αποθανή. ου καταβήση απ ‘ αυτής. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 12 και απεκρίθη ‘Ηλιού και ελάλησε προς αυτόν και είπεν· ει άνθρωπος Θεού εγώ. 18·3 και απέστησε τας στήλας του Βάαλ. 18·1 Και Ιωράμ υιος Αχαάβ βασιλεύει επί Ισραήλ εν Σαμαρεία έτη δεκαδύο. εκολλήθη. και ήλθεν ο πεντηκόνταρχος ο τρίτος και έκαμψεν επί τα γόνατα αυτού κατέναντι ‘Ηλιού και εδεήθη αυτού και ελάλησε προς αυτόν και είπεν· άνθρωπε του Θεού. μη φοβηθής από προσώπου αυτών· και ανέστη ‘Ηλιού και κατέβη μετ ‘ αυτού προς τον βασιλέα. εν έτει οκτωκαιδεκάτω Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα. 15 και ελάλησεν άγγελος Κυρίου προς ‘Ηλιού και είπε· κατάβηθι μετ ‘ αυτού. ό ελάλησεν ‘Ηλιού. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω ανάγειν Κύριον εν συσσεισμω τον ‘Ηλιού ως εις τον ουρανόν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 619 . 17 και απέθανε κατά το ρήμα Κυρίου. πλήν ουχ ως οι αδελφοί αυτού.

12 και Ελισαιέ εώρα και εβόα· πάτερ. 16 και είπον προς αυτόν· ιδού δη μετά των παίδων σου πεντήκοντα άνδρες υιοί δυνάμεως· πορευθέντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 620 . σιωπάτε. ή έπεσεν επάνωθεν αυτού. 6 και είπεν αυτω ‘Ηλιού· κάθου δη ώδε. σιωπάτε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επορεύθη ‘Ηλιού και Ελισαιέ εκ Γαλγάλων. και διηρέθη το ύδωρ ένθα και ένθα. 15 και είδον αυτόν οι υιοί των προφητών οι εν Ιεριχώ εξεναντίας και είπον· επαναπέπαυται το πνεύμα ‘Ηλιού επί Ελισαιέ· και ήλθον εις συναντήν αυτού και προσεκύνησαν αυτω επί την γην. ότι Κύριος σήμερον λαμβάνει τον κύριόν σου επάνωθεν της κεφαλής σου. επορεύοντο και ελάλουν· και ιδού άρμα πυρός και ίπποι πυρός και διέστειλαν ανά μέσον αμφοτέρων. ει εγκαταλείψω σε· και ήλθον εις Βαιθήλ. και ανελήφθη ‘Ηλιού εν συσσεισμω ως εις τον ουρανόν. και διέβη Ελισαιέ. και επέστρεψεν Ελισαιέ και έστη επί του χείλους του Ιορδάνου· 14 και έλαβε την μηλωτήν ‘Ηλιού. 8 και έλαβεν ‘Ηλιού την μηλωτήν αυτού και είλησε και επάταξε το ύδωρ. και διερράγησαν ένθα και ένθα. 10 και είπεν ‘Ηλιού· εσκλήρυνας του αιτήσασθαι· εάν ίδης με αναλαμβανόμενον από σου. και επάταξε τα ύδατα. και διέβησαν αμφότεροι εν ερήμω. 9 και εγένετο εν τω διαβήναι αυτούς και ‘Ηλιού είπε προς Ελισαιέ· αίτησαι τι ποιήσω σοι πριν ή αναληφθήναί με από σου. ή έπεσεν επάνωθεν Ελισαιέ. πάτερ. και είπε· και γε εγώ έγνων. και έσται σοι ούτως· και εάν μη. 4 και είπεν ‘Ηλιού προς Ελισαιέ· κάθου δη ενταύθα. 11 και εγένετο αυτών πορευομένων. ει εγκαταλείψω σε· και ήλθον εις Ιεριχώ. και επάταξε το ύδωρ και ου διέστη· και είπε· που ο Θεός ‘Ηλιού αφφώ. ότι Κύριος απέσταλκέ με έως Βαιθήλ· και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. ότι Κύριος απέσταλκέ με εις Ιεριχώ· και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. 2 και είπεν ‘Ηλιού προς Ελισαιέ· κάθου δη ενταύθα. 5 και ήγγισαν οι υιοί των προφητών οι εν Ιεριχώ προς Ελισαιέ και είπαν προς αυτόν· ει έγνως ότι σήμερον λαμβάνει Κύριος τον κύριόν σου επάνωθεν της κεφαλής σου. και είπεν Ελισαιέ· γενηθήτω δη διπλά εν πνεύματί σου επ ‘ εμέ. και είπε· καγώ έγνωκα. ότι Κύριος απέσταλκέ με έως εις τον Ιορδάνην· και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. 13 και ύψωσε την μηλωτήν ‘Ηλιού. ου μη γένηται. 3 και ήλθον οι υιοί των προφητών οι εν Βαιθήλ προς Ελισαιέ και είπον προς αυτόν· ει έγνως. άρμα Ισραήλ και ιππεύς αυτού· και ουκ είδεν αυτόν έτι και επελάβετο των ιματίων αυτού και διέρρηξεν αυτά εις δύο ρήγματα. ει εγκαταλείψω σε· και επορεύθησαν αμφότεροι· 7 και πεντήκοντα άνδρες υιοί των προφητών και έστησαν εξεναντίας μακρόθεν· και αμφότεροι έστησαν επί του Ιορδάνου.

17 και παρεβιάσαντο αυτόν έως ου ησχύνετο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δη ζητησάτωσαν τον κύριόν σου. 19 και είπον οι άνδρες της πόλεως προς Ελισαιέ· ιδού η κατοίκησις της πόλεως αγαθή. ας εποίησεν ο πατήρ αυτού· 3 πλήν εν τη αμαρτία Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ Ιωράμ υιος Αχαάβ εβασίλευσεν εν Ισραήλ εν έτει οκτωκαιδεκάτω Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα και εβασίλευσε δώδεκα έτη. καθώς ο κύριος βλέπει. ουκ απέστη απ ‘ αυτής. και κατηράσατο αυτοίς εν ονόματι Κυρίου· και ιδού εξήλθον δύο άρκοι εκ του δρυμού και ανέρρηξαν απ ‘ αυτών τεσσαράκοντα και δύο παίδας. και απέστειλαν πεντήκοντα άνδρας. 23 και ανέβη εκείθεν εις Βαιθήλ· και αναβαίνοντος αυτού εν τη οδω και παιδάρια μικρά εξήλθον εκ της πόλεως και κατέπαιζον αυτού και είπον αυτω· ανάβαινε. και είπεν· αποστείλατε. και αυτός εκάθητο εν Ιεριχώ. μη ποτε ήρεν αυτόν πνεύμα Κυρίου και έρριψεν αυτόν εν τω Ιορδάνη ή εφ ‘ εν των ορέων ή εφ ‘ ένα των βουνών. 20 και είπεν Ελισαιέ· λάβετέ μοι υδρίσκην καινήν και θέτε εκεί άλα· και έλαβον και ήνεγκαν προς αυτόν. και επέστρεφε τω βασιλεί Ισραήλ εν τη επαναστάσει εκατόν χιλιάδας αρνών και εκατόν χιλιάδας κριών επί πόκων. και είπεν Ελισαιέ· ουκ αποστελείτε. φαλακρέ. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. και εζήτησαν τρεις ημέρας και ουχ εύρον αυτόν. ουκ έσται έτι εκείθεν θάνατος και ατεκνουμένη. ανάβαινε. και μετέστησε τας στήλας του Βάαλ. εκολλήθη. ό ελάλησε. 4 και Μωσά βασιλεύς Μωάβ ην νωκήδ. 24 και εξένευσεν οπίσω αυτών και είδεν αυτά. 2 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. 5 και εγένετο μετά το αποθανείν Αχαάβ και ηθέτησε βασιλεύς Μωάβ εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 621 . πλήν ουχ ως ο πατήρ αυτού και ουχ ως η μήτηρ αυτού. 18 και ανέστρεψαν προς αυτόν. και είπεν Ελισαιέ· ουκ είπον προς υμάς. 25 και επορεύθη εκείθεν εις το όρος το Καρμήλιον κακείθεν επέστρεψεν εις Σαμάρειαν. 22 και ιάθησαν τα ύδατα έως της ημέρας ταύτης κατά το ρήμα Ελισαιέ. 21 και εξήλθεν Ελισαιέ εις την διέξοδον των υδάτων και έρριψεν εκεί άλα και είπε· τάδε λέγει Κύριος· ίαμαι τα ύδατα. μη πορευθήτε. και τα ύδατα πονηρά και η γη ατεκνουμένη.

10 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ· ω. και ανεβόησαν εκ παντός περιεζωσμένοι ζώνην και είπαν· ω και έστησαν επί του ορίου. 19 και πατάξετε πάσαν πόλιν οχυράν και παν ξύλον αγαθόν καταβαλείτε και πάσας πηγάς ύδατος εμφράξεσθε και πάσαν μερίδα αγαθήν αχρειώσετε εν λίθοις. και εγένετο ως έψαλλεν ο ψάλλων. και πίεσθε υμείς και αι κτήσεις υμών και τα κτήνη υμών· 18 και κούφη αυτή εν οφθαλμοίς Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεί Ισραήλ. ος επέχεεν ύδωρ επί χείρας ‘Ηλιού. ως ο λαός μου ο λαός σου. 22 και ώρθρισαν το πρωϊ. και ουκ ην ύδωρ τη παρεμβολή και τοις κτήνεσι τοις εν τοις ποσίν αυτών. και ο χειμάρρους ούτος πλησθήσεται ύδατος. 6 και εξήλθεν ο βασιλεύς Ιωράμ εν τη ημέρα εκείνη εκ Σαμαρείας και επεσκέψατο τον Ισραήλ· 7 και επορεύθη και εξαπέστειλε προς Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα λέγων· βασιλεύς Μωάβ ηθέτησεν εν εμοί· ει πορεύση μετ ‘ εμού εις Μωάβ εις πόλεμον. και εγένετο επ ‘ αυτόν χείρ Κυρίου. 12 και είπεν Ιωσαφάτ· έστιν αυτω ρήμα Κυρίου. και κατέβη προς αυτόν βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα και βασιλεύς Εδώμ. ότι κέκληκε Κύριος τους τρεις βασιλείς παρερχομένους δούναι αυτούς εν χειρί Μωάβ 11 και είπεν Ιωσαφάτ· ουκ έστιν ώδε προφήτης του Κυρίου και επιζητήσωμεν τον Κύριον παρ ‘ αυτού. ως οι ίπποι μου οι ίπποι σου. 21 και πάσα Μωάβ ήκουσαν ότι ανέβησαν οι τρεις βασιλείς πολεμείν αυτούς. 8 και είπε· ποία οδω αναβώ. 13 και είπεν Ελισαιέ προς βασιλέα Ισραήλ· τι εμοί και σοί. και επλήσθη η γη ύδατος. 16 και είπε· τάδε λέγει Κύριος· ποιήσατε τον χειμάρρουν τούτον βοθύνους βοθύνους· 17 ότι τάδε λέγει Κύριος· ουκ όψεσθε πνεύμα και ουκ όψεσθε υετόν. ότι ει μη πρόσωπον Ιωασαφάτ βασιλέως Ιούδα εγώ λαμβάνω. και είπεν· αναβήσομαι· όμοιός μοι όμοιός σοι. και είπεν αυτω ο βασιλεύς Ισραήλ· μη ότι κέκληκε Κύριος τους τρεις βασιλείς του παραδούναι αυτούς εις χείρας Μωάβ. ω παρέστην ενώπιον αυτού. και εμαχέσαντο οι βασιλείς και επάταξεν ανήρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 622 . και ο ήλιος ανέτειλεν επί τα ύδατα· και είδε Μωάβ εξεναντίας τα ύδατα πυρά ωσεί αίμα 23 και είπαν· αίμα τούτο της ρομφαίας. 9 και επορεύθη ο βασιλεύς Ισραήλ και ο βασιλεύς Ιούδα και ο βασιλεύς Εδώμ και εκύκλωσαν οδόν επτά ημερών. και παραδώσω την Μωάβ εν χειρί υμών. 20 και εγένετο πρωϊ αναβαινούσης της θυσίας και ιδού ύδατα ήρχοντο εξ οδού Εδώμ. δεύρο προς τους προφήτας του πατρός σου και τους προφήτας της μητρός σου. ει επέβλεψα προς σε και είδόν σε· 15 και νυν λαβέ μοι ψάλλοντα. 14 και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος των δυνάμεων. και απεκρίθη εις των παίδων του βασιλέως Ισραήλ και είπεν· ώδε Ελισαιέ υιος Σαφάτ. και είπεν· οδόν έρημον Εδώμ.

5 και απήλθε παρ ‘ αυτού. και απήραν απ ‘ αυτού και επέστρεψαν εις την γην. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ γυνή μία από των υιών των προφητών εβόα προς τον Ελισαιέ λέγουσα· ο δούλός σου ανήρ μου απέθανε. ότι αλλ ‘ ή ό αλείψομαι έλαιον. ον εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. και νυν επί τα σκύλα Μωάβ. 24 και εισήλθον εις την παρεμβολήν Ισραήλ. και έφυγον από προσώπου αυτών. και εισήλθον εισπορευόμενοι και τύπτοντες την Μωάβ 25 και τας πόλεις καθείλον και πάσαν μερίδα αγαθήν έρριψαν ανήρ τον λίθον και ενέπλησαν αυτήν και πάσαν πηγήν ενέφραξαν και παν ξύλον αγαθόν κατέβαλον έως του καταλιπείν τους λίθους του τοίχου καθηρημένους. 6 και είπε προς τους υιούς αυτής· εγγίσατε έτι προς με το σκεύος· και είπον αυτη· ουκ έστιν έτι σκεύος· και έστη το έλαιον. 7 και ήλθε και απήγγειλε τω ανθρώπω του Θεού. μη ολιγώσης. η δε είπεν· ουκ έστι τη δούλη σου ουδέν εν τω οίκω. και ανήνεγκεν αυτόν ολοκαύτωμα επί του τείχους· και εγένετο μετάμελος μέγας επί Ισραήλ. και ουκ ηδυνήθησαν. και αυτή επέχεεν έως επλήσθησαν τα σκεύη. και συ και οι υιοί σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 623 . και είπεν Ελισαιέ· δεύρο και απόδου το έλαιον και αποτίσεις τους τόκους σου. και εκύκλωσαν οι σφενδονήται και επάταξαν αυτήν. και έλαβε μεθ ‘ εαυτού επτακοσίους άνδρας εσπασμένους ρομφαίαν διακόψαι προς βασιλέα Εδώμ. και Ισραήλ ανέστησαν και επάταξαν την Μωάβ. 4 και εισελεύση και αποκλείσεις την θύραν κατά σου και κατά των υιών σου και αποχεείς εις τα σκεύη ταύτα και το πληρωθέν αρείς. ανάγγειλόν μοι τι έστι σοι εν τω οίκω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον πλησίον αυτού. 3 και είπε προς αυτήν· δεύρο αίτησαι σεαυτη σκεύη έξωθεν παρά πάντων των γειτόνων σκεύη κενά. και απέκλεισε την θύραν καθ ‘ εαυτής και κατά των υιών αυτής· αυτοί προσήγγιζον προς αυτήν. 2 και είπεν Ελισαιέ· τι ποιήσω σοι. 26 και είδεν ο βασιλεύς Μωάβ ότι εκραταίωσεν υπέρ αυτόν ο πόλεμος. 27 και έλαβε τον υιόν αυτού τον πρωτότοκον. και συ έγνως ότι δούλός σου ην φοβούμενος τον Κύριον· και ο δανειστής ήλθε λαβείν τους δύο υιούς μου εαυτω εις δούλους.

και εγένετο αφ ‘ ικανού του εισπορεύεσθαι αυτόν εξέκλινε του εκεί φαγείν. 18 και ηδρύνθη το παιδάριον· και εγένετο ηνίκα εξήλθε προς τον πατέρα αυτού προς τους θερίζοντας. 10 ποιήσωμεν δη αυτω υπερωον τόπον μικρόν και θώμεν αυτω εκεί κλίνην και τράπεζαν και δίφρον και λυχνίαν. 15 και εκάλεσεν αυτήν. 13 και είπεν αυτω· ειπόν δη προς αυτήν· ιδού εξέστησας ημίν πάσαν την έκστασιν ταύτην· τι δεί ποιήσαί σοι. 8 και εγένετο ημέρα και διέβη Ελισαιέ εις Σωμάν. 9 και είπεν η γυνή προς τον άνδρα αυτής· ιδού δη έγνων ότι άνθρωπος του Θεού άγιος ούτος διαπορεύεται εφ ‘ ημάς δια παντός. ζώσα. και έστη ενώπιον αυτού. 25 και επορεύθη και ήλθεν έως του ανθρώπου του Θεού εις το όρος. η δε είπεν· ειρήνη. 11 και εγένετο ημέρα και εισήλθεν εκεί και εξέκλινεν εις το υπερωον και εκοιμήθη εκεί. 20 και ήρεν αυτόν προς την μητέρα αυτού. μη διαψεύση την δούλην σου. η δε είπεν· εν μέσω του λαού εγώ ειμι οικώ. και έσται εν τω εισπορεύεσθαι προς ημάς και εκκλινεί εκεί. μη επίσχης μοι του επιβήναι. ότι εάν είπω σοι· δεύρο και πορεύση και ελεύση προς τον άνθρωπον του Θεού εις όρος το Καρμήλιον. και εγένετο ως είδεν Ελισαιέ ερχομένην αυτήν. ως η ωρα. 24 και επέσαξε την όνον και είπε προς το παιδάριον αυτής· άγε πορεύου. 22 και εκάλεσε τον άνδρα αυτής και είπεν· απόστειλον δη μοι εν των παιδαρίων και μίαν των όνων. και έστη παρά την θύραν. και δραμούμαι έως του ανθρώπου του Θεού και επιστρέψω. και είπε προς Γιεζί το παιδάριον αυτού· ιδού δη η Σωμανίτις εκείνη· 26 νυν δράμε εις απαντήν αυτής και ερείς· ει ειρήνη σοι. ου νεομηνία ουδέ σάββατον. ει έστι λόγος σοι προς τον βασιλέα ή προς τον άρχοντα της δυνάμεως. ζώσα συ περιειληφυία υιόν. και εκοιμήθη επί των γονάτων αυτής έως μεσημβρίας και απέθανε. η δε είπε· μη Κύριε. και ο ανήρ αυτής πρεσβύτης. 23 και είπε· τι ότι συ πορεύη προς αυτόν σήμερον. 17 και εν γαστρί έλαβεν η γυνή και έτεκεν υιόν εις τον καιρόν τούτον. 14 και είπε προς Γιεζί· τι δεί ποιήσαι αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζήσεσθε εν τω επιλοίπω ελαίω. και είπε Γιεζί το παιδάριον αυτού· και μάλα υιος ουκ έστιν αυτη. ως η ωρα. 21 και ανήνεγκεν αυτόν και εκοίμισεν αυτόν επί την κλίνην του ανθρώπου του Θεού και απέκλεισε κατ ‘ αυτού και εξήλθε. 16 και είπεν Ελισαιέ προς αυτήν· εις τον καιρόν τούτον. 19 και είπε προς τον πατέρα αυτού· την κεφαλήν μου. ως ελάλησε προς αυτήν Ελισαιέ. 12 και είπε προς Γιεζί το παιδάριον αυτού· κάλεσόν μοι την Σωμανίτιν ταύτην· και εκάλεσεν αυτήν. ει ειρήνη τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 624 . και εκεί γυνή μεγάλη και εκράτησεν αυτόν φαγείν άρτον. την κεφαλήν μου· και είπε τω παιδαρίω· άρον αυτόν προς την μητέρα αυτού.

και ήγγισε Γιεζί απώσασθαι αυτήν. 39 και εξήλθεν εις τον αγρόν συλλέξαι αριώθ και εύρεν άμπελον εν τω αγρω και συνέλεξεν απ ‘ αυτής τολύπην αγρίαν πλήρες το ιμάτιον αυτού και ενέβαλεν εις τον λέβητα του εψέματος. και είπεν Ελισαιέ τω παιδαρίω αυτού· επίστησεν τον λέβητα τον μέγαν και έψε έψεμα τοις υιοίς των προφητών. και εάν ευλογήση σε ανήρ. ει ειρήνη τω παιδαρίω. ότι η ψυχή αυτής κατώδυνος αυτη. και διεθερμάνθη η σάρξ του παιδαρίου. 41 και είπε· λάβετε άλευρον και εμβάλετε εις τον λέβητα· και είπεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 625 . και είπεν Ελισαιέ· άφες αυτήν. 29 και είπεν Ελισαιέ τω Γιεζί· ζώσαι την οσφύν σου και λαβέ την βακτηρίαν μου εν τη χειρί σου και δεύρο· ότι εάν εύρης άνδρα. ουκ αποκριθήση αυτω· και επιθήσεις την βακτηρίαν μου επί πρόσωπον του παιδαρίου. και ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις· και επέστρεψεν εις απαντήν αυτού και απήγγειλεν αυτω λέγων· ουκ ηγέρθη το παιδάριον. και ήνοιξε το παιδάριον τους οφθαλμούς αυτού. 28 η δε είπε· μη ητησάμην υιόν παρά του Κυρίου μου. άνθρωπε του Θεού· και ουκ ηδύναντο φαγείν. 30 και είπεν η μήτηρ του παιδαρίου· ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. και είπεν Ελισαιέ· λάβε τον υιόν σου. 36 και εξεβόησε Ελισαιέ προς Γιεζί και είπε· κάλεσον την Σωμανίτιν ταύτην· και εκάλεσε. και εισήλθε προς αυτόν. 35 και επέστρεψε και επορεύθη εν τη οικία ένθεν και ένθεν και ανέβη και συνέκαμψεν επί το παιδάριον έως επτάκις. 33 και εισήλθεν Ελισαιέ εις τον οίκον και απέκλεισε την θύραν κατά των δύο εαυτών και προσηύξατο προς Κύριον· 34 και ανέβη και εκοιμήθη επί το παιδάριον και έθηκε το στόμα αυτού επί το στόμα αυτού και τους οφθαλμούς αυτού επί τους οφθαλμούς αυτού και τας χείρας αυτού επί τας χείρας αυτού και διέκαμψεν επ ‘ αυτόν. και Κύριος απέκρυψεν απ ‘ εμού και ουκ ανήγγειλέ μοι. 32 και εισήλθεν Ελισαιέ εις τον οίκον και ιδού το παιδάριον τεθνηκός κεκοιμισμένον επί την κλίνην αυτού. ότι ουκ έγνωσαν. ει εγκαταλείψω σε· και ανέστη Ελισαιέ και επορεύθη οπίσω αυτής. 38 και Ελισαιέ επέστρεψεν εις Γάλγαλα. και υιοί των προφητών εκάθηντο ενώπιον αυτού. η δε είπεν· ειρήνη. 27 και ήλθε προς Ελισαιέ εις το όρος και επελάβετο των ποδών αυτού. ουκ ευλογήσεις αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανδρί σου. και εγένετο εν τω εσθίειν αυτούς εκ του εψέματος και ιδού ανεβόησαν και είπαν· θάνατος εν τω λέβητι. 40 και ενέχει τοις ανδράσι φαγείν. 37 και εισήλθεν η γυνή και έπεσεν επί τους πόδας αυτού και προσεκύνησεν επί την γην και έλαβε τον υιόν αυτής και εξήλθε. και ο λιμός εν τη γη. 31 και Γιεζί διήλθεν έμπροσθεν αυτής και επέθηκε την βακτηρίαν επί πρόσωπον του παιδαρίου. ότι ουκ είπα· ου πλανήσεις μετ ‘ εμού.

διέρρηξε τα ιμάτια αυτού και είπεν· ο Θεός εγώ του θανατώσαι και ζωοποιήσαι. 44 και έφαγον και κατέλιπον κατά το ρήμα Κυρίου. 43 και είπεν ο λειτουργός αυτού· τι δώ τούτο ενώπιον εκατόν ανδρών. ότι πλήν γνώτε δη και ίδετε ότι προφασίζεται ούτός μοι. και απέστειλε προς τον βασιλέα Ισραήλ λέγων· ινατί διέρρηξας τα ιμάτιά σου. ελθέτω δη προς με Ναιμάν και γνώτω ότι εστί προφήτης εν Ισραήλ. 5 και είπε βασιλεύς Συρίας προς Ναιμάν· δεύρο είσελθε. ότι ούτος αποστέλλει προς με αποσυνάξαι άνδρα από της λέπρας αυτού. 9 και ήλθε Ναιμάν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 626 . ότι εν αυτω έδωκε Κύριος σωτηρίαν Συρία· και ο ανήρ ην δυνατός ισχύϊ. 8 και εγένετο ως ήκουσεν Ελισαιέ ότι διέρρηξεν ο βασιλεύς Ισραήλ τα ιμάτια αυτού. και είπε· δος τω λαω και εσθιέτωσαν. 2 και Συρία εξήλθον μονόζωνοι και ηχμαλώτευσαν εκ γης Ισραήλ νεάνιδα μικράν. 42 και ανήρ διήλθεν εκ Βαιθσαρισά και ήνεγκε προς τον άνθρωπον του Θεού πρωτογεννημάτων είκοσιν άρτους κριθίνους και παλάθας. λελεπρωμένος. και αποσυνάξεις αυτόν από της λέπρας αυτού. 4 και εισήλθε και απήγγειλε τω κυρίω εαυτής και είπεν· ούτως και ούτως ελάλησεν η νεάνις η εκ γης Ισραήλ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ Ναιμάν ο άρχων της δυνάμεως Συρίας ην ανήρ μέγας ενώπιον του κυρίου αυτού και τεθαυμασμένος προσώπω. και είπε· δότε τω λαω και εσθιέτωσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελισαιέ προς Γιεζί το παιδάριον· έγχει τω λαω και εσθιέτωσαν· και ουκ εγενήθη εκεί έτι ρήμα πονηρόν εν τω λέβητι. και εξαποστελώ βιβλίον προς βασιλέα Ισραήλ· και επορεύθη και έλαβεν εν τη χειρί αυτού δέκα τάλαντα αργυρίου και εξακισχιλίους χρυσούς και δέκα αλλασσομένας στολάς. 7 και εγένετο ως ανέγνω βασιλεύς Ισραήλ το βιβλίον. ιδού απέστειλα προς σε Ναιμάν τον δούλόν μου. 3 η δε είπε τη κυρία αυτής· όφελον ο κύριός μου ενώπιον του προφήτου του Θεού του εν Σαμαρεία. τότε αποσυνάξει αυτόν από της λέπρας αυτού. 6 και ήνεγκε το βιβλίον προς τον βασιλέα Ισραήλ λέγων· και νυν ως αν έλθη το βιβλίον τούτο προς σε. και ην ενώπιον της γυναικός Ναιμάν. ότι τάδε λέγει Κύριος· φάγονται και καταλείψουσι.

16 και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος. 11 και εθυμώθη Ναιμάν και απήλθε και είπεν· ιδού είπον ότι προς με πάντως εξελεύσεται και στήσεται και επικαλέσεται εν ονόματι Θεού αυτού και επιθήσει την χείρα αυτού επί τον τόπον και αποσυνάξει το λεπρόν· 12 ουχί αγαθός Αβανά και Φαρφάρ ποταμοί Δαμασκού υπέρ πάντα τα ύδατα Ισραήλ. και απήλθεν απ' αυτού εις δεβραθά της γης. 15 και επέστρεψε προς Ελισαιέ αυτός και πάσα η παρεμβολή αυτού. και επιστρέψει η σάρξ σου σοι. 20 και είπε Γιεζί το παιδάριον Ελισαιέ· ιδού εφείσατο ο κύριός μου του Ναιμάν του Σύρου τούτου του μη λαβείν εκ χειρός αυτού α ενήνοχε· ζη Κύριος ότι ει μη δραμούμαι οπίσω αυτού και λήψομαι απ ‘ αυτού τι. 21 και εδίωξε Γιεζί οπίσω του Ναιμάν. και ιλάσεται δη Κύριος τω δούλω σου εν τω λόγω τούτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν ίππω και άρματι και έστη επί θύρας οίκου Ελισαιέ. 13 και ήγγισαν οι παίδες αυτού και ελάλησαν προς αυτόν· μέγα λόγον ελάλησεν ο προφήτης προς σε· ουχί ποιήσεις. 14 και κατέβη Ναιμάν και εβαπτίσατο εν τω Ιορδάνη επτάκις κατά το ρήμα Ελισαιέ. αλλ ‘ ή τω Κυρίω μόνω· 18 και ιλάσεται Κύριος τω δούλω σου εν τω εισπορεύεσθαι τον κύριόν μου εις οίκον Ρεμμάν προσκυνήσαι εκεί και αυτός επαναπαύσεται επί της χειρός μου και προσκυνήσω εν οίκω Ρεμμάν εν τω προσκυνείν αυτόν εν οίκω Ρεμμάν. 24 και ήλθον εις το σκοτεινόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 627 . δοθήτω δη τω δούλω σου γόμος ζεύγος ημιόνων. και είδεν αυτόν Ναιμάν τρέχοντα οπίσω αυτού και επέστρεψεν από του άρματος εις απαντήν αυτού και είπεν· ειρήνη· 22 ο κύριός μου απέστειλέ με λέγων· ιδού νυν ήλθον προς με δύο παιδάρια εξ όρους Εφραίμ από των υιών των προφητών· δος δη αυτοίς τάλαντον αργυρίου και δύο αλλασσομένας στολάς. και ήραν έμπροσθεν αυτού. ω παρέστην ενώπιον αυτού. 10 και απέστειλεν Ελισαιέ άγγελον προς αυτόν λέγων· πορευθείς λούσαι επτάκις εν τω Ιορδάνη. και επέστρεψεν η σάρξ αυτού ως σάρξ παιδαρίου μικρού. και ότι είπε προς σε. και εξέκλινε και απήλθεν εν θυμω. και ηπείθησε. λούσαι και καθαρίσθητι. και ήλθε και έστη ενώπιον αυτού και είπεν· ιδού δη έγνωκα ότι ουκ έστι Θεός εν πάση τη γη. και καθαρισθήση. ότι αλλ ‘ ή εν τω Ισραήλ· και νυν λαβέ την ευλογίαν παρά του δούλου σου. και εκαθαρίσθη. 17 και είπε Ναιμάν· και ει μη. 23 και είπε· λαβέ διτάλαντον αργυρίου· και έλαβε δύο τάλαντα αργυρίου εν δυσί θυλάκοις και δύο αλλασσομένας στολάς και έδωκεν επί δύο παιδάρια αυτού. ουχί πορευθείς λούσομαι εν αυτοίς και καθαρισθήσομαι. 19 και είπεν Ελισαιέ προς Ναιμάν· δεύρο εις ειρήνην. ει λήψομαι· και παρεβιάσατο αυτόν λαβείν. ότι ου ποιήσει έτι ο δούλός σου ολοκαύτωμα και θυσίασμα θεοίς ετέροις.

26 και είπε προς αυτόν Ελισαιέ· ουχί η καρδία μου επορεύθη μετά σου. και νυν έλαβες τα ιμάτια και ελαιώνας και αμπελώνας και πρόβατα και βόας και παίδας και παιδίσκας· 27 και η λέπρα Ναιμάν κολληθήσεται εν σοί και εν τω σπέρματί σου εις τον αιώνα. 6 και είπεν ο άνθρωπος του Θεού· που έπεσε. εν ω ημείς οικούμεν ενώπιόν σου. και είπε Γιεζί· ου πεπόρευται ο δούλός σου ένθα και ένθα. και εξήλθεν εκ προσώπου αυτού λελεπρωμένος ωσεί χιών. 8 και ο βασιλεύς Συρίας ην πολεμών εν Ισραήλ και εβουλεύσατο προς τους παίδας αυτού λέγων· εις τον τόπον τόνδε τινά ελμωνί παρεμβαλώ. 3 και είπεν ο εις επιεικώς· δεύρο μετά των δούλων σου· και είπεν· εγώ πορεύσομαι. και είπε· δεύτε. 10 και απέστειλεν ο βασιλεύς Ισραήλ εις τον τόπον. στενός αφ ‘ ημών· 2 πορευθώμεν δη έως του Ιορδάνου και λάβωμεν εκείθεν ανήρ εις δοκόν μίαν και ποιήσωμεν εαυτοίς εκεί του οικείν εκεί. 11 και εξεκινήθη η ψυχή βασιλέως Συρίας περί του λόγου τούτου. και το σιδήριον εξέπεσεν εις το ύδωρ· και εβόησεν· ω Κύριε. ότι εκεί Συρία κέκρυπται. 7 και είρηκεν· ύψωσον σεαυτω· και εξέτεινε την χείρα και έλαβεν αυτό. και αυτό κεκρυμμένον. Γιεζί. 25 και αυτός εισήλθε και παρεστήκει προς τον κύριον αυτού· και είπε προς αυτόν Ελισαιέ· πόθεν. και εκάλεσε τους παίδας αυτού και είπε προς αυτούς· ουκ αναγγελείτέ μοι τις προδίδωσί με βασιλεί Ισραήλ. ότε επέστεψεν ο ανήρ από του άρματος εις συναντήν σοι. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ είπον υιοί των προφητών προς Ελισαιέ· ιδού δη ο τόπος. και ήλθον εις τον Ιορδάνην και έτεμνον τα ξύλα. 5 και ιδού ο εις καταβάλλων την δοκόν. και έδειξεν αυτω τον τόπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και έλαβεν εκ των χειρών αυτών και παρέθετο εν οίκω και εξαπέστειλε τους άνδρας. 9 και απέστειλεν Ελισαιέ προς τον βασιλέα Ισραήλ λέγων· φύλαξαι μη παρελθείν εν τω τόπω τούτω. ον είπεν αυτω Ελισαιέ. 12 και είπεν εις των παίδων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 628 . και νυν έλαβες το αργύριον. και εφυλάξατο εκείθεν ου μίαν ουδέ δύο. 4 και επορεύθη μετ ‘ αυτών. και απέκνισε ξύλον και έρριψεν εκεί. και επεπόλασε το σιδήριον.

ει μη ους ηχμαλώτευσας εν ρομφαία σου και τόξω σου συ τύπτεις· παράθες άρτους και ύδωρ ενώπιον αυτών. έως ου εγενήθη κεφαλή όνου πεντήκοντα σίκλων αργυρίου και τέταρτον του κάβου κόπρου περιστερών πέντε σίκλων αργυρίου. και προσηύξατο προς Κύριον και είπε· πάταξον δη το έθνος τούτο αορασία· και επάταξεν αυτούς αορασία κατά το ρήμα Ελισαιέ. και ου προσέθεντο έτι μονόζωνοι Συρίας του ελθείν εις γην Ισραήλ. και είδον. 20 και εγένετο ως εισήλθον εις Σαμάρειαν. 23 και παρέθηκεν αυτοίς παράθεσιν μεγάλην. και έφαγον και έπιον· και απέστειλεν αυτούς. πάτερ. και φαγέτωσαν και πιέτωσαν και απελθέτωσαν προς τον κύριον αυτών. διάνοιξον δη τους οφθαλμούς του παιδαρίου και ιδέτω· και διήνοιξε Κύριος τους οφθαλμούς αυτού και είδε. 25 και εγένετο λιμός μέγας εν Σαμαρεία. ως είδεν αυτούς· ει πατάξας πατάξω. και ιδού περιεκάθηντο επ ‘ αυτήν. και αποστείλας λήψομαι αυτόν· και απήγγειλαν αυτω λέγοντες· ιδού εν Δωθαϊμ. 15 και ώρθρισεν ο λειτουργός Ελισαιέ αναστήναι και εξήλθε. 13 και είπε· δεύτε ίδετε που ούτος. και ιδού το όρος πλήρες ίππων. και γυνή εβόησε προς αυτόν λέγουσα· σώσον. τους οφθαλμούς αυτών και ιδέτωσαν· και διήνοιξε Κύριος τους οφθαλμούς αυτών. και ιδού ήσαν εν μέσω Σαμαρείας. 21 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ προς Ελισαιέ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού· ουχί κύριέ μου βασιλεύ. Πως ποιήσομεν. κύριε βασιλεύ. και άξω υμάς προς τον άνδρα. ον ζητείτε· και απήγαγεν αυτούς προς Σαμάρειαν. 28 και είπεν αυτη ο βασιλεύς· τι έστι σοι. και ήλθον νυκτός και περιεκύκλωσαν την πόλιν. 18 και κατέβησαν προς αυτόν. 14 και απέστειλεν εκεί ίππον και άρμα και δύναμιν βαρείαν. ότι Ελισαιέ ο προφήτης ο εν Ισραήλ αναγγέλλει τω βασιλεί Ισραήλ πάντας τους λόγους. 26 και ην ο βασιλεύς διαπορευόμενος επί του τείχους. 19 και είπε προς αυτούς Ελισαιέ· ουχί αύτη η πόλις και αύτη η οδός· δεύτε οπίσω μου. 22 και είπεν· ου πατάξεις. 17 και προσηύξατο Ελισαιέ και είπε· Κύριε. 24 Και εγένετο μετά ταύτα και ήθροισεν υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας πάσαν την παρεμβολήν αυτού και ανέβη και περιεκάθισεν επί Σαμάρειαν. Κύριε. και άρμα πυρός περικύκλω Ελισαιέ. και απήλθον προς τον κύριον αυτών. ότι πλείους οι μεθ ‘ ημών υπέρ τους μετ ‘ αυτών. 27 και είπεν αυτη· μη σε σώσαι Κύριος. 16 και είπεν Ελισαιέ· μη φοβού. πόθεν σώσω σε. και ιδού δύναμις κυκλούσα την πόλιν και ίππος και άρμα. μη από άλωνος ή από ληνού. ους εάν λαλήσης εν τω ταμιείω του κοιτώνός σου. και είπεν η γυνή· αύτη είπε προς με· δος τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 629 . και είπεν Ελισαιέ· άνοιξον δη. και είπε το παιδάριον προς αυτόν· ω κύριε.

ει στήσεται η κεφαλή Ελισαιέ επ ‘ αυτω σήμερον. 3 και τέσσαρες άνδρες ήσαν λεπροί παρά την θύραν της πόλεως. και Ελισαιέ είπεν· ιδού συ όψει τοις οφθαλμοίς σου και εκείθεν ου φάγη. 33 έτι αυτού λαλούντος μετ ‘ αυτών και ιδού άγγελος κατέβη προς αυτόν και είπεν· ιδού αύτη η κακία παρά Κυρίου· τι υπομείνω τω Κυρίω έτι. και είπον προς αυτήν τη ημέρα τη δευτέρα· δος τον υιόν σου και φάγωμεν αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιόν σου και φαγόμεθα αυτόν σήμερον. και απέστειλεν άνδρα προ προσώπου αυτού πριν ελθείν τον άγγελον προς αυτόν και αυτός είπε προς τους πρεσβυτέρους· ει οίδατε ότι απέστειλεν ο υιος του φονευτού ούτος αφελείν την κεφαλήν μου. 5 και ανέστησαν εν τω σκότει εισελθείν εις την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 630 . και οι πρεσβύτεροι εκάθηντο μετ ‘ αυτού. και είπεν ανήρ προς τον πλησίον αυτού· τι ημείς καθήμεθα ώδε. και είδεν ο λαός τον σάκκον επί της σαρκός αυτού έσωθεν. και ζησόμεθα· και εάν θανατώσωσιν ημάς. 32 και Ελισαιέ εκάθητο εν τω οίκω αυτού. έως αποθάνωμεν. 2 και απεκρίθη ο τριστάτης. 31 και είπε· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. και τον υιόν μου φαγόμεθα αυτόν αύριον· 29 και ηψήσαμεν τον υιόν μου και εφάγομεν αυτόν. μη έσται το ρήμα τούτο. και έκρυψε τον υιόν αυτής. 30 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ισραήλ τους λόγους της γυναικός. 4 εάν είπωμεν. και αποθανούμεθα. και αυτός διεπορεύετο επί του τείχους. εισέλθωμεν εις την πόλιν. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ είπεν Ελισαιέ· άκουσον λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος· ως η ωρα αύτη αύριον μέτρον σεμιδάλεως σίκλου και δίμετρον κριθών σίκλου εν ταις πύλαις Σαμαρείας. αποκλείσατε την θύραν· και παραθλίψατε αυτόν εν τη θύρα· ουχί φωνή των ποδών του κυρίου αυτού κατόπισθεν αυτού. εφ ‘ ον ο βασιλεύς επανεπαύετο επί την χείρα αυτού. τω Ελισαιέ και είπεν· ιδού ποιήσει Κύριος καταράκτας εν ουρανω. και αποθανούμεθα. και νυν δεύτε και εμπέσωμεν εις την παρεμβολήν Συρίας· εάν ζωογονήσωσιν ημάς. και ο λιμός εν τη πόλει και αποθανούμεθα εκεί· και εάν καθίσωμεν ώδε. ίδετε ως αν έλθη ο άγγελος.

και ιδού ουκ έστιν εκεί ανήρ και φωνή ανθρώπου. και ιδού πάσα η οδός πλήρης ιματίων και σκευών. κατά το ρήμα Κυρίου. και ημείς σιωπώμεν και μένομεν έως φωτός του πρωϊ και ευρήσομεν ανομίαν· και νυν δεύρο και εισέλθωμεν και αναγγείλωμεν εις τον οίκον του βασιλέως. και εξήλθαν εκ της παρεμβολής και εκρύβησαν εν τω αγρω λέγοντες· ότι εξελεύσονται εκ της πόλεως. και απέθανε. και δίμετρον κριθών σίκλου. λέγοντες· εισήλθομεν εις την παρεμβολήν Συρίας. καθά ελάλησεν ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 631 . και ιδού ουκ έστιν ανήρ εκεί. οί κατελείφθησαν ώδε. 10 και εισήλθον και εβόησαν προς την πύλην της πόλεως και ανήγγειλαν αυτοίς. 6 και κύριος ακουστήν εποίησε παρεμβολήν την Συρίας φωνήν άρματος και φωνήν ίππου. και συνεπάτησεν αυτόν ο λαός εν τη πύλη. και απέστειλεν ο βασιλεύς Ισραήλ οπίσω του βασιλέως Συρίας λέγων· δεύτε και ίδετε. φωνήν δυνάμεως μεγάλης. και είπεν ανήρ προς τον αδελφόν αυτού· νυν εμισθώσατο εφ ‘ ημάς ο βασιλεύς Ισραήλ τους βασιλέας των Χετταίων και τους βασιλέας Αιγύπτου του ελθείν εφ ‘ ημάς. 16 και εξήλθεν ο λαός και διήρπασαν την παρεμβολήν Συρίας. και συλληψόμεθα αυτούς ζώντας και εις την πόλιν εισελευσόμεθα. 7 και ανέστησαν και απέδρασαν εν τω σκότει και εγκατέλιπαν τας σκηνάς αυτών και τους ίππους αυτών και τους όνους αυτών εν τη παρεμβολή ως εστι και έφυγον προς την ψυχήν εαυτών. 15 και επορεύθησαν οπίσω αυτών έως του Ιορδάνου. ων έρριψε Συρία εν τω θαμβείσθαι αυτούς· και επέστρεψαν οι άγγελοι και ανήγγειλαν τω βασιλεί. 14 και έλαβον δύο επιβάτας ίππων. εφ ‘ ον ο βασιλεύς επανεπαύσατο τη χειρί αυτού. 12 και ανέστη ο βασιλεύς νυκτός και είπε προς τους παίδας αυτού· αναγγελώ δη υμίν α εποίησεν υμίν Συρία· έγνωσαν ότι πεινώμεν ημείς. 8 και εισήλθον οι λεπροί ούτοι έως μέρους της παρεμβολής και εισήλθον εις σκηνήν μίαν και έφαγον και έπιον και ήραν εκείθεν αργύριον και χρυσίον και ιματισμόν και επορεύθησαν· και επέστρεψαν εκείθεν και εισήλθον εις σκηνήν άλλην και έλαβον εκείθεν και επορεύθησαν και κατέκρυψαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεμβολήν Συρίας και ήλθον εις μέρος παρεμβολής Συρίας. 11 και εβόησαν οι θυρωροί και ανήγγειλαν εις τον οίκον του βασιλέως έσω. 17 και ο βασιλεύς κατέστησε τον τριστάτην. ιδού εισι προς παν το πλήθος Ισραήλ το εκλείπον· και αποστελούμεν εκεί και οψόμεθα. και εγένετο μέτρον σεμιδάλεως σίκλου. ότι ει μη ίππος δεδεμένος και όνος και αι σκηναί αυτών ως εισί. επί της πύλης. 13 και απεκρίθη εις των παίδων αυτού και είπε· λαβέτωσαν δη πέντε των ίππων των υπολελειμμένων. 9 και είπεν ανήρ προς τον πλησίον αυτού· ουχ ούτως ημείς ποιούμεν· η ημέρα αύτη ημέρα ευαγγελίας εστί.

7 Και ήλθεν Ελισαιέ εις Δαμασκόν. ότι κέκληκε Κύριος λιμόν επί την γην. α εποίησεν Ελισαιέ. 4 και ο βασιλεύς ελάλει προς Γιεζί το παιδάριον Ελισαιέ του ανθρώπου του Θοεύ λέγων· διήγησαι δη εμοί πάντα τα μεγάλα. αύτη η γυνή και ούτος ο υιος αυτής. ης εζωπύρησε τον υιόν. 3 και εγένετο μετά το τέλος των επτά ετών και επέστρεψεν η γυνή εκ γης αλλοφύλων εις την πόλιν και ήλθε βοήσαι προς τον βασιλέα περί του οίκου εαυτής και περί των αγρών αυτής. 18 και εγένετο καθά ελάλησεν Ελισαιέ προς τον βασιλέα λέγων· δίμετρον κριθής σίκλου και μέτρον σεμιδάλεως σίκλου και έσται ως η ωρα αύριον εν τη πύλη Σαμαρείας· 19 και απεκρίθη ο τριστάτης τω Ελισαιέ και είπεν· ιδού Κύριος ποιεί καταράκτας εν τω ουρανω. και υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας ηρρώστει. ης εζωπύρησε τον υιόν αυτής Ελισαιέ. και είπεν Ελισαιέ· ιδού όψη τοις οφθαλμοίς σου και εκείθεν ου μη φάγη. και γε ήλθεν επί την γην επτά έτη. ης κατέλιπε την γην έως του νυν. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ Ελισαιέ ελάλησε προς την γυναίκα. και ιδού η γυνή. ον εζωπύρησεν Ελισαιέ. και ανήγγειλαν αυτω λέγοντες· ήκει ο άνθρωπος του Θεού έως ώδε. 20 και εγένετο ούτως. λέγων· ανάστηθι και δεύρο συ και ο οίκός σου και παροίκει. 5 και εγένετο αυτού εξηγουμένου τω βασιλεί. μη έσται το ρήμα τούτο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνθρωπος του Θεού. 8 και είπεν ο βασιλεύς προς Αζαήλ· λάβε εν τη χειρί σου μαναά και δεύρο εις απαντήν του ανθρώπου του Θεού και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 632 . βοώσα προς τον βασιλέα περί του οίκου εαυτής και περί των αγρών εαυτής· και είπε Γιεζί· κύριε βασιλεύ. ως εζωπύρησεν υιόν τεθνηκότα. και συνεπάτησεν αυτόν ο λαός εν τη πύλη και απέθανε. 6 και επηρώτησεν ο βασιλεύς την γυναίκα και διηγήσατο αυτω· και έδωκεν αυτη ο βασιλεύς ευνούχον ένα λέγων· επίστρεψον πάντα τα αυτής και πάντα τα γενήματα του αγρού από της ημέρας. 2 και ανέστη η γυνή και εποίησε κατά το ρήμα Ελισαιέ και αυτή και ο οίκος αυτής και παρώκει εν γη αλλοφύλων επτά έτη. ου εάν παροικήσης. ος ελάλησεν εν τω καταβήναι τον άγγελον προς αυτόν.

18 και επορεύθη εν οδω βασιλέων Ισραήλ. όσα εποίησεν. και έλαβε το μαχμά και έβαψεν εν τω ύδατι και περιέβαλεν επί το πρόσωπον αυτού και απέθανε. 17 υιος τριάκοντα και δύο ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και οκτώ έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 13 και είπεν Αζαήλ· τις εστιν ο δούλός σου ο κύων ο τεθνηκώς. 22 και ηθέτησεν Εδώμ υποκάτω της χειρός Ιούδα έως της ημέρας ταύτης. και είπεν· ότι οίδα όσα ποιήσεις τοις υιοίς Ισραήλ κακά· τα οχυρώματα αυτών εξαποστελείς εν πυρί και τους εκλεκτούς αυτών εν ρομφαία αποκτενείς και τα νήπια αυτών ενσείσεις και τας εν γαστρί εχούσας αυτών αναρρήξεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιζήτησον τον Κύριον παρ ‘ αυτού λέγων· ει ζήσομαι εκ της αρρωστίας μου ταύτης. 15 και εγένετο τη επαύριον. και ήλθε και έστη ενώπιον αυτού και είπε προς Ελισαιέ· υιος σου υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας απέστειλέ με προς σε επερωτήσαι λέγων· ει ζήσομαι εκ της αρρωστίας μου ταύτης. 10 και και είπεν Ελισαιέ· δεύρο ειπόν αυτω· ζωή ζήση· και έδειξέ μοι Κύριος ότι θανάτω αποθανή· 11 και παρέστη τω προσώπω αυτού και έθηκεν έως αισχύνης. καθώς είπε δούναι αυτω λύχνον και τοις υιοίς αυτού πάσας τας ημέρας. και είπεν· είπέ μοι. ζωή ζήση. τότε ηθέτησε Λοβενά εν τω καιρω εκείνω. ότι θυγάτηρ Αχαάβ ην αυτω εις γυναίκα· και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. καθώς εποίησεν οίκος Αχαάβ. και έφυγεν ο λαός εις τα σκηνώματα αυτών. 12 και είπεν Αζαήλ· τι ότι ο κύριός μου κλαίει. 19 και ουκ ηθέλησε Κύριος διαφθείραι τον Ιούδαν δια Δαυίδ τον δούλον αυτού. 16 Εν έτει πέμπτω τω Ιωράμ υιω Αχαάβ βασιλεί Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεί Ιούδα εβασίλευσεν Ιωράμ υιος Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα. και έκλαυσεν ο άνθρωπος του Θεού. ότι ποιήσει το ρήμα τούτο. 24 και εκοιμήθη Ιωράμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 633 . και εγένετο αυτού αναστάντος και επάταξε τον Εδώμ τον κυκλώσαντα επ ‘ αυτόν και τους άρχοντας των αρμάτων. 9 και επορεύθη Αζαήλ εις απαντήν αυτού και έλαβε μαναά εν τη χειρί αυτού και πάντα τα αγαθά Δαμασκού. 23 και τα λοιπά των λόγων Ιωράμ και πάντα. 21 και ανέβη Ιωράμ εις Σιώρ και πάντα τα άρματα τα μετ ‘ αυτού. ουκ ιδού ταύτα γέγραπται επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. και είπεν Ελισαιέ· έδειξέ μοι Κύριός σε βασιλεύοντα επί Συρίαν. άρσιν τεσσαράκοντα καμήλων. 20 εν ταις ημέραις αυτού ηθέτησεν Εδώμ υποκάτωθεν χειρός Ιούδα και εβασίλευσαν εφ ‘ εαυτούς βασιλέα. 14 και απήλθεν από Ελισαιέ και εισήλθε προς τον κύριον αυτού και είπεν αυτω· τι είπέ σοι Ελισαιέ. και εβασίλευσεν Αζαήλ αντ ‘ αυτού.

και είπε· λόγος μοι προς σε. 6 και ανέστη και εισήλθεν εις τον οίκον. ων επάταξαν αυτόν εν Ρεμμώθ εν τω πολεμείν αυτόν μετά Αζαήλ βασιλέως Συρίας· και ‘Οχοζίας υιος Ιωράμ κατέβη του ιδείν τον Ιωράμ υιόν Αχαάβ εν Ιεζράελ. και επέχεε το έλαιον επί την κεφαλήν αυτού και είπεν αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· κέχρικά σε εις βασιλέα επί λαόν Κυρίου επί τον Ισραήλ. και είπεν Ιού· προς τίνα εκ πάντων ημών. και ιδού οι άρχοντες της δυνάμεως εκάθηντο. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ Ελισαιέ ο προφήτης εκάλεσεν ένα των υιών των προφητών και είπεν αυτω· ζώσαι την οσφύν σου και λαβέ τον φακόν του ελαίου τούτου εν τη χειρί σου και δεύρο εις Ρεμμώθ Γαλαάδ· 2 και εισελεύση εκεί και όψη εκεί Ιού υιόν Ιωσαφάτ υιού Ναμεσσί και εισελεύση και αναστήσεις αυτόν εκ μέσου των αδελφών αυτού και εισάξεις αυτόν εις το ταμιείον εν ταμιείω· 3 και λήψη τον φακόν του ελαίου και επιχεείς επί την κεφαλήν αυτού και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· κέχρικά σε εις βασιλέα επί Ισραήλ· και ανοίξεις την θύρα και φεύξη και ου μενείς. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 25 Εν έτει δωδεκάτω τω Ιωράμ υιω Αχαάβ βασιλεί Ισραήλ εβασίλευσεν ‘Οχοζίας υιος Ιωράμ. ο άρχων. 27 και επορεύθη εν οδω οίκου Αχαάβ και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου καθώς ο οίκος Αχαάβ. ότι ηρρώστει αυτός. και είπε· προς σε. και όνομα της μητρός αυτού Γοθολία θυγάτηρ Αμβρί βασιλέως Ισραήλ. 7 και εξολοθρεύσεις τον οίκον Αχαάβ του κυρίου σου εκ προσώπου μου και εκδικήσεις τα αίματα των δούλων μου των προφητών και τα αίματα πάντων των δούλων Κυρίου εκ χειρός Ιεζάβελ 8 και εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 634 . 4 και επορεύθη το παιδάριον ο προφήτης εις Ρεμμώθ Γαλαάδ 5 και εισήλθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ και εβασίλευσεν ‘Οχοζίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 28 και επορεύθη μετά Ιωράμ υιού Αχαάβ εις πόλεμον μετά Αζαήλ βασιλέως αλλοφύλων εν Ρεμμώθ Γαλαάδ. 26 υιος είκοσι και δύο ετών ‘Οχοζίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και ενιαυτόν ένα εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. ο άρχων. 29 και επέστρεψεν ο βασιλεύς Ιωράμ του ιατρευθήναι εν Ιεζράελ από των πληγών. και επάταξαν οι Σύροι τον Ιωράμ.

αυτός και πας Ισραήλ από προσώπου Αζαήλ βασιλέως Συρίας. και είπεν Ιού προς αυτούς· ούτω και ούτω ελάλησε προς με λέγων· τάδε λέγει Κύριος· κέχρικά σε εις βασιλέα επί Ισραήλ. ει ειρήνη. ανήρ εν τω άρματι αυτού. και είπεν αυτοίς· υμείς οίδατε τον άνδρα και την αδολεσχίαν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειρός όλου του οίκου Αχαάβ και εξολοθρεύσεις τω οίκω Αχαάβ ουρούντα προς τοίχον και συνεχόμενον και εγκαταλελειμμένον εν Ισραήλ· 9 και δώσω τον οίκον Αχαάβ ως τον οίκον Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και ως τον οίκον Βαασά υιού Αχιά· 10 και την Ιεζάβελ καταφάγονται οι κύνες εν τη μερίδι Ιεζράελ. ότι Ιωράμ βασιλεύς Ισραήλ εθαραπεύετο εν τω Ιεζράελ από των τοξευμάτων. και εξήλθεν Ιωράμ βασιλεύς Ισραήλ και ‘Οχοζίας βασιλεύς Ιούδα. μη εξελθέτω εκ της πόλεως διαπεφευγώς του πορευθήναι και απαγγείλαι εν Ιεζράελ. και είπεν Ιωράμ· λαβέ επιβάτην και απόστειλον έμπροσθεν αυτών. και ήλθε προς αυτόν και είπε· τάδε λέγει ο βασιλεύς· ει ειρήνη. ων έπαισαν αυτόν οι Σύριοι εν τω πολεμείν αυτόν μετά Αζαήλ βασιλέως Συρίας· και είπεν Ιού· ει έστι ψυχή υμών μετ ‘ εμού. και είπεν Ιού· τι σοι και ειρήνη. 13 και ακούσαντες έσπευσαν και έλαβεν έκαστος το ιμάτιον αυτού και έθηκαν υποκάτω αυτού επί το γαρέμ των αναβαθμών και εσάλπισαν εν κερατίνη και είπαν· εβασίλευσεν Ιού. και ειπάτω. και είπαν αυτω· ειρήνη. 14 και συνεστράφη Ιού υιος Ιωσαφάτ υιού Ναμεσσί προς Ιωράμ και Ιωράμ αυτός εφύλασσεν εν Ρεμμώθ Γαλαάδ. 11 και Ιού εξήλθε προς τους παίδας του κυρίου αυτού. 17 και ο σκοπός ανέβη επί τον πύργον Ιεζράελ και είδε τον κονιορτόν Ιού εν τω παραγίνεσθαι αυτόν και είπε· κονιορτόν εγώ βλέπω. ότι αυτός δυνατός και ανήρ δυνάμεως. και είπεν Ιού· τι σοι και ειρήνη. και ‘Οχοζίας βασιλεύς Ιούδα κατέβη ιδείν τον Ιωράμ. τι ότι εισήλθεν ο επίληπτος ούτος προς σε. ότι εν παραλλαγή εγένετο. 21 και είπεν Ιωράμ· ζεύξον· και έζευξεν άρμα. 12 και είπον· άδικον· απάγγειλον δη ημίν. επιστρέφου εις τα οπίσω μου. και ουκ έστιν ο θάπτων. 16 και ίππευσε και επορεύθη Ιού και κατέβη εις Ιεζράελ. ων κατετόξευσαν αυτόν οι Αραμίν εν τη Ραμμάθ εν τω πολέμω μετά Αζαήλ βασιλέως Συρίας. και απήγγειλεν ο σκοπός λέγων· ήλθεν ο άγγελος έως αυτών και ουκ ανέστρεψε. ει ειρήνη. και ήνοιξε την θύραν και έφυγε. 18 και επορεύθη επιβάτης ίππου εις απαντήν αυτών και είπε· τάδε λέγει ο βασιλεύς. 15 και απέστρεψεν Ιωράμ ο βασιλεύς ιατρευθήναι εν Ιεζράελ από των πληγών. 20 και απήγγειλεν ο σκοπός λέγων· ήλθεν έως αυτών και ουκ ανέστρεψε· και ο άγων ήγε τον Ιού υιόν Ναμεσσί. επίστρεφε εις τα οπίσω μου. και εξήλθον εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 635 . 19 και απέστειλεν επιβάτην ίππου δεύτερον.

25 και είπε προς Βαδεκάρ τον τριστάτην αυτού· ρίψον αυτόν εν τη μερίδι αγρού Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου· ότι μνημονεύω. και εξήλθε το βέλος αυτού δια της καρδίας αυτού. 29 και εν έτει ενδεκάτω Ιωράμ βασιλέως Ισραήλ εβασίλευσεν ‘Οχοζίας επί Ιούδαν. 35 και επορεύθησαν θάψαι αυτήν και ουχ εύρον εν αυτη άλλο τι ή το κρανίον και οι πόδες και τα ίχνη των χειρών. και συνεπάτησαν αυτήν. ότι θυγάτηρ βασιλέως εστί. 24 και έπλησεν Ιού την χείρα αυτού εν τω τόξω και επάταξε τον Ιωράμ ανά μέσον των βραχιόνων αυτού. 31 και Ιού εισεπορεύετο εν τη πόλει και είπεν· ει ειρήνη. και είπεν· ει ειρήνη Ιού. και Κύριος έλαβεν επ ‘ αυτόν το λήμμα τούτο λέγων· 26 ει μη τα αίματα Ναβουθαί και τα αίματα των υιών αυτού είδον εχθές. Ζαμβρί ο φονευτής του κυρίου αυτού. φησί Κύριος· και νυν άρας δη ρίψον αυτόν εν τη μερίδι κατά το ρήμα Κυρίου. και ερραντίσθη του αίματος αυτής προς τον τοίχον και προς τους ίππους. ον ελάλησεν εν χειρί ‘Ηλιού του Θεσβίτου λέγων· εν τη μερίδι Ιεζράελ καταφάγονται οι κύνες τας σάρκας Ιεζάβελ. φησί Κύριος. και εκύλισαν αυτήν. 27 και ‘Οχοζίας βασιλεύς Ιούδα είδε και έφυγεν οδόν Βαιθαγγάν. και έφυγεν εις Μαγεδδώ και απέθανεν εκεί. κατάβηθι μετ ‘ εμού. ωστε μη ειπείν αυτούς Ιεζάβελ. και ανταποδώσω αυτω εν τη μερίδι ταύτη. 28 και επεβίβασαν αυτόν οι παίδες αυτού επί το άρμα και ήγαγον αυτόν εις Ιερουσαλήμ και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω αυτού εν πόλει Δαυίδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απαντήν Ιού και εύρον αυτόν εν τη μερίδι Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. 30 και ήλθεν Ιού επί Ιεζράελ· και Ιεζάβελ ήκουσε και εστιμίσατο τους οφθαλμούς αυτής και ηγάθυνε την κεφαλήν αυτής και διέκυψε δια της θυρίδος. 32 και επήρε το πρόσωπον αυτού εις την θυρίδα και είδεν αυτήν και είπε· τι ει συ. 23 και επέστρεψεν Ιωράμ τας χείρας αυτού του φυγείν και είπε προς ‘Οχοζίαν· δόλος. 37 και έσται το θνησιμαίον Ιεζάβελ ως κοπρία επί προσώπου του αγρού εν τη μερίδι Ιεζράελ. ή εστιν Ιεβλαάμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 636 . 22 και εγένετο ως είδεν Ιωράμ τον Ιού. 36 και επέστρεψαν και ανήγγειλαν αυτω. 34 και εισήλθε και έφαγε και έπιε και είπεν· επισκέψασθε δη την κατηραμένην ταύτην και θάψατε αυτήν. και κατέκυψαν προς αυτόν δύο ευνούχοι· 33 και είπε· κυλίσατε αυτήν. έτι αι πορνείαι Ιεζάβελ της μητρός σου και τα φάρμακα αυτής τα πολλά. εγώ και συ επιβεβηκότες επί ζεύγη οπίσω Αχαάβ του πατρός αυτού. ‘Οχοζία. και είπεν Ιού· τι ειρήνη. και είπε· λόγος Κυρίου. και εδίωξεν οπίσω αυτού Ιού και είπε· και γε αυτόν· και επάταξεν αυτόν προς τω άρματι εν τω αναβαίνειν Γαϊ. και έκαμψεν επί τα γόνατα αυτού.

6 και έγραψε προς αυτούς Ιού βιβλίον δεύτερον λέγων· ει εμοί υμείς. 8 και ήλθεν ο άγγελος και απήγγειλε λέγων· ήνεγκαν τας κεφαλάς των υιών του βασιλέως· και είπε· θέτε αυτάς βουνούς δύο παρά την θύραν της πύλης εις πρωϊ. 9 και εγένετο πρωϊ και εξήλθε και έστη εν τω πυλώνι της πόλεως και είπε προς πάντα τον λαόν· δίκαιοι υμείς· ιδού εγώ ειμι συνεστράφην επί τον κύριόν μου και απέκτεινα αυτόν· και τις επάταξε πάντας τούτους. λάβετε την κεφαλήν ανδρών των υιών του κυρίου υμών και ενέγκατε προς με ως η ωρα αύριον εν Ιεζράελ. 4 και εφοβήθησαν σφόδρα και είπον· ιδού οι δύο βασιλείς ουκ έστησαν κατά πρόσωπον αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 637 . εβδομήκοντα άνδρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ τω Αχαάβ εβδομήκοντα υιοί εν Σαμαρεία. 10 ίδετε αφφώ. ποιήσομεν· ου βασλεύσομεν άνδρα. 11 και επάταξεν Ιού πάντας τους καταλειφθέντας εν τω οίκω Αχαάβ εν Ιεζράελ και πάντας τους αδρούς αυτού και τους γνωστούς αυτού και τους ιερείς αυτού ωστε μη καταλιπείν αυτού κατάλειμμα. και μεθ ‘ υμών οι υιοί του κυρίου υμών και μεθ ‘ υμών το άρμα και οι ίπποι και πόλεις οχυραί και τα όπλα. και έλαβον τους υιούς του βασιλέως και έσφαξαν αυτούς. και όσα εάν είπης προς ημάς. και οι υιοί του βασιλέως ήσαν εβδομήκοντα άνδρες· ούτοι αδροί της πόλεως εξέτρεφον αυτούς. 7 και εγένετο ως ήλθε το βιβλίον προς αυτούς. και έγραψεν Ιού βιβλίον και απέστειλεν εν Σαμαρεία προς τους άρχοντας Σαμαρείας και προς τους πρεσβυτέρους και προς τους τιθηνούς Αχαάβ λέγων· 2 και νυν ως αν έλθη το βιβλίον τούτο προς υμάς. και της φωνής μου υμείς εισακούετε. το αγαθόν εν οφθαμοίς σου ποιήσομεν. ου ελάλησε Κύριος επί τον οίκον Αχαάβ· και Κύριος εποίησεν όσα ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού ‘Ηλιού. 5 και απέστειλαν οι επί του οίκου και οι επί της πόλεως και οι πρεσβύτεροι και οι τιθηνοί προς Ιού λέγοντες· παίδές σου και ημείς. 3 και όψεσθε τον αγαθόν και τον ευθή εν τοις υιοίς του κυρίου υμών και καταστήσετε αυτόν επί τον θρόνον του πατρός αυτού και πολεμείτε υπέρ του οίκου του κυρίου υμών. ότι ου πεσείται από του ρήματος Κυρίου εις την γην. και έθηκαν τας κεφαλάς αυτών εν καρτάλλοις και απέστειλαν αυτάς προς αυτόν εις Ιεζράελ. και Πως στησόμεθα ημείς.

δος την χείρά σου. και είπεν Ιού· και ει έστι. ότι θυσίαν μεγάλην ποιώ· ος αν απολειφθή. ων εγώ ανάγω επί χείρα υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 Και ανέστη και επορεύθη εις Σαμάρειαν. ίνα απολέση τους δούλους του Βάαλ. 17 και εισήλθεν εις Σαμάρειαν και επάταξε πάντας τους καταλειφθέντας του Αχαάβ εν Σαμαρεία έως του αφανίσαι αυτόν κατά το ρήμα Κυρίου. ότι θυσία μεγάλη μοι τω Βάαλ· πας. πάντες οι προφήται του Βάαλ. και Ιού εποίησεν εν πτερνισμω. και ηυλόγησεν αυτόν. και είπεν Ιωναδάβ· έστι. ει έστι μεθ ‘ υμών των δούλων Κυρίου. 18 Και συνήθροισεν Ιού πάντα τον λαόν και είπε προς αυτούς· Αχαάβ εδούλευσε τω Βάαλ ολίγα. πάντας τους δούλους αυτού και τους ιερείς αυτού καλέσατε προς με. ου ζήσεται. ος ου παρεγένετο. ος εάν επισκεπή. 20 και είπεν Ιού· αγιάσατε ιερείαν τω Βάαλ· και εκήρυξαν. η ψυχή αυτού αντί της ψυχής αυτού. και είπον· αδελφοί ‘Οχοζίου ημείς και κατέβημεν εις ειρήνην των υιών του βασιλέως και των υιών της δυναστευούσης. και Ιού έταξεν εαυτω έξω ογδοήκοντα άνδρας και είπεν· ανήρ. 25 και εγένετο ως συνετέλεσε ποιών την ολοκαύτωσιν. ου ζήσεται. 23 και εισήλθεν Ιού και Ιωναδάβ υιος Ρηχάβ εις οίκον του Βάαλ και είπε τοις δούλοις του Βάαλ· ερευνήσατε και ίδετε. μηδείς απολειπέσθω. 22 και είπεν Ιού τω επί του οίκου μεσθάαλ· εξάγαγε ένδυμα πάσι τοις δούλοις του Βάαλ· και εξήνεγκεν αυτοίς ο στολιστής. αυτός εν Βαιθακάδ των ποιμένων εν τη οδω. και είπεν Ιού τοις παρατρέχουσι και τοις τριστάταις· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 638 . Ιού δουλεύσει αυτω πολλά· 19 και νυν. και ανεβίβασεν αυτόν προς αυτόν επί το άρμα 16 και είπε προς αυτόν· δεύρο μετ ‘ εμού και ιδέ εν τω ζηλώσαί με τω Κυρίω Σαββαώθ και επεκάθισεν αυτόν εν τω άρματι αυτού. ος εάν διασωθή από των ανδρών. και είπε προς αυτόν Ιού· ει έστι καρδία σου μετά καρδίας μου ευθεία καθώς η καρδία μου μετά της καρδίας σου. τεσσαράκοντα και δύο άνδρας. και επλήσθη ο οίκος του Βάαλ στόμα εις στόμα. 24 και εισήλθε του ποιήσαι τα θύματα και τα ολοκαυτώματα. 21 και απέστειλεν Ιού εν παντί Ισραήλ λέγων· και νυν πάντες οι δούλοι και πάντες οι ιερείς αυτού και πάντες οι προφήται αυτού. ότι αλλ ‘ ή οι δούλοι του Βάαλ μονώτατοι. και εισήλθον εις τον οίκον του Βάαλ. 15 και επορεύθη εκείθεν και εύρε τον Ιωναδάβ υιόν Ρηχάβ εις απαντήν αυτού. ου κατέλιπεν άνδρα εξ αυτών. 14 και είπε· συλλάβετε αυτούς ζώντας· και έσφαξαν αυτούς εις Βαιθακάδ. ανήρ μη επισκεπήτω. 13 και Ιού εύρε τους αδελφούς ‘Οχοζίου βασιλέως Ιούδα και είπε· τίνες υμείς. ό ελάλησε προς ‘Ηλιού. και έδωκε την χείρα αυτού. και ήλθον πάντες οι δούλοι του Βάαλ και πάντες οι ιερείς αυτού και πάντες οι προφήται αυτού· ου κατελείφθη ανήρ.

36 και αι ημέραι. και επάταξεν αυτούς Αζαήλ εν παντί ορίω Ισραήλ. 31 και Ιού ουκ εφύλαξε πορεύεσθαι εν νόμω Κυρίου Θεού Ισραήλ εν όλη καρδία αυτού. και έκρυψεν αυτόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 639 . όσα εποίησε. 26 και εξήνεγκαν την στήλην του Βάαλ και ενέπρησαν αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισελθόντες πατάξατε αυτούς. όσα εν τη καρδία μου εποίησας τω οίκω Αχαάβ. και έρριψαν οι παρατρέχοντες και οι τριστάται και επορεύθησαν έως πόλεως οίκου του Βάαλ. ας εβασίλευσεν Ιού επί Ισραήλ. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. αυτόν και την τροφόν αυτού. ας συνήψεν. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ Γοθολία η μήτηρ ‘Οχοζίου είδεν ότι απέθανεν ο υιος αυτής. 30 και είπε Κύριος προς Ιού· ανθ ‘ ων όσα ηγάθυνας ποιήσαι το ευθές εν οφθαλμοίς μου κατά πάντα. 32 εν ταις ημέραις εκείναις ήρξατο Κύριος συγκόπτειν εν τω Ισραήλ. 34 και τα λοιπά των λόγων Ιού και πάντα. 33 από του Ιορδάνου κατ ‘ ανατολάς ηλίου πάσαν την γην Γαλαάδ του Γαδδί και του Ρουβήν και του Μανασσή. 35 και εκοιμήθη Ιού μετά των πατέρων αυτού και έθαψαν αυτόν εν Σαμαρεία· και εβασίλευσεν Ιωάχαζ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. υιοί τέταρτοι καθήσονταί σοι επί θρόνου Ισραήλ. μη εξελθάτω εξ αυτών ανήρ· και επάταξαν αυτούς εν στόματι ρομφαίας. 28 Και ηφάνισεν Ιού τον Βάαλ εξ Ισραήλ· 29 πλήν αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. και πάσα η δυναστεία αυτού και τας συνάψεις. ή εστιν επί του χείλους χειμάρρου Αρνών. 27 και κατέσπασαν τας στήλας του Βάαλ και έταξαν αυτόν εις λυτρώνα έως της ημέρας ταύτης. εικοσιοκτώ έτη εν Σαμαρεία. 2 και έλαβεν Ιωσαβεέ θυγάτηρ του βασιλέως Ιωράμ αδελφή ‘Οχοζίου τον Ιωάς υιόν αδελφού αυτής και έκλεψεν αυτόν εκ μέσου των υιών του βασιλέως των θανατουμένων. αι δαμάλεις αι χρυσαί εν Βαιθήλ και εν Δάν. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίου λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. από Αροήρ. ουκ απέστη απάνωθεν αμαρτιών Ιεροβοάμ. και την Γαλαάδ και την Βασάν. και απώλεσε παν το σπέρμα της βασιλείας. εν τω ταμείω των κλινών. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. ουκ απέστη Ιού από όπισθεν αυτών.

ον ποιήσετε· 6 το τρίτον εξ υμών εισελθέτω το σάββατον και φυλάξατε φυλακήν οίκου του βασιλέως εν τω πυλώνι και το τρίτον εν τη πύλη των οδών και το τρίτον της πύλης οπίσω των παρατρεχόντων· και φυλάξατε την φυλακήν του οίκου. και εκρότησαν τη χειρί και είπαν· ζήτω ο βασιλεύς. και εισήλθεν οδόν εισόδου των ίππων οίκου του βασιλέως και απέθανεν εκεί. 9 και εποίησαν οι εκατόνταρχοι πάντα. και φυλάξουσι την φυλακήν οίκου Κυρίου προς τον βασιλέα· 8 και κυκλώσατε επί τον βασιλέα κύκλω. και πας ο λαός της γης χαίρων και σαλπίζων εν σάλπιγξι· και διέρρηξε Γοθολία τα ιμάτια εαυτής και εβόησε· σύνδεσμος σύνδεσμος. 14 και είδε και ιδού ο βασιλεύς ειστήκει επί του στύλου κατά το κρίμα. 4 και εν τω έτει τω εβδόμω απέστειλεν Ιωδαέ ο ιερεύς και έλαβε τους εκατοντάρχους των Χορρί και των Ρασίμ. όσα ενετείλατο Ιωδαέ ο συνετός. 17 και διέθετο Ιωδαέ διαθήκην ανά μέσον Κυρίου και ανά μέσον του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 640 . από της ωμίας του οίκου της δεξιάς έως της ωμίας του οίκου της ευωνύμου του θυσιαστηρίου και του οίκου επί τον βασιλέα κύκλω. ανήρ και το σκεύος αυτού εν χειρί αυτού. και απήγαγεν αυτούς προς αυτόν εις οίκον Κυρίου και διέθετο αυτοίς διαθήκην Κυρίου και ωρκωσεν αυτούς ενώπιον Κυρίου και έδειξεν αυτοίς Ιωδαέ τον υιόν του βασιλέως 5 και ενετείλατο αυτοίς λέγων· ούτος ο λόγος. και οι ωδοί και αι σάλπιγγες προς τον βασιλέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ από προσώπου Γοθολίας και ουκ εθανατώθη. 16 και επέθηκαν αυτη χείρας. και έσονται μετά του βασιλέως εν τω εκπορεύεσθαι αυτόν και εν τω εισπορεύεσθαι αυτόν. και ο εισπορευόμενος εις τας σαδηρώθ αποθανείται. ανήρ και το σκεύος αυτού εν τη χειρί αυτού. 15 και ενετείλατο Ιωδαέ ο ιερεύς τοις εκατοντάρχοις τοις επισκόποις της δυνάμεως και είπε προς αυτούς· εξαγάγετε αυτήν έσωθεν των σαδηρώθ· ο εισπορευόμενος οπίσω αυτής θανάτω θανατωθήσεται εν ρομφαία· ότι είπεν ο ιερεύς· και μη αποθάνη εν οίκω Κυρίου. και έλαβεν ανήρ τους άνδρας αυτού και τους εισπορευομένους το σάββατον μετά των εκπορευομένων το σάββατον και εισήλθον προς Ιωδαέ τον ιερέα. πας ο εκπορευόμενος το σάββατον. 10 και έδωκεν ο ιερεύς τοις εκατοντάρχοις τους σειρομάστας και τους τρισσούς του βασιλέως Δαυίδ του εν οίκω Κυρίου. 11 και έστησαν οι παρατρέχοντες. 3 και ην μετ ‘ αυτής κρυβόμενος εν οίκω Κυρίου εξ έτη· και Γοθολία βασιλεύουσα επί της γης. 12 και εξαπέστειλε τον υιόν του βασιλέως και έδωκεν επ ‘ αυτόν το νεζέρ και το μαρτύριον και εβασίλευσεν αυτόν και έχρισεν αυτόν. 7 και δύο χείρες εν υμίν. 13 και ήκουσε Γοθολία την φωνήν των τρεχόντων του λαού και εισήλθε προς τον λαόν εις οίκον Κυρίου.

και εισήλθον οδόν πύλης των παρατρεχόντων οίκου του βασιλέως. ας εφώτισεν αυτόν Ιωδαέ ο ιερεύς· 4 πλήν των υψηλών ου μετεστάθησαν. 5 και είπεν Ιωάς προς τους ιερείς· παν το αργύριον των αγίων το εισοδιαζόμενον εν τω οίκω Κυρίου. ανήρ αργύριον λαβών συντιμήσεως. 6 λαβέτωσαν εαυτοίς οι ιερείς ανήρ από της πράσεως αυτών και αυτοί κρατήσουσι το βεδέκ του οίκου εις πάντα. 20 και εχάρη πας ο λαός της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέως και ανά μέσον του λαού του είναι εις λαόν τω Κυρίω. 7 και εγενήθη εν τω εικοστω και τρίτω έτει τω βασιλεί Ιωάς ουκ εκραταίωσαν οι ιερείς το βεδέκ του οίκου. 9 και συνεφώνησαν οι ιερείς του μη λαβείν αργύριον παρά του λαού και του μη ενισχύσαι το βεδέκ του οίκου. αργύριον συντιμήσεως. 18 και εισήλθε πας ο λαός της γης εις οίκον του Βάαλ και κατέσπασαν αυτόν και τα θυσιαστήρια αυτού και τας εικόνας αυτού συνέτριψαν αγαθώς και τον Μαθάν τον ιερέα του Βάαλ απέκτειναν κατά πρόσωπον των θυσιαστηρίων. 3 και εποίησεν Ιωάς το ευθές ενώπιον Κυρίου πάσας τας ημέρας. ου εάν ευρεθή εκεί βεδέκ. και εκεί έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμίων εν τοις υψηλοίς. και όνομα της μητρός αυτού Αβιά εκ της Βηρσαβεέ. 19 και έλαβε τους εκατοντάρχους και τον Χορρί και τον Ρασίμ και πάντα τον λαόν της γης. και η πόλις ησύχασε· και την Γοθολίαν εθανάτωσαν εν ρομφαία εν οίκω του βασιλέως. 2 εν έτει εβδόμω τω Ιού εβασίλευσεν Ιωάς και τεσσαράκοντα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 8 και εκάλεσεν Ιωάς ο βασιλεύς Ιωδαέ τον ιερέα και τους ιερείς και είπε προς αυτούς· τι ότι ουκ εκραταιούτε το βεδέκ του οίκου. και εκάθισαν αυτόν επί θρόνου των βασιλέων. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΥΙΟΣ επτά ετών Ιωάς εν τω βασιλεύειν αυτόν. παν αργύριον. και νυν μη λάβητε αργύριον από των πράσεων υμών. ό εάν αναβή επί καρδίαν ανδρός ενεγκείν εν οίκω Κυρίου. και έθηκεν ο ιερεύς επισκόπους εις τον οίκον Κυρίου. ότι εις το βεδέκ του οίκου δώσετε αυτό. και κατήγαγον τον βασιλέα εξ οίκου Κυρίου. 10 και έλαβεν Ιωδαέ ο ιερεύς κιβωτόν μίαν και έτρησε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 641 . και ανά μέσον του βασιλέως και ανά μέσον του λαού.

και απέθανε· και έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τρώγλην επί της σανίδος αυτής και έδωκεν αυτήν παρά αμμαζειβί εν τω οίκω ανδρός οίκου Κυρίου. 20 και τα λοιπά των λόγων Ιωάς και πάντα. 21 και ανέστησαν οι δούλοι αυτού και έδησαν πάντα σύνδεσμον και επάταξαν τον Ιωάς εν οίκω Μαλλώ τω εν Γααλά 22 και Ιεζιχάρ υιος Ιεμουάθ και Ιεζεβούθ ο υιος αυτού Σωμήρ οι δούλοι αυτού επάταξαν αυτόν. όσα εποίησεν. ήλοι. και ανέβη ο γραμματεύς του βασιλέως και ο ιερεύς ο μέγας και έσφιγξαν και ηρίθμησαν το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου. όσα ηγίασεν Ιωσαφάτ και Ιωράμ και ‘Οχοζίας οι πατέρες αυτού και βασιλείς Ιούδα. 18 Τότε ανέβη Αζαήλ βασιλεύς Συρίας και επολέμησεν επί Γεθ και προκατελάβετο αυτήν. και ανέβη από Ιερουσαλήμ. 19 και έλαβεν Ιωάς βασιλεύς Ιούδα πάντα τα άγια. οίς εδίδουν το αργύριον επί χείρας αυτών δούναι τοις ποιούσι τα έργα. ουκ ιδού ταύτα πάντα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. παν σκεύος χρυσούν και σκεύος αργυρούν. και έδωκαν οι ιερείς οι φυλάσσοντες τον σταθμόν παν το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου. 15 ότι τοις ποιούσι τα έργα δώσουσιν αυτό. 16 και ουκ εξελογίζοντο τους άνδρας. και εκραταίωσαν εν αυτω τον οίκον Κυρίου. και τα άγια αυτού και παν το χρυσίον το ευρεθέν εν θησαυροίς οίκου Κυρίου και οίκου του βασιλέως και απέστειλε τω Αζαήλ βασιλεί Συρίας. και εβασίλευσεν Αμεσσίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. όσα εξωδιάσθη επί τον οίκον του κραταιώσαι· 14 πλήν ου ποιηθήσονται οίκω Κυρίου θύραι αργυραί. εκ του αργυρίου του εισενεχθέντος εν οίκω Κυρίου. 17 αργύριον περί αμαρτίας και αργύριον περί πλημμελείας. ότι εν πίστει αυτών ποιούσιν. 11 και εγένετο ως είδον ότι πολύ το αργύριον εν τη κιβωτω. 12 και έδωκαν το αργύριον το ετοιμασθέν επί χείρας ποιούντων τα έργα των επισκόπων οίκου Κυρίου. τοις ιερεύσιν εγένετο.τι εισηνέχθη εν οίκω Κυρίου. και έταξεν Αζαήλ το πρόσωπον αυτού αναβήναι επί Ιερουσαλήμ. ό. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 642 . φιάλαι και σάλπιγγες. και εξέδοσαν τοις τέκτοσι των ξύλων και τοις οικοδόμοις τοις ποιούσιν εν οίκω Κυρίου 13 και τοις τειχισταίς και τοις λατόμοις των λίθων του κτήσασθαι ξύλα και λίθους λατομητούς του κατασχείν το βεδέκ οίκου Κυρίου εις πάντα.

και έθαψαν αυτόν εν Σαμαρεία. και αι δυναστείαι αυτού. 8 και τα λοιπά των λόγων Ιωάχαζ και πάντα όσα εποίησε και αι δυναστείαι αυτού. ας εποίησε μετά Αμεσσίου βασιλέως Ιούδα. δι ‘ ην απέθανε. και εκάθισαν οι υιοί Ισραήλ εν τοις σκηνώμασιν αυτών καθώς εχθές και τρίτης· 6 πλήν ουκ απέστησαν από αμαρτιών οίκου Ιεροβοάμ. ότι έθλιψεν αυτούς βασιλεύς Συρίας. και ετάφη εν Σαμαρεία μετά των βασιλέων Ισραήλ. και γε το άλσος εστάθη εν Σαμαρεία. αλλ ‘ ή πεντήκοντα ιππείς και δέκα άρματα και δέκα χιλιάδες πεζών. 12 και τα λοιπά των λόγων Ιωάς και πάντα όσα εποίησε. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 4 και εδεήθη Ιωάχαζ του προσώπου Κυρίου. και κατέβη προς αυτόν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ και έκλαυσεν επί πρόσωπον αυτού και είπε· πάτερ πάτερ. και επήκουσεν αυτού Κύριος. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 10 Εν έτει τριακοστω και εβδόμω έτει τω Ιωάς βασιλεί Ιούδα εβασίλευσεν Ιωάς υιος Ιωάχαζ επί Ισραήλ εν Σαμαρεία εκκαίδεκα έτη. και έθεντο αυτούς ως χουν εις καταπάτησιν. εν αυταίς επορεύθησαν. 2 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου και επορεύθη οπίσω αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. ότι είδε την θλίψιν Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΕΝ έτει εικοστω και τρίτω έτει τω Ιωάς υιω ‘Οχοζίου βασιλεί Ιούδα εβασίλευσεν Ιωάχαζ υιος Ιού εν Σαμαρεία επτακαίδεκα έτη. και Ιεροβοάμ εκάθισεν επί του θρόνου αυτού. 11 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου· ουκ απέστη από πάσης αμαρτίας Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. εν αυταίς επορεύθη. ότι απώλεσεν αυτούς βασιλεύς Συρίας. 7 ότι ουχ υπελείφθη τω Ιωάχαζ λαός. 9 και εκοιμήθη Ιωάχαζ μετά των πατέρων αυτού. 13 και εκοιμήθη Ιωάς μετά των πατέρων αυτού. 3 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ισραήλ και έδωκεν αυτούς εν χειρί Αζαήλ βασιλέως Συρίας και εν χειρί υιού Άδερ υιού Αζαήλ πάσας τας ημέρας. ουκ απέστη απ ‘ αυτών. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 5 και έδωκεν Κύριος σωτηρίαν τω Ισραήλ. και εξήλθεν υποκάτωθεν χειρός Συρίας. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. και εβασίλευσεν Ιωάς υιος αυτού αντ ‘ αυτού. άρμα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 643 . 14 Και Ελισαιέ ηρρώστησε την αρρωστίαν αυτού.

και ιδού είδον τον μονόζωνον και έρριψαν τον άνδρα εν τω τάφω Ελισαιέ. 19 και ελυπήθη επ ‘ αυτω ο άνθρωπος του Θεού και είπεν· ει επάταξας πεντάκις ή εξάκις. τότε αν επάταξας την Συρίαν έως συντελείας· και νυν τρίς πατάξεις την Συρίαν. 16 και είπε τω βασιλεί· επιβίβασον την χείρά σου επί το τόξον· και επεβίβασεν Ιωάς την χείρα αυτού. 15 και είπεν αυτω Ελισαιέ· λάβε τόξον και βέλη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ και ιππεύς αυτού. και είπε· βέλος σωτηρίας τω Κυρίω και βέλος σωτηρίας εν Συρία. 23 και ηλέησε Κύριος αυτούς. 17 και είπεν· άνοιξον την θυρίδα κατ ‘ ανατολάς· και ήνοιξε. 3 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου. και έλαβε προς εαυτόν τόξον και βέλη. 18 και είπεν αυτω Ελισαιέ· λάβε τόξα· και έλαβε. και είπεν Ελισαιέ· τόξευσον· και ετόξευσε. και επορεύθη και ήψατο των οστέων Ελισαιέ και έζησε και ανέστη επί τους πόδας αυτού. και έθαψαν αυτόν. και ουκ ηθέλησε Κύριος διαφθείραι αυτούς και ουκ απέρριψεν αυτούς από του προσώπου αυτού. και όνομα της μητρός αυτού Ιωαδίμ εξ Ιερουσαλήμ. και είπε τω βασιλεί Ισραήλ· πάταξον εις την γην· και επάταξεν ο βασιλεύς τρίς και έστη. και ωκτείρησεν αυτούς και επέβλεψεν επ ‘ αυτούς δια την διαθήκην αυτού την μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. και επέθηκεν Ελισαιέ τας χείρας αυτού επί τας χείρας του βασιλέως. ας έλαβεν εκ χειρός Ιωάχαζ του πατρός αυτού εν τω πολέμω· τρίς επάταξεν αυτόν Ιωάς και επέστρεψε τας πόλεις Ισραήλ. 22 και Αζαήλ εξέθλιψε τον Ισραήλ πάσας τας ημέρας Ιωάχαζ. 20 και απέθανεν Ελισαιέ. και μονόζωνοι Μωάβ ήλθον εν τη γη ελθόντος του ενιαυτού· 21 και εγένετο αυτών θαπτόντων τον άνδρα. και εβασίλευσεν Ιωάς υιος Ιωάχαζ και έλαβε τας πόλεις εκ χειρός υιού Άδερ υιού Αζαήλ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΕΝ έτει δευτέρω τώ Ιωάς υιω Ιωάχαζ βασιλεί Ισραήλ και εβασίλευσεν Αμεσσίας υιος Ιωάς βασιλεύς Ιούδα. 2 υιος είκοσι και πέντε ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και είκοσι και εννέα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και πατάξεις την Συρίαν εν Αφέκ έως συντελείας. 24 και απέθανεν Αζαήλ βασιλεύς Συρίας. πλήν ουχ ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού· κατά πάντα όσα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 644 .

εποίησε· 4 πλήν τα υψηλά ουκ εξήρεν. έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμίων εν τοις υψηλοίς. 9 και απέστειλεν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ προς Αμεσσίαν βασιλέα Ιούδα λέγων· ο άκαν ο εν τω Λιβάνω απέστειλε προς την κέδρον την εν τω Λιβάνω λέγων· δος την θυγατέρα σου τω υιω μου εις γυναίκα· και διήλθον τα θηρία του αγρού τα εν τω Λιβάνω και συνεπάτησαν την άκανα. και ανέβη Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ. και υιοί ουκ αποθανούνται υπέρ πατέρων. α επολέμησε μετά Αμεσσίου βασιλέως Ιούδα. και πεσή συ και Ιούδας μετά σου. και ώφθησαν προσώποις αυτός και Αμεσσίας βασιλεύς Ιούδα εν Βαιθσαμύς τη του Ιούδα· 12 και έπταισεν Ιούδας από προσώπου Ισραήλ. όσα εποίησεν εν δυναστεία αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποίησεν Ιωάς ο πατήρ αυτού. ότι αλλ ‘ ή έκαστος εν ταις αμαρτίαις αυτού αποθανείται. 15 και τα λοιπά των λόγων Ιωάς. και έφυγεν εις Λαχίς· και απέστειλαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 645 . 8 τότε απέστειλεν Αμεσσίας αγγέλους προς Ιωάς υιόν Ιωάχαζ υιού Ιού βασιλέως Ισραήλ λέγων· δεύρο οφθώμεν προσώποις. και εβασίλευσεν Ιεροβοάμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 7 αυτός επάταξε την Εδώμ εν Γαιμελέ δέκα χιλιάδας και συνέλαβε την Πέτραν εν τω πολέμω και εκάλεσε το όνομα αυτής Καθοήλ έως της ημέρας ταύτης. 11 και ουκ ήκουσεν Αμεσσίας. 17 και έζησεν Αμεσσίας υιος Ιωάς βασιλεύς Ιούδα μετά το αποθανείν Ιωάς υιόν Ιωάχαζ βασιλέα Ισραήλ πεντεκαίδεκα έτη. 18 και τα λοιπά των λόγων Αμεσσίου και πάντα. καθώς γέγραπται εν βιβλίω νόμων Μωυσή. όσα εποίησεν. και επάταξε τους δούλους αυτού τους πατάξαντας τον πατέρα αυτού· 6 και τους υιούς των παταξάντων ουκ εθανάτωσε. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. και έφυγεν ανήρ εις το σκήνωμα αυτού· 13 και τον Αμεσσίαν υιόν Ιωάς υιού ‘Οχοζίου συνέλαβεν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ εν Βαιθσαμύς. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 16 και εκοιμήθη Ιωάς μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν Σαμαρεία μετά των βασιλέων Ισραήλ. 10 τύπτων επάταξας την Ιδουμαίαν. 5 και εγένετο ότε κατίσχυεν η βασιλεία εν χειρί αυτού. ως ενετείλατο Κύριος λέγων· ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ υιών. και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ και καθείλεν εν τω τείχει Ιερουσαλήμ εν τη πύλη Εφραίμ έως πύλης της γωνίας τετρακοσίους πήχεις· 14 και έλαβεν το χρυσίον και το αργύριον και πάντα τα σκεύη τα ευρεθέντα εν οίκω Κυρίου και εν θησαυροίς οίκου του βασιλέως και τους υιούς των συμμίξεων και απέστρεψεν εις Σαμάρειαν. και επήρέ σε καρδία σου· ενδοξάσθητι καθήμενος εν τω οίκω σου. 19 και συνεστράφησαν επ ‘ αυτόν σύστρεμμα εν Ιερουσαλήμ. και ινατί ερίζεις εν κακία σου.

2 υιος εκκαίδεκα ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και πεντηκονταδύο έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και αι δυναστείαι αυτού. 28 και τα λοιπά των λόγων Ιεροβοάμ και πάντα. και ετάφη εν Ιερουσαλήμ μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. 24 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου· ουκ απέστη από πασών αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ.και εβασίλευσαν αυτόν αντί του πατρός αυτού Αμεσσίου. 3 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οπίσω αυτού εις Λαχίς και εθανάτωσαν αυτόν εκεί. 23 Εν έτει πεντεκαιδεκάτω του Αμεσσίου υιω Ιωάς βασιλεί Ιούδα εβασίλευσεν Ιεροβοάμ υιος Ιωάς επί Ισραήλ εν Σαμαρεία τεσσαράκοντα και εν έτος. έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμίων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 646 . ό ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού Ιωνά υιού Αμαθί του προφήτου του εν Γεθχοφέρ. 26 ότι είδε Κύριος την ταπείνωσιν Ισραήλ πικράν σφόδρα και ολιγοστούς συνεχομένους και εσπανισμένους και εγκαταλελειμμένους. 20 και ήραν αυτόν εφ ‘ ίππων. 21 και έλαβε πας ο λαός Ιούδα τον Αζαρίαν -και αυτός υιος εκκαίδεκα ετών. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. όσα επολέμησε και όσα επέστρεψε την Δαμασκόν και την Αιμάθ τω Ιούδα εν Ισραήλ. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 29 και εκοιμήθη Ιεροβοάμ μετά των πατέρων αυτού μετά βασιλέων Ισραήλ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΕΝ έτει εικοστω και εβδόμω τω Ιεροβοάμ βασιλεί Ισραήλ εβασίλευσεν Αζαρίας υιος Αμεσσίου βασιλέως Ιούδα. 22 αυτός ωκοδόμησε την Αιλώθ και επέστρεψεν αυτήν τω Ιούδα μετά το κοιμηθήναι τον βασιλέα μετά των πατέρων αυτού. όσα εποίησεν Αμεσσίας ο πατήρ αυτού· 4 πλήν των υψηλών ουκ εξήρεν. 27 και ουκ ελάλησε Κύριος εξαλείψαι το σπέρμα Ισραήλ υποκάτωθεν του ουρανού και έσωσεν αυτούς δια χειρός Ιεροβοάμ υιού Ιωάς. και όνομα τη μητρί αυτού Ιεχελία εξ Ιερουσαλήμ. και εβασίλευσε Ζαχαρίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. και ουκ ην ο βοηθών τω Ισραήλ. όσα εποίησε. 25 αυτός απέστησε το όριον Ισραήλ από εισόδου Αιμάθ έως της θαλάσσης της Άραβα κατά το ρήμα Κυρίου Θεού Ισραήλ.

και ην λελεπρωμένος έως ημέρας θανάτου αυτού και εβασίλευσεν εν οίκω αφφουσώθ. 5 και ήψατο Κύριος τον βασιλέα. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. όσα εποίησεν. επί παν δυνατόν ισχύϊ. 14 και ανέβη Μαναήμ υιος Γαδδί εκ Θαρσιλά και ήλθεν εις Σαμάρειαν και επάταξε τον Σελλούμ υιόν Ιαβίς εν Σαμαρεία και εθανάτωσεν αυτόν. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 17 Εν έτει τριακοστω και ενάτω τω Αζαρία βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Μαναήμ υιος Γαδδί επί Ισραήλ εν Σαμαρεία δέκα έτη. ότι ουκ ήνοιξαν αυτω· και επάταξεν αυτήν και τας εν γαστρί εχούσας ανέρρηξεν. 8 Εν έτει τριακοστω και ογδόω τω Αζαρίου βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Ζαχαρίας υιος Ιεροβοάμ επί Ισραήλ εν Σαμαρεία εξάμηνον. 16 τότε επάταξε Μαναήμ την Θερσά και πάντα τα εν αυτη και τα όρια αυτής από Θερσά. και Ιωάθαμ υιος του βασιλέως επί τω οίκω κρίνων τον λαόν της γης. 10 και συνεστράφησαν επ ‘ αυτόν Σελλούμ υιος Ιαβίς και Κεβλαάμ και επάταξαν αυτόν και εθανάτωσαν αυτόν. καθά εποίησαν οι πατέρες αυτού· ουκ απέστη από πασών των αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 15 και τα λοιπά των λόγων Σελλούμ και η συστροφή αυτού. 11 και τα λοιπά των λόγων Ζαχαρίου ιδού εισι γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. και εβασίλευσεν Ιωάθαμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 20 και εξήνεγκε Μαναήμ το αργύριον επί τον Ισραήλ. ιδού εισι γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. ην συνεστράφη. και έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. 6 και τα λοιπά των λόγων Αζαρίου. 18 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου· ουκ απέστη από πασών αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 19 εν ταις ημέραις αυτού ανέβη Φούλ βασιλεύς Ασσυρίων επί την γην. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. ουκ ιδού ταύτα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 647 . πεντήκοντα σίκλους τω ανδρί τω ενί· και απέστρεψε βασιλεύς Ασσυρίων και ουκ έστη εκεί εν τη γη. 13 Και Σελλούμ υιος Ιαβίς εβασίλευσε· και εν έτει τριακοστω και ενάτω Αζαρία βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Σελλούμ μήνα ημερών εν Σαμαρεία. και Μαναήμ έδωκε τω Φούλ χίλια τάλαντα αργυρίου είναι την χείρα αυτού μετ ‘ αυτού. 7 και εκοιμήθη Αζαρίας μετά των πατέρων αυτού. 21 και τα λοιπά των λόγων Μαναήμ και πάντα όσα εποίησεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τοις υψηλοίς. και Σελλούμ εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. και πάντα. ον ελάλησε προς Ιού λέγων· υιοί τέταρτοι καθήσονταί σοι επί θρόνου Ισραήλ· και εγένετο ούτως. 12 ο λόγος Κυρίου. 9 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. δούναι τω βασιλεί των Ασσυρίων.

ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 31 και τα λοιπά των λόγων Φακεέ και πάντα. όσα εποίησεν. 37 εν ταις ημέραις εκείναις ήρξατο Κύριος εξαποστέλλειν εν Ιούδα τον Ραασσών βασιλέα Συρίας. πάσαν γην Νεφθαλί. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 24 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου· ουκ απέστη από αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. όσα εποίησεν Αζαρίας ο πατήρ αυτού· 35 πλήν τα υψηλά ουκ εξήρεν. 30 και συνέστρεψε σύστρεμμα Ωσηέ υιος ‘Ηλά επί Φακεέ υιόν Ρομελίου και επάταξεν αυτόν και εθανάτωσε και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού εν έτει εικοστω Ιωάθαμ υιού Αζαρίου. 33 υιος είκοσι και πέντε ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και εκκαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 23 Εν έτει πεντηκοστω του Αζαρίου βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Φακεσίας υιος Μαναήμ επί Ισραήλ εν Σαμαρεία δύο έτη. και απώκισεν αυτούς εις Ασσυρίους. και όνομα της μητρός αυτού Ιερουσά θυγάτηρ Σαδώκ. 29 εν ταις ημέραις Φακεέ βασιλέως Ισραήλ ήλθε Θαγλαθφελλασάρ βασιλεύς Ασσυρίων και έλαβε την Αίν και την Αβελβαιθαμααχά και την Ανιώχ και την Κενέζ και την Ασώρ και την Γαλαάδ και την Γαλιλαίαν. 38 και εκοιμήθη Ιωάθαμ μετά των πατέρων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 648 . αυτό ωκοδόμησε την πύλην οίκου Κυρίου την επάνω. 34 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. και τον Φακεέ υιόν Ρομελίου. 28 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου· ουκ απέστη από πασών αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 32 Εν έτει δευτέρω Φακεέ υιού Ρομελίου βασιλεί Ισραήλ εβασίλευσεν Ιωάθαμ υιος Αζαρίου βασιλέως Ιούδα. ιδού εισι γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 36 και τα λοιπά των λόγων Ιωάθαμ και πάντα. όσα εποίησεν. και μετ ‘ αυτού πεντήκοντα άνδρες από των τετρακοσίων· και εθανάτωσεν αυτόν και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. 26 και τα λοιπά των λόγων Φακεσίου και πάντα. και εβασίλευσε Φακεσίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 22 και εκοιμήθη Μαναήμ μετά των πατέρων αυτού. όσα εποίησεν. έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμία εν τοις υψηλοίς. 25 και συνεστράφη επ ‘ αυτόν Φακεέ υιος Ρομελίου ο τριστάτης αυτού και επάταξεν αυτόν εν Σαμαρεία εναντίον οίκου του βασιλέως μετά του Αργόβ και μετά του Αρία. 27 Εν έτει πεντηκοστω και δευτέρω του Αζαρίου βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Φακεέ υιος Ρομελίου επί Ισραήλ εν Σαμαρεία είκοσιν έτη. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ.

και ανέβη βασιλεύς Ασσυρίων εις Δαμασκόν και συνέλαβεν αυτήν και απώκισεν αυτήν και τον Ραασσών βασιλέα εθανάτωσε. 2 υιος είκοσιν ετών ην Άχαζ εν τω βασιλεύειν αυτόν και εκκαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 6 εν τω καιρω εκείνω επέστρεψε Ραασσών βασιλεύς Συρίας την Αιλάθ τη Συρία και εξέβαλε τους Ιουδαίους εξ Αιλάθ και Ιδουμαίοι ήλθον εις Αιλάθ και κατώκησαν εκεί έως της ημέρας ταύτης. και απέστειλεν ο βασιλεύς Άχαζ προς Ουρίαν τον ιερέα το ομοίωμα του θυσιαστηρίου και τον ρυθμόν αυτού και πάσαν ποίησιν αυτού· 11 και ωκοδόμησεν Ουρίας ο ιερεύς το θυσιαστήριον κατά πάντα. 12 και είδεν ο βασιλεύς το θυσιαστήριον και ανέβη επ ‘ αυτό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 649 . και ουκ εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου Θεού αυτού πιστώς. ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού 3 και επορεύθη. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΕΝ έτει επτακαιδεκάτω Φακεέ υιού Ρομελίου εβασίλευσεν Άχαζ υιος Ιωάθαμ βασιλέως Ιούδα. 7 και απέστειλεν Άχαζ αγγέλους προς Θαγλαθφελλασάρ βασιλέα Ασσυρίων λέγων· δούλός σου και υιος σου εγώ. και γε τον υιόν αυτού διήγεν εν πυρί κατά τα βδελύγματα των εθνών. 10 και επορεύθη βασιλεύς Άχαζ εις Δαμασκόν εις απαντήν Θαγλαθφελλασάρ βασιλεί Ασσυρίων εις Δαμασκόν. 9 και ήκουσεν αυτού βασιλεύς Ασσυρίων. 8 και έλαβεν Άχαζ αργύριον και χρυσίον το ευρεθέν εν θησαυροίς οίκου Κυρίου και οίκου βασιλέως και απέστειλε τω βασιλεί δώρα. και είδε το θυσιαστήριον εν Δαμασκώ. ων εξήρε Κύριος από προσώπου των υιών Ισραήλ. 5 τότε ανέβη Ραασσών βασιλεύς Συρίας και Φακεέ υιος Ρομελίου βασιλεύς Ισραήλ εις Ιερουσαλήμ εις πόλεμον και επολιόρκουν επί Άχαζ και ουκ ηδύναντο πολεμείν. όσα απέστειλεν ο βασιλεύς Άχαζ εκ Δαμασκού. 4 και εθυσίαζε και εθυμία εν τοις υψηλοίς και επί των βουνών και υποκάτω παντός ξύλου αλσώδους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού και ετάφη μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού. ανάβηθι και σώσόν με εκ χειρός βασιλέως Συρίας και εκ χειρός βασιλέως Ισραήλ των επανισταμένων επ ‘ εμέ. εν οδω βασιλέων Ισραήλ. και εβασίλευσεν Άχαζ υιος αυτού αντ ‘ αυτού.

και εγενήθη αυτω Ωσηέ δούλος και επέστρεψεν αυτω μαναά. και εβασίλευσεν Εζεκίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 και εθυμίασε την ολοκαύτωσιν αυτού και την θυσίαν αυτού και την σπονδήν αυτού και προσέχεε το αίμα των ειρηνικών των αυτού επί το θυσιαστήριον 14 το χαλκούν το απέναντι Κυρίου. 16 και εποίησεν Ουρίας ο ιερεύς κατά πάντα. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΕΝ έτει δωδεκάτω του Άχαζ βασιλέως Ιούδα εβασίλευσεν Ωσηέ υιος ‘Ηλά εν Σαμαρεία επί Ισραήλ εννέα έτη. 2 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. όσα ενετείλατο αυτω ο βασιλεύς Άχαζ. και την ολοκαύτωσιν του βασιλέως και την θυσίαν αυτού και την ολοκαύτωσιν παντός του λαού και την θυσίαν αυτών και την σπονδήν αυτών και παν αίμα ολοκαυτώσεως και παν αίμα θυσίας επ ‘ αυτω εκχεείς· και το θυσιαστήριον το χαλκούν έσται μοι εις το πρωϊ. 17 και συνέκοψεν ο βασιλεύς Άχαζ τα συγκλείσματα των μεχωνώθ και μετηρεν απ ‘ αυτών τον λουτήρα και την θάλασσαν καθείλεν από των βοών των χαλκών των υποκάτω αυτής και έδωκεν αυτήν επί βάσιν λιθίνην. και προσήγαγε από προσώπου του οίκου Κυρίου από του ανά μέσον του θυσιαστηρίου και από του ανά μέσον του οίκου Κυρίου και έδειξεν αυτό επί μηρόν του θυσιαστηρίου κατά βορράν. 18 και τον θεμέλιον της καθέδρας ωκοδόμησεν εν οίκω Κυρίου και την είσοδον του βασιλέως την έξω επέστρεψεν εν οίκω Κυρίου από προσώπου βασιλέως Ασσυρίων. όσα εποίησεν. 4 και εύρε βασιλεύς Ασσυρίων εν τω Ωσηέ αδικίαν. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 20 και εκοιμήθη Άχαζ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ. 3 επ ‘ αυτόν ανέβη Σαλαμανασάρ βασιλεύς Ασσυρίων. ότι απέστειλεν αγγέλους προς Σηγώρ βασιλέα Αιγύπτου και ουκ ήνεγκε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 650 . 19 και τα λοιπά των λόγων Άχαζ. 15 και ενετείλατο ο βασιλεύς Άχαζ τω Ουρία τω ιερεί λέγων· επί το θυσιαστήριον το μέγα πρόσφερε την ολοκαύτωσιν την πρωϊνήν και την θυσίαν την εσπερινήν. οί ήσαν έμπροσθεν αυτού. πλήν ουχ ως οι βασιλείς Ισραήλ.

ον ενετειλάμην τοις πατράσιν υμών. 5 και ανέβη ο βασιλεύς Ασσυρίων εν πάση τη γη και ανέβη εις Σαμάρειαν. όσα απέστειλα αυτοίς εν χειρί των δούλων μου των προφητών. και επολιόρκησεν επ ‘ αυτήν τρία έτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μαναά τω βασιλεί Ασσυρίων εν τω ενιαυτω εκείνω. και εποίησαν κοινωνούς και εχάραξαν του παροργίσαι τον Κύριον 12 και ελάτρευσαν τοις ειδώλοις. α απώκισε Κύριος εκ προσώπου αυτών. 13 και διεμαρτύρατο Κύριος εν τω Ισραήλ και εν τω Ιούδα και εν χειρί πάντων των προφητών αυτού. και επολιόρκησεν αυτόν ο βασιλεύς Ασσυρίων και έδησεν αυτόν εν οίκω φυλακής. 18 και εθυμώθη Κύριος σφόδρα εν τω Ισραήλ. 7 και εγένετο ότι ήμαρτον οι υιοί Ισραήλ τω Κυρίω Θεω αυτών τω αναγαγόντι αυτούς εκ γης Αιγύπτου υποκάτωθεν χειρός Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου και εφοβήθησαν θεούς ετέρους 8 και επορεύθησαν τοις δικαιώμασι των εθνών. παντός ορώντος λέγων· αποστράφητε από των οδών υμών των πονηρών και φυλάξατε τας εντολάς μου και τα δικαιώματά μου και πάντα τον νόμον. όσοι εποίησαν. ων ενετείλατο Κύριος αυτοίς μη ποιήσαι κατά ταύτα. 9 και όσοι ημφιέσαντο οι υιοί Ισραήλ λόγους ουχ ούτως κατά Κυρίου Θεού αυτών. όσα διεμαρτύρατο αυτοίς. και ωκοδόμησαν εαυτοίς υψηλά εν πάσαις ταις πόλεσιν αυτών από πύργου φυλασσόντων έως πόλεως οχυράς 10 και εστήλωσαν εαυτοίς στήλας και άλση επί παντί βουνω υψηλω και υποκάτω παντός ξύλου αλσώδους 11 και εθυμίασαν εκεί εν πάσιν υψηλοίς καθώς τα έθνη. οίς είπε Κύριος αυτοίς· ου ποιήσετε το ρήμα τούτο τω Κυρίω. ουκ εφύλαξαν και επορεύθησαν οπίσω των ματαίων και εματαιώθησαν. και απέστησεν αυτούς από του προσώπου αυτού. και οπίσω των εθνών των περικύκλω αυτών. ων εξήρε Κύριος εκ προσώπου υιών Ισραήλ. και οι βασιλείς Ισραήλ. και όρη Μήδων. 16 εγκατέλιπον τας εντολάς Κυρίου Θεού αυτών και εποίησαν εαυτοίς χώνευμα δύο δαμάλεις και εποίησαν άλση και προσεκύνησαν πάση τη δυνάμει του ουρανού και ελάτρευσαν τω Βάαλ 17 και διήγον τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών εν πυρί και εμαντεύοντο μαντείας και οιωνίζοντο και επράθησαν του ποιήσαι το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου παροργίσαι αυτόν. και ουχ υπελείφθη πλήν φυλή Ιούδα μονωτάτη. 6 εν έτει ενάτω Ωσηέ συνέλαβε βασιλεύς Ασσυρίων την Σαμάρειαν και απώκισεν Ισραήλ εις Ασσυρίους και κατώκισεν αυτούς εν Αλαέ και εν Αβώρ ποταμοίς Γωζάν. 14 και ουκ ήκουσαν και εσκλήρυναν τον νώτον αυτών υπέρ τον νώτον των πατέρων αυτών 15 και τα μαρτύρια αυτού. 19 και γε Ιούδας ουκ εφύλαξε τας εντολάς Κυρίου του Θεού αυτών και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 651 .

και εκάθισεν εν Βαιθήλ και ην φωτίζων αυτούς Πως φοβηθώσι τον Κύριον. καθότι ουκ οίδασι το κρίμα του Θεού της γης. έως ου απέρριψεν αυτούς από προσώπου αυτού. 23 έως ου μετέστησε Κύριος τον Ισραήλ από προσώπου αυτού. και ιδού εισι θανατούντες αυτούς. έθνος έθνος εν πόλει. α απώκισας και αντεκάθισας εν πόλεσι Σαμαρείας. 28 και ήγαγον ένα των ιερέων. και απέστειλεν εις αυτούς τους λέοντας. ων εποίησαν οι Σαμαρείται. εν ή κατώκουν εν αυτη· και ήσαν φοβούμενοι τον Κύριον και εποίησαν εαυτοίς ιερείς των υψηλών και εποίησαν εν οίκω των υψηλών. και απέστειλε Κύριος εν αυτοίς τους λέοντας. εν αις κατώκουν. και εξέωσεν Ιεροβοάμ τον Ισραήλ εξόπισθεν Κυρίου και εξήμαρτεν αυτούς αμαρτίαν μεγάλην. ουκ έγνωσαν το κρίμα του Θεού της γης. και οι άνδρες Χούθ εποίησαν την Νηριγέλ. 20 και απεώσαντο τον Κύριον. και ήσαν αποκτέννοντες εν αυτοίς. και οι Σεπφαρουαϊμ κατέκαιον τους υιούς αυτών εν πυρί τω Αδραμέλεχ και Ανημελέχ. 33 και τον Κύριον εφοβούντο και τοις θεοίς αυτών ελάτρευον κατά το κρίμα των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 652 . ουκ απέστησαν απ ‘ αυτής. 26 και είπαν τω βασιλεί Ασσυρίων λέγοντες· τα έθνη. θεοίς Σεπφαρουαϊμ. καθώς ελάλησε Κύριος εν χειρί πάντων των δούλων αυτού των προφητών. 27 και ενετείλατο ο βασιλεύς Ασσυρίων λέγων· απάγετε εκείθεν και πορευέσθωσαν και κατοικήτωσαν εκεί και φωτιούσιν αυτούς το κρίμα του Θεού της γης. 24 Και ήγαγε βασιλεύς Ασσυρίων εκ Βαβυλώνος τον εκ Χουθά από Αϊά και από Αιμάθ και Σεπφαρουαϊμ. 32 και ήσαν φοβούμενοι τον Κύριον και κατώκισαν τα βδελύγματα αυτών εν τοις οίκοις των υψηλών. 21 ότι πλήν Ισραήλ επάνωθεν οίκου Δαυίδ και εβασίλευσαν τον Ιεροβοάμ υιόν Ναβάτ. οίς εποίησαν. και απωκίσθη Ισραήλ επάνωθεν της γης αυτού εις Ασσυρίους έως της ημέρας ταύτης. α εποίησαν εν Σαμαρεία. ων απώκισαν από Σαμαρείας. και κατωκίσθησαν εν πόλεσι Σαμαρείας αντί των υιών Ισραήλ και εκληρονόμησαν την Σαμάρειαν και κατώκισαν εν ταις πόλεσιν αυτής. και εθυμώθη Κύριος παντί σπέρματι Ισραήλ και εσάλευσεν αυτούς και έδωκεν αυτούς εν χειρί διαρπαζόντων αυτούς. 29 και ήσαν ποιούντες έθνη έθνη θεούς αυτών και έθηκαν εν οίκω των υψηλών. 22 και επορεύθησαν οι υιοί Ισραήλ εν πάση αμαρτία Ιεροβοάμ. και οι άνδρες Αιμάθ εποίησαν την Ασιμάθ. 30 και οι άνδρες Βαβυλώνος εποίησαν την Σωκχώθ Βαινίθ. 25 και εγένετο εν αρχή της καθέδρας αυτών ουκ εφοβήθησαν τον Κύριον. έθνη έθνη εν ταις πόλεσιν αυτών. 31 και οι Ευαίοι εποίησαν την Εβλαζέρ και την Θαρθάκ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επορεύθησαν εν τοις δικαιώμασιν Ισραήλ. ή εποίησεν.

ον εποίησε Μωυσής. όσα εποίησε Δαυίδ ο πατήρ αυτού. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εγένετο εν έτει τρίτω τω Ωσηέ υιω ‘Ηλά βασιλεί Ισραήλ εβασίλευσεν Εζεκίας υιος Άχαζ βασιλέως Ιούδα. 4 αυτός εξήρε τα υψηλά και συνέτριψε τας στήλας και εξωλόθρευσε τα άλση και τον όφιν τον χαλκούν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εθνών. αυτόν φοβηθήσεσθε και αυτω προσκυνήσετε. ουκ επιλήσεσθε και ου φοβηθήσεσθε θεούς ετέρους. και όνομα τη μητρί αυτού Άβου θυγάτηρ Ζαχαρίου. ην διέθετο μεθ ‘ υμών. 36 ότι αλλ ‘ ή τω Κυρίω. 3 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. και μετ ‘ αυτόν ουκ εγενήθη όμοιος αυτω εν βασιλεύσιν Ιούδα και εν τοις γενομένοις έμπροσθεν αυτού· 6 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 653 . και αυτός εξελείται υμάς εκ πάντων των εχθρών υμών· 40 και ουκ ακούσεσθε επί τω κρίματι αυτών. 34 έως της ημέρας ταύτης αυτοί εποίουν κατά το κρίμα αυτών· αυτοί φοβούνται και αυτοί ποιούσι κατά τα δικαιώματα αυτών και κατά την κρίσιν αυτών και κατά τον νόμον και κατά την εντολήν. όθεν απώκισαν αυτούς εκείθεν. και γε οι υιοί και οι υιοί των υιών αυτών. ότι έως των ημερών εκείνων ήσαν οι υιοί Ισραήλ θυμιώντες αυτω. ποιούσιν έως της ημέρας ταύτης. και εκάλεσεν αυτόν Νεεσθάν. ην ενετείλατο Κύριος τοις υιοίς Ιακώβ. 39 αλλ ‘ ή τον Κύριον Θεόν υμών φοβηθήσεσθε. 5 εν Κυρίω Θεω Ισραήλ ήλπισε. ος ανήγαγεν υμάς εκ γης Αιγύπτου εν ισχύϊ μεγάλη και εν βραχίονι υψηλω. καθά εποίησαν οι πατέρες αυτών. 2 υιος είκοσι και πέντε ετών εν τω βασιλεύειν αυτόν και είκοσι και εννέα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 35 και διέθετο Κύριος μετ ‘ αυτών διαθήκην και ενετείλατο αυτοίς λέγων· ου φοβηθήσεσθε θεούς ετέρους και ου προσκυνήσετε αυτοίς και ου λατρεύσετε αυτοίς και ου θυσιάσετε αυτοίς. ου έθηκε το όνομα αυτού Ισραήλ. ας έγραψεν υμίν ποιείν. φυλάσσεσθε πάσας τας ημέρας και ου φοβηθήσεσθε θεούς ετέρους· 38 και την διαθήκην. 41 και ήσαν τα έθνη ταύτα φοβούμενοι τον Κύριον και τοις γλυπτοίς αυτων ήσαν δουλεύοντες. ό αυτοί ποιούσι. αυτω θύσετε· 37 και τα δικαιώματα και τα κρίματα και τον νόμον και τας εντολάς.

και ουκ ήκουσαν και ουκ εποίησαν. ουκ απέστη όπισθεν αυτού και εφύλαξε τας εντολάς αυτού. 18 και εβόησαν προς Εζεκίαν. ην πέποιθας. 21 νυν ιδού πέποιθας σαυτω επί την ράβδον την καλαμίνην την τεθλασμένην ταύτην. αποστράφηθι απ ‘ εμού· ό εάν επιθής επ ‘ εμέ. ή εστιν εν τη οδω του αγρού του γναφέως. και έδωκεν αυτά βασιλεί Ασσυρίων. επ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 654 . α εχρύσωσεν Εζεκίας ο βασιλεύς Ιούδα. 13 Και τω τεσσαρεσκαιδεκάτω έτει του βασιλέως Εζεκίου ανέβη Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων επί τας πόλεις Ιούδα τας οχυράς και συνέλαβεν αυτάς. 14 και απέστειλεν Εζεκίας βασιλεύς Ιούδα αγγέλους προς βασιλέα Ασσυρίων εις Λαχίς λέγων· ημάρτηκα. 16 εν τω καιρω εκείνω συνέκοψεν Εζεκίας τας θύρας ναού και τα εστηριγμένα. βουλή και δύναμις εις πόλεμον. οίς εποίει. 12 ανθ ‘ ων ότι ουκ ήκουσαν της φωνής Κυρίου Θεού αυτών και παρέβησαν την διαθήκην αυτού. βαστάσω. πάντα όσα ενετείλατο Μωυσής ο δούλος Κυρίου. 17 και απέστειλε βασιλεύς Ασσυρίων τον Θαρθάν και τον Ραφίς και τον Ραψάκην εκ Λαχίς προς τον βασιλέα Εζεκίαν εν δυνάμει βαρεία επί Ιερουσαλήμ. όσας ενετείλατο Μωυσή· 7 και ην Κύριος μετ ‘ αυτού. και ήλθον προς αυτόν Ελιακίμ υιος Χελκίου ο οικονόμος και Σωμνάς ο γραμματεύς και Ιωάς ο υιος Σαφάτ ο αναμιμνήσκων. 11 και απώκισε βασιλεύς Ασσυρίων την Σαμάρειαν εις Ασσυρίους και έθηκεν αυτούς εν Αλαέ και εν Αβώρ ποταμω Γωζάν και όρη Μήδων. 20 είπας· πλήν λόγοι χειλέων. και επέθηκεν ο βασιλεύς Ασσυρίων επί Εζεκίαν βασιλέα Ιούδα τριακόσια τάλαντα αργυρίου και τριάκοντα τάλαντα χρυσίου. συνήκε. και εν πάσιν. 9 Και εγένετο εν τω έτει τω τετάρτω βασιλεί Εζεκία (αυτός ενιαυτός ο έβδομος τω Ωσηέ υιω ‘Ηλά βασιλεί Ισραήλ) ανέβη Σαλαμανασάρ βασιλεύς Ασσυρίων επί Σαμάρειαν και επολιόρκει επ ‘ αυτήν· 10 και κατελάβετο αυτήν από τέλους τριών ετών εν έτει έκτω τω Εζεκία (αυτός ενιαυτός ένατος τω Ωσηέ βασιλεί Ισραήλ).Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκολλήθη τω Κυρίω. και έστησαν εν τω υδραγωγω της κολυμβήθρας της άνω. νυν ουν τίνι πεποιθώς ηθέτησας εν εμοί. 8 αυτός επάταξε τους αλλοφύλους έως Γάζης και έως ορίου αυτής από πύργου φυλασσόντων και έως πόλεως οχυράς. 15 και έδωκεν Εζεκίας παν το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου και εν θησαυροίς οίκου του βασιλέως. 19 και είπε προς αυτούς Ραψάκης· είπατε δη προς Εζεκίαν· τάδε λέγει ο βασιλεύς ο μέγας ο βασιλεύς Ασσυρίων· τι η πεποίθησις αύτη. και ηθέτησεν εν τω βασιλεί Ασσυρίων και ουκ εδούλευσεν αυτω. και συνελήφθη Σαμάρεια.

και δώσω σοι δισχιλίους ίππους. γη σίτου και οίνου και άρτου και αμπελώνων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αίγυπτον. ότι ακούομεν ημείς. και εισελεύσεται εις την χείρα αυτού και τρήσει αυτήν· ούτως Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου πάσι τοις πεποιθόσιν επ ‘ αυτόν. ουχί επί τους άνδρας τους καθημένους επί του τείχους του φαγείν την κόπρον αυτών και πιείν το ούρον αυτών μεθ ‘ υμών άμα. ει δυνήση δούναι σεαυτω επιβάτας επ ‘ αυτούς. ότι εξείλαντο Σαμάρειαν εκ χειρός μου. 25 και νυν μη άνευ Κυρίου ανέβημεν επί τον τόπον τούτον του διαφθείραι αυτόν. ότι εντολή του βασιλέως λέγων· ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 655 . 35 τις εν πάσι τοις θεοίς των γαιών. ότι εξελείται Κύριος την Ιερουσαλήμ εκ χειρός μου. Κύριος είπε προς με· ανάβηθι επί την γην ταύτην και διάφθειρον αυτήν. που εστιν ο θεός Σεπφαουραϊμ. ου απέστησεν Εζεκίας τα υψηλά αυτού και τα θυσιαστήρια αυτού και είπε τω Ιούδα και τη Ιερουσαλήμ· ενώπιον του θυσιαστηρίου τούτου προσκυνήσετε εν Ιερουσαλήμ. 31 μη ακούετε Εζεκίου· ότι τάδε λέγει ο βασιλεύς Ασσυρίων· ποιήσατε μετ ‘ εμού ευλογίαν και εξέλθατε προς με. 26 και είπεν Ελιακίμ υιος Χελκίου και Σωμνάς και Ιωάς προς Ραψάκην· λάλησον δη προς τους παίδάς σου Συριστί. και μη ακούετε Εζεκίου. ου μη παραδοθή η πόλις αύτη εν χειρί βασιλέως Ασσυρίων. ότι απατά υμάς λέγων· Κύριος ρήσεται υμάς. 32 έως έλθω και λάβω υμάς εις γην ως γη υμών. 22 και ότι είπας προς με· επί Κύριον Θεόν πεποίθαμεν· ουχί αυτός ούτος. οί εξείλαντο τας γάς αυτών εκ χειρός μου. και ζήσετε και ου μη αποθάνητε. 28 και έστη Ραψάκης και εβόησε φωνή μεγάλη Ιουδαϊστί και ελάλησε και είπεν· ακούσατε τους λόγους του μεγάλου βασιλέως Ασσυρίων· 29 τάδε λέγει ο βασιλεύς· μη επαιρέτω υμάς Εζεκίας λόγοις. 23 και νυν μίχθητε δη τω κυρίω μου βασιλεί Ασσυρίων. 27 και είπε προς αυτούς Ραψάκης· μη επί τον κύριόν σου και προς σε απέστειλέ με ο κύριός μου λαλήσαι τους λόγους τούτους. γη ελαίας ελαίου και μέλιτος. 36 και εκώφευσαν και ουκ απεκρίθησαν αυτω λόγον. 33 μη ρυόμενοι ερρύσαντο οι θεοί των εθνών έκαστος την εαυτού χώραν εκ χειρός βασιλέως Ασσυρίων. Ανά και Αβά. ος αν στηριχθή ανήρ επ ‘ αυτήν. 24 και Πως αποστρέψεις το πρόσωπον τοπάρχου ενός των δούλων του κυρίου μου των ελαχίστων. ότι ου μη δύνηται υμάς εξελέσθαι εκ χειρός μου. 34 που εστιν ο θεός Αιμάθ και Αρφάδ. και ήλπισας σαυτω επ ‘ Αίγυπτον εις άρματα και ιππείς. και ου λαλήσεις μεθ ‘ ημών Ιουδαϊστί. 30 και μη ελπιζέτω υμάς Εζεκίας προς Κύριον λέγων· εξαιρούμενος εξελείται Κύριος. και πίεται ανήρ την άμπελον αυτού και ανήρ την συκήν αυτού φάγεται και πίεται ύδωρ του λάκκου αυτού. και ινατί λαλείς εν τοις ωσί του λαού του επί του τείχους.

και συ ρυσθήση. 12 μη εξαιρούμενοι εξείλαντο αυτούς οι θεοί των εθνών. ότι ήκουσεν ότι απήρεν εκ Λαχίς. 5 και ήλθον οι παίδες του βασιλέως Εζεκίου προς Ησαϊαν. ων ήκουσας. ους διέφθειραν οι πατέρες μου. 8 Και επέστρεψε Ραψάκης. και ισχύς ουκ έστι τη τικτούση· 4 ει πως εισακούσεται Κύριος ο Θεός σου πάντας τους λόγους Ραψάκου. την τε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 656 . και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. και ακούσεται αγγελίαν και αποστραφήσεται εις την γην αυτού. εφ ‘ ω συ πέποιθας επ ‘ αυτω λέγων· ου μη παραδοθή Ιερουσαλήμ εις χείρας βασιλέως Ασσυρίων. οίς ήκουσε Κύριος ο Θεός σου. 11 ιδού συ ήκουσας πάντα όσα εποίησαν βασιλείς Ασσυρίων πάσαις ταις γαίαις του αναθεματίσαι αυτάς. και εύρε τον βασιλέα Ασσυρίων πολεμούντα επί Λοβνά. ων εβλασφήμησαν τα παιδάρια βασιλέως Ασσυρίων· 7 ιδού εγώ δίδωμι εν αυτω πνεύμα. 2 και απέστειλεν Ελιακίμ τον οικονόμον και Σωμνάν τον γραμματέα και τους πρεσβυτέρους των ιερέων περιβεβλημένους σάκκους προς Ησαϊαν τον προφήτην. διερρηχότες τα ιμάτια και ανήγγειλαν αυτω τους λόγους Ραψάκου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκριθήσεσθε αυτω. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς Εζεκίας. ον απέστειλεν αυτόν βασιλεύς Ασσυρίων ο κύριος αυτού ονειδίζειν Θεόν ζώντα και βασφημείν εν λόγοις. και λήψη προσευχήν περί του λείμματος του ευρισκομένου. 3 και είπον προς αυτόν· τάδε λέγει Εζεκίας· ημέρα θλίψεως και ελεγμού και παροργισμού η ημέρα αύτη· ότι ήλθον υιοί έως ωδίνων. και περιεβάλετο σάκκον και εισήλθεν εις οίκον Κυρίου. υιόν Αμώς. 37 και εισήλθεν Ελιακίμ υιος Χελκίου ο οικονόμος και Σωμνάς ο γραμματεύς και Ιωάς υιος Σαφάτ ο αναμιμνήσκων προς Εζεκίαν. και καταβαλώ αυτόν εν ρομφαία εν τη γη αυτού. 6 και είπεν αυτοίς Ησαϊας· τάδε ερείτε προς τον κύριον υμών· τάδε λέγει Κύριος· μη φοβηθής από των λόγων. 9 και ήκουσε περί Θαρακά βασιλέως Αιθιόπων λέγων· ιδού εξήλθε πολεμείν μετά σου. και επέστρεψε και απέστειλεν αγγέλους προς Εζεκίαν λέγων· 10 μη επαιρέτω σε ο Θεός σου.

έπτηξαν και κατησχύνθησαν. ότι συ Κύριος ο Θεός μόνος. σώσον ημάς εκ χειρός αυτού και γνώσονται πάσαι αι βασιλείαι της γης. 17 ότι αληθεία. χλόη δωμάτων και πάτημα απέναντι εστηκότος. ότι ου θεοί εισιν. το ους σου και άκουσον· άνοιξον. και επί τίνα ύψωσας φωνήν. και έκοψα το μέγεθος της κέδρου αυτού. συνήγαγον αυτήν. και εγενήθη εις επάρσεις αποικεσιών μαχίμων. 27 και την καθέδραν σου και την έξοδόν σου έγνων και τον θυμόν σου επ ‘ εμέ. τα εκλεκτά κυπαρίσσων αυτού. 25 έπλασα αυτήν. 22 τίνα ωνείδισας και τίνα εβλασφήμησας. συ ει ο Θεός μόνος εν πάσαις ταις βασιλείαις της γης. τους οφθαλμούς σου και ιδέ και άκουσον τους λόγους Σενναχηρίμ. 16 κλίνον. μηρούς του Λιβάνου. και ήλθον εις μέσον δρυμού και Καρμήλου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γωζάν και την Χαρράν και την Ραφίς και υιούς Εδέμ τους εν Θαεσθέν. ήκουσα. Κύριε. ηρήμωσαν βασιλείς Ασσυρίων τα έθνη 18 και έδωκαν τους θεούς αυτών εις το πυρ. Κύριε ο Θεός ημών. ή ήλθες εν αυτη. εγένοντο χόρτος αγρού ή χλωρά βοτάνη. 23 εν χειρί αγγέλων σου ωνείδισας Κύριον και είπας· εν τω πλήθει των αρμάτων μου εγώ αναβήσομαι εις ύψος ορέων. 29 και τούτόν σοι το σημείον· φάγε τούτον τον ενιαυτόν αυτόματα και τω έτει τω δευτέρω τα ανατέλλοντα· και έτει τω τρίτω σπορά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 657 . επί σοί κεφαλήν αυτής εκίνησε θυγάτηρ Ιερουσαλήμ. Κύριε. αλλ ‘ ή έργα χειρών ανθρώπων. Κύριε. ους απέστειλεν ονειδίζειν Θεόν ζώντα. και απώλεσαν αυτούς. 13 που εστιν ο βασιλεύς Αιμάθ και ο βασιλεύς Αρφάδ. 14 και έλαβεν Εζεκίας τα βιβλία εκ χειρός των αγγέλων και ανέγνω αυτά· και ανέβη εις οίκον Κυρίου και ανέπτυξεν αυτά Εζεκίας εναντίον Κυρίου 15 και είπε· Κύριε ο Θεός Ισραήλ ο καθήμενος επί των Χερουβίμ. 20 Και απέστειλεν Ησαϊας υιος Αμώς προς Εζεκίαν λέγων· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων Θεός Ισραήλ· α προσηύξω προς με περί Σενναχηρίμ βασιλέως Ασσυρίων. και ήρας εις ύψος τους οφθαλμούς σου εις τον άγιον του Ισραήλ. 19 και νυν. πόλεις οχυράς. 24 εγώ έψυξα και έπιον ύδατα αλλότρια και εξηρήμωσα τω ίχνει του ποδός μου πάντας ποταμούς περιοχής. ξύλα και λίθοι. 26 και οι ενοικούντες εν αυταίς ησθένησαν τη χειρί. ον ελάλησε Κύριος επ ‘ αυτόν· εξουδένωσέ σε και εμυκτήρισέ σε παρθένος θυγάτηρ Σιών. και που εστι βασιλεύς της πόλεως Σεπφαρουαϊν Ανά και Αβά. 21 ούτος ο λόγος. συ εποίησας τον ουρανόν και την γην. 28 δια το οργισθήναί σε επ ‘ εμέ και το στρήνός σου ανέβη εν τοις ωσί μου και θήσω τα άγκιστρά μου εν τοις μυκτήρσί σου και χαλινόν εν τοις χείλεσί σου και αποστρέψω σε εν τη οδω.

και φάγεσθε τον καρπόν αυτών. 4 και ην Ησαϊας εν τη αυλή τη μέση. 30 και προσθήσει τον διασεσωσμένον οίκου Ιούδα το υπολειφθέν ρίζαν κάτω και ποιήσει καρπόν άνω. τη ημέρα τη τρίτη αναβήση εις οίκον Κυρίου· 6 και προσθήσω επί τας ημέρας σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 658 . και ρήμα Κυρίου εγένετο προς αυτόν λέγων· 5 επίστρεψον και ερείς προς Εζεκίαν τον ηγούμενον του λαού μου· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Δαυίδ του πατρός σου· ήκουσα της προσευχής σου. μνήσθητι δη όσα περιεπάτησα ενώπιόν σου εν αληθεία και καρδία πλήρει και το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου εποίησα. εν αυτη αποστραφήσεται και εις την πόλιν ταύτην ουκ εισελεύσεται. και ιδού πάντες σώματα νεκρά. 36 και απήρε και επορεύθη και απέστρεψε Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων και ώκησεν εν Νινευή. 31 ότι εξ Ιερουσαλήμ εξελεύσεται κατάλειμμα και ανασωζόμενος εξ όρους Σιών· ο ζήλος Κυρίου των δυνάμεων ποιήσει τούτο. και ου μη εκχέη προς αυτήν πρόσχωμα· 33 τη οδω. ή ήλθεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άμητος και φυτεία αμπελώνων. 32 ουχ ούτως. 34 και υπερασπιώ υπέρ της πόλεως ταύτης δι ‘ εμέ και δια Δαυίδ τον δούλόν μου. 37 και εγένετο αυτού προσκυνούντος εν οίκω Νεσεράχ θεού αυτού και Αδραμέλεχ και Σαρασάρ. είδον τα δάκρυά σου· ιδού εγώ ιάσομαί σε. και αυτοί εσώθησαν εις γην Αραράθ· και εβασίλευσεν Ασορδάν ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΕΝ ταις ημέραις εκείναις ηρρώστησεν Εζεκίας εις θάνατον. 2 και απέστρεψεν Εζεκίας προς τον τοίχον και ηύξατο προς Κύριον λέγων· 3 Κύριε. 35 Και εγένετο έως νυκτός και εξήλθεν άγγελος Κυρίου και επάταξεν εν τη παρεμβολή Ασσυρίων εκατόν ογδοηκονταπέντε χιλιάδας· και ώρθρισαν το πρωϊ. και εισήλθε προς αυτόν Ησαϊας υιος Αμώς ο προφήτης και είπε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· έντειλαι τω οίκω σου. ότι αποθνήσκεις συ και ου ζήση. και έκλαυσεν Εζεκίας κλαυθμω μεγάλω. οι υιοί αυτού επάταξαν αυτόν εν μαχαίρα. τάδε λέγει Κύριος προς βασιλέα Ασσυρίων· ουκ εισελεύσεται εις την πόλιν ταύτην και ου τοξεύσει εκεί βέλος. λέγει Κύριος. και ου προφθάσει αυτήν θυρεός.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 659 . 14 και εισήλθεν Ησαϊας ο προφήτης προς τον βασιλέα Εζεκίαν και είπε προς αυτόν· τι ελάλησαν οι άνδρες ούτοι και πόθεν ήκασι προς σε. ό ουκ έδειξα αυτοίς. και είπε· πάντα. τα αρώματα και το έλαιον το αγαθόν. 20 και τα λοιπά των λόγων Εζεκίου και πάσα η δυναστεία αυτού. 15 και είπε· τι είδον εν τω οίκω σου. και υγιάσει. όσα εν τω οίκω μου είδον. και είπεν Εζεκίας· εκ γης πόρρωθεν ήκασι προς με. ότι ήκουσεν ότι ηρρώστησεν Εζεκίας. αλλά και τα εν τοις θησαυροίς μου. εκ Βαβυλώνος. την κρήνην και τον υδραγωγόν και εισήγαγε το ύδωρ εις την πόλιν. 16 και είπεν Ησαϊας προς Εζεκίαν· άκουσον λόγον Κυρίου· 17 ιδού ημέραι έρχονται και ληφθήσεται πάντα τα εν οίκω σου και όσα εθησαύρισαν οι πατέρες σου έως της ημέρας ταύτης εις Βαβυλώνα· και ουχ υπολειφθήσεται ρήμα. εάν επιστρέψη δέκα βαθμούς. 10 και είπεν Εζεκίας· κούφον την σκιάν κλίναι δέκα βαθμούς· ουχί. ουκ ην εν τω οίκω μου. ον ελάλησε· πορεύσεται η σκιά δέκα βαθμούς. 13 και εχάρη επ ‘ αυτοίς Εζεκίας και έδειξεν αυτοίς όλον τον οίκον του νεχωθά. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. ους γεννήσεις λήψεται. 8 και είπεν Εζεκίας προς Ησαϊαν· τι το σημείον ότι ιάσεταί με Κύριος και αναβήσομαι εις οίκον Κυρίου τη ημέρα τη τρίτη. και όσα εποίησε. και επέστρεψεν η σκιά εν τοις αναβαθμοίς εις τα οπίσω δέκα βαθμούς. 11 και εβόησεν Ησαϊας ο προφήτης προς Κύριον. ό είπε Κύριος· 18 και οι υιοί σου. 21 και εκοιμήθη Εζεκίας μετά των πατέρων αυτού και εβασίλευσε Μανασσής υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 9 και είπεν Ησαϊας· τούτο το σημείον παρά Κυρίου. ότι ποιήσει Κύριος τον λόγον. το αργύριον και το χρυσίον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεντεκαίδεκα έτη και εκ χειρός βασιλέως Ασσυρίων σώσω σε και την πόλιν ταύτην και υπερασπιώ υπέρ της πόλεως ταύτης δι ‘ εμέ και δια Δαυίδ τον δούλόν μου. 12 εν τω καιρω εκείνω απέστειλε Μαρωδάχ Βαλαδάν υιος Βαλαδάν βασιλεύς Βαβυλώνος βιβλία και μαναά προς Εζεκίαν. οί εξελεύσονται εκ σου. και τον οίκον των σκευών και όσα ηυρέθη εν τοις θησαυροίς αυτού· ουκ ην λόγος. αλλ ‘ επιστραφήτω η σκιά εν τοις αναβαθμοίς δέκα βαθμούς εις τα οπίσω. ον ελάλησεν· έστω ειρήνη εν ταις ημέραις μου. και έσονται ευνούχοι εν τω οίκω του βασιλέως Βαβυλώνος. 7 και είπε· λαβέτωσαν παλάθην σύκων και επιθέτωσαν επί το έλκος. ον ουκ έδειξεν αυτοίς Εζεκίας εν τω οίκω αυτού και εν πάση τη εξουσία αυτού. 19 και είπεν Εζεκίας προς Ησαϊαν· αγαθός ο λόγος Κυρίου.

9 και ουκ ήκουσαν. και όνομα τη μητρί αυτού ‘Οψιβά. ή εξελεξάμην εκ πασών φυλών του Ισραήλ. 12 ουχ ούτως. καθώς απαλείφεται ο αλάβαστρος απαλειφόμενος και καταστρέφεται επί πρόσωπον αυτού. 3 και επέστρεψε και ωκοδόμησε τα υψηλά. α κατέσπασεν Εζεκίας ο πατήρ αυτού. και προσεκύνησε πάση τη δυνάμει του ουρανού και εδούλευσεν αυτοίς. και θήσω το όνομά μου εις τον αιώνα 8 και ου προσθήσω του σαλεύσαι τον πόδα Ισραήλ από της γης. ως είπεν· εν Ιερουσαλήμ θήσω το όνομά μου. 7 και έθηκε το γλυπτόν του άλσους εν τω οίκω. καθώς εποίησε Αχαάβ βασιλεύς Ισραήλ. και ανέστησε θυσιαστήριον τη Βάαλ και εποίησε τα άλση. ης έδωκα τοις πατράσιν αυτών. ω είπε Κύριος προς Δαυίδ και προς Σαλωμών τον υιόν αυτού· εν τω οίκω τούτω και εν Ιερουσαλήμ. α ηφάνισε Κύριος εκ προσώπου υιών Ισραήλ. ων εποίησεν ο Αμορραίος ο έμπροσθεν. ωστε παντός ακούοντος ηχήσει αμφότερα τα ώτα αυτού. και έσονται εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 660 . 2 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά τα βδελύγματα των εθνών. 13 και εκτενώ επί Ιερουσαλήμ το μέτρον Σαμαρείας και το στάθμιον οίκου Αχαάβ· και απαλείψω την Ιερουσαλήμ. 4 και ωκοδόμησε θυσιαστήριον εν οίκω Κυρίου. οίτινες φυλάξουσι πάντα όσα ενετειλάμην κατά πάσαν την εντολήν. 5 και ωκοδόμησε θυσιαστήριον πάση τη δυνάμει του ουρανού εν ταις δυσίν αυλαίς οίκου Κυρίου 6 και διήγε τους υιούς αυτού εν πυρί και εκληδονίζετο και οιωνίζετο και εποίησε τεμένη και γνώστας επλήθυνε του ποιείν το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου παροργίσαι αυτόν. τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ φέρω κακά επί Ιερουσαλήμ και Ιούδαν. ην ενετείλατο αυτοίς ο δούλός μου Μωυσής. και επλάνησεν αυτούς Μανασσής του ποιήσαι το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου υπέρ τα έθνη. 10 και ελάλησε Κύριος εν χειρί δούλων αυτού των προφητών λέγων· 11 ανθ ‘ ων όσα εποίησε Μανασσής ο βασιλεύς Ιούδα τα βδελύγματα ταύτα τα πονηρά από πάντων. 14 και απώσομαι το υπόλειμμα της κληρονομίας μου και παραδώσω αυτούς εις χείρας εχθρών αυτών. ων εξήρε Κύριος από προσώπου των υιών Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΥΙΟΣ δώδεκα ετών Μανασσής εν τω βασιλεύειν αυτόν και πεντήκοντα και πέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και εξήμαρτε και γε τον Ιούδαν εν τοις ειδώλοις αυτών.

και ελάτρευσε τοις ειδώλοις. ή επορεύθη ο πατήρ αυτού. καθώς εποίησε Μανασσής ο πατήρ αυτού. ων εξήμαρτε τον Ιούδαν του ποιήσαι το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. όσα εποίησεν. έως ου έπλησε την Ιερουσαλήμ στόμα εις στόμα. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΥΙΟΣ οκτώ ετών Ιωσίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και τριάκοντα και εν έτος εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 16 και γε αίμα αθωον εξέχεε Μανασσής πολύ σφόδρα. 23 και συνεστράφησαν οι παίδες Αμών προς αυτόν και εθανάτωσαν τον βασιλέα εν τω οίκω αυτού. και προσεκύνησεν αυτοίς 22 και εγκατέλιπε τον Κύριον Θεόν των πατέρων αυτού και ουκ επορεύθη εν οδω Κυρίου. ουκ απέστη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 661 . 24 και επάταξεν ο λαός της γης πάντας τους συστραφέντας επί τον βασιλέα Αμών και εβασίλευσεν ο λαός της γης τον Ιωσίαν υιόν αυτού αντ ‘ αυτού. 18 και εκοιμήθη Μανασσής μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν τω κήπω του οίκου αυτού. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί τω βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 19 Υιος είκοσι και δύο ετών Αμών εν τω βασιλεύειν αυτόν και δύο έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. πλήν από των αμαρτιών αυτού. 21 και επορεύθη εν πάση οδω. 25 και τα λοιπά των λόγων Αμών. ην ήμαρτεν. και εβασίλευσεν Ιωσίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διαρπαγήν και εις προνομήν πάσι τοις εχθροίς αυτών. οίς ελάτρευσεν ο πατήρ αυτού. και η αμαρτία αυτού. όσα εποίησε. 20 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. 2 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου και επορεύθη εν πάση οδω Δαυίδ του πατρός αυτού. και όνομα τη μητρί αυτού Ιεδία θυγάτηρ Εδεϊά εκ Βασουρώθ. 15 ανθ ‘ ων όσα εποίησαν το πονηρόν εν οφθαλμοίς μου και ήσαν παροργίζοντές με από της ημέρας. και εβασίλευσεν Αμών υιος αυτού αντ ‘ αυτού. εν κήπω ‘Οζά. ης εξήγαγον τους πατέρας αυτών εξ Αιγύπτου και έως της ημέρας ταύτης. και όνομα τη μητρί αυτού Μεσολλάμ θυγάτηρ Αρούς εξ Ιετέβα. 26 και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω αυτού εν τω κήπω ‘Οζά. 17 και τα λοιπά των λόγων Μανασσή και πάντα.

υπέρ ου ουκ ήκουσαν οι πατέρες ημών των λόγων του βιβλίου τούτου του ποιείν κατά πάντα τα γεγραμμένα καθ ‘ ημών. 7 πλήν ουκ εξελογίζοντο αυτούς το αργύριον το διδόμενον αυτοίς. του κραταιώσαι το βεδέκ του οίκου. ό συνήγαγον οι φυλάσσοντες τον σταθμόν παρά του λαού. και έδωκεν αυτό τοις ποιούσι τα έργα τοις εν οίκω Κυρίου του κατισχύσαι το βεδέκ του οίκου. και ελάλησαν προς αυτήν. 9 και εισήλθεν εν οίκω Κυρίου προς τον βασιλέα και απέστρεψε τω βασιλεί ρήμα και είπεν· εχώνευσαν οι δούλοί σου το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου και έδωκαν αυτό επί χείρα ποιούντων τα έργα καθεσταμένων εν οίκω Κυρίου 10 και είπε Σαπφάν ο γραμματεύς προς τον βασιλέα λέγων· βιβλίον έδωκέ μοι Χελκίας ο ιερεύς και ανέγνω αυτό Σαπφάν ενώπιον του βασιλέως. ους ανέγνω βασιλεύς Ιούδα. 5 και δότωσαν αυτό επί χείρα ποιούντων τα έργα των καθεσταμένων εν οίκω Κυρίου. 15 και είπεν αυτοίς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· είπατε τω ανδρί τω αποστείλαντι υμάς προς με· 16 τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω κακά επί τον τόπον τούτον και επί τους ενοικούντας αυτόν. 3 και εγενήθη εν τω οκτωκαιδεκάτω έτει τω βασιλεί Ιωσία εν τω μηνί τω ογδόω απέστειλεν ο βασιλεύς τον Σαπφάν υιόν Εσελίου υιού Μεσολλάμ. τον γραμματέα οίκου Κυρίου λέγων· 4 ανάβηθι προς Χελκίαν τον ιερέα τον μέγαν και σφράγισον το αργύριον το εισενεχθέν εν οίκω Κυρίου. 8 και είπε Χελκίας ο ιερεύς ο μέγας προς Σαπφάν τον γραμματέα· βιβλίον του νόμου εύρον εν οίκω Κυρίου· και έδωκε Χελκίας το βιβλίον προς Σαπφάν. 11 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς τους λόγους του βιβλίου του νόμου. 6 τοις τέκτοσι και τοις οικοδόμοις και τοις τειχισταίς και του κτήσασθαι ξύλα και λίθους λατομητούς. και εκκαυθήσεται θυμός μου εν τω τόπω τούτω και ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 662 . και ανέγνω αυτό. 14 και επορεύθη Χελκίας ο ιερεύς και Αχικάμ και Αχοβώρ και Σαπφάν και Ασαϊας προς Όλδαν την προφήτιν μητέρα Σελλήμ υιού Θεκουέ υιού Αραάς του ιματιοφύλακος. όπως παροργίσωσί με εν τοις έργοις των χειρών αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δεξιά και αριστερά. 17 ανθ ‘ ων εγκατέλιπόν με και εθυμίων θεοίς ετέροις. ότι εν πίστει αυτοί ποιούσι. 12 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Χελκία τω ιερεί και τω Αχικάμ υιω Σαπφάν και τω Αχοβώρ υιω Μιχαίου και τω Σαπφάν τω γραμματεί και τω Ασαϊα δούλω του βασιλέως λέγων· 13 δεύτε εκζητήσατε τον Κύριον περί εμού και περί παντός του λαού και περί παντός του Ιούδα περί των λόγων του βιβλίου του ευρεθέντος τούτου. πάντας τους λόγους του βιβλίου. και διέρρηξε τα ιμάτια εαυτού. ότι μεγάλη η οργή Κυρίου η εκκεκαυμένη εν ημίν. και αύτη κατώκει εν Ιερουσαλήμ εν τη Μασενά.

και ανέγνω εν ωσίν αυτών πάντας τους λόγους του βιβλίου της διαθήκης του ευρεθέντος εν οίκω Κυρίου. 5 και κατέκαυσε τους χωμαρίμ. και επέστρεψαν τω βασιλεί το ρήμα. και συναχθήση εις τον τάφον σου εν ειρήνη. τα γεγραμμένα επί το βιβλίον τούτο· και έστη πας ο λαός εν τη διαθήκη. ους ήκουσας. 4 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Χελκία τω ιερεί τω μεγάλω και τοις ιερεύσι της δευτερώσεως και τοις φυλάσσουσιν τον σταθμόν του εξαγαγείν εκ του ναού Κυρίου πάντα τα σκεύη τα πεποιημένα τω Βάαλ και τω άλσει και πάση τη δυνάμει του ουρανού και κατέκαυσεν αυτά έξω Ιερουσαλήμ εν σαδημώθ Κέδρων και έβαλε τον χουν αυτών εις Βαιθήλ. 6 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 663 . 18 και προς βασιλέα Ιούδα τον αποστείλαντα υμάς επιζητήσαι τον Κύριον τάδε ερείτε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· οι λόγοι. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ απέστειλεν ο βασιλεύς και συνήγαγε προς εαυτόν πάντας τους πρεσβυτέρους Ιούδα και Ιερουσαλήμ. ους έδωκαν βασιλείς Ιούδα και εθυμίων εν τοις υψηλοίς και εν ταις πόλεσιν Ιούδα και τοις περικύκλω Ιερουσαλήμ. και τους θυμιώντας τω Βάαλ και τω ηλίω και τη σελήνη και τοις μαζουρώθ και πάση τη δυνάμει του ουρανού. ως ήκουσας όσα ελάλησα επί τον τόπον τούτον και επί τους ενοικούντας αυτόν του είναι εις αφανισμόν και εις κατάραν. λέγει Κύριος. και γε εγώ ήκουσα. 20 ουχ ούτως· ιδού προστίθημί σε προς τους πατέρας σου. και διέρρηξας τα ιμάτιά σου και έκλαυσας ενώπιόν μου. 3 και έστη ο βασιλεύς προς τον στύλον και διέθετο διαθήκην ενώπιον Κυρίου του πορεύεσθαι οπίσω Κυρίου και του φυλάσσειν τας εντολάς αυτού και τα μαρτύρια αυτού και τα δικαιώματα αυτού εν πάση καρδία και εν πάση ψυχή του αναστήσαι τους λόγους της διαθήκης ταύτης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σβεσθήσεται. και ουκ οφθήσεται εν τοις οφθαλμοίς σου εν πάσι τοις κακοίς. 2 και ανέβη ο βασιλεύς εις οίκον Κυρίου και πας ανήρ Ιούδα και πάντες οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ μετ ‘ αυτού και οι ιερείς και οι προφήται και πας ο λαός από μικρού και έως μεγάλου. 19 ανθ ‘ ων ότι ηπαλύνθη η καρδία σου και ενετράπης από προσώπου. οίς εγώ ειμι επάγω επί τον τόπον τούτον.

ό ελάλησεν ο άνθρωπος του Θεού εν τω εστάναι Ιεροβοάμ εν τη εορτη επί το θυσιαστήριον. 7 και καθείλε τον οίκον των καδησίμ των εν τω οίκω Κυρίου. 15 και γε το θυσιαστήριον το εν Βαιθήλ το υψηλόν. ου αι γυναίκες ύφαινον εκεί Χεττιϊμ τω άλσει. 12 και τα θυσιαστήρια τα επί του δώματος του υπερώου Άχαζ. 9 πλήν ουκ ανέβησαν οι ιερείς των υψηλών προς το θυσιαστήριον Κυρίου εν Ιερουσαλήμ. 8 και ανήγαγε πάντας τους ιερείς εκ πόλεων Ιούδα και εμίανε τα υψηλά. εμίανεν ο βασιλεύς. 10 και εμίανε τον Ταφέθ τον εν φάραγγι υιού Εννόμ του διαγαγείν άνδρα τον υιόν αυτού και άνδρα την θυγατέρα αυτού τω Μολόχ εν πυρί. ότι ει μη έφαγον άζυμα εν μέσω των αδελφών αυτών. και το άρμα του ηλίου κατέκαυσε πυρί. ό εποίησεν Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ. 18 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 664 . ους επεκαλέσατο επί το θυσιαστήριον Βαιθήλ. ους έδωκαν βασιλείς Ιούδα τω ηλίω εν τη εισόδω οίκου Κυρίου εις το γαζοφυλάκιον Νάθαν βασιλέως του ευνούχου εν φαρουρίμ. α εποίησε Μανασσής εν ταις δυσίν αυλαίς οίκου Κυρίου. ον ωκοδόμησε Σαλωμών βασιλεύς Ισραήλ τη Αστάρτη προσοχθίσματι Σιδωνίων και τω Χαμώς προσοχθίσματι Μωάβ και τω Μολχόλ βδελύγματι υιών Αμών. και καθείλε τον οίκον των πυλών τον παρά την θύραν της πύλης Ιησού άρχοντος της πόλεως. α εποίησαν βασιλείς Ιούδα. ου εθυμίασαν εκεί οι ιερείς από Γαβαά και έως Βηρσαβεέ. των εξ αριστερών ανδρός εν τη πύλη της πόλεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εξήνεγκε το άλσος εξ οίκου Κυρίου έξωθεν Ιερουσαλήμ εις τον χειμάρρουν Κέδρων και κατέκαυσεν αυτόν εν τω χειμάρρω Κέδρων και ελέπτυνεν εις χουν και έρριψεν τον χουν αυτού εις τον τάφον των υιών του λαού. και τα θυσιαστήρια. 14 και συνέτριψε τας στήλας και εξωλόθρευσε τα άλση και έπλησε τους τόπους αυτών οστέων ανθρώπων. ό εγώ ορώ. 16 και εξένευσεν Ιωσίας και είδε τους τάφους τους εκεί εν τη πόλει και απέστειλε και έλαβε τα οστά εκ των τάφων και κατέκαυσεν επί το θυσιαστήριον και εμίανεν αυτό κατά το ρήμα Κυρίου. καθείλεν ο βασιλεύς και κατέσπασεν εκείθεν και έρριψε τον χουν αυτών εις τον χειμάρρουν Κέδρων. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. και γε το θυσιαστήριον εκείνο το υψηλόν κατέσπασε και συνέτριψε τους λίθους αυτού και ελέπτυνεν εις χουν και κατέκαυσε το άλσος. και είπον αυτω οι άνδρες της πόλεως· ο άνθρωπος του Θεού ο εξεληλυθώς εξ Ιούδα και επικαλεσάμενος τους λόγους τούτους. 13 και τον οίκον τον επί πρόσωπον Ιερουσαλήμ τον εκ δεξιών του όρους του Μοσοάθ. 11 και κατέκαυσε τους ίππους. και επιστρέψας ήρε τους οφθαλμούς αυτού επί τον τάφον του ανθρώπου του Θεού του λαλήσαντος τους λόγους τούτους 17 και είπε· τι το σκόπελον εκείνο.

και έλαβεν ο λαός της γης τον Ιωάχαζ υιόν Ιωσίου και έχρισαν αυτόν και εβασίλευσαν αυτόν αντί του πατρός αυτού. ου εύρε Χελκίας ο ιερεύς εν οίκω Κυρίου. και μετ ‘ αυτόν ουκ ανέστη όμοιος αυτω. όσα εποίησεν. και εθανάτωσεν αυτόν Νεχαώ εν Μαγεδδώ εν τω ιδείν αυτόν. 23 ότι αλλ ‘ ή τω οκτωκαιδεκάτω έτει του βασιλέως Ιωσίου εγενήθη το πάσχα τω Κυρίω εν Ιερουσαλήμ. και πάσας τας ημέρας βασιλέων Ισραήλ και βασιλέων Ιούδα. 32 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 665 . 30 και επεβίβασαν αυτόν οι παίδες αυτού νεκρόν εκ Μαγεδδώ και ήγαγον αυτόν εις Ιερουσαλήμ και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω αυτού. ος επέστρεψε προς Κύριον εν όλη καρδία αυτού και εν όλη ψυχή αυτού και εν όλη ισχύϊ αυτού κατά πάντα τον νόμον Μωυσή. και επεστράφη εις Ιερουσαλήμ. και τον οίκον ου είπον· έσται το όνομά μου εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είπεν· άφετε αυτόν. και απώσομαι την πόλιν ταύτην. 25 όμοιος αυτω ουκ εγενήθη έμπροσθεν αυτού βασιλεύς. 21 Και ενετείλατο ο βασιλεύς παντί τω λαω λέγων· ποιήσατε πάσχα τω Κυρίω Θεω ημών. καθώς γέγραπται επί βιβλίου της διαθήκης ταύτης· 22 ότι ουκ εγενήθη το πάσχα τούτο αφ ‘ ημερών των κριτών. 31 Υιος είκοσι και τριών ετών ην Ιωάχαζ εν τω βασιλεύειν αυτόν και τρίμηνον εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. ου εθυμώθη οργή αυτού εν τω Ιούδα επί τους παροργισμούς. ίνα στήση τους λόγους του νόμου τους γεγραμμένους επί του βιβλίου. ους εποίησαν βασιλείς Ισραήλ παροργίζειν Κύριον. 28 και τα λοιπά των λόγων Ιωσίου και πάντα. και όνομα τη μητρί αυτού Αμιτάλ θυγάτηρ Ιερεμίου εκ Λοβνά. 20 και εθυσίασε πάντας τους ιερείς των υψηλών τους όντας εκεί επί των θυσιαστηρίων και κατέκαυσε τα οστά των ανθρώπων επ ‘ αυτά. 27 και είπε Κύριος· και γε τον Ιούδαν αποστήσω από του προσώπου μου. 29 εν δε ταις ημέραις αυτού ανέβη φαραώ Νεχαώ βασιλεύς Αιγύπτου επί βασιλέα Ασσυρίων επί ποταμόν Ευφράτην· και επορεύθη Ιωσίας εις απαντήν αυτού. οί έκρινον τον Ισραήλ. 26 πλήν ουκ απεστράφη Κύριος από θυμού της οργής αυτού της μεγάλης. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. καθώς απέστησα τον Ισραήλ. ους παρώργισεν αυτόν Μανασσής. ην εξελεξάμην την Ιερουσαλήμ. 19 και γε πάντας τους οίκους των υψηλών τους εν ταις πόλεσι Σαμαρείας. α εποίησεν εν Βαιθήλ. απέστησεν Ιωσίας και εποίησεν εν αυτοίς πάντα τα έργα. 24 και γε τους θελητάς και τους γνωριστάς και τα Θεραφίν και τα είδωλα και πάντα τα προσοχθίσματα τα γεγονότα εν τη γη Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ εξήρεν Ιωσίας. ανήρ μη κινησάτωσαν τα οστά αυτού· και ερρύσθησαν τα οστά αυτού μετά των οστών του προφήτου του ήκοντος εκ Σαμαρείας.

5 και τα λοιπά των λόγων Ιωακίμ και πάντα. 35 και το αργύριον και το χρυσίον έδωκεν Ιωακίμ τω φαραώ· πλήν ετιμογράφησε την γην του δούναι το αργύριον επί στόματος φαραώ. ανήρ κατά την συντίμησιν αυτού έδωκαν το αργύριον και το χρυσίον μετά του λαού της γης του δούναι τω φαραώ Νεχαώ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΕΝ ταις ημέραις αυτού ανέβη Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και εγενήθη αυτω Ιωακίμ δούλος τρία έτη. όσα εποίησαν οι πατέρες αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. 3 πλήν επί τον θυμόν Κυρίου ην εν τω Ιούδα αποστήσαι αυτόν από του προσώπου αυτού εν αμαρτίαις Μανασσή κατά πάντα. 33 και μετέστησεν αυτόν φαραώ Νεχαώ εν Δεβλαθά εν γη Αιμάθ του μη βασιλεύειν εν Ιερουσαλήμ και έδωκε ζημίαν επί την γην εκατόν τάλαντα αργυρίου και εκατόν τάλαντα χρυσίου. και όνομα τη μητρί αυτού Ιελδάφ θυγάτηρ Φαδαήλ εκ Ρουμά. 34 και εβασίλευσε φαραώ Νεχαώ επ ‘ αυτούς τον Ελιακίμ υιόν Ιωσίου βασιλέως Ιούδα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού και επέστρεψε το όνομα αυτού Ιωακίμ· και τον Ιωάχαζ έλαβε και εισήνεγκεν εις Αίγυπτον. 37 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. και απέθανεν εκεί. και επέστρεψε και ηθέτησεν εν αυτω. ον ελάλησεν εν χειρί των δούλων αυτού των προφητών. όσα εποίησεν. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 36 υιος είκοσι και πέντε ετών Ιωακίμ εν τω βασιλεύειν αυτόν και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 7 και ου προσέθετο έτι βασιλεύς Αιγύπτου εξελθείν εκ της γης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 666 . και εβασίλευσεν Ιωαχίμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 2 και απέστειλε Κύριος αυτω τους μονοζώνους των Χαλδαίων και τους μονοζώνους Συρίας και τους μονοζώνους Μωάβ και τους μονοζώνους υιών Αμών και εξαπέστειλεν αυτούς εν τη γη Ιούδα του κατισχύσαι κατά τον λόγον Κυρίου. όσα εποίησε. όσα εποίησαν οι πατέρες αυτού. 4 και γε το αίμα αθωον εξέχεε και έπλησε την Ιερουσαλήμ αίματος αθώου· και ουκ ηθέλησε Κύριος ιλασθήναι. 6 και εκοιμήθη Ιωακίμ μετά των πατέρων αυτού.

και ήγαγεν αυτούς βασιλεύς Βαβυλώνος μετοικεσίαν εις Βαβυλώνα. και οι παίδες αυτού επολιόρκουν επ ‘ αυτήν. 17 και εβασίλευσε βασιλεύς Βαβυλώνος τον Ματθανίαν υιόν αυτού αντ ‘ αυτού και επέθηκε το όνομα αυτού Σεδεκία. έως απέρριψεν αυτούς από προσώπου αυτού. 14 και απώκισε την Ιερουσαλήμ και πάντας τους άρχοντας και τους δυνατούς ισχύϊ αιχμαλωσίας δέκα χιλιάδας αιχμαλωτίσας και παν τέκτονα και τον συγκλείοντα. και όνομα τη μητρί αυτού Αμιτάλ θυγάτηρ Ιερεμίου. 8 Υιος οκτωκαίδεκα ετών Ιωαχίμ εν τω βασιλεύειν αυτόν και τρίμηνον εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και ηθέτησε Σεδεκίας εν τω βασιλεί Βαβυλώνος. όσα ην του βασιλέως Αιγύπτου. 18 Υιος είκοσι και ενός ενιαυτών Σεδεκίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 11 και εισήλθε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εις πόλιν. και όνομα τη μητρί αυτού Νέσθα. 10 εν τω καιρω εκείνω ανέβη Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ και ήλθεν η πόλις εν περιοχή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. 9 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. και έλαβεν αυτόν βασιλεύς Βαβυλώνος εν τω ογδόω έτει της βασιλείας αυτού. α εποίησε Σαλωμών ο βασιλεύς Ισραήλ εν τω ναω Κυρίου κατά το ρήμα Κυρίου. θυγάτηρ Ελλαναθάν εξ Ιερουσαλήμ. 12 και εξήλθεν Ιωαχίμ βασιλεύς Ιούδα επί βασιλέα Βαβυλώνος. 19 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου κατά πάντα. αυτός και οι παίδες αυτού και η μήτηρ αυτού και οι άρχοντες αυτού και οι ευνούχοι αυτού. και ουχ υπελείφθη πλήν οι πτωχοί της γης. πάντες δυνατοί ποιούντες πόλεμον. 13 και εξήνεγκεν εκείθεν πάντας τους θησαυρούς οίκου Κυρίου και τους θησαυρούς οίκου του βασιλέως και συνέκοψε πάντα τα σκεύη τα χρυσά. 15 και απώκισε τον Ιωαχίμ εις Βαβυλώνα και την μητέρα του βασιλέως και τους ευνούχους αυτού· και τους ισχυρούς της γης απήγαγεν εις αποικεσίαν εξ Ιερουσαλήμ εις Βαβυλώνα 16 και πάντας τους άνδρας της δυνάμεως επτακισχιλίους και τον τέκτονα και τον συγκλείοντα χιλίους. όσα εποίησεν ο πατήρ αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 667 . όσα εποίησεν Ιωακίμ· 20 ότι επί τον θυμόν Κυρίου ην επί Ιερουσαλήμ και εν τω Ιούδα. ότι έλαβε βασιλεύς Βαβυλώνος από του χειμάρρου Αιγύπτου έως του ποταμού Ευφράτου πάντα.

και το λοιπόν του στηρίγματος μετηρε Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος. και οι Χαλδαίοι επί την πόλιν κύκλω. και ελάλησε μετ ‘ αυτού κρίσιν· 7 και τους υιούς Σεδεκίου έσφαξε κατ ‘ οφθαλμούς αυτού. 9 και ενέπρησε τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως και πάντας τους οίκους Ιερουσαλήμ. και επορεύθη οδόν την Άραβα. 4 και ερράγη η πόλις. 14 και τους λέβητας και τα ιαμίν και τας φιάλας και τας θυϊσκας και πάντα τα σκεύη τα χαλκά. 8 Και εν τω μηνί τω πέμπτω εβδόμη του μηνός (αυτός ενιαυτός εννεακαιδέκατος τω Ναβουχοδονόσορ βασιλεί Βαβυλώνος) ήλθε Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος εστώς ενώπιον βασιλέως Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ. και τους οφθαλμούς Σεδεκίου εξετύφλωσε και έδησεν αυτόν εν πέδαις και ήγαγεν εις Βαβυλώνα. 2 και ήλθεν η πόλις εν περιοχή έως του ενδεκάτου έτους του βασιλέως Σεδεκίου ενάτη του μηνός 3 και ενίσχυσεν ο λιμός εν τη πόλει. και ήραν τον χαλκόν αυτών εις Βαβυλώνα. 10 και το τείχος Ιερουσαλήμ κυκλόθεν κατέσπασεν η δύναμις των Χαλδαίων. 16 στύλους δύο και την θάλασσαν μίαν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 668 . αύτη ή εστι του κήπου του βασιλέως. και παν οίκον ενέπρησεν ο αρχιμάγειρος. 12 και από των πτωχών της γης υπέλιπεν ο αρχιμάγειρος εις αμπελουργούς και εις γαβίν. και πάντες οι άνδρες του πολέμου εξήλθον νυκτός οδόν πύλης της ανά μέσον των τειχών. έλαβε· 15 και τα πυρεία και τας φιάλας τας χρυσάς και τας αργυράς έλαβεν ο αρχιμάγειρος. εν οίς λειτουργούσιν εν αυτοίς. 5 και εδίωξεν η δύναμις των Χαλδαίων οπίσω του βασιλέως και κατέλαβον αυτόν εν Αραβώθ Ιεριχώ. 13 και τους στύλους τους χαλκούς τους εν οίκω Κυρίου και τας μεχωνώθ και την θάλασσαν την χαλκήν την εν οίκω Κυρίου συνέτριψαν οι Χαλδαίοι. και πάσα η δύναμις αυτού διεσπάρη επάνωθεν αυτού. 6 και συνέλαβον τον βασιλέα και ήγαγον αυτόν προς βασιλέα Βαβυλώνος εις Δεβλαθά. οί ενέπεσον προς τον βασιλέα Βαβυλώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν τω έτει τω ενάτω της βασιλείας αυτού εν τω μηνί τω δεκάτω ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος και πάσα η δύναμις αυτού επί Ιερουσαλήμ και παρενέβαλεν επ ‘ αυτήν και ωκοδόμησεν επ ‘ αυτήν περίτειχος κύκλω. 11 και το περισσόν του λαού το καταλειφθέν εν τη πόλει και τους εμπεπτωκότας. και ουκ ήσαν άρτοι τω λαω της γης.

αυτοί και οι άνδρες αυτών. και το ύψος του χωθάρ τριών πήχεων. 27 Και εγενήθη εν τω τριακοστω και εβδόμω έτει της αποικίας του Ιωαχίμ βασιλέως Ιούδα. και το χωθάρ επ ‘ αυτού το χαλκούν. 20 και έλαβεν αυτούς Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος. 17 οκτωκαίδεκα πήχεων ύψος του στύλου του ενός. εν τω δωδεκάτω μηνί εβδόμη και εικάδι του μηνός ύψωσεν Ευιαλμαρωδάχ βασιλεύς Βαβυλώνος εν τω ενιαυτω της βασιλείας αυτού την κεφαλήν Ιωαχίμ του βασιλέως Ιούδα και εξήγαγεν αυτόν εξ οίκου φυλακής αυτού. 24 και ώμοσε Γοδολίας αυτοίς και τοις ανδράσιν αυτών και είπεν αυτοίς· μη φοβείσθε πάροδον των Χαλδαίων· καθίσατε εν τη γη και δουλεύσατε τω βασιλεί Βαβυλώνος. 18 και έλαβεν ο αρχιμάγειρος τον Σαραίαν ιερέα τον πρώτον και τον Σοφονίαν υιόν της δευτερώσεως και τους τρεις τους φυλάσσοντας τον σταθμόν 19 και εκ της πόλεως έλαβον ευνούχον ένα. ότι εφοβήθησαν από προσώπου των Χαλδαίων. ους κατέλιπε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος. 22 Και ο λαός ο καταλειφθείς εν τη γη Ιούδα. ος ην επιστάτης των ανδρών των πολεμιστών. τα πάντα χαλκά· και κατά τα αυτά τω στύλω τω δευτέρω επί τώ σαβαχά. οί ήσαν μετ ‘ αυτού εν Μασσηφάθ. 21 και έπαισεν αυτούς ο βασιλεύς Βαβυλώνος και εθανάτωσεν αυτούς εις Δεβλαθά εν γη Αιμάθ. αυτοί και οι άνδρες αυτών. και ήλθον προς Γοδολίαν εις Μασσηφάθ. και απωκίσθη Ιούδας επάνωθεν της γης αυτού. σαβαχά και ροαί επί τω χωθάρ κύκλω. και ήγαγεν αυτούς προς τον βασιλέα Βαβυλώνος εις Δεβλαθά. 25 και εγενήθη εν τω εβδόμω μηνί ήλθεν Ισμαήλ υιος Ναθανίου υιού Ελισαμά εκ του σπέρματος των βασιλέων και δέκα άνδρες μετ ‘ αυτού· και επάταξε τον Γοδολίαν. και πέντε άνδρας των ορώντων το πρόσωπον του βασιλέως τους ευρεθέντας εν τη πόλει και τον γραμματέα του άρχοντος της δυνάμεως τον εκτάσσοντα τον λαόν της γης και εξήκοντα άνδρας του λαού της γης τους ευρεθέντας εν τη πόλει. και κατέστησεν επ ‘ αυτών τον Γοδολίαν υιόν Αχικάμ υιού Σαφάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τας μεχωνώθ. και απέθανε. 23 και ήκουσαν πάντες οι άρχοντες της δυνάμεως. 28 και ελάλησε μετ ‘ αυτού αγαθά και έδωκε τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 669 . και τους Ιουδαίους και τους Χαλδαίους. ότι κατέστησε βασιλεύς Βαβυλώνος τον Γοδολίαν. και καλώς έσται υμίν. ας εποίησε Σαλωμών τω οίκω Κυρίου· ουκ ην σταθμός του χαλκού πάντων των σκευών. και Ισμαήλ υιος Ναθανίου και Ιωανάν υιος Καρήθ και Σαραίας υιος Θαναμάθ ο Νετωφαθίτης και Ιεζονίας υιος του Μαχαθί. 26 και ανέστη πας ο λαός από μικρού έως μεγάλου και οι άρχοντες των δυνάμεων και εισήλθον εις Αίγυπτον.

29 και ηλλοίωσε τα ιμάτια της φυλακής αυτού και ήσθιεν άρτον διαπαντός ενώπιον αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού· 30 και η εστιατορία αυτού εστιατορία διαπαντός εδόθη αυτω εξ οίκου του βασιλέως λόγον ημέρας εν τη ημέρα αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. Λάμεχ. ------------------------------------------------------- Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΔΑΜ. Ιάφεθ. Μαδαϊμ. Ελισά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θρόνον αυτού επάνωθεν των θρόνων των βασιλέων των μετ ‘ αυτού εν Βαβυλώνι. 8 και οι υιοί Χαμ· Χους και Μεσραϊμ.] 17 υιοί Σημ· Αιλάμ και Ασσούδ και Αρφαξάδ. 10 και Χους εγέννησε τον Νεβρώδ· ούτος ήρξατο είναι γίγας κυνηγός επί της γης. Χαμ. Ιωϋάν. Μοσόχ και Θίρας. 7 και οι υιοί Ιωϋάν· Ελισά και Θαρσίς. και Σαλά εγέννησε τον Εβέρ. 20 και Ιεκτάν εγέννησε τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 670 . και υιοί Ρεγμά· Σαβά και Δαδάν. Φουδ. Μαγώγ. Ενώς. Θοβέλ. και Σεβεθαχά. Ιάρεδ. 9 και υιοί Χους· Σαβά και Ευιλά και Σαβαθά και Ρεγμά. 6 και οι υιοί Γαμέρ· Ασχανάζ και Ριφάθ και Θοργαμά. όθεν εξήλθεν εκείθεν Φυλιστιείμ. 5 υιοί Ιάφεθ· Γαμέρ. 2 Καϊνάν. Κίτιοι και Ρόδιοι. [18 Και Αρφαξάδ εγέννησε τον Καϊνάν. 4 Νώε. υιοί Νώε· Σημ. και Χαναάν. Σηθ. 3 Ενώχ. και Καϊνάν εγέννησε τον Σαλά. Μαθουσάλα. ότι εν ταις ημέραις αυτού διεμερίσθη η γη. και όνομα τω αδελφω αυτού Ιεκτάν. Μαλελεήλ. [11 Και Μεσραϊμ εγέννησε τους Λωδιείμ και τους Αναμιείμ και τους Λαβείν και τους Νεφθαλίμ 12 και τους Πατροσωνιείμ και τους Χασλωνιείμ. 19 και τω Εβέρ εγεννήθησαν δύο υιοί· όνομα τω ενί Φαλέκ. και τους Χαφοριείμ 13 και Χαναάν εγέννησε τον Σιδώνα πρωτότοκον και τον Χετταίον 14 και τον Ιεβουσαίον και τον Αμορραίον και τον Γεργεσαίον 15 και τον Ευαίον και τον Αρουκαίον και τον Ασενναίον 16 και τον Αράδιον και τον Σαμαραίον και τον Αμαθί.

Μαδιάμ. Ανά. και όνομα τη πόλει αυτού Φογώρ. ούτοί εισιν υιοί Ισμαήλ. Ζαρέ.] 24 Σαλά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελμωδάδ και τον Σαλέφ και τον Αραμώθ 21 και τον Κεδουράν και τον Αιγήν και τον Δεκλάμ 22 και τον Γεμιάν και τον Αβιμέκλ και τον Σαβάν 23 και τον Ουφείρ και τον Ευί και τον ‘Ωράμ· πάντες ούτοι υιοί Ιεκτάν. 53 ηγεμών Κενέζ. 24 υιοί Σημ· Αιλάμ και Ασούρ και Αρφαξάδ. υιοί δε Σεβεγών· Αϊά και Ανά. 40 υιοί Σωβάλ· Γωλάμ. Ωσάρ και Λισάν. 50 και απέθανε Βαλαεννώρ. 41 υιοί Ανά· Δαισών. 36 υιοί Ελιφάζ· Θαιμάν και ‘Ωμάρ. Νεχώρ. Μασσή. και εβασίλευσεν αντ' αυτού Σαούλ εκ Ροωβώθ της παρά ποταμόν. ηγεμών Ζαφωϊν. Ναφές και Κεδμά. Σοβάκ. 33 και υιοί Μαδιάμ· Γαιφάρ και ‘Οφέρ και Ενώχ και Αβιδά και Ελλαδά. και υιοί Ισαάκ· Ιακώβ και Ησαύ. 37 και υιοί Ραγουήλ· Ναχές. Ιεξάν. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ιωβάβ υιος Ζαρά εκ Βοσόρρας. Θαιμάν. 46 και απέθανεν Ασόμ. ηγεμών Φινών. Μαδάμ. 35 υιοί Ησαύ· Ελιφάζ και Ραγουήλ και Ιεούλ και Ιεγλόμ και Κορέ. αδελφή δε Λωτάν Θαμνά. 30 Μασμά. 38 υιοί Σηϊρ· Λωτάν. 31 Ιεττούρ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Βαλαεννώρ υιος Αχοβώρ. ηγεμών Μαβσάρ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Αδάδ υιος Βαράδ ο πατάξας Μαδιάμ εν τω πεδίω Μωάβ. Σεβεγών. 51 ηγεμόνες Εδώμ· ηγεμών Θαμνά. υιοί Δαισάν· Ως και Αράν. 52 ηγεμών Ελιβαμάς. 42 και υιοί Ωσάρ· Βαλαάμ και Ζουκάμ και Ιωκάν. ηγεμών ‘Ηλάς. Σωφάρ και Γοωθάμ και Κενέζ και της Θαμνά Αμαλήκ. 29 αύται δε αι γενέσεις πρωτοτόκου Ισμαήλ· Ναβαιώθ και Κηδάρ. Χονδάν. Σωβάλ. ηγεμών Γωλαδά. 47 και απέθανεν Αδάδ. 44 και απέθανε Βαλάκ. 26 Σερούχ. Φαλέγ. Σωέ. ηγεμών Μαγεδιήλ. ούτοι ηγεμόνες Εδώμ. Θάρα. 28 υιοί δε Αβραάμ· Ισαάκ και Ισμαήλ. Σομέ και Μοζέ. Μαναχάθ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 671 . 45 και απέθανεν Ιωβάβ. υιοί δε Δαισών· Εμερών και Εσεβάν και Ιεθράν και Χαρράν. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Σεβλά εκ Μασεκκάς. Γαιβήλ. 27 Αβραάμ. 39 και υιοί Λωτάν· Χορρί και Αιμάν. Σώβ και ‘Ωνάν. και όνομα τη πόλει αυτού Δενναβά. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ασόμ εκ γης Θαιμανών. Μαβσάμ. και όνομα τη πόλει αυτού Γεθθαίμ. πάντες ούτοι υιοί Χεττούρας. και υιοί Ιεξάν· Δαιδάν και Σαβά. Ραγαύ. Ιδουμά. 48 και απέθανε Σεβλά. 49 και απέθανε Σαούλ. 25 Έβερ. Δησών. Ναβδεήλ. 34 και εγέννησεν Αβραάμ τον Ισαάκ. ηγεμών Ιεθέρ. ηγεμών Θαιμάν. 43 και ούτοι οι βασιλείς αυτών· Βαλάκ υιος Βεώρ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Αδάδ υιος Βαράδ. 32 και υιοί Χεττούρας παλλακής Αβραάμ· και έτεκεν αυτω τον Ζεμβράμ.

17 και Αβιγαία εγέννησε τον Αμεσσά· και πατήρ Αμεσσά Ιοθόρ ο Ισμαηλίτης. 24 και μετά το αποθανείν Εσρών ήλθε Χαλέβ εις Εφραθά. 22 και Σερούχ εγέννησε τον Ιαϊρ. Βενιαμίν. και Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ. και ην Ήρ ο πρωτότοκος Ιούδα πονηρός εναντίον Κυρίου. και αυτός εξηκονταπέντε ετών ην. Ιούδα. πάντες υιοί Ιούδα πέντε. Ιωσήφ. Ισσάχαρ. 21 και μετά ταύτα εισήλθεν Εσρών προς την θυγατέρα Μαχίρ πατρός Γαλαάδ. 15 Ασόμ ο έκτος. Ζαδδαϊ ο πέμπτος. 2 Δάν. και Ουρί εγέννησε τον Βεσελεήλ. και έτεκεν αυτω τον Ωρ· 20 και Ωρ εγέννησε τον Ουρί. Δαυίδ ο έβδομος. Σαμαά ο τρίτος. Λευί. και απέκτεινεν αυτόν. ος ηθέτησεν εις το ανάθεμα. 14 Ναθαναήλ ο τέταρτος. 4 και Θάμαρ η νύμφη αυτού έτεκεν αυτω τον Φαρές και τον Ζαρά. ο πρωτότοκος Ράμ. Συμεών. και ήσαν αυτω είκοσι και τρεις πόλεις εν τη Γαλαάδ. και ούτοι υιοί αυτής· Ιασάρ και Σουβάβ και ‘Ορνά. 6 και υιοί Ζαρά· Ζαμβρί και Αιθάν και Αιμάν και Καλχάλ και Δαράδ. 25 και ήσαν οι υιοί Ιεραμεήλ πρωτοτόκου Εσρών. και Βαανά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 672 . Αζαρίας. 3 υιοί Ιούδα· Ήρ. 19 και απέθανε Γαζουβά. 12 και Βοόζ εγέννησε τον ‘Ωβήδ. 7 και υιοί Χαρμί· Άχαρ ο εμποδοστάτης Ισραήλ. Σηλώμ. 5 υιοί Φαρές· Εσρώμ και Ιεμουήλ. 18 και Χαλέβ υιος Εσρώμ έλαβε την Γαζουβά γυναίκα και την Ιεριώθ. και έλαβεν εαυτω Χαλέβ την Εφράθ. Αυνάν. 8 και υιοί Αιθάν. και η γυνή Εσρών Αβιά. Νεφθαλί. τρεις. Γάδ. τρεις εγεννήθησαν αυτω εκ της θυγατρός Σαύας της Χανανίτιδος. 23 και έλαβε Γεδσούρ και Αράμ τας κώμας Ιαϊρ εξ αυτών. και ‘Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί. 9 και υιοί Εσρώμ. οί ετέχθησαν αυτω· ο Ιεραμεήλ και ο Αράμ και ο Χαλέβ. και έτεκεν αυτω τον Ασχώδ πατέρα Θεκωέ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΤΑΥΤΑ τα ονόματα των υιών Ισραήλ· Ρουβήν. 16 και η αδελφή αυτών Σαρουία και Αβιγαία· και υιοί Σαρουία· Αβισά και Ιωάβ και Ασαήλ. εξήκοντα πόλεις· πάσαι αύται υιών Μαχίρ πατρός Γαλαάδ. την Κανάθ και τας κώμας αυτής. και ούτος έλαβεν αυτήν. 10 και Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ και Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασσών άρχοντα οίκου Ιούδα. Ασήρ. 11 και Ναασσών εγέννησε τον Σαλμών. Ζαβουλών. 13 και Ιεσσαί εγέννησε τον πρωτότοκον αυτού τον Ελιάβ· Αμιναδάβ ο δεύτερος. και έτεκεν αυτω τον Σερούχ. πάντες πέντε.

Ιεθέρ. 48 και η παλλακή Χαλέβ Μωχά εγέννησε τον Σαβέρ και τον Θαράμ. 49 και εγέννησε Σαγαέ πατέρα Μαρμηνά και τον Σαού πατέρα Μαχαμηνά και πατέρα Γαιβαά· και θυγάτηρ Χαλέβ Ασχά. Αιθαλίμ και Μιφιθίμ και Ησαμαθίμ και Ημασαραϊμ· εκ τούτων εξήλθοσαν οι Σαραθαίοι και υιοί Εσθαάμ. 30 και υιοί Ναδάβ· Σαλάδ και Απφαίν. υιοί Ωρ πρωτοτόκου Εφραθά· Σωβάλ πατήρ Καριαθιαρίμ. 51 Σαλωμών πατήρ Βαιθλαέμ και Αρίμ πατήρ Βαιθγεδώρ. Αταρώθ οίκου Ιωάβ και ήμισυ της Μαλαθί. και Σοσομαϊ εγέννησε τον Σαλούμ. 46 και Γαιφά η παλλακή Χαλέβ εγέννησε τον Αρράν και τον Μωσά και τον Γεζουέ. 28 και ήσαν υιοί ‘Οζόμ· Σαμαϊ και Ιαδαέ. και Ναθάν εγέννησε τον Ζαβέδ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 673 . Ιωνάθαν· και απέθανεν Ιεθέρ ουκ έχων τέκνα. 36 και Εθθί εγέννησε τον Ναθάν. και Ιεκλάν εγέννησε τον Σαμαϊ· 45 και υιος αυτού Μαών. 43 και υιοί Χεβρών· Κορέ και Θαπφούς και Ρεκόμ και Σαμαά. και υιοί Σωσάν· Ααδαί. και υιοί Ισεμιήλ· Σωσάν. 39 και Αζαρίας εγέννησε τον Χελλής. 44 και Σαμαά εγέννησε τον Ραέμ πατέρα Ιεκλάν. και Σωχαθίμ· ούτοι οι Κιναίοι οι ελθόντες εκ Μεσημά πατρός οίκου Ρηχάβ. και Χελλής εγέννησε τον Ελεασά. αλλ ‘ ή θυγατέρες· και τω Σωσάν παις Αιγύπτιος. ‘Ησαρί. ούτοι ήσαν υιοί Ιεραμεήλ. 34 και ουκ ήσαν τω Σωσάν υιοί. και όνομα αυτω Ιωχήλ. Σαμαθιϊμ. και απέθανε Σαλάδ ουκ έχων τέκνα. και Ιηού εγέννησε τον Αζαρίαν. 33 και υιοί Ιωνάθαν· Φαλέδ και Οζάμ. 41 και Σαλούμ εγέννησε τον Ιεχεμίαν. και έτεκεν αυτω τον Αχαβάρ και τον Μωήλ. 54 υιοί Σαλωμών· Βαιθλαέμ. 29 και όνομα της γυναικός Αβισούρ Αβιχαία. και Ελισαμά εγέννησε τον Ισμαήλ. 26 και ην γυνή ετέρα τω Ιεραμεήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αράν και Ασόμ αδελφός αυτού. 31 και υιοί Απφαίν· Ισεμιήλ. 55 πατριαί γραμματέων κατοικούντες εν Ιάβις. 42 και υιοί Χαλέβ αδελφού Ιεραμεήλ· Μαρισά ο πρωτότοκος αυτού. 37 και Ζαβέδ εγέννησε τον Αφαμήλ. πόλις Ιαϊρ. ούτος πατήρ Ζίφ· και υιοί Μαρισά πατρός Χεβρών. και έτεκεν αυτω τον Εθθί. Νετωφαθί. και Μαών πατήρ Βαιθσούρ. Θαργαθιϊμ. και υιοί Σαμαϊ· Ναδάβ και Αβισούρ. 32 και υιοί Ααδαί· Αχισαμάς. και Αφαμήλ εγέννησε τον ‘Ωβήδ. 50 ούτοι ήσαν υιοί Χαλέβ. 27 και ήσαν υιοί Ράμ πρωτοτόκου Ιεραμεήλ· Μαάς και Ιαμίν και Ακόρ. 35 και έδωκε Σωσάν την θυγατέρα αυτού τω Ιωχήλ παιδί αυτού εις γυναίκα. 47 και υιοί Αδδαϊ· Ραγέμ και Ιωάθαμ και Σωγάρ και Φαλέκ και Γαιφά και Σαγαέ. και όνομα αυτη Ατάρα· αύτη εστί μήτηρ ‘Οζόμ. 52 και ήσαν υιοί τω Σωβάλ πατρί Καριαθιαρίμ· Αραά και Αισί και Αμμανίθ 53 και Ουμασφαέ. 40 και Ελεασά εγέννησε τον Σοσομαϊ. και Ιεχεμίας εγέννησε τον Ελισαμά. 38 και ‘Ωβήδ εγέννησε τον Ιηού.

Εζεκίας υιος αυτού. ο τέταρτος Σαλούμ. 12 Αμασίας υιος αυτού. 16 και υιοί Ιωακίμ· Ιεχονίας υιος αυτού. επτά. 21 και υιοί Ανανία· Φαλεττία και Ιεσίας υιος αυτού. 19 και υιοί Σαλαθιήλ· Ζοροβάβελ και Σεμεϊ. ‘Ορνά υιος αυτού. και τριάκοντα και τρία έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. τέσσαρες τη Βηρσαβεέ θυγατρί Αμιήλ. και εβασίλευσεν εκεί επτά έτη και εξάμηνον. Ιωάθαμ υιος αυτού. 2 ο τρίτος Αβεσσαλώμ υιος Μωχά θυγατρός Θολμαϊ βασιλέως Γεδσούρ. 17 και υιοί Ιεχονία· Ασίρ. ‘Οχοζίας υιος αυτού. πέντε. Νάθαν και Σαλωμών. ο τρίτος Σεδεκίας. Σεχενίας υιος αυτού. Σαμαϊα. εξ. εννέα. Σαλαθιήλ υιος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ούτοι ήσαν υιοί Δαυίδ οι τεχθέντες αυτω εν Χεβρών· ο πρωτότοκος Αμνών τη Αχιναάμ τη Ιεζραηλίτιδι. 5 και ούτοι ετέχθησαν αυτω εν Ιερουσαλήμ· Σαμαά. Αβδία υιος αυτού. 24 και υιοί Ελιθενάν· ‘Οδολία και Ελιασεβών και Φαδαϊα και Ακούβ και Ιωανάν και Δαλααϊα και Ανάν. 4 εξ εγεννήθησαν αυτω εν Χεβρών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 674 . 18 Μελχιράμ και Φαδαϊας και Σανεσάρ και Ιεκεμία και Ωσαμάθ και Ναβαδίας. Ραφάλ υιος αυτού. Μανασσής υιος αυτού. τρεις. Ιωσία υιος αυτού. ο δεύτερος Ιωακίμ. 13 Άχαζ υιος αυτού. 15 και υιοί Ιωσία· πρωτότοκος Ιωανάν. ο τέταρτος Αδωνία υιος Αγγίθ. Σεδεκίας υιος αυτού. Ασά υιος αυτού. και Θημάρ αδελφή αυτών. Αζαρίας υιος αυτού. πλήν των υιών των παλλακών. Αβιά υιος αυτού. ο έκτος Ιεθραάμ τη Αγλά γυναικί αυτού. 10 υιοί Σαλωμών· Ροβοάμ. 9 πάντες υιοί Δαυίδ. 11 Ιωράμ υιος αυτού. και υιοί Ζοροβάβελ· Μοσολλάμ και Ανανία και Σαλωμεθί αδελφή αυτών 20 και Ασουβέ και ‘Οόλ και Βαραχία και Ασαδία και Ασοβέδ. 14 Αμών υιος αυτού. 3 ο πέμπτος Σαφατία της Αβιτάλ. και υιοί Σαμαϊα· Χαττούς και Ιωήλ και Βερρί και Νωαδία και Σαφάθ. ο δεύτερος Δαμνιήλ τη Αβιγαία τη Καρμηλία. Ιωάς υιος αυτού. 22 και υιος Σεχενία. Σωβάβ. 6 και Ιεβαάρ και Ελισά και Ελιφαλήθ 7 και Ναγαί και Ναφέκ και Ιαφιέ 8 και Ελισαμά και Ελιαδά και Ελιφαλά. Ιωσαφάτ υιος αυτού. 23 και υιοί Νωαδία· Ελιθενάν και Εζεκία και Εζρικάμ.

18 και η γυνή αυτού (αύτη Αδία) έτεκε τον Ιάρεδ πατέρα Γεδώρ και τον Αβέρ πατέρα Σωχών και τον Χετιήλ πατέρα Ζαμών. Κενέζ. και γεννήσεις αδελφού Ρηχάβ υιού Ιαρίν. 5 και τω Ασούρ πατρί Θεκωέ ήσαν δύο γυναίκες. 4 και Φανουήλ πατήρ Γεδώρ. ότι τέκτονες ήσαν. 13 και υιοί Κενέζ· Γοθονιήλ και Σαραϊα. 11 και Χαλέβ πατήρ Ασχά εγέννησε τον Μαχίρ· ούτος πατήρ Ασσαθών. και ούτοι υιοί Βετθία θυγατρός Φαραώ. 17 και υιοί Εσρί· Ιεθέρ. και Αζήρ πατήρ ‘Ωσάν. 21 υιοί Σηλώμ υιού Ιούδα· Ήρ πατήρ Ληχάβ. Αδά και Νοόμ. και ποιήσεις γνώσιν του μη ταπεινώσαί με· και επήγαγεν ο Θεός πάντα. 10 και επεκαλέσατο Ιγαβής τον Θεόν Ισραήλ λέγων· εάν ευλογών ευλογήσης με και πληθύνης τα όριά μου και ή η χείρ σου μετ ‘ εμού. 9 και ην Ιγαβής ένδοξος υπέρ τους αδελφούς αυτού· και η μήτηρ εκάλεσε το όνομα αυτού Ιγαβής λέγουσα· έτεκον ως γαβής. ην έλαβε Μωρήδ. Μωράδ και Άφερ και Ιαμών. και υιοί Σεϊ· Ζωάθ και υιοί Ζωάβ. και Λααδά πατήρ Μαρισά και γενέσεις οικείων Εφραδαβάκ τω οίκω Εσοβά 22 και Ιωακίμ και άνδρες Χωζηβά και Ιωάς και Σαράφ. και τον Λαάδ· αύται αι γενέσεις του Σαραθί. 20 και υιοί Σεμιών· Αμνών και Ανά υιος Φανά και Θιλών. 19 και υιοί γυναικός της Ιδουϊας αδελφής Ναχέμ πατρός Κεϊλά. 15 και υιοί Χαλέβ υιού Ιεφοννή· ‘Ηρά. ούτοι υιοί Ωρ του πρωτοτόκου Εφραθά πατρός Βαθαλαέν. 6 και έτεκεν αυτω Αωδά τον ‘Ωχαία και τον ‘Ηφάλ και τον Θεμάν και τον Αασθήρ· πάντες ούτοι υιοί Αωδάς. Εσρώμ και Χαρμί και Ωρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ υιοί Ιούδα· Φαρές. 7 και υιοί Θοαδάς· Σερέθ και Σαάρ και Εθνάν. και Ιέθ εγέννησε τον Αχιμαϊ. 14 και Μαναθί εγέννησε τον Γοφερά. Γαρμί και Εσθαιμών. και εγέννησεν Ιεθέρ τον Μαρών και τον Σεμαϊ και τον Μαρέθ πατέρα Εσθαιμών. και Σαραϊα εγέννησε τον Ιωάβ πατέρα Αγεαδδαϊρ. Σουβάλ 2 και Ράδα υιος αυτού· και Σουβάλ εγέννησε τον Ιέθ. και υιοί Γοθονιήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 675 . 16 και υιοί Γεσεήλ· Ζίφ και Ζεφά και Θεφιά και Εσεραήλ. και όνομα αδελφής αυτών Εσηλεββών. όσα ητήσατο. 12 και Ασσαθών εγέννησε τον Βαθραίαν και τον Βεσσηέ και τον Θανά πατέρα πόλεως Ναάς αδελφού Εσελώμ του Κενεζί· ούτοι άνδρες Ρηφά. 3 και ούτοι υιοί Αιτάμ· Ιεζραήλ και Ιεσμάν και Ιεβδάς. Αθάθ. 8 και Κώς εγέννησε τον Ενώβ και τον Σαβαθά. Αωδά και Θοαδά. και υιοί Αδά. Νωχαθί.

Σαούλ· 25 Σαλέμ υιος αυτού. εν τη βασιλεία αυτού ενίσχυσαν και κατώκησαν εκεί. Σεμεϊ υιος αυτού. 39 και επορεύθησαν έως του ελθείν Γέραρα έως των ανατολών της Γαί του ζητήσαι νομάς τοις κτήνεσιν αυτών· 40 και εύρον νομάς πλείονας και αγαθάς. 42 και εξ αυτών από των υιών Συμεών επορεύθησαν εις όρος Σηίρ άνδρες πεντακόσιοι. 32 και επαύλεις αυτών· Αιτάν και ‘Ηνρεμμών και Θοκκάν και Αισάν. υιος Σαραία. 28 και κατώκησαν εν Βηρσαβεέ και Σαμά και Μωλαδά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 676 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οί κατώκησαν εν Μωάβ· και απέστρεψεν αυτούς αβεδηρίν αθουκιϊμ. 26 Αμουήλ υιος αυτού. πόλεις πέντε. και Φαλαεττία και Νωαδία και Ραφαϊα και ‘Οζιήλ υιοί Ιεσί άρχοντες αυτών· 43 και επάταξαν τους καταλοίπους τους καταλειφθέντας του Αμαλήκ και κατώκησαν εκεί έως της ημέρας ταύτης. 24 υιοί Συμεών· Ναμουήλ και Ιαμίν. και η γη πλατεία εναντίον αυτών και ειρήνη και ησυχία. 34 και Μοσωβάβ και Ιεμολόχ και Ιωσία υιος Αμασία 35 και Ιωήλ (και ούτος υιος Ασαβία). Σαβούδ υιος αυτού. υιος Ασιήλ 36 και Ελιωναϊ και Ιακαβά και Ιασουϊα και Ασαϊα και Ιεδιήλ και Ισμαήλ και Βαναίας 37 και Ζουζά υιος Σαφαϊ υιού Αλών υιού Ιεδιά υιού Σεμρί υιού Σαμαίου. ότι νομαί τοις κτήνεσιν αυτών εκεί. ότι εκ των υιών Χαμ των κατοικούντων εκεί έμπροσθεν. 33 και πάσαι επαύλεις αυτών κύκλω των πόλεων τούτων έως Βάαλ· αύτη η κατάσχεσις αυτών και ο καταλοχισμός αυτών. Μαβασάμ υιος αυτού. 38 ούτοι οι διελθόντες εν ονόμασιν αρχόντων εν ταις γενέσεσιν αυτών· και εν οίκοις πατριών αυτών επληθύνθησαν εις πλήθος. Ζακχούρ υιος αυτού. 23 ούτοι κεραμείς οι κατοικούντες εν Αταϊμ και Γαδηρά μετά του βασιλέως. 41 και ήλθοσαν ούτοι οι γεγραμμένοι επ ‘ ονόματος εν ημέραις Εζεκίου βασιλέως Ιούδα και επάταξαν τους οίκους αυτών και τους Μιναίους. Ιαρίβ. και αναθεμάτισαν αυτούς έως της ημέρας ταύτης και ώκησαν αντ ‘ αυτών. και εν Εσηρσουάλ 29 και εν Βαλαά και εν Βοασόμ και εν Θουλάδ 30 και εν Βαθουήλ και εν Ερμά και εν Σικελάγ 31 και εν Βαιθμαριμώθ και Ημισουσεωσίν και οίκον Βαρουσεωρίμ· αύται αι πόλεις αυτών έως βασιλέως Δαυίδ. 27 Και τω Σεμεϊ υιοί εκκαίδεκα και θυγατέρες τρεις· και τοις αδελφοίς αυτών ουκ ήσαν υιοί πολλοί· και πάσαι αι πατριαί αυτών ουκ επλεόνασαν ως υιοί Ιούδα. Μασμά υιος αυτού. Ζαρέ. ους εύροσαν εκεί.

υιος Ιωήλ· ούτος κατώκησεν εν Αροήρ και επί Ναβαύ. 3 υιοί Ρουβήν πρωτοτόκου Ισραήλ· Ενώχ και Φαλλούς. 6 υιος αυτού Βεήλ. 14 ούτοι υιοί Αβιχαία υιού Ουρί υιού Ιδαϊ υιού Γαλαάδ υιού Μιχαήλ υιού Ιεσαϊ υιού Ιεδδαϊ υιού Ζαβουχάμ 15 αδελφού υιού Αβδιήλ υιού Γουνί· άρχων οίκου πατριών. τεσσαράκοντα και τέσσαρες χιλιάδες και επτακόσιοι και εξήκοντα εκπορευόμενοι εις παράταξιν. και ‘Ωβήδ. 18 υιοί Ρουβήν και Γάδ και ήμισυ φυλής Μανασσή εξ υιών δυνάμεως. και υιοί Γούγ υιού Σεμεϊ· 5 υιος αυτού Μιχά. 10 και εν ημέραις Σαούλ εποίησαν πόλεμον προς τους παροίκους. και έπεσον εν χερσίν αυτών κατοικούντες εν σκηναίς αυτών πάντες κατ ‘ ανατολάς της Γαλαάδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ υιοί Ρουβήν πρωτοτόκου Ισραήλ. και Ιανίν ο γραμματεύς εν Βασάν. 19 και εποίουν πόλεμον μετά των Αγαρηνών και Ιτουραίων και Ναφισαίων και Ναδαβαίων 20 και κατίσχυσαν επ ‘ αυτών. άνδρες αίροντες ασπίδας και μάχαιραν και τείνοντες τόξον και δεδιδαγμένοι πόλεμον. Μοσολλάμ και Σεβεέ και Ιωρεέ και Ιωαχάν και Ζουέ. εν Βασάν και εν ταις κώμαις· αυτών και πάντα τα περίχωρα Σαρών έως εξόδου. και ουκ εγενεαλογήθη εις πρωτοτόκια· 2 ότι Ιούδας δυνατός ισχύϊ και εν τοις αδελφοίς αυτού και εις ηγούμενον εξ αυτού. υιος αυτού Ρηχά. 12 Ιωήλ πρωτότοκος και Σαφάμ ο δεύτερος. ότι ούτος ο πρωτότοκος. και εδόθησαν εις χείρας αυτών οι Αγαραίοι και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 677 . και Βελμασσών 9 και προς ανατολάς κατώκησεν έως ερχομένων της ερήμου. 16 κατώκουν εν Γαλαάδ. επτά. ότι κτήνη αυτών πολλά εν γη Γαλαάδ. Ασρώμ και Χαρμί. και εν τω αναβήναι επί την κοίτην του πατρός αυτού έδωκε την ευλογίαν αυτού τω υιω αυτού Ιωσήφ υιω Ισραήλ. και η ευλογία του Ιωσήφ. 4 υιοί Ιωήλ· Σεμεϊ και Βαναία υιος αυτού. 11 υιοί Γάδ κατέναντι αυτών κατώκησαν εν γη Βασάν έως Σελχά. ον μετώκισε Θαγλαθφαλλασάρ βασιλεύς Ασσούρ· ούτος άρχων των Ρουβήν. υιος αυτού Ιωήλ. από του ποταμού Ευφράτου. 7 και αδελφοί αυτού τη πατρίδι αυτού εν τοις καταλοχισμοίς αυτών κατά γενέσεις αυτών· ο άρχων Ιωήλ και Ζαχαρία 8 και Βαλέκ υιος Αζούζ υιος Σαμά. 17 πάντων ο καταλοχισμός εν ημέραις Ιωάθαμ βασιλέως Ιούδα και εν ημέραις Ιεροβοάμ βασιλέως Ισραήλ. 13 και οι αδελφοί αυτών κατ ‘ οίκους πατριών αυτών· Μιχαήλ.

όνους δισχιλίους και ψυχάς ανδρών εκατόν χιλιάδας· 22 ότι τραυματίαι πολλοί έπεσον. άνδρες ισχυροί δυνάμει. και επήκουσεν αυτοίς. 24 και ούτοι αρχηγοί οίκου πατριών αυτών· ‘Οφέρ και Σεϊ και Ελιήλ και Ιερμία και ‘Ωδουϊα και Ιεδιήλ. Ζαραία εγέννησε τον Μαριήλ 33 και Μαριήλ εγέννησε τον Αμαρία. Καάθ και Μεραρί. καμήλους πεντακισχιλίας και προβάτων διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας. ους εξήρεν ο Θεός από προσώπου αυτών. Βωκαϊ εγέννησε τον ‘Οζί. και μετώκισε τον Ρουβήν και τον Γαδδί και το ήμισυ φυλής Μανασσή και ήγαγεν αυτούς εις Χαλάχ και Χαβώρ και επί ποταμόν Γωζάν έως της ημέρας ταύτης. και Αζαρίας εγέννησε τον Ιωανάν. και κατώκησαν αντ ‘ αυτών έως της μετοικεσίας. 40 και Αζαρίας εγέννησε τον Σαραία. 35 και Αχιμάας εγέννησε τον Αζαρίαν. 31 Αβισού εγέννησε τον Βωκαϊ. 36 και Ιωανάν εγέννησε τον Αζαρίαν· ούτος ιεράτευσεν εν τω οίκω. 25 και ηθέτησαν εν Θεω πατέρων αυτών και επόρνευσαν οπίσω θεών των λαών της γης. και υιοί Ααρών· Ναδάβ και Αβιούδ. ω ωκοδόμησε Σαλωμών εν Ιερουσαλήμ. 23 και ημίσεις φυλής Μανασσή κατώκησαν εν τη γη από Βασάν έως Βαάλ Ερμών και Σανίρ και όρος Αερμών· και εν τω Λιβάνω αυτοί επλεονάσθησαν. 29 και υιοί Άμβραμ· Ααρών και Μωυσής και Μαριάμ. 27 Υιοί Λευί· Γεδσών. ότι ήλπισαν επ ‘ αυτόν. ότι προς τον Θεόν εβόησαν εν τω πολέμω. και Αμαρία εγέννησε τον Αχιτώβ. 37 και εγέννησεν Αζαρίας τον Αμαρία. 32 ‘Οζί εγέννησε τον Ζαραία. και Σαδώκ εγέννησε τον Αχιμάας. άνδρες ονομαστοί. Φινεές εγέννησε τον Αβισού. και Σαδώκ εγέννησε τον Σαλώμ. 34 και Αχιτώβ εγέννησε τον Σαδώκ. 38 και Αχιτώβ εγέννησε τον Σαδώκ. Χεβρών και ‘Οζιήλ. 41 και Ιωσαδάκ επορεύθη εν τη μετοικεσία μετά Ιούδα και Ιερουσαλήμ εν χειρί Ναβουχοδονόσορ. και Σαραίας εγέννησε τον Ιωσαδάκ. Ελεάζαρ και Ιθάμαρ. 28 και υιοί Καάθ· Άμβραμ και Ισσάαρ. ότι παρά του Θεού ο πόλεμος. 39 και Σαλώμ εγέννησε τον Χελκίαν. 26 και επήγειρεν ο Θεός Ισραήλ το πνεύμα Φαλώχ βασιλέως Ασσούρ και το πνεύμα Θαγλαθφαλλασάρ βασιλέως Ασσούρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 678 . 21 και ηχμαλώτευσαν την αποσκευήν αυτών. και Αμαρία εγέννησε τον Αχιτώβ. και Χελκίας εγέννησε τον Αζαρίαν. 30 Ελεάζαρ εγέννησε τον Φινεές.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντα τα σκηνώματα αυτών. άρχοντες των οίκων πατριών αυτών.

18 και ούτοι οι εστηκότες και υιοί αυτών εκ των υιών του Καάθ· Αιμάν ο ψαλτωδός υιος Ιωήλ. έως ου ωκοδόμησε Σαλωμών τον οίκον Κυρίου εν Ιερουσαλήμ. Καάθ και Μεραρί. 24 και ο αδελφός αυτού Ασάφ ο εστηκώς εν δεξιά αυτού· Ασάφ υιος Βαραχία υιού Σαμαά 25 υιού Μιχαήλ υιού Βαασία υιού Μελχία 26 υιού Αθανί υιού Ζαραϊ υιού Αδαϊ 27 υιού Αιθάν υιού Ζαμμά υιού Σεμεϊ 28 υιού Ιεέθ υιού Γεθσών υιού Λευί. Ιερεάμ υιος αυτού. Ζαρά υιος αυτού. Ασαϊας υιος αυτού. 13 υιοί Σαμουήλ· ο πρωτότοκος Σανί και Αβιά. 34 και Ααρών και οι υιοί αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 679 . ‘Οζά υιος αυτού. Αγγία υιος αυτού. 11 Ελκανά υιος αυτού. Κορέ υιος αυτού. Ασήρ υιος αυτού. ους κατέστησε Δαυίδ επί χείρας αδόντων εν οίκω Κυρίου εν τη καταπαύσει της κιβωτού. Λοβενί υιος αυτού. 33 και οι αδελφοί αυτών κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. υιού Σαμουήλ. ‘Οζία υιος αυτού. Ελκανά υιος αυτού. 8 Ελκανά υιος αυτού. Χεβρών και ‘Οζιήλ. Ζαμμά υιος αυτού. Σεμεϊ υιος αυτού. 14 υιοί Μεραρί· Μοολί. 17 και ήσαν λειτουργούντες εναντίον της σκηνής του μαρτυρίου εν οργάνοις. Σαούλ υιος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΥΙΟΙ Λευί· Γεδσών. Αβισάφ υιος αυτού. 2 και ταύτα τα ονόματα των υιών Γεδσών· Λοβενί και Σεμεϊ. 7 υιοί Καάθ· Αμιναδάβ υιος αυτού. 6 Ιωάχ υιος αυτού. 15 Σαμαά υιος αυτού. και έστησαν κατά την κρίσιν αυτών επί τας λειτουργίας αυτών. Ουριήλ υιος αυτού. και αύται αι πατριαί του Λευί κατά πατριάς αυτών. 5 τω Γεδσών· τω Λοβενί υιω αυτού Ιέθ υιος αυτού. 10 και υιοί Ελκανά. 29 και υιοί Μεραρί οι αδελφοί αυτών εξ αριστερών· Αιθάν υιος Κισά υιού Αβαϊ υιού Μαλώχ 30 υιού Ασεβί υιού Αμεσία υιού Χελκίου 31 υιού Αμασαϊ υιού Βανί υιού Σεμήρ 32 υιού Μοολί υιού Μουσί υιού Μεραρί υιού Λευί. Αδδί υιος αυτού. υιού Ιερεβάμ υιού Ελιήλ υιού Θοού 20 υιού Σούφ υιού Ελκανά υιού Μαάθ υιού Αμαθί 21 υιού Ελκανά υιού Ιωήλ υιού Αζαρία υιού Σαφανία 22 υιού Θαάθ υιού Ασήρ υιού Αβιασάφ υιού Κορέ 23 υιού Ισάαρ υιού Καάθ υιού Λευί υιού Ισραήλ. 12 Ελιάβ υιος αυτού. οι Λευίται οι δεδομένοι εις πάσαν εργασίαν λειτουργίας σκηνής οίκου του Θεού. Αμασί και Αχιμώθ. Σουφί υιος αυτού και Ναάθ υιος αυτού. 19 υιού Ελκανά. 16 και ούτοι. 3 υιοί Καάθ· Άμβραμ και Ισσάαρ. 4 υιοί Μεραρί· Μοολί και Ομουσί. 9 Θαάθ υιος αυτού. Ιεθρί υιος αυτού.

εκ φυλής Ασήρ. 36 Βωκαί υιος αυτού. εν τοις ορίοις αυτών· τοις υιοίς Ααρών τη πατριά του Κααθί -ότι αυτοίς εγένετο ο κλήρος. εκ φυλής Μανασσή εν τη Βασάν πόλεις τρισκαίδεκα. Φινεές υιος αυτού. Αχιμάας υιος αυτού. Αχιτώβ υιος αυτού. 45 και εκ φυλής Βενιαμίν την Γαβαέ και τα περισπόρια αυτής και την Γαλεμέθ και τα περισπόρια αυτής και την Αναθώθ και τα περισπόρια αυτής· πάσαι αι πόλεις αυτών τρισκαίδεκα πόλεις κατά πατριάς αυτών. ‘Οζί υιος αυτού. 35 και ούτοι υιοί Ααρών· Ελεάζαρ υιος αυτού. 49 και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ τοις Λευίταις τας πόλεις και τα περισπόρια αυτών· 50 και έδωκαν εν κλήρω εκ φυλής υιών Ιούδα και εκ φυλής υιών Συμεών και εκ φυλής υιών Βενιαμίν τας πόλεις ταύτας. ας εκάλεσεν αυτάς επ ‘ ονόματος. την Χεβρών και την Λοβνά και τα περισπόρια αυτής και την Εσθαμώ και τα περισπόρια αυτής 43 και την Ιεθθάρ και τα περισπόρια αυτής και την Δαβίρ και τα περισπόρια αυτής 44 και την Ασάν και τα περισπόρια αυτής και την Βασαμύς και τα περισπόρια αυτής. 46 και τοις υιοίς Καάθ τοις καταλοίποις εκ των πατριών εκ της φυλής εκ του ημίσους φυλής Μανασσή κλήρω πόλεις δέκα. 47 και τοις υιοίς Γεδσών κατά πατριάς αυτών εκ φυλής Ισσάχαρ. 48 και τοις υιοίς Μεραρί κατά πατριάς αυτών εκ φυλής Ρουβήν. όσα ενετείλατο Μωυσής παις του Θεού. Αμαρία υιος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυμιώντες επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και επί το θυσιαστήριον των θυμιαμάτων εις πάσαν εργασίαν άγια των αγίων και εξιλάσκεσθαι περί Ισραήλ κατά πάντα. εκ φυλής Ζαβουλών κλήρω πόλεις δεκαδύο. 42 και τοις υιοίς Ααρών έδωκαν τας πόλεις των φυγαδευτηρίων. Αβισού υιος αυτού. 38 Σαδώκ υιος αυτού.40 και έδωκαν αυτοίς την Χεβρών εν γη Ιούδα και τα περισπόρια αυτής κύκλω αυτής· 41 και τα πεδία της πόλεως και τας κώμας αυτής έδωκαν τω Χαλέβ υιω Ιεφοννή. 37 Μαριήλ υιος αυτού. εκ φυλής Γάδ. 51 και από των πατριών υιών Καάθ και εγένοντο πόλεις των ορίων αυτών εκ φυλής Εφραίμ. από φυλής Νεφθαλί. κατά πατριάν τοις υιοίς Καάθ τοις καταλοίποις. την Συχέμ και τα περισπόρια αυτής εν όρει Εφραίμ και την Γαζέρ και τα περισπόρια αυτής 53 και την Ιεκμαάν και τα περισπόρια αυτής και την Βαιθωρών και τα περισπόρια αυτής 54 και την Εγλάμ και τα περισπόρια αυτής και την Γεθρεμμών και τα περισπόρια αυτής 55 και από του ημίσους φυλής Μανασσή την Ανάρ και τα περισπόρια αυτής και την Ιεμβλάαν και τα περισπόρια αυτής. Ζαραϊα υιος αυτού. 39 και αύται αι κατοικίαι αυτών εν ταις κώμαις αυτών. 52 και έδωκαν αυτοίς τας πόλεις των φυγαδευτηρίων. 56 τοις υιοίς Γεδσών από πατριών ημίσους φυλής Μανασσή την Γωλάν εκ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 680 .

ισχυροί δυνάμει κατά γενέσεις αυτών. 4 και επ ‘ αυτών κατά γενέσεις αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασάν και τα περισπόρια αυτής και την Ασηρώθ και τα περισπόρια αυτής· 57 και εκ φυλής Ισσάχαρ την Κέδες και τα περισπόρια αυτής και την Δεβερί και τα περισπόρια αυτής και την Δαβώρ και τα περισπόρια αυτής 58 και την Ζαβώρ και την Αινάν και τα περισπόρια αυτής· 59 και εκ φυλής Ασήρ την Μαασάλ και τα περισπόρια αυτής και την Αβδών και τα περισπόρια αυτής 60 και την Ακάκ και τα περισπόρια αυτής και την Ροώβ και τα περισπόρια αυτής· 61 και από φυλής Νεφθαλί την Κέδες εν τη Γαλιλαία και τα περισπόρια αυτής και την Χαμώθ και τα περισπόρια αυτής και την Καριαθαϊμ και τα περισπόρια αυτής. πέντε. Αβδιού και Ιωήλ και Ιεσία. άρχοντες οίκων πατριών αυτών τω Θωλά. Ραφαϊα και Ιεριήλ και Ιαμαϊ και Ιεβασάμ και Σαμουήλ. ο αριθμός αυτών των πάντων. άρχοντες πάντες. ο αριθμός αυτών εν ημέραις Δαυίδ είκοσι και δύο χιλιάδες και εξακόσιοι. 5 και αδελφοί αυτών εις πάσας πατριάς Ισσάχαρ και ισχυροί δυνάμει ογδοήκοντα και επτά χιλιάδες. τρεις. 6 υιοί Βενιαμίν· Βαλέ και Βαχίρ και Ιαδιήλ. 7 και υιοί Βαλέ· Ασεβών και ‘Οζί και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 681 . Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ τοις υιοίς Ισσάχαρ· Θωλά και Φουά και Ιασούβ και Σεμερών. 63 εκ του πέραν του Ιορδάνου την Ιεριχώ κατά δυσμάς του Ιορδάνου· εκ φυλής Ρουβήν την Βοσόρ εν τη ερήμω και τα περισπόρια αυτής και την Ιασά και τα περισπόρια αυτής 64 και την Καδμώθ και τα περισπόρια αυτής και την Μαεφλά και τα περισπόρια αυτής 65 και εκ φυλής Γάδ την Ραμμώθ Γαλαάδ και τα περισπόρια αυτής και την Μααναϊμ και τα περισπόρια αυτής 66 και την Εσεβών και τα περισπόρια αυτής και την Ιαζήρ και τα περισπόρια αυτής. κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. τέσσαρες. 62 τοις υιοίς Μεραρί τοις καταλοίποις εκ φυλής Ζαβουλών την Ρεμμών και τα περισπόρια αυτής και την Θαλλιά και τα περισπόρια αυτής. ισχυροί παρατάξασθαι εις πόλεμον τριάκοντα και εξ χιλιάδες. ότι επλήθυναν γυναίκας και υιούς. 3 και υιοί ‘Οζί· Ιεζραϊα και υιοί Ιεζραϊα· Μιχαήλ. 2 και υιοί Θωλά· ‘Οζί.

Ελισαμαϊ υιος αυτού. 10 και υιοί Ιαδιήλ· Βαλαάν. και έλαβεν εν γαστρί και έτεκεν υιόν. 12 και Σαπφίν και Απφίν και υιοί Ραώμ· υιος αυτού Αέρ. ον έτεκεν η παλλακή αυτού η Σύρα· έτεκε δε αυτω και Μαχίρ πατέρα Γαλαάδ. 18 και η αδελφή αυτού η Μαλεχέθ έτεκε τον Ισαδέκ και τον Αβιέζερ και τον Μαελά. 21 Ζαβέδ υιος αυτού. 15 και Μαχίρ έλαβε γυναίκα τω Αμφίν και Μαμφίν· και όνομα αδελφής αυτού Μοωχά. Ελεαδά υιος αυτού. είκοσι χιλιάδες και διακόσιοι. και όνομα τω δευτέρω Σαλπαάδ. 9 και ο αριθμός αυτών κατά γενέσεις αυτών. 8 και υιοί Βαχίρ· Ζεμιρά και Ιωάς και Ελιέζερ και Ελιθενάν και Αμαρία και Ιεριμώθ και Αβιούδ και Αναθώθ και Ελμεμέθ· πάντες ούτοι υιοί Βαχίρ. εκπορευόμενοι δυνάμει του πολεμείν. 13 υιοί Νεφθαλί· Ιασιήλ. και εκάλεσε το όνομα αυτού Βαραγά. 23 και εισήλθε προς την γυναίκα αυτού. και ο αριθμός αυτών είκοσι και δύο χιλιάδες και τριακοντατέσσαρες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ‘Οζιήλ και Ιεριμώθ και Ουρί. Σωθελέ υιος αυτού και Αζέρ και Ελεάδ. και υιοί Βαλαάν· Ιαούς και Βενιαμίν και Αώθ και Χανανά και Ζαιθάν και Θαρσί και Αχισαάρ. Θαανάχ και αι κώμαι αυτής. 19 και ήσαν υιοί Σεμιρά· Ιααίμ και Συχέμ και Λαχίμ και Ανιάν. 20 και υιοί Εφραίμ· Σωθαλά και Βαράδ υιος αυτού και Θαάθ υιος αυτού. Γωνί και Ισσιήρ και Σαλλούρ. 11 πάντες ούτοι υιοί Ιαδιήλ. Ιησουέ υιος αυτού. και εγεννήθησαν τω Σαλπαάδ θυγατέρες. κατ ‘ ανατολάς Νοαράν. 26 τω Λααδάν υιω αυτού υιος Αμιούδ. και υιοί ‘Οζάν· Σεηρά. 17 και υιοί Ουλάμ. και όνομα αδελφού αυτού Σόρος· υιοί αυτού Ουλάμ και Ροκόμ. 29 και έως ορίων υιών Μανασσή· Βαιθσαάν και αι κώμαι αυτής. άρχοντες των πατριών ισχυροί δυνάμει επτακαίδεκα χιλιάδες και διακόσιοι. ούτοι υιοί Γαλαάδ υιού Μαχίρ υιού Μανασσή. πέντε. 25 και Ραφή υιοί αυτού. 27 Νούμ υιος αυτού. Μαγεδδώ και αι κώμαι αυτής. και ήλθον οι αδελφοί αυτού του παρακαλέσαι αυτόν. Νομεέ υιος αυτού. ότι εν κακοίς εγένετο εν οίκω μου. προς δυσμαίς Γαζέρ και αι κώμαι αυτής· και Συχέμ και αι κώμαι αυτής έως Γαιάν και αι κώμαι αυτής. Σαράφ και Θαλεές υιοί αυτού. άρχοντες οίκων πατριών αυτών ισχυροί δυνάμει. ότι κατέβησαν του λαβείν τα κτήνη αυτών. Θαέν υιος αυτού. 14 υιοί Μανασσή· Ασεριήλ. Βαδάν. 16 και έτεκε Μοωχά γυνή Μαχίρ υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Φαρές. 22 και επένθησεν Εφραίμ ο πατήρ αυτών ημέρας πολλάς. υιοί Βαλαά. άρχοντες οίκων πατριών ισχυροί δυνάμει. 24 και εν εκείνοις τοις καταλοίποις και ωκοδόμησε την Βαιθωρών την κάτω και την άνω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 682 . 28 και κατάσχεσις αυτών και κατοικία αυτών· Βαιθήλ και αι κώμαι αυτής. και απέκτειναν αυτούς οι άνδρες Γεθ οι τεχθέντες εν τη γη.

6 ούτοι υιοί Αώδ· ούτοί εισιν άρχοντες πατριών τοις κατοικούσι Γαβεέ. 30 υιοί Ασήρ· Ιεμνά και Σουϊα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 683 . 31 και υιοί Βεριά· Χάβερ και Μελχιήλ. ούτος πατήρ Βερζαϊθ. 3 και ήσαν υιοί τω Βαλέ· Αδίρ και Γηρά και Αβιούδ 4 και Αβισουέ και Νοαμά και Αχιά 5 και Γηρά και Σεφουφάμ και Ουράμ. 38 και υιοί Ιεθήρ· Ιεφινά και Φασφά και Αρά. και μετώκισαν αυτούς εις Μαναχαθί· 7 και Νοομά και Αχιά και Γηρά· ούτος Ιεγλαάμ και εγέννησε τον Αζά και τον Ιαχιχώ. 8 και Σααρίν εγέννησεν εν τω πεδίω Μωάβ μετά το αποστείλαι αυτόν Ωσίν και την Βααδά γυναίκα αυτού. 9 και εγέννησεν εκ της Αδά γυναικός αυτού τον Ιωβάβ και τον Σεβιά και τον Μισά και τον Μελχάμ 10 και τον Ιαώς και τον Σαβιά και τον Μαρμά· ούτοι άρχοντες των πατριών. και ούτοι εξεδίωξαν τους κατοικούντας Γεθ. 2 Νωά τον τέταρτον και Ραφή τον πέμπτον. και Ισουϊ και Βεριά και Σορέ αδελφή αυτών. Ααρά τον τρίτον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Δώρ και αι κώμαι αυτής. 40 πάντες ούτοι υιοί Ασήρ. 11 και εκ της Ωσίν εγέννησε τον Αβιτώλ και τον Αλφαάλ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ Βενιαμίν εγέννησε Βαλέ πρωτότοκον αυτού και Ασβήλ τον δεύτερον. 14 και αδελφός αυτού Σωσήκ και Αριμώθ 15 και Ζαβαδία. 12 και υιοί Αλφαάλ· ‘Ωβήδ. Μισαάλ. 36 υιοί Σωφά· Σουέ και Αρναφάρ και Σουδά και Βαρίν και Ιμράν 37 και Σοβάλ και Ωδ και Σεμμά και Σαλισά και Ιεθράν και Βεηρά. αριθμός αυτών άνδρες εικοσιέξ χιλιάδες. Ανιήλ και Ρασιά. ούτοι άρχοντες πατριών τοις κατοικούσιν Αιλάμ. 32 και Χάβερ εγέννησε τον Ιαφλήτ και τον Σαμήρ και τον Χωθάμ και την Σωλά αδελφήν αυτών. εν ταύταις κατώκησαν υιοί Ιωσήφ υιού Ισραήλ. 34 και υιοί Σεμμήρ· Αχιουραογά και ‘Οβά και Αράμ 35 και Βανηελάμ· αδελφοί αυτού Σοφά και Ιμανά και Σελλής και Αμάλ. άρχοντες ηγούμενοι· ο αριθμός αυτών εις παράταξιν του πολεμείν. 39 και υιοί Ωλά· ‘Ορέχ. πάντες άρχοντες πατριών εκλεκτοί ισχυροί δυνάμει. Σεμμήρ· ούτος ωκοδόμησε την ‘Ωνώ και την Λώδ και τας κώμας αυτής· 13 και Βεριά και Σαμά. 33 και υιοί Ιαφλήτ· Φασέκ και Βαβαήλ και Ασίθ· ούτοι υιοί Ιαφλήτ.

37 και Μαισά εγέννησε τον Βαανά· Ραφαϊα υιος αυτού. 22 και Ιεσφάν και ‘Ωβήδ και Ελεήλ 23 και Αβδιών και Ζεχρί και Ανάν 24 και Ανανία και Αμβρί και Αιλάμ και Αναθώθ 25 και Ιαθίν και Ιεφαδίας και Φανουήλ. και ταύτα τα ονόματα αυτών· Εζρικάμ πρωτότοκος αυτού και Ισμαήλ και Σαραϊα και Αβδία και Ανάν και Ασά· πάντες ούτοι υιοί Εσήλ. εκατόν πεντήκοντα. και Κίς εγέννησε τον Σαούλ. υιοί Σαμαϊθ. και ούτοι καταγεγραμμένοι εν βιβλίω των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 684 . 17 και Ζαβαδία και Μοσολλάμ και Αζακί και Αβάρ 18 και Ισαμαρί και Ιεζλίας και Ιωβάβ. 19 και Ιακίμ και Ζαχρί και Ζαβδί 20 και Ελιωναϊ και Σαλαθί και Ελιηλί 21 και Αδαϊα και Βαραϊα και Σαμαράθ. και Ζαμβρί εγέννησε τον Μαισά. Εσήλ υιος αυτού. πάντες ούτοι εξ υιών Βενιαμίν. 38 και τω Εσήλ εξ υιοί. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ πας Ισραήλ ο συλλοχισμός αυτών. 30 και ο υιος αυτής ο πρωτότοκος Αβαδών και Σουρ και Κίς και Βαάλ και Νήρ και Ναδάβ 31 και Γεδούρ και αδελφός αυτού και Ζακχούρ και Μακελώθ· 32 και Μακελώθ εγέννησε τον Σαμαά· και γαρ ούτοι κατέναντι των αδελφών αυτών κατώκησαν εν Ιερουσαλήμ μετά των αδελφών αυτών. υιοί Ελφαάλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ‘Ωρήδ και Έδερ 16 και Μιχαήλ και Ιεσφά και Ιωδά. υιοί Ιεροάμ. και Ιαδά εγέννησε τον Σαλαιμάθ και τον Ασμώθ και τον Ζαμβρί. τείνοντες τόξον και πληθύνοντες υιούς και υιούς των υιών. 36 και Αχάζ εγέννησε τον Ιαδά. 28 ούτοι άρχοντες πατριών κατά γενέσεις αυτών άρχοντες· ούτοι κατώκησαν εν Ιερουσαλήμ· 29 και εν Γαβαών κατώκησε πατήρ Γαβαών. 26 και Σαμσαρί και Σααρίας και Γοθολία 27 και Ιαρασία και Εριά και Ζεχρί. Ελασά υιος αυτού. υιοί Σωσήκ. και όνομα γυναικί αυτού Μααχά. 34 και υιος Ιωνάθαν Μεριβαάλ. 40 και ήσαν υιοί Αιλάμ ισχυροί άνδρες δυνάμει. 33 και Νήρ εγέννησε τον Κίς. και Σαούλ εγέννησε τον Ιωνάθαν και τον Μελχισουέ και τον Αμιναδάβ και τον Ασαβάλ. 35 και υιοί Μιχά· Φίθων και Μελάχ και Θαράχ και Αχάζ. 39 και υιοί Ασήλ αδελφού αυτού· Αιλάμ πρωτότοκος αυτού και Ιάς ο δεύτερος και Ελιφαλέτ ο τρίτος. υιοί Βεριά. και ο Μεριβαάλ εγέννησε τον Μιχά.

19 και Σαλώμ υιος Κωρή υιού Αβιασάφ υιού Κορέ. 7 και εκ των υιών Βενιαμίν· Σαλώ υιος Μοσολλάμ υιού ‘Ωδουϊα υιού Ασινού 8 και Ιεμναά υιος Ιεροβοάμ και ‘Ηλώ· ούτοι υιοί ‘Οζί υιού Μαχίρ· και Μασσαλήμ υιος Σαφατία υιού Ραγουήλ υιού Ιεμναϊ 9 και αδελφοί αυτών κατά γενέσεις αυτών. πάντες οι άνδρες άρχοντες πατριών κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. εξακόσιοι και ενενήκοντα. οι Λευίται και οι δεδομένοι. και ούτοι μετ ‘ αυτού. 21 Ζαχαρίας υιος Μασαλαμί πυλωρός της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 14 και εκ των Λευιτών· Σαμαϊα υιος Ασώβ υιού Εζρικάμ υιού Ασαβία εκ των υιών Μεραρί. ο κατοικών εν ταις κώμαις Νετωφατί. 20 και Φινεές υιος Ελεάζαρ ηγούμενος ην επ ‘ αυτών έμπροσθεν Κυρίου. εννακόσιοι πεντηκονταέξ. οι Κορίται. επί των έργων της λειτουργίας φυλάσσοντες τας φυλακάς της σκηνής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 685 . θάλασσαν. 22 πάντες οι εκλεκτοί επί της πύλης εν ταις πύλαις διακόσιοι και δεκαδύο· ούτοι εν ταις αυλαίς αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέων Ισραήλ και Ιούδα μετά των αποικισθέντων εις Βαβυλώνα εν ταις ανομίαις αυτών. ο καταλοχισμός αυτών· τούτους έστησε Δαυίδ και Σαμουήλ ο βλέπων τη πίστει αυτών. 2 και οι κατοικούντες πρότερον εν ταις κατασχέσεσιν αυτών εν ταις πόλεσιν Ισραήλ. οι ιερείς. 24 κατά τους τέσσαρας ανέμους ήσαν αι πύλαι. 5 και εκ των Σηλωνί· Ασαϊα πρωτότοκος αυτού και οι υιοί αυτού. 10 και από των ιερέων· Ιωδαέ και Ιωαρίμ και Ιαχίν 11 και Αζαρία υιος Χελκία υιού Μοσολλάμ υιού Σαδώκ υιού Μαραϊώθ υιού Αχιτώβ ηγούμενος οίκου του Θεού 12 και Αδαϊα υιος Ιραάμ υιού Φασχώρ υιού Μελχία και Μαασαία υιος Αδιήλ υιού Εζιρά υιού Μοσολλάμ υιού Μασελμώθ υιού Εμμήρ 13 και αδελφοί αυτών άρχοντες οίκων πατριών αυτών χίλιοι και επτακόσιοι και εξήκοντα. 3 και εν Ιερουσαλήμ κατώκησαν από των υιών Ιούδα και από των υιών Βενιαμίν και από των υιών Εφραίμ και Μανασσή· 4 Γνωθί και υιος Αμμιούδ. ισχυροί δυνάμει εις εργασίαν λειτουργίας οίκου του Θεού. 17 οι πυλωροί· Σαλώμ. 15 και Βακβακάρ και Αρής και Γαλαάλ και Ματθανίας υιος Μιχά υιού Ζεχρί υιού Ασάφ 16 και Αβδία υιος Σαμία υιού Γαλαάλ υιού Ιδιθούν και Βαραχία υιος ‘Οσσά υιού Ελκανά. κατά ανατολάς. και οι αδελφοί αυτού εις οίκον πατρός αυτού. Σαλώμ ο άρχων· 18 και έως ταύτης εν τη πύλη του βασιλέως κατ ‘ ανατολάς· αύται αι πύλαι των παρεμβολών υιών Λευί. και πατέρες αυτών επί της παρεμβολής Κυρίου φυλάσσοντες την είσοδον. 23 και ούτοι και οι υιοί αυτών επί των πυλών εν οίκω Κυρίου και εν οίκω της σκηνής του φυλάσσειν. Ακούμ. 6 εκ των υιών Ζαρά· Ιεήλ και αδελφοί αυτών. υιού υιών Φαρές υιού Ιούδα. υιού Αμρί. Τελμών και Αιμάν και αδελφοί αυτών.

26 ότι εν πίστει εισί τέσσαρες δυνατοί των πυλών. 32 και Βαναϊας ο Κααθίτης εκ των αδελφών αυτών επί των άρτων της προθέσεως του ετοιμάσαι σάββατον κατά σάββατον. και επί των θησαυρών οίκου του Θεού παρεμβάλλουσιν. 25 και αδελφοί αυτών εν ταις αυλαίς αυτών του εισπορεύεσθαι κατά επτά ημέρας από καιρού εις καιρόν μετά τούτων. 31 και Ματταθίας εκ των Λευιτών (ούτος ο πρωτότοκος τω Σαλώμ τω Κορίτη) εν τη πίστει επί τα έργα της θυσίας του τηγάνου του μεγάλου ιερέως. και Ζαμβρί εγέννησε τον Μασά. 28 και εξ αυτών επί τα σκεύη της λειτουργίας. Εσήλ υιος αυτού. 41 και υιοί Μιχά· Φιθών και Μαλάχ και Θαράχ. και ταύτα τα ονόματα αυτών· Εζρικάμ πρωτότοκος αυτού και Ισμαήλ και Σαραϊα και Αβδία και Ανάν και Ασά. 33 και ούτοι ψαλτωδοί άρχοντες των πατριών των Λευιτών. 42 και Αχάζ εγέννησε τον Ιαδά. Ελασά υιος αυτού. και ούτοι επί των κλειδών το πρωϊ πρωϊ ανοίγειν τας θύρας του ιερού. 35 και εν Γαβαών κατώκησε πατήρ Γαβαών Ιεήλ. νότον. 30 και από των υιών των ιερέων ήσαν μυρεψοί του μύρου και εις τα αρώματα. και οι Λευίται ήσαν επί των παστοφορίων. 39 και Νήρ εγέννησε τον Κίς. και Κίς εγέννησε τον Σαούλ. και Σαούλ εγέννησε τον Ιωνάθαν και τον Μελχισουέ και τον Αμιναδάβ και τον Ασαβάλ. 38 και Μακελώθ εγέννησε τον Σαμαά. του οίνου. 27 ότι επ ‘ αυτούς η φυλακή. 40 και υιος Ιωνάθαν Μεριβαάλ· και Μεριβαάλ εγέννησε τον Μιχά. ούτοι υιοί Εσήλ. 44 και τω Εσήλ εξ υιοί. 29 και εξ αυτών καθεσταμένοι επί τα σκεύη και επί πάντα σκεύη τα άγια και επί της σεμιδάλεως. Ραφαϊα υιος αυτού. ότι εν αριθμω εισοίσουσι και εν αριθμω εξοίσουσι. του ελαίου. και ούτοι εν μέσω των αδελφών αυτών κατώκησαν εν Ιερουσαλήμ εν μέσω των αδελφών αυτών. 43 και Μασά εγέννησε τον Βαανά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 686 . του λιβανωτού και των αρωμάτων. 34 ούτοι άρχοντες των πατριών των Λευιτών κατά γενέσεις αυτών άρχοντες· ούτοι κατώκησαν εν Ιερουσαλήμ. 36 και υιος αυτού ο πρωτότοκος Αβαδών και Σουρ και Κίς και Βαάλ και Νήρ και Ναδάβ 37 και Γεδούρ και αδελφός και Ζακχούρ και Μακελώθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βορράν. διατεταγμέναι εφημερίαι. και Ιαδά εγέννησε τον Γαλεμέθ και τον Γαζμώθ και τον Ζαμβρί. και όνομα γυναικός αυτού Μααχά. ότι ημέρα και νύξ επ ‘ αυτοίς εν τοις έργοις.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ αλλόφυλοι επολέμησαν προς τον Ισραήλ. και εύρον αυτόν οι τοξόται εν τόξοις και πόνοις. 13 και απέθανε Σαούλ εν ταις ανομίαις αυτού. και πας ο οίκος αυτού επί το αυτό απέθανε. και επόνεσεν από των τόξων. 8 και εγένετο τη επομένη και ήλθον αλλόφυλοι του σκυλεύειν τους τραυματίας και εύρον τον Σαούλ και τους υιούς αυτού πεπτωκότας εν τω όρει Γελβουέ. και έπεσε και γε αυτός επί την ρομφαίαν αυτού και απέθανε. και ουκ εβούλετο ο αίρων τα σκεύη αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 687 . και έπεσον τραυματίαι εν όρει Γελβουέ. διότι ουκ εφύλαξεν· ότι επηρώτησε Σαούλ εν τώ εγγαστριμύθω του ζητήσαι. και απεκρίνατο αυτω Σαμουήλ ο προφήτης· 14 και ουκ εζήτησε Κύριον. 2 και κατεδίωξαν οι αλλόφυλοι οπίσω Σαούλ και οπίσω των υιών αυτού. αις ηνόμησε τω Θεω κατά τον λόγον Κυρίου. 6 και απέθανε Σαούλ και τρεις υιοί αυτού εν τη ημέρα εκείνη. 12 και ηγέρθησαν εκ Γαλαάδ πας ανήρ δυνατός και έλαβον το σώμα Σαούλ και το σώμα των υιών αυτού και ήνεγκαν αυτά εις Ιαβίς και έθαψαν τα οστά αυτών υπό την δρύν εν Ιαβίς και ενήστευσαν επτά ημέρας. 4 και είπε Σαούλ τω αίροντι τα σκεύη αυτού· σπάσαι την ρομφαίαν σου και εκκέντησόν με εν αυτη. και κατέλιπον τας πόλεις αυτών και έφυγον· και ήλθον οι αλλόφυλοι και κατώκησαν εν αυταίς. και απέκτεινεν αυτόν και επέστρεψε την βασιλείαν τω Δαυίδ υιω Ιεσσαί. α εποίησαν οι αλλόφυλοι τω Σαούλ και υιω Ισραήλ. 9 και εξέδυσαν αυτόν και έλαβον την κεφαλήν αυτού και τα σκεύη αυτού και απέστειλαν εις γην αλλοφύλων κύκλω του ευαγγελίσασθαι τοις ειδώλοις αυτών και τω λαω· 10 και έθηκαν τα σκεύη αυτών εν οίκω θεού αυτών και την κεφαλήν αυτού έθηκαν εν οίκω Δαγών. 3 και εβαρύνθη ο πόλεμος επί Σαούλ. μη έλθωσιν οι απερίτμητοι ούτοι και εμπαίξωσί μοι. και επάταξαν αλλόφυλοι τον Ιωνάθαν και τον Αμιναδάβ και τον Μελχισουέ υιούς Σαούλ. ότι εφοβείτο σφόδρα· και έλαβε Σαούλ την ρομφαίαν και επέπεσεν επ ‘ αυτήν. 5 και είδεν ο αίρων τα σκεύη αυτού ότι απέθανε Σαούλ. 11 και ήκουσαν πάντες οι κατοικούντες Γαλαάδ άπαντα. και έφυγον από προσώπου αλλοφύλων. 7 και είδε πας ανήρ Ισραήλ ο εν τω αυλώνι ότι έφυγεν Ισραήλ και ότι απέθανε Σαούλ και οι υιοί αυτού.

και εποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην. 16 και Δαυίδ τότε εν τη περιοχή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ήλθε πας Ισραήλ προς Δαυίδ εν Χεβρών λέγοντες· ιδού οστά σου και σάρκες σου ημείς· 2 και εχθές και τρίτην όντος Σαούλ βασιλέως. και διέθετο αυτοίς ο βασιλεύς Δαυίδ διαθήκην εν Χεβρών έναντι Κυρίου. και εκεί οι Ιεβουσαίοι οι κατοικούντες την γην είπον τω Δαυίδ· 5 ουκ εισελεύση ώδε. και ην μερίς του αγρού πλήρης κριθών. 10 Και ούτοι οι άρχοντες των δυνατών. 7 και εκάθισε Δαυίδ εν τη περιοχή· δια τούτο εκάλεσεν αυτήν Πόλιν Δαυίδ· 8 και ωκοδόμησε την πόλιν κύκλω· και επολέμησε και έλαβε την πόλιν. οί ήσαν τω Δαυίδ. και παρεμβολή των αλλοφύλων εν τη κοιλάδι των γιγάντων. 4 Και επορεύθη ο βασιλεύς και άνδρες αυτού εις Ιερουσαλήμ (αύτη Ιεβούς). 15 και κατέβησαν τρεις εκ των τριάκοντα αρχόντων εις την πέτραν προς Δαυίδ εις το σπήλαιον ‘Οδολλάμ. και Κύριος παντοκράτωρ μετ ‘ αυτού. οι κατισχύοντες μετ ‘ αυτού εν τη βασιλεία αυτού μετά παντός Ισραήλ του βασιλεύσαι αυτόν κατά τον λόγον Κυρίου επί Ισραήλ· 11 και ούτος ο αριθμός των δυνατών του Δαυίδ· Ιεσεβάαλ υιος Αχαμανί πρώτος των τριάκοντα· ούτος εσπάσατο την ρομφαίαν αυτού άπαξ επί τριακοσίους τραυματίας εν καιρω ενί. δια χειρός Σαμουήλ. και ο λαός έφυγεν από προσώπου αλλοφύλων· 14 και έστη εν μέσω της μερίδος και έσωσεν αυτήν και επάταξε τους αλλοφύλους. και συ έση εις ηγούμενον επί Ισραήλ. 13 ούτος ην μετά Δαυίδ εν Φασοδομίν. 6 και είπε Δαυίδ· πας τύπτων Ιεβουσαίον εν πρώτοις και έσται εις άρχοντα και εις στρατηγόν· και ανέβη επ ‘ αυτήν εν πρώτοις Ιωάβ υιος Σαρουϊα και εγένετο εις άρχοντα. και προκατελάβετο την περιοχήν Σιών (αύτη η πόλις Δαυίδ). και το σύστημα των αλλοφύλων τότε εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 688 . 9 και επορεύετο Δαυίδ πορευόμενος και μεγαλυνόμενος. και είπεν Ισραήλ Κύριός σοι· συ ποιμανείς τον λαόν μου τον Ισραήλ. και έχρισαν τον Δαυίδ εις βασιλέα επί Ισραήλ κατά τον λόγον Κυρίου. και οι αλλόφυλοι συνήχθησαν εκεί εις πόλεμον. 12 και μετ ‘ αυτόν Ελεάζαρ υιος Δωδαϊ ο Αχωχί· ούτος ην εν τοις τρισί δυνατοίς. 3 και ήλθον πάντες πρεσβύτεροι Ισραήλ προς τον βασιλέα εις Χεβρών. συ ήσθα ο εξάγων και εισάγων τον Ισραήλ.

34 υιος Ασάμ του Γιζωνίτου. Βαναίας ο Φαραθωνί. και έλαβον και ήλθον προς Δαυίδ. Ελεανάν υιος Δωδωέ εκ Βηθλεέμ. ταύτα εποίησαν οι τρεις δυνατοί. 18 και διέρρηξαν οι τρεις την παρεμβολήν των αλλοφύλων και υδρεύσαντο ύδωρ εκ του λάκκου του εν Βηθλεέμ. Ελιαβά ο Σαλαβωνί. και ούτος ην ονομαστός εν τοις τρισίν. 30 Μοοραϊ ο Νετωφαθί. Μεβαάλ υιος Αγαρί. 45 Ιεδιήλ υιος Σαμερί και Ιωζαέ ο αδελφός αυτού ο Θωσαϊ. 41 Ουρία ο Χεττί. και τούτω όνομα εν τοις τρισί τοις δυνατοίς· 25 υπέρ τους τριάκοντα ην ένδοξος ούτος και προς τους τρεις ουκ ήρχετο· και κατέστησεν αυτόν Δαυίδ επί την πατριάν αυτού. Αβιέζερ ο Αναθωθί. Χελλής ο Φελωνί. 43 Ανάν υιος Μοωχά. 17 και επεθύμησε Δαυίδ και είπε· τις ποτιεί με ύδωρ εκ του λάκκου Βηθλεέμ του εν τη πύλη. 31 Αιρί υιος Ρεβιέ εκ βουνού Βενιαμίν. 26 και δυνατοί των δυνάμεων· Ασαήλ αδελφός Ιωάβ. 20 και Αβεσαά αδελφός Ιωάβ. 22 και Βαναίας υιος Ιωδαέ υιος ανδρός δυνατού. Ελφάτ υιος Θυροφάρ 36 ο Μεχωραθρί. Γαρήβ ο Ιεθρί. και επ ‘ αυτω τριάκοντα. 35 Αχίμ υιος Αχάρ ο Αραρί. και κατέβη επ ‘ αυτόν Βαναίας εν ράβδω και αφείλετο εκ της χειρός του Αιγυπτίου το δόρυ και απέκτεινεν αυτόν εν τω δόρατι αυτού. Ιωνάθαν υιος Σωλά ο Αραρί. Αχία ο Φελλωνί. Νααραί υιος Αζοβαί. 46 Ελιήλ ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 689 . 24 ταύτα εποίησε Βαναίας υιος Ιωδαέ. 32 Ουρί εκ Ναχαλί Γάας. ούτος εσπάσατο την ρομφαίαν αυτού επί τριακοσίους τραυματίας εν καιρω ενί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Βηθλεέμ. Ναχώρ ο Βηρωθί. Σαμαθά και Ιειήλ υιοί Χωθάμ του Αραρί. Χολόδ υιος Νοοζά ο Νετωφαθί. 40 Ιρά ο Ιεθρί. και Ιωσαφάτ ο Ματθανί. 38 Ιωήλ υιος Νάθαν. ος ην εν τη πύλη. 37 ‘Ησερέ ο Χαρμαδαϊ. πολλά έργα αυτού υπέρ Καβασαήλ· ούτος επάταξε τους δύο αριήλ Μωάβ και ούτος κατέβη και επάταξε τον λέοντα εν τω λάκκω εν ημέρα χιόνος· 23 και ούτος επάταξε τον άνδρα τον Αιγύπτιον. αίρων σκεύη Ιωάβ υιω Σαρουϊα. 28 Ωρά υιος Εκκίς ο Θεκωί. 27 Σαμμώθ ο Αρωρί. Ζαβέτ υιος Αχαϊά. και ην αυτοίς εις άρχοντα και έως των τριών ουκ ήρχετο. ει αίμα ανδρών τούτων πίομαι εν ψυχαίς αυτών. 21 από των τριών υπέρ τους δύο ένδοξος. ότι εν ψυχαίς αυτών ήνεγκαν αυτό· και ουκ εβούλετο πιείν αυτό. 42 Αδινά υιος Σαιζά του Ρουβήν άρχων. ούτος ην άρχων των τριών. και εν χειρί του Αιγυπτίου δόρυ ως αντίον υφαινόντων. και ουκ ηθέλησε Δαυίδ του πιείν αυτό και έσπεισεν αυτό τω Κυρίω και είπεν· 19 ίλεώς μου ο Θεός του ποιήσαι το ρήμα τούτο. 33 Αζμώθ ο Βαρωμί. Αβιήλ ο Γαραβαιθί. 39 Σελή ο Αμμωνί. άνδρα ορατόν πεντάπηχυν. 44 ‘Οζία ο Ασταρωθί. 29 Σοβοχαί ο Ασωθί. ‘Ηλί ο Αχωνί.

Ιερμιά ο πέμπτος. και ούτος πεπληρωκώς επί πάσαν κρηπίδα αυτού. και ούτοι εν τοις δυνατοίς βοηθούντες εν πολέμω 2 και τόξω εκ δεξιών και εξ αριστερών και σφενδονήται εν λίθοις και τόξοις· εκ των αδελφών Σαούλ εκ Βενιαμίν· 3 ο άρχων Αχιέζερ και Ιωάς υιος Ασμά του Γαβαθίτου και Ιωήλ και Ιωφαλήτ υιοί Ασμώθ και Βερχία και Ιηούλ ο Αναθωθί 4 και Σαμαϊας ο Γαβαωνίτης δυνατός εν τοις τριάκοντα και επί των τριάκοντα 5 Ιερεμία και Ιεζιήλ και Ιωανάν και Ιωζαβάθ ο Γαδαραθιίμ. Μελχαβαναί ο ενδέκατος. και εξεδίωξαν πάντας τους κατοικούντας αυλώνας από ανατολών έως δυσμών. 18 και Δαυίδ εξήλθεν εις απάντησιν αυτών και είπεν αυτοίς· ει εις ειρήνην ήκατε προς με. και είπε· πορεύου και ο λαός σου Δαυίδ υιος Ιεσσαί· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 690 . 7 Ηλκανά και Ιησουνί και ‘Οζριήλ και Ιωζαρά και Σοβοκάμ και οι Κορίται 8 και Ιελία και Ζαβαδία υιοί Ιραάμ και οι του Γεδώρ. 6 Αζαϊ και Ιαριμούθ και Βααλιά και Σαμαραϊα και Σαφατίας ο Χαραιφιήλ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ούτοι οι ελθόντες προς Δαυίδ εις Σικελάγ. 11 Μασμανά ο τέταρτος. εις τοις εκατόν μικρός και μέγας τοις χιλίοις. 14 Ιερμιά ο δέκατος. και Ιωσία υιος αυτού. Ελιάβ ο έβδομος. ίδοι ο Θεός των πατέρων υμών και ελέγξαιτο. 13 Ιωανάν ο όγδοος. έτι συνεχομένου από προσώπου Σαούλ υιού Κίς. 15 ούτοι εκ των υιών Γάδ άρχοντες της στρατιάς. είη μοι καρδία καθ ‘ εαυτήν εφ ‘ υμάς· και ει του παραδούναί με τοις εχθροίς μου ουκ εν αληθεία χειρός. και κούφοι ως δορκάδες επί των ορέων τω τάχει· 10 Αζέρ ο άρχων. Ελλαάμ και Ιεθαμά ο Μωαβίτης. 19 και πνεύμα ενέδυσε τον Αμασαί άρχοντα των τριάκοντα. 17 και ήλθον από των υιών Βενιαμίν και Ιούδα εις βοήθειαν του Δαυίδ. Αβδία ο δεύτερος. 47 Δαλιήλ και ‘Ωβήδ και Ιεσσιήλ ο Μεσωβία. Ελιαζέρ ο ένατος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαωϊ και Ιαριβί. και πρόσωπον λέοντος τα πρόσωπα αυτών. Ελιάβ ο τρίτος. 12 Ιεθί ο έκτος. 16 ούτοι οι διαβάντες τον Ιορδάνην εν τω μηνί τω πρώτω. 9 και από του Γαδδί εχωρίσθησαν προς Δαυίδ από της ερήμου ισχυροί δυνατοί άνδρες παρατάξεως πολέμου αίροντες θυρεούς και δόρατα.

ότι δυνατοί ισχύος πάντες και ήσαν ηγούμενοι εν τη στρατιά εν τη δυνάμει· 23 ότι ημέραν εξ ημέρας ήρχοντο προς Δαυίδ εις δύναμιν μεγάλην ως δύναμις του Θεού. 29 και Σαδώκ νέος δυνατός ισχύϊ και της πατρικής οικίας αυτού άρχοντες εικοσιδύο. 27 των υιών Λευί τετρακισχίλιοι και εξακόσιοι. 34 και από Ζαβουλών εκπορευόμενοι εις παράταξιν πολέμου εν πάσι σκεύεσι πολεμικοίς πεντήκοντα χιλιάδες βοηθήσαι τω Δαυίδ ου χεροκένως. 33 και από των υιών Ισσάχαρ γινώσκοντες σύνεσιν εις τους καιρούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ειρήνη ειρήνη σοι. άνδρες ονομαστοί κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. 37 και από του Ασήρ εκπορευόμενοι βοηθήσαι εις πόλεμον τεσσαράκοντα χιλιάδες. και προσεδέξατο αυτούς Δαυίδ και κατέστησεν αυτούς άρχοντας των δυνάμεων. γινώσκοντες τι ποιήσαι Ισραήλ εις τας αρχάς αυτών. αρχηγοί χιλιάδων εισί του Μανασσή. 24 και ταύτα τα ονόματα των αρχόντων της στρατιάς. 22 και αυτοί συνεμάχησαν τω Δαυίδ επί τον γεδδούρ. διακόσιοι. 38 και εκ πέραν του Ιορδάνου από Ρουβήν και Γαδδί και από του ημίσους φυλής Μανασσή εν πάσι σκεύεσι πολεμικοίς εκατόν είκοσι χιλιάδες. 39 πάντες ούτοι άνδρες πολεμισταί παρατασσόμενοι παράταξιν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 691 . 36 και από των Δανιτών παρατασσόμενοι εις πόλεμον εικοσιοκτώ χιλιάδες και οκτακόσιοι. 25 υιοί Ιούδα θυρεοφόροι και δορατοφόροι εξ χιλιάδες και οκτακόσιοι δυνατοί παρατάξεως. 20 και από Μανασσή προσεχώρησαν προς Δαυίδ εν τω ελθείν τους αλλοφύλους επί Σαούλ εις πόλεμον· και ουκ εβοήθησεν αυτοίς. οί ωνομάσθησαν εν ονόματι του βασιλεύσαι τον Δαυίδ. ότι εβοήθησέ σοι ο Θεός σου. 28 και Ιωδαέ ο ηγούμενος τω Ααρών και μετ ‘ αυτού τρεις χιλιάδες και επτακόσιοι. οι ελθόντες προς Δαυίδ εις Χεβρών του αποστρέψαι την βασιλείαν Σαούλ προς αυτόν κατά τον λόγον Κυρίου. 30 και των υιών Βενιαμίν των αδελφών Σαούλ τρεις χιλιάδες· και έτι το πλείστον αυτών απεσκόπει την φυλακήν οίκου Σαούλ. ότι εν βουλή εγένετο παρά των στρατηγών των αλλοφύλων λεγόντων· εν ταις κεφαλαίς των ανδρών εκείνων επιστρέψει προς κύριον αυτού Σαούλ· 21 εν τω πορευθήναι τον Δαυίδ εις Σικελάγ προσεχώρησαν αυτω από Μανασσή Εδνά και Ιωζαβάθ και Ρωδιήλ και Μιχαήλ και Ιωσαβαίθ και Ελιμούθ και Σεμαθί. και ειρήνη τοις βοηθοίς σου. και πάντες αδελφοί αυτών μετ ‘ αυτών. 26 των υιών Συμεών δυνατοί ισχύος εις παράταξιν επτά χιλιάδες και εκατόν. 35 και από Νεφθαλί άρχοντες χίλιοι και μετ ‘ αυτών εν θυρεοίς και δόρασι τριακονταεπτά χιλιάδες. 32 και από του ημίσους φυλής Μανασσή δεκαοκτώ χιλιάδες. δυνατοί ισχύϊ. 31 και από υιών Εφραίμ είκοσι χιλιάδες και οκτακόσιοι.

11 και ηθύμησε Δαυίδ. 4 και είπε πάσα η εκκλησία του ποιήσαι ούτως. ου επεκλήθη όνομα αυτού. μόσχους και πρόβατα εις πλήθος. ότι διέκοψε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 692 . και μετ ‘ αυτών οι ιερείς οι Λευίται εν πόλεσι κατασχέσεως αυτών. 7 και επέθηκαν την κιβωτόν του Θεού εφ ‘ άμαξαν καινήν εξ οίκου Αμαναδάβ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ εβουλεύσατο Δαυίδ μετά των χιλιάρχων και των εκατοντάρχων. 40 και ήσαν εκεί ημέρας τρεις εσθίοντες και πίνοντες. του αναγαγείν εκείθεν την κιβωτόν του Θεού Κυρίου καθημένου επί Χερουβίμ. 3 και μετενέγκωμεν την κιβωτόν του Θεού ημών προς ημάς· ότι ουκ εζήτησαν αυτήν αφ ‘ ημερών Σαούλ. ότι ητοίμασαν οι αδελφοί αυτών. 41 και οι ομορούντες αυτοίς έως Ισσάχαρ και Ζαβουλών και Νεφθαλί έφερον αυτοίς επί των καμήλων και των όνων και των ημιόνων και επί των μόσχων βρώματα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ψυχή ειρηνική και ήλθον εις Χεβρών του βασιλεύσαι τον Δαυίδ επί πάντα Ισραήλ· και ο κατάλοιπος Ισραήλ ψυχή μία του βασιλεύσαι τον Δαυίδ. ότι ευθής ο λόγος εν οφθαλμοίς παντός του λαού. 8 και Δαυίδ και πας Ισραήλ παίζοντες εναντίον του Θεού εν πάση δυνάμει και εν ψαλτωδοίς και εν κινύραις και εν νάβλαις. και πας Ισραήλ ανέβη εις πόλιν Δαυίδ. και εν κυμβάλοις και εν σάλπιγξι. ή ην του Ιούδα. και εξέτεινεν ‘Οζά την χείρα αυτού του κατασχείν την κιβωτόν. αποστείλωμεν προς τους αδελφούς ημών τους υπολελειμμένους εν πάση γη Ισραήλ. 10 και εθυμώθη Κύριος οργή επί ‘Οζά και επάταξεν αυτόν εκεί δια το εκτείναι την χείρα αυτού επί την κιβωτόν. και απέθανεν εκεί απέναντι του Θεού. άλευρα. παντί ηγουμένω. 9 και ήλθοσαν έως της άλωνος. 5 και εξεκκλησίασε Δαυίδ τον πάντα Ισραήλ από ορίων Αιγύπτου και έως εισόδου Ημάθ του εισενέγκαι την κιβωτόν του Θεού εκ πόλεως Ιαρίμ. και ‘Οζά και οι αδελφοί αυτού ήγον την άμαξαν. 6 και ανήγαγεν αυτήν Δαυίδ. ότι ευφροσύνη εν Ισραήλ. 2 και είπε Δαυίδ τη πάση εκκλησία Ισραήλ· ει εφ ‘ υμίν αγαθόν και παρά Κυρίου του Θεού ημών ευοδωθή. ότι εξέκλινεν αυτήν ο μόσχος. οίνον και έλαιον. παλάθας. σταφίδας. και συναχθήσονται προς ημάς. εν τυμπάνοις.

14 και εκάθισεν η κιβωτός του Θεού εν οίκω Αβεδδαρά τρεις μήνας· και ευλόγησεν ο Θεός Αβεδδαρά και πάντα τα αυτού. 12 και εγκατέλιπον εκεί τους θεούς αυτών οι αλλόφυλοι. 3 Και έλαβε Δαυίδ έτι γυναίκας εν Ιερουσαλήμ. 13 και προσέθεντο έτι αλλόφυλοι και συνέπεσαν έτι εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 693 . 9 και αλλόφυλοι ήλθον και συνέπεσον εν τη κοιλάδι των γιγάντων. Νάθαν και Σαλωμών 5 και Ιβαάρ και Ελισαέ και Ελιφαλέτ 6 και Ναγέθ και Ναφάγ και Ιαφιέ 7 και Ελισαμαέ και Ελιαδέ και Ελιφαλέτ. και εξέκλινεν αυτήν εις οίκον Αβεδδαρά του Γεθθαίου. 13 και ουκ απέστρεψε Δαυίδ την κιβωτόν προς εαυτόν εις πόλιν Δαυίδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος διακοπήν εν ‘Οζά. και είπεν αυτω Κύριος· ανάβηθι. 8 Και ήκουσαν αλλόφυλοι ότι εχρίσθη Δαυίδ βασιλεύς επί πάντα Ισραήλ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ απέστειλε Χιράμ βασιλεύς Τύρου αγγέλους προς Δαυίδ και ξύλα κέδρινα και οικοδόμους και τέκτονας ξύλων του οικοδομήσαι αυτω οίκον. 2 και έγνω Δαυίδ ότι ητοίμασεν αυτόν Κύριος εις βασιλέα επί Ισραήλ. και ετέχθησαν Δαυίδ έτι υιοί και θυγατέρες. 12 και εφοβήθη Δαυίδ τον Θεόν εν τη ημέρα εκείνη. οί ήσαν αυτω εν Ιερουσαλήμ· Σαμαά. 11 και ανέβη εις Βαάλ Φαρασίν και επάταξεν αυτούς εκεί Δαυίδ· και είπε Δαυίδ· διέκοψεν ο Θεός τους εχθρούς μου εν χειρί μου ως διακοπήν ύδατος· δια τούτο εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Διακοπή Φαρασίν. λέγων· Πως εισοίσω την κιβωτόν του Θεού προς εμαυτόν. και δώσω αυτούς εις τας χείράς σου. 4 και ταύτα τα ονόματα αυτών των τεχθέντων. και ανέβησαν πάντες οι αλλόφυλοι ζητήσαι τον Δαυίδ· και ήκουσε Δαυίδ και εξήλθεν εις απάντησιν αυτοίς. Σωβάβ. 10 και επηρώτησε Δαυίδ δια του Θεού λέγων· ει αναβώ επί τους αλλοφύλους και δώσεις αυτούς εις τας χείράς μου. και εκάλεσε τον τόπον εκείνον Διακοπή ‘Οζά έως της ημέρας ταύτης. ότι ηυξήθη εις ύψος η βασιλεία αυτού δια τον λαόν αυτού Ισραήλ. και είπε Δαυίδ κατακαύσαι αυτούς εν πυρί.

4 και συνήγαγε Δαυίδ τους υιούς Ααρών τους Λευίτας. 9 των υιών Χεβρών· Ελιήλ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. 14 και ηρώτησε Δαυίδ έτι εν Θεω. και ητοίμασε τον τόπον τη κιβωτω του Θεού και εποίησεν αυτη σκηνήν. εκατόν τριάκοντα. και επάταξε την παρεμβολήν των αλλοφύλων από Γαβαών έως Γαζηρά. 17 και εγένετο όνομα Δαυίδ εν πάση τη γη. 10 των υιών ‘Οζιήλ· Αμιναδάβ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. και τους Λευίτας. τους ιερείς. εκατόν είκοσι. 14 και ηγνίσθησαν οι ιερείς και οι Λευίται του ανενέγκαι την κιβωτόν Θεού Ισραήλ. 16 και εποίησε καθώς ενετείλατο αυτω ο Θεός. 11 και εκάλεσε Δαυίδ τον Σαδώκ και Αβιάθαρ. διακόσιοι είκοσι. Ασαϊαν και Ιωήλ και Σαμαίαν και Ελιήλ και Αμιναδάβ. ον ητοίμασεν αυτη. εκατόν δεκαδύο. ότι αυτούς εξελέξατο Κύριος αίρειν την κιβωτόν Κυρίου και λειτουργείν αυτω έως αιώνος. 12 και είπεν αυτοίς· υμείς άρχοντες πατριών των Λευιτών. 2 τότε είπε Δαυίδ· ουκ έστιν άραι την κιβωτόν του Θεού. ογδοήκοντα. 6 των υιών Μεραρί· Ασαϊα ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. 3 και εξεκκλησίασε Δαυίδ τον πάντα Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ του ανενέγκαι την κιβωτόν Κυρίου εις τον τόπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κοιλάδι των γιγάντων. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εποίησεν αυτω οικίας εν πόλει Δαυίδ. 5 των υιών Καάθ· Ουριήλ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. και είπεν αυτω ο Θεός· ου πορεύση οπίσω αυτών. αλλ ‘ ή τους Λευίτας. ότι ουκ εξεζητήσαμεν εν κρίματι. τον Ουριήλ. αποστρέφου απ ‘ αυτών και παρέση αυτοίς πλησίον των απίων· 15 και έσται εν τω ακούσαί σε την φωνήν του συσσεισμού των άκρων των απίων. 15 και έλαβον οι υιοί των Λευιτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 694 . τότε εισελεύση εις τον πόλεμον. διακόσιοι. και Κύριος έδωκε τον φόβον αυτού επί πάντα τα έθνη. ου ητοίμασα αυτη· 13 ότι ουκ εν τω πρότερον υμάς είναι διέκοψεν ο Θεός ημών εν ημίν. 7 των υιών Γηρσάμ· Ιωήλ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. αγνίσθητε υμείς και οι αδελφοί υμών και ανοίσετε την κιβωτόν του Θεού Ισραήλ. ότι εξήλθεν ο Θεός έμπροσθέν σου του πατάξαι την παρεμβολήν των αλλοφύλων. 8 των υιών Ελισαφάν· Σεμεϊ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού.

και εξουδένωσεν αυτόν εν τη ψυχή αυτής. 18 και μετ ‘ αυτών οι αδελφοί αυτών οι δεύτεροι Ζαχαρίας και ‘Οζιήλ και Σεμιραμώθ και Ιεϊήλ και Ελιωήλ και Ελιάβ και Βαναία και Μαασαϊα και Ματταθία και Ελιφαλία και Μακενία και Αβδεδόμ και Ιεϊήλ και ‘Οζίας. Μασαίας. ως ενετείλατο Μωυσής εν λόγω Θεού κατά την γραφήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την κιβωτόν του Θεού. αναφωνούντες εν νάβλαις και εν κινύραις. 16 και είπε Δαυίδ τοις άρχουσι των Λευιτών· στήσατε τους αδελφούς αυτών τους ψαλτωδούς εν οργάνοις. Σεμιραμώθ. 27 και Δαυίδ περιεζωσμένος εν στολή βυσσίνη και πάντες οι Λευίται αίροντες την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου και οι ψαλτωδοί και Χωνενίας ο άρχων των ωδών των αδόντων. Ασάφ και Αιθάν εν κυμβάλοις χαλκοίς του ακουσθήναι ποιήσαι· 20 Ζαχαρίας και ‘Οζιήλ. Αιμάν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 695 . Βαναίας εν νάβλαις επί αλαιμώθ. 29 και εγένετο η κιβωτός διαθήκης Κυρίου και ήλθεν έως πόλεως Δαυίδ. και Αβδεδόμ και Ιεϊα πυλωροί της κιβωτού του Θεού. εν αναφορεύσιν επ ‘ αυτούς. ότι συνετός ην. νάβλαις. ‘Ωνί. 26 και εγένετο εν τω κατισχύσαι τον Θεόν τους Λευίτας αίροντας την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου και έθυσαν επτά μόσχους και επτά κριούς. Ιεϊήλ. 17 και έστησαν οι Λευίται τον Αιμάν υιόν Ιωήλ· εκ των αδελφών αυτού Ασάφ υιος Βαραχία. και επί Δαυίδ στολή βυσσίνη. και Μελχόλ η θυγάτηρ Σαούλ παρέκυψε δια της θυρίδος και είδε τον βασιλέα Δαυίδ ορχούμενον και παίζοντα. 28 και πας Ισραήλ ανάγοντες την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εν σημασία και εν φωνή σωφέρ και εν σάλπιγξι και εν κυμβάλοις. Ελιάβ. 19 και οι ψαλτωδοί. οι πυλωροί. 23 και Βαραχία και Ελκανά πυλωροί της κιβωτού. κινύραις και κυμβάλοις του φωνήσαι εις ύψος εν φωνή ευφροσύνης. 21 και Ματταθίας και Ελιφαλίας και Μακενίας και Αβδεδόμ και Ιεϊήλ και ‘Οζίας εν κινύραις αμασενίθ του ενισχύσαι. και εκ των υιών Μεραρί αδελφών αυτού Αιθάν υιος Κισαίου. 22 και Χωνενία άρχων των Λευιτών άρχων των ωδών. 25 και ην Δαυίδ και οι πρεσβύτεροι Ισραήλ και οι χιλίαρχοι οι πορευόμενοι του αναγαγείν την κιβωτόν της διαθήκης εξ οίκου Αβδεδόμ εν ευφροσύνη. 24 και Σοβνία και Ιωσαφάτ και Ναθαναήλ και Αμασαϊ και Ζαχαρία και Βαναϊ και Ελιέζερ οι ιερείς σαλπίζοντες ταις σάλπιγξιν έμπροσθεν της κιβωτού του Θεού.

ζητήσατε το πρόσωπον αυτού διαπαντός. ον ενετείλατο εις χιλίας γενεάς. επικαλείσθε αυτόν εν ονόματι αυτού. 9 άσατε αυτω και υμνήσατε αυτω. 12 μνημονεύετε τα θαυμάσια αυτού. και προσήνεγκαν ολοκαυτώματα και σωτηρίου εναντίον του Θεού. και Αβδεδόμ και Ιεϊήλ εν οργάνοις. 16 ον διέθετο τω Αβραάμ και τον όρκον αυτού τω Ισαάκ· 17 έστησεν αυτόν τω Ιακώβ εις πρόσταγμα. 13 σπέρμα Ισραήλ παίδες αυτού. 20 και επορεύθησαν από έθνους εις έθνος και από βασιλείας εις λαόν έτερον. 3 και διεμέρισε παντί ανδρί Ισραήλ από ανδρός και έως γυναικός. νάβλαις. Ιεϊήλ. τω Ισραήλ διαθήκην αιώνιον 18 λέγων· σοί δώσω την γην Χαναάν σχοίνισμα κληρονομίας υμών. 21 ουκ αφήκεν άνδρα του δυναστεύσαι αυτούς και ήλεγξε περί αυτών βασιλείς· 22 μη άψησθε των χριστών μου και εν τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 696 . 2 και συνετέλεσε Δαυίδ αναφέρων ολοκαυτώματα και σωτηρίου και ευλόγησε τον λαόν εν ονόματι Κυρίου. Ελιάβ και Βαναίας. 8 †ΔΗ. 14 αυτός Κύριος ο Θεός ημών. 11 ζητήσατε τον Κύριον και ισχύσατε. τέρατα και κρίματα του στόματος αυτού. Σεμιραμώθ. εν πάση τη γη τα κρίματα αυτού. τω ανδρί άρτον ένα αρτοκοπικόν και αμορίτην. α εποίησε. 7 Εν τη ημέρα εκείνη τότε έταξε Δαυίδ εν αρχή του αινείν τον Κύριον εν χειρί Ασάφ και των αδελφών αυτού. κινύραις. 4 και έταξε κατά πρόσωπον της κιβωτού διαθήκης Κυρίου εκ των Λευιτών λειτουργούντας αναφωνούντας και εξομολογείσθαι και αινείν Κύριον τον Θεόν Ισραήλ· 5 Ασάφ ο ηγούμενος. Ματταθίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ εισήνεγκαν την κιβωτόν του Θεού και απηρείσαντο αυτήν εν μέσω της σκηνής. 15 μνημονεύων εις αιώνα διαθήκης αυτού. α εποίησε Κύριος. γνωρίσατε εν λαοίς τα επιτηδεύματα αυτού. 10 αινείτε εν ονόματι αγίω αυτού. Εξομολογείσθε τω Κυρίω. υιοί Ιακώβ εκλεκτοί αυτού. και Ασάφ εν κυμβάλοις αναφωνών. Ιεϊήλ. 19 εν τω γενέσθαι αυτούς ολιγοστούς αριθμω ως εσμικρύνθησαν και παρώκησαν εν αυτη. λόγον αυτού. ης έπηξεν αυτη Δαυίδ. 6 και Βαναίας και ‘Οζιήλ οι ιερείς εν ταις σάλπιγξι διαπαντός εναντίον της κιβωτού της διαθήκης του Θεού. διηγήσασθε πάσι τα θαυμάσια αυτού. και δευτερεύων αυτω Ζαχαρίας. ευφρανθήσεται καρδία ζητούσα την ευδοκίαν αυτού.

23 άσατε τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προφήταις μου μη πονηρεύεσθε. εξήκοντα και οκτώ. 36 ευλογημένος Κύριος ο Θεός Ισραήλ από του αιώνος και έως του αιώνος· και ερεί πας ο λαός· αμήν. ότι ήλθε κρίναι την γην. 28 δότε τω Κυρίω αι πατριαί των εθνών. και ειπάτωσαν εν τοις έθνεσι· Κύριος βασιλεύων. 34 εξομολογείσθε τω Κυρίω. και ήνεσαν τω Κυρίω. εν πάσι τοις λαοίς τα θαυμάσια αυτού. δότε τω Κυρίω δόξαν και ισχύν· 29 δότε τω Κυρίω δόξαν ονόματος αυτού. αναγγείλατε εξ ημέρας εις ημέραν σωτηρίαν αυτού. οι δε υιοί Ιδιθούν εις την πύλην. λάβετε δώρα και ενέγκατε κατά πρόσωπον αυτού και προσκυνήσατε Κυρίω εν αυλαίς αγίαις αυτού. 24 εξηγείσθε εν τοις έθνεσι την δόξαν αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. και Αβδεδόμ υιος Ιδιθούν και ‘Οσσά εις πυλωρούς. 42 και μετ ‘ αυτών σάλπιγγες και κύμβαλα του αναφωνείν και όργανα των ωδών του Θεού. ο Θεός της σωτηρίας ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 697 . 26 ότι πάντες οι θεοί των εθνών είδωλα. 32 βομβήσει η θάλασσα συν τω πληρώματι και ξύλον αγρού και πάντα τα εν αυτω· 33 τότε ευφρανθήσεται τα ξύλα του δρυμού από προσώπου Κυρίου. 25 ότι μέγας Κύριος και αινετός σφόδρα. φοβερός εστιν επί πάντας τους θεούς. 43 και επορεύθη πας ο λαός έκαστος εις τον οίκον αυτού. 35 και είπατε· σώσον ημάς. 27 δόξα και έπαινος κατά πρόσωπον αυτού. και άθροισον ημάς. ότι αγαθόν. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ισχύς και καύχημα εν τόπω αυτού. 38 και Αβδεδόμ και οι αδελφοί αυτού. κατορθωθήτω η γη και μη σαλευθήτω· 31 ευφρανθήτω ο ουρανός και αγαλλιάσθω η γη. 39 και τον Σαδώκ τον ιερέα και τους αδελφούς αυτού τους ιερείς εναντίον της σκηνής Κυρίου εν Βαμά τη εν Γαβαών 40 του αναφέρειν ολοκαυτώματα τω Κυρίω επί του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων διαπαντός το πρωϊ και το εσπέρας και κατά πάντα τα γεγραμμένα εν νόμω Κυρίου όσα ενετείλατο εφ ‘ υιοίς Ισραήλ εν χειρί Μωυσή του θεράποντος του Θεού· 41 και μετ ‘ αυτού Αιμάν και Ιδιθούν και οι λοιποί εκλεγέντες επ ‘ ονόματος του αινείν τον Κύριον. 37 Και κατέλιπον εκεί έναντι της κιβωτού διαθήκης Κυρίου τον Ασάφ και τους αδελφούς αυτού του λειτουργείν εναντίον της κιβωτού διαπαντός το της ημέρας εις ημέραν. πάσα η γη. και εξελού ημάς εκ των εθνών του αινείν το όνομα το άγιόν σου και καυχάσθαι εν ταις αινέσεσί σου. και ο Θεός ημών ουρανούς εποίησε. 30 φοβηθήτω από προσώπου αυτού πάσα η γη. και επέστρεψε Δαυίδ του ευλογήσαι τον οίκον αυτού.

και ο θρόνος αυτού έσται ανωρθωμένος έως αιώνος. και είπε Δαυίδ προς Νάθαν τον προφήτην· ιδού εγώ κατοικώ εν οίκω κεδρίνω. 2 και είπε Νάθαν προς Δαυίδ· παν το εν τη ψυχή σου ποίει. ος έσται εκ της κοιλίας σου. και αναστήσω το σπέρμα σου μετά σε. ης ανήγαγον τον Ισραήλ. ούτως ελάλησε Νάθαν προς Δαυίδ. οίς διήλθον εν παντί Ισραήλ· ει λαλών ελάλησα προς μίαν φυλήν του Ισραήλ. 3 και εγένετο εν τη νυκτί εκείνη και εγένετο λόγος Κυρίου προς Νάθαν· 4 πορεύου και ειπόν προς Δαυίδ τον δούλόν μου· ούτως είπε Κύριος· ου συ οικοδομήσεις μοι οίκον του κατοικήσαί με εν αυτω· 5 ότι ου κατώκησα εν οίκω από της ημέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ εγένετο ως κατώκησε Δαυίδ εν οίκω αυτού. και εξωλόθρευσα πάντας τους εχθρούς σου από προσώπου σου και εποίησά σοι όνομα κατά το όνομα των μεγάλων των επί της γης. και ου προσθήσει υιος αδικίας του ταπεινώσαι αυτόν καθώς απ ‘ αρχής 10 και αφ ‘ ημερών. οίς ενετειλάμην του ποιμαίνειν τον λαόν μου λέγων. οίς επορεύθης. ων έταξα κριτάς επί τον λαόν μου Ισραήλ. και αυξήσω σε. 14 και πιστώσω αυτόν εν οίκω μου και εν βασιλεία αυτού έως αιώνος. 11 και έσται όταν πληρωθώσιν ημέραι σου και κοιμηθήση μετά των πατέρων σου. ότι ουκ ωκοδομήσατέ μοι οίκον κέδρινον. 15 κατά πάντας τους λόγους τούτους και κατά πάσαν την όρασιν ταύτην. και τις ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 698 . 7 και νυν ούτως ερείς τω δούλω μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εγώ έλαβόν σε εκ της μάνδρας εξόπισθεν των ποιμνίων του είναι εις ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ· 8 και ήμην μετά σου εν πάσιν. ότι Θεός μετά σου. και εταπείνωσα πάντας τους εχθρούς σου. 16 και ήλθεν ο βασιλεύς Δαυίδ και εκάθισεν απέναντι Κυρίου και είπε· τις ειμι εγώ Κύριε ο Θεός. 9 και θήσομαι τόπον τω λαω μου Ισραήλ και καταφυτεύσω αυτόν. και αυτός έσται μοι εις υιόν· και το έλεός μου ουκ αποστήσω απ ‘ αυτού ως απέστησα από των όντων έμπροσθέν σου. και ανορθώσω τον θρόνον αυτού έως αιώνος. και κατασκηνώσει καθ ‘ εαυτόν και ου μεριμνήσει έτι. και η κιβωτός διαθήκης Κυρίου υποκάτω δέρρεων. και οίκον οικοδομήσει σοι Κύριος. και ετοιμάσω την βασιλείαν αυτού· 12 αυτός οικοδομήσει μοι οίκον. 13 εγώ έσομαι αυτω εις πατέρα. έως της ημέρας ταύτης και ήμην εν σκηνή και εν καλύμματι 6 εν πάσιν.

του θέσθαι εαυτω όνομα μέγα και επιφανές. και συ. ο λόγος σου. ουκ έστιν όμοιός σοι. ευλόγησας. ους ελυτρώσω εξ Αιγύπτου. και ουκ έστι Θεός πλήν σου κατά πάντα. και ήσαν Μωάβ παίδες τω Δαυίδ φέροντες δώρα. του εκβαλείν από προσώπου λαού σου. 26 και νυν. 4 και προκατελάβετο Δαυίδ αυτών χίλια άρματα και επτά χιλιάδας ίππων και είκοσι χιλιάδας ανδρών πεζών· και παρέλυσε Δαυίδ πάντα τα άρματα και υπελίπετο εξ αυτών εκατόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 699 . ότι ηγάπησάς με έως αιώνος. 2 και επάταξε την Μωάβ. 25 ότι συ Κύριος ο Θεός μου ήνοιξας το ους του παιδός σου του οικοδομήσαι αυτω οίκον· δια τούτο εύρεν ο παις σου του προσεύξασθαι κατά πρόσωπόν σου. πορευομένου αυτού επιστήσαι χείρα αυτού επί ποταμόν Ευφράτην. όσα ηκούσαμεν εν ωσίν ημών. 20 Κύριε. Κύριε. 18 τι προσθήσει έτι Δαυίδ προς σε του δοξάσαι. 17 και εσμικρύνθη ταύτα ενώπιόν σου. έθνη. παντοκράτωρ Θεός Ισραήλ. πιστωθήτω έως αιώνος. 22 και έδωκας τον λαόν σου Ισραήλ σεαυτω λαόν έως αιώνος. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και επάταξε Δαυίδ τους αλλοφύλους και ετροπώσατο αυτούς και έλαβε την Γεθ και τας κώμας αυτής εκ χειρός αλλοφύλων. συ ει αυτός Θεός και ελάλησας επί τον δούλόν σου τα αγαθά ταύτα· 27 και νυν ήρξαι του ευλογήσαι τον οίκον του παιδός σου του είναι εις τον αιώνα εναντίον σου· ότι συ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οίκός μου. Κύριε. ον ελάλησας προς τον παίδά σου και επί τον οίκον αυτού. και ευλόγησον εις τον αιώνα. ο Θεός. 23 και νυν. 21 και ουκ έστιν ως ο λαός σου Ισραήλ έθνος έτι επί της γης. Κύριε. Κύριε. 24 και πιστωθήτω και μεγαλυνθήτω το όνομά σου έως αιώνος λεγόντων· Κύριε Κύριε. εγενήθης αυτοίς εις Θεόν. και συ τον δούλόν σου οίδας. και ο οίκος Δαυίδ παιδός σου ανωρθωμένος εναντίον σου. ως ωδήγησεν αυτόν ο Θεός του λυτρώσασθαι λαόν εαυτω. Κύριε ο Θεός. και ποίησον καθώς ελάλησας. 19 και κατά την καρδίαν σου εποίησας την πάσαν μεγαλωσύνην. και ελάλησας επί τον οίκον του παιδός σου εκ μακρών και επείδές με ως όρασις του ανθρώπου και ύψωσάς με. 3 και επάταξε Δαυίδ τον Αδρααζάρ βασιλέα Σουβά Ημάθ.

οίς επορεύετο. 11 και πάντα τα σκεύη τα χρυσά και τα αργυρά και τα χαλκά. 8 και εκ της μεταβηχάς και εκ των εκλεκτών πόλεων των Αδρααζάρ έλαβε Δαυίδ χαλκόν πολύν σφόδρα· εξ αυτού εποίησε Σαλωμών την θάλασσαν την χαλκήν και τους στύλους και τα σκεύη τα χαλκά. 13 και έθετο εν τη κοιλάδι φρουράς· και ήσαν πάντες οι Ιδουμαίοι παίδες Δαυίδ. εξ Ιδουμαίας και Μωάβ και εξ υιών Αμμών και εκ των αλλοφύλων και εξ Αμαλήκ. 12 και Αβεσσά υιος Σαρουϊας επάταξε την Ιδουμαίαν εν κοιλάδι των αλών. οίς επορεύετο. 6 και έθετο Δαυίδ φρουράν εν Συρία τη κατά Δαμασκόν. οί ήσαν επί τους παίδας Αδρααζάρ. 15 και Ιωάβ υιος Σαρουϊας επί της στρατιάς και Ιωσαφάτ υιος Αχιλούδ υπομνηματογράφος 16 και Σαδώκ υιος Αχιτώβ και Αχιμέλεχ υιος Αβιάθαρ ιερείς και Σουσά γραμματεύς 17 και Βαναίας υιος Ιωδαέ επί του Χερεθθί και επί του Φελεθθί και υιοί Δαυίδ οι πρώτοι διάδοχοι του βασιλέως. και ήνεγκεν αυτούς εις Ιερουσαλήμ. ότι ανήρ πολέμιος Θωά ην τω Αδρααζάρ. οκτωκαίδεκα χιλιάδας. και ήσαν τω Δαυίδ εις παίδας φέροντας δώρα. 14 και εβασίλευσε Δαυίδ επί πάντα Ισραήλ και ην ποιών κρίμα και δικαιοσύνην τω παντί λαω αυτού. 9 και ήκουσε Θωά βασιλεύς Ημάθ ότι επάταξε Δαυίδ την πάσαν δύναμιν Αδρααζάρ βασιλέως Σουβά. και ταύτα ηγίασεν ο βασιλεύς Δαυίδ τω Κυρίω μετά του αργυρίου και του χρυσίου. 10 και απέστειλε τον Αδουράμ υιόν αυτού προς τον βασιλέα Δαυίδ του ερωτήσαι αυτόν τα εις ειρήνην και του ευλογήσαι αυτόν υπέρ ου επολέμησε τον Αδρααζάρ και επάταξεν αυτόν. 5 και ήλθε Σύρος εκ Δαμασκού βοηθήσαι Αδρααζάρ βασιλεί Σουβά. και επάταξε Δαυίδ εν τω Σύρω είκοσι και δύο χιλιάδας ανδρών. και έσωζε Κύριος Δαυίδ εν πάσιν. και έσωζε Κύριος τον Δαυίδ εν πάσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άρματα. ου έλαβεν εκ πάντων των εθνών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 700 . 7 και έλαβε Δαυίδ τους κλοιούς τους χρυσούς.

9 και εξήλθον οι υιοί Αμμών και παρατάσσονται εις πόλεμον παρά τον πυλώνα της πόλεως. και έση μοι εις σωτηρίαν. και απέστειλεν Ανάν και υιοί Αμμών χίλια τάλαντα αργυρίου του μισθώσασθαι εαυτοίς εκ Συρίας Μεσοποταμίας και εκ Συρίας Μοοχά και παρά Σωβά άρματα και ιππείς. 4 και έλαβεν Ανάν τους παίδας Δαυίδ και εξύρησεν αυτούς και αφείλε των μανδυών αυτών το ήμισυ έως της αναβολής και απέστειλεν αυτούς. 2 και είπε Δαυίδ· ποιήσω έλεος μετά Ανάν υιού Ναάς. και εξελέξατο εκ παντός νεανίου εξ Ισραήλ. 12 και είπεν· εάν κρατήση υπέρ εμέ ο Σύρος. 6 και είδον οι υιοί Αμμών ότι ησχύνθη λαός Δαυίδ. και Κύριος το αγαθόν εν οφθαλμοίς αυτού ποιήσει. 7 και εμισθώσαντο εαυτοίς δύο και τριάκοντα χιλιάδας αρμάτων και τον βασιλέα Μοοχά και τον λαόν αυτού και ήλθον και παρενέβαλον κατέναντι Μαιδαβά. και ήλθον παίδες Δαυίδ εις γην υιών Αμμών προς Ανάν του παρακαλέσαι αυτόν. ως εποίησεν ο πατήρ αυτού μετ ‘ εμού έλεος· και απέστειλεν αγγέλους Δαυίδ του παρακαλέσαι αυτόν περί του πατρός αυτού. και παρετάξαντο εξεναντίας υιών Αμμών. και είπεν ο βασιλεύς· καθίσατε εν Ιεριχώ έως του ανατείλαι τους πώγωνας υμών και ανακάμψατε. 10 και είδεν Ιωάβ ότι γεγόνασιν αντιπρόσωποι του πολεμείν προς αυτόν κατά πρόσωπον και εξόπισθεν. και απέστειλεν εις απάντησιν αυτοίς. 3 και είπον άρχοντες υιών Αμμών προς Ανάν· μη δοξάζων Δαυίδ τον πατέρα σου εναντίον σου απέστειλέ σοι παρακαλούντας. και οι βασιλείς οι ελθόντες παρενέβαλον καθ ‘ εαυτούς εν τω πεδίω. ότι ήσαν ητιμωμένοι σφόδρα. 8 και ήκουσε Δαυίδ και απέστειλε τον Ιωάβ και πάσαν την στρατιάν των δυνατών. 14 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 701 . και οι υιοί Αμμών συνήχθησαν εκ των πόλεων αυτών και ήλθον εις το πολεμήσαι. και σώσω σε· 13 ανδρίζου και ενισχύσωμεν περί του λαού ημών και περί των πόλεων του Θεού ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα απέθανε Ναάς βασιλεύς υιών Αμμών. και εβασίλευσεν Ανάν υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 5 και ήλθον απαγγείλαι τω Δαυίδ περί των ανδρών. και εάν οι υιοί Αμμών κρατήσωσιν υπέρ σε. ουχί όπως εξερευνήσωσι την πόλιν και του κατασκοπήσαι την γην ήλθον παίδες αυτού προς σε. και παρετάξαντο εναντίον του Σύρου· 11 και το κατάλοιπον του λαού έδωκεν εν χειρί Αβεσσά αδελφού αυτού.

18 και έφυγε Σύρος από προσώπου Ισραήλ. και συνήγαγε τον πάντα Ισραήλ και διέβη τον Ιορδάνην και ήλθεν επ ‘ αυτούς και παρετάξατο επ ‘ αυτούς. και εν αυτω λίθος τίμιος. τότε επάταξε Σοβοχαί ο Ουσαθί τον Σαφού από των υιών των γιγάντων. 2 και έλαβε Δαυίδ τον στέφανον Μολχόμ του βασιλέως αυτών από της κεφαλής αυτού. 16 και είδεν ο Σύρος ότι ετροπώσατο αυτόν Ισραήλ. 17 και απηγγέλη τω Δαυίδ. και έφυγον απ ‘ αυτών. 15 και οι υιοί Αμμών είδον ότι έφυγον οι Σύροι. και εξήγαγον τον Σύρον εκ του πέραν του ποταμού. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 702 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρετάξατο Ιωάβ και ο λαός ο μετ ‘ αυτού κατέναντι Σύρων εις πόλεμον. και ην επί την κεφαλήν Δαυίδ· και σκύλα της πόλεως εξήνεγκε πολλά σφόδρα. και ευρέθη ο σταθμός αυτού τάλαντον χρυσίου. και έφυγον και αυτοί από προσώπου Αβεσσά και από προσώπου Ιωάβ του αδελφού αυτού και ήλθον εις την πόλιν. και Σωφά αρχιστράτηγος δυνάμεως Αδρααζάρ έμπροσθεν αυτών. και απέκτεινε Δαυίδ από του Σύρου επτά χιλιάδας αρμάτων και τεσσαράκοντα χιλιάδας πεζών και τον Σωφά αρχιστράτηγον δυνάμεως απέκτεινε. και έφθειραν την χώραν υιών Αμμών· και ήλθε και περιεκάθισε την Ραββά· και Δαυίδ εκάθισεν εν Ιερουσαλήμ· και επάταξεν Ιωάβ την Ραββά και κατέσκαψεν αυτήν. 19 και είδον παίδες Αδρααζάρ ότι επταίκασιν από προσώπου Ισραήλ. 4 και εγένετο μετά ταύτα και εγένετο έτι πόλεμος εν Γαζέρ μετά των αλλοφύλων. και διέθεντο μετά Δαυίδ και εδούλευσαν αυτω· και ουκ ηθέλησε Σύρος του βοηθήσαι τοις υιοίς Αμμών έτι. και ήλθεν Ιωάβ εις Ιερουσαλήμ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω επιόντι έτει εν τη εξόδω των βασιλέων και ήγαγεν Ιωάβ πάσαν την δύναμιν της στρατιάς. και απέστειλεν αγγέλους. και παρατάσσεται Σύρος εξεναντίας Δαυίδ εις πόλεμον και επολέμησαν αυτόν. 3 και τον λαόν τον εν αυτη εξήγαγε και διέπρισε πρίοσι και εν σκεπάρνοις σιδηροίς και εν διασχίζουσι· και ούτως εποίησε Δαυίδ τοις πάσιν υιοίς Αμμών. και ανέστρεψε Δαυίδ και πας ο λαός αυτού εις Ιερουσαλήμ.

και ην ανήρ υπερμεγέθης. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ έστη διάβολος εν τω Ισραήλ και επέσεισε τον Δαυίδ του αριθμήσαι τον Ισραήλ. 6 και τον Λευί και τον Βενιαμίν ουκ ηρίθμησεν εν μέσω αυτών. και επάταξεν αυτόν Ιωνάθαν υιος Σαμαά αδελφού Δαυίδ. και ούτος ην απόγονος γιγάντων. και οι οφθαλμοί του κυρίου μου του βασιλέως βλέποντες· πάντες τω κυρίω μου παίδες· ινατί ζητεί κύριός μου τούτο. ως αυτοί εκατονταπλασίως. και δάκτυλοι αυτού εξ και εξ. και ην πας Ισραήλ χίλιαι χιλιάδες και εκατόν χιλιάδες ανδρών εσπασμένων μάχαιραν και υιοί Ιούδα τετρακόσιαι και εβδομήκοντα χιλιάδες ανδρών εσπασμένων μάχαιραν. και εξήλθεν Ιωάβ και διήλθεν εν παντί Ισραήλ και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ. αριθμήσατε τον Ισραήλ από Βηρσαβεέ και έως Δάν και ενέγκατε προς με. και επάταξε τον Ισραήλ. 11 και ήλθε Γάδ προς Δαυίδ και είπεν αυτω· ούτως λέγει Κύριος· έκλεξαι σεαυτω 12 ή τρία έτη λιμού. 8 ούτοι εγένοντο Ραφά εν Γεθ· πάντες ήσαν τέσσαρες γίγαντες. 5 και εγένετο έτι πόλεμος μετά των αλλοφύλων. ή τρεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 703 . 7 και πονηρόν εναντίον του Θεού περί του πράγματος τούτου. 7 και ωνείδισε τον Ισραήλ. 9 και ελάλησε Κύριος προς Γάδ τον ορώντα λέγων· 10 πορεύου και λάλησον προς Δαυίδ λέγων· ούτω λέγει Κύριος· τρία αιρώ εγώ επί σε. ότι εματαιώθην σφόδρα. έκλεξαι σεαυτω εν εξ αυτών και ποιήσω σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εταπείνωσεν αυτόν. και έπεσον εν χειρί Δαυίδ και εν χειρί παίδων αυτού. και γνώσομαι τον αριθμόν αυτών. εικοσιτέσσαρες. 5 και έδωκεν Ιωάβ τον αριθμόν της επισκέψεως του λαού τω Δαυίδ. και ξύλον δόρατος αυτού ως αντίον υφαινόντων. ότι εποίησα το πράγμα τούτο· και νυν περίελε δη την κακίαν παιδός σου. 4 το δε ρήμα του βασιλέως ίσχυσεν επί Ιωάβ. ότι κατίσχυσε λόγος του βασιλέως τον Ιωάβ. 8 και είπε Δαυίδ προς τον Θεόν· ημάρτηκα σφόδρα. 6 και εγένετο έτι πόλεμος εν Γεθ. 3 και είπεν Ιωάβ· προσθείη Κύριος επί τον λαόν αυτού. 2 και είπεν ο βασιλεύς Δαυίδ προς Ιωάβ και προς τους άρχοντας της δυνάμεως· πορεύθητε. ίνα μη γένηται εις αμαρτίαν τω Ισραήλ. και επάταξεν Ελλανάν υιος Ιαϊρ τον Λαχμί αδελφόν Γολιάθ του Γεθθαίου.

είδε Κύριος και μετεμελήθη επί τη κακία και είπε τω αγγέλω τω εξολοθρεύοντι· ικανούσθω σοι. ίνα αναβή του στήσαι θυσιαστήριον Κυρίω εν άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. και ταύτα τα πρόβατα τι εποίησαν. Κύριε. 20 και επέστρεψεν ‘Ορνά και είδε τον βασιλέα και τέσσαρας υιούς αυτού μετ ‘ αυτού μεθαχαβίν· και ‘Ορνά ην αλοών πυρούς. τα πάντα δέδωκα. 26 και ωκοδόμησεν εκεί Δαυίδ θυσιαστήριον Κυρίω και ανήνεγκεν ολοκαυτώματα και σωτηρίου· και εβόησε προς Κύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μήνας φεύγειν σε εκ προσώπου εχθρών σου και μάχαιραν εχθρών σου του εξολοθρεύσαι. 25 και έδωκε Δαυίδ τω ‘Ορνά εν τω τόπω αυτού σίκλους χρυσίου ολκής εξακοσίους. και ‘Ορνά εξήλθεν εκ της άλω και προσεκύνησε τω Δαυίδ τω προσώπω επί την γην. 14 και έδωκε Κύριος θάνατον εν Ισραήλ. 16 και επήρε Δαυίδ τους οφθαλμούς αυτού και είδε τον άγγελον Κυρίου εστώτα ανά μέσον της γης και του ουρανού. ότι αγοράζων αγοράσω εν αργυρίω αξίω. 15 και απέστειλεν ο Θεός άγγελον εις Ιερουσαλήμ του εξολοθρεύσαι αυτήν. 21 και ήλθε Δαυίδ προς ‘Ορνά. 22 και είπε Δαυίδ προς ‘Ορνά· δος μοι τον τόπον σου της άλω. και παύσεται η πληγή εκ του λαού. και ποιησάτω ο κύριός μου ο βασιλεύς το αγαθόν εναντίον εαυτού· ιδέ δέδωκα τους μόσχους εις ολοκαύτωσιν και το άροτρον εις ξύλα και τον σίτον εις θυσίαν. και ως εξωλόθρευσεν. 23 και είπεν ‘Ορνά προς Δαυίδ· λαβέ σεαυτω. και έπεσον εξ Ισραήλ εβδομήκοντα χιλιάδες ανδρών. ον ελάλησεν εν ονόματι Κυρίου. και εις χείρας ανθρώπων ου μη εμπέσω. ότι ου μη λάβω α εστί σοι Κυρίω του ανανέγκαι ολοκαύτωσιν δωρεάν Κυρίω. 24 και είπεν ο βασιλεύς Δαυίδ τω ‘Ορνά· ουχί. 18 και άγγελος Κυρίου είπε τω Γάδ του ειπείν προς Δαυίδ. και επήκουσεν αυτω εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 704 . και οικοδομήσω επ ‘ αυτω θυσιαστήριον τω Κυρίω· εν αργυρίω αξίω δος μοι αυτόν. και η ρομφαία αυτού εσπασμένη εν τη χειρί αυτού εκτεταμένη επί Ιερουσαλήμ· και έπεσε Δαυίδ και οι πρεσβύτεροι περιβεβλημένοι εν σάκκοις επί πρόσωπον αυτών. 17 και είπε Δαυίδ προς τον Θεόν· ουκ εγώ είπα του αριθμήσαι εν τω λαω. κακοποιών εκακοποίησα. 19 και ανέβη Δαυίδ κατά τον λόγον Γάδ. Κύριε ο Θεός. 13 και είπε Δαυίδ προς Γάδ· στενά μοι και τα τρία σφόδρα· εμπεσούμαι δη εις χείρας Κυρίου. άνες την χείρά σου· και ο άγγελος Κυρίου εστώς εν τω άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. ότι πολλοί οι οικτιρμοί αυτού σφόδρα. γενηθήτω η χείρ σου εν εμοί και εν τω οίκω του πατρός μου και μη εν τω λαω σου εις απώλειαν. ή τρεις ημέρας ρομφαίαν Κυρίου και θάνατον εν τη γη και άγγελος Κυρίου εξολοθρεύων εν πάση κληρονομία Ισραήλ· και νυν ιδέ τι αποκριθώ τω αποστείλαντί με λόγον. και εγώ ειμι ο αμαρτών.

εις όνομα και εις δόξαν εις πάσαν την γην ετοιμάσω αυτω· και ητοίμασε Δαυίδ εις πλήθος έμπροσθεν της τελευτής αυτού. 29 και σκηνή Κυρίου. 7 και είπε Δαυίδ Σαλωμών· τέκνον. εμοί εγένετο επί ψυχή του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού. 2 και είπε Δαυίδ συναγαγείν πάντας τους προσηλύτους τους εν γη Ισραήλ και κατέστησε λατόμους λατομήσαι λίθους ξυστούς του οικοδομήσαι οίκον τω Θεω. και εθυσίασεν εκεί. και κατέθηκε την ρομφαίαν εις τον κολεόν αυτής. ουκ ην σταθμός· 4 και ξύλα κέδρινα. και ειρήνην και ησυχίαν δώσω επί Ισραήλ εν ταις ημέραις αυτού. ουκ ην αριθμός. 9 ιδού υιος τίκτεταί σοι. ότι ου κατέσπευσεν από προσώπου της ρομφαίας αγγέλου Κυρίου. 3 και σίδηρον πολύν εις τους ήλους των θυρωμάτων και των πυλών και τους στροφείς ητοίμασε Δαυίδ και χαλκόν εις πλήθος. και αναπαύσω αυτόν από πάντων των εχθρών αυτού κυκλόθεν. 5 και είπε Δαυίδ· Σαλωμών ο υιος μου παιδάριον απαλόν. 6 και εκάλεσε Σαλωμών τον υιόν αυτού και ενετείλατο αυτω του οικοδομήσαι τον οίκον τω Κυρίω Θεω Ισραήλ. 10 ούτος οικοδομήσει οίκον τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 705 . ότι εφέροσαν οι Σιδώνιοι και οι Τύριοι ξύλα κέδρινα εις πλήθος τω Δαυίδ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ είπε Δαυίδ· ούτός εστιν ο οίκος Κυρίου του Θεού και τούτο το θυσιαστήριον εις ολοκαύτωσιν τω Ισραήλ. 28 εν τω καιρω εκείνω εν τω ιδείν τον Δαυίδ ότι επήκουσεν αυτω Κύριος εν άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. και θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων εν τω καιρω εκείνω εν Βαμά εν Γαβαών· 30 και ουκ εδύνατο Δαυίδ του πορευθήναι έμπροσθεν αυτού του ζητήσαι τον Θεόν. 27 και είπε Κύριος προς τον άγγελον. ότι Σαλωμών όνομα αυτω. ότι αίματα πολλά εξέχεας επί την γην εναντίον μου. ούτος έσται ανήρ αναπαύσεως. 8 και εγένετό μοι λόγος Κυρίου λέγων· αίμα εις πλήθος εξέχεας και πολέμους μεγάλους εποίησας· ουκ οικοδομήσεις οίκον τω ονόματί μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πυρί εκ του ουρανού επί το θυσιαστήριον της ολοκαυτώσεως και κατηνάλωσε την ολοκαύτωσιν. ην εποίησε Μωυσής εν τη ερήμω. και ο οίκος του οικοδομήσαι τω Κυρίω εις μεγαλωσύνην άνω.

και εγένετο ο αριθμός αυτών κατά κεφαλήν αυτών εις άνδρας τριάκοντα και οκτώ χιλιάδας. τεχνίται και οικοδόμοι λίθων και τέκτονες ξύλων και πας σοφός εν παντί έργω. 2 και συνήγαγε τους πάντας άρχοντας Ισραήλ και τους ιερείς και τους Λευίτας. ότι έδωκεν εν χερσίν υμών τους κατοικούντας την γην. 11 και νυν. 15 και μετά σου εις πλήθος ποιούντων έργα. έσται μετά σου Κύριος. υιε μου. και οικοδομήσεις οίκον τω Κυρίω Θεω σου. 16 εν χρυσίω και αργυρίω. 3 και ηρίθμησαν οι Λευίται από τριακονταετούς και επάνω. 19 νυν δότε καρδίας υμών και ψυχάς υμών του ζητήσαι τω Κυρίω Θεω υμών και εγέρθητε και οικοδομήσατε αγίασμα τω Θεω υμών του εισενέγκαι την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου και σκεύη τα άγια του Θεού εις οίκον τον οικοδομούμενον τω ονόματι Κυρίου. 17 και ενετείλατο Δαυίδ τοις πάσιν άρχουσιν Ισραήλ αντιλαβέσθαι τω Σαλωμών υιω αυτού· 18 ουχί Κύριος μεθ ‘ υμών. ου ουκ έστι σταθμός. ως ελάλησε περί σου. και προς ταύτα πρόσθες. και ανορθώσω θρόνον βασιλείας αυτού εν Ισραήλ έως αιώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ονόματί μου. ανάστηθι και ποίει. και ευοδώσει. και υπετάγη η γη εναντίον Κυρίου και εναντίον λαού αυτού. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ Δαυίδ πρεσβύτης και πλήρης ημερών και εβασίλευσε Σαλωμών τον υιόν αυτού αντ ‘ αυτού επί Ισραήλ. 14 και ιδού εγώ κατά την πτωχείαν μου ητοίμασα εις οίκον Κυρίου χρυσίου ταλάντων εκατόν χιλιάδας και αργυρίου ταλάντων χιλίας χιλιάδας και χαλκόν και σίδηρον. εάν φυλάξης του ποιείν τα προστάγματα και τα κρίματα. 4 από των εργοδιωκτών επί τα έργα οίκου Κυρίου εικοσιτέσσαρες χιλιάδες και γραμματείς και κριταί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 706 . και ούτος έσται μοι εις υιόν καγώ αυτω εις πατέρα. 12 αλλ ‘ ή δώη σοι σοφίαν και σύνεσιν Κύριος και κατισχύσαι σε επί Ισραήλ και του φυλάσσεσθαι και του ποιείν τον νόμον Κυρίου του Θεού σου. εν χαλκω και εν σιδήρω ουκ έστιν αριθμός. α ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή επί Ισραήλ· ανδρίζου και ίσχυε. ότι εις πλήθός εστι· και ξύλα και λίθους ητοίμασα. και Κύριος μετά σου. και ανέπαυσεν υμάς κυκλόθεν. μη φοβού μηδέ πτοηθής. 13 τότε ευοδώσει.

Ιεκεμίας ο τέταρτος. Καάθ και Μεραρί. 7 και τω Γεδσών· Εδάν και Σεμεϊ. και υιοί Ραβιά ηυξήθησαν εις ύψος. 9 υιοί Σεμεϊ· Σαλωμίθ. Ιεϊήλ και Δάν. 6 και διείλεν αυτούς Δαυίδ εφημερίας τοις υιοίς Λευί. 12 υιοί Καάθ· Αμβράμ. κατά τον αριθμόν ονομάτων αυτών. Χεβρών. Ααρών και Μωυσής. τρεις. υιοί Μοολί· Ελεάζαρ και Κίς. λειτουργείν και επεύχεσθαι επί τω ονόματι αυτού έως αιώνος. 13 υιοί Αμβράμ. υιοί αυτού εκλήθησαν εις φυλήν του Λευί. τω Γεδσών. Ιεζιήλ ο τρίτος. του θυμιάν εναντίον του Κυρίου. 8 υιοί τω Εδάν· άρχων Ιεϊήλ και Ζηθάν και Ιωήλ. 17 και ήσαν υιοί τω Ελιέζερ· Ραβιά ο άρχων· και ουκ ήσαν τω Ελιέζερ υιοί έτεροι. 15 υιοί Μωυσή· Γηρσάμ και Ελιέζερ. Αμαδιά ο δεύτερος. τέσσαρες. 10 και τοις υιοίς Σεμεϊ· Ιέθ και Ζιζά και Ιωάς και Βεριά· ούτοι υιοί Σεμεϊ τέσσαρες. κατά κεφαλήν αυτών. αυτός και οι υιοί αυτού έως αιώνος. 16 υιοί Γηρσάμ· Σουβαήλ ο άρχων. 19 υιοί Χεβρών· Ιεριά ο άρχων. 11 και ην Ιέθ ο άρχων και Ζιζά ο δεύτερος· και Ιωάς και Βεριά ουκ επλήθυναν υιούς και εγένοντο εις οίκον πατριάς εις επίσκεψιν μίαν. τρεις. 20 υιοί ‘Οζιήλ· Μιχά ο άρχων και Ισιά ο δεύτερος. ‘Οζιήλ. οίς εποίησε του αινείν τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξακισχίλιοι 5 και τέσσαρες χιλιάδες πυλωροί και τέσσαρες χιλιάδες αινούντες τω Κυρίω εν οργάνοις. 18 υιοί Ισαάρ· Σαλωμώθ ο άρχων. 23 υιοί Μουσί· Μοολί και Εδέρ και Ιαριμώθ. 22 και απέθανεν Ελεάζαρ. 14 και Μωυσής άνθρωπος του Θεού. τρεις. ούτοι άρχοντες πατριών των Εδάν. ποιούντες τα έργα λειτουργίας οίκου Κυρίου από εικοσαετούς και επάνω. Ισαάρ. 21 υιοί Μεραρί· Μοολί και Μουσί. 24 ούτοι υιοί Λευί κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. αλλ ‘ ή θυγατέρες. 26 και οι Λευίται ουκ ήσαν αίροντες την σκηνήν και τα πάντα σκεύη αυτής εις την λειτουργίαν αυτής· 27 ότι εν τοις λόγοις Δαυίδ τοις εσχάτοις εστίν ο αριθμός υιών Λευί από εικοσαετούς και επάνω· 28 ότι έστησεν αυτούς επί χειρί Ααρών του λειτουργείν εν οίκω Κυρίου επί τας αυλάς και επί τα παστοφόρια και επί τον καθαρισμόν των πάντων αγίων και επί τα έργα λειτουργίας οίκου του Θεού 29 και εις τους άρτους της προθέσεως και εις την σεμίδαλιν της θυσίας και εις τα λάγανα τα άζυμα και εις τήγανον και εις την πεφυραμένην και εις παν μέτρον 30 και του στήναι πρωϊ του αινείν και εξομολογείσθαι τω Κυρίω και ούτω το εσπέρας 31 και επί πάντων των αναφερομένων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 707 . 25 ότι είπε Δαυίδ· κατέπαυσε Κύριος ο Θεός Ισραήλ τω λαω αυτού και κατεσκήνωσεν εν Ιερουσαλήμ έως αιώνος. άρχοντες των πατριών αυτών κατά την επίσκεψιν αυτών. και έλαβον αυτάς υιοί Κίς αδελφοί αυτών. και ουκ ήσαν αυτω υιοί. και διεστάλη Ααρών του αγιασθήναι άγια αγίων.

6 και έγραψεν αυτούς Σαμαϊας υιος Ναθαναήλ ο γραμματεύς εκ του Λευί κατέναντι του βασιλέως και των αρχόντων και Σαδώκ ο ιερεύς και Αχιμέλεχ υιος Αβιάθαρ και άρχοντες των πατριών των ιερέων και των Λευιτών. 12 τω Ελιαβί ο ενδέκατος. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ τοις υιοίς Ααρών διαιρέσεις· Ναδάβ και Αβιούδ και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ. 10 τω Κώς ο έβδομος. 9 τω Μελχία ο πέμπτος. 32 και φυλάξουσι τας φυλακάς σκηνής του μαρτυρίου και την φυλακήν του αγίου και τας φυλακάς υιών Ααρών αδελφών αυτών του λειτουργείν εν οίκω Κυρίου. και τοις υιοίς Ιθάμαρ κατ ‘ οίκους πατριών οκτώ. τω Ιεσβαάλ ο τεσσαρεσκαιδέκατος. τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 708 . τω Σεωρίμ ο τέταρτος. τω Σεχενία ο δέκατος. τω Εζεκήλ ο εικοστός. τω Ιακίμ ο δωδέκατος. 5 και διείλεν αυτούς κατά κλήρους τούτους προς τούτους. κατά την λειτουργίαν αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολοκαυτωμάτων τω Κυρίω εν τοις σαββάτοις και εν ταις νουμηνίαις και εν ταις εορταίς. 2 και απέθανε Ναδάβ και Αβιούδ εναντίον του πατρός αυτών. οίκου πατριάς εις εις τω Ελεάζαρ και εις εις τω Ιθάμαρ. κατά αριθμόν. και διείλεν αυτούς. 13 τω ‘Οπφά ο τρισκαιδέκατος. και υιοί ουκ ήσαν αυτοίς· και ιεράτευσεν Ελεάζαρ και Ιθάμαρ υιοί Ααρών. τω Αφεσή ο οκτωκαιδέκατος. 17 τω Αχίμ ο εις και εικοστός. 8 τω Χαρίβ ο τρίτος. τω Εμμήρ ο εκκαιδέκατος. 11 τω Ιησού ο ένατος. τοις υιοίς Ελεάζαρ άρχοντας εις οίκους πατριών εκκαίδεκα. τω Ιεδία ο δεύτερος. 7 και εξήλθεν ο κλήρος ο πρώτος τω Ιωαρίμ. 18 τω Αδαλλαί ο τρίτος και εικοστός. 15 τω Χηζίν ο επτακαιδέκατος. κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. 3 και διείλεν αυτούς Δαυίδ και Σαδώκ εκ των υιών Ελεάζαρ και Αχιμέλεχ εκ των υιών Ιθάμαρ κατά την επίσκεψιν αυτών. 16 τω Φεταία ο εννεακαιδέκατος. τω Μεϊαμίν ο έκτος. τω Γαμούλ ο δεύτερος και εικοστός. 14 τω Βελγά ο πεντεκαιδέκατος. 4 και ευρέθησαν οι υιοί Ελεάζαρ πλείους εις άρχοντας των δυνατών παρά τους υιούς Ιθάμαρ. ότι ήσαν άρχοντες των αγίων και άρχοντες Κυρίου εν τοις υιοίς Ελεάζαρ και εν τοις υιοίς Ιθάμαρ. τω Αβία ο όγδοος. κατά την κρίσιν επ ‘ αυτοίς διαπαντός τω Κυρίω.

πατριάρχαι αραάβ καθώς οι αδελφοί αυτού οι νεώτεροι. 24 τοις υιοίς ‘Οζιήλ Μιχά· υιοί Μιχά Σαμήρ. Σακχούρ Ιωσήφ και Ναθανίας και Εραήλ. 2 υιοί Ασάφ. 29 τω Κίς· υιοί του Κίς Ιεραμεήλ. 31 και έλαβον και αυτοί κλήρους καθώς οι αδελφοί αυτών υιοί Ααρών εναντίον του βασιλέως και Σαδώκ και Αχιμέλεχ και οι άρχοντες των πατριών των ιερέων και των Λευιτών. Ιεκμοάμ ο τέταρτος. 21 τω Ρααβία ο άρχων Ιεσίας. 23 υιοί Ιεδιού· Αμαδία ο δεύτερος. εν κινύρα ανακρουόμενοι εξομολόγησιν και αίνεσιν τω Κυρίω. 22 και τω Ισααρί Σαλωμώθ· τοις υιοίς Σαλωμώθ Ιάθ. υιοί Ασάφ εχόμενοι του βασιλέως. 26 υιοί Μεραρί Μοολί και Μουσί. υιοί ‘Οζία υιοί Βοννί. 25 αδελφός Μιχά Ισία· υιος Ισία Ζαχαρία. ούτοι υιοί των Λευιτών κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. 20 Και τοις υιοίς Λευί τοις καταλοίποις· τοις υιοίς Αμβράμ Σωβαήλ· τοις υιοίς Σωβαήλ Ιεδία. υιοί αυτού Ισοάμ και Σακχούρ και Αβαϊ. 4 τω Αιμάν υιοί Αιμάν· Βουκίας και Ματθανίας και ‘Οζιήλ και Σουβαήλ και Ιεριμώθ και Ανανίας και Ανάν και Ελιαθά και Γοδολλαθί και Ρωμετθιέζερ και Ιεσβασακά και Μαλλιθί και ‘Ωθηρί και Μεαζώθ· 5 πάντες ούτοι υιοί τω Αιμάν τω ανακρουομένω τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 709 . 30 και υιοί του Μουσί Μοολί και Εδέρ και Ιαριμώθ. και εγένετο ο αριθμός αυτών κατά κεφαλήν αυτών εργαζομένων εν τοις έργοις αυτών. 27 υιοί Μεραρί τω ‘Οζία. 3 τω Ιδιθούν υιοί Ιδιθούν· Γοδολίας και Σουρί και Ισέας και Σεμεϊ και Ασαβίας και Ματταθίας. ως ενετείλατο Κύριος ο Θεός Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαασαί ο τέταρτος και εικοστός. εξ μετά τον πατέρα αυτών Ιδιθούν. Ιαζιήλ ο τρίτος. 28 τω Μοολί Ελεάζαρ και Ιθάμαρ· και απέθανεν Ελεάζαρ και ουκ ήσαν αυτω υιοί. 19 αύτη η επίσκεψις αυτών κατά την λειτουργίαν αυτών του εισπορεύεσθαι εις οίκον Κυρίου κατά την κρίσιν αυτών δια χειρός Ααρών πατρός αυτών. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ έστησε Δαυίδ ο βασιλεύς και οι άρχοντες της δυνάμεως εις τα έργα τους υιούς Ασάφ και Αιμάν και Ιδιθούν τους αποφθεγγομένους εν κινύραις και εν νάβλαις και εν κυμβάλοις.

υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 29 ο εικοστός δεύτερος Γοδολλαθί. 7 και εγένετο ο αριθμός αυτών μετά τους αδελφούς αυτών. εν κυμβάλοις και νάβλαις και εν κινύραις εις την δουλείαν οίκου του Θεού. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 16 ο ένατος Ματθανίας. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 26 ο εννεακαιδέκατος Μαλλιθί. εχόμενα του βασιλέως και Ασάφ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 13 ο έκτος Βουκίας. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 17 ο δέκατος Σεμεϊα. και Ιδιθούν και Αιμάν. δεδιδαγμένοι άδειν Κυρίω. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 31 ο εικοστός τέταρτος Ρωμετθιέζερ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 22 ο πεντεκαιδέκατος Ιεριμώθ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 20 ο τρισκαιδέκατος Σουβαήλ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 21 ο τεσσαρεσκαιδέκατος Ματταθίας. 6 πάντες ούτοι μετά του πατρός αυτών υμνωδούντες εν οίκω Θεού. 9 και εξήλθεν ο κλήρος ο πρώτος υιών αυτού και αδελφών αυτού τω Ασάφ τω Ιωσήφ Γοδολίας· ο δεύτερος Ηνεία. 8 και έλαβον και αυτοί κλήρους εφημεριών κατά τον μικρόν και κατά τον μέγαν. τελείων και μανθανόντων. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο. διακόσιοι ογδοήκοντα και οκτώ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 18 ο ενδέκατος Ασριήλ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 23 ο εκκαιδέκατος Ανανίας. και θυγατέρας τρεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεί εν λόγοις Θεού υψώσαι κέρας. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 11 ο τέταρτος Ιεσρί. και έδωκεν ο Θεός τω Αιμάν υιούς τεσσαρεσκαίδεκα. πας συνιών. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 25 ο οκτωκαιδέκατος Ανανί. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 14 ο έβδομος Ισεριήλ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 15 ο όγδοος Ιωσία. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 30 ο εικοστός τρίτος Μεαζώθ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 710 . υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 19 ο δωδέκατος Ασαβία. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 10 ο τρίτος Ζακχούρ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 27 ο εικοστός Ελιαθά. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 24 ο επτακαιδέκατος Ιεσβασακά. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 28 ο εικοστός πρώτος ‘Ωθηρί. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 12 ο πέμπτος Ναθανίας.

Ιεθνουήλ ο τέταρτος. Ιαδιήλ ο δεύτερος. Ιωάθ ο τρίτος. Ελιωναϊ ο έβδομος. 7 υιοί Σαμαϊ· ‘Οθνί και Ραφαήλ και ‘Ωβήδ και Ελζαβάθ και Αχιούδ. και εποίησεν αυτόν ο πατήρ αυτού άρχοντα της διαιρέσεως της δευτέρας. Ιωζαβάθ ο δεύτερος. 4 και τω Αβδεδόμ υιοί· Σαμαίας ο πρωτότοκος. 12 τούτοις αι διαιρέσεις των πυλών τοις άρχουσι των δυνατών. 13 και έβαλον κλήρους κατά τον μικρόν και κατά τον μέγα κατ ‘ οίκους πατριών αυτών εις πυλώνα και πυλώνα. και εις την τρίβον δύο διαδεχομένους. Φελαθί ο όγδοος. Ναθαναήλ ο πέμπτος. ότι δυνατοί ήσαν. Ταβλαί ο τρίτος. 5 Αμιήλ ο έκτος. αυτοί και οι υιοί αυτών και οι αδελφοί αυτών ποιούντες δυνατώς εν τη εργασία. Ζαβαδία ο τρίτος. 16 εις δεύτερον· τω ‘Οσά προς δυσμαίς μετά την πύλην παστοφορίου της αναβάσεως· φυλακή κατέναντι φυλακής. 19 αύται αι διαιρέσεις των πυλωρών τοις υιοίς του Κορέ. 6 και τω Σαμαία υιω αυτού ετέχθησαν υιοί του πρωτοτόκου Ρωσαί εις τον οίκον τον πατρικόν αυτού. 14 και έπεσεν ο κλήρος των προς ανατολάς τω Σελεμία και Ζαχαρία· υιοί Ιωάς τω Μελχία έβαλον κλήρους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΕΙΣ διαιρέσεις των πυλών· υιοί Κορεϊμ Μοσελλεμία υιος Κωρή εκ των υιών Ασάφ. άρχοντες πατριών τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 711 . και εξήλθεν ο κλήρος Βορρά· 15 τω Αβδεδόμ Νότον κατέναντι οίκου εσεφίν. Σαχάρ ο τέταρτος. 8 πάντες από των υιών Αβδεδόμ. υιοί τω Γηρσωνί τω Λαδάν. ότι ευλόγησεν αυτόν ο Θεός. υιοί δυνατοί. νότον της ημέρας τέσσαρες. 9 και τω Μοσελλεμία υιοί και αδελφοί δεκακαιοκτώ δυνατοί. οι πάντες εξήκοντα δύο τω Αβδεδόμ. 17 προς ανατολάς εξ την ημέραν. Ελιού και Σαβαχία και Ισβακώμ. Ιωνάθαν ο έκτος. Ζαχαρίας ο τέταρτος· πάντες ούτοι υιοί και αδελφοί τω ‘Οσά τρισκαίδεκα. 20 Και οι Λευίται αδελφοί αυτών επί των θησαυρών οίκου Κυρίου και επί των θησαυρών των καθηγιασμένων· 21 υιοί Λαδάν ούτοι. 3 Ιωλάμ ο πέμπτος. 11 Χελκίας ο δεύτερος. εφημερίαι καθώς οι αδελφοί αυτών λειτουργείν εν οίκω Κυρίου. ότι ουκ ην πρωτότοκος. 10 και τω ‘Ωσά των υιών Μεραρί υιοί φυλάσσοντες την αρχήν. Αβδεδόμ ο όγδοος. 2 και τω Μοσελλεμία υιοί· Ζαχαρίας ο πρωτότοκος. Ισσάχαρ ο έβδομος. και εις τον εσεφίν δύο· 18 εις διαδεχομένους και προς δυσμαίς τέσσαρες. βορρά της ημέρας τέσσαρες. και τοις υιοίς Μεραρί.

εις παν λόγον του εισπορευομένου και εκπορευμένου μήνα εκ μηνός. 27 α έλαβεν εκ πόλεων και εκ των λαφύρων και ηγίασεν απ ‘ αυτών του μη καθυστερήσαι την οικοδομήν του οίκου του Θεού. διαίρεσις μία είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. άρχοντες των πατριών. εις πάσαν λειτουργίαν Κυρίου και εργασίαν του βασιλέως. 2 και επί της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 712 . Χεβρών και ‘Οζιήλ· 24 και Σουβαήλ ο του Γηρσάμ του Μωυσή ηγούμενος επί των θησαυρών. εις πάντας τους μήνας του ενιαυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Λαδάν τω Γηρσωνί Ιεϊήλ. δισχίλιοι επτακόσιοι οι άρχοντες των πατριών· και κατέστησεν αυτούς Δαυίδ ο βασιλεύς επί του Ρουβηνί και Γαδδί και ημίσους φυλής Μανασσή εις παν πρόσταγμα Κυρίου και λόγον βασιλέως. 25 και τω αδελφω αυτού Ελιέζερ Ραβίας υιος και Ιωσίας και Ιωράμ και Ζεχρί και Σαλωμώθ. και ευρέθη ανήρ δυνατός εν αυτοίς εν Ιαζήρ της Γαλααδίτιδος. πέραν του Ιορδάνου προς δυσμαίς. χιλίαρχοι και εκατόνταρχοι και γραμματείς οι λειτουργούντες τω βασιλεί και εις παν λόγον του βασιλέως κατά διαιρέσεις. 26 αυτός Σαλωμώθ και οι αδελφοί αυτού επί πάντων των θησαυρών των αγίων. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ υιοί Ισραήλ κατά αρθιμόν αυτών. 29 Τω Ισσααρί Χωνενία και υιοί της εργασίας της έξω επί τον Ισραήλ του γραμματεύειν και διακρίνειν. 31 του Χεβρωνί· Ιωρίας ο άρχων των Χεβρωνί κατά γενέσεις αυτών κατά πατριάς· εν τω τεσσαρακοστω έτει της βασιλείας αυτού επεσκέπησαν. 28 και επί πάντων των αγίων του Θεού Σαμουήλ του προφήτου και Σαούλ του Κίς και Αβεννήρ του Νήρ και Ιωάβ του Σαρουϊα· παν ό ηγίασαν. δια χειρός Σαλωμώθ και των αδελφών αυτού. χιλίαρχοι και εκατόνταρχοι και αρχηγοί της δυνάμεως. 32 και οι αδελφοί αυτού υιοί δυνατοί. 23 τω Αμβράμ και Ισάαρ. 22 υιοί Ιεϊήλ Ζεθόμ και Ιωήλ οι αδελφοί επί των θησαυρών οίκου Κυρίου. ους ηγίασε Δαυίδ ο βασιλεύς και οι άρχοντες των πατριών. χίλιοι και επτακόσιοι επί της επισκέψεως του Ισραήλ. 30 τω Χεβρωνί Ασαβίας και οι αδελφοί αυτού υιοί δυνατοί.

7 ο τέταρτος εις τον μήνα τον τέταρτον Ασαήλ ο αδελφός Ιωάβ και Ζαβαδίας υιος αυτού. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. και επί της διαιρέσεως αυτού τέσσαρες και είκοσι χιλιάδες. τω Ισσάχαρ Αμβρί ο του Μιχαήλ. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. Ισβοάζ ο του Ζαβδιήλ. ούτοι πατριάρχαι των φυλών Ισραήλ. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες· 6 αυτός Βαναίας ο δυνατώτερος των τριάκοντα και επί των τριάκοντα. και επί της διαιρέσεως αυτού Ζαβάδ ο υιος αυτού. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. 23 και ουκ έλαβε Δαυίδ τον αριθμόν αυτών από εικοσαετούς και κάτω. ότι είπε Κύριος πληθύναι τον Ισραήλ ως τους αστέρας του ουρανού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 713 . και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. και οι αδελφοί. 16 Και επί των φυλών Ισραήλ· τω Ρουβήν ηγούμενος Ελιέζερ ο του Ζεχρί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διαιρέσεως της πρώτης του μηνός του πρώτου. και επί της διαιρέσεως αυτού και Μακελλώθ ο ηγούμενος. τω ημίσει φυλής Μανασσή Ιωήλ υιος Φαδαϊα. 19 τω Ζαβουλών Σαμαϊας ο του Αβδίου. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. τω Συμεών Σαφατίας ο του Μααχά. 13 ο δέκατος τω μηνί τω δεκάτω Μεηρά ο εκ Νετωφαθί τω Ζαραϊ. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. 20 τω Εφραίμ ‘Ωσή ο του ‘Οζίου. 4 και επί της διαιρέσεως του μηνός του δευτέρου Δωδία ο εκ Χώκ. τοις υιοίς Βενιαμίν Ιασιήλ ο του Αβεννήρ. 17 τω Λευί Ασαβίας ο του Καμουήλ. 11 ο όγδοος τω μηνί τω ογδόω Σοβοχαϊ ο Ουσαθί τω Ζαραϊ. 15 ο δωδέκατος εις τον μήνα τον δωδέκατον Χολδία ο εκ Νετωφαθί τω Γοθονιήλ. 10 ο έβδομος τω μηνί τω εβδόμω Χελλής ο εκ Φαλλούς από των υιών Εφραίμ. τω Ααρών Σαδώκ. 3 από των υιών Φαρές άρχων πάντων των αρχόντων της δυνάμεως του μηνός του πρώτου. άρχοντες δυνάμεως. 12 ο ένατος τω μηνί τω ενάτω Αβιέζερ ο εξ Αναθώθ ο εκ γης Βενιαμίν. επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. 21 τω ημίσει φυλής Μανασσή τω εν γη Γαλαάδ Ιαδαϊ ο του Ζαδαίου. 9 ο έκτος τω μηνί τω έκτω ‘Οδουϊας ο του Εκκής ο Θεκωϊτης. 8 ο πέμπτος τω μηνί τω πέμπτω ο ηγούμενος Σαμαώθ ο Ιεσραέ. 18 τω Ιούδα Ελιάβ των αδελφών Δαυίδ. τω Νεφθαλί Ιεριμώθ ο του ‘Οζιήλ. 22 τω Δάν Αζαριήλ ο του Ιρωάβ. 5 ο τρίτος τον μήνα τον τρίτον Βαναίας ο του Ιωδαέ ο ιερεύς ο άρχων. 14 ο ενδέκατος τω μηνί τω ενδεκάτω Βαναίας ο εκ Φαραθών εκ των υιών Εφραίμ.

29 και επί των βοών των νομάδων των εν τω Σαρών Σατραϊ ο Σαρωνίτης. πάντες ούτοι προστάται υπαρχόντων Δαυίδ του βασιλέως. αδελφοί μου και λαός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 24 και Ιωάβ ο του Σαρουϊα ήρξατο αριθμείν εν τω λαω και ου συνετέλεσε. 34 και μετά τούτον Αχιτόφελ εχόμενος Ιωδαέ ο του Βαναίου και Αβιάθαρ· και Ιωάβ αρχιστράτητος του βασιλέως. και εγένετο εν τούτοις οργή επί Ισραήλ. 32 και Ιωνάθαν ο πατράδελφος Δαυίδ σύμβουλος. 2 και έστη Δαυίδ εν μέσω της εκκλησίας και είπεν· ακούσατέ μου. 27 και επί των χωρίων Σεμεϊ ο εκ Ραήλ. 25 Και επί των θησαυρών του βασιλέως Ασμώθ ο του ‘Οδιήλ. και Ιεήλ ο του Αχαμί μετά των υιών του βασιλέως. 30 επί δε των καμήλων Αβίας ο Ισμαηλίτης. και Χουσί ο πρώτος φίλος του βασιλέως. επί δε των θησαυρών του ελαίου Ιωάς. και επί των θησαυρών των εν τοις χωρίοις του οίνου Ζαβδί ο του Σεφνί. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 714 . άνθρωπος συνετός και γραμματεύς αυτός. και ου κατεχωρίσθη ο αριθμός εν βιβλίω λόγων των ημερών του βασιλέως Δαυίδ. 31 και επί των προβάτων Ιαζίζ ο Αγαρίτης. και επί των βοών των εν τοις αυλώσι Σωφάτ ο του Αδλί. επί δε των όνων Ιαδίας ο εκ Μεραθών. εμοί εγένετο επί καρδίαν οικοδομήσαι οίκον αναπαύσεως της κιβωτού διαθήκης Κυρίου και στάσιν ποδών Κυρίου ημών. άρχοντας των κριτών. 28 και επί των ελαιώνων και επί των συκαμίνων των εν τη πεδινή Βαλλανάν ο Γεδωρίτης. και επί των θησαυρών των εν αγρω και εν ταις κώμαις και εν τοις εποικίοις και εν τοις πύργοις Ιωνάθαν ο του ‘Οζίου. 26 και επί των γεωργούντων την γην των εργαζομένων Εσδρί ο του Χελούβ. και πάντας τους άρχοντας των εφημεριών των περί το σώμα του βασιλέως και άρχοντας των χιλιάδων και των εκατοντάδων και τους γαζοφύλακας και τους επί των υπαρχόντων αυτού και πάσης της κτήσεως του βασιλέως και των υιών αυτού συν τοις ευνούχοις και τους δυνάστας και τους μαχητάς της στρατιάς εν Ιερουσαλήμ. 33 και Αχιτόφελ σύμβουλος του βασιλέως. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ εξεκκλησίασε Δαυίδ πάντας τους άρχοντας Ισραήλ.

γνώθι τον Θεόν των πατέρων σου και δούλευε αυτω εν καρδία τελεία και ψυχή θελούση. ό είχεν εν πνεύματι αυτού. 9 και νυν. 4 και εξελέξατο Κύριος ο Θεός Ισραήλ εν εμοί από παντός οίκου πατρός μου είναι βασιλέα επί Ισραήλ εις τον αιώνα· και εν Ιούδα ηρέτικε το βασίλειον και εξ οίκου Ιούδα τον οίκον του πατρός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ητοίμασα τα εις την κατασκήνωσιν επιτήδεια· 3 και ο Θεός είπεν· ουκ οικοδομήσεις εμοί οίκον του επονομάσαι το όνομά μου επ ‘ αυτω. 15 λυχνιών την ολκήν έδωκεν αυτω και των λύχνων. ότι άνθρωπος πολεμιστής ει συ και αίμα εξέχεας. ότι ηρέτικα εν αυτω είναί μου υιόν. 16 έδωκεν αυτω ομοίως τον σταθμόν των τραπεζών της προθέσεως. 18 και τον του θυσιαστηρίου των θυμιαμάτων εκ χρυσίου δοκίμου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 715 . 17 και των κρεαγρών και σπονδείων και των φιαλών των χρυσών και τον σταθμόν των χρυσών και αργυρών. 14 και τον σταθμόν της ολκής αυτών των τε χρυσών και αργυρών. καταλείψει σε εις τέλος. 12 και το παράδειγμα. ότι πάσας καρδίας ετάζει Κύριος και παν ενθύμημα γινώσκει· εάν ζητήσης αυτόν. 8 και νυν κατά πρόσωπον πάσης εκκλησίας Κυρίου και εν ωσί Θεού ημών φυλάξασθε και ζητήσατε πάσας τας εντολάς Κυρίου του Θεού ημών. εάν ισχύση του φυλάξασθαι τας εντολάς μου και τα κρίματά μου ως η ημέρα αύτη. ίνα κληρονομήσητε την γην την αγαθήν και κατακληρονομήσητε τοις υιοίς υμών μεθ ‘ υμάς έως αιώνος. 11 και έδωκε Δαυίδ Σαλωμών τω υιω αυτού το παράδειγμα του ναού και των οίκων αυτού και των ζακχών αυτού και των υπερώων και των αποθηκών των εσωτέρων και του οίκου του εξιλασμού. Σαλωμών υιε μου. και εν τοις υιοίς του πατρός μου εν εμοί ηθέλησε του γενέσθαι με εις βασιλέα επί παντί Ισραήλ. ευρεθήσεταί σοι. 10 ιδέ νυν ότι Κύριος ηρέτικέ σε οικοδομήσαι αυτω οίκον εις αγίασμα· ίσχυε και ποίει. 5 και από πάντων των υιών μου (ότι πολλούς υιούς έδωκέ μοι Κύριος) εξελέξατο εν Σαλωμών τω υιω μου καθίσαι αυτόν επί θρόνου βασιλείας Κυρίου επί τον Ισραήλ· 6 και είπέ μοι ο Θεός· Σαλωμών ο υιος σου οικοδομήσει τον οίκόν μου και την αυλήν μου. και θυϊσκων κεφφουρέ εκάστου σταθμού. εκάστης τραπέζης χρυσής και ωσαύτως των αργυρών. των αυλών οίκου Κυρίου και πάντων των παστοφορίων των κύκλω των εις τας αποθήκας οίκου Κυρίου και των αποθηκών των αγίων και των καταλυμάτων 13 και των εφημεριών των ιερέων και των Λευιτών εις πάσαν εργασίαν λειτουργίας οίκου Κυρίου και των αποθηκών των λειτουργησίμων σκευών της λατρείας οίκου Κυρίου. καγώ έσομαι αυτω εις πατέρα 7 και κατορθώσω την βασιλείαν αυτού έως αιώνος. και εάν καταλείψης αυτόν.

και τις ο προθυμούμενος πληρώσαι τας χείρας αυτού σήμερον Κυρίω. 6 και προεθυμήθησαν άρχοντες πατριών και οι άρχοντες των υιών Ισραήλ. 4 τρισχίλια τάλαντα χρυσίου του εκ Σουφίρ και επτακισχίλια τάλαντα αργυρίου δοκίμου εξαλειφήναι εν αυτοίς τους τοίχους του ιερού. ότι ουκ ανθρώπω. και οι προστάται των έργων και οι οικοδόμοι του βασιλέως 7 και έδωκαν εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 716 . 19 πάντα εν γραφή χειρός Κυρίου έδωκε Δαυίδ Σαλωμών κατά την περιγενηθείσαν αυτω σύνεσιν της κατεργασίας του παραδείγματος. σίδηρον. νέος και απαλός. και ιδού το παράδειγμα του ναού και του οίκου αυτού και ζακχώ αυτού και τα υπερωα και τας αποθήκας τας εσωτέρας και τον οίκον του ιλασμού και το παράδειγμα οίκου Κυρίου. 5 εις το χρυσίον τω χρυσίω και εις το αργύριον τω αργυρίω. αλλ ‘ ή Κυρίω Θεω. αργύριον. και πληρώσεως λίθους πολυτελείς και ποικίλους και πάντα λίθον τίμιον και Πάριον πολύν. ου ανήσει σε και ου μη σε εγκαταλίπη έως του συντελέσαι σε πάσαν εργασίαν λειτουργίας οίκου Κυρίου. και το έργον μέγα. 20 και είπε Δαυίδ Σαλωμών τω υιω αυτού· ίσχυε και ανδρίζου και ποίει. 21 και ιδού αι εφημερίαι των ιερέων και των Λευιτών εις πάσαν λειτουργίαν οίκου Κυρίου και μετά σου εν πάση πραγματεία και πας πρόθυμος εν σοφία κατά πάσαν τέχνην και οι άρχοντες και πας ο λαός εις πάντας τους λόγους σου. και ιδού δέδωκα εις οίκον Θεού μου εις ύψος. και εις παν έργον δια χειρός των τεχνιτών. ότι Κύριος ο Θεός μου μετά σου. μη φοβού μηδέ πτοηθής. εις ον ηρέτικεν εν αυτω Κύριος. χαλκόν. ξύλα. λίθους σοόμ. 3 και έτι εν τω ευδοκήσαί με εν οίκω Θεού μου έστι μοι ό περιπεποίημαι χρυσίον και αργύριον. εκτός ων ητοίμακα εις τον οίκον των αγίων. και οι χιλίαρχοι και οι εκατόνταρχοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σταθμόν υπέδειξεν αυτω και το παράδειγμα του άρματος των Χερουβίμ των διαπεπετασμένων ταις πτέρυξι και σκιαζόντων επί της κιβωτού διαθήκης Κυρίου. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ είπε Δαυίδ ο βασιλεύς πάση τη εκκλησία· Σαλωμών ο υιος μου. 2 κατά πάσαν την δύναμιν ητοίμακα εις οίκον Θεού μου χρυσίον.

Κύριε. 8 και οίς ευρέθη παρ ‘ αυτοίς λίθος. 13 και νυν. 15 ότι πάροικοί εσμεν εναντίον σου και παροικούντες ως πάντες οι πατέρες ημών· ως σκιά αι ημέραι ημών επί γης. και εκ των σών δεδώκαμέν σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τα έργα του οίκου Κυρίου χρυσίου τάλαντα πεντακισχίλια και χρυσούς μυρίους και αργυρίου ταλάντων δέκα χιλιάδας και χαλκού τάλαντα μύρια οκτακισχίλια και σιδήρου ταλάντων χιλιάδας εκατόν. 17 και έγνων. των πατέρων ημών. μεγαλύναι και κατισχύσαι τα πάντα. ότι σά τα πάντα. από προσώπου σου ταράσσεται πας βασιλεύς και έθνος. ο άρχων πάσης αρχής. 10 και ευλόγησεν ο βασιλεύς Δαυίδ τον Κύριον ενώπιον της εκκλησίας λέγων· ευλογητός ει. και εν χειρί σου. η μεγαλωσύνη και η δύναμις και το καύχημα και η νίκη και η ισχύς. κριούς χιλίους. ό ητοίμακα οικοδομηθήναι οίκον τω ονόματι τω αγίω σου. ότι συ πάντων των εν τω ουρανω και επί της γης δεσπόζεις. και κάμψαντες τα γόνατα προσεκύνησαν τω Κυρίω. εξομολογούμεθά σοι και αινούμεν το όνομα της καυχήσεώς σου. Κύριε. και ουκ έστιν υπομονή. προς παν το πλήθος τούτο. ότι εν καρδία πλήρει προεθυμήθησαν τω Κυρίω. ο πατήρ ημών από του αιώνος και έως του αιώνος. 11 σοί. 22 και έφαγον και έπιον εναντίον του Κυρίου εν εκείνη τη ημέρα μετά χαράς και εβασίλευσαν εκ δευτέρου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 717 . και νυν τον λαόν σου τον ευρεθέντα ώδε είδον εν ευφροσύνη προθυμηθέντα σοι. εκ χειρός σου εστι. Κύριε. συ πάντων άρχεις. 21 και έθυσε Δαυίδ τω Κυρίω θυσίας και ανήνεγκεν ολοκαυτώματα τω Θεω τη επαύριον της πρώτης ημέρας μόσχους χιλίους. και σοί τα πάντα. Κύριε. και τω βασιλεί. ότι συ ει ο ετάζων καρδίας και δικαιοσύνην αγαπάς· εν απλότητι καρδίας προεθυμήθην ταύτα πάντα. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. έδωκαν εις τας αποθήκας οίκου Κυρίου δια χειρός Ιεϊήλ του Γεδσωνί. 9 και ευφράνθη ο λαός υπέρ του προθυμηθήναι. 16 Κύριε ο Θεός ημών. 18 Κύριε ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ και Ισραήλ. φύλαξον ταύτα εν διανοία καρδίας λαού σου εις τον αιώνα και κατεύθυνον τας καρδίας αυτών προς σε. 19 και Σαλωμών τω υιω μου δος καρδίαν αγαθήν ποιείν τας εντολάς σου και τα μαρτύριά σου και τα προστάγματά σου και του επί τέλους αγαγείν την κατασκευήν του οίκου σου. 12 παρά σου ο πλούτος και η δόξα. και Δαυίδ ο βασιλεύς ευφράνθη μεγάλως. 14 και τις ειμι εγώ και τις ο λαός μου. άρνας χιλίους και τας σπονδάς αυτών και θυσίας εις πλήθος παντί τω Ισραήλ. παντοκράτωρ. 20 και είπε Δαυίδ πάση τη εκκλησία· ευλογήσατε Κύριον τον Θεόν ημών· και ευλόγησε πάσα η εκκλησία Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών. ότι ισχύσαμεν προθυμηθήναί σοι κατά ταύτα. και εν χειρί σου ισχύς και δυναστεία.

εν Χεβρών έτη επτά και εν Ιερουσαλήμ έτη τριακοντατρία. τοις χιλιάρχοις και τοις εκατοντάρχοις και τοις κριταίς και πάσι τοις άρχουσιν εναντίον Ισραήλ τοις άρχουσι των πατριών. πλούτω και δόξη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον Σαλωμών υιόν Δαυίδ και έχρισαν αυτόν τω Κυρίω εις βασιλέα και Σαδώκ εις ιερωσύνην. οί εγένοντο επ ‘ αυτω. 28 και ετελεύτησεν εν γήρα καλω. ην εποίησε Μωυσής παις Κυρίου εν τη ερήμω· 4 αλλά κιβωτόν του Θεού ανήνεγκε Δαυίδ εκ πόλεως Καριαθιαρίμ. 23 και εκάθισε Σαλωμών επί θρόνου Δαυίδ του πατρός αυτού και ευδοκήθη. ------------------------------------------------------- Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ενίσχυσε Σαλωμών υιος Δαυίδ επί την βασιλείαν αυτού. 26 και Δαυίδ υιος Ιεσσαί εβασίλευσεν επί Ισραήλ 27 έτη τεσσαράκοντα. και Κύριος ο Θεός αυτού μετ' αυτού και εμεγάλυνεν αυτόν εις ύψος. 5 και το θυσιαστήριον το χαλκούν. υιού Ωρ. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 718 . γεγραμμένοι εισίν εν λόγοις Σαμουήλ του βλέποντος και επί λόγων Νάθαν του προφήτου και επί λόγων Γάδ του βλέποντος 30 περί πάσης της βασιλείας αυτού και της δυναστείας αυτού. 29 οι δε λοιποί λόγοι του βασιλέως Δαυίδ. ότι ητοίμασεν αυτη Δαυίδ. ου εκεί ην η σκηνή του μαρτυρίου του Θεού. και εβασίλευσε Σαλωμών υιος αυτού αντ ‘ αυτού. ότι έπηξεν αυτη σκηνήν εν Ιερουσαλήμ. και επί τον Ισραήλ και επί πάσας βασιλείας της γης. ό εποίησε Βεσελεήλ υιος Ουρίου. 3 και επορεύθη Σαλωμών και πάσα η εκκλησία εις την υψηλήν την εν Γαβαών. 25 και εμεγάλυνε Κύριος τον Σαλωμών επάνωθεν παντός Ισραήλ και έδωκεν αυτω δόξαν βασιλέως. και υπήκουσαν αυτού πας Ισραήλ· 24 οι άρχοντες και οι δυνάσται και πάντες υιοί Δαυίδ του βασιλέως του πατρός αυτού υπετάγησαν αυτω. πλήρης ημερών. 2 και είπε Σαλωμών προς πάντα Ισραήλ. ό ουκ εγένετο επί παντός βασιλέως έμπροσθεν αυτού. και οι καιροί. οι πρότεροι και οι ύστεροι. εκεί ην έναντι της σκηνής Κυρίου.

ως ο Χους της γης· 10 νυν σοφίαν και σύνεσιν δος μοι. 7 εν τη νυκτί εκείνη ώφθη Θεός τω Σαλωμών και είπεν αυτω· αίτησαι τι σοι δώ. και τας κέδρους εν τη Ιουδαία ως συκαμίνους τας εν τη πεδινή εις πλήθος. 15 και έθηκεν ο βασιλεύς το αργύριον και το χρυσίον εν Ιερουσαλήμ ως λίθους. ως ουκ εγενήθη όμοιός σοι εν τοις βασιλεύσι τοις έμπροσθέν σου. 8 και είπε Σαλωμών προς τον Θεόν· συ εποίησας μετά Δαυίδ του πατρός μου έλεος μέγα και εβασίλευσάς με αντ' αυτού· 9 και νυν. ότι συ εβασίλευσάς με επί λαόν πολύν. 13 και ήλθε Σαλωμών εκ βαμά της εν Γαβαών εις Ιερουσαλήμ προ προσώπου της σκηνής του μαρτυρίου και εβασίλευσεν επί Ισραήλ. 17 και ανέβαινον και εξήγον εξ Αιγύπτου άρμα εν εξακοσίων αργυρίου και ίππον πεντήκοντα και εκατόν αργυρίου· και ούτω πάσι τοις βασιλεύσι των Χετταίων και τοις βασιλεύσι Συρίας εν χερσίν αυτών έφερον. και η τιμή των εμπόρων του βασιλέως· εμπορεύεσθαι ηγόραζον. 11 και είπεν ο Θεός προς Σαλωμών· ανθ' ων εγένετο τούτο εν τη καρδία σου και ουκ ητήσω πλούτον χρημάτων ουδέ δόξαν ουδέ την ψυχήν των υπεναντίων και ημέρας πολλάς ουκ ητήσω. και ήτησας σεαυτω σοφίαν και σύνεσιν. και ο λαός μετά του βασιλέως εν Ιερουσαλήμ. 12 την σοφίαν και την σύνεσιν δίδωμί σοι και πλούτον και χρήματα και δόξαν δώσω σοι. εφ' ον εβασίλευσά σε επ' αυτόν. πιστωθήτω δη το όνομά σου επί Δαυίδ τον πατέρα μου. ότι τις κρινεί τον λαόν σου τον μέγαν τούτον. και εξελεύσομαι ενώπιον του λαού τούτου και εισελεύσομαι. 6 και ήνεγκε Σαλωμών εκεί επί το θυσιαστήριον το χαλκούν ενώπιον Κυρίου το εν τη σκηνή και ήνεγκεν επ' αυτω ολοκαύτωσιν χιλίαν. και εγένοντο αυτω χίλια και τετρακόσια άρματα και δώδεκα χιλιάδες ιππέων· και κατέλιπεν αυτά εν πόλεσι των αρμάτων. και μετά σε ουκ έσται ούτως. όπως κρίνης τον λαόν μου. 16 και η έξοδος των ίππων Σαλωμών εξ Αιγύπτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξεζήτησεν αυτό Σαλωμών και η εκκλησία. 14 Και συνήγαγε Σαλωμών άρματα και ιππείς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 719 . Κύριε ο Θεός.

ον εγώ οικοδομώ μέγας. 7 και νυν απόστειλόν μοι άνδρα σοφόν και ειδότα του ποιήσαι εν τω χρυσίω και εν τω αργυρίω και εν τω χαλκω και εν τω σιδήρω και εν τη πορφύρα και εν τω κοκκίνω και εν τη υακίνθω και επιστάμενον γλύψαι γλυφήν μετά των σοφών των μετ' εμού εν Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ. 10 και ιδού τοις εργαζομένοις τοις κόπτουσι ξύλα εις βρώματα δέδωκα σίτον εις δόματα τοις παισί σου κόρων πυρού είκοσι χιλιάδας και κριθών κόρων είκοσι χιλιάδας και οίνου μέτρων είκοσι χιλιάδας και ελαίου μέτρων είκοσι χιλιάδας. ότι εγώ οίδα ως οι δούλοί σου οίδασι κόπτειν ξύλα εκ του Λιβάνου· και ιδού οι παίδές σου μετά των παίδων μου 9 πορεύσονται ετοιμάσαι μοι ξύλα εις πλήθος. ότι αλλ' ή του θυμιάν κατέναντι αυτού. 5 και ο οίκος. ος έδωκε τω Δαυίδ τω βασιλεί υιόν σοφόν και επιστάμενον επιστήμην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 720 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ είπε Σαλωμών του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου και οίκον τη βασιλεία αυτού. 8 και απόστειλόν μοι ξύλα κέδρινα και αρκεύθινα και πεύκινα εκ του Λιβάνου. 12 και είπε Χιράμ· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 6 και τις ισχύσει οικοδομήσαι αυτω οίκον. ον εγώ οικοδομώ μέγας και ένδοξος. 4 και ιδού εγώ ο υιος αυτού οικοδομώ οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού μου αγιάσαι αυτόν αυτω του θυμιάν απέναντι αυτού θυμίαμα και πρόθεσιν δια παντός και του αναφέρειν ολοκαυτώματα δια παντός το πρωϊ και το δείλης και εν τοις σαββάτοις και εν ταις νουμηνίαις και εν ταις εορταίς του Κυρίου Θεού ημών· εις τον αιώνα τούτο επί τον Ισραήλ. και τις εγώ οικοδομών αυτω οίκον. ος εποίησε τον ουρανόν και την γην. α ητοίμασε Δαυίδ ο πατήρ μου. ότι μέγας Κύριος ο Θεός ημών παρά πάντας τους θεούς. 2 και συνήγαγε Σαλωμών εβδομήκοντα χιλιάδας ανδρών νωτοφόρων και ογδοήκοντα χιλιάδας λατόμων εν τω όρει. και οι επιστάται επ' αυτών τρισχίλιοι εξακόσιοι. ότι ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού ου φέρουσι την δόξαν αυτού. 11 και είπε Χιράμ βασιλεύς Τύρου εν γραφή και απέστειλε προς Σαλωμών λέγων· εν τω αγαπήσαι Κύριον τον λαόν αυτού έδωκέ σε επ' αυτούς βασιλέα. 3 και απέστειλε Σαλωμών προς Χιράμ βασιλέα Τύρου λέγων· ως εποίησας μετά Δαυίδ του πατρός μου και απέστειλας αυτω κέδρους του οικοδομήσαι εαυτω οίκον κατοικήσαι εν αυτω. ότι ο οίκος.

α είπεν ο κύριός μου. και συ άξεις αυτά εις Ιερουσαλήμ. μήκος επί πρόσωπον πλάτους του οίκου πήχεων είκοσι και ύψος πήχεων εκατόν είκοσι· και κατεχρύσωσεν αυτόν έσωθεν χρυσίω καθαρω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και σύνεσιν. 16 και ημείς κόψομεν ξύλα εκ του Λιβάνου κατά πάσαν την χρείαν σου και άξομεν αυτά σχεδίαις επί θάλασσαν Ιόππης. εν τω τόπω. 6 και εκόσμησε τον οίκον λίθοις τιμίοις εις δόξαν και εχρύσωσε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 721 . ω ητοίμασε Δαυίδ εν άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. και ευρέθησαν εκατόν πεντήκοντα χιλιάδες και τρισχίλιοι εξακόσιοι. 15 και νυν τον σίτον και την κριθήν και το έλαιον και τον οίνον. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ήρξατο Σαλωμών του οικοδομείν τον οίκον Κυρίου εν Ιερουσαλήμ εν όρει του Αμωρία. 4 και αιλάμ κατά πρόσωπον του οίκου. 13 και νυν απέστειλά σοι άνδρα σοφόν και ειδότα σύνεσιν Χιράμ τον πατέρα μου (14 η μήτηρ αυτού από θυγατέρων Δάν. ος οικοδομήσει οίκον τω Κυρίω και οίκον τη βασιλεία αυτού. όσα αν δως αυτω. 2 και ήρξατο οικοδομήσαι εν τω μηνί τω δευτέρω εν τω έτει τω τετάρτω της βασιλείας αυτού. 17 και συνήγαγε Σαλωμών πάντας τους άνδρας τους προσηλύτους τους εν γη Ισραήλ μετά τον αριθμόν. 18 και εποίησεν εξ αυτών εβδομήκοντα χιλιάδας νωτοφόρων και ογδοήκοντα χιλιάδας λατόμων και τρισχιλίους εξακοσίους εργοδιώκτας επί τον λαόν. μετά των σοφών σου και σοφών Δαυίδ κυρίου μου πατρός σου. αποστειλάτω τοις παισίν αυτού. 3 και ταύτα ήρξατο Σαλωμών του οικοδομήσαι τον οίκον του Θεού· μήκος πήχεων η διαμέτρησις η πρώτη πήχεων εξήκοντα και εύρος πήχεων είκοσι. ον ηρίθμησεν αυτούς Δαυίδ ο πατήρ αυτού. ου ώφθη Κύριος τω Δαυίδ πατρί αυτού. και ο πατήρ αυτού ανήρ Τύριος) ειδότα ποιήσαι εν χρυσίω και εν αργυρίω και εν χαλκω και εν σιδήρω και εν λίθοις και ξύλοις και υφαίνειν εν τη πορφύρα και εν τη υακίνθω και εν τη βύσσω και εν τω κοκκίνω και γλύψαι γλυφάς και διανοείσθαι πάσαν διανόησιν. 5 και τον οίκον τον μέγαν εξύλωσε ξύλοις κεδρίνοις και κατεχρύσωσε χρυσίω καθαρω και έγλυψεν επ' αυτού φοίνικας και χαλαστά.

και εκάλεσε το όνομα του εκ δεξιών Κατόρθωσις και το όνομα του εξ αριστερών Ισχύς. δέκα πήχεις περιέχουσι τον λουτήρα κυκλόθεν. ολκή του ενός πεντήκοντα σίκλοι χρυσίου. στρογγύλην κυκλόθεν. 10 και εποίησεν εν τω οίκω τω αγίω των αγίων Χερουβίμ δύο. και η πτέρυξ η μία πήχεων πέντε απτομένη του τοίχου του οίκου. 8 και εποίησε τον οίκον του αγίου των αγίων. 11 και αι πτέρυγες των Χερουβίμ το μήκος πήχεων είκοσι. και η πτέρυξ η ετέρα πήχεων πέντε απτομένη της πτέρυγος του Χερούβ του ετέρου· 13 και αι πτέρυγες των Χερουβίμ τούτων διαπεπετασμέναι πήχεων είκοσι· και αυτά εστηκόκα επί τους πόδας αυτών. πήχεων τριακονταπέντε το ύψος και τας κεφαλάς αυτών πήχεων πέντε. 16 και εποίησε σερσερώθ εν τω δαβίρ και έδωκεν επί των κεφαλών των στύλων. 9 και ολκή των ήλων. κύκλω κυκλούσιν αυτήν. και τα πρόσωπα αυτών εις τον οίκον. 4 ή εποίησαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 722 . έργον εκ ξύλων και εχρύσωσεν αυτά χρυσίω. 15 και εποίησεν έμπροσθεν του οίκου στύλους δύο. μήκος αυτού επί πρόσωπον πλάτους του οίκου πήχεων είκοσι και το εύρος πήχεων είκοσι. ένα εκ δεξιών και τον ένα εξ ευωνύμων. και εχρύσωσεν αυτόν χρυσίω καθαρω εις Χερουβίμ εις τάλαντα εξακόσια.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χρυσίω χρυσίου του εκ Φαρουϊμ 7 και εχρύσωσε τον οίκον και τους τοίχους αυτού και τους πυλώνας και τα οροφώματα και τα θυρώματα χρυσίω και έγλυψε Χερουβίμ επί των τοίχων. 3 και ομοίωμα μόσχων υποκάτω αυτής. δέκα πήχεων την διαμέτρησιν. δύο γένη εχώνευσαν τους μόσχους εν τη χωνεύσει αυτών. και πέντε πήχεων το ύψος και το κύκλωμα τριάκοντα πήχεων. και εποίησε ροϊσκους εκατόν και εποίησε ροϊσκους επί των χαλαστών. 2 και εποίησε την θάλασσαν χυτήν. 17 και έστησε τους στύλους κατά πρόσωπον του ναού. και το υπερωον εχρύσωσε χρυσίω. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ εποίησε θυσιαστήριον χαλκούν. είκοσι πήχεων το μήκος και είκοσι πήχεων το εύρος και δέκα πήχεων το ύψος. 14 και εποίησε το καταπέτασμα υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου και βύσσου και ύφανεν εν αυτω Χερουβίμ.

13 και κώδωνας χρυσούς τετρακοσίους εις τα δύο δίκτυα και δύο γένη ροϊσκων εν τω δικτύω τω ενί του συγκαλύψαι τας δύο γωλάθ των χωθαρέθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς. 5 και το πάχος αυτής παλαιστής. α εστιν επάνω των στύλων. και τας θύρας του οίκου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 723 . και το χείλος αυτής ως χείλος ποτηρίου. 18 και εποίησε Σαλωμών πάντα τα σκεύη ταύτα εις πλήθος σφόδρα. πέντε εκ δεξιών και πέντε εξ ευωνύμων. και τους λουτήρας εποίησεν επί των μεχωνώθ 15 και την θάλασσαν μίαν και τους μόσχους τους δώδεκα υποκάτω αυτής 16 και τους ποδιστήρας και τους αναλημπτήρας και τους λέβητας και τας κρεάγρας και πάντα τα σκεύη αυτών. δώδεκα μόσχους. 6 και εποίησε λουτήρας δέκα και έθηκε τους πέντε εκ δεξιών και τους πέντε εξ αριστερών του πλύνειν εν αυτοίς τα έργα των ολοκαυτωμάτων και αποκλύζειν εν αυτοίς· και η θάλασσα εις το νίπτεσθαι τους ιερείς εν αυτη. και η θάλασσα επ' αυτών άνω. 7 και εποίησε τας λυχνίας τας χρυσάς δέκα κατά το κρίμα αυτών και έθηκεν εν τω ναω. 19 και εποίησε Σαλωμών πάντα τα σκεύη οίκου Κυρίου και το θυσιαστήριον το χρυσούν και τας τραπέζας (και επ' αυτών άρτοι προθέσεως) 20 και τας λυχνίας και τους λύχνους του φωτός κατά το κρίμα και κατά πρόσωπον του δαβίρ χρυσίου καθαρού 21 και λαβίδες αυτών και οι λύχνοι αυτών και τας φιάλας και τας θυϊσκας και τα πυρεία χρυσίου καθαρού. 9 και εποίησε την αυλήν των ιερέων και την αυλήν την μεγάλην και θύρας τη αυλή και θυρώματα αυτών κατακεχαλκωμένα χαλκω· 10 και την θάλασσαν έθηκεν από γωνίας του οίκου εκ δεξιών ως προς ανατολάς κατέναντι. ην εποίησε Σαλωμών τω βασιλεί εν οίκω του Θεού. και εποίησε φιάλας χρυσάς εκατόν. και συνετέλεσε Χιράμ ποιήσαι πάσαν την εργασίαν. 17 εν τω περιχώρω του Ιορδάνου εχώνευσεν αυτά ο βασιλεύς εν τω πάχει της γης εν οίκω Σοκχώθ και ανά μέσον Σαρηδαθά. 8 και εποίησε τραπέζας δέκα και έθηκεν εν τω ναω. α εστιν επί των κεφαλών των στύλων. και ανήνεγκε τω βασιλεί Σαλωμών εν οίκω Κυρίου χαλκού καθαρού. πέντε εκ δεξιών και πέντε εξ αριστερών. χωρούσαν μετρητάς τρισχιλίους· και εξετέλεσε. ήσαν τα οπίσθια αυτών έσω. διαγεγλυμμένα βλαστούς κρίνου. 12 στύλους δύο και επ' αυτών γωλάθ τη χωθαρέθ επί των κεφαλών των στύλων δύο και δίκτυα δύο συγκαλύψαι τας κεφαλάς των χωθαρέθ. 14 και τας μεχωνώθ εποίησε δέκα. οι τρεις βλέποντες βορράν και οι τρεις δυσμάς και οι τρεις νότον και οι τρεις κατ' ανατολάς. 22 και η θύρα του οίκου η εσωτέρα εις τα άγια των αγίων. 11 και εποίησε Χιράμ τας κρεάγρας και τα πυρεία και την εσχάραν του θυσιαστηρίου και πάντα τα σκεύη αυτού. α εποίησε Χιράμ. ότι ουκ εξέλιπεν ολκή του χαλκού.

το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη και έδωκεν εις θησαυρόν οίκου Κυρίου. 8 και ην τα Χερουβίμ διαπεπετακότα τας πτέρυγας αυτών επί τον τόπον της κιβωτού. ουκ εβλέποντο έξω· και ήσαν εκεί έως της ημέρας ταύτης. και ανήνεγκαν αυτήν οι ιερείς και οι Λευίται. ας έθηκε Μωυσής εν Χωρήβ. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ συνετελέσθη πάσα η εργασία. υποκάτω των πτερύγων των Χερουβίμ. τω Αιμάν. των ενδεδυμένων στολάς βυσσίνας. τω Ιδιθούν και τοις υιοίς αυτών και τοις αδελφοίς αυτών. και εβλέποντο αι κεφαλαί των αναφορέων εκ των αγίων εις πρόσωπον του δαβίρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ του ναού χρυσάς. 6 και ο βασιλεύς Σαλωμών και πάσα συναγωγή Ισραήλ και οι φοβούμενοι και οι επισυνηγμένοι αυτών έμπροσθεν της κιβωτού θύοντες μόσχους και πρόβατα. ην εποίησε Σαλωμών εν οίκω Κυρίου. εις το δαβίρ του οίκου εις τα άγια των αγίων. 11 και εγένετο εν τω εξελθείν τους ιερείς εκ των αγίων -ότι πάντες οι ιερείς οι ευρεθέντες ηγιάσθησαν. και συνεκάλυπτε τα Χερουβίμ επί την κιβωτόν και επί τους αναφορείς αυτής επάνωθεν· 9 και υπερείχον οι αναφορείς. και εισήνεγκε Σαλωμών τα άγια Δαυίδ του πατρός αυτού. 7 και εισήνεγκαν οι ιερείς την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εις τον τόπον αυτής. 2 τότε εξεκκλησίασε Σαλωμών πάντας τους πρεσβυτέρους Ισραήλ και πάντας τους άρχοντας των φυλών τους ηγουμένους πατριών υιών Ισραήλ εις Ιερουσαλήμ του ανενέγκαι κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εκ πόλεως Δαυίδ (αύτη Σιών)· 3 και εξεκκλησιάσθησαν προς τον βασιλέα πας Ισραήλ εν τη εορτη (ούτος ο μην έβδομος) 4 και ήλθον πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ και έλαβον πάντες οι Λευίται την κιβωτόν 5 και ανήνεγκαν την κιβωτόν και την σκηνήν του μαρτυρίου και πάντα τα σκεύη τα άγια εν τη σκηνή. ουκ ήσαν διατεταγμένοι κατ' εφημερίαν. 10 ουκ ην εν τη κιβωτω πλήν δύο πλάκες. οί ουκ αριθμηθήσονται και οί ου λογισθήσονται από του πλήθους. εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 724 . α διέθετο Κύριος μετά των υιών Ισραήλ εν τω εξελθείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. 12 και οι Λευίται οι ψαλτωδοί πάντες τοις υιοίς Ασάφ.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

κυμβάλοις και εν νάβλαις και εν κινύραις, εστηκότες κατέναντι του θυσιαστηρίου και μετ' αυτών ιερείς εκατόν είκοσι σαλπίζοντες ταις σάλπιγξι· 13 και εγένετο μία φωνή εν τω σαλπίζειν και εν τω ψαλτωδείν και εν τω αναφωνείν φωνή μια του εξομολογείσθαι και αινείν τω Κυρίω- και ύψωσαν φωνήν εν σάλπιγξι και εν κυμβάλοις και εν οργάνοις των ωδών και έλεγον· εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι αγαθόν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. και ο οίκος ενεπλήσθη νεφέλης δόξης Κυρίου, 14 και ουκ ηδύναντο οι ιερείς του στήναι λειτουργείν από προσώπου της νεφέλης, ότι ενέπλησε δόξα Κυρίου τον οίκον του Θεού.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΤΟΤΕ είπε Σαλωμών· Κύριος είπε του κατασκηνώσαι εν γνόφω· 2 και εγώ ωκοδόμηκα οίκον τω ονόματί σου άγιόν σοι και έτοιμον του κατασκηνώσαι εις τους αιώνας. 3 και επέστρεψεν ο βασιλεύς το πρόσωπον αυτού και ευλόγησε την πάσαν εκκλησίαν Ισραήλ, και πάσα η εκκλησία Ισραήλ παρειστήκει. 4 και είπεν· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ, ως ελάλησεν εν στόματι αυτού προς Δαυίδ τον πατέρα μου και εν χερσίν αυτού επλήρωσε λέγων· 5 από της ημέρας, ης ανήγαγον τον λαόν μου εκ γης Αιγύπτου, ουκ εξελεξάμην εν πόλει από πασών φυλών Ισραήλ του οικοδομήσαι οίκον του είναι το όνομά μου εκεί και ουκ εξελεξάμην ανδρί του είναι εις ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ· 6 και εξελεξάμην την Ιερουσαλήμ γενέσθαι το όνομά μου εκεί και εξελεξάμην εν Δαυίδ του είναι επί τον λαόν μου Ισραήλ. 7 και εγένετο επί καρδίαν Δαυίδ του πατρός μου του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ, 8 και είπε Κύριος προς Δαυίδ πατέρα μου· διότι εγένετο επί καρδίαν σου του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματί μου, καλώς εποίησας, ότι εγένετο επί την καρδίαν σου· 9 πλήν συ ουκ οικοδομήσεις τον οίκον, ότι ο υιος σου, ος εξελεύσεται εκ της οσφύος σου, ούτος οικοδομήσει τον οίκον τω ονόματί μου. 10 και ανέστησε Κύριος τον λόγον τούτον, ον ελάλησε, και εγενήθην αντί Δαυίδ του πατρός μου και εκάθισα επί τον θρόνον Ισραήλ, καθώς ελάλησε Κύριος, και ωκοδόμησα τον οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ 11 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

725

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έθηκα εκεί την κιβωτόν, εν ή εκεί διαθήκη Κυρίου, ην διέθετο τω Ισραήλ. 12 Και έστη κατέναντι του θυσιαστηρίου Κυρίου έναντι πάσης εκκλησίας Ισραήλ και διεπέτασε τας χείρας αυτού· 13 ότι εποίησε Σαλωμών βάσιν χαλκήν και έθηκεν αυτήν εν μέσω της αυλής του ιερού, πέντε πήχεων το μήκος αυτής και πέντε πήχεων το εύρος αυτής και τριών πήχεων το ύψος αυτής, και έστη επ' αυτής και έπεσεν επί τα γόνατα έναντι πάσης εκκλησίας Ισραήλ και διεπέτασε τας χείρας αυτού εις τον ουρανόν 14 και είπε· Κύριε ο Θεός Ισραήλ, ουκ έστιν όμοιός σοι Θεός εν ουρανω και επί της γης, φυλάσσων την διαθήκην και το έλεος τοις παισί σου τοις πορευομένοις εναντίον σου εν όλη καρδία. 15 α εφύλαξας τω παιδί σου Δαυίδ τω πατρί μου, α ελάλησας αυτω λέγων, και ελάλησας εν στόματί σου και εν χερσί σου επλήρωσας ως η ημέρα αύτη. 16 και νυν, Κύριε ο Θεός Ισραήλ, φύλαξον τω παιδί σου τω Δαυίδ τω πατρί μου α ελάλησας αυτω λέγων· ουκ εκλείψει σοι ανήρ από προσώπου μου καθήμενος επί θρόνου Ισραήλ, πλήν εάν φυλάξωσιν οι υιοί σου την οδόν αυτών του πορεύεσθαι εν τω νόμω μου, ως επορεύθης εναντίον μου. 17 και νυν, Κύριε ο Θεός Ισραήλ, πιστωθήτω δη το ρήμά σου, ό ελάλησας τω παιδί σου τω Δαυίδ, 18 ότι ει αληθώς κατοικήσει Θεός μετά ανθρώπων επί της γης; ει ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού ουκ αρκέσουσί σοι, και τις ο οίκος ούτος, ον ωκοδόμησα; 19 και επιβλέψη επί την προσευχήν παιδός σου και επί την δέησίν μου, Κύριε ο Θεός, του επακούσαι της δεήσεως και της προσευχής, ης ο παις σου προσεύχεται εναντίον σου σήμερον, 20 του είναι οφθαλμούς σου ανεωγμένους επί τον οίκον τούτον ημέρας και νυκτός εις τον τόπον τούτον, ον είπας επικληθήναι το όνομά σου εκεί, του ακούσαι της προσευχής, ης προσεύχεται ο παις σου εις τον τόπον τούτον. 21 και ακούση της δεήσεως του παιδός σου και του λαού σου Ισραήλ, α αν προσεύξωνται εις τον τόπον τούτον, και συ εισακούση εν τω τόπω της κατοικήσεώς σου εκ του ουρανού και ακούση και ίλεως έση. 22 εάν αμάρτη ανήρ τω πλησίον αυτού και λάβη επ' αυτόν αράν του αράσθαι αυτόν, και έλθη και αράσηται κατέναντι του θυσιαστηρίου εν τω οίκω τούτω, 23 και συ εισακούση εκ του ουρανού και ποιήσεις και κρινείς τους δούλους σου του αποδούναι τω ανόμω και αποδούναι οδούς αυτού εις κεφαλήν αυτού, και του δικαιώσαι δίκαιον, του αποδούναι αυτω κατά την δικαιοσύνην αυτού. 24 και εάν θραυσθή ο λαός σου Ισραήλ κατέναντι του εχθρού, εάν αμάρτωσί σοι, και επιστρέψωσι και εξομολογήσωνται τω ονόματί σου και προσεύξωνται και δεηθώσιν εναντίον σου εν τω οίκω τούτω, 25 και συ εισακούση εκ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

726

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του ουρανού και ίλεως έση ταις αμαρτίαις λαού σου Ισραήλ και αποστρέψεις αυτούς εις την γην, ην έδωκας αυτοίς και τοις πατράσιν αυτών. 26 εν τω συσχεθήναι τον ουρανόν και μη γενέσθαι υετόν, ότι αμαρτήσονταί σοι, και προσεύξονται εις τον τόπον τούτον και αινέσουσι το όνομά σου και από των αμαρτιών αυτών επιστρέψουσιν, ότι ταπεινώσεις αυτούς, 27 και συ εισακούση εκ του ουρανού και ίλεως έση ταις αμαρτίαις των παίδων σου και του λαού σου Ισραήλ, ότι δηλώσεις αυτοίς την οδόν την αγαθήν, εν ή πορεύσονται εν αυτη, και δώσεις υετόν επί την γην σου, ην έδωκας τω λαω σου εις κληρονομίαν. 28 λιμός εάν γένηται επί της γης, θάνατος εάν γένηται, ανεμοφθορία και ίκτερος, ακρίς και βρούχος εάν γένηται, και εάν θλίψη αυτόν ο εχθρός κατέναντι των πόλεων αυτών, κατά πάσαν πληγήν και πάντα πόνον, 29 και πάσα προσευχή και πάσα δέησις, ή εάν γένηται παντί ανθρώπω και παντί λαω σου Ισραήλ, εάν γνω άνθρωπος την αφήν αυτού και την μαλακίαν αυτού και διαπετάση τας χείρας αυτού εις τον οίκον τούτον, 30 και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ιλάση και δώσεις ανδρί κατά τας οδούς αυτού, ως αν γνως την καρδίαν αυτού, ότι μόνος γινώσκεις την καρδίαν υιών ανθρώπων, 31 όπως φοβώνται πάσας οδούς σου πάσας τας ημέρας, ας αυτοί ζώσιν επί πρόσωπον της γης, ης έδωκας τοις πατράσιν ημών. 32 και πας αλλότριος, ος ουκ εκ του λαού σου Ισραήλ εστιν αυτός και έλθη εκ γης μακρόθεν δια το όνομά σου το μέγα και την χείρά σου την κραταιάν και τον βραχίονά σου τον υψηλόν και έλθωσι και προσεύξωνται εις τον τόπον τούτον, 33 και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ποιήσεις κατά πάντα, όσα αν επικαλέσηταί σε ο αλλότριος, όπως γνώσι πάντες οι λαοί της γης το όνομά σου και του φοβείσθαί σε ως ο λαός σου Ισραήλ και του γνώναι ότι το όνομά σου επικέκληται επί τον οίκον τούτον, ον ωκοδόμησα. 34 εάν δε εξέλθη ο λαός σου εις πόλεμον επί τους εχθρούς αυτού εν οδω, ή αποστελείς αυτούς, και προσεύξωνται προς σε κατά την οδόν της πόλεως ταύτης, ην εξελέξω εν αυτη, και οίκου, ου ωκοδόμηκα τω ονόματί σου, 35 και ακούση εκ του ουρανού της προσευχής αυτών και της δεήσεως αυτών και ποιήσεις το δικαίωμα αυτών. 36 ότι αμαρτήσονταί σοι (ότι ουκ έσται άνθρωπος, ος ουχ αμαρτήσεται) και πατάξεις αυτούς και παραδώσεις αυτούς κατά πρόσωπον εχθρών και αιχμαλωτεύσουσιν αυτούς οι αιχμαλωτεύοντες αυτούς εις γην εχθρών εις γην μακράν ή εγγύς 37 και επιστρέψωσι καρδίαν αυτών εν τη γη αυτών, ου μετήχθησαν εκεί, και γε επιστρέψωσι και δεηθώσί σου εν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

727

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

τη αιχμαλωσία αυτών λέγοντες· ημάρτομεν, ηνομήσαμεν, ηδικήσαμεν, 38 και επιστρέψωσι προς σε εν όλη καρδία και εν όλη ψυχή αυτών εν γη αιχμαλωτευσάντων αυτούς και προσεύξωνται οδόν γης αυτών, ης έδωκας τοις πατράσιν αυτών, και της πόλεως, ης εξελέξω, και του οίκου, ου ωκοδόμησα τω ονόματί σου, 39 και ακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου της προσευχής αυτών και της δεήσεως αυτών και ποιήσεις κρίματα και ίλεως έση τω λαω τω αμαρτώντί σοι. 40 και νυν, Κύριε, έστωσαν δη οι οφθαλμοί σου ανεωγμένοι και τα ώτά σου επήκοα επί την δέησιν του τόπου τούτου. 41 και νυν ανάστηθι, Κύριε ο Θεός, εις την κατάπαυσίν σου, συ και η κιβωτός της ισχύος σου. οι ιερείς σου, Κύριε ο Θεός, ενδύσαιντο σωτηρίαν, και οι υιοί σου ευφρανθήτωσαν εν αγαθοίς. 42 Κύριε ο Θεός, μη αποστρέψης το πρόσωπον του χριστού σου, μνήσθητι τα ελέη Δαυίδ του δούλου σου.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΚΑΙ ως συνετέλεσε Σαλωμών προσευχόμενος, και το πυρ κατέβη εκ του ουρανού και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τας θυσίας, και δόξα Κυρίου έπλησε τον οίκον. 2 και ουκ ηδύναντο οι ιερείς εισελθείν εις τον οίκον Κυρίου εν τω καιρω εκείνω, ότι έπλησε δόξα Κυρίου τον οίκον. 3 και πάντες οι υιοί Ισραήλ εώρων καταβαίνον το πυρ, και η δόξα Κυρίου επί τον οίκον, και έπεσον επί πρόσωπον επί την γην επί το λιθόστρωτον και προσεκύνησαν και ήνουν τω Κυρίω, ότι αγαθόν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 4 και ο βασιλεύς και πας ο λαός θύοντες θύματα έναντι Κυρίου. 5 και εθυσίασεν ο βασιλεύς Σαλωμών την θυσίαν μόσχων είκοσι και δύο χιλιάδας και βοσκημάτων εκατόν και είκοσι χιλιάδας, και ενεκαίνισε τον οίκον του Θεού ο βασιλεύς και πας ο λαός. 6 και οι ιερείς επί τας φυλακάς αυτών εστηκότες, και οι Λευίται εν οργάνοις ωδών Κυρίου του Δαυίδ του βασιλέως του εξομολογείσθαι έναντι Κυρίου, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού, εν ύμνοις Δαυίδ δια χειρός αυτών, και οι ιερείς σαλπίζοντες ταις σάλπιγξιν εναντίον αυτών, και πας Ισραήλ εστηκώς. 7 και ηγίασε Σαλωμών το μέσον της αυλής της εν οίκω Κυρίου, ότι εποίησεν εκεί τα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

728

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ολοκαυτώματα και τα στέατα των σωτηρίων, ότι το θυσιαστήριον το χαλκούν, ό εποίησε Σαλωμών, ουκ εξεποίει δέξασθαι τα ολοκαυτώματα και τα μαναά και τα στέατα. 8 και εποίησε Σαλωμών την εορτήν εν τω καιρω εκείνω επτά ημέρας και πας Ισραήλ μετ' αυτού, εκκλησία μεγάλη σφόδρα από εισόδου Αιμάθ και έως χειμάρρου Αιγύπτου. 9 και εποίησεν εν τη ημέρα τη ογδόη εξόδιον, ότι εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου εποίησεν επτά ημέρας εορτήν. 10 και εν τη τρίτη και εικοστη του μηνός του εβδόμου απέστειλε τον λαόν εις τα σκηνώματα αυτών ευφραινομένους και αγαθή καρδία επί τοις αγαθοίς, οίς εποίησε Κύριος τω Δαυίδ, και τω Σαλωμώντι και τω Ισραήλ λαω αυτού. 11 Και συνετέλεσε Σαλωμών τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως· και πάντα, όσα ηθέλησεν εν τη ψυχή Σαλωμών του ποιήσαι εν οίκω Κυρίου και εν οίκω αυτού, ευωδώθη. 12 και ώφθη Κύριος τω Σαλωμών την νύκτα και είπεν αυτω· ήκουσα της προσευχής σου και εξελεξάμην εν τω τόπω τούτω εμαυτω εις οίκον θυσίας. 13 εάν συσχώ τον ουρανόν και μη γένηται υετός, και εάν εντείλωμαι τη ακρίδι καταφαγείν το ξύλον, και εάν αποστείλω θάνατον εν τω λαω μου, 14 και εάν εντραπή ο λαός μου εφ' ους επικέκληται το όνομά μου επ' αυτούς, και προσεύξωνται και ζητήσωσι το πρόσωπόν μου και αποστρέψωσιν από των οδών αυτών των πονηρών, και εγώ εισακούσομαι εκ του ουρανού και ίλεως έσομαι ταις αμαρτίαις αυτών και ιάσομαι την γην αυτών. 15 και νυν οι οφθαλμοί μου έσονται ανεωγμένοι και τα ώτά μου επήκοα τη προσευχή του τόπου τούτου. 16 και νυν εξελεξάμην και ηγίακα τον οίκον τούτον του είναι όνομά μου εκεί έως αιώνος, και έσονται οι οφθαλμοί μου και η καρδία μου εκεί πάσας τας ημέρας. 17 και συ εάν πορευθής εναντίον μου ως Δαυίδ ο πατήρ σου και ποιήσεις κατά πάντα, α ενετειλάμην σοι, και τα προστάγματά μου και τα κρίματά μου φυλάξη, 18 και αναστήσω τον θρόνον της βασιλείας σου, ως διεθέμην Δαυίδ τω πατρί σου λέγων· ουκ εξαρθήσεταί σοι ηγούμενος ανήρ εν Ισραήλ. 19 και εάν αποστρέψητε υμείς και εγκαταλίπητε τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου, ας έδωκα εναντίον υμών, και πορευθήτε και λατρεύσητε θεοίς ετέροις και προσκυνήσητε αυτοίς, 20 και εξαρώ υμάς από της γης, ης έδωκα αυτοίς, και τον οίκον τούτον, ον ηγίασα τω ονόματί μου, αποστρέψω εκ προσώπου μου και δώσω αυτόν εις παραβολήν και εις διήγημα εν πάσι τοις έθνεσι. 21 και ο οίκος ούτος ο υψηλός, πας ο διαπορευόμενος αυτόν εκστήσεται και ερεί· χάριν τίνος εποίησε Κύριος τη γη ταύτη και τω οίκω τούτω; 22 και ερούσι· διότι εγκατέλιπον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

729

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών τον εξαγαγόντα αυτούς εκ γης Αιγύπτου και αντελάβοντο θεών ετέρων και προσεκύνησαν αυτοίς και εδούλευσαν αυτοίς, δια τούτο επήγαγεν επ' αυτούς πάσαν την κακίαν ταύτην.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΚΑΙ εγένετο μετά είκοσιν έτη, εν οίς ωκοδόμησε Σαλωμών τον οίκον Κυρίου και τον οίκον αυτού, 2 και τας πόλεις, ας έδωκε Χιράμ τω Σαλωμών, ωκοδόμησεν αυτάς Σαλωμών και κατώκισεν εκεί τους υιούς Ισραήλ. 3 και ήλθε Σαλωμών εις Βαισωβά και κατίσχυσεν αυτήν. 4 και ωκοδόμησε την Θοεδμόρ εν τη ερήμω και πάσας τας πόλεις τας οχυράς, ας ωκοδόμησεν εν Ημάθ. 5 και ωκοδόμησε την Βαιθωρών την άνω και την Βαιθωρών την κάτω, πόλεις οχυράς, τείχη, πύλαι και μοχλοί, 6 και την Βααλάθ και πάσας τας πόλεις τας οχυράς, αι ήσαν τω Σαλωμών, και πάσας τας πόλεις των αρμάτων και τας πόλεις των ιππέων και όσα επεθύμησε Σαλωμών κατά την επιθυμίαν του οικοδομήσαι εν Ιερουσαλήμ και εν τω Λιβάνω και εν πάση τη βασιλεία αυτού. 7 πας ο λαός ο καταλειφθείς από του Χετταίου και του Αμορραίου και του Φερεζαίου και του Ευαίου και του Ιεβουσαίου, οί ουκ εισίν εκ του Ισραήλ, 8 αλλ' ήσαν εκ των υιών αυτών των καταλειφθέντων μετ' αυτούς εν τη γη, ους ουκ εξωλόθρευσαν οι υιοί Ισραήλ, και ανήγαγεν αυτούς Σαλωμών εις φόρον έως της ημέρας ταύτης. 9 και εκ των υιών Ισραήλ ουκ έδωκε Σαλωμών εις παίδας τη βασιλεία αυτού, ότι αυτοί άνδρες πολεμισταί και άρχοντες και δυνατοί και άρχοντες αρμάτων και ιππέων. 10 και ούτοι άρχοντες των προστατών βασιλέως Σαλωμών· πεντήκοντα και διακόσιοι εργοδιωκτούντες εν τω λαω. 11 Και την θυγατέρα Φαραώ ανήγαγε Σαλωμών εκ πόλεως Δαυίδ εις τον οίκον, ον ωκοδόμησεν αυτη, ότι είπεν· ου κατοικήσει η γυνή μου εν πόλει Δαυίδ του βασιλέως Ισραήλ, ότι άγιός εστιν ου εισήλθεν εκεί κιβωτός Κυρίου. 12 Τότε ανήνεγκε Σαλωμών ολοκαυτώματα τω Κυρίω επί το θυσιαστήριον, ό ωκοδόμησε
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

730

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Κυρίω απέναντι του ναού, 13 κατά τον λόγον ημέρας εν ημέρα του αναφέρειν κατά τας εντολάς Μωυσή εν τοις σαββάτοις και εν τοις μησί και εν ταις εορταίς τρεις καιρούς του ενιαυτού, εν τη εορτη των αζύμων και εν τη εορτη των εβδομάδων και εν τη εορτη των σκηνών. 14 και έστησε κατά την κρίσιν Δαυίδ του πατρός αυτού τας διαιρέσεις των ιερέων, κατά τας λειτουργίας αυτών, και οι Λευίται επί τας φυλακάς αυτών του αινείν και λειτουργείν κατέναντι των ιερέων κατά τον λόγον ημέρας εν τη ημέρα, και οι πυλωροί κατά τας διαιρέσεις αυτών εις πύλην και πύλην, ότι ούτως εντολαί Δαυίδ ανθρώπου του Θεού. 15 ου παρήλθον τας εντολάς του βασιλέως περί των ιερέων και των Λευιτών εις πάντα λόγον και εις τους θησαυρούς. 16 και ητοιμάσθη πάσα η εργασία, αφ' ης ημέρας εθεμελιώθη, έως ου ετελείωσε Σαλωμών τον οίκον Κυρίου. 17 Τότε ώχετο Σαλωμών εις Γασιών Γαβέρ και εις την Αιλάθ την παραθαλασσίαν εν γη Ιδουμαία. 18 και απέστειλε Χιράμ εν χειρί παίδων αυτού πλοία και παίδας ειδότας θάλασσαν, και ώχοντο μετά των παίδων Σαλωμών εις Σωφιρά και έλαβον εκείθεν τετρακόσια και πεντήκοντα τάλαντα χρυσίου και ήλθον προς τον βασιλέα Σαλωμών.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΚΑΙ βασίλισσα Σαβά ήκουσε το όνομα Σαλωμών και ήλθε του πειράσαι Σαλωμών εν αινίγμασιν εις Ιερουσαλήμ εν δυνάμει βαρεία σφόδρα και κάμηλοι αίρουσαι αρώματα εις πλήθος και χρυσίον και λίθον τίμιον και ήλθε προς Σαλωμών και ελάλησε προς αυτόν πάντα, όσα ην εν τη ψυχή αυτής. 2 και ανήγγειλεν αυτη Σαλωμών πάντας τους λόγους αυτής και ου παρήλθε λόγος από Σαλωμών, ον ουκ απήγγειλεν αυτη. 3 και είδε βασίλισσα Σαβά την σοφίαν Σαλωμών και τον οίκον, ον ωκοδόμησε, 4 και τα βρώματα των τραπεζών και καθέδραν παίδων αυτού και στάσιν λειτουργών αυτού και ιματισμόν αυτών και οινοχόους αυτού και στολισμόν αυτών και τα ολοκαυτώματα, α ανέφερεν εν οίκω Κυρίου, και εξ εαυτής εγένετο. 5 και είπε προς τον βασιλέα· αληθινός ο λόγος, ον ήκουσα εν τη γη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

731

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μου περί των λόγων σου και περί της σοφίας σου, 6 και ουκ επίστευσα τοις λόγοις, έως ου ήλθον και είδον οι οφθαλμοί μου, και ιδού ουκ απηγγέλη μοι ήμισυ του πλήθους της σοφίας σου, προσέθηκας επί την ακοήν, ην ήκουσα. 7 μακάριοι οι άνδρες σου, μακάριοι οι παίδες ούτοι οι παρεστηκότες σοι διαπαντός και ακούοντες την σοφίαν σου· 8 έστω Κύριος ο Θεός σου ευλογημένος, ος ηθέλησεν εν σοί του δούναί σε επί θρόνον αυτού εις βασιλέα Κυρίω Θεω σου· εν τω αγαπήσαι Κύριον τον Θεόν σου τον Ισραήλ του στήσαι αυτόν εις αιώνα και έδωκέ σε επ' αυτούς εις βασιλέα του ποιήσαι κρίμα και δικαιοσύνην. 9 και έδωκε τω βασιλεί εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου και αρώματα εις πλήθος πολύ και λίθον τίμιον· και ουκ ην κατά τα αρώματα εκείνα, α έδωκε βασίλισσα Σαβά τω βασιλεί Σαλωμών. (10 και οι παίδες Σαλωμών και οι παίδες Χιράμ έφερον χρυσίον τω Σαλωμών εκ Σουφίρ και ξύλα πεύκινα και λίθον τίμιον· 11 και εποίησεν ο βασιλεύς τα ξύλα τα πεύκινα αναβάσεις τω οίκω Κυρίου και τω οίκω του βασιλέως και κιθάρας και νάβλας τοις ωδοίς, και ουκ ώφθησαν τοιαύτα έμπροσθεν εν γη Ιούδα). 12 και ο βασιλεύς Σαλωμών έδωκε τη βασιλίσση Σαβά πάντα τα θελήματα αυτής, α ήτησεν, εκτός πάντων, ων ήνεγκε τω βασιλεί Σαλωμών· και απέστρεψεν εις την γην αυτής. 13 Και ην ο σταθμός του χρυσίου του ενεχθέντος τω Σαλωμών εν ενιαυτω ενί εξακόσια εξηκονταέξ τάλαντα χρυσίου, 14 πλήν των ανδρών των υποτεταγμένων και των εμπορευομένων, ων έφερον, και πάντων των βασιλέων της Αραβίας και σατραπών της γης, πάντες έφερον χρυσίον και αργύριον τω βασιλεί Σαλωμών. 15 και εποίησεν ο βασιλεύς Σαλωμών διακοσίους θυρεούς χρυσούς ελατούς, εξακόσιοι χρυσοί καθαροί επήσαν επί τον ένα θυρεόν· 16 και τριακοσίας ασπίδας ελατάς χρυσάς, τριακοσίων χρυσών ανεφέρετο επί την ασπίδα εκάστην· και έδωκεν αυτάς ο βασιλεύς εν οίκω δρυμού του Λιβάνου. 17 και εποίησεν ο βασιλεύς θρόνον ελεφαντίνων οδόντων μέγαν και κατεχρύσωσεν αυτόν χρυσίω δοκίμω· 18 και εξ αναβαθμοί τω θρόνω ενδεδεμένοι χρυσίω και αγκώνες ένθεν και ένθεν επί του θρόνου της καθέδρας, και δύο λέοντες εστηκότες παρά τους αγκώνας, 19 και δώδεκα λέοντες εστηκότες εκεί επί των εξ αναβαθμών ένθεν και ένθεν· ουκ εγενήθη ούτως εν πάση τη βασιλεία. 20 και πάντα τα σκεύη του βασιλέως Σαλωμών χρυσίου, και πάντα τα σκεύη οίκου δρυμού του Λιβάνου χρυσίω κατειλημμένα, ουκ ην αργύριον λογιζόμενον εν ημέραις Σαλωμών εις ουθέν· 21 ότι ναύς τω βασιλεί επορεύετο εις Θαρσείς μετά των παίδων Χιράμ,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

732

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

άπαξ δια τριών ετών ήρχετο πλοία εκ Θαρσείς τω βασιλεί γέμοντα χρυσίου και αργυρίου και οδόντων ελεφαντίνων και πιθήκων. 22 και εμεγαλύνθη Σαλωμών υπέρ πάντας τους βασιλείς και πλούτω και σοφία. 23 και πάντες οι βασιλείς της γης εζήτουν το πρόσωπον Σαλωμών ακούσαι της σοφίας αυτού, ης έδωκεν ο Θεός εν καρδία αυτού. 24 και αυτοί έφερον έκαστος τα δώρα αυτού, σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά και ιματισμόν, στακτήν και ηδύσματα, ίππους και ημιόνους, το κατ' ενιαυτόν ενιαυτόν. 25 και ήσαν τω Σαλωμών τέσσαρες χιλιάδες θήλειαι ίπποι εις άρματα και δώδεκα χιλιάδες ιππέων, και έθετο αυτούς εν πόλεσι των αρμάτων και μετά του βασιλέως εν Ιερουσαλήμ. 26 και ην ηγούμενος πάντων των βασιλέων από του ποταμού και έως γης αλλοφύλων και έως ορίων Αιγύπτου. 27 και έδωκεν ο βασιλεύς το χρυσίον και το αργύριον εν Ιερουσαλήμ ως λίθους και τας κέδρους ως συκαμίνους τας εν τη πεδινή εις πλήθος. 28 και η έξοδος των ίππων εξ Αιγύπτου τω Σαλωμών και εκ πάσης της γης. 29 Και οι κατάλοιποι λόγοι Σαλωμών οι πρώτοι και οι έσχατοι ιδού ούτοι γεγραμμένοι επί των λόγων Νάθαν του προφήτου και επί των λόγων Αχιά του Σηλωνίτου και εν ταις οράσεσιν Ιωήλ του ορώντος περί Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 30 και εβασίλευσε Σαλωμών επί πάντα Ισραήλ τεσσαράκοντα έτη. 31 και εκοιμήθη Σαλωμών, και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού, και εβασίλευσε Ροβοάμ υιος αυτού αντ' αυτού.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΚΑΙ ήλθε Ροβοάμ εις Συχέμ, ότι εις Συχέμ ήρχετο πας Ισραήλ βασιλεύσαι αυτόν. 2 και εγένετο ως ήκουσεν Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ -και αυτός εν Αιγύπτω, ως έφυγεν από προσώπου Σαλωμών του βασιλέως και κατώκησεν Ιεροβοάμ εν Αιγύπτω- και απέστρεψεν Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου. 3 και απέστειλαν και εκάλεσαν αυτόν, και ήλθεν Ιεροβοάμ και πάσα η εκκλησία Ισραήλ προς Ροβοάμ λέγοντες· 4 ο πατήρ σου εσκλήρυνε τον ζυγόν ημών, και νυν άφες από της δουλείας του πατρός σου της σκληράς και από του ζυγού αυτού του βαρέος, ου έδωκεν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

733

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εφ' ημάς, και δουλεύσομέν σοι. 5 και είπεν αυτοίς· πορεύεσθε έως τριών ημερών και έρχεσθε προς με· και απήλθεν ο λαός. 6 και συνήγαγεν ο βασιλεύς Ροβοάμ τους πρεσβυτέρους τους εστηκότας εναντίον του Σαλωμών του πατρός αυτού εν τω ζήν αυτόν λέγων· Πως υμείς βουλεύεσθε του αποκριθήναι τω λαω τούτω λόγον; 7 και ελάλησαν αυτω λέγοντες· εάν εν τη σήμερον γένη εις αγαθόν τω λαω τούτω και ευδοκήσης και λαλήσης αυτοίς λόγους αγαθούς, και έσονταί σοι παίδες πάσας τας ημέρας. 8 και κατέλιπε την βουλήν των πρεσβυτέρων, οί συνεβουλεύσαντο αυτω, και συνεβουλεύσατο μετά των παιδαρίων των συνεκτραφέντων μετ' αυτού των εστηκότων εναντίον αυτού. 9 και είπεν αυτοίς· τι υμείς βουλεύεσθε και αποκριθήσομαι λόγον τω λαω τούτω, οί ελάλησαν προς με λέγοντες· άνες από του ζυγού, ου έδωκεν ο πατήρ σου εφ' ημάς; 10 και ελάλησαν αυτω τα παιδάρια τα εκτραφέντα μετ' αυτού λέγοντες· ούτως λαλήσεις τω λαω τω λαλήσαντι προς σε λέγων· ο πατήρ σου εβάρυνε τον ζυγόν ημών και συ άφες αφ' ημών, ούτως ερείς· ο μικρός δάκτυλός μου παχύτερος της οσφύος του πατρός μου· 11 και νυν ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς ζυγω βαρεί, καγώ προσθήσω επί τον ζυγόν ημών, ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς εν μάστιξι καγώ παιδεύσω υμάς εν σκορπίοις. 12 και ήλθεν Ιεροβοάμ και πας ο λαός προς Ροβοάμ τη ημέρα τη τρίτη, ως ελάλησεν ο βασιλεύς λέγων· επιστρέψατε προς με εν τη ημέρα τη τρίτη. 13 και απεκρίθη ο βασιλεύς σκληρά, και εγκατέλιπεν ο βασιλεύς Ροβοάμ την βουλήν των πρεσβυτέρων 14 και ελάλησε προς αυτούς κατά την βουλήν των νεωτέρων λέγων· ο πατήρ μου εβάρυνε τον ζυγόν υμών και εγώ προσθήσω επ' αυτόν, ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς εν μάστιξι και εγώ παιδεύσω υμάς εν σκορπίοις. 15 και ουκ ήκουσεν ο βασιλεύς του λαού, ότι ην μεταστροφή παρά του Θεού λέγων· ανέστησε Κύριος τον λόγον αυτού, ον ελάλησεν εν χειρί Αχιά του Σηλωνίτου περί Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ 16 και παντός Ισραήλ, ότι ουκ ήκουσεν ο βασιλεύς αυτών. και απεκρίθη ο λαός προς τον βασιλέα λέγων· τις ημών η μερίς εν Δαυίδ και κληρονομία εν υιω Ιεσσαί; εις τα σκηνώματά σου, Ισραήλ· νυν βλέπε τον οίκόν σου, Δαυίδ. και επορεύθη πας Ισραήλ εις τα σκηνώματα αυτού· 17 και άνδρες Ισραήλ και οι κατοικούντες εν πόλεσιν Ιούδα και εβασίλευσεν επ' αυτών Ροβοάμ. 18 και απέστειλεν επ' αυτούς Ροβοάμ ο βασιλεύς τον Αδωνιράμ τον επί του φόρου, και ελιθοβόλησαν αυτόν οι υιοί Ισραήλ λίθοις και απέθανε. και ο βασιλεύς Ροβοάμ έσπευσε του αναβήναι εις το άρμα του φυγείν εις Ιερουσαλήμ. 19 και ηθέτησεν Ισραήλ εν τω οίκω Δαυίδ έως της ημέρας ταύτης.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

734

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

1 ΚΑΙ ήλθε Ροβοάμ εις Ιερουσαλήμ και εξεκκλησίασε τον Ιούδαν και Βενιαμίν εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδας νεανίσκων ποιούντων πόλεμον, και επολέμει προς Ισραήλ του επιστρέψαι την βασιλείαν τω Ροβοάμ. 2 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Σαμαίαν άνθρωπον του Θεού λέγων· 3 ειπόν προς Ροβοάμ τον του Σαλωμών και πάντα Ιούδαν και Βενιαμίν λέγων· 4 τάδε λέγει Κύριος· ουκ αναβήσεσθε και ου πολεμήσεσθε προς τους αδελφούς υμών· αποστρέφετε έκαστος εις τον οίκον αυτού, ότι παρ' εμού εγένετο το ρήμα τούτο. και επήκουσαν του λόγου Κυρίου και απεστράφησαν του μη πορευθήναι επί Ιεροβοάμ. 5 και κατώκησε Ροβοάμ εις Ιερουσαλήμ και ωκοδόμησε πόλεις τειχήρεις εν τη Ιουδαία. 6 και ωκοδόμησε την Βηθλεέμ και Αιτάν και Θεκωέ 7 και Βαιθσουρά και την Σοχώθ και την ‘Οδολλάμ 8 και την Γεθ και την Μαρισάν και την Ζίφ 9 και την Αδωραίμ και Λαχίς, και την Αζηκά 10 και την Σαραά και την Αιλώμ και την Χεβρών, ή εστι του Ιούδα και Βενιαμίν, πόλεις τειχήρεις. 11 και ωχύρωσεν αυτάς τείχεσι και έδωκεν εν αυταίς ηγουμένους και παραθέσεις βρωμάτων, έλαιον και οίνον, 12 κατά πόλιν και κατά πόλιν θυρεούς και δόρατα, και κατίσχυσεν αυτάς εις πλήθος σφόδρα· και ήσαν αυτω Ιούδα και Βενιαμίν. 13 και οι ιερείς και οι Λευίται, οί ήσαν εν παντί Ισραήλ συνήχθησαν προς αυτόν εκ πάντων των ορίων· 14 ότι εγκατέλιπον οι Λευίται τα σκηνώματα της κατασχέσεως αυτών και επορεύθησαν προς Ιούδα εις Ιερουσαλήμ, ότι εξέβαλεν αυτούς Ιεροβοάμ και οι υιοί αυτού μη λειτουργείν Κυρίω 15 και κατέστησεν εαυτω ιερείς των υψηλών και τοις ειδώλοις και τοις ματαίοις και τοις μόσχοις, α εποίησεν Ιεροβοάμ, 16 και εξέβαλεν αυτούς από φυλών Ισραήλ, οί έδωκαν καρδίαν αυτών του ζητήσαι Κύριον Θεόν Ισραήλ και ήλθον εις Ιερουσαλήμ θύσαι Κυρίω Θεω των πατέρων αυτών 17 και κατίσχυσαν την βασιλείαν Ιούδα και κατίσχυσαν Ροβοάμ τον του Σαλωμών εις έτη τρία, ότι επορεύθη εν ταις οδοίς Δαυίδ και Σαλωμών έτη τρία. 18 και έλαβεν εαυτω Ροβοάμ γυναίκα την Μολλάθ θυγατέρα Ιεριμούθ υιού Δαυίδ και Αβιγαίαν θυγατέρα Ελιάβ του Ιεσσαί, 19 και έτεκεν αυτω υιούς τον Ιαούς και τον Σαμαρίαν και τον Ζαάμ. 20 και μετά ταύτα έλαβεν εαυτω την Μααχά θυγατέρα Αβεσσαλώμ, και έτεκεν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

735

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτω τον Αβιά και τον Ιετθί και τον Ζηζά και τον Σαλημώθ. 21 και ηγάπησε Ροβοάμ την Μααχά θυγατέρα Αβεσσαλώμ υπέρ πάσας τας γυναίκας αυτού και τας παλλακάς αυτού, ότι γυναίκας δεκαοκτώ είχε και παλλακάς τριάκοντα· και εγέννησεν υιούς είκοσι και οκτώ και θυγατέρας εξήκοντα. 22 και κατέστησεν εις άρχοντα Αβιά τον της Μααχά εις ηγούμενον εν τοις αδελφοίς αυτού, ότι βασιλεύσαι διενοείτο αυτόν· 23 και ηυξήθη παρά πάντας τους υιούς αυτού εν πάσι τοις ορίοις Ιούδα και Βενιαμίν και εν ταις πόλεσι ταις οχυραίς και έδωκεν αυταίς τροφάς πλήθος πολύ και ητήσατο πλήθος γυναικών.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

1 ΚΑΙ εγένετο ως ητοιμάσθη η βασιλεία Ροβοάμ και ως κατεκρατήθη, εγκατέλιπε τας εντολάς Κυρίου και πας Ισραήλ μετ' αυτού. 2 και εγένετο εν τω έτει τω πέμπτω της βασιλείας Ροβοάμ ανέβη Σουσακίμ βασιλεύς Αιγύπτου επί Ιερουσαλήμ, ότι ήμαρτον εναντίον Κυρίου, 3 εν χιλίοις και διακοσίοις άρμασι και εξήκοντα χιλιάσιν ίππων, και ουκ ην αριθμός του πλήθους του ελθόντος μετ' αυτού εξ Αιγύπτου, Λίβυες, Τρωγοδύται και Αιθίοπες. 4 και κατεκράτησαν των πόλεων των οχυρών, αι ήσαν εν Ιούδα, και ήλθον εις Ιερουσαλήμ. 5 και Σαμαίας ο προφήτης ήλθε προς Ροβοάμ και προς τους άρχοντας Ιούδα τους συναχθέντας εις Ιερουσαλήμ από προσώπου Σουσακίμ και είπεν αυτοίς· ούτως είπε Κύριος· υμείς εγκατελίπετέ με, και εγώ εγκαταλείψω υμάς εν χειρί Σουσακίμ. 6 και ησχύνθησαν οι άρχοντες Ισραήλ και ο βασιλεύς και είπαν· δίκαιος ο Κύριος. 7 και εν τω ιδείν Κύριον ότι ενετράπησαν, και εγένετο λόγος Κυρίου προς Σαμαίαν λέγων· ενετράπησαν, ου καταφθερώ αυτούς· και δώσω αυτούς ως μικρός εις σωτηρίαν, και ου μη στάξη ο θυμός μου εν Ιερουσαλήμ, 8 ότι έσονται εις παίδας και γνώσονται την δουλείαν μου και την δουλείαν της βασιλείας της γης. 9 και ανέβη Σουσακίμ βασιλεύς Αιγύπτου επί Ιερουσαλήμ και έλαβε τους θησαυρούς τους εν οίκω Κυρίου και τους θησαυρούς τους εν οίκω του βασιλέως, τα πάντα έλαβε· και έλαβε τους θυρεούς τους χρυσούς, ους εποίησε Σαλωμών, 10 και εποίησεν ο
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

736

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

βασιλεύς Ροβοάμ θυρεούς χαλκούς αντ' αυτών. και κατέστησεν επ' αυτόν Σουσακίμ άρχοντας παρατρεχόντων, τους φυλάσσοντας τον πυλώνα του βασιλέως. 11 και εγένετο εν τω εισελθείν τον βασιλέα εις οίκον Κυρίου. εισεπορεύοντο οι φυλάσσοντες και οι παρατρέχοντες και οι επιστρέφοντες εις απάντησιν των παρατρεχόντων. 12 και εν τω εντραπήναι αυτόν απεστράφη απ' αυτού οργή Κυρίου και ουκ εις καταφθοράν εις τέλος· και γαρ εν Ιούδα ήσαν λόγοι αγαθοί. 13 Και κατίσχυσεν ο βασιλεύς Ροβοάμ εν Ιερουσαλήμ και εβασίλευσε. και τεσσαράκοντα και ενός ετών Ροβοάμ εν τω βασιλεύσαι αυτόν και επτακαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, εν τη πόλει, ή εξελέξατο Κύριος επονομάσαι το όνομα αυτού εκεί εκ πασών φυλών υιών Ισραήλ· και το όνομα της μητρός αυτού Νοομμά η Αμανίτις. 14 και εποίησε το πονηρόν, ότι ου κατεύθυνε την καρδίαν αυτού εκζητήσαι τον Κύριον. 15 και λόγοι Ροβοάμ οι πρώτοι και έσχατοι ουκ ιδού γεγραμμένοι εν τοις λόγοις Σαμαία του προφήτου και Αδδώ του ορώντος και πράξεις αυτού; και επολέμησε Ροβοάμ τον Ιεροβοάμ πάσας τας ημέρας. 16 και απέθανε Ροβοάμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ, και εβασίλευσεν Αβιά υιος αυτού αντ' αυτού.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ

1 ΕΝ τω οκτωκαιδεκάτω έτει της βασιλείας Ιεροβοάμ εβασίλευσεν Αβιά επί Ιούδαν· 2 τρία έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Μααχά θυγάτηρ Ουριήλ από Γαβαών. και πόλεμος ην ανά μέσον Αβιά και ανά μέσον Ιεροβοάμ. 3 και παρετάξατο Αβιά εν δυνάμει πολεμισταίς δυνάμεως τετρακοσίαις χιλιάσιν ανδρών δυνατών, και Ιεροβοάμ παρετάξατο προς αυτόν πόλεμον εν οκτακοσίαις χιλιάσι, δυνατοί πολεμισταί δυνάμεως. 4 και ανέστη Αβιά από του όρους Σομόρων, ό εστιν εν τω όρει Εφραίμ, και είπεν· ακούσατε Ιεροβοάμ και πας Ισραήλ· 5 ουχ υμίν γνώναι ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ έδωκε βασιλέα επί τον Ισραήλ εις τον αιώνα τω Δαυίδ και τοις υιοίς αυτού διαθήκη αλός; 6 και ανέστη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

737

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ιεροβοάμ ο του Ναβάτ ο παις Σαλωμών του Δαυίδ και απέστη από του κυρίου αυτού. 7 και συνήχθησαν προς αυτόν άνδρες λοιμοί υιοί παράνομοι, και αντέστη προς Ροβοάμ τον του Σαλωμών, και Ροβοάμ ην νεώτερος και δειλός τη καρδία και ουκ αντέστη κατά πρόσωπον αυτού. 8 και νυν υμείς λέγετε αντιστήναι κατά πρόσωπον βασιλείας Κυρίου δια χειρός υιών Δαυίδ· και υμείς πλήθος πολύ και μεθ' υμών μόσχοι χρυσοί, ους εποίησεν υμίν Ιεροβοάμ εις θεούς. 9 ή ουκ εξεβάλετε τους ιερείς Κυρίου τους υιούς Ααρών και τους Λευίτας και εποιήσατε εαυτοίς ιερείς εκ του λαού της γης πάσης; ο προσπορευόμενος πληρώσαι τας χείρας εν μόσχω εκ βοών και κριοίς επτά και εγίνετο εις ιερέα τω μη όντι θεω. 10 και ημείς Κύριον τον Θεόν ημών ουκ εγκατελίπομεν, και οι ιερείς αυτού λειτουργούσι τω Κυρίω οι υιοί Ααρών και οι Λευίται, και εν ταις εφημερίαις αυτών· 11 θυμιώσι τω Κυρίω ολοκαύτωμα πρωϊ και δείλης και θυμίαμα συνθέσεως και προθέσεις άρτων επί της τραπέζης της καθαράς, και η λυχνία η χρυσή και οι λύχνοι της καύσεως ανάψαι δείλης, ότι φυλάσσομεν τας φυλακάς Κυρίου του Θεού των πατέρων ημών, και υμείς εγκατελίπετε αυτόν. 12 και ιδού μεθ' ημών εν αρχή Κύριος και οι ιερείς αυτού και αι σάλπιγγες της σημασίας του σημαίνειν εφ' ημάς. οι υιοί του Ισραήλ μη πολεμήσητε προς Κύριον Θεόν των πατέρων ημών, ότι ουκ ευοδώσεται υμίν. 13 και Ιεροβοάμ απέστρεψε το ένεδρον ελθείν αυτω εκ των όπισθεν· και εγένετο έμπροσθεν Ιούδα, και το ένεδρον εκ των όπισθεν. 14 και απέστρεψεν Ιούδας, και ιδού αυτοίς ο πόλεμος εκ των έμπροσθεν και εκ των όπισθεν, και εβόησαν προς Κύριον, και οι ιερείς εσάλπισαν ταις σάλπιγξι· 15 και εβόησαν άνδρες Ιούδα και εγένετο εν τω βοάν άνδρας Ιούδα και Κύριος επάταξε τον Ιεροβοάμ και τον Ισραήλ εναντίον Αβιά και Ιούδα. 16 και έφυγον οι υιοί Ισραήλ από προσώπου Ιούδα, και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις τας χείρας αυτών. 17 και επάταξεν εν αυτοίς Αβιά και ο λαός αυτού πληγήν μεγάλην, και έπεσον τραυματίαι από Ισραήλ πεντακόσιαι χιλιάδες άνδρες δυνατοί. 18 και εταπεινώθησαν οι υιοί Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη, και κατίσχυσαν οι υιοί Ιούδα, ότι ήλπισαν επί Κύριον Θεόν των πατέρων αυτών. 19 και κατεδίωξεν Αβιά οπίσω Ιεροβοάμ και προκατελάβετο παρ' αυτού πόλεις, την Βαιθήλ και τας κώμας αυτής και την Ισανά και τας κώμας αυτής και την Εφρών και τας κώμας αυτής. 20 και ουκ έσχεν ισχύν Ιεροβοάμ έτι πάσας τας ημέρας Αβιά, και επάταξεν αυτόν Κύριος, και ετελεύτησε. 21 και κατίσχυσεν Αβιά και έλαβεν εαυτω γυναίκας δεκατέσσαρας και εγέννησεν υιούς εικοσιδύο και εκκαίδεκα θυγατέρας. 22 και οι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

738

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

λοιποί λόγοι Αβιά και αι πράξεις αυτού και οι λόγοι αυτού γεγραμμένοι επί βιβλίω του προφήτου Αδδώ.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ

1 ΚΑΙ απέθανεν Αβιά μετά των πατέρων αυτού, και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ, και εβασίλευσεν Ασά υιος αυτού αντ' αυτού. εν ταις ημέραις Ασά ησύχασεν η γη Ιούδα δέκα έτη, 2 και εποίησε το καλόν και το ευθές ενώπιον Κυρίου του Θεού αυτού. 3 και απέστησε τα θυσιαστήρια των αλλοτρίων και τα υψηλά και συνέτριψε τας στήλας και εξέκοψε τα άλση 4 και είπε τω Ιούδα εκζητήσαι τον Κύριον Θεόν των πατέρων αυτών και ποιήσαι τον νόμον και τας εντολάς. 5 και απέστησεν από πασών πόλεων Ιούδα τα θυσιαστήρια και τα είδωλα, και ειρήνευσε 6 πόλεις τειχήρεις εν γη Ιούδα, ότι ειρήνευσεν η γη· και ουκ ην αυτω πόλεμος εν τοις έτεσι τούτοις, ότι κατέπαυσε Κύριος αυτω. 7 και είπε τω Ιούδα· οικοδομήσωμεν τας πόλεις ταύτας και ποιήσωμεν τείχη και πύργους και πύλας και μοχλούς, εν ω της γης κυριεύσομεν, ότι καθώς εξεζητήσαμεν Κύριον τον Θεόν ημών, εξεζήτησεν ημάς και κατέπαυσεν ημάς κυκλόθεν και ευώδωσεν ημίν. 8 και εγένετο δύναμις τω Ασά οπλοφόρων αιρόντων θυρεούς και δόρατα εν γη Ιούδα τριακόσιαι χιλιάδες και εν γη Βενιαμίν πελτασταί και τοξόται διακόσιαι και ογδοήκοντα χιλιάδες, πάντες ούτοι πολεμισταί δυνάμεως. 9 και εξήλθεν επ' αυτούς Ζαρέ ο Αιθίοψ εν δυνάμει εν χιλίαις χιλιάσι και άρμασι τριακοσίοις, και ήλθεν έως Μαρισά. 10 και εξήλθεν Ασά εις συνάντησιν αυτω και παρετάξατο πόλεμον εν τη φάραγγι κατά βορράν Μαρισά. 11 και εβόησεν Ασά προς Κύριο Θεόν αυτού και είπε· Κύριε, ουκ αδυνατεί παρά σοί σώζειν εν πολλοίς και εν ολίγοις· κατίσχυσον ημάς, Κύριε ο Θεός ημών, ότι επί σοί πεποίθαμεν και επί τω ονόματί σου ήλθομεν επί το πλήθος το πολύ τούτο· Κύριε ο Θεός ημών, μη κατισχυσάτω προς σε άνθρωπος. 12 και επάταξε Κύριος τους Αιθίοπας εναντίον Ιούδα, και έφυγον Αιθίοπες· 13 και κατεδίωξεν αυτούς Ασά και ο λαός αυτού έως Γεδώρ, και έπεσον Αιθίοπες ωστε μη είναι εν αυτοίς περιποίησιν, ότι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

739

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

συνετρίβησαν ενώπιον Κυρίου και εναντίον της δυνάμεως αυτού, και εσκύλευσαν σκύλα πολλά. 14 και εξέκοψαν τας κώμας αυτών κύκλω Γεδώρ, ότι εγενήθη έκστασις Κυρίου επ' αυτούς, και εσκύλευσαν πάσας τας πόλεις αυτών, ότι πολλά σκύλα εγενήθη αυτοίς· 15 και γε σκηνάς κτήσεων, τους Αλιμαζονείς, εξέκοψαν και έλαβον πρόβατα πολλά και καμήλους και επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ

1 ΚΑΙ Αζαρίας υιος ‘Ωδήδ, εγένετο επ' αυτόν πνεύμα Κυρίου, 2 και εξήλθεν εις απάντησιν Ασά και παντί Ιούδα και Βενιαμίν και είπεν· ακούσατέ μου, Ασά και πας Ιούδα και Βενιαμίν. Κύριος μεθ' υμών εν τω είναι υμάς μετ' αυτού, και εάν εκζητήσητε αυτόν, ευρεθήσεται υμίν, και εάν εγκαταλίπητε αυτόν, εγκαταλείψει υμάς. 3 και ημέραι πολλαί τω Ισραήλ εν ου θεω αληθινω και ουχ ιερέως υποδεικνύοντος και εν ου νόμω· 4 και επιστρέψει αυτούς επί Κύριον Θεόν Ισραήλ, και ευρεθήσεται αυτοίς. 5 και εν εκείνω τω καιρω ουκ έστιν ειρήνη τω εκπορευομένω και τω εισπορευομένω, ότι έκστασις Κυρίου επί πάντας τους κατοικούντας τας χώρας. 6 και πολεμήσει έθνος προς έθνος και πόλις προς πόλιν, ότι ο Θεός εξέστησεν αυτούς εν πάση θλίψει. 7 και υμείς ισχύσατε, και μη εκλυέσθωσαν αι χείρες υμών, ότι έστι μισθός τη εργασία υμών. 8 και εν τω ακούσαι τους λόγους τούτους και την προφητείαν Αδάδ του προφήτου και κατίσχυσε και εξέβαλε τα βδελύγματα από πάσης της γης Ιούδα και Βενιαμίν και από των πόλεων, ων κατέσχεν Ιεροβοάμ εν όρει Εφραίμ, και ενεκαίνισε το θυσιαστήριον Κυρίου, ό ην έμπροσθεν του ναού Κυρίου. 9 και εξεκκλησίασε τον Ιούδαν και Βενιαμίν και τους προσηλύτους τους παροικούντας μετ' αυτού από Εφραίμ και από Μανασσή και από Συμεών, ότι προσετέθησαν προς αυτόν πολλοί του Ισραήλ εν τω ιδείν αυτούς, ότι Κύριος ο Θεός αυτού μετ' αυτού. 10 και συνήχθησαν εις Ιερουσαλήμ εν τω μηνί τω τρίτω εν τω έτει τω πεντεκαιδεκάτω της βασιλείας Ασά. 11 και έθυσε τω Κυρίω εν τη ημέρα εκείνη από των σκύλων, ων ήνεγκαν, μόσχους επτακοσίους και πρόβατα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

740

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

επτακισχίλια. 12 και διήλθεν εν διαθήκη ζητήσαι Κύριον Θεόν των πατέρων αυτών εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής αυτών· 13 και πας, ος εάν μη εκζητήση τον Κύριον Θεόν του Ισραήλ, αποθανείται από νεωτέρου έως πρεσβυτέρου, από ανδρός έως γυναικός. 14 και ώμοσαν εν Κυρίω εν φωνή μεγάλη και εν σάλπιγξι και εν κερατίναις. 15 και ηυφράνθησαν πας Ιούδα περί του όρκου, ότι εξ όλης της ψυχής ώμοσαν και εν πάση θελήσει εζήτησαν αυτόν, και ευρέθη αυτοίς και κατέπαυσε Κύριος αυτοίς κυκλόθεν. 16 και την Μααχά την μητέρα αυτού μετέστησε του μη είναι τη Αστάρτη λειτουργούσαν και κατέκοψε το είδωλον και κατέκαυσεν εν χειμάρρω Κέδρων. 17 πλήν τα υψηλά ουκ απέστησαν, έτι υπήρχεν εν τω Ισραήλ· αλλ' η καρδία Ασά εγένετο πλήρης πάσας τας ημέρας αυτού. 18 και εισήνεγκε τα άγια Δαυίδ του πατρός αυτού και τα άγια οίκου του Θεού, αργύριον και χρυσίον και σκεύη. 19 και πόλεμος ουκ ην μετ' αυτού έως του πέμπτου και τριακοστού έτους της βασιλείας Ασά.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ

1 ΚΑΙ εν τω ογδόω και τριακοστω έτει της βασιλείας Ασά ανέβη βασιλεύς Ισραήλ επί Ιούδαν και ωκοδόμησε την Ραμά του μη δούναι έξοδον και είσοδον τω Ασά βασιλεί Ιούδα. 2 και έλαβεν Ασά αργύριον και χρυσίον εκ θησαυρών οίκου Κυρίου και οίκου του βασιλέως και απέστειλε προς τον υιόν του Άδερ βασιλέως Συρίας τον κατοικούντα εν Δαμασκω λέγων· 3 διάθου διαθήκην ανά μέσον εμού και σου και ανά μέσον του πατρός μου και ανά μέσον του πατρός σου· ιδού απέσταλκά σοι χρυσίον και αργύριον, δεύρο και διασκέδασον απ' εμού τον Βαασά βασιλέα Ισραήλ και απελθέτω απ' εμού. 4 και ήκουσεν υιος Άδερ του βασιλέως Ασά και απέστειλε τους άρχοντας της δυνάμεως αυτού επί τας πόλεις Ισραήλ και επάταξε την Αϊών και την Δάν και την Αβελμαϊν και πάσας τας περιχώρους Νεφθαλί. 5 και εγένετο εν τω ακούσαι Βαασά απέλιπε του μηκέτι οικοδομείν την Ραμά και κατέπαυσε το έργον αυτού. 6 και Ασά βασιλεύς έλαβε πάντα τον Ιούδαν και έλαβε τους λίθους της Ραμά και τα ξύλα αυτής, α ωκοδόμησε Βαασά, και ωκοδόμησεν εν αυτοίς την Γαβαέ και την Μασφά. 7
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

741

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και εν τω καιρω εκείνω ήλθεν Ανανί ο προφήτης προς Ασά βασιλέα Ιούδα και είπεν αυτω· εν τω πεποιθέναι σε επί βασιλέα Συρίας και μη πεποιθέναι σε επί Κύριον Θεόν σου, δια τούτο εσώθη η δύναμις Συρίας από της χειρός σου. 8 ουχ οι Αιθίοπες και Λίβυες ήσαν εις δύναμιν πολλήν εις θάρσος, εις ιππείς εις πλήθος σφόδρα; και εν τω πεποιθέναι σε επί Κύριον παρέδωκεν εις χείράς σου; 9 ότι οι οφθαλμοί Κυρίου επιβλέπουσιν εν πάση τη γη κατισχύσαι εν πάση καρδία πλήρει προς αυτόν. ηγνόηκας επί τούτω· από του νυν έσται μετά σου πόλεμος. 10 και εθυμώθη Ασά τω προφήτη και παρέθετο αυτόν εις φυλακήν, ότι ωργίσθη επί τούτω· και ελυμήνατο Ασά εν τω λαω εν τω καιρω εκείνω. 11 Και ιδού οι λόγοι Ασά οι πρώτοι και οι έσχατοι γεγραμμένοι εν βιβλίω βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ. 12 και εμαλακίσθη Ασά εν τω έτει τω ενάτω και τριακοστω της βασιλείας αυτού τους πόδας, έως σφόδρα εμαλακίσθη· και εν τη μαλακία αυτού ουκ εζήτησε τον Κύριον, αλλά τους ιατρούς. 13 και εκοιμήθη Ασά μετά των πατέρων αυτού και ετελεύτησεν εν τω τεσσαρακοστω έτει της βασιλείας αυτού, 14 και έθαψαν αυτόν εν τω μνήματι, ω ώρυξεν εαυτω εν πόλει Δαυίδ, και εκοίμησαν αυτόν επί της κλίνης και έπλησαν αρωμάτων και γένη μύρων μυρεψών και εποίησαν αυτω εκφοράν μεγάλην έως σφόδρα.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ

1 ΚΑΙ εβασίλευσεν Ιωσαφάτ υιος αυτού αντ' αυτού, και κατίσχυσεν Ιωσαφάτ επί τον Ισραήλ. 2 και έδωκε δύναμιν εν πάσαις ταις πόλεσιν Ιούδα ταις οχυραίς και κατέστησεν ηγουμένους εν πάσαις ταις πόλεσιν Ιούδα και εν πόλεσιν Εφραίμ, ας προκατελάβετο Ασά ο πατήρ αυτού. 3 και εγένετο Κύριος μετά Ιωσαφάτ, ότι επορεύθη εν οδοίς του πατρός αυτού ταις πρώταις και ουκ εξεζήτησε τα είδωλα, 4 αλλά Κύριον τον Θεόν του πατρός αυτού εξεζήτησε και εν ταις εντολαίς του πατρός αυτού επορεύθη, και ουχ ως τα έργα του Ισραήλ. 5 και κατεύθυνε Κύριος την βασιλείαν εν χειρί αυτού, και έδωκε πας Ιούδα δώρα τω Ιωσαφάτ, και εγένετο αυτω πλούτος και δόξα πολλή. 6 και υψώθη η καρδία αυτού εν οδω Κυρίου, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

742

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έτι εξήρε τα υψηλά και τα άλση από της γης Ιούδα. 7 και εν τω τρίτω έτει της βασιλείας αυτού απέστειλε τους ηγουμένους αυτού και τους υιούς των δυνατών, τον Αβδίαν και Ζαχαρίαν και Ναθαναήλ και Μιχαίαν, του διδάσκειν εν πόλεσιν Ιούδα· 8 και μετ' αυτών οι Λευίται Σαμαίας και Ναθανίας και Ζαβδίας και Ασιήλ και Σεμιραμώθ και Ιωνάθαν και Αδωνίας και Τωβίας, οι Λευίται, και μετ' αυτών Ελισαμά και Ιωράμ οι ιερείς, 9 και εδίδασκον εν Ιούδα, και μετ' αυτών βίβλος νόμου Κυρίου, και διήλθον εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εδίδασκον τον λαόν. 10 και εγένετο έκστασις Κυρίου επί πάσαις ταις βασιλείαις της γης κύκλω Ιούδα, και ουκ επολέμουν προς Ιωσαφάτ· 11 και από των αλλοφύλων έφερον τω Ιωσαφάτ δώρα και αργύριον και δόματα, και οι Άραβες έφερον αυτω κριούς προβάτων επτακισχιλίους επτακοσίους. 12 και ην Ιωσαφάτ πορευόμενος μείζων έως εις ύψος και ωκοδόμησεν εν τη Ιουδαία οικήσεις και πόλεις οχυράς. 13 και έργα πολλά εγένετο αυτω εν τη Ιουδαία και άνδρες πολεμισταί δυνατοί ισχύοντες εν Ιερουσαλήμ. 14 και ούτος ο αριθμός αυτών κατ' οίκους πατριών αυτών· και τω Ιούδα χιλίαρχοι, Έδνας ο άρχων και μετ' αυτού υιοί δυνατοί δυνάμεως τριακόσιαι χιλιάδες· 15 και μετ' αυτόν Ιωανάν ο ηγούμενος και μετ' αυτού διακόσιαι ογδοήκοντα χιλιάδες· 16 και μετ' αυτόν Αμασίας ο του Ζαρί, ο προθυμούμενος τω Κυρίω, και μετ' αυτού διακόσιαι χιλιάδες δυνατοί δυνάμεως. 17 και εκ του Βενιαμίν δυνατός δυνάμεως Ελιαδά και μετ' αυτού τοξόται και πελτασταί διακόσιαι χιλιάδες. 18 και μετ' αυτόν Ιωζαβάδ και μετ' αυτού εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες δυνατοί πολέμου. 19 ούτοι οι λειτουργούντες τω βασιλεί, εκτός ων έδωκεν ο βασιλεύς εν ταις πόλεσι ταις οχυραίς εν πάση τη Ιουδαία.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ

1 ΚΑΙ εγενήθη τω Ιωσαφάτ έτι πλούτος και δόξα πολλή, και επεγαμβρεύσατο εν οίκω Αχαάβ. 2 και κατέβη δια τέλους ετών προς Αχαάβ εις Σαμάρειαν· και έθυσεν αυτω Αχαάβ πρόβατα και μόσχους πολλούς και τω λαω τω μετ' αυτού και ηγάπα αυτόν του συναναβήναι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

743

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μετ' αυτού εις Ραμώθ της Γαλααδίτιδος. 3 και είπεν Αχαάβ βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα· ει πορεύση μετ' εμού εις Ραμώθ της Γαλααδίτιδος; και είπεν αυτω· ως εγώ, ούτω και συ· ως ο λαός σου και ο λαός μου μετά σου εις πόλεμον. 4 και είπεν Ιωσαφάτ προς βασιλέα Ισραήλ· ζήτησον δη σήμερον τον Κύριον. 5 και συνήγαγεν ο βασιλεύς Ισραήλ τους προφήτας τετρακοσίους άνδρας και είπεν αυτοίς· ει πορευθώ εις Ραμώθ Γαλαάδ εις πόλεμον ή επίσχω; και είπαν· ανάβαινε, και δώσει ο Θεός εις τας χείρας του βασιλέως. 6 και είπεν Ιωσαφάτ· ουκ έστιν ώδε προφήτης του Κυρίου έτι και επιζητήσομεν παρ' αυτού; 7 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· έτι ανήρ εις του ζητήσαι τον Κύριον δι' αυτού, και εγώ εμίσησα αυτόν, ότι ουκ έστι προφητεύων περί εμού εις αγαθά, ότι πάσαι αι ημέραι αυτού εις κακά, ούτος Μιχαίας υιος Ιεμβλά. και είπεν Ιωσαφάτ· μη λαλείτω ο βασιλεύς ούτως· 8 και εκάλεσεν ο βασιλεύς ευνούχον ένα και είπε· τάχος Μιχαίαν υιόν Ιεμβλά. 9 και βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα καθήμενοι έκαστος επί θρόνου αυτού και ενδεδυμένοι στολάς, καθήμενοι εν τω ευρυχώρω θύρας πύλης Σαμαρείας, και πάντες οι προφήται επροφήτευον εναντίον αυτών. 10 και εποίησεν εαυτω Σεδεκίας υιος Χαναάν κέρατα σιδηρά και είπε· τάδε λέγει Κύριος· εν τούτοις κερατιείς την Συρίαν έως αν συντελεσθή. 11 και πάντες οι προφήται επροφήτευον ούτω λέγοντες· ανάβαινε εις Ραμώθ Γαλαάδ και ευοδωθήση, και δώσει Κύριος εις χείρας του βασιλέως. 12 και ο άγγελος ο πορευθείς του καλέσαι τον Μιχαίαν ελάλησεν αυτω λέγων· ιδού ελάλησαν οι προφήται εν στόματι ενί αγαθά περί του βασιλέως, και έστωσαν δη οι λόγοι σου ως ενός αυτών, και λαλήσεις αγαθά. 13 και είπε Μιχαίας· ζη Κύριος, ότι ό εάν είπη ο Θεός προς με, αυτό λαλήσω. 14 και ήλθε προς τον βασιλέα, και είπεν αυτω ο βασιλεύς· Μιχαία, ει πορευθώ εις Ραμώθ Γαλαάδ εις πόλεμον ή επίσχω; και είπεν· ανάβαινε και ευοδώσεις, και δοθήσονται εις χείρας υμών. 15 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ποσάκις ορκίζω σε ίνα μη λαλήσης προς με πλήν την αλήθειαν εν ονόματι Κυρίου; 16 και είπεν· είδον τον Ισραήλ διεσπαρμένους εν τοις όρεσιν ως πρόβατα, οίς ουκ έστι ποιμήν, και είπε Κύριος· ουκ έχουσιν ηγούμενον ούτοι, αναστρεφέτωσαν έκαστος εις τον οίκον αυτού εν ειρήνη. 17 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· ουκ είπόν σοι, ότι ου προφητεύει περί εμού αγαθά, αλλ' ή κακά; 18 και είπεν· ουχ ούτως· ακούσατε λόγον Κυρίου· είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου αυτού, και πάσα δύναμις του ουρανού παρειστήκει εκ δεξιών αυτού και εξ αριστερών αυτού. 19 και είπε Κύριος· τις
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

744

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

απατήσει τον Αχαάβ βασιλέα Ισραήλ και αναβήσεται και πεσείται εν Ραμώθ Γαλαάδ; και ούτος είπεν ούτως, και ούτος είπεν ούτως. 20 και εξήλθε το πνεύμα και έστη ενώπιον Κυρίου και είπεν· εγώ απατήσω αυτόν. και είπε Κύριος· εν τίνι; 21 και είπεν· εξελεύσομαι και έσομαι πνεύμα ψευδές εν στόματι πάντων των προφητών αυτού. και είπεν· απατήσεις και δυνήση, έξελθε και ποίησον ούτω. 22 και νυν ιδού έδωκε Κύριος πνεύμα ψευδές εν στόματι των προφητών σου τούτων, και Κύριος ελάλησεν επί σε κακά. 23 και ήγγισε Σεδεκίας υιος Χαναάν και επάταξε τον Μιχαίαν επί την σιαγόνα και είπεν αυτω· ποία τη οδω παρήλθε πνεύμα Κυρίου παρ' εμού του λαλήσαι προς σε; 24 και είπε Μιχαίας· ιδού όψη εν τη ημέρα εκείνη, εν ή εισελεύση ταμιείον εκ ταμιείου του κατακρυβήναι. 25 και είπε βασιλεύς Ισραήλ· λάβετε τον Μιχαίαν και αποστρέψατε προς Εμήρ άρχοντα της πόλεως και προς Ιωάς άρχοντα υιόν του βασιλέως 26 και ερείτε· ούτως είπεν ο βασιλεύς· απόθεσθε τούτον εις οίκον φυλακής, και εσθιέτω άρτον θλίψεως και ύδωρ θλίψεως έως του επιστρέψαι με εν ειρήνη. 27 και είπε Μιχαίας· εάν επιστρέφων επιστρέψης εν ειρήνη, ουκ ελάλησε Κύριος εν εμοί· ακούσατε λαοί πάντες. 28 Και ανέβη βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα εις Ραμώθ Γαλαάδ. 29 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· κατακάλυψόν με και εισελεύσομαι εις τον πόλεμον, και συ ένδυσαι τον ιματισμόν μου· και συνεκαλύψατο βασιλεύς Ισραήλ και εισήλθεν εις τον πόλεμον. 30 και βασιλεύς Συρίας ενετείλατο τοις άρχουσι των αρμάτων τοις μετ' αυτού λέγων· μη πολεμείτε τον μικρόν και τον μέγαν, αλλ' ή τον βασιλέα Ισραήλ μόνον. 31 και εγένετο ως είδον οι άρχοντες των αρμάτων τον Ιωσαφάτ, και αυτοί είπαν· βασιλεύς Ισραήλ εστι, και εκύκλωσαν αυτόν του πολεμείν· και εβόησεν Ιωσαφάτ, και Κύριος έσωσεν αυτόν, και απέστρεψεν αυτούς ο Θεός απ' αυτού. 32 και εγένετο ως είδον οι άρχοντες των αρμάτων ότι ουκ ην βασιλεύς Ισραήλ, και απέστρεψαν απ' αυτού. 33 και ανήρ έτεινε τόξον ευστόχως και επάταξε τον βασιλέα Ισραήλ ανά μέσον του πνεύμονος και ανά μέσον του θώρακος. και είπε τω ηνιόχω· επίστρεφε την χείρά σου και εξάγαγέ με εκ του πολέμου, ότι επόνεσα. 34 και ετροπώθη ο πόλεμος εν τη ημέρα εκείνη· και ο βασιλεύς Ισραήλ ην εστηκώς επί του άρματος εξεναντίας Συρίας έως εσπέρας και απέθανε δύνοντος του ηλίου.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

745

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ

1 ΚΑΙ επέστρεψεν Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα εις τον οίκον αυτού εις Ιερουσαλήμ. 2 και εξήλθεν εις απάντησιν αυτού Ιού ο του Ανανί ο προφήτης και είπεν αυτω· βασιλεύ Ιωσαφάτ, ει αμαρτωλω συ βοηθείς ή μισουμένω υπό Κυρίου φιλιάζεις; δια τούτο εγένετο επί σε οργή παρά Κυρίου· 3 ότι αλλ' ή λόγοι αγαθοί ευρέθησαν εν σοί, ότι εξήρας τα άλση από της γης Ιούδα και κατηύθυνας την καρδίαν σου εκζητήσαι τον Κύριον. 4 και κατώκησεν Ιωσαφάτ εν Ιερουσαλήμ και πάλιν εξήλθεν εις τον λαόν από Βηρσαβεέ έως όρους Εφραίμ και επέστρεψεν αυτούς επί Κύριον Θεόν των πατέρων αυτών. 5 και κατέστησε τους κριτάς εν πάσαις ταις πόλεσιν Ιούδα ταις οχυραίς εν πόλει και πόλει 6 και είπε τοις κριταίς· ίδετε τι υμείς ποιείτε, ότι ουκ ανθρώπω υμείς κρίνετε, αλλ' ή τω Κυρίω, και μεθ' υμών λόγοι της κρίσεως· 7 και νυν γενέσθω φόβος Κυρίου εφ' υμάς, και φυλάσσετε και ποιήσατε, ότι ουκ έστι μετά Κυρίου Θεού ημών αδικία, ουδέ θαυμάσαι πρόσωπον ουδέ λαβείν δώρα. 8 και γε εν Ιερουσαλήμ κατέστησεν Ιωσαφάτ των ιερέων και των Λευιτών και των πατριαρχών Ισραήλ εις κρίσιν Κυρίου, και κρίνειν τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ. 9 και ενετείλατο προς αυτούς λέγων· ούτω ποιήσετε εν φόβω Κυρίου, εν αληθεία και εν πλήρει καρδία· 10 πας ανήρ κρίσιν την ελθούσαν εφ' υμάς των αδελφών υμών των κατοικούντων εν ταις πόλεσιν αυτών ανά μέσον αίμα αίματος και ανά μέσον του προστάγματος και εντολής και δικαιώματα και κρίματα και διαστελείσθε αυτοίς, και ουχ αμαρτήσονται τω Κυρίω, και ουκ έσται οργή εφ' υμάς και επί τους αδελφούς υμών· ούτω ποιήσετε και ουχ αμαρτήσεσθε. 11 και ιδού Αμαρίας ο ιερεύς ηγούμενος εφ' υμάς εις πάντα λόγον Κυρίου και Ζαβδίας υιος Ισμαήλ ο ηγούμενος εις οίκον Ιούδα προς πάντα λόγον βασιλέως και οι γραμματείς και οι Λευίται προ προσώπου υμών· ισχύσατε και ποιήσατε, και έσται Κύριος μετά του αγαθού.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

746

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ

1 ΚΑΙ μετά ταύτα ήλθον οι υιοί Μωάβ, και υιοί Αμμών και μετ' αυτών εκ των Μιναίων προς Ιωσαφάτ εις πόλεμον. 2 και ήλθον και υπέδειξαν τω Ιωσαφάτ λέγοντες· ήκει επί σε πλήθος πολύ εκ πέραν της θαλάσσης από Συρίας, και ιδού εισιν εν Ασασάν Θαμάρ (αύτη εστίν Εγγαδί). 3 και εφοβήθη και έδωκεν Ιωσαφάτ πρόσωπον αυτού εκζητήσαι τον Κύριον και εκήρυξε νηστείαν εν παντί Ιούδα. 4 και συνήχθη Ιούδας εκζητήσαι τον Κύριον, και από πασών των πόλεων Ιούδα ήλθον ζητήσαι τον Κύριον. 5 και ανέστη Ιωσαφάτ εν εκκλησία Ιούδα εν Ιερουσαλήμ εν οίκω Κυρίου κατά πρόσωπον της αυλής της καινής 6 και είπε· Κύριε ο Θεός των πατέρων μου, ουχί συ ει Θεός εν ουρανω άνω και συ κυριεύεις πασών των βασιλειών των εθνών και εν τη χειρί σου ισχύς δυναστείας και ουκ έστι προς σε αντιστήναι; 7 ουχί συ ο Κύριος ο εξολοθρεύσας τους κατοικούντας την γην ταύτην από προσώπου του λαού σου Ισραήλ και έδωκας αυτήν σπέρματι Αβραάμ τω ηγαπημένω σου εις τον αιώνα; 8 και κατώκησαν εν αυτη και ωκοδόμησαν εν αυτη αγίασμα τω ονόματί σου λέγοντες· 9 εάν επέλθη εφ' ημάς κακά, ρομφαία, κρίσις, θάνατος, λιμός, στησόμεθα εναντίον του οίκου τούτου και εναντίον σου, ότι το όνομά σου επί τω οίκω τούτω, και βοησόμεθα προς σε από της θλίψεως, και ακούση και σώσεις. 10 και νυν ιδού οι υιοί Αμμών και Μωάβ και όρος Σηείρ, εις ους ουκ έδωκας τω Ισραήλ διελθείν δι' αυτών, εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου, ότι εξέκλιναν απ' αυτών και ουκ εξωλόθρευσαν αυτούς. 11 και νυν ιδού αυτοί επιχειρούσιν εφ' ημάς εξελθείν εκβαλείν ημάς από της κληρονομίας ημών, ης έδωκας ημίν. 12 Κύριε ο Θεός ημών, ου κρινείς εν αυτοίς; ότι ουκ έστιν ημίν ισχύς του αντιστήναι προς το πλήθος το πολύ τούτο το ελθόν εφ' ημάς, και ουκ οίδαμεν τι ποιήσωμεν αυτοίς, αλλ' ή επί σοί οι οφθαλμοί ημών. 13 και πας Ιούδας εστηκώς έναντι Κυρίου, και τα παιδία αυτών και αι γυναίκες αυτών. 14 και τω ‘Οζιήλ τω του Ζαχαρίου των υιών Βαναίου των υιών Ελεϊήλ του Ματθανίου του Λευίτου από των υιών Ασάφ, εγένετο επ' αυτόν πνεύμα Κυρίου εν τη εκκλησία 15 και είπεν· ακούσατε πας Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ και ο βασιλεύς Ιωσαφάτ· τάδε λέγει Κύριος υμίν αυτοίς· μη φοβείσθε μηδέ πτοηθήτε από
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

747

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

προσώπου του όχλου του πολλού τούτου, ότι ουχ υμίν εστιν η παράταξις, αλλ' ή τω Θεω. 16 αύριον κατάβητε επ' αυτούς· ιδού αναβαίνουσι κατά την ανάβασιν Ασάς, και ευρήσετε αυτούς επ' άκρου ποταμού της ερήμου Ιεριήλ. 17 ουχ υμίν εστι πολεμήσαι· ταύτα σύνετε και ίδετε την σωτηρίαν Κυρίου μεθ' υμών, Ιούδα και Ιερουσαλήμ· μη φοβηθήτε μηδέ πτοηθήτε αύριον εξελθείν εις απάντησιν αυτοίς, και Κύριος μεθ' υμών. 18 και κύψας Ιωσαφάτ επί πρόσωπον αυτού και πας Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ έπεσαν έναντι Κυρίου προσκυνήσαι Κυρίω. 19 και ανέστησαν οι Λευίται από των υιών Καάθ και από των υιών Κορέ αινείν Κυρίω Θεω Ισραήλ εν φωνή μεγάλη εις ύψος. 20 Και ώρθρισαν πρωϊ και εξήλθον εις την έρημον Θεκωέ, και εν τω εξελθείν αυτούς έστη Ιωσαφάτ και εβόησε και είπεν· ακούσατέ μου Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ· εμπιστεύσατε εν Κυρίω Θεω ημών, και εμπιστευθήσεσθε· εμπιστεύσατε εν προφήτη αυτού, και ευοδωθήσεσθε. 21 και εβουλεύσατο μετά του λαού και έστησε ψαλτωδούς και αινούντας εξομολογείσθαι και αινείν τα άγια εν τω εξελθείν έμπροσθεν της δυνάμεως, και έλεγον· εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 22 και εν τω άρξασθαι αυτούς της αινέσεως και της εξομολογήσεως έδωκε Κύριος πολεμείν τους υιούς Αμμών επί Μωάβ και όρος Σηείρ τους εξελθόντας επί Ιούδαν, και ετροπώθησαν. 23 και ανέστησαν οι υιοί Αμμών και Μωάβ επί τους κατοικούντας όρος Σηείρ εξολοθρεύσαι και εκτρίψαι αυτούς· και ως συνετέλεσαν τους κατοικούντας Σηείρ, ανέστησαν εις αλλήλους του εξολοθρευθήναι. 24 και Ιούδας ήλθεν επί την σκοπιάν της ερήμου και επέβλεψε και είδε το πλήθος, και ιδού πάντες νεκροί πεπτωκότες επί της γης, ουκ ην σωζόμενος. 25 και εξήλθεν Ιωσαφάτ και ο λαός αυτού σκυλεύσαι τα σκύλα αυτών και εύρον κτήνη πολλά και αποσκευήν και σκύλα και σκεύη επιθυμητά και εσκύλευσαν εν αυτοίς. και εγένοντο ημέραι τρεις σκυλευόντων αυτών τα σκύλα, ότι πολλά ην. 26 και εγένετο τη ημέρα τη τετάρτη επισυνήχθησαν εις τον αυλώνα της ευλογίας, εκεί γαρ ηυλόγησαν τον Κύριον· δια τούτο εκάλεσαν το όνομα του τόπου εκείνου Κοιλάς ευλογίας έως της ημέρας ταύτης. 27 και επέστρεψε πας ανήρ Ιούδα εις Ιερουσαλήμ και Ιωσαφάτ ηγούμενος αυτών εν ευφροσύνη μεγάλη, ότι εύφρανεν αυτούς Κύριος από των εχθρών αυτών, 28 και εισήλθον εις Ιερουσαλήμ εν νάβλαις και κινύραις και εν σάλπιγξιν εις οίκον Κυρίου. 29 και εγένετο έκστασις Κυρίου επί πάσας τας βασιλείας της γης εν τω ακούσαι αυτούς ότι Κύριος επολέμησε προς τους υπεναντίους Ισραήλ. 30 και ειρήνευσεν η
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

748

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ βασιλεία Ιωσαφάτ, και κατέπαυσεν αυτω ο Θεός αυτού κυκλόθεν.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

31 Και εβασίλευσεν Ιωσαφάτ επί τον Ιούδαν, ων ετών τριακονταπέντε εν τω βασιλεύσαι αυτόν, και είκοσι και πέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Αζουβά θυγάτηρ Σαλί. 32 και επορεύθη εν ταις οδοίς του πατρός αυτού Ασά και ουκ εξέκλινε του ποιήσαι το ευθές ενώπιον Κυρίου· 33 αλλά τα υψηλά έτι υπήρχε, και έτι ο λαός ου κατεύθυνε την καρδίαν αυτών προς Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών. 34 και οι λοιποί λόγοι Ιωσαφάτ οι πρώτοι και οι έσχατοι ιδού γεγραμμένοι εν λόγοις Ιού του Ανανί, ος κατέγραψε βιβλίον βασιλέων Ισραήλ. 35 Και μετά ταύτα εκοινώνησεν Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα προς ‘Οχοζίαν βασιλέα Ισραήλ (και ούτος ηνόμησεν) 36 εν τω ποιήσαι και πορευθήναι προς αυτόν του ποιήσαι πλοία του πορευθήναι εις Θαρσείς και εποίησε πλοία εν Γασιών Γαβέρ. 37 και επροφήτευσεν Ελιέζερ ο του Δωδία από Μαρισής επί Ιωσαφάτ λέγων· ως εφιλίασας τω ‘Οχοζία, έθραυσε Κύριος το έργον σου, και συνετρίβη τα πλοίά σου. και ουκ εδυνάσθη πορευθήναι εις Θαρσείς.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ

1 ΚΑΙ εκοιμήθη Ιωσαφάτ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ, και εβασίλευσεν Ιωράμ υιος αυτού αντ' αυτού. 2 και αυτω αδελφοί υιοί Ιωσαφάτ εξ, Αζαρίας και Ιεϊήλ και Ζαχαρίας και Αζαρίας και Μιχαήλ και Σαφατίας· πάντες ούτοι υιοί Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα. 3 και έδωκεν αυτοίς ο πατήρ αυτών δόματα πολλά, αργύριον και χρυσίον και όπλα μετά των πόλεων τετειχισμένων εν Ιούδα· και την βασιλείαν έδωκε τω Ιωράμ, ότι ούτος ο πρωτότοκος. 4 και ανέστη Ιωράμ επί την βασιλείαν αυτού και εκραταιώθη και απέκτεινε πάντας τους αδελφούς αυτού εν ρομφαία και από των αρχόντων Ισραήλ. 5 όντος αυτού τριάκοντα και δύο ετών, κατέστη Ιωράμ επί την βασιλείαν αυτού και οκτώ έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 6 και επορεύθη εν οδω βασιλέων Ισραήλ, ως εποίησεν οίκος Αχαάβ, ότι θυγάτηρ Αχαάβ ην αυτού γυνή, και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου. 7 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

749

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ουκ εβούλετο Κύριος εξολοθρεύσαι τον οίκον Δαυίδ δια την διαθήκην, ην διέθετο τω Δαυίδ, και ως είπεν αυτω δούναι αυτω λύχνον και τοις υιοίς αυτού πάσας τας ημέρας. 8 εν ταις ημέραις εκείναις απέστη Εδώμ από του Ιούδα και εβασίλευσαν εφ' εαυτούς βασιλέα. 9 και ώχετο Ιωράμ μετά των αρχόντων και πάσα η ίππος μετ' αυτού· και εγένετο και ηγέρθη νυκτός και επάταξεν Εδώμ τον κυκλούντα αυτόν και τους άρχοντας των αρμάτων, και έφυγεν ο λαός εις τα σκηνώματα αυτών. 10 και απέστη από Ιούδα Εδώμ έως της ημέρας ταύτης· τότε απέστη Λομνά εν τω καιρω εκείνω από χειρός αυτού, ότι εγκατέλιπε Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτού· 11 και γαρ αυτός εποίησεν υψηλά εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εξεπόρνευσε τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ και απεπλάνησε τον Ιούδαν. 12 και ήλθεν αυτω εν γραφή παρά ‘Ηλιού του προφήτου λέγων· τάδε λέγει Κύριος Θεός Δαυίδ του πατρός σου· ανθ' ων ουκ επορεύθης εν οδω Ιωσαφάτ του πατρός σου και εν οδοίς Ασά βασιλέως Ιούδα 13 και επορεύθης εν οδοίς βασιλέων Ισραήλ και εξεπόρνευσας τον Ιούδαν και τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ, ως εξεπόρνευσεν οίκος Αχαάβ, και τους αδελφούς σου υιούς του πατρός σου τους αγαθούς υπέρ σε απέκτεινας, 14 ιδού Κύριος πατάξει σε πληγήν μεγάλην εν τω λαω σου και εν τοις υιοίς σου και εν γυναιξί σου και εν πάση τη αποσκευή σου. 15 και συ εν μαλακία πονηρά, εν νόσω κοιλίας, έως ου εξέλθη η κοιλία σου μετά της μαλακίας εξ ημερών εις ημέρας. 16 και επήγειρε Κύριος επί Ιωράμ τους αλλοφύλους και τους Άραβας και τους ομόρους των Αιθιόπων, 17 και ανέβησαν επί Ιούδαν και κατεδυνάστευον και απέστρεψαν πάσαν την αποσκευήν, ην εύρον εν οίκω του βασιλέως, και τους υιούς αυτού και τας θυγατέρας αυτού, και ου κατελείφθη αυτω υιος, αλλ' ή ‘Οχοζίας ο μικρότατος των υιών αυτού. 18 και μετά ταύτα πάντα επάταξεν αυτόν Κύριος εις την κοιλίαν μαλακίαν, ή ουκ έστιν ιατρεία. 19 και εγένετο εξ ημερών εις ημέρας, και ως ήλθε καιρός των ημερών ημέρας δύο, εξήλθεν η κοιλία αυτού μετά της νόσου, και απέθανεν εν μαλακία πονηρά. και ουκ εποίησεν ο λαός αυτού εκφοράν καθώς εκφοράν πατέρων αυτού. 20 ην τριάκοντα και δύο ετών, ότε εβασίλευσε, και οκτώ έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ· και επορεύθη ουκ εν επαίνω και ετάφη εν πόλει Δαυίδ και ουκ εν τάφοις των βασιλέων.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

750

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ

1 ΚΑΙ εβασίλευσαν οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ τον ‘Οχοζίαν υιόν αυτού τον μικρόν αντ' αυτού, ότι πάντας τους πρεσβυτέρους απέκτεινε το επελθόν επ' αυτούς ληστήριον, οι Άραβες και οι Αλιμοζονείς· και εβασίλευσεν ‘Οχοζίας υιος Ιωράμ βασιλέως Ιούδα. 2 ων ετών είκοσιν ‘Οχοζίας εβασίλευσε και ενιαυτόν ένα εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Γοθολία θυγάτηρ Αμβρί. 3 και ούτος επορεύθη εν οδω οίκου Αχαάβ, ότι μήτηρ αυτού ην σύμβουλος του αμαρτάνειν· 4 και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου ως οίκος Αχαάβ, ότι αυτοί ήσαν αυτω σύμβουλοι μετά το αποθανείν τον πατέρα αυτού, του εξολοθρεύσαι αυτόν, 5 και εν ταις βουλαίς αυτών επορεύθη και επορεύθη μετά Ιωράμ υιού Αχαάβ βασιλέως Ισραήλ εις πόλεμον επί Αζαήλ βασιλέα Συρίας εις Ραμώθ Γαλαάδ· και επάταξαν οι τοξόται τον Ιωράμ. 6 και επέστρεψεν Ιωράμ του ιατρευθήναι εις Ιεζράελ από των πληγών, ων επάταξαν αυτόν οι Σύροι εν Ραμώθ εν τω πολεμείν αυτόν προς Αζαήλ βασιλέα Συρίας· και ‘Οχοζίας υιος Ιωράμ βασιλεύς Ιούδα κατέβη θεάσασθαι τον Ιωράμ υιόν Αχαάβ εις Ιεζράελ, ότι ηρρώστει. 7 και παρά του Θεού εγένετο καταστροφή ‘Οχοζία ελθείν προς Ιωράμ· και εν τω ελθείν αυτόν εξήλθε μετ' αυτού Ιωράμ προς Ιού υιόν Ναμεσσεϊ χριστόν Κυρίου εις τον οίκον Αχαάβ. 8 και εγένετο ως εξεδίκησεν Ιού τον οίκον Αχαάβ, και εύρε τους άρχοντας Ιούδα και τους αδελφούς ‘Οχοζίου λειτουργούντας τω ‘Οχοζία και απέκτεινεν αυτούς. 9 και είπε του ζητήσαι τον ‘Οχοζίαν, και κατέλαβον αυτόν ιατρευόμενον εν Σαμαρεία και ήγαγον αυτόν προς Ιού, και απέκτεινεν αυτόν και έθαψαν αυτόν, ότι είπαν· υιος Ιωσαφάτ εστιν, ος εζήτησε τον Κύριον εν όλη τη καρδία αυτού. και ουκ ην εν οίκω ‘Οχοζία κατισχύσαι δύναμιν περί της βασιλείας. 10 Και Γοθολία η μήτηρ ‘Οχοζίου είδεν ότι τέθνηκεν ο υιος αυτής και ηγέρθη και απώλεσε παν το σπέρμα της βασιλείας εν οίκω Ιούδα. 11 και έλαβεν Ιωσαβέθ θυγάτηρ του βασιλέως τον Ιωάς υιόν ‘Οχοζίου και έκλεψεν αυτόν εκ μέσου υιών του βασιλέως των θανατουμένων και έδωκεν αυτόν και την τροφόν αυτού εις ταμιείον των κλινών· και έκρυψεν αυτόν Ιωσαβέθ θυγάτηρ του βασιλέως Ιωράμ, αδελφή ‘Οχοζίου, γυνή Ιωδαέ του ιερέως, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

751

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έκρυψεν αυτόν από προσώπου της Γοθολίας, και ουκ απέκτεινεν αυτόν. 12 και ην μετ' αυτού εν οίκω του Θεού κατακεκρυμμένος εξ έτη, και Γοθολία εβασίλευσεν επί της γης.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ

1 ΚΑΙ εν τω έτει τω ογδόω εκραταίωσεν Ιωδαέ και έλαβε τους εκατοντάρχους, τον Αζαρίαν υιόν Ιωράμ και τον Ισμαήλ υιόν Ιωανάν και τον Αζαρίαν υιόν ‘Ωβήδ και τον Μαασαίαν υιόν Αδαϊα και τον Ελισαφάν υιόν Ζαχαρίου, μεθ' εαυτού εις οίκον Κυρίου. 2 και εκύκλωσαν τον Ιούδαν και συνήγαγον τους Λευίτας εκ πασών των πόλεων Ιούδα και άρχοντας πατριών του Ισραήλ, και ήλθον εις Ιερουσαλήμ. 3 και διέθεντο πάσα η εκκλησία Ιούδα διαθήκην εν οίκω του Θεού μετά του βασιλέως, και έδειξεν αυτοίς τον υιόν του βασιλέως και είπεν αυτοίς· ιδού ο υιος του βασιλέως βασιλευσάτω, καθώς ελάλησε Κύριος επί τον οίκον Δαυίδ. 4 νυν ο λόγος ούτος, ον ποιήσετε· το τρίτον εξ υμών εισπορευέσθωσαν το σάββατον, των ιερέων και των Λευιτών, και εις τας πύλας των εισόδων, 5 και το τρίτον εν οίκω του βασιλέως, και το τρίτον εν τη πύλη τη μέση, και πας ο λαός εν αυλαίς οίκου Κυρίου. 6 και μη εισελθέτω εις οίκον Κυρίου εάν μη οι ιερείς και οι Λευίται και οι λειτουργούντες των Λευιτών· αυτοί εισελεύσονται, ότι άγιοί εισι, και πας ο λαός φυλασσέτω φυλακάς Κυρίου. 7 και κυκλώσουσιν οι Λευίται τον βασιλέα κύκλω, ανδρός σκεύος σκεύος εν χειρί αυτού, και ο εισπορευόμενος εις τον οίκον αποθανείται· και έσονται μετά του βασιλέως εκπορευομένου και εισπορευομένου αυτού. 8 και εποίησαν οι Λευίται και πας Ιούδα κατά πάντα, όσα ενετείλατο αυτοίς Ιωδαέ ο ιερεύς, και έλαβον έκαστος τους άνδρας αυτού απ' αρχής του σαββάτου έως εξόδου του σαββάτου, ότι ου κατέλυσεν Ιωδαέ ο ιερεύς τας εφημερίας. 9 και έδωκεν Ιωδαέ τας μαχαίρας και τους θυρεούς και τα όπλα, α ην του βασιλέως Δαυίδ, εν οίκω του Θεού. 10 και έστησε τον λαόν πάντα, έκαστον εν τοις όπλοις αυτού, από της ωμίας του οίκου της δεξιάς έως της ωμίας της αριστεράς του θυσιαστηρίου και του οίκου επί τον βασιλέα κύκλω. 11 και εξήγαγε τον υιόν του βασιλέως και έδωκεν επ'
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

752

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτόν το βασίλειον και τα μαρτύρια, και εβασίλευσαν και έχρισαν αυτόν Ιωδαέ ο ιερεύς και οι υιοί αυτού και είπαν· ζήτω ο βασιλεύς. 12 και ήκουσε Γοθολία την φωνήν του λαού τρεχόντων και εξομολογουμένων και αινούντων τον βασιλέα και εισήλθε προς τον βασιλέα εις οίκον Κυρίου. 13 και είδε και ιδού ο βασιλεύς επί της στάσεως αυτού, και επί της εισόδου οι άρχοντες και αι σάλπιγγες και οι άρχοντες περί τον βασιλέα, και πας ο λαός της γης ηυφράνθη και εσάλπισαν ταις σάλπιγξι και οι άδοντες εν τοις οργάνοις ωδοί και υμνούντες αίνον· και διέρρηξε Γοθολία την στολήν αυτής και εβόησεν· επιτιθέμενοι επιτίθεσθε. 14 και εξήλθεν Ιωδαέ ο ιερεύς, και ενετείλατο Ιωδαέ ο ιερεύς τοις εκατοντάρχοις και τοις αρχηγοίς της δυνάμεως και είπεν αυτοίς· εκβάλετε αυτήν εκτός του οίκου και εισέλθατε οπίσω αυτής, και αποθανέτω μαχαίρα· ότι είπεν ο ιερεύς· μη αποθανέτω εν οίκω Κυρίου. 15 και έδωκαν αυτη άνεσιν και διήλθε δια της πύλης των ιππέων του οίκου του βασιλέως, και εθανάτωσαν αυτήν εκεί. 16 και διέθετο Ιωδαέ διαθήκην ανά μέσον αυτού και του λαού και του βασιλέως είναι λαόν τω Κυρίω. 17 και εισήλθε πας ο λαός της γης εις οίκον Βάαλ και κατέσπασαν αυτόν και τα θυσιαστήρια αυτού και τα είδωλα αυτού ελέπτυναν και τον Ματθάν ιερέα Βάαλ εθανάτωσαν εναντίον των θυσιαστηρίων αυτού. 18 και ενεχείρισεν Ιωδαέ ο ιερεύς τα έργα οίκου Κυρίου δια χειρός ιερέων και Λευιτών και ανέστησε τας εφημερίας των ιερέων και των Λευιτών, ας διέστειλε Δαυίδ επί τον οίκον Κυρίου και ανενέγκαι ολοκαυτώματα Κυρίω, καθώς γέγραπται εν νόμω Μωυσή, εν ευφροσύνη και εν ωδαίς δια χειρός Δαυίδ. 19 και έστησαν οι πυλωροί επί τας πύλας οίκου Κυρίου, και ουκ εισελεύσεται ακάθαρτος εις παν πράγμα. 20 και έλαβε τους πατριάρχας και τους δυνατούς και τους άρχοντας του λαού και πάντα τον λαόν της γης και επεβίβασαν τον βασιλέα εις οίκον Κυρίου, και εισήλθε δια της πύλης της εσωτέρας εις τον οίκον του βασιλέως, και εκάθισαν τον βασιλέα επί του θρόνου της βασιλείας. 21 και ηυφράνθη πας ο λαός της γης, και η πόλις ησύχασε, και την Γοθολίαν εθανάτωσαν μαχαίρα.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

753

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ

1 ΩΝ ετών επτά Ιωάς εν τω βασιλεύειν αυτόν και τεσσαράκοντα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Σαβιά εκ Βηρσαβεέ. 2 και εποίησεν Ιωάς το ευθές ενώπιον Κυρίου πάσας τας ημέρας Ιωδαέ του ιερέως. 3 και έλαβεν Ιωδαέ δύο γυναίκας εαυτω, και εγέννησαν υιούς και θυγατέρας. 4 και εγένετο μετά ταύτα και εγένετο επί καρδίαν Ιωάς επισκευάσαι τον οίκον Κυρίου. 5 και συνήγαγε τους ιερείς και τους Λευίτας και είπεν αυτοίς· εξέλθατε εις τας πόλεις Ιούδα και συναγάγετε από παντός Ισραήλ αργύριον κατισχύσαι τον οίκον Κυρίου ενιαυτόν κατ' ενιαυτόν και σπεύσατε λαλήσαι· και ουκ έσπευσαν οι Λευίται. 6 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Ιωάς τον Ιωδαέ τον άρχοντα και είπεν αυτω· διατί ουκ επεσκέψω περί των Λευιτών του εισενέγκαι από Ιούδα και Ιερουσαλήμ το κεκριμένον υπό Μωυσή ανθρώπου του Θεού, ότι εξεκκλησίασε τον Ισραήλ εις την σκηνήν του μαρτυρίου; 7 ότι Γοθολία ην η άνομος, και οι υιοί αυτής κατέσπασαν τον οίκον του Θεού· και γαρ τα άγια οίκου Κυρίου εποίησαν ταις Βααλίμ. 8 και είπεν ο βασιλεύς· γενηθήτω γλωσσόκομον και τεθήτω εν πύλη οίκου Κυρίου έξω· 9 και κηρυξάτωσαν εν Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ εισενέγκαι Κυρίω, καθώς είπε Μωυσής παις του Θεού επί τον Ισραήλ εν τη ερήμω. 10 και έδωκαν πάντες άρχοντες και πας ο λαός και εισέφερον και ενέβαλλον εις το γλωσσόκομον, έως ου επληρώθη, 11 και εγένετο ως εισέφερον το γλωσσόκομον προς τους προστάτας του βασιλέως δια χειρός των Λευιτών και ως είδον ότι επλεόνασε το αργύριον, και ήλθεν ο γραμματεύς του βασιλέως και ο προστάτης του ιερέως του μεγάλου και εξεκένωσαν το γλωσσόκομον και κατέστησαν εις τον τόπον αυτού· ούτως εποίουν ημέραν εξ ημέρας και συνήγαγον αργύριον πολύ. 12 και έδωκεν αυτό ο βασιλεύς και Ιωδαέ ο ιερεύς τοις ποιούσι τα έργα εις εργασίαν οίκου Κυρίου, και εμισθούντο λατόμους και τέκτονας επισκευάσαι τον οίκον Κυρίου και χαλκείς σιδήρου και χαλκού επισκευάσαι τον οίκον Κυρίου. 13 και εποίουν οι ποιούντες τα έργα, και ανέβη μήκος των έργων εν χερσίν αυτών και ανέστησαν τον οίκον Κυρίου επί την στάσιν αυτού και ενίσχυσαν. 14 και ως συνετέλεσαν, ήνεγκαν προς τον βασιλέα και προς Ιωδαέ το κατάλοιπον του αργυρίου, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

754

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εποίησαν σκεύη εις οίκον Κυρίου, σκεύη λειτουργικά ολοκαυτωμάτων και θυϊσκας χρυσάς και αργυράς· και ανήνεγκαν ολοκαυτώσεις εν οίκω Κυρίου διαπαντός πάσας τας ημέρας Ιωδαέ. 15 Και εγήρασεν Ιωδαέ πλήρης ημερών και ετελεύτησεν ων εκατόν και τριάκοντα ετών εν τω τελευτάν αυτόν· 16 και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ μετά των βασιλέων, ότι εποίησεν αγαθωσύνην μετά Ισραήλ και μετά του Θεού και του οίκου αυτού. 17 και εγένετο μετά την τελευτήν Ιωδαέ εισήλθον οι άρχοντες Ιούδα και προσεκύνησαν τον βασιλέα· τότε επήκουσεν αυτοίς ο βασιλεύς. 18 και εγκατέλιπον τον οίκον Κυρίου Θεού των πατέρων αυτών και εδούλευον ταις Αστάρταις και τοις ειδώλοις· και εγένετο οργή επί Ιούδαν και επί Ιερουσαλήμ εν τη ημέρα ταύτη. 19 και απέστειλε προς αυτούς προφήτας επιστρέψαι προς Κύριον, και ουκ ήκουσαν· και διεμαρτύρατο αυτοίς, και ουχ υπήκουσαν. 20 και πνεύμα Θεού ενέδυσε τον Αζαρίαν τον του Ιωδαέ τον ιερέα και ανέστη επάνω του λαού και είπε· τάδε λέγει Κύριος· τι παραπορεύεσθε τας εντολάς Κυρίου; και ουκ ευοδωθήσεσθε, ότι εγκατελίπετε τον Κύριον, και εγκαταλείψει υμάς. 21 και επέθεντο αυτω και ελιθοβόλησαν αυτόν δι' εντολής Ιωάς του βασιλέως εν αυλή οίκου Κυρίου. 22 και ουκ εμνήσθη Ιωάς του ελέους, ου εποίησεν Ιωδαέ ο πατήρ αυτού μετ' αυτού, και εθανάτωσε τον υιόν αυτού. και ως απέθνησκεν, είπεν· ίδοι Κύριος και κρινάτω. 23 και εγένετο μετά την συντέλειαν του ενιαυτού ανέβη επ' αυτόν δύναμις Συρίας και ήλθεν επί Ιούδαν και επί Ιερουσαλήμ και κατέφθειραν πάντας τους άρχοντας του λαού εν τω λαω και πάντα τα σκύλα αυτών απέστειλαν τω βασιλεί Δαμασκού· 24 ότι εν ολίγοις ανδράσι παρεγένετο δύναμις Συρίας, και ο Θεός παρέδωκεν εις τας χείρας αυτών δύναμιν πολλήν σφόδρα, ότι εγκατέλιπον Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών· και μετά Ιωάς εποίησε κρίματα. 25 και μετά το απελθείν αυτούς απ' αυτού, εν τω εγκαταλιπείν αυτόν εν μαλακίαις μεγάλαις και επέθεντο αυτω οι παίδες αυτού εν αίμασιν υιού Ιωδαέ του ιερέως και εθανάτωσαν αυτόν επί της κλίνης αυτού, και απέθανε· και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ και ουκ έθαψαν αυτόν εν τω τάφω των βασιλέων. 26 και οι επιθέμενοι επ' αυτόν Ζαβέδ ο του Σαμαάθ ο Αμμανίτης και Ιωζαβέδ ο του Σομαρώθ ο Μωαβίτης 27 και οι υιοί αυτού πάντες, και προσήλθον αυτω οι πέντε. και τα λοιπά ιδού γεγραμμένα επί την γραφήν των βασιλέων· και εβασίλευσεν Αμασίας υιος αυτού αντ' αυτού.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

755

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ

1 ΩΝ είκοσι και πέντε ετών εβασίλευσεν Αμασίας και εικοσιεννέα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Ιωαδέν από Ιερουσαλήμ. 2 και εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου, αλλ' ουκ εν καρδία πλήρει. 3 και εγένετο ως κατέστη η βασιλεία εν χειρί αυτού, και εθανάτωσε τους παίδας αυτού τους φονεύσαντας τον βασιλέα πατέρα αυτού· 4 και τους υιούς αυτών ουκ απέκτεινε κατά την διαθήκην του νόμου Κυρίου, καθώς γέγραπται, ως ενετείλατο Κύριος λέγων· ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων, και οι υιοί ουκ αποθανούνται υπέρ πατέρων, αλλ' ή έκαστος τη εαυτού αμαρτία αποθανούνται. 5 και συνήγαγεν Αμασίας τον οίκον Ιούδα και ανέστησεν αυτούς κατ' οίκους πατριών αυτών εις χιλιάρχους και εκατοντάρχους εν παντί Ιούδα και Ιερουσαλήμ· και ηρίθμησεν αυτούς από εικοσαετούς και επάνω και εύρεν αυτούς τριακοσίας χιλιάδας εξελθείν εις πόλεμον δυνατούς κρατούντας δόρυ και θυρεόν. 6 και εμισθώσατο από Ισραήλ εκατόν χιλιάδας δυνατούς ισχύϊ εκατόν ταλάντων αργυρίου. 7 και άνθρωπος του Θεού ήλθε προς αυτόν λέγων· βασιλεύ, ου πορεύσεται μετά σου δύναμις Ισραήλ, ότι ουκ έστι Κύριος μετά Ισραήλ, πάντων των υιών Εφραίμ. 8 ότι εάν υπολάβης κατισχύσαι εν τούτοις, και τροπώσεταί σε Κύριος εναντίον των εχθρών, ότι εστί παρά Κυρίου και ισχύσαι και τροπώσασθαι. 9 και είπεν Αμασίας τω ανθρώπω του Θεού· και τι ποιήσω τα εκατόν τάλαντα, α έδωκα τη δυνάμει Ισραήλ; και είπεν ο άνθρωπος του Θεού· έστι τω Κυρίω δούναί σοι πλείστα τούτων. 10 και διεχώρισεν Αμασίας τη δυνάμει τη ελθούση προς αυτόν από Εφραίμ απελθείν εις τον τόπον αυτών, και εθυμώθησαν σφόδρα επί Ιούδαν και επέστρεψαν εις τον τόπον αυτών εν οργή θυμού. 11 και Αμασίας κατίσχυσε και παρέλαβε τον λαόν αυτού και επορεύθη εις την κοιλάδα των αλών και επάταξεν εκεί τους υιούς Σηείρ δέκα χιλιάδας· 12 και δέκα χιλιάδας εζώγρησαν οι υιοί Ιούδα και έφερον αυτούς επί το άκρον του κρημνού και κατεκρήμνιζον αυτούς από του άκρου του κρημνού, και πάντες διερρήγνυντο. 13 και οι υιοί της δυνάμεως, ους απέστρεψεν Αμασίας του μη πορευθήναι μετ' αυτού εις πόλεμον, και επέθεντο επί τας πόλεις Ιούδα από Σαμαρείας έως Βαιθωρών και επάταξαν εν αυτοίς τρεις χιλιάδας και εσκύλευσαν σκύλα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

756

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πολλά. 14 και εγένετο μετά το ελθείν Αμασίαν πατάξαντα την Ιδουμαίαν και ήνεγκε προς αυτούς τους θεούς υιών Σηείρ και έστησεν αυτούς εαυτω εις θεούς και εναντίον αυτών προσεκύνει και αυτός αυτοίς έθυε. 15 και εγένετο οργή Κυρίου επί Αμασίαν, και απέστειλεν αυτω προφήτην και είπεν αυτω· τι εζήτησας τους Θεούς του λαού, οί ουκ εξείλοντο τον λαόν εαυτών εκ χειρός σου; 16 και εγένετο εν τω λαλήσαι αυτω προς αυτόν και είπεν αυτω· μη σύμβουλον του βασιλέως δέδωκά σε; πρόσεχε ίνα μη μαστιγωθής. και εσιώπησεν ο προφήτης και είπεν, ότι γινώσκω ότι εβούλετο επί σοί του καταφθείραί σε, ότι εποίησας τούτο και ουκ επήκουσας της συμβουλίας μου. 17 και εβουλεύσατο Αμασίας ο βασιλεύς Ιούδα και απέστειλε προς Ιωάς υιόν Ιωάχαζ υιού Ιηού βασιλέα Ισραήλ λέγων· δεύρο και οφθώμεν προσώποις. 18 και απέστειλεν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ προς Αμασίαν βασιλέα Ιούδα λέγων· ο αχούχ ο εν τω Λιβάνω απέστειλε προς την κέδρον την εν τω Λιβάνω λέγων· δος την θυγατέρα σου τω υιω μου εις γυναίκα. και ιδού ελεύσεται τα θηρία του αγρού τα εν τω Λιβάνω· και ήλθον τα θηρία και κατεπάτησαν τον αχούχ. 19 είπας· ιδού επάταξα την Ιδουμαίαν και επαίρει σε η καρδία σου η βαρεία· νυν κάθισον εν οίκω σου και ινατί συμβάλλεις εν κακία και πεσή συ και Ιούδας μετά σου; 20 και ουκ ήκουσεν Αμασίας, ότι παρά Κυρίου εγένετο του παραδούναι αυτόν εις χείρας, ότι εξεζήτησε τους θεούς των Ιδουμαίων. 21 και ανέβη Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ, και ώφθησαν αλλήλοις αυτός και Αμασίας βασιλεύς Ιούδα εν Βαιθσαμύς, ή εστι του Ιούδα. 22 και ετροπώθη Ιούδας κατά πρόσωπον Ισραήλ, και έφυγεν έκαστος εις το σκήνωμα αυτού. 23 και τον Αμασίαν βασιλέα Ιούδα τον του Ιωάς υιού Ιωάχαζ κατέλαβεν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ εν Βαιθσαμύς και εισήγαγεν αυτόν εις Ιερουσαλήμ και κατέσπασεν από του τείχους Ιερουσαλήμ, από πύλης Εφραίμ έως πύλης γωνίας τετρακοσίους πήχεις· 24 και παν το χρυσίον και το αργύριον και πάντα τα σκεύη τα ευρεθέντα εν οίκω Κυρίου και παρά τω Αβδεδόμ και τους θησαυρούς οίκου του βασιλέως και τους υιούς των συμμίξεων και επέστρεψεν εις Σαμάρειαν. 25 και έζησεν Αμασίας ο του Ιωάς βασιλεύς Ιούδα μετά το αποθανείν Ιωάς τον του Ιωάχαζ βασιλέα Ισραήλ έτη δεκαπέντε. 26 και οι λοιποί λόγοι Αμασίου οι πρώτοι και οι έσχατοι ουκ ιδού γεγραμμένοι επί βιβλίου βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ; 27 και εν τω καιρω, ω απέστη Αμασίας από Κυρίου, και επέθεντο αυτω επίθεσιν, και έφυγεν από Ιερουσαλήμ εις Λαχίς· και απέστειλαν κατόπισθεν αυτού εις Λαχίς και εθανάτωσαν αυτόν εκεί. 28 και ανέλαβον αυτόν επί των ίππων και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

757

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ

1 ΚΑΙ έλαβε πας ο λαός της γης τον ‘Οζίαν, και αυτός υιος εκκαίδεκα ετών, και εβασίλευσαν αυτόν αντί του πατρός αυτού Αμασίου. 2 αυτός ωκοδόμησε την Αιλάθ, αυτός επέστρεψεν αυτήν τω Ιούδα μετά το κοιμηθήναι τον βασιλέα μετά των πατέρων αυτού. 3 υιος εκκαίδεκα ετών εβασίλευσεν ‘Οζίας και πεντήκοντα και δύο έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Ιεχελία από Ιερουσαλήμ. 4 και εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου κατά πάντα, όσα εποίησεν Αμασίας ο πατήρ αυτού. 5 και ην εκζητών τον Κύριον εν ταις ημέραις Ζαχαρίου του συνιόντος εν φόβω Κυρίου· και εν ταις ημέραις αυτού εζήτησε τον Κύριον, και ευώδωσεν αυτω Κύριος. 6 και εξήλθε και επολέμησε προς τους αλλοφύλους και κατέσπασε τα τείχη Γεθ και τα τείχη Ιαβνή και τα τείχη Αζώτου και ωκοδόμησε πόλεις Αζώτου και εν τοις αλλοφύλοις. 7 και κατίσχυσεν αυτόν Κύριος επί τους αλλοφύλους και επί τους Άραβας τους κατοικούντας επί της πέτρας και επί τους Μιναίους. 8 και έδωκαν οι Μιναίοι δώρα τω ‘Οζία, και ην το όνομα αυτού έως εισόδου Αιγύπτου, ότι κατίσχυσεν έως άνω. 9 και ωκοδόμησεν ‘Οζίας πύργους εν Ιερουσαλήμ και επί την πύλην της γωνίας και επί την πύλην της φάραγγος και επί των γωνιών και κατίσχυσε. 10 και ωκοδόμησε πύργους εν τη ερήμω και ελατόμησε λάκκους πολλούς, ότι κτήνη πολλά υπήρχεν αυτω εν Σεφηλά και εν τη πεδινή και αμπελουργοί εν τη ορεινή και εν τω Καρμήλω, ότι γεωργός ην. 11 και εγένετο τω ‘Οζία δύναμις ποιούσα πόλεμον και εκπορευομένη εις παράταξιν εις πόλεμον και εισπορευομένη εις παράταξιν εις αριθμόν, και ην ο αριθμός αυτών δια χειρός Ιεϊήλ του γραμματέως και Μαασίου του κριτού, δια χειρός Ανανίου του διαδόχου του βασιλέως. 12 πας ο αριθμός των πατριαρχών των δυνατών εις πόλεμον δισχίλιοι εξακόσιοι, 13 και μετ' αυτών δύναμις πολεμική τριακόσιαι χιλιάδες και επτακισχίλιοι και πεντακόσιοι· ούτοι οι ποιούντες πόλεμον εν δυνάμει ισχύος βοηθήσαι τω βασιλεί επί τους υπεναντίους. 14 και ητοίμασεν αυτοίς ‘Οζίας πάση τη δυνάμει θυρεούς και δόρατα και περικεφαλαίας και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

758

και εν οίκω αφφουσώθ εκάθητο λεπρός. 15 και εποίησεν εν Ιερουσαλήμ μηχανάς μεμηχανευμένας λογιστού του είναι επί των πύργων και επί των γωνιών βάλλειν βέλεσι και λίθοις μεγάλοις· και ηκούσθη η κατασκευή αυτών έως πόρρω. ότι απεσχίσθη από οίκου Κυρίου· και Ιωάθαμ ο υιος αυτού επί της βασιλείας αυτού κρίνων τον λαόν της γης. ότι είπαν ότι λεπρός εστι. 21 και ‘Οζίας ο βασιλεύς ην λεπρός έως ημέρας της τελευτής αυτού. και εν τη χειρί αυτού το θυμιατήριον του θυμιάσαι εν τω ναω. ‘Οζία. 22 και οι λοιποί λόγοι ‘Οζίου οι πρώτοι και οι έσχατοι γεγραμμένοι υπό Ιεσσίου του προφήτου. και εν τω θυμωθήναι αυτόν προς τους ιερείς και η λέπρα ανέτειλεν εν τω μετώπω αυτού εναντίον των ιερέων εν οίκω Κυρίου επάνω του θυσιαστηρίου των θυμιαμάτων. και γαρ αυτός έσπευσεν εξελθείν. ότι απέστης από Κυρίου. και ηδίκησεν εν Κυρίω Θεω αυτού και εισήλθεν εις τον ναόν Κυρίου θυμιάσαι επί το θυσιαστήριον των θυμιαμάτων. και εβασίλευσεν Ιωάθαμ υιος αυτού αντ' αυτού. 17 και εισήλθεν οπίσω αυτού Αζαρίας ο ιερεύς και μετ' αυτού ιερείς του Κυρίου ογδοήκοντα υιοί δυνατοί 18 και έστησαν επί ‘Οζίαν τον βασιλέα και είπαν αυτω· ου σοί. 19 και εθυμώθη ‘Οζίας. έως ου κατίσχυσε. και ουκ έσται σοι τούτο εις δόξαν παρά Κυρίου Θεού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θώρακας και τόξα και σφενδόνας εις λίθους. ότι ήλεγξεν αυτόν Κύριος. 2 και εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου κατά πάντα. 16 Και ως κατίσχυσεν. θυμιάσαι τω Κυρίω. αλλ' ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 759 . και όνομα της μητρός αυτού Ιερουσά θυγάτηρ Σαδώκ. ότι εθαυμαστώθη του βοηθήναι. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΥΙΟΣ είκοσι και πέντε ετών Ιωάθαμ εν τω βασιλεύσαι αυτόν και εκκαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν τω πεδίω της ταφής των βασιλέων. 23 και εκοιμήθη ‘Οζίας μετά των πατέρων αυτού. υψώθη η καρδία αυτού του καταφθείραι. αλλ' ή τοις ιερεύσιν υιοίς Ααρών τοις ηγιασμένοις θυμιάσαι· έξελθε εκ του αγιάσματος. α εποίησεν ‘Οζίας ο πατήρ αυτού. 20 και επέστρεψε προς αυτόν Αζαρίας ο ιερεύς ο πρώτος και οι ιερείς. και ιδού αυτός λεπρός εν τω μετώπω· και κατέσπευσαν αυτόν εκείθεν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισήλθεν εις τον ναόν Κυρίου. 6 και κατίσχυσεν Ιωάθαμ. 4 και εθυμία επί των υψηλών και επί των δωμάτων και υποκάτω παντός ξύλου αλσώδους. ων εξωλόθρευσε Κύριος από προσώπου υιών Ισραήλ. και επάταξεν εν αυτω πληγήν μεγάλην. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΥΙΟΣ είκοσι και πέντε ετών ην Άχαζ εν τω βασιλεύειν αυτόν και εκκαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ· και ουκ εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου. 2 και επορεύθη κατά τας οδούς βασιλέων Ισραήλ· και γαρ γλυπτά εποίησε 3 τοις ειδώλοις αυτών και έθυεν εν Βενεννόμ και διήγε τα τέκνα αυτού δια πυρός κατά τα βδελύγματα των εθνών. ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού. 7 και οι λοιποί λόγοι Ιωάθαμ και ο πόλεμος και αι πράξεις αυτού ιδού γεγραμμέναι επί βιβλίω βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ. και εβασίλευσεν Άχαζ υιος αυτού αντ' αυτού. 9 και εκοιμήθη Ιωάθαμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ. 5 και παρέδωκεν αυτόν Κύριος ο Θεός αυτού δια χειρός βασιλέως Συρίας. 7 και απέκτεινε Ζεχρί ο δυνατός του Εφραίμ τον Μαασά τον υιόν του βασιλέως και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 760 . 5 αυτός εμαχέσατο προς βασιλέα υιών Αμμών και κατίσχυσεν επ' αυτόν· και εδίδουν αυτω οι υιοί Αμμών και κατ' ενιαυτόν εκατόν τάλαντα αργυρίου και δέκα χιλιάδας κόρων πυρού και κριθών δέκα χιλιάδας· ταύτα έφερεν αυτω βασιλεύς υιών Αμμών κατ' ενιαυτόν εν τω πρώτω έτει και εν τω δευτέρω και τω τρίτω. ότι ητοίμασε τας οδούς αυτού εναντίον Κυρίου Θεού αυτού. και επάταξεν εν αυτω και ηχμαλώτευσεν εξ αυτών αιχμαλωσίαν πολλήν και ήγαγεν εις Δαμασκόν· και γαρ εις χείρας βασιλέως Ισραήλ παρέδωκεν αυτόν. 6 και απέκτεινε Φακεέ ο του Ρομελία βασιλεύς Ισραήλ εν Ιούδα εν μια ημέρα εκατόν είκοσι χιλιάδας ανδρών δυνατών ισχύϊ εν τω καταλιπείν αυτούς Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών. 3 αυτός ωκοδόμησε την πύλην οίκου Κυρίου την υψηλήν και εν τείχει του ‘Οφλά ωκοδόμησε πολλά· και πόλεις ωκοδόμησεν 4 εν όρει Ιούδα και εν τοις δρυμοίς και οικήσεις και πύργους. και έτι ο λαός κατεφθείρετο.

και επέστρεψαν εις Σαμάρειαν. ότι οργή θυμού Κυρίου εφ' υμίν. 8 και ηχμαλώτισαν οι υιοί Ισραήλ από των αδελφών αυτών τριακοσίας χιλιάδας. 9 και εκεί ην ο προφήτης του Κυρίου. 17 ότι οι Ιδουμαίοι επέθεντο και επάταξαν εν Ιούδα και ηχμαλώτισαν αιχμαλωσίαν 18 και οι αλλόφυλοι επέθεντο επί τας πόλεις της πεδινής και από λιβός του Ιούδα και έλαβον την Βαιθσαμύς και την Αϊλών και την Γαδηρώθ και την Σωχώ και τας κώμας αυτής και την Θαμνά και τας κώμας αυτής και την Γαμζώ και τας κώμας αυτής και κατώκησαν εκεί· 19 ότι εταπείνωσε Κύριος τον Ιούδαν δια Άχαζ βασιλέα Ιούδα. 20 και ήλθεν επ' αυτόν Θαγλαθφελλασάρ βασιλεύς Ασσούρ και επάταξεν αυτόν. 10 και νυν υιούς Ιούδα και Ιερουσαλήμ υμείς λέγετε κατακτήσασθαι εις δούλους και δούλας· ουκ ιδού ειμι μεθ' υμών μαρτυρήσαι Κυρίω Θεω υμών. ότι εις το αμαρτάνειν τω Κυρίω εφ' ημάς υμείς λέγετε. 14 και αφήκαν οι πολεμισταί την αιχμαλωσίαν και τα σκύλα εναντίον των αρχόντων και πάσης της εκκλησίας. και σκύλα πολλά εσκύλευσαν εξ αυτών και ήνεγκαν τα σκύλα εις Σαμάρειαν. 21 και έλαβεν Άχαζ τα εν οίκω Κυρίου και τα εν οίκω του βασιλέως και των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 761 . ότι απέστη αποστάσει από Κυρίου. 15 και ανέστησαν άνδρες. οί επεκλήθησαν εν ονόματι. 16 Εν τω καιρω εκείνω απέστειλεν ο βασιλεύς Άχαζ προς βασιλέα Ασσούρ βοηθήσαι αυτω και εν τούτω. 12 και ανέστησαν άρχοντες από των υιών Εφραίμ. και αντελάβοντο της αιχμαλωσίας και πάντας τους γυμνούς περιέβαλον από των σκύλων και ενέδυσαν αυτούς και υπέδυσαν αυτούς και έδωκαν φαγείν και αλείψασθαι και αντελάβοντο και εν υποζυγίοις παντός ασθενούντος και κατέστησαν αυτούς εις Ιεριχώ πόλιν Φοινίκων προς τους αδελφούς αυτών. προσθείναι επί ταις αμαρτίαις ημών και επί την άγνοιαν ημών. και απεκτείνατε εν αυτοίς εν οργή· και έως των ουρανών έφθακε. ην ηχμαλωτεύσατε των αδελφών υμών. 11 και νυν ακούσατέ μου και αποστρέψατε την αιχμαλωσίαν. 13 και είπαν αυτοίς· ου μη εισαγάγητε την αιχμαλωσίαν ώδε προς ημάς. και παρέδωκεν αυτούς εις τας χείρας υμών. Ουδείας ο του Ιωανού και Βαραχίας ο του Μωσολαμώθ και Εζεκίας ο του Σελλήμ και Αμασίας ο του Ελδαϊ. γυναίκας και υιούς και θυγατέρας. ότι πολλή η αμαρτία ημών και οργή θυμού Κυρίου επί τον Ισραήλ. και εξήλθεν εις απάντησιν της δυνάμεως των ερχομένων εις Σαμάρειαν και είπεν αυτοίς· ιδού οργή Κυρίου Θεού των πατέρων υμών επί Ιούδαν. ‘Ωδήδ όνομα αυτω. επί τους ερχομένους από του πολέμου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον Εζρικάν ηγούμενον του οίκου αυτού και τον Ελκανά τον διάδοχον του βασιλέως.

και προσέθηκε του αποστήναι από Κυρίου. όσα εποίησε Δαυίδ ο πατήρ αυτού. και παρώργισαν Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών. και όνομα τη μητρί αυτού Αββά θυγάτηρ Ζαχαρίου. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ Εζεκίας εβασίλευσεν ων είκοσι και πέντε ετών και είκοσιν εννέα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. οι Λευίται. εν τω μηνί τω πρώτω ανέωξε τας θύρας οίκου Κυρίου και επεσκεύασεν αυτάς. και είπεν ο βασιλεύς Άχαζ· 23 εκζητήσω τους θεούς Δαμασκού τους τύπτοντάς με· και είπεν ότι θεοί βασιλέως Συρίας αυτοί κατισχύσουσιν αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αρχόντων και έδωκε τω βασιλεί Ασσούρ και ουκ εις βοήθειαν αυτω ην. 27 και εκοιμήθη Άχαζ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ. 4 και εισήγαγε τους ιερείς και τους Λευίτας και κατέστησεν αυτούς εις το κλίτος το προς ανατολάς και είπεν αυτοίς· 5 ακούσατε. και αυτοί εγένοντο αυτω εις σκώλον και παντί Ισραήλ. 2 και εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου κατά πάντα. ότι ουκ εισήνεγκαν αυτόν εις τους τάφους των βασιλέων Ισραήλ· και εβασίλευσεν Εζεκίας υιος αυτού αντ' αυτού. νυν αγνίσθητε και αγνίσατε τον οίκον Κυρίου Θεού των πατέρων υμών και εκβάλετε την ακαθαρσίαν εκ των αγίων· 6 ότι απέστησαν οι πατέρες ημών και εποίησαν το πονηρόν εναντίον Κυρίου Θεού ημών και εγκατέλιπαν αυτόν και απέστρεψαν το πρόσωπον αυτών από της σκηνής Κυρίου και έδωκαν αυχένα 7 και απέκλεισαν τας θύρας του ναού και έσβεσαν τους λύχνους και θυμίαμα ουκ εθυμίασαν και ολοκαυτώματα ου προσήνεγκαν εν τω αγίω Θεω Ισραήλ. 22 αλλ' ή τω θλιβήναι αυτόν. 3 και εγένετο ως έστη επί της βασιλείας αυτού. αυτοίς τοίνυν θύσω. και αντιλήψονταί μου. 8 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 762 . 26 και οι λοιποί λόγοι αυτού και αι πράξεις αυτού αι πρώται και έσχαται ιδού γεγραμμέναι επί βιβλίω βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ. 24 και απέστησεν Άχαζ τα σκεύη οίκου Κυρίου και κατέκοψεν αυτά και έκλεισε τας θύρας οίκου Κυρίου και εποίησεν εαυτω θυσιαστήρια εν πάση γωνία εν Ιερουσαλήμ· 25 και εν πάση πόλει και πόλει εν Ιούδα εποίησεν υψηλά θυμιάν θεοίς αλλοτρίοις.

α εμίανεν ο βασιλεύς Άχαζ εν τη βασιλεία αυτού εν τη αποστασία αυτού. και εδέξαντο οι ιερείς το αίμα και προσέχεαν επί το θυσιαστήριον· και έθυσαν τους κριούς. 9 και ιδού πεπλήγασιν οι πατέρες υμών εν μαχαίρα. και οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών και αι γυναίκες υμών εν αιχμαλωσία εν γη ουκ αυτών. περί της βασιλείας και περί των αγίων και περί Ισραήλ και είπε τοις υιοίς Ααρών τοις ιερεύσιν αναβαίνειν επί το θυσιαστήριον Κυρίου. 22 και έθυσαν τους μόσχους. αμνούς επτά. και των υιών Ασάφ Ζαχαρίας και Ματθανίας. 14 και των υιών Αιμάν Ιεϊήλ και Σεμεϊ. 10 επί τούτοις νυν εστιν επί καρδίας διαθέσθαι διαθήκην Κυρίου Θεού Ισραήλ. χιμάρους αιγών επτά περί αμαρτίας. και περιέχεον το αίμα τω θυσιαστηρίω· 23 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 763 . ητοιμάκαμεν και ηγνίκαμεν. και από των υιών Γεδσωνί Ιωδαάδ ο του Ζεμμάθ και Ιωαδάμ ο του Ιωαχά. και των υιών Ιδιθούν Σαμαίας και ‘Οζιήλ. 15 και συνήγαγον τους αδελφούς αυτών και ηγνίσθησαν κατά την εντολήν του βασιλέως δια προστάγματος Κυρίου καθαρίσαι τον οίκον Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωργίσθη οργή Κύριος επί τον Ιούδαν και την Ιερουσαλήμ και έδωκεν αυτούς εις έκστασιν και εις αφανισμόν και εις συρισμόν. 13 και των υιών Ελισαφάν Ζαμβρί και Ιεϊήλ. 12 και ανέστησαν οι Λευίται. 18 και εισήλθαν έσω προς Εζεκίαν τον βασιλέα και είπαν· ηγνίσαμεν πάντα τα εν οίκω Κυρίου. 20 και ώρθρισεν Εζεκίας ο βασιλεύς και συνήγαγε τους άρχοντας της πόλεως και ανέβη εις οίκον Κυρίου 21 και ανήνεγκε μόσχους επτά. και αποστρέψει την οργήν του θυμού αυτού αφ' ημών. ό και νυν εστιν. κριούς επτά. ως υμείς οράτε τοις οφθαλμοίς υμών. και εδέξαντο οι Λευίται εκβαλείν εις τον χειμάρρουν Κέδρων έξω. 17 και ήρξαντο τη ημέρα τη πρώτη νουμηνία του πρώτου μηνός αγνίσαι και τη ημέρα τη ογδόη του μηνός εισήλθαν εις τον ναόν Κυρίου και ήγνισαν τον οίκον Κυρίου εν ημέραις οκτώ και τη ημέρα τη τρισκαιδεκάτη του μηνός του πρώτου συνετέλεσαν. ιδού εστιν εναντίον του θυσιαστηρίου Κυρίου. και προσέχεαν το αίμα επί το θυσιαστήριον· και έθυσαν τους αμνούς. Μαάθ ο του Αμασί και Ιωήλ ο του Αζαρίου εκ των υιών Καάθ και εκ των υιών Μεραρί Κίς ο του Αβδί και Αζαρίας ο του Ιαλλελήλ. 11 και νυν μη διαλίπητε. ότι εν υμίν ηρέτικε Κύριος στήναι εναντίον αυτού λειτουργείν και είναι αυτω λειτουργούντας και θυμιώντας. το θυσιαστήριον της ολοκαυτώσεως και τα σκεύη αυτού και την τράπεζαν της προθέσεως και τα σκεύη αυτής· 19 και πάντα τα σκεύη. 16 και εισήλθον οι ιερείς έσω εις τον οίκον Κυρίου αγνίσαι και εξέβαλον πάσαν την ακαθαρσίαν την ευρεθείσαν εν τω οίκω Κυρίου και εις την αυλήν οίκου Κυρίου.

28 και πάσα η εκκλησία προσεκύνει. και σάλπιγγες προς τα όργανα Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ. κριοί εκατόν. προσαγάγετε και φέρετε θυσίας αινέσεως εις οίκον Κυρίου· και ανήνεγκεν η εκκλησία θυσίας και αινέσεις εις οίκον Κυρίου και πας πρόθυμος τη καρδία ολοκαυτώσεις. ότι δια εντολής Κυρίου το πρόσταγμα εν χειρί των προφητών. 36 και ηυφράνθη Εζεκίας και πας ο λαός δια το ητοιμακέναι τον Θεόν τω λαω. 35 και η ολοκαύτωσις πολλή εν τοις στέασι της τελειώσεως του σωτηρίου και των σπονδών της ολοκαυτώσεως· και κατωρθώθη το έργον εν οίκω Κυρίου. ότι οι Λευίται προθύμως ήγνισαν παρά τους ιερείς. και οι ψαλτωδοί άδοντες. αμνοί διακόσιοι· εις ολοκαύτωσιν Κυρίω πάντα ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσήγαγον τους χιμάρους τους περί αμαρτίας εναντίον του βασιλέως και της εκκλησίας. έως ου συνετελέσθη η ολοκαύτωσις. 33 και οι ηγιασμένοι μόσχοι εξακόσιοι. 24 και έθυσαν αυτούς οι ιερείς και εξιλάσαντο το αίμα αυτών προς το θυσιαστήριον και εξιλάσαντο περί παντός Ισραήλ. ότι εξάπινα εγένετο ο λόγος. 31 και απεκρίθη Εζεκίας και είπε· νυν επληρώσατε τας χείρας υμών Κυρίω. περί παντός Ισραήλ η ολοκαύτωσις και τα περί αμαρτίας. 30 και είπεν Εζεκίας ο βασιλεύς και οι άρχοντες τοις Λευίταις υμνείν τον Κύριον εν λόγοις Δαυίδ και Ασάφ του προφήτου· και ύμνουν εν ευφροσύνη και έπεσον και προσεκύνησαν. 26 και έστησαν οι Λευίται εν οργάνοις Δαυίδ και οι ιερείς ταις σάλπιγξι. ότι είπεν ο βασιλεύς. ης ανήνεγκεν η εκκλησία. και σάλπιγγες σαλπίζουσαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 764 . 25 και έστησε τους Λευίτας εν οίκω Κυρίου εν κυμβάλοις και εν νάβλαις και εν κινύραις κατά την εντολήν Δαυίδ του βασιλέως και Γάδ του ορώντος τω βασιλεί και Νάθαν του προφήτου. 27 και είπεν Εζεκίας ανενέγκαι την ολοκαύτωσιν επί το θυσιαστήριον· και εν τω άρξασθαι αναφέρειν την ολοκαύτωσιν ήρξαντο άδειν Κυρίω. μόσχοι εβδομήκοντα. έκαμψεν ο βασιλεύς και πάντες οι ευρεθέντες και προσεκύνησαν. και αντελάβοντο αυτών οι αδελφοί αυτών οι Λευίται. πρόβατα τρισχίλια. έως ου συνετελέσθη το έργον και έως ου ηγνίσθησαν οι ιερείς. 32 και εγένετο ο αριθμός της ολοκαυτώσεως. και επέθηκαν τας χείρας αυτών επ' αυτούς. 34 αλλ' ή οι ιερείς ήσαν ολίγοι και ουκ ηδύναντο εκδείραι την ολοκαύτωσιν. 29 και ως συνετέλεσαν αναφέροντες.

και επιστρέψει τους ανασεσωσμένους τους καταλειφθέντας από χειρός βασιλέως Ασσούρ· 7 και μη γίνεσθε καθώς οι πατέρες υμών και οι αδελφοί υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ απέστειλεν Εζεκίας επί πάντα Ισραήλ και Ιούδα και επιστολάς έγραψαν επί τον Εφραίμ και Μανασσή ελθείν εις οίκον Κυρίου εις Ιερουσαλήμ ποιήσαι το φασέκ τω Κυρίω Θεω Ισραήλ. οί απέστησαν από Κυρίου Θεού πατέρων αυτών. 6 και επορεύθησαν οι τρέχοντες συν ταις επιστολαίς παρά του βασιλέως και των αρχόντων εις πάντα Ισραήλ και Ιούδαν κατά το πρόσταγμα του βασιλέως λέγοντες· οι υιοί Ισραήλ επιστρέψατε προς Κύριον Θεόν Αβραάμ και Ισαάκ και Ισραήλ. και εγένοντο ως καταγελώντες αυτών και καταμωκώμενοι· 11 αλλά άνθρωποι Ασήρ και από Μανασσή και από Ζαβουλών ενετράπησαν και ήλθον εις Ιερουσαλήμ και εις Ιούδα. και δουλεύσατε τω Κυρίω Θεω υμών. 13 και συνήχθησαν εις Ιερουσαλήμ λαός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 765 . ότι οι ιερείς ουχ ηγνίσθησαν ικανοί. καθώς υμείς οράτε. ό ηγίασεν εις τον αιώνα. 12 και εγένετο χείρ Κυρίου δούναι αυτοίς καρδίαν μίαν ελθείν του ποιήσαι κατά τα προστάγματα του βασιλέως και των αρχόντων εν λόγω Κυρίου. 8 και νυν μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών ως οι πατέρες υμών· δότε δόξαν Κυρίω τω Θεω και εισέλθετε εις το αγίασμα αυτού. ότι πλήθος ουκ εποίησε κατά την γραφήν. ελθόντας ποιήσαι το φασέκ Κυρίω Θεω Ισραήλ εις Ιερουσαλήμ. και ο λαός ου συνήχθη εις Ιερουσαλήμ. ότι ελεήμων και οικτίρμων Κύριος ο Θεός ημών. 10 και ήσαν οι τρέχοντες διαπορευόμενοι πόλιν εκ πόλεως εν τω όρει Εφραίμ και Μανασσή και έως Ζαβουλών. και ουκ αποστρέψει το πρόσωπον αυτού αφ' υμών. 2 και εβουλεύσατο ο βασιλεύς και οι άρχοντες και πάσα η εκκλησία εν Ιερουσαλήμ ποιήσαι το φασέκ τω μηνί τω δευτέρω· 3 ου γαρ ηδυνάσθησαν ποιήσαι αυτό εν τω καιρω εκείνω. και αποστρέψει αφ' υμών θυμόν οργής. 4 και ήρεσεν ο λόγος εναντίον του βασιλέως και εναντίον της εκκλησίας. και παρέδωκεν αυτούς εις ερήμωσιν. 9 ότι εν τω επιστρέφειν υμάς προς Κύριον οι αδελφοί υμών και τα τέκνα υμών έσονται εν οικτιρμοίς έναντι πάντων των αιχμαλωτισάντων αυτούς. εάν επιστρέψωμεν προς αυτόν. και αποστρέψει εις την γην ταύτην. 5 και έστησαν λόγον διελθείν κήρυγμα εν παντί Ισραήλ από Βηρσαβεέ έως Δάν.

27 και ανέστησαν οι ιερείς οι Λευίται και ευλόγησαν τον λαόν· και επηκούσθη η φωνή αυτών. εκκλησία πολλή σφόδρα. 23 και εβουλεύσατο η εκκλησία άμα ποιήσαι επτά ημέρας άλλας· και εποίησαν επτά ημέρας εν ευφροσύνη. κατά την εντολήν Μωυσή ανθρώπου του Θεού. 15 και έθυσαν το φασέκ τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του μηνός του δευτέρου· και οι ιερείς και οι Λευίται ενετράπησαν και ηγνίσθησαν και εισήνεγκαν ολοκαυτώματα εν οίκω Κυρίου. κατέσπασαν και έρριψαν εις τον χειμάρρουν Κέδρων. και προσηύξατο Εζεκίας περί αυτών λέγων· Κύριος αγαθός εξιλασάσθω 19 υπέρ πάσης καρδίας κατευθυνούσης εκζητήσαι Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών και ου κατά την αγνείαν των αγίων. 14 και ανέστησαν και καθείλαν τα θυσιαστήρια τα εν Ιερουσαλήμ και πάντα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 766 . και οι Λευίται ήσαν του θύειν το φασέκ παντί τω μη δυναμένω αγνισθήναι τω Κυρίω. 22 και ελάλησεν Εζεκίας επί πάσαν καρδίαν των Λευιτών και των συνιόντων σύνεσιν αγαθήν τω Κυρίω· και συνετέλεσαν την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας θύοντες θυσίαν σωτηρίου και εξομολογούμενοι τω Κυρίω Θεω των πατέρων αυτών. και τα άγια των ιερέων εις πλήθος. και οι ιερείς εδέχοντο τα αίματα εκ χειρός των Λευιτών· 17 ότι πλήθος της εκκλησίας ουχ ηγνίσθη. 26 και εγένετο ευφροσύνη μεγάλη εν Ιερουσαλήμ· από ημερών Σαλωμών υιού Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ ουκ εγένετο τοιαύτη εορτή εν Ιερουσαλήμ. εν οίς εθυμίων τοις ψευδέσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πολύς του ποιήσαι την εορτήν των αζύμων εν τω μηνί τω δευτέρω. 24 ότι Εζεκίας απήρξατο τω Ιούδα τη εκκλησία χιλίους μόσχους και επτακισχίλια πρόβατα. και οι άρχοντες απήρξαντο τω λαω μόσχους χιλίους και πρόβατα δέκα χιλιάδας. 20 και επήκουσε Κύριος τω Εζεκία και ιάσατο τον λαόν. αλλ' έφαγον το φασέκ παρά την γραφήν. 21 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ οι ευρεθέντες εν Ιερουσαλήμ την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας εν ευφροσύνη μεγάλη και καθυμνούντες τω Κυρίω ημέραν καθ' ημέραν και οι ιερείς και οι Λευίται εν οργάνοις τω Κυρίω. 25 και ηυφράνθη πάσα η εκκλησία. 16 και έστησαν επί την στάσιν αυτών κατά το κρίμα αυτών. και ήλθεν η προσευχή αυτών εις το κατοικητήριον το άγιον αυτού εις τον ουρανόν. 18 ότι το πλείστον του λαού από Εφραίμ και Μανασσή και Ισσάχαρ και Ζαβουλών ουχ ηγνίσθησαν. οι ιερείς και οι Λευίται και πάσα η εκκλησία Ιούδα και οι ευρεθέντες εξ Ιερουσαλήμ και οι προσήλυτοι οι ελθόντες από γης Ισραήλ και οι κατοικούντες Ιούδα.

11 και είπεν Εζεκίας έτι ετοιμάσαι παστοφόρια εις οίκον Κυρίου. και ητοίμασαν. και εν τω μηνί τω εβδόμω συνετελέσθησαν. 12 και ήνεγκαν εκεί τας απαρχάς και τα επιδέκατα εν πίστει. εφάγομεν και επίομεν και κατελίπομεν έως εις πλήθος. 4 και είπαν τω λαω τοις κατοικούσιν εν Ιερουσαλήμ δούναι την μερίδα των ιερέων και των Λευιτών. επλεόνασεν Ισραήλ απαρχήν σίτου και οίνου και ελαίου και μέλιτος και παν γέννημα αγρού. και επ' αυτών επιστάτης Χωνενίας ο Λευίτης. 5 και ως προσέταξε τον λόγον. 8 και ήλθεν Εζεκίας και οι άρχοντες και είδον τους σωρούς και ηυλόγησαν τον Κύριον και τον λαόν αυτού Ισραήλ. και Σεμεϊ ο αδελφός αυτού διαδεχόμενος. εξήλθε πας Ισραήλ οι ευρεθέντες εν πόλεσιν Ιούδα και συνέτριψαν τας στήλας και έκοψαν τα άλση και κατέσπασαν τα υψηλά και τους βωμούς από πάσης της Ιουδαίας και Βενιαμίν. και κατελίπομεν επί το πλήθος τούτο. και εξ Εφραίμ και από Μανασσή έως εις τέλος. όπως κατισχύσωσιν εν τη λειτουργία οίκου Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ ως συνετελέσθη πάντα ταύτα. 2 και έταξεν Εζεκίας τας εφημερίας των ιερέων και των Λευιτών και τας εφημερίας εκάστου κατά την εαυτού λειτουργίαν τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις εις την ολοκαύτωσιν και εις την θυσίαν του σωτηρίου και αινείν και εξομολογείσθαι και λειτουργείν εν ταις πύλαις εν ταις αυλαίς οίκου Κυρίου. 3 και μερίς του βασιλέως εκ των υπαρχόντων αυτού εις τας ολοκαυτώσεις την πρωϊνήν και την δειλινήν και ολοκαυτώσεις εις τα σάββατα και εις τας νουμηνίας και εις τας εορτάς τας γεγραμμένας εν τω νόμω Κυρίου. 10 και είπε προς αυτόν Αζαρίας ο ιερεύς ο άρχων εις οίκον Σαδώκ και είπεν· εξ ου ήρκται η απαρχή φέρεσθαι εις οίκον Κυρίου. και επέστρεψαν πας Ισραήλ έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού και εις τας πόλεις αυτών. 13 και Ιεϊήλ και ‘Οζαζίας και Ναέθ και Ασαήλ και Ιεριμώθ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 767 . 9 και επυνθάνετο Εζεκίας των ιερέων και των Λευιτών υπέρ των σωρών. 6 και οι κατοικούντες εν ταις πόλεσιν Ιούδα και αυτοί ήνεγκαν επιδέκατα μόσχων και προβάτων και επιδέκατα αιγών και ηγίασαν τω Κυρίω Θεω αυτών και εισήνεγκαν και έθηκαν σωρούς σωρούς· 7 εν τω μηνί τω τρίτω ήρξαντο οι σωροί θεμελιούσθαι. και επιδέκατα πάντα εις πλήθος ήνεγκαν οι υιοί Ισραήλ και Ιούδα. ότι Κύριος ηυλόγησε τον λαόν αυτού.

και οι από των πόλεων αυτών εν πάση πόλει και πόλει άνδρες. εις λόγον ημερών εις ημέραν. 21 και εν παντί έργω. ω ήρξατο εν εργασία εν οίκω Κυρίου. παντί τω εισπορευομένω εις οίκον Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Ιωζαβάδ και Ελιήλ και Σαμαχία και Μαάθ και Βαναϊας και οι υιοί αυτού καθεσταμένοι δια Χωνενίου και Σεμεϊ του αδελφού αυτού. κατά τον μέγαν και τον μικρόν. και οι Λευίται εν ταις εφημερίαις αυτών από εικοσαετούς και επάνω εν διατάξει. οί ωνομάσθησαν εν ονόματι. και συνεπίσχυσαν αυτω. καθώς προσέταξεν Εζεκίας ο βασιλεύς και Αζαρίας ο ηγούμενος οίκου Κυρίου. 3 και εβουλεύσατο μετά των πρεσβυτέρων αυτού και των δυνατών εμφράξαι τα ύδατα των πηγών. 18 εν καταλοχίαις. 14 και Κωρή ο του Ιεμνά ο Λευίτης ο πυλωρός κατά ανατολάς επί των δομάτων δούναι τας απαρχάς Κυρίου και τα άγια των αγίων 15 δια χειρός ‘Οδόμ και Βενιαμίν και Ιησούς και Σεμεϊ και Αμαρίας. δούναι μερίδα παντί αρσενικω εν τοις ιερεύσι και παντί καταριθμουμένω εν τοις Λευίταις. α ην έξω της πόλεως. 4 και συνήγαγε λαόν πολύν και ενέφραξε τα ύδατα των πηγών και τον ποταμόν τον διορίζοντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 768 . 20 και εποίησεν ούτως Εζεκίας εν παντί Ιούδα και εποίησε το καλόν και το ευθές εναντίον του Κυρίου Θεού αυτού. ότι εν πίστει ήγνισαν το άγιον 19 τοις υιοίς Ααρών τοις ιερατεύουσι. 2 και είδεν Εζεκίας ότι ήκει Σενναχηρίμ και το πρόσωπον αυτού του πολεμήσαι επί Ιερουσαλήμ. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ μετά τους λόγους τούτους και την αλήθειαν ταύτην ήλθε Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων και ήλθεν επί Ιούδαν και παρενέβαλεν επί τας πόλεις τας τειχήρεις και είπε προκαταλαβέσθαι αυτάς. και εν τω νόμω και εν τοις προστάγμασιν εξεζήτησε τον Θεόν αυτού εξ όλης ψυχής αυτού και εποίησε και ευωδώθη. 17 ούτος ο καταλοχισμός των ιερέων κατ' οίκους πατριών. εν πάση επιγονή υιών αυτών και θυγατέρων αυτών εις παν πλήθος. και Σεχονίας δια χειρός των ιερέων εν πίστει δούναι τοις αδελφοίς αυτών κατά τας εφημερίας. εις λειτουργίαν εφημερίαις διατάξεως αυτών. 16 εκτός της επιγονής των αρσενικών από τριετούς και επάνω.

και απέστειλε προς Εζεκίαν βασιλέα Ιούδα και προς πάντα Ιούδα τον εν Ιερουσαλήμ λέγων· 10 ούτως λέγει Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων· επί τι υμείς πεποίθατε και καθήσεσθε εν τη περιοχή εν Ιερουσαλήμ. ους εξωλόθρευσαν οι πατέρες μου. μη εδύναντο σώσαι τον λαόν αυτών εκ χειρός μου. ότι ο Θεός υμών ου μη σώσει υμάς εκ χειρός μου. 12 ουχ ούτός εστιν Εζεκίας. 6 και έθετο άρχοντας του πολέμου επί τον λαόν. μηδέ πτοηθήτε από προσώπου βασιλέως Ασσούρ και από προσώπου παντός του έθνους του μετ' αυτού. 13 ου γνώσεσθε ό. 17 και βιβλίον έγραψεν ονειδίζειν τον Κύριον Θεόν Ισραήλ και είπε περί αυτού λέγων· ως οι θεοί των εθνών της γης ουκ εξείλαντο λαούς αυτών εκ χειρος μου. 5 και κατίσχυσεν Εζεκίας και ωκοδόμησε παν το τείχος το κατεσκαμμένον και πύργους και έξω προτείχισμα άλλο και κατίσχυσε το ανάλημμα της πόλεως Δαυίδ και κατεσκεύασεν όπλα πολλά. 11 ουχί Εζεκίας απατά υμάς του παραδούναι υμάς εις θάνατον και εις λιμόν και εις δίψαν λέγων· Κύριος ο Θεός ημών σώσει ημάς εκ χειρός βασιλέως Ασσούρ. 16 και έτι ελάλησαν οι παίδες αυτού επί τον Κύριον Θεόν και επί Εζεκίαν παίδα αυτού. μη δυνάμενοι ηδύναντο θεοί των εθνών πάσης της γης σώσαι τον λαόν αυτών εκ χειρός μου.τι εποίησα εγώ και οι πατέρες μου πάσι τοις λαοίς των χωρών. και κατεθάρσησεν ο λαός επί τοις λόγοις Εζεκίου βασιλέως Ιούδα. και ελάλησεν επί καρδίαν αυτών λέγων· 7 ισχύσατε και ανδρίζεσθε και μη φοβηθήτε. ότι μεθ' ημών πλείονες ή μετ' αυτού· 8 μετ' αυτού βραχίονες σάρκινοι. και μη πιστεύετε αυτω· ότι ου μη δύνηται ο Θεός παντός έθνους και βασιλείας του σώσαι τον λαόν αυτού εκ χειρός μου και εκ χειρός πατέρων μου. μεθ' ημών δε Κύριος ο Θεός ημών του σώζειν και του πολεμείν τον πόλεμον ημών. ούτως ου μη εξέληται ο Θεός Εζεκίου λαόν αυτού εκ χειρός μου. 18 και εβόησε φωνή μεγάλη Ιουδαϊστί επί τον λαόν Ιερουσαλήμ τον επί του τείχους. 9 και μετά ταύτα απέστειλε Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων τους παίδας εαυτού επί Ιερουσαλήμ. ότι δυνήσεται ο Θεός υμών σώσαι υμάς εκ χειρός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δια της πόλεως λέγων· μη έλθη βασιλεύς Ασσούρ και εύρη ύδωρ πολύ και κατισχύση. και αυτός επί Λαχίς και πάσα η στρατιά μετ' αυτού. 14 τις εν πάσι τοις θεοίς των εθνών τούτων. 15 νυν ουν μη απατάτω υμάς Εζεκίας και μη πεποιθέναι υμάς ποιείτω κατά ταύτα. ος περιείλε τα θυσιαστήρια αυτού και τα υψηλά αυτού και είπε τω Ιούδα και τοις κατοικούσιν εν Ιερουσαλήμ λέγων· κατέναντι του θυσιαστηρίου τούτου προσκυνήσετε και επ' αυτω θυμιάσατε. του φοβήσαι αυτούς και κατασπάσαι. όπως 769 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') . και συνήχθησαν προς αυτόν επί την πλατείαν της πύλης της φάραγγος.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προκαταλάβωνται την πόλιν. ας ωκοδόμησεν αυτω. ειδέναι τα εν τη καρδία αυτού. και απέστρεψε μετά αισχύνης προσώπου εις την γην εαυτού. 32 και τα λοιπά των λόγων Εζεκίου και το έλεος αυτού ιδού γέγραπται εν τη προφητεία Ησαϊου υιού Αμώς του προφήτου και επί βιβλίου βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ. 20 και προσηύξατο Εζεκίας ο βασιλεύς και Ησαϊας υιος Αμώς ο προφήτης περί τούτων και εβόησαν εις τον ουρανόν. 24 Εν ταις ημέραις εκείναις ηρρώστησεν Εζεκίας έως θανάτου· και προσηύξατο προς Κύριον. και ουκ επήλθεν επ' αυτούς οργή Κυρίου εν ταις ημέραις Εζεκίου. 26 και εταπεινώθη Εζεκίας από του ύψους της καρδίας αυτού αυτός και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ. ό εγένετο επί της γης. 25 και ου κατά το ανταπόδομα. και των εξελθόντων εκ κοιλίας αυτού κατέβαλον αυτόν εν ρομφαία. έργα χειρών ανθρώπων. και εγένετο επ' αυτόν οργή και επί Ιούδαν και Ιερουσαλήμ. και ήλθεν εις οίκον Θεού αυτού. και σημείον έδωκεν αυτω. 31 και ούτως τοις πρεσβευταίς των αρχόντων από Βαβυλώνος τοις αποσταλείσι προς αυτόν πυθέσθαι παρ' αυτού το τέρας. και θησαυρούς εποίησεν αυτω αργυρίου και χρυσίου και του λίθου του τιμίου και εις τα αρώματα και οπλοθήκας και εις σκεύη επιθυμητά 28 και πόλεις εις τα γεννήματα του σίτου και οίνου και ελαίου και κώμας και φάτνας παντός κτήνους και μάνδρας εις τα ποίμνια 29 και πόλεις. και επήκουσεν αυτω. και έθαψαν αυτόν εν αναβάσει τάφων υιών Δαυίδ. και εξέτριψε πάντα δυνατόν πολεμιστήν και άρχοντα και στρατηγόν εν τη παρεμβολή βασιλέως Ασσούρ. αλλά υψώθη η καρδία αυτού. 33 και εκοιμήθη Εζεκίας μετά των πατέρων αυτού. και υπερήρθη κατ' οφθαλμούς πάντων των εθνών μετά ταύτα. 27 και εγένετο τω Εζεκία πλούτος και δόξα πολλή σφόδρα. και αποσκευήν προβάτων και βοών εις πλήθος. και δόξαν και τιμήν έδωκαν αυτω εν τω θανάτω αυτού πας Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 770 . ως και επί θεούς λαών της γης. 19 και ελάλησεν επί Θεόν Ιερουσαλήμ. 21 και απέστειλε Κύριος άγγελον. 22 και έσωσε Κύριος τον Εζεκίαν και τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ εκ χειρός Σενναχηρίμ βασιλέως Ασσούρ και εκ χειρός πάντων και κατέπαυσεν αυτούς κυκλόθεν. ό έδωκεν αυτω ανταπέδωκεν Εζεκίας. 30 αυτός Εζεκίας ενέφραξε την έξοδον του ύδατος Γιών το άνω και κατηύθυνεν αυτά κάτω προς λίβα της πόλεως Δαυίδ· και ευωδώθη Εζεκίας εν πάσι τοις έργοις αυτού. ότι έδωκεν αυτω Κύριος αποσκευήν πολλήν σφόδρα. εγκατέλιπεν αυτόν Κύριος του πειράσαι αυτόν. 23 και πολλοί έφερον δώρα τω Κυρίω εις Ιερουσαλήμ και δόματα τω Εζεκία βασιλεί Ιούδα.

πλήν εάν φυλάσσωνται του ποιήσαι πάντα. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΩΝ δεκαδύο ετών Μανασσής εν τω βασιλεύσαι αυτόν και πεντηκονταπέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 12 και ως εθλίβη. και έστησε στήλας τοις Βααλίμ και εποίησεν άλση και προσεκύνησε πάση τη στρατιά του ουρανού και εδούλευσεν αυτοίς. α ενετειλάμην αυτοίς. 4 και ωκοδόμησε θυσιαστήρια εν οίκω Κυρίου. 11 και ήγαγε Κύριος επ' αυτούς τους άρχοντας της δυνάμεως του βασιλέως Ασσούρ. 5 και ωκοδόμησε θυσιαστήρια πάση τη στρατιά του ουρανού εν ταις δυσίν αυλαίς οίκου Κυρίου. 10 και ελάλησε Κύριος επί Μανασσή και επί τον λαόν αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 771 . ου είπε Κύριος· εν Ιερουσαλήμ έσται το όνομά μου εις τον αιώνα. και κατέλαβον τον Μανασσή εν δεσμοίς και έδησαν αυτόν εν πέδαις και ήγαγον εις Βαβυλώνα. ης έδωκα τοις πατράσιν αυτών. ην εξελεξάμην εκ πασών φυλών Ισραήλ. θήσω το όνομά μου εις τον αιώνα· 8 και ου προσθήσω σαλεύσαι τον πόδα Ισραήλ από της γης. εζήτησε το πρόσωπον Θεού του Κυρίου αυτού και εταπεινώθη σφόδρα από προσώπου Θεού πατέρων αυτού. ου είπε Θεός προς Δαυίδ και προς Σαλωμών υιόν αυτού· εν τω οίκω τούτω και Ιερουσαλήμ. εικόνα ην εποίησεν. 3 και επέστρεψε και ωκοδόμησε τα υψηλά. ους εξωλόθρευσε Κύριος από προσώπου των υιών Ισραήλ. 2 και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου από πάντων των βδελυγμάτων των εθνών. α εξήρε Κύριος από προσώπου υιών Ισραήλ. α κατέσπασεν Εζεκίας ο πατήρ αυτού. και ουκ επήκουσαν. 6 και αυτός διήγαγε τα τέκνα αυτού εν πυρί εν Γεβενεννόμ και εκληδονίζετο και οιωνίζετο και εφαρμακεύετο και εποίησεν εγγαστριμύθους και επαοιδούς· και επλήθυνε του ποιήσαι το πονηρόν εναντίον Κυρίου του παροργίσαι αυτόν. 13 και προσηύξατο προς αυτόν. 7 και έθηκε το γλυπτόν και το χωνευτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εβασίλευσε Μανασσής υιος αυτού αντ' αυτού. κατά πάντα τον νόμον και τα προστάγματα και τα κρίματα εν χειρί Μωϋσή. εν οίκω Θεού. 9 και επλάνησε Μανασσής τον Ιούδαν και τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ του ποιήσαι το πονηρόν υπέρ πάντα τα έθνη.

εφ' οίς ωκοδόμησεν εν αυτοίς τα υψηλά και έστησεν εκεί άλση και γλυπτά. 25 και επάταξεν ο λαός της γης τους επιθεμένους επί τον βασιλέα Αμών. έθυεν Αμών και εδούλευσεν αυτοίς. ως εταπεινώθη Μανασσής ο πατήρ αυτού. 24 και επέθεντο αυτω οι παίδες αυτού και επάταξαν αυτόν εν οίκω αυτού. πλήν Κύριος ο Θεός αυτών. 20 και εκοιμήθη Μανασσής μετά των πατέρων αυτού. ότι Κύριος αυτός εστι Θεός. ως και επήκουσεν αυτού. 22 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. και πάσι τοις ειδώλοις. 14 και μετά ταύτα ωκοδόμησε τείχος έξω της πόλεως Δαυίδ από λιβός κατά Γιών εν τω χειμάρρω και κατά την είσοδον την δια της πύλης της ιχθυϊκής εκπορευομένων την πύλην την κυκλόθεν και εις ‘Οφλά και ύψωσε σφόδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και επήκουσεν αυτού· και επήκουσε της βοής αυτού και επέστρεψεν αυτόν εις Ιερουσαλήμ επί την βασιλείαν αυτού· και έγνω Μανασσής. α ωκοδόμησεν εν όρει οίκου Κυρίου και εν Ιερουσαλήμ και έξωθεν της πόλεως. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 772 . προ του επιστρέψαι. και έθαψαν αυτόν εν παραδείσω οίκου αυτού· και εβασίλευσεν αντ' αυτού Αμών υιος αυτού. 21 Ων ετών είκοσι και δύο Αμών εν τω βασιλεύειν αυτόν και δύο έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. ότι υιος αυτού Αμών επλήθυνε πλημμέλειαν. ως εποίησε Μανασσής ο πατήρ αυτού. και πάσαι αι αμαρτίαι αυτού και αποστάσεις αυτού και οι τόποι. ιδού γέγραπται επί των λόγων των ορώντων. οίς εποίησε Μανασσής ο πατήρ αυτού. και εβασίλευσεν ο λαός της γης τον Ιωσίαν υιόν αυτού αντ' αυτού. 18 και τα λοιπά των λόγων Μανασσή και η προσευχή αυτού η προς τον Θεόν και λόγοι των ορώντων των λαλούντων προς αυτόν επ' ονόματι Θεού Ισραήλ 19 ιδού επί λόγων προσευχής αυτού. και κατέστησεν άρχοντας της δυνάμεως εν πάσαις ταις πόλεσι ταις τειχήρεσιν εν Ιούδα 15 και περιείλε τους θεούς τους αλλοτρίους και το γλυπτόν εξ οίκου Κυρίου και πάντα τα θυσιαστήρια. 16 και κατώρθωσε το θυσιαστήριον Κυρίου και εθυσίασεν επ' αυτό θυσίαν σωτηρίου και αινέσεως και είπε τω Ιούδα του δουλεύειν Κυρίω Θεω Ισραήλ· 17 πλήν έτι ο λαός επί των υψηλών εθυσίαζε. 23 και ουκ εταπεινώθη εναντίον Κυρίου.

4 και κατέσπασε τα κατά πρόσωπον αυτού θυσιαστήρια των Βααλίμ και τα υψηλά τα επ' αυτών και έκοψε τα άλση και τα γλυπτά και τα χωνευτά συνέτριψε και ελέπτυνε και έρριψεν επί πρόσωπον των μνημάτων των θυσιαζόντων αυτοίς 5 και οστά ιερέων κατέκαυσεν επί τα θυσιαστήρια· και εκαθάρισε τον Ιούδαν και την Ιερουσαλήμ.ήρξατο του ζητήσαι Κύριον τον Θεόν Δαυίδ του πατρός αυτού. 8 Και εν τω έτει τω οκτωκαιδεκάτω της βασιλείας αυτού του καθαρίσαι την γην και τον οίκον απέστειλε τον Σαφάν υιόν Εσελία και τον Μαασά άρχοντα της πόλεως και τον Ιουάχ υιόν Ιωάχαζ τον υπομνηματογράφον αυτού κραταιώσαι τον οίκον Κυρίου του Θεού αυτού. 9 και ήλθον προς Χελκίαν τον ιερέα τον μέγαν και έδωκαν το αργύριον το εισενεχθέν εις οίκον Θεού. και εν τω δωδεκάτω έτει της βασιλείας αυτού ήρξατο του καθαρίσαι τον Ιούδαν και την Ιερουσαλήμ από των υψηλών και των άλσεων και από των περιβωμίων και από των χωνευτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΩΝ οκτώ ετών Ιωσίας εν τω βασιλεύσαι αυτόν και τριάκοντα και εν έτος εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. ό συνήγαγον οι Λευίται φυλάσσοντες την πύλην εκ χειρός Μανασσή και Εφραίμ και των αρχόντων και από παντός καταλοίπου εν Ισραήλ και υιών Ιούδα και Βενιαμίν και οικούντων εν Ιερουσαλήμ. 3 και εν τω ογδόω έτει της βασιλείας αυτού -και αυτός έτι παιδάριον. και απέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ. και είδωλα κατέκοψε λεπτά και πάντα τα υψηλά έκοψεν από πάσης της γης Ισραήλ. 10 και έδωκαν αυτό επί χείρα ποιούντων τα έργα οι καθεσταμένοι εν οίκω Κυρίου και έδωκαν αυτό ποιούσι τα έργα. και επ' αυτών επίσκοποι Ιέθ και Αβδίας οι Λευίται εξ υιών Μεραρί και Ζαχαρίας και Μοσολλάμ εκ των υιών Καάθ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 773 . οί εποίουν εν οίκω Κυρίου. επισκευάσαι και κατισχύσαι τον οίκον. 2 και εποίησε το ευθές εναντίον Κυρίου και επορεύθη εν οδοίς Δαυίδ του πατρός αυτού και ουκ εξέκλινε δεξιά και αριστερά. 6 και εν πόλεσι Μανασσή και Εφραίμ και Συμεών και Νεφθαλί και τοις τόποις αυτών κύκλω 7 και κατέσπασε τα θυσιαστήρια και τα άλση. ους εξωλόθρευσαν βασιλείς Ιούδα· 12 και οι άνδρες εν πίστει επί των έργων. 11 και έδωκαν τοις τέκτοσι και τοις οικοδόμοις αγοράσαι λίθους τετραπέδους και ξύλα εις δοκούς στεγάσαι τους οίκους.

25 ανθ' ων εγκατέλιπόν με και εθυμίασαν θεοίς αλλοτρίοις. ίνα παροργίσωσί με εν πάσι τοις έργοις των χειρών αυτών· και εξεκαύθη ο θυμός μου εν τω τόπω τούτω και ου σβεσθήσεται. 27 και ενετράπη η καρδία σου και εταπεινώθης από προσώπου μου εν τω ακούσαί σε τους λόγους μου επί τον τόπον τούτον και επί τους κατοικούντας αυτόν και εταπεινώθης εναντίον μου και διέρρηξας τα ιμάτιά σου και έκλαυσας κατεναντίον μου. τους πάντας λόγους τους γεγραμμένους εν τω βιβλίω τω ανεγνωσμένω εναντίον του βασιλέως Ιούδα. 23 και είπεν αυτοίς· ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· είπατε τω ανδρί τω αποστείλαντι υμάς προς με. 17 και εχώνευσαν το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου και έδωκαν επί χείρα των επισκόπων και επί χείρα των ποιούντων την εργασίαν. 15 και απεκρίθη Χελκίας και είπε προς Σαφάν τον γραμματέα· βιβλίον νόμου εύρον εν οίκω Κυρίου· και έδωκε Χελκίας το βιβλίον τω Σαφάν. διότι ουκ εισήκουσαν οι πατέρες ημών των λόγων Κυρίου του ποιήσαι κατά πάντα τα γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω. 18 και απήγγειλε Σαφάν ο γραμματεύς τω βασιλεί λόγον λέγων· βιβλίον δέδωκέ μοι Χελκίας ο ιερεύς· και ανέγνω αυτό Σαφάν εναντίον του βασιλέως. ότι μέγας ο θυμός Κυρίου εκκέκαυται εν ημίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επισκοπείν και πας Λευίτης και πας συνιών εν οργάνοις ωδών. 19 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς τους λόγους του νόμου. 26 και επί βασιλέα Ιούδα τον αποστείλαντα υμάς του ζητήσαι τον Κύριον ούτως ερείτε αυτω· ούτω λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· τους λόγους. και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. 13 και επί των νωτοφόρων και επί πάντων των ποιούντων τα έργα εργασία και εργασία. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 774 . 14 και εν τω εκφέρειν αυτούς το αργύριον το εισοδιασθέν εις οίκον Κυρίου εύρε Χελκίας ο ιερεύς βιβλίον νόμου Κυρίου δια χειρός Μωυσή. 20 και ενετείλατο βασιλεύς τω Χελκία και τω Αχικάμ υιω Σαφάν και τω Αβδών υιω Μιχαία και τω Σαφάν τω γραμματεί και τω Ασαϊα παιδί του βασιλέως λέγων· 21 πορεύθητε ζητήσατε τον Κύριον περί εμού και περί παντός του καταλειφθέντος εν Ισραήλ και Ιούδα περί των λόγων του βιβλίου του ευρεθέντος. ους ήκουσας. 16 και εισήνεγκε Σαφάν το βιβλίον προς τον βασιλέα και απέδωκεν έτι τω βασιλεί λόγον· παν το δοθέν αργύριον εν χειρί των παίδων σου των ποιούντων το έργον. και από των Λευιτών γραμματείς και κριταί και πυλωροί. 24 ούτω λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί τον τόπον τούτον κακά. 22 και επορεύθη Χελκίας και οίς είπεν ο βασιλεύς προς Όλδαν την προφήτιν γυναίκα Σελλήμ υιού Θεκωέ υιού Αράς φυλάσσουσαν τας εντολάς -και αύτη κατώκει εν Ιερουσαλήμ εν μασαναίκαι ελάλησαν αυτη κατά ταύτα.

και είπεν ο βασιλεύς· ουκ έστιν υμίν επ' ώμων άραι ουδέν· νυν ουν λειτουργήσατε τω Κυρίω Θεω υμών και τω λαω αυτού Ισραήλ 4 και ετοιμάσθητε κατ' οίκους πατριών υμών και κατά τας εφημερίας υμών κατά την γραφήν Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ και δια χειρός Σαλωμών υιού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 775 . ον ωκοδόμησε Σαλωμών υιος Δαυίδ του βασιλέως Ισραήλ. ωστε ποιείν τους λόγους της διαθήκης τους γεγραμμένους επί τω βιβλίω τούτω. και προστεθήση προς τα μνήματά σου εν ειρήνη. και έθυσε το φασέκ τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΚΑΙ εποίησεν Ιωσίας το φασέκ τω Κυρίω Θεω αυτού. 30 και ανέβη ο βασιλεύς εις οίκον Κυρίου και πας Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ και οι ιερείς και οι Λευίται και πας ο λαός από μικρού έως μεγάλου· και ανέγνω εν ωσίν αυτών πάντας λόγους βιβλίου της διαθήκης τους ευρεθέντας εν οίκω Κυρίου. και έθηκαν την κιβωτόν την αγίαν εις τον οίκον. 32 και έστησε πάντας τους ευρεθέντας εν Ιερουσαλήμ και Βενιαμίν. και εποίησαν οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ διαθήκην εν οίκω Κυρίου Θεού πατέρων αυτών. και εποίησε πάντας τους ευρεθέντας εν Ιερουσαλήμ και εν Ισραήλ του δουλεύειν Κυρίω Θεω αυτών πάσας τας ημέρας αυτού· ουκ εξέκλινεν από όπισθεν Κυρίου Θεού πατέρων αυτού. 33 και περιείλεν Ιωσίας τα πάντα βδελύγματα εκ πάσης της γης. οίς εγώ επάγω επί τον τόπον τούτον και επί τους κατοικούντας αυτόν. 2 και έστησε τους ιερείς επί τας φυλακάς αυτών και κατίσχυσεν αυτούς εις τα έργα οίκου Κυρίου. ή ην υιών Ισραήλ. 29 και απέστειλεν ο βασιλεύς και συνήγαγε τους πρεσβυτέρους Ιούδα και Ιερουσαλήμ. 31 και έστη ο βασιλεύς επί τον στύλον και διέθετο διαθήκην εναντίον Κυρίου του πορευθήναι ενώπιον Κυρίου του φυλάσσειν τας εντολάς αυτού και μαρτύρια και προστάγματα αυτού εν όλη καρδία και εν όλη ψυχή. 3 και είπε τοις Λευίταις τοις δυνατοίς εν παντί Ισραήλ του αγιασθήναι αυτούς τω Κυρίω. φησί Κύριος· 28 ιδού προστίθημί σε προς τους πατέρας σου. και ουκ όψονται οι οφθαλμοί σου εν πάσι τοις κακοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγώ ήκουσα. και απέδωκαν τω βασιλεί λόγον.

και μερίς οίκου πατριάς τοις Λευίταις. και έδραμον προς πάντας τους υιούς του λαού. ότι αδελφοί αυτών οι Λευίται ητοίμασαν αυτοίς. ότι οι ιερείς εν τω αναφέρειν τα ολοκαυτώματα και τα στέατα έως νυκτός. ουκ ην αυτοίς κινείσθαι από της λειτουργίας των αγίων. 6 και θύσατε το φασέκ και ετοιμάσατε τοις αδελφοίς υμών του ποιήσαι κατά τον λόγον Κυρίου δια χειρός Μωυσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού 5 και στήτε εν τω οίκω κατά τας διαιρέσεις οίκων πατριών υμών τοις αδελφοίς υμών υιοίς του λαού. 12 και ητοίμασαν την ολοκαύτωσιν παραδούναι αυτοίς κατά την διαίρεσιν κατ' οίκους πατριών τοις υιοίς του λαού του προσάγειν τω Κυρίω. 15 και οι ψαλτωδοί υιοί Ασάφ επί της στάσεως αυτών κατά τας εντολάς Δαυίδ και Ασάφ και Αιμάν και Ιδιθώμ οι προφήται του βασιλέως και οι άρχοντες και οι πυλωροί πύλης και πύλης. και έστησαν οι ιερείς επί την στάσιν αυτών και οι Λευίται επί τας διαιρέσεις αυτών κατά την εντολήν του βασιλέως 11 και έθυσαν το φασέκ. και προσέχεαν οι ιερείς το αίμα εκ χειρός αυτών. ό εποίησεν Ιωσίας και οι ιερείς και οι Λευίται και πας Ιούδα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 776 . και οι Λευίται εξέδειραν. και οι Λευίται ητοίμασαν αυτοίς και τοις αδελφοίς αυτών υιοίς Ααρών. 18 και ουκ εγένετο φασέκ όμοιον αυτω εν Ισραήλ από ημερών Σαμουήλ του προφήτου και παντός βασιλέως Ισραήλ ουκ εποίησαν το φασέκ. 7 και απήρξατο Ιωσίας τοις υιοίς του λαού πρόβατα και αμνούς και ερίφους από των τέκνων των αιγών. 17 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ οι ευρεθέντες το φασέκ εν τω καιρω εκείνω και την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας. 9 και Χωνενίας και Βαναίας και Σαμαίας και Ναθαναήλ αδελφός αυτού και Ασαβίας και Ιιήλ και Ιωζαβάδ άρχοντες των Λευιτών απήρξαντο τοις Λευίταις εις το φασέκ πρόβατα πεντακισχίλια και μόσχους πεντακοσίους. και πάντας τους ευρεθέντας εις αριθμόν τριάκοντα χιλιάδας και μόσχων τρεις χιλιάδας· ταύτα από της υπάρξεως του βασιλέως. και ούτως εις το πρωϊ. 8 και οι άρχοντες αυτού απήρξαντο τω λαω και τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις· έδωκε δε Χελκίας και Ζαχαρίας και Ιιήλ οι άρχοντες τοις ιερεύσιν οίκου Θεού και έδωκεν εις το φασέκ πρόβατα και αμνούς και ερίφους δισχίλια εξακόσια και μόσχους τριακοσίους. ως γέγραπται εν βίβλω Μωυσή. 13 και ώπτησαν το φασέκ εν πυρί κατά την κρίσιν και τα άγια ύψησαν εν τοις χαλκείοις και εν τοις λέβησι· και ευωδώθη. 16 και κατωρθώθη και ητοιμάσθη πάσα η λειτουργία Κυρίου εν τη ημέρα εκείνη του ποιήσαι το φασέκ και ενεγκείν τα ολοκαυτώματα επί το θυσιαστήριον Κυρίου κατά την εντολήν του βασιλέως Ιωσίου. πάντα εις το φασέκ. 10 και κατωρθώθη η λειτουργία. 14 και μετά το ετοιμάσαι αυτοίς και τοις ιερεύσιν.

ου ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ιούδα. ος επέστρεψε προς Κύριον εν όλη καρδία αυτού και εν όλη ψυχή αυτού και εν όλη τη ισχύϊ αυτού κατά πάντα τον νόμον Μωυσή. και ο Θεός είπε του κατασπεύσαί με· πρόσεχε από του Θεού του μετ' εμού μη καταφθείρη σε. ό ην αυτω. 19α και τους εγγαστριμύθους και τους γνώστας και τα θεραφίν και τα είδωλα και τα καρησίμ. 21 και απέστειλε προς αυτόν αγγέλους λέγων· τι εμοί και σοί. ου εύρε Χελκίας ο ιερεύς εν τω οίκω Κυρίου. α παρώργισε Μανασσής. βασιλεύ Ιούδα. 19δ και είπε Κύριος· και γε τον Ιούδαν αποστήσω από προσώπου μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 777 . και επορεύθη βασιλεύς Ιωσίας εις συνάντησιν αυτω. και ιδού γέγραπται επί των θρήνων. ότι επόνεσα σφόδρα. 20 Και ανέβη φαραώ Νεχαώ βασιλεύς Αιγύπτου επί τον βασιλέα Ασσυρίων επί τον ποταμόν Ευφράτην. και πας Ιούδα και Ιερουσαλήμ επένθησαν επί Ιωσίαν. 19β όμοιος αυτω ουκ εγενήθη έμπροσθεν αυτού. καθώς απέστησα τον Ισραήλ. αλλ' ή πολεμείν αυτόν εκραταιώθη και ουκ ήκουσε των λόγων Νεχαώ δια στόματος Θεού και ήλθε του πολεμήσαι εν τω πεδίω Μαγεδδώ. ην εξελεξάμην την Ιερουσαλήμ. 19 τω οκτωκαιδεκάτω έτει της βασιλείας Ιωσίου εποιήθη το φασέκ τούτο. 24 και εξήγαγον αυτόν οι παίδες αυτού από του άρματος και ανεβίβασαν αυτόν επί το άρμα το δευτεραίον. ίνα στήση τους λόγους του νόμου τους γεγραμμένους επί του βιβλίου. 22 και ουκ απέστρεψεν Ιωσίας το πρόσωπον αυτού απ' αυτού. 23 και ετόξευσαν οι τοξόται επί βασιλέα Ιωσίαν· και είπεν ο βασιλεύς τοις παισίν αυτού· εξαγάγετέ με. και απωσάμην την πόλιν. 25 και εθρήνησεν Ιερεμίας επί Ιωσίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Ισραήλ ο ευρεθείς και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ τω Κυρίω. και τον οίκον ον είπα· έσται το όνομά μου εκεί. 26 και ήσαν οι λοιποί λόγοι Ιωσίου και η ελπίς αυτού γεγραμμένα εν νόμω Κυρίου· 27 και οι λόγοι αυτού οι πρώτοι και οι έσχατοι ιδού γεγραμμένοι επί βιβλίω βασιλέων Ισραήλ και Ιούδα. α ην εν γη Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ ενεπύρισεν ο βασιλεύς Ιωσίας. επί πάντα τα παροργίσματα αυτού. ουκ επί σε ήκω σήμερον πόλεμον πολεμήσαι. και μετ' αυτόν ουκ ανέστη όμοιος αυτω· 19γ πλήν ουκ απεστράφη Κύριος από οργής θυμού αυτού του μεγάλου. και είπαν πάντες οι άρχοντες και αι άρχουσαι θρήνον επί Ιωσίαν έως της σήμερον· και έδωκαν αυτόν εις πρόσταγμα επί Ισραήλ. και ήγαγον αυτόν εις Ιερουσαλήμ· και απέθανε και ετάφη μετά των πατέρων αυτού.

και όνομα της μητρός αυτού Ζεχωρά θυγάτηρ Νηρίου εκ Ραμά. 6 και ανέβη επ' αυτόν Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και έδησεν αυτόν εν χαλκαίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 778 . 5 Ων είκοσι και πέντε ετών Ιωακίμ εν τω βασιλεύειν αυτόν και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 5α εν ταις ημέραις αυτού ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος εις την γην. 4α και το αργύριον και το χρυσίον έδωκε τω φαραω· τότε ήρξατο η γη φορολογείσθαι του δούναι το αργύριον επί στόμα φαραώ. και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου κατά πάντα όσα εποίησαν οι πατέρες αυτού. 5γ πλήν θυμός Κυρίου ην επί Ιούδαν του αποστήναι αυτόν από προσώπου αυτού δια τας αμαρτίας Μανασσή εν πάσιν. 2α και όνομα της μητρός αυτού Αμιτάλ θυγάτηρ Ιερεμίου εκ Λοβενά. και κατέστησαν αυτόν αντί του πατρός αυτού εις βασιλέα επί Ιερουσαλήμ. 5β και απέστειλε Κύριος επ' αυτούς τους Χαλδαίους και ληστήρια Σύρων και ληστήρια Μωαβιτών και υιών Αμμών και της Σαμαρείας. οίς εποίησε. 4 και κατέστησε φαραώ Νεχαώ τον Ελιακίμ υιόν Ιωσίου βασιλέα επί Ιούδα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού και μετέστρεψε το όνομα αυτού Ιωακίμ· και τον Ιωάχαζ αδελφόν αυτού έλαβε φαραώ Νεχαώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ έλαβεν ο λαός της γης τον Ιωάχαζ υιόν Ιωσίου και έχρισαν αυτόν. και ουκ ηθέλησε Κύριος εξολοθρεύσαι αυτούς. 5δ και εν αίματι αθώω. 2 υιος είκοσι και τριών ετών Ιωάχαζ εν τω βασιλεύειν αυτόν και τρίμηνον εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και απέστησαν μετά τον λόγον τούτον κατά τον λόγον Κυρίου εν χειρί των παίδων αυτού των προφητών. και εισήγαγεν αυτόν εις Αίγυπτον. και απέθανεν εκεί. του μη βασιλεύειν αυτόν εν Ιερουσαλήμ. και επέβαλε φόρον επί την γην εκατόν τάλαντα αργυρίου και τάλαντον χρυσίου. 2β και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου κατά πάντα. 2γ και έδησεν αυτόν φαραώ Νεχαώ εν Δεβλαθά εν γη Αιμάθ. και έκαστος κατά δύναμιν απήτει το αργύριον και το χρυσίον παρά του λαού της γης δούναι φαραω Νεχαω. 3 και μετήγαγεν αυτόν ο βασιλεύς εις Αίγυπτον. και ην αυτω δουλεύων τρία έτη και απέστη απ' αυτού. α εποίησαν οι πατέρες αυτού. ω εξέχεεν Ιωακίμ και έπλησε την Ιερουσαλήμ αίματος αθώου.

και ήσαν αυτω και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 779 . έως ουκ ην ίαμα. 11 Ετών είκοσιν υιος και ενός έτους Σεδεκίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 17 και ήγαγεν επ' αυτούς βασιλέα Χαλδαίων. 20 και απώκισε τους καταλοίπους εις Βαβυλώνα. και εβασίλευσεν Ιεχονίας υιος αυτού αντ' αυτού. 19 και ενέπρησε τον οίκον Κυρίου και κατέσκαψε το τείχος Ιερουσαλήμ και τας βάρεις αυτής ενέπρησεν εν πυρί και παν σκεύος ωραίον εις αφανισμόν. 7 και μέρος των σκευών οίκου Κυρίου απήνεγκεν εις Βαβυλώνα και έθηκεν αυτά εν τω ναω αυτού εν Βαβυλώνι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέδαις και απήγαγεν αυτόν εις Βαβυλώνα. ουκ ενετράπη από προσώπου Ιερεμίου του προφήτου και εκ στόματος Κυρίου 13 εν τω τα προς τον βασιλέα Ναβουχοδονόσορ αθετήσαι. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 18 και πάντα τα σκεύη οίκου του Θεού τα μεγάλα και τα μικρά και τους θησαυρούς οίκου Κυρίου και πάντας τους θησαυρούς του βασιλέως και των μεγιστάνων. α εποίησεν. 9 ‘Οκτώ ετών Ιεχονίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και τρίμηνον και δέκα ημέρας εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. ότι ην φειδόμενος του λαού αυτού και του αγιάσματος αυτού· 16 και ήσαν μυκτηρίζοντες τους αγγέλους αυτού και εξουθενούντες τους λόγους αυτού και εμπαίζοντες εν τοις προφήταις αυτού. 8 και τα λοιπά των λόγων Ιωακίμ και πάντα. και εκοιμήθη Ιωακίμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν Γανοζά μετά των πατέρων αυτού. α ωρκισεν αυτόν κατά του Θεού και εσκλήρυνε τον τράχηλον αυτού και την καρδίαν αυτού κατίσχυσε του μη επιστρέψαι προς Κύριον Θεόν Ισραήλ. 15 και εξαπέστειλε Κύριος ο Θεός των πατέρων αυτών εν χειρί των προφητών αυτού ορθρίζων και αποστέλλων τους αγγέλους αυτού. 14 και πάντες οι ένδοξοι Ιούδα και οι ιερείς και ο λαός της γης επλήθυναν του αθετήσαι αθετήματα βδελυγμάτων εθνών και εμίαναν τον οίκον Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ. πάντα εισήνεγκεν εις Βαβυλώνα. έως ανέβη ο θυμός Κυρίου εν τω λαω αυτού. 10 και επιστρέφοντος του ενιαυτού απέστειλεν ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ και εισήνεγκεν αυτόν εις Βαβυλώνα μετά των σκευών των επιθυμητών οίκου Κυρίου και εβασίλευσε Σεδεκίαν αδελφόν του πατρός αυτού επί Ιούδαν και Ιερουσαλήμ. και απέκτεινε τους νεανίσκους αυτών εν ρομφαία εν οίκω αγιάσματος αυτού και ουκ εφείσατο του Σεδεκίου και τας παρθένους αυτών ουκ ηλέησε και τους πρεσβυτέρους αυτών απήγαγον· τα πάντα παρέδωκεν εν χερσίν αυτών. 12 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου Θεού αυτού.

έσται Θεός αυτού μετ' αυτού. και αναβήτω. τις εξ υμών εκ παντός του λαού αυτού. 5 και στάντες εν τω αγίω κατά την μεριδαρχίαν την πατρικήν υμών των Λευιτών. 6 εν τάξει θύσατε το πάσχα και τας θυσίας ετοιμάσατε τοις αδελφοίς υμών και ποιήσατε το πάσχα κατά το πρόσταγμα του Κυρίου το δοθέν τω Μωυσή. των έμπροσθεν των αδελφών υμών υιών Ισραήλ. μετά το πληρωθήναι ρήμα Κυρίου δια στόματος Ιερεμίου. 3 και είπε τοις Λευίταις. και αυτός ενετείλατό μοι οικοδομήσαι οίκον αυτω εν Ιερουσαλήμ εν τη Ιουδαία. αγιάσαι εαυτούς τω Κυρίω εν τη θέσει της αγίας κιβωτού του Κυρίου εν τω οίκω. μόσχους τρισχιλίους· ταύτα εκ των βασιλικών εδόθη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 780 . ω ωκοδόμησε Σαλωμών ο του Δαυίδ ο βασιλεύς· 4 ουκ έσται υμίν άραι επ ‘ ώμων αυτήν· και νυν λατρεύετε τω Κυρίω Θεω υμών και θεραπεύετε το έθνος αυτού Ισραήλ και ετοιμάσατε κατά τας πατριάς και τας φυλάς υμών κατά την γραφήν Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ και κατά την μεγαλειότητα Σαλωμών του υιού αυτού. 22 Έτους πρώτου Κύρου βασιλέως Περσών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τοις υιοίς αυτού εις δούλους έως βασιλείας Μήδων 21 του πληρωθήναι λόγον Κυρίου δια στόματος Ιερεμίου έως του προσδέξασθαι την γην τα σάββατα αυτής σαββατίσαι· πάσας τας ημέρας ερημώσεως αυτής εσαββάτισεν εις συμπλήρωσιν ετών εβδομήκοντα. ιεροδούλοις του Ισραήλ. 7 και εδωρήσατο Ιωσίας τω λαω τω ευρεθέντι αρνών και ερίφων τριάκοντα χιλιάδας. εξήγειρε Κύριος το πνεύμα Κύρου βασιλέως Περσών και παρήγγειλε κηρύξαι εν πάση τη βασιλεία αυτού εν γραπτω λέγων· 23 τάδε λέγει Κύρος βασιλεύς Περσών πάσαις ταις βασιλείαις της γης· έδωκέ μοι Κύριος ο Θεός του ουρανού. ------------------------------------------------------- Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ήγαγεν Ιωσίας το πάσχα εν Ιερουσαλήμ τω Κυρίω αυτού και έθυσε το πάσχα τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου 2 στήσας τους ιερείς κατ ‘ εφημερίας εστολισμένους εν τω ιερω του Κυρίου.

μόσχους επτακοσίους. 9 και Ιεχονίας και Σαμαίας και Ναθαναήλ ο αδελφός και Ασαβίας και ‘Οχιήλος και Ιωράμ χιλίαρχοι έδωκαν τοις Λευίταις εις πάσχα πρόβατα πεντακιχίλια.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατ ‘ επαγγελίαν τω λαω και τοις ιερεύσι και Λευίταις. και τας θυσίας ήψησαν εν τοις χαλκείοις και λέβησι μετ ‘ ευωδίας και απήνεγκαν πάσι τοις εκ του λαού. 23 Και μετά πάσαν την πράξιν ταύτην Ιωσίου συνέβη Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου ελθόντα πόλεμον εγείραι εν Χαρκαμύς επί του Ευφράτου. και οι λόγοι του Κυρίου ανέστησαν επί Ισραήλ. βασιλεύ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 781 . 21 και ωρθώθη τα έργα Ιωσίου ενώπιον του Κυρίου αυτού εν καρδία πλήρει ευσεβείας. και οι Λευίται ητοίμασαν εαυτοίς και τοις ιερεύσιν αδελφοίς αυτών υιοίς Ααρών. οι γαρ αδελφοί αυτών οι Λευίται ητοίμασαν αυτοίς. 24 και διεπέμψατο προς αυτόν βασιλεύς Αιγύπτου λέγων· τι εμοί και σοί εστι. και εξήλθεν εις απάντησιν αυτω Ιωσίας. 15 και οι θυρωροί εφ ‘ εκάστου πυλώνος· ουκ έστι παραβήναι έκαστον την εαυτού εφημερίαν. 11 και ώπτησαν το πάσχα πυρί ως καθήκει. 14 και οι ιεροψάλται υιοί Ασάφ ήσαν επί της τάξεως αυτών. αχθήναι το πάσχα και προσαχθήναι τας θυσίας επί το του Κυρίου θυσιαστήριον κατά την επιταγήν του βασιλέως Ιωσίου. 8 και έδωκε Χελκίας και Ζαχαρίας και Ησκήλος οι επιστάται του ιερού τοις ιερεύσιν εις πάσχα πρόβατα δισχίλια εξακόσια. 17 και ηγάγοσαν οι υιοί Ισραήλ οι ευρεθέντες εν τω καιρω τούτω το πάσχα και την εορτήν των αζύμων ημέρας επτά. μόσχους τριακοσίους. περί των ημαρτηκότων και ησεβηκότων εις τον Κύριον παρά παν έθνος και βασιλείαν. 19 και πάντες οι βασιλείς του Ισραήλ ουκ ηγάγοσαν πάσχα τοιούτον. 22 και τα κατ ‘ αυτόν δε αναγέγραπται εν τοις έμπροσθεν χρόνοις. 18 και ουκ ήχθη το πάσχα τοιούτον εν τω Ισραήλ από των χρόνων Σαμουήλ του προφήτου. 10 και ταύτα τα γενόμενα· ευπρεπώς έστησαν οι ιερείς και οι Λευίται έχοντες τα άζυμα κατά τας φυλάς και κατά τας μεριδαρχίας των πατέρων έμπροσθεν του λαού προσενεγκείν τω Κυρίω κατά τα γεγραμμένα εν βιβλίω Μωυσή. 16 και συνετελέσθη τα της θυσίας του Κυρίου εν εκείνη τη ημέρα. οίον ήγαγεν Ιωσίας και οι ιερείς και οι Λευίται και οι Ιουδαίοι και πας Ισραήλ ο ευρεθείς εν τη κατοικήσει αυτών εν Ιερουσαλήμ· 20 οκτωκαιδεκάτω έτει βασιλεύοντος Ιωσίου ήχθη το πάσχα τούτο. κατά τα υπό Δαυίδ τεταγμένα και Ασάφ και Ζαχαρίας και Εδδινούς ο παρά του βασιλέως. 12 μετά δε ταύτα ητοίμασαν εαυτοίς τε και τοις ιερεύσιν αδελφοίς αυτών υιοίς Ααρών· 13 οι γαρ ιερείς ανέφερον τα στέατα έως αωρίας. και ούτω το πρωϊνόν. και α ελύπησαν αυτόν εν αισθήσει.

37 Ετών δε ην εικοσιπέντε Ιωακίμ. ότε εβασίλευσε της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ. 33 και εβασίλευσεν εν Ισραήλ και Ιερουσαλήμ μήνας τρεις. 31 ταύτα δε αναγέγραπται εν τη βίβλω των ιστορουμένων περί των βασιλέων της Ιουδαίας· και το καθ ‘ εν πραχθέν της πράξεως Ιωσίου και της δόξης αυτού και της συνέσεως αυτού εν τω νόμω Κυρίου. 38 μετ ‘ αυτόν δε ανέβη Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος και δήσας αυτόν εν χαλκείω δεσμω και απήγαγεν εις Βαβυλώνα. 35 και ανέδειξε βασιλεύς Αιγύπτου βασιλέα Ιωακίμ τον αδελφόν αυτού βασιλέα της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ. και ευθέως απέστησαν αυτόν οι παίδες αυτού από της παρατάξεως. και οι προκαθήμενοι συν γυναιξίν εθρηνούσαν αυτόν έως της ημέρας ταύτης· και εξεδόθη τούτο γίνεσθαι αεί εις άπαν το γένος Ισραήλ. 29 και ανέβη επί το άρμα το δευτέριον αυτού· και αποκατασταθείς εις Ιερουσαλήμ. και νυν Κύριος μετ ‘ εμού εστι. 26 και ουκ απέστρεψεν εαυτόν Ιωσίας επί το άρμα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιουδαίας. μετήλλαξε τον βίον αυτού και ετάφη εν τω πατρικω τάφω. ησθένησα γαρ λίαν. 41 Και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ιωακίμ ο υιος αυτού· ότε γαρ ανεδείχθη. ην ετών οκτώ. και Κύριος μετ ‘ εμού επισπεύδων εστίν· απόστηθι και μη εναντιού τω Κυρίω. 28 και είπεν ο βασιλεύς τοις παισίν εαυτού· αποστήσατέ με από της μάχης. 30 και εν όλη τη Ιουδαία επένθησαν τον Ιωσίαν. Ζαράκην δε τον αδελφόν αυτού συλλαβών ανήγαγεν εξ Αιγύπτου. και κατέβησαν οι άρχοντες προς τον βασιλέα Ιωσίαν. τα τε προπραχθέντα υπ ‘ αυτού και τα νυν. 39 και από των ιερών σκευών του Κυρίου λαβών Ναβουχοδονόσορ και απενέγκας απηρείσατο εν τω ναω αυτού εν Βαβυλώνι. 32 Και αναλαβόντες οι εκ του έθνους τον Ιεχονίαν υιόν Ιωσίου ανέδειξαν βασιλέα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού όντα ετών είκοσι τριών. ου προσέχων ρήμασιν Ιερεμίου προφήτου εκ στόματος Κυρίου· 27 αλλά συνεστήσατο προς αυτόν πόλεμον εν τω πεδίω Μαγεδδώ. και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. αλλά πολεμείν αυτόν επεχείρει. και εθρήνησεν Ιερεμίας ο προφήτης υπέρ Ιωσίου. 40 τα δε ιστορηθέντα περί αυτού και της ακαθαρσίας αυτού και δυσσεβείας αναγέγραπται εν τη βίβλω των χρόνων των βασιλέων. και απέστησεν αυτόν βασιλεύς Αιγύπτου του μη βασιλεύειν εν Ιερουσαλήμ 34 και εζημίωσε το έθνος αργυρίου ταλάντοις εκατόν και χρυσίου ταλάντω ενί. 42 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 782 . ιστόρηται εν τω βιβλίω των βασιλέων Ισραήλ και Ιούδα. 36 και έδησεν Ιωακίμ τους μεγιστάνας. 25 ουχί προς σε εξαπέσταλμαι υπό Κυρίου του Θεού· επί γαρ του Ευφράτου ο πόλεμός μου εστί.

αλλά πάντας παρέδωκαν εις τας χείρας αυτών. και τους επιλοίπους απήγαγε μετά ρομφαίας εις Βαβυλώνα. 54 και ήσαν παίδες αυτω και τοις υιοίς αυτού μέχρι του βασιλεύσαι Πέρσας εις αναπλήρωσιν ρήματος του Κυρίου εν στόματι Ιερεμίου· 55 έως του ευδοκήσαι την γην τα σάββατα αυτής. 51 και πάντα τα ιερά σκεύη του Κυρίου τα μεγάλα και τα μικρά και τας κιβωτούς του Κυρίου και τας βασιλικάς αποθήκας αναλαβόντες απήνεγκαν εις Βαβυλώνα. πάντα τον χρόνον της ερημώσεως αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 783 . 47 και οι ηγούμενοι δε του λαού και των ιερέων πολλά ησέβησαν και υπέρ πάσας τας ακαθαρσίας πάντων των εθνών και εμίαναν το ιερόν του Κυρίου το αγιαζόμενον εν Ιερουσαλήμ. 49 αυτοί δε εμυκτήρισαν εν τοις αγγέλοις αυτού και ή ημέρα ελάλησε Κύριος ήσαν εκπαίζοντες τους προφήτας αυτού. 48 και απέστειλεν ο Θεός των πατέρων αυτών δια του αγγέλου αυτού μετακαλέσαι αυτούς. 45 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και ουκ ενετράπη από των ρηθέντων λόγων υπό Ιερεμίου του προφήτου εκ στόματος του Κυρίου. βασιλεύει δε έτη ένδεκα. σαββατιεί εις συμπλήρωσιν ετών εβδομήκοντα. καθότι εφείδετο αυτών και του σκηνώματος αυτού. 43 Και μετ ‘ ενιαυτόν αποστείλας Ναβουχοδονόσορ μετήγαγεν αυτόν εις Βαβυλώνα άμα τοις ιεροίς σκεύεσι του Κυρίου 44 και ανέδειξε Σεδεκίαν βασιλέα της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ όντα ετών είκοσιν ενός. 50 ούτοι απέκτειναν τους νεανίσκους αυτών εν ρομφαία περικύκλω του αγίου αυτών ιερού και ουκ εφείσαντο νεανίσκου και παρθένου και πρεσβύτου και νεωτέρου. 52 και ενεπύρισαν τον οίκον του Κυρίου και έλυσαν τα τείχη Ιερουσαλήμ και τους πύργους αυτής ενεπύρισαν εν πυρί 53 και συνετέλεσαν πάντα τα ένδοξα αυτής αχρειώσαι. επιορκήσας απέστη· και σκληρύνας αυτού τον τράχηλον και την καρδίαν αυτού παρέβη τα νόμιμα Κυρίου Θεού Ισραήλ. 46 και ορκισθείς από του βασιλέως Ναβουχοδονόσορ τω ονόματι Κυρίου. έως ου θυμωθέντα αυτόν επί τω έθνει αυτού δια τα δυσσεβήματα προστάξαι αναβιβάσαι επ ‘ αυτούς τους βασιλείς των Χαλδαίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύει δε μήνας τρεις και ημέρας δέκα εν Ιερουσαλήμ και εποίησε το πονηρόν έναντι Κυρίου.

9 και ο βασιλεύς Κύρος εξήνεγκε τα ιερά σκεύη του Κυρίου. κτήνεσι και ευχαίς ως πλείσταις πολλών. ων ο νους ηγέρθη. βοηθείτωσαν αυτω οι εν τω τόπω αυτού εν χρυσίω και εν αργυρίω. χρυσά και αργυρά. ίπποις. 8 και οι περικύκλω αυτών εβοήθησαν εν πάσιν εν αργυρίω και χρυσίω. α μετήνεγκε Ναβουχοδονόσορ εξ Ιερουσαλήμ. και αναβάς εις την Ιερουσαλήμ την εν τη Ιουδαία οικοδομείτω τον οίκον του Κυρίου του Ισραήλ (ούτος ο Κύριος ο κατασκηνώσας εν Ιερουσαλήμ). 15 Εν δε τοις επί Αρταξέρξου των Περσών βασιλέως χρόνοις κατέγραψαν αυτω κατά των κατοικούντων εν τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ Βήλεμος και Μιθραδάτης και Ταβέλλιος και Ράθυμος και Βεέλτεθμος και Σαμέλλιος ο γραμματεύς και οι λοιποί οι τούτοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 784 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΕΣΔΡΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΒΑΣΙΛΕΥΟΝΤΟΣ Κύρου Περσών έτους πρώτου εις συντέλειαν ρήματος Κυρίου εν στόματι Ιερεμίου. έστω ο Κύριος αυτού μετ ‘ αυτού. 4 και εσήμηνέ μοι οικοδομήσαι αυτω οίκον εν Ιερουσαλήμ. 12 ο δε τούτων αριθμός ην· σπονδεία χρυσά χίλια. και απηρείσατο αυτά εν τω ειδωλείω αυτού· 10 εξενέγκας δε αυτά Κύρος ο βασιλεύς Περσών παρέδωκεν αυτά Μιθραδάτη τω εαυτού γαζοφύλακι· 11 δια δε τούτου παρεδόθησαν Σαμανασσάρω προστάτη της Ιουδαίας. ων ήγειρε Κύριος το πνεύμα αναβήναι οικοδομήσαι οίκον τω Κυρίω το εν Ιερουσαλήμ. 5 ει τις εστίν ουν υμών εκ του έθνους αυτού. αργυραί δισχίλιαι τετρακόσιαι δέκα και άλλα σκεύη χίλια. τη εν τη Ιουδαία. Κύριος ο Ύψιστος. εν δόσεσι μεθ ‘ ίππων και κτηνών συν τοις άλλοις τοις κατ ‘ ευχάς προστεθειμένοις εις το ιερόν του Κυρίου το εν Ιερουσαλήμ. 6 όσοι ουν κατά τους τόπους οικούσι. και εκήρυξεν εν όλη τη βασιλεία αυτού και άμα δια γραπτών λέγων· 3 τάδε λέγει ο βασιλεύς Περσών Κύρος· εμέ ανέδειξε βασιλέα της οικουμένης ο Κύριος του Ισραήλ. σπονδεία αργυρά χίλια. πεντακισχίλια τετρακόσια εξηκονταεννέα· 14 ανηνέχθη δε υπό Σαμανασσάρου άμα τοις εκ της αιχμαλωσίας εκ Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ. 13 τα δε πάντα σκεύη διεκομίσθη. φιάλαι χρυσαί τριάκοντα. 2 ήγειρε Κύριος το πνεύμα Κύρου βασιλέως Περσών. θυϊσκαι αργυραί εικοσιεννέα. 7 και καταστήσαντες οι αρχίφυλοι των πατριών της Ιούδα και Βενιαμίν φυλής και οι ιερείς και οι Λευίται και πάντων.

24 νυν ουν επέταξα αποκωλύσαι τους ανθρώπους εκείνους του οικοδομήσαι την πόλιν και προνοηθήναι όπως μηδέν παρά ταύτα γένηται και μη προβή επί πλείον τα της κακίας εις το βασιλείς ενοχλήσαί. κάθοδος ουκ έτι σοι έσται εις Κοίλην Συρίαν και Φοινίκην». αν φαίνηταί σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συντασσόμενοι. δι ‘ ην αιτίαν και η πόλις αύτη ηρημώθη. την υπογεγραμμένην επιστολήν· 16 «Βασιλεί Αρταξέρξη κυρίω οι παίδές σου Ράθυμος ο τα προσπίπτοντα και Σαμέλλιος ο γραμματεύς και επίλοιποι της βουλής αυτών και κριταί οι εν Κοίλη Συρία και Φοινίκη· 17 και νυν γνωστόν έστω τω κυρίω βασιλεί. 21 τότε αντέγραψεν ο βασιλεύς Ραθύμω τω γράφοντι τα προσπίπτοντα και Βεελτέθμω και Σαμελλίω γραμματεί και τοις λοιποίς τοις συντασσομένοις και οικούσιν εν τη Σαμαρεία και Συρία και Φοινίκη τα υπογεγραμμένα· 22 « Ανέγνων την επιστολήν. οικούντες δε εν Σαμαρεία και τοις άλλοις τόποις. 18 εάν ουν η πόλις αύτη οικοδομηθή και τα τείχη συντελεσθή. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 785 . ότι οι Ιουδαίοι αναβάντες παρ ‘ υμών προς ημάς ελθόντες εις Ιερουσαλήμ. ην πεπόμφατε προς με. την πόλιν την αποστάτιν και πονηράν οικοδομούσι. αλλά προσφωνήσαι τω κυρίω βασιλεί. επισκεφθή εν τοις από των πατέρων σου βιβλίοις· 19 και ευρήσεις εν τοις υπομνηματισμοίς γεγραμμένα περί τούτων και γνώση ότι η πόλις εκείνη ην αποστάτις και βασιλείς και πόλεις ενοχλούσα και οι Ιουδαίοι αποστάται και πολιορκίας συνιστάμενοι εν αυτη έτι εξ αιώνος. αλλά και βασιλεύσιν αντιστήσονται. 20 νυν ουν υποδεικνύομέν σοι. καλώς έχειν υπολαμβάνομεν μη υπεριδείν το τοιούτον. και επεί ενεργείται τα κατά τον ναόν. ήρξαντο κωλύειν τους οικοδομούντας. κύριε βασιλεύ. φορολογίαν ου μη υπομείνωσι δούναι. και ήργει η οικοδομή του ιερού του εν Ιερουσαλήμ μέχρι του δευτέρου έτους της βασιλείας Δαρείου του Περσών βασιλέως. Ράθυμος και Σαμέλλιος ο γραμματεύς και οι τούτοις συντασσόμενοι αναζεύξαντες εις Ιερουσαλήμ κατά σπουδήν μεθ ‘ ίππου και όχλου παρατάξεως. όπως. ότι εάν η πόλις αύτη οικοδομηθή και τα ταύτης τείχη ανασταθή. 25 τότε αναγνωσθέντων των παρά του βασιλέως Αρταξέρξου γραφέντων. επέταξα ουν επισκέψασθαι. τας τε αγοράς αυτής και τα τείχη θεραπεύουσι και ναόν υποβάλλονται. και ευρέθη ότι η πόλις εκείνη εστίν εξ αιώνος βασιλεύσιν αντιπαρατάσσουσα 23 και οι άνθρωποι αποστάσεις και πολέμους εν αυτη συντελούντες και βασιλείς ισχυροί και σκληροί ήσαν εν Ιερουσαλήμ κυριεύοντες και φορολογούντες Κοίλην Συρίαν και Φοινίκην.

και ον αν κρίνη ο βασιλεύς και οι τρεις μεγιστάνες της Περσίδος ότι ου ο λόγος αυτού σοφώτερος. υπερισχύει ο βασιλεύς. υπέρ δε πάντα νικά η αλήθεια. 16 και είπαν αυτοίς· απαγγείλατε ημίν περί των γεγραμμένων. 14 και εξαποστείλας εκάλεσε πάντας τους μεγιστάνας της Περσίδος και της Μηδείας και τους σατράπας και στρατηγούς και τοπάρχας και υπάτους και εκάθισεν εν τω χρηματιστηρίω. 3 και εφάγοσαν και επίοσαν και εμπλησθέντες ανέλυσαν. και ανέγνω. 13 και ότε εξηγέρθη ο βασιλεύς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΕΣΔΡΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ βασιλεύς Δαρείος εποίησε δοχήν μεγάλην πάσι τοις υπ ‘ αυτόν και πάσι τοις οικογενέσιν αυτού και πάσι τοις μεγιστάσι της Μηδίας και της Περσίδος 2 και πάσι τοις σατράπαις και στρατηγοίς και τοπάρχαις τοις υπ ‘ αυτόν. 7 και δεύτερος καθιείται Δαρείου δια την σοφίαν αυτού και συγγενής Δαρείου κληθήσεται. υπερισχύει ο οίνος. 15 και είπε· καλέσατε τους νεανίσκους. 17 Και ήρξατο ο πρώτος ο είπας περί της ισχύος του οίνου και έφη ούτως· άνδρες. ος υπερισχύσει· και ου εάν φανή το ρήμα αυτού σοφώτερον του ετέρου. υπερισχύουσιν αι γυναίκες. Πως υπερισχύει ο οίνος. από της Ινδικής μέχρις Αιθιοπίας εν ταις εκατόν εικοσιεπτά σατραπείαις. αυτω δοθήσεται το νίκος καθώς γέγραπται. 11 ο έτερος έγραψεν. λαβόντες το γράμμα έδωκαν αυτω. 10 ο εις έγραψεν. και ανεγνώσθη το γράμμα ενώπιον αυτών. δώσουσιν αυτω το γράμμα. ο δε Δαρείος ο βασιλεύς ανέλυσεν εις τον κοιτώνα εαυτού και εκοιμήθη και έξυπνος εγένετο. πάντας τους ανθρώπους τους πιόντας αυτόν πλανά την διάνοιαν· 18 του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 786 . δώσει αυτω Δαρείος ο βασιλεύς δωρεάς μεγάλας και επινίκια μεγάλα 6 και πορφύραν περιβαλέσθαι και εν χρυσώμασι πίνειν και επί χρυσω καθεύδεν και άρμα χρυσοχάλινον και κίδαριν βυσσίνην και μανιάκην περί τον τράχηλον. και αυτοί δηλώσουσι τους λόγους εαυτών· και εκλήθησαν και εισήλθοσαν. 8 και τότε γράψαντες έκαστος τον εαυτού λόγον εσφραγίσαντο και έθηκαν υπό το προσκεφάλαιον Δαρείου του βασιλέως και είπαν· 9 όταν εγερθή ο βασιλεύς. 12 ο τρίτος έγραψεν. 4 τότε οι τρεις νεανίσκοι οι σωματοφύλακες οι φυλάσσοντες το σώμα του βασιλέως είπαν έτερος προς τον έτερον· 5 είπωμεν έκαστος ημών ένα λόγον.

τω βασιλεί κομίζουσι πάντα. την τε του οικέτου και την του ελευθέρου. ου μέμνηνται α έπραξαν. ενακούουσιν. 21 και ου μέμνηται. ποιούσιν· εάν δε εξαποστείλη αυτούς προς τους πολεμίους. και τον λόγον του βασιλέως ου παραβαίνουσιν· εάν δε νικήσωσι. βαδίζουσι και κατεργάζονται τα όρη και τα τείχη και τους πύργους. αφιούσιν· 8 είπε πατάξαι. ερημούσιν· είπεν οικοδομήσαι. 10 και πας ο λαός αυτού και αι δυνάμεις αυτού ενακούουσι. 4 εάν είπη αυτοίς ποιήσαι πόλεμον έτερος προς τον έτερον. ουχ υπερισχύει ο οίνος. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ήρξατο ο δεύτερος λαλείν. αποκτέννουσιν· εάν είπη αφείναι. την τε του πένητος και την του πλουσίου. 19 και πάσαν διάνοιαν μεταστρέφει εις ευωχίαν και ευφροσύνην και ου μέμνηται πάσαν λύπην και παν οφείλημα. πάλιν όταν σπείρωσι. και εσίγησεν ούτως είπας. την γην και την θάλασσαν κατακρατούντες και πάντα τα εν αυτοίς. 23 ω άνδρες. και όσα εάν προνομεύσωσι και τα άλλα πάντα. 11 αυτοί δε τηρούσι κύκλω περί αυτόν και ου δύνανται έκαστος απελθείν και ποιείν τα έργα αυτού. και παν ό εάν είπη αυτοίς. προς δε τούτοις. 3 ο δε βασιλεύς υπερισχύει και κυριεύει αυτών και δεσπόζει αυτών. όταν πίνωσι. ότι ούτως αναγκάζει ποιείν. αυτός ανάκειται. εκκόπτουσιν· είπε φυτεύσαι. ουχ υπερισχύουσιν οι άνθρωποι. ο είπας περί της ισχύος του βασιλέως· 2 ω άνδρες. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 787 . θερίσαντες αναφέρουσι τω βασιλεί· και έτερος τον έτερον αναγκάζοντες αναφέρουσι τους φόρους τω βασιλεί. φιλιάζειν φίλοις και αδελφοίς. 7 και αυτός εις μόνος εστίν· εάν είπη αποκτείναι. και μετ ‘ ου πολύ σπώνται τας μαχαίρας· 22 και όταν από του οίνου εγερθώσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τε βασιλέως και του ορφανού ποιεί την διάνοιαν μίαν. αλλά γεωργούσι την γην. τύπτουσιν· είπεν ερημώσαι. φυτεύουσι. 20 και πάσας καρδίας ποιεί πλουσίας και ου μέμνηται βασιλέα ουδέ σατράπην και πάντα δια ταλάντων ποιεί λαλείν. 5 φονεύουσι και φονεύονται. οικοδομούσιν· 9 είπεν εκκόψαι. εσθίει και πίνει και καθεύδει. 6 και όσοι ου στρατεύονται ουδέ πολεμούσιν.

και εάν προσγελάση αυτω. καθημένην εν δεξιά του βασιλέως 30 και αφαιρούσαν το διάδημα από της κεφαλής του βασιλέως και επιτιθούσαν εαυτη και ερράπιζε τον βασιλέα τη αριστερά· 31 και προς τούτοις ο βασιλεύς χάσκων το στόμα εθεώρει αυτήν. και αύται ποιούσι δόξαν τοις ανθρώποις. 15 αι γυναίκες εγέννησαν τον βασιλέα και πάντα τον λαόν. ος κυριεύει της θαλάσσης και της γης· 16 και εξ αυτών εγένοντο. 18 εάν δε συναγάγωσι χρυσίον και αργύριον και παν πράγμα ωραίον και ίδωσι γυναίκα μίαν καλήν τω είδει και τω κάλλει. 29 εθεώρουν αυτόν και Απάμην την θυγατέρα Βαρτάκου του θαυμαστού. 25 και πλείον αγαπά άνθρωπος την ιδίαν γυναίκα μάλλον ή τον πατέρα και την μητέρα· 26 και πολλοί απενοήθησαν· ταις ιδίαις διανοίαις δια τας γυναίκας και δούλοι εγένοντο δι ‘ αυτάς. 27 και πολλοί απώλοντο και εσφάλησαν και ημάρτοσαν δια τας γυναίκας. και ου δύνανται οι άνθρωποι χωρίς των γυναικών είναι. τις ουν ο δεσπόζων αυτών ή τις ο κυριεύων αυτών. 22 και εντεύθεν δεί υμάς γνώναι ότι αι γυναίκες κυριεύουσιν υμών· ουχί πονείτε και μοχθείτε.ήρξατο λαλείν· άνδρες. 13 Ο δε τρίτος ο είπας περί των γυναικών και της αληθείας -ούτός εστι Ζοροβάβελ. 28 και νυν ου πιστεύετέ μοι. και πάντες αυτήν αιρετίζουσι μάλλον ή το χρυσίον και το αργύριον και παν πράγμα ωραίον. εξ ων ο οίνος γίνεται. ουχί μέγας ο βασιλεύς τη εξουσία αυτού. Πως ουχ υπερισχύει ο βασιλεύς. κολακεύει αυτήν. τη ερωμένη αποφέρει. και την ιδίαν χώραν και προς την ιδίαν γυναίκα κολλάται 21 και μετά της γυναικός αφίησι την ψυχήν και ούτε τον πατέρα μέμνηται ούτε την μητέρα ούτε την χώραν. την παλλακήν του βασιλέως. 33 και τότε ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 788 . γελά· εάν δε πικρανθή επ ‘ αυτόν. ουχ αι γυναίκες. και αύται εξέθρεψαν αυτούς τους φυτεύσαντας τους αμπελώνας. 14 ου μέγας ο βασιλεύς και πολλοί οι άνθρωποι και ο οίνος ισχύει. και πάντα ταις γυναιξί δίδοτε και φέρετε. και εσίγησεν. εις αυτήν εκκέχηναν και χάσκοντες το στόμα θεωρούσιν αυτήν. 12 ω άνδρες. Πως ουχί ισχυραί αι γυναίκες. ότι ούτως επάκουστός εστι. ουχί πάσαι αι χώραι ευλαβούνται άψασθαι αυτού. ότι ούτως πράσσουσι. και όταν κλέψη και αρπάση και λωποδυτήση. όπως διαλλαγή αυτω. 17 και αύται ποιούσι τας στολάς των ανθρώπων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουδέ παρακούουσιν αυτού. 32 ω άνδρες. 23 και λαμβάνει ο άνθρωπος την ρομφαίαν αυτού και εκπορεύεται εξοδεύειν και ληστεύειν και κλέπτειν και εις την θάλασσαν πλείν και ποταμούς· 24 και τον λέοντα θεωρεί και εν σκότει βαδίζει. ος εξέθρεψεν αυτόν. 19 ταύτα πάντα αφέντες. 20 άνθρωπος τον εαυτού πατέρα εγκαταλείπει.

αλλά τα δίκαια ποιεί από πάντων των αδίκων και πονηρών· και πάντες ευδοκούσι τοις έργοις αυτής. ουδέ διάφορα. 44 και πάντα τα σκεύη τα ληφθέντα εξ Ιερουσαλήμ και εκπέμψαι. 42 Τότε ο βασιλεύς είπεν αυτω· αίτησαι ό θέλεις πλείω των γεγραμμένων. οικοδομήσαι την Ιερουσαλήμ εν τη ημέρα. 34 άνδρες. 47 τότε αναστάς Δαρείος ο βασιλεύς κατεφίλησεν αυτόν και έγραψεν αυτω τας επιστολάς προς πάντας τους οικονόμους και τοπάρχας και στρατηγούς και σατράπας. ην ηύξω. ότι στρέφεται εν τω κύκλω του ουρανού και πάλιν αποτρέχει εις τον εαυτού τόπον εν μια ημέρα. ότε ηρημώθη η Ιουδαία υπό των Χαλδαίων. ότε ηύξατο εκκόψαι Βαβυλώνα. ην ηύξω τω βασιλεί του ουρανού ποιήσαι εκ στόματός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύς και οι μεγιστάνες έβλεπον εις τον έτερον. ουχί ισχυραί αι γυναίκες. και συγγενής μου κληθήση. και ουκ έστι μετ ‘ αυτής άδικον ουδέν. ίνα προπέμψωσιν αυτόν και τους μετ ‘ αυτού πάντας αναβαίνοντας οικοδομήσαι την Ιερουσαλήμ. ή το βασίλειόν σου παρέλαβες. και η αλήθεια μεγάλη και ισχυροτέρα παρά πάντα. 35 ουχί μέγας ος ταύτα ποιεί. και αύτη εστίν η μεγαλωσύνη η παρά σου· δέομαι ουν ίνα ποιήσης την ευχήν. ό σε αξιώ. και πάντα τα έργα σείεται και τρέμει. 39 και ουκ έστι παρ ‘ αυτήν λαμβάνειν πρόσωπα. α εχώρισε Κύρος. 37 άδικος ο οίνος. 41 και εσιώπησε του λαλείν· και πας ο λαός τότε εφώνησε. 40 και αυτη η ισχύς και το βασίλειον και η εξουσία και η μεγαλειότης των πάντων αιώνων. ευλογητός ο Θεός της αληθείας. και εχόμενός μου καθήση. 43 τότε είπε τω βασιλεί· μνήσθητι την ευχήν. και ό αιτούμαί σε. ον ενεπύρισαν οι Ιδουμαίοι. μεγάλη η γη και υψηλός ο ουρανός και ταχύς τω δρόμω ο ήλιος. 48 και πάσι τοις τοπάρχαις εν κοίλη Συρία και Φοινίκη και τοις εν τω Λιβάνω έγραψεν επιστολάς μεταφέρειν ξύλα κέδρινα από του Λιβάνου εις Ιερουσαλήμ και όπως οικοδομήσωσι μετ ‘ αυτού την πόλιν. άδικοι πάντες οι υιοί των ανθρώπων. κύριε βασιλεύ. και ο ουρανός αυτήν ευλογεί. άδικος ο βασιλεύς. άδικοι αι γυναίκες. και εν τη αδικία αυτών απολούνται. και ηύξατο εξαποστείλαι εκεί. 38 η δε αλήθεια μένει και ισχύει εις τον αιώνα και ζη και κρατεί εις τον αιώνα του αιώνος. 45 και συ ηύξω οικοδομήσαι τον ναόν. 49 και έγραψε πάσι τοις Ιουδαίοις τοις αναβαίνουσιν από της βασιλείας εις την Ιουδαίαν υπέρ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 789 . και ουκ έστιν εν τη κρίσει αυτής ουδέν άδικον. 36 πάσα η γη την αλήθειαν καλεί. 46 και νυν τούτό εστιν. και ήρξατο λαλείν περί της αληθείας. και δώσομέν σοι ον τρόπον ευρέθης σοφώτερος. και τότε είπον· μεγάλη η αλήθεια και υπερισχύει. και άδικα πάντα τα έργα αυτών τα τοιαύτα· και ουκ έστιν εν αυτοίς αλήθεια.

54 έγραψε δε και την χορηγίαν και την ιερατικήν στολήν. και παρά σου η σοφία. ος έδωκάς μοι σοφίαν. εν τίνι λατρεύουσιν εν αυτη. και αυτός επέταξε ποιήσαι και εξαποστείλαι εις Ιερουσαλήμ. 51 και εις την οικοδομήν του ιερού δοθήναι κατ ‘ ενιαυτόν τάλαντα είκοσι μέχρι του οικοδομηθήναι. και ίνα οι Ιδουμαίοι αφίωσι τας κώμας. 55 και τοις Λευίταις έγραψε δούναι την χορηγίαν έως της ημέρας. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΜΕΤΑ δε ταύτα εξελέγησαν αναβήναι αρχηγοί οίκου πατριών κατά φυλάς αυτών και αι γυναίκες αυτών και οι υιοί αυτών και αι θυγατέρες και οι παίδες αυτών και αι παιδίσκαι και τα κτήνη αυτών. α εχώρισε Κύρος από Βαβυλώνος· και πάντα. ας διακρατούσι των Ιουδαίων. 52 και επί το θυσιαστήριον ολοκαυτώματα καρπούσθαι καθ ‘ ημέραν. 58 Και ότε εξήλθεν ο νεανίσκος. ης επιτελεσθή ο οίκος και Ιερουσαλήμ οικοδομηθήναι. και εκωθωνίζοντο μετά μουσικών και χαράς ημέρας επτά. καθά έχουσιν εντολήν επτακαίδεκα προσφέρειν. 61 και έλαβε τας επιστολάς και εξήλθε και ήλθεν εις Βαβυλώνα και απήγγειλε τοις αδελφοίς αυτού πάσι. 50 και πάσαν την χώραν. άλλα τάλαντα. 56 και πάσι τοις φρουρούσι την πόλιν έγραψε δούναι αυτοίς κλήρους και οψώνια. αυτοίς τε και τοις εκγόνοις αυτών. υπάρχειν την ελευθερίαν. ότι έδωκεν αυτοίς άνεσιν και άφεσιν 63 αναβήναι και οικοδομήσαι την Ιερουσαλήμ και το ιερόν. δέσποτα των πατέρων. ην κρατούσιν. 57 και εξαπέστειλε πάντα τα σκεύη. δέκα κατ ‘ ενιαυτόν. 2 και Δαρείος συναπέστειλε μετ ‘ αυτών ιππείς χιλίους έως του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 790 . άρας το πρόσωπον εις τον ουρανόν εναντίον Ιερουσαλήμ ευλόγησε τω βασιλεί του ουρανού λέγων· 59 παρά σου νίκη. και πάσι τοις ιερεύσι τοις προσβαίνουσιν. και σοί ομολογώ. και σή η δόξα και εγώ σός οικέτης. πάντα δυνατόν και τοπάρχην και σατράπην και οικονόμον μη απελεύσεσθαι επί τας θύρας αυτών. 60 ευλογητός ει. 53 και πάσι τοις προσβαίνουσιν από της Βαβυλωνίας κτίσαι την πόλιν. αφορολόγητον αυτοίς υπάρχειν. 62 και ευλόγησαν τον Θεόν των πατέρων αυτών. ου ωνομάσθη το όνομα αυτού επ ‘ αυτω. όσα είπε Κύρος ποιήσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ελευθερίας.

ους μετώκισε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα 8 και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ και την λοιπήν Ιουδαίαν έκαστος εις την ιδίαν πόλιν. υιοί Βασαί τριακόσιοι εικοσιτρείς. Μαρδοχαίου. οι εκ Κιραμάς και Γαββής εξακόσιοι είκοσιν εις. οι ελθόντες μετά Ζοροβάβελ και Ιησού. υιοί Βαγοϊ δισχίλιοι εξακόσιοι εξ. φυλής δε Ιούδα. 21 οι εκ Μακαλών εκατόν εικοσιδύο. υιοί Ιερεχού διακόσιοι τεσαρακονταπέντε. Ασφαράσου. υιοί Βανί εξακόσιοι τεσσαρακονταοκτώ. Βαανά. 7 εισί δε ούτοι οι εκ της Ιουδαίας αναβάντες εκ της αιχμαλωσίας της παροικίας. υιοί εκ Βαιθλωμών εκατόν εικοσιτρείς. 4 Και ταύτα τα ονόματα των ανδρών των αναβαινόντων κατά πατριάς αυτών εις τας φυλάς επί την μεριδαρχίαν αυτών. εκ της γενεάς Φαρές.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκαταστήσαι αυτούς εις Ιερουσαλήμ μετ ‘ ειρήνης και μετά μουσικών τυμπάνων και αυλών· 3 και πάντες οι αδελφοί αυτών παίζοντες. 19 οι εκ Καριαθιρί εικοσιπέντε. Ρησαίου. 23 υιοί Σανάας τρισχίλιοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 791 . 14 υιοί Αδωνικάν εξακόσιοι τριακονταεπτά. 16 υιοί Αννίς εκατόν εις. 18 οι εκ Νετωφάς πεντηκονταπέντε. 5 οι ιερείς υιοί Φινεές υιού Ααρών· Ιησούς ο του Ιωσεδέκ του Σαραίου και Ιωακίμ ο του Ζοροβάβελ του Σαλαθιήλ εκ του οίκου του Δαυίδ. Ροϊμου. 9 αριθμός των από του έθνους και οι προηγούμενοι αυτών· υιοί Φόρος δύο χιλιάδες και εκατόν εβδομηκονταδύο. 13 υιοί Βηβαί εξακόσιοι τριακοντατρείς. Ενηνέος. υιοί Αργαί χίλιοι τριακόσιοι εικοσιδύο. 6 ος ελάλησεν επί Δαρείου του βασιλέως Περσών λόγους σοφούς εν τω δευτέρω έτει της βασιλείας αυτού μηνί Νισάν του πρώτου μηνός. Βεελσάρου. υιοί Αδινού τετρακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες. υιοί Νιφίς εκατόν πεντηκονταέξ. 22 υιοί Καλαμωλάλου και ‘Ωνούς επτακόσιοι εικοσιπέντε. υιοί Αζαρού τετρακόσιοι τριακονταδύο. 20 οι Χαδιασαί και Αμμίδιοι τετρακόσιοι εικοσιδύο. υιοί Ζαθουϊ ενακόσιοι εβδομηκονταπέντε. 11 υιοί Φαάθ Μωάβ εις τους υιούς Ιησού και Ιωάβ δισχίλιοι οκτακόσιοι δεκαδύο. 15 υιοί Ατήρ Εζεκίου ενενηκονταδύο. υιοί Αρσιφουρίθ εκατόν δύο. οι εκ Βαιθασμών τεσσαρακονταδύο. και εποίησεν αυτοίς συναναβήναι μετ ‘ εκείνων. 12 υιοί ‘Ηλάμ χίλιοι διακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες. υιοί Αρόμ τριακονταδύο. υιοί Χορβέ επτακόσιοι πέντε. υιοί Κιλάν και Αζηνάν εξηκονταεπτά. 10 υιοί Αρές επτακόσιοι πεντηκονταέξ. Ρεελίου. υιοί Σαφάτ τετρακόσιοι εβδομηκονταδύο. Νεεμίου. Ζαραίου. οι εξ Αναθώθ εκατόν πεντηκονταοκτώ. 17 υιοί Βαιτηρούς τρισχίλιοι πέντε. των προηγουμένων αυτών. οι εκ Βετολίω πεντηκονταδύο. οι εκ Καφείρας και Βηρώγ επτακόσιοι τεσσαρακοντατρείς.

υιοί Φαριρά. υιοί Χασεβά. υιοί Ατεφά. υιοί Χαρέα. υιοί Σαρωθί. μυριάδες τέσσαρες δισχίλιοι τριακόσιοι εξήκοντα· παίδες τούτων και παιδίσκαι επτακισχίλιοι τριακόσιοι τριακονταεπτά· ψάλται και ψαλτωδοί διακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 42 κάμηλοι τετρακόσιοι τριακονταπέντε και ίπποι επτακισχίλιοι τριακονταέξ. υιοί Ιαδδού του λαβόντος Αυγίαν γυναίκα των θυγατέρων Φαηζελδαίου. υιοί Ανάν. υιοί Ακούφ. 40 και είπεν αυτοίς Νεεμίας και Ατθαρίας μη μετέχειν των αγίων έως αναστη αρχιερεύς ενδεδυμένος την δήλωσιν και την αλήθειαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τριακόσιοι εις. 34 υιοί Αγιά. 25 υιοί Φασσούρου χίλιοι τεσσαρακονταεπτά. υιοί Γεδδούρ. υιοί Ατάρ. 27 οι ιεροψάλται υιοί Ασάφ εκατόν εικοσιοκτώ. υιοί Λαβανά. υιοί Αλλών. 30 υιοί Ακούδ. υιοί Ατητά. 41 οι δε πάντες Ισραήλ ήσαν από δωδεκαετούς και επάνω. υιοί Βαρχουέ. υιοί Φαχαρέθ. εχωρίσθησαν του ιερατεύειν. 29 οι ιερόδουλοι. υιοί Μανί. υιοί Αχιβά. 43 και εκ των ηγουμένων κατά τας πατριάς εν τω παραγίνεσθαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 792 . υιοί Ταβαώθ. και εκλήθη επί τω ονόματι αυτού. υιοί Νεκωδάν εξακόσιοι πεντηκονταδύο. υιοί Καζηρά. 24 οι ιερείς οι υιοί Ιεδδού του Ιησού εις τους υιούς Σανασίβ οκτακόσιοι εβδομήκονταδύο. υιοί Λοζών. 36 ούτοι αναβάντες από Θερμελέθ και Θελερσάς. υιοί Σεράρ. υιοί Κηράς. υιοί Αφερρά. πάντες εκατόν τριακονταεννέα. υιοί Φινοέ. υιοί Βασθαϊ. υιοί Σαβιή. υιοί Σαφάγ. υιοί Κουθά. υιοί Τωβίς. υιοί Ασαρά. υιοί Ισραήλ. 31 υιοί Ιαϊρου. 35 πάντες οι ιερόδουλοι και οι υιοί των παίδων Σαλωμών τριακόσιοι εβδομηκονταδύο. 28 οι θυρωροί υιοί Σαλούμ. 39 και τούτων ζητηθείσης της γενικής γραφής εν τω καταλοχισμω και μη ευρεθείσης. υιοί Εμμηρούθ διακόσιοι πεντηκονταδύο. 37 και ουκ ηδύναντο απαγγείλαι τας πατριάς αυτών και γενεάς. χωρίς παίδων και παιδισκών. ηγούμενος αυτών Χαρααθαλάν και Ααλάρ. υιοί Κητάβ. υιοί Ακβώς. υιοί Φαλαίου. υιοί Βαρωδίς. υιοί Νασί. υιοί Αδδούς. υιοί Ασούβ. υιοί Ασσαπφιώθ. 26 οι Λευίται οι υιοί Ιησού και Καδμιήλου και Βάννου και Σουδίου εβδομηκοντατέσσαρες. 32 υιοί Μεεδδά. υιοί Ασσανά. υιοί Φαρακέμ. υιοί Ιειηλί. υιοί Αγραβά. υιοί Χαρμί διακόσιοι δεκαεπτά. υιοί Σουδά. υιοί ‘Οζίου. 38 και εκ των ιερέων οι εμποιούμενοι ιερωσύνης και ουχ ευρέθησαν· υιοί ‘Οβδία. υιοί Θομοϊ. υιοί Ακκαβά. υιοί Ησαύ. υιοί Τάς. υιοί Σουβά. υιοί Ουτά. υιοί Δακούβ. υιοί Μισαίας. υιοί Τολμάν. υιοί Ασιφά. 33 υιοί παίδων Σαλωμών. υιοί Ναφισί. υποζύγια πεντακισχίλια πεντακόσια εικοσιπέντε. υιοί Βασαλέμ. υιοί Σαφυϊ. υιοί Νοεβά. ως εκ του Ισραήλ εισιν· υιοί Δαλάν του υιού του Βαενάν. ημίονοι διακόσιοι τεσσαρακονταπέντε. υιοί Καθουά. υιοί Συβαϊ. υιοί Δαισάν.

56 και έστησαν τους Λευίτας από εικοσαετούς επί των έργων του Κυρίου. πάντες οι Λευίται. και ανέφερον θυσίας κατά τον καιρόν και ολοκαυτώματα Κυρίω το πρωϊνόν και το δειλινόν 50 και ηγάγοσαν την της σκηνοπηγίας εορτήν. και ο ναός του Θεού ούπω ωκοδόμητο. ότι εν έχθρα ήσαν αυτοίς. του δευτέρου έτους. 53 και έδωκαν αργύριον τοις λατόμοις και τέκτοσι και ποτά και βρωτά και χάρα τοις Σιδωνίοις και Τυρίοις εις το παράγειν αυτούς εκ του Λιβάνου ξύλα κέδρινα. 45 και κατωκίσθησαν οι ιερείς και οι Λευίται και οι εκ του λαού αυτού εν Ιερουσαλήμ και τη χώρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς εις το ιερόν του Θεού. και έστη Ιησούς και οι υιοί και οι αδελφοί και Καδμιήλ ο αδελφός και οι υιοί ‘Ημαδαβούν και οι υιοί Ιωδά του Ηλιαδούδ συν τοις υιοίς και αδελφοίς. το εν Ιερουσαλήμ. 54 και τω δευτέρω έτει παραγενόμενος εις το ιερόν του Θεού εις Ιερουσαλήμ μηνός δευτέρου ήρξατο Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και Ιησούς ο του Ιωσεδέκ και οι αδελφοί αυτών και οι ιερείς οι Λευίται και πάντες οι παραγενόμενοι εκ της αιχμαλωσίας εις Ιερουσαλήμ 55 και εθεμελίωσαν τον ναόν του Θεού τη νουμηνία του δευτέρου μηνός. ως επιτέτακται εν τω νόμω. 51 και μετά ταύτα προσφοράς ενδελεχισμού και θυσίας σαββάτων και νουμηνιών και εορτών πασών ηγιασμένων. 47 και καταστάς Ιησούς ο του Ιωσεδέκ και οι αδελφοί αυτού οι ιερείς και Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και οι τούτου αδελφοί ητοίμασαν το θυσιαστήριον του Θεού του Ισραήλ 48 προσενέγκαι επ ‘ αυτού ολοκαυτώσεις ακολούθως τοις εν τη Μωυσέως βίβλω του ανθρώπου του Θεού διηγορευμένοις. και κατίσχυσαν αυτούς πάντα τα έθνη τα επί της γης. 52 και όσοι ηύξαντο ευχήν τω Θεω. ως προσήκον ην. 46 Ενστάντος δε του εβδόμου μηνός και όντων των υιών Ισραήλ εκάστου εν τοις ιδίοις. οί τε ιεροψάλται και οι θυρωροί και πας Ισραήλ εν ταις κώμαις αυτών. 49 και επισυνήχθησαν αυτοίς εκ των άλλων εθνών της γης. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 793 . ομοθυμαδόν εργοδιώκται ποιούντες εις τα έργα εν τω οίκω του Κυρίου. και θυσίας καθ ‘ ημέραν. εν τω ελθείν εις την Ιουδαίαν και Ιερουσαλήμ. συνήχθησαν ομοθυμαδόν εις το ευρύχωρον του πρώτου πυλώνος του προς τη ανατολή. ηύξαντο εγείραι τον οίκον επί του τόπου αυτού κατά την αυτών δύναμιν 44 και δούναι εις το ιερόν γαζοφυλάκιον των έργων χρυσίου μνάς χιλίας και αργυρίου μνάς πεντακισχιλίας και στολάς ιερατικάς εκατόν. κατά το πρόσταγμα το γραφέν αυτοίς παρά Κύρου του Περσών βασιλέως. από της νουμηνίας του εβδόμου μηνός ήρξαντο προσφέρειν θυσίας τω Θεω. διαφέρειν σχεδίας εις τον Ιόπης λιμένα. και κατώρθωσαν το θυσιαστήριον επί του τόπου αυτών.

62 ωστε τον λαόν μη ακούειν των σαλπίγγων δια τον κλαυθμόν του λαού· ο γαρ όχλος ην ο σαλπίζων μεγάλως. ος μετήγαγεν ημάς ενταύθα. 64 και επέγνωσαν ότι οι εκ της αιχμαλωσίας οικοδομούσι τον ναόν τω Κυρίω Θεω Ισραήλ. οίς προσέταξεν ημίν Κύρος ο βασιλεύς Περσών. 69 τα δε έθνη της γης επικοιμώμενα τοις εν τη Ιουδαία και πολιορκούντες είργον του οικοδομείν. 60 και ήλθοσαν εκ των ιερέων των Λευιτών και των προκαθημένων κατά τας πατριάς αυτών οι πρεσβύτεροι οι εωρακότες τον προ τούτου οίκον προς την τούτου οικοδομήν μετά κλαυθμού και κραυγής μεγάλης 61 και πολλοί δια σαλπίγγων και χαράς μεγάλη τη φωνή. 70 και βουλάς δημαγωγούντες και συστάσεις ποιούμενοι απεκώλυσαν του αποτελεσθήναι την οικοδομήν πάντα τον χρόνον της ζωής του βασιλέως Κύρου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωκοδόμησαν οι οικοδόμοι τον ναόν του Κυρίου. 67 και είπεν αυτοίς Ζοροβάβελ και Ιησούς και οι ηγούμενοι των πατριών του Ισραήλ· ουχ ημίν και υμίν του οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίω Θεω ημών· 68 ημείς γαρ μόνοι οικοδομήσομεν τω Κυρίω του Ισραήλ ακολούθως. και είρχθησαν της οικοδομής έτη δύο έως της Δαρείου βασιλείας. 65 και προσελθόντες εν τω Ζοροβάβελ και Ιησού και τοις ηγουμένοις των πατριών λέγουσιν αυτοίς· συνοικοδομήσωμεν υμίν· 66 ομοίως γαρ υμίν ακούομεν του Κυρίου υμών και αυτω επιθύομεν αφ ‘ ημερών Ασβασαρέθ βασιλέως Ασσυρίων. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΕΝ δε τω δευτέρω έτει της Δαρείου βασιλείας επροφήτευσεν Αγγαίος και Ζαχαρίας ο του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 794 . 63 Και ακούσαντες οι εχθροί της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν ήλθοσαν επιγνώναι τις η φωνή των σαλπίγγων. 57 και έστησαν οι ιερείς εστολισμένοι μετά μουσικών και σαλπίγγων και οι Λευίται υιοί Ασάφ έχοντες τα κύμβαλα υμνούντες τω Κυρίω και ευλογούντες κατά Δαυίδ βασιλέα του Ισραήλ 58 και εφώνησαν δι ‘ ύμνων ευλογούντες τω Κυρίω. ωστε μακρόθεν ακούεσθαι. ότι η χρηστότης αυτού και η δόξα εις τους αιώνας εν παντί Ισραήλ. 59 και πας ο λαός εσάλπισαν και εβόησαν φωνή μεγάλη υμνούντες τω Κυρίω επί τη εγέρσει του οίκου Κυρίου.

9 και τα έργα εκείνα επί σπουδής γινόμενα και ευοδούμενον το έργον εν ταις χερσίν αυτών και εν πάση δόξη. 11 επερωτήσαμεν ουν αυτούς είνεκεν του γνωρίσαι σοι και γράψαι σοι τους ανθρώπους τους αφηγουμένους και την ονοματογραφίαν ητούμεν αυτούς των προκαθηγουμένων. και τίνες εισίν οικοδόμοι οι ταύτα επιτελούντες. ότι παραγενόμενοι εις την χώραν της Ιουδαίας και ελθόντες εις Ιερουσαλήμ την πόλιν κατελάβομεν της αιχμαλωσίας τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων εν Ιερουσαλήμ τη πόλει οικοδομούντας οίκον τω Κυρίω μέγαν. παρέδωκεν αυτούς εις χείρας Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος βασιλέως των Χαλδαίων· 15 τον τε οίκον καθελόντες ενεπύρισαν και τον λαόν ηχμαλώτευσαν εις Βαβυλώνα. 16 εν δε τω πρώτω έτει βασιλεύοντος Κύρου χώρας Βαβυλωνίας έγραψεν ο βασιλεύς Κύρος τον οίκον τούτον οικοδομήσαι· 17 και τα ιερά σκεύη τα χρυσά και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 795 . 8 πάντα γνωστά έστω τω κυρίω ημών τω βασιλεί. και την στέγην ταύτην και τα άλλα πάντα επιτελείτε. ξύλων τιθεμένων εν τοις τοίχοις. 2 τότε στάς Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και Ιησούς ο του Ιωσεδέκ ήρξαντο οικοδομείν τον οίκον του Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ. και επιμελεία συντελούμενον. 3 εν αυτω τω χρόνω παρήν προς αυτούς Σισίννης ο έπαρχος Συρίας και Φοινίκης και Σαθραβουζάνης και οι συνεταίροι και είπαν αυτοίς· 4 τίνος υμίν συντάξαντος τον οίκον τούτον οικοδομείτε. 12 οι δε απεκρίθησαν ημίν λέγοντες· ημείς εσμεν παίδες του Κυρίου του κτίσαντος τον ουρανόν και την γην· 13 και ωκοδόμητο οίκος έμπροσθεν ετών πλειόνων δια βασιλέως του Ισραήλ μεγάλου και ισχυρού και επετελέσθη. 10 τότε επυνθανόμεθα των πρεσβυτέρων τούτων λέγοντες· τίνος υμίν προστάξαντος οικοδομείτε τον οίκον τούτον και τα έργα ταύτα θεμελιούτε. 14 και επεί οι πατέρες ημών παραπικράναντες ήμαρτον εις τον Κύριον του Ισραήλ τον ουράνιον. ης έγραψε Δαρείω και απέστειλαν· «Σισίννης ο έπαρχος Συρίας και Φοινίκης και Σαθραβουζάνης και οι συνεταίροι οι εν Συρία και Φοινίκη ηγεμόνες βασιλεί Δαρείω χαίρειν. 5 και έσχοσαν χάριν επισκοπής γενομένης επί την αιχμαλωσίαν παρά του Κυρίου οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων 6 και ουκ εκωλύθησαν της οικοδομής. συνόντων των προφητών του Κυρίου βοηθούντων αυτοίς. μέχρις ου υποσημανθήναι Δαρείω περί αυτών και προσφωνηθήναι. 7 Αντίγραφον επιστολής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αδδώ οι προφήται επί τους Ιουδαίους τους εν τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ επί τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ επ ‘ αυτούς. καινόν δια λίθων ξυστών πολυτελών.

πλάτος πηχών εξήκοντα. 24 ου το ύψος πηχών εξήκοντα. και το δαπάνημα δοθήναι εκ του οίκου Κύρου του βασιλέως. και παρεδόθη Σαβανασσάρω Ζοροβάβελ τω επάρχω. 20 νυν ουν ει κρίνεται. προσφωνησάτω ημίν περί τούτων». εις ταύρους και κριούς και άρνας. όπως τεθή εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αργυρά. 26 προσέταξε δε επιμεληθήναι Σισίννη επάρχω Συρίας και Φοινίκης και Σαθραβουζάνη και τοις συνεταίροις και τοις αποτεταγμένοις εν Συρία και Φοινίκη ηγεμόσιν απέχεσθαι του τόπου. εάσαι δε τον παίδα Κυρίου Ζοροβάβελ. επισκεπήτω εν τοις βασιλικοίς βιβλιοφυλακίοις του Κύρου· 21 και εάν ευρίσκηται μετά της γνώμης Κύρου του βασιλέως γενομένην την οικοδομήν του οίκου Κυρίου του εν Ιερουσαλήμ και κρίνηται τω κυρίω βασιλεί ημών. Ζοροβάβελ επάρχω. όπου επιθύουσι δια πυρός ενδελεχούς. βασιλεύ. και ευρέθη εν Εκβατάνοις τη βάρει τη εν Μηδία χώρα τόμος εις. καθώς αν οι ιερείς οι εν Ιερουσαλήμ υπαγορεύσωσιν αναλίσκεσθαι καθ ‘ ημέραν αναμφισβητήτως. και απήνεγκε πάντα τα σκεύη ταύτα αποθείναι εν τω ναω τω εν Ιερουσαλήμ και τον ναόν του Κυρίου οικοδομηθήναι επί του τόπου. έπαρχον δε της Ιουδαίας. 27 και εγώ δε επέταξα ολοσχερώς οικοδομήσαι και ατενίσαι. ίνα συμποιώσι τοις εκ της αιχμαλωσίας της Ιουδαίας μέχρι του επιτελεσθήναι τον οίκον του Κυρίου· 28 και από της φορολογίας Κοίλης Συρίας και Φοινίκης επιμελώς σύνταξιν δίδοσθαι τούτοις τοις ανθρώποις εις θυσίαν τω Κυρίω. α εξήνεγκε Ναβουχοδονόσορ εκ του οίκου του εν Ιερουσαλήμ και απηρείσατο αυτά εν τω αυτού ναω. και απ ‘ εκείνου μέχρι του νυν οικοδομούμενος ουκ έλαβε συντέλειαν. πάλιν εξήνεγκεν αυτά Κύρος ο βασιλεύς εκ του ναού του εν Βαβυλωνία. ου ην κείμενα. 29 ομοίως δε και πυρόν και άλα και οίνον και έλαιον ενδελεχώς κατ ‘ ενιαυτόν. 22 Τότε ο βασιλεύς Δαρείος προσέταξεν επισκέψασθαι εν τοις βιβλιοφυλακίοις τοις κειμένοις εν Βαβυλώνι. 19 τότε ο Σαβανάσσαρος παραγενόμενος ανεβάλετο τους θεμελίους του οίκου Κυρίου του εν Ιερουσαλήμ. α εξήνεγκε Ναβουχοδονόσορ εκ του οίκου του εν Ιερουσαλήμ και απήνεγκεν εις Βαβυλώνα. αποκατασταθήναι εις τον οίκον τον εν Ιερουσαλήμ. και τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων τον οίκον του Κυρίου εκείνον οικοδομείν επί του τόπου. δια δόμων λιθίνων ξυστών τριών και δόμου ξυλίνου εγχωρίου καινού ενός. 25 και τα ιερά σκεύη του οίκου Κυρίου τα τε χρυσά και αργυρά. 18 και επετάγη αυτω. 30 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 796 . εν ω υπομνημάτιστο τάδε· 23 « Έτους πρώτου βασιλεύοντος Κύρου βασιλεύς Κύρος προσέταξε τον οίκον του Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ οικοδομήσαι.

κριούς διακοσίους. ότι οι Λευίται άμα πάντες ηγνίσθησαν. 12 και έθυσαν το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 797 . Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΤΟΤΕ Σισίννης έπαρχος Κοίλης Συρίας και Φοινίκης. ληφθήναι ξύλον εκ των ιδίων αυτού και επί τούτου κρεμασθήναι και τα υπάρχοντα αυτού είναι βασιλικά. 10 και ηγάγοσαν οι υιοί Ισραήλ των εκ της αιχμαλωσίας το πάσχα εν τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του πρώτου μηνός· ότι ηγνίσθησαν οι ιερείς και οι Λευίται άμα 11 και πάντες οι υιοί της αιχμαλωσίας. 31 και προστάξαι ίνα όσοι εάν παραβώσί τι των γεγραμμένων και ακυρώσωσι. ος εκτενεί την χείρα αυτού κωλύσαι ή κακοποιήσαι τον οίκον Κυρίου εκείνον τον εν Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όπως προσφέρωνται σπονδαί τω Θεω τω υψίστω υπέρ του βασιλέως και των παίδων και προσεύχωνται περί της αυτών ζωής. άρνας τετρακοσίους. 4 και συνετέλεσαν ταύτα δια προστάγματος Κυρίου Θεού Ισραήλ. αφανίσαι πάντα βασιλέα και έθνος. εκ των φυλάρχων του Ισραήλ δώδεκα. 3 και εύοδα εγίνετο τα ιερά έργα προφητευόντων Αγγαίου και Ζαχαρίου των προφητών. και μετά της γνώμης του Κύρου και Δαρείου και Αρταξέρξου βασιλέων Περσών 5 συνετελέσθη ο οίκος ο άγιος έως τρίτης και εικάδος μηνός Άδαρ του έκτου έτους βασιλέως Δαρείου. 6 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ και οι ιερείς και οι Λευίται και οι λοιποί οι εκ της αιχμαλωσίας οι προστεθέντες ακολούθως τοις εν τη Μωυσέως βίβλω· 7 και προσήνεγκαν εις τον εγκαινισμόν του ιερού του Κυρίου ταύρους εκατόν. ου το όνομα αυτού επικέκληται εκεί. και Σαθραβουζάνης και οι συνεταίροι κατακολουθήσαντες τοις υπό του βασιλέως Δαρείου προσταγείσιν 2 επεστάτουν των ιερών έργων επιμελέστερον συνεργούντες τοις πρεσβυτέροις των Ιουδαίων και ιεροστάταις. 33 εγώ βασιλεύς Δαρείος δεδογμάτικα επιμελώς κατά ταύτα γίνεσθαί. 9 και έστησαν οι ιερείς και οι Λευίται κατά φυλάς εστολισμένοι επί των έργων Κυρίου Θεού Ισραήλ ακολούθως τη Μωυσέως βίβλω και οι θυρωροί εφ ‘ εκάστου πυλώνος. ότι ηγνίσθησαν. 8 χιμάρους υπέρ αμαρτίας παντός του Ισραήλ δώδεκα προς αριθμόν. 32 δια ταύτα και ο Κύριος.

του Αμαρίου. 4 και έδωκεν αυτω ο βασιλεύς δόξαν. 2 του Σαδδούκου. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ μεταγενέστερος τούτων βασιλεύοντος Αρταξέρξου του Περσών βασιλέως προσέβη Έσδρας Σαραίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάσχα πάσι τοις υιοίς της αιχμαλωσίας και τοις αδελφοίς αυτών τοις ιερεύσι και εαυτοίς. του Αβισαϊ. και τώνδε εν τη ημετέρα βασιλεία. του ‘Οζίου. του Χελκίου του Σαλήμου. 8 Προσπεσόντος δε του γραφέντος προστάγματος παρά Αρταξέρξου βασιλέως προς Έσδραν τον ιερέα και αναγνώστην του νόμου Κυρίου. του Βοκκά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 798 . ευρόντος χάριν ενώπιον αυτού επί πάντα τα αξιώματα αυτού. πάντες οι χωρισθέντες από των βδελυγμάτων των εθνών της γης. 10 και τα φιλάνθρωπα εγώ κρίνας προσέταξα τους βουλομένους εκ του έθνους των Ιουδαίων αιρετίζοντας και των ιερέων και των Λευιτών. 15 ότι μετέστρεψε την βουλήν του βασιλέως Ασσυρίων επ ‘ αυτούς κατισχύσαι τας χείρας αυτών επί τα έργα Κυρίου Θεού Ισραήλ. ου εστιν αντίγραφον το υποκείμενον· 9 «Βασιλεύς Αρταξέρξης Έδρα τω ιερεί και αναγνώστη του νόμου Κυρίου χαίρειν. 13 και εφάγοσαν οι υιοί Ισραήλ οι εκ της αιχμαλωσίας. του Ελεάζαρ. του Ααρών του ιερέως του πρώτου. του Εζεχρίου. του Φινεές. ζητούντες τον Κύριον. 5 και συνανέβησαν εκ των υιών Ισραήλ και των ιερέων και Λευιτών και ιεροψαλτών και θυρωρών και ιεροδούλων εις Ιερουσαλήμ 6 έτους εβδόμου βασιλεύοντος Αρταξέρξου εν τω πέμπτω μηνί (ούτος ενιαυτός έβδομος τω βασιλεί). 14 και ηγάγοσαν την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας ευφραινόμενοι έναντι Κυρίου. του Αχιτώβ. 3 ούτος Έσδρας ανέβη εκ Βαβυλώνος ως γραμματεύς ευφυής ων εν τω Μωυσέως νόμω τω εκδεδομένω υπό του Θεού του Ισραήλ. εξελθόντες γαρ εκ Βαβυλώνος τη νουμηνία του πρώτου μηνός παρεγένοντο εις Ιερουσαλήμ κατά την δοθείσαν αυτοίς ευοδίαν παρά του Κυρίου επ ‘ αυτω· 7 ο γαρ Έσδρας πολλήν επιστήμην περιείχεν εις το μηδέν παραλιπείν των εκ του νόμου Κυρίου και εκ των εντολών διδάξαι πάντα τον Ισραήλ δικαιώματα και κρίματα.

εις Ιερουσαλήμ. και μηδένα έχειν εξουσίαν επιβαλείν τι τούτοις. όπως δικάζωσιν εν όλη Συρία και Φοινίκη πάντας τους επισταμένους τον νόμον του Θεού σου· και τους μη επισταμένους διδάξεις. εάν τε και θανάτω· εάν τε και τιμωρία ή αργυρική ζημία ή απαγωγή». συνεξορμάσθωσαν καθάπερ δέδοκται εμοί τε και τοις επτά φίλοις συμβουλευταίς. ό εάν ευρεθή εν τη χώρα της Βαβυλωνίας. 24 και πάντες. όσα εάν βούλη μετά των αδελφών σου ποιήσαι χρυσίω και αργυρίω. δοξάσαι τον οίκον αυτού τον εν Ιερουσαλήμ. επιμελώς διδώσιν έως αργυρίου ταλάντων εκατόν. το τε χρυσίον και το αργύριον εις ταύρους και κριούς και άρνας και τα τούτοις ακόλουθα. 15 ωστε προσενεγκείν θυσίας τω Κυρίω επί το θυσιαστήριον του Κυρίου Θεού αυτών το εν Ιερουσαλήμ. 16 και πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συμπορεύεσθαί σοι εις Ιερουσαλήμ. 22 και υμίν δε λέγεται όπως πάσι τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις και ιεροψάλταις και θυρωροίς και ιεροδούλοις και πραγματικοίς του ιερού τούτου μηδέ μία φορολογία μηδέ άλλη επιβουλή γίνηται. 26 και εμέ ετίμησεν εναντίον του βασιλέως και των συμβουλευόντων και πάντων των φίλων και μεγιστάνων αυτού. 19 καγώ ιδού Αρταξέρξης βασιλεύς προσέταξας τοις γαζοφύλαξι Συρίας και Φοινίκης. τω Κυρίω εις Ιερουσαλήμ συν τω δεδωρημένω υπό του έθνους εις το ιερόν του Κυρίου Θεού αυτών το εν Ιερουσαλήμ 14 συναχθήναι. 11 όσοι ουν ενθυμούνται. 27 και εγώ ευθαρσής εγενόμην κατά την αντίληψιν Κυρίου του Θεού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 799 . 13 και απενεγκείν δώρα τω Κυρίω του Ισραήλ. επιμελώς κολασθήσονται. κατά την σοφίαν του Θεού ανάδειξον κριτάς και δικαστάς. Έσδρα. ίνα όσα εάν αποστείλη Έσδρας ο ιερεύς και αναγνώστης του νόμου του Θεού του Υψίστου. 25 Και είπεν Έσδρας ο γραμματεύς· ευλογητός μόνος Κύριος ο Θεός των πατέρων μου ο δούς ταύτα εις την καρδίαν του βασιλέως. α ηυξάμην εγώ τε και οι φίλοι. 23 και συ. 20 ομοίως δε και έως πυρού κόρων εκατόν και οίνου μετρητών εκατόν 21 και άλλα εκ πλήθους· πάντα κατά τον του Θεού νόμον επιτελεσθήτω επιμελώς τω Θεω τω Υψίστω. και παν χρυσίον και αργύριον. όσοι αν παραβαίνωσι τον νόμον του Θεού σου και τον βασιλικόν. ένεκεν του μη γενέσθαι οργήν εις την βασιλείαν του βασιλέως και των υιών αυτού. επιτέλει κατά το θέλημα του Θεού σου. 12 όπως επισκέψωνται τα κατά την Ιουδαίαν και Ιερουσαλήμ ακολούθως ω έχει εν τω νόμω Κυρίου. 17 και τα ιερά σκεύη του Κυρίου τα διδόμενά σοι εις την χρείαν του ιερού του Θεού σου του εν Ιερουσαλήμ 18 και τα λοιπά όσα αν υποπίπτη σοι εις την χρείαν του ιερού του Θεού σου δώσεις εκ του βασιλικού γαζοφυλακίου.

Γηρσών· εκ των υιών Ιαθαμάρου. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 28 Και ούτοι οι προηγούμενοι κατά τας πατριάς αυτών και τας μεριδαρχίας οι αναβάντες μετ ‘ εμού εκ Βαβυλώνος εν τη βασιλεία Αρταξέρξου του βασιλέως· 29 εκ των υιών Φινεές. 46 και ήγαγον ημίν κατά την κραταιάν χείρα του Κυρίου ημών άνδρας επιστήμονας των υιών Μοολί του Λευί του Ισραήλ. Γαμαλιήλ· εκ των υιών Δαυίδ. ‘Ωβήθ Ιωνάθου και μετ ‘ αυτού άνδρες διακόσιοι πεντήκοντα· 33 εκ των υιών ‘Ηλάμ. 47 και Ασεβίαν και Άννουον και ‘Ωσαίαν αδελφόν εκ των υιών Χανουναίου και οι υιοί αυτών. Ιεσίας Γοθολίου και μετ ‘ αυτού άνδρες εβδομήκοντα· 34 εκ των υιών Σαφατίου. Ελιαωνίας Ζαραίου και μετ ‘ αυτού άνδρες διακόσιοι· 32 εκ των υιών Ζαθόης. και οι ηγούμενοι εις την εργασίαν των Λευιτών. και παρενεβάλομεν ημέρας τρεις αυτόθι. Ζαχαρίαν και Μοσόλλαμον τους ηγουμένους και επιστήμονας 44 και είπα αυτοίς ελθείν προς Λοδδαίον τον ηγούμενον τον εν τω τόπω του γαζοφυλακίου. 41 Και συνήγαγον αυτούς επί τον λεγόμενον Θεράν ποταμόν. Ζαχαρίας και μετ ‘ αυτού απεγράφησαν άνδρες εκατόν πεντήκοντα· 31 εκ των υιών Φαάθ Μωάβ. όντας δέκα και οκτώ. Ασεβηβίαν και τους υιούς αυτού και τους αδελφούς. 49 και ευξάμην εκεί νηστείαν τοις νεανίσκοις έναντι Κυρίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 800 . οι έσχατοι και ταύτα τα ονόματα αυτών· Ελιφαλά του Γεουήλ και Σαμαίας και μετ ‘ αυτών άνδρες εβδομήκοντα· 40 εκ των υιών Βαγώ. ων έδωκε Δαυίδ. Ιωάννης Ακατάν και μετ ‘ αυτού άνδρες εκατόν δέκα· 39 εκ των υιών Αδωνικάμ. Νάθαν. Ζαχαρίας Βηβαϊ και μετ ‘ αυτού άνδρες εικοσιοκτώ· 38 εκ των υιών Αστάθ. και κατέμαθον αυτούς. 42 και εκ των ιερέων και εκ των λευιτών ουχ ευρών εκεί 43 απέστειλα προς Ελεάζαρον και Ιδουήλον και Μαιά και Μασμάν και Αλναθάν και Σαμαίαν και Ιώριβον. Λαττούς ο Σεχενίου· 30 εκ των υιών Φόρος. Εννατάν. Αβαδίας Ιεζήλου και μετ ‘ αυτού άνδρες διακόσιοι δεκαδύο· 36 εκ των υιών Βανίας. Ζαραϊας Μιχαήλου και μετ ‘ αυτού άνδρες εβδομήκοντα· 35 εκ των υιών Ιωάβ. ιεροδούλους διακοσίους και είκοσι· πάντων εσημάνθη η ονοματογραφία. είκοσιν άνδρες· 48 και εκ των ιεροδούλων. Ουθί ο του Ισταλκούρου και μετ ‘ αυτού άνδρες εβδομήκοντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ μου και συνήγαγον άνδρας εκ του Ισραήλ ωστε συναναβήναί μοι. Σεχενίας Ιεζήλου και μετ ‘ αυτού άνδρες τριακόσιοι· εκ των υιών Αδίν. Σαλιμώθ Ιωσαφίου και μετ ‘ αυτού άνδρες εξήκοντα και εκατόν· 37 εκ των υιών Βαβί. 45 εντειλάμενος αυτοίς διαλεχθήναι Λοδδαίω και τοις αδελφοίς αυτού και τοις εν τω τόπω γαζοφύλαξιν αποστείλαι ημίν τους ιερατεύσοντας εν τω οίκω του Κυρίου ημών.

και ήλθομεν εις Ιερουσαλήμ. και το χρυσίον και το αργύριον ευχή τω Κυρίω. α εδωρήσατο ο βασιλεύς. και Εσερεβίαν και Σαμίαν και μετ ‘ αυτών εκ των αδελφών αυτών άνδρας δώδεκα. 59 και οι παραλαβόντες οι ιερείς και οι Λευίται το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη τα εν Ιερουσαλήμ εισήνεγκαν εις το ιερόν του Κυρίου. 56 και στήσας παρέδωκα αυτοίς αργυρίου τάλαντα εξακόσια πεντήκοντα και σκεύη αργυρά ταλάντων εκατόν και χρυσίου τάλαντα εκατόν και χρυσώματα είκοσι και σκεύη χάλκεα από χρηστού χαλκού στίλβοντα χρυσοειδή σκεύη δώδεκα. τράγους υπέρ σωτηρίου δώδεκα· άπαντα θυσίαν τω Κυρίω. τη ημέρα τη τετάρτη σταθέν το αργύριον και το χρυσίον παρεδόθη εν τω οίκω Κυρίου ημών Μαρμωθί Ουρία ιερεί -62 και μετ ‘ αυτού Ελεάζαρ ο του Φινεές. και οι σύμβουλοι αυτού και οι μεγιστάνες και πας Ισραήλ. 57 και είπα αυτοίς· και υμείς άγιοί εστε τω Κυρίω και τα σκεύη τα άγια. και εγράφη πάσα η ολκή αυτών αυτη τη ωρα.προς αριθμόν και ολκήν άπαντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών 50 ζητήσαι παρ ‘ αυτού ευοδίαν ημίν τε και τοις συνούσιν ημίν τέκνοις ημών και κτήνεσιν· 51 ενετράπην γαρ αιτήσαι τον βασιλέα πεζούς τε και ιππείς και προπομπήν ένεκεν ασφαλείας της προς τους εναντιουμένους ημίν· 52 είπαμεν γαρ τω βασιλεί. 64 και απέδωκαν τα προστάγματα του βασιλέως τοις βασιλικοίς οικονόμοις και τοις επάρχοις Κοίλης Συρίας και Φοινίκης. 55 και έστησα αυτοίς το αργύριον και το χρυσίον και τα ιερά σκεύη του οίκου του Κυρίου ημών. άρνας εβδομηκονταδύο. 53 και πάλιν εδεήθημεν του Κυρίου ημών πάντα ταύτα και ετύχομεν ευϊλάτου. οι Λευίται. 61 και γενομένης αυτόθι ημέρας τρίτης. και εδόξασαν το έθνος και το ιερόν του Κυρίου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 801 . ταύρους δώδεκα υπέρ παντός Ισραήλ. 63 οι δε παραγενόμενοι εκ της αιχμαλωσίας προσήνεγκαν θυσίας τω Θεω του Ισραήλ Κυρίω. εν τοις παστοφορίοις του οίκου του Θεού ημών. Κυρίω των πατέρων ημών· 58 αγρυπνείτε και φυλάσσετε έως του παραδούναι υμάς αυτά τοις φυλάρχοις των ιερέων και των Λευιτών και τοις ηγουμένοις των πατριών του Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ. και ήσαν μετ ‘ αυτού Ιωσαβδός Ιησού και Μωέθ Σαβάννου. κριούς ενενηκονταέξ. ότι η ισχύς του Κυρίου ημών έσται μετά των επιζητούντων αυτόν εις πάσαν επανόρθωσιν. 60 Και αναζεύξαντες από του ποταμού Θερά τη δωδεκάτη του πρώτου μηνός έως εισήλθομεν εις Ιερουσαλήμ κατά την κραταιάν χείρα του Κυρίου ημών την εφ ‘ ημίν· και ερρύσατο ημάς από της εισόδου από παντός εχθρού. 54 και εχώρισα των φυλάρχων των ιερέων άνδρας δεκαδύο.

παρέβημεν γαρ τα προστάγματά σου. 77 αλλά εποίησεν ημάς εν χάριτι ενώπιον των βασιλέων Περσών δούναι ημίν τροφήν 78 και δοξάσαι το ιερόν του Κυρίου ημών και εγείραι την έρημον Σιών. 68 και άμα τω ακούσαί με ταύτα διέρρηξα τα ιμάτια και την ιεράν εσθήτα και κατέτιλα του τριχώματος της κεφαλής και του πώγωνος και εκάθισα σύννους και περίλυπος. διερρηγμένα έχων τα ιμάτια και την ιεράν εσθήτα. α έδωκας εν χειρί των παίδων σου των προφητών λέγων. Κύριε. 74 και δια τας αμαρτίας ημών και των πατέρων ημών παρεδόθημεν συν τοις αδελφοίς ημών και συν τοις βασιλεύσιν ημών και συν τοις ιερεύσιν ημών τοις βασιλεύσι της γης εις ρομφαίαν και αιχμαλωσίαν και προνομήν μετά αισχύνης μέχρι της σήμερον ημέρας. και εν τω δουλεύειν ημάς ουκ εγκατελείφθημεν υπό του Κυρίου ημών. Κύριε. εμού πενθούντος επί τη ανομία. εις ην εισέρχεσθε κληρονομήσαι. 81 και νυν τας θυγατέρας υμών μη συνοικήσητε τοις υιοίς αυτών και τας θυγατέρας αυτών μη λάβητε τοις υιοίς υμών· 82 και ου ζητήσετε ειρηνεύσαι τα προς αυτούς τον άπαντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 802 . 70 και εξεγερθείς εκ της νηστείας. κάμψας τα γόνατα και εκτείνας τας χείρας προς τον Κύριον έλεγον· 71 Κύριε. 80 ότι η γη. αι δε άγνοιαι ημών υπερήνεγκαν έως του ουρανού 73 έτι από των χρόνων των πατέρων ημών. και επεμίγη το σπέρμα το άγιον εις τα αλλογενή έθνη της γης. και της ακαθαρσίας αυτών ενέπλησαν αυτήν. καταλειφθήναι ημίν ρίζαν και όνομα εν τω τόπω αγιάσματός σου 76 και του ανακαλύψαι φωστήρα ημίν εν τω οίκω Κυρίου του Θεού ημών δούναι ημίν τροφήν εν τω καιρω της δουλείας ημών. Χαναναίων και Χετταίων και Φερεζαίων και Ιεβουσαίων και Μωαβιτών και Αιγυπτίων και Ιδουμαίων· 67 συνώκησαν γαρ μετά των θυγατέρων αυτών και αυτοί και οι υιοί αυτών. δούναι ημίν στερέωμα εν τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ. και μετείχον οι προηγούμενοι και οι μεγιστάνες της ανομίας ταύτης από της αρχής του πράγματος. ήσχυμμαι και εντέτραμμαι κατά πρόσωπόν σου· 72 αι γαρ αμαρτίαι ημών επλεόνασαν υπέρ τας κεφαλάς ημών. έχοντες ταύτα. και εσμεν εν μεγάλη αμαρτία έως της ημέρας ταύτης. έστι γη μεμολυσμένη μολυσμω των αλλογενών της γης. 69 και επισυνήχθησαν προς με όσοι ποτέ επικινούντο επί τω ρήματι Κυρίου Θεού του Ισραήλ. 75 και νυν κατά πόσον τι εγενήθη ημίν έλεος παρά σου. και εκαθήμην περίλυπτος έως της δειλινής θυσίας. 79 και νυν τι ερούμεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 65 Και τούτων τελεσθέντων προσήλθοσάν μοι οι ηγούμενοι λέγοντες· 66 ουκ εχώρισαν το έθνος του Ισραήλ και οι άρχοντες και οι ιερείς και οι Λευίται τα αλλογενή έθνη της γης και τας ακαθαρσίας αυτών.

αληθινός ει· κατελείφθημεν γαρ ρίζα εν τη σήμερον. εκούφισας τας αμαρτίας ημών και 84 έδωκας ημίν τοιαύτην ρίζαν· πάλιν ανεκάμψαμεν παραβήναι τον νόμον σου εις το επιμιγήναι τη ακαθαρσία των εθνών της γης. συ γαρ. και όσοι πειθαρχούσι τω νόμω Κυρίου. και νυν εστιν επάνω πας Ισραήλ· 90 εν τούτω γινέσθω ημίν ορκωμοσία προς τον Κύριον. 89 και φωνήσας Ιεχονίας Ιεήλου των υιών Ισραήλ είπεν· Έσδρα. και ημείς μετά σου ισχύν ποιείν. 87 ιδού νυν εσμεν ενώπιόν σου εν ταις ανομίαις ημών· ου γαρ εστι στήναι έτι έμπροσθέν σου επί τούτοις. 83 και τα συμβαίνοντα πάντα ημίν γίνεται δια τα έργα ημών τα πονηρά και τας μεγάλας αμαρτίας ημών. 86 Κύριε του Ισραήλ. επισυνήχθησαν προς αυτόν από Ιερουσαλήμ όχλος πολύς σφόδρα. Κύριε. ως εκρίθη σοι. 92 και αναστάς Έσδρας ωρκισε τους φυλάρχους των ιερέων και Λευιτών παντός του Ισραήλ ποιήσαι κατά ταύτα· και ώμοσαν. 2 και αυλισθείς εκεί άρτου ουκ εγεύσατο ουδέ ύδωρ έπιε. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ αναστάς Έδρας από της αυλής του ιερού επορεύθη εις το παστοφόριον Ιωνάν του Ελιασίβου. 85 ουχί ωργίσθης ημίν απολέσαι ημάς έως του μη καταλιπείν ρίζαν και σπέρμα και όνομα ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χρόνον. άνδρες και γυναίκες και νεανίαι· κλαυθμός γαρ ην μέγας εν τω πλήθει. 3 και εγένετο κήρυγμα εν όλη τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ πάσι τοις εκ της αιχμαλωσίας συναχθήναι εις Ιερουσαλήμ· 4 και όσοι αν μη απαντήσωσιν εν δυσίν ή τρισίν ημέραις κατά το κρίμα των προκαθημένων πρεσβυτέρων. 91 αναστάς επιτέλει· προς σε γαρ το πράγμα. πενθών επί των ανομιών των μεγάλων του πλήθους. και κατακληρονομήσητε τοις τέκνοις υμών έως αιώνος. ίνα ισχύσαντες φάγητε τα αγαθά της γης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 803 . εκβαλείν πάσας τας γυναίκας ημών τας εκ των αλλογενών συν τοις τέκνοις αυτών. 88 Και ότε προσευχόμενος Έσδρας ανθωμολογείτο κλαίων χαμαιπετής έμπροσθεν του ιερού. ημείς ημάρτομεν εις τον Κύριον και συνωκίσαμεν γυναίκας αλλογενείς εκ των εθνών της γης.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανιερωθήσονται τα κτήνη αυτών. και συνεκλείσθησαν τη νουμηνία του μηνός του δεκάτου ετάσαι το πράγμα. 11 αλλά το πλήθος πολύ και ωρα χειμερινή. 7 και αναστάς Έσδρας είπεν αυτοίς· υμείς ηνομήσατε και συνωκίσατε γυναιξίν αλλογενέσι του προσθείναι αμαρτίας τω Ισραήλ· 8 και νυν δότε ομολογίαν δόξαν τω Κυρίω Θεω των πατέρων ημών 9 και ποιήσατε το θέλημα αυτού και χωρίσθητε από των εθνών της γης και από των γυναικών των αλλογενών. 14 Ιωνάθας Αζαήλου και Εζεκίας Θεωκανού επεδέξαντο κατά ταύτα. Ιερμάς και Ιεζίας και Μελχίας και Μαήλος και Ελεάζαρος και Ασεβίας και Βαναίας· 27 εκ των υιών ‘Ηλά. 21 και εκ των υιών Εμμήρ. Ελιωναϊς Μασσίας Ισμαήλος και Ναθαναήλος και ‘Ωκόδηλος και Σαλόας· 23 και εκ των Λευιτών. Ζαχαρίας και Ιεζριήλος και Ιωαβδίος και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 804 . 10 και εφώνησεν άπαν το πλήθος και είπον μεγάλη τη φωνή· ούτως ως είρηκας ποιήσομεν. 6 και συνεκάθισαν παν το πλήθος εν τω ευρυχώρω του ιερού τρέμοντες δια τον ενεστώτα χειμώνα. Βακχούρος· 25 εκ των θυρωρών. Ανανίας και Ζαβδαίος και Μάνης και Σαμαίος και Ιερεήλ και Αζαρίας· 22 και εκ των υιών Φαισούρ. 17 και ήχθη επί πέρας τα κατά τους άνδρας τους επισυνέχοντας γυναίκας αλλογενείς έως της νουμηνίας του πρώτου μηνός. 16 και επελέξατο αυτω Έσδρας ο ιερεύς άνδρας ηγουμένους των πατριών αυτών πάντας κατ ‘ όνομα. 12 στήτωσαν δε οι προηγούμενοι του πλήθους. 5 και επισυνήχθησαν πάντες οι εκ της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν εν τρισίν ημέραις εις Ιερουσαλήμ (ούτος ο μην έννατος τη εικάδι του μηνός). 18 και ευρέθησαν των ιερέων οι επισυναχθέντες αλλογενείς γυναίκας έχοντες· 19 εκ των υιών Ιησού του Ιωσεδέκ και των αδελφών αυτού Μαθήλας και Ελεάζαρος και Ιώριβος και Ιωαδάνος· 20 και επέβαλον τας χείρας εκβαλείν τας γυναίκας αυτών. και αυτός αλλοτριωθήσεται από του πλήθους της αιχμαλωσίας. και εις εξιλασμόν κριούς υπέρ της αγνοίας αυτών. και Μοσόλλαμος και Λευίς και Σαββαταίος συνεβράβευσαν αυτοίς. Ιωζαβάδος και Σεμεϊς και Κώϊος (ούτός εστι Καλιτάς) και Παθαίος και Ιούδας και Ιωνάς· 24 εκ των ιεροψαλτών. και το έργον ουκ έστιν ημίν ημέρας μιάς ουδέ δύο· επί πλείον γαρ ημάρτομεν εν τούτοις. παραγενηθήτωσαν λαβόντες χρόνον· 13 εκάστου δε τόπου τους πρεσβυτέρους και τους κριτάς έως του λύσαι την οργήν Κυρίου αφ ‘ ημών του πράγματος τούτου. Ματθανίας. 15 και εποίησαν κατά πάντα ταύτα οι εκ της αιχμαλωσίας. Σαλούμος και Τολβάνης· 26 εκ του Ισραήλ εκ των υιών Φόρος. και ουκ ισχύομεν στήναι αίθριοι. Ελιάσεβος. και πάντες οι εκ των κατοικιών ημών όσοι έχουσι γυναίκας αλλογενείς.

Ιουήλ. 44 και εξ ευωνύμων Φαλδαίος και Μισαήλ. 48 Ιησούς και Αννιούθ και Σαραβίας και Ιαδινός και Ιάκουβος. 42 και έστη Έσδρας ο ιερεύς και αναγνώστης του νόμου επί του ξυλίνου βήματος του κατασκευασθέντος. Σαμμούς. Ματθανίας και Σεσθήλ· και Βαλνούος και Μανασσίας· 32 και εκ των υιών Ανάν. 45 και αναλαβών Έσδρας το βιβλίον ενώπιον του πλήθους προεκάθητο επιδόξως ενώπιον πάντων. Μελχίας. Ιεδαίος. Ελιάσιμος. Λακκούνος και Ναϊδος. και άραντες άνω τας χείρας. Μαιάννας και Καλίτας. προσεκύνησαν τω Κυρίω. Σελεμίας. Μαμούχος. Ελιαλί. προσπεσόντες επί την γην. Ιωάννης και Ανανίας και Ιωζάβδος και Αμαθίας· 30 εκ των υιών Μανί. Εσρήλ. Ελιωνάς και Ασαϊας και Μελχίας και Σαββαίος και Σίμων Χοσαμαίος· 33 και εκ των υιών Ασόμ. Ανανίας. 36 πάντες ούτοι συνώκισαν γυναίκας αλλογενείς. Εζεκίας. 40 και εκόμισεν Έσδρας ο αρχιερεύς τον νόμον παντί τω πλήθει ανθρώπου έως γυναικός και πάσι τοις ιερεύσιν ακούσαι του νόμου νουμηνία του εβδόμου μηνός. ‘Ηδαϊς. Μαζιτίας. Μομδίος. Ελίασις. 38 και συνήχθη παν το πλήθος ομοθυμαδόν επί το ευρύχωρον του προς ανατολάς του ιερού πυλώνος 39 και είπεν Έσδρα τω ιερεί και αναγνώστη· κόμισαι τον νόμον Μωυσή τον παραδοθέντα υπό Κυρίου Θεού Ισραήλ. Σομεϊς. εξ όρθρου έως μέσης ημέρας. Αζαρίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 805 . Βαναίας. Αζαήλος. Σαββαταίος. Σεσίς. Ιερεμίας. Ουρίας. Ναθανίας· και εκ των υιών Εζωρά. Ιώσηφος· 35 και εκ των υιών Εθμά. Βαννούς. και απέλυσαν αυτάς συν τέκνοις. Ραβασίων και Ενάσιβος και Μαμνιτάναιμος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιερεμώθ και Αϊδίας· 28 και εκ των υιών Ζαμώθ. Μαβδαϊ και Πεδίας και Άνως. Ναβαρίας. ενώπιον ανδρών τε και γυναικών. Ισμαήρος. Ζαχαρίας. ‘Ωλαμός. ‘Οθονίας Ιαριμώθ και Σάβαθος και Ζεραλίας· 29 και εκ των υιών Βηβαϊ. Ζαμβρί. Νάαθος και Μοοσίας. Αλταναίος και Ματταθίας και Σαβανναίος και Ελιφαλάτ και Μανασσής και Σεμεϊ· 34 και εκ των υιών Βαανί. Ζαβαδαίας. 46 και εν τω λύσαι τον νόμον πάντες ορθοί έστησαν. 41 και ανεγίνωσκεν εν τω προ του ιερού πυλώνος ευρυχώρω. 47 και επεφώνησε παν το πλήθος αμήν. Ελιαδάς. Ιασούβος και Ιασαήλος και Ιερεμώθ· 31 και εξ υιών Αδδί. Βαάλσαμος εκ δεξιών. και απέδωκαν παν το πλήθος τον νουν εις τον νόμον. 43 και έστησαν παρ ‘ αυτω Ματταθίας. Ιουήλ. Αζαρίας. Λωθάσουβος. και ευλόγησεν Έσδρας τω Κυρίω Θεω Υψίστω Θεω Σαβαώθ παντοκράτορι. Σαματός. 37 Και κατώκησαν οι ιερείς και οι Λευίται και οι εκ του Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ και εν τη χώρα τη νουμηνία του μηνός του εβδόμου και οι υιοί Ισραήλ εν ταις κατοικίαις αυτών. Αυταίας.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Ιώζαβδος και Ανανίας. και λήψονται αυτόν άνδρες του τόπου αυτού εν αργυρίω και χρυσίω και αποσκευή και κτήνεσι μετά του εκουσίου εις οίκον του Θεού του εν Ιερουσαλήμ. 5 και ανέστησαν άρχοντες των πατριών των Ιούδα και Βενιαμίν και οι ιερείς και οι Λευίται. και αυτός επεσκέψατο επ ‘ εμέ του οικοδομήσαι οίκον αυτω εν Ιερουσαλήμ τη εν τη Ιουδαία. 54 και ώχοντο πάντες φαγείν και πιείν και ευφραίνεσθαι και δούναι αποστολάς τοις μη έχουσι και ευφρανθήναι μεγάλως. πάντων ων εξήγειρεν ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 806 . και αναβήσεται εις Ιερουσαλήμ την εν τη Ιουδαία. και οικοδομησάτω τον οίκον Θεού Ισραήλ (αυτός ο Θεός ο εν Ιερουσαλήμ). 49 και είπεν Ατθαράτης Έσδρα τω αρχιερεί και αναγνώστη και τοις Λευίταις τοις διδάσκουσι το πλήθος επί πάντας· 50 η ημέρα αύτη εστίν αγία τω Κυρίω. και έσται ο Θεός αυτού μετ ‘ αυτού. 55 ότι γαρ ενεφυσιώθησαν εν τοις ρήμασιν. μη λυπείσθε. και επισυνήχθησαν. 4 και πας ο καταλιπόμενος από πάντων των τόπων. 52 αγία γαρ η ημέρα τω Κυρίω· και μη λυπείσθε. εξήγειρε Κύριος το πνεύμα Κύρου βασιλέως Περσών. και παρήγγειλε φωνήν εν πάση βασιλεία αυτού και γε εν γραπτω λέγων· 2 ούτως είπε Κύρος βασιλεύς Περσών· πάσας τας βασιλείας της γης έδωκέ μοι Κύριος ο Θεός του ουρανού. και πάντες έκλαιον εν τω ακούσαι του νόμου· 51 βαδίσαντες ουν φάγετε λιπάσματα και πίετε γλυκάσματα και αποστείλατε αποστολάς τοις μη έχουσιν. ------------------------------------------------------- Β ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εν τω πρώτω έτει Κύρου του Βασιλέως Περσών του τελεσθήναι λόγον Κυρίου από στόματος Ιερεμίου. ου αυτός παροικεί εκεί. 53 και οι Λευίται εκέλευον παντί τω δήμω λέγοντες· η ημέρα αύτη αγία. εμφυσιούντες άμα την ανάγνωσιν. εδίδασκον τον νόμον του Κυρίου και προς το πλήθος ανεγίνωσκον τον νόμον του Κυρίου. ο γαρ Κύριος δοξάσει υμάς. οι Λευίται. οίς εδιδάχθησαν. 3 τις εν υμίν από παντός του λαού αυτού. Φαλίας.

Μαρδοχαίος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεός το πνεύμα αυτών του αναβήναι οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ. ανδρών αριθμός λαού Ισραήλ· 3 υιοί Φαρές δισχίλιοι εκατόν εβδομηκονταδύο· 4 υιοί Σαφατία τριακόσιοι εβδομηκονταπέντε· 5 υιοί Άρες επτακόσιοι εβδομηκονταπέντε· 6 υιοί Φαάθ Μωάβ τοις υιοίς Ιησουέ Ιωάβ δισχίλιοι οκτακόσιοι δεκαδύο· 7 υιοί Αιλάμ χίλιοι διακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες· 8 υιοί Ζατθουά ενακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 9 υιοί Ζακχού επτακόσιοι εξήκοντα· 10 υιοί Βανουί εξακόσιοι τεσσαρακονταδύο· 11 υιοί Βαβαϊ εξακόσιοι εικοσιτρείς· 12 υιοί Ασγάδ χίλιοι διακόσιοι εικοσιδύο· 13 υιοί Αδωνικάμ εξακόσιοι εξηκονταέξ· 14 υιοί Βαγουέ δισχίλιοι πεντηκονταέξ· 15 υιοί Αδδίν τετρακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες· 16 υιοί Ατήρ τω Εζεκία ενενηκονταοκτώ· 17 υιοί Βασσού τριακόσιοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 807 . Μασφάρ. Βαγουαί. και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ και Ιούδα ανήρ εις πόλιν αυτού. Νεεμίας. Βαλασάν. εν χρυσω. Β ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ούτοι οι υιοί της χώρας οι αναβαίνοντες από της αιχμαλωσίας της αποικίας. Ρεελίας. πάρεξ των εκουσίων. παρηλλαγμένα εννέα και είκοσι. α έλαβε Ναβουχοδονόσορ από Ιερουσαλήμ και έδωκεν αυτά εν οίκω Θεού αυτού· 8 και εξήνεγκεν αυτά Κύρος ο βασιλεύς Περσών επί χείρα Μιθραδάτου Γασβαρηνού. 10 κεφουρής χρυσοί τριάκοντα και αργυροί διπλοί τετρακόσια δέκα και σκεύη έτερα χίλια. εν αποσκευή και εν κτήνεσι και εν ξενίοις. 2 οί ήλθον μετά Ζοροβάβελ· Ιησούς. Σαραϊας. τα πάντα αναβαίνοντα μετά Σασαβασάρ από της αποικίας εκ Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ. ης απώκισε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα. Βαανά. 6 και πάντες οι κυκλόθεν ενίσχυσαν εν χερσίν αυτών εν σκεύεσιν αργυρίου. 11 πάντα τα σκεύη τω χρυσω και τω αργυρω πεντακισχίλια και τετρακόσια. και ηρίθμησεν αυτά τω Σασαβασάρ τω άρχοντι του Ιούδα. Ρεούμ. 7 και ο βασιλεύς Κύρος εξήνεγκε τα σκεύη οίκου Κυρίου. 9 και ούτος ο αριθμός αυτών· ψυκτήρες χρυσοί τριάκοντα και ψυκτήρες αργυροί χίλιοι.

υιοί Γεδήλ. 46 υιοί Αγάβ. υιοί Σωβαϊ. υιοί Μαουδά. εξακόσιοι πεντηκονταδύο· 61 και από των υιών των ιερέων υιοί Λαβεία. 52 υιοί Βασαλώθ. υιοί Φασή. 45 υιοί Λαβανώ. Ηδάν. υιοί Μοουνίμ. υιοί Νεκωδά. υιοί Τωβίου. οι πάντες εκατόν τριακονταεννέα· 43 οι Ναθινίμ. υιοί Γαάρ. 47 υιοί Γεδδήλ. 55 υιοί δούλων Σαλωμών. υιοί Ακουφά. υιοί Σουθία. υιοί Σωταϊ. 44 υιοί Κάδης. 57 υιοί Σαφατία. Εμμήρ και ουκ εδυνάσθησαν του αναγγείλαι οίκον πατριάς αυτών και σπέρμα αυτών ει εξ Ισραήλ εισιν· 60 υιοί Δαλαϊα. 50 υιοί Ασενά. 53 υιοί Βαρκός. υιοί Γαζέμ. υιοί Σελαμί. υιοί Ατήρ. υιοί Σισάρα. 56 υιοί Ιεηλά. και ουχ ευρέθησαν. υιοί Θεμά. υιοί Βερζελλαϊ. και εκλήθη επί τω ονόματι αυτών· 62 ούτοι. υιοί Σεφηρά. υιοί Ατιτά. υιοί Βουά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εικοσιτρείς· 18 υιοί Ιωρά εκατόν δεκαδύο· 19 υιοί Ασούμ διακόσιοι εικοσιτρείς· 20 υιοί Γαβέρ ενενηκονταπέντε· 21 υιοί Βεθλαέμ εκατόν εικοσιτρείς· 22 υιοί Νετωφά πεντηκονταέξ· 23 υιοί Αναθώθ εκατόν εικοσιοκτώ· 24 υιοί Αζμώθ τεσσαρακοντατρείς· 25 υιοί Καριαθιαρίμ Χαφιρά και Βηρώθ επτακόσιοι τεσσαρακοντατρείς· 26 υιοί της Ραμά και Γαβαά εξακόσιοι εικοσιείς· 27 άνδρες Μαχμάς εκατόν εικοσιδύο· 28 άνδρες Βαιθήλ και Αϊά τετρακόσιοι εικοσιτρείς· 29 υιοί Ναβού πεντηκονταδύο· 30 υιοί Μαγεβίς εκατόν πεντηκονταέξ· 31 υιοί ‘Ηλαμάρ χίλιοι διακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες· 32 υιοί ‘Ηλάμ τριακόσιοι είκοσιν· 33 υιοί Λοδαδί και ‘Ωνώ επτακόσιοι εικοσιπέντε· 34 υιοί Ιεριχώ τριακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 35 υιοί Σεναά τρισχίλιοι εξακόσιοι τριάκοντα· 36 και οι ιερείς υιοί Ιεδουά τω οίκω Ιησοί ενακόσιοι εβδομηκοντατρείς· 37 υιοί Εμμήρ χίλιοι πεντηκονταδύο· 38 υιοί Φασσούρ χίλιοι διακόσιοι τεσσαρακονταεπτά· 39 υιοί ‘Ηρέμ χίλιοι επτά· 40 και οι Λευίται υιοί Ιησού και Καδμιήλ τοις υιοίς ‘Ωδουϊα εβδομηκοντατέσσαρες· 41 οι άδοντες υιοί Ανασάφ εκατόν εικοσιοκτώ· 42 υιοί των πυλωρών υιοί Σελλούμ. υιοί Αρούρ. υιοί Ατίλ. υιοί Ραϊά. υιοί Ασουφά. και ηγχιστεύθησαν από της ιερατείας· 63 και είπεν Αθερσασθά αυτοίς του μη φαγείν από του αγίου των αγίων έως αναστη ιερεύς τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 808 . υιοί Βασί. Χερούβ. υιοί Τελμών. υιοί Ακούβ. υιοί Νεκωδά. υιοί Αρσά. υιοί Φαχεράθ. 49 υιοί Αζώ. ος έλαβεν από των θυγατέρων Βερζελλαϊ του Γαλααδίτου γυναίκα. 54 υιοί Νασθιέ. υιοί Ταβαώθ. υιοί Ασεβωείμ. υιοί Φαδών. 51 υιοί Βακβούκ. Θελαρησά. υιοί Ανάν. υιοί Ημεϊ· 58 πάντες οι Ναθανίμ και υιοί Αβδησελμά τριακόσιοι ενενηκονταδύο. υιοί Αγαβά. υιοί Ακούβ. εζήτησαν γραφήν αυτών οι μεθωεσίμ. 59 και ούτοι οι αναβάντες από Θελμελέχ. υιοί Ατουφά. υιοί Σιαά. 48 υιοί Ρασών. υιοί Φαδουρά. υιοί Νεφουσίμ. υιοί Δαρκών. υιοί Ακκούς.

65 χωρίς δούλων αυτών και παιδισκών αυτών. 6 εν ημέρα μια του μηνός του εβδόμου ήρξαντο αναφέρειν ολοκαυτώσεις τω Κυρίω και ο οίκος του Κυρίου ουκ εθεμελιώθη. 64 πάσα δε η εκκλησία ομού ωσεί τέσσαρες μυριάδες δισχίλιοι τριακόσιοι εξήκοντα. 67 κάμηλοι αυτών τετρακόσιοι τριακονταπέντε. 4 και εποίησαν την εορτήν των σκηνών κατά το γεγραμμένον και ολοκαυτώσεις ημέραν εν ημέρα εν αριθμω ως η κρίσις. λόγον ημέρας εν ημέρα αυτού. 3 και ητοίμασαν το θυσιαστήριον επί την ετοιμασίαν αυτού. 70 και εκάθισαν οι ιερείς και οι Λευίται και οι από του λαού και οι άδοντες και οι πυλωροί και οι Ναθινίμ εν πόλεσιν αυτών και πας Ισραήλ εν πόλεσιν αυτών. 68 και από αρχόντων πατριών εν τω εισελθείν αυτούς εις οίκον Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ ηκουσιάσαντο εις οίκον του Θεού του στήσαι αυτόν επί την ετοιμασίαν αυτού· 69 ως η δύναμις αυτών. ούτοι επτακισχίλιοι τριακόσιοι τριακοντεπτά· και ούτοι άδοντες και άδουσαι διακόσιοι· 66 ίπποι αυτών επτακόσιοι τριακονταέξ. μναί εξ μυριάδες και χίλιαι. όνοι αυτών εξακισχίλιοι επτακόσιοι είκοσι. 5 και μετά τούτο ολοκαυτώσεις ενδελεχισμού και εις τας νουμηνίας και εις πάσας εορτάς τω Κυρίω τας ηγιασμένας και παντί εκουσιαζομένω εκούσιον τω Κυρίω. και κόθωνοι των ιερέων εκατόν. 7 και έδωκαν αργύριον τοις λατόμοις και τοις τέκτοσι και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 809 . Β ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ έφθασεν ο μην ο έβδομος-και οι υιοί Ισραήλ εν πόλεσιν αυτών-και συνήχθη ο λαός ως ανήρ εις εις Ιερουσαλήμ. και αργυρίου μνάς πεντακισχιλίας. έδωκαν εις θησαυρόν του έργου χρυσίον καθαρόν. 2 και ανέστη Ιησούς ο του Ιωσεδέκ και οι αδελφοί αυτού ιερείς και Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και οι αδελφοί αυτού και ωκοδόμησαν το θυσιαστήριον Θεού Ισραήλ του ανενέγκαι επ ‘ αυτό ολοκαυτώσεις κατά τα γεγραμμένα εν νόμω Μωυσή ανθρώπου του Θεού. και ανέβη επ ‘ αυτό ολοκαύτωσις τω Κυρίω το πρωϊ και εις εσπέραν. ότι εν καταπλήξει επ ‘ αυτούς από των λαών των γαιών. ημίονοι αυτών διακόσιοι τεσσαρακονταπέντε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φωτίζουσι και τοις τελείοις.

υιοί αυτών και οι αδελφοί αυτών οι Λευίται. ότι ως υμείς εκζητούμεν τω Θεω ημών. Καδμιήλ και οι υιοί αυτού υιοί Ιούδα. Β ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ήκουσαν οι θλίβοντες Ιούδα και Βενιαμίν. 8 και εν τω έτει τω δευτέρω του ελθείν αυτούς εις οίκον του Θεού εν Ιερουσαλήμ. και αυτω ημείς θυσιάζομεν από ημερών Ασαραδδών βασιλέως Ασσούρ του ενέγκαντος ημάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 810 . 2 και ήγγισαν προς Ζοροβάβελ και προς τους άρχοντας των πατριών και είπον αυτοίς· οικοδομήσομεν μεθ ‘ υμών. και τούτον τον οίκον εν οφθαλμοίς αυτών. εν μηνί τω δευτέρω. ότι ο λαός εκραύγασε φωνή μεγάλη. οί είδοσαν τον οίκον τον πρώτον εν θεμελιώσει αυτού. και η φωνή ηκούετο έως από μακρόθεν. υιοί ‘Ηναδάδ. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού επί Ισραήλ. 10 και εθεμελίωσαν του οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου. 12 και πολλοί από των ιερέων και των Λευιτών και άρχοντες των πατριών οι πρεσβύτεροι. έκλαιον φωνή μεγάλη· και ο όχλος εν σημασία μετ ‘ ευφροσύνης του υψώσαι ωδήν· 13 και ουκ ην ο λαός επιγινώσκων φωνήν σημασίας της ευφροσύνης από της φωνής του κλαυθμού του λαού. επί τους ποιούντας τα έργα εν οίκω του Θεού. ότι αγαθόν. ήρξατο Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και Ιησούς ο του Ιωσεδέκ και οι κατάλοιποι των αδελφών αυτών οι ιερείς και οι Λευίται και πάντες οι ερχόμενοι από της αιχμαλωσίας εις Ιερουσαλήμ και έστησαν τους Λευίτας από εικοσαετούς και επάνω επί τους ποιούντας τα έργα εν οίκω Κυρίου. ότι υιοί της αποικίας οικοδομούσιν οίκον τω Κυρίω Θεω Ισραήλ. 9 και έστη Ιησούς και οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού. και έστησαν οι ιερείς εστολισμένοι εν σάλπιγξι και οι Λευίται υιοί Ασάφ εν κυμβάλοις του αινείν τον Κύριον επί χείρας Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βρώματα και ποτά και έλαιον τοις Σιδωνίοις και τοις Τυρίοις ενέγκαι ξύλα κέδρινα από του Λιβάνου προς θάλασσαν Ιόππης κατ ‘ επιχώρησιν Κύρου βασιλέως Περσών επ ‘ αυτούς. 11 και απεκρίθησαν εν αίνω και ανθομολογήσει τω Κυρίω. και πας ο λαός εσήμαινε φωνή μεγάλη αινείν τω Κυρίω επί τη θεμελιώσει του οίκου Κυρίου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ώδε. 3 και είπε προς αυτούς Ζοροβάβελ και Ιησούς και οι κατάλοιποι των αρχόντων των πατριών του Ισραήλ· ουχ ημίν και υμίν του οικοδομήσαι οίκον τω Θεω ημών, ότι ημείς αυτοί επί το αυτό οικοδομήσομεν τω Κυρίω Θεω ημών, ως ενετείλατο ημίν Κύρος ο βασιλεύς Περσών. 4 και ην ο λαός της γης εκλύων τας χείρας του λαού Ιούδα και ενεπόδιζον αυτούς οικοδομείν 5 και μισθούμενοι επ ‘ αυτούς βουλευόμενοι του διασκεδάσαι βουλήν αυτών πάσας τας ημέρας Κύρου βασιλέως Περσών και έως βασιλείας Δαρείου βασιλέως Περσών. 6 Και εν βασιλεία Ασσουήρου, εν αρχή βασιλείας αυτού, έγραψαν επιστολήν επί οικούντας Ιούδα και Ιερουσαλήμ. 7 και εν ημέραις Αρθασασθά έγραψεν εν ειρήνη Μιθραδάτη Ταβεήλ και τοις λοιποίς συνδούλοις. προς Αρθασασθά βασιλέα Περσών έγραψεν ο φορολόγος γραφήν Συριστί και ηρμηνευμένην. 8 Ραούμ βααλτάμ και Σαψά ο γραμματεύς έγραψαν επιστολήν μίαν κατά Ιερουσαλήμ τω Αρθασασθά βασιλεί. 9 τάδε έκρινε Ραούμ βααλτάμ και Σαμψά ο γραμματεύς και οι κατάλοιποι σύνδουλοι ημών, Δειναίοι, Αφαρσαθαχαίοι, Ταρφαλαίοι, Αφασραίοι, Αρχυαίοι, Βαβυλώνιοι, Σουσαναχαίοι, Δαυαίοι 10 και οι κατάλοιποι εθνών, ων απώκισεν Ασσεναφάρ ο μέγας και ο τίμιος και μετώκισεν αυτούς εν πόλεσι της Σομόρων και το κατάλοιπον πέραν του ποταμού· 11 αύτη η διαταγή της επιστολής ης απέστειλαν προς αυτόν· «Πρός Αρθασασθά βασιλέα παίδές σου άνδρες πέραν του ποταμού. 12 γνωστόν έστω τω βασιλεί ότι οι Ιουδαίοι οι αναβάντες από σου προς ημάς ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ την πόλιν την αποστάτιν και πονηράν, ην οικοδομούσι, και τα τείχη αυτής κατηρτισμένα εισί, και θεμελίους αυτής ανύψωσαν. 13 νυν ουν γνωστόν έστω τω βασιλεί, ότι εάν η πόλις εκείνη ανοικοδομηθή και τα τείχη αυτής καταρτισθώσι, φόροι ουκ έσονταί σοι ουδέ δώσουσι· και τούτο βασιλείς κακοποιεί· 14 και ασχημοσύνην βασιλέως ουκ έξεστιν ημίν ιδείν· δια τούτο επέμψαμεν και εγνωρίσαμεν τω βασιλεί, 15 ίνα επισκέψηται εν βίβλω υπομνηματισμού των πατέρων σου, και ευρήσεις και γνώση ότι η πόλις εκείνη πόλις αποστάτις, κακοποιούσα βασιλείς και χώρας, και φυγαδείαι δούλων γίνονται εν μέσω αυτής από ημερών αιώνος· δια ταύτα η πόλις αύτη ηρημώθη. 16 γνωρίζομεν ουν ημείς τω βασιλεί ότι αν η πόλις εκείνη οικοδομηθή και τα τείχη αυτής καταρτισθή, ουκ έστι σοι ειρήνή. 17 Και απέστειλεν ο βασιλεύς προς Ραούμ βααλτάμ και Σαμψά γραμματέα και τους καταλοίπους συνδούλους αυτών τους οικούντας εν Σαμαρεία και τους καταλοίπους πέραν του ποταμού ειρήνην και φησίν· 18 «ο φορολόγος, ον απεστείλατε προς ημάς, εκλήθη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

811

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έμπροσθεν εμού. 19 και παρ ‘ εμού ετέθη γνώμη και επεσκεψάμεθα και εύραμεν, ότι η πόλις εκείνη αφ ‘ ημερών αιώνος επί βασιλείς επαίρεται, και αποστάσεις και φυγαδείαι γίνονται εν αυτη· 20 και βασιλείς ισχυροί εγένοντο εν Ιερουσαλήμ και επικρατούντες όλης της πέραν του ποταμού, και φόροι πλήρεις και μέρος δίδονται αυτοίς· 21 και νυν θέτε γνώμην καταργήσαι τους άνδρας εκείνους, και η πόλις εκείνη ουκ οικοδομηθήσεται έτι· 22 όπως από της γνώμης πεφυλαγμένοι ήτε άνεσιν ποιήσαι περί τούτου, μη ποτε πληθυνθή αφανισμός εις κακοποίησιν βασιλεύσί. 23 Τότε ο φορολόγος του Αρθασασθά βασιλέως ανέγνω ενώπιον Ραούμ βααλτάμ και Σαμψά γραμματέως και συνδούλων αυτού· και επορεύθησαν σπουδή εις Ιερουσαλήμ και εν Ιούδα και κατήργησαν αυτούς εν ίπποις και δυνάμει. 24 τότε ήργησε το έργον οίκου του Θεού το εν Ιερουσαλήμ και ην αργούν έως δευτέρου έτους της βασιλείας Δαρείου βασιλέως Περσών.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

1 ΚΑΙ επροφήτευσεν Αγγαίος ο προφήτης και Ζαχαρίας ο του Αδδώ προφητείαν επί τους Ιουδαίους τους εν Ιούδα και Ιερουσαλήμ εν ονόματι Θεού Ισραήλ επ ‘ αυτούς. 2 τότε ανέστησαν Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και Ιησούς υιος Ιωσεδέκ και ήρξαντο οικοδομήσαι τον οίκον του Θεού τον εν Ιερουσαλήμ, και μετ ‘ αυτών οι προφήται του Θεού βοηθούντες αυτοίς. 3 εν αυτω τω καιρω ήλθεν επ ‘ αυτούς Θανθαναϊ έπαρχος πέραν του ποταμού και Σαθαρβουζαναϊ και οι σύνδουλοι αυτών και τοιάδε είπαν αυτοίς· τις έθηκεν υμίν γνώμην του οικοδομήσαι τον οίκον τούτον και την χορηγίαν ταύτην καταρτίσασθαι; 4 τότε ταύτα είποσαν αυτοίς· τίνα εστί τα ονόματα των ανδρών των οικοδομούντων την πόλιν ταύτην; 5 και οι οφθαλμοί του Θεού επί την αιχμαλωσίαν Ιούδα, και ου κατήργησαν αυτούς έως γνώμη τω Δαρείω απηνέχθη· και τότε απεστάλη τω φορολόγω υπέρ τούτου. 6 Διασάφησις επιστολής, ης απέστειλε Θανθαναϊ ο έπαρχος του πέραν του ποταμού και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

812

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Σαθαρβουζαναϊ και οι σύνδουλοι αυτών Αφαρσαχαίοι οι εν τω πέραν του ποταμού Δαρείω τω βασιλεί· 7 ρήμασι απέστειλαν προς αυτόν, και τάδε γέγραπται εν αυτώ· «Δαρείω τω βασιλεί ειρήνη πάσα. 8 γνωστόν έστω τω βασιλεί ότι επορεύθημεν εις την Ιουδαίαν χώραν εις οίκον του Θεού του μεγάλου, και αυτός οικοδομείται λίθοις εκλεκτοίς, και ξύλα εντίθενται εν τοις τοίχοις, και το έργον εκείνο επιδέξιον γίνεται και ευοδούται εν ταις χερσίν αυτών. 9 τότε ηρωτήσαμεν τους πρεσβυτέρους εκείνους, και ούτως είπαμεν αυτοίς· τις έθηκεν υμίν γνώμην τον οίκον τούτον οικοδομήσαι και την χορηγίαν ταύτην καταρτίσασθαι; 10 και τα ονόματα αυτών ηρωτήσαμεν αυτούς γνωρίσαι σοι, ωστε γράψαι σοι τα ονόματα των ανδρών των αρχόντων αυτών. 11 και τοιούτο το ρήμα απεκρίθησαν ημίν λέγοντες· ημείς εσμεν δούλοι του Θεού του ουρανού και της γης και οικοδομούμεν τον οίκον, ος ην ωκοδομημένος προ τούτου έτη πολλά, και βασιλεύς του Ισραήλ μέγας ωκοδόμησεν αυτόν και κατηρτίσατο αυτόν αυτοίς. 12 αφ ‘ ότε δε παρώργισαν οι πατέρες ημών τον Θεόν του ουρανού, έδωκεν αυτούς εις χείρας Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος του Χαλδαίου και τον οίκον τούτον κατέλυσε και τον λαόν απώκισεν εις Βαβυλώνα. 13 αλλ ‘ εν έτει πρώτω Κύρου του βασιλέως Κύρος ο βασιλεύς έθετο γνώμην τον οίκον του Θεού τούτον οικοδομηθήναι. 14 και τα σκεύη του οίκου του Θεού τα χρυσά και τα αργυρά, α Ναβουχοδονόσορ εξήνεγκεν από του οίκου του εν Ιερουσαλήμ και απήνεγκεν αυτά εις τον ναόν του βασιλέως, εξήνεγκεν αυτά Κύρος ο βασιλεύς από του ναού του βασιλέως και έδωκε τω Σαβανασάρ τω θησαυροφύλακι, τω επί του θησαυρού 15 και είπεν αυτω· πάντα τα σκεύη λάβε και πορεύου, θές αυτά εν τω οίκω τω εν Ιερουσαλήμ εις τον τόπον αυτών. 16 τότε Σαβανασάρ εκείνος ήλθε και έδωκε θεμελίους του οίκου του Θεού εν Ιερουσαλήμ· και από τότε έως του νυν ωκοδομήθη και ουκ ετελέσθη. 17 και νυν ει επί τον βασιλέα αγαθόν, επισκεπήτω εν τω οίκω της γάζης του βασιλέως Βαβυλώνος, όπως γνως ότι από βασιλέως Κύρου ετέθη γνώμη οικοδομήσαι τον οίκον του Θεού εκείνον τον εν Ιερουσαλήμ. και γνούς ο βασιλεύς περί τούτου πεμψάτω προς ημάς».

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

813

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΕΣΔΡΑΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΤΟΤΕ Δαρείος ο βασιλεύς έθηκε γνώμην και επεσκέψατο εν ταις βιβλιοθήκαις, όπου η γάζα κείται εν Βαβυλώνι. 2 και ευρέθη εν πόλει εν τη βάρει κεφαλίς μία, και τούτο ην γεγραμμένον εν αυτη υπόμνημα· 3 « Εν έτει πρώτω Κύρου βασιλέως Κύρος ο βασιλεύς έθηκε γνώμην περί οίκου Θεού του εν Ιερουσαλήμ· οίκος οικοδομηθήτω και τόπος, ου θυσιάζουσι τα θυσιάσματα· και έθηκεν έπαρμα ύψος πήχεις εξήκοντα, πλάτος αυτού πήχεων εξήκοντα, 4 και δόμοι λίθινοι κραταιοί τρεις, και δόμος ξύλινος εις, και η δαπάνη εξ οίκου του βασιλέως δοθήσεται· 5 και τα σκεύη οίκου του Θεού τα αργυρά και τα χρυσά, α Ναβουχοδονόσορ εξήνεγκεν από του οίκου του εν Ιερουσαλήμ και εκόμισεν εις Βαβυλώνα, και δοθήτω και απελθέτω εις τον ναόν τον εν Ιερουσαλήμ επί τόπου, ου ετέθη εν οίκω του Θεού. 6 νυν δώσετε, έπαρχοι πέραν του ποταμού Σαθαρβουζαναϊ και οι σύνδουλοι αυτών Αφαρσαχαίοι οι εν τω πέραν του ποταμού, μακράν όντες εκείθεν 7 νυν άφετε το έργον οίκου του Θεού· οι αφηγούμενοι των Ιουδαίων και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων οίκον του Θεού εκείνον οικοδομείτωσαν επί του τόπου αυτού. 8 και απ ‘ εμού γνώμη ετέθη, μη ποτέ τι ποιήσητε μετά των πρεσβυτέρων των Ιουδαίων του οικοδομηθήναι οίκον του Θεού εκείνον· και από υπαρχόντων βασιλέως των φόρων πέραν του ποταμού επιμελώς δαπάνη έστω διδομένη τοις ανδράσιν εκείνοις το μη καταργηθήναι· 9 και ό αν υστέρημα, και υιούς βοών και κριών και αμνούς εις ολοκαυτώσεις τω Θεω του ουρανού, πυρούς, άλας, οίνον, έλαιον, κατά το ρήμα ιερέων των εν Ιερουσαλήμ έστω διδόμενον αυτοίς ημέραν εν ημέρα, ό εάν αιτήσωσιν, 10 ίνα ώσιν ευωδίας προσφέροντες τω Θεω του ουρανού και προσεύχωνται εις ζωήν του βασιλέως και υιών αυτού. 11 και απ ‘ εμού ετέθη γνώμη ότι πας άνθρωπος, ος αλλάξει το ρήμα τούτο, καθαιρεθήσεται ξύλον εκ της οικίας αυτού και ωρθωμένος παγήσεται επ ‘ αυτού, και ο οίκος αυτού το κατ ‘ εμέ ποιηθήσεται. 12 και ο Θεός, ου κατασκηνοί το όνομα εκεί, καταστρέψει πάντα βασιλέα και λαόν, ος εκτενεί την χείρα αυτού αλλάξαι ή αφανίσαι τον οίκον του Θεού τον εν Ιερουσαλήμ. εγώ Δαρείος έθηκα γνώμην· επιμελώς έσταί.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

814

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

13 Τότε Θανθαναϊ ο έπαρχος πέραν του ποταμού, Σαθαρβουζαναϊ και οι σύνδουλοι αυτού, προς ό απέστειλε Δαρείος ο βασιλεύς, ούτως εποίησαν επιμελώς. 14 και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων ωκοδομούσαν και οι Λευίται εν προφητεία Αγγαίου του προφήτου και Ζαχαρίου υιού Αδδώ και ανωκοδόμησαν και κατηρτίσαντο από γνώμης Θεού Ισραήλ και από γνώμης Κύρου και Δαρείου και Αρθασασθά βασιλέων Περσών. 15 και ετέλεσαν τον οίκον τούτον έως ημέρας τρίτης μηνός Αδάρ, ό εστιν έτος έκτον της βασιλείας Δαρείου του βασιλέως. 16 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ, οι ιερείς και οι Λευίται και οι κατάλοιποι υιών αποικεσίας, εγκαίνια του οίκου του Θεού εν ευφροσύνη. 17 και προσήνεγκαν εις τα εγκαίνια του οίκου του Θεού μόσχους εκατόν, κριούς διακοσίους, αμνούς τετρακοσίους, χιμάρους αιγών υπέρ αμαρτίας υπέρ παντός Ισραήλ δώδεκα εις αριθμόν φυλών Ισραήλ. 18 και έστησαν τους ιερείς εν διαιρέσεσιν αυτών και τους Λευίτας εν μερισμοίς αυτών επί δουλεία Θεού του εν Ιερουσαλήμ κατά την γραφήν βίβλου Μωυσή. 19 Και εποίησαν οι υιοί της αποικεσίας το πάσχα τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του μηνός του πρώτου. 20 ότι εκαθαρίσθησαν οι ιερείς και Λευίται, έως εις πάντες καθαροί, και έσφαξαν το πάσχα τοις πάσιν υιοίς της αποικεσίας και τοις αδελφοίς αυτών τοις ιερεύσι και εαυτοίς. 21 και έφαγον υιοί Ισραήλ το πάσχα, οι από της αποικεσίας και πας ο χωριζόμενος της ακαθαρσίας εθνών της γης προς αυτούς του εκζητήσαι Κύριον Θεόν Ισραήλ. 22 και εποίησαν την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας εν ευφροσύνη, ότι εύφρανεν αυτούς Κύριος και επέστρεψε καρδίαν βασιλέως Ασσούρ επ ‘ αυτούς κραταιώσαι τας χείρας αυτών εν έργοις οίκου του Θεού Ισραήλ.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΚΑΙ μετά τα ρήματα ταύτα εν βασιλεία Αρθασασθά βασιλέως Περσών ανέβη Έσδρας υιος Σαραίου, υιού Αζαρίου, υιού Χελκία, 2 υιού Σελούμ, υιού Σαδδούκ, υιού Αχιτώβ, 3 υιού Σαμαρία, υιού Εσριά, υιού Μαρεώθ, 4 υιού Ζαραϊα, υιού ‘Οζίου, υιού Βοκκί, 5 υιού Αβισουέ,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

815

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

υιού Φινεές, υιού Ελεάζαρ, υιού Ααρών του ιερέως του πρώτου· 6 αυτός Έσδρας ανέβη εκ Βαβυλώνος, και αυτός γραμματεύς ταχύς εν νόμω Μωυσή, ον έδωκε Κύριος ο Θεός Ισραήλ. και έδωκεν αυτω ο βασιλεύς, ότι χείρ Κυρίου Θεού αυτού επ ‘ αυτόν εν πάσιν, οίς εζήτει αυτός. 7 και ανέβησαν από των υιών Ισραήλ και από των ιερέων και από των Λευιτών και οι άδοντες και οι πυλωροί και οι Ναθινίμ εις Ιερουσαλήμ εν έτει εβδόμω τω Αρθασασθά τω βασιλεί. 8 και ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ τω μηνί τω πέμπτω, τούτο το έτος έβδομον τω βασιλεί· 9 ότι εν μια του μηνός του πρώτου αυτός εθεμελίωσε την ανάβασιν την από Βαβυλώνος, εν δε τη πρώτη του μηνός του πέμπτου ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ, ότι χείρ Θεού αυτού ην αγαθή επ ‘ αυτόν. 10 ότι Έσρας έδωκεν εν καρδία αυτού ζητήσαι τον νόμον και ποιείν και διδάσκειν εν Ισραήλ προστάγματα και κρίματα. 11 Και αύτη η διασάφησις του διατάγματος, ου έδωκεν Αρθασασθά τω Έσδρα τω ιερεί τω γραμματεί βιβλίου λόγων εντολών Κυρίου και προσταγμάτων αυτού επί τον Ισραήλ· 12 « Αρθασασθά βασιλεύς βασιλέων Έσδρα γραμματεί νόμου Κυρίου του Θεού του ουρανού· τετέλεσθαι λόγος και η απόκρισις. 13 απ ‘ εμού ετέθη γνώμη ότι πας ο εκουσιαζόμενος εν βασιλεία μου από λαού Ισραήλ και ιερέων και Λευιτών πορευθήναι εις Ιερουσαλήμ, μετά σου πορευθήναι. 14 από προσώπου του βασιλέως και των επτά συμβούλων απεστάλη επισκέψασθαι επί την Ιουδαίαν και εις Ιερουσαλήμ νόμω Θεού αυτών τω εν χειρί σου 15 και εις οίκον Κυρίου αργύριον και χρυσίον, ό ο βασιλεύς και οι σύμβουλοι εκουσιάσθησαν τω Θεω του Ισραήλ τω εν Ιερουσαλήμ κατασκηνούντι, 16 και παν αργύριον και χρυσίον, ό,τι εάν εύρης εν πάση χώρα Βαβυλώνος μετά εκουσιασμού του λαού και ιερέων των εκουσιαζομένων εις οίκον Θεού τον εν Ιερουσαλήμ, 17 και πάντα προσπορευόμενον τούτον ετοίμως ένταξον εν βιβλίω τούτω, μόσχους, κριούς, αμνούς και θυσίας αυτών και σπονδάς αυτών, και προσοίσεις αυτά επί του θυσιαστηρίου του οίκου του Θεού υμών του εν Ιερουσαλήμ. 18 και ει τι επί σε και τους αδελφούς σου αγαθυνθή εν καταλοίπω του αργυρίου και του χρυσίου ποιήσαι, ως αρεστόν τω Θεω υμών ποιήσατε. 19 και τα σκεύη τα διδόμενά σοι εις λειτουργίαν οίκου Θεού παράδος ενώπιον του Θεού εν Ιερουσαλήμ. 20 και κατάλοιπον χρείας οίκου Θεού σου, ό αν φανή σοι δούναι, δώσεις από οίκων γάζης βασιλέως 21 και απ ‘ εμού. εγώ Αρθασασθά βασιλεύς έθηκα γνώμην πάσαις ταις γάζαις ταις εν πέρα του ποταμού, ότι παν, ό αν αιτήση υμάς Έδρας ο ιερεύς και γραμματεύς του Θεού
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

816

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του ουρανού, ετοίμως γινέσθω, 22 έως αργυρίου ταλάντων εκατόν και έως πυρού κόρων εκατόν και έως οίνου βατών εκατόν και έως ελαίου βατών εκατόν και άλας ου ουκ έστι γραφή. 23 παν ό εστιν εν γνώμη Θεού του ουρανού, γινέσθω. προσέχετε μη τις επιχειρήση εις τον οίκον Θεού του ουρανού, μη ποτε γένηται οργή επί την βασιλείαν του βασιλέως και των υιών αυτού. 24 και υμίν εγνώρισται εν πάσι τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις, άδουσι, πυλωροίς, Ναθινίμ και λειτουργοίς οίκου Θεού τούτο, φόρος μη έστω σοι, ουκ εξουσιάσεις καταδουλούσθαι αυτούς. 25 και συ, Έσδρα, ως η σοφία του Θεού εν χειρί σου, κατάστησον γραμματείς και κριτάς, ίνα ώσι κρίνοντες παντί τω λαω εν πέρα του ποταμού πάσι τοις ειδόσι νόμον του Θεού σου, και τω μη ειδότι γνωριείτε. 26 και πας, ος αν μη ή ποιών νόμον του Θεού και νόμον του βασιλέως ετοίμως, το κρίμα έσται γινόμενον εξ αυτού, εάν τε εις θάνατον εάν τε εις παιδείαν εάν τε εις ζημίαν του βίου εάν τε εις παράδοσιν». 27 Ευλογητός Κύριος ο Θεός των πατέρων ημών, ος έδωκεν εν καρδία του βασιλέως ούτως, του δοξάσαι τον οίκον Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ. 28 και επ ‘ εμέ έκλινεν έλεος εν οφθαλμοίς του βασιλέως και των συμβούλων αυτού και πάντων των αρχόντων του βασιλέως των επηρμένων. και εγώ εκραταιώθην ως χείρ Θεού η αγαθή επ ‘ εμέ, και συνήξα από Ισραήλ άρχοντας αναβήναι μετ ‘ εμού.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΚΑΙ ούτοι οι άρχοντες πατριών αυτών, οι οδηγοί αναβαίνοντες μετ ‘ εμού εν βασιλεία Αρθασασθά του βασιλέως Βαβυλώνος· 2 από υιών Φινεές, Γηρσών· από υιών Ιθάμαρ, Δανιήλ· από υιών Δαυίδ, Αττούς· 3 από υιών Σαχανία και από υιών Φόρος, Ζαχαρίας και μετ ‘ αυτού το σύστρεμμα εκατόν και πεντήκοντα· 4 από υιών Φαάθ Μωάβ, Ελιανά υιος Σαραϊα και μετ ‘ αυτού διακόσιοι τα αρσενικά· 5 και από υιών Ζαθόης, Σεχενίας υιος Αζιήλ και μετ ‘ αυτού τριακόσια τα αρσενικά· 6 και από των υιών Αδίν, ‘Ωβήθ υιος Ιωνάθαν και μετ ‘ αυτού πεντήκοντα τα αρσενικά· 7 και από υιών ‘Ηλάμ, Ιεσία υιος Αθελία και μετ ‘
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

817

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτού εβδομήκοντα τα αρσενικά· 8 και από υιών Σαφατία, Ζαβαδίας υιος Μιχαήλ και μετ ‘ αυτού ογδοήκοντα τα αρσενικά· 9 και από υιών Ιωάβ, Αβαδία υιος Ιεϊήλ και μετ ‘ αυτού διακόσιοι δεκαοκτώ τα αρσενικά· 10 και από των υιών Βαανί, Σελιμούθ υιος Ιωσεφία και μετ ‘ αυτού εκατόν εξήκοντα τα αρσενικά· 11 και από υιών Βαβί, Ζαχαρίας υιος Βαβί και μετ ‘ αυτού εικοσιοκτώ τα αρσενικά· 12 και από υιών Ασγάδ, Ιωανάν υιος Ακκατάν και μετ ‘ αυτού εκατόν δέκα τα αρσενικά· 13 και από υιών Αδωνικάμ έσχατοι και ταύτα τα ονόματα αυτών· Ελιφαλάτ, Ιεήλ και Σαμαϊα και μετ ‘ αυτών εξήκοντα τα αρσενικά· 14 και από υιών Βαγουαϊ, Ουθαϊ και Ζαβούδ και μετ ‘ αυτού εβδομήκοντα τα αρσενικά. 15 Και συνήξα αυτούς προς τον ποταμόν τον ερχόμενον προς τον Ευί, και παρενεβάλομεν εκεί ημέρας τρεις. και συνήκα εν τω λαω και εν τοις ιερεύσι, και από υιών Λευί ουχ εύρον εκεί. 16 και απέστειλα τω Ελεάζαρ, τω Αριήλ, τω Σεμεϊα και τω Αλωνάμ και τω Ιαρίβ και τω Ελνάθαμ και τω Νάθαν και τω Ζαχαρία και τω Μεσολλάμ και τω Ιωαρίμ και τω Ελνάθαν συνίοντας. 17 και εξήνεγκα αυτούς επί άρχοντας εν αργυρίω του τόπου και έθηκα εν στόματι αυτών λόγους λαλήσαι προς τους αδελφούς αυτών τους ναθινίμ εν αργυρίω του τόπου του ενέγκαι υμίν άδοντας εις οίκον Θεού ημών. 18 και ήλθοσαν ημίν, ως χείρ Θεού ημών αγαθή εφ ‘ ημάς, ανήρ Σαχών από υιών Μοολί, υιού Λευί, υιού Ισραήλ· και αρχήν ήλθον οι υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαοκτώ· 19 και τον Ασεβία και τον Ισαϊα από των υιών Μεραρί, αδελφοί αυτού και υιοί αυτού είκοσι· 20 και από των ναθινίμ, ων έδωκε Δαυίδ και οι άρχοντες εις δουλείαν των Λευιτών, ναθινίμ διακόσιοι είκοσι· πάντες συνήχθησαν εν ονόμασι. 21 και εκάλεσα εκεί νηστείαν επί τον ποταμόν Αουέ του ταπεινωθήναι ενώπιον του Θεού ημών, ζητήσαι παρ ‘ αυτού οδόν ευθείαν ημίν και τοις τέκνοις ημών και πάση τη κτίσει ημών. 22 ότι ήσχύνθην αιτήσασθαι παρά του βασιλέως δύναμιν και ιππείς σώσαι ημάς από εχθρού εν τη οδω, ότι είπαμεν τω βασιλεί λέγοντες· χείρ του Θεού ημών επί πάντας τους ζητούντας αυτόν εις αγαθόν, και κράτος αυτού και θυμός αυτού επί πάντας τους εγκαταλείποντας αυτόν. 23 και ενηστεύσαμεν και εζητήσαμεν παρά του Θεού ημών περί τούτου, και επήκουσεν ημίν. 24 και διέστειλα από αρχόντων των ιερέων δώδεκα, τω Σαραϊα, τω Ασαβία και μετ ‘ αυτών από αδελφών αυτών δέκα. 25 και έστησα αυτοίς το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη απαρχής οίκου Θεού ημών, α ύψωσεν ο βασιλεύς και οι σύμβουλοι αυτού και οι άρχοντες αυτού και πας Ισραήλ οι ευρισκόμενοι. 26 και έστησα επί χείρας
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

818

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτών αργυρίου τάλαντα εξακόσια πεντήκοντα και σκεύη αργυρά εκατόν και τάλαντα χρυσίου εκατόν 27 και καφουρή χρυσοί είκοσι εις την οδόν χαμινίμ χίλιοι και σκεύη χαλκού στίλβοντος αγαθού διάφορα επιθυμητά εν χρυσίω. 28 και είπα προς αυτούς· υμείς άγιοι τω Κυρίω, και τα σκεύη άγια, και το αργύριον και το χρυσίον εκούσια τω Κυρίω Θεω πατέρων ημών· 29 αγρυπνείτε και τηρείτε έως στήτε ενώπιον αρχόντων των ιερέων και των Λευιτών και των αρχόντων των πατριών εν Ιερουσαλήμ εις σκηνάς οίκου Κυρίου. 30 και εδέξαντο οι ιερείς και οι Λευίται σταθμόν του αργυρίου και του χρυσίου και των σκευών ενεγκείν εις Ιερουσαλήμ εις οίκον Θεού ημών. 31 Και εξήραμεν από του ποταμού του Αουέ εν τη δωδεκάτη του μηνός του πρώτου του ελθείν εις Ιερουσαλήμ· και χείρ Θεού ημών ην εφ ‘ ημίν, και ερρύσατο ημάς από χειρός εχθρού και πολεμίου εν τη οδω. 32 και ήλθομεν εις Ιερουσαλήμ και εκαθίσαμεν εκεί ημέρας τρεις. 33 και εγενήθη τη ημέρα τη τετάρτη εστήσαμεν το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη εν οίκω Θεού ημών επί χείρα Μεριμώθ υιού Ουρία του ιερέως -και μετ ‘ αυτού Ελεάζαρ υιος Φινεές και μετ ‘ αυτών Ιωζαβάδ υιος Ιησού και Νωαδία υιος Βαναϊα, οι Λευίται- 34 εν αριθμω και εν σταθμω τα πάντα, και εγράφη πας ο σταθμός. εν τω καιρω εκείνω 35 οι ελθόντες εκ της αιχμαλωσίας υιοί της παροικίας προσήνεγκαν ολοκαυτώσεις τω Θεω Ισραήλ μόσχους δώδεκα περί παντός Ισραήλ, κριούς ενενηκονταέξ, αμνούς εβδομηκονταεπτά, χιμάρους περί αμαρτίας δώδεκα, τα πάντα ολοκαυτώματα τω Κυρίω. 36 και έδωκαν το νόμισμα του βασιλέως τοις διοικηταίς του βασιλέως και τοις επάρχοις πέραν του ποταμού, και εδόξασαν τον λαόν και τον οίκον του Θεού.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΚΑΙ ως ετελέσθη ταύτα, ήγγισαν προς με οι άρχοντες λέγοντες· ουκ εχωρίσθη ο λαός Ισραήλ και οι ιερείς και οι Λευίται από λαών των γαιών εν μακρύμμασιν αυτών, τω Χανανί, ο Εθί, ο Φερεζί, ο Ιεβουσί, ο Αμμωνί, ο Μωαβί και ο Μοσερί και ο Αμορί, 2 ότι ελάβοσαν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

819

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

από θυγατέρων αυτών εαυτοίς και τοις υιοίς αυτών, και παρήχθη σπέρμα το άγιον εν λαοίς των γαιών, και χείρ των αρχόντων εν τη ασυνθεσία ταύτη εν αρχή 3 και ως ήκουσα τον λόγον τούτον, διέρρηξα τα ιμάτιά μου και επαλλόμην και έτιλλον από των τριχών της κεφαλής μου και από του πώγωνός μου και εκαθήμην ηρεμάζων. 4 και συνήχθησαν προς με πας ο διώκων λόγον Θεού Ισραήλ επί ασυνθεσία της αποικίας, καγώ καθήμενος ηρεμάζων έως της θυσίας της εσπερινής. 5 και εν θυσία τη εσπερινή ανέστην από ταπεινώσεώς μου· και εν τω διαρρήξαί με τα ιμάτιά μου και επαλλόμην και κλίνω επί τα γόνατά μου και εκπετάζω τας χείράς μου προς Κύριον τον Θεόν 6 και είπα· Κύριε, ησχύνθην και ενετράπην του υψώσαι, Θεέ μου, το πρόσωπόν μου προς σε, ότι αι ανομίαι ημών επληθύνθησαν υπέρ κεφαλής ημών και αι πλημμέλειαι ημών εμεγαλύνθησαν έως εις τον ουρανόν. 7 από ημερών πατέρων ημών εσμεν εν πλημμελεία μεγάλη έως της ημέρας ταύτης· και εν ταις ανομίαις ημών παρεδόθημεν ημείς και οι βασιλείς ημών και οι υιοί ημών εν χειρί βασιλέων των εθνών εν ρομφαία και εν αιχμαλωσία και εν διαρπαγή και εν αισχύνη προσώπου ημών ως η ημέρα αύτη. 8 και νυν επιεικεύσατο ημίν ο Θεός ημών του καταλιπείν ημάς εις σωτηρίαν και δούναι ημίν στήριγμα εν τόπω αγιάσματος αυτού του φωτίσαι οφθαλμούς ημών και δούναι ζωοποίησιν μικράν εν τη δουλεία ημών. 9 ότι δούλοί εσμεν, και εν τη δουλεία ημών ουκ εγκατέλιπεν ημάς Κύριος ο Θεός ημών και έκλινεν εφ ‘ ημάς έλεος ενώπιον βασιλέων Περσών δούναι ημίν ζωοποίησιν του υψώσαι αυτούς τον οίκον του Θεού ημών και αναστήσαι τα έρημα αυτής και του δούναι ημίν φραγμόν εν Ιούδα και Ιερουσαλήμ. 10 τι είπωμεν, ο Θεός ημών, μετά τούτο; ότι εγκατελίπομεν εντολάς σου, 11 ας έδωκας ημίν εν χειρί δούλων σου των προφητών λέγων· η γη, εις ην εισπορεύεσθε κληρονομήσαι αυτήν, γη μετακινουμένη εστίν εν μετακινήσει λαών των εθνών εν μακρύμμασιν αυτών, ων έπλησαν αυτήν από στόματος επί στόμα εν ακαθαρσίαις αυτών· 12 και νυν τας θυγατέρας υμών μη δότε τοις υιοίς αυτών και από των θυγατέρων αυτών μη λάβητε τοις υιοίς υμών και ουκ εκζητήσετε ειρήνην αυτών και αγαθόν αυτών έως αιώνος, όπως ενισχύσητε και φάγητε τα αγαθά της γης και κληροδοτήσητε τοις υιοίς υμών έως αιώνος. 13 και μετά παν το ερχόμενον εφ ‘ ημάς εν ποιήμασιν ημών τοις πονηροίς και εν πλημμελεία ημών τη μεγάλη· ότι ουκ έστιν ως ο Θεός ημών, ότι εκούφισας ημών τας ανομίας, και έδωκας ημίν σωτηρίαν· 14 ότι επεστρέψαμεν διασκεδάσαι εντολάς σου και επιγαμβρεύσαι τοις λαοίς των γαιών· μη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

820

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

παροξυνθής εν ημίν έως συντελείας, του μη είναι εγκατάλειμμα και διασωζόμενον. 15 Κύριε ο Θεός Ισραήλ, δίκαιος συ, ότι κατελείφθημεν διασωζόμενοι ως η ημέρα αύτη. ιδού ημείς εναντίον σου εν πλημελείαις ημών, ότι ουκ έστι στήναι ενώπιόν σου επί τούτω.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΚΑΙ ως προσηύξατο Έσδρας και ως εξηγόρευσε κλαίων και προσευχόμενος ενώπιον οίκου του Θεού, συνήχθησαν προς αυτόν από Ισραήλ εκκλησία πολλή σφόδρα, άνδρες και γυναίκες και νεανίσκοι, ότι έκλαυσαν ο λαός και ύψωσε κλαίων. 2 και απεκρίθη Σεχενίας υιος Ιεήλ από υιών ‘Ηλάμ, και είπε τω Έσδρα· ημείς ησυνθετήσαμεν τω Θεω ημών και εκαθίσαμεν γυναίκας αλλοτρίας από των λαών της γης· και νυν εστιν υπομονή τω Ισραήλ επί τούτω. 3 και νυν διαθώμεθα διαθήκην τω Θεω ημών εκβαλείν πάσας τας γυναίκας και τα γενόμενα εξ αυτών, ως αν βούλη· ανάστηθι, και φοβέρισον αυτούς εν εντολαίς Θεού ημών, και ως ο νόμος γενηθήτω. 4 ανάστα, ότι επί σε το ρήμα, και ημείς μετά σου· κραταιού και ποίησον. 5 και ανέστη Έσδρας και ωρκισε τους άρχοντας, τους ιερείς και Λευίτας και πάντα Ισραήλ του ποιήσαι κατά το ρήμα τούτο· και ώμοσαν. 6 και ανέστη Έσδρας από προσώπου οίκου του Θεού και επορεύθη εις γαζοφυλάκιον Ιωανάν υιού Ελισούβ και επορεύθη εκεί· άρτον ουκ έφαγεν και ύδωρ ουκ έπιεν, ότι επένθει επί τη ασυνθεσία της αποικίας. 7 και παρήνεγκαν φωνήν εν Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ πάσι τοις υιοίς της αποικίας του συναθροισθήναι εις Ιερουαλήμ, 8 πας, ος αν μη έλθη εις τρεις ημέρας, ως η βουλή των αρχόντων και των πρεσβυτέρων, αναθεματισθήσεται πάσα η ύπαρξις αυτού, και αυτός διασταλήσεται από εκκλησίας της αποικίας. 9 Και συνήχθησαν πάντες άνδρες Ιούδα και Βενιαμίν εις Ιερουσαλήμ εις τας τρεις ημέρας, ούτος ο μην ο ένατος· εν εικάδι του μηνός εκάθισε πας ο λαός εν πλατεία οίκου του Θεού από θορύβου αυτών περί του ρήματος και από του χειμώνος. 10 και ανέστη Έσδρας ο ιερεύς και είπε προς αυτούς· υμείς ησυνθετήκατε και εκαθίσατε γυναίκας αλλοτρίας του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

821

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

προσθείναι επί πλημμέλειαν Ισραήλ· 11 και νυν δότε αίνεσιν Κυρίω Θεω των πατέρων ημών και ποιήσατε το αρεστόν ενώπιον αυτού και διαστάλητε από λαών της γης και από των γυναικών των αλλοτρίων. 12 και απεκρίθησαν πάσα η εκκλησία και είπαν· μέγα τούτο το ρήμά σου εφ ‘ ημάς ποιήσαι· 13 αλλά ο λαός πολύς, και ο καιρός χειμερινός, και ουκ έστι δύναμις στήναι έξω· και το έργον ουκ εις ημέραν μίαν και ουκ εις δύο, ότι επληθύναμεν του αδικήσαι εν τω ρήματι τούτω. 14 στήτωσαν δη άρχοντες ημών πάση τη εκκλησία και πάντες οι εν πόλεσιν ημών, ος εκάθισε γυναίκας αλλοτρίας, ελθέτωσαν εις καιρούς από συνταγών και μετ ‘ αυτών πρεσβύτεροι πόλεως και πόλεως και κριταί του αποστρέψαι οργήν θυμού Θεού ημών εξ ημών περί του ρήματος τούτου. 15 πλήν Ιωνάθαν υιος Ασαήλ και Ιαζίας υιος Θεκωέ μετ ‘ εμού περί τούτου, και Μεσολλάμ και Σαββαθαϊ ο Λευίτης βοηθών αυτοίς. 16 και εποίησαν ούτως υιοί της αποικίας. και διεστάλησαν Έσδρας ο ιερεύς και άνδρες άρχοντες πατριών τω οίκω και πάντες εν ονόμασιν, ότι επέστρεψαν εν ημέρα μια του μηνός του δεκάτου εκζητήσαι το ρήμα. 17 και ετέλεσαν εν πάσιν ανδράσιν, οί εκάθισαν γυναίκας αλλοτρίας, έως ημέρας μιάς του μηνός του πρώτου. 18 Και ευρέθησαν από υιών των ιερέων, οί εκάθισαν γυναίκας αλλοτρίας· από υιών Ιησού υιού Ιωσεδέκ και αδελφοί αυτού Μαασία και Ελιέζερ και Ιαρίβ και Γαδαλία, 19 και έδωκαν χείρα αυτών του εξενέγκαι γυναίκας εαυτών και πλημμελείας κριόν εκ προβάτων περί πλημμελήσεως αυτών· 20 και από υιών Εμμήρ, Ανανί και Ζαβδία· 21 και από υιών ‘Ηράμ, Μασαήλ και Ελία και Σαμαϊα και Ιεήλ και ‘Οζία· 22 και από υιών Φασούρ, Ελιωναϊ, Μαασία και Ισμαήλ και Ναθαναήλ και Ιωζαβάδ και ‘Ηλασά· 23 και από των Λευιτών, Ιωζαβάδ και Σαμού και Κωλία (αυτός Κωλίτας) και Φεθεϊα και Ιόδομ και Ελιέζερ· 24 και από των αδόντων, Ελισάβ· και από των πυλωρών, Σολμήν και Τελμήν και ‘Ωδούθ· 25 και από Ισραήλ· από υιών Φόρος, Ραμία και Αζία και Μελχία και Μεαμίν και Ελεάζαρ και Ασαβία και Βαναία· 26 και από υιών ‘Ηλάμ, Ματθανία και Ζαχαρία και Ιαϊήλ και Αβδία και Ιαριμώθ και ‘Ηλία· 27 και από υιών Ζαθονά, Ελιωναϊ, Ελισούβ, Ματθαναϊ και Αρμώθ και Ζαβάδ και ‘Οζιζά· 28 και από υιών Βαβεϊ, Ιωανάν, Ανανία, και Ζαβού και Θαλί· 29 και από υιών Βανουϊ, Μοσολλάμ, Μαλούχ, Αδαϊας, Ιασούβ και Σαλουϊα και Ρημώθ· 30 και από υιών Φαάθ Μωάβ, Εδνέ και Χαλήλ και Βαναία Μαασία Ματθανία Βεσελεήλ και Βανουϊ και Μανασσή· 31 και από υιών ‘Ηράμ, Ελιέζερ, Ιεσία, Μελχία, Σαμαϊας, Συμεών, 32 Βενιαμίν,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

822

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βαλούχ, Σαμαρία· 33 και από υιών Ασήμ, Μετθανία, Ματθαθά, Ζαδάβ, Ελιφαλέτ, Ιεραμί, Μανασσή, Σεμεϊ· 34 και από υιών Βανί, Μοοδία, Αμράμ, Ουήλ, 35 Βαναία, Βαδαία, Χελκία, 36 Ουουανία, Μαριμώθ, Ελιασίφ, 37 Ματθανία, Ματθαναϊ και εποίησαν 38 οι υιοί Βανουί και οι υιοί Σεμεϊ 39 και Σελεμία και Νάθαν και Αδαϊα, 40 Μαχαδναβού, Σεσεϊ, Σαριού, 41 Εζριήλ και Σελεμία και Σαμαρία 42 και Σελλούμ, Αμαρεία, Ιωσήφ· 43 από υιών Ναβού, Ιαήλ, Ματθανίας, Ζαβάδ, Ζεββενάς, Ιαδαί και Ιωήλ και Βαναία. 44 πάντες ούτοι ελάβοσαν γυναίκας αλλοτρίας και εγέννησαν εξ αυτών υιούς.

-------------------------------------------------------

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

1 ΛΟΓΟΙ Νεεμία υιού Αχαλία, και εγένετο εν μηνί Χασελεύ έτους εικοστού και εγώ ήμην εν Σουσάν αβιρά, 2 και ήλθεν Ανανί εις από αδελφών μου, αυτός και άνδρες Ιούδα, και ηρώτησα αυτούς περί των σωθέντων, οί κατελείφθησαν από της αιχμαλωσίας και περί Ιερουσαλήμ, 3 και είποσαν προς με· οι καταλειπόμενοι οι καταλειφθέντες από της αιχμαλωσίας εκεί εν τη χώρα εν πονηρία μεγάλη και εν ονειδισμω, και τείχη Ιερουσαλήμ καθηρημένα, και αι πύλαι αυτής ενεπρήσθησαν εν πυρί. 4 και εγένετο εν τω ακούσαί με τους λόγους τούτους εκάθισα και έκλαυσα και επένθησα ημέρας και ήμην νηστεύων και προσευχόμενος ενώπιον του Θεού του ουρανού 5 και είπα· μη δη, Κύριε ο Θεός του ουρανού, ο ισχυρός, ο μέγας και φοβερός, φυλάσσων την διαθήκην και το έλεός σου τοις αγαπώσιν αυτόν και τοις φυλάσσουσι τας εντολάς αυτού· 6 έστω δη το ους σου προσέχον και οι οφθαλμοί σου ανεωγμένοι του ακούσαι προσευχήν του δούλου σου, ην εγώ προσεύχομαι ενώπιόν σου σήμερον ημέραν και νύκτα περί υιών Ισραήλ δούλων σου. και εξαγορεύσω επί αμαρτίαις υιών Ισραήλ, ας ημάρτομέν σοι. και εγώ και ο οίκος πατρός μου ημάρτομεν· 7 διαλύσει διελύσαμεν προς σε· και ουκ εφυλάξαμεν τας εντολάς και τα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

823

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

προστάγματα και τα κρίματα, α ενετείλω τω Μωυσή παιδί σου. 8 μνήσθητι δη τον λόγον, ον ενετείλω τω Μωυσή παιδί σου λέγων· υμείς εάν ασυνθετήσητε, εγώ διασκορπιώ υμάς εν τοις λαοίς· 9 και εάν επιστρέψητε προς με και φυλάξητε τας εντολάς μου και ποιήσητε αυτάς, εάν ή η διασπορά υμών απ' άκρου του ουρανού, εκείθεν συνάξω αυτούς και εισάξω αυτούς εις τον τόπον, ον εξελεξάμην κατασκηνώσαι το όνομά μου εκεί. 10 και αυτοί παίδές σου και λαός σου, ους ελυτρώσω εν τη δυνάμει σου τη μεγάλη και εν τη χειρί σου τη κραταιά. 11 μη δη, Κύριε· αλλά έστω το ους σου προσέχον εις την προσευχήν του δούλου σου και εις την προσευχήν παίδων σου των θελόντων φοβείσθαι το όνομά σου· και ευόδωσον δη τω παιδί σου σήμερον και δος αυτόν εις οικτιρμούς ενώπιον του ανδρός τούτου. και εγώ ήμην οινοχόος τω βασιλεί.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

1 ΚΑΙ εγένετο εν μηνί Νισάν έτους εικοστού Αρθασασθά βασιλεί και ην ο οίνος ενώπιον εμού, και έλαβον τον οίνον και έδωκα τω βασιλεί, και ουκ ην έτερος ενώπιον αυτού. 2 και είπέ μοι ο βασιλεύς· διατί το πρόσωπόν σου πονηρόν και ουκ ει μετριάζων; και ουκ έστι τούτο, ει μη πονηρία καρδίας. και εφοβήθην πολύ σφόδρα, 3 και είπα τω βασιλεί· ο βασιλεύς εις τον αιώνα ζήτω· διατί ου μη γένηται πονηρόν το πρόσωπόν μου, διότι η πόλις, οίκος μνημείων πατέρων μου, ηρημώθη και αι πύλαι αυτής κατεβρώθησαν εν πυρί; 4 και είπέ μοι ο βασιλεύς· περί τίνος τούτο συ ζητείς; και προσηυξάμην προς τον Θεόν του ουρανού 5 και είπα τω βασιλεί· ει επί τον βασιλέα αγαθόν, και ει αγαθυνθήσεται ο παις σου ενώπιόν σου ωστε πέμψαι αυτόν εν Ιούδα εις πόλιν μνημείων πατέρων μου, και ανοικοδομήσω αυτήν. 6 και είπέ μοι ο βασιλεύς και η παλλακή η καθημένη εχόμενα αυτού· έως πότε έσται η πορεία σου και πότε επιστρέψεις; και ηγαθύνθη ενώπιον του βασιλέως, και απέστειλέ με, και έδωκα αυτω όρον, 7 και είπα τω βασιλεί· ει επί τον βασιλέα αγαθόν, δότω μοι επιστολάς προς τους επάρχους πέραν του ποταμού ωστε παραγαγείν με, έως έλθω επί Ιούδαν, 8 και επιστολήν επί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

824

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ασάφ φύλακα του παραδείσου, ος εστι τω βασιλεί, ωστε δούναί μοι ξύλα στεγάσαι τας πύλας και εις το τείχος της πόλεως και εις οίκον, ον εισελεύσομαι εις αυτόν. και έδωκέ μοι ο βασιλεύς ως χείρ Θεού η αγαθή. 9 και ήλθον προς τους επάρχους πέραν του ποταμού και έδωκα αυτοίς τας επιστολάς του βασιλέως, και απέστειλε μετ' εμού ο βασιλεύς αρχηγούς δυνάμεως και ιππείς. 10 και ήκουσε Σαναβαλλάτ ο Αρωνί και Τωβία ο δούλος Αμμωνί, και πονηρόν αυτοίς εγένετο ότι ήκει ο άνθρωπος ζητήσαι αγαθόν τοις υιοίς Ισραήλ. 11 Και ήλθον εις Ιερουσαλήμ και ήμην εκεί ημέρας τρεις. 12 και ανέστην νυκτός εγώ και άνδρες ολίγοι μετ' εμού· και ουκ απήγγειλα ανθρώπω τι ο Θεός δίδωσιν εις καρδίαν μου του ποιήσαι μετά του Ισραήλ, και κτήνος ουκ έστι μετ' εμού, ει μη το κτήνος, ω εγώ επιβαίνω επ' αυτω. 13 και εξήλθον εν πύλη του Γωληλά και προς στόμα πηγής των συκών και εις πύλην της κοπρίας και ήμην συντρίβων εν τω τείχει Ιερουσαλήμ, ό αυτοί καθαιρούσι και πύλαι αυτής κατεβρώθησαν πυρί. 14 και παρήλθον επί πύλην του Αϊν και εις κολυμβήθραν του βασιλέως, και ουκ ην τόπος τω κτήνει παρελθείν υποκάτω μου. 15 και ήμην αναβαίνων εν τω τείχει χειμάρρου νυκτός και ήμην συντρίβων εν τω τείχει, και ήμην εν πύλη της φάραγγος και επέστρεψα. 16 τότε οι φυλάσσοντες ουκ έγνωσαν τι επορεύθην και τι εγώ ποιώ, και τοις Ιουδαίοις και τοις ιερεύσι και τοις εντίμοις και τοις στρατηγοίς και τοις καταλοίποις τοις ποιούσι τα έργα, έως τότε ουκ απήγγειλα. 17 και είπα προς αυτούς· υμείς βλέπετε την πονηρίαν ταύτην, εν ή εσμεν εν αυτη, Πως Ιερουσαλήμ έρημος και αι πύλαι αυτής εδόθησαν πυρί· δεύτε και διοικοδομήσωμεν το τείχος Ιερουσαλήμ, και ουκ εσόμεθα έτι όνειδος. 18 και απήγγειλα αυτοίς την χείρα του Θεού, ή εστιν αγαθή επ' εμέ, και τους λόγους του βασιλέως, ους είπέ μοι, και είπα· αναστώμεν και οικοδομήσωμεν. και εκραταιώθησαν αι χείρες αυτών εις το αγαθόν. 19 και ήκουσε Σαναβαλλάτ ο Αρωνί και Τωβία ο δούλος ο Αμμωνί και Γησάμ ο Αραβί και εξεγέλασαν ημάς και ήλθον εφ' ημάς και είπαν· τι το ρήμα τούτο, ό υμείς ποιείτε; ή επί τον βασιλέα υμείς αποστατείτε; 20 και επέστρεψα αυτοίς λόγον και είπα αυτοίς· ο Θεός του ουρανού, αυτός ευοδώσει ημίν, και ημείς δούλοι αυτού καθαροί, και οικοδομήσομεν· και υμίν ουκ έστι μερίς και δικαιοσύνη και μνημόσυνον εν Ιερουσαλήμ.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

825

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΝΕΕΜΙΑΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ

1 ΚΑΙ ανέστη Ελιασούβ ο ιερεύς ο μέγας και οι αδελφοί αυτού οι ιερείς και ωκοδόμησαν την πύλην την προβατικήν. αυτοί ηγίασαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και έως πύργου των εκατόν ηγίασαν έως πύργου Αναμεήλ 2 και επί χείρας ανδρών υιών Ιεριχώ και επί χείρας υιών Ζακχούρ, υιού Αμαρί. 3 και την πύλην την ιχθυηράν ωκοδόμησαν υιοί Ασανά· αυτοί εστέγασαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και κλείθρα αυτής και μοχλούς αυτής. 4 και επί χείρα αυτών κατέσχεν από Ραμώθ υιος Ουρία, υιού Ακκώς. και επί χείρα αυτών κατέσχε Μοσολλάμ υιος Βαραχίου υιού Μαζεβήλ, και επί χείρα αυτών κατέσχε Σαδώκ υιος Βαανά. 5 και επί χείρα αυτών κατέσχοσαν οι Θεκωϊμ, και αδωρηέμ ουκ εισήνεγκαν τράχηλον αυτών εις δουλείαν αυτών. 6 και την πύλην Ιασαναϊ εκράτησαν Ιωϊδά υιος Φασέκ και Μεσουλάμ υιος Βασωδία· αυτοί εστέγασαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και κλείθρα αυτής και μοχλούς αυτής. 7 και επί χείρα αυτών εκράτησαν Μαλτίας ο Γαβαωνίτης και Ευάρων ο Μηρωνωθίτης, άνδρες της Γαβαών και της Μασφά έως θρόνου του άρχοντος του πέραν του ποταμού, 8 και παρ' αυτόν παρησφαλίσατο ‘Οζιήλ υιος Αραχίου πυρωτών. και επί χείρα αυτών εκράτησεν Ανανίας υιος του Ρωκεϊμ, και κατέλιπον Ιερουσαλήμ έως του τείχους του πλατέος. 9 και επί χείρα αυτών εκράτησε Ραφαϊα υιος Σουρ, άρχων ημίσους περιχώρου Ιερουσαλήμ. 10 και επί χείρα αυτών εκράτησεν Ιεδαϊα υιος Ερωμάφ και κατέναντι οικίας αυτού. και επί χείρα αυτού εκράτησεν Αττούθ υιος Ασαβανία. 11 και δεύτερος εκράτησε Μελχίας υιος ‘Ηράμ και Ασούβ υιος Φαάτ Μωάβ και έως πύργου των θαννουρίμ. 12 και επί χείρα αυτού εκράτησε Σαλλούμ υιος Αλλωής άρχων ημίσους περιχώρου Ιερουσαλήμ, αυτός και αι θυγατέρες αυτού. 13 την πύλην της φάραγγος εκράτησαν Ανούν και οι κατοικούντες Ζανώ· αυτοί ωκοδόμησαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και κλείθρα αυτής και μοχλούς αυτής και χιλίους πήχεις εν τω τείχει έως της πύλης της κοπρίας. 14 και την πύλην της κοπρίας εκράτησε Μελχία υιος Ρηχάβ άρχων περιχώρου Βηθακχαρίμ, αυτός και οι υιοί αυτού, και εσκέπασαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και κλείθρα αυτής και μοχλούς αυτής. 15 την δε πύλην της πηγής ησφαλίσατο Σαλωμών υιος
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

826

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Χολεζέ άρχων μέρους της Μασφά· αυτός εξωκοδόμησεν αυτήν και εστέγασεν αυτήν και έστησε τας θύρας αυτής και μοχλούς αυτής και το τείχος κολυμβήθρας των κωδίων τη κουρά του βασιλέως και έως των κλιμάκων των καταβαινουσών από πόλεως Δαυίδ. 16 οπίσω αυτού εκράτησε Νεεμίας υιος Αζαβούχ άρχων ημίσους περιχώρου Βηθσούρ έως κήπου τάφου Δαυίδ και έως της κολυμβήθρας της γεγονυίας και έως Βηθαγγαρίμ. 17 οπίσω αυτού εκράτησαν οι Λευίται, Ραούμ υιος Βανί. επί χείρα αυτού εκράτησεν Ασαβία άρχων ημίσους περιχώρου Κεϊλά τω περιχώρω αυτού. 18 και μετ' αυτόν εκράτησαν αδελφοί αυτών Βενεϊ υιος ‘Ηναδάδ άρχων ημίσους περιχώρου Κεϊλά. 19 και εκράτησαν επί χείρα αυτού Αζούρ υιος Ιησού, άρχων του Μασφαί, μέτρον δεύτερον πύργου αναβάσεως της συναπτούσης της γωνίας. 20 μετ' αυτόν εκράτησε Βαρούχ υιος Ζαβού μέτρον δεύτερον από της γωνίας έως θύρας Βηθελιασούβ του ιερέως του μεγάλου. 21 μετ' αυτόν εκράτησε Μεραμώθ υιος Ουρία, υιού Ακκώς, μέτρον δεύτερον από θύρας Βηθελιασούβ έως εκλείψεως Βηθελιασούβ. 22 και μετ' αυτόν εκράτησαν οι ιερείς άνδρες Εκχεχάρ. 23 και μετ' αυτόν εκράτησε Βενιαμίν και Ασούβ κατέναντι οίκου αυτών. και μετ' αυτόν εκράτησεν Αζαρίας υιος Μαασίου, υιού Ανανία εχόμενα οίκου αυτού. 24 και μετ' αυτόν εκράτησε Βανί υιος Αδάδ μέτρον δεύτερον από Βηθαζαρία έως της γωνίας και έως της καμπής 25 Φαλάχ υιού Ευζαϊ εξεναντίας της γωνίας, και ο πύργος ο εξέχων εκ του οίκου του βασιλέως ο ανώτερος ο της αυλής της φυλακής. και μετ' αυτόν Φαδαϊα υιος Φόρος. 26 και οι ναθινίμ ήσαν οικούντες εν τω ‘Ωφάλ έως κήπου πύλης του ύδατος εις ανατολάς, και ο πύργος ο εξέχων. 27 και μετ' αυτόν εκράτησαν οι Θεκωϊμ μέτρον δεύτερον εξεναντίας του πύργου του μεγάλου του εξέχοντος και έως του τείχους του ‘Οφλά. 28 ανώτερον πύλης των ίππων εκράτησαν οι ιερείς, ανήρ εξεναντίας οίκου εαυτού. 29 και μετ' αυτόν εκράτησε Σαδδούκ υιος Εμμήρ εξεναντίας οίκου εαυτού. και μετ' αυτόν εκράτησε Σαμαϊα υιος Σεχενία φύλαξ της πύλης της ανατολής. 30 μετ' αυτόν εκράτησεν Ανανία υιος Σελεμία και Ανώμ υιος Σελέφ, ο έκτος, μέτρον δεύτερον. μετ' αυτόν εκράτησε Μεσουλάμ υιος Βαραχία εξεναντίας γαζοφυλακίου αυτού. 31 μετ' αυτόν εκράτησε Μελχία υιος του Σαρεφί έως Βηθαναθινίμ και οι ροπωπώλαι απέναντι πύλης του Μαφεκάδ και έως αναβάσεως της καμπής. 32 και ανά μέσον της πύλης της προβατικής εκράτησαν οι χαλκείς και οι ροπωπώλαι. 33 Και εγένετο ηνίκα ήκουσε Σαναβαλλάτ ότι ημείς οικοδομούμεν το τείχος, και πονηρόν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

827

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτω εφάνη, και ωργίσθη επί πολύ και εξεγέλα επί τοις Ιουδαίοις. 34 και είπεν ενώπιον των αδελφών αυτού· αύτη η δύναμις Σομόρων, ότι οι Ιουδαίοι ούτοι οικοδομούσι την εαυτών πόλιν; άρα θυσιάζουσιν; άρα δυνήσονται; και σήμερον ιάσονται τους λίθους μετά το χώμα γενέσθαι γης καυθέντας; 35 και Τωβίας ο Αμμανίτης εχόμενα αυτού ήλθε και είπε προς αυτούς· μη θυσιάζουσιν ή φάγονται επί του τόπου αυτών; ουχί αναβήσεται αλώπηξ και καθελεί το τείχος λίθων αυτών; 36 άκουσον, ο Θεός ημών, ότι εγενήθημεν εις μυκτηρισμόν, 37 και επίστρεψον ονειδισμόν αυτών εις κεφαλήν αυτών και δος αυτούς εις μυκτηρισμόν εν γη αιχμαλωσίας και μη καλύψης επί ανομίαν.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ

1 ΚΑΙ εγένετο ως ήκουσε Σαναβαλλάτ και Τωβία και οι Άραβες και οι Αμμανίται ότι ανέβη η φυή τοις τείχεσιν Ιερουσαλήμ, ότι ήρξαντο αι διασφαγαί αναφράσσεσθαι, και πονηρόν αυτοίς εφάνη σφόδρα· 2 και συνήχθησαν πάντες επί το αυτό ελθείν παρατάξασθαι εν Ιερουσαλήμ και ποιήσαι αυτήν αφανή. 3 και προσηυξάμεθα προς τον Θεόν ημών και εστήσαμεν προφύλακας επ' αυτούς ημέρας και νυκτός από προσώπου αυτών. 4 και είπεν Ιούδας· συνετρίβη η ισχύς των εχθρών, και ο Χους πολύς, και ημείς ου δυνησόμεθα οικοδομείν εν τω τείχει. 5 και είπαν οι θλίβοντες ημάς· ου γνώσονται και ουκ όψονται έως ότου έλθωμεν εις μέσον αυτών και φονεύσωμεν αυτούς και καταπαύσωμεν το έργον. 6 και εγένετο ως ήλθοσαν οι Ιουδαίοι οι οικούντες εχόμενα αυτών και είποσαν ημίν· αναβαίνουσιν εκ πάντων των τόπων εφ' ημάς. 7 και έστησα εις τα κατώτατα του τόπου κατόπισθεν του τείχους εν τοις σκεπεινοίς και έστησα τον λαόν κατά δήμους μετά ρομφαιών αυτών, λόγχας αυτών και τόξα αυτών. 8 και είδον και ανέστην και είπα προς τους εντίμους και προς τους στρατηγούς και προς τους καταλοίπους του λαού· μη φοβηθήτε από προσώπου αυτών· μνήσθητε του Θεού ημών του μεγάλου και φοβερού και παρατάξασθε περί των αδελφών υμών, υιών υμών, θυγατέρων υμών, γυναικών υμών και οίκων υμών. 9
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

828

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και εγένετο ηνίκα ήκουσαν οι εχθροί ημών ότι εγνώσθη ημίν και διεσκέδασεν ο Θεός την βουλήν αυτών, και επεστρέψαμεν πάντες ημείς εις το τείχος, ανήρ εις το έργον αυτού. 10 και εγένετο από της ημέρας εκείνης ήμισυ των εκτετιναγμένων εποίουν το έργον και ήμισυ αυτών αντείχοντο, και λόγχαι και θυρεοί και τόξα και θώρακες και οι άρχοντες οπίσω παντός οίκου Ιούδα 11 των οικοδομούντων εν τω τείχει, και οι αίροντες εν τοις αρτήρσιν εν όπλοις· εν μια χειρί εποίει αυτού το έργον και εν μια εκράτει την βολίδα. 12 και οι οικοδόμοι ανήρ ρομφαίαν αυτού εζωσμένος επί την οσφύν αυτού και ωκοδομούσαν και ο σαλπίζων εν τη κερατίνη εχόμενα αυτού. 13 και είπα προς τους εντίμους και προς τους άρχοντας και προς τους καταλοίπους του λαού· το έργον πλατύ και πολύ, και ημείς σκορπιζόμεθα επί του τείχους μακράν ανήρ από του αδελφού αυτού. 14 εν τόπω, ου εάν ακούσητε την φωνήν της κερατίνης, εκεί συναχθήσεσθε προς ημάς, και ο Θεός ημών πολεμήσει περί ημών. 15 και ημείς ποιούντες το έργον, και ήμισυ αυτών κρατούντες τας λόγχας από αναβάσεως του όρθρου έως εξόδου των άστρων. 16 και εν τω καιρω εκείνω είπα τω λαω· έκαστος μετά του νεανίσκου αυτού αυλίσθητε εν μέσω Ιερουσαλήμ, και έστω υμίν η νύξ προφυλακή και η ημέρα έργον. 17 και ήμην εγώ και οι άνδρες της προφυλακής οπίσω μου, και ουκ ην εξ ημών εκδιδυσκόμενος ανήρ τα ιμάτια αυτού.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

1 ΚΑΙ η κραυγή του λαού και γυναικών αυτών μεγάλη προς τους αδελφούς αυτών τους Ιουδαίους. 2 και ήσάν τινες λέγοντες· εν υιοίς ημών και εν θυγατράσιν ημών ημείς πολλοί· και ληψόμεθα σίτον και φαγόμεθα και ζησόμεθα. 3 και εισί τινες λέγοντες· αγροί ημών και αμπελώνες ημών και οικίαι ημών, ημείς διεγγυώμεν, και ληψόμεθα σίτον και φαγόμεθα. 4 και εισί τινες λέγοντες· εδανεισάμεθα αργύριον εις φόρους του βασιλέως, αγροί ημών και αμπελώνες ημών και οικίαι ημών· 5 και νυν ως σάρξ αδελφών ημών σάρξ ημών, ως υιοί αυτών υιοί ημών. και ιδού ημείς καταδυναστεύομεν τους υιούς ημών και τας θυγατέρας
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

829

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ημών εις δούλους, και εισιν από θυγατέρων ημών καταδυναστευόμεναι, και ουκ έστι δύναμις χειρών ημών, και αγροί ημών και αμπελώνες ημών τοις εντίμοις. 6 και ελυπήθην σφόδρα, καθώς ήκουσα την κραυγήν αυτών και τους λόγους τούτους. 7 και εβουλεύσατο καρδία μου επ' εμέ, και εμαχεσάμην προς τους εντίμους και τους άρχοντας και είπα αυτοίς· απαιτήσει ανήρ τον αδελφόν αυτού, α υμείς απαιτείτε. και έδωκα επ' αυτούς εκκλησίαν μεγάλην 8 και είπα αυτοίς· ημείς κεκτήμεθα τους αδελφούς ημών τους Ιουδαίους τους πωλουμένους τοις έθνεσιν εν εκουσίω ημών· και υμείς πωλείτε τους αδελφούς υμών και παραδοθήσονται ημίν; και ησύχασαν και ουχ εύροσαν λόγον. 9 και είπα· ουκ αγαθός ο λόγος, ον υμείς ποιείτε· ουχ ούτως εν φόβω Θεού ημών απελεύσεσθε από ονειδισμού των εθνών των εχθρών ημών. 10 και οι αδελφοί μου και οι γνωστοί μου και εγώ εθήκαμεν εαυτοίς αργύριον και σίτον· εγκατελίπομεν δη την απαίτησιν ταύτην. 11 επιστρέψατε δη αυτοίς ως σήμερον αγρούς αυτών και αμπελώνας αυτών και ελαιώνας αυτών και οικίας αυτών· και από του αργυρίου τον σίτον και τον οίνον και το έλαιον εξενέγκατε αυτοίς. 12 και είπαν· αποδώσομεν, και παρ' αυτών ου ζητήσομεν, ούτως ποιήσομεν καθώς συ λέγεις· και εκάλεσα τους ιερείς και ωρκισα αυτούς ποιήσαι ως το ρήμα τούτο. 13 και την αναβολήν μου εξετίναξα και είπα· ούτως εκτινάξαι ο Θεός πάντα άνδρα, ος ου στήσει τον λόγον τούτον, εκ του οίκου αυτού και εκ κόπου αυτού, και έσται ούτως εκτετιναγμένος και κενός. και είπε πάσα η εκκλησία· αμήν, και ήνεσαν τον Κύριον. και εποίησεν ο λαός το ρήμα τούτο. 14 Από της ημέρας, ης ενετείλατό μοι είναι εις άρχοντα αυτών εν γη Ιούδα, από έτους εικοστού και έως έτους τριακοστού και δευτέρου τω Αρθασασθά έτη δώδεκα, εγώ και οι αδελφοί μου βίαν αυτών ουκ έφαγον. 15 και τας βίας τας πρώτας, ας προ εμού εβάρυναν επ' αυτούς, και ελάβοσαν παρ' αυτών εν άρτοις και εν οίνω έσχατον αργύριον, δίδραχμα τεσσαράκοντα, και οι εκτετιναγμένοι αυτών εξουσιάζονται επί τον λαόν· καγώ ουκ εποίησα ούτως από προσώπου φόβου Θεού. 16 και εν έργω του τείχους τούτων ουκ εκράτησα, αγρόν ουκ εκτησάμην, και πάντες οι συνηγμένοι εκεί επί το έργον. 17 και οι Ιουδαίοι, εκατόν και πεντήκοντα άνδρες, και ερχόμενοι προς ημάς από των εθνών των κύκλω ημών επί τράπεζάν μου. 18 και ην γινόμενον εις ημέραν μίαν μόσχος εις και πρόβατα εξ εκλεκτά και χίμαρος εγίνοντό μοι και ανά μέσον δέκα ημερών εν πάσιν οίνος τω πλήθει· και συν τούτοις άρτους της βίας ουκ εζήτησα, ότι βαρεία η δουλεία επί τον λαόν τούτον. 19 μνήσθητί μου, ο Θεός,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

830

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εις αγαθόν πάντα όσα εποίησα τω λαω τούτω.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΚΑΙ εγένετο καθώς ηκούσθη τω Σαναβαλλάτ και Τωβία και τω Γησάμ τω Αραβί και τοις καταλοίποις εχθρών ημών ότι ωκοδόμησα το τείχος, και ου κατελείφθη εν αυτοίς πνοή. έως του καιρού εκείνου θύρας ουκ επέστησα εν ταις πύλαις. 2 και απέστειλε Σαναβαλλάτ και Γησάμ προς με λέγων· δεύρο και συναχθώμεν επί το αυτό εν ταις κώμαις εν πεδίω ‘Ωνώ· και αυτοί λογιζόμενοι ποιήσαί μοι πονηρίαν. 3 και απέστειλα επ' αυτούς αγγέλους λέγων· έργον μέγα εγώ ποιώ και ου δυνήσομαι καταβήναι, μη ποτε καταπαύση το έργον· ως αν τελειώσω αυτό, καταβήσομαι προς υμάς. 4 και απέστειλαν προς με ως το ρήμα τούτο, και απέστειλα αυτοίς κατά ταύτα. 5 και απέστειλε προς με Σαναβαλλάτ τον παίδα αυτού και επιστολήν ανεωγμένην εν χειρί αυτού. 6 και ην γεγραμμένον εν αυτη· « Εν έθνεσιν ηκούσθη ότι συ και οι Ιουδαίοι λογίζεσθε αποστατήσαι, δια τούτο συ οικοδομείς το τείχος, και συ έση αυτοίς εις βασιλέα· 7 και προς τούτοις προφήτας έστησας σεαυτω, ίνα καθίσης εν Ιερουσαλήμ εις βασιλέα επί Ιούδα· και νυν απαγγελήσονται τω βασιλεί οι λόγοι ούτοι· και νυν δεύρο βουλευσώμεθα επί το αυτό. 8 και απέστειλα προς αυτόν λέγων· ουκ εγενήθη ως οι λόγοι ούτοι, ως συ λέγεις, ότι από καρδίας σου συ ψεύδη αυτούς. 9 ότι πάντες φοβερίζουσιν ημάς λέγοντες· εκλυθήσονται αι χείρες αυτών από του έργου τούτου, και ου ποιηθήσεται· και νυν εκραταίωσα τας χείράς μου. 10 Καγώ εισήλθον εις οίκον Σεμεϊ υιού Δαλαϊα, υιού Μεταβεήλ -και αυτός συνεχόμενος- και είπε· συναχθώμεν εις οίκον του Θεού εν μέσω αυτού και κλείσωμεν τας θύρας αυτού, ότι έρχονται νυκτός φονεύσαί σε. 11 και είπα· τις εστιν ο ανήρ, ος εισελεύσεται εις τον οίκον και ζήσεται; 12 και επέγνων και ιδού ο Θεός ουκ απέστειλεν αυτόν, ότι η προφητεία λόγος κατ' εμού, και Τωβίας και Σαναβαλλάτ εμισθώσαντο 13 επ' εμέ όχλον, όπως φοβηθώ και ποιήσω ούτως και αμάρτω και γένωμαι αυτοίς εις όνομα πονηρόν, όπως ονειδίσωσί με. 14 μνήσθητι,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

831

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ο Θεός, Τωβία και Σαναβαλλάτ, ως τα ποιήματα αυτού ταύτα, και τω Νωαδία τω προφήτη και τοις καταλοίποις των προφητών, οί ήσαν φοβερίζοντές με. 15 Και ετελέσθη το τείχος πέμπτη και εικάδι του Ελούλ μηνός εις πεντήκοντα και δύο ημέρας. 16 και εγένετο ηνίκα ήκουσαν πάντες οι εχθροί ημών, και εφοβήθησαν πάντα τα έθνη τα κύκλω ημών, και επέπεσε φόβος σφόδρα εν οφθαλμοίς αυτών, και έγνωσαν ότι παρά του Θεού ημών εγενήθη τελειωθήναι το έργον τούτο. 17 και εν ταις ημέραις εκείναις από πολλών εντίμων Ιούδα επιστολαί επορεύοντο προς Τωβίαν, και αι Τωβία ήρχοντο προς αυτούς, 18 ότι πολλοί εν Ιούδα ένορκοι ήσαν αυτω, ότι γαμβρός ην του Σεχενία υιού Ηραέ, και Ιωνάν υιος αυτού έλαβε την θυγατέρα Μεσουλάμ υιού Βαραχία εις γυναίκα. 19 και τους λόγους αυτού ήσαν λέγοντες προς με και λόγους μου ήσαν εκφέροντες αυτω, και επιστολάς απέστειλε Τωβίας φοβερίσαι με.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΚΑΙ εγένετο ηνίκα ωκοδομήθη το τείχος, και έστησα τας θύρας, και επεσκέπησαν οι πυλωροί και οι άδοντες και οι Λευίται. 2 και ενετειλάμην τω Ανανία αδελφω μου και τω Ανανία άρχοντι της βιρά εν Ιερουσαλήμ, ότι αυτός ως ανήρ αληθής και φοβούμενος τον Θεόν παρά πολλούς, 3 και είπα αυτοίς· ουκ ανοιγήσονται πύλαι Ιερουσαλήμ έως άμα τω ηλίω, και έτι αυτών γρηγορούντων κλειέσθωσαν αι θύραι και σφηνούσθωσαν· και στήσον προφύλακας οικούντων εν Ιερουσαλήμ, ανήρ εν προφυλακή αυτού και ανήρ απέναντι οικίας αυτού. 4 Και η πόλις πλατεία και μεγάλη, και ο λαός ολίγος εν αυτη, και ουκ ήσαν οικίαι ωκοδομημέναι. 5 και έδωκεν ο Θεός εις την καρδίαν μου και συνήξα τους εντίμους και τους άρχοντας και τον λαόν εις συνοδίας· και εύρον βιβλίον της συνοδίας, οί ανέβησαν εν πρώτοις, και εύρον γεγραμμένον εν αυτω. 6 και ούτοι υιοί της χώρας οι αναβάντες από αιχμαλωσίας της αποικίας, ης απώκισε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

832

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ και εις Ιούδα ανήρ εις την πόλιν αυτού 7 μετά Ζοροβάβελ και Ιησού και Νεεμία Αζαρία και Ρεελμά Ναεμανί, Μαρδοχαίος, Βαλσάν, Μασφαράθ, Έσδρα, Βογουϊα, Ιναούμ, Βαανά, Μασφάρ, άνδρες λαού Ισραήλ· 8 υιοί Φόρος δισχίλιοι εκατόν εβδομηκονταδύο· 9 υιοί Σαφατία τριακόσιοι εβδομηκονταδύο· 10 υιοί ‘Ηρά εξακόσιοι πεντηκονταδύο· 11 υιοί Φαάθ Μωάβ τοις υιοίς Ιησού και Ιωάβ δισχίλιοι εξακόσιοι δεκαοκτώ· 12 υιοί Αιλάμ χίλιοι διακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες· 13 υιοί Ζαθουϊα οκτακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 14 υιοί Ζακχού επτακόσιοι εξήκοντα· 15 υιοί Βανουϊ εξακόσιοι τεσσαρακονταοκτώ· 16 υιοί Βηβί εξακόσιοι εικοσιοκτώ· 17 υιοί Ασγάδ δισχίλιοι τριακόσιοι εικοσιδύο· 18 υιοί Αδωνικάμ εξακόσιοι εξηκονταεπτά· 19 υιοί Βαγοϊ δισχίλιοι εξηκονταεπτά· 20 υιοί ‘Ηδίν εξακόσιοι πεντηκονταπέντε· 21 υιοί Ατήρ τω Εζεκία ενενηκονταοκτώ· 22 υιοί ‘Ησάμ τριακόσιοι εικοσιοκτώ· 23 υιοί Βεσεϊ τριακόσιοι εικοσιτέσσαρες· 24 υιοί Αρίφ εκατόν δώδεκα· υιοί Ασέν διακόσιοι εικοσιτρείς· 25 υιοί Γαβαών ενενηκονταπέντε· 26 υιοί Βαιθαλέμ εκατόν εικοσιτρείς· υιοί Ατωφά πεντηκονταέξ· 27 υιοί Αναθώθ εκατόν εικοσιοκτώ· 28 άνδρες Βηθασμώθ τεσσαρακονταδύο· 29 άνδρες Καριαθαρίμ, Καφιρά και Βηρώθ επτακόσιοι τεσσαρακοντατρείς· 30 άνδρες Αραμά και Γαβαά εξακόσιοι είκοσιν· 31 άνδρες Μαχεμάς εκατόν εικοσιδύο· 32 άνδρες Βαιθήλ και Αϊ εκατόν εικοσιτρείς· 33 άνδρες Ναβία εκατόν πεντηκονταδύο· 34 άνδρες ‘Ηλαμαάρ χίλιοι διακόσιοι πεντηκονταδύο· 35 υιοί ‘Ηράμ τριακόσιοι είκοσι· 36 υιοί Ιεριχώ τριακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 37 υιοί Λοδαδίδ και ‘Ωνώ επτακόσιοι εικοσιείς· 38 υιοί Σανανά τρισχίλιοι ενακόσιοι τριάκοντα· 39 οι ιερείς, υιοί Ιωδαέ εις οίκον Ιησού ενακόσιοι εβδομηκοντατρείς· 40 υιοί Εμμήρ χίλιοι πεντηκονταδύο· 41 υιοί Φασεούρ χίλιοι διακόσιοι τεσσαρακονταεπτά· 42 υιοί ‘Ηράμ χίλιοι δεκαεπτά· 43 οι Λευίται, υιοί Ιησού του Καδμιήλ τοις υιοίς του Ουδουϊα εβδομηκοντατέσσαρες· 44 οι άδοντες, υιοί Ασάφ εκατόν τεσσαρακονταοκτώ· 45 οι πυλωροί, υιοί Σαλούμ, υιοί Ατήρ, υιοί Τελμών, υιοί Ακούβ, υιοί Ατιτά, υιοί Σαβί, εκατόν τριακονταοκτώ· 46 οιναθινίμ, υιοί Σηά, υιοί Ασφά, υιοί Ταβαώθ, 47 υιοί Κιράς, υιοί Ασουϊα, υιοί Φαδών, 48 υιοί Λαβανά, υιοί Αγαβά, υιοί Σελμεϊ, 49 υιοί Ανάν, υιοί Γαδήλ, υιοί Γαάρ, 50 υιοί Ρααϊα, υιοί Ρασσών, υιοί Νεκωδά, 51 υιοί Γηζάμ, υιοί ‘Οζί, υιοί Φεσή, 52 υιοί Βησί, υιοί Μεϊνών, υιοί Νεφωσασί, 53 υιοί Βακβούκ, υιοί Αχιφά, υιοί Αρούρ, 54 υιοί Βασαλώθ, υιοί Μιδά, υιοί Αδασάν, 55 υιοί Βαρκουέ, υιοί Σισαράθ, υιοί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

833

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Θημά, 56 υιοί Νισιά, υιοί Ατιφά, 57 υιοί δούλων Σαλωμών, υιοί Σουτεϊ, υιοί Σαφαράτ, υιοί Φεριδά, 58 υιοί Ιελήλ, υιοί Δορκών, υιοί Γαδαήλ, 59 υιοί Σαφατία, υιοί Εττήλ, υιοί Φακαράθ, υιοί Σαβαϊμ, υιοί ‘Ημίμ· 60 πάντες οι ναθινίμ, και υιοί δούλων Σαλωμών, τριακόσιοι ενενηκονταδύο. 61 και ούτοι ανέβησαν από Θελμελέθ, Θελαρησά, Χαρούβ, ‘Ηρών, Ιεμήρ και ουκ εδυνάσθησαν απαγγείλαι οίκους πατριών αυτών και σπέρμα αυτών ει από Ισραήλ εισιν· 62 υιοί Δαλαία, υιοί Τωβία, υιοί Νεκωδά, εξακόσιοι τεσσαρακονταδύο· 63 και από των ιερέων υιοί Εβία, υιοί Ακώς, υιοί Βερζελλί, ότι έλαβον από θυγατέρων Βερζελλί του Γαλααδίτου γυναίκας και εκλήθησαν επ' ονόματι αυτών· 64 ούτοι εζήτησαν γραφήν αυτών της συνοδίας, και ουχ ευρέθη, και ηγχιστεύθησαν από της ιερατείας, 65 και είπεν Αθερσασθά, ίνα μη φάγωσιν από του αγίου των αγίων, έως αναστη ιερεύς φωτίσων. 66 και εγένετο πάσα η εκκλησία ωσεί τέσσαρες μυριάδες δισχίλιοι τριακόσιοι εξήκοντα, 67 πάρεξ δούλων αυτών και παιδισκών αυτών, ούτοι επτακισχίλιοι τριακόσιοι τριακονταεπτά· και άδοντες και άδουσαι διακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 69 όνοι δισχίλιοι επτακόσιοι. 70 και από μέρους αρχηγών των πατριών έδωκαν εις το έργον τω Νεεμία εις θησαυρόν χρυσούς χιλίους, φιάλας πεντήκοντα και χωθωνώθ των ιερέων τριάκοντα. 71 και από αρχηγών των πατριών έδωκαν εις θησαυρούς του έργου χρυσού νομίσματος δύο μυριάδας και αργυρίου μνάς δισχιλίας τριακοσίας, και έδωκαν οι κατάλοιποι του λαού χρυσίου δύο μυριάδας και αργυρίου μνάς δισχιλίας διακοσίας και χωθωνώθ των ιερέων εξηκονταεπτά. 72 και εκάθισαν οι ιερείς και Λευίται και οι πυλωροί και οι άδοντες και οι από του λαού και οι ναθινίμ και πας Ισραήλ εν πόλεσιν αυτών.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΚΑΙ έφθασεν ο μην ο έβδομος -και οι υιοί Ισραήλ εν πόλεσιν αυτών- και συνήχθησαν πας ο λαός ως ανήρ εις εις το πλάτος το έμπροσθεν πύλης του ύδατος. και είπαν τω Έσδρα τω γραμματεί ενέγκαι το βιβλίον νόμου Μωυσή, ον ενετείλατο Κύριος τω Ισραήλ. 2 και ήνεγκεν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

834

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Έσδρας ο ιερεύς τον νόμον ενώπιον της εκκλησίας από ανδρός έως γυναικός και πας ο συνίων ακούειν εν ημέρα μια του μηνός του εβδόμου 3 και ανέγνω εν αυτω από της ωρας του διαφωτίσαι τον ήλιον έως ημίσους της ημέρας απέναντι των ανδρών και των γυναικών, και αυτοί συνιέντες, και ώτα παντός του λαού εις το βιβλίον του νόμου. 4 και έστη Έσδρας ο γραμματεύς επί βήματος ξυλίνου, και έστησαν εχόμενα αυτού Ματταθίας και Σαμαϊας και Ανανίας και Ουρίας και Χελκία και Μαασία εκ δεξιών αυτού, και εξ αριστερών Φαδαϊας και Μισαήλ και Μελχίας και Ασώμ και Ασαβαδμά και Ζαχαρίας και Μεσολλάμ. 5 και ήνοιξεν Έσδρας το βιβλίον ενώπιον παντός του λαού, ότι αυτός ην επάνω του λαού -και εγένετο ηνίκα ήνοιξεν αυτό, έστη πας ο λαός- 6 και ηυλόγησεν Έσδρας Κύριον τον Θεόν τον μέγαν, και απεκρίθη πας ο λαός και είπαν· αμήν, επάραντες τας χείρας αυτών, και έκυψαν και προσεκύνησαν τω Κυρίω επί πρόσωπον επί την γην. 7 και Ιησούς και Βαναϊας και Σαραβίας ήσαν συνετίζοντες τον λαόν εις τον νόμον· και ο λαός εν τη στάσει αυτού. 8 και ανέγνωσαν εν βιβλίω νόμου του Θεού, και εδίδασκεν Έσδρας και διέστελλεν εν επιστήμη Κυρίου, και συνήκεν ο λαός εν τη αναγνώσει. 9 και είπε Νεεμίας και Έσδρας ο ιερεύς και γραμματεύς και οι Λευίται και οι συνετίζοντες τον λαόν και είπαν παντί τω λαω· ημέρα αγία εστί τω Κυρίω Θεω ημών, μη πενθείτε μηδέ κλαίετε· ότι έκλαιε πας ο λαός, ως ήκουσαν τους λόγους του νόμου. 10 και είπεν αυτοίς· πορεύεσθε φάγετε λιπάσματα και πίετε γλυκάσματα και αποστείλατε μερίδας τοις μη έχουσιν· ότι αγία εστίν η ημέρα τω Κυρίω ημών· και μη διαπέσητε, ότι εστί Κύριος ισχύς ημών. 11 και οι Λευίται κατεσιώπων πάντα τον λαόν λέγοντες· σιωπάτε, ότι ημέρα αγία, και μη καταπίπτετε. 12 και απήλθε πας ο λαός φαγείν και πιείν και αποστέλλειν μερίδας και ποιήσαι ευφροσύνην μεγάλην, ότι συνήκαν εν τοις λόγοις οίς εγνώρισεν αυτοίς. 13 Και εν τη ημέρα τη δευτέρα συνήχθησαν οι άρχοντες των πατριών συν τω παντί λαω, οι ιερείς και οι Λευίται προς Έσδραν τον γραμματέα επιστήσαι προς πάντας τους λόγους του νόμου. 14 και εύροσαν γεγραμμένον εν τω νόμω, ω ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή, όπως κατοικήσωσιν οι υιοί Ισραήλ εν σκηναίς εν εορτη εν μηνί τω εβδόμω, 15 και όπως σημάνωσι σάλπιγξιν εν πάσαις ταις πόλεσιν αυτών και εν Ιερουσαλήμ. και είπεν Έσδρας· εξέλθετε εις το όρος, και ενέγκατε φύλλα ελαίας και φύλλα ξύλων κυπαρισσίνων και φύλλα μυρσίνης και φύλλα φοινίκων και φύλλα ξύλου δασέος ποιήσαι σκηνάς κατά το γεγραμμένον. 16 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

835

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εξήλθεν ο λαός και ήνεγκαν και εποίησαν εαυτοίς σκηνάς ανήρ επί του δώματος αυτού και εν ταις αυλαίς αυτών και εν ταις αυλαίς οίκου του Θεού και εν πλατείαις της πόλεως και έως πύλης Εφραίμ. 17 και εποίησαν πάσα η εκκλησία, οι επιστρέψαντες από της αιχμαλωσίας, σκηνάς και εκάθισαν εν σκηναίς· ότι ουκ εποίησαν από ημερών Ιησού υιού Ναυή ούτως οι υιοί Ισραήλ έως της ημέρας εκείνης· και εγένετο ευφροσύνη μεγάλη. 18 και ανέγνω εν βιβλίω νόμου του Θεού ημέραν εν ημέρα από της ημέρας της πρώτης έως της ημέρας της εσχάτης· και εποίησαν εορτήν επτά ημέρας, και τη ημέρα τη ογδόη εξόδιον κατά το κρίμα.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΚΑΙ εν ημέρα εικοστη και τετάρτη του μηνός τούτου συνήχθησαν οι υιοί Ισραήλ εν νηστεία και εν σάκκοις και σποδω επί κεφαλής αυτών. 2 και εχωρίσθησαν οι υιοί Ισραήλ από παντός υιού αλλοτρίου και έστησαν και εξηγόρευσαν τας αμαρτίας αυτών και τας ανομίας των πατέρων αυτών. 3 και έστησαν επί τη στάσει αυτών και ανέγνωσαν εν βιβλίω νόμου Κυρίου Θεού αυτών και ήσαν εξαγορεύοντες τω Κυρίω και προσκυνούντες τω Κυρίω Θεω αυτών. 4 και έστη επί αναβάσει των Λευιτών Ιησούς και οι υιοί Καδμιήλ, Σεχενία υιος Σαραβία, υιοί Χωνενί και εβόησαν φωνή μεγάλη προς Κύριον τον Θεόν αυτών. 5 και είποσαν οι Λευίται Ιησούς και Καδμιήλ· ανάστητε, ευλογείτε Κύριον τον Θεόν ημών από του αιώνος και έως του αιώνος· και ευλογήσουσιν όνομα δόξης σου και υψώσουσιν επί πάση ευλογία και αινέσει. 6 και είπεν Έσδρας· συ ει αυτός Κύριος μόνος, συ εποίησας τον ουρανόν και τον ουρανόν του ουρανού και πάσαν την στάσιν αυτών, την γην και πάντα, όσα εστίν εν αυτη, τας θαλάσσας και πάντα τα εν αυταίς, και συ ζωοποιείς τα πάντα, και σοί προσκυνούσιν αι στρατιαί των ουρανών. 7 συ ει Κύριος ο Θεός· συ εξελέξω εν Άβραμ και εξήγαγες αυτόν εκ της χώρας των Χαλδαίων και επέθηκας αυτω όνομα Αβραάμ· 8 και εύρες την καρδίαν αυτού πιστήν ενώπιόν σου και διέθου προς αυτόν διαθήκην δούναι αυτω την
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

836

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

γην των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Φερεζαίων και Ιεβουσαίων και Γεργεσαίων και τω σπέρματι αυτού· και έστησας τους λόγους σου, ότι δίκαιος συ. 9 και είδες την ταπείνωσιν των πατέρων ημών εν Αιγύπτω και την κραυγήν αυτών ήκουσας επί θάλασσαν ερυθράν. 10 και έδωκας σημεία και τέρατα εν Αιγύπτω εν Φαραώ και εν πάσι τοις παισίν αυτού και εν παντί τω λαω της γης αυτού, ότι έγνως ότι υπερηφάνησαν επ' αυτούς, και εποίησας σεαυτω όνομα ως η ημέρα αύτη. 11 και την θάλασσαν έρρηξας ενώπιον αυτών, και παρήλθοσαν εν μέσω της θαλάσσης εν ξηρασία, και τους καταδιώξοντας αυτούς έρριψας εις βυθόν ωσεί λίθον εν ύδατι σφοδρω. 12 και εν στύλω νεφέλης ωδήγησας αυτούς ημέρας και εν στύλω πυρός την νύκτα του φωτίσαι αυτοίς την οδόν, εν ή πορεύσονται εν αυτη. 13 και επί όρος Σινά κατέβης και ελάλησας προς αυτούς εξ ουρανού και έδωκας αυτοίς κρίματα ευθέα και νόμους αληθείας, προστάγματα και εντολάς αγαθάς· 14 και το σάββατόν σου το άγιον εγνώρισας αυτοίς, εντολάς και προστάγματα και νόμον ενετείλω αυτοίς εν χειρί Μωυσή δούλου σου. 15 και άρτον εξ ουρανού έδωκας αυτοίς εις σιτοδοτίαν αυτών και ύδωρ εκ πέτρας εξήνεγκας αυτοίς εις δίψαν αυτών. και είπας αυτοίς εισελθείν κληρονομήσαι την γην, εφ' ην εξέτεινας την χείρά σου δούναι αυτοίς. 16 και αυτοί και οι πατέρες ημών υπερηφανεύσαντο και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών και ουκ ήκουσαν των εντολών σου· 17 και ανένευσαν του εισακούσαι και ουκ εμνήσθησαν των θαυμασίων σου, ων εποίησας μετ' αυτών και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών και έδωκαν αρχήν επιστρέψαι εις δουλείαν αυτών εν Αιγύπτω. και συ ο Θεός ελεήμων και οικτίρμων, μακρόθυμος και πολυέλεος, και ουκ εγκατέλιπες αυτούς. 18 έτι δε και εποίησαν εαυτοίς μόσχον χωνευτόν και είπαν· ούτοι οι θεοί οι εξαγαγόντες ημάς εξ Αιγύπτου· και εποίησαν παροργισμούς μεγάλους. 19 και συ εν οικτιρμοίς σου τοις πολλοίς ουκ εγκατέλιπες αυτούς εν τη ερήμω, τον στύλον της νεφέλης ουκ εξέκλινας απ' αυτών ημέρας οδηγήσαι αυτούς εν τη οδω και τον στύλον του πυρός την νύκτα, φωτίζειν αυτοίς την οδόν, εν ή πορεύσονται εν αυτη. 20 και το πνεύμά σου το αγαθόν έδωκας συνετίσαι αυτούς και το μάννα σου ουκ αφυστέρησας από στόματος αυτών και ύδωρ έδωκας αυτοίς εν τω δίψει αυτών. 21 και τεσσαράκοντα έτη διέθρεψας αυτούς εν τη ερήμω, ουχ υστέρησας αυτοίς ουδέν· ιμάτια αυτών ουκ επαλαιώθησαν, και πόδες αυτών ου διερράγησαν. 22 και έδωκας αυτοίς βασιλείας και λαούς εμέρισας αυτοίς, και εκληρονόμησαν την γην Σηών βασιλέως Εσεβών και την γην Ωγ βασιλέως του Βασάν. 23 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

837

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

τους υιούς αυτών επλήθυνας ως τους αστέρας του ουρανού και εισήγαγες αυτούς εις την γην, ην είπας τοις πατράσιν αυτών, και εκληρονόμησαν αυτήν. 24 και εξέτριψας ενώπιον αυτών τους κατοικούντας την γην των Χαναναίων και έδωκας αυτούς εις τας χείρας αυτών και τους βασιλείς αυτών και τους λαούς της γης ποιήσαι αυτοίς ως αρεστόν ενώπιον αυτών. 25 και κατελάβοσαν πόλεις υψηλάς και εκληρονόμησαν οικίας πλήρεις πάντων αγαθών, λάκκους λελατομημένους, αμπελώνας και ελαιώνας και παν ξύλον βρώσιμον εις πλήθος· και εφάγοσαν και ενεπλήσθησαν και ελιπάνθησαν και ετρύφησαν εν αγαθωσύνη σου τη μεγάλη. 26 και ήλλαξαν και απέστησαν από σου και έρριψαν τον νόμον σου οπίσω σώματος αυτών και τους προφήτας σου απέκτειναν, οί διεμαρτύραντο εν αυτοίς επιστρέψαι αυτούς προς σε, και εποίησαν παροργισμούς μεγάλους. 27 και έδωκας αυτούς εν χειρί θλιβόντων αυτούς, και έθλιψαν αυτούς· και ανεβόησαν προς σε εν καιρω θλίψεως αυτών, και συ εξ ουρανού σου ήκουσας και εν οικτιρμοίς σου τοις μεγάλοις έδωκας αυτοίς σωτήρας και έσωσας αυτούς εκ χειρός θλιβόντων αυτούς. 28 και ως ανεπαύσαντο, επέστρεψαν ποιήσαι το πονηρόν ενώπιόν σου· και εγκατέλιπες αυτούς εις χείρας εχθρών αυτών, και κατήρξαν εν αυτοίς· και πάλιν ανεβόησαν προς σε, και συ εξ ουρανού εισήκουσας και ερρύσω αυτούς εν οικτιρμοίς σου πολλοίς. 29 και επεμαρτύρω αυτοίς επιστρέψαι αυτούς εις τον νόμον σου, και ουκ ήκουσαν, αλλ' εν ταις εντολαίς σου και κρίμασί σου ημάρτοσαν, α ποιήσας αυτά άνθρωπος ζήσεται εν αυτοίς· και έδωκαν νώτον απειθούντα και τράχηλον αυτών εσκλήρυναν και ουκ ήκουσαν. 30 και είλκυσας επ' αυτούς έτη πολλά και επεμαρτύρω αυτοίς εν πνεύματί σου εν χειρί προφητών σου· και ουκ ηνωτίσαντο, και έδωκας αυτούς εν χειρί λαών της γης. 31 και συ εν οικτιρμοίς σου τοις πολλοίς ουκ εποίησας αυτούς συντέλειαν και ουκ εγκατέλιπες αυτούς, ότι ισχυρός ει και ελεήμων και οικτίρμων. 32 και νυν, ο Θεός ημών ο ισχυρός, ο μέγας, ο κραταιός και ο φοβερός, φυλάσσων την διαθήκην σου και το έλεός σου, μη ολιγωθήτω ενώπιόν σου πας ο μόχθος, ος εύρεν ημάς και τους βασιλείς ημών και τους άρχοντας ημών και τους ιερείς ημών και τους προφήτας ημών και τους πατέρας ημών και εν παντί τω λαω σου από ημερών βασιλέων Ασσούρ και έως της ημέρας ταύτης. 33 και συ δίκαιος επί πάσι τοις ερχομένοις εφ' ημάς, ότι αλήθειαν εποίησας, και ημείς εξημάρτομεν, 34 και οι βασιλείς ημών και οι άρχοντες ημών και οι ιερείς ημών και οι πατέρες ημών ουκ εποίησαν τον νόμον σου και ου προσέσχον των εντολών σου και τα μαρτύριά σου, α διεμαρτύρω αυτοίς. 35 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

838

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτοί εν βασιλεία σου και εν αγαθωσύνη σου τη πολλή, ή έδωκας αυτοίς, και εν τη γη τη πλατεία και λιπαρά, ή έδωκας ενώπιον αυτών, ουκ εδούλευσάν σοι και ουκ απέστρεψαν από επιτηδευμάτων αυτών των πονηρών. 36 ιδού σήμερόν εσμεν δούλοι, και η γη, ην έδωκας τοις πατράσιν ημών φαγείν τον καρπόν αυτής και τα αγαθά αυτής, ιδού εσμεν δούλοι επ' αυτής, 37 και οι καρποί αυτής πολλοί τοις βασιλεύσιν, οίς έδωκας εφ' ημάς εν αμαρτίαις ημών, και επί τα σώματα ημών εξουσιάζουσι και εν κτήνεσιν ημών ως αρεστόν αυτοίς, και εν θλίψει μεγάλη εσμέν. 38 και εν πάσι τούτοις ημείς διατιθέμεθα πίστιν και γράφομεν, και επισφραγίζουσιν άρχοντες ημών, Λευίται ημών, ιερείς ημών.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΚΑΙ επί των σφραγιζόντων Νεεμίας Αρτασασθά υιος Αχαλία και Σεδεκίας 2 υιος Αραία και Αζαρία και Ιερμία, 3 Φασούρ, Αμαρία, Μελχία, 4 Αττούς, Σεβανί, Μαλούχ, 5 Ιράμ, Μεραμώθ, Αβδία, 6 Δανιήλ, Γανναθών, Βαρούχ, 7 Μεσουλάμ, Αβία, Μιαμίν, 8 Μααζία, Βελγαϊ, Σαμαϊα, ούτοι ιερείς· 9 και οι Λευίται Ιησούς υιος Αζανία, Βαναίου από υιών ‘Ηναδάδ, Καδμιήλ 10 και οι αδελφοί αυτού, Σαβανία, ‘Ωδουϊα, Καλιτάν, Φελία, Ανάν, 11 Μιχά, Ροώβ, Ασεβίας, 12 Ζακχώρ, Σαραβία, Σεβανία, 13 ‘Ωδούμ, υιοί Βανουναϊ· 14 άρχοντες του λαού Φόρος, Φαάθ, Μωάβ, ‘Ηλάμ, Ζαθουϊα, υιοί Βανί, 15 Ασγάδ, Βηβαϊ, 16 Αδανία, Βαγοϊ, ‘Ηδίν, 17 Ατήρ, Εζεκία, Αζούρ, 18 ‘Ωδουϊα, ‘Ησάμ, Βησί, 19 Αρίφ, Αναθώθ, Νωβαϊ, 20 Μεγαφής, Μεσουλάμ, ‘Ηζίρ, 21 Μεσωζεβήλ, Σαδούκ, Ιεδδούα, 22 Φαλτία, Ανάν, Αναϊα, 23 ‘Ωσηέ, Ανανία, Ασούβ, 24 Αλωής, Φαλαϊ, Σωβήκ, 25 Ρεούμ, Εσσαβανά, Μαασία, 26 και Αϊα, Αινάν, ‘Ηνάμ, 27 Μαλούχ, ‘Ηράμ, Βαανά. 28 και οι κατάλοιποι του λαού, οι ιερείς, οι Λευίται, οι πυλωροί, οι άδοντες, οι ναθινίμ και πας ο προσπορευόμενος από λαών της γης προς νόμον του Θεού, γυναίκες αυτών, υιοί αυτών, θυγατέρες αυτών, πας ο ειδώς και συνίων, 29 ενίσχυον επί τους αδελφούς αυτών και κατηράσαντο αυτούς και εισήλθοσαν εν αρά και εν όρκω του πορεύεσθαι εν νόμω του Θεού, ος εδόθη εν χειρί Μωυσή δούλου του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

839

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Θεού, φυλάσσεσθαι και ποιείν πάσας τας εντολάς Κυρίου και τα κρίματα αυτού και τα προστάγματα αυτού 30 και του μη δούναι θυγατέρας ημών τοις λαοίς της γης, και τας θυγατέρας αυτών ου ληψόμεθα τοις υιοίς ημών. 31 και λαοί της γης οι φέροντες τους αγορασμούς και πάσαν πράσιν εν ημέρα του σαββάτου αποδόσθαι, ουκ αγορώμεν παρ' αυτών εν σαββάτω και εν ημέρα αγία. και ανήσομεν το έτος το έβδομον και απαίτησιν πάσης χειρός. 32 και στήσομεν εφ' ημάς εντολάς δούναι εφ' ημάς τρίτον του διδράχμου κατ' ενιαυτόν εις δουλείαν οίκου του Θεού ημών 33 εις άρτους του προσώπου και θυσίαν του ενδελεχισμού και εις ολοκαύτωμα του ενδελεχισμού των σαββάτων, των νουμηνιών, εις τας εορτάς και εις τα άγια, και τα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί Ισραήλ, και εις έργα οίκου του Θεού ημών. 34 και κλήρους εβάλομεν περί κλήρου ξυλοφορίας, οι ιερείς και οι Λευίται και ο λαός, ενέγκαι εις οίκον Θεού ημών, εις οίκον πατριών ημών, εις καιρούς από χρόνων, ενιαυτόν κατ' ενιαυτόν, εκκαύσαι επί το θυσιαστήριον Κυρίου Θεού ημών, ως γέγραπται εν τω νόμω, 35 και ενέγκαι τα πρωτογεννήματα της γης ημών και πρωτογεννήματα καρπού παντός ξύλου ενιαυτόν κατ' ενιαυτόν εις οίκον Κυρίου 36 και τα πρωτότοκα υιών ημών και κτηνών ημών, ως γέγραπται εν τω νόμω, και τα πρωτότοκα των βοών ημών και ποιμνίων ημών ενέγκαι εις οίκον Θεού ημών τοις ιερεύσι τοις λειτουργούσιν εν οίκω Θεού ημών. 37 και την απαρχήν σίτων ημών και τον καρπόν παντός ξύλου, οίνου και ελαίου οίσομεν τοις ιερεύσιν εις το γαζοφυλάκιον οίκου του Θεού· και δεκάτην γης ημών τοις Λευίταις. και αυτοί οι Λευίται δεκατούντες εν πάσαις πόλεσι δουλείας ημών· 38 και έσται ο ιερεύς υιος Ααρών μετά του Λευίτου εν τη δεκάτη του Λευίτου, και οι Λευίται ανοίσουσι την δεκάτην της δεκάτης εις οίκον Θεού ημών εις τα γαζοφυλάκια εις οίκον Θεού· 39 ότι εις τους θησαυρούς εισοίσουσιν οι υιοί Ισραήλ και οι υιοί του Λευί τας απαρχάς του σίτου και του οίνου και του ελαίου, και εκεί σκεύη τα άγια, και οι ιερείς και οι λειτουργοί και οι πυλωροί και οι άδοντες, και ουκ εγκαταλείψομεν τον οίκον του Θεού ημών.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

840

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΝΕΕΜΙΑΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

1 ΚΑΙ εκάθισαν οι άρχοντες του λαού εν Ιερουσαλήμ, και οι κατάλοιποι του λαού εβάλοσαν κλήρους ενέγκαι ένα από των δέκα καθίσαι εν Ιερουσαλήμ πόλει τη αγία και εννέα μέρη εν ταις πόλεσι. 2 και ευλόγησεν ο λαός τους πάντας άνδρας τους εκουσιαζομένους καθίσαι εν Ιερουσαλήμ· 3 και ούτοι οι άρχοντες της χώρας, οί εκάθισαν εν Ιερουσαλήμ και εν πόλεσιν Ιούδα· εκάθισαν ανήρ εν κατασχέσει αυτού, εν πόλεσιν αυτών Ισραήλ, οι ιερείς και οι Λευίται και οι ναθιναίοι και οι υιοί δούλων Σαλωμών· 4 και εν Ιερουσαλήμ εκάθισαν από υιών Ιούδα και από υιών Βενιαμίν. από υιών Ιούδα· Αθαϊα υιος Αζία, υιος Ζαχαρία, υιος Σαμαρία, υιος Σαφατία, υιος Μαλελεήλ και από των υιών Φαρές, 5 και Μαασία υιος Βαρούχ, υιος Χαλαζά, υιος ‘Οζία, υιος Αδαϊα, υιος Ιωαρίβ, υιος Ζαχαρίου, υιος του Σηλωνί· 6 πάντες υιοί Φαρές οι καθήμενοι εν Ιερουσαλήμ τετρακόσιοι εξηκονταοκτώ άνδρες δυνάμεως. 7 και ούτοι υιοί Βενιαμίν· Σηλώ υιος Μεσουλάμ, υιος Ιωάδ, υιος Φαδαϊα, υιος Κωλεϊα, υιος Μαασίου, υιος Εθιήλ, υιος Ιεσία, 8 και οπίσω αυτού Γηβέ, Σηλί, εννακόσιοι εικοσιοκτώ. 9 και Ιωήλ υιος Ζεχρί επίσκοπος επ' αυτούς, και Ιούδα υιος Ασανά από της πόλεως δεύτερος· 10 από των ιερέων· και Ιαδία υιος Ιωρίβ, Ιαχίν, 11 Σαραία υιος Ελχία, υιος Μεσουλάμ, υιος Σαδδούκ, υιος Μαριώθ, υιος Αιτώθ απέναντι οίκου του Θεού. 12 και αδελφοί αυτών ποιούντες το έργον του οίκου οκτακόσιοι εικοσιδύο. και Αδαϊα υιος Ιεροάμ, υιού Φαλαλία, υιού Αμασί, υιος Ζαχαρία, υιος Φασσούρ, υιος Μελχία, 13 και αδελφοί αυτού, άρχοντες πατριών διακόσιοι τεσσαρακονταδύο. και Αμασία υιος Εσδριήλ, υιού Μεσαριμίθ, υιού Εμμήρ, 14 και αδελφοί αυτού δυνατοί παρατάξεως εκατόν εικοσιοκτώ· και επίσκοπος Βαδιήλ υιος των μεγάλων. 15 και από των Λευιτών Σαμαϊα υιος Εσρικάμ, 17 Ματθανίας υιος Μιχά και Ιωβήβ υιος Σαμουϊ, 18 διακόσιοι ογδοηκοντατέσσαρες. 19 και οι πυλωροί Ακούβ, Τελαμίν, και οι αδελφοί αυτών, εκατόν εβδομηκονταδύο. 22 και επίσκοπος Λευιτών υιος Βανί, υιος Οζί, υιος Ασαβία, υιος Μιχά. από υιών Ασάφ των αδόντων απέναντι έργου οίκου του Θεού· 23 ότι εντολή του βασιλέως εις αυτούς. 24 και Φαθαϊα υιος Βασηζά προς χείρα του βασιλέως εις παν χρήμα τω λαω. 25 και προς τας επαύλεις εν αγρω
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

841

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτών. και από υιών Ιούδα εκάθισαν εν Καριαθαρβόκ 26 και εν Ιησού 27 και εν Βηρσαβεέ, και επαύλεις αυτών, 30 Λαχίς και αγροί αυτής· και παρενεβάλοσαν εν Βηρσαβεέ. 31 και οι υιοί Βενιαμίν από Γαβαά Μαχμάς. 36 και από των Λευιτών μερίδες Ιούδα τω Βενιαμίν.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

1 ΚΑΙ ούτοι οι ιερείς και οι Λευίται οι αναβάντες μετά Ζοροβάβελ υιού Σαλαθιήλ και Ιησού· Σαραϊα, Ιερεμία, Έσδρα, 2 Αμαρία, Μαλούχ, 3 Σεχενία· 7 ούτοι οι άρχοντες των ιερέων και αδελφοί αυτών εν ημέραις Ιησού. 8 και οι Λευίται, Ιησού, Βανουϊ, Καδμιήλ, Σαραβία, Ιωδαέ, Ματθανία, επί των χειρών αυτός και οι αδελφοί αυτών εις τας εφημερίας. 10 και Ιησούς εγέννησε τον Ιωακίμ, και Ιωακίμ εγέννησε τον Ελιασίβ, και Ελιασίβ τον Ιωδαέ, 11 και Ιωδαέ εγέννησε τον Ιωνάθαν, και Ιωνάθαν εγέννησε τον Ιαδού. 12 και εν ημέραις Ιωακίμ αδελφοί αυτού οι ιερείς και οι άρχοντες των πατριών· τω Σαραϊα Αμαρία, τω Ιερεμία Ανανία, 13 τω Έσδρα Μεσουλάμ, τω Αμαρία Ιωανάν, 14 τω Αμαλούχ Ιωνάθαν, τω Σεχενία Ιωσήφ, 15 τω Αρέ Μαννάς, τω Μαριώθ Ελκαϊ, 16 τω Αδαδαϊ Ζαχαρία, τω Γαναθώθ Μοσολάμ, 17 τω Αβιά Ζεχρί, τω Μιαμίν Μααδαί τω Φελετί, 18 τω Βαλγάς Σαμουέ, τω Σεμία Ιωνάθαν, 19 τω Ιωαρίβ Ματθαναϊ, τω Εδίω Οζί, 20 τω Σαλαϊ Καλλαϊ, τω Αμέκ Αβέδ, 21 τω Ελκία Ασαβίας, τω Ιεδεϊού Ναθαναήλ. 22 οι Λευίται εν ημέραις Ελιασίβ, Ιωαδά και Ιωά και Ιωανάν και Ιδούα, γεγραμμένοι άρχοντες των πατριών, και οι ιερείς εν βασιλεία Δαρείου του Πέρσου· 23 υιοί δε Λευί άρχοντες των πατριών γεγραμμένοι επί βιβλίω λόγων των ημερών και έως ημερών Ιωανάν υιού Ελισουέ. 24 και οι άρχοντες των Λευιτών Ασαβία και Σαραβία και Ιησού και υιοί Καδμιήλ και οι αδελφοί αυτών κατεναντίον αυτών εις ύμνον αινείν εν εντολή Δαυίδ ανθρώπου του Θεού εφημερία προς εφημερίαν 25 εν τω συναγαγείν με τους πυλωρούς 26 εν ημέραις Ιωακίμ υιού Ιησού, υιού Ιωσεδέκ και εν ημέραις Νεεμία, και Έσδρας ο ιερεύς και γραμματεύς. 27 Και εν εγκαινίοις τείχους Ιερουσαλήμ εζήτησαν τους Λευίτας εν τοις τόποις αυτών του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

842

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ενέγκαι αυτούς εις Ιερουσαλήμ ποιήσαι εγκαίνια και ευφροσύνην εν Θωδαθά και εν ωδαίς, κυμβαλίζοντες και ψαλτήρια και κινύραι. 28 και συνήχθησαν οι υιοί των αδόντων και από της περιχώρου κυκλόθεν εις Ιερουσαλήμ και από επαύλεων 29 και από αγρών· ότι επαύλεις ωκοδόμησαν εαυτοίς οι άδοντες εν Ιερουσαλήμ. 30 και εκαθαρίσθησαν οι ιερείς και οι Λευίται, και εκαθάρισαν τον λαόν και τους πυλωρούς και το τείχος. 31 και ανήνεγκα τους άρχοντας Ιούδα επάνω του τείχους και έστησα δύο περί αινέσεως μεγάλους, και διήλθον εκ δεξιών επάνω του τείχους της κοπρίας, 32 και επορεύθη οπίσω αυτών ‘Ωσαϊα και ήμισυ αρχόντων Ιούδα 33 και Αζαρίας και Έσδρας και Μεσολλάμ, 34 και Ιούδα και Βενιαμίν και Σαμαϊας και Ιερεμία 35 και από των υιών των ιερέων εν σάλπιγξι Ζαχαρίας υιος Ιωνάθαν, υιος Σαμαϊα, υιος Ματθανία, υιος Μιχαία, υιος Ζακχούρ, υιος Ασάφ· 36 και αδελφοί αυτού Σαμαϊα και Οζιήλ, Γελώλ, Ιαμά, Αϊα, Ναθαναήλ και Ιούδα, Ανανί, του αινείν εν ωδαίς Δαυίδ ανθρώπου Θεού, και Έσδρας ο γραμματεύς έμπροσθεν αυτών· 37 επί πύλης του αίν κατέναντι αυτών ανέβησαν επί κλίμακας πόλεως Δαυίδ εν αναβάσει του τείχους επάνωθεν του οίκου Δαυίδ και έως της πύλης του ύδατος κατά ανατολάς. 38 και περί αινέσεως η δευτέρα επορεύετο συναντώσα αυτοίς, και το ήμισυ του λαού επάνω του τείχους υπεράνω του πύργου των θεννουρίμ και έως του τείχους του πλατέος 39 και υπεράνω της πύλης Εφραίμ και επί την πύλην ιχθυράν και πύργω Αναμεήλ και έως πύλης της προβατικής και έστησαν εν πύλη της φυλακής. 40 και έστησαν αι δύο της αινέσεως εν οίκω του Θεού, και εγώ και το ήμισυ των στρατηγών μετ' εμού 41 και οι ιερείς Ελιακίμ, Μαασίας, Βενιαμίν, Μιχαίας, Ελιωηναί, Ζαχαρίας, Ανανίας εν σάλπιγξι και Μαασίας και Σεμεϊας και Ελεάζαρ και Οζί και Ιωανάθ και Μελχίας και Αιλάμ και Εζούρ, 42 και ηκούσθησαν οι άδοντες και επεσκέπησαν. 43 και έθυσαν εν τη ημέρα εκείνη θυσιάσματα μεγάλα και ηυφράνθησαν, ότι ο Θεός ηύφρανεν αυτούς μεγάλως. και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών ηυφράνθησαν, και ηκούσθη η ευφροσύνη εν Ιερουσαλήμ από μακρόθεν. 44 Και κατέστησαν εν τη ημέρα εκείνη άνδρας επί των γαζοφυλακίων, τοις θυσαυροίς, ταις απαρχαίς και ταις δεκάταις και τοις συνηγμένοις εν αυτοίς άρχουσι των πόλεων, μερίδας τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις, ότι ευφροσύνη ην εν Ιούδα επί τους ιερείς και επί τους Λευίτας τους εστώτας. 45 και εφύλαξαν φυλακάς Θεού αυτών και φυλακάς του καθαρισμού και τους άδοντας και τους πυλωρούς, ως εντολαί Δαυίδ και Σαλωμών υιού αυτού. 46 ότι εν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

843

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ημέραις Δαυίδ Ασάφ απ' αρχής πρώτος των αδόντων και ύμνον και αίνεσιν τω Θεω. 47 και πας Ισραήλ εν ημέραις Ζοροβάβελ και εν ταις ημέραις Νεεμίου διδόντες μερίδας των αδόντων και των πυλωρών, λόγον ημέρας εν ημέρα αυτού, και αγιάζοντες τοις Λευίταις, και οι Λευίται αγιάζοντες τοις υιοίς Ααρών.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ

1 Εν τη ημέρα εκείνη ανεγνώσθη εν βιβλίω Μωυσή εν ωσί του λαού και ευρέθη γεγραμμένον εν αυτω, όπως μη εισέλθωσιν Αμμανίται και Μωαβίται εν εκκλησία Θεού έως αιώνος, 2 ότι ου συνήντησαν τοις υιοίς Ισραήλ εν άρτω και ύδατι και εμισθώσαντο επ' αυτόν τον Βαλαάμ καταράσασθαι, και επέστρεψεν ο Θεός ημών την κατάραν εις ευλογίαν. 3 και εγένετο ως ήκουσαν τον νόμον, και εχωρίσθησαν πας επίμικτος εν Ισραήλ. 4 και προ τούτου Ελιασίβ ο ιερεύς οικών εν γαζοφυλακίω οίκου Θεού ημών εγγίων Τωβία 5 και εποίησεν εαυτω γαζοφυλάκιον μέγα, και εκεί ήσαν πρότερον διδόντες την μαναάν και τον λίβανον και τα σκεύη και την δεκάτην του σίτου και του οίνου και του ελαίου, εντολήν των Λευιτών και των αδόντων και των πυλωρών και απαρχάς των ιερέων. 6 και εν παντί τούτω ουκ ήμην εν Ιερουσαλήμ· ότι εν έτει τριακοστω και δευτέρω του Αρθασασθά βασιλέως Βαβυλώνος ήλθον προς τον βασιλέα. και μετά το τέλος των ημερών ητησάμην παρά του βασιλέως 7 και ήλθον εις Ιερουσαλήμ. και συνήκα εν τη πονηρία, ή εποίησεν Ελιασίβ τω Τωβία, ποιήσαι αυτω γαζοφυλάκιον εν αυλή οίκου του Θεού. 8 και πονηρόν μοι εφάνη σφόδρα, και έρριψα πάντα τα σκεύη οίκου Τωβία έξω από του γαζοφυλακίου· 9 και είπα και εκαθάρισαν τα γαζοφυλάκια, και επέστρεψα εκεί σκεύη οίκου του Θεού, την μαναάν και τον λίβανον. 10 και έγνων ότι μερίδες των Λευιτών ουκ εδόθησαν, και εφύγοσαν ανήρ εις αγρόν αυτού, οι Λευίται και οι άδοντες ποιούντες το έργον. 11 και εμαχεσάμην τοις στρατηγοίς και είπα· διατί εγκατελείφθη ο οίκος του Θεού; και συνήγαγον αυτούς και έστησα αυτούς επί τη στάσει αυτών. 12 και πας Ιούδα ήνεγκαν δεκάτην του πυρού και του οίνου και του ελαίου
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

844

αγιάζειν την ημέραν του σαββάτου. ο Θεός. και έδωκεν αυτόν ο Θεός εις βασιλέα επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 845 . και βεβηλούτε την ημέραν του σαββάτου. από του καιρού εκείνου ουκ ήλθοσαν εν σαββάτω. εν ταύτη. Μωαβίτιδας 24 και οι υιοί αυτών ήμισυ λαλούντες Αζωτιστί και ουκ εισίν επιγινώσκοντες λαλείν Ιουδαϊστί. ότι πιστοί ελογίσθησαν επ' αυτούς μερίζειν τοις αδελφοίς αυτών. υιος Ματθανίου. και μη εξαλειφθήτω έλεός μου. 14 μνήσθητί μου. 23 Και εν ταις ημέραις εκείναις είδον τους Ιουδαίους. 21 και επεμαρτυράμην εν αυτοίς και είπα προς αυτούς· διατί υμείς αυλίζεσθε απέναντι του τείχους. και επί χείρα αυτών Ανάν υιος Ζακχούρ. 25 και εμαχεσάμην μετ' αυτών και κατηρασάμην αυτούς και επάταξα εν αυτοίς άνδρας και εμαδάρωσα αυτούς και ωρκισα αυτούς εν τω Θεω· εάν δώτε τας θυγατέρας υμών τοις υιοίς αυτών. 17 και εμαχεσάμην τοις υιοίς Ιούδα τοις ελευθέροις και είπα αυτοίς· τις ο λόγος ούτος ο πονηρός. 16 και εκάθισαν εν αυτη φέροντες ιχθύν και πάσαν πράσιν πωλούντες εν τω σαββάτω τοις υιοίς Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ. και υμείς προστίθετε οργήν επί Ισραήλ βεβηλώσαι το σάββατον. και είπα και έκλεισαν τας πύλας. και ερχόμενοι φυλάσσοντες τας πύλας. και ήνεγκεν επ' αυτούς ο Θεός ημών και εφ' ημάς πάντα τα κακά ταύτα και επί την πόλιν ταύτην. προς ταύτα μνήσθητί μου. εάν δευτερώσητε. 20 και ηυλίσθησαν πάντες και εποίησαν πράσιν έξω Ιερουσαλήμ άπαξ και δις. ό εποίησα εν οίκω Κυρίου του Θεού. 26 ουχ ούτως ήμαρτε Σαλωμών βασιλεύς Ισραήλ. εκτενώ χείρά μου εν υμίν. 19 και εγένετο ηνίκα κατέστησαν πύλαι εν Ιερουσαλήμ προ του σαββάτου. ωστε μη αίρειν βαστάγματα εν ημέρα του σαββάτου. 18 ουχί ούτως εποίησαν οι πατέρες υμών. Αμμανίτιδας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις τους θησαυρούς 13 επί χείρα Σελεμία του ιερέως και Σαδδούκ του γραμματέως και Φαδαϊα από των Λευιτών. 22 και είπα τοις Λευίταις. και φείσαί μου κατά το πλήθος του ελέους σου. ον υμείς ποιείτε. ο Θεός. και εάν λάβητε από των θυγατέρων αυτών τοις υιοίς υμών. 15 Εν ταις ημέραις εκείναις είδον εν Ιούδα πατούντας ληνούς εν τω σαββάτω και φέροντας δράγματα και επιγεμίζοντας επί τους όνους και οίνον και σταφυλήν και σύκα και παν βάσταγμα και φέροντας εις Ιερουσαλήμ εν ημέρα του σαββάτου· και επεμαρτυράμην εν ημέρα πράσεως αυτών. οί εκάθισαν γυναίκας Αζωτίας. και είπα ωστε μη ανοιγήναι αυτάς έως οπίσω του σαββάτου· και εκ των παιδαρίων μου έστησα επί τας πύλας. και εν έθνεσι πολλοίς ουκ ην βασιλεύς όμοιος αυτω· και αγαπώμενος τω Θεω ην. οί ήσαν καθαριζόμενοι.

ή εστιν εκ δεξιών Κυδίως της Νεφθαλί εν τη Γαλιλαία υπεράνω Ασήρ. 5 και πάσαι αι φυλαί αι συναποστάσαι έθυον τη Βάαλ τη δαμάλει και ο οίκος Νεφθαλίμ του πατρός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντα Ισραήλ· και τούτον εξέκλιναν αι γυναίκες αι αλλότριαι. 31 και το δώρον των ξυλοφόρων εν καιροίς από χρόνων και εν τοις βακχουρίοις. του Γαβαήλ. ο Θεός. μνήσθητί μου ο Θεός ημών εις αγαθωσύνην. καθώς γέγραπται παντί τω Ισραήλ εν προστάγματι αιωνίω. 2 ος ηχμαλωτεύθη εν ημέραις Ενεμεσσάρου του βασιλέως Ασσυρίων εκ Θίσβης. εκ του σπέρματος Ασιήλ. πάσα φυλή του Νεφθαλίμ του πατρός μου απέστη από του οίκου Ιερουσολύμων. του Ανανιήλ. του Αδουήλ. τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 846 . 27 και υμών μη ακουσώμεθα ποιήσαι την πάσαν πονηρίαν ταύτην ασυνθετήσαι εν τω Θεω ημών καθίσαι γυναίκας αλλοτρίας. ανήρ ως το έργον αυτού. της εκλεγείσης από πασών των φυλών Ισραήλ εις το θυσιάζειν πάσας τας φυλάς· και ηγιάσθη ο ναός της κατασκηνώσεως του Υψίστου και ωκοδομήθη εις πάσας τας γενεάς του αιώνος. επί αγχιστεία της ιερατείας και διαθήκη της ιερατείας και τους Λευίτας. -εγώ Τωβίτ οδοίς αληθείας επορευόμην και δικαιοσύνης πάσας τας ημέρας της ζωής μου 3 και ελεημοσύνας πολλάς εποίησα τοις αδελφοίς μου και τω έθνει. 4 και ότε ήμην εν τη χώρα μου εν τη γη Ισραήλ νεωτέρου μου όντος. 28 και από υιών Ιωαδά του Ελισούβ του ιερέως του μεγάλου νυμφίου του Σαναβαλλάτ του Ουρανίτου και εξέβρασα αυτόν απ' εμού. τοις προπορευθείσι μετ ‘ εμού εις χώραν Ασσυρίων εις Νινευή. του Τωβιήλ. 29 μνήσθητι αυτοίς. εκ της φυλής Νεφθαλίμ. ------------------------------------------------------- ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΒΙΒΛΟΣ λόγων Τωβίτ. 30 και εκαθάρισα αυτούς από πάσης αλλοτριώσεως και έστησα εφημερίας τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις. 6 καγώ μόνος επορευόμην πλεονάκις εις Ιεροσόλυμα εν ταις εορταίς.

9 και ότε εγενόμην ανήρ. και ει τινα εκ του γένους μου εθεώρουν τεθνηκότα και ερριμμένον οπίσω του τείχους Νινευή. 12 καθότι εμεμνήμην του Θεού εν όλη τη ψυχή μου. και αι οδοί αυτού ηκαταστάθησαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 847 . έως ου απέκτειναν αυτόν οι δύο υιοί αυτού και έφυγον εις τα όρη Αραράθ. και ήλθον εις Νινευή. 16 και εν ταις ημέραις Ενεμεσσάρου ελεημοσύνας πολλάς εποίουν τοις αδελφοίς μου· 17 τους άρτους μου εδίδουν τοις πεινώσι και ιμάτια τοις γυμνοίς. και ου κατελείφθη μοι ουδέν πλήν Άννας της γυναικός μου και Τωβίου του υιού μου. και κατέστησεν αυτόν ο Σαχερδονός εκ δευτέρας· ην δε εξάδελφός μου. 22 και ηξίωσεν Αχιάχαρος περί εμού. και ουχ ευρέθη. έλαβον Άνναν γυναίκα εκ του σπέρματος της πατριάς ημών και εγέννησα εξ αυτής Τωβίαν. φοβηθείς ανεχώρησα. έθαψα αυτούς κλέπτων· πολλούς γαρ απέκτεινεν εν τω θυμω αυτού· και εζητήθη υπό του βασιλέως τα σώματα. και εκρύβην· επιγνούς δε ότι ζητούμαι αποθανείν. 8 και την τρίτην εδίδουν οίς καθήκει. και την δευτέραν δεκάτην απεπρατιζόμην και επορευόμην και εδαπάνων αυτά εν Ιεροσολύμοις καθ ‘ έκαστον ενιαυτόν. 19 πορευθείς δε εις των εν Νινευή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απαρχάς και τας δεκάτας των γεννημάτων και τας πρωτοκουρίας έχων· 7 και εδίδουν αυτάς τοις ιερεύσι τοις υιοίς Ααρών προς το θυσιαστήριον πάντων των γεννημάτων. 18 και ει τινα απέκτεινε Σενναχηρίμ ο βασιλεύς. ότε ήλθε φεύγων εκ της Ιουδαίας. και ήμην αυτού αγοραστής· 14 και επορευόμην εις την Μηδίαν και παρεθέμην Γαβαήλω τω αδελφω Γαβρία εν Ράγοις της Μηδίας αργυρίου τάλαντα δέκα. καθώς ενετείλατο Δεββώρα η μήτηρ του πατρός μου. εβασίλευσε Σενναχηρίμ ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. την δεκάτην εδίδουν τοις υιοίς Λευί τοις θεραπεύουσιν εις Ιερουσαλήμ. και έταξεν Αχιάχαρον τον Αναήλ υιόν του αδελφού μου επί πάσαν την εκλογιστίαν της βασιλείας αυτού και επί πάσαν την διοίκησιν. πάντες οι αδελφοί μου και οι εκ του γένους μου ήσθιον εκ των άρτων των εθνών· 11 εγώ δε συνετήρησα την ψυχήν μου μη φαγείν. Αχιάχαρος δε ην ο οινοχόος και επί του δακτυλίου και διοικητής και εκλογιστής. 13 και έδωκεν ο Ύψιστος χάριν και μορφήν ενώπιον Ενεμεσσάρου. υπέδειξε τω βασιλεί περί εμού ότι θάπτω αυτούς. και ουκ έτι ηδυνάσθην πορευθήναι εις την Μηδίαν. έθαπτον αυτόν. 21 και ου διήλθον ημέρας πεντήκοντα. διότι ορφανός κατελείφθην υπό του πατρός μου. 20 και διηρπάγη πάντα τα υπάρχοντά μου. 10 και ότε ηχμαλωτίσθημεν εις Νινευή. και εβασίλευσε Σαχερδονός υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 15 Και ότε απέθανεν Ενεμεσσάρ.

και ουκ ωφέλησάν με· Αχιάχαρος δε έτρεφέ με. ωχόμην και ορύξας έθαψα αυτόν. ήρξατο κράζειν· και είπα αυτη· πόθεν το ερίφιον. έως ου επορεύθην εις την Ελυμαϊδα. εν τη πεντηκοστη εορτη. 14 η δε είπε· δώρον δέδοταί μοι επί τω μισθω. ιδού γνωστά πάντα μετά σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 848 . 11 και η γυνή μου Άννα ηριθεύετο εν τοις γυναικείοις· 12 και απέστελλε τοις κυρίοις. και ότε έδυ ο ήλιος. αναπηδήσας ανειλόμην αυτόν εις τι οίκημα. και ιδού πάλιν θάπτει τους νεκρούς. 10 και ουκ ήδειν ότι στρουθία εν τω τοίχω εστί. αφώδευσαν τα στρουθία θερμόν εις τους οφθαλμούς μου. μη κλεψιμαίόν εστιν. 2 και εθεασάμην όψα πολλά και είπα τω υιω μου· βάδισον και άγαγε ον αν εύρης των αδελφών ημών ενδεή. εις εκ του γένους ημών εστραγγαλωμένος έρριπται εν τη αγορά. ή εστιν αγία επτά εβδομάδων. και ουκ επίστευον αυτη και έλεγον αποδιδόναι αυτό τοις κυρίοις και ηρυθρίων προς αυτήν· η δε αποκριθείσα είπέ μοι· που εισιν αι ελεημοσύναι σου και αι δικαιοσύναι σου. και το πρόσωπόν μου ακάλυπτον ην. και εγενήθη λευκώματα εν τοις οφθαλμοίς μου. και απέδωκαν αυτη και αυτοί τον μισθόν προσδόντες και έριφον. και Τωβίας ο υιος μου. και επορεύθην προς ιατρούς. απόδος αυτό τοις κυρίοις· ου γαρ θεμιτόν εστι φαγείν κλεψιμαίον. και των οφθαλμών μου ανεωγότων. 13 ότε δε ήλθε προς με. 8 και οι πλησίον επεγέλων λέγοντες· ουκ έτι φοβείται φονευθήναι περί του πράγματος τούτου. 3 και ελθών είπε· πάτερ. 7 και έκλαυσα. ος μέμνηται του Κυρίου. 5 και επιστρέψας ελουσάμην και ήσθιον τον άρτον μου εν λύπη· 6 και εμνήσθην της προφητείας Αμώς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΟΤΕ δε κατήλθον εις τον οίκόν μου και απεδόθη μοι Άννα η γυνή μου. και απέδρα. 4 καγώ πριν ή γεύσασθαί με. εγενήθη άριστον καλόν μοι. 9 και εν αυτη τη νυκτί ανέλυσα θάψας και εκοιμήθην μεμιαμμένος παρά τον τοίχον της αυλής. και ιδού μένω σε. καθώς είπε· στραφήσονται αι εορταί υμών εις πένθος και πάσαι αι ευφροσύναι υμών εις θρήνον. και ανέπεσα του φαγείν. έως ου έδυ ο ήλιος.

και έδωκας ημάς εις διαρπαγήν και αιχμαλωσίαν και θάνατον και παραβολήν ονειδισμού πάσι τοις έθνεσιν. Κύριε. και λύπη εστί πολλή εν εμοί· επίταξον απολυθήναί με της ανάγκης ήδη εις τον αιώνιον τόπον. α ήμαρτον ενώπιόν σου· 4 παρήκουσαν γαρ των εντολών σου. τους οφθαλμούς μου και το πρόσωπόν μου εις σε δέδωκα· 13 ειπόν απολύσαί με από της γης και μη ακούσαί με μηκέτι ονειδισμόν. ει απέθαναν. 14 συ γινώσκεις. και πάντα τα έργα σου και πάσαι αι οδοί σου ελεημοσύναι και αλήθεια. εν οίς εσκορπίσμεθα. όπως απολυθώ και γένωμαι γη· διότι λυσιτελεί μοι αποθανείν ή ζήν. βάδιζε μετ ‘ αυτών· μη ίδοιμέν σου υιόν ή θυγατέρα εις τον αιώνα. και το γήρας αυτού κατάξω μετ ‘ οδύνης εις άδου. και είπαν αυτη· ου συνιείς αποπνίγουσά σου τους άνδρας. 8 ότι ην δεδομένη ανδράσιν επτά. 11 και εδεήθη προς τη θυρίδι και είπεν· ευλογητός ει. ότι ονειδισμούς ψευδείς ήκουσα. και κρίσιν αληθινήν και δικαίαν συ κρίνεις εις τον αιώνα. Κύριε. 3 μνήσθητί μου και επίβλεψον επ ‘ εμέ· μη με εκδικήσης ταις αμαρτίαις μου και τοις αγνοήμασί μου και των πατέρων μου. και Ασμοδαίος το πονηρόν δαιμόνιον απέκτεινεν αυτούς πριν ή γενέσθαι αυτούς μετ ‘ αυτής ως εν γυναιξί. Κύριε ο Θεός μου. ήδη επτά έσχες και ενός αυτών ουκ ωνομάσθης· 9 τι ημάς μαστιγοίς. και ευλογητόν το όνομά σου το άγιον και έντιμον εις τους αιώνας· ευλογήσαισάν σε πάντα τα έργα σου εις τον αιώνα. ότι καθαρά ειμι από πάσης αμαρτίας ανδρός 15 και ουκ εμόλυνα το όνομά μου ουδέ το όνομα του πατρός μου εν τη γη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 849 . 7 Εν τη αυτη ημέρα συνέβη τη θυγατρί Ραγουήλ Σάρρα εν Εκβατάνοις της Μηδίας και ταύτην ονειδισθήναι υπό παιδισκών πατρός αυτής. όνειδος αυτω έσται. Κύριε. μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ ‘εμού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΩΒΙΤ* ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ λυπηθείς έκλαυσα και προσευξάμην μετ ‘ οδύνης λέγων· 2 δίκαιος ει. 10 ταύτα ακούσασα ελυπήθη σφόδρα ωστε απάγξασθαι. 5 και νυν πολλαί αι κρίσεις σου εισι και αληθιναί εξ εμού ποιήσαι περί των αμαρτιών μου και των πατέρων μου. 6 και νυν κατά το αρεστόν ενώπιόν σου ποίησον μετ ‘ εμού· επίταξον αναλαβείν το πνεύμά μου. ότι ουκ εποιήσαμεν τας εντολάς σου· ου γαρ επορεύθημεν εν αληθεία ενώπιόν σου. 12 και νυν. και είπε· μία μεν ειμι τω πατρί μου· εάν ποιήσω τούτο.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της αιχμαλωσίας μου. παιδίον. εν αυτω τω καιρω επιστρέψας Τωβίτ εισήλθεν εις τον οίκον αυτού και Σάρρα η του Ραγουήλ κατέβη εκ του υπερώου αυτής. 17 και απεστάλη ιάσασθαι τους δύο. και μη φθονεσάτω σου ο οφθαλμός εν τω ποιείν σε ελεημοσύνην· μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από παντός πτωχού. θάψον αυτήν παρ ‘ εμοί εν ενί τάφω. 16 Και εισηκούσθη προσευχή αμφοτέρων ενώπιον της δόξης του μεγάλου Ραφαήλ. ίνα αυτω υποδείξω πριν αποθανείν με. τι ου καλώ Τωβίαν τον υιόν μου. και μη υπερίδης την μητέρα σου· τίμα αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου και ποίει το αρεστόν αυτη και μη λυπήσης αυτήν. 7 εκ των υπαρχόντων σοι ποίει ελεημοσύνην. δικαιοσύνην ποίει πάσας τας ημέρας της ζωής σου και μη πορευθής ταις οδοίς της αδικίας· 6 διότι ποιούντός σου την αλήθειαν. ό κληρονομήσει αυτόν. 2 και είπεν εν εαυτω· εγώ ητησάμην θάνατον. παιδίον. ου παρέθετο Γαβαήλ εν Ράγοις της Μηδίας. ίνα συντηρήσω εμαυτήν αυτω γυναίκα. εάν αποθάνω. επίταξον επιβλέψαι επ ‘ εμέ και ελεήσαί με και μηκέτι ακούσαί με ονειδισμόν. ποίησον εξ αυτών ελεημοσύνην· εάν ολίγον σοι υπάρχη. 5 πάσας τας ημέρας. Κυρίου του Θεού ημών μνημόνευε και μη θελήσης αμαρτάνειν και παραβήναι τας εντολάς αυτού. διότι Τωβία επιβάλλει κληρονομήσαι αυτήν. μονογενής ειμι τω πατρί μου. 8 ως σοί υπάρχει κατά το πλήθος. και ει μη δοκεί σοι αποκτείναί με. θάψον με. ουδέ αδελφός εγγύς ουδέ υπάρχων αυτω υιος. ότι πολλούς κινδύνους εώρακεν επί σοί εν τη κοιλία· όταν αποθάνη. και ουχ υπάρχει αυτω παιδίον. 3 και καλέσας αυτόν είπε· παιδίον. του Τωβίτ λεπίσαι τα λευκώματα και Σάρραν την του Ραγουήλ δούναι Τωβία τω υιω Τωβίτ γυναίκα και δήσαι Ασμοδαίον το πονηρόν δαιμόνιον. ευοδίαι έσονται εν τοις έργοις σου και πάσι τοις ποιούσι την δικαιοσύνην. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΕΝ τη ημέρα εκείνη εμνήσθη Τωβίτ περί του αργυρίου. ήδη απώλοντό μοι επτά· ίνα τι μοι ζήν. και από σου ου μη αποστραφή το πρόσωπον του Θεού. 4 μνήσθητι. κατά το ολίγον μη φοβού ποιείν ελεημοσύνην· 9 θέμα γαρ αγαθόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 850 .

παιδίον. 14 μισθός παντός ανθρώπου. ό εάν περισσεύση σοι. Ισαάκ. ή ουκ έστιν εκ της φυλής του πατρός σου. 16 εκ του άρτου σου δίδου πεινώντι και εκ των ιματίων σου τοις γυμνοίς· παν. 13 και νυν. παιδίον. και εάν δουλεύσης τω Θεω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θησαυρίζεις σεαυτω εις ημέραν ανάγκης· 10 διότι ελεημοσύνη εκ θανάτου ρύεται και ουκ εά εισελθείν εις το σκότος· 11 δώρον γαρ αγαθόν εστιν ελεημοσύνη πάσι τοις ποιούσιν αυτήν ενώπιον του Υψίστου. ότι επτωχεύσαμεν· υπάρχει σοι πολλά. 19 και εν παντί καιρω ευλόγει Κύριον τον Θεόν και παρ ‘ αυτού αίτησον. από πάσης πορνείας και γυναίκα πρώτον λάβε από του σπέρματος των πατέρων σου· μη λάβης γυναίκα αλλοτρίαν. μνημόνευε των εντολών μου. ότι αυτοί πάντες έλαβον γυναίκας εκ των αδελφών αυτών και ευλογήθησαν εν τοις τέκνοις αυτών. και πάσαι αι τρίβοι και βουλαί σου ευοδωθώσι· διότι παν έθνος ουκ έχει βουλήν. αγάπα τους αδελφούς σου και μη υπερηφανεύου τη καρδία σου από των αδελφών σου και των υιών και θυγατέρων του λαού σου λαβείν σεαυτω εξ αυτών γυναίκα· διότι εν τη υπερηφανία απώλεια και ακαταστασία πολλή. Αβραάμ. ταπεινοί. 17 έκχεον τους άρτους σου επί τον τάφον των δικαίων και μη δως τοις αμαρτωλοίς. 18 συμβουλίαν παρά παντός φρονίμου ζήτησον και μη καταφρονήσης επί πάσης συμβουλίας χρησίμης. 12 πρόσεχε σεαυτω. αλλ ‘ απόδος αυτω παραυτίκα. παιδίον. 15 και ό μισείς. και μη εξαλειφθήτωσαν εκ της καρδίας σου. α παρεθέμην Γαβαήλω τω του Γαβρία εν Ράγοις της Μηδίας. και μη φθονεσάτω σου ο οφθαλμός εν τω ποιείν σε ελεημοσύνην. όπως αι οδοί σου ευθείαι γένωνται. και το σπέρμα αυτών κληρονομήσει γην. διότι υιοί προφητών εσμεν. εν πάσι τοις έργοις σου και ίσθι πεπαιδευμένος εν πάση αναστροφή σου. Ιακώβ. πρόσεχε σεαυτω. ος εάν εργάσηται παρά σοί. και εν τη αχρειότητι ελάττωσις και ένδεια μεγάλη· η γαρ αχρειότης μήτηρ εστί του λιμού. και μη πορευθήτω μετά σου μέθη εν τη οδω σου. μηδενί ποιήσης. καθώς βούλεται. παιδίον. οίνον εις μέθην μη πίης. οι πατέρες ημών από του αιώνος· μνήσθητι. αποδοθήσεταί σοι. μη αυλισθήτω. ποίει ελεημοσύνην. και αποστης από πάσης αμαρτίας και ποιήσης το αρεστόν ενώπιον αυτού. παιδίον. παιδίον. εάν φοβηθής τον Θεόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 851 . 20 και νυν υποδεικνύω σοι τα δέκα τάλαντα του αργυρίου. Νώε. 21 και μη φοβού. και νυν. αλλ ‘ αυτός ο Κύριος δίδωσι πάντα τα αγαθά και ον εάν θέλη.

και δώσω αυτω μισθόν έως ζω· και λαβέ πορευθείς το αργύριον. αδελφέ. αναφέροντες τα πρωτότοκα και τας δεκάτας των γεννημάτων. 16 και έτι προσθήσω σοι επί τον μισθόν. ίνα επιγνώ ποίας φυλής εστι και ει πιστός του πορευθήναι μετά σου. αδελφέ. 9 και εισελθών είπε τω πατρί· ιδού εύρηκα ος συμπορεύσεταί μοι. 13 ος δε είπεν· εγώ Αζαρίας Ανανίου του μεγάλου. 8 και είπεν αυτω· πορεύου και μη χρονίσης. ος ην άγγελος. αδελφέ. και ουκ ήδει· 5 και είπεν αυτω· ει δύναμαι πορευθήναι μετά σου εν Ράγοις της Μηδίας. 3 και έδωκεν αυτω το χειρόγραφον και είπεν αυτω· ζήτησον σεαυτω άνθρωπον. και ει έμπειρος ει των τόπων. 17 και ευδόκησαν ούτως. ως επορευόμεθα κοινώς εις Ιεροσόλυμα προσκυνείν. ος συμπορεύσεται μετά του υιού σου. 7 και είπεν αυτω Τωβίας· υπόμεινόν με. ποιήσω πάντα. 11 και είπεν αυτω Τωβίτ· αδελφέ. ο δε είπε· φώνησον αυτόν προς με. των αδελφών σου. 15 αλλά ειπόν μοι τίνα σοι έσομαι μισθόν διδόναι· δραχμήν της ημέρας και τα δέοντά σοι ως και τω υιω μου. και συ τυγχάνεις αδελφός μου εκ της καλής και αγαθής γενεάς· επεγίνωσκον γαρ εγώ Ανανίαν και Ιωνάθαν τους υιούς Σεμεϊ του μεγάλου. 6 και είπεν αυτω ο άγγελος· πορεύσομαι μετά σου και της οδού εμπειρώ και παρά Γαβαήλ τον αδελφόν ημών ηυλίσθην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΩΒΙΤ* ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ αποκριθείς Τωβίας είπεν αυτω· πάτερ. εάν υγιαίνοντες επιστρέψητε. και ητοίμασεν ο υιος αυτού τα προς την οδόν. και είπε προς Τωβίαν· έτοιμος γίνου προς την οδόν· και ευοδωθείητε. ο δε εν τω ουρανω οικών Θεός ευοδώσει την οδόν υμών. 4 και επορεύθη ζητήσαι άνθρωπον και εύρε τον Ραφαήλ. υπόδειξόν μοι. 14 και είπεν αυτω· υγιαίνων έλθοις. και είπεν αυτω Τωβίτ· βούλομαι. ότι εζήτησα την φυλήν σου και την πατριάν σου επιγνώναι. εκ ρίζης καλής ει. και ουκ επλανήθησαν εν τη πλάνη των αδελφών ημών. και ερώ τω πατρί. 12 και είπεν αυτω· φυλήν και πατριάν συ ζητείς ή μίσθιον. και ησπάσαντο αλλήλους. επιγνώναι το γένος σου και το όνομα. ος συμπορεύσεταί σοι. όσα εντέταλσαί μοι· 2 αλλά Πως δυνήσομαι λαβείν το αργύριον και ου γινώσκω αυτόν. και είπεν αυτω ο πατήρ αυτού· πορεύου μετά του ανθρώπου τούτου. και ο άγγελος αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 852 . 10 και εκάλεσεν αυτόν. εκ ποίας φυλής και εκ ποίας πατριάς ει συ. και μη μοι οργισθής. και εισήλθε.

ος έχει λευκώματα εν τοις οφθαλμοίς. και εξήλθαν αμφότεροι απελθείν και ο κύων του παιδαρίου μετ ‘ αυτών. 21 και είπεν αυτη Τωβίτ· μη λόγον έχε. 18 έκλαυσε δε Άννα η μήτηρ αυτού και είπε προς Τωβίτ· τι εξαπέστειλας το παιδίον ημών. έως ου ήγγισαν εν Εκβατάνοις. και οι οφθαλμοί σου όψονται αυτόν· 22 άγγελος γαρ αγαθός συμπορεύσεται αυτω. 11 είπεν ο άγγελος τω παιδαρίω· αδελφέ. 2 το δε παιδάριον κατέβη περικλύσασθαι. και έστιν αυτω θυγάτηρ ονόματι Σάρρα· 12 λαλήσω περί αυτής του δοθήναί σοι αυτήν εις γυναίκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συμπορευθήτω υμίν. και ηυλίζοντο εκεί. και το κοράσιον καλόν και φρόνιμόν εστι. σήμερον αυλισθησόμεθα παρά Ραγουήλ. εάν τινα οχλή δαιμόνιον ή πνεύμα πονηρόν. ή ουχί η ράβδος της χειρός ημών εστιν εν τω εισπορεύεσθαι αυτόν και εκπορεύεσθαι ενώπιον ημών. 19 αργύριον τω αργυρίω μη φθάσαι. και συ μόνος ει εκ του γένους αυτής. 6 και ωδευον αμφότεροι. και ευοδωθήσεται η οδός αυτού. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΟΙ δε πορευόμενοι την οδόν ήλθον εσπέρας επί τον Τίγριν ποταμόν. και ουκέτι ου μη οχληθή· 9 η δε χολή. ταύτα δεί καπνίσαι ενώπιον ανθρώπου ή γυναικός. 13 και νυν άκουσόν μου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 853 . και υποστρέψει υγιαίνων. και αυτός συγγενής σου εστι. 7 και είπε το παιδάριον τω αγγέλω· Αζαρία αδελφέ. και ιαθήσεται. ότι σοι επιβάλλει η κληρονομία αυτής. 4 και είπεν αυτω ο άγγελος· ανάτεμε τον ιχθύν και λαβών την καρδίαν και το ήπαρ και την χολήν θές ασφαλώς. αδελφή· υγιαίνων ελεύσεται. τούτο ικανόν ημίν υπάρχει. εγχρίσαι άνθρωπον. και επαύσατο κλαίουσα. 3 ο δε άγγελος είπεν αυτω· επιλαβού του ιχθύος. 8 και είπεν αυτω· η καρδία και το ήπαρ. και ανεπήδησεν ιχθύς από του ποταμού και εβουλήθη καταπιείν το παιδάριον. τον δε ιχθύν οπτήσαντες έφαγον. αλλά περίψημα του παιδίου ημών γένοιτο· 20 ως γαρ δέδοται ημίν ζήν παρά του Κυρίου. 10 ως δε προσήγγισαν τη Ράγη. 5 και εποίησε το παιδάριον ως είπεν αυτω ο άγγελος. και εκράτησε τον ιχθύν το παιδάριον και ανέβαλεν αυτόν επί την γην. τι εστιν η καρδία και το ήπαρ και η χολή του ιχθύος.

και νυν άκουσόν μου. 15 και νυν εγώ μόνος ειμί τω πατρί και φοβούμαι μη εισελθών αποθάνω καθώς και οι πρότεροι. και υπολαμβάνω ότι σοι έσται εξ αυτής παιδία. αδελφέ. υπέρ του λαβείν σε γυναίκα εκ του γένους σου. 18 και οσφρανθήσεται το δαιμόνιον και φεύξεται και ουκ επανελεύσεται εις τον αιώνα του αιώνος. ος θάψει αυτούς. ποιήσομεν τον γάμον· διότι επίσταμαι Ραγουήλ ότι ου μη δω αυτήν ανδρί ετέρω κατά τον νόμον Μωυσή ή οφειλήσει θάνατον. ότι την κληρονομίαν σοί καθήκει λαβείν ή πάντα άνθρωπον. 4 και είπεν αυτοίς· γινώσκετε Τωβίτ τον αδελφόν ημών. 2 και είπε Ραγουήλ Έδνα τη γυναικί αυτού· ως όμοιος ο νεανίσκος Τωβίτ τω ανεψιω μου. και συ αυτήν σώσεις. και νυν εγώ φοβούμαι μη αποθάνω και κατάξω την ζωήν του πατρός μου και της μητρός μου μετ ‘ οδύνης επ ‘ εμοί εις τον τάφον αυτών· και υιος έτερος ουχ υπάρχει αυτοίς. 16 είπε δε αυτω ο άγγελος· ου μέμνησαι των λόγων. και του δαιμονίου μηδένα λόγον έχε. και εισήγαγεν αυτούς εις την οικίαν. και είπαν αυτω· εκ των υιών Νεφθαλίμ των αιχμαλώτων εκ Νινευή. και η ψυχή αυτού εκολλήθη σφόδρα αυτη. 17 και εάν εισέλθης εις τον νυμφώνα. και σώσει υμάς και ελεήσει. ων ενετείλατό σοι ο πατήρ σου. όταν δε προσπορεύη αυτη. εγέρθητε αμφότεροι και βοήσατε προς τον ελεήμονα Θεόν. ακήκοα εγώ το κοράσιον δεδόσθαι επτά ανδράσι και πάντας εν τω νυμφώνι απολωλότας. 3 και ηρώτησεν αυτούς Ραγουήλ· πόθεν εστέ. ό ουκ αδικεί ουδένα πλήν των προσαγόντων αυτη. 19 και ως ήκουσε Τωβίας ταύτα. διότι σοί έσται εις γυναίκα. ότι σοί αυτή ητοιμασμένη ην από του αιώνος. και πορεύσεται μετά σου. μη φοβού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαλήσω τω πατρί αυτής. ότι δαιμόνιον φιλεί αυτήν. λήψη τέφραν θυμιαμάτων και επιθήσεις από της καρδίας και του ήπατος του ιχθύος και καπνίσεις. 14 τότε είπε το παιδάριον τω αγγέλω· Αζαρία αδελφέ. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ ήλθον εις Εκβάτανα και παρεγένοντο εις την οικίαν Ραγουήλ. αδελφοί. ότι την νύκτα ταύτην δοθήσεταί σοι αύτη εις γυναίκα. Σάρρα δε υπήντησεν αυτοίς και εχαιρέτισεν αυτούς και αυτοί αυτήν. οι δε είπον· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 854 . και όταν υποστρέψωμεν εκ Ραγών. εφίλησεν αυτήν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γινώσκομεν. πίε και ηδέως γίνου. 6 και ανεπήδησε Ραγουήλ και κατεφίλησεν αυτόν και έκλαυσε 7 και ευλόγησεν αυτόν και είπεν αυτω· ο του καλού και αγαθού ανθρώπου υιος· και ακούσας ότι Τωβίτ απώλεσε τους οφθαλμούς εαυτού. και έκλαυσε· και απεδέξατο τα δάκρυα της θυγατρός αυτής και είπεν αυτη· 17 θάρσει. απέθνησκον υπό την νύκτα. 13 και εκάλεσεν Έδναν την γυναίκα αυτού· και λαβών βιβλίον έγραψε συγγραφήν. και οπότε εάν εισεπορεύοντο προς αυτήν. 10 και μετέδωκε τον λόγον τω Ραγουήλ· και είπε Ραγουήλ προς Τωβίαν· φάγε. θύγατερ. ελυπήθη και έκλαυσε. εισήγαγον Τωβίαν προς αυτήν. και εσφραγίσατο. και τελεσθήτω το πράγμα. και αυτή σου εστιν· ο δε ελεήμων Θεός ευοδώσει υμίν τα κάλλιστα. αλλά το νυν έχον. 5 οι δε είπαν· και ζη και υγιαίνει. 2 ο δε πορευόμενος εμνήσθη των λόγων Ραφαήλ και έλαβε την τέφραν των θυμιαμάτων και επέθηκε την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 855 . είπε δε Τωβίας τω Ραφαήλ· Αζαρία αδελφέ. ο Κύριος του ουρανού και της γης δώη σοι χάριν αντί της λύπης σου ταύτης· θάρσει. και είπεν αυτοίς· υγιαίνει. ετοίμασον το έτερον ταμιείον και εισάγαγε αυτήν. 11 έδωκα το παιδίον μου επτά ανδράσι. και λαβών της χειρός αυτής παρέδωκεν αυτήν Τωβία γυναίκα και είπεν· ιδού κατά τον νόμον Μωυσέως κομίζου αυτήν και άπαγε προς τον πατέρα σου· και ευλόγησεν αυτούς. και είπε Τωβίας· πατήρ μου εστι. 8 και Έδνα η γυνή αυτού και Σάρρα η θυγάτηρ αυτού έκλαυσαν και υπεδέξαντο αυτούς προθύμως· 9 και έθυσαν κριόν προβάτων και παρέθηκαν όψα πλείονα. 15 και εκάλεσε Ραγουήλ Έδναν την γυναίκα αυτού και είπε αυτη· αδελφή. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΟΤΕ δε συνετέλεσαν δειπνούντες. σοί γαρ καθήκει το παιδίον μου λαβείν· πλήν υποδείξω σοι την αλήθειαν. 14 και ήρξαντο εσθίειν. και είπε Ραγουήλ· κομίζου αυτήν από του νυν κατά την κρίσιν· συ δε αδελφός ει αυτής. και είπε Τωβίας· ου γεύομαι ουδέν ώδε. 12 και εκάλεσε Σάρραν την θυγατέρα αυτού. ηδέως γίνου. τέκνον. έως αν στήσητε και σταθήτε προς με. λάλησον υπέρ ων έλεγες εν τη πορεία. 16 και εποίησεν ως είπε και εισήγαγεν αυτήν εκεί.

έφυγεν εις τα ανώτατα Αιγύπτου και έδησεν αυτό ο άγγελος. και ουκ εγένετό μοι καθώς υπενόουν. 6 συ εποίησας Αδάμ και έδωκας αυτω βοηθόν Εύαν στήριγμα την γυναίκα αυτού· εκ τούτων εγεννήθη το ανθρώπων σπέρμα. 14 και εξελθούσα απήγγειλεν αυτοίς. 20 και είπεν αυτω Ραγουήλ πριν ή συντελεσθήναι τας ημέρας του γάμου ενόρκως μη εξελθείν αυτόν εάν μη πληρωθώσιν αι δεκατέσσαρες ημέραι του γάμου. 3 ότε δε ωσφράνθη το δαιμόνιον της οσμής. και πάντες οι άγγελοί σου και οι εκλεκτοί σου ευλογείτωσάν σε εις τους αιώνας. έλεος. ίνα ελεήση ημάς ο Κύριος. 18 εκέλευσε δε τοις οικέταις χώσαι τον τάφον. 19 και εποίησεν αυτοίς γάμον ημερών δεκατεσσάρων. ότι ζη. ανέστη Τωβίας από της κλίνης και είπεν· ανάστηθι. εν πάση ευλογία καθαρά και αγία. όταν αποθάνω και η γυνή μου. Κύριε. 5 και ήρξατο Τωβίας λέγειν· ευλογητός ει. δέσποτα. 11 και ήλθε Ραγουήλ εις την οικίαν εαυτού 12 και είπεν Έδνα τη γυναικί αυτού· απόστειλον μίαν των παιδισκών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρδίαν του ιχθύος και το ήπαρ και εκάπνισεν. συ είπας· ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον. 10 και αναστάς Ραγουήλ επορεύθη και ώρυξε τάφον λέγων· μη και ούτος αποθάνη. 21 και τότε λαβόντα το ήμισυ των υπαρχόντων αυτού πορεύεσθαι μεθ ‘ υγιείας προς τον πατέρα· και τα λοιπά. και μηδείς γνω. και ευλογητόν το όνομά σου το άγιον και ένδοξον εις τους αιώνας· ευλογησάτωσάν σε οι ουρανοί και πάσαι αι κτίσεις σου. αλλά κατά το πολύ έλεός σου εποίησας μεθ ‘ ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 856 . 13 και εισήλθεν η παιδίσκη ανοίξασα την θύραν και εύρε τους δύο καθεύδοντας. 8 και είπε μετ ‘ αυτού· αμήν. συντέλεσον την ζωήν αυτών εν υγιεία μετ ‘ ευφροσύνης και ελέους. και ευλογείτωσάν σε οι άγιοί σου και πάσαι αι κτίσεις σου. ο Θεός των πατέρων ημών. 17 ευλογητός ει ότι ηλέησας δύο μονογενείς· ποίησον αυτοίς. και ιδέτωσαν ει ζη· ει δε μη. 4 ως δε συνεκλείσθησαν αμφότεροι. ποιήσωμεν αυτω βοηθόν όμοιον αυτω. ου δια πορνείαν εγώ λαμβάνω την αδελφήν μου ταύτην. και προσευξώμεθα. ο Θεός. αλλά επ ‘ αληθείας επίταξον ελεήσαί με και αυτη συγκαταγηράσαι. 15 και ευλόγησε Ραγουήλ τον Θεόν λέγων· ευλογητός ει συ. αδελφή. 9 και εκοιμήθησαν αμφότεροι την νύκτα. 16 ευλογητός ει ότι ηύφρανάς με. ίνα θάψωμεν αυτόν. 7 και νυν.

5 και επορεύθη Ραφαήλ και ηυλίσθη παρά Γαβαήλ. και επορεύετο καθ ‘ ημέραν εις την οδόν έξω. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ Τωβίτ ο πατήρ αυτού ελογίσατο εκάστης ημέρας· και ως επληρώθησαν αι ημέραι της πορείας και ουκ ήρχοντο. τέκνον. 10 αναστάς δε Ραγουήλ έδωκεν αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 857 . και ευλόγησε Τωβίας την γυναίκα αυτού. μη πλάνα με. 4 και ο πατήρ μου αριθμεί τας ημέρας. μη λόγον έχει. οδυνηθήσεται λίαν. ή μήποτε απέθανε Γαβαήλ και ουδείς αυτω δίδωσι το αργύριον. τας δε νύκτας ου διελίμπανε θρηνούσα Τωβίαν τον υιόν αυτής. ότι αφήκά σε το φως των οφθαλμών μου. απώλετο το παιδίον μου. καγώ εξαποστελώ προς τον πατέρα σου και δηλώσουσιν αυτω τα κατά σε. 2 είπε· μήποτε κατήσχυνται. διότι κεχρόνικε· και ήρξατο θρηνείν αυτόν και είπεν· 5 ου μέλοι μοι. ας ώμοσε Ραγουήλ ποιήσαι αυτόν εκεί· είπε δε Τωβίας τω Ραγουήλ· εξαπόστειλόν με. ημέρας τε άρτον ουκ ήσθιε. 4 είπε δε αυτω η γυνή· απώλετο το παιδίον. 9 και Τωβίας λέγει· εξαπόστειλόν με προς τον πατέρα μου. 3 και ελυπείτο λίαν. οίας απήλθεν. και έδωκεν αυτω το χειρόγραφον· ος δε προήνεγκε τα θυλάκια εν ταις σφαγίσι και έδωκεν αυτω. 8 είπε δε αυτω ο πενθερός· μείνον παρ ‘ εμοί. 7 και είπεν αυτω· σίγα. υγιαίνει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΩΒΙΤ* ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ εκάλεσε Τωβίας τον Ραφαήλ και είπεν αυτω· 2 Αζαρία αδελφέ. λάβε μετά σεαυτού παίδα και δύο καμήλους και πορεύθητι εν Ράγοις της Μηδίας παρά Γαβαήλ και κόμισαί μοι το αργύριον και αυτόν άγε μοι εις τον γάμον· 3 διότι ωμόμοκε Ραγουήλ μη εξελθείν με. 6 και ώρθρευσαν κοινώς και ήλθον εις τον γάμον. έως ου συνετελέσθησαν αι δεκατέσσαρες ημέραι του γάμου. και εάν χρονίσω μέγα. ότι ο πατήρ μου και η μήτηρ μου ουκέτι ελπίζουσιν όψεσθαί με. 6 και Τωβίτ λέγει αυτη· σίγα.

και συνήλθεν ο κύων όπισθεν αυτών. 13 μετά ταύτα επορεύετο και Τωβίας ευλογών τον Θεόν. και επορεύθησαν. και είπε Ραφαήλ προς Τωβίαν· ου γινώσκεις. αυτοί νυν γονείς σου εισιν· ακούσαιμί σου ακοήν καλήν. 9 και Τωβίτ εξήρχετο προς την θύραν και προσέκοπτεν. 8 και προσδραμούσα Άννα επέπεσεν επί τον τράχηλον του υιού αυτής και είπεν αυτω· είδόν σε. και εφίλησεν αυτήν. ότι ευώδωσε την οδόν αυτού. μη λυπήσης αυτήν. 2 προδράμωμεν έμπροσθεν της γυναικός σου και ετοιμάσωμεν την οικίαν· 3 λαβέ δε παρά χείρα την χολήν του ιχθύος. 7 συ έγχρισον την χολήν εις τους οφθαλμούς αυτού. και ελεπίσθη από των κάνθων των οφθαλμών αυτού τα λευκώματα. διέτριψε τους οφθαλμούς αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σάρραν την γυναίκα αυτού και τα ήμισυ των υπαρχόντων. και Έδνα είπε προς Τωβίαν· αδελφέ αγαπητέ. ο δε υιος αυτού προσέδραμεν αυτω 10 και επελάβετο του πατρός αυτού και προσέπασε την χολήν επί τους οφθαλμούς του πατρός αυτού λέγων· θάρσει. 11 και ευλογήσας αυτούς εξαπέστειλε λέγων· ευοδώσει υμάς. τέκνα. 6 και Ραφαήλ είπεν· επίσταμαι εγώ ότι ανοίξει τους οφθαλμούς ο πατήρ σου. και δηχθείς διατρίψει και αποβαλείται τα λευκώματα και όψεταί σε. 11 ως δε συνεδήχθησαν. πάτερ. από του νυν αποθανούμαι και έκλαυσαν αμφότεροι. παιδίον. 12 και είπε τη θυγατρί αυτού· τίμα τους πενθερούς σου. 12 και ιδών τον υιόν αυτού επέπεσεν επί τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 858 . αδελφέ. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ επορεύετο μέχρις ου εγγίσαι αυτούς εις Νινευή. ίνα ευφρανθώ ενώπιον του Κυρίου· και ιδού παρατίθεμαί σοι την θυγατέρα μου εν παρακαταθήκη. Πως αφήκας τον πατέρα σου. σώματα και κτήνη και αργύριον. 4 και Άννα εκάθητο περιβλεπομένη εις την οδόν τον παίδα αυτής· 5 και προσενόησεν αυτόν ερχόμενον και είπε τω πατρί αυτού· ιδού ο υιος μου έρχεται και ο άνθρωπος ο πορευθείς μετ ‘ αυτού. αποκαταστήσαι σε ο Κύριος του ουρανού και δώη μοι ιδείν σου παιδία εκ Σάρρας της θυγατρός μου. και κατευλόγει Ραγουήλ και Έδναν την γυναίκα αυτού. ο Θεός του ουρανού προ του με αποθανείν.

και προσθείναι αυτω δεί. ότι ηλέησεν αυτούς ο Θεός· και ως ήγγισε Τωβίτ Σάρρα τη νύμφη αυτού. ων ενήνοχα. θύγατερ· ευλογητός ο Θεός. 15 και εξήλθε Τωβίτ εις συνάντησιν τη νύμφη αυτού χαίρων και ευλογών τον Θεόν προς τη πύλη Νινευή· και εθαύμαζον οι θεωρούντες αυτόν πορευόμενον. αγαθόν το ευλογείν τον Θεόν και υψούν το όνομα αυτού. και κακόν ουχ ευρήσει υμάς. περί ων εποίησε μεθ ‘ υμών. και μη οκνείτε εξομολογείσθαι αυτω. 17 και παρεγένετο Αχιάχαρος και Νασβάς ο εξάδελφος αυτού. ότι έβλεψε. 7 μυστήριον βασιλέως καλόν κρύψαι. τέκνον. αγαθόν ποιήσατε. ων ενηνόχατε. ος ήγαγέ σε προς ημάς. και ο πατήρ σου και η μήτηρ σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τράχηλον αυτού 13 και έκλαυσε και είπεν· ευλογητός ει. 16 και Τωβίτ εξωμολογείτο ενώπιον αυτού. 4 και είπεν ο πρεσβύτης· δικαιούται αυτω. 6 τότε καλέσας τους δύο κρυπτώς είπεν αυτοίς· ευλογείτε τον Θεόν και αυτω εξομολογείσθε και μεγαλωσύνην δίδοτε αυτω και εξολογείσθε αυτω ενώπιον πάντων των ζώντων. και ευλογητόν το όνομά σου εις τους αιώνας. ο Θεός. ιδού βλέπω Τωβίαν τον υιόν μου. τους λόγους των έργων του Θεού εντίμως υποδεικνύοντες. 14 και εισήλθεν ο υιος αυτού χαίρων και απήγγειλε τω πατρί αυτού τα μεγαλεία τα γενόμενα αυτω εν τη Μηδία. ου βλάπτομαι δούς αυτω το ήμισυ. μισθόν τω ανθρώπω τω συνελθόντι σοι. κατευλόγησεν αυτήν λέγων· έλθοις υγιαίνουσα. 18 και ήχθη ο γάμος Τωβία μετ ‘ ευφροσύνης ημέρας επτά. και εγένετο χαρά πάσι τοις εν Νινευή αδελφοίς αυτού. 8 αγαθόν προσευχή μετά νηστείας και ελεημοσύνης και δικαιοσύνης· αγαθόν το ολίγον μετά δικαιοσύνης ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 859 . και ευλογημένοι πάντες οι άγιοί σου άγγελοι· ότι εμαστίγωσας και ηλέησάς με. 5 και εκάλεσε τον άγγελον και είπεν αυτω· λάβε το ήμισυ πάντων. 3 ότι με αγήοχέ σοι υγιή και την γυναίκα μου εθεράπευσε και το αργύριόν μου ήνεγκε και σε ομοίως εθεράπευσε. και ύπαγε υγιαίνων. τα δε έργα του Θεού ανακαλύπτειν ενδόξως. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ εκάλεσε Τωβίτ Τωβίαν τον υιόν αυτού και είπεν αυτω· όρα. 2 και είπε· πάτερ.

ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ Τωβίτ έγραψε προσευχήν εις αγαλλίασιν και είπεν· «Ευλογητός ο Θεός ο ζων εις τους αιώνας και η βασιλεία αυτού. και ουκ έφαγον ουδέ έπιον. και αυτή αποκαθαριεί πάσαν αμαρτίαν· οι ποιούντες ελεημοσύνας και δικαιοσύνας πλησθήσονται ζωής. και ουκ έτι είδον αυτόν. και εισπορεύονται ενώπιον της δόξης του αγίου. αλλά όρασιν υμείς εθεωρείτε. τα δε έργα του Θεού ανακαλύπτειν ενδόξως. και ουκ έστιν ος εκφεύξεται την χείρα αυτού. αλλά τη θελήσει του Θεού ημών ήλθον. 16 και εταράχθησαν οι δύο και έπεσον επί πρόσωπον. οί προσαναφέρουσι τας προσευχάς των αγίων. 21 και ανέστησαν. 22 και εξωμολογούντο τα έργα τα μεγάλα και θαυμαστά αυτού και ως ώφθη αυτοίς ο άγγελος Κυρίου. 20 και νυν εξομολογείσθε τω Θεω. και γράψατε πάντα τα συντελεσθέντα εις βιβλίον. όπως απελθών περιστείλης τον νεκρόν. ειρήνη υμίν έσται· τον δε Θεόν ευλογείτε εις τον αιώνα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 860 . κατάγει εις άδην και ανάγει. ωσαύτως συμπαρήγμην σοι. διότι αναβαίνω προς τον αποστείλαντά με. 13 και ότε ουκ ώκνησας αναστήναι και καταλιπείν το άριστόν σου. όθεν ευλογείτε αυτόν εις τον αιώνα. εγώ προσήγαγον το μνημόσυνον της προσευχής υμών ενώπιον του αγίου· και ότε έθαπτες τους νεκρούς. αλλά συν σοί ήμην. 19 πάσας τας ημέρας ωπτανόμην υμίν. εις εκ των επτά αγίων αγγέλων. 3 εξομολογείσθε αυτω οι υιοί Ισραήλ ενώπιον των εθνών. 18 ότι ου τη εμαυτού χάριτι. καλόν ποιήσαι ελεημοσύνην ή θησαυρίσαι χρυσίον· 9 ελεημοσύνη γαρ εκ θανάτου ρύεται. 14 και νυν απέστειλέ με ο Θεός ιάσασθαί σε και την νύμφην σου Σάρραν. 2 ότι αυτός μαστιγοί και ελεεί. ουκ έλαθές με αγαθοποιών. 10 οι δε αμαρτάνοντες πολέμιοί εισι της εαυτών ζωής. 12 και νυν ότι προσηύξω συ και η νύμφη σου Σάρρα. ότι αυτός διέσπειρεν ημάς εν αυτοίς· 4 εκεί υποδείξατε την μεγαλωσύνην αυτού. ότι εφοβήθησαν. 15 εγώ ειμι Ραφαήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πολύ μετά αδικίας. 17 και είπεν αυτοίς· μη φοβείσθε. 11 ου μη κρύψω αφ ‘ υμών παν ρήμα· είρηκα δη μυστήριον βασιλέως κρύψαι καλόν.

καθότι αυτός Κύριος ημών και Θεός. 6 εάν επιστρέψητε προς αυτόν εν όλη τη καρδία υμών και εν όλη τη ψυχή υμών ποιήσαι ενώπιον αυτού αλήθειαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υψούτε αυτόν ενώπιον παντός ζώντος. και ποιήσατε δικαιοσύνην ενώπιον αυτού· τις γινώσκει ει θελήσει υμάς και ποιήσει ελεημοσύνην υμίν. 5 και μαστιγώσει ημάς εν ταις αδικίαις ημών και πάλιν ελεήσει και συνάξει ημάς εκ πάντων των εθνών. 10 εξομολογού τω Κυρίω αγαθώς και ευλόγει τον βασιλέα των αιώνων. 12 επικατάρατοι πάντες οι μισούντές σε. 7 τον Θεόν μου υψώ και η ψυχή μου τον βασιλέα του ουρανού και αγαλλιάσεται την μεγαλωσύνην αυτού. αυτός πατήρ ημών εις πάντας τους αιώνας. 15 η ψυχή μου ευλογείτω τον Θεόν τον βασιλέα τον μέγαν. 13 χάρηθι και αγαλλίασαι επί τοις υιοίς των δικαίων. γενεαί γενεών δώσουσί σοι αγαλλίαμα. ίνα πάλιν η σκηνή αυτού οικοδομηθή εν σοί μετά χαράς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 861 . και εξομολογήσασθε αυτω εν όλω τω στόματι υμών· και ευλογήσατε τον Κύριον της δικαιοσύνης και υψώσατε τον βασιλέα των αιώνων. 16 ότι οικοδομηθήσεται Ιερουσαλήμ σαπφείρω και σμαράγδω και λίθω εντίμω τα τείχη σου και οι πύργοι και οι προμαχώνες εν χρυσίω καθαρω. και ευφράναι εν σοί τους αιχμαλώτους και αγαπήσαι εν σοί τους ταλαιπώρους εις πάσας τας γενεάς του αιώνος. ότι επί σοί χαρήσονται θεασάμενοι πάσαν την δόξαν σου και ευφρανθήσονται εις τον αιώνα. και θεάσασθε α ποιήσει μεθ ‘ υμών. χαρήσονται επί τη ειρήνη σου. 18 και ερούσι πάσαι αι ρύμαι αυτής. ότι συναχθήσονται και ευλογήσουσι τον Κύριον των δικαίων. ος ύψωσε πάντας τους αιώνας». εγώ εν τη γη της αιχμαλωσίας μου εξομολογούμαι αυτω και δεικνύω την ισχύν και την μεγαλωσύνην αυτού έθνει αμαρτωλών. ου εάν σκορπισθήτε εν αυτοίς. αμαρτωλοί. 14 ω μακάριοι οι αγαπώντές σε. αλληλούϊα και αινέσουσι λέγοντες· ευλογητός ο Θεός. μακάριοι όσοι ελυπήθησαν επί πάσαις ταις μάστιξί σου. 8 λεγέτωσαν πάντες και εξομολογείσθωσαν αυτω εν Ιεροσολύμοις· 9 Ιεροσόλυμα πόλις αγία. μαστιγώσει επί τα έργα των υιών σου και πάλιν ελεήσει τους υιούς των δικαίων. 11 έθνη πολλά μακρόθεν ήξει προς το όνομα Κυρίου του Θεού δώρα εν χερσίν έχοντες και δώρα τω βασιλεί του ουρανού. 17 και αι πλατείαι Ιερουσαλήμ εν βηρύλλω και άνθρακι και λίθω εκ Σουφείρ ψηφολογηθήσονται. ευλογημένοι έσονται πάντες οι αγαπώντές σε εις τον αιώνα. τότε επιστρέψει προς υμάς και ου μη κρύψη το πρόσωπον αυτού αφ ‘ υμών. επιστρέψατε.

και ταύτα αυτού λέγοντος. και οικοδομήσουσι τον οίκον. και μετά ταύτα επιστρέψουσιν εκ των αιχμαλωσιών και οικοδομήσουσιν Ιερουσαλήμ εντίμως. και τι δικαιοσύνη ρύεται. και ο οίκος του Θεού εν αυτη κατακαήσεται και έρημος έσται μέχρι χρόνου. 5 και πάλιν ελεήσει αυτούς ο Θεός και επιστρέψει αυτούς εις την γην. λάβε τους υιούς σου· ιδού γεγήρακα και προς το αποτρέχειν εκ του ζήν ειμι. τέκνον. καθώς ελάλησαν περί αυτής οι προφήται. ότε απώλεσε τας όψεις. και εποίει ελεημοσύνας και προσέθετο φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν και εξωμολογείτο αυτω. ποιούντες έλεος τοις αδελφοίς ημών. ίνα σοι καλώς ή. και θάψον με καλώς και την μητέρα σου μετ ‘ εμού. και Ιεροσόλυμα έσται έρημος. ουχ οίος ο πρότερος. 4 άπελθε εις την Μηδίαν. 3 μεγάλως δε εγήρασε· και εκάλεσε τον υιόν αυτού και τους υιούς αυτού και είπεν αυτω· τέκνον. και αυτός κατέβη εις το σκότος. και χαρήσονται πάντες οι αγαπώντες Κύριον τον Θεόν εν αληθεία και δικαιοσύνη. 6 και πάντα τα έθνη επιστρέψουσιν αληθινώς φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν και κατορύξουσι τα είδωλα αυτών. ότι πέπεισμαι όσα ελάλησεν Ιωνάς ο προφήτης περί Νινευή. εξέλιπεν η ψυχή αυτού επί της κλίνης· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 862 . 2 και ην ετών πεντηκονταοκτώ. Μανασσής εποίησεν ελεημοσύνην και εσώθη εκ παγίδος θανάτου. ίδετε τι ελεημοσύνη ποιεί. παιδία. και υψώσει Κύριος τον λαόν αυτού. 7 και ο λαός αυτού εξομολογήσεται τω Θεω. ιδέ τι εποίησεν Αμάν Αχιαχάρω τω θρέψαντι αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΩΒΙΤ* ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ επαύσατο εξομολογούμενος Τωβίτ. 10 τέκνον. ότι πάντως έσται α ελάλησεν ο προφήτης Ιωνάς. 11 και νυν. και όσα ανταπέδωκεν αυτω· και Αχιάχαρος μεν εσώθη. εκείνω δε το ανταπόδομα επεδόθη. Αμάν δε ενέπεσεν εις την παγίδα και απώλετο. 8 και νυν. τέκνον. 9 συ δε τήρησον τον νόμον και τα προστάγματα και γενού φιλελεήμων και δίκαιος. και ευλογήσουσι πάντα τα έθνη Κύριον. ης έπηξεν αυτω. και μηκέτι αυλισθήτε εις Νινευή. εν δε τη Μηδία έσται ειρήνη μάλλον έως καιρού. ότι καταστραφήσεται. και ότι οι αδελφοί ημών εν τη γη σκορπισθήσονται από της αγαθής γης. άπελθε από Νινευή. και μετά έτη οκτώ ανέβλεψε. έως πληρωθώσι καιροί του αιώνος. και ο οίκος του Θεού εν αυτη οικοδομηθήσεται εις πάσας τας γενεάς του αιώνος οικοδομή ενδόξω. ως εκ του φωτός ήγαγεν αυτόν εις το σκότος.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ην δε ετών εκατόν πεντηκονταοκτώ. 14 και απέθανεν ετών εκατόν εικοσιεπτά εν Εκβατάνοις της Μηδίας. ος εβασίλευσεν Μήδων εν Εκβατάνοις. 15 και ήκουσε πριν ή αποθανείν αυτόν την απώλειαν Νινευή. * ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΚΩΔΙΚΕΣ Β' ΚΑΙ Α ------------------------------------------------------- ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΕΤΟΥΣ δωδεκάτου της βασιλείας Ναβουχοδονόσορ. εν ταις ημέραις Αρφαξάδ. 2 και ωκοδόμησεν επ ‘ Εκβατάνων κύκλω τείχη εκ λίθων λελαξευμένων εις πλάτος πηχών τριών και εις μήκος πηχών εξ και εποίησε το ύψος του τείχους πηχών εβδομήκοντα και το πλάτος αυτού πηχών πεντήκοντα 3 και τους πύργους αυτού έστησεν επί ταις πύλαις αυτής πηχών εκατόν και το πλάτος αυτής εθεμελίωσεν εις πήχεις εξήκοντα 4 και εποίησε τας πύλας αυτής πύλας διεγειρομένας εις ύψος πηχών εβδομήκοντα και το πλάτος αυτών πήχεις τεσσαράκοντα εις εξόδους δυνάμεων δυνατών αυτού και διατάξεις των πεζών αυτού. 12 και ότε απέθανεν Άννα. και εχάρη προ του αποθανείν επί Νινευή. και έθαψαν αυτόν ενδόξως. ην ηχμαλώτισε Ναβουχοδονόσορ και Ασύηρος. 13 και εγήρασεν εντίμως και έθαψε τους πενθερούς αυτού ενδόξως και εκληρονόμησε την ουσίαν αυτών και Τωβίτ του πατρός αυτού. 5 και εποίησε πόλεμον εν ταις ημέραις εκείναις ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ προς βασιλέα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 863 . έθαψεν αυτήν μετά του πατρός αυτού. απήλθε δε Τωβίας μετά της γυναικός αυτού και των υιών αυτού εις Εκβάτανα προς Ραγουήλ τον πενθερόν αυτού. ος εβασίλευσεν Ασσυρίων εν Νινευή τη πόλει τη μεγάλη.

τους κατοικούντας Κιλικίαν και Δαμασκόν. αλλ ‘ ην εναντίον αυτών ως ανήρ εις. πλήθος ανδρών πολεμιστών πολύ σφόδρα· και ην εκεί ραθυμών και ευωχούμενος αυτός και η δύναμις αυτού εφ ‘ ημέρας εκατόν είκοσι. ει μην εκδικήσειν πάντα τα όρια της Κιλικίας και Δαμασκηνής και Συρίας. τον Λίβανον και Αντιλίβανον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 864 . 7 και απέστειλε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Ασσυρίων επί πάντας τους κατοικούντας την Περσίδα και επί πάντας τους κατοικούντας προς δυσμαίς. τούτό εστιν εν τοις ορίοις Ραγαύ. 16 και ανέστρεψε μετ ‘ αυτών αυτός και πας ο σύμμικτος αυτού. 12 και εθυμώθη Ναβουχοδονόσορ επί πάσαν την γην ταύτην σφόδρα και ώμοσε κατά του θρόνου και της βασιλείας αυτού. 13 και παρετάξατο εν τη δυνάμει αυτού προς Αρφαξάδ βασιλέα εν τω έτει τω επτακαιδεκάτω και εκραταιώθη εν τω πολέμω αυτού και ανέστρεψε πάσαν την δύναμιν Αρφαξάδ και πάσαν την ίππον αυτού και πάντα τα άρματα αυτού 14 και εκυρίευσε των πόλεων αυτού και αφίκετο έως Εκβατάνων και εκράτησε των πύργων και επρονόμευσε τας πλατείας αυτής και τον κόσμον αυτής έθηκεν εις όνειδος αυτής. 6 και συνήντησαν προς αυτόν πάντες οι κατοικούντες την ορεινήν και πάντες οι κατοικούντες τον Ευφράτην και τον Τίγριν και τον Υδάσπην και πεδία Αριώχ βασιλέως Ελυμαίων· και συνήλθον έθνη πολλά σφόδρα εις παράταξιν υιών Χελεούδ. 15 και έλαβε τον Αρφαξάδ εν τοις όρεσι Ραγαύ και κατηκόντισεν αυτόν εν ταις ζιβύναις αυτού και εξωλόθρευσεν αυτόν έως της ημέρας εκείνης. ότι ουκ εφοβήθησαν αυτόν. και πάντας τους κατοικούντας κατά πρόσωπον παραλίας 8 και τους εν τοις έθνεσι του Καρμήλου και Γαλαάδ και την άνω Γαλιλαίαν και το μέγα πεδίον Εσδρηλών 9 και πάντας τους εν Σαμαρεία και ταις πόλεσιν αυτής και πέραν του Ιορδάνου έως Ιερουσαλήμ και Βετάνη και Χελλούς και Κάδης και του ποταμού Αιγύπτου και Ταφνάς και Ραμεσσή και πάσαν γην Γεσέμ 10 έως του ελθείν επάνω Τάνεως και Μέμφεως και πάντας τους κατοικούντας την Αίγυπτον έως του ελθείν επί τα όρια της Αιθιοπίας. 11 και εφαύλισαν πάντες οι κατοικούντες πάσαν την γην το ρήμα Ναβουχοδονόσορ του βασιλέως Ασσυρίων και ου συνήλθον αυτω εις τον πόλεμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρφαξάδ εν τω πεδίω τω μεγάλω. και ανέστρεψαν τους αγγέλους αυτού κενούς εν ατιμία προσώπου αυτών. ανελείν τη ρομφαία αυτού και πάντας τους κατοικούντας εν γη Μωάβ και τους υιούς Αμμών και πάσαν την Ιουδαίαν και πάντας τους εν Αιγύπτω έως του ελθείν επί τα όρια των δύο θαλασσών.

6 και εξελεύση εις συνάντησιν πάση τη γη επί δυσμάς. δεύτερον όντα μετ ‘ αυτόν. 16 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 865 . ότι ηπείθησαν τω ρήματι του στόματός μου. δευτέρα και εικάδι του πρώτου μηνός. αλλ ‘ επιτελών επιτελέσεις καθότι προστέταχά σοι. και ποταμός επικλύζων τοις νεκροίς αυτών πληρωθήσεται· 9 και άξω την αιχμαλωσίαν αυτών επί τα άκρα πάσης της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ εν τω έτει τω οκτωκαιδεκάτω. καθότι εκέλευσεν αυτω ο κύριος αυτού εις μυριάδας δεκαδύο και ιππείς τοξότας μυρίους δισχιλίους. ότι εξελεύσομαι εν θυμω μου επ ‘ αυτούς και καλύψω παν το πρόσωπον της γης εν τοις ποσί της δυνάμεώς μου και δώσω αυτούς εις διαρπαγήν αυτοίς· 8 και οι τραυματίαι αυτών πληρώσουσι τας φάραγγας και τους χειμάρρους αυτών. 13 και συ δε ου παραβήση εν τι των ρημάτων του κυρίου σου. 10 συ δε εξελθών προκαταλήψη μοι παν όριον αυτών. εγένετο λόγος εν οίκω Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Ασσυρίων εκδικήσαι πάσαν την γην καθώς ελάλησε. λελάληκα και ποιήσω ταύτα εν χειρί μου. 7 και απαγγελείς αυτοίς ετοιμάζειν γην και ύδωρ. πεζών εις χιλιάδας εκατόν είκοσι και πλήθος ίππων συν αναβάταις μυριάδων δεκαδύο. ο κύριος πάσης της γης· ιδού συ εξελεύση εκ του προσώπου μου και λήψη μετά σεαυτού άνδρας πεποιθότας εν ισχύϊ αυτών. και εκδώσουσί σοι εαυτούς. εκάλεσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Ασσυρίων τον ‘Ολοφέρνην αρχιστράτηγον της δυνάμεως αυτού. 14 και εξήλθεν ‘Ολοφέρνης από προσώπου του κυρίου αυτού και εκάλεσε πάντας τους δυνάστας και τους στρατηγούς και επιστάτας της δυνάμεως Ασσούρ 15 και ηρίθμησεν εκλεκτούς άνδρας εις παράταξιν. 2 και συνεκάλεσε πάντας τους θεράποντας αυτού και πάντας τους μεγιστάνας αυτού και έθετο μετ ‘ αυτών το μυστήριον της βουλής αυτού και συνετέλεσε πάσαν την κακίαν της γης εκ του στόματος αυτού. και είπε προς αυτόν· 5 τάδε λέγει ο βασιλεύς ο μέγας. και διατηρήσεις εμοί αυτούς εις ημέραν ελεγμού αυτών· 11 επί δε τους απειθούντας ου φείσεται ο οφθαλμός σου του δούναι αυτούς εις φόνον και αρπαγήν εν πάση τη γη σου. 4 και εγένετο ως συνετέλεσε την βουλήν αυτού. και ου μακρυνείς του ποιήσαι αυτά. οί ουκ ηκολούθησαν τω λόγω του στόματος αυτού. 3 και αυτοί έκριναν ολοθρεύσαι πάσαν σάρκα. 12 ότι ζων εγώ και το κράτος της βασιλείας μου.

18 και επισιτισμόν παντί ανδρί εις πλήθος και χρυσίον και αργύριον εξ οίκου βασιλέως πολύ σφόδρα. τους όντας εν Σιδώνι και Τύρω και τους κατοικούντας Σουρ και ‘Οκινά. τους πεζούς και τους ιππείς και τα άρματα αυτού. και πάντας τους κατοικούντας Ιεμναάν. και απήλθεν εκείθεν εις την ορεινήν. 17 και έλαβε καμήλους και όνους και ημιόνους εις την απαρτίαν αυτών. 23 και διέκοψε το Φουδ και Λούδ και επρονόμευσαν πάντας υιούς Ρασσίς και υιούς Ισμαήλ τους κατά πρόσωπον της ερήμου προς νότον της Χελεών. 22 και έλαβε πάσαν την δύναμιν αυτού. 28 και επέπεσεν ο φόβος και ο τρόμος αυτού επί τους κατοικούντας την παραλίαν. 25 και κατελάβετο τα όρια της Κιλικίας και κατέκοψε πάντας τους αντιστάντας αυτω και ήλθεν έως ορίων Ιάφεθ τα προς νότον κατά πρόσωπον της Αραβίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 866 . ων ουκ ην αριθμός. 21 και απήλθον εκ Νινευή οδόν τριών ημερών επί πρόσωπον του πεδίου Βεκτιλέθ και εστρατοπέδευσαν από Βεκτιλέθ πλησίον του όρους του επ ‘ αριστερά της άνω Κιλικίας. πλήθος πολύ σφόδρα. και οι κατοικούντες εν Αζώτω και Ασκάλωνι εφοβήθησαν αυτόν σφόδρα. 19 και εξήλθεν αυτός και πάσα η δύναμις αυτού εις πορείαν του προελθείν βασιλέως Ναβουχοδονόσορ και καλύψαι παν το πρόσωπον της γης προς δυσμαίς εν άρμασι και ιππεύσι και πεζοίς επιλέκτοις αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διέταξεν αυτούς ον τρόπον πολέμου πλήθος συντάσσεται. και πρόβατα και βόας και αίγας εις την παρασκευήν αυτών. 27 και κατέβη εις πεδίον Δαμασκού εν ημέραις θερισμού πυρών και ενέπρησε πάντας τους αγρούς αυτών και τα ποίμνια και τα βουκόλια έδωκεν εις αφανισμόν και τας πόλεις αυτών εσκύλευσε και τα παιδία αυτών εξελίκμησε και επάταξε πάντας τους νεανίσκους αυτών εν στόματι ρομφαίας. 24 και παρήλθε τον Ευφράτην και διήλθε την Μεσοποταμίαν και διέσκαψε πάσας τας πόλεις τας υψηλάς τας επί του χειμάρρου Αβρωνά έως του ελθείν επί θάλασσαν. 26 και εκύκλωσε πάντας τους υιούς Μαδιάμ και ενέπρησε τα σκηνώματα αυτών και επρονόμευσε τας μάνδρας αυτών. 20 και πολύς ο επίμικτος ως ακρίς συνεξήλθον αυτοίς και ως η άμμος της γης· ου γαρ ην αριθμός από πλήθους αυτών.

και ον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 867 . 8 και κατέσκαψε πάντα τα όρια αυτών και τα άλση αυτών εξέκοψε. και ην δεδομένον αυτω εξολοθρεύσαι πάντας τους θεούς της γης. όπως αυτω μόνω τω Ναβουχοδονόσορ λατρεύσωσι πάντα τα έθνη. ή εστιν απέναντι του πρίονος του μεγάλου της Ιουδαίας. 6 και κατέβη επί την παραλίαν αυτός και η δύναμις αυτού και εφρούρησε τας πόλεις τας υψηλάς και έλαβεν εξ αυτών εις συμμαχίαν άνδρας επιλέκτους· 7 και εδέξαντο αυτόν αυτοί και πάσα η περίχωρος αυτών μετά στεφάνων και χορών και τυμπάνων. 4 ιδού και αι πόλεις ημών και οι κατοικούντες εν αυταίς δούλοί σου εισιν· ελθών απάντησον αυταίς ως έστιν αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. και ην εκεί μήνα ημερών εις το συλλέξαι πάσαν την απαρτίαν της δυνάμεως αυτού. 5 και παρεγένοντο οι άνδρες προς ‘Ολοφέρνην και απήγγειλαν αυτω κατά τα ρήματα ταύτα. και πάσαι αι γλώσσαι και πάσαι αι φυλαί αυτών επικαλέσωνται αυτόν εις θεόν. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ήκουσαν οι υιοί Ισραήλ οι κατοικούντες εν τη Ιουδαία πάντα. χρήσαι ημίν καθώς αρεστόν εστι τω προσώπω σου· 3 ιδού αι επαύλεις ημών και παν πεδίον πυρών και τα ποίμνια και τα βουκόλια και πάσαι αι μάνδραι των σκηνών ημών παράκεινται προ προσώπου σου. χρήσαι καθ ‘ ον αν αρέσκη σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ απέστειλαν προς αυτόν αγγέλους λόγοις ειρηνικοίς λέγοντες· 2 ιδού ημείς οι παίδες Ναβουχοδονόσορ βασιλέως μεγάλου παρακείμεθα ενώπιόν σου. 10 και κατεστρατοπέδευσεν ανά μέσον Γαβαί και Σκυθών πόλεως. ο αρχιστράτηγος Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Ασσυρίων. όσα εποίησεν ‘Ολοφέρνης τοις έθνεσιν. 9 και ήλθε κατά πρόσωπον Εσδρηλών πλησίον της Δωταίας.

14 και Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας και πάντες οι παρεστηκότες ενώπιον Κυρίου. 13 και εισήκουσε Κύριος της φωνής αυτών και εισείδε την θλίψιν αυτών· και ην ο λαός νηστεύων ημέρας πλείους εν πάση τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ κατά πρόσωπον των αγίων Κυρίου παντοκράτορος. ή εστιν απέναντι Εσδρηλών κατά πρόσωπον του πεδίου του πλησίον Δωθαϊμ. ότι προσφάτως ην τα πεδία αυτών τεθερισμένα. 11 και πας ανήρ Ισραήλ και γυνή και τα παιδία και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ έπεσον κατά πρόσωπον του ναού και εσποδώσαντο τας κεφαλάς αυτών και εξέτειναν τους σάκκους αυτών κατά πρόσωπον Κυρίου· 12 και το θυσιαστήριον σάκκω περιέβαλον και εβόησαν προς τον Θεόν Ισραήλ ομοθυμαδόν εκτενώς του μη δούναι εις διαρπαγήν τα νήπια αυτών και τας γυναίκας εις προνομήν και τας πόλεις της κληρονομίας αυτών εις αφανισμόν και τα άγια εις βεβήλωσιν και ονειδισμόν. και τα σκεύη και το θυσιαστήριον και ο οίκος εκ της βεβηλώσεως ηγιασμένα ην. και νεωστί πας ο λαός συνελέλεκτο της Ιουδαίας. επίχαρμα τοις έθνεσι. 4 και απέστειλαν εις παν όριον Σαμαρείας και Κωνά και Βαιθωρών και Βελμαίν και Ιεριχώ και εις Χωβά και Αισωρά και τον αυλώνα Σαλήμ 5 και προκατελάβοντο πάσας τας κορυφάς των ορέων των υψηλών και ετειχίσαντο τας εν αυτοίς κώμας και παρέθεντο εις επισιτισμόν εις παρασκευήν πολέμου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τρόπον εσκύλευσε πάντα τα ιερά αυτών και έδωκεν αυτά εις αφανισμόν. 3 ότι προσφάτως ήσαν αναβεβηκότες εκ της αιχμαλωσίας. στενής της προσβάσεως ούσης επ ‘ άνδρας τους πάντας δύο. και ην ευχερώς διακωλύσαι αυτούς προσβαίνοντας. 15 και ην σποδός επί τας κιδάρεις αυτών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 868 . 9 και ανεβόησαν πας ανήρ Ισραήλ προς τον Θεόν εν εκτενία μεγάλη και εταπεινούσαν τας ψυχάς αυτών εν εκτενία μεγάλη. ότι δι ‘ αυτών ην η είσοδος εις την Ιουδαίαν. 7 λέγων διακατασχείν τας αναβάσεις της ορεινής. σάκκους περιεζωσμένοι τας οσφύας αυτών προσέφερον την ολοκαύτωσιν του ενδελεχισμού και τας ευχάς και τα εκούσια δόματα του λαού. οί εκάθηντο εν Ιερουσαλήμ. 10 αυτοί και αι γυναίκες αυτών και τα νήπια αυτών και τα κτήνη αυτών και πας πάροικος ή μισθωτός και αργυρώνητος αυτών επέθεντο σάκκους επί τας οσφύας αυτών. 8 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ καθά συνέταξεν αυτοίς Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας και η γερουσία παντός δήμου Ισραήλ. τοις κατοικούσι Βαιτυλούα και Βαιτομεσθαίμ. ιερείς και οι λειτουργούντες Κυρίω. 2 και εφοβήθησαν σφόδρα σφόδρα από προσώπου αυτού και περί Ιερουσαλήμ και του ναού Κυρίου Θεού αυτών εταράχθησαν. 6 και έγραψεν Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας. ος ην εν ταις ημέραις εκείναις εν Ιερουσαλήμ.

και ουκ εξελεύσεται ψεύδος εκ του στόματος του δούλου σου. 9 και είπεν ο Θεός αυτών εξελθείν εκ της παροικίας αυτών και πορευθήναι εις γην Χαναάν. και το πλήθος της δυνάμεως αυτών. τις ο λαός ούτος ο καθήμενος εν τη ορεινή. 10 και κατέβησαν εις Αίγυπτον. και εξέβαλον αυτούς από προσώπου των θεών αυτών. και τίνες ας κατοικούσι πόλεις. και ουκ ην αριθμός του γένους αυτών. 4 και διατί κατενωτίσαντο του μη ελθείν εις απάντησίν μοι παρά πάντας τους κατοικούντας εν δυσμαίς. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ ανηγγέλη ‘Ολοφέρνη αρχιστρατήγω δυνάμεως Ασσούρ διότι οι υιοί Ισραήλ παρεσκευάσαντο εις πόλεμον και τας διόδους της ορεινής συνέκλεισαν και ετείχισαν πάσαν κορυφήν όρους υψηλού και έθηκαν εν τοις πεδίοις σκάνδαλα. και παρώκησαν εκεί μέχρις ου διετράφησαν· και εγένοντο εκεί εις πλήθος πολύ. 7 και παρώκησαν το πρότερον εν τη Μεσοποταμία. ος κατοικεί την ορεινήν ταύτην. ότι ουκ εβουλήθησαν ακολουθήσαι τοις θεοίς των πατέρων αυτών. 2 και ωργίσθη θυμω σφόδρα και εκάλεσε πάντας τους άρχοντας Μωάβ και τους στρατηγούς Αμμών και πάντας σατράπας της παραλίας 3 και είπεν αυτοίς· αναγγείλατε δη μοι. εκάλυψε γαρ το πρόσωπον της γης Χαναάν λιμός. πλησίον σου οικούντος. Θεω ω επέγνωσαν. οί εγένοντο εν γη Χαλδαίων· 8 και εξέβησαν εξ οδού των γονέων αυτών και προσεκύνησαν τω Θεω του ουρανού. και κατώκησαν εκεί και επληθύνθησαν χρυσίω και αργυρίω και εν κτήνεσι πολλοίς σφόδρα. 6 ο λαός ούτός εισιν απόγονοι Χαλδαίων. και η ισχύς αυτών. 11 και επανέστη αυτοίς ο βασιλεύς Αιγύπτου και κατεσοφίσαντο αυτούς εν πόνω και εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 869 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εβόων προς Κύριον εκ πάσης δυνάμεως εις αγαθόν επισκέψασθαι πάντα οίκον Ισραήλ. και εν τίνι το κράτος αυτών. και αναγγελώ σοι την αλήθειαν περί του λαού. και έφυγον εις Μεσοποταμίαν και παρώκησαν εκεί ημέρας πολλάς. και τις ανέστηκεν επ ‘ αυτών βασιλεύς ηγούμενος στρατιάς αυτών. 5 και είπε προς αυτόν Αχιώρ ο ηγούμενος πάντων υιών Αμμών· ακουσάτω δη ο κύριός μου λόγον εκ στόματος του δούλου σου. υιοί Χαναάν.

και εταπείνωσαν αυτούς και έθεντο αυτούς εις δούλους· 12 και ανεβόησαν προς τον Θεόν αυτών. και αναβησόμεθα και εκπολεμήσομεν αυτούς. και έσονται εις κατάβρωμα πάσης της στρατιάς σου. και διαβάντες τον Ιορδάνην εκληρονόμησαν πάσαν την ορεινήν 16 και εξέβαλον εκ προσώπου αυτών τον Χαναναίον και τον Φερεζαίον και τον Ιεβουσαίον και τον Συχέμ και πάντας τους Γεργεσαίους και κατώκησαν εν αυτη ημέρας πολλάς. 22 και εγένετο ως επαύσατο Αχιώρ λαλών τους λόγους τούτους. και οι πόλεις αυτών εκρατήθησαν υπό των υπεναντίων. 18 ότε δε απέστησαν από της οδού. παρελθέτω δη ο κύριός μου. δέσποτα κύριε. και εγόγγυσε πας ο λαός ο κυκλών την σκηνήν και περιεστώς. 20 και νυν. δέσποτα ‘Ολοφέρνη. ου το αγίασμα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πλίνθω. και επάταξε πάσαν την γην Αιγύπτου πληγαίς. ου διεσπάρησαν εκεί. 21 ει δε ουκ έστιν ανομία εν τω έθνει αυτών. και είπαν οι μεγιστάνες ‘Ολοφέρνου και πάντες οι κατοικούντες την παραλίαν και την Μωάβ συγκόψαι αυτόν· 23 ου γαρ φοβηθησόμεθα από υιών Ισραήλ· ιδού γαρ λαός. εν ω ουκ έστι δύναμις ουδέ κράτος εις παράταξιν ισχυράν· 24 διό δη αναβησόμεθα. μήποτε υπερασπίση ο Κύριος αυτών και ο Θεός αυτών υπέρ αυτών. ότι Θεός μισών αδικίαν μετ ‘ αυτών εστιν. 19 και νυν επιστρέψαντες επί τον Θεόν αυτών ανέβησαν εκ της διασποράς. ην τα αγαθά μετ ‘ αυτών. και κατωκίσθησαν εν τη ορεινή. 13 και κατεξήρανεν ο Θεός την ερυθράν θάλασσαν έμπροσθεν αυτών 14 και ήγαγεν αυτούς εις οδόν του Σινά και Κάδης Βαρνή· και εξέβαλον πάντας τους κατοικούντας εν τη ερήμω 15 και ώκησαν εν γη Αμορραίων και πάντας τους Εσεβωνίτας εξωλόθρευσαν εν τη ισχύϊ αυτών. και κατέσχον την Ιερουσαλήμ. εξωλοθρεύθησαν εν πολλοίς πολέμοις επί πολύ σφόδρα και ηχμαλωτεύθησαν εις γην ουκ ιδίαν. 17 και έως ουχ ήμαρτον ενώπιον του Θεού αυτών. ει μεν εστιν αγνόημα εν τω λαω τούτω και αμαρτάνουσιν εις τον Θεόν αυτών και επισκεψόμεθα ότι εστίν εν αυτοίς σκάνδαλον τούτο. και ο ναός του Θεού αυτών εγενήθη εις έδαφος. εν αις ουκ ην ίασις· και εξέβαλον αυτούς οι Αιγύπτιοι από προσώπου αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 870 . ης διέθετο αυτοίς. ότι ην έρημος. και εσόμεθα εις ονειδισμόν εναντίον πάσης της γης.

8 και ουκ απολή έως ου εξολοθρευθής μετ ‘ αυτών. και ουχ υποστήσονται το κράτος των ίππων ημών. και τις ο Θεός ει μη Ναβουχοδονόσορ. Αχιώρ και οι μισθωτοί του Εφραίμ. 4 κατακαύσομεν γαρ αυτούς εν αυτοίς. ότι ο Θεός αυτών υπερασπιεί αυτών. και τα όρη αυτών μεθυσθήσεται εν τω αίματι αυτών. και τα πεδία αυτών πληρωθήσεται νεκρών αυτών. και ουκ αντιστήσεται το ίχνος των ποδών αυτών κατά πρόσωπον ημών. και είπεν ‘Ολοφέρνης ο αρχιστράτηγος δυνάμεως Ασσούρ προς Αχιώρ εναντίον παντός του δήμου αλλοφύλων και προς πάντας υιούς Μωάβ· 2 και τις ει συ. μη συμπεσέτω σου το πρόσωπον· ελάλησα. λέγει ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ ο κύριος πάσης της γης· είπε γαρ. συλλαβείν τον Αχιώρ και αποκαταστήσαι αυτόν εις Βαιτυλούα και παραδούναι εις χείρας υιών Ισραήλ. 5 συ δε Αχιώρ μισθωτέ του Αμμών. έως ου εκδικήσω το γένος των εξ Αιγύπτου· 6 και τότε διελεύσεται ο σίδηρος της στρατιάς μου και ο λαός των θεραπόντων μου τας πλευράς σου. αλλά απωλεία απολούνται. 12 και ως είδαν αυτούς οι άνδρες της πόλεως επί την κορυφήν του όρους. 9 και είπερ ελπίζεις τη καρδία σου ότι ου ληφθήσονται. αι ήσαν υποκάτω Βαιτυλούα. 10 και προσέταξεν ‘Ολοφέρνης τοις δούλοις αυτού. όταν επιστρέψω. ου ματαιωθήσεται τα ρήματα των λόγων αυτού. και πεσή εν τοις τραυματίαις αυτών. ότι επροφήτευσας εν ημίν καθώς σήμερον και είπας το γένος Ισραήλ μη πολεμήσαι. 11 και συνέλαβον αυτόν οι δούλοι αυτού και ήγαγον αυτόν έξω της παρεμβολής εις το πεδίον και απήραν εκ μέσου της πεδινής εις την ορεινήν και παρεγένοντο επί τας πηγάς. ανέλαβον τα όπλα αυτών και απήλθον έξω της πόλεως επί την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 871 . και ουδέν διαπεσείται των ρημάτων μου. οί ήσαν παρεστηκότες εν τη σκηνή αυτού. ος ελάλησας τους λόγους τούτους εν ημέρα αδικίας σου. 7 και αποκαταστήσουσί σε οι δούλοί μου εις την ορεινήν και θήσουσί σε εν μια των πόλεων των αναβάσεων. και ου ρύσεται αυτούς ο Θεός αυτών· 3 αλλ ‘ ημείς οι δούλοι αυτού πατάξομεν αυτούς ως άνθρωπον ένα. ούτος αποστελεί το κράτος αυτού και εξολοθρεύσει αυτούς από προσώπου της γης. ουκ όψει έτι το πρόσωπόν μου από της ημέρας ταύτης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ως κατέπαυσεν ο θόρυβος των ανδρών των κύκλω της συνεδρίας.

οί παρεγένοντο επί την συμμαχίαν αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 872 . ‘Οζίας ο του Μιχά εκ της φυλής Συμεών και Αβρίς ο του Γοθονιήλ και Χαρμίς υιος Μελχιήλ. όσα ελάλησεν εν μέσω των αρχόντων υιών Ασσούρ. και συνέδραμον πας νεανίσκος αυτών και αι γυναίκες εις την εκκλησίαν. και έστησαν τον Αχιώρ εν μέσω παντός του λαού αυτών. κάτιδε επί τας υπερηφανίας αυτών και ελέησον την ταπείνωσιν του γένους ημών και επίβλεψον επί το πρόσωπον των ηγιασμένων σοι εν τη ημέρα ταύτη. 21 και παρέλαβεν αυτόν ‘Οζίας εκ της εκκλησίας εις οίκον αυτού και εποίησε πότον τοις πρεσβυτέροις. 2 και ανέζευξεν εν τη ημέρα εκείνη πας ανήρ δυνατός αυτών· και η δύναμις αυτών ανδρών πολεμιστών χιλιάδες ανδρών πεζών εκατόν εβδομήκοντα και ιππέων χιλιάδες δεκαδύο. και όσα εμεγαλορρημόνησεν ‘Ολοφέρνης εις τον οίκον Ισραήλ. 14 καταβάντες δε υιοί Ισραήλ εκ της πόλεως αυτών επέστησαν αυτω και λύσαντες αυτόν απήγαγον εις την Βαιτυλούα και κατέστησαν αυτόν επί τους άρχοντας της πόλεως αυτών. 15 οί ήσαν εν ταις ημέραις εκείναις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κορυφήν του όρους. 20 και παρεκάλεσαν τον Αχιώρ και επήνεσαν αυτόν σφόδρα. και επεκαλέσαντο τον Θεόν Ισραήλ εις βοήθειαν όλην την νύκτα εκείνην. και επηρώτησεν αυτόν ‘Οζίας το συμβεβηκός. αναζευγνύειν επί Βαιτυλούα και τας αναβάσεις της ορεινής προκαταλαμβάνεσθαι και ποιείν πόλεμον προς τους υιούς Ισραήλ. και πας ανήρ σφενδονήτης διεκράτησαν την ανάβασιν αυτών και έβαλον εν λίθοις επ ‘ αυτούς. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 Τ… δ ‘ επαύριον παρήγγειλεν ‘Ολοφέρνης πάση τη στρατιά αυτού και παντί τω λαω αυτού. 17 και αποκριθείς απήγγειλεν αυτοίς τα ρήματα της συνεδρίας ‘Ολοφέρνου και πάντα τα ρήματα. 18 και πεσόντες ο λαός προσεκύνησαν τω Θεω και εβόησαν λέγοντες· 19 Κύριε ο Θεός του ουρανού. 13 και υποδύσαντες υποκάτω του όρους έδησαν τον Αχιώρ και αφήκαν ερριμμένον υπό την ρίζαν του όρους και απώχοντο προς τον κύριον αυτών. 16 και συνεκάλεσαν πάντας τους πρεσβυτέρους της πόλεως.

δέσποτα. αλλ ‘ επί τοις ύψεσι των ορέων αυτών. και ανελεί αυτούς η δίψα. εταράχθησαν σφόδρα και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· νυν εκλείξουσιν ούτοι το πρόσωπον της γης πάσης. και ούτε τα όρη τα υψηλά ούτε αι φάραγγες ούτε οι βουνοί υποστήσονται το βάρος αυτών. ίνα μη γένηται θραύσμα εν τη δυνάμει σου· 10 ο γαρ λαός ούτος των υιών Ισραήλ ου πέποιθαν επί τοις δόρασιν αυτών. ως είδον αυτών το πλήθος. ή εστιν απέναντι Εσδρηλών. έμενον φυλάσσοντες όλην την νύκτα εκείνην. 7 και επεσκέψατο τας αναβάσεις της πόλεως αυτών και τας πηγάς των υδάτων αυτών εφώδευσε και προκατελάβετο αυτάς και επέστησεν αυταίς παρεμβολάς ανδρών πολεμιστών. 13 διότι εκείθεν υδρεύονται πάντες οι κατοικούντες Βαιτυλούα. 8 και προσελθόντες αυτω οι άρχοντες των υιών Ησαύ και πάντες οι ηγούμενοι του λαού Μωάβ και οι στρατηγοί της παραλίας είπαν· 9 ακουσάτω δη λόγον ο δεσπότης ημών. οί ήσαν εν Βαιτυλούα. 15 και ανταποδώσεις αυτοίς ανταπόδομα πονηρόν. και αυτός ανέζευξεν εις τον λαόν αυτού. καταστρωθήσονται εν ταις πλατείαις της οικήσεως αυτών. 14 και τακήσονται εν τω λιμω αυτοί και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών. και ουκ απήντησαν τω προσώπω σου εν ειρήνη. και εκδώσουσι την πόλιν εαυτών· και ημείς και ο λαός ημών αναβησόμεθα επί τας πλησίον κορυφάς των ορέων και παρεμβαλούμεν επ ‘ αυταίς εις προφυλακήν του μη εξελθείν εκ της πόλεως άνδρα ένα. και πριν ελθείν την ρομφαίαν επ ‘ αυτούς. και επικρατησάτωσαν οι παίδές σου της πηγής του ύδατος. και ου πεσείται εκ του λαού σου ανήρ εις. ή εκπορεύεται εκ της ρίζης του όρους. ανθ ‘ ων εστασίασαν. μη πολέμει προς αυτούς. 12 ανάμεινον επί της παρεμβολής σου διαφυλάσσων πάντα άνδρα εκ της δυνάμεώς σου. 11 και νυν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χωρίς της αποσκευής και των ανδρών. οί ήσαν πεζοί εν αυτοίς. καθώς γίνεται πόλεμος παρατάξεως. 6 τη δε ημέρα τη δευτέρα εξήγαγεν ‘Ολοφέρνης πάσαν την ίππον αυτού κατά πρόσωπον των υιών Ισραήλ. 5 και αναλαβόντες έκαστος τα σκεύη τα πολεμικά αυτών και ανακαύσαντες πυράς επί τους πύργους αυτών. 17 και απήρε παρεμβολή υιών Αμμών και μετ ‘ αυτών χιλιάδες πέντε υιών Ασσούρ και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 873 . 4 οι δε υιοί Ισραήλ. 3 και παρενέβαλον εν τω αυλώνι πλησίον Βαιτυλούα επί της πηγής και παρέτειναν εις εύρος επί Δωθαϊμ και έως Βελβαίμ και εις μήκος από Βαιτυλούα έως Κυαμώνος. και συνέταξαν ποιείν καθώς ελάλησαν. 16 και ήρεσαν οι λόγοι αυτών ενώπιον ‘Ολοφέρνου και ενώπιον πάντων των θεραπόντων αυτού. εν οίς αυτοί ενοικούσιν εν αυτοίς· ου γαρ εστιν ευχερές προσβήναι ταις κορυφαίς των ορέων αυτών. πλήθος πολύ σφόδρα.

και ανεβόησαν φωνή μεγάλη και είπαν εναντίον πάντων των πρεσβυτέρων· 24 κρίναι ο Θεός ανά μέσον ημών και υμών. 26 και νυν επικαλέσασθε αυτούς και έκδοσθε την πόλιν πάσαν εις προνομήν τω λαω ‘Ολοφέρνου και πάση τη δυνάμει αυτού· 27 κρείσσον γαρ ημίν γενηθήναι αυτοίς εις διαρπαγήν. και ουκ είχον πιείν εις πλησμονήν ύδωρ ημέραν μίαν. εσόμεθα γαρ εις δούλους. και απέστειλαν εξ αυτών προς νότον και απηλιώτην απέναντι Εγρεβήλ. 30 και είπε προς αυτούς ‘Οζίας· θαρσείτε. 25 και νυν ουκ έστι βοηθός ημών. 20 και έμεινε κύκλω αυτών πάσα παρεμβολή Ασσούρ. 23 και επισυνήχθησαν πας ο λαός επί ‘Οζίαν και τους άρχοντας της πόλεως. ή εστι πλησίον Χους. ότι εκύκλωσαν πάντες οι εχθροί αυτών και ουκ ην διαφυγείν εκ μέσου αυτών. και εξέλιπε πάντας τους κατοικούντας Βαιτυλούα πάντα τα αγγεία αυτών των υδάτων. 22 και ηθύμησαν τα νήπια αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρενέβαλον εν τω αυλώνι και προκατελάβοντο τα ύδατα και τας πηγάς των υδάτων των υιών Ισραήλ. διακαρτερήσωμεν έτι πέντε ημέρας. και ζήσεται η ψυχή ημών. ότι εν μέτρω εδίδοσαν αυτοίς πιείν. οι πεζοί και τα άρματα και οι ιππείς αυτών. 19 Και οι υιοί Ισραήλ ανεβόησαν προς Κύριον Θεόν αυτών. αδελφοί. 28 μαρτυρόμεθα υμίν τον ουρανόν και την γην και τον Θεόν ημών και Κύριον των πατέρων ημών. 21 και οι λάκκοι εξεκενούντο. αλλά πέπρακεν ημάς ο Θεός εις τας χείρας αυτών του καταστρωθήναι εναντίον αυτών εν δίψη και απωλεία μεγάλη. ημέρας τριακοντατέσσαρας. ότι ωλιγοψύχησε το πνεύμα αυτών. και ουκ ην κραταίωσις έτι εν αυτοίς. και ουκ οψόμεθα τον θάνατον των νηπίων ημών εν οφθαλμοίς ημών και τας γυναίκας και τα τέκνα ημών εκλειπούσας τας ψυχάς αυτών. ίνα μη ποιήση κατά τα ρήματα ταύτα εν τη ημέρα τη σήμερον. οι νεανίσκοι και αι γυναίκες και τα παιδία. 29 και εγένετο κλαυθμός μέγας εν μέσω της εκκλησίας πάντων ομοθυμαδόν και εβόησαν προς Κύριον τον Θεόν φωνή μεγάλη. και η λοιπή στρατιά των Ασσυρίων παρενέβαλον εν τω πεδίω και εκάλυψαν παν το πρόσωπον της γης· και αι σκηναί και αι απαρτίαι αυτών κατεστρατοπέδευσαν εν όχλω πολλω και ήσαν εις πλήθος πολύ σφόδρα. ότι εποιήσατε εν ημίν αδικίαν μεγάλην ου λαλήσαντες ειρηνικά μετά των υιών Ασσούρ. ή εστιν επί του χειμάρρου Μοχμούρ. ος εκδικεί ημάς κατά τας αμαρτίας ημών και κατά τα αμαρτήματα των πατέρων ημών. 18 και ανέβησαν υιοί Ησαύ και οι υιοί Αμμών και παρενέβαλον εν τη ορεινή απέναντι Δωθαϊμ. εν αις επιστρέψει Κύριος ο Θεός ημών το έλεος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 874 . και αι γυναίκες αυτών και οι νεανίσκοι εξέλιπον από της δίψης και έπιπτον εν ταις πλατείαις της πόλεως και εν ταις διόδοις των πυλών.

2 και ο ανήρ αυτής Μανασσής της φυλής αυτής και της πατριάς αυτής. 6 και ενήστευε πάσας τας ημέρας χηρεύσεως αυτής. 5 και εποίησεν εαυτη σκηνήν επί του δώματος του οίκου αυτής και επέθηκεν επί την οσφύν αυτής σάκκον. 4 και ην Ιουδίθ εν τω οίκω αυτής χηρεύουσα έτη τρία και μήνας τέσσαρας. υιού Σαλαμιήλ. ους ελάλησε προς αυτούς ‘Οζίας. και έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν τω αγρω τω ανά μέσον Δωθαϊμ και Βαλαμών. ως ώμοσεν αυτοίς παραδώσειν την πόλιν μετά ημέρας πέντε τοις Ασσυρίοις. και έμενεν επ ‘ αυτών. υιού Σαρασαδαϊ. και ο καύσων ήλθεν επί την κεφαλήν αυτού. υιού ‘Ηλιού. και ην επ ‘ αυτής τα ιμάτια της χηρεύσεως αυτής. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ ήκουσεν εν εκείναις ταις ημέραις Ιουδίθ. υιού Ιωσήφ. και ήκουσε πάντας τους λόγους Ιουδίθ. χωρίς προσαββάτων και σαββάτων και προνουμηνιών και νουμηνιών και εορτών και χαρμοσυνών οίκου Ισραήλ. ου γαρ εγκαταλείψει ημάς εις τέλος· 31 εάν δε διέλθωσιν αύται και μη έλθη εφ ‘ ημάς βοήθεια. υιού Ελιάβ. 8 και ουκ ην ος επήνεγκεν αυτη ρήμα πονηρόν. ότι ωλιγοψύχησαν επί τη σπάνει των υδάτων. θυγάτηρ Μεραρί. υιού Ναθαναήλ. υιού Ελκία. 7 και ην καλή τω είδει και ωραία τη όψει σφόδρα· και υπελίπετο αυτη Μανασσής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού εφ ‘ ημάς. υιού Ώξ. και εσκόρπισε τον λαόν εις την εαυτού παρεμβολήν. και έπεσεν επί την κλίνην και ετελεύτησεν εν Βαιτυλούα τη πόλει αυτού. ποιήσω κατά τα ρήματα υμών. και επί τα τείχη και τους πύργους της πόλεως αυτών απήλθον. ότι εφοβείτο τον Θεόν σφόδρα 9 και ήκουσε τα ρήματα του λαού τα πονηρά επί τον άρχοντα. υιού ‘Οζιήλ. υιού Ισραήλ. και απέθανεν εν ημέραις θερισμού κριθών· 3 επέστη γαρ επί του δεσμεύοντος το δράγμα τω πεδίω. και τας γυναίκας και τα τέκνα εις τους οίκους αυτών εξαπέστειλε· και ήσαν εν ταπεινώσει πολλή εν τη πόλει. χρυσίον και αργύριον και παίδας και παιδίσκας και κτήνη και αγρούς. 10 και αποστείλασα την άβραν αυτής την εφεστώσαν πάσι τοις υπάρχουσιν αυτής εκάλεσεν ‘Οζίαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 875 . υιού Χελκίου. ο ανήρ αυτής.

13 και νυν Κύριον παντοκράτορα εξετάζετε και ουθέν επιγνώσεσθε έως του αιώνος. ότι ουκ ευθύς ο λόγος υμών. 14 ότι βάθος καρδίας ανθρώπου ουχ ευρήσετε και λόγους της διανοίας αυτού ου διαλήψεσθε· και Πως τον Θεόν. 21 ότι εν τω ληφθήναι ημάς ούτως καθήσεται πάσα η Ιουδαία. 23 ότι ου κατευθυνθήσεται η δουλεία ημών εις χάριν. αλλ ‘ εις ατιμίαν θήσει αυτήν Κύριος ο Θεός ημών. και ζητήσει την βεβήλωσιν αυτών εκ του αίματος ημών 22 και τον φόνον των αδελφών ημών και την αιχμαλωσίαν της γης και την ερήμωσιν της κληρονομίας ημών επιστρέψει εις κεφαλήν ημών εν τοις έθνεσιν. οί επειράσατε τον Θεόν εν τη ημέρα τη σήμερον και ίστατε υπέρ του Θεού εν μέσω υιών ανθρώπων. ουδ ‘ από του γένους ημών. οί προσκυνούσι θεοίς χειροποιήτοις. και προνομευθήσεται τα άγια ημών. και εσόμεθα εις πρόσκομμα και εις όνειδος εναντίον των κτωμένων ημάς. 17 διόπερ αναμένοντες την παρ ‘ αυτού σωτηρίαν επικαλεσώμεθα αυτόν εις βοήθειαν ημών. αδελφοί. ον ελαλήσατε ανά μέσον του Θεού και υμών και είπατε εκδώσειν την πόλιν τοις εχθροίς ημών. ότι ουχ ως άνθρωπος ο Θεός απειληθήναι. 25 παρά ταύτα πάντα ευχαριστήσωμεν Κυρίω τω Θεω ημών. 16 υμείς δε μη ενεχυράζετε τας βουλάς Κυρίου του Θεού ημών. 20 ημείς δε έτερον θεόν ουκ επέγνωμεν πλήν αυτού· όθεν ελπίζομεν ότι ουχ υπερόψεται ημάς. αδελφοί. ου εάν δουλεύσωμεν εκεί. ότι εξ ημών κρέμαται η ψυχή αυτών. επιδειξώμεθα τοις αδελφοίς ημών. 12 και νυν τίνες εστέ υμείς. μη παροργίζετε Κύριον τον Θεόν ημών· 15 ότι εάν μη βούληται εν ταις πέντε ημέραις βοηθήσαι ημίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Χαβρίν και Χαρμίν τους πρεσβυτέρους της πόλεως αυτής. 11 και ήλθον προς αυτήν. καθάπερ εγένετο εν ταις πρότερον ημέραις· 19 ων χάριν εδόθησαν εις ρομφαίαν και εις διαρπαγήν οι πατέρες ημών και έπεσον πτώμα μέγα ενώπιον των εχθρών ημών. 24 και νυν. και είπε προς αυτούς· ακούσατε δη μου. ουδέ ως υιος ανθρώπου διαιτηθήναι. ον ελαλήσατε εναντίον του λαού εν τη ημέρα ταύτη και εστήσατε τον όρκον. εάν μη εν αυταίς επιστρέψη ο Κύριος βοηθήσαι ημίν. ος εποίησε τα πάντα ταύτα. και εισακούσεται της φωνής ημών. αυτός έχει την εξουσίαν εν αις θέλει σκεπάσαι ημέραις ή και ολοθρεύσαι ημάς προ προσώπου των εχθρών ημών. ερευνήσετε και τον νουν αυτού επιγνώσεσθε και τον λογισμόν αυτού κατανοήσετε. μηδαμώς. και τα άγια και ο οίκος και το θυσιαστήριον επιστήρικται εφ ‘ ημίν. 18 ότι ουκ ανέστη εν ταις γενεαίς ημών ουδέ εστιν εν τη ημέρα τη σήμερον ούτε φυλή ούτε πατριά ούτε δήμος ούτε πόλις εξ ημών. εάν ή αυτω αρεστόν. ος πειράζει ημάς καθά και τους πατέρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 876 . άρχοντες των κατοικούντων εν Βαιτυλούα.

ω έδωκας εν χειρί ρομφαίαν εις εκδίκησιν αλλογενών. καθότι αγαθόν εστι το πλάσμα της καρδίας σου. και Κύριος ο Θεός έμπροσθέν σου εις εκδίκησιν των εχθρών ημών. ότι γυνή ευσεβής ει. και ην άρτι προσφερόμενον εν Ιερουσαλήμ εις τον οίκον του Θεού το θυμίαμα της εσπέρας εκείνης. και ποιήσω πράγμα. 31 και νυν δεήθητι περί ημών. 28 και είπε προς αυτήν ‘Οζίας· πάντα. αλλ ‘ εις νουθέτησιν μαστιγοί Κύριος τους εγγίζοντας αυτω. ου γαρ ερώ υμίν. και ημάς ουκ εξεδίκησεν. 36 και αποστρέψαντες εκ της σκηνής επορεύθησαν επί τας διατάξεις αυτών. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΙΟΥΔΙΘ δε έπεσεν επί πρόσωπον και επέθετο σποδόν επί την κεφαλήν αυτής και εγύμνωσεν ον ενεδιδύσκετο σάκκον. και εβόησε φωνή μεγάλη Ιουδίθ προς Κύριον και είπε· 2 Κύριε ο Θεός του πατρός μου Συμεών. 27 ότι ου καθώς εκείνους επύρωσεν εις ετασμόν της καρδίας αυτών. ον ου παραβησόμεθα. 26 μνήσθητε όσα εποίησε μετά Αβραάμ και όσα επείρασε τον Ισαάκ και όσα εγένετο τω Ιακώβ εν Μεσοποταμία της Συρίας ποιμαίνοντι τα πρόβατα Λάβαν του αδελφού της μητρός αυτού. οί έλυσαν μήτραν παρθένου εις μίασμα και εγύμνωσαν μηρόν εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 877 . και ουκ εκλείψωμεν έτι. 32 και είπε προς αυτούς Ιουδίθ· ακούσατέ μου. έως του τελεσθήναι α εγώ ποιώ. και αποστελεί Κύριος τον υετόν εις πλήρωσιν των λάκκων ημών. επισκέψεται Κύριος τον Ισραήλ εν χειρί μου· 34 υμείς δε ουκ εξερευνήσετε την πράξίν μου. και εν ταις ημέραις. και ουκ έστιν ος αντιστήσεται τοις λόγοις σου· 29 ότι ουκ εν τη σήμερον η σοφία σου πρόδηλός εστιν. ό αφίξεται εις γενεάς γενεών υιοίς του γένους ημών. 33 υμείς στήσεσθε επί της πύλης την νύκτα ταύτην. 30 αλλ ‘ ο λαός εδίψησε σφόδρα και ηνάγκασαν ποιήσαι ημάς καθά ελαλήσαμεν αυτοίς και επαγαγείν όρκον εφ ‘ ημάς. και εξελεύσομαι εγώ μετά της άβρας μου. μεθ ‘ ας είπατε παραδώσειν την πόλιν τοις εχθροίς ημών. όσα είπας. 35 και είπεν ‘Οζίας και οι άρχοντες προς αυτήν· πορεύου εις ειρήνην. αλλά απ ‘ αρχής ημερών σου έγνω πας ο λαός την σύνεσίν σου. αγαθή καρδία ελάλησας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών.

ελαττόνων ει βοηθός. 6 και παρέστησαν α εβουλεύσω και είπαν· ιδού πάρεσμεν· πάσαι γαρ αι οδοί σου έτοιμοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αισχύνην και εβεβήλωσαν μήτραν εις όνειδος· είπας γαρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 878 . απηλπισμένων σωτήρ. εις αίμα. και πάσης φυλής επίγνωσιν του ειδήσαι ότι συ ει ο Θεός πάσης δυνάμεως και κράτους. μιάναι το σκήνωμα της καταπαύσεως του ονόματος της δόξης σου και καταβαλείν σιδήρω κέρας θυσιαστηρίου σου. ή ηδέσατο την απάτην αυτών. κτίστα των υδάτων. θραύσον αυτών το ανάστημα εν χειρί θηλείας· 11 ου γαρ εν πλήθει το κράτος σου. 12 ναί ναί ο Θεός του πατρός μου και Θεός κληρονομίας Ισραήλ. δος εν χειρί μου της χήρας ό διενοήθην κράτος. δέσποτα των ουρανών και της γης. ουχ ούτως έσται· και εποίησαν 3 ανθ ‘ ων έδωκας άρχοντας αυτών εις φόνον και την στρωμνήν αυτών. και επάταξας δούλους επί δυνάσταις και δυνάστας επί θρόνους αυτών. 4 και έδωκας γυναίκας αυτών εις προνομήν και θυγατέρας εις αιχμαλωσίαν και πάντα τα σκύλα εις διαίρεσιν υιών ηγαπημένων υπό σου. ήλπισαν εν ασπίδι και εν γαισω και τόξω και σφενδόνη και ουκ έγνωσαν ότι συ ει Κύριος συντρίβων πολέμους. 10 πάταξον δούλον εκ χειλέων απάτης μου επ ‘ άρχοντι και άρχοντα επί θεράποντι αυτού. και ουκ έστιν άλλος υπερασπίζων του γένους Ισραήλ. αλλά ταπεινών ει Θεός. και εισάκουσον εμού της χήρας· 5 συ γαρ εποίησας τα πρότερα εκείνων και εκείνα και τα μετέπειτα και τα νυν και τα επερχόμενα διενοήθης. ο Θεός ο Θεός ο εμός. ουδέ η δυναστεία σου εν ισχύουσιν. 8 Κύριος όνομά σοι· συ ράξον αυτών την ισχύν εν δυνάμει σου και κάταξον το κράτος αυτών εν τω θυμω σου· εβουλεύσαντο γαρ βεβηλώσαι τα άγιά σου. αντιλήπτωρ ασθενούντων. υψώθησαν εφ ‘ ίππω και αναβάτη εγαυρίασαν εν βραχίονι πεζών. ει μη συ. οί κατά της διαθήκης σου και οίκου ηγιασμένου σου και κορυφής Σιών και οίκου κατασχέσεως υιών σου εβουλεύσαντο σκληρά. απόστειλον την οργήν σου εις κεφαλάς αυτών. και η κρίσις σου εν προγνώσει· 7 ιδού γαρ Ασσύριοι επληθύνθησαν εν δυνάμει αυτών. απεγνωσμένων σκεπαστής. και εγενήθησαν α ενενοήθης. οί και εζήλωσαν τον ζήλόν σου και εβδελύξαντο μίασμα αίματος αυτών και επεκαλέσαντό σε εις βοηθόν. συ εισάκουσον της δεήσεώς μου 13 και δος λόγον μου και απάτην εις τραύμα και μώλωπα αυτών. 14 και ποίησον επί παν το έθνος σου. 9 βλέψον εις υπερηφανίαν αυτών. βασιλεύ πάσης κτίσεώς σου.

και εξεδύσατο τα ιμάτια της χηρεύσεως αυτής και περιεκλύσατο το σώμα ύδατι και εχρίσατο μύρω παχεί και διέταξε τας τρίχας της κεφαλής αυτής και επέθετο μίτραν επ ‘ αυτής και ενεδύσατο τα ιμάτια της ευφροσύνης αυτής. 11 και επορεύοντο εν τω αυλώνι εις ευθείαν. ότι μέλλουσι δίδοσθαι υμίν εις κατάβρωμα· 13 καγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 879 . εν ω διέτριβεν εν αυτω εν ταις ημέραις των σαββάτων και εν ταις εορταίς αυτής· 3 και περιείλατο τον σάκκον. 5 και έδωκε τη άβρα αυτής ασκοπυτίνην οίνου και καψάκην ελαίου και πήραν επλήρωσεν αλφίτων και παλάθης και άρτων καθαρών και περιεδίπλωσε πάντα τα αγγεία αυτής και επέθηκεν επ ‘ αυτη. και εξήλθεν Ιουδίθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ εγένετο ως επαύσατο βοώσα προς τον Θεόν Ισραήλ και συνετέλεσε πάντα τα ρήματα ταύτα. και συνήντησεν αυτη προφυλακή των Ασσυρίων. εν οίς εστολίζετο εν ταις ημέραις της ζωής του ανδρός αυτής Μανασσή. 12 και συνέλαβον αυτήν και επηρώτησαν· τίνων ει και πόθεν έρχη και που πορεύη. όσοι αν ίδωσιν αυτήν. και προσεκύνησε τω Θεω 9 και είπε προς αυτούς· επιτάξατε ανοίξαί μοι την πύλην της πόλεως. ον ενεδεδύκει. 10 και εποίησαν ούτως. και εθαύμασαν επί τω κάλλει αυτής επί πολύ σφόδρα και είπαν αυτη· 8 ο Θεός ο Θεός των πατέρων ημών δώη σε εις χάριν και τελειώσαι τα επιτηδεύματά σου εις γαυρίαμα υιών Ισραήλ και ύψωμα Ιερουσαλήμ. αυτή και η παιδίσκη αυτής μετ ‘ αυτής· απεσκόπευον δε αυτήν οι άνδρες της πόλεως έως ου κατέβη το όρος. και είπε· θυγάτηρ ειμί των Εβραίων και αποδιδράσκω από προσώπου αυτών. και εξελεύσομαι εις τελείωσιν των λόγων. 2 και ανέστη από της πτώσεως και εκάλεσε την άβραν αυτής και κατέβη εις τον οίκον. 6 και εξήλθοσαν επί την πύλην της πόλεως Βαιτυλούα και εύροσαν εφεστώτας επ ‘ αυτής ‘Οζίαν και τους πρεσβυτέρους της πόλεως Χαβρίν και Χαρμίν. ων ελαλήσατε μετ ‘ εμού· και συνέταξαν τοις νεανίσκοις ανοίξαι αυτη καθότι ελάλησε. έως διήλθε τον αυλώνα και ουκέτι εθεώρουν αυτήν. 7 ως δε είδον αυτήν και ην ηλλοιωμένον το πρόσωπον αυτής και την στολήν μεταβεβληκυίαν αυτής. 4 και έλαβε σανδάλια εις τους πόδας αυτής και περιέθετο τους χλιδώνας και τα ψέλλια και τους δακτυλίους και τα ενώτια και πάντα τον κόσμον αυτής και εκαλλωπίσατο σφόδρα εις απάτησιν οφθαλμών ανδρών.

ος έχει εν εαυτω γυναίκας τοιαύτας. έως προσήγγειλαν αυτω περί αυτής. 18 και εγένετο συνδρομή πάση τη παρεμβολή. 19 και εθαύμαζον επί τω κάλλει αυτής και εθαύμαζον τους υιούς Ισραήλ απ ‘ αυτής. και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· τις καταφρονήσει του λαού τούτου. διεβοήθη γαρ εις τα σκηνώματα η παρουσία αυτής· και ελθόντες εκύκλουν αυτήν ως ειστήκει έξω της σκηνής ‘Ολοφέρνου. 21 και ην ‘Ολοφέρνης αναπαυόμενος επί της κλίνης αυτού εν τω κωνωπείω. και λαμπάδες αργυραί προάγουσαι αυτού. έως παραδώσουσί σε εις τας χείρας αυτού· 16 εάν δε στης εναντίον αυτού. οί αφεθέντες δυνήσονται κατασοφίσασθαι πάσαν την γην. και εξήλθεν εις το προσκήνιον. 22 και ανήγγειλαν αυτω περί αυτής. 14 ως δε ήκουσαν οι άνδρες τα ρήματα αυτής και κατενόησαν το πρόσωπον αυτής -και ην εναντίον αυτών θαυμάσιον τω κάλλει σφόδρα. αλλά ανάγγειλον κατά τα ρήματά σου. 23 ως δε ήλθε κατά πρόσωπον αυτού Ιουδίθ και των θεραπόντων αυτού. 20 και εξήλθον οι παρακαθεύδοντες ‘Ολοφέρνη και πάντες οι θεράποντες αυτού και εισήγαγον αυτήν εις την σκηνήν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 880 . 17 και επέλεξαν εξ αυτών άνδρας εκατόν και παρέζευξαν αυτη και τη άβρα αυτής. και ήγαγον αυτάς επί την σκηνήν ‘Ολοφέρνου.και είπαν προς αυτήν· 15 σέσωκας την ψυχήν σου σπεύσασα καταβήναι εις πρόσωπον του κυρίου ημών· και νυν πρόσελθε επί την σκηνήν αυτού. μη φοβηθής τη καρδία σου. και εύ σε ποιήσει. καθ ‘ ην πορεύσεται και κυριεύσει πάσης της ορεινής. και αφ ‘ ημών προπέμψουσί σε. ότι ου καλόν εστιν υπολείπεσθαι εξ αυτών άνδρα ένα. ό ην εκ πορφύρας και χρυσίου και σμαράγδου και λίθων πολυτελών καθυφασμένων. και ου διαφωνήσει των ανδρών αυτού σάρξ μία ουδέ πνεύμα ζωής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έρχομαι εις το πρόσωπον ‘Ολοφέρνου αρχιστρατήγου δυνάμεως υμών του αναγγείλαι ρήματα αληθείας και δείξω προ προσώπου αυτού οδόν. εθαύμασαν πάντες επί τω κάλλει του προσώπου αυτής· και πεσούσα επί πρόσωπον προσεκύνησεν αυτω. και ήγειραν αυτήν οι δούλοι αυτού.

όστις ηρέτικε δουλεύειν βασιλεί Ναβουχοδονόσορ πάσης της γης. 10 διό. ήκεις γαρ εις σωτηρίαν· θάρσει. οπηνίκα αν ποιήσωσιν ατοπίαν· 12 επεί γαρ εξέλιπεν αυτούς τα βρώματα και εσπανίσθη παν ύδωρ. εάν μη αμάρτωσιν εις τον Θεόν αυτών. δέσποτα κύριε. εν ω παροργιούσι τον Θεόν αυτών. ίνα μη γένηται ο κύριός μου έκβολος και άπρακτος και επιπεσείται θάνατος επί πρόσωπον αυτών. και ανήγγειλεν αυτοίς πάντα. αλλ ‘ αυτοί εαυτοίς εποίησαν ταύτα. όσα διεστείλατο αυτοίς ο Θεός εν τοις νόμοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 881 . τελείως πράγμα ποιήσει μετά σου ο Θεός. 5 και είπε προς αυτόν Ιουδίθ· δέξαι τα ρήματα της δούλης σου. ηκούσαμεν τα ρήματα αυτού. ότι εγώ ουκ εκάκωσα άνθρωπον. ότι ου μόνον άνθρωποι δια σε δουλεύουσιν αυτω. και κατελάβετο αυτούς αμάρτημα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· θάρσησον. ος απέστειλέ σε εις κατόρθωσιν πάσης ψυχής. αλλά και τα θηρία του αγρού και τα κτήνη και τα πετεινά του ουρανού δια της ισχύος σου ζήσονται επί Ναβουχοδονόσορ και πάντα τον οίκον αυτού· 8 ηκούσαμεν γαρ την σοφίαν σου και τα πανουργεύματα της ψυχής σου. γύναι. και λαλησάτω η παιδίσκη σου κατά πρόσωπόν σου. και ουκ αποπεσείται ο κύριός μου των επιτηδευμάτων αυτού· 7 ζη γαρ βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ πάσης της γης και ζη το κράτος αυτού. ου κατισχύει ρομφαία επ ‘ αυτούς. 2 και νυν ο λαός σου ο κατοικών την ορεινήν. εβουλεύσαντο επιβαλείν τοις κτήνεσιν αυτών και πάντα. εν τη νυκτί ταύτη ζήση και εις το λοιπόν· 4 ου γαρ εστιν ος αδικήσει σε. όσα εξελάλησε παρά σοί. 9 και νυν ο λόγος. 11 και νυν. μη παρέλθης τον λόγον αυτού. μη φοβηθής τη καρδία σου. αλλά κατάθου αυτόν εν τη καρδία σου. ουκ αν ήρα το δόρυ μου επ ‘ αυτούς. και ανηγγέλη πάση τη γη ότι συ μόνος αγαθός εν πάση βασιλεία και δυνατός εν επιστήμη και θαυμαστός εν στρατεύμασι πολέμου. 3 και νυν λέγε μοι τίνος ένεκεν απέδρας απ ‘ αυτών και ήλθες προς ημάς. αλλ ‘ εύ σε ποιήσει καθά γίνεται τοις δούλοις του κυρίου μου βασιλέως Ναβουχοδονόσορ. και ουκ αναγγελώ ψεύδος τω κυρίω μου εν τη νυκτί ταύτη. ει μη εφαύλισάν με. ότι περιεποιήσαντο αυτόν οι άνδρες Βαιτυλούα. ότι αληθής εστιν· ου γαρ εκδικάται το γένος ημών. ον ελάλησεν Αχιώρ εν τη συνεδρία σου. 6 και εάν κατακολουθήσης τοις λόγοις της παιδίσκης σου.

και συ εν οίκω βασιλέως Ναβουχοδονόσορ καθήση και έση ονομαστή παρά πάσαν την γην. όσοι εάν ακούσωσιν αυτά. κεκρίκασιν εξαναλώσαι. 14 και απεστάλκασιν εις Ιερουσαλήμ. εν δε τοις φαυλίσασι τον κύριόν μου απώλειαν. τους μετακομίσαντας αυτοίς την άφεσιν παρά της γερουσίας. και ουκ έστιν ος αντιστήσεταί σοι εξ αυτών. και επέστειλέ με ο Θεός ποιήσαι μετά σου πράγματα. και ου γρύξει κύων τη γλώσση αυτού απέναντί σου. δοθήσονταί σοι εις όλεθρον εν τη ημέρα εκείνη. κύριέ μου. και ερεί μοι πότε εποίησαν τα αμαρτήματα αυτών. 23 και νυν αστεία ει συ εν τω είδει σου και αγαθή εν τοις λόγοις σου· ότι εάν ποιήσης καθά ελάλησας. 20 και ήρεσαν οι λόγοι αυτής εναντίον ‘Ολοφέρνου και εναντίον πάντων των θεραπόντων αυτού. διέγνωσαν δαπανήσαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 882 . 17 ότι η δούλη σου θεοσεβής εστι και θεραπεύουσα νυκτός και ημέρας τον Θεόν του ουρανού· και νυν μενώ παρά σοί. οίς ουκ έστι ποιμήν. 22 και είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· εύ εποίησεν ο Θεός αποστείλας σε έμπροσθεν του λαού του γενηθήναι εν χερσίν ημών κράτος. 13 και τας απαρχάς του σίτου και τας δεκάτας του οίνου και του ελαίου. 19 και άξω σε δια μέσου της Ιουδαίας έως του ελθείν απέναντι Ιερουσαλήμ και θήσω τον δίφρον σου εν μέσω αυτής. ότι και οι εκεί κατοικούντες εποίησαν ταύτα. και απεστάλην αναγγείλαί σοι. ότι ταύτα ελαλήθη μοι κατά πρόγνωσίν μου και απηγγέλη μοι. και εξελεύσεται η δούλη σου κατά την νύκτα εις την φάραγγα και προσεύξομαι προς τον Θεόν. ων ουδέ ταις χερσίν καθήκεν άψασθαι ουδένα των εκ του λαού. 16 όθεν εγώ η δούλη σου επιγνούσα ταύτα πάντα απέδρων από προσώπου αυτών. 18 και ελθούσα προσανοίσω σοι. και άξεις αυτούς ως πρόβατα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού μη φαγείν. και εξελεύση συν πάση τη δυνάμει σου. και εθαύμασαν επί τη σοφία αυτής και είπαν· 21 ουκ έστι τοιαύτη γυνή απ ‘ άκρου έως άκρου της γης καλω προσώπω και συνέσει λόγων. α διεφύλαξαν αγιάσαντες τοις ιερεύσι τοις παρεστηκόσιν εν Ιερουσαλήμ απέναντι του προσώπου του Θεού ημών. ο Θεός σου έσται μου Θεός. 15 και έσται ως αν αναγγείλη αυτοίς και ποιήσωσι. εφ ‘ οίς εκστήσεται πάσα η γη.

3 και είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· εάν δε εκλίπη τα όντα μετά σου. 13 και εξήλθε Βαγώας από προσώπου ‘Ολοφέρνου και εισήλθε προς αυτήν και είπε· μη οκνησάτω δη η παιδίσκη η καλή αύτη ελθούσα προς τον κύριόν μου δοξασθήναι κατά πρόσωπον αυτού και πιείν μεθ ‘ ημών εις ευφροσύνην οίνον και γενηθήναι εν τη ημέρα ταύτη ως θυγάτηρ μία των υιών Ασσούρ. και ύπνωσε μέχρι μεσούσης της νυκτός· και ανέστη προς την εωθινήν φυλακήν. 9 και εισπορευομένη καθαρά παρέμενε τη σκηνή. και παρέμεινεν εν τη παρεμβολή ημέρας τρεις. 6 και απέστειλε προς ‘Ολοφέρνην λέγουσα· επιταξάτω δη ο κύριός μου εάσαι την δούλην σου επί προσευχήν εξελθείν. 14 και είπε προς αυτόν Ιουδίθ· και τις ειμι εγώ αντερούσα τω κυρίω μου. ότι ου δαπανήσει η δούλη σου τα όντα μετ ‘ εμού. αλλ ‘ εκ των ηκολουθηκότων μοι χορηγηθήσεται. έως αν ποιήση Κύριος εν χειρί μου α εβουλεύσατο. εδέετο του Κυρίου Θεού Ισραήλ κατευθύναι την οδόν αυτής εις ανάστημα των υιών του λαού αυτού. μέχρις ου προσηνέγκατο την τροφήν αυτής προς εσπέραν. καταγελάσεται ημών. αι παρεστήκασιν εν οίκω Ναβουχοδονόσορ. 11 και είπε Βαγώα τω ευνούχω. πόθεν εξοίσομέν σοι δούναι όμοια αυτοίς. 2 και είπεν Ιουδίθ· ου φάγομαι εξ αυτών. ει γυναίκα τοιαύτην παρήσομεν ουχ ομιλήσαντες αυτη. κύριέ μου. ίνα μη γένηται σκάνδαλον. 4 και είπεν Ιουδίθ προς αυτόν· ζη η ψυχή σου. 7 και προσέταξεν ‘Ολοφέρνης τοις σωματοφύλαξι μη διακωλύειν αυτήν. 10 και εγένετο εν τη ημέρα τη τετάρτη. ότι εάν ταύτην μη επισπασώμεθα. εποίησεν ‘Ολοφέρνης πότον τοις δούλοις αυτού μόνοις και ουκ εκάλεσεν εις την χρήσιν ουδένα των προς ταις χρείαις. ου γαρ εστι μεθ ‘ ημών εκ του έθνους σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ εκέλευσεν εισαγαγείν αυτήν ου ετίθετο τα αργυρώματα αυτού και συνέταξε καταστρώσαι αυτη από των οψοποιημάτων αυτού και του οίνου αυτού πίνειν. και εξεπορεύετο κατά νύκτα εις την φάραγγα Βαιτυλούα και εβαπτίζετο εν τη παρεμβολή επί της πηγής του ύδατος· 8 και ως ανέβη. του ελθείν προς ημάς και φαγείν και πιείν μεθ ‘ ημών· 12 ιδού γαρ αισχρόν τω προσώπω ημών. 5 και ηγάγοσαν αυτήν οι θεράποντες ‘Ολοφέρνου εις την σκηνήν. ος ην εφεστηκώς επί πάντων των αυτού· πείσον δη πορευθείς την γυναίκα την Εβραίαν ή εστι παρά σοί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 883 .

α έλαβε παρά Βαγώου εις την καθημερινήν δίαιταν αυτής. 17 και είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· πίε δη και γενήθητι μεθ ‘ ημών εις ευφροσύνην. 20 και ηυφράνθη ‘Ολοφέρνης απ ‘ αυτής και έπιεν οίνον πολύν σφόδρα. και εσαλεύθη η ψυχή αυτού. και έσται τούτο αγαλλίαμα έως ημέρας θανάτου μου. και Βαγώας συνέκλεισε την σκηνήν έξωθεν και απέκλεισε τους παρεστώτας εκ προσώπου του κυρίου αυτού. επίβλεψον εν τη ωρα ταύτη επί τα έργα των χειρών μου εις ύψωμα Ιερουσαλήμ· 5 ότι νυν καιρός αντιλαβέσθαι της κληρονομίας σου και ποιήσαι το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 884 . και ‘Ολοφέρνης προπεπτωκώς επί την κλίνην αυτού· ην γαρ περικεχυμένος αυτω ο οίνος. και ην κατεπίθυμος σφόδρα του συγγενέσθαι μετ ‘ αυτής· και ετήρει καιρόν του απατήσαι αυτήν αφ ‘ ης ημέρας είδεν αυτήν. 15 και διαναστάσα εκοσμήθη τω ιματισμω και παντί τω κόσμω τω γυναικείω. και εξέστη η καρδία ‘Ολοφέρνου επ ‘ αυτήν. 16 και εισελθούσα ανέπεσεν Ιουδίθ. δια το επί πλείον γεγονέναι τον πότον. εσπούδασαν οι δούλοι αυτού αναλύειν. 18 και είπεν Ιουδίθ· πίομαι δη. εξελεύσεσθαι γαρ έφη επί την προσευχήν αυτής· και τω Βαγώα ελάλησε κατά τα ρήματα ταύτα. 3 και είπεν Ιουδίθ τη δούλη αυτής στήναι έξω του κοιτώνος αυτής και επιτηρείν την έξοδον αυτής· καθάπερ καθ ‘ ημέραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι παν. 4 και απήλθοσαν πάντες εκ προσώπου. εις το εσθίειν κατακλινομένην επ ‘ αυτών. κύριε. και απώχοντο εις τας κοίτας αυτών· ήσαν γαρ πάντες κεκοπωμένοι. ότι εμεγαλύνθη το ζήν μου εν εμοί σήμερον παρά πάσας τας ημέρας της γενέσεώς μου. 19 και λαβούσα έφαγε και έπιε κατέναντι αυτού α ητοίμασεν η δούλη αυτής. και ουδείς κατελείφθη εν τω κοιτώνι από μικρού έως μεγάλου και στάσα Ιουδίθ παρά την κλίνην αυτού είπεν εν τη καρδία αυτής· Κύριε ο Θεός πάσης δυνάμεως. όσον ουκ έπιε πώποτε εν ημέρα μια αφ ‘ ου εγεννήθη. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΩΣ δε οψία εγένετο. ό έσται εν τοις οφθαλμοίς αυτού αρεστόν. σπεύσασα ποιήσω. και προσήλθεν η δούλη αυτής και έστρωσεν αυτη κατέναντι ‘Ολοφέρνου χαμαί τα κώδια. 2 υπελείφθη δε Ιουδίθ μόνη εν τη σκηνή.

τω Θεω τω Υψίστω παρά πάσας τας γυναίκας τας επί της γης. 10 και ενέβαλεν αυτήν εις την πήραν των βρωμάτων αυτής. ή επορεύθην. ανοίξατε δη την πύλην. και παρέδωκε τη άβρα αυτής την κεφαλήν ‘Ολοφέρνου. 6 και προσελθούσα τω κανόνι της κλίνης. ος διεφύλαξέ με εν τη οδω μου. και ευλογημένος Κύριος ο Θεός. 14 η δε είπε προς αυτούς φωνή μεγάλη· αινείτε τον Θεόν. εσπούδασαν του καταβήναι εις την πύλην της πόλεως αυτών και συνεκάλεσαν τους πρεσβυτέρους της πόλεως. και ήνοιξαν την πύλην και υπεδέξαντο αυτάς και άψαντες πυρ εις φαύσιν περιεκύκλωσαν αυτάς. μεθ ‘ ημών ο Θεός ο Θεός ημών ποιήσαι έτι ισχύν εν Ισραήλ κατά κράτος κατά των εχθρών. 15 και προελούσα την κεφαλήν εκ της πήρας έδειξε και είπεν αυτοίς· ιδού η κεφαλή ‘Ολοφέρνου αρχιστρατήγου δυνάμεως Ασσούρ. ο Θεός ημών. 13 και συνέδραμον πάντες από μικρού έως μεγάλου. και ιδού το κωνωπείον. 17 και εξέστη πας ο λαός σφόδρα και κύψαντες προσεκύνησαν τω Θεω και είπαν ομοθυμαδόν· ευλογητός ει. ος έκτισε τους ουρανούς και την γην. αλλ ‘ έθραυσε τους εχθρούς ημών δια χειρός μου εν τη νυκτί ταύτη. ος κατεύθυνέ σε εις τραύμα κεφαλής άρχοντος εχθρών ημών· 19 ότι ουκ αποστήσεται η ελπίς σου από καρδίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 885 . εν τη ημέρα ταύτη. ος ην προς κεφαλής ‘Ολοφέρνου. ότι παράδοξον ην αυτοίς το ελθείν αυτήν. και μετ ‘ ολίγον εξήλθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιτήδευμά μου εις θραύμα εχθρών. και εξήλθον αι δύο άμα κατά τον εθισμόν αυτών επί την προσευχήν· και διελθούσαι την παρεμβολήν εκύκλωσαν την φάλαγγα εκείνην και προσανέβησαν το όρος Βαιτυλούα και ήλθοσαν προς τας πύλας αυτής. ο εξουδενώσας εν τη ημέρα τη σήμερον τους εχθρούς του λαού σου. 9 και απεκύλισε το σώμα αυτού από της στρωμνής και αφείλε το κωνωπείον από των στύλων. καθά και σήμερον εποίησε. θύγατερ. αινείτε· αινείτε τον Θεόν. ος ουκ απέστησε το έλεος αυτού από του οίκου Ισραήλ. ο Θεός Ισραήλ. εν ω κατέκειτο εν ταις μέθαις αυτού· και επάταξεν αυτόν ο Κύριος εν χειρί θηλείας· 16 και ζη Κύριος. 12 και εγένετο ως ήκουσαν οι άνδρες της πόλεως αυτής την φωνήν αυτής. 11 Και είπεν Ιουδίθ μακρόθεν τοις φυλάσσουσιν επί των πυλών· ανοίξατε. καθείλε τον ακινάκην αυτού απ ‘ αυτού 7 και εγγίσασα της κλίνης εδράξατο της κόμης της κεφαλής αυτού και είπε· κραταίωσόν με. 18 και είπεν αυτη ‘Οζίας· ευλογητή συ. οί επανέστησαν ημίν. 8 και επάταξεν εις τον τράχηλον αυτού δις εν τη ισχύϊ αυτής και αφείλε την κεφαλήν αυτού απ ‘ αυτού. και ουκ εποίησεν αμάρτημα μετ ‘ εμού εις μίασμα και αισχύνην. ότι ηπάτησεν αυτόν το πρόσωπόν μου εις απώλειαν αυτού.

και επιπεσείται επ ‘ αυτουύς φόβος. 3 και αναλαβόντες ούτοι τας πανοπλίας αυτών πορεύσονται εις την παρεμβολήν αυτών και εγερούσι τους στρατηγούς της δυνάμεως Ασσούρ· και συνδραμούνται επί την σκηνήν ‘Ολοφέρνου και ουχ ευρήσουσιν αυτόν. και φεύξονται από προσώπου υμών. προσέπεσε τοις ποσίν Ιουδίθ και προσεκύνησε τω προσώπω αυτής και είπεν· ευλογημένη συ εν παντί σκηνώματι Ιούδα και εν παντί έθνει. και απήγγειλεν αυτω Ιουδίθ εν μέσω του λαού πάντα. 6 και εκάλεσαν τον Αχιώρ εκ του οίκου ‘Οζία· ως δε ήλθε και είδε την κεφαλήν ‘Ολοφέρνου εν χειρί ανδρός ενός εν τη εκκλησία του λαού. καταστρώσατε αυτούς εν ταις οδοίς αυτών. αλλ ‘ επεξήλθες πτώματι ημών επ ‘ ευθείαν πορευθείσα ενώπιον του Θεού ημών. και λαβόντες την κεφαλήν ταύτην κρεμάσατε αυτήν επί της επάλξεως του τείχους υμών. 9 ως δε επαύσατο λαλούσα. και εξελύθη το πνεύμα αυτού. αφ ‘ ης ημέρας εξήλθεν έως ου ελάλει αυτοίς. 20 και ποιήσαι σοι αυτά ο Θεός εις ύψος αιώνιον του επισκέψασθαί σε εν αγαθοίς. όσα ην πεποιηκυία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανθρώπων μνημονευόντων ισχύν Θεού έως αιώνος. καλέσατέ μοι Αχιώρ τον Αμανίτην. 2 και έσται ηνίκα αν διαφαύση ο όρθρος και εξέλθη ο ήλιος επί την γην. και είπαν πας ο λαός· γένοιτο. 7 ως δε ανέλαβον αυτόν. 4 και επακολουθήσαντες υμείς και πάντες οι κατοικούντες παν όριον Ισραήλ. αδελφοί. αναλήψεσθε έκαστος τα σκεύη τα πολεμικά υμών και εξελεύσεσθε πας ανήρ ισχύων έξω της πόλεως και δώσετε αρχηγόν εις αυτούς ως καταβαίνοντες επί το πεδίον εις την προφυλακήν υιών Ασσούρ. ηλάλαξεν ο λαός φωνή μεγάλη και έδωκε φωνήν ευφρόσυνον εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 886 . και ου καταβήσεσθε. ίνα ιδών επιγνω τον εκφαυλίσαντα τον οίκον του Ισραήλ και αυτόν ως εις θάνατον αποστείλαντα εις ημάς. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ είπε προς αυτούς Ιουδίθ· ακούσατε δη μου. έπεσεν επί πρόσωπον. 5 προ δε του ποιήσαι ταύτα. οίτινες ακούσαντες το όνομά σου ταραχθήσονται· 8 και νυν ανάγγειλόν μοι όσα εποίσας εν ταις ημέραις ταύταις. γένοιτο. ανθ ‘ ων ουκ εφείσω της ψυχής σου δια την ταπείνωσιν του γένους ημών.

ου ην Ιουδίθ καταλύουσα. 12 οι δε υιοί Ασσούρ ως είδον αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πόλει αυτών. 2 και επέπεσεν επ ‘ αυτούς φόβος και τρόμος. και τότε οι υιοί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 887 . και ανέλαβε πας ανήρ Ισραήλ τα όπλα αυτού και εξήλθοσαν κατά σπείρας επί τας αναβάσεις του όρους. 16 και εβόησε φωνή μεγάλη μετά κλαυθμού και στεναγμού και βοής ισχυράς και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. και εκρέμασαν την κεφαλήν ‘Ολοφέρνου εκ του τείχους. 17 και εισήλθεν εις την σκηνήν. και ουχ εύρεν αυτήν· και εξεπήδησεν εις τον λαόν κράζων· 18 ηθέτησαν οι δούλοι. όσα εποίησεν ο Θεός του Ισραήλ. 14 και εισήλθε Βαγώας και έκρουσε την αυλαίαν της σκηνής· υπενοείτο γαρ καθεύδειν αυτόν μετά Ιουδίθ· 15 ως δε ουδείς επήκουσε. και η κεφαλή ουκ έστιν επ ‘ αυτω. επίστευσε τω Θεω σφόδρα και περιετέμετο την σάρκα της ακροβυστίας αυτού και προσετέθη προς τον οίκον Ισραήλ έως της ημέρας ταύτης. τους χιτώνας αυτών διέρρηξαν. 19 ως δε ήκουσαν ταύτα τα ρήματα οι άρχοντες της δυνάμεως Ασσούρ. εποίησεν αισχύνην μία γυνή των Εβραίων εις τον οίκον του βασιλέως Ναβουχοδονόσορ· ότι ιδού ‘Ολοφέρνης χαμαί. αλλ ‘ εκχυθέντες ομοθυμαδόν έφευγον επί πάσαν οδόν του πεδίου και της ορεινής· 3 και οι παρεμβεβληκότες εν τη ορεινή κύκλω Βαιτυλούα και ετράπησαν εις φυγήν. διέπεμψαν επί τους ηγουμένους αυτών· οι δε ήλθον επί στρατηγούς και χιλιάρχους και επί πάντα άρχοντα αυτών. 10 ιδών δε Αχιώρ πάντα. ότι ετόλμησαν οι δούλοι καταβαίνειν εφ ‘ ημάς εις πόλεμον. και εταράχθη η ψυχή αυτών σφόδρα. και ουκ ην άνθρωπος μένων κατά πρόσωπον του πλησίον έτι. και η κεφαλή αυτού αφήρετο απ ‘ αυτού. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ ως ήκουσαν οι εν τοις σκηνώμασιν όντες. 11 Ηνίκα δε ο όρθρος ανέβη. 13 και παρεγένοντο επί την σκηνήν ‘Ολοφέρνου και είπαν τω όντι επί πάντων των αυτού· έγειρον δη τον κύριον ημών. εξέστησαν επί το γεγονός. διαστείλας εισήλθεν εις τον κοιτώνα και εύρεν αυτόν επί της χελωνίδος ερριμμένον νεκρόν. ίνα εξολοθρευθώσιν εις τέλος. και εγένετο αυτών κραυγή και βοή μεγάλη σφόδρα εν μέσω της παρεμβολής.

6 οι δε λοιποί οι κατοικούντες Βαιτυλούα επέπεσαν τη παρεμβολή Ασσούρ και επρονόμευσαν αυτούς και επλούτησαν σφόδρα. 13 και εστεφανώσαντο την ελαίαν. πας ανήρ πολεμιστής εξ αυτών. και ευδόκησεν επ ‘ αυτοίς ο Θεός· ευλογημένη γίνου παρά τω παντοκράτορι Κυρίω εις τον αιώνα χρόνον. 7 οι δε υιοί Ισραήλ αναστρέψαντες από της κοπής εκυρίευσαν των λοιπών. αυτή και αι μετ ‘ αυτής. 9 ως δε εισήλθον προς αυτήν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 888 . ην γαρ πλήθος πολύ σφόδρα. 4 και απέστειλεν ‘Οζίας εις Βαιτομασθαίμ και Βηβαϊ και Κωλά και εις παν όριον Ισραήλ τους απαγγέλλοντας υπέρ των συντετελεσμένων και ίνα πάντες επεκχυθώσι τοις πολεμίοις εις την αναίρεσιν αυτών. συ καύχημα μέγα του γένους ημών· 10 εποίησας πάντα ταύτα εν χειρί σου. και υπεφώνει πας ο λαός την αίνεσιν ταύτην. έως ου παρήλθον Δαμασκόν και τα όρια αυτής. 5 ως δε ήκουσαν οι υιοί Ισραήλ. και του ιδείν την Ιουδίθ και λαλήσαι μετ ‘ αυτής ειρήνην. και ηκολούθει πας ανήρ Ισραήλ ενωπλισμένοι μετά στεφάνων και ύμνων εν τω στόματι αυτών. ανήγγειλαν γαρ αυτοίς τα γεγονότα τη παρεμβολή των εχθρών αυτών· και οι εν Γαλαάδ και οι εν τη Γαλιλαία υπερεκέρασαν αυτούς πληγή μεγάλη. 14 και εξήρχεν Ιουδίθ την εξομολόγησιν ταύτην εν παντί Ισραήλ. συ γαυρίαμα μέγα του Ισραήλ. 12 και συνέδραμε πάσα γυνή Ισραήλ του ιδείν αυτήν και ευλόγησαν αυτήν και εποίησαν αυτη χορόν εξ αυτών. εποίησας τα αγαθά μετά Ισραήλ. εξεχύθησαν επ ‘ αυτούς. και λαβούσα αύτη επέθηκεν επί την ημίονον αυτής και έζευξε τας αμάξας αυτής και εσώρευσεν αυτά επ ‘ αυτών. ωσαύτως δε και οι εξ Ιερουσαλήμ παρεγενήθησαν και εκ πάσης της ορεινής. πάντες ομοθυμαδόν επέπεσον επ ‘ αυτούς και έκοπτον αυτούς έως Χωβά. και προήλθε παντός του λαού εν χορεία ηγουμένη πασών των γυναικών. α εποίησε Κύριος τω Ισραήλ. και έλαβε θύρσους εν ταις χερσίν αυτής και έδωκε ταις γυναιξί ταις μετ ‘ αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. ευλόγησαν αυτήν πάντες ομοθυμαδόν και είπαν προς αυτήν· συ ύψωμα Ισραήλ. και είπε ο λαός· γένοιτο 11 και ελαφύρευσε πας ο λαός την παρεμβολήν εφ ‘ ημέρας τριάκοντα· και έδωκαν τη Ιουδίθ την σκηνήν ‘Ολοφέρνου και πάντα τα αργυρώματα και τας κλίνας και τα όλκια και πάντα τα σκευάσματα αυτού. 8 και Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας και η γερουσία των υιών Ισραήλ οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ ήλθον του θεάσασθαι τα αγαθά. και αι κώμαι και αι επαύλεις εν τη ορεινή και πεδινή εκράτησαν πολλών λαφύρων.

έτι δε τοις φοβουμένοις σε. και ελάχιστον παν στέαρ εις ολοκαύτωμά σοι· ο δε φοβούμενος τον Κύριον μέγας διαπαντός. μέγας ει και ένδοξος. ότι εις παρεμβολάς αυτού μέσω λαού εξείλατό με εκ χειρός των καταδιωκόντων με. 3 ήλθεν Ασσούρ εξ ορέων από βορρά. 14 σοί δουλευσάτω πάσα η κτίσις σου· ότι είπας. 16 ότι μικρόν πάσα θυσία εις οσμήν ευωδίας. 12 υιοί κορασίων κατεκέντησαν αυτούς και ως παίδας αυτομολούντων ετίτρωσκον αυτούς. ύψωσαν την φωνήν αυτών και ανετράπησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ είπεν Ιουδίθ· Εξάρχετε τω Θεω μου εν τυμπάνοις. 6 ου γαρ υπέπεσεν ο δυνατός αυτών υπό νεανίσκων. ουδέ υψηλοί γίγαντες επέθεντο αυτω. απώλοντο εκ παρατάξεως Κυρίου μου. και το κάλλος αυτής ηχμαλώτισε ψυχήν αυτού. άσατε τω Κυρίω μου εν κυμβάλοις. ων το πλήθος αυτών ενέφραξε χειμάρρους. 5 Κύριος παντοκράτωρ ηθέτησεν αυτούς εν χειρί θηλείας. εναρμόσασθε αυτω ψαλμόν καινόν. 2 ότι Θεός συντρίβων πολέμους Κύριος. ουδέ υιοί τιτάνων επάταξαν αυτόν. 13 υμνήσω τω Θεω μου ύμνον καινόν· Κύριε. 11 τότε ηλάλαξαν οι ταπεινοί μου. ανυπέρβλητος. θαυμαστός εν ισχύϊ. ήλθεν εν μυριάσι δυνάμεως αυτού. διήλθεν ο ακινάκης τον τράχηλον αυτού. 10 έφριξαν Πέρσαι την τόλμαν αυτής. και εγενήθησαν. απέστειλας το πνεύμά σου. 4 είπεν εμπρήσειν τα όριά μου και τους νεανίσκους μου ανελείν εν ρομφαία και τα θηλάζοντά μου θήσειν εις έδαφος και τα νήπιά μου δώσειν εις προνομήν και τας παρθένους μου σκυλεύσαι. 17 ουαί έθνεσιν επανισταμένοις τω γένει μου· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 889 . και ωκοδόμησε· και ουκ έστιν ος αντιστήσεται τη φωνή σου. 15 όρη γαρ εκ θεμελίων συν ύδασι σαλευθήσεται. και εφοβήθησαν οι ασθενούντές μου και επτοήθησαν. συ ευιλατεύεις αυτοίς. υψούτε και επικαλέσασθε το όνομα αυτού. και Μήδοι το θράσος αυτής ερράχθησαν. ηλείψατο το πρόσωπον αυτής εν μυρισμω 8 και εδήσατο τας τρίχας αυτής εν μίτρα και έλαβε στολήν λινήν εις απάτην αυτού· 9 το σανδάλιον αυτής ήρπασεν οφθαλμόν αυτού. αλλά Ιουδίθ θυγάτηρ Μεραρί εν κάλλει προσώπου αυτής παρέλυσεν αυτόν· 7 εξεδύσατο γαρ στολήν χηρεύσεως αυτής εις ύψος των πονούντων εν Ισραήλ. πέτραι δε από προσώπου σου ως κηρός τακήσονται. και η ίππος αυτών εκάλυψε βουνούς.

και το κωνωπείον. 23 και ην προβαίνουσα μεγάλη σφόδρα και εγήρασεν εν τω οίκω του ανδρός αυτής έτη εκατόν πέντε· και αφήκε την άβραν αυτής ελευθέραν. 22 και πολλοί επεθύμησαν αυτήν. και ηνίκα εκαθαρίσθη ο λαός. ενύπνιον είδε Μαρδοχαίος ο του Ιαϊρου. αφ ‘ ης ημέρας απέθανε Μανασσής ο ανήρ αυτής. θεραπεύων εν τη αυλή του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 890 . 25 και ουκ ην έτι ο εκφοβών τους υιούς Ισραήλ εν ταις ημέραις Ιουδίθ και μετά το αποθανείν αυτήν ημέρας πολλάς. 19 και ανέθηκεν Ιουδίθ πάντα τα σκεύη ‘Ολοφέρνου. και απέθανεν εις Βαιτυλούα. και διείλε τα υπάρχοντα αυτής προ του αποθανείν αυτήν πάσι τοις έγγιστα Μανασσή του ανδρός αυτής και τοις έγγιστα του γένους αυτής. 21 Μετά δε τας ημέρας ταύτας ανέζευξεν έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος παντοκράτωρ εκδικήσει αυτούς εν ημέρα κρίσεως δούναι πυρ και σκώληκας εις σάρκας αυτών. ό έλαβεν αύτη εκ του κοιτώνος αυτού. εκ φυλής Βενιαμίν. ------------------------------------------------------- ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΕΤΟΥΣ δευτέρου βασιλεύοντος Αρταξέρξου του μεγάλου βασιλέως τη μια του Νισάν. του Σεμεϊου. 20 και ην ο λαός ευφραινόμενος εν Ιερουσαλήμ κατά πρόσωπον των αγίων επί μήνας τρεις. και κλαύσονται εν αισθήσει έως αιώνος. ανήνεγκαν τα ολοκαυτώματα αυτών και τα εκούσια αυτών και τα δόματα. 24 και επένθησεν αυτήν οίκος Ισραήλ ημέρας επτά. και Ιουδίθ απήλθεν εις Βαιτυλούα και κατέμεινεν επί της υπάρξεως αυτής· και εγένετο κατά τον καιρόν αυτής ένδοξος εν πάση τη γη. 18 Ως δε ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ. και έθαψαν αυτήν εν τω σπηλαίω του ανδρός αυτής Μανασσή. ως ανάθημα τω Θεω έδωκε. και Ιουδίθ μετ ‘ αυτών κατέμεινε. του Κισσαίου. άνθρωπος μέγας. 1β άνθρωπος Ιουδαίος οικών εν Σούσοις τη πόλει. και ουκ έγνω ανήρ αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής αυτής. προσεκύνησαν τω Θεω. όσα έδωκεν ο λαός αυτη. και προσετέθη προς τον λαόν αυτού.

ωστε πολεμήσαι δικαίων έθνος. 1ι από δε της βοής αυτών εγένετο ωσανεί από μικράς πηγής ποταμός μέγας. 5 ότε δε ανεπληρώθησαν αι ημέραι του γάμου. και οι ταπεινοί υψώθησαν και κατέφαγον τους ενδόξους. 1π και επέταξεν ο βασιλεύς Μαρδοχαίω θεραπεύειν εν τη αυλή και έδωκεν αυτω δόματα περί τούτων. βρονταί και σεισμός. 1γ ην δε εκ της αιχμαλωσίας. είχεν αυτό εν τη καρδία και εν παντί λόγω ήθελεν επιγνώναι αυτό έως της νυκτός. 1 Και εγένετο μετά τους λόγους τούτους εν ταις ημέραις Αρταξέρξου -ούτος ο Αρταξέρξης από της Ινδικής εκατόν εικοσιεπτά χωρών εκράτησεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέως. 3 εν τω τρίτω έτει βασιλεύοντος αυτού. κάκωσις και τάραχος μέγας επί της γης· 1θ και εταράχθη παν έθνος δίκαιον φοβούμενοι τα εαυτών κακά και ητοιμάσθησαν απολέσθαι και εβόησαν προς τον Θεόν. 1δ και τούτο αυτού το ενύπνιον· και ιδού φωναί και θόρυβος. και υπέδειξε τω βασιλεί περί αυτών.2 εν αυταίς ταις ημέραις ότε εθρονίσθη βασιλεύς Αρταξέρξης εν Σούσοις τη πόλει. 1ρ και ην Αμάν Αμαδάθου Βουγαίος ένδοξος ενώπιον του βασιλέως· και εζήτησε κακοποιήσαι τον Μαρδοχαίον και τον λαόν αυτού υπέρ των δύο ευνούχων του βασιλέως. και εγένετο αυτών φωνή μεγάλη· 1ζ και τη φωνή αυτών ητοιμάσθη παν έθνος εις πόλεμον. 1μ και ησύχασε Μαρδοχαίος εν τη αυλή μετά Γαβαθά και Θάρα των δύο ευνούχων του βασιλέως των φυλασσόντων την αυλήν 1ν ήκουσέ τε αυτών τους λογισμούς και τας μερίμνας αυτών εξηρεύνησε και έμαθεν. 4 και μετά ταύτα μετά το δείξαι αυτοίς τον πλούτον της βασιλείας αυτού και την δόξαν της ευφροσύνης του πλούτου αυτού εν ημέραις εκατόν ογδοήκοντα. 1η και ιδού ημέρα σκότος και γνόφου. 1ε και ιδού δύο δράκοντες μεγάλοι έτοιμοι προήλθον αμφότεροι παλαίειν. 1ο και έγραψεν ο βασιλεύς τους λόγους τούτους εις μνημόσυνον. τάραχος επί της γης. δοχήν εποίησε τοις φίλοις και τοις λοιποίς έθνεσι και τοις Περσών και Μήδων ενδόξοις και τοις άρχουσι των σατραπών. 1ξ και εξήτασεν ο βασιλεύς τους δύο ευνούχους. εποίησεν ο βασιλεύς πότον τοις έθνεσι τοις ευρεθείσιν εις την πόλιν επί ημέρας εξ εν αυλή οίκου του βασιλέως 6 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 891 . θλίψις και στενοχωρία. ης ηχμαλώτευσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εξ Ιερουσαλήμ μετά Ιεχονίου του βασιλέως της Ιουδαίας. ύδωρ πολύ· 1κ και φως και ήλιος ανέτειλε. ότι ετοιμάζουσι τας χείρας επιβαλείν Αρταξέρξη τω βασιλεί. 1λ και διεγερθείς Μαρδοχαίος ο εωρακώς το ενύπνιον τούτο και τι ο Θεός βεβούλευται ποιήσαι. και Μαρδοχαίος έγραψεν περί των λόγων τούτων. και ομολογήσαντες απήχθησαν.

κύκλω ρόδα πεπασμένα· 7 ποτήρια χρυσά και αργυρά και ανθράκινον κυλίκιον προκείμενον από ταλάντων τρισμυρίων· οίνος πολύς και ηδύς. όπου ο βασιλεύς Αρταξέρξης. προσταξάτω βασιλικόν. 16 και είπεν ο Μουχαίος προς τον βασιλέα και τους άρχοντας· ου τον βασιλέα μόνον ηδίκησεν Αστίν η βασίλισσα. και ούτω πάσαι αι γυναίκες περιθήσουσι τιμήν τοις ανδράσιν εαυτών. ότι ουκ εποίησε τα υπό του βασιλέως προσταχθέντα δια των ευνούχων. 21 και ήρεσεν ο λόγος τω βασιλεί και τοις άρχουσι. αλλά και πάντας τους άρχοντας και τους ηγουμένους του βασιλέως (17 και γαρ διηγήσατο αυτοίς τα ρήματα της βασιλίσσης και ως αντείπε τω βασιλεί). ότι καλή ην. 18 ούτω σήμερον αι τυραννίδες αι λοιπαί των αρχόντων Περσών και Μήδων ακούσασαι τα τω βασιλεί λεχθέντα υπ ‘ αυτής. οι εγγύς του βασιλέως. 19 ει ουν δοκεί τω βασιλεί. και την βασιλείαν αυτής δότω ο βασιλεύς γυναικί κρείττονι αυτής. επί κύβοις χρυσοίς και αργυροίς. ον εάν ποιή εν τη βασιλεία αυτού. 9 και Αστίν η βασίλισσα εποίησε πότον ταις γυναιξίν εν τοις βασιλείοις. και εποίησεν ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 892 . και γραφήτω κατά τους νόμους Μήδων και Περσών· και μη άλλως χρησάσθω. από πτωχού έως πλουσίου. ον αυτός ο βασιλεύς έπινεν. τολμήσουσιν ομοίως ατιμάσαι τους άνδρας αυτών. μηδέ εισελθέτω έτι η βασίλισσα προς αυτόν. επί στύλοις παρίνοις και λιθίνοις· κλίναι χρυσαί και αργυραί επί λιθοστρώτου σμαραγδίτου λίθου και πιννίνου και παρίνου λίθου και στρώμναι διαφανείς ποικίλως διηνθισμέναι. 20 και ακουσθήτω ο νόμος ο υπό του βασιλέως. 14 και προσήλθεν αυτω Αρκεσαίος και Σαρσαθαίος και Μαλησεάρ οι άρχοντες Περσών και Μήδων. 8 ο δε πότος ούτος ου κατά προκείμενον νόμον εγένετο. 12 και ουκ εισήκουσεν αυτού Αστίν η βασίλισσα ελθείν μετά των ευνούχων. ούτως δε ηθέλησεν ο βασιλεύς και επέταξε τοις οικονόμοις ποιήσαι το θέλημα αυτού και των ανθρώπων. ως ουν αντείπε τω βασιλεί Αρταξέρξη. 15 και απήγγειλαν αυτω κατά τους νόμους. 10 εν δε τη ημέρα τη εβδόμη ηδέως γενόμενος ο βασιλεύς είπε τω Αμάν και Βαζάν και Θάρα και Βαραζί και Ζαθολθά και Αβαταζά και Θαραβά. οι πρώτοι παρακαθήμενοι τω βασιλεί. τοις επτά ευνούχοις τοις διακόνοις του βασιλέως Αρταξέρξου. 11 εισαγαγείν την βασίλισσαν προς αυτόν. βασιλεύειν αυτήν και περιθείναι αυτη το διάδημα και δείξαι τοις άρχουσι και τοις έθνεσι το κάλλος αυτής. ως δεί ποιήσαι Αστίν τη βασιλίσση.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κεκοσμημένη βυσσίνοις και καρπασίνοις τεταμένοις επί σχοινίοις βυσσίνοις και πορφυροίς. και ελυπήθη ο βασιλεύς και ωργίσθη 13 και είπε τοις φίλοις αυτού· κατά ταύτα ελάλησεν Αστίν. ποιήσατε ουν περί τούτου νόμον και κρίσιν.

όταν αναπληρώση μήνας δεκαδύο· ούτως γαρ αναπληρούνται αι ημέραι της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 893 . 10 και ουχ υπέδειξε Εσθήρ το γένος αυτής ουδέ την πατρίδα· ο γαρ Μαρδοχαίος ενετείλατο αυτη μη απαγγείλαι· 11 καθ' εκάστην δε ημέραν περιεπάτει ο Μαρδοχαίος κατά την αυλήν την γυναικείαν επισκοπών τι Εσθήρ συμβήσεται. κατά την λέξιν αυτών. του Κισσαίου. βασιλεύσει αντί Αστίν. 5 και άνθρωπος ην Ιουδαίος εν Σούσοις τη πόλει. 9 και ήρεσεν αυτω το κοράσιον και εύρε χάριν ενώπιον αυτού· και έσπευσε δούναι αυτη το σμήγμα και την μερίδα και τα επτά κοράσια τα υποδεδειγμένα αυτη εκ βασιλικού και εχρήσατο αυτη καλώς και ταις άβραις αυτής εν τω γυναικώνι. και επιλεξάτωσαν κοράσια παρθενικά καλά τω είδει εις Σούσαν την πόλιν εις τον γυναικώνα· και παραδοθήτωσαν τω ευνούχω του βασιλέως τω φύλακι των γυναικών. και όνομα αυτη Εσθήρ· εν δε τω μεταλλάξαι αυτής τους γονείς επαίδευσεν αυτήν εαυτω εις γυναίκα· και ην το κοράσιον καλόν τω είδει. του Σεμεϊου. 8 και ότε ηκούσθη το του βασιλέως πρόσταγμα. εκ φυλής Βενιαμίν. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ μετά τους λόγους τούτους εκόπασεν ο βασιλεύς του θυμού και ουκέτι εμνήσθη της Αστίν. και όνομα αυτού Μαρδοχαίος ο του Ιαϊρου. και ήχθη Εσθήρ προς Γαϊ τον φύλακα των γυναικών. συνήχθησαν πολλά κοράσια εις Σούσαν την πόλιν υπό χείρα Γαϊ. 2 και είπαν οι διάκονοι του βασιλέως· ζητηθήτω τω βασιλεί κοράσια άφθορα καλά τω είδει· 3 και καταστήσει ο βασιλεύς κωμάρχας εν πάσαις ταις χώραις της βασιλείας αυτού. μνημονεύων οία ελάλησε και ως κατέκρινεν αυτήν. 12 ούτος δε ην καιρός κορασίου εισελθείν προς τον βασιλέα. ωστε είναι φόβον αυτοίς εν ταις οικίαις αυτών. 7 και ην τούτω παις θρεπτή. ην ηχμαλώτευσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος. και εποίησεν ούτως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύς καθά ελάλησεν ο Μουχαίος· 22 και απέστειλεν εις πάσαν την βασιλείαν κατά χώραν. ή αν αρέση τω βασιλεί. θυγάτηρ Αμιναδάβ αδελφού πατρός αυτού. και ήρεσε τω βασιλεί το πράγμα. 6 ος ην αιχμάλωτος εξ Ιερουσαλήμ. και δοθήτω σμήγμα και η λοιπή επιμέλεια· 4 και η γυνή.

και εζήτουν αποκτείναι Αρταξέρξην τον βασιλέα. 14 δείλης εισπορεύεται και προς ημέραν αποτρέχει εις τον γυναικώνα τον δεύτερον. παραδώσει αυτήν συνεισέρχεσθαι αυτω από του γυναικώνος έως των βασιλείων. 15 εν δε τω αναπληρούσθαι τον χρόνον Εσθήρ της θυγατρός Αμιναδάβ αδελφού πατρός Μαρδοχαίου εισελθείν προς τον βασιλέα ουδέν ηθέτησεν. 20 η δε Εσθήρ ουχ υπέδειξε την πατρίδα αυτής· ούτως γαρ ενετείλατο αυτη Μαρδοχαίος. οι αρχισωματοφύλακες. ος εστιν Αδάρ. καθώς ην μετ ‘ αυτού και Εσθήρ ου μετήλλαξε την αγωγήν αυτής. 18 και εποίησεν ο βασιλεύς πότον πάσι τοις φίλοις αυτού και ταις δυνάμεσιν επί ημέρας επτά και ύψωσε τους γάμους Εσθήρ και άφεσιν εποίησε τοις υπό την βασιλείαν αυτού. τω εβδόμω έτει της βασιλείας αυτού. 21 Και ελυπήθησαν οι δύο ευνούχοι του βασιλέως. και ω εάν είπη. 22 και εδηλώθη Μαρδοχαίω ο λόγος. και αυτή ενεφάνισε τω βασιλεί τα της επιβουλής 23 ο δε βασιλεύς ήτασε τους δύο ευνούχους και εκρέμασεν αυτούς· και προσέταξεν ο βασιλεύς καταχωρίσαι εις μνημόσυνον εν τη βασιλική βιβλιοθήκη υπέρ της ευνοίας Μαρδοχαίου εν εγκωμίω. και ουκέτι εισπορεύεται προς τον βασιλέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θεραπείας. φοβείσθαι τον Θεόν και ποιείν τα προστάγματα αυτού. 17 και ηράσθη ο βασιλεύς Εσθήρ. 16 και εισήλθεν Εσθήρ προς Αρταξέρξην τον βασιλέα τω δωδεκάτω μηνί. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΜΕΤΑ δε ταύτα εδόξασεν ο βασιλεύς Αρταξέρξης Αμάν Αμαδάθου Βουγαίον και ύψωσεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 894 . ου Γαϊ ο ευνούχος του βασιλέως ο φύλαξ των γυναικών. 13 και τότε εισπορεύεται προς τον βασιλέα. και εσήμανεν Εσθήρ. 19 ο δε Μαρδοχαίος εθεράπευεν εν τη αυλή. ότι προήχθη Μαρδοχαίος. εάν μη κληθή ονόματι. μήνας εξ αλειφόμεναι εν σμυρνίνω ελαίω και μήνας εξ εν τοις αρώμασι και εν τοις σμήγμασι των γυναικών. και επέθηκεν αυτη το διάδημα το γυναικείον. και εύρε χάριν παρά πάσας τας παρθένους. ων ενετείλατο ο ευνούχος ο φύλαξ των γυναικών· ην γαρ Εσθήρ ευρίσκουσα χάριν παρά πάντων των βλεπόντων αυτήν.

οι δε νόμοι αυτών έξαλλοι παρά πάντα τα έθνη. 7 και εποίησε ψήφισμα εν έτει δωδεκάτω της βασιλείας Αρταξέρξου και έβαλε κλήρους ημέραν εξ ημέρας και μήνα εκ μηνός. ως επέταξεν Αμάν. δογματισάτω απολέσαι αυτούς. τι παρακούεις τα υπό του βασιλέως λεγόμενα. 2 και πάντες οι εν τη αυλή προσεκύνουν αυτω. 8 και ελάλησε προς τον βασιλέα Αρταξέρξης λέγων· υπάρχει έθνος διεσπαρμένον εν τοις έθνεσιν εν πάση τη βασιλεία σου. 13α Της δε επιστολής εστι το αντίγραφον τόδε· «Βασιλεύς μέγας Αρταξέρξης τοις από της Ινδικής έως της Αιθιοπίας εκατόν εικοσιεπτά χωρών άρχουσι και τοπάρχαις υποτεταγμένοις τάδε γράφει· 13β πολλών επάρξας εθνών και πάσης επικρατήσας οικουμένης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτόν. 10 και περιελόμενος ο βασιλεύς το δακτύλιον έδωκεν εις χείρας τω Αμάν σφραγίσαι κατά των γεγραμμένων κατά των Ιουδαίων. ούτως γαρ προσέταξεν ο βασιλεύς ποιήσαι· ο δε Μαρδοχαίος ου προσεκύνει αυτω. 4 καθ ‘ εκάστην ημέραν ελάλουν αυτω. τω δε έθνει χρώ ως βούλει. και ουχ υπήκουεν αυτών· και υπέδειξαν τω Αμάν Μαρδοχαίον τοις του βασιλέως λόγοις αντιτασσόμενον· και υπέδειξεν αυτοίς ο Μαρδοχαίος ότι Ιουδαίός εστι. ος εστιν Αδάρ. εθυμώθη σφόδρα 6 και εβουλεύσατο αφανίσαι πάντας τους υπό την Αρταξέρξου βασιλείαν Ιουδαίους. 3 και ελάλησαν οι εν τη αυλή του βασιλέως τω Μαρδοχαίω· Μαρδοχαίε. ωστε απολέσαι εν μια ημέρα το γένος Μαρδοχαίου. τους των υποτεταγμένων ακυμάντους διαπαντός καταστήσαι βίους. και ου συμφέρει τω βασιλεί εάσαι αυτούς· 9 ει δοκεί τω βασιλεί. και διαρπάσαι τα υπάρχοντα αυτών. 5 και επιγνούς Αμάν ότι ου προσκυνεί αυτω Μαρδοχαίος. των δε νόμων του βασιλέως παρακούουσι. εβουλήθην μη τω θράσει της εξουσίας επαιρόμενος. τοις τε άρχουσι των εθνών κατά την αυτών λέξιν δι ‘ Αρταξέρξου του βασιλέως. ος εστιν Αδάρ. 12 και εκλήθησαν οι γραμματείς του βασιλέως μηνί πρώτω τη τρισκαιδεκάτη και έγραψαν. καγώ διαγράψω εις το γαζοφυλάκιον του βασιλέως αργυρίου τάλαντα μύρια. ταις εκατόν εικοσιεπτά χώραις. την τε βασιλείαν ήμερον και πορευτήν μέχρι περάτων παρεξόμενος ανανεώσασθαί τε την ποθουμένην τοις πάσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 895 . επιεικέστερον δε και μετά ηπιότητος αεί διεξάγων. τοις στρατηγοίς. και τοις άρχουσι κατά πάσαν χώραν από Ινδικής έως της Αιθιοπίας. 11 και είπεν ο βασιλεύς τω Αμάν· το μεν αργύριον έχε. 13 και απεστάλη δια βιβλιοφόρων εις την Αρταξέρξου βασιλείαν αφανίσαι το γένος των Ιουδαίων εν ημέρα μια μηνός δωδεκάτου. και επρωτοβάθρει πάντων των φίλων αυτού. και έπεσεν ο κλήρος εις την τεσσαρεσκαιδεκάτην του μηνός.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανθρώποις ειρήνην. 15 εσπεύδετο δε το πράγμα και εις Σούσαν· ο δε βασιλεύς και Αμάν εκωθωνίζοντο. 3 και εν πάση χώρα. κραυγή και κοπετός και πένθος μέγα τοις Ιουδαίοις. 13ε διειληφότες ουν τόδε το έθνος μονώτατον εν αντιπαραγωγή παντί διαπαντός ανθρώπω κείμενον. 14 Τα δε αντίγραφα των επιστολών εξετίθετο κατά χώραν. τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του δωδεκάτου μηνός Αδάρ. προς το μη κατατίθεσθαι την υφ ‘ ημών κατευθυνομένην αμέμπτως συναρχίαν. 2 και ήλθεν έως της πύλης του βασιλέως και έστη· ου γαρ ην αυτω εξόν εισελθείν εις την αυλήν σάκκον έχοντι και σποδόν. ο σωφροσύνη παρ ‘ ημίν διενέγκας και εν τη ευνοία απαραλλάκτως και βεβαία πίστει αποδεδειγμένος και δεύτερον των βασιλειών γέρας απενηνεγμένος Αμάν 13δ επέδειξεν ημίν εν πάσαις ταις κατά την οικουμένην φυλαίς αναμεμείχθαι δυσμενή λαόν τινα τοις νόμοις αντίθετον προς παν έθνος τα τε των βασιλέων παραπέμποντας διηνεκώς διατάγματα. του ενεστώτος έτους. και προσετάγη πάσι τοις έθνεσιν ετοίμους είναι εις την ημέραν ταύτην. εις τον μετέπειτα χρόνον ευσταθή και ατάραχα παρέχωσιν ημίν δια τέλους τα πράγματά. Πως αν αχθείη τούτο επί πέρας. ου εξετίθετο τα γράμματα. εταράσσετο δε η πόλις. σάκκον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 896 . ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 Ο δε Μαρδοχαίος επιγνούς το συντελούμενον διέρρηξεν τα ιμάτια εαυτού και ενεδύσατο σάκκον και κατεπάσατο σποδόν και εκπηδήσας δια της πλατείας της πόλεως εβόα φωνή μεγάλη· αίρεται έθνος μηδέν ηδικηκός. ύ13γ πυθομένου δε μου των συμβούλων. διαγωγήν νόμων ξενίζουσαν παραλλάσσον και δυσνοούν τοις ημετέροις πράγμασι τα χείριστα συντελούν κακά και προς το μη την βασιλείαν ευσταθείας τυγχάνειν· 13ζ προστετάχαμεν ουν τους σημαινομένους υμίν εν τοις γεγραμμένοις υπό Αμάν του τεταγμένου επί των πραγμάτων και δευτέρου πατρός ημών πάντας συν συναιξί και τέκνοις απολέσαι ολορριζεί ταις των εχθρών μαχαίραις άνευ παντός οίκτου και φειδούς. 13η όπως οι πάλαι και νυν δυσμενείς εν ημέρα μια βιαίως εις τον άδην κατελθόντες.

εάν και απολέσθαι με δέη. 4 και εισήλθον αι άβραι και οι ευνούχοι της βασιλίσσης και ανήγγειλαν αυτη. 11 ότι τα έθνη πάντα της βασιλείας γινώσκει. διότι Αμάν ο δευτερεύων τω βασιλεί ελάλησε καθ ‘ ημών εις θάνατον· επικάλεσαι τον Κύριον και λάλησον τω βασιλεί περί ημών ρύσαι ημάς εκ θανάτου. εντείλασθαι αυτη εισελθούση παραιτήσασθαι τον βασιλέα και αξιώσαι αυτόν περί του λαού μνησθείσα ημερών ταπεινώσεώς σου. συ δε και ο οίκος του πατρός σου απολείσθε· και τις οίδεν. ος παρειστήκει αυτη. άλλοθεν βοήθεια και σκέπη έσται τοις Ιουδαίοις. εισίν αύται ημέραι τριάκοντα. 9 εισελθών δε ο Αχραθαίος ελάλησεν αυτη πάντας τους λόγους τούτους. καγώ δε και αι άβραι μου ασιτήσομεν. ότι σωθήση μόνη εν τη βασιλεία παρά πάντας τους Ιουδαίους· 14 ως ότι εάν παρακούσης εν τούτω τω καιρω. και τότε εισελεύσομαι προς τον βασιλέα παρά τον νόμον. ως ετράφης εν χειρί μου. ότι εν εξουσία σου το παν εστι. ίνα απολέση τους Ιουδαίους· 8 και το αντίγραφον το εν Σούσοις εκτεθέν υπέρ του απολέσθαι αυτούς έδωκεν αυτω δείξαι τη Εσθήρ. ος εισελεύσεται προς τον βασιλέα εις την αυλήν την εσωτέραν άκλητος. μη είπης σεαυτη. 12 και απήγγειλεν Αχραθαίος Μαρδοχαίω πάντας τους λόγους Εσθήρ. 5 η δε Εσθήρ προσεκαλέσατο Αχραθαίον τον ευνούχον αυτής. 17 Και βαδίσας Μαρδοχαίος εποίησεν όσα ενετείλατο αυτω Εσθήρ. 7 ο δε Μαρδοχαίος υπέδειξεν αυτω το γεγονός και την επαγγελίαν. και απέστειλε μαθείν αύτη παρά του Μαρδοχαίου το ακριβές. 13 και είπε Μαρδοχαίος προς Αχραθαίον· πορεύθητι και είπον αυτη· Εσθήρ. ουκ έστιν αυτω σωτηρία· πλήν ω εκτείνη ο βασιλεύς την χρυσήν ράβδον. ην επηγγείλατο Αμάν τω βασιλεί εις την γάζαν ταλάντων μυρίων. 15 και εξαπέστειλεν Εσθήρ τον ήκοντα προς αυτήν. βασιλεύ πάντων κρατών. 10 είπε δε Εσθήρ προς Αχραθαίον· πορεύθητι προς Μαρδοχαίον και ειπόν. προς Μαρδοχαίον λέγουσα· 16 βαδίσας εκκλησίασον τους Ιουδαίους τους εν Σούσοις και νηστεύσατε επ ‘ εμοί και μη φάγητε μηδέ πίητε επί ημέρας τρεις νύκτα και ημέραν. και είπεν αυτω. ότι πας άνθρωπος ή γυνή. ούτος σωθήσεται· καγώ ου κέκλημαι εισελθείν προς τον βασιλέα. και ουκ έστιν ο αντιδοξών σοι εν τω θέλειν σε σώσαι τον Ισραήλ· 17γ ότι συ εποίησας τον ουρανόν και την γην και παν θαυμαζόμενον εν τη υπ ‘ ουρανόν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 897 . 17α και εδεήθη Κυρίου μνημονεύων πάντα τα έργα Κυρίου και είπε· 17β Κύριε Κύριε. και εταράχθη ακούσασα το γεγονός και απέστειλε στολίσαι τον Μαρδαχαίον και αφελέσθαι αυτού τον σάκκον· ο δε ουκ επείσθη. ει εις τον καιρόν τούτον εβασίλευσας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σποδόν έστρωσαν εαυτοίς.

17ι και πας Ισραήλ εκέκραξεν εξ ισχύος αυτών. γνώσθητι εν καιρω θλίψεως ημών και εμέ θάρσυνον. Κύριε. και ουκ έστιν ος αντιτάξεταί σοι τω Κυρίω. Κύριε. ότι επιβλέπουσιν ημίν εις καταφθοράν και επεθύμησαν απολέσαι την εξ αρχής κληρονομίαν σου· 17η μη υπερίδης την μερίδα σου. και είπε· 17λ Κύριέ μου. σποδού και κοπριών ενέπλησε την κεφαλήν αυτής και το σώμα αυτής εταπείνωσε σφόδρα και πάντα τόπον κόσμου αγαλλιάματος αυτής έπλησε στρεπτών τριχών αυτής και εδείτο Κυρίου Θεού Ισραήλ. ότι ηυδόκουν φιλείν πέλματα ποδών αυτού προς σωτηρίαν Ισραήλ· 17ε αλλ ‘ εποίησα τούτο. και μη καταγελασάτωσαν εν τη πτώσει ημών. αλλά στρέψον την βουλήν αυτών επ ‘ αυτούς. ο Θεός Αβραάμ. και αντί των υπερηφάνων ηδυσμάτων. 17ν και νυν ημάρτομεν ενώπιόν σου. έλαβες τον Ισραήλ εκ πάντων των εθνών και τους πατέρας ημών εκ πάντων των προγόνων αυτών εις κληρονομίαν αιώνιον και εποίησας αυτοίς όσα ελάλησας. ην σεαυτω ελυτρώσω εκ γης Αιγύπτου· 17θ επάκουσον της δεήσεώς μου και ιλάσθητι τω κλήρω σου και στρέψον το πένθος ημών εις ευωχίαν. ότι θάνατος αυτών εν οφθαλμοίς αυτών. ότι κίνδυνός μου εν χειρί μου. τον δε αρξάμενον εφ ‘ ημάς παραδειγμάτισον. Κύριε. ανθ ‘ ων εδοξάσαμεν τους θεούς αυτών· δίκαιος ει. 17κ Και Εσθήρ η βασίλισσα κατέφυγεν επί τον Κύριον εν αγώνι θανάτου κατειλημμένη. βασιλεύς ημών συ ει μόνος· βοήθησόν μοι τη μόνη και μη εχούση βοηθόν ει μη σε. Κύριε. βασιλεύ των θεών και πάσης αρχής επικρατών· 17σ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 898 . φείσαι του λαού σου. 17δ συ πάντα γινώσκεις· συ οίδας. 17ο και ανοίξαι στόμα εθνών εις αρετάς ματαίων και θαυμασθήναι βασιλέα σάρκινον εις αιώνα. ο βασιλεύς. το σκήπτρόν σου τοις μη ούσι. 17ρ μνήσθητι. Κύριε. 17π μη παραδως. πλήν σου του Κυρίου μου και ου ποιήσω αυτά εν υπερηφανία. ίνα μη θώ δόξαν ανθρώπου υπεράνω δόξης Θεού. Κύριε. και παρέδωκας ημάς εις χείρας των εχθρών ημών. 17ζ και νυν. αλλ ‘ έθηκαν τας χείρας αυτών επί τας χείρας των ειδώλων αυτών εξάραι ορισμόν στόματός σου και αφανίσαι κληρονομίαν σου και εμφράξαι στόμα αινούντων σοι και σβέσαι δόξαν οίκου σου και θυσιαστηρίου σου. ότι ουκ εν ύβρει ουδέ εν υπερηφανία ουδέ εν φιλοδοξία εποίησα τούτο. Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος ει πάντων. και μη αφανίσης στόμα αινούντων σε. και αφελομένη τα ιμάτια της δόξης αυτής ενεδύσατο ιμάτια στενοχωρίας και πένθους. 17ξ και νυν ουκ ικανώθησαν εν πικρασμω δουλείας ημών. ίνα ζώντες υμνώμέν σου το όνομα. 17μ εγώ ήκουον εκ γενετής μου εν φυλή πατριάς μου ότι συ. και ου προσκυνήσω ουδένα. Κύριε ο Θεός. το μη προσκυνείν τον υπερήφανον Αμάν.

ό εστιν επί της κεφαλής μου εν ημέραις οπτασίας μου· βδελύσσομαι αυτό ως ράκος καταμηνίων και ου φορώ αυτό εν ημέραις ησυχίας μου. 1δ και άρας το πρόσωπον αυτού πεπυρωμένον δόξη εν ακμή θυμού έβλεψε. Κύριε. επικαλεσαμένη των πάντων επόπτην Θεόν και σωτήρα. 17φ συ οίδας την ανάγκην μου. εισάκουσον φωνήν απηλπισμένων και ρύσαι ημάς εκ χειρός των πονηρευομένων. και ην φοβερός σφόδρα. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ εγενήθη εν τη ημέρα τη τρίτη. και ρύσαί με εκ του φόβου μου. ότι βδελύσσομαι το σημείον της υπερηφανίας μου. 17ω ο Θεός ο ισχύων επί πάντας. ουδέ έπιον οίνον σπονδών· 17ψ και ουκ ηυφράνθη η δούλη σου αφ ‘ ημέρας μεταβολής μου μέχρι νυν. η δε ετέρα επηκολούθει κουφίζουσα την ένδυσιν αυτής. ως επαύσατο προσευχομένη. η δε καρδία αυτής απεστενωμένη από του φόβου. και το πρόσωπον αυτής ιλαρόν ως προσφιλές. εξεδύσατο τα ιμάτια της θεραπείας και περιεβάλετο την δόξαν αυτής. και αυτός εκάθητο επί του θρόνου της βασιλείας αυτού και πάσαν στολήν της επιφανείας αυτού ενδεδύκει. Κύριε· 17υ πάντων γνώσιν έχεις και οίδας ότι εμίσησα δόξαν ανόμων και βδελύσσομαι κοίτην απεριτμήτων και παντός αλλοτρίου. 17χ και ουκ έφαγεν η δούλη σου τράπεζαν Αμάν και ουκ εδόξασα συμπόσιον βασιλέως. ο Θεός Αβραάμ. πλήν επί σοί. παρέλαβε τας δύο άβρας· και τη μεν μια επηρείδετο ως τρυφερευομένη. 1β και αυτή ερυθριώσα ακμή κάλλους αυτής. 1γ και εισελθούσα πάσας τας θύρας κατέστη ενώπιον του βασιλέως. 1α και γενηθείσα επιφανής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δος λόγον εύρυθμον εις το στόμα μου ενώπιον του λέοντος και μετάθες την καρδίαν αυτού εις μίσος του πολεμούντος ημάς εις συντέλειαν αυτού και των ομονούντων αυτώ· 17τ ημάς δε ρύσαι εν χειρί σου και βοήθησόν μοι τη μόνη και μη εχούση εις μη σε. και έπεσεν η βασίλισσα και μετέβαλε το χρώμα αυτής εν εκλύσει και κατεπέκυψεν επί την κεφαλήν της άβρας της προπορευομένης. όλος δια χρυσού και λίθων πολυτελών. 1ε και μετέβαλεν ο Θεός το πνεύμα του βασιλέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 899 .

και πάσα η θεραπεία αυτού παρεκάλει αυτήν. ου μη αποθάνης ότι κοινόν το πρόσταγμα ημών εστι· πρόσελθε. 4 είπε δε Εσθήρ· ημέρα μου επίσημος σήμερόν εστι· ει ουν δοκεί τω βασιλεί. ην ο βασιλεύς αυτω περιέθηκε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις πραϋτητα. 11 και υπέδειξεν αυτοίς τον πλούτον αυτού και την δόξαν. και ήρεσε το ρήμα τω Αμάν. 3 και είπεν ο βασιλεύς· τι θέλεις. ελθάτω ο βασιλεύς και Αμάν έτι την αύριον εις την δοχήν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 900 . 14 και είπε προς αυτόν Ζωσάρα η γυνή αυτού και οι φίλοι· κοπήτω σοι ξύλον πηχών πεντήκοντα. εγώ ο αδελφός σου. όπως ποιήσωμεν τον λόγον Εσθήρ· και παραγίνονται αμφότεροι εις την δοχήν. και τι σου εστι το αξίωμα. όταν ίδω Μαρδοχαίον τον Ιουδαίον εν τη αυλή. Εσθήρ. και αύριον ποιήσω τα αυτά. ότι θαυμαστός ει. και ως εποίησεν αυτόν πρωτεύειν και ηγείσθαι της βασιλείας. και ητοιμάσθη το ξύλον. 6 εν δε τω πότω είπεν ο βασιλεύς προς Εσθήρ· τι εστι βασίλισσα Εσθήρ. κύριε. 9 Και εξήλθεν ο Αμάν από του βασιλέως υπερχαρής ευφραινόμενος· εν δε τω ιδείν Αμάν Μαρδοχαίον τον Ιουδαίον εν τη αυλή εθυμώθη σφόδρα 10 και εισελθών εις τα ίδια εκάλεσε τους φίλους και Ζωσάραν την γυναίκα αυτού. έως του ημίσους της βασιλείας μου. και εταράχθη η καρδία μου από φόβου της δόξης σου. 2α και είπεν αυτω· είδόν σε. 7 και είπε· το αίτημά μου και το αξίωμα· 8 ει εύρον χάριν ενώπιον του βασιλέως. 2β εν δε τω διαλέγεσθαι αυτήν έπεσεν από εκλύσεως αυτής και ο βασιλεύς εταράσσετο. μέχρις ου κατέστη. 2 και άρας την χρυσήν ράβδον επέθηκεν επί τον τράχηλον αυτής και ησπάσατο αυτήν και είπε· λάλησόν μοι. κύριε. ην ποιήσω σήμερον. 5 και είπεν ο βασιλεύς· κατασπεύσατε Αμάν. ην ποιήσω αυτοίς. θάρσει. και αγωνιάσας ανεπήδησεν από του θρόνου αυτού και ανέλαβεν αυτήν επί τας αγκάλας αυτού. και το πρόσωπόν σου χαρίτων μεστόν. και παρεκάλει αυτήν λόγοις ειρηνικοίς και είπεν αυτη· 1ζ τι εστιν Εσθήρ. και έσται όσα αξιοίς. 12 και είπεν Αμάν· ου κέκληκεν η βασίλισσα μετά του βασιλέως ουδένα εις την δοχήν αλλ ‘ ή εμέ. και εις την αύριον κέκλημαι· 13 και ταύτά μοι ουκ αρέσκει. ως άγγελον Θεού. ελθάτω και αυτός και Αμάν εις την δοχήν. και έσται σοι. ην είπεν Εσθήρ. όρθρου δε ειπόν τω βασιλεί και κρεμασθήτω Μαρδοχαίος επί του ξύλου· συ δε είσελθε εις τη δοχήν συν τω βασιλεί και ευφραίνου.

και μη παραπεσάτω σου λόγος. ούτως ποίησον τω Μαρδοχαίω τω Ιουδαίω τω θεραπεύοντι εν τη αυλή. Αμάν δε υπέστρεψεν εις τα ίδια λυπούμενος κατά κεφαλής. ον εγώ θέλω δοξάσαι. και ίππον εφ ‘ ον ο βασιλεύς επιβαίνει. 13 και διηγήσατο Αμάν τα συμβεβηκότα αυτω Ζωσάρα τη γυναικί αυτού και τοις φίλοις. ον ο βασιλεύς δοξάζει. ότι Θεός ζων μετ ‘ αυτού. είπε δε εν εαυτω Αμάν· τίνα θέλει ο βασιλεύς δοξάσαι ει μη εμέ. είπε δε ο βασιλεύς· τις εν τη αυλή. 10 είπε δε ο βασιλεύς τω Αμάν· καλώς ελάλησας. ιδού Αμάν εν τη αυλή. ον ο βασιλεύς αγαπά. 6 είπε δε ο βασιλεύς τω Αμάν· τι ποιήσω τω ανθρώπω. και εστόλισε τον Μαρδοχαίον. 9 και δότω ενί των φίλων του βασιλέως των ενδόξων και στολισάτω τον άνθρωπον. 7 είπε δε προς τον βασιλέα· άνθρωπον. ον ο βασιλεύς θέλει δοξάσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΣΘΗΡ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 Ο δε Κύριος απέστησε τον ύπνον από του βασιλέως την νύκτα εκείνην. και είπαν οι διάκονοι του βασιλέως· ουκ εποίησας αυτω ουδέν. 11 έλαβε δε Αμάν την στολήν και τον ίππον. ως απήγγειλε τω βασιλεί περί των δύο ευνούχων του βασιλέως εν τω φυλάσσειν αυτούς και ζητήσαι επιβαλείν τας χείρας Αρταξέρξη. και ανεβίβασεν αυτόν επί τον ίππον και διήλθε δια της πλατείας της πόλεως και εκήρυσσε λέγων· ούτως έσται παντί ανθρώπω. πεσών πεσή και ου μη δύνη αυτόν αμύνασθαι. 4 εν δε τω πυνθάνεσθαι τον βασιλέα περί της ευνοίας Μαρδοχαίου. και είπεν ο βασιλεύς· καλέσατε αυτόν. 8 ενεγκάτωσαν οι παίδες του βασιλέως στολήν βυσσίνην. και αναβιβασάτω αυτόν επί τον ίππον και κηρυσσέτω δια της πλατείας της πόλεως λέγων· ούτως έσται παντί ανθρώπω. ω ητοίμασε. ον ο βασιλεύς θέλει δοξάσαι. 12 επέστρεψε δε ο Μαρδοχαίος εις την αυλήν. 3 είπε δε ο βασιλεύς· τίνα δόξαν ή χάριν εποιήσαμεν τω Μαρδοχαίω. παραγίνονται οι ευνούχοι επισπεύδοντες τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 901 . 5 και είπαν οι διάκονοι του βασιλέως· ιδού Αμάν έστηκεν εν τη αυλή. ήρξαι ταπεινούσθαι ενώπιον αυτού. 2 εύρε δε τα γράμματα τα γραφέντα περί Μαρδοχαίου. ην ο βασιλεύς περιβάλλεται. ο δε Αμάν εισήλθεν ειπείν τω βασιλεί κρεμάσαι τον Μαρδοχαίον επί τω ξύλω. και είπε τω διακόνω αυτού εισφέρειν γράμματα μνημόσυνα των ημερών αναγινώσκειν αυτω. ων ελάλησας. και είπαν προς αυτόν οι φίλοι και η γυνή· ει εκ γένους Ιουδαίων Μαρδοχαίος. 14 έτι αυτών λαλούντων.

ον ητοίμασεν Εσθήρ. 6 είπε δε Εσθήρ· άνθρωπος εχθρός Αμάν. 10 και εκρεμάσθη Αμάν επί του ξύλου. 5 είπε δε ο βασιλεύς· τις ούτος. 8 επέστρεψε δε ο βασιλεύς εκ του κήπου. εώρα γαρ εαυτόν εν κακοίς όντα. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΙΣΗΛΘΕ δε ο βασιλεύς και Αμάν συμπιείν τη βασιλίσση. και έστω σοι έως ημίσους της βασιλείας μου. Αμάν δε ακούσας διετράπη τω προσώπω. Αμάν δε εταράχθη από του βασιλέως και της βασιλίσσης. 9 είπε δε Βουγαθάν εις των ευνούχων προς τον βασιλέα· ιδού και ξύλον ητοίμασεν Αμάν Μαρδοχαίω τω λαλήσαντι περί του βασιλέως. όστις ετόλμησε ποιήσαι το πράγμα τούτο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Αμάν επί τον πότον. και τι το αίτημά σου και τι το αξιωμά σου. 3 και αποκριθείσα είπεν· ει εύρον χάριν ενώπιον του βασιλέως. και ώρθωται εν τοις Αμάν ξύλον πηχών πεντήκοντα. και τότε ο βασιλεύς εκόπασε του θυμού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 902 . ό ητοιμάσθη Μαρδοχαίω. ημείς και τα τέκνα ημών εις παίδας και παιδίσκας. δοθήτω η ψυχή τω αιτήματί μου και ο λαός μου τω αξιώματί μου· 4 επράθημεν γαρ εγώ τε και ο λαός μου εις απώλειαν και διαρπαγήν και δουλείαν. 2 είπε δε ο βασιλεύς Εσθήρ τη δευτέρα ημέρα εν τω πότω· τι εστιν. ο πονηρός ούτος. 7 ο δε βασιλεύς εξανέστη από του συμποσίου εις τον κήπον· ο δε Αμάν παρητείτο την βασίλισσαν. Εσθήρ βασίλισσα. και παρήκουσα· ου γαρ άξιος ο διάβολος της αυλής του βασιλέως. είπε δε ο βασιλεύς· σταυρωθήτω επ ‘ αυτού. Αμάν δε επιπεπτώκει επί την κλίνην αξιών την βασίλισσαν. είπε δε ο βασιλεύς· ωστε και την γυναίκα βιάζη εν τη οικία μου.

ότι ενοικείωται αυτη. εκατόν εικοσιεπτά σατράπαις κατά χώραν και χώραν. 5 και είπεν Εσθήρ· ει δοκεί σοι και εύρον χάριν. κατά την εαυτών λέξιν. 11 ως επέταξε αυτοίς χρήσθαι τοις νόμοις αυτών εν πάση πόλει βοηθήσαί τε αυτοίς και χρήσθαι τοις αντιδίκοις αυτών και τοις αντικειμένοις αυτών. τι έτι επιζητείς. ος εστιν Αδάρ. εξηγέρθη δε Εσθήρ παρεστηκέναι τω βασιλεί. και Μαρδοχαίος προσεκλήθη υπό του βασιλέως· υπέδειξε γαρ Εσθήρ. ότι τας χείρας επήνεγκε τοις Ιουδαίοις. ως βούλονται. 2 έλαβε δε ο βασιλεύς τον δακτύλιον. και σφραγίσατε τω δακτυλίω μου· όσα γαρ γράφετε του βασιλέως επιτάξαντος και σφραγισθή τω δακτυλίω μου. πεμφθήτω αποστραφήναι τα γράμματα τα απεσταλμένα υπό Αμάν. 12γ πολλοί τη πλείστη των ευεργετούντων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 903 . 12 εν ημέρα μια εν πάση τη βασιλεία Αρταξέρξου. 4 εξέτεινε δε ο βασιλεύς Εσθήρ την ράβδον την χρυσήν. τα γραφέντα απολέσθαι τους Ιουδαίους. από της Ινδικής έως της Αιθιοπίας. και εξαπέστειλαν τα γράμματα δια βιβλιοφόρων. 3 και προσθείσα ελάλησε προς τον βασιλέα και προσέπεσε προς τους πόδας αυτού και ηξίου αφελείν την Αμάν κακίαν και όσα εποίησε τοις Ιουδαίοις. 10 εγράφη δε δια του βασιλέως και εσφραγίσθη τω δακτυλίω αυτού. τρίτη και εικάδι του αυτού έτους. 8 γράψατε και υμείς εκ του ονόματός μου. και έδωκεν αυτόν Μαρδοχαίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΣΘΗΡ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εν αυτη τη ημέρα ο βασιλεύς Αρταξέρξης εδωρήσατο Εσθήρ όσα υπήρχεν Αμάν τω διαβόλω. χαίρειν. και κατέστησεν Εσθήρ Μαρδοχαίον επί πάντων των Αμάν. και εγράφη τοις Ιουδαίοις όσα ενετείλατο τοις οικονόμοις και τοις άρχουσι των σατραπών. ον αφείλετο Αμάν. τη τρισκαιδεκάτη του δωδεκάτου μηνός. οί εισιν εν τη βασιλεία σου· 6 Πως γαρ δυνήσομαι ιδείν την κάκωσιν του λαού μου και Πως δυνήσομαι σωθήναι εν τη απωλεία της πατρίδος μου. 12α -Ων εστιν αντίγραφον της επιστολής τα υπογεγραμμένα· 12β «βασιλεύς μέγας Αρταξέρξης τοις από της Ινδικής έως της Αιθιοπίας εκατόν εικοσιεπτά σατραπείαις χωρών άρχουσι και τοις τα ημέτερα φρονούσι. ως δοκεί υμίν. ουκ έστιν αυτοίς αντειπείν. ος εστι Νισάν. 9 εκλήθησαν δε οι γραμματείς εν τω πρώτω μηνί. 7 και είπεν ο βασιλεύς προς Εσθήρ· ει πάντα τα υπάρχοντα Αμάν έδωκα και εχαρισάμην σοι και αυτόν εκρέμασα επί ξύλου.

12κ ως γαρ Αμάν Αμαδάθου Μακεδών. ταις αληθείας αλλότριος του των Περσών αίματος και πολύ διεστηκώς της ημετέρας χρηστότητος. ης έχομεν προς παν έθνος φιλανθρωπίας επί τοσούτον. τον τε κόρον ου δυνάμενοι φέρειν και τοις εαυτών ευεργέταις επιχειρούσιν μηχανάσθαι· 12δ και την ευχαριστίαν ου μόνον εκ των ανθρώπων ανταναιρούντες. την καταξίαν του τα πάντα επικρατούντος Θεού δια τάχους αποδόντος αυτω κρίσιν. 12η σκοπείν δε έξεστιν. του τα πάντα κατοπτεύοντος αεί Θεού μισοπόνηρον υπολαμβάνουσιν εκφεύξεσθαι δίκην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χρηστότητι πυκνότερον τιμώμενοι μείζον εφρόνησαν και ου μόνον τους υποτεταγμένους ημίν ζητούσι κακοποιείν. αλλά και τοις των απειραγάθων κόμποις επαρθέντες. 12ι χρώμενοι ταις μεταβολαίς. περιέβαλε συμφοραίς ανηκέστοις. 12ο ημείς δε τους υπό του τρισαλιτηρίου παραδεδομένους εις αφανισμόν Ιουδαίους. 12ε πολλάκις δε και πολλούς των επ ‘ εξουσίαις τεταγμένων των πιστευθέντων χειρίζειν φίλων τα πράγματα παραμυθία μετόχους αιμάτων αθώων καταστήσασα. ου τοσούτον εκ των παλαιοτέρων ων παρεδώκαμεν ιστοριών. επιξενωθείς ημίν 12λ έτυχεν. 12ρ καλώς ουν ποιήσετε μη προσχρησάμενοι τοις υπό Αμάν Αμαδάθου αποσταλείσι γράμμασι δια τον αυτόν τον ταύτα εξεργασάμενον προς ταις Σούσων πύλαις εσταυρώσθαι συν τη πανοικία. την των Περσών επικράτησιν εις τους Μακεδόνας μετάξαι. 12ζ τω της κακοηθείας ψευδεί παραλογισμω παραλογισαμένων την των επικρατούντων ακέραιον ευγνωμοσύνην. τα δε υπό την όψιν ερχόμενα διακρίνοντες αεί μετ ‘ επιεικεστέρας απαντήσεως. όσα εστί παρά πόδας υμάς εκζητούντας ανοσίως συντετελεσμένα τη των ανάξια δυναστευόντων λοιμότητι. δικαιοτάτοις δε πολιτευομένους νόμοις. 12π όντας δε υιούς του Υψίστου μεγίστου ζώντος Θεού του κατευθύνοντος ημίν τε και τοις προγόνοις ημών την βασιλείαν εν τη καλλίστη διαθέσει. ωστε αναγορεύεσθαι ημών πατέρα και προσκυνούμενον υπό πάντων το δεύτερον του βασιλικού θρόνου πρόσωπον διατελείν· 12μ ουκ ενέγκας δε την υπερηφανίαν επετήδευσε της αρχής στερήσαι ημάς και του πνεύματος. 12σ το δε αντίγραφον της επιστολής ταύτης εκθέντες εν παντί τόπω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 904 . ευρίσκομεν ου κακούργους όντας. 12θ και προσέχειν εις τα μετά ταύτα εις το την βασιλείαν ατάραχον τοις πάσιν ανθρώποις μετ ‘ ειρήνης παρεξόμεθα. 12ν τον τε ημέτερον σωτήρα και διαπαντός ευεργέτην Μαρδοχαίον και την άμεμπτον της βασιλείας κοινωνόν Εσθήρ συν παντί τω τούτων έθνει πολυπλόκοις μεθόδων παραλογισμοίς αιτησάμενος εις απώλειαν· 12ξ δια γαρ των τρόπων τούτων ωήθη λαβών ημάς ερήμους.

13 τα δε αντίγραφα εκτιθέσθωσαν οφθαλμοφανώς εν πάση τη βασιλεία. 12υ και υμείς ουν εν ταις επωνύμοις υμών εορταίς επίσημον ημέραν μετά πάσης ευωχίας άγεται. κώθων και ευφροσύνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μετά παρρησίας. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 Εν γαρ τω δωδεκάτω μηνί. ου αν εξετέθη το πρόσταγμα. ήτις κατά ταύτα μη ποιήση. 14 Οι μεν ουν ιππείς εξήλθον σπεύδοντες τα υπό του βασιλέως λεγόμενα επιτελείν· εξετέθη δε το πρόσταγμα και εν Σούσοις. 3 οι γαρ άρχοντες των σατραπών και οι τύραννοι και οι βασιλικοί γραμματείς ετίμων τους Ιουδαίους· ο γαρ φόβος Μαρδοχαίου ενέκειτο αυτοίς. ετοίμους τε είναι πάντας τους Ιουδαίους εις ταύτην την ημέραν. φοβούμενος αυτούς. αλλά και θηρίοις και πετεινοίς εις τον άπαντα χρόνον έχθιστος κατασταθήσεται. πολεμήσαι αυτών τους υπεναντίους». εάν τους Ιουδαίους χρήσθαι τοις εαυτών νομίμοις και συνεπισχύειν αυτοίς. δόρατι και πυρί καταναλωθήσεται μετ ‘ οργής· ου μόνον ανθρώποις άβατος. 15 ο δε Μαρδοχαίος εξήλθεν εστολισμένος την βασιλικήν στολήν και στέφανον έχων χρυσούν και διάδημα βύσσινον πορφυρούν· ιδόντες δε οι εν Σούσοις εχάρησαν. ος εστιν Αδάρ. 16 τοις δε Ιουδαίοις εγένετο φως και ευφροσύνη· 17 κατά πόλιν και χώραν. και πολλοί των εθνών περιετέμνοντο και ιουδάϊζον δια τον φόβον των Ιουδαίων. τη τρισκαιδεκάτη του μηνός. χαρά και ευφροσύνη τοις Ιουδαίοις. ου αν εξετέθη το έκθεμα. τοις δε ημίν επιβουλεύουσι μνημόσυνον της απωλείας. 4 προσέπεσε γαρ το πρόσταγμα του βασιλέως ονομασθήναι εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 905 . παρήν τα γράμματα τα γραφέντα υπό του βασιλέως. 12φ πάσα δε πόλις ή χώρα το σύνολον. 2 εν αυτη τη ημέρα απώλοντο οι αντικείμενοι τοις Ιουδαίοις· ουδείς γαρ αντέστη. όπως και νυν και μετά ταύτα σωτηρία ή ημίν και τοις ευνοούσι Πέρσαις. όπως τους εν καιρω θλίψεως επιθεμένους αυτοίς αμύνωνται τη τρισκαιδεκάτη του δωδεκάτου μηνός Αδάρ τη αυτη ημέρα· 12τ ταύτην γαρ ο τα πάντα δυναστεύων Θεός αντ ‘ ολεθρίας του εκλεκτού γένους εποίησεν αυτοίς ευφροσύνην.

21 στήσαι τας ημέρας ταύτας αγαθάς άγειν τε την τεσσαρεσκαιδεκάτην και την πεντεκαιδεκάτην του Αδάρ -22 εν γαρ ταύταις ταις ημέραις ανεπαύσαντο οι Ιουδαίοι από των εχθρών αυτών. εν ω εστράφη αυτοίς (ος ην Αδάρ) από πένθους εις χαράν και από οδύνης εις αγαθήν ημέραν. 17 και ανεπαύσαντο τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του αυτού μηνός και ήγον αυτήν ημέραν αναπαύσεως μετά χαράς και ευφροσύνης. 5 και επάταξαν οι Ιουδαίοι πληγήν εν πάσι τοις εχθροίς αυτών πληγήν μαχαίρας και αναιρέσεως και απωλείας και εποίησαν εν τοις μισούσιν αυτούς κατά το θέλημα αυτών. 19 δια τούτο ουν οι Ιουδαίοι οι διεσπαρμένοι εν πάση χώρα τη έξω άγουσι την τεσσαρεσκαιδεκάτην του Αδάρ ημέραν αγαθήν μετ ‘ ευφροσύνης αποστέλλοντες μερίδας έκαστος τω πλησίον. καθώς έγραψεν αυτοίς ο Μαρδοχαίος. τοις εγγύς και τοις μακράν. 16 οι δε λοιποί των Ιουδαίων οι εν τη βασιλεία συνήχθησαν και εαυτοίς εβοήθουν και ανεπαύσαντο από των πολεμίων· απώλεσαν γαρ αυτών μυρίους πεντακισχιλίους τη τρισκαιδεκάτη του Αδάρ και ουδέν διήρπασαν. και διήρπασαν. ωστε τους δέκα υιούς Αμάν κρεμάσαι. 24 Πως Αμάν Αμαδάθου. 23 και προσεδέξαντο οι Ιουδαίοι. 13 και είπεν Εσθήρ τω βασιλεί· δοθήτω τοις Ιουδαίοις χρήσθαι ωσαύτως την αύριον. 12 είπε δε ο βασιλεύς προς Εσθήρ· απώλεσαν οι Ιουδαίοι εν Σούσοις τη πόλει άνδρας πεντακοσίους· εν δε τη περιχώρω Πως οίει εχρήσαντο. καθώς έθετο ψήφισμα και κλήρον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 906 . ο Μακεδών. 7 τον τε Φαρσαννές και Δελφών και Φασγά 8 και Φαραδαθά και Βαρέα και Σαρβακά 9 και Μαρμασιμά και Ρουφαίον και Αρσαίον και Ζαβουθαίον. 15 και συνήχθησαν οι Ιουδαίοι εν Σούσοις τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του Αδάρ και απέκτειναν άνδρας τριακοσίους και ουδέν διήρπασαν.και τον μήνα. επολέμει αυτούς. και έσται σοι. εξαποστέλλοντας μερίδας τοις φίλοις και τοις πτωχοίς. 18 οι δε Ιουδαίοι εν Σούσοις τη πόλει συνήχθησαν και τη τεσσαρεσκαιδεκάτη και ανεπαύσαντο· ήγον δε και την πεντεκαιδεκάτην μετά χαράς και ευφροσύνης. 6 και εν Σούσοις τη πόλει απέκτειναν οι Ιουδαίοι άνδρας πεντακοσίους. 11 εν αυτη τη ημέρα επεδόθη ο αριθμός τω βασιλεί των απολωλότων εν Σούσοις. όσοι ήσαν εν τη Αρταξέρξου βασιλεία. 20 Έγραψε δε Μαρδοχαίος τους λόγους τούτους εις βιβλίον και εξαπέστειλε τοις Ιουδαίοις. 14 και επέτρεψεν ούτως γενέσθαι και εξέθηκε τοις Ιουδαίοις της πόλεως τα σώματα των υιών Αμάν κρεμάσαι. 10 τους δέκα υιούς Αμάν Αμαδάθου Βουγαίου του εχθρού των Ιουδαίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάση τη βασιλεία και εμεγαλύνετο. τι ουν αξιοίς έτι. άγειν όλον αγαθάς ημέρας γάμων και ευφροσύνης.

28 αι δε ημέραι αύται των Φρουραί αχθήσονται εις τον άπαντα χρόνον. εγώ ειμι και Αμάν. ότι τη διαλέκτω αυτών καλούνται Φρουραί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αφανίσαι αυτούς. 3ζ το δε έθνος το εμόν. και τα τέκνα αυτού. 27 και έστησε· και προσεδέχοντο οι Ιουδαίοι εφ ‘ εαυτοίς και επί τω σπέρματι αυτών και επί τοις προστεθειμένοις επ ‘ αυτών. 30 και Μαρδοχαίος και Εσθήρ η βασίλισσα έστησαν εαυτοίς καθ ‘ εαυτών. 26 δια τούτο επεκλήθησαν αι ημέραι αύται Φρουραί δια τους κλήρους. ή εγένετο ποταμός και ην φως και ήλιος και ύδωρ πολύ· Εσθήρ εστιν ο ποταμός. 3ε τα δε έθνη τα επισυναχθέντα απολέσαι το όνομα των Ιουδαίων. 3β εμνήσθη γαρ περί του ενυπνίου. ουδέ μην άλλων χρήσονται. και τότε στήσαντες κατά της υγείας εαυτών και την βουλήν αυτών. και το μνημόσυνον αυτών ου μη εκλίπη εκ των γενεών. 3γ η μικρά πηγή. 25 και ως εισήλθε προς τον βασιλέα λέγων κρεμάσαι τον Μαρδοχαίον· όσα δε επεχείρησεν επάξαι επί τους Ιουδαίους κακά. και εκρεμάσθη αυτός. και εγράφη εις μνημόσυνον. ιδού γέγραπται εν βιβλίω βασιλέων Περσών και Μήδων εις μνημόσυνον. 3 ο δε Μαρδοχαίος διεδέχετο τον βασιλέα Αρταξέρξην και μέγας ην εν τη βασιλεία και δεδοξασμένος υπό των Ιουδαίων· και φιλούμενος. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΕΓΡΑΨΕ δε ο βασιλεύς επί την βασιλείαν της τε γης και της θαλάσσης. 31 και Εσθήρ λόγω έστησεν εις τον αιώνα. ην εγάμησεν ο βασιλεύς και εποίησε βασίλισσαν. ούτός εστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 907 . ου είδον περί των λόγων τούτων· ουδέ γαρ παρήλθεν απ ‘ αυτών λόγος. διηγείτο την αγωγήν παντί τω έθνει αυτού. αι δε ημέραι αύται μνημόσυνον επιτελούμενον κατά γενεάν και γενεάν και πόλιν και πατριάν και χώραν. επ ‘ αυτόν εγένοντο. 29 και έγραψεν Εσθήρ η βασίλισσα θυγάτηρ Αμιναδάβ και Μαρδοχαίος ο Ιουδαίος όσα εποίησαν το τε στερέωμα της επιστολής των Φρουραί. 3δ οι δε δύο δράκοντες. δια τους λόγους της επιστολής ταύτης και όσα πεπόνθασι δια ταύτα και όσα αυτοίς εγένετο. 3α Και είπε Μαρδοχαίος· παρά του Θεού εγένετο ταύτα. 2 και την ισχύν αυτού και ανδραγαθίαν πλούτόν τε και δόξαν της βασιλείας αυτού.

ος εξήλθεν εκ της γης Χεττειείμ. ------------------------------------------------------- Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο μετά το πατάξαι Αλέξανδρον τον Φιλίππου τον Μακεδόνα. ην έφασαν είναι και ηρμηνευκέναι Λυσίμαχον Πτολεμαίου των εν Ιερουσαλήμ. και επήρθη η καρδία αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. και εγένοντο αυτω εις φόρον. 4 και συνήγαγε δύναμιν ισχυράν σφόδρα και ήρξε χωρών και εθνών και τυράννων. και εποίησεν ο Θεός τα σημεία και τα τέρατα τα μεγάλα. και ησύχασεν η γη ενώπιον αυτού. ένα τω λαω του Θεού και ένα πάσι τοις έθνεσι· 3θ και ήλθον οι δύο κλήροι ούτοι εις ωραν και καιρόν και εις ημέραν κρίσεως ενώπιον του Θεού και πάσιν τοις έθνεσι. α ου γέγονεν εν τοις έθνεσι. 5 και μετά ταύτα έπεσεν επί την κοίτην και έγνω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 908 . οι βοήσαντες προς τον Θεόν και σωθέντες· και έσωσε Κύριος τον λαόν αυτού και ερύσατο Κύριος ημάς εκ πάντων των κακών τούτων. 2 και συνεστήσατο πολέμους πολλούς και εκράτησεν οχυρωμάτων πολλών και έσφαξε βασιλείς της γης· 3 και διήλθεν έως άκρων της γης και έλαβε σκύλα πλήθους εθνών. και υψώθη. 3ι και εμνήσθη ο Θεός του λαού αυτού και εδικαίωσε την κληρονομίαν αυτού· 3κ και έσονται αυτοίς αι ημέραι αύται εν μηνί Αδάρ τη τεσσαρεσκαιδεκάτη και τη πεντεκαιδεκάτη του μηνός μετά συναγωγής και χαράς και ευφροσύνης ενώπιον του Θεού κατά γενεάς εις τον αιώνα εν τω λαω αυτού Ισραήλ. και Πτολεμαίος ο υιος αυτού την προκειμένην επιστολήν των Φρουραί. 3η δια τούτο εποίησε κλήρους δύο. 3λ Έτους τετάρτου βασιλεύοντος Πτολεμαίου και Κλεοπάτρας εισήνεγκε Δοσίθεος. και επάταξε τον Δαρείον βασιλέα Περσών και Μήδων και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού πρότερος επί την Ελλάδα. ος έφη είναι ιερεύς και Λευίτης.

20 και επέστρεψεν Αντίοχος μετά το πατάξαι Αίγυπτον εν τω εκατοστω και τεσσαρακοστω και τρίτω έτει και ανέβη επί Ισραήλ και ανέβη εις Ιερουσαλήμ εν όχλω βαρεί. και έδωκεν αυτοίς εξουσίαν ποιήσαι τα δικαιώματα των εθνών. 21 και εισήλθον εις το αγίασμα εν υπερηφανία και έλαβε το θυσιαστήριον το χρυσούν και την λυχνίαν του φωτός και πάντα τα σκεύη αυτής 22 και την τράπεζαν της προθέσεως και τα σπονδεία και τας φιάλας και τας θυϊσκας τας χρυσάς και το καταπέτασμα και τους στεφάνους και τον κόσμον τον χρυσούν τον κατά πρόσωπον του ναού και ελέπισε πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι αποθνήσκει. ος ην όμηρα εν τη Ρώμη· και εβασίλευσεν εν έτει εκατοστω και τριακοστω και εβδόμω βασιλείας Ελλήνων. και έλαβε τα σκύλα γης Αιγύπτου. 19 και κατελάβοντο τας πόλεις τας οχυράς εν γη Αιγύπτω. ους εύρε· 24 και λαβών πάντα απήλθεν εις την γην αυτού. εν άρμασι και εν ελέφασι και εν ιππεύσι και εν στόλω μεγάλω 18 και συνεστήσαντο πόλεμον προς Πτολεμαίον βασιλέα Αιγύπτου· και ενετράπη Πτολεμαίος από προσώπου αυτού και έφυγε. 7 και εβασίλευσεν Αλέξανδρος έτη δώδεκα και απέθανε. όπως βασιλεύση επί τας δύο βασιλείας. 11 Εν ταις ημέραις εκείναις εξήλθον εξ Ισραήλ υιοί παράνομοι και ανέπεισαν πολλούς λέγοντες· πορευθώμεν και διαθώμεθα διαθήκην μετά των εθνών των κύκλω ημών. 8 και επεκράτησαν οι παίδες αυτού έκαστος εν τω τόπω αυτού. 14 και ωκοδόμησαν γυμνάσιον εν Ιεροσολύμοις κατά τα νόμιμα των εθνών 15 και εποίησαν εαυτοίς ακροβυστίας και απέστησαν από διαθήκης αγίας και εζευγίσθησαν τοις έθνεσι και επράθησαν του ποιήσαι το πονηρόν. 17 και εισήλθεν εις Αίγυπτον εν όχλω βαρεί. 6 και εκάλεσε τους παίδας αυτού τους ενδόξους τους συντρόφους αυτού από νεότητος και διείλεν αυτοίς την βασιλείαν αυτού έτι ζώντος αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 909 . και έπεσον τραυματίαι πολλοί. 9 και επέθεντο πάντες διαδήματα μετά το αποθανείν αυτόν και οι υιοί αυτών οπίσω αυτών έτη πολλά και επλήθυναν κακά εν τη γη. 10 και εξήλθεν εξ αυτών ρίζα αμαρτωλός Αντίοχος Επιφανής. 16 Και ητοιμάσθη η βασιλεία εναντίον Αντιόχου. υιος Αντιόχου βασιλέως. και υπέβαλε βασιλεύσαι της Αιγύπτου. 23 και έλαβε το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη τα επιθυμητά και έλαβε τους θησαυρούς τους αποκρύφους. και επορεύθησαν προς τον βασιλέα. 12 και ηγαθύνθη ο λόγος εν οφθαλμοίς αυτών. 13 και προεθυμήθησάν τινες από του λαού. και εποίησε φονοκτονίαν και ελάλησεν υπερηφανίαν μεγάλην. ότι αφ ‘ ης εχωρίσθημεν απ ‘ αυτών. εύρεν ημάς κακά πολλά.

37 και εξέχεαν αίμα αθωον κύκλω του αγιάσματος και εμόλυναν το αγίασμα. και τα κτήνη εκληρονόμησαν. και επεδέξατο πάντα τα έθνη κατά τον λόγον του βασιλέως. και τα τέκνα αυτής εγκατέλιπον αυτήν. 26 και εστέναξαν άρχοντες και πρεσβύτεροι. και ενίσχυσαν εν αυτη. βδελύξαι τας ψυχάς αυτών εν παντί ακαθάρτω και βεβηλώσει. 34 και έθηκαν εκεί έθνος αμαρτωλόν. και το κάλλος των γυναικών ηλλοιώθη. και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ εν όχλω βαρεί. 27 πας νυμφίος ανέλαβε θρήνον. 35 και παρέθεντο όπλα και τροφάς και συναγαγόντες τα σκύλα Ιερουσαλήμ απέθεντο εκεί. 43 και πολλοί από Ισραήλ ευδόκησαν τη λατρεία αυτού και έθυσαν τοις ειδώλοις και εβεβήλωσαν το σάββατον. και πας ο οίκος Ιακώβ ενεδύσατο αισχύνην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 25 και εγένετο πένθος μέγα επί Ισραήλ εν παντί τόπω αυτών. και ενεπίστευσαν αυτω. και εγένετο αυτοίς εις άκραν. παρθένοι και νεανίσκοι ησθένησαν. πύργοις οχυροίς. 49 ωστε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 910 . η τιμή αυτής εις εξουδένωσιν. 28 και εσείσθη η γη επί τους κατοικούντας αυτήν. 30 και ελάλησεν αυτοίς λόγους ειρηνικούς εν δόλω. 38 και έφυγον οι κάτοικοι Ιερουσαλήμ δι ‘ αυτούς. 31 και έλαβε τα σκύλα της πόλεως και ενεπύρισεν αυτήν πυρί και καθείλε τους οίκους αυτής και τα τείχη αυτής κύκλω. τα σάββατα αυτής εις ονειδισμόν. και επέπεσεν επί την πόλιν εξάπινα και επάταξεν αυτήν πληγήν μεγάλην και απώλεσε λαόν πολύν εξ Ισραήλ. 47 και οικοδομήσαι βωμούς και τεμένη και ειδωλεία και θύειν ύεια και κτήνη κοινά 48 και αφιέναι τους υιούς αυτών απεριτμήτους. 41 Και έγραψεν ο βασιλεύς Αντίοχος πάση τη βασιλεία αυτού είναι πάντας εις λαόν ένα 42 και εγκαταλιπείν έκαστον τα νόμιμα αυτού. 40 κατά την δόξαν αυτής επληθύνθη η ατιμία αυτής. αι εορταί αυτής εστράφησαν εις πένθος. και καθημένη εν παστω εγένετο εν πένθει. 32 και ηχμαλώτευσαν τας γυναίκας και τα τέκνα. και εγένοντο εις μεγάλην παγίδα. άνδρας παρανόμους. και εγένετο κατοικία αλλοτρίων· και εγένετο αλλοτρία τοις γενήμασιν αυτής. 33 και ωκοδόμησαν την πόλιν Δαυίδ τείχει μεγάλω και ισχυρω. 36 και εγένετο εις ένεδρον τω αγιάσματι και εις διάβολον πονηρόν τω Ισραήλ διαπαντός. και το ύψος αυτής εστράφη εις πένθος. 44 και απέστειλεν ο βασιλεύς βιβλία εν χειρί αγγέλων εις Ιερουσαλήμ και τας πόλεις Ιούδα πορευθήναι οπίσω νομίμων αλλοτρίων της γης 45 και κωλύσαι ολοκαυτώματα και θυσίαν και σπονδήν εκ του αγιάσματος και βεβηλώσαι σάββατα και εορτάς 46 και μιάναι αγίασμα και αγίους. 29 Και μετά δύο έτη ημερών απέστειλεν ο βασιλεύς άρχοντα φορολογίας εις τας πόλεις Ιούδα. 39 το αγίασμα αυτής ηρημώθη ως έρημος.

5 Ελεάζαρ ο καλούμενος Αυαράν. Ιωνάθαν ο καλούμενος Απφούς. ενεπύρισαν πυρί κατασχίσαντες. 3 Σίμων ο καλούμενος Θασσί. Ιωάννης ο καλούμενος Γαδδίς. 59 και τη πέμπτη και εικάδι του μηνός θυσιάζοντες επί τον βωμόν. πας ο εγκαταλιπών τον νόμον. 4 Ιούδας ο καλούμενος Μακκαβαίος. αποθανείται. 56 και τα βιβλία του νόμου. 52 και συνηθροίσθησαν από του λαού προς αυτούς πολλοί. ος ην επί του θυσιαστηρίου. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΝ ταις ημέραις εκείναις ανέστη Ματταθίας υιος Ιωάννου του Συμεών ιερεύς των υιών Ιωαρίβ από Ιερουσαλήμ και εκάθισεν εν Μωδεϊν. 58 εν ισχύϊ αυτών εποίουν ούτως τω Ισραήλ τοις ευρισκομένοις εν παντί μηνί και μηνί εν ταις πόλεσι. 6 και είδε τας βλασφημίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 911 . 62 και πολλοί εν Ισραήλ εκραταιώθησαν και ωχυρώθησαν εν εαυτοίς του μη φαγείν κοινά 63 και επελέξαντο αποθανείν. 51 κατά πάντας τους λόγους τούτους έγραψε πάση τη βασιλεία αυτού και εποίησεν επισκόπους επί πάντα τον λαόν και ενετείλατο ταις πόλεσιν Ιούδα θυσιάζειν κατά πόλιν και πόλιν. το σύγκριμα του βασιλέως εθανάτου αυτόν. ίνα μη μιανθώσι τοις βρώμασι και μη βεβηλώσωσι διαθήκην αγίαν. και απέθανον. και ει τις συνευδόκει τω νόμω. και εποίησαν κακά εν τη γη 53 και έθεντο τον Ισραήλ εν κρύφοις εν παντί φυγαδευτηρίω αυτών. 54 και τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα Χασελεύ τω πέμπτω και τεσσαρακοστω και εκατοστω έτει ωκοδόμησαν βδέλυγμα ερημώσεως επί το θυσιαστήριον και εν πόλεσιν Ιούδα κύκλω ωκοδόμησαν βωμούς· 55 και επί των θυρών των οικιών και εν ταις πλατείαις εθυμίων. και τους οίκους αυτών προενόμευσαν και τους περιτετμηκότας αυτούς εθανάτωσαν. 2 και αυτω υιοί πέντε. α εύρον. 60 και τας γυναίκας τας περιτετμηκυίας τα τέκνα αυτών εθανάτωσαν κατά το πρόσταγμα 61 και εκρέμασαν τα βρέφη εκ των τραχήλων αυτών. 57 και όπου ευρίσκετο παρά τινι βιβλίον διαθήκης. 64 και εγένετο οργή μεγάλη επί Ισραήλ σφόδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιλαθέσθαι του νόμου και αλλάξαι πάντα τα δικαιώματα· 50 και ος αν μη ποιήση κατά το ρήμα του βασιλέως.

ίνα θυσιάσωσι. θυσιάσαι επί του βωμού του εν Μωδεϊν κατά το πρόσταγμα του βασιλέως. 9 τα σκεύη της δόξης αυτής αιχμάλωτα απήχθη. καθώς εποίησε Φινεές τω Ζαμβρί υιω Σαλώμ. απεκτάνθη τα νήπια αυτής εν ταις πλατείαις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τας γινομένας εν Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ 7 και είπεν· οίμοι. 24 και είδε Ματταθίας και εζήλωσε. αποστήναι έκαστος από λατρείας πατέρων αυτού και ηρετίσαντο εν ταις εντολαίς αυτού. και ανήνεγκε θυμόν κατά το κρίμα και δραμών έσφαξεν αυτόν επί τον βωμόν· 25 και τον άνδρα του βασιλέως τον αναγκάζοντα θύειν απέκτεινεν εν τω καιρω εκείνω και τον βωμόν καθείλε. και συ και οι υιοί σου δοξασθήσεσθε αργυρίω και χρυσίω και αποστολαίς πολλαίς. ινατί τούτο εγεννήθην ιδείν το σύντριμμα του λαού μου και το σύντριμμα της πόλεως της αγίας και καθίσαι εκεί εν τω δοθήναι αυτήν εν χειρί εχθρών και το αγίασμα εν χειρί αλλοτρίων. 20 αλλ ‘ εγώ και οι υιοί μου και οι αδελφοί μου πορευσόμεθα εν διαθήκη πατέρων ημών. 23 και ως επαύσατο λαλών τους λόγους τούτους. 8 εγένετο ο ναός αυτής ως ανήρ άδοξος. 16 και πολλοί από Ισραήλ προς αυτούς προσήλθον· και Ματταθίας και οι υιοί αυτού συνήχθησαν. οι νεανίσκοι αυτής εν ρομφαία εχθρού. και εβεβήλωσαν αυτά τα έθνη. 27 και ανέκραξε Ματταθίας εν τη πόλει φωνή μεγάλη λέγων· πας ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 912 . 26 και εζήλωσε τω νόμω. 11 πας ο κόσμος αυτής αφηρέθη. αντί ελευθέρας εγένετο εις δούλην. 14 και διέρρηξε Ματταθίας και υιοί αυτού τα ιμάτια αυτών και περιεβάλοντο σάκκους και επένθησαν σφόδρα. και έση συ και ο οίκός σου των φίλων του βασιλέως. προσήλθεν ανήρ Ιουδαίος εν οφθαλμοίς πάντων. και ετρόμησαν οι νεφροί αυτού. 13 ινατί ημίν έτι ζήν. 12 και ιδού τα άγια ημών και η καλλονή ημών και η δόξα ημών ηρημώθη. ως εποίησαν πάντα τα έθνη και οι άνδρες Ιούδα και οι καταλειφθέντες εν Ιερουσαλήμ. 17 και απεκρίθησαν οι παρά του βασιλέως και είπον τω Ματταθία λέγοντες· άρχων και ένδοξος και μέγας ει εν τη πόλει ταύτη και εστηριγμένος εν υιοίς και αδελφοίς· 18 νυν ουν πρόσελθε πρώτος και ποίησον το πρόσταγμα του βασιλέως. 10 ποίον έθνος ουκ εκληρονόμησε βασιλείαν αυτής και ουκ εκράτησε των σκύλων αυτής. 21 ίλεως ημίν καταλιπείν νόμον και δικαιώματα· 22 των λόγων του βασιλέως ουκ ακουσόμεθα του παρελθείν την λατρείαν ημών δεξιάν ή αριστεράν. 15 Και ήλθον οι παρά του βασιλέως οι καταναγκάζοντες την αποστασίαν εις Μωδεϊν την πόλιν. 19 και απεκρίθη Ματταθίας και είπε φωνή μεγάλη· ει πάντα τα έθνη τα εν οίκω της βασιλείας του βασιλέως ακούουσιν αυτού.

και κατευωδώθη το έργον εν χειρί αυτών. πας ο εκουσιαζόμενος τω νόμω· 43 και πάντες οι φυγαδεύοντες από των κακών προσετέθησαν αυτοίς και εγένοντο αυτοίς εις στήριγμα. αι ήσαν εν Ιερουσαλήμ πόλει Δαυίδ. 45 και εκύκλωσε Ματταθίας και οι φίλοι αυτού και καθείλον τους βωμούς 46 και περιέτεμον τα παιδάρια τα απερίτμητα. όσα εύρον εν ορίοις Ισραήλ. ότι επληθύνθη επ ‘ αυτούς τα κακά. 38 και ανέστησαν επ ‘ αυτούς εν τω πολέμω τοις σάββασι. ουδέ ενέφραξαν τους κρύφους 37 λέγοντες· αποθάνωμεν πάντες εν τη απλότητι ημών· μαρτυρεί εφ ‘ ημάς ο ουρανός και η γη ότι ακρίτως απόλλυτε ημάς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 913 . 42 τότε συνήχθησαν προς αυτούς συναγωγή Ασιδαίων. ος εάν έλθη προς ημάς εις πόλεμον τη ημέρα των σαββάτων. και τα τέκνα αυτών. 29 Τότε κατέβησαν πολλοί ζητούντες δικαιοσύνην και κρίμα εις την έρημον καθίσαι εκεί. και μη πολεμήσωμεν προς τα έθνη υπέρ των ψυχών ημών και των δικαιωμάτων ημών. ισχυροί δυνάμει από Ισραήλ. νυν τάχιον ημάς εξολοθρεύσουσιν από της γης. 32 και έδραμον οπίσω αυτών πολλοί και καταλαβόντες αυτούς παρενέβαλον επ ‘ αυτούς και συνεστήσαντο προς αυτούς πόλεμον εν τη ημέρα των σαββάτων 33 και είπον προς αυτούς· έως του νυν ικανόν· εξέλθετε και ποιήσατε κατά τον λόγον του βασιλέως και ζήσεσθε. εν ισχύϊ 47 και εδίωξαν τους υιούς της υπερηφανίας. 28 και έφυγον αυτός και οι υιοί αυτού εις τα όρη και εγκατέλιπον όσα είχον εν τη πόλει. 44 και συνεστήσαντο δύναμιν και επάταξαν αμαρτωλούς εν οργή αυτών και άνδρας ανόμους εν θυμω αυτών· και οι λοιποί έφυγον εις τα έθνη σωθήναι. οίτινες διασκέδασαν την εντολήν του βασιλέως εις τους κρύφους εν τη ερήμω. ότι κατέβησαν άνδρες. 35 και ετάχυναν επ ‘ αυτούς πόλεμον. 31 και ανηγγέλη τοις ανδράσι του βασιλέως και ταις δυνάμεσιν. 40 και είπεν ανήρ τω πλησίον αυτού· εάν πάντες ποιήσωμεν ως οι αδελφοί ημών εποίησαν. 36 και ουκ απεκρίθησαν αυτοίς ουδέ λίθον ενετίναξαν αυτοίς. 41 και εβουλεύσαντο τη ημέρα εκείνη λέγοντες· πας άνθρωπος. και απέθανον αυτοί και αι γυναίκες αυτών. πολεμήσωμεν κατέναντι αυτού και ου μη αποθάνωμεν πάντες καθώς απέθανον οι αδελφοί ημών εν τοις κρύφοις. 39 Και έγνω Ματταθίας και οι φίλοι αυτού και επένθησαν επ ‘ αυτούς έως σφόδρα. 34 και είπον· ουκ εξελευσόμεθα ουδέ ποιήσομεν τον λόγον του βασιλέως του βεβηλώσαι την ημέραν των σαββάτων. και τα κτήνη αυτών έως χιλίων ψυχών ανθρώπων. 30 αυτοί και οι υιοί αυτών και αι γυναίκες αυτών και τα κτήνη αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζηλών τω νόμω και ιστών διαθήκην εξελθέτω οπίσω μου.

51 μνήσθητε των πατέρων ημών τα έργα. 62 και από λόγων ανδρός αμαρτωλού μη φοβηθήτε. ότι εν αυτω δοξασθήσεσθε. ζηλώσατε τω νόμω και δότε τας ψυχάς υμών υπέρ διαθήκης πατέρων ημών. και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ κοπετόν μέγαν. 57 Δαυίδ εν τω ελέω αυτού εκληρονόμησε θρόνον βασιλείας εις αιώνα αιώνος. 60 Δανιήλ εν τη απλότητι αυτού ερρύσθη εκ στόματος λεόντων. 55 Ιησούς εν τω πληρώσαι λόγον εγένετο κριτής εν Ισραήλ. αυτού ακούετε πάσας τας ημέρας. 54 Φινεές ο πατήρ ημών εν τω ζηλώσαι ζήλον έλαβε διαθήκην ιερωσύνης αιωνίας. 64 και υμείς τέκνα ισχύσατε και ανδρίζεσθε εν τω νόμω. τέκνα. 67 και υμείς προσάξατε προς υμάς πάντας τους ποιητάς του νόμου και εκδικήσατε εκδίκησιν του λαού υμών. 59 Ανανίας. 53 Ιωσήφ εν καιρω στενοχωρίας αυτού εφύλαξεν εντολήν και εγένετο κύριος Αιγύπτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 48 και αντελάβοντο του νόμου εκ χειρός των εθνών και εκ χειρός των βασιλέων και ουκ έδωκαν κέρας τω αμαρτωλω. και προσετέθη προς τους πατέρας αυτού. 65 και ιδού Συμεών ο αδελφός υμών. 69 και ευλόγησεν αυτούς. 70 και απέθανεν εν τω έκτω και τεσσαρακοστω και εκατοστω έτει. ούτος υμίν έσται άρχων στρατιάς και πολεμήσει πόλεμον λαών. 58 ‘Ηλίας εν τω ζηλώσαι ζήλον νόμου ανελήφθη έως εις τον ουρανόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 914 . και ο διαλογισμός αυτού απώλετο. και δέξασθε δόξαν μεγάλην και όνομα αιώνιον. 52 Αβραάμ ουχί εν πειρασμω ευρέθη πιστός. και ελογίσθη αυτω εις δικαιοσύνην. Αζαρίας. 50 και νυν. 66 και Ιούδας Μακκαβαίος ισχυρός δυνάμει εκ νεότητος αυτού. 68 ανταπόδοτε ανταπόδομα τοις έθνεσι και προσέχετε εις τα προστάγματα του νόμου. Μισαήλ. 49 Και ήγγισαν αι ημέραι του Ματταθίου αποθανείν. και έθαψαν αυτόν οι υιοί αυτού εν τάφοις πατέρων αυτών εν Μωδεϊν. ότι η δόξα αυτού εις κοπρίαν και εις σκώληκας· 63 σήμερον επαρθήσεται και αύριον ου μη ευρεθή. α εποίησαν εν ταις γενεαίς αυτών. 61 και ούτως εννοήθητε κατά γενεάν και γενεάν. αυτός υμίν έσται εις πατέρα. και είπε τοις υιοίς αυτού· νυν εστηρίχθη υπερηφανία και ελεγμός και καιρός καταστροφής και οργή θυμού. πιστεύσαντες εσώθησαν εκ φλογός. οίδα ότι ανήρ βουλής εστιν. ότι επέστρεψεν εις τον χουν αυτού. ότι πάντες οι ελπίζοντες επ ‘ αυτόν ουκ ασθενήσουσι. 56 Χάλεβ εν τω επιμαρτύρασθαι εν τη εκκλησία έλαβε γης κληρονομίαν.

6 και συνεστάλησαν οι άνομοι από του φόβου αυτού. και ευωδώθη σωτηρία εν χειρί αυτού. 17 ως δε είδον την παρεμβολήν ερχομένην εις συνάντησιν αυτοίς. 5 και εδίωξεν ανόμους εξερευνών και τους ταράσσοντας τον λαόν αυτού εφλόγισε. 3 και επλάτυνε δόξαν τω λαω αυτού και ενεδύσατο θώρακα ως γίγας και συνεζώσατο τα σκεύη αυτού τα πολεμικά και συνεστήσατο πολέμους σκεπάζων παρεμβολήν εν ρομφαία. 15 και προσέθετο του αναβήναι· και ανέβη μετ ‘ αυτού παρεμβολή ασεβών ισχυρά βοηθήσαι αυτω και ποιήσαι την εκδίκησιν εν υιοίς Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ανέστη Ιούδας ο καλούμενος Μακκαβαίος υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 10 Και συνήγαγεν Απολλώνιος έθνη και από Σαμαρείας δύναμιν μεγάλην του πολεμήσαι προς Ισραήλ. και εξήλθεν Ιούδας εις συνάντησιν αυτών ολιγοστός. 4 και ωμοιώθη λέοντι εν τοις έργοις αυτού και ως σκύμνος ερευγόμενος εις θήραν. 2 και εβοήθουν αυτω πάντες οι αδελφοί αυτού και πάντες. και την μάχαιραν Απολλωνίου έλαβεν Ιούδας και ην πολεμών εν αυτη πάσας τας ημέρας. 16 και ήγγισαν έως αναβάσεως Βαιθωρών. και έως του αιώνος το μνημόσυνον αυτού εις ευλογίαν. και πάντες οι εργάτες της ανομίας συνεταράχθησαν. όσοι εκολλήθησαν τω πατρί αυτού. 8 και διήλθεν εν πόλεσιν Ιούδα και εξωλόθρευσεν ασεβείς εξ αυτής και απέστρεψεν οργήν από Ισραήλ 6 και ωνομάσθη έως εσχάτου της γης και συνήγαγεν απολλυμένους. 14 και είπε· ποιήσω εμαυτω όνομα και δοξασθήσομαι εν τη βασιλεία και πολεμήσω τον Ιούδαν και τους συν αυτω τους εξουδενούντας τον λόγον του βασιλέως. 12 και έλαβον τα σκύλα αυτών. είπον τω Ιούδα· Πως δυνησόμεθα ολιγοστοί όντες πολεμήσαι προς πλήθος τοσούτον ισχυρόν. και επολέμουν τον πόλεμον Ισραήλ μετ ‘ ευφροσύνης. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 915 . 11 και έγνω Ιούδας και εξήλθεν εις συνάντησιν αυτω και επάταξεν αυτόν και απέκτεινεν αυτόν· και έπεσον τραυματίαι πολλοί. και οι επίλοιποι έφυγον. 13 και ήκουσε Σήρων ο άρχων της δυνάμεως Συρίας ότι ήθροισεν Ιούδας άθροισμα και εκκλησίαν πιστών μετ ‘ αυτού εκπορευομένων εις πόλεμον. 7 και επίκρανε βασιλείς πολλούς και εύφρανε τον Ιακώβ εν τοις έργοις αυτού.

ης κατεσκεύασεν εν τη γη του άραι τα νόμιμα. 22 και αυτός συντρίψει αυτούς προ προσώπου ημών· υμείς δε μη φοβηθήτε απ ‘ αυτών. 23 ως δε επαύσατο λαλών. 20 αυτοί έρχονται προς ημάς εν πλήθει ύβρεως και ανομίας του εξάραι ημάς και τας γυναίκας ημών και τα τέκνα ημών. 28 και ήνοιξε το γαζοφυλάκιον αυτού και έδωκεν οψώνια ταις δυνάμεσιν αυτού εις ενιαυτόν και ενετείλατο είναι αυτούς ετοίμους εις πάσαν χρείαν. ωργίσθη θυμω και απέστειλε και συνήγαγε τας δυνάμεις πάσας της βασιλείας αυτού. και συνετρίβη Σήρων και η παρεμβολή αυτού ενώπιον αυτού. 29 και είδεν ότι εξέλιπε το αργύριον από των θησαυρών και οι φόροι της χώρας ολίγοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημείς εκλελύμεθα ασιτούντες σήμερον. και περί των κατοικούντων την Ιουδαίαν και Ιερουσαλήμ 35 αποστείλαι επ ‘ αυτούς δύναμιν του εκτρίψαι και εξάραι την ισχύν Ισραήλ και το κατάλειμμα Ιερουσαλήμ και άραι το μνημόσυνον αυτών από του τόπου 36 και κατοικίσαι υιούς αλλογενείς εν πάσι τοις ορίοις αυτών και κατακληροδοτήσαι την γην αυτών. οι δε λοιποί έφυγον εις γην Φυλιστιείμ. χάριν της διχοστασίας και πληγής. ων εβούλετο. παρεμβολήν ισχυράν σφόδρα. 32 και κατέλιπε Λυσίαν άνθρωπον ένδοξον και από γένους της βασιλείας επί των πραγμάτων του βασιλέως από του ποταμού Ευφράτου έως των ορίων Αιγύπτου 33 και τρέφει Αντίοχον τον υιόν αυτού έως του επιστρέψαι αυτόν. αλλ ‘ ή εκ του ουρανού η ισχύς. του σκυλεύσαι ημάς. 24 και εδίωκον αυτόν εν τη καταβάσει Βαιθωρών έως του πεδίου· και έπεσον απ ‘ αυτών εις άνδρας οκτακοσίους. και υπέρ των παρατάξεων Ιούδα εξηγείτο παν έθνος. 26 και ήγγισεν έως του βασιλέως το όνομα αυτού. και ουκ έστι διαφορά εναντίον του Θεού του ουρανού σώζειν εν πολλοίς ή εν ολίγοις· 19 ότι ουκ εν πλήθει δυνάμεως νίκη πολέμου εστίν. 27 Ως δε ήκουσεν Αντίοχος ο βασιλεύς τους λόγους τούτους. α εδίδου έμπροσθεν δαψιλεί χειρί και επερίσσευσεν υπέρ τους βασιλείς τους έμπροσθεν. ενήλατο εις αυτούς άφνω. 30 και ευλαβήθη μη ουκ έχη ως άπαξ και δις εις τας δαπάνας και τα δόματα. 37 και ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 916 . 18 και είπεν Ιούδας· εύκοπόν εστι συγκλεισθήναι πολλούς εν χερσίν ολίγων. 21 ημείς δε πολεμούμεν περί των ψυχών ημών και των νομίμων ημών. α ήσαν αφ ‘ ημερών των πρώτων. 34 και παρέδωκεν αυτω τας ημίσεις των δυνάμεων και τους ελέφαντας και ενετείλατο αυτω περί πάντων. 31 και ηπορείτο τη ψυχή αυτού σφόδρα και εβουλεύσατο του πορευθήναι εις την Περσίδα και λαβείν τους φόρους των χωρών και συναγαγείν αργύριον πολύ. 25 και ήρξατο ο φόβος Ιούδα και των αδελφών αυτού και η πτόησις επιπίπτειν επί τα έθνη τα κύκλω αυτών.

52 και τα άγιά σου καταπεπάτηται και βεβήλωται και οι ιερείς σου εν πένθει και ταπεινώσει. ότι τόπος προσευχής εις Μασσηφά το πρότερον τω Ισραήλ. και διεπέρασε τον Ευφράτην ποταμόν και διεπορεύετο τας επάνω χώρας. 44 και συνηθροίσθη η συναγωγή του είναι ετοίμους εις πόλεμον και του προσεύξασθαι και αιτήσαι έλεον και οικτιρμούς. έτους εβδόμου και τεσσαρακοστού και εκατοστού. 43 και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· αναστήσωμεν την καθαίρεσιν του λαού ημών και πολεμήσωμεν περί του λαού ημών και των αγίων. και ήλθον και παρενέβαλον πλησίον Εμμανούμ εν τη γη τη πεδινή. εάν μη συ βοηθήσης ημίν. 45 και Ιερουσαλήμ ην αοίκητος ως έρημος· ουκ ην ο εισπορευόμενος και εκπορευόμενος εκ των γενημάτων αυτής. 47 και ενήστευσαν τη ημέρα εκείνη και περιεβάλοντο σάκκους και σποδόν επί τας κεφαλάς αυτών και διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών. περί ων εξηρεύνων τα έθνη τα ομοιώματα των ειδώλων αυτών. 42 και είδεν Ιούδας και οι αδελφοί αυτού. 38 Και επέλεξε Λυσίας Πτολεμαίον τον Δορυμένους και Νικάνορα και Γοργίαν άνδρας δυνατούς των φίλων του βασιλέως. και επέγνωσαν τους λόγους του βασιλέως. 46 και συνήχθησαν και ήλθοσαν εις Μασσηφά κατέναντι Ιερουσαλήμ. 52 και ιδού τα έθνη συνήκται εφ ‘ ημάς του εξάραι ημάς· συ οίδας α λογίζονται εφ ‘ ημάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύς παρέλαβε τας ημίσεις των δυνάμεων τας καταλειφθείσας και απήρεν από Αντιοχείας από πόλεως βασιλείας αυτού. ους ενετείλατο ποιήσαι τω λαω εις απώλειαν και συντέλειαν. κατάλυμα τοις έθνεσι· και εξήρθη τέρψις εξ Ιακώβ. οί επλήρωσαν τας ημέρας. 53 Πως δυνησόμεθα υποστήναι κατά πρόσωπον αυτών. 41 και ήκουσαν οι έμποροι της χώρας το όνομα αυτών και έλαβον αργύριον και χρυσίον πολύ σφόδρα και πέδας και ήλθον εις την παρεμβολήν του λαβείν τους υιούς Ισραήλ εις παίδας. 39 και απέστειλε μετ ‘ αυτών τεσσαράκοντα χιλιάδας ανδρών και επτακισχιλίαν ίππον του εξελθείν εις γην Ιούδα και καταφθείραι αυτήν κατά τον λόγον του βασιλέως. 48 και εξεπέτασαν το βιβλίον του νόμου. και το αγίασμα καταπατούμενον. 50 και εβόησαν φωνή εις τον ουρανόν λέγοντες· τι ποιήσωμεν τούτοις και που αυτούς απαγάγωμεν. 40 και απήραν συν πάση τη δυνάμει αυτών. 49 και ήνεγκαν τα ιμάτια της ιερωσύνης και τα πρωτογενήματα και τας δεκάτας και ήγειραν τους ναζιραίους. 54 και εσάλπισαν ταις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 917 . ότι επληθύνθη τα κακά και αι δυνάμεις παρεμβάλλουσιν εν τοις ορίοις αυτών. και υιοί αλλογενών εν τη άκρα. και προσετέθησαν προς αυτούς δύναμις Συρίας και γης αλλοφύλων. και εξέλιπεν αυλός και κινύρα.

και ούτοι διδακτοί πολέμου. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ παρέλαβε Γοργίας πεντακισχιλίους άνδρας και χιλίαν ίππον εκλεκτήν. 5 και ήλθε Γοργίας εις την παρεμβολήν Ιούδα νυκτός και ουδένα εύρε· και εζήτει αυτούς εν τοις όρεσιν. 55 και μετά τούτο κατέστησεν Ιούδας ηγούμενος του λαού χιλιάρχους και εκατοντάρχους και πεντηκοντάρχους και δεκάρχους. 58 και είπεν Ιούδας· περιζώσασθε και γίνεσθε εις υιούς δυνατούς και γίνεσθε έτοιμοι εις το πρωϊ του πολεμήσαι εν τοις έθνεσι τούτοις τοις επισυνηγμένοις εφ ‘ ημάς εξάραι ημάς και τα άγια ημών· 59 ότι κρείσσον ημάς αποθανείν εν τω πολέμω ή επιδείν επί τα κακά του έθνους ημών και των αγίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σάλπιγξι και εβόησαν φωνή μεγάλη. ότι είπε· φεύγουσιν ούτοι αφ ‘ ημών. ει πως ελεήσει ημάς και μνησθήσεται διαθήκης πατέρων ημών και συντρίψει την παρεμβολήν ταύτην κατά πρόσωπον ημών σήμερον. 10 και νυν βοήσωμεν εις τον ουρανόν. 2 ωστε επιβαλείν επί την παρεμβολήν των Ιουδαίων και πατάξαι αυτούς άφνω· και οι υιοί της άκρας ήσαν αυτω οδηγοί. 11 και γνώσεται πάντα τα έθνη ότι εστίν ο λυτρούμενος και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 918 . ότι εδίωξεν αυτούς Φαραώ εν δυνάμει. 3 και ήκουσεν Ιούδας και απήρεν αυτός και οι δυνατοί πατάξαι την δύναμιν του βασιλέως την εν Αμμαούς. 57 και απήρεν η παρεμβολή. 60 ως δ ‘ αν ή θέλημα εν ουρανω. και παρενέβαλε κατά νότον Αμμαούς. 4 έως έτι αι δυνάμεις εσκορπισμέναι ήσαν από της παρεμβολής. 8 και είπεν Ιούδας τοις ανδράσι τοις μετ ‘ αυτού· μη φοβείσθε το πλήθος αυτών και το όρμημα αυτών μη δειλωθήτε· 9 μνήσθητε Πως εσώθησαν οι πατέρες ημών εν θαλάσση ερυθρά. 7 και είδον παρεμβολήν εθνών ισχυράν τεθωρακισμένην και ίππον κυκλούσαν αυτήν. 6 και άμα τη ημέρα ώφθη Ιούδας εν τω πεδίω εν τρισχιλίοις ανδράσι· πλήν καλύμματα και μαχαίρας ουκ είχον καθώς ηβούλοντο. και απήρεν η παρεμβολή νυκτός. 56 και είπον τοις οικοδομούσιν οικίας και μνηστευομένοις γυναίκας και φυτεύουσιν αμπελώνας και δειλοίς αποστρέφειν έκαστον εις τον οίκον αυτού κατά τον νόμον. ούτω ποιήσει.

και έπεσον εξ αυτών εις άνδρας τρισχιλίους. 27 ο δε ακούσας συνεχύθη και ηθύμει. 25 και εγένετο σωτηρία μεγάλη τω Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη. παραγενηθέντες απήγγειλαν τω Λυσία πάντα τα συμβεβηκότα. 29 και ήλθον εις την Ιδουμαίαν και παρενέβαλον εν Βαιθσούροις. και συνήντησεν αυτοίς Ιούδας εν δέκα χιλιάσιν ανδρών. και έλαβον χρυσίον πολύ και αργύριον και υάκινθον και πορφύραν θαλασσίαν και πλούτον μέγαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σώζων τον Ισραήλ. τοιαύτα εξέβη. ότι πόλεμος εξεναντίας ημών. 30 και είδε την παρεμβολήν ισχυράν και προσηύξατο και είπεν· ευλογητός ει ο σωτήρ του Ισραήλ ο συντρίψας το όρμημα του δυνατού εν χειρί του δούλου σου Δαυίδ και παρέδωκας την παρεμβολήν των αλλοφύλων εις χείρας Ιωνάθαν υιού Σαούλ και του αίροντος τα σκεύη αυτού· 31 ούτω σύγκλεισον την παρεμβολήν ταύτην εν χειρί λαού σου Ισραήλ. 26 Όσοι δε των αλλοφύλων διεσώθησαν. ώφθη μέρος τι εκκύπτον εκ του όρους· 20 και είδεν ότι τετρόπωνται. και μετά ταύτα λάβετε τα σκύλα μετά παρρησίας. 15 οι δε έσχατοι πάντες έπεσον εν ρομφαία. 22 έφυγον πάντες εις γην αλλοφύλων. ότι ουχ οία ήθελε. και εμπυρίζουσι την παρεμβολήν· ο γαρ καπνός ο θεωρούμενος ενεφάνιζε το γεγονός. τοιαύτα γεγόνει τω Ισραήλ. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. και σαλευθήτωσαν τη συντριβή αυτών· 33 κατάβαλε αυτούς ρομφαία Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 919 . 21 οι δε ταύτα συνιδόντες εδειλώθησαν σφόδρα· συνιδόντες δε και την Ιούδα παρεμβολήν εν τω πεδίω ετοίμην εις παράταξιν. 23 και ανέστρεψεν Ιούδας επί την σκυλείαν της παρεμβολής. 28 και εν τω εχομένω ενιαυτω συνελόχισεν ο Λυσίας ανδρών επιλέκτων εξήκοντα χιλιάδας και πεντακισχιλίαν ίππον. 19 έτι λαλούντος Ιούδα ταύτα. και ουχ οία ενετείλατο αυτω ο βασιλεύς. 18 και Γοργίας και η δύναμις εν τω όρει εγγύς ημών· αλλά στήτε νυν εναντίον των εχθρών ημών και πολεμήσατε αυτούς. και αισχυνθήτωσαν επί τη δυνάμει και τη ίππω αυτών· 32 δος αυτοίς δειλίαν και τήξον θράσος ισχύος αυτών. ωστε εκπολεμήσαι αυτούς. 24 και επιστραφέντες ύμνουν και ευλόγουν εις ουρανόν ότι καλόν. 12 και ήραν οι αλλόφυλοι τους οφθαλμούς αυτών και είδον αυτούς ερχομένους εξεναντίας 13 και εξήλθον εκ της παρεμβολής εις πόλεμον· και εσάλπισαν οι μετά Ιούδα 14 και συνήψαν και συνετρίβησαν τα έθνη και έφυγον εις το πεδίον. 16 και επέστρεψεν Ιούδας και η δύναμις από του διώκειν όπισθεν αυτών 17 και είπε προς τον λαόν· μη επιθυμήσητε των σκύλων. και εδίωξαν αυτούς έως Γαζηρών και έως των πεδίων της Ιδουμαίας και Αζώτου και Ιαμνείας.

42 και επέλεξεν ιερείς αμώμους θελητάς νόμου. 36 Είπε δε Ιούδας και οι αδελφοί αυτού· ιδού συνετρίβησαν οι εχθροί ημών. 38 και είδον το αγίασμα ηρημωμένον και το θυσιαστήριον βεβηλωμένον και τας πύλας κατακεκαυμένας και εν ταις αυλαίς φυτά πεφυκότα ως εν δρυμω ή ως ενί των ορέων και τα παστοφόρια καθηρημένα. 52 και ώρθρισαν το πρωϊ τη πέμπτη και εικάδι του μηνός του ενάτου (ούτος ο μην Χασελεύ) του ογδόου και τεσσαρακοστού και εκατοστού έτους 53 και ανήνεγκαν θυσίαν κατά τον νόμον επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων το καινόν. α εποίησαν. 43 και εκαθάρισαν τα άγια και ήραν τους λίθους του μιασμού εις τόπον ακάθαρτον. και εφαίνοσαν εν τώ ναω. 39 και διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών και εκόψαντο κοπετόν μέγαν και επέθεντο σποδόν επί την κεφαλήν αυτών 40 και έπεσον επί πρόσωπον επί την γην και εσάλπισαν ταις σάλπιγξι των σημασιών και εβόησαν εις τον ουρανόν. 51 και επέθηκαν επί την τράπεζαν άρτους και εξεπέτασαν τα καταπετάσματα και ετέλεσαν πάντα τα έργα. 35 ιδών δε Λυσίας την γενομένην τροπήν της αυτού συντάξεως. και έπεσον εκ της παρεμβολής Λυσίου εις πεντακισχιλίους άνδρας και έπεσον εξ εναντίας αυτών. 46 και απέθεντο τους λίθους εν τω όρει του οίκου εν τόπω επιτηδείω μέχρι του παραγενηθήναι προφήτην του αποκριθήναι περί αυτών. μήποτε γένηται αυτοίς εις όνειδος. ότι εμίαναν τα έθνη αυτό· και καθείλον το θυσιαστήριον. της δε Ιούδα το γεγενημένον θάρσος και ως έτοιμοί εισιν ή ζήν ή τεθνάναι γενναίως. 41 τότε επέταξεν Ιούδας άνδρας πολεμείν τους εν τη άκρα. απήρεν εις Αντιόχειαν και εξενολόγει. 44 και εβουλεύσαντο περί του θυσιαστηρίου της ολοκαυτώσεως του βεβηλωμένου. 49 και εποίησαν σκεύη άγια καινά και εισήνεγκαν την λυχνίαν και το θυσιαστήριον των θυμιαμάτων και την τράπεζαν εις τον ναόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγαπώντων σε. αναβώμεν καθαρίσαι τα άγια και εγκαινίσαι. 54 κατά τον καιρόν και κατά την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 920 . και πλεονάσας τον γενηθέντα στρατόν ελογίζετο πάλιν παραγενέσθαι εις την Ιουδαίαν. 48 και ωκοδόμησαν τα άγια και τα εντός του οίκου και τας αυλάς ηγίασαν. και αινεσάτωσάν σε πάντες οι ειδότες το όνομά σου εν ύμνοις. 34 και συνέβαλον αλλήλοις. 50 και εθυμίασαν επί το θυσιαστήριον και εξήψαν τους λύχνους τους επί της λυχνίας. 47 και έλαβον λίθους ολοκλήρους κατά τον νόμον και ωκοδόμησαν το θυσιαστήριον καινόν κατά το πρότερον. 37 και συνήχθη η παρεμβολή πάσα και ανέβησαν εις όρος Σιών. ό εποίησαν. τι αυτω ποιήσωσι· 45 και επέπεσεν αυτοίς βουλή αγαθή καθελείν αυτό. έως αν καθαρίση τα άγια.

και ωργίσθησαν σφόδρα 2 και εβουλεύσαντο του άραι το γένος Ιακώβ τους όντας εν μέσω αυτών και ήρξαντο του θανατούν εν τω λαω και εξαίρειν. ότι περιεκάθηντο τον Ισραήλ. ίνα άγωνται αι ημέραι εγκαινισμού του θυσιαστηρίου εν τοις καιροίς αυτών ενιαυτόν κατ ‘ ενιαυτόν ημέρας οκτώ. 58 και εγενήθη ευφροσύνη μεγάλη εν τω λαω σφόδρα. 55 και έπεσον πας ο λαός επί πρόσωπον και προσεκύνησαν και ευλόγησαν εις ουρανόν τον ευοδώσαντα αυτοίς. την Ακραβαττήνην. μετ ‘ ευφροσύνης και χαράς. μη ποτε παραγενηθέντα τα έθνη καταπατήσωσιν αυτά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέραν. 60 και ωκοδόμησαν εν τω καιρω εκείνω το όρος Σιών. κυκλόθεν τείχη υψηλά και πύργους οχυρούς. 56 και εποίησαν τον εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου ημέρας οκτώ και προσήνεγκαν ολοκαυτώματα μετ ‘ ευφροσύνης και έθυσαν θυσίαν σωτηρίου και αινέσεως. 57 και κατεκόσμησαν το κατά πρόσωπον του ναού στεφάνοις χρυσοίς και ασπιδίσκαις και ενεκαίνισαν τας πύλας και τα παστοφόρια και εθύρωσαν αυτά. εν εκείνη ενεκαινίσθη εν ωδαίς και κιθάραις και κινύραις και εν κυμβάλοις. 3 και επολέμει Ιούδας προς τους υιούς Ησαύ εν τη Ιδουμαία. και επάταξεν αυτούς πληγήν μεγάλην και συνέστειλεν αυτούς και έλαβε τα σκύλα αυτών. εν ή εβεβήλωσαν αυτό τα έθνη. οί ήσαν τω λαω εις παγίδα και εις σκάνδαλον εν τω ενεδρεύειν αυτούς εν ταις οδοίς· 5 και συνεκλείσθησαν υπ ‘ αυτού εν τοις πύργοις. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ εγένετο ότε ήκουσαν τα έθνη κυκλόθεν ότι ωκοδομήθη το θυσιαστήριον και ενεκαινίσθη το αγίασμα ως το πρότερον. και απεστράφη όνειδος εθνών. ως εποίησαν το πρότερον. 6 και διεπέρασεν επί τους υιούς Αμμών και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 921 . 61 και επέταξεν εκεί δύναμιν τηρείν αυτό και ωχύρωσαν αυτό τηρείν την Βαιθσούραν του έχειν τον λαόν οχύρωμα κατά πρόσωπον της Ιδουμαίας. 4 και εμνήσθη της κακίας υιών Βαιάν. από της πέμπτης και εικάδος του μηνός Χασελεύ. και παρενέβαλεν επ ‘ αυτούς και ανεθεμάτισεν αυτούς και ενεπύρισε τους πύργους αυτής εν πυρί συν πάσι τοις ενούσι. 59 και έστησεν Ιούδας και οι αδελφοί αυτού και πάσα η εκκλησία Ισραήλ.

Ιούδα δε άνδρες οκτακισχίλιοι εις την Γαλααδίτιν. 9 Και επισυνήχθησαν τα έθνη τα εν τη Γαδαάδ επί τον Ισραήλ τους όντας επί τοις ορίοις αυτών του εξάραι αυτούς. και έπεσον εκ των εθνών εις τρισχιλίους άνδρας. 13 και πάντες οι αδελφοί ημών οι όντες εν τοις Τωβίου τεθανάτωνται. και ήγαγεν εις την Ιουδαίαν μετ ‘ ευφροσύνης μεγάλης. 23 και παρέλαβε τους εν τη Γαλιλαία και εν Αρβάττοις συν ταις γυναιξί και τοις τέκνοις και πάντα. εις ό κατεφύγομεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εύρε χείρα κραταιάν και λαόν πολύν και Τιμόθεον ηγούμενον αυτών· 7 και συνήψε προς αυτούς πολέμους πολλούς. 22 και εδίωξεν αυτούς έως της πύλης Πτολεμαϊδος. όσα ην αυτοίς. 8 και προκατελάβετο την Ιαζήρ και τας θυγατέρας αυτής και ανέστρεψεν εις την Ιουδαίαν. 14 έτι αι επιστολαί ανεγινώσκοντο. και ηχμαλωτίκασι τας γυναίκας αυτών και τα τέκνα και την αποσκευήν. τοις ούσιν εν θλίψει και πολεμουμένοις υπ ‘ αυτών. και συνετρίβησαν προ προσώπου αυτού. 18 και κατέλιπεν Ιώσηφον τον του Ζαχαρίου και Αζαρίαν ηγουμένους του λαού μετά των επιλοίπων της δυνάμεως εν τη Ιουδαία εις τήρησιν 19 και ενετείλατο αυτοίς λέγων· πρόστητε του λαού τούτου και μη συνάψητε πόλεμον προς τα έθνη έως του επιστρέψαι ημάς. και ιδού άγγελοι έτεροι παρεγένοντο εκ της Γαλιλαίας διερρηχότες τα ιμάτια απαγγέλλοντες κατά τα ρήματα ταύτα λέγοντες 15 επισυνήχθαι επ ‘ αυτούς εκ Πτολεμαϊδος και Τύρου και Σιδώνος και πάσης Γαλιλαίας αλλοφύλων του εξαναλώσαι ημάς. ότι πέπτωκεν εξ ημών πλήθος. και απώλεσαν εκεί ωσεί μίαν χιλιαρχίαν ανδρών. 16 ως δε ήκουσεν Ιούδας και ο λαός τους λόγους τούτους. και Τιμόθεος ηγείται της δυνάμεως αυτών· 12 νυν ουν ελθών εξελού ημάς εκ χειρός αυτών. 21 και επορεύθη Σίμων εις την Γαλιλαίαν και συνήψε πολέμους πολλούς προς τα έθνη. 24 και Ιούδας ο Μακκαβαίος και Ιωνάθαν ο αδελφός αυτού διέβησαν τον Ιορδάνην και επορεύθησαν οδόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 922 . 20 και εμερίσθησαν Σίμωνι άνδρες τρισχίλιοι του πορευθήναι εις την Γαλιλαίαν. και έλαβε τα σκύλα αυτών. και συνετρίβη τα έθνη από προσώπου αυτού. επισυνήχθη εκκλησία μεγάλη βουλεύσασθαι τι ποιήσωσι τοις αδελφοίς αυτών. και έφυγον εις Δάθεμα το οχύρωμα. και επάταξεν αυτούς. 17 και είπεν Ιούδας Σίμωνι τω αδελφω αυτού· επίλεξον σεαυτω άνδρας και πορεύου και ρύσαι τους αδελφούς σου τους εν τη Γαλιλαία· εγώ δε και Ιωνάθαν ο αδελφός μου πορευσόμεθα εις την Γαλααδίτιν. 10 και απέστειλαν γράμματα προς Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού λέγοντες· επισυνηγμένα εστίν εφ ‘ ημάς τα έθνη τα κύκλω ημών του εξάραι ημάς 11 και ετοιμάζονται ελθείν και προκαταλαβέσθαι το οχύρωμα.

36 εκείθεν απήρε και προκατελάβετο την Χασφών. και επάταξεν αυτούς πληγήν μεγάλην. Μακέδ. και επορεύθη Ιούδας εις συνάντησιν αυτών. και απήντησαν αυτοίς ειρηνικώς και διηγήσαντο αυτοίς άπαντα τα συμβάντα τοις αδελφοίς αυτών εν τη Γαλααδίτιδι. 26 και ότι πολλοί εξ αυτών συνειλημμένοι εισίν εις Βόσορρα και Βοσόρ. 34 και επέγνω η παρεμβολή Τιμοθέου ότι Μακκαβαίός εστι. 32 και είπε τοις ανδράσι της δυνάμεως· πολεμήσατε σήμερον υπέρ των αδελφών υμών. 31 και είδεν Ιούδας ότι ήρκται ο πόλεμος και η κραυγή της πόλεως ανέβη εις τον ουρανόν σάλπιγξι και φωνή μεγάλη. πάσαι αι πόλεις αύται οχυραί και μεγάλαι· 27 και εν ταις λοιπαίς πόλεσι της Γαλααδίτιδός εισι συνειλημμένοι και εις αύριον τάσσονται παρεμβάλλειν επί τα οχυρώματα και καταλαβέσθαι και εξάραι πάντας τούτους εν ημέρα μια. ότι δυνάμενος δυνήσεται προς ημάς· 41 εάν δε δειλωθή και παρεμβάλη πέραν του ποταμού. 29 και απήρεν εκείθεν νυκτός. και απήγγειλαν αυτω λέγοντες· επισυνηγμένα εισί προς αυτούς πάντα τα έθνη τα κύκλω ημών. 28 και απέστρεψεν Ιούδας και η παρεμβολή αυτού οδόν εις την έρημον Βόσορρα άφνω· και κατελάβετο την πόλιν και απέκτεινε παν αρσενικόν εν στόματι ρομφαίας και έλαβε πάντα τα σκύλα αυτών και ενέπρησεν αυτήν πυρί. και εσάλπισαν ταις σάλπιγξι και εβόησαν εν προσευχή. 33 και εξήλθεν εν τρισίν αρχαίς εξόπισθεν αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τριών ημερών εν τη ερήμω. 35 και απέκλινεν εις Μααφά και επολέμησεν αυτήν και προκατελάβετο αυτήν και απέκτεινε παν αρσενικόν αυτής και έλαβε τα σκύλα αυτής και ενέπρησεν αυτήν πυρί. 25 και συνήντησαν τοις Ναβαταίοις. και έφυγον από προσώπου αυτού. δύναμις πολλή σφόδρα· 39 και Άραβας μεμίσθωνται εις βοήθειαν αυτοίς και παρενέβαλον πέραν του χειμάρρου έτοιμοι του ελθείν επί σε εις πόλεμον. και επορεύετο έως επί το οχύρωμα· 30 και εγένετο εωθινή ήραν τους οφθαλμούς αυτών και ιδού λαός πολύς. εν Αλέμοις. διαπεράσομεν προς αυτόν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 923 . 40 και είπε Τιμόθεος τοις άρχουσι της δυνάμεως αυτού εν τω εγγίζειν Ιούδαν και την παρεμβολήν αυτού επί τον χειμάρρουν του ύδατος· εάν διαβή προς ημάς πρότερος. αίροντες κλίμακας και μηχανάς καταλαβέσθαι το οχύρωμα και επολέμουν αυτούς. ου δυνησόμεθα υποστήναι αυτόν. Χασφώρ. Μακέδ και Καρναϊν. 38 και απέστειλεν Ιούδας κατασκοπεύσαι την παρεμβολήν. ου ουκ ην αριθμός. και έπεσον εξ αυτών εν εκείνη τη ημέρα εις οκτακισχιλίους άνδρας. 37 μετά δε τα ρήματα ταύτα συνήγαγε Τιμόθεος παρεμβολήν άλλην και παρενέβαλε κατά πρόσωπον Ραφών εκ πέραν του χειμάρρου. Βοσόρ και τας λοιπάς πόλεις της Γαλααδίτιδος.

αλλ ‘ ερχέσθωσαν πάντες εις τον πόλεμον. και ουδείς κακοποιήσει υμάς. και συνετρίβησαν προ προσώπου αυτού πάντα τα έθνη και έρριψαν τα όπλα αυτών και έφυγον εις το τέμενος εν Καρναϊν. 55 Και εν ταις ημέραις. 45 και συνήγαγεν Ιούδας πάντα Ισραήλ τους εν τη Γαλααδίτιδι από μικρού έως μεγάλου και τας γυναίκας αυτών και τα τέκνα αυτών και την αποσκευήν. 51 και απώλεσε παν αρσενικόν εν στόματι ρομφαίας και εξερρίζωσεν αυτήν και έλαβε τα σκύλα αυτής και διήλθε δια της πόλεως επάνω των απεκταμμένων. ελθείν εις γην Ιούδα. 52 και διέβησαν τον Ιορδάνην εις το πεδίον το μέγα κατά πρόσωπον Βαιθσάν. 43 και διεπέρασεν επ ‘ αυτούς πρότερος και πας ο λαός όπισθεν αυτού. και επορεύθησαν επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 924 . ουκ ην εκκλίναι απ ‘ αυτής δεξιάν ή αριστεράν. 57 και είπε· ποιήσωμεν και αυτοί εαυτοίς όνομα και πορευθώμεν πολεμήσαι προς τα έθνη τα κύκλω ημών. 42 ως δε ήγγισεν Ιούδας επί τον χειμάρρουν του ύδατος. 53 και ην Ιούδας επισυνάγων τους εσχατίζοντας και παρακαλών τον λαόν κατά πάσαν την οδόν. και αύτη η πόλις μεγάλη επί της εισόδου οχυρά σφόδρα. ότι ουκ έπεσεν εξ αυτών ουθείς έως του επιστρέψαι εν ειρήνη. 58 και παρήγγειλαν τοις από της δυνάμεως της μετ ‘ αυτών. 54 και ανέβησαν εις το όρος Σιών εν ευφροσύνη και χαρά και προσήγαγον ολοκαυτώματα. παρεμβολήν μεγάλην σφόδρα. αις ην Ιούδας και Ιωνάθαν εν τη Γαλαάδ και Σίμων ο αδελφός αυτού εν τη Γαλιλαία κατά πρόσωπον Πτολεμαϊδος. και ουκ εδύναντο έτι υποστήναι κατά πρόσωπον Ιούδα. 46 και ήλθον έως Εφρών. 48 και απέστειλε προς αυτούς Ιούδας λόγοις ειρηνικοίς λέγων· διελευσόμεθα δια της γης σου του απελθείν εις την γην ημών. 49 και επέταξεν Ιούδας κηρύξαι εν τη παρεμβολή του παρεμβαλείν έκαστον εν ω εστι τόπω· 50 και παρενέβαλον οι άνδρες της δυνάμεως. 44 και προκατελάβοντο την πόλιν και το τέμενος ενεπύρισαν εν πυρί συν πάσι τοις εν αυτω· και ετροπώθη η Καρναϊν. 56 ήκουσεν Ιωσήφ ο του Ζαχαρίου και Αζαρίας άρχοντες της δυνάμεως των ανδραγαθιών και του πολέμου. αλλ ‘ ή δια μέσου αυτής πορεύεσθαι· 47 και απέκλεισαν αυτούς οι εκ της πόλεως και ενέφραξαν τας πύλας λίθοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δυνησόμεθα προς αυτόν. πλήν τοις ποσί παρελευσόμεθα· και ουκ ηβούλοντο ανοίξαι αυτω. έστησε τους γραμματείς του λαού επί του χειμάρρου και ενετείλατο αυτοίς λέγων· μη αφήτε πάντα άνθρωπον παρεμβαλείν. οία εποίησαν. έως ου ήλθον εις γην Ιούδα. και επολέμησαν την πόλιν όλην την ημέραν εκείνην και όλην την νύκτα. και παρεδόθη η πόλις εν χερσίν αυτού.

68 και εξέκλινεν Ιούδας εις Άζωτον γην αλλοφύλων. και έπεσον εν τη ημέρα εκείνη εκ του λαού του Ισραήλ εις δισχιλίους άνδρας. 67 εν τη ημέρα εκείνη έπεσον ιερείς εν πολέμω βουλόμενοι ανδραγαθήσαι εν τω αυτούς εξελθείν εις πόλεμον αβουλεύτως. 65 και εξήλθεν Ιούδας και οι αδελφοί αυτού και επολέμουν τους υιούς Ησαύ εν τη γη προς νότον και επάταξε την Χεβρών και τας θυγατέρας αυτής και καθείλε το οχύρωμα αυτής και τους πύργους αυτής ενέπρησε κυκλόθεν. ότι ουκ ήκουσαν Ιούδα και των αδελφών αυτού. α κατέλιπεν εκεί Αλέξανδρος ο Φιλίππου βασιλεύς ο Μακεδών. και διεπορεύετο την Σαμάρειαν. 63 και ο ανήρ Ιούδας και οι αδελφοί αυτού εδοξάσθησαν σφόδρα εναντίον παντός Ισραήλ και των εθνών πάντων. 4 και αντέστησαν αυτω εις πόλεμον. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Αντίοχος διεπορεύετο τας επάνω χώρας και ήκουσεν ότι εστίν Ελυμαϊς εν τη Περσίδι πόλις ένδοξος πλούτω αργυρίω τε και χρυσίω· 2 και το ιερόν το εν αυτη πλούσιον σφόδρα. 61 και εγενήθη τροπή μεγάλη εν τω λαω Ισραήλ. 6 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 925 . 66 και απήρε του πορευθήναι εις γην αλλοφύλων. και ουκ ηδυνάσθη. και καθείλε τους βωμούς αυτών και τα γλυπτά των θεών αυτών κατέκαυσε πυρί και εσκύλευσε τα σκύλα των πόλεων και επέστρεψεν εις την γην Ιούδα. οιόμενοι ανδραγαθήσαι· 62 αυτοί δε ουκ ήσαν εκ του σπέρματος των ανδρών εκείνων. 5 και ήλθεν απαγγέλλων τις αυτω εις την Περσίδα ότι τετρόπωνται αι παρεμβολαί αι πορευθείσαι εις γην Ιούδα. 3 και ήλθε και εζήτει καταλαβέσθαι την πόλιν και προνομεύσαι αυτήν. και εκεί καλύμματα χρυσά και θώρακες και όπλα. οίς εδόθη σωτηρία Ισραήλ δια χειρός αυτών. ότι εγνώσθη ο λόγος τοις εκ της πόλεως. 60 και ετροπώθη Ιώσηφος και Αζαρίας. 59 και εξήλθε Γοργίας εκ της πόλεως και οι άνδρες αυτού εις συνάντησιν αυτοίς εις πόλεμον. και εδιώχθησαν έως των ορίων της Ιουδαίας. ου ηκούετο το όνομα αυτών· 64 και επισυνήγοντο προς αυτούς ευφημούντες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιάμνειαν. ος εβασίλευσε πρώτος εν τοις Έλλησι. και έφυγε και απήρεν εκείθεν μετά λύπης μεγάλης αποστρέψαι εις Βαβυλώνα.

εν ω νυν ειμι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επορεύθη Λυσίας δυνάμει ισχυρά εν πρώτοις και ενετράπη από προσώπου αυτών. 10 και εκάλεσε πάντας τους φίλους αυτού και είπε προς αυτούς· αφίσταται ο ύπνος από των οφθαλμών μου. 22 και επορεύθησαν προς τον βασιλέα και είπον· έως πότε ου ποιήση κρίσιν και εκδικήσεις τους αδελφούς ημών. 13 έγνων ουν ότι χάριν τούτων εύρόν με τα κακά ταύτα· και ιδού απόλλυμαι λύπη μεγάλη εν γη αλλοτρία. ων εξέκοψαν. ων εποίησα εν Ιερουσαλήμ και έλαβον πάντα τα σκεύη τα χρυσά και τα αργυρά τα εν αυτη και εξαπέστειλα εξάραι τους κατοικούντας Ιούδα διακενής. και εκολλήθησαν αυτοίς τινες των ασεβών εξ Ισραήλ. 16 και απέθανεν εκεί Αντίοχος ο βασιλεύς έτους ενάτου και τεσσαρακοστού και εκατοστού. 9 και ην εκεί ημέρας πλείους. και ελογίσατο ότι αποθνήσκει. και κατέστησε βασιλεύειν Αντίοχον τον υιόν αυτού αντ ‘ αυτού. 12 νυν δε μιμνήσκομαι των κακών. 18 Και οι εκ της άκρας ήσαν συγκλείοντες τον Ισραήλ κύκλω των αγίων και ζητούντες τα κακά δι ‘ όλου και στήριγμα τοις έθνεσι. 11 και είπα τη καρδία μου· έως τίνος θλίψεως ήλθον και κλύδωνος μεγάλου. και εκάλεσε το όνομα αυτού Ευπάτορα. 7 και καθείλον το βδέλυγμα. εθαμβήθη και εσαλεύθη σφόδρα και έπεσεν επί την κοίτην και ενέπεσεν εις αρρωστίαν από της λύπης. ον εξέθρεψε νεώτερον. 17 και επέγνω Λυσίας ότι τέθνηκεν ο βασιλεύς. οίς έλαβον από των παρεμβολών. ότι ανεκαινίσθη επ ‘ αυτόν λύπη μεγάλη. 8 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς τους λόγους τούτους. 19 και ελογίσατο Ιούδας εξάραι αυτούς και εξεκκλησίασε πάντα τον λαόν του περικαθίσαι επ ‘ αυτούς· 20 και συνήχθησαν άμα και περιεκάθισαν επ ‘ αυτούς έτους πεντηκοστού και εκατοστού. 23 ημείς ευδοκούμεν δουλεύειν τω πατρί σου και πορεύεσθαι τοις υπ ‘ αυτού λεγομένοις και κατακολουθείν τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 926 . ότι χρηστός και αγαπώμενος ήμην εν τη εξουσία μου. ό ωκοδόμησεν επί το θυσιαστήριον το εν Ιερουσαλήμ. και εποίησεν επ ‘ αυτούς βελοστάσεις και μηχανάς. 21 και εξήλθον εξ αυτών εκ του συγκλεισμού. 14 και εκάλεσε Φίλιππον ένα των φίλων αυτού και κατέστησεν αυτόν επί πάσης της βασιλείας αυτού· 15 και έδωκεν αυτω το διάδημα και την στολήν αυτού και τον δακτύλιον του αγαγείν Αντίοχον τον υιόν αυτού και εκθρέψαι αυτόν του βασιλεύειν. και το αγίασμα καθώς το πρότερον εκύκλωσαν τείχεσιν υψηλοίς και την Βαιθσούραν πόλιν αυτού. και επίσχυσαν όπλοις και δυνάμει και σκύλοις πολλοίς. ότι ουκ εγένετο αυτω καθώς ενεθυμείτο. και συμπέπτωκα τη καρδία από της μερίμνης.

και συνήγαγε πάντας τους φίλους αυτού και τους άρχοντας της δυνάμεως αυτού και τους επί των ηνιών· 29 και από βασιλειών ετέρων και από νήσων θαλασσών ήλθον προς αυτόν δυνάμεις μισθωταί. και περικεφαλαίαι χαλκαί επί των κεφαλών αυτών. έστιλβε τα όρη απ ‘ αυτών και κατηύγαζεν ως λαμπάδες πυρός. 32 και απήρεν Ιούδας από της άκρας και παρενέβαλεν εις Βαιθζαχαρία απέναντι της παρεμβολής του βασιλέως. 31 και ήλθοσαν δια της Ιδουμαίας και παρενεβάλοσαν επί Βαιθσούραν και επολέμησαν ημέρας πολλάς και εποίησαν μηχανάς· και εξήλθον και ενεπύρισαν αυτάς εν πυρί και επολέμησαν ανδρωδώς. 37 και πύργοι ξύλινοι επ ‘ αυτούς οχυροί σκεπαζόμενοι εφ ‘ εκάστου θηρίου εζωσμένοι επ ‘ αυτού μηχαναίς. 27 και εάν μη προκαταλάβη αυτούς δια τάχους. ουκ αφίσταντο απ ‘ αυτού. ου εάν ην το θηρίον ήσαν και ου εάν επορεύετο επορεύοντο άμα. 35 και διείλον τα θηρία εις τας φάλαγγας και παρέστησαν εκάστω ελέφαντι χιλίους άνδρας τεθωρακισμένους εν αλυσιδωτοίς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 927 . 25 και ουκ εφ ‘ ημάς μόνον εξέτειναν χείρα. αλλά και επί πάντα τα όρια αυτών· 26 και ιδού παρεμβεβλήκασι σήμερον επί την άκραν εν Ιερουσαλήμ του καταλαβέσθαι αυτήν· και το αγίασμα και την Βαιθσούραν ωχύρωσαν. και εφ ‘ εκάστου άνδρες δυνάμεως δύο και τριάκοντα οι πολεμούντες επ ‘ αυτοίς και ο Ινδός αυτού. 39 ως δε έστιλβεν ο ήλιος επί τας χρυσάς και χαλκάς ασπίδας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προστάγμασιν αυτού. μείζονα τούτων ποιήσουσι. 28 Και ωργίσθη ο βασιλεύς ότε ήκουσε. 33 και ώρθρισεν ο βασιλεύς το πρωϊ και απήρε την παρεμβολήν εν ορμήματι αυτής κατά την οδόν Βαιθζαχαρία. 30 και ην ο αριθμός των δυνάμεων αυτού εκατόν χιλιάδες των πεζών και είκοσι χιλιάδες ίππων και ελέφαντες δύο και τριάκοντα ειδότες πόλεμον. 34 και τοις ελέφασιν έδειξαν αίμα σταφυλής και μόρων του παραστήσαι αυτούς εις τον πόλεμον. και διεσκευάσθησαν αι δυνάμεις εις τον πόλεμον και εσάλπισαν ταις σάλπιγξι. 24 και περικάθηνται εις την άκραν υιοί του λαού ημών χάριν τούτου και αλλοτριούνται αφ ‘ ημών· πλήν όσοι ευρίσκοντο αφ ‘ ημών εθανατούντο και αι κληρονομίαι ημών διηρπάζοντο. 38 και την επίλοιπον ίππον ένθεν και ένθεν έστησαν επί τα δύο μέρη της παρεμβολής κατασείοντες και καταφρασσόμενοι εν ταις φάραγξιν. 40 και εξετάθη μέρος τι της παρεμβολής του βασιλέως επί τα υψηλά όρη και τινες επί τα ταπεινά· και ήρχοντο ασφαλώς και τεταγμένως. και πεντακόσιοι ίπποι διατεταγμένοι εκάστω θηρίω εκλελεγμένοι· 36 ούτοι προ καιρού. και ιδού δυνήση του κατασχείν αυτών.

55 Και ήκουσε Λυσίας ότι Φίλιππος. 52 και εποίησαν και αυτοί μηχανάς προς τας μηχανάς αυτών και επολέμησαν ημέρας πολλάς. 57 και κατέσπευδε του απελθείν και ειπείν προς τον βασιλέα και τους ηγεμόνας της δυνάμεως και τους άνδρας· εκλείπομεν καθ ‘ ημέραν. 56 απέστρεψεν από της Περσίδος και Μηδίας και αι δυνάμεις αι πορευθείσαι του βασιλέως μετ ‘ αυτού. και ότι ζητεί παραλαβείν τα πράγματα. 51 και παρενέβαλεν επί το αγίασμα ημέρας πολλάς και έστησεν εκεί βελοστάσεις και μηχανάς και πυροβόλα και λιθόβολα και σκορπίδια εις το βάλλεσθαι βέλη και σφενδόνας. και εξήλθον εκ της πόλεως. και έπεσεν επί την γην επάνω αυτού. 53 βρώματα δε ουκ ην εν τοις αγγείοις δια το έβδομον έτος είναι. και εσκορπίσθησαν έκαστος εις τον τόπον αυτού. και η τροφή ημίν ολίγη. και εσχίζοντο απ ‘ αυτού ένθα και ένθα· 46 και εισέδυ υπό τον ελέφαντα και υπέθεκεν αυτω και ανείλεν αυτόν. ότι σάββατον ην τη γη· 50 και κατελάβετο βασιλεύς την Βαιθσούραν. και ην υπεράγον πάντα τα θηρία. και εξέκλιναν απ ‘ αυτών. και απέταξεν εκεί φρουράν τηρείν αυτήν. 48 οι δε εκ της παρεμβολής του βασιλέως ανέβαινον εις συνάντησιν αυτών εις Ιερουσαλήμ. και οι ανασωζόμενοι εις την Ιουδαίαν από των εθνών κατέφαγον το υπόλειμμα της παραθέσεως. και ο τόπος ου παρεμβάλλομέν εστιν οχυρός. 43 και είδεν Ελεάζαρ ο Αυαράν εν των θηρίων τεθωρακισμένον θώρακι βασιλικω. ότι κατεκράτησεν αυτών ο λιμός. και επίκειται ημίν τα της βασιλείας· 58 νυν ουν δώμεν δεξιάν τοις ανθρώποις τούτοις καίποιήσωμεν μετ ‘ αυτών ειρήνην και μετά παντός έθνους αυτών 59 και στήσωμεν αυτοίς του πορεύεσθαι τοις νομίμοις αυτών. 44 και έδωκεν εαυτόν του σώσαι τον λαόν αυτού και περιποιήσαι εαυτω όνομα αιώνιον· 45 και επέδραμεν αυτω θράσει εις μέσον της φάλαγγος και εθανάτου δεξιά και ευώνυμα. και έπεσον από της παρεμβολής του βασιλέως εξακόσιοι άνδρες. 42 και ήγγισεν Ιούδας και η παρεμβολή αυτού εις παράταξιν. ον κατέστησεν ο βασιλεύς Αντίοχος έτι ζων εκθρέψαι Αντίοχον τον υιόν αυτού εις το βασιλεύσαι αυτόν. και απέθανεν εκεί. και ωήθη ότι εν αυτω εστιν ο βασιλεύς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 41 και εσαλεύοντο πάντες οι ακούοντες φωνής πλήθους αυτών και οδοιπορίας του πλήθους και συγκρουσμού των όπλων· ην γαρ η παρεμβολή μεγάλη σφόδρα και ισχυρά. ότι ουκ ην αυτοίς εκεί διατροφή του συγκεκλείσθαι εν αυτη. 49 και εποίησεν ειρήνην μετά των εκ Βαιθσούρων. 47 και είδον την ισχύν της βασιλείας και το όρμημα των δυνάμεων. ως το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 928 . 54 και υπελείφθησαν εν τοις αγίοις άνδρες ολίγοι. και παρενέβαλεν ο βασιλεύς εις την Ιουδαίαν και εις το όρος Σιών.

και Άλκιμος ηγείτο αυτών. 6 και κατηγόρησαν του λαού προς τον βασιλέα λέγοντες· απώλεσεν Ιούδας και οι αδελφοί αυτού τους φίλους σου. 5 και ήλθον προς αυτόν πάντες άνδρες άνομοι και ασεβείς εξ Ισραήλ. και επεδέξαντο. και έστησεν αυτω την ιερωσύνην και ενετείλατο αυτω ποιήσαι την εκδίκησιν εν τοις υιοίς Ισραήλ. 62 και εισήλθεν ο βασιλεύς εις το όρος Σιών και είδε το οχύρωμα του τόπου και ηθέτησε τον ορκισμόν. και συνέλαβον αι δυνάμεις τον Αντίοχον και τον Λυσίαν αγαγείν αυτούς αυτω. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΤΟΥΣ ενός και πεντηκοστού και εκατοστού εξήλθε Δημήτριος ο του Σελεύκου εκ Ρώμης και ανέβη συν ανδράσιν ολίγοις εις πόλιν παραθαλασσίαν και εβασίλευσεν εκεί. 11 και ου προσέσχον τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 929 . και πορευθείς ιδέτω την εξολόθρευσιν πάσαν. και απέστειλε προς αυτούς ειρηνεύσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρότερον· χάριν γαρ των νομίμων αυτών. 63 και απήρε κατά σπουδήν και απέστρεψεν εις Αντιόχειαν και εύρε Φίλιππον κυριεύοντα της πόλεως και επολέμησε προς αυτόν. 2 και εγένετο ως εισεπορεύετο εις οίκον βασιλείας πατέρων αυτού. ω πιστεύεις. βουλόμενος ιερατεύειν. ον ώμοσε. ην εποίησεν ημίν και τη χώρα του βασιλέως. και ημάς εσκόρπισαν από της γης ημών· 7 νυν ουν απόστειλον άνδρα. και εκάθισε Δημήτριος επί θρόνου βασιλείας αυτού. 60 και ήρεσεν ο λόγος εναντίον του βασιλέως και των αρχόντων. ων διεσκεδάσαμεν. 8 και επέλεξεν ο βασιλεύς τον Βακχίδην των φίλων του βασιλέως κυριεύοντα εν τω πέραν του ποταμού και μέγαν εν τη βασιλεία και πιστόν τω βασιλεί 9 και απέστειλεν αυτόν και Άλκιμον τον ασεβή. 4 και απέκτειναν αυτούς αι δυνάμεις. και κολασάτω αυτούς και πάντας τους επιβοηθούντας αυτοίς. ωργίσθησαν και εποίησαν ταύτα πάντα. και κατελάβετο την πόλιν βία. 10 και απήραν και ήλθον μετά δυνάμεως πολλής εις γην Ιούδα· και απέστειλεν αγγέλους προς Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού λόγοις ειρηνικοίς μετά δόλου. και ενετείλατο καθελείν το τείχος κυκλόθεν. 61 και ώμοσεν αυτοίς ο βασιλεύς και οι άρχοντες· επί τούτοις εξήλθον εκ του οχυρώματος. 3 και εγνώσθη αυτω το πράγμα και είπε· μη μοι δείξητε τα πρόσωπα αυτών.

ίνα υμών ίδω τα πρόσωπα μετ ‘ ειρήνης. και ουκ ην αυτοίς ο θάπτων. 18 και επέπεσεν αυτών ο φόβος και ο τρόμος επί πάντα τον λαόν. 21 και ηγωνίσατο Άλκιμος περί της αρχιερωσύνης. ον ώμοσαν. 24 και εξήλθεν εις πάντα τα όρια της Ιουδαίας κυκλόθεν και εποίησεν εκδίκησιν εν τοις ανδράσι τοις αυτομολήσασι. παρέβησαν γαρ την στάσιν και τον όρκον. και ανεστάλησαν του πορεύεσθαι εις την χώραν. ότι είπαν· ουκ έστιν εν αυτοίς αλήθεια και κρίσις. ην εποίησεν Άλκιμος και οι μετ ‘ αυτού εν υιοίς Ισραήλ υπέρ τα έθνη. 30 και εγνώσθη ο λόγος τω Ιούδα ότι μετά δόλου ήλθεν επ ‘ αυτόν. 20 και κατέστησε την χώραν τω Αλκίμω και αφήκε μετ ‘ αυτού δύναμιν του βοηθείν αυτω· και απήλθε Βακχίδης προς τον βασιλέα. 19 και απήρε Βακχίδης από Ιερουσαλήμ και παρενέβαλεν εν Βηθζαίθ και απέστειλε και συνέλαβε πολλούς από των απ ‘ αυτού αυτομολησάντων ανδρών και τινας του λαού και έθυσεν αυτούς εις το φρέαρ το μέγα. 25 ως δε είδεν Άλκιμος ότι ενίσχυσεν Ιούδας και οι μετ ‘ αυτού. και επέστρεψε προς τον βασιλέα και κατηγόρησεν αυτών πονηρά. και έγνω ότι ου δύναται υποστήναι αυτούς. 27 και ήλθε Νικάνωρ εις Ιερουσαλήμ δυνάμει πολλή. 29 και ήλθε προς Ιούδαν. 15 και ελάλησε μετ ‘ αυτών λόγους ειρηνικούς και ώμοσεν αυτοίς λέγων· ουκ εκζητήσομεν υμίν κακόν και τοις φίλοις υμών. 13 και πρώτοι οι Ασιδαίοι ήσαν εν υιοίς Ισραήλ και επεζήτουν παρ ‘ αυτών ειρήνην· 14 είπαν γαρ· άνθρωπος ιερεύς εκ του σπέρματος Ααρών ήλθεν εν ταις δυνάμεσι και ουκ αδικήσει ημάς. 12 και επισυνήχθησαν προς Άλκιμον και Βακχίδην συναγωγή γραμματέων εκζητήσαι δίκαια. 22 και συνήχθησαν προς αυτόν πάντες οι ταράσσοντες τον λαόν αυτών και κατεκράτησαν γην Ιούδα και εποίησαν πληγήν μεγάλην εν Ισραήλ. ον έγραψε· 17 σάρκας οσίων σου και αίματα αυτών εξέχεαν κύκλω Ιερουσαλήμ. 31 και έγνω Νικάνωρ. και συνέλαβεν εξ αυτών εξήκοντα άνδρας και απέκτεινεν αυτούς εν ημέρα μια κατά τον λόγον. 26 Και απέστειλεν ο βασιλεύς Νικάνορα ένα των αρχόντων αυτού των ενδόξων και μισούντα και εχθραίνοντα τω Ισραήλ και ενετείλατο αυτω εξάραι τον λαόν. και ησπάσαντο αλλήλους ειρηνικώς· και οι πολέμιοι ήσαν έτοιμοι εξαρπάσαι τον Ιούδαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λόγοις αυτών· είδον γαρ ότι ήλθον μετά δυνάμεως πολλής. και απέστειλε προς Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού μετά δόλου λόγοις ειρηνικοίς λέγων· 28 μη έστω μάχην αναμέσον εμού και υμών· ήξω εν ανδράσιν ολίγοις. 23 και είδεν Ιούδας πάσαν την κακίαν. 16 και ενεπίστευσαν αυτω. ότι απεκαλύφθη η βουλή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 930 . και επτοήθη απ ‘ αυτού και ουκ εβουλήθη έτι ιδείν το πρόσωπον αυτού.

Κύριε. και πεσέτωσαν εν ρομφαία· μνήσθητι των δυσφηριών αυτών και μη δως αυτοίς μονήν. 36 και εισήλθον οι ιερείς και έστησαν κατά πρόσωπον του θυσιαστηρίου και του ναού και έκλαυσαν και είπον· 37 συ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. 32 και έπεσον των παρά Νικάνορος ωσεί πεντακισχίλοι άνδρες. και συνήντησεν αυτω δύναμις Συρίας. ότι κακώς ελάλησαν επί τα άγιά σου. εξελέξω τον οίκον τούτον επικληθήναι το όνομά σου επ ‘ αυτω είναι οίκον προσευχής και δεήσεως τω λαω σου· 38 ποίησον εκδίκησιν εν τω ανθρώπω τούτω και εν τη παρεμβολή αυτού. ρίψαντες τα όπλα αυτών έφυγον. και γνώτωσαν οι επίλοιποι. εξήλθεν άγγελός σου. 43 και συνήψαν αι παρεμβολαί εις πόλεμον τη τρισκαιδεκάτη του μηνός Άδαρ. και κρίνον αυτόν κατά την κακίαν αυτού. 33 Και μετά τους λόγους τούτους ανέβη Νικάνωρ εις το όρος Σιών. και εξήλθον από των ιερέων εκ των αγίων και από των πρεσβυτέρων του λαού ασπάσασθαι αυτόν ειρηνικώς και δείξαι αυτω την ολοκαύτωσιν την προσφερομένην υπέρ του βασιλέως. 47 και έλαβον τα σκύλα και την προνομήν. και έπεσεν αυτός πρώτος εν τω πολέμω. και εξήλθεν εις συνάντησιν τω Ιούδα εν πολέμω κατά Χαφαρσαλαμά. 40 και Ιούδας παρενέβαλεν εν Αδασά εν τρισχιλίοις ανδράσι· και προσηύξατο Ιούδας και είπεν· 41 οι παρά του βασιλέως Ασσυρίων ότε εδυσφήμησαν. ην εξέτεινεν υπερηφάνως. εμπυριώ τον οίκον τούτον. 45 και κατεδίωκον αυτούς οδόν ημέρας μιάς από Αδασά έως του ελθείν εις Γάζηρα και εσάλπισαν οπίσω αυτών ταις σάλπιγξι των σημασιών. και έπεσον πάντες ρομφαία. 50 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 931 . 48 και ευφράνθη ο λαός σφόδρα και ήγαγον την ημέραν εκείνην ημέραν ευφροσύνης μεγάλης· 49 και έστησαν του άγειν κατά ενιαυτόν την ημέραν ταύτην την τρισκαιδεκάτην του Άδαρ. Κύριε. και συνετρίβη η παρεμβολή Νικάνορος. 46 και εξήλθον εκ πασών των κωμών της Ιουδαίας κυκλόθεν και υπερεκέρων αυτούς. και ήνεγκαν και εξέτειναν παρά την Ιερουσαλήμ. και έφυγον εις την πόλιν Δαυίδ. και εξήλθε μετά θυμού μεγάλου. και ανέστρεφον ούτοι προς τούτους. 34 και εμυκτήρισεν αυτούς και κατεγέλασεν αυτών και εμίανεν αυτούς και ελάλησεν υπερηφάνως· 35 και ώμοσε μετά θυμού λέγων· εάν μη παραδοθή Ιούδας και η παρεμβολή αυτού εις χείράς μου το νυν. 39 και εξήλθε Νικάνωρ εξ Ιερουσαλήμ και παρενέβαλεν εν Βαιθωρών. και την κεφαλήν Νικάνορος αφείλον και την δεξιάν αυτού. και έσται εάν επιστρέψω εν ειρήνη. και επάταξεν εν αυτοίς εκατόν ογδοηκονταπέντε χιλιάδας· 42 ούτω σύντριψον την παρεμβολήν ταύτην ενώπιον ημών σήμερον. και ου κατελείφθη εξ αυτών ουδέ εις. 44 ως δε είδεν η παρεμβολή αυτού ότι έπεσε Νικάνωρ.

ας ποιούσιν εν τοις Γαλάταις. και διηγήσαντο αυτω τους πολέμους αυτών και τας ανδραγαθίας. και όσοι αν προσέλθωσιν αυτοίς. 2 και ότι εισί δυνατοί ισχύϊ. 3 και όσα εποίησαν εν χώρα Ισπανίας του κατακρατήσαι των μετάλλων του αργυρίου και του χρυσίου του εκεί· 4 και κατεκράτησαν του τόπου παντός τη βουλή αυτών και τη μακροθυμία. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ ήκουσεν Ιούδας το όνομα των Ρωμαίων. και ηχμαλώτευσαν τας γυναίκας αυτών και τα τέκνα αυτών και επρονόμευσαν αυτούς και κατεκράτησαν της γης αυτών και καθείλον τα οχυρώματα αυτών και κατεδουλώσαντο αυτούς έως της ημέρας ταύτης· 11 και τας επιλοίπους βασιλείας και τας νήσους. και λαβόντες αυτάς παρ ‘ αυτού έδωκαν αυτάς Ευμένει τω βασιλεί· 9 και ότι οι εκ της Ελλάδος εβουλεύσαντο ελθείν και εξάραι αυτούς. κατέφθειραν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 932 . και απέστειλαν επ ‘ αυτούς στρατηγόν ένα και επολέμησαν προς αυτούς. ιστώσιν αυτοίς φιλίαν. όσοι ποτέ αντέστησαν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ και ησύχασεν η γη Ιούδα ημέρας ολίγας. και έπεσον εξ αυτών τραυματίαι πολλοί. και των βασιλέων των επελθόντων επ ‘ αυτούς απ ‘ άκρου της γης έως συνέτριψαν αυτούς και επάταξαν εν αυτοίς πληγήν μεγάλην. και συνετρίβη υπ ‘ αυτών. και ότι κατεκράτησαν αυτών και ήγαγον αυτούς υπό φόρον. 7 και έλαβον αυτόν ζώντα και έστησαν αυτοίς διδόναι αυτόν τε και τους βασιλεύοντας μετ ‘ αυτόν φόρον μέγαν και διδόναι όμηρα και διαστολήν 8 και χώραν την Ινδικήν και Μηδίαν και Λυδίαν και από των καλλίστων χωρών αυτών. και οι επίλοιποι διδόασιν αυτοίς φόρον κατ ‘ ενιαυτόν· 5 και τον Φίλιππον και τον Περσέα Κιτιέων βασιλέα και τους επηρμένους επ ‘ αυτούς συνέτριψαν αυτούς εν πολέμω και κατεκράτησαν αυτών· 6 και Αντίοχον τον μέγαν βασιλέα της Ασίας τον πορευθέντα επ ‘ αυτούς εις πόλεμον έχοντα εκατόν είκοσιν ελέφαντας και ίππον και άρματα και δύναμιν πολλήν σφόδρα. ότι εισί δυνατοί ισχύϊ και αυτοί ευδοκούσιν εν πάσι τοις προστιθεμένοις αυτοίς. και ο τόπος ην μακράν απέχων απ ‘ αυτών σφόδρα. 10 και εγνώσθη ο λόγος αυτοίς.

και ρομφαία και εχθρός μακρυνθείη απ ‘ αυτών. και καθ ‘ ημέραν εβουλεύοντο τριακόσιοι και είκοσι βουλευόμενοι διαπαντός περί του πλήθους του ευκοσμείν αυτούς· 16 και πιστεύουσιν ενί ανθρώπω την αρχήν αυτών κατ ‘ ενιαυτόν και κυριεύειν πάσης της γης αυτών. μεθιστώσι· και υψώθησαν σφόδρα. ως έδοξε Ρωμαίοις· και φυλάξονται τα φυλάγματα αυτών ουθέν λαβόντες. 14 και εν πάσι τούτοις ουκ επέθετο ουδείς αυτών διάδημα και ου περιεβάλοντο πορφύραν ωστε αδρυνθήναι εν αυτη· 15 και βουλευτήριον εποίησαν εαυτοίς. ως έδοξε Ρώμη· και φυλάξονται τα φυλάγματα αυτών και ου μετά δόλου. και ό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 933 . 12 μετά δε των φίλων αυτών και των επαναπαυομένων αυτοίς συνετήρησαν φιλίαν· και κατεκράτησαν των βασιλειών των εγγύς και των μακράν. 30 εάν δε μετά τους λόγους τούτους βουλεύσωνται ούτοι και ούτοι προσθείναι ή αφελείν. και πάντες ακούουσι του ενός. και η οδός πολλή σφόδρα. πλοία. 26 και τοις πολεμούσιν ου δώσουσιν ουδέ επαρκέσουσι σίτον. 19 και επορεύθησαν εις Ρώμην. ότι είδον την βασιλείαν των Ελλήνων καταδουλουμένους τον Ισραήλ δουλεία. ποιήσονται εξ αιρέσεως αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εδούλωσαν αυτούς. 22 και τούτο το αντίγραφον της επιστολής. 27 κατά τα αυτά δε εάν έθνει Ιουδαίων συμβή προτέροις πόλεμος. όπλα. ης αντέγραψεν επί δέλτοις χαλκαίς και απέστειλεν εις Ιερουσαλήμ είναι παρ ‘ αυτοίς εκεί μνημόσυνον ειρήνης και συμμαχίας. εφοβούντο απ ‘ αυτών. 24 εάν δε ενστη πόλεμος εν Ρώμη προτέρα ή πάσι τοις συμμάχοις αυτών εν πάση κυρεία αυτών. και εισήλθον εις το βουλευτήριον και απεκρίθησαν και είπον· 20 Ιούδας ο Μακκαβαίος και οι αδελφοί αυτού και το πλήθος των Ιουδαίων απέστειλαν ημάς προς υμάς στήσαι μεθ ‘ υμών συμμαχίαν και ειρήνην και γραφήναι ημάς συμμάχους και φίλους υμών. βασιλεύουσιν· ους δ ‘ αν βούλωνται. αργύριον. συμμαχήσουσιν οι Ρωμαίοι εκ ψυχής. 21 και ήρεσεν ο λόγος ενώπιον αυτών. και όσοι ήκουον το όνομα αυτών. 25 συμμαχήσει το έθνος των Ιουδαίων. ως αν ο καιρός υπογραφή αυτοίς καρδία πλήρει. 23 «Καλώς γένοιτο Ρωμαίοις και τω έθνει Ιουδαίων εν τη θαλάσση και επί της ξηράς εις τον αιώνα. πλοία. όπλα. 13 όσοις δ ‘ αν βούλωνται βοηθείν και βασιλεύειν. -29 κατά τους λόγους τούτους έστησαν Ρωμαίοι τω δήμω των Ιουδαίων. 17 και επέλεξεν Ιούδας τον Ευπόλεμον υιόν Ιωάννου του Ακκώς και Ιάσονα υιόν Ελεαζάρου και απέστειλεν αυτούς εις Ρώμην στήσαι αυτοίς φιλίαν και συμμαχίαν 18 και του άραι τον ζυγόν απ ‘ αυτών. ως αν αυτοίς ο καιρός υπογράφη· 28 και τοις συμμαχούσιν ου δοθήσεται σίτος. και ουκ έστι φθόνος ουδέ ζήλος εν αυτοίς. αργύριον.

3 και του μηνός του πρώτου έτους του δευτέρου και πεντηκοστού και εκατοστού παρενέβαλον επί Ιερουσαλήμ· 4 και απήραν και επορεύθησαν εις Βερέαν εν είκοσι χιλιάσιν ανδρών και δισχιλία ίππω. και εμερίσθη η ίππος εις δύο μέρη. 9 και απέστρεφον αυτόν λέγοντες· ου μη δυνώμεθα. φυγείν απ ‘ αυτών. έσται κύρια. 2 και επορεύθησαν οδόν την εις Γάλγαλα και παρενέβαλον επί Μαισαλώθ την εν Αρβήλοις και προκατελάβοντο αυτήν και απώλεσαν ψυχάς ανθρώπων πολλάς. εγράψαμεν αυτω λέγοντες· διατί εβάρυνας τον ζυγόν σου επί τους φίλους ημών τους συμμάχους Ιουδαίους. και προσέθετο τον Βακχίδην και τον Άλκιμον εκ δευτέρου αποστείλαι εις γην Ιούδα και το δεξιόν κέρας μετ ‘ αυτών. 5 και Ιούδας ην παρεμβεβληκώς εν Ελασά. 6 και είδον το πλήθος των δυνάμεων ότι πολλοί εισι. 32 εάν ουν έτι εντύχωσι κατά σου. και αποθάνωμεν εν ανδρεία χάριν των αδελφών ημών και μη καταλίπωμεν αιτίαν τη δόξη ημών. και εφοβήθησαν σφόδρα· και εξερρύησαν πολλοί από της παρεμβολής. και οι σφενδονήται και οι τοξόται προεπορεύοντο της δυνάμεως. ημείς δε ολίγοι. 8 και εξελύθη και είπε τοις καταλειφθείσιν· αναστώμεν και αναβώμεν επί τους υπεναντίους ημών. ποιήσομεν αυτοίς την κρίσιν και πολεμήσομέν σε δια της θαλάσσης και δια της ξηράς».Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εάν προσθώσιν ή αφέλωσιν. 10 και είπεν Ιούδας· μη μοι γένοιτο ποιήσαι το πράγμα τούτο. 11 και απήρεν η δύναμις από της παρεμβολής και έστησαν εις συνάντησιν αυτοίς. ου κατελείφθησαν εξ αυτών αλλ ‘ ή οκτακόσιοι άνδρες. εάν άρα δυνώμεθα πολεμήσαι αυτούς. και τρισχίλιοι άνδρες εκλεκτοί μετ ‘ αυτού. αλλ ‘ ή σώζωμεν τας εαυτών ψυχάς το νυν και επιστρέψωμεν μετά των αδελφών ημών και πολεμήσωμεν προς αυτούς. και συνετρίβη τη καρδία. και οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 934 . ων ο βασιλεύς Δημήτριος συντελείται εις αυτούς. ότι ουκ είχε καιρόν συναγαγείν αυτούς. 7 και είδεν Ιούδας ότι απερρύη η παρεμβολή αυτού και ο πόλεμος έθλιβεν αυτόν. 31 και περί των κακών. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ ήκουσε Δημήτριος ότι έπεσε Νικάνωρ και αι δυνάμεις αυτού εν πολέμω. και ει ήγγικεν ο καιρός ημών.

και οι λοιποί έφυγον. 16 και εις το αριστερόν κέρας είδον ότι συνετρίβη το δεξιόν κέρας. 33 και έγνω Ιωνάθαν και Σίμων ο αδελφός αυτού· και πάντες οι μετ ‘ αυτού και έφυγον εις την έρημον Θεκωέ και παρενέβαλον επί το ύδωρ λάκκου Ασφάρ. και επέστρεψαν κατά πόδας Ιούδα και των μετ ‘ αυτού εκ των όπισθεν. και ηυτομόλησεν η χώρα μετ ‘ αυτών. 22 και τα περισσά των λόγων Ιούδα και των πολέμων και των ανδραγαθιών. 24 εν ταις ημέραις εκείναις εγενήθη λιμός μέγας σφόδρα. και έπεσον τραυματίαι πολλοί εκ τούτων και εκ τούτων. 28 και ηθροίσθησαν πάντες οι φίλοι Ιούδα και είπον τω Ιωνάθαν· 29 αφ ‘ ου ο αδελφός σου Ιούδας τετελεύτηκε. ήτις ουκ εγένετο αφ ‘ ης ημέρας ουκ ώφθη προφήτης εν αυτοίς. και εν τοις εχθραίνουσιν του έθνους ημών· 30 νυν ουν σε ηρετισάμεθα σήμερον του είναι αντ ‘ αυτού ημίν εις άρχοντα και ηγούμενον του πολεμήσαι τον πόλεμον ημών. 31 και επεδέξατο Ιωνάθαν εν τω καιρω εκείνω την ήγησιν και ανέστη αντί Ιούδα του αδελφού αυτού. 27 και εγένετο θλίψις μεγάλη εν τω Ισραήλ. και εδίωκεν οπίσω αυτών έως Αζώτου όρους. 20 και έκλαυσαν αυτόν και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ κοπετόν μέγαν και επένθουν ημέρας πολλάς και είπον· 21 Πως έπεσε δυνατός σώζων τον Ισραήλ. 14 και είδεν Ιούδας ότι Βακχίδης και το στερέωμα της παρεμβολής εν τοις δεξιοίς. 34 και έγνω Βακχίδης τη ημέρα των σαββάτων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 935 . μετά την τελευτήν Ιούδα εξέκυψαν οι άνομοι εν πάσι τοις ορίοις Ισραήλ. 32 Και έγνω Βακχίδης και εζήτει αυτόν αποκτείναι. και ανέτειλαν πάντες οι εργαζόμενοι την αδικίαν. 15 και συνετρίβη το δεξιόν κέρας απ ‘ αυτών. και ήγγισεν η φάλαγξ εκ των δύο μερών και εφώνουν ταις σάλπιγξι. 26 και εξεζήτουν και εξηρεύνων τους φίλους Ιούδα και ήγον αυτούς προς Βακχίδην. 13 και εσάλπισαν οι παρά Ιούδα και αυτοί ταις σάλπιγξι· και εσαλεύθη η γη από της φωνής των παρεμβολών. και εξεδίκει εν αυτοίς και ενέπαιζεν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρωταγωνισταί πάντες οι δυνατοί· 12 Βακχίδης δε ην εν τω δεξιω κέρατι. και συνήλθον αυτω πάντες οι εύψυχοι τη καρδία. και ανήρ όμοιος αυτω ουκ έστιν εξελθείν προς τους εχθρούς και Βακχίδην. ων εποίησε. 17 και εβαρύνθη ο πόλεμος. 25 και εξέλεξε Βακχίδης τους ασεβείς άνδρας και κατέστησεν αυτούς κυρίους της χώρας. πολλά γαρ ην σφόδρα. και εγένετο ο πόλεμος συνημμένος από πρωϊθεν έως εσπέρας. και της μεγαλωσύνης αυτών ου κατεγράφη. 23 Και εγένετο. 19 και ήραν Ιωνάθαν και Σίμων Ιούδαν τον αδελφόν αυτών και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω των πατέρων αυτού εν Μωδεϊν. 18 και Ιούδας έπεσε.

39 και ήραν τους οφθαλμούς αυτών και είδον και ιδού θρούς και αποσκευή πολλή. 48 και ενεπήδησεν Ιωνάθαν και οι μετ ‘ αυτού εις τον Ιορδάνην και διεκολύμβησαν εις το πέραν. το οχύρωμα το εν Ιεριχώ και την Αμμαούς και την Βαιθωρών και την Βαιθήλ και την Θαμναθά Φαραθωνί και την Τεφών εν τείχεσιν υψηλοίς και πύλαις και μοχλοίς· 51 και έθετο φρουράν εν αυτοίς του εχθραίνειν τω Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ήλθεν αυτός και παν το στράτευμα αυτού πέραν του Ιορδάνου. και εξέκλινεν απ ‘ αυτού εις τα οπίσω. 42 και εξεδίκησαν την εκδίκησιν αίματος αδελφού αυτών και απέστρεψαν εις το έλος του Ιορδάνου. θυγατέρα ενός των μεγάλων μεγιστάνων Χαναάν μετά παραπομπής μεγάλης. και ωκοδόμησαν πόλεις οχυράς εν τη Ιουδαία. 52 και ωχύρωσε την πόλιν την εν Βαιθσούρα και την Γάζαρα και την άκραν και έθετο εν αυταίς δυνάμεις και παραθέσεις βρωμάτων. το δε ύδωρ του Ιορδάνου ένθεν και ένθεν και έλος και δρυμός. 37 μετά δε τους λόγους τούτους απήγγειλαν τω Ιωνάθαν και Σίμωνι τω αδελφω αυτού ότι οι υιοί Ιαμβρί ποιούσι γάμον μέγαν και άγουσι την νύμφην από Ναδαβάθ. 49 και διέπεσον παρά Βακχίδου τη ημέρα εκείνη εις χιλίους άνδρας. 53 και έλαβε τους υιούς των ηγουμένων της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 936 . 44 και είπεν Ιωνάθαν τοις παρ ‘ αυτού· αναστώμεν νυν και πολεμήσωμεν υπέρ των ψυχών ημών. όσα είχε. και ου διέβησαν επ ‘ αυτούς τον Ιορδάνην. ουκ έστι τόπος του εκκλίναι· 46 νυν ουν κεκράξατε εις ουρανόν. 50 και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ. ου γαρ εστι σήμερον ως εχθές και τρίτην ημέραν· 45 ιδού γαρ ο πόλεμος εξεναντίας ημών και εξόπισθεν ημών. 43 και ήκουσε Βακχίδης και ήλθε τη ημέρα των σαββάτων έως των κρηπίδων του Ιορδάνου εν δυνάμει πολλή. και ο νυμφίος εξήλθε και οι φίλοι αυτού και οι αδελφοί αυτού εις συνάντησιν αυτών μετά τυμπάνων και μουσικών και όπλων πολλών. όπως διασωθήτε εκ χειρός εχθρών υμών. και έπεσον τραυματίαι πολλοί. 36 και εξήλθον υιοί Ιαμβρί εκ Μηδαβά και συνέλαβον Ιωάννην και πάντα. 40 και εξανέστησαν επ ‘ αυτούς από του ενέδρου οι περί τον Ιωνάθαν και απέκτειναν αυτούς. και οι επίλοιποι έφυγον εις το όρος· και έλαβον πάντα τα σκύλα αυτών. 41 και μετεστράφη ο γάμος εις πένθος και η φωνή μουσικών αυτών εις θρήνον. 35 και απέστειλεν Ιωνάθαν τον αδελφόν αυτού ηγούμενον του όχλου και παρεκάλεσε τους Ναβαταίους φίλους αυτού παραθέσθαι αυτοίς την αποσκευήν αυτών την πολλήν. και απήλθον έχοντες. 38 και εμνήσθησαν Ιωάννου του αδελφού αυτών και ανέβησαν και εκρύβησαν υπό την σκέπην του όρους. 47 και συνήψεν ο πόλεμος· και εξέτεινεν Ιωνάθαν την χείρα αυτού πατάξαι τον Βακχίδην.

και έθλιβον αυτόν σφόδρα. και ησύχασεν η γη Ιούδα έτη δύο. 57 και είδε Βακχίδης ότι απέθανεν Άλκιμος. και εστερέωσαν αυτήν. 56 και απέθανεν Άλκιμος εν τω καιρω εκείνω μετά βασάνου μεγάλης. 67 και Σίμων και οι μετ ‘ αυτού εξήλθον εκ της πόλεως και ενεπύρισαν τας μηχανάς· 68 και επολέμησαν προς τον Βακχίδην. και απέστρεψε προς τον βασιλέα. 55 εν τω καιρω εκείνω επλήγη Άλκιμος και ενεποδίσθη τα έργα αυτού. όπως συλλάβωσι τον Ιωνάθαν και τους μετ ‘ αυτού· και ουκ εδύναντο. 69 και ωργίσθη θυμω τοις ανδράσι τοις ανόμοις τοις συμβουλεύσασιν αυτω ελθείν εις την χώραν και απέκτειναν εξ αυτών πολλούς και εβουλεύσατο του απελθείν εις την γην αυτού. 66 και επάταξεν Οδομηρά και τους αδελφούς αυτού και τους υιούς Φασιρών εν τω σκηνώματι αυτών. και εξήρξατο τύπτειν και αναβαίνειν εν ταις δυνάμεσι. 70 και επέγνω Ιωνάθαν και απέστειλε προς αυτόν πρέσβεις του συνθέσθαι προς αυτόν ειρήνην και αποδούναι αυτοίς την αιχμαλωσίαν. ότι ην η βουλή αυτού και η έφοδος αυτού κενή. 54 Και εν έτει τρίτω και πεντηκοστω και εκατοστω μηνί τω δευτέρω επέταξεν Άλκιμος καθαιρείν το τείχος της αυλής των αγίων της εσωτέρας· και καθείλε τα έργα των προφητών και ενήρξατο του καθαιρείν. 61 και συνέλαβον από των ανδρών της χώρας των αρχηγών της κακίας εις πεντήκοντα άνδρας και απέκτειναν αυτούς. 63 και έγνω Βακχίδης και συνήγαγε παν το πλήθος αυτού και τοις εκ της Ιουδαίας παρήγγειλε· 64 και ελθών παρενέβαλεν επί Βαιθβασί και επολέμησεν αυτήν ημέρας πολλάς και εποίησε μηχανάς. 62 και εξεχώρησεν Ιωνάθαν και Σίμων και οι μετ ‘ αυτού εις Βαιθβασί την εν τη ερήμω και ωκοδόμησε τα καθηρημένα αυτής. και απεφράγη το στόμα αυτού. 58 Και εβουλεύσαντο πάντες οι άνομοι λέγοντες· ιδού Ιωνάθαν και οι παρ ‘ αυτού εν ησυχία κατοικούσι πεποιθότες· νυν ουν άξομεν τον Βακχίδην. και συλλήψεται αυτούς πάντας εν νυκτί μια.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χώρας όμηρα και έθετο αυτούς εν τη άκρα εν Ιερουσαλήμ εν φυλακή. 60 και απήρε του ελθείν μετά δυνάμεως πολλής και απέστειλεν επιστολάς λάθρα πάσι τοις συμμάχοις αυτού τοις εν τη Ιουδαία. 59 και πορευθέντες συνεβουλεύσαντο αυτω. ότι εγνώσθη αυτοίς η βουλή αυτών. 65 και απέλιπεν Ιωνάθαν Σίμωνα τον αδελφόν αυτού εν τη πόλει και εξήλθεν εις την χώραν και εξήλθεν εν αριθμω. 71 και απεδέξατο και εποίησε κατά τους λόγους αυτού και ώμοσεν αυτω μη εκζητήσαι αυτω κακόν πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού· 72 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 937 . και συνετρίβη υπ ‘ αυτών. και παρελύθη και ουκ εδύνατο έτι λαλήσαι λόγον και εντείλασθαι περί του οίκου αυτού.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέδωκεν αυτω την αιχμαλωσίαν. 9 και παρέδωκαν οι εκ της άκρας Ιωνάθαν τα όμηρα. πριν ή θείναι αυτόν μετά Αλεξάνδρου καθ ‘ ημών· 5 μνησθήσεται γαρ πάντων των κακών. και ήρξατο Ιωνάθαν κρίνειν τον λαόν και ηφάνισε τους ασεβείς εξ Ισραήλ. ην ηχμαλώτευσε το πρότερον εκ γης Ιούδα. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ εν έτει εξηκοστω και εκατοστω ανέβη Αλέξανδρος ο του Αντιόχου ο Επιφανής και κατελάβετο Πτολεμαϊδα. 4 είπε γαρ· προφθάσωμεν του ειρήνην θείναι μετ ‘ αυτού. 15 Και ήκουσεν Αλέξανδρος ο βασιλεύς τας επαγγελίας. και απέδωκεν αυτούς τοις γονεύσιν αυτών. 3 και απέστειλε Δημήτριος προς Ιωνάθαν επιστολάς λόγοις ειρηνικοίς ωστε μεγαλύναι αυτόν. 14 πλήν εν Βαιθσούρα υπελείφθησάν τινες των καταλιπόντων τον νόμον και τα προστάγματα. 6 και έδωκεν αυτω εξουσίαν συναγαγείν δυνάμεις και κατασκευάζειν όπλα και είναι αυτόν σύμμαχον αυτού. 11 και είπε προς τους ποιούντας τα έργα οικοδομείν τα τείχη και το όρος Σιών κυκλόθεν εκ λίθων τετραγώνων εις οχύρωσιν· και εποίησαν ούτως. όσας απέστειλε Δημήτριος τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 938 . 13 και κατέλιπεν έκαστος τον τόπον αυτού και απήλθεν εις την γην αυτού. και αποστρέψας απήλθεν εις την γην αυτού και ου προσέθετο έτι ελθείν εις τα όρια αυτών. 7 και ήλθεν Ιωνάθαν εις Ιερουσαλήμ και ανέγνω τας επιστολάς εις τα ώτα παντός του λαού και των εκ της άκρας. 73 και κατέπαυσε ρομφαία εξ Ισραήλ· και ώκησεν Ιωνάθαν εν Μαχμάς. και τα όμηρα τα εν τη άκρα είπε παραδούναι αυτω. 2 και ήκουσε Δημήτριος ο βασιλεύς και συνήγαγε δυνάμεις πολλάς σφόδρα και εξήλθεν εις συνάντησιν αυτω εις πόλεμον. ων συνετελέσαμεν προς αυτόν και εις τους αδελφούς αυτού και εις το έθνος αυτού. οίς ωκοδόμησε Βακχίδης. και επεδέξαντο αυτόν. και εβασίλευσεν εκεί. 8 και εφοβήθησαν φόβον μέγαν. ην γαρ αυτοίς φυγαδευτήριον. ότι ήκουσαν ότι έδωκεν ο βασιλεύς εξουσίαν συναγαγείν δυνάμεις. 10 και ώκησεν Ιωνάθαν εν Ιερουσαλήμ και ήρξατο οικοδομείν και καινίζειν την πόλιν. 12 και έφυγον οι αλλογενείς οι όντες εν τοις οχυρώμασιν.

24 γράψω αυτοίς καγώ λόγους παρακλήσεως και ύψους και δογμάτων. 32 αφίημι και την εξουσίαν της άκρας της εν Ιερουσαλήμ και δίδωμι τω αρχιερεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωνάθαν. αφίημι από της σήμερον και επέκεινα του λαβείν από της γης Ιούδα και από των τριών νομών των προστιθεμένων αυτη από της Σαμαρείτιδος και Γαλιλαίας. και νυν ποιήσομεν αυτόν φίλον και σύμμαχον ημών. 26 επεί συνετηρήσατε τας προς ημάς συνθήκας και ενεμείνατε τη φιλία ημών και ου προσεχωρήσατε τοις εχθροίς ημών. ους αν εκλέξηται αυτός του φυλάσσειν αυτήν. 25 και απέστειλεν αυτοίς κατά τους λόγους τούτους· «Βασιλεύς Δημήτριος τω έθνει των Ιουδαίων χαίρειν. ηκούσαμεν και εχάρημεν. 27 και νυν εμμείνατε έτι του συντηρήσαι προς ημάς πίστιν. 34 και πάσαι αι εορταί και τα σάββατα και νουμηνίαι και ημέραι αποδεδειγμέναι και τρεις ημέραι προ εορτής και τρεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 939 . 28 και αφήσομεν υμίν αφέματα πολλά και δώσομεν υμίν δόματα. και διηγήσαντο αυτω τους πολέμους και τας ανδραγαθίας. 22 Και ήκουσε Δημήτριος τους λόγους τούτους και ελυπήθη και είπε· 23 τι τούτο εποιήσαμεν ότι προέφθακεν ημάς ο Αλέξανδρος του φιλίαν καταθέσθαι τοις Ιουδαίοις εις στήριγμα. 21 και ενεδύσατο Ιωνάθαν την αγίαν στολήν τω εβδόμω μηνί έτους εξηκοστού και εκατοστού εν εορτη σκηνοπηγίας και συνήγαγε δυνάμεις και κατεσκεύασεν όπλα πολλά. 17 και έγραψεν επιστολάς και απέστειλεν αυτω κατά τους λόγους τούτους λέγων· 18 «Βασιλεύς Αλέξανδρος τω αδελφω Ιωνάθαν χαίρειν· 19 ακηκόαμεν περί σου. 31 και Ιερουσαλήμ ήτω αγία και αφειμένη και τα όρια αυτής. και ανταποδώσομεν υμίν αγαθά ανθ ‘ ων ποιείτε μεθ ‘ ημών. και τους κόπους. 30 και αντί του τρίτου της σποράς και αντί του ημίσους του καρπού του ξυλίνου του επιβάλλοντός μοι λαβείν. αι δεκάται και τα τέλη. 33 και πάσαν ψυχήν Ιουδαίων την αιχμαλωτισθείσαν από γης Ιούδα εις πάσαν βασιλείαν μου αφίημι ελευθέραν δωρεάν· και πάντες αφιέτωσαν τους φόρους και των κτηνών αυτών. όπως αν καταστήση εν αυτη άνδρας. 16 και είπε· μη ευρήσομεν άνδρα τοιούτον ένα. και από της σήμερον ημέρας και εις τον αιώνα χρόνον. 29 και νυν απολύω υμάς και αφίημι πάντας τους Ιουδαίους από των φόρων και της τιμής του αλός και από των στεφάνων. ας εποίησεν αυτός και οι αδελφοί αυτού. ους έσχον. 20 και νυν καθεστάκαμέν σε σήμερον αρχιερέα του έθνους σου και φίλον βασιλέως καλείσθαί σε (και απέστειλεν αυτω πορφύραν και στέφανον χρυσούν) και φρονείν τα ημών και συντηρείν φιλίαν προς ημάς». όπως ώσι συν εμοί εις βοήθειαν. ότι ανήρ δυνατός ισχύϊ και επιτήδειος ει του είναι ημίν φίλος.

41 και παν το πλεονάζον. ους ελάμβανον από των χρειών του αγίου από του λόγου κατ ‘ ενιαυτόν. ως εν τοις πρώτοις έτεσιν. και ταύτα αφίεται δια το ανήκειν αυτά τοις ιερεύσι τοις λειτουργούσι. και δοθήσεται αυτοίς ξένια ως καθήκει πάσαις ταις δυνάμεσι του βασιλέως. όσα εστίν αυτοίς εν τη βασιλεία μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 940 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέραι μετά εορτήν έστωσαν πάσαι αι ημέραι ατελείας και αφέσεως πάσι τοις Ιουδαίοις τοις ούσιν εν τη βασιλεία μου. 39 Πτολεμαϊδα και την προσκυρούσαν αυτη δέδωκα δόμα τοις αγίοις τοις εν Ιερουσαλήμ εις την προσήκουσαν δαπάνην τοις αγίοις. καθά και προσέταξεν ο βασιλεύς εν γη Ιούδα. απολελύσθωσαν και πάντα. και η δαπάνη δοθήσεται εκ του λόγου του βασιλέως. 36 και προγραφήτωσαν των Ιουδαίων εις τας δυνάμεις του βασιλέως εις τριάκοντα χιλιάδας ανδρών. ης εποίησεν εν Ισραήλ και έθλιψεν αυτούς σφόδρα. ότι αυτός εγένετο αυτοίς αρχηγός λόγων ειρηνικών. 49 και συνήψαν πόλεμον οι δύο βασιλείς. και του οικοδομηθήναι τα τείχη τα εν τη Ιουδαίά. 48 Και συνήγαγεν Αλέξανδρος ο βασιλεύς δυνάμεις μεγάλας και παρενέβαλεν εξεναντίας Δημητρίου. 35 και ουχ έξει εξουσίαν ουδείς πράσσειν και παρενοχλείν τινα αυτών περί παντός πράγματος. και έφυγεν η παρεμβολή Δημητρίου. ουκ επίστευσαν αυτοίς ουδέ επεδέξαντο. 37 και κατασταθήσεται εξ αυτών εν τοις οχυρώμασι του βασιλέως τοις μεγάλοις. από του νυν δώσουσιν εις τα έργα του οίκου. και η δαπάνη δοθήσεται εκ του λόγου του βασιλέως. 38 και τους τρεις νομούς τους προστεθέντας τη Ιουδαία από της χώρας Σαμαρείας προστεθήτω τη Ιουδαία προς το λογισθήναι του γενέσθαι υφ ‘ ένα. 42 και επί τούτοις πεντακισχιλίους σίκλους αργυρίου. και εκ τούτων κατασταθήσεται επί χρειών της βασιλείας των ουσών εις πίστιν· και οι επ ‘ αυτών και οι άρχοντες έστωσαν εξ αυτών και πορευέσθωσαν τοις νόμοις αυτών. ότι επεμνήσθησαν της κακίας της μεγάλης. 46 Ως δε ήκουσεν Ιωνάθαν και ο λαός τους λόγους τούτους. 47 και ευδόκησαν εν Αλεξάνδρω. ό ουκ απεδίδοσαν οι από των χρειών. 44 και του οικοδομηθήναι και του επικαινισθήναι τα έργα των αγίων. και συνεμάχουν αυτω πάσας τας ημέρας. 43 και όσοι εάν φύγωσιν εις το ιερόν το εν Ιεροσολύμοις και εν πάσι τοις ορίοις αυτού οφείλοντες βασιλικά και παν πράγμα. 40 καγώ δίδωμι κατ ‘ ενιαυτόν δεκαπέντε χιλιάδας σίκλων αργυρίου από των λόγων του βασιλέως από των τόπων των ανηκόντων. 45 και του οικοδομηθήναι τα τείχη Ιερουσαλήμ και οχυρώσαι κυκλόθεν. του μη υπακούσαι άλλης εξουσίας αλλ ‘ ή του αρχιερέως.

και επιγαμβρεύσω σοι. αλλ ‘ απάντησον εις Πτολεμαϊδα. και ου προσέσχεν αυτοίς ο βασιλεύς. και εισήλθον εις Πτολεμαϊδα έτους δευτέρου και εξηκοστού και εκατοστού. και μηδείς αυτω παρενοχλείτω περί παντός λόγου. εντυχείν κατ ‘ αυτού. και εξέδοτο αυτω Κλεοπάτραν την θυγατέρα αυτού και εποίησε τον γάμον αυτής εν Πτολεμαϊδι καθώς οι βασιλείς εν δόξη μεγάλη. 62 και προσέταξεν ο βασιλεύς και εξέδυσαν Ιωνάθαν τα ιμάτια αυτού και ενέδυσαν αυτόν πορφύραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εδίωξεν αυτόν ο Αλέξανδρος και ίσχυσεν επ ‘ αυτούς. 51 και απέστειλεν Αλέξανδρος προς Πτολεμαίον βασιλέα Αιγύπτου πρέσβεις κατά τους λόγους τούτους λέγων· 52 « Επεί ανέστρεψα εις γην βασιλείας μου και εκάθισα επί θρόνου πατέρων μου και εκράτησα της αρχής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 941 . αυτός και Κλεοπάτρα η θυγάτηρ αυτού. καθώς είρηκας». 66 και επέστρεψεν Ιωνάθαν εις Ιερουσαλήμ μετ ‘ ειρήνης και ευφροσύνης. 65 και εδόξασεν αυτόν ο βασιλεύς και έγραψεν αυτόν των πρώτων φίλων και έθετο αυτόν στρατηγόν και μεριδάρχην. 63 και εκάθισεν αυτόν ο βασιλεύς μετ ‘ αυτού και είπε τοις άρχουσιν αυτού· εξέλθετε μετ ‘ αυτού εις μέσον της πόλεως και κηρύξατε του μηδένα εντυγχάνειν κατ ‘ αυτού περί μηδενός πράγματος. έως έδυ ο ήλιος. 59 και έγραψεν Αλέξανδρος ο βασιλεύς τω Ιωνάθαν ελθείν εις συνάντησιν αυτω. 56 και νυν ποιήσω σοι α έγραψας. και συνέτριψα τον Δημήτριον και επεκράτησα της χώρας ημών 53 και συνήψα προς αυτόν μάχην. 60 και επορεύθη μετά δόξης εις Πτολεμαϊδα και απήντησε τοις δυσί βασιλεύσι· και έδωκεν αυτοίς αργύριον και χρυσίον και τοις φίλοις αυτών και δόματα πολλά και εύρε χάριν εναντίον αυτών. και επιγαμβρεύσω σοι και δώσω σοι δόματα και αυτη άξιά σου. και έφυγον πάντες. άνδρες παράνομοι. 58 και απήντησεν αυτω Αλέξανδρος ο βασιλεύς. και εκαθίσαμεν επί θρόνου βασιλείας αυτού· 54 και νυν στήσωμεν προς εαυτούς φιλίαν. εν ή ανέστρεψας εις γην πατέρων σου και εκάθισας επί θρόνου βασιλείας αυτών. και συνετρίβη αυτός και η παρεμβολή αυτού υφ ‘ ημών. και έπεσεν ο Δημήτριος εν τη ημέρα εκείνη. 50 και εστερέωσε τον πόλεμον σφόδρα. και εποίησαν ούτως. 55 Και απεκρίθη Πτολεμαίος ο βασιλεύς λέγων· « Αγαθή ημέρα. όπως ίδωμεν αλλήλους. 64 και εγένετο ως είδον οι εντυγχάνοντες την δόξαν αυτού. και νυν δος μοι την θυγατέρα σου εις γυναίκα. καθώς εκήρυξε. 61 και επισυνήχθησαν προς αυτόν άνδρες λοιμοί εξ Ισραήλ. 57 Και εξήλθε Πτολεμαίος εξ Αιγύπτου. και περιβεβλημένον αυτόν πορφύραν.

εκινήθη τη διανοία και επέλεξε δέκα χιλιάδας ανδρών και εξήλθεν εξ Ιερουσαλήμ. 68 και ήκουσεν Αλέξανδρος βασιλεύς και ελυπήθη σφόδρα και υπέστρεψεν εις Αντιόχειαν. και επολέμησαν αυτήν. και εκοπίασαν οι ίπποι αυτών. και συνήψαν αι παρεμβολαί εις πόλεμον. 82 και είλκυσε Σίμων την δύναμιν αυτού και συνήψε προς την φάραγγα. ότι δις ετροπώθησαν οι πατέρες σου εν γη αυτών. και συγκριθώμεν εαυτοίς εκεί. 77 και ήκουσεν Απολλώνιος. και συνήντησεν αυτω Σίμων ο αδελφός αυτού επί βοήθειαν αυτού. 84 και ενεπύρισεν Ιωνάθαν την Άζωτον και τας πόλεις τας κύκλω αυτής και έλαβε τα σκύλα αυτών και το ιερόν Δαγών και τους συμφυγόντας εις αυτό ενεπύρισε πυρί. και εκύκλωσαν αυτού την παρεμβολήν και εξετίναξαν τας σχίζας εις τον λαόν εκ πρωϊθεν έως εσπέρας· 81 ο δε λαός ειστήκει καθώς επέταξεν Ιωνάθαν. 72 ερώτησον και μάθε τις ειμι και οι λοιποί οι βοηθούντες ημίν. 74 Ως δε ήκουσεν Ιωνάθαν των λόγων Απολλωνίου. 85 και εγένοντο οι πεπτωκότες μαχαίρα συν τοις εμπυρισθείσιν εις άνδρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 942 . 75 και παρενέβαλεν επί Ιόππην. και παρενέβαλε τρισχιλίαν ίππον και δύναμιν πολλήν και επορεύθη εις Άζωτον ως διοδεύων και άμα προήγεν εις το πεδίον δια το έχειν αυτόν πλήθος ίππου και πεποιθέναι επ ‘ αυτη. και λέγουσιν· ουκ έστιν υμίν στάσις ποδός κατά πρόσωπον ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 67 Και εν έτει πέμπτω και εξηκοστω και εκατοστω ήλθε Δημήτριος υιος Δημητρίου εκ Κρήτης εις την γην των πατέρων αυτού. 78 και κατεδίωξεν Ιωνάθαν οπίσω αυτού εις Άζωτον. και συνήγαγε δύναμιν μεγάλην και παρενέβαλεν εν Ιαμνεία. 69 και κατέστησε Δημήτριος Απολλώνιον τον όντα επί Κοίλης Συρίας. ότι φρουρά Απολλωνίου εν Ιόππη. εγώ δε εγενήθην εις καταγέλωτα και εις ονειδισμόν δια σε· και διατί συ εξουσιάζη εφ ‘ ημάς εν τοις όρεσι. 79 και απέλιπεν Απολλώνιος χιλίαν ίππον εν κρυπτω κατόπισθεν αυτών. ότι μετ ‘ εμού εστι δύναμις των πόλεων. και απέστειλε προς Ιωνάθαν τον αρχιερέα λέγων· 70 «Συ μονώτατος επαίρη εφ ‘ ημάς. η γαρ ίππος εξελύθη. 73 και νυν ου δυνήση υποστηναι την ίππον και δύναμιν τοιαύτην εν τω πεδίω. και έφυγον εις Άζωτον και εισήλθον εις Βηθδαγών το ειδωλείον αυτών του σωθήναι. όπου ουκ έστι λίθος ουδέ κόχλαξ ουδέ τόπος του φυγείν». 83 και η ίππος εσκορπίσθη εν τω πεδίω. κατάβηθι προς ημάς εις το πεδίον. 76 και φοβηθέντες ήνοιξαν οι εκ της πόλεως. και απέκλεισαν αυτόν εκ της πόλεως. 80 και έγνω Ιωνάθαν ότι έστιν ένεδρον κατόπισθεν αυτού. και εκυρίευσεν Ιωνάθαν Ιόππης. 71 νυν ουν ει πέποιθας επί ταις δυνάμεσί σου. και συνετρίβησαν υπ ‘ αυτού και έφυγον.

και έδωκεν αυτω την Ακκαρών και πάντα τα όρια αυτής εις κληροδοσίαν. ότι εντολή ην Αλεξάνδρου του βασιλέως συναντάν αυτω δια το πενθερόν αυτού είναι. εζήτησε γαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 943 . 7 και επορεύθη Ιωνάθαν μετά του βασιλέως έως του ποταμού του καλουμένου Ελευθέρου και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ. και προσέθετο δοξάσαι τον Ιωνάθαν. και ησπάσαντο αλλήλους και εκοιμήθησαν εκεί. ην έχει Αλέξανδρος. 87 και επέστρεψεν Ιωνάθαν εις Ιερουσαλήμ συν τοις παρ ‘ αυτού έχοντες σκύλα πολλά. έδειξαν αυτω το ιερόν Δαγών εμπεπυρισμένον και Άζωτον και τα περιπόλια αυτής καθηρημένα και τα σώματα ερριμμένα και τους εμπεπυρισμένους. 4 ως δε ήγγισεν Αζώτου. 6 και συνήντησεν Ιωνάθαν τω βασιλεί εις Ιόππην μετά δόξης. και ήνοιγον αυτω οι από των πόλεων και συνήντων αυτω. 2 και εξήλθεν εις Συρίαν λόγοις ειρηνικοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οκτακισχιλίους. 3 ως δε εισεπορεύετο εις τας πόλεις ο Πτολεμαίος. και βασιλεύσεις της βασιλείας του πατρός σου· 10 μεταμεμέλημαι γαρ δούς αυτω την θυγατέρα μου. ως έθος εστί δίδοσθαι τοις συγγενέσι των βασιλέων. απέτασσε τας δυνάμεις φρουράν εν εκάστη πόλει. 88 και εγένετο ως ήκουσεν Αλέξανδρος ο βασιλεύς τους λόγους τούτους. 89 και απέστειλεν αυτω πόρπην χρυσήν. και εξήλθον οι εκ της πόλεως εις συνάντησιν αυτω εν δόξη μεγάλη. ους ενεπύρισεν εν τω πολέμω· εποίησαν γαρ θημωνίας αυτών εν τη οδω αυτού. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Αιγύπτου ήθροισε δυνάμεις πολλάς ως την άμμον την περί το χείλος της θαλάσσης και πλοία πολλά και εζήτησε κατακρατήσαι της βασιλείας Αλεξάνδρου δόλω και προσθείναι αυτήν τη βασιλεία αυτού. 86 και απήρεν εκείθεν Ιωνάθαν και παρενέβαλεν επί Ασκάλωνα. 5 και διηγήσαντο τω βασιλεί α εποίησεν Ιωνάθαν εις το ψογίσαι αυτόν· και εσίγησεν ο βασιλεύς. και δώσω σοι την θυγατέρα μου. 8 ο δε βασιλεύς Πτολεμαίος εκυρίευσε των πόλεων της παραλίας έως Σελευκείας της παραθαλασσίας και διελογίζετο περί Αλεξάνδρου λογισμούς πονηρούς. 9 και απέστειλε πρέσβεις προς Δημήτριον τον βασιλέα λέγων· δεύρο συνθώμεθα προς εαυτούς διαθήκην.

16 και έφυγεν Αλέξανδρος εις την Αραβίαν του σκεπασθήναι αυτόν εκεί. 13 και εισήλθε Πτολεμαίος εις Αντιόχειαν και περιέθετο το διάδημα της Ασίας· και περιέθετο δύο διαδήματα περί την κεφαλήν αυτού. 26 και εποίησεν αυτω ο βασιλεύς καθώς εποίησαν αυτω οι προ αυτού. και οι όντες εν τοις οχυρώμασιν απώλοντο υπό των εν τοις οχυρώμασι. 15 και ήκουσεν Αλέξανδρος και ήλθεν επ ‘ αυτόν πολέμω. 22 και ακούσας ωργίσθη· ως δε ήκουσεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκτείναί με. ης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 944 . και ύψωσεν αυτόν εναντίον πάντων των φίλων αυτού. 23 ως δε ήκουσεν Ιωνάθαν. ότι απεστάτουν οι από των τόπων εκείνων. 14 Αλέξανδρος δε ο βασιλεύς ην εν Κιλικία κατά τους καιρούς εκείνους. 25 και ενετύγχανον κατ ‘ αυτού τινες άνομοι των εκ του έθνους. εκέλευσε περικαθήσθαι και επέλεξε των πρεσβυτέρων Ισραήλ και των ιερέων και έδωκεν εαυτόν τω κινδύνω· 24 και λαβών αργύριον και χρυσίον και ιματισμόν και έτερα ξένια πλείονα επορεύθη προς τον βασιλέα εις Πτολεμαϊδα και εύρε χάριν ενώπιον αυτού. ο δε βασιλεύς Πτολεμαίος υψώθη. το της Ασίας και Αιγύπτου. 19 και εβασίλευσε Δημήτριος έτους εβδόμου και εξηκοστού και εκατοστού. 18 και ο βασιλεύς Πτολεμαίος απέθανεν εν τη ημέρα τη τρίτη. 21 και επορεύθησάν τινες μισούντες το έθνος αυτών άνδρες παράνομοι προς τον βασιλέα και απήγγειλαν αυτω ότι Ιωνάθαν περικάθηται την άκραν. 29 και ευδόκησεν ο βασιλεύς και έγραψε τω Ιωνάθαν επιστολάς περί πάντων τούτων εχούσας τον τρόπον τούτον· 30 «Βασιλεύς Δημήτριος Ιωνάθαν τω αδελφω χαίρειν. 20 Εν ταις ημέραις εκείναις συνήγαγεν Ιωνάθαν τους εκ της Ιουδαίας του εκπολεμήσαι την άκραν την εν Ιερουσαλήμ και εποίησεν επ ‘ αυτήν μηχανάς πολλάς. 27 και έστησεν αυτω την αρχιερωσύνην και όσα άλλα είχε τίμια το πρότερον και εποίησεν αυτόν των πρώτων φίλων ηγείσθαι. 28 και ηξίωσεν Ιωνάθαν τον βασιλέα ποιήσαι την Ιουδαίαν αφορολόγητον και τας τρεις τοπαρχίας και την Σαμαρείτιν και επηγγείλατο αυτω τάλαντα τριακόσια. 17 και αφείλε Ζαβδιήλ ο Άραψ την κεφαλήν Αλεξάνδρου και απέστειλε τω Πτολεμαίω. και έθνει Ιουδαίων. 31 το αντίγραφον της επιστολής. 11 και εψόγισεν αυτόν χάριν του επιθυμήσαι αυτόν της βασιλείας αυτού· 12 και αφελόμενος αυτού την θυγατέρα έδωκεν αυτήν τω Δημητρίω και ηλλοτριώθη τω Αλεξάνδρω και εφάνη η έχθρα αυτών. ευθέως αναζεύξας ήλθεν εις Πτολεμαϊδα και έγραψεν Ιωνάθαν του μη περικαθήσθαι τη άκρα και του απαντήσαι αυτόν αυτω συμμίσγειν εις Πτολεμαϊδα την ταχίστην. και εξήγαγε Πτολεμαίος την δύναμιν και απήντησεν αυτω εν χειρί ισχυρά και ετροπώσατο αυτόν.

38 Και είδε Δημήτριος ο βασιλεύς ότι ησύχασεν η γη ενώπιον αυτού και ουδέν αυτω ανθειστήκει. 39 Τρύφων δε ην των παρά Αλέξάνδρου το πρότερον και είδεν ότι πάσαι αι δυνάμεις καταγογγύζουσι του Δημητρίου. και έμεινεν εκεί ημέρας πολλάς. ην εχθραίνουσιν αυτω αι δυνάμεις αυτού. εάν ευκαιρίας τύχω. 32 βασιλεύς Δημήτριος Λασθένει τω πατρί χαίρειν. αλλά δόξη δοξάσω σε και το έθνος σου. και ήλθοσαν προς τον βασιλέα. 34 εστάκαμεν ουν αυτοίς τα τε όρια της Ιουδαίας και τους τρεις νομούς. 46 και έφυγεν ο βασιλεύς εις την αυλήν. πλήν των ξένων δυνάμεων. και ηυφράνθη ο βασιλεύς επί τη εφόδω αυτών. και επορεύθη προς Ειμαλκουαί τον Άραβα. 43 νυν ουν ορθώς ποιήσεις αποστείλας μοι άνδρας. ότι απέστησαν πάσαι αι δυνάμεις μου. όπως παραδοί αυτόν αυτω. 37 νυν ουν επιμέλεσθε του ποιήσαι τούτων αντίγραφον και δοθήτω Ιωνάθαν και τεθήτω εν τω όρει τω αγίω εν τόπω επισήμώ. όπως βασιλεύση αντί του πατρός αυτού. γεγράφαμεν και προς υμάς όπως ειδήτε. πάντα επαρκώς παρίεμεν αυτοίς. 42 και απέστειλε Δημήτριος προς Ιωνάθαν λέγων· ου μόνον ταύτα ποιήσω σοι και τω έθνει σου. και απέλυσε πάσας τας δυνάμεις αυτού έκαστον εις τον ίδιον τόπον. 41 και απέστειλεν Ιωνάθαν προς Δημήτριον τον βασιλέα. Αφαίρεμα και Λύδδαν και Ραμαθέμ. ος έτρεφε τον Αντίοχον το παιδάριον το του Αλεξάνδρου. οί συμμαχήσουσιν. ων ελάμβανεν ο βασιλεύς παρ ‘ αυτών το πρότερον κατ ‘ ενιαυτόν από των γεννημάτων της γης και από των ακροδρύων. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 945 . 45 και επισυνήχθησαν οι εκ της πόλεως εις μέσον της πόλεως εις ανδρών δώδεκα μυριάδας ανδρών και ηβούλοντο ανελείν τον βασιλέα. αντί των βασιλικών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγράψαμεν Λασθένει τω συγγενεί ημών περί υμών. 33 τω έθνει των Ιουδαίων φίλοις ημών και συντηρούσι τα προς ημάς δίκαια εκρίναμεν αγαθοποιήσαι χάριν της εξ αυτών ευνοίας προς ημάς. 35 και τα άλλα τα ανήκοντα ημίν από του νυν των δεκατών και των τελών των ανηκόντων ημίν και τας του αλός λίμνας και τους ανήκοντας ημίν στεφάνους. ίνα εκβάλη τους εκ της άκρας εξ Ιερουσαλήμ και τους εν τοις οχυρώμασιν· ήσαν γαρ πολεμούντες τον Ισραήλ. και πάντα τα συγκυρούντα αυτοίς πάσι τοις θυσιάζουσιν εις Ιεροσόλυμα. 44 και απέστειλεν Ιωνάθαν άνδρας τρισχιλίους δυνατούς ισχύϊ αυτω εις Αντιόχειαν. 40 και προσήδρευεν αυτω. και απήγγειλεν αυτω όσα συνετέλεσε Δημήτριος και την έχθραν. 36 και ουκ αθετηθήσεται ουδέ εν τούτων από του νυν και εις τον άπαντα χρόνον. οίτινες προσετέθησαν τη Ιουδαία από της Σαμαρείτιδος. ων εξενολόγησεν από των νήσων των εθνών· και ήχθραναν αυτω πάσαι αι δυνάμεις των πατέρων αυτού.

και έδωκεν αυτοίς δεξιάς και έλαβε τους υιούς αρχόντων αυτών εις όμηρα και εξαπέστειλεν αυτούς εις Ιερουσαλήμ· και διήλθε την χώραν έως Δαμασκού. 49 και είδον οι από της πόλεως ότι κατεκράτησαν οι Ιουδαίοι της πόλεως ως ηβούλοντο. 47 και εκάλεσεν ο βασιλεύς τους Ιουδαίους επί βοήθειαν. 54 Μετά δε ταύτα απέστρεψε Τρύφων και Αντίοχος μετ ‘ αυτού παιδάριον νεώτερον· και εβασίλευσε και επέθετο διάδημα. 55 και επισυνήχθησαν προς αυτόν πάσαι αι δυνάμεις. και ήλθεν εις Ασκάλωνα. και ηλλοτριώθη τω Ιωνάθαν και ουκ ανταπέδωκε κατά τας ευνοίας. 60 και εξήλθεν Ιωνάθαν και διεπορεύετο πέραν του ποταμού και εν ταις πόλεσι. και επολέμησαν προς αυτόν. 63 και ήκουσεν Ιωνάθαν ότι παρήσαν οι άρχοντες Δημητρίου εις Κάδης την εν τη Γαλιλαία μετά δυνάμεως πολλής βουλόμενοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 946 . ας ανταπέδωκεν αυτω. 52 και εκάθησε Δημήτριος ο βασιλεύς επί θρόνου της βασιλείας αυτού. 58 και απέστειλεν αυτω χρυσώματα και διακονίαν και έδωκεν αυτω εξουσίαν πίνειν εν χρυσώμασι και είναι εν πορφύρα και έχειν πόρπην χρυσήν· 59 και Σίμωνα τον αδελφόν αυτού κατέστησε στρατηγόν από της κλίμακος Τύρου έως των ορίων Αιγύπτου. και ησύχασεν η γη ενώπιον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατελάβοντο οι εκ της πόλεως τας διόδους της πόλεως και ήρξαντο πολεμείν. 62 και ηξίωσαν οι από Γάζης τον Ιωνάθαν. 53 και εψεύσατο πάντα. 56 και έλαβε Τρύφων τα θηρία και κατεκράτησεν Αντιοχείας. και περιεκάθισε περί αυτήν και ενεπύρισε τα περιπόλια αυτής πυρί και εσκύλευσεν αυτά. και έφυγε και ετροπώθη. και ησθένησαν ταις διανοίαις αυτών και εκέκραξαν προς τον βασιλέα μετά δεήσεως λέγοντες· 50 δος ημίν δεξιάς και παυσάσθωσαν οι Ιουδαίοι πολεμούντες ημάς και την πόλιν. όσα είπε. και απέκλεισαν οι από Γάζης. ας απεσκόρπισε Δημήτριος. και απήντησαν αυτω οι εκ της πόλεως ενδόξως. και επισυνήχθησαν προς αυτόν πάντες άμα και διεσπάρησαν εν τη πόλει πάντες άμα και απέκτειναν εν τη πόλει εν τη ημέρα εκείνη εις μυριάδας δέκα· 48 και ενεπύρισαν την πόλιν και ελάβοσαν σκύλα πολλά εν εκείνη τη ημέρα και έσωσαν τον βασιλέα. 61 και απήλθεν εκείθεν εις Γάζαν. 57 και έγραψεν Αντίοχος ο νεώτερος τω Ιωνάθαν λέγων· ίστημί σοι την αρχιερωσύνην και καθίστημί σε επί των τεσσάρων νομών και είναί σε των φίλων του βασιλέως. 51 και έρριψαν τα όπλα και εποίησαν ειρήνην και εδοξάσθησαν οι Ιουδαίοι εναντίον του βασιλέως και ενώπιον πάντων των εν τη βασιλεία αυτού και επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ έχοντες σκύλα πολλά. και ηθροίσθησαν προς αυτόν πάσαι αι δυνάμεις Συρίας εις συμμαχίαν. και έθλιβεν αυτόν σφόδρα.

70 ουδέ εις κατελείφθη απ ‘ αυτών. 71 και διέρρηξεν Ιωνάθαν τα ιμάτια αυτού και επέθετο γην επί την κεφαλήν αυτού και προσηύξατο. και έδωκεν αυτοίς· και εξέβαλεν αυτούς εκείθεν και κατελάβετο την πόλιν και έθετο επ ‘ αυτη φρουράν. τον δε αδελφόν αυτού Σίμωνα κατέλιπεν εν τη χώρα. όπως προπέμπωσιν αυτούς εις γην Ιούδα μετ ‘ ειρήνης. 65 και παρενέβαλε Σίμων επί Βαιθσούρα και επολέμει αυτήν ημέρας πολλάς και συνέκλεισεν αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεταστήσαι αυτόν της χρείας. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ είδεν Ιωνάθαν ότι ο καιρός αυτω συνεργεί. πλήν Ματταθίας ο του Αβεσσαλώμου και Ιούδας ο του Χαλφί άρχοντες της στρατιάς των δυνάμεων. και έφυγον οι παρά Ιωνάθαν πάντες. και επέλεξεν άνδρας και απέστειλεν εις Ρώμην στήσαι και ανανεώσασθαι την προς αυτούς φιλίαν. και επέστρεψεν Ιωνάθαν εις Ιερουσαλήμ. αυτοί δε απήντησαν εξεναντίας. 69 τα δε ένεδρα εξανέστησαν εκ των τόπων αυτών και συνήψαν πόλεμον. 74 και έπεσον εκ των αλλοφύλων εν τη ημέρα εκείνη εις άνδρας τρισχιλίους. 4 και έδωκαν επιστολάς αυτοίς προς αυτούς κατά τόπον. 73 και είδον οι φεύγοντες οι παρ ‘ αυτού και επέστρεψαν προς αυτόν και εδίωκον μετ ‘ αυτού έως Κάδης έως της παρεμβολής αυτών και παρενέβαλον εκεί. και ώρθρισαν το πρωϊ εις το πεδίον Νασώρ. 72 και υπέστρεψε προς αυτούς πολέμω και ετροπώσατο αυτούς. 68 και ιδού παρεμβολή αλλοφύλων απήντα αυτω εν τω πεδίω και εξέβαλον ένεδρον επ ‘ αυτόν εν τοις όρεσιν. και έφυγον. 2 και προς Σπαρτιάτας και τόπους ετέρους απέστειλεν επιστολάς κατά τα αυτά. 64 και συνήντησεν αυτοίς. 5 Και τούτο το αντίγραφον των επιστολών ων έγραψεν Ιωνάθαν τοις Σπαρτιάταις· 6 « Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 947 . 3 και επορεύθησαν εις Ρώμην και εισήλθον εις το βουλευτήριον και είπον· Ιωνάθαν ο αρχιερεύς και το έθνος των Ιουδαίων απέστειλεν ημάς ανανεώσασθαι την φιλίαν αυτοίς και την συμμαχίαν κατά το πρότερον. 66 και ηξίωσαν αυτόν του δεξιάς λαβείν. 67 και Ιωνάθαν και η παρεμβολή αυτού παρενέβαλον επί το ύδωρ Γεννησάρ.

19 Και τούτο το αντίγραφον των επιστολών. 23 και ημείς δε αντιγράφομεν υμίν τα κτήνη υμών και η ύπαρξις υμών ημίν εστι. 9 και ημείς ουν απροσδεείς τούτων όντες. 18 και νυν καλώς ποιήσετε αντιφωνήσοντες ημίν προς ταύτά. 13 ημάς δε εκύκλωσαν πολλαί θλίψεις και πόλεμοι πολλοί. 14 και ουκ ηβουλόμεθα ουν παρενοχλείν υμίν και τοις λοιποίς συμμάχοις και φίλοις ημών εν τοις πολέμοις τούτοις· 15 έχομεν γαρ την εξ ουρανού βοήθειαν βοηθούσαν ημίν και ερρύσθημεν από των εχθρών ημών. 8 και επεδέξατο ‘Ονίας τον άνδρα τον απεσταλμένον ενδόξως και έλαβε τας επιστολάς. εντελλόμεθα ουν όπως απαγγείλωσιν υμίν κατά ταύτά. 24 Και ήκουσεν Ιωνάθαν ότι επέστρεψαν οι άρχοντες Δημητρίου μετά δυνάμεως πολλής υπέρ το πρότερον του πολεμήσαι προς αυτόν. 11 ημείς ουν εν παντί καιρω αδιαλείπτως εν τε ταις εορταίς και ταις λοιπαίς καθηκούσαις ημέραις μιμνησκόμεθα υμών εφ ‘ ων προσφέρομεν θυσιών και εν ταις προσευχαίς. ως το αντίγραφον υπόκειται. 10 επειράθημεν αποστείλαι την προς υμάς αδελφότητα και φιλίαν ανανεώσασθαι προς το μη εξαλλοτριωθήναι υμών· πολλοί γαρ καιροί διήλθον αφ ‘ ου απεστείλατε προς ημάς. και τα ημών υμίν εστιν. 22 και νυν αφ ‘ ου έγνωμεν ταύτα. ων απέστειλαν ‘Ονία· 20 « Άρειος βασιλεύς Σπαρτιατών ‘Ονία ιερεί μεγάλω χαίρειν. καλώς ποιήσετε γράφοντες ημίν περί της ειρήνης υμών. ότι εισίν αδελφοί και ότι εισίν εκ γένους Αβραάμ. παράκλησιν έχοντες τα βιβλία τα άγια τα εν ταις χερσίν ημών. 25 και απήρεν εξ Ιερουσαλήμ και απήντησεν αυτοίς εις την Αμαθίτιν χώραν· ου γαρ έδωκεν αυτοίς ανοχήν εμβατεύσαι εις την χώραν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 948 . 17 ενετειλάμεθα ουν αυτοίς και προς υμάς πορευθήναι και ασπάσασθαι υμάς και αποδούναι υμίν τας παρ ‘ ημών επιστολάς περί της ανανεώσεως και της αδελφότητος ημών. και επολέμησαν ημάς οι βασιλείς οι κύκλω ημών. 7 έτι πρότερον απεστάλησαν επιστολαί προς ‘Ονίαν τον αρχιερέα παρά Δαρείου του βασιλεύοντος εν υμίν ότι εστέ αδελφοί ημών. και εταπεινώθησαν οι εχθροί ημών. εν αις διεσαφείτο περί συμμαχίας και φιλίας. ως δέον εστί και πρέπον μνημονεύειν αδελφών· 12 ευφραινόμεθα δε επί τη δόξη υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωνάθαν αρχιερεύς και η γερουσία του έθνους και οι ιερείς και ο λοιπός δήμος των Ιουδαίων Σπαρτιάταις τοις αδελφοίς χαίρειν. 16 επελέξαμεν ουν Νουμήνιον Αντιόχου και Αντίπατρον Ιάσωνος και απεστάλκαμεν προς Ρωμαίους ανανεώσασθαι την προς αυτούς φιλίαν και συμμαχίαν την προτέραν. 21 ευρέθη εν γραφή περί τε των Σπαρτιατών και Ιουδαίων.

30 και κατεδίωξεν Ιωνάθαν οπίσω αυτών και ου κατέλαβεν αυτούς. και επεσκεύασαν το καλούμενον Χαφεναθά. 28 και ήκουσαν οι υπεναντίοι ότι ητοίμασται Ιωνάθαν και οι παρ ‘ αυτού εις πόλεμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. και απάρας ήλθεν εις Βαιθσάν. 27 ως δε έδυ ο ήλιος. και επέστρεψαν και απήγγειλαν αυτω. 31 και εξέκλινεν Ιωνάθαν επί τους Άραβας τους καλουμένους Ζαβαδαίους και επάταξεν αυτούς και έλαβε τα σκύλα αυτών. 32 και αναζεύξας ήλθεν εις Δαμασκόν και διώδευσεν εν πάση τη χώρα. 44 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 949 . 41 και εξήλθεν Ιωνάθαν εις απάντησιν αυτω εν τεσσαράκοντα χιλιάσιν ανδρών επιλελεγμέναις εις παράταξιν και ήλθεν εις Βαιθσάν. 40 και εφοβήθη μήποτε ουκ εάση αυτόν Ιωνάθαν και μήποτε πολεμήση προς αυτόν. 29 Ιωνάθαν δε και οι παρ ‘ αυτού ουκ έγνωσαν έως πρωϊ. 39 Και εζήτησε Τρύφων βασιλεύσαι της Ασίας και περιθέσθαι το διάδημα και εκτείναι χείρα επί Αντίοχον τον βασιλέα. 26 και απέστειλε κατασκόπους εις την παρεμβολήν αυτών. όπως φυλάσσωσιν αυτήν. 33 και Σίμων εξήλθε και διώδευσεν έως Ασκάλωνος και των πλησίον οχυρωμάτων. διέβησαν γαρ τον Ελεύθερον ποταμόν. 37 και συνήχθησαν του οικοδομείν την πόλιν και ήγγισε του τείχους του χειμάρρου του εξ απηλιώτου. 35 και επέστρεψεν Ιωνάθαν και εξεκκλησίασε τους πρεσβυτέρους του λαού και εβουλεύσατο μετ ‘ αυτών του οικοδομήσαι οχυρώματα εν τη Ιουδαία 36 και προσυψώσαι τα τείχη Ιερουσαλήμ και υψώσαι ύψος μέγα ανά μέσον της άκρας και της πόλεως εις το διαχωρίζειν αυτήν της πόλεως. 42 και είδε Τρύφων ότι πάρεστιν Ιωνάθαν μετά δυνάμεως πολλής. ότι ούτω τάσσονται επιπεσείν επ ‘ αυτούς την νύκτα. επέταξεν Ιωνάθαν τοις παρ ‘ αυτού γρηγορείν και είναι επί τοις όπλοις και ετοιμάζεσθαι εις πόλεμον δι ‘ όλης της νυκτός και εξέβαλε προφύλακας κύκλω της παρεμβολής. όπως μήτε αγοράζωσι μήτε πωλώσι. και εκτείναι χείρας επ ‘ αυτόν ευλαβήθη. 43 και επεδέξατο αυτόν ενδόξως και συνέστησεν αυτόν πάσι τοις φίλοις αυτού και έδωκεν αυτω δόματα και επέταξε ταις δυνάμεσιν αυτού υπακούειν αυτω ως εαυτω. ίνα ή αύτη κατά μόνας. και εζήτει πόρον του συλλαβείν τον Ιωνάθαν του απολέσαι αυτόν. και εφοβήθησαν και έπτηξαν τη καρδία αυτών και ανέκαυσαν πυράς εν τη παρεμβολή αυτών. και εξέκλινεν εις Ιόππην και προκατελάβετο αυτήν· 34 ήκουσεν γαρ ότι βούλονται το οχύρωμα παραδούναι τοις παρά Δημητρίου· και έθετο εκεί φρουράν. έβλεπον γαρ τα φώτα καιόμενα. 38 και Σίμων ωκοδόμησε την Αδιδά εν τη Σεφήλα και ωχύρωσεν αυτήν και επέστησε θύρας και μοχλούς.

οίτινες έσονται μετά σου. 49 και απέστειλε Τρύφων δυνάμεις και ίππον εις την Γαλιλαίαν και το πεδίον το μέγα του απολέσαι πάντας τους παρά Ιωνάθαν. και επέστρεψαν. επίλεξαι δε σεαυτω άνδρας ολίγους. και δεύρο μετ ‘ εμού εις Πτολεμαϊδα. και τους πολέμους και τας στενοχωρίας. 48 ως δε εισήλθεν Ιωνάθαν εις Πτολεμαϊδα. 50 και επέγνωσαν ότι συνελήφθη Ιωνάθαν και απόλωλε και οι μετ ‘ αυτού. και ανέβη εις Ιερουσαλήμ και ήθροισε τον λαόν 3 και παρεκάλεσεν αυτούς και είπεν αυτοίς· αυτοί οίδατε όσα εγώ και οι αδελφοί μου και ο οίκος του πατρός μου εποιήσαμεν περί των νόμων και των αγίων. και απήλθον εις γην Ιούδα. 45 και νυν απόστειλον αυτούς εις τους οίκους αυτών. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ ήκουσε Σίμων ότι συνήγαγε Τρύφων δύναμιν πολλήν του ελθείν εις γην Ιούδα και εκτρίψαι αυτήν. ας είδομεν. χίλιοι δε συνήλθον αυτω. 4 τούτου χάριν απώλοντο οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 950 . 52 και ήλθον πάντες μετ ‘ ειρήνης εις γην Ιούδα και επένθησαν τον Ιωνάθαν και τους μετ ‘ αυτού και εφοβήθησαν σφόδρα· και επένθησε πας Ισραήλ πένθος μέγα. 53 και εζήτησαν πάντα τα έθνη τα κύκλω αυτών εκτρίψαι αυτούς· είπαν γαρ· ουκ έχουσιν άρχοντα και βοηθούντα· νυν ουν πολεμήσωμεν αυτούς και εξάρωμεν εξ ανθρώπων το μνημόσυνον αυτών. 47 κατέλιπε δε μεθ ‘ εαυτού άνδρας τρισχιλίους. 2 και είδε τον λαόν ότι εστίν έντρομος και έμφοβος. ων δισχιλίους αφήκεν εν τη Γαλιλαία. και εξαπέστειλε τας δυνάμεις. και πάντας τους εισελθόντας μετ ‘ αυτού απέκτειναν εν ρομφαία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είπε τω Ιωνάθαν· ινατί έκοψας πάντα τον λαόν τούτον. 51 και είδον οι διώκοντες ότι περί ψυχής αυτοίς εστι. 46 και εμπιστεύσας αυτω εποίησε καθώς είπε. πολέμου μη ενεστηκότος ημίν. και παρεκάλεσαν εαυτούς και επορεύοντο συνεστραμμένοι έτοιμοι εις πόλεμον. και επιστρέψας απελεύσομαι· τούτου γαρ χάριν πάρειμι. και παραδώσω σοι αυτήν και τα λοιπά οχυρώματα και τας δυνάμεις τας λοιπάς και πάντας τους επί των χρειών. απέκλεισαν οι Πτολεμαείς τας πύλας και συνέλαβον αυτόν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αδελφοί μου πάντες χάριν του Ισραήλ. 23 ως δε ήγγισε της Βασκαμά. ου ώφειλεν Ιωνάθαν ο αδελφός σου εις το βασιλικόν δι ‘ ας είχε χρείας. 12 Και απήρε Τρύφων από Πτολεμαϊδος μετά δυνάμεως πολλής εισελθείν εις γην Ιούδα. και πάντα. 14 και επέγνω Τρύφων ότι ανέστη Σίμων αντί Ιωνάθαν του αδελφού αυτού και ότι συνάπτειν αυτω μέλλει πόλεμον. και απώλετο. 25 Και απέστειλε Σίμων και έλαβε τα οστά Ιωνάθαν του αδελφού αυτού και έθαψεν αυτά εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 951 . ου γαρ ειμι κρείσσων των αδελφών μου. 8 και απεκρίθησαν φωνή μεγάλη λέγοντες· συ ει ημών ηγούμενος αντί Ιούδα και Ιωνάθαν του αδελφού σου· 9 πολέμησον τον πόλεμον ημών. και κατελείφθην εγώ μόνος. 5 και νυν μη μοι γένοιτο φείσασθαί μου της ψυχής εν παντί καιρω θλίψεως. ότι συνήχθησαν πάντα τα έθνη εκτρίψαι ημάς έχθρας χάριν. 20 και μετά ταύτα ήλθε Τρύφων του εμβατεύσαι εις την χώραν και εκτρίψαι αυτήν. 10 και συνήγαγε πάντας τους άνδρας τους πολεμιστάς και ετάχυνε του τελέσαι τα τείχη Ιερουσαλήμ και ωχύρωσεν αυτήν κυκλόθεν. και διεψεύσατο και ουκ αφήκε τον Ιωνάθαν. 24 και επέστρεψε Τρύφων και απήλθεν εις την γην αυτού. 6 πλήν εκδικήσω περί του έθνους μου και περί των αγίων και περί των γυναικών και των τέκνων ημών. 17 και έγνω Σίμων ότι δόλω λαλούσι προς αυτόν. όπως μη αφεθείς αποστατήση αφ ‘ ημών. και Ιωνάθαν μετ ‘ αυτού εν φυλακή. και ετάφη εκεί. ποιήσομεν. και Σίμων και η παρεμβολή αυτού αντιπαρήγεν αυτω εις πάντα τόπον. και ουκ ήλθε δια την χιόνα· και απήρε και ήλθεν εις την Γαλααδίτιν. μήποτε έχθραν άρη μεγάλην προς τον λαόν 18 λέγων· ότι ουκ απέστειλα αυτω το αργύριον και τα παιδάρια. συνέχομεν αυτόν· 16 και νυν απόστειλον αργυρίου τάλαντα εκατόν και δύο των υιών αυτού όμηρα. 7 και ανεζωοπύρησε το πνεύμα του λαού άμα τω ακούσαι των λόγων τούτων. ου αν επορεύετο. και εκύκλωσεν οδόν την εις Άδωρα. 11 και απέστειλεν Ιωνάθαν τον του Αβεσσαλώμου και μετ ‘ αυτού δύναμιν ικανήν εις Ιόππην. 22 και ητοίμασε Τρύφων πάσαν την ίππον αυτού ελθείν εν τη νυκτί εκείνη. και απέστειλε προς αυτόν πρέσβεις λέγων· 15 περί αργυρίου. 21 οι δε εκ της άκρας απέστελλον προς Τρύφωνα πρεσβευτάς κατασπεύδοντας αυτόν του ελθείν προς αυτούς δια της ερήμου και αποστείλαι αυτοίς τροφάς. 13 Σίμων δε παρενέβαλεν εν Αδιδά κατά πρόσωπον του πεδίου. όσα αν είπης ημίν. και αφήσομεν αυτόν. και πέμπει του λαβείν το αργύριον και τα παιδάρια. και ην χιών πολλή σφόδρα. απέκτεινε τον Ιωνάθαν. και εξέβαλε τους όντας εν αυτη και έμεινεν εκεί εν αυτη. 19 και απέστειλε τα παιδάρια και τα εκατόν τάλαντα.

26 και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ κοπετόν μέγαν και επένθησαν αυτόν ημέρας πολλάς. ον ωφείλετε. 28 και έστησεν επ ‘ αυτά επτά πυραμίδας. και εγένετο κίνημα μέγα εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 952 . και περιετείχισε πύργοις υψηλοίς και τείχεσι μεγάλοις και πύλαις και μοχλοίς και έθετο βρώματα εν τοις οχυρώμασι. μηκέτι τελωνείσθω. ότι πάσαι αι πράξεις Τρύφωνος ήσαν αρπαγαί. υπαρχέτω υμίν. 44 και εξήλλοντο οι εν τη ελεπόλει εις την πόλιν. 29 και ταύταις εποίησε μηχανήματα περιθείς στύλους μεγάλους και εποίησεν επί τοις στύλοις πανοπλίας εις όνομα αιώνιον και παρά ταις πανοπλίαις πλοία επιγεγλυμμένα εις το θεωρείσθαι υπό πάντων των πλεόντων την θάλασσαν. ην απεστείλατε. έστηκε. α ωκοδομήκατε. 38 και όσα εστήκαμεν προς υμάς. έως της ημέρας ταύτης. και τα οχυρώματα. 30 ούτος ο τάφος ον εποίησεν εν Μωδεϊν. 42 και ήρξατο ο λαός Ισραήλ γράφειν εν ταις συγγραφαίς και συναλλάγμασιν έτους πρώτου επί Σίμωνος αρχιερέως μεγάλου και στρατηγού και ηγουμένου Ιουδαίων. 37 τον στέφανον τον χρυσούν και την βαϊνην. 34 και επέλεξε Σίμων άνδρας και απέστειλε προς Δημήτριον τον βασιλέα του ποιήσαι άφεσιν τη χώρα. 43 Εν ταις ημέραις εκείναις παρενέβαλε Σίμων επί Γάζαρα και εκύκλωσεν αυτήν παρεμβολαίς και εποίησεν ελεπόλεις και προσήγαγε τη πόλει και επάταξε πύργον ένα και κατελάβετο. 35 και απέστειλεν αυτω Δημήτριος ο βασιλεύς κατά τους λόγους τούτους και απεκρίθη αυτω και έγραψεν αυτω επιστολήν τοιαύτην· 36 «Βασιλεύς Δημήτριος Σίμωνι αρχιερεί και φίλω βασιλέων και πρεσβυτέροις και έθνει Ιουδαίων χαίρειν. 40 και ει τινες επιτήδειοι υμών γραφήναι εις τους περί ημάς. μίαν κατέναντι της μιάς τω πατρί και τη μητρί και τοις τέσσαρσιν αδελφοίς. 33 και ωκοδόμησε Σίμων τα οχυρώματα της Ιουδαίας. και γινέσθω αναμέσον ημών ειρήνή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μωδεϊν πόλει των πατέρων αυτού. κεκομίσμεθα και έτοιμοί εσμεν του ποιείν υμίν ειρήνην μεγάλην και γράφειν τοις επί των χρειών του αφιέναι υμίν αφέματα. εγγραφέσθωσαν. και ει τι άλλο ετελωνείτο εν Ιερουσαλήμ. 39 αφίεμεν δε αγνοήματα και τα αμαρτήματα έως της σήμερον ημέρας και τον στέφανον. 31 Ο δε Τρύφων επορεύετο δόλω μετά Αντιόχου του βασιλέως του νεωτέρου και απέκτεινεν αυτόν 32 και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού και περιέθετο διάδημα της Ασίας και εποίησε πληγήν μεγάλην επί της γης. -41 έτους εβδομηκοστού και εκατοστού ήρθη ο ζυγός των εθνών από του Ισραήλ. 27 και ωκοδόμησε Σίμων επί τον τάφον του πατρός αυτού και των αδελφών αυτού και ύψωσεν αυτόν τη οράσει λίθω ξεστω εκ των όπισθεν και εκ των έμπροσθεν.

και εκαθάρισε τας οικίας. οίτινες τον νόμον ποιούσι. εν αις ην τα είδωλα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πόλει. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ εν έτει δευτέρω και εβδομηκοστω και εκατοστω συνήγαγε Δημήτριος ο βασιλεύς τας δυνάμεις αυτού και επορεύθη εις Μηδίαν του επισπάσασθαι βοήθειαν αυτω. 52 και έστησε κατ ‘ ενιαυτόν του άγειν την ημέραν ταύτην μετ ‘ ευφροσύνης. και απώλοντο εξ αυτών ικανοί τη λιμω. 51 και εισήλθον εις αυτήν τη τρίτη και εικάδι του δευτέρου μηνός έτους ενός και εβδομηκοστού και εκατοστού μετά αινέσεως και βαϊων και εν κινύραις και εν κυμβάλοις και εν νάβλαις και εν ύμνοις και εν ωδαίς. όπως πολεμήση τον Τρύφωνα. 2 και ήκουσεν Αρσάκης ο βασιλεύς της Περσίδος και Μηδίας ότι ήλθε Δημήτριος εις τα όρια αυτού. ότι συνετρίβη εχθρός μέγας εξ Ισραήλ. και προσωχύρωσεν αυτήν και ωκοδόμησεν εαυτω εν αυτη οίκησιν. 45 και ανέβησαν οι εν τη πόλει συν ταις γυναιξί και τοις τέκνοις επί το τείχος διερρηχότες τα ιμάτια αυτών και εβόησαν φωνή μεγάλη αξιούντες Σίμωνα δεξιάς αυτοίς δούναι 46 και είπαν· μη ημίν χρήση κατά τας πονηρίας ημών. 3 και επορεύθη και επάταξε την παρεμβολήν Δημητρίου και συνέλαβεν αυτόν και ήγαγεν αυτόν προς Αρσάκην. και προσωχύρωσε το όρος του ιερού το παρά την άκραν· και ώκει εκεί αυτός και οι παρ ‘ αυτού. και απέστειλεν ένα των αρχόντων αυτού συλλαβείν αυτόν ζώντα. και έθετο αυτόν ηγούμενον των δυνάμεων πασών· και ώκει εν Γαζάροις. και έθετο αυτόν εν φυλακή. 53 και είδε Σίμων τον Ιωάννην υιόν αυτού. και ούτως εισήλθεν εις αυτήν υμνών και ευλογών. αλλά κατά το έλεός σου. 48 και εξέβαλεν εξ αυτής πάσαν ακαθαρσίαν και κατώκισεν εκεί άνδρας. 47 και συνελύθη Σίμων αυτοίς και ουκ επολέμησεν αυτούς· και εξέβαλεν αυτούς εκ της πόλεως. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 953 . 50 και εβόησαν προς Σίμωνα δεξιάς λαβείν. και έδωκεν αυτοίς· και εξέβαλεν αυτούς εκείθεν και εκαθάρισε την άκραν από των μιασμάτων. 49 οι δε εκ της άκρας εν Ιερουσαλήμ εκωλύοντο εκπορεύεσθαι και εισπορεύεσθαι εις την χώραν και αγοράζειν και πωλείν και επείνασαν σφόδρα. ότι ανήρ εστι.

18 έγραψαν προς αυτόν δέλτοις χαλκαίς του ανανεώσασθαι προς αυτόν φιλίαν και την συμμαχίαν. 7 και συνήγαγεν αιχμαλωσίαν πολλήν και εκυρίευσε Γαζάρων και Βαιθσούρων και της άκρας· και εξήρε τας ακαθαρσίας εξ αυτής. 16 Και ηκούσθη εν Ρώμη. ων απέστειλαν οι Σπαρτιάται· «Σπαρτιατών άρχοντες και η πόλις Σίμωνι ιερεί μεγάλω και τοις πρεσβυτέροις και τοις ιερεύσι και τω λοιπω δήμω των Ιουδαίων αδελφοίς χαίρειν. 17 ως δε ήκουσαν. 9 πρεσβύτεροι εν ταις πλατείαις εκάθηντο. 20 και τούτο το αντίγραφον των επιστολών. και ουκ ην ο εκφοβών αυτούς. και επλήθυνε τα σκεύη των αγίων. πάντες περί αγαθών εκοινολογούντο. και ευφράνθη Ισραήλ ευφροσύνην μεγάλην. έως ότου ωνομάσθη το όνομα της δόξης αυτού έως άκρου της γης. 23 και ήρεσε τω δήμω επιδέξασθαι τους άνδρας ενδόξως και του θέσθαι το αντίγραφον των λόγων αυτών εν τοις αποδεδειγμένοις τώ δήμω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 954 . και οι βασιλείς συνετρίβησαν εν ταις ημέραις εκείναις. 12 και εκάθισεν έκαστος υπό την άμπελον αυτού και την συκήν αυτού. 10 ταις πόλεσιν εχορήγησε βρώματα και έταξεν αυτάς εν σκεύεσιν οχυρώσεως. και η γη εδίδου τα γεννήματα αυτής και τα ξύλα των πεδίων τον καρπόν αυτών. και έως Σπάρτης. 8 και ήσαν γεωργούντες την γην αυτών μετ ‘ ειρήνης. 21 οι πρεσβευταί οι αποσταλέντες προς τον δήμον ημών απήγγειλαν ημίν περί της δόξης υμών και τιμής. ότι Σίμων ο αδελφός αυτού γέγονεν αντ ‘ αυτού αρχιερεύς και επικρατεί της χώρας και των πόλεων των εν αυτη. και εζήτησαν αγαθά τω έθνει αυτού. 5 και μετά πάσης της δόξης αυτού έλαβε την Ιόππην εις λιμένα και εποίησεν είσοδον ταις νήσοις της θαλάσσης. και ελυπήθησαν σφόδρα. 22 και ανεγράψαμεν τα υπ ‘ αυτών ειρημένα εν ταις βουλαίς του δήμου ούτως· Νουμήνιος Αντιόχου και Αντίπατρος Ιάσωνος πρεσβευταί Ιουδαίων ήλθοσαν προς ημάς ανανεούμενοι την προς ημάς φιλίαν. 13 και εξέλιπεν ο πολεμών αυτούς επί της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 4 Και ησύχασεν η γη Ιούδα πάσας τας ημέρας Σίμωνος. ην έστησαν προς Ιούδαν και Ιωνάθαν τους αδελφούς αυτού. και ήρεσεν αυτοίς η εξουσία αυτού και η δόξα αυτού πάσας τας ημέρας. 6 και επλάτυνε τα όρια τω έθνει αυτού και εκράτησε της χώρας. και οι νεανίσκοι ενεδύσαντο δόξας και στολάς πολέμου. ότι απέθανεν Ιωνάθαν. 11 εποίησε την ειρήνην επί της γης. 19 και ανεγνώσθησαν ενώπιον της εκκλησίας εν Ιερουσαλήμ. και ουκ ην ο αντικείμενος αυτω. και ηυφράνθημεν επί τη εφόδω αυτών. 14 και εστήρισε πάντας τους ταπεινούς του λαού αυτού· τον νόμον εξεζήτησε και εξήρε πάντα άνομον και πονηρόν· 15 τα άγια εδόξασε.

31 και εβουλήθησαν οι εχθροί αυτών εμβατεύσαι εις την χώραν αυτών του εκτρίψαι την χώραν αυτών και εκτείναι χείρας επί τα άγια αυτών. και δόξη μεγάλη εδόξασαν το έθνος αυτών. και επολέμησε περί του έθνους αυτού και εδαπάνησε χρήματα πολλά των εαυτού και ωπλοδότησε τους άνδρας της δυνάμεως του έθνους αυτού και έδωκεν αυτοίς οψώνια 33 και ωχύρωσε τας πόλεις της Ιουδαίας και την Βαιθσούραν την επί των ορίων της Ιουδαίας. ην εβουλεύσατο ποιήσαι τω έθνει αυτού. και εζήτησε παντί τρόπω υψώσαι τον λαόν αυτού. 25 Ως δε ήκουσεν ο δήμος των λόγων τούτων. 27 και τούτο το αντίγραφον της γραφής· « ‘Οκτωκαιδεκάτη Ελούλ. Σίμων δε ο υιος Ματταθίου ο υιος των υιών Ιωαρίβ και οι αδελφοί αυτού έδωκαν εαυτούς τω κινδύνω και αντέστησαν τοις υπεναντίοις του έθνους αυτών. -24 Μετά δε ταύτα απέστειλε Σίμων τον Νουμήνιον εις Ρώμην έχοντα ασπίδα χρυσήν μεγάλην ολκής μνών χιλίων εις το στήσαι προς αυτούς την συμμαχίαν. 34 και Ιόππην ωχύρωσε την επί της θαλάσσης και την Γάζαρα την επί των ορίων Αζώτου. οί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 955 . και έθεντο αυτόν ηγούμενον αυτών και αρχιερέα δια το αυτόν πεποιηκέναι πάντα ταύτα και την δικαιοσύνην και την πίστιν. 26 εστήρισε γαρ αυτός και οι αδελφοί αυτού και ο οίκος του πατρός αυτού και επολέμησαν τους εχθρούς Ισραήλ απ ‘ αυτών και έστησαν αυτω ελευθερίαν. εν ή ώκουν οι πολέμιοι το πρότερον εκεί. το δε αντίγραφον τούτων εγράψαμεν Σίμωνι τω αρχιερεί». ου ην τα όπλα των πολεμίων το πρότερον. ην συνετήρησε τω έθνει αυτού. έτους δευτέρου και εβδομηκοστού και εκατοστού -και τούτο τρίτον έτος επί Σίμωνος αρχιερέως 28 εν ασαραμέλ. και έθετο εκεί φρουράν άνδρας Ιουδαίους. και κατέγραψαν εν δέλτοις χαλκαίς και έθεντο εν στήλαις εν όρει Σιών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βιβλίοις του έχειν μνημόσυνον τον δήμον των Σπαρτιατών.επί συναγωγής μεγάλης ιερέων και λαού και αρχόντων έθνους και των πρεσβυτέρων της χώρας εγνώρισεν ημίν· 29 επεί πολλάκις εγενήθησαν πόλεμοι εν τη χώρα. 35 και είδεν ο λαός την πράξιν του Σίμωνος και την δόξαν. και κατώκισεν εκεί Ιουδαίους. έθετο εν αυτοίς. 36 και εν ταις ημέραις αυτού ευωδώθη εν ταις χερσίν αυτού του εξαρθήναι τα έθνη εκ της χώρας αυτών και τους εν τη πόλει Δαυίδ τους εν Ιερουσαλήμ. 32 τότε ανέστη Σίμων. όπως σταθή τα άγια αυτών και ο νόμος. είπαν· τίνα χάριν αποδώσομεν Σίμωνι και τοις υιοίς αυτού. και όσα επιτήδεια ην προς την τούτων επανόρθωσιν. 30 και ήθροισεν Ιωνάθαν το έθνος αυτών και εγενήθη αυτοίς αρχιερεύς και προσετέθη προς τον λαόν αυτού.

49 τα δε αντίγραφα αυτών θέσθαι εν τω γαζοφυλακίω. όπως έχη Σίμων και οι υιοί αυτού. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ απέστειλεν ο Αντίοχος υιος Δημητρίου του βασιλέως επιστολάς από των νήσων της θαλάσσης Σίμωνι ιερεί και εθνάρχη των Ιουδαίων και παντί τω έθνει. 40 ήκουσε γαρ ότι προσηγόρευνται οι Ιουδαίοι υπό Ρωμαίων φίλοι και σύμμαχοι και αδελφοί. 48 και την γραφήν ταύτην είπον θέσθαι εν δέλτοις χαλκαίς και στήσαι αυτάς εν περιβόλω των αγίων εν τόπω επισήμω. και όπως ακούηται υπό πάντων. ένοχος έσταί. -46 και ευδόκησε πας ο λαός θέσθαι Σίμωνι και ποιήσαι κατά τους λόγους τούτους. 38 και ο βασιλεύς Δημήτριος έστησεν αυτω την αρχιερωσύνην κατά ταύτα 39 και εποίησεν αυτόν των φίλων αυτού και εδόξασεν αυτόν δόξη μεγάλη. 47 και επεδέξατο Σίμων και ευδόκησεν αρχιερατεύειν και είναι στρατηγός και εθνάρχης των Ιουδαίων και ιερέων και του προστατήσαι πάντων. 2 και ήσαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 956 . 41 και ότι ευδόκησαν οι Ιουδαίοι και οι ιερείς του είναι Σίμωνα ηγούμενον και αρχιερέα εις τον αιώνα έως του αναστήναι προφήτην πιστόν 42 και του είναι επ ‘ αυτών στρατηγόν και όπως μέλη αυτω περί των αγίων καθιστάναι αυτούς επί των έργων αυτών και επί της χώρας και επί των όπλων και επί των οχυρωμάτων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποίησαν εαυτοίς άκραν. 37 και κατώκισεν εν αυτη άνδρας Ιουδαίους και ωχύρωσεν αυτήν προς ασφάλειαν της χώρας και της πόλεως και ύψωσε τα τείχη Ιερουσαλήμ. και όπως γράφωνται επί τω ονόματι αυτού πάσαι συγγραφαί εν τη χώρα. και ότι απήντησαν τοις πρεσβευταίς Σίμωνος ενδόξως. και όπως περιβάλληται πορφύραν και χρυσοφορή· 44 και ουκ εξέσται ουδενί του λαού και των ιερέων αθετήσαί τι τούτων και αντειπείν τοις υπ ‘ αυτού ρηθησομένοις και επισυστρέψαι συστροφήν εν τη χώρα άνευ αυτού και περιβάλλεσθαι πορφύραν και εμπορπούσθαι πόρπην χρυσήν· 45 ος δ ‘ αν παρά ταύτα ποιήση ή αθετήση τι τούτων. εξ ης εξεπορεύοντο και εμίαινον κύκλω των αγίων και εποίουν πληγήν μεγάλην εν τη αγνεία. 43 και όπως μέλη αυτω περί των αγίων.

21 ει τινες ουν λοιμοί διαπεφεύγασιν εκ της χώρας αυτών προς ημάς. 13 και παρενέβαλεν Αντίοχος επί Δωρά και συν αυτω δώδεκα μυριάδες ανδρών πολεμιστών και οκτακισχιλία ίππος. όπως αποκαταστήσω αυτήν ως ην το πρότερον. και τα πλοία από θαλάσσης συνήψαν. εξενολόγησα δε πλήθος δυνάμεων και κατεσκεύασα πλοία πολεμικά. και ήλθε φεύγων εις Δωρά την επί της θαλάσσης· 12 είδε γαρ ότι συνήκται επ ‘ αυτόν τα κακά. ωστε ολίγους είναι τους καταλειφθέντας συν Τρύφωνι. εν αις εγέγραπτο τάδε· 16 «Λεύκιος ύπατος Ρωμαίων Πτολεμαίω βασιλεί χαίρειν. όπως μετέλθω τους κατεφθαρκότας την χώραν ημών και τους ηρημωκότας πόλεις πολλάς εν τη βασιλεία· 5 νυν ουν ίστημί σοι πάντα τα αφαιρέματα. 14 και εκύκλωσε την πόλιν. 8 και παν οφείλημα βασιλικόν και τα εσόμενα βασιλικά. βούλομαι δε αντιποιήσασθαι της βασιλείας. 17 οι πρεσβευταί των Ιουδαίων ήλθον προς ημάς. α αφήκάν σοι οι προ εμού βασιλείς και όσα άλλα δόματα αφήκάν σοι. 20 έδοξε δε ημίν δέξασθαι την ασπίδα παρ ‘ αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιέχουσαι τον τρόπον τούτον· «Βασιλεύς Αντίοχος Σίμωνι ιερεί μεγάλω και εθνάρχη και έθνει Ιουδαίων χαίρειν. παράδοτε αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 957 . 3 επειδή άνδρες λοιμοί κατεκράτησαν της βασιλείας των πατέρων ημών. -10 Έτους τετάρτου και εβδομηκοστού και εκατοστού εξήλθεν Αντίοχος εις την γην πατέρων αυτού. ανανεούμενοι την εξ αρχής φιλίαν και συμμαχίαν. 6 και επέτρεψά σοι ποιήσαι κόμμα ίδιον νόμισμα τη χώρα σου. και ουκ είασεν ουδένα εκπορεύεσθαι και εισπορεύεσθαι. και συνήλθον προς αυτόν πάσαι αι δυνάμεις. απεσταλμένοι από Σίμωνος του αρχιερέως και του δήμου των Ιουδαίων· 18 ήνεγκαν δε ασπίδα χρυσήν από μνών χιλίων. α ωκοδόμησας ων κρατείς. φίλοι ημών και σύμμαχοι. και έθλιβε την πόλιν από της γης και της θαλάσσης. 19 ήρεσεν ουν ημίν γράψαι τοις βασιλεύσι και ταις χώραις όπως μη εκζητήσωσιν αυτοίς κακά και μη πολεμήσωσιν αυτούς και τας πόλεις αυτών και την χώραν αυτών και ίνα μη συμμαχήσωσι τοις πολεμούσιν αυτούς. 4 βούλομαι δε εκβήναι κατά την χώραν. από του νυν και εις τον άπαντα χρόνον αφιέσθω σοι· 9 ως δ ‘ αν κρατήσωμεν της βασιλείας ημών. 7 Ιερουσαλήμ δε και τα άγια είναι ελεύθερα· και πάντα τα όπλα όσα κατεσκεύασας. και αφήκαν αυτόν αι δυνάμεις. μενέτω σοι. ωστε φανεράν γενέσθαι την δόξαν υμών εν πάση τη γη». δοξάσομέν σε και το έθνος σου και το ιερόν δόξη μεγάλη. 15 Και ήλθε Νουμήνιος και οι παρ ‘ αυτού εκ Ρώμης έχοντες επιστολάς τοις βασιλεύσι και ταις χώραις. 11 και εδίωξεν αυτόν Αντίοχος ο βασιλεύς. και τα οχυρώματα.

ων αιτείς. δότε αντ ‘ αυτών πεντακόσια τάλαντα αργυρίου και της καταφθοράς. ης κατεφθάρκατε. ας κατελάβεσθε. και τους φόρους των τόπων. όπως εκδικήση εν αυτοίς κατά τον νόμον αυτών». Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 958 . 25 Αντίοχος δε ο βασιλεύς παρενέβαλεν επί Δωρά εν τη δευτέρα. 32 και ήλθεν Αθηνόβιος φίλος του βασιλέως εις Ιερουσαλήμ και είδε την δόξαν Σίμωνος και κυλικείον μετά χρυσωμάτων και αργυρωμάτων και παράστασιν ικανήν και εξίστατο και απήγγειλεν αυτώ τους λόγους του βασιλέως. και των φόρων των πόλεων άλλα τάλαντα πεντακόσια· ει δε μη. -22 Και τα αυτά έγραψε Δημητρίω τω βασιλεί και Αττάλω. υπό δε εχθρών ημών εν τινι καιρω ακρίτως κατεκρατήθη· 34 ημείς δε καιρόν έχοντες αντεχόμεθα της κληρονομίας των πατέρων ημών. πόλεις της βασιλείας μου. όσα συνέθετο αυτω το πρότερον. και ουκ απεκρίθη αυτω Αθηνόβιος λόγον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σίμωνι τω αρχιερεί. τούτων δώσομεν τάλαντα εκατόν. όσα είδε. παραγενόμενοι εκπολεμήσομεν υμάς. προσάγων δια παντός αυτη τας χείρας και μηχανάς ποιούμενος και συνέκλεισε τον Τρύφωνα του μη εισπορεύεσθαι και εκπορεύεσθαι. 30 νυν ουν παράδοτε τας πόλεις. ων κατεκυριεύσατε εκτός των ορίων της Ιουδαίας. Αριαράθη και Αρσάκη 23 και εις πάσας τας χώρας και Σαμψάμη και Σπαρτιάταις και εις Δήλον και Μύνδον και Σικυώνα και εις την Καρίαν και εις Σάμον και εις την Παμφυλίαν και εις την Λυκίαν και εις Αλικαρνασσόν και εις Ρόδον και εις Φασηλίδα και εις Κώ και εις Σίδην και εις Άραδον και εις Γόρτυναν και Κνίδον και Κύπρον και Κυρήνην. αύται εποίουν εν τω λαω πληγήν μεγάλην κατά την χώραν ημών. αλλά της κληρονομίας των πατέρων ημών. αλλ ‘ ηθέτησε πάντα. 33 και αποκριθείς Σίμων είπεν αυτω· ούτε γην αλλοτρίαν ειλήφαμεν ούτε αλλοτρίων κεκρατήκαμεν. 24 το δε αντίγραφον αυτών έγραψαν Σίμωνι τω αρχιερεί. 35 περί δε Ιόππης και Γαζάρων. 26 και απέστειλεν αυτω Σίμων δισχιλίους άνδρας εκλεκτούς συμμαχήσαι αυτω και αργύριον και χρυσίον και σκεύη ικανά. 31 ει δε μη. 36 απέστρεψε δε μετά θυμού προς τον βασιλέα και απήγγειλεν αυτω τους λόγους τούτους και την δόξαν Σίμωνος και πάντα. 28 και απέστειλε προς αυτόν Αθηνόβιον ένα των φίλων αυτού κοινολογησάμενον αυτω λέγων· υμείς κατακρατείτε της Ιόππης και Γαζάρων και της άκρας της εν Ιερουσαλήμ. 27 και ουκ ηβούλετο αυτά δέξασθαι. 29 τα όρια αυτών ηρημώσατε και εποιήσατε πληγήν μεγάλην επί της γης και εκυριεύσατε τόπων πολλών εν τη βασιλεία μου. και ωργίσθη ο βασιλεύς οργήν μεγάλην. και ηλλοτριούντο αυτω.

Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ ανέβη Ιωάννης εκ Γαζάρων και απήγγειλε Σίμωνι τω πατρί αυτού α συνετέλει Κενδεβαίος. 8 και εσάλπισαν ταις ιεραίς σάλπιγξι. 3 νυν δε γεγήρακα. πεζική και ιππείς. και ην χειμάρρους αναμέσον αυτών. 2 και εκάλεσε Σίμων τους δύο υιούς αυτού τους πρεσβυτέρους Ιούδαν και Ιωάννην και είπεν αυτοίς· εγώ και οι αδελφοί μου και ο οίκος του πατρός μου επολεμήσαμεν τους πολεμίους Ισραήλ από νεότητος έως της σήμερον ημέρας. και ευωδώθη εν ταις χερσίν ημών ρύσασθαι τον Ισραήλ πλεονάκις. 5 και αναστάντες το πρωϊ επορεύοντο εις το πεδίον. και ετροπώθη Κενδεβαίος και η παρεμβολή αυτού. 38 και κατέστησεν ο βασιλεύς τον Κενδεβαίον στρατηγόν της παραλίας και δυνάμεις πεζικάς και ιππικάς έδωκεν αυτω· 39 και ενετείλατο αυτω παρεμβαλείν κατά πρόσωπον της Ιουδαίας και ενετείλατο αυτω οικοδομήσαι την Κεδρών και οχυρώσαι τας πύλας και όπως πολεμήση τον λαόν· ο δε βασιλεύς εδίωκε τον Τρύφωνα. 7 και διείλε τον λαόν και τους ιππείς εν μέσω των πεζών· η δε ίππος των υπεναντίων πολλή σφόδρα. και ιδού δύναμις πολλή εις συνάντησιν αυτοίς. και υμείς δε εν τώ ελέει ικανοί εστε εν τοις έτεσι· γίνεσθε αντ ‘ εμού και του αδελφού μου και εξελθόντες υπερμαχείτε υπέρ του έθνους ημών. 40 και παρεγενήθη Κενδεβαίος εις Ιάμνειαν και ήρξατο του ερεθίζειν τον λαόν και εμβατεύειν εις την Ιουδαίαν και αιχμαλωτίζειν τον λαόν και φονεύειν. και επορεύθησαν επί τον Κενδεβαίον και εκοιμήθησαν εν Μωδεϊν. 4 και επέλεξεν εκ της χώρας είκοσι χιλιάδας ανδρών πολεμιστών και ιππείς. καθά συνέταξεν αυτω ο βασιλεύς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 37 Τρύφων δε εμβάς εις πλοίον έφυγεν εις ‘Ορθωσιάδα. 41 και ωκοδόμησε την Κεδρών και έταξεν εκεί ιππείς και δυνάμεις. η δε εκ του ουρανού βοήθεια έστω μεθ ‘ υμών. όπως εκπορευόμενοι εξοδεύωσι τας οδούς της Ιουδαίας. και έπεσον εξ αυτών τραυματίαι πολλοί· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 959 . και είδε τον λαόν δειλούμενον διαπεράσαι τον χειμάρρουν και διεπέρασε πρώτος· και είδον αυτόν οι άνδρες και διεπέρασαν κατόπισθεν αυτού. 6 και παρενέβαλε κατά πρόσωπον αυτών αυτός και ο λαός αυτού.

και ηβουλήθη κατακρατήσαι της χώρας και εβουλεύετο δόλω κατά Σίμωνος και των υιών αυτού άραι αυτούς. 19 και απέστειλεν ετέρους εις Γάζαρα άραι τον Ιωάννην. 15 και υπεδέξατο αυτούς ο του Αβούβου εις το οχυρωμάτιον το καλούμενον Δώκ μετά δόλου. 11 Και Πτολεμαίος ο του Αβούβου ην καθεσταμένος στρατηγός εις το πεδίον Ιεριχώ και έσχεν αργύριον και χρυσίον πολύ· 12 ην γαρ γαμβρός του αρχιερέως. 20 και ετέρους απέστειλε καταλαβέσθαι την Ιερουσαλήμ και το όρος του ιερού. 21 και προδραμών τις απήγγειλεν Ιωάννη εις Γάζαρα ότι απώλετο ο πατήρ αυτού και οι αδελφοί αυτού και ότι απέσταλκε και σε αποκτείναι. και εποίησεν αυτοίς πότον μέγαν και ενέκρυψεν εκεί άνδρας. και τοις χιλιάρχοις απέστειλεν επιστολάς παραγενέσθαι προς αυτόν. όπως δω αυτοίς αργύριον και χρυσίον και δόματα. επέγνω γαρ ότι εζήτουν αυτόν απολέσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οι δε καταλειφθέντες έφυγον εις το οχύρωμα. 24 ιδού ταύτα γέγραπται επί βιβλίω ημερών αρχιερωσύνης αυτού. 23 Και τα λοιπά των λόγων Ιωάννου και των πολέμων αυτού και των ανδραγαθιών αυτού. και απέδωκε κακά αντί αγαθών. 10 και έφυγον έως εις τους πύργους τους εν τοις αγροίς Αζώτου. 14 Σίμων δε ην εφοδεύων τας πόλεις τας εν τη χώρα και φροντίζων της επιμελείας αυτών· και κατέβη εις Ιεριχώ αυτός και Ματταθίας και Ιούδας οι υιοί αυτού έτους εβδόμου και εβδομηκοστού και εκατοστού εν μηνί ενδεκάτω (ούτος ο μην Σαβάτ). αφ ‘ ου εγενήθη αρχιερεύς μετά τον πατέρα αυτού. ων ωκοδόμησε. και έπεσον εξ αυτών εις άνδρας δισχιλίους και απέστρεψεν εις γην Ιούδα μετ ‘ ειρήνης. 17 και εποίησεν αθεσίαν μεγάλην. 13 και υψώθη η καρδία αυτού. 16 και ότε εμεθύσθη Σίμων και οι υιοί αυτού. και των πράξεων αυτού. και της οικοδομής των τειχέων. 18 και έγραψε ταύτα Πτολεμαίος και απέστειλε τω βασιλεί. 9 τότε ετραυματίσθη Ιούδας ο αδελφός Ιωάννου· Ιωάννης δε κατεδίωξεν αυτούς έως ήλθεν εις Κεδρών. ------------------------------------------------------Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 960 . ό ωκοδόμησε. εξανέστη Πτολεμαίος και οι παρ ‘ αυτού και ελάβοσαν τα όπλα αυτών και επεισήλθοσαν τω Σίμωνι εις το συμπόσιον και απέκτειναν αυτόν και τους δύο υιούς αυτού και τινας των παιδαρίων αυτού. ην ωκοδόμησε. και ενεπύρισεν αυτήν εν πυρί. ων ηνδραγάθησε. 22 και ακούσας εξέστη σφόδρα και συνέλαβε τους άνδρας τους ελθόντας απολέσαι αυτόν και απέκτεινεν αυτούς. όπως αποστείλη αυτω δυνάμεις εις βοήθειαν και παραδω αυτω την χώραν αυτών και τας πόλεις.

13 εις γαρ την Περσίδα γενόμενος ο ηγεμών και ο περί αυτόν ανυπόστατος δοκούσα είναι δύναμις. ημείς οι Ιουδαίοι γεγράφαμεν υμίν εν τη θλίψει και εν τη ακμή τη επελθούση ημίν εν τοις έτεσι τούτοις. 16 ανοίξαντες την του φατνώματος κρυπτήν θύραν. συγκλείσαντες. 9 και νυν ίνα άγητε τας ημέρας της σκηνοπηγίας του Χασελεύ μηνός. οι αδελφοί οι εν Ιεροσολύμοις Ιουδαίοι και οι εν τη χώρα της Ιουδαίας ειρήνην αγαθήν· 2 και αγαθοποιήσαι υμίν ο Θεός και μνησθείη της διαθήκης αυτού της προς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ των δούλων αυτού των πιστών· 3 και δώη υμίν καρδίαν πάσιν εις το σέβεσθαι αυτόν και ποιείν αυτού τα θελήματα καρδία μεγάλη και ψυχή βουλομένη· 4 και διανοίξαι την καρδίαν υμών εν τω νόμω αυτού και εν τοις προστάγμασι και ειρήνην ποιήσαι 5 και επακούσαι υμών των δεήσεων και καταλλαγείη υμίν και μη υμάς εγκαταλίποι εν καιρω πονηρω. βάλοντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 961 . παραλογισμω χρησαμένων των περί την Ναναίαν ιερέων. 6 και νυν ώδέ εσμεν προσευχόμενοι περί υμών. όντι δε από του των χριστών ιερέων γένους. κατεκόπησαν εν τω της Ναναίας ιερω. 14 ως γαρ συνοικήσων αυτη παρεγένετο εις τον τόπον ό τε Αντίοχος και οι συν αυτω φίλοι χάριν του λαβείν τα χρήματα εις φερνής λόγον· 15 και προθέντων αυτά των ιερέων της Ναναίας κακείνου προσελθόντος μετ ‘ ολίγων εις τον περίβολον του τεμένους. και τοις εν Αιγύπτω Ιουδαίοις χαίρειν και υγιαίνειν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΤΟΙΣ αδελφοίς τοις κατ ‘ Αίγυπτον Ιουδαίοις χαίρειν. το ιερόν. ως αν προς βασιλέα παρατασσόμενοι· 12 αυτός γαρ εξέβρασε τους παραταξαμένους εν τη αγία πόλει. 11 εκ μεγάλων κινδύνων υπό του Θεού σεσωσμένοι μεγάλως ευχαριστούμεν αυτω. 10 «Οι εν Ιεροσολύμοις και οι εν τη Ιουδαία και η γερουσία και Ιούδας Αριστοβούλω διδασκάλω Πτολεμαίου του βασιλέως. 7 βασιλεύοντος Δημητρίου έτους εκατοστού εξηκοστού ενάτου. αφ ‘ ου απέστη Ιάσων και οι μετ ‘ αυτού από της αγίας γης και της βασιλείας 8 και ενεπύρισαν τον πυλώνα και εξέχεαν αίμα αθωον· και εδεήθημεν του Κυρίου και εισηκούσθημεν και προσηνέγκαμεν θυσίαν και σεμίδαλιν και εξήψαμεν τους λύχνους και προεθήκαμεν τους άρτους. έτους εκατοστού ογδοηκοστού και ογδόού. ως εισήλθεν Αντίοχος.

ίνα και αυτοί άγητε της σκηνοπηγίας και του πυρός. 25 ο μόνος χορηγός. 24 ην δε η προσευχή τον τρόπον έχουσα τούτον· Κύριε Κύριε ο Θεός ο πάντων κτίστης. καθώς είπε Μωυσής. 20 διελθόντων δε ετών ικανών. 26 πρόσδεξαι την θυσίαν υπέρ παντός του λαού σου Ισραήλ και διαφύλαξον την μερίδα σου και καθαγίασον. καταρχομένου Ιωνάθου. και διηγγέλη τω βασιλεί των Περσών ότι εις τον τόπον. και γνώτωσαν τα έθνη. ο Νεεμίας εκέλευσε λίθους μείζονας κατασχείν. 31 καθώς δε ανηλώθη τα της θυσίας και το περιλειπόμενον ύδωρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέτρους συνεκεραύνωσαν τον ηγεμόνα και μέλη ποιήσαντες και τας κεφαλάς αφελόντες τοις έξω παρέρριψαν. 33 ως δε φανερόν εγενήθη το πράγμα. 22 ως δε εγένετο τούτο και χρόνος διήλθεν ό τε ήλιος ανέλαμψε. εν ω κατησφαλίσαντο ωστε πάσιν άγνωστον είναι τον τόπον. 21 εκέλευσεν αυτούς αποβάψαντας φέρειν. ανήφθη πυρά μεγάλη ωστε θαυμάσαι πάντας. 23 προσευχήν δε εποιήσαντο οι ιερείς δαπανωμένης της θυσίας. ο μόνος δίκαιος και παντοκράτωρ και αιώνιος. 17 κατά πάντα ευλογητός ημών ο Θεός. ότε Νεεμίας οικοδομήσας το τε ιερόν και το θυσιαστήριον ανήνεγκε θυσίαν. τους εξουθενημένους και βδελυκτούς έπιδε. 28 βασάνισον τους καταδυναστεύοντας και εξυβρίζοντας εν υπερηφανία. ο φοβερός και ισχυρός και δίκαιος και ελεήμων. ελευθέρωσον τους δουλεύοντας εν τοις έθνεσι. 18 μέλλοντες ουν άγειν εν τω Χασελεύ πέμπτη και εικάδι τον καθαρισμόν του ιερού. οί τε ιερείς και πάντες. ο ποιήσας τους πατέρας εκλεκτούς και αγιάσας αυτούς. ότι συ ει ο Θεός ημών. 27 επισυνάγαγε την διασποράν ημών. ως δε ανηνέχθη τα των θυσιών. οι τότε ευσεβείς ιερείς λαβόντες από του πυρός του θυσιαστηρίου λαθραίως. 34 περιφράξας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 962 . εκέλευσε τους ιερείς Νεεμίας επιρράναι τω ύδατι τα τε ξύλα και τα επικείμενα. ο μόνος βασιλεύς και χρηστός. 29 καταφύτευσον τον λαόν σου εις τον τόπον τον άγιόν σου. των δε λοιπών επιφωνούντων ως Νεεμίου. αφ ‘ ου και οι περί τον Νεεμίαν ήγνισαν τα της θυσίας. ότε έδοξε τω Θεω. κατέκρυψαν εν κοιλώματι φρέατος τάξιν έχοντος ανύδρου. φλόξ ανήφθη· του δε από του θυσιαστηρίου αντιλάμψαντος φωτός εδαπανήθη. δέον ηγησάμεθα διασαφήσαι υμίν. 30 οι δε ιερείς επέψαλλον τους ύμνους. ο διασώζων τον Ισραήλ εκ παντός κακού. 19 και γαρ ότε εις την Περσικήν ήγοντο οι πατέρες ημών. ος παρέδωκε τους ασεβήσαντας. αποσταλείς Νεεμίας υπό του βασιλέως της Περσίδος τους εκγόνους των ιερέων των αποκρυψάντων έπεμψεν επί το πυρ· ως δε διεσάφησαν ημίν μη ευρηκέναι πυρ. αλλά ύδωρ παχύ. ου το πυρ απέκρυψαν οι μεταχθέντες ιερείς το ύδωρ εφάνη. πρότερον επινεφής ων. 32 ως δε τούτο εγενήθη.

4 ην δεν εν τη γραφή ως την σκηνήν και την κιβωτόν εκέλευσεν ο προφήτης χρηματισμού γενηθέντος αυτω συνακολουθείν· ως δε εξήλθεν εις το όρος. 35 και οίς εχαρίζετο ο βασιλεύς πολλά διάφορα ελάμβανε και μετεδίδου. 2 και ως ενετείλατο τοις μεταγενομένοις ο προφήτης. και οφθήσεται η δόξα του Κυρίου και η νεφέλη. ου ο Μωυσής αναβάς εθεάσατο την του Θεού κληρονομίαν. 36 προσηγόρευσαν δε οι περί τον Νεεμίαν τούτο νέφθαρ. δοκιμάσας το πράγμα. ό διερμηνεύεται Καθαρισμός· καλείται δε παρά τοις πολλοίς Νεφθαεί. ως και ο Σαλωμών ηξίωσεν ίνα ο τόπος καθαγιασθή μεγάλως. 9 διεσαφείτο δε και ως σοφίαν έχων ανήνεγκε θυσίαν εγκαινισμού και της τελειώσεως του ιερού. 10 καθώς και Μωυσής προσηύξατο προς Κύριον. και κατέβη πυρ εκ του ουρανού και τα της θυσίας εδαπάνησεν. 13 εξηγούντο δε και εν ταις αναγραφαίς και εν τοις υπομνηματισμοίς τοις κατά τον Νεεμίαν τα αυτά και ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 963 . ούτως και Σαλαμών προσηύξατο. ως και επί Μωυσή εδηλούτο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε ο βασιλεύς ιερόν εποίησε. 6 και προσελθόντες τινές των συνακολουθούντων ωστε επισημήνασθαι την οδόν και ουκ ηδυνήθησαν ευρείν. 5 και ελθών ο Ιερεμίας εύρεν οίκον αντρώδη και την σκηνήν και την κιβωτόν και το θυσιαστήριον του θυμιάματος εισήνεγκεν εκεί και την θύραν ενέφραξε. ίνα μη επιλάθωνται των προσταγμάτων του Κυρίου και ίνα μη αποπλανηθώσι ταις διανοίαις βλέποντες αγάλματα χρυσά και αργυρά και τον περί αυτά κόσμον· 3 και έτερα τοιαύτα λέγων παρεκάλει μη αποστήναι τον νόμον από της καρδίας αυτών. 12 ωσαύτως και ο Σαλωμών τας οκτώ ημέρας ήγαγεν. ως σεσήμανται. μεμψάμενος αυτοίς είπεν ότι και άγνωστος ο τόπος έσται. 7 ως δε ο Ιερεμίας έγνω. και καταβάν το πυρ ανήλωσε τα ολοκαυτώματα. 11 και είπε Μωυσής· δια το μη βεβρώσθαι το περί της αμαρτίας. ανηλώθη. έως αν συναγάγη ο Θεός επισυναγωγήν του λαού και ίλεως γένηται· 8 και τότε ο Κύριος αναδείξει ταύτα. δούς αυτοίς τον νόμον. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ δε εν ταις απογραφαίς Ιερεμίας ο προφήτης ότι εκέλευσε του πυρός λαβείν τους μεταγινομένους.

26 και ημίν μεν τοις την κακοπάθειαν επιδεδεγμένοις της επιτομής ου ράδιον. και έστι παρ ‘ ημίν· 15 ων ουν εάν χρείαν έχητε τους αποκομιούντας υμίν αποστέλλετε. 14 ωσαύτως δε και Ιούδας τα διαπεπτωκότα δια τον πόλεμον τον γεγονότα ημίν επισυνήγαγε πάντα. τοις δε φιλοφρονούσιν εις το δια μνήμης αναλαβείν ευκοπίαν. 23 τα υπό Ιάσωνος του Κυρηναίου δεδηλωμένα δε πέντε βιβλίων πειρασόμεθα δι ‘ ενός συντάγματος επιτεμείν. 27 καθάπερ τω παρασκευάζοντι συμπόσιον και ζητούντι την ετέρων λυσιτέλειαν ουκ ευχερές μεν. ωστε την όλην χώραν ολίγους όντας λεηλατείν και τα βάρβαρα πλήθη διώκειν. το δε επιπορεύεσθαι τοις υπογραμμοίς της επιτομής διαπονούντες. 22 και το περιβόητον καθ ‘ όλην την οικουμένην ιερόν ανακομίσασθαι και την πόλιν ελευθερώσαι και τους μέλλοντας καταλύεσθαι νόμους επανορθώσαι. ούτω δοκώ και επί ημών. 19 Τα δε κατά τον Ιούδαν τον Μακκαβαίον και τους τούτου αδελφούς και τον του ιερού του μεγάλου καθαρισμόν και τον του βωμού εγκαινισμόν. όμως δια την των πολλών ευχαριστίαν ηδέως την κακοπάθειαν υποίσομεν. τω δε εγκαίειν και ζωγραφείν επιχειρούντι τα επιτήδεια προς διακόσμησιν εξεταστέον. 28 το με διακριβούν περί εκάστων τω συγγραφεί παραχωρήσαντες. 18 καθώς επηγγείλατο δια του νόμου· ελπίζομεν γαρ επί τω Θεω ότι ταχέως ημάς ελεήσει και επισυνάξει εκ της υπό τον ουρανόν εις τον άγιον τόπον· εξείλετο γαρ ημάς εκ μεγάλων κακών και τον τόπον εκαθάρισε. του Κυρίου μετά πάσης επιεικείας ιλέω γενομένου αυτοίς. 30 το μεν εμβατεύειν και περίπατον ποιείσθαι λόγον και πολυπραγμονείν εν τοις κατά μέρος τω της ιστορίας αρχηγέτη καθήκει· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 964 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καταβαλλόμενος βιβλιοθήκην επισυνήγαγε τα περί των βασιλέων και προφητών και τα του Δαυίδ και επιστολάς βασιλέων περί αναθεμάτων. 20 έτι τε τους προς Αντίοχον τον Επιφανή και τον τούτου υιόν Ευπάτορα πολέμους 21 και τας εξ ουρανού γενομένας επιφανείας τοις υπέρ του Ιουδαϊσμού φιλοτίμως ανδραγαθήσασιν. 24 συνορώντες γαρ το χύμα των αριθμών και την ούσαν δυσχέρειαν τοις θέλουσιν εισκυκλείσθαι τοις της ιστορίας διηγήμασι δια το πλήθος της ύλης. πάσι δε τοις εντυγχάνουσιν ωφέλειαν. 17 ο δε Θεός ο σώσας τον πάντα λαόν αυτού και αποδούς την κληρονομίαν πάσι και το βασίλειον και το ιεράτευμα και τον αγιασμόν. 16 Μέλλοντες ουν άγειν τον καθαρισμόν εγράψαμεν υμίν· καλώς ουν ποιήσετε άγοντες τας ημέρας. 29 καθάπερ γαρ της καινής οικίας αρχιτέκτονι της όλης καταβολής φροντιστέον. ιδρώτος δε και αγρυπνίας το πράγμα. 25 εφροντίσαμεν τοις μεν βουλομένοις αναγινώσκειν ψυχαγωγίαν.

και μη προσήκειν αυτά προς τον των θυσιών λόγον. είναι δε δυνατόν υπό την του βασιλέως εξουσίαν πεσείν άπαντα ταύτα. ήλθε προς Απολλώνιον Θρασαίου τον κατ ‘ εκείνον το καιρόν Κοίλης Συρίας και Φοινίκης στρατηγόν 6 και προσήγγειλε περί του χρημάτων αμυθήτων γέμειν το εν Ιεροσολύμοις γαζοφυλάκιον. 32 εντεύθεν ουν αρξώμεθα της διηγήσεως. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΤΗΣ αγίας τοίνυν πόλεως κατοικουμένης μετά πάσης ειρήνης και των νόμων έτι κάλλιστα συντηρουμένων δια την ‘Ονίου του αρχιερέως ευσέβειάν τε και μισοπονηρίαν. 10 του δε αρχιερέως υποδείξαντος παραθήκας είναι χηρών τε και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 965 . τοις προειρημένοις τοσούτον επιζεύξαντες· εύηθες γαρ το μεν προ της ιστορίας πλεονάζειν. τω πράγματι δε την του βασιλέως πρόθεσιν επιτελέσων. 4 Σίμων δε τις εκ της Βενιαμίν φυλής προστάτης του ιερού καθεσταμένος διηνέχθη τω αρχιερεί περί της κατά την πόλιν αγορανομίας· 5 και νικήσαι τον ‘Ονίαν μη δυνάμενος. 7 συμμείξας δε ο Απολλώνιος τω βασιλεί περί των μηνυθέντων αυτω χρημάτων ενεφάνισεν· ο δε προχειρισάμενος Ηλιόδωρον τον επί των πραγμάτων απέστειλε δούς εντολάς την των προειρημένων χρημάτων εκκομιδήν ποιήσασθαι. ει ταις αληθείας ταύτα ούτως έχοντα τυγχάνει. 3 ωστε και Σέλευκον τον της Ασίας βασιλέα χορηγείν εκ των ιδίων προσόδων πάντα τα προς τας λειτουργίας των θυσιών επιβάλλοντα δαπανήματα. ανέθετο περί του γεγονότος εμφανισμού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 31 το δε σύντομον της λέξεως μεταδιώκειν και το εξεργαστικόν της πραγματείας παραιτείσθαι τω την μετάφρασιν ποιουμένω συγχωρητέον. ωστε το πλήθος των διαφόρων εναρίθμητον είναι. τη μεν εμφάσει ως τας κατά Κοίλην Συρίαν και Φοινίκην πόλεις εφοδεύσων. την δε ιστορίαν επιτεμείν. και το ιερόν αποστολαίς ταις κρατίσταις δοξάζειν. και τίνος ένεκεν πάρεστι διεσάφησεν· επυνθάνετο δε. 9 παραγενηθείς δε εις Ιεροσόλυμα και φιλοφρόνως υπό του αρχιερέως της πόλεως αποδεχθείς. 8 ευθέως δε ο Ηλιόδωρος εποιείτο την πορείαν. 2 συνέβαινε και αυτούς τους βασιλείς τιμάν τον τόπον.

17 περιεκέχυτο γαρ περί τον άνδρα δέος τι και φρικασμός σώματος. διαπρεπείς δε την περιβολήν. 16 ην δε ορώντα την του αρχιερέως ιδέαν τιτρώσκεσθαι την διάνοιαν· η γαρ όψις και το της χρόας παρηλλαγμένον ενέφαινε την κατά ψυχήν αγωνίαν. πάντως έλεγεν εις το βασιλικόν αναληπτέα ταύτα είναι. κάλλιστοι δε τη δόξη. πολλάς επιρριπτούντες αυτω πληγάς. 11 τινά δε και Υρκανού του Τωβίου σφόδρα ανδρός εν υπεροχή κειμένου -ουχ ωσπερ ην διαβάλλων ο δυσεβής Σίμων. φερόμενος δε ρύδην ενέσεισε τω Ηλιοδώρω τας εμπροσθίους οπλάς· ο δε επικαθήμενος εφαίνετο χρυσήν πανοπλίαν έχων. δια το μέλλειν εις καταφρόνησιν έρχεσθαι τον τόπον. 15 οι δε ιερείς προ του θυσιαστηρίου εν ταις ιερατικαίς στολαίς ρίψαντες εαυτούς. τινές δε δια των θυρίδων διεξέκυπτον· 20 πάσαι δε προτείνουσαι τας χείρας εις τον ουρανόν εποιούντο την λιτανείαν· 21 ελεείν δ ‘ ην την του πλήθους παμμιγή πρόπτωσιν την τε του μεγάλου διαγωνιώντος αρχιερέως προσδοκίαν. εις έκλυσιν και δειλίαν τραπήναι. 13 ο δε Ηλιόδωρος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ορφανών. 23 ο δε Ηλιόδωρος το διεγνωσμένον επετέλει. ωστε πάντας τους κατοτολμήσαντας συνελθείν. ο των πατέρων Κύριος και πάσης εξουσίας δυνάστης επιφάνειαν μεγάλην εποίησεν. οί και παραστάντες εξ εκατέρου μέρους εμαστίγουν αυτόν αδιαλείπτως. καταπλαγέντας την του Θεού δύναμιν. 18 οι δε εκ των οικιών αγεληδόν εξεπήδων επί πάνδημον ικετείαν. 19 υπεζωσμέναι δε υπό τους μαστούς αι γυναίκες σάκκους κατά τας οδούς επλήθυον· αι δε κατάκλειστοι των παρθένων. χρυσίου δε διακόσια· 12 αδικηθήναι δε τους πεπιστευκότας τη του τόπου αγιωσύνη και τη του τετιμημένου κατά τον σύμπαντα κόσμον ιερού σεμνότητι και ασυλία παντελώς αμήχανον είναι.τα δε πάντα αργυρίου τετρακόσια τάλαντα. δι ‘ ας είχε βασιλικάς εντολάς. αι μεν συνέτρεχον επί τους πυλώνας. 14 ταξάμενος δε ημέραν εισήει την περί τούτων επίσκεψιν οικονομήσων· ην δε ου μικρά καθ ‘ όλην την πόλιν αγωνία. δι ‘ ων πρόδηλον εγίνετο τοις θεωρούσι το κατά καρδίαν ενεστός άλγος. αι δε επί τα τείχη. 24 αυτόθι δε αυτού συν τοις δορυφόροις κατά το γαζοφυλάκιον ήδη παρόντος. επεκαλούντο εις ουρανόν τον περί παραθήκης νομοθετήσαντα τοις παρακαταθεμένοις ταύτα σωα διαφυλάξαι. 22 οι μεν ουν επεκαλούντο τον παντοκράτορα Θεόν τα πεπιστευμένα τοις πεπιστευκόσι σώα διαφυλάσσειν μετά πάσης ασφαλείας. 27 άφνω δε πεσόντα προς την γην και πολλω σκότει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 966 . 26 έτεροι δε δύο προεφάνησαν αυτω νεανίαι τη ρώμη μεν εκπρεπείς. 25 ώφθη γαρ τις ίππος αυτοίς φοβερόν έχων τον επιβάτην και καλλίστη σαγή διακεκοσμημένος.

ανεστρατοπέδευσε προς τον βασιλέα. εάν περ και διασωθείη. 40 και τα μεν κατά Ηλιόδωρον και την του γαζοφυλακίου τήρησιν ούτως εχώρησεν. 29 και ο μεν δια την θείαν ενέργειαν άφωνος και πάσης εστερημένος ελπίδος και σωτηρίας έρριπτο. ταύτα δε ειπόντες αφανείς εγένοντο. φανερώς την του Θεού δυναστείαν επεγνωκότες. δια το περί τον τόπον αληθώς είναί τινα Θεού δύναμιν· 39 αυτός γαρ ο την κατοικίαν επουράνιον έχων. και μεμαστιγωμένον αυτόν προσδέξη. 30 οι δε τον Κύριον ευλόγουν τον παραδοξάζοντα τον εαυτού τόπον. οι αυτοί νεανίαι πάλιν ενεφάνησαν τω Ηλιοδώρω εν ταις αυταίς εσθήσεσιν εστολισμένοι και στάντες είπον· πολλάς τω ‘Ονία τω αρχιερεί χάριτας έχε. 36 εξεμαρτύρει δε πάσιν άπερ ην υπ ‘ όψιν τεθεαμένος έργα του μεγίστου Θεού. 33 ποιουμένου δε του αρχιερέως τον ιλασμόν. 31 ταχύ δε τινες των του Ηλιοδώρου συνήθων ηξίουν τον ‘Ονίαν επικαλέσασθαι τον Ύψιστον και το ζήν χαρίσασθαι τω παντελώς εν εσχάτη πνοή κειμένω. πέμψον αυτόν εκεί. έφησεν· 38 ει τινα έχεις πολέμιον ή πραγμάτων επίβουλον. δια γαρ αυτόν σοι κεχάρισται το ζήν ο Κύριος· 34 συ δε υπ ‘ αυτού μεμαστιγωμένος διάγγελλε πάσι το μεγαλείον του Θεού κράτος. μήποτε διάληψιν ο βασιλεύς σχή κακουργίαν τινά περί τον Ηλιόδωρον υπό των Ιουδαίων συντετελέσθαι. 35 ο δε Ηλιόδωρος θυσίαν ανενέγκας τω Κυρίω και ευχάς μεγίστας ευξάμενος τω το ζήν περιποιήσαντι και τον ‘Ονίαν αποδεξάμενος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιχυθέντα συναρπάσαντες και εις φορείον ενθέντες 28 τον άρτι μετά πολλής παραδρομής και πάσης δορυφορίας εις το προειρημένον εισελθόντα γαζοφυλάκιον έφερον αβοήθητον εαυτω καθεστώτα. και το μικρω πρότερον δέους και ταραχής γέμον ιερόν του παντοκράτορος επιφανέντος Κυρίου χαράς και ευφροσύνης επεπλήρωτο. προσήγαγε θυσίαν υπέρ της του ανδρός σωτηρίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 967 . 32 ύποπτος δε γενόμενος ο αρχιερεύς. 37 του δε βασιλέως επερωτήσαντος τον Ηλιόδωρον ποίός τις είη επιτήδειος έτι άπαξ διαπεμφθήναι εις Ιεροσόλυμα. επόπτης εστί και βοηθός εκείνου του τόπου και τους παραγινομένους επί κακώσει τύπτων απόλλυσι.

υπενόθευσεν Ιάσων ο αδελφός ‘Ονίου την αρχιερωσύνην. 9 προς δε τούτοις υπισχνείτο και έτερα διαγράψαι πεντήκοντα προς τοις εκατόν. 8 επαγγειλάμενος τω βασιλεί δι ‘ εντεύξεως αργυρίου τάλαντα εξήκοντα προς τοις τριακοσίοις και προσόδου τινός άλλης τάλαντα ογδοήκοντα. παρώσατο. 3 της δε έχθρας επί τοσούτον προβαινούσης. εκακολόγει τον ‘Ονίαν. ευθέως επί τον Ελληνικόν χαρακτήρα τους ομοφύλους μετήγε 11 και τα κείμενα τοις Ιουδαίοις φιλάνθρωπα βασιλικά δια Ιωάννου του πατρός Ευπολέμου. παρανόμους εθισμούς εκαίνιζεν· 12 ασμένως γαρ υπ ‘ αυτήν την ακρόπολιν γυμνάσιον καθίδρυσε και τους κρατίστους των εφήβων υποτάσσων υπό πέτασον ήγεν. ωστε και δια τινος των υπό του Σίμωνος δεδοκιμασμένων φόνους συντελείσθαι. 14 ωστε μηκέτι περί τας του θυσιαστηρίου λειτουργίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 968 . 5 προς τον βασιλέα διεκομίσθη ου γινόμενος των πολιτών κατήγορος. ο των χρημάτων και της πατρίδος ενδείκτης γεγονώς. 4 συνορών ο ‘Ονίας το χαλεπόν της φιλονεικίας και Απολλώνιον τον Μενεσθέως τον Κοίλης Συρίας και Φοινίκης στρατηγόν συναύξοντα την κακίαν του Σίμωνος. ως αυτός τε είη τον Ηλιόδωρον επισεσεικώς και των κακών δημιουργός καθεστηκώς. του ποιησαμένου την πρεσβείαν υπέρ φιλίας και συμμαχίας προς τους Ρωμαίους. και τας μεν νομίμους καταλύων πολιτείας. το δε συμφέρον κοινή και κατ ‘ ιδίαν παντί τω πλήθει σκοπών· 6 εώρα γαρ άνευ βασιλικής προνοίας αδύνατον είναι τυχείν ειρήνης έτι τα πράγματα και τον Σίμωνα παύλαν ου ληψόμενον της ανοίας. εάν συγχωρηθή δια της εξουσίας αυτού γυμνάσιον και εφηβείον αυτω συστήσασθαι και τους εν Ιεροσολύμοις Αντιοχείς αναγράψαι. 10 επινεύσαντος δε του βασιλέως και της αρχής κρατήσας. 2 και τον ευεργέτην της πόλεως και τον κηδεμόνα των ομοεθνών και ζηλωτήν των νόμων επίβουλον των πραγμάτων ετόλμα λέγειν. 13 ην δ ‘ ούτως ακμή τις Ελληνισμού και πρόσβασις αλλοφυλισμού δια την του ασεβούς και ουκ αρχιερέως Ιάσωνος υπερβάλλουσαν αναγνείαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 Ο δε προειρημένος Σίμων. 7 Μεταλλάξαντος δε τον βίον Σελεύκου και παραλαβόντος την βασιλείαν Αντιόχου του προσαγορευθέντος Επιφανούς.

19 απέστειλεν Ιάσων ο μιαρός θεωρούς από Ιεροσολύμων Αντιοχείς όντας παρακομίζοντας αργυρίου δραχμάς τριακοσίας εις την του Ηρακλέους θυσίαν. τούτους πολεμίους και τιμωρητάς έσχον· 17 ασεβείν γαρ εις τους θείους νόμους ου ράδιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προθύμους είναι τους ιερείς. 27 ο δε Μενέλαος της μεν αρχής εκράτει. Σώστρατος δε Κράτητα τον επί των Κυπρίων. μεταλαβών Αντίοχος αλλότριον αυτόν των αυτών γεγονέναι πραγμάτων. υπονοθευθείς υφ ‘ ετέρου. 22 μεγαλοπρεπώς δε υπό του Ιάσωνος και της πόλεως παραδεχθείς. αλλά του μεν ναού καταφρονούντες και των θυσιών αμελούντες έσπευδον μετέχειν της εν παλαίστρα παρανόμου χορηγίας μετά την του δίσκου πρόκλησιν. δι ‘ ην αιτίαν οι δύο υπό του βασιλέως προσεκλήθησαν. είθ ‘ ούτως εις την Φοινίκην κατεστρατοπέδευσε. ένεκεν δε των παρακομιζόντων εις τας των τριήρων κατασκευάς. αλλά ταύτα ο ακόλουθος καιρός δηλώσει. ας και ηξίωσαν οι παρακομίσαντες μη χρήσθαι προς θυσίαν δια το μη καθήκειν. των δε επηγγελμένων τω βασιλεί χρημάτων ουδέν ευτάκνει· ποιουμένου δε την απαίτησιν Σωστράτου του της ακροπόλεως επάρχου. εις ετέραν δε καταθέσθαι δαπάνην. και ων εζήλουν τας αγωγάς και καθάπαν ήθελον εξομοιούσθαι. της μεν αρχιερωσύνης ουδέν άξιον φέρων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 969 . 24 ο δε συσταθείς τω βασιλεί και δοξάσας αυτόν τω προσώπω της εξουσίας. μετά δαδουχίας και βοών εισπεπόρευται. 28 προς τούτον γαρ ην η των φόρων πράξις. 26 και ο μεν Ιάσων ο τον ίδιον αδελφόν υπονοθεύσας. θυμούς δε ωμού τυράννου και θηρός βαρβάρου οργάς έχων. 16 ων χάριν περιέσχεν αυτούς χαλεπή περίστασις. παρακομίζοντα τα χρήματα τω βασιλεί και περί πραγμάτων αναγκαίων υπομνηματισμούς τελέσοντα. 30 τοιούτων δε συνεστηκότων. 21 αποσταλέντος δε εις Αίγυπτον Απολλωνίου του Μενεσθέως δια τα πρωτοκλίσια Πτολεμαίου του Φιλομήτορος Βασιλέως. 15 και τας μεν πατρώους τιμάς εν ουδενί τιθέμενοι. υπερβαλών τον Ιάσωνα τάλαντα αργυρίου τριακόσια. εις εαυτόν κατήντησε την αρχιερωσύνην. της καθ ‘ αυτόν ασφαλείας εφρόντιζεν· όθεν εις Ιόππην παραγενόμενος κατήντησεν εις Ιεροσόλυμα. 23 μετά δε τριετή χρόνον απέστειλεν Ιάσων Μενέλαον. φυγάς εις την Αμμανίτιν χώραν συνήλαστο. 25 λαβών δε τας βασιλικάς εντολάς παρεγένετο. 29 και ο μεν Μενέλαος απέλιπε της αρχιερωσύνης διάδοχον Λυσίμαχον τον εαυτού αδελφόν. 18 αγομένου δε πενταετηρικού αγώνος εν Τύρω και του βασιλέως παρόντος. τον του προσημαινομένου Σίμωνος αδελφόν. τας δε Ελληνικάς δόξας καλλίστας ηγούμενοι. 20 έπεσεν ουν ταύτα δια μεν τον αποστείλαντα εις την του Ηρακλέους θυσίαν.

35 δι ‘ ην αιτίαν ου μόνον Ιουδαίοι. καταλιπών τον διαδεχόμενον Ανδρόνικον των εν αξιώματι κειμένων. έπεισεν εκ του ασύλου προελθείν. 39 γενομένων δε πολλών ιεροσυλυμάτων κατά την πόλιν υπό του Λυσιμάχου μετά της Μενελάου γνώμης και διαδοθείσης έξω της φήμης. παρήλεγχεν αποκεχωρηκώς εις άσυλον τόπον επί Δάφνης της προς Αντιόχειαν κειμένης. παραχρήμα την του Ανδρονίκου πορφύραν περιελόμενος και τους χιτώνας περιρρήξας. προηγησαμένου τινός τυράννου προβεβηκότος την ηλικίαν. φύρδην ενετίνασσον εις τους περί τον Λυσίμαχον· 42 δι ‘ ην αιτίαν πολλούς μεν αυτών τραυματίας εποίησαν. τινές δε εκ της παρακειμένης σποδού δρασσόμενοι. εκεί τον μιαιφόνον απεκόσμησε. χρυσωμάτων ήδη πολλών διενηνεγμένων. τινάς δε και κατέβαλον. αυτόν δε τον ιερόσυλον παρά το γαζοφυλάκιον εχειρώσαντο. επ ‘ αυτού την δικαιολογίαν εποιήσαντο οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 970 . 43 περί δε τούτων ενέστη κρίσις προς τον Μενέλαον. ούπερ εις τον ‘Ονίαν ησέβησεν. 34 όθεν ο Μενέλαος λαβών ιδία τον Ανδρόνικον. 37 ψυχικώς ουν ο Αντίοχος επιλυπηθείς και τραπείς εις έλεον και δακρύσας δια την του μετηλλαχότος σωφροσύνην και πολλήν ευταξίαν 38 και πυρωθείς τοις θυμοίς. καθοπλίσας ο Λυσίμαχος προς τρισχιλίους. συμμισοπονηρούντων και των Ελλήνων υπέρ του παρά λόγον τον ‘Ονίαν απεκτάνθαι. ον και παραχρήμα παρέκλεισεν ουκ αιδεσθείς το δίκαιον. κατήρξατο χειρών αδίκων. συναρπάσαντες οι μεν πέτρους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συνέβη Ταρσείς και Μαλλώτας στασιάζειν δια το Αντιοχίδι τη παλλακή του βασιλέως εν δωρεά δεδόσθαι. 44 καταντήσαντος δε του βασιλέως εις Τύρον. 36 του δε βασιλέως επανελθόντος από των κατά Κιλικίαν τόπων. 33 α και σαφώς επεγνωκώς ο ‘Ονίας. 32 νομίσας δε ο Μενέλαος ειληφέναι καιρόν ευφυή. επ ‘ αυτό τον τόπον. περιαγαγών καθ ‘ όλην την πόλιν. οι δε ξύλων πάχη. πάντας δε εις φυγήν συνήλασαν. καίπερ εν υποψία κείμενος. ουδέν δε ήττον και την άνοιαν. ενετύγχανον οι κατά πόλιν Ιουδαίοι. 31 θάττον ουν ο βασιλεύς ήκε καταστείλε τα πράγματα. χρυσώματά τινα των του ιερού νοσφισάμενος εχαρίσατο τω Ανδρονίκω και έτερα ετύγχανε πεπρακώς εις τε Τύρον και τας κύκλω πόλεις. πολλοί δε και των άλλων εθνών εδείναζον και εδυσφόρουν επί τω του ανδρός αδίκω φόνω. επισυνήχθη το πλήθος επί τον Λυσίμαχον. 41 συνιδόντες δε και την επίθεσιν του Λυσιμάχου. ο δε παραγενόμενος επί τον ‘Ονίαν και πεισθείς επί δόλω και δεξιάς μεθ ‘ όρκων δούς. 40 επεγειρομένων δε των όχλων και ταις οργαίς διεμπιπλαμένων. του Κυρίου την αξία αυτω κόλασιν αποδόντος. παρεκάλει χειρώσασθαι τον ‘Ονίαν.

Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 Περί δε τον καιρόν τούτον την δευτέραν έφοδον ο Αντίοχος εις Αίγυπτον εστείλατο. τοις δε ταλαιπώροις. 46 όθεν απολαβών ο Πτολεμαίος εις τι περίστυλον ως αναψύξοντα τον βασιλέα μετέθηκε. ου συννοών την εις τους συγγενείς ευημερίαν δυσημερίαν είναι την μεγίστην· δοκών δε πολεμίων και ουχ ομοεθνών τρόπαια καταβάλλεσθαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεμφθέντες άνδρες τρεις υπό της γερουσίας. απελύθησαν αν ακατάγνωστοι. μέγας των πολιτών επίβουλος καθεστώς. ει και επί Σκυθών έλεγον. 4 διό πάντες ηξίουν επ ‘ αγαθω την επιφάνειαν γενέσθαι. 48 ταχέως ουν την άδικον ζημίαν υπέσχον οι υπέρ πόλεως και δήμων και των ιερών σκευών προαγορεύσαντες. 47 και τον μεν της όλης κακίας Μενέλαον απέλυσε των κατηγορημάτων. οίτινες. 6 ο δε Ιάσων εποιείτο σφαγάς των πολιτών των ιδίων αφειδώς. 5 γενομένης δε λαλιάς ψευδούς ως μετηλλαχότος τον βίον Αντιόχου παραλαβών ο Ιάσων ουκ ελάττους των χιλίων. φυγάς πάλιν εις την Αμμανίτιν απήλθε. αιφνιδίως επί την πόλιν συνετελέσατο επίθεσιν· των δε επί τω τείχει συνελασθέντων και τέλος ήδη καταλαμβανομένης της πόλεως. 8 πέρας ουν κακής αναστροφής έτυχεν εγκλεισθείς προς Αρέταν τον των Αράβων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 971 . τούτοις θάνατον επέκρινε. 2 συνέβη δε καθ ‘ όλην την πόλιν σχεδόν εφ ‘ ημέρας τεσσαράκοντα φαίνεσθαι δια του αέρος τρέχοντας ιππείς διαχρύσους στολάς έχοντας και λόγχας σπειρηδόν εξωπλισμένους 3 και ίλας ίππων διατεταγμένας και προσβολάς γινομένας και καταδρομάς εκατέρων και ασπίδων κινήσεις και καμάκων πλήθη και μαχαιρών σπασμούς και βελών βολάς και χρυσών κόσμων εκλάμψεις και παντοίους θωρακισμούς. 49 δι ‘ ην αιτίαν και Τύριοι μισοπονηρήσαντες τα προς την κηδείαν αυτών μεγαλοπρεπώς εχορήγησαν. ο Μενέλαος εις την ακρόπολιν εφυγάδευσεν. 7 της μεν αρχής ουκ εκράτησε. 50 ο δε Μενέλαος δια τας των κρατούντων πλεονεξίας έμενεν επί της αρχής επιφυόμενος τη κακία. το δε τέλος της επιβουλής αισχύνην λαβών. 45 ήδη δε λελειμμένος ο Μενέλαος επηγγείλατο χρήματα ικανά τω Πτολεμαίω τω Δορυμένους προς το πείσαι τον βασιλέα.

ύστερον ευεργετημάτων υπό του Κυρίου εκοινώνησε. 20 διόπερ και αυτός ο τόπος συμμετασχών των του έθνους δυσπετημάτων γενομένων. έλαβε την μεν πόλιν δορυάλωτον. ου συνορών ότι δια τας αμαρτίας των την πόλιν οικούντων απώργισται βραχέως ο Δεσπότης. ανδρών τε και γυναικών και τέκνων αφανισμός. τον και των νόμων και της πατρίδος προδότην γεγονότα 16 και ταις μιαραίς χερσί τα ιερά σκεύη λαμβάνων και τα υπ ‘ άλλων βασιλέων ανατεθέντα προς αύξησιν και δόξαν του τόπου και τιμήν ταις βεβήλοις χερσί συσσύρων επεδίδου. 21 ο γούν Αντίοχος οκτακόσια προς τοις χιλίοις απενεγκάμενος εκ του ιερού τάλαντα θάττον εις Αντιόχειαν εχωρίσθη. 13 εγίνοντο δε νέων και πρεσβυτέρων αναιρέσεις. οδηγόν έχων τον Μενέλαον. καθάπερ ο Ηλιόδωρος ο πεμφθείς υπό Σελεύκου του βασιλέως επί την επίσκεψιν του γαζοφυλακίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τύρρανον. και ο καταληφθείς εν τη του Παντοκράτορος οργή πάλιν εν τη του μεγάλου Δεσπότου καταλλαγή μετά πάσης δόξης επανωρθώθη. ουχ ήττον δε των εσφαγμένων επράθησαν. 15 και ουκ αρκεσθείς δε τούτοις κατετόλμησεν εις το πάσης της γης αγιώτατον ιερόν εισελθείν. 22 κατέλιπε δε και επιστάτας του κακούν το γένος. ούτος προαχθείς παραχρήμα μαστιγωθείς ανετράπη του θράσους. 11 Προσπεσόντων δε τω βασιλεί περί των γεγονότων διέλαβεν αποστατείν την Ιουδαίαν. 14 οκτώ δε μυριάδες εν ταις πάσαις ημέραις τρισί κατεφθάρησαν· τέσσαρες μεν εκ χειρών νομαίς. διωκόμενος υπό πάντων και στυγούμενος ως των νόμων αποστάτης και βδελυσσόμενος ως πατρίδος και πολιτών δήμιος. πόλιν εκ πόλεως φεύγων. τον δε τρόπον βαρβαρώτερον έχοντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 972 . διό γέγονε περί τον τόπον παρόρασις. αλλά δια το έθνος τον τόπον ο Κύριος εξελέξατο. 12 και εκέλευσε τοις στρατιώταις κόπτειν αφειδώς τους εμπίπτοντας και τους εις τας οικίας αναβαίνοντας κατασφάζειν. 10 και ο πλήθος ατάφων εκρίψας απένθητος εγενήθη και κηδείας ουδ ‘ ηστινοσούν ούτε πατρώου τάφου μετέσχε. 18 ει δε μη συνέβαινε προσενέχεσθαι πολλοίς αμαρτήμασι. οιόμενος από της υπερηφανίας την μεν γην πλωτήν και το πέλαγος πορευτόν θέσθαι δια τον μετεωρισμόν της καρδίας. 17 και εμετεωρίζετο την διάνοιαν ο Αντίοχος. 9 και ο συχνούς της πατρίδος αποξενώσας επί ξένης απώλετο προς Λακεδαιμονίους αναχθείς ως δια την συγγένειαν τευξόμενος σκέπης. εν μεν Ιεροσολύμοις Φίλιππον το μεν γένος Φρύγα. εις Αίγυπτον εξεβράσθη. όθεν αναζεύξας εξ Αιγύπτου τεθηριωμένος τη ψυχή.19 αλλ ‘ ου δια τον τόπον το έθνος. παρθένων τε και νηπίων σφαγαί.

7 ήγοντο δε μετά πικράς ανάγκης εις την κατά μήνα του βασιλέως γενέθλιον ημέραν επί σπλαγχνισμόν· γενομένης δε Διονυσίων εορτής ηναγκάζοντο οι Ιουδαίοι κισσούς έχοντες πομπεύειν τω Διονύσω. 6 ην δ ‘ ούτε σαββατίζειν ούτε πατρώους εορτάς διαφυλάττειν ούτε απλώς Ιουδαίον ομολογείν είναι. έτι δε τα μη καθήκοντα ένδον φερόντων. 4 το μεν γαρ ιερόν ασωτίας και κώμων επεπλήρωτο υπό των εθνών ραθυμούντων μεθ ‘ εταιρών και εν τοις ιεροίς περιβόλοις γυναιξί πλησιαζόντων. 5 το δε θυσιαστήριον τοις αποδιεσταλμένοις από των νόμων αθεμίτοις επεπλήρωτο. απεχθή δε προς τους πολίτας Ιουδαίους έχων διάθεσιν. επέσχεν έως της αγίας ημέρας του σαββάτου και λαβών αργούντας τους Ιουδαίους τοις υφ ‘ εαυτόν εξοπλησίαν παρήγγειλε 26 και τους εξελθόντας πάντας επί την θεωρίαν συνεξεκέντησε και εις την πόλιν συν τοις όπλοις εισδραμών ικανά κατέστρωσε πλήθη. προς δε τούτοις Μενέλαον. 3 χαλεπή δε και τοις όλοις ην και δυσχερής η επίτασις της κακίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του καταστήσαντος. 8 ψήφισμα δε εξέπεσεν εις τας αστυγείτονας πόλεις Ελληνίδας Πτολεμαίου υποτιθεμένου την αυτήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 973 . προστάξας τους εν ηλικία πάντας κατασφάξαι. 27 Ιούδας δε ο Μακκαβαίος δέκατός που γενηθείς και αναχωρήσας εις την έρημον. και την χορτώδη τροφήν σιτούμενοι διετέλουν προς το μη μετασχείν του μολυσμού. 23 εν δε Γαριζίν Ανδρόνικον. 2 μολύναι δε και τον εν Ιεροσολύμοις νεών και προσονομάσαι Διός ‘Ολυμπίου και τον εν Γαριζίν. Διός Ξενίου. ος χείριστα των άλλων υπερήρετο τοις πολίταις. 25 ούτος δε παραγενόμενος εις Ιεροσόλυμα και τον ειρηνικόν υποκριθείς. 24 έπεμψε δε τον μυσάρχην Απολλώνιον μετά στρατεύματος δισμυρίων προς τοις δισχιλίοις. τας δε γυναίκας και νεωτέρους πωλείν. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΜΕΤ ‘ ου πολύν δε χρόνον εξαπέστειλεν ο βασιλεύς γέροντα Αθηναίον αναγκάζειν τους Ιουδαίους μεταβαίνειν εκ των πατρώων νόμων και τοις του Θεού νόμοις μη πολιτεύεσθαι. θηρίων τρόπον εν τοις όρεσι διέζη συν τοις μετ ‘ αυτού. καθώς ετύγχανον οι τον τόπον οικούντες.

19 ο δε τον μετ ‘ ευκλείας θάνατον μάλλον ή τον μετά μύσους βίον αναδεξάμενος. 10 δύο γαρ γυναίκες ανηνέχθησαν περιτετμηκυίαι τα τέκνα αυτών· τούτων δε εκ των μαστών κρεμάσαντες τα βρέφη και δημοσία περιαγαγόντες αυτάς την πόλιν κατά του τείχους εκρήμνισαν. ούτω και εφ ‘ ημών έκρινεν είναι. αλλά προς παιδείαν του γένους ημών είναι· 13 και γαρ το μη πολύν χρόνον εάσθαι τους δυσσεβούντας. ανήρ ήδη προβεβηκώς την ηλικίαν και την πρόσοψιν του προσώπου κάλλιστος τυγχάνων. μηνυθέντες τω Φιλίππω συνεφλογίσθησαν δια το ευλαβώς έχειν βοηθήσαι εαυτοίς κατά την δόξαν της σεμνοτάτης ημέρας. 9 τους δε μη προαιρουμένους μεταβαίνειν επί τα Ελληνικά κατασφάζειν. παιδεύων δε μετά συμφοράς ουκ εγκαταλείπει τον εαυτού λαόν. 16 διόπερ ουδέποτε μεν τον έλεον αυτού αφ ‘ ημών αφίστησι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγωγήν κατά των Ιουδαίων άγειν και σπλαγνίζειν. 24 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 974 . ταχέως λέγων προπέμπειν εις τον άδην. 17 πλήν έως υπομνήσεως ταύθ ‘ ημίν ειρήσθω· δι ‘ ολίγων δ ‘ ελευστέον επί την διήγησιν. οίς καθήκον αυτω χρήσασθαι. μεγάλης ευεργεσίας σημείόν εστιν. αυθαιρέτως επί το τύμπανον προσήγε. 14 ου γαρ καθάπερ και επί των άλλων εθνών αναμένει μακροθυμών ο δεσπότης μέχρι του καταντήσαντας αυτούς προς εκπλήρωσιν αμαρτιών κολάσαι. 11 έτεροι δε πλησίον συνδραμόντες εις τα σπήλαια λεληθότως άγειν την εβδομάδα. 15 ίνα μη προς τέλος αφικομένων ημών των αμαρτιών ύστερον ημάς εκδικά. αλλ ‘ ευθέως περιπίπτειν επιτιμίοις. λογίζεσθαι δε τας τιμωρίας μη προς όλεθρον. 22 ίνα τούτο πράξας απολυθή του θανάτου και δια την αρχαίαν προς αυτούς φιλίαν τύχη φιλανθρωπίας. προπτύσας δε 20 καθ ‘ ον έδει τρόπον προσέρχεσθαι τους υπομένοντας αμύνεσθαι. 21 οι δε προς τω παρανόμω σπλαγνισμω τεταγμένοι δια την εκ των παλαιών χρόνων προς τον άνδρα γνώσιν απολαβόντες αυτόν κατ ‘ ιδίαν παρεκάλουν ενέγκατα κρέα. δι ‘ αυτού παρασκευασθέντα. μη συστέλλεσθαι δια τας συμφοράς. ων ου θέμις γεύσασθαι δια την προς τον ζήν φιλοστοργίαν. 12 Παρακαλώ ουν τους εντυγχάνοντας τηδε τη βίβλω. παρήν ουν οράν την ενεστώσαν ταλαιπωρίαν. 18 Ελεάζαρός τις των πρωτευόντων γραμματέων. υποκριθήναι δε ως εσθίοντα τα υπό του βασιλέως προστεταγμένα των από της θυσίας κρεών. μάλλον δε της αγίας και θεοκτίστου νομοθεσίας ακολούθως απεφήνατο. 23 ο δε λογισμόν αστείον αναλαβών και άξιον της ηλικίας και της του γήρως υπεροχής και της επικτήτου και επιφανούς πολιάς και της εκ παιδός καλλίστης αναστροφής. αναχανών ηναγκάζετο φαγείν ύειον κρέας.

30 μέλλων δε ταις πληγαίς τελευτάν. 31 και ούτος ουν τούτον τον τρόπον μετήλλαξεν. 2 εις δε αυτών γενόμενος προήγορος ούτως έφη· τι μέλλεις ερωτάν και μανθάνειν παρ ‘ ημών. παραχρήμα τον γενόμενον αυτών προήγορον προσέταξε γλωσσοτομείν και περισκυθίσαντες ακρωτηριάζειν. σκληράς υποφέρω κατά το σώμα αλγηδόνας μαστιγούμενος. 29 των δε αγόντων την μικρω πρότερον ευμένειαν προς αυτόν εις δυσμένειαν μεταβαλόντων δια το τους προειρημένους λόγους. 3 έκθυμος δε γενόμενος ο βασιλεύς προσέταξε τήγανα και λέβητας εκπυρούν. ως αυτοί διελάμβανον. 28 τοις δε νέοις υπόδειγμα γενναίον καταλελοιπώς εις το προθύμως και γενναίως υπέρ των σεμνών και αγίων νόμων απευθανατίζειν. κατά ψυχήν δε ηδέως δια τον αυτού φόβον ταύτα πάσχω. αναστενάξας είπε· τω Κυρίω τω την αγίαν γνώσιν έχοντι φανερόν εστιν ότι δυνάμενος απολυθήναι του θανάτου. ίνα πολλοί των νέων υπολαβόντες Ελεάζαρον τον ενενηκονταετή μεταβεβηκέναι εις αλλοφυλισμόν 25 και αυτοί δια την εμήν υπόκρισιν και δια τον μικρόν και ακαριαίον ζήν πλανηθώσι δι ‘ εμέ. απόνοιαν είναι. αλλά και τοις πλείστοις του έθνους τον εαυτού θάνατον υπόδειγμα γεναιότητος και μνημόσυνον αρετής καταλιπών. των λοιπών αδελφών και της μητρός συνορώντων. τοσαύτα δε ειπών επί το τύμπανον ευθέως ήλθε. 4 των δε παραχρήμα εκπυρωθέντων. 26 ει γαρ και επί του παρόντος εξελούμαι την εξ ανθρώπων τιμωρίαν. 27 διόπερ ανδρείως μεν νυν διαλλάξας τον βίον του μεν γήρως άξιος φανήσομαι. και μύσος και κηλίδα του γήρως κατακτήσομαι. έτοιμοι γαρ αποθνήσκειν εσμέν ή παραβαίνειν τους πατρίους νόμους. ου μόνον τοις νέοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ου γαρ της ημετέρας ηλικίας άξιόν εστιν υποκριθήναι. αλλά τας του Παντοκράτορος χείρας ούτε ζων ούτε αποθανών εκφεύξομαι. 5 άχρηστον δε αυτόν τοις όλοις γενόμενον εκέλευσε τη πυρά προσάγειν έμπνουν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 975 . Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΣΥΝΕΒΗ δε και επτά αδελφούς μετά της μητρός συλληφθέντας αναγκάζεσθαι υπό του βασιλέως από των αθεμίτων υείων κρεών εφάπτεσθαι μάστιξι και νευραίς αικιζομένους.

ως σε και το σπέρμα σου βασανίσει. 17 συ δε καρτέρει και θεώρει το μεγαλείον αυτού κράτος. 21 έκαστον δε αυτών παρεκάλει τη πατρίω φωνή γενναίω πεπληρωμένη φρονήματι και τον θήλυν λογισμόν άρσενι θυμω διεγείρασα. 13 και τούτου δε μεταλλάξαντος. ο πλάσας ανθρώπου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 976 . ό θέλεις ποιείς· μη δόκει δε το γένος ημών υπό του Θεού καταλελείφθαι. και την εκάστου στοιχείωσιν ουκ εγώ διερρύθμισα. τον δεύτερον ήγον επί τον εμπαιγμόν και το της κεφαλής δέρμα συν ταις θριξί περισύραντες επηρώτων· ει φάγεσαι προ του τιμωρηθήναι το σώμα κατά μέλος. της δε ατμίδος εφ ‘ ικανόν διαδιδούσης του τηγάνου. αλλήλους παρεκάλουν συν τη μητρί γενναίως τελευτάν λέγοντες ούτως· 6 ο Κύριος ο Θεός εφορά και ταις αληθείαις εφ' ημίν παρακαλείται. 16 ο δε προς αυτόν ιδών είπεν· εξουσίαν εν ανθρώποις έχων φθαρτός ων. 15 εχομένως δε τον πέμπτον προσάγοντες ηκίζοντο. 19 συ δε μη νομίσης αθωος έσεσθαι θεομαχείν επιχειρήσας. τον τέταρτον ωσαύτως εβασάνιζον αικιζόμενοι. καθάπερ δια της κατά πρόσωπον αντιμαρτυρούσης ωδής διεσάφησε Μωυσής λέγων· και επί τοις δούλοις αυτού παρακληθήσεται. 20 υπεραγόντως δε η μήτηρ θαυμαστή και μνήμης αγαθής αξία. ημείς γαρ δι ‘ εαυτούς ταύτα πάσχομεν αμαρτάνοντες εις τον εαυτών Θεόν. 14 και γενόμενος προς το τελευτάν ούτως έφη· αιρετόν μεταλλάσσοντα υπ ‘ ανθρώπων τας υπό του Θεού προσδοκάν ελπίδας πάλιν αναστήσεσθαι υπ ‘ αυτού· σοί μεν γαρ ανάστασις εις ζωήν ουκ έσται. ο δε του κόσμου βασιλεύς αποθανόντας ημάς υπέρ των αυτού νόμων εις αιώνιον αναβίωσιν ζωής ημάς αναστήσει. ουδέ εγώ το πνεύμα και την ζωήν υμίν εχαρισάμην. 7 μεταλλάξαντος δε του πρώτου τον τρόπον τούτον. 9 εν εσχάτη δε πνοή γενόμενος είπε· συ μεν αλάστωρ εκ του παρόντος ημάς ζήν απολύεις. 18 μετά δε τούτον ήγον τον έκτον. ως εν ουδενί τας αλγηδόνας ετίθετο. διό άξια θαυμασμού γέγονε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τηγανίζειν. 8 ο δε αποκριθείς τη πατρίω φωνή είπεν· ουχί· διόπερ και ούτος την εξής έλαβε βάσανον ως ο πρώτος. 23 τοιγαρούν ο του κόσμου κτίστης. λέγουσα προς αυτούς· 22 ουκ οίδ ‘ όπως εις την εμήν εφάνητε κοιλίαν. ήτις απολλυμένους υιούς επτά συνορώσα μιάς υπό καιρόν ημέρας ευψύχως έφερε δια τας επί Κύριον ελπίδας. 10 μετά δε τούτον ο τρίτος ενεπαίζετο και την γλώσσαν αιτηθείς ταχέως προέβαλε και τας χείρας ευθαρσώς προέτεινε 11 και γενναίως είπεν· εξ ουρανού ταύτα κέκτημαι και δια τους αυτού νόμους υπερορώ ταύτα και παρ ‘ αυτού ταύτα πάλιν ελπίζω κομίσασθαι· 12 ωστε αυτόν τον βασιλέα και τους συν αυτω εκπλήσσεσθαι την του νεανίσκου ψυχήν. και μέλλων αποθνήσκειν έφη· μη πλανώ μάτην.

μη μάτην μετεωρίζου φρυαττόμενος αδήλοις ελπίσιν. τούτω παρά τους άλλους χειρίστως απήντησε πικρώς φέρων επί τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 977 . 24 ο δε Αντίοχος οιόμενος καταφρονείσθαι και την ονειδίζουσαν υφορώμενος φωνήν. 38 εν εμοί δε και τοις αδελφοίς μου στήναι την του Παντοκράτορος οργήν την επί το σύμπαν ημών γένος δικαίως επηγμένην. 37 εγώ δε καθάπερ οι αδελφοί μου και σώμα και ψυχήν προδίδωμι περί των πατρίων νόμων. αναβλέψαντα εις τον ουρανόν και την γην και τα εν αυτοίς πάντα ιδόντα. ως νυν υπεροράται εαυτούς δια τους αυτού νόμους. γνώναι ότι εξ ουκ όντων εποίησεν αυτά ο Θεός και το των ανθρώπων γένος ούτως γεγένηται. 36 οι μεν γαρ νυν ημέτεροι αδελφοί βραχύν υπενέγκαντες πόνον αεννάου ζωής υπό διαθήκην Θεού πεπτώκασι· συ δε τη του Θεού κρίσει δίκαια τα πρόστιμα της υπερηφανίας αποίση. 25 του δε νεανίου μηδαμώς προσέρχοντος. 39 έκθυμος δε γενόμενος ο βασιλεύς. προσκαλεσάμενος ο βασιλεύς την μητέρα παρήνει του μειρακίου γενέσθαι σύμβουλον επί σωτηρία. 30 έτι δε ταύτης καταλεγούσης ο νεανίας είπε· τίνα μένετε. ου μόνον δια λόγων εποιείτο την παράκλησιν. του δε προστάγματος ακούω του νόμου του δοθέντος τοις πατράσιν ημών δια Μωυσέως. ελέησόν με την εν γαστρί περιενέγκασάν σε μήνας εννέα και θηλάσασάν σε έτη τρία και εκθρέψασάν σε και αγαγούσαν εις την ηλικίαν ταύτην και τροφοφορήσασαν. 27 προσκύψασα δε αυτω. επίδεξαι τον θάνατον. επί τους δούλους αυτού επαιρόμενος χείρα· 35 ούπω γαρ την του Παντοκράτορος επόπτου Θεού. 34 συ δε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γένεσιν και πάντων εξευρών γένεσιν και το πνεύμα και την ζωήν υμίν πάλιν αποδώσει μετ ‘ ελέους. διότι μόνος αυτός Θεός εστιν. 29 μη φοβηθής τον δήμιον τούτον. 26 πολλά δε αυτού παραινέσαντος επεδέξατο πείσειν τον υιόν. χλευάσασα τον ωμόν τύραννον ούτως έφησε τη πατρώα φωνή· υιε. έτι του νεωτέρου περιόντος. κρίσιν εκπέφευγας. 28 αξιώσε. αλλά των αδελφών άξιος γενόμενος. 31 συ δε πάσης κακίας ευρετής γενόμενος εις τους Εβραίους. και πάλιν καταλλαγήσεται τοις εαυτού δούλοις. τέκνον. 32 ημείς γαρ δια τας εαυτών αμαρτίας πάσχομεν. ουχ υπακούω του προστάγματος του βασιλέως. αλλά και δι ‘ όρκων επίστου άμα πλουτιείν και μακαριστόν ποιήσειν μεταθέμενον από των πατρίων νόμων και φίλον έξειν και χρείας εμπιστεύσειν. επικαλούμενος τον Θεόν ίλεων ταχύ τω έθνει γενέσθαι και σε μετά ετασμών και μαστίγων εξομολογήσασθαι. ου μη διαφύγης τας χείρας του Θεού. ω ανόσιε και πάντων ανθρώπων μιαρώτατε. ίνα εν τω ελέει συν τοις αδελφοίς σου κομίσωμαί σε. 33 ει δε χάριν επιπλήξεως και παιδείας ο ζων Κύριος ημών βραχέως επώργισται.

της οργής του Κυρίου εις έλεον τραπείσης. 8 Συνορών δε ο Φίλιππος κατά μικρόν εις προκοπήν ερχόμενον τον άνδρα. 9 ο δε ταχέως προχειρισάμενος Νικάνορα τον του Πατρόκλου των πρώτων φίλων απέστειλεν υποτάξας παμφύλων έθνη ουκ ελάττους των δισμυρίων το σύμπαν των Ιουδαίων εξάραι γένος· συνέστησε δε αυτω και Γοργίαν άνδρα στρατηγόν και εν πολεμικαίς χρείαις πείραν έχοντα. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΙΟΥΔΑΣ δε ο Μακκαβαίος και οι συν αυτω παρεισπορευόμενοι λεληθότως εις τας κώμας προσεκαλούντο τους συγγενείς και τους μεμενηκότας εν τω Ιουδαϊσμω προσλαβόμενοι συνήγαγον εις εξακισχιλίους. και λαλιά τις της ευανδρίας αυτού διεχείτο πανταχή. 11 ευθέως δε εις τας παραθαλασσίους πόλεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 978 . 2 και επεκαλούντο τον Κύριον επιδείν επί τον υπό πάντων καταπατούμενον λαόν. 42 τα μεν ουν περί τους σπλαγνισμούς και τας υπερβαλλούσας αικίας επί τοσούτον δεδηλώσθω. 4 μνησθήναι δε και της των αναμαρτήτων νηπίων παρανόμου απωλείας και περί των γενομένων εις το όνομα αυτού βλασφημιών και μισοπονηρήσαι. οικτείραι δε και τον ναόν τον υπό των ασεβών ανθρώπων βεβηλωθέντα. 3 ελεήσαι δε και την καταφθειρομένην πόλιν και μέλλουσαν ισόπεδον γίνεσθαι και των καταβοώντων προς αυτόν αιμάτων εισακούσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μυκτηρισμω. 10 διεστήσατο δε ο Νικάνωρ τον φόρον τω βασιλεί τοις Ρωμαίοις όντα ταλάντων δισχιλίων εκ της των Ιουδαίων αιχμαλωσίας εκπληρώσειν. 40 και ούτος ουν καθαρός τον βίον μετήλλαξε παντελώς επί τω Κυρίω πεποιθώς. 6 πόλεις δε και κώμας απροσδοκήτως ερχόμενος ενεπίμπρα και τους επικαίρους τόπους απολαμβάνων ουκ ολίγους των πολεμίων ενίκα τροπούμενος 7 μάλιστα τας νύκτας προς τας τοιαύτας επιβουλάς συνεργούς ελάμβανε. 41 εσχάτη δε των υιών η μήτηρ ετελεύτησε. 5 γενόμενος δε εν συστήματι ο Μακκαβαίος ανυπόστατος ήδη τοις έθνεσιν εγίνετο. πυκνότερον δε εν ταις ευημερίαις προβαίνοντα. προς Πτολεμαίον τον Κοίλης Συρίας και Φοινίκης στρατηγόν έγραψεν επιβοηθείν τοις του βασιλέως πράγμασιν.

κατέσφαξαν των πολεμίων υπέρ τους ενακισχιλίους. οι οκτακισχίλιοι τας δώδεκα μυριάδας απώλεσαν δια την γενομένην αυτοίς απ ‘ ουρανού βοήθειαν και ωφέλειαν πολλήν έλαβον. 24 γενομένου δε αυτοίς του Παντοκράτορος συμμάχου. 23 έτι δε και Ελεάζαρον. ημείς δε επί τω παντοκράτορι Θεω. έτι δε την της προγονικής πολιτείας κατάλυσιν. υποτάξας εκάστω χιλίους προς τοις πεντακοσίοις. έφησεν. των Μακεδόνων απορουμένων. εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδες ως απώλοντο. 25 τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 979 . 13 οι δειλανδρούντες και απιστούντες την του Θεού δίκην διεδίδρασκον και εξετόπιζον εαυτούς. υπισχνούμενος ενενήκοντα σώματα ταλάντου παραχωρήσειν. 20 και την εν τη Βαβυλωνία την προς αυτούς Γαλάτας παράταξιν γενομένην. συνέβαλε τω Νικάνορι. αλλά δια τας προς τους πατέρας αυτών διαθήκας και ένεκεν της επ ‘ αυτούς επικλήσεως του σεμνού και μεγαλοπρεπούς ονόματος αυτού. μηδέ ευλαβείσθαι την των αδίκως παραγινομένων επ ‘ αυτούς εθνών πολυπληθίαν. πάντας δε φυγείν ηνάγκασαν. 12 τω δε Ιούδα προσέπεσε περί της του Νικάνορος εφόδου· και μεταδόντος αυτού τοις συν αυτω την παρουσίαν του στρατοπέδου. Σίμωνα και Ιώσηφον και Ιωνάθαν. ως οι πάντες επί την χρείαν ήλθον οκτακισχίλιοι συν Μακεδόσι τετρασχιλίοις. πεποίθαμεν. τραυματίας δε και τοις μέλεσιν αναπήρους το πλείστον μέρος της του Νικάνορος στρατιάς εποίησαν. παραγνούς την ιεράν βίβλον και δούς σύνθημα Θεού βοηθείας της πρώτης σπείρας αυτός προηγούμενος. 16 συναγαγών δε ο Μακκαβαίος τους περί αυτόν όντας τον αριθμόν εξακισχιλίους παρεκάλει μη καταπλαγήναι τους πολεμίους. δυναμένω και τους ερχομένους εφ ‘ ημάς και τον όλον κόσμον εν ενί νεύματι καταβαλείν. 14 οι δε τα περιλελειμμένα πάντα επώλουν. 21 εφ ‘ οίς ευθαρσείς αυτούς παραστήσας και ετοίμους υπέρ των νόμων και της πατρίδος αποθνήσκειν. 18 οι μεν γαρ όπλοις πεποίθασιν άμα και τόλμαις. 19 προσαναλεξάμενος δε αυτοίς και τας επί των προγόνων γενομένας αντιλήψεις και την επί Σενναχηρείμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ απέστειλε προσκαλούμενος επ ‘ αγορασμόν Ιουδαϊκών ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σωμάτων. αγωνίσασθαι δε γενναίως 17 προ οφθαλμών λαβόντας την ανόμως εις τον άγιον τόπον συντελεσμένην υπ ‘ αυτών ύβριν και τον της εμπεπαιγμένης πόλεως αικισμόν. 22 τάξας και τους αδελφούς αυτού προηγουμένους εκατέρας τάξεως. ομού δε τον Κύριον ηξίουν ρύσασθαι τους υπό του δυσσεβούς Νικάνορος πριν συντυχείν πεπραμένους· 15 και ει μη δι ‘ αυτούς. ου προσδεχόμενος την παρά του Παντοκράτορος μέλλουσαν παρακολουθήσειν επ ‘ αυτω δίκην. τετραμερές τι το στράτευμα εποίησε.

30 και τοις περί Τιμόθεον και Βακχίδην συνερίσαντες υπέρ τους δισμυρίους αυτών ανείλον και οχυρωμάτων υψηλών εύ μάλα εγκρατείς εγένοντο και λάφυρα πλείστα εμερίσαντο ισομοίρους εαυτούς και τοις ηκισμένοις και ορφανοίς και χήραις. δια της μεσογείου. δια το ακολουθείν τοις υπ ‘ αυτού προστεταγμένοις νόμοις. 32 τον δε φυλάρχην των περί Τιμόθεον ανείλον. 34 ο δε τρισαλιτήριος Νικάνωρ. 36 και ο τοις Ρωμαίοις αναδεξάμενος φόρον από της των εν Ιεροσολύμοις αιχμαλωσίας κατορθώσασθαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 980 . περισσώς ευλογούντες και εξομολογούμενοι τω Κυρίω τω διασώσαντι αυτούς εις την ημέραν ταύτην. τα λοιπά αυτοί και τα παιδία εμερίσαντο. 28 μετά δε το σάββατον τοις ηκισμένοις και ταις χήραις και ορφανοίς μερίσαντες από των σκύλων. οίτινες άξιον της δυσσεβείας εκομίσαντο μισθόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε χρήματα των παραγεγονότων επί τον αγορασμόν αυτών έλαβον· συνδιώξαντες δε αυτούς εφ ‘ ικανόν ανέλυσαν υπό της ωρας συγκλειόμενοι. 29 ταύτα δε διαπραξάμενοι και κοινήν ικετίαν ποιησάμενοι. ο τους χιλίους εμπόρους επί την πράσιν των Ιουδαίων αγαγών. 26 ην γαρ η προ του σαββάτου. δραπέτου τρόπον. κατήγγελλεν υπέρμαχον έχειν τον Θεόν τους Ιουδαίους και δια τον τρόπον τούτο ατρώτους είναι τους Ιουδαίους. τη του Κυρίου βοηθεία την δοξικήν αποθέμενος εσθήτα. έρημον εαυτόν ποιήσας. 35 ταπεινωθείς υπό των κατ ‘ αυτόν νομιζομένων ελαχίστων είναι. υφήψαν εις εν οικίδιον πεφευγότας. αρχήν ελέους τάξαντος αυτοίς. έτι δε και πρεσβυτέροις ποιήσαντες. τα δε λοιπά των σκύλων ήνεγκαν εις Ιεροσόλυμα. 31 οπλολογήσαντες δε αυτούς επιμελώς πάντα συνέθηκαν εις τους επικαίρους τόπους. ήκεν εις Αντιόχειαν υπεράγαν δυσημερήσας επί τη του στρατού διαφθορά. 27 οπλολογήσαντες δε αυτούς και τα σκύλα εκδύσαντες των πολεμίων περί το σάββατον εγίνοντο. ανοσιώτατον άνδρα και πολλά τους Ιουδαίους επιλελυπηκότα. Καλλισθένην και τινας άλλους. δι ‘ ην αιτίαν ουκ εμακροθύμησαν κατατρέχοντες αυτούς. τον ελεήμονα Κύριον ηξίουν εις τέλος καταλλαγήναι τοις αυτού δούλοις. 33 επινίκια δε άγοντες εν τη πατρίδι τους εμπρήσαντας τους ιερούς πυλώνας.

3 όντι δε αυτω κατ ‘ Εκβάτανα προσέπεσε τα κατά Νικάνορα και τους περί Τιμόθεον γεγονότα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΠΕΡΙ δε τον καιρόν εκείνον ετύγχανεν Αντίοχος αναλελυκώς ακόσμως εκ των κατά την Περσίδα τόπων. και συνέβη τροπωθέντα τον Αντίοχον υπό των εγχωρίων ασχήμονα την αναζυγήν ποιήσασθαι. πυρ πνέων τοις θυμοίς επί τους Ιουδαίους και κελεύων εποξύνειν την πορείαν. 7 ο δ ‘ ουδαμώς της αγερωχίας έληγεν· έτι δε και της υπερηφανίας επεπλήρωτο. διό συνέταξε τον αρματηλάτην αδιαλείπτως ελαύνοντα κατανύειν την πορείαν. 11 ενταύθα ουν ήρξατο το πολύ της υπερηφανίας λήγειν υποτεθραυσμένος και εις επίγνωσιν έρχεσθαι θεία μάστιγι κατά στιγμήν επιτεινόμενος ταις αλγηδόσι. κατά γην γενόμενος εν φορείω παρεκομίζετο. 10 και τον μικρω πρότερον των ουρανίων άστρων άπτεσθαι δοκούντα παρακομίζειν ουδείς εδύνατο δια το της οσμής αφόρητον βάρος. φανεράν του Θεού πάσι την δύναμιν ενδεικνύμενος. συνέβη δε και πεσείν αυτόν από του άρματος φερομένου ροίζω και δυσχερεί πτώματι περιπεσόντα πάντα τα μέλη του σώματος αποστρεβλούσθαι. 5 ο δε πανεπόπτης Κύριος ο Θεός του Ισραήλ επάταξεν αυτόν ανιάτω και αοράτω πληγή· άρτι δε αυτού καταλήξαντος τον λόγον. 12 και μηδέ της οσμής αυτού δυνάμενος ανέχεσθαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 981 . 9 ωστε και εκ του σώματος του δυσσεβούς σκώληκας αναζείν. υπό δε της οσμής αυτού παν το στρατόπεδον βαρύνεσθαι τη σαπρία. 2 εισεληλύθει γαρ εις την λεγομένην Περσέπολιν και επεχείρησεν ιεροσυλείν και την πόλιν συνέχειν. 4 επαρθείς δε τω θυμω ώετο και την των πεφυγαδευκότων αυτόν κακίαν εις τους Ιουδαίους εναπερείσασθαι. διό δη των πληθών ορμησάντων επί την των όπλων βοήθειαν ετράπησαν. και ζώντος εν οδύναις και αλγηδόσι τας σάρκας αυτού διαπίπτειν. 6 πάνυ δικαίως τον πολλαίς και ξενιζούσαις συμφοραίς ετέρων σπλάγχνα βασανίσαντα. της εξ ουρανού δη κρίσεως συνούσης αυτω· ούτω γαρ υπερηφάνως είπε· πολυάνδριον Ιουδαίων Ιεροσόλυμα ποιήσω παραγενόμενος εκεί. έλαβεν αυτόν ανήκεστος των σπλάγχνων αλγηδών και πικραί των ένδον βάσανοι. 8 ο δ ‘ άρτι δοκών τοις της θαλάσσης κύμασιν επιτάσσειν δια την υπέρ άνθρωπον αλαζονείαν και πλάστιγγι τα των ορέων οιόμενος ύψη στήσειν.

έγραψε προς τους Ιουδαίους την υπογεγραμμένην επιστολήν. εις ουρανόν την ελπίδα έχων. 26 παρακαλώ ουν υμάς και αξιώ. ην σπεύδων παρεγίνετο ισόπεδον ποιήσαι και πολυάνδριον οικοδομήσαι. καθ ‘ ους καιρούς εις τους άνω τόπους εστρατοπέδευσεν. 28 Ο μεν ουν ανδροφόνος και βλάσφημος τα χείριστα παθών. 22 ουκ απογινώσκων τα κατ ‘ εμαυτόν. υμών την τιμήν και την εύνοιαν αν εμνημόνευον φιλοστόργως. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 982 . 25 προς δε τούτοις κατανοών τους παρακειμένους δυνάστας και γειτνιώντας τη βασιλεία τοις καιροίς επέχοντας και προσδεχομένους το αποβησόμενον. 18 ουδαμώς δε ληγόντων των πόνων. αναδέδειχα τον υιόν μου Αντίοχον βασιλέα. ικετηρίας τάξιν έχουσαν. επεληλύθει γαρ επ ‘ αυτόν δικαία η του Θεού κρίσις. μεμνημένους των ευεργεσιών κοινή και κατ ‘ ιδίαν. τας δε επιβαλλούσας προς τας θυσίας συντάξεις εκ των ιδίων προσόδων χορηγήσειν· 17 προς δε τούτοις και Ιουδαίον έσεσθαι και πάντα τόπον οικητόν επελεύσεσθαι καταγγέλλοντα το του Θεού κράτος. ανέδειξε τον διαδεξόμενον. 23 θεωρών δε ότι και ο πατήρ. 20 ει έρρωσθε και τα τέκνα και τα ίδια κατά γνώμην εστίν υμίν. ους διεγνώκει μηδέ ταφής αξιώσαι οιωνοβρώτους δε συν τοις νηπίοις εκρίψειν θηρίοις. ον πολλάκις ανατρέχων εις τας επάνω σατραπείας τοις πλείστοις υμών παρακατετιθέμην και συνίστων· γέγραφα δε προς αυτόν τα υπογεγραμμένα. αναγκαίον ηγησάμην φροντίσαι της κοινής πάντων ασφαλείας. 21 καγώ δε ασθενώς διεκείμην. εύχομαι μεν τω Θεω την μεγίστην χάριν. ελευθέραν αναδείξαι· 15 τους δε Ιουδαίους. ειδότες οι κατά την χώραν ω καταλέλειπται τα πράγματα. ούτω λέγων 14 την μεν αγίαν πόλιν. έκαστον συντηρείν την ούσαν εύνοιαν εις εμέ και τον υιόν μου· 27 πέπεισμαι γαρ αυτόν επιεικώς και φιλανθρώπως παρακολουθούντα τη εμή προαιρέσει συμπεριενεχθήσεσθαι υμίν». περιέχουσαν δε ούτως· 19 «Τοις χρηστοίς Ιουδαίοις τοις πολίταις πολλά χαίρειν και υγιαίνειν και εύ πράττειν βασιλεύς και στρατηγός Αντίοχος. αλλά έχων πολλήν ελπίδα εκφεύξεσθαι την ασθένειαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτ ‘ έφη· δίκαιον υποτάσσεσθαι τω Θεω και μη θνητόν όντα ισόθεα φρονείν υπερηφάνως. πάντας αυτούς ίσους Αθηναίους ποιήσειν· 16 ον δεν πρότερον εσκύλευσεν άγιον νεών καλλίστοις αναθήμασι κοσμήσειν και τα ιερά σκεύη πολυπλάσια πάντα αποδώσειν. 13 ηύχετο δε ο μιαρός προς τον ουκέτι αυτόν ελεήσοντα Δεσπότην. επανάγων εκ των περί την Περσίδα τόπων και περιπεσών ασθενεία δυσχέρειαν εχούση. τα κατ ‘ αυτόν απελπίσας. μη επιταράσσωνται. 24 όπως εάν τι παράδοξον αποβαίνη ή και προσαγγελθή τι δυσχερές.

τη πέμπτη και εικάδι του αυτού μηνός. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΜΑΚΚΑΒΑΙΟΣ δε και οι συν αυτω. συνέβη κατά την αυτήν ημέραν τον καθαρισμόν γενέσθαι του ναού. 9 και τα μεν της Αντιόχου του προσαγορευθέντος Επιφανούς τελευτής ούτως είχε. προς Πτολεμαίον τον Φιλομήτορα εις Αίγυπτον διεκομίσθη. ος εστι Χασελεύ. του Κυρίου προάγοντος αυτούς. υιόν δε του ασεβούς γενόμενον δηλώσομεν. 12 Πτολεμαίος γαρ ο καλούμενος Μάκρων το δίκαιον συντηρείν προηγούμενος εις τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 983 . 2 τους δε κατά την αγοράν βωμούς υπό των αλλοφύλων δεδημιουργημένους. ος και διευλαβηθείς τον υιόν Αντιόχου. Κοίλης δε Συρίας και Φοινίκης στρατηγόν πρώταρχον. 3 και τον νεών καθαρίσαντες έτερον θυσιαστήριον εποίησαν και πυρώσαντες λίθους και πυρ εκ τούτων λαβόντες. επί ξένης εν τοις όρεσιν οικτίστω μόρω κατέστρεψε τον βίον. 10 Νυνί δε τα κατά τον Ευπάτορα Αντίοχον. έτι δε τεμένη καθείλον. 11 αυτός γαρ παραλαβών βασιλείαν ανέδειξεν επί των πραγμάτων Λυσίαν τινά. αλλ ‘ εάν ποτε και αμάρτωσιν. μνημονεύοντες ως προ μικρού χρόνου την των σκηνών εορτήν εν τοις όρεσι και εν τοις σπηλαίοις θηρίων τρόπον ήσαν νεμόμενοι. έτι δε φοίνικας έχοντες ύμνους ανέφερον τω ευοδώσαντι καθαρισθήναι τον εαυτού τόπον. υπ ‘ αυτού μετ ‘ επιεικείας παιδεύεσθαι και μη βλασφήμοις και βαρβάροις έθνεσι παραδίδοσθαι. ανήνεγκαν θυσίαν μετά διετή χρόνον και θυμίαμα και λύχνους και των άρτων την πρόθεσιν εποιήσαντο. 7 διό θύρσους και κλάδους ωραίους. 5 εν ή δε ημέρα ο νεώς υπό αλλοφύλων εβεβηλώθη. 8 εδογμάτισαν δε μετά κοινού προστάγματος και ψηφίσματος παντί τω των Ιουδαίων έθνει κατ ‘ ενιαυτόν άγειν τάσδε τας ημέρας. 6 και μετ ‘ ευφροσύνης ήγον ημέρας οκτώ σκηνωμάτων τρόπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ως ετέρους διέθηκεν. αυτά συντέμνοντες τα των πολέμων κακά. το μεν ιερόν εκομίσαντο και την πόλιν. 29 παρεκομίζετο δε το σώμα Φίλιππος ο σύντροφος αυτού. 4 ταύτα δε ποιήσαντες ηξίωσαν τον Κύριον πεσόντες επί κοιλίαν μηκέτι περιπεσείν τοιούτοις κακοίς.

24 Τιμόθεος δε ο πρότερον ηττηθείς υπό των Ιουδαίων συναγαγών ξένας δυνάμεις παμπληθείς και τους της Ασίας γενομένους ίππους συναθροίσας ουκ ολίγους. 15 ομού δε τούτω και οι Ιδουμαίοι εγκρατείς επικαίρων οχυρωμάτων όντες εγύμναζον τους Ιουδαίους. συναγαγών τους ηγουμένους του λαού κατηγόρησεν ως αργυρίου πεπράκασι τους αδελφούς. τους πολεμίους κατ ‘ αυτών απολύσαντες. 14 Γοργίας δε γενόμενος στρατηγός των τόπων εξενοτρόφει και παρέκαστα προς τους Ιουδαίους επολεμοτρόφει. 17 οίς και προσβαλόντες ευρώστως εγκρατείς εγένοντο των τόπων πάντας τε τους επί τω τείχει μαχομένους ημύναντο κατέσφαζόν τε τους εμπίπτοντας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιουδαίους δια την γεγονυίαν εις αυτούς αδικίαν επειράτο τα προς αυτούς ειρηνικώς διεξάγειν. ανείλον δε ουχ ήττον των δισμυρίων. υπ ‘ αθυμίας φαρμακεύσας εαυτόν εξέλιπε τον βίον. 25 οι δε περί τον Μακκαβαίον συνεγγίζοντος αυτού. παρήν ως δορυάλωτον ληψόμενος την Ιουδαίαν. 13 όθεν κατηγορούμενος υπό των φίλων προς τον Ευπάτορα και προδότης παρέκαστα ακούων δια το την Κύπρον εμπιστευθέντα υπό του Φιλομήτορος εκλιπείν και προς Αντίοχον τον Επιφανή αναχωρήσαι μήτ ‘ ευγενή την εξουσίαν έχων. καθώς ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 984 . προς ικετείαν του Θεού ετράπησαν γη τας κεφαλάς καταπάσαντες και τας οσφύας σάκκοις ζώσαντες. 21 προσαγγελθέντος δε τω Μακκαβαίω περί του γεγονότος. 18 συμφυγόντων δε ουκ έλαττον των ενακισχιλίων εις δύο πύργους οχυρούς εύ μάλα και πάντα τα προς πολιορκίαν έχοντας. 22 τούτους μεν ουν προδότας γενομένους απέκτεινε και παραχρήμα τους δύο πύργους κατελάβετο. 20 οι δε περί τον Σίμωνα φιλαργυρήσαντες υπό τινων των εν τοις πύργοις επείσθησαν αργυρίω· επτάκις δε μυριάδας δραχμάς λαβόντες είασάν τινας διαρρυήναι. 19 ο Μακκαβαίος εις επείγοντας τόπους απολιπών Σίμωνα και Ιώσηφον. 26 επί την απέναντι του θυσιαστηρίου κρηπίδα προσπεσόντες. έτι δε και Ζακχαίον και τους συν αυτω ικανούς προς την τούτων πολιορκίαν. επί τα των Ιδουμαίων οχυρώματα ωρμησαν. 16 οι δε περί τον Μακκαβαίον ποιησάμενοι λιτανείαν και αξιώσαντες τον Θεόν σύμμαχον αυτοίς γενέσθαι. και τους φυγαδευθέντας από Ιεροσολύμων προσλαβόμενοι πολεμοτροφείν επεχείρουν. αυτός εχωρίσθη. ηξίουν ίλεων αυτοίς γενόμενν εχθρεύσαι τοις εχθροίς αυτών και αντικείσθαι τοις αντικειμένοις. 23 τοις δε όπλοις τα πάντα εν ταις χερσίν ευοδούμενος απώλεσεν εν τοις δυσίν οχυρώμασι πλείους των δισμυρίων.

στρατηγούντος εκεί Χαιρέου. 37 και τον Τιμόθεον αποκεκρυμμένον εν τινι λάκκω κατέσφαξαν και τον τούτου αδελφόν Χαιρέαν και τον Απολλοφάνην. 27 γενόμενοι δε από της δεήσεως. 38 ταύτα δε διαπραξάμενοι μεθ ‘ ύμνων και εξομολογήσεων ευλόγουν τω Κυρίω τω μεγάλως ευεργετούντι τον Ισραήλ και το νίκος αυτοίς διδόντι. είκοσι νεανίαι των περί τον Μακκαβαίον πυρωθέντες τοις θυμοίς δια τας βλασφημίας. αναλαβόντες τα όπλα προήγον από της πόλεως επί πλείον· συνεγγίσαντες δε τοις πολεμίοις εφ ‘ εαυτών ήσαν. 33 οι δε περί τον Μακκαβαίον άσμενοι περιεκάθισαν το φρούριον ημέρας τέσσαρας. ιππείς δε εξακόσιοι. προσβαλόντες τω τείχει αρρενωδώς και θηριώδει θυμω τον εμπίπτοντα έκοπτον. 30 οί και τον Μακκαβαίον μέσον λαβόντες και σκεπάζοντες ταις εαυτών πανοπλίαις άτρωτον διεφύλαττον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 985 . 34 οι δε ένδον τη ερυμνότητι του τόπου πεποιθότες υπεράγαν εβλασφήμουν και λόγους αθεμίτους προϊεντο. 36 έτεροι δε ομοίως προσαναβάντες εν τω περισπασμω προς τους ένδον. 32 αυτός δε ο Τιμόθεος συνέφυγεν εις Γάζαρα λεγόμενον οχύρωμα. ενεπίμπρων τους πύργους και πυράς ανάψαντες ζώντας τους βλασφήμους κατέκαιον. οι μεν έγγυον έχοντες ευημερίας και νίκης μετ ‘ αρετής την επί τον Κύριον καταφυγήν. 28 άρτι δε της ανατολής διαδεχομένης προσέβαλον εκάτεροι. εύ μάλα φρούριον. οι δε τας πύλας διέκοπτον. 31 κατεσφάγησαν δε δισμύριοι προς τοις πεντακοσίοις. 29 γενομένης δε καρτεράς μάχης. οι δε καθηγεμόνα των αγώνων ταττόμενοι τον θυμόν. 35 υποφαινούσης δε της πέμπτης ημέρας. εισδεξάμενοι δε την λοιπήν τάξιν προκατελάβοντο την πόλιν. εις δε τους υπεναντίους τοξεύματα και κεραυνούς εξερρίπτουν· διό συγχυθέντες αορασία κατεκόπτοντο ταραχής πεπληρωμένοι. και αφηγούμενοι των Ιουδαίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νόμος διασαφεί. εφάνησαν τοις υπεναντίοις εξ ουρανού εφ ‘ ίππων χρυσοχαλίνων άνδρες πέντε διαπρεπείς.

12 οι πλείονες δε αυτών τραυματίαι γυμνοί διεσώθησαν. προσαποστείλας 14 έπεισε συλλύσεσθαι επί πάσι τοις δικαίοις. ιππείς δε εξακοσίους προς τοις χιλίοις· τους δε πάντας ηνάγκασαν φυγείν. 7 αυτός δε πρώτος ο Μακκαβαίος αναλαβών τα όπλα προετρέψατο τους άλλους. 5 εισελθών δε εις την Ιουδαίαν και συνεγγίσας Βαιθσούρα. του συμφέροντος φροντίζων· όσα γαρ ο Μακκαβαίος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 986 . 15 ενέπνευσε δε ο Μακκαβαίος επί πάσιν. καθώς τα λοιπά των εθνών τεμένη. άμα αυτω διακινδυνεύοντας επιβοηθείν τοις αδελφοίς αυτών· ομού δε και προθύμως εξώρμησαν. 3 το δε ιερόν αργυρολόγητον. όντι μεν ερυμνω χωρίω. 13 ουκ άνους δε υπάρχων. του πάντα δυναμένου Θεού συμμαχούντος αυτοίς. 4 ουδαμώς επιλογιζόμενος το του Θεού κράτος. και αυτός δε ο Λυσίας αισχρώς φεύγων διεσώθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΜΕΤ ‘ ολίγον δε παντελώς χρόνον Λυσίας επίτροπος του βασιλέως και συγγενής και επί των πραγμάτων λίαν βαρέως φέρων επί τοις γεγονόσι. 10 προήγον εν διασκευή τον απ ‘ ουρανού σύμμαχον έχοντες. εφάνη προηγούμενος αυτών έφιππος εν λευκή εσθήτι. οίς ο Λυσίας παρεκάλει. παρεγένετο επί τους Ιουδαίους λογιζόμενος την μεν πόλιν Έλλησιν οικητήριον ποιήσειν. μετ ‘ οδυρμών και δακρύων ικέτευον συν τοις όχλοις τον Κύριον αγαθόν άγγελον αποστείλαι προς σωτηρίαν τω Ισραήλ. πανοπλίαν χρυσήν κραδαίνων. από δε Ιεροσολύμων απέχοντι ωσεί σταδίους πέντε. 6 ως δε μετέλαβον οι περί τον Μακκαβαίον πολιορκούντα αυτόν τα οχυρώματα. 9 ομού δε πάντες ευλόγησαν τον ελεήμονα Θεόν και επερρώσθησαν ταις ψυχαίς. 8 αυτόθι δε και προς τοις Ιεροσολύμοις όντων. και διότι και τον βασιλέα πείσειν φίλον αυτοίς αναγκάζειν γενέσθαι. πρατήν δε την αρχιερωσύνην κατ ‘ έτος ποιήσειν. 2 συναθροίσας περί τας οκτώ μυριάδας και την ίππον πάσαν. 11 λεοντηδόν δε εντινάξαντες εις τους πολεμίους κατέστρωσαν αυτούς χιλίους προς τοις μυρίοις. προς εαυτόν αντιβάλλων το γεγονός περί εαυτόν ελάσσωμα και συννοήσας ανικήτους είναι τους Εβραίους. τούτο έθλιβεν. ελεήσαντος αυτούς του Κυρίου. ου μόνον ανθρώπους αλλά και θήρας τους αγριωτάτους και σιδηρά τείχη τιτρώσκειν όντες έτοιμοι. πεφρενωμένος δε ταις μυριάσι των πεζών και ταις χιλιάσι των ιππέων και τοις ελέφασι τοις ογδοήκοντα.

τω δήμω των Ιουδαίων χαίρειν. 20 υπέρ δε των κατά μέρος εντέταλμαι τούτοις τε και τοις παρ ‘ εμού διαλεχθήναι υμίν. ηξίουν περί των δι ‘ αυτού σημαινομένων. 28 ει έρρωσθε. επιδόντες τον υπογεγραμμένον χρηματισμόν. 33 έρρωσθε. 22 Η δε του βασιλέως επιστολή περιείχεν ούτως· «Βασιλεύς Αντίοχος τω αδελφω Λυσία χαίρειν. έτους εκατοστού τεσσαρακοστού ογδόου. 29 ενεφάνισεν ημίν ο Μενέλαος βούλεσθαι κατελθόντας υμάς γίνεσθαι προς τοις ιδίοις. 21 έρρωσθε. 18 όσα μεν ουν έδει και τω βασιλεί πρσενεχθήναι. βουλόμενοι τους εκ της βασιλείας αταράχους όντας γενέσθαι προς την των ιδίων επιμέλειαν. και εις το λοιπόν πειράσομαι παραίτιος υμίν αγαθών γενέσθαι. 16 ήσαν γαρ αι γεγραμμέναι τοις Ιουδαίοις επιστολαί. 34 Έπεμψαν δε και οι Ρωμαίοι προς αυτούς επιστολήν έχουσαν ούτως· «Κόϊντος Μέμμιος. έτους εκατοστού τεσσαρακοστού ογδόου. 36 α δε έκρινε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 987 . είη αν ως βουλόμεθα· και αυτοί δε υγιαίνομεν. κρίνομεν το τε ιερόν αυτοίς αποκατασταθήναι και πολιτεύεσθαι κατά τα επί των προγόνων αυτών έθη. 32 πέπομφα δε και τον Μενέλαον παρακαλέσοντα υμάς. συνεχώρησεν ο βασιλεύς. συνεχώρησεν. Τίτος Μάνλιος. 35 υπέρ ων Λυσίας ο συγγενής του βασιλέως συνεχώρησεν υμίν. Διοσκορινθίου τετράδι και εικάδί. 26 εύ ουν ποιήσεις διαπεμψάμενος προς αυτούς και δούς δεξιάς. καθά και το πρότερον. 30 τοις ουν καταπορευομένοις μέχρι τριακάδος Ξανθικού υπάρξει δεξιά μετά της αδείας 31 χρήσθαι τους Ιουδαίους τοις εαυτών δαπανήμασι και νόμοις. όπως ειδότες την ημετέραν προαίρεσιν εύθυμοί τε ώσι και ηδέως διαγίνωνται προς την των ιδίων αντίληψιν». 27 Πρός δε το έθνος η του βασιλέως επιστολή τοιαύτη ην· «Βασιλεύς Αντίοχος τη γερουσία των Ιουδαίων και τοις άλλοις Ιουδαίοις χαίρειν. και ουδείς αυτών κατ ‘ ουδένα τρόπον παρενοχληθήσεται περί των ηγνοημένων. παρά μεν Λυσίου περιέχουσαι τον τρόπον τούτον· «Λυσίας τω πλήθει των Ιουδαίων χαίρειν. Ξανθικού πέμπτη και δεκάτή. 24 ακηκοότες τους Ιουδαίους μη συνευδοκούντας τη του πατρός επί τα Ελληνικά μεταθέσει. διεσάφησα· α δε ην ενδεχόμενα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επέδωκε τω Λυσία δια γραπτών περί των Ιουδαίων. πρεσβύται Ρωμαίων. 19 εάν μεν ουν συντηρήσητε την εις τα πράγματα εύνοιαν. αλλά την εαυτών αγωγήν αιρετίζοντας και δια τούτο αξιούντας συγχωρηθήναι αυτοίς τα νόμιμα αυτών· 25 αιρούμενοι ουν και τούτο το έθνος εκτός ταραχής είναι. και ημείς συνευδοκούμεν. 23 του πατρός ημών εις θεούς μεταστάντος. 17 Ιωάννης και Αβεσσαλώμ οι πεμφθέντες παρ ‘ υμών.

πέμψατέ τινα παραχρήμα επισκεψάμενοι περί τούτων. ανέλυσεν ως πάλιν ήξων και το σύμπαν των Ιοππιτών εκριζώσαι πολίτευμα. παρεγένετο επί τους μιαιοφόνους των αδελφών· και τον μεν λιμένα νύκτωρ ενέπρησε και τα σκάφη κατέφλεξε. 8 μεταλαβών δε και τους εν Ιαμνεία τον αυτόν επιτελείν βουλομένους τρόπον τοις παροικούσιν Ιουδαίοις. 4 κατά δε το κοινόν της πόλεως ψήφισμα. 37 διό σπεύσατε και πέμψατέ τινας. 3 Ιοππίται δε τηλικούτο συνετέλεσαν το δυσσέβημα· παρακαλέσαντες τους συν αυτοίς οικούντας Ιουδαίους εμβήναι εις τα παρασταθέντα υπ ‘ αυτών σκάφη συν γυναιξί και τέκνοις ως μηδεμιάς ενεστώσης προς αυτούς δυσμενείας. 11 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 988 . 7 του δε χωρίου συγκλεισθέντος. προσέβαλον Άραβες αυτω ουκ ελάττους των πεντακισχιλίων. 10 Εκείθεν δε αποσπασθέντων σταδίους εννέα. τους δε εκεί συμφυγόντας εξεκέντησε. ο μεν Λυσίας απήει προς τον βασιλέα. Ξανθικού πέμπτη και δεκάτή. σταδίων όντων διακοσίων τεσσαράκοντα. οι δε Ιουδαίοι περί την γεωργίαν εγίνοντο. έτους εκατοστού τεσσαρακοστού. 2 των δε κατά τόπον στρατηγών Τιμόθεος και Απολλώνιος ο του Γενναίους. όπως και ημείς επιγνώμεν οποίας εστέ γνώμης. και τούτων επιδεξαμένων ως αν ειρηνεύειν θελόντων και μηδέν ύποπτον εχόντων. ίνα εκθώμεν ως καθήκει υμίν· ημείς γαρ προσάγομεν προς Αντιόχειαν. 9 και τοις Ιαμνίταις νυκτός επιβαλών υφήψε τον λιμένα συν τω στόλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσανενεχθήναι τω βασιλεί. 5 μεταλαβών δε Ιούδας την γεγονυίαν εις τους ομοεθνείς ωμότητα. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΓΕΝΟΜΕΝΩΝ των συνθηκών τούτων. προς δε τούτοις Νικάνωρ ο Κυπριάρχης ουκ είων αυτούς ευσταθείς και τα της ησυχίας άγειν. παραγγείλας τοις περί αυτόν ανδράσι 6 και επικαλεσάμενος τον δίκαιον κριτήν Θεόν. 38 υγιαίνετε. ιππείς δε πεντακόσιοι. έτι δε Ιερώνυμος και Δημοφών. ποιουμένων την πορείαν επί τον Τιμόθεον. επαναχθέντας αυτούς εβύθισαν όντας ουκ έλαττον των διακοσίων. ωστε φαίνεσθαι τας αυγάς του φέγγους εις τα Ιεροσόλυμα.

επεχώρησεν ειρήνην άξειν προς αυτούς· και λαβόντες δεξιάς εις τας σκηνάς αυτών εχωρίσθησαν. ωστε πολλάκις υπό των ιδίων βλάπτεσθαι και ταις των ξιφών ακμαίς αναπείρεσθαι. 14 οι δ ‘ ένδον πεποιθότες τη των τειχέων ερυμνότητι τη τε των βρωμάτων παραθέσει. το πλάτος έχουσαν σταδίων δύο. αμυθήτους εποιήσαντο σφαγάς. όνομα δε Κάσπιν. 13 Επέβαλε δε και επί τινα πόλιν γεφυρούν οχυράν και τείχεσι περιπεφραγμένην και παμμειγέσιν έθνεσι κατοικουμένην. ενέσεισαν θηριωδώς τω τείχει. υπισχνούμενοι και βοσκήματα δώσειν και εν τοις λοιποίς ωφελήσειν αυτούς. 21 την δε έφοδον μεταλαβών Ιούδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γενομένης δε καρτεράς μάχης και των περί τον Ιούδαν δια την παρά του Θεού βοήθειαν ευημερησάντων. 22 επιφανείσης δε της Ιούδα σπείρας πρώτης και γενομένου δέους επί τους πολεμίους. φόβου τε εκ της του πάντα εφορώντος επιφανείας γενομένου επ ‘ αυτούς. αναγωγότερον εχρώντο τοις περί τον Ιούδαν λοιδορούντες και προσέτι βλασφημούντες και λαλούντες α μη θέμις. 16 καταλαβόμενοί τε την πόλιν τη του Θεού θελήσει. 17 Εκείθεν δε αποσπάσαντες σταδίους επτακοσίους πεντήκοντα διήνυσαν εις τον Χάρακα προς τους λεγομένους Τουβιήνους Ιουδαίους. 15 οι δε περί τον Ιούδαν επικαλεσάμενοι τον μέγαν του κόσμου δυνάστην. τον άτερ κριών και μηχανών οργανικών κατακρημνίσαντα την Ιεριχώ κατά τους Ιησού χρόνους. 23 εποιείτο δε τον διωγμόν ευτονώτερον Ιούδας συγκεντών τους αλιτηρίους διέφθειρέ τε εις μυριάδας τρεις ανδρών. ωστε την παρακειμένην λίμνην. 20 ο δε Μακκαβαίος διατάξας την εαυτού στρατιάν σπειρηδόν. 18 και Τιμόθεον μεν επί των τόπων ου κατέλαβον. κατέστησεν αυτούς επί των σπειρών και επί τον Τιμόθεον ωρμησεν έχοντα περί αυτόν μυριάδας δώδεκα πεζών. άπρακτόν τε από των τόπων εκλελυκότα. 19 Δοσίθεος δε και Σωσίπατρος των περί τον Μακκαβαίον ηγεμόνων εξοδεύσαντες απώλεσαν τους υπό Τιμοθέου καταλειφθέντας εν τω οχυρώματι πλείους των μυρίων ανδρών. εις φυγήν ωρμησαν άλλος αλλαχή φερόμενος. ελαττωθέντες οι νομάδες Άραβες ηξίουν δούναι τον Ιούδαν δεξιάν αυτοίς. κατάρρυτον αίματι πεπληρωμένην φαίνεσθαι. ιππείς δε χιλίους προς τοις πεντακοσίοις. 24 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 989 . 12 Ιούδας δε υπολαβών ως αληθώς εν πολλοίς αυτούς χρησίμους. ο Τιμόθεος προσεξαπέστειλε τας γυναίκας και τα τέκνα και την άλλην αποσκευήν εις το λεγόμενον Καρνίον· ην γαρ δυσπολιόρκητον και δυσπρόσιτον το χωρίον δια την των πάντων των τόπων στενότητα. καταλελοιπότα δε φρουράν εν τινι τόπω και μάλα οχυράν.

38 Ιούδας δε αναλαβών το στράτευμα ήγεν εις ‘Οδολλάμ πόλιν· της δε εβδομάδος επιβαλλούσης. αναβοήσας και ενσείσας απροσδοκήτως τοις περί τον Γοργίαν. ιππέων δε τετρακοσίων. κατά τον εθισμόν αγνισθέντες αυτόθι το σάββατον διήγαγον. των ιππέων Θρακών τινος επενεχθέντος αυτω και τον ώμον καθελόντος διέφυγεν ο Γοργίας εις Μαρισά. ει αποθάνοι. έλαβον την πόλιν υποχείριον και κατέστρωσαν των ένδον εις μυριάδας δύο και πεντακισχιλίους. 33 εξήλθε δε μετά πεζών τρισχιλίων. παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα της των εβδομάδων εορτής ούσης υπογύου. 34 και παραταξαμένων συνέβη πεσείν ολίγους των Ιουδαίων. 31 ευχαρηστήσαντες αυτοίς και προσπαρακαλέσαντες και εις τα λοιπά προς το γένος ευμενείς είναι. απέλυσαν αυτόν ένεκα της των αδελφών σωτηρίας. 29 αναζεύξαντες δε εκείθεν ωρμησαν επί Σκυθών πόλιν απέχουσαν από Ιεροσολύμων σταδίους εξακοσίους. 36 των δε περί τον Έσδριν επί πλείον μαχομένων και κατακόπων όντων. ηξίου μετά πολλής γοητείας εξαφείναι σωον αυτόν δια το πλειόνων μεν γονείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτός δε ο Τιμόθεος εμπεσών τοις περί τον Δοσίθεον και Σωσίπατρον. τροπήν αυτών εποιήσατο. 27 μετά δε την τούτων τροπήν και απώλειαν επεστράτευσεν Ιούδας και επί Εφρών πόλιν οχυράν. ην οι Σκυθοπολίται έσχον προς αυτούς εύνοιαν και εν τοις της ατυχίας καιροίς ήμερον απάντησιν εποιούντο. 30 απομαρτυρησάντων δε των εκεί κατοικούντων Ιουδαίων. είχετο του Γοργίου και λαβόμενος της χλαμύδος ήγεν αυτόν ευρώστως και βουλόμενος τον κατάρατον λαβείν ζωγρίαν. 35 Δοσίθεος δε τις των του Βακήνορος. ων δε αδελφούς έχειν και τούτους αλογηθήναι συμβήσεται. 26 Εξελθών δε επί το Καρνίον και το Αταργατείον κατέσφαξε μυριάδας σωμάτων δύο και πεντακισχιλίους. έφιππος ανήρ και καρτερός. 32 Μετά δε την λεγομένην Πεντηκοστήν ωρμησαν επί Γοργίαν τον της Ιδουμαίας στρατηγόν. 39 τη δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 990 . εν ή κατώκει Λυσίας και πάμφυλα πλήθη· νεανίαι δε προ των τειχών καθεστώτες ρωμαλέοι απεμάχοντο ευρώστως. ένθα δε οργάνων και βελών πολλαί παραθέσεις υπήρχον 28 επικαλεσάμενοι δε τον Δυνάστην τον μετά κράτους συντρίβοντα τας των πολεμίων αλκάς. 25 πιστώσαντος δε αυτού δια πλειόνων τον ορισμόν αποκαταστήσειν τούτους απημάντους. επικαλεσάμενος ο Ιούδας τον Κύριον σύμμαχον φανήναι και προοδηγόν του πολέμου. 37 καταρξάμενος τη πατρίω φωνή την μεθ ‘ ύμνων κραυγήν.

περισσόν αν ην και ληρώδες υπέρ νεκρών προσεύχεσθαι. τα των προπεπτωκότων σώματα ανακομίσασθαι και μετά των συγγενών αποκαταστήσαι εις τους πατρώους τάφους. ουκ επί σωτηρία της πατρίδος. 3 και Μενέλαος δε συνέμειξεν αυτοίς και παρεκάλει μετά πολλής ειρωνείας τον Αντίοχον. πάνυ καλώς και αστείως πράττων υπέρ αναστάσεως διαλογιζόμενος· 44 ει γαρ μη τους προπεπτωκότας αναστήναι προσεδόκα. άρματα δε δρεπανηφόρα τριακόσια. και Λυσίου υποδείξαντος τούτον αίτιον είναι πάντων των κακών. αφ ‘ ων ο νόμος απείργει τους Ιουδαίους· τοις δε πάσι σαφές εγένετο δια τήνδε την αιτίαν τούσδε πεπτωκέναι. 4 ο δε βασιλεύς των βασιλέων εξήγειρε τον θυμόν του Αντιόχου επί τον αλιτήριον. υπ ‘ όψιν εωρακότας τα γεγονότα δια την των προπεπτωκότων αμαρτίαν. 42 εις ικετείαν ετράπησαν αξιώσαντες το γεγονός αμάρτημα τελείως εξαλειφθήναι. ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 991 . ο δε γενναίος Ιούδας παρεκάλεσε το πλήθος συντηρείν εαυτούς αναμαρτήτους είναι. 40 εύρον δε εκάστου των τεθνηκότων υπό τους χιτώνας ιερώματα των από Ιαμνείας ειδώλων. οσία και ευσεβής η επίνοια· όθεν περί των τεθνηκότων τον εξιλασμόν εποιήσαντο της αμαρτίας απολυθήναι. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 Τ† δε ενάτω και τεσσαρακοστω και εκατοστω έτει προσέπεσε τοις περί τον Ιούδαν Αντίοχον τον Ευπάτορα παραγενέσθαι συν πλήθεσιν επί την Ιουδαίαν 2 και συ αυτω Λυσίαν τον επίτροπον και επί των πραγμάτων. έκαστον έχοντα δύναμιν Ελληνικήν πεζών μυριάδας ένδεκα και ιππείς πεντακισχιλίους τριακοσίους και ελέφαντας εικοσιδύο. 45 είτ ‘ εμβλέπων τοις μετ ‘ ευσεβείας κοιμωμένοις κάλλιστον αποκείμενον χαριστήριον. 41 πάντες ουν ευλογήσαντες τα του δικαιοκρίτου Κυρίου του τα κεκρυμμένα φανερά ποιούντος. 43 ποιησάμενός τε κατ ‘ ανδραλογίαν κατασκευάσματα εις αργυρίου δραχμάς δισχιλίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εχομένη ήλθον οι περί τον Ιούδαν καθ ‘ ον τρόπον το της χρείας εγεγόνει. απέστειλεν εις Ιεροσόλυμα προσαγαγείν περί αμαρτίας θυσίαν. οιόμενος δε επί της αρχής κατασταθήσεσθαι. προσέταξεν.

ηλαττονούτο· 20 τοις δε ένδον Ιούδας τα δέοντα εισέπεμψε. παρακαλέσας τους συν αυτώ γενναίως αγωνίσασθαι μέχρι θανάτου περί νόμων. μετά νεανίσκων αρίστων κεκριμένων επιβαλών νύκτωρ επί την βασιλικήν αυλήν. 9 Τοις δε φρονήμασιν ο βασιλεύς βεβαρβαρωμένος ήρχετο τα χείριστα των επί του πατρός αυτού γεγονότων ενδειξόμενος τοις Ιουδαίοις. ου το πυρ αγνόν ην και η σποδός. 21 προσήγγειλε δε τα μυστήρια τοις πολεμίοις Ρόδοκος εκ της Ιουδαϊκής τάξεως· ανεζητήθη δε και κατελήφθη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 992 . ούτος δε όργανον είχε περιφερές πάντοθεν απόκρημνον εις την σποδόν. κατεπείρασε δια μεθόδων τους τόπους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έθος εστίν εν τω τόπω. πόλεως. πάνυ δικαίως. 14 δούς δε την επιτροπήν τω κτίστη του κόσμου. 19 και επί Βαιθσούρα φρούριον οχυρόν των Ιουδαίων προσήγε και ετροπούτο. είποτε άλλοτε και νυν επιβοηθείν τοις του νόμου και πατρίδος και ιερού αγίου στερείσθαι μέλουσι 11 και τον άρτι βραχέως ανεψυχότα λαόν μη εάσαι τοις δυσφήμοις έθνεσι υποχειρίους γενέσθαι. εποιήσατο περί Μωδεϊν την στρατοπεδείαν. εξελθόντας κρίναι τα πράγματα τη του Κυρίου βοηθεία. μηδέ της γης τυχόντα Μενέλαον. πολιτείας. 7 τοιούτω μόρω τον παράνομον συνέβη θανείν. 5 έστι δε εν τω τόπω πύργος πεντήκοντα πηχών πλήρης σποδού. περί ιερού. παρακαλέσας αυτούς ο Ιούδας εκέλευσε παραγίνεσθαι. προσαπολέσαι αγαγόντας αυτόν εις Βέροιαν. 6 ενταύθα τον ιεροσυλίας ένοχον όντα ή και τινων άλλων κακών υπεροχήν πεποιημένον άπαντες προσωθούσιν εις όλεθρον. 10 μεταλαβών δε Ιούδας ταύτα παρήγγειλε τω πλήθει δι ‘ ημέρας και νυκτός επικαλείσθαι τον Κύριον. εν τη παρεμβολή ανείλεν εις άνδρας τετρακισχιλίους και τον πρωτεύοντα των ελεφάντων συν των κατ ‘ οικίαν όχλω συνέθηκε 16 και το τέλος την παρεμβολήν δέους και ταραχής επλήρωσαν και εξέλυσαν ευημερούντες· 17 υποφαινούσης δε ήδη της ημέρας τούτο εγεγόνει δια την επαρήγουσαν αυτω του Κυρίου σκέπην. πριν εισβαλείν του βασιλέως το στράτευμα εις την Ιουδαίαν και γενέσθαι της πόλεως εγκρατείς. 8 επεί γαρ συνετελέσατο πολλά περί τον βωμόν αμαρτήματα. 18 Ο δε βασιλεύς ειληφώς γεύσιν της των Ιουδαίων ευτολμίας. εν σποδω τον θάνατον εκομίσατο. προσέκρουεν. 12 πάντων δε το αυτό ποιησάντων ομού και καταξιωσάντων τον ελεήμονα Κύριον μετά κλαυθμού και νηστειών και προπτώσεως εφ ‘ ημέρας τρεις αδιαλείπτως. πατρίδος. 13 καθ ‘ εαυτόν δε συν τοις πρεσβυτέροις γενόμενος εβουλεύσατο. 15 δούς δε τοις περί αυτόν σύνθεμα «Θεού νίκή.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και κατεκλείσθη. εκουσίως δε μεμολυμμένος εν τοις της επιμειξίας χρόνοις. επελογήσατο ενδεχομένως. λέγω δη την αρχιερωσύνην. 26 προσήλθεν επί το βήμα Λυσίας. δεύρο νυν ελήλυθα. 7 όθεν αφελόμενος την προγονικήν δόξαν. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΜΕΤΑ δε τριετή χρόνον προσέπεσε τοις περί τον Ιούδαν Δημήτριον τον του Σελεύκου δια του κατά Τρίπολιν λιμένος εισπλεύσαντα μετά πλήθους ισχυρού και στόλου 2 κεκρατηκέναι της χώρας επανελόμενον Αντίοχον και τον τούτου επίτροπον Λυσίαν. 8 πρώτον μεν υπέρ των ανηκόντων τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 993 . 3 Άλκιμος δε τις προγενόμενος αρχιερεύς. πολεμοτροφούσι και στασιάζουσιν. υπετάγη και ώμοσεν επί πάσι τοις δικαίοις. ετίμησε τον νεώ και τον τόπον εφιλανθρώπησε 24 και τον Μακκαβαίον απεδέξατο. προς δε τούτοις των νομιζομένων θαλλών του ιερού. ουκ εώντες την βασιλείαν ευσταθείας τυχείν. 4 ήκε προς τον βασιλέα Δημήτριον πρώτω και πεντηκοστω και εκατοστω έτει προσάγων αυτω στέφανον χρυσούν και φοίνικα. εδείναζον γαρ υπέρ ων ηθέλησαν αθετείν τας διαστάλσεις. 25 ήλθεν εις Πτολεμαϊδα· εδυσφόρουν περί των συνθηκών οι Πτολεμαείς. κατέλιπε στρατηγόν από Πτολεμαϊδος έως των Γερρηνών Ηγεμονίδην. προς ταύτα έφη· 6 οι λεγόμενοι των Ιουδαίων Ασιδαίοι. ουδέ προς άγιον θυσιαστήριον έτι πρόσοδος. 5 καιρόν δε λαβών της ιδίας ανοίας συνεργόν. ούτω τα του βασιλέως της εφόδου και της αναζυγής εχώρησε. ευμενείς εποίησεν. απήει προσέβαλε τοις περί τον Ιούδαν. ήττων εγένετο. 22 εδευτερολόγησεν ο βασιλεύς τοις εν Βαιθσούρα δεξιάν έδωκεν. κατεπράϋνε. και την ημέραν εκείνην ησυχίαν έσχε. έλαβεν. συνελύθη και θυσίαν προσήγαγεν. τους Ιουδαίους παρεκάλεσεν. ων αφηγείται Ιούδας ο Μακκαβαίος. ανέζευξεν εις Αντιόχειαν. συνεχύθη. προσκληθείς εις συνέδριον υπό του Δημητρίου και επερωτηθείς εν τίνι διαθέσει και βουλή καθεστήκασιν οι Ιουδαίοι. συνέπεισε. 23 μετέλαβεν απονενοήσθαι τον Φίλιππον εν Αντιοχεία τον απολελειμμένον επί των πραγμάτων. συννοήσας ότι καθ ‘ οντιναούν τρόπον ουκ έστιν αυτω σωτηρία.

12 προσκαλεσάμενος δε ευθέως Νικάνορα τον γενόμενον ελεφαντάρχην. βραχέως δε δια την αιφνίδιον των αντιπάλων αφασίαν επταικώς. 15 Ακούσαντες δε την του Νικάνορος έφοδον και την επίθεσιν των εθνών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 994 . 20 πλείονος δε γενομένης περί τούτων επισκέψεως και του ηγεμόνος τοις πλήθεσιν ανακοινωσαμένου και φανείσης ομοψήφου γνώμης. και έπραττεν ουθέν άτοπον. 19 διόπερ έπεμψε Ποσιδώνιον και Θεόδοτον και Ματταθίαν δούναι και λαβείν δεξιάς. θάττον οι λοιποί φίλοι δυσμενώς έχοντες τα προς τον Ιούδαν προσεπύρωσαν τον Δημήτριον. 14 οι δε επί της Ιουδαίας πεφυγαδευκότες τον Ιούδαν έθνη συνέμισγον αγεληδόν τω Νικάνορι. εν ή κατ ‘ ιδίαν ήξουσιν εις το αυτό· και προήλθε και παρ ‘ εκάστου διαφόρους έθεσαν δίφρους· 22 διέταξεν Ιούδας ενόπλους ετοίμους εν τοις επικαίροις τόποις. 26 Ο δε Άλκιμος συνιδών την προς αλλήλους εύνοιαν και τας γενομένας συνθήκας. μη ποτε εκ των πολεμίων αιφνιδίως κακουργία γένηται· την αρμόζουσαν εποιήσαντο κοινολογίαν. ευστάθησεν. 23 διέτριβε δε ο Νικάνωρ εν Ιεροσολύμοις. και της χώρας και του περιϊσταμένου γένους ημών προνοήθητι. εξαπέστειλε 13 δούς εντολάς αυτόν μεν τον Ιούδαν επαναλέσθαι. 17 Σίμων δε ο αδελφός Ιούδα συμβεβληκώς ην τω Νικάνορι. επένευσαν ταις συνθήκες. 10 άχρι γαρ Ιούδας περίεστιν. 18 όμως δε ακούων ο Νικάνωρ ην είχον οι περί τον Ιούδαν ανδραγαθίαν και εν τοις υπέρ της πατρίδος αγώσιν ευψυχίαν. 11 τοιούτων δε ρηθέντων υπό τούτου. τας των Ιουδαίων ατυχίας και συμφοράς ιδίας ευημερίας δοκούντες έσεσθαι. 24 και είχε τον Ιούδαν διαπαντός εν προσώπω. 16 προτάξαντος δε του ηγουμένου εκείθεν ευθέως ανέζευξαν και συμμίσγουσιν αυτοίς επί κώμην Δεσσαού. ψυχικώς τω ανδρί προσεκέκλιτο. αδύνατον ειρήνης τυχείν τα πράγματα. τους δε συν αυτω σκορπίσαι. τους δε συναχθέντας αγελαίους όχλους απέλυσε. δεύτερον δε και των ιδίων πολιτών στοχαζόμενος· τη μεν γαρ των προειρημένων αλογιστία το σύμπαν ημών γένος ου μικρώς ακληρεί. καταπασάμενοι γην ελιτάνευον τον άχρι αιώνος συστήσαντα τον εαυτού λαόν. αεί δε μετ ‘ επιφανείας αντιλαμβανόμενον της εαυτού μερίδος. 21 ετάξαντο δε ημέραν. καταστήσαι δε Άλκιμον αρχιερέα του μεγίστου ιερού. 9 έκαστα δε τούτων επεγνωκώς συ. εκοινώνησε βίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεί γνησίως φρονών. καθ ‘ ην έχεις προς άπαντας ευαπάντητον φιλανθρωπίαν. υπευλαβείτο την κρίσιν δι ‘ αιμάτων ποιήσασθαι. και στρατηγόν αναδείξας της Ιουδαίας. 25 παρακάλεσεν αυτόν γήμαι και παιδοποιήσασθαι· εγάμησεν. βασιλεύ.

εύκαιρον ετήρει στρατηγήματι τούτ ‘ επιτελέσαι. ει τα διεσταλμένα αθετήσει μηδέν τ ‘ ανδρός ηδικηκότος. συνεκρύπτετο τον Νικάνορα. τόνδε του Θεού σηκόν εις πεδίον ποιήσω και το θυσιαστήριον κατασκάψω και ιερόν ενταύθα τω Διονύσω επιφανές αναστήσω. περικατάληπτος γενόμενος υπέθηκε εαυτω ξίφος. ην είχε προς τους Ιουδαίους δυσμένειαν. 41 των δε πληθών μελλόντων τον πύργον καταλαβέσθαι και την αυλαίαν θύραν βιαζομένων και κελευόντων πυρ προσάγειν και τας θύρας υφάπτειν. 37 Ραζίς δε τις των από Ιεροσολύμων πρεσβυτέρων εμηνύθη τω Νικάνορι. κελεύων δε τον Μακκαβαίον δέσμιον εξαποστέλλειν ταχέως εις Αντιόχειαν. 32 των δε μεθ ‘ όρκων φασκόντων μη γινώσκειν που ποτ ‘ έστιν ο ζητούμενος. νοήσας ουκ από του βελτίστου την αυστηρίαν είναι. ευδόκησας ναόν της σής κατασκηνώσεως εν ημίν γενέσθαι. εκέλευσε παραδιδόναι τον άνδρα. παραγενόμενος επί το μέγιστον και άγιον ιερόν. επεκαλούντο τον διαπαντός υπέρμαχον του έθνους ημών ταύτα λέγοντες· 35 συ Κύριε. 36 και νυν άγιε παντός αγιασμού Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναλαβών ήκε προς τον Δημήτριον και έλεγε τον Νικάνορα αλλότρια φρονείν των πραγμάτων· τον γαρ επίβουλον της βασιλείας Ιούδαν διάδοχον αναδέδειχεν εαυτού. και σώμα και ψυχήν υπέρ του Ιουδαϊσμού παραβεβλημένος μετά πάσης εκτενίας. 38 ην γαρ εν τοις έμπροσθεν χρόνοις της αμειξίας κρίσιν εισενηνεγμένος Ιουδαϊσμού. 39 βουλόμενος δε Νικάνωρ πρόδηλον ποιήσαι. συστρέψας ουκ ολίγους των περί εαυτόν. 29 επεί δε τω βασιλεί αντιπράττειν ουκ ην. διατήρησον εις αιώνα αμίαντον τόνδε τον προσφάτως κεκαθαρισμένον οίκον. 30 ο δε Μακκαβαίος αυστηρότερον διεξάγοντα συνιδών τον Νικάνορα προς αυτόν και την ειθισμένην απάντησιν αγροικότερον εσχηκότα. έγραψε Νικάνορι φάσκων υπέρ μεν των συνθηκών βαρέως φέρειν. ανήρ φιλοπολίτης και σφόδρα καλώς ακούων και κατά την εύνοιαν πατήρ των Ιουδαίων προσαγορευόμενος. 31 συγγνούς δε ο έτερος ότι γενναίως υπό του ανδρός εστρατήγηται. 42 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 995 . 28 προσπεσόντων δε τούτων τω Νικάνορι συνεκέχυτο και δυσφόρως έφερεν. 33 προτείνας την δεξιάν εις τον νεώ ταύτα ώμοσε· εάν μη δέσμιόν μοι τον Ιούδαν παραδώτε. απέστειλε στρατιώτας υπέρ τους πεντακοσίους συλλαβείν αυτόν· 40 έδοξε γαρ εκείνον συλλαβών τούτοις εργάσασθαι συμφοράν. των ιερέων τας καθηκούσας θυσίας προσαγόντων. 34 τοσαύτα δε ειπών απήλθεν· οι δε ιερείς προτείναντες τας χείρας εις τον ουρανόν. των όλων απροσδεής υπάρχων. 27 ο δε βασιλεύς έκθυμος γενόμενος και ταις του παμπονήρου ερεθισθείς διαβολαίς.

2 των δε κατ ‘ ανάγκην συνεπομένων αυτω Ιουδαίων λεγόντων· μηδαμώς ούτως αγρίως και βαρβάρως απολέσης. όμως ου κατέσχεν επιτελέσαι το σχέτλιον αυτού βούλημα. ενέσεισε τοις όχλοις και επικαλεσάμενος τον δεσπόζοντα της ζωής και του πνεύματος. δόξαν δε απομέρισον τη προτετιμημένη υπό του πάντα εφορώντος μεθ ‘ αγιότητος ημέρα. εξαναστάς φερομένων κρουνηδόν των αιμάτων και δυσχερών όντων των τραυμάτων. προβαλών τα έντερα και λαβών εκατέραις ταις χερσίν. εβουλεύσατο τη της καταπαύσεως ημέρα μετά πάσης ασφαλείας αυτοίς επιβαλείν. ταύτα αυτω πάλιν αποδούναι. φησί. 4 των δε αποφηναμένων· έστιν ο Κύριος ζων αυτός εν ουρανω δυνάστης ο κελεύσας ασκείν την εβδομάδα· 5 ο δε έτερος· καγώ. ει έστιν εν ουρανω δυνάστης ο προστεταχώς άγειν την των σαββάτων ημέραν. 44 των δε ταχέως αναποδισάντων γενομένου διαστήματος ήλθε κατά μέσον τον κενεώνα. 43 τη δε πληγή μη κατευθικτήσας δια την του αγώνος σπουδήν και των όχλων είσω των θυρωμάτων εισβαλόντων. έχοντας δε κατά νουν τα προγεγονότα αυτοίς απ ‘ ουρανού βοηθήματα και τανύν προσδοκάν την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 996 . 46 παντελώς έξαιμος ήδη γενόμενος. 45 έτι δε έμπνους υπάρχων και πεπυρωμένος τοις θυμοίς. 6 και ο μεν Νικάνωρ μετά πάσης αλαζονείας υψαυχενών. δυνάστης επί της γης ο προστάσσων αίρειν τα όπλα και τας βασιλικάς χρείας επιτελείν. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 Ο δε Νικάνωρ μεταλαβών τους περί τον Ιούδαν όντας εν τοις κατά Σαμάρειαν τόποις. κατεκρήμνισεν εαυτόν ανδρείως εις τους όχλους. 3 ο δε τρισαλιτήριος επηρώτησεν. διεγνώκει κοινόν των περί τον Ιούδαν συστήσασθαι τρόπαιον. δρόμω τους όχλους διελθών και στάς επί τινος πέτρας απορρωγάδος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευγενώς θέλων αποθανείν ήπερ τοις αλιτηρίοις υποχείριος γενέσθαι και της ιδίας ευγενείας αναξίως υβρισθήναι. αναδραμών γενναίως επί το τείχος. τόνδε τον τρόπον μετήλλαξεν. 7 ο δε Μακκαβαίος ην αδιαλείπτως πεποιθώς μετά πάσης ελπίδος αντιλήψεως τεύξασθαι παρά του Κυρίου 8 και παρεκάλει τους συν αυτω μη δειλιάν την των εθνών έφοδον.

και προσεξηγησάμενος όνειρον αξιόπιστον ύπερ τι πάντας εύφρανεν. 22 έλεγε δε επικαλούμενος τόνδε τον τρόπον· συ Δέσποτα. τούτον τας χείρας προτείναντα κατεύχεσθαι τω παντί των Ιουδαίων συστήματι. 11 έκαστον δε αυτών καθοπλίσας ου την ασπίδων και λογχών ασφάλειαν. 13 είθ ‘ ούτως επιφανήναι άνδρα πολιά και δόξη διαφέροντα. 15 προτείναντα δε τον Ιερεμίαν την δεξιάν παραδούναι τω Ιούδα ρομφαίαν χρυσήν. ως την εν τοις αγαθοίς λόγοις παράκλησιν. προσυπομνήσας δε αυτούς και τους αγώνας. προτείνας τας χείρας εις τον ουρανόν επεκαλέσατο τον τερατοποιόν Κύριον. γενναίως δε εμφέρεσθαι και μετά πάσης ευανδρίας εμπλακέντες κρίναι τα πράγματα. 9 και παραμυθούμενος αυτούς εκ του νόμου και των προφητών. 18 ην γαρ ο περί γυναικών και τέκνων. γινώσκων ότι ουκ έστι δι ‘ όπλων η νίκη. απέστειλας τον άγγελόν σου επί Εζεκίου του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 997 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρά του Παντοκράτορος εσομένην αυτοίς νίκην και βοήθειαν. πράον δε τον τρόπον και λαλιάν προϊέμενον πρεπόντως και εκ παιδός εκμεμελητηκότα πάντα τα της αρετής οικεία. μέγιστος δε και πρώτος ο περί του καθηγιασμένου ναού φόβος. τοις αξίοις περιποιείται την νίκην. 20 και πάντων ήδη προσδοκώντων την εσομένην κρίσιν και ήδη συμμειξάντων των πολεμίων και της στρατιάς εκταγείσης και των θηρίων επί μέρος εύκαιρον αποκατασταθέντων της τε ίππου κατά κέρας τεταγμένης. θαυμαστήν δε τινα και μεγαλοπρεπεστάτην είναι την περί αυτόν υπεροχήν. προθυμοτέρους αυτούς κατέστησε. 19 ην δε και τοις εν τη πόλει κατειλημμένοις ου πάρεργος αγωνία ταρασσομένοις της εν υπαίθρω προσβολής. 10 και τοις θυμοίς διεγείρας αυτούς παρήγγειλεν άμα παρεπιδεικνύς την των εθνών αθεσίαν και την των όρκων παράβασιν. τον κατόπτην. ους ήσαν εκτετελεκότες. καθώς δε αν αυτω κριθείη. 17 παρακληθέντες δε τοις Ιούδα λόγοις πάνυ καλοίς και δυναμένοις επ ‘ αρετήν παρορμήσαι και ψυχάς νέων επανορθώσαι. διέγνωσαν μη στρατοπεδεύεσθαι. δι ‘ ης θραύσεις τους υπεναντίους. διδόντα δε προσφωνήσαι τάδε· 16 λάβε την αγίαν ρομφαίαν δώρον παρά του Θεού. 21 συνιδών ο Μακκαβαίος την των πληθών παρουσίαν και των όπλων την ποικίλην παρασκευήν την τε των θηρίων αγριότητα. 12 ην δε η τούτου θεωρία τοιάδε· ‘Ονίαν τον γενόμενον αρχιερέα άνδρα καλόν και αγαθόν. 14 αποκριθέντα δε τον ‘Ονίαν ειπείν· ο φιλάδελφος ούτός εστιν ο πολλά προσευχόμενος περί του λαού και της αγίας πόλεως Ιερεμίας ο του Θεού προφήτης. έτι δε αδελφών και συγγενών εν ήττονι μέρει κείμενος αυτοίς αγών. αιδήμονα μεν την απάντησιν. δια το και την πόλιν και τα άγια και το ιερόν κινδυνεύειν.

35 εξέδησε δε την του Νικάνορος κεφαλήν εκ της άκρας επίδηλον πάσι και φανερόν της του Κυρίου βοηθείας σημείον. 25 οι δε περί τον Νικάνορα μετά σαλπίγγων και παιάνων προσήγον. ωσαύτως δε και ύδωρ πάλιν πολέμιον· ον δε τρόπον οίνος ύδατι συγκερασθείς ηδύς και επιτερπή την χάριν αποτελεί. ην εκτείνας επί τον άγιον του Παντοκράτορος οίκον εμεγαλαύχησε. 32 και επιδειξάμενος την του μιαρού Νικάνορος κεφαλήν και την χείρα του δυσφήμου. 29 γενομένης δε κραυγής και ταραχής. την του Νικάνορος κεφαλήν αποτεμόντας και την χείρα συν τω ώμω φέρειν εις Ιεροσόλυμα.προ μιάς ημέρας της Μαρδοχαϊκής ημέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέως της Ιουδαίας και ανείλεν εκ της παρεμβολής Σενναχηρείμ εις εκατόν ογδοηκονταπέντε χιλιάδας· 23 και νυν. τούτο και αυτός ήθελον· ει δε ευτελώς και μετρίως. 34 οι δε πάντες εις τον ουρανόν ευλόγησαν τον επιφανή Κύριον λέγοντες· ευλογητός ο διατηρήσας τον εαυτού τόπον αμίαντον. έχειν δε επίσημον την τρισκαιδεκάτην του δωδεκάτου μηνός . 36 και εδογμάτισαν πάντες μετά κοινού ψηφίσματος μηδαμώς εάσαι απαρασήμαντον τήνδε την ημέραν. 33 και την γλώσσαν του δυσσεβούς Νικάνορος εκτεμών έφη κατά μέρος δώσειν τοις ορνέοις. επέγνωσαν προπεπτωκότα Νικάνορα συν τη πανοπλία. μετεπέμψατο τους εκ της άκρας. τούτο εφικτόν ην μοι. 26 οι δε περί τον Ιούδαν μετ ‘ επικλήσεως και ευχών συνέμειξαν τοις πολεμίοις 27 και ταις μεν χερσίν αγωνιζόμενοι. ο την της ηλικίας εύνοιαν εις ομοεθνείς διαφυλάξας. 31 παραγενόμενος δε εκεί και συγκαλέσας τους ομοεθνείς και τους ιερείς προ του θυσιαστηρίου στήσας. 28 γενόμενοι δε από της χρείας και μετά χαράς αναλύοντες. απόστειλον άγγελον αγαθόν έμπροσθεν ημών εις δέος και τρόμον· 24 μεγέθει βραχίονός σου καταπλαγείησαν οι μετά βλασφημίας παραγενόμενοι επί τον άγιόν σου λαόν. 39 καθάπερ γαρ οίνον καταμόνας πίνειν.Άδαρ λέγεται τη Συριακή φωνή. και αυτός αυτόθι καταπαύσω τον λόγον. 30 και προσέταξεν ο καθ ‘ άπαν σώματι και ψυχή πρωταγωνιστής υπέρ των πολιτών. τα δε επίχειρα της ανοίας κατέναντι του ναού κρεμάσαι. δυνάστα των ουρανών. και ούτος μεν εν τούτοις έληξεν. ευλόγουν τον Δυνάστην τη πατρίω φωνή. 37 Τών ουν κατά Νικάνορα χωρησάντων ούτω και απ ‘ εκείνων των καιρών κρατηθείσης της πόλεως υπό των Εβραίων. τη του Θεού μεγάλως ευφρανθέντες επιφανεία. ούτω και το της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 998 . ταις δε καρδίαις προς τον Θεόν ευχόμενοι κατέστρωσαν ουδέν ήττον μυριάδων τριών και πεντακισχιλίων. 38 και ει μεν καλώς και ευθίκτως τη συντάξει.

ικανώς η Αρσινόη επιπορευσαμένη τας δυνάμεις παρεκάλει. διεκομίσθη νύκτωρ επί την του Πτολεμαίου σκηνήν ως μόνος κτείναι αυτόν και εν τούτω διαλύσαι τον πόλεμον. 3 τούτον δε διαγαγών Δοσίθεος ο Δριμύλου λεγόμενος. μετά οίκτου και δακρύων τους πλοκάμους λελυμένη. ον συνέβη κομίσασθαι την εκείνου κόλασιν. εξώρμησε μέχρι των κατά Ραφίαν τόπων. ------------------------------------------------------- Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 Ο δε Φιλοπάτωρ μαθών παρά των ανακομισθέντων την γενομένην των υπ' αυτού κρατουμένων τόπων αφαίρεσιν υπό Αντιόχου παραγγείλας ταις πάσαις δυνάμεσι πεζικαίς τε και ιππικαίς αυτού και την αδελφήν Αρσινόην συμπαραλαβών. πολλούς δε και δορυαλώτους συλληφθήναι. όπου παρεμβεβλήκεισαν οι περί Αντίοχον. 7 ποιήσας δε τούτο και τοις τεμένεσι δωρεάς απονείμας. 2 Θεόδοτος δε τις εκπληρώσαι την επιβουλήν διανοηθείς. επαγγελλομένη δώσειν νικήσασιν εκάστω δύο μνάς χρυσίου. 5 και ούτω συνέβη τους αντιπάλους εν χειρονομίαις διαφθαρήναι. 6 κατακρατήσας δε της επιβουλής έκρινε τας πλησίον πόλεις επελθών παρακαλέσαι. ευθαρσείς τους υποτεταγμένους κατέστησε. άσημόν τινα κατέκλινεν εν τη σκηνή. βοηθείν εαυτοίς τε και τοις τέκνοις και γυναιξί θαρραλέως. 4 γενομένης δε καρτεράς μάχης και των πραγμάτων μάλλον ερρωμένων τω Αντιόχω. το γένος Ιουδαίος. παραλαβών των προϋποτεταγμένων αυτω όπλων Πτολεμαϊκών τα κράτιστα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατασκευής του λόγου τέρπει τας ακοάς των εντυγχανόντων τη συντάξει. ενταύθα δε έσται η τελευτή. 8 Τών δε Ιουδαίων διαπεμψαμένων προς αυτόν από της γερουσίας και των πρεσβυτέρων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 999 . ύστερον δε μεταβαλών τα νόμιμα και των πατρίων δογμάτων απηλλοτριωμένος.

23 φωνήσαντες δε την ορμήν επί τα όπλα ποιήσασθαι και θαρραλέως υπέρ του πατρώου νόμου τελευτάν. 22 συν τε τούτοις οι των πολιτών θρασυνθέντες ουκ ηνείχοντο τέλεον αυτού επικειμένου και το της προθέσεως αυτού εκπληρούν διανοουμένου. αι τε προς τούτοις μητέρες και τιθηνοί παραλιπούσαι άλλως και άλλως. δρόμον άτακτον εν τη πόλει συνίσταντο. φησι. 24 και το μεν πλήθος ως έμπροσθεν εν τούτοις ανεστρέφετο δεόμενον. ανεπιστρέπτως εις το πανυπέρτατον ιερόν ηθροίζοντο. 11 των δε ειπόντων μη καθήκειν γίνεσθαι τούτο. 16 των δε ιερέων εν ταις αγίαις εσθήσεσι προπεσόντων και δεομένων του μεγίστου Θεού βοηθείν τη ενεστώση ανάγκη και την ορμήν του κακώς επιβαλλομένου μεταθείναι κραυγής τε μετά δακρύων το ιερόν εμπλησάντων. ουδαμώς απέλιπε προφερόμενος εαυτόν δείν εισελθείν λέγων· και ει εκείνοι εστέρηνται ταύτης της τιμής. συνέβη μάλλον αυτόν προθυμηθήναι ως τάχιστα προς αυτούς παραγενέσθαι. 12 του τε νόμου παραναγνωσθέντος. γόων τε και στεναγμών τας πλατείας ενεπίμπλων. 14 και τις απρονοήτως έφη κακώς αυτό τούτο τερατεύεσθαι. άδηλον τιθέμενοι το γινόμενον. 19 αι δε και προσαρτίως εσταλμέναι τους προς απάντησιν διατεταγμένους παστούς και την αρμόζουσαν αιδώ παραλείπουσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ τους ασπασομένους αυτόν και ξένια κομιούντας και ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί τοις συμβεβηκόσι συγχαρησομένους. 15 γενομένου δε. αι μεν κατ' οίκους. εμέ ου δεί. 9 διακομισθείς δε εις Ιεροσόλυμα και θύσας τω μεγίστω Θεω και χάριτας αποδιδούς και των εξής τι τω τόπω ποιήσας και δη παραγενόμενος εις τον τόπον και τη σπουδαιότητι και ευπρεπεία καταπλαγείς. 17 οι κατά την πόλιν απολιπόμενοι ταραχθέντες εξεπήδησαν. 20 τα δε νεογνά των τέκνων. 13 και επυνθάνετο δια τίνα αιτίαν εισερχόμενον αυτόν εις παν τέμενος ουθείς εκώλυσε των παρόντων. 25 οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1000 . ουχί πάντως εισελεύσεσθαι και θελόντων αυτών και μη. αι δε κατά τας αγυιάς. 21 ποικίλη δε ην των εις τούτο συλλεγομένων η δέησις επί τοις ανοσίως υπ' εκείνου κατεγχειρουμένοις. 10 θαυμάσας δε και την του ιερού ευταξίαν. τούτου δια τινα αιτίαν. και τούτω άπαξ κατ' ενιαυτόν. μηδέ πάσι τοις ιερεύσιν. ικανήν εποίησαν εν τω τόπω τραχύτητα. μόλις δε υπό τε των γεραιών και των πρεσβυτέρων αποτραπέντες επί την αυτήν της δεήσεως έστησαν στάσιν. αλλ' ή μόνω τω προηγουμένω πάντων αρχιερεί. 18 αι τε κατάκλειστοι παρθένοι εν θαλάμοις συν ταις τεκούσαις εξώρμησαν και σποδω και κόνει τας κεφαλάς πασάμεναι. δια το μηδέ τοις εκ του έθνους εξείναι εισιέναι. ενεθυμήθη βουλεύσασθαι εισελθείν εις τον ναόν. ουδαμώς ηβούλετο πείθεσθαι.

πυρί και θείω κατέφλεξας. εφ' αις εγνώρισας το μέγα σου κράτος· 7 και επιδιώξαντα αυτόν συν άρμασι και όχλων πλήθει επέκλυσας βάθει θαλάσσης. πρόσχες ημίν καταπονουμένοις υπό ανοσίου και βεβήλου θράσει και σθένει πεφρυαγμένου. Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 Ο μεν ουν αρχιερεύς Σίμων εξεναντίας του ναού κάμψας τα γόνατα και τας χείρας προτείνας ευτάκτως. μη παριδόντα την άνομον και υπερήφανον πράξιν. τους δε εμπιστεύσαντας επί σοί τω της απάσης κτίσεως δυναστεύοντι σώους διεκόμισας. εγνώρισας την σήν δυναστείαν. διαδήλους ταις κακίαις γενομένους. παράδειγμα τοις επιγινομένοις καταστήσας. 4 συ τους έμπροσθεν αδικίαν ποιήσαντας. εποιήσατο την δέησιν τοιαύτην. εν οίς και γίγαντες ήσαν ρώμη και θράσει πεποιθότες. 27 ταύτα ουν και οι περί αυτόν όντες θεωρούντες ετράπησαν εις το συν τοις ημετέροις επικαλείσθαι τον παν κράτος έχοντα τοις παρούσιν επαμύναι. 5 συ τους υπερηφανίαν εργαζομένους Σοδομίτας. βασιλεύ. ποικίλαις και πολλαίς δοκιμάσας τιμωρίαις. 28 εκ δε της πυκνοτάτης τε και εμπόνου των όχλων συναγομένης κραυγής ανείκαστός τις ην βοή· 29 δοκείν γαρ ην μη μόνον τους ανθρώπους. 26 θρασυνθείς δε και πάντα παραπέμψας ήδη και πρόσβασιν εποιείτο. 2 Κύριε Κύριε. εξελέξω την πόλιν ταύτην και αγιάσας τον τόπον τούτον εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1001 . 8 οί και συνιδόντες έργα σής χειρός ήνεσάν σε τον παντοκράτορα. άτε δη των πάντων τότε θάνατον αλλασσομένων αντί της του τόπου βεβηλώσεως. κτίσας την απέραντον και αμέτρητον γην. 9 συ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε περί τον βασιλέα πρεσβύτεροι πολλαχώς επειρώντο τον αγέρωχον αυτού νουν εξιστάνειν της εντεθυμημένης βουλής. 3 συ γαρ ο κτίσας τα πάντα και των όλων επικρατών δυνάστης δίκαιος ει και τους ύβρει και αγερωχία πράσσοντάς τι κρίνεις. μόναρχε. βασιλεύ των ουρανών και δέσποτα πάσης κτίσεως. αλλά και τα τείχη και το παν έδαφος ηχείν. τέλος επιθήσειν δοκών τω προειρημένω. άγιε εν αγίοις. διέφθειρας επαγαγών αυτοίς αμέτρητον ύδωρ. παντοκράτωρ. 6 συ τον θρασύν Φαραώ καταδουλωσάμενον τον λαόν σου τον άγιον Ισραήλ.

άγιε βασιλεύ. ίνα μη καυχήσωνται οι παράνομοι εν θυμω αυτών. 20 ταχύ προκαταλαβέτωσαν ημάς οι οικτιρμοί σου. 12 επεί δε πλεονάκις θλιβέντων των πατέρων ημών εβοήθησας αυτοίς εν τη ταπεινώσει και ερρύσω αυτούς εκ μεγάλων κινδύνων. 22 ένθεν και ένθεν κραδάνας αυτόν ως κάλαμον υπό ανέμου. 13 ιδού δε νυν. φοβούμενοι μη και το ζήν εκλείπη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όνομά σοι τω των απάντων απροσδεεί και παρεδόξασας εν επιφανεία μεγαλοπρεπεί. ως καταπατούνται οι οίκοι των προσοχθισμάτων. ταχέως αυτόν εξείλκυσαν υπερβάλλοντι καταπεπληγμένοι φόβω. μηδέ ευθύνης ημάς εν βεβηλώσει. 17 μη εκδικήσης ημάς εν τη τούτων ακαθαρσία. ωστε κατ' εδάφους άπρακτον. 14 εν δε τη ημετέρα καταπτώσει ο θρασύς και βέβηλος ούτος επιτηδεύει καθυβρίσαι τον επί της γης αναδεδειγμένον τω ονόματι της δόξης σου άγιον τόπον. 15 το μεν γαρ οικητήριόν σου ουρανός του ουρανού ανέφικτος ανθρώποις εστίν. και δος αινέσεις εν στόματι των καταπεπτωκότων και συντετριμμένων τας ψυχάς ποιήσας ημίν ειρήνην. μετ' απειλής δε πικράς ανέλυσε. τον ύβρει και θράσει μεγάλως επηρμένον εμάστιξεν αυτόν. σύστασιν ποιησάμενος αυτού προς δόξαν του μεγάλου και εντίμου ονόματός σου. 21 Ενταύθα ο πάντων επόπτης Θεός και προ πάντων άγιος εν αγίοις εισακούσας της ενθέσμου λιτανείας. 25 Διακομισθείς δε εις την Αίγυπτον και τα της κακίας επαύξων. εισακούση της δεήσεως ημών. 10 και αγαπών τον οίκον του Ισραήλ επηγγείλω δη ότι εάν γένηται ημών αποστροφή και καταλάβη ημάς στενοχωρία και ελθόντες εις τον τόπον τούτον δεηθώμεν. 26 ου μόνον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1002 . 19 απάλειψον τας αμαρτίας ημών και διασκέδασον τας αμπλακίας ημών και επίφανον το έλεός σου κατά την ωραν ταύτην. 11 και δη πιστός ει και αληθινός. δια τας πολλάς και μεγάλας ημών αμαρτίας καταπονούμεθα και υπετάγημεν τοις εχθροίς ημών και παρείμεθα εν αδυναμίαις. δια δε των προαποδεδειγμένων συμποτών και εταίρων του παντός δικαίου κεχωρισμένων. 24 εν χρόνω δε ύστερον αναλεξάμενος εαυτόν ουδαμώς εις μετάμελον ήλθεν επιτιμηθείς. 23 όθεν οί τε φίλοι και οι σωματοφύλακες αυτού ταχείαν και οξείαν ιδόντες την καταλαβούσαν αυτόν εύθυναν. έτι και τοις μέλεσι παραλελυμένον μηδέ φωνήσαι δύνασθαι δικαία περιπεπλεγμένον κρίσει. μηδέ αγαλλιάσωνται εν υπερηφανία γλώσσης αυτών λέγοντες· 18 ημείς κατεπατήσαμεν τον οίκον του αγιασμού. 16 αλλ' επεί ευδοκήσας την δόξαν σου εν τω λαω σου Ισραήλ ηγίασας τον τόπον τούτον.

3 οι δε Ιουδαίοι την μεν προς τους βασιλείς εύνοιαν και πίστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1003 . ους και καταχωρίσαι εις την προσυνεσταλμένην αυθεντίαν. τους δε αντιλέγοντας βία φερομένους του ζήν μεταστήσαι. 31 Ένιοι μεν ουν επί πόλεως τας της πόλεως ευσεβείας επιβάθρας στυγούντες ευχερώς εαυτούς εδίδοσαν ως μεγάλης τινός κοινωνήσοντες ευκλείας από της εσομένης τω βασιλεί συναναστροφής. Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 Α και μεταλαμβάνων ο δυσσεβής επί τοσούτον εχόλησεν. ωστε δισφυμίας εν τοις τόποις συνίστασθαι και πολλούς των φίλων ατενίζοντας εις την του βασιλέως πρόθεσιν και αυτούς έπεσθαι τη εκείνου θελήσει. 27 προέθετο δε δημοσία κατά του έθνους διαδούναι ψόγον· και επί του κατά την αυλήν πύργου στήλην αναστήσας εξεκόλαψε γραφήν. ωστε ου μόνον τοις κατ' Αλεξάνδρειαν διοργίζεσθαι. 32 οι δε πλείστοι γενναία ψυχή ενίσχυσαν και ου διέστησαν της ευσεβείας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταις αναριθμήτοις ασελγείαις διηρκέσθη. 30 ίνα δε μη τοις πάσιν απεχθόμενος φαίνηται. αφορμής διδομένης εις διάθεσιν. αλλά και επί τοσούτον θράσους προήλθεν. ως αν από των νομίμων αυτούς κωλυόντων. αλλά και τοις εν τη χώρα βαρυτέρως εναντιωθήναι και προστάξαι σπεύσαντας συναγαγείν πάντας επί το αυτό και χειρίστω μόρω του ζήν μεταστήσαι. τούτους ισοπολίτας Αλεξανδρεύσιν είναι. 29 τους τε απογραφομένους χαράσσεσθαι και δια πυρός εις το σώμα παρασήμω Διονύσου κισσοφύλλω. 2 τούτων δε οικονομουμένων φήμη δυσμενής εξηχείτο κατά του γένους ανθρώποις συμφρονούσιν εις κακοποίησιν. υπέγραψεν· εάν δε τινες εξ αυτών προαιρώνται εν τοις κατά τας τελετάς μεμυημένοις αναστρέφεσθαι. τα τε χρήματα περί του ζήν αντικαταλλασσόμενοι αδεώς επειρώντο εαυτούς ρύσασθαι εκ των απογραφών· 33 ευέλπιδες δε καθειστήκεισαν αντιλήψεως τεύξεσθαι· και τους αποχωρούντας εξ αυτών εβδελύσσοντο και ως πολεμίους του έθνους έκρινον και της κοινής συναναστροφής και ευχρηστίας εστέρουν. πάντας δε τους Ιουδαίους εις λαογραφίαν και οικετικήν διάθεσιν αχθήναι. 28 μηδένα των μη θυόντων εις τα ιερά αυτών εισιέναι.

προθυμηθέντων ημών εισελθείν εις τον ναόν αυτών και τοις εκπρεπέσι και καλλίστοις αναθήμασι τιμήσαι. είρξαν ημάς της εισόδου. απολειπόμενοι της ημετέρας αλκής δι' ην έχομεν προς άπαντας ανθρώπους φιλανθρωπίαν. 4 σεβόμενοι δε τον Θεόν και τω τούτου νόμω πολιτευόμενοι χωρισμόν εποίουν επί τω κατά τας τροφάς. 8 οι δε κατά την πόλιν ΄Ελληνες ουδέν ηδικημένοι. 7 την δε περί των προσκυνήσεων και τροφών διάστασιν εθρύλουν. πίστεις εδίδουν συνασπιείν και παν εκτενές προσοίσεσθαι προς αντίληψιν. 5 τη δε των δικαίων ευπραξία κοσμούντες την συναναστροφήν άπασιν ανθρώποις ευδόκιμοι καθειστήκεισαν. 6 την μεν ουν περί του γένους εν πάσι θρυλουμένην ευπραξίαν οι αλλόφυλοι ουδαμώς διηριθμήσαντο. δι' ην αιτίαν ενίοις απεχθείς εφαίνοντο. βοηθείν μεν ουκ έσθενον. 11 Εκείνος μεν ουν τη κατά το παρόν ευημερία γεγαυρωμένος και ου καθορών το του μεγίστου Θεού κράτος. ως μονώτατοι των εθνών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1004 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αδιάστροφον ήσαν διαφυλάσσοντες. παρεκάλουν δε και δυσφόρως είχον και μεταπεσείσθαι ταύτα υπελάμβανον· 9 μη γαρ ούτως παροραθήσεσθαι τηλικούτο σύστεμα μηδέν ηγνοηκός. 19 την δε αυτών εις ημάς δυσμένειαν έκδηλον καθιστάντες. 15 ηγησάμεθα μη βία δόρατος. έγραψε κατ' αυτών επιστολήν τήνδε· 12 «Βασιλεύς Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ τοις κατ' Αίγυπτον και κατά τόπον στρατηγοίς και στρατιώταις χαίρειν και ερρώσθαι· 13 έρρωμαι δε και εγώ αυτός και τα πράγματα ημών. 17 οι δε λόγω μεν την ημετέραν αποδεξάμενοι παρουσίαν. τυραννική γαρ ην η διάθεσις. υπολαμβάνων δε διηνεκώς εν τη αυτη διαμένειν βουλή. φάσκοντες μήτε τω βασιλεί μήτε ταις δυνάμεσιν ομοσπόνδους τους ανθρώπους γενέσθαι. 10 ήδη δε και τινες γείτονές τε και φίλοι και συμπραγματευόμενοι μυστικώς τινας επισπώμενοι. ταραχήν απροσδόκητον περί τους ανθρώπους θεωρούντες και συνδρομάς απροσκόπτους γινομένας. 18 τύφοις φερόμενοι παλαιοτέροις. προήχθημεν και εις τα Ιεροσόλυμα αναβάντες τιμήσαι το ιερόν των αλιτηρίων και μηδέποτε ληγόντων της ανοίας. 14 της εις την Ασίαν γενομένης ημίν επιστρατείας. τω δε πράγματι νόθως. επιεικεία δε και πολλή φιλανθρωπία τιθηνήσασθαι τα κατοικούντα Κοίλην Συρίαν και Φοινίκην έθνη ευ ποιήσαί τε ασμένως. 16 και τοις κατά πόλεσιν ιεροίς απονείμαντες προσόδους πλείστας. δυσμενείς δε είναι και μέγα τι τοις πράγμασιν εναντιουμένους· και ου τω τυχόντι περιήψαν ψόγω. τη των θεών προς ημάς απροπτώτω συμμαχία και τη ημετέρα δε ρώμη κατά λόγον επ' άριστον τέλος αχθείσης. ης ίστε και αυτοί.

αλλά και βδελύσσονται λόγω τε και σιγή τους εν αυτοίς ολίγους προς ημάς γνησίως διακειμένους. 29 πας δε τόπος. άβατος και πυριφλεγής γινέσθω και πάση θνητη φύσει κατά πάντα άχρηστος φανήσεται εις τον αεί χρόνον». δια τε την συμμαχίαν και τα πεπιστευμένα μετά απλότητος αυτοίς αρχήθεν μύρια πράγματα τολμήσαντες εξαλλοιώσαι. 26 τούτων γαρ ομού κολασθέντων. 20 ημείς δε τη τούτων ανοία συμπεριενεχθέντες και μετά νίκης διακομισθέντες και εις την Αίγυπτον τοις πάσιν έθνεσι φιλανθρώπως απαντήσαντες καθώς έπρεπεν εποιήσαμεν. 21 εν δε τούτοις προς τους ομοφύλους αυτών αμνησικακίαν άπασι γνωρίζοντες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύσι και τοις εαυτών ευεργέταις υψαυχενούντες. 28 μηνύειν δε τον βουλόμενον. εφ' ω την ουσίαν του εμπίπτοντος υπό την εύθυναν λήψεται και εκ του βασιλικού αργυρίου δραχμάς δισχιλίας και της ελευθερίας τεύξεται και στεφανωθήσεται. διειλήφαμεν εις τον επίλοιπον χρόνον τελείως ημίν τα πράγματα εν ευσταθεία και βελτίστη διαθέσει κατασταθήσεσθαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1005 . 30 Και ο μεν της επιστολής τύπος ούτως εγέγραπτο. αισχίσταις βασάνοις αποτυμπανισθήσεται πανοικί. 24 διό και τεκμηρίοις καλώς πεπεισμένοι. ουδέν γνήσιον βούλονται φέρειν. 27 ος δι' αν σκεπάση τινά των Ιουδαίων από γηραιού μέχρι νηπίου μέχρι των υπομαστιδίων. εβουλήθημεν και πολιτείας αυτούς Αλεξανδρέων καταξιώσαι και μετόχους των αεί ιερέων καταστήσαι. εις ανήκεστον και δυσκλεή πρέποντα δυσμενέσι φόνον. 22 οι δε τουναντίον εκδεχόμενοι και τη συμφύτω κακοηθεία το καλόν απωσάμενοι. παρέκαστα υφορώμενοι δια της δυσκλεεστάτης εμβιώσεως δια τάχους ημάς καταστρέψαι τα κατορθώματα. ου εάν φωραθή το σύνολον σκεπαζόμενος Ιουδαίος. τούτους κατά πάντα δυσνοείν ημίν τρόπον και προνοούμενοι μήποτε αιφνιδίου μετέπειτα ταραχής ενστάσης ημίν τους δυσσεβείς τούτους κατά νώτου προδότας και βαρβάρους έχωμεν πολεμίους 25 προστετάχαμεν άμα τω προσπεσείν την επιστολήν τήνδε αυθωρεί τους εννεμομένους συν γυναιξί και τέκνοις μετά ύβρεων και σκυλμών αποστείλαι προς ημάς εν δεσμοίς σιδηροίς πάντοθεν κατακεκλεισμένους. 23 ου μόνον απεστρέψαντο την ατίμητον πολιτείαν. διηνεκώς δε εις το φαύλον εκνεύοντες.

αντί ευωχίας και νεωτερικής ραθυμίας τας επιλοίπους των γάμων ημέρας εν θρήνοις διήγον. ως αν της προκατεσκιρρωμένης αυτοίς πάλαι κατά διάνοιαν μετά παρρησίας συνεκφαινομένης απεχθείας. παρά πόδας ήδη τον άδην ορώντες κείμενον. θρήνον ανθ' υμεναίων ομοθυμαδόν εξήρχον ως εσπαραγμέναι σκυλμοίς αλλοεθνέσι· 7 δέσμιαι δε δημόσιαι μέχρι της εις το πλοίον εμβολής είλκοντο μετά βίας. 3 τις νομός ή πόλις ή τις το σύνολον οικητός τόπος ή τίνες αγυιαί κοπετού και γόων επ' αυτοίς ουκ ενεπιπλώντο. 5 ήγετο γαρ γεραιών πλήθος πολιά πεπυκασμένων. 4 ούτω γαρ μετά πικρίας ανοίκτου ψυχής υπό των κατά πόλιν στρατηγών ομοθυμαδόν εξαπεστέλλοντο. όπως πάντοθεν εσκοτισμένοι τους οφθαλμούς αγωγήν επιβούλων εν παντί τω κατάπλω λαμβάνωσι. δημοτελής συνίστατο τοις έθνεσιν ευωχία μετά αλαλαγμών και χαράς. 10 έτι και τω καθύπερθε πυκνω σανιδώματι διακειμένω. όπου προσέπιπτε τούτο το πρόσταγμα. 9 κατήχθησαν δε θηρίων τρόπον αγόμενοι σιδηροδέσμοις ανάγκαις. ακαλύπτως δε αγόμεναι. ολοφυρομένων την απροσδόκητον εξαίφνης επικριθείσαν αυτοίς ολεθρίαν. ωστε επί ταις εξάλλοις τιμωρίαις και τινας των εχθρών λαμβάνοντας προ των οφθαλμών τον κοινόν έλεον και λογιζομένους την άδηλον του βίου καταστροφήν. 6 αι δε άρτι προς βίου κοινωνίαν γαμικόν υπεληλυθυίαι παστόν νεάνιδες. στεναγμοίς πεπυρωμένης της αυτών πάντοθεν καρδίας. 11 Τούτων δε επί την λεγομένην Σχεδίαν αχθέντων και του παράπλου περανθέντος. 2 τοις δε Ιουδαίοις ανήκεστον πένθος ην και πανόδυρτος μετά δακρύων βοή. 8 οί τε τούτων συζυγείς βρόχοις αντί στεφέων τους αυχένας περιπεπλεγμένοι μετά ακμαίας και νεανικής ηλικίας. οι δε τους πόδας αρρήκτοις κατησφαλισμένοι πέδαις. προσέταξεν αυτούς εν τω προ της πόλεως ιπποδρόμω παρεμβαλείν απλέτω καθεστώτι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1006 . καθώς ην δεδογματισμένον τω βασιλεί. δακρύειν αυτών την τρισάθλιον εξαποστολήν. αντί τέρψεως μεταλαβούσαι γόους και κόνει την μυροβραχή πεφυρμέναι κόμην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΠΑΝΤΗ δε. οι μεν τοις ζυγοίς των πλοίων προσηλωμένοι τους τραχήλους. την εκ του γήρως νωθρότητα ποδών επίκυφον ανατροπής ορμή βιαίας απάσης αιδούς άνευ προς οξείαν καταχρωμένων πορείαν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ περιμέτρω και προς παραδειγματισμόν άγαν ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευκαιροτάτω καθεστώτι πάσι τοις καταπορευομένοις εις την πόλιν και τοις εκ τούτων εις την χώραν στελλομένοις προς εκδημίαν προς το μηδέ ταις δυνάμεσιν αυτού κοινωνείν. μηδέ το σύνολον καταξιώσαι περιβόλων. 18 καίπερ όντων κατά την χώραν έτι των πλειόνων. ανήνυτον λαμβάνουσα το τέλος επί ημέρας τεσσαράκοντα. ακούσας τους εκ της πόλεως ομοεθνείς κρυβή εκπορευομένους πυκνότερον αποδύρεσθαι την ακλεά των αδελφών ταλαιπωρίαν. 17 μετά δε το προειρημένον του χρόνου διάστημα προσηνέγκαντο οι γραμματείς τω βασιλεί μηκέτι ισχύειν την των Ιουδαίων απογραφήν ποιείσθαι δια την αμέτρητον αυτών πληθύν. εις δε τον μέγιστον Θεόν τα μη καθήκοντα λαλών. πεπλανημένη πόρρω της αληθείας φρενί και βεβήλω στόματι. ουκ εις την έμπροσθε βραχεί προδεδηλωμένην των έργων κατάπονον λατρείαν. συνέβη σαφώς αυτόν περί τούτου πεισθήναι. στρεβλωθέντας δε ταις παρηγγελμέναις αικίαις το τέλος αφανίσαι μιάς υπό καιρόν ημέρας. των δε και κατά τόπον. ως αδυνάτου καθεστώτος πάσι τοις επ' Αίγυπτον στρατηγοίς. των μεν κατά τας οικίας έτι συνεστηκότων. 20 λεγόντων μετά αποδείξεως και την χαρτηρίαν ήδη και τους γραφικούς καλάμους. 13 διοργισθείς προσέταξε και τούτοις ομού τον αυτόν τρόπον επιμελώς ως εκείνοις ποιήσαι μη λειπομένοις κατά μηδένα τρόπον της εκείνων τιμωρίας. 12 ως δε τούτο εγενήθη. τα μεν κωφά και μη δυνάμενα αυτοίς λαλείν ή αρήγειν επαινών. εκλελοιπέναι. συμπόσια επί πάντων των ειδώλων συνιστάμενος. εν οίς εχρώντο. -16 Μεγάλως δε και διηνεκώς ο βασιλεύς χαρά πεπληρωμένος. 14 απογραφήναι δε παν το φύλον εξ ονόματος. 21 τούτο δε ην ενέργεια της του βοηθούντος τοις Ιουδαίοις εξ ουρανού προνοίας ανικήτου. 19 απειλήσαντος δε αυτοίς σκληρότερον ως δεδωροκοπημένοις εις μηχανήν της εκφυγής. 15 εγίνετο μεν ουν η τούτων απογραφή μετά πικράς σπουδής και φιλοτίμου προσεδρείας από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1007 .

ύπνου μέρος απέστειλε προς τον βασιλέα.10 Ο δε ΄Ερμων τους ανηλεείς ελέφαντας ποτίσας πεπληρωμένους της του οίνου πολλής χορηγίας και του λιβάνου μεμεστωμένους. 13 οι δε Ιουδαίοι την προσημανθείσαν ωραν διαφυγόντες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΤΟΤΕ προσκαλεσάμενος ΄Ερμωνα τον προς τη των ελεφάντων επιμελεία. του δε αμεταθέτου λογισμού μεγάλως διεψευσμένος. δεόμενοι 8 την κατ ‘ αυτών μεταστρέψαι βουλήν ανοσίαν και ρύσασθαι αυτούς μετά μεγαλομερούς επιφανείας εκ του παρά πόδας εν ετοίμω μόρου. 11 το δε απ ‘ αιώνος χρόνου κτίσμα καλόν εν νυκτί και ημέρα επιβαλλόμενον υπό του χαριζομένου πάσιν.. τον άγιον ήνουν Θεόν αυτών και πάλιν ηξίουν τον ευκατάλλακτον δείξαι της μεγαλοσθενούς αυτού χειρός κράτος έθνεσιν υπερηφάνοις. 9 τούτων μεν ουν εκτενώς η λιτανεία ανέβαινεν εις ουρανόν. συναγαγών τους μάλιστα των φίλων και της στρατιάς απεχθώς έχοντας προς τους Ιουδαίους· 4 ο δε ελεφαντάρχης το προσταγέν αραρότως ΄Ερμων συνετέλει. έννυχον δόξαντες ομού λήψεσθαι το φύλον πέρας της ολεθρίας. ο προς ταις κλήσεσι τεταγμένος. όντας τον αριθμόν πεντακοσίους. 15 και μόλις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1008 . όρθροις επί την αυλήν παρήν περί τούτων προσαγγείλαι τω βασιλεί. 12 και ηδίστω και βαθεί κατεσχέθη τη ενεργεία του Δεσπότου. 6 οι δε πάσης σκέπης έρημοι δοκούντες είναι τοις έθνεσιν Ιουδαίοι δια την πάντοθεν περιέχουσαν αυτούς μετά δεσμών ανάγκην. οίς αν αυτός θελήση. 5 οί τε προς τούτοις λειτουργοί κατά την εσπέραν αξιόντες τας των ταλαιπώρων εδέσμευον χείρας την τε λοιπήν εμηχανώντο περί αυτούς ασφάλειαν. 3 ο μεν τάδε προστάσσων ετρέπετο προς την ευωχίαν. δυσκαταπαύστω βοή πάντες μετά δακρύων επεκαλέσαντο. βαρεία μεμεστωμένος οργή και χόλω κατά παν αμετάθετος 2 εκέλευσεν υπό την επερχομένην ημέραν δαψιλέσι δράκεσι λιβανωτού και οίνω πλείονι ακράτω άπαντας τους ελέφαντας ποτίσαι. 14 μεσούσης δε ήδη της δεκάτης ωρας σχεδόν. 7 τον παντοκράτορα Κύριον και πάσης δυνάμεως δυναστεύοντα. ελεήμονα Θεόν αυτών και πατέρα. αθρόους τους κλητούς ιδών. ένυξε προσελθών τον βασιλέα. της αθέσμου μεν προθέσεως πολύ διεσφαλμένος. και αγριωθέντας τη του πόματος αφθόνω χορηγία εισαγαγείν προς συνάντησιν του μόρου των Ιουδαίων.

22 και ουχ ούτως εις ύπνον κατεχρήσαντο τον χρόνον της νυκτός. προσδοκώντα την πρωϊαν μετά σπουδής. εις τον ίδιον οίκον έκαστος ανέλυσε. και του βασιλέως τους φίλους εκδεχομένου. 19 του δε υποδείξαντος εκ νυκτός το προσταγέν επί τέλος αγηοχέναι και των φίλων αυτω προσμαρτυρησάντων. των πριν αυτω μεμηχανημένων λήθην κατά διάνοιαν εντεθεικότος. και τα θηρία καθωπλικώς ο ΄Ερμων εν τω μεγάλω περιστύλω διεκίνει. ως εις το παντοίους μηχανάσθαι τοις ταλαιπώροις δοκούσιν εμπαιγμούς. 26 ούπω δε ηλίου βολαί κατεσπείροντο. 16 ον ο βασιλεύς λογισάμενος και τραπείς εις τον πότον. 17 ου και γενομένου.. τήνδε θηρσίν αγρίοις εσκεύασα αν δαψιλή θοίναν αντί των ανεγκλήτων εμοί και προγόνοις εμοίς αποδεδειγμένων ολοσχερή βεβαίαν πίστιν εξόχως Ιουδαίων. 25 οι δε Ιουδαίοι κατά τον αμερή ψυχουλκούμενοι χρόνον. 29 ο δε ΄Ερμων υπεδείκνυε και πάντες οι φίλοι τα θηρία και τας δυνάμεις ητοιμάσθαι. 20 την ωμότητα χείρονα Φαλάριδος εσχηκώς έφη τω της σήμερον ύπνω χάριν έχειν αυτούς· ανυπερθέτως δε εις την επιτέλλουσαν ημέραν κατά το όμοιον ετοίμασον τους ελέφαντας επί τον των αθεμίτων Ιουδαίων αφανισμόν. 27 του δε αποδεξαμένου και καταπλαγέντος επί τη παρανόμω εξόδω. το παρόν της συμποσίας επιπολύ γεραιρομένους εις ευφροσύνην καταθέσθαι μέρος. 24 τα δε κατά την πόλιν πλήθη συνήθροιστο προς την οικτροτάτην θεωρίαν. 21 ειπόντος δε του βασιλέως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διεγείρας υπέδειξε τον της συμποσίας καιρόν ήδη παρατρέχοντα. τίνος ένεκεν αιτίας ειάθησαν οι Ιουδαίοι την παρούσαν ημέραν περιβεβιωκότες. ενατενίσας μετά απειλής είπεν· 31 ει σοι γονείς παρήσαν ή παίδων γοναί. εκέλευσε τους παραγεγονότας εις την συμποσίαν άντικρυς ανακλιθήναι αυτού. ασμένως πάντες μετά χαράς οι παρόντες ομού συναινέσαντες. πολυδάκρυον ικετείαν εν μέλεσι γοεροίς τείνοντες τας χείρας εις τον ουρανόν εδέοντο του μεγίστου Θεού πάλιν αυτοίς βοηθήσαι συντόμως. 32 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1009 . μετά πικράς απειλής επυνθάνετο. ο ΄Ερμων παραστάς εκάλει προς την έξοδον. 30 ο δε επί τοις ρηθείσι πληρωθείς βαθεί χόλω δια το περί τούτων προνοία Θεού διασκεδάσθαι παν αυτού το νόημα. τι το πράγμα.23 Άρτι δε αλεκτρυών εκεκράγει όρθριος. παρήνει εις ευωχίαν δόντας εαυτούς. υποδεικνύων το πρόθυμον του βασιλέως εν ετοίμω κείσθαι. τον περί τούτων λόγον ποιούμενος. κατά την σήν εκτενή πρόθεσιν. αφ ‘ ου τούτο αυτω μετά σπουδής τετέλεσται· 28 τούτο δε ην η ενέργεια του πάντα δεσποτεύοντος Θεού. κατά παν αγνωσία κεκρατημένος επυνθάνετο. τον ΄Ερμωνα μεταπεμψάμενος ο βασιλεύς. 18 επί πλείον δε προβαινούσης της ομιλίας. βασιλεύ.

το ζήν αντί τούτων εστερήθης. ευωδεστάτοις πόμασιν οίνου λελιβανωμένου φοβεραίς κατεσκευασμένα σκευαίς. 38 τους ελέφαντας έτι και νυν καθόπλισον εις την αύριον επί τον των Ιουδαίων αφανισμόν. προστάσσων ήδη τρίτον αυτούς αφανίσαι και πάλιν επί των πραγμάτων εκ μεταβολής αναλύων τα σοί δεδογμένα. εισελθών εις την αυλήν επί το προκείμενον ώτρυνε τον βασιλέα. ήδη και κινδυνεύει πολλάκις διαρπασθήναι. 35 οί τε Ιουδαίοι τα παρά του βασιλέως ακούσαντες. 44 τότε περιχαρείς αναλύσαντες οι φίλοι και συγγενείς μετά πίστεως διέτασσον τας δυνάμεις επί τους ευκαιροτάτους τόπους της πόλεως προς τήρησιν. 37 τον δε ΄Ερμωνα προσκαλεσάμενος μετά απειλής είπε· ποσάκις σοι δεί περί τούτων αυτών προστάττειν.36 Κατά δε τους αυτούς νόμους ο βασιλεύς συστησάμενος πάλιν το συμπόσιον εις ευφροσύνην τραπήναι παρεκάλει. 46 περί την έω. 39 οι δε συνανακείμενοι συγγενείς την άστατον διάνοιαν αυτού θαυμάζοντες. 43 επιστρατεύσαντα δε επί την Ιουδαίαν ισόπεδον πυρί και δόρατι θήσεσθαι δια τάχους και τον άβατον αυτών ημίν ναόν πυρί πρηνέα εν τάχει των συντελούντων εκεί θυσίας έρημον εις τον άπαντα χρόνον καταστήσειν. της πόλεως ήδη πλήθεσιν αναριθμήτοις κατά του ιπποδρόμου καταμεμεστωμένης. τον επιφανή Θεόν και βασιλέα των βασιλέων ήνουν και τήσδε της βοηθείας αυτού τετευχότες. 49 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1010 . 47 ο δε οργή βαρεία γεμίσας δυσσεβή φρένα παντί τω βάρει συν τοις θηρίοις εξώρμησε. 48 ως δε των ελεφάντων εξιόντων περί πύλην και της συνεπομένης ενόπλου δυνάμεως της τε του πλήθους πορείας κονιορτόν ιδόντες. ορισάμενος τούτους μεν ανυπερθέτως πέμψειν εις άδην εν γόνασι και ποσί θηρίων ηκισμένους. μέχρι τίνος ως αλόγους ημάς διαπειράζεις. 41 ων χάριν η πόλις δια την προσδοκίαν οχλεί και πληθύουσα συστροφαίς. προεφέροντο τάδε· 40 βασιλεύ. 45 ο δε ελεφαντάρχης τα θηρία σχεδόν ειπείν εις κατάστημα μανιώδες αγηοχώς. τους συνηθροισμένους απέλυσαν έκαστον επί την ιδίαν ασχολίαν. αθλιώτατε. 33 ούτως ο ΄Ερμων απροσδόκητον και επικίνδυνον υπήνεγκεν απειλήν και τη οράσει και τω προσώπω συνεστάλη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καίπερ ει μη δια την της συντροφίας στοργήν και της χρείας. βουλόμενος ατρώτω καρδία και κόραις οφθαλμών θεάσασθαι την επίπονον και ταλαίπωρον των προσεσημαμμένων καταστροφήν. και βαρυηχή θόρυβον ακούσαντες οι Ιουδαίοι. 42 όθεν ο κατά πάντα Φάλαρις βασιλεύς εμπληθυνθείς αλογιστίας και τας γινομένας προς επισκοπήν των Ιουδαίων εν αυτω μεταβολάς της ψυχής παρ ‘ ουδέν ηγούμενος.. ατελέστατον εβεβαίωσεν όρκον. 34 ο καθείς δε των φίλων σκυθρωπώς υπεκρέων.

έκδηλον δεικνύς έθνεσι πολλοίς το σόν κράτος. πάτερ. 4 συ Φαραώ πληθύνοντα άρμασι. παντοκράτωρ Θεέ την πάσαν διακυβερνών εν οικτιρμοίς κτίσιν. επί ηγιασμένου τέκνα Ιακώβ. επαρθέντα ανόμω θράσει και γλώσση μεγαλορρήμονι. εις οίκτον και γόους τραπέντες κατεφίλουν αλλήλους περιπλεκόμενοι τοις συγγενέσιν επί τους τραχήλους επιπίπτοντες. βαρύν Ασσυρίων βασιλέα. τον πριν Αιγύπτου ταύτης δυνάστην. οικτείραι μετ ‘ επιφανείας αυτούς ήδη προς πύλαις άδου καθεστώτας. 5 συ τον αναριθμήτοις δυνάμεσι γαυρωθέντα Σενναχηρείμ. Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΕΛΕΑΖΑΡΟΣ δε τις ανήρ επίσημος των από της χώρας ιερέων. ύψιστε. δόρατι την πάσαν υποχείριον ήδη λαβόντα γην και μετεωρισθέντα επί την αγίαν σου πόλιν. γονείς παισί και μητέρες νεάνισιν. εν πρεσβείω την ηλικίαν ήδη λελογχώς και πάση τη κατά τον βίον αρετη κεκοσμημένος. συν τη υπερηφάνω στρατιά ποντοβρόχους απώλεσας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υστάτην βίου ροπήν αυτοίς εκείνην δόξαντες είναι το τέλος της αθλιωτάτης προσδοκίας. έτεραι δε νεογνά προς μαστούς έχουσαι βρέφη τελευταίον έλκοντα γάλα. βαρέα λαλούντα κόμπω και θράσει συ. 51 ανεβόησαν φωνή μεγάλη σφόδρα. διάπυρον δροσίσας κάμινον ερρύσω μέχρι τριχός απημάντους. πυρί την ψυχήν αυθαιρέτως δεδωκότας εις το μη λατρεύσαι τοις κενοίς. φέγγος επιφάνας ελέους Ισραήλ γένει. 7 συ τον διαβολαίς φθόνου λέουσι κατά γης ριφέντα θηρσί βοράν Δανιήλ εις φως ανήγαγες ασινή. Δέσποτα. μερίδος ηγιασμένης σου λαόν εν ξένη γη ξένον αδίκως απολλύμενον. τον της απάσης δυνάμεως δυνάστην ικετεύοντες. 8 τον τε βυθοτρεφούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1011 . 3 έπιδε επί Αβραάμ σπέρμα. 6 συ τους κατά την Βαβυλωνίαν τρεις εταίρους. φλόγα πάσιν επιπέμψας τοις υπεναντίοις. 50 ου μην δε αλλά και τας έμπροσθεν αυτών γεγενημένας αντιλήψεις εξ ουρανού συνιδόντες. τους περί αυτόν καταστείλας πρεσβυτέρους επικαλείσθαι τον άγιον Θεόν προσηύξατο τάδε· 2 βασιλεύ μεγαλοκράτωρ. έθραυσας. πρηνείς ομοθυμαδόν ρίψαντες εαυτούς και τα νήπια χωρίσαντες των μαστών.

και ουκ απέστρεψας το πρόσωπόν σου αφ ‘ ημών. 16 Του δε Ελεαζάρου λήγοντος άρτι της προσευχής. ότι μεθ ‘ ημών ει. επιφάνας το άγιον αυτού πρόσωπον. απόλεσον ημάς μόρω. 25 τις τους κρατήσαντας ημών εν πίστει τα της χώρας οχυρώματα. 15 δειχθήτω πάσιν έθνεσιν. 11 μη τοις ματαίοις οι ματαιόφρονες ευλογησάτωσαν επί τη των ηγαπημένων σου απωλεία λέγοντες· ουδέ ο Θεός αυτών ερρύσατο αυτούς. ωστε και τους παρακειμένους αυλώνας συνηχήσαντας ακατάσχετον οιμωγήν ποιήσαι παντί τω στρατοπέδω. νυν έπιδε· ελέησον ημάς τους καθ ‘ ύβριν ανόμων αλόγιστον εκ του ζήν μεθιστανομένους εν επιβούλων τρόπω. 20 και υπόφρικον και το του βασιλέως σώμα εγενήθη και λήθη το θράσος αυτού το βαρύθυμον έλαβε. το τάχος επιφάνηθι τοις από Ισραήλ γένους. 19 και αντέστησαν και την δύναμιν των υπεναντίων επλήρωσαν ταραχής και δειλίας και ακινήτοις έδησαν πέδαις. εξ ων δεδοξασμένοι δύο φοβεροειδείς άγγελοι κατέβησαν φανεροί πάσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν γαστρί κήτους Ιωνάν τηκόμενον αφειδώς απήμαντον πάσιν οικείοις ανέδειξας. 14 ικετεύει σε το παν πλήθος των νηπίων και οι τούτων γονείς μετά δακρύων. δύναμιν έχων επί σωτηρία Ιακώβ γένους. 23 ακούσας γαρ της κραυγής και συνιδών πρηνείς άπαντας εις την απώλειαν. 17 και θεωρήσαντες οι Ιουδαίοι μέγα εις ουρανόν ανέκραξαν. αιώνιε. αλλά καθώς είπας ότι ουδ ‘ εν τη γη των εχθρών αυτών όντων υπερείδες αυτούς. Κύριε. πλήν τοις Ιουδαίοις. ηνέωξε τας ουρανίους πύλας. ο βασιλεύς συν τοις θηρίοις και παντί τω της δυνάμεως φρυάγματι κατά τον ιππόδρομον παρήγε. 21 και απέστρεψαν τα θηρία επί τας συνεπομένας ενόπλους δυνάμεις και κατεπάτουν αυτάς και ωλόθρευον. έντιμε. ούτως επιτέλεσον. 26 τις τους εξ αρχής ευνοία προς ημάς κατά πάντα διαφέροντας πάντων εθνών και τους χειρίστους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1012 . λάθρα μηχανώμενοι τα μη συμυφεροντα τη βασιλεία. 18 τότε ο μεγαλόδοξος παντοκράτωρ και αληθινός Θεός. 22 και μετεστράφη του βασιλέως η οργή εις οίκτον και δάκρυα υπέρ των έμπροσθεν αυτω μεμηχανευμένων. Κύριε. ως προαιρή. υπό δε εβδελυγμένων ανόμων εθνών υβριζομένοις. των όλων σκεπαστά. δακρύσας μετά οργής τοις φίλοις διηπειλείτο λέγων· 24 παραβασιλεύετε και τυράννους υπερβεβήκατε ωμότητι και εμέ αυτόν τον υμών ευεργέτην επιχειρείτε της αρχής ήδη και του πνεύματος μεθιστάν. πολυέλεε. 9 και νυν μίσυβρι. πάτερ. της οικίας αποστήσας έκαστον αλόγως ήθροισεν ενθάδε. 13 πτηξάτω δε έθνη σήν δύναμιν ανίκητον σήμερον. 12 συ δε ο πάσαν αλκήν και δυναστείαν έχων άπασαν. Δέσποτα. ρυσάμενος ημάς από εχθρών χειρός. 10 ει δε ασεβείαις κατά την αποικίαν ο βίος ημών ενέσχηται.

30 Είτα ο βασιλεύς εις την πόλιν απαλλαγείς. 34 οί τε πριν εις όλεθρον και οιωνοβρώτους αυτούς έσεσθαι τιθέμενοι. 31 τότε οι πριν επονείδιστοι και πλησίον του άδου. καθώς προειρήκαμεν. 32 καταλήξαντες δε θρήνου πανόδυρτον μέλος ανέλαβον ωδήν πάτριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πλεονάκις ανθρώπων επιδεδεγμένους κινδύνους. 38 απογράφονται δε αυτούς από πέμπτης και εικάδος του Παχών έως της τετάρτης του Επιφί. 33 ωσαύτως δε και ο βασιλεύς περί τούτων συμπόσιον βαρύ συναγαγών. τον σωτήρα και τερατοποιόν αινούντες Θεόν· οιμωγήν τε πάσαν και κωκυτόν απωσάμενοι χορούς συνίσταντο ευφροσύνης ειρηνικής σημείον. τον επί των προσόδων προσκαλεσάμενος. τα προπεπραγμένα παραιτησάμενοι. τας προειρημένας ημέρας άγειν έστησαν ευφροσύνους. μετά χαράς απογραψάμενοι κατεστέναξαν. τον εις πτώσιν αυτοίς και τάφον ητοιμασμένον τόπον κλισίαις κατεμέρισαν πλήρεις χαρμονής. 39 εν αις και μεγαλοδόξως επιφάνας το έλεος αυτού ο των όλων δυνάστης απταίστους αυτούς ερρύσατο ομοθυμαδόν. άρτι τον θάνατον εκπεφευγότες. επί ημέρας τεσσαράκοντα. ου πότου χάριν και λιχνείας. συστησάμενοι τον προειρημένον χορόν. εκέλευσεν οίνους τε και τα λοιπά προς ευωχίαν επιτήδεια τοις Ιουδαίοις χορηγείν επί ημέρας επτά. σωτηρίας δε της δια Θεόν γενομένης αυτοίς. 41 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1013 . 28 απολύσατε τους υιούς του παντοκράτορος επουρανίου Θεού ζώντος. συνίστανται δε αυτών την απώλειαν από πέμπτης του Επιφί έως εβδόμης. μετ ‘ ευωχίας εν εξομολογήσεσιν ιλαραίς και ψαλμοίς διήγον. αισχύνην εφ ‘ εαυτοίς περιβαλλόμενοι και την πυρίπνουν τόλμαν ακλεώς εσβεσμένοι. 36 και κοινόν ορισάμενοι περί τούτων θεσμόν επί πάσαν την παροικίαν αυτών εις γενεάς. ούτως αθέσμοις περιέβαλεν αικίαις. κρίνας αυτούς εν ω τόπω έδοξαν τον όλεθρον αναλαμβάνειν. 35 οί τε Ιουδαίοι. ημέραις τρισίν. 29 ο μεν ουν ταύτα έλεξεν· οι δε εν αμερεί χρόνω λυθέντες τον άγιον σωτήρα Θεόν αυτών ευλόγουν. αδιαλείπτως εις ουρανόν ανθωμολογείτο μεγαλοπρεπώς επί τη παραδόξω γενηθείση αυτω σωτηρία. 1 27 λύσατε. εκλύσατε άδικα δεσμά· εις τα ίδια μετ ‘ ειρήνης εξαποστείλατε. 37 ενέτυχον δε τω βασιλεί την απόλυσιν αυτών εις τα ίδια αιτούμενοι. ος αφ ‘ ημετέρων μέχρι του νυν προγόνων απαραπόδιστον μετά δόξης ευστάθειαν παρέχει τοις ημετέροις πράγμασιν. μάλλον δ ‘ επ ‘ αυτω βεβηκότες. 40 ευωχούντο δε πάνθ ‘ υπό του βασιλέως χορηγούμενοι μέχρι της τεσσαρεσκαιδεκάτης. εν τούτω εν ευφροσύνη πάση σωτήρια άγειν. κώθωνα σωτήριον συστησάμενοι. αντί πικρού και δυσαιάκτου μόρου. εν ή και την εντυχίαν εποιήσαντο περί της απολύσεως αυτών.

κατευθύναντος ημίν του μεγάλου Θεού τα πράγματα καθώς προαιρούμεθα. έρρωσθε». εν παντί τόπω μηθενός αυτούς το σύνολον καταβλάπτοντος. μόγις το ζήν αυτοίς χαρισάμενοι και τον επουράνιον Θεόν εγνωκότες ασφαλώς υπερησπικότα των Ιουδαίων. νόμου Σκυθών αγριωτέραν εμπεπορπημένοι ωμότητα. ως πατέρα υπέρ υιών διαπαντός υπερμαχούντα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1014 . 4 προσφερόμενοι μήποτε ευσταθήσειν τα πράγματα ημών. μέχρις αν συντελεσθή τούτο. 6 ημείς δε επί τούτοις σκληρότερον διαπειλησάμενοι. 7 την τε του φίλου ην έχουσι προς ημάς βεβαίαν και τους προγόνους ημών εύνοιαν αναλογισάμενοι. 9 γινώσκετε γαρ ότι κατά τούτων. κακοηθεία πυκνότερον ημίν παρακείμενοι. ουκ άνθρωπον. 5 οί και δεσμίους καταγαγόντες αυτούς μετά σκυλμών ως ανδράποδα. δικαίως απολελύκαμεν πάσης καθ ‘ οντινούν αιτίας τρόπον 8 και προστετάχαμεν εκάστω πάντας εις τα ίδια επιστρέφειν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συναινέσας τε αυτοίς ο βασιλεύς έγραψεν αυτοίς την υπογεγραμμένην επιστολήν προς τους κατά πόλιν στρατηγούς μεγαλοψύχως την εκτενίαν έχουσαν. 3 των φίλων τινές. 10 Λαβόντες δε την επιστολήν ταύτην ουκ εσπούδασαν ευθέως γενέσθαι περί την άφοδον. άνευ πάσης ανακρίσεως και εξετάσεως επεχείρησαν ανελείν. εάν τι κακοτεχνήσωμεν πονηρόν ή επιλυπήσωμεν αυτούς το σύνολον. συνέπεισαν ημάς εις το τους υπό την βασιλείαν Ιουδαίους συναθροίσαντας σύστημα κολάσασθαι ξενιζούσαις αποστατών τιμωρίαις. μήτε ονειδίζειν περί των γεγενημένων παρά λόγον. δι ‘ ην έχουσιν ούτοι προς πάντα τα έθνη δυσμένειαν. μάλλον δε ως επιβούλους. αλλά τον πάσης δεσπόζοντα δυνάμεως Θεόν ύψιστον αντικείμενον ημίν επ ‘ εκδικήσει των πραγμάτων κατά παν αφεύκτως δια παντός έξομεν. Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ « 1 ΒΑΣΙΛΕΥΣ Πτολεμαίος ο Φιλοπάτωρ τοις κατ ‘ Αίγυπτον στρατηγοίς και πάσι τοις τεταγμένοις επί πραγμάτων χαίρειν και ερρώσθαι· 2 ερρώμεθα δε και αυτοί και τα τέκνα ημών. καθ ‘ ην έχομεν προς άπαντας ανθρώπους επιείκειαν.

δια τε γης και θαλάσσης και ποταμού ανασωζόμενοι τη του βασιλέως επιταγή. τα μεγαλεία του μεγίστου Θεού ποιήσαντος τελείως επί σωτηρία αυτών. ως πρέπον ην. παντελή σωτηρίας απόλαυσιν ειληφότες. 13 τότε κατευφημήσαντες αυτόν. του βασιλέως χορηγήσαντος αυτοίς ευψύχως τα προς την άφιξιν πάντα εκάστω έως εις την ιδίαν οικίαν. μετά χαράς ανέλυσαν. εν αίνοις και παμμελέσιν ύμνοις ευχαριστούντες τω Θεω των πατέρων αυτών αιωνίω σωτήρι του Ισραήλ. 20 ας και ανιερώσαντες εν στήλη κατά τον συμποσίας τόπον προσευχής καθιδρύσαντες. 23 ευλογητός ο ρύστης Ισραήλ εις τους αεί χρόνους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αλλά τον βασιλέα προσηξίωσαν τους εκ του γένους των Ιουδαίων τον άγιον Θεόν αυθαιρέτως παραβεβηκότας και του Θεού τον νόμον τυχείν δι ‘ αυτών της οφειλομένης κολάσεως. 17 Παραγενηθέντες δε εις Πτολεμαϊδα την ονομαζομένην δια την του τόπου ιδιότητα ροδοφόρον. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1015 . υπερχαρείς. έκαστος εις την ιδίαν 21 και πλείστην ή έμπροσθεν εν τοις εχθροίς εξουσίαν εσχηκότες μετά δόξης και φόβου. 18 εκεί εποίησαν πότον σωτήριον. Αμήν. 11 προφερόμενοι τους γαστρός ένεκεν τα θεία παραβεβηκότας προστάγματα μηδέποτε ευνοήσειν μηδέ τοις του βασιλέως πράγμασιν. ωστε τους έχοντάς τι μετά φόβου μεγίστου αποδούναι αυτοίς. ανέλυσαν ασινείς. 14 τότε τον εμπεσόντα των μεμιασμένων ομοεθνή κατά την οδόν εκολάζοντο και μετά παραδειγματισμών ανήρουν. 12 ο δε ταληθές αυτούς λέγειν παραδεξάμενος και συναινέσας έδωκεν αυτοίς άδειαν πάντων. όπως τους παραβεβηκότας του Θεού τον νόμον εξολοθρεύσωσι κατά πάντα τον υπό την βασιλείαν αυτού τόπον μετά παρρησίας άνευ πάσης βασιλικής εξουσίας και επισκέψεως. ανέζευξαν εκ της πόλεως παντοίοις ευωδεστάτοις άνθεσι κατεστεμμένοι μετ ‘ ευφροσύνης και βοής. 15 εκείνη δε τη ημέρα ανείλον υπέρ τους τριακοσίους άνδρας και ήγαγον ευφροσύνην μετά χαράς τους βεβήλους χειρωσάμενοι. εν ή προσέμεινεν αυτούς ο στόλος κατά κοινήν αυτών βουλήν ημέρας επτά. 22 και πάντα τα εαυτών πάντες εκομίσαντο εξ απογραφής. οι τούτων ιερείς και παν το πλήθος επιφωνήσαντες το αλληλούϊα. 16 αυτοί δε οι μέχρι θανάτου τον Θεόν εσχηκότες. 19 καταχθέντες δε μετ ‘ ειρήνης εν ταις πρεπούσαις εξομολογήσεσιν. το σύνολον υπό μηδενός διασεισθέντες των υπαρχόντων. ωσαύτως κακεί έστησαν και ταύτας άγειν τας ημέρας επί τον της παροικίας αυτών χρόνον ευφροσύνους. ελεύθεροι.

θυμού τε και πόνου και φόβου. ει των παθών ο λογισμός κρατεί. λέγω δη φρονήσεως. 12 αλλά και περί τούτου νυν αυτίκα δη λέγειν εξέσται αρξαμένω της υποθέσεως. λήθης και αγνοίας ου δεσπόζει. 15 λογισμός μεν δη τοίνυν εστί νους μετά ορθού λόγου προτιμών τον σοφίας βίον. νικήσαντες τον τύραννον τη υπομονή. 8 πολύ δε πλέον τούτο αποδείξαιμι από της ανδραγαθίας των υπέρ αρετής αποθανόντων. ίσως είποιεν αν τινες. 3 ει άρα των σωφροσύνης κωλυτικών παθών ο λογισμός φαίνεται επικρατείν. αλλά και υπό των αικισαμένων. επεδείξαντο ότι περικρατεί των παθών ο λογισμός. 4 αλλά και των της δικαιοσύνης εμποδιστικών παθών κυριεύειν αναφαίνεται. αλλ' ωστε αυτοίς μη είξαι. αίτιοι κατέστησαν του καταλυθήναι την κατά του έθνους τυραννίδα. οίον κακοηθείας. 14 διακρίνομεν δε τι ποτέ εστι λογισμός και τι πάθος. συμβουλεύσαιμ' αν υμίν ορθώς. ει αυτοδέσποτός εστι των παθών ο ευσεβής λογισμός. και των της ανδρείας εμποδιστικών παθών. και τούτων ουχ ωστε αυτά καταλύσαι. ωσπερ είωθα ποιείν. άπαντες γαρ ούτοι τους έως θανάτου πόνους υπεριδόντες. Ελεαζάρου τε και των επτά αδελφών και της τούτων μητρός. 10 των μεν ουν αρετών έπεστί μοι επαινείν τους κατά τούτον τον καιρόν υπέρ της καλοκαγαθίας αποθανόντας μετά της μητρός άνδρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 Φιλοσοφώτατον λόγον επιδείκνυσθαι μέλλων. των δε τιμών μακαρίσαιμ' αν. 2 και γαρ αναγκαίος εις επιστήμην παντί ο λόγος και άλλως της μεγίστης αρετής. και ει πάντων επικρατεί τούτων ο λογισμός. αλλά των της δικαιοσύνης και ανδρείας και σωφροσύνης και φρονήσεως εναντίων. 11 θαυμασθέντες γαρ εκείνοι ου μόνον υπό πάντων ανθρώπων επί τη ανδρεία και τη υπομονή. ει αυτοκράτωρ εστί των παθών ο λογισμός. 7 πολλαχόθεν μεν ουν και αλλαχόθεν έχοιμ' αν υμίν επιδείξαι ότι αυτοκράτωρ εστί των παθών ο ευσεβής λογισμός. και ούτως εις τον περί αυτών τρέψομαι λόγον δόξαν διδούς τω πανσόφω Θεω. γαστριμαργίας τε και επιθυμίας. ωστε δι' αυτών καθαρισθήναι την πατρίδα. 13 Ζητούμεν δη τοίνυν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1016 . όπως προθύμως προσέχητε τη φιλοσοφία. γελοίον επιχειρούντες λέγειν· 6 ου γαρ των εαυτού παθών ο λογισμός κρατεί. 5 Πως ουν. και πόσαι παθών ιδέαι. περιέχει έπαινον.

μετά δε τον πόνον λύπη. και φιμούται πάντα τα του σώματος κινήματα του λογισμού. των δε παθών αυτοκράτωρ. εγώ μεν οίμαι. 23 προ δε του πόνου εστί φόβος. 29 ων εκάστην ο παγγέωργος λογισμός περικαθαίρων τε και αποκνίζων και περιπλέκων και επάρδων και πάντα τρόπον μεταχέων εξημεροί τας των ηθών και παθών ύλας. απιστία και βασκανία· 27 κατά δε το σώμα. παντοφαγία και λαιμαργία και μονοφαγία. πολλαί τούτων των φυτών εισι παραφυάδες. και τούτων αμφοτέρων ο λογισμός επικρατείν φαίνεται. ότι αυτοδέσποτός εστι των παθών ο λογισμός. 18 της δε σοφίας ιδέαι καθεστήκασι τέσσαρες. 28 καθάπερ ουν δυοίν του σώματος και της ψυχής φυτών όντων ηδονής τε και πόνου. 26 κατά μεν την ψυχήν αλαζονεία. εξ ης δη των παθών ο λογισμός επικρατεί. 33 επεί πόθεν κινούμενοι προς τας απειρημένας τροφάς αποστρεφόμεθα τας εξ αυτών ηδονάς. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1017 . 20 παθών δε φύσεις εισίν αι περιεκτικώταται δύο. δι' ης τα θεία σεμνώς και τα ανθρώπινα συμφερόντως μανθάνομεν. εάν εννοηθή τις ότι αυτω περιέπεσεν. 24 θυμός δε κοινόν πάθος εστίν ηδονής και πόνου. 32 των δε επιθυμιών αι μεν εισι ψυχικαί. 35 ανέχεται γαρ τα των ορέξεων πάθη υπό του σώφρονος νοός ανακαμπτόμενα. πολυτροπωτάτη πάντων των παθών ούσα. 21 πολλαί δε και περί την ηδονήν και τον πόνον παθών εισιν ακολουθίαι. αι δε σωματικαί. φρόνησις και δικαιοσύνη και ανδρεία και σωφροσύνη· 19 κυριωτάτη δε πασών η φρόνησις. 17 αύτη δη τοίτυν εστίν η του νόμου παιδεία. ουχ ότι δύναται των ορέξεων επικρατείν ο λογισμός. 34 τοιγαρούν ενύδρων επιθυμούντες και ορνέων και τετραπόδων και παντοίων βρωμάτων των απηγορευμένων ημίν κατά τον νόμον απεχόμεθα δια την του λογισμού επικράτειαν. 22 προ μεν ουν της ηδονής εστιν επιθυμία· μετά δε την ηδονήν χαρά. ηδονή τε και πόνος· τούτων δε εκάτερον και περί το σώμα και περί την ψυχήν πέφυκεν. Επιθεωρείτε τοίνυν πρώτον δια των κωλυτικών της σωφροσύνης έργων. 25 εν δε τη ηδονή ένεστι και η κακοήθης διάθεσις. και φιλαργυρία και φιλοδοξία και φιλονικία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 16 σοφία δη τοίνυν εστί γνώσις θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων και των τούτων αιτίων. 31 σωφροσύνη δη τοίνην εστίν επικράτεια των επιθυμιών. 30 ο γαρ λογισμός των μεν αρετών εστιν ηγεμών.

καν φιλάργυρός τις ή. 12 και της τέκνων φιλίας κυριεύει δια κακίαν αυτά κολάζων και της φίλων συνηθείας δεσπόζει δια πονηρίαν αυτούς εξελέγχων. 14 μήτε δενδροτομών τα ήμερα των πολεμίων φυτά. . . 15 Και των βιαιοτέρων δε παθών επικρατείν ο λογισμός φαίνεται. φιλαρχίας και κενοδοξίας και αλαζονείας και μεγαλαυχίας και βασκανίας. ότι των παθών εστιν ο λογισμός κρατών. ότι τω λογισμω και τη διανοία περιεκράτησε της ηδυπαθείας. και το δάνειον των εβδομάδων ενστασών χρεοκοπούμενος. 4 ου μόνον δε την της ηδυπαθείας οιστρηλασίαν επικρατείν ο λογισμός φαίνεται. ωσπερ και τον θυμόν· και γαρ τούτου δεσπόζει. 9 καν φειδωλός τις ή. αλλά λογισμω τον θυμόν διήτησεν. βιάζεται τον εαυτού τρόπον τοις δεομένοις δανείζων χωρίς τόκων. 3 νέος γαρ ων και ακμάζων προς συνουσιασμόν ηκύρωσε τω λογισμω τον των παθών οίστρον.Και επί των ετέρων έστιν επιγνώναι τούτο. πολύ πλέον πείσαιμ' αν υμάς ότι των επιθυμιών κρατείν δύναται ο λογισμός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 Και τι θαυμαστόν. 10 ο γαρ νόμος και της προς γονείς ευνοίας κρατεί μη καταπροδιδούς την αρετήν δι' αυτούς 11 και της προς γαμετήν φιλίας επικρατεί δια παρανομίαν αυτήν απελέγχων.΄Ωσπερ και των κωλυτικών της δικαιοσύνης παθών· 7 επεί τίνα τρόπον μονοφάγος τις ων το ήθος και γαστρίμαργος και μέθυσος μεταπαιδεύεται. ει μη δήλον ότι κύριός εστι των παθών ο λογισμός. 6 καίτοι ότε μη επιθυμείν ημάς είρηκεν ο νόμος. 8 αυτίκα γούν τω νόμω πολιτευόμενος. όπου γε και έχθρας ο λογισμός επικρατείν δύναται δια τον νόμον. 13 και μη νομίσητε παράδοξον είναι. αλλά και πάσης επιθυμίας. 2 ταύτη γούν ο σώφρων Ιωσήφ επαινείται. τα δε των εχθρών τοις απολέσασι διασώζων και τα πεπτωκότα συνεγείρων. 16 πάντα γαρ ταύτα τα κακοήθη πάθη ο σώφρων νους εις αγαθόν προτρέπων απωθείται και βιάζεται. 17 θυμούμενός γε τοι Μωσής κατά Δαθάν και Αβειρών ου θυμω τι κατ' αυτών εποίησεν. 18 δυνατός γαρ ο σώφρων νους. υπό του νόμου κρατείται δια τον λογισμόν μήτε επικαρπολογούμενος τους αμητούς μήτε επιρρωγολογούμενος τους αμπελώνας. ει αι της ψυχής επιθυμίαι προς την του κάλλους μετουσίαν ακυρούνται. 5 λέγει γούν ο νόμος· ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου ουδέ όσα τω πλησίον σου εστίν. ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1018 .

αλλά τω θυμω δυνατόν τον λογισμόν βοηθήσαι. 10 ο δε βασιλεύς ως μάλιστα διψών. αλλ' ανταγωνιστής. ουκ ηδύνατο δι' αυτών ιάσασθαι την δίψαν. 20 ει μη γαρ εδύνατο του θυμού ο λογισμός κρατείν. είποι τις αν. λήθης και αγνοίας ου κρατεί. καίπερ αφθόνους έχων πηγάς. 4 κακοήθειάν τις ημών ου δύναται εκκόψαι. κατά των παθών αριστεύσαι και τα μεν αυτών μεταθείναι. 19 επεί διατί ο πάνσοφος ημών πατήρ Ιακώβ τους περί Συμεών και Λευϊν αιτιάται. 11 αλλά τις αυτών αλόγιστος επιθυμία του παρά τοις πολεμίοις ύδατος επιτείνουσα συνέφρυγε και λύουσα κατέφλεγεν. περί ην ο πας των προγόνων στρατός εστρατοπεδεύκει. . δύο νεανίσκοι στρατιώται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1019 . ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 Εστι δε κομιδή γελοίος ο λόγος· ου γαρ των εαυτού παθών ο λογισμός επικρατείν φαίνεται. μη λογισμω τους Σικιμίτας εθνηδόν αποσφάξαντας λέγων· επικατάρατος ο θυμός αυτών. 7 επεί γαρ δι' όλης ημέρας προσβαλών τοις αλλοφύλοις ο Δαυίδ πολλούς αυτών απέκτεινε μετά των του έθνους στρατιωτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έφην. αλλά των σωματικών. 21 οπηνίκα γαρ ο Θεός τον άνθρωπον κατεσκεύασε. αλλά μη δουλωθήναι τη επιθυμία δύναται ο λογισμός παρασχέσθαι. ουκ αν είπεν ούτως. 22 ηνίκα δε επί πάντων τον ιερόν ηγεμόνα νουν δια των ένδον αισθητηρίων ενεθρόνισε. 2 οίον επιθυμίαν τις ου δύναται εκκόψαι ημών. ει των παθών ο λογισμός κρατεί. ιδρών και σφόδρα κεκμηκώς. 5 ου γαρ εκριζωτής των παθών ο λογισμός εστιν. 23 και τούτω νόμον έδωκε. 9 οι μεν ουν άλλοι πάντες επί το δείπνον ήσαν. . τα πάθη αυτού και τα ήθη περιεφύτευσεν. αλλά το μη καμφθήναι τη κακοηθεία δύναιτ' αν ο λογισμός συμμαχήσαι.6 έστι γούν τούτο δια της Δαυίδ του βασιλέως δίψης σαφέστερον επιλογίσασθαι. καθ' ον πολιτευόμενος βασιλεύσει βασιλείαν σώφρονά τε και δικαίαν και αγαθήν και ανδρείαν.24 Πως ουν. επί την βασίλειον σκηνήν ήλθε. τα δε και ακυρώσαι. 12 όθεν των υπασπιστών επί τη του βασιλέως επιθυμία σχετλιαζόντων. 8 τότε δε γενομένης εσπέρας. 3 θυμόν τις ου δύναται εκκόψαι ημών της ψυχής.

διεξήεσαν ανερευνώμενοι κατά παν το των πολεμίων στρατόπεδον. . 21 τότε δη τινες προς την κοινήν νεωτερίσαντες ομόνοιαν πολυτρόποις εχρήσαντο συμφοραίς. 2 όθεν ήκων προς Απολλώνιον. 15 ο δε καίπερ τω δίψει διαπυρούμενος. 17 δυνατός γαρ ο σώφρων νους. εξ αυτής θαρραλέως εγέμισαν τω βασιλεί το ποτόν. και προσήκειν ταύτα Σελεύκω τω βασιλεί. τας παντευχίας καθωπλίσαντο και κάλπην λαβόντες υπερέβησαν τους των πολεμίων χάρακας. ως έφην. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 Σίμων γαρ τις προς Ονίαν αντιπολιτευόμενος τον ποτε την αρχιερωσύνην έχοντα δια βίου. καλόν και αγαθόν άνδρα. . επειδή πάντα τρόπον διαβάλλων υπέρ του έθνους ουκ ίσχυσε κακώσαι. νικήσαι τας των παθών ανάγκας 18 και σβέσαι τας των οίστρων φλεγμονάς και τας των σωμάτων αλγηδόνας καθ' υπερβολήν ούσας καταπαλαίσαι και τη καλοκαγαθία του λογισμού αποπτύσαι πάσας τας των παθών επικρατείας. τον Συρίας τε και Φοινίκης και Κιλικίας στρατηγόν. ωστε και τον της Ασίας βασιλέα Σέλευκον και τον Νικάνορα και χρήματα εις την ιερουργίαν αυτοίς αφορίσαι και την πολιτείαν αυτών αποδέχεσθαι. ελογίσατο πάνδεινον είναι κίνδυνον τη ψυχή λογισθέν ισοδύναμον ποτόν αίματι· 16 όθεν αντιθείς τη επιθυμία τον λογισμόν έσπεισε το πόμα τω Θεω. 4 τούτων δε έκαστα γνούς ο Απολλώνιος.20 Επειδή γαρ βαθείαν ειρήνην δια την ευνομίαν οι πατέρες ημών είχον και έπραττον καλώς. 13 και λαθόντες τους των πυλών ακροφύλακας. προς δε τον Σέλευκον αναβάς κατεμήνυσε τον των χρημάτων θησαυρόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρτεροί καταιδεσθέντες την του βασιλέως επιθυμίαν.19 Ήδη δε και ο καιρός ημάς καλεί επί την απόδειξιν της θεωρίας του σώφρονος λογισμού. 14 και ανευράμενοι την πηγήν. φυγάς ώχετο την πατρίδα προδώσων. έλεγεν· εύνους ων τοις του βασιλέως πράγμασιν ήκω 3 μηνύσων πολλάς ιδιωτικών χρημάτων μυριάδας εν τοις Ιεροσολύμων γαζοφυλακίοις τεθησαυρίσθαι τοις ιεροίς μη επικοινωνούσας. τον μεν Σίμωνα της εις τον βασιλέα κηδεμονίας επαινεί. 5 και λαβών την περί αυτόν εξουσίαν ταχύ εις την πατρίδα ημών μετά του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1020 .

ως οίόν τε ην. 16 ος καταλύσας τον Ονίαν της αρχιερωσύνης. 7 και του έθνους προς τον λόγον σχετλιάζοντος αντιλέγοντός τε. θάνοιεν. όπως περί αυτού ευξάμενοι τον επουράνιον εξευμενίσωνται στρατόν. 17 ει επιτρέψειεν αυτω την αρχήν. και μετά δακρύων τους Εβραίους παρεκάλει. 24 και επεί κατά μηδένα τρόπον ίσχυε καταλύσαι δια των δογμάτων την του έθνους εύνοιαν. 21 εφ' οίς αγανακτήσασα η θεία δίκη αυτόν αυτοίς τον Αντίοχον επολέμωσεν. ωστε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1021 . ουρανόθεν έφιπποι προυφάνησαν άγγελοι περιαστράπτοντες τοις όπλοις και πολύν αυτοίς φόβον τε και τρόμον ενιέντες. 15 Τελευτήσαντος δε Σελεύκου του βασιλέως διαδέχεται την αρχήν ο υιος αυτού Αντίοχος Επιφανής. ει τινες αυτών φάνοιεν τω πατρίω πολιτευόμενοι νόμω. καίπερ άλλως ευλαβηθείς. 25 αλλά πάσας τας εαυτού απειλάς και τιμωρίας εώρα καταλυομένας. 23 και ως επόρθησεν αυτούς. 22 επειδή γαρ πολεμών ην κατ' Αίγυπτον Πτολεμαίω. δόγμα έθετο όπως. 13 τούτοις υπαχθείς τοις λόγοις Ονίας ο αρχιερεύς. κατ' ενιαυτόν τρισχίλια εξακόσια εξήκοντα τάλαντα. ηύξατο περί αυτού. 14 και ο μεν παραδόξως διασωθείς ώχετο δηλώσων τω βασιλεί τα συμβάντα αυτω. μήποτε νομίσειεν ο βασιλεύς Σέλευκος εξ ανθρωπίνης επιβουλής και μη θείας δίκης ανηρήσθαι τον Απολλώνιον. ταχέως επ' αυτούς ανέζευξεν. ως ένι μάλιστα χαίροιεν οι Ιεροσολυμίται. 9 των δε ιερέων μετά γυναικών και παιδίων εν τω ιερω ικετευσάντων τον Θεόν υπερασπίσαι του ιερού καταφρονουμένου τόπου 10 ανιόντος τε μετά καθωπλισμένης της στρατιάς του Απολλωνίου προς την των χρημάτων αρπαγήν. αλλά και καταλύσαι την του ιερού κηδεμονίαν. 19 ος και εξεδιήτησε των Ιουδαίων το έθνος και εξεπολίτευσεν επί πάσαν παρανομίαν 20 ωστε μη μόνον επ' αυτη τη άκρα της πατρίδος ημών γυμνάσιον κατασκευάσαι. ανήρ υπερήφανος και δεινός. όπως τα ιδιωτικά του γαζοφυλακίου λάβοι χρήματα. εκώλυον. 12 έλεγε γαρ ημαρτηκώς ωστε και αποθανείν άξιος υπάρχειν πάσί τε ανθρώποις υμνήσειν σωθείς την του ιερού τόπου μακαριότητα. Ιάσονα τον αδελφόν αυτού κατέστησεν αρχιερέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καταράτου Σίμωνος και βαρυτάτου στρατού ανέβη 6 και προσελθών ταις του βασιλέως εντολαίς ήκειν έλεγεν. 18 ο δε επέτρεψεν αυτω και αρχιεράσθαι και του έθνους αφηγείσθαι. ήκουσέ τε ότι φήμης διαδοθείσης περί του τεθνάναι αυτόν. συνθέμενον δώσειν. πάνδεινον είναι νομίσαντες. 11 καταπεσών γε τοι ημιθανής ο Απολλώνιος επί τον πάμφυλον του ιερού περίβολον τας χείρας εξέτεινεν εις τον ουρανόν. 8 μετά απειλών δε ο Απολλώνιος απήει εις το ιερόν. ει οι τας παρακαταθήκας πιστεύσαντες τω ιερω θησαυρω στερηθήσονται.

συγγνωμονήσει αν σοι επί πάση τη δι' ανάγκην γινομένη παρανομία. . 9 συ δε μοι και ανοητότερον ποιήσειν δοκείς. συμβουλεύσαιμ' αν σοι ταύτα. ει κενοδοξών περί το αληθές έτι καμού καταφρονήσεις επί τη ιδία τιμωρία. παρήχθη πλησίον αυτού. αυτός δια βασάνων ένα έκαστον του έθνους ηνάγκαζε μιαρών απογευομένους τροφών εξόμνυσθαι τον Ιουδαϊσμόν. 7 διατί γαρ της φύσεως κεχαρισμένης καλλίστην την τούδε του ζώου σαρκοφαγίαν βδελύττη. και άδικον αποστρέφεσθαι τας της φύσεως χάριτας. ως ει και τις εστι τήσδε της υμών θρησκείας εποπτική δύναμις. το γένος ιερεύς. μετά των βρεφών κατακρημνισθήναι προειδυίας ότι τούτο πείσονται· 26 επεί ουν τα δόγματα αυτού κατεφρονείτο υπό του λαού. 13 και γαρ ενθυμήθητι. 10 ουκ εξυπνώσεις από της φλυάρου φιλοσοφίας υμών 11 και αποσκεδάσεις των λογισμών σου τον λήρον και άξιον της ηλικίας αναλαβών νουν φιλοσοφήσεις την του συμφέροντος αλήθειαν 12 και προσκυνήσας μου την φιλάνθρωπον παρηγορίαν οικτειρήσεις το σεαυτού γήρας. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 Προκαθίσας γε τοι μετά των συνέδρων ο τύραννος Αντίοχος επί τινος υψηλού τόπου και των στρατευμάτων αυτω ενόπλων κυκλόθεν παρεστηκότων. και κρεών υείων και ειδωλοθύτων αναγκάζειν απογεύεσθαι· 3 ει δε τινες μη θελήσειαν μιαροφαγήσαι. όπως απογευσάμενος των υείων σώζοιο· αιδούμαι γαρ σου την ηλικίαν και την πολιάν. ότι περιέτεμον τα παιδία. 8 και γαρ ανόητον τούτο δοκεί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1022 . 4 πολλών δε συναρπασθέντων εις πρώτος εκ της αγέλης Εβραίος ονόματι Ελεάζαρος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και γυναίκας.5 Και αυτόν ιδών ο Αντίοχος έφη· 6 εγώ πριν άρξασθαι των κατά σου βασάνων. την επιστήμην νομικός. τούτους τροχισθέντας αναιρεθήναι. και την ηλικίαν προήκων και πολλοίς των περί τον τύραννον δια την ηλικίαν γνώριμος. παρεκέλευε τοις δορυφόροις 2 ένα έκαστον των Εβραίων επισπάσθαι. ην μετά τοσούτον έχων χρόνον ου μοι δοκείς φιλοσοφείν τη Ιουδαίων χρώμενος θρησκεία. το μη απολαύειν των χωρίς ονείδους ηδέων. ω πρεσβύτα.

ωστε πάντα πόνον εκουσίως υπομένειν 24 και δικαιοσύνην παιδεύει ωστε δια πάντων των ηθών ισονομείν και ευσέβειαν εκδιδάσκει. ούτε τους ιερούς των προγόνων περί του φυλάξαι τον νόμον όρκους ου παρήσω. 33 ου ψεύσομαί σε. (άλλως δε νομίζομεν αυτόν είναι θείον) ουδέ ούτως εξόν ημίν ην την επί τη ευσεβεία δόξαν ακυρώσαι. 29 ουδ' αν εκκόψειάς μου τα όμματα και τα σπλάγχνα μου τήξειας. ωσπερ ου μετά ευλογιστίας εν αυτη βιούντων· 23 σωφροσύνην τε γαρ ημάς εκδιδάσκει ωστε πασών των ηδονών και επιθυμιών κρατείν και ανδρείαν εξασκείν. 28 αλλ' ου γελάσεις κατ' εμού τούτον τον γέλωτα. λόγον ήτησεν ο Ελεάζαρος 15 και λαβών του λέγειν εξουσίαν ήρξατο δημηγορείν ούτως· 16 ημείς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1023 . ιερωσύνη τιμία και νομοθεσίας επιστήμη· 35 ουδέ μιανείς μου το σεμνόν γήρως στόμα ουδέ νομίμου βίου ηλικίαν. 37 ασεβών μεν γαρ τυραννήσεις. τα δε εναντιωθησόμενα εκώλυσε σαρκοφαγείν. ωστε μόνον τον όντα Θεόν σέβειν μεγαλοπρεπώς. αλλά και εσθίειν. 32 ουχ ούτως οικτείρομαι το εμαυτού γήρας ωστε με δι' εμαυτού τον πάτριον καταλύσαι νόμον. των δε εμών περί της ευσεβείας λογισμών ούτε δια λόγων δεσπόσεις ούτε δι' έργων. φίλη εγκράτεια. ουδέ εξαρνήσομαί σε. φιλόσοφε λόγε. ουδέ φεύξομαί σε ουδ' εξομούμαί σε. αμαρτίαν· 20 το γαρ εν μικροίς και εν μεγάλοις παρανομείν ισοδύναμόν εστιν. 34 ουδέ καταισχυνώ σε. ει μιαροφαγήσαιμεν. 30 ουχ ούτως ειμί γέρων εγώ και άνανδρος ωστε μοι δια την ευσέβειαν μη νεάζειν τον λογισμόν. ως συ υπολαμβάνεις. 18 καίτοι ει κατά αλήθειαν μη ην ο νόμος ημών. 22 χλευάζεις δε ημών την φιλοσοφίαν. παιδευτά νόμε. 19 μη μικράν ουν είναι νομίσης ταύτην. 25 διό ου μιαροφαγούμεν· πιστεύοντες γαρ Θεού καθεστάναι τον νόμον οίδαμεν ότι κατά φύσιν ημίν συμπαθεί νομοθετών ο του κόσμου κτίστης· 26 και τα μεν οικειωθησόμενα ημών ταις ψυχαίς επέτρεψεν εσθίειν. θείω πεπεισμένοι νόμω πολιτεύεσθαι ουδεμίαν ανάγκην βιαιοτέραν είναι νομίζομεν της προς τον νόμον ημών ευπειθείας· 17 διό δη κατ' ουδένα τρόπον παρανομείν αξιούμεν. 27 τυραννικόν δε ου μόνον αναγκάζειν ημάς παρανομείν. όπως τη εχθίστη ημών μιαροφαγία ταύτη έτι εγγελάσης. 36 αγνόν δε με οι πατέρες προσδέξονται μη φοβηθέντα σου τας μέχρι θανάτου ανάγκας. 31 προς ταύτα τροχούς ευτρέπιζε και το πυρ εκφύσα σφοδρότερον. 21 δι' εκατέρου γαρ ως ομοίως ο νόμος υπερηφανείται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14 Τούτον τον τρόπον επί την έκθεσμον σαρκοφαγίαν εποτρύνοντος του τυράννου. θείος. Αντίοχε.

συ δε υποκρινόμενος των υείων απογεύεσθαι. 8 Λάξ γε τοι των πικρών τις δορυφόρων εις τους κενεώνας εναλλόμενος έτυπτεν. Ελεάζαρε. 13 τα δε εν συμπαθεία της συνηθείας όντες. παραστάντες οι δορυφόροι πικρώς έσυραν επί τα βασανιστήρια τον Ελεάζαρον. 5 ο δε μεγαλόφρων και ευγενής ως αληθώς Ελεάζαρος. 15 ημείς μεν τοι των υψημένων σοι βρωμάτων παραθήσομεν. ει προς αλήθειαν ζήσαντες τον μέχρι γήρως βίον και την επ' αυτω δόξαν νομίμως φυλάξαντες. ίνα παράδειγμα γενώμεθα της μιαροφαγίας. 6 αλλά υψηλούς ανατείνας εις τον ουρανόν τους οφθαλμούς απεξαίνετο ταις μάστιξι τας σάρκας ο γέρων και κατερρείτο τω αίματι 7 και τα πλευρά κατετιτρώσκετο. ωσπερ εν ονείρω βασανιζόμενος κατ' ουδένα τρόπον μετετρέπετο. 20 αισχρόν δε ει επιβιώσωμεν ολίγον χρόνον και τούτον καταγελώμενοι προς απάντων επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1024 . 9 ο δε υπέμεινε τους πόνους και περιεφρόνει της ανάγκης 10 και διεκαρτέρει τους αικισμούς. 2 και πρώτον μεν περιέδυσαν τον γηραιόν εγκοσμούμενον τη περί την ευσέβειαν ευσχημοσύνη· 3 έπειτα περιαγκωνίσαντες εκατέρωθεν μάστιξι κατήκιζον· 4 πείσθητι ταις του βασιλέως εντολαίς. . τα δε εν θαυμασμω της καρτερίας προσιόντες αυτω τινές των του βασιλέως έλεγον· 14 τι τοις κακοίς τούτοις σεαυτόν αλογίστως απόλεις. . και πίπτων εις το έδαφος από του μηκέτι φέρειν το σώμα τας αλγηδόνας. όπως εξανίσταιτο πίπτων. ανεβόησε· 17 μη ούτως κακώς φρονήσαιμεν οι Αβραάμ παίδες ωστε μαλακοψυχήσαντας απρεπές ημίν δράμα υποκρίνασθαι. ετέρωθεν κήρυκος επιβοώντος. σώθητι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 Τούτον τον τρόπον αντιρρητορεύσαντα ταις του τυράννου παρηγορίαις.12 Οθεν τα μεν ελεούντες τα του γήρως αυτού. ωσπερ πικρότερον δια της συμβουλίας αικισθείς. ορθόν είχε και ακλινή τον λογισμόν. 18 και γαρ αλόγιστον.16 Και ο Ελεάζαρος. και καθάπερ γενναίος αθλητής τυπτόμενος ενίκα τους βασανίζοντας ο γέρων· 11 ιδρών γε τοι το πρόσωπον και επασθμαίνων σφοδρώς και υπ' αυτών των βασανιζόντων εθαυμάζετο επί τη ευψυχία. 19 νυν μεταβαλοίμεθα και αυτοί μεν ημείς γενοίμεθα τοις νέοις ασεβείας τύπος.

Θεέ. τι μέλλετε. έως ου έπλευσεν επί τον της αθανάτου νίκης λιμένα. βασάνοις καυστικαίς αποθνήσκω δια τον νόμον. 4 ουχ ούτως πόλις πολλοίς και ποικίλοις μηχανήμασιν αντέσχε ποτέ πολιορκουμένη. 35 επεί και γελοίον· και ου μόνον των αλγηδόνων επιδείκνυμι κεκρατηκέναι τον λογισμόν.Ομολογουμένως ουν δεσπότης εστί των παθών ο ευσεβής λογισμός. ω Αβραάμ παίδες. αυτω προσηκόντως την της ηγεμονίας προσνέμομεν εξουσίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δειλία. αλλά και των ηδονών κρατείν. 28 τοιγαρούν ίλεως γενού τω έθνει σου αρκεσθείς τη ημετέρα υπέρ αυτών δίκη.24 Πρός τας ανάγκας ούτως μεγαλοφρονούντα αυτόν ιδόντες και μηδέ προς τον οικτριρμόν αυτών μεταβαλλόμενον επί το πυρ αυτόν ήγαγον. 32 ει γαρ τα πάθη του λογισμού κεκρατήκει. 34 και δίκαιόν εστιν ομολογείν ημάς το κράτος είναι του λογισμού. τον δε θείον ημών νόμον μέχρι θανάτου μη προασπίσαιμεν. και μηδέν αυταίς υπείκειν. 25 ένθα δια κακοτέχνων οργάνων καταφλέγοντες αυτόν υπέρριπτον και δυσώδεις χυλούς εις τους μυκτήρας αυτού κατέχεον. 22 προς ταύτα υμείς μεν. ως ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1025 . 21 και υπό μεν του τυράννου καταφρονηθώμεν ως άνανδροι. τούτοις αν απέδομεν την της επικρατείας μαρτυρίαν· 33 νυνί δε του λογισμού τα πάθη νικήσαντος. ευγενώς υπέρ της ευσεβείας τελευτάτε. παρόν μοι σώζεσθαι. 29 καθάρσιον αυτών ποίησον το εμόν αίμα και αντίψυχον αυτών λαβέ την εμήν ψυχήν. όπου γε και των έξωθεν αλγηδόνων επικρατεί. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 Ωσπερ γαρ άριστος κυβερνήτης ο του πατρός ημών Ελεαζάρου λογισμός πηδαλιουχών την της ευσεβείας ναύν εν τω των παθών πελάγει 2 και καταικιζόμενος ταις του τυράννου απειλαίς και καταντλούμενος ταις των βασάνων τρικυμίαις. . 26 ο δε μέχρι των οστέων ήδη κατακεκαυμένος και μέλλων λιποθυμείν ανέτεινε τα όμματα προς τον Θεόν και είπεν· 27 συ οίσθα. . 3 κατ' ουδένα τρόπον μετέτρεψε τους της ευσεβείας οίακας. 23 οι δε του τυράννου δορυφόροι. 30 και ταύτα ειπών ο ιερός ανήρ ευγενώς ταις βασάνοις εναπέθανε 31 και μέχρι των του θανάτου βασάνων αντέστη τω λογισμω δια τον νόμον.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πανάγιος Ελεάζαρος· την ιεράν ψυχήν αικισμοίς τε και στρέβλαις πυρπολούμενος ενίκησε τους πολιορκούντας δια τον υπερασπίζοντα της ευσεβείας λογισμόν. γέρων ων. 12 ούτως ο Ααρωνίδης Ελεάζαρος δια του πυρός υπερτηκόμενος ου μετετράπη τον λογισμόν. περικεχαλασμένων δε των σαρκών. 7 ω σύμφωνε νόμου και φιλόσοφε θείου βίου. ότι ουδέ πάντες φρόνιμον έχουσι τον λογισμόν. Ιακώβ. 9 συ πάτερ. 11 ωσπερ γαρ ο πατήρ Ααρών τω θυμιατηρίω καθωπλισμένος δια του εθνοπλήθους επιτρέχων τον εμπυριστήν ενίκησεν άγγελον. 8 τοιούτους δη δεί είναι τους ιερουργούντας τον νόμον ιδίω αίματι και γενναίω ιδρώτι τοις μέχρι θανάτου πάθεσιν υπερασπίζοντας. την ευνομίαν ημών δια των υπομονών εις δόξαν εκύρωσας και την αγιστείαν σεμνολογήσας ου κατέλυσας και δια των έργων επιστοποίησας τους της θείας φιλοσοφίας λόγους. ανενέασε 14 τω πνεύματι δια του λογισμού και τω ισακίω λογισμω την πολυκέφαλον στρέβλαν ηκύρωσεν. 18 αλλ' όσοι ευσεβείας προνοούσιν εξ όλης καρδίας. 16 ει δε τοίνυν γέρων ανήρ των μέχρι θανάτου βασάνων περιεφρόνησε δι' ευσέβειαν. ομολογουμένως ηγεμών εστι των παθών ο ευσεβής λογισμός. 21 επεί τις προς όλον τον της φιλοσοφίας κανόνα ευσεβώς φιλοσοφών 22 και πεπιστευκώς Θεω και ειδώς ότι το δια την αρετήν πάντα πόνον υπομένειν μακάριόν εστιν. 19 πιστεύοντες. 20 ουδέν ουν εναντιούται το φαίνεσθαί τινας παθοκρατείσθαι δια τον ασθενή λογισμόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1026 . και πυρός ευτονώτερε πρεσβύτα. 6 ω άξιε της ιερωσύνης ιερεύ. ότι Θεω ουκ αποθνήσκουσιν. αλλά ζώσι τω Θεω. ούτοι μόνοι δύνανται κρατείν των της σαρκός παθών. περιέκλασεν τους επιμαινομένους των παθών κλύδωνας. λελυμένων μεν ήδη των του σώματος τόνων. 13 καίτοι το θαυμασιώτατον. 5 ωσπερ γαρ πρόκρημνον άκραν την εαυτού διάνοιαν ο πατήρ Ελεάζαρος εκτείνας. Ισαάκ. κεκμηκότων δε και των νεύρων. 23 μόνος γαρ ο σοφός και σώφρων ανδρείός εστι των παθών κύριος. ουκ εμίανας τους ιερούς οδόντας ουδέ την θεοσέβειαν και καθαρισμόν νόμιμον χωρήσασαν γαστέρα εκοινώνησας μιαροφαγία. 10 ω βασάνων βιαιότερε γέρον. και παθών μέγιστε βασιλεύ Ελεάζαρε. ον πιστή θανάτου σφραγίς ετελείωσεν. ουκ αν περικρατήσειεν των παθών δια την θεοσέβειαν. 17 Ίσως δ' αν είποιέν τινες· των παθών ου πάντες περικρατούσιν. ωσπερ ουδέ οι πατριάρχαι ημών Αβραάμ. 15 ω μακαρίου γήρως και σεμνής πολιάς και βίου νομίμου.

και ει μεν μιαροφαγήσαιεν. 4 ους ιδών ο τύραννος καθάπερ εν χορω περιέχοντας μέσην την μητέρα. 10 κατελεήσατε ουν εαυτούς. 2 επειδή γαρ κατά την πρώτην πείραν ενικήθη περιφανώς ο τύραννος μη δυνηθείς αναγκάσαι γέροντα μιαροφαγήσαι. ούτως και ευεργετείν τους ευπειθούντάς μοι. στρεβλωτήριά τε και τροχαντήρας και καταπέλτας και λέβητας. ους και ο πολέμιος έγωγε και της ηλικίας και της ευμορφίας οικτείρομαι. 11 ου διαλογιείσθε τούτο. ότι ουδέν υμίν απειθήσασι πλήν του μετά στρεβλών αποθανείν απόκειται. τήγανά τε και δακτυλήθρας και χείρας σιδηράς και σφήνας και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1027 . 7 πεισθέντες ουν μοι και αρχάς και επί των εμών πραγμάτων ηγεμονίας λήψεσθε. 13 ως δε τροχούς τε και αρθρέμβολα. αναγκάσετέ με επί δειναίς κολάσεσιν ένα έκαστον υμών δια των βασάνων απολέσαι. αλλά και παρακαλώ συνείξαντάς μου τη συμβουλία της εμής απολαύσαι φιλίας· 6 δυναίμην δ' αν ωσπερ κολάζειν τους απειθούντάς μου τοις επιτάγμασιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 Δια τούτό γε τοι και μειρακίσκοι τω της ευσεβείας λογισμω φιλοσοφούντες χαλεπωτέρων βασανιστηρίων επεκράτησαν. .12 Ταύτα δε λέγων εκέλευσεν εις το έμπροσθεν προτεθείναι τα βασανιστήρια. απολύειν φαγόντας. 3 ταύτα διαταξαμένου του τυράννου. ει δε αντιλέγοιεν. 5 ω νεανίαι. φιλοφρόνως εγώ καθ' ενός εκάστου υμών θαυμάζω. ου μόνον συμβουλεύω μη μανήναι την αυτήν τω προβασανισθέντι γέροντι μανίαν. πικρότερον βασανίζειν. καλοί τε και αιδήμονες και γενναίοι και εν παντί χαρίεντες. αρνησάμενοι τον πάτριον υμών της πολιτείας θεσμόν· 8 και μεταλαβόντες ελληνικού βίου και μεταδιαιτηθέντες εντρυφήσατε ταις νεότησιν υμών· 9 επεί εάν οργίλως με διάθησθε δια της απειθείας υμών. ήσθη επ' αυτοίς και της ευπρεπείας εκπλαγείς και της ευγενείας. παρήσαν αγόμενοι μετά γηραιάς μητρός επτά αδελφοί. όπως και δια του φόβου πείσειεν αυτούς μιαροφαγήσαι. προσεμειδίασεν αυτοίς και πλησίον καλέσας έφη. το κάλλος και το πλήθος τοσούτων αδελφών υπερτιμών. τότε δη σφόδρα περιπαθώς εκέλευσεν άλλους εκ της ηλικίας των Εβραίων αγαγείν.

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 Τί μέλλεις. 29 ωστε άμα τω παύσασθαι τον τύραννον συμβουλεύοντα αυτοίς του μιαροφαγήσαι. 15 οι δε ακούσαντες επαγωγά και ορώντες δεινά. ουχί τούτοις. 25 ουδέ αυτός ο νόμος ακουσίως ημάς θανατοί φοβηθέντας τα βασανιστήρια. μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1028 . άνδρες αδελφοί. υπολαβών ο τύραννος έφη· 14 μειράκια φοβήθητε. 18 ει βουλήμασι κενοίς εαυτούς ευφραίνομεν και θανατηφόρον απείθειαν τολμώμεν. παρόν μετά αταραξίας ζήν τω βασιλεί πεισθέντας. 26 πόθεν ημίν η τοσαύτη εντέτηκε φιλονικία και η θανατηφόρος αρέσκει καρτερία. 22 συγγνώσεται δε ημίν και η θεία δίκη δι' ανάγκην τον βασιλέα φοβηθείσιν. 19 ου φοβησόμεθα. 24 μη βιαζώμεθα την ανάγκην μηδέ φιλοδοξήσωμεν επί τη εαυτών στρέβλη. αλλά και αντεφιλοσόφησαν τω τυράννω και δια της ευλογιστίας την τυραννίδα αυτού κατέλυσαν. ει μη τη του νόμου ευπειθεία και συμβούλω Μωσή χρησαίμεθα. 20 ελεήσωμεν τας εαυτών ηλικίας και κατοικτείρωμεν το της μητρός γήρας 21 και ενθυμηθώμεν ότι απειθούντες τεθνηξόμεθα. 23 τι εξάγομεν εαυτούς του ηδίστου βίου και επιστερούμεν εαυτούς του γλυκέος κόσμου. ποίοις αν εχρήσαντο λόγοις. 3 σύμβουλε τύραννε παρανομίας. 27 αλλά τούτων ουδέν είπον οι νεανίαι βασανίζεσθαι μέλλοντες ουδέ ενεθυμήθησαν. ωσπερ από της αυτής ψυχής είπον προς αυτόν. 17 ω τάλανες ημείς και λίαν ανόητοι· βασιλέως ημάς παρακαλούντος και επί ευεργεσία φωνούντος. 16 και τοι λογισώμεθα· ει δειλόψυχοί τινες ήσαν και άνανδροι εν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζώπυρα του πυρός οι δορυφόροι προέθεσαν. τα βασανιστήρια και λογιούμεθα τας των βασάνων απειλάς και φευξόμεθα την κενοδοξίαν ταύτην και ολεθροφόρον αλαζονείαν. ίλεως υμίν έσται δι' ανάγκην παρανομήσασιν. έτοιμοι γαρ εσμεν αποθνήσκειν ή παραβαίνειν τας πατρίους ημών εντολάς· 2 αισχυνόμεθα γαρ τους προγόνους ημών εικότως. ω τύραννε. και ην σέβεσθε δίκην. 28 ήσαν γαρ περίφρονες των παθών και αυτοκράτορες των αλγηδόνων. πάντες δια μιάς φωνής ομού. ου μόνον ουκ εφοβήθησαν. μη πεισθείημεν αυτω.

ας και ο παιδευτής ημών γέρων ενίκησε. ωστε μου τον λογισμόν άγξαι· τέμνετέ μου τα μέλη και πυρούτε τας σάρκας και στρεβλούτε τα άρθρα. 19 ταύτα λέγοντι πυρ υπέστρωσαν και διηρέθισαν τον τροχόν προσεπικατατείνοντες· 20 εμολύνετο δε πάντοθεν αίματι ο τροχός. ου μόνον ως κατά απειθούντων εχαλέπαινεν ο τύραννος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημάς μισών υπέρ αυτούς ημάς ελέει. δι' ον και πάσχομεν· 9 συ δε δια την ημών μιαιφονίαν αυτάρκη καρτερήσεις υπό της θείας δίκης αιώνιον βάσανον δια πυρός. λέγων. ουδέ ασεβήσαντα. τύραννε· και τας ημών ψυχάς ει θανατώσεις δια την ευσέβειαν. αλλά θείου νόμου προασπίζοντα. 12 ως δε τύπτοντες ταις μάστιξιν εκοπίασαν μηδέν ανύοντες. ότι μόνοι παίδες Εβραίων υπέρ αρετής εισιν ανίκητοι. 4 χαλεπώτερον γαρ αυτού του θανάτου νομίζομεν είναί σου τον επί τη παρανόμω σωτηρία ημών έλεον. 5 εκφοβείς δε ημάς τον δια των βασάνων ημίν θάνατον απειλών. 24 δι' ης ίλεως η δικαία και πάτριος ημών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1029 . 6 ει δ' οι γέροντες των Εβραίων δια την ευσέβειαν και βασανισμούς υπομείναντες ευσέβησαν. μη μου τον αιώνα λιποτακτήσητε μηδ' εξομόσησθέ μου την της ευψυχίας αδελφότητα· ιεράν και ευγενή στρατείαν στρατεύσασθε υπέρ της ευσεβείας. 14 και κατά παν μέλος κλώμενος εκακηγόρει λέγων· 15 τύραννε μιαρώτατε και της ουρανίου δίκης εχθρέ και ωμόφρον. 22 αλλ' ωσπερ εν πυρί μετασχηματιζόμενος εις αφθαρσίαν. 17 αυτός είπεν αυτοίς· ουχ ούτως ισχυρός υμών εστιν ο τροχός. και ο σωρός της ανθρακιάς της των ιχώρων εσβέννυτο σταλαγμοίς. 7 πείραζε τοιγαρούν. υπέμεινεν ευγενώς τας στρέβλας· 23 μιμήσασθέ με. ω μιαροί διάκονοι. 13 περί ον κατατεινόμενος ο ευγενής νεανίας έξαρθρος εγίνετο. όπως απαλλαγής των βασάνων. 11 όθεν τον πρεσβύτατον αυτών κελευθέντες παρήγαγον οι υπασπισταί και διαρρήξαντες τον χιτώνα διέδησαν τας χείρας αυτού και τους βραχίονας ιμάσιν εκατέρωθεν. τας βασάνους των σών αναγκών υπεριδόντες. ανέβαλον αυτόν επί τον τροχόν. . αποθάνοιμεν αν δικαιότερον ημείς οι νέοι. 21 και περιτετμημένον ήδη έχων το των οστέων πήγμα ο μεγαλόφρων και Αβραμιαίος νεανίας ουκ εστέναξεν. 8 ημείς μεν γαρ δια τήσδε της κακοπαθείας και υπομονής τα της αρετής άθλα έξομεν και εσόμεθα παρά Θεω. αλλ' ως και κατά αχαρίστων ωργίσθη. αδελφοί. ουκ ανδροφονήσαντά με τούτον καταικίζεις τον τρόπον. 18 δια πασών γαρ υμάς πείσω των βασάνων. και περί τους άξονας του οργάνου περιέρρεον αι σάρκες.10 Ταύτα αυτών ειπόντων. μη νομίσης ημάς βλάπτειν βασανίζων. ωσπερ ουχί προ βραχέος παρά Ελεαζάρου μαθών. 16 και των δορυφόρων λεγόντων· ομολόγησον φαγείν.

27 ως δε ει φαγείν βούλοιτο πριν βασανίζεσθαι πυνθανόμενοι την ευγενή γνώμην ήκουσαν. ουκ εκφεύξη δε. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 Και τούτου τον αοίδιμον θάνατον καρτερήσαντος. πλείον εμού σε νυν βασανίζεσθαι ορών σου νικώμενον τον της τυρανίδος υπερήφανον λογισμόν υπό της δια την ευσέβειαν ημών υπομονής. ήγον οι δορυφόροι τον καθ' ηλικίαν του προτέρου δεύτερον και σιδηράς εναρμοσάμενοι χείρας οξέσι τοις όνυξιν οργάνω και καταπέλτη προσέδησαν αυτόν. . 29 ο δε ταύτην βαρέως την αλγηδόνα καρτερών έλεγεν· ως ηδύς πας τρόπος θανάτου δια την πάτριον ημών ευσέβειαν· έφη τε προς τον τύραννον· 30 ου δοκείς πάντων ωμότατε τύραννε. ουδ' αν θέλητε άψασθαι. 31 εγώ μεν γαρ ταις δια την αρετήν ηδοναίς τον πόνον επικουφίζομαι. αρθρεμβόλοις οργάνοις τας χείρας αυτού και τους πόδας εξήρθρουν και εξ αρμών αναμοχλεύοντες εξεμέλιζον. δύνασθε. 6 και τους δακτύλους και τους βραχίονας και τα σκέλη και τους αγκώνας περιέκλων. όπως απογευσάμενος σώζοιτο. μιαρώτατε τύραννε. 4 προς ταύτα ει τι έχετε κολαστήριον προσαγάγετε τω σώματί μου· της γαρ ψυχής μου. και η αυτή μήτηρ εγέννησε. 28 από των τενόντων ταις σιδηραίς χερσίν επισπασάμενοι μέχρι γε των γενείων την σάρκα πάσαν και την της κεφαλής δοράν οι παρδάλειοι θήρες απέσυραν. 5 οι δε πικρώς ενέγκαντες την παρρησίαν του ανδρός.26 Θαυμασάντων δε πάντων την καρτεροψυχίαν αυτού. και επί τοις αυτοίς ανετράφημεν δόγμασιν. τας της θείας οργής δίκας. 7 και κατά μηδένα τρόπον ισχύοντες αυτόν άγξαι περισύραντες το δέρμα συν άκραις ταις των δακτύλων κορυφαίς απεσκύθιζον· και ευθέως ήγον επί τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1030 . ο τρίτος ήγετο παρακαλούμενος πολλά υπό πολλών. 2 ο δε αναβοήσας έφη· ή αγνοείτε ότι ο αυτός με τοις αποθανούσιν έσπειρε πατήρ. 32 συ δε εν ταις της ασεβείας απειλαίς βασανίζη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρόνοια τω έθνει γενηθείσα τιμωρήσειεν τον αλάστορα τύραννον· 25 και ταύτα ειπών ο ιεροπρεπής νεανίας απέρρηξε την ψυχήν. 3 ουκ εξόμνυμαι την ευγενή της αδελφότητός μου συγγένειαν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τροχόν. ίνα και δια τούτων μάθης. σωζε σεαυτόν. προς τον υπέρ της αρετής βασανισμόν παραιτείσθαι. 8 περί ον εκ σπονδύλων εκμελιζόμενος εώρα τας εαυτού σάρκας περιλακιζομένας και κατά σπλάγχνων σταγόνας αίματος απορρεούσας. ω μιαρώτατε τύραννε. βασάνους. τον τέταρτον επεσπώντο λέγοντες· 13 μη συμμανής και συ τοις αδελφοίς σου την αυτήν μανίαν. εκέλευσε την γλώτταν αυτού εκτεμείν. τι δράσαντας ημάς τούτον πορθείς τον τρόπον. 9 μέλλων δε αποθνήσκειν έφη· 10 ημείς μεν. . τύραννε. δια παιδείαν και αρετήν Θεού ταύτα πάσχομεν· 11 συ δε δια την ασέβειαν και μιαιφονίαν ακαταλύτους καρτερήσεις βασάνους. ου βασάνων εστίν άξια. 5 ή κακόν σοι δοκεί ότι τον πάντων κτίστην ευσεβούμεν και κατά τον ενάρετον αυτού ζώμεν νόμον. 15 μά τον μακάριον των αδελφών μου θάνατον και τον αιώνιον του τυράννου όλεθρον και τον αϊδιον των ευσεβών βίον ουκ αρνήσομαι την ευγενή αδελφότητα. όπως καμέ κατακτείνας περί πλειόνων αδικημάτων οφειλήσης τη ουρανίω δίκη τιμωρίαν. τέμνε. 7 είπερ ησθάνου ανθρώπου πόθον και ελπίδα είχες παρά Θεω σωτηρίου· 8 νυνί δε αλλότριος ων Θεού πολεμείς τους ευσεβούντας εις τον Θεόν. 4 ω μισάρετε και μισάνθρωπε. 18 ο δε έφη· καν αφέλης το της φωνής όργανον. 20 ηδέως υπέρ του νόμου του Θεού τα του σώματος μέλη ακρωτηριαζόμεθα. και σιωπώντων ακούει ο Θεός· 19 ιδού προκεχάλασται η γλώσσα. 9 τοιαύτα δε λέγοντα οι δορυφόροι δήσαντες αυτόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1031 . αλλά πεισθείς τω βασιλεί. 21 σε δε ταχέως μετελεύσεται ο Θεός. 6 αλλά ταύτα τιμών. 3 αυτός δ' απ' εμαυτού παρήλθον. 16 επινόει. την γαρ των θείων ύμνων μελωδόν γλώτταν εκτέμνεις. τύραννε. 14 ο δε αυτοίς έφη· ουχ ούτως καυστικώτερον έχετε κατ' εμού το πυρ ωστε με δειλανδρήσαι. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 Ως δε και ούτος ταις βασάνοις καταικισθείς εναπέθανεν. 17 ταύτα ακούσας ο αιμοβόρος και φονώδης και παμμιαρώτατος Αντίοχος. ότι αδελφός ειμι των προβασανισθέντων. ου γαρ παρά τούτο τον λογισμόν ημών γλωσσοτομήσεις. ο πέμπτος παρεπήδησε λέγων· 2 ου μέλλω.12 Και τούτου θανόντος αδελφοπρεπώς.

ος πυνθανομένου του τυράννου ει βούλοιτο φαγών απολύεσθαι. άκων. βασάνιζε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είλκον επί τον καταπέλτην. 27 ου γαρ τυράννου. εφ' ον δια την ευσέβειαν εις γυμνασίαν πόνων αδελφοί τοσούτοι κληθέντες ουκ ενικήθημεν. ο έβδομος παρεγίνετο πάντων νεώτερος. η ευσεβής επιστήμη. και αδύνατος η βία σου. 3 πλησιέστερον αυτόν μετεπέμψατο και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1032 . 19 και οβελίσκους δε οξείς πυρώσαντες. καινουργέ των βασάνων και πολέμιε των αληθώς ευσεβούντων 24 εξ μειράκια καταλελύκαμέν σου την τυραννίδα· 25 το γαρ μη δυνηθήναί σε μεταπείσαι τον λογισμόν ημών μήτε βιάσασθαι προς την μιαροφαγίαν ου κατάλυσίς εστί σου. ο δε έφη· 14 εγώ τη μεν ηλικία των αδελφών μου ειμι νεώτερος. χάριτας ημίν χαρίζη δια γενναιοτέρων πόνων επιδείξασθαι παρέχων την εις τον νόμον ημών καρτερίαν. έλεγεν.13 Τελευτήσαντος δε και τούτου. 1 22 καλοκαγαθία καθωπλισμένος τεθνήξομαι μεν καγώ μετά των αδελφών μου. ορών ήδη τα δεσμά περικείμενον. ο έκτος ήγετο μειρακίσκος. 11 κατά τούτον τον τρόπον και το πνεύμα στενοχωρούμενος και το σώμα αγχόμενος. 18 εφ' ου κατατεινόμενος εκμελώς και εκσπονδυλιζόμενος υπεκαίετο. μέγαν σοί προσλαβών και αυτός τιμωρόν. 2 ον κατοικτειρήσας ο τύραννος. . τη δε διανοία ηλικιώτης· 15 εις τα αυτά γαρ και γεννηθέντες και τραφέντες. και άπονοι οι καταπέλται. 20 ο δε βασανιζόμενος. ω ιεροπρεπούς αγώνος. 26 το πυρ σου ψυχρόν ημίν. τοις νώτοις προσέφερον και τα πλευρά διαπείραντες αυτού τα σπλάγχνα διέκαιον. 21 ανίκητος γαρ εστιν. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 Ως δε και ούτος μακαρίως εναπέθανε καταβληθείς εις λέβητα. 12 καλάς. 23 συ δε. ω τύραννε. υπέρ των αυτών και αποθνήσκειν οφείλομεν ομοίως· 16 ωστε ει σοί δοκεί βασανίζειν μη μιαροφαγούντα. ω τύραννε. 10 εφ' ον δήσαντες αυτόν επί τα γόνατα και ταύτα ποδάγραις σιδηραίς εφαρμόσαντες την οσφύν αυτού περί τροχιαίον σφήνα κατέκαμψαν. ω τύραννε. καίπερ δεινώς υπό των αδελφών αυτού κακισθείς. περί ον όλος περί τον τροχόν σκορπίου τρόπον ανακλώμενος εξεμελίζετο. 17 ταύτα αυτόν ειπόντα παρήγον επί τον τροχόν. αλλά θείου νόμου προεστήκασιν ημών οι δορυφόροι· δια τούτο ανίκητον έχομεν τον λογισμόν. έλεγεν.

2 ει γαρ τοις πάθεσι δουλωθέντες εμιαροφάγησαν. και ούτως απέδωκε την ψυχήν. και πάντων των πονηρών ασεβέστατε τύραννε. εαυτόν έρριψε κατά των τηγάνων. ει μεν μη πεισθείης. 19 σε δε και εν τω νυν βίω και θανόντα τιμωρήσεται. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 Ει δε τοίνυν των μέχρι θανάτου πόνων υπερεφρόνησαν οι επτά αδελφοί. απολύσατέ με. 13 ουκ ηδέσθης άνθρωπος ων. 5 πεισθείς δε φίλος έση και των επί της βασιλείας αφηγήση πραγμάτων. 15 συ δε κακός κακώς οιμώξεις τους της αρετής αγωνιστάς αναιτίως αποκτείνας. 4 ων ουκ έστι παριδείν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1033 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρηγορείν επειράτο λέγων· 4 της μεν των αδελφών σου απονοίας το τέλος οράς· δια γαρ απείθειαν στρεβλωθέντες τεθνήκασι· συ δε. 16 όθεν και αυτός αποθνήσκειν μέλλων έφη· 17 ουκ απαυτομολώ της των αδελφών μου αριστείας· 18 επικαλούμαι δε τον πατρωον Θεόν. φησίν· 8 είπω τι τω βασιλεί και τοις συν αυτω φίλοις πάσι. 14 αλλ' οι μεν ευγενώς αποθανόντες επλήρωσαν την εις τον Θεόν ευσέβειαν. ελέγομεν αν τούτοις αυτούς νενικήσθαι· 3 νυνί δε ουχ ούτως. 20 και ταύτα κατευξάμενος. τους ομοιοπαθείς και εκ των αυτών γεγονότας στοιχείων γλωττοτομήσαι και τούτον καταικίσας τον τρόπον βασανίσαι. 6 και ταύτα παρακαλών. θηριωδέστατε. αι εις όλον τον αιώνα ουκ ανήσουσί σε. 12 ανθ' ων ταμιεύσεταί σε η θεία δίκη πυκνοτέρω και αιωνίω πυρί και βασάνοις. την μητέρα του παιδός μετεπέμψατο. φησίν. ουκ ηδέσθης παρά του Θεού λαβών τα αγαθά και την βασιλείαν τους θεράποντας αυτού κατακτείναι και τους ευσεβείας ασκητάς στρεβλώσαι. 9 και επιχαρέντες ό τε βασιλεύς και οι συν αυτω μάλιστα επί τη επαγγελία του παιδός ταχέως έλυσαν αυτόν. 10 και δραμών επί πλησίον των τηγάνων έφη· 11 ανόσιε. 7 ο δε της μητρός τη εβραϊδι φωνή προτρεψαμένης αυτόν (ως ερούμεν μετά μικρόν ύστερον). όπως αυτήν ελεήσας τοσούτων υιών στερηθείσαν παρορμήσειεν επί την σωτήριον ευπείθειαν τον περιλειπόμενον. τάλας βασανισθείς και αυτός τεθνήξη προ ωρας. συνομολογείται πανταχόθεν ότι αυτοδέσποτός εστι των παθών ο ευσεβής λογισμός. όπως ίλεως γένηται τω γένει μου. αλλά τω επαινουμένω παρά Θεω λογισμω περιεγένετο των παθών.

5 Πως ουν ουκ έστι τούτοις την της ευλογιστίας παθοκρατορίαν ομολογείν. 19 ουκ αγνοείτε δε τα της αδελφότητος φίλτρα. καταμνησθείς έλεγε· μνήσθητε πόθεν εστέ ή τίνος πατρός χειρί σφαγιασθήναι δια την ευσέβειαν υπέμεινεν Ισαάκ. 20 εν ή τον ίσον αδελφοί κατοικήσαντες χρόνον και εν τω αυτω χρόνω πλασθέντες και από του αυτού αίματος αυξηθέντες και δια της αυτής ψυχής τελεσφορηθέντες 21 και δια των ίσων αποτεχθέντες χρόνων και από των αυτών γαλακτοποτούντες πηγών. 18 και ενί εκάστω των αποσπωμένων αυτών αδελφών έλεγον οι περιλειπόμενοι· μη καταισχύνης ημάς. 16 καθοπλισώμεθα τοιγαρούν τη του θείου λογισμού παθοκρατορία. αφ' ων συστρέφονται εναγκαλισμάτων φιλάδελφοι ψυχαί· 22 και αύξοντες σφοδρότερον δια της συντροφίας και της καθ' ημέραν συνηθείας και της άλλης παιδείας και της ημετέρας εν νόμω Θεού ασκήσεως. 24 νόμω γαρ τω αυτω παιδευθέντες και τας αυτάς εξασκήσαντες αρετάς και τω δικαίω συντραφέντες βίω. 10 μη δειλανδρήσωμεν προς την της ευσεβείας απόδειξιν. 6 καθάπερ γαρ προβλήτες λιμένων πύργοι τας των κυμάτων απειλάς ανακόπτοντες γαληνόν παρέχουσι τοις εισπλέουσι τον όρμον. 12 ο δε. οί των μεν δια πυρός αλγηδόνων ουκ επεστράφησαν. οί της ισοπάλιδος καμίνου κατεφρόνησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την ηγεμονίαν της διανοίας· επεκράτησαν γαρ και πάθους και πόνων. 14 μη φοβηθώμεν τον δοκούντα αποκτέννειν το σώμα· 15 μέγας γαρ ψυχής αγών και κίνδυνος εν αιωνίω βασάνω κείμενος τοις παραβάσι την εντολήν του Θεού. 8 ιερόν γαρ ευσεβείας στήσαντες χορόν παρεθάρσυνον αλλήλους λέγοντες· 9 αδελφικώς αποθάνοιμεν αδελφοί περί του νόμου· μιμησώμεθα τους τρεις τους επί της Ασσυρίας νεανίσκους. τω Θεω αφιερώσωμεν εξ όλης της καρδίας τω δόντι τας ψυχάς και χρήσωμεν τη περί τον νόμον φυλακή τα σώματα. ευγενώς καρτέρησον. οι επτά αδελφοί συμπαθέστερον έσχον την προς αλλήλους ομόνοιαν. έλεγον. 13 εις δε έκαστος και αλλήλους ομού πάντες εφορώντες φαιδροί και μάλα θαρραλέοι. αδελφέ. μηδέ ψεύση τους προαποθανόντας ημών αδελφούς. άπερ η θεία και πάνσοφος πρόνοια δια των πατέρων τοις γενομένοις εμέρισε και δια της μητρώας φυτεύσασα γαστρός. 23 ούτως δη τοίνυν καθεστηκυίας συμπαθούς της φιλαδελφίας. θάρρει. μάλλον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1034 . 11 και ο μεν. εαυτούς. 7 ούτως η επτάπυργος των νεανίσκων ευλογιστία τον της ευσεβείας οχυρώσασα λιμένα την των παθών ενίκησεν ακολασίαν. αδελφέ. 17 ούτως γαρ θανόντας ημάς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ υποδέξονται εις τους κόλπους αυτών και πάντες οι πατέρες επαινέσουσι. έλεγεν· ο δε.

5 αλλά πάντες ωσπερ επ' αθανασίας οδόν τρέχοντες. 8 ούτως περί την εβδομάδα χορεύοντες οι μείρακες εκύκλουν τον των βασάνων φόβον καταλύοντες. 7 ω πανάγιε συμφώνων αδελφών εβδομάς· καθάπερ γαρ επτά της κοσμοποιϊας ημέραι περί την ευσέβειαν. τους καταικιζομένους ορώντες μέχρι θανάτου βασανιζομένους. επί τον δια των βασάνων θάνατον έσπευδον. όπου γε και γυναικός νους πολυτροπωτέρων υπερεφρόνησεν αλγηδόνων· 12 η μήτηρ γαρ των επτά νεανίσκων εκείνων υπήνεγκε τας εφ' ενί εκάστω των τέκνων στρέβλας. 9 νυν ημείς ακούοντες την θλίψιν των νεανιών εκείνων φρίττομεν· οι δε ου μόνον ορώντες.11 Και μη θαυμαστόν ηγείσθε. ούτως οι ιεροί μείρακες εκείνοι ως υπό ψυχής μιάς της αθανάτου της ευσεβείας κινούμενοι προς τον υπέρ αυτής συνεφώνησαν θάνατον. και τούτο ταις δια πυρός οδύναις· 10 ων τι αν γένοιτο επαλγέστερον. . 4 ουδείς εκ των επτά μειρακίων εδειλίασεν ουδέ προς τον θάνατον ώκνησεν. αλλ' ουδέ μόνον ακούοντες τον παραχρήμα απειλής λόγον. 13 θεωρείτε δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1035 . οξεία γαρ και σύντομος η του πυρός ούσα δύναμις ταχέως διέλυε τα σώματα. 25 η γαρ ομοζηλία της καλοκαγαθίας επέτεινεν αυτών την προς αλλήλους εύνοιαν και ομόνοιαν. 2 ω βασιλέως λογισμοί βασιλικώτεροι και ελευθέρων ελευθερώτεροι. αλλά και των της των αδελφών φιλαδελφίας παθών κρατήσαι. αλλά και πάσχοντες ενεκαρτέρουν. ανέσχοντο δια την ευσέβειαν τους αδελφούς οι υπολελειμμένοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εαυτούς ηγάπων. ως μη μόνον των αλγηδόνων περιφρονήσαι αυτούς. 27 αλλ' όμως και περί της φύσεως και της συνηθείας και των της αρετής ηθών τα της αδελφότητος αυτοίς φίλτρα συναυξόντων. 6 καθάπερ γαρ χείρες και πόδες συμφώνως τοις της ψυχής αφηγήμασιν κινούνται. 3 ω ιεράς και ευαρμόστου περί της ευσεβείας των επτά αδελφών συμφωνίας. 26 συν γαρ τη ευσεβεία ποθεινοτέραν αυτοίς κατεσκεύαζον την φιλαδελφίαν. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 Προσέτι και επί τον αικισμόν εποτρύνοντες. ει ο λογισμός περιεκράτησε των ανδρών εκείνων εν ταις βασάνοις.

ανακαλούμενα τη ιδία φωνή. 19 όπου γε και μέλισσαι περί τον της κηρογονίας καιρόν επαμύνονται τους προσιόντας και καθάπερ σιδήρω τω κέντρω πλήσσουσι τους προσιόντας τη νοσσιά αυτών και επαμύνουσιν έως θανάτου. φιλότεκνα γονέων πάθη. 9 ου μην δε. 2 μήτηρ δυοίν προκειμένων. ευσεβείας και της των επτά υιών σωτηρίας προσκαίρου κατά την του τυράννου υπόσχεσιν. αλλά και δια Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1036 . 14 όπου γε και τα άλογα ζωα ομοίαν την εις τα εξ αυτών γεννώμενα συμπάθειαν και στοργήν έχει τοις ανθρώποις. περιϊπτάμενα κυκλόθεν αυτών αλγούντα τη στοργή. 20 αλλ' ουχί την του Αβραάμ ομόψυχον των νεανιών μητέρα μετεκίνησε συμπάθεια των τέκνων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Πως πολύπλοκός εστιν η της φιλοτεκνίας στοργή έλκουσα πάντα προς την των σπλάγχνων συμπάθειαν. μάλιστα δια το των παθών τοις γεννηθείσι τας μητέρας των πατέρων καθεστάναι συμπαθεστέρας. 8 δια τον προς τον Θεόν φόβον υπερείδε την των τέκνων πρόσκαιρον σωτηρίαν. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 Ω λογισμέ τέκνων παθών τύραννε και ευσέβεια μητρί τέκνων ποθεινοτέρα. ήτις επτά κυοφορίαις την προς αυτούς επιφυτευομένη φιλοστοργίαν 7 και δια πολλάς τας καθ' έκαστον αυτών ωδίνας ηναγκασμένη την εις αυτούς έχειν συμπάθειαν. 15 και γαρ των πετεινών τα μεν ήμερα κατά τας οικίας οροφοιτούντα προασπίζει των νεοσσών. 3 την ευσέβειαν μάλλον ηγάπησε την σώζουσαν εις αιώνιον ζωήν κατά Θεόν. 5 όσω γαρ και ασθενόψυχοι και πολυγονώτεραι υπάρχουσιν αι μητέρες. 6 πασών δε των μητέρων εγένετο η των επτά παίδων μήτηρ φιλοτεκνοτέρα. 18 και τι δεί την δια των αλόγων ζώων επιδεικνύναι την προς τα τέκνα συμπάθειαν. τοσούτον μάλλόν εισι φιλοτεκνότεραι. ψυχής τε και μορφής ομοιότητα εις μικρόν παιδός χαρακτήρα θαυμάσιον εναποσφραγίζομεν. 4 ω τίνα τρόπον ηθολογήσαιμι. 16 τα δε κατά τας κορυφάς ορέων και φαράγγων απορρώγας και δένδρων οπάς και τας τούτων άκρας εννοσσοποιησάμενα αποτίκτει και τον προσιόντα κωλύει· 17 ει δε και μη δύναιντο κωλύειν. καθ' ον δύναται τρόπον βοηθεί τοις τέκνοις.

ως τέκνων φωναί μετά βασάνων μητέρα φωνούντων. 19 ουδέ τους οφθαλμούς ενός εκάστου θεωρούσα ταυρηδόν επί των βασάνων ορώντας τον εαυτών αικισμόν και τους μυκτήρας προσημειουμένους αυτών τον θάνατον. ουδέ κύκνειοι προς φιληκοϊαν φωναί τους ακούοντας εφέλκονται. θανατηφόρον τε και σωτήριον. φύσιν και γένεσιν και φιλοτεκνίαν και τέκνων στρέβλας. απάσας η γενναία μήτηρ εξέλυσε δια την προς Θεόν πίστιν. 23 αλλά τα σπλάγχνα αυτής ο ευσεβής λογισμός εν αυτοίς τοις πάθεσιν ανδρειώσας επέτεινε την πρόσκαιρον φιλοτεκνίαν παριδείν. ωστε και μέχρι θανάτου τα νόμιμα φυλάσσοντας πείθεσθαι αυτη. 28 αλλά της θεοσεβούς Αβραάμ καρτερίας η θυγάτηρ εμνήσθη. 22 πηλίκαις και πόσαις τότε η μήτηρ των υιών βασανιζομένων τροχοίς τε και καυτηρίοις εβασανίζετο βασάνοις. 15 τας σάρκας των τέκνων εώρα περί το πυρ τηκομένας και τους των ποδών και χειρών δακτύλους επί γης σπαίροντας και τας των κεφαλών μέχρι των περί τα γένεια σάρκας ωσπερ προσωπεία προκειμένας. 13 ω φύσις ιερά και φίλτρα γονέων και γένεσις φιλόστοργε και τροφεία και μητέρων αδάμαστα πάθη. 10 δίκαιοί τε γαρ ήσαν και σώφρονες και ανδρείοι και μεγαλόψυχοι και φιλάδελφοι και φιλομήτορες ούτως. 26 δύο ψήφους κρατούσα μήτηρ. 17 ω μόνη γύναι την ευσέβειαν ολόκληρον αποκυήσασα. ου μετεβάλλετο δια την ευσέβειαν. 29 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1037 . 11 αλλ' όμως καίπερ τοσούτων όντων των περί φιλοτεκνίαν εις συμπάθειαν ελκόντων την μητέρα. 14 καθ' ένα στρεβλούμενον και φλεγόμενον ορώσα μήτηρ. 25 καθάπερ γαρ εν βουλετηρίω τη εαυτής ψυχή δεινούς ορώσα συμβούλους. υπέρ τέκνων 27 ουκ επέγνω την σώζουσαν επτά υιούς προς ολίγον χρόνον σωτηρίαν. 21 ουχ ούτως σειρήνειοι μελωδίαι. 16 ω πικροτέρων μεν νυν μήτηρ πόνων πειρασθείσα ήπερ των επ' αυτοίς ωδίνων. ουκ έκλαυσας. επ' ουδενός αυτών τον λογισμόν αυτής αι παμποίκιλοι βάσανοι ίσχυσαν μεταστρέψαι. 12 αλλά και καθ' ένα παίδα και ομού πάντας η μήτηρ επί τον υπέρ της ευσεβείας προετρέπετο θάνατον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την καλοκαγαθίαν των υιών και την προς τον νόμον αυτών ευπείθειαν μείζω την εν αυτοίς έσχε φιλοστοργίαν. ουδέ τρίτος αποψύχων. ουκ εδάκρυσας. ουδέ δεύτερος εις σε οικτρόν βλέπων εν βασάνοις. 18 ου μετέτρεψέ σε πρωτότοκος αποπνέων. 24 καίπερ επτά τέκνων ορώσα απώλειαν και την των στρεβλών πολύπλοκον ποικιλίαν. 20 επί σαρξί τέκνων ορώσα σάρκας τέκνων αποκαιομένας και επί χερσί χείρας αποτεμνομένας και επί κεφαλαίς κεφαλάς αποδειροτομουμένας και επί νεκροίς νεκρούς πίπτοντας και πολυάνδριον ορώσα των τέκνων το χορείον δια των βασάνων.

32 ούτως συ. αλλά και γυνή των μεγίστων βασάνων υπερεφρόνησε.Αλλά τούτω τω θρήνω ουδένα ωλοφύρετο η ιερά και θεοσεβής μήτηρ. και ανόνητοι επτά δεκάμηνοι και άκαρποι τιθηνίαι και ταλαίπωροι γαλακτοτροφίαι. 4 αλλά τω λογισμω της ευσεβείας κατέσβεσε τοσαύτα και τηλικαύτα πάθη η μήτηρ. ότι ει δειλόψυχος ην η γυνή. ουδέ μάμμη κληθείσα μακαρισθήσομαι. ορώσαν αυτής ούτως ποικίλως τους επτά υιούς βασανιζομένους. καίπερ μήτηρ ούσα. πανταχόθεν εν τω των παθών περιαντλουμένη κατακλυσμω και καρτεροίς ανέμοις. 8 μάτην εφ' υμίν. 7 ω μάταιοι επτά κυοφορίαι. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 Ει δε τοίνυν και γυνή και γηραιά και επτά παίδων μήτηρ υπέμεινε τας μέχρι θανάτου βασάνους ορώσα των τέκνων. 12 ουδ' ίνα μη αποθάνωσιν απέτρεπεν αυτών τινα ουδ ως αποθνησκόντων ελυπήθη· 13 αλλ' ωσπερ αδαμάντινον έχουσα τον νουν και εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1038 . 9 ω των εμών παίδων. ως η της φιλοτεκνίας περιέκαιεν εκείνην φύσις. 31 καθάπερ γαρ η Νώε κιβωτός εν τω κοσμοπληθεί κατακλυσμω κοσμοφορούσα καρτερώς υπήνεγκε τους κλύδωνας. ουδέ η κατά τον Μισαήλ εκφλεγομένη κάμινος λαβροτάτω πυρί. η νομοφύλαξ. θάψοντα των υιών έξω τινά. ταις των υιών βασάνοις συνεχομένη γενναίως υπέμεινας τους υπέρ της ευσεβείας χειμώνας. . οι μεν άγαμοι. 2 απέδειξα ουν ότι ου μόνον των παθών άνδρες επεκράτησαν. πολλάς υπέμεινα ωδίνας και χαλεπωτέρας φροντίδας ανατροφής. ω παίδες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ω μήτηρ έθνους. έκδικε του νόμου και υπερασπίστρια της ευσεβείας και του δια σπλάγχνων αγώνος αθλοφόρε· 30 ω αρρένων προς καρτερίαν γενναιοτέρα και ανδρών προς υπομονήν ανδρειοτέρα. 3 και ουχ ούτως οι περί τον Δανιήλ λέοντες ήσαν άγριοι. ωλοφύρετο αν επ' αυτοίς και ίσως αν ταύτα ούτως είπεν· 6 ω μελέα έγωγε και πολλάκις τρισαθλία ήτις επτά παίδας τεκούσα ουδενός μήτηρ γεγένημαι. 5 και γαρ τούτο επιλογίσασθε. οι δε γήμαντες ανόνητοι· ουκ όψομαι υμών τέκνα. 10 ω η πολύπαις και καλλίπαις εγώ γυνή χήρα και μόνη πολύθρηνος· 11 ουδ' αν αποθάνω. ομολογουμένως αυτοκράτωρ εστί των παθών ο ευσεβής λογισμός.

δια καρτερίαν και τύραννον ενίκησας και έργοις δυνατωτέρα και λόγοις ευρέθης ανδρός. γενναίος ο αγών. 19 και δια τούτο οφείλετε πάντα πόνον υπομένειν δια τον Θεόν. ίνα μη ψαύσειέ τις του σώματος εαυτής. 20 δι' ον και ο πατήρ ημών Αβραάμ έσπευδε τον εθνοπάτορα υιόν σφαγιάσαι Ισαάκ. και Ανανίας και Αζαρίας και Μισαήλ εις κάμινον πυρός απεσφενδονήθησαν και υπέμειναν δια τον Θεόν. 18 αναμνήσθητε ότι δια τον Θεόν του κόσμου μετελάβετε. 17 και γαρ αισχρόν τον μεν γέροντα τούτον υπομένειν τας δια την ευσέβειαν αλγηδόνας. 23 αλόγιστον γαρ ειδότας ευσέβειαν μη ανθίστασθαι τοις πόνοις. . 3 καθάπερ γαρ συ στέγη επί τους στύλους των παίδων γενναίως ιδρυμένη. ειστήκεις τον Ελεάζαρον ορώσα βασανιζόμενον και έλεγες τοις παισίν εν τη εβραϊδι φωνή.24 Δια τούτων των λόγων η επταμήτωρ ένα έκαστον των υιών παρακαλούσα. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 Ελεγον δε και των δορυφόρων τινές ως ότε έμελλε και αυτή συλλαμβάνεσθαι προς θάνατον. 25 έτι δε και ταύτα ειδότες ότι οι δια τον Θεόν αποθανόντες ζώσι τω Θεω. 2 ω μήτηρ συν επτά παισί καταλύσασα την του τυράννου βίαν και ακυρώσασα τας κακάς επινοίας αυτού και επιδείξασα την της πίστεως γενναιότητα. εναγωνίσασθε προθύμως υπέρ του πατρίου νόμου. αποθανείν έπεισε μάλλον ή παραβήναι την εντολήν του Θεού. υμάς δε τους νεανίσκους καταπλαγήναι τας βασάνους. 21 και Δανιήλ ο δίκαιος εις λέοντας εβλήθη. 22 και ημείς ουν την αυτήν πίστιν προς τον Θεόν έχοντες μη χαλεπαίνητε. 14 ω μήτερ δι' ευσέβειαν Θεού στρατιώτι. ωσπερ Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ και πάντες οι πατριάρχαι. και του βίου απελαύσατε. μάλλον υπέρ της ευσεβείας επί τον θάνατον αυτούς προετρέπετο ικετεύουσα. και την πατρώαν χείρα ξιφηφόρον καταφερομένην επ' αυτόν ορών ο Ισαάκ ουκ έπτυξεν. 15 και γαρ ότε συνελήφθης μετά των παίδων. εφ' ον κληθέντες υπέρ της διαμαρτυρίας του έθνους. ακλινής υπήνεγκας τον δια των βασάνων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1039 . και γύναι. πρεσβύτι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αθανασίαν ανατίκτουσα τον των υιών αριθμόν. 16 ω παίδες. εαυτήν έρριψεν κατά της πυράς.

. ω μήτηρ ιερόψυχε. . οι δε αδελφοί ηγωνίζοντο· 14 ο τύραννος αντηγωνίζετο. τους εαυτής αθλητάς στεφανούσα. την Εβραίων πολιτείαν καταλύσαι θέλοντος. 23 προς γαρ την ανδρείαν αυτών της αρετής και την επί ταις βασάνοις αυτών υπομονήν ο τύραννος απιδών Αντίοχος.11 Αληθώς γαρ ην αγών θείος ο δι' αυτών γεγενημένος. 17 τίνες ουκ εξεπλάγησαν. ζωγραφήσαι την της ευσεβείας σου ιστορίαν. ουκ αν έφριττον οι θεωρούντες μητέρα επτά τέκνων δι' ευσέβειαν ποικίλας βασάνους μέχρι θανάτου υπομείνασαν.7 Ει δε εξόν ημίν ην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1040 . 24 έσχε τε αυτούς γενναίους και ανδρείους εις πεζομαχίαν και πολιορκίαν και εκπορθήσας ενίκησε πάντας τους πολεμίους. 22 ωσπερ αντίψυχον γεγονότας της του έθνους αμαρτίας· και δια του αίματος των ευσεβών εκείνων και του ιλαστηρίου θανάτου αυτών η θεία πρόνοια τον Ισραήλ προκακωθέντα διέσωσε. 18 δι' ην και τω θείω νυν παρεστήκασι θρόνω και τον μακάριον βιούσιν αιώνα. 19 και γαρ φησιν ο Μωσής· και πάντες οι ηγιασμένοι υπό τας χείράς σου. ο δε κόσμος και ο των ανθρώπων βίος εθεώρει· 15 θεοσέβεια δε ενίκα. ανεκήρυξε τοις στρατιώταις αυτού εις υπόδειγμα την εκείνων υπομονήν. την ελπίδα της υπομονής βεβαίαν έχουσα προς τον Θεόν. ως συ τους ισαστέρους επτά παίδας φωταγωγήσασα προς την ευσέβειαν έντιμος καθέστηκας Θεω και εστήρισαι εν ουρανω συν αυτοίς· 6 ην γαρ η παιδοποιϊα σου από Αβραάμ του πατρός. 5 ουχ ούτω σελήνη κατ' ουρανόν συν άστροις σεμνή καθέστηκεν. ωσπερ επί τινος πίνακος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σεισμόν. 20 και ούτοι ουν οι αγιασθέντες δια Θεόν τετίμηνται ου μόνον ταύτη τη τιμή αλλά και τω δι' αυτούς του έθνους ημών τους πολεμίους μη επικρατήσαι 21 και τον τύραννον τιμωρηθήναι και την πατρίδα καθαρισθήναι. η δε μήτηρ των επτά παίδων ενήθλει. 10 οί και εξεδίκησαν το έθνος εις Θεόν αφορώντες και μέχρι θανάτου τας βασάνους υπομείναντες. . 13 Ελεάζαρ δε προηγωνίζετο. 8 και γαρ άξιον ην και επί αυτού του επιταφίου αναγράψαι και ταύτα τοις από του έθνους εις μνείαν λεγόμενα· 9 ενταύθα γέρων ιερεύς και γυνή γηραιά και επτά παίδες εγκεκήδευται δια τυράννου βίαν. 12 ηθλοθέτει γαρ τότε αρετή δι' υπομονής δοκιμάζουσα· το νίκος αφθαρσία εν ζωή πολυχρονίω. 4 θάρρει τοιγαρούν.Αυτός γε τοι ο τύραννος και όλον το συνέδριον αυτών εξεθαύμασαν αυτών την υπομονήν. 16 Τίνες ουκ εθαύμασαν τους της θείας νομοθεσίας αθλητάς.

ου μόνον υπό των ανθρώπων εθαυμάσθησαν. και την ευνομίαν την επί της πατρίδος ανανεωσάμενοι εκπεπολιορκήκασιν τους πολεμίους. 4 και δι' αυτούς ειρήνευσε το έθνος. 16 τον Σαλομώντα επαροιμίαζεν υμίν τον λέγοντα· ξύλον ζωής εστι πάσι τοις ποιούσιν αυτού το θέλημα. τον γαρ της ευτεκνίας βίον επιζήσας τον της ατεκνίας ουκ ωδυνήθη καιρόν. 17 τον Ιεζεκιήλ επιστοποιείτο τον λέγοντα· ει ζήσεται τα οστά τα ξηρά ταύτα. 8 ουδέ έφθειρέ με λυμεών ερημίας φθορεύς εν πεδίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 Ω των Αβραμιαίων σπερμάτων απόγονοι παίδες Ισραηλίται. 5 και ο τύραννος Αντίοχος και επί γης τετιμώρηται και αποθανών κολάζεται· ως γαρ ουδέν ουδαμώς ίσχυσεν αναγκάσαι τους Ιεροσολυμίτας αλλοφυλήσαι και των πατρίων εθών εκδιαιτηθήναι. ουδέ ελυμήνατό μου τα αγνά της παρθενίας λυμεών απατηλός όφις· έμεινα δε χρόνον ακμής συν ανδρί. ουκ επελάθετο την διδάσκουσαν και λέγουσαν· εγώ αποκτενώ και ζήν ποιήσω· 19 αύτη η ζωή υμών και η μακρότης των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1041 . έτι ων συν υμίν. 11 τον αναιρεθέντα Άβελ υπό Κάϊν. ανεγίνωσκε τε υμίν και τον ολοκαρπούμενον Ισαάκ και τον εν φυλακή Ιωσήφ. 12 έλεγε δε υμίν τον ζηλωτήν Φινεές. εδίδασκέ τε υμάς τους εν πυρί Ανανίαν και Αζαρίαν και Μισαήλ. 9 τούτων δε ενηλίκων γενομένων ετελεύτησεν ο πατήρ αυτών. 14 υπεμίμνησκε δε υμάς και την Ησαϊου γραφήν την λέγουσαν· καν δια πυρός διέλθης. 6 έλεγε δε η μήτηρ των επτά παίδων και ταύτα τα δικαιώματα τοις τέκνοις· 7 ότι εγώ εγεννήθην παρθένος αγνή και ουχ υπερέβην τον πατρικόν οίκον. 10 ος εδίδασκεν υμάς. 15 τον υμνογράφον εμελώδει υμίν Δαυίδ τον λέγοντα· πολλαί αι θλίψεις των δικαίων. 13 εδόξαζε δε και τον εν λάκκω λεόντων Δανιήλ. φλόξ ου κατακαύσει σε. 2 γινώσκοντες ότι των παθών δεσπότης εστίν ο ευσεβής λογισμός και ου μόνον των ένδοθεν. αλλά και θείας μερίδος κατηξιώθησαν. πείθεσθε τω νόμω τούτω και πάντα τρόπον ευσεβείτε. μακάριος μεν εκείνος. και εκ πασών αυτών ρύσεται αυτούς ο Κύριος. ον και εμακάριζεν. εφύλασσον δε την ωκοδομημένην πλευράν. αλλά και των έξωθεν πόνων· 3 ανθ' ων δια την ευσέβειαν προέμενοι τα σώματα τοις πόνοις εκείνοι. τότε δη απάρας από των Ιεροσολύμων εστρατοπέδευσεν επί Πέρσας. ην εδίδαξε Μωϋσής. 18 ωδήν μεν γαρ. τον νόμον και τους προφήτας.

ΨΑΛΜΟΙ Α 1. και το φύλλον αυτού ουκ απορρυήσεται· και πάντα. ως «απόκρυφον» δεν συγκατελέχθη υπό της Εκκλησίας μεταξύ των κανονικών βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. 23 οι δε Αβραμιαίοι παίδες συν τη αθλοφόρω μητρί εις πατέρων χορόν συναγελάζονται ψυχάς αγνάς και αθανάτους απειληφότες παρά του Θεού. 3 και έσται ως το ξύλον το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων. 24 ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. ον εκρίπτει ο άνεμος από προσώπου της γης. κατευοδωθήσεται. ό τον καρπόν αυτού δώσει εν καιρω αυτού. αλλ ‘ ή ωσεί χνούς. ουδέ αμαρτωλοί εν βουλή δικαίων· 6 ότι γινώσκει Κύριος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1042 . ότε ο πικρός Ελλήνων τύραννος πυρ φλέξας λέβησιν ωμοίς και ζέουσι θυμοίς αγαγών επί τον καταπέλτην και πάσας τας βασάνους αυτού τους επτά παίδας της Αβρααμίτιδος 21 και τας των ομμάτων κόρας επήρωσε και γλώσσας εξέτεμε και βασάνοις ποικίλαις απέκτεινεν. Τό βιβλίον «Μακκαβαίων Δ». εκδίδεται συνήθως μετά των άλλων βιβλίων των Μακκαβαίων (Α-Γ). λόγω της σπουδαιότητος του περιεχομένου αυτού και της συμπεριλήψεώς του εις αρχαία χειρόγραφα της Μεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο). 4 ουχ ούτως οι ασεβείς. 22 υπέρ ων η θεία δίκη μετήλθε και μετελεύσεται τον αλάστορα τύραννον. 2 αλλ ‘ ή εν τω νόμω Κυρίου το θέλημα αυτού. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 20 Ω πικράς της τότε ημέρας και ου πικράς. όσα αν ποιή. 5 δια τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει. ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών και εν οδω αμαρτωλών ουκ έστη και επί καθέδρα λοιμών ουκ εκάθισεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ημερών. Εν τούτοις. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ανήρ. ουχ ούτως. και εν τω νόμω αυτού μελετήσει ημέρας και νυκτός. Αμήν.

και επήκουσέ μου εξ όρους αγίου αυτού. 8 αίτησαι παρ ‘ εμού. σύνετε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ οδόν δικαίων. 3 Διαρρήξωμεν τους δεσμούς αυτών και απορρίψωμεν αφ ‘ ημών τον ζυγόν αυτών. παιδεύθητε. 5 τότε λαλήσει προς αυτούς εν οργή αυτού και εν τω θυμω αυτού ταράξει αυτούς. 11 δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτω εν τρόμω. ΙΝΑΤΙ εφρύαξαν έθνη. ο Θεός μου. Κύριε. 7 ου φοβηθήσομαι από μυριάδων λαού των κύκλω συνεπιτιθεμένων μοι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1043 . 6 εγώ εκοιμήθην και ύπνωσα· εξηγέρθην. οδόντας αμαρτωλών συνέτριψας. 2 παρέστησαν οι βασιλείς της γης. (διάψαλμα). 4 συ δε. Ψαλμός τω Δαυϊδ. 8 ανάστα. 13 όταν εκκαυθή εν τάχει ο θυμός αυτού. και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου και την κατάσχεσίν σου τα πέρατα της γης. Κύριος είπε προς με· υιος μου ει συ. 10 και νυν. και επί τον λαόν σου η ευλογία σου. εγώ σήμερον γεγέννηκά σε. 9 του Κυρίου η σωτηρία. Δ 4. τι επληθύνθησαν οι θλίβοντές με. δόξα μου και υψών την κεφαλήν μου. βασιλείς. μακάριοι πάντες οι πεποιθότες επ ‘ αυτω. οπότε απεδίδρασκεν από προσώπου Αβεσσαλώμ του υιού αυτού 2 ΚΥΡΙΕ. Γ 3. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β 2. πάντες οι κρίνοντες την γην. (διάψαλμα). και λαοί εμελέτησαν κενά. 5 φωνή μου προς Κύριον εκέκραξα. (διάψαλμα). ότι συ επάταξας πάντας τους εχθραίνοντάς μοι ματαίως. αντιλήπτωρ μου ει. ότι Κύριος αντιλήψεταί μου. 12 δράξασθε παιδείας. ως σκεύη κεραμέως συντρίψεις αυτούς. 6 Εγώ δε κατεστάθην βασιλεύς υπ ‘ αυτού επί Σιών όρος το άγιον αυτού 7 διαγγέλλων το πρόσταγμα Κυρίου. Κύριε. και οδός ασεβών απολείται. 9 ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά. σώσόν με. και οι άρχοντες συνήχθησαν επί το αυτό κατά του Κυρίου και κατά του χριστού αυτού. πολλοί επανίστανται επ ‘ εμέ· 3 πολλοί λέγουσι τη ψυχή μου· ουκ έστι σωτηρία αυτω εν τω Θεω αυτού. 4 ο κατοικών εν ουρανοίς εκγελάσεται αυτούς. και ο Κύριος εκμυκτηριεί αυτούς. μήποτε οργισθή Κύριος και απολείσθε εξ οδού δικαίας.

6 θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης και ελπίσατε επί Κύριον. Κύριε· 4 το πρωϊ εισακούση της φωνής μου. επί ταις κοίταις υμών κατανύγητε. 8 έδωκας ευφροσύνην εις την καρδίαν μου· από καρπού σίτου. Εις το τέλος. 6 ουδέ διαμενούσι παράνομοι κατέναντι των οφθαλμών σου. 10 ότι ουκ έστιν εν τω στόματι αυτών αλήθεια. οίνου και ελαίου αυτών επληθύνθησαν. ο βασιλεύς μου και ο Θεός μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1044 . η καρδία αυτών ματαία· τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών. ως όπλω ευδοκίας εστεφάνωσας ημάς. ινατί αγαπάτε ματαιότητα και ζητείτε ψεύδος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Εις το τέλος. κατά μόνας επ ‘ ελπίδι κατώκισάς με. 5 ότι ουχί Θεός θέλων ανομίαν συ ει· ου παροικήσει σοι πονηρευόμενος. εν ψαλμοίς· ωδή τω Δαυϊδ. Εσημειώθη εφ ‘ ημάς το φως του προσώπου σου. ο Θεός. και κατασκηνώσεις εν αυτοίς. 8 εγώ δε εν τω πλήθει του ελέους σου εισελεύσομαι εις τον οίκόν σου. ότι συ. 13 ότι συ ευλογήσεις δίκαιον· Κύριε. αποπεσάτωσαν από των διαβουλιών αυτών· κατά το πλήθος των ασεβειών αυτών έξωσον αυτούς. 5 οργίζεσθε. οδήγησόν με εν τη δικαιοσύνη σου ένεκα των εχθρών μου. σύνες της κραυγής μου· 3 πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου. Κύριε. Κύριε. 2 ΤΑ ρήματά μου ενώτισαι. και μη αμαρτάνετε· α λέγετε εν ταις καρδίαις υμών. Κύριε. το πρωϊ παραστήσομαί σοι και επόψει με. ο Θεός της δικαιοσύνης μου· εν θλίψει επλάτυνάς με. έως πότε βαρυκάρδιοι. Κύριε. 9 Κύριε. και καυχήσονται εν σοί πάντες οι αγαπώντες το όνομά σου. 7 πολλοί λέγουσι· τις δείξει ημίν τα αγαθά. 11 κρίνον αυτούς. οικτείρησόν με και εισάκουσον της προσευχής μου. (διάψαλμα). ότι προς σε προσεύξομαι. κατεύθυνον ενώπιόν σου την οδόν μου. 12 και ευφρανθείησαν πάντες οι ελπίζοντες επί σε· εις αιώνα αγαλλιάσονται. Ε 5. 3 υιοί ανθρώπων. 9 εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω. προσκυνήσω προς ναόν άγιόν σου εν φόβω σου. εμίσησας πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν· 7 απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος. ότι παρεπίκρανάν σε. άνδρα αιμάτων και δόλιον βδελύσσεται Κύριος. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 ΕΝ τω επικαλείσθαί με εισήκουσάς μου. 4 και γνώτε ότι εθαυμάστωσε Κύριος τον όσιον αυτού· Κύριος εισακούσεταί μου εν τω κεκραγέναι με προς αυτόν. (διάψαλμα). ταις γλώσσαις αυτών εδολιούσαν. υπέρ της κληρονομούσης· ψαλμός τω Δαυϊδ.

3 μήποτε αρπάση ως λέων την ψυχήν μου. 9 απόστητε απ ‘ εμού πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. εξεγέρθητι. Κύριε. 13 εάν μη επιστραφήτε. κατά την δικαιοσύνην μου και κατά την ακακίαν μου επ ‘ εμοί. και υπέρ ταύτης εις ύψος επίστρεψον. 4 Κύριε ο Θεός μου. εν ύμνοις. έως πότε. 3 ελέησόν με. Κύριε. ρύσαι την ψυχήν μου. επαλαιώθην εν πάσι τοις εχθροίς μου. λούσω καθ ‘ εκάστην νύκτα την κλίνην μου. εν οργή σου. 11 αισχυνθείησαν και ταραχθείησαν σφόδρα πάντες οι εχθροί μου. Κύριος την προσευχήν μου προσεδέξατο. ότι εισήκουσε Κύριος της φωνής του κλαυθμού μου· 10 ήκουσε Κύριος της δεήσεώς μου. 6 ότι ουκ έστιν εν τω θανάτω ο μνημονεύων σου· εν δε τω άδη τις εξομολογήσεταί σοι. 8 και συναγωγή λαών κυκλώσει σε. 7 ανάστηθι. ότι ασθενής ειμι· ίασαί με. υψώθητι εν τοις πέρασι των εχθρών σου. 9 Κύριος κρινεί λαούς. το τόξον αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1045 . σώσόν με ένεκεν του ελέους σου. Κύριε. εν προστάγματι. επί σοί ήλπισα· σώσόν με εκ πάντων των διωκόντων με και ρύσαί με. 4 και η ψυχή μου εταράχθη σφόδρα· και συ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΤ 6. Εις το τέλος. Ψαλμός τω Δαυϊδ. ει έστιν αδικία εν χερσί μου. Ζ 7. Κύριε. ω ενετείλω. 12 ο Θεός κριτής δίκαιος και ισχυρός και μακρόθυμος και μη οργήν επάγων καθ ‘ εκάστην ημέραν. (διάψαλμα). 7 εκοπίασα εν τω στεναγμω μου. 11 δικαία η βοήθειά μου παρά του Θεού του σώζοντος τους ευθείς τη καρδία. Κύριε. Κύριε. κρίνόν με. ετάζων καρδίας και νεφρούς ο Θεός. μη όντος λυτρουμένου μηδέ σώζοντος. την ρομφαίαν αυτού στιλβώσει. εν δάκρυσί μου την στρωμνήν μου βρέξω. ότι εταράχθη τα οστά μου. 2 ΚΥΡΙΕ ο Θεός μου. υπέρ της ογδόης· ψαλμός τω Δαυϊδ. ει εποίησα τούτο. ον ήσε τω Κυρίω υπέρ των λόγων Χουσί υιού Ιεμενεί. 8 εταράχθη από θυμού ο οφθαλμός μου. μηδέ τη οργή σου παιδεύσης με. Κύριε ο Θεός μου. 5 ει ανταπέδωκα τοις ανταποδιδούσί μοι κακά. 2 ΚΥΡΙΕ. αποπέσοιμι άρα από των εχθρών μου κενός· 6 καταδιώξαι άρα ο εχθρός την ψυχήν μου και καταλάβοι και καταπατήσαι εις γην την ζωήν μου και την δόξαν μου εις χουν κατασκηνώσαι. μη τω θυμω σου ελέγξης με. αποστραφείησαν και καταισχυνθείησαν σφόδρα δια τάχους. 10 συντελεσθήτω δη πονηρία αμαρτωλών και κατευθυνείς δίκαιον. 5 επίστρεψον.

6 ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ ‘ αγγέλους. 8 πρόβατα. διηγήσομαι πάντα τα θαυμάσιά σου· 3 ευφρανθήσομαι και αγαλλιάσομαι εν σοί. Εις το τέλος. και απώλετο ο ασεβής· το όνομα αυτού εξήλειψας εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. ότι μιμνήσκη αυτού. ότι επισκέπτη αυτόν. και επί κορυφήν αυτού η αδικία αυτού καταβήσεται. 6 επετίμησας έθνεσι. τα βέλη αυτού τοις καιομένοις εξειργάσατο. συνέλαβε πόνον και έτεκεν ανομίαν. υπέρ των κρυφίων του υιού· ψαλμός τω Δαυϊδ. και πόλεις καθείλες· απώλετο το μνημόσυνον αυτού μετ ‘ ήχου. Ύψιστε. 7 του εχθρού εξέλιπον αι ρομφαίαι εις τέλος. ως θαυμαστόν το όνομά σου εν πάση τη γη· ότι επήρθη η μεγαλοπρέπειά σου υπεράνω των ουρανών. Εις το τέλος. εκάθισας επί θρόνου ο κρίνων δικαιοσύνην. Κύριε. ως θαυμαστόν το όνομά σου εν πάση τη γη! Θ 9. 10 Κύριε ο Κύριος ημών. 4 εν τω αποστραφήναι τον εχθρόν μου εις τα οπίσω. εν όλη καρδία μου. έργα των δακτύλων σου. ασθενήσουσι και απολούνται από προσώπου σου. ον ειργάσατο· 17 επιστρέψει ο πόνος αυτού εις κεφαλήν αυτού. 9 τα πετεινά του ουρανού και τους ιχθύας της θαλάσσης. και βόας απάσας. τα διαπορευόμενα τρίβους θαλασσών. ή υιος ανθρώπου. 15 ιδού ωδίνησεν αδικίαν. δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν. υπέρ των ληνών· ψαλμός τω Δαυϊδ. 16 λάκκον ώρυξε και ανέσκαψεν αυτόν. 7 και κατέστησας αυτόν επί τα έργα των χειρών σου· πάντα υπέταξας υποκάτω των ποδών αυτού. και εμπεσείται εις βόθρον. σελήνην και αστέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενέτεινε και ητοίμασεν αυτό· 14 και εν αυτω ητοίμασε σκεύη θανάτου. 5 ότι εποίησας την κρίσιν μου και την δίκην μου. 18 εξομολογήσομαι τω Κυρίω κατά την δικαιοσύνην αυτού και ψαλώ τω ονόματι Κυρίου του Υψίστου. 8 και ο Κύριος εις τον αιώνα μένει. 3 εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον ένεκα των εχθρών σου του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν. 4 ότι όψομαι τους ουρανούς. έτι δε και τα κτήνη του πεδίου. 2 ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι. α συ εθεμελίωσας· 5 τι εστιν άνθρωπος. Η 8. 2 ΚΥΡΙΕ ο Κύριος ημών. ψαλώ τω ονόματί σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1046 .

26 βεβηλούνται αι οδοί αυτού εν παντί καιρω. εν παγίδι ταύτη. τω κατοικούντι εν Σιών. και ο αδικών ενευλογείται· 25 παρώξυνε τον Κύριον ο αμαρτωλός· κατά το πλήθος της οργής αυτού ουκ εκζητήσει· ουκ έστιν ο Θεός ενώπιον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ητοίμασεν εν κρίσει τον θρόνον αυτού. αφέστηκας μακρόθεν. υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψεσιν. ενεδρεύει του αρπάσαι πτωχόν. 24 ότι επαινείται ο αμαρτωλός εν ταις επιθυμίαις της ψυχής αυτού. 9 και αυτός κρινεί την οικουμένην εν δικαιοσύνη. από γενεάς εις γενεάν άνευ κακού. ο υψών με εκ των πυλών του θανάτου. συνελήφθη ο πούς αυτών. 12 ψάλατε τω Κυρίω. Κύριε. 29 εγκάθηται ενέδρα μετά πλουσίων. Κύριε. 14 ελέησόν με. ότι ουκ εγκατέλιπες τους εκζητούντάς σε. γνώτωσαν έθνη ότι άνθρωποί εισιν. αγαλλιάσομαι επί τω σωτηρίω σου. οίς διαλογίζονται. 19 ότι ουκ εις τέλος επιλησθήσεται ο πτωχός. 32 είπε γαρ εν καρδία αυτού· επιλέλησται ο Θεός. 28 ου αράς το στόμα αυτού γέμει και πικρίας και δόλου. αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα επιτηδεύματα αυτού. νομοθέτην επ ‘ αυτούς. ουκ επελάθετο της κραυγής των πενήτων. μη επιλάθη των πενήτων. ανταναιρείται τα κρίματά σου από προσώπου αυτού. 21 κατάστησον. πάντα τα έθνη τα επιλανθανόμενα του Θεού. (ωδή διαψάλματος). πάντων των εχθρών αυτού κατακυριεύσει· 27 είπε γαρ εν καρδία αυτού· ου μη σαλευθώ. αρπάσαι πτωχόν εν τω ελκύσαι αυτόν· 31 εν τη παγίδι αυτού ταπεινώσει αυτόν. εν αποκρύφοις του αποκτείναι αθωον· οι οφθαλμοί αυτού εις τον πένητα αποβλέπουσιν· 30 ενεδρεύει εν αποκρύφω ως λέων εν τη μάνδρα αυτού. Κύριε ο Θεός μου. Κύριε. (διάψαλμα). υπό την γλώσσαν αυτού κόπος και πόνος. κρινεί λαούς εν ευθύτητι. 18 αποστραφήτωσαν οι αμαρτωλοί εις τον άδην. 2 1 2 Ινατί. Κύριε. ίδε την ταπείνωσίν μου εκ των εχθρών μου. 10 1 1-18). 20 ανάστηθι. 10 και εγένετο Κύριος καταφυγή τω πένητι. απέστρεψε το πρόσωπον αυτού του μη βλέπειν εις τέλος. 17 γινώσκεται Κύριος κρίματα ποιών. 15 όπως αν εξαγγείλω πάσας τας αινέσεις σου εν ταις πύλαις της θυγατρός Σιών. 34 ένεκεν τίνος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1047 . μη κραταιούσθω άνθρωπος. βοηθός εν ευκαιρίαις εν θλίψεσι· 11 και ελπισάτωσαν επί σοί οι γινώσκοντες το όνομά σου. η υπομονή των πενήτων ουκ απολείται εις τέλος. συλλαμβάνονται εν διαβουλίοις. ή εποίησαν. 13 ότι εκζητών τα αίματα αυτών εμνήσθη. κύψει και πεσείται εν τω αυτόν κατακυριεύσαι των πενήτων. 33 ανάστηθι. ή έκρυψαν. Κύριε. 16 ενεπάγησαν έθνη εν διαφθορά. (Μασ. εν τοις έργοις των χειρών αυτού συνελήφθη ο αμαρτωλός. υψωθήτω η χείρ σου. κριθήτωσαν έθνη ενώπιόν σου. 23 εν τω υπερηφανεύεσθαι τον ασεβή εμπυρίζεται ο πτωχός.

6 επιβρέξει επί αμαρτωλούς παγίδας. 4 Κύριος εν ναω αγίω αυτού· Κύριος εν ουρανω ο θρόνος αυτού. 5 τους ειπόντας· την γλώσσαν ημών μεγαλυνούμεν. ότι συ πόνον και θυμόν κατανοείς του παραδούναι αυτούς εις χείράς σου· σοί εγκαταλέλειπται ο πτωχός. ζητηθήσεται η αμαρτία αυτού. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 6 από της ταλαιπωρίας των πτωχών και από του στεναγμού των πενήτων. 5 Κύριος εξετάζει τον δίκαιον και τον ασεβή. ητοίμασαν βέλη εις φαρέτραν του κατατοξεύσαι εν σκοτομήνη τους ευθείς τη καρδία. Κύριε. και ου μη ευρεθή. αργύριον πεπυρωμένον. πυρ και θείον και πνεύμα καταιγίδος η μερίς του ποτηρίου αυτών. ΕΠΙ τω Κυρίω πέποιθα· Πως ερείτε τη ψυχή μου· μεταναστεύου επί τα όρη ως στρουθίον. ότι ωλιγώθησαν αι αλήθειαι από των υιών των ανθρώπων. τα χείλη ημών παρ ‘ ημίν εστι· τις ημών Κύριός εστιν. 36 σύντριψον τον βραχίονα του αμαρτωλού και πονηρού. αυτοί καθείλον· ο δε δίκαιος τι εποίησε. υπέρ της ογδόης· ψαλμός τω Δαυϊδ. παρρησιάσομαι εν αυτω. ο δε αγαπών την αδικίαν μισεί την εαυτού ψυχήν. ότι εκλέλοιπεν όσιος. την ετοιμασίαν της καρδίας αυτών προσέσχε το ους σου 39 κρίναι ορφανω και ταπεινω. χείλη δόλια εν καρδία. ευθύτητας είδε το πρόσωπον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρώργισεν ο ασεβής τον Θεόν. και δικαιοσύνας ηγάπησεν. νυν αναστήσομαι. 38 την επιθυμίαν των πενήτων εισήκουσε Κύριος. 2 ΣΩΣΟΝ με. Εις το τέλος. λέγει Κύριος· θήσομαι εν σωτηρίω. απολείσθε έθνη εκ της γης αυτού. 7 ότι δίκαιος Κύριος. 7 τα λόγια Κυρίου λόγια αγνά. ορφανω συ ήσθα βοηθός. δοκίμιον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1048 . 3 ότι α συ κατηρτίσω. 2 ότι ιδού οι αμαρτωλοί ενέτειναν τόξον. είπε γαρ εν καρδία αυτού· ουκ εκζητήσει. 4 εξολοθρεύσαι Κύριος πάντα τα χείλη τα δόλια και γλώσσαν μεγαλορρήμονα. Ι (ΙΑ) 10. 35 βλέπεις. ΙΑ (ΙΒ) 11. ίνα μη προσθή έτι μεγαλαυχείν άνθρωπος επί της γης. και εν καρδία ελάλησε κακά. οι οφθαλμοί αυτού εις τον πένητα αποβλέπουσι. 3 μάταια ελάλησεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού. τα βλέφαρα αυτού εξετάζει τους υιούς των ανθρώπων. 37 βασιλεύσει Κύριος εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος.

επιλήση μου εις τέλος. άμα ηχρειώθησαν. εισάκουσόν μου. διεφθάρησαν και εβδελύχθησαν εν επιτηδεύμασιν. φυλάξαις ημάς και διατηρήσαις ημάς από της γενεάς ταύτης και εις τον αιώνα. ο δε Κύριος ελπίς αυτού εστι. ΙΒ (ΙΓ) 12. έως πότε αποστρέψεις το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού. ων το στόμα αράς και πικρίας γέμει. ΕΙΠΕΝ άφρων εν καρδία αυτού· ουκ έστι Θεός. ΙΓ (ΙΔ) 13. 3 έως τίνος θήσομαι βουλάς εν ψυχή μου. εν τω επιστρέψαι Κύριον την αιχμαλωσίαν του λαού αυτού αγαλλιάσεται Ιακώβ και ευφρανθήσεται Ισραήλ. ουκ έστιν έως ενός [τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. οδύνας εν καρδία μου ημέρας και νυκτός. 6 βουλήν πτωχού κατησχύνατε. 8 συ. οξείς οι πόδες αυτών εκχέαι αίμα. ου ουκ ην φόβος.] 4 ουχί γνώσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. 5 εκεί εδειλίασαν φόβω. ουκ έστι ποιών χρηστότητα. 2 ΕΩΣ πότε. οι εσθίοντες τον λαόν μου βρώσει άρτου τον Κύριον ουκ επεκαλέσαντο. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 6 εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα. ότι ο Θεός εν γενεά δικαία. Κύριε. εάν σαλευθώ. 3 πάντες εξέκλιναν. αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου· άσω τω Κυρίω τω ευεργετήσαντί με και ψαλώ τω ονόματι Κυρίου του Υψίστου. 5 μήποτε είπη ο εχθρός μου· ίσχυσα προς αυτόν· οι θλίβοντές με αγαλλιάσονται. μήποτε υπνώσω εις θάνατον. 9 κύκλω οι ασεβείς περιπατούσι· κατά το ύψος σου επολυώρησας τους υιούς των ανθρώπων. ουκ έστιν έως ενός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τη γη κεκαθαρισμένον επταπλασίως. 4 επίβλεψον. ταις γλώσσαις αυτών εδολιούσαν· ιός ασπίδων υπό τα χείλη αυτών. 7 τις δώσει εκ Σιών το σωτήριον του Ισραήλ. ουκ έστι ποιών χρηστότητα. έως πότε υψωθήσεται ο εχθρός μου επ ‘ εμέ. Κύριε ο Θεός μου· φώτισον τους οφθαλμούς μου. σύντριμμα και ταλαιπωρία εν ταις οδοίς αυτών. και οδόν ειρήνης ουκ έγνωσαν· ουκ έστι φόβος Θεού απέναντι των οφθαλμών αυτών. Κύριε. 2 Κύριος εκ του ουρανού διέκυψεν επί τους υιούς των ανθρώπων του ιδείν ει έστι συνιών ή εκζητών τον Θεόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1049 .

10 ότι ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις άδην. τους δε φοβουμένους τον Κύριον δοξάζει· ο ομνύων τω πλησίον αυτού και ουκ αθετών· 5 το αργύριον αυτού ουκ έδωκεν επί τόκω και δώρα επ ‘ αθώοις ουκ έλαβεν. τις παροικήσει εν τω σκηνώματί σου. Στηλογραφία τω Δαυϊδ. 4 επληθύνθησαν αι ασθένειαι αυτών. 3 τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος. ότι εκ δεξιών μου εστιν. ΦΥΛΑΞΟΝ με. ο ποιών ταύτα. ή τις κατασκηνώσει εν όρει αγίω σου. έτι δε και η σάρξ μου κατασκηνώσει επ ‘ ελπίδι. 2 πορευόμενος άμωμος και εργαζόμενος δικαιοσύνην. λαλών αλήθειαν εν καρδία αυτού. 8 προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός. ίνα μη σαλευθώ. ΙΕ (ΙΣΤ) 15. 9 δια τούτο ηυφράνθη η καρδία μου. ουδ ‘ ου μη μνησθώ των ονομάτων αυτών δια χειλέων μου. 7 ευλογήσω τον Κύριον τον συνετίσαντά με· έτι δε και έως νυκτός επαίδευσάν με οι νεφροί μου. 6 σχοινία επέπεσέ μοι εν τοις κρατίστοις· και γαρ η κληρονομία μου κρατίστη μοί εστιν. 11 εγνώρισάς μοι οδούς ζωής· πληρώσεις με ευφροσύνης μετά του προσώπου σου. ότι επί σοί ήλπισα. ουδέ δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν. Ψαλμός τω Δαυϊδ. 3 ος ουκ εδόλωσεν εν γλώσση αυτού. τερπνότητες εν τη δεξιά σου εις τέλος. ΙΣΤ (ΙΖ) 16. 5 Κύριος μερίς της κληρονομίας μου και του ποτηρίου μου· συ ει ο αποκαθιστών την κληρονομίαν μου εμοί. ουδέ εποίησε τω πλησίον αυτού κακόν και ονειδισμόν ουκ έλαβεν επί τοις έγγιστα αυτού. Κύριε. 4 εξουδένωται ενώπιον αυτού πονηρευόμενος. 2 είπα τω Κυρίω· Κύριός μου ει συ. και ηγαλλιάσατο η γλώσσά μου. ότι των αγαθών μου ου χρείαν έχεις. μετά ταύτα ετάχυναν· ου μη συναγάγω τας συναγωγάς αυτών εξ αιμάτων. ΚΥΡΙΕ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1050 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΔ (ΙΕ) 14. ου σαλευθήσεται εις τον αιώνα. πάντα τα θελήματα αυτού εν αυτοίς. Προσευχή του Δαυϊδ.

δια τους λόγους των χειλέων σου εγώ εφύλαξα οδούς σκληράς. 14 Κύριε. α ελάλησεν τω Κυρίω τους λόγους της ωδής ταύτης εν ημέρα. τους οφθαλμούς αυτών έθεντο εκκλίναι εν τη γη. Κύριε. η ισχύς μου. ρομφαίαν σου από εχθρών της χειρός σου. και χείμαρροι ανομίας εξετάραξάν με. ότι επήκουσάς μου.]. ενώτισαι την προσευχήν μου ουκ εν χείλεσι δολίοις. 4 όπως αν μη λαλήση το στόμα μου τα έργα των ανθρώπων. 4 αινών επικαλέσομαι τον Κύριον και εκ των εχθρών μου σωθήσομαι. ελπιώ επ ‘ αυτόν. προέφθασάν με παγίδες θανάτου. 2 και είπεν· ΑΓΑΠΗΣΩ σε. 7 θαυμάστωσον τα ελέη σου. το στόμα αυτών ελάλησεν υπερηφανίαν. ρύσαι την ψυχήν μου από ασεβούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ. 3 εδοκίμασας την καρδίαν μου. 5 κατάρτισαι τα διαβήματά μου εν ταις τρίβοις σου. 6 ωδίνες άδου περιεκύκλωσάν με. 6 εγώ εκέκραξα. 8 φύλαξόν με ως κόρην οφθαλμού· εν σκέπη των πτερύγων σου σκεπάσεις με 9 από προσώπου ασεβών των ταλαιπωρησάντων με. 7 και εν τω θλίβεσθαί με επεκαλεσάμην τον Κύριον και προς τον Θεόν μου εκέκραξα· ήκουσεν εκ ναού αγίου αυτού φωνής μου. και αφήκαν τα κατάλοιπα τοις νηπίοις αυτών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1051 . υπερασπιστής μου και κέρας σωτηρίας μου και αντιλήπτωρ μου. χορτασθήσομαι εν τω οφθήναί μοι την δόξαν σου. και ουχ ευρέθη εν εμοί αδικία. 5 περιέσχον με ωδίνες θανάτου. πρόσχες τη δεήσει μου. εχορτάσθησαν υιών [Αλλη γραφή· υείων. 3 Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου. οι εχθροί μου την ψυχήν μου περιέσχον· 10 το στέαρ αυτών συνέκλεισαν. ΙΖ (ΙΗ) 17. 11 εκβαλόντες με νυνί περιεκύκλωσάν με. από ολίγων από γης διαμέρισον αυτούς εν τη ζωή αυτών. Κύριε. 15 εγώ δε εν δικαιοσύνη οφθήσομαι τω προσώπω σου. οι οφθαλμοί μου ιδέτωσαν ευθύτητας. ο σώζων τους ελπίζοντας επί σε εκ των ανθεστηκότων τη δεξιά σου. της δικαιοσύνης μου. επεσκέψω νυκτός· επύρωσάς με. 13 ανάστηθι. και των κεκρυμμένων σου επλήσθη η γαστήρ αυτών. 2 εκ προσώπου σου το κρίμά μου εξέλθοι. ίνα μη σαλευθώσι τα διαβήματά μου. πρόφθασον αυτούς και υποσκέλισον αυτούς. 12 υπέλαβόν με ωσεί λέων έτοιμος εις θήραν και ωσεί σκύμνος οικών εν αποκρύφοις. Κύριε. ή ερρύσατο αυτόν ο Κύριος εκ χειρός πάντων των εχθρών αυτού και εκ χειρός Σαούλ. ο Θεός· κλίνον το ους σου εμοί και εισάκουσον των ρημάτων μου. Ο Θεός μου βοηθός μου. Εις το τέλος· τω παιδί Κυρίου τω Δαυϊδ.

30 ότι εν σοί ρυσθήσομαι από πειρατηρίου και εν τω Θεω μου υπερβήσομαι τείχος. 9 ανέβη καπνός εν οργή αυτού και πυρ από προσώπου αυτού καταφλεγήσεται. και τα θεμέλια των ορέων εταράχθησαν και εσαλεύθησαν. και εγένετο Κύριος αντιστήριγμά μου 20 και εξήγαγέ με εις πλατυσμόν. και μετά ανδρός αθώου αθωος έση. 32 ότι τις Θεός πλήν του Κυρίου. 10 και έκλινεν ουρανούς και κατέβη. 31 ο Θεός μου. προσελάβετό με εξ υδάτων πολλών. 28 ότι συ λαόν ταπεινόν σώσεις και οφθαλμούς υπερηφάνων ταπεινώσεις. 23 ότι πάντα τα κρίματα αυτού ενώπιόν μου. και γνόφος υπό τους πόδας αυτού. 14 και εβρόντησεν εξ ουρανού Κύριος. και εκ των μισούντων με. 12 και έθετο σκότος αποκρυφήν αυτού· κύκλω αυτού η σκηνή αυτού. 24 και έσομαι άμωμος μετ ‘ αυτού και φυλάξομαι από της ανομίας μου. υπερασπιστής εστι πάντων των ελπιζόντων επ ‘ αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ η κραυγή μου ενώπιον αυτού εισελεύσεται εις τα ώτα αυτού. και τις Θεός πλήν του Θεού ημών. ότι ωργίσθη αυτοίς ο Θεός. 21 και ανταποδώσει μοι Κύριος κατά την δικαιοσύνην μου και κατά την καθαριότητα των χειρών μου ανταποδώσει μοι. άμωμος η οδός αυτού. 16 και ώφθησαν αι πηγαί των υδάτων. φωτιείς το σκότος μου. 11 και επέβη επί Χερουβίμ και επετάσθη. από εμπνεύσεως πνεύματος οργής σου. 26 μετά οσίου όσιος έση. 25 και ανταποδώσει μοι Κύριος κατά την δικαιοσύνην μου και κατά την καθαριότητα των χειρών μου ενώπιον των οφθαλμών αυτού. τα λόγια Κυρίου πεπυρωμένα. άνθρακες ανήφθησαν απ ‘ αυτού. Κύριε. ότι ηθέλησέ με. χάλαζα και άνθρακες πυρός. 18 ρύσεταί με εξ εχθρών μου δυνατών. και ανεκαλύφθη τα θεμέλια της οικουμένης από επιτιμήσεώς σου. ρύσεταί με. Κύριε ο Θεός μου. και τα δικαιώματα αυτού ουκ απέστησαν απ ‘ εμού. 13 από της τηλαυγήσεως ενώπιον αυτού αι νεφέλαι διήλθον. 27 και μετά εκλεκτού εκλεκτός έση και μετά στρεβλού διαστρέψεις. 33 ο Θεός ο περιζωννύων με δύναμιν και έθετο άμωμον την οδόν μου· 34 καταρτιζόμενος τους πόδας μου ωσεί ελάφου και επί τα υψηλά ιστών με· 35 διδάσκων χείράς μου εις πόλεμον και έθου τόξον χαλκούν τους βραχίονάς μου· 36 και έδωκάς μοι υπερασπισμόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1052 . και ο Ύψιστος έδωκε φωνήν αυτού· 15 εξαπέστειλε βέλη και εσκόρπισεν αυτούς και αστραπάς επλήθυνε και συνετάραξεν αυτούς. 8 και εσαλεύθη και έντρομος εγενήθη η γη. 22 ότι εφύλαξα τας οδούς Κυρίου και ουκ ησέβησα από του Θεού μου. σκοτεινόν ύδωρ εν νεφέλαις αέρων. 29 ότι συ φωτιείς λύχνον μου. ότι εστερεώθησαν υπέρ εμέ. 17 εξαπέστειλεν εξ ύψους και έλαβέ με. 19 προέφθασάν με εν ημέρα κακώσεώς μου. επετάσθη επί πτερύγων ανέμων.

6 εν τω ηλίω έθετο το σκήνωμα αυτού· και αυτός ως νυμφίος εκπορευόμενος εκ παστού αυτού. εδούλευσέ μοι. ΙΗ (ΙΘ) 18. και η παιδεία σου αυτή με διδάξει. από των επανισταμένων επ ‘ εμέ υψώσεις με. και ουκ εισήκουσεν αυτών. 42 εκέκραξαν. και η παιδεία σου ανώρθωσέ με εις τέλος. από ανδρός αδίκου ρύσαί με. και υποτάξας λαούς υπ ‘ εμέ. και ποιών έλεος τω χριστω αυτού. 50 δια τούτο εξομολογήσομαί σοι εν έθνεσι. 7 απ ‘ άκρου του ουρανού η έξοδος αυτού. 48 ο Θεός ο διδούς εκδικήσεις εμοί. 40 και περιέζωσάς με δύναμιν εις πόλεμον. 38 καταδιώξω τους εχθρούς μου και καταλήψομαι αυτούς και ουκ αποστραφήσομαι. 44 ρύση με εξ αντιλογίας λαού. καταστήσεις με εις κεφαλήν εθνών. πεσούνται υπό τους πόδας μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σωτηρίας. 46 υιοί αλλότριοι επαλαιώθησαν και εχώλαναν από των τρίβων αυτών. τω Δαυϊδ και τω σπέρματι αυτού έως αιώνος. Κύριε. και το κατάντημα αυτού έως άκρου του ουρανού. σοφίζουσα νήπια. επιστρέφων ψυχάς· η μαρτυρία Κυρίου πιστή. και νύξ νυκτί αναγγέλλει γνώσιν. 43 και λεπτυνώ αυτούς ωσεί χνούν κατά πρόσωπον ανέμου. ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα. 2 ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ διηγούνται δόξαν Θεού. 37 επλάτυνας τα διαβήματά μου υποκάτω μου. 47 ζη Κύριος. προς Κύριον. 45 εις ακοήν ωτίου υπήκουσέ μου· υιοί αλλότριοι εψεύσαντό μοι. και τω ονόματί σου ψαλώ. 41 και τους εχθρούς μου έδωκάς μοι νώτον και τους μισούντάς με εξωλόθρευσας. ως πηλόν πλατειών λεανώ αυτούς. 51 μεγαλύνων τας σωτηρίας του βασιλέως αυτού. και ουκ ησθένησαν τα ίχνη μου. ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών· 5 εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών. αγαλλιάσεται ως γίγας δραμείν οδόν αυτού. 3 ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. συνεπόδισας πάντας τους επανισταμένους επ ‘ εμέ υποκάτω μου. έως αν εκλίπωσιν· 39 εκθλίψω αυτούς. 8 ο νόμος του Κυρίου άμωμος. λαός. και ου μη δύνωνται στήναι. 49 ο ρύστης μου εξ εχθρών μου οργίλων. και ουκ ην ο σώζων. 4 ουκ εισί λαλιαί ουδέ λόγοι. 9 τα δικαιώματα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1053 . ον ουκ έγνων. και ουκ έστιν ος αποκρυβήσεται της θέρμης αυτού. και ευλογητός ο Θεός μου και υψωθήτω ο Θεός της σωτηρίας μου. και η δεξιά σου αντελάβετό μου.

φωτίζουσα οφθαλμούς· 10 ο φόβος Κυρίου αγνός. ευφραίνοντα καρδίαν· η εντολή Κυρίου τηλαυγής. 8 ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις. βοηθέ μου και λυτρωτά μου. 2 ΚΥΡΙΕ. 12 και γαρ ο δούλός σου φυλάσσει αυτά· εν τω φυλάσσειν αυτά ανταπόδοσις πολλή. εν τη δυνάμει σου ευφρανθήσεται ο βασιλεύς και επί τω σωτηρίω σου αγαλλιάσεται σφόδρα. 4 ότι προέφθασας αυτόν εν ευλογίαις χρηστότητος. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυρίου ευθέα. ημείς δε ανέστημεν και ανωρθώθημεν. τότε άμωμος έσομαι και καθαρισθήσομαι από αμαρτίας μεγάλης. (διάψαλμα). Κ (ΚΑ) 20. 5 δώη σοι Κύριος κατά την καρδίαν σου και πάσαν την βουλήν σου πληρώσαι. πληρώσαι Κύριος πάντα τα αιτήματά σου. 9 αυτοί συνεποδίσθησαν και έπεσαν. έθηκας επί την κεφαλήν αυτού στέφανον εκ λίθου τιμίου. ημείς δε εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα. διαμένων εις αιώνα αιώνος· τα κρίματα Κυρίου αληθινά. Κύριε. και επάκουσον ημών. 3 εξαποστείλαι σοι βοήθειαν εξ αγίου και εκ Σιών αντιλάβοιτό σου. (διάψαλμα). 6 αγαλλιασόμεθα εν τω σωτηρίω σου και εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα. 4 μνησθείη πάσης θυσίας σου και το ολοκαύτωμά σου πιανάτω. 15 και έσονται εις ευδοκίαν τα λόγια του στόματός μου και η μελέτη της καρδίας μου ενώπιόν σου δια παντός. υπερασπίσαι σου το όνομα του Θεού Ιακώβ. 11 επιθυμητά υπέρ χρυσίον και λίθον τίμιον πολύν και γλυκύτερα υπέρ μέλι και κηρίον. εν ή αν ημέρα επικαλεσώμεθά σε. 3 την επιθυμίαν της καρδίας αυτού έδωκας αυτω και την θέλησιν των χειλέων αυτού ουκ εστέρησας αυτόν. δεδικαιωμένα επί το αυτό. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1054 . 14 και από αλλοτρίων φείσαι του δούλου σου· εάν μη μου κατακυριεύσωσι. ΙΘ (Κ) 19. 7 νυν έγνων ότι έσωσε Κύριος τον χριστόν αυτού· επακούσεται αυτού εξ ουρανού αγίου αυτού· εν δυναστείαις η σωτηρία της δεξιάς αυτού. 10 Κύριε. 2 ΕΠΑΚΟΥΣΑΙ σου Κύριος εν ημέρα θλίψεως. 5 ζωήν ητήσατό σε. σώσον τον βασιλέα. εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με. 13 παραπτώματα τις συνήσει.

και εις χουν θανάτου κατήγαγές με. 14 υψώθητι. 10 ότι συ ει ο εκσπάσας με εκ γαστρός. διελογίσαντο βουλάς. και ουκ εις άνοιαν εμοί. 18 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1055 . πρόσχες μοι· ίνα τι εγκατέλιπές με. ώρυξαν χείράς μου και πόδας. 7 εγώ δε ειμι σκώληξ και ουκ άνθρωπος. 5 επί σοί ήλπισαν οι πατέρες ημών. ΚΑ (ΚΒ) 21. ελάλησαν εν χείλεσιν. μακράν από της σωτηρίας μου οι λόγοι των παραπτωμάτων μου. 10 θήσεις αυτούς εις κλίβανον πυρός εις καιρόν του προσώπου σου· Κύριος εν οργή αυτού συνταράξει αυτούς. αις ου μη δύνωνται στήναι. η δεξιά σου εύροι πάντας τους μισούντάς σε. ταύροι πίονες περιέσχον με· 14 ήνοιξαν επ ‘ εμέ το στόμα αυτών ως λέων αρπάζων και ωρυόμενος. ήλπισαν. 13 περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί. και καταφάγεται αυτούς πυρ. 6 μεγάλη η δόξα αυτού εν τω σωτηρίω σου. 8 πάντες οι θεωρούντές με εξεμυκτήρισάν με. και η γλώσσά μου κεκόλληται τω λάρυγγί μου. εκίνησαν κεφαλήν· 9 ήλπισεν επί Κύριον. συναγωγή πονηρευομένων περιέσχον με. 17 ότι εκύκλωσάν με κύνες πολλοί. επί σοί ήλπισαν και ου κατησχύνθησαν. δόξαν και μεγαλοπρέπειαν επιθήσεις επ ‘ αυτόν· 7 ότι δώσεις αυτω ευλογίαν εις αιώνα αιώνος. ευφρανείς αυτόν εν χαρά μετά του προσώπου σου. 3 ο Θεός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και έδωκας αυτω. όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού. εκ κοιλίας μητρός μου Θεός μου ει συ· 12 μη αποστης απ ‘ εμού. εγενήθη η καρδία μου ωσεί κηρός τηκόμενος εν μέσω της κοιλίας μου· 16 εξηράνθη ωσεί όστρακον η ισχύς μου. ότι θλίψις εγγύς. 4 συ δε εν αγίω κατοικείς. και διεσκορπίσθη πάντα τα οστά μου. κεκράξομαι ημέρας. ρυσάσθω αυτόν· σωσάτω αυτόν. Εις το τέλος. 11 τον καρπόν αυτών από της γης απολείς και το σπέρμα αυτών από υιών ανθρώπων. και ουκ εισακούση. 8 ότι ο βασιλεύς ελπίζει επί Κύριον και εν τω ελέει του Υψίστου ου μη σαλευθή. ο Θεός μου. και νυκτός. μακρότητα ημερών εις αιώνα αιώνος. Κύριε. ότι ουκ έστιν ο βοηθών. υπέρ της αντιλήψεως της εωθινής· ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 Ο ΘΕΟΣ. εν τη δυνάμει σου· άσομεν και ψαλούμεν τας δυναστείας σου. ότι θέλει αυτόν. 15 ωσεί ύδωρ εξεχύθην. 13 ότι θήσεις αυτούς νώτον· εν τοις περιλοίποις σου ετοιμάσεις το πρόσωπον αυτών. 12 ότι έκλιναν εις σε κακά. 9 ευρεθείη η χείρ σου πάσι τοις εχθροίς σου. και ερρύσω αυτούς· 6 προς σε εκέκραξαν και εσώθησαν. ο έπαινος του Ισραήλ. η ελπίς μου από μαστών της μητρός μου· 11 επί σε επερρίφην εκ μήτρας.

επί ύδατος αναπαύσεως εξέθρεψέ με. 28 μνησθήσονται και επιστραφήσονται προς Κύριον πάντα τα πέρατα της γης και προσκυνήσουσιν ενώπιον αυτού πάσαι αι πατριαί των εθνών. και το ποτήριόν σου μεθύσκον με ωσεί κράτιστον. ουδέ απέστρεψε το πρόσωπον αυτού απ ‘ εμού και εν τω κεκραγέναι με προς αυτόν εισήκουσέ μου. αύταί με παρεκάλεσαν. και αυτός δεσπόζει των εθνών. 31 και το σπέρμα μου δουλεύσει αυτω· αναγγελήσεται τω Κυρίω γενεά η ερχομένη. 21 ρύσαι από ρομφαίας την ψυχήν μου. ότι συ μετ ‘ εμού ει· η ράβδος σου και η βακτηρία σου. τας ευχάς μου αποδώσω ενώπιον των φοβουμένων αυτόν. 26 παρά σου ο έπαινός μου εν εκκλησία μεγάλη. και εκ χειρός κυνός την μονογενή μου· 22 σώσόν με εκ στόματος λέοντος και από κεράτων μονοκερώτων την ταπείνωσίν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξηρίθμησαν πάντα τα οστά μου. και αινέσουσι Κύριον οι εκζητούντες αυτόν· ζήσονται αι καρδίαι αυτών εις αιώνα αιώνος. μη μακρύνης την βοήθειάν μου απ ‘ εμού. φοβηθήτωσαν αυτόν άπαν το σπέρμα Ισραήλ. 5 ητοίμασας ενώπιόν μου τράπεζαν. δοξάσατε αυτόν. Κύριε. 24 οι φοβούμενοι τον Κύριον. ου φοβηθήσομαι κακά. 23 διηγήσομαι το όνομά σου τοις αδελφοίς μου. 20 συ δε. αυτοί δε κατενόησαν και επείδόν με. ΚΥΡΙΟΣ ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει. 3 την ψυχήν μου επέστρεψεν. 25 ότι ουκ εξουδένωσεν ουδέ προσώχθισε τη δεήσει του πτωχού. 6 και το έλεός σου καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου. 27 φάγονται πένητες και εμπλησθήσονται. εξεναντίας των θλιβόντων με· ελίπανας εν ελαίω την κεφαλήν μου. αινέσατε αυτόν. εν μέσω εκκλησίας υμνήσω σε. 32 και αναγγελούσι την δικαιοσύνην αυτού λαω τω τεχθησομένω. 30 έφαγον και προσεκύνησαν πάντες οι πίονες της γης. 19 διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον. ον εποίησεν ο Κύριος. άπαν το σπέρμα Ιακώβ. εκεί με κατεσκήνωσεν. 29 ότι του Κυρίου η βασιλεία. 2 εις τόπον χλόης. ωδήγησέ με επί τρίβους δικαιοσύνης ένεκεν του ονόματος αυτού. εις την αντίληψίν μου πρόσχες. Ψαλμός τω Δαυϊδ. ΚΒ (ΚΓ) 22. και η ψυχή μου αυτω ζη. και το κατοικείν με εν οίκω Κυρίου εις μακρότητα ημερών. 4 εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου. ενώπιον αυτού προπεσούνται πάντες οι καταβαίνοντες εις γην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1056 .

μηδέ καταγελασάτωσάν με οι εχθροί μου. 13 η ψυχή αυτού εν αγαθοίς αυλισθήσεται. ότι συ ει ο Θεός ο σωτήρ μου. Κύριος δυνατός εν πολέμω. 6 αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον. ΚΔ (ΚΕ) 24. Κύριε. πύλαι αιώνιοι. ζητούντων το πρόσωπον του Θεού Ιακώβ. Ψαλμός τω Δαυϊδ. και επάρθητε. οι άρχοντες υμών. ότι από του αιώνός εισιν. 3 τις αναβήσεται εις το όρος του Κυρίου και τις στήσεται εν τόπω αγίω αυτού. συ. ήρα την ψυχήν μου. και επάρθητε. Κύριε. 7 αμαρτίας νεότητός μου και αγνοίας μου μη μνησθής· κατά το έλεός σου μνήσθητί μου. και τας τρίβους σου δίδαξόν με. και το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1057 . ένεκεν χρηστότητός σου. γνώρισόν μοι. Κύριε. οι άρχοντες υμών. ο Θεός μου. και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης. 3 και γαρ πάντες οι υπομένοντές σε ου μη καταισχυνθώσιν· αισχυνθήτωσαν οι ανομούντες διακενής. ΠΡΟΣ σε. 5 οδήγησόν με επί την αλήθειάν σου και δίδαξόν με. ΤΟΥ Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής. 9 άρατε πύλας. (διάψαλμα). νομοθετήσει αυτω εν οδω. και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης. πολλή γαρ εστι. 11 ένεκεν του ονόματός σου. Ψαλμός τω Δαυϊδ· της μιάς Σαββάτων. και σε υπέμεινα όλην την ημέραν. 4 αθωος χερσί και καθαρός τη καρδία. διδάξει πραείς οδούς αυτού. και τα ελέη σου. 10 τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης. ή ηρετίσατο. 2 αυτός επί θαλασσών εθεμελίωσεν αυτήν και επί ποταμών ητοίμασεν αυτήν. πύλαι αιώνιοι. και ιλάση τη αμαρτία μου. 9 οδηγήσει πραείς εν κρίσει. 6 μνήσθητι των οικτιρμών σου. 5 ούτος λήψεται ευλογίαν παρά Κυρίου και ελεημοσύνην παρά Θεού σωτήρος αυτού. Κύριε. 7 άρατε πύλας. 10 πάσαι αι οδοί Κυρίου έλεος και αλήθεια τοις εκζητούσι την διαθήκην αυτού και τα μαρτύρια αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΓ (ΚΔ) 23. Κύριε. η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτη. Κύριος κραταιός και δυνατός. 8 χρηστός και ευθής ο Κύριος· δια τούτο νομοθετήσει αμαρτάνοντας εν οδω. 8 τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης. ος ουκ έλαβεν επί ματαίω την ψυχήν αυτού και ουκ ώμοσεν επί δόλω τω πλησίον αυτού. 2 επί σοί πέποιθα· μη καταισχυνθείην. 12 τις εστιν άνθρωπος ο φοβούμενος τον Κύριον. Κύριος των δυνάμεων αυτός εστιν ο βασιλεύς της δόξης. 4 τας οδούς σου.

ότι μονογενής και πτωχός ειμι εγώ. 12 ο πούς μου έστη εν ευθύτητι· εν εκκλησίαις ευλογήσω σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σπέρμα αυτού κληρονομήσει γην. 14 κραταίωμα Κύριος των φοβουμένων αυτόν. 17 αι θλίψεις της καρδίας μου επληθύνθησαν· εκ των αναγκών μου εξάγαγέ με. Κύριε. αυτοί ησθένησαν και έπεσαν. Του Δαυϊδ· προ του χρισθήναι. 10 ων εν χερσίν ανομίαι. 7 του ακούσαί με φωνής αινέσεώς σου και διηγήσασθαι πάντα τα θαυμάσιά σου. ου μη ασθενήσω. ο Θεός. 18 ίδε την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου και άφες πάσας τας αμαρτίας μου. ότι υπέμεινά σε. 6 νίψομαι εν αθώοις τας χείράς μου και κυκλώσω το θυσιαστήριόν σου. και πείρασόν με. 2 δοκίμασόν με. 11 εγώ δε εν ακακία μου επορεύθην· λύτρωσαί με και ελέησόν με. ότι επληθύνθησαν και μίσος άδικον εμίσησάν με. Κύριε. πύρωσον τους νεφρούς μου και την καρδίαν μου. 8 Κύριε. ότι αυτός εκσπάσει εκ παγίδος τους πόδας μου. Κύριε. ΚΣΤ (ΚΖ) 26. Κύριε. ΚΡΙΝΟΝ με. 20 φύλαξον την ψυχήν μου και ρύσαί με· μη καταισχυνθείην. ότι ήλπισα επί σε. 2 εν τω εγγίζειν επ ‘ εμέ κακούντας του φαγείν τας σάρκας μου. 21 άκακοι και ευθείς εκολλώντό μοι. Του Δαυϊδ. Κύριε. ότι εγώ εν ακακία μου επορεύθην και επί τω Κυρίω ελπίζων. 15 οι οφθαλμοί μου δια παντός προς τον Κύριον. 3 ότι το έλεός σου κατέναντι των οφθαλμών μου εστι. 9 μη συναπολέσης μετά ασεβών την ψυχήν μου και μετά ανδρών αιμάτων την ζωήν μου. η δεξιά αυτών επλήσθη δώρων. Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου· από τίνος δειλιάσω. ΚΥΡΙΟΣ φωτισμός μου και σωτήρ μου· τίνα φοβηθήσομαι. 4 ουκ εκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος και μετά παρανομούντων ου μη εισέλθω· 5 εμίσησα εκκλησίαν πονηρευομένων και μετά ασεβών ου μη καθίσω. και ευηρέστησα εν τη αληθεία σου. 22 λύτρωσαι. τον Ισραήλ εκ πασών των θλίψεων αυτού. 19 ίδε τους εχθρούς μου. 3 εάν παρατάξηται επ ‘ εμέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1058 . 16 επίβλεψον επ ‘ εμέ και ελέησόν με. και η διαθήκη αυτού δηλώσει αυτοίς. ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου σου και τόπον σκηνώματος δόξης σου. ΚΕ (ΚΣΤ) 25. οι θλίβοντές με και οι εχθροί μου.

5 ότι έκρυψέ με εν σκηνή αυτού εν ημέρα κακών μου. ΠΡΟΣ σε. μη παρασιωπήσης απ ‘ εμού. της φωνής μου. Κύριε. ΚΖ (ΚΗ) 27. του θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου και επισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιον αυτού. Κύριε. εκέκραξα. Κύριε. εν τω αίρειν με χείράς μου προς ναόν άγιόν σου. και εβοηθήθην. κακά δε εν ταις καρδίαις αυτών. 11 νομοθέτησόν με. μήποτε παρασιωπήσης απ ‘ εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. 10 ότι ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με. μη αποσκορακίσης με και μη εγκαταλίπης με. 4 δος αυτοίς. ου φοβηθήσεται η καρδία μου· εάν επαναστη επ ‘ εμέ πόλεμος. 5 ότι ου συνήκαν εις τα έργα Κυρίου και εις τα έργα των χειρών αυτού· καθελείς αυτούς και ου μη οικοδομήσεις αυτούς. ζητήσω. κατά τα έργα αυτών και κατά την πονηρίαν των επιτηδευμάτων αυτών· κατά τα έργα των χειρών αυτών δος αυτοίς. άσομαι και ψαλώ τω Κυρίω. ο Θεός μου. και υπόμεινον τον Κύριον. ταύτην εκζητήσω· του κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου. 3 μη συνελκύσης μετά αμαρτωλών την ψυχήν μου και μετά εργαζομένων αδικίαν μη συναπολέσης με των λαλούντων ειρήνην μετά των πλησίον αυτών. ο σωτήρ μου. ο δε Κύριος προσελάβετό με. 12 μη παραδως με εις ψυχάς θλιβόντων με. Του Δαυϊδ. 7 εισάκουσον. ο Θεός. και κραταιούσθω η καρδία σου. Κύριε. ότι εισήκουσε της φωνής της δεήσεώς μου. 6 ευλογητός Κύριος. 8 σοί είπεν η καρδία μου· εξεζήτησέ σε το πρόσωπόν μου· το πρόσωπόν σου. 9 μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού και μη εκκλίνης εν οργή από του δούλου σου· βοηθός μου γενού. εν τη οδω σου και οδήγησόν με εν τρίβω ευθεία ένεκα των εχθρών μου. 2 εισάκουσον της φωνής της δεήσεώς μου εν τω δέεσθαί με προς σε. 6 και νυν ιδού ύψωσε κεφαλήν μου επ ‘ εχθρούς μου· εκύκλωσα και έθυσα εν τη σκηνή αυτού θυσίαν αλαλαγμού. ης εκέκραξα· ελέησόν με και εισάκουσόν μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1059 . εν ταύτη εγώ ελπίζω. απόδος το ανταπόδομα αυτών αυτοίς. 14 υπόμεινον τον Κύριον· ανδρίζου. 4 μίαν ητησάμην παρά Κυρίου. 7 Κύριος βοηθός μου και υπερασπιστής μου· επ ‘ αυτω ήλπισεν η καρδία μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεμβολή. Κύριε. και εψεύσατο η αδικία εαυτη. ότι επανέστησάν μοι μάρτυρες άδικοι. εν πέτρα ύψωσέ με. 13 πιστεύω του ιδείν τα αγαθά Κυρίου εν γη ζώντων. εσκέπασέ με εν αποκρύφω της σκηνής αυτού.

ΕΝΕΓΚΑΤΕ τω Κυρίω. Κύριε. 8 Κύριε. 9 σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου και ποίμανον αυτούς και έπαρον αυτούς έως του αιώνος. και καθιείται Κύριος βασιλεύς εις τον αιώνα. 5 ψάλατε τω Κυρίω. 7 εγώ δε είπα εν τη ευθηνία μου· ου μη σαλευθώ εις τον αιώνα. 7 φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός. ότι υπέλαβές με και ουκ εύφρανας τους εχθρούς μου επ ‘ εμέ. ανήγαγες εξ άδου την ψυχήν μου. 3 φωνή Κυρίου επί των υδάτων. 2 ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν ονόματι αυτού. ο Θεός της δόξης εβρόντησε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ανέθαλεν η σάρξ μου· και εκ θελήματός μου εξομολογήσομαι αυτω. και συντρίψει Κύριος τας κέδρους του Λιβάνου 6 και λεπτυνεί αυτάς ως τον μόσχον τον Λίβανον. ενέγκατε τω Κυρίω υιούς κριών. εκέκραξα προς σε. 5 φωνή Κυρίου συντρίβοντος κέδρους. και αποκαλύψει δρυμούς· και εν τω ναω αυτού πας τις λέγει δόξαν. Ψαλμός τω Δαυϊδ· εξοδίου σκηνής. 11 Κύριος ισχύν τω λαω αυτού δώσει. Κύριε. ΚΘ (Λ) 29. 8 Κύριος κραταίωμα του λαού αυτού και υπερασπιστής των σωτηρίων του χριστού αυτού εστι. και ζωή εν τω θελήματι αυτού· το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωϊ αγαλλίασις. και εξομολογείσθε τη μνήμη της αγιωσύνης αυτού· 6 ότι οργή εν τω θυμω αυτού. ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν και τιμήν. 8 φωνή Κυρίου συσσείοντος έρημον και συσσείσει Κύριος την έρημον Κάδης. οι όσιοι αυτού. 10 Κύριος τον κατακλυσμόν κατοικιεί. και ιάσω με· 4 Κύριε. Κύριος ευλογήσει τον λαόν αυτού εν ειρήνη. φωνή Κυρίου εν μεγαλοπρεπεία. κεκράξομαι. και προς τον Θεόν μου δεηθήσομαι. εν τω θελήματί σου παρέσχου τω κάλλει μου δύναμιν· απέστρεψας δε το πρόσωπόν σου και εγενήθην τεταραγμένος. 10 τις ωφέλεια εν τω αίματί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1060 . Κύριος επί υδάτων πολλών. υιοί Θεού. 2 ΥΨΩΣΩ σε. και ο ηγαπημένος ως υιος μονοκερώτων. ΚΗ (ΚΘ) 28. έσωσάς με από των καταβαινόντων εις λάκκον. 4 φωνή Κυρίου εν ισχύϊ. προσκυνήσατε τω Κυρίω εν αυλή αγία αυτού. 9 προς σε. Εις το τέλος· ψαλμός ωδής του εγκαινισμού του οίκου· Δαυϊδ. 9 φωνή Κυρίου καταρτιζομένη ελάφους. 3 Κύριε ο Θεός μου.

16 εν ταις χερσί σου οι κλήροί μου [Αλλη γραφή· οι καιροί μου. και τα οστά μου εταράχθησαν. 7 εμίσησας τους διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενής· εγώ δε επί τω Κυρίω ήλπισα. 15 εγώ δε επί σοί ήλπισα. 6 εις χείράς σου παραθήσομαι το πνεύμά μου· ελυτρώσω με. 8 αγαλλιάσομαι και ευφρανθήσομαι επί τω ελέει σου. 4 ότι κραταίωμά μου και καταφυγή μου ει συ και ένεκεν του ονόματός σου οδηγήσεις με και διαθρέψεις με· 5 εξάξεις με εκ παγίδος ταύτης. Κύριε. Κύριε. μη εξομολογήσεταί σοι Χους ή αναγγελεί την αλήθειάν σου. ότι συ ει ο υπερασπιστής μου. η ψυχή μου και η γαστήρ μου. και φόβος τοις γνωστοίς μου· οι θεωρούντες με έξω έφυγον απ ‘ εμού. ης έκρυψάν μοι. Λ (ΛΑ) 30. έσωσας εκ των αναγκών την ψυχήν μου 9 και ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών. 11 ήκουσε Κύριος. σώσόν με εν τω ελέει σου. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ· εκστάσεως. 18 Κύριε. 14 ότι ήκουσα ψόγον πολλών παροικούντων κυκλόθεν· εν τω επισυναχθήναι αυτούς άμα επ ‘ εμέ του λαβείν την ψυχήν μου εβουλεύσαντο. Κύριος εγενήθη βοηθός μου. 13 επελήσθην ωσεί νεκρός από καρδίας. μη καταισχυνθείην εις τον αιώνα· εν τη δικαιοσύνη σου ρύσαί με και εξελού με. τάχυνον του εξελέσθαι με· γενού μοι εις Θεόν υπερασπιστήν και εις οίκον καταφυγής του σώσαί με. εις τον αιώνα εξομολογήσομαί σοι. Κύριε. μη καταισχυνθείην. 17 επίφανον το πρόσωπόν σου επί τον δούλόν σου. 12 έστρεψας τον κοπετόν μου εις χαράν εμοί. ότι επεκαλεσάμην σε· αισχυνθείησαν οι ασεβείς και καταχθείησαν εις άδου. και ηλέησέ με. 11 ότι εξέλιπεν εν οδύνη η ζωή μου και τα έτη μου εν στεναγμοίς· ησθένησεν εν πτωχεία η ισχύς μου. 2 ΕΠΙ σοί. ότι θλίβομαι· εταράχθη εν θυμω ο οφθαλμός μου. εγενήθην ωσεί σκεύος απολωλός. είπα· συ ει ο Θεός μου.]· ρύσαί με εκ χειρός εχθρών μου και εκ των καταδιωκόντων με. Κύριε ο Θεός μου. 12 παρά πάντας τους εχθρούς μου εγενήθην όνειδος και τοις γείτοσί μου σφόδρα. 3 κλίνον προς με το ους σου. 13 όπως αν ψάλη σοι η δόξα μου και ου μη κατανυγώ. 10 ελέησόν με. διέρρηξας τον σάκκον μου και περιέζωσάς με ευφροσύνην. Κύριε ο Θεός της αληθείας. έστησας εν ευρυχώρω τους πόδας μου. Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μου εν τω καταβαίνειν με εις διαφθοράν. ήλπισα. 19 άλαλα γενηθήτω τα χείλη τα δόλια τα λαλούντα κατά του δικαίου ανομίαν εν υπερηφανία και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1061 . ότι επείδες την ταπείνωσίν μου.

(διάψαλμα). 10 πολλαί αι μάστιγες του αμαρτωλού. Τω Δαυϊδ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1062 . πάντες οι ευθείς τη καρδία. 5 την αμαρτίαν μου εγνώρισα και την ανομίαν μου ουκ εκάλυψα· είπα· εξαγορεύσω κατ ‘ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω· και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου. εστράφην εις ταλαιπωρίαν εν τω εμπαγήναί μοι άκανθαν. σκεπάσεις αυτούς εν σκηνή από αντιλογίας γλωσσών. και κραταιούσθω η καρδία υμών. ΜΑΚΑΡΙΟΙ ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι· 2 μακάριος ανήρ. 21 κατακρύψεις αυτούς εν αποκρύφω του προσώπου σου από ταραχής ανθρώπων. 6 υπέρ ταύτης προσεύξεται προς σε πας όσιος εν καιρω ευθέτω· πλήν εν κατακλυσμω υδάτων πολλών προς αυτόν ουκ εγγιούσι. 20 ως πολύ το πλήθος της χρηστότητός σου. 23 εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου· απέρριμμαι από προσώπου των οφθαλμών σου. Τω Δαυϊδ· συνέσεως. 24 αγαπήσατε τον Κύριον πάντες οι όσιοι αυτού. δια τούτο εισήκουσας της φωνής της δεήσεώς μου εν τω κεκραγέναι με προς σε. πάντες οι ελπίζοντες επί Κύριον. ότι αληθείας εκζητεί Κύριος και ανταποδίδωσι τοις περισσώς ποιούσιν υπερηφανίαν. εξειργάσω τοις ελπίζουσιν επί σε εναντίον των υιών των ανθρώπων. 11 ευφράνθητε επί Κύριον και αγαλλιάσθε. ΛΑ (ΛΒ) 31. Κύριε. (διάψαλμα). ΛΒ (ΛΓ) 32. ή πορεύση. εν κημω και χαλινω τας σιαγόνας αυτών άγξαις των μη εγγιζόντων προς σε. ότι εθαυμάστωσε το έλεος αυτού εν πόλει περιοχής. 3 ότι εσίγησα. 9 μη γίνεσθε ως ίππος και ημίονος. οίς ουκ έστι σύνεσις. (διάψαλμα). ουδέ εστιν εν τω στόματι αυτού δόλος. δίκαιοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξουδενώσει. ω ου μη λογίσηται Κύριος αμαρτίαν. 7 συ μου ει καταφυγή από θλίψεως της περιεχούσης με· το αγαλλίαμά μου. 25 ανδρίζεσθε. και καυχάσθε. τον δε ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει. λύτρωσαί με από των κυκλωσάντων με. 22 ευλογητός Κύριος. επαλαιώθη τα οστά μου από του κράζειν με όλην την ημέραν· 4 ότι ημέρας και νυκτός εβαρύνθη επ ‘ εμέ η χείρ σου. επιστηριώ επί σε τους οφθαλμούς μου. ης έκρυψας τοις φοβουμένοις σε. 8 συνετιώ σε και συμβιβώ σε εν οδω ταύτη.

απ ‘ αυτού δε σαλευθήτωσαν πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην· 9 ότι αυτός είπε και εγενήθησαν. Τω Δαυϊδ. και εν τω ονόματι τω αγίω αυτού ηλπίσαμεν. 8 φοβηθήτω τον Κύριον πάσα η γη. λαός. και πάντα τα έργα αυτού εν πίστει· 5 αγαπά ελεημοσύνην και κρίσιν. λογισμοί της καρδίας αυτού εις γενεάν και γενεάν. 17 ψευδής ίππος εις σωτηρίαν. ου εστι Κύριος ο Θεός αυτού. 4 ότι ευθής ο λόγος του Κυρίου. 10 Κύριος διασκεδάζει βουλάς εθνών. 16 ου σώζεται βασιλεύς δια πολλήν δύναμιν. και γίγας ου σωθήσεται εν πλήθει ισχύος αυτού. 3 εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή μου· ακουσάτωσαν πραείς. 5 εξεζήτησα τον Κύριον. ο συνιείς πάντα τα έργα αυτών. του ελέους Κυρίου πλήρης η γη. εν ψαλτηρίω δεκαχόρδω ψάλατε αυτω. εν Κυρίω· τοις ευθέσι πρέπει αίνεσις. αθετεί δε λογισμούς λαών και αθετεί βουλάς αρχόντων· 11 η δε βουλή του Κυρίου εις τον αιώνα μένει. 15 ο πλάσας κατά μόνας τας καρδίας αυτών. ΛΓ (ΛΔ) 33. 2 εξομολογείσθε τω Κυρίω εν κιθάρα. ότι βοηθός και υπερασπιστής ημών εστιν· 21 ότι εν αυτω ευφρανθήσεται η καρδία ημών. καλώς ψάλατε αυτω εν αλαλαγμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ. 18 ιδού οι οφθαλμοί Κυρίου επί τους φοβουμένους αυτόν τους ελπίζοντας επί το έλεος αυτού. ον εξελέξατο εις κληρονομίαν εαυτω. 13 εξ ουρανού επέβλεψεν ο Κύριος. 4 μεγαλύνατε τον Κύριον συν εμοί. αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν. 6 τω λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών· 7 συνάγων ωσεί ασκόν ύδατα θαλάσσης. και ευφρανθήτωσαν. 12 μακάριον το έθνος. Κύριε. και απήλθεν. 3 άσατε αυτω άσμα καινόν. 22 γένοιτο. 19 ρύσασθαι εκ θανάτου τας ψυχάς αυτών και διαθρέψαι αυτούς εν λιμω. 20 η ψυχή ημών υπομενεί τω Κυρίω. δίκαιοι. είδε πάντας τους υιούς των ανθρώπων· 14 εξ ετοίμου κατοικητηρίου αυτού επέβλεψεν επί πάντας τους κατοικούντας την γην. 6 προσέλθετε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1063 . καθάπερ ηλπίσαμεν επί σε. τιθείς εν θησαυροίς αβύσσους. οπότε ηλλοίωσε το πρόσωπον αυτού εναντίον Αβιμέλεχ. 2 ΕΥΛΟΓΗΣΩ τον Κύριον εν παντί καιρω. εν δε πλήθει δυνάμεως αυτού ου σωθήσεται. το έλεός σου εφ ‘ ημάς. και υψώσωμεν το όνομα αυτού επί το αυτό. και απέλυσεν αυτόν. δια παντός η αίνεσις αυτού εν τω στόματί μου. και επήκουσέ μου και εκ πασών των θλίψεών μου ερρύσατό με.

4 αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου. και εκ πασών των θλίψεων αυτών ερρύσατο αυτούς. 11 πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν. 8 ελθέτω αυτω παγίς. τους αδικούντάς με. οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού. και εκ πασών αυτών ρύσεται αυτούς ο Κύριος· 21 φυλάσσει Κύριος πάντα τα οστά αυτών. 18 εκέκραξαν οι δίκαιοι. και άγγελος Κυρίου καταδιώκων αυτούς· 7 ότι δωρεάν έκρυψάν μοι διαφθοράν παγίδος αυτών. 13 τις εστιν άνθρωπος ο θέλων ζωήν. αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω και καταισχυνθήτωσαν οι λογιζόμενοί μοι κακά. και άγγελος Κυρίου εκθλίβων αυτούς· 6 γενηθήτω η οδός αυτών σκότος και ολίσθημα. Τω Δαυϊδ. 3 έκχεον ρομφαίαν και σύγκλεισον εξ εναντίας των καταδιωκόντων με· είπον τη ψυχή μου· Σωτηρία σου ειμι εγώ. μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου. 10 φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού. και οι μισούντες τον δίκαιον πλημμελήσουσι. (διάψαλμα). Κύριε. ζήτησον ειρήνην και δίωξον αυτήν. 8 παρεμβαλεί άγγελος Κυρίου κύκλω των φοβουμένων αυτόν και ρύσεται αυτούς. 17 πρόσωπον δε Κυρίου επί ποιούντας κακά του εξολοθρεύσαι εκ γης το μνημόσυνον αυτών. ακούσατέ μου· φόβον Κυρίου διδάξω υμάς. 16 οφθαλμοί Κυρίου επί δικαίους. 5 γενηθήτωσαν ωσεί χνούς κατά πρόσωπον ανέμου. 7 ούτος ο πτωχός εκέκραξε και ο Κύριος εισήκουσεν αυτού και εκ πασών των θλίψεων αυτού έσωσεν αυτόν. και τα πρόσωπα υμών ου μη καταισχυνθή. ΔΙΚΑΣΟΝ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς αυτόν και φωτίσθητε. αγαπών ημέρας ιδείν αγαθάς. 23 λυτρώσεται Κύριος ψυχάς δούλων αυτού. 20 πολλαί αι θλίψεις των δικαίων. ότι ουκ έστιν υστέρημα τοις φοβουμένοις αυτόν. και ώτα αυτού εις δέησιν αυτών. πολέμησον τους πολεμούντάς με. 19 εγγύς Κύριος τοις συντετριμμένοις την καρδίαν και τους ταπεινούς τω πνεύματι σώσει. 12 δεύτε. τέκνα. 14 παύσον την γλώσσάν σου από κακού και χείλη σου του μη λαλήσαι δόλον. 15 έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν. 22 θάνατος αμαρτωλών πονηρός. εν εξ αυτών ου συντριβήσεται. ην ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1064 . και ου μη πλημμελήσουσι πάντες οι ελπίζοντες επ ‘ αυτόν. και ο Κύριος εισήκουσεν αυτών. ος ελπίζει επ ‘ αυτόν. 2 επιλαβού όπλου και θυρεού και ανάστηθι εις την βοήθειάν μου. 9 γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος· μακάριος ανήρ. ΛΔ (ΛΕ) 34.

24 κρίνόν με. και ουκ έγνων. 22 είδες. 15 και κατ ‘ εμού ευφράνθησαν και συνήχθησαν. οι μισούντες με δωρεάν και διανεύοντες οφθαλμοίς. συνήχθησαν επ ‘ εμέ μάστιγες. 17 Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γινώσκει. είδον οι οφθαλμοί ημών. 21 και επλάτυναν επ ‘ εμέ το στόμα αυτών. τις όμοιός σοι. αποκατάστησον την ψυχήν μου από της κακουργίας αυτών. πότε επόψη. είπαν· εύγε. μη παρασιωπήσης. 20 ότι εμοί μεν ειρηνικά ελάλουν και επ ‘ οργήν δόλους διελογίζοντο. και η προσευχή μου εις κόλπον μου αποστραφήσεται. ΛΕ (ΛΣΤ) 35. όλην την ημέραν τον έπαινόν σου. εις την δίκην μου. τερφθήσεται επί τω σωτηρίω αυτού. και πρόσχες τη κρίσει μου. Κύριε. 2 ΦΗΣΙΝ ο παράνομος του αμαρτάνειν εν εαυτω. και μη επιχαρείησάν μοι. 13 εγώ δε εν τω αυτούς παρενοχλείν μοι ενεδυόμην σάκκον και εταπείνουν εν νηστεία την ψυχήν μου. εν λαω βαρεί αινέσω σε. 25 μη είποισαν εν καρδίαις αυτών· εύγε. ην έκρυψε. και εν τη παγίδι πεσείται εν αυτη. οι θέλοντες την ειρήνην του δούλου αυτού. από λεόντων την μονογενή μου. Κύριε. 14 ως πλησίον. συλλαβέτω αυτόν. Εις το τέλος· τω δούλω Κυρίου τω Δαυϊδ. έβρυξαν επ' εμέ τους οδόντας αυτών. εύγε τη ψυχή ημών· μηδέ είποιεν· Κατεπίομεν αυτόν. 16 επείρασάν με. ούτως εταπεινούμην. διεσχίσθησαν και ου κατενύγησαν. 26 αισχυνθείησαν και εντραπείησαν άμα οι επιχαίροντες τοις κακοίς μου. 27 αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν οι θέλοντες την δικαιοσύνην μου και ειπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ο Κύριος. ρυόμενος πτωχόν εκ χειρός στερεωτέρων αυτού και πτωχόν και πένητα από των διαρπαζόντων αυτόν. Κύριε. α ουκ εγίνωσκον. και η θήρα. 18 εξομολογήσομαί σοι εν εκκλησία πολλή. 28 και η γλώσσά μου μελετήσει την δικαιοσύνην σου. ενδυσάσθωσαν αισχύνην και εντροπήν οι μεγαλορρημονούντες επ ‘ εμέ. 12 ανταπεδίδοσάν μοι πονηρά αντί αγαθών και ατεκνίαν τη ψυχή μου. μη αποστης απ ‘ εμού· 23 εξεγέρθητι. Κύριε. εξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμω. Κύριε ο Θεός μου. 19 μη επιχαρείησάν μοι οι εχθραίνοντές μοι αδίκως. εύγε. κατά την δικαιοσύνην σου. 11 αναστάντες μοι μάρτυρες άδικοι. ο Θεός μου και ο Κύριός μου. ως αδελφω ημετέρω ούτως ευηρέστουν· ως πενθών και σκυθρωπάζων. επηρώτων με. 10 πάντα τα οστά μου ερούσι· Κύριε. 9 η δε ψυχή μου αγαλλιάσεται επί τω Κυρίω. ουκ έστι φόβος Θεού απέναντι των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1065 .

εν τω φωτί σου οψόμεθα φως. 10 και έτι ολίγον και ου μη υπάρξη ο αμαρτωλός. ουκ ηβουλήθη συνιέναι του αγαθύναι· 5 ανομίαν διελογίσατο επί της κοίτης αυτού. 4 τα ρήματα του στόματος αυτού ανομία και δόλος. 3 έλπισον επί Κύριον και ποίει χρηστότητα και κατασκήνου την γην. Τω Δαυϊδ. εξώσθησαν και ου μη δύνωνται στήναι. 9 μεθυσθήσονται από πιότητος οίκου σου. οι δε υπομένοντες τον Κύριον αυτοί κληρονομήσουσι γην. 11 παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε και την δικαιοσύνην σου τοις ευθέσι τη καρδία. Κύριε. και τον χειμάρρουν της τρυφής σου ποτιείς αυτούς· 10 ότι παρά σοί πηγή ζωής. 12 μη ελθέτω μοι πούς υπερηφανίας. εν τω ουρανω το έλεός σου. και χείρ αμαρτωλού μη σαλεύσαι με. και ου μη εύρης· 11 οι δε πραείς κληρονομήσουσι γην και κατατρυφήσουσιν επί πλήθει ειρήνης. και δώσει σοι τα αιτήματα της καρδίας σου. 4 κατατρύφησον του Κυρίου. ΛΣΤ (ΛΖ) 36. ενέτειναν τόξον αυτών του καταβαλείν πτωχόν και πένητα. και ποιμανθήση επί τω πλούτω αυτής. 8 ως επλήθυνας το έλεός σου. τα κρίματά σου ωσεί άβυσσος πολλή· ανθρώπους και κτήνη σώσεις. 6 Κύριε. 13 εκεί έπεσον πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. μη παραζήλου ωστε πονηρεύεσθαι· 9 ότι οι πονηρευόμενοι εξολοθρευθήσονται. και η αλήθειά σου έως των νεφελών· 7 η δικαιοσύνη σου ως όρη Θεού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οφθαλμών αυτού· 3 ότι εδόλωσεν ενώπιον αυτού του ευρείν την ανομίαν αυτού και μισήσαι. 8 παύσαι από οργής και εγκατάλιπε θυμόν. 12 παρατηρήσεται ο αμαρτωλός τον δίκαιον και βρύξει επ ‘ αυτόν τους οδόντας αυτού· 13 ο δε Κύριος εκγελάσεται αυτόν. κακία δε ου προσώχθισε. παρέστη πάση οδω ουκ αγαθή. ότι προβλέπει ότι ήξει η ημέρα αυτού. και αυτός ποιήσει 6 και εξοίσει ως φως την δικαιοσύνην σου και το κρίμά σου ως μεσημβρίαν. ο Θεός· οι δε υιοί των ανθρώπων εν σκέπη των πτερύγων σου ελπιούσι. 14 ρομφαίαν εσπάσαντο οι αμαρτωλοί. ΜΗ ΠΑΡΑΖΗΛΟΥ εν πονηρευομένοις μηδέ ζήλου τους ποιούντας την ανομίαν· 2 ότι ωσεί χόρτος ταχύ αποξηρανθήσονται και ωσεί λάχανα χλόης ταχύ αποπεσούνται. 5 αποκάλυψον προς Κύριον την οδόν σου και έλπισον επ ‘ αυτόν. και ζητήσεις τον τόπον αυτού. 7 υποτάγηθι τω Κυρίω και ικέτευσον αυτόν· μη παραζήλου εν τω κατευοδουμένω εν τη οδω αυτού εν ανθρώπω ποιούντι παρανομίαν. του σφάξαι τους ευθείς τη καρδία· 15 η ρομφαία αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1066 .

οι δε εχθροί του Κυρίου άμα τω δοξασθήναι αυτούς και υψωθήναι εκλείποντες ωσεί καπνός εξέλιπον. 34 υπόμεινον τον Κύριον και φύλαξον την οδόν αυτού. ο δε δίκαιος οικτείρει και δίδωσιν· 22 ότι οι ευλογούντες αυτόν κληρονομήσουσι γην. ουδέ μη καταδικάσηται αυτόν. 40 και βοηθήσει αυτοίς Κύριος και ρύσεται αυτούς και εξελείται αυτούς εξ αμαρτωλών και σώσει αυτούς. τα εγκαταλείμματα των ασεβών εξολοθρευθήσονται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1067 . και ιδού ουκ ην. και υπερασπιστής αυτών εστιν εν καιρω θλίψεως. 37 φύλασσε ακακίαν και ίδε ευθύτητα. 29 δίκαιοι δε κληρονομήσουσι γην και κατασκηνώσουσιν εις αιώνα αιώνος επ ‘ αυτής. υποστηρίζει δε δικαίους ο Κύριος. όταν κρίνηται αυτω. 35 είδον τον ασεβή υπερυψούμενον και επαιρόμενον ως τας κέδρους του Λιβάνου· 36 και παρήλθον. και η κληρονομία αυτών εις τον αιώνα έσται· 19 ου καταισχυνθήσονται εν καιρω πονηρω και εν ημέραις λιμού χορτασθήσονται. εις τον αιώνα φυλαχθήσονται· άνομοι δε εκδιωχθήσονται. και εζήτησα αυτόν. οι δε καταρώμενοι αυτόν εξολοθρευθήσονται. 31 ο νόμος του Θεού αυτού εν καρδία αυτού. και το σπέρμα αυτού εις ευλογίαν έσται. και σπέρμα ασεβών εξολοθρευθήσεται. και την οδόν αυτού θελήσει σφό δρα· 24 όταν πέση. 16 κρείσσον ολίγον τω δικαίω υπέρ πλούτον αμαρτωλών πολύν· 17 ότι βραχίονες αμαρτωλών συντριβήσονται. 27 έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν και κατασκήνου εις αιώνα αιώνος· 28 ότι Κύριος αγαπά κρίσιν και ουκ εγκαταλείψει τους οσίους αυτού. 30 στόμα δικαίου μελετήσει σοφίαν. ότι εστίν εγκατάλειμμα ανθρώπω ειρηνικω· 38 οι δε παράνομοι εξολοθρευθήσονται επί το αυτό. 39 σωτηρία δε των δικαίων παρά Κυρίου. 33 ο δε Κύριος ου μη εγκαταλίπη αυτόν εις τας χείρας αυτού. και ουχ υποσκελισθήσεται τα διαβήματα αυτού. 23 παρά Κυρίου τα διαβήματα ανθρώπου κατευθύνεται. ουδέ το σπέρμα αυτού ζητούν άρτους· 26 όλην την ημέραν ελεεί και δανείζει ο δίκαιος. 18 γινώσκει Κύριος τας οδούς των αμώμων. και υψώσει σε του κατακληρονομήσαι γην· εν τω εξολοθρεύεσθαι αμαρτωλούς όψει. ότι ήλπισαν επ ‘ αυτόν. ου καταρραχθήσεται. 25 νεώτερος εγενόμην και γαρ εγήρασα και ουκ είδον δίκαιον εγκαταλελειμμένον. 21 δανείζεται ο αμαρτωλός και ουκ αποτίσει. και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού. 20 ότι οι αμαρτωλοί απολούνται. ότι Κύριος αντιστηρίζει χείρα αυτού. 32 κατανοεί ο αμαρτωλός τον δίκαιον και ζητεί του θανατώσαι αυτόν. και η γλώσσα αυτού λαλήσει κρίσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισέλθοι εις τας καρδίας αυτών και τα τόξα αυτών συντριβείη.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΖ (ΛΗ) 37. Ψαλμός τω Δαυϊδ· εις ανάμνησιν περί του σαββάτου.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

2 ΚΥΡΙΕ, μη τω θυμω σου ελέγξης με, μηδέ τη οργή σου παιδεύσης με. 3 ότι τα βέλη σου ενεπάγησάν μοι, και επεστήριξας επ ‘ εμέ την χείρά σου· 4 ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου από προσώπου της οργής σου, ουκ έστιν ειρήνη εν τοις οστέοις μου από προσώπου των αμαρτιών μου. 5 ότι αι ανομίαι μου υπερήραν την κεφαλήν μου, ωσεί φορτίον βαρύ εβαρύνθησαν επ ‘ εμέ. 6 προσώζεσαν και εσάπησαν οι μώλωπές μου από προσώπου της αφροσύνης μου· 7 εταλαιπώρησα και κατεκάμφθην έως τέλους, όλην την ημέραν σκυθρωπάζων επορευόμην. 8 ότι αι ψόαι μου επλήσθησαν εμπαιγμάτων, και ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου· 9 εκακώθην και εταπεινώθην έως σφόδρα, ωρυόμην από στεναγμού της καρδίας μου. 10 Κύριε, εναντίον σου πάσα η επιθυμία μου, και ο στεναγμός μου από σου ουκ απεκρύβη. 11 η καρδία μου εταράχθη, εγκατέλιπέ με η ισχύς μου, και το φως των οφθαλμών μου, και αυτό ουκ έστι μετ ‘ εμού. 12 οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξ εναντίας μου ήγγισαν και έστησαν, και οι έγγιστά μου από μακρόθεν έστησαν· 13 και εξεβιάζοντο οι ζητούντες την ψυχήν μου, και οι ζητούντες τα κακά μοι ελάλησαν ματαιότητας, και δολιότητας όλην την ημέραν εμελέτησαν. 14 εγώ δε ωσεί κωφός ουκ ήκουον και ωσεί άλαλος ουκ ανοίγων το στόμα αυτού· 15 και εγενόμην ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς. 16 ότι επί σοί, Κύριε, ήλπισα· συ εικακούση, Κύριε ο Θεός μου. 17 ότι είπα· μήποτε επιχαρώσί μοι οι εχθροί μου· και εν τω σαλευθήναι πόδας μου επ ‘ εμέ εμεγαλορρημόνησαν. 18 ότι εγώ εις μάστιγας έτοιμος, και η αλγηδών μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός. 19 ότι την ανομίαν μου εγώ αναγγελώ και μεριμνήσω υπέρ της αμαρτίας μου. 20 οι δε εχθροί μου ζώσι και κεκραταίωνται υπέρ εμέ, και επληθύνθησαν οι μισούντές με αδίκως· 21 οι ανταποδιδόντες μοι κακά αντί αγαθών ενδιέβαλλόν με, επεί κατεδίωκον αγαθωσύνην. 22 μη εγκαταλίπης με, Κύριε· ο Θεός μου, μη αποστης απ ‘ εμού· 23 πρόσχες εις την βοήθειάν μου, Κύριε της σωτηρίας μου.

ΛΗ (ΛΘ) 38. Εις το τέλος, τω Ιδιθούν· ωδή τω Δαυϊδ. 2 ΕΙΠΑ· φυλάξω τας οδούς μου του μη αμαρτάνειν με εν γλώσση μου· εθέμην τω στόματί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1068

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μου φυλακήν εν τω συστήναι τον αμαρτωλόν εναντίον μου. 3 εκωφώθην και εταπεινώθην και εσίγησα εξ αγαθών, και το άλγημά μου ανεκαινίσθη. 4 εθερμάνθη η καρδία μου εντός μου, και εν τη μελέτη μου εκκαυθήσεται πυρ. ελάλησα εν γλώσση μου· 5 γνώρισόν μοι, Κύριε, το πέρας μου και τον αριθμόν των ημερών μου, τις εστιν, ίνα γνώ τι υστερώ εγώ. 6 ιδού παλαιστάς έθου τας ημέρας μου, και η υπόστασίς μου ωσεί ουθέν ενώπιόν σου· πλήν τα σύμπαντα ματαιότης, πας άνθρωπος ζων. (διάψαλμα). 7 μέντοιγε εν εικόνι διαπορεύεται άνθρωπος, πλήν μάτην ταράσσεται· θησαυρίζει και ου γινώσκει τίνι συνάξει αυτά. 8 και νυν τις η υπομονή μου; ουχί ο Κύριος; και η υπόστασίς μου παρά σοί εστιν. 9 από πασών των ανομιών μου ρύσαί με, όνειδος άφρονι έδωκάς με. 10 εκωφώθην και ουκ ήνοιξα το στόμα μου, ότι συ εποίησας. 11 απόστησον απ ‘ εμού τας μάστιγάς σου· από γαρ της ισχύος της χειρός σου εγώ εξέλιπον. 12 εν ελεγμοίς υπέρ ανομίας επαίδευσας άνθρωπον και εξέτηξας ως αράχνην την ψυχήν αυτού· πλήν μάτην ταράσσεται πας άνθρωπος. (διάψαλμα). 13 εισάκουσον της προσευχής μου, Κύριε, και της δεήσεώς μου, ενώτισαι των δακρύων μου· μη παρασιωπήσης, ότι πάροικος εγώ ειμι παρά σοί και παρεπίδημος καθώς πάντες οι πατέρες μου. 14 άνες μοι, ίνα αναψύξω προ του με απελθείν και ουκέτι μη υπάρξω.

ΛΘ (Μ) 39. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 ΥΠΟΜΕΝΩΝ υπέμεινα τον Κύριον, και προσέσχε μοι και εισήκουσε της δεήσεώς μου 3 και ανήγαγέ με εκ λάκκου ταλαιπωρίας και από πηλού ιλύος και έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου και κατηύθυνε τα διαβήματά μου 4 και ενέβαλεν εις το στόμα μου άσμα καινόν, ύμνον τω Θεω ημών· όψονται πολλοί και φοβηθήσονται και ελπιούσιν επί Κύριον. 5 μακάριος ανήρ, ου εστι το όνομα Κυρίου ελπίς αυτού, και ουκ επέβλεψεν εις ματαιότητας και μανίας ψευδείς. 6 πολλά εποίησας συ, Κύριε ο Θεός μου, τα θαυμάσιά σου, και τοις διαλογισμοίς σου ουκ έστι τις ομοιωθήσεταί σοι· απήγγειλα και ελάλησα, επληθύνθησαν υπέρ αριθμόν. 7 θυσίαν και προσφοράν ουκ ηθέλησας, σώμα δε κατηρτίσω μοι· ολοκαυτώματα και περί αμαρτίας ουκ εζήτησας. 8 τότε είπον· ιδού ήκω, εν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περί εμού· 9 του ποιήσαι το θέλημά σου, ο Θεός μου, εβουλήθην και τον νόμον σου εν μέσω της κοιλίας μου. 10 ευηγγελισάμην δικαιοσύνην εν εκκλησία μεγάλη· ιδού τα χείλη μου ου μη κωλύσω·
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1069

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Κύριε, συ έγνως. 11 την δικαιοσύνην σου ουκ έκρυψα εν τη καρδία μου, την αλήθειάν σου και το σωτήριόν σου είπα, ουκ έκρυψα το έλεός σου και την αλήθειάν σου από συναγωγής πολλής. 12 συ δε, Κύριε, μη μακρύνης τους οικτιρμούς σου απ ‘ εμού· το έλεός σου και η αλήθειά σου διαπαντός αντιλάβοιντό μου. 13 ότι περιέσχον με κακά, ων ουκ έστιν αριθμός, κατέλαβόν με αι ανομίαι μου, και ουκ ηδυνήθην του βλέπειν· επληθύνθησαν υπέρ τας τρίχας της κεφαλής μου, και η καρδία μου εγκατέλιπέ με. 14 ευδόκησον, Κύριε, του ρύσασθαί με· Κύριε, εις το βοηθήσαί μοι πρόσχες. 15 καταισχυνθείησαν και εντραπείησαν άμα οι ζητούντες την ψυχήν μου του εξάραι αυτήν· αποστραφείησαν εις τα οπίσω και καταισχυνθείησαν οι θέλοντές μοι κακά· 16 κομισάσθωσαν παραχρήμα αισχύνην αυτών οι λέγοντές μοι· εύγε, εύγε. 17 αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί σοί πάντες οι ζητούντές σε, Κύριε, και ειπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου. 18 εγώ δε πτωχός ειμι και πένης, Κύριος φροντιεί μου. βοηθός μου και υπερασπιστής μου ει συ· ο Θεός μου, μη χρονίσης.

Μ (ΜΑ) 40. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 ΜΑΚΑΡΙΟΣ ο συνιών επί πτωχόν και πένητα· εν ημέρα πονηρά ρύσεται αυτόν ο Κύριος. 3 Κύριος διαφυλάξαι αυτόν και ζήσαι αυτόν και μακαρίσαι αυτόν εν τη γη και μη παραδω αυτόν εις χείρας εχθρών αυτού. 4 Κύριος βοηθήσαι αυτω επί κλίνης οδύνης αυτού· όλην την κοίτην αυτού έστρεψας εν τη αρρωστία αυτού. 5 εγώ είπα· Κύριε, ελέησόν με, ίασαι την ψυχήν μου, ότι ήμαρτόν σοι. 6 οι εχθροί μου είπαν κακά μοι· πότε αποθανείται, και απολείται το όνομα αυτού; 7 και εισεπορεύετο του ιδείν, μάτην ελάλει· η καρδία αυτού συνήγαγεν ανομίαν εαυτω, εξεπορεύετο έξω και ελάλει επί το αυτό. 8 κατ ‘ εμού εψιθύριζον πάντες οι εχθροί μου, κατ ‘ εμού ελογίζοντο κακά μοι· 9 λόγον παράνομον κατέθεντο κατ ‘ εμού· μη ο κοιμώμενος ουχί προσθήσει του αναστήναι; 10 και γαρ ο άνθρωπος της ειρήνης μου, εφ ‘ ον ήλπισα, ο εσθίων άρτους μου, εμεγάλυνεν επ ‘ εμέ πτερνισμόν. 11 συ δε, Κύριε, ελέησόν με και ανάστησόν με, και ανταποδώσω αυτοίς. 12 εν τούτω έγνων ότι τεθέληκάς με, ότι ου μη επιχαρή ο εχθρός μου επ ‘ εμέ. 13 εμού δε δια την ακακίαν αντελάβου, και εβεβαίωσάς με ενώπιόν σου εις τον αιώνα. 14 ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ από του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1070

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ αιώνος και εις τον αιώνα. γένοιτο, γένοιτο.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΜΑ (ΜΒ) 41. Εις το τέλος· εις σύνεσιν τοις υιοίς Κορέ. 2 ΟΝ ΤΡΟΠΟΝ επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός. 3 εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ζώντα· πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού; 4 εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός εν τω λέγεσθαί μοι καθ ‘ εκάστην ημέραν· που εστιν ο Θεός σου; 5 ταύτα εμνήσθην και εξέχεα επ ‘ εμέ την ψυχήν μου, ότι διελεύσομαι εν τόπω σκηνής θαυμαστής έως του οίκου του Θεού εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως ήχου εορτάζοντος. 6 ινατί περίλυπος ει, η ψυχή μου, και ινατί συνταράσσεις με; έλπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτω· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου. 7 προς εμαυτόν η ψυχή μου εταράχθη· δια τούτο μνησθήσομαί σου εκ γης Ιορδάνου και Ερμωνιείμ, από όρους μικρού. 8 άβυσσος άβυσσον επικαλείται εις φωνήν των καταρρακτών σου, πάντες οι μετεωρισμοί σου και τα κύματά σου επ ‘ εμέ διήλθον. 9 ημέρας εντελείται Κύριος το έλεος αυτού, και νυκτός ωδή αυτω παρ ‘ εμοί, προσευχή τω Θεω της ζωής μου. 10 ερώ τω Θεω· αντιλήπτωρ μου ει· διατί μου επελάθου; και ινατί σκυθρωπάζων πορεύομαι εν τω εκθλίβειν τον εχθρόν μου; 11 εν τω καταθλάσθαι τα οστά μου ωνείδιζόν με οι εχθροί μου, εν τω λέγειν αυτούς μοι καθ ‘ εκάστην ημέραν· Πού εστιν ο Θεός σου; 12 ινατί περίλυπος ει, η ψυχή μου; και ινατί συνταράσσεις με; έλπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτω· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου.

ΜΒ (ΜΓ) 42. Ψαλμός τω Δαυϊδ. ΚΡΙΝΟΝ με, ο Θεός, και δίκασον την δίκην μου εξ έθνους ουχ οσίου· από ανθρώπου αδίκου και δολίου ρύσαί με. 2 ότι συ ει ο Θεός κραταίωμά μου· ινατί απώσω με; και ινατί σκυθρωπάζων πορεύομαι εν τω εκθλίβειν τον εχθρόν μου; 3 εξαπόστειλον το φως σου και την αλήθειάν σου· αυτά με ωδήγησαν και ήγαγόν με εις όρος άγιόν σου και εις τα σκηνώματά σου. 4 και εισελεύσομαι προς το θυσιαστήριον του Θεού, προς τον Θεόν τον ευφραίνοντα την νεότητά μου· εξομολογήσομαί σοι εν κιθάρα, ο Θεός, ο Θεός μου. 5 ινατί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1071

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

περίλυπος ει, η ψυχή μου; και ινατί συνταράσσεις με; έλπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτω· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου.

ΜΓ (ΜΔ) 43. Εις το τέλος· τοις υιοίς Κορέ εις σύνεσιν ψαλμός. 2 Ο ΘΕΟΣ, εν τοις ωσίν ημών ηκούσαμεν, και οι πατέρες ημών ανήγγειλαν ημίν έργον, ό ειργάσω εν ταις ημέραις αυτών, εν ημέραις αρχαίαις. 3 η χείρ σου έθνη εξωλόθρευσε, και κατεφύτευσας αυτούς, εκάκωσας λαούς και εξέβαλες αυτούς. 4 ου γαρ εν τη ρομφαία αυτών εκληρονόμησαν γην, και ο βραχίων αυτών ουκ έσωσεν αυτούς, αλλ ‘ η δεξιά σου και ο βραχίων σου και ο φωτισμός του προσώπου σου, ότι ηυδόκησας εν αυτοίς. 5 συ ει αυτός ο Βασιλεύς μου και ο Θεός μου ο εντελλόμενος τας σωτηρίας Ιακώβ· 6 εν σοί τους εχθρούς ημών κερατιούμεν και εν τω ονόματί σου εξουδενώσομεν τους επανισταμένους ημίν. 7 ου γαρ επί τω τόξω μου ελπιώ, και η ρομφαία μου ου σώσει με· 8 έσωσας γαρ ημάς εκ των θλιβόντων ημάς και τους μισούντας ημάς κατήσχυνας. 9 εν τω Θεω επαινεθησόμεθα όλην την ημέραν και εν τω ονόματί σου εξομολογηθησόμεθα εις τον αιώνα. (διάψαλμα). 10 νυνί δε απώσω και κατήσχυνας ημάς και ουκ εξελεύση, ο Θεός, εν ταις δυνάμεσιν ημών. 11 απέστρεψας ημάς εις τα οπίσω παρά τους εχθρούς ημών, και οι μισούντες ημάς διήρπαζον εαυτοίς. 12 έδωκας ημάς ως πρόβατα βρώσεως και εν τοις έθνεσι διέσπειρας ημάς· 13 απέδου τον λαόν σου άνευ τιμής, και ουκ ην πλήθος εν τοις αλαλάγμασιν αυτών. 14 έθου ημάς όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμόν και χλευασμόν τοις κύκλω ημών· 15 έθου ημάς εις παραβολήν εν τοις έθνεσιν, κίνησιν κεφαλής εν τοις λαοίς. 16 όλην την ημέραν η εντροπή μου κατεναντίον μου εστι, και η αισχύνη του προσώπου μου εκάλυψέ με 17 από φωνής ονειδίζοντος και καταλαλούντος, από προσώπου εχθρού και εκδιώκοντος. 18 ταύτα πάντα ήλθεν εφ ‘ ημάς και ουκ επελαθόμεθά σου και ουκ ηδικήσαμεν εν τη διαθήκη σου, 19 και ουκ απέστη εις τα οπίσω η καρδία ημών και εξέκλινας τας τρίβους ημών από της οδού σου. 20 ότι εταπείνωσας ημάς εν τόπω κακώσεως, και επεκάλυψεν ημάς σκιά θανάτου. 21 ει επελαθόμεθα του ονόματος του Θεού ημών και ει διεπετάσαμεν χείρας ημών προς Θεόν αλλότριον, 22 ουχί ο Θεός εκζητήσει ταύτα; αυτός γαρ γινώσκει τα κρύφια της καρδίας. 23 ότι ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν, ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής. 24
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1072

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εξεγέρθητι· ινατί υπνοίς, Κύριε; ανάστηθι και μη απώση εις τέλος. 25 ινατί το πρόσωπόν σου αποστρέφεις; επιλανθάνη της πτωχείας ημών και της θλίψεως ημών; 26 ότι εταπεινώθη εις χουν η ψυχή ημών, εκολλήθη εις γην η γαστήρ ημών. 27 ανάστα, Κύριε, βοήθησον ημίν και λύτρωσαι ημάς ένεκεν του ονόματός σου.

ΜΔ (ΜΕ) 44. Εις το τέλος, υπέρ των αλλοιωθησομένων· τοις υιοίς Κορέ εις σύνεσιν· ωδή υπέρ του αγαπητού. 2 ΕΞΗΡΕΥΞΑΤΟ η καρδία μου λόγον αγαθόν, λέγω εγώ τα έργα μου τω βασιλεί, η γλώσσά μου κάλαμος γραμματέως οξυγράφου. 3 ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων, εξεχύθη χάρις εν χείλεσί σου· δια τούτο ευλόγησέ σε ο Θεός εις τον αιώνα. 4 περίζωσαι την ρομφαίαν σου επί τον μηρόν σου, δυνατέ, τη ωραιότητί σου και τω κάλλει σου 5 και έντεινον και κατευοδού και βασίλευε ένεκεν αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης, και οδηγήσει σε θαυμαστώς η δεξιά σου. 6 τα βέλη σου ηκονημένα, δυνατέ -λαοί υποκάτω σου πεσούνται- εν καρδία των εχθρών του βασιλέως. 7 ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τον αιώνα του αιώνος, ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου. 8 ηγάπησας δικαιοσύνην και εμίσησας ανομίαν· δια τούτο έχρισέ σε ο Θεός ο Θεός σου έλαιον αγαλλιάσεως παρά τους μετόχους σου. 9 σμύρνα και στακτή και κασσία από των ιματίων σου από βάρεων ελεφαντίνων, εξ ων εύφρανάν σε. 10 θυγατέρας βασιλέων εν τη τιμή σου· παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμω διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη. 11 άκουσον, θύγατερ, και ίδε και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου· 12 και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου, ότι αυτός εστι Κύριός σου, 13 και προσκυνήσεις αυτω. και θυγάτηρ Τύρου εν δώροις· το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού. 14 πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως έσωθεν, εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη. 15 απενεχθήσονται τω βασιλεί παρθένοι οπίσω αυτής, αι πλησίον αυτής απενεχθήσονταί σοι· 16 απενεχθήσονται εν ευφροσύνη και αγαλλιάσει, αχθήσονται εις ναόν βασιλέως. 17 αντί των πατέρων σου εγενήθησαν υιοί σου· καταστήσεις αυτούς άρχοντας επί πάσαν την γην. 18 μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά· δια τούτο λαοί εξομολογήσονταί σοι εις τον αιώνα και εις τον αιώνα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1073

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ του αιώνος.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΜΕ (ΜΣΤ) 45. Εις το τέλος· υπέρ των υιών Κορέ, υπέρ των κρυφίων ψαλμός. 2 Ο ΘΕΟΣ ημών καταφυγή και δύναμις, βοηθός εν θλίψεσι ταις ευρούσαις ημάς σφόδρα. 3 δια τούτο ου φοβηθησόμεθα εν τω ταράσσεσθαι την γην και μετατίθεσθαι όρη εν καρδίαις θαλασσών. 4 ήχησαν και εταράχθησαν τα ύδατα αυτών, εταράχθησαν τα όρη εν τη κραταιότητι αυτού. (διάψαλμα). 5 του ποταμού τα ορμήματα ευφραίνουσι την πόλιν του Θεού· ηγίασε το σκήνωμα αυτού ο Ύψιστος. 6 ο Θεός εν μέσω αυτής και ου σαλευθήσεται· βοηθήσει αυτη ο Θεός το προς πρωϊ πρωϊ. 7 εταράχθησαν έθνη, έκλιναν βασιλείαι· έδωκε φωνήν αυτού, εσαλεύθη η γη. 8 Κύριος των δυνάμεων μεθ ‘ ημών, αντιλήπτωρ ημών ο Θεός Ιακώβ. (διάψαλμα). 9 δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού, α έθετο τέρατα επί της γης. 10 ανταναιρών πολέμους μέχρι των περάτων της γης τόξον συντρίψει και συνθλάσει όπλον και θυρεούς κατακαύσει εν πυρί. 11 σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός· υψωθήσομαι εν τοις έθνεσιν, υψωθήσομαι εν τη γη. 12 Κύριος των δυνάμεων μεθ ‘ ημών, αντιλήπτωρ ημών ο Θεός Ιακώβ.

ΜΣΤ (ΜΖ) 46. Εις το τέλος· υπέρ των υιών Κορέ ψαλμός. 2 ΠΑΝΤΑ τα έθνη κροτήσατε χείρας, αλαλάξατε τω Θεω εν φωνή αγαλλιάσεως. 3 ότι Κύριος ύψιστος, φοβερός, βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην. 4 υπέταξε λαούς ημίν και έθνη υπό τους πόδας ημών· 5 εξελέξατο ημίν την κληρονομίαν αυτού, την καλλονήν Ιακώβ, ην ηγάπησεν. (διάψαλμα). 6 ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμω, Κύριος εν φωνή σάλπιγγος. 7 ψάλατε τω Θεω ημών, ψάλατε, ψάλατε τω βασιλεί ημών, ψάλατε, 8 ότι βασιλεύς πάσης της γης ο Θεός, ψάλατε συνετώς. 9 εβασίλευσεν ο Θεός επί τα έθνη, ο Θεός κάθηται επί θρόνου αγίου αυτού. 10 άρχοντες λαών συνήχθησαν μετά του Θεού Αβραάμ, ότι του Θεού οι κραταιοί της γης σφόδρα επήρθησαν.

ΜΖ (ΜΗ) 47.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1074

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Ψαλμός ωδής τοις υιοίς Κορέ· δευτέρα σαββάτου.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

2 ΜΕΓΑΣ Κύριος και αινετός σφόδρα εν πόλει του Θεού ημών, εν όρει αγίω αυτού, 3 ευρίζω αγαλλιάματι πάσης της γης. όρη Σιών, τα πλευρά του Βορρά, η πόλις του βασιλέως του μεγάλου. 4 ο Θεός εν τοις βάρεσιν αυτής γινώσκεται, όταν αντιλαμβάνηται αυτής. 5 ότι ιδού οι βασιλείς της γης συνήχθησαν, ήλθοσαν επί το αυτό· 6 αυτοί ιδόντες ούτως εθαύμασαν, εταράχθησαν, εσαλεύθησαν, 7 τρόμος επελάβετο αυτών, εκεί ωδίνες ως τικτούσης. 8 εν πνεύματι βιαίω συντρίψεις πλοία Θαρσίς. 9 καθάπερ ηκούσαμεν, ούτω και είδομεν εν πόλει Κυρίου των δυνάμεων, εν πόλει του Θεού ημών· ο Θεός εθεμελίωσεν αυτήν εις τον αιώνα. (διάψαλμα). 10 υπελάβομεν, ο Θεός, το έλεός σου εν μέσω του λαού σου. 11 κατά το όνομά σου, ο Θεός, ούτω και η αίνεσίς σου επί τα πέρατα της γης· δικαιοσύνης πλήρης η δεξιά σου. 12 ευφρανθήτω το όρος Σιών, αγαλλιάσθωσαν αι θυγατέρες της Ιουδαίας ένεκεν κριμάτων σου, Κύριε. 13 κυκλώσατε Σιών και περιλάβετε αυτήν, διηγήσασθε εν τοις πύργοις αυτής, 14 θέσθε τας καρδίας υμών εις την δύναμιν αυτής και καταδιέλεσθε τας βάρεις αυτής, όπως αν διηγήσησθε εις γενεάν ετέραν. 15 ότι ούτός εστιν ο Θεός ημών εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος· αυτός ποιμανεί ημάς εις τους αιώνας.

ΜΗ (ΜΘ) 48. Εις το τέλος· τοις υιοίς Κορέ ψαλμός. 2 ΑΚΟΥΣΑΤΕ ταύτα, πάντα τα έθνη, ενωτίσασθε πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην, 3 οί τε γηγενείς και οι υιοί των ανθρώπων, επί το αυτό πλούσιος και πένης. 4 το στόμα μου λαλήσει σοφίαν και η μελέτη της καρδίας μου σύνεσιν· 5 κλινώ εις παραβολήν το ους μου, ανοίξω εν ψαλτηρίω το πρόβλημά μου. 6 ινατί φοβούμαι εν ημέρα πονηρά; η ανομία της πτέρνης μου κυκλώσει με. 7 οι πεποιθότες επί τη δυνάμει αυτών και επί τω πλήθει του πλούτου αυτών καυχώμενοι, 8 αδελφός ου λυτρούται, λυτρώσεται άνθρωπος; ου δώσει τω Θεω εξίλασμα εαυτού 9 και την τιμήν της λυτρώσεως της ψυχής αυτού. και εκοπίασεν εις τον αιώνα 10 και ζήσεται εις τέλος· ουκ όψεται καταφθοράν, 11 όταν ίδη σοφούς αποθνήσκοντας. επί το αυτό άφρων και άνους απολούνται και καταλείψουσιν αλλοτρίοις τον πλούτον αυτών, 12 και οι τάφοι αυτών οικίαι αυτών εις τον αιώνα, σκηνώματα αυτών εις γενεάν και γενεάν. επεκαλέσαντο τα ονόματα αυτών επί των γαιών αυτών. 13 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1075

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς. 14 αύτη η οδός αυτών σκάνδαλον αυτοίς, και μετά ταύτα εν τω στόματι αυτών ευδοκήσουσι. (διάψαλμα). 15 ως πρόβατα εν άδη έθεντο, θάνατος ποιμανεί αυτούς· και κατακυριεύσουσιν αυτών οι ευθείς το πρωϊ, και η βοήθεια αυτών παλαιωθήσεται εν τω άδη, εκ της δόξης αυτών εξώσθησαν. 16 πλήν ο Θεός λυτρώσεται την ψυχήν μου εκ χειρός άδου, όταν λαμβάνη με. (διάψαλμα). 17 μη φοβού, όταν πλουτήση άνθρωπος και όταν πληθυνθή η δόξα του οίκου αυτού· 18 ότι ουκ εν τω αποθνήσκειν αυτόν λήψεται τα πάντα, ουδέ συγκαταβήσεται αυτω η δόξα αυτού. 19 ότι η ψυχή αυτού εν τη ζωή αυτού ευλογηθήσεται· εξομολογήσεταί σοι, όταν αγαθύνης αυτω. 20 εισελεύσεται έως γενεάς πατέρων αυτού, έως αιώνος ουκ όψεται φως. 21 και άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς.

ΜΘ (Ν) 49. Ψαλμός τω Ασάφ. ΘΕΟΣ θεών Κύριος ελάλησε και εκάλεσε την γην από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών. 2 εκ Σιών η ευπρέπεια της ωραιότητος αυτού, 3 ο Θεός εμφανώς ήξει, ο Θεός ημών, και ου παρασιωπήσεται· πυρ ενώπιον αυτού καυθήσεται, και κύκλω αυτού καταιγίς σφόδρα. 4 προσκαλέσεται τον ουρανόν άνω και την γην του διακρίναι τον λαόν αυτού· 5 συναγάγετε αυτω τους οσίους αυτού, τους διατιθεμένους την διαθήκην αυτού επί θυσίαις, 6 και αναγγελούσιν οι ουρανοί την δικαιοσύνην αυτού, ότι ο Θεός κριτής εστι. (διάψαλμα). 7 άκουσον, λαός μου, και λαλήσω σοι, Ισραήλ, και διαμαρτύρομαί σοι· ο Θεός ο Θεός σου ειμι εγώ. 8 ουκ επί ταις θυσίαις σου ελέγξω σε, τα δε ολοκαυτώματά σου ενώπιόν μου εστί διαπαντός. 9 ου δέξομαι εκ του οίκου σου μόσχους ουδέ εκ των ποιμνίων σου χιμάρους. 10 ότι εμά εστι πάντα τα θηρία του δρυμού, κτήνη εν τοις όρεσι και βόες· 11 έγνωκα πάντα τα πετεινά του ουρανού, και ωραιότης αγρού μετ ‘ εμού εστιν. 12 εάν πεινάσω, ου μη σοι είπω· εμή γαρ εστιν η οικουμένη και το πλήρωμα αυτής. 13 μη φάγομαι κρέα ταύρων, ή αίμα τράγων πίομαι; 14 θύσον τω Θεω θυσίαν αινέσεως και απόδος τω Υψίστω τας ευχάς σου· 15 και επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου, και εξελούμαί σε, και δοξάσεις με. (διάψαλμα). 16 τω δε αμαρτωλω είπεν ο Θεός· ινατί συ διηγή τα δικαιώματά μου και αναλαμβάνεις την
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1076

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

διαθήκην μου δια στόματός σου; 17 συ δε εμίσησας παιδείαν και εξέβαλες τους λόγους μου εις τα οπίσω. 18 ει εθεώρεις κλέπτην, συνέτρεχες αυτω, και μετά μοιχού την μερίδα σου ετίθεις. 19 το στόμα σου επλεόνασε κακίαν, και η γλώσσά σου περιέπλεκε δολιότητα· 20 καθήμενος κατά του αδελφού σου κατελάλεις και κατά του υιού της μητρός σου ετίθεις σκάνδαλον. 21 ταύτα εποίησας, και εσίγησα· υπέλαβες ανομίαν, ότι έσομαί σοι όμοιος· ελέγξω σε και παραστήσω κατά πρόσωπόν σου τας αμαρτίας σου. 22 σύνετε δη ταύτα, οι επιλανθανόμενοι του Θεού, μήποτε αρπάση, και ου μη ή ο ρυόμενος. 23 θυσία αινέσεως δοξάσει με, και εκεί οδός, ή δείξω αυτω το σωτήριόν μου.

Ν (ΝΑ) 50. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ 2 εν τω ελθείν προς αυτόν Νάθαν τον προφήτην, ηνίκα εισήλθε προς Βηρσαβεέ. 3 ΕΛΕΗΣΟΝ με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου· 4 επί πλείον πλύνόν με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. 5 ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός. 6 σοί μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. 7 ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. 8 ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. 9 ραντιείς με υσσώπω, και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. 10 ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. 11 απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. 12 καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. 13 μη απορρίψης με από του προσώπου σου και το πνεύμά σου το άγιον μη αντανέλης απ ‘ εμού. 14 απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικω στήριξόν με. 15 διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. 16 ρύσαί με εξ αιμάτων, ο Θεός ο Θεός της σωτηρίας μου· αγαλλιάσεται η γλώσσά μου την δικαιοσύνην σου. 17 Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. 18 ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν· ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. 19 θυσία τω Θεω πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1077

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. 20 αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ· 21 τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα· τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.

ΝΑ (ΝΒ) 51. Εις το τέλος· συνέσεως τω Δαυϊδ· 2 εν τω ελθείν Δωήκ τον Ιδουμαίον και αναγγείλαι τω Σαούλ και ειπείν αυτω· ήλθε Δαυϊδ εις τον οίκον Αβιμέλεχ. 3 ΤΙ ΕΓΚΑΥΧ„ εν κακία, ο δυνατός, ανομίαν όλην την ημέραν; 4 αδικίαν ελογίσατο η γλώσσά σου· ωσεί ξυρόν ηκονημένον εποίησας δόλον. 5 ηγάπησας κακίαν υπέρ αγαθωσύνην, αδικίαν υπέρ το λαλήσαι δικαιοσύνην. (διάψαλμα). 6 ηγάπησας πάντα τα ρήματα καταποντισμού, γλώσσαν δολίαν. 7 δια τούτο ο Θεός καθέλοι σε εις τέλος· εκτίλαι σε και μεταναστεύσαι σε από σκηνώματός σου και το ρίζωμά σου εκ γης ζώντων. (διάψαλμα). 8 όψονται δίκαιοι και φοβηθήσονται και επ ‘ αυτόν γελάσονται και ερούσιν· 9 ιδού άνθρωπος, ος ουκ έθετο τον Θεόν βοηθόν αυτού, αλλ ‘ επήλπισεν επί το πλήθος του πλούτου αυτού και ενεδυναμώθη επί τη ματαιότητι αυτού. 10 εγώ δε ωσεί ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού· ήλπισα επί το έλεος του Θεού εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. 11 εξομολογήσομαί σοι εις τον αιώνα, ότι εποίησας, και υπομενώ το όνομά σου, ότι χρηστόν εναντίον των οσίων σου.

ΝΒ (ΝΓ) 52. Εις το τέλος, υπέρ μαελέθ· συνέσεως τω Δαυϊδ. 2 ΕΙΠΕΝ άφρων εν καρδία αυτού· Ουκ έστι Θεός. διεφθάρησαν και εβδελύχθησαν εν ανομίαις, ουκ έστι ποιών αγαθόν. 3 ο Θεός εκ του ουρανού διέκυψεν επί τους υιούς των ανθρώπων του ιδείν ει έστι συνιών ή εκζητών τον Θεόν. 4 πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών αγαθόν, ουκ έστιν έως ενός. 5 ουχί γνώσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν; οι κατεσθίοντες τον λαόν μου εν βρώσει άρτου τον Κύριον ουκ επεκαλέσαντο. 6 εκεί εφοβήθησαν φόβον, ου ουκ ην φόβος, ότι ο Θεός διεσπόρπισεν οστά ανθρωπαρέσκων· κατησχύνθησαν, ότι ο Θεός εξουδένωσεν αυτούς. 7 τις δώσει εκ Σιών το
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1078

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

σωτήριον του Ισραήλ; εν τω αποστρέψαι τον Θεόν την αιχμαλωσίαν του λαού αυτού αγαλλιάσεται Ιακώβ και ευφρανθήσεται Ισραήλ.

ΝΓ (ΝΔ) 53. Εις το τέλος, εν ύμνοις· συνέσεως τω Δαυϊδ 2 εν τω ελθείν τους Ζιφαίους και ειπείν τω Σαούλ· ουκ ιδού Δαυϊδ κέκρυπται παρ ‘ ημίν; 3 Ο ΘΕΟΣ, εν τω ονόματί σου σώσόν με και εν τη δυνάμει σου κρίνόν με. 4 ο Θεός, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι τα ρήματα του στόματός μου. 5 ότι αλλότριοι επανέστησαν επ ‘ εμέ και κραταιοί εζήτησαν την ψυχήν μου και ου προέθεντο τον Θεόν ενώπιον αυτών. (διάψαλμα). ιδού γαρ ο Θεός βοηθεί μοι, και ο Κύριος αντιλήπτωρ της ψυχής μου. 7 αποστρέψει τα κακά τοις εχθροίς μου· εν τη αληθεία σου εξολόθρευσον αυτούς. 8 εκουσίως θύσω σοι, εξομολογήσομαι τω ονόματί σου, Κύριε, ότι αγαθόν· 9 ότι εκ πάσης θλίψεως ερρύσω με, και εν τοις εχθροίς μου επείδεν ο οφθαλμός μου.

ΝΔ (ΝΕ) 54. Εις το τέλος, εν ύμνοις· συνέσεως τω Δαυϊδ. 2 ΕΝΩΤΙΣΑΙ, ο Θεός, την προσευχήν μου και μη υπερίδης την δέησίν μου, 3 πρόσχες μοι και εισάκουσόν μου. ελυπήθην εν τη αδολεσχία μου και εταράχθην 4 από φωνής εχθρού και από θλίψεως αμαρτωλού, ότι εξέκλιναν επ ‘ εμέ ανομίαν και εν οργή ενεκότουν μοι. 5 η καρδία μου εταράχθη εν εμοί, και δειλία θανάτου επέπεσεν επ ‘ εμέ· 6 φόβος και τρόμος ήλθεν επ ‘ εμέ, και εκάλυψέ με σκότος. 7 και είπα· τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω; 8 ιδού εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω. (διάψαλμα). 9 προσεδεχόμην τον σώζοντά με, από ολιγοψυχίας και από καταιγίδος. 10 καταπόντισον, Κύριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει. 11 ημέρας και νυκτός κυκλώσει αυτήν επί τα τείχη αυτής, και ανομία και κόπος εν μέσω αυτής 12 και αδικία, και ουκ εξέλιπεν εκ των πλατειών αυτής τόκος και δόλος. 13 ότι ει εχθρός ωνείδισέ με, υπήνεγκα αν, και ει ο μισών επ ‘ εμέ εμεγαλορρημόνησεν, εκρύβην αν απ ‘ αυτού. 14 συ δε, άνθρωπε ισόψυχε, ηγεμών μου και γνωστέ μου, 15 ος επί το αυτό εγλύκανάς μοι εδέσματα, εν τω οίκω του Θεού επορεύθην εν ομονοία. 16 ελθέτω δη θάνατος
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1079

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

επ ‘ αυτούς, και καταβήτωσαν εις άδου ζώντες· ότι πονηρία εν ταις παροικίαις αυτών εν μέσω αυτών. 17 εγώ προς τον Θεόν εκέκραξα, και ο Κύριος εισήκουσέ μου. 18 εσπέρας και πρωϊ και μεσημβρίας διηγήσομαι και απαγγελώ, και εισακούσεται της φωνής μου. 19 λυτρώσεται εν ειρήνη την ψυχήν μου από των εγγιζόντων μοι, ότι εν πολλοίς ήσαν συν εμοί. 20 εισακούσεται ο Θεός και ταπεινώσει αυτούς ο υπάρχων προ των αιώνων. (διάψαλμα). ου γαρ εστιν αυτοίς αντάλλαγμα, ότι ουκ εφοβήθησαν τον Θεόν. 21 εξέτεινε την χείρα αυτού εν τω αποδιδόναι· εβεβήλωσαν την διαθήκην αυτού. 22 διεμερίσθησαν από οργής του προσώπου αυτού, και ήγγισαν αι καρδίαι αυτών· ηπαλύνθησαν οι λόγοι αυτού υπέρ έλαιον, και αυτοί εισι βολίδες. 23 επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και αυτός σε διαθρέψει· ου δώσει εις τον αιώνα σάλον τω δικαίω. 24 συ δε, ο Θεός, κατάξεις αυτούς εις φρέαρ διαφθοράς· άνδρες αιμάτων και δολιότητος ου μη ημισεύσωσι τας ημέρας αυτών, εγώ δε, Κύριε, ελπιώ επί σε.

ΝΕ (ΝΣΤ) 55. Εις το τέλος, υπέρ του λαού του από των αγίων μεμακρυμμένου· τω Δαυϊδ εις στηλογραφίαν, οπότε εκράτησαν αυτόν οι αλλόφυλοι εν Γεθ. 2 ΕΛΕΗΣΟΝ με, ο Θεός, ότι κατεπάτησέ με άνθρωπος, όλην την ημέραν πολεμών έθλιψέ με. 3 κατεπάτησάν με οι εχθροί μου όλην την ημέραν, ότι πολλοί οι πολεμούντες με από ύψους. 4 ημέρας ου φοβηθήσομαι, εγώ δε ελπιώ επί σε. 5 εν τω Θεω επαινέσω τους λόγους μου, επί τω Θεω ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι σάρξ. 6 όλην την ημέραν τους λόγους μου εβδελύσσοντο, κατ ‘ εμού πάντες οι διαλογισμοί αυτών εις κακόν. 7 παροικήσουσι και κατακρύψουσιν· αυτοί την πτέρναν μου φυλάξουσι, καθάπερ υπέμειναν τη ψυχή μου. 8 υπέρ του μηθενός σώσεις αυτούς, εν οργή λαούς κατάξεις. ο Θεός, 9 την ζωήν μου εξήγγειλά σοι, έθου τα δάκρυά μου ενώπιόν σου ως και εν τη επαγγελία σου. 10 επιστρέψουσιν οι εχθροί μου εις τα οπίσω, εν ή αν ημέρα επικαλέσωμαί σε· ιδού έγνων ότι Θεός μου ει συ. 11 επί τω Θεω αινέσω ρήμα, επί τω Κυρίω αινέσω λόγον. 12 επί τω Θεω ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος. 13 εν εμοί, ο Θεός, ευχαί, ας αποδώσω αινέσεώς σου, 14 ότι ερρύσω την ψυχήν μου εκ θανάτου και τους πόδας μου εξ ολισθήματος· ευαρεστήσω ενώπιον Κυρίου εν φωτί ζώντων.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1080

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΝΣΤ (ΝΖ) 56. Εις το τέλος· μη διαφθείρης· τω Δαυϊδ εις στηλογραφίαν εν τω αυτόν αποδιδράσκειν από προσώπου Σαούλ εις το σπήλαιον. 2 ΕΛΕΗΣΟΝ με, ο Θεός, ελέησόν με, ότι επί σοί πέποιθεν η ψυχή μου και εν τη σκιά των πτερύγων σου ελπιώ, έως ου παρέλθη η ανομία. 3 κεκράξομαι προς τον Θεόν τον Ύψιστον, τον Θεόν τον ευεργετήσαντά με. 4 εξαπέστειλεν εξ ουρανού και έσωσέ με, έδωκεν εις όνειδος τους καταπατούντάς με. (διάψαλμα). εξαπέστειλεν ο Θεός το έλεος αυτού και την αλήθειαν αυτού 5 και ερρύσατο την ψυχήν μου εκ μέσου σκύμνων. εκοιμήθην τεταραγμένος· υιοί ανθρώπων, οι οδόντες αυτών όπλα και βέλη, και η γλώσσα αυτών μάχαιρα οξεία. 6 υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός, και επί πάσαν την γην η δόξα σου. 7 παγίδα ητοίμασαν τοις ποσί μου και κατέκαμψαν την ψυχήν μου· ώρυξαν προ προσώπου μου βόθρον και ενέπεσαν εις αυτόν. (διάψαλμα). 8 ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου, άσομαι και ψαλώ εν τη δόξη μου. 9 εξεγέρθητι, η δόξα μου· εξεγέρθητι, ψαλτήριον και κιθάρα· εξεγερθήσομαι όρθρου. 10 εξομολογήσομαί σοι εν λαοίς, Κύριε, ψαλώ σοι εν έθνεσι, 11 ότι εμεγαλύνθη έως των ουρανών το έλεός σου και έως των νεφελών η αλήθειά σου. 12 υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός, και επί πάσαν την γην η δόξα σου.

ΝΖ (ΝΗ) 57. Εις το τέλος· μη διαφθείρης· τω Δαυϊδ εις στηλογραφίαν. 2 ΕΙ ΑΛΗΘΩΣ άρα δικαιοσύνην λαλείτε; ευθείας κρίνετε οι υιοί των ανθρώπων; 3 και γαρ εν καρδία ανομίαν εργάζεσθε εν τη γη, αδικίαν αι χείρες υμών συμπλέκουσιν. 4 απηλλοτριώθησαν οι αμαρτωλοί από μήτρας, επλανήθησαν από γαστρός, ελάλησαν ψευδή. 5 θυμός αυτοίς κατά την ομοίωσιν του όφεως, ωσεί ασπίδος κωφής και βυούσης τα ώτα αυτής, 6 ήτις ουκ εισακούσεται φωνής επαδόντων, φαρμάκου τε φαρμακευομένου παρά σοφού. 7 ο Θεός συντρίψει τους οδόντας αυτών εν τω στόματι αυτών, τας μύλας των λεόντων συνέθλασεν ο Κύριος· 8 εξουδενωθήσονται ωσεί ύδωρ διαπορευόμενον· εκτενεί το τόξον αυτού έως ου ασθενήσουσιν. 9 ωσεί κηρός τακείς ανταναιρεθήσονται· έπεσε πυρ επ ‘
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1081

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτούς, και ουκ είδον τον ήλιον. 10 προ του συνιέναι τας ακάνθας αυτών την ράμνον, ωσεί ζώντας, ωσεί εν οργή καταπίεται αυτούς. 11 ευφρανθήσεται δίκαιος, όταν ίδη εκδίκησιν· τας χείρας αυτού νίψεται εν τω αίματι του αμαρτωλού. 12 και ερεί άνθρωπος· ει άρα εστί καρπός τω δικαίω, άρα εστίν ο Θεός κρίνων αυτούς εν τη γη.

ΝΗ (ΝΘ) 58. Εις το τέλος· μη διαφθείρης· τω Δαυϊδ εις στηλογραφίαν, οπότε απέστειλε Σαούλ και εφύλαξε τον οίκον αυτού του θανατώσαι αυτόν. 2 ΕΞΕΛΟΥ με εκ των εχθρών μου, ο Θεός, και εκ των επανισταμένων επ ‘ εμέ λύτρωσαί με· 3 ρύσαί με εκ των εργαζομένων την ανομίαν και εξ ανδρών αιμάτων σώσόν με. 4 ότι ιδού εθήρευσαν την ψυχήν μου, επέθεντο επ ‘ εμέ κραταιοί. ούτε η ανομία μου ούτε η αμαρτία μου, Κύριε· 5 άνευ ανομίας έδραμον και κατεύθυνα· εξεγέρθητι εις συνάντησίν μου και ίδε. 6 και συ, Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ, πρόσχες του επισκέψασθαι πάντα τα έθνη, μη οικτειρήσης πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν. (διάψαλμα). 7 επιστρέψουσιν εις εσπέραν και λιμώξουσιν ως κύων και κυκλώσουσι πόλιν. 8 ιδού αποφθέγξονται εν τω στόματι αυτών, και ρομφαία εν τοις χείλεσιν αυτών, ότι τις ήκουσε; 9 και συ, Κύριε, εκγελάση αυτούς, εξουδενώσεις πάντα τα έθνη. 10 το κράτος μου, προς σε φυλάξω, ότι συ, ο Θεός, αντιλήπτωρ μου ει. 11 ο Θεός μου, το έλεος αυτού προφθάσει με· ο Θεός μου δείξει μοι εν τοις εχθροίς μου. 12 μη αποκτείνης αυτούς, μήποτε επιλάθωνται του νόμου σου· διασκόρπισον αυτούς εν τη δυνάμει σου και κατάγαγε αυτούς, ο υπερασπιστής μου, Κύριε. 13 αμαρτία στόματος αυτών, λόγος χειλέων αυτών, και συλληφθήτωσαν εν τη υπερηφανία αυτών· και εξ αράς και ψεύδους διαγγελήσονται εν συντελεία, 14 εν οργή συντελείας, και ου μη υπάρξουσι· και γνώσονται, ότι Θεός δεσπόζει του Ιακώβ των περάτων της γης. (διάψαλμα). 15 επιστρέψουσιν εις εσπέραν, και λιμώξουσιν ως κύων και κυκλώσουσι πόλιν. 16 αυτοί διασκορπισθήσονται του φαγείν· εάν δε μη χορτασθώσι, και γογγύσουσιν. 17 εγώ δε άσομαι τη δυνάμει σου και αγαλλιάσομαι το πρωϊ το έλεός σου, ότι εγενήθης αντιλήπτωρ μου και καταφυγή μου εν ημέρα θλίψεώς μου. 18 βοηθός μου ει, σοί ψαλώ, ότι συ, ο Θεός, αντιλήπτωρ μου ει, ο Θεός μου, το έλεός μου.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1082

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΝΘ (Ξ) 59.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Εις το τέλος· τοις αλλοιωθησομένοις έτι, εις στηλογραφίαν τω Δαυϊδ, εις διδαχήν, 2 οπότε ενεπύρισε την Μεσοποταμίαν Συρίας και την Συρίαν Σοβά, και επέστρεψεν Ιωάβ, και επάταξε την φάραγγα των αλών, δώδεκα χιλιάδας. 3 Ο ΘΕΟΣ, απώσω ημάς και καθείλες ημάς, ωργίσθης και οικτείρησας ημάς. 4 συνέσεισας την γην και συνετάραξας αυτήν· ίασαι τα συντρίμματα αυτής ότι εσαλεύθη. 5 έδειξας τω λαω σου σκληρά, επότισας ημάς οίνον κατανύξεως. 6 έδωκας τοις φοβουμένοις σε σημείωσιν του φυγείν από προσώπου τόξου. (διάψαλμα). 7 όπως αν ρυσθώσιν οι αγαπητοί σου, σώσον τη δεξιά σου και επάκουσόν μου. 8 ο Θεός ελάλησεν εν τω αγίω αυτού· αγαλλιάσομαι και διαμεριώ Σίκιμα και την κοιλάδα των σκηνών διαμετρήσω. 9 εμός εστι Γαλαάδ, και εμός εστι Μανασσή, και Εφραίμ κραταίωσις της κεφαλής μου, Ιούδας βασιλεύς μου· 10 Μωάβ λέβης της ελπίδος μου, επί την Ιδουμαίαν εκτενώ το υπόδημά μου, εμοί αλλόφυλοι υπετάγησαν. 11 τις απάξει με εις πόλιν περιοχής; ή τις οδηγήσει με έως της Ιδουμαίας; 12 ουχί συ, ο Θεός, ο απωσάμενος ημάς; και ουκ εξελεύση, ο Θεός, εν ταις δυνάμεσιν ημών; 13 δος ημίν βοήθειαν εκ θλίψεως, και ματαία σωτηρία ανθρώπου. 14 εν τω Θεω ποιήσωμεν δύναμιν, και αυτός εξουδενώσει τους θλίβοντας ημάς.

Ξ (ΞΑ) 60. Εις το τέλος, εν ύμνοις· τω Δαυϊδ. 2 ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ, ο Θεός, της δεήσεώς μου, πρόσχες τη προσευχή μου. 3 από των περάτων της γης προς σε εκέκραξα εν τω ακηδιάσαι την καρδίαν μου· εν πέτρα ύψωσάς με, ωδήγησάς με, 4 ότι εγενήθης ελπίς μου, πύργος ισχύος από προσώπου εχθρού. 5 παροικήσω εν τω σκηνώματί σου εις τους αιώνας, σκεπασθήσομαι εν σκέπει των πτερύγων σου. (διάψαλμα). 6 ότι συ, ο Θεός, εισήκουσας των ευχών μου, έδωκας κληρονομίαν τοις φοβουμένοις το όνομά σου. 7 ημέρας εφ ‘ ημέρας του βασιλέως προσθήσεις, τα έτη αυτού έως ημέρας γενεάς και γενεάς. 8 διαμενεί εις τον αιώνα ενώπιον του Θεού· έλεος και αλήθειαν αυτού τις εκζητήσει; 9 ούτως ψαλώ τω ονόματί σου εις τον αιώνα του αιώνος του αποδούναί με τας ευχάς μου ημέραν εξ ημέρας.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1083

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΞΑ (ΞΒ) 61. Εις το τέλος, υπέρ Ιδιθούν· ψαλμός τω Δαυϊδ.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

2 ΟΥΧΙ τω Θεω υποταγήσεται η ψυχή μου; παρ ‘ αυτω γαρ το σωτήριόν μου· 3 και γαρ αυτός Θεός μου και σωτήρ μου, και αντιλήπτωρ μου, ου μη σαλευθώ επί πλείον. 4 έως πότε επιτίθεσθε επ ‘ άνθρωπον; φονεύετε πάντες ως τοίχω κεκλιμένω και φραγμω ωσμένω. 5 πλήν την τιμήν μου εβουλεύσαντο απώσασθαι, έδραμον εν δίψει, τω στόματι αυτών ευλόγουν και τη καρδία αυτών κατηρώντο. (διάψαλμα). 6 πλήν τω Θεω υποτάγηθι, η ψυχή μου, ότι παρ ‘ αυτω η υπομονή μου. 7 ότι αυτός Θεός μου και σωτήρ μου, αντιλήπτωρ μου, ου μη μεταναστεύσω. 8 επί τω Θεω το σωτήριόν μου και η δόξα μου· ο Θεός της βοηθείας μου, και η ελπίς μου επί τω Θεω. 9 ελπίσατε επ ‘ αυτόν πάσα συναγωγή λαού· εκχέετε ενώπιον αυτού τας καρδίας υμών, ότι ο Θεός βοηθός ημών. (διάψαλμα). 10 πλήν μάταιοι οι υιοί των ανθρώπων, ψευδείς οι υιοί των ανθρώπων εν ζυγοίς του αδικήσαι αυτοί εκ ματαιότητος επί το αυτό. 11 μη ελπίζετε επ ‘ αδικίαν και επί αρπάγματα μη επιποθείτε· πλούτος εάν ρέη, μη προστίθεσθε καρδίαν. 12 άπαξ ελάλησεν ο Θεός, δύο ταύτα ήκουσα, ότι το κράτος του Θεού, 13 και σου, Κύριε, το έλεος, ότι συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού.

ΞΒ (ΞΓ) 62. Ψαλμός τω Δαυϊδ εν τω είναι αυτόν εν τη ερήμω της Ιουδαίας. 2 Ο ΘΕΟΣ ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω· εδίψησέ σε η ψυχή μου, ποσαπλώς σοι η σάρξ μου εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω. 3 ούτως εν τω αγίω ώφθην σοι του ιδείν την δύναμίν σου και την δόξαν σου. 4 ότι κρείσσον το έλεός σου υπέρ ζωάς· τα χείλη μου επαινέσουσί σε. 5 ούτως ευλογήσω σε εν τη ζωή μου και εν τω ονόματί σου αρώ τας χείράς μου. 6 ως εκ στέατος και πιότητος εμπλησθείη η ψυχή μου, και χείλη αγαλλιάσεως αινέσει το στόμα μου. 7 ει εμνημόνευόν σου επί της στρωμνής μου, εν τοις όρθροις εμελέτων εις σε· 8 ότι εγενήθης βοηθός μου, και εν τη σκέπη των πτερύγων σου αγαλλιάσομαι. 9 εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου. 10 αυτοί δε εις μάτην εζήτησαν την ψυχήν μου, εισελεύσονται εις τα κατώτατα της γης· 11 παραδοθήσονται εις χείρας ρομφαίας, μερίδες αλωπέκων έσονται. 12 ο δε βασιλεύς ευφρανθήσεται επί τω Θεω, επαινεθήσεται πας ο ομνύων εν αυτω, ότι ενεφράγη στόμα λαλούντων άδικα.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1084

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΞΓ (ΞΔ) 63. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ, ο Θεός, της φωνής μου, εν τω δέεσθαί με προς σε, από φόβου εχθρού εξελού την ψυχήν μου. 3 εσκέπασάς με από συστροφής πονηρευομένων, από πλήθους εργαζομένων αδικίαν, 4 οίτινες ηκόνησαν ως ρομφαίαν τας γλώσσας αυτών, ενέτειναν τόξον αυτών πράγμα πικρόν 5 του κατατοξεύσαι εν αποκρύφοις άμωμον, εξάπινα κατατοξεύσουσιν αυτόν και ου φοβηθήσονται. 6 εκραταίωσαν εαυτοίς λόγον πονηρόν, διηγήσαντο του κρύψαι παγίδας, είπαν· τις όψεται αυτούς; 7 εξηρεύνησαν ανομίαν, εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις. προσελεύσεται άνθρωπος, και καρδία βαθεία, 8 και υψωθήσεται, ο Θεός. βέλος νηπίων εγενήθησαν αι πληγαί αυτών, 9 και εξησθένησαν επ ‘ αυτούς αι γλώσσαι αυτών. εταράχθησαν πάντες οι θεωρούντες αυτούς, 10 και εφοβήθη πας άνθρωπος. και ανήγγειλαν τα έργα του Θεού και τα ποιήματα αυτού συνήκαν. 11 ευφρανθήσεται δίκαιος εν τω Κυρίω και ελπιεί επ ‘ αυτόν, και επαινεθήσονται πάντες οι ευθείς τη καρδία.

ΞΔ (ΞΕ) 64. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ, ωδή· Ιερεμίου και Ιεζεκιήλ εκ του λαού της παροικίας, ότε έμελλον εκπορεύεσθαι. 2 ΣΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ύμνος, ο Θεός, εν Σιών, και σοί αποδοθήσεται ευχή εν Ιερουσαλήμ. 3 εισάκουσον προσευχής μου· προς σε πάσα σάρξ ήξει. 4 λόγοι ανόμων υπερεδυνάμωσαν ημάς, και ταις ασεβείαις ημών συ ιλάση. 5 μακάριος ον εξελέξω και προσελάβου· κατασκηνώσει εν ταις αυλαίς σου. πλησθησόμεθα εν τοις αγαθοίς του οίκου σου· άγιος ο ναός σου, 6 θαυμαστός εν δικαιοσύνη. επάκουσον ημών, ο Θεός, ο σωτήρ ημών, η ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσση μακράν, 7 ετοιμάζων όρη εν τη ισχύϊ αυτού, περιεζωσμένος εν δυναστεία, 8 ο συνταράσσων το κύτος της θαλάσσης, ήχους κυμάτων αυτής. ταραχθήσονται τα έθνη, 9 και φοβηθήσονται οι κατοικούντες τα πέρατα από των σημείων σου· εξόδους πρωϊας και εσπέρας τέρψεις. 10 επεσκέψω την γην και εμέθυσας αυτήν, επλήθυνας του πλουτίσαι αυτήν· ο ποταμός του Θεού επληρώθη υδάτων·
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1085

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ητοίμασας την τροφήν αυτών, ότι ούτως η ετοιμασία. 11 τους αύλακας αυτής μέθυσον, πλήθυνον τα γεννήματα αυτής, εν ταις σταγόσιν αυτής ευφρανθήσεται ανατέλλουσα. 12 ευλογήσεις τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός σου, και τα πεδία σου πλησθήσονται πιότητος· 13 πιανθήσεται τα όρη της ερήμου, και αγαλλίασιν οι βουνοί περιζώσονται. 14 ενεδύσαντο οι κριοί των προβάτων, και αι κοιλάδες πληθυνούσι σίτον· κεκράξονται, και γαρ υμνήσουσι.

ΞΕ (ΞΣΤ) 65. Εις το τέλος· ωδή ψαλμού· αναστάσεως. ΑΛΑΛΑΞΑΤΕ τω Κυρίω πάσα η γη, 2 ψάλατε δη τω ονόματι αυτού. δότε δόξαν αινέσει αυτού. 3 είπατε τω Θεω· ως φοβερά τα έργα σου· εν τω πλήθει της δυνάμεώς σου ψεύσονταί σε οι εχθροί σου. 4 πάσα η γη προσκυνησάτωσάν σοι και ψαλάτωσάν σοι, ψαλάτωσαν τω ονόματί σου. (διάψαλμα). 5 δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού· φοβερός εν βουλαίς υπέρ τους υιούς των ανθρώπων, 6 ο μεταστρέφων την θάλασσαν εις ξηράν, εν ποταμω διελεύσονται ποδί. εκεί ευφρανθησόμεθα επ ‘ αυτω, 7 τω δεσπόζοντι εν τη δυναστεία αυτού του αιώνος. οι οφθαλμοί αυτού επί τα έθνη επιβλέπουσιν, οι παραπικραίνοντες μη υψούσθωσαν εν εαυτοίς. (διάψαλμα). 8 ευλογείτε, έθνη, τον Θεόν ημών και ακουτίσασθε την φωνήν της αινέσεως αυτού, 9 του θεμένου την ψυχήν μου εις ζωήν, και μη δόντος εις σάλον τους πόδας μου. 10 ότι εδοκίμασας ημάς, ο Θεός, επύρωσας ημάς, ως πυρούται το αργύριον· 11 εισήγαγες ημάς εις την παγίδα, έθου θλίψεις επί τον νώτον ημών. 12 επεβίβασας ανθρώπους επί τας κεφαλάς ημών, διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν. 13 εισελεύσομαι εις τον οίκόν σου εν ολοκαυτώμασιν, αποδώσω σοι τας ευχάς μου, 14 ας διέστειλε τα χείλη μου και ελάλησε το στόμα μου εν τη θλίψει μου· 15 ολοκαυτώματα μεμυελωμένα ανοίσω σοι μετά θυμιάματος και κριών, ανοίσω σοι βόας μετά χιμάρων. (διάψαλμα). 16 δεύτε ακούσατε, και διηγήσομαι, πάντες οι φοβούμενοι τον Θεόν, όσα εποίησε τη ψυχή μου. 17 προς αυτόν τω στόματί μου εκέκραξα και ύψωσα υπό την γλώσσάν μου. 18 αδικίαν ει εθεώρουν εν καρδία μου, μη εισακουσάτω μου Κύριος. 19 δια τούτο εισήκουσέ μου ο Θεός, προσέσχε τη φωνή της δεήσεώς μου. 20 ευλογητός ο Θεός, ος ουκ απέστησε την προσευχήν μου και το έλεος αυτού απ ‘ εμού.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1086

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΞΣΤ (ΞΖ) 66. Εις το τέλος, εν ύμνοις· ψαλμός ωδής τω Δαυϊδ. 2 Ο ΘΕΟΣ οικτειρήσαι ημάς και ευλογήσαι ημάς, επιφάναι το πρόσωπον αυτού εφ ‘ ημάς. (διάψαλμα). 3 του γνώναι εν τη γη την οδόν σου, εν πάσιν έθνεσι το σωτήριόν σου. 4 εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ο Θεός, εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί πάντες. 5 ευφρανθήτωσαν και αγαλλιάσθωσαν έθνη, ότι κρινείς λαούς εν ευθύτητι και έθνη εν τη γη οδηγήσεις. (διάψαλμα). 6 εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ο Θεός, εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί πάντες. 7 γη έδωκε τον καρπόν αυτής· ευλογήσαι ημάς ο Θεός, ο Θεός ημών. 8 ευλογήσαι ημάς ο Θεός, και φοβηθήτωσαν αυτόν πάντα τα πέρατα της γης.

ΞΖ (ΞΗ) 67. Εις το τέλος· ωδής ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 ΑΝΑΣΤΗΤΩ ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν. 3 ως εκλείπει καπνός, εκλιπέτωσαν· ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού. 4 και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν, αγαλλιάσθωσαν ενώπιον του Θεού, τερφθήτωσαν εν ευφροσύνη. 5 άσατε τω Θεω, ψάλατε τω ονόματι αυτού· οδοποιήσατε τω επιβεβηκότι επί δυσμών, Κύριος όνομα αυτω, και αγαλλιάσθε ενώπιον αυτού. 6 ταραχθήσονται από προσώπου αυτού, του πατρός των ορφανών και κριτού των χηρών· ο Θεός εν τόπω αγίω αυτού. 7 ο Θεός κατοικίζει μονοτρόπους εν οίκω εξάγων πεπεδημένους εν ανδρεία, ομοίως τους παραπικραίνοντας, τους κατοικούντας εν τάφοις. 8 ο Θεός, εν τω εκπορεύεσθαί σε ενώπιον του λαού σου, εν τω διαβαίνειν σε εν τη ερήμω. (διάψαλμα). 9 γη εσείσθη, και γαρ οι ουρανοί έσταξαν από προσώπου του Θεού του Σινά, από προσώπου του Θεού Ισραήλ. 10 βροχήν εκούσιον αφοριείς, ο Θεός, τη κληρονομία σου, και ησθένησε, συ δε κατηρτίσω αυτήν. 11 τα ζωά σου κατοικούσιν εν αυτη· ητοίμασας εν τη χρηστότητί σου τω πτωχω, ο Θεός. 12 Κύριος δώσει ρήμα τοις ευαγγελιζομένοις δυνάμει πολλή, 13 ο βασιλεύς των δυνάμεων του αγαπητού, τη ωραιότητι του οίκου διελέσθαι σκύλα. 14 εάν κοιμηθήτε ανά μέσον των κλήρων, πτέρυγες περιστεράς περιηργυρωμέναι, και τα μετάφρενα αυτής εν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1087

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

χλωρότητι χρυσίου. 15 εν τω διαστέλλειν τον επουράνιον βασιλείς επ ‘ αυτής, χιονωθήσονται εν Σελμών. 16 όρος του Θεού, όρος πίον, όρος τετυρωμένον, όρος πίον. 17 ινατί υπολαμβάνετε, όρη τετυρωμένα, το όρος, ό ευδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτω; και γαρ ο Κύριος κατασκηνώσει εις τέλος. 18 το άρμα του Θεού μυριοπλάσιον, χιλιάδες ευθηνούντων· Κύριος εν αυτοίς εν Σινά ην, εν τω αγίω. 19 ανέβης εις ύψος, ηχμαλώτευσας αιχμαλωσίαν, έλαβες δόματα εν ανθρώποις, και γαρ απειθούντας του κατασκηνώσαι. 20 Κύριος ο Θεός ευλογητός, ευλογητός Κύριος ημέραν καθ ‘ ημέραν· κατευοδώσαι ημίν ο Θεός των σωτηρίων ημών. (διάψαλμα). 21 ο Θεός ημών, ο Θεός του σώζειν, και του Κυρίου Κυρίου αι διέξοδοι του θανάτου. 22 πλήν ο Θεός συνθλάσει κεφαλάς εχθρών αυτού, κορυφήν τριχός διαπορευομένων εν πλημμελείαις αυτών. 23 είπε Κύριος· εκ Βασάν επιστρέψω, επιστρέψω εν βυθοίς θαλάσσης. 24 όπως αν βαφή ο πούς σου εν αίματι, η γλώσσα των κυνών σου εξ εχθρών παρ ‘ αυτού. 25 εθεωρήθησαν αι πορείαί σου, ο Θεός, αι πορείαι του Θεού μου του βασιλέως του εν τω αγίω. 26 προέφθασαν άρχοντες εχόμενοι ψαλλόντων εν μέσω νεανίδων τυμπανιστριών. 27 εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν, Κύριον εκ πηγών Ισραήλ. 28 εκεί Βενιαμίν νεώτερος εν εκστάσει, άρχοντες Ιούδα ηγεμόνες αυτών, άρχοντες Ζαβουλών, άρχοντες Νεφθαλείμ. 29 έντειλαι, ο Θεός, τη δυνάμει σου, δυνάμωσον, ο Θεός, τούτο, ό κατειργάσω εν ημίν. 30 από του ναού σου επί Ιερουσαλήμ σοί οίσουσι βασιλείς δώρα. 31 επιτίμησον τοις θηρίοις του καλάμου· η συναγωγή των ταύρων εν ταις δαμάλεσι των λαών του εγκλεισθήναι τους δεδοκιμασμένους τω αργυρίω· διασκόρπισον έθνη τα τους πολέμους θέλοντα. 32 ήξουσι πρέσβεις εξ Αιγύπτου, Αιθιοπία προφθάσει χείρα αυτής τω Θεω. 33 αι βασιλείαι της γης, άσατε τω Θεω, ψάλατε τω Κυρίω. (διάψαλμα). 34 ψάλατε τω Θεω τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς· ιδού δώσει τη φωνή αυτού φωνήν δυνάμεως. 35 δότε δόξαν τω Θεω· επί τον Ισραήλ η μεγαλοπρέπεια αυτού, και η δύναμις αυτού εν ταις νεφέλαις. 36 θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού· ο Θεός Ισραήλ, αυτός δώσει δύναμιν και κραταίωσιν τω λαω αυτού. ευλογητός ο Θεός.

ΞΗ (ΞΘ) 68. Εις το τέλος· υπέρ των αλλοιωθησομένων· τω Δαυϊδ. 2 ΣΩΣΟΝ με, ο Θεός, ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου. 3 ενεπάγην εις ιλύν βυθού, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1088

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ουκ έστιν υπόστασις· ήλθον εις τα βάθη της θαλάσσης και καταιγίς κατεπόντισέ με. 4 εκοπίασα κράζων, εβραγχίασεν ο λάρυγξ μου, εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από του ελπίζειν με επί τον Θεόν μου. 5 επληθύνθησαν υπέρ τας τρίχας της κεφαλής μου οι μισούντές με δωρεάν, εκραταιώθησαν οι εχθροί μου οι εκδιώκοντές με αδίκως· α ουχ ήρπαζον, τότε απετίννυον. 6 ο Θεός, συ έγνως την αφροσύνην μου και αι πλημμέλειαί μου από σου ουκ απεκρύβησαν. 7 μη αισχυνθείησαν επ ‘ εμέ οι υπομένοντές σε, Κύριε, Κύριε των δυνάμεων, μη εντραπείησαν επ ‘ εμέ οι ζητούντές σε, ο Θεός του Ισραήλ, 8 ότι ένεκά σου υπήνεγκα ονειδισμόν, εκάλυψεν εντροπή το πρόσωπόν μου. 9 απηλλοτριωμένος εγενήθην τοις αδελφοίς μου και ξένος τοις υιοίς της μητρός μου, 10 ότι ο ζήλος του οίκου σου κατέφαγέ με, και οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ ‘ εμέ. 11 και συνεκάλυψα εν νηστεία την ψυχήν μου, και εγενήθη εις ονειδισμούς εμοί· 12 και εθέμην το ένδυμά μου σάκκον, και εγενόμην αυτοίς εις παραβολήν. 13 κατ ‘ εμού ηδολέσχουν οι καθήμενοι εν πύλαις, και εις εμέ έψαλλον οι πίνοντες οίνον. 14 εγώ δε τη προσευχή μου προς σε, Κύριε· καιρός ευδοκίας, ο Θεός, εν τω πλήθει του ελέους σου· επάκουσόν μου, εν αληθεία της σωτηρίας σου. 15 σώσόν με από πηλού, ίνα μη εμπαγώ· ρυσθείην εκ των μισούντων με και εκ των βαθέων των υδάτων. 16 μη με καταποντισάτω καταιγίς ύδατος, μηδέ καταπιέτω με βυθός, μηδέ συσχέτω επ ‘ εμέ φρέαρ το στόμα αυτού. 17 εισάκουσόν μου, Κύριε, ότι χρηστόν το έλεός σου· κατά το πλήθος των οικτιρμών σου επίβλεψον επ ‘ εμέ. 18 μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι, ταχύ επάκουσόν μου. 19 πρόσχες τη ψυχή μου και λύτρωσαι αυτήν, ένεκα των εχθρών μου ρύσαί με. 20 συ γαρ γινώσκεις τον ονειδισμόν μου και την αισχύνην μου και την εντροπήν μου· εναντίον σου πάντες οι θλίβοντές με. 21 ονειδισμόν προσεδόκησεν η ψυχή μου και ταλαιπωρίαν, και υπέμεινα συλλυπούμενον, και ουχ υπήρξε, και παρακαλούντας, και ουχ εύρον. 22 και έδωκαν εις το βρώμά μου χολήν και εις την δίψαν μου επότισάν με όξος. 23 γενηθήτω η τράπεζα αυτών ενώπιον αυτών εις παγίδα και εις ανταπόδοσιν και εις σκάνδαλον. 24 σκοτισθήτωσαν οι οφθαλμοί αυτών του μη βλέπειν, και τον νώτον αυτών διαπαντός σύγκαμψον. 25 έκχεον επ ‘ αυτούς την οργήν σου, και ο θυμός της οργής σου καταλάβοι αυτούς. 26 γενηθήτω η έπαυλις αυτών ηρημωμένη, και εν τοις σκηνώμασιν αυτών μη έστω ο κατοικών· 27 ότι ον συ επάταξας, αυτοί κατεδίωξαν, και επί το άλγος των τραυμάτων μου προσέθηκαν. 28 πρόσθες ανομίαν επί τη ανομία αυτών,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1089

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και μη εισελθέτωσαν εν δικαιοσύνη σου· 29 εξαλειφθήτωσαν εκ βίβλου ζώντων και μετά δικαίων μη γραφήτωσαν. 30 πτωχός και αλγών ειμι εγώ· η σωτηρία σου, ο Θεός, αντιλάβοιτό μου. 31 αινέσω το όνομα του Θεού μου μετ ‘ ωδής, μεγαλυνώ αυτόν εν αινέσει, 32 και αρέσει τω Θεω υπέρ μόσχον νέον κέρατα εκφέροντα και οπλάς. 33 ιδέτωσαν πτωχοί και ευφρανθήτωσαν· εκζητήσατε τον Θεόν, και ζήσεται η ψυχή υμών, 34 ότι εισήκουσε των πενήτων ο Κύριος και τους πεπεδημένους αυτού ουκ εξουδένωσεν. 35 αινεσάτωσαν αυτόν οι ουρανοί και η γη, θάλασσα και πάντα τα έρποντα εν αυτη. 36 ότι ο Θεός σώσει την Σιών, και οικοδομηθήσονται αι πόλεις της Ιουδαίας, και κατοικήσουσιν εκεί και κληρονομήσουσιν αυτήν· 37 και το σπέρμα των δούλων αυτού καθέξουσιν αυτήν, και οι αγαπώντες το όνομά σου κατασκηνώσουσιν εν αυτη.

ΞΘ (Ο) 69. Εις το τέλος· τω Δαυϊδ εις ανάμνησιν, εις το σώσαί με Κύριον. 2 Ο ΘΕΟΣ, εις την βοήθειάν μου πρόσχες· Κύριε, εις το βοηθήσαί μοι σπεύσον. 3 αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου· αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω και καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοί μου κακά· 4 αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι οι λέγοντές μοι· εύγε εύγε. 5 αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί σοί πάντες οι ζητούντές σε, ο Θεός, και λεγέτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου. 6 εγώ δε πτωχός ειμι και πένης· ο Θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου και ρύστης μου ει συ· Κύριε, μη χρονίσης.

Ο (ΟΑ) 70. Τω Δαυϊδ· υιών Ιωναδάβ και των πρώτων αιχμαλωτισθέντων. ΕΠΙ ΣΟΙ, Κύριε, ήλπισα, μη καταισχυνθείην εις τον αιώνα. 2 εν τη δικαιοσύνη σου ύρύσαί με και εξελού με, κλίνον προς με το ους σου και σώσόν με. 3 γενού μοι εις Θεόν υπερασπιστήν και εις τόπον οχυρόν του σώσαί με, ότι στερέωμά μου και καταφυγή μου ει συ. 4 ο Θεός μου, ρύσαί με εκ χειρός αμαρτωλού, εκ χειρός παρανομούντος και αδικούντος· 5 ότι συ ει η υπομονή μου, Κύριε· Κύριε, η ελπίς μου εκ νεότητός μου, 6 επί σε επεστηρίχθην από γαστρός, εκ κοιλίας μητρός μου συ μου ει σκεπαστής· εν σοί η ύμνησίς μου διαπαντός. 7
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1090

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ωσεί τέρας εγενήθην τοις πολλοίς, και συ βοηθός κραταιός. 8 πληρωθήτω το στόμα μου αινέσεως, όπως υμνήσω την δόξαν σου, όλην την ημέραν την μεγαλοπρέπειάν σου. 9 μη απορρίψης με εις καιρόν γήρως, εν τω εκλείπειν την ισχύν μου μη εγκαταλίπης με. 10 ότι είπαν οι εχθροί μου εμοί και οι φυλάσσοντες την ψυχήν μου εβουλεύσαντο επί το αυτό 11 λέγοντες· ο Θεός εγκατέλιπεν αυτόν· καταδιώξατε και καταλάβετε αυτόν, ότι ουκ έστιν ο ρυόμενος. 12 ο Θεός μου, μη μακρύνης απ ‘ εμού· ο Θεός μου, εις την βοήθειάν μου πρόσχες. 13 αισχυνθήτωσαν και εκλιπέτωσαν οι ενδιαβάλλοντες την ψυχήν μου, περιβαλλέσθωσαν αισχύνην και εντροπήν οι ζητούντες τα κακά μοι. 14 εγώ δε διαπαντός ελπιώ επί σε και προσθήσω επί πάσαν την αίνεσίν σου. 15 το στόμα μου εξαγγελεί την δικαιοσύνην σου, όλην την ημέραν την σωτηρίαν σου, ότι ουκ έγνων γραμματείας. 16 εισελεύσομαι εν δυναστεία Κυρίου· Κύριε, μνησθήσομαι της δικαιοσύνης σου μόνου. 17 ο Θεός, α εδίδαξάς με εκ νεότητός μου, και μέχρι του νυν απαγγελώ τα θαυμάσιά σου. 18 και έως γήρως και πρεσβείου, ο Θεός, μη εγκαταλίπης με, έως αν απαγγελώ τον βραχίονά σου τη γενεά πάση τη επερχομένη, 19 την δυναστείαν σου και την δικαιοσύνην σου. ο Θεός, έως υψίστων α εποίησας μεγαλεία· ο Θεός, τις όμοιός σοι; 20 όσας έδειξάς μοι θλίψεις πολλάς και κακάς, και επιστρέψας εζωοποίησάς με, και εκ των αβύσσων της γης πάλιν ανήγαγές με. 21 επλεόνασας επ ‘ εμέ την μεγαλωσύνην σου και επιστρέψας παρεκάλεσάς με και εκ των αβύσσων της γης πάλιν ανήγαγές με. 22 και γαρ εγώ εξομολογήσομαί σοι εν σκεύει ψαλμού την αλήθειάν σου, ο Θεός· ψαλώ σοι εν κιθάρα, ο άγιος του Ισραήλ. 23 αγαλλιάσονται τα χείλη μου, όταν ψάλω σοι, και η ψυχή μου, ην ελυτρώσω. 24 έτι δε και η γλώσσά μου όλην την ημέραν μελετήσει την δικαιοσύνην σου, όταν αισχυνθώσι και εντραπώσιν οι ζητούντες τα κακά μοι.

ΟΑ (ΟΒ) 71. Εις Σαλωμών. Ο ΘΕΟΣ, το κρίμα σου τω βασιλεί δος και την δικαιοσύνην σου τω υιω του βασιλέως 2 κρίνειν τον λαόν σου εν δικαιοσύνη και τους πτωχούς σου εν κρίσει. 3 αναλαβέτω τα όρη ειρήνην τω λαω σου και οι βουνοί δικαιοσύνην. 4 κρινεί τους πτωχούς του λαού και σώσει τους υιούς των πενήτων και ταπεινώσει συκοφάντην 5 και συμπαραμενεί τω ηλίω και προ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1091

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

της σελήνης γενεάς γενεών. 6 καταβήσεται ως υετός επί πόκον και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην. 7 ανατελεί εν ταις ημέραις αυτού δικαιοσύνη και πλήθος ειρήνης, έως ου ανταναιρεθή η σελήνη. 8 και κατακυριεύσει από θαλάσσης έως θαλάσσης και από ποταμών έως περάτων της οικουμένης. 9 ενώπιον αυτού προπεσούνται Αιθίοπες, και οι εχθροί αυτού χουν λείξουσι. 10 βασιλείς Θαρσίς και νήσοι δώρα προσοίσουσι, βασιλείς Αράβων και Σαβά δώρα προσάξουσι. 11 και προσκυνήσουσιν αυτω πάντες οι βασιλείς της γης, πάντα τα έθνη δουλεύσουσιν αυτω. 12 ότι ερρύσατο πτωχόν εκ δυνάστου και πένητα, ω ουχ υπήρχε βοηθός. 13 φείσεται πτωχού και πένητος και ψυχάς πενήτων σώσει. 14 εκ τόκου και εξ αδικίας λυτρώσεται τας ψυχάς αυτών, και έντιμον το όνομα αυτού ενώπιον αυτών. 15 και ζήσεται, και δοθήσεται αυτω εκ του χρυσίου της Αραβίας, και προσεύξονται περί αυτού διαπαντός, όλην την ημέραν ευλογήσουσιν αυτόν. 16 έσται στήριγμα εν τη γη επ ‘ άκρων των ορέων· υπεραρθήσεται υπέρ τον Λίβανον ο καρπός αυτού, και εξανθήσουσιν εκ πόλεως ωσεί χόρτος της γης. 17 έσται το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας, προ του ηλίου διαμένει το όνομα αυτού· και ενευλογηθήσονται εν αυτω πάσαι αι φυλαί της γης, πάντα τα έθνη μακαριούσιν αυτόν. 18 ευλογητός Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, ο ποιών θαυμάσια μόνος, 19 και ευλογητόν το όνομα της δόξης αυτού εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος, και πληρωθήσεται της δόξης αυτού πάσα η γη. γένοιτο, γένοιτο. Εξέλιπον οι ύμνοι Δαυϊδ του υιού Ιεσσαί.

ΟΒ (ΟΓ) 72. Ψαλμός τω Ασάφ. ΩΣ ΑΓΑΘΟΣ ο Θεός τω Ισραήλ, τοις ευθέσι τη καρδία. 2 εμού δε παραμικρόν εσαλεύθησαν οι πόδες, παρ ‘ ολίγον εξεχύθη τα διαβήματά μου. 3 ότι εζήλωσα επί τοις ανόμοις ειρήνην αμαρτωλών θεωρών, 4 ότι ουκ έστιν ανάνευσις εν τω θανάτω αυτών και στερέωμα εν τη μάστιγι αυτών· 5 εν κόποις ανθρώπων ουκ εισί και μετά ανθρώπων ου μαστιγωθήσονται. 6 δια τούτο εκράτησεν αυτούς η υπερηφανία, περιεβάλοντο αδικίαν και ασέβειαν εαυτών. 7 εξελεύσεται ως εκ στέατος η αδικία αυτών, διήλθον εις διάθεσιν καρδίας· 8 διενοήθησαν και ελάλησαν εν πονηρία, αδικίαν εις το ύψος ελάλησαν· 9 έθεντο εις ουρανόν το στόμα αυτών, και η γλώσσα αυτών διήλθεν επί της γης. 10 δια τούτο επιστρέψει ο λαός μου ενταύθα, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1092

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ημέραι πλήρεις ευρεθήσονται εν αυτοίς. 11 και είπαν· Πως έγνω ο Θεός; και ει έστι γνώσις εν τω Υψίστω; 12 ιδού ούτοι οι αμαρτωλοί και ευθηνούντες· εις τον αιώνα κατέσχον πλούτου. 13 και είπα· άρα ματαίως εδικαίωσα την καρδίαν μου και ενιψάμην εν αθώοις τας χείράς μου· 14 και εγενόμην μεμαστιγωμένος όλην την ημέραν, και ο έλεγχός μου εις τας πρωϊας. 15 ει έλεγον· διηγήσομαι ούτως, ιδού τη γενεά των υιών σου ησυνθέτηκα. 16 και υπέλαβον του γνώναι τούτο· κόπος εστίν ενώπιόν μου, 17 έως εισέλθω εις το αγιαστήριον του Θεού και συνώ εις τα έσχατα αυτών. 18 πλήν δια τας δολιότητας αυτών έθου αυτοίς κακά, κατέβαλες αυτούς εν τω επαρθήναι. 19 Πως εγένοντο εις ερήμωσιν εξάπινα· εξέλιπον, απώλοντο δια την ανομίαν αυτών. 20 ωσεί ενύπνιον εξεγειρομένου, Κύριε, εν τη πόλει σου την εικόνα αυτών εξουδενώσεις. 21 ότι εξεκαύθη η καρδία μου, και οι νεφροί μου ηλλοιώθησαν, 22 καγώ εξουδενωμένος και ουκ έγνων, κτηνώδης εγενόμην παρά σοι. 23 καγώ διαπαντός μετά σου, εκράτησας της χειρός της δεξιάς μου 24 και εν τη βουλή σου ωδήγησάς με και μετά δόξης προσελάβου με. 25 τι γαρ μοι υπάρχει εν τω ουρανω, και παρά σου τι ηθέλησα επί της γης; 26 εξέλιπεν η καρδία μου και η σάρξ μου, ο Θεός της καρδίας μου και η μερίς μου ο Θεός εις τον αιώνα. 27 ότι ιδού οι μακρύνοντες εαυτούς από σου απολούνται, εξωλόθρευσας πάντα τον πορνεύοντα από σου. 28 εμοί δε το προσκολλάσθαι τω Θεω αγαθόν εστι, τίθεσθαι εν τω Κυρίω την ελπίδα μου του εξαγγείλαί με πάσας τας αινέσεις σου εν ταις πύλαις της θυγατρός Σιών.

ΟΓ (ΟΔ) 73. Συνέσεως τω Ασάφ. ΙΝΑΤΙ απώσω, ο Θεός, εις τέλος; ωργίσθη ο θυμός σου επί πρόβατα νομής σου; 2 μνήσθητι της συναγωγής σου, ης εκτήσω απ ‘ αρχής· ελυτρώσω ράβδον κληρονομίας σου, όρος Σιών τούτο, ό κατεσκήνωσας εν αυτω. 3 έπαρον τας χείράς σου επί τας υπερηφανίας αυτών εις τέλος, όσα επονηρεύσατο ο εχθρός εν τοις αγίοις σου. 4 και ενεκαυχήσαντο οι μισούντές σε εν μέσω της εορτής σου, έθεντο τα σημεία αυτών σημεία και ουκ έγνωσαν. 5 ως εις την έξοδον υπεράνω, 6 ως εν δρυμω ξύλων αξίναις εξέκοψαν τας θύρας αυτής επί το αυτό εν πελέκει και λαξευτηρίω κατέρραξαν αυτήν. 7 ενεπύρισαν εν πυρί το αγιαστήριόν σου, εις την γην εβεβήλωσαν το σκήνωμα του ονόματός σου. 8 είπαν εν τη καρδία αυτών αι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1093

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

συγγένειαι αυτών επί το αυτό· δεύτε και καταπαύσωμεν πάσας τας εορτάς του Θεού από της γης. 9 τα σημεία αυτών ουκ είδομεν, ουκ έστιν έτι προφήτης, και ημάς ου γνώσεται έτι. 10 έως πότε, ο Θεός, ονειδιεί ο εχθρός, παροξυνεί ο υπεναντίος το όνομά σου εις τέλος; 11 ινατί αποστρέφεις την χείρά σου και την δεξιάν σου εκ μέσου του κόλπου σου εις τέλος; 12 ο δε Θεός βασιλεύς ημών προ αιώνων, ειργάσατο σωτηρίαν εν μέσω της γης. 13 συ εκραταίωσας εν τη δυνάμει σου την θάλασσαν, συ συνέτριψας τας κεφαλάς των δρακόντων επί του ύδατος. 14 συ συνέθλασας την κεφαλήν του δράκοντος, έδωκας αυτόν βρώμα λαοίς τοις Αιθίοψι. 15 συ διέρρηξας πηγάς και χειμάρρους, συ εξήρανας ποταμούς ‘Ηθάμ. 16 σή εστιν η ημέρα, και σή εστιν η νύξ, συ κατηρτίσω φαύσιν και ήλιον. 17 συ εποίησας πάντα τα ωραία της γης· θέρος και έαρ, συ έπλασας αυτά. 18 μνήσθητι ταύτης· εχθρός ωνείδισε τον Κύριον, και λαός άφρων παρώξυνε το όνομά σου. 19 μη παραδως τοις θηρίοις ψυχήν εξομολογουμένην σοι, των ψυχών των πενήτων σου μη επιλάθη εις τέλος. 20 επίβλεψον εις την διαθήκην σου, ότι επληρώθησαν οι εσκοτισμένοι της γης οίκων ανομιών. 21 μη αποστραφήτω τεταπεινωμένος και κατησχυμένος· πτωχός και πένης αινέσουσι το όνομά σου. 22 ανάστα, ο Θεός, δίκασον την δίκην σου· μνήσθητι του ονειδισμού σου του υπό άφρονος όλην την ημέραν. 23 μη επιλάθη της φωνής των ικετών σου· η υπερηφανία των μισούντων σε ανέβη δια παντός.

ΟΔ (ΟΕ) 74. Εις το τέλος· μη διαφθείρης· ψαλμός ωδής τω Ασάφ. 2 ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΕΘΑ σοι, ο Θεός, εξομολογησόμεθά σοι και επικαλεσόμεθα το όνομά σου. 3 διηγήσομαι πάντα τα θαυμάσιά σου, όταν λάβω καιρόν· εγώ ευθύτητας κρινώ. 4 ετάκη η γη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτη, εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής. (διάψαλμα). 5 είπα τοις παρανομούσι· μη παρανομείτε, και τοις αμαρτάνουσι· μη υψούτε κέρας, 6 μη επαίρετε εις ύψος το κέρας υμών και μη λαλείτε κατά του Θεού αδικίαν. 7 ότι ούτε εξ εξόδων ούτε από δυσμών ούτε από ερήμων ορέων, 8 ότι ο Θεός κριτής εστι, τούτον ταπεινοί και τούτον υψοί. 9 ότι ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου ακράτου πλήρες κεράσματος. και έκλινεν εκ τούτου εις τούτο, πλήν ο τρυγίας αυτού ουκ εξεκενώθη, πίονται
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1094

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πάντες οι αμαρτωλοί της γης· 10 εγώ δε αγαλλιάσομαι εις τον αιώνα, ψαλώ τω Θεω Ιακώβ· και πάντα τα κέρατα των αμαρτωλών συνθλάσω, και υψωθήσεται τα κέρατα του δικαίου.

ΟΕ (ΟΣΤ) 75. Εις το τέλος, εν ύμνοις· ψαλμός τω Ασάφ, ωδή προς τον Ασσύριον. 2 ΓΝΩΣΤΟΣ εν τη Ιουδαία ο Θεός, εν τω Ισραήλ μέγα το όνομα αυτού. 3 και εγενήθη εν ειρήνη ο τόπος αυτού, και το κατοικητήριον αυτού εν Σιών· 4 εκεί συνέτριψε τα κράτη των τόξων, όπλον και ρομφαίαν και πόλεμον. (διάψαλμα). 5 φωτίζεις συ θαυμαστώς από ορέων αιωνίων· 6 εταράχθησαν πάντες οι ασύνετοι τη καρδία, ύπνωσαν ύπνον αυτών και ουχ εύρον ουδέν πάντες οι άνδρες του πλούτου ταις χερσίν αυτών. 7 από επιτιμήσεώς σου, ο Θεός Ιακώβ, ενύσταξαν οι επιβεβηκότες τοις ίπποις. 8 συ φοβερός ει, και τις αντιστήσεταί σοι; από τότε η οργή σου. 9 εκ του ουρανού ηκούτισας κρίσιν, γη εφοβήθη και ησύχασεν 10 εν τω αναστήναι εις κρίσιν τον Θεόν του σώσαι πάντας τους πραείς της γης. (διάψαλμα). 11 ότι ενθύμιον ανθρώπου εξομολογήσεταί σοι, και εγκατάλειμμα ενθυμίου εορτάσει σοι. 12 εύξασθε και απόδοτε Κυρίω τω Θεω ημών· πάντες οι κύκλω αυτού οίσουσι δώρα 13 τω φοβερω και αφαιρουμένω πνεύματα αρχόντων, φοβερω παρά τοις βασιλεύσι της γης.

ΟΣΤ (ΟΖ) 76. Εις το τέλος, υπέρ Ιδιθούν· ψαλμός τω Ασάφ. 2 ΦΩΝ… μου προς Κύριον εκέκραξα, φωνή μου προς τον Θεόν, και προσέσχε μοι. 3 εν ημέρα θλίψεώς μου τον Θεόν εξεζήτησα, ταις χερσί μου νυκτός εναντίον αυτού, και ουκ ηπατήθην· απηνήνατο παρακληθήναι η ψυχή μου. 4 εμνήσθην του Θεού και ευφράνθην· ηδολέσχησα, και ωλιγοψύχησε το πνεύμά μου. (διάψαλμα). 5 προκατελάβοντο φυλακάς οι οφθαλμοί μου, εταράχθην και ουκ ελάλησα. 6 διελογισάμην ημέρας αρχαίας, και έτη αιώνια εμνήσθην και εμελέτησα· 7 νυκτός μετά της καρδίας μου ηδολέσχουν, και έσκαλλε το πνεύμά μου. 8 μη εις τους αιώνας απώσεται Κύριος και ου προσθήσει του ευδοκήσαι έτι; 9 ή εις τέλος το έλεος αυτού αποκόψει; συνετέλεσε ρήμα από γενεάς εις γενεάν; 10 μη επιλήσεται
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1095

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του οικτειρήσαι ο Θεός; ή συνέξει εν τη οργή αυτού τους οικτιρμούς αυτού; (διάψαλμα). 11 και είπα· νυν ηρξάμην, αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου. 12 εμνήσθην των έργων Κυρίου, ότι μνησθήσομαι από της αρχής των θαυμασίων σου 13 και μελετήσω εν πάσι τοις έργοις σου και εν τοις επιτηδεύμασί σου αδολεσχήσω. 14 ο Θεός, εν τω αγίω η οδός σου· τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; 15 συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια, εγνώρισας εν τοις λαοίς την δύναμίν σου· 16 ελυτρώσω εν τω βραχίονί σου τον λαόν σου, τους υιούς Ιακώβ και Ιωσήφ. (διάψαλμα). 17 είδοσάν σε ύδατα, ο Θεός, είδοσάν σε ύδατα και εφοβήθησαν, εταράχθησαν άβυσσοι, 18 πλήθος ήχους υδάτων, φωνήν έδωκαν αι νεφέλαι, και γαρ τα βέλη σου διαπορεύονται· 19 φωνή της βροντής σου εν τω τροχω, έφαναν αι αστραπαί σου τη οικουμένη, εσαλεύθη και έντρομος εγενήθη η γη. 20 εν τη θαλάσση αι οδοί σου, και αι τρίβοι σου εν ύδασι πολλοίς, και τα ίχνη σου ου γνωσθήσονται. 21 ωδήγησας ως πρόβατα τον λαόν σου εν χειρί Μωϋσή και Ααρών.

ΟΖ (ΟΗ) 77. Συνέσεως τω Ασάφ. ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ, λαός μου, τω νόμω μου, κλίνατε το ους υμών εις τα ρήματα του στόματός μου· 2 ανοίξω εν παραβολαίς το στόμα μου, φθέγξομαι προβλήματα απ ‘ αρχής. 3 όσα ηκούσαμεν και έγνωμεν αυτά και οι πατέρες ημών διηγήσαντο ημίν, 4 ουκ εκρύβη από των τέκνων αυτών εις γενεάν ετέραν, απαγγέλλοντες τας αινέσεις Κυρίου και τας δυναστείας αυτού και τα θαυμάσια αυτού, α εποίησε. 5 και ανέστησε μαρτύριον εν Ιακώβ και νόμον έθετο εν Ισραήλ, όσα ενετείλατο τοις πατράσιν ημών του γνωρίσαι αυτά τοις υιοίς αυτών, 6 όπως αν γνω γενεά ετέρα, υιοί οι τεχθησόμενοι, και αναστήσονται και απαγγελούσιν αυτά τοις υιοίς αυτών· 7 ίνα θώνται επί τον Θεόν την ελπίδα αυτών και μη επιλάθωνται των έργων του Θεού και τας εντολάς αυτού εκζητήσωσιν· 8 ίνα μη γένωνται ως οι πατέρες αυτών, γενεά σκολιά και παραπικραίνουσα, γενεά, ήτις ου κατηύθυνε την καρδίαν εαυτής και ουκ επιστώθη μετά του Θεού το πνεύμα αυτής. 9 υιοί Εφραίμ εντείνοντες και βάλλοντες τόξοις εστράφησαν εν ημέρα πολέμου. 10 ουκ εφύλαξαν την διαθήκην του Θεού και εν τω νόμω αυτού ουκ ηβουλήθησαν πορεύεσθαι. 11 και επελάθοντο των ευεργεσιών αυτού και των θαυμασίων αυτού, ων έδειξεν αυτοίς, 12 εναντίον των πατέρων αυτών α εποίησε θαυμάσια
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1096

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εν γη Αιγύπτω, εν πεδίω Τάνεως. 13 διέρρηξε θάλασσαν και διήγαγεν αυτούς, παρέστησεν ύδατα ωσεί ασκόν 14 και ωδήγησεν αυτούς εν νεφέλη ημέρας και όλην την νύκτα εν φωτισμω πυρός. 15 διέρρηξε πέτραν εν ερήμω και επότισεν αυτούς ως εν αβύσσω πολλή 16 και εξήγαγεν ύδωρ εκ πέτρας και κατήγαγεν ως ποταμούς ύδατα. 17 και προσέθεντο έτι του αμαρτάνειν αυτω, παρεπίκραναν τον Ύψιστον εν ανύδρω 18 και εξεπείρασαν τον Θεόν εν ταις καρδίαις αυτών, του αιτήσαι βρώματα ταις ψυχαίς αυτών 19 και κατελάλησαν του Θεού και είπαν· μη δυνήσεται ο Θεός ετοιμάσαι τράπεζαν εν ερήμω; 20 επεί επάταξε πέτραν και ερρύησαν ύδατα και χείμαρροι κατεκλύσθησαν, μη και άρτον δύναται δούναι ή ετοιμάσαι τράπεζαν τω λαω αυτού; 21 δια τούτο ήκουσε Κύριος και ανεβάλετο, και πυρ ανήφθη εν Ιακώβ, και οργή ανέβη επί τον Ισραήλ, 22 ότι ουκ επίστευσαν εν τω Θεω ουδέ ήλπισαν επί το σωτήριον αυτού. 23 και ενετείλατο νεφέλαις υπεράνωθεν και θύρας ουρανού ανέωξε 24 και έβρεξεν αυτοίς μάννα φαγείν και άρτον ουρανού έδωκεν αυτοίς· 25 άρτον αγγέλων έφαγεν άνθρωπος, επισιτισμόν απέστειλεν αυτοίς εις πλησμονήν. 26 απήρε Νότον εξ ουρανού και επήγαγεν εν τη δυνάμει αυτού Λίβα 27 και έβρεξεν επ ‘ αυτούς ωσεί χουν σάρκας και ωσεί άμμον θαλασσών πετεινά πτερωτά, 28 και επέπεσον εν μέσω παρεμβολής αυτών κύκλω των σκηνωμάτων αυτών, 29 και έφαγον και ενεπλήσθησαν σφόδρα, και την επιθυμίαν αυτών ήνεγκεν αυτοίς, 30 ουκ εστερήθησαν από της επιθυμίας αυτών. έτι της βρώσεως ούσης εν τω στόματι αυτών, 31 και η οργή του Θεού ανέβη επ ‘ αυτούς, και απέκτεινεν εν τοις πλείοσιν αυτών, και τους εκλεκτούς του Ισραήλ συνεπόδισεν. 32 εν πάσι τούτοις ήμαρτον έτι και ουκ επίστευσαν εν τοις θαυμασίοις αυτού, 33 και εξέλιπον εν ματαιότητι αι ημέραι αυτών και τα έτη αυτών μετά σπουδής. 34 όταν απέκτειναν αυτούς, τότε εξεζήτουν αυτόν και επέστρεφον και ώρθριζον προς τον Θεόν 35 και εμνήσθησαν ότι ο Θεός βοηθός αυτών εστι και ο Θεός ο Ύψιστος λυτρωτής αυτών εστι. 36 και ηγάπησαν αυτόν εν τω στόματι αυτών και τη γλώσση αυτών εψεύσαντο αυτω, 37 η δε καρδία αυτών ουκ ευθεία μετ ‘ αυτού, ουδέ επιστώθησαν εν τη διαθήκη αυτού. 38 αυτός δε εστιν οικτίρμων και ιλάσκεται ταις αμαρτίαις αυτών και ου διαφθερεί και πληθυνεί του αποστρέψαι τον θυμόν αυτού και ουχί εκκαύσει πάσαν την οργήν αυτού. 39 και εμνήσθη ότι σάρξ εισι, πνεύμα πορευόμενον και ουκ επιστρέφον. 40 ποσάκις παρεπίκραναν αυτόν εν τη ερήμω, παρώργισαν αυτόν εν γη ανύδρω; 41 και επέστρεψαν και επείρασαν τον Θεόν και τον άγιον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1097

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του Ισραήλ παρώξυναν. 42 και ουκ εμνήσθησαν της χειρός αυτού, ημέρας, ης ελυτρώσατο αυτούς εκ χειρός θλίβοντος, 43 ως έθετο εν Αιγύπτω τα σημεία αυτού και τα τέρατα αυτού εν πεδίω Τάνεως. 44 και μετέστρεψεν εις αίμα τους ποταμούς αυτών και τα ομβρήματα αυτών, όπως μη πίωσιν· 45 εξαπέστειλεν εις αυτούς κυνόμυιαν, και κατέφαγεν αυτούς, και βάτραχον, και διέφθειρεν αυτούς· 46 και έδωκε τη ερυσίβη τους καρπούς αυτών και τους πόνους αυτών τη ακρίδι· 47 απέκτεινεν εν χαλάζη την άμπελον αυτών και τας συκαμίνους αυτών εν τη πάχνη· 48 και παρέδωκεν εις χάλαζαν τα κτήνη αυτών και την ύπαρξιν αυτών τω πυρί· 49 εξαπέστειλεν εις αυτούς οργήν θυμού αυτού, θυμόν και οργήν και θλίψιν, αποστολήν δι ‘ αγγέλων πονηρών. 50 ωδοποίησε τρίβον τη οργή αυτού και ουκ εφείσατο από θανάτου των ψυχών αυτών και τα κτήνη αυτών εις θάνατον συνέκλεισε 51 και επάταξε παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω, απαρχήν παντός πόνου αυτών εν τοις σκηνώμασι Χαμ, 52 και απήρεν ως πρόβατα τον λαόν αυτού και ανήγαγεν αυτούς ωσεί ποίμνιον εν ερήμω 53 και ωδήγησεν αυτούς επ ‘ ελπίδι, και ουκ εδειλίασαν, και τους εχθρούς αυτών εκάλυψε θάλασσα. 54 και εισήγαγεν αυτούς εις όρος αγιάσματος αυτού, όρος τούτο, ό εκτήσατο η δεξιά αυτού, 55 και εξέβαλεν από προσώπου αυτών έθνη και εκληροδότησεν αυτούς εν σχοινίω κληροδοσίας και κατεσκήνωσεν εν τοις σκηνώμασιν αυτών τας φυλάς του Ισραήλ. 56 και επείρασαν και παρεπίκραναν τον Θεόν τον Ύψιστον και τα μαρτύρια αυτού ουκ εφυλάξαντο 57 και απέστρεψαν και ηθέτησαν, καθώς και οι πατέρες αυτών, μετεστράφησαν εις τόξον στρεβλόν 58 και παρώργισαν αυτόν εν τοις βουνοίς αυτών, και εν τοις γλυπτοίς αυτών παρεζήλωσαν αυτόν. 59 ήκουσεν ο Θεός και υπερείδε και εξουδένωσε σφόδρα τον Ισραήλ. 60 και απώσατο την σκηνήν Σιλώμ, σκήνωμα, ό κατεσκήνωσεν εν ανθρώποις. 61 και παρέδωκεν εις αιχμαλωσίαν την ισχύν αυτών και την καλλονήν αυτών εις χείρα εχθρών 62 και συνέκλεισεν εν ρομφαία τον λαόν αυτού και την κληρονομίαν αυτού υπερείδε. 63 τους νεανίσκους αυτών κατέφαγε πυρ, και αι παρθένοι αυτών ουκ επενθήθησαν· 64 οι ιερείς αυτών εν ρομφαία έπεσον, και αι χήραι αυτών ου κλαυθήσονται. 65 και εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος, ως δυνατός κεκραιπαληκώς εξ οίνου, 66 και επάταξε τους εχθρούς αυτού εις τα οπίσω, όνειδος αιώνιον έδωκεν αυτοίς. 67 και απώσατο το σκήνωμα Ιωσήφ και την φυλήν Εφραίμ ουκ εξελέξατο· 68 και εξελέξατο την φυλήν Ιούδα, το όρος το Σιών, ό ηγάπησε, 69 και ωκοδόμησεν ως μονοκέρωτος το αγίασμα αυτού, εν τη γη εθεμελίωσεν αυτήν εις τον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1098

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αιώνα. 70 και εξελέξατο Δαυϊδ τον δούλον αυτού και ανέλαβεν αυτόν εκ των ποιμνίων των προβάτων, 71 εξόπισθεν των λοχευομένων έλαβεν αυτόν ποιμαίνειν Ιακώβ τον δούλον αυτού και Ισραήλ την κληρονομίαν αυτού 72 και εποίμανεν αυτούς εν τη ακακία της καρδίας αυτού, και εν τη συνέσει των χειρών αυτού ωδήγησεν αυτούς.

ΟΗ (ΟΘ) 78. Ψαλμός τω Ασάφ. Ο ΘΕΟΣ, ήλθοσαν έθνη εις την κληρονομίαν σου, εμίαναν τον ναόν τον άγιόν σου, έθεντο Ιερουσαλήμ ως οπωροφυλάκιον. 2 έθεντο τα θνησιμαία των δούλων σου βρώματα τοις πετεινοίς του ουρανού, τας σάρκας των οσίων σου τοις θηρίοις της γης· 3 εξέχεαν το αίμα αυτών ωσεί ύδωρ κύκλω Ιερουσαλήμ, και ουκ ην ο θάπτων. 4 εγενήθημεν όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών. 5 έως πότε, Κύριε, οργισθήση εις τέλος, εκκαυθήσεται ως πυρ ο ζήλός σου; 6 έκχεον την οργήν σου επί τα έθνη τα μη γινώσκοντά σε και επί βασιλείας, αι το όνομά σου ουκ επεκαλέσαντο, 7 ότι κατέφαγον τον Ιακώβ, και τον τόπον αυτού ηρήμωσαν. 8 μη μνησθής ημών ανομιών αρχαίων· ταχύ προκαταλαβέτωσαν ημάς οι οικτιρμοί σου, Κύριε, ότι επτωχεύσαμεν σφόδρα. 9 βοήθησον ημίν, ο Θεός, ο σωτήρ ημών· ένεκεν της δόξης του ονόματός σου, Κύριε, ρύσαι ημάς και ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών ένεκα του ονόματός σου, 10 μη ποτε είπωσι τα έθνη· που έστιν ο Θεός αυτών; και γνωσθήτω εν τοις έθνεσιν ενώπιον των οφθαλμών ημών η εκδίκησις του αίματος των δούλων σου του εκκεχυμένου. 11 εισελθέτω ενώπιόν σου ο στεναγμός των πεπεδημένων, κατά την μεγαλωσύνην του βραχίονός σου περιποίησαι τους υιούς των τεθανατωμένων. 12 απόδος τοις γείτοσιν ημών επταπλασίονα εις τον κόλπον αυτών τον ονειδισμόν αυτών, ον ωνείδισάν σε, Κύριε. 13 ημείς δε λαός σου και πρόβατα νομής σου ανθομολογησόμεθά σοι εις τον αιώνα, εις γενεάν και γενεάν εξαγγελούμεν την αίνεσίν σου.

ΟΘ (Π) 79. Εις το τέλος, υπέρ των αλλοιωθησομένων· μαρτύριον τω Ασάφ, ψαλμός υπέρ του Ασσυρίου. 2 Ο ΠΟΙΜΑΙΝΩΝ τον Ισραήλ, πρόσχες, ο οδηγών ωσεί πρόβατα τον Ιωσήφ. ο καθήμενος επί των Χερουβίμ, εμφάνηθι. 3 εναντίον Εφραίμ και Βενιαμίν και Μανασσή εξέγειρον την
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1099

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

δυναστείαν σου και ελθέ εις το σώσαι ημάς. 4 ο Θεός, επίστρεψον ημάς και επίφανον το πρόσωπόν σου και σωθησόμεθα. 5 Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, έως πότε οργίζη επί την προσευχήν των δούλων σου; 6 ψωμιείς ημάς άρτον δακρύων; και ποτιείς ημάς εν δάκρυσιν εν μέτρω; 7 έθου ημάς εις αντιλογίαν τοις γείτοσιν ημών, και οι εχθροί ημών εμυκτήρισαν ημάς. 8 Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον ημάς και επίφανον το πρόσωπόν σου, και σωθησόμεθα. (διάψαλμα). 9 άμπελον εξ Αιγύπτου μετηρας, εξέβαλες έθνη και κατεφύτευσας αυτήν· 10 ωδοποίησας έμπροσθεν αυτής και κατεφύτευσας τας ρίζας αυτής, και επλήρωσε την γην. 11 εκάλυψεν όρη η σκιά αυτής και αι αναδενδράδες αυτής τας κέδρους του Θεού· 12 εξέτεινε τα κλήματα αυτής έως θαλάσσης και έως ποταμών τας παραφυάδας αυτής. 13 ινατί καθείλες τον φραγμόν αυτής και τρυγώσιν αυτήν πάντες οι παραπορευόμενοι την οδόν; 14 ελυμήνατο αυτήν ύς εκ δρυμού, και μονιός άγριος κατενεμήσατο αυτήν. 15 ο Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον δη, και επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψαι την άμπελον ταύτην 16 και κατάρτισαι αυτήν, ην εφύτευσεν η δεξιά σου, και επί υιόν ανθρώπου, ον εκραταίωσας σεαυτω. 17 εμπεπυρισμένη πυρί και ανεσκαμμένη· από επιτιμήσεως του προσώπου σου απολούνται. 18 γενηθήτω η χείρ σου επ ‘ άνδρα δεξιάς σου και επί υιόν ανθρώπου, ον εκραταίωσας σεαυτω· 19 και ου μη αποστώμεν από σου, ζωώσεις ημάς, και το όνομά σου επικαλεσόμεθα. 20 Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον ημάς και επίφανον το πρόσωπόν σου, και σωθησόμεθα.

Π (ΠΑ) 80. Εις το τέλος, υπέρ των ληνών· ψαλμός τω Ασάφ. 2 ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ τω Θεω τω βοηθω ημών, αλαλάξατε τω Θεω Ιακώβ· 3 λάβετε ψαλμόν και δότε τύμπανον, ψαλτήριον τερπνόν μετά κιθάρας· 4 σαλπίσατε εν νεομηνία σάλπιγγι, εν ευσήμω ημέρα εορτής υμών· 5 ότι πρόσταγμα τω Ισραήλ εστι και κρίμα τω Θεω Ιακώβ. 6 μαρτύριον εν τω Ιωσήφ έθετο αυτόν εν τω εξελθείν αυτόν εκ γης Αιγύπτου· γλώσσαν, ην ουκ έγνω, ήκουσεν· 7 απέστησεν από άρσεων τον νώτον αυτού, αι χείρες αυτού εν τω κοφίνω εδούλευσαν. 8 εν θλίψει επεκαλέσω με, και ερρυσάμην σε· επήκουσά σου εν αποκρύφω καταιγίδος, εδοκίμασά σε επί ύδατος αντιλογίας. (διάψαλμα). 9 άκουσον, λαός μου, και διαμαρτύρομαί σοι, Ισραήλ, εάν ακούσης μου, 10 ουκ έσται εν σοί Θεός πρόσφατος, ουδέ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1100

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

προσκυνήσεις Θεω αλλοτρίω· 11 εγώ γαρ ειμι Κύριος ο Θεός σου ο αναγαγών σε εκ γης Αιγύπτου· πλάτυνον το στόμα σου, και πληρώσω αυτό. 12 και ουκ ήκουσεν ο λαός μου της φωνής μου, και Ισραήλ ου προσέσχε μοι· 13 και εξαπέστειλα αυτούς κατά τα επιτηδεύματα των καρδιών αυτών, πορεύσονται εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών. 14 ει ο λαός μου ήκουσέ μου, Ισραήλ ταις οδοίς μου ει επορεύθη, 15 εν τω μηδενί αν τους εχθρούς αυτών εταπείνωσα και επί τους θλίβοντας αυτούς επέβαλον αν την χείρά μου. 16 οι εχθροί Κυρίου εψεύσαντο αυτω, και έσται ο καιρός αυτών εις τον αιώνα. 17 και εψώμισεν αυτούς εκ στέατος πυρού και εκ πέτρας μέλι εχόρτασεν αυτούς.

ΠΑ (ΠΒ) 81. Ψαλμός τω Ασάφ. Ο ΘΕΟΣ έστη εν συναγωγή θεών, εν μέσω δε θεούς διακρινεί. 2 έως πότε κρίνετε αδικίαν και πρόσωπα αμαρτωλών λαμβάνετε; (διάψαλμα). 3 κρίνατε ορφανω και πτωχω, ταπεινόν και πένητα δικαιώσατε· 4 εξέλεσθε πένητα και πτωχόν, εκ χειρός αμαρτωλού ρύσασθε αυτόν. 5 ουκ έγνωσαν ουδέ συνήκαν, εν σκότει διαπορεύονται· σαλευθήσονται πάντα τα θεμέλια της γης. 6 εγώ είπα· θεοί εστε και υιοί Υψίστου πάντες· 7 υμείς δε ως άνθρωποι αποθνήσκετε και ως εις των αρχόντων πίπτετε. 8 ανάστα, ο Θεός, κρίνων την γην, ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι.

ΠΒ (ΠΓ) 82. Ωδη ψαλμού τω Ασάφ. 2 Ο ΘΕΟΣ, τις ομοιωθήσεταί σοι; μη σιγήσης μηδέ καταπραϋνης, ο Θεός· 3 ότι ιδού οι εχθροί σου ήχησαν, και οι μισούντές σε ήραν κεφαλήν, 4 επί τον λαόν σου κατεπανουργεύσαντο γνώμην και εβουλεύσαντο κατά των αγίων σου· 5 είπαν· δεύτε και εξολοθρεύσωμεν αυτούς εξ έθνους, και ου μη μνησθή το όνομα Ισραήλ έτι. 6 ότι εβουλεύσαντο εν ομονοία επί το αυτό, κατά σου διαθήκην διέθεντο 7 τα σκηνώματα των Ιδουμαίων και οι Ισμαηλίται, Μωάβ και οι Αγαρηνοί, 8 Γεβάλ και Αμμών και Αμαλήκ και αλλόφυλοι μετά των κατοικούντων Τύρον. 9 και γαρ και Ασσούρ συμπαρεγένετο μετ ‘ αυτών, εγενήθησαν εις αντίληψιν τοις υιοίς Λωτ. (διάψαλμα). 10 ποίησον αυτοίς ως τη Μαδιάμ και τω Σισάρα, ως τω Ιαβείμ εν τω
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1101

ω εστιν η αντίληψις αυτού παρά σοί· αναβάσεις εν τη καρδία αυτού διέθετο 7 εις την κοιλάδα του κλαυθμώνος. ο Θεός. 14 ο Θεός μου. μακάριος άνθρωπος ο ελπίζων επί σε. 6 μακάριος ανήρ. 8 πορεύσονται εκ δυνάμεως εις δύναμιν. ως καλάμην κατά πρόσωπον ανέμου· 15 ωσεί πυρ. (διάψαλμα). ενώτισαι. 18 αισχυνθήτωσαν και ταραχθήτωσαν εις τον αιώνα του αιώνος και εντραπήτωσαν και απολέσθωσαν 19 και γνώτωσαν ότι όνομά σοι Κύριος· συ μόνος Ύψιστος επί πάσαν την γην. ο Θεός των δυνάμεων. ωσεί φλόξ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1102 . Κύριε των δυνάμεων. και εν τη οργή σου συνταράξεις αυτούς. 16 ούτως καταδιώξεις αυτούς εν τη καταιγίδι σου. (διάψαλμα). ου θήσει τα νοσσία εαυτής. οφθήσεται ο Θεός των θεών εν Σιών. ΠΔ (ΠΕ) 84. 17 πλήρωσον τα πρόσωπα αυτών ατιμίας. Κύριε. ον έθετο· και γαρ ευλογίας δώσει ο νομοθετών. και επίβλεψον εις το πρόσωπον του χριστού σου. 13 οίτινες είπαν· Κληρονομήσωμεν εαυτοίς το αγιαστήριον του Θεού. ο Θεός Ιακώβ. Κύριε των δυνάμεων. η καρδία μου και η σάρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα. θού αυτούς ως τροχόν. 12 ότι έλεος και αλήθειαν αγαπά Κύριος ο Θεός. τα θυσιαστήριά σου. ό διαφλέξει δρυμόν. 10 υπερασπιστά ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειμάρρω Κεισών· 11 εξωλοθρεύθησαν εν Αενδώρ. 4 και γαρ στρουθίον εύρεν εαυτω οικίαν και τρυγών νοσσιάν εαυτη. ο Βασιλεύς μου και ο Θεός μου. 5 μακάριοι οι κατοικούντες εν τω οίκω σου. εισάκουσον της προσευχής μου. ή κατακαύσει όρη. ΠΓ (ΠΔ) 83. εις τους αιώνας των αιώνων αινέσουσί σε. 2 ΩΣ ΑΓΑΠΗΤΑ τα σκηνώματά σου. 13 Κύριε. υπέρ των ληνών· τοις υιοίς Κορέ ψαλμός. και ζητήσουσι το όνομά σου. Εις το τέλος. εγενήθησαν ωσεί κόπρος τη γη. χάριν και δόξαν δώσει· Κύριος ου στερήσει τα αγαθά τοις πορευομένοις εν ακακία. 11 ότι κρείσσων ημέρα μία εν ταις αυλαίς σου υπέρ χιλιάδας· εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών. εις τον τόπον. ίδε. 3 επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου. 9 Κύριε ο Θεός των δυνάμεων. 12 θού τους άρχοντας αυτών ως τον ‘Ωρήβ και Ζήβ και Ζεβεέ και Σαλμανά πάντας τους άρχοντας αυτών.

και απόστρεψον τον θυμόν σου αφ ‘ ημών. ότι πτωχός και πένης ειμί εγώ. και ο λαός σου ευφρανθήσεται επί σοί. Κύριε. 2 φύλαξον την ψυχήν μου. και δοξάσουσι το όνομά σου. Κύριε ο Θεός μου. Κύριε. ότι όσιός ειμι· σώσον τον δούλόν σου. 4 εύφρανον την ψυχήν του δούλου σου. 12 εξομολογήσομαί σοι. Προσευχή τω Δαυϊδ. 10 πλήν εγγύς των φοβουμένων αυτόν το σωτήριον αυτού του κατασκηνώσαι δόξαν εν τη γη ημών. ότι προς σε κεκράξομαι όλην την ημέραν. Κύριε. ο Θεός μου. την γην σου. απέστρεψας από οργής θυμού σου. 7 εν ημέρα θλίψεώς μου εκέκραξα προς σε. ήρα την ψυχήν μου. την προσευχήν μου και πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου. ότι προς σε. Κύριε. 5 επίστρεψον ημάς. Κύριε. ΠΕ (ΠΣΤ) 85. 13 ότι το έλεός σου μέγα επ ‘ εμέ και ερρύσω την ψυχήν μου εξ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1103 . 4 κατέπαυσας πάσαν την οργήν σου. Κύριε. 6 ενώτισαι. 8 ουκ έστιν όμοιός σοι εν θεοίς. τον ελπίζοντα επί σε. Κύριε. 5 ότι συ. χρηστός και επιεικής και πολυέλεος πάσι τοις επικαλουμένοις σε. ΚΛΙΝΟΝ. ή διατενείς την οργήν σου από γενεάς εις γενεάν. το ους σου και επάκουσόν μου. 7 ο Θεός. το έλεός σου και το σωτήριόν σου δώης ημίν. και δικαιοσύνη εκ του ουρανού διέκυψε. Κύριε. και δοξάσω το όνομά σου εις τον αιώνα. 3 ελέησόν με. 9 ακούσομαι τι λαλήσει εν εμοί Κύριος ο Θεός. και πορεύσομαι εν τη αληθεία σου· ευφρανθήτω η καρδία μου του φοβείσθαι το όνομά σου. 13 και γαρ ο Κύριος δώσει χρηστότητα. εκάλυψας πάσας τας αμαρτίας αυτών. απέστρεψας την αιχμαλωσίαν Ιακώβ· 3 αφήκας τας ανομίας τω λαω σου. 11 έλεος και αλήθεια συνήντησαν. Κύριε. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 ΕΥΔΟΚΗΣΑΣ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Εις το τέλος· τοις υιοίς Κορέ ψαλμός. και η γη ημών δώσει τον καρπόν αυτής· 14 δικαιοσύνη εναντίον αυτού προπορεύσεται και θήσει εις οδόν τα διαβήματα αυτού. ήξουσι και προσκυνήσουσιν ενώπιόν σου. συ επιστρέψας ζωώσεις ημάς. εν τη οδω σου. (διάψαλμα). 10 ότι μέγας ει συ και ποιών θαυμάσια. 6 μη εις τους αιώνας οργισθής ημίν. 11 οδήγησόν με. συ ει Θεός μόνος. ότι λαλήσει ειρήνην επί τον λαόν αυτού και επί τους οσίους αυτού και επί τους επιστρέφοντας καρδίαν επ ‘ αυτόν. όσα εποίησας. 9 πάντα τα έθνη. και ουκ έστι κατά τα έργα σου. δικαιοσύνη και ειρήνη κατεφίλησαν· 12 αλήθεια εκ της γης ανέτειλε. Κύριε. ότι επήκουσάς μου. 8 δείξον ημίν. εν όλη καρδία μου. ο Θεός των σωτηρίων ημών.

ΠΣΤ (ΠΖ) 86. 16 επίβλεψον επ ‘ εμέ και ελέησόν με. παρεδόθην και ουκ εξεπορευόμην. παράνομοι επανέστησαν επ ‘ εμέ. 9 εμάκρυνας τους γνωστούς μου απ ‘ εμού. 15 και συ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άδου κατωτάτου. 10 οι οφθαλμοί μου ησθένησαν από πτωχείας· εκέκραξα προς σε. 3 δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου η πόλις του Θεού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1104 . ούτοι εγενήθησαν εκεί. έθεντό με βδέλυγμα εαυτοίς. 4 ότι επλήσθη κακών η ψυχή μου. 7 έθεντό με εν λάκκω κατωτάτω. 8 επ ‘ εμέ επεστηρίχθη ο θυμός σου. 7 ως ευφραινομένων πάντων η κατοικία εν σοί. και αυτός εθεμελίωσεν αυτήν ο Ύψιστος. μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός. ημέρας εκέκραξα και εν νυκτί εναντίον σου· 3 εισελθέτω ενώπιόν σου η προσευχή μου. Κύριε. ΠΖ (ΠΗ) 87. δος το κράτος σου τω παιδί σου και σώσον τον υιόν της παιδίσκης σου. (διάψαλμα). οικτίρμων και ελεήμων. εβοήθησάς μοι και παρεκάλεσάς με. 14 ο Θεός. 6 Κύριος διηγήσεται εν γραφή λαών και αρχόντων τούτων των γεγενημένων εν αυτη. 2 ΚΥΡΙΕ ο Θεός της σωτηρίας μου. 6 ωσεί τραυματίαι καθεύδοντες εν τάφω. υπέρ μαελέθ του αποκριθήναι· συνέσεως Αιμάν τω Ισραηλίτη. 4 μνησθήσομαι Ραάβ και Βαβυλώνος τοις γινώσκουσί με· και ιδού αλλόφυλοι και Τύρος και λαός των Αιθιόπων. (διάψαλμα). εγενήθην ωσεί άνθρωπος αβοήθητος εν νεκροίς ελεύθερος. όλην την ημέραν. 5 μήτηρ Σιών. Ωδη ψαλμού τοις υιοίς Κορέ· εις το τέλος. (διάψαλμα). ότι συ. και ιδέτωσαν οι μισούντές με και αισχυνθήτωσαν. και πάντας τους μετεωρισμούς σου επήγαγες επ ‘ εμέ. ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΟΙ αυτού εν τοις όρεσι τοις αγίοις· 2 αγαπά Κύριος τας πύλας Σιών υπέρ πάντα τα σκηνώματα Ιακώβ. Κύριε. εν σκοτεινοίς και εν σκιά θανάτου. και η ζωή μου τω άδη ήγγισε· 5 προσελογίσθην μετά των καταβαινόντων εις λάκκον. Κύριε ο Θεός μου. και άνθρωπος εγενήθη εν αυτη. κλίνον το ους σου εις την δέησίν μου. Τοις υιοίς Κορέ ψαλμός ωδής. ερεί άνθρωπος. 17 ποίησον μετ ‘ εμού σημείον εις αγαθόν. και συναγωγή κραταιών εζήτησαν την ψυχήν μου και ου προέθεντό σε ενώπιον αυτών. ων ουκ εμνήσθης έτι και αυτοί εκ της χειρός σου απώσθησαν.

και τις ομοιωθήσεται τω Κυρίω εν υιοίς Θεού. και την αλήθειάν σου εν εκκλησία αγίων. απωθή την ψυχήν μου. εις γενεάν και γενεάν απαγγελώ την αλήθειάν σου εν τω στόματί μου. Κύριε. εις τον αιώνα άσομαι. 8 ο Θεός ενδοξαζόμενος εν βουλή αγίων. και σή εστιν η γη· την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής συ εθεμελίωσας. και εξομολογήσονταί σοι. 14 καγώ προς σε. 15 ινατί. 13 μη γνωσθήσεται εν τω σκότει τα θαυμάσιά σου και η δικαιοσύνη σου εν γη επιλελησμένη. ώμοσα Δαυϊδ τω δούλω μου· 5 έως του αιώνος ετοιμάσω το σπέρμα σου και οικοδομήσω εις γενεάν και γενεάν τον θρόνον σου. 6 εξομολογήσονται οι ουρανοί τα θαυμάσιά σου. μέγας και φοβερός επί πάντας τους περικύκλω αυτού. 13 τον βορράν και την θάλασσαν συ έκτισας. 2 ΤΑ ΕΛΕΗ σου. υψωθείς δε εταπεινώθην και εξηπορήθην. και το πρωϊ η προσευχή μου προφθάσει σε. υψωθήτω η δεξιά σου. ΠΗ (ΠΘ) 88. Θαβώρ και Ερμών εν τω ονόματί σου αγαλλιάσονται. Κύριε. 7 ότι τις εν νεφέλαις ισωθήσεται τω Κυρίω. έλεος και αλήθεια προπορεύσονται προ προσώπου σου. 15 δικαιοσύνη και κρίμα ετοιμασία του θρόνου σου. 3 ότι είπας· εις τον αιώνα έλεος οικοδομηθήσεται· εν τοις ουρανοίς ετοιμασθήσεται η αλήθειά σου· 4 διεθέμην διαθήκην τοις εκλεκτοίς μου. δυνατός ει. 19 εμάκρυνας απ ‘ εμού φίλον και πλησίον και τους γνωστούς μου από ταλαιπωρίας. ή ιατροί αναστήσουσι. Κύριε. εκέκραξα. οι φοβερισμοί σου εξετάραξάν με. και η αλήθειά σου κύκλω σου. 16 μακάριος ο λαός ο γινώσκων αλαλαγμόν· Κύριε. τις όμοιός σοι. Συνέσεως Αιθάμ τω Ισραηλίτη. εν τω φωτί του προσώπου σου πορεύσονται 17 και εν τω ονόματί σου αγαλλιάσονται όλην την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1105 . 17 επ ‘ εμέ διήλθον αι οργαί σου. 9 Κύριε ο Θεός των δυνάμεων. περιέσχον με άμα. 16 πτωχός ειμι εγώ και εν κόποις εκ νεότητός μου. Κύριε. εν τω βραχίονι της δυνάμεώς σου διεσκόρπισας τους εχθρούς σου. 11 συ εταπείνωσας ως τραυματίαν υπερήφανον. Κύριε. 18 εκύκλωσάν με ωσεί ύδωρ όλην την ημέραν. αποστρέφεις το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού. 12 μη διηγήσεταί τις εν τω τάφω το έλεός σου και την αλήθειάν σου εν τη απωλεία. 14 σός ο βραχίων μετά δυναστείας· κραταιωθήτω η χείρ σου. (διάψαλμα). 10 συ δεσπόζεις του κράτους της θαλάσσης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διεπέτασα προς σε τας χείράς μου· 11 μη τοις νεκροίς ποιήσεις θαυμάσια. 12 σοί εισιν οι ουρανοί. τον δε σάλον των κυμάτων αυτής συ καταπραϋνεις.

43 ύψωσας την δεξιάν των θλιβόντων αυτόν. Θεός μου και αντιλήπτωρ της σωτηρίας μου· 28 καγώ πρωτότοκον θήσομαι αυτόν. 29 εις τον αιώνα φυλάξω αυτω το έλεός μου. ει τω Δαυϊδ ψεύσομαι· 37 το σπέρμα αυτού εις τον αιώνα μενεί και ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος εναντίον μου 38 και ως η σελήνη κατηρτισμένη εις τον αιώνα· και ο μάρτυς εν ουρανω πιστός. αποστρέφη εις τέλος. 32 εάν τα δικαιώματά μου βεβηλώσωσι και τας εντολάς μου μη φυλάξωσιν. 41 καθείλες πάντας τους φραγμούς αυτού. 24 και συγκόψω από προσώπου αυτού τους εχθρούς αυτού και τους μισούντας αυτόν τροπώσομαι. κατέχεας αυτού αισχύνην. ουδ ‘ ου μη αδικήσω εν τη αληθεία μου. 36 άπαξ ώμοσα εν τω αγίω μου. 25 και η αλήθειά μου και το έλεός μου μετ ‘ αυτού. και εν τη ευδοκία σου υψωθήσεται το κέρας ημών. (διάψαλμα).Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέραν και εν τη δικαιοσύνη σου υψωθήσονται. 39 συ δε απώσω και εξουδένωσας. εν ελέει αγίω μου έχρισα αυτόν. εύφρανας πάντας τους εχθρούς αυτού. 18 ότι καύχημα της δυνάμεως αυτών συ ει. 19 ότι του Κυρίου η αντίληψις και του αγίου Ισραήλ βασιλέως ημών. 47 έως πότε. (διάψαλμα). και υιος ανομίας ου προσθήσει του κακώσαι αυτόν. 48 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1106 . και εν τω ονόματί μου υψωθήσεται το κέρας αυτού. εκκαυθήσεται ως πυρ η οργή σου. τον θρόνον αυτού εις την γην κατέρραξας. εγενήθη όνειδος τοις γείτοσιν αυτού. 35 ουδ ‘ ου μη βεβηλώσω την διαθήκην μου και τα εκπορευόμενα δια των χειλέων μου ου μη αθετήσω. 20 τότε ελάλησας εν οράσει τοις υιοίς σου και είπας· εθέμην βοήθειαν επί δυνατόν. 22 η γαρ χείρ μου συναντιλήψεται αυτω και ο βραχίων μου κατισχύσει αυτόν· 23 ουκ ωφελήσει εχθρός εν αυτω. ανεβάλου τον χριστόν σου· 40 κατέστρεψας την διαθήκην του δούλου σου. ύψωσα εκλεκτόν εκ του λαού μου· 21 εύρον Δαυϊδ τον δούλόν μου. 45 κατέλυσας από καθαρισμού αυτού. 26 και θήσομαι εν θαλάσση χείρα αυτού και εν ποταμοίς δεξιάν αυτού. Κύριε. 27 αυτός επικαλέσεταί με· πατήρ μου ει συ. 31 εάν εγκαταλίπωσιν οι υιοί αυτού τον νόμον μου και τοις κρίμασί μου μη πορευθώσιν. και η διαθήκη μου πιστή αυτω· 30 και θήσομαι εις τον αιώνα του αιώνος το σπέρμα αυτού και τον θρόνον αυτού ως τας ημέρας του ουρανού. εβεβήλωσας εις την γην το αγίασμα αυτού. 44 απέστρεψας την βοήθειαν της ρομφαίας αυτού και ουκ αντελάβου αυτού εν τω πολέμω. έθου τα οχυρώματα αυτού δειλίαν· 42 διήρπασαν αυτόν πάντες οι διοδεύοντες οδόν. 33 επισκέψομαι εν ράβδω τας ανομίας αυτών και εν μάστιξι τας αδικίας αυτών· 34 το δε έλεός μου ου μη διασκεδάσω απ ‘ αυτών. 46 εσμίκρυνας τας ημέρας του χρόνου αυτού. υψηλόν παρά τοις βασιλεύσι της γης.

ων είδομεν κακά. 4 ότι χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου ως ημέρα η εχθές. 17 και έστω η λαμπρότης Κυρίου του Θεού ημών εφ ‘ ημάς. σκληρυνθείη και ξηρανθείη. εάν δε εν δυναστείαις. και το πλείον αυτών κόπος και πόνος· ότι επήλθε πραότης εφ ‘ ημάς. 5 τα εξουδενώματα αυτών έτη έσονται. το πρωϊ ωσεί χλόη παρέλθοι. 9 ότι πάσαι αι ημέραι ημών εξέλιπον. και παρακλήθητι επί τοις δούλοις σου. γένοιτο γένοιτο. και τα έργα των χειρών ημών κατεύθυνον εφ ‘ ημάς και το έργον των χειρών ημών κατεύθυνον. 16 και ίδε επί τους δούλους σου και επί τα έργα σου και οδήγησον τους υιούς αυτών. και φυλακή εν νυκτί. 12 την δεξιάν σου ούτω γνώρισόν μοι και τους πεπαιδευμένους τη καρδία εν σοφία. ος ζήσεται. 13 επίστρεψον. Κύριε. το εσπέρας αποπέσοι. 52 ου ωνείδισαν οι εχθροί σου. και εν τη οργή σου εξελίπομεν· τα έτη ημών ωσεί αράχνη εμελέτων. α ώμοσας τω Δαυϊδ εν τη αληθεία σου. 10 αι ημέραι των ετών ημών εν αυτοίς εβδομήκοντα έτη. και ουκ όψεται θάνατον. 8 έθου τας ανομίας ημών εναντίον σου· αιών ημών εις φωτισμόν του προσώπου σου. ογδοήκοντα έτη. Προσευχή του Μωυσή ανθρώπου του Θεού. 53 ευλογητός Κύριος εις τον αιώνα. 49 τις εστιν άνθρωπος. του ονειδισμού των δούλων σου. Κύριε. 7 ότι εξελίπομεν εν τη οργή σου και εν τω θυμω σου εταράχθημεν. ετών. ήτις διήλθε. 11 τις γινώσκει το κράτος της οργής σου και από του φόβου σου τον θυμόν σου εξαριθμήσασθαι. 6 το πρωϊ ανθήσαι και παρέλθοι. και από του αιώνος και έως του αιώνος συ ει. Κύριε· έως πότε. ρύσεται την ψυχήν αυτού εκ χειρός άδου. ου ωνείδισαν το αντάλλαγμα του χριστού σου. ου υπέσχον εν τω κόλπω πολλών εθνών. 14 ενεπλήσθημεν το πρωϊ του ελέους σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μνήσθητι τις μου η υπόστασις· μη γαρ ματαίως έκτισας πάντας τους υιούς των ανθρώπων. Κύριε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1107 . 51 μνήσθητι. Κύριε. καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά· 2 προ του όρη γενηθήναι και πλασθήναι την γην και την οικουμένην. και παιδευθησόμεθα. 50 που εστι τα ελέη σου τα αρχαία. 3 μη αποστρέψης άνθρωπον εις ταπείνωσιν· και είπας· επιστρέψατε υιοί των ανθρώπων. (διάψαλμα). ΚΥΡΙΕ. ΠΘ (#) 89. και ηγαλλιασάμεθα και ευφράνθημεν εν πάσαις ταις ημέραις ημών· ευφρανθείημεν 15 ανθ ‘ ων ημερών εταπείνωσας ημάς.

6 ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε· σφόδρα εβαθύνθησαν οι διαλογισμοί σου. 11 ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου του διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταις οδοίς σου· 12 επί χειρών αρούσί σε. Ύψιστε. 15 κεκράξεται προς με. Κύριε. ο Θεός μου. 7 πεσείται εκ του κλίτους σου χιλιάς και μυριάς εκ δεξιών σου. μετ ‘ αυτού ειμι εν θλίψει· εξελούμαι αυτόν. 9 ότι συ. προς σε δε ουκ εγγιεί· 8 πλήν τοις οφθαλμοίς σου κατανοήσεις και ανταπόδοσιν αμαρτωλών όψει. και υπό τας πτέρυγας αυτού ελπιείς· όπλω κυκλώσει σε η αλήθεια αυτού. 3 του αναγγέλλειν τω πρωϊ το έλεός σου και την αλήθειάν σου κατά νύκτα 4 εν δεκαχόρδω ψαλτηρίω μετ ‘ ωδής εν κιθάρα. ιδού οι εχθροί σου απολούνται. από συμπτώματος και δαιμονίου μεσημβρινού. ότι έγνω το όνομά μου. Κύριε· 10 ότι ιδού οι εχθροί σου. και μάστιξ ουκ εγγιεί εν τω σκηνώματί σου. 7 ανήρ άφρων ου γνώσεται. 3 ότι αυτός ρύσεταί σε εκ παγίδος θηρευτών και από λόγου ταραχώδους. 2 ερεί τω Κυρίω· αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου. 14 ότι επ ‘ εμέ ήλπισε. 16 μακρότητα ημερών εμπλήσω αυτόν και δείξω αυτω το σωτήριόν μου. #Α (#Β) 91. Κύριε. εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθήσεται. η ελπίς μου· τον Ύψιστον έθου καταφυγήν σου. 2 ΑΓΑΘΟΝ το εξομολογείσθαι τω Κυρίω και ψάλλειν τω ονόματί σου. μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου· 13 επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήση και καταπατήσεις λέοντα και δράκοντα. 10 ου προσελεύσεται προς σε κακά. και ρύσομαι αυτόν· σκεπάσω αυτόν. 9 συ δε Ύψιστος εις τον αιώνα. 8 εν τω ανατείλαι αμαρτωλούς ωσεί χόρτον και διέκυψαν πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. 5 ου φοβηθήση από φόβου νυκτερινού. Κύριε. και επακούσομαι αυτού. 11 και υψωθήσεται ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1108 . Ψαλμός ωδής. και διασκορπισθήσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. 4 εν τοις μεταφρένοις αυτού επισκιάσει σοι. και δοξάσω αυτόν. και εν τοις έργοις των χειρών σου αγαλλιάσομαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ # (#Α) 90. 5 ότι εύφρανάς με. εις την ημέραν του σαββάτου. από βέλε η αλήθμένου ημέρας. όπως αν εξολοθρευθώσιν εις τον αιώνα του αιώνος. Αίνος ωδής τω Δαυϊδ. 6 από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου. και ελπιώ επ ‘ αυτόν. και ασύνετος ου συνήσει ταύτα. εν τοις ποιήμασί σου. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ο ΚΑΤΟΙΚΩΝ εν βοηθεία του Υψίστου.

ουδέ συνήσει ο Θεός του Ιακώβ. 9 ο φυτεύσας το ους ουχί ακούει. εν ταις αυλαίς του Θεού ημών εξανθήσουσιν· 15 έτι πληθυνθήσονται εν γήρει πίονι και ευπαθούντες έσονται του αναγγείλαι 16 ότι ευθής Κύριος ο Θεός ημών και ουκ έστιν αδικία εν αυτω. Θεός εκδικήσεων επαρρησιάσατο. Κύριε. 5 τα μαρτύριά σου επιστώθησαν σφόδρα· τω οίκω σου πρέπει αγίασμα. 2 έτοιμος ο θρόνος σου από τότε. μωροί. Εις την ημέραν του προσαββάτου. τετράδι σαββάτου. ευπρέπειαν ενεδύσατο. ή ο πλάσας τον οφθαλμόν ουχί κατανοεί. και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν 13 του πραϋναι αυτόν αφ ‘ ημερών πονηρών. από του αιώνος συ ει. 5 τον λαόν σου. έως πότε αμαρτωλοί καυχήσονται. 10 ο παιδεύων έθνη ουχί ελέγξει. 4 από φωνών υδάτων πολλών θαυμαστοί οι μετεωρισμοί της θαλάσσης. 14 πεφυτευμένοι εν τω οίκω Κυρίου. Ψαλμός τω Δαυϊδ. ωσεί η κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται. άφρονες εν τω λαω· και. και εν τοις επανισταμένοις επ ‘ εμέ πονηρευομένοις ακούσατε το ους μου. απόδος ανταπόδοσιν τοις υπερηφάνοις. ΘΕΟΣ εκδικήσεων Κύριος. Κύριε. 6 χήραν και ορφανόν απέκτειναν. 13 δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει. 3 έως πότε αμαρτωλοί. ότε κατώκισται η γη· αίνος ωδής τω Δαυϊδ. επήραν οι ποταμοί φωνάς αυτών· αρούσιν οι ποταμοί επιτρίψεις αυτών. 4 φθέγξονται και λαλήσουσιν αδικίαν. 8 σύνετε δη. 2 υψώθητι ο κρίνων την γην. θαυμαστός εν υψηλοίς ο Κύριος. #Γ (#Δ) 93. 11 Κύριος γινώσκει τους διαλογισμούς των ανθρώπων ότι εισί μάταιοι. ποτέ φρονήσατε. εις μακρότητα ημερών. Κύριε. εταπείνωσαν και την κληρονομίαν σου εκάκωσαν. Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μονοκέρωτος το κέρας μου και το γήράς μου εν ελαίω πίονι· 12 και επείδεν ο οφθαλμός μου εν τοις εχθροίς μου. 3 επήραν οι ποταμοί. 12 μακάριος ο άνθρωπος. Ο Κύριος εβασίλευσεν. ενεδύσατο Κύριος δύναμιν και περιεζώσατο· και γαρ εστερέωσε την οικουμένην. λαλήσουσι πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. έως ου ορυγή τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1109 . ήτις ου σαλευθήσεται. ο διδάσκων άνθρωπον γνώσιν. Κύριε. και προσήλυτον εφόνευσαν 7 και είπαν· ουκ όψεται Κύριος. ον αν παιδεύσης. #Β (#Γ) 92.

ή τις συμπαραστήσεταί μοι επί τους εργαζομένους την ανομίαν. (διάψαλμα). εάν της φωνής αυτού ακούσητε. 14 ότι ουκ απώσεται Κύριος τον λαόν αυτού και την κληρονομίαν αυτού ουκ εγκαταλείψει. 22 και εγένετό μοι Κύριος εις καταφυγήν και ο Θεός μου εις βοηθόν ελπίδος μου· 23 και αποδώσει αυτοίς Κύριος την ανομίαν αυτών. αυτοί δε ουκ έγνωσαν τας οδούς μου. 8 σήμερον. #Δ (#Ε) 94. μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών. το έλεός σου. 17 ει μη ότι Κύριος εβοήθησέ μοι. εβοήθει μοι. 3 ότι Θεός μέγας Κύριος και Βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην· 4 ότι εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης. 15 έως ου δικαιοσύνη επιστρέψη εις κρίσιν και εχόμενοι αυτής πάντες οι ευθείς τη καρδία. εδοκίμασάν με και είδον τα έργα μου. ΔΕΥΤΕ αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω. #Ε (#ΣΤ) 95. Κύριε. 18 ει έλεγον· σεσάλευται ο πούς μου. 9 ου επείρασάν με οι πατέρες υμών. και ημείς λαός νομής αυτού και πρόβατα χειρός αυτού. του ποιήσαντος ημάς· 7 ότι αυτός εστιν ο Θεός ημών. 21 θηρεύσουσιν επί ψυχήν δικαίου και αίμα αθωον καταδικάσονται. 11 ως ώμοσα εν τη οργή μου· ει εισελεύσονται εις την κατάπαυσίν μου. αλαλάξωμεν τω Θεω τω Σωτήρι ημών· 2 προφθάσωμεν το πρόσωπον αυτού εν εξομολογήσει και εν ψαλμοίς αλαλάξωμεν αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμαρτωλω βόθρος. και αυτός εποίησεν αυτήν. 6 δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτω και κλαύσωμεν εναντίον Κυρίου. Οτε ο οίκος ωκοδομείτο μετά την αιχμαλωσίαν· ωδή τω Δαυϊδ. ο πλάσσων κόπον επί πρόσταγμα. 20 μη συμπροσέστω σοι θρόνος ανομίας. κατά το πλήθος των οδυνών μου εν τη καρδία μου αι παρακλήσεις σου εύφραναν την ψυχήν μου. παρά βραχύ παρώκησε τω άδη η ψυχή μου. και κατά την πονηρίαν αυτών αφανιεί αυτούς Κύριος ο Θεός. 10 τεσσαράκοντα έτη προσώχθισα τη γενεά εκείνη και είπα· αεί πλανώνται τη καρδία. 16 τις αναστήσεταί μοι επί πονηρευομένοις. και την ξηράν αι χείρες αυτού έπλασαν. ως εν τω παραπικρασμω κατά την ημέραν του πειρασμού εν τη ερήμω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1110 . και τα ύψη των ορέων αυτού εισιν· 5 ότι αυτού εστιν η θάλασσα. Αίνος ωδής τω Δαυϊδ. 19 Κύριε.

ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν και τιμήν· 8 ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν ονόματι αυτού. άρατε θυσίας και εισπορεύεσθε εις τας αυλάς αυτού· 9 προσκυνήσατε τω Κυρίω εν αυλή αγία αυτού. ευφρανθήτωσαν νήσοι πολλαί. ότι έρχεται κρίναι την γην. εκ χειρός αμαρτωλών ρύσεται αυτούς. σαλευθήτω από προσώπου αυτού πάσα η γη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΑΤΕ τω Κυρίω άσμα καινόν. αγιωσύνη και μεγαλοπρέπεια εν τω αγιάσματι αυτού. 6 εξομολόγησις και ωραιότης ενώπιον αυτού. αγαλλιάσθω η γη. Ο ΚΥΡΙΟΣ εβασίλευσεν. εν πάσι τοις λαοίς τα θαυμάσια αυτού. από προσώπου Κυρίου πάσης της γης. 10 οι αγαπώντες τον Κύριον. 3 πυρ εναντίον αυτού προπορεύσεται και φλογιεί κύκλω τους εχθρούς αυτού· 4 έφαναν αι αστραπαί αυτού τη οικουμένη. 7 ενέγκατε τω Κυρίω. κρινεί λαούς εν ευθύτητι. 7 αισχυνθήτωσαν πάντες οι προσκυνούντες τοις γλυπτοίς. 8 ήκουσε και ευφράνθη η Σιών. και γαρ κατώρθωσε την οικουμένην. 5 τα όρη ωσεί κηρός ετάκησαν από προσώπου Κυρίου. είδε και εσαλεύθη η γη. 11 ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη. άσατε τω Κυρίω πάσα η γη· 2 άσατε τω Κυρίω· ευλογήσατε το όνομα αυτού. ότε η γη αυτού καθίσταται. Κύριε· 9 ότι συ ει Κύριος ύψιστος επί πάσαν την γην. και ηγαλλιάσαντο αι θυγατέρες της Ιουδαίας ένεκεν των κριμάτων σου. σφόδρα υπερυψώθης υπέρ πάντας τους θεούς. ότι έρχεται. 4 ότι μέγας Κύριος και αινετός σφόδρα. #ΣΤ (#Ζ) 96. ευαγγελίζεσθε ημέραν εξ ημέρας το σωτήριον αυτού· 3 αναγγείλατε εν τοις έθνεσι την δόξαν αυτού. και είδοσαν πάντες οι λαοί την δόξαν αυτού. ήτις ου σαλευθήσεται. 2 νέφη και γνόφος κύκλω αυτού. 6 ανήγγειλαν οι ουρανοί την δικαιοσύνην αυτού. φοβερός εστιν υπέρ πάντας τους θεούς· 5 ότι πάντες οι θεοί των εθνών δαιμόνια. δικαιοσύνη και κρίμα κατόρθωσις του θρόνου αυτού. οι εγκαυχώμενοι εν τοις ειδώλοις αυτών· προσκυνήσατε αυτω. αι πατριαί των εθνών. σαλευθήτω η θάλασσα και το πλήρωμα αυτής· 12 χαρήσεται τα πεδία και πάντα τα εν αυτοίς· τότε αγαλλιάσονται πάντα τα ξύλα του δρυμού 13 προ προσώπου του Κυρίου. κρινεί την οικουμένην εν δικαιοσύνη και λαούς εν τη αληθεία αυτού. ο δε Κύριος τους ουρανούς εποίησεν. Τω Δαυϊδ. πάντες οι άγγελοι αυτού. 11 φως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1111 . μισείτε πονηρά· φυλάσσει Κύριος τας ψυχάς των οσίων αυτού. 10 είπατε εν τοις έθνεσιν· ο Κύριος εβασίλευσε.

εν τω Κυρίω. Ψαλμός τω Δαυϊδ. 8 Κύριε ο Θεός ημών. Ψαλμός τω Δαυϊδ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1112 . ότι άγιος Κύριος ο Θεός ημών. 3 εξομολογησάσθωσαν τω ονόματί σου τω μεγάλω. συ επήκουσε αυτών· ο Θεός. η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτη. ΑΣΑΤΕ τω Κυρίω άσμα καινόν. πάσα η γη. 3 εμνήσθη του ελέους αυτού τω Ιακώβ και της αληθείας αυτού τω οίκω Ισραήλ· είδοσαν πάντα τα πέρατα της γης το σωτήριον του Θεού ημών. 9 υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε εις όρος άγιον αυτού. 9 ότι ήκει κρίναι την γην· κρινεί την οικουμένην εν δικαιοσύνη και λαούς εν ευθύτητι. εναντίον των εθνών απεκάλυψε την δικαιοσύνην αυτού. ότι φοβερόν και άγιόν εστι. και εξομολογείσθε τη μνήμη της αγιωσύνης αυτού. τα όρη αγαλλιάσονται. #Ζ (#Η) 97. #Η (#Θ) 98. ότι άγιός εστι. 7 σαλευθήτω η θάλασσα και το πλήρωμα αυτής. συ ευίλατος εγίνου αυτοίς και εκδικών επί πάντα τα επιτηδεύματα αυτών. και Σαμουήλ εν τοις επικαλουμένοις το όνομα αυτού· επεκαλούντο τον Κύριον. κρίσιν και δικαιοσύνην εν Ιακώβ συ εποίησας. και αυτός εισήκουσεν αυτών. σαλευθήτω η γη. 8 ποταμοί κροτήσουσι χειρί επί το αυτό. 2 εγνώρισε Κύριος το σωτήριον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανέτειλε τω δικαίω και τοις ευθέσι τη καρδία ευφροσύνη. 6 Μωυσής και Ααρών εν τοις ιερεύσιν αυτού. άσατε και αγαλλιάσθε και ψάλατε· 5 ψάλατε τω Κυρίω εν κιθάρα. 4 και τιμή βασιλέως κρίσιν αγαπά· συ ητοίμασας ευθύτητας. 4 αλαλάξατε τω Θεω. α έδωκεν αυτοίς. 2 Κύριος εν Σιών μέγας και υψηλός εστιν επί πάντας τους λαούς. 7 εν στύλω νεφέλης ελάλει προς αυτούς· ότι εφύλασσον τα μαρτύρια αυτού και τα προστάγματα αυτού. οργιζέσθωσαν λαοί· ο καθήμενος επί των Χερουβίμ. δίκαιοι. 12 ευφράνθητε. 5 υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού. εν κιθάρα και φωνή ψαλμού· 6 εν σάλπιγξιν ελαταίς και φωνή σάλπιγγος κερατίνης αλαλάξατε ενώπιον του Βασιλέως Κυρίου. ότι θαυμαστά εποίησεν ο Κύριος· έσωσεν αυτόν η δεξιά αυτού και ο βραχίων ο άγιος αυτού. Ο ΚΥΡΙΟΣ εβασίλευσεν.

4 εκκλίνοντος απ ‘ εμού του πονηρού ουκ εγίνωσκον. 8 εις τας πρωίας απέκτεινον πάντας τους αμαρτωλούς της γης του εξολοθρεύσαι εκ πόλεως Κυρίου πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν. 5 ότι χρηστός Κύριος. ποιούντας παραβάσεις εμίσησα· ουκ εκολλήθη μοι καρδία σκαμβή. τούτω ου συνήσθιον. διεπορευόμην εν ακακία καρδίας μου εν μέσω του οίκου μου. ΕΛΕΟΣ και κρίσιν άσομαί σοι. 3 μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού· εν ή αν ημέρα θλίβωμαι. 3 ου προεθέμην προ οφθαλμών μου πράγμα παράνομον. όταν ακηδιάση και εναντίον Κυρίου εκχέη την δέησιν αυτού. ΑΛΑΛΑΞΑΤΕ τω Κυρίω. 3 γνώτε ότι Κύριος. 2 ΚΥΡΙΕ. 6 οι οφθαλμοί μου επί τους πιστούς της γης του συγκαθήσθαι αυτούς μετ ‘ εμού· πορευόμενος εν οδω αμώμω. Ψαλμός τω Δαυϊδ. 4 ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1113 . 7 ου κατώκει εν μέσω της οικίας μου ποιών υπερηφανίαν. πάσα η γη. 2 δουλεύσατε τω Κυρίω εν ευφροσύνη. 4 εισέλθετε εις τας πύλας αυτού εν εξομολογήσει. τούτον εξεδίωκον· υπερηφάνω οφθαλμω και απλήστω καρδία. αινείτε το όνομα αυτού. εξομολογείσθε αυτω. Ρ (ΡΑ) 100. εισάκουσον της προσευχής μου. εις τας αυλάς αυτού εν ύμνοις. Προσευχή τω πτωχω. αυτός εποίησεν ημάς και ουχ ημείς· ημείς δε λαός αυτού και πρόβατα της νομής αυτού. ούτός μοι ελειτούργει. και έως γενεάς και γενεάς η αλήθεια αυτού. εις τον αιώνα το έλεος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ #Θ (Ρ) 99. αυτός εστιν ο Θεός ημών. λαλών άδικα ου κατεύθυνεν ενώπιον των οφθαλμών μου. 5 τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού. ταχύ επάκουσόν μου. εισέλθετε ενώπιον αυτού εν αγαλλιάσει. και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Ψαλμός εις εξομολόγησιν. Κύριε· 2 ψαλώ και συνήσω εν οδω αμώμω· πότε ήξεις προς με. κλίνον προς με το ους σου· εν ή αν ημέρα επικαλέσωμαί σε. ΡΑ (ΡΒ) 101.

η ψυχή μου. 9 όλην την ημέραν ωνείδιζόν με οι εχθροί μου. 7 ωμοιώθην πελεκάνι ερημικω. πάντα τα εντός μου. 10 ότι σποδόν ωσεί άρτον έφαγον και το πόμα μου μετά κλαυθμού εκίρνων 11 από προσώπου της οργής σου και του θυμού σου. και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται. 29 οι υιοί των δούλων σου κατασκηνώσουσι. Τω Δαυϊδ. 22 του αναγγείλαι εν Σιών το όνομα Κυρίου και την αίνεσιν αυτού εν Ιερουσαλήμ 23 εν τω συναχθήναι λαούς επί το αυτό και βασιλείς του δουλεύειν τω Κυρίω. Κύριε. τον Κύριον και. 16 και φοβηθήσονται τα έθνη το όνομά σου. και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς και αλλαγήσονται· 28 συ δε ο αυτός ει. συ δε διαμένεις. και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν. 8 ηγρύπνησα και εγενόμην ως στρουθίον μονάζον επί δώματος. ότι ήκει καιρός· 15 ότι ευδόκησαν οι δούλοί σου τους λίθους αυτής. και τα έτη σου ουκ εκλείψουσιν. ΕΥΛΟΓΕΙ. και λαός ο κτιζόμενος αινέσει τον Κύριον. 19 γραφήτω αύτη εις γενεάν ετέραν. 5 επλήγην ωσεί χόρτος και εξηράνθη η καρδία μου. Κύριε. εις τον αιώνα μένεις. ΡΒ (ΡΓ) 102. 6 από φωνής του στεναγμού μου εκολλήθη το οστούν μου τη σαρκί μου. ότι επάρας κατέρραξάς με. και οι επαινούντές με κατ ‘ εμού ώμνυον. και το σπέρμα αυτών εις τον αιώνα κατευθυνθήσεται. το όνομα το άγιον αυτού· 2 ευλόγει. ότι καιρός του οικτειρήσαι αυτήν. 24 απεκρίθη αυτω εν οδω ισχύος αυτού· την ολιγότητα των ημερών μου ανάγγειλόν μοι· 25 μη αναγάγης με εν ημίσει ημερών μου· εν γενεά γενεών τα έτη σου. και τον χουν αυτής οικτειρήσουσι. και το μνημόσυνόν σου εις γενεάν και γενεάν. και πάντες οι βασιλείς της γης την δόξαν σου. Κύριος εξ ουρανού επί την γην επέβλεψε 21 του ακούσαι του στεναγμού των πεπεδημένων. 12 αι ημέραι μου ωσεί σκιά εκλίθησαν. εγενήθην ωσεί νυκτικόραξ εν οικοπέδω. 14 συ αναστάς οικτειρήσεις την Σιών. 17 ότι οικοδομήσει Κύριος την Σιών και οφθήσεται εν τη δόξη αυτού. του λύσαι τους υιούς των τεθανατωμένων. Κύριε. την γην εθεμελίωσας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέραι μου. η ψυχή μου. 18 επέβλεψεν επί την προσευχήν των ταπεινών και ουκ εξουδένωσε την δέησιν αυτών. 26 κατ ‘ αρχάς συ. 13 συ δε. ότι επελαθόμην του φαγείν τον άρτον μου. τον Κύριον και μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις αυτού· 3 τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1114 . 20 ότι εξέκυψεν εξ ύψους αγίου αυτού. και έργα των χειρών σου εισιν οι ουρανοί· 27 αυτοί απολούνται. καγώ ωσεί χόρτος εξηράνθην.

ο τιθείς νέφη την επίβασιν αυτού. τοις υιοίς Ισραήλ τα θελήματα αυτού. 17 το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος και έως του αιώνος επί τους φοβουμένους αυτόν. ανακαινισθήσεται ως αετού η νεότης σου. πάντες οι άγγελοι αυτού. ούτως εξανθήσει· 16 ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτω. 15 άνθρωπος. πάντα τα έργα αυτού. ουδέ κατά τας αμαρτίας ημών ανταπέδωκεν ημίν. 7 εγνώρισε τας οδούς αυτού τω Μωυσή. ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων· 4 ο ποιών τους αγγέλους αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα. εμεγαλύνθης σφόδρα. ΡΓ (ΡΔ) 103. ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί· 10 ου κατά τας ανομίας ημών εποίησεν ημίν. τον Κύριον. 14 ότι αυτός έγνω το πλάσμα ημών. δυνατοί ισχύϊ ποιούντες τον λόγον αυτού του ακούσαι της φωνής των λόγων αυτού. τον Κύριον. και ουχ υπάρξει και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού. ΕΥΛΟΓΕΙ. εξομολόγησιν και μεγαλοπρέπειαν ενεδύσω 2 αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον. λειτουργοί αυτού ποιούντες το θέλημα αυτού· 22 ευλογείτε τον Κύριον. 13 καθώς οικτείρει πατήρ υιούς. 8 οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος. πάσαι αι δυνάμεις αυτού. εκτείνων τον ουρανόν ωσεί δέρριν· 3 ο στεγάζων εν ύδασι τα υπερωα αυτού. ωκτείρησε Κύριος τους φοβουμένους αυτόν. 21 ευλογείτε τον Κύριον. εμάκρυνεν αφ ‘ ημών τας ανομίας ημών. 11 ότι κατά το ύψος του ουρανού από της γης εκραταίωσε Κύριος το έλεος αυτού επί τους φοβουμένους αυτόν· 12 καθόσον απέχουσιν ανατολαί από δυσμών. και η δικαιοσύνη αυτού επί υιοίς υιών 18 τοις φυλάσσουσι την διαθήκην αυτού και μεμνημένοις των εντολών αυτού του ποιήσαι αυτάς. η ψυχή μου. ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού· ωσεί άνθος του αγρού. τον ιώμενον πάσας τας νόσους σου· 4 τον λυτρούμενον εκ φθοράς την ζωήν σου. μακρόθυμος και πολυέλεος· 9 ουκ εις τέλος οργισθήσεται. ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1115 . εν παντί τόπω της δεσποτείας αυτού· ευλόγει. και η βασιλεία αυτού πάντων δεσπόζει. Κύριε ο Θεός μου. Τω Δαυϊδ. 20 ευλογείτε τον Κύριον. 5 ο θεμελιών την γην επί την ασφάλειαν αυτής. 6 ποιών ελεημοσύνας ο Κύριος και κρίμα πάσι τοις αδικουμένοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευιλατεύοντα πάσας τας ανομίας σου. 19 Κύριος εν τω ουρανω ητοίμασε τον θρόνον αυτού. η ψυχή μου. τον στεφανούντά σε εν ελέει και οικτιρμοίς· 5 τον εμπιπλώντα εν αγαθοίς την επιθυμίαν σου. εμνήσθη ότι Χους εσμεν.

29 αποστρέψαντος δε σου το πρόσωπον ταραχθήσονται· αντανελείς το πνεύμα αυτών. και κτισθήσονται. 10 ο εξαποστέλλων πηγάς εν φάραγξιν. 16 χορτασθήσονται τα ξύλα του πεδίου. εγώ δε ευφρανθήσομαι επί τω Κυρίω. ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται. ον έπλασας εμπαίζειν αυτη. του ερωδιού η οικία ηγείται αυτών. 33 άσω τω Κυρίω εν τη ζωή μου. 23 εξελεύσεται άνθρωπος επί το έργον αυτού και επί την εργασίαν αυτού έως εσπέρας. 21 σκύμνοι ωρυόμενοι του αρπάσαι και ζητήσαι παρά τω Θεω βρώσιν αυτοίς. επληρώθη η γη της κτίσεώς σου. 18 όρη τα υψηλά ταις ελάφοις. 27 πάντα προς σε προσδοκώσι. 8 αναβαίνουσιν όρη και καταβαίνουσι πεδία εις τον τόπον ον εθεμελίωσας αυτά· 9 όριον έθου. 24 ως εμεγαλύνθη τα έργα σου. εκεί ερπετά. αι κέδροι του Λιβάνου. και άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει. πέτρα καταφυγή τοις λαγωοίς. 30 εξαποστελείς το πνεύμά σου. επί των ορέων στήσονται ύδατα· 7 από επιτιμήσεώς σου φεύξονται. 13 ποτίζων όρη εκ των υπερώων αυτού. ζωα μικρά μετά μεγάλων· 26 εκεί πλοία διαπορεύονται. ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κλιθήσεται εις τον αιώνα του αιώνος. δούναι την τροφήν αυτών εις εύκαιρον. και συνήχθησαν και εις τας μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται. από καρπού των έργων σου χορτασθήσεται η γη. ουδέ επιστρέψουσι καλύψαι την γην. τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος. ανά μέσον των ορέων διελεύσονται ύδατα· 11 ποτιούσι πάντα τα θηρία του αγρού. 19 εποίησε σελήνην εις καιρούς. προσδέξονται όναγροι εις δίψαν αυτών· 12 επ ‘ αυτά τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσει. 20 έθου σκότος. από φωνής βροντής σου δειλιάσουσιν. ό ου παρελεύσονται. 28 δόντος σου αυτοίς συλλέξουσιν. ων ουκ έστιν αριθμός. 14 ο εξανατέλλων χόρτον τοις κτήνεσι και χλόην τη δουλεία των ανθρώπων του εξαγαγείν άρτον εκ της γης· 15 και οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου του ιλαρύναι πρόσωπον εν ελαίω. 17 εκεί στρουθία εννοσσεύσουσι. 6 άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1116 . 25 αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος. ανοίξαντός σου την χείρα. ψαλώ τω Θεω μου έως υπάρχω· 34 ηδυνθείη αυτω η διαλογή μου. 31 ήτω η δόξα Κυρίου εις τους αιώνας. και εγένετο νύξ· εν αυτη διελεύσονται πάντα τα θηρία του δρυμού. Κύριε· πάντα εν σοφία εποίησας. ευφρανθήσεται Κύριος επί τοις έργοις αυτού· 32 ο επιβλέπων επί την γην και ποιών αυτήν τρέμειν. δράκων ούτος. 35 εκλείποιεν αμαρτωλοί από της γης και άνομοι. και εκλείψουσι και εις τον χουν αυτών επιστρέψουσιν. 22 ανέτειλεν ο ήλιος. ας εφύτευσας. εκ μέσου των πετρών δώσουσι φωνήν. και ανακαινιείς το πρόσωπον της γης. ωστε μη υπάρχειν αυτούς. ευλόγει.

τα τέρατα αυτού και τα κρίματα του στόματος αυτού. το λόγιον του Κυρίου επύρωσεν αυτόν. 24 και ηύξησε τον λαόν αυτού σφόδρα και εκραταίωσεν αυτόν υπέρ τους εχθρούς αυτού. και Ιακώβ παρώκησεν εν γη Χαμ. ευφρανθήτω καρδία ζητούντων τον Κύριον· 4 ζητήσατε τον Κύριον και κραταιώθητε. απαγγείλατε εν τοις έθνεσι τα έργα αυτού· 2 άσατε αυτω και ψάλατε αυτω. 12 εν τω είναι αυτούς αριθμω βραχείς. λόγου. Αλληλούϊα. 5 μνήσθητε των θαυμασίων αυτού. διηγήσασθε πάντα τα θαυμάσια αυτού. 9 ον διέθετο τω Αβραάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ η ψυχή μου. και απέκτεινε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1117 . 26 εξαπέστειλε Μωϋσήν τον δούλον αυτού. ότι παρεπίκραναν τους λόγους αυτού· 29 μετέστρεψε τα ύδατα αυτών εις αίμα. 8 εμνήσθη εις τον αιώνα διαθήκης αυτού. 27 έθετο εν αυτοίς τους λόγους των σημείων αυτού και των τεράτων αυτού εν γη Χαμ. παν στήριγμα άρτου συνέτριψεν· 17 απέστειλεν έμπροσθεν αυτών άνθρωπον. 3 επαινείσθε εν τω ονόματι τω αγίω αυτού. του δολιούσθαι εν τοις δούλοις αυτού. ζητήσατε το πρόσωπον αυτού διαπαντός. 23 και εισήλθεν Ισραήλ εις Αίγυπτον. υιοί Ιακώβ εκλεκτοί αυτού. 16 και εκάλεσε λιμόν επί την γην. 7 αυτός Κύριος ο Θεός ημών. 25 μετέστρεψε την καρδίαν αυτού του μισήσαι τον λαόν αυτού. και του όρκου αυτού τω Ισαάκ 10 και έστησεν αυτόν τω Ιακώβ εις πρόσταγμα και τω Ισραήλ εις διαθήκην αιώνιον 11 λέγων· σοί δώσω την γην Χαναάν σχοίνισμα κληρονομίας υμών. 28 εξαπέστειλε σκότος και εσκότασεν. ου ενετείλατο εις χιλίας γενεάς. ων εποίησε. τον Κύριον. 14 ουκ αφήκεν άνθρωπον αδικήσαι αυτούς και ήλεγξεν υπέρ αυτών βασιλείς· 15 μη άπτεσθε των χριστών μου και εν τοις προφήταις μου μη πονηρεύεσθε. σίδηρον διήλθεν η ψυχή αυτού 19 μέχρι του ελθείν τον λόγον αυτού. άρχων λαού. εις δούλον επράθη Ιωσήφ. και εκ βασιλείας εις λαόν έτερον. 20 απέστειλε βασιλεύς και έλυσεν αυτόν. 18 εταπείνωσαν εν πέδαις τους πόδας αυτού. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΔ (ΡΕ) 104. ον εξελέξατο εαυτω. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω και επικαλείσθε το όνομα αυτού. και αφήκεν αυτόν. 21 κατέστησεν αυτόν κύριον του οίκου αυτού και άρχοντα πάσης της κτήσεως αυτού 22 του παιδεύσαι τους άρχοντας αυτού ως εαυτόν και τους πρεσβυτέρους αυτού σοφίσαι. 6 σπέρμα Αβραάμ δούλοι αυτού. ολιγοστούς και παροίκους εν αυτη 13 και διήλθον εξ έθνους εις έθνος. Ααρών. εν πάση τη γη τα κρίματα αυτού.

4 μνήσθητι ημών. και ωδήγησεν αυτούς εν αβύσσω ως εν ερήμω· 10 και έσωσεν αυτούς εκ χειρός μισούντος και ελυτρώσατο αυτούς εκ χειρός εχθρών· 11 εκάλυψεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1118 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τους ιχθύας αυτών. απαρχήν παντός πόνου αυτών. ΡΕ (Ρ) 105. και εξηράνθη. 38 ευφράνθη Αίγυπτος εν τη εξόδω αυτών. Αλληλούϊα. και ήλθεν ορτυγομήτρα. και ουκ ην εν ταις φυλαίς αυτών ο ασθενών. 45 όπως αν φυλάξωσι τα δικαιώματα αυτού. και άρτον ουρανού ενέπλησεν αυτούς· 41 διέρρηξε πέτραν. 42 ότι εμνήσθη του λόγου του αγίου αυτού του προς Αβραάμ τον δούλον αυτού 43 και εξήγαγε τον λαόν αυτού εν αγαλλιάσει και τους εκλεκτούς αυτού εν ευφροσύνη. 36 και επάταξε παν πρωτότοκον εν τη γη αυτών. και πόνους λαών κατεκληρονόμησαν. του ευφρανθήναι εν τη ευφροσύνη του έθνους σου. 2 τις λαλήσει τας δυναστείας του Κυρίου. 40 ήτησαν. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 33 και επάταξε τας αμπέλους αυτών και τας συκάς αυτών και συνέτριψε παν ξύλον ορίου αυτών. 30 εξήρψεν η γη αυτών βατράχους εν τοις ταμιείοις των βασιλέων αυτών. και κατέφαγε τον καρπόν της γης αυτών. πυρ καταφλέγον εν τη γη αυτών. 32 έθετο τας βροχάς αυτών χάλαζαν. ηνομήσαμεν. και τον νόμον αυτού εκζητήσωσιν. ότι χρηστός. ότι επέπεσεν ο φόβος αυτών επ ‘ αυτούς. 3 μακάριοι οι φυλάσσοντες κρίσιν και ποιούντες δικαιοσύνην εν παντί καιρω. 31 είπε. ηδικήσαμεν. και βρούχος. του επαινείσθαι μετά της κληρονομίας σου. 34 είπε και ήλθεν ακρίς. 37 και εξήγαγεν αυτούς εν αργυρίω και χρυσίω. 7 οι πατέρες ημών εν Αιγύπτω ου συνήκαν τα θαυμάσιά σου και ουκ εμνήσθησαν του πλήθους του ελέους σου και παρεπίκραναν αναβαίνοντες εν τη ερυθρά θαλάσση. εν τη ευδοκία του λαού σου. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω. 39 διεπέτασε νεφέλην εις σκέπην αυτοίς και πυρ του φωτίσαι αυτοίς την νύκτα. 35 και κατέφαγε πάντα τον χόρτον εν τη γη αυτών. και ήλθε κυνόμυια και σκνίπες εν πάσι τοις ορίοις αυτών. ου ουκ ην αριθμός. επορεύθησαν εν ανύδροις ποταμοί. ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις αυτού. 6 ημάρτομεν μετά των πατέρων ημών. επίσκεψαι ημάς εν τω σωτηρίω σου 5 του ιδείν εν τη χρηστότητι των εκλεκτών σου. 44 και έδωκεν αυτοίς χώρας εθνών. Κύριε. 8 και έσωσεν αυτούς ένεκεν του ονόματος αυτού του γνωρίσαι την δυναστείαν αυτού· 9 και επετίμησε τη ερυθρά θαλάσση. και ερρύησαν ύδατα.

13 ετάχυναν. 28 και ετελέσθησαν τω Βεελφεγώρ και έφαγον θυσίας νεκρών· 29 και παρώξυναν αυτόν εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών. ων έθυσαν τοις γλυπτοίς Χαναάν και εφονοκτονήθη η γη εν τοις αίμασι 39 και εμιάνθη εν τοις έργοις αυτών. φλόξ κατέφλεξεν αμαρτωλούς. και εκυρίευσαν αυτών οι μισούντες αυτούς. εις εξ αυτών ουχ υπελείφθη. του ποιήσαντος μεγάλα εν Αιγύπτω. ουκ εισήκουσαν της φωνής Κυρίου. 23 και είπε του εξολοθρεύσαι αυτούς. και εξαπέστειλε πλησμονήν εις τας ψυχάς αυτών. 12 και επίστευσαν τοις λόγοις αυτού και ήσαν την αίνεσιν αυτού. και επόρνευσαν εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών. α είπε Κύριος αυτοίς. 40 και ωργίσθη θυμω Κύριος επί τον λαόν αυτού και εβδελύξατο την κληρονομίαν αυτού· 41 και παρέδωκεν αυτούς εις χείρας εχθρών. 43 πλεονάκις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1119 . αίμα υιών αυτών και θυγατέρων. ουχ υπέμειναν την βουλήν αυτού· 14 και επεθύμησαν επιθυμίαν εν τη ερήμω και επείρασαν τον Θεόν εν ανύδρω. 22 θαυμαστά εν γη Χαμ. και εκόπασεν η θραύσις· 31 και ελογίσθη αυτω εις δικαιοσύνην εις γενεάν και γενεάν έως του αιώνος. 42 και έθλιψαν αυτούς οι εχθροί αυτών. και επληθύνθη εν αυτοίς η πτώσις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ύδωρ τους θλίβοντας αυτούς. 19 και εποίησαν μόσχον εν Χωρήβ και προσεκύνησαν τω γλυπτω. 32 και παρώργισαν αυτόν επί ύδατος αντιλογίας και εκακώθη Μωυσής δι ‘ αυτούς. και διέστειλεν εν τοις χείλεσιν αυτού. 16 και παρώργισαν Μωυσήν εν τη παρεμβολή. επελάθοντο των έργων αυτού. ουκ επίστευσαν τω λόγω αυτού· 25 και εγόγγυσαν εν τοις σκηνώμασιν αυτών. 15 και έδωκεν αυτοίς το αίτημα αυτών. ει μη Μωυσής ο εκλεκτός αυτού έστη εν τη θραύσει ενώπιον αυτού του αποστρέψαι τον θυμόν αυτού του μη εξολοθρεύσαι αυτούς. 35 και εμίγησαν εν τοις έθνεσι και έμαθον τα έργα αυτών· 36 και εδούλευσαν τοις γλυπτοίς αυτών. 30 και έστη Φινεές και εξιλάσατο. 26 και επήρε την χείρα αυτού επ ‘ αυτούς του καταβαλείν αυτούς εν τη ερήμω 27 και του καταβαλείν το σπέρμα αυτών εν τοις έθνεσι και διασκορπίσαι αυτούς εν ταις χώραις. 21 και επελάθοντο του Θεού του σώζοντος αυτούς. τον Ααρών τον άγιον Κυρίου· 17 ηνοίχθη η γη και κατέπιε Δαθάν και εκάλυψεν επί την συναγωγήν Αβειρών· 18 και εξεκαύθη πυρ εν τη συναγωγή αυτών. 34 ουκ εξωλόθρευσαν τα έθνη. 24 και εξουδένωσαν γην επιθυμητήν. 20 και ηλλάξαντο την δόξαν αυτών εν ομοιώματι μόσχου εσθίοντος χόρτον. και εγενήθη αυτοίς εις σκάνδαλον· 37 και έθυσαν τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών τοις δαιμονίοις 38 και εξέχεαν αίμα αθωον. και εταπεινώθησαν υπό τας χείρας αυτών. φοβερά επί θαλάσσης ερυθράς. 33 ότι παρεπίκραναν το πνεύμα αυτού.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ερρύσατο αυτούς. και ήγγισαν έως των πυλών του θανάτου· 19 και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς. 4 επλανήθησαν εν τη ερήμω εν γη ανύδρω. 17 αντελάβετο αυτών εξ οδού ανομίας αυτών. πεπεδημένους εν πτωχεία και σιδήρω. 44 και είδε Κύριος εν τω θλίβεσθαι αυτούς. Κύριε ο Θεός ημών. αυτοί δε παρεπίκραναν αυτόν εν τη βουλή αυτών και εταπεινώθησαν εν ταις ανομίαις αυτών. 8 εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων. και επισυνάγαγε ημάς εκ των εθνών του εξομολογήσασθαι τω ονόματί σου τω αγίω. 11 ότι παρεπίκραναν τα λόγια του Θεού. 15 εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων. ους ελυτρώσατο εκ χειρός εχθρού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1120 . και ερεί πας ο λαός· γένοιτο γένοιτο. και εκ των αναγκών αυτών έσωσεν αυτούς. ότι χρηστός. και ουκ ην ο βοηθών· 13 και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς. 9 ότι εχόρτασε ψυχήν κενήν και πεινώσαν ενέπλησεν αγαθών. 16 ότι συνέτριψε πύλας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασεν. 48 ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ από του αιώνος και έως του αιώνος. και εκ των αναγκών αυτών έσωσεν αυτούς 14 και εξήγαγεν αυτούς εκ σκότους και σκιάς θανάτου και τους δεσμούς αυτών διέρρηξεν. 3 εκ των χωρών συνήγαγεν αυτούς. δια γαρ τας ανομίας αυτών εταπεινώθησαν· 18 παν βρώμα εβδελύξατο η ψυχή αυτών. η ψυχή αυτών εν αυτοίς εξέλιπε· 6 και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς. 10 καθημένους εν σκότει και σκιά θανάτου. εν τω αυτόν εισακούσαι της δεήσεως αυτών· 45 και εμνήσθη της διαθήκης αυτού και μετεμελήθη κατά το πλήθος του ελέους αυτού 46 και έδωκεν αυτούς εις οικτιρμούς εναντίον πάντων των αιχμαλωτευσάντων αυτούς. ΡΣΤ (ΡΖ) 106. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 2 ειπάτωσαν οι λελυτρωμένοι υπό Κυρίου. από ανατολών και δυσμών και βορρά και θαλάσσης. του εγκαυχάσθαι εν τη αινέσει σου. 5 πεινώντες και διψώντες. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω. ησθένησαν. και εκ των αναγκών αυτών ερρύσατο αυτούς 7 και ωδήγησεν αυτούς εις οδόν ευθείαν του πορευθήναι εις πόλιν κατοικητηρίου. Αλληλούϊα. οδόν πόλεως κατοικητηρίου ουχ εύρον. 12 και εταπεινώθη εν κόποις η καρδία αυτών. 47 σώσον ημάς. και την βουλήν του Υψίστου παρώξυναν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 20 απέστειλε τον λόγον αυτού και ιάσατο αυτούς και ερρύσατο αυτούς εκ των διαφθορών αυτών. η ψυχή αυτών εν κακοίς ετήκετο· 27 εταράχθησαν. ετοίμη η καρδία μου. και έστη εις αύραν. 39 και ωλιγώθησαν και εκακώθησαν από θλίψεως κακών και οδύνης. 4 εξομολογήσομαί σοι εν λαοίς. ψαλτήριον και κιθάρα· εξεγερθήσομαι όρθρου. 3 εξεγέρθητι. ποιούντες εργασίαν εν ύδασι πολλοίς. 21 εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων 22 και θυσάτωσαν αυτω θυσίαν αινέσεως και εξαγγειλάτωσαν τα έργα αυτού εν αγαλλιάσει. ο Θεός. και πάσα η σοφία αυτών κατεπόθη· 28 και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς. 25 είπε. 33 έθετο ποταμούς εις έρημον και διεξόδους υδάτων εις δίψαν. και επλάνησεν αυτούς εν αβάτω και ουχ οδω. 35 έθετο έρημον εις λίμνας υδάτων και γην άνυδρον εις διεξόδους υδάτων. 23 οι καταβαίνοντες εις θάλασσαν εν πλοίοις. 31 εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων. και εσίγησαν τα κύματα αυτής· 30 και ευφράνθησαν. 40 εξεχύθη εξουδένωσις επ ‘ άρχοντας αυτών. και πάσα ανομία εμφράξει το στόμα αυτής. 43 τις σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου. και συνεστήσαντο πόλεις κατοικεσίας 37 και έσπειραν αγρούς και εφύτευσαν αμπελώνας και εποίησαν καρπόν γεννήματος. 24 αυτοί είδον τα έργα Κυρίου και τα θαυμάσια αυτού εν τω βυθω. 38 και ευλόγησεν αυτούς. 36 και κατώκισεν εκεί πεινώντας. 34 γην καρποφόρον εις άλμην από κακίας των κατοικούντων εν αυτη. και έστη πνεύμα καταιγίδος. 41 και εβοήθησε πένητι εκ πτωχείας και έθετο ως πρόβατα πατριάς. και επληθύνθησαν σφόδρα. και εκ των αναγκών αυτών εξήγαγεν αυτούς 29 και επέταξε τη καταιγίδι. και υψώθη τα κύματα αυτής· 26 αναβαίνουσιν έως των ουρανών και καταβαίνουσιν έως των αβύσσων. ψαλώ σοι εν έθνεσιν. ΡΖ (ΡΗ) 107. άσομαι και ψαλώ εν τη δόξη μου. ότι ησύχασαν. Κύριε. 32 υψωσάτωσαν αυτόν εν εκκλησία λαού και εν καθέδρα πρεσβυτέρων αινεσάτωσαν αυτόν. 5 ότι μέγα επάνω των ουρανών το έλεός σου και έως των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1121 . εσαλεύθησαν ως ο μεθύων. 2 ΕΤΟΙΜΗ η καρδία μου. και τα κτήνη αυτών ουκ εσμίκρυνε. Ωδη ψαλμού τω Δαυϊδ. και ωδήγησεν αυτούς επί λιμένα θελήματος αυτού. 42 όψονται ευθείς και ευφρανθήσονται.

και εξολοθρευθείη εκ γης το μνημόσυνον αυτών. ο απωσάμενος ημάς. 16 ανθ ‘ ων ουκ εμνήσθη ποιήσαι έλεος και κατεδίωξεν άνθρωπον πένητα και πτωχόν και κατανενυγμένον τη καρδία του θανατώσαι. 9 γενηθήτωσαν οι υιοί αυτού ορφανοί και η γυνή αυτού χήρα· 10 σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οι υιοί αυτού και επαιτησάτωσαν. 13 δος ημίν βοήθειαν εκ θλίψεως. 6 κατάστησον επ ‘ αυτόν αμαρτωλόν. 7 όπως αν ρυσθώσιν οι αγαπητοί σου. 10 Μωάβ λέβης της ελπίδος μου. 12 ουχί συ. 11 τις απάξει με εις πόλιν περιοχής. και ουκ εξελεύση. εκβληθήτωσαν εκ των οικοπέδων αυτών. και ήξει αυτω· και ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1122 . και την κοιλάδα των σκηνών διαμετρήσω· 9 εμός εστι Γαλαάδ. εμοί αλλόφυλοι υπετάγησαν. ο Θεός. εν γενεά μια εξαλειφθείη το όνομα αυτού. επί την Ιδουμαίαν επιβαλώ το υπόδημά μου. και εμός εστι Μανασσής. και διαρπασάτωσαν αλλότριοι τους πόνους αυτού· 12 μη υπαρξάτω αυτω αντιλήπτωρ. Ο Θεός. εγώ δε προσηυχόμην· 5 και έθεντο κατ ‘ εμού κακά αντί αγαθών και μίσος αντί της αγαπήσεώς μου. 6 υψώθητι επί τους ουρανούς. 14 αναμνησθείη η ανομία των πατέρων αυτού έναντι Κυρίου. και διάβολος στήτω εκ δεξιών αυτού· 7 εν τω κρίνεσθαι αυτόν εξέλθοι καταδεδικασμένος. και επί πάσαν την γην η δόξα σου. 11 εξερευνησάτω δανειστής πάντα. και η προσευχή αυτού γενέσθω εις αμαρτίαν. 8 γενηθήτωσαν αι ημέραι αυτού ολίγαι. 8 ο Θεός ελάλησεν εν τω αγίω αυτού· υψωθήσομαι και διαμεριώ Σίκιμα. σώσον τη δεξιά σου και επάκουσόν μου. ο Θεός. όσα υπάρχει αυτω. και ματαία σωτηρία ανθρώπου. μηδέ γενηθήτω οικτίρμων τοις ορφανοίς αυτού· 13 γενηθήτω τα τέκνα αυτού εις εξολόθρευσιν. ο Θεός. και αυτός εξουδενώσει τους εχθρούς ημών. και την επισκοπήν αυτού λάβοι έτερος. και η αμαρτία της μητρός αυτού μη εξαλειφθείη· 15 γενηθήτωσαν εναντίον Κυρίου διαπαντός. Ιούδας βασιλεύς μου. ελάλησαν κατ ‘ εμού γλώσση δολία 3 και λόγοις μίσους εκύκλωσάν με και επολέμησάν με δωρεάν. ή τις οδηγήσει με έως της Ιδουμαίας. ΡΗ (ΡΘ) 108. την αίνεσίν μου μη παρασιωπήσης. και Εφραίμ αντίληψις της κεφαλής μου. 2 ότι στόμα αμαρτωλού και στόμα δολίου επ ‘ εμέ ηνοίχθη. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 14 εν τω Θεω ποιήσωμεν δύναμιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νεφελών η αλήθειά σου. 17 και ηγάπησε κατάραν. εν ταις δυνάμεσιν ημών. 4 αντί του αγαπάν με ενδιέβαλλόν με.

συνθλάσει κεφαλάς επί γης πολλών. εξετινάχθην ωσεί ακρίδες. ότι χρηστόν το έλεός σου. και η καρδία μου τετάρακται εντός μου. 25 καγώ εγενήθην όνειδος αυτοίς· είδοσάν με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηθέλησεν ευλογίαν. Κύριε Κύριε. 24 τα γόνατά μου ησθένησαν από νηστείας. ρύσαί με. 18 και ενεδύσατο κατάραν ως ιμάτιον. 5 Κύριος εκ δεξιών σου συνέθλασεν εν ημέρα οργής αυτού βασιλείς· 6 κρινεί εν τοις έθνεσι. 27 και γνώτωσαν ότι η χείρ σου αύτη και συ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1123 . 21 και συ. Ψαλμός τω Δαυϊδ. ό περιβάλλεται. 29 ενδυσάσθωσαν οι ενδιαβάλλοντές με εντροπήν και περιβαλέσθωσαν ως διπλοϊδα αισχύνην αυτών. πληρώσει πτώματα. 20 τούτο το έργον των ενδιαβαλλόντων με παρά Κυρίου και των λαλούντων πονηρά κατά της ψυχής μου. 26 βοήθησόν μοι. 30 εξομολογήσομαι τω Κυρίω σφόδρα εν τω στόματί μου και εν μέσω πολλών αινέσω αυτόν. και κατακυρίευε εν μέσω των εχθρών σου. και η σάρξ μου ηλλοιώθη δι ‘ έλαιον. 23 ωσεί σκιά εν τω εκκλίναι αυτήν αντανηρέθην. ΡΘ (ΡΙ) 109. 2 ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος εκ Σιών. 31 ότι παρέστη εκ δεξιών πένητος του σώσαι εκ των καταδιωκόντων την ψυχήν μου. Αλληλούϊα. και εισήλθεν ωσεί ύδωρ εις τα έγκατα αυτού και ωσεί έλαιον εν τοις οστέοις αυτού. ην διαπαντός περιζώννυται. και σώσόν με κατά το έλεός σου. και συ ευλογήσεις· οι επανιστάμενοί μοι αισχυνθήτωσαν. 3 μετά σου η αρχή εν ημέρα της δυνάμεώς σου εν ταις λαμπρότησι των αγίων σου· εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε. Κύριε ο Θεός μου. ΕΙΠΕΝ ο Κύριος τω Κυρίω μου· κάθου εκ δεξιών μου. εσάλευσαν κεφαλάς αυτών. 19 γενηθήτω αυτω ως ιμάτιον. ποίησον μετ ‘ εμού ένεκεν του ονόματός σου. ο δε δούλός σου ευφρανθήσεται. 4 ώμοσε Κύριος και ου μεταμεληθήσεται· συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ. εποίησας αυτήν. 7 εκ χειμάρρου εν οδω πίεται· δια τούτο υψώσει κεφαλήν. Κύριε. και ωσεί ζώνη. και μακρυνθήσεται απ ‘ αυτού. 28 καταράσονται αυτοί. 22 ότι πτωχός και πένης ειμί εγώ. ΡΙ (ΡΙΑ) 110. έως αν θώ τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.

Αλληλούϊα. Κύριον. παίδες. 4 μνείαν εποιήσατο των θαυμασίων αυτού. 6 ισχύν έργων αυτού ανήγγειλε τω λαω αυτού του δούναι αυτοίς κληρονομίαν εθνών. ελεήμων και οικτίρμων ο Κύριος· 5 τροφήν έδωκε τοις φοβουμένοις αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι. 7 από ακοής πονηράς ου φοβηθήσεται· ετοίμη η καρδία αυτού ελπίζειν επί Κύριον. ου μη φοβηθή. έδωκε τοις πένησιν· η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος. 5 χρηστός ανήρ ο οικτείρων και κιχρών· οικονομήσει τους λόγους αυτού εν κρίσει. πεποιημέναι εν αληθεία και ευθύτητι. εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος. τους οδόντας αυτού βρύξει και τακήσεται· επιθυμία αμαρτωλού απολείται. εν όλη καρδία μου εν βουλή ευθέων και συναγωγή. ΡΙΒ (ΡΙΓ) 112. μνησθήσεται εις τον αιώνα διαθήκης αυτού. η αίνεσις αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος. 3 δόξα και πλούτος εν τω οίκω αυτού. 8 εστήρικται η καρδία αυτού. 3 από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών αινετόν το όνομα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1124 . ΑΙΝΕΙΤΕ. εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα· 2 δυνατόν εν τη γη έσται το σπέρμα αυτού. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον. Κύριε. Αλληλούϊα. αινείτε το όνομα Κυρίου· 2 είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος. 6 ότι εις τον αιώνα ου σαλευθήσεται. 8 εστηριγμέναι εις τον αιώνα του αιώνος. εξεζητημένα εις πάντα τα θελήματα αυτού· 3 εξομολόγησις και μεγαλοπρέπεια το έργον αυτού. και η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος. σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν. 10 αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. το κέρας αυτού υψωθήσεται εν δόξη. γενεά ευθέων ευλογηθήσεται. 4 εξανέτειλεν εν σκότει φως τοις ευθέσιν ελεήμων και οικτίρμων και δίκαιος. 10 αμαρτωλός όψεται και οργισθήσεται. 2 μεγάλα τα έργα Κυρίου. 7 έργα χειρών αυτού αλήθεια και κρίσις· πισταί πάσαι αι εντολαί αυτού. 9 λύτρωσιν απέστειλε τω λαω αυτού. ενετείλατο εις τον αιώνα διαθήκην αυτού· άγιον και φοβερόν το όνομα αυτού. και η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος. ΡΙΑ (ΡΙΒ) 111. έως ου επίδη επί τους εχθρούς αυτού· 9 εσκόρπισεν.

ότι εσκιρτήσατε ωσεί κριοί. Ισραήλ εξουσία αυτού. εφ ‘ υμάς και επί τους υιούς υμών. Ιορδάνη. 20 Κύριος μνησθείς ημών ευλόγησεν ημάς. ου φωνήσουσιν εν τω λάρυγγι αυτών. μητέρα επί τέκνοις ευφραινομένην. 9 μη ημίν. 2 εγενήθη Ιουδαία αγίασμα αυτού. 5 τι σοί εστι. αλλ ‘ ή τω ονόματί σου δος δόξαν. και οι βουνοί ως αρνία προβάτων. και ουκ όψονται. 14 ώτα έχουσι. ότι εστράφης εις τα οπίσω. 7 ο εγείρων από γης πτωχόν και από κοπρίας ανυψών πένητα 8 του καθίσαι αυτόν μετά αρχόντων. Αλληλούϊα. Κύριε. 3 η θάλασσα είδε και έφυγεν. θάλασσα. και ου ψηλαφήσουσι. αργύριον και χρυσίον. 12 τα είδωλα των εθνών. όσα ηθέλησεν. μετά αρχόντων λαού αυτού· 9 ο κατοικίζων στείραν εν οίκω. ρίνας έχουσι. πόδας έχουσι και ου περιπατήσουσιν. οίκου Ιακώβ εκ λαού βαρβάρου. 23 ευλογημένοι υμείς τω Κυρίω τω ποιήσαντι τον ουρανόν και την γην. 11 ο δε Θεός ημών εν τω ουρανω και εν τη γη πάντα. ευλόγησε τον οίκον Ισραήλ. ευλόγησε τον οίκον Ααρών. 24 ο ουρανός του ουρανού τω Κυρίω. 5 τις ως Κύριος ο Θεός ημών. 18 οίκος Ααρών ήλπισεν επί Κύριον· βοηθός και υπερασπιστής αυτών εστιν. 4 υψηλός επί πάντα τα έθνη ο Κύριος. ότι έφυγες. την δε γην έδωκε τοις υιοίς των ανθρώπων. ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω· 4 τα όρη εσκίρτησαν ωσεί κριοί και οι βουνοί ως αρνία προβάτων. και ουκ οσφρανθήσονται. 7 από προσώπου Κυρίου εσαλεύθη η γη. από προσώπου του Θεού Ιακώβ 8 του στρέψαντος την πέτραν εις λίμνας υδάτων και την ακρότομον εις πηγάς υδάτων. οφθαλμούς έχουσι. 21 ευλόγησε τους φοβουμένους τον Κύριον. επί τους ουρανούς η δόξα αυτού. εποίησε. 16 όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά και πάντες οι πεποιθότες επ ‘ αυτοίς. και ουκ ακούσονται. 25 ουχ οι νεκροί αινέσουσί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1125 . έργα χειρών ανθρώπων· 13 στόμα έχουσι. 6 τα όρη. ο εν υψηλοίς κατοικών 6 και τα ταπεινά εφορών εν τω ουρανω και εν τη γη. ΕΝ ΕΞΟΔ† Ισραήλ εξ Αιγύπτου. και συ. και ου λαλήσουσιν. 22 προσθείη Κύριος εφ ‘ υμάς. 19 οι φοβούμενοι τον Κύριον ήλπισαν επί Κύριον· βοηθός και υπερασπιστής αυτών εστιν. επί τω ελέει σου και τη αληθεία σου. μη ημίν. 15 χείρας έχουσι. ΡΙΓ (ΡΙΔ) 113. 10 μήποτε είπωσι τα έθνη· που εστιν ο Θεός αυτών. 17 οίκος Ισραήλ ήλπισεν επί Κύριον· βοηθός και υπερασπιστής αυτών εστιν. τους μικρούς μετά των μεγάλων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυρίου.

και έως του αιώνος. ΡΙΕ (ΡΙΣΤ) 115.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σε. ΡΙΣΤ (ΡΙΖ) 116. 4 και το όνομα Κυρίου επεκαλεσάμην· ω Κύριε. 2 εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου· πας άνθρωπος ψεύστης. πάντα τα έθνη. ων ανταπέδωκέ μοι. 10 εν αυλαίς οίκου Κυρίου εν μέσω σου. 8 σοί θύσω θυσίαν αινέσεως και εν ονόματι Κυρίου επικαλέσομαι. εγώ δούλος σός. 6 τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των οσίων αυτού. 7 ω Κύριε. και η αλήθεια του Κυρίου μένει εις τον αιώνα. ΡΙΔ (ΡΙΕ) 114. 2 ότι έκλινε το ους αυτού εμοί. κίνδυνοι άδου εύροσάν με· θλίψιν και οδύνην εύρον. 4 ποτήριον σωτηρίου λήψομαι και το όνομα Κυρίου επικαλέσομαι. διέρρηξας τους δεσμούς μου. 3 περιέσχον με ωδίνες θανάτου. πάντες οι λαοί. επαινέσατε αυτόν. 8 ότι εξείλετο την ψυχήν μου εκ θανάτου. Αλληλούϊα. Κύριε. 3 τι ανταποδώσω τω Κυρίω περί πάντων. ψυχή μου. εις την ανάπαυσίν σου. Αλληλούϊα. ότι Κύριος ευηργέτησέ σε. ΕΠΙΣΤΕΥΣΑ. ουδέ πάντες οι καταβαίνοντες εις άδου. 9 τας ευχάς μου τω Κυρίω αποδώσω εναντίον παντός του λαού αυτού. 2 ότι εκραταιώθη το έλεος αυτού εφ ‘ ημάς. από του νυν. Ιερουσαλήμ. Αλληλούϊα. 5 ελεήμων ο Κύριος και δίκαιος. ΑΙΝΕΙΤΕ τον Κύριον. εν χώρα ζώντων. εγώ δούλος σός και υιος της παιδίσκης σου. 6 φυλάσσων τα νήπια ο Κύριος· εταπεινώθην. 5 τας ευχάς μου τω Κυρίω αποδώσω εναντίον παντός του λαού αυτού. και ο Θεός ημών ελεεί. και εν ταις ημέραις μου επικαλέσομαι. τους οφθαλμούς μου από δακρύων και τους πόδας μου από ολισθήματος. 9 ευαρεστήσω ενώπιον Κυρίου. διό ελάλησα· εγώ δε εταπεινώθην σφόδρα. ρύσαι την ψυχήν μου. ότι εισακούσεται Κύριος της φωνής της δεήσεώς μου. 26 αλλ ‘ ημείς οι ζώντες ευλογήσομεν τον Κύριον. και έσωσέ με. 7 επίστρεψον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1126 . ΗΓΑΠΗΣΑ.

12 εκύκλωσάν με ωσεί μέλισσαι κηρίον και εξεκαύθησαν ως πυρ εν ακάνθαις. ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες. 13 ωσθείς ανετράπην του πεσείν. Αλληλούϊα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΙΖ (ΡΙΗ) 117. και ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος. ότι επήκουσάς μου και εγένου μοι εις σωτηρίαν. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 3 ειπάτω δη οίκος Ααρών ότι αγαθός. και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς. 20 αύτη η πύλη του Κυρίου. καγώ επόψομαι τους εχθρούς μου. 22 λίθον. 10 πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με. σώσον δη. ευόδωσον δη. και εξομολογήσομαί σοι· Θεός μου ει συ. 19 ανοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης· εισελθών εν αυταίς εξομολογήσομαι τω Κυρίω. 26 ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου· ευλογήκαμεν υμάς εξ οίκου Κυρίου. 16 δεξιά Κυρίου ύψωσέ με. 8 αγαθόν πεποιθέναι επί Κύριον ή πεποιθέναι επ ‘ άνθρωπον· 9 αγαθόν ελπίζειν επί Κύριον ή ελπίζειν επ ‘ άρχουσι. 24 αύτη η ημέρα. 5 εκ θλίψεως επεκαλεσάμην τον Κύριον. ότι αγαθός. 17 ουκ αποθανούμαι. και επήκουσέ μου εις πλατυσμόν. δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν. και ο Κύριος αντελάβετό μου. 28 Θεός μου ει συ. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 4 ειπάτωσαν δη πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον ότι αγαθός. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 14 ισχύς μου και ύμνησίς μου ο Κύριος και εγένετό μοι εις σωτηρίαν. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς. 6 Κύριος εμοί βοηθός. 29 εξομολογείσθε τω Κυρίω. δίκαιοι εισελεύσονται εν αυτη. και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς· 11 κυκλώσαντες εκύκλωσάν με. 25 ω Κύριε. αλλά ζήσομαι και διηγήσομαι τα έργα Κυρίου. 7 Κύριος εμοί βοηθός. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ην εποίησεν ο Κύριος· αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτη. 18 παιδεύων επαίδευσέ με ο Κύριος και τω θανάτω ου παρέδωκέ με. 21 εξομολογήσομαί σοι. 2 ειπάτω δη οίκος Ισραήλ ότι αγαθός. ότι επήκουσάς μου και εγένου μοι εις σωτηρίαν. ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· 23 παρά Κυρίου εγένετο αύτη και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1127 . 15 φωνή αγαλλιάσεως και σωτηρίας εν σκηναίς δικαίων· δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω. ω Κύριε. 27 Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν· συστήσασθε εορτήν εν τοις πυκάζουσιν έως των κεράτων του θυσιαστηρίου. και υψώσω σε· εξομολογήσομαί σοι. ότι αγαθός.

31 εκολλήθην τοις μαρτυρίοις σου. 20 επεπόθησεν η ψυχή μου του επιθυμήσαι τα κρίματά σου εν παντί καιρω. και αδολεσχήσω εν τοις θαυμασίοις σου. 18 αποκάλυψον τους οφθαλμούς μου. 13 εν τοις χείλεσί μου εξήγγειλα πάντα τα κρίματα του στόματός σου. 5 όφελον κατευθυνθείησαν αι οδοί μου του φυλάξασθαι τα δικαιώματά σου. Κύριε· μη με καταισχύνης. Αλληλούϊα. και αι συμβουλίαι μου τα δικαιώματά σου. Κύριε· δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. όπως αν μη αμάρτω σοι.9 Εν τίνι κατορθώσει νεώτερος την οδόν αυτού. 21 επετίμησας υπερηφάνοις· επικατάρατοι οι εκκλίνοντες από των εντολών σου. ο δε δούλός σου ηδολέσχει εν τοις δικαιώμασί σου. 6 τότε ου μη αισχυνθώ εν τω με επιβλέπειν επί πάσας τας εντολάς σου. 24 και γαρ τα μαρτύριά σου μελέτη μου εστι. 10 εν όλη καρδία μου εξεζήτησά σε· μη απώση με από των εντολών σου. 12 ευλογητός ει.17 Ανταπόδος τω δούλω σου· ζήσομαι και φυλάξω τους λόγους σου. και κατανοήσω τα θαυμάσια εκ του νόμου σου. 7 εξομολογήσομαί σοι εν ευθύτητι καρδίας εν τω μεμαθηκέναι με τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. . 8 τα δικαιώματά σου φυλάξω· μη με εγκαταλίπης έως σφόδρα. 23 και γαρ εκάθισαν άρχοντες και κατ ‘ εμού κατελάλουν. 11 εν τη καρδία μου έκρυψα τα λόγιά σου. όταν επλάτυνας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1128 . 4 συ ενετείλω τας εντολάς σου του φυλάξασθαι σφόδρα. και επήκουσάς μου· δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. ΜΑΚΑΡΙΟΙ οι άμωμοι εν οδω οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου. .25 Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου· ζήσόν με κατά τον λόγον σου. 19 πάροικος εγώ ειμι εν τη γη· μη αποκρύψης απ ‘ εμού τας εντολάς σου. 14 εν τη οδω των μαρτυρίων σου ετέρφθην ως επί παντί πλούτω. 16 εν τοις δικαιώμασί σου μελετήσω. 32 οδόν εντολών σου έδραμον. 22 περίελε απ ‘ εμού όνειδος και εξουδένωσιν. 30 οδόν αληθείας ηρετισάμην και τα κρίματά σου ουκ επελαθόμην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΙΗ (ΡΙΘ) 118. 2 μακάριοι οι εξερευνώντες τα μαρτύρια αυτού· εν όλη καρδία εκζητήσουσιν αυτόν. 27 οδόν δικαιωμάτων σου συνέτισόν με. 3 ου γαρ οι εργαζόμενοι την ανομίαν εν ταις οδοίς αυτού επορεύθησαν. εν τω φυλάξασθαι τους λόγους σου. 29 οδόν αδικίας απόστησον απ ‘ εμού και τω νόμω σου ελέησόν με. . ότι τα μαρτύριά σου εξεζήτησα. 15 εν ταις εντολαίς σου αδολεσχήσω και κατανοήσω τας οδούς σου. ουκ επιλήσομαι των λόγων σου. 26 τας οδούς μου εξήγγειλα. 28 ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας· βεβαίωσόν με εν τοις λόγοις σου.

Κύριε. ων επήλπισάς με. Κύριε. 54 ψαλτά ήσάν μοι τα δικαιώματά σου εν τόπω παροικίας μου. 38 στήσον τω δούλω σου το λόγιόν σου εις τον φόβον σου.. και εκζητήσω αυτήν διαπαντός.33 Νομοθέτησόν με. .41 Και έλθοι επ ‘ εμέ το έλεός σου. το σωτήριόν σου κατά τον λόγον σου. 61 σχοινία αμαρτωλών περιεπλάκησάν μοι. 63 μέτοχος εγώ ειμι πάντων των φοβουμένων σε και των φυλασσόντων τας εντολάς σου. την οδόν των δικαιωμάτων σου. ότι αυτήν ηθέλησα.65 Χρηστότητα εποίησας μετά του δούλου σου. ότι ήλπισα επί τοις λόγοις σου. 53 αθυμία κατέσχε με από αμαρτωλών των εγκαταλιμπανόντων τον νόμον σου. 34 συνέτισόν με. 52 εμνήσθην των κριμάτων σου απ ‘ αιώνος. 40 ιδού επεθύμησα τας εντολάς σου· εν τη δικαιοσύνη σου ζήσόν με. 39 περίελε τον ονειδισμόν μου. και παρεκλήθην. 51 υπερήφανοι παρηνόμουν έως σφόδρα. ον υπώπτευσα· ότι τα κρίματά σου χρηστά. 59 διελογισάμην τας οδούς σου και επέστρεψα τους πόδας μου εις τα μαρτύριά σου. και του νόμου σου ουκ επελαθόμην. ότι επί τοις κρίμασί σου επήλπισα. ότι τα δικαιώματά σου εξεζήτησα. 55 εμνήσθην εν νυκτί του ονόματός σου. 47 και εμελέτων εν ταις εντολαίς σου. εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. εν τη οδω σου ζήσόν με. από δε του νόμου σου ουκ εξέκλινα. . και εφύλαξα τον νόμον σου. 35 οδήγησόν με εν τη τρίβω των εντολών σου. 56 αύτη εγενήθη μοι.57 Μερίς μου ει. πλήρης η γη· τα δικαιώματά σου δίδαξόν με. Κύριε. ότι το λόγιόν σου έζησέ με. 44 και φυλάξω τον νόμον σου διαπαντός. 36 κλίνον την καρδίαν μου εις τα μαρτύριά σου και μη εις πλεονεξίαν. 62 μεσονύκτιον εξηγειρόμην του εξομολογείσθαί σοι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. 45 και επορευόμην εν πλατυσμω. 42 και αποκριθήσομαι τοις ονειδίζουσί μοι λόγον. ότι τας εντολάς σου εξεζήτησα. 48 και ήρα τας χείράς μου προς τας εντολάς σου ας ηγάπησα.49 Μνήσθητι των λόγων σου τω δούλω σου. Κύριε. 37 απόστρεψον τους οφθαλμούς μου του μη ιδείν ματαιότητα. ας ηγάπησα σφόδρα. 66 χρηστότητα και παιδείαν και γνώσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1129 . και εξερευνήσω τον νόμον σου και φυλάξω αυτόν εν όλη καρδία μου. κατά τον λόγον σου. . 43 και μη περιέλης εκ του στόματός μου λόγον αληθείας έως σφόδρα. είπα του φυλάξασθαι τον νόμον σου. 50 αύτη με παρεκάλεσεν εν τη ταπεινώσει μου. 46 και ελάλουν εν τοις μαρτυρίοις σου εναντίον βασιλέων και ουκ ησχυνόμην. Κύριε. 64 του ελέους σου. 58 εδεήθην του προσώπου σου εν όλη καρδία μου· ελέησόν με κατά το λόγιόν σου. και ηδολέσχουν εν τοις δικαιώμασί σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την καρδίαν μου. Κύριε. . 60 ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην του φυλάξασθαι τας εντολάς σου. Κύριε.

ότι τα δικαιώματά σου εξεζήτησα. 83 ότι εγενήθην ως ασκός εν πάχνη· τα δικαιώματά σου ουκ επελαθόμην. 71 αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με. όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου. δια τούτο το λόγιόν σου εφύλαξα. 75 έγνων.73 Αι χείρές σου εποίησάν με και έπλασάν με· συνέτισόν με και μαθήσομαι τας εντολάς σου. και ζήσομαι. Κύριε. 91 τη διατάξει σου διαμένει ημέρα. 88 κατά το έλεός σου ζήσόν με. εγώ δε ουκ εγκατέλιπον τας εντολάς σου. όπως αν μη αισχυνθώ. και φυλάξω τα μαρτύρια του στόματός σου. 86 πάσαι αι εντολαί σου αλήθεια· αδίκως κατεδίωξάν με. 96 πάσης συντελείας είδον πέρας· πλατεία η εντολή σου σφόδρα. ότι εις τον αιώνα εμή εστιν. 93 εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου. 69 επληθύνθη επ ‘ εμέ αδικία υπερηφάνων. 78 αισχυνθήτωσαν υπερήφανοι. και αληθεία εταπείνωσάς με. Κύριε. εγώ δε τον νόμον σου εμελέτησα. ο λόγος σου διαμένει εν τω ουρανω. Κύριε. 82 εξέλιπον οι οφθαλμοί μου εις το λόγιόν σου λέγοντες· πότε παρακαλέσεις με. 79 επιστρεψάτωσάν με οι φοβούμενοί σε και οι γινώσκοντες τα μαρτύριά σου. . σώσόν με. ότι εν αυτοίς έζησάς με. 77 ελθέτωσάν μοι οι οικτιρμοί σου. ότι δικαιοσύνη τα κρίματά σου. πότε ποιήσεις μοι εκ των καταδιωκόντων με κρίσιν.89 Εις τον αιώνα. 76 γενηθήτω δη το έλεός σου του παρακαλέσαι με κατά το λόγιόν σου τω δούλω σου. ότι ταις εντολαίς σου επίστευσα. 80 γενηθήτω η καρδία μου άμωμος εν τοις δικαιώμασί σου. ότι τα σύμπαντα δούλα σά. 95 εμέ υπέμειναν αμαρτωλοί του απολέσαι με· τα μαρτύριά σου συνήκα. βοήθησόν μοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δίδαξόν με. . ότι ο νόμος σου μελέτη μου εστιν. 94 σός ειμι εγώ. τότε αν απωλόμην εν τη ταπεινώσει μου. 92 ει μη ότι ο νόμος σου μελέτη μου εστι. Κύριε· όλην την ημέραν μελέτη μου εστιν. 84 πόσαι εισίν αι ημέραι του δούλου σου. 85 διηγήσαντό μοι παράνομοι αδολεσχίας.97 Ως ηγάπησα τον νόμον σου. εις τους λόγους σου επήλπισα. ότι αδίκως ηνόμησαν εις εμέ· εγώ δε αδολεσχήσω εν ταις εντολαίς σου. 74 οι φοβούμενοί σε όψονταί με και ευφρανθήσονται. ότι εις τους λόγους σου επήλπισα. 70 ετυρώθη ως γάλα η καρδία αυτών. 68 χρηστός ει συ. 67 προ του με ταπεινωθήναι εγώ επλημμέλησα. 90 εις γενεάν και γενεάν η αλήθειά σου· εθεμελίωσας την γην και διαμένει. . 87 παρά βραχύ συνετέλεσάν με εν τη γη. εγώ δε εν όλη καρδία μου εξερευνήσω τας εντολάς σου. 72 αγαθός μοι ο νόμος του στόματός σου υπέρ χιλιάδας χρυσίου και αργυρίου. και εν τη χρηστότητί σου δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. 99 υπέρ πάντας τους διδάσκοντάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1130 . . αλλ ‘ ουχ ως ο νόμος σου. 98 υπέρ τους εχθρούς μου εσόφισάς με την εντολήν σου.81 Εκλείπει εις το σωτήριόν σου η ψυχή μου. Κύριε.

108 τα εκούσια του στόματός μου ευδόκησον δη. ότι τα μαρτύριά σου μελέτη μου εστιν. 101 εκ πάσης οδού πονηράς εκώλυσα τους πόδας μου. ότι τας εντολάς σου επεπόθουν. και τα κρίματά σου δίδαξόν με. και εξερευνήσω τας εντολάς του Θεού μου. 100 υπέρ πρεσβυτέρους συνήκα. τον δε νόμον σου ηγάπησα. πάσαν οδόν άδικον εμίσησα. 115 εκκλίνατε απ ‘ εμού. όπως αν φυλάξω τους λόγους σου. ότι τας εντολάς σου εξεζήτησα. ότι άδικον το ενθύμημα αυτών. 106 ώμοσα και έστησα του φυλάξασθαι τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. ότι συ ενομοθέτησάς με. πονηρευόμενοι. 125 δούλός σου ειμι εγώ· συνέτισόν με. . και σωθήσομαι και μελετήσω εν τοις δικαιώμασί σου διαπαντός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ με συνήκα. και αντιλήπτωρ μου ει συ· εις τους λόγους σου επήλπισα. 112 έκλινα την καρδίαν μου του ποιήσαι τα δικαιώματά σου εις τον αιώνα δι ‘ αντάμειψιν. 131 το στόμα μου ήνοιξα και είλκυσα πνεύμα. .129 Θαυμαστά τα μαρτύριά σου· δια τούτο εξηρεύνησεν αυτά η ψυχή μου. 126 καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω· διεσκέδασαν τον νόμον σου. 124 ποίησον μετά του δούλου σου κατά το έλεός σου και τα δικαιώματά σου δίδαξόν με. 109 η ψυχή μου εν ταις χερσί σου διαπαντός. υπέρ μέλι τω στόματί μου. . 130 η δήλωσις των λόγων σου φωτιεί και συνετιεί νηπίους. 102 από των κριμάτων σου ουκ εξέκλινα. 118 εξουδένωσας πάντας τους αποστατούντας από των δικαιωμάτων σου. 110 έθεντο αμαρτωλοί παγίδα μοι. 127 δια τούτο ηγάπησα τας εντολάς σου υπέρ χρυσίον και τοπάζιον. 119 παραβαίνοντας ελογισάμην πάντας τους αμαρτωλούς της γης· δια τούτο ηγάπησα τα μαρτύριά σου. 128 δια τούτο προς πάσας τας εντολάς σου κατωρθούμην. 103 ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγιά σου. και γνώσομαι τα μαρτύριά σου. 122 έκδεξαι τον δούλόν σου εις αγαθόν· μη συκοφαντησάτωσάν με υπερήφανοι.113 Παρανόμους εμίσησα.105 Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου. . και μη καταισχύνης με από της προσδοκίας μου. 123 οι οφθαλμοί μου εξέλιπον εις το σωτήριόν σου και εις το λόγιον της δικαιοσύνης σου. 107 εταπεινώθην έως σφόδρα· Κύριε. 111 εκληρονόμησα τα μαρτύριά σου εις τον αιώνα. 104 από των εντολών σου συνήκα· δια τούτο εμίσησα πάσαν οδόν αδικίας. και του νόμου σου ουκ επελαθόμην. ζήσόν με κατά τον λόγον σου. Κύριε. 132 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1131 .116 αντιλαβού μου κατά το λόγιόν σου. και ζήσόν με. και εκ των εντολών σου ουκ επλανήθην. 117 βοήθησόν μοι. ότι αγαλλίαμα της καρδίας μου εισιν. 120 καθήλωσον εκ του φόβου σου τας σάρκας μου· από γαρ των κριμάτων σου εφοβήθην. 114 βοηθός μου.121 Εποίησα κρίμα και δικαιοσύνην· μη παραδως με τοις αδικούσί με.

147 προέφθασα εν αωρία και εκέκραξα. 141 νεώτερος εγώ ειμι και εξουδενωμένος· τα δικαιώματά σου ουκ επελαθόμην. ότι τα λόγιά σου ουκ εφυλάξαντο. 163 αδικίαν εμίσησα και εβδελυξάμην. Κύριε· κατά το κρίμά σου ζήσόν με. 156 οι οικτιρμοί σου πολλοί. 143 θλίψεις και ανάγκαι εύροσάν με· αι εντολαί σου μελέτη μου. και ευθείαι αι κρίσεις σου. 162 αγαλλιάσομαι εγώ επί τα λόγιά σου ως ο ευρίσκων σκύλα πολλά. και ο δούλός σου ηγάπησεν αυτό. . 134 λύτρωσαί με από συκοφαντίας ανθρώπων. 142 η δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα. 140 πεπυρωμένον το λόγιόν σου σφόδρα. 138 ενετείλω δικαιοσύνην τα μαρτύριά σου και αλήθειαν σφόδρα. τον δε νόμον σου ηγάπησα. κατά το κρίμά σου ζήσόν με. και μη κατακυριευσάτω μου πάσα ανομία. Κύριε. 160 αρχή των λόγων σου αλήθεια. 136 διεξόδους υδάτων κατέδυσαν οι οφθαλμοί μου.137 Δίκαιος ει. . και πάσαι αι οδοί σου αλήθεια. 139 εξέτηξέ με ο ζήλός σου. και ο νόμος σου αλήθεια. από δε του νόμου σου εμακρύνθησαν. 133 τα διαβήματά μου κατεύθυνον κατά το λόγιόν σου. ότι τας εντολάς σου ηγάπησα· Κύριε.145 Εκέκραξα εν όλη καρδία μου· επάκουσόν μου. και εις τον αιώνα πάντα τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. εν τω ελέει σου ζήσόν με. 159 ίδε. 157 πολλοί οι εκδιώκοντές με και θλίβοντές με· εκ των μαρτυρίων σου ουκ εξέκλινα. 144 δικαιοσύνη τα μαρτύριά σου εις τον αιώνα· συνέτισόν με. 148 προέφθασαν οι οφθαλμοί μου προς όρθρον του μελετάν τα λόγιά σου. και ζήσομαι. . κατά το έλεός σου. 150 προσήγγισαν οι καταδιώκοντές με ανομία. 154 κρίνον την κρίσιν μου και λύτρωσαί με· δια τον λόγον σου ζήσόν με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Επίβλεψον επ ‘ εμέ και ελέησόν με κατά το κρίμα των αγαπώντων το όνομά σου. 152 κατ ‘ αρχάς έγνων εκ των μαρτυρίων σου. Κύριε. και από των λόγων σου εδειλίασεν η καρδία μου. 146 εκέκραξά σοι· σώσόν με. 164 επτάκις της ημέρας ήνεσά σε επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. εις τους λόγους σου επήλπισα. 155 μακράν από αμαρτωλών σωτηρία.153 Ίδε την ταπείνωσίν μου και εξελού με. τα δικαιώματά σου εκζητήσω. ότι εις τον αιώνα εθεμελίωσας αυτά. Κύριε. και ουκ έστιν αυτοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1132 . . ότι επελάθοντο των λόγων σου οι εχθροί μου.161 Άρχοντες κατεδίωξάν με δωρεάν. και φυλάξω τα μαρτύριά σου. 165 ειρήνη πολλή τοις αγαπώσι τον νόμον σου. 135 το πρόσωπόν σου επίφανον επί τον δούλόν σου και δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. 158 είδον ασυνετούντας και εξετηκόμην. και φυλάξω τας εντολάς σου. ότι του νόμου σου ουκ επελαθόμην. Κύριε. 151 εγγύς ει. επεί ουκ εφύλαξα τον νόμον σου. 149 της φωνής μου άκουσον. ότι τα δικαιώματά σου ουκ εξεζήτησαν.

ότι τας εντολάς σου ουκ επελαθόμην. Ωδη των αναβαθμών. 175 ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε. Κύριε· κατά το λόγιόν σου ρύσαί με. 5 οίμοι! ότι η παροικία μου εμακρύνθη. ότι πάσαι αι οδοί μου εναντίον σου. . Κύριος σκέπη σοι επί χείρα δεξιάν σου· 6 ημέρας ο ήλιος ου συγκαύσει σε. Κύριε. 2 η βοήθειά μου παρά Κυρίου του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην. ΠΡΟΣ Κύριον εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα. Κύριε· κατά το λόγιόν σου συνέτισόν με. ότι πάσαι αι εντολαί σου δικαιοσύνη. ΡΙΘ (ΡΚ) 119. και εισήκουσέ μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1133 . συν τοις άνθραξι τοις ερημικοίς. 173 γενέσθω η χείρ σου του σώσαί με. 8 Κύριος φυλάξει την είσοδόν σου και την έξοδόν σου από του νυν και έως του αιώνος. 5 Κύριος φυλάξει σε. επολέμουν με δωρεάν. ρύσαι την ψυχήν μου από χειλέων αδίκων και από γλώσσης δολίας. 2 Κύριε. όθεν ήξει η βοήθειά μου. όταν διδάξης με τα δικαιώματά σου. Κύριε. 171 εξερεύξαιντο τα χείλη μου ύμνον. ΗΡΑ τους οφθαλμούς μου εις τα όρη. 4 ιδού ου νυστάξει ουδέ υπνώσει ο φυλάσσων τον Ισραήλ. 167 εφύλαξεν η ψυχή μου τα μαρτύριά σου και ηγάπησεν αυτά σφόδρα. μηδέ νυστάξη ο φυλάσσων σε. 6 πολλά παρώκησεν η ψυχή μου. και ο νόμος σου μελέτη μου εστι. και τα κρίματά σου βοηθήσει μοι. 170 εισέλθοι το αξίωμά μου ενώπιόν σου. 168 εφύλαξα τας εντολάς σου και τα μαρτύριά σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σκάνδαλον. ουδέ η σελήνη την νύκτα. ότι τας εντολάς σου ηρετισάμην. 174 επεπόθησα το σωτήριόν σου. ΡΚ (ΡΚΑ) 120. 7 μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός· όταν ελάλουν αυτοίς. 172 φθέγξαιτο η γλώσσά μου τα λόγιά σου. 7 Κύριος φυλάξει σε από παντός κακού. κατεσκήνωσα μετά των σκηνωμάτων Κηδάρ. Ωδη των αναβαθμών.169 Εγγισάτω η δέησίς μου ενώπιόν σου. Κύριε. 166 προσεδόκων το σωτήριόν σου. και τας εντολάς σου ηγάπησα. 3 τι δοθείη σοι και τι προστεθείη σοι προς γλώσσαν δολίαν. 176 επλανήθην ως πρόβατον απολωλός· ζήτησον τον δούλόν σου. 3 μη δώης εις σάλον τον πόδα σου. φυλάξει την ψυχήν σου ο Κύριος. 4 τα βέλη του δυνατού ηκονημένα.

ελέησον ημάς. 6 ερωτήσατε δη τα εις ειρήνην την Ιερουσαλήμ. ελάλουν δη ειρήνην περί σου· 9 ένεκα του οίκου Κυρίου του Θεού ημών. εξεζήτησα αγαθά σοι. του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου· 5 ότι εκεί εκάθισαν θρόνοι εις κρίσιν. ως οφθαλμοί παιδίσκης εις χείρας της κυρίας αυτής. Τό όνειδος τοις ευθηνούσι. Ωδη των αναβαθμών. Κύριε. Ιερουσαλήμ. 6 ευλογητός Κύριος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1134 . θρόνοι επί οίκον Δαυϊδ. 2 εστώτες ήσαν οι πόδες ημών εν ταις αυλαίς σου. ΡΚΒ (ΡΚΓ) 122. ΡΚΓ (ΡΚΔ) 123. ης η μετοχή αυτής επί το αυτό. ΕΙ ΜΗ ότι Κύριος ην εν ημίν. ΠΡΟΣ σε ήρα τους οφθαλμούς μου τον κατοικούντα εν τω ουρανω. ότι επί πολύ επλήσθημεν εξουδενώσεως. και ημείς ερρύσθημεν. ειπάτω δη Ισραήλ· 2 ει μη ότι Κύριος ην εν ημίν εν τω επαναστήναι ανθρώπους εφ ‘ ημάς. 3 άρα ζώντας αν κατέπιον ημάς εν τω οργισθήναι τον θυμόν αυτών εφ ‘ ημάς· 4 άρα το ύδωρ αν κατεπόντισεν ημάς. 7 η ψυχή ημών ως στρουθίον ερρύσθη εκ της παγίδος των θηρευόντων· η παγίς συνετρίβη. 3 Ιερουσαλήμ οικοδομουμένη ως πόλις. 3 ελέησον ημάς. 8 ένεκα των αδελφών μου και των πλησίον μου. 2 ιδού ως οφθαλμοί δούλων εις χείρας των κυρίων αυτών. 4 εκεί γαρ ανέβησαν αι φυλαί. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΥΦΡΑΝΘΗΝ επί τοις ειρηκόσι μοι· εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα. 8 η βοήθεια ημών εν ονόματι Κυρίου του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην. μαρτύριον τω Ισραήλ. Ωδη των αναβαθμών. έως ου οικτειρήσαι ημάς. φυλαί Κυρίου. χείμαρρον διήλθεν η ψυχή ημών· 5 άρα διήλθεν η ψυχή ημών το ύδωρ το ανυπόστατον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΚΑ (ΡΚΒ) 121. ος ουκ έδωκεν ημάς εις θήραν τοις οδούσιν αυτών. Ωδη των αναβαθμών. 4 επί πλείον επλήσθη η ψυχή ημών. ούτως οι οφθαλμοί ημών προς Κύριον τον Θεόν ημών. και η εξουδένωσις τοις υπερηφάνοις. και ευθηνία τοις αγαπώσί σε· 7 γενέσθω δη ειρήνη εν τη δυνάμει σου και ευθηνία εν ταις πυργοβάρεσί σου.

ΕΑΝ μη Κύριος οικοδομήση οίκον. ΡΚΣΤ (ΡΚΖ) 126. ο μισθός του καρπού της γαστρός. και ο Κύριος κύκλω του λαού αυτού από του νυν και έως του αιώνος. όπως αν μη εκτείνωσιν οι δίκαιοι εν ανομίαις χείρας αυτών. ΡΚΕ (ΡΚΣΤ) 125. Κύριε. 5 μακάριος ος πληρώσει την επιθυμίαν αυτού εξ αυτών· ου καταισχυνθήσονται. 5 οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει θεριούσι. 2 τότε επλήσθη χαράς το στόμα ημών και η γλώσσα ημών αγαλλιάσεως. 3 ιδού η κληρονομία Κυρίου υιοί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1135 . Ωδη των αναβαθμών. όταν δω τοις αγαπητοίς αυτού ύπνον. 3 ότι ουκ αφήσει Κύριος την ράβδον των αμαρτωλών επί τον κλήρον των δικαίων. 3 εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι μεθ ‘ ημών. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙ ΠΕΠΟΙΘΟΤΕΣ επί Κύριον ως όρος Σιών· ου σαλευθήσεται εις τον αιώνα ο κατοικών Ιερουσαλήμ. 4 ωσεί βέλη εν χειρί δυνατού. Ωδη των αναβαθμών. ούτως οι υιοί των εκτετιναγμένων. Ωδη των αναβαθμών. εγείρεσθαι μετά το καθήσθαι. 6 πορευόμενοι επορεύοντο και έκλαιον βάλλοντες τα σπέρματα αυτών· ερχόμενοι δε ήξουσιν εν αγαλλιάσει αίροντες τα δράγματα αυτών. ΡΚΖ (ΡΚΗ) 127. οι εσθίοντες άρτον οδύνης. τοις αγαθοίς και τοις ευθέσι τη καρδία· 5 τους δε εκκλίνοντας εις τας στραγγαλιάς απάξει Κύριος μετά των εργαζομένων την ανομίαν ειρήνη επί τον Ισραήλ. 4 επίστρεψον. την αιχμαλωσίαν ημών ως χειμάρρους εν τω νότω. εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες· εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν. 2 όρη κύκλω αυτής. εγενήθημεν ευφραινόμενοι. 2 εις μάτην υμίν εστι το ορθρίζειν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΚΔ (ΡΚΕ) 124. εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων. τότε ερούσιν εν τοις έθνεσιν· εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι μετ ‘ αυτών. 4 αγάθυνον. Κύριε. όταν λαλώσι τοις εχθροίς αυτών εν πύλαις. ΕΝ Τ† επιστρέψαι Κύριον την αιχμαλωσίαν Σιών εγενήθημεν ωσεί παρακεκλημένοι.

εμάκρυναν την ανομίαν αυτών. τις υποστήσεται. 2 τους πόνους των καρπών σου φάγεσαι· μακάριος ει. 5 ένεκεν του ονόματός σου υπέμεινά σε. 7 ότι παρά τω Κυρίω το έλεος και πολλή παρ ‘ αυτω λύτρωσις. 5 ευλογήσαι σε Κύριος εκ Σιών. εισάκουσον της φωνής μου· γενηθήτω τα ώτά σου προσέχοντα εις την φωνήν της δεήσεώς μου. 8 και ουκ είπαν οι παράγοντες· ευλογία Κυρίου εφ ‘ υμάς. 4 Κύριος δίκαιος συνέκοψεν αυχένας αμαρτωλών. οι πορευόμενοι εν ταις οδοίς αυτού. 4 ιδού ούτως ευλογηθήσεται άνθρωπος ο φοβούμενος τον Κύριον. Ωδη των αναβαθμών. και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι. 3 εάν ανομίας παρατηρήσης. 8 και αυτός λυτρώσεται τον Ισραήλ εκ πασών των ανομιών αυτού. ΠΛΕΟΝΑΚΙΣ επολέμησάν με εκ νεότητός μου. Ωδη των αναβαθμών. ευλογήκαμεν υμάς εν ονόματι Κυρίου. 3 επί τον νώτόν μου ετέκταινον οι αμαρτωλοί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1136 . 5 αισχυνθήτωσαν και αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω πάντες οι μισούντες Σιών. ΡΚΗ (ΡΚΘ) 128. Κύριε. Κύριε Κύριε. Κύριε· 2 Κύριε. 4 ότι παρά σοί ο ιλασμός εστιν. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΑΚΑΡΙΟΙ πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον. 3 η γυνή σου ως άμπελος ευθηνούσα εν τοις κλίτεσι της οικίας σου· οι υιοί σου ως νεόφυτα ελαιών κύκλω της τραπέζης σου. 6 ήλπισεν η ψυχή μου επί τον Κύριον από φυλακής πρωϊας μέχρι νυκτός· από φυλακής πρωϊας ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον. 6 γενηθήτωσαν ωσεί χόρτος δωμάτων. ειρήνη επί τον Ισραήλ. και ίδοις τα αγαθά Ιερουσαλήμ πάσας τας ημέρας της ζωής σου· 6 και ίδοις υιούς των υιών σου. και καλώς σοι έσται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Ωδη των αναβαθμών. ΡΚΘ (ΡΛ) 129. ειπάτω δη Ισραήλ· 2 πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ εκέκραξά σοι. υπέμεινεν η ψυχή μου εις τον λόγον σου. ος προ του εκσπασθήναι εξηράνθη· 7 ου ουκ επλήρωσε την χείρα αυτού ο θερίζων και τον κόλπον αυτού ο τα δράγματα συλλέγων.

και οι όσιοι αυτής αγαλλιάσει αγαλλιάσονται. σκήνωμα τω Θεω Ιακώβ. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΥΡΙΕ. ότι ηρετισάμην αυτήν· 15 την θύραν αυτής ευλογών ευλογήσω. 2 ει μη εταπεινοφρόνουν. 16 τους ιερείς αυτής ενδύσω σωτηρίαν. ου έστησαν οι πόδες αυτού. 4 ει δώσω ύπνον τοις οφθαλμοίς μου και τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις μου. ώδε κατοικήσω. Ωδη των αναβαθμών. 5 έως ου εύρω τόπον τω Κυρίω. 13 ότι εξελέξατο Κύριος την Σιών. ουδέ εμετεωρίσθησαν οι οφθαλμοί μου. ηρετίσατο αυτήν εις κατοικίαν εαυτω· 14 αύτη η κατάπαυσίς μου εις αιώνα αιώνος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1137 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΛ (ΡΛΑ) 130. συ και η κιβωτός του αγιάσματός σου· 9 οι ιερείς σου ενδύσονται δικαιοσύνην. αλλά ύψωσα την ψυχήν μου ως το απογεγαλακτισμένον επί την μητέρα αυτού. τους πτωχούς αυτής χορτάσω άρτων. 8 ανάστηθι. 17 εκεί εξανατελώ κέρας τω Δαυϊδ. προσκυνήσομεν εις τον τόπον. και οι όσιοί σου αγαλλιάσονται. 2 ως ώμοσε τω Κυρίω. 10 ένεκεν Δαυϊδ του δούλου σου μη αποστρέψης το πρόσωπον του χριστού σου. 11 ώμοσε Κύριος τω Δαυϊδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν· εκ καρπού της κοιλίας σου θήσομαι επί του θρόνου σου· 12 εάν φυλάξωνται οι υιοί σου την διαθήκην μου και τα μαρτύριά μου ταύτα. επί δε αυτόν εξανθήσει το αγίασμά μου. Κύριε. Ωδη των αναβαθμών. ουχ υψώθη η καρδία μου. ητοίμασα λύχνον τω χριστω μου· 18 τους εχθρούς αυτού ενδύσω αισχύνην. εις την ανάπαυσίν σου. του Δαυϊδ και πάσης της πραότητος αυτού. ουδέ επορεύθην εν μεγάλοις. εύρομεν αυτήν εν τοις πεδίοις του δρυμού· 7 εισελευσόμεθα εις τα σκηνώματα αυτού. ηύξατο τω Θεω Ιακώβ· 3 ει εισελεύσομαι εις σκήνωμα οίκου μου. ως ανταποδώσεις επί την ψυχήν μου. α διδάξω αυτούς. ΡΛΒ (ΡΛΓ) 132. ΡΛΑ (ΡΛΒ) 131. από του νυν και έως του αιώνος. Κύριε. ΜΝΗΣΘΗΤΙ. ει αναβήσομαι επί κλίνης στρωμνής μου. Ωδη των αναβαθμών. 6 ιδού ηκούσαμεν αυτήν εν Εφραθά. και οι υιοί αυτών έως του αιώνος καθιούνται επί του θρόνου σου. 3 ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον. ουδέ εν θαυμασίοις υπέρ εμέ.

2 ως μύρον επί κεφαλής το καταβαίνον επί πώγωνα. το όνομά σου εις τον αιώνα και το μνημόσυνόν σου εις γενεάν και γενεάν. ΡΛΔ (ΡΛΕ) 134. αλλ ‘ ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό. 12 και έδωκε την γην αυτών κληρονομίαν. 18 όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά και πάντες οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1138 . 6 πάντα. Αίγυπτε. 11 τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν και πάσας τας βασιλείας Χαναάν. 9 εξαπέστειλε σημεία και τέρατα εν μέσω σου. 2 εν ταις νυξίν επάρατε τας χείρας υμών εις τα άγια και ευλογείτε τον Κύριον. εν Φαραώ και εν πάσι τοις δούλοις αυτού. εν αυλαίς οίκου Θεού ημών. 3 αινείτε τον Κύριον. Αλληλούϊα. δούλοι. 15 τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον. εν ταις θαλάσσαις και εν πάσαις ταις αβύσσοις· 7 ανάγων νεφέλας εξ εσχάτου της γης. ΑΙΝΕΙΤΕ το όνομα Κυρίου. οφθαλμούς έχουσι και ουκ όψονται. αστραπάς εις υετόν εποίησεν· ο εξάγων ανέμους εκ θησαυρών αυτού. 3 ευλογήσαι σε Κύριος εκ Σιών ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην. ουδέ γαρ εστι πνεύμα εν τω στόματι αυτών. 5 ότι εγώ έγνωκα ότι μέγας ο Κύριος. 8 ος επάταξε τα πρωτότοκα Αιγύπτου από ανθρώπου έως κτήνους. Ωδη των αναβαθμών. έργα χειρών ανθρώπων· 16 στόμα έχουσι και ου λαλήσουσιν. 14 ότι κρινεί Κύριος τον λαόν αυτού και επί τοις δούλοις αυτού παρακληθήσεται. 10 ος επάταξεν έθνη πολλά και απέκτεινε βασιλείς κραταιούς. Κύριον. 17 ώτα έχουσι και ουκ ενωτισθήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΔΟΥ δη τι καλόν ή τι τερπνόν. κληρονομίαν Ισραήλ λαω αυτού. ΡΛΓ (ΡΛΔ) 133. Ισραήλ εις περιουσιασμόν εαυτω. 13 Κύριε. 2 οι εστώτες εν οίκω Κυρίου. το καταβαίνον επί την ώαν του ενδύματος αυτού· 3 ως δρόσος Αερμών η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών· ότι εκεί ενετείλατο Κύριος την ευλογίαν. όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν εν τω ουρανω και εν τη γη. τον πώγωνα του Ααρών. εν αυλαίς οίκου Θεού ημών. ζωήν έως του αιώνος. ότι καλόν· 4 ότι τον Ιακώβ εξελέξατο εαυτω ο Κύριος. ΙΔΟΥ δη ευλογείτε τον Κύριον. ότι αγαθός Κύριος· ψάλατε τω ονόματι αυτού. αινείτε. και ο Κύριος ημών παρά πάντας τους θεούς. πάντες οι δούλοι Κυρίου οι εστώτες εν οίκω Κυρίου.

ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι αγαθός. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ευλογήσατε τον Κύριον. ο κατοικών Ιερουσαλήμ. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 18 και αποκτείναντι βασιλείς κραταιούς. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 9 την σελήνην και τους αστέρας εις εξουσίαν της νυκτός. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1139 . ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 17 τω πατάξαντι βασιλείς μεγάλους. ευλογήσατε τον Κύριον· οίκος Ααρών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεποιθότες επ ‘ αυτοίς. 15 και εκτινάξαντι Φαραώ και την δύναμιν αυτού εις θάλασσαν Ερυθράν. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 3 εξομολογείσθε τω Κυρίω των κυρίων. 21 ευλογητός Κύριος εκ Σιών. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 11 και εξαγαγόντι τον Ισραήλ εκ μέσου αυτών. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 10 τω πατάξαντι Αίγυπτον συν τοις πρωτοτόκοις αυτών. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 4 τω ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνω. 20 και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν. 19 οίκος Ισραήλ. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 14 και διαγαγόντι τον Ισραήλ δια μέσου αυτής. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 16 τω διαγαγόντι τον λαόν αυτού εν τη ερήμω. ευλογήσατε τον Κύριον. 26 εξομολογείσθε τω Θεω του ουρανού. 21 και δόντι την γην αυτών κληρονομίαν. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 20 οίκος Λευϊ. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω. 12 εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω. 24 και ελυτρώσατο ημάς εκ των εχθρών ημών. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 8 τον ήλιον εις εξουσίαν της ημέρας. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 19 τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων. Αλληλούϊα. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 5 τω ποιήσαντι τους ουρανούς εν συνέσει. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 6 τω στερεώσαντι την γην επί των υδάτων. 23 ότι εν τη ταπεινώσει ημών εμνήσθη ημών ο Κύριος. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 7 τω ποιήσαντι φώτα μεγάλα μόνω. 22 κληρονομίαν Ισραήλ δούλω αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 2 εξομολογείσθε τω Θεω των θεών. ευλογήσατε τον Κύριον· οι φοβούμενοι τον Κύριον. ΡΛΕ (ΡΛ) 135. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 13 τω καταδιελόντι την Ερυθράν θάλασσαν εις διαιρέσεις. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 25 ο διδούς τροφήν πάση σαρκί.

8 θυγάτηρ Βαβυλώνος η ταλαίπωρος. 3 εν ή αν ημέρα επικαλέσωμαί σε. ΡΛΖ (ΡΛΗ) 137. 6 ότι υψηλός Κύριος και τα ταπεινά εφορά και τα υψηλά από μακρόθεν γινώσκει. ταχύ επάκουσόν μου· πολυωρήσεις με εν ψυχή μου δυνάμει σου. εν όλη καρδία μου. έως των θεμελίων αυτής. Ψαλμός τω Δαυϊδ. Κύριε. Κύριε. Τω Δαυϊδ Ιερεμίου. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι. 7 εάν πορευθώ εν μέσω θλίψεως. Ιερουσαλήμ. ζήσεις με· επ ‘ οργήν εχθρών μου εξέτεινας χείράς σου. ότι εμεγάλυνας επί παν το όνομα το άγιόν σου. εάν μη προανατάξωμαι την Ιερουσαλήμ ως εν αρχή της ευφροσύνης μου. εάν μη σου μνησθώ. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. ΡΛΗ (ΡΛΘ) 138. 7 μνήσθητι. και έσωσέ με η δεξιά σου. Κύριε. επιλησθείη η δεξιά μου· 6 κολληθείη η γλώσσά μου τω λάρυγγί μου. 2 προσκυνήσω προς ναόν άγιόν σου και εξομολογήσομαι τω ονόματί σου επί τω ελέει σου και τη αληθεία σου. ότι μεγάλη η δόξα Κυρίου. 5 και ασάτωσαν εν ταις ωδαίς Κυρίου. πάντες οι βασιλείς της γης. 2 επί ταις ιτέαις εν μέσω αυτής εκρεμάσαμεν τα όργανα ημών· 3 ότι εκεί επηρώτησαν ημάς οι αιχμαλωτεύσαντες ημάς λόγους ωδών και οι απαγαγόντες ημάς ύμνον· άσατε ημίν εκ των ωδών Σιών. 5 εάν επιλάθωμαί σου. το έλεός σου εις τον αιώνα. και εναντίον αγγέλων ψαλώ σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΛΣΤ (ΡΛΖ) 136. ότι ήκουσας πάντα τα ρήματα του στόματός μου. των υιών Εδώμ την ημέραν Ιερουσαλήμ των λεγόντων· εκκενούτε. ΕΠΙ των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών. Αγγαίου και Ζαχαρίου. 8 Κύριος ανταποδώσει υπέρ εμού. Κύριε. ότι ήκουσαν πάντα τα ρήματα του στόματός σου. 4 Πως άσωμεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας. τα έργα των χειρών σου μη παρίδης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1140 . 4 εξομολογησάσθωσάν σοι. ό ανταπέδωκας ημίν· 9 μακάριος ος κρατήσει και εδαφιεί τα νήπιά σου προς την πέτραν. εκκενούτε. μακάριος ος ανταποδώσει σοι το ανταπόδομά σου.

και νύξ ως ημέρα φωτισθήσεται· ως το σκότος αυτής. εάν καταβώ εις τον άδην. Κύριε. 19 εάν αποκτείνης αμαρτωλούς. ο Θεός. εξ ανθρώπου πονηρού. εμίσησα και επί τους εχθρούς σου εξετηκόμην. συ εκεί ει. 24 και ίδε ει οδός ανομίας εν εμοί. 20 ότι ερισταί εστε εις διαλογισμούς· λήψονται εις ματαιότητα τας πόλεις σου. τα έσχατα και τα αρχαία· συ έπλασάς με και έθηκας επ ‘ εμέ την χείρά σου. Κύριε. Κύριε. και επί το βιβλίον σου πάντες γραφήσονται· ημέρας πλασθήσονται και ουθείς εν αυτοίς. 7 που πορευθώ από του πνεύματός σου και από του προσώπου σου που φύγω. εκκλίνατε απ ‘ εμού. (διάψαλμα). ό εποίησας εν κρυφή. ο Θεός. λίαν εκραταιώθησαν αι αρχαί αυτών· 18 εξαριθμήσομαι αυτούς. 23 δοκίμασόν με. 10 και γαρ εκεί η χείρ σου οδηγήσει με. 8 εάν αναβώ εις τον ουρανόν. 5 ιδού. ιός ασπίδων υπό τα χείλη αυτών. 6 εθαυμαστώθη η γνώσίς σου εξ εμού· εκραταιώθη. 13 ότι συ εκτήσω τους νεφρούς μου. έτασόν με και γνώθι τας τρίβους μου. πάρει· 9 εάν αναλάβοιμι τας πτέρυγάς μου κατ ‘ όρθρον και κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης. 2 ΕΞΕΛΟΥ με. 5 φύλαξόν με. 17 εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου. ΡΛΘ (ΡΜ) 139. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1141 . συ έγνως πάντα. συ συνήκας τους διαλογισμούς μου από μακρόθεν· 3 την τρίβον μου και την σχοίνόν μου εξιχνίασας και πάσας τας οδούς μου προείδες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΥΡΙΕ. Κύριε. 15 ουκ εκρύβη το οστούν μου από σου. και γνώθι την καρδίαν μου. και η ψυχή μου γινώσκει σφόδρα. ούτως και το φως αυτής. και έγνως με· 2 συ έγνως την καθέδραν μου και την έγερσίν μου. 3 οίτινες ελογίσαντο αδικίαν εν καρδία. εις εχθρούς εγένοντό μοι. ου μη δύνωμαι προς αυτήν. 21 ουχί τους μισούντάς σε. και νύξ φωτισμός εν τη τρυφή μου· 12 ότι σκότος ου σκοτισθήσεται από σου. 22 τέλειον μίσος εμίσουν αυτούς. άνδρες αιμάτων. εδοκίμασάς με. και οδήγησόν με εν οδω αιωνία. 4 ότι ουκ έστι δόλος εν γλώσση μου. 14 εξομολογήσομαί σοι. αντελάβου μου εκ γαστρός μητρός μου. 11 και είπα· άρα σκότος καταπατήσει με. ο Θεός. ότι φοβερώς εθαυμαστώθης· θαυμάσια τα έργα σου. όλην την ημέραν παρετάσσοντο πολέμους· 4 ηκόνησαν γλώσσαν αυτών ωσεί όφεως. από ανδρός αδίκου ρύσαί με. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. και καθέξει με η δεξιά σου. και υπέρ άμμον πληθυνθήσονται· εξηγέρθην και έτι ειμί μετά σου. και η υπόστασίς μου εν τοις κατωτάτοις της γης· 16 το ακατέργαστόν μου είδον οι οφθαλμοί σου.

δύναμις της σωτηρίας μου. φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου. εν ταλαιπωρίαις ου μη υποστώσιν. 9 φύλαξόν με από παγίδος. οι οφθαλμοί μου· επί σοί ήλπισα. 13 έγνων ότι ποιήσει Κύριος την κρίσιν των πτωχών και την δίκην των πενήτων. διεσκορπίσθη τα οστά αυτών παρά τον άδην. έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή. ΚΥΡΙΕ. Κύριε. οίτινες διελογίσαντο του υποσκελίσαι τα διαβήματά μου· 6 έκρυψαν υπερήφανοι παγίδα μοι και σχοινία διέτειναν. 10 η κεφαλή του κυκλώματος αυτών. 4 μη εκκλίνης την καρδίαν μου εις λόγους πονηρίας του προφασίζεσθαι προφάσεις εν αμαρτίαις συν ανθρώποις εργαζομένοις την ανομίαν. μη εγκαταλίπης με. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1142 . Κύριε. μη αντανέλης την ψυχήν μου. παγίδα τοις ποσί μου. κατοικήσουσιν ευθείς συν τω προσώπω σου. Κύριε. 14 πλήν δίκαιοι εξομολογήσονται τω ονόματί σου. κόπος των χειλέων αυτών καλύψει αυτούς. ΡΜ (ΡΜΑ) 140. και από σκανδάλων των εργαζομένων την ανομίαν. 7 είπα τω Κυρίω· Θεός μου ει συ. εν πυρί καταβαλείς αυτούς. επεσκίασας επί την κεφαλήν μου εν ημέρα πολέμου. 8 Κύριε. (διάψαλμα). 8 ότι προς σε. 9 μη παραδως με. εισάκουσόν μου· πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου εν τω κεκραγέναι με προς σε. 10 πεσούνται εν αμφιβλήστρω αυτών οι αμαρτωλοί· κατά μόνας ειμί εγώ έως αν παρέλθω. εκέκραξα προς σε. 11 πεσούνται επ ‘ αυτούς άνθρακες. 7 ωσεί πάχος γης ερράγη επί της γης. 3 θού. έλαιον δε αμαρτωλού μη λιπανάτω την κεφαλήν μου· ότι έτι και η προσευχή μου εν ταις ευδοκίαις αυτών· 6 κατεπόθησαν εχόμενα πέτρας οι κριταί αυτών· ακούσονται τα ρήματά μου ότι ηδύνθησαν. Κύριε. (διάψαλμα). ης συνεστήσαντό μοι. μήποτε υψωθώσιν. 5 παιδεύσει με δίκαιος εν ελέει και ελέγξει με. και ου μη συνδυάσω μετά των εκλεκτών αυτών. άνδρα άδικον κακά θηρεύσει εις διαφθοράν. 2 κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου. την φωνήν της δεήσεώς μου. εκ χειρός αμαρτωλού. Κύριε. ενώτισαι. 12 ανήρ γλωσσώδης ου κατευθυνθήσεται επί της γης. Ψαλμός τω Δαυϊδ. εχόμενα τρίβους σκάνδαλα έθεντό μοι. από της επιθυμίας μου αμαρτωλω· διελογίσαντο κατ ‘ εμού. από ανθρώπων αδίκων εξελού με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριε. Κύριε.

εν τω είναι αυτόν εν τω σπηλαίω· προσευχή. 8 ακουστόν ποίησόν μοι το πρωϊ το έλεός σου. 5 εμνήσθην ημερών αρχαίων. εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου· 2 και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου. μερίς μου ει εν γη ζώντων. την θλίψίν μου ενώπιον αυτού απαγγελώ. ότι εκραταιώθησαν υπέρ εμέ. 3 εκχεώ ενώπιον αυτού την δέησίν μου. και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. εξέλιπε το πνεύμά μου· μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού. 6 διεπέτασα προς σε τας χείράς μου. εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου. 5 κατενόουν εις τα δεξιά και επέβλεπον. εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου· 12 και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου. ότι εταπεινώθην σφόδρα· ρύσαί με εκ των καταδιωκόντων με. Κύριε. έως ου ανταποδως μοι. (διάψαλμα). Κύριε. ότι εγώ δούλός σου ειμι. Ψαλμός τω Δαυϊδ. εν ή πορεύσομαι. η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. είπα· συ ει η ελπίς μου. εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος· 4 και ηκηδίασεν επ ‘ εμέ το πνεύμά μου. 6 εκέκραξα προς σε. εισάκουσον της προσευχής μου. ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων. 7 ταχύ εισάκουσόν μου. 11 ένεκεν του ονόματός σου. 7 πρόσχες προς την δέησίν μου. ΡΜΒ (ΡΜΓ) 142. ΚΥΡΙΕ. έκρυψαν παγίδα μοι. ότι προς σε κατέφυγον. ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1143 . ότι συ ει ο Θεός μου· το πνεύμά σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία. ότε αυτόν ο υιος καταδιώκει. φωνή μου προς Κύριον εδεήθην. και ουκ ην ο επιγινώσκων με· απώλετο φυγή απ ‘ εμού. ότι επί σοί ήλπισα· γνώρισόν μοι. ζήσεις με. 10 δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου. Κύριε. Κύριε. ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου· 9 εξελού με εκ των εχθρών μου. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 ΦΩΝ… μου προς Κύριον εκέκραξα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΜΑ (ΡΜΒ) 141. 3 ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου. εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. και συ έγνως τας τρίβους μου· εν οδω ταύτη. ή επορευόμην. Συνέσεως τω Δαυϊδ. 4 εν τω εκλείπειν εξ εμού το πνεύμά μου. εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. και ουκ έστιν ο εκζητών την ψυχήν μου. 8 εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχήν μου του εξομολογήσασθαι τω ονόματί σου· εμέ υπομενούσι δίκαιοι. Κύριε. οδόν.

εξαπόστειλον τα βέλη σου και συνταράξεις αυτούς. τι εστιν άνθρωπος ότι εγνώσθης αυτω. αντιλήπτωρ μου και ρύστης μου. Τω Δαυϊδ. ή υιος ανθρώπου ότι λογίζη αυτω. 15 εμακάρισαν τον λαόν. εξελού με και ρύσαί με εξ υδάτων πολλών. ο υποτάσσων τον λαόν μου υπ ‘ εμέ. και της μεγαλωσύνης αυτού ουκ έστι πέρας. προς τον Γολιάδ. 12 ων οι υιοί ως νεόφυτα ιδρυμένα εν τη νεότητι αυτών. ω ταύτά εστι· μακάριος ο λαός. ουδέ κραυγή εν ταις πλατείαις αυτών. άψαι των ορέων. πληθύνοντα εν ταις εξόδοις αυτών. 5 Κύριε. ωδήν καινήν άσομαί σοι. 2 καθ ‘ εκάστην ημέραν ευλογήσω σε και αινέσω το όνομά σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. ΥΨΩΣΩ σε. τους δακτύλους μου εις πόλεμον· 2 έλεός μου και καταφυγή μου. ο Θεός μου ο βασιλεύς μου. εν ψαλτηρίω δεκαχόρδω ψαλώ σοι 10 τω διδόντι την σωτηρίαν τοις βασιλεύσι. Αίνεσις του Δαυϊδ. υπερασπιστής μου. και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. 13 τα ταμιεία αυτών πλήρη. και επ ‘ αυτω ήλπισα. 7 εξαπόστειλον την χείρά σου εξ ύψους. 6 άστραψον αστραπήν και σκορπιείς αυτούς. 3 μέγας Κύριος και αινετός σφόδρα. εκ χειρός υιών αλλοτρίων. αι ημέραι αυτού ωσεί σκιά παράγουσι. τω λυτρουμένω Δαυϊδ τον δούλον αυτού εκ ρομφαίας πονηράς. 14 οι βόες αυτών παχείς. ων το στόμα ελάλησε ματαιότητα και η δεξιά αυτών δεξιά αδικίας. αι θυγατέρες αυτών κεκαλλωπισμέναι. 4 γενεά και γενεά επαινέσει τα έργα σου και την δύναμίν σου απαγγελούσι. 9 ο Θεός. 4 άνθρωπος ματαιότητι ωμοιώθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΜΓ (ΡΜΔ) 143. και καπνισθήσονται. εξερευγόμενα εκ τούτου εις τούτο. 6 και την δύναμιν των φοβερών σου ερούσι και την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1144 . ΡΜΔ (ΡΜΕ) 144. 11 ρύσαί με και εξελού με εκ χειρός υιών αλλοτρίων. και η δεξιά αυτών δεξιά αδικίας. ΕΥΛΟΓΗΤΟΣ Κύριος ο Θεός μου ο διδάσκων τας χείράς μου εις παράταξιν. τα πρόβατα αυτών πολύτοκα. κλίνον ουρανούς και κατάβηθι. περικεκοσμημέναι ως ομοίωμα ναού. 3 Κύριε. ου Κύριος ο Θεός αυτού. ουκ έστι κατάπτωμα φραγμού. 8 ων το στόμα ελάλησε ματαιότητα. ουδέ διέξοδος. 5 την μεγαλοπρέπειαν της δόξης της αγιωσύνης σου λαλήσουσι και τα θαυμάσιά σου διηγήσονται.

Κύριος ανορθοί κατερραγμένους. 10 εξομολογησάσθωσάν σοι. 19 θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς. 8 Κύριος σοφοί τυφλούς. επί υιούς ανθρώπων. 16 ανοίγεις συ τας χείράς σου και εμπιπλάς παν ζωον ευδοκίας. και οι όσιοί σου ευλογησάτωσάν σε. Κύριε. την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς· τον φυλάσσοντα αλήθειαν εις τον αιώνα. 7 ποιούντα κρίμα τοις αδικουμένοις. Κύριος αγαπά δικαίους. 4 εξελεύσεται το πνεύμα αυτού. 7 μνήμην του πλήθους της χρηστότητός σου εξερεύξονται και τη δικαιοσύνη σου αγαλλιάσονται. 17 δίκαιος Κύριος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και όσιος εν πάσι τοις έργοις αυτού. 5 μακάριος ου ο Θεός Ιακώβ βοηθός αυτού. η ψυχή μου. 9 Κύριος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1145 . Αλληλούϊα· Αγγαίου και Ζαχαρίου. η ελπίς αυτού επί Κύριον τον Θεόν αυτού 6 τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην. 20 φυλάσσει Κύριος πάντας τους αγαπώντας αυτόν και πάντας τους αμαρτωλούς εξολοθρεύσει. 18 εγγύς Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν. και η δεσποτεία σου εν πάση γενεά και γενεά. 8 οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος. και επιστρέψει εις την γην αυτού· εν εκείνη τη ημέρα απολούνται πάντες οι διαλογισμοί αυτού. πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία. 21 αίνεσιν Κυρίου λαλήσει το στόμα μου· και ευλογείτω πάσα σάρξ το όνομα το άγιον αυτού εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. και συ δίδως την τροφήν αυτών εν ευκαιρία. 14 υποστηρίζει Κύριος πάντας τους καταπίπτοντας και ανορθοί πάντας τους κατερραγμένους. Κύριος λύει πεπεδημένους. οίς ουκ έστι σωτηρία. ΡΜΕ (ΡΜΣΤ) 145. πάντα τα έργα σου. 11 δόξαν της βασιλείας σου ερούσι και την δυναστείαν σου λαλήσουσι 12 του γνωρίσαι τοις υιοίς των ανθρώπων την δυναστείαν σου και την δόξαν της μεγαλοπρεπείας της βασιλείας σου. διδόντα τροφήν τοις πεινώσι. μακρόθυμος και πολυέλεος. τον Κύριον· 2 αινέσω Κύριον εν τη ζωή μου. 13α πιστός Κύριος εν πάσι τοις λόγοις αυτού και όσιος εν πάσι τοις έργοις αυτού. και οι οικτιρμοί αυτού επί πάντα τα έργα αυτού. ΑΙΝΕΙ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεγαλωσύνην σου διηγήσονται. 3 μη πεποίθατε επ ‘ άρχοντας. 9 χρηστός Κύριος τοις σύμπασι. ψαλώ τω Θεω μου έως υπάρχω. 13 η βασιλεία σου βασιλεία πάντων των αιώνων. 15 οι οφθαλμοί πάντων εις σε ελπίζουσι.

ψάλατε τω Θεω ημών εν κιθάρα 8 τω περιβάλλοντι τον ουρανόν εν νεφέλαις. ΡΜΖ 147. ουδέ εν ταις κνήμαις του ανδρός ευδοκεί· 11 ευδοκεί Κύριος εν τοις φοβουμένοις αυτόν και εν πάσι τοις ελπίζουσιν επί το έλεος αυτού. κατά πρόσωπον ψύχους αυτού τις υποστήσεται. 7 εξαποστελεί τον λόγον αυτού και τήξει αυτά· πνεύσει το πνεύμα αυτού και ρυήσεται ύδατα. έως τάχους δραμείται ο λόγος αυτού· 5 διδόντος χιόνα αυτού ωσεί έριον. 9 ουκ εποίησεν ούτως παντί έθνει και τα κρίματα αυτού ουκ εδήλωσεν αυτοίς. τω ετοιμάζοντι τη γη υετόν. ο Θεός σου. 6 αναλαμβάνων πραείς ο Κύριος. 7 εξάρξατε τω Κυρίω εν εξομολογήσει. Σιών. ΑΙΝΕΙΤΕ τον Κύριον. 2 ότι ενίσχυσε τους μοχλούς των πυλών σου. ομίχλην ωσεί σποδόν πάσσοντος· 6 βάλλοντος κρύσταλλον αυτού ωσεί ψωμούς. τω εξανατέλλοντι εν όρεσι χόρτον και χλόην τη δουλεία των ανθρώπων. Αλληλούϊα· Αγγαίου και Ζαχαρίου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1146 . και της συνέσεως αυτού ουκ έστιν αριθμός. 10 βασιλεύσει Κύριος εις τον αιώνα. 3 ο ιώμενος τους συντετριμμένους την καρδίαν και δεσμεύων τα συντρίμματα αυτών. ΡΜΣΤ (ΡΜΖ) 146. αίνει τον Θεόν σου. Σιών. 8 ο απαγγέλλων τον λόγον αυτού τω Ιακώβ. ταπεινών δε αμαρτωλούς έως της γης. εις γενεάν και γενεάν. 4 ο αριθμών πλήθη άστρων. Ιερουσαλήμ. και τας διασποράς του Ισραήλ επισυνάξει. 10 ουκ εν τη δυναστεία του ίππου θελήσει. 2 οικοδομών Ιερουσαλήμ ο Κύριος. ότι αγαθόν ψαλμός· τω Θεω ημών ηδυνθείη αίνεσις. 5 μέγας ο Κύριος ημών. τον Κύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάσσει τους προσηλύτους· ορφανόν και χήραν αναλήψεται και οδόν αμαρτωλών αφανιεί. και μεγάλη η ισχύς αυτού. Αλληλούϊα· Αγγαίου και Ζαχαρίου. δικαιώματα και κρίματα αυτού τω Ισραήλ. και πάσιν αυτοίς ονόματα καλών. ευλόγησε τους υιούς σου εν σοί· 3 ο τιθείς τα όριά σου ειρήνην και στέαρ πυρού εμπιπλών σε· 4 ο αποστέλλων το λόγιον αυτού τη γη. 9 διδόντι τοις κτήνεσι τροφήν αυτών και τοις νεοσσοίς των κοράκων τοις επικαλουμένοις αυτόν. ΕΠΑΙΝΕΙ.

4 αινείτε αυτόν οι ουρανοί των ουρανών και το ύδωρ το υπεράνω των ουρανών. 8 του δήσαι τους βασιλείς αυτών εν πέδαις και τους ενδόξους αυτών εν χειροπέδαις σιδηραίς. χάλαζα. τοις υιοίς Ισραήλ. τα ποιούντα τον λόγον αυτού· 9 τα όρη και πάντες οι βουνοί. πάντες οι άγγελοι αυτού· αινείτε αυτόν. 3 αινείτε αυτόν ήλιος και σελήνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΜΗ 148. χιών. ότι αυτός είπε. αινείτε αυτόν πάντα τα άστρα και το φως. και εκτίσθησαν. 6 αι υψώσεις του Θεού εν τω λάρυγγι αυτών. 2 αινείτε αυτόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1147 . 3 αινεσάτωσαν το όνομα αυτού εν χορω. 9 του ποιήσαι εν αυτοίς κρίμα έγγραπτον· δόξα αύτη έσται πάσι τοις οσίοις αυτού. και εγενήθησαν. ξύλα καρποφόρα και πάσαι κέδροι· 10 τα θηρία και πάντα τα κτήνη. 6 έστησεν αυτά εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος· πρόσταγμα έθετο. ότι υψώθη το όνομα αυτού μόνου· η εξομολόγησις αυτού επί γης και ουρανού. πνεύμα καταιγίδος. 4 ότι ευδοκεί Κύριος εν τω λαω αυτού και υψώσει πραείς εν σωτηρία. άρχοντες και πάντες κριταί γης· 12 νεανίσκοι και παρθένοι. εν τυμπάνω και ψαλτηρίω ψαλάτωσαν αυτω. Αλληλούϊα. η αίνεσις αυτού εν εκκλησία οσίων. λαω εγγίζοντι αυτω. ΡΜΘ 149. 5 καυχήσονται όσιοι εν δόξη και αγαλλιάσονται επί των κοιτών αυτών. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΙΝΕΙΤΕ τον Κύριον εκ των ουρανών· αινείτε αυτόν εν τοις υψίστοις. πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων· 13 αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου. 2 ευφρανθήτω Ισραήλ επί τω ποιήσαντι αυτόν. κρύσταλλος. ΑΣΑΤΕ τω Κυρίω άσμα καινόν. 5 αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου. ερπετά και πετεινά πτερωτά· 11 βασιλείς της γης και πάντες λαοί. 7 αινείτε τον Κύριον εκ της γης. δράκοντες και πάσαι άβυσσοι· 8 πυρ. και ύρομφαίαι δίστομοι εν ταις χερσίν αυτών 7 του ποιήσαι εκδίκησιν εν τοις έθνεσιν. ελεγμούς εν τοις λαοίς. 14 και υψώσει κέρας λαού αυτού· ύμνος πάσι τοις οσίοις αυτού. πάσαι αι δυνάμεις αυτού. Αλληλούϊα· Αγγαίου και Ζαχαρίου. αυτός ενετείλατο. και ου παρελεύσεται. και οι υιοί Σιών αγαλλιάσθωσαν επί τω βασιλεί αυτών.

αυτός εισακούσει. αινείτε αυτόν εν κυμβάλοις αλαλαγμού. 5 οι αδελφοί μου καλοί και μεγάλοι. ΜΙΚΡΟΣ ήμην εν τοις αδελφοίς μου και νεώτερος εν τω οίκω του πατρός μου· εποίμαινον τα πρόβατα του πατρός μου. και ουκ ευδόκησεν εν αυτοίς ο Κύριος. αινείτε αυτόν κατά το πλήθος της μεγαλωσύνης αυτού. Ούτος ο ψαλμός ιδιόγραφος εις Δαυϊδ και έξωθεν του αριθμού· ότε εμονομάχησε τω Γολιάθ. 2 αι χείρές μου εποίησαν όργανον. 3 αινείτε αυτόν εν ήχω σάλπιγγος. 4 αυτός εξαπέστειλε τον άγγελον αυτού και ήρέ με εκ των προβάτων του πατρός μου και έχρισέ με εν τω ελαίω της χρίσεως αυτού. 6 πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον. 3 και τις αναγγελεί τω Κυρίω μου. αυτός Κύριος. αινείτε αυτόν εν ψαλτηρίω και κιθάρα· 4 αινείτε αυτόν εν τυμπάνω και χορω. και επικατηράσατό με εν τοις ειδώλοις αυτού· 7 εγώ δε. αινείτε αυτόν εν χορδαίς και οργάνω· 5 αινείτε αυτόν εν κυμβάλοις ευήχοις. ω όνομα Ιώβ. σπασάμενος την παρ ‘ αυτού μάχαιραν. ------------------------------------------------------- ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΝΘΡΩΠΟΣ τις ην εν χώρα τη Αυσίτιδι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΝ 150. απεκεφάλισα αυτόν και ήρα όνειδος εξ υιών Ισραήλ. και ην ο άνθρωπος εκείνος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1148 . αινείτε αυτόν εν στερεώματι της δυνάμεως αυτού· 2 αινείτε αυτόν επί ταις δυναστείαις αυτού. και οι δάκτυλοί μου ήρμοσαν ψαλτήριον. Αλληλούϊα. 6 εξήλθον εις συνάντησιν τω αλλοφύλω. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΙΝΕΙΤΕ τον Θεόν εν τοις αγίοις αυτού. αλληλούϊα.

ούτως ουν εποίει Ιώβ πάσας τας ημέρας. οι υιοί Ιώβ και αι θυγατέρες αυτού έπινον οίνον εν τη οικία του αδελφού αυτών του πρεσβυτέρου. απέστελλεν Ιώβ και εκαθάριζεν αυτούς ανιστάμενος το πρωϊ και προσέφερε περί αυτών θυσίας κατά τον αριθμόν αυτών και μόσχον ένα περί αμαρτίας περί των ψυχών αυτών· έλεγε γαρ Ιώβ· μη ποτε οι υιοί μου εν τη διανοία αυτών κακά ενενόησαν προς Θεόν. 8 και είπεν αυτω ο Κύριος· προσέσχες τη διανοία σου κατά του παιδός μου Ιώβ. 2 εγένοντο δε αυτω υιοί επτά και θυγατέρες τρεις. κάμηλοι τρισχίλιαι.13 Και ην ως η ημέρα αύτη. ήλθεν έτερος άγγελος και είπε προς Ιώβ· πυρ έπεσεν εκ του ουρανού και κατέκαυσε τα πρόβατα και τους ποιμένας κατέφαγεν ομοίως· σωθείς δε εγώ μόνος ήλθον του απαγγείλαί σοι. θεοσεβής. απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος. θήλειαι όνοι νομάδες πεντακόσιαι. 10 ου συ περιέφραξας τα έξω αυτού και τα έσω της οικίας αυτού και τα έξω πάντων των όντων αυτού κύκλω. 12 τότε είπεν ο Κύριος τω διαβόλω· ιδού πάντα. όσα εστίν αυτω. και υπηρεσία πολλή σφόδρα και έργα μεγάλα ην αυτω επί της γης· και ην ο άνθρωπος εκείνος ευγενής των αφ ‘ ηλίου ανατολών. 5 και ως αν συνετελέσθησαν αι ημέραι του πότου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αληθινός. συμπαραλαμβάνοντες άμα και τας τρεις αδελφάς αυτών εσθίειν και πίνειν μετ ‘ αυτών. 17 έτι τούτου λαλούντος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1149 . 3 και ην τα κτήνη αυτού πρόβατα επτακισχίλια. και ο διάβολος ήλθε μετ ‘ αυτών. 14 και ιδού άγγελος ήλθε προς Ιώβ και είπεν αυτω· τα ζεύγη των βοών ηροτρία. 16 έτι τούτου λαλούντος. απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος. ότι ουκ έστι κατ ‘ αυτόν επί της γης. άμεμπτος. 11 αλλά απόστειλον την χείρά σου και άψαι πάντων. ζεύγη βοών πεντακόσια. 15 και ελθόντες οι αιχμαλωτεύοντες ηχμαλώτευσαν αυτάς και τους παίδας απέκτειναν εν μαχαίραις· σωθείς δε εγώ μόνος ήλθον του απαγγείλαί σοι. δίδωμι εν τη χειρί σου. και αποκριθείς ο διάβολος τω Κυρίω είπε· περιελθών την γην και εμπεριπατήσας την υπ ‘ ουρανόν πάρειμι. ων έχει· ή μην εις πρόσωπόν σε ευλογήσει. θεοσεβής. 7 και είπεν ο Κύριος τω διαβόλω· πόθεν παραγέγονας. . αλλ ‘ αυτού μη άψη. 4 συμπορευόμενοι δε οι υιοί αυτού προς αλλήλους εποιούσαν πότον καθ' εκάστην ημέραν. και ιδού ήλθον οι άγγελοι του Θεού παραστήναι ενώπιον του Κυρίου. δίκαιος. άνθρωπος άμεμπτος. τα δε έργα των χειρών αυτού ευλόγησας και τα κτήνη αυτού πολλά εποίησας επί της γης. -6 Και εγένετο ως η ημέρα αύτη. και αι θήλειαι όνοι εβόσκοντο εχόμεναι αυτών. αληθινός. και εξήλθεν ο διάβολος από προσώπου Κυρίου. 9 απεκρίθη δε ο διάβολος και είπεν εναντίον του Κυρίου· μη δωρεάν Ιώβ σέβεται τον Κύριον.

και ετελεύτησαν· εσώθην δε εγώ μόνος και ήλθον του απαγγείλαί σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήλθεν έτερος άγγελος και είπε προς Ιώβ· οι ιππείς εποίησαν ημίν κεφαλάς τρεις και εκύκλωσαν τας καμήλους και ηχμαλώτευσαν αυτάς και τους παίδας απέκτειναν εν μαχαίραις· εσώθην δε εγώ μόνος και ήλθον του απαγγείλαί σοι. 2 και είπεν ο Κύριος τω διαβόλω· πόθεν συ έρχη. 18 έτι τούτου λαλούντος άλλος άγγελος έρχεται λέγων τω Ιώβ· των υιών σου και των θυγατέρων σου εσθιόντων και πινόντων παρά τω αδελφω αυτών τω πρεσβυτέρω. γυμνός και απελεύσομαι εκεί· ο Κύριος έδωκεν. άκακος. ότι ουκ έστι κατ ‘ αυτόν των επί της γης άνθρωπος όμοιος αυτω. ο Κύριος αφείλατο· ως τω Κυρίω έδοξεν. και έπεσεν η οικία επί τα παιδία σου. υπέρ της ψυχής αυτού εκτίσει· 5 ου μην δε αλλά αποστείλας την χείρά σου άψαι των οστών αυτού και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1150 . άμεμπτος. έτι δε έχετε ακακίας· συ δε είπας τα υπάρχοντα αυτού διακενής απολέσαι. -20 Ούτως αναστάς Ιώβ έρρηξε τα ιμάτια αυτού και εκείρατο την κώμην της κεφαλής και πεσών χαμαί προσεκύνησε τω Κυρίω και είπεν· 21 αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε ως η ημέρα αύτη και ήλθον οι άγγελοι του Θεού παραστήναι έναντι Κυρίου. αληθινός. 19 εξαίφνης πνεύμα μέγα επήλθεν εκ της ερήμου και ήψατο των τεσσάρων γωνιών της οικίας. 4 υπολαβών δε ο διάβολος είπε τω Κυρίω· δέρμα υπέρ δέρματος· και πάντα. και ο διάβολος ήλθεν εν μέσω αυτών παραστήναι εναντίον του Κυρίου. θεοσεβής. 3 είπε δε ο Κύριος προς τον διάβολον· προσέσχες ουν τω θέραποντί μου Ιώβ. -22 Εν τούτοις πάσι τοις συμβεβηκόσιν αυτω ουδέν ήμαρτεν Ιώβ εναντίον του Κυρίου και ουκ έδωκεν αφροσύνην τω Θεω. όσα υπάρχει ανθρώπω. τότε είπεν ο διάβολος ενώπιον του Κυρίου· διαπορευθείς την υπ ‘ ουρανόν και εμπεριπατήσας την σύμπασαν πάρειμι. ούτω και εγένετο· είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας. απεχόμενος από παντός κακού.

9β ιδού γαρ ηφάνισταί σου το μνημόσυνον από της γης. Σωφάρ ο Μιναίων βασιλεύς. 8 και έλαβεν όστρακον. εν ή εγεννήθην. του παρακαλέσαι και επισκέψασθαι αυτόν. ίνα αναπαύσωμαι των μόχθων μου και των οδυνών. υιοί και θυγατέρες. εμής κοιλίας ωδίνες και πόνοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σαρκών αυτού· ή μην εις πρόσωπόν σε ευλογήσει. εν πάσι τούτοις τοις συμβεβηκόσιν αυτω ουδέν ήμαρτεν Ιώβ τοις χείλεσιν εναντίον του Θεού. 6 είπε δε ο Κύριος τω διαβόλω· ιδού παραδίδωμί σοι αυτόν. ει τα αγαθά εδεξάμεθα εκ χειρός Κυρίου. 12 ιδότες δε αυτόν πόρρωθεν ουκ επέγνωσαν· και βοήσαντες φωνή μεγάλη έκλαυσαν ρήξαντες έκαστος την εαυτού στολήν. μόνον την ψυχήν αυτού διαφύλαξον. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΜΕΤΑ τούτο ήνοιξεν Ιώβ το στόμα αυτού και κατηράσατο την ημέραν αυτού 2 λέγων· 3 απόλοιτο η ημέρα. και η νύξ εκείνη ή είπαν· ιδού άρσεν. ίνα τον ιχώρα ξύη. τα κακά ουχ υποίσομεν. και παρεγένοντο προς αυτόν ομοθυμαδόν. Βαλδάδ ο Σαυχαίων τύραννος. -9 Χρόνου δε πολλού προβεβηκότος είπεν αυτω η γυνή αυτού· μέχρι τίνος καρτερήσεις λέγων· 9α ιδού αναμένω χρόνον έτι μικρόν προσδεχόμενος την ελπίδα της σωτηρίας μου. -7 Εξήλθε δε ο διάβολος από προσώπου Κυρίου και έπαισε τον Ιώβ έλκει πονηρω από ποδών έως κεφαλής. και καταπασάμενοι γην 13 παρεκάθισαν αυτω επτά ημέρας και επτά νύκτας. παρεγένοντο έκαστος εκ της ιδίας χώρας προς αυτόν· Ελιφάζ ο Θαιμανών βασιλεύς. ους εις το κενόν εκοπίασα μετά μόχθων· 9γ συ τε αυτός εν σαπρία σκωλήκων κάθησαι διανυκτερεύων αίθριος. τόπον εκ τόπου περιερχομένη και οικίαν εξ οικίας. προσδεχομένη τον ήλιον πότε δύσεται. 4 η νύξ εκείνη είη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1151 . και εκάθητο επί της κοπρίας έξω της πόλεως. και ουδείς αυτών ελάλησεν· εώρων γαρ την πληγήν δεινήν ούσαν και μεγάλην σφόδρα. 11 ακούσαντες δε οι τρεις φίλοι αυτού τα κακά πάντα τα επελθόντα αυτω. αι με νυν συνέχουσιν· αλλά ειπόν τι ρήμα προς Κύριον και τελεύτα. 9δ καγώ πλανήτις και λάτρις. 10 ο δε εμβλέψας είπεν αυτη· ίνα τι ωσπερ μία των αφρόνων γυναικών ελάλησας ούτως.

και ον εδεδοίκειν. οί έπλησαν τους οίκους αυτών αργυρίου. υπνώσας δε ανεπαυσάμην 14 μετά βασιλέων βουλευτών γης. ισχύν δε ρημάτων σου τις υποίσει. υπομείναι και εις φωτισμόν μη έλθοι και μη ίδοι εωσφόρον ανατέλλοντα. 17 εκεί ασεβείς εξέκαυσαν θυμόν οργής. ή ωσπερ νήπιοι. μηδέ αριθμηθείη εις ημέρας μηνών· 7 αλλά η νύξ εκείνη είη οδύνη. 23 θάνατος ανδρί ανάπαυμα. επέλθοι επ ‘ αυτήν γνόφος. 12 ινατί δε συνήντησάν μοι γόνατα. 19 μικρός και μέγας εκεί εστι. απενέγκαιτο αυτήν σκότος· μη είη εις ημέρας ενιαυτού. δακρύω δε εγώ συνεχόμενος φόβω· 25 φόβος γαρ. εκεί ανεπαύσαντο κατάκοποι τω σώματι· 18 ομοθυμαδόν δε οι αιώνιοι ουκ ήκουσαν φωνήν φορολόγου. οί ουκ είδον φως. 26 ούτε ειρήνευσα ούτε ησύχασα ούτε ανεπαυσάμην. καταραθείη η ημέρα 6 και η νύξ εκείνη. 15 ή μετά αρχόντων. ων πολύς ο χρυσός. οί εγαυριώντο επί ξίφεσιν. 10 ότι ου συνέκλεισε πύλας γαστρός μητρός μου· απήλλαξε γαρ αν πόνον από οφθαλμών μου. 22 περιχαρείς δε εγένοντο εάν κατατύχωσι. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιφάζ ο Θαιμανίτης λέγει· 2 μη πολλάκις σοι λελάληται εν κόπω. ζωή δε ταις εν οδύναις ψυχαίς. ήλθέ μοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σκότος. μηδέ έλθοι εις αυτήν φέγγος· 5 εκλάβοι δε αυτήν σκότος και σκιά θανάτου. και θεράπων δεδοικώς τον κύριον αυτού· 20 ινατί γαρ δέδοται τοις εν πικρία φως. 13 νυν αν κοιμηθείς ησύχασα. και μη αναζητήσαι αυτήν ο Κύριος άνωθεν. ο μέλλων το μέγα κήτος χειρώσασθαι. 21 οί ιμείρονται του θανάτου και ου τυγχάνουσιν ανορύσσοντες ωσπερ θησαυρούς. εκ γαστρός δε εξήλθον και ουκ ευθύς απωλόμην. 9 σκοτωθείη τα άστρα της νυκτός εκείνης. 11 διατί γαρ εν κοιλία ουκ ετελεύτησα. και μη έλθοι επ ‘ αυτήν ευφροσύνη μηδέ χαρμονή· 8 αλλά καταράσαιτο αυτήν ο καταρώμενος την ημέραν εκείνην. ον εφρόντισα. 16 ή ωσπερ έκτρωμα εκπορευόμενον εκ μήτρας μητρός. ινατί δε μαστούς εθήλασα. ήλθε δε μοι οργή. 3 ει γαρ συ ενουθέτησας πολλούς και χείρας ασθενούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1152 . συνήντησέ μοι. συνέκλεισε γαρ ο Θεός κατ ‘ αυτού· 24 προ γαρ των σίτων μου στεναγμός μοι ήκει.

7 μνήσθητι ουν. 18 ει κατά παίδων αυτού ου πιστεύει. γόνασί τε αδυνατούσι θάρσος περιέθηκας. πεπλανημένον δε θανατοί ζήλος. και ουκ επέγνων· είδον. πότερον ου δέξεταί μου το ους εξαίσια παρ ‘ αυτού. 14 φρίκη δε μοι συνήντησε και τρόμος και μεγάλως μου τα οστά διέσεισε. οι δε σπείροντες αυτά οδύνας θεριούσιν εαυτοίς. 5 νυν δε ήκει επί σε πόνος και ήψατό σου. παρά το μη δύνασθαι αυτούς εαυτοίς βοηθήσαι απώλοντο. 16 ανέστην. κολαβρισθείησαν δε επί θύραις ησσόνων. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΕΠΙΚΑΛΕΣΑΙ δε. γαυρίαμα δε δρακόντων εσβέσθη· 11 μυρμηκολέων ώλετο παρά το μη έχειν βοράν. εξ ων και αυτοί εκ του αυτού πηλού εσμεν. 19 τους δε κατοικούντας οικίας πηλίνας. μη καθαρός έσται βροτός εναντίον του Κυρίου ή από των έργων αυτού άμεμπτος ανήρ. ει τις σοι υπακούσεται. έφριξαν δε μου τρίχες και σάρκες. κατά δε αγγέλων αυτού σκολιόν τι επενόησε. 4 ασθενούντάς τε εξανέστησας ρήμασι. τις καθαρός ων απώλετο ή πότε αληθινοί ολόρριζοι απώλοντο. και ουκ ην μορφή προ οφθαλμών μου. 15 και πνεύμα επί πρόσωπόν μου επήλθεν. έπαισεν αυτούς σητός τρόπον· 20 και από πρωϊθεν μέχρις εσπέρας ουκέτι εισί. αλλ ‘ ή αύραν και φωνήν ήκουον· 17 τι γαρ. αλλ ‘ ευθέως εβρώθη αυτών η δίαιτα. 10 σθένος λέοντος. και ουκ έσται ο εξαιρούμενος· 5 α γαρ εκείνοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1153 . 6 πότερον ουχ ο φόβος σου εστιν εν αφροσύνη και η ελπίς σου και η κακία της οδού σου. απώλοντο παρά το μη έχειν αυτούς σοφίαν. φωνή δε λεαίνης. 9 από προστάγματος Κυρίου απολούνται. 8 καθ ‘ ον τρόπον είδον τους αροτριώντας τα άτοπα. 4 πόρρω γένοιντο οι υιοί αυτών από σωτηρίας. σκύμνοι δε λεόντων έλιπον αλλήλους. επιπίπτων φόβος επ ‘ ανθρώπους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεκάλεσας. 12 ει δε τι ρήμα αληθινόν εγεγόνει εν λόγοις σου. από δε πνεύματος οργής αυτού αφανισθήσονται. 3 εγώ δε εώρακα άφρονας ρίζαν βάλλοντας. συ εσπούδασας. 13 φόβοι δε και ηχώ νυκτερινή. ή ει τινα αγγέλων αγίων όψη· 2 και γαρ άφρονα αναιρεί οργή. 21 ενεφύσησε γαρ αυτοίς και εξηράνθησαν. ουθέν αν σοι τούτων κακόν απήντησε.

ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 ει γαρ τις ιστών στήσαι μου την οργήν. εκσιφωνισθείη αυτών η ισχύς· 6 ου γαρ μη εξέλθη εκ της γης κόπος. δίκαιοι έδονται. 8 ου μην δε αλλά εγώ δεηθήσομαι Κυρίου. από δε θηρίων αγρίων ου μη φοβηθής· 23 θήρες γαρ άγριοι ειρηνεύσουσί σοι. αδίκου δε στόμα εμφραχθείη. 21 από μάστιγος γλώσσης σε κρύψει. 25 γνώση δε ότι πολύ το σπέρμα σου. το δε μεσημβρινόν ψηλαφήσαισαν ίσα νυκτί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συνήγαγον. 20 εν λιμω ρύσεταί σε εκ θανάτου. εν δε τω εβδόμω ου μη άψηταί σου κακόν. 26 ελεύση δε εν τάφω ωσπερ σίτος ωριμος κατά καιρόν θεριζόμενος ή ωσπερ θιμωνία άλωνος καθ ‘ ωραν συγκομισθείσα. ταύτά εστιν α ακηκόαμεν· συ δε γνώθι σεαυτώ ει τι έπραξας. και αι χείρες αυτού ιάσαντο. 27 ιδού ταύτα ούτως εξιχνιάσαμεν. βουλήν δε πολυπλόκων εξέστησεν· 14 ημέρας συναντήσεται αυτοίς σκότος. τα δε τέκνα σου έσται ωσπερ το παμβότανον του αγρού. αλλ ‘ ως έοικε τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1154 . αποστέλλοντα ύδωρ επί την υπ ‘ ουρανόν· 11 τον ποιούντα ταπεινούς εις ύψος. και ου μη φοβηθής από κακών ερχομένων. νουθέτημα δε Παντοκράτορος μη απαναίνου· 18 αυτός γαρ αλγείν ποιεί και πάλιν αποκαθίστησιν· έπαισε. ουδέ εξ ορέων αναβλαστήσει πόνος· 7 αλλά άνθρωπος γεννάται κόπω. αυτοί δε εκ κακών ουκ εξαίρετοι έσονται. ον ήλεγξεν ο Κύριος. 3 και δη άμμου παραλίας βαρυτέρα έσται. ένδοξά τε και εξαίσια. Κύριον δε των πάντων δεσπότην επικαλέσομαι. τας δε οδύνας μου άραι εν ζυγω ομοθυμαδόν. 22 αδίκων και ανόμων καταγελάση. και απολωλότας εξεγείροντα· 12 διαλλάσσοντα βουλάς πανούργων. 15 απόλοιντο δε εν πολέμω. 19 εξάκις εξ αναγκών σε εξελείται. ων ουκ έστιν αριθμός· 10 τον διδόντα υετόν επί την γην. η δε δίαιτα της σκηνής σου ου μη αμάρτη. 24 είτα γνώση ότι ειρηνεύσει σου ο οίκος. νεοσσοί δε γυπός τα υψηλά πέτονται. και ου μη ποιήσουσιν αι χείρες αυτών αληθές. 13 ο καταλαμβάνων σοφούς εν τη φρονήσει. αδύνατος δε εξέλθοι εκ χειρός δυνάστου· 16 είη δε αδυνάτω ελπίς. 9 τον ποιούντα μεγάλα και ανεξιχνίαστα. 17 μακάριος δε άνθρωπος. εν πολέμω δε εκ χειρός σιδήρου λύσει σε.

14 απείπατό με έλεος. επισκοπή δε Κυρίου υπερείδέ με. αλλ ‘ ή τα σίτα ζητών. ει δε και έστι γεύμα εν ρήμασι κενοίς. 13 ή ουκ επ ‘ αυτω επεποίθειν. εγώ δε κωφεύσω· ει τι πεπλάνημαι. 19 ίδετε οδούς Θαιμανών. μη τι ημάς ήτησα ή της παρ ‘ υμών ισχύος επιδέομαι. 27 πλήν ότι επ ‘ ορφανω επιπίπτετε. 12 μη ισχύς λίθων η ισχύς μου. εις τέλος δε μη με ανελέτω. και πάλιν τω δικαίω συνέρχεσθε. 23 ωστε σώσαί με εξ εχθρών ή εκ χειρός δυναστών ρύσασθαί με. εφ ‘ ης επί τειχέων ηλλόμην επ ‘ αυτής. ου γαρ παρ ‘ υμών ισχύν αιτούμαι· 26 ουδέ έλεγχος υμών ρήμασί με παύσει. ει δε και ρήξει φωνήν βούς επί φάτνης έχων τα βρώματα. μη διακενής κεκράξεται όνος άγριος. ή αι σάρκες μου εισι χάλκεαι. 18 ούτω καγώ καταλείφθην υπό πάντων. και την ελπίδα μου δώη ο Κύριος. βοήθεια δε απ ‘ εμού άπεστιν. 10 είη δε μου πόλις τάφος. φαύλα αληθινού ρήματα. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1155 . ουδέ γαρ υμών φθέγμα ρήματος ανέξομαι. οι διορώντες· 20 και αισχύνην οφειλήσουσιν οι επί πόλεσι και χρήμασι πεποιθότες. 6 ει βρωθήσεται άρτος άνευ αλός. ότι υπομένω. 16 οίτινές με διευλαβούντο. ή τις μου ο χρόνος. 9 αρξάμενος ο Κύριος τρωσάτω με. 7 ου δύναται γαρ παύσασθαί μου η οργή· βρόμον γαρ ορώ τα σίτά μου ωσπερ οσμήν λέοντος· 8 ει γαρ δώη και έλθοι μου η αίτησις. 25 αλλ ‘ ως έοικε. νυν επιπεπτώκασί μοι ωσπερ χιών ή κρύσταλλος πεπηγώς· 17 καθώς τακείσα θέρμης γενομένης ουκ επεγνώσθη όπερ ην. 29 καθίσατε δη και μη είη άδικον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ρήματά μου εστι φαύλα· 4 βέλη γαρ Κυρίου εν τω σώματί μου εστιν. ωστε ιδόντες το εμόν τραύμα φοβήθητε· 22 τι γαρ. απωλόμην δε και έξοικος εγενόμην. 21 ατάρ δε και υμείς επέβητέ μοι ανελεημόνως. ατραπούς Σαβών. 28 νυνί δε εισβλέψας εις πρόσωπα υμών ου ψεύσομαι. ων ο θυμός αυτών εκπίνει μου το αίμα· όταν άρξωμαι λαλείν. 11 τις γαρ μου η ισχύς. ότι ανέχεταί μου η ψυχή. 30 ου γαρ εστιν εν γλώσση μου άδικον· ή ο λάρυγξ μου ουχί σύνεσιν μελετά. φράσατέ μοι. ου φείσομαι· ου γαρ εψευσάμην ρήματα άγια Θεού μου. κεντούσί με. ενάλλεσθε δε επί φίλω υμών. 15 ου προσείδόν με οι εγγύτατοί μου· ωσπερ χειμάρρους εκλείπων ή ωσπερ κύμα παρήλθόν με. 5 τι γαρ. 24 διδάξατέ με.

ως δ ‘ αν αναστώ. 13 είπα ότι παρακαλέσει με η κλίνη μου. και ουκέτι ειμί 9 ωσπερ νέφος αποκαθαρθέν απ ‘ ουρανού. ορθρίζων δε ουκέτι ειμί. ή ωσπερ μισθωτός αναμένων τον μισθόν αυτού. 14 εκφοβείς με ενυπνίοις και οράμασί με καταπλήσσεις. από δε θανάτου τα οστά μου· 16 ου γαρ εις τον αιώνα ζήσομαι. τι δυνήσομαι πράξαι. ίνα μακροθυμήσω· απόστα απ ‘ εμού. ότι κατέταξας επ ‘ εμέ φυλακήν. 2 ή ωσπερ θεράπων δεδοικώς τον Κύριον αυτού και τετευχώς σκιάς. 8 ου περιβλέψεταί με οφθαλμός ορώντός με· οι οφθαλμοί σου εν εμοί. ειμί δε επί σοί φορτίον. απόλωλε δε εν κενή ελπίδι. τήκω δε βώλακας γης από ιχώρος ξύων. πλήρης δε γίνομαι οδυνών από εσπέρας έως πρωϊ. ανοίσω δε προς εμαυτόν ιδία λόγον τη κοίτη μου. 17 τι γαρ εστιν άνθρωπος ότι εμεγάλυνας αυτόν ή ότι προσέχεις τον νουν εις αυτόν 18 ή επισκοπήν αυτού ποιήση έως το πρωϊ και εις ανάπαυσιν αυτόν κρινείς. πάλιν· πότε εσπέρα. 12 πότερον θάλασσά ειμι ή δράκων. εάν γαρ άνθρωπος καταβή εις άδην. ουκέτι μη αναβή. 7 μνήσθητι ουν ότι πνεύμά μου η ζωή και ουκέτι επανελεύσεται οφθαλμός μου ιδείν αγαθόν. νυνί δε εις γην απελεύσομαι. ανοίξω πικρίαν ψυχής μου συνεχόμενος. ο επιστάμενος τον νουν των ανθρώπων. 5 φύρεται δε μου το σώμα εν σαπρία σκωλήκων. 3 ούτως καγώ υπέμεινα μήνας κενούς. λέγω· πότε ημέρα. ουδ' ου μη επιγνω αυτόν έτι ο τόπος αυτού. 11 ατάρ ουν ουδέ εγώ φείσομαι τω στόματί μου. 20 ει εγώ ήμαρτον. 10 ουδ ‘ ου μη επιστρέψη έτι εις τον ίδιον οίκον. 21 και διατί ουκ εποιήσω της ανομίας μου λήθην και καθαρισμόν της αμαρτίας μου. κενός γαρ μου ο βίος. 6 ο δε βίος μου εστιν ελαφρότερος λαλιάς. έως αν καταπίω τον πτύελόν μου εν οδύνη. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1156 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΠΟΤΕΡΟΝ ουχί πειρατήριόν εστιν ο βίος ανθρώπου επί της γης και ωσπερ μισθίου αυθημερινού η ζωή αυτού. 19 έως τίνος ουκ εάς με ουδέ προϊη με. διατί έθου με κατεντευκτήν σου. λαλήσω εν ανάγκη ων. 15 απαλλάξεις από πνεύματός μου την ψυχήν μου. νύκτες δε οδυνών δεδομέναι μοί εισιν. 4 εάν κοιμηθώ.

τα δε έσχατά σου αμύθητα. 13 ούτως τοίνυν έσται τα έσχατα πάντων των επιλανθανομένων του Κυρίου· ελπίς γαρ ασεβούς απολείται. αποκαταστήσει δε σοι δίαιταν δικαιοσύνης· 7 έσται ουν τα μεν πρώτά σου ολίγα. 14 αοίκητος γαρ αυτού έσται ο οίκος. ου μη υπακούση αυτω. 18 εάν καταπίη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1157 . πνεύμα πολυρρήμον του στόματός σου. τα δε χείλη αυτών εξομολογήσεως· 22 οι δε εχθροί αυτών ενδύσονται αισχύνην. παν δε δώρον ασεβούς ου δέξεται. απέστειλεν εν χειρί ανομίας αυτών. αράχνη δε αυτού αποβήσεται η σκηνή. εξιχνίασον δε κατά γένος πατέρων· 9 χθιζοί γαρ εσμεν και ουκ οίδαμεν. ου μη στη· επιλαβομένου δε αυτού. ίνα μη αντείπη προς ένα λόγον αυτού εκ χιλίων· 4 σοφός γαρ εστι διανοία. κραταιός τε και μέγας. ο τόπος ψεύσεται αυτόν· ουχ εώρακας τοιαύτα. 17 επί συναγωγήν λίθων κοιμάται. εν δε μέσω χαλίκων ζήσεται. 8 επερώτησον γαρ γενεάν πρώτην. 4 ει οι υιοί σου ήμαρτον εναντίον αυτού. 12 έτι ον επί ρίζης και ου μη θερισθή. 3 εάν γαρ βούληται κριθήναι αυτω. 3 μη ο Κύριος αδικήσει κρίνων ή ο τα πάντα ποιήσας ταράξει το δίκαιον. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 επ ‘ αληθείας οίδα. 10 ή ουχ ούτοί σε διδάξουσι και αναγγελούσι και εκ καρδίας εξάξουσι ρήματα. 5 συ δε όρθριζε προς Κύριον παντοκράτορα δεόμενος. ου μη υπομείνη· 16 υγρός γαρ εστιν υπό ηλίου. 19 ότι καταστροφή ασεβούς τοιαύτη. και εκ σαπρίας αυτού ο ράδαμνος αυτού εξελεύσεται. 11 μη θάλλει πάπυρος άνευ ύδατος ή υψωθήσεται βούτομον άνευ πότου. σκιά γαρ εστιν ημών επί της γης ο βίος. 20 ο γαρ Κύριος ου μη αποποιήσεται τον άκακον. προ του πιείν πάσα βοτάνη ουχί ξηραίνεται. δεήσεως επακούσεταί σου. ότι ούτως εστί· Πως γαρ έσται δίκαιος βροτός παρά Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Βαλδάδ ο Σαυχίτης λέγει· 2 μέχρι τίνος λαλήσεις ταύτα. εκ δε γης άλλον αναβλαστήσει. 15 εάν υπερείση την οικίαν αυτού. 21 αληθινών δε στόμα εμπλήσει γέλωτος. δίαιτα δε ασεβούς ουκ έσται. 6 ει καθαρός ει και αληθινός.

ω αντικρινούμαι. 29 επειδή δε ειμι ασεβής. ουδ ‘ ώς έγνων. επιλήσομαι λαλών. κατά δε άστρων κατασφραγίζει· 8 ο τανύσας τον ουρανόν μόνος. ου μη ίδω· εάν παρέλθη με. διατί ουκ απέθανον. ή διακρινεί τα ρήματά μου· 15 εάν τε γαρ ω δίκαιος. ίνα έλθωμεν ομοθυμαδόν εις κρίσιν. ων ουκ έστιν αριθμός. πλήν ότι αφαιρείταί μου η ζωή. 21 είτε γαρ ησέβησα. 30 εάν γαρ απολούσωμαι χιόνι και αποκαθάρωμαι χερσί καθαραίς. 11 εάν υπερβή με. 26 ή και εστι ναυσίν ίχνος οδού ή αετού πετομένου ζητούντος βοράν. σκολιός αποβήσομαι. ουκ οίδα τη ψυχή. 28 σείομαι πάσι τοις μέλεσιν. και περιπατών ως επ ‘ εδάφους επί θαλάσσης· 9 ο ποιών Πλειάδα και Έσπερον και Αρκτούρον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1158 . τις εστιν. του κρίματος αυτού δεηθήομαι· 16 εάν τε καλέσω και μη υπακούση. 33 είθε ην ο μεσίτης ημών και ελέγχων και διακούων ανά μέσον αμφοτέρων· 34 απαλλαξάτω απ ‘ εμού την ράβδον. 31 ικανώς εν ρύπω με έβαψας. 35 και ου μη φοβηθω. 23 ότι φαύλοι εν θανάτω εξαισίω. 20 εάν γαρ ω δίκαιος. ενέπλησε δε με πικρίας. το στόμα μου ασεβήσει· εάν τε ω άμεμπτος. 12 εάν απαλλάξη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τις σκληρός γενόμενος εναντίον αυτού υπέμεινεν. πολλά δε μου τα συντρίμματα πεποίηκε διακενής· 18 ουκ εά γαρ με αναπνεύσαι. ο δε φόβος αυτού μη με στροβείτω. ο καταστρέφων αυτά οργή· 6 ο σείων την υπ ‘ ουρανόν εκ θεμελίων. αλλά λαλήσω· ου γαρ ούτω συνεπίσταμαι. υπ ‘ αυτού εκάμφθησαν κήτη τα υπ ‘ ουρανόν. 14 εάν δε μου υπακούσηται. 13 αυτός γαρ απέστραπται οργήν. 25 ο δε βίος μου εστιν ελαφρότερος δρομέως· απέδρασαν και ουκ είδοσαν. συγκύψας τω προσώπω στενάξω. 27 εάν τε γαρ είπω. και ταμιεία νότου· 10 ο ποιών μεγάλα και ανεξιχνίαστα. αλλά δίκαιοι καταγελώνται· 24 παραδέδονται γαρ εις χείρας ασεβούς. ου πιστεύω ότι εισακήκοέ μου της φωνής. πρόσωπα κριτών αυτής συγκαλύπτει· ει δε μη αυτός εστι. 17 μη γνόφω με εκτρίψη. 19 ότι μεν γαρ ισχύι κρατεί· τις ουν κρίματι αυτού αντιστήσεται. ουκ εισακούσεταί μου. ένδοξά τε και εξαίσια. τις αποστρέψει ή τις ερεί αυτω· τι εποίησας. οίδα γαρ ότι ουκ αθώόν με εάσεις. 22 διό είπον· μέγα και δυνάστην απολλύει οργή. οι δε στύλοι αυτής σαλεύονται· 7 ο λέγων τω ηλίω και ουκ ανατέλλει. 5 ο παλαιών όρη και ουκ οίδασιν. εβδελύξατο δε με η στολή· 32 ου γαρ ει άνθρωπος κατ ‘ εμέ.

εάν αδικήσω. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1159 . διατί γαρ εκ γαστρός εις μνήμα ουκ απηλλάγην. έασόν με αναπαύσασθαι μικρόν 21 προ του με πορευθήναι όθεν ουκ αναστρέψω. ότι απείπω έργα χειρών σου. πάλιν γαρ μεταβαλών δεινώς με ολέκεις 17 επανακαινίζων επ ‘ εμέ την έτασίν μου· οργή δε μεγάλη μοι εχρήσω. 22 εις γην σκότους αιωνίου. ουδέ οράν ζωήν βροτών. 7 οίδας γαρ ότι ουκ ησέβησα· αλλά τις εστιν ο εκ των χειρών σου εξαιρούμενος. εις γην σκοτεινήν και γνοφεράν. εις δε γην με πάλιν αποστρέφεις. 9 μνήσθητι ότι πηλόν με έπλασας. βουλή δε ασεβών προσέσχες. μετά ταύτα μεταβαλών με έπαισας. 15 εάν τε γαρ ασεβήσω. και ουκ απέθανον. 16 αγρεύομαι γαρ ωσπερ λέων εις σφαγήν. οίμοι· εάν δε ω δίκαιος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΩΒ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΜΝΩΝ τη ψυχή μου. από δε ανομίας ουκ αθωόν με πεποίηκας. οστέοις δε και νεύροις με ενείρας. 6 ότι ανεζήτησας την ανομίαν μου και τας αμαρτίας μου εξιχνίασας. 3 ή καλόν σοι. 14 εάν τε γαρ αμάρτω. οφθαλμός δε με ουκ είδε. 8 αι χείρές σου έπλασάν με και εποίησάν με. αδυνατεί δε σοι ουθέν. η δε επισκοπή σου εφύλαξέ μου το πνεύμα. πλήρης γαρ ατιμίας ειμί. στένων επαφήσω επ ‘ αυτόν τα ρήματά μου· λαλήσω πικρία ψυχής μου συνεχόμενος 2 και ερώ προς Κύριον· μη με ασεβείν δίδασκε· και διατί με ούτως έκρινας. 11 δέρμα δε και κρέας με ενέδυσας. 18 ινατί ουν εκ κοιλίας με εξήγαγες. 13 ταύτα έχων εν σεαυτω οίδα ότι πάντα δύνασαι. επήγαγες δε επ ‘ εμέ πειρατήρια. ου ουκ έστι φέγγος. ετύρωσας δε με ίσα τυρω. 4 ή ωσπερ βροτός ορά καθοράς ή καθώς ορά άνθρωπος βλέψη. 20 ή ουκ ολίγος εστίν ο χρόνος του βίου μου. 19 και ωσπερ ουκ ων εγενόμην. ου δύναμαι ανακύψαι. φυλάσσεις με. 5 ή ο βίος σου ανθρώπινός εστιν ή τα έτη σου ανδρός. 10 ή ουχ ωσπερ γάλα με ήμελξας. 12 ζωήν δε και έλεος έθου παρ ‘ εμοί.

17 η δε ευχή σου ωσπερ εωσφόρος. 12 άνθρωπος δε άλλως νήχεται λόγοις. και ανοίξει χείλη αυτού μετά σου. ευλογημένος γεννητός γυναικός ολιγόβιος. 20 σωτηρία δε αυτούς απολείψει· η γαρ ελπίς αυτών απώλεια. αδικία δε εν διαίτη σου μη αυλισθήτω. 11 αυτός γαρ οίδεν έργα ανόμων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Σωφάρ ο Μιναίος λέγει· 2 ο τα πολλά λέγων. ου γαρ εστιν ο αντικρινόμενός σοι· 4 μη γαρ λέγε ότι καθαρός ειμι τοις έργοις και άμεμπτος εναντίον αυτού. α εποίησεν ο Παντοκράτωρ. εκ δε μεσημβρίας ανατελεί σοι ζωή· 18 πεποιθώς τε έση ότι έστι σοι ελπίς. 9 ή μακρότερα μέτρου γης ή εύρους θαλάσσης. 8 υψηλός ο ουρανός. τις ερεί αυτω· τι εποίησας. 19 ησυχάσεις γαρ. εκδύση δε ρύπον. οφθαλμοί δε ασεβών τακήσονται. πόρρω ποίησον αυτό από σου. και ου έσται ο πολεμών σε· μεταβαλόμενοι δε πολλοί σου δεηθήσονται. 7 ή ίχνος Κυρίου ευρήσεις ή εις τα έσχατα αφίκου. και τι ποιήσεις. 15 ούτως γαρ αναλάμψει σου το πρόσωπον ωσπερ ύδωρ καθαρόν. 6 είτα αναγγελεί σοι δύναμιν σοφίας. βαθύτερα δε των εν άδου τι οίδας. βροτός δε γεννητός γυναικός ίσα όνω ερημίτη. 14 ει άνομόν τι εστιν εν χερσί σου. 13 ει γαρ συ καθαράν έθου την καρδίαν σου. ότι διπλούς έσται των κατά σε· και τότε γνώση ότι άξιά σοι απέβη από Κυρίου ων ημάρτηκας. ιδών δε άτοπα ου παρόψεται. 10 εάν δε καταστρέψη τα πάντα. 5 αλλά Πως αν ο Κύριος λαλήσαι προς σε. 3 καμοί μεν καρδία καθ ‘ υμάς εστι· 4 δίκαιος γαρ ανήρ και άμεμπτος εγεννήθη εις χλεύασμα· 5 εις χρόνον γαρ τακτόν ητοίμαστο πεσείν υπό άλλων. και ου μη φοβηθής· 16 και τον κόπον επιλήση ωσπερ κύμα παρελθόν και ου πτοηθήση. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 είτα υμείς εστε άνθρωποι· ή μεθ ‘ υμών τελευτήσει σοφία. εκ δε μερίμνης και φροντίδος αναφανείταί σοι ειρήνη. 3 μη πολύς εν ρήμασι γίνου. υπτιάζεις δε χείρας προς αυτόν. και αντακούσεται· ή και ο εύλαλος οίεται είναι δίκαιος. οίκους τε αυτού εκπορθείσθαι υπό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1160 .

ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΙΔΟΥ ταύτα εώρακέ μου ο οφθαλμός και ακήκοέ μου το ους· 2 και οίδα όσα και υμείς επίστασθε. εάν εξιχνιάση υμάς· ει γαρ τα πάντα ποιούντες προστεθήσεσθε αυτω. κρίσιν δε χειλέων μου προσέχετε. εάν κλείση κατ ‘ ανθρώπων. καταστρωνύων έθνη και καθοδηγών αυτά. 9 καλόν γε. και εξηγήσονταί σοι οι ιχθύες της θαλάσσης. ταπεινούς δε ιάσατο. δυνάστας δε γης κατέστρεψε. 16 παρ ‘ αυτω κράτος και ισχύς. 12 εν πολλω χρόνω σοφία. πετεινά δε ουρανού εάν σοι απαγγείλωσιν· 8 εκδιήγησαι γη. 11 πότερον ουχί δεινά αυτού στροβήσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1161 . 6 ακούσατε έλεγχον του στόματός μου. ξηρανεί την γην· εάν δε επαφή. τις οικοδομήσει. 19 εξαποστέλλων ιερείς αιχμαλώτους. ου μην δε αλλά μηδείς πεποιθέτω πονηρός ων αθωος έσεσθαι. 21 εκχέων ατιμίαν επ ‘ άρχοντας. 17 διάγων βουλευτάς αιχμαλώτους. 7 πότερον ουκ έναντι Κυρίου λαλείτε. 10 ουθέν ήττον ελέγξει υμάς· ει δε και κρυφή πρόσωπα θαυμάσεσθε. απώλεσεν αυτήν καταστρέψας. λάρυγξ δε σίτα γεύεται. αυτω επιστήμη και σύνεσις. ελέγξω δε εναντίον αυτού εάν βούληται. 7 αλλά δη ερώτησον τετράποδα εάν σοι είπωσι. εν δε πολλω βίω επιστήμη. 5 είη δε υμίν κωφεύσαι. εάν σοι φράση. 15 εάν κωλύση το ύδωρ. ή ουκ ήδεισαν. 20 διαλλάσσων χείλη πιστών. 10 ει μη εν χειρί αυτού ψυχή πάντων ζώντων και πνεύμα παντός ανθρώπου. 24 διαλλάσσων καρδίας αρχόντων γης. και ουκ ασυνετώτερός ειμι υμών. 4 υμείς δε εστε ιατροί άδικοι και ιαταί κακών πάντες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανόμων. 22 ανακαλύπτων βαθέα εκ σκότους. εξήγαγε δε εις φως σκιάν θανάτου. 13 παρ ‘ αυτω σοφία και δύναμις. ως ουχί και έτασις αυτών έσται. 23 πλανών έθνη και απολλύων αυτά. έναντι δε αυτού φθέγγεσθε δόλον. αυτω βουλή και σύνεσις. τις ανοίξει. και αποβήσεται υμίν εις σοφίαν. 3 ου μην δε αλλ ‘ εγώ προς Κύριον λαλήσω. επλάνησε δε αυτούς εν οδω. 6 όσοι παροργίζουσι τον Κύριον. πλανηθείησαν δε ωσπερ ο μεθύων. 9 τις ουν ουκ έγνω εν πάσι τούτοις ότι χείρ Κυρίου εποίησε ταύτα. κριτάς δε γης εξέστησε. 8 ή υποστελείσθε. υμείς δε αυτοί κριταί γίνεσθε. 18 καθιζάνων βασιλείς επί θρόνους και περιέδησε ζώνη οσφύας αυτών. σύνεσιν δε πρεσβυτέρων έγνω. 14 εάν καταβάλη. 11 ους μεν γαρ ρήματα διακρίνει. 25 ψηλαφήσαισαν σκότος και μη φως.

και ου μη υπερβή. 13 κωφεύσατε. αναγγελώ γαρ υμών ακουόντων. οίδα εγώ ότι δίκαιος αναφανούμαι· 19 τις γαρ εστιν ο κριθησόμενός μοι. αλλ ‘ ουθείς. εγώ δε σοι δώσω ανταπόκρισιν. και ο φόβος σου μη με καταπλησσέτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμάς. 20 δυοίν δε μοι χρήση· τότε από του προσώπου σου ου κρυβήσομαι. φόβος δε παρ ‘ αυτού επιπεσείται υμίν. 25 ή ως φύλλον κινούμενον υπό ανέμου ευλαβηθήση ή ως χόρτω φερομένω υπό πνεύματος αντίκεισαί μοι. έτι επανθήσει. ποιήσει δε θερισμόν ωσπερ νεόφυτον. επεί και ήρκται. εγώ δε σοι υπακούσομαι· ή λαλήσεις. 5 εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης. 21 την χείρα απ ‘ εμού απέχου. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΒΡΟΤΟΣ γαρ γεννητός γυναικός ολιγόβιος και πλήρης οργής 2 ή ωσπερ άνθος ανθήσαν εξέπεσεν. 6 απόστα απ ‘ αυτού. ότι νυν κωφεύσω και εκλείψω. 22 είτα καλέσεις. απέδρα δε ωσπερ σκιά και ου μη στη. εν δε πέτρα τελευτήση το στέλεχος αυτού. 10 ανήρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1162 . 17 ακούσατε ακούσατε τα ρήματά μου. 18 ιδού εγώ εγγύς ειμι του κρίματός μου. αριθμητοί δε μήνες αυτού παρ ‘ αυτού· εις χρόνον έθου. 7 έστι γαρ δένδρω ελπίς· εάν γαρ εκκοπή. ου γαρ εναντίον αυτού δόλος εισελεύσεται. εις δε ρίζας των ποδών μου αφίκου· 28 ό παλαιούται ίσα ασκω ή ωσπερ ιμάτιον σητόβρωτον. και ο ράδαμνος αυτού ου μη εκλίπη· 8 εάν γαρ γηράση εν γη η ρίζα αυτού. 15 εάν με χειρώσηται ο δυνάστης. 23 πόσαι εισίν αι αμαρτίαι μου και ανομίαι μου. 26 ότι κατέγραψας κατ ‘ εμού κακά. δίδαξόν με τίνες εισί. 27 έθου δε μου τον πόδα εν κωλύματι. ίνα λαλήσω και αναπαύσωμαι θυμού 14 αναλαβών τας σάρκας μου τοις οδούσι. 3 ουχί και τούτου λόγον εποιήσω και τούτον εποίησας εισελθείν εν κρίματι ενώπιόν σου. ίνα ησυχάση και ευδοκήση τον βίον ωσπερ ο μισθωτός. 24 διατί απ ‘ εμού κρύπτη. εφύλαξας δε μου πάντα τα έργα. ή μην λαλήσω και ελέγξω εναντίον αυτού· 16 και τούτό μοι αποβήσεται εις σωτηρίαν. 12 αποβήσεται δε υμών το γαυρίαμα ίσα σποδω. περιέθηκας δε μοι νεότητος αμαρτίας. 4 τις γαρ καθαρός έσται από ρύπου. ήγησαι δε με υπεναντίον σοι. 9 από οσμής ύδατος ανθήσει. το δε σώμα πήλινον. ψυχήν δε μου θήσω εν χειρί.

ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιφάζ ο Θαιμανίτης λέγει· 2 πότερον σοφός απόκρισιν δώσει συνέσεως πνεύμα και ενέπλησε πόνον γαστρός 3 ελέγχων εν ρήμασιν. 10 και γε πρεσβύτης και γε παλαιός εν ημίν. 16 ηρίθμησας δε μου τα επιτηδεύματα. έκρυψας δε με έως αν παύσηταί σου η οργή και τάξη μοι χρόνον. ή τι συνίεις συ. ό ουκ οίδαμεν. 5 ένοχος ει ρήμασι στόματός σου. ουδέ διέκρινας ρήματα δυναστών. και εν λόγοις. και πέτρα παλαιωθήσεται εκ του τόπου αυτής. και ώχετο· επέστησας αυτω το πρόσωπον. ή προ θινών επάγης. βαρύτερος του πατρός σου ημέραις. 18 και πλήν όρος πίπτον διαπεσείται. 13 ει γαρ όφελον εν άδη με εφύλαξας. εις δε σε αφίκετο σοφία. ουκ επίσταται· 22 αλλ ‘ ή αι σάρκες αυτού ήλγησαν. 6 ελέγξαι σε το σόν στόμα και μη εγώ. μη πρώτος ανθρώπων εγεννήθης. επεσημήνω δε. 20 ώσας αυτόν εις τέλος. τα δε χείλη σου καταμαρτυρήσουσί σου· 7 τι γαρ. ουκ οίδεν. ποταμός δε ερημωθείς εξηράνθη· 12 άνθρωπος δε κοιμηθείς ου μη αναστη. έως αν ο ουρανός ου μη συρραφή· και ουκ εξυπνισθήσονται εξ ύπνου αυτών. συνετελέσω δε ρήματα τοιαύτα έναντι του Κυρίου. πεσών δε βροτός ουκέτι εστί· 11 χρόνω γαρ σπανίζεται θάλασσα. τα δε έργα των χειρών σου μη αποποιού. 9 τι γαρ οίδας. εγώ δε σοι υπακούσομαι. εάν δε ολίγοι γένωνται. ει τι άκρων παρέβην. οίς ου δεί. η δε ψυχή αυτού επένθησεν. 19 λίθους ελέαναν ύδατα. 15 είτα καλέσεις. οίς ουδέν όφελος. ό ου και ημείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε τελευτήσας ώχετο. 8 ή σύνταγμα Κυρίου ακήκοας. εν ω μνείαν μου ποιήση· 14 εάν γαρ αποθάνη άνθρωπος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1163 . και ου μη παρέλθη σε ουδέν των αμαρτιών μου· 17 εσφράγισας δε μου τας ανομίας εν βαλλαντίω. και εξαπέστειλας· 21 πολλών δε γενομένων των υιών αυτού. ή συμβούλω σοι εχρήσατο ο Θεός. 4 ου και συ απεποιήσω φόβον. ζήσεται συντελέσας ημέρας του βίου αυτού· υπομενώ έως αν πάλιν γένωμαι. και κατέκλυσεν ύδατα ύπτια του χώματος της γης· και υπομονήν ανθρώπου απώλεσας.

34 μαρτύριον γαρ ασεβούς θάνατος. πυρ δε καύσει οίκους δωροδεκτών. 13 ότι θυμόν έρρηξας έναντι Κυρίου. ημέρα δε σκοτεινή αυτόν στροβήσει. 21 ο δε φόβος αυτού εν ωσίν αυτού· όταν δοκή ήδη ειρηνεύειν. τον βλαστόν αυτού μαράναι άνεμος. αποβήσεται δε εαυτω κενά. 16 έα δε εβδελυγμένος και ακάθαρτος ανήρ. 14 τις γαρ ων βροτός. εκπέσοι δε ως άνθος ελαίας. έτη δε αριθμητά δεδομένα δυνάστη. εισέλθοι δε εις οίκους αοικήτους· α δε εκείνοι ητοίμασαν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1164 . 24 ανάγκη δε και θλίψις αυτόν καθέξει ωσπερ στρατηγός πρωτοστάτης πίπτων. ου μη βάλη επί την γην σκιάν 30 ουδέ μη εκφύγη το σκότος. πίνων αδικίας ίσα ποτω· 17 αναγγελώ δε σοι. αναγγελώ σοι. εκπέσοι δε αυτού το άνθος. εξήγαγες δε εκ στόματος ρήματα τοιαύτα. η δε κοιλία αυτού υποίσει δόλον. 18 α σοφοί ερούσι και ουκ έκρυψαν πατέρες αυτών· 19 αυτοίς μόνοις εδόθη η γη. 28 αυλισθείη δε πόλεις ερήμους. 23 κατατέτακται δε εις σίτα γυψίν· οίδε δε εν εαυτω ότι μένει εις πτώμα. 15 ει κατά αγίων ου πιστεύει. 12 τι ετόλμησεν η καρδία σου. 22 μη πιστευέτω αποστραφήναι από σκότους· εντέταλται γαρ ήδη εις χείρας σιδήρου. 31 μη πιστευέτω ότι υπομενεί. 26 έδραμε δε εναντίον αυτού ύβρει εν πάχει νώτου ασπίδος αυτού. 27 ότι εκάλυψε το πρόσωπον αυτού εν στέατι αυτού και εποίησε περιστόμιον επί των μηρίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 11 ολίγα ων ημάρτηκας μεμαστίγωσαι. 25 ότι ήρκε χείρας εναντίον του Κυρίου. ουρανός δε ου καθαρός εναντίον αυτού. μεγάλως υπερβαλλόντως λελάληκας. και ουκ επήλθεν αλλογενής επ ‘ αυτούς. ούτε μη μείνη αυτού τα υπάρχοντα. άλλοι αποίσονται. 29 ούτε μη πλουτισθή. ή ως εσόμενος δίκαιος γεννητός γυναικός. άκουέ μου· α δη εώρακα. ότι έσται άμεμπτος. 20 πας ο βίος ασεβούς εν φροντίδι. κενά γαρ αποβήσεται αυτω· 32 η τομή αυτού προ ωρας φθαρήσεται. ή τι υπένεγκαν οι οφθαλμοί σου. 35 εν γαστρί δε λήψεται οδύνας. και ο ράδαμνος αυτού ου μη πυκάση· 33 τρυγηθείη δε ως όμβραξ προς ωρας. έναντι δε Κυρίου παντοκράτορος ετραχηλίασεν. ήξει αυτού η καταστροφή.

κατά πρόσωπόν μου ανταπεκρίθη. οξεί έπαισέ με εις τα γόνατα. εις μαρτύριον εγενήθη· και ανέστη εν εμοί το ψεύδός μου. κίνησιν δε χειλέων ου φείσομαι. μη τάξις εστί ρήμασι πνεύματος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1165 . έδραμον προς με δυνάμενοι. κατέστησέ με ωσπερ σκοπόν. κινήσω δε καθ ‘ υμών κεφαλήν· 5 είη δε ισχύς εν τω στόματί μου. 12 ειρηνεύοντα διεσκέδασέ με. ή ουκ επαναστραφήσομαι. έναντι δε αυτού στάζοι μου ο οφθαλμός. 8 και επελάβου μου. 3 τι γαρ. 6 εάν γαρ λαλήσω. ο δε συνίστωρ μου εν υψίστοις. βέλη πειρατών αυτού επ ‘ εμοί έπεσεν. ου φειδόμενοι εξέχεαν εις την γην την χολήν μου· 14 κατέβαλόν με πτώμα επί πτώματι. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΟΛΕΚΟΜΑΙ πνεύματι φερόμενος. 19 και νυν ιδού εν ουρανοίς ο μάρτυς μου. 10 ακίσιν οφθαλμών ενήλατο. 9 οργή χρησάμενος κατέβαλέ με. 2 λίσσομαι κάμνων. και τι ποιήσας. οδω δε. τη χειρί μου συνδεθήτω. ευχή δε μου καθαρά. λαβών με της κόμης διέτιλε. ότι αποκρίνη. δια τούτο ου μη υψώσης αυτούς. 13 εκύκλωσάν με λόγχαις βάλλοντες εις νεφρούς μου. 7 νυν δε κατάκοπόν με πεποίηκε. 22 έτη δε αριθμητά ήκασιν. ή τι παρενοχλήσει σοι. 3 έκλεψαν δε μου τα υπάρχοντα αλλότριοι. 4 ότι καρδίαν αυτών έκρυψας από φρονήσεως. πορεύσομαι. 15 σάκκον έρραψαν επί βύρσης μου. μη επικαλύψη εφ ‘ αίματι της σαρκός μου. 18 γη. 4 καγώ καθ ‘ υμάς λαλήσω. ουκ αλγήσω το τραύμα· εάν δε και σιωπήσω. παρακλήτορες κακών πάντες. 16 η γαστήρ μου συγκέκαυται από κλαυθμού. 21 είη δε έλεγχος ανδρί έναντι Κυρίου και υιω ανθρώπου τω πλησίον αυτού. 20 αφίκοιτό μου η δέησις προς Κύριον. μηδέ είη τόπος τη κραυγή μου. ει υπέκειτό γε η ψυχή υμών αντί της εμής· είτ ‘ εναλούμαι υμίν ρήμασι. ομοθυμαδόν δε κατέδραμον επ ‘ εμοί· 11 παρέδωκε γαρ με ο Κύριος εις χείρας αδίκων. μωρόν. 17 άδικον δε ουδέν ην εν χερσί μου. δέομαι δε ταφής και ου τυγχάνω. επί δε ασεβέσιν έρριψέ με. έβρυξεν επ ‘ εμέ τους οδόντας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 ακήκοα τοιαύτα πολλά. τι έλαττον τρωθήσομαι. επί δε βλεφάροις μου σκιά. τις εστιν ούτος. το δε σθένος μου εν γη εσβέσθη. σεσηπότα.

16 ή μετ ‘ εμού εις άδην καταβήσομαι. 7 θηρεύσαισαν ελάχιστοι τα υπάρχοντα αυτού. κατασπαρήσονται τα ευπρεπή αυτού θείω. και δεύτε δη. 4 κέχρηταί σοι οργή· τι γαρ. σφάλαι δε αυτού η βουλή. 15 κατασκηνώσει εν τη σκηνή αυτού εν νυκτί αυτού. και ουκ αποβήσεται αυτών η φλόξ· 6 το φως αυτού σκότος εν διαίτη. ίνα και αυτοί λαλήσωμεν. εν δικτύω ελιχθείη. 8 εμβέβληται δε ο πούς αυτού εν παγίδι. μητέρα δε μου και αδελφήν σαπρίαν. 3 διατί δε ωσπερ τετράποδα σεσιωπήκαμεν εναντίον σου. εάν συ αποθάνης. οφθαλμοί δε εφ ‘ υιοίς ετάκησαν. 15 που ουν μου έτι εστίν η ελπίς. 6 έθου δε με θρύλημα εν έθνεσι. 5 και φως ασεβών σβεσθήσεται. ου γαρ ευρίσκω εν υμίν αληθές. 10 κέκρυπται εν τη γη σχοινίον αυτού και η σύλληψις αυτού επί τρίβων. 9 έλθοισαν δε επ ‘ αυτόν παγίδες. γέλως δε αυτοίς απέβην· 7 πεπώρωνται γαρ από οργής οι οφθαλμοί μου. ή τα αγαθά μου όψομαι. 10 ου μην δε αλλά πάντες ερείδετε. 14 εκραγείη δε εκ διαίτης αυτού ίασις. εράγη δε τα άρθρα της καρδίας μου. κατέδεται δε αυτού τα ωραία θάνατος. 11 αι ημέραι μου παρήλθον εν βρόμω. 14 θάνατον επεκαλεσάμην πατέρα μου είναι. κατισχύσει επ ‘ αυτόν διψώντας. ή ομοθυμαδόν επί χώματος καταβησόμεθα. ή καταστραφήσεται όρη εκ θεμελίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 5 τη μερίδι αναγγελεί κακίας. πτώμα δε αυτω ητοίμασται εξαίσιον. 12 νύκτα εις ημέραν έθηκα. φως εγγύς από προσώπου σκότους· 13 εάν γαρ υπομείνω. επίσχες. πολλοί δε περί πόδα αυτού έλθοισαν 12 εν λιμω στενω. δίκαιος δε επί παρανόμω επανασταίη· 9 σχοίη δε πιστός την εαυτού οδόν. 16 υποκάτωθεν αι ρίζαι αυτού ξηρανθήσονται. 13 βρωθείησαν αυτού κλώνες ποδών. 17 το μνημόσυνον αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1166 . και επάνωθεν επιπεσείται θερισμός αυτού. 8 θαύμα έσχεν αληθινούς επί τούτω. πεπολιόρκημαι μεγάλως υπό πάντων. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Βαλδάδ ο Σαυχίτης λέγει· 2 μέχρι τίνος ου παύση. ο δε λύχνος επ ‘ αυτω σβεσθήσεται. εν δε γνόφω έστρωταί μου η στρωμνή. σχοίη δε αυτόν ανάγκη αιτία βασιλική. 11 κύκλω ολέσαισαν αυτόν οδύναι. άδης μου ο οίκος. καθαρός δε χείρας αναλάβοι θάρσος. αοίκητος η υπ ‘ ουρανόν.

αφείλε δε στέφανον από κεφαλής μου. ουκ αισχυνόμενοί με επίκεισθέ μοι. ελεήσατέ με. πρώτους δε έσχε θαύμα. 5 έα δε ότι επ ‘ εμοί μεγαλύνεσθε. 6 γνώτε ουν ότι Κύριός εστιν ο ταράξας. αλλογενής ήμην εναντίον αυτών. 11 δεινώς δε μοι οργή εχρήσατο. 15 γείτονες οικίας θεράπαιναί τέ μου. ηγήσατο δε με ωσπερ εχθρόν. οχύρωμα δε αυτού επ ‘ εμέ ύψωσεν. έγνωσαν αλλοτρίους ή εμέ· φίλοι δε μου ανελεήμονες γεγόνασιν. χείρ γαρ Κυρίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1167 . ω φίλοι. παρ ‘ εμοί δε αυλίζεται πλάνος λαλήσαι ρήματα. επ ‘ αυτω εστέναξαν έσχατοι. 10 διέσπασέ με κύκλω και ωχόμην· εξέκοψε δε ωσπερ δένδρον την ελπίδα μου. τα δε ρήματά μου πλανάται και ουκ επί καιρού. 21 ούτοί εισιν οι οίκοι αδίκων. επανέστησάν μοι. ενάλλεσθε δε μοι ονείδει. 8 κύκλω περιωκοδόμημαι. και οι ειδότες μου το όνομα επελάθοντό μου. 18 απώσειεν αυτόν εκ φωτός εις σκότος. τα δε οστά μου εν οδούσιν έχεται. ουδέ σεσωσμένος εν τη υπ ‘ ουρανόν ο οίκος αυτού. και ου μη διαβώ. 14 ου προσεποιήσαντό με οι εγγύτατοί μου. 4 ναί δη επ ‘ αληθείας εγώ επλανήθην. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 έως τίνος έγκοπον ποιήσετε ψυχήν μου και καθαιρείτέ με λόγοις. και ουχ υπήκουσε· στόμα δε μου εδέετο. 7 ιδού γελώ ονείδει και ου λαλήσω· κεκράξομαι. ούτος δε ο τόπος των μη ειδότων τον Κύριον. και υπάρξει όνομα αυτω επί πρόσωπον εξωτέρω. 16 θεράποντά μου εκάλεσα. 13 απ ‘ εμού αδελφοί μου απέστησαν. 20 εν δέρματί μου εσάπησαν αι σάρκες μου. 19 ουκ έσται επίγνωστος εν λαω αυτού. 20 αλλ ‘ εν τοις αυτού ζήσονται έτεροι. γνώτε μόνον ότι ο Κύριος εποίησέ με ούτως· 3 καταλαλείτέ μου. 19 εβδελύξαντό με οι ιδόντες με· ους δη ηγαπήκειν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απόλοιτο εκ γης. 9 την δε δόξαν απ ‘ εμού εξέδυσεν. ταις οδοίς μου εκύκλωσαν εγκάθετοι. 12 ομοθυμαδόν δε ήλθον τα πειρατήρια αυτού επ ‘ εμοί. κατ ‘ εμού λαλούσιν. επί πρόσωπόν μου σκότος έθετο. 17 και ικέτευον την γυναίκά μου. α ουκ έδει. προσεκαλούμην δε κολακεύων υιούς παλλακίδων μου· 18 οι δε εις τον αιώνά με απεποιήσαντο· όταν αναστώ. και ουδαμού κρίμα. 21 ελεήσατέ με.

αφ ‘ ου ετέθη άνθρωπος επί της γης. 22 διατί με διώκετε ωσπερ και ο Κύριος. η δε θυσία αυτού νεφών άψηται· 7 όταν γαρ δοκή ήδη κατεστηρίχθαι. και πνεύμα εκ της συνέσεως αποκρίνεταί μοι. έπτη δε ωσπερ φάσμα νυκτερινόν. α ο οφθαλμός μου εώρακε και ουκ άλλος. 15 πλούτος αδίκως συναγόμενος εξεμεθήσεται. και μετ ‘ αυτού επί χώματος κοιμηθήσεται. 6 εάν αναβή εις ουρανόν αυτού τα δώρα. θυμός γαρ επ ‘ ανόμους επελεύσεται. και ουχί συνίετε μάλλον ή και εγώ. 10 τους υιούς αυτού ολέσαισαν ήττονες. πάντα δε μοι συντετέλεσθαι εν κόλπω. και ρίζαν λόγου ευρήσομεν εν αυτω· 29 ευλαβήθητε δη και υμείς από επικαλύμματος. κρύψει αυτήν υπό την γλώσσαν αυτού· 13 ου φείσεται αυτής και ουκ εγκαταλείψει αυτήν και συνάξει αυτήν εν μέσω του λάρυγγος αυτού. 28 ει δε και ερείτε· τι ερούμεν έναντι αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1168 . 11 οστά αυτού ενεπλήσθησαν νεότητος αυτού. τεθήναι δε αυτά εν βιβλίω εις τον αιώνα. εξ οικίας αυτού εξελκύσει αυτόν άγγελος. 27 α εγώ εμαυτω συνεπίσταμαι. 8 ωσπερ ενύπνιον εκπετασθέν ου μη ευρεθή. αι δε χείρες αυτού πυρσεύσαισαν οδύνας. 4 μη ταύτα έγνως από του έτι. 12 εάν γλυκανθή εν στόματι αυτού κακία. 25 οίδα γαρ ότι αένναός εστιν ο εκλύειν με μέλλων επί γης. 16 θυμόν δε δρακόντων θηλάσειεν. από δε σαρκών μου ουκ εμπίπλασθε. τότε εις τέλος απολείται· οι δε ειδότες αυτόν ερούσι· που εστιν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Σωφάρ ο Μιναίος λέγει· 2 ουχ ούτως υπελάμβανον αντερείν σε ταύτα. 3 παιδείαν εντροπής μου ακούσομαι. 9 οφθαλμός παρέβλεψε και ου προσθήσει. 14 και ου μη δυνηθή βοηθήσαι εαυτω· χολή ασπίδος εν γαστρί αυτού. 24 εν γραφείω σιδηρω και μολίβω ή εν πέτραις εγγλυφήναι. και ουκέτι προσνοήσει αυτόν ο τόπος αυτού. και τότε γνώσονται που εστιν αυτών η ύλη. 26 αναστήσει δε το δέρμα μου το αναντλούν ταύτα· παρά γαρ Κυρίου ταύτά μοι συνετελέσθη. 23 τις γαρ αν δοίη γραφήναι τα ρήματά μου. 5 ευφροσύνη γαρ ασεβών πτώμα εξαίσιον. χαρμονή δε παρανόμων απώλεια.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ η αψαμένη μου εστι.

ωσπερ στρίφνος αμάσητος. 3 άρατέ με. τα δε παιδία αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1169 . θλιβήσεται. 22 όταν δε δοκή ήδη πεπληρώσθαι. γη δε επανασταίη αυτω. τρώσαι αυτόν τόξον χάλκειον· 25 διεξέλθοι δε δια σώματος αυτού βέλος. πεπαλαίωνται δε και εν πλούτω. νίψαι επ ‘ αυτόν οδύνας· 24 και ου μη σωθή εκ χειρός σιδήρου. επαποστείλαι επ ‘ αυτόν θυμόν οργής. μηδέ νομάς μέλιτος και βουτύρου. 21 ουκ έστιν υπόλειμμα τοις βρώμασιν αυτού. ή διατί ου θυμωθήσομαι. έχουσι δε μου τας σάρκας οδύναι. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 ακούσατε ακούσατέ μου των λόγων. δια τούτο ουκ ανθήσει αυτού τα αγαθά. μη ανθρώπου μου η έλεγξις. και ουκ έστησεν. 10 η βούς αυτών ουκ ωμοτόκησε. 7 διατί ασεβείς ζώσι. 5 εισβλέψαντες εις εμέ θαυμάσετε χείρα θέντες επί σιαγόνι· 6 εάν τε γαρ μνησθώ. δίαιταν δε ήρπασε. εν επιθυμία αυτού ου σωθήσεται. διεσώθη δε αυτών εν γαστρί έχουσα και ουκ έσφαλε. ημέρα οργής επέλθοι αυτω. 29 αύτη η μερίς ανθρώπου ασεβούς παρά Κυρίου. εγώ δε λαλήσω. 4 τι γαρ. φόβος δε ουδαμού. 23 ει πως πληρώσαι γαστέρα αυτού. 26 παν δε σκότος αυτω υπομείναι· κατέδεται αυτόν πυρ άκαυστον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανέλοι δε αυτόν γλώσσα όφεως. 18 εις κενά και μάταια εκοπίασε. εσπούδακα. 8 ο σπόρος αυτών κατά ψυχήν. ακατάποτος· 19 πολλών γαρ δυνατών οίκους έθλασε. 28 ελκύσαι τον οίκον αυτού απώλεια εις τέλος. αστραπαί δε εν διαίταις αυτού· περιπατήσαισαν επ ‘ αυτω φόβοι. ίνα μη ή μοι παρ ‘ υμών αύτη η παράκλησις. και κτήμα υπαρχόντων αυτω παρά του επισκόπου. 27 ανακαλύψαι δε αυτού ο ουρανός τας ανομίας. πάσα δε ανάγκη επ ‘ αυτόν επελεύσεται. 17 μη ίδοι άμελξιν νομάδων. 20 ουκ έστιν αυτού σωτηρία τοις υπάρχουσιν. κακώσαι δε αυτού επήλυτος τον οίκον. 9 οι οίκοι αυτών ευθηνούσι. τα δε τέκνα αυτών εν οφθαλμοίς. 11 μένουσε δε ως πρόβατα αιώνια. μάστιξ δε παρά Κυρίου ουκ έστιν επ ‘ αυτοίς. είτ ‘ ου καταγελάσετέ μου. πλούτον εξ ου ου γεύσεται.

και οπίσω αυτού πας άνθρωπος απελεύσεται. ον υφείλετο λαίλαψ. 33 εγλυκάνθησαν αυτω χάλικες χειμάρρου. ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1170 . εάν συ ήσθα τοις έργοις άμεμπτος. 16 εν χερσί γαρ ην αυτών τα αγαθά. από δε Κυρίου μη διασωθείη· 21 ότι το θέλημα αυτού εν οίκω αυτού μετ ‘ αυτού. τις ανταποδώσει αυτω. όλος δε ευπαθών και ευθηνών· 24 τα δε έγκατα αυτού πλήρη στέατος. ότι απαντήσομεν αυτω. εν δε αναπαύσει άδου εκοιμήθησαν. 14 λέγει δε Κυρίω· απόστα απ ‘ εμού. 31 τις απαγγελεί επί προσώπου αυτού την οδόν αυτού. 3 τι γαρ μέλει τω Κυρίω. και έμπροσθεν αυτού αναρίθμητοι. 22 πότερον ουχί ο Κύριός εστιν ο διδάσκων σύνεσιν και επιστήμην. 18 έσονται δε ωσπερ άχυρα υπ ‘ ανέμου ή ωσπερ κονιορτός. επελεύσεται δε αυτοίς η καταστροφή. μυελός δε αυτού διαχείται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσπαίζουσιν 12 αναλαβόντες ψαλτήριον και κιθάραν και ευφραίνονται φωνή ψαλμού. 26 ομοθυμαδόν δε επί γης κοιμώνται. αυτός δε φόνους διακρινεί. σαπρία δε αυτούς εκάλυψεν. οδούς σου ειδέναι ου βούλομαι· 15 τι ικανός. ωδίνες δε αυτούς έξουσιν από οργής. και που εστιν η σκέπη των σκηνωμάτων των ασεβών. 34 Πως δε παρακαλείτέ με κενά. 27 ωστε οίδα υμάς ότι τόλμη επίκεισθέ μοι· 28 ωστε ερείτε· που εστιν οίκος άρχοντος. έργα δε ασεβών ουκ εφορά. εις ημέραν οργής αυτού απαχθήσονται. και τις ωφέλεια. 17 ου μην δε αλλά και ασεβών λύχνος σβεσθήσεται. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιφάζ ο Θαιμανίτης λέγει· 2 πότερον ουχί ο Κύριός εστιν ο διδάσκων σύνεσιν και επιστήμην. και αριθμοί μηνών αυτού διηρέθησαν. 13 συνετέλεσαν δε εν αγαθοίς τον βίον αυτών. ανταποδώσει προς αυτόν και γνώσεται. 19 εκλίποι υιούς τα υπάρχοντα αυτού. και τα σημεία αυτών ουκ απαλλοτριώσετε· 30 ότι εις ημέραν απωλείας κουφίζεται ο πονηρός. και αυτός εποίησε. 20 ίδοισαν οι οφθαλμοί αυτού την εαυτού σφαγήν. 29 ερωτήσατε παραπορευομένους οδόν. 23 ούτος αποθανείται εν κράτει απλοσύνης αυτού. 32 και αυτός εις τάφους απηνέχθη και επί σωρών ηγρύπνησεν. ου φαγών ουδέν αγαθόν. 25 ο δε τελευτά υπό πικρίας ψυχής. το δε εμέ καταπαύσασθαι αφ ‘ υμών ουδέν. ότι δουλεύσομεν αυτω.

επί δε οδοίς σου έσται φέγγος. 21 γενού δη σκληρός. 20 ει μη ηφανίσθη η υπόστασις αυτών. 19 ιδόντες δίκαιοι εγέλασαν. τους δε ύβρει φερομένους εταπείνωσε. πόρρω εποίησας από διαίτης σου άδικον. 17 οι λέγοντες· Κύριος τι ποιήσει ημίν. 14 νεφέλη αποκρυφή αυτού. ορφανούς δε εκάκωσας. 26 είτα παρρησιασθήση εναντίον Κυρίου αναβλέψας εις τον ουρανόν ιλαρώς· 27 ευξαμένου δε σου προς αυτόν εισακούσεταί σου. ώκισας δε τους επί της γης. 15 μη τρίβον αιώνιον φυλάξεις. αλλά πεινώντων εστέρησας ψωμόν· 8 εθαύμασας δε τινων πρόσωπον. 25 έσται ουν σου ο Παντοκράτωρ βοηθός από εχθρών. και εσπούδασέ σε πόλεμος εξαίσιος. ποταμός επιρρέων οι θεμέλιοι αυτών. 12 μη ουχί ο τα υψηλά ναίων εφορά. και κύφοντα οφθαλμοίς σώσει. 16 οί συνελήφθησαν άωροι. 9 χήρας δε εξαπέστειλας κενάς. 5 πότερον ουχ η κακία σου εστι πολλή. και το κατάλειμμα αυτών καταφάγεται πυρ. εάν υπομείνης· είτα ο καρπός σου έσται εν αγαθοίς. άμεμπτος δε εμυκτήρισεν. 10 τοιγαρούν εκύκλωσάν σε παγίδες. και ερείς· υπερηφανεύσατο. ην επάτησαν άνδρες δίκαιοι. ή κατά του γνόφου κρινεί. καθαρόν δε αποδώσει σε ωσπερ αργύριον πεπυρωμένον. 22 έκλαβε δε εκ στόματος αυτού εξηγορίαν και ανάλαβε τα ρήματα αυτού εν καρδία σου. 23 εάν δε επιστραφής και ταπεινώσης σεαυτόν έναντι Κυρίου. ότι απλώσεις την οδόν σου. βουλή δε ασεβών πόρρω απ ‘ αυτού. 4 ή λόγον σου ποιούμενος ελέγξει σε. 29 ότι εταπείνωσας σεαυτόν. 24 θήση επί χώματι εν πέτρα και ως πέτρα χειμάρρου Σωφίρ. ή τι επάξεται ημίν ο Παντοκράτωρ. αμφίασιν δε γυμνών αφείλου· 7 ουδέ ύδωρ διψώντας επότισας. αναρίθμητοι δε σου εισιν αι αμαρτίαι. 13 και είπας· τι έγνω ο ισχυρός. 11 το φως σοι σκότος απέβη. και διασώθητι εν καθαραίς χερσί σου. 18 ος δε ενέπλησε τους οίκους αυτών αγαθών. και ουχ οραθήσεται και γύρον ουρανού διαπορεύεται. και συνεισελεύσεταί σοι εις κρίσιν. 30 ρύσεται αθωον. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1171 . δώσει δε σοι αποδούναι τας ευχάς· 28 αποκαταστήσει δε σοι δίαιταν δικαιοσύνης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωφέλεια. κοιμηθέντα δε ύδωρ σε εκάλυψε. 6 ηνεχύραζες δε τους αδελφούς σου διακενής.

ό γαρ αυτός ηθέλησε. 7 γυμνούς πολλούς εκοίμησαν άνευ ιματίων. εν δε κόλπω μου έκρυψα ρήματα αυτού. 4 είποιμι δε εμαυτού κρίμα. πεινώντων δε τον ψωμόν αφείλαντο. 3 τις δ ‘ άρα γνοίη ότι εύροιμι αυτόν και έλθοιμι εις τέλος. είτα εν απειλή μοι ου χρήσεται· 7 αλήθεια γαρ και έλεγχος παρ ‘ αυτού. και ουκ όψεται. διέκρινε δε με ωσπερ το χρυσίον. 11 εν στενοίς αδίκως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1172 . οδούς γαρ αυτού εφύλαξα και ου μη εκκλίνω 12 από ενταλμάτων αυτού και ου μη παρέλθω. και η χείρ αυτού βαρεία γέγονεν επ ‘ εμω στεναγμω. το δε στόμα μου εμπλήσαι ελέγχων· 5 γνοίην δε ιάματα. 4 εξέκλιναν αδυνάτους εξ οδού δικαίας. 16 Κύριος δε εμαλάκυνε την καρδίαν μου. 9 αριστερά ποιήσαντος αυτού και ου κατέσχον· περιβαλεί δεξιά. 6 αγρόν προ ωρας ουκ αυτών όντα εθέρισαν· αδύνατοι αμπελώνας ασεβών αμισθί και ασιτί ειργάσαντο. πέτραν περιεβάλοντο. α μοι ερεί. 10 γυμνούς δε εκοίμησαν αδίκως. εκπεπτωκότα δε εταπείνωσαν. προ προσώπου δε μου εκάλυψε γνόφος. 5 απέβησαν δε ωσπερ όνοι εν αγρω υπέρ εμού εξελθόντες την εαυτών τάξιν· ηδύνθη αυτω άρτος εις νεωτέρους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 και δη οίδα ότι εκ χειρός μου η έλεγξίς εστι. 6 και εν πολλή ισχύϊ επελεύσεταί μοι. 2 ασεβείς δε όριον υπερέβησαν ποίμνιον συν ποιμένι αρπάσαντες. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΔΙΑΤΙ δε Κύριον έλαθον ώραι. νουθετούμενος δε εφρόντισα αυτού. 3 υποζύγιον ορφανών απήγαγον και βούν χήρας ηνεχύρασαν. 9 ήρπασαν ορφανόν από μαστού. 11 εξελεύσομαι δε εν εντάλμασιν αυτού. ο δε Παντοκράτωρ εσπούδασέ με· 17 ου γαρ ήδειν ότι επελεύσεταί μοι σκότος. 14 δια τούτο επ ‘ αυτω εσπούδακα. 15 επί τούτω από προσώπου αυτού κατασπουδασθώ· κατανοήσω και πτοηθήσομαι εξ αυτού. αμφίασιν δε ψυχής αυτών αφείλαντο. εξαγάγοι δε εις τέλος το κρίμα μου· 8 εις γαρ πρώτα πορεύσομαι και ουκέτι ειμί· τα δε επ ‘ εσχάτοις τι οίδα. και εποίησε. ομοθυμαδόν δε εκρύβησαν πραείς γης. 10 είδε γαρ ήδη οδόν μου. παρά τα μη έχειν εαυτούς σκέπην. αισθοίμην δε τίνα μοι απαγγελεί. 8 από ψεκάδων ορέων υγραίνονται. τις εστιν ο αντειπών αυτω. 13 ει δε και αυτός έκρινεν ούτως.

επί τίνας δε ουκ επελεύσεται ένεδρα παρ ‘ αυτού. και νυκτός έσται ως κλέπτης. 23 μαλακισθείς μη ελπιζέτω υγιασθήναι. εμαράνθη δε ωσπερ μολόχη εν καύματι ή ωσπερ στάχυς από καλάμης αυτόματος αποπεσών. 15 και οφθαλμός μοιχού εφύλαξε σκότος λέγων· ου προνοήσει με οφθαλμός. 20 είτ ‘ ανεμνήσθη αυτού η αμαρτία. ουδέ ατραπούς αυτών επορεύθησαν. και αποκρυβήν προσώπου έθετο. άνθρωπος σαπρία και υιος ανθρώπου σκώληξ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1173 . 22 θυμω δε κατέστρεψεν αδυνάτους. ή τις αν αποκαθαρίσαι αυτόν γεννητός γυναικός. 18 ελαφρός εστιν επί πρόσωπον ύδατος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενήδρευσαν. 25 ει δε μη. οδόν δε δικαιοσύνης ουκ ήδεισαν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Βαλδάδ ο Σαυχίτης λέγει· 2 τι γαρ προοίμιον ή φόβος παρ ‘ αυτού ο ποιών την σύμπασαν εν υψίστω. 16 διώρυξεν εν σκότει οικίας· ημέρας εσφράγισαν εαυτούς. αναστάς τοιγαρούν ου μη πιστεύση κατά της εαυτού ζωής. επί γης όντων αυτών και ουκ επέγνωσαν. οδόν δε δικαίαν ουκ ήδεισαν. 4 Πως γαρ έσται δίκαιος βροτός έναντι Κυρίου. 3 μη γαρ τις υπολάβοι ότι εστί παρέκλυσις πειραταίς. αλλά πεσείται νόσω· 24 πολλούς γαρ εκάκωσε το ύψωμα αυτού. ωσπερ δε ομίχλη δρόσου αφανής εγένετο· αποδοθείη δε αυτω α έπραξε. 21 στείραν δε ουκ εύ εποίησε και γύναιον ουκ ηλέησε. 6 έα δε. ότι επιγνώσεται τάραχος σκιάς θανάτου. 13 αυτός δε διατί τούτων επισκοπήν ου πεποίηται. 5 ει σελήνη συντάσσει. 12 οί εκ πόλεως και οίκων ιδίων εξεβάλοντο. ψυχή δε νηπίων εστέναξε μέγα. τις εστιν ο φάμενος ψευδή με λέγειν και θήσει εις ουδέν τα ρήματά μου. καταραθείη η μερίς αυτών επί γης. και ουκ επιφαύσκει. συντριβείη δε πας άδικος ίσα ξύλω ανιάτω. αναφανείη δε τα φυτά αυτών 19 επί γης ξηρά· αγκαλίδα γαρ ορφανών ήρπασαν. άστρα δε ου καθαρά εναντίον αυτού. ουκ επέγνωσαν φως. 14 γνούς δε αυτών τα έργα παρέδωκεν αυτούς εις σκότος. 17 ότι ομοθυμαδόν αυτοίς το πρωϊ σκιά θανάτου.

6 δικαιοσύνη δε προσέχων ου μην προώμαι. και οι επ ‘ εμέ επανιστάμενοι. ουχ ω πολλή ισχύς και ω βραχίων κραταιός εστι. 14 ιδού ταύτα μέρη οδού αυτού. κρεμάζων γην επί ουδενός· 8 δεσμεύων ύδωρ εν νεφέλαις αυτού. και ουκ ερράγη νέφος υποκάτω αυτού· 9 ο κρατών πρόσωπον θρόνου. 6 γυμνός ο άδης ενώπιον αυτού. 9 ή την δέησιν αυτού εισακούσεται ο Θεός. ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1174 . πεποιθώς επί Κύριον άρα σωθήσεται. ου γαρ σύνοιδα εμαυτω άτοπα πράξας. πνοή δε τίνος εστίν η ελθούσα εκ σου. ου γαρ απολλάξω μου την ακακίαν μου. και επί ικμάδα λόγου ακουσόμεθα εν αυτω· σθένος δε βροντής αυτού τις οίδεν οπότε ποιήσει. πότερον. 5 μη γίγαντες μαιωθήσονται υποκάτωθεν ύδατος και των γειτόνων αυτού. και ο Παντοκράτωρ ο πικράνας μου την ψυχήν. έως αν αποθάνω. 11 στύλοι ουρανού επετάσθησαν και εξέστησαν από της επιτιμήσεως αυτού. 7 ου μην δε αλλά είησαν οι εχθροί μου ωσπερ η καταστροφή των ασεβών. 4 τίνι ανήγγειλας ρήματα. τίνι επακολουθήσεις. 3 τίνι συμβεβούλευσαι. επιστήμη δε έστρωσε το κήτος· 13 κλείθρα δε ουρανού δεδοίκασιν αυτόν. εκπετάζων επ ‘ αυτόν νέφος αυτού. ουχ ω μεγίστη δύναμις. ουχ ω πάσα σοφία. 4 μη λαλήσειν τα χείλη μου άνομα. 10 πρόσταγμα εγύρωσεν επί πρόσωπον ύδατος μέχρι συντελείας φωτός μετά σκότους. και ουκ έστι περιβόλαιον τη απωλεία. ουδέ η ψυχή μου μελετήσει άδικα 5 μη μοι είη δικαίους υμάς αποφήναι. 7 εκτείνων βορέαν επ ‘ ουδέν. 8 και τις γαρ εστιν ελπίς ασεβεί ότι επέχει. ωσπερ η απώλεια των παρανόμων. ος ούτω με κέκρικε. 12 ισχύϊ κατέπαυσε την θάλασσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΩΒ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 τίνι πρόσκεισαι ή τίνι μέλλεις βοηθείν. προστάγματι δε εθανάτωσε δράκοντα αποστάτην. 3 ή μην έτι της πνοής μου ενούσης. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΕΤΙ δε προσθείς Ιώβ είπε τω προοιμίω· 2 ζη ο Θεός. πνεύμα δε θείον το περιόν μοι εν ρινί.

και ουκ έστι. υποκάτω αυτής εστράφη ωσεί πυρ. χαλκός δε ίσα λίθω λατομείται. ου ψεύσομαι. 12 ιδού πάντες οίδατε ότι κενά κενοίς επιβάλλετε. εις σφαγήν έσονται· εάν δε και ανδρωθώσι. 23 κροτήσει επ ‘ αυτούς χείρας αυτού και συριεί αυτόν εκ του τόπου αυτού. προσαιτήσουσιν· 15 οι δε περιόντες αυτού εν θανάτω τελευτήσουσι. και παν πέρας αυτός εξακριβάζεται. και χώμα χρυσίον αυτω. τα δε χρήματα αυτού αληθινοί καθέξουσιν. και ου παρέβλεψεν αυτήν οφθαλμός γυπός· 8 και ουκ επάτησαν αυτόν υιοί αλαζόνων. ίσα δε πηλω ετοιμάση χρυσίον. και λικμήσει αυτόν εκ του τόπου αυτού. παν δε έντιμον είδέ μου ο οφθαλμός. οφθαλμούς αυτού διήνοιξε. 4 διακοπή χειμάρρου από κονίας. λίθος σκοτία και σκιά θανάτου. 18 απέβη δε οι οίκος αυτού ωσπερ σήτες και ωσπερ αράχνη. 19 πλούσιος κοιμηθήσεται και ου προσθήσει. όθεν γίνεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επελθούσης αυτω ανάγκης 10 μη έχει τινά παρρησίαν έναντι αυτού. ου παρήλθεν επ ‘ αυτής λέων. ή ως επικαλεσαμένου αυτού εισακούσεται αυτού. κατέστρεψε δε εκ ριζών όρη· 10 δίνας δε ποταμών διέρρηξε. 11 βάθη δε ποταμών ανεκάλυψεν. 9 εν ακροτόμω εξέτεινε χείρα αυτού. 14 εάν δε πολλοί γένωνται οι υιοί αυτού. οι δε επιλανθανόμενοι οδόν δικαίαν ησθένησαν. 3 τάξιν έθετο σκότει. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΕΣΤΙ γαρ αργυρίω τόπος. 6 τόπος σαπφείρου οι λίθοι αυτής. εξ αυτής εξελεύσεται άρτος. τόπος δε χρυσίου. όθεν διηθείται. ουκ έγνω αυτήν πετεινόν. α εστι παρά Παντοκράτορι. 7 τρίβος. 16 εάν συναγάγη ωσπερ γην αργύριον. 22 και επιρρίψει επ ‘ αυτόν και ου φείσεται. 20 συνήντησαν αυτω ωσπερ ύδωρ αι οδύναι. 2 σίδηρος μεν γαρ εκ γης γίνεται. 5 γη. εκ βροτών εσαλεύθησαν. κτήμα δε δυναστών ελεύσεται παρά Παντοκράτορος επ ‘ αυτούς. 13 αύτη η μερίς ανθρώπου ασεβούς παρά Κυρίου. χήρας δε αυτών ουδείς ελεήσει. έδειξε δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1175 . εκ χειρός αυτού φυγή φεύξεται. 17 ταύτα πάντα δίκαιοι περιποιήσονται. 11 αλλά δη αναγγελώ υμίν τι εστιν εν χειρί Κυρίου. νυκτί δε υφείλετο αυτόν γνόφος· 21 αναλήψεται δε αυτόν καύσων και απελεύσεται.

εν όνυχι τιμίω και σαπφείρω· 17 ουκ ισωθήσεται αυτη χρυσίον και ύαλος και το άλλαγμα αυτής σκεύη χρυσά· 18 μετέωρα και γαβίς ου μνησθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού δύναμιν εις φως. κύκλω δε μου οι παίδες· 6 ότε εχέοντο αι οδοί μου βουτύρω. ότε τω φωτί αυτού επορευόμην εν σκότει· 4 ότε ήμην επιβρίθων οδούς. 3 ως ότε ηύγει ο λύχνος αυτού υπέρ κεφαλής μου. 15 ου δώσει συγκλεισμόν αντ ‘ αυτής. εν δε πλατείαις ετίθετό μου ο δίφρος. το δε απέχεσθαι από κακών εστιν επιστήμη. ω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1176 . ετοιμάσας εξιχνίασεν. ποίος δε τόπος εστί της επιστήμης. 28 είπε δε ανθρώπω· ιδού η θεοσέβειά εστι σοφία. 23 ο Θεός εύ συνέστησεν αυτής την οδόν. ιδών ηρίθμησε και οδόν εν τινάγματι φωνάς· 27 τότε είδεν αυτήν και εξηγήσατο αυτήν. ότε ο Θεός επισκοπήν εποιείτο του οίκου μου· 5 ότε ήμην υλώδης λίαν. πρεσβύται δε πάντες έστησαν· 9 αδροί δε επαύσαντο λαλούντες. και γλώσσα αυτών τω λάρυγγι αυτών εκολλήθη· 11 ότι ους ήκουσε και εμακάρισέ με. 12 η δε σοφία πόθεν ευρέθη. 21 λέληθε πάντα άνθρωπον και από πετεινών του ουρανού εκρύβη· 22 η απώλεια και ο θάνατος είπαν· ακηκόαμεν δε αυτής το κλέος. και έλκυσον σοφίαν υπέρ τα εσώτατα· 19 ουκ ισωθήσεται αυτη τοπάζιον Αιθιοπίας. τα δε όρη μου εχέοντο γάλακτι· 7 ότε εξεπορευόμην όρθιος εν πόλει. 14 άβυσσος είπεν· ουκ ένεστιν εν εμοί· και η θάλασσα είπεν· ουκ έστι μετ ‘ εμού. δάκτυλον επιθέντες επί στόματι. χρυσίω καθαρω ου συμβασταχθήσεται. οφθαλμός δε ιδών με εξέκλινε· 12 διέσωσα γαρ πτωχόν εκ χειρός δυνάστου και ορφανω. 25 ανέμων σταθμόν ύδατος μέτρα· 26 ότι εποίησεν ούτως. 8 ιδόντες με νεανίσκοι εκρύβησαν. 10 οι δε ακούσαντες εμακάρισάν με. ουδέ μη ευρεθή εν ανθρώποις. αυτός δε οίδε τον τόπον αυτής· 24 αυτός γαρ την υπ ‘ ουρανόν πάσαν εφορά ειδώς τα εν τη γη πάντα. 13 ουκ οίδε βροτός οδόν αυτής. ων με ο Θεός εφύλαξεν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΕΤΙ δε προσθείς Ιώβ είπε τω προοιμίω· 2 τις αν με θείη κατά μήνα έμπροσθεν ημερών. και ου σταθήσεται αργύριον αντάλλαγμα αυτής· 16 και ου συμβασταχθήσεται χρυσίω ‘Ωφίρ. α εποίησεν. 20 η δε σοφία πόθεν ευρέθη. ποίος δε τόπος εστί της συνέσεως.

άτιμοι δε και πεφαυλισμένοι. 5 επανέστησάν μοι κλέπται. 9 νυνί δε κιθάρα εγώ ειμι αυτών. οίτινες άλιμα ην αυτών τα σίτα. 21 εμού ακούσαντες προσέσχον. 15 οφθαλμός ήμην τυφλών. πούς δε χωλών. δίκην δε ην ουκ ήδειν εξιχνίασα· 17 συνέτριψα δε μύλας αδίκων. και το τόξον μου εν χειρί αυτού πορεύεται. και φως του προσώπου μου ουκ απέπιπτεν· 25 εξελεξάμην οδόν αυτών και εκάθισα άρχων και κατεσκήνουν ωσεί βασιλεύς εν μονοζώνοις ον τρόπον παθεινούς παρακαλών. εκ μέσου των οδόντων αυτών άρπαγμα εξήρπασα. ου μη πιστεύσωσι. στόμα δε χήρας με ευλόγησε. επ ‘ αυτούς απώλετο συντέλεια. 8 αφρόνων υιοί και ατίμων. ούτως ούτοι την εμήν λαλιάν. ημφιασάμην δε κρίμα ίσα διπλοϊδι. 24 εάν γελάσω προς αυτούς. 3 εν ενδεία και λιμω άγονος· οι φεύγοντες άνυδρον εχθές συνοχήν και ταλαιπωρίαν. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1177 . και εμέ θρύλλημα έχουσιν· 10 εβδελύξαντο δε με αποστάντες μακράν από δε του προσώπου μου ουκ εφείσαντο πτύελον. 4 οι περικυκλούντες άλιμα επί ηχούντι. 11 ανοίξας γαρ φαρέτραν αυτού εκάκωσέ με. 13 ευλογία απολλυμένου επ ‘ εμέ έλθοι. περιχαρείς δε εγίνοντο οπόταν αυτοίς ελάλουν· 23 ωσπερ γη διψώσα προσδεχομένη τον υετόν. ενδεείς παντός αγαθού. 6 ων οι οίκοι αυτών ήσαν τρώγλαι πετρών. όνομα και κλέος εσβεσμένον από γης. οί και ρίζας ξύλων εμασσώντο υπό λιμού μεγάλου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουκ ην βοηθός. εβοήθησα. εσιώπησαν δε επί τη εμή βουλή· 22 επί τω εμω ρήματι ου προσέθεντο. 2 και γε ισχύς χειρών αυτών ινατί μοι. 14 δικαιοσύνην δε ενδεδύκειν. και δρόσος αυλισθήσεται εν τω θερισμω μου· 20 η δόξα μου κενή μετ ‘ εμού. 7 ανά μέσον ευήχων βοήσονται· οί υπό φρύγανα άγρια διητώντο. 16 εγώ ήμην πατήρ αδυνάτων. νυν νουθετούσί με εν μέρει ων εξουδένουν τους πατέρας αυτών. πολύν χρόνον βιώσω· 19 η ρίζα διήνοικται επί ύδατος. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΝΥΝΙ δε κατεγέλασάν μου ελάχιστοι. ους ουχ ηγησάμην αξίους κυνών των εμών νομάδων. 18 είπα δε· η ηλικία μου γηράσει ωσπερ στέλεχος φοίνικος.

εταίρος δε στρουθών. τα δε οστά μου από καύματος. 12 επί δεξιών βλαστού εξανέστησαν. 26 εγώ δε επέχων αγαθοίς. 3 ουχί απώλεια τω αδίκω και απαλλοτρίωσις τοις ποιούσιν ανομίαν. έστηκα δε εν εκκλησία κεκραγώς. εστέναξα ιδών άνδρα εν ανάγκαις. και απέρριψάς με από σωτηρίας. 29 αδελφός γέγονα σειρήνων. έχουσι δε με ημέραι οδυνών· 17 νυκτί δε μου τα οστά συγκέχυται. ο δε ψαλμός μου εις κλαυθμόν εμοί. 13 εξετρίβησαν τρίβοι μου. 2 και τι εμέρισεν ο Θεός άνωθεν και κληρονομία ικανού εξ υψίστων. 24 ει γαρ όφελον δυναίμην εμαυτόν χειρώσασθαι. 18 εν πολλή ισχύϊ επελάβετό μου της στολής. 27 η κοιλία μου εξέζεσε και ου σιωπήσεται. 31 απέβη δε εις πένθος μου η κιθάρα. έστησαν δε και κατενόησάν με· 21 επέβης δε μοι ανελεημόνως. 28 στένων πεπόρευμαι άνευ φιμού. 23 οίδα γαρ ότι θάνατός με εκτρίψει. τα δε νεύρά μου διαλέλυται. πόδα αυτών εξέτειναν και ωδοποίησαν επ ‘ εμέ τρίβους απωλείας αυτών. οικία γαρ παντί θνητω γη. χειρί κραταιά με εμαστίγωσας· 22 έταξας δε με εν οδύναις. 16 και νυν επ ‘ εμέ εκχυθήσεται η ψυχή μου. και ποιήσει μοι τούτο. εξέδυσαν γαρ μου την στολήν· βέλεσιν αυτού κατηκόντισέ με. οίδε δε ο Κύριος την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1178 . εν γη και σποδω μου η μερίς· 20 κέκραγα δε προς σε και ουκ ακούεις μου. 4 ουχί αυτός όψεται οδόν μου και πάντα τα διαβήματά μου εξαριθμήσεται. 15 επιστρέφονταί μου αι οδύναι. 25 εγώ δε επί παντί αδυνάτω έκλαυσα. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΔΙΑΘΗΚΗΝ εθέμην τοις οφθαλμοίς μου και ου συνήσω επί παρθένον. 19 ήγησαι δε με ίσα πηλω. 14 κέχρηται δε μοι ως βούλεται. 5 ει δε ήμην πεπορευμένος μετά γελοιαστών. ώχετό μου η ελπίς ωσπερ πνεύμα και ωσπερ νέφος η σωτηρία μου. εν οδύναις πέφυρμαι. ιδού συνήντησάν μοι μάλλον ημέραι κακών. ωσπερ το περιστόμιον του χιτώνός μου περιέσχε με. 30 το δε δέρμα μου εσκότωται μεγάλως. ή δεηθείς γε ετέρου. ει δε και εσπούδασεν ο πούς μου εις δόλον· 6 έσταμαι γαρ εν ζυγω δικαίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χαλινόν του προσώπου μου εξαπέστειλαν. προέφθασάν με ημέραι πτωχείας.

χείρα δε Κυρίου ει μη εδεδοίκειν. ει δε χείρά μου επιθείς επί στόματί μου εφίλησα. θρυλληθείην δε άρα υπό λαού μου κακούμενος. 16 αδύνατοι δε χρείαν. 22 αποσταίη άρα ο ώμός μου από της κλειδός. 25 ει δε και ευφράνθην πολλού πλούτου μοι γενομένου. συγγραφήν δε. λίαν μου χρηστού όντος· 32 έξω δε ουκ ηυλίζετο ξένος. άρριζος δε γενοίμην επί γης. ει δε και ταις χερσί μου ηψάμην δώρων. ην ποτε είχον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακακίαν μου. και εκείνοι γεγόνασι. ει δε και τω οφθαλμω επηκολούθησεν η καρδία μου. 8 σπείραιμι άρα και άλλοι φάγοισαν. 17 ει δε και τον ψωμόν μου έφαγον μόνος και ουχί ορφανω μετέδωκα· 18 ότι εκ νεότητός μου εξέτρεφον ως πατήρ. 34 ου γαρ διετράπην πολυοχλίαν πλήθους του μη εξαγορεύσαι ενώπιον αυτών· ει δε και είασα αδύνατον εξελθείν θύραν μου κόλπω κενω. εάν δε και επισκοπήν. 10 αρέσαι άρα και η γυνή μου ετέρω. 36 επ ‘ ώμοις αν περιθέμενος στέφανον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1179 . ην είχον κατά τινος. 13 ει δε και εφαύλισα κρίμα θεράποντός μου ή θεραπαίνης. η δε θύρα μου παντί ελθόντι ανέωκτο. ουκ απέτυχον. 33 ει δε και αμαρτών ακουσίως έκρυψα την αμαρτίαν μου. ει δε και λίθω πολυτελεί επεποίθησα. χήρας δε τον οφθαλμόν ουκ εξέτηξα. ου δ ‘ αν επέλθη εκ ριζών απώλεσεν. τίνα απόκρισιν ποιήσομαι. γεγόναμεν δε εν τη αυτη κοιλία. ότι εψευσάμην εναντίον Κυρίου του Υψίστου. 9 ει εξηκολούθησεν η καρδία μου γυναικί ανδρός ετέρου. ο δε βραχίων μου από του αγκώνος συντριβείη. 14 τι γαρ ποιήσω. κρινομένων αυτών προς με. 15 πότερον ουχ ως και εγώ εγενόμην εν γαστρί. 24 ει έταξα χρυσίον εις χουν μου. ου γαρ επ ‘ αυτοίς εστιν. 35 τις δώη ακούοντά μου. ει και εγκάθετος εγενόμην επί θύραις αυτής. και εκ γαστρός μητρός μου ωδήγησα· 19 ει δε και υπερείδον γυμνόν απολλύμενον και ουκ ημφίασα αυτόν. ει δε και επ ‘ αναριθμήτοις εθέμην χείρά μου· 26 ή ουχ ορώ μεν ήλιον τον επιφαύσκοντα εκλείποντα. 7 ει εξέκλινεν ο πούς μου εκ της οδού. 29 ει δε και επιχαρής εγενόμην πτώματι εχθρών μου και είπεν η καρδία μου· εύγε. 31 ει δε και πολλάκις είπον αι θαράπαιναί μου· τις αν δώη ημίν των σαρκών αυτού πλησθήναι. σελήνην δε φθίνουσαν. 23 φόβος γαρ Κυρίου συνέσχε με. από του λήμματος αυτού ουχ υποίσω. τα δε νήπιά μου ταπεινωθείη· 11 θυμός γαρ οργής ακατάσχετος το μιάναι ανδρός γυναίκα· 12 πυρ γαρ εστι καιόμενον επί πάντων των μερών. 28 και τούτό μοι άρα ανομία η μεγίστη λογισθείη. εάν έτασίν μου ποιήται ο Κύριος. 30 ακούσαι άρα το ους μου την κατάραν μου. 27 και ει ηπατήθη λάθρα η καρδία μου. 20 αδύνατοι δε ει μη ευλόγησάν με. πεποιθώς ότι πολλή μοι βοήθεια περίεστιν. από δε κουράς αμνών μου εθερμάνθησαν οι ώμοι αυτών· 21 ει επήρα ορφανω χείρα.

3 και κατά των τριών δε φίλων ωργίσθη σφόδρα. 7 είπα δε ότι ουχ ο χρόνος εστίν ο λαλών. ει δε και οι αύλακες αυτής έκλαυσαν ομοθυμαδόν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΗΣΥΧΑΣΑΝ δε και οι τρεις φίλοι αυτού έτι αντειπείν Ιώβ. 40 αντί πυρού άρα εξέλθοι μοι κνίδη. 12 και μέχρι υμών συνήσω. εν πολλοίς δε έτεσι οίδασι σοφίαν. διότι ουκ ηδυνήθησαν αποκριθήναι αντίθετα Ιώβ και έθεντο αυτόν είναι ασεβή. διότι απέφηνεν εαυτόν δίκαιον εναντίον Κυρίου. και αναγγελώ υμίν α οίδα. ουδ ‘ οι γέροντες οίδασι κρίμα. 37 και ει μη ρήξας αυτήν απέδωκα. 13 ίνα μη είπητε· εύρομεν σοφίαν Κυρίω προσθέμενοι· 14 ανθρώπω δε επετρέψατε λαλήσαι τοιαύτα ρήματα. ει δε και ψυχήν κυρίου της γης εκβαλών ελύπησα. ου γαρ ελάλησαν· ότι έστησαν. 39 ει δε και την ισχύν αυτής έφαγον μόνος άνευ τιμής. 16 υπέμεινα. ουθέν λαβών παρά χρεωφειλέτου· 38 ει επ ‘ εμοί ποτε η γη εστέναξεν. άχρις ου ετάσητε λόγους. ουκ απεκρίθησαν. 6 υπολαβών δε Ελιούς ο του Βαραχιήλ ο Βουζίτης είπε· νεώτερος μεν ειμι τω χρόνω. 15 επτοήθησαν. 11 ενωτίζεσθέ μου τα ρήματα· ερώ γαρ υμών ακουόντων. και επαύσατο Ιώβ ρήμασιν. και εθυμώθη οργή αυτού. αντί δε κριθής βάτος. πνοή δε Παντοκράτορός εστιν η διδάσκουσα· 9 ουχ οι πολυχρόνιοί εισι σοφοί. 2 ωργίσθη δε Ελιούς ο του Βαραχιήλ ο Βουζίτης εκ της συγγενείας Ράμ της Αυσίτιδος χώρας· ωργίσθη δε τω Ιώβ σφόδρα. 8 αλλά πνεύμά εστιν εν βροτοίς. ότι πρεσβύτεροι αυτού εισιν ημέραις. και ιδού ουκ ην τω Ιώβ ελέγχων ανταποκρινόμενος ρήματα αυτού εξ υμών. 4 Ελιούς δε υπέμεινε δούναι απόκρισιν Ιώβ. ολέκει γαρ με το πνεύμα της γαστρός· 19 η δε γαστήρ μου ωσπερ ασκός γλεύκους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1180 . υμείς δε εστε πρεσβύτεροι· διό ησύχασα φοβηθείς του υμίν αναγγείλαι την εμαυτού επιστήμην. 17 υπολαβών δε Ελιούς λέγει· πάλιν λαλήσω· 18 πλήρης γαρ ειμι ρημάτων. ουκ απεκρίθησαν έτι. επαλαίωσαν εξ αυτών λόγους. 5 και είδεν ότι ουκ έστιν απόκρισις εν στόματι των τριών ανδρών. 10 διό είπα· ακούσατέ μου. ην γαρ Ιώβ δίκαιος εναντίον αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανεγίνωσκον.

13 λέγεις δε· διατί της δίκης μου ουκ επακήκοέ μου παν ρήμα. 7 ουχ ο φόβος μου σε στροβήσει. και ουκ επακήκοέ μου. εν δε τω δευτέρω 15 ενύπνιον. 3 καθαρά μου η καρδία ρήμασι. 6 εκ πηλού διήρτισαι συ ως και εγώ. ως όταν επιπίπτη δεινός φόβος επ ‘ ανθρώπους επί νυσταγμάτων επί κοίτης. 14 εν γαρ τω άπαξ λαλήσαι ο Κύριος. σύνεσις δε χειλέων μου καθαρά νοήσει. εν είδεσι φόβου τοιούτοις αυτούς εξεφόβησεν 17 αποστρέψαι άνθρωπον από αδικίας. 18 εφείσατο δε της ψυχής αυτού από θανάτου και μη πεσείν αυτόν εν πολέμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζέων δεδεμένος ή ωσπερ φυσητήρ χαλκέως ερρηγώς. 10 μέμψιν δε κατ ‘ εμού εύρεν. 9 διότι λέγεις· καθαρός ειμι ουχ αμαρτών. τα ρήματά μου και λαλιάν ενωτίζου μου· 2 ιδού γαρ ήνοιξα το στόμα μου. Ιώβ. 16 τότε ανακαλύπτει νουν ανθρώπων. εκ του αυτού διηρτίσμεθα. αιώνιος γαρ εστιν ο επάνω βροτών. 20 λαλήσω. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΟΥ μην δε αλλά άκουσον. πνοή δε Παντοκράτορος η διδάσκουσά με. 5 εάν δύνη. και ελάλησεν η γλώσσά μου. το δε σώμα αυτού από πτώματος ερρύσατο. ή εν μελέτη νυκτερινή. φωνήν ρημάτων σου ακήκοα. δος μοι απόκρισιν προς ταύτα· υπόμεινον. 8 πλήν είπας εν ωσί μου. 21 έως αν σαπώσιν αυτού αι σάρκες και αποδείξη τα οστά αυτού κενά· 22 ήγγισε δε εις θάνατον η ψυχή αυτού. 23 εάν ώσι χίλιοι άγγελοι θανατηφόροι. ουδέ η χείρ μου βαρεία έσται επί σοί. και εμέ σήτες έδονται. η δε ζωή αυτού εν άδη. εφύλαξε δε μου πάσας τας οδούς· 12 Πως γαρ λέγεις· δίκαιός ειμι. αναγγείλη δε ανθρώπω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1181 . ίνα αναπαύσωμαι ανοίξας τα χείλη· 21 άνθρωπον γαρ ου μη αισχυνθώ. ήγηται δε με ωσπερ υπεναντίον· 11 έθετο δε εν ξύλω τον πόδα μου. εις αυτών ου μη τρώση αυτόν· εάν νοήση τη καρδία επιστραφήναι προς Κύριον. στήθι κατ ‘ εμέ και εγώ κατά σε. άμεμπτός ειμι. ου γαρ ηνόμησα. 19 πάλιν δε ήλεγξεν αυτόν επί μαλακία επί κοίτης και πλήθος οστών αυτού ενάρκησε· 20 παν δε βρωτόν σίτου ου μη δύνηται προσδέξασθαι και η ψυχή αυτού βρώσιν επιθυμήσει. 4 πνεύμα θείον το ποιήσάν με. αλλά μην ουδέ βροτόν ου μη εντραπώ· 22 ου γαρ επίσταμαι θαυμάσαι πρόσωπα· ει δε μη.

8 ουχ αμαρτών ουδέ ασεβήσας ή οδού κοινωνήσας μετά ποιούντων τα άνομα του πορευθήναι μετά ασεβών. θέλω γαρ δικαιωθήναί σε. αποκρίθητί μοι· λάλησον. 24 ανθέξεται του μη πεσείν εις θάνατον. 27 είτα τότε απομέμψεται άνθρωπος αυτός εαυτω λέγον· οία συνετέλουν και ουκ άξια ήτασέ με ων ήμαρτον.τι καλόν. γνώμεν ανά μέσον εαυτών ό. 28 σώσον ψυχήν μου του μη ελθείν εις διαφθοράν. ότι ουκ έσται επισκοπή ανδρός και επισκοπή αυτω παρά Κυρίου. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιούς λέγει· 2 ακούσατέ μου. και δεκτά αυτω έσται. ή ο Παντοκράτωρ ταράξει κρίσιν. 10 διό. ανανεώσει δε αυτού το σώμα ωσπερ αλοιφήν επί τοίχου. 31 ενωτίζου. και λάρυγξ γεύεται βρώσιν. 14 ει γαρ βούλοιτο συνέχειν και το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1182 . 29 ιδού ταύτα πάντα εργάται ο ισχυρός οδούς τρεις μετά ανδρός. 4 κρίσιν ελώμεθα εαυτοίς. ενωτίζεσθε το καλόν· 3 ότι ους λόγους δοκιμάζει. και εν τρίβω ανδρός ευρήσει αυτόν. αποκαταστήσει δε αυτόν ανδρωθέντα εν ανθρώποις. συνετοί καρδίας ακούσατέ μου· μη μοι είη έναντι Κυρίου ασεβήσαι και έναντι Παντοκράτορος ταράξαι το δίκαιον· 11 αλλά αποδιδοί ανθρώπω καθά ποιεί έκαστος αυτών. 30 και ερρύσατο την ψυχήν μου εκ θανάτου. την δε άνοιαν αυτού δείξη. 12 οίει δε τον Κύριον άτοπα ποιήσειν. και η ζωή μου φως όψεται. 33 ει μη. και άκουέ μου· κώφευσον. 9 μη γαρ είπης. 7 τις ανήρ ωσπερ Ιώβ. συ άκουσόν μου· κώφευσον και διδάξω σε σοφίαν. τα δε οστά αυτού εμπλήσει μυελού· 25 απαλυνεί δε αυτού τας σάρκας ωσπερ νηπίου. 5 ότι είρηκεν Ιώβ· δίκαιός ειμι. ίνα η ζωή μου εν φωτί αινή αυτόν. ος εποίησε την γην. 6 εψεύσατο δε τω κρίματί μου. πίνων μυκτηρισμόν ωσπερ ύδωρ. βίαιον το βέλος μου άνευ αδικίας. εισελεύσεται προσώπω ιλαρω συν εξηγορία· αποδώσει δε ανθρώποις δικαιοσύνην. και εγώ ειμι λαλήσω. 32 ει εισί σοι λόγοι. 26 ευξάμενος δε προς Κύριον. 13 τις δε εστιν ο ποιών την υπ ‘ ουρανόν και τα ενόντα πάντα. ο Κύριος απήλλαξέ μου το κρίμα. Ιώβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την εαυτού μέμψιν. σοφοί· επιστάμενοι.

17 ιδέ συ τον μισούντα άνομα και τον ολλύντα τους πονηρούς όντα αιώνιον δίκαιον. 22 ουδέ έσται τόπος του κρυβήναι τους ποιούντας τα άνομα· 23 ότι ουκ απ ‘ άνδρα θήσει έτι· 24 ο γαρ Κύριος πάντας εφορά ο καταλαμβάνων ανεξιχνίαστα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πνεύμα παρ ‘ αυτω κατασχείν. 33 μη παρά σου αποτίσει αυτήν. ότι απώση. και τις καταδικάσεται. τα ρήματα αυτού ουκ εν επιστήμη. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιούς λέγει· 2 τι τούτο ηγήσω εν κρίσει. 7 ότι εξέκλιναν εκ νόμου Θεού. 20 κενά δε αυτοίς αποβήσεται το κεκραγέναι και δείσθαι ανδρός· εχρήσαντο γαρ παρανόμως εκκλινομένων αδυνάτων. πολλά λαλούντων ρήματα εναντίον του Κυρίου. Ιώβ. ασεβέστατε. και ουκ εγώ· και τι έγνως. και τις όψεται αυτόν. ανομία δε εφ ‘ ημίν λογισθήσεται. συ δείξόν μοι. όθεν και επλάσθη. ενωτίζου φωνήν ρημάτων. 21 αυτός γαρ ορατής εστιν έργων ανθρώπων. 18 ασεβής ο λέγων βασιλεί· παρανομείς. και κραυγήν πτωχών εισακούσεται. 31 ότι προς τον ισχυρόν ο λέγων· είληφα. 37 ίνα μη προσθώμεν εφ ‘ αμαρτίαις ημών. τοις άρχουσιν· 19 ος ουκ επησχύνθη πρόσωπον εντίμου. και κατά έθνους και κατά ανθρώπου ομού 30 βασιλεύων άνθρωπον υποκριτήν από δυσκολίας λαού. 35 Ιώβ δε ουκ εν συνέσει ελάλησε. πας δε βροτός εις γην απελεύσεται. ανήρ δε σοφός ακήκοέ μου το ρήμα. ει αδικίαν ειργασάμην. 36 ου μην δε αλλά μάθε. συ τις ει ότι είπας· δίκαιός ειμι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1183 . 34 διό συνετοί καρδίας ερούσι ταύτα. ουδέ οίδε τιμήν θέσθαι αδροίς θαυμασθήναι πρόσωπα αυτών. και κρύψει πρόσωπον. ουκ ενεχυράσω· 32 άνευ εμαυτού όψομαι. 26 έσβεσε δε ασεβείς. 16 ει δε μη νουθετη. λάλησον. ωσπερ οι άφρονες. ένδοξά τε και εξαίσια. ων ουκ έστιν αριθμός· 25 ο γνωρίζων αυτών τα έργα και στρέψει νύκτα και ταπεινωθήσονται. άκουε ταύτα. ου μη προσθήσω. λέληθε δε αυτόν ουδέν ων πράσσουσιν. μη δως έτι ανταπόκρισιν. ότι συ εκλέξη. 29 και αυτός ησυχίαν παρέξει. δικαιώματα δε αυτού ουκ επέγνωσαν 28 του επαγαγείν επ ‘ αυτόν κραυγήν πενήτων. 15 τελευτήσει πάσα σάρξ ομοθυμαδόν. ορατοί δε εναντίον αυτού.

συντελέσουσι τας ημέρας αυτών εν αγαθοίς και τα έτη αυτών εν ευπρεπείαις. και ου μη εισακούση και από ύβρεως πονηρών. 10 και ουκ είπε· που εστιν ο Θεός ο ποιήσας με. τι πράξεις. κρίθητι δε εναντίον αυτού. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΠΡΟΣΘΕΙΣ δε έτι Ελιούς λέγει· 2 μείνόν με μικρόν έτι. 9 από πλήθους συκοφαντούμενοι κεκράξονται. 7 ουκ αφελεί από δικαίου οφθαλμούς αυτού· και μετά βασιλέων εις θρόνον και καθιεί αυτούς εις νίκος. ή τι εκ χειρός σου λήψεται. και ουκ έγνω παράπτωμά τι σφόδρα· 16 και Ιώβ ματαίως ανοίγει το στόμα αυτού. 4 ανάβλεψον εις τον ουρανόν και ιδέ. κατάμαθε δε νέφη ως υψηλά από σου. έργοις δε μου δίκαια ερώ επ ‘ αληθείας 4 και ουκ άδικα ρήματα αδίκως συνιείς. 12 εκεί κεκράξονται. 13 άτοπα γαρ ου βούλεται ιδείν ο Κύριος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1184 . 12 ασεβείς δε ου διασώζει παρά το μη βούλεσθαι αυτούς ειδέναι τον Κύριον και διότι νουθετούμενοι ανήκοοι ήσαν. ο κατατάσσων φυλακάς νυκτερινάς. εν αγνωσία ρήματα βαρύνει. από δε πετεινών ουρανού. ως εστι. 9 και αναγγελεί αυτοίς τα έργα αυτών και τα παραπτώματα αυτών. και υιω ανθρώπου η δικαιοσύνη σου. ει δε και πολλά ηνόμησας. δυνατός ισχύϊ καρδίας 6 ασεβή ου μη ζωοποιήσει και κρίμα πτωχών δώσει. 10 αλλά του δικαίου εισακούσεται· και είπεν ότι επιστραφήσονται εξ αδικίας. 5 γίνωσκε δε ότι ο Κύριος ου μη αποποιήσηται τον άκακον. 15 και νυν ότι ουκ έστιν επισκεπτόμενος οργήν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έναντι Κυρίου. 8 ανδρί τω ομοίω σου η ασέβειά σου. 11 εάν ακούσωσι και δουλεύσωσι. 3 αναλαβών την επιστήμην μου μακράν. ότι ισχύσουσιν. 7 επεί δε ουν δικαιος ει. 11 ο διορίζων με από τετραπόδων γης. 13 και υποκριταί καρδία τάξουσι θυμόν· ου βοήσονται. 3 εγώ σοι δώσω απόκρισιν και τοις τρισί φίλοις σου. ει δύνασαι αυτόν αινέσαι. βοήσονται από βραχίονος πολλών. 8 και οι πεπεδημένοι εν χειροπέδαις συσχεθήσονται εν σχοινίοις πενίας. και υψωθήσονται. αυτός γαρ ο Παντοκράτωρ 14 ορατής εστι των συντελούντων τα άνομα και σώσει με. τι δώσεις αυτω. τι δύνασαι ποιήσαι. ίνα διδάξω σε· έτι γαρ εν εμοί εστι λέξις. 5 ει ήμαρτες.

και κατέβη τράπεζά σου πλήρης πιότητος. ισότητα σκηνής αυτού. ή τις ο ειπών· έπραξεν άδικα. εσκίασε δε νέφη επί αμυθήτων βροτών. και το φως αυτού επί πτερύγων της γης. 24 μνήσθητι. ότι ακούσει φωνήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1185 . 23 τις δε εστιν ο ετάζων αυτού τα έργα. και ου γνωσόμεθα· αριθμός ετών αυτού. 22 ιδού ο Ισχυρός κραταιώσει εν ισχύϊ αυτού· τις γαρ εστι κατ ‘ αυτόν δυνάστης. 32 επί χειρών εκάλυψε φως και ενετείλατο περί αυτής εν απαντώντι· 33 αναγγελεί περί αυτού φίλον αυτού Κύριος. όσοι τιτρωσκόμενοί εισι βροτοί. 14 αποθάνοι τοίνυν εν νεότητι η ψυχή αυτών. 4 οπίσω αυτού βοήσεται φωνή. 19 μη σε εκκλινάτω εκών ο νους δεήσεως εν ανάγκη όντων αδυνάτων. και πάντας τους κραταιούντας ισχύν. 28β επί τούτοις πάσιν ουκ εξίσταταί σου η διάνοια ουδέ διαλλάσσεταί σου η καρδία από σώματος. 29 και εάν συνή απεκτάσεις νεφέλης. 25 πας άνθρωπος είδεν εν εαυτω. και απέραντος. δώσει τροφήν τω ισχύοντι. 16 και προσέτι ηπάτησέ σε εκ στόματος εχθρού· άβυσσος. 26 ιδού ο Ισχυρός πολύς. η δε ζωή αυτών τιτρωσκομένη υπό αγγέλων. κατάχυσις υποκάτω αυτής. 15 ανθ ‘ ων έθλιψαν ασθενή και αδύνατον. 2 άκουε ακοήν εν οργή θυμού Κυρίου. οίδασι δε κοίτης τάξιν. 18 θυμός δε επ ‘ ασεβείς έσται δι ‘ ασέβειαν δώρων. 3 υποκάτω παντός του ουρανού η αρχή αυτού. και επιχυθήσονται υετω εις νεφέλην· 28 ρυήσονται παλαιώματα. και μελέτη εκ στόματος αυτού εξελεύσεται. κτήσις και περί αδικίας. ων ήρξαν άνδρες. 27 αριθμηταί δε αυτω σταγόνες υετού. βροντήσει εν φωνή ύβρεως αυτού. κρίμα δε πραέων εκθήσει. ων εδέχοντο επ ‘ αδικίαις. 28α ωραν έθετο κτήνεσιν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΚΑΙ από ταύτης εταράχθη η καρδία μου και απερρύη εκ του τόπου αυτής. 30 ιδού εκτενεί επ ‘ αυτόν ηδώ και ριζώματα της θαλάσσης εκάλυψεν· 31 εν γαρ αυτοίς κρινεί λαούς. 20 μη εξελκύσης την νύκτα του αναβήναι λαούς αντ ‘ αυτών· 21 αλλά φύλαξαι μη πράξης άτοπα· επί τούτων γαρ εξείλω από πτωχείας. και ουκ ανταλλάξει αυτούς. 17 ουχ υστερήσει δε από δικαίων κρίμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι έδησεν αυτούς. ότι μεγάλα εστίν αυτού τα έργα.

από δε ακρωτηρίων ψύχος. 19 διατί. τις δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1186 . 4 που ης εν τω θεμελιούν με την γην. απάγγειλον δε μοι ει επίστη σύνεσιν. ίνα γνω πας άνθρωπος την εαυτού ασθένειαν. 10 και από πνοής ισχυρού δώσει πάγος. συ δε μοι αποκρίθητι. εάν εις την γην αυτού. Ιώβ· στήθι νουθετούμενος δύναμιν Κυρίου. εξαίσια δε πτώματα πονηρών. 14 ενωτίζου ταύτα. 24 διό φοβηθήσονται αυτόν οι άνθρωποι. 17 σου δε η στολή θερμή. τηλαυγές εστιν εν τοις παλαιώμασιν. και χειμών υετών δυναστείας αυτού. 12 και αυτός κυκλώματα διαστρέψει. ταύτα συντέτακται παρ ‘ αυτού επί της γης. ει οίδας. 16 επίσταται δε διάκρισιν νεφών. και χειμών υετός. ισχυραί ως όρασις επιχύσεως. ησυχάζεται δε επί της γης. 18 στερεώσεις μετ ‘ αυτού εις παλαιώματα. ίνα άνθρωπον εστηκώς κατασιωπήσω. ή τις ο επαγαγών σπαρτίον επ ‘ αυτής. 20 μη βίβλος ή γραμματεύς μοι παρέστηκεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. 8 εισήλθε δε θηρία υπό την σκέπην. 15 οίδαμεν ότι ο Θεός έθετο έργα αυτού φως ποιήσας εκ σκότους. 21 πάσι δε ουχ ορατόν το φως. συνέχων δε ρήματα εν καρδία. ωσπερ το παρ ‘ αυτού επί νεφών. 5 τις έθετο τα μέτρα αυτής. 23 και ουχ ευρίσκομεν άλλον όμοιον τη ισχύϊ αυτού· ο τα δίκαια κρίνων. 7 εν χειρί παντός ανθρώπου κατασφραγίζει. 6 συντάσσων χιόνι· γίνου επί γης. 13 εάν εις παιδείαν. 3 ζώσαι ωσπερ ανήρ την οσφύν σου. εμέ δε οίεται κρύπτειν. 22 από βορρά νέφη χρυσαυγούντα· επί τούτοις μεγάλη η δόξα και τιμή Παντοκράτορος. διασκορπιεί νέφος φως αυτού. δίδαξόν με. τι ερούμεν αυτω· και παυσώμαθε πολλά λέγοντες. ουκ οίει επακούειν αυτόν. 9 εκ ταμιείων επέρχονται οδύναι. οιακίζει δε το ύδωρ ως εάν βούληται· 11 και εκλεκτόν καταπλάσσει νεφέλη. ησύχασαν δε επί κοίτης. ερωτήσω δε σε. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΜΕΤΑ δε το παύσασθαι Ελιούν της λέξεως είπεν ο Κύριος τω Ιώβ δια λαίλαπος και νεφών· 2 τις ούτος ο κρύπτων με βουλήν. εάν εις έλεος ευρήσει αυτόν. 6 επί τίνος οι κρίκοι αυτής πεπήγασι. πάντα όσα αν εντείληται αυτοίς. εν θεεβουλαθώθ εις έργα αυτών. 5 βροντήσει ο ισχυρός εν φωνή αυτού θαυμάσια· εποίησε γαρ μεγάλα α ουκ ήδειμεν. φοβηθήσονται δε αυτόν και οι σοφοί καρδία.

αλλ ‘ εν σεαυτη συντριβήσεταί σου τα κύματα. 11 είπα δε αυτη· μέχρι τούτου ελεύση και ουχ υπερβήση. 27 του χορτάσαι άβατον και αοίκητον και του εκβλαστήσαι έξοδον χλόης. 41 τις δε ητοίμασε κόρακι βοράν. πυλωροί δε άδου ιδόντες σε έπτηξαν. 10 εθέμην δε αυτη όρια. οδόν δε κυδοιμών 26 του υετίσαι επί γην. 15 αφείλες δε από ασεβών το φως. 21 οίδας άρα ότι τότε γεγέννησαι. 19 εν ποία δε γη αυλίζεται το φως. ου ουκ ανήρ. πόση τις εστι. 39 θηρεύσεις δε λέουσι βοράν. ήνεσάν με φωνή μεγάλη πάντες άγγελοί μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1187 . σκότους δε ποίος ο τόπος. εκτινάξαι ασεβείς εξ αυτής. ου ουχ υπάρχει άνθρωπος εν αυτη. 38 κέχυται δε ωσπερ γη κονία. 7 ότε εγενήθησαν άστρα. 18 νενουθέτησαι δε το εύρος της υπ ‘ ουρανόν. ουρανόν δε εις γην έκλινε. 16 ήλθες δε επί πηγήν θαλάσσης. έρημον. κεκόλληκα δε αυτόν ωσπερ λίθω κύβον. 37 τις δε ο αριθμών νέφη σοφία. 9 εθέμην δε αυτη νέφος αμφίασιν. 29 εκ γαστρός δε τίνος εκπορεύεται ο κρύσταλλος. τις δε εστιν ο τετοκώς βώλους δρόσου. 22 ήλθες δε επί θησαυρούς χιόνος. εωσφόρος δε είδε την εαυτού τάξιν 13 επιλαβέσθαι πτερύγων γης. 23 απόκειται δε σοι εις ωραν εχθρών εις ημέραν πολέμων και μάχης. 20 ει αγάγοις με εις όρια αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εστιν ο βαλών λίθον γωνιαίον επ ‘ αυτής. θησαυρούς δε χαλάζης εώρακας. ψυχάς δε δρακόντων εμπρήσεις. περιθείς κλείθρα και πύλας. 36 τις δε έδωκε γυναιξίν υφάσματος σοφίαν ή ποικιλτικήν επιστήμην. 14 ή συ λαβών γην πηλόν έπλασας ζωον και λαλητόν αυτόν έθου επί γης. τα σίτα ζητούντες. εν δε ίχνεσιν αβύσσου περιεπάτησας. 34 καλέσεις δε νέφος φωνή. 40 δεδοίκασι γαρ εν κοίταις αυτών. ει δε και επίστασαι τρίβους αυτών. 31 συνήκας δε δεσμόν Πλειάδος και φραγμόν ‘Ωρίωνος ήνοιξας. 30 ή καταβαίνει ωσπερ ύδωρ ρέον. βραχίονα δε υπερηφάνων συνέτριψας. κάθηνται δε εν ύλαις ενεδρεύοντες. πρόσωπον ασεβούς τις έπληξε. αριθμός δε ετών σου πολύς. πάχνην δε εν ουρανω τις τέτοκεν. 24 πόθεν δε εκπορεύεται πάχνη ή διασκεδάννυται νότος εις την υπ ‘ ουρανόν. νεοσσοί γαρ αυτού προς Κύριον κεκράγασι πλανώμενοι. 32 ή διανοίξεις μαζουρώθ εν καιρω αυτού και Έσπερον επί κόμης αυτού άξεις αυτά. ερούσι δε σοι· τι εστι. ότε εμαιούτο εκ κοιλίας μητρός αυτής εκπορευομένη. 8 έφραξα δε θάλασσαν πύλαις. 12 ή επί σου συντέταχα φέγγος πρωϊνόν. 25 τις δε ητοίμασεν υετω λάβρω ρύσιν. ανάγγειλον δη μοι. 35 αποστελείς δε κεραυνούς και πορεύσονται. ομίχλη δε αυτήν εσπαργάνωσα. και τρόμω ύδατος λάβρου υπακούσεταί σου. 33 επίστασαι δε τροπάς ουρανού ή τα υπ ‘ ουρανόν ομοθυμαδόν γινόμενα. 28 τις εστιν υετού πατήρ. 17 ανοίγονταί δε σοι φόβω πύλαι θανάτου.

καθορών τα προς νότον. δόξαν δε στηθέων αυτού τόλμη. ότι πολλή η ισχύς αυτού. 5 τις δε εστιν ο αφείς όνον άγριον ελεύθερον. 11 πέποιθας δε επ ‘ αυτω. 9 βουλήσεται δε σοι μονόκερως δουλεύσαι ή κοιμηθήναι επί φάτνης σου. ωδίνας δε αυτών εξαποστελείς. 18 κατά καιρόν εν ύψει υψώσει. και τα σκηνώματα αυτού αλμυρίδα· 7 καταγελών πολυοχλίας πόλεως. 13 πτέρυξ τερπομένων νεέλασα. εάν συλλάβη ασίδα και νέσσα· 14 ότι αφήσει εις γην τα ωά αυτής και επί χουν θάλψει 15 και επελάθετο ότι πούς σκορπιεί και θηρία αγρού καταπατήσει· 16 απεσκλήρυνε τα τέκνα εαυτής. 27 επί δε σω προστάγματι υψούται αετός. πόρρωθεν δε οσφραίνεται πολέμου συν άλματι και κραυγή. 24 και οργή αφανιεί την γην και ου μη πιστεύσει. 3 εξέθρεψας δε αυτών τα παιδία έξω φόβου. εκπορεύεται δε εις πεδίον εν ισχύϊ· 22 συναντών βασιλεί καταγελά και ου μη αποστραφή από σιδήρου· 23 επ ‘ αυτω γαυριά τόξον και μάχαιρα. 4 απορρήξουσι τα τέκνα αυτών. και ου μη ανακάμψουσιν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ 1 ΕΙ έγνως καιρόν τοκετού τραγελάφων πέτρας. ωστε μη εαυτήν. 12 πιστεύσεις δε ότι αποδώσει σοι τον σπόρον. δεσμούς δε αυτού τις έλυσεν. 26 εκ δε της σής επιστήμης έστηκεν ιέραξ. 2 ηρίθμησας δε μήνας αυτών πλήρεις τοκετού αυτών. ενέδυσας δε τραχήλω αυτού φόβον. εις κενόν εκοπίασεν άνευ φόβου· 17 ότι κατεσιώπησεν αυτη ο Θεός σοφίαν και ουκ επεμέρισεν αυτη εν τη συνέσει. 8 κατασκέψεται όρη νομήν αυτού και οπίσω παντός χλωρού ζητεί. ακίνητος. μέμψιν δε φορολόγου ουκ ακούων. 19 ή συ περιέθηκας ίππω δύναμιν. 10 δήσεις δε εν ιμάσι ζυγόν αυτού ή ελκύσει σου αύλακας εν πεδίω. αναπετάσας τας πτέρυγας. ωδίνας δε αυτών έδυσας. εισοίσει δε σου τον άλωνα. επαφήσεις δε αυτω τα έργα σου. 21 ανορύσσων εν πεδίω γαυριά. 6 εθέμην δε την δίαιταν αυτού έρημον. έως αν σημάνη σάλπιγξ· 25 σάλπιγγος δε σημαινούσης λέγει· εύγε. 20 περιέθηκας δε αυτω πανοπλίαν. γύψ δε επί νοσσιάς αυτού καθεσθείς αυλίζεται 28 επ ‘ εξοχή πέτρας και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1188 . πληθυνθήσονται εν γεννήματι· εξελεύσονται. εφύλαξας δε ωδίνας ελάφων. καταγελάσεται ίππου και του επιβάτου αυτού.

συ δε μοι απόκριναι· 8 μη αποποιού μου το κρίμα. 16 ιδού δη η ισχύς αυτού επ ‘ οσφύϊ. ψελλίω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1189 . ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΚΑΙ απεκρίθη Κύριος ο Θεός τω Ιώβ και είπε· 2 μη κρίσιν μετά ικανού εκκλινεί. 29 εκείσε ων ζητεί τα σίτα. ελέγχων δε Θεόν αποκριθήσεται αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκρύφω. 25 άξεις δε δράκοντα εν αγκίστρω. παρά πάπυρον και κάλαμον και βούτομον. ου δ ‘ αν ώσι τεθνεώτες. 9 ή βραχίων σοί εστι κατά του Κυρίου. 26 ει δήσεις κρίκον εν τω μυκτήρι αυτού. 23 εάν γένηται πλήμμυρα. παραχρήμα ευρίσκονται. σήψον δε ασεβείς παραχρήμα. περιθήσεις δε φορβαίαν περί ρίνα αυτού. 20 επελθών δε επ ‘ όρος ακρότομον εποίησε χαρμονήν τετράποσιν εν τω ταρτάρω. δόξαν δε και τιμήν αμφίασαι. ή φωνή κατ ‘ αυτόν βροντάς. εγώ δε τίνα απόκρισιν δώ προς ταύτα. η δε ράχις αυτού σίδηρος χυτός. ερωτήσω δε σε. 10 ανάλαβε δη ύψος και δύναμιν. 6 έτι δε υπολαβών ο Κύριος είπε τω Ιώβ εκ του νέφους· 7 μη. πεποιημένον εγκαταπαίζεσθαι υπό των αγγέλων αυτού. χείρα θήσω επί στόματί μου· 5 άπαξ λελάληκα. ενσκολιευόμενος τρήσει ρίνα. η δε δύναμις αυτού επ ‘ ομφαλού γαστρός· 17 έστησεν ουράν ως κυπάρισσον. οίει δε με άλλως σοι κεχρηματικέναι ή ίνα αναφανής δίκαιος. 19 τούτ ‘ έστιν αρχή πλάσματος Κυρίου. 3 υπολαβών δε Ιώβ λέγει τω Κυρίω· 4 τι έτι εγώ κρίνομαι. 24 εν τω οφθαλμω αυτού δέξεται αυτόν. 21 υπό παντοδαπά δένδρα κοιμάται. ου μη αισθηθή· πέποιθεν ότι προσκρούσει ο Ιορδάνης εις το στόμα αυτού. 13 κρύψον δε εις γην ομοθυμαδόν. νουθετούμενος και ελέγχων Κύριον. τα δε πρόσωπα αυτών ατιμίας έμπλησον· 14 ομολογήσω ότι δύναται η δεξιά σου σώσαι. 15 αλλά δη ιδού θηρία παρά σοι. χόρτον ίσα βουσίν εσθίουσιν. πόρρωθεν οι οφθαλμοί αυτού σκοπεύουσι· 30 νεοσσοί δε αυτού φύρονται εν αίματι. πάντα δε υβριστήν ταπείνωσον· 12 υπερήφανον δε σβέσον. επί δε τω δευτέρω ου προσθήσω. 22 σκιάζονται δε εν αυτω δένδρα μεγάλα συν ραδάμνοις και κλώνες αγρού. ακούων τοιαύτα ουθέν ων. τα δε νεύρα αυτού συμπέπλεκται· 18 αι πλευραί αυτού πλευραί χάλκειαι. αλλά ζώσαι ωσπερ ανήρ την οσφύν σου. 11 απόστειλον δε αγγέλους οργή.

τις γαρ εστιν ο εμοί αντιστάς. 20 ου μη τρώση αυτόν τόξον χάλκεον. 3 ή τις αντιστήσεταί μοι και υπομενεί. 7 τα έγκατα αυτού ασπίδες χάλκεαι. 2 ου δέδοικας ότι ητοίμασταί μοι. έστηκε δε ωσπερ άκμων ανήλατος. 28 θήσεται δε μετά σου διαθήκην. 27 λαλήσει δε σοι δεήσει. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 ΟΥΧ εώρακας αυτόν. και μηκέτι γινέσθω. 4 ου σιωπήσομαι δι ‘ αυτόν. σύνδεσμος δε αυτού ωσπερ σμυρίτης λίθος· 8 εις του ενός κολλώνται. 13 η ψυχή αυτού άνθρακες. κύκλω οδόντων αυτού φόβος. χαλκόν δε ωσπερ ξύλον σαθρόν. 31 παν δε πλωτόν συνελθόν ου μη ενέγκωσι βύρσαν μίαν ουράς αυτού και εν πλοίοις αλιέων κεφαλήν αυτού. 29 παίξη δε εν αυτω ωσπερ ορνέω ή δήσεις αυτόν ωσπερ στρουθίον παιδίω. μεριτεύονται δε αυτόν Φοινίκων έθνη. ικετηρία μαλακώς. 5 τις αποκαλύψει πρόσωπον ενδύσεως αυτού. 10 εν πταρμω αυτού επιφαύσκεται φέγγος. πνεύμα δε ου μη διέλθη αυτόν· 9 ανήρ τω αδελφω αυτού προσκολληθήσεται. 16 η καρδία αυτού πέπηγεν ως λίθος. 12 εκ μυκτήρων αυτού εκπορεύεται καπνός καμίνου καιομένης πυρί ανθράκων. και λόγον δυνάμεως ελεήσει τον ίσον αυτω. φλόξ δε εκ στόματος αυτού εκπορεύεται. ου σαλευθήσεται. 30 ενσιτούνται δε εν αυτω έθνη. συνέχονται και ου μη αποσπασθώσιν. ουδέν μη ποιήσωσι δόρυ και θώρακα· 19 ήγηται μεν γαρ σίδηρον άχυρα. 15 σάρκες δε σώματος αυτού κεκόλληνται· καταχέει επ ‘ αυτόν. ει πάσα η υπ ‘ ουρανόν εμή εστιν. 32 επιθήσεις δε αυτω χείρα μνησθείς πόλεμον τον γινόμενον εν σώματι αυτού. 14 εν δε τραχήλω αυτού αυλίζεται δύναμις. 11 εκ στόματος αυτού εκπορεύονται ως λαμπάδες καιόμεναι και διαρριπτούνται ως εσχάραι πυρός. 6 πύλας προσώπου αυτού τις ανοίξει. 18 εάν συναντήσωσιν αυτω λόγχαι. έμπροσθεν αυτού τρέχει απώλεια. ήγηται μεν πετροβόλον χόρτον· 21 ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1190 . οι δε οφθαλμοί αυτού είδος Εωσφόρου. εις δε πτύξιν θώρακος αυτού τις αν εισέλθοι. λήψη δε αυτόν δούλον αιώνιον. 17 στραφέντος δε αυτού. φόβος θηρίοις τετράποσιν επί γης αλλομένοις. ουδέ επί τοις λεγομένοις τεθαύμακας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε τρυπήσεις το χείλος αυτού.

φειδόμενος δε ρημάτων. 9 επορεύθη δε Ελιφάζ ο Θαιμανίτης και Βαλδάδ ο Σαυχίτης και Σωφάρ ο Μιναίος και εποίησαν καθώς συνέταξεν αυτοίς ο Κύριος. Κύριε. απώλεσα αν υμάς· ου γαρ ελαλήσατε αληθές κατά του θεράποντός μου Ιώβ. 24 τον δε τάρταρον της αβύσσου ωσπερ αιχμάλωτον· ελογίσατο άβυσσον εις περίπατον. 23 αναζεί την άβυσσον ωσπερ χαλκείον. συ δε με δίδαξον. 4 άκουσον δε μου. Ιώβ δε ο θεράπων μου εύξεται περί υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καλάμη ελογίσθησαν σφύραι. και σε οίεται κρύπτειν. 7 εγένετο δε μετά το λαλήσαι τον Κύριον πάντα τα ρήματα ταύτα τω Ιώβ. 3 τις γαρ εστιν ο κρύπτων σε βουλήν. πας δε χρυσός θαλάσσης υπ ‘ αυτόν ωσπερ πηλός αμύθητος. α ουκ επιστάμην. καταγελά δε σεισμού πυρφόρου. αδυνατεί δε σοι ουδέν. 25 ουκ έστιν ουδέν επί της γης όμοιον αυτω πεποιημένον εγκαταπαίζεσθαι υπό των αγγέλων μου· 26 παν υψηλόν ορά. 22 η στρωμνή αυτού οβελίσκοι οξείς. 8 νυν δε λάβετε επτά μόσχους και επτά κριούς και πορεύθητε προς τον θεράποντά μου Ιώβ. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει τω Κυρίω· 2 οίδα ότι πάντα δύνασαι. 10 ο δε Κύριος ηύξησε τον Ιώβ· ευξαμένου δε αυτού και περί των φίλων αυτού. αφήκεν αυτοίς την αμαρτίαν. 5 ακοήν μεν ωτός ήκουόν σου το πρότερον. ήγημαι δε εμαυτόν γην και σποδόν. ότι ει μη πρόσωπον αυτού λήψομαι· ει μη γαρ δι ‘ αυτόν. έδωκε δε ο Κύριος διπλά όσα ην έμπροσθεν Ιώβ εις διπλασιασμόν. τις δε αναγγελεί μοι α ουκ ήδειν. ίνα καγώ λαλήσω· ερωτήσω δε σε. ήγηται δε την θάλασσαν ωσπερ εξάλειπτρον. 11 ήκουσαν δε πάντες οι αδελφοί αυτού και αι αδελφαί αυτού πάντα τα συμβεβηκότα αυτω και ήλθον προς αυτόν και πάντες όσοι ήδεισαν αυτόν εκ πρώτου· φαγόντες δε και πιόντες παρ ‘ αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1191 . και ποιήσει κάρπωσιν υπέρ υμών. και έλυσε την αμαρτίαν αυτοίς δια Ιώβ. αυτός δε βασιλεύς πάντων των εν τοις ύδασιν. νυνί δε ο οφθαλμός μου εώρακέ σε· 6 διό εφαύλισα εμαυτόν και ετάκην. είπεν ο Κύριος Ελιφάζ τω Θαιμανίτη· ήμαρτες συ και οι δύο φίλοι σου· ου γαρ ελαλήσατε ενώπιόν μου αληθές ουδέν ωσπερ ο θεράπων μου Ιώβ. μεγάλα και θαυμαστά.

επί τοις ορίοις της Ιδουμαίας και Αραβίας. προϋπήρχε δε αυτω όνομα Ιωβάβ. 17 και ετελεύτησεν Ιώβ πρεσβύτερος και πλήρης ημερών. τετάρτην γενεάν. 17α γέγραπται δε αυτόν πάλιν αναστήσεσθαι μεθ ‘ ων ο Κύριος ανίστησιν. 17δ και ούτοι οι βασιλείς οι βασιλεύσαντες εν Εδώμ. ο εκκόψας Μαδιάμ εν τω πεδίω Μωάβ. 17ε οι δε ελθόντες προς αυτόν φίλοι. όνοι θήλειαι νομάδες χίλιαι. και όνομα τη πόλει αυτού Γεθθαίμ. 13 γεννώνται δε αυτω υιοί επτά και θυγατέρες τρεις· 14 και εκάλεσε την μεν πρώτην Ημέραν. έδωκε δε αυτω έκαστος αμνάδα μίαν και τετράδραχμον χρυσού και ασήμου. Θαιμανών βασιλεύς. Βαλδάδ ο Σαυχαίων τύραννος. ης και αυτός ήρξε χώρας· πρώτος Βαλάκ ο του Βεώρ. μητρός δε Βοσόρρας. την δε τρίτην Αμαλθαίας κέρας. κάμηλοι εξακισχίλιαι. την δε δευτέραν Κασίαν. ωστε είναι αυτόν πέμπτον από Αβραάμ. ------------------------------------------------------- ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1192 . 17γ λαβών δε γυναίκα Αράβισσαν γεννά υιόν. ω όνομα Εννών· ην δε αυτός πατρός μεν Ζαρέ εκ των Ησαύ υιών υιος. 15 και ουχ ευρέθησαν κατά τας θυγατέρας Ιώβ βελτίους αυτών εν τη υπ ‘ ουρανόν· έδωκε δε αυταίς ο πατήρ κληρονομίαν εν τοις αδελφοίς. 16 έζησε δε Ιώβ μετά την πληγήν έτη εκατόν εβδομήκοντα. και όνομα τη πόλει αυτού Δενναβά· μετά δε Βαλάκ Ιωβάβ ο καλούμενος Ιώβ· μετά δε τούτον Ασώμ ο υπάρχων ηγεμών εκ της Θαιμανίτιδος χώρας· μετά δε τούτον Αδάδ υιος Βαράδ. τα δε πάντα έτη έζησε διακόσια τεσσαράκοντα· και είδεν Ιώβ τους υιούς αυτού και τους υιούς των υιών αυτού. 12 ο δε Κύριος ευλόγησε τα έσχατα Ιώβ ή τα έμπροσθεν· ην δε τα κτήνη αυτού πρόβατα μύρια τετρακισχίλια. 17β Ούτος ερμηνεύεται εκ της Συριακής βίβλου εν μεν γη κατοικών τη Αυσίτιδι. Ελιφάζ των Ησαύ υιών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεκάλεσαν αυτόν. Σωφάρ ο Μιναίων βασιλεύς. ζεύγη βοών χίλια. και εθαύμασαν επί πάσιν. οίς επήγαγεν επ ‘ αυτω ο Κύριος.

2 γνώναι σοφίαν και παιδείαν νοήσαί τε λόγους φρονήσεως 3 δέξασθαί τε στροφάς λόγων νοήσαί τε δικαιοσύνην αληθή και κρίμα κατευθύνειν. εν δε πλατείαις παρρησίαν άγει· 21 επ ‘ άκρων τειχέων κηρύσσεται. κοινόν δε βαλάντιον κτησώμεθα πάντες. 26 τοιγαρούν καγώ τη υμετέρα απωλεία επιγελάσομαι. και όταν έρχηται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1193 . παιδί δε νέω αίσθησίν τε και έννοιαν· 5 τώνδε γαρ ακούσας σοφός σοφώτερος έσται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ Σολομώντος υιού Δαυίδ. κρύψωμεν δε εις γην άνδρα δίκαιον αδίκως. 7 Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. καταχαρούμαι δε ηνίκα έρχηται υμίν όλεθρος. ος εβασίλευσεν εν Ισραήλ. μηδέ βουληθής. 19 αύται αι οδοί εισι πάντων των συντελούντων τα άνομα· τη γαρ ασεβεία την εαυτών ψυχήν αφαιρούνται. της ύβρεως όντες επιθυμηταί. σοφίαν δε και παιδείαν ασεβείς εξουθενήσουσιν. 15 μη πορευθής εν οδω μετ ‘ αυτών. πλήσωμεν δε οίκους ημετέρους σκύλων· 14 τον δε σόν κλήρον βάλε εν ημίν. 4 ίνα δω ακάκοις πανουργίαν. 10 υιε. 20 Σοφία εν εξόδοις υμνείται. ο δε νοήμων κυβέρνησιν κτήσεται. ασεβείς γενόμενοι εμίσησαν αίσθησιν 23 και υπεύθυνοι εγένοντο ελέγχοις. μη σε πλανήσωσιν άνδρες ασεβείς. 12 καταπίωμεν δε αυτόν ωσπερ άδης ζώντα και άρωμεν αυτού την μνήμην εκ γης· 13 την κτήσιν αυτού την πολυτελή καταλαβώμεθα. σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσι αυτήν· ευσέβεια δε εις Θεόν αρχή αισθήσεως. 25 αλλά ακύρους εποιείτε εμάς βουλάς. τοις δε εμοίς ελέγχοις ου προσείχετε. 24 επειδή εκάλουν και ουχ υπηκούσατε και εξέτεινα λόγους και ου προσείχετε. 27 και ως αν αφίκηται υμίν άφνω θόρυβος. διδάξω δε υμάς τον εμόν λόγον. υιε. η δε καταστροφή ανδρών παρανόμων κακή. η δε καταστροφή ομοίως καταιγίδι παρή. επί δε πύλαις πόλεως θαρρούσα λέγει· 22 όσον αν χρόνον άκακοι έχωνται της δικαιοσύνης. κοινώνησον αίματος. 8 άκουε. 11 εάν παρακαλέσωσί σε λέγοντες· ελθέ μεθ ‘ ημών. ουκ αισχυνθήσονται· οι δε άφρονες. παιδείαν πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου· 9 στέφανον γαρ χαρίτων δέξη σή κορυφή και κλοιόν χρύσεον περί σω τραχήλω. 18 αυτοί γαρ οι φόνου μετέχοντες θησαυρίζουσιν εαυτοίς κακά. επί δε πύλαις δυναστών παρεδρεύει. και μαρσίππιον εν γενηθήτω ημίν. ιδού προήσομαι υμίν εμής πνοής ρήσιν. 6 νοήσει τε παραβολήν και σκοτεινόν λόγον ρήσεις τε σοφών και αινίγματα. έκλινον δε τον πόδα σου εκ των τρίβων αυτών· 16 οι γαρ πόδες αυτών εις κακίαν τρέχουσι και ταχινοί του εκχέαι αίμα· 17 ου γαρ αδίκως εκτείνεται δίκτυα πτερωτοίς.

φονευθήσονται. τον δε λόγον του Κυρίου ου προείλαντο. 9 τότε συνήσεις δικαιοσύνην και κρίμα και κατορθώσεις πάντας άξονας αγαθούς. 4 και εάν ζητήσης αυτήν ως αργύριον και ως θησαυρούς εξερευνήσης αυτήν. και παραβαλείς καρδίαν σου εις σύνεσιν. εμυκτήριζον δε εμούς ελέγχους. 12 ίνα ρύσηταί σε από οδού κακής και από ανδρός λαλούντος μηδέν πιστόν. εγώ δε ουκ εισακούσομαι υμών· ζητήσουσί με κακοί. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΥΙΕ. 30 ουδέ ήθελον εμαίς προσέχειν βουλαίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμίν θλίψις και πολιορκία ή όταν έρχηται υμίν όλεθρος. 28 έσται γαρ όταν επικαλέσησθέ με. παραβαλείς δε αυτήν επί νουθέτησιν τω υιω σου. 31 τοιγαρούν έδονται της εαυτών οδού τους καρπούς και της εαυτών ασεβείας πλησθήσονται· 32 ανθ ‘ ων γαρ ηδίκουν νηπίους. 33 ο δε εμού ακούων κατασκηνώσει επ ‘ ελπίδι και ησυχάσει αφόβως από παντός κακού. 5 τότε συνήσεις φόβον Κυρίου και επίγνωσιν Θεού ευρήσεις. την δε αίσθησιν ζητήσης μεγάλη τη φωνή. 3 εάν γαρ την σοφίαν επικαλέση και τη συνέσει δως φωνήν σου. 13 ω οι εγκαταλείποντες οδούς ευθείας του πορεύεσθαι εν οδοίς σκότους· 14 οι ευφραινόμενοι επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1194 . εάν δεξάμενος ρήσιν εμής εντολής κρύψης παρά σεαυτω. έννοια δε οσία τηρήσει σε. και ουχ ευρήσουσιν· 29 εμίσησαν γαρ σοφίαν. η δε αίσθησις τη σή ψυχή καλή είναι δόξη. 2 υπακούσεται σοφία το ους σου. 6 ότι Κύριος δίδωσι σοφίαν. 11 βουλή καλή φυλάξει σε. 10 εάν γαρ έλθη η σοφία εις σήν διάνοιαν. υπερασπιεί την πορείαν αυτών 8 του φυλάξαι οδούς δικαιωμάτων και οδόν ευλαβουμένων αυτόν διαφυλάξει. και από προσώπου αυτού γνώσις και σύνεσις· 7 και θησαυρίζει τοις κατορθούσι σωτηρίαν. και εξετασμός ασεβείς ολεί.

17 υιε. ο δε πούς σου μη προσκόψη. οι δε παράνομοι εξωσθήσονται απ ‘ αυτής. ουδέ μη καταλάβωσι τρίβους ευθείας· ου γαρ καταλαμβάνονται υπό ενιαυτών ζωής. 3 ελεημοσύναι και πίστεις μη εκλιπέτωσάν σε. ίνα ορθοτομή τας οδούς σου. 20 ει γαρ επορεύοντο τρίβους αγαθάς. οίνω δε αι ληνοί σου εκβλύζωσιν. και όσιοι υπολειφθήσονται εν αυτη. μηδέ εκλύου υπ ‘ αυτού ελεγχόμενος· 12 ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει. εμών νομίμων μη επιλανθάνου. 7 μη ίσθι φρόνιμος παρά σεαυτω. 5 ίσθι πεποιθώς εν όλη τη καρδία επί Θεω επί δε σή σοφία μη επαίρου· 6 εν πάσαις οδοίς σου γνώριζε αυτήν. 19 πάντες οι πορευόμενοι εν αυτη ουκ αναστρέψουσιν. φοβού δε τον Θεόν και έκκλινε από παντός κακού· 8 τότε ίασις έσται τω σώματί σου και επιμέλεια τοις οστέοις σου. 13 μακάριος άνθρωπος ος εύρε σοφίαν και θνητός ος είδε φρόνησιν· 14 κρείσσον γαρ αυτήν εμπορεύεσθαι ή χρυσίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1195 . μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου. 9 τίμα τον Κύριον από σών δικαίων πόνων και απάρχου αυτω από σών καρπών δικαιοσύνης. τα δε ρήματά μου τηρείτω σή καρδία· 2 μήκος γαρ βίου και έτη ζωής και ειρήνην προσθήσουσί σοι. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΥΙΕ. 11 Υιε. μη σε καταλάβη κακή βουλή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κακοίς και χαίροντες επί διαστροφή κακή· 15 ων αι τρίβοι σκολίαι και καμπύλαι αι τροχιαί αυτών 16 του μακράν σε ποιήσαι από οδού ευθείας και αλλότριον της δικαίας γνώμης. άκακοι δε υπολειφθήσονται εν αυτη· ότι ευθείς κατασκηνώσουσι γην. η απολιπούσα διδασκαλίαν νεότητος και διαθήκην θείαν επιλελησμένη· 18 έθετο γαρ παρά τω θανάτω τον οίκον αυτής και παρά τω άδη μετά των γηγενών τους άξονας αυτής. 21 χρηστοί έσονται οικήτορες γης. άφαψαι δε αυτάς επί σω τραχήλω. 22 οδοί ασεβών εκ γης ολούνται. εύροσαν αν τρίβους δικαιοσύνης λείας. μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται. και ευρήσεις χάριν· 4 και προνοού καλά ενώπιον Κυρίου και ανθρώπων. 10 ίνα πίμπληται τα ταμιείά σου πλησμονής σίτω.

αύριον δώσω. παίδες. και χάρις ή περί σω τραχήλω. μήτι σε εργάσηται κακόν. μη παραρρυής. 27 μη απόσχη εύ ποιείν ενδεή. 23 ίνα πορεύη πεποιθώς εν ειρήνη πάσας τας οδούς σου. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ. ουκ αντιτάξεται αυτη ουδέν πονηρόν· εύγνωστός εστι πάσι τοις εγγίζουσιν αυτη. νόμον δε και έλεον επί γλώσσης φορεί. μηδέ ζηλώσης τας οδούς αυτών· 32 ακάθαρτος γαρ έναντι Κυρίου πας παράνομος. 3 υιος γαρ εγενόμην καγώ πατρί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1196 . 22 ίνα ζήση η ψυχή σου. εάν δε καθεύδης. 30 μη φιλεχθρήσης προς άνθρωπον μάτην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και αργυρίου θησαυρούς. 29 μη τέκταινε επί σόν φίλον κακά παροικούντα και πεποιθότα επί σοί. 35 δόξαν σοφοί κληρονομήσουσιν. ίνα μη σαλευθής. 15 τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών. 16 μήκος γαρ βίου και έτη ζωής εν τη δεξιά αυτής. παν δε τίμιον ουκ άξιον αυτής εστι. 17 αι οδοί αυτής οδοί καλαί. εν δε δικαίοις ου συνεδριάζει. 34 Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται. οι δε ασεβείς ύψωσαν ατιμίαν. και πάσαι αι τρίβοι αυτής εν ειρήνη· 18 ξύλον ζωής εστι πάσι τοις αντεχομένοις αυτής. τήρησον δε εμήν βουλήν και έννοιαν. ητοίμασε δε ουρανούς φρονήσει· 20 εν αισθήσει άβυσσοι ερράγησαν. εν δε τη αριστερά αυτής πλούτος και δόξα· εκ του στόματος αυτής εκπορεύεται δικαιοσύνη. επαύλεις δε δικαίων ευλογούνται. και τοις επερειδομένοις επ ‘ αυτήν ως επί Κύριον ασφαλής. τον εμόν νόμον μη εγκαταλίπητε. ο δε πούς σου ου μη προσκόψη· 24 εάν γαρ κάθη. ηνίκα αν έχη η χείρ σου βοηθείν· 28 μη είπης· επανελθών επάνηκε. ουδέ ορμάς ασεβών επερχομένας· 26 ο γαρ Κύριος έσται επί πασών οδών σου και ερείσει σόν πόδα. έσται δε ίασις ταις σαρξί σου και επιμέλεια τοις σοίς οστέοις. ταπεινοίς δε δίδωσιν χάριν. άφοβος έση. 31 μη κτήση κακών ανδρών ονείδη. δυνατού σου όντος εύ ποιείν· ου γαρ οίδας τι τέξεται η επιούσα. 21 Υιε. ηδέως υπνώσεις· 25 και ου φοβηθήση πτόησιν επελθούσαν. νέφη δε ερρύησαν δρόσους. παιδείαν πατρός και προσέχετε γνώναι έννοιαν· 2 δώρον γαρ αγαθόν δωρούμαι υμίν. 19 ο Θεός τη σοφία εθεμελίωσε την γην. 33 κατάρα Θεού εν οίκοις ασεβών.

και ανθέξεταί σου· εράσθητι αυτής. 24 περίελε σεαυτού σκολιόν στόμα και άδικα χείλη μακράν από σου άπωσαι. μη αφής. ουκ οίδασι Πως προσκόπτουσιν. 12 εάν γαρ πορεύη. τα δε βλέφαρά σου νευέτω δίκαια. έκκλινον δε απ ‘ αυτών και παράλλαξον. 23 πάση φυλακή τήρει σήν καρδίαν. εκ γαρ τούτων έξοδοι ζωής. ίνα σοι γένωνται πολλαί οδοί βίου· 11 οδούς γαρ σοφίας διδάσκω σε. μη επέλθης εκεί. 21 όπως μη εκλίπωσί σε αι πηγαί σου. μη επιλάθη 5 μηδέ παρίδης ρήσιν εμού στόματος. και τηρήσει σε· 8 περιχαράκωσον αυτήν. διεστραμμέναι δε εισιν αι εξ αριστερών· αυτός δε ορθάς ποιήσει τας τροχιάς σου. 6 μηδέ εγκαταλίπης αυτήν. αφήρηται ο ύπνος αυτών. εάν δε τρέχης ου κοπιάσεις. και δέξαι εμούς λόγους. απόστρεψον δε σόν πόδα από οδού κακής· οδούς γαρ τας εκ δεξιών οίδεν ο Θεός. ου συγκλεισθήσεταί σου τα διαβήματα. εμή ρήσει πρόσεχε. εμβιβάζω δε σε τροχιαίς ορθαίς. 27 μη εκκλίνης εις τα δεξιά μηδέ εις τα αριστερά. και πληθυνθήσεται έτη ζωής σου. προπορεύονται και φωτίζουσιν. 13 επιλαβού εμής παιδείας. στεφάνω δε τρυφής υπερασπίση σου. μηδέ ζηλώσης οδούς παρανόμων· 15 εν ω αν τόπω στρατοπεδεύσωσι. 10 Άκουε. εάν μη κακοποιήσωσιν. τοις δε εμοίς λόγοις παράβαλλε σόν ους. και ου κοιμώνται· 17 οίδε γαρ σιτούνται σίτα ασεβείας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υπήκοος και αγαπώμενος εν προσώπω μητρός. 14 οδούς ασεβών μη επέλθης. ίνα σε περιλάβη. 16 ου γαρ μη υπνώσωσιν. 20 Υιε. 4 οί εδίδασκόν με και έλεγον· ερειδέτω ο ημέτερος λόγος εις σήν καρδίαν· φύλασσε εντολάς. φύλασσε αυτάς εν καρδία· 22 ζωή γαρ εστι τοις ευρίσκουσιν αυτάς και πάση σαρκί ίασις. 9 ίνα δω τη σή κεφαλή στέφανον χαρίτων. 25 οι οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1197 . υιε. 26 ορθάς τροχιάς ποίει σοίς ποσί και τας οδούς σου κατεύθυνε. έως κατορθώση η ημέρα· 19 αι δε οδοί των ασεβών σκοτειναί. και υψώσει σε· τίμησον αυτήν. οίνω δε παρανόμω μεθύσκονται. αλλά φύλαξον αυτήν σεαυτω εις ζωήν σου. 18 αι δε οδοί των δικαίων ομοίως φωτί λάμπουσι. τας δε πορείας σου εν ειρήνη προάξει.

τα δε ίχνη αυτής ουκ ερείδεται· 6 οδούς γαρ ζωής ουκ επέρχεται. ουδέ παρέβαλλον το ους μου· 14 παρ ‘ ολίγον εγενόμην εν παντί κακω εν μέσω εκκλησίας και συναγωγής. εις δε πάσας τας τροχιάς αυτού σκοπεύει. άκουέ μου και μη ακύρους ποιήσης εμούς λόγους. 7 νυν ουν. 22 παρονομίαι άνδρα αγρεύουσι. σειραίς δε των εαυτού αμαρτιών έκαστος σφίγγεται· 23 ούτος τελευτά μετά απαιδεύτων. και ελέγχους εξέκλινεν η καρδία μου. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1198 . 3 μη πρόσεχε φαύλη γυναικί· μέλι γαρ αποστάζει από χειλέων γυναικός πόρνης. σφαλεραί δε αι τροχιαί αυτής και ουκ εύγνωστοι. μηδέ συνέχου αγκάλαις της μη ιδίας· 21 ενώπιον γαρ εισι των του Θεού οφθαλμών οδοί ανδρός. 12 και ερείς· Πως εμίσησα παιδείαν. ή προς καιρόν λιπαίνει σόν φάρυγγα. 15 πίνε ύδατα από σών αγγείων και από σών φρεάτων πηγής. 8 μακράν ποίησον απ ‘ αυτής σήν οδόν. 9 ίνα μη πρόη άλλοις ζωήν σου και σόν βίον ανελεήμοσιν· 10 ίνα μη πλησθώσιν αλλότριοι σής ισχύος. εμοίς δε λόγοις παράβαλλε σόν ους. εν γαρ τη ταύτης φιλία συμπεριφερόμενος πολλοστός έση. υιε. 16 μη υπερεκχείσθω σοι ύδατα εκ της σής πηγής. και μηδείς αλλότριος μετασχέτω σοι· 18 η πηγή σου του ύδατος έστω σοι ιδία. 19 έλαφος φιλίας και πώλος σών χαρίτων ομιλείτω σοι· η δε ιδία ηγείσθω σου και συνέστω σοι εν παντί καιρω. εις δε σάς πλατείας διαπορευέσθω τα σά ύδατα· 17 έστω σοι μόνω υπάρχοντα. 13 ουκ ήκουον φωνήν παιδεύοντός με και διδάσκοντός με. 20 μη πολύς ίσθι προς αλλοτρίαν. ηνίκα αν κατατριβώσι σάρκες σωματός σου. 4 ύστερον μέντοι πικρότερον χολής ευρήσεις και ηκονημένον μάλλον μαχαίρας διστόμου. οι δε σοί πόνοι εις οίκους αλλοτρίων έλθωσι 11 και μεταμεληθήση επ ‘ εσχάτων. 2 ίνα φυλάξης έννοιαν αγαθήν· αίσθησις δε εμών χειλέων εντέλλεταί σοι. 5 της γαρ αφροσύνης οι πόδες κατάγουσι τους χρωμένους αυτη μετά θανάτου εις τον άδην. και συνευφραίνου μετά γυναικός της εκ νεότητός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΙΕ. εμή σοφία πρόσεχε. μη εγγίσης προς θύραις οίκων αυτής. εκ δε πλήθους της εαυτού βιότητος εξερρίφη και απώλετο δι ‘ αφροσύνην.

ίσθι μη εκλυόμενος. διδάσκει δε εννεύμασι δακτύλων. εάν εγγυήση σόν φίλον. και αλίσκεται χείλεσιν ιδίου στόματος. χείρες εκχέουσαι αίμα δικαίου 18 και καρδία τεκταινομένη λογισμούς κακούς και πόδες επισπεύδοντες κακοποιείν. και ζήλωσον ιδών τας οδούς αυτού και γενού εκείνου σοφώτερος· 7 εκείνω γαρ γεωργίου μη υπάρχοντος. την σοφίαν τιμήσασα προήχθη. διακοπή και συντριβή ανίατος· 16 ότι χαίρει πάσιν. ολίγον δε εναγκαλίζη χερσί στήθη· 11 είτ ‘ εμπαραγίνεταί σοι ωσπερ κακός οδοιπόρος η πενία και η ένδεια ωσπερ αγαθός δρομεύς. 9 έως τίνος. 4 μη δως ύπνον σοίς όμμασι. γλώσσα άδικος. 17 οφθαλμός υβριστού. 19 εκκαίει ψεύδη μάρτυς άδικος και επιπέμπει κρίσεις ανά μέσον αδελφών. μικρόν δε νυστάζεις. 3 ποίει. 8·1 ή πορεύθητι προς την μέλισσαν και μάθε ως εργάτις εστί την τε εργασίαν ως σεμνήν ποιείται· 8·2 ης τους πόνους βασιλείς και ιδιώται προς υγίειαν προσφέρονται· ποθεινή δε εστι πάσι και επίδοξος· 8·3 και περ ούσα τη ρώμη ασθενής. εν παντί καιρω ο τοιούτος ταραχάς συνίστησι πόλει. οδός ζωής και έλεγχος και παιδεία 24 του διαφυλάσσειν σε από γυναικός υπάνδρου και από διαβολής γλώσσης αλλοτρίας. φυλασσέτω σε. 22 ηνίκα αν περιπατης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΙΕ. η δε ένδεια ωσπερ κακός δρομεύς απαυτομολήσει. 11α εάν δε άοκνος ης. 23 ότι λύχνος εντολή νόμου και φως. 5 ίνα σώζη ωσπερ δορκάς εκ βρόχων και ωσπερ όρνεον εκ παγίδος. συντρίβεται δε δι ‘ ακαθαρσίαν ψυχής. α εγώ σοι εντέλλομαι. παρόξυνε δε και τον φίλον σου. 8 ετοιμάζεται θέρους την τροφήν πολλήν τε εν τω αμητω ποιείται την παράθεσιν. 20 Υιε. παραδώσεις σήν χείρα εχθρω· 2 παγίς γαρ ισχυρά ανδρί τα ίδια χείλη. 10 ολίγον μεν υπνοίς. οίς μισεί ο Θεός. 6 Ίθι προς τον μύρμηκα. μηδέ τον αναγκάζοντα έχων. κατάκεισαι. ολίγον δε κάθησαι. οκνηρέ. ίνα εγειρομένω συλλαλή σοι. μηδέ επινυστάξης σοίς βλεφάροις. ω οκνηρέ. μηδέ υπό δεσπότην ων. 25 μη σε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1199 . υιε. πότε δε εξ ύπνου εγερθήση. 15 δια τούτο εξαπίνης έρχεται η απώλεια αυτού. ον ενεγγυήσω. 12 Ανήρ άφρων και παράνομος πορεύεται οδούς ουκ αγαθάς· 13 ο δ ‘ αυτός εννεύει οφθαλμω. 14 διεστραμμένη καρδία τεκταίνεται κακά. φύλασσε νόμους πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου· 21 άφαψαι δε αυτούς επί σή ψυχή διαπαντός και εγκλοίωσαι περί σω τραχήλω. ήξει ωσπερ πηγή ο αμητός σου. και σώζου· ήκεις γαρ εις χείρας κακών δια σόν φίλον. επάγου αυτήν και μετά σου έστω· ως δ ‘ αν καθεύδης. σημαίνει δε ποδί.

μηδέ συναρπασθής από των αυτής βλεφάρων· 26 τιμή γαρ πόρνης όση και ενός άρτου. ηνίκα αν ησυχία νυκτερινή ή και γνοφώδης. κλέπτει γαρ ίνα εμπλήση την ψυχήν πεινών· 31 εάν δε αλω. την δε φρόνησιν γνώριμον περιποίησαι σεαυτω· 5 ίνα σε τηρήση από γυναικός αλλοτρίας και πονηράς. ουδέ πας ο απτόμενος αυτής. 8 παραπορευόμενον παρά γωνίαν εν διόδοις οίκων αυτής και λαλούντα 9 εν σκότει εσπερινω. υιε. 29 ούτως ο εισελθών προς γυναίκα ύπανδρον. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΥΙΕ. είδος έχουσα πορνικόν. τας δε εμάς εντολάς κρύψον παρά σεαυτω. γυνή δε ανδρών τιμίας ψυχάς αγρεύει. ουκ αθωωθήσεται. τους δε πόδας ου κατακαύσει. 6 από γαρ θυρίδος εκ του οίκου αυτής εις τας πλατείας παρακύπτουσα. 4 είπον την σοφίαν σήν αδελφήν είναι. και βιώσεις. 13 είτα επιλαβομένη εφίλησεν αυτόν. εάν σε λόγοις τοις προς χάριν εμβάλληται. 10 η δε γυνή συναντά αυτω. αποτίσει επταπλάσια και πάντα τα υπάρχοντα αυτού δούς ρύσεται εαυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νικήση κάλλους επιθυμία. 7 ον αν ίδη των αφρόνων τέκνων νεανίαν ενδεή φρενών. αναιδεί δε προσώπω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1200 . πλήν δε αυτού μη φοβού άλλον. 2 φύλαξον εμάς εντολάς. 28 ή περιπατήσει τις επ ‘ ανθράκων πυρός. τους δε εμούς λόγους ωσπερ κόρας ομμάτων· 3 περίθου δε αυτούς σοίς δακτύλοις. εν οίκω δε ουχ ησυχάζουσιν οι πόδες αυτής· 12 χρόνον γαρ τινα έξω ρέμβεται. τίμα τον Κύριον. 34 μεστός γαρ ζήλου θυμός ανδρός αυτής· ου φείσεται εν ημέρα κρίσεως. 27 αποδήσει τις πυρ εν κόλπω. 30 ου θαυμαστόν εάν αλω τις κλέπτων. χρόνον δε εν πλατείαις παρά πάσαν γωνίαν ενεδρεύει. φύλασσε εμούς λόγους. 32 ο δε μοιχός δι ‘ ένδειαν φρενών απώλειαν τη ψυχή αυτού περιποιείται. ουδέ μη διαλυθή πολλών δώρων. 35 ουκ ανταλλάξεται ουδενός λύτρου την έχθραν. 33 οδύνας τε και ατιμίας υποφέρει. τα δε ιμάτια ου κατακαύσει. και ισχύσεις. επίγραψον δε επί το πλάτος της καρδίας σου. 11 ανεπτερωμένη δε εστι και άσωτος. μηδέ αγρευθής σοίς οφθαλμοίς. το δε όνειδος αυτού ουκ εξαλειφθήσεται εις τον αιώνα. ή ποιεί νέων εξίπτασθαι καρδίας.

ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΣΥ την σοφίαν κηρύξεις. ουδέν εν αυτοίς σκολιόν ουδέ στραγγαλιώδες· 9 πάντα ενώπια τοις συνιούσι και ορθά τοις ευρίσκουσι γνώσιν. ανά μέσον δε των τρίβων έστηκε· 3 παρά γαρ πύλαις δυναστών παρεδρεύει. ύβριν τε και υπερηφανίαν και οδούς πονηρών· μεμίσηκα δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1201 . πανουργίαν. ουκ ειδώς ότι περί ψυχής τρέχει. ποθούσα το σόν πρόσωπον εύρηκά σε. και γνώσιν υπέρ χρυσίον δεδοκιμασμένον· 11 κρείσσων γαρ σοφία λίθων πολυτελών. 24 νυν ουν. 22 ο δε επηκολούθησεν αυτη κεπφωθείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσείπεν αυτω· 14 θυσία ειρηνική μοί εστι. παρακαλώ. 12 εγώ η σοφία κατεσκήνωσα βουλήν. ίνα φρόνησίς σοι υπακούση· 2 επί γαρ των υψηλών άκρων εστίν. εβδελυγμένα δε εναντίον εμού χείλη ψευδή. ωσπερ δε βούς επί σφαγήν άγεται και ωσπερ κύων επί δεσμούς 23 ή ως έλαφος τοξεύματι πεπληγώς εις το ήπαρ. οι δε απαίδευτοι ένθεσθε καρδίαν. και προϊεμαι εμήν φωνήν υιοίς ανθρώπων· 5 νοήσατε. εν δε εισόδοις υμνείται. σπεύδει δε ωσπερ όρνεον εις παγίδα. 13 φόβος Κυρίου μισεί αδικίαν. άκουέ μου και πρόσεχε ρήμασι στόματός μου· 25 μη εκκλινάτω εις τας οδούς αυτής η καρδία σου. 21 απεπλάνησε δε αυτόν πολλή ομιλία βρόχοις τε τοις από χειλέων εξώκειλεν αυτόν. ω άνθρωποι. 26 πολλούς γαρ τρώσασα καταβέβληκε. τον δε οίκόν μου κινναμώμω· 18 ελθέ και απολαύσωμεν φιλίας έως όρθρου. δεύρο και εγκυλισθώμεν έρωτι· 19 ου γαρ πάρεστιν ο ανήρ μου εν οίκω. και γνώσιν και έννοιαν εγώ επεκαλεσάμην. δι ‘ ημερών πολλών επανήξει εις τον οίκον αυτού. πεπόρευται δε οδόν μακράν 20 ένδεσμον αργυρίου λαβών εν χειρί αυτού. σήμερον αποδίδωμι τας ευχάς μου· 15 ένεκα τούτου εξήλθον εις συνάντησίν σοι. άκακοι. 10 λάβετε παιδείαν και μη αργύριον. 8 μετά δικαιοσύνης πάντα τα ρήματα του στόματός μου. 6 εισακούσατέ μου. σεμνά γαρ ερώ και ανοίσω από χειλέων ορθά· 7 ότι αλήθειαν μελετήσει ο φάρυγξ μου. παν δε τίμιον ουκ άξιον αυτής εστιν. 16 κειρίαις τέτακα την κλίνην μου. και αναρίθμητοί εισιν ους πεφόνευκεν· 27 οδοί άδου ο οίκος αυτής κατάγουσαι εις τα ταμιεία του θανάτου. υιε. αμφιτάποις δε έστρωκα τοις απ ‘ Αιγύπτου· 17 διέρρακα την κοίτην μου κροκίνω. 4 Υμάς.

μνημονεύσω τα εξ αιώνος αριθμήσαι. τα δε εμά γεννήματα κρείσσω αργυρίου εκλεκτού. και τύραννοι δι ‘ εμού κρατούσι γης. και ότε αφώριζε τον εαυτού θρόνον επ ‘ ανέμων· 28 ηνίκα ισχυρά εποίει τα άνω νέφη. και άνθρωπος. 36 οι δε αμαρτάνοντες εις εμέ ασεβούσιν εις τα εαυτών ψυχάς. προ δε πάντων βουνών γεννά με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγώ διεστραμμένας οδούς κακών. προ του προελθείν τας πηγάς των υδάτων. υιε. και ως ασφαλείς ετίθει πηγάς της υπ ‘ ουρανόν 29 και ισχυρά εποίει τα θεμέλια της γης. εμή φρόνησις. εγώ ήμην ή προσέχαιρε. 22 Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού. καθ ‘ ημέραν δε ευφραινόμην εν προσώπω αυτού εν παντί καιρω. 33 ακούσατε παιδείαν και σοφίσθητε και μη αποφραγήτε. οι δε εμέ ζητούντες ευρήσουσι χάριν. ος τας εμάς οδούς φυλάξει αγρυπνών επ ‘ εμαίς θύραις καθ ‘ ημέραν. εμή δε ισχύς· 15 δι ‘ εμού βασιλείς βασιλεύουσι και οι δυνάσται γράφουσι δικαιοσύνην· 16 δι ‘ εμού μεγιστάνες μεγαλύνονται. ος εισακούεταί μου. 20 εν οδοίς δικαιοσύνης περιπατώ και ανά μέσον τρίβων δικαιοσύνης αναστρέφομαι. και ενευφραίνετο εν υιοίς ανθρώπων. 18 πλούτος και δόξα εμοί υπάρχει και κτήσις πολλών και δικαιοσύνη. 31 ότε ενευφραίνετο την οικουμένην συντελέσας. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1202 . 30 ήμην παρ ‘ αυτω αρμόζουσα. και οι μισούντές με αγαπώσι θάνατον. εάν αναγγείλω υμίν τα καθ ‘ ημέραν γινόμενα. 23 προ του αιώνος εθεμελίωσέ με εν αρχή. και ετοιμάζεται θέλησις παρά Κυρίου. 17 εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ. τηρών σταθμούς εμών εισόδων· 35 αι γαρ έξοδοί μου έξοδοι ζωής. προ του την γην ποιήσαι 24 και προ του τας αβύσους ποιήσαι. 21 ίνα μερίσω τοις εμέ αγαπώσιν ύπαρξιν και τους θησαυρούς αυτών εμπλήσω αγαθών. 26 Κύριος εποίησε χώρας και αοικήτους και άκρα οικούμενα της υπ ‘ ουρανόν. 25 προ του όρη εδρασθήναι. 27 ηνίκα ητοίμαζε τον ουρανόν. 34 μακάριος ανήρ. οί οδούς μου φυλάσσοντες. 32 νυν ουν. συμπαρήμην αυτω. 14 εμή βουλή και ασφάλεια. 19 βέλτιον εμέ καρπίζεσθαι υπέρ χρυσίον και λίθον τίμιον. άκουέ μου και μακάριοι.

και σοφώτερος έσται· γνώριζε δικαίω. ίνα μη μισήσωσί σε· έλεγχε σοφόν. 9 δίδου σοφω αφορμήν. σοφός έση και τοις πλησίον· εάν δε κακός αποβής. 18α αλλά αποπήδησον. 7 Ο παιδεύων κακούς λήψεται εαυτω ατιμίαν· ελέγχων δε τον ασεβή μωμήσεται εαυτόν. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1203 . μηδέ επιστήσης το σόν όμμα προς αυτήν· 18β ούτως γαρ διαβήση ύδωρ αλλότριον και υπερβήση ποταμόν αλλότριον· 18γ από δε ύδατος αλλοτρίου απόσχου και από πηγής αλλοτρίας μη πίης. ος ερείδεται επί ψεύδεσιν. εάν σοφός γένη σεαυτω. 18 ο δε ουκ οίδεν ότι γηγενείς παρ ‘ αυτη όλλυνται. εκκλινάτω προς με και τοις ενδεέσι φρονήσεως παρακελεύομαι λέγουσα· 17 άρτων κρυφίων ηδέως άψασθε και ύδατος κλοπής γλυκερού. τους δε άξονας του ιδίου γεωργίου πεπλάνηται· διαπορεύεται δε δι ‘ ανύδρου ερήμου και γην διατεταγμένην εν διψώδεσι. προστεθή δε σοι έτη ζωής. 15 προσκαλουμένη τους παριόντας και κατευθύνοντας εν ταις οδοίς αυτών· 16 ος εστιν υμών αφρονέστατος. και προστεθήσεταί σοι έτη ζωής σου. συνάγει δε χερσίν ακαρπίαν. επί δίφρου εμφανώς εν πλατείαις. εκκλινάτω προς με· και τοις ενδεέσι φρενών είπεν· 5 έλθετε φάγετε των εμών άρτων και πίετε οίνον. ή ουκ επίσταται αισχύνην. και προσθήσει του δέχεσθαι. και αγαπήσει σε. ίνα εις τον αιώνα βασιλεύσητε. 12 υιε. μη χρονίσης εν τω τόπω. και κατορθώσατε εν γνώσει σύνεσιν. και επί πέταυρον άδου συναντά. 14 εκάθισεν επί θύραις του εαυτής οίκου. 10 αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. εκέρασεν εις κρατήρα τον εαυτής οίνον και ητοιμάσατο την εαυτής τράπεζαν· 3 απέστειλε τους εαυτής δούλους συγκαλούσα μετά υψηλού κηρύγματος επί κρατήρα λέγουσα· 4 ος εστιν άφρων. ούτος ποιμαίνει ανέμους. ο δ ‘ αυτός διώξεται όρνεα πετόμενα· απέλιπε γαρ οδούς του εαυτού αμπελώνος. και ζητήσατε φρόνησιν. 18δ ίνα πολύν ζήσης χρόνον. και βουλή αγίων σύνεσις. 13 Γυνή άφρων και θρασεία ενδεής ψωμού γίνεται. 8 μη έλεγχε κακούς. ον εκέρασα υμίν· 6 απολείπετε αφροσύνην. μόνος αν αντλήσεις κακά. το δε γνώναι νόμον διανοίας εστίν αγαθής· 11 τούτω γαρ τω τρόπω πολύν ζήσεις χρόνον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 Η σοφία ωκοδόμησεν εαυτη οίκον και υπήρεισε στύλους επτά· 2 έσφαξε τα εαυτής θύματα.

συνάγει ανδράσι λύπας. όνομα δε ασεβούς σβέννυται. 14 σοφοί κρύψουσιν αίσθησιν. 28 εγχρονίζει δικαίοις ευφροσύνη. οι δε εκφέροντες λοιδορίας αφρονέστατοί εισιν. πορεύεται πεποιθώς. οι δε άφρονες εν ενδεία τελευτώσιν. συντριβή δε ασεβών πενία. φειδόμενος δε χειλέων νοήμων έση. 24 εν απωλεία ασεβής περιφέρεται. συντριβή δε τοις εργαζομένοις κακά. 26 ωσπερ όμφαξ οδούσι βλαβερόν και καπνός όμμασιν. 17 οδούς δικαίας ζωής φυλάσσει παιδεία. 13 ος εκ χειλέων προφέρει σοφίαν. 21 χείλη δικαίων επίσταται υψηλά. ο δε άστεγος χείλεσι σκολιάζων υποσκελισθήσεται. η δε σοφία ανδρί τίκτει φρόνησιν. ούτως παρανομία τοις χρωμένοις αυτη. υιος δε άφρων λύπη τη μητρί. 18 καλύπτουσιν έχθραν χείλη δίκαια. 20 άργυρος πεπυρωμένος γλώσσα δικαίου. επιθυμία δε δικαίου δεκτή. ειρηνοποιεί. έτη δε ασεβών ολιγωθήσεται. στόμα δε προπετούς εγγίζει συντριβή. 4α υιος πεπαιδευμένος σοφός έσται. ελπίς δε ασεβών απολείται. 29 οχύρωμα οσίου φόβος Κυρίου. ασεβείς δε ουκ οικήσουσι γην. 9 ος πορεύεται απλώς. 19 εκ πολυλογίας ουκ εκφεύξη αμαρτίαν. ανεμόφθορος δε γίνεται εν αμητω υιος παράνομος. 4 πενία άνδρα ταπεινοί. καρποί δε ασεβών αμαρτίας. 27 φόβος Κυρίου προστίθησιν ημέρας. 15 κτήσις πλουσίων πόλις οχυρά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΙΟΣ σοφός ευφραίνει πατέρα. 8 σοφός καρδία δέξεται εντολάς. στόμα δε ασεβών καλύψει πένθος άωρον. 7 μνήμη δικαίων μετ ‘ εγκωμίων. δίκαιος δε εκκλίνας σώζεται εις τον αιώνα. 16 έργα δικαίων ζωήν ποιεί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1204 . πάντας δε τους μη φιλονεικούντας καλύπτει φιλία. 2 ουκ ωφελήσουσι θησαυροί ανόμους. 6 ευλογία Κυρίου επί κεφαλήν δικαίου. 23 εν γέλωτι άφρων πράσσει κακά. 10 ο εννεύων οφθαλμοίς μετά δόλου. 5 διεσώθη από καύματος υιος νοήμων. ο δε διαστρέφων τας οδούς αυτού. γνωσθήσεται. παιδεία δε ανεξέλεγκτος πλανάται. χείρες δε ανδρείων πλουτίζουσιν. 11 πηγή ζωής εν χειρί δικαίου. 31 στόμα δικαίου αποστάζει σοφίαν. ράβδω τύπτει άνδρα ακάρδιον. ο δε ελέγχων μετά παρρησίας. στόμα δε ασεβούς καλύψει απώλεια. τω δε άφρονι διακόνω χρήσεται. 22 ευλογία Κυρίου επί κεφαλήν δικαίου· αύτη πλουτίζει. 12 μίσος εγείρει νείκος. 30 δίκαιος εις τον αιώνα ουκ ενδώσει. ζωήν δε ασεβών ανατρέψει. 25 παραπορευομένης καταιγίδος αφανίζεται ασεβής. 3 ου λιμοκτονήσει Κύριος ψυχήν δικαίαν. καρδία δε ασεβούς εκλείψει. δικαιοσύνη δε ρύσεται εκ θανάτου. και ου μη προστεθή αυτη λύπη εν καρδία.

σωτηρία δε υπάρχει εν πολλή βουλή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γλώσσα δε αδίκου εξολείται. 15 πονηρός κακοποιεί όταν συμμίξη δικαίω. στόμα δε ασεβών αποστρέφεται. 12 μυκτηρίζει πολίτας ενδεής φρενών. 10 εν αγαθοίς δικαίων κατώρθωσε πόλις. 5 δικαιοσύνη αμώμους ορθοτομεί οδούς. 19 υιος δίκαιος γεννάται εις ζωήν. 18 ασεβείς ποιεί έργα άδικα. 16 γυνή ευχάριστος εγείρει ανδρί δόξαν. 2 ου εάν εισέλθη ύβρις. αντ ‘ αυτού δε παραδίδοται ο ασεβής. οι δε ανδρείοι ερείδονται πλούτω. 9 εν στόματι ασεβών παγίς πολίταις. 21 χειρί χείρας εμβαλών αδίκως ουκ ατιμώρητος έσται. σπέρμα δε δικαίων μισθός αληθείας. πλούτου οκνηροί ενδεείς γίνονται. 25 ψυχή ευλογουμένη πάσα απλή. 6 δικαιοσύνη ανδρών ορθών ρύεται αυτούς. αίσθησις δε δικαίων εύοδος. 14 οίς μη υπάρχει κυβέρνησις. διωγμός δε ασεβούς εις θάνατον. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΖΥΓΟΙ δόλιοι βδέλυγμα ενώπιον Κυρίου. εκεί και ατιμία· στόμα δε ταπεινών μελετά σοφίαν 3 αποθανών δίκαιος έλιπε μετάμελον. θρόνος δε ατιμίας γυνή μισούσα δίκαια. εξολλύει δε αυτού σώμα ο ανελεήμων. 23 επιθυμία δικαίων πάσα αγαθή. τη δε απωλεία αυτών αλίσκονται παράνομοι. 13 ανήρ δίγλωσσος αποκαλύπτει βουλάς εν συνεδρίω. 17 τη ψυχή αυτού αγαθόν ποιεί ανήρ ελεήμων. στάθμιον δε δίκαιον δεκτόν αυτω. ούτως γυναικί κακόφρονι κάλλος. το δε καύχημα των ασεβών όλλυται. πιστός δε πνοή κρύπτει πράγματα. πρόχειρος δε γίνεται και επίχαρτος ασεβών απώλεια. μισεί δε ήχον ασφαλείας. ανήρ δε φρόνιμος ησυχίαν άγει. ασέβεια δε περιπίπτει αδικία. ο δε σπείρων δικαιοσύνην λήψεται μισθόν πιστόν. 22 ωσπερ ενώτιον εν ρινί υός. ανήρ δε θυμώδης ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1205 . εισί δε και οί συνάγοντες ελαττονούνται. 20 βδέλυγμα Κυρίω διεστραμμέναι οδοί. 24 εισίν οί τα ίδια σπείροντες πλείονα ποιούσιν. ελπίς δε ασεβών απολείται. 32 χείλη ανδρών δικαίων αποστάζει χάριτας. 11 στόμασι δε ασεβών κατεσκάφη. προσδεκτοί δε αυτω πάντες άμωμοι εν ταις οδοίς αυτών. 7 τελευτήσαντος ανδρός δικαίου ουκ όλλυται ελπίς. πίπτουσιν ωπερ φύλλα. 8 δίκαιος εκ θήρας εκδύνει.

ευλογίαν δε εις κεφαλήν του μεταδιδόντος. 12 επιθυμίαι ασεβών κακαί. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 Ο αγαπών παιδείαν. ο δε μισών ελέγχους άφρων. νωθροκάρδιος δε μυκτηρίζεται. 13α ο βλέπων λεία ελεηθήσεται. αι δε ρίζαι των δικαίων ουκ εξαρθήσονται. 30 εκ καρπού δικαιοσύνης φύεται δένδρον ζωής. αφαιρούνται δε άωροι ψυχαί παρανόμων. 11α ος εστιν ηδύς εν οίνων διατριβαίς. 8 στόμα συνετού εγκωμιάζεται υπό ανδρός. 5 λογισμοί δικαίων κρίματα. κυβερνώσι δε ασεβείς δόλους. ο δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1206 . αγαπά αίσθησιν. 10 δίκαιος οικτείρει ψυχάς κτηνών αυτού. δουλεύσει δε άφρων φρονίμω. 9 κρείσσων ανήρ εν ατιμία δουλεύων εαυτω ή τιμήν εαυτω περιτιθείς και προσδεόμενος άρτου. 7 ου εάν στραφή ο ασεβής. 2 κρείσων ο ευρών χάριν παρά Κυρίω. 29 ο μη συμπεριφερόμενος τω εαυτού οίκω κληρονομήσει άνεμον. στόμα δε ορθών ρύσεται αυτούς. 27 τεκταινόμενος αγαθά ζητεί χάριν αγαθήν. τα δε σπλάγχνα των ασεβών ανελεήμονα. 31 ει ο μεν δίκαιος μόλις σώζεται. αι δε ρίζαι των ευσεβών εν οχυρώμασι. 13 δι ‘ αμαρτίαν χειλέων εμπίπτει εις παγίδας αμαρτωλός. 11 ο εργαζόμενος την εαυτού γην εμπλησθήσεται άρτων. εκζητούντα δε κακά. αφανίζεται. εν τοις εαυτού οχυρώμασι καταλείψει ατιμίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευσχήμων. ο ασεβής και αμαρτωλός που φανείται. 6 λόγοι ασεβών δόλιοι. οίκοι δε δικαίων παραμένουσι. οι δε διώκοντες μάταια ενδεείς φρενών. 28 ο πεποιθώς επί πλούτω ούτος πεσείται. ο δε αντιλαμβανόμενος δικαίων ούτος ανατελεί. ανήρ δε παράνομος παρασιωπηθήσεται. καταλήψεται αυτόν. 4 γυνή ανδρεία στέφανος τω ανδρί αυτής· ωσπερ δε εν ξύλω σκώληξ. ούτως άνδρα απόλλυσι γυνή κακοποιός. εκφεύγει δε εξ αυτών δίκαιος. 26 ο συνέχων σίτον υπολείποιτο αυτόν τοις έθνεσιν. 3 ου κατορθώσει άνθρωπος εξ ανόμου.

3 ος φυλάσσει το εαυτού στόμα. αμαρτάνοντας καταδιώξεται κακά η δε οδός των ασεβών πλανήσει αυτούς. 15 οδοί αφρόνων ορθαί ενώπιον αυτών. 27 ουκ επιτεύξεται δόλιος θήρας. 5 λόγον άδικον μισεί δίκαιος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συναντών εν πύλαις εκθλίψει ψυχάς. γλώσσαι δε σοφών ιώνται. καρδία δε αφρόνων συναντήσεται αραίς. 2 από καρπών δικαιοσύνης φάγεται αγαθός. ψυχαί δε παρανόμων ολούνται άωροι. 17 επιδεικνυμένην πίστιν απαγγέλλει δίκαιος. 26 επιγνώμων δίκαιος εαυτού φίλος έσται. τηρεί την εαυτού ψυχήν. κτήμα δε τίμιον ανήρ καθαρός. 25 φοβερός λόγος καρδίαν ταράσσει ανδρός δικαίου. υιος δε ανήκοος εν απωλεία. οι δε βουλόμενοι ειρήνην ευφρανθήσονται. 14 από καρπών στόματος ψυχή ανδρός πλησθήσεται αγαθών. 21 ουκ αρέσει τω δικαίω ουδέν άδικον. 7 εισίν οι πλουτίζοντες εαυτούς μηδέν έχοντες. 9α ψυχαί δόλιαι πλανώνται εν αμαρτίαις. 18 εισίν οί λέγοντες τιτρώσκουσι μαχαίρα. ασεβής δε αισχύνεται και ουχ έξει παρρησίαν. οι δε ασεβείς πλησθήσονται κακών. ο δε προπετής χείλεσι πτοήσει εαυτόν. ο δε μάρτυς των αδίκων δόλιος. 20 δόλος εν καρδία τεκταινομένου κακά. δόλιοι δε έσονται εν προνομή. αι δε γνώμαι των ασεβών ανεπιεικείς. ο δε ποιών πίστεις δεκτός παρ ‘ αυτω. δίκαιοι δε οικτείρουσι και ελεούσι. και εισιν οι ταπεινούντες εαυτούς εν πολλω πλούτω. κρύπτει δε την εαυτού ατιμίαν ανήρ πανούργος. πτωχός δε ουχ υφίσταται απειλήν. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΥΙΟΣ πανούργος υπήκοος πατρί. 4 εν επιθυμίαις εστί πας αεργός. 10 κακός μεθ ‘ ύβρεως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1207 . 22 βδέλυγμα Κυρίω χείλη ψευδή. ανταπόδομα δε χειλέων αυτού δοθήσεται αυτω. 16 άφρων αυθημερόν εξαγγέλλει οργήν αυτού. 28 εν οδοίς δικαιοσύνης ζωή. 23 ανήρ συνετός θρόνος αισθήσεως. χείρες δε ανδρείων εν επιμελεία. οδοί δε μνησικάκων εις θάνατον. φως δε ασεβών σβέννυται. 9 φως δικαίοις διαπαντός. 24 χείρ εκλεκτών κρατήσει ευχερώς. 8 λύτρον ανδρός ψυχής ο ίδιος πλούτος. εισακούει δε συμβουλίας σοφός. 19 χείλη αληθινά κατορθοί μαρτυρίαν. μάρτυς δε ταχύς γλώσσαν έχει άδικον. αγγελία δε αγαθή ευφραίνει αυτόν.

τους δε δικαίους καταλήψεται αγαθά. 15 σύνεσις αγαθή δίδωσι χάριν. αίσθησις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1208 . 14 νόμος σοφού πηγή ζωής. 23 δίκαιοι ποιήσουσιν εν πλούτω έτη πολλά. 11 ύπαρξις επισπουδαζομένη μετά ανομίας ελάσσων γίνεται. έργα δε ασεβών μακράν από γνώσεως. θησαυρίζεται δε δικαίοις πλούτος ασεβών. 12 κρείσσων εναρχόμενος βοηθών καρδία του επαγγελλομένου και εις ελπίδα άγοντος· δένδρον γαρ ζωής επιθυμία αγαθή. 21 αμαρτάνοντας καταδιώξεται κακά. ο δε άφρων εξεπέτασεν εαυτού κακίαν. φανερά βοός ισχύς. 19 επιθυμίαι ευσεβών ηδύνουσι ψυχήν. η δε άφρων κατέσκαψε ταις χερσίν αυτής. 6 ζητήσεις σοφίαν παρά κακοίς και ουχ ευρήσεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πράσσει κακά. 4 ου μη εισι βόες. άδικοι δε απολούνται συντόμως. οικέτη δε σοφω εύοδοι έσονται πράξεις. 18 πενίαν και ατιμίαν αφαιρείται παιδεία. 2 ο πορευόμενος ορθώς φοβείται τον Κύριον. 24 ος φείδεται της βακτηρίας μισεί τον υιόν αυτού. 3 εκ στόματος αφρόνων βακτηρία ύβρεως. 13 ος καταφρονεί πράγματος. ούτος υγιαίνει. ο δε αγαπών επιμελώς παιδεύει. φάτναι καθαραί· ου δε πολλά γεννήματα. ο δε άνους υπό παγίδος θανείται. 22 αγαθός ανήρ κληρονομήσει υιούς υιών. εκκαίει δε ψευδή μάρτυς άδικος. ο δε σκολιάζων ταις οδοίς αυτού ατιμασθήσεται. και κατευθυνθήσεται η οδός αυτού. 17 βασιλεύς θρασύς εμπεσείται εις κακά. 16 πας πανούργος πράσσει μετά γνώσεως. 20 ο συμπορευόμενος σοφοίς σοφός έσται. άγγελος δε σοφός ρύσεται αυτόν. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΣΟΦΑΙ γυναίκες ωκοδόμησαν οίκους. το δε γνώναι νόμον διανοίας εστίν αγαθής. χείλη δε σοφών φυλάσσει αυτούς. οι δε εαυτών επιγνώμονες σοφοί. καταφρονηθήσεται υπ ‘ αυτού· ο δε φοβούμενος εντολήν. οδοί δε καταφρονούντων εν απωλεία. 13α υιω δολίω ουδέν έσται αγαθόν. ο δε φυλάσσων ελέγχους δοξασθήσεται. ο δε συνάγων εαυτω μετ ‘ ευσεβείας πληθυνθήσεται· δίκαιος οικτείρει και κιχρά. ο δε συμπορευόμενος άφροσι γνωσθήσεται. ψυχαί δε ασεβών ενδεείς. 25 δίκαιος έσθων εμπιπλά την ψυχήν αυτού. 5 μάρτυς πιστός ου ψεύδεται.

27 πρόσταγμα Κυρίου πηγή ζωής. εν δε εκλείψει λαού συντριβή δυνάστου. 14 των εαυτού οδών πλησθήσεται θρασυκάρδιος. 26 εν φόβω Κυρίου ελπίς ισχύος. από δε των διανοημάτων αυτού ανήρ αγαθός. εν δε καρδία αφρόνων ου διαγινώσκεται. τελευταία δε χαρά εις πένθος έρχεται. 12 έστιν οδός. 29 μακρόθυμος ανήρ πολύς εν φρονήσει. ανήρ δε φρόνιμος πολλά υποφέρει. 21 ο ατιμάζων πένητας αμαρτάνει. έλεον δε και αλήθειαν τεκταίνουσιν αγαθοί. 10 καρδία ανδρός αισθητική. ή δοκεί παρά ανθρώποις ορθή είναι. ποιεί δε εκκλίνειν εκ παγίδος θανάτου. οι δε πανούργοι κρατήσουσιν αισθήσεως. 25 ρύσεται εκ κακών ψυχήν μάρτυς πιστός. οικίαι δε δικαίων δεκταί. εκκαίει δε ψεύδη δόλιος. 18 μεριούνται άφρονες κακίαν. 23 εν παντί μεριμνώντι ένεστι περισσόν. 34 δικαιοσύνη υψοί έθνος. ελεών δε πτωχούς μακαριστός. σής δε οστέων καρδία αισθητική. όπλα δε αισθήσεως χείλη σοφά. 20 φίλοι μισήσουσι φίλους πτωχούς. ο δε ολιγόψυχος ισχυρώς άφρων. 32 εν κακία αυτού απωσθήσεται ασεβής. η δε διατριβή αφρόνων κακή. φίλοι δε πλουσίων πολλοί. 11 οικίαι ασεβών αφανισθήσονται. 30 πραϋθυμος ανήρ καρδίας ιατρός. 17 οξύθυμος πράσσει μετά αβουλίας. 19 ολισθήσουσι κακοί έναντι αγαθών. 8 σοφία πανούργων επιγνώσεται τας οδούς αυτών. ο δε άφρων εαυτω πεποιθώς μίγνυται ανόμω. 33 εν καρδία αγαθή ανδρός αναπαύσεται σοφία. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1209 . ο δε ηδύς και ανάλγητος εν ενδεία έσται. και ασεβείς θεραπεύσουσι θύρας δικαίων. 31 ο συκοφαντών πένητα παροξύνει τον ποιήσαντα αυτόν. πανούργος δε έρχεται εις μετάνοιαν. 24 στέφανος σοφών πλούτος αυτών. τα δε τελευταία αυτής έρχεται εις πυθμένα άδου. ουκ επίστανται έλεον και πίστιν τέκτονες κακών. τοις δε τέκνοις αυτού καταλείπει έρεισμα. 13 εν ευφροσύναις ου προσμίγνυται λύπη. ο δε τιμών αυτόν ελεεί πτωχόν. 35 δεκτός βασιλεί υπηρέτης νοήμων. 7 πάντα εναντία ανδρί άφρονι. 28 εν πολλω έθνει δόξα βασιλέως. 15 άκακος πιστεύει παντί λόγω. σκηναί δε κατορθούντων στήσονται. λυπηρά ψυχή αυτού· όταν δε ευφραίνηται. τη δε εαυτού ευστροφία αφαιρείται ατιμίαν. ελεημοσύναι δε και πίστεις παρά τέκτοσιν αγαθοίς. άνοια δε αφρόνων εν πλάνη. 9 οικίαι παρανόμων οφειλήσουσι καθαρισμόν. 22 πλανώμενοι τεκταίνουσι κακά. 16 σοφός φοβηθείς εξέκλινεν από κακού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε παρά φρονίμοις ευχερής. ελασσονούσι δε φυλάς αμαρτίαι. ο δε πεποιθώς τη εαυτού οσιότητι δίκαιος. ουκ επιμίγνυται ύβρει.

καρδία δε αφρόνων ουκ ασφαλείς. ανήρ δε φρόνιμος κατευθύνων πορεύεται. 20 υιος σοφός ευφραίνει πατέρα. 3 εν παντί τόπω οφθαλμοί Κυρίου. 11 άδης και απώλεια φανερά παρά τω Κυρίω· Πως ουχί και αι καρδίαι των ανθρώπων. 5 άφρων μυκτηρίζει παιδείαν πατρός. αγνών δε ρήσεις σεμναί. εστήρισε δε όριον χήρας. 24 οδοί ζωής διανοήματα συνετού. εν δε λύπαις ούσης σκυθρωπάζει. 9 βδέλυγμα Κυρίω οδοί ασεβούς. μετά δε σοφών ουχ ομιλήσει. 15 πάντα τον χρόνον οι οφθαλμοί των κακών προσδέχονται κακά. μακρόθυμος δε και την μέλλουσαν καταπραϋνει. στόμα δε απαιδεύτων γνώσεται κακά. ο δε ασεβής εγείρει μάλλον. ευχαί δε κατευθυνόντων δεκταί παρ ‘ αυτω. 18 ανήρ θυμώδης παρασκευάζει μάχας. 23 ου μη υπακούση ο κακός αυτη. 10 παιδεία ακάκου γνωρίζεται υπό των παριόντων. στόμα δε αφρόνων αναγγέλλει κακά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΟΡΓΗ απόλλυσι και φρονίμους. αι δε των ανδρείων τετριμμέναι. 22 υπερτίθενται λογισμούς οι μη τιμώντες συνέδρια. ουδέ μη είπη καίριόν τι και καλόν τω κοινω. 7 χείλη σοφών δέδεται αισθήσει. λόγος δε λυπηρός εγείρει οργάς. 2 γλώσσα σοφών καλά επίσταται. 21 ανοήτου τρίβοι ενδεείς φρενών. 4 ίασις γλώσσης δένδρον ζωής. οι δε ασεβείς ολόρριζοι εκ γης απολούνται. 12 ουκ αγαπήσει απαίδευτος τους ελέγχοντας αυτόν. σκοπεύουσι κακούς τε και αγαθούς. 19 οδοί αεργών εστρωμέναι ακάνθαις. 8 θυσίαι ασεβών βδέλυγμα Κυρίω. ο δε φυλάσσων εντολάς πανουργότερος. 26 βδέλυγμα Κυρίω λογισμός άδικος. οι δε μισούντες ελέγχους τελευτώσιν αισχρώς. οίκοις δικαίων ισχύς πολλή. οι δε αγαθοί ησυχάζουσι διαπαντός. 18α μακρόθυμος ανήρ κατασβέσει κρίσεις. 6 εν πλεοναζούση δικαιοσύνη ισχύς πολλή. ίνα εκκλίνας εκ του άδου σωθή. απόκρισις δε υποπίπτουσα αποστρέφει θυμόν. 14 καρδία ορθή ζητεί αίσθησιν. εν δε καρδίαις βουλευομένων μένει βουλή. διώκοντας δε δικαιοσύνην αγαπά. 27 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1210 . υιος δε άφρων μυκτηρίζει μητέρα αυτού. 16 κρείσσον μικρά μερίς μετά φόβου Κυρίου ή θησαυροί μεγάλοι μετά αφοβίας. ο δε συντηρών αυτήν πλησθήσεται πνεύματος. 25 οίκους υβριστών κατασπά Κύριος. 13 καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει. 17 κρείσσων ξενισμός μετά λαχάνων προς φιλίαν και χάριν ή παράθεσις μόσχων μετά έχθρας. καρποί δε ασεβών απολούνται.

7). Ι. ο δε τηρών ελέγχους αγαπά ψυχήν αυτού. 11 ροπή ζυγού δικαιοσύνη παρά Κυρίω. ευχαίς δε δικαίων επακούει. 10 μαντείον επί χείλεσι βασιλέως. Ι. 5 ακάθαρτος παρά Θεω πας υψηλοκάρδιος. ανήρ δε σοφός εξιλάσεται αυτόν. 30 θεωρών οφθαλμός καλά ευφραίνει καρδίαν. 12 βλέλυγμα βασιλεί ο ποιών κακά. και αρχή δόξης αποκριθήσεται αυτη. 15 εν φωτί ζωής υιος βασιλέως. 14 θυμός βασιλέως άγγελος θανάτου. 8). δια δε αυτών και οι εχθροί φίλοι γίνονται. μισεί εαυτόν. 7 αρχή οδού αγαθής το ποιείν τα δίκαια. 28 καρδίαι δικαίων μελετώσι πίστεις. 29β καρδία ανδρός λογιζέσθω δίκαια. 32 ος απωθείται παιδείαν. 16 νοσσιαί σοφίας αιρετώτεραι χρυσίου. Ι. 13 δεκτά βασιλεί χείλη δίκαια. οι δε ασεβείς εν ημέρα κακή ολούνται. ο δε φυλάσσων ελέγχους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1211 . 4) 9 πάντα τα έργα του Κυρίου μετά δικαιοσύνης· φυλάσσεται δε ο ασεβής εις ημέραν κακήν. 29 μακράν απέχει ο Θεός από ασεβών. 33 φόβος Θεού παιδεία και σοφία. (Μασ. ο δεχόμενος παιδείαν εν αγαθοίς έσται. ο δε μισών δώρων λήψεις σώζεται. τα δε έργα αυτού στάθμια δίκαια. (Μασ. λόγους δε ορθούς αγαπά. οι δε προσδεκτοί αυτω ωσπερ νέφος όψιμον. νοσσιαί δε φρονήσεως αιρετώτεραι υπέρ αργύριον. 6). τω δε φόβω Κυρίου εκκλίνει πας από κακού. μήκος δε βίου οδοί δικαιοσύνης. (Μασ. μετά γαρ δικαιοσύνης ετοιμάζεται θρόνος αρχής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξόλλυσιν εαυτόν ο δωρολήπτης. 17 τρίβοι ζωής εκκλίνουσιν από κακών. 27α ελεημοσύναις και πίστεσιν αποκαθαίρονται αμαρτίαι. στόμα δε ασεβών αποκρίνεται κακά. 28α δεκταί παρά Κυρίω οδοί ανθρώπων δικαίων. εν δε κρίσει ου μη πλανηθή το στόμα αυτού. (Μασ. 1 29 1 α κρείσσων ολίγη λήψις μετά δικαιοσύνης ή πολλά γεννήματα μετά αδικίας. ίνα υπό του Θεού διορθωθή τα διαβήματα αυτού. δεκτά δε παρά Θεω μάλλον ή θύειν θυσίας. οι δε ορθώς ζητούντες αυτόν ευρήσουσιν ειρήνην. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΠΑΝΤΑ τα έργα του ταπεινού φανερά παρά τω Θεω. 8 ο ζητών τον Κύριον ευρήσει γνώσιν μετά δικαιοσύνης. χειρί δε χείρας εμβαλών αδίκως ουκ αθωωθήσεται. φήμη δε αγαθή πιαίνει οστά.

εν δε αδελφοίς διελείται μέρη. εν δε οδοίς δικαιοσύνης ευρίσκεται. 20 συνετός εν πράγμασιν ευρετής αγαθών. παρά δε Κυρίου πάντα τα δίκαια. ούτως εκλεκταί καρδίαι παρά Κυρίω. δίκαιος δε ου προσέχει χείλεσι ψευδέσιν. ο δε κρατών οργής κρείσσων καταλαμβανομένου πόλιν. 31 στέφανος καυχήσεως γήρας. ο μέντοι σκολιός επί τω εαυτού στόματι φορεί την απώλειαν. 22 πηγή ζωής έννοια τοις κεκτημένοις. ο δε επιχαίρων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1212 . επί δε των εαυτού χειλέων θησαυρίζει πυρ. 30 στηρίζων δε οφθαλμούς αυτού διαλογίζεται διεστραμμένα. παιδεία δε αφρόνων κακή. 24 κηρία μέλιτος λόγοι καλοί. οι δε γλυκείς εν λόγω πλείονα ακούσονται. 32 κρείσσων ανήρ μακρόθυμος ισχυρού. 2 οικέτης νοήμων κρατήσει δεσποτών αφρόνων. γλύκασμα δε αυτού ίασις ψυχής. 25 εισίν οδοί δοκούσαι είναι ορθαί ανδρί. 23 καρδία σοφού νοήσει τα από του ιδίου στόματος. τα μέντοι τελευταία αυτών βλέπει εις πυθμένα άδου. ος φυλάσσει τας εαυτού οδούς. προ δε πτώματος κακοφροσύνη. επί δε χείλεσι φορέσει επιγνωμοσύνην. 21 τους σοφούς και συνετούς φαύλους καλούσιν. 5 ο καταγελών πτωχού παροξύνει τον ποιήσαντα αυτόν. 4 κακός υπακούει γλώσσης παρανόμων. τηρεί την εαυτού ψυχήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σοφισθήσεται. και λαμπτήρα δόλου πυρσεύει κακοίς και διαχωρίζει φίλους. 27 ανήρ άφρων ορύσσει εαυτω κακά. αγαπών δε ζωήν αυτού φείσεται στόματος αυτού. 18 προ συντριβής ηγείται ύβρις. 33 εις κόλπους επέρχεται πάντα τοις αδίκοις. 3 ωσπερ δοκιμάζεται εν καμίνω άργυρος και χρυσός. πεποιθώς δε επί Θεω μακαριστός. 28 ανήρ σκολιός διαπέμπεται κακά. 26 ανήρ εν πόνοις πονεί εαυτω και εκβιάζεται την απώλειαν εαυτού. ορίζει δε τοις χείλεσιν αυτού πάντα τα κακά· ούτος κάμινός εστι κακίας. 19 κρείσσων πραϋθυμος μετά ταπεινώσεως ή ος διαιρείται σκύλα μετά υβριστών. 29 ανήρ παράνομος αποπειράται φίλων και απάγει αυτούς οδούς ουκ αγαθάς. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΡΕΙΣΣΩΝ ψωμός μεθ ‘ ηδονής εν ειρήνη ή οίκος πλήρης πολλών αγαθών και αδίκων θυμάτων μετά μάχης.

ασεβής δε εκκλίνει οδούς δικαιοσύνης. 11 αντιλογίας εγείρει πας κακός. ου κινηθήσεται κακά εκ του οίκου αυτού. 12 εμπεσείται μέριμνα ανδρί νοήμονι. 9 ος κρύπτει αδικήματα. άφρων δε μαστιγωθείς ουκ αισθάνεται. 15 ος δίκαιον κρίνει τον άδικον. 10 συντρίβει απειλή καρδίαν φρονίμου. ζητεί φιλίαν. ζητεί συντριβήν. προηγείται δε της ενδείας στάσις και μάχη. επιγνώμων. ου δ ‘ αν επιστρέψη ευοδωθήσεται. ουδέ όσιον επιβουλεύειν δυνάσταις δικαίοις. ενεόν δε τις εαυτόν ποιήσας δόξει φρόνιμος είναι. του δε απίστου ουδέ οβολός. καύχημα δε τέκνων πατέρες αυτών. 18 ανήρ άφρων επικροτεί και επιχαίρει εαυτω. 22 καρδία ευφραινομένη ευεκτείν ποιεί. ως και ο εγγυώμενος εγγύη των εαυτού φίλων. 21 καρδία δε άφρονος οδύνη τω κεκτημένω αυτήν. οι δε άφρονες διαλογιούνται κακά. 20 ο δε σκληροκάρδιος ου συναντά αγαθοίς. 6α του πιστού όλος ο κόσμος των χρημάτων. ακάθαρτος και βδελυκτός παρά Θεω. οι δε οφθαλμοί του άφρονος επ ‘ άκρα γης. ος δε μισεί κρύπτειν. κτήσασθαι γαρ σοφίαν ακάρδιος ου δυνήσεται. 26 ζημιούν άνδρα δίκαιον ου καλόν. 24 πρόσωπον συνετόν ανδρός σοφού. ο δε σκολιάζων του μαθείν εμπεσείται εις κακά. 13 ος αποδίδωσι κακά αντί αγαθών. ο δε Κύριος άγγελον ανελεήμονα εκπέμψει αυτω. 14 εξουσίαν δίδωσι λόγοις αρχή δικαιοσύνης. 6 στέφανος γερόντων τέκνα τέκνων. 17 εις πάντα καιρόν φίλος υπαρχέτω σοι. διϊστησι φίλους και οικείους. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1213 . 27 ος φείδεται ρήμα προέσθαι σκληρόν. μακρόθυμος δε ανήρ φρόνιμος. υιος δε φρόνιμος ευφραίνει μητέρα αυτού. αδελφοί δε εν ανάγκαις χρήσιμοι έστωσαν· τούτου γαρ χάριν γεννώνται. ανήρ ευμετάβολος γλώσση εμπεσείται εις κακά. ανδρός δε λυπηρού ξηραίνεται τα οστά. 19 φιλαμαρτήμων χαίρει μάχαις. 16α ος υψηλόν ποιεί τον εαυτού οίκον. ουκ ευφραίνεται πατήρ επί υιω απαιδεύτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απολλυμένω ουκ αθωωθήσεται· ο δε επισπλαγχνιζόμενος ελεηθήσεται. [υψών δε θύραν αυτού ζητεί συντριβήν]. άδικον δε τον δίκαιον. 7 ουχ αρμόσει άφρονι χείλη πιστά. 25 οργή πατρί υιος άφρων και οδύνη τη τεκούση αυτόν. 8 μισθός χαρίτων η παιδεία τοις χρωμένοις. 28 ανοήτω επερωτήσαντι σοφίαν σοφία λογισθήσεται. 16 ινατί υπήρξε χρήματα άφρονι. ουδέ δικαίω χείλη ψευδή. 23 λαμβάνοντος δώρα αδίκως εν κόλποις ου κατευοδούνται οδοί.

ισχύει δε ωσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον. η δε δόξα αυτής μέγα επισκιάζει. εν δε δυναστείαις ορίζει. μάλλον γαρ άγεται αφροσύνη. ως δ' αν επιβάλη ο αντίδικος ελέγχεται. 22 ος εύρε γυναίκα αγαθήν. 11 ύπαρξις πλουσίου ανδρός πόλις οχυρά. 5 θαυμάσαι πρόσωπον ασεβούς ου καλόν. ποταμός δε αναπηδύει και πηγή ζωής. ψυχαί δε ανδρογύνων πεινάσουσιν. τα δε χείλη αυτού παγίς τη ψυχή αυτού. εν παντί δε καιρω επονείδιστος έσται. 21 θάνατος και ζωή εν χειρί γλώσσης. 18 αντιλογίας παύει σιγηρός. 17 δίκαιος εαυτού κατήγορος εν πρωτολογία. 4 ύδωρ βαθύ λόγος εν καρδία ανδρός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 Προφάσεις ζητεί ανήρ βουλόμενος χωρίζεσθαι από φίλων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1214 . ουδέ όσιον εκκλίνειν το δίκαιον εν κρίσει. 13 ος αποκρίνεται λόγον πριν ακούσαι. 2 ου χρείαν έχει σοφίας ενδεής φρενών. 15 καρδία φρονίμου κτάται αίσθησιν. 6 χείλη άφρονος άγουσιν αυτόν εις κακά. εκβάλλει τα αγαθά. 19 αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά και υψηλή. ώτα δε σοφών ζητεί έννοιαν. 7 στόμα άφρονος συντριβή αυτω. και προ δόξης ταπεινούται. 9 ο μη ιώμενος εαυτόν εν τοις έργοις αυτού αδελφός εστι του λυμαινομένου εαυτόν. 3 όταν έλθη ασεβής εις βάθος κακών. οι δε κρατούντες αυτής έδονται τους καρπούς αυτής. ολιγόψυχον δε άνδρα τις υποίσει. 12 προ συντριβής υψούται καρδία ανδρός. έλαβε δε παρά Θεού ιλαρότητα. εύρε χάριτας. επέρχεται δε αυτω ατιμία και όνειδος. 8 οκνηρούς καταβάλλει φόβος. 16 δόμα ανθρώπου εμπλατύνει αυτόν και παρά δυνάσταις καθιζάνει αυτόν. αφροσύνη αυτω εστι και όνειδος. 14 θυμόν ανδρός πραυνει θεράπων φρόνιμος. 10 εκ μεγαλωσύνης ισχύος όνομα Κυρίου. 20 από καρπών στόματος ανήρ πίμπλησι κοιλίαν αυτού. το δε στόμα αυτού το θρασύ θάνατον επικαλείται. από δε καρπών χειλέων αυτού εμπλησθήσεται. καταφρονεί. αυτω δε προσδραμόντες δίκαιοι υψούνται. 22α ος εκβάλλει γυναίκα αγαθήν. ο δε κατέχων μοιχαλίδα άφρων και ασεβής.

ευρήσει αγαθά. το δε καύχημα αυτού επέρχεται παρανόμοις. 24 ο εγκρύπτων εις τον κόλπον αυτού χείρας αδίκως. 7 πας. και φιλίας μακράν έσται. τον δε Θεόν αιτιάται τη καρδία αυτού. 11 ελεήμων ανήρ μακροθυμεί. 21 πολλοί λογισμοί εν καρδία ανδρός. ουδέ τω στόματι ου μη προσαγάγη αυτάς. 4 πλούτος προστίθησι φίλους πολλούς. 15 δειλία κατέχει ανδρόγυνον. ανήρ δε φρόνιμος ευρήσει αυτήν. ίνα σοφός γένη επ ‘ εσχάτων σου. ο πολλά κακοποιών τελεσιουργεί κακίαν. ος δε ερεθίζει λόγους ου σωθήσεται. παρά δε Κυρίου αρμόζεται γυνή ανδρί. 26 ο ατιμάζων πατέρα και απωθούμενος μητέρα αυτού καταισχυνθήσεται και επονείδιστος έσται. 27 υιος απολειπόμενος φυλάξαι παιδείαν πατρός μελετήσει ρήσεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1215 . έννοια αγαθή τοις ειδόσιν αυτήν εγγιεί. πας δε ο κακός γίνεται όνειδος ανδρί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 3 ΑΦΡΟΣΥΝΗ ανδρός λυμαίνεται τας οδούς αυτού. 20 άκουε. ο δε καταφρονών των εαυτού οδών απολείται. 9 μάρτυς ψευδής ουκ ατιμώρητος έσται. ος δ ‘ αν εκκαύση κακίαν. 16 ος φυλάσσει εντολήν. ου ουκ επισκοπείται γνώσις. 22 καρπός ανδρί ελεημοσύνη. 6 πολλοί θεραπεύουσι πρόσωπα βασιλέων. ος αδελφόν πτωχόν μισεί. ούτως το ιλαρόν αυτού. ο δε άφοβος αυλισθήσεται εν τόποις. τηρεί την εαυτού ψυχήν. και την ψυχήν αυτού προσθήσει. ούτως γαρ έσται εύελπις. 17 δανείζει Θεω ο ελεών πτωχόν. 13 αισχύνη πατρί υιος άφρων· ουχ αγναί ευχαί από μισθώματος εταίρας. εις δε ύβριν μη επαίρου τη ψυχή σου. παιδείαν πατρός σου. η δε βουλή του Κυρίου εις τον αιώνα μένει. 19 κακόφρων ανήρ πολλά ζημιωθήσεται· εάν δε λοιμεύηται. κατά δε το δόμα αυτού ανταποδώσει αυτω. 5 μάρτυς ψευδής ουκ ατιμώρητος έσται. ψυχή δε αεργού πεινάσει. ος δε φυλάσσει φρόνησιν. νοήσει αίσθησιν. ωσπερ δε δρόσος επί χόρτω. και εάν οικέτης άρξηται μεθ ‘ ύβρεως δυναστεύειν. 14 οίκον και ύπαρξιν μερίζουσι πατέρες παισί. ο δε εγκαλών αδίκως ου διαφεύξεται. κρείσσων δε πτωχός δίκαιος ή πλούσιος ψεύστης. 23 φόβος Κυρίου εις ζωήν ανδρί. 10 ου συμφέρει άφρονι τρυφή. 12 βασιλέως απειλή ομοία βρυγμω λέοντος. 8 ο κτώμενος φρόνησιν αγαπά εαυτόν. ο δε πτωχός και από του υπάρχοντος φίλου λείπεται. άφρων πανουργότερος γίνεται· εάν δε ελέγχης άνδρα φρόνιμον. υιε. απολείται υπ ‘ αυτής. 25 λοιμού μαστιγουμένου. 18 παίδευε υιόν σου.

13 μη αγάπα καταλαλείν. μετά γαρ το εύξασθαι μετανοείν γίνεται. 3 δόξα ανδρί αποστρέφεσθαι λοιδορίας. και περικυκλώσουσιν εν δικαιοσύνη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1216 . αι δε κόραι των οφθαλμών αυτού όψονται σκότος. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΑΚΟΛΑΣΤΟΝ οίνος και υβριστικόν μέθη. θνητός δε Πως αν νοήσαι τας οδούς αυτού. 29 ετοιμάζονται ακολάστοις μάστιγες. και ζυγός δόλιος ου καλόν ενώπιον αυτού. και ευθεία η οδός αυτού. 2 ου διαφέρει απειλή βασιλέως θυμού λέοντος. ουκ εναντιούται εν οφθαλμοίς αυτού παν πονηρόν. ίνα σοι βοηθήση. 11 εν τοις επιτηδεύμασιν αυτού συμποδισθήσεται νεανίσκος μετά οσίου. 28 ελεημοσύνη και αλήθεια φυλακή βασιλεί. ος ερευνά ταμιεία κοιλίας. και τιμωρίαι ομοίως άφροσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κακάς. 4 ονειδιζόμενος οκνηρός ουκ αισχύνεται. 5 ύδωρ βαθύ βουλή εν καρδία ανδρός. ή τις παρρησιάσεται καθαρός είναι από αμαρτιών. 6 μέγα άνθρωπος και τίμιον ανήρ ελεήμων. ίνα μη εξαρθής· διάνοιξον τους οφθαλμούς σου και εμπλήσθητι άρτων. 9 τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν. 27 φως Κυρίου πνοή ανθρώπων. στόμα δε ασεβών καταπίεται κρίσεις. 25 παγίς ανδρί ταχύ τι των ιδίων αγιάσαι. ανήρ δε φρόνιμος εξαντλήσει αυτήν. άνδρα δε πιστόν έργον ευρείν. 26 λικμήτωρ ασεβών βασιλεύς σοφός. ο δε παροξύνων αυτόν αμαρτάνει εις την εαυτού ψυχήν. 22 μη είπης· τίσομαι τον εχθρόν. αλλ ‘ υπόμεινον τον Κύριον. 7 ος αναστρέφεται άμωμος εν δικαιοσύνη. και επιβαλεί αυτοίς τροχόν. πας δε άφρων τοιούτοις συμπλέκεται. 20 κακολογούντος πατέρα ή μητέρα σβεσθήσεται λαμπτήρ. 21 μερίς επισπουδαζομένη εν πρώτοις. 10 στάθμιον μέγα και μικρόν και μέτρα δισσά. εν τοις τελευταίοις ουκ ευλογηθήσεται. 23 βδέλυγμα Κυρίω δισσόν στάθμιον. 12 ους ακούει και οφθαλμός ορά· Κυρίου έργα και αμφότερα. ακάθαρτα ενώπιον Κυρίου και αμφότερα και ο ποιών αυτά. 8 όταν βασιλεύς δίκαιος καθίση επί θρόνου. 24 παρά Κυρίου ευθύνεται τα διαβήματα ανδρί. μακαρίους τους παίδας αυτού καταλείψει. πας δε άφρων τοιούτοις συμπλέκεται. ωσαύτως και ο δανειζόμενος σίτον εν αμήτω. 28 ο εγγυώμενος παίδα άφρονα καθυβρίσει δικαίωμα.

6 ο ενεργών θησαυρίσματα γλώσση ψευδεί μάταια διώκει και έρχεται επί παγίδας θανάτου. 7 όλεθρος ασεβέσιν επιξενωθήσεται. και αυτός επικαλέσεται. 24 θρασύς και αυθάδης και αλαζών λοιμός καλείται. κατευθύνει δε καρδίας Κύριος. λαμπτήρ δε ασεβών αμαρτία. εφ ‘ ω επεποίθεισαν οι ασεβείς. δόξα δε πρεσβυτέρων πολιαί. όσιος δε ακάθαρτος παρά κακούργοις. 4 μεγαλόφρων εν ύβρει θρασυκάρδιος. 23 ος φυλάσσει το στόμα αυτού και την γλώσσαν. παράνομος. εκεί έκλινεν αυτήν. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΩΣΠΕΡ ορμή ύδατος. συνίων δε σοφός δέξεται γνώσιν. 9κρείσσον οικείν επί γωνίας υπαίθρου ή εν κεκονιαμένοις μετά αδικίας και εν οίκω κοινω. αγνά γαρ και ορθά τα έργα αυτού. φιλών οίνον και έλαιον εις πλούτον· 18 περικάθαρμα δε δικαίου άνομος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον θρόνον αυτού. 15 ευφροσύνη δικαίων ποιείν κρίμα. 11 ζημιουμένου ακολάστου πανουργότερος γίνεται ο άκακος. 22 πόλεις οχυράς επέβη σοφός και καθείλε το οχύρωμα. 3 ποιείν δίκαια και αληθεύειν αρεστά παρά Θεω μάλλον ή θυσιών αίμα. 25 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1217 . 19 κρείσσον οικείν εν γη ερήμω ή μετά γυναικός μαχίμου και γλωσσώδους και οργίλου. 17 ανήρ ενδεής αγαπά ευφροσύνην. 8 προς τους σκολιούς σκολιάς οδούς αποστέλλει ο Θεός. και ουκ έσται ο εισακούων. ου γαρ βούλονται πράσσειν τα δίκαια. 13 ος φράσσει τα ώτα αυτού του μη επακούσαι ασθενούς. 29 κόσμος νεανίαις σοφία. 20 θησαυρός επιθυμητός αναπαύσεται επί στόματος σοφού. 16 ανήρ πλανώμενος εξ οδού δικαιοσύνης εν συναγωγή γιγάντων αναπαύσεται. 10 ψυχή ασεβούς ουκ ελεηθήσεται υπ ‘ ουδενός των ανθρώπων. δώρων δε ο φειδόμενος θυμόν εγείρει ισχυρόν. άφρονες δε άνδρες καταπίονται αυτόν. 14 δόσις λάθριος ανατρέπει οργάς. 2 πας ανήρ φαίνεται εαυτω δίκαιος. ος δε μνησικακεί. 30 υπώπια και συντρίμματα συναντά κακοίς. 12 συνίει δίκαιος καρδίας ασεβών και φαυλίζει ασεβείς εν κακοίς. πληγαί δε εις ταμιεία κοιλίας. 21 οδός δικαιοσύνης και ελεημοσύνης ευρήσει ζωήν και δόξαν. ούτως καρδία βασιλέως εν χειρί Θεού· ου εάν θέλων νεύση. διατηρεί εκ θλίψεως την ψυχήν αυτού.

ο δε ευθής αυτός συνίει τας οδούς αυτού. ο δε δίκαιος ελεά και οικτείρει αφειδώς. φαυλίζει δε λόγους παράνομος. 9α νίκην και τιμήν περιποιείται ο δώρα δούς. ανήρ δε υπήκοος φυλασσόμενος λαλήσει. 5 τρίβολοι και παγίδες εν οδοίς σκολιαίς. οι δε άφρονες παρελθόντες εζημιώθησαν. 28 μάρτυς ψευδής απολείται. πληγήν δε έργων αυτού συντελέσει. εν δε ταις πλατείαις φονευταί. 26 ασεβής επιθυμεί όλην την ημέραν επιθυμίας κακάς. 8α άνδρα ιλαρόν και δότην ευλογεί ο Θεός. 7 πλούσιοι πτωχών άρξουσι. των γαρ εαυτού άρτων έδωκε τω πτωχω. ουκ έστι βουλή προς τον ασεβή. την μέντοι ψυχήν αφαιρείται των κεκτημένων. 30 ουκ έστι σοφία. 29 ασεβής ανήρ αναιδώς υφίσταται προσώπω. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΑΙΡΕΤΩΤΕΡΟΝ όνομα καλόν ή πλούτος πολύς. 4 γενεά σοφίας φόβος Κυρίου και πλούτος και δόξα και ζωή. 8 ο σπείρων φαύλα θερίσει κακά. 3 πανούργος ιδών πονηρόν τιμωρούμενον κραταιώς αυτός παιδεύεται. ου γαρ προαιρούνται αι χείρες αυτού ποιείν τι. 13 προφασίζεται και λέγει οκνηρός· λέων εν ταις οδοίς. αμφοτέρους δε ο Κύριος εποίησε. ουκ έστιν ανδρεία. 31 ίππος ετοιμάζεται εις ημέραν πολέμου. ματαιότητα δε έργων αυτού συντελέσει. 2 πλούσιος και πτωχός συνήντησαν αλλήλοις. παρά δε Κυρίου η βοήθεια. και ουκ αγαπά του αποστρέψαι απ ‘ αυτών· αποστρέφειν δε δεί από οδού σκολιάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1218 . 27 θυσίαι ασεβών βδέλυγμα Κυρίω. και οικέται ιδίοις δεσπόταις δανειούσι. δεκτοί δε αυτω πάντες άμωμοι· χείλεσι ποιμαίνει βασιλεύς. ο δε φυλάσσων την εαυτού ψυχήν αφέξεται αυτών. και συνεξελεύσεται αυτω νείκος· όταν γαρ καθίση εν συνεδρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιθυμίαι οκνηρόν αποκτείνουσιν. 14 βόθρος βαθύς στόμα παρανόμου. υπέρ δε αργύριον και χρυσίον χάρις αγαθή. και γαρ παρανόμως προσφέρουσιν αυτάς. 11 αγαπά Κύριος οσίας καρδίας. πάντας ατιμάζει. 12 οι δε οφθαλμοί Κυρίου διατηρούσιν αίσθησιν. ο δε μισηθείς υπό Κυρίου εμπεσείται εις αυτόν. 14α εισίν οδοί κακαί ενώπιον ανδρός. 9 ο ελεών πτωχόν αυτός διατραφήσεται. 10 έκβαλε εκ συνεδρίου λοιμόν.

ούτως εσθίει και πίνει. ότι καλοί εισι· 18 και εάν εμβάλης αυτούς εις την καρδίαν σου. 15 άνοια εξήπται καρδίας νέου. 16 ο συκοφαντών πένητα πολλά ποιεί τα εαυτού· δίδωσι δε πλουσίω επ ‘ ελλάσσονι. τη δε σή εννοία απόσχου. μηδέ επιθύμει των βρωμάτων αυτού· 7 ον τρόπον γαρ ει τις καταπίοι τρίχα. 6 μη συνδείπνει ανδρί βασκάνω. πτωχός γαρ εστι. 29 ορατικόν άνδρα και οξύν εν τοις έργοις αυτού βασιλεύσι δεί παρεστάναι και μη παρεστάναι ανδράσι νωθροίς. 3 μη επιθύμει των εδεσμάτων αυτού. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΕΑΝ καθίσης δειπνείν επί τραπέζης δυναστών. και μη ατιμάσης ασθενή εν πύλαις· 23 ο γαρ Κύριος κρινεί αυτού την κρίσιν. νοητώς νόει τα παρατιθέμενά σοι 2 και επίβαλλε την χείρά σου. 17 Λόγοις σοφών παράβαλλε σόν ους και άκουε εμόν λόγον. φίλω δε οργίλω μη συναυλίζου. 25 μήποτε μάθης των οδών αυτού και λάβης βρόχους τη σή ψυχή. του αποκρίνεσθαί σε λόγους αληθείας τοις προβαλλομένοις σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και κακής. 4 μη παρεκτείνου πένης ων πλουσίω. ράβδος δε και παιδεία μακράν απ ‘ αυτού. την δε σήν καρδίαν επίστησον. 19 ίνα σου γένηται επί Κύριον η ελπίς και γνωρίση σοι την οδόν σου. ουδαμού φανείται· κατεσκεύασται γαρ αυτω πτέρυγες ωσπερ αετού. ευφρανούσί σε άμα επί σοίς χείλεσιν. ειδώς ότι τοιαύτά σε δεί παρασκευάσαι· ει δε απληστότερος ει. 28 μη μέταιρε όρια αιώνια. ίνα γνως. α έθεντο οι πατέρες σου. και ρύση σήν άσυλον ψυχήν. 24 μη ίσθι εταίρος ανδρί θυμώδει. 26 μη δίδου σεαυτόν εις εγγύην αισχυνόμενος πρόσωπον· 27 εάν γαρ μη έχης πόθεν αποτίσης. ταύτα γαρ έχεται ζωής ψευδούς. 20 και συ δε απόγραψαι αυτά σεαυτω τρισσώς εις βουλήν και γνώσιν επί το πλάτος της καρδίας σου. και υποστρέφει εις τον οίκον του προεστηκότος αυτού. λήψονται το στρώμα το υπό τας πλευράς σου. 8 μηδέ προς σε εισαγάγης αυτόν και φάγης τον ψωμόν σου μετ ‘ αυτού· εξεμέσει γαρ αυτόν και λυμανείται τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1219 . 5 εάν επιστήσης το σόν όμμα προς αυτόν. 22 Μή αποβιάζου πένητα. 21 διδάσκω ουν σε αληθή λόγον και γνώσιν αγαθήν υπακούειν.

τα δε ώτά σου ετοίμασον λόγοις αισθήσεως. και ωσπερ υπό κεράστου διαχείται αυτω ο ιός. 30 ου των εγχρονιζόντων εν οίνοις. 22 άκουε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λόγους σου τους καλούς. και φρέαρ στενόν αλλότριον· 28 ούτος γαρ συντόμως απολείται. 29 τίνι ουαί. μήποτε μυκτηρίση τους συνετούς λόγους σου. μηδέ εκτείνου συμβουλαίς κρεών τε αγορασμοίς· 21 πας γαρ μέθυσος και πορνοκόπος πτωχεύσει. πατρός του γεννήσαντός σε και μη καταφρόνει ότι γεγήρακέ σου η μήτηρ. εάν ορθά ώσι. αλλά εν φόβω Κυρίου ίσθι όλην την ημέραν· 18 εάν γαρ τηρήσης αυτά. το στόμα σου τότε λαλήσει σκολιά. τίνι συντρίμματα διακενής. 34 και κατακείση ωσπερ εν καρδία θαλάσσης και ωσπερ κυβερνήτης εν πολλω κλύδωνι. 26 δος μοι. τίνος πελιδνοί οι οφθαλμοί. έσται σοι έκγονα. τίνι κρίσεις. 13 μη απόσχη νήπιον παιδεύειν. ευφρανείς και την εμήν καρδίαν. εις δε κτήμα ορφανών μη εισέλθης· 11 ο γαρ λυτρούμενος αυτούς Κύριος κραταιός εστι και κρινεί την κρίσιν αυτών μετά σου. αλλά ομιλείτε ανθρώποις δικαίοις και ομιλείτε εν περιπάτοις· εάν γαρ εις τας φιάλας και τα ποτήρια δως τους οφθαλμούς σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1220 . 33 οι οφθαλμοί σου όταν ίδωσιν αλλοτρίαν. και σοφός γίνου. η δε ελπίς σου ουκ αποστήσεται. και ενδύσεται διερρηγμένα και ρακώδη πας υπνώδης. εάν σοφή γένηταί σου η καρδία. 31 μη μεθύσκεσθε εν οίνοις. ου των ιχνευόντων που πότοι γίνονται. 25 ευφραινέσθω ο πατήρ και η μήτηρ επί σοί. τίνι δε αηδίαι και λέσχαι. υιε. και χαιρέτω η τεκούσά σε. και πας παράνομος αναλωθήσεται. ίνα ελθών ζητήσω μεθ ‘ ων συνελεύσομαι. ότι εάν πατάξης αυτόν ράβδω. 19 άκουε. 17 μη ζηλούτω η καρδία σου αμαρτωλούς. οι δε σοί οφθαλμοί εμάς οδούς τηρείτωσαν· 27 πίθος γαρ τετρημένος εστίν αλλότριος οίκος. 16 και ενδιατρίψει λόγοις τα σά χείλη προς τα εμά χείλη. 10 μη μεταθής όρια αιώνια. 9 εις ώτα άφρονος μηδέν λέγε. υιε. 35 ερείς δε· τύπτουσί με και ουκ επόνεσα. τίνι θόρυβος. υιε. ου μη αποθάνη· 14 συ μεν γαρ πατάξεις αυτόν ράβδω. την δε ψυχήν αυτού εκ θανάτου ρύση. εγώ δε ουκ ήδειν· πότε όρθρος έσται. επί δε υιω σοφω ευφραίνεται η ψυχή αυτού. 24 καλώς εκτρέφει πατήρ δίκαιος. 15 υιε. 32 το δε έσχατον ωσπερ υπό όφεως πεπληγώς εκτείνεται. ύστερον περιπατήσεις γυμνότερος υπέρου. 12 δος εις παιδείαν την καρδίαν σου. 23 αλήθειαν κτήσαι και μη απώση σοφίαν και παιδείαν και σύνεσιν. σήν καρδίαν. και ενέπαιξάν μοι. και κατεύθυνε εννοίας σής καρδίας· 20 μη ίσθι οινοπότης.

έσται καλή η τελευτή σου. συντριβήσεται· 22δ εάν γαρ οξυνθή ο θυμός αυτού. ΚΘ. 19 μη χαίρε επί κακοποιοίς. 7 σοφία και έννοια αγαθή εν πύλαις σοφών· σοφοί ουκ εκκλίνουσιν εκ στόματος Κυρίου. 15 μη προσαγάγης ασεβή νομή δικαίων μηδέ απατηθής χορτασία κοιλίας· 16 επτάκις γαρ πεσείται δίκαιος και αναστήσεται. ουκ οίδα τούτον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1221 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΥΙΕ. 9 αποθνήσκει δε άφρων εν αμαρτίαις. τας δε τιμωρίας αμφοτέρων τις γνώσεται. εν δε τω υποσκελίσματι αυτού μη επαίρου· 18 ότι όψεται Κύριος και ουκ αρέσει αυτω. δεχόμενος δε εδέξατο αυτόν. 22β μηδέν ψεύδος από γλώσσης βασιλεί λεγέσθω. 22α λόγον φυλασσόμενος υιος απωλείας εκτός έσται. αυτός οίδε πάντα. μη φείση· 12 εάν δε είπης. 22γ μάχαιρα γλώσσα βασιλέως και ου σαρκίνη. 6 μετά κυβερνήσεως γίνεται πόλεμος. 8 αλλά λογίζονται εν συνεδρίοις. ακαθαρσία δε ανδρί λοιμω 10 εμμολυνθήσεται εν ημέρα κακή και εν ημέρα θλίψεως. μη επιχαρής αυτω. οι δε ασεβείς ασθενήσουσιν εν κακοίς. 3 μετά σοφίας οικοδομείται οίκος και μετά συνέσεως ανορθούται. ωστε άβρωτα είναι νεοσσοίς αετών. 5 κρείσσων σοφός ισχυρού και ανήρ φρόνησιν έχων γεωργίου μεγάλου. έως αν εκλίπη. λαμπτήρ δε ασεβών σβεσθήσεται. και ελπίς σε ουκ εγκαταλείψει. 21 φοβού τον Θεόν. και ουδέν ψεύδος από γλώσσης αυτού ου μη εξέλθη. 17 εάν πέση ο εχθρός σου. (Μασ. συν νεύροις ανθρώπους αναλίσκει. μη ζηλώσης κακούς άνδρας μηδέ επιθυμήσης είναι μετ ‘ αυτών· 2 ψευδή γαρ μελετά η καρδία αυτών. και αποστρέψει τον θυμόν αυτού απ ‘ αυτού. υιε. βοήθεια δε μετά καρδίας βουλευτικής. γίνωσκε ότι Κύριος καρδίας πάντων γινώσκει. και οστά ανθρώπων κατατρώγει. 13 φάγε μέλι. υιε. και συγκαίει ωσπερ φλόξ. ος αποδίδωσιν εκάστω κατά τα έργα αυτού. ος δ ‘ αν παραδοθή. ίνα γλυκανθή σου ο φάρυγξ· 14 ούτως αισθήση σοφίαν τη σή ψυχή· εάν γαρ εύρης. μηδέ ζήλου αμαρτωλούς· 20 ου γαρ μη γένηται έκγονα πονηρω. αγαθόν γαρ κηρίον. και βασιλέα και μηθετέρω αυτών απειθήσης· 22 εξαίφνης γαρ τίσονται τους ασεβείς. 27). και ο πλάσας πνοήν πάσιν. 11 ρύσαι αγομένους εις θάνατον και εκπρίου κτεινομένους. και πόνους τα χείλη αυτών λαλεί. 4 μετά αισθήσεως εμπίπλανται ταμιεία εκ παντός πλούτου τιμίου και καλού. απαιδεύτοις συναντά θάνατος.

ή πενηθείς κλέψω και ομόσω το όνομα του Θεού. ΚΔ. Λ. 27 ετοίμαζε εις την έξοδον τα έργα σου και παρασκευάζου εις τον αγρόν και πορεύου κατόπισθέν μου και ανοικοδομήσεις τον οίκον σου. και δεξάμενος αυτούς μετανόει· τάδε λέγει ο ανήρ τοις πιστεύουσι Θεω. ίνα μη ελέγξη σε και ψευδής γένη. 24 ο ειπών τον ασεβή· δίκαιός εστιν. 22ε Τούς εμούς λόγους. 30 ωσπερ γεώργιον ανήρ άφρων. τις εκράτησε πάντων των άκρων της γης. Ταύτα δε λέγω υμίν τοις σοφοίς επιγινώσκειν· αιδείσθαι πρόσωπον εν κρίσει ου καλόν. 4 τις ανέβη εις τον ουρανόν και κατέβη. 14 έκγονον κακόν μαχαίρας τους οδόντας έχει και τας μύλας τομίδας. 12 έκγονον κακόν δίκαιον εαυτόν κρίνει. τις συνήγαγεν ανέμους εν κόλπω. 28 μη ίσθι ψευδής μάρτυς επί σόν πολίτην. 32 ύστερον εγώ μετενόησα. επικατάρατος λαοίς έσται και μισητός εις έθνη· 25 οι δε ελέγχοντες βελτίους φανούνται. ήξει προπορευομένη η πενία σου και η ένδειά σου ωσπερ αγαθός δρομεύς. οι δε φραγμοί των λίθων αυτού κατασκάπτονται. ολίγον δε εναγκαλίζομαι χερσί στήθη· 34 εάν δε τούτο ποιής. τίσομαι δε αυτόν α με ηδίκησεν. 9 ίνα μη πλησθείς ψευδής γένωμαι και είπω· τις με ορά. και ωσπερ αμπελών άνθρωπος ενδεής φρενών· 31 εάν αφής αυτόν. την δ ‘ έξοδον αυτού ουκ απένιψεν. την δε μητέρα ουκ ευλογεί. φοβήθητι. 6 μη προσθής τοις λόγοις αυτού. και παύομαι· 2 αφρονέστατος γαρ ειμι απάντων ανθρώπων. 15). 29 μη είπης· ον τρόπον εχρήσατό μοι. ή τι όνομα τοις τέκνοις αυτού. 33 ολίγον νυστάζω. Λ. τις συνέστρεψεν ύδωρ εν ιματίω. και γνώσιν αγίων έγνωκα. χερσωθήσεται και χορτομανήσει όλος και γίνεται εκλελειμμένος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ (Μασ. (Μασ. μη αφέλης μου χάριν προ του αποθανείν με· 8 μάταιον λόγον και ψευδή μακράν μου ποίησον. χρήσομαι αυτω. και φρόνησις ανθρώπων ουκ έστιν εν εμοί· 3 Θεός δεδίδαχέ με σοφίαν. 11 έκγονον κακόν πατέρα καταράται. επέβλεψα του εκλέξασθαι παιδείαν. Τη βδέλλη τρεις θυγατέρες ήσαν αγαπήσει αγαπώμεναι. 10 μη παραδως οικέτην εις χείρας δεσπότου. ολίγον δε καθυπνώ. (Μασ. 1). επ ‘ αυτούς δε ήξει ευλογία· 26 χείλη δε φιλήσουσιν αποκρινόμενα λόγους αγαθούς. πλούτον δε και πενίαν μη μοι δως. 5 πάντες γαρ λόγοι Θεού πεπυρωμένοι. τι όνομα αυτω. υπερασπίζει δε αυτός των ευλαβουμένων αυτόν. και αι τρεις αύται ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1222 . 13 έκγονον κακόν υψηλούς οφθαλμούς έχει. μήποτε καταράσηταί σε και αφανισθής. τοις δε βλεφάροις αυτού επαίρεται. 23). 7 δύο αιτούμαι παρά σου. σύνταξόν δε μοι τα δέοντα και τα αυτάρκη. υιε. μηδέ πλατύνου σοίς χείλεσι. ωστε αναλίσκειν και κατεσθίειν τους ταπεινούς από της γης και τους πένητας αυτών εξ ανθρώπων.

20 τοιαύτη οδός γυναικός μοιχαλίδος. (Μασ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1223 . 6 δίδοτε μέθην τοις εν λύπαις και οίνον πίνειν τοις εν οδύναις. ΛΑ. τι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενεπίμπλασαν αυτήν. και η τετάρτη ουκ ηρκέσθη ειπείν· ικανόν. 7 ίνα επιλάθωνται της πενίας και των πόνων μη μνησθώσιν έτι. ος ουκ αποστρέφεται ουδέ καταπτήσσει κτήνος. και τέταρτον. 9 άνοιγε σόν στόμα και κρίνε δικαίως. ό καλώς διαβαίνει· 30 σκύμνος λέοντος ισχυρότερος κτηνών. και το τέταρτον ουκ επιγινώσκω· 19 ίχνη αετού πετομένου και οδούς όφεως επί πέτρας και τρίβους νηός ποντοπορούσης και οδούς ανδρός εν νεότητι. όταν πράξη. πρωτογενές. α ευόδως πορεύεται. βασιλέως χρηματισμός. και τον σόν νουν και βίον εις υστεροβουλίαν. το δε τέταρτον ου δύναται φέρειν· 22 εάν οικέτης βασιλεύση και άφρων πλησθή σιτίων 23 και οικέτις εάν εκβάλη την εαυτής κυρίαν και μισητή γυνή εάν τύχη ανδρός αγαθού. εξελεύσεται αίμα· εάν δε εξέλκης λόγους. 2 τι. 24 τέσσαρα δε ελάχιστα επί της γης. ταύτα δε εστι σοφώτερα των σοφών· 25 οι μύρμηκες. 1). σοί λέγω. 32 εάν πρόη σεαυτόν εν ευφροσύνη και εκτείνης την χείρά σου μετά μάχης. ον επαίδευσεν η μήτηρ αυτού. 16 άδης και έρως γυναικός και γη ουκ εμπιπλαμένη ύδατος και ύδωρ και πυρ ου μη είπωσιν· αρκεί· 17 οφθαλμόν καταγελώντα πατρός και ατιμάζοντα γήρας μητρός. 18 τρία δε εστι αδύνατά μοι νοήσαι. τηρήσεις. 8 άνοιγε σόν στόμα λόγω Θεού. διάκρινε δε πένητα και ασθενή. οί εποιήσαντο εν πέτραις τους εαυτών οίκους· 27 αβασίλευτόν εστιν η ακρίς και στρατεύει αφ ‘ ενός κελεύσματος ευτάκτως· 28 και καλαβώτης χερσίν ερειδόμενος και ευάλωτος ων κατοικεί εν οχυρώμασι βασιλέως. 21 δια τριών σείεται η γη. υιε· τι τέκνον εμής κοιλίας. 4 μετά βουλής πάντα ποίει. μετά βουλής οινοπότει· οι δυνάσται θυμώδεις εισίν. και κρίνε πάντας υγιώς. 31 και αλέκτωρ εμπεριπατών θηλείαις εύψυχος και τράγος ηγούμενος αιπολίου και βασιλεύς δημηγορών εν έθνει. και έσται βούτυρον· εάν δε εκπιέζης μυκτήρας. τέκνον. τι τέκνον εμών ευχών. έθνος ουκ ισχυρόν. 33 άμελγε γάλα. ουδέν φησι πεπραχέναι άτοπον. 29 τρία δε εστιν. ατιμασθήση. ρήσεις Θεού. απονιψαμένη. Οι εμοί λόγοι είρηνται υπό Θεού. εκκόψαισαν αυτόν κόρακες εκ των φαράγγων και καταφάγοισαν αυτόν νεοσσοί αετών. οίς μη έστιν ισχύς και ετοιμάζονται θέρους την τροφήν· 26 και οι χοιρογρύλλιοι. ή. εξελεύσονται κρίσεις και μάχαι. οίνον δε μη πινέτωσαν. 3 μη δως γυναιξί σόν πλούτον. 5 ίνα μη πιόντες επιλάθωνται της σοφίας και ορθά κρίναι ου μη δύνωνται τους ασθενείς.

μηδέ εν τόποις δυναστών υφίστασο· 7 κρείσσον γαρ σοι το ρηθήναι· ανάβαινε προς με ή ταπεινώσαί σε εν προσώπω δυνάστου. καρδία δε βασιλέως ανεξέλεγκτος. η δε μάχη σου και η έχθρα ουκ απέσται. 20α ωσπερ σής εν ιματίω και σκώληξ ξύλω. πότιζε αυτόν· 22 τούτο γαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1224 . ούτως και ανήρ ο καταμαρτυρών του φίλου αυτού μαρτυρίαν ψευδή. αλλά έσται σοι ίση θανάτω. ηνίκα αν σε ονειδίση ο σός φίλος. 17 σπάνιον είσαγε σόν πόδα προς σεαυτού φίλον. λόγος σοφός εις ευήκοον ους. γλώσσα δε μαλακή συντρίβει οστά. 10α χάρις και φιλία ελευθεροί. 16 μέλι ευρών φάγε το ικανόν. αλλά φύλαξον τας οδούς σου ευσυναλλάκτως. α είδον οι οφθαλμοί σου. λέγε. και κατορθώσει εν δικαιοσύνη ο θρόνος αυτού. 6 μη αλαζονεύου ενώπιον βασιλέως. ας εξεγράψαντο οι φίλοι Εζεκίου του βασιλέως της Ιουδαίας. ας τήρησον σεαυτω. γη δε βαθεία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΑΥΤΑΙ αι παιδείαι Σολομώντος αι αδιάκριτοι. μήποτε πλησθείς σου μισήση σε. ψώμιζε αυτόν. ίνα μη μεταμεληθής επ ‘ εσχάτων. 8 μη πρόσπιπτε εις μάχην ταχέως. 12 εις ενώτιον χρυσούν και σάρδιον πολυτελές δέδεται. 9 αναχώρει εις τα οπίσω μη καταφρόνει. ούτως προσπεσόν πάθος εν σώματι καρδίαν λυπεί. 13 ωσπερ έξοδος χιόνος εν αμήτω κατά καύμα ωφελεί. 2 Δόξα Θεού κρύπτει λόγον. 20 ωσπερ όξος έλκει ασύμφορον. μήποτε πλησθείς εξεμέσης. ίνα μη επονείδιστος γένη. 21 εάν πεινά ο εχθρός σου. ούτως άγγελος πιστός τους αποστείλαντας αυτόν· ψυχάς γαρ των αυτω χρωμένων ωφελεί. 10 μη σε ονειδίση μεν ο φίλος. 11 μήλον χρυσούν εν ορμίσκω σαρδίου. ούτως ο καυχώμενος επί δόσει ψευδεί. 15 εν μακροθυμία ευοδία βασιλεύσι. 4 τύπτε αδόκιμον αργύριον. και καθαρισθήσεται καθαρόν άπαν· 5 κτείνε ασεβείς εκ προσώπου βασιλέως. 18 ρόπαλον και μάχαιρα και τόξευμα ακιδωτόν. ούτως ειπείν λόγον. 19 οδός κακού και πούς παρανόμου ολείται εν ημέρα κακή. δόξα δε βασιλέως τιμά πράγματα. εάν διψά. ούτως λύπη ανδρός βλάπτει καρδίαν. 14 ωσπερ άνεμοι και νέφη και υετοί επιφανέστατα. 3 ουρανός υψηλός.

τιμά δε χρή λόγους ενδόξους. ούτως οκνηρός επί της κλίνης αυτού. εν δε ταις πλατείαις φονευταί. 8 ος αποδεσμεύει λίθον εν σφενδόνη. 2 ωσπερ όρνεα πέταται και στρουθοί. 7 αφελού πορείαν σκελών και παρανομίαν εκ στόματος αφρόνων. δουλεία δε εν χειρί των αφρόνων. 3 ωσπερ μάστιξ ίππω και κέντρον όνω. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΩΣΠΕΡ δρόσος εν αμήτω και ωσπερ υετός εν θέρει. 23 άνεμος Βορέας εξεγείρει νέφη. ο δε Κύριος ανταποδώσει σοι αγαθά. 24 κρείσσον οικείν επί γωνίας δώματος ή μετά γυναικός λοιδόρου εν οικία κοινή. 25 ωσπερ ύδωρ ψυχρόν ψυχή διψώση προσηνές. 26 ωσπερ ει τις πηγή φράσσοι και ύδατος έξοδον λυμαίνοιτο. ελπίδα μέντοι έσχε μάλλον άφρων αυτού. 28 ωσπερ πόλις τα τείχει καταβεβλημένη και ατείχιστος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιών άνθρακας πυρός σωρεύσεις επί την κεφαλήν αυτού. ούτως ράβδος έθνει παρανόμω. 12 είδον άνδρα δόξαντα παρ ‘ αυτω σοφόν είναι. ούτως αρά ματαία ουκ επελεύσεται ουδενί. ούτως ανήρ ος ου μετά βουλής τι πράσσει. 27 εσθίειν μέλι πολύ ου καλόν. 16 σοφώτερος εαυτω οκνηρός φαίνεται του εν πλησμονή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1225 . 4 μη αποκρίνου άφρονι προς την εκείνου αφροσύνην. 10 πολλά χειμάζεται πάσα σάρξ αφρόνων· συντρίβεται γαρ η έκστασις αυτών. 11 ωσπερ κύων όταν επέλθη επί τον εαυτού έμετον και μισητός γένηται. πρόσωπον δε αναιδές γλώσσαν ερεθίζει. 9 άκανθαι φύονται εν χειρί μεθύσου. ούτως ουκ έστιν άφρονι τιμή. ίνα μη όμοιος γένη αυτω· 5 αλλά αποκρίνου άφρονι κατά την αφροσύνην αυτού. ου δυνήσεται επενεγκείν επί στόμα. 13 λέγει οκνηρός αποστελλόμενος εις οδόν· λέων εν ταις οδοίς. 14 ωσπερ θύρα στρέφεται επί του στρόφιγγος. 15 κρύψας οκνηρός την χείρα εν τω κόλπω αυτού. ούτως αγγελία αγαθή εκ γης μακρόθεν. και εστιν αισχύνη δόξα και χάρις. όμοιός εστι τω διδόντι άφρονι δόξαν. ούτως άκοσμον δίκαιον πεπτωκέναι ενώπιον ασεβούς. ίνα μη φαίνηται σοφός παρ ‘ εαυτω. 11α έστιν αισχύνη επάγουσα αμαρτίαν. ούτως άφρων τη εαυτού κακία αναστρέψας επί την εαυτού αμαρτίαν. 6 εκ των οδών εαυτού όνειδος ποιείται ο αποστείλας δι ‘ αγγέλου άφρονος λόγον.

αλλότριος και μη τα σά χείλη. 4 ανελεήμων θυμός και οξεία οργή. και απόστρεψον από σου επονειδίστους λόγους. 3 βαρύ λίθος και δυσβάστακτον άμμος. 28 γλώσσα ψευδής μισεί αλήθειαν. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΜΗ καυχώ τα εις αύριον. οργή δε άφρονος βαρυτέρα αμφοτέρων. ανήρ δε λοίδορος εις ταραχήν μάχης. 6 αξιοπιστόστερά εισι τραύματα φίλου ή εκούσια φιλήματα εχθρού. 2 εγκωμιαζέτω σε ο πέλας και μη το σόν στόμα. 23 αργύριον διδόμενον μετά δόλου. 11 σοφός γίνου. 18 ωσπερ οι ιώμενοι προβάλλουσι λόγους εις ανθρώπους. ου γαρ γινώσκεις τι τέξεται η επιούσα. ησυχάζει μάχη. ψυχή δε ενδεεί και τα πικρά γλυκέα φαίνεται. 7 ψυχή εν πλησμονή ούσα κηρίοις εμπαίζει. ούτως ο προεστώς αλλοτρίας κρίσεως. 10 φίλον σόν ή φίλον πατρωον μη εγκαταλίπης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1226 . καταρρήγνυται δε υπό συμπτωμάτων ψυχή. 27 ο ορύσσων βόθρον τω πλησίον εμπεσείται εις αυτόν. 9 μύροις και οίνοις και θυμιάμασι τέρπεται καρδία. χείλη λεία καρδίαν καλύπτει λυπηράν. 19 ούτως πάντες οι ενεδρεύοντες τους εαυτών φίλους. 25 εάν σου δέηται ο εχθρός μεγάλη τη φωνή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκομίζοντος αγγελίαν. 17 ωσπερ ο κρατών κέρκου κυνός. υιε. μη πεισθής. 5 κρείσσους έλεγχοι αποκεκαλυμμένοι κρυπτομένης φιλίας. ο δε κυλίων λίθον εφ ‘ εαυτόν κυλίει. ίνα σου ευφραίνηται η καρδία. 22 λόγοι κερκώπων μαλακοί. 21 εσχάρα άνθραξι και ξύλα πυρί. εις δε τον οίκον του αδελφού σου μη εισέλθης ατυχών· κρείσσων φίλος εγγύς ή αδελφός μακράν οικών. λέγουσι ότι παίζων έπραξα. ωσπερ όστρακον ηγητέον. εκκαλύπτει δε τας εαυτού αμαρτίας εύγνωστος εν συνεδρίοις. ο δε απαντήσας τω λόγω πρώτος υποσκελισθήσεται. 20 εν πολλοίς ξύλοις θάλλει πυρ. επτά γαρ εισι πονηρίαι εν τη ψυχή αυτού. όταν δε οραθώσι. όπου δε ουκ έστι δίθυμος. ούτως άνθρωπος δουλούται όταν αποξενωθή εκ των ιδίων τόπων. 8 ωσπερ όταν όρνεον καταπετασθή εκ της ιδίας νοσσιάς. ούτοι δε τύπτουσιν εις ταμιεία σπλάγχνων. 26 ο κρύπτων έχθραν συνίστησι δόλον. στόμα δε άστεγον ποιεί ακαταστασίας. εν δε τη καρδία τεκταίνεται δόλους. αλλ ‘ ουδένα υφίσταται ζήλος. 24 χείλεσι πάντα επινεύει αποκλαιόμενος εχθρός.

3 ανδρείος εν ασεβείαις συκοφαντεί πτωχούς. τιμηθήσεται. όστις τα αλλότρια λυμαίνεται. ουδέ παραδίδωσιν εκ γενεάς εις γενεάν. 16 Βορέας σκληρός άνεμος. και οι απαίδευτοι ακρατείς γλώσση. ωσαύτως και γυνή λοίδορος εκ του ιδίου οίκου. 22 εάν μαστιγοίς άφρονα εν μέσω συνεδρίου ατιμάζων. 6 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1227 . ονόματι δε επιδέξιος καλείται. 5 άνδρες κακοί ου νοήσουσι κρίμα. καταρωμένου ουδέν διαφέρειν δόξει. ωσαύτως και οι οφθαλμοί των ανθρώπων άπληστοι. και σύναγε χόρτον ορεινόν. 19 ωσπερ ουκ όμοια πρόσωπα προσώποις. 21α καρδία ανόμου εκζητεί κακά. οι δε αγαπώντες τον νόμον περιβάλλουσιν εαυτοίς τείχος. ωσπερ υετός λάβρος και ανωφελής. καρδία δε ευθής εκζητεί γνώσιν. 4 ούτως οι εγκαταλείποντες τον νόμον εγκωμιάζουν ασέβειαν. ούτως ουδέ αι διάνοιαι των ανθρώπων. 26 ίνα έχης πρόβατα εις ιματισμόν· τίμα πεδίον. ίνα ώσί σοι άρνες. 23 γνωστώς επιγνώση ψυχάς ποιμνίου σου και επιστήσεις καρδίαν σου σαίς αγέλαις· 24 ότι ουκ εις τον αιώνα ανδρί κράτος και ισχύς. 25 επιμελού των εν τω πεδίω χλωρών και κερείς πόαν. άφρονες δε επελθόντες ζημίαν τίσουσιν. 14 ος αν ευλογή φίλον το πρωϊ μεγάλη τη φωνή. 18 ος φυτεύει συκήν φάγεται τους καρπούς αυτής. 17 σίδηρος σίδηρον οξύνει. 20α βδέλυγμα Κυρίω στηρίζων οφθαλμόν. ανήρ δε παροξύνει πρόσωπον εταίρου. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΦΕΥΓΕΙ ασεβής μηδενός διώκοντος. 20 άδης και απώλεια ουκ εμπίμπλανται. ανήρ δε δοκιμάζεται δια στόματος εγκωμιαζόντων αυτόν. 27 υιε. 2 δι ‘ αμαρτίας ασεβών κρίσεις εγείρονται. ος δε φυλάσσει τον εαυτού κύριον. παρ ‘ εμού έχεις ρήσεις ισχυράς εις την ζωήν σου και εις την ζωήν σών θεραπόντων. 21 δοκίμιον αργυρω και χρυσω πύρωσις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 πανούργος κακών επερχομένων απεκρύβη. δίκαιος δε ωσπερ λέων πέποιθε. ου μη περιέλης την αφροσύνην αυτού. παρήλθε γαρ υβριστής. οι δε ζητούντες τον Κύριον συνήσουσιν εν παντί. ανήρ δε πανούργος κατασβέσει αυτάς. 15 σταγόνες εκβάλλουσιν άνθρωπον εν ημέρα χειμερινή εκ του οίκου αυτού. 13 αφελού το ιμάτιον αυτού.

εν πολλή απορία έσται. 26 ος πέποιθε θρασεία καρδία. ούτος κοινωνός εστιν ανδρός ασεβούς. πτωχός ων. φυγάς έσται και ουκ εν ασφαλεία. και αυτός την προσευχήν αυτού εβδέλυκται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κρείσσων πτωχός πορευόμενος εν αληθεία. πλουσίου ψευδούς. 19 ο εργαζόμενος την εαυτού γην πλησθήσεται άρτων. ο δε μισών αδικίαν μακρόν χρόνον ζήσεται. και δώσει κόσμον τη σή ψυχή· ου μη υπακούσει έθνει παρανόμω. 14 μακάριος ανήρ. 21 ος ουκ αισχύνεται πρόσωπα δικαίων. 13 ο επικαλύπτων ασέβειαν εαυτού ουκ ευοδωθήσεται. ο τοιούτος άφρων· ος δε πορεύεται σοφία σωθήσεται. 11 σοφός παρ ‘ εαυτω ανήρ πλούσιος. ουκ ενδεηθήσεται. 25 άπιστος ανήρ κρίνει εική. 12 δια βοήθειαν δικαίων πολλήν γίνεται δόξα. 7 φυλάσσει νόμον υιος συνετός. 15 λέων πεινών και λύκος διψών. ος δε πέποιθεν επί Κύριον εν επιμελεία έσται. ος τυραννεί. εις διαφθοράν αυτός εμπεσείται· οι δε άνομοι διελεύσονται αγαθά. και δοκεί μη αμαρτάνειν. εν δε τόποις ασεβών αλίσκονται άνθρωποι. 9 ο εκκλίνων το ους αυτού μη εισακούσαι νόμου. 18 ο πορευόμενος δικαίως βεβοήθηται. 24 ος αποβάλλεται πατέρα ή μητέρα. 10 ος πλανά ευθείς εν οδω κακή. ος δε ποιμαίνει ασωτίαν ατιμάζει πατέρα. 20 ανήρ αξιόπιστος πολλά ευλογηθήσεται. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1228 . 27 ος δίδωσι πτωχοίς. και ουκ οίδεν ότι ελεήμων κρατήσει αυτού. 8 ο πληθύνων τον πλούτον αυτού μετά τόκων και πλεονασμών. ο δε σκληρός την καρδίαν εμπεσείται κακοίς. ουκ αγαθός· ο τοιούτος ψωμού άρτου αποδώσεται άνδρα. 17α παίδευε υιόν και αγαπήσει σε. 22 σπεύδει πλουτείν ανήρ βάσκανος. 23 ο ελέγχων ανθρώπου οδούς χάριτας έξει μάλλον του γλωσσοχαριτούντος. πένης δε νοήμων καταγνώσεται αυτού. ος δε αποστρέφει τον οφθαλμόν αυτού. εν δε τη εκείνων απωλεία πληθυνθήσονται δίκαιοι. και ουκ εισελεύσονται εις αυτά. έθνους πενιχρού. ο δε διώκων σχολήν πλησθήσεται πενίας. τω ελεώντι πτωχούς συνάγει αυτόν. 16 βασιλεύς ενδεής προσόδων μέγας συκοφάντης. 28 εν τόποις ασεβών στένουσι δίκαιοι. ο δε εξηγούμενος ελέγχους αγαπηθήσεται. ο δε σκολιαίς οδοίς πορευόμενος εμπλακήσεται. ος καταπτήσσει πάντα δι ‘ ευλάβειαν. 17 άνδρα τον εν αιτία φόνου ο εγγυώμενος. ο δε κακός ουκ ατιμώρητος έσται.

21 ος κατασπαταλά εκ παιδός. παις δε πλανώμενος αισχύνει γονείς αυτού. και πτωχω ουχ υπάρχει νους επιγνώμων. 3 ανδρός φιλούντος σοφίαν ευφραίνεται πατήρ αυτού. περιβάλλει αυτό τοις εαυτού ποσίν. ανήρ δε οργίλος εξώρυξεν αμαρτίαν. οι δε ευθείς εκζητήσουσι ψυχήν αυτού. γίνωσκε ότι ελπίδα έχει μάλλον ο άφρων αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1229 . ανήρ δε φαύλος οργιζόμενος καταγελάται και ου καταπτήσσει. αλλ ‘ ουχ υπακούσεται. οι δε δίκαιοι εκείνων πιπτόντων κατάφοβοι γίνονται. μισεί την εαυτού ψυχήν· εάν δε όρκου προτεθέντος ακούσαντες μη αναγγείλωσι. 22 ανήρ θυμώδης ορύσσει νείκος. 19 λόγοις ου παιδευθήσεται οικέτης σκληρός· εάν γαρ και νοήση. ο δε ασεβής ου νοεί γνώσιν. και δώσει κόσμον τη ψυχή σου. εξαπίνης γαρ φλεγομένου αυτού ουκ έστιν ίασις. 11 όλον τον θυμόν αυτού εκφέρει άφρων. 14 βασιλέως εν αληθεία κρίνοντος πτωχούς. 5 ος παρασκευάζεται επί πρόσωπον του εαυτού φίλους δίκτυον. τους δε ταπεινόφρονας ερείδει δόξη Κύριος. αρχόντων δε ασεβών στένουσιν άνδρες. οικέτης έσται. 12 βασιλέως υπακούοντος λόγον άδικον. απολεί πλούτον. 4 βασιλεύς δίκαιος ανίστησι χώραν. 6 αμαρτάνοντι ανδρί μεγάλη παγίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΡΕΙΣΣΩΝ ανήρ ελέγχων ανδρός σκληροτραχήλου. 24 ος μερίζεται κλέπτη. 2 εγκωμιαζομένων δικαίων ευφρανθήσονται λαοί. 16 πολλών όντων ασεβών πολλαί γίνονται αμαρτίαι. 15 πληγαί και έλεγχοι διδόασι σοφίαν. 7 επίσταται δίκαιος κρίνειν πενιχροίς. σωθήσεται. σοφός δε ταμιεύεται κατά μέρος. 18 ου μη υπάρξη εξηγητής έθνει παρανόμω. ο θρόνος αυτού εις μαρτύριον κατασταθήσεται. 25 φοβηθέντες και αισχυνθέντες ανθρώπους υπεσκελίσθησαν· ο δε πεποιθώς επί Κυρίω ευφρανθήσεται. ασέβεια ανδρί δίδωσι σφάλμα. σοφοί δε επέστρεψαν οργήν. 20 εάν ίδης άνδρα ταχύν εν λόγοις. και αναπαύσει σε. ος δε ποιμαίνει πόρνας. 13 δανειστού και χρεωφειλέτου αλλήλοις συνελθόντων. ανήρ δε παράνομος κατασκάπτει. 17 παίδευε υιόν σου. δίκαιος δε εν χαρά και εν ευφροσύνη έσται. 26 πολλοί θεραπεύουσι πρόσωπα ηγουμένων. 9 ανήρ σοφός κρινεί έθνη. 23 ύβρις άνδρα ταπεινοί. 10 άνδρες αιμάτων μέτοχοι μισούσιν όσιον. 8 άνδρες άνομοι εξέκαυσαν πόλιν. πάντες οι υπ ‘ αυτόν παράνομοι. ο δε φυλάσσων τον νόμον μακαριστός. 27 βδέλυγμα δικαίοις ανήρ άδικος. παρά δε Κυρίου γίνεται το δίκαιον ανδρί. ος δε πέποιθεν επί τω δεσπότη. έσχατον δε οδυνηθήσεται εφ ‘ εαυτω. επισκοπήν αμφοτέρων ποιείται ο Κύριος.

και ουκ αποσβέννυται ο λύχνος αυτής όλην την νύκτα. συ δε υπέρκεισαι και υπερήρας πάσας. 21 ου φροντίζει των εν οίκω ο ανήρ αυτής. 17 αναζωσαμένη ισχυρώς την οσφύν αυτής ήρεισε τους βραχίονας αυτής εις έργον. ΛΑ. εκ δε βύσσου και πορφύρας εαυτη ενδύματα. η δε ελεημοσύνη αυτής ανέστησε τα τέκνα αυτής και επλούτησαν. τας δε χείρας αυτής ερείδει εις άτρακτον. τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη. 11 θάρσει επ ‘ αυτη η καρδία του ανδρός αυτής. και αινείσθω εν πύλαις ο ανήρ αυτής. 25 ισχύν και ευπρέπειαν ενεδύσατο και ευφράνθη εν ημέραις εσχάταις. 14 εγένετο ωσεί ναύς εμπορευομένη μακρόθεν. 13 μηρυομένη έρια και λίνον εποίησεν εύχρηστον ταις χερσίν αυτής. 30 ψευδείς αρέσκειαι και μάταιον κάλλος γυναικός· γυνή γαρ συνετή ευλογείται. 19 τους πήχεις αυτής εκτείνει επί τα συμφέροντα. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ (Μασσ. περιζώματα δε τοις Χαναναίοις. 26 στόμα αυτής διήνοιξε προσεχόντως και εννόμως. 24 σινδόνας εποίησε και απέδοτο τοις Φοίνιξι.* 15 και ανίσταται εκ νυκτών και έδωκε βρώματα τω οίκω και έργα ταις θεραπαίναις. πολλαί εποίησαν δύναμιν. συνάγει δε αυτής τον πλούτον. Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1230 . 22 δισσάς χλαίνας εποίησε τω ανδρί αυτής. 27 στεγναί διατριβαί οίκων αυτής. όταν που χρονίζη· πάντες γαρ οι παρ ‘ αυτής ενδεδυμένοι εισί. 23 περίβλεπτος δε γίνεται ο ανήρ αυτής εν πύλαις. η τοιαύτη καλών σκύλων ουκ απορήσει· 12 ενεργεί γαρ τω ανδρί αγαθά πάντα τον βίον. καρπόν δε εξέτεινε πτωχω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ βδέλυγμα δε ανόμω κατευθύνουσα οδός. 29 Πολλαί θυγατέρες εκτήσαντο πλούτον. ηνίκα αν καθίση εν συνεδρίω μετά των γερόντων κατοίκων της γης. 28 το στόμα δε ανοίγει σοφώς και νομοθέσμως. από δε καρπών χειρών αυτής κατεφύτευσε κτήμα. φόβον δε Κυρίου αύτη αινείτω. 31 δότε αυτη από καρπών χειλέων αυτής. 10). 16 θεωρήσασα γεώργιον επρίατο. 18 εγεύσατο ότι καλόν εστι το εργάζεσθαι. 20 χείρας δε αυτής διήνοιξε πένητι. και ο ανήρ αυτής ήνεσεν αυτήν. σίτα δε οκνηρά ουκ έφαγε. και τάξιν εστείλατο τη γλώσση αυτής.

5 και ανατέλλει ο ήλιος και δύνει ο ήλιος και εις τον τόπον αυτού έλκει. οί εγένοντο έμπροσθέν μου εν Ιερουσαλήμ. και ου πληρωθήσεται ους από ακροάσεως. και έδωκα καρδίαν μου του γνώναι σοφίαν και γνώσιν. τα πάντα ματαιότης. αυτό το γενησόμενον· και τι το πεποιημένον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1231 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 Ρήματα εκκλησιαστού υιού Δαβίδ βασιλέως Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ. 11 ουκ έστι μνήμη τοις πρώτοις. 10 ος λαλήσει και ερεί· ιδέ τούτο κενόν εστιν. 7 πάντες οι χείμαρροι πορεύονται εις την θάλασσαν. παραβολάς και επιστήμην έγνων εγώ. 4 γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται. και ο προστιθείς γνώσιν προσθήσει άλγημα. ότι και γε τούτό εστι προαίρεσις πνεύματος· 18 ότι εν πλήθει σοφίας πλήθος γνώσεως. και η γη εις τον αιώνα έστηκε. πορεύεται το πνεύμα. και ου πλησθήσεται οφθαλμός του οράν. εκεί αυτοί επιστρέφουσι του πορευθήναι. ήδη γέγονεν εν τοις αιώσι τοις γενομένοις από έμπροσθεν ημών. 17 και καρδία μου είδε πολλά. 3 τις περισσεία τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού. και γε τοις εσχάτοις γενομένοις ουκ έσται αυτών μνήμη μετά των γενησομένων εις την εσχάτην. 2 Ματαιότης ματαιοτήτων. ματαιότης ματαιοτήτων. είπεν ο εκκλησιαστής. ω μοχθεί υπό τον ήλιον. και η θάλασσα ουκ έστιν εμπιπλαμένη· εις τον τόπον. αυτό το ποιηθησόμενον· και ουκ έστι παν πρόσφατον υπό τον ήλιον. 16 ελάλησα εγώ εν καρδία μου τω λέγειν· ιδού εγώ εμεγαλύνθην και προσέθηκα σοφίαν επί πάσιν. σοφίαν και γνώσιν. 14 είδον συν πάντα τα ποιήματα τα πεποιημένα υπό τον ήλιον. και ιδού τα πάντα ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. 15 διεστραμμένον ου δυνήσεται επικοσμηθήναι. 8 πάντες οι λόγοι έγκοποι· ου δυνήσεται ανήρ του λαλείν. και επί κύκλους αυτού επιστρέφει το πνεύμα. και υστέρημα ου δυνήσεται αριθμηθήναι. ου οι χείμαρροι πορεύονται. 9 τι το γεγονός. 6 αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται προς νότον και κυκλοί προς βορράν· κυκλοί κυκλών. 12 Εγώ εκκλησιαστής εγενόμην βασιλεύς επί Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ· 13 και έδωκα την καρδίαν μου του εκζητήσαι και του κατασκέψασθαι εν τη σοφία περί πάντων των γινομένων υπό τον ουρανόν· ότι περισπασμόν πονηρόν έδωκεν ο Θεός τοις υιοίς των ανθρώπων του περισπάσθαι εν αυτω.

4 εμεγάλυνα ποίημά μου. και τη ευφροσύνη· τι τούτο ποιείς. έως ου ίδω ποίον το αγαθόν τοις υιοίς των ανθρώπων. ουκ αφείλον απ ‘ αυτών. 5 εποίησά μοι κήπους και παραδείσους και εφύτευσα εν αυτοίς ξύλον παν καρπού· 6 εποίησά μοι κολυμβήθρας υδάτων του ποτίσαι απ ‘ αυτών δρυμόν βλαστώντα ξύλα· 7 εκτησάμην δούλους και παιδίσκας. 2 τω γέλωτι είπα περιφοράν. ωκοδόμησά μοι οίκους. ό ποιήσουσιν υπό τον ήλιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΙΠΟΝ εγώ εν καρδία μου· δεύρο δη πειράσω σε εν ευφροσύνη. 11 και επέβλεψα εγώ εν πάσι ποιήμασί μου. οινοχόον και οινοχόας· 9 και εμεγαλύνθην και προσέθηκα παρά πάντας τους γενομένους έμπροσθέν μου εν Ιερουσαλήμ· και γε σοφία μου εστάθη μοι. και ουκ έστι περισσεία υπό τον ήλιον. και ιδέ εν αγαθω· και ιδού και γε τούτο ματαιότης. ος επελεύσεται οπίσω της βουλής τα όσα εποίησεν αυτήν. και οικογενείς εγένοντό μοι. και ο άφρων εν σκότει πορεύεται· και έγνων και γε εγώ ότι συνάντημα εν συναντήσεται τοις πάσιν αυτοίς. 15 και είπα εγώ εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1232 . και γε κτήσις βουκολίου και ποιμνίου πολλή εγένετό μοι υπέρ πάντας τους γενομένους έμπροσθέν μου εν Ιερουσαλήμ· 8 συνήγαγόν μοι και γε αργύριον και χρυσίον και περιουσιασμούς βασιλέων και των χωρών· εποίησά μοι άδοντας και αδούσας και εντρυφήματα υιών ανθρώπων. 12 και επέβλεψα εγώ του ιδείν σοφίαν και περιφοράν και αφροσύνην· ότι τις άνθρωπος. 14 του σοφού οι οφθαλμοί αυτού εν κεφαλή αυτού. 3 και κατεσκεψάμην ει η καρδία μου ελκύσει ως οίνον την σάρκα μου -και καρδία μου ωδήγησεν εν σοφία. ως περισσεία του φωτός υπέρ το σκότος. ω εμόχθησα του ποιείν. οίς εποίησαν αι χείρές μου. και ιδού τα πάντα ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος.και του κρατήσαι επ ‘ ευφροσύνην. αριθμόν ημερών ζωής αυτών. 13 και είδον εγώ ότι εστί περισσεία τη σοφία υπέρ την αφροσύνην. ό ήτησαν οι οφθαλμοί μου. και τούτο εγένετο μερίς μου από παντός μόχθου. ουκ απεκώλυσα την καρδίαν μου από πάσης ευφροσύνης. εφύτευσά μοι αμπελώνας. ότι καρδία μου ευφράνθη εν παντί μόχθω μου. 10 και παν. και εν μόχθω.

ότι πάντα ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. του δούναι τω αγαθω προ προσώπου του Θεού· ότι και γε τούτο ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. ω αυτός μοχθεί υπό τον ήλιον. 26 ότι τω ανθρώπω τω αγαθω προ προσώπου αυτού έδωκε σοφίαν και γνώσιν και ευφροσύνην· και τω αμαρτάνοντι έδωκε περισπασμόν του προσθείναι και του συναγαγείν. 21 ότι εστίν άνθρωπος. και γε τούτο ματαιότης. ότι αφίω αυτόν τω ανθρώπω τω γινομένω μετ ‘ εμέ· 19 και τις οίδεν ει σοφός έσται ή άφρων. τότε περισσόν ελάλησα εν καρδία μου. ό φάγεται και ό πίεται και ό δείξει τη ψυχή αυτού αγαθόν εν μόχθω αυτού. και γε τούτο είδον εγώ ότι από χειρός του Θεού εστιν· 25 ότι τις φάγεται και τις πίεται πάρεξ αυτού. δώσει αυτω μερίδα αυτού. 2 καιρός του τεκείν και καιρός του αποθανείν. ότι πονηρόν επ ‘ εμέ το ποίημα το πεποιημένον υπό τον ήλιον. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΤΟΙΣ πάσι χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν. 23 ότι πάσαι αι ημέραι αυτού αλγημάτων και θυμού περισπασμός αυτού. ω εμόχθησα και ω εσοφισάμην υπό τον ήλιον. 18 και εμίσησα εγώ συν πάντα μόχθον μου. και γε εν νυκτί ου κοιμάται η καρδία αυτού· και γε τούτο ματαιότης εστίν. 20 και επέστρεψα εγώ του αποτάξασθαι την καρδίαν μου εν παντί μόχθω μου. 17 και εμίσησα συν την ζωήν. διότι ο άφρων εκ περισσεύματος λαλεί. 16 ότι ουκ έστιν η μνήμη του σοφού μετά του άφρονος εις τον αιώνα. καθότι ήδη αι ημέραι ερχόμεναι τα πάντα επελήσθη· και Πως αποθανείται ο σοφός μετά του άφρονος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρδία μου· ως συνάντημα του άφρονος και γε εμοί συναντήσεταί μοι. ότι και γε τούτο ματαιότης. και ινατί εσοφισάμην εγώ. 3 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1233 . και γε τούτο ματαιότης και πονηρία μεγάλη· 22 ότι γίνεται τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού και εν προαιρέσει καρδίας αυτού. και ει εξουσιάζεται εν παντί μόχθω μου. ω εμόχθησα υπό τον ήλιον. ότι μόχθος αυτού εν σοφία και εν γνώσει και εν ανδρεία. και άνθρωπος. ον εγώ κοπιώ υπό τον ήλιον. 24 ουκ έστιν αγαθόν ανθρώπω. καιρός του φυτεύσαι και καιρός του εκτίλαι το πεφυτευμένον. ος ουκ εμόχθησεν εν αυτω.

εκεί ο ασεβής. και ο Θεός ζητήσει τον διωκόμενον. 4 καιρός του κλαύσαι και καιρός του γελάσαι. και απ ‘ αυτού ουκ έστιν αφελείν. 16 Και έτι είδον υπό τον ήλιον τόπον της κρίσεως. 18 είπα εγώ εν καρδία μου περί λαλιάς υιών του ανθρώπου. ούτως και ο θάνατος τούτου. και το πνεύμα του κτήνους. καιρός του περιλαβείν και καιρός του μακρυνθήναι από περιλήψεως. 6 καιρός του ζητήσαι και καιρός του απολέσαι. ος φάγεται και πίεται και ίδη αγαθόν εν παντί μόχθω αυτού. και τα πάντα επιστρέψει εις τον χουν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καιρός του αποκτείναι και καιρός του ιάσασθαι. 14 έγνων ότι πάντα. όπως μη εύρη ο άνθρωπος το ποίημα. και όσα του γίνεσθαι. αυτά έσται εις τον αιώνα· επ ‘ αυτω ουκ έστι προσθείναι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1234 . ήδη γέγονε. και του δείξαι ότι αυτοί κτήνη εισί. ίνα φοβηθώσιν από προσώπου αυτού. 9 τις περισσεία του ποιούντος εν οίς αυτός μοχθεί. ει αναβαίνει αυτό άνω. ει καταβαίνει αυτό κάτω εις την γην. ότι αυτό μερίς αυτού· ότι τις άξει αυτόν του ιδείν εν ω εάν γένηται μετ ‘ αυτόν. 5 καιρός του βαλείν λίθους και καιρός του συναγαγείν λίθους. 13 και γε πας άνθρωπος. ον έδωκεν ο Θεός τοις υιοίς των ανθρώπων του περισπάσθαι εν αυτω. καιρός του κόψασθαι και καιρός του ορχήσασθαι. ότι καιρός τω παντί πράγματι και επί παντί τω ποιήματι εκεί. 11 σύμπαντα. συνάντημα εν αυτοίς· ως ο θάνατος τούτου. καιρός του καθελείν και καιρός του οικοδομείν. και γε συν τον αιώνα έδωκεν εν καρδία αυτών. ότι πάντα ματαιότης. καλά εν καιρω αυτού. 12 έγνων ότι ουκ έστιν αγαθόν εν αυτοίς. όσα εποίησεν ο Θεός. ουδέν. ει μη του ευφρανθήναι και του ποιείν αγαθόν εν ζωή αυτού. και τόπον του δικαίου. και ο Θεός εποίησεν. 22 και είδον ότι ουκ έστιν αγαθόν ει μη ό ευφρανθήσεται ο άνθρωπος εν ποιήμασιν αυτού. εκεί ο ασεβής. 19 και γε αυτοίς συνάντημα υιών του ανθρώπου και συνάντημα του κτήνους. δόμα Θεού εστιν. ό εποίησεν ο Θεός απ ‘ αρχής και μέχρι τέλους. καιρός του φυλάξαι και καιρός του εκβαλείν. 17 και είπα εγώ εν καρδία μου· συν τον δίκαιον και συν τον ασεβή κρινεί ο Θεός. 8 καιρός του φιλήσαι και καιρός του μισήσαι. 21 και τις οίδε το πνεύμα υιών του ανθρώπου. ότι διακρινεί αυτούς ο Θεός. και πνεύμα εν τοις πάσι· και τι επερίσσευσεν ο άνθρωπος παρά το κτήνος. καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης. α εποίησε. 20 τα πάντα εις τόπον ένα· τα πάντα εγένετο από του χοός. καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν. 10 είδον συν πάντα τον περισπασμόν. 15 το γενόμενον ήδη εστί. 7 καιρός του ρήξαι και καιρός του ράψαι.

και από χειρός συκοφαντούντων αυτοίς ισχύς. 4 Και είδον εγώ συν πάντα τον μόχθον και συν πάσαν ανδρείαν του ποιήματος. 11 και γε εάν κοιμηθώσι δύο. ότι και γε εν βασιλεία αυτού εγενήθη πένης. 8 έστιν εις. 9 αγαθοί οι δύο υπέρ τον ένα. και ουαί αυτω τω ενί. 2 και επήνεσα εγώ συν πάντας τους τεθνηκότας τους ήδη αποθανόντας υπέρ τους ζώντας. ος ουκ έγνω του προσέχειν έτι· 14 ότι εξ οίκου των δεσμίων εξελεύσεται του βασιλεύσαι. και τίνι εγώ μοχθώ και στερίσκω την ψυχήν μου από αγαθωσύνης. και γε υιος και γε αδελφός ουκ έστιν αυτω· και ουκ έστι πειρασμός τω παντί μόχθω αυτού. 13 Αγαθός παις πένης και σοφός υπέρ βασιλέα πρεσβύτερον και άφρονα. και γε οφθαλμός αυτού ουκ εμπίπλαται πλούτου. οίς εστιν αυτοίς μισθός αγαθός εν μόχθω αυτών· 10 ότι εάν πέσωσιν. 12 και εάν επικραταιωθή ο εις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ επέστρεψα εγώ και είδον συν πάσας τας συκοφαντίας τας γενομένας υπό τον ήλιον· και ιδού δάκρυον των συκοφαντουμένων. και ουκ έστιν αυτοίς παρακαλών. ος στήσεται αντ ‘ αυτού· 16 ουκ έστι περασμός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1235 . όταν πέση και μη ή δεύτερος εγείραι αυτόν. και γε τούτο ματαιότης και περισπασμός πονηρός εστι. ος ουκ είδε συν το ποίημα το πονηρόν το πεποιημένον υπό τον ήλιον. 7 Και επέστρεψα εγώ και είδον ματαιότητα υπό τον ήλιον. ο εις εγερεί τον μέτοχον αυτού. και ουκ έστι δεύτερος. και ουκ έστιν αυτοίς παρακαλών. ότι αυτό ζήλος ανδρός από του εταίρου αυτού· και γε τούτο ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. ότι αυτοί ζώσιν έως του νυν· 3 και αγαθός υπέρ τους δύο τούτους όστις ούπω εγένετο. οι δύο στήσονται κατέναντι αυτού. 15 είδον συν πάντας τους ζώντας τους περιπατούντας υπό τον ήλιον μετά του νεανίσκου του δευτέρου. και θέρμη αυτοίς· και ο εις Πως θερμανθή. 5 ο άφρων περιέβαλε τας χείρας αυτού και έφαγε τας σάρκας αυτού. 6 αγαθόν πλήρωμα δρακός αναπαύσεως υπέρ πληρώματα δύο δρακών μόχθου και προαιρέσεως πνεύματος. και το σπαρτίον το έντριτον ου ταχέως απορραγήσεται.

και γε τούτο ματαιότης. ότι συ τον Θεόν φοβού. 5 μη δως το στόμα σου του εξαμαρτήσαι την σάρκα σου και μη είπης προ προσώπου του Θεού. μη χρονίσης του αποδούναι αυτήν. 17 Φύλαξον τον πόδα σου. 9 Αγαπών αργύριον ου πλησθήσεται αργυρίου· και τις ηγάπησεν εν πλήθει αυτών γένημα. ότι ουκ εισίν ειδότες του ποιήσαι κακόν. 4 αγαθόν το μη εύξασθαί σε ή το εύξασθαί σε και μη αποδούναι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω παντί λαω. πλούτον φυλασσόμενον τω παρ ‘ αυτού εις κακίαν αυτω. μη θαυμάσης επί τω πράγματι· ότι υψηλός επάνω υψηλού φυλάξαι. δια τούτο έστωσαν οι λόγοι σου ολίγοι. ότι άγνοιά εστιν. και υψηλοί επ ‘ αυτοίς. ότι ουκ έστι θέλημα εν άφροσι· συ ουν όσα εάν εύξη. τοις πάσιν. 13 και απολείται ο πλούτος εκείνος εν περισπασμω πονηρω. και εγγύς του ακούειν· υπέρ δόμα των αφρόνων θυσία σου. 8 και περισσεία γης επί παντί εστι. και ουκ έστιν εν χειρί αυτού ουδέν. ίνα μη οργισθή ο Θεός επί φωνή σου και διαφθείρη τα ποιήματα χειρών σου. απόδος. 14 καθώς εξήλθεν από γαστρός μητρός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1236 . βασιλεύς του αγρού ειργασμένου. 2 ότι παραγίνεται ενύπνιον εν πλήθει πειρασμού και φωνή άφρονος εν πλήθει λόγων. και εγέννησεν υιόν. όσοι εγένοντο έμπροσθεν αυτών· και γε οι έσχατοι ουκ ευφρανθήσονται εν αυτω· ότι και γε τούτο ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. και καρδία σου μη ταχυνάτω του εξενέγκαι λόγον προ προσώπου του Θεού· ότι ο Θεός εν τω ουρανω άνω. 6 ότι εν πλήθει ενυπνίων και ματαιοτήτων και λόγων πολλών. 12 έστιν αρρωστία. 3 καθώς αν εύξη ευχήν τω Θεω. εν ω εάν πορεύη εις οίκον του Θεού. 11 γλυκύς ύπνος του δούλου ει ολίγον και ει πολύ φάγεται· και τω εμπλησθέντι του πλουτήσαι ουκ έστιν αφίων αυτόν του υπνώσαι. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΜΗ σπεύδε επί στόματί σου. ην είδον υπό τον ήλιον. και συ επί της γης. 7 Εάν συκοφαντίαν πένητος και αρπαγήν κρίματος και δικαιοσύνης ίδης εν χώρα. 10 εν πλήθει αγαθωσύνης επληθύνθησαν έσθοντες αυτήν· και τι ανδρεία τω παρ ‘ αυτής ότι αλλ ‘ ή του οράν οφθαλμοίς αυτού.

του φαγείν και του πιείν και του ιδείν αγαθωσύνην εν παντί μόχθω αυτού. 16 και γε πάσαι αι ημέραι αυτού εν σκότει και εν πένθει και θυμω πολλω και αρρωστία και χόλω. 8 ότι τις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1237 . 18 και γε πας άνθρωπος. 17 Ιδού είδον εγώ αγαθόν.τι έσονται αι ημέραι ετών αυτού. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΕΣΤΙ πονηρία. ότι ανήρ ξένος φάγεται αυτόν· τούτο ματαιότης και αρρωστία πονηρά εστι. και ψυχή αυτού ου πλησθήσεται από της αγαθωσύνης. είπα· αγαθόν υπέρ αυτόν το έκτρωμα. ων επιθυμήσει. 5 και γε ήλιον ουκ είδε και ουκ έγνω. 19 ότι ου πολλά μνησθήσεται τας ημέρας της ζωής αυτού· ότι ο Θεός περισπά αυτόν εν ευφροσύνη καρδίας αυτού. και τις η περισσεία αυτού. και ουκ έστιν υστερών τη ψυχή αυτού από πάντων. ω έδωκεν αυτω ο Θεός πλούτον και υπάρχοντα και εξουσίασεν αυτω φαγείν απ ‘ αυτού και λαβείν το μέρος αυτού και του ευφρανθήναι εν μόχθω αυτού. και ουδέν ου λήψεται εν μόχθω αυτού. 4 ότι εν ματαιότητι ήλθε και εν σκότει πορεύεται. 7 Πας μόχθος ανθρώπου εις στόμα αυτού. 15 και γε τούτο πονηρά αρρωστία· ωσπερ γαρ παρεγένετο. και πλήθος ό. μη ουκ εις τόπον ένα πορεύεται τα πάντα. και εν σκότει όνομα αυτού καλυφθήσεται. ούτως και απελεύσεται. 6 και ει έζησε χιλίων ετών καθόδους και αγαθωσύνην ουκ είδε. ων έδωκεν αυτω ο Θεός· ότι αυτό μερίς αυτού. και ουκ εξουσιάσει αυτω ο Θεός του φαγείν απ ‘ αυτού. ω εάν μοχθή υπό τον ήλιον αριθμόν ημερών ζωής αυτού. τούτο δόμα Θεού εστιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού γυμνός. και πολλή εστιν επί το άνθρωπον· 2 ανήρ. επιστρέψει του πορευθήναι ως ήκει. ή μοχθεί εις άνεμον. ανάπαυσις τούτω υπέρ τούτον. και γε η ψυχή ου πληρωθήσεται. ίνα πορευθή εν χειρί αυτού. ό εστι καλόν. ω δώσει αυτω ο Θεός πλούτον και υπάρχοντα και δόξαν. και γε ταφή ουκ εγένετο αυτω. ην είδον υπό τον ήλιον. 3 εάν γεννήση ανήρ εκατόν και έτη πολλά ζήσεται.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περισσεία τω σοφω υπέρ τον άφρονα. 3 αγαθόν θυμός υπέρ γέλωτα. και εγνώσθη ό εστιν άνθρωπος. αγαθόν μακρόθυμος υπέρ υψηλόν πνεύματι. 12 ότι τις οίδεν αγαθόν τω ανθρώπω εν τη ζωή αριθμόν ζωής ημερών ματαιότητος αυτού. και ου δυνήσεται κριθήναι μετά του ισχυροτέρου υπέρ αυτόν· 11 ότι εισί λόγοι πολλοί πληθύνοντες ματαιότητα. 11 αγαθή σοφία μετά κληρονομίας και περισσεία τοις θεωρούσι τον ήλιον· 12 ότι εν σκιά αυτής η σοφία ως σκιά αργυρίου. 5 αγαθόν το ακούσαι επιτίμησιν σοφού υπέρ άνδρα ακούοντα άσμα αφρόνων· 6 ως φωνή ακανθών υπό τον λέβητα. και ο ζων δώσει αγαθόν εις καρδίαν αυτού. και καρδία αφρόνων εν οίκω ευφροσύνης. καθότι τούτο τέλος παντός ανθρώπου. ούτως γέλως των αφρόνων· και γε τούτο ματαιότης. τι έσται οπίσω αυτού υπό τον ήλιον. τι περισσόν τω ανθρώπω. 4 καρδία σοφών εν οίκω πένθους. 10 μη είπης· τι εγένετο ότι αι ημέραι αι πρότεραι ήσαν αγαθαί υπέρ ταύτας. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1238 . ότι ουκ εν σοφία επηρώτησας περί τούτου. 7 ότι η συκοφαντία περιφέρει σοφόν και απόλλυσι την καρδίαν ευτονίας αυτού. 9 μη σπεύσης εν πνεύματί σου του θυμούσθαι. διότι ο πένης οίδε πορευθήναι κατέναντι της ζωής. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΑΓΑΘΟΝ όνομα υπέρ έλαιον αγαθόν και ημέρα του θανάτου υπέρ ημέραν γεννήσεως. ήδη κέκληται όνομα αυτού. 10 Ει τι εγένετο. 9 αγαθόν όραμα οφθαλμών υπέρ πορευόμενον ψυχή· και γε τούτο ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. 8 αγαθή εσχάτη λόγων υπέρ αρχήν αυτού. ότι εν κακία προσώπου αγαθυνθήσεται καρδία. και εποίησεν αυτά εν σκιά· ότι τις απαγγελεί τω ανθρώπω. 2 αγαθόν πορευθήναι εις οίκον πένθους ή ότι πορευθήναι εις οίκον πότου. ότι θυμός εν κόλπω αφρόνων αναπαύσεται.

ότι ως και γε συ κατηράσω ετέρους. 16 μη γίνου δίκαιος πολύ. ότι φοβουμένοις τον Θεόν εξελεύσεται τα πάντα. και αυτοί εζήτησαν λογισμούς πολλούς. τις ευρήσει αυτό. 13 ιδέ τα ποιήματα του Θεού· ότι τις δυνήσεται του κοσμήσαι ον αν ο Θεός διαστρέψη αυτόν. μηδέ σοφίζου περισσά. και βαθύ βάθος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περισσεία γνώσεως της σοφίας ζωοποιήσει τον παρ ‘ αυτής. μήποτε εκπλαγής. 14 εν ημέρα αγαθωσύνης ζήθι εν αγαθω και εν ημέρα κακίας ιδέ· και γε συν τούτω συμφώνως τούτο εποίησεν ο Θεός περί λαλιάς. ίνα μη αποθάνης εν ου καιρω σου. όπως μη ακούσης του δούλου σου καταρωμένου σε· 22 ότι πλειστάκις πονηρεύσεταί σε και καθόδους πολλάς κακώσει καρδίαν σου. είπεν ο εκκλησιαστής. ους λαλήσουσιν ασεβείς. δεσμός εις χείρας αυτής· αγαθός προ προσώπου του Θεού εξαιρεθήσεται απ ‘ αυτής. και γε από τούτου μη μιάνης την χείρά σου. ό εποίησεν ο Θεός συν τον άνθρωπον ευθή. μη θής καρδίαν σου. 28 ον επεζήτησεν η ψυχή μου και ουχ εύρον· και άνθρωπον ένα από χιλίων εύρον και γυναίκα εν πάσι τούτοις ουχ εύρον. έστι δίκαιος απολλύμενος εν δικαίω αυτού. 26 και ευρίσκω εγώ αυτήν και ερώ πικρότερον υπέρ θάνατον. 21 και γε εις πάντας λόγους. συν την γυναίκα. και εστιν ασεβής μένων εν κακία αυτού. μία τη μια του ευρείν λογισμόν. ος ποιήσει αγαθόν και ουχ αμαρτήσεται. και η καρδία μου του γνώναι και του κατασκέψασθαι και του ζητήσαι σοφίαν και ψήφον και του γνώναι ασεβούς αφροσύνην και οχληρίαν και περιφοράν. και αμαρτάνων συλληφθήσεται εν αυτη. 19 Η σοφία βοηθήσει τω σοφω υπέρ δέκα εξουσιάζοντας τους όντας εν τη πόλει· 20 ότι άνθρωπος ουκ έστι δίκαιος εν τη γη. 23 Πάντα ταύτα επείρασα εν τη σοφία· είπα· σοφισθήσομαι. 25 εκύκλωσα εγώ. 18 αγαθόν το αντέχεσθαί σε εν τούτω. 27 ιδέ τούτο εύρον. ίνα μη εύρη άνθρωπος οπίσω αυτού ουδέν. 29 πλήν ιδέ τούτο εύρον. 15 Συν τα πάντα είδον εν ημέραις ματαιότητός μου. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1239 . 24 και αυτή εμακρύνθη απ ‘ εμού μακράν υπέρ ό ην. 17 μη ασεβήσης πολύ και μη γίνου σκληρός. ήτις εστί θήρευμα και σαγήναι καρδία αυτής.

και καιρόν κρίσεως γινώσκει καρδία σοφού· 6 ότι παντί πράγματί εστι καιρός και κρίσις. 9 και συν παν τούτο είδον και έδωκα την καρδίαν μου εις παν το ποίημα. ότι γνώσις του ανθρώπου πολλή επ ‘ αυτόν· 7 ότι ουκ έστι γινώσκων τι το εσόμενον ότι καθώς έσται τις αναγγελεί αυτω. ότι ει μη φαγείν και του πιείν και του ευφρανθήναι. και επορεύθησαν και επηνέθησαν εν τη πόλει. 16 Εν οίς έδωκα την καρδίαν μου του γνώναι την σοφίαν και του ιδείν τον περισπασμόν τον πεποιημένον επί της γης. ότι και εν ημέρα και εν νυκτί ύπνον οφθαλμοίς αυτού ουκ έστι βλέπων. όσας έδωκεν αυτω ο Θεός υπό τον ήλιον. ή πεποίηται επί της γης. 15 και επήνεσα εγώ συν την ευφροσύνην. και ουκ έστιν αποστολή εν ημέρα πολέμου. και τις ερεί αυτω· τι ποιείς. ότι ούτως εποίησαν· και γε τούτο ματαιότης. και ου μακρυνεί ημέρας εν σκιά ος ουκ έστι φοβούμενος από προσώπου του Θεού. τα όσα εξουσιάσατο ο άνθρωπος εν ανθρώπω του κακώσαι αυτόν. 4 καθώς βασιλεύς εξουσιάυζων. και εισίν ασεβείς ότι φθάνει προς αυτούς ως ποίημα των δικαίων· είπα ότι και γε τούτο ματαιότης. 2 στόμα βασιλέως φύλαξον και περί λόγου όρκου Θεού μη σπουδάσης. ότι ου δυνήσεται άνθρωπος του ευρείν συν το ποίημα το πεποιημένον υπό τον ήλιον. ό πεποίηται υπό τον ήλιον. και τις οίδε λύσιν ρήματος. όσα αν μοχθήση άνθρωπος του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1240 . 10 και τότε είδον ασεβείς εις τάφους εισαχθέντας. όπως φοβώνται από προσώπου αυτού. 8 ουκ έστιν άνθρωπος εξουσιάζων εν πνεύματι του κωλύσαι συν το πνεύμα· και ουκ έστιν εξουσία εν ημέρα θανάτου. μη στης εν λόγω πονηρω· ότι παν ό εάν θελήση. 5 ο φυλάσσων εντολήν ου γνώσεται ρήμα πονηρόν. 3 από προσώπου αυτού πορεύση. και αυτό συμπροσέσται αυτω εν μόχθω αυτού ημέρας ζωής αυτού. ποιήσει. ότι ουκ έστιν αγαθόν τω ανθρώπω υπό τον ήλιον. και αναιδής προσώπω αυτού μισηθήσεται. 11 ότι ουκ έστι γινομένη αντίρρησις από των ποιούντων το πονηρόν ταχύ· δια τούτο επληροφορήθη καρδία υιών του ανθρώπου εν αυτοίς του ποιήσαι το πονηρόν. 17 και είδον συν πάντα τα ποιήματα του Θεού. 14 έστι ματαιότης. ότι εισί δίκαιοι ότι φθάνει επ ‘ αυτούς ως ποίημα των ασεβών. εποίησε το πονηρόν από τότε και από μακρότητος αυτών· ότι και γε γινώσκω εγώ ότι εστίν αγαθόν τοις φοβουμένοις τον Θεόν. και εκ του αγίου. 12 ος ήμαρτεν. σοφία ανθρώπου φωτιεί πρόσωπον αυτού. και ου διασώσει ασέβεια τον παρ ‘ αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΤΙΣ οίδε σοφούς. 13 και αγαθόν ουκ έσται τω ασεβεί.

και ουχ ευρήσει· και γε όσα αν είπη σοφός του γνώναι. και οπίσω αυτών προς τους νεκρούς. 4 ότι τις ος κοινωνεί προς πάντας τους ζώντας. και οι νεκροί ουκ εισί γινώσκοντες ουδέν· και ουκ έστιν αυτοίς έτι μισθός. ης ηγάπησας. τω αγαθω και τω κακω και τω καθαρω και τω ακαθάρτω και τω θυσιάζοντι και τω μη θυσιάζοντι· ως ο αγαθός. ότι ουκ έστι ποίημα και λογισμός και γνώσις και σοφία εν άδη. 11 Επέστρεψα και είδον υπό τον ήλιον ότι ου τοις κούφοις ο δρόμος και ου τοις δυνατοίς ο πόλεμος και γε ου τω σοφω άρτος και γε ου τοις συνετοίς πλούτος και γε ου τοις γινώσκουσι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1241 . και περιφέρεια εν καρδία αυτών εν ζωή αυτών. ου δυνήσεται του ευρείν. και καρδία μου συν παν είδε τούτο. καθώς ο τον όρκον φοβούμενος. 10 πάντα. ως οι δίκαιοι και οι σοφοί και αι εργασίαι αυτών εν χειρί του Θεού. και γε αγάπην και γε μίσος ουκ έστιν ειδώς ο άνθρωπος· τα πάντα προ προσώπου αυτών. ότι ήδη ευδόκησεν ο Θεός τα ποιήματά σου. 8 εν παντί καιρω έστωσαν ιμάτιά σου λευκά. όπου συ πορεύη εκεί. ότι συνάντημα εν τοις πάσι· και γε καρδία υιών του ανθρώπου επληρώθη πονηρού. ως η δύναμίς σου ποίησον. 5 ότι οι ζώντες γνώσονται ότι αποθανούνται. ότι ο κύων ο ζων. και γε μερίς ουκ έστιν αυτοίς έτι εις τον αιώνα εν παντί τω πεποιημένω υπό τον ήλιον. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΟΤΙ σύμπαν τούτο έδωκα εις καρδίαν μου. 7 Δεύρο φάγε εν ευφροσύνη τον άρτον σου και πίε εν καρδία αγαθή οίνόν σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζητήσαι. όσα αν εύρη η χείρ σου του ποιήσαι. ω συ μοχθείς υπό τον ήλιον. πάσας τας ημέρας ζωής ματαιότητός σου τας δοθείσας σοι υπό τον ήλιον. 3 τούτο πονηρόν εν παντί πεποιημένω υπό τον ήλιον. ως ο αμαρτάνων· ως ο ομνύων. έστιν ελπίς. και έλαιον επί κεφαλής σου μη υστερησάτω. αυτός αγαθός υπέρ τον λέοντα τον νεκρόν. ματαιότης εν τοις πάσι. 2 συνάντημα εν τω δικαίω και τω ασεβεί. ότι αυτό μερίς σου εν τη ζωή σου και εν τω μόχθω σου. 9 και ιδέ ζωήν μετά γυναικός. ότι επελήσθη η μνήμη αυτών· 6 και γε αγάπη αυτών και γε μίσος αυτών και γε ζήλος αυτών ήδη απώλετο.

και ουκ έστι περισσεία τω επάδοντι. 11 εάν δάκη όφις εν ου ψιθυρισμω. όταν επιπέση επ ‘ αυτούς άφνω. 4 εάν πνεύμα του εξουσιάζοντος αναβή επί σε. ως ακούσιον ό εξήλθεν από προσώπου εξουσιάζοντος· 6 εδόθη ο άφρων εν ύψεσι μεγάλοις. και καθαιρούντα φραγμόν. και διασώσει αυτός την πόλιν εν τη σοφία αυτού· και άνθρωπος ουκ εμνήσθη συν του ανδρός του πένητος εκείνου. ότι ίαμα καταπαύσει αμαρτίας μεγάλας. και καρδία άφρονος εις αριστερόν αυτού· 3 και γε εν οδω όταν άφρων πορεύηται. 16 και είπα εγώ· αγαθή σοφία υπέρ δύναμιν. 18 αγαθή σοφία υπέρ σκεύη πολέμου. και χείλη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1242 . και α λογιείται πάντα αφροσύνη εστίν. και περισσεία του ανδρείου σοφία. τόπον σου μη αφής. 7 είδον δούλους εφ ‘ ίππους και άρχοντας πορευομένους ως δούλους επί της γης. 12 ότι και γε ουκ έγνω ο άνθρωπος τον καιρόν αυτού· ως οι ιχθύες οι θηρευόμενοι εν αμφιβλήστρω κακω και ως όρνεα τα θηρευόμενα εν παγίδι. 17 λόγοι σοφών εν αναπαύσει ακούονται υπέρ κραυγήν εξουσιαζόντων εν αφροσύναις. 9 εξαίρων λίθους διαπονηθήσεται εν αυτοίς. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΜΥΙΑΙ θανατούσαι σαπριούσι σκευασίαν ελαίου ηδύσματος· τίμιον ολίγον σοφίας υπέρ δόξαν αφροσύνης μεγάλην. ην είδον υπό τον ήλιον. και αυτός πρόσωπον ετάραξε. 8 ο ορύσσων βόθρον εις αυτόν εμπεσείται. σχίζων ξύλα κινδυνεύσει εν αυτοίς. ως αυτά παγιδεύονται οι υιοί του ανθρώπου εις καιρόν πονηρόν. καρδία αυτού υστερήσει. 10 εάν εκπέση το σιδήριον. και μεγάλη εστί προς με· 14 πόλις μικρά και άνδρες εν αυτη ολίγοι. και δυνάμεις δυναμώσει. και αμαρτάνων εις απολέσει αγαθωσύνην πολλήν. και έλθη επ ‘ αυτήν βασιλεύς μέγας και κυκλώση αυτήν και οικοδομήση επ ‘ αυτήν χάρακας μεγάλους· 15 και εύρη εν αυτη άνδρα πένητα σοφόν. ότι καιρός και απάντημα συναντήσεται τοις πάσιν αυτοίς. και πλούσιοι εν ταπεινω καθήσονται. και σοφία του πένητος εξουδενωμένη. δήξεται αυτόν όφις. 13 Και γε τούτο είδον σοφίαν υπό τον ήλιον. 12 λόγοι στόματος σοφού χάρις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χάρις. και οι λόγοι αυτού ουκ εισίν ακουόμενοι. 5 έστι πονηρία. 2 καρδία σοφού εις δεξιόν αυτού.

5 εν οίς ουκ έστι γινώσκων τις η οδός του πνεύματος. 7 και γλυκύ το φως και αγαθόν τοις οφθαλμοίς του βλέπειν συν τον ήλιον· 8 ότι και εάν έτη πολλά ζήσεται ο άνθρωπος. ότι πολλαί έσονται· παν το ερχόμενον ματαιότης. ότι εν πλήθει ημερών ευρήσεις αυτόν· 2 δος μερίδα τοις επτά και γε τοις οκτώ. και αγαθυνάτω σε η καρδία σου εν ημέραις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1243 . εκεί έσται. 15 μόχθος των αφρόνων κοπώσει αυτούς. τις αναγγελεί αυτω. και του αργυρίου ταπεινώσει επακούσεται τα πάντα. 19 εις γέλωτα ποιούσιν άρτον και οίνον και έλαιον του ευφρανθήναι ζώντας. και εν αργία χειρών στάξει η οικία. εν πάσιν αυτοίς ευφρανθήσεται και μνησθήσεται τας ημέρας του σκότους. ου πεσείται το ξύλον. 18 εν οκνηρίαις ταπεινωθήσεται η δόκωσις. ης ο βασιλεύς σου υιος ελευθέρων και οι άρχοντές σου προς καιρόν φάγονται εν δυνάμει και ουκ αισχυνθήσονται. 4 τηρών άνεμον ου σπερεί. τόπω. και τι το εσόμενον. ουκ έγνω άνθρωπος τι το γενόμενον. και ο έχων τας πτέρυγας απαγγελεί λόγον σου. και εσχάτη στόματος αυτού περιφέρεια πονηρά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άφρονος καταποντιούσιν αυτόν· 13 αρχή λόγων στόματος αυτού αφροσύνη. ης ο βασιλεύς σου νεώτερος και οι άρχοντές σου πρωϊ εσθίουσι. ως οστά εν γαστρί κυοφορούσης. 6 εν τω πρωϊ σπείρον το σπέρμα σου. πόλις. ότι ου γινώσκεις ποίον στοιχήσει. εν νεότητί σου. 3 εάν πλησθώσι τα νέφη υετού. ότι οπίσω αυτού. και εάν τα δύο επί το αυτό αγαθά. 9 Ευφραίνου. όσα ποιήσει συν τα πάντα. ος ουκ έγνω του πορευθήναι εις πόλιν. 14 και ο άφρων πληθύνει λόγους. ούτως ου γνώση τα ποιήματα του Θεού. και βλέπων εν ταις νεφέλαις ου θερίσει. 16 ουαί σοι. 20 και γε εν συνειδήσει σου βασιλέα μη καταράση. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΑΠΟΣΤΕΙΛΟΝ τον άρτον σου επί πρόσωπον του ύδατος. και εις εσπέραν μη αφέτω η χείρ σου. 17 μακαρία συ. γη. και εν ταμιείοις κοιτώνων σου μη καταράση πλούσιον· ότι πετεινόν του ουρανού αποίσει συν την φωνήν σου. επί την γην εκχέουσι· και εάν πέση ξύλον εν τω νότω και εάν εν τω βορρά. ή τούτο ή τούτο. ότι ου γινώσκεις τι έσται πονηρόν επί την γην. νεανίσκε.

9 Και περισσόν ότι εγένετο εκκλησιαστής σοφός. και επιστρέψωσι τα νέφη οπίσω του υετού· 3 εν ημέρα. και διασκεδασθή η κάππαρις. και αναστήσεται εις φωνήν του στρουθίου. ότι τούτο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1244 . και εκύκλωσαν εν αγορά οι κοπτόμενοι· 6 έως ότου μη ανατραπή το σχοινίον του αργυρίου. και ους εξιχνιάσεται κόσμιον παραβολών. ότι ωλιγώθησαν. έως ότου μη έλθωσιν ημέραι της κακίας και φθάσωσιν έτη. είπεν ο εκκλησιαστής. ότι εδίδαξε γνώσιν συν τον λαόν. ος έδωκεν αυτό. εν ασθενεία φωνής της αληθούσης. λόγους αληθείας. τα πάντα ματαιότης. και σκοτάσουσιν αι βλέπουσαι εν ταις οπαίς· 4 και κλείσουσι θύρας εν αγορά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νεότητός σου. 8 ματαιότης ματαιοτήτων. 10 και απόστησον θυμόν από καρδίας σου και παράγαγε πονηρίαν από σαρκός σου. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ μνήσθητι του κτίσαντός σε εν ημέραις νεότητός σου. εν οίς ερείς· ουκ έστι μοι εν αυτοίς θέλημα· 2 έως ου μη σκοτισθή ο ήλιος και το φως και η σελήνη και οι αστέρες. και ταπεινωθήσονται πάσαι αι θυγατέρες του άσματος· 5 και από ύψους όψονται. και παχυνθή η ακρίς. 7 και επιστρέψη ο Χους επί την γην. ότι η νεότης και η άνοια ματαιότης. και μελέτη πολλή κόπωσις σαρκός. και συντριβή το ανθέμιον του χρυσίου. ότι επορεύθη ο άνθρωπος εις οίκον αιώνος αυτού. και συντριβή υδρία επί τη πηγή. ή εάν σαλευθώσι φύλακες της οικίας και διαστραφώσιν άνδρες της δυνάμεως. ως ην. οί παρά των συνθεμάτων εδόθησαν εκ ποιμένος ενός 12 και περισσόν εξ αυτών. και ήργησαν αι αλήθουσαι. και περιπάτει εν οδοίς καρδίας σου άμωμος και μη εν οράσει οφθαλμών σου και γνώθι ότι επί πάσι τούτοις άξει σε ο Θεός εν κρίσει. και το πνεύμα επιστρέψη προς τον Θεόν. 11 Λόγοι σοφών ως τα βούκεντρα και ως ήλοι πεφυτευμένοι. 10 πολλά εζήτησεν εκκλησιαστής του ευρείν λόγους θελήματος και γεγραμμένον ευθύτητος. και θάμβοι εν τη οδω· και ανθήση το αμύγδαλον. φύλαξαι. του ποιήσαι βιβλία πολλά· ουκ έστι περασμός. το παν άκουε· τον Θεόν φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε. 13 Τέλος λόγου. υιε μου. και συντροχάση ο τροχός επί τον λάκκον.

δια τούτο νεάνιδες ηγάπησάν σε. οπίσω σου εις οσμήν μύρων σου δραμούμεν. ------------------------------------------------------- ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΣΜΑ ασμάτων. 3 και οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα· μύρον εκκενωθέν όνομά σου. εν παντί παρεωραμένω. 9 τη ίππω μου εν άρμασι Φαραώ ωμοίωσά σε. έθεντό με φυλάκισσαν εν αμπελώσιν· αμπελώνα εμόν ουκ εφύλαξα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1245 . εάν αγαθόν και εάν πονηρόν. που κοιτάζεις εν μεσημβρία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πας ο άνθρωπος. 5 μέλαινά ειμι εγώ και καλή. 6 μη βλέψητέ με ότι εγώ ειμι μεμελανωμένη. μήποτε γένωμαι ως περιβαλλομένη επ ‘ αγέλαις εταίρων σου. ως δέρρεις Σαλωμών. 7 απάγγειλόν μοι ον ηγάπησεν η ψυχή μου. αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν σοί· αγαπήσομεν μαστούς σου υπέρ οίνον· ευθύτης ηγάπησέ σε. 8 εάν μη γνως σεαυτήν. 2 Φιλησάτω με από φιλημάτων στόματος αυτού. η καλή εν γυναιξίν. ως σκηνώματα Κηδάρ. εισήνεγκέ με ο βασιλεύς εις το ταμιείον αυτού. η πλησίον μου. ότι παρέβλεψέ με ο ήλιος· υιοί μητρός μου εμαχέσαντο εν εμοί. ό εστι τω Σαλωμών. έξελθε συ εν πτέρναις των ποιμνίων και ποίμαινε τας ερίφους σου επί σκηνώμασι των ποιμένων. ότι αγαθοί μαστοί σου υπέρ οίνον. 4 είλκυσάν σε. 14 ότι σύμπαν το ποίημα ο Θεός άξει εν κρίσει. που ποιμαίνεις. 10 τι ωραιώθησαν σιαγόνες σου ως τρυγόνος. θυγατέρες Ιερουσαλήμ.

και λέγει μοι· ανάστα. ότι τετρωμένη αγάπης εγώ. 10 αποκρίνεται αδελφιδός μου. 5 στηρίσατέ με εν μύροις. 15 ιδού ει καλή. φατνώματα ημών κυπάρισσοι. 12 τα άνθη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1246 . και η δεξιά αυτού περιλήψεταί με. 3 ως μήλον εν τοις ξύλοις του δρυμού. 14 βότρυς της κύπρου αδελφιδός μου εμοί. ιδού ούτος οπίσω του τοίχου ημών παρακύπτων δια των θυρίδων. επορεύθη εαυτω. ανά μέσον των μαστών μου αυλισθήσεται. νάρδος μου έδωκεν οσμήν αυτού. διαλλόμενος επί τους βουνούς. κρίνον των κοιλάδων. 9 όμοιός εστιν αδελφιδός μου τη δορκάδι ή νεβρω ελάφων επί τα όρη Βαιθήλ. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΓΩ άνθος του πεδίου. και καρπός αυτού γλυκύς εν λάρυγγί μου. 7 ωρκισα υμάς. και γε ωραίος· προς κλίνη ημών σύσκιος. εκκύπτων δια των δικτύων. 16 ιδού ει καλός. 2 ως κρίνον εν μέσω ακανθών. ούτως αδελφιδός μου ανά μέσον των υιών· εν τη σκιά αυτού επεθύμησα και εκάθισα. ιδού ει καλή. περιστερά μου. καλή μου. η πλησίον μου. εν αμπελώσιν Εγγαδδί. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. οφθαλμοί σου περιστεραί. στοιβάσατέ με εν μήλοις. εν δυνάμεσι και εν ισχύσεσι του αγρού. ο αδελφιδός μου. 8 Φωνή αδελφιδού μου· ιδού ούτος ήκει πηδών επί τα όρη. 17 δοκοί οίκων ημών κέδροι. ελθέ η πλησίον μου. 13 απόδεσμος της στακτής αδελφιδός μου εμοί. 11 ομοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι μετά στιγμάτων του αργυρίου. 11 ότι ιδού ο χειμών παρήλθεν. τάξατε επ ‘ εμέ αγάπην. 6 ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου. 4 εισαγάγετέ με εις οίκον του οίνου. έως ου θελήση. εάν εγείρητε και εξεγείρητε την αγάπην. ούτως η πλησίον μου ανά μέσον των θυγατέρων. ο υετός απήλθεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τράχηλός σου ως ορμίσκοι. 12 έως ου ο βασιλεύς εν ανακλίσει αυτού.

13 η συκή εξήνεγκεν ολύνθους αυτής. δεδιδαγμένοι πόλεμον. 6 Τίς αύτη η αναβαίνουσα από της ερήμου ως στελέχη καπνού τεθυμιαμένη σμύρναν και λίβανον από πάντων κονιορτών μυρεψού. καγώ αυτω. τω δόρκωνι ή νεβρω ελάφων επί όρη κοιλωμάτων. 9 φορείον εποίησεν εαυτω ο βασιλεύς Σαλωμών από ξύλων του Λιβάνου· 10 στύλους αυτού εποίησεν αργύριον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1247 . 5 ωρκισα υμάς. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΠΙ κοίτην μου εν νυξίν εζήτησα ον ηγάπησεν η ψυχή μου· εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν· εκάλεσα αυτόν. φωνή της τρυγόνος ηκούσθη εν τη γη ημών. εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν. 8 πάντες κατέχοντες ρομφαίαν. 15 πιάσατε ημίν αλώπεκας μικρούς αφανίζοντας αμπελώνας. και ουχ υπήκουσέ μου. ότι η φωνή σου ηδεία. 7 ιδού η κλίνη του Σαλωμών. εξήκοντα δυνατοί κύκλω αυτής από δυνατών Ισραήλ. 17 έως ου διαπνεύση η ημέρα και κινηθώσιν αι σκιαί. και ακούτισόν με την φωνήν σου. και η όψις σου ωραία. έως ου εύρον ον ηγάπησεν η ψυχή μου· εκράτησα αυτόν και ουκ αφήκα αυτόν. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. αδελφιδέ μου. καλή μου. καιρός της τομής έφθακε. 4 ως μικρόν ότε παρήλθον απ ‘ αυτών. έδωκαν οσμήν. ομοιώθητι συ. εχόμενα του προτειχίσματος· δείξόν μοι την όψιν σου. εάν εγείρητε και εξεγείρητε την αγάπην. εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις. 2 αναστήσομαι δη και κυκλώσω εν τη πόλει. αι άμπελοι κυπρίζουσιν. ο ποιμαίνων εν τοις κρίνοις. ελθέ. 14 συ περιστερά μου. οι κυκλούντες εν τη πόλει. εν ταις δυνάμεσι και εν ταις ισχύσεσι του αγρού. 3 εύροσάν με οι τηρούντες. και ζητήσω ον ηγάπησεν η ψυχή μου. και ελθέ. έως ου εισήγαγον αυτόν εις οίκον μητρός μου και εις ταμιείον της συλλαβούσης με. ανήρ ρομφαία αυτού επί μηρόν αυτού από θάμβους εν νυξί. εν σκέπη της πέτρας. ανάστα. μη ον ηγάπησεν η ψυχή μου ίδετε. έως αν θελήση. περιστερά μου. 16 αδελφιδός μου εμοί. απόστρεψον. η πλησίον μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ώφθη εν τη γη. και αι άμπελοι ημών κυπρίζουσιν.

τι εκαλλιώθησαν μαστοί σου από οίνου. και ατεκνούσα ουκ έστιν εν αυταίς. 10 τι εκαλλιώθησαν μαστοί σου. 8 δεύρο από Λιβάνου. πορεύσομαι εμαυτω προς το όρος της σμύρνης και προς τον βουνόν του Λιβάνου. και οσμή ιματίων σου ως οσμή Λιβάνου. κύπροι μετά νάρδων. αδελφή μου νύμφη. πηγή εσφραγισμένη. η πλησίον μου. 3 ως σπαρτίον το κόκκινον χείλη σου. από ορέων παρδάλεων. αι ανέβησαν από του λουτρού. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 Ιδού ει καλή. 7 όλη καλή ει. οφθαλμοί σου περιστεραί εκτός της σιωπήσεώς σου. 12 κήπος κεκλεισμένος. από κεφαλής Σανίρ και Ερμών. αγάπην από θυγατέρων Ιερουσαλήμ. 14 νάρδος και κρόκος. 11 κηρίον αποστάζουσι χείλη σου. ω εστεφάνωσεν αυτόν η μήτηρ αυτού εν ημέρα νυμφεύσεως αυτού και εν ημέρα ευφροσύνης καρδίας αυτού. 15 πηγή κήπου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1248 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανάκλιτον αυτού χρύσεον· επίβασις αυτού πορφυρά. αι πάσαι διδυμεύουσαι. πάσαι βολίδες των δυνατών. κήπος κεκλεισμένος. κάλαμος και κιννάμωμον μετά πάντων ξύλων του Λιβάνου. και η λαλιά σου ωραία. εν μια ενθέματι τραχήλων σου. εξέλθατε και ίδετε εν τω βασιλεί Σαλωμών εν τω στεφάνω. 9 εκαρδίωσας ημάς. σμύρνα αλώθ μετά πάντων πρώτων μύρων. και οσμή ιματίων σου υπέρ πάντα τα αρώματα. τρίχωμά σου ως αγέλαι των αιγών. δεύρο από Λιβάνου· ελεύση και διελεύση από αρχής πίστεως. 2 οδόντες σου ως αγέλαι των κεκαρμένων. αδελφή μου νύμφη· εκαρδίωσας ημάς ενί από οφθαλμών σου. ιδού ει καλή. νύμφη· μέλι και γάλα υπό την γλώσσάν σου. ως λέπυρον ροάς μήλόν σου εκτός της σιωπήσεώς σου. αι απεκαλύφθησαν από του Γαλαάδ. 13 αποστολαί σου παράδεισος ροών μετά καρπού ακροδρύων. πλησίον μου. 5 δύο μαστοί σου ως δύο νεβροί δίδυμοι δορκάδος οι νεμόμενοι εν κρίνοις. 11 θυγατέρες Σιών. από μανδρών λεόντων. 6 έως ου διαπνεύση ημέρα και κινηθώσιν αι σκιαί. και μώμος ουκ έστιν εν σοί. αδελφή μου νύμφη. 4 ως πύργος Δαυϊδ τράχηλός σου. νύμφη. ο ωκοδομημένος εις θαλπιώθ· χίλιοι θυρεοί κρέμανται επ ‘ αυτόν. εντός αυτού λιθόστρωτον.

10 Αδελφιδός μου. η πλησίον μου. ότι τετρωμένη αγάπης εγώ ειμι. διάπνευσον κήπόν μου. και πίετε και μεθύσθητε. εκλελοχισμένος από μυριάδων· 11 κεφαλή αυτού χρυσίον καιφάζ. αδελφοί. δάκτυλοί μου σμύρναν πλήρη επί χείρας του κλείθρου. και έρχου. εν ταις δυνάμεσι και εν ταις ισχύσεσι του αγρού· εάν εύρητε τον αδελφιδόν μου. επάταξάν με. 7 εύροσάν με οι φύλακες οι κυκλούντες εν τη πόλει. αδελφή μου νύμφη. τι αδελφιδός σου από αδελφιδού. και ρευσάτωσαν αρώματά μου· καταβήτω αδελφιδός μου εις κήπον αυτού και φαγέτω καρπόν ακροδρύων αυτού. 6 ήνοιξα εγώ τω αδελφιδω μου· αδελφιδός μου παρήλθε. ετρύγησα σμύρναν μου μετά αρωμάτων μου. μέλανες ως κόραξ· 12 οφθαλμοί αυτού ως περιστεραί επί πληρώματα υδάτων λελουσμέναι εν γάλακτι. βορρά. τελεία μου. εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν. η καλή εν γυναιξί. τι απαγγείλητε αυτω. ότι η κεφαλή μου επλήσθη δρόσου και οι βόστρυχοί μου ψεκάδων νυκτός. Πως μολυνώ αυτούς. έφαγον άρτον μου μετά μέλιτός μου. Πως ενδύσομαι αυτόν. εκάλεσα αυτόν και ουχ υπήκουσέ μου. περιστερά μου. 8 ωρκισα υμάς. ενιψάμην τους πόδας μου. λευκός και πυρρός. ψυχή μου εξήλθεν εν λόγω αυτού. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΕΙΣΗΛΘΟΝ εις κήπόν μου. 4 αδελφιδός μου απέστειλε χείρα αυτού από της οπής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ φρέαρ ύδατος ζώντος και ροιζούντος από του Λιβάνου. φωνή αδελφιδού μου κρούει επί την θύραν. και η κοιλία μου εθροήθη επ ‘ αυτόν. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. 5 ανέστην εγώ ανοίξαι τω αδελφιδω μου. βόστρυχοι αυτού ελάται. 2 Εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 16 Εξεγέρθητι. έπιον οίνόν μου μετά γάλακτός μου· φάγετε. πλησίοι. Άνοιξόν μοι. αδελφή μου. ετραυμάτισάν με· ήραν το θέριστρόν μου απ ‘ εμού φύλακες των τειχέων. καθήμεναι επί πληρώματα· 13 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1249 . χείρές μου έσταξαν σμύρναν. ότι ούτως ωρκισας ημάς. 9 Τί αδελφιδός σου από αδελφιδού. νότε. 3 Εξεδυσάμην τον χιτώνά μου.

και ατεκνούσα ουκ έστιν εν αυταίς. αι ανέβησαν από του λουτρού. εκλεκτή εστι τη τεκούση αυτήν. και νεάνιδες ων ουκ έστιν αριθμός. αι ανεφάνησαν από του Γαλαάδ. και ογδοήκοντα παλλακαί. καλή ως σελήνη. 3 εγώ τω αδελφιδω μου. μία εστί τη μητρί αυτής. και αδελφιδός μου εμοί. 7 ως σπαρτίον το κόκκινον χείλη σου και η λαλιά σου ωραία. η καλή εν γυναιξί. ως λέπυρον της ροάς μήλόν σου εκτός της σιωπήσεώς σου. αι πάσαι διδυμεύουσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σιαγόνες αυτού ως φιάλαι του αρώματος φύουσαι μυρεψικά· χείλη αυτού κρίνα στάζοντα σμύρναν πλήρη· 14 χείρες αυτού τορευταί χρυσαί πεπληρωμέναι Θαρσίς· κοιλία αυτού πυξίον ελεφάντινον επί λίθου σαπφείρου· 15 κνήμαι αυτού στύλοι μαρμάρινοι τεθεμελιωμένοι επί βάσεις χρυσάς· είδος αυτού ως Λίβανος. ως ευδοκία. είδοσαν αυτήν θυγατέρες και μακαριούσιν αυτήν. τρίχωμά σου ως αγέλαι των αιγών. εκλεκτή ως ο ήλιος. ο ποιμαίνων εν τοις κρίνοις. ωραία ως Ιερουσαλήμ. 9 μία εστί περιστερά μου. 5 απόστρεψον οφθαλμούς σου απεναντίον μου. 6 οδόντες σου ως αγέλαι των κεκαρμένων. η πλησίον μου. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΠΟΥ απήλθεν ο αδελφιδός σου. βασίλισσαι και γε παλλακαί και αινέσουσιν αυτήν. που απέβλεψεν ο αδελφιδός σου. 2 Αδελφιδός μου κατέβη εις κήπον αυτού εις φιάλας του αρώματος ποιμαίνειν εν κήποις και συλλέγειν κρίνα. 10 τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος. θάμβος ως τεταγμέναι. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. και ζητήσομεν αυτόν μετά σου. εκλεκτός ως κέδροι· 16 φάρυγξ αυτού γλυκασμοί και όλος επιθυμία· ούτος αδελφιδός μου και ούτος πλησίον μου. 8 εξήκοντά εισι βασίλισσαι. θάμβος ως τεταγμέναι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1250 . τελεία μου. 4 Καλή ει. ότι αυτοί ανεπτέρωσάν με.

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΠΙΣΤΡΕΦΕ. 2 ωραιώθησαν διαβήματά σου εν υποδήμασί σου. εν τρυφαίς σου. ήνθησαν αι ροαί· εκεί δώσω τους μαστούς μου σοί. νέα προς παλαιά. ως δύο νεβροί δίδυμοι δορκάδος· 5 ο τράχηλός σου ως πύργος ελεφάντινος· οι οφθαλμοί σου ως λίμναι εν Εσεβών. ίδωμεν ει ήνθησεν η άμπελος. 8 τούτο μέγεθός σου. εξέλθωμεν εις αγρόν. πορευόμενος τω αδελφιδω μου εις ευθύτητα. 14 οι μανδραγόραι έδωκαν οσμήν. 7 τι ωραιώθης και τι ηδύνθης αγάπη. ικανούμενος χείλεσί μου και οδούσιν. αδελφιδέ μου. ωμοιώθης τω φοίνικι και οι μαστοί σου τοις βότρυσιν. βασιλεύς δεδεμένος εν παραδρομαίς. επίστρεφε. θύγατερ Ναδάβ· ρυθμοί μηρών όμοιοι ορμίσκοις. και πλόκιον κεφαλής σου ως πορφύρα. κρατήσω των ύψεων αυτού. και έσονται δη μαστοί σου ως βότρυες της αμπέλου και οσμή ρινός σου ως μήλα 10 και ο λάρυγξ σου ως οίνος ο αγαθός. επίστρεφε. η ερχομένη ως χοροί των παρεμβολών. εν πύλαις θυγατρός πολλών· μυκτήρ σου ως πύργος του Λιβάνου σκοπεύων πρόσωπον Δαμασκού· 6 κεφαλή σου επί σε ως Κάρμηλος. 12 ελθέ. τι όψεσθε εν τη Σουλαμίτιδι. αδελφιδέ μου. ιδείν ει ήνθισεν η άμπελος. αυλισθώμεν εν κώμαις· 13 ορθρίσωμεν εις αμπελώνας. η Σουλαμίτις· επίστρεφε. και επ ‘ εμέ η επιστροφή αυτού. 11 Εγώ τω αδελφιδω μου. εξήνθησαν αι ροαί· εκεί δώσω τους μαστούς μου σοί. ετήρησά σοι. και επί θύραις ημών πάντα ακρόδρυα. 9 είπα· αναβήσομαι επί τω φοίνικι. 12 ουκ έγνω η ψυχή μου· έθετό με άρματα Αμιναδάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 11 Εις κήπον καρύας κατέβην ιδείν εν γεννήμασι του χειμάρρου. έργον τεχνίτου· 3 ομφαλός σου κρατήρ τορευτός μη υστερούμενος κράμα· κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη εν κρίνοις· 4 δύο μαστοί σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1251 . ήνθησεν ο κυπρισμός. και οψόμεθα εν σοί.

3 ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΤΙΣ δώη σε. 12 αμπελών μου εμός ενώπιόν μου· οι χίλιοι Σαλωμών και οι διακόσιοι τοις τηρούσι τον καρπόν αυτού. από νάματος ροών μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1252 . και γε ουκ εξουδενώσουσί μοι. ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου· ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη. διαγράψωμεν επ ‘ αυτήν σανίδα κεδρίνην. επιστηριζομένη επί τον αδελφιδόν αυτής. 5 Τίς αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη. θηλάζοντα μαστούς μητρός σου. σκληρός ως άδης ζήλος· περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός. οικοδομήσωμεν επ ‘ αυτήν επάλξεις αργυράς· και ει θύρα εστί. και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν. 9 ει τείχός εστιν. φλόγες αυτής· 7 ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην. εισάξω σε εις οίκον μητρός μου και εις ταμιείον της συλλαβούσης με· ποτιώ σε από οίνου του μυρεψικού. ευρούσά σε έξω φιλήσω σε. και η δεξιά αυτού περιλήψεταί με. υπό μήλον εξήγειρά σε· εκεί ωδίνησέ σε η μήτηρ σου. 13 ο καθήμενος εν κήποις. και μαστοί μου ως πύργοι· εγώ ήμην εν οφθαλμοίς αυτών ως ευρίσκουσα ειρήνην. εάν δω ανήρ πάντα τον βίον αυτού εν τη αγάπη. έως αν θελήση. αδέλφιδέ μου. εξουδενώσει εξουδενώσουσιν αυτόν. 4 ωρκισα υμάς. 11 αμπελών εγενήθη τω Σαλωμών εν Βεελαμών· έδωκε τον αμπελώνα αυτού τοις τηρούσιν. ή εάν λαληθή εν αυτη. εκεί ωδίνησέ σε η τεκούσά σε. εν ταις δυνάμεσι και εν ταις ισχύσεσι του αγρού εάν εγείρητε και εάν εξεγείρητε την αγάπην. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. αδελφιδέ μου. 2 παραλήψομαί σε. και ομοιώθητι τη δορκάδι ή τω νεβρω των ελάφων επί όρη των αρωμάτων. εταίροι προσέχοντες τη φωνή σου· ακούτισόν με· 14 φύγε. ανήρ οίσει εν καρπω αυτού χιλίους αργυρίου. 8 αδελφή ημών μικρά και μαστούς ουκ έχει· τι ποιήσωμεν τη αδελφή ημών εν ημέρα. 10 εγώ τείχος. 6 θές με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1253 . και θρούς γογγυσμών ουκ αποκρύπτεται. 11 φυλάξασθε τοίνυν γογγυσμόν ανωφελή και από καταλαλιάς φείσασθε γλώσσης· ότι φθέγμα λαθραίον κενόν ου πορεύσεται. και το συνέχον τα πάντα γνώσιν έχει φωνής. 4 ότι εις κακότεχνον ψυχήν ουκ εισελεύσεται σοφία. ουδέ κατοικήσει εν σώματι κατάχρεω αμαρτίας· 5 άγιον γαρ πνεύμα παιδείας φεύξεται δόλον και απαναστήσεται από λογισμών ασυνέτων και ελεγχθήσεται επελθούσης αδικίας. 16 Ασεβείς δε ταις χερσί και τοις λόγοις προσεκαλέσαντο αυτόν. ουδέ τέρπεται επ ‘ απωλεία ζώντων. και εν απλότητι καρδίας ζητήσατε αυτόν· 2 ότι ευρίσκεται τοις μη πειράζουσιν αυτόν. και σωτήριοι αι γενέσεις του κόσμου. και ουκ έστιν εν αυταίς φάρμακον ολέθρου ούτε άδου βασίλειον επί γης. φίλον ηγησάμενοι αυτόν ετάκησαν και συνθήκην έθεντο προς αυτόν. δοκιμαζομένη τε η δύναμις ελέγχει τους άφρονας. 6 φιλάνθρωπον γαρ πνεύμα σοφία και ουκ αθωώσει βλάσφημον από χειλέων αυτού· ότι των νεφρών αυτού μάρτυς ο Θεός και της καρδίας αυτού επίσκοπος αληθής και της γλώσσης ακουστής· 7 ότι πνεύμα Κυρίου πεπλήρωκε την οικουμένην. 14 έκτισε γαρ εις το είναι τα πάντα. λόγων δε αυτού ακοή προς Κύριον ήξει εις έλεγχον ανομημάτων αυτού· 10 ότι ους ζηλώσεως ακροάται τα πάντα. εμφανίζεται δε τοις μη απιστούσιν αυτω. 8 δια τούτο φθεγγόμενος άδικα ουδείς μη λάθη. ουδέ μη παροδεύση αυτόν ελέγχουσα η δίκη. 9 εν γαρ διαβουλίοις ασεβούς εξέτασις έσται. 12 μη ζηλούτε θάνατον εν πλάνη ζωής υμών. ότι άξιοί εισι της εκείνου μερίδος είναι. στόμα δε καταψευδόμενον αναιρεί ψυχήν. μηδέ επισπάσθε όλεθρον έργοις χειρών υμών· 13 ότι ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ------------------------------------------------------- ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΓΑΠΗΣΑΤΕ δικαιοσύνην. φρονήσατε περί του Κυρίου εν αγαθότητι. 15 δικαιοσύνη γαρ αθάνατός εστιν. οι κρίνοντες την γην. 3 σκολιοί γαρ λογισμοί χωρίζουσιν από Θεού.

5 σκιάς γαρ πάροδος ο βίος ημών. 10 καταδυναστεύσωμεν πένητα δίκαιον. και ουθείς μνημονεύσει των έργων ημών· και παρελεύσεται ο βίος ημών ως ίχνη νεφέλης και ως ομίχλη διασκεδασθήσεται διωχθείσα υπό ακτίνων ηλίου και υπό θερμότητος αυτού βαρυνθείσα. ότι κατεσφραγίσθη. 3 ου σβεσθέντος τέφρα αποβήσεται το σώμα και το πνεύμα διαχυθήσεται ως χαύνος αήρ. και ουδείς αναστρέφει. και πειράσωμεν τα εν εκβάσει αυτού· 18 ει γαρ εστιν ο δίκαιος υιος Θεού. το γαρ ασθενές άχρηστον ελέγχεται. 4 και το όνομα ημών επιλησθήσεται εν χρόνω. 11 έστω δε ημών η ισχύς νόμος της δικαιοσύνης. και απέχεται των οδών ημών ως από ακαθαρσιών· μακαρίζει έσχατα δικαίων και αλαζονεύεται πατέρα Θεόν. 15 ότι ανόμοιος τοις άλλοις ο βίος αυτού. 17 ίδωμεν ει οι λόγοι αυτού αληθείς. και εξηλλαγμέναι αι τρίβοι αυτού· 16 εις κίβδηλον ελογίσθημεν αυτω. και μετά τούτο εσόμεθα ως ουχ υπάρξαντες· ότι καπνός η πνοή εν ρισίν ημών. 8 στεψώμεθα ρόδων κάλυξι πριν ή μαρανθήναι. 2 ότι αυτοσχεδίως εγεννήθημεν. 9 μηδείς ημών άμοιρος έστω της ημετέρας αγερωγίας. και ουκ έστιν αναποδισμός της τελευτής ημών. πανταχή καταλίπωμεν σύμβολα της ευφροσύνης. 7 οίνου πολυτελούς και μύρων πλησθώμεν. 6 δεύτε ουν και απολαύσωμεν των όντων αγαθών και χρησώμεθα τη κτίσει ως εν νεότητι σπουδαίως. 12 ενεδρεύσωμεν δε τον δίκαιον. αντιλήψεται αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1254 . και ουκ έστιν ίασις εν τελευτη ανθρώπου. μηδέ πρεσβύτου εντραπώμεν πολιάς πολυχρονίους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΙΠΟΝ γαρ εν εαυτοίς λογισάμενοι ουκ ορθώς· ολίγος εστί και λυπηρός ο βίος ημών. ότι αύτη η μερίς ημών και ο κλήρος ούτος. και ουκ εγνώσθη ο αναλύσας εξ άδου. και ο λόγος σπινθήρ εν κινήσει καρδίας ημών. και μη παροδευσάτω ημάς άνθος αέρος. μη φεισώμεθα χήρας. ότι δύσχρηστος ημίν εστι και εναντιούται τοις έργοις ημών και ονειδίζει ημίν αμαρτήματα νόμου και επιφημίζει ημίν αμαρτήματα παιδείας ημών· 13 επαγγέλλεται γνώσιν έχειν Θεού και παίδα Κυρίου εαυτόν ονομάζει· 14 εγένετο ημίν εις έλεγχον εννοιών ημών· βαρύς εστιν ημίν καύ βλεπόμενος.

η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης· 5 και ολίγα παιδευθέντες μεγάλα ευεργετηθήσονται. και πονηρά τα τέκνα αυτών. 19 ύβρει και βασάνω ετάσωμεν αυτόν. οι δε εισιν εν ειρήνη. 22 και ουκ έγνωσαν μυστήρια Θεού. ουδέ μισθόν ήλπισαν οσιότητος. και βασιλεύσει αυτών Κύριος εις τους αιώνας. και ου μη άψηται αυτών βάσανος. και επισκοπή εν τοις εκλεκτοίς αυτού. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΔΙΚΑΙΩΝ δε ψυχαί εν χειρί Θεού. 11 σοφίαν γαρ και παιδείαν ο εξουθενών ταλαίπωρος. 7 και εν καιρω επισκοπής αυτών αναλάμψουσι και ως σπινθήρες εν καλάμη διαδραμούνται· 8 κρινούσιν έθνη και κρατήσουσι λαών. και κενή η ελπίς αυτών. και ελογίσθη κάκωσις η έξοδος αυτών 3 και η αφ ‘ ημών πορεία σύντριμμα. οι αμελήσαντες του δικαίου και του Κυρίου αποστάντες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ρύσεται αυτόν εκ χειρός ανθεστηκότων. και οι κόποι ανόνητοι και άχρηστα τα έργα αυτών· 12 αι γυναίκες αυτών άφρονες. 21 Ταύτα ελογίσαντο. ότι ο Θεός επείρασεν αυτούς και εύρεν αυτούς αξίους εαυτού· 6 ως χρυσόν εν χωνευτηρίω εδοκίμασεν αυτούς και ως ολοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αυτούς. ουδέ έκριναν γέρας ψυχών αμώμων. 10 Οι δε ασεβείς καθά ελογίσαντο έξουσιν επιτιμίαν. επικατάρατος η γένεσις αυτών. ότι χάρις και έλεος εν τοις οσίοις αυτού. 9 οι πεποιθότες επ ‘ αυτω συνήσουσιν αλήθειαν. 13 ότι μακαρία στείρα η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1255 . 2 έδοξαν εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι. και οι πιστοί εν αγάπη προσμενούσιν αυτω. και επλανήθησαν· απετύφλωσε γαρ αυτούς η κακία αυτών. 4 και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν. 23 ότι ο Θεός έκτισε τον άνθρωπον επ ‘ αφθαρσία και εικόνα της ιδίας ιδιότητος εποίησεν αυτόν· 24 φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον. 25 πειράζουσι δε αυτόν οι της εκείνου μερίδος όντες. ίνα γνώμεν την επικείκειαν αυτού και δοκιμάσωμεν την ανεξικακίαν αυτού· 20 θανάτω ασχήμονι καταδικάσωμεν αυτόν. έσται γαρ αυτού επισκοπή εκ λόγων αυτού.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμίαντος. εις ουθέν λογισθήσονται. και εκ παρανόμου κοίτης σπέρμα αφανισθήσεται. 5 περικλασθήσονται κλώνες ατέλεστοι. έξει καρπόν εν επισκοπή ψυχών. 3 πολύγονον δε ασεβών πλήθος ου χρησιμεύσει. ουδέ εν ημέρα διαγνώσεως παραμύθιον· 19 γενεάς γαρ αδίκου χαλεπά τα τέλη. 10 ευάρεστος τω Θεω γενόμενος ηγαπήθη και ζων μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη· 11 ηρπάγη. 14 αρεστή γαρ ην Κυρίω η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1256 . επισφαλώς βεβηκότα υπό ανέμου σαλευθήσεται και υπό βίας ανέμων εκριζωθήσεται. μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού· 12 βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά. εν αναπαύσει έσται· 8 γήρας γαρ τίμιον ου το πολυχρόνιον ουδέ αριθμω ετών μεμέτρηται· 9 πολιά δε εστι φρόνησις ανθρώποις και ηλικία γήρως βίος ακηλίδωτος. και εκ νόθων μοσχευμάτων ου δώσει ρίζαν εις βάθος. δοθήσεται γαρ αυτω της πίστεως χάρις εκλεκτή και κλήρος εν ναω Κυρίου θυμηρέστερος. 14 και ευνούχος ο μη εργασάμενος εν χειρί ανόμημα. 7 Δίκαιος δε εάν φθάση τελευτήσαι. ουδέ ασφαλή βάσιν εδράσει· 4 καν γαρ εν κλάδοις προς καιρόν αναθάλη. και αδιάπτωτος η ρίζα της φρονήσεως. άωρος εις βρώσιν και εις ουθέν επιτήδειος· 6 εκ γαρ ανόμων ύπνων τέκνα γεννώμενα μάρτυρές εισι πονηρίας κατά γονέων εν εξετασμω αυτών. και άτιμον επ ‘ εσχάτων το γήρας αυτών· 18 εάν τε οξέως τελευτήσωσιν. 15 αγαθών γαρ πόνων καρπός ευκλεής. 16 τέκνα δε μοιχών ατέλεστα έσται. και ρεμβασμός επιθυμίας μεταλλεύει νουν άκακον. μηδέ ενθυμηθείς κατά του Κυρίου πονηρά. 13 τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς. ουχ έξουσιν ελπίδα. ήτις ουκ έγνω κοίτην εν παραπτώματι. και ο καρπός αυτών άχρηστος. ότι και παρά Θεω γινώσκεται και παρά ανθρώποις· 2 παρούσάν τε μιμούνται αυτήν και ποθούσιν απελθούσαν· και εν τω αιώνι στεφανηφορούσα πομπεύει τον των αμιάντων άθλων αγώνα νικήσασα. 17 εάν τε γαρ μακρόβιοι γένωνται. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΡΕΙΣΣΩΝ ατεκνία μετά αρετής· αθανασία γαρ εστιν εν μνήμη αυτής.

κινουμένων πτερύγων διωδεύθη. 3 ερούσιν εν εαυτοίς μετανοούντες και δια στενοχωρίαν πνεύματος στενάξονται και ερούσιν· 4 ούτος ην ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν ονειδισμού οι άφρονες· τον βίον αυτού ελογισάμεθα μανίαν και την τελευτήν αυτού άτιμον. 18 όψονται και εξουθενήσουσιν. και μετά τούτο ουχ ευρέθη σημείον επιβάσεως εν αυτω· 12 ή ως βέλους βληθέντος επί σκοπόν. την δε οδόν Κυρίου ουκ έγνωμεν. οι δε λαοί ιδόντες και μη νοήσαντες. ης διαβάσης ουκ έστιν ίχνος ευρείν. 8 τι ωφέλησεν ημάς η υπερηφανία. ότι ρήξει αυτούς αφώνους πρηνείς και σαλεύσει αυτούς εκ θεμελίων και έως εσχάτου χερσωθήσονται και έσονται εν οδύνη. και το της δικαιοσύνης φως ουκ έλαμψεν ημίν. 2 ιδόντες ταραχθήσονται φόβω δεινω και εκστήσονται επί τω παραδόξω της σωτηρίας. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΤΟΤΕ στήσεται εν παρρησία πολλή ο δίκαιος κατά πρόσωπον των θλιψάντων αυτόν και των αθετούντων τους πόνους αυτού. τμηθείς ο αήρ ευθέως εις εαυτόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1257 . πληγή δε ταρσών μαστιζόμενον πνεύμα κούφον και σχιζόμενον βία ροίζου. 5 Πως κατελογίσθη εν υιοίς Θεού και εν αγίοις ο κλήρος αυτού εστιν. 15 ότι χάρις και έλεος εν τοις εκλεκτοίς αυτού και επισκοπή εν τοις οσίοις αυτού. μηδέ θέντες επί διανοία το τοιούτον. 6 άρα επλανήθημεν από οδού αληθείας. 9 παρήλθεν εκείναι πάντα ως σκιά και ως αγγελία παρατρέχουσα· 10 ως ναύς διερχομένη κυμαινόμενον ύδωρ. 16 κατακρινεί δε δίκαιος καμών τους ζώντας ασεβείς και νεότης τελεσθείσα ταχέως πολυετές γήρας αδίκου· 17 όψονται γαρ τελευτήν σοφού και ου νοήσουσι τι εβουλεύσατο περί αυτού και εις τι ησφαλίσατο αυτόν ο Κύριος. και η μνήμη αυτών απολείται. και ο ήλιος ουκ ανέτειλεν ημίν· 7 ανομίας ενεπλήσθημεν τρίβοις και απωλείας και διωδεύσαμεν ερήμους αβάτους. 20 ελεύσονται εν συλλογισμω αμαρτημάτων αυτών δειλοί. και ελέγξει αυτούς εξεναντίας τα ανομήματα αυτών. ουδέ ατραπόν τρόπιος αυτής εν κύμασιν· 11 ή ως ορνέου διαπτάντος αέρα ουθέν ευρίσκεται τεκμήριον πορείας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ψυχή αυτού· δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας. και τι πλούτος μετά αλαζονίας συμβέβληται ημίν. αυτούς δε ο Κύριος εκγελάσεται 19 και έσονται μετά τούτο εις πτώμα άτιμον και εις ύβριν εν νεκροίς δι ‘ αιώνος.

ότι τη δεξιά σκεπάσει αυτούς και τω βραχίονι υπερασπιεί αυτών. ος εξετάσει υμών τα έργα και τας βουλάς διερευνήσει· 4 ότι υπηρέται όντες της αυτού βασιλείας ουκ εκρίνατε ορθώς. 15 Δίκαιοι δε εις τον αιώνα ζώσι. ουδέ εφυλάξατε νόμον. και εν Κυρίω ο μισθός αυτών. 6 ο γαρ ελάχιστος συγγνωστός εστιν ελέους. 13 ούτως και ημείς γεννηθέντες εξελίπομεν και αρετής μεν σημείον ουδέν έσχομεν δείξαι. βασιλείς. και η κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστών. και σύνετε· μάθετε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανελύθη ως αγνοήσαι την δίοδον αυτού. δυνατοί δε δυνατώς ετασθήσονται· 7 ου γαρ υποστελείται πρόσωπον ο πάντων δεσπότης. ότι μικρόν και μέγαν αυτός εποίησεν ομοίως τε προνοεί περί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1258 . δικασταί περάτων γης. ουδέ εντραπήσεται μέγεθος. ότι κρίσις απότομος εν τοις υπερέχουσι γίνεται. και ερημώσει πάσαν την γην ανομία. 20 οξυνεί δε απότομον οργήν εις ρομφαίαν. και η φροντίς αυτών παρά Υψίστω. 21 πορεύσονται εύστοχοι βολίδες αστραπών και ως από ευκύκλου τόξου των νεφών επί σκοπόν αλούνται. 2 ενωτίσασθε οι κρατούντες πλήθους και γεγαυρωμένοι επί όχλοις εθνών· 3 ότι εδόθη παρά του Κυρίου η κράτησις υμίν και η δυναστεία παρά Υψίστου. εν δε τη κακία ημών κατεδαπανήθημεν. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ ουν. 5 φρικτώς και ταχέως επιστήσεται υμίν. 14 ότι ελπίς ασεβούς ως φερόμενος χνούς υπό ανέμου και ως πάχνη υπό λαίλαπος διωχθείσα λεπτή και ως καπνός υπό ανέμου διεχύθη και ως μνεία καταλύτου μονοημέρου παρώδευσε. αγανακτήσει κατ ‘ αυτών ύδωρ θαλάσσης. 17 λήψεται πανοπλίαν τον ζήλον αυτού και οπλοποιήσει την κτίσιν εις άμυναν εχθρών· 18 ενδύσεται θώρακα δικαιοσύνην και περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ανυπόκριτον· 19 λήψεται ασπίδα ακαταμάχητον οσιότητα. 22 και εκ πετροβόλου θυμού πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. συνεκπολεμήσει δε αυτω ο κόσμος επί τους παράφρονας. ουδέ κατά την βουλήν του Θεού επορεύθητε. 16 δια τούτο λήψονται το βασίλειον της ευπρεπείας και το διάδημα του κάλλους εκ χειρός Κυρίου. 23 αντιστήσεται αυτοίς πνεύμα δυνάμεως και ως λαίλαψ εκλικμήσει αυτούς. ποταμοί δε συγκλύσουσιν αποτόμως.

και βασιλεύς φρόνιμος ευστάθεια δήμου. και ωφεληθήσεσθε. 17 αρχή γαρ αυτής η αληθεστάτη παιδείας επιθυμία. 25 ωστε παιδεύσθε τοις ρήμασί μου. 18 αγάπη δε τήρησις νόμων αυτής. ίνα εις τον αιώνα βασιλεύσητε. οι λόγοι μου. 23 ούτε μην φθόνω τετηκότι συνοδεύσω. προσοχή δε νόμων βεβαίωσις αφθαρσίας. αλλά απ ‘ αρχής γενέσεως εξιχνιάσω και θήσω εις το εμφανές την γνώσιν αυτής και ου μη παροδεύσω την αλήθειαν. 11 επιθυμήσατε ουν των λόγων μου. 21 ει ουν ήδεσθε επί θρόνοις και σκήπτροις. πάρεδρον γαρ ευρήσει των πυλών αυτού. 19 αφθαρσία δε εγγύς είναι ποιεί Θεού. πρώτην φωνήν την ομοίαν πάσιν ίσα κλαίων· 4 εν σπαργάνοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1259 . και ο αγρυπνήσας δι ‘ αυτήν ταχέως αμέριμνος έσται· 16 ότι τους αξίους αυτής αύτη περιέρχεται ζητούσα και εν ταις τρίβοις φαντάζεται αυτοίς ευμενώς και εν πάση επινοία υπαντά αυτοίς. 24 πλήθος δε σοφών σωτηρία κόσμου. τύραννοι λαών. 9 προς υμάς ουν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντων· 8 τοις δε κραταιοίς ισχυρά εφίσταται έρευνα. ποθήσατε και παιδευθήσεσθε. ω τύραννοι. τιμήσατε σοφίαν. ίνα μάθητε σοφίαν και μη παραπέσητε· 10 οι γαρ φυλάξαντες οσίως τα όσια οσιωθήσονται. 15 το γαρ ενθυμηθήναι περί αυτής φρονήσεως τελειότης. 12 Λαμπρά και αμάραντός εστιν η σοφία και ευχερώς θεωρείται υπό των αγαπώντων αυτήν και ευρίσκεται υπό των ζητούντων αυτήν. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΙΜΙ μεν καγώ θνητός άνθρωπος ίσος άπασι και γηγενούς απόγονος πρωτοπλάστου· και εν κοιλία μητρός εγλύφην σάρξ 2 δεκαμηνιαίω χρόνω παγείς εν αίματι εκ σπέρματος ανδρός και ηδονής ύπνω συνελθούσης. 14 ο ορθρίσας προς αυτήν ου κοπιάσει. ότι ούτος ου κοινωνήσει σοφία. απαγγελώ και ουκ αποκρύψω υμίν μυστήρια. φροντίς δε παιδείας αγάπη. 13 φθάνει τους επιθυμούντας προγνωσθήναι. 22 τι δε εστι σοφία και Πως εγένετο. και οι διδαχθέντες αυτά ευρήσουσιν απολογίαν. 20 επιθυμία άρα σοφίας ανάγει επί βασιλείαν. 3 και εγώ δε γενόμενος έσπασα τον κοινόν αέρα και επί την ομοιοπαθή κατέπεσον γην.

ότι αυτών ηγείται σοφία. και φρόνησις εδόθη μοι· επεκαλεσάμην. 22 Έστι γαρ εν αυτη πνεύμα νοερόν. ον οι χρησάμενοι προς Θεόν εστείλαντο φιλίαν δια τας εκ παιδείας δωρεάς συσταθέντες. 11 ήλθε δε μοι τα αγαθά ομού πάντα μετ ‘ αυτής και αναρίθμητος πλούτος εν χερσίν αυτής. μονογενές. ευεργετικόν. 6 μία δε πάντων είσοδος εις τον βίον. αμέριμνον. και ήλθέ μοι πνεύμα σοφίας. τροπών αλλαγάς και μεταβολάς καιρών. 7 δια τούτο ηυξάμην. ηγνόουν δε αυτήν γενέτιν είναι τούτων. οξύ. απήμαντον. ότι ακοίμητον το εκ ταύτης φέγγος. παντοδύναμον. αμόλυντον. έξοδός τε ίση. διήκει δε και χωρεί δια πάντων δια την καθαρότητα· 25 ατμίς γαρ εστι της του Θεού δυνάμεως και απόρροια της του Παντοκράτορος δόξης ειλικρινής· δια τούτο ουδέν μεμιαμμένον εις αυτήν παρεμπίπτει. 15 Εμοί δε δώη ο Θεός ειπείν κατά γνώμην και ενθυμηθήναι αξίως των δεδομένων. 16 εν γαρ χειρί αυτού και ημείς και οι λόγοι ημών πάσά τε φρόνησις και εργατειών επιστήμη. 10 υπέρ υγίειαν και ευμορφίαν ηγάπησα αυτήν και προειλόμην αυτήν αντί φωτός έχειν. διαφοράς φυτών και δυνάμεις ριζών. 24 πάσης γαρ κινήσεως κινητικώτερον σοφία. βέβαιον. λεπτόν. πολυμερές. και ως πηλός λογισθήσεται άργυρος εναντίον αυτής. ότι ο πας χρυσός εν όψει αυτής ψάμμος ολίγη. ασφαλές. 27 μία δε ούσα πάντα δύναται και μένουσα εν αυτη τα πάντα καινίζει και κατά γενεάς εις ψυχάς οσίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1260 . 26 απαύγασμα γαρ εστι φωτός αϊδίου και έσοπτρον ακηλίδωτον της του Θεού ενεργείας και εικών της αγαθότητος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανετράφην και εν φροντίσιν· 5 ουδείς γαρ βασιλεύς ετέραν έσχε γενέσεως αρχήν. 21 όσα τέ εστι κρυπτά και εμφανή έγνων· η γαρ πάντων τεχνίτις εδίδαξέ με σοφία. ακώλυτον. 19 ενιαυτών κύκλους και αστέρων θέσεις. τον πλούτον αυτής ουκ αποκρύπτομαι· 14 ανεκλιπής γαρ θησαυρός εστιν ανθρώποις. 17 αυτός γαρ μοι έδωκε των όντων γνώσιν αψευδή ειδέναι σύστασιν κόσμου και ενέργειαν στοιχείων. πνευμάτων βίας και διαλογισμούς ανθρώπων. ότι αυτός και της σοφίας οδηγός εστι και των σοφών διορθωτής. σαφές. 13 αδόλως τε έμαθον αφθόνως τε μεταδίδωμι. 20 φύσεις ζώων και θυμούς θηρίων. ευκίνητον. 8 προέκρινα αυτήν σκήπτρων και θρόνων και πλούτον ουδέν ηγησάμην εν συγκρίσει αυτής· 9 ουδέ ωμοίωσα αυτη λίθον ατίμητον. πανεπίσκοπον και δια πάντων χωρούν πνευμάτων νοερών καθαρών λεπτοτάτων. φιλάγαθον. τρανόν. 12 ευφράνθην δε επί πάσιν. άγιον. 23 φιλάνθρωπον. 18 αρχήν και τέλος και μεσότητα χρόνων.

οι πόνοι ταύτης εισίν αρεταί· σωφροσύνην γαρ και φρόνησιν εκδιδάσκει. 13 έξω δι ‘ αυτήν αθανασίαν και μνήμην αιώνιον τοις μετ ‘ εμέ απολείψω. 29 έστι γαρ αύτη ευπρεπεστέρα ηλίου και υπέρ πάσαν άστρων θέσιν. σημεία και τέρατα προγινώσκει και εκβάσεις καιρών και χρόνων. 14 διοικήσω λαούς. 10 έξω δι ‘ αυτήν δόξαν εν όχλοις και τιμήν παρά πρεσβυτέροις ο νέος· 11 οξύς ευρεθήσομαι εν κρίσει και εν όψει δυναστών θαυμασθήσομαι· 12 σιγώντά με περιμενούσι και φθεγγομένω προσέξουσι και λαλούντος επί πλείον χείρα επιθήσουσιν επί στόμα αυτών. επίσταται στροφάς λόγων και λύσεις αινιγμάτων. και έθνη υποταγήσεταί μοι· 15 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1261 . ειδώς ότι έσται μοι σύμβουλος αγαθών και παραίνεσις φροντίδων και λύπης. 6 ει δε φρόνησις εργάζεται. 5 ει δε πλούτός εστιν επιθυμητόν κτήμα εν βίω. σοφίας δε ου κατισχύει κακία. δικαιοσύνην και ανδρείαν. οίδε τα αρχαία και τα μέλλοντα εικάζειν. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΔΙΑΤΕΙΝΕΙ δε από πέρατος εις πέρας ευρώστως και διοικεί τα πάντα χρηστώς. και ο πάντων δεσπότης ηγάπησεν αυτήν· 4 μύστις γαρ εστι της του Θεού επιστήμης και αιρετίς των έργων αυτού. 2 Ταύτην εφίλησα και εξεζήτησα εκ νεότητός μου και εζήτησα νύμφην αγαγέσθαι εμαυτω και εραστής εγενόμην του κάλλους αυτής. 9 έκρινα τοίνυν ταύτην αγαγέσθαι προς συμβίωσιν. φωτί συγκρινομένη. τι σοφίας πλουσιώτερον της τα πάντα εργαζομένης. ευρίσκεται προτέρα· 30 τούτο μεν γαρ διαδέχεται νύξ. 3 ευγένειαν δοξάζει συμβίωσιν Θεού έχουσα. 8 ει δε και πολυπειρίαν ποθεί τις. τις αυτής των όντων μάλλόν εστι τεχνίτις. 7 και ει δικαιοσύνην αγαπά τις. ων χρησιμώτερον ουδέν εστιν εν βίω ανθρώποις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεταβαίνουσα φίλους Θεού και προφήτας κατασκευάζει· 28 ουθέν γαρ αγαπά ο Θεός ει μη τον σοφία συνοικούντα.

4 δος μοι την των σών θρόνων πάρεδρον σοφίαν και μη με αποδοκιμάσης εκ παίδων σου. 20 μάλλον δε αγαθός ων ήλθον εις σώμα αμίαντον. ότε εποίεις τον κόσμον. ίνα δεσπόζη των υπό σου γενομένων κτισμάτων 3 και διέπη τον κόσμον εν οσιότητι και δικαιοσύνη και εν ευθύτητι ψυχής κρίσιν κρίνη. 21 γνούς δε ότι ουκ άλλως έσομαι εγκρατής. της από σου σοφίας απούσης. αλλά ευφροσύνην και χαράν. ουδέ οδύνην η συμβίωσις αυτής. και επισταμένη τι αρεστόν εν οφθαλμοίς σου και τι ευθές εν εντολαίς σου. ην προητοίμασας απ ‘ αρχής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φοβηθήσονταί με ακούσαντες τύραννοι φρικτοί. 11 οίδε γαρ εκείνη πάντα και συνίει και οδηγήσει με εν ταις πράξεσί μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1262 . 10 εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν. ίνα συμπαρούσά μοι κοπιάση και γνώ τι ευάρεστόν εστι παρά σοί. 17 ταύτα λογισάμενος εν εμαυτω και φροντίσας εν καρδία μου ότι εστιν αθανασία εν συγγενεία σοφίας 18 και εν φιλία αυτής τέρψις αγαθή και εν πόνοις χειρών αυτής πλούτος ανεκλιπής και εν συγγυμνασία ομιλίας αυτής φρόνησις και εύκλεια εν κοινωνία λόγων αυτής. 7 συ με προείλω βασιλέα λαού σου και δικαστήν υιών σου και θυγατέρων· 8 είπας οικοδομήσαι ναόν εν όρει αγίω σου και εν πόλει κατασκηνώσεώς σου θυσιαστήριον. 5 ότι εγώ δούλος σός και υιος της παιδίσκης σου. περιήειν ζητών όπως λάβω αυτήν εις εμαυτόν. 19 παις δε ήμην ευφυής ψυχής τε έλαχον αγαθής. 9 και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα. μίμημα σκηνής αγίας. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΘΕΕ πατέρων και Κύριε του ελέους ο ποιήσας τα πάντα εν λόγω σου 2 και τη σοφία σου κατεσκεύσασας άνθρωπον. εν πλήθει φανούμαι αγαθός και εν πολέμω ανδρείος. 16 εισελθών εις τον οίκόν μου προσαναπαύσομαι αυτη· ου γαρ έχει πικρίαν η συναναστροφή αυτής. εις ουδέν λογισθήσεται. εάν μη ο Θεός δω -και τούτο δ ‘ ην φρονήσεως το ειδέναι τίνος η χάρις.ενέτυχον τω Κυρίω και εδεήθην αυτού και είπον εξ όλης της καρδίας μου. άνθρωπος ασθενής και ολιγοχρόνιος και ελάσσων εν συνέσει κρίσεως και νόμων· 6 καν γαρ τις ή τέλειος εν υιοίς ανθρώπων.

3 αποστάς δε απ ‘ αυτής άδικος εν οργή αυτού. ότι παντός δυνατωτέρα εστίν ευσέβεια. και τα αρεστά σου εδιδάχθησαν άνθρωποι. 18 και ούτως διωρθώθησαν αι τρίβοι των επί γης. 10 αύτη φυγάδα οργής αδελφού δίκαιον ωδήγησεν εν τρίβοις ευθείαις· έδειξεν αυτω βασιλείαν Θεού και έδωκεν αυτω γνώσιν αγίων· ευπόρησεν αυτόν εν μόχθοις και επλήθυνε τους πόνους αυτού· 11 εν πλεονεξία κατισχυόντων αυτόν παρέστη και επλούτισεν αυτόν· 12 διεφύλαξεν αυτόν από εχθρών. 14 λογισμοί γαρ θνητών δειλοί. 8 σοφίαν γαρ παροδεύσαντες ου μόνον εβλάβησαν του μη γνώναι τα καλά. 13 τις γαρ άνθρωπος γνώσεται βουλήν Θεού. ίνα γνω. ει μη συ έδωκας σοφίαν και έπεμψας το άγιόν σου πνεύμα από υψίστων. 19 και τη σοφία εσώθησαν. αδελφοκτόνοις συναπώλετο θυμοίς· 4 δι ‘ ον κατακλυζομένην γην πάλιν διέσωσε σοφία. ή τις ενθυμηθήσεται τι θέλει ο Κύριος. 17 βουλήν δε σου τις έγων. 5 αύτη και εν ομονοία πονηρίας εθνών συγχυθέντων έγνω τον δίκαιον και ετήρησεν αυτόν άμεμπτον Θεω και επί τέκνου σπλάγχνοις ισχυρόν εφύλαξεν. και επισφαλείς αι επίνοιαι ημών. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΑΥΤΗ πρωτόπλαστον πατέρα κόσμου μόνον κτισθέντα διεφύλαξε και εξείλατο αυτόν εκ παραπτώματος ιδίου 2 έδωκέ τε αυτω ισχύν κρατήσαι απάντων. 6 αύτη δίκαιον εξαπολλυμένων ασεβών ερρύσατο φυγόντα πυρ καταβάσιον Πενταπόλεως· 7 ης έτι μαρτύριον της πονηρίας καπνιζομένη καθέστηκε χέρσος. αλλά και της αφροσύνης απέλιπον τω βίω μνημόσυνον. 16 και μόλις εικάζομεν τα επί γης και τα εν χερσίν ευρίσκομεν μετά πόνου· τα δε εν ουρανοίς τις εξιχνίασε. δι ‘ ευτελούς ξύλου τον δίκαιον κυβερνήσασα. και από ενεδρευόντων ησφαλίσατο και αγώνα ισχυρόν εβράβευσεν αυτω. και διακρινώ τον λαόν σου δικαίως και έσομαι άξιος θρόνων πατρός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σωφρόνως και φυλάξει με εν τη δόξη αυτής· 12 και έσται προσδεκτά τα έργα μου. απιστούσης ψυχής μνημείον εστηκυία στήλη αλός. 15 φθαρτόν γαρ σώμα βαρύνει ψυχήν. και βρίθει το γεώδες σκήνος νουν πολυφρόντιδα. 9 σοφία δε τους θεραπεύσαντας αυτήν εκ πόνων ερρύσατο. και ατελέσιν ωραις καρποφορούντα φυτά. 13 αύτη πραθέντα δίκαιον ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1263 . ίνα εν οίς εσφάλησαν μηδέ λαθείν δυνηθώσι.

6 αντί μεν πηγής αεννάου ποταμού αίματι λυθρώδει ταραχθέντος 7 εις έλεγχον νηπιοκτόνου διατάγματος. δια τούτων αυτοί απορούντες ευεργετήθησαν. το όνομα το άγιόν σου. 20 δια τούτο δίκαιοι εσκύλευσαν ασεβείς και ύμνησαν. 5 δι ‘ ων γαρ εκολάσθησαν οι εχθροί αυτών. 11 και απόντες δε και παρόντες ομοίως ετρύχοντο· 12 διπλή γαρ αυτούς έλαβε λύπη· και στεναγμός μνημών των παρελθόντων. και εδόθη αυτοίς εκ πέτρας ακροτόμου ύδωρ και ίαμα δίψης εκ λίθου σκληρού. Κύριε. ωδήγησεν αυτούς εν οδω θαυμαστη και εγένετο αυτοίς εις σκέπην ημέρας και εις φλόγα άστρων την νύκτα. 8 δείξας δια του τότε δίψους Πως τους υπεναντίους εκόλασας. έως ήνεγκεν αυτω σκήπτρα βασιλείας και εξουσίαν τυραννούντων αυτού· ψευδείς τε έδειξε τους μωμησαμένους αυτόν και έδωκεν αυτω δόξαν αιώνιον. 2 διώδευσαν έρημον αοίκητον και εν αβάτοις έπηξαν σκηνάς· 3 αντέστησαν πολεμίοις και ημύναντο εχθρούς. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΕΥΩΔΩΣΕ τα έργα αυτών εν χειρί προφήτου αγίου. αλλά εξ αμαρτίας ερρύσατο αυτόν· 14 συγκατέβη αυτω εις λάκκον και εν δεσμοίς ουκ αφήκεν αυτόν. 9 ότε γαρ επειράσθησαν. έγνωσαν Πως εν οργή κρινόμενοι ασεβείς εβασανίζοντο· 10 τούτους μεν γαρ ως πατήρ νουθετών εδοκίμασας. έδωκας αυτοίς δαψιλές ύδωρ ανελπίστως. εκείνους δε ως απότομος βασιλεύς καταδικάζων εξήτασας. 17 απέδωκεν οσίοις μισθόν κόπων αυτών. 13 ότε γαρ ήκουσαν δια των ιδίων κολάσεων ευεργετουμένους αυτούς. ήσθοντο του Κυρίου· 14 ον γαρ εν εκθέσει πάλαι ριφέντα απείπον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1264 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγκατέλιπεν. 18 διεβίβασεν αυτούς θάλασσαν ερυθράν και διήγαγεν αυτούς δι ‘ ύδατος πολλού· 19 τους δε εχθρούς αυτών κατέκλυσε και εκ βάθους αβύσσου ανέβρασεν αυτούς. την τε υπέρμαχόν σου χείρα ήνεσαν ομοθυμαδόν· 21 ότι η σοφία ήνοιξε στόμα κωφών και γλώσσας νηπίων έθηκε τρανάς. 4 εδίψησαν και επεκαλέσαντό σε. 15 αύτη λαόν όσιον και σπέρμα άμεμπτον ερρύσατο εξ έθνους θλιβόντων· 16 εισήλθεν εις ψυχήν θεράποντος Κυρίου και αντέστη βασιλεύσι φοβεροίς εν τέρασι και σημείοις. και περ εν ελέει παιδευόμενοι.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1265 . 20 και χωρίς δε τούτων. 25 Πως δε έμεινεν αν τι. και παροράς αμαρτήματα ανθρώπων εις μετάνοιαν. 2 διό τους παραπίπτοντας κατ ‘ ολίγον ελέγχεις και εν οίς αμαρτάνουσιν υπομιμνήσκων νουθετείς. επαπέστειλας αυτοίς πλήθος αλόγων ζώων εις εκδίκησιν. ότι πάντα δύνασαι. 23 ελεείς δε πάντας. 26 φείδη δε πάντων. ει μη συ ηθέλησας ή το μη κληθέν υπό σου διετηρήθη. επί τέλει των εκβάσεων εθαύμασαν. ίνα απαλλαγέντες της κακίας πιστεύσωσιν επί σε. 24 αγαπάς γαρ τα όντα πάντα και ουδέν βδελύσση. δια τούτων κολάζεται. Κύριε. ότι σά εστι. 15 αντί δε λογισμών ασυνέτων αδικίας αυτών. και κράτει βραχίονός σου τις αντιστήσεται. 3 και γαρ τους παλαιούς οικήτορας της αγίας σου γης μισήσας 4 επί τω έχθιστα πράσσειν έργα φαρμακειών και τελετάς ανοσίους 5 τέκνων τε φονέας ανελεήμονας και σπλαγχνοφάγων ανθρωπίνων σαρκών θοίναν και αίματος. 21 το γαρ μεγάλως ισχύειν πάρεστί σοι πάντοτε. αλλά και η όψις εκφοβήσασα διολέσαι. 16 ίνα γνώσιν ότι δι ‘ ων τις αμαρτάνει. ουχ όμοια δικαίοις διψήσαντες. εκ μέσου μύστας θιάσου 6 και αυθέντας γονείς ψυχών αβοηθήτων. ων εποίησας· ουδέ γαρ αν μισών τι κατεσκεύασας. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΤΟ γαρ άφθαρτόν σου πνεύμά εστιν εν πάσι. 7 ίνα αξίαν αποικίαν δέξηται Θεού παίδων η παρά σοί πασών τιμιωτάτη γη. 22 ότι ως ροπή εκ πλαστίγγων όλος ο κόσμος εναντίον σου και ως ρανίς δρόσου ορθρινή κατελθούσα επί γην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χλευάζοντες. 19 ων ου μόνον η βλάβη ηδύνατο συνεκτρίψαι αυτούς. δέσποτα φιλόψυχε. εν οίς πλανηθέντες εθρήσκευον άλογα ερπετά και κνώδαλα ευτελή. 17 ου γαρ ηπόρει η παντοδύναμός σου χείρ και κτίσασα τον κόσμον εξ αμόρφου ύλης επιπέμψαι αυτοίς πλήθος άρκων ή θρασείς λέοντας 18 ή νεοκτίστους θυμού πλήρεις θήρας αγνώστους ήτοι πυρπνόον φυσώντας άσθμα ή βρόμους λικμωμένους καπνού ή δεινούς απ ‘ ομμάτων σπινθήρας αστράπτοντας. εβουλήθης απολέσαι δια χειρών πατέρων ημών. ενί πνεύματι πεσείν εδύναντο υπό της δίκης διωχθέντες και λικμηθέντες υπό πνεύματος δυνάμεώς σου· αλλά πάντα μέτρω και αριθμω και σταθμω διέταξας.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1266 . 12 τις γαρ ερεί· τι εποίησας. ή τις αντιστήσεται τω κρίματί σου. αυτόν τον μη οφείλοντα κολασθήναι καταδικάσαι αλλότριον ηγούμενος της σής δυνάμεως. 25 δια τούτο ως παισίν αλογίστοις την κρίσιν εις εμπαιγμόν έπεμψας. 15 δίκαιος δε ων δικαίως τα πάντα διέπεις. 27 εφ ‘ οίς γαρ αυτοί πάσχοντες ηγανάκτουν. δι ‘ ων απαλλαγώσι της κακίας. θεούς υπολαμβάνοντες τα και εν ζώοις των εχθρών άτιμα. ίνα δείξης ότι ουκ αδίκως έκρινας. 17 ισχύν γαρ ενδείκνυσαι απιστούμενος επί δυνάμεως τελειότητι και εν τοις ειδόσι το θράσος εξελέγχεις. ίνα αυτούς κατά βραχύ εξολοθρεύσωσιν. 23 όθεν και τους εν αφροσύνη ζωής βιώσαντας αδίκους δια των ιδίων εβασάνισας βδελυγμάτων· 24 και γαρ των πλάνης οδών μακρότερον επλανήθησαν. και το πάντων σε δεσπόζειν πάντων φείδεσθαι ποιεί. 16 η γαρ ισχύς σου δικαιοσύνης αρχή. δούς χρόνους και τόπον. ότι δεί τον δίκαιον είναι φιλάνθρωπον· και ευέλπιδας εποίησας τους υιούς σου ότι δίδως επί αμαρτήμασι μετάνοιαν. το δύνασθαι. ω μέλει περί πάντων. τις δε εγκαλέσει σοι κατά εθνών απολωλότων. ουδέ ευλαβούμενός τινα εφ ‘ οίς ημάρτανον άδειαν εδίδους. 13 ούτε γαρ Θεός εστι πλήν σου. κρινόμενοι δε προσδοκώμεν έλεος. ων τοις πατράσιν όρκους και συνθήκας έδωκας αγαθών υποσχέσεων. ους εδόκουν θεούς. 22 Ημάς ουν παιδεύων τους εχθρούς ημών εν μυριότητι μαστιγοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 8 αλλά και τούτων ως ανθρώπων εφείσω απέστειλάς τε προδρόμους του στρατοπέδου σου σφήκας. 14 ούτε βασιλεύς ή τύραννος αντοφθαλμήσαι δυνήσεταί σοι περί ων εκόλασας. 18 συ δε δεσπόζων ισχύος εν επιεικεία κρίνεις και μετά πολλής φειδούς διοικείς ημάς· πάρεστι γαρ σοι. α συ εποίησας. όταν θέλης. 11 σπέρμα γαρ ην κατηραμένον απ ‘ αρχής. νηπίων δίκην αφρόνων ψευσθέντες. ίνα σου την αγαθότητα μεριμνώμεν κρίνοντες. επί τούτοις. ουκ αγνοών ότι πονηρά η γένεσις αυτών και έμφυτος η κακία αυτών και ότι ου μη αλλαγή ο λογισμός αυτών εις τον αιώνα. 19 Εδίδαξας δε σου τον λαόν δια των τοιούτων έργων. 20 ει γαρ εχθρούς παίδων σου και οφειλομένους θανάτω μετά τοσαύτης ετιμώρησας προσοχής και διέσεως. 26 οι δε παιγνίοις επιτιμήσεως μη νουθετηθέντες αξίαν Θεού κρίσιν πειράσουσιν. 10 κρίνων δε κατά βραχύ εδίδους τόπον μετανοίας. 9 ουκ αδυνατών εν παρατάξει ασεβείς δικαίοις υποχειρίους δούναι ή θηρίοις δεινοίς ή λόγω αποτόμω υφ ‘ εν εκτρίψαι. ή τις εις κατάστασίν σοι ελεύσεται έκδικος κατά αδίκων ανθρώπων. 21 μετά πόσης ακριβείας έκρινας τους υιούς σου.

ίνα δύνωνται στοχάσασθαι τον αιώνα. και πάσαν κηλίδα την εν αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1267 . 11 ει δε και τις υλοτόμος τέκνων ευκίνητον φυτόν εκπρίσας περιέξυσεν ευμαθώς πάντα τον φλοιόν αυτού και τεχνησάμενος ευπρεπώς κατεσκεύασε χρήσιμον σκεύος εις υπηρεσίαν ζωής. 3 ων ει μεν τη καλλονή τερπόμενοι ταύτα θεούς υπελάμβανον. 10 Ταλαίπωροι δε και εν νεκροίς αι ελπίδες αυτών. ιδόντες ον πάλαι ηρνούντο ειδέναι Θεόν επέγνωσαν αληθή· διό και το τέρμα της καταδίκης επ ‘ αυτούς επήλθεν. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΜΑΤΑΙΟΙ μεν γαρ πάντες άνθρωποι φύσει. λαβών έγλυψεν εν επιμελεία αργίας αυτού και εμπειρία συνέσεως ετύπωσεν αυτό. 8 πάλιν δε ουδ ‘ αυτοί συγγνωστοί· 9 ει γαρ τοσούτον ίσχυσαν ειδέναι. 12 τα δε αποβλήματα της εργασίας εις ετοιμασίαν τροφής αναλώσας ενεπλήσθη· 13 το δε εξ αυτών απόβλημα εις ουθέν εύχρηστον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν αυτοίς κολαζόμενοι. ο γαρ του κάλλους γενεσιάρχης έκτισεν αυτά· 4 ει δε δύναμιν και ενέργειαν εκπλαγέντες νοησάτωσαν απ ‘ αυτών πόσω ο κατασκευάσας αυτά δυνατώτερός εστιν· 5 εκ γαρ μεγέθους καλλονής κτισμάτων αναλόγως ο γενεσιουργός αυτών θεωρείται. τον τούτων δεσπότην Πως τάχιον ουχ εύρον. γνώτωσαν πόσω τούτων ο δεσπότης εστί βελτίων. οίς παρήν Θεού αγνωσία και εκ των ορωμένων αγαθών ουκ ίσχυσαν ειδέναι τον όντα ούτε τοις έργοις προσχόντες επέγνωσαν τον τεχνίτην· 2 αλλ ‘ ή πυρ ή πνεύμα ή ταχινόν αέρα ή κύκλον άστρων ή βίαιον ύδωρ ή φωστήρας ουρανού πρυτάνεις κόσμου θεούς ενόμισαν. καταχρίσας μίλτω και φύκει ερυθήνας χρόαν αυτού. οίτινες εκάλεσαν θεούς έργα χειρών ανθρώπων. ξύλον σκολιόν και όζοις συμπεφηκός. και γαρ αυτοί τάχα πλανώνται Θεόν ζητούντες και θέλοντες ευρείν· 7 εν γαρ τοις έργοις αυτού αναστρεφόμενοι διερευνώσι και πείθονται τη όψει. χρυσόν και άργυρον τέχνης εμμελέτημα και απεικάσματα ζώων ή λίθον άχρηστον χειρός έργον αρχαίας. απείκασεν αυτό εικόνι ανθρώπου 14 ή ζώω τινί ευτελεί ωμοίωσεν αυτό. ότι καλά τα βλεπόμενα. 6 αλλ ‘ όμως επί τούτοις έστι μέμψις ολίγη.

ίνα καν άνευ τέχνης τις επιβή. περί δε επικουρίας το απειρότατον ικετεύει. τεχνίτις δε σοφία κατεσκεύασεν· 3 η δε σή. η ελπίς του κόσμου επί σχεδίας καταφυγούσα απέλιπεν αιώνι σπέρμα γενέσεως τη σή κυβερνηθείσα χειρί. ότι έδωκας και εν θαλάσση οδόν και εν κύμασι τρίβον ασφαλή. 12 Αρχή γαρ πορνείας επίνοια ειδώλων. 2 εκείνο μεν γαρ όρεξις πορισμών επενόησε. 16 ίνα μεν ουν μη καταπέση. 13 ούτε γαρ ην απ ‘ αρχής. εύρεσις δε αυτών φθορά ζωής. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 Πλούν τις πάλιν στελλόμενος και άγρια μέλλων διοδεύειν κύματα. 6 και αρχής γαρ απολλυμένων υπερηφάνων γιγάντων. 5 θέλεις δε μη αργά είναι τα της σοφίας σου έργα. 18 περί δε ζωής τον νεκρόν αξιοί. δια τούτο και ελαχίστω ξύλω πιστεύουσιν άνθρωποι ψυχάς και διελθόντες κλύδωνα σχεδία διεσώθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καταχρίσας 15 και ποιήσας αυτω αυτού άξιον οίκημα. το δε φθαρτόν θεός ωνομάσθη. 4 δεικνύς ότι δύνασαι εκ παντός σώζειν. 19 περί δε πορισμού και εργασίας και χειρών επιτυχίας το αδρανέστατον ταις χερσίν ευδράνειαν αιτείται. ότι ο μεν ειργάζετο. 17 περί δε κτημάτων και γάμων αυτού και τέκνων προσευχόμενος. επικατάρατον αυτόν και ο ποιήσας αυτό. 15 αώρω γαρ πένθει τρυχόμενος πατήρ. προενόησεν αυτού ειδώς ότι αδυνατεί εαυτω βοηθήσαι· και γαρ εστιν εικών και χρείαν έχει βοηθείας. δι ‘ ου γίνεται δικαιοσύνη· 8 το χειροποίητον δε. και δια τούτο σύντομον αυτών τέλος επενοήθη. του φέροντος αυτόν πλοίου σαθρότερον ξύλον επιβοάται. διακυβερνά πρόνοια. του ταχέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1268 . ουκ αισχύνεται τω αψύχω προσλαλών και περί μεν υγιείας το ασθενές επικαλείται. 11 δια τούτο και εν ειδώλοις εθνών επισκοπή έσται. πάτερ. εν τοίχω έθηκεν αυτό ασφαλισάμενος σιδήρω. περί δε οδοιπορίας το μηδέ βάσει χρήσθαι δυνάμενον. ούτε εις τον αιώνα έσται· 14 κενοδοξία γαρ ανθρώπων εισήλθεν εις κόσμον. 9 εν ίσω γαρ μισητά Θεω και ο ασεβών και η ασέβεια αυτού· 10 και γαρ το πραχθέν συν τω δράσαντι κολασθήσεται. 7 ευλόγηται γαρ ξύλον. ότι εν κτίσματι Θεού εις βδέλυγμα εγενήθησαν και εις σκάνδαλα ψυχαίς ανθρώπων και εις παγίδα ποσίν αφρόνων.

μοιχεία και ασέλγεια. αδικηθήναι ου προσδέχονται. έτερος δ ‘ έτερον ή λοχών αναιρεί ή νοθεύων οδυνά. τον προ ολίγου τιμηθέντα άνθρωπον νυν σέβασμα ελογίσαντο. φθορά. αλλά και μεγάλω ζώντες αγνοίας πολέμω τα τοσαύτα κακά ειρήνην προσαγορεύουσιν. 26 χάριτος αμνησία. ότι ή συμφορά ή τυραννίδι δουλεύσαντες άνθρωποι το ακοινώνητον όνομα λίθοις και ξύλοις περιέθεσαν. γάμων αταξία. τον τότε νεκρόν άνθρωπον νυν ως Θεόν ετίμησε και παρέδωκε τοις υποχειρίοις μυστήρια και τελετάς. ότι κακώς εφρόνησαν περί Θεού προσχόντες ειδώλοις και αδίκως ώμοσαν εν δόλω καταφρονήσαντες οσιότητος· 31 ου γαρ η των ομνυομένων δύναμις. 16 είτα εν χρόνω κρατυνθέν το ασεβές έθος ως νόμος εφυλάχθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αφαιρεθέντος τέκνου εικόνα ποιήσας. 18 εις επίτασιν δε θρησκείας και τους αγνοούντας η του τεχνίτου προετρέψατο φιλοτιμία· 19 ο μεν γαρ τάχα τω κρατούντι βουλόμενος αρέσαι. ταραχή. κλοπή και δόλος. απιστία. την πόρρωθεν όψιν ανατυπωσάμενοι. 25 πάντας δ ‘ επιμίξ έχει αίμα και φόνος. γενέσεως εναλλαγή. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1269 . 23 ή γαρ τεκνοφόνους τελετάς ή κρύφια μυστήρια ή εμμανείς εξ άλλων θεσμών κώμους άγοντες. 27 η γαρ των ανωνύμων ειδώλων θρησκεία παντός αρχή κακού και αιτία και πέρας εστίν· 28 ή γαρ ευφραινόμενοι μεμήνασιν ή προφητεύουσι ψευδή ή ζώσιν αδίκως ή επιορκούσι ταχέως· 29 αψύχοις γαρ πεποιθότες ειδώλοις κακώς ομόσαντες. 17 ους εν όψει μη δυνάμενοι τιμάν άνθρωποι δια το μακράν οικείν. 24 ούτε βίους ούτε γάμους καθαρούς έτι φυλάσσουσιν. αλλ ‘ η των αμαρτανόντων δίκη επεξέρχεται αεί την των αδίκων παράβασιν. και τυράννων επιταγαίς εθρησκεύετο τα γλυπτά. ίνα τον απόντα ως παρόντα κολακεύωσι δια της σπουδής. 21 και τούτο εγένετο τω βίω εις ένεδρον. 22 Είτ ‘ ουκ ήρκεσε το πλανάσθαι περί την του Θεού γνώσιν. θόρυβος αγαθών. εξεβιάσατο τη τέχνη την ομοιότητα επί το κάλλιον· 20 το δε πλήθος εφελκόμενον δια το εύχαρι της εργασίας. επιορκία. 30 αμφότερα δε αυτούς μετελεύσεται τα δίκαια. ψυχών μιασμός. εμφανή εικόνα του τιμωμένου βασιλέως εποίησαν.

το της ψυχής απαιτηθείς χρέος. μακρόθυμος και εν ελέει διοικών τα πάντα. 17 θνητός δε ων νεκρόν εργάζεται χερσίν ανόμοις· κρείττων γαρ εστι των σεβασμάτων αυτού. κριτής ο πηλουργός· 8 και κακόμοχθος θεόν μάταιον εκ του αυτού πλάσσει πηλού. 16 άθρωπος γαρ εποίησεν αυτούς. 15 ότι και πάντα είδωλα των εθνών ελογίσαντο θεούς. ος προ μικρού γης γεννηθείς μετ ‘ ολίγον πορεύεται εξ ης ελήφθη. ύλης γεώδους εύθραυστα σκεύη και γλυπτά δημιουργών. ποθεί τε νεκράς εικόνος είδος άπνουν. εκπέφευγε δε και τον του Θεού έπαινον και την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1270 . 14 πάντες δ ‘ αφρονέστατοι και τάλαντες υπέρ ψυχήν νηπίου οι εχθροί του λαού σου καταδυναστεύσαντες αυτόν. 9 αλλ ‘ έστιν αυτω φροντίς ουχ ότι μέλλει κάμνειν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΣΥ δε ο Θεός ημών χρηστός και αληθής. και το πνεύμα δεδανεισμένος έπλασεν αυτούς· ουδείς γαρ αυτω όμοιον άνθρωπος ισχύει πλάσαι Θεόν. καν εκ κακού. 5 ων όψις άφροσιν εις όνειδος έρχεται. ειδότες ότι σοί λελογίσμεθα. 3 το γαρ επίστασθαί σε ολόκληρος δικαιοσύνη. σοί εσμεν. 11 ότι ηγνόησε τον πλάσαντα αυτόν και τον εμπνεύσαντα αυτω ψυχήν ενεργούσαν και εμφυσήσαντα πνεύμα ζωτικόν· 12 αλλ ‘ ελογίσαντο παίγνιον είναι την ζωήν ημών και τον βίον πανηγυρισμόν επικερδή· δείν γαρ φησιν όθεν δη. 10 σποδός η καρδία αυτού. και ειδέναι το κράτος σου ρίζα αθανασίας. και οι δρώντες και οι ποθούντες και οι σεβόμενοι. πάνθ ‘ ομοίως· τούτων δε εκατέρου τις εκάστω εστίν η χρήσις. ουδέ σκιαγράφων πόνος άκαρπος. εκείνα δε ουδέποτε. ων αυτός μεν έζησεν. πορίζειν. ειδότες σου το κράτος· ουχ αμαρτησόμεθα δε. αλλ ‘ αντερείδεται μεν χρυσουργοίς και αργυροχόοις. χαλκοπλάστας τε μιμείται και δόξαν ηγείται ότι κίβδηλα πλάσσει. αλλ ‘ ότι βραχυτελή βίον έχει. 2 και γαρ εάν αμάρτωμεν. 18 και τα ζωα δε τα έχθιστα σέβονται· ανοία γαρ συγκρινόμενα των άλλων εστί χείρονα· 19 ουδ ‘ όσον επιποθήσαι ως εν ζώων όψει καλά τυγχάνει. 6 κακών ερασταί άξιοί τε τοιούτων ελπίδων. πηλού τε ατιμότερος ο βίος αυτού. είδος σπιλωθέν χρώμασι διηλλαγμένοις. και οι πόδες αυτών αργοί προς επίβασιν. οίς ούτε ομμάτων χρήσις εις όρασιν ούτε ρίνες εις συνολκήν αέρος ούτε ώτα ακούειν ούτε δάκτυλοι χειρών εις ψηλάφησιν. 4 ούτε γαρ επλάνησεν ημάς ανθρώπων κακότεχνος επίνοια. 13 ούτος γαρ παρά πάντας οίδεν ότι αμαρτάνει. και γης ευτελεστέρα η ελπίς αυτού. 7 Και γαρ κεραμεύς απαλήν γην θλίβων επίμοχθον πλάσσει προς υπηρεσίαν ημών εν έκαστον· αλλ ‘ εκ του αυτού πηλού ανεπλάσατο τα τε των καθαρών έργων δούλα σκεύη τα τε εναντία.

τροφήν ητοίμασας ορτυγομήτραν. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΔΙΑ τούτο δ ‘ ομοίων εκολάσθησαν αξίως και δια πλήθους κνωδάλων εβασανίσθησαν. ότι συ ει ο ρυόμενος εκ παντός κακού· 9 ους μεν γαρ ακρίδων και μυιών απέκτεινε δήγματα. ξένοις υετοίς και χαλάζαις και όμβροις διωκόμενοι απαραιτήτοις και πυρί καταναλισκόμενοι. εν τω πάντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1271 . 17 το γαρ παραδοξότατον. 5 Και γαρ ότε αυτοίς δεινός επήλθε θηρίων θυμός δήγμασί τε σκολιών διεφθείροντο όφεων. 11 εις γαρ υπόμνησιν των λογίων σου ενεκεντρίζοντο και οξέως διεσώζοντο. τούτοις δε μόνον δειχθήναι Πως οι εχθροί αυτών εβασανίζοντο. ου μέχρι τέλους έμεινεν η οργή σου· 6 εις νουθεσίαν δε προς ολίγον εταράχθησαν. 3 ίνα εκείνοι μεν επιθυμούντες τροφήν δια την ειδέ χθειαν των επαπεσταλμένων και την αναγκαίαν όρεξιν αποστρέφωνται. αυτοί δε επ ‘ ολίγον ενδεείς γενόμενοι και ξένης μετάσχωσι γεύσεως. εξελθόν δε πνεύμα ουκ αναστρέφει ουδέ αναλύει ψυχήν παραληφθείσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ευλογίαν αυτού. αλλά ο σός. 13 συ γαρ ζωής και θανάτου εξουσίαν έχεις και κατάγεις εις πύλας άδου και ανάγεις. λόγος ο πάντα ιώμενος. εν ισχύϊ βραχίονός σου εμαστιγώθησαν. ίνα μη εις βαθείαν εμπεσόντες λήθην απερίσπαστοι γένωνται της σής ευεργεσίας. 12 και γαρ ούτε βοτάνη ούτε μάλαγμα εθεράπευσεν αυτούς. το έλεος γαρ σου αντιπαρήλθε και ιάσατο αυτούς. 15 Τήν δε σήν χείρα φυγείν αδύνατόν εστιν· 16 αρνούμενοι γαρ σε ειδέναι ασεβείς. αλλά δια σε τον πάντων σωτήρα. 4 έδει γαρ εκείνοις μεν απαραίτητον ένδειαν επελθείν τυραννούσι. και ουχ ευρέθη ίαμα τη ψυχή αυτών. Κύριε. εις επιθυμίαν ορέξεως ξένην γεύσιν. ότι άξιοι ήσαν υπό τοιούτων κολασθήναι· 10 τους δε υιούς σου ουδέ ιοβόλων δρακόντων ενίκησαν οδόντες. 2 ανθ ‘ ης κολάσεως ευεργετήσας τον λαόν σου. 8 και εν τούτω δε έπεισας τους εχθρούς ημών. 14 άνθρωπος δε αποκτέννει μεν τη κακία αυτού. σύμβουλον έχοντες σωτηρίας εις ανάμνησιν εντολής νόμου σου· 7 ο γαρ επιστραφείς ου δια το θεωρούμενον εσώζετο.

και της ιδίας επιλελήσθαι δυνάμεως. ίνα αδίκου γης γεννήματα διαφθείρη. Κύριε. 3 λανθάνειν γαρ νομίζοντες επί κρυφαίοις αμαρτήμασιν. ότι ουχ αι γενέσεις των καρπών τρέφουσιν άνθρωπον. 20 ανθ ‘ ων αγγέλων τροφήν εψώμισας τον λαόν σου και έτοιμον άρτον αυτοίς απ ‘ ουρανού έπεμψας ακοπιάτως πάσαν ηδονήν ισχύοντα και προς πάσαν αρμόνιον γεύσιν· 21 η μεν γαρ υπόστασίς σου την σήν γλυκύτητα προς τέκνα ενεφάνισε. 28 όπως γνωστόν ή ότι δεί φθάνειν τον ήλιον επ ‘ ευχαριστίαν σου και προς ανατολήν φωτός εντυγχάνειν σοι. 26 ίνα μάθωσιν οι υιοί σου. 22 χιών δε και κρύσταλλος υπέμεινε πυρ και ουκ ετήκετο. ότι Θεού κρίσει ελαύνονται· 19 ποτέ δε και μεταξύ ύδατος υπέρ την πυρός δύναμιν φλέγει. ους ηγάπησας. φυγάδες της αιωνίου προνοίας έκειντο. υπέρμαχος γαρ ο κόσμος εστί δικαίων· 18 ποτέ μεν γαρ ημερούτο φλόξ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σβεννύντι ύδατι πλείον ενήργει το πυρ. 25 δια τούτο και τότε εις πάντα μεταλλευομένη τη παντοτρόφω σου δωρεά υπηρέτει προς την των δεομένων θέλησιν. 24 η γαρ κτίσις σοι τω ποιήσαντι υπηρετούσα επιτείνεται εις κόλασιν κατά των αδίκων και ανίεται εις ευεργεσίαν υπέρ των εις σε πεποιθότων. 27 το γαρ υπό πυρός μη φθειρόμενον απλώς υπό βραχείας ακτίνος ηλίου θερμαινόμενον ετήκετο. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΜΕΓΑΛΑΙ γαρ σου αι κρίσεις και δυσδιήγητοι· δια τούτο απαίδευτοι ψυχαί επλανήθησαν. τη δε του προσφερομένου επιθυμία υπηρετών προς ό τις εβούλετο μετεκιρνάτο. 2 υπειληφότες γαρ καταδυναστεύειν έθνος άγιον άνομοι. αφεγγεί λήθης παρακαλύμματι εσκορπίσθησαν. αλλ ‘ αυτοί βλέποντες ίδωσιν. θαμβούμενοι δεινώς και ινδάλμασιν εκταρασσόμενοι· 4 ουδέ γαρ ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1272 . αλλά το ρήμά σου τους σοί πιστεύοντας διατηρεί. 29 αχαρίστου γαρ ελπίς ως χειμέριος πάχνη τακήσεται και ρυήσεται ως ύδωρ άχρηστον. ίνα γνώσιν ότι τους των εχθρών καρπούς κατέφθειρε πυρ φλεγόμενον εν τη χαλάζη και εν τοις υετοίς διαστράπτον· 23 τούτο πάλιν δ ‘ ίνα τραφώσι δίκαιοι. ίνα μη καταφλέξη τα επ ‘ ασεβείς απεσταλμένα ζωα. δέσμιοι σκότους και μακράς πεδήται νυκτός κατακλεισθέντες ορόφοις.

ούτε άστρων έκλαμπροι φλόγες καταυγάζειν υπέμενον την στυγνήν εκείνην νύκτα. και της επί φρονήσει αλαζονείας έλεγχος εφύβριστος· 8 οι γαρ υπισχνούμενοι δείματα και ταραχάς απελαύνειν ψυχής νοσούσης. 6 διεφαίνετο δ ‘ αυτοίς μόνον αυτομάτη πυρά φόβου πλήρης. ήχοι δε καταράσσοντες αυτούς περιεκόμπουν. προληφθείς την δυσάλυκτον έμενεν ανάγκην. κνωδάλων παρόδοις και ερπετών συριγμοίς εκσεσοβημένοι. εικών του μέλλοντος αυτούς διαδέχεσθαι σκότους. και φάσματα αμειδήτοις κατηφή προσώποις ενεφανίζετο. τον αυτόν ύπνον κοιμώμενοι. ούτοι καταγέλαστον ευλάβειαν ενόσουν. 12 ένδοθεν δε ούσα ήττων η προσδοκία. τα δε της ψυχής παρελύοντο προδοσία· αιφνίδιος γαρ αυτοίς και απροσδόκητος φόβος επήλθεν. εαυτοίς δε ήσαν βαρύτεροι σκότους. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1273 . 10 δειλόν γαρ ιδίως πονηρία μαρτυρεί καταδικαζομένη. εκδειματούμενοι δε της μη θεωρουμένης εκείνης όψεως ηγούντο χείρω τα βλεπόμενα. 9 και γαρ ει μηδέν αυτούς ταραχώδες εφόβει. πλείονα λογίζεται την άγνοιαν της παρεχούσης την βάσανον αιτίας. 15 είθ ‘ ούτως. 19 όλος γαρ ο κόσμος λαμπρω καταλάμπετο φωτί και ανεμποδίστοις συνείχετο έργοις· 20 μόνοις δε εκείνοις επετέτατο βαρεία νύξ. 7 μαγικής δε εμπαίγματα κατέκειτο τέχνης. 13 οι δε την αδύνατον όντως νύκτα και εξ αδυνάτου άδου μυχών επελθούσαν. 17 μια γαρ αλύσει σκότους πάντες εδέθησαν· είτε πνεύμα συρίζον ή περί αμφιλαφείς κλάδους ορνέων ήχος ευμελής ή ρυθμός ύδατος πορευομένου βία ή κτύπος απηνής καταρριπτομένων πετρών. 18 ή σκιρτώντων ζώων δρόμος αθεώρητος ή ωρυομένων απηνεστάτων θηρίων φωνή ή αντανακλωμένη εκ κοιλοτάτων ορέων ηχώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατέχων αυτούς μυχός αφόβως διεφύλασσεν. εφρουρείτο εις την ασίδηρον ειρκτήν κατακλεισθείς· 16 ει τε γαρ γεωργός ην τις ή ποιμήν ή των κατ ‘ ερη μίαν εργάτης μόχθων. παρέλυεν αυτούς εκφοβούντα. αεί δε προσείληφε τα χαλεπά συνεχομένη τη συνειδήσει· 11 ουθέν γαρ εστι φόβος ει μη προδοσία των από λογισμού βοηθημάτων. 14 τα μεν τέρασιν ηλαύνοντο φαντασμάτων. 5 και πυρός μεν ουδεμία βία κατίσχυε φωτίζειν. ος δήποτ ‘ ουν ην εκεί καταπίπτων. διώλλυντο έντρομοι και τον μηθαμόθεν φευκτόν αέρα προσιδείν αρνούμενοι.

6 εκείνη η νύξ προεγνώσθη πατράσιν ημών. εις έλεγχον το αυτών αφείλω πλήθος τέκνων και ομοθυμαδόν απώλεσας εν ύδατι σφοδρω. οι κατακλείστους φυλάξαντες τους υιούς σου. 15 ο παντοδύναμός σου λόγος απ ‘ ουρανών εκ θρόνων βασιλειών απότομος πολεμιστής εις μέσον της ολεθρίας ήλατο γης. 16 ξίφος οξύ την ανυπόκριτον επιταγήν σου φέρων. φόβοι δε επέστησαν αδόκητοι. 12 ομοθυμαδόν δε πάντες εν ενί ονόματι θανάτου νεκρούς είχον αναριθμήτους· ουδέ γαρ προς το θάψαι οι ζώντες ήσαν ικανοί. 10 αντήχει δ ‘ ασύμφωνος εχθρών βοή. 9 κρυφή γαρ εθυσίαζον όσιοι παίδες αγαθών και τον της θειότητος νόμον εν ομονοία διέθεντο των αυτών ομοίως και αγαθών και κινδύνων μεταλήψεσθαι τους αγίους. μορφήν δε ουχ ορώντες. 4 άξιοι μεν γαρ εκείνοι στερηθήναι φωτός και φυλακισθήναι εν σκότει. 20 ΄Ηψατο δε και δικαίων πείρα θανάτου. εχθρών δε απώλεια· 8 ω γαρ ετιμωρήσω τους υπεναντίους. και θραύσις εν ερήμω εγένετο πλήθους. εμακάριζον.ρανού μεν ήπτετο. 7 προσεδέχθη δε υπό λαού σου σωτηρία μεν δικαίων. πατέρων ήδη προαναμέλποντες αίνους. ίνα μη αγνοούντες δι ‘ ό κακώς πάσχουσιν απόλωνται. και στάς επλήρωσε τα πάντα θανάτου· και ου. ίνα ασφαλώς ειδότες οίς επίστευσαν όρκοις επευθυμήσωσι. ήλιον δε αβλαβή φιλοτίμου ξενιτείας παρέσχες. 2 ότι δε ου βλάπτουσι προηδικημένοι. τούτο ημάς προσκαλεσάμενος εδόξασας. αλλ ‘ ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1274 . ωμολόγησαν Θεού υιόν λαόν είναι. δι ‘ ων ήμελλε το άφθαρτον νόμου φως τω αιώνι δίδοσθαι. οδηγόν μεν αγνώστου οδοιπορίας. βεβήκει δ ‘ επί γης. ηυχαρίστουν και του διενεχθήναι χάριν εδέοντο. 14 ησύχου γαρ σιγής περιεχούσης τα πάντα και νυκτός εν ιδίω τάχει μεσαζούσης. επεί προς μίαν ροπήν η εντιμοτέρα γένεσις αυτών διέφθαρτο. ότι μεν ου κακείνοι επεπόνθεισαν. 17 τότε παραχρήμα φαντασίαι μεν ονείρων δεινώς εξετάραξαν αυτούς. 18 και άλλος αλλαχή ριφείς ημίθνητος δι ‘ ην έθνησκεν αιτίαν ενεφάνιζεν· 19 οι γαρ όνειροι θορυβήσαντες αυτούς τούτο προεμήνυσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΤΟΙΣ δε οσίοις σου μέγιστον ην φως· ων φωνήν μεν ακούοντες. και οικτρά διεφέρετο θρηνουμένων παίδων· 11 ομοία δε δίκη δούλος άμα δεσπότη κολασθείς και δημότης βασιλεί τα αυτά πάσχων. 5 Βουλευσαμένους δ ‘ αυτούς τα των οσίων αποκτείναι νήπια και ενός εκτεθέντος τέκνου και σωθέντος. 13 πάντα γαρ απιστούντες δια τας φαρμακείας επί τω των πρωτοτόκων ολέθρω. 3 ανθ ‘ ων πυριφλεγή στύλον.

όρκους πατέρων και διαθήκας υπομνήσας. ανέκοψε την οργήν και διέσχισε την προς τους ζώντας οδόν. έτερον επεσπάσαντο λογισμόν ανοίας και ους ικετεύοντες εξέβαλον. 23 σωρηδόν γαρ ήδη πεπτωκότων επ ‘ αλλήλων νεκρών. και μεγαλωσύνη σου επί διαδήματος κεφαλής αυτού. 22 ενίκησε δε τον όχλον ουκ ισχύϊ του σώματος. αντί δε ενύδρων εξηρεύξατο ο ποταμός πλήθος βατράχων. 6 όλη γαρ η κτίσις εν ιδίω γένει πάλιν άνωθεν διετυπούτο υπηρετούσα ταις σαίς επιταγαίς. τον ρυόμενον αυτούς. ταύτα δε εφοβήθησαν· ην γαρ μόνη η πείρα της οργής ικανή. διώξουσι μεταμεληθέντες. 2 ότι αυτοί επιτρέψαντες του απιέναι και μετά σπουδής προπέμψαντες αυτούς. Πως αντί μεν γενέσεως ζώων εξήγαγεν η γη σκνίπα. 11 εφ ‘ υστέ ρω δε είδον και νέαν γένεσιν ορνέων. ότι επιθυμία προαχθέντες ητήσαντο εδέσματα τρυφής· 12 εις γαρ παραμυθίαν ανέβη αυτοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1275 . ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΤΟΙΣ δε ασεβέσι μέχρι τέλους ανελεήμων θυμός επέστη· προήδει γαρ αυτών και τα μέλλοντα. 5 και ο μεν λαός σου παράδοξον οδοιπορίαν περάση. Κύριε. ίνα οι σοί παίδες φυλαχθώσιν αβλαβείς. μεταξύ στάς. θεωρήσαντες θαυμαστά τέρατα. και πατέρων δόξαι επί τετραστίχου λίθου γλυφής. ουχ όπλων ενεργεία. εκείνοι δε ξένον εύρωσι θάνατον. 10 εμέμνηντο γαρ έτι των εν τη παροικία αυτών. 24 επί γαρ ποδήρους ενδύματος ην όλος ο κόσμος. 4 είλκε γαρ αυτούς η αξία επί τούτο το πέρας ανάγκη και των συμβεβηκότων αμνηστίαν ενέβαλεν. τούτους ως φυγάδες εδίωκον. ίνα την λείπουσαν ταις βασάνοις προαναπληρώσωσι κόλασιν. δεικνύς ότι σός εστι θεράπων. αντέστη τω θυμω και πέρας επέθηκε τη συμφορά. προσευχήν και θυμιάματος εξιλασμόν κομίσας. εκ δε προϋφεστώτος ύδατος ξηράς ανάδυσις γης εθεωρήθη. 7 η την παρεμβολήν σκιάζουσα νεφέλη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί πολύ έμεινεν η οργή· 21 σπεύσας γαρ ανήρ άμεμπτος προεμάχησε το της ιδίας λειτουργίας όπλον. εξ ερυθράς θαλάσσης οδός ανεμπόδιστος και χλοηφόρον πεδίον εκ κλύδωνος βιαίου· 8 δι ‘ ου πανεθνί διήλθον οι τη σή σκεπαζόμενοι χειρί. 25 τούτοις είξεν ο ολοθρεύων. 3 έτι γαρ εν χερσίν έχοντες τα πένθη και προσοδυρόμενοι τάφοις νεκρών. 9 ως γαρ ίπποι ενεμήθησαν και ως αμνοί διεσκίρτησαν αινούντές σε. αλλά λόγω τον κολάζοντα υπέταξεν.

και νηκτά μετέβαινεν επί γης· 20 πυρ ίσχυεν εν ύδατι της ιδίας δυνάμεως. δεινοίς εκάκωσαν πόνοις. εμεγάλυνας τον λαόν σου και εδόξασας και ουχ υπερείδες εν παντί καιρω και τόπω παριστάμενος. 18 δι ‘ εαυτών γαρ τα στοιχεία μεθαρμοζόμενα. 17 επλήγησαν δε και αορασία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ από θαλάσσης ορτυγομήτρα. 15 και ου μόνον. ------------------------------------------------------- ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1 ΠΟΛΛΩΝ και μεγάλων ημίν δια του νόμου και των προφητών και των άλλων των κατ ‘ αυτούς ηκολουθηκότων δεδομένων. 13 και αι τιμωρίαι τοις αμαρτωλοίς επήλθον ουκ άνευ των προγεγονότων τεκμηρίων τη βία των κεραυνών· δικαίως γαρ έπασχον ταις ιδίαις αυτών πονηρίαις. ωσπερ εν ψαλτηρίω φθόγγοι του ρυθμού το όνομα διαλλάσσουσι. ότε αχανεί περιβληθέντες σκότει. 14 οι μεν γαρ τους αγνοούντας ουκ εδέχοντο παρόντας. υπέρ ων δέον εστίν επαινείν τον Ισραήλ παιδείας και σοφίας. ουδέ τηκτόν κρυσταλλοειδές εύτηκτον γένος αμβροσίας τροφής. 19 χερσαία γαρ εις ένυδρα μετεβάλλετο. και ως ου μόνον αυτούς τους αναγινώσκοντας δέον εστίν επιστήμονας γίνεσθαι. αλλ ‘ ή τις επισκοπή έσται αυτών. αλλά και τοις εκτός δύνασθαι τους φιλομαθούντας χρησίμους είναι και λέγοντας και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1276 . και γαρ χαλεπωτέραν μισοξενίαν επετήδευσαν. επεί απεχθώς προσεδέχοντο τους αλλοτρίους· 16 οι δε μετά εορτασμάτων εισδεξάμενοι τους ήδη των αυτών μετεσχηκότας δικαίων. 22 Κατά πάντα γαρ. έκαστος των αυτού θυρών την δίοδον εζήτει. ωσπερ εκείνοι επί ταις του δικαίου θύραις. πάντοτε μένοντα ήχω. και ύδωρ της σβεστικής δυνάμεως επελανθάνετο· 21 φλόγες ανάπαλιν ευφθάρτων ζώων ουκ εμάραναν σάρκας εμπεριπατούντων. Κύριε. όπερ εστίν εικάσαι εκ της των γεγονότων όψεως ακριβώς. ούτοι δε ευεργέτας ξένους εδουλούντο.

] 8 εις εστι σοφός φοβερός σφόδρα καθήμενος επί του θρόνου αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γράφοντας. εν γαρ τω ογδόω και τριακοστω έτει επί του Ευεργέτου βασιλέως παραγενηθείς εις Αίγυπτον και συγχρονίσας. και την πολυπειρίαν αυτής τις συνήκε. 9 Κύριος αυτός έκτισεν αυτήν και είδε και εξηρίθμησεν αυτήν και εξέχεεν αυτήν επί πάντα τα έργα αυτού. ου μόνον δε ταύτα. ευρών ου μικράς παιδείας αφόμοιον. 3 ύψος ουρανού και πλάτος γης και άβυσσον και σοφίαν τις εξιχνιάσει. αλλά και αυτός ο νόμος και αι προφητείαι και τα λοιπά των βιβλίων ου μικράν έχει την διαφοράν εν εαυτοίς λεγόμενα. ο πάππος μου Ιησούς επί πλείον εαυτόν δούς εις τε την του νόμου και των προφητών και των άλλων πατρίων βιβλίων ανάγνωσιν και εν τούτοις ικανήν έξιν περιποιησάμενος. 4 προτέρα πάντων έκτισται σοφία και σύνεσις φρονήσεως εξ αιώνος [5 πηγή σοφίας λόγος Θεού εν υψίστοις. όπως οι φιλομαθείς. και τα πανουργεύματα αυτής τις έγνω. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΠΑΣΑ σοφία παρά Κυρίου και μετ ‘ αυτού εστιν εις τον αιώνα. 10 μετά πάσης σαρκός κατά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1277 . 2 άμμον θαλασσών και σταγόνας υετού και ημέρας αιώνος τις εξαριθμήσει. προκατασκευαζομένους τα ήθη εννόμως βιοτεύειν. προήχθη και αυτός συγγράψαι τι των εις παιδείαν και σοφίαν ανηκόντων. πολλω μάλλον επιπροσθώσι δια της εννόμου βιώσεως. [7 επιστήμη σοφίας τίνι εφανερώθη. και τούτων ένοχοι γενόμενοι. αναγκαιότατον εθέμην αυτός προσενέγκασθαί τινα σπουδήν και φιλοπονίαν του μεθερμηνεύσαι τήνδε την βίβλον. και αι πορείαι αυτής εντολαί αιώνιοι]. 6 ρίζα σοφίας τίνι απεκαλύφθη. παρακέκλησθε ουν μετ ‘ ευνοίας και προσοχής την ανάγνωσιν ποιείσθαι και συγγνώμην έχειν εφ ‘ οίς αν δοκώμεν των κατά την ερμηνείαν πεφιλοπονημένων τισί των λέξεων αδυναμείν· ου γαρ ισοδυναμεί αυτά εν εαυτοίς εβραϊστί λεγόμενα και όταν μεταχθή εις ετέραν γλώσσαν. πολλήν αγρυπνίαν και επιστήμην προσενεγκάμενος εν τω διαστήματι του χρόνου προς το επί πέρας αγαγόντα το βιβλίον εκδόσθαι και τοις εν τη παροικία βουλομένοις φιλομαθείν.

20 ρίζα σοφίας φοβείσθε τον Κύριον. 18 στέφανος σοφίας φόβος Κυρίου αναθάλλων ειρήνην και υγίειαν ιάσεως. και η ευδοκία αυτού πίστις και πραότης. και αποκαλύψει Κύριος τα κρυπτά σου και εν μέσω συναγωγής καταβαλεί σε. 30 μη εξύψου σεαυτόν. παραμένων δε αποστρέψει οργήν]. ίνα μη πέσης και επαγάγης τη ψυχή σου ατιμίαν. 23 έως καιρού ανθέξεται μακρόθυμος. 29 μη υποκριθής εν στόμασιν ανθρώπων και εν τοις χείλεσί σου πρόσεχε. 13 τω φοβουμένω τον Κύριον εύ έσται επ ‘ εσχάτων. 15 μετά ανθρώπων θεμέλιον αιώνος ενόσσευσε και μετά του σπέρματος αυτών εμπιστευθήσεται. 12 φόβος Κυρίου τέρψει καρδίαν και δώσει ευφροσύνην και χαράν και μακροημέρευσιν. και μετά πιστών εν μήτρα συνεκτίσθη αυτοίς. επιστήμην και γνώσιν συνέσεως εξώμβρησε και δόξαν κρατούντων αυτής ανύψωσε. και Κύριος χορηγήσει σοι αυτήν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΤΕΚΝΟΝ. 11 φόβος Κυρίου δόξα και καύχημα και ευφροσύνη και στέφανος αγαλλιάματος. και η καρδία σου πλήρης δόλου. ει προσέρχη δουλεύειν Κυρίω Θεω. και εχορήγησεν αυτήν τοις αγαπώσιν αυτόν. 22 ου δυνήσεται θυμός άδικος δικαιωθήναι. 26 επεθύμησας σοφίαν διατήρησον εντολάς. και εν ημέρα τελευτής αυτού ευρήσει χάριν. 27 σοφία γαρ και παιδεία φόβος Κυρίου. 16 πλησμονή σοφίας φοβείσθαι τον Κύριον και μεθύσκει αυτούς από των καρπών αυτής· 17 πάντα τον οίκον αυτής εμπλήσει επιθυμημάτων και τα αποδοχεία από των γεννημάτων αυτής. 14 αρχή σοφίας φοβείσθαι τον Κύριον. και οι κλάδοι αυτής μακροημέρευσις. και χείλη πιστών εκδιηγήσεται σύνεσιν αυτού. και ύστερον αυτω αναδώσει ευφροσύνη· 24 έως καιρού κρύψει τους λόγους αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την δόσιν αυτού. [21 φόβος Κυρίου απωθείται αμαρτήματα. 19 και είδε και εξηρίθμησεν αυτήν. ετοίμασον την ψυχήν σου εις πειρασμόν· 2 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1278 . ότι ου προσήλθες φόβω Κυρίου. βδέλυγμα δε αμαρτωλω θεοσέβεια. η γαρ ροπή του θυμού αυτού πτώσις αυτω. 28 μη απειθήσης φόβω Κυρίου και μη προσέλθης αυτω εν καρδία δισσή. 25 εν θησαυροίς σοφίας παραβολή επιστήμης.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εύθυνον την καρδίαν σου και καρτέρησον και μη σπεύσης εν καιρω επαγωγής· 3 κολλήθητι αυτω και μη αποστης. ίνα σωθήτε· 2 ο γαρ Κύριος εδόξασε πατέρα επί τέκνοις και κρίσιν μητρός εστερέωσεν εφ ‘ υιοίς. 17 οι φοβούμενοι Κύριον ετοιμάσουσι καρδίας αυτών και ενώπιον αυτού ταπεινώσουσι τας ψυχάς αυτών. ότι ου πιστεύει· δια τούτο ου σκεπασθήσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΜΟΥ του πατρός ακούσατε. και ούτως ποιήσατε. 3 ο τιμών πατέρα εξιλάσεται αμαρτίας. 4 και ως ο αποθησαυρίζων. 11 διότι οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος και αφίησιν αμαρτίας και σώζει εν καιρω θλίψεως. 5 ο τιμών πατέρα ευφρανθήσεται υπό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1279 . ή τις ενέμεινε τω φόβω αυτού και εγκατελείφθη. 4 παν ό εάν επαχθή σοι. ίνα αυξηθής επ ‘ εσχάτων σου. και υπερείδεν αυτόν. ίνα μη πέσητε. 6 πίστευσον αυτω. ή τις επεκαλέσατο αυτόν. και αντιλήψεταί σου· εύθυνον τας οδούς σου και έλπισον επ ‘ αυτόν. 8 οι φοβούμενοι Κύριον πιστεύσατε αυτω. και οι αγαπώντες αυτόν συντηρήσουσι τας οδούς αυτού. ούτως και το έλεος αυτού. 16 οι φοβούμενοι κύριον ζητήσουσιν ευδοκίαν αυτού. τέκνα. 9 οι φοβούμενοι Κύριον ελπίσατε εις αγαθά και εις ευφροσύνην αιώνος και ελέους. 12 ουαί καρδίαις δειλαίς και χερσί παρειμέναις και αμαρτωλω επιβαίνοντι επί δύο τρίβους. 13 ουαί καρδία παρειμένη. 18 εμπεσούμεθα εις χείρας Κυρίου και ουκ εις χείρας ανθρώπων· ως γαρ η μεγαλωσύνη αυτού. και οι αγαπώντες αυτόν εμπλησθήσονται του νόμου. 7 οι φοβούμενοι τον Κύριον αναμείνατε το έλεος αυτού και μη εκκλίνητε. 10 εμβλέψατε εις αρχαίας γενεάς και ίδετε· τις ενεπίστευσε Κυρίω και κατησχύνθη. 14 ουαί υμίν τοις απολωλεκόσι την υπομονήν· και τι ποιήσετε όταν επισκέπτηται ο Κύριος. ο δοξάζων μητέρα αυτού. και ου μη πταίση ο μισθός υμών. δέξαι και εν αλλάγμασι ταπεινώσεώς σου μακροθύμησον· 5 ότι εν πυρί δοκιμάζεται χρυσός και άνθρωποι δεκτοί εν καμίνω ταπεινώσεως. 15 οι φοβούμενοι Κύριον ουκ απειθήσουσι ρημάτων αυτού.

26 καρδία σκληρά κακωθήσεται επ ‘ εσχάτων. [25 κόρας μη έχων απορήσεις φωτός. 31 ο ανταποδιδούς χάριτας μέμνηται εις τα μετά ταύτα. 29 καρδία συνετού διανοηθήσεται παραβολήν. και εν ημέρα προσευχής αυτού εισακουσθήσεται. ου γαρ εστί σοι δόξα πατρός ατιμία· 11 η γαρ δόξα ανθρώπου εκ τιμής πατρός αυτού. 17 τέκνον. φυτόν γαρ πονηρίας ερρίζωκεν εν αυτω. 12 τέκνον. κατάρα δε μητρός εκριζοί θεμέλια. 16 ως βλάσφημος ο εγκαταλιπών πατέρα. ίνα επέλθη σοι ευλογία παρ ‘ αυτού· 9 ευλογία γαρ πατρός στηρίζει οίκους τέκνων. γνώσεως δε άμοιρος ων μη επαγγέλλου]. και υπό ανθρώπου δεκτού αγαπηθήση. ταύτα διανοού. 28 επαγωγή υπερηφάνου ουκ έστιν ίασις. και κεκατηραμένος υπό Κυρίου ο παροργίζων μητέρα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τέκνων. τοσούτω ταπεινού σεαυτόν. και έναντι Κυρίου ευρήσεις χάριν· 20 ότι μεγάλη η δυναστεία του Κυρίου και υπό των ταπεινών δοξάζεται. και όνειδος τέκνοις μήτηρ εν αδοξία. και υπόνοια πονηρά ωλίσθησε διανοίας αυτών. ούτως αναλυθήσονταί σου αι αμαρτίαι. 23 εν τοις περισσοίς των έργων σου μη περιεργάζου· πλείονα γαρ συνέσεως ανθρώπων υπεδείχθη σοι· 24 πολλούς γαρ επλάνησεν η υπόληψις αυτών. και ο αγαπών κίνδυνον εν αυτω εμπεσείται. 10 μη δοξάζου εν ατιμία πατρός σου. και ους ακροατού επιθυμία σοφού. 6 ο δοξάζων πατέρα μακροημερεύσει. και ο αμαρτωλός προσθήσει αμαρτίαν εφ ‘ αμαρτίαις. 15 εν ημέρα θλίψεώς σου αναμνησθήσεταί σου· ως ευδία επί παγετω. ου γαρ εστί σοι χρεία των κρυπτών. συγγνώμην έχε και μη ατιμάσης αυτόν εν πάση ισχύϊ σου. 30 πυρ φλογιζόμενον αποσβέσει ύδωρ. και αντί αμαρτιών προσανοικοδομηθήσεταί σοι. 18 όσω μέγας ει. αντιλαβού εν γήρα πατρός σου. 14 ελεημοσύνη γαρ πατρός ουκ επιλησθήσεται. 8 εν έργω και λόγω τίμα τον πατέρα σου. και εν καιρω πτώσεως ευρήσει στήριγμα. και ο εισακούων Κυρίου αναπαύσει μητέρα αυτού· 7 και ως δεσπόταις δουλεύσει εν τοις γεννήσασιν αυτόν. 21 χαλεπώτερά σου μη ζήτει και ισχυρότερά σου μη εξέταζε· 22 α προσετάγη σοι. και ελεημοσύνη εξιλάσεται αμαρτίας. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1280 . εν πραϋτητι τα έργα σου διέξαγε. και μη λυπήσης αυτόν εν τη ζωή αυτού· 13 καν απολείπη σύνεσιν. 27 καρδία σκληρά βαρυνθήσεται πόνοις.

ευλογήσει Κύριος. 19 εάν αποπλανηθή. 25 μη αντίλεγε τη αληθεία και περί της απαιδευσίας σου εντράπηθι. και πειράση αυτόν εν τοις δικαιώμασιν αυτής. της δεήσεως αυτού επακούσεται ο ποιήσας αυτόν. 14 οι λατρεύοντες αυτη λειτουργήσουσιν αγίω. 15 ο υπακούων αυτής κρινεί έθνη. 16 εάν εμπιστεύση. 26 μη αισχυνθής ομολογήσαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1281 . 13 ο κρατών αυτής κληρονομήσει δόξαν. 7 προσφιλή συναγωγή σεαυτόν ποίει και μεγιστάνι ταπείνου την κεφαλήν σου. 20 Συντήρησον καιρόν και φύλαξαι από πονηρού και περί της ψυχής σου μη αισχυνθής· 21 έστι γαρ αισχύνη επάγουσα αμαρτίαν. και εν κατασχέσει έσονται αι γενεαί αυτού· 17 ότι διεστραμμένως πορεύεται μετ ‘ αυτού εν πρώτοις. φόβον δε και δειλίαν επάξει επ ‘ αυτόν και βασανίσει αυτόν εν παιδεία αυτής. και αγαπήσει σε μάλλον ή μήτηρ σου. κατακληρονομήσει αυτήν. και οι ορθρίζοντες προς αυτήν εμπλησθήσονται ευφροσύνης. 11 Η σοφία υιούς αυτής ανύψωσε και επιλαμβάνεται των ζητούντων αυτήν. και ου εισπορεύεται. 8 κλίνον πτωχω το ους σου και αποκρίθητι αυτω ειρηνικά εν πραϋτητι. έως ου εμπιστεύση τη ψυχή αυτού. και έστιν αισχύνη δόξα και χάρις. 18 και πάλιν επανήξει κατ ‘ ευθείαν προς αυτόν και ευφρανεί αυτόν και αποκαλύψει αυτω τα κρυπτά αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΤΕΚΝΟΝ. 23 μη κωλύσης λόγον εν καιρω σωτηρίας· 24 εν γαρ λόγω γνωσθήσεται σοφία και παιδεία εν ρήματι γλώσσης. 12 ο αγαπών αυτήν αγαπά ζωήν. και ο προσέχων αυτη κατασκηνώσει πεποιθώς. 9 εξελού αδικούμενον εκ χειρός αδικούντος και μη ολιγοψυχήσης εν τω κρίνειν σε. την ζωήν του πτωχού μη αποστερήσης και μη παρελκύσης οφθαλμούς επιδεείς. 5 από δεομένου μη αποστρέψης οφθαλμόν και μη δως τόπον ανθρώπω καταράσασθαί σε· 6 καταρωμένου γαρ σε εν πικρία ψυχής αυτού. 22 μη λάβης πρόσωπον κατά της ψυχής σου και μη εντραπής εις πτώσίν σου. 2 ψυχήν πεινώσαν μη λυπήσης και μη παροργίσης άνδρα εν απορία αυτού. 4 ικέτην θλιβόμενον μη απαναίνου και μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από πτωχού. εγκαταλείψει αυτόν και παραδώσει αυτόν εις χείρας πτώσεως αυτού. 3 καρδίαν παρωργισμένην μη προσταράξης και μη παρελκύσης δόσιν προσδεομένου. 10 γίνου ορφανοίς ως πατήρ και αντί ανδρός τη μητρί αυτών· και έση ως υιος Υψίστου. και τους αγαπώντας αυτήν αγαπά ο Κύριος.

και τι μοι εγένετο. 5 περί εξιλασμού μη άφοβος γίνου. 2 μη εξακολούθει τη ψυχή σου και τη ισχύϊ σου του πορεύεσθαι εν επιθυμίαις καρδίας σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1282 . προσθείναι αμαρτίαν εφ ‘ αμαρτίαις· 6 και μη είπης· ο οικτιρμός αυτού πολύς. και τη γλώσση σου μη ενέδρευε· επί γαρ τω κλέπτη εστίν αισχύνη. και γλώσσα ανθρώπου πτώσις αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εφ ‘ αμαρτίαις σου και μη βιάζου ρούν ποταμού. και εις έστω σου ο λόγος. 3 και μη είπης· τις με δυναστεύσει. και κατάγνωσις πονηρά επί διγλώσσου. 14 μη κληθής ψίθυρος. 8 μη έπεχε επί χρήμασιν αδίκοις· ουδέν γαρ ωφελήσει σε εν ημέρα επαγωγής. 15 εν μεγάλω και εν μικρω μη αγνόει. ήμαρτον. 10 ίσθι εστηριγμένος εν συνέσει σου. ο γαρ Κύριός εστι μακρόθυμος. 29 μη γίνου ταχύς εν γλώσση σου και νωθρός και παρειμένος εν τοις έργοις σου. 4 μη είπης. ο γαρ Κύριος εκδικών εκδικήσει σε. και Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ σου. 12 ει έστι σοι σύνεσις. και επί αμαρτωλούς καταπαύσει ο θυμός αυτού. αποκρίθητι τω πλησίον· ει δε μη. 9 μη λίκμα εν παντί ανέμω και μη πορεύου εν πάση ατραπω· ούτως ο αμαρτωλός ο δίγλωσσος. 7 μη ανάμενε επιστρέψαι προς Κύριον και μη υπερβάλλου ημέραν εξ ημέρας· εξάπινα γαρ εξελεύσεται οργή Κυρίου. 28 έως του θανάτου αγώνισαι περί της αληθείας. 27 και μη υποστρώσης σεαυτόν ανθρώπω μωρω και μη λάβης πρόσωπον δυνάστου. η χείρ σου έστω επί στόματί σου. το πλήθος των αμαρτιών μου εξιλάσεται· έλεος γαρ και οργή παρ ‘ αυτού. και εν καιρω εκδικήσεως εξολή. 31 μη έστω η χείρ σου εκτεταμένη εις το λαβείν και εν τω αποδιδόναι συνεσταλμένη. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΜΗ έπεχε επί τοις χρήμασί σου και μη είπης· αυτάρκη μοί εστι. 30 μη ίσθι ως λέων εν τω οίκω σου και φαντασιοκοπών εν τοις οικέταις σου. 11 γίνου ταχύς εν ακροάσει σου και εν μακροθυμία φθέγγου απόκρισιν. 13 δόξα και ατιμία εν λαλιά.

ότι κατ ‘ αυτόν ούτως και ο πλησίον αυτού. και μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1283 . και γλώσσα εύλαλος πληθυνεί ευπροσήγορα. 10 και έστι φίλος κοινωνός τραπεζών και ου μη παραμείνη εν ημέρα θλίψεώς σου. 11 και εν τοις αγαθοίς σου έσται ως συ. 6 οι ειρηνεύοντές σοι έστωσαν πολλοί. τέκνον. 16 φίλος πιστός φάρμακον ζωής. εν πειρασμω κτήσαι αυτόν. 4 ψυχή πονηρά απολεί τον κτησάμενον αυτήν και επίχαρμα εχθρών ποιήσει αυτόν. και επί τους οικέτας σου παρρησιάσεται· 12 εάν ταπεινωθής. οι δε σύμβουλοί σου εις από χιλίων. 18 Τέκνον. 9 και έστι φίλος μετατιθέμενος εις έχθραν και μάχην ονειδισμού σου αποκαλύψει. εκ νεότητός σου επίλεξαι παιδείαν. και ου χρονιεί απορρίψαι αυτήν. 13 από των εχθρών σου διαχωρίσθητι και από των φίλων σου πρόσεχε. και μη απαναίνου την συμβουλίαν μου. και έως πολιών ευρήσεις σοφίαν. και δέξαι γνώμην μου. 5 Λάρυγξ γλυκύς πληθυνεί φίλους αυτού. 25 υπόθες τον ώμόν σου και βάσταξον αυτήν. έσται κατά σου. και ουκ εμμενεί εν αυτη ακάρδιος· 21 ως λίθος δοκιμασίας ισχυρός έσται επ ‘ αυτω. 22 σοφία γαρ κατά το όνομα αυτής εστι. 20 ως τραχείά εστι σφόδρα τοις απαιδεύτοις. 15 φίλου πιστού ουκ έστιν αντάλλαγμα. 2 μη επάρης σεαυτόν εν βουλή ψυχής σου. 24 και εισένεγκον τους πόδας σου εις τας πέδας αυτής και εις τον κλοιόν αυτής τον τράχηλόν σου. 17 ο φοβούμενος Κύριον ευθύνει φιλίαν αυτού. 14 φίλος πιστός σκέπη κραταιά. 23 άκουσον. και οι φοβούμενοι Κύριον ευρήσουσιν αυτόν. και ουκ έστι σταθμός της καλλονής αυτού. και από του προσώπου σου κρυβήσεται. 19 ως ο αροτριών και ο σπείρων πρόσελθε αυτη και ανάμενε τους αγαθούς καρπούς αυτής· εν γαρ τη εργασία αυτής ολίγον κοπιάσεις και ταχύ φάγεσαι γεννημάτων αυτής. ο δε ευρών αυτόν εύρε θησαυρόν. 7 ει κτάσαι φίλον. ίνα μη διαρπαγή ως ταύρος η ψυχή σου· 3 τα φύλλα σου καταφάγεσαι και τους καρπούς σου απολέσεις και αφήσεις σεαυτόν ως ξύλον ξηρόν. και μη ταχύ εμπιστεύσης αυτω· 8 έστι γαρ φίλος εν καιρω αυτού και ου μη παραμείνη εν ημέρα θλίψεώς σου. και ου πολλοίς εστι φανερά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ αντί φίλου μη γίνου εχθρός· όνομα γαρ πονηρόν αισχύνην και όνειδος κληρονομήσει· ούτως ο αμαρτωλός ο δίγλωσσος.

32 εάν θέλης. τέκνον. έστι γαρ ο ταπεινών και ανυψών. 27 εξίχνευσον και ζήτησον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσοχθίσης τοις δεσμοίς αυτής. μηδέ φίλω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1284 . 30 κόσμος γαρ χρύσεός εστιν επ ‘ αυτής. 6 μη ζήτει γενέσθαι κριτής. 5 μη δικαιού έναντι Κυρίου και παρά βασιλεί μη σοφίζου. 8 μη καταδεσμεύσης δις αμαρτίαν. πανούργος έση. όρθριζε προς αυτόν. και εγκρατής γενόμενος μη αφής αυτήν· 28 επ ‘ εσχάτων γαρ ευρήσεις την ανάπαυσιν αυτής. 12 μη αροτρία ψεύδος επ ‘ αδελφω σου. και στραφήσεταί σοι εις ευφροσύνην. και εκκλινεί από σου. 7 μη αμάρτανε εις πλήθος πόλεως και μη καταβάλης σεαυτόν εν όχλω. εν γαρ τη μια ουκ αθωος έση. 37 διανοού εν τοις προστάγμασι Κυρίου και εν ταις εντολαίς αυτού μελέτα δια παντός· αυτός στηριεί την καρδίαν σου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΜΗ ποίει κακά. 3 υιε. και τις σοφός. και ου μη σε καταλάβη κακόν· 2 απόστηθι από αδίκου. και γνωσθήσεταί σοι. 35 πάσαν διήγησιν θείαν θέλε ακροάσθαι. σοφός έση. 36 εάν ίδης συνετόν. 34 εν πλήθει πρεσβυτέρων στήθι. εκδέξη. μηδέ παρά βασιλέως καθέδραν δόξης. και παροιμίαι συνέσεως μη εκφευγέτωσάν σε. και εάν δως την ψυχήν σου. 29 και έσονταί σοι αι πέδαι εις σκέπην ισχύος και οι κλοιοί αυτής εις στολήν δόξης. 11 μη καταγέλα άνθρωπον όντα εν πικρία ψυχής αυτού. και εάν κλίνης το ους σου. 4 μη ζήτει παρά Κυρίου ηγεμονίαν. 9 μη είπης· τω πλήθει των δώρων μου επόψεται και εν τω προσενέγκαι με Θεω Υψίστω προσδέξεται. παιδευθήση. και ου μη θερίσης αυτάς επταπλασίως. αυτω προσκολλήθητι. 26 εν πάση ψυχή σου πρόσελθε αυτη και εν όλη δυνάμει σου συντήρησον τας οδούς αυτής. και οι δεσμοί αυτής κλώσμα υακίνθινον· 31 στολήν δόξης ενδύση αυτήν. και στέφανον αγαλλιάσεως περιθήσεις σεαυτω. και βαθμούς θυρών αυτού εκτριβέτω ο πούς σου. και η επιθυμία της σοφίας σου δοθήσεταί σοι. μη σπείρε επ ‘ αύλακας αδικίας. 33 εάν αγαπήσης ακούειν. μη ουκ εξισχύσεις εξάραι αδικίας· μη ποτε ευλαβηθής από προσώπου δυνάστου και θήσεις σκάνδαλον εν ευθύτητί σου. 10 μη ολιγοψυχήσης εν τη προσευχή σου και ελεημοσύνην ποιήσαι μη παρίδης.

36 εν πάσι τοις λόγοις σου μιμνήσκου τα έσχατά σου. 19 μη αστόχει γυναικός σοφής και αγαθής. και έση τετελεκώς έργον μέγα. και μη ιλαρώσης προς αυτάς το πρόσωπόν σου. μηδ ‘ αδελφόν γνήσιον εν χρυσίω Σουφείρ. η γαρ χάρις αυτής υπέρ το χρυσίον. και εις τον αιώνα ουχ αμαρτήσεις. 35 μη όκνει επισκέπτεσθαι άρρωστον. 24 θυγατέρες σοί εισι. μη εκβάλης αυτήν· και μισουμένη μη εμπιστεύσης σεαυτόν. 23 τέκνα σοί εστι. 26 γυνή σοί εστι κατά ψυχήν. 29 εν όλη ψυχή σου ευλαβού τον Κύριον και τους ιερείς αυτού θαύμαζε. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1285 . καθώς εντέταλταί σοι. 20 μη κακώσης οικέτην εργαζόμενον εν αληθεία. ότι εκδίκησις ασεβούς πυρ και σκώληξ. 13 μη θέλε ψεύδεσθαι παν ψεύδος. εμμενέτω σοι. μηδέ μίσθιον διδόντα ψυχήν αυτού. επισκέπτου αυτά και ει έστι σοι χρήσιμα. 17 ταπείνωσον σφόδρα την ψυχήν σου. μη στερήσης αυτόν ελευθερίας. και επί νεκρω μη αποκωλύσης χάριν. και ανδρί συνετω δώρησαι αυτήν. 27 Εν όλη καρδία δόξασον τον πατέρα σου και μητρός ωδίνας μη επιλάθη· 28 μνήσθητι ότι δι ‘ αυτών εγεννήθης. 16 μη προσλογίζου σεαυτόν εν πλήθει αμαρτωλών. και κάμψον εκ νεότητος τον τράχηλον αυτών. μνήσθητι ότι οργή ου χρονιεί. 14 μη αδελέσχει εν πλήθει πρεσβυτέρων και μη δευτερώσης λόγον εν προσευχή σου. 21 οικέτην συνετόν αγαπάτω σου η ψυχή. 22 κτήνη σοί εστιν. 18 Μή αλλάξης φίλον ένεκεν διαφόρου. παίδευσον αυτά. 15 μη μισήσης επίπονον εργασίαν και γεωργίαν υπό Υψίστου εκτισμένην. 33 χάρις δόματος έναντι παντός ζώντος. 34 μη υστέρει από κλαιόντων και μετά πενθούντων πένθησον. 31 φοβού τον Κύριον και δόξασον ιερέα και δως την μερίδα αυτω. 32 Και πτωχω έκτεινον την χείρά σου. εκ γαρ των τοιούτων αγαπηθήση. 25 έκδου θυγατέρα. απαρχήν και περί πλημμελείας και δόσιν βραχιόνων και θυσίαν αγιασμού και απαρχήν αγίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το όμοιον ποίει. ίνα τελειωθή η ευλογία σου. και τι ανταποδώσεις αυτοίς καθώς αυτοί σοι. ο γαρ ενδελεχισμός αυτού ουκ εις αγαθόν. πρόσεχε τω σώματι αυτών. 30 εν όλη δυνάμει αγάπησον τον ποιήσαντά σε και τους λειτουργούς αυτού μη εγκαταλίπης.

16 μετά θυμώδους μη ποιήσης μάχην και μη διαπορεύου μετ ‘ αυτού την έρημον· ότι ως ουδέν εν οφθαλμοίς αυτού αίμα. 8 μη παρίδης διήγημα σοφών. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1286 . και τη αφροσύνη αυτού συναπολή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΜΗ διαμάχου μετά ανθρώπου δυνάστου. 19 παντί ανθρώπω μη έκφαινε σήν καρδίαν. κατά γαρ την δόξαν αυτού κρινούσιν αυτω. 3 μη διαμάχου μετά ανθρώπου γλωσσώδους και μη επιστοιβάσης επί το πυρ αυτού ξύλα. μήποτε εμπέσης εις τας χείρας αυτού. καταβαλεί σε. 2 μη έριζε μετά ανθρώπου πλουσίου. 6 μη ατιμάσης άνθρωπον εν γήρα αυτού. 14 μη δικάζου μετά κριτού. 7 μη επίχαιρε επί νεκρω. ίνα μη εγκαθίση ως ένεδρον τω στόματί σου. 9 μη αστόχει διηγήματος γερόντων. μήποτε αντιστήση σου την ολκήν· πολλούς γαρ απώλεσε το χρυσίον και καρδίας βασιλέων εξέκλινε. και όπου ουκ έστι βοήθεια. και εν ταις παροιμίαις αυτών αναστρέφου· ότι παρ ‘ αυτών μαθήση παιδείαν και λειτουργήσαι μεγιστάσι. ίνα μη βαρύνηται κατά σου· αυτός γαρ κατά το θέλημα αυτού ποιήσει. και γαρ αυτοί έμαθον παρά των πατέρων αυτών· ότι παρ ‘ αυτών μαθήσει σύνεσιν και εν καιρω χρείας δούναι απόκρισιν. 17 μετά μωρού μη συμβουλεύου. 15 μετά τολμηρού μη πορεύου εν οδω. ως απολωλεκώς γίνου. ου γαρ δυνήσεται λόγον στέξαι. και γαρ εξ ημών γηράσκουσι. 5 μη ονείδιζε άνθρωπον αποστρέφοντα από αμαρτίας· μνήσθητι ότι πάντες εσμέν εν επιτιμίοις. 11 μη εξαναστης από προσώπου υβριστού. ου γαρ γινώσκεις τι τέξεται. 10 μη έκκαιε άνθρακας αμαρτωλού. ίνα μη ατιμάζωνται οι πρόγονοί σου. μνήσθητι ότι πάντες τελευτώμεν. μη εμπυρισθής εν πυρί φλογός αυτού. 13 μη εγγυήση υπέρ δύναμίν σου· και εάν εγγυήση. 4 μη πρόσπαιζε απαιδεύτω. 12 μη δανείσης ανθρώπω ισχυροτέρω σου· και εάν δανείσης. και μη αναφερέτω σοι χάριν. ως αποτίσων φρόντιζε. 18 ενώπιον αλλοτρίου μη ποιήσης κρυπτόν.

μηδέ διδάξης επί σεαυτόν παιδείαν πονηράν. μήποτε εκκλίνη η ψυχή σου επ ‘ αυτήν και τω πνεύματί σου ολισθήσης εις απώλειαν. 15 και μετά συνετών έστω ο διαλογισμός σου και πάσα διήγησίς σου εν νόμω Υψίστου. 8 απόστρεψον οφθαλμόν από γυναικός ευμόρφου. 6 μη δως πόρναις την ψυχήν σου. και μη καταμάνθανε κάλλος αλλότριον· εν κάλλει γυναικός πολλοί επλανήθησαν. μη πλημμελήσης. 13 μακράν άπεχε από ανθρώπου. μήποτε σκανδαλισθής εν τοις επιτιμίοις αυτής. μήποτε αλως εν τοις επιχειρήμασιν αυτής. ίνα μη απολέσης την κληρονομίαν σου. 3 μη υπάντα γυναικί εταιριζομένη. 17 εν χειρί τεχνιτών έργον επαινεθήσεται. 16 άνδρες δίκαιοι έστωσαν σύνδειπνοί σου. και εκ τούτου φιλία ως πυρ ανακαίεται. ο γαρ πρόσφατος ουκ έστιν έπισος αυτω· οίνος νέος φίλος νέος· εάν παλαιωθή. και ο ηγούμενος λαού σοφός εν λόγω αυτού. 2 μη δως γυναικί την ψυχήν σου επιβήναι αυτήν επί την ισχύν σου. 7 μη περιβλέπου εν ρύμαις πόλεως και εν ταις ερήμοις αυτής μη πλανώ. 14 κατά την ισχύν σου στόχασαι τους πλησίον και μετά σοφών συμβουλεύου. ίνα μη αφέληται την ζωήν σου· επίγνωθι ότι εν μέσω παγίδων διαβαίνεις και επί επάλξεων πόλεων περιπατείς. και ο προπετής εν λόγω αυτού μισηθήσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1287 . 5 παρθένον μη καταμάνθανε. 4 μετά ψαλλούσης μη ενδελέχιζε. 10 μη εγκαταλίπης φίλον αρχαίον. 18 φοβερός εν πόλει αυτού ανήρ γλωσσώδης. μήποτε εμπέσης εις τας παγίδας αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΜΗ ζήλου γυναίκα του κόλπου σου. ος έχει εξουσίαν του φονεύειν. και εν φόβω Κυρίου έστω το καύχημά σου. ου γαρ οίδας τι έσται η καταστροφή αυτού. 12 μη ευδοκήσης εν ευδοκία ασεβών· μνήσθητι ότι έως άδου ου μη δικαιωθώσι. 11 μη ζηλώσης δόξαν αμαρτωλού. 9 μετά υπάνδρου γυναικός μη κάθου το σύνολον και μη συμβολοκοπήσης μετ ‘ αυτής εν οίνω. και ου μη υποπτεύσης φόβον θανάτου· καν προσέλθης. μετ ‘ ευφροσύνης πίεσαι αυτόν.

7 μισητή έναντι Κυρίου και ανθρώπων υπερηφανία. 12 αρχή υπερηφανίας ανθρώπου αφισταμένου από Κυρίου. και αύριον τελευτήσει. 15 ρίζας εθνών εξέτιλεν ο Κύριος και εφύτευσε ταπεινούς αντ ‘ αυτών. 14 θρόνους αρχόντων καθείλεν ο Κύριος και εκάθισε πραείς αντ ‘ αυτών. 20 εν μέσω αδελφών ο ηγούμενος αυτών έντιμος. 17 εξήρανεν εξ αυτών και απώλεσεν αυτούς και κατέπαυσεν από γης το μνημόσυνον αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΡΙΤΗΣ σοφός παιδεύσει τον λαόν αυτού. και ου καθήκει δοξάσαι άνδρα αμαρτωλόν. 9 τι υπερηφανεύεται γη και σποδός. ότι εν ζωή έρριψα τα ενδόσθια αυτού. οι παραβαίνοντες εντολάς. 18 ουκ έκτισται ανθρώποις υπερηφανία. οι φοβούμενοι τον Κύριον. σπέρμα ανθρώπου. 8 βασιλεία από έθνους εις έθνος μετάγεται δια αδικίας και ύβρεις και χρήματα. και τον χρήσιμον εγερεί εις καιρόν επ ‘ αυτής. και κατά τον ηγούμενον της πόλεως πάντες οι κατοικούντες αυτήν. 2 κατά τον κριτήν του λαού αυτού ούτως και οι λειτουργοί αυτού. 25 οικέτη σοφω ελεύθεροι λειτουργήσουσι. 10 μακρόν αρρώστημα σκώπτει ιατρός· και βασιλεύς σήμερον. 6 Επί παντί αδικήματι μη μηνιάσης τω πλησίον και μη πράσσε μηδέν εν έργοις ύβρεως. σπέρμα άτιμον ποίον. 3 βασιλεύς απαίδευτος απολεί τον λαόν αυτού. και οι φοβούμενοι Κύριον εν οφθαλμοίς αυτού. και ανήρ επιστήμων ου γογγύσει. το καύχημα αυτών φόβος Κυρίου. 23 ου δίκαιον ατιμάσαι πτωχόν συνετόν. ουδέ οργή θυμού γεννήμασι γυναικών. σπέρμα άτιμον ποίον. 26 Μή σοφίζου ποιήσαι το έργον σου και μη δοξάζου εν καιρω στενοχωρίας σου. 13 ότι αρχή υπερηφανίας αμαρτία. και ουκ έστιν αυτών τις μείζων του φοβουμένου τον Κύριον. και πόλις οικισθήσεται εν συνέσει δυναστών. και προσώπω γραμματέως επιθήσει δόξαν αυτού. και από του ποιήσαντος αυτόν απέστη η καρδία αυτού. 11 εν γαρ τω αποθανείν άνθρωπον κληρονομήσει ερπετά και θηρία και σκώληκας. σπέρμα ανθρώπου. και ο κρατών αυτής εξομβρήσει βδέλυγμα· δια τούτο παρεδόξασε Κύριος τας επαγωγάς και κατέστρεψεν εις τέλος αυτούς. 5 εν χειρί Κυρίου ευοδία ανδρός. 22 πλούσιος και ένδοξος και πτωχός. 16 χώρας εθνών κατέστρεψεν ο Κύριος και απώλεσεν αυτάς έως θεμελίων γης. και ηγεμονία συνετού τεταγμένη έσται. 24 μεγιστάν και κριτής και δυνάστης δοξασθήσεται. και εξ αμφοτέρων πλημμελήσει άδικα. 4 εν χειρί Κυρίου εξουσία της γης. σπέρμα έντιμον ποίον. 19 Σπέρμα έντιμον ποίον. 27 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1288 .

εν πραϋτητι δόξασον την ψυχήν σου και δος αυτη τιμήν κατά την αξίαν αυτής. υστερών ισχύϊ και πτωχεία περισσεύει· και οι οφθαλμοί Κυρίου επέβλεψαν αυτω εις αγαθά. 10 Τέκνον. και η ευδοκία αυτού εις τον αιώνα ευοδωθήσεται. και ου μη εκφύγης διαδράς. 6 πολλοί δυνάσται ητιμάσθησαν σφόδρα. και εν πτωχεία ποσαχώς. 17 δόσις Κυρίου παραμένει ευσεβέσι. 11 έστι κοπιών και πονών και σπεύδων. και αύτη η μερίς του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1289 . ου μη καταλάβης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κρείσσων εργαζόμενος και περισσεύων εν πάσιν ή περιπατών δοξαζόμενος και απορών άρτων. ου ουκ έστι σοι χρεία. και τόσω μάλλον υστερείται. και αρχή γλυκασμάτων ο καρπός αυτής. και τις δοξάσει τον ατιμάζοντα την ζωήν αυτού. ζωή και θάνατος. μη περί πολλά έστωσαν αι πράξεις σου· εάν πληθυνής. και ένδοξοι παρεδόθησαν εις χείρας ετέρων. και κρυπτά τα έργα αυτού εν ανθρώποις. 30 πτωχός δοξάζεται δι ‘ επιστήμην αυτού. 8 πριν ή ακούσαι. και ανώρθωσεν αυτόν εκ ταπεινώσεως αυτού. και εν μέσω μεγιστάνων καθίσει αυτόν. 18 έστι πλουτών από προσοχής και σφιγγίας αυτού. 14 αγαθά και κακά. μη μέμψη· νόησον πρώτον και τότε επιτίμα. μη αποκρίνου και εν μέσω λόγων μη παρεμβάλλου. ο δε ανυπονόητος εφόρεσε διάδημα. 7 πριν εξετάσης. και εν πλούτω ποσαχώς. 9 περί πράγματος. πτωχεία και πλούτος παρά Κυρίου εστί. 12 έστι νωθρός και προσδεόμενος αντιλήψεως. 28 τέκνον. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΣΟΦΙΑ ταπεινού ανυψώσει κεφαλήν αυτού. 5 πολλοί τύραννοι εκάθισαν επί εδάφους. 31 ο δεδοξασμένος εν πτωχεία. 3 μικρά εν πετεινοίς μέλισσα. 13 και ανύψωσε κεφαλήν αυτού και απεθαύμασαν επ ‘ αυτω πολλοί. μη έριζε και εν κρίσει αμαρτωλών μη συνέδρευε. ουκ αθωωθήση· και εάν διώκης. 4 εν περιβολή ιματίων μη καυχήση και εν ημέρα δόξης μη επαίρου· ότι θαυμαστά τα έργα Κυρίου. 2 μη αινέσης άνδρα εν κάλλει αυτού και μη βδελύξη άνθρωπον εν οράσει αυτού. και ο άδοξος εν πλούτω. 29 τον αμαρτάνοντα εις την ψυχήν αυτού τις δικαιώσει. και πλούσιος δοξάζεται δια τον πλούτον αυτού.

και τίνα από του νυν έσται μου τα αγαθά. 3 ουκ έστιν αγαθά τω ενδελεχίζοντι εις κακά και τω ελεημοσύνην μη χαριζομένω. και ευρήσεις ανταπόδομα και ει μη παρ ‘ αυτού. 23 μη είπης· τις εστί μου χρεία. και τι από του νυν κακωθήσομαι. 27 κάκωσις ωρας επιλησμονήν ποιεί τρυφής. 30 πέρδιξ θηρευτής εν καρτάλλω. 33 πρόσεχε από κακούργου. μήποτε μώμον εις τον αιώνα δω σοι. 4 δος τω ευσεβεί και μη αντιλάβη του αμαρτωλού. 24 μη είπης· αυτάρκη μοί εστι. πονηρά γαρ τεκταίνει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μισθού αυτού. και ουκ οίδε τις καιρός παρελεύσεται και καταλείψει αυτά ετέροις και αποθανείται. ίνα μη εν αυτοίς σε δυναστεύση· διπλάσια γαρ κακά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1290 . αλλά παρά Υψίστου. και άνθρωπος αμαρτωλός εις αίμα ενεδρεύει. γνώθι τίνι ποιείς. 32 από σπινθήρος πυρός πληθύνεται ανθρακιά. 2 εύ ποίησον ευσεβεί. και εν τέκνοις αυτού γνωσθήσεται ανήρ. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΕΑΝ εύ ποιής. 25 εν ημέρα αγαθών αμνησία κακών. 34 ενοίκισον αλλότριον και διαστρέψει σε εν ταραχαίς. 21 μη θαύμαζε εν έργοις αμαρτωλού. και εν συντελεία ανθρώπου αποκάλυψις έργων αυτού. 19 εν τω ειπείν αυτόν· εύρον ανάπαυσιν και νυν φάγομαι εκ των αγαθών μου. πολλά γαρ τα ένεδρα του δολίου. και ως ο κατάσκοπος επιβλέπει πτώσιν· 31 τα γαρ αγαθά εις κακά μεταστρέφων ενεδρεύει και εν τοις αιρετοίς επιθήσει μώμον. και έσται χάρις τοις αγαθοίς σου. ούτως καρδία υπερηφάνου. και εν ωρα ταχινή αναθάλλει ευλογίαν αυτού. και εν ημέρα κακών ου μνησθήσεται αγαθών· 26 ότι κούφον έναντι Κυρίου εν ημέρα τελευτής αποδούναι ανθρώπω κατά τας οδούς αυτού. 28 προ τελευτής μη μακάριζε μηδένα. και απαλλοτριώσει σε των ιδίων σου. 5 εύ ποίησον τω ταπεινω και μη δως ασεβεί· εμπόδισον τους άρτους αυτού και μη δως αυτω. πίστευε τω Κυρίω και έμμενε τω πόνω σου· ότι κούφον εν οφθαλμοίς Κυρίου δια τάχους εξάπινα πλουτίσαι πένητα. 22 ευλογία Κυρίου εν μισθω ευσεβούς. 29 Μή πάντα άνθρωπον είσαγε εις τον οίκόν σου. 20 στήθι εν διαθήκη σου και ομίλει εν αυτη και εν τω έργω σου παλαιώθητι.

ευρήσεις αυτόν εκεί πρότερόν σου. 6 ότι και ο Ύψιστος εμίσησεν αμαρτωλούς και τοις ασεβέσιν αποδώσει εκδίκησιν. 2 βάρος υπέρ σε μη άρης. οίς αν ποιήσης αυτω. και εάν εκκλίνης. 14 ούτως τον προσπορευόμενον ανδρί αμαρτωλω και συμφυρόμενον εν ταις αμαρτίαις αυτού. επίστησον την ψυχήν σου και φύλαξαι απ ‘ αυτού και έση αυτω ως εκμεμαχώς έσοπτρον. 13 τις ελεήσει επαοιδόν οφιόδηκτον και πάντας τους προσάγοντας θηρίοις. ου μη καρτερήση.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευρήσεις εν πάσιν αγαθοίς. συμβιώσεταί σοι και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1291 . 7 δος τω αγαθω και μη αντιλάβου του αμαρτωλού. και ο κοινωνών υπερηφάνω ομοιωθήσεται αυτω. ούτως η πονηρία αυτού. 16 και εν τοις χείλεσιν αυτού γλυκανεί ο εχθρός και εν τη καρδία αυτού βουλεύσεται ανατρέψαι σε εις βόθρον· εν οφθαλμοίς αυτού δακρύσει ο εχθρός. εργάται εν σοί· και εάν υστερήσης. 8 Ουκ εκδικηθήσεται εν αγαθοίς ο φίλος και ου κρυβήσεται εν κακοίς ο εχθρός. και εάν εύρη καιρόν. 15 ωραν μετά σου διαμενεί. 3 πλούσιος ηδίκησε. 12 μη στήσης αυτόν παρά σεαυτω. και αυτός προσδεηθήσεται. και γνώση ότι ουκ εις τέλος κατίωσε. και αυτός προσενεβριμήσατο· πτωχός ηδίκηται. ουκ εμπλησθήσεται αφ ‘ αίματος. 17 κακά αν υπαντήση σοι. 10 μη πιστεύσης τω εχθρω σου εις τον αιώνα· ως γαρ ο χαλκός ιούται. και εν τοις κακοίς αυτού και ο φίλος διαχωρισθήσεται. τι κοινωνήσει χύτρα προς λέβητα. 9 εν αγαθοίς ανδρός οι εχθροί αυτού εν λύπη. 5 εάν έχης. και αύτη συντριβήσεται. μη ανατρέψας σε στη επί τον τόπον σου· μη καθίσης αυτόν εκ δεξιών σου. μήποτε ζητήση την καθέδραν σου και επ ‘ εσχάτων επιγνώση τους λόγους μου και επί των ρημάτων μου κατανυγήση. και ισχυροτέρω σου και πλουσιωτέρω μη κοινώνει. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 Ο ΑΠΤΟΜΕΝΟΣ πίσσης μολυνθήσεται. και ως βοηθών υποσχάσει πτέρναν σου· 18 κινήσει την κεφαλήν αυτού και επικροτήσει ταις χερσίν αυτού και πολλά διαψιθυρίσει και αλλοιώσει το πρόσωπον αυτού. καταλείψει σε. 4 εάν χρησιμεύσης. 11 και εάν ταπεινωθή και πορεύηται συγκεκυφώς. αύτη προσκρούσει.

ω μη εστιν αμαρτία. πτωχός ελάλησε και είπαν· τις ούτος. καν προσκόψη. 7 και αισχυνεί σε εν τοις βρώμασιν αυτού. 21 πλούσιος σαλευόμενος στηρίζεται υπό φίλων. και αυτός ου πονέσει. 24 αγαθός ο πλούτος. και πονηρά η πτωχεία εν στόματι ασεβούς. και επικαλού αυτόν εις σωτηρίαν σου]. 20 βδέλυγμα υπερηφάνω ταπεινότης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1292 . και επ ‘ εσχάτων καταμωκήσεταί σου· μετά ταύτα όψεταί σε και καταλείψει σε και την κεφαλήν αυτού κινήσει επί σοί. 25 Καρδία ανθρώπου αλλοιοί το πρόσωπον αυτού. 11 μη έπεχε ισηγορείσθαι μετ ‘ αυτού και μη πίστευε τοις πλείοσι λόγοις αυτού· εκ πολλής γαρ λαλιάς πειράσει σε και ως προσγελών εξετάσει σε. ούτως αμαρτωλός προς ευσεβή. προσανατρέψουσιν αυτόν. 19 κυνήγια λεόντων όναγροι εν ερήμω. ότι μετά της πτώσεώς σου περιπατείς. εάν τε εις αγαθά εάν τε εις κακά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκενώσει σε. και τω ομοίω αυτού προσκολληθήσεται ανήρ. 22 πλουσίου σφαλέντος πολλοί αντιλήπτορες. 10 μη έμπιπτε. και τόσω μάλλον προσκαλέσεταί σε. 18 τις ειρήνη υαίνη προς κύνα. 12 ανελεήμων ο μη συντηρών λόγους και ου μη φείσηται περί κακώσεως και δεσμών. 26 ίχνος καρδίας εν αγαθοίς πρόσωπον ιλαρόν. και τις ειρήνη πλουσίω προς πένητα. και τον λόγον αυτού ανύψωσαν έως των νεφελών. ταπεινός δε πεσών προσαπωθείται υπό φίλων. 15 Παν ζωον αγαπά το όμοιον αυτω και πας άνθρωπος τον πλησίον αυτού· 16 πάσα σάρξ κατά γένος συνάγεται. 23 πλούσιος ελάλησε και πάντες εσίγησαν. ούτως βδέλυγμα πλουσίω πτωχός. 9 Προσκαλεσαμένου σε δυνάστου. 6 χρείαν έσχηκέ σου. και εύρεσις παραβολών διαλογισμοί μετά κόπου. ελάλησεν απόρρητα και εδικαίωσαν αυτόν. 17 τι κοινωνήσει λύκος αμνω. ίνα μη απωσθής. ταπεινός έσφαλε και προσεπετίμησαν αυτω. εφθέγξατο σύνεσιν και ουκ εδόθη αυτω τόπος. 13 συντήρησον και πρόσεχε σφοδρώς. 8 πρόσεχε μη αποπλανηθής και μη ταπεινωθής εν αφροσύνη σου. υποχωρών γίνου. έως ου αποκενώση σε δις ή τρίς. ούτως νομαί πλουσίων πτωχοί. και μη μακράν αφίστω. και αποπλανήσει σε και προσγελάσεταί σοι και δώσει σοι ελπίδα· λαλήσει σοι καλά και ερεί· τις η χρεία σου. ίνα μη επιλησθής. [14 ακούων αυτά εν ύπνω σου γρηγόρησον· πάση ζωή σου αγάπα τον Κύριον.

και εν ταις εισόδοις αυτής ενέδρευε. και μερίς επιθυμίας αγαθής μη σε παρελθάτω. ώς ουκ ωλίσθησεν εν στόματι αυτού και ου κατενύγη εν λύπη αμαρτίας. 6 του βασκαίνοντος εαυτόν ουκ έστι πονηρότερος. 18 ως φύλλον θάλλον επί δένδρου δασέος. τα μεν καταβάλλει. ετέρα δε γεννάται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΜΑΚΑΡΙΟΣ ανήρ. και ο εργαζόμενος αυτό μετ ‘ αυτού απελεύσεται. 20 Μακάριος ανήρ. 22 έξελθε οπίσω αυτής ως ιχνευτής. και τούτο ανταπόδομα της κακίας αυτού· 7 καν εύ ποιή. 24 ο καταλύων σύνεγγυς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1293 . 4 ο συνάγων από της ψυχής αυτού συνάγει άλλοις. ούτως γενεά σαρκός και αίματος. και ος ουκ έπεσεν από της ελπίδος αυτού. 8 πονηρός ο βασκαίνων οφθαλμω. άλλα δε φύει. εύ ποίει φίλω και κατά την ισχύν σου έκτεινον και δως αυτω. 10 οφθαλμός πονηρός φθονερός επ ‘ άρτω και ελλιπής επί της τραπέζης αυτού. 5 ο πονηρός εαυτω τίνι αγαθός έσται. 19 παν έργον σηπόμενον εκλείπει. 23 ο παρακύπτων δια των θυρίδων αυτής και επί των θυρωμάτων αυτής ακροάσεται. 11 Τέκνον. εν λήθη ποιεί. η μεν τελευτά. 14 μη αφυστερήσης από αγαθής ημέρας. 15 ουχί ετέρω καταλείψεις τους πόνους σου και τους κόπους σου εις διαίρεσιν κλήρου. 2 μακάριος ου ου κατέγνω η ψυχή αυτού. και εν τοις αγαθοίς αυτού τρυφήσουσιν έτεροι. καθώς εάν έχης. 16 δος και λάβε και απάτησον την ψυχήν σου. και επ ‘ εσχάτων εκφαίνει την κακίαν αυτού. εύ ποίει σεαυτόν και προσφοράς Κυρίω αξίως πρόσαγε. και ου μη ευφρανθήσεται εν τοις χρήμασιν αυτού. 12 μνήσθητι ότι θάνατος ου χρονιεί και διαθήκη άδου ουχ υπεδείχθη σοι· 13 πριν σε τελευτήσαι. 17 πάσα σάρξ ως ιμάτιον παλαιούται. 9 πλεονέκτου οφθαλμός ουκ εμπίπλαται μερίδι. 3 Ανδρί μικρολόγω ου καλός ο πλούτος. και ανθρώπω βασκάνω ινατί χρήματα. 21 ο διανοούμενος τας οδούς αυτής εν καρδία αυτού. και αδικία πονηρά αναξηραίνει ψυχήν. ος εν σοφία τελευτήσει και ος εν συνέσει αυτού διαλεχθήσεται. και εν τοις αποκρύφοις αυτής νοηθήσεται. ότι ουκ έστιν εν άδου ζητήσαι τρυφήν. η γαρ διαθήκη απ ‘ αιώνος· θανάτω αποθανή. αποστρέφων πρόσωπον και υπερορών ψυχάς.

ου ποιήσεις. 9 Ουχ ωραίος αίνος εν στόματι αμαρτωλού. εκτενείς την χείρά σου. ότι ου παρά Κυρίου απεστάλη· 10 εν γαρ σοφία ρηθήσεται αίνος. δοθήσεται αυτω. και άνδρες αμαρτωλοί ου μη ίδωσιν αυτήν· 8 μακράν εστιν υπερηφανίας. 7 ου μη καταλήψονται αυτήν άνθρωποι ασύνετοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του οίκου αυτής και πήξει πάσσαλον εν τοις τοίχοις αυτής. 25 στήσει την σκηνήν αυτού κατά χείρας αυτής και καταλύσει εν καταλύματι αγαθών· 26 θήσει τα τέκνα αυτού εν τη σκέπη αυτής και υπό τους κλάδους αυτής αυλισθήσεται· 27 σκεπασθήσεται υπ ‘ αυτής από καύματος και εν τη δόξη αυτής καταλύσει. 19 και οι οφθαλμοί αυτού επί τους φοβουμένους αυτόν. 3 ψωμιεί αυτόν άρτον συνέσεως και ύδωρ σοφίας ποτίσει αυτόν. και ο εγκρατής του νόμου καταλήψεται αυτήν· 2 και υπαντήσεται αυτω ως μήτηρ και ως γυνή παρθενίας προσδέξεται αυτόν. 15 εάν θέλης. 14 αυτός εξ αρχής εποίησεν άνθρωπον και αφήκεν αυτόν εν χειρί διαβουλίου αυτού. 17 έναντι ανθρώπων η ζωή και ο θάνατος. και ο Κύριος ευοδώσει αυτόν. και επ ‘ αυτής εφέξει και ου μη καταισχυνθή· 5 και υψώσει αυτόν παρά τους πλησίον αυτού και εν μέσω εκκλησίας ανοίξει στόμα αυτού. 12 μη είπης ότι αυτός με επλάνησεν· ου γαρ χρείαν έχει ανδρός αμαρτωλού. 6 ευφροσύνην και στέφανον αγαλλιάματος και όνομα αιώνιον κατακληρονομήσει. και αυτός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1294 . 18 ότι πολλή σοφία του Κυρίου· ισχυρός εν δυναστεία και βλέπων τα πάντα. και ουκ έστιν αγαπητόν τοις φοβουμένοις αυτόν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΟΦΟΒΟΥΜΕΝΟΣ Κύριον ποιήσει αυτό. 4 στηριχθήσεται επ ‘ αυτήν και ου μη κλιθή. συντηρήσεις εντολάς και πίστιν ποίησαι ευδοκίας. και ό εάν ευδοκήση. 13 παν βδέλυγμα εμίσησε Κύριος. 16 παρέθηκέ σοι πυρ και ύδωρ· ου εάν θέλης. και άνδρες ψεύσται ου μη μνησθήσονται αυτής. 11 μη είπης ότι δια Κύριον απέστην· α γαρ εμίσησεν.

13 ουκ εκφεύξεται εν αρπάγμασιν αμαρτωλός. και το φως αυτού και το σκότος εμέρισε τω αδάμαντι]. ούτως και πολύς ο έλεγχος αυτού· άνδρα κατά τα έργα αυτού κρίνει. έκαστος κατά τα έργα αυτού ευρήσει. φυλή δε ανόμων ερημωθήσεται. 3 μη εμπιστεύσης τη ζωή αυτών και μη έπεχε επί το πλήθος αυτών· κρείσσων γαρ εις ή χίλιοι. 14 πάση ελεημοσύνη ποιήσει τόπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιγνώσεται παν έργον ανθρώπου. θαυμαστόν τούτο ει αθωωθήσεται· έλεος γαρ και οργή παρ ‘ αυτω. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΜΗ επιθύμει τέκνων πλήθος αχρήστων. 7 ουκ εξιλάσατο περί των αρχαίων γιγάντων. ότι από Κυρίου κρυβήσομαι. τους εξηρμένους εν αμαρτίαις αυτών· 10 και ούτως εξακοσίας χιλιάδας πεζών τους επισυναχθέντας εν σκληροκαρδία αυτών. και αποθανείν άτεκνον ή έχειν τέκνα ασεβή. ους εβδελύξατο δια την υπερηφανίαν αυτών· 9 ουκ ηλέησεν έθνος απωλείας. [15 Κύριος εσκλήρυνε Φαραώ μη ειδέναι αυτόν. μη εξ ύψους τις μου μνησθήσεται. 16 πάση τη κτίσει το έλεος αυτού φανερόν. 18 ιδού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1295 . οί απέστησαν τη ισχύϊ αυτών· 8 ουκ εφείσατο περί της παροικίας Λωτ. τις γαρ η ψυχή μου εν αμετρήτω κτίσει. και ισχυρότερα τούτων ακήκοε το ους μου. και εν έθνει απειθεί εξεκαύθη οργή. 4 από γαρ ενός συνετού συνοικισθήσεται πόλις. μη ευφραίνου επ ‘ αυτοίς. εν λαω πλείονι ου μη γνωσθώ. 20 και ουκ ενετείλατο ουδενί ασεβείν και ουκ έδωκεν άνεσιν ουδενί αμαρτάνειν. μη ευφραίνου επί υιοίς ασεβέσιν. όπως αν γνωσθή ενεργήματα αυτού τη υπ' ουρανόν. δυνάστης εξιλασμών και εκχέων οργήν. 17 μη είπης. ει μη εστι φόβος Κυρίου μετ ‘ αυτών. και ου μη καθυστερήση υπομονήν ευσεβούς. 11 καν ή εις σκληροτράχηλος. 6 εν συναγωγή αμαρτωλών εκκαυθήσεται πυρ. 2 εάν πληθύνωσι. 5 πολλά τοιαύτα εώρακα εν οφθαλμοίς μου. 12 κατά το πολύ έλεος αυτού.

26 εν κρίσει Κυρίου τα έργα αυτού απ ‘ αρχής. τα δε πλείονα των έργων αυτού εν αποκρύφοις. 24 Άκουσόν μου. 20 και επ ‘ αυτοίς ου διανοηθήσεται καρδία· και τας οδούς αυτού τις ενθυμηθήσεται. 27 εκόσμησεν εις αιώνα τα έργα αυτού και τας αρχάς αυτών εις γενεάς αυτών· ούτε επείνασαν ούτε εκοπίασαν και ουκ εξέλιπον από των έργων αυτών· 28 έκαστος τον πλησίον αυτού ουκ εξέθλιψε. 8 έθηκε τον οφθαλμόν αυτού επί τας καρδίας αυτών δείξαι αυτοίς το μεγαλείον των έργων αυτού. 29 και μετά ταύτα Κύριος εις την γην επέβλεψε και ενέπλησεν αυτήν των αγαθών αυτού· 30 ψυχήν παντός ζώου εκάλυψε το πρόσωπον αυτής. και μάθε επιστήμην και επί των λόγων μου πρόσεχε τη καρδία σου. [5 έλαβον χρήσιν των πέντε του Κυρίου ενεργημάτων. και ανήρ άφρων και πλανώμενος διανοείται μωρά. τέκνον. 9 και όνομα αγιασμού αινέσουσιν. και από ποιήσεως αυτών διέστειλε μερίδας αυτών. 21 και καταιγίς. άβυσσος και γη σαλευθήσονται εν τη επισκοπή αυτού. 7 επιστήμην συνέσεως ενέπλησεν αυτούς και αγαθά και κακά υπέδειξεν αυτοίς. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΥΡΙΟΣ έκτισεν εκ γης άνθρωπον και πάλιν απέστρεψεν αυτόν εις αυτήν. και έως αιώνος ουκ απειθήσουσι του ρήματος αυτού. 25 εκφανώ εν σταθμω παιδείαν και εν ακριβεία απαγγελώ επιστήμην. ην ουκ όψεται άνθρωπος. 10 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1296 . 2 ημέρας αριθμού και καιρόν έδωκεν αυτοίς και έδωκεν αυτοίς εξουσίαν των επ ‘ αυτής. και εις αυτήν η αποστροφή αυτών. 3 καθ ‘ εαυτούς ενέδυσεν αυτούς ισχύν και κατ ‘ εικόνα αυτού εποίησεν αυτούς 4 και έθηκε τον φόβον αυτού επί πάσης σαρκός και κατακυριεύειν θηρίων και πετεινών. 23 ελαττούμενος καρδία διανοείται ταύτα. 22 έργα δικαιοσύνης τις αναγγελεί ή τις υπομενεί. 19 άμα τα όρη και τα θεμέλια της γης εν τω επιβλέψαι εις αυτά τρόμω συσσείονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού. ώτα και καρδίαν έδωκε διανοείσθαι αυτοίς. έκτον δε νουν αυτοίς εδωρήσατο μερίζων και τον έβδομον λόγον ερμηνέα των ενεργημάτων αυτού]. 6 διαβούλιον και γλώσσαν και οφθαλμούς. μακράν γαρ η διαθήκη.

ου κρυβήσονται από των οφθαλμών αυτού. 26 επάναγε επί Ύψιστον και απόστρεφε από αδικίας. και μερίς Κυρίου Ισραήλ εστιν. 12 διαθήκην αιώνος έστησε μετ ‘ αυτών και τα κρίματα αυτού υπέδειξεν αυτοίς. και χάριν ανθρώπου ως κόρην συντηρήσει. και πάντα υπακούει τω θελήματι αυτού. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 Ο ΖΩΝ εις τον αιώνα έκτισε τα πάντα κοινή· 2 Κύριος μόνος δικαιωθήσεται. 28 από νεκρού ως μηδέ όντος απόλλυται εξομολόγησις· ζων και υγιής αινέσει τον Κύριον. και πάσαι αι αμαρτίαι αυτών έναντι Κυρίου. 11 προσέθηκεν αυτοίς επιστήμην και νόμον ζωής εκληροδότησεν αυτοίς. 31 τι φωτεινότερον ηλίου. 13 μεγαλείον δόξης είδον οι οφθαλμοί αυτών. και οι άνθρωποι πάντες γη και σποδός. ότι ουκ αθάνατος υιος ανθρώπου. και οι οφθαλμοί αυτού ενδελεχείς επί τας οδούς αυτών. διαστέλλων εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1297 . αυτός γαρ βασιλεύς πάντων εν κράτει αυτού. δεήθητι κατά πρόσωπον και σμίκρυνον πρόσκομμα. 32 δύναμιν ύψους ουρανού αυτός επισκέπτεται. [και ουκ έστιν άλλος πλήν αυτού 3 οιακίζων τον κόσμον εν σπιθαμή χειρός αυτού. 23 μετά ταύτα εξαναστήσεται και ανταποδώσει αυτοίς και το ανταπόδομα αυτών εις κεφαλήν αυτών αποδώσει· 24 πλήν μετανοούσιν έδωκεν επάνοδον και παρεκάλεσεν εκλείποντας υπομονήν. 17 εκάστω έθνει κατέστησεν ηγούμενον. και δόξαν φωνής αυτών ήκουσε το ους αυτών. 15 αι οδοί αυτών εναντίον αυτού διαπαντός. 30 ου γαρ δύναται πάντα είναι εν ανθρώποις. και τούτο εκλείπει· και πονηρός ενθυμηθήσεται σάρκα και αίμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ίνα διηγώνται τα μεγαλεία των έργων αυτού. 22 ελεημοσύνη ανδρός ως σφραγίς μετ ‘ αυτού. 20 ουκ εκρύβησαν αι αδικίαι αυτών απ ‘ αυτού. 25 Επίστρεφε επί Κύριον και απόλειπε αμαρτίας. 27 Υψίστω τις αινέσει εν άδου αντί ζώντων και ζώντων και διδόντων ανθομολόγησιν. 14 και είπεν αυτοίς· προσέχετε από παντός αδίκου· και ενετείλατο αυτοίς εκάστω περί του πλησίον. και σφόδρα μίσησον βδέλυγμα. 29 ως μεγάλη η ελεημοσύνη του Κυρίου και εξιλασμός τοις επιστρέφουσιν επ ‘ αυτόν. 19 άπαντα τα έργα αυτών ως ο ήλιος εναντίον αυτού.

ετοίμασον σεαυτόν και μη γίνου ως άνθρωπος πειράζων τον Κύριον. 18 μωρός αχαρίστως ονειδιεί. και προ αρρωστίας θεραπεύου. 19 πριν ή λαλήσαι μάνθανε. έλεος δε Κυρίου επί πάσαν σάρκα· ελέγχων και παιδεύων και διδάσκων και επιστρέφων ως ποιμήν το ποίμνιον αυτού. 22 μη εμποδισθής του αποδούναι ευχήν ευκαίρως. ποιήσει σε επίχαρμα των εχθρών σου. εν αγαθοίς μη δως μώμον και εν πάση δόσει λύπην λόγων. 20 προ κρίσεως εξέταζε σεαυτόν. τότε άρχεται. 9 αριθμός ημερών ανθρώπου πολλά έτη εκατόν· 10 ως σταγών ύδατος από θαλάσσης και ψήφος άμμου. 32 μη ευφραίνου επί πολλή τρυφή. 23 πριν εύξασθαι. 13 έλεος ανθρώπου επί τον πλησίον αυτού. 12 είδε και επέγνω την καταστροφήν αυτών ότι πονηρά· δια τούτο επλήθυνε τον εξιλασμόν αυτού. και όταν παύσηται. μηδέ προσδεθής συμβολή αυτής. 17 ουκ ιδού λόγος υπέρ δόμα αγαθόν.. τι το αγαθόν αυτού και τι το κακόν αυτού. 26 από πρωϊθεν έως εσπέρας μεταβάλλει καιρός. και ουκ έστιν εξιχνιάσαι τα θαυμάσια του Κυρίου· 7 όταν συντελέση άνθρωπος. ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΨΥΧΗΣ. 11 δια τούτο εμακροθύμησε Κύριος επ ‘ αυτοίς και εξέχεεν επ ‘ αυτούς το έλεος αυτού. και αμφότερα παρά ανδρί κεχαριτωμένω.30 ‘Οπίσω των επιθυμιών σου μη πορεύου και από των ορέξεών σου κωλύου. και τις προσθήσει εκδιηγήσασθαι τα ελέη αυτού. 6 ουκ έστιν ελαττώσαι ουδέ προσθείναι. 28 πας συνετός έγνω σοφίαν και τω ευρόντι αυτήν δώσει εξομολόγησιν. και πάντα εστί ταχινά έναντι Κυρίου. και μη μείνης έως θανάτου δικαιωθήναι. 14 τους εκδεχομένους παιδείαν ελεά και τους κατασπεύδοντας επί τα κρίματα αυτού. πτωχείαν και ένδειαν εν ημέραις πλούτου. ούτως κρείσσων λόγος ή δόσις. 25 μνήσθητι καιρόν λιμού εν καιρω πλησμονής. 29 συνετοί εν λόγοις και αυτοί εσοφίσαντο και ανώμβρησαν παροιμίας ακριβείς. 16 ουχί καύσωνα αναπαύσει δρόσος. 21 πριν αρρωστήσαί σε ταπεινώθητι και εν καιρω αμαρτημάτων δείξον επιστροφήν. 4 ουθενί εξεποίησεν εξαγγείλαι τα έργα αυτού· και τις εξιχνιάσει τα μεγαλεία αυτού. 24 μνήσθητι θυμού εν ημέραις τελευτής και καιρόν εκδικήσεως εν αποστροφή προσώπου. 31 εάν χορηγήσης τη ψυχή σου ευδοκίαν επιθυμίας. και εν ωρα επισκοπής ευρήσεις εξιλασμόν. 5 κράτος μεγαλωσύνης αυτού τις εξαριθμήσεται. και δόσις βασκάνου εκτήκει οφθαλμούς. ούτως ολίγα έτη εν ημέρα αιώνος. 33 μη γίνου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1298 . 8 τι άνθωπος και τι η χρήσις αυτού. 27 άνθρωπος σοφός εν παντί ευλαβηθήσεται και εν ημέραις αμαρτιών προσέξει από πλημμελείας. 15 Τέκνον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς άγια από βεβήλων]. τότε απορηθήσεται.

και ει τι εποίησε. 13 Έλεγξον φίλον. μήποτε προσθή. 11 από προσώπου λόγου ωδινήσει μωρός ως από προσώπου βρέφους η τίκτουσα. [γινόμενος άμηνις. 5 ο ευφραινόμενος καρδία καταγνωσθήσεται. 17 έλεγξον τον πλησίον σου πριν ή απειλήσαι. 8 εν φίλω και εν εχθρω μη διηγού. οι δε ποιούντες τα αρεστά αυτω αθανασίας δένδρον καρπούνται]. και μη παντί λόγω πίστευε. και ουδέν σοί εστιν εν μαρσιπείω. και ει είρηκεν. ίνα μη δευτερώση. πολλάκις γαρ γίνεται διαβολή. μη αποκάλυπτε· 9 ακήκοε γαρ σου και εφυλάξατό σε. ου μη σε ρήξει. 16 έστιν ολισθαίνων και ουκ από ψυχής. 7 μηδέποτε δευτερώσης λόγον. μήποτε ουκ είπε. και τις ουχ ημάρτησεν εν τη γλώσση αυτού. και εν πάση σοφία ποίησις νόμου· [και γνώσις της παντοδυναμίας αυτού. και ει μη έστι σοι αμαρτία. 15 έλεγξον φίλον. 10 ακήκοας λόγον. μήποτε ουκ εποίησε. και ο αμαρτάνων εις ψυχήν αυτού πλημμελήσει. και ουθέν σοι ου μη ελαττονωθή. σοφία δε παρ' αυτού αγάπησιν περιποιεί. 18 φόβος Κυρίου αρχή προσλήψεως. 12 βέλος πεπηγός εν μηρω σαρκός. ούτως λόγος εν κοιλία μωρού. και εν καιρω μισήσει σε. 2 οίνος και γυναίκες αποστήσουσι συνετούς. εάν μετά ταύτα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1299 . συναποθανέτω σοι· θάρσει. 4 Ο ταχύ εμπιστεύων κούφος καρδία. και ο κολλώμενος πόρναις τολμηρότερος έσται· 3 σήτες και σκώληκες κληρονομήσουσιν αυτόν. και δος τόπον νόμω Υψίστου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΕΡΓΑΤΗΣ μέθυσος ου πλουτισθήσεται· ο εξουθενών τα ολίγα κατά μικρόν πεσείται. 19 γνώσις εντολών Κυρίου παιδεία ζωής. και ψυχή τολμηρά εξαρθήσεται. 14 έλεγξον τον πλησίον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πτωχός συμβολοκοπών εκ δανεισμού. 20 Πάσα σοφία φόβος Κυρίου. 21 οικέτης λέγων τω δεσπότη· ως αρέσκει ου ποιήσω. 6 και ο μισών λαλιάν ελαττονούται κακία.

οι γαρ οφθαλμοί αυτού ανθ ‘ ενός πολλοί· 15 ολίγα δώσει και πολλά ονειδίσει και ανοίξει το στόμα αυτού ως κήρυξ· σήμερον δανιεί και αύριον απαιτήσει. 2 ως καλόν ελέγξαι ή θυμούσθαι. και έστι δόσις. 7 άνθρωπος σοφός σιγήσει έως καιρού. 9 έστιν ευοδία εν κακοίς ανδρί. 12 έστιν αγοράζων πολλά ολίγου και αποτιννύων αυτά επταπλάσιον. 24 κρείττων ηττώμενος εν συνέσει έμφοβος ή περισσεύων εν φρονήσει και παραβαίνων νόμον. και ο ενεξουσιαζόμενος μισηθήσεται. 29 από οράσεως επιγνωσθήσεται ανήρ. και από απαντήσεως προσώπου επιγνωσθήσεται νοήμων. χάριτες δε μωρών εκχυθήσονται. ή ου λυσιτελήσει σοι. 13 ο σοφός εν λόγω εαυτόν προσφιλή ποιήσει. ης το ανταπόδομα διπλούν. ούτως ο ποιών εν βία κρίματα. κακοποιήσει. και έστι σιωπών και αυτός φρόνιμος. και έστι σιωπών ειδώς καιρόν. και ουκ έστιν όπου βουλή αμαρτωλών φρόνησις. 23 έστι πονηρία και αύτη βδέλυγμα. 25 έστι πανουργία ακριβής και αύτη άδικος. όπου ουκ επεγνώσθη. και έστιν άφρων ελαττούμενος σοφία. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1300 . μισητός άνθρωπος ο τοιούτος. 30 στολισμός ανδρός και γέλως οδόντων και βήματα ανθρώπου αναγγέλλει τα περί αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήση. 22 και ουκ έστι σοφία πονηρίας επιστήμη. παροργίζει τον τρέφοντα αυτόν]. και έστιν εύρημα εις ελάττωσιν. και έστιν ος από ταπεινώσεως ήρε κεφαλήν. 8 ο πλεονάζων λόγω βδελυχθήσεται. και έστι μισητός από πολλής λαλιάς. και τα εντός αυτού πλήρης δόλου· 27 συγκύφων πρόσωπον και ετεροκωφών. 6 έστι σιωπών. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΕΣΤΙΝ έλεγχος ος ουκ έστιν ωραίος. 5 έστι σιωπών ευρισκόμενος σοφός. και έστι διαστρέφων χάριν του εκφάναι κρίμα. 26 έστι πονηρευόμενος συγκεκυφώς μελανία. 11 έστιν ελάττωσις ένεκεν δόξης. εάν εύρη καιρόν. ο δε λαπιστής και άφρων υπερβήσεται καιρόν. και ο ανθομολογούμενος από ελαττώσεως κωλυθήσεται. προφθάσει σε· 28 και εάν υπό ελαττώματος ισχύος κωλυθή αμαρτείν. 10 έστι δόσις. ου γαρ έχει απόκρισιν. 4 επιθυμία ευνούχου αποπαρθενώσαι νεάνιδα. 14 δόσις άφρονος ου λυσιτελήσει σοι.

ήμαρτες. και εκτήσατο αυτόν εχθρόν δωρεάν. 20 από στόματος μωρού αποδοκιμασθήσεται παραβολή. ου γαρ μη είπη αυτήν εν καιρω αυτής. φαύλοι γλώσση· 17 ποσάκις και όσοι καταγελάσονται αυτού. 28 ο εργαζόμενος γην ανυψώσει θημωνίαν αυτού.27 Ο σοφός εν λόγοις προάξει εαυτόν. δήξεταί σε· οδόντες λέοντος οι οδόντες αυτής αναιρούντες ψυχάς ανθρώπων.. και εν τη αναπαύσει αυτού ου κατανυγήσεται. εν στόματι απαιδεύτων ενδελεχισθήσεται. 5 δέησις πτωχού εκ στόματος έως ωτίων αυτού. τη πληγή αυτής ουκ έστιν ίασις. τις ωφέλεια εν αμφοτέροις. 30 σοφία κεκρυμμένη και θησαυρός αφανής.18 ‘Ολίσθημα από εδάφους μάλλον ή από γλώσσης. εάν γαρ προσέλθης. 26 ήθος ανθρώπου ψευδούς ατιμία.. 3 ως ρομφαία δίστομος πάσα ανομία. ούτως πτώσις κακών κατά σπουδήν ήξει. 31 κρείσσων άνθρωπος αποκρύπτων την μωρίαν αυτού ή άνθρωπος αποκρύπτων την σοφίαν αυτού. και από άφρονος προσώπου απολεί αυτήν. 22 έστιν απολλύων την ψυχήν αυτού δι ‘ αισχύνην. και ο αρέσκων μεγιστάσιν εξιλάσεται αδικίαν. 25 αιρετόν κλέπτης ή ο ενδελεχίζων ψεύδει. 21 Έστι κωλυόμενος αμαρτάνειν από ενδείας. και ουκ έστι χάρις τοις αγαθοίς μου· οι έσθοντες τον άρτον μου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΤΕΚΝΟΝ. και άνθρωπος φρόνιμος αρέσει μεγιστάσιν. και η αισχύνη αυτού μετ ‘ αυτού ενδελεχώς.24 Μώμος πονηρός εν ανθρώπω ψεύδος. μη προσθής μηκέτι και περί των προτέρων σου δεήθητι. 2 ως από προσώπου όφεως φεύγε από αμαρτίας. ΛΟΓΟΙ ΠΑΡΑΒΟΛΩΝ. 19 άνθρωπος άχαρις. μύθος άκαιρος· εν στόματι απαιδεύτων ενδελεχισθήσεται. 4 καταπληγμός και ύβρις ερημώσουσι πλούτον· ούτως οίκος υπερηφάνου ερημωθήσεται. 29 ξένια και δώρα αποτυφλοί οφθαλμούς σοφών και ως φιμός εν στόματι αποτρέπει ελεγμούς. και το κρίμα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1301 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 16 μωρός ερεί· ουχ υπάρχει μοι φίλος. αμφότεροι δε απώλειαν κληρονομήσουσιν. 23 έστι χάριν αισχύνης επαγγελόμενος φίλω..

24 απαιδευσία ανθρώπου ακροάσθαι παρά θύραν. 16 εξήγησις μωρού ως εν οδω φορτίον. και ο φοβούμενος Κύριον επιστρέψει εν καρδία. 28 μολύνει την εαυτού ψυχήν ο ψιθυρίζων και εν παροικήσει μισηθήσεται. 20 μωρός εν γέλωτι ανυψοί φωνήν αυτού. 11 Ο φυλάσσων νόμον κατακρατεί του εννοήματος αυτού. 8 ο οικοδομών την οικίαν αυτού εν χρήμασιν αλλοτρίοις. αινέσει αυτόν και επ ‘ αυτόν προσθήσει· ήκουσεν ο σπαταλών και απήρεσεν αυτω. 15 λόγον σοφόν εάν ακούση επιστήμων. καρδία δε σοφών στόμα αυτών. 25 χείλη αλλοτρίων εν τούτοις βαρυνθήσεται. 7 γνωστός μακρόθεν ο δυνατός εν γλώσση. 17 στόμα φρονίμου ζητηθήσεται εν εκκλησία. λόγοι δε φρονίμων εν ζυγω σταθήσονται. 21 ως κόσμος χρυσού φρονίμω παιδεία και ως χλιδών επί βραχίονι δεξιω. 6 μισών ελεγμόν εν ίχνει αμαρτωλού. επί δε χείλους συνετού ευρεθήσεται χάρις. και συντέλεια του φόβου Κυρίου σοφία. ο δε νοήμων οίδεν εν τω ολισθαίνειν αυτόν. και επ ‘ εσχάτω αυτής βόθρος άδου. και η συντέλεια αυτών φλόξ πυρός. 10 οδός αμαρτωλών ωμαλισμένη εκ λίθων. και γνώσις ασυνέτου αδιεξέταστοι λόγοι. 27 εν τω καταράσθαι ασεβή τον σατανάν αυτός καταράται την εαυτού ψυχήν. ανήρ δε πεπαιδευμένος έξω στήσεται. και τους λόγους αυτού διανοηθήσονται εν καρδία. άνθρωπος δε πολύπειρος αισχυνθήσεται από προσώπου. 12 ου παιδευθήσεται ος ουκ έστι πανούργος· έστι πανουργία πληθύνουσα πικρίαν. ανήρ δε πανούργος μόλις ησυχή μειδιάσει. 26 εν στόματι μωρών η καρδία αυτών. 9 στυππείον συνηγμένον συναγωγή ανόμων. 18 ως οίκος ηφανισμένος ούτως μωρω σοφία. 22 πούς μωρού ταχύς εις οικίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού κατά σπουδήν έρχεται. και απέστρεψεν αυτόν οπίσω του νώτου αυτού. 14 έγκατα μωρού ως αγγείον συντετριμμένον και πάσαν γνώσιν ου κρατήσει. 23 άφρων από θύρας παρακύπτει εις οικίαν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1302 . 13 γνώσις σοφού ως κατακλυσμός πληθυνθήσεται και η βουλή αυτού ως πηγή ζωής. ο δε φρόνιμος βαρυνθήσεται ατιμία. 19 πέδαι εν ποσίν ανοήτοις παιδεία και ως χειροπέδαι επί χειρός δεξιάς. ως ο συνάγων αυτού τους λίθους εις χειμώνα.

του δε μωρού υπέρ θάνατον η ζωή πονηρά. τι εστιν. 23 πίστιν κτήσαι εν πτωχεία μετά του πλησίον. και επί μωρω κλαύσον. εν τούτοις αποφεύξεται πας φίλος. 18 χάρακες επί μετεώρου κείμενοι κατέναντι ανέμου ου μη υπομείνωσιν· ούτως καρδία δειλή επί διανοήματος μωρού κατέναντι παντός φόβου ου μη υπομείνη. 20 βάλλων λίθον επί πετεινά αποσοβεί αυτά. 4 θυγάτηρ φρονίμη κληρονομήσει άνδρα αυτής. θυγάτηρ δε επ ‘ ελαττώσει γίνεται. 7 συγκολλών όστρακον ο διδάσκων μωρόν. 25 φίλον σκεπάσαι ουκ αισχυνθήσομαι και από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1303 . μάστιγες δε και παιδεία εν παντί καιρω σοφίας. μωρού δε και ασεβούς πάσαι αι ημέραι της ζωής αυτού. μη ευλαβηθής. ίνα μη κόπον έχης. ίνα εν τη κληρονομία αυτού συγκληρονομήσης. 11 επί νεκρω κλαύσον. 24 προ πυρός ατμίς καμίνου και καπνός· ούτως προ αιμάτων λοιδορίαι. 15 άμμον και άλα και βώλον σιδήρου εύκοπον υπενεγκείν ή άνθρωπον ασύνετον. εξεγείρων καθεύδοντα εκ βαθέως ύπνου. και η καταισχύνουσα εις λύπην γεννήσαντος· 5 πατέρα και άνδρα καταισχύνει η θρασεία και υπό αμφοτέρων ατιμασθήσεται. 17 καρδία ηδρασμένη επί διανοίας συνέσεως ως κόσμος ψαμμωτός τοίχου ξυστού. έστι γαρ διαλλαγή· πλήν ονειδισμού και υπερηφανίας και μυστηρίου αποκαλύψεως και πληγής δολίας. πας ο αναιρούμενος αυτόν εκτινάξει χείρα. και επί συντελεία ερεί. 8 διηγούμενος νυστάζοντι ο διηγούμενος μωρω. και ου μη μολυνθής εν τω εντιναγμω αυτού· έκκλινον απ ‘ αυτού και ευρήσεις ανάπαυσιν και ου μη ακηδιάσης εν τη απονοία αυτού. και τι αυτω όνομα αλλ ‘ ή μωρός. εξέλιπε γαρ σύνεσις. ίνα εν τοις αγαθοίς αυτού ομού πλησθής· εν καιρω θλίψεως διάμενε αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΛΙΘ† ηρδαλωμένω συνεβλήθη οκνηρός. ήδιον κλαύσον επί νεκρω. και ο ονειδίζων φίλον διαλύσει φιλίαν. 6 Μουσικά εν πένθει άκαιρος διήγησις. 14 υπέρ μόλυβδον τι βαρυνθήσεται. 19 Ο νύσσων οφθαλμόν κατάξει δάκρυα. 2 βολβίτω κοπρίων συνεβλήθη οκνηρός.16 Ιμάντωσις ξυλίνη ενδεδεμένη εις οικοδομήν εν συσσεισμω ου διαλυθήσεται· ούτως καρδία εστηριγμένη επί διανοήματος βουλής εν καιρω ου δειλιάσει. 3 αισχύνη πατρός εν γεννήσει απαιδεύτου. εξέλιπε γαρ φως. και πας εκσυριεί επί τη ατιμία αυτού. 13 μετά άφρονος μη πληθύνης λόγον. και ο νύσσων καρδίαν εκφαίνει αίσθησιν. μη απελπίσης. και προς ασύνετον μη πορεύου· φύλαξαι απ ‘ αυτού. έστι γαρ επάνοδος· 22 επί φίλον εάν ανοίξης στόμα. ότι ανεπαύσατο. 21 επί φίλον εάν σπάσης ρομφαίαν.. 12 πένθος νεκρού επτά ημέραι.

. ανά μέσον γαρ μεγιστάνων συνεδρεύεις· μήποτ ‘ επιλάθη ενώπιον αυτών και τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1304 . ίνα μη πέσω απ ‘ αυτής και η γλώσσά μου απολέση με. και εν αμαρτίαις ουκ εγκυλισθήσονται. ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΟΜΑΤΟΣ.27 Τίς δώσει μοι επί στόμα μου φυλακήν και επί των χειλέων μου σφραγίδα πανούργον. μη εγκαταλίπης με εν βουλή αυτών. αμαρτία αυτού επ ‘ αυτω. καν υπερίδη. ου δικαιωθήσεται. 11 ανήρ πολύορκος πλησθήσεται ανομίας. έστι γαρ εν αυτη λόγος αμαρτίας. ίνα επί τοις αγνοήμασί μου μη φείσωνται και ου μη παρή τα αμαρτήματα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσώπου αυτού ου μη κρυβώ. και λοίδορος και υπερήφανος σκανδαλισθήσονται εν αυτοίς. 26 και ει κακά μοι συμβή δι ‘ αυτόν. και ο φυλάσσων ου μη αλω. μετεωρισμόν οφθαλμών μη δως μοι 5 και επιθυμίαν απόστρεψον απ ‘ εμού· 6 κοιλίας όρεξις και συνουσιασμός μη καταλαβέτωσάν με. πάτερ και Θεέ ζωής μου. 13 απαιδευσίαν ασυρή μη συνεθίσης το στόμα σου. 9 όρκω μη εθίσης το στόμα σου και ονομασία του αγίου μη συνεθισθής· 10 ωσπερ γαρ οικέτης εξεταζόμενος ενδελεχώς από μώλωπος ουκ ελαττωθήσεται. πλησθήσεται γαρ επαγωγών ο οίκος αυτού. ήμαρτε δισσώς· και ει διακενής ώμοσεν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΥΡΙΕ. μη ευρεθήτω εν κληρονομία Ιακώβ· από γαρ ευσεβών ταύτα πάντα αποστήσεται. 4 Κύριε. 2 τις επιστήσει επί του διανοήματός μου μάστιγας και επί της καρδίας μου παιδείαν σοφίας. και ψυχή αναιδεί μη παραδως με. και ουκ αποστήσεται από του οίκου αυτού μάστιξ· εάν πλημμελήση. πας ο ακούων φυλάξεται απ ‘ αυτού. τέκνα. 3 όπως μη πληθύνωσιν αι άγνοιαί μου και αι αμαρτίαι μου πλεονάσωσι και πεσούμαι έναντι των υπεναντίων και επιχαρείταί μοι ο εχθρός μου. μη αφής με πεσείν εν αυτοίς. 8 εν τοις χείλεσιν αυτού καταληφθήσεται αμαρτωλός...12 Έστι λέξις αντιπεριβεβλημένη θανάτω. ούτως και ο ομνύων και ονομάζων διαπαντός από αμαρτίας ου μη καθαρισθή. 14 μνήσθητι πατρός και μητρός σου.7 Παιδείαν στόματος ακούσατε. πάτερ και δέσποτα ζωής μου.

26 καταλείψει εις κατάραν το μνημόσυνον αυτής. 25 ου διαδώσουσι τα τέκνα αυτής εις ρίζαν. και δεύτερον εις άνδρα εαυτής επλημμέλησε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εθισμω σου μωρανθής και θελήσεις ει μη εγεννήθης και την ημέραν του τοκετού σου καταράση. εξ αλλοτρίου ανδρός τέκνα παρέστησεν. ου μη σβεσθή έως αν καταποθή· άνθρωπος πόρνος εν σώματι σαρκός αυτού.22 Ούτως και γυνή καταλιπούσα τον άνδρα και παριστώσα κληρονόμον εξ αλλοτρίου· 23 πρώτον μεν γαρ εν νόμω Υψίστου ηπείθησε. 16 Δύο είδη πληθύνουσιν αμαρτίας. και το τρίτον επάξει οργήν· 17 ψυχή θερμή ως πυρ καιόμενον. 15 άνθρωπος συνεθιζόμενος λόγοις ονειδισμού εν πάσαις ταις ημέραις αυτού ου μη παιδευθή. 19 και οφθαλμοί ανθρώπων ο φόβος αυτού. επιβλέποντες πάσας οδούς ανθρώπων και κατανοούντες εις απόκρυφα μέρη. και το όνειδος αυτής ουκ εξαλειφθήσεται. και επί τα τέκνα αυτής επισκοπή έσται. ου μη παύσηται έως αν εκκαύση πυρ· ανθρώπω πόρνω πας άρτος ηδύς. 20 πριν ή κτισθήναι τα πάντα. έγνωσται αυτω. 27 και επιγνώσονται οι καταλειφθέντες ότι ουθέν κρείττον φόβου Κυρίου και ουθέν γλυκύτερον του προσέχειν εντολαίς Κυρίου. των αμαρτιών μου ου μη μνησθήσεται ο Ύψιστος. ου μη κοπάση έως αν τελευτήση. και ου ουχ υπενόησεν πιασθήσεται.Η σοφία αινέσει ψυχήν αυτής και εν μέσω λαού αυτής καυχήσεται. και ουκ έγνω ότι οφθαλμοί Κυρίου μυριοπλασίως ηλίου φωτεινότεροι. και οι κλάδοι αυτής ου δώσουσι καρπόν. και το τρίτον εν πορνεία εμοιχεύθη. ούτως και μετά το συντελεσθήναι. λέγων εν τη ψυχή αυτού· τις με ορά. και ουθείς με ορά· τι ευλαβούμαι. 18 άνθρωπος παραβαίνων από της κλίνης αυτού.. και οι τοίχοί με καλύπτουσι. σκότος κύκλω μου. και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην· 4 εγώ εν υψηλοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1305 .. 21 ούτος εν πλατείαις πόλεως εκδικηθήσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΑΙΝΕΣΙΣ ΣΟΦΙΑΣ. 2 εν εκκλησία Υψίστου στόμα αυτής ανοίξει και έναντι δυνάμεως αυτού καυχήσεται· 3 εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον. 24 αύτη εις εκκλησίαν εξαχθήσεται.

ίνα κραταιώση υμάς. και η κληρονομία μου υπέρ μέλιτος κηρίον. 16 εγώ ως τερέμινθος εξέτεινα κλάδους μου. 15 ως κιννάμωμον και ασπάλαθος αρωμάτων δέδωκα οσμήν και ως σμύρνα εκλεκτή διέδωκα ευωδίαν. και εν Ιερουσαλήμ η εξουσία μου· 12 και ερρίζωσα εν λαω δεδοξασμένω. ως ελαία ευπρεπής εν πεδίω. και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης· 5 γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα· 6 εν κύμασι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαω και έθνει εκτησάμην. [24 μη εκλύεσθε ισχύν εν Κυρίω. 8 τότε ενετείλατό μοι ο κτίστης απάντων. νόμον ον ενετείλατο ημίν Μωυσής κληρονομίαν συναγωγαίς Ιακώβ. και οι πίνοντές με έτι διψήσουσιν. 26 ο αναπληρών ως Ευφράτης σύνεσιν και ως Ιορδάνης εν ημέραις θερισμού. 9 προ του αιώνος απ ‘ αρχής έκτισέ με. 13 ως κέδρος ανυψώθην εν τω Λιβάνω και ως κυπάρισσος εν όρεσιν Αερμών· 14 ως φοίνιξ ανυψώθην εν αιγιαλοίς και ως φυτά ρόδου εν Ιεριχώ. και τα άνθη μου καρπός δόξης και πλούτου. 7 μετά τούτων πάντων ανάπαυσιν εζήτησα και εν κληρονομία τίνος αυλισθήσομαι. και από των γεννημάτων μου εμπλήσθητε· 20 το γαρ μνημόσυνόν μου υπέρ το μέλι γλυκύ. 17 εγώ ως άμπελος βλαστήσασα χάριν. και ανυψώθην ως πλάτανος. εν μερίδι Κυρίου κληρονομίας αυτού. 19 προσέλθετε προς με οι επιθυμούντές μου. και οι κλάδοι μου κλάδοι δόξης και χάριτος. 23 ταύτα πάντα βίβλος διαθήκης Θεού Υψίστου. δίδομαι ουν πάσι τοις τέκνοις μου. και ούτως ο έσχατος ουκ εξιχνίασεν αυτήν· 29 από γαρ θαλάσσης επληθύνθη διανόημα αυτής και η βουλή αυτής από αβύσσου μεγάλης. ως Γηών εν ημέραις τρυγητού. 21 οι εσθίοντές με έτι πεινάσουσι. 27 ο εκφαίνων ως φως παιδείαν. ως χαλβάνη και όνυξ και στακτή και ως λιβάνου ατμίς εν σκηνή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατεσκήνωσα. 10 εν σκηνή αγία ενώπιον αυτού ελειτούργησα και ούτως εν Σιών εστηρίχθην· 11 εν πόλει ηγαπημένη ομοίως με κατέπαυσε. 28 ου συνετέλεσεν ο πρώτος γνώναι αυτήν. [18 εγώ μήτηρ της αγαπήσεως της καλής. 30 καγώ ως διώρυξ από ποταμού και ως υδραγωγός εξήλθον εις παράδεισον· 31 είπα· ποτιώ μου τον κήπον και μεθύσω μου την πρασιάν· και ιδού εγένετό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1306 . και ο κτίσας με κατέπαυσε την σκηνήν μου και είπεν· εν Ιακώβ κατασκήνωσον και εν Ισραήλ κατακληρονομήθητι. Κύριος παντοκράτωρ Θεός μόνος εστί. κολλάσθε δε προς αυτόν. 25 ο πιμπλών ως Φεισών σοφίαν και ως Τίγρις εν ημέραις νέων. 22 ο υπακούων μου ουκ αισχυνθήσεται. και ουκ έστιν έτι πλήν αυτού σωτήρ]. αειγενής τοις λεγομένοις υπ' αυτού]. και φόβου και γνώσεως και της οσίας ελπίδος. και έως αιώνος ου μη εκλίπω. και οι εργαζόμενοι εν εμοί ουχ αμαρτήσουσι.

3 Εν νεότητι ου συναγήοχας. πίστις δε αρχή κολλήσεως αυτού]. αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν. 32 έτι παιδείαν ως όρθρον φωτιώ και εκφανώ αυτά έως εις μακράν· 33 έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων.. και Πως αν εύροις εν τω γήρα σου. και ος ουκ εδούλευσεν αναξίω αυτού· 9 μακάριος ος εύρε φρόνησιν. και το καύχημα αυτών φόβος Κυρίου. 34 ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα.7 Εννέα υπονοήματα εμακάρισα εν καρδία και το δέκατον ερώ επί γλώσσης· άνθρωπος ευφραινόμενος επί τέκνοις. και πάσαν εκδίκησιν και μη εκδίκησιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1307 . και πλούσιον ψεύστην. και γυνή και ανήρ εαυτοίς συμπεριφερόμενοι. και ο ποταμός μου εγένετο εις θάλασσαν. ο κρατών αυτού τίνι ομοιωθήσεται. γέροντα μοιχόν ελαττούμενον συνέσει.. και φιλία των πλησίον. 2 τρία δε είδη εμίσησεν η ψυχή μου και προσώχθισα σφόδρα τη ζωή αυτών· πτωχόν υπερήφανον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μοι η διώρυξ εις ποταμόν. και ο διηγούμενος εις ώτα ακουόντων· 10 ως μέγας ο ευρών σοφίαν· αλλ ‘ ουκ έστιν υπέρ τον φοβούμενον τον Κύριον· 11 φόβος Κυρίου υπέρ παν υπερέβαλεν. ζων και βλέπων επί πτώσει εχθρών· 8 μακάριος ο συνοικών γυναικί συνετη. 4 ως ωραίον πολιαίς κρίσις και πρεσβυτέροις επιγνώναι βουλήν. [12 φόβος Κυρίου αρχή αγαπήσεως αυτού. και πάσαν πονηρίαν και μη πονηρίαν γυναικός· 14 πάσαν επαγωγήν και μη επαγωγήν μισούντων. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΕΝ τρισίν ωραϊσθην και ανέστην ωραία έναντι Κυρίου και ανθρώπων· ομόνοια αδελφών. 5 ως ωραία γερόντων σοφία και δεδοξασμένοις διανόημα και βουλή. 13 Πάσαν πληγήν και μη πληγήν καρδίας. και ος εν γλώσση ουκ ωλίσθησε. 6 στέφανος γερόντων πολυπειρία.

και ακούσας ανεστέναξε πικρά. 23 καρδία ταπεινή και πρόσωπον σκυθρωπόν και πληγή καρδίας γυνή πονηρά· χείρες παρειμέναι και γόνατα παραλελυμένα ήτις ου μακαριεί τον άνδρα αυτής. εν μερίδι φοβουμένων Κύριον δοθήσεται. 20 ανάβασις αμμώδης εν ποσί πρεσβυτέρου. 9 πορνεία γυναικός εν μετεωρισμοίς οφθαλμών και εν τοις βλεφάροις αυτής γνωσθήσεται. 18 ανά μέσον του πλησίον αυτού αναπεσείται ο ανήρ αυτής. 7 βοοζύγιον σαλευόμενον γυνή πονηρά. και καταψευσμόν. 3 γυνή αγαθή μερίς αγαθή. 17 πονηρία γυναικός αλλοιοί την όρασιν αυτής και σκοτοί το πρόσωπον αυτής ως άρκος. 21 μη προσπέσης επί κάλλος γυναικός και γυναίκα μη επιποθήσης. 16 συνοικήσαι λέοντι και δράκοντι ευδοκήσω ή ενοικήσαι μετά γυναικός πονηράς. ούτως γυνή γλωσσώδης ανδρί ησύχω. και τα έτη αυτού πληρώσει εν ειρήνη. ο κρατών αυτής ως ο δρασσόμενος σκορπίου. και δι ‘ αυτήν αποθνήσκομεν πάντες. εν παντί καιρω πρόσωπον ιλαρόν. 26 ει μη πορεύεται κατά χείρά σου. υπέρ θάνατον πάντα μοχθηρά. 4 πλουσίου δε και πτωχού καρδία αγαθή. 25 μη δως ύδατι διέξοδον μηδέ γυναικί πονηρά εξουσίαν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΓΥΝΑΙΚΟΣ αγαθής μακάριος ο ανήρ. 10 επί θυγατρί αδιατρέπτω στερέωσον φυλακήν. 24 από γυναικός αρχή αμαρτίας. και ουκ έστι θυμός υπέρ θυμόν εχθρού. 2 γυνή ανδρεία ευφραίνει τον άνδρα αυτής. κλήρος αμαρτωλού επιπέσοι αυτη. 5 από τριών ευλαβήθη η καρδία μου. 8 οργή μεγάλη γυνή μέθυσος και ασχημοσύνην αυτής ου συγκαλύψει. 6 άλγος καρδίας και πένθος γυνή αντίζηλος επί γυναικί και μάστιξ γλώσσης πάσιν επικοινωνούσα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εχθρών. 22 οργή και αναίδεια και αισχύνη μεγάλη γυνή εάν επιχορηγή τω ανδρί αυτής. 19 μικρά πάσα κακία προς κακίαν γυναικός. από των σαρκών σου απότεμε αυτήν. 11 οπίσω αναιδούς οφθαλμού φύλαξαι. και επί τω τετάρτω προσώπω εδεήθην· διαβολήν πόλεως. ίνα μη ευρούσα άνεσιν εαυτη χρήσηται. και μη θαυμάσης εάν εις σε πλημμελήση· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1308 . και αριθμός των ημερών αυτού διπλάσιος. 15 ουκ έστι κεφαλή υπέρ κεφαλήν όφεως. και εκκλησίαν όχλου.

ύπανδρος δε πύργος θανάτου τοις χρωμένοις λογισθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 ως διψών οδοιπόρος το στόμα ανοίξει. ο γαρ αριθμός των ετών αυτού διπλάσιος έσται. 25 γυνή αδιάτρεπτος ως κύων λογισθήσεται. [19 Τέκνον. και από παντός ύδατος του σύνεγγυς πίεται. 16 ήλιος ανατέλλων εν υψίστοις Κυρίου και κάλλος αγαθής γυναικός εν κόσμω οικίας αυτής. 20 αναζητήσας παντός πεδίου εύγειον κλήρον σπείρε τα ίδια σπέρματα πεποιθώς τη ευγενεία σου· 21 ούτως τα γενήματά σου περιόντα και παρρησίαν ευγενείας έχοντα μεγαλυνούσι. πολέμου ακαταστασίαις την ψυχήν διαιτηθήσεται]. ατιμάζουσα δε εν υπερηφανία ασεβής πάσι γνωσθήσεται. θυγάτηρ δε ευσχήμων και τον άνδρα εντραπήσεται. 14 δόσις Κυρίου γυνή σιγηρά. 29 Μόλις εξελείται έμπορος από πλημμελείας. 13 χάρις γυναικός τέρψει τον άνδρα αυτής. 15 χάρις επί χάριτι γυνή αισχυντηρά. 22 γυνή μισθία ίση σιάλω λογισθήσεται. και άνδρες συνετοί εάν σκυβαλισθώσιν. ανθρώπου δε παντός ψυχή ομοιότροπος τούτοις. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1309 . και επί τω τρίτω θυμός μοι επήλθεν· ανήρ πολεμιστής υστερών δι ‘ ένδειαν. και ου δικαιωθήσεται κάπηλος από αμαρτίας. και ουκ έστιν αντάλλαγμα πεπαιδευμένης ψυχής. 18 στύλοι χρύσεοι επί βάσεως αργυράς και πόδες ωραίοι επί στέρνοις ευσταθούς. 27 γυνή μεγαλόφωνος και γλωσσώδης ως σάλπιγξ πολέμων εις τροπήν θεωρηθήσεται.28 Επί δυσί λελύπηται η καρδία μου. επανάγων από δικαιοσύνης επί αμαρτίαν· ο Κύριος ετοιμάσει εις ρομφαίαν αυτόν. 23 γυνή ασεβής ανόμω μερίς δοθήσεται. και τα οστά αυτού πιανεί η επιστήμη αυτής. η δε έχουσα αισχύνην τον Κύριον φοβηθήσεται. και ουκ έστι σταθμός πας άξιος εγκρατούς ψυχής.. ακμήν ηλικίας σου συντήρησον υγιή. 24 γυνή ασχήμων ατιμίαν κατατρίψει. 26 γυνή άνδρα ίδιον τιμώσα σοφή πάσι φανήσεται. κατέναντι παντός πασσάλου καθήσεται και έναντι βέλους ανοίξει φαρέτραν. ευσεβής δε δίδοται τω φοβουμένω τον Κύριον. 17 λύχνος εκλάμπων επί λυχνίας αγίας και κάλλος προσώπου επί ηλικία στασίμη. γυναικός αγαθής μακάριος ο ανήρ. και μη δως αλλοτρίοις την ισχύν σου.

και αλήθεια προς τους εργαζομένους αυτήν επανήξει. 28 εμπαιγμός και ονειδισμός υπερηφάνων. και πληγή δολία διελεί τραύματα. 20 μη αυτόν διώξης. 26 ο ορύσσων βόθρον εις αυτόν εμπεσείται. 6 γεώργιον ξύλου εκφαίνει ο καρπός αυτού. ούτος γαρ πειρασμός ανθρώπων. και ο γέλως αυτών εν σπατάλη αμαρτίας. και ο Κύριος μισήσει αυτόν. 18 καθώς γαρ απώλεσεν άνθρωπος τον εχθρόν αυτού. και αναμέσον πράσεως και αγορασμού συντριβήσεται αμαρτία. ούτως αμαρτίαι εργαζομένους άδικα. ο δε άφρων ως σελήνη αλλοιούται. 4 Εν σείσματι κοσκίνου διαμένει κοπρία. και ο ζητών πληθύναι αποστρέψει οφθαλμόν. ου μη καταδιώξης οπίσω αυτού. 12 εις μέσον ασυνέτων συντήρησον καιρόν. και ουδείς αυτόν αποστήσει απ ‘ αυτού· 23 απέναντι των οφθαλμών σου γλυκανεί στόμα σου. 24 πολλά εμίσησα και ουχ ωμοίωσα αυτω. 11 διήγησις ευσεβούς διαπαντός σοφία. και η μάχη αυτών εμφραγμός ωτίων. 14 λαλιά πολυόρκου ορθώσει τρίχας. 25 ο βάλλων λίθον εις ύψος επί κεφαλήν αυτού βάλλει. 3 εάν μη εν φόβω Κυρίου κρατήση κατά σπουδήν. και η εκδίκησις ως λέων ενεδρεύσει αυτόν. ούτως σκύβαλα ανθρώπου εν λογισμω αυτού. καταλήψη και ενδύση αυτό ως ποδήρη δόξης. και ο ιστών παγίδα εν αυτη αλώσεται. ούτως αφήκας τον πλησίον και ου θηρεύσεις αυτόν. 21 ότι τραύμά εστι καταδήσαι και λοιδορίας εστί διαλλαγή. και ου μη εύρη φίλον προς την ψυχήν αυτού. 2 αναμέσον αρμών λίθων παγήσεται πάσσαλος. 9 πετεινά προς τα όμοια αυτοίς καταλύσει. και ου μη επιγνω πόθεν ήκει αυτω. και η διαλοιδόρησις αυτών ακοή μοχθηρά. 5 σκεύη κεραμέως δοκιμάζει κάμινος.22 Διανεύων οφθαλμω τεκταίνει κακά. εις μέσον δε διανοουμένων ενδελέχιζε.8 Εάν διώκης το δίκαιον.. 27 ο ποιών πονηρά εις αυτόν κυλισθήσεται. ο δε αποκαλύψας μυστήρια απήλπισεν. ότι μακράν απέστη και εξέφυγεν ως δορκάς εκ παγίδος. εν τάχει καταστραφήσεται αυτού ο οίκος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΧΑΡΙΝ διαφόρου πολλοί ήμαρτον. 10 λέων θήραν ενεδρεύει.. και πειρασμός ανθρώπου εν διαλογισμω αυτού.. ύστερον δε διαστρέψει το στόμα αυτού και εν τοις λόγοις σου δώσει σκάνδαλον. 17 στέρξον φίλον και πιστώθητι μετ ‘ αυτού· εάν δε αποκαλύψης τα μυστήρια αυτού. 15 έκχυσις αίματος μάχη υπερηφάνων. 29 παγίδι αλώσονται οι ευφραινόμενοι πτώσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1310 .16 Ο αποκαλύπτων μυστήρια απώλεσε πίστιν. ούτως λόγος ενθυμήματος καρδίας ανθρώπου. και επί των λόγων σου εκθαυμάσει. ούτως απώλεσας την φιλίαν του πλησίον· 19 και ως πετεινόν εκ χειρός σου απέλυσας. 13 διήγησις μωρών προσόχθισμα. 7 προ λογισμού μη επαινέσης άνδρα.

εκκαήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ευσεβών. 13 Ψίθυρον και δίγλωσσον καταράσασθε. 14 γλώσσα τρίτη πολλούς εσάλευσε και διέστησεν αυτούς από έθνους εις έθνος και πόλεις οχυράς καθείλε και οικίας μεγιστάνων κατέστρεψε. 10 κατά την ύλην του πυρός ούτως εκκαυθήσεται. και τότε δεηθέντος σου αι αμαρτίαι σου λυθήσονται. 17 πληγή μάστιγος ποιεί μώλωπας. 4 επ ‘ άνθρωπον όμοιον αυτω ουκ έχει έλεος. και τας αμαρτίας αυτού διατηρών διατηρήσει. και κατά τον πλούτον ανυψώσει οργήν αυτού. 5 αυτός σάρξ ων διατηρεί μήνιν. και περί των αμαρτιών αυτού δείται. σβεσθήσεται· και αμφότερα εκ του στόματός σου εκπορεύεται. και οδύνη καταναλώσει αυτούς προ του θανάτου αυτών. και εάν πτύσης επ ‘ αυτόν. πολλούς γαρ ειρηνεύοντας απώλεσαν. ουδέ κατασκηνώσει μεθ ‘ ησυχίας. 8 απόσχου από μάχης. τις εξιλάσεται τας αμαρτίας αυτού. και ουχ ως οι πεπτωκότες δια Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1311 . 7 μνήσθητι εντολών και μη μηνίσης τω πλησίον. 16 ο προσέχων αυτη ου μη εύρη ανάπαυσιν. 6 μνήσθητι τα έσχατα και παύσαι εχθραίνων. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 Ο ΕΚΔΙΚΩΝ παρά Κυρίου ευρήσει εκδίκησιν. καταφθοράν και θάνατον. και κατά την στερέωσιν της μάχης εκκαυθήσεται. 2 άφες αδίκημα τω πλησίον σου. πληγή δε γλώσσης συγκλάσει οστά. 11 έρις κατασπευδομένη εκκαίει πυρ. 12 εάν φυσήσης εις σπινθήρα. και μάχη κατασπεύδουσα εκχέει αίμα. 9 και ανήρ αμαρτωλός ταράξει φίλους και ανά μέσον ειρηνευόντων εμβάλλει διαβολήν. και ελαττώσεις αμαρτίας· άνθρωπος γαρ θυμώδης εκκαύσει μάχην. και παρά Κυρίου ζητεί ίασιν. και κατά την ισχύν του ανθρώπου ο θυμός αυτού έσται. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 30 Μήνις και οργή και ταύτά εστι βδελύγματα και ανήρ αμαρτωλός εγκρατής έσται αυτών. και έμμενε εντολαίς. 15 γλώσσα τρίτη γυναίκας ανδρείας εξέβαλε και εστέρησεν αυτάς των πόνων αυτών. 18 πολλοί έπεσαν εν στόματι μαχαίρας. και διαθήκην Υψίστου και πάριδε άγνοιαν. 3 άνθρωπος ανθρώπω συντηρεί οργήν.

και επί των χρημάτων του πλησίον ταπεινώσει φωνήν· και εν καιρω αποδόσεως παρελκύσει χρόνον και αποδώσει λόγους ακηδίας και τον καιρόν αιτιάσεται. και εν παντί καιρω ευρήσεις την χρείαν σου. 21 θάνατος πονηρός ο θάνατος αυτής. 8 πλήν επί ταπεινω μακροθύμησον και επ ‘ ελεημοσύνην μη παρελκύσης αυτόν. 4 πολλοί ως εύρεμα ενόμισαν δάνος και παρέσχον πόνον τοις βοηθήσασιν αυτοίς. μη πέσης κατέναντι ενεδρεύοντος. και μη ιωθήτω υπό τον λίθον εις απώλειαν. και λυσιτελήσει σοι μάλλον ή το χρυσίον. 5 έως ου λάβη. 11 θές τον θησαυρόν σου κατ ‘ εντολάς Υψίστου. και εν αυτοίς εκκαήσεται και ου μη σβεσθή· εξαποσταλήσεται επ ‘ αυτοίς ως λέων. και ως πάρδαλις λυμανείται αυτούς. και πάλιν απόδος τω πλησίον εις τον καιρόν· 3 στερέωσον λόγον και πιστώθητι μετ ‘ αυτού. 6 εάν ισχύση. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 Ο ΠΟΙΩΝ έλεος δανειεί τω πλησίον. 2 δάνεισον τω πλησίον εν καιρω χρείας αυτού. και τω στόματί σου ποίησον θύραν και μοχλόν. μόλις κομίσεται το ήμισυ και λογιείται αυτό ως εύρεμα· ει δε μη. 22ου μη κρατήσει ευσεβών. 23 οι καταλείποντες Κύριον εμπεσούνται εις αυτήν. καταφιλήσει χείρα αυτού. το αργύριόν σου και το χρυσίον κατάδησον· 25 και τοις λόγοις σου ποίησον ζυγόν και σταθμόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γλώσσαν. 12 σύγκλεισον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1312 . ος ουχ είλκυσε τον ζυγόν αυτής και εν τοις δεσμοίς αυτής ουκ εδέθη· 20 ο γαρ ζυγός αυτής ζυγός σιδηρούς. 9 χάριν εντολής αντιλαβού πένητος και κατά την ένδειαν αυτού μη αποστρέψης αυτόν κενόν. 26 πρόσεχε μήπως ολισθήσης εν αυτη. και ο επισχύων τη χειρί αυτού τηρεί εντολάς. 7 πολλοί ουν χάριν πονηρίας απέστρεψαν. 19 μακάριος ο σκεπασθείς απ ‘ αυτής. ος ου διήλθεν εν τω θυμω αυτής. απεστέρησεν αυτόν των χρημάτων αυτού. και λυσιτελής μάλλον ο άδης αυτής. 10 απόλεσον αργύριον δι ‘ αδελφόν και φίλον. και εν τη φλογί αυτής ου καήσονται. αποστερηθήναι δωρεάν ευλαβήθησαν. 24 ίδε περίφραξον το κτήμά σου ακάνθαις. και οι δεσμοί αυτής δεσμοί χάλκεοι. και εκτήσατο αυτόν εχθρόν δωρεάν· κατάρας και λοιδορίας αποδώσει αυτω και αντί δόξης αποδώσει αυτω ατιμίαν.

22 κρείσσων βίος πτωχού υπό σκέπην δοκών ή εδέσματα λαμπρά εν αλλοτρίοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ελεημοσύνην εν τοις ταμείοις σου. και ο απολωλεκώς αισχύνην καταλήψει αυτόν. 2 ο παιδεύων τον υιόν αυτού ονήσεται επ ‘ αυτω και ανά μέσον γνωρίμων επ ‘ αυτω καυχήσεται· 3 ο διδάσκων τον υιόν αυτού παραζηλώσει τον εχθρόν και έναντι φίλων επ ‘ αυτω αγαλλιάσεται. κόσμησον τράπεζαν. 20 αντιλαβού του πλησίον κατά δύναμίν σου και πρόσεχε σεαυτω μη εμπέσης. ψώμισόν με. 6 εναντίον εχθρών κατέλιπεν έκδικον και τοις φίλοις ανταποδιδόντα χάριν. 17 εγγύη πολλούς απώλεσε κατευθύνοντας και εσάλευσεν αυτούς ως κύμα θαλάσσης· άνδρας δυνατούς απώκισε και επλανήθησαν εν έθνεσιν αλλοτρίοις. έδωκε γαρ την ψυχήν αυτού υπέρ σου. 15 Χάριτας εγγύου μη επιλάθη. 14 ανήρ αγαθός εγγυήσεται τον πλησίον. πάροικε. 4 ετελεύτησεν αυτού ο πατήρ. και ονειδισμόν παροικίας ου μη ακούσης. και αχάριστος εν διανοία εγκαταλείψει ρυσάμενον. 5 εν τη ζωή αυτού είδε και ευφράνθη και εν τη τελευτη αυτού ουκ ελυπήθη. ίνα ευφρανθή επ ‘ εσχάτω αυτού. 23 επί μικρω και μεγάλω ευδοκίαν έχε. και ως ουκ απέθανεν· όμοιον γαρ αυτω κατέλιπε μετ ‘ αυτόν. από προσώπου δόξης. χρεία της οικίας. 24 ζωή πονηρά εξ οικίας εις οικίαν. 28 βαρέα ταύτα ανθρώπω έχοντι φρόνησιν. 27 έξελθε. και είτι εν τη χειρί σου. και αύτη εξελείταί σε εκ πάσης κακώσεως· 13 υπέρ ασπίδα κράτους και υπέρ δόρυ αλκής κατέναντι εχθρού πολεμήσει υπέρ σου. επεξένωταί μοι ο αδελφός. 25 ξενιείς και ποτιείς εις αχάριστα και προς επί τούτοις πικρά ακούση· 26 πάρελθε.. επιτίμησις οικίας και ονειδισμός δανειστού..Ο αγαπών τον υιόν αυτού ενδελεχήσει μάστιγας αυτω.21 Αρχή ζωής ύδωρ και άρτος και ιμάτιον και οίκος καλύπτων ασχημοσύνην. πάροικε. ουκ ανοίξει στόμα. 7 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1313 . 16 αγαθά εγγύου ανατρέψει αμαρτωλός. και ου παροικήσεις. 19 αμαρτωλός εμπεσών εις εγγύην και διώκων εργολαβίας εμπεσείται εις κρίσεις. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΠΕΡΙ ΤΕΚΝΩΝ.

και λυπήσει σε. και επί πάση βοή ταραχθήσεται σπλάγχνα αυτού. 16 ουκ έστι πλούτος βελτίων υγιείας σώματος. 20 βλέπων εν οφθαλμοίς και στενάζων ωσπερ ευνούχος περιλαμβάνων παρθένον και στενάζων. και προ καιρού γήρας άγει μέριμνα. 13 παίδευσον τον υιόν σου και έργασαι εν αυτω. ίνα μη συνοδυνηθής.. 2 μέριμνα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1314 . ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ (ΛΔ) 1 ΑΓΡΥΠΝΙΑ πλούτου εκτήκει σάρκας. 17 κρείσσων θάνατος υπέρ ζωήν πικράν και ανάπαυσις αιώνος ή αρρώστημα έμμονον. ΠΕΡΙ ΥΓΙΕΙΑΣ. και επ ‘ εσχάτω γομφιάσεις τους οδόντας σου. και ουκ έστιν ευφροσύνη υπέρ χαράν καρδίας. 23 αγάπα την ψυχήν σου και παρακάλει την καρδίαν σου και λύπην μακράν απόστησον από σου· πολλούς γαρ απώλεσεν η λύπη. ως έστι νήπιος. 8 ίππος αδάμαστος αποβαίνει σκληρός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιψύχων υιόν καταδεσμεύσει τραύματα αυτού. [και μη παρίδης τας αγνοίας αυτού. και η μέριμνα αυτού αφιστά ύπνον. 24 ζήλος και θυμός ελαττούσιν ημέρας. 9 τιθήνησον τέκνον. και εκθαμβήσει σε· σύμπαιξον αυτω. 11 μη δως αυτω εξουσία εν νεότητι· θλάσον τας πλευράς αυτού. 10 μη συγγελάσης αυτω. θέματα βρωμάτων παρακείμενα επί τάφω. 22 ευφροσύνη καρδίας ζωή ανθρώπου. και αγαλλίαμα ανδρός μακροημέρευσις. και σώμα εύρωστον ή όλβος αμέτρητος. 15 υγίεια και ευεξία βέλτιον παντός χρυσίου. 21 μη δως εις λύπην την ψυχήν σου και μη θλίψης σεαυτόν εν βουλή σου. 12 κάμψον τον τράχηλον αυτού εν νεότητι]. 19 τι συμφέρει κάρπωσις ειδώλω. ίνα μη εν τη ασχημοσύνη αυτού προσκόψης. και υιος ανειμένος εκβαίνει προαλής. 25 λαμπρά καρδία και αγαθή επί εδέσμασι των βρωμάτων αυτής επιμελήσεται. και ουκ έστιν ωφέλεια εν αυτη. 18 αγαθά εκκεχυμένα επί στόματι κεκλεισμένω. ούτε γαρ έδεται ούτε μη οσφρανθή· ούτως ο εκδιωκόμενος υπό Κυρίου.14 Κρείσσων πτωχός υγιής και ισχύων τη έξει ή πλούσιος μεμαστιγωμένος εις σώμα αυτού. μήποτε σκληρυνθείς απειθήση σοι.

τις ζωή ελασσουμένω οίνω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγρυπνίας απαιτήσει νυσταγμόν. και παν αρρώστημα ου μη σοι απαντήση. και επί της κοίτης αυτού ουκ ασθμαίνει. μη μισηθής. 24 πονηρω επ ‘ άρτω διαγογγύσει πόλις.. πόνος αγρυπνίας και χολέρας και στρόφος μετά ανδρός απλήστου. 25 Εν οίνω μη ανδρίζου. 17 παύσαι πρώτος χάριν παιδείας και μη απληστεύου. και η ψυχή αυτού μετ ‘ αυτού. και μη εξουδενώσης με. πρότερος αυτών μη εκτείνης την χείρά σου. 4 εκοπίασε πτωχός εν ελαττώσει βίου και εν τη αναπαύσει επιδεής γίνεται. 15 νόει τα του πλησίον εκ σεαυτού και επί παντί πράγματι διανοού. 7 ξύλον προσκόμματός εστι τοις ενθουσιάζουσιν αυτω. και ο διώκων διαφθοράν αυτός πλησθήσεται. 20 ύπνος υγιείας επί εντέρω μετρίω. ούτως οίνος καρδίας εν μάχη υπερηφάνων. 26 κάμινος δοκιμάζει στόμωμα εν βαφή. 3 εκοπίασε πλούσιος εν συναγωγή χρημάτων και εν τη αναπαύσει εμπίπλαται των τρυφημάτων αυτού. 11 στερεωθήσεται τα αγαθά αυτού. και μαρτυρία της καλλονής αυτού πιστή. και η μαρτυρία της πονηρίας αυτού ακριβής. πολλούς γαρ απώλεσεν ο οίνος. εάν πίνης αυτόν μέτρω αυτού. και εγενήθη απώλεια αυτών κατά πρόσωπον αυτών. δια τούτο από παντός προσώπου δακρύει. 27 έπισον ζωής οίνος ανθρώπω. και αυτός έκτισται εις ευφροσύνην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1315 . εποίησε γαρ θαυμάσια εν λαω αυτού. ος ευρέθη άμωμος και ος οπίσω χρυσίου ουκ επορεύθη· 9 τις εστι. 16 φάγε ως άνθρωπος τα παρακείμενά σοι και μη διαμασώ. τέκνον. ανάστα μεσοπωρών και αναπαύση. 10 τις εδοκιμάσθη εν αυτω και ετελειώθη. 14 ου εάν επιβλέψη. μήποτε προσκόψης· 18 και ει ανά μέσον πλειόνων εκάθισας. 13 μνήσθητι ότι κακόν οφθαλμός πονηρός· πονηρότερον οφθαλμού τι έκτισται. 21 και ει εβιάσθης εν εδέσμασιν. 22 άκουσόν μου. και έσται αυτω εις καύχησιν. και αρρώστημα βαρύ εκνήψει ύπνος. και επ ‘ εσχάτων ευρήσεις τους λόγους μου· εν πάσι τοις έργοις σου γίνου εντρεχής. 5 ο αγαπών χρυσίον ου δικαιωθήσεται. μη εκτείνης χείρα και μη συνθλίβου αυτω εν τρυβλίω. και μακαριούμεν αυτόν. και τας ελεημοσύνας αυτού εκδιηγήσεται εκκλησία.19 Ως ικανόν ανθρώπω πεπαιδευμένω το ολίγον. 23 λαμπρόν επ ‘ άρτοις ευλογήσει χείλη. 8 μακάριος πλούσιος. και ποιήσαι κακά και ουκ εποίησε. τις εδύνατο παραβήναι και ου παρέβη. 6 πολλοί εδόθησαν εις πτώμα χάριν χρυσίου. 12 Επί τραπέζης μεγάλης εκάθισας. και πας άφρων αλώσεται εν αυτω. μη ανοίξης επ ‘ αυτής φάρυγγά σου και μη είπης· πολλά γε τα επ ‘ αυτής. ανέστη πρωϊ.

και οι ορθρίζοντες ευρήσουσιν ευδοκίαν. 5 σφραγίς άνθρακος επί κόσμω χρυσω. 31 εν συμποσίω οίνου μη ελέγξης τον πλησίον και μη εξουδενώσης αυτόν εν ευφροσύνη αυτού· λόγον ονειδισμού μη είπης αυτω. ει χρεία σου. 29 πικρία ψυχής οίνος πινόμενος πολύς εν ερεθισμω και αντιπτώματι. μόλις δις εάν επερωτηθής· 8 κεφαλαίωσον λόγον. 13 και επί τούτοις ευλόγησον τον ποιήσαντά σε και μεθύσκοντά σε από των αγαθών αυτού. εν ολίγοις πολλά· γίνου ως γινώσκων και άμα σιωπών. πρέπει γαρ σοι. και μετά το ποιήσαι μετ ‘ αυτού άνευ βουλής. 6 εν κατασκευάσματι χρυσω σφραγίς σμαράγδου. 4 όπου ακρόαμα. φρόντισον αυτών και ούτω κάθισον. μη επαίρου· γίνου εν αυτοίς ως εις εξ αυτών. και μη αυτόν θλίψης εν απαιτήσει. 15 ο ζητών νόμον εμπλησθήσεται αυτού. και ο υποκρινόμενος σκανδαλισθήσεται εν αυτω. 16 οι φοβούμενοι Κύριον ευρήσουσι κρίμα και δικαιώματα ως φως εξάψουσιν. 18 Ανήρ βουλής ου μη παρίδη διανόημα. 2 και πάσαν την χρείαν σου ποιήσας ανάπεσε. 3 λάλησον. 30 πληθύνει μέθη θυμόν άφρονος εις πρόσκομμα. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ (ΛΕ) 1 ΠΕΡΙ ΗΓΟΥΜΕΝΩΝ. ελαττών ισχύν και προσποιών τραύματα. 17 άνθρωπος αμαρτωλός εκκλίνει ελεγμόν και κατά το θέλημα αυτού ευρήσει σύγκριμα. μη εκχέης λαλιάν και ακαίρως μη σοφίζου. απότρεχε εις οίκον και μη ραθύμει· 12 εκεί παίζε και ποίει τα ενθυμήματά σου και μη αμάρτης λόγω υπερηφάνω. εν ακριβεί επιστήμη και μη εμποδίσης μουσικά. 19 άνευ βουλής μηθέν ποιήσης και εν τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1316 . σύγκριμα μουσικών εν συμποσίω οίνου. 7 Λάλησον. και προ αισχυντηρού προελεύσεται χάρις. αλλότριος και υπερήφανος ου καταπτήξει φόβον.. πρεσβύτερε. 14 Ο φοβούμενος Κύριον εκδέξεται παιδείαν. 11 εν ωρα εξεγείρου και μη ουράγει.Ηγούμενόν σε κατέστησαν. 9 εν μέσω μεγιστάνων μη εξισάζου και ετέρου λέγοντος μη πολλά αδολέσχει. μέλος μουσικόν εφ ‘ ηδεί οίνω. νεανίσκε. ίνα ευφρανθής δι ‘ αυτούς και ευκοσμίας χάριν λάβης στέφανον. 10 προ βροντής κατασπεύδει αστραπή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανθρώποις. 28 αγαλλίαμα καρδίας και ευφροσύνη ψυχής οίνος πινόμενος εν καιρω αυτάρκης.

και γαρ τούτό εστι τήρησις εντολών. σύνδησον παιδείαν και αποκρίθητι. και οι ηγούμενοι εκκλησίας. αλλ ‘ εν πειρασμω και πάλιν εξελείται. και ο νόμος αυτω πιστός ως ερώτημα δήλων. 21 μη πιστεύσης εν οδω απροσκόπω. 16 Καγώ έσχατος ηγρύπνησα ως καλαμώμενος οπίσω τρυγητών· 17 εν ευλογία Κυρίου έφθασα και ως τρυγών επλήρωσα ληνόν. 4 ετοίμασον λόγον και ούτως ακουσθήση. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1317 . 12 εξ αυτών ευλόγησε και ανύψωσε και εξ αυτών ηγίασε. εν κατέναντι του ενός. υποκάτω παντός επικαθημένου χρεμετίζει. 20 εν οδω αντιπτώματος μη πορεύου και μη προσκόψης εν λιθώδεσι. αλλά πάσι τοις ζητούσι παιδείαν. και ο πεποιθώς Κυρίω ουκ ελαττωθήσεται. ούτως άνθρωποι εν χειρί του ποιήσαντος αυτούς αποδούναι αυτοίς κατά την κρίσιν αυτού. και ως άξων στρεφόμενος ο διαλογισμός αυτού. 22 και από των τέκνων σου φύλαξαι. 18 κατανοήσατε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα. 19 ακούσατέ μου. και παν φως ημέρας ενιαυτού αφ ‘ ηλίου. 24 ο πιστεύων νόμω προσέχει εντολαίς. 3 άνθρωπος συνετός εμπιστεύσει νόμω. 11 εν πλήθει επιστήμης Κύριος διεχώρισεν αυτούς και ηλλοίωσε τας οδούς αυτών. δύο δύο. ο δε υποκρινόμενος εν αυτω. 5 τροχός αμάξης σπλάγχνα μωρού. 13 ως πηλός κεραμέως εν χειρί αυτού -πάσαι αι οδοί αυτού κατά την ευδοκίαν αυτού-.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσαί σε μη μεταμελού. ως εν καταιγίδι πλοίον. 2 ανήρ σοφός ου μισήσει νόμον. 23 εν παντί έργω πίστευε τη ψυχή σου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ (ΛΣΤ) 1 Τ† φοβουμένω Κύριον ουκ απαντήσει κακόν. 8 εν γνώσει Κυρίου διεχωρίσθησαν. 6 ίππος εις οχείαν ως φίλος μωκός. 14 απέναντι του κακού το αγαθόν και απέναντι του θανάτου η ζωή· ούτως απέναντι ευσεβούς αμαρτωλός. και προς αυτόν ήγγισεν· απ ‘ αυτών κατηράσατο και εταπείνωσε και ανέστρεψεν αυτούς από στάσεως αυτών. και εκ γης εκτίσθη Αδάμ. και ηλλοίωσε καιρούς και εορτάς· 9 απ ‘ αυτών ανύψωσε και ηγίασε και εξ αυτών έθηκεν εις αριθμόν ημερών. 15 και ούτως έμβλεψον εις πάντα τα έργα του Υψίστου. 7 Διατί ημέρα ημέρας υπερέχει. μεγιστάνες λαού. 10 και άνθρωποι πάντες από εδάφους.

πολλήν γαρ κακίαν εδίδαξεν η αργία. 9 ανήρ πεπαιδευμένος έγνω πολλά. καθώς πρέπει αυτω.. 26 έργασαι εν παιδί. 29 εις έργα κατάστησον. 24 εν ημέρα συντελείας ημερών ζωής σου και εν καιρω τελευτής διάδος κληρονομίαν. κατέναντι προσώπου ομοίωμα προσώπου. μη δως μώμον εν τη δόξη σου.. και ως ωδινούσης φαντάζεται καρδία. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1318 . 3 τούτο κατά τούτου όρασις ενυπνίων. 5 μαντείαι και οιωνισμοί και ενύπνια μάταιά εστι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενωτίσασθε· 20 υιω και γυναικί. αδελφω και φίλω μη δως εξουσίαν επί σε εν ζωή σου· και μη δως ετέρω τα χρήματά σου. και ο πολύπειρος εκδιηγήσεται σύνεσιν. άγε αυτόν ως αδελφόν. και άνευ κρίσεως μη ποιήσης μηδέν. 27 ζυγός και ιμάς κάμψουσι τράχηλον. 30 και μη περισσεύσης εν πάση σαρκί. 23 εν πάσι τοις έργοις σου γίνου υπεράγων. και σοφία στόματι πιστω τελείωσις. μη αλλάξης σεαυτόν πάση σαρκί.8 Άνευ ψεύδους συντελεσθήσεται νόμος. 21 έως έτι ζής και πνοή εν σοί. βάρυνον τας πέδας αυτού. έστω ως συ.25 Χορτάσματα και ράβδος και φορτία όνω. ότι εν αίματι εκτήσω αυτόν. και οικέτη κακούργω στρέβλαι και βάσανοι. 4 από ακαθάρτου τι καθαρισθήσεται. άρτος και παιδεία και έργον οικέτη. και εξέπεσον ελπίζοντες επ ‘ αυτοίς. 33 εάν κακώσης αυτόν και απάρας αποδρά. και ζητήσει ελευθερίαν. και από ψευδούς τι αληθεύσει. 2 ως δρασσόμενος σκιάς και διώκων άνεμον. 6 εάν μη παρά Υψίστου αποσταλή εν επισκοπή. 32 ει έστι σοι οικέτης. μη δως εις αυτά την καρδίαν σου· 7 πολλούς γαρ επλάνησε τα ενύπνια. ότι ως η ψυχή σου επιδεήσεις αυτού. 22 κρείσσων γαρ εστι τα τέκνα δεηθήναί σου ή σε εμβλέπειν εις χείρας υιών σου. ούτως ο επέχων ενυπνίοις. 31 ει έστι σοι οικέτης. ίνα μη αργή. καν μη πειθαρχή. και ευρήσεις ανάπαυσιν· άνες χείρας αυτω. ίνα μη μεταμεληθείς δέη περί αυτών. εν ποία οδω ζητήσεις αυτόν. και ενύπνια αναπτερούσιν άφρονας. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ (ΛΑ) 1 ΚΕΝΑΙ ελπίδες και ψευδείς ασυνέτω ανδρί. 28 έμβαλε αυτόν εις εργασίαν. ΠΕΡΙ ΔΟΥΛΩΝ.

τι ωφέλησε τω λουτρω αυτού. θυσιάζων σωτηρίου ο προσέχων εντολαίς. 24 εις ευχόμενος και εις καταρώμενος· τίνος φωνής εισακούσεται ο δεσπότης. η γαρ ελπίς αυτών επί τον σώζοντα αυτούς. 4 μη οφθής εν προσώπω Κυρίου κενός. ουδέ εν πλήθει θυσιών εξιλάσκεται αμαρτίας. ίασιν διδούς. 26 ούτως άνθρωπος νηστεύων επί των αμαρτιών αυτού και πάλιν πορευόμενος και τα αυτά ποιών· της προσευχής αυτού τις εισακούσεται. 20 θύων υιόν έναντι του πατρός αυτού ο προσάγων θυσίαν εκ χρημάτων πενήτων. και τι ωφέλησεν εν τω ταπεινωθήναι αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 10 ος ουκ επειράθη ολίγα οίδεν. 16 οι οφθαλμοί Κυρίου επί τους αγαπώντας αυτόν· υπερασπισμός δυναστείας και στήριγμα ισχύος. ο δε πεπλανημένος πληθυνεί πανουργίαν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ (ΛΒ) 1 Ο ΣΥΝΤΗΡΩΝ νόμον πλεονάζει προσφοράς. 13 πνεύμα φοβουμένων Κύριον ζήσεται. σκέπη από καύσωνος και σκέπη από μεσημβρίας. 23 εις οικοδομών. και ουκ εις ευδοκίαν δωρήματα ανόμων. 17 ανυψών ψυχήν και φωτίζων οφθαλμούς. 18 Θυσιάζων εξ αδίκου. 22 φονεύων τον πλησίον ο αφαιρούμενος συμβίωσιν. ότι αυτός ελπίς αυτού. 14 ο φοβούμενος Κύριον ουδέν ευλαβηθήσεται και ου μη δειλιάση. και εξιλασμός αποστήναι από αδικίας. 15 φοβουμένου τον Κύριον μακαρία η ψυχή· τίνι επέχει και τις αντιστήριγμα αυτού. προσφορά μεμωκημένη. 11 πολλά εώρακα εν τη αποπλανήσει μου. 19 ουκ ευδοκεί ο Ύψιστος εν προσφοραίς ασεβών. 3 ευδοκία Κυρίου αποστήναι από πονηρίας. 21 άρτος επιδεομένων ζωή πτωχών. ο αποστερών αυτήν άνθρωπος αιμάτων. 5 προσφορά δικαίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1319 . και εκχέων αίμα ο αποστερών μισθόν μισθίου. 25 βαπτιζόμενος από νεκρού και πάλιν απτόμενος αυτού. 2 ανταποδιδούς χάριν προσφέρων σεμίδαλιν. 12 πλεονάκις έως θανάτου εκινδύνευσα και διεσώθην τούτων χάριν. και ο ποιών ελεημοσύνην θυσιάζων αινέσεως. και πλείονα των λόγων μου σύνεσίς μου. πάντα γαρ ταύτα χάριν εντολής. φυλακή από προσκόμματος και βοήθεια από πτώσεως. ζωήν και ευλογίαν. και εις καθαιρών· τι ωφέλησαν πλείον ή κόπους.

καθάπερ και ημείς επέγνωμεν. και επίβλεψον και επίβαλε τον φόβον σου επί πάντα τα έθνη· 2 έπαρον την χείρά σου επί έθνη αλλότρια. 13 ου λήψεται πρόσωπον επί πτωχού και δέησιν ηδικημένου εισακούσεται· 14 ου μη υπερίδη ικετείαν ορφανού και χήραν. 20 έως αν συντρίψη οσφύν ανελεημόνων. και τοις έθνεσιν ανταποδώσει εκδίκησιν. 19 και ο Κύριος ου μη βραδύνη. και η δέησις αυτού έως νεφελών συνάψει. και το μνημόσυνον αυτής ουκ επιλησθήσεται. έως επισκέψηται ο Ύψιστος. και ιδέτωσαν την δυναστείαν σου. 11 Μή δωροκόπει. και η ευωδία αυτής έναντι Υψίστου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λιπαίνει θυσιαστήριον. ου μη παρακληθή· 18 και ου μη αποστη. ότι ουκ έστι Θεός πλήν σου. 5 εγκαίνισον σημεία και αλλοίωσον θαυμάσια. δόξασον χείρα και βραχίονα δεξιόν· 6 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1320 . ου γαρ προσδέξεται· 12 και μη έπεχε θυσία αδίκω. ότι Κύριος κριτής εστι. και έως συνεγγίση. Κύριε. ούτως ενώπιον ημών μεγαλυνθείης εν αυτοίς· 4 και επιγνώτωσάν σε. ως νεφέλαι υετού εν καιρω αβροχίας. 24 ωραίον έλεος εν καιρω θλίψεως αυτού. και κρινεί δικαίως και ποιήσει κρίσιν. 9 δος Υψίστω κατά την δόσιν αυτού και εν αγαθω οφθαλμω καθ ‘ εύρεμα χειρός· 10 ότι Κύριος ανταποδιδούς εστι και επταπλάσια ανταποδώσει σοι. δέσποτα ο Θεός πάντων. 21 έως εξάρη πλήθος υβριστών και σκήπτρα αδίκων συντρίψη· 22 έως ανταποδω ανθρώπω κατά τας πράξεις αυτού και τα έργα των ανθρώπων κατά τα ενθυμήματα αυτών· 23 έως κρίνη την κρίσιν του λαού αυτού. εάν εκχέη λαλιάν· 15 ουχί δάκρυα χήρας επί σιαγόνα καταβαίνει και η καταβόησις επί τω καταγαγόντι αυτά. 17 προσευχή ταπεινού νεφέλας διήλθε. 8 εν πάση δόσει ιλάρωσον το πρόσωπόν σου και εν ευφροσύνη αγίασον δεκάτην. και ευφρανεί αυτούς εν τω ελέει αυτού. και μη σμικρύνης απαρχήν χειρών σου. ουδέ μη μακροθυμήση επ ‘ αυτοίς. 16 θεραπεύων εν ευδοκία δεχθήσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ (ΛΓ) 1 ΕΛΕΗΣΟΝ ημάς. 6 θυσία ανδρός δικαίου δεκτή. 3 ωσπερ ενώπιον αυτών ηγιάσθης εν ημίν. 7 εν αγαθω οφθαλμω δόξασον τον Κύριον. και ουκ έστι παρ ‘ αυτω δόξα προσώπου.

20 καρδία στρεβλή δώσει λύπην. αλλ ‘ έστι φίλος ονόματι μόνον φίλος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έγειρον θυμόν και έκχεον οργήν. στενάξει πλανώμενος. 11 ελέησον λαόν. Κύριε. ον πρωτογόνω ωμοίωσας. δεήσεως ικετών σου. 14 δος μαρτύριον τοις εν αρχή κτίσματί σου και έγειρον προφητείας τας επ ‘ ονόματί σου· 15 δος μισθόν τοις υπομένουσί σε. 27 ούτως ανθρώπω μη έχοντι νοσσιάν και καταλύοντι ου εάν οψίση. 26 τις γαρ πιστεύσει ευζώνω ληστη σφαλλομένω εκ πόλεως εις πόλιν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΠΑΣ φίλος ερεί· εφιλίασα αυτω καγώ. 12 οικτείρησον πόλιν αγιάσματός σου Ιερουσαλήμ. 9 σύντριψον κεφαλάς αρχόντων εχθρών λεγόντων· ουκ έστι πλήν ημών. 17 και γνώσονται πάντες οι επί της γης ότι συ Κύριος ει ο Θεός των αιώνων. 22 κάλλος γυναικός ιλαρύνει πρόσωπον και υπέρ πάσαν επιθυμίαν ανθρώπου υπεράγει· 23 ει έστιν επί γλώσσης αυτής έλεος και πραϋτης. 13 πλήσον Σιών αρεταλογίας σου. 10 συνάγαγε πάσας φυλάς Ιακώβ. πόθεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1321 . διαρπαγήσεται κτήμα. 3 ω πονηρόν ενθύμημα. 16 εισάκουσον. 21 πάντα άρρενα επιδέξεται γυνή. 8 εν οργή πυρός καταβρωθήτω ο σωζόμενος. και οι προφήταί σου εμπιστευθήτωσαν. ούτως καρδία συνετή λόγους ψευδείς. 7 σπεύσον καιρόν και μνήσθητι ορκισμού. έστι δε θυγάτηρ θυγατρός κρείσσων. 18 Παν βρώμα φάγεται κοιλία. έξαρον αντίδικον και έκτριψον εχθρόν. και από της δόξης σου τον λαόν σου. βοηθόν κατ ‘ αυτόν και στύλον αναπαύσεως. 24 ο κτώμενος γυναίκα ενάρχεται κτήσεως. 2 ουχί λύπη ένι έως θανάτου εταίρος και φίλος τρεπόμενος εις έχθραν. έστι δε βρώμα βρώματος κάλλιον. και εκδιηγησάσθωσαν τα μεγαλείά σου. 19 φάρυγξ γεύεται βρώματα θήρας. κεκλημένον επ ‘ ονόματί σου και Ισραήλ. 25 ου ουκ έστι φραγμός. και κατεκληρονόμησα αυτούς καθώς απ ‘ αρχής. και άνθρωπος πολύπειρος ανταποδώσει αυτω. πόλιν καταπαύματός σου. Κύριε. και οι κακούντες τον λαόν σου εύροισαν απώλειαν. και ου ουκ έστι γυνή. κατά την ευλογίαν Ααρών περί του λαού σου. ουκ έστιν ο ανήρ αυτής καθ ‘ υιούς ανθρώπων.

και ου πάσα ψυχή εν παντί ευδοκεί. 11 μετά γυναικός περί της αντιζήλου αυτής και μετά δειλού περί πολέμου. και εάν πταίσης. 19 έστιν ανήρ πανούργος πολλών παιδευτής. και μη αμνημονήσης αυτού εν τοις χρήμασί σου. έναντι πολέμου λήψεται ασπίδα. 6 μη επιλάθη φίλου εν τη ψυχή σου. ίνα ευθύνη εν αληθεία την οδόν σου. και μακαριούσιν αυτόν πάντες οι ορώντες. και η κυριεύουσα ενδελεχώς αυτών γλώσσά εστιν. ότι πάσης σοφίας εστερήθη. 18 αγαθόν και κακόν. μήποτε βάλη επί σοί κλήρον 9 και είπη σοι· καλή η οδός σου. μη έπεχε επί τούτοις περί πάσης συμβουλίας· 12 αλλ ‘ ή μετά ανδρός ευσεβούς ενδελέχιζε. και το όνομα αυτού ζήσεται εις τον αιώνα. 29 μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1322 . 22 έστι σοφός τη ιδία ψυχή. μετά οκνηρού περί παντός έργου και μετά μισθίου εφεστίου περί συντελείας. 26 ο σοφός εν τω λαω αυτού κληρονομήσει πίστιν.. συναλγήσει σοι. ον αν επιγνως συντηρούντα εντολάς. και στήσεται εξ εναντίας ιδείν το συμβησόμενόν σοι. 15 και επί πάσι τούτοις δεήθητι Υψίστου. 13 και βουλήν καρδίας στήσον. 20 έστι σοφιζόμενος εν λόγοις μισητός. αλλ ‘ έστι συμβουλεύων εις εαυτόν. και οι καρποί της συνέσεως αυτού επί στόματος πιστοί. 7 Πας σύμβουλος εξαίρει βουλήν. μετά βασκάνου περί ευχαριστίας και μετά ανελεήμονος περί χρηστοηθείας. 24 ανήρ σοφός πλησθήσεται ευλογίας. εν τη ζωή σου πείρασον την ψυχήν σου και ιδέ τι πονηρόν αυτη. και αι ημέραι του Ισραήλ αναρίθμητοι. οικέτη αργω περί πολλής εργασίας. και οι καρποί της συνέσεως αυτού πιστοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενεκυλίσθης καλύψαι την ξηράν εν δολιότητι. ος εν τη ψυχή αυτού κατά την ψυχήν σου. 27 Τέκνον. και μη δως αυτη· 28 ου γαρ πάντα πάσι συμφέρει.16 Αρχή παντός έργου λόγος. 8 από συμβούλου φύλαξον την ψυχήν σου και γνώθι πρότερον τις αυτού χρεία -και γαρ αυτός εαυτω βουλεύσεται-. ου γαρ έστι σοι πιστότερος αυτής· 14 ψυχή γαρ ανδρός απαγγέλλειν ενίοτε είωθεν ή επτά σκοποί επί μετεώρου καθήμενοι επί σκοπής. και προ πάσης πράξεως βουλή. 23 ανήρ σοφός τον εαυτού λαόν παιδεύσει. και τη ιδία ψυχή άχρηστός εστιν. μετά εμπόρου περί μεταβολίας και μετά αγοράζοντος περί πράσεως. 4 εταίρος φίλου εν ευφροσύνη ήδεται και εν καιρω θλίψεως έσται απέναντι· 5 εταίρος φίλω συμπονεί χάριν γαστρός. ούτος πάσης τροφής καθυστερήσει· 21 ου γαρ εδόθη αυτω παρά Κυρίου χάρις. 17 ίχνος αλλοιώσεως καρδίας τέσσαρα μέρη ανατέλλει. ζωή και θάνατος. 10 μη βουλεύου μετά του υποβλεπομένου σε και από των ζηλούντων σε κρύψον βουλήν. 25 ζωή ανδρός εν αριθμω ημερών.

15 ο αμαρτάνων έναντι του ποιήσαντος αυτόν εμπέσοι εις χείρας ιατρού. αλλ ‘ εύξαι Κυρίω. και από πάσης αμαρτίας καθάρισον καρδίαν. 12 και ιατρω δος τόπον. και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος. 11 δος ευωδίαν και μνημόσυνον σεμιδάλεως και λίπανον προσφοράν ως μη υπάρχων. και λύπη καρδίας κάμψει ισχύν. και ανήρ φρόνιμος ου προσοχθιεί αυτοίς. ίνα ευοδώση αυτοίς ανάπαυσιν και ίασιν χάριν εμβιώσεως. 3 επιστήμη ιατρού ανυψώσει κεφαλήν αυτού. 6 και αυτός έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού· 7 εν αυτοίς εθεράπευσε και ήρε τον πόνον αυτού.. 10 απόστησον πλημμέλειαν και εύθυνον χείρας. και αυτός ιάσεταί σε. 17 πίκρανον κλαυθμόν και θέρμανον κοπετόν και ποίησον το πένθος κατά την αξίαν αυτού ημέραν μίαν και δύο χάριν διαβολής και παρακλήθητι λύπης ένεκα· 18 από λύπης γαρ εκβαίνει θάνατος. και βίος πτωχού κατά καρδίας. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΤΙΜΑ ιατρόν προς τας χρείας αυτού τιμαίς αυτού. και παρά βασιλέως λήψεται δόμα. και μη αποστήτω σου. 31 δι ‘ απληστίαν πολλοί ετελεύτησαν. 8 μυρεψός εν τούτοις ποιήσει μείγμα. και γαρ αυτού χρεία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απληστεύου εν πάση τρυφή και μη εκχυθής επί εδεσμάτων· 30 εν πολλοίς γαρ βρώμασιν έσται πόνος. εν αρρωστήματί σου μη παράβλεπε. και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος· 2 παρά γαρ Υψίστου εστίν ίασις. 5 ουκ από ξύλου εγλυκάνθη ύδωρ εις το γνωσθήναι την ισχύν αυτού. και ου μη συντελέση έργα αυτού. 13 έστι καιρός ότε και εν χερσίν αυτών ευοδία· 14 και γαρ αυτοί Κυρίου δεηθήσονται. επί νεκρω κατάγαγε δάκρυα και ως δεινά πάσχων έναρξαι θρήνου. 19 εν επαγωγή παραβαίνει και λύπη. απόστησον αυτήν μνησθείς τα έσχατα· 21 μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1323 . και η απληστία εγγιεί έως χολέρας. κατά δε την κρίσιν αυτού περίστειλον το σώμα αυτού και μη υπερίδης την ταφήν αυτού. και έναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται. 4 Κύριος έκτισεν εκ γης φάρμακα. ο δε προσέχων προσθήσει ζωήν. 20 μη δως εις λύπην την καρδίαν σου. 16 Τέκνον.9 Τέκνον. και ειρήνη παρ ‘ αυτού εστιν επί προσώπου της γης.

και τούτον ουκ ωφελήσεις και σεαυτόν κακώσεις. και η αγρυπνία αυτού τελέσαι έργον. 32 άνευ αυτών ουκ οικισθήσεται πόλις. 27 ούτως πας τέκτων και αρχιτέκτων. και η διήγησις αυτού εν υιοίς ταύρων. βόας ελαύνων και αναστρεφόμενος εν έργοις αυτών. 23 εν αναπαύσει νεκρού κατάπαυσον το μνημόσυνον αυτού και παρακλήθητι εν αυτω εν εξόδω πνεύματος αυτού. και η αγρυπνία αυτού καθαρίσαι κάμινον. ου γαρ εστιν επάνοδος. 29 ούτως κεραμεύς καθήμενος εν έργω αυτού και συστρέφων εν ποσίν αυτού τροχόν. και η αγρυπνία αυτού κοσμήσαι επί συντελείας. ος εν μερίμνη κείται δια παντός επί το έργον αυτού. και εν παραβολαίς ουχ ευρεθήσονται. και έκαστος εν τω έργω αυτού σοφίζεται. και εναρίθμιος πάσα η εργασία αυτού..Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιλάθη.31 Πάντες ούτοι εις χείρας αυτών ενεπίστευσαν. και η δέησις αυτών εν εργασία τέχνης. ουδέ μη εκφάνωσι δικαιοσύνην και κρίμα. και ου παροικήσουσιν ουδέ περιπατήσουσιν. και εν θέρμη καμίνου διαμαχήσεται· φωνή σφύρης καινιεί το ους αυτού. και η αγρυπνία αυτού εις χορτάσματα δαμάλεων. 30 εν βραχίονι αυτού τυπώσει πηλόν και προ ποδών κάμψει ισχύν αυτού· καρδίαν επιδώσει συντελέσαι το χρίσμα. 33 αλλ ‘ εις βουλήν λαού ου ζητηθήσονται και εν εκκλησία ουχ υπεραλούνται· επί δίφρον δικαστού ου καθιούνται και διαθήκην κρίματος ου διανοηθήσονται. 26 καρδίαν αυτού δώσει εκδούναι αύλακας. ότι ούτω και το σόν· εμοί εχθές και σοί σήμερον. όστις νύκτωρ ως ημέρας διάγει· οι γλύφοντες γλύμματα σφραγίδων. 25 τι σοφισθήσεται ο κρατών αρότρου και καυχώμενος εν δόρατι κέντρου. και κατέναντι ομοιώματος σκεύους οι οφθαλμοί αυτού· καρδίαν αυτού δώσει εις συντέλειαν έργων. 28 ούτως χαλκεύς καθήμενος εγγύς άκμονος και καταμανθάνων έργα σιδήρου· ατμίς πυρός πήξει σάρκας αυτού. και ο ελασσούμενος πράξει αυτού σοφισθήσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1324 . 22 μνήσθητι το κρίμα αυτού. 24 Σοφία γραμματέως εν ευκαιρία σχολής. 34 αλλά κτίσμα αιώνος στηρίσουσι. και η υπομονή αυτού αλλοιώσαι ποικιλίαν· καρδίαν αυτού δώσει εις το ομοιώσαι ζωγραφίαν.

διάδοτε οσμήν και αινέσατε άσμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΠΛΗΝ του επιδόντος την ψυχήν αυτού και διανοουμένου εν νόμω Υψίστου. και τον έπαινον αυτού εξαγγελεί εκκλησία. εμποιήσει αυτω. 9 αινέσουσι την σύνεσιν αυτού πολλοί. 21 ουκ έστιν ειπείν· τι τούτο. 20 από του αιώνος εις τον αιώνα επέβλεψε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1325 . 5 την καρδίαν αυτού επιδώσει ορθρίσαι προς Κύριον τον ποιήσαντα αυτόν και έναντι Υψίστου δεηθήσεται· και ανοίξει το στόμα αυτού εν προσευχή και περί των αμαρτιών αυτού δεηθήσεται. 7 αυτός κατευθυνεί βουλήν αυτού και επιστήμην και εν τοις αποκρύφοις αυτού διανοηθήσεται· 8 αυτός εκφανεί παιδείαν διδασκαλίας αυτού και εν νόμω διαθήκης Κυρίου καυχήσεται. πνεύματι συνέσεως εμπλησθήσεται· αυτός ανομβρήσει ρήματα σοφίας αυτού. εις τι τούτο. εν λόγω αυτού έστη ως θημωνία ύδωρ. και ουκ έστι κρυβήναι από των οφθαλμών αυτού. πάντα γαρ εις χρείας αυτών έκτισται. 13 εισακούσατέ μου. και βλαστήσατε ως ρόδον φυόμενον επί ρεύματος υγρού 14 και ως λίβανος ευωδιάσατε οσμήν και ανθήσατε άνθος ως κρίνον. 12 Έτι διανοηθείς εκδιηγήσομαι και ως διχομηνία επληρώθην. και ως κατακλυσμός ξηράν εμέθυσεν. και ουκ έστιν ος ελαττώσει το σωτήριον αυτού. αγαθά γαρ και κακά εν ανθρώποις επείρασε. 18 εν προστάγματι αυτού πάσα η ευδοκία. και εν ρήματι στόματος αυτού αποδοχεία υδάτων. έως του αιώνος ουκ εξαλειφθήσεται· ουκ αποστήσεται το μνημόσυνον αυτού. και ουθέν εστι θαυμάσιον εναντίον αυτού. και παν πρόσταγμα εν καιρω αυτού έσται· ουκ έστιν ειπείν· τι τούτο. 17 πάντα γαρ εν καιρω αυτού ζητηθήσεται. εις τι τούτο. 19 έργα πάσης σαρκός ενώπιον αυτού. και εάν αναπαύσηται. 10 την σοφίαν αυτού διηγήσονται έθνη. όνομα καταλείψει ή χίλιοι. 6 εάν Κύριος ο μέγας θελήση. 11 εάν εμμείνη. 3 απόκρυφα παροιμιών εκζητήσει και εν αινίγμασι παραβολών αναστραφήσεται. 15 δότε τω ονόματι αυτού μεγαλωσύνην και εξομολογήσασθε εν αινέσει αυτού. 2 διηγήσεις ανδρών ονομαστών συντηρήσει και εν στροφαίς παραβολών συνεισελεύσεται. 4 ανά μέσον μεγιστάνων υπηρετήσει και έναντι ηγουμένου οφθήσεται· εν γη αλλοτρίων εθνών διελεύσεται. εν ωδαίς χειλέων και εν κινύραις και ούτως ερείτε εν εξομολογήσει· 16 Τα έργα Κυρίου πάντα ότι καλά σφόδρα. υιοί όσιοι. σοφίαν πάντων αρχαίων εκζητήσει και εν προφητείαις ασχοληθήσεται. και όνομα αυτού ζήσεται εις γενεάς γενεών. και εν προσευχή εξομολογήσεται Κυρίω. 22 η ευλογία αυτού ως ποταμός επεκάλυψε. ευλογήσατε Κύριον επί πάσι τοις έργοις.

ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΑΣΧΟΛΙΑ μεγάλη έκτισται παντί ανθρώπω και ζυγός βαρύς επί υιούς Αδάμ αφ ‘ ημέρας εξόδου εκ γαστρός μητρός αυτών έως ημέρας επιστροφής εις μητέρα πάντων· 2 τους διαλογισμούς αυτών και φόβον καρδίας. 25 αγαθά τοις αγαθοίς έκτισται απ ‘ αρχής. ημέρα τελευτής. και σίδηρος και άλας και σεμίδαλις πυρού και μέλι και γάλα. 26 αρχή πάσης χρείας εις ζωήν ανθρώπου. 29 πυρ και χάλαζα και λιμός και θάνατος. 35 και νυν εν πάση καρδία και στόματι υμνήσατε και ευλογήσατε το όνομα Κυρίου. ως εκπεφευγώς από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1326 . ως μετέστρεψεν ύδατα εις άλμην. αίμα σταφυλής και έλαιον και ιμάτιον. 6 ολίγον ως ουδέν εν αναπαύσει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 23 ούτως οργήν αυτού έθνη κληρονομήσει. α εις εκδίκησιν έκτισται και εν θυμω αυτού εστερέωσαν μάστιγας αυτών· εν καιρω συντελείας ισχύν εκχεούσι και τον θυμόν του ποιήσαντος αυτούς κοπάσουσι. ούτως τοις ανόμοις προσκόμματα. πάντα γαρ εν καιρω ευδοκιμηθήσεται. 27 ταύτα πάντα τοις ευσεβέσιν εις αγαθά. πυρ. ούτως τοις αμαρτωλοίς κακά. 3 από καθημένου επί θρόνου εν δόξη και έως τεταπεινωμένου εν γη και σποδω. 28 έστι πνεύματα. πάντα ταύτα εις εκδίκησιν έκτισται· 30 θηρίων οδόντες και σκορπίοι και έχεις και ρομφαία εκδικούσα εις όλεθρον ασεβείς· 31 εν τη εντολή αυτού ευφρανθήσονται και επί της γης εις χρείας ετοιμασθήσονται και εν τοις καιροίς αυτών ου παραβήσονται λόγον. 34 και ουκ έστιν ειπείν· τούτο τούτου πονηρότερον. ύδωρ. 32 δια τούτο εξ αρχής εστηρίχθην και διενοήθην και εν γραφή αφήκα· 33 τα έργα Κυρίου πάντα αγαθά και πάσαν χρείαν εν ωρα αυτής χορηγήσει. 5 θυμός και ζήλος και ταραχή και σάλος και φόβος θανάτου και μηνίαμα και έρις· και εν καιρω αναπαύσεως επί κοίτης ύπνος νυκτός αλλοιοί γνώσιν αυτού. 4 από φορούντος υάκινθον και στέφανον και έως περιβαλλομένου ωμόλινον. επίνοια προσδοκίας. ούτως τοις αμαρτωλοίς τραπήσεται εις κακά. 24 αι οδοί αυτού τοις οσίοις ευθείαι. και απ ‘ εκείνου εν ύπνοις ως εν ημέρα σκοπιάς τεθορυβημένος εν οράσει καρδίας αυτού.

και ουκ έστιν επιζητήσαι εν αυτω βοήθειαν· 27 φόβος Κυρίου ως παράδεισος ευλογίας. 13 χρήματα αδίκων ως ποταμός ξηρανθήσεται και ως βροντή μεγάλη εν υετω εξηχήσει. και ελεημοσύνη εις τον αιώνα διαμένει. 18 Ζωή αυτάρκους εργάτου γλυκανθήσεται. και υπέρ αμφότερα φόβος Κυρίου· ουκ έστιν εν φόβω Κυρίου ελάττωσις. όσα από γης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1327 . 15 έκγονα ασεβών ου πληθύνει κλάδους. και υπέρ αμφότερα αγάπησις σοφίας. 20 οίνος και μουσικά ευφραίνουσι καρδίαν. λιμός και σύντριμμα και μάστιξ. και υπέρ αμφότερα γυνή μετά ανδρός. και ρίζαι ακάθαρτοι επ ‘ ακροτόμου πέτρας· 16 άχει επί παντός ύδατος και χείλους ποταμού προ παντός χόρτου εκτιλήσεται. και υπέρ αμφότερα ο ευρίσκων θησαυρόν. και υπέρ αμφότερα χλόην σπόρου. 17 χάρις ως παράδεισος εν ευλογίαις. 29 ανήρ βλέπων εις τράπεζαν αλλοτρίαν. ούτως οι παραβαίνοντες εις συντέλειαν εκλείψουσιν. εις γην αναστρέφει. 12 Παν δώρον και αδικία εξαλειφθήσεται. και υπέρ αμφότερα γυνή άμωμος λογίζεται. 25 χρυσίον και αργύριον επιστήσουσι πόδα. 28 Τέκνον. και πίστις εις τον αιώνα στήσεται. ζωήν επαιτήσεως μη βιώσης· κρείσσον αποθανείν ή επαιτείν. και υπέρ αμφότερα βουλή ευδοκιμείται. 8 μετά πάσης σαρκός από ανθρώπου έως κτήνους. και υπέρ αμφότερα ελεημοσύνη ρύσεται. 7 εν καιρω σωτηρίας αυτού εξηγέρθη και αποθαυμάζων εις ουδένα φόβον. 24 αδελφοί και βοήθεια εις καιρόν θλίψεως. 30 εν στόματι αναιδούς γλυκανθήσεται επαίτησις. 10 επί τους ανόμους εκτίσθη ταύτα πάντα. και από υδάτων εις θάλασσαν ανακάμπτει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσώπου πολέμου. 19 τέκνα και οικοδομή πόλεως στηρίζουσιν όνομα. 21 αυλός και ψαλτήριον ηδύνουσι μέλι. 23 φίλος και εταίρος εις καιρόν απαντώντες. 11 πάντα. 14 εν τω ανοίξαι αυτόν χείρας ευφρανθήσεται. και επί αμαρτωλών επταπλάσια προς ταύτα· 9 θάνατος και αίμα και έρις και ρομφαία. 26 χρήματα και ισχύς ανυψώσουσι καρδίαν. και υπέρ αμφότερα γλώσσα ηδεία. και εν κοιλία αυτού πυρ καήσεται. 22 χάριν και κάλλος επιθυμήσει ο οφθαλμός σου. και υπέρ πάσαν δόξαν εκάλυψαν αυτόν. ουκ έστιν αυτού ο βίος εν λογισμω ζωής. και δι ‘ αυτούς εγένετο ο κατακλυσμός. επαγωγαί. αλισγήσει ψυχήν αυτού εν εδέσμασιν αλλοτρίοις· ανήρ δε επιστήμων και πεπαιδευμένος φυλάξεται.

είτε δέκα είτε εκατόν είτε χίλια έτη. ως πικρόν σου το μνημόσυνόν εστιν ανθρώπω ειρηνεύοντι εν τοις υπάρχουσιν αυτού ανδρί απερισπάστω και ευοδουμένω εν πάσι και έτι ισχύοντι επιδέξασθαι τροφήν. 21 από σκορακισμού λήψεως και δόσεως και από ασπαζομένων περί σιωπής. και εάν αποθάνητε. και μετά του σπέρματος αυτών ενδελεχιεί όνειδος. τέκνα· σοφία δε κεκρυμμένη και θησαυρός αφανής. 6 τέκνων αμαρτωλών απολείται κληρονομία. 5 Τέκνα βδελυκτά γίνεται τέκνα αμαρτωλών και συναναστρεφόμενα παροικίαις ασεβών. 15 κρείσσων άνθρωπος αποκρύπτων την μωρίαν αυτού ή άνθρωπος αποκρύπτων την σοφίαν αυτού. 14 παιδείαν εν ειρήνη συντηρήσατε. 17 αισχύνεσθε από πατρός και μητρός περί πορνείας και από ηγουμένου και δυνάστου περί ψεύδους. 2 ω θάνατε. τις ωφέλεια εν αμφοτέροις. 18 από κριτού και άρχοντος περί πλημμελείας. 13 αγαθής ζωής αριθμός ημερών. 20 από αληθείας Θεού και διαθήκης και από πήξεως αγκώνος επ ‘ άρτοις. ου παροικείς. ότι δι ‘ αυτόν ονειδισθήσονται. καλόν σου το κρίμα εστίν ανθρώπω επιδεομένω και ελασσουμένω ισχύϊ. αυτό γαρ σοι διαμένει ή χίλιοι μεγάλοι θησαυροί χρυσίου. 3 μη ευλαβού κρίμα θανάτου. 22 από οράσεως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1328 . και αγαθόν όνομα εις αιώνα διαμενεί. 10 πάντα όσα εκ γης. 12 φρόντισον περί ονόματος. περί κλοπής. από συναγωγής και λαού περί ανομίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 Ω ΘΑΝΑΤΕ. όνομα δε αμαρτωλών ουκ αγαθόν εξαλειφθήσεται. εις γην απελεύσεται. μνήσθητι προτέρων σου και εσχάτων· 4 τούτο το κρίμα παρά Κυρίου πάση σαρκί. εσχατογήρω και περισπωμένω περί πάντων και απειθούντι και απολωλεκότι υπομονήν. ούτως ασεβείς από κατάρας εις απώλειαν. οίτινες εγκατελίπετε νόμον Θεού Υψίστου· 9 και εάν γεννηθήτε. εις κατάραν μερισθήσεσθε. 7 πατρί ασεβεί μέμψεται τέκνα. 16 τοιγαρούν εντράπητε επί τω ρήματί μου· ου γαρ εστι πάσαν αισχύνην διαφυλάξαι καλόν. 8 ουαί υμίν. ουκ έστιν εν άδου ελεγμός ζωής. 19 από κοινωνού και φίλου περί αδικίας και από τόπου. και τι απαναίνη εν ευδοκία Υψίστου. και ου πάντα πάσιν εν πίστει ευδοκιμείται. εις κατάραν γεννηθήσεσθε. άνδρες ασεβείς. 11 Πένθος ανθρώπων εν σώμασιν αυτών.

και όπου χείρες πολλαί. και συνωκηκυία. και της δόξης αυτού πλήρες το έργον αυτού. πάντα εν γραφή· 8 περί παιδείας ανοήτου και μωρού και εσχατογήρου κρινομένου προς νέους· και έση πεπαιδευμένος αληθινώς και δεδοκιμασμένος έναντι παντός ζώντος. 12 παντί ανθρώπω μη έμβλεπε εν κάλλει και εν μέσω γυναικών μη συνέδρευε· 13 από γαρ ιματίων εκπορεύεται σής και από γυναικός πονηρία γυναικός. 6 επί γυναικί πονηρά καλόν σφραγίς. και η μέριμνα αυτής αφιστά ύπνον· εν νεότητι αυτής μήποτε παρακμάση. μήποτε ποιήση σε επίχαρμα εχθροίς. 3 περί λόγου κοινωνού και οδοιπόρων και περί δόσεως κληρονομίας εταίρων. εν αριθμω και σταθμω. και καταισχύνη σε εν πλήθει πολλών. 11 επί θυγατρί αδιατρέπτω στερέωσον φυλακήν. μήποτε στειρωθή. και δόσις και λήψις. 5 περί διαφόρου πράσεως εμπόρων και περί παιδείας τέκνων πολλής και οικέτη πονηρω πλευράν αιμάξαι. 17 ουκ ενεποίησε τοις αγίοις Κύριος εκδιηγήσασθαι πάντα τα θαυμάσια αυτού. και μη επιστης επί την κοίτην αυτής· 25 από φίλων περί λόγων ονειδισμού. και μη λάβης πρόσωπον του αμαρτάνειν· 2 περί νόμου Υψίστου και διαθήκης και περί κρίματος δικαιώσαι τον ασεβή. 4 περί ακριβείας ζυγού και σταθμίων. και γυνή καταισχύνουσα εις ονειδισμόν. 26 από δευτερώσεως και λόγου ακοής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυναικός εταίρας και από αποστροφής προσώπου συγγενούς. α Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1329 . 9 Θυγάτηρ πατρί απόκρυφος αγρυπνία. και από αποκαλύψεων λόγων κρυφίων· 27 και έση αισχυντηρός αληθινώς και ευρίσκων χάριν έναντι παντός ανθρώπου. και α εώρακα εκδιηγήσομαι· εν λόγοις Κυρίου τα έργα αυτού. 15 Μνησθήσομαι δη τα έργα Κυρίου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ 1 ΜΗ περί τούτων αισχυνθής. 24 από περιεργείας παιδίσκης αυτού. κλείσον· 7 ό εάν παραδίδως. λαλιάν εν πόλει και έκκλητον λαού. και συνωκηκυία μήποτε μισηθή· 10 εν παρθενία μήποτε βεβηλωθή και εν τοις πατρικοίς αυτής έγκυος γένηται· μετά ανδρός ούσα μήποτε παραβή. και μετά το δούναι μη ονείδιζε. περί κτήσεως πολλών και ολίγων. 16 ήλιος φωτίζων κατά παν επέβλεψε. 14 κρείσσων πονηρία ανδρός ή αγαθοποιός γυνή. 23 από αφαιρέσεως μερίδος και δόσεως και από κατανοήσεως γυναικός υπάνδρου.

και ως έστι προ του αιώνος και εις τον αιώνα· ούτε προσετέθη ούτε ηλαττώθη. 11 ιδέ τόξον και ευλόγησον τον ποιήσαντα αυτό. 20 ου παρήλθεν αυτόν παν διανόημα. είδος ουρανού εν οράματι δόξης. ουκ εκρύβη απ ‘ αυτού ουδέ εις λόγος. τριπλασίως ήλιος εκκαίων όρη· ατμίδας πυρώδεις εκφυσών και εκλάμπων ακτίνας αμαυροί οφθαλμούς. κόσμος φωτίζων εν υψίστοις Κυρίου· 10 εν λόγοις αγίου στήσονται κατά κρίμα και ου μη εκλυθώσιν εν φυλακαίς αυτών. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ 1 ΓΑΥΡΙΑΜΑ ύψους στερέωμα καθαριότητος. και ουκ εποίησεν ουδέν ελλείπον· 25 εν του ενός εστερέωσε τα αγαθά. φωστήρ μειούμενος επί συντελείας. εν κατέναντι του ενός. και εν λόγοις αυτού κατέσπευσε πορείαν. 23 πάντα ταύτα ζη και μένει εις τον αιώνα εν πάσαις χρείαις. σφόδρα ωραίον εν τω αυγάσματι αυτού· 12 εγύρωσεν ουρανόν εν κυκλώσει δόξης. 7 από σελήνης σημείον εορτής. 3 εν μεσημβρία αυτού αναξηραίνει χώραν.. σκεύος παρεμβολών εν ύψει. 19 απαγγέλλων τα παρεληλυθότα και επεσόμενα και αποκαλύπτων ίχνη αποκρύφων. ανάδειξιν χρόνων και σημείον αιώνος. εν στερεώματι ουρανού εκλάμπων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εστερέωσε Κύριος ο παντοκράτωρ στηριχθήναι εν δόξη αυτού το παν. 2 ήλιος εν οπτασία διαγγέλων εν εξόδω. και ου προσεδεήθη ουδενός συμβούλου.13 Προστάγματι αυτού κατέσπευσε χιόνα και ταχύνει αστραπάς κρίματος αυτού.6 Και η σελήνη εν πάσιν εις καιρόν αυτής. 8 μην κατά το όνομα αυτής εστιν. δόξα άστρων. και τις πλησθήσεται ορών δόξαν αυτού. 21 τα μεγαλεία της σοφίας αυτού εκόσμησε. και εναντίον καύματος αυτού τις υποστήσεται. έργον Υψίστου. 14 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1330 . χείρες Υψίστου ετάνυσαν αυτό. 24 πάντα δισσά. 4 κάμινον φυσών εν έργοις καύματος. σκεύος θαυμαστόν. 18 άβυσσον και καρδίαν εξίχνευσε και εν πανουργεύμασιν αυτών διενοήθη· έγνω γαρ ο Κύριος πάσαν είδησιν και ενέβλεψεν εις σημείον αιώνος.. 22 ως πάντα τα έργα αυτού επιθυμητά και ως σπινθήρός εστι θεωρήσαι. αυξανομένη θαυμαστώς εν αλλοιώσει. και πάντα υπακούει. 5 μέγας Κύριος ο ποιήσας αυτόν. 9 κάλλος ουρανού.

υπερέξει γαρ και έτι· και υψούντες αυτόν πληθύνατε εν ισχύϊ· μη κοπιάτε. 29 φοβερός Κύριος και σφόδρα μέγας. 19 και πάχνην ως άλα επί γης χέει. 20 ψυχρός άνεμος Βορέης πνεύσει. δρόσος απαντώσα από καύσωνος ιλαρώσει. καθόσον αν δύνησθε. και ως θώρακα ενδύσεται το ύδωρ. ου γαρ μη εφίκησθε. 26 δι ‘ αυτόν ευοδοί άγγελος αυτού. 18 ως πετεινά καθιπτάμενα πάσσει χιόνα. και εξέπτησαν νεφέλαι ως πετεινά· 15 εν μεγαλείω αυτού ίσχυσε νεφέλας. και συντέλεια λόγων· το παν εστιν αυτός. και διεθρύβησαν λίθοι χαλάζης· 16 και εν οπτασίαις αυτού σαλευθήσεται όρη. 27 Πολλά ερούμεν και ου μη εφικώμεθα. 22 ίασις πάντων κατά σπουδήν ομίχλη. εν θελήματι πνεύσεται νότος. και επί του υετού αυτής εκστήσεται καρδία. και εφύτευσεν εν αυτη νήσους. και ως ακρίς καταλύουσα η κατάβασς αυτής· κάλλος λευκότητος αυτής εκθαυμάσει οφθαλμός. και παγείσα γίνεται σκολόπων άκρα. 28 δοξάζοντες που ισχύσομεν. και παγήσεται κρύσταλλος εφ ‘ ύδατος· επί πάσαν συναγωγήν ύδατος καταλύσει. 17 φωνή βροντής αυτού ωδίνησε γην και καταιγίς Βορέου και συστροφή πνεύματος. 31 τις εώρακεν αυτόν και εκδιηγήσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ 1 ΠΑΤΕΡΩΝ ΥΜΝΟΣ.. 25 και εκεί τα παράδοξα και θαυμάσια έργα.. και ακοαίς ωτίων ημών θαυμάζομεν. ποικιλία παντός ζώου. και θαυμαστή η δυναστεία αυτού. 30 δοξάζοντες Κύριον υψώσατε. κτίσις κητών. 32 πολλά απόκρυφά εστι μείζονα τούτων. και τοις ευσεβέσιν έδωκε σοφίαν. αυτός γαρ ο μέγας παρά πάντα τα έργα αυτού.23 Λογισμω αυτού εκόπασεν άβυσσον. και εν λόγω αυτού σύγκειται πάντα. ολίγα γαρ εωράκαμεν των έργων αυτού· 33 πάντα γαρ εποίησεν ο Κύριος.Αινέσωμεν δη άνδρας ενδόξους και τους πατέρας ημών τη γενέσει. και τις μεγαλυνεί αυτόν καθώς εστι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δια τούτο ηνεώχθησαν θησαυροί. 21 καταφάγεται όρη και έρημον εκκαύσει και αποσβέσει χλόην ως πυρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1331 . 24 οι πλέοντες την θάλασσαν διηγούνται τον κίνδυνον αυτής.

και το όνομα αυτών ζη εις γενεάς· 15 σοφίαν αυτών διηγήσονται λαοί. και ουχ ευρέθη όμοιος εν τη δόξη· 20 ος συνετήρησε νόμον Υψίστου και εγένετο εν διαθήκη μετ ‘ αυτού· εν σαρκί αυτού έστησε διαθήκην και εν πειρασμω ευρέθη πιστός. ειρηνεύοντες εν παροικίαις αυτών· 7 πάντες ούτοι εν γενεαίς εδοξάσθησαν. ότε εγένετο κατακλυσμός· 18 διαθήκαι αιώνος ετέθησαν προς αυτόν. 17 Νώε ευρέθη τέλειος δίκαιος. απηγγελκότες εν προφητείαις· 4 ηγούμενοι λαού εν διαβουλίοις και συνέσει γραμματείας λαού. και η δόξα αυτών ουκ εξαλειφθήσεται· 14 τα σώματα αυτών εν ειρήνη ετάφη. εν καιρω οργής εγένετο αντάλλαγμα· δια τούτον εγενήθη κατάλειμμα τη γη. υπόδειγμα μετανοίας ταις γενεαίς. σοφοί λόγοι εν παιδεία αυτών· 5 εκζητούντες μέλη μουσικών και διηγούμενοι έπη εν γραφή· 6 άνδρες πλούσιοι κεχορηγημένοι ισχύϊ. έκγονα αυτών· 12 εν ταις διαθήκαις έστη σπέρμα αυτών και τα τέκνα αυτών δι ‘ αυτούς· 13 έως αιώνος μενεί σπέρμα αυτών. την μεγαλωσύνην αυτού απ ‘ αιώνος. 16 Ενώχ ευηρέστησε Κυρίω και μετετέθη. 10 αλλ ‘ ή ούτοι άνδρες ελέους. και εν ταις ημέραις αυτών καύχημα. 3 κυριεύοντες εν ταις βασιλείαις αυτών και άνδρες ονομαστοί εν δυνάμει· βουλεύοντες εν συνέσει αυτών. επέγνω αυτόν εν ευλογίαις αυτού και έδωκεν αυτω εν κληρονομία· και διέστειλε μερίδας αυτού. 8 εισίν αυτών οί κατέλιπον όνομα του εκδιηγήσασθαι επαίνους· 9 και εισίν ων ουκ έστι μνημόσυνον και απώλοντο ως ουχ υπάρξαντες και εγένοντο ως ου γεγονότες και τα τέκνα αυτών μετ ‘ αυτούς. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1332 . 22 και εν τω Ισαάκ έστησεν ούτως δια Αβραάμ τον πατέρα αυτού ευλογίαν πάντων ανθρώπων και διαθήκην 23 και κατέπαυσεν επί κεφαλήν Ιακώβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 πολλήν δόξαν έκτισεν ο Κύριος. και τον έπαινον εξαγγέλλει εκκλησία. ων αι δικαιοσύναι ουκ επελήσθησαν· 11 μετά του σπέρματος αυτών διαμενεί αγαθή κληρονομία. ίνα μη εξαλειφθή κατακλυσμω πάσα σάρξ.. εν φυλαίς εμέρισε δεκαδύο. πληθύναι αυτόν ως χουν της γης και ως άστρα ανυψώσαι το σπέρμα αυτού και κατακληρονομήσαι αυτούς από θαλάσσης έως θαλάσσης και από ποταμού έως άκρου γης. 21 δια τούτο εν όρκω έστησεν αυτω ενευλογηθήναι έθνη εν τω σπέρματι αυτού.19 Αβραάμ μέγας πατήρ πλήθους εθνών.

εξελέξατο αυτόν εκ πάσης σαρκός· 5 ηκούτισεν αυτόν της φωνής αυτού και εισήγαγεν αυτόν εις τον γνόφον και έδωκεν αυτω κατά πρόσωπον εντολάς. έργω τεχνίτου. περισκελή και ποδήρη και επωμίδα. έργω λιθουργού. εν δέσει χρυσίου. εξιλάσκεσθαι περί του λαού σου. 16 εξελέξατο αυτόν από παντός ζώντος προσαγαγείν κάρπωσιν Κυρίω. 14 θυσίαι αυτού ολοκαρπωθήσονται καθημέραν ενδελεχώς δις. θυμίαμα και ευωδίαν εις μνημόσυνον. εδόξασεν αυτόν κατά πρόσωπον βασιλέων· ενετείλατο αυτω προς λαόν αυτού και έδειξεν αυτω της δόξης αυτού· 4 εν πίστει και πραϋτητι αυτόν ηγίασεν. κεκλωσμένη κόκκω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΑΙ εξήγαγεν εξ αυτού άνδρα ελέους ευρίσκοντα χάριν εν οφθαλμοίς πάσης σαρκός. εις μνημόσυνον εν γραφή κεκολαμμένη κατ ‘ αριθμόν φυλών Ισραήλ· 12 στέφανον χρυσούν επάνω κιδάρεως. ηχήσαι φωνήν εν βήμασιν αυτού. άνδρες οι περί Δαθάν και Αβειρών και η συναγωγή Κορέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1333 . κώδωσι πλείστοις κυκλόθεν. επιθυμήματα οφθαλμών κοσμούμενα ωραία· 13 προ αυτού ου γέγονε τοιαύτα έως αιώνος. έργον ισχύος.6 Ααρών ύψωσεν άγιον όμοιον αυτω αδελφόν αυτού εκ φυλής Λευϊ· 7 έστησεν αυτω διαθήκην αιώνος και έδωκεν αυτω ιερατείαν λαού· εμακάρισεν αυτόν εν ευκοσμία και περιέζωσεν αυτόν στολήν δόξης· 8 ενέδυσεν αυτόν συντέλειαν καυχήματος και εστερέωσεν αυτόν σκεύεσιν ισχύος. 18 επισυνέστησαν αυτω αλλότριοι και εζήλωσαν αυτόν εν τη ερήμω. 17 έδωκεν αυτόν εν εντολαίς αυτού εξουσίαν εν διαθήκαις κριμάτων διδάξαι τον Ιακώβ τα μαρτύρια και εν νόμω αυτού φωτίσαι Ισραήλ. Μωυσήν. χρυσω και υακίνθω και πορφύρα. 9 και εκύκλωσεν αυτόν ροϊσκοις χρυσοίς.. καύχημα τιμής. έργω ποικιλτού. ουκ ενεδύσατο αλλογενής πλήν των υιών αυτού μόνον και τα έκγονα αυτού διαπαντός. 11 λίθοις πολυτελέσι γλύμματος σφραγίδος. ακουστόν ποιήσαι ήχον εν ναω εις μνημόσυνον υιοίς λαού αυτού· 10 στολή αγία. δήλοις αληθείας. νόμον ζωής και επιστήμης διδάξαι τον Ιακώβ διαθήκην και κρίματα αυτού τον Ισραήλ. ηγαπημένον υπό Θεού και ανθρώπων. ου το μνημόσυνον εν ευλογίαις· 2 ωμοίωσεν αυτόν δόξη αγίων και εμεγάλυνεν αυτόν εν φόβοις εχθρών· 3 εν λόγοις αυτού σημεία κατέπαυσεν. 15 επλήρωσε Μωσής τας χείρας και έχρισεν αυτόν εν ελαίω αγίω· εγενήθη αυτω εις διαθήκην αιώνιον και εν τω σπέρματι αυτού εν ημέραις ουρανού λειτουργείν αυτω άμα και ιερατεύειν και ευλογείν τον λαόν αυτού εν τω ονόματι αυτού. εκτύπωμα σφραγίδος αγιάσματος. λογείω κρίσεως.

κληρονομία βασιλέως υιού εξ υιού μόνου· κληρονομία Ααρών και τω σπέρματι αυτού... 26 δώη υμίν σοφίαν εν καρδία υμών κρίνειν τον λαόν αυτού εν δικαιοσύνη. αυτός γαρ μερίς σου και κληρονομία. αντιστήναι έναντι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1334 . 4 ουχί εν χειρί αυτού ανεπόδισεν ο ήλιος και μία ημέρα εγενήθη προς δύο. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ 1 ΚΡΑΤΑΙΟΣ εν πολέμοις Ιησούς Ναυή και διάδοχος Μωυσή εν προφητείαις. όπως κατακληρονομήση τον Ισραήλ. αυτός και Χάλεβ υιος Ιεφοννή. 25 και διαθήκην τω Δαυίδ υιω Ιεσσαί εκ φυλής Ιούδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν θυμω και οργή· 19 είδε Κύριος και ουκ ευδόκησε. εν αγαθότητι προθυμίας ψυχής αυτού· και εξιλάσατο περί του Ισραήλ. ίνα μη αφανισθή τα αγαθά αυτών και την δόξαν αυτών εις γενεάς αυτών. ας έδωκεν αυτω τε και τω σπέρματι αυτού.7 Και εν ημέραις Μωυσέως εποίησεν έλεος. ίνα αυτω ή και τω σπέρματι αυτού ιερωσύνης μεγαλείον εις τους αιώνας. 5 επεκαλέσατο τον Ύψιστον δυνάστην εν τω θλίψαι αυτόν εχθρούς κυκλόθεν. τους γαρ πολεμίους Κύριος αυτός επήγαγεν. 24 δια τούτο εστάθη αυτω διαθήκη ειρήνης προστατείν αγίων και λαού αυτού. 22 πλήν εν γη λαού ου κληρονομήσει. ίνα γνώσιν έθνη πανοπλίαν αυτού ότι εναντίον Κυρίου ο πόλεμος αυτού· και γαρ επηκολούθησεν οπίσω δυνάστου. και επήκουσεν αυτών μέγας Κύριος εν λίθοις χαλάζης δυνάμεως κραταιάς· 6 κατέρραξεν επ ‘ έθνος πόλεμον και εν καταβάσει απώλεσεν ανθεστηκότας. άρτον πρώτοις ητοίμασε πλησμονήν· 21 και γαρ θυσίας Κυρίου φάγονται.23 Και Φινεές υιος Ελεάζαρ τρίτος εις δόξαν εν τω ζηλώσαι αυτόν εν φόβω Κυρίου και στήναι αυτόν εν τροπή λαού. και συνετελέσθησαν εν θυμω οργής· εποίησεν αυτοίς τέρατα καταναλώσαι εν πυρί φλογός αυτού. 2 ως εδοξάσθη εν τω επάραι χείρας αυτού και εν τω εκτείναι ρομφαίαν επί πόλεις. 20 και προσέθηκεν Ααρών δόξαν και έδωκεν αυτω κληρονομίαν· απαρχάς πρωτογεννημάτων εμέρισεν αυτω. ος εγένετο κατά το όνομα αυτού μέγας επί σωτηρία εκλεκτών αυτού εκδικήσαι επεγειρομένους εχθρούς. 3 τις πρότερον αυτού ούτως έστη. και μερίς ουκ έστιν αυτω εν λαω.

και επεσκέψατο Κύριος τον Ιακώβ· 15 εν πίστει αυτού ηκριβάσθη προφήτης και εγνώσθη εν πίστει αυτού πιστός οράσεως.11 Και οι κριταί. 3 εν λέουσιν έπαιξεν ως εν ερίφοις και εν άρκοις ως εν άρνασι προβάτων. 20 και μετά το υπνώσαι αυτόν επροφήτευσε και υπέδειξε βασιλεί την τελευτήν αυτού και ανύψωσεν εκ γης την φωνήν αυτού εν προφητεία εξαλείψαι ανομίαν λαού. και έως γήρους διέμεινεν αυτω επιβήναι αυτόν επί το ύψος της γης. 16 και επεκαλέσατο τον Κύριον δυνάστην εν τω θλίψαι εχθρούς αυτού κυκλόθεν εν προσφορά αρνός γαλαθηνού· 17 και εβρόντησεν απ ‘ ουρανού Κύριος και εν ήχω μεγάλω ακουστήν εποίησε την φωνήν αυτού 18 και εξέτριψεν ηγουμένους Τυρίων και πάντας άρχοντας Φυλιστιείμ. 8 και αυτοί δύο όντες διεσώθησαν από εξακοσίων χιλιάδων πεζών. 4 εν νεότητι αυτού ουχί απέκτεινε γίγαντα και εξήρεν ονειδισμόν εκ λαού εν τω επάραι χείρα εν λίθω σφενδόνης και καταβαλείν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1335 . ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ 1 ΚΑΙ μετά τούτο ανέστη Νάθαν προφητεύειν εν ημέραις Δαυίδ. εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι. έκαστος τω αυτού ονόματι. ούτως Δαυίδ από των υιών Ισραήλ. εισαγαγείν αυτούς εις κληρονομίαν.13 ‘Ηγαπημένος υπό Κυρίου αυτού Σαμουήλ προφήτης Κυρίου κατέστησε βασιλείαν και έχρισεν άρχοντας επί τον λαόν αυτού· 14 εν νόμω Κυρίου έκρινε συναγωγήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκκλησίας. 10 όπως ίδωσι πάντες οι υιοί Ισραήλ ότι καλόν το πορεύεσθαι οπίσω Κυρίου. 9 και έδωκεν ο Κύριος τω Χάλεβ ισχύν. 19 και προ καιρού κοιμήσεως αιώνος επεμαρτύρατο έναντι Κυρίου και χριστού αυτού· χρήματα και έως υποδημάτων από πάσης σαρκός ουκ είληφα· και ουκ ενεκάλεσεν αυτω άνθρωπος.. και το σπέρμα αυτού κατέσχε κληρονομίαν. κωλύσαι λαόν από αμαρτίας και κοπάσαι γογγυσμόν πονηρίας. είη το μνημόσυνον αυτών εν ευλογίαις· 12 τα οστά αυτών αναθάλοι εκ του τόπου αυτών και το όνομα αυτών αντικαταλλασσόμενον εφ ‘ υιοίς δεδοξασμένων αυτών. όσων ουκ εξεπόρνευσεν η καρδία και όσοι ουκ απεστράφησαν από Κυρίου. 2 ωσπερ στέαρ αφωρισμένον από σωτηρίου.

6 ούτως εν μυριάσιν εδόξασαν αυτόν και ήνεσαν αυτόν εν ευλογίαις Κυρίου εν τω φέρεσθαι αυτω διάδημα δόξης· 7 εξέτριψε γαρ εχθρούς κυκλόθεν και εξουδένωσε Φυλιστιείμ τους υπεναντίους· έως σήμερον συνέτριψεν αυτών κέρας. 8 εν παντί έργω αυτού έδωκεν εξομολόγησιν αγίω Υψίστω ρήματι δόξης· εν πάση καρδία αυτού ύμνησε και ηγάπησε τον ποιήσαντα αυτόν. και Ιεροβοάμ υιόν Ναβάτ. 5 επεκαλέσατο γαρ Κύριον τον Ύψιστον και έδωκεν εν τη δεξιά αυτού κράτος εξάραι άνθρωπον δυνατόν εν πολέμω. συνήγαγες ως κασσίτερον το χρυσίον και ως μόλυβδον επλήθυνας αργύριον. 14 ως εσοφίσθης εν νεότητί σου και ενεπλήσθης ως ποταμός συνέσεως. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ και έδωκε τω Εφραίμ οδόν αμαρτίας. και ενέπλησας εν παραβολαίς αινιγμάτων· 16 εις νήσους πόρρω αφίκετο το όνομά σου. 21 γενέσθαι δίχα τυραννίδα και εξ Εφραίμ άρξαι βασιλείαν απειθή. 24 και επληθύνθησαν αι αμαρτίαι αυτών σφόδρα αποστήσαι αυτούς από της γης αυτών· 25 και πάσαν πονηρίαν εξεζήτησαν.23 Και ανεπαύσατο Σαλωμών μετά των πατέρων αυτού και κατέλιπε μετ ‘ αυτόν εκ του σπέρματος αυτού λαού αφροσύνην και ελασσούμενον συνέσει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γαυρίαμα του Γολιάθ. 15 γην επεκάλυψεν η ψυχή σου. ίνα στήση οίκον επ ‘ ονόματι αυτού και ετοιμάση αγίασμα εις τον αιώνα. 9 και έστησε ψαλτωδούς κατέναντι του θυσιαστηρίου και εξ ηχούς αυτών γλυκαίνειν μέλη· 10 έδωκεν εν εορταίς ευπρέπειαν και εκόσμησε καιρούς μέχρι συντελείας εν τω αινείν αυτούς το άγιον όνομα αυτού και από πρωϊ ηχείν το αγίασμα. 19 παρανέκλινας τας λαγόνας σου γυναιξί και ενεξουσιάσθης εν τω σώματί σου· 20 έδωκας μώμον εν τη δόξη σου και εβεβήλωσας το σπέρμα σου επαγαγείν οργήν επί τα τέκνα σου και κατενύγην επί τη αφροσύνη σου.. και ηγαπήθης εν τη ειρήνη σου· 17 εν ωδαίς και παροιμίαις και παραβολαίς και εν ερμηνείαις απεθαύμασάν σε χώραι. 22 ο δε Κύριος ου μη καταλίπη το έλεος αυτού και ου μη διαφθείρη από των έργων αυτού. ουδέ μη εξαλείψη εκλεκτού αυτού έκγονα και σπέρμα του αγαπήσαντος αυτόν ου μη εξάρη· και τω Ιακώβ έδωκε κατάλειμμα και τω Δαυίδ εξ αυτού ρίζαν. Ροβοάμ. ω ο Θεός κατέπαυσε κυκλόθεν. έως εκδίκησις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1336 .12 Μετά τούτον ανέστη υιος επιστήμων και δι ‘ αυτόν κατέλυσεν εν πλατυσμω· 13 Σαλωμών εβασίλευσεν εν ημέραις ειρήνης. 11 Κύριος αφείλε τας αμαρτίας αυτού και ανύψωσεν εις αιώνα το κέρας αυτού και έδωκεν αυτω διαθήκην βασιλέων και θρόνον δόξης εν τω Ισραήλ. 18 εν ονόματι Κυρίου του Θεού του επικεκλημένου Θεού Ισραήλ. ος απέστησε λαόν εκ βουλής αυτού.. ανυψώσαι κέρας λαού αυτού.

και γαρ ημείς ζωή ζησόμεθα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ έλθη επ ‘ αυτούς. ‘Ηλία. και άρχων τω οίκω Δαυίδ· 16 τινές μεν αυτών εποίησαν το αρεστόν.. τινές δε επλήθυναν αμαρτίας.. και ο λόγος αυτού ως λαμπάς εκαίετο· 2 ος επήγαγεν επ ‘ αυτούς λιμόν και τω ζήλω αυτού ωλιγοποίησεν αυτούς· 3 εν λόγω Κυρίου ανέσχεν ουρανόν.17 Εζεκίας ωχύρωσε την πόλιν αυτού και εισήγαγεν εις το μέσον αυτής ύδωρ. και Ελισαιέ ενεπλήσθη πνεύματος αυτού· και εν ημέραις αυτού ουκ εσαλεύθη υπό άρχοντος. 12 ‘Ηλίας. ος εν λαίλαπι εσκεπάσθη. ώρυξε σιδήρω ακρότομον και ωκοδόμησε κρήνας εις ύδατα. κατήγαγεν ούτως τρίς πυρ. και απήρε· και επήρεν η χείρ αυτού επί Σιών και εμεγαλαύχησεν εν υπερηφανία Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1337 . και ου κατεδυνάστευσεν αυτόν ουδείς.15 Εν πάσι τούτοις ου μετενόησεν ο λαός και ουκ απέστησαν από των αμαρτιών αυτών. 18 εν ημέραις αυτού ανέβη Σενναχηρίμ και απέστειλε Ραψάκην. 5 ο εγείρας νεκρόν εκ θανάτου και εξ άδου εν λόγω Υψίστου· 6 ο καταγαγών βασιλείς εις απώλειαν και δεδοξασμένους από κλίνης αυτών· 7 ο ακούων εν Σινά ελεγμόν και εν Χωρήβ κρίματα εκδικήσεως· 8 ο χρίων βασιλείς εις ανταπόδομα και προφήτας διαδόχους μετ ‘ αυτόν· 9 ο αναληφθείς εν λαίλαπι πυρός εν άρματι ίππων πυρίνων· 10 ο καταγραφείς εν ελεγμοίς εις καιρούς κοπάσαι οργήν προ θυμού. και κατελείφθη ο λαός ολιγοστός. 11 μακάριοι οι ιδόντες σε και οι εν αγαπήσει κεκοσμημένοι. επιστρέψαι καρδίαν πατρός προς υιόν και καταστήσαι φυλάς Ιακώβ. και εν κοιμήσει επροφήτευσε το σώμα αυτού· 14 και εν ζωή αυτού εποίησε τέρατα. και εν τελευτη θαυμάσια τα έργα αυτού. εν τοις θαυμασίοις σου· και τις όμοιός σοι καυχάσθαι. 13 πας λόγος ουχ υπερήρεν αυτόν. έως επρονομεύθησαν από της γης αυτών και εσκορπίσθησαν εν πάση τη γη. 4 ως εδοξάσθης. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ 1 ΚΑΙ ανέστη ‘Ηλίας προφήτης ως πυρ.

21 επάταξε την παρεμβολήν των Ασσυρίων. πάντες πλημμέλειαν επλημμέλησαν· κατέλιπον γαρ τον νόμον του Υψίστου. και εξέτριψεν αυτούς ο άγγελος αυτού. 24 πνεύματι μεγάλω είδε τα έσχατα και παρεκάλεσε τους πενθούντας εν Σιών· 25 έως του αιώνος υπέδειξε τα εσόμενα και τα απόκρυφα πριν ή παραγενέσθαι αυτά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. και αυτός ως σφραγίς επί δεξιάς χειρός. και αυτός εν μήτρα ηγιάσθη προφήτης εκριζούν και κακούν και απολλύειν. εν ημέραις ανόμων κατίσχυσε την ευσέβειαν. 10 και των δώδεκα προφητών τα οστά αναθάλοι εκ του τόπου αυτών· παρεκάλεσε δε τον Ιακώβ και ελυτρώσατο αυτούς εν πίστει ελπίδος. ο μέγας και πιστός εν οράσει αυτού. ην υπέδειξεν αυτω επί άρματος Χερουβίμ· 9 και γαρ εμνήσθη των εχθρών εν όμβρω και αγαθώσαι τους ευθύνοντας οδούς. 6 ενεπύρισαν εκλεκτήν πόλιν αγιάσματος και ηρήμωσαν τας οδούς αυτής εν χειρί Ιερεμίου· 7 εκάκωσαν γαρ αυτόν. 12 ούτως Ιησούς υιος Ιωσεδέκ. ωσαύτως οικοδομείν και καταφυτεύειν. οί εν ημέραις αυτών ωκοδόμησαν οίκον και ανύψωσαν λαόν άγιον Κυρίω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1338 .11 Πως μεγαλύνωμεν τον Ζοροβάβελ. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ 1 ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ Ιωσίου εις σύνθεσιν θυμιάματος εσκευασμένον έργω μυρεψού· εν παντί στόματι ως μέλι γλυκανθήσεται και ως μουσικά εν συμποσίω οίνου. οι βασιλείς Ιούδα εξέλιπον· 5 έδωκαν γαρ το κέρας αυτών ετέροις και την δόξαν αυτών έθνει αλλοτρίω. 2 αυτός κατηυθύνθη εν επιστροφή λαού και εξήρε βδελύγματα ανομίας· 3 κατεύθυνε προς Κύριον την καρδίαν αυτού. και ο άγιος εξ ουρανού ταχύ επήκουσεν αυτών και ελυτρώσατο αυτούς εν χειρί Ησαϊου. και ωδίνησαν ως αι τίκτουσαι· 20 και επεκαλέσαντο τον Κύριον τον ελεήμονα εκπετάσαντες τας χείρας αυτών προς αυτόν. ας ενετείλατο Ησαϊας ο προφήτης.4 Πάρεξ Δαυίδ και Εζεκίου και Ιωσίου. 19 τότε εσαλεύθησαν καρδίαι και χείρες αυτών. 23 εν ταις ημέραις αυτού ανεπόδισεν ο ήλιος και προσέθηκε ζωήν βασιλεί. 22 εποίησε γαρ Εζεκίας το αρεστόν Κυρίω και ενίσχυσεν εν οδοίς Δαυίδ του πατρός αυτού.. 8 Ιεζεκιήλ ος είδεν όρασιν δόξης..

και τα οστά αυτού επεσκέπησαν. στήριγμα λαού. 15 ουδέ ως Ιωσήφ εγεννήθη ανήρ ηγούμενος αδελφών. εν εξόδω οίκου καταπετάσματος· 6 ως αστήρ εωθινός εν μέσω νεφελών. ανάλημμα υψηλόν περιβόλου ιερού· 3 εν ημέραις αυτού ηλαττώθη αποδοχείον υδάτων. ως κρίνα επ ‘ εξόδω ύδατος. 11 εν τω αναλαμβάνειν αυτόν στολήν δόξης και ενδιδύσκεσθαι αυτόν συντέλειαν καυχήματος. λάκκος ωσεί θαλάσσης το περίμετρον· 4 ο φροντίζων του λαού αυτού από πτώσεως και ενισχύσας πόλιν εν πολιορκήσει. 7 ως ήλιος εκλάμπων επί ναόν Υψίστου και ως τόξον φωτίζον εν νεφέλαις δόξης.. 9 ως πυρ και λίβανος επί πυρίου. 10 ως ελαία αναθάλλουσα καρπούς και ως κυπάρισσος υψουμένη εν νεφέλαις. 16 Σημ και Σηθ εν ανθρώποις εδοξάσθησαν και υπέρ παν ζωον εν τη κτίσει Αδάμ. ως σελήνη πλήρης εν ημέραις. ως βλαστός λιβάνου εν ημέραις θέρους. ως σκεύος χρυσίου ολοσφύρητον κεκοσμημένον παντί λίθω πολυτελεί. εν αναβάσει θυσιαστηρίου αγίου εδόξασε περιβολήν αγιάσματος· 12 εν δε τω δέχεσθαι μέλη εκ χειρών ιερέων. 8 ως άνθος ρόδων εν ημέραις νέων. ος εν ζωή αυτού υπέρραψεν οίκον και εν ημέραις αυτού εστερέωσε τον ναόν· 2 και υπ ‘ αυτού εθεμελιώθη ύψος διπλής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1339 . και αυτός εστώς παρ ‘ εσχάρα βωμού κυκλόθεν αυτού στέφανος αδελφών. ως βλάστημα κέδρου εν τω Λιβάνω· και εκύκλωσαν αυτόν ως στελέχη φοινίκων· 13 και πάντες οι υιοί Ααρών εν δόξη αυτών και προσφορά Κυρίου εν χερσίν αυτών έναντι πάσης εκκλησίας Ισραήλ· 14 και συντέλειαν λειτουργών επί βωμών κοσμήσαι προσφοράν Υψίστου παντοκράτορος· 15 εξέτεινεν επί σπονδείου χείρα αυτού και έσπεισεν εξ αίματος σταφυλής.14 Ουδέ εις εκτίσθη οίος Ενώχ τοιούτος επί της γης· και γαρ αυτός ανελήφθη από της γης. 13 και Νεεμίου επί πολύ το μνημόσυνον του εγείραντος ημίν τείχη πεπτωκότα και στήσαντος πύλας και μοχλούς και ανεγείραντος τα οικόπεδα ημών. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν 1 ΣΙΜΩΝ ‘Ονίου υιος ιερεύς ο μέγας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ητοιμασμένον εις δόξαν αιώνος. 5 ως εδοξάσθη εν περιστροφή λαού.

ότι φως Κυρίου το ίχνος αυτού. από χειλέων εργαζομένων ψεύδος και έναντι των παρεστηκότων εγένου μοι βοηθός 3 και ελυτρώσω με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1340 . Ιησούς υιος Σειράχ Ιεροσολυμίτης. 26 οι καθήμενοι εν όρει Σαμαρείας και Φυλιστιείμ και ο λαός μωρός ο κατοικών εν Σικίμοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξέχεεν εις θεμέλια θυσιαστηρίου οσμήν ευωδίας Υψίστω παμβασιλεί. Κύριε βασιλεύ. και την λειτουργίαν αυτού ετελείωσαν. 17 τότε πας ο λαός κοινή κατέσπευσε και έπεσαν επί πρόσωπον επί την γην προσκυνήσαι τω Κυρίω αυτών παντοκράτορι Θεω τω Υψίστω· 18 και ήνεσαν οι ψαλμωδοί εν φωναίς αυτών. 2 ότι σκεπαστής και βοηθός εγένου μοι και ελυτρώσω το σώμά μου εξ απωλείας και εκ παγίδος διαβολής γλώσσης. εν πλείστω οίκω εγλυκάνθη μέλος. και το τρίτον ουκ έστιν έθνος. 23 δώη ημίν ευφροσύνην καρδίας και γενέσθαι ειρήνην εν ημέραις ημών εν Ισραήλ κατά τας ημέρας του αιώνος· 24 εμπιστεύσαι μεθ ‘ ημών το έλεος αυτού και εν ταις ημέραις αυτού λυτρωσάσθω ημάς. τον υψούντα ημέρας ημών εκ μήτρας και ποιούντα μεθ ‘ ημών κατά το έλεος αυτού. εξομολογούμαι τω ονόματί σου. εν σάλπιγξιν ελαταίς ήχησαν. 21 και εδευτέρωσεν εν προσκυνήσει επιδείξασθαι την ευλογίαν παρά Υψίστου. προς πάντα ισχύσει. 16 τότε ανέκραγον υιοί Ααρών. και αινέσω σε Θεόν τον σωτήρά μου. 28 μακάριος ος εν τούτοις αναστραφήσεται.Εξομολογήσομαί σοι. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ 1 ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΙΗΣΟΥ ΥΙΟΥ ΣΕΙΡΑΧ.25 Εν δυσίν έθνεσι προσώχθισεν η ψυχή μου. ακουστήν εποίησαν φωνήν μεγάλην εις μνημόσυνον έναντι Υψίστου. 22 Και νυν ευλογήσατε τω Θεω πάντων τω μεγαλοποιούντι πάντη. 20 τότε καταβάς επήρε χείρας αυτού επί πάσαν εκκλησίαν υιών Ισραήλ δούναι ευλογίαν Κυρίω εκ χειλέων αυτού και εν ονόματι αυτού καυχάσθαι.. ος ανώμβρησε σοφίαν από καρδίας αυτού.. και θείς αυτά επί καρδίαν αυτού σοφισθήσεται· 29 εάν γαρ αυτά ποιήση. έως συντελεσθή κόσμος Κυρίου. 19 και εδεήθη ο λαός Κυρίου Υψίστου εν προσευχή κατέναντι ελεήμονος. 27 Παιδείαν συνέσεως και επιστήμης εχάραξα εν τω βιβλίω τούτω.

29 ευφρανθείη η ψυχή υμών εν τω ελέει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1341 . εζήτησα σοφίαν προφανώς εν προσευχή μου. 28 μετάσχετε παιδείας εν πολλω αριθμω αργυρίου και πολύν χρυσόν κτήσασθε εν αυτη. Κύριε. 4 από πνιγμού πυράς κυκλόθεν και εκ μέσου πυρός. απαίδευτοι. τας χείράς μου εξεπέτασα προς ύψος και τα αγνοήματα αυτής επένθησα. εκ νεότητός μου ίχνευσα αυτήν. 26 τον τράχηλον υμών υπόθετε υπό ζυγόν. 13 έτι ων νεώτερος. ήγγισεν έως θανάτου η ψυχή μου. ότι εξαιρή τους υπομένοντάς σε και σώζεις αυτούς εκ χειρός εθνών. μη με εγκαταλιπείν εν ημέραις θλίψεως. 24 τι ότι υστερείτε εν τούτοις και αι ψυχαί υμών διψώσι σφόδρα. ου ουκ εξέκαυσα. και επιδεξάσθω η ψυχή υμών παιδείαν· εγγύς εστιν ευρείν αυτήν. 19 διαμεμάχισται η ψυχή μου εν αυτη και εν ποιήσει λιμού διηκριβησάμην. ων έσχον. 18 διενοήθην γαρ του ποιήσαι αυτήν και εζήλωσα το αγαθόν και ου μη αισχυνθώ. 15 εξ άνθους ως περκαζούσης σταφυλής ευφράνθη η καρδία μου εν αυτη. εκ χειρός ζητούντων την ψυχήν μου. 23 εγγίσατε προς με. 22 έδωκε Κύριος γλώσσάν μοι μισθόν μου. 5 εκ βάθους κοιλίας άδου και από γλώσσης ακαθάρτου και λόγου ψευδούς. 9 και ανύψωσα από γης ικετείαν μου και υπέρ θανάτου ρύσεως εδεήθην. δια τούτο εξομολογήσομαι και αινέσω σε και ευλογήσω τω ονόματι Κυρίου. 6 βασιλεί διαβολή γλώσσης αδίκου. 7 περιέσχον με πάντοθεν και ουκ ην ο βοηθών. 25 ήνοιξα το στόμα μου και ελάλησα· κτήσασθε εαυτοίς άνευ αργυρίου. επέβη ο πούς μου εν ευθύτητι. δια τούτο ου μη εγκαταλειφθώ· 21 και η κοιλία μου εταράχθη του εκζητήσαι αυτήν· δια τούτο εκτησάμην αγαθόν κτήμα. και εν αυτη αινέσω αυτόν. και η ζωή μου ην σύνεγγυς άδου κάτω. 17 προκοπή εγένετό μοι εν αυτη· τω διδόντι μοι σοφίαν δώσω δόξαν. 8 και εμνήσθην του ελέους σου. πριν ή πλανηθήναί με. εν καιρω υπερηφάνων αβοηθησίας. 10 επεκαλεσάμην Κύριον πατέρα κυρίου μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατά το πλήθος ελέους και ονόματός σου εκ βρυγμών ετοίμων εις βρώμα. 14 έναντι ναού ηξίουν περί αυτής και έως εσχάτων εκζητήσω αυτήν. και της εργασίας σου της απ ‘ αιώνος. 11 αινέσω το όνομά σου ενδελεχώς και υμνήσω εν εξομολογήσει. και εισηκούσθη η δέησίς μου· 12 έσωσας γαρ με εξ απωλείας και εξείλου με εκ καιρού πονηρού. και αυλίσθητε εν οίκω παιδείας. 20 την ψυχήν μου κατεύθυνα εις αυτήν. εκ πλειόνων θλίψεων. καρδίαν εκτησάμην μετ ‘ αυτής απ ‘ αρχής και εν καθαρισμω εύρον αυτήν. και ουκ ην. 27 ίδετε εν οφθαλμοίς υμών ότι ολίγον εκοπίασα και εύρον εμαυτω πολλήν ανάπαυσιν. 16 έκλινα ολίγον το ους μου και εδεξάμην και πολλήν εύρον εμαυτω παιδείαν. ενέβλεπον εις αντίληψιν ανθρώπων.

4 και είπε Κύριος προς αυτόν· κάλεσον το όνομα αυτού Ιεζραέλ. 9 και είπε· κάλεσον το όνομα αυτού Ου-λαός-μου. 2 Αρχή λόγου Κυρίου εις Ωσηέ. ------------------------------------------------------ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΟΓΟΣ Κυρίου. Ουκ-ηλεημένη. ος εγενήθη προς Ωσηέ τον του Βεηρεί εν ημέραις ‘Οζίου και Ιωάθαμ και Άχαζ και Εζεκίου βασιλέων Ιούδα και εν ημέραις Ιεροβοάμ υιού Ιωάς βασιλέως Ισραήλ. αλλ ‘ ή αντιτασσόμενος αντιτάξομαι αυτοίς. και δώσει τον μισθόν υμών εν καιρω αυτού. διότι ου μη προσθήσω έτι ελεήσαι τον οίκον Ισραήλ. 7 τους δε υιούς Ιούδα ελεήσω και σώσω αυτούς εν Κυρίω Θεω αυτών και ου σώσω αυτούς εν τόξω ουδέ εν ρομφαία ουδέ εν πολέμω ουδέ εν ίπποις ουδέ εν ιππεύσι. και μη αισχυνθείητε εν αινέσει αυτού. διότι έτι μικρόν και εκδικήσω το αίμα του Ιεζραέλ επί τον οίκον Ιούδα και καταπαύσω βασιλείαν οίκου Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. και είπε Κύριος προς Ωσηέ· βάδιζε. και συνέλαβεν έτι και έτεκεν υιόν. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1342 . και εγώ ουκ ειμί υμών. λαβέ σεαυτω γυναίκα πορνείας και τέκνα πορνείας. και είπεν αυτω· κάλεσον το όνομα αυτής. 5 και έσται εν τη ημέρα εκείνη συντρίψω το τόξον του Ισραήλ εν κοιλάδι του Ιεζραέλ. 6 και συνέλαβεν έτι και έτεκε θυγατέρα. διότι υμείς ου λαός μου. 8 και απεγαλάκτισε την Ουκ-ηλεημένην. 30 εργάζεσθε το έργον υμών προ καιρού. διότι εκπορνεύουσα εκπορνεύσει η γη από όπισθεν του Κυρίου. και συνέλαβε και έτεκεν αυτω υιόν. 3 και επορεύθη και έλαβε την Γόμερ θυγατέρα Δεβηλαϊμ.

εμού δε επελάθετο. και αργύριον επλήθυνα αυτη· αυτή δε αργυρά και χρυσά εποίησε τη Βάαλ. και θήσομαι αυτά εις μαρτύριον. ότι είπε· πορεύσομαι οπίσω των εραστών μου των διδόντων μοι τους άρτους μου και το ύδωρ μου και τα ιμάτιά μου και τα οθόνιά μου. κρίθητε. 10 και αυτή ουκ έγων ότι εγώ έδωκα αυτη τον σίτον και τον οίνον και το έλαιον. ότι μεγάλη η ημέρα του Ιεζραέλ. 5 όπως αν εκδύσω αυτήν γυμνήν και αποκαταστήσω αυτήν καθώς ημέρα γενέσεως αυτής. ου ερρέθη αυτοίς· ου λαός μου υμείς. 14 και αφανιώ άμπελον αυτής και τας συκάς αυτής. και εξαρώ την πορνείαν αυτής εκ προσώπου μου και την μοιχείαν αυτής εκ μέσου μαστών αυτής. και θήσω αυτήν έρημον και τάξω αυτήν ως γην άνυδρον και αποκτενώ αυτήν εν δίψει· 6 και τα τέκνα αυτής ου μη ελεήσω. 15 και εκδικήσω επ ‘ αυτήν τας ημέρας των Βααλείμ. 12 και νυν αποκαλύψω την ακαθαρσίαν αυτής ενώπιον των εραστών αυτής. και την τρίβον αυτής ου μη εύρη· 9 και καταδιώξεται τους εραστάς αυτής και ου μη καταλάβη αυτούς και ζητήσει αυτούς και ου μη εύρη αυτούς· και ερεί· πορεύσομαι και επιστρέψω προς τον άνδρα μου τον πρότερον. 8 δια τούτο ιδού εγώ φράσσω την οδόν αυτής εν σκόλοψι και ανοικοδομήσω τας οδούς. 3 είπατε τω αδελφω υμών· λαός μου και τη αδελφή υμών· ηλεημένη. ότι καλώς μοι ην τότε ή νυν. και έσται εν τω τόπω. ότι τέκνα πορνείας εστίν. 16 Δια τούτο ιδού εγώ πλανώ αυτήν και τάξω αυτήν ως έρημον και λαλήσω επί την καρδίαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1343 . εν αις επέθυεν αυτοίς και περιετίθετο τα ενώτια αυτής και τα καθόρμια αυτής και επορεύετο οπίσω των εραστών αυτής. κατήσχυνεν η τεκούσα αυτά. λέγει Κύριος. και εγώ ουκ ανήρ αυτής. εορτάς αυτής και τας νουμηνίας αυτής και τα σάββατα αυτής και πάσας τας πανηγύρεις αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΑΙ ην ο αριθμός των υιών Ισραήλ ως η άμμος της θαλάσσης. 7 ότι εξεπόρνευσεν η μήτηρ αυτών. 2 και συναχθήσονται υιοί Ιούδα και οι υιοί Ισραήλ επί το αυτό και θήσονται εαυτοίς αρχήν μίαν και αναβήσονται εκ της γης. 11 δια τούτο επιστρέψω και κομιούμαι τον σίτόν μου καθ ‘ ωραν αυτού και τον οίνόν μου εν καιρω αυτού και αφελούμαι τα ιμάτιά μου και τα οθόνιά μου του μη καλύπτειν την ασχημοσύνην αυτής. και τα πετεινά του ουρανού και τα ερπετά της γης. κληθήσονται και αυτοί υιοί Θεού ζώντος. 13 και αποστρέψω πάσας τας ευφροσύνας αυτής. και καταφάγεται αυτά τα θηρία του αγρού. ότι αύτη ου γυνή μου. και ουδείς ου μη εξέληται αυτήν εκ χειρός μου. 4 Κρίθητε προς την μητέρα υμών. το έλαιόν μου και πάντα όσα μοι καθήκει. ή ουκ εκμετρηθήσεται ουδέ εξαριθμηθήσεται. όσα είπε· μισθώματά μου ταύτά εστιν α έδωκάν μοι οι ερασταί μου.

λέγει Κύριος. 2 και εμισθωσάμην εμαυτω πεντεκαίδεκα αργυρίου και γομόρ κριθών και νέβελ οίνου 3 και είπα προς αυτήν· ημέρας πολλάς καθήση επ ‘ εμοί και ου μη πορνεύσης. 20 και διαθήσομαι αυτοίς διαθήκην εν τη ημέρα εκείνη μετά των θηρίων του αγρού και μετά των πετεινών του ουρανού και των ερπετών της γης· και τόξον και ρομφαίαν και πόλεμον συντρίψω από της γης και κατοικιώ σε επ ‘ ελπίδι. ουδέ μη γένη ανδρί ετέρω. 25 και σπερώ αυτήν εμαυτω επί της γης και ελεήσω την Ουκ-ηλεημένην και ερώ τω Ου-λαω-μου· λαός μου ει συ. 5 και μετά ταύτα επιστρέψουσιν οι υιοί Ισραήλ και επιζητήσουσι Κύριον τον Θεόν αυτών και Δαυίδ τον βασιλέα αυτών· και εκστήσονται επί τω Κυρίω και επί τοις αγαθοίς αυτού επ ‘ εσχάτων των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1344 . επακούσομαι τω ουρανω. και αυτός επακούσεται τη γη. καλέσει με· ο ανήρ μου. 4 διότι ημέρας πολλάς καθήσονται οι υιοί Ισραήλ ουκ όντος βασιλέως ουδέ όντος άρχοντος ουδέ ούσης θυσίας ουδέ όντος θυσιαστηρίου ουδέ ιερατείας ουδέ δήλων. 23 και έσται εν εκείνη τη ημέρα. καθώς αγαπά ο Θεός τους υιούς Ισραήλ και αυτοί αποβλέπουσιν επί θεούς αλλοτρίους και φιλούσι πέμματα μετά σταφίδων. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς με· έτι πορεύθητι και αγάπησον γυναίκα αγαπώσαν πονηρά και μοιχαλίν. και επιγνώση τον Κύριον. λέγει Κύριος. και εγώ επί σοί. 21 και μνηστεύσομαί σε εμαυτω εις τον αιώνα και μνηστεύσομαί σε εν δικαιοσύνη και εν κρίματι και εν ελέει και εν οικτιρμοίς 22 και μνηστεύσομαί σε εμαυτω εν πίστει. και ου καλέσει με έτι Βααλείμ· 19 και εξαρώ τα ονόματα των Βααλείμ εκ στόματος αυτής και ου μη μνησθώσιν ουκ έτι τα ονόματα αυτών. 24 και η γη επακούσεται τον σίτον και τον οίνον και το έλαιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτής 17 και δώσω αυτη τα κτήματα αυτής εκείθεν και την κοιλάδα Αχώρ διανοίξαι σύνεσιν αυτής. και αυτά επακούσεται τω Ιεζραέλ. 18 και έσται εν τη ημέρα εκείνη. και ταπεινωθήσεται εκεί κατά τας ημέρας νηπιότητος αυτής και κατά τας ημέρας αναβάσεως αυτής εκ γης Αιγύπτου. και αυτός ερεί· Κύριος ο Θεός μου ει συ.

και αι νύμφαι υμών μοιχεύσουσι· 14 και ου μη επισκέψωμαι επί τας θυγατέρας υμών. και ασθενήσει ο προφήτης μετά σου· νυκτί ωμοίωσα την μητέρα σου. ότι καλόν σκέπη. 7 κατά το πλήθος αυτών ούτως ήμαρτόν μοι· την δόξαν αυτών εις ατιμίαν θήσομαι. όταν μοιχεύσωσιν· ότι αυτοί μετά των πορνών συνεφύροντο και μετά των τετελεσμένων έθυον. 2 αρά και ψεύδος και φόνος και κλοπή και μοιχεία κέχυται επί της γης. διότι ουκ έστιν αλήθεια ουδέ έλεος ουδέ επίγνωσις Θεού επί της γης. και οι ιχθύες της θαλάσσης εκλείψουσιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1345 . και αίματα αφ ‘ αίμασι μίσγουσι. και εν ράβδοις αυτού απήγγελλον αυτω· πνεύματι πορνείας επλανήθησαν και εξεπόρνευσαν από του Θεού αυτών. 5 και ασθενήσεις ημέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ημερών. . ότι κρίσις τω Κυρίω προς τους κατοικούντας την γην. 13 επί τας κορυφάς των ορέων εθυσίαζον και επί τους βουνούς έθυον. διότι τον Κύριον εγκατέλιπον του φυλάξαι. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ λόγον Κυρίου. 9 και έσται καθώς ο λαός ούτως και ο ιερεύς· και εκδικήσω επ ‘ αυτόν τας οδούς αυτού και τα διαβούλια αυτού ανταποδώσω αυτω.11 Πορνείαν και οίνον και μέθυσμα εδέξατο καρδία λαού μου. δια τούτο εκπορνεύσουσιν αι θυγατέρες υμών. επόρνευσαν και ου μη κατευθύνωσι. 6 ωμοιώθη ο λαός μου ως ουκ έχων γνώσιν· ότι συ επίγνωσιν απώσω. υποκάτω δρυός και λεύκης και δένδρου συσκιάζοντος. 10 και φάγονται και ου μη εμπλησθώσιν. όταν πορνεύσωσι. 12 εν συμβόλοις επηρώτων. καγώ επιλήσομαι τέκνων σου. 8 αμαρτίας λαού μου φάγονται και εν ταις αδικίαις αυτών λήψονται τας ψυχάς αυτών. 3 δια τούτο πενθήσει η γη και σμικρυνθήσεται συν πάσι τοις κατοικούσιν αυτήν. καγώ απώσομαί σε του μη ιερατεύειν μοι· και επελάθου νόμον Θεού σου. συν τοις θηρίοις του αγρού και συν τοις ερπετοίς της γης και συν τοις πετεινοίς του ουρανού. υιοί Ισραήλ. και επί τας νύμφας υμών. 4 όπως μηδείς μήτε δικάζηται μήτε ελέγχη μηδείς· ο δε λαός μου ως αντιλεγόμενος ιερεύς.

ότι ήρξατο πορεύεσθαι οπίσω των ματαίων. και τους κλήρους αυτών.8 Σαλπίσατε σάλπιγγι επί τους βουνούς. μη εισπορεύεσθε εις Γάλγαλα και μη αναβαίνετε εις τον Οίκον Ων και μη ομνύετε ζώντα Κύριον. οι ιερείς. κατεπάτησε κρίμα. και καταισχυνθήσονται εκ των θυσιαστηρίων αυτών. ενωτίζεσθε. 11 κατεδυνάστευσεν Εφραίμ τον αντίδικον αυτού. 16 διότι ως δάμαλις παροιστρώσα παροίστρησεν Ισραήλ· νυν νεμήσει αυτούς Κύριος ως αμνόν εν ευρυχώρω. ότι εκκέκλικεν απ ‘ αυτών. τον δε Κύριον ουκ επέγνωσαν. και Ισραήλ ουκ απέστη απ ‘ εμού· διότι νυν εξεπόρνευσεν Εφραίμ. 2 ό οι αγρεύοντες την θήραν κατέπηξαν. μη αγνόει. Ισραήλ. εμιάνθη Ισραήλ. ηγάπησαν ατιμίαν εκ φρυάγματος αυτών. 19 συστροφή πνεύματος συ ει εν ταις πτέρυξιν αυτής. 5 και ταπεινωθήσεται η ύβρις του Ισραήλ εις πρόσωπον αυτού. επ ‘ αυτούς εκχεώ ως ύδωρ το όρμημά μου. 9 Εφραίμ εις αφανισμόν εγένετο εν ημέραις ελέγχου· εν ταις φυλαίς του Ισραήλ έδειξα πιστά.15 Συ δε. και ασθενήσει και Ιούδας μετ ‘ αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ο λαός ο συνίων συνεπλέκετο μετά πόρνης. ηχήσατε επί των υψηλών. 7 ότι τον Κύριον εγκατέλιπον. ότι τέκνα αλλότρια εγεννήθησαν αυτοίς· νυν καταφάγεται αυτούς η ερυσίβη. και Ισραήλ και Εφραίμ ασθενήσουσιν εν ταις αδικίαις αυτών. οίκος Ισραήλ. 10 εγένοντο οι άρχοντες Ιούδα ως μετατιθέντες όρια. εγώ δε παιδευτής υμών· 3 εγώ έγνων τον Εφραίμ. και προσέχετε. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ ταύτα. 17 μέτοχος ειδώλων Εφραίμ έθηκεν εαυτω σκάνδαλα. 6 μετά προβάτων και μόσχων πορεύσονται του εκζητήσαι τον Κύριον και ου μη εύρωσιν αυτόν. και Ιούδα. κηρύξατε εν τω οίκω Ων· εξέστη Βενιαμίν. 12 και εγώ ως ταραχή τω Εφραίμ και ως κέντρον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1346 . 18 ηρέτισε Χαναναίους· πορνεύοντες εξεπόρνευσαν. 4 ουκ έδωκαν τα διαβούλια αυτών του επιστρέψαι προς τον Θεόν αυτών. . και ο οίκος του βασιλέως. ότι πνεύμα πορνείας εν αυτοίς εστι. . διότι προς υμάς εστι το κρίμα· ότι παγίς εγενήθητε τη σκοπιά και ως δίκτυον εκτεταμένον επί το Ιταβύριον.

και επορεύθη Εφραίμ προς Ασσυρίους και απέστειλε πρέσβεις προς βασιλέα Ιαρείμ· και αυτός ουκ ηδυνάσθη ιάσασθαι υμάς.5 Δια τούτο απεθέρισα τους προφήτας υμών. εν θλίψει αυτών ορθριούσι προς με λέγοντες· ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΠΟΡΕΥΘΩΜΕΝ και επιστρέψωμεν προς Κύριον τον Θεόν ημών. εφόνευσαν Σίκιμα. πατάξει και μοτώσει ημάς· 2 υγιάσει ημάς μετά δύο ημέρας. . 15 πορεύσομαι και επιστρέψω εις τον τόπον μου. 10 εν τω οίκω του Ισραήλ είδον φρικώδη εκεί. ότι αυτός ήρπακε και ιάσεται ημάς. και το κρίμα μου ως φως εξελεύσεται· 6 διότι έλεος θέλω και ου θυσίαν και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα. 7 αυτοί δε εισιν ως άνθρωπος παραβαίνων διαθήκην· εκεί κατεφρόνησέ μου 8 Γαλαάδ πόλις εργαζομένη μάταια. 14 διότι εγώ ειμι ως πανθήρ τω Εφραίμ και ως λέων τω οίκω Ιούδα· και εγώ αρπώμαι και πορεύσομαι και λήψομαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1347 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω οίκω Ιούδα. ότι ανομίαν εποίησαν. απέκτεινα αυτούς εν ρήματι στόματός μου. ως όρθρον έτοιμον ευρήσομεν αυτόν. και ουκ έσται ο εξαιρούμενος. τι σοι ποιήσω Ιούδα. έως ου αφανισθώσι· και ζητήσουσι το πρόσωπόν μου. πορνείαν του Εφραίμ· εμιάνθη Ισραήλ και Ιούδα. 9 και η ισχύς σου ανδρός πειρατού· έκρυψαν ιερείς οδόν. και ου μη διαπαύση εξ υμών οδύνη. το δε έλεος υμών ως νεφέλη πρωϊνή και ως δρόσος ορθρινή πορευομένη. εν τη ημέρα τη τρίτη εξαναστησόμεθα και ζησόμεθα ενώπιον αυτού 3 και γνωσόμεθα· διώξωμεν του γνώναι τον Κύριον. 11 άρχου τρυγάν σεαυτω εν τω επιστρέφειν με την αιχμαλωσίαν του λαού μου εν τω ιάσασθαί με τον Ισραήλ. 13 και είδεν Εφραίμ την νόσον αυτού και Ιούδας την οδύνην αυτού. 4 τι σοι ποιήσω Εφραίμ. ταράσσουσα ύδωρ. και ήξει ως υετός ημίν πρώϊμος και όψιμος γη.

εγένοντο ως τόξον εντεταμένον· πεσούνται εν ρομφαία οι άρχοντες αυτών δι ‘ απαιδευσίαν γλώσσης αυτών· ούτος ο φαυλισμός αυτών εν γη Αιγύπτω. εξέτεινε την χείρα αυτού μετά λοιμών· 6 διότι ανεκαύθησαν ως κλίβανος αι καρδίαι αυτών. Εφραίμ εγένετο εγκρυφίας ου μεταστρεφόμενος. ουκ ην εν αυτοίς ο επικαλούμενος προς με. από φυράσεως στέατος έως του ζυμωθήναι αυτό. 7 πάντες εθερμάνθησαν ως κλίβανος και κατέφαγον τους κριτάς αυτών· πάντες οι βασιλείς αυτών έπεσαν. πάσας τας κακίας αυτών εμνήσθην· νυν εκύκλωσαν αυτούς τα διαβούλια αυτών. 13 ουαί αυτοίς. ως κλίβανος καιόμενος εις πέψιν κατακαύματος από της φλογός. 15 επαιδεύθησαν εν εμοί. 10 και ταπεινωθήσεται η ύβρις Ισραήλ εις πρόσωπον αυτού. ανεκαύθη ως πυρός φέγγος. 14 και ουκ εβόησαν προς με αι καρδίαι αυτών. ότι ησέβησαν εις εμέ· εγώ δε ελυτρωσάμην αυτούς. αυτοί δε κατελάλησαν κατ ‘ εμού ψευδή. 2 όπως συνάδωσιν ως άδοντες τη καρδία αυτών. 11 και ην Εφραίμ ως περιστερά άνους ουχ έχουσα καρδίαν· Αίγυπτον επεκαλείτο και εις Ασσυρίους επορεύθησαν. 3 εν ταις κακίαις αυτών εύφραναν βασιλείς και εν τοις ψεύδεσιν αυτών άρχοντας· 4 πάντες μοιχεύοντες. αυτός δε ουκ έγνω· και πολιαί εξήνθησαν αυτω. ότι ειργάσαντο ψευδή· και κλέπτης προς αυτόν εισελεύσεται. ότι απεπήδησαν απ ‘ εμού· δείλαιοί εισιν. παιδεύσω αυτούς εν τη ακοή της θλίψεως αυτών. πρωϊ εγενήθη. αλλ ‘ ή ωλόλυζον εν ταις κοίταις αυτών· επί σίτω και οίνω κατετέμνοντο. εν τω καταράσσειν αυτούς. 16 απεστράφησαν εις ουδέν. ήρξαντο οι άρχοντες θυμούσθαι εξ οίνου.8 Εφραίμ εν τοις λαοίς αυτού συνεμίγνυτο. απέναντι του προσώπου μου εγένοντο. 9 κατέφαγον αλλότριοι την ισχύν αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1348 . καγώ κατίσχυσα τους βραχίονας αυτών. 5 αι ημέραι των βασιλέων υμών. και αυτός ουκ έγνω. όλην την νύκτα όπου Εφραίμ ενεπλήσθη. . και ουκ επέστρεψαν προς Κύριον τον Θεόν αυτών και ουκ εξεζήτησαν αυτόν εν πάσι τούτοις. και εις εμέ ελογίσαντο πονηρά. εκδιδύσκων ληστής εν τη οδω αυτού. 12 καθώς αν πορεύωνται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΩΣΗΕ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ αποκαλυφθήσεται η αδικία Εφραίμ και η κακία Σαμαρείας. επιβαλώ επ ‘ αυτούς το δίκτυόν μου· καθώς τα πετεινά του ουρανού κατάξω αυτούς.

14 και επελάθετο Ισραήλ του ποιήσαντος αυτόν και ωκοδόμησαν τεμένη. Σαμάρεια· παρωξύνθη ο θυμός μου επ ‘ αυτούς· έως τίνος ου μη δύνωνται καθαρισθήναι εν τω Ισραήλ. και καταφάγεται τα θεμέλια αυτών. δώρα ηγάπησαν· 10 δια τούτο παραδοθήσονται εν τοις έθνεσι. εις αμαρτίας εγένοντο αυτω θυσιαστήρια ηγαπημένα. εις αλλότρια ελογίσθησαν θυσιαστήρια τα ηγαπημένα. αλλότριοι καταφάγονται αυτό. εγνώκαμέν σε. Σαμάρεια. και η καταστροφή αυτών εκδέξεται αυτά· δράγμα ουκ έχον ισχύν του ποιήσαι άλευρον· εάν δε και ποιήση. και κοπάσουσι μικρόν του χρίειν βασιλέα και άρχοντας. ανθ ‘ ων παρέβησαν την διαθήκην μου και κατά του νόμου μου ησέβησαν. 2 εμέ κεκράξονται· ο Θεός. νυν εγένετο εν τοις έθνεσιν ως σκεύος άχρηστον. εχθρόν κατεδίωξαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1349 . και ου θεός εστι· διότι πλανών ην ο μόσχος σου. νυν εισδέξομαι αυτούς. 6 και αυτό τέκτων εποίησε. και Ιούδας επλήθυνε πόλεις τετειχισμένας· και εξαποστελώ πυρ εις τας πόλεις αυτού. 7 ότι ανεμόφθορα έσπειραν. 13 διότι εάν θύσωσι θυσίαν και φάγωσι κρέα. 9 ότι αυτοί ανέβησαν εις Ασσυρίους· ανέθαλε καθ ‘ εαυτόν Εφραίμ. 3 ότι Ισραήλ απεστρέψατο αγαθά. ως αετός επί οίκον Κυρίου. 11 ότι επλήθυνεν Εφραίμ θυσιαστήρια. 12 καταγράψω αυτω πλήθος και τα νόμιμα αυτού. αυτοί εις Αίγυπτον απέστρεψαν και εν Ασσυρίοις ακάθαρτα φάγονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΕΙΣ κόλπον αυτών ως γη. 8 κατεπόθη Ισραήλ. Κύριος ου προσδέξεται αυτά· νυν μνησθήσεται τας αδικίας αυτών και εκδικήσει τας αμαρτίας αυτών. 4 εαυτοίς εβασίλευσαν και ου δι ‘ εμού· ήρξαν και ουκ εγνώρισάν μοι· το αργύριον αυτών και το χρυσίον αυτών εποίησαν εαυτοίς είδωλα. όπως εξολοθρευθώσιν. 5 απότριψαι τον μόσχον σου.

και εν Ασσυρίοις ακάθαρτα φάγονται. μηδέ ευφραίνου καθώς οι λαοί. Κύριε· τι δώσεις αυτοίς. . 9 εφθάρησαν κατά τας ημέρας του βουνού· μνησθήσεται αδικίας αυτών. 5 τι ποιήσετε εν ημέραις πανηγύρεως και εν ημέρα εορτής του Κυρίου. και εκδέξεται αυτούς Μέμφις. 6 δια τούτο ιδού πορεύσονται εκ ταλαιπωρίας Αιγύπτου. άκανθαι εν τοις σκηνώμασιν αυτών. και θάψει αυτούς Μαχμάς· το αργύριον αυτών όλεθρος κληρονομήσει αυτό. 15 πάσαι αι κακίαι αυτών εν Γαλγάλ. δος αυτοίς μήτραν ατεκνούσαν και μαστούς ξηρούς. ατεκνωθήσονται εξ ανθρώπων· διότι και ουαί αυτοίς εστι. και κακωθήσεται Ισραήλ ωσπερ ο προφήτης ο παρεξεστηκώς. 11 Εφραίμ ως όρνεον εξεπετάσθη. άνθρωπος ο πνευματοφόρος· υπό του πλήθους των αδικιών σου επληθύνθη μανία σου. ήκασιν αι ημέραι της ανταποδόσεώς σου. 13 Εφραίμ. ότι εκεί εμίσησα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1350 . και εγένοντο οι εβδελυγμένοι ως οι ηγαπημένοι. διότι οι άρτοι αυτών ταις ψυχαίς αυτών ουκ εισελεύσονται εις τον οίκον Κυρίου. διότι επόρνευσας από του Θεού σου· ηγάπησας δόματα επί πάντα άλωνα σίτου. πάντες οι εσθίοντες αυτά μιανθήσονται. 14 δος αυτοίς. 2 άλων και ληνός ουκ έγνω αυτούς. 3 ου κατώκησαν εν τη γη του Κυρίου· κατώκησεν Εφραίμ Αίγυπτον. σάρξ μου εξ αυτών. εκδικήσει αμαρτίας αυτών. 8 σκοπός Εφραίμ μετά Θεού· προφήτης. αι δόξαι αυτών εκ τόκων και ωδίνων και συλλήψεων· 12 διότι και εάν εκθρέψωσι τα τέκνα αυτών. παγίς σκολιά επί πάσας τας οδούς αυτού· μανίαν εν οίκω Κυρίου κατέπηξαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΜΗ χαίρε Ισραήλ. 7 ήκασιν αι ημέραι της εκδικήσεως. ον τρόπον είδον. και Εφραίμ του εξαγαγείν εις αποκέντησιν τα τέκνα αυτού. εις θήραν παρέστησαν τα τέκνα αυτών.10 Ως σταφυλήν εν ερήμω εύρον τον Ισραήλ και ως σκοπόν εν συκή πρώϊμον πατέρας αυτών είδον· αυτοί εισήλθον προς τον Βεελφεγώρ και απηλλοτριώθησαν εις αισχύνην. 4 ουκ έσπεισαν τω Κυρίω οίνον και ουχ ήδυναν αυτω· αι θυσίαι αυτών ως άρτος πένθους αυτοίς. και ο οίνος εψεύσατο αυτούς.

ο δε βασιλεύς τι ποιήσει ημίν. 12 σπείρατε εαυτοίς εις δικαιοσύνην. ότι επένθησε λαός αυτού επ ‘ αυτόν· και καθώς παρεπίκραναν αυτόν. 8 και εξαρθήσονται βωμοί Ων. ήμαρτεν Ισραήλ. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΑΜΠΕΛΟΣ ευκληματούσα Ισραήλ. επιχαρούνται επί την δόξαν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς· δια τας κακίας των επιτηδευμάτων αυτών εκ του οίκου μου εκβαλώ αυτούς. ου μη προσθήσω του αγαπήσαι αυτούς· πάντες οι άρχοντες αυτών απειθούντες. καρπόν ουκ έτι μη ενέγκη· διότι και εάν γεννήσωσιν. 11 Εφραίμ δάμαλις δεδιδαγμένη αγαπάν νείκος. κατά τα αγαθά της γης αυτού ωκοδόμησε στήλας. 3 διότι νυν ερούσιν· ουκ έστι βασιλεύς ημίν. εκεί έστησαν· ου μη καταλάβη αυτούς εν τω βουνω πόλεμος επί τα τέκνα αδικίας. 16 επόνεσεν Εφραίμ· τας ρίζας αυτού εξηράνθη. ότι ουκ εφοβήθημεν τον Κύριον. 4 λαλών ρήματα προφάσεις ψευδείς διαθήσεται διαθήκην· ανατελεί ως άγρωστις κρίμα επί χέρσον αγρού. ότι ουκ εισήκουσαν αυτού. . τρυγήσατε εις καρπόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1351 . και έσονται πλανήται εν τοις έθνεσιν.9 Αφ ‘ ου οι βουνοί. και αισχυνθήσεται Ισραήλ εν τη βουλή αυτού. ο καρπός ευθηνών αυτής· κατά το πλήθος των καρπών αυτής επλήθυνε τα θυσιαστήρια. 5 τω μόσχω του οίκου Ων παροικήσουσιν οι κατοικούντες Σαμάρειαν. ότι μετωκίσθη απ ‘ αυτού. εγώ δε απελεύσομαι επί το κάλλιστον του τραχήλου αυτής· επιβιβώ Εφραίμ και παρασιωπήσομαι Ιούδαν. 17 απώσεται αυτούς ο Θεός. και συναχθήσονται επ ‘ αυτούς λαοί εν τω παιδεύεσθαι αυτούς εν ταις δυσίν αδικίαις αυτών. 2 εμέρισαν καρδίας αυτών. 7 απέρριψε Σαμάρεια βασιλέα αυτής ως φρύγανον επί προσώπου ύδατος. και τοις βουνοίς· πέσατε εφ ‘ ημάς. ταλαιπωρήσουσιν αι στήλαι αυτών. 10 ήλθε παιδεύσαι αυτούς. ενισχύσει αυτω Ιακώβ. νυν αφανισθήσονται· αυτός κατασκάψει τα θυσιαστήρια αυτών. αμαρτήματα του Ισραήλ· άκανθαι και τρίβολοι αναβήσονται επί τα θυσιαστήρια αυτών· και ερούσι τοις όρεσι· καλύψατε ημάς. αποκτενώ τα επιθυμήματα κοιλίας αυτών. 6 και αυτόν εις Ασσυρίους δήσαντες απήνεγκαν ξένια τω βασιλεί Ιαρείμ· εν δόματι Εφραίμ δέξεται.

δυνήσομαι αυτω. ανέλαβον αυτόν επί τον βραχίονά μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1352 . 11 εκστήσονται ως όρνεον εξ Αιγύπτου και ως περιστερά εκ γης Ασσυρίων· και αποκαταστήσω αυτούς εις τους οίκους αυτών. 9 ου μη ποιήσω κατά την οργήν του θυμού μου. 15 ούτως ποιήσω υμίν. και ουκ εισελεύσομαι εις πόλιν. 2 καθώς μετεκάλεσα αυτούς. 4 εν διαφθορά ανθρώπων εξέτεινα αυτούς εν δεσμοίς αγαπήσεώς μου και έσομαι αυτοίς ως ραπίζων άνθρωπος επί τας σιαγόνας αυτού· και επιβλέψομαι προς αυτόν. εκζητήσατε τον Κύριον έως του ελθείν γενήματα δικαιοσύνης υμίν. 7 και ο λαός αυτού επικρεμάμενος εκ της κατοικίας αυτού. 5 κατώκησεν Εφραίμ εν Αιγύπτω. τι σε διαθω. από προσώπου αδικίας κακιών υμών. λέγει Κύριος. ότι ουκ ηθέλησεν επιστρέψαι. ότι ήλπισας εν τοις αμαρτήμασί σου. και εγώ ηγάπησα αυτόν και εξ Αιγύπτου μετεκάλεσα τα τέκνα αυτού. εν πλήθει δυνάμεώς σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζωής. συνεταράχθη η μεταμέλειά μου. ως Αδαμά θήσομαί σε και ως Σεβνείμ. εν ημέραις πολέμου μητέρα επί τέκνοις ηδάφισαν. και πάντα τα περιτετειχισμένα σου οιχήσεται· ως άρχων Σαλαμάν εκ του οίκου του Ιεροβάαλ. 6 και ησθένησε ρομφαία εν ταις πόλεσιν αυτού και κατέπαυσεν εν ταις χερσίν αυτού. 10 οπίσω Κυρίου πορεύσομαι· ως λέων ερεύξεται. Εφραίμ. απερρίφη βασιλεύς Ισραήλ· ότι νήπιος Ισραήλ. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΟΡΘΡΟΥ απερρίφησαν. και φάγονται εκ των διαβουλίων αυτών. 8 τι σε διαθώμαι. και ου μη υψώση αυτόν. υπερασπιώ σου. φωτίσατε εαυτοίς φως γνώσεως. ούτως απώχοντο εκ προσώπου μου· αυτοί τοις Βααλείμ έθυον και τοις γλυπτοίς εθυμίων. μετεστράφη η καρδία μου εν τω αυτω. 14 και εξαναστήσεται απώλεια εν τω λαω σου. και εκστήσονται τέκνα υδάτων. 13 ινατί παρεσιωπήσατε ασέβειαν και τας αδικίας αυτής ετρυγήσατε. ου μη εγκαταλίπω του εξαλειφθήναι τον Εφραίμ· διότι Θεός εγώ ειμι και ουκ άνθρωπος· εν σοί άγιος. και Ασσούρ αυτός βασιλεύς αυτού. ότι αυτός ωρύσεται. 3 και εγώ συνεπόδισα τον Εφραίμ. οίκος του Ισραήλ. και ουκ έγνωσαν ότι ίαμαι αυτούς. και ο Θεός επί τα τίμια αυτού θυμωθήσεται. Ισραήλ. εφάγετε καρπόν ψευδή.

12 ει μη Γαλαάδ εστιν. εύρηκα αναψυχήν εμαυτω. 11 και λαλήσω προς προφήτας. δι ‘ αδικίας ας ήμαρτεν. και τον ονειδισμόν αυτού ανταποδώσει αυτω Κύριος. και έλαιον εις Αίγυπτον ενεπορεύετο. . 9 και είπε Εφραίμ· πλήν πεπλούτηκα. πάντες οι πόνοι αυτού ουχ ευρεθήσονται αυτω. 10 εγώ δε Κύριος ο Θεός σου ανήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου. καταδυναστεύειν ηγάπησε.8 Χαναάν εν χειρί αυτού ζυγός αδικίας. 4 εν τη κοιλία επτέρνισε τον αδελφόν αυτού και εν κόποις αυτού ενίσχυσε προς Θεόν 5 και ενίσχυσε μετά αγγέλου. 13 και ανεχώρησεν Ιακώβ εις πεδίον Συρίας. και εν προφήτη διεφυλάχθη. και ηδυνάσθη. νυν έγνω αυτούς ο Θεός. και τα θυσιαστήρια αυτών ως χελώναι επί χέρσον αγρού. 3 και κρίσις τω Κυρίω προς Ιούδαν του εκδικήσαι τον Ιακώβ· κατά τας οδούς αυτού και κατά τα επιτηδεύματα αυτού αποδώσει αυτω. καύσωνα όλην την ημέραν· κενά και μάταια επλήθυνε και διαθήκην μετά Ασσυρίων διέθετο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΕΚΥΚΛΩΣΕ με εν ψεύδει Εφραίμ και εν ασεβείας οίκος Ισραήλ και Ιούδα. έκλαυσαν και εδεήθησάν μου. 6 ο δε Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ έσται μνημόσυνον αυτού. 7 και συ εν Θεω σου επιστρέψεις· έλεον και κρίμα φυλάσσου και έγγιζε προς τον Θεόν σου διαπαντός. εν τω οίκω Ων εύροσάν με. και το αίμα αυτού επ ‘ αυτόν εκχυθήσεται. 2 ο δε Εφραίμ πονηρόν πνεύμα εδίωξε. έτι κατοικιώ σε εν σκηναίς καθώς ημέρα εορτής. και λαός άγιος κεκλήσεται Θεού. 14 και εν προφήτη ανήγαγε Κύριος τον Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. και εκεί ελαλήθη προς αυτούς. και εγώ οράσεις επλήθυνα και εν χερσί προφητών ωμοιώθην. 15 εθύμωσεν Εφραίμ και παρώργισε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1353 . άρα ψευδείς ήσαν εν Γαλγάλ άρχοντες θυσιάζοντες. και εδούλευσεν Ισραήλ εν γυναικί και εν γυναικί εφυλάξατο.

και διασωσάτω σε εν πάσαις ταις πόλεσί σου· κρινάτω σε ον είπας· δος μοι βασιλέα και άρχοντα. που το κέντρον σου. και καταφάγονται αυτούς εκεί σκύμνοι δρυμού. μόσχοι γαρ εκλελοίπασι. ούτος ο υιος σου ο φρόνιμος. παράκλησις κέκρυπται από οφθαλμών μου. 3 δια τούτο έσονται ως νεφέλη πρωϊνή και ως δρόσος ορθρινή πορευομένη. 14 εκ χειρός άδου ρύσομαι και εκ θανάτου λυτρώσομαι αυτούς. θάνατε. άδη. εν γη αοικήτω 6 κατά τας νομάς αυτών. έργα τεκτόνων συντετελεσμένα αυτοίς· αυτοί λέγουσι· θύσατε ανθρώπους. εγκεκρυμμένη η αμαρτία αυτού· 13 ωδίνες ως τικτούσης ήξουσιν αυτω. 9 τη διαφθορά σου. εξερημώσει τας πηγάς αυτού· αυτός καταξηρανεί την γην αυτού και πάντα τα σκεύη τα επιθυμητά αυτού. Ισραήλ. Εφραίμ. και Θεόν πλήν εμού ου γνώση. 4 εγώ δε Κύριος ο Θεός σου ο στερεών τον ουρανόν και κτίζων γην. 2 και νυν προσέθεντο του αμαρτάνειν έτι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΤΑ τον λόγον Εφραίμ δικαιώματα έλαβεν αυτός εν τω Ισραήλ και έθετο αυτά τη Βάαλ και απέθανε. θηρία αγρού διασπάσει αυτούς. και ου παρέδειξά σοι αυτά του πορεύεσθαι οπίσω αυτών· και εγώ ανήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου. ου αι χείρες έκτισαν πάσαν την στρατιάν του ουρανού. ωσπερ χνούς αποφυσώμενος αφ ‘ άλωνος και ως ατμίς από δακρύων. που η δίκη σου. τις βοηθήσει. 15 διότι ούτος ανά μέσον αδελφών διαστελεί· επάξει καύσωνα άνεμον Κύριος εκ της ερήμου επ ‘ αυτόν. 5 εγώ εποίμανόν σε εν τη ερήμω. και ενεπλήσθησαν εις πλησμονήν και υψώθησαν αι καρδίαι αυτών· ένεκα τούτου επελάθοντό μου. 10 που ο βασιλεύς σου ούτος. διότι ου μη υποστη εν συντριβή τέκνων. 11 και έδωκά σοι βασιλέα εν οργή μου και έσχον εν τω θυμω μου 12 συστροφήν αδικίας. και εποίησαν εαυτοίς χώνευμα εκ του αργυρίου αυτών κατ ‘ εικόνα ειδώλων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1354 . και αναξηρανεί τας φλέβας αυτού. 7 και έσομαι αυτοίς ως πανθήρ και ως πάρδαλις κατά την οδόν Ασσυρίων· 8 απαντήσομαι αυτοίς ως άρκος απορουμένη και διαρρήξω συγκλεισμόν καρδίας αυτών. και σώζων ουκ έστι πάρεξ εμού.

προς Κύριον τον Θεόν σου. τι αυτω έτι και ειδώλοις. ή συνετός και επιγνώσεται αυτά. και αι εν γαστρί έχουσαι αυτών διαρραγήσονται. 10 τις σοφός και συνήσει ταύτα. ως οίνος Λιβάνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΑΦΑΝΙΣΘΗΣΕΤΑΙ Σαμάρεια. ζήσονται και μεθυσθήσονται σίτω· και εξανθήσει ως άμπελος μνημόσυνον αυτού. 9 τω Εφραίμ. ότι αποστρέψω την οργήν μου απ ‘ αυτού. και τα υποτίτθια αυτών εδαφισθήσονται. ανθήσει ως κρίνον και βαλεί τας ρίζας αυτού ως ο Λίβανος· 7 πορεύσονται οι κλάδοι αυτού. και εγώ κατισχύσω αυτόν· εγώ ως άρκευθος πυκάζουσα. εγώ εταπείνωσα αυτόν. τοις έργοις των χειρών ημών· ο εν σοί ελεήσει ορφανόν. και ανταποδώσομεν καρπόν χειλέων ημών. 4 Ασσούρ ου μη σώση ημάς. και έσται ως ελαία κατάκαρπος. Ισραήλ. και η οσφρασία αυτού ως Λιβάνου· 8 επιστρέψουσι και καθιούνται υπό την σκέπην αυτού. όπως μη λάβητε αδικίαν και λάβητε αγαθά. 5 ιάσομαι τας κατοικίας αυτών. εξ εμού ο καρπός σου εύρηται. αγαπήσω αυτούς ομολόγως. ότι αντέστη προς τον Θεόν αυτής· εν ρομφαία πεσούνται αυτοί. ότι ευθείαι αι οδοί του Κυρίου. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1355 . και δίκαιοι πορεύσονται εν αυταίς. 2 επιστράφηθι. οι δε ασεβείς ασθενήσουσιν εν αυταίς. 3 λάβετε μεθ ‘ εαυτών λόγους και επιστράφητε προς Κύριον τον Θεόν υμών· είπατε αυτω. διότι ησθένησαν εν ταις αδικίαις σου. 6 έσομαι ως δρόσος τω Ισραήλ. εφ ‘ ίππον ουκ αναβησόμεθα· ουκέτι μη είπωμεν· θεοί ημών.

και καταφάγεται τα θεμέλια αυτής· 8 και εξολοθρεύσω κατοικούντας εξ Αζώτου. και καταφάγεται τα θεμέλια υιού Άδερ· 5 και συντρίψω μοχλούς Δαμασκού και εξολοθρεύσω κατοικούντας εκ πεδίου Ων. 2 Και είπε· Κύριος εκ Σιών εφθέγξατο και εξ Ιερουσαλήμ έδωκε φωνήν αυτού. και επένθησαν αι νομαί των ποιμένων. και εξαρθήσεται φυλή εξ Ασκάλωνος. ανθ ‘ ων συνέκλεισαν αιχμαλωσίαν του Σαλωμών εις την Ιδουμαίαν και ουκ εμνήσθησαν διαθήκης αδελφών· 10 και εξαποστελώ πυρ επί τα τείχη Τύρου. και επάξω την χείρά μου επί Ακκάρων. ανθ ‘ ων έπριζον πρίοσι σιδηροίς τας εν γαστρί εχούσας των εν Γαλαάδ· 4 και αποστελώ πυρ εις τον οίκον Αζαήλ.9 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Τύρου και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτήν.6 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Γάζης και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτούς.3 Και είπε Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Δαμασκού και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. λέγει Κύριος.13 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1356 . λέγει Κύριος. προ δύο ετών του σεισμού.11 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις της Ιδουμαίας και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτούς. και απολούνται οι κατάλοιποι των αλλοφύλων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΟΓΟΙ Αμώς. και καταφάγεται θεμέλια τειχέων αυτής. ένεκα του διώξαι αυτούς εν ρομφαία τον αδελφόν αυτού και ελυμήνατο μητέρα επί γης και ήρπασεν εις μαρτύριον φρίκην αυτού και το όρμημα αυτού εφύλαξεν εις νίκος. . και κατακόψω φυλήν εξ ανδρών Χαρράν. . . . και αιχμαλωτευθήσεται λαός Συρίας επίκλητος. οί εγένοντο εν Ακκαρείμ εκ Θεκουέ. και καταφάγεται τα θεμέλια αυτής. και εξηράνθη η κορυφή του Καρμήλου. ους είδεν υπέρ Ιερουσαλήμ εν ημέραις ‘Οζίου βασιλέως Ιούδα και εν ημέραις Ιεροβοάμ του Ιωάς βασιλέως Ισραήλ. . ένεκεν του αιχμαλωτεύσαι αυτούς αιχμαλωσίαν του Σαλωμών του συγκλείσαι εις την Ιδουμαίαν. 12 και εξαποστελώ πυρ εις Θαμάν. 7 και εξαποστελώ πυρ επί τα τείχη Γάζης.

2 και εξαποστελώ πυρ εις Μωάβ. . 5 και εξαποστελώ πυρ επί Ιούδαν. . και εξήρανα τον καρπόν αυτού επάνωθεν και τας ρίζας αυτού υποκάτωθεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Αμμών και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. και επλάνησεν αυτούς τα μάταια αυτών. α εποίησαν. καθώς ύψος κέδρου το ύψος αυτού. και καταφάγεται θεμέλια αυτής μετά κραυγής εν ημέρα πολέμου. και σεισθήσεται εν ημέραις συντελείας αυτής· 15 και πορεύσονται οι βασιλείς αυτής εν αιχμαλωσία. ανθ ‘ ων απέδοντο αργυρίου δίκαιον και πένητα ένεκεν υποδημάτων. λέγει Κύριος.6 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Ισραήλ και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. ανθ ‘ ων ανέσχιζον τας εν γαστρί εχούσας των Γαλααδιτών. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Μωάβ και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. λέγει Κύριος. και πάντας αυτής αποκτενώ μετ ‘ αυτού. 7 τα πατούντα επί τον χουν της γης και εκονδύλιζον εις κεφαλάς πτωχών και οδόν ταπεινών εξέκλιναν. και καταφάγεται θεμέλια Ιερουσαλήμ. οι ιερείς αυτών και οι άρχοντες αυτώ επί το αυτό. 8 και τα ιμάτια αυτών δεσμεύοντες σχοινίοις παραπετάσματα εποίουν εχόμενα του θυσιαστηρίου και οίνον εκ συκοφαντιών έπινον εν τω οίκω του Θεού αυτών. και αποθανείται εν αδυναμία Μωάβ μετά κραυγής και μετά φωνής σάλπιγγος. και καταφάγεται τα θεμέλια των πόλεων αυτής. και τα προστάγματα αυτού ουκ εφυλάξαντο. και υιος και πατήρ αυτού εισεπορεύοντο προς την αυτήν παιδίσκην. ου ην. ανθ ‘ ων κατέκαυσαν τα οστά βασιλέως της Ιδουμαίας εις κονίαν. 3 και εξολοθρεύσω κριτήν εξ αυτής. όπως εμπλατύνωσι τα όρια αυτών· 14 και ανάψω πυρ επί τείχη Ραββάθ. 10 και εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1357 . οίς εξηκολούθησαν οι πατέρες αυτών οπίσω αυτών. ένεκα του απώσασθαι αυτούς τον νόμον του Κυρίου. 9 εγώ δε εξήρα τον Αμορραίον εκ προσώπου αυτών. και ισχυρός ην ως δρύς.4 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις υιών Ιούδα και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. όπως βεβηλώσι το όνομα του Θεού αυτών.

και κατά πάσης φυλής. εάν μη αρπάση τι. 12 και εποτίζετε τους ηγιασμένους οίνον και τοις προφήταις ενετέλλεσθε λέγοντες· ου μη προφητεύσητε. 4 ει ερεύξεται λέων εκ του δρυμού αυτού θήραν ουκ έχων. εάν μη αποικαλύψη παιδείαν αυτού προς τους δούλους αυτού τους προφήτας. 5 ει πεσείται όρνεον επί γης γης άνευ ιξευτού. και λαός ου πτοηθήσεται. 13 δια τούτο ιδού εγώ κυλίω υποκάτω υμών. 7 διότι ου μη ποιήση Κύριος ο Θεός πράγμα. και ο κραταιός ου μη κρατήση της ισχύος αυτού. ην Κύριος ουκ εποίησε. ει δώσει σκύμνος φωνήν αυτού εκ της μάνδρας αυτού καθόλου. ον τρόπον κυλίεται η άμαξα η γέμουσα καλάμης· 14 και απολείται φυγή εκ δρομέως. και ο μαχητής ου μη σώση την ψυχήν αυτού. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ τον λόγον τούτον. 8 λέων ερεύξεται. ον ελάλησε Κύριος εφ ‘ υμάς. οι θησαυρίζοντες αδικίαν και ταλαιπωρίαν εν ταις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1358 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανήγαγον υμάς εκ γης Αιγύπτου και περιήγαγον υμάς εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη του κατακληρονομήσαι την γην των Αμορραίων. και τις ου φοβηθήσεται. ει σχασθήσεται παγίς επί της γης άνευ του συλλαβείν τι. λέγων· 2 πλήν υμάς έγνων εκ πασών των φυλών της γης· δια τούτο εκδικήσω εφ ‘ υμάς πάσας τας αμαρτίας υμών. .9 Απαγγείλατε χώραις εν Ασσυρίοις και επί τας χώρας της Αιγύπτου και είπατε· συνάχθητε επί το όρος Σαμαρείας και ίδετε θαυμαστά πολλά εν μέσω αυτής και καταδυναστείαν την εν αυτη· 10 και ουκ έγνω α έσται εναντίον αυτής. λέγει Κύριος. 3 ει πορεύσονται δύο επί το αυτό καθόλου. και τις ου προφητεύσει. 11 και έλαβον εκ των υιών υμών εις προφήτας και εκ των νεανίσκων υμών εις αγιασμόν. 15 και ο τοξότης ου μη υποστη. και ο οξύς τοις ποσίν αυτού ου μη διασωθή και ο ιππεύς ου μη σώση την ψυχήν αυτού 16 και ο κραταιός ου μη ευρήσει την καρδίαν αυτού εν δυναστείαις· ο γυμνός διώξεται εν εκείνη τη ημέρα. 6 ει φωνήσει σάλπιγξ εν πόλει. μη ουκ έστι ταύτα υιοί Ισραήλ. ει έσται κακία εν πόλει. λέγει Κύριος. ης ανήγαγον εκ γης Αιγύπτου. εάν μη γνωρίσωσιν εαυτούς. Κύριος ο Θεός ελάλησε. λέγει Κύριος. οίκος Ισραήλ.

λέγει Κύριος. 11 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός· Τύρος. και διαρπαγήσονται αι χώραί σου. και προστεθήσονται έτεροι οίκοι πολλοί. λέγει Κύριος. επί δε πόλιν μίαν ου βρέξω· μερίς μία βραχήσεται. και απολούνται οίκοι ελεφάντινοι. . εις την τριημερίαν τα επιδέκατα υμών· 5 και ανέγνωσαν έξω νόμον και επεκαλέσαντο ομολογίας. εφ ‘ ην ου βρέξω επ ‘ αυτήν. και κατάξει εκ σου ισχύν σου. 13 ακούσατε και επιμαρτύρασθε τω οίκω Ιακώβ. 12 τάδε λέγει Κύριος· ον τρόπον όταν εκσπάση ο ποιμήν εκ στόματος του λέοντος δύο σκέλη ή λοβόν ωτίου. 3 και εξενεχθήσεσθε γυμναί κατέναντι αλλήλων και απορριφήσεσθε εις το όρος το Ρεμμάν. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ τον λόγον τούτον. αι λέγουσαι τοις κυρίοις αυτών· επίδοτε ημίν όπως πίωμεν. 6 και εγώ δώσω υμίν γομφιασμόν οδόντων εν πάσαις ταις πόλεσιν υμών και ένδειαν άρτων εν πάσι τοις τόποις υμών· και ουκ επεστρέψατε προς με. και τους μεθ ‘ υμών εις λέβητας υποκαιομένους εμβαλούσιν έμπυροι λοιμοί. και εκδικήσω επί τα θυσιαστήρια Βαιθήλ. ούτως εκσπασθήσονται οι υιοί Ισραήλ οι κατοικούντες εν Σαμαρεία κατέναντι της φυλής και εν Δαμασκω ιερείς. και λήψονται υμάς εν όπλοις. ξηρανθήσεται· 8 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1359 . λέγει Κύριος. διότι ιδού ημέραι έρχονται εφ ‘ υμάς. αι εν τω όρει της Σαμαρείας. δαμάλεις της Βασανίτιδος. απαγγείλατε ότι ταύτα ηγάπησαν οι υιοί Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χώραις αυτών. 2 ομνύει Κύριος κατά των αγίων αυτού. λέγει Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ· 14 διότι εν τη ημέρα όταν εκδικώ ασεβείας του Ισραήλ επ ‘ αυτόν. 7 και εγώ ανέσχον εξ υμών τον υετόν προ τριών μηνών του τρυγητού· και βρέξω επί πόλιν μίαν.4 Εισήλθατε εις Βαιθήλ και ηνομήσατε και εις Γάλγαλα επληθύνατε του ασεβήσαι και ηνέγκατε εις το πρωϊ θυσίας υμών. κυκλόθεν η γη σου ερημωθήσεται. λέγει Κύριος. και κατασκαφήσεται τα κέρατα του θυσιαστηρίου και πεσούνται επί την γην· 15 συγχεώ και πατάξω τον οίκον τον περίπτερον επί τον οίκον τον θερινόν. αι καταδυναστεύουσαι πτωχούς και καταπατούσαι πένητας. και μερίς.

υπολειφθήσονται εκατόν. Ισραήλ. και εγένεσθε ως δαλός εξεσπασμένος εκ πυρός· και ουδ ‘ ώς επεστρέψατε προς με. Ισραήλ· πλήν ότι ούτως ποιήσω σοι. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. 10 εξαπέστειλα εις υμάς θάνατον εν οδω Αιγύπτου και απέκτεινα εν ρομφαία τους νεανίσκους υμών μετά αιχμαλωσίας ίππων σου και ανήγαγον εν πυρί τας παρεμβολάς εν τη οργή μου· και ουδ ‘ ώς επεστρέψατε προς με. λέγει Κύριος. ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1360 . όπως μη αναλάμψη ως πυρ ο οίκος Ιωσήφ. ουκ έστιν ο αναστήσων αυτήν. ουκέτι μη προσθή του αναστήναι· 2 παρθένος του Ισραήλ έσφαλεν επί της γης αυτού. 13 διότι ιδού εγώ στερεών βροντήν και κτίζων πνεύμα και απαγγέλλων· εις ανθρώπους τον χριστόν αυτού. και ζήσεσθε· 5 και μη εκζητείτε Βαιθήλ και εις Γάλγαλα μη εισπορεύεσθε και επί το φρέαρ του όρκου μη διαβαίνετε. ότι Γάλγαλα αιχμαλωτευομένη αιχμαλωτευθήσεται. 11 κατέστρεψα υμάς. 4 διότι τάδε λέγει Κύριος προς τον οίκον Ισραήλ· εκζητήσατέ με. και ουκ έσται ο σβέσων τω οίκω Ισραήλ. 7 Κύριος ο ποιών εις ύψος κρίμα και δικαιοσύνην εις γην έθηκεν. 3 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· η πόλις εξ ης εξεπορεύοντο χίλιοι. 8 ο ποιών πάντα και μετασκευάζων και εκτρέπων εις το πρωϊ σκιάν και ημέραν εις νύκτα συσκοτάζων. 6 εκζητήσατε τον Κύριον και ζήσατε. και καταφάγεται αυτόν. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ τον λόγον Κυρίου τούτον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συναθροισθήσονται δύο και τρεις πόλεις εις πόλιν μίαν του πιείν ύδωρ και ου μη εμπλησθώσι· και ουκ επιστράφητε προς με. υπολειφθήσονται δέκα τω οίκω Ισραήλ. καθώς κατέστρεψεν ο Θεός Σόδομα και Γόμορρα. αμπελώνας υμών και συκεώνας υμών και ελαιώνας υμών κατέφαγεν η κάμπη· και ουδ ‘ ώς επεστρέψατε προς με. ποιών όρθρον και ομίχλην και επιβαίνων επί τα υψηλά της γης· Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ όνομα αυτω. ετοιμάζου του επικαλείσθαι τον Θεόν σου. ον εγώ λαμβάνω εφ ‘ υμάς θρήνον· οίκος Ισραήλ έπεσεν. λέγει Κύριος. 9 επάταξα υμάς εν πυρώσει και εν ικτέρω· επληθύνατε κήπους υμών. 12 δια τούτο ούτως ποιήσω σοι. και εξ ης εξεπορεύοντο εκατόν. και Βαιθήλ έσται ως ουχ υπάρχουσα.

12 ότι έγνων πολλάς ασεβείας υμών. ους εποιήσατε εαυτοίς.18 Ουαί οι επιθυμούντες την ημέραν Κυρίου· ινατί αύτη υμίν η ημέρα του Κυρίου. αμπελώνας επιθυμητούς εφυτεύσατε και ου μη πίητε τον οίνον αυτών. και μη το πονηρόν. 25 μη σφάγια και θυσίας προσηνέγκατέ μοι. 17 και εν πάσαις οδοίς κοπετός. και ψαλμόν οργάνων σου ουκ ακούσομαι· 24 και κυλισθήσεται ως ύδωρ κρίμα και δικαιοσύνη ως χειμάρρους άβατος. 19 ον τρόπον εάν φύγη άνθρωπος εκ προσώπου του λέοντος και εμπέση αυτω η άρκος. λαμβάνοντες αλλάγματα και πένητας εν πύλαις εκκλίνοντες. 13 δια τούτο ο συνίων εν τω καιρω εκείνω σιωπήσεται. απώσμαι εορτάς υμών και ου μη οσφρανθώ θυσίας εν ταις πανηγύρεσιν υμών· 22 διότι εάν ενέγκητέ μοι ολοκαυτώματα και θυσίας υμών. ου προσδέξομαι αυτά. καταπατούντες δίκαιον. 26 και ανελάβετε την σκηνήν του Μολόχ και το άστρον του θεού υμών Ραιφάν. λέγει Κύριος. 27 και μετοικιώ υμάς επέκεινα Δαμασκού. και αυτή εστι σκότος και ου φως. 11 δια τούτο ανθ ‘ ων κατεκονδυλίζετε πτωχούς και δώρα εκλεκτά εδέξασθε παρ ‘ αυτών. και εισπηδήση εις τον οίκον αυτού και απερείσηται τας χείρας αυτού επί τον τοίχον και δάκη αυτόν όφις. ο Θεός ο παντοκράτωρ όνομα αυτω. 10 εμίσησαν εν πύλαις ελέγχοντα και λόγον όσιον εβδελύξαντο. 16 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ· εν πάσαις ταις πλατείαις κοπετός. ουαί· κληθήσεται γεωργός εις πένθος και κοπετόν και εις ειδότας θρήνον. 21 μεμίσηκα. είπε Κύριος. και ισχυραί αι αμαρτίαι υμών. 20 ουχί σκότος η ημέρα του Κυρίου και ου φως. τεσσαράκοντα έτη εν τη ερήμω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1361 . ον τρόπον είπατε· 15 μεμισήκαμεν τα πονηρά και ηγαπήσαμεν τα καλά· και αποκαταστήσατε εν πύλαις κρίμα. . 23 μετάστησον απ ‘ εμού ήχον ωδών σου. και σωτηρίου επιφανείας υμών ουκ επιβλέψομαι. όπως ελεήση Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ τους περιλοίπους του Ιωσήφ. ότι καιρός πονηρών εστιν. οίκους ξεστούς ωκοδομήσατε και ου μη κατοικήσητε εν αυτοίς. και εν πάσαις ταις οδοίς ρηθήσεται· ουαί. διότι ελεύσομαι δια μέσου σου. οίκος Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσκαλούμενος το ύδωρ της θαλάσσης και εκχέων αυτό επί πρόσωπον της γης. τους τύπους αυτών. και γνόφος ουκ έχων φέγγος αύτη. Κύριος ο Θεός παντοκράτωρ όνομα αυτω· 9 ο διαιρών συντριμμόν επί ισχύν και ταλαιπωρίαν επί οχύρωμα επάγων. όπως ζήσητε· και έσται ούτως μεθ ‘ υμών Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ. 14 εκζητήσατε το καλόν.

και εξαρώ πόλιν συν πάσι τοις κατοικούσιν αυτήν· 9 και έσται εάν υπολειφθώσι δέκα άνδρες εν οικία μια. 4 οι καθεύδοντες επί κλινών ελεφαντίνων και κατασπαταλώντες επί ταις στρωμναίς αυτών και έσθοντες ερίφους εκ ποιμνίων και μοσχάρια εκ μέσου βουκολίων γαλαθηνά. 5 οι επικροτούντες προς την φωνήν των οργάνων. λέγει Κύριος των δυνάμεων. οίκος Ισραήλ. 11 και ερεί· ουκέτι· και ερεί· σίγα. ως εστηκότα ελογίσαντο και ουχ ως φεύγοντα· 6 οι πίνοντες τον διυλισμένον οίνον και τα πρώτα μύρα χριόμενοι και ουκ έπασχον ουδέν επί τη συντριβή Ιωσήφ. ένεκα του μη ονομάσαι το όνομα Κυρίου. 12 διότι ιδού Κύριος εντέλλεται και πατάξει τον οίκον τον μέγαν θλάσμασι και τον οίκον τον μικρόν ράγμασιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΟΥΑΙ τοις εξουθενούσι Σιών και τοις πεποιθόσιν επί το όρος Σαμαρείας· απετρύγησαν αρχάς εθνών. 7 δια τούτο νυν αχμάλωτοι έσονται απ ‘ αρχής δυναστών και εξαρθήσεται χρεμετισμός ίππων εξ Εφραίμ. οίκος του Ισραήλ. και εισήλθον αυτοί. 13 ει διώξονται εν πέτραις ίπποι. και αποθανούνται. και εκθλίψουσιν υμάς του μη εισελθείν εις Εμάθ και ως του χειμάρρου των δυσμών. ότι εξεστρέψατε εις θυμόν κρίμα και καρπόν δικαιοσύνης εις πικρίαν. ει πλείονα τα όρια αυτών εστι των υμετέρων ορίων. τας κρατίστας εκ πασών των βασιλειών τούτων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1362 . οι λέγοντες· ουκ εν τη ισχύϊ ημών έσχομεν κέρατα. 14 οι ευφραινόμενοι επ ‘ ουδενί λόγω. 3 οι ερχόμενοι εις ημέραν κακήν. 8 ότι ώμοσε Κύριος καθ ‘ εαυτού· διότι βδελύσσομαι εγώ πάσα την ύβριν Ιακώβ και τας χώρας αυτού μεμίσηκα. και λήψονται οι οικείοι αυτών και παραβιώνται του εξενέγκαι τα οστά αυτών εκ του οίκου· και ερεί τοις προεστηκόσι της οικίας· ει έτι υπάρχει παρά σοί. 2 διάβητε πάντες και ίδετε και διέλθατε εκείθεν εις Εμαθραββά και κατάβητε εκείθεν εις Γεθ αλλοφύλων. 15 διότι ιδού εγώ επεγερώ εφ ‘ υμάς. οι εγγίζοντες και εφαπτόμενοι σαββάτων ψευδών. έθνος. 10 και υπολειφθήσονται οι κατάλοιποι. ει παρασιωπήσονται εν θηλείαις.

τις αναστήσει τον Ιακώβ. Αμώς. 8 και είπε Κύριος προς με· τι συ οράς. και οι υιοί σου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1363 . συ λέγεις· μη προφήτευε επί τον Ισραήλ και ου μη οχλαγωγήσης επί τον οίκον Ιακώβ· 17 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· η γυνή σου εν τη πόλει πορνεύσει.4 Ούτως έδειξέ μοι Κύριος. ουκέτι μη προσθώ του παρελθείν αυτόν· 9 και αφανισθήσονται βωμοί του γέλωτος. και ιδού εκάλεσε την δίκην εν πυρί Κύριος. και τούτο ουκ έσται. και ιδού εστηκώς επί τείχους αδαμαντίνου. και αι τελεταί του Ισραήλ ερημωθήσονται. 2 και έσται εάν συντελέση του καταφαγείν τον χόρτον της γης.10 Και εξαπέστειλεν Αμασίας ο ιερεύς Βαιθήλ προς Ιεροβοάμ βασιλέα Ισραήλ λέγων· συστροφάς ποιείται κατά σου Αμώς εν μέσω οίκου Ισραήλ· ου μη δύνηται η γη υπενεγκείν πάντας τους λόγους αυτού. ίλεως γενού· τις αναστήσει τον Ιακώβ. 14 και απεκρίθη Αμώς και είπε προς Αμασίαν· ουκ ήμην προφήτης εγώ ουδέ υιος προφήτου. και τούτο ου μη γένηται. και είπα· αδάμαντα· και είπε Κύριος προς με· ιδού εγώ εντάσσω αδάμαντα εν μέσω λαού μου Ισραήλ. 11 διότι τάδε λέγει Αμώς· εν ρομφαία τελευτήσει Ιεροβοάμ. 12 και είπεν Αμασίας προς Αμώς· ο ορών. αλλ ‘ ή αιπόλος ήμην και κνίζων συκάμινα· 15 και ανέλαβέ με Κύριος εκ των προβάτων. επί τούτω. λέγει Κύριος. και εν τη χειρί αυτού αδάμας. Κύριε. λέγει Κύριος. και είπε Κύριος προς με· βάδιζε προφήτευσον επί τον λαόν μου Ισραήλ. ότι ολιγοστός εστι· 6 μετανόησον. και ιδού βρούχος εις Γώγ ο βασιλεύς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΟΥΤΩΣ έδειξέ μοι Κύριος ο Θεός. 13 εις δε Βαιθήλ ουκέτι προσθήσεις του προφητεύσαι. 16 και νυν άκουε λόγον Κυρίου. και κατέφαγε την άβυσσον την πολλήν και κατέφαγε την μερίδα Κυρίου. βάδιζε εκχώρησον συ εις γην Ιούδα και εκεί καταβίου και εκεί προφητεύσεις. Κύριε. ότι ολιγοστός εστι· 3 μετανόησον. ότι αγίασμα βασιλέως εστί και οίκος βασιλείας εστί. . κόπασον δη. επί τούτω. και είπα· Κύριε Κύριε. 5 και είπα· Κύριε. 7 Ούτως έδειξέ μοι Κύριος. και ιδού επιγονή ακρίδων ερχομένη εωθινή. . και αναστήσομαι επί τον οίκον Ιεροβοάμ εν ρομφαία. ο δε Ισραήλ αιχμάλωτος αχθήσεται από της γης αυτού.

λέγει Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αι θυγατέρες σου εν ρομφαία πεσούνται. και αναβήσεται ως ποταμός συντέλεια και καταβήσεται ως ποταμός Αιγύπτου. 8 και επί τούτοις ου ταραχθήσεται η γη. και από βορρά έως ανατολών περιδραμούνται ζητούντες τον λόγον του Κυρίου και ου μη εύρωσιν. 13 εν τη ημέρα εκείνη εκλείψουσιν αι παρθένοι αι καλαί και οι νεανίσκοι εν δίψει. και συσκοτάσει επί της γης εν ημέρα το φως· 10 και μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος και πάσας τας ωδάς υμών εις θρήνον και αναβιβώ επί πάσαν οσφύν σάκκον και επί πάσαν κεφαλήν φαλάκρωμα και θήσομαι αυτόν ως πένθος αγαπητού και τους μετ ‘ αυτού ως ημέραν οδύνης. Δάν. λέγει Κύριος ο Θεός. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΟΥΤΩΣ έδειξέ μοι Κύριος και ιδού άγγος ιξευτού. και είπε Κύριος προς με· ήκει το πέρας επί τον λαόν μου Ισραήλ. και πενθήσει πας ο κατοικών εν αυτη. ου λιμόν άρτων ουδέ δίψαν ύδατος. ο δε Ισραήλ αιχμάλωτος αχθήσεται από γης γης αυτού. πολύς ο πεπτωκώς εν παντί τόπω. και είπα· άγγος ιξευτού. ει επιλησθήσεται εις νίκος πάντα τα έργα υμών. 14 οι ομνύοντες κατά του ιλασμού Σαμαρείας και οι λέγοντες· ζη ο Θεός σου. 7 ομνύει Κύριος κατά της υπερηφανίας Ιακώβ. Αμώς. και η γη σου εν σχοινίω καταμετρηθήσεται. 11 ιδού ημέραι έρχονται. 2 και είπε· τι συ βλέπεις. λέγει Κύριος. και δύσεται ο ήλιος μεσημβρίας.4 Ακούσατε δη ταύτα οι εκτρίβοντες εις το πρωϊ πένητα και καταδυναστεύοντες πτωχούς από της γης. 5 οι λέγοντες· πότε διελεύσεται ο μην και εμπολεμήσομεν και τα σάββατα και ανοίξομεν θησαυρόν του ποιήσαι μέτρον μικρόν και του μεγαλύναι στάθμια και ποιήσαι ζυγόν άδικον 6 του κτάσθαι εν αργυρίω και πτωχούς και πένητα αντί υποδημάτων και από παντός γεννήματος εμπορευσόμεθα. και συ εν γη ακαθάρτω τελευτήσεις. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1364 . 9 και έσται εν τη ημέρα εκείνη. αλλά λιμόν του ακούσαι τον λόγον Κυρίου· 12 και σαλευθήσονται ύδατα από της θαλάσσης έως θαλάσσης. ου προσθήσω έτι του παρελθείν αυτόν· 3 και ολολύξει τα φατνώματα του ναού· εν τη ημέρα εκείνη. . επιρρίψω σιωπήν. και ζη ο Θεός σου. και εξαποστελώ λιμόν επί την γην.

. και στηριώ τους οφθαλμούς μου επ ‘ αυτούς εις κακά και ουκ εις αγαθά. ο προσκαλούμενος το ύδωρ της θαλάσσης και εκχέων αυτό επί πρόσωπον της γης· Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ όνομα αυτω. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΕΙΔΟΝ τον Κύριον εφεστώτα επί του θυσιαστηρίου. 11 εν τη ημέρα εκείνη αναστήσω την σκηνήν Δαυίδ την πεπτωκυίαν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1365 . 5 και Κύριος Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ. εκείθεν κατάξω αυτούς· 3 εάν εγκατακρυβώσιν εις την κορυφήν του Καρμήλου. 9 διότι ιδού εγώ εντέλλομαι και λικμήσω εν πάσι τοις έθνεσι τον οίκον Ισραήλ. υιοί Ισραήλ. εκείθεν η χείρ μου ανασπάσει αυτούς· και εάν αναβώσιν εις τον ουρανόν. ον τρόπον λικμάται εν τω λικμω και ου μη πέση σύντριμμα επί την γην. 7 ουχ ως υιοί Αιθιόπων υμείς εστε εμοί.8 Ιδού οι οφθαλμοί Κυρίου του Θεού επί την βασιλείαν των αμαρτωλών και εξαρώ αυτήν από προσώπου της γης· πλήν ότι ουκ εις τέλος εξαρώ τον οίκον Ιακώβ. και είπε· πάταξον επί το ιλαστήριον και σεισθήσεται τα πρόπυλα και διάκοψον εις κεφαλάς πάντων· και τους καταλοίπους αυτών εν ρομφαία αποκτενώ. εκεί εντελούμαι τω δράκοντι και δήξεται αυτούς· 4 και εάν πορευθώσιν εν αιχμαλωσία προ προσώπου των εχθρών αυτών. 2 εάν κατακρυβώσιν εις άδου. 10 εν ρομφαία τελευτήσουσι πάντες αμαρτωλοί λαού μου οι λέγοντες· ου μη εγγίση ουδ ‘ ου μη γένηται εφ ‘ ημάς τα κακά. και πενθήσουσι πάντες οι κατοικούντες αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Βηρσαβεέ· και πεσούνται και ου μη αναστώσιν έτι. εκείθεν εξερευνήσω και λήψομαι αυτούς· και εάν καταδύσωσιν εξ οφθαλμών μου εις τα βάθη της θαλάσσης. λέγει Κύριος. ου τον Ισραήλ ανήγαγον εκ γης Αιγύπτου και τους αλλοφύλους εκ Καππαδοκίας και τους Σύρους εκ βόθρου. λέγει Κύριος. εκεί εντελούμαι τη ρομφαία και αποκτενεί αυτούς. ο εφαπτόμενος της γης και σαλεύων αυτήν. και αναβήσεται ως ποταμός συντέλεια αυτής και καταβήσεται ως ποταμός Αιγύπτου· 6 ο οικοδομών εις τον ουρανόν ανάβασιν αυτού και την επαγγελίαν αυτού επί της γης θεμελιών. ου μη διαφύγη εξ αυτών φεύγων. και ου μη διασωθή εξ αυτών ανασωζόμενος.

Κύριος εξ οίκου αγίου αυτού. λέγει Κύριος. και προσεχέτω η γη και πάντες οι εν αυτη. ου Σαμάρεια. λέγει Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ. λόγους. τις η ασέβεια του Ιακώβ. και αι κοιλάδες τακήσονται ως κηρός από προσώπου πυρός και ως ύδωρ καταφερόμενον εν καταβάσει. 13 ιδού ημέραι έρχονται. ουχί Ιερουσαλήμ. και έσται Κύριος εν υμίν εις μαρτύριον. υπέρ ων είδε περί Σαμαρείας και περί Ιερουσαλήμ. και τις η αμαρτία οίκου Ιούδα. λέγει Κύριος ο Θεός ο ποιών πάντα ταύτα. 3 διότι ιδού Κύριος εκπορεύεται εκ του τόπου αυτού και καταβήσεται και επιβήσεται επί τα ύψη της γης. 12 όπως εκζητήσωσιν οι κατάλοιποι των ανθρώπων και πάντα τα έθνη. εφ ‘ ους επικέκληται το όνομά μου επ ‘ αυτούς. 4 και σαλευθήσεται τα όρη υποκάτωθεν αυτού. 5 δι ‘ ασέβειαν Ιακώβ πάντα ταύτα και δι ‘ αμαρτίαν οίκου Ισραήλ. και περκάσει η σταφυλή εν τω σπόρω. 2 Ακούσατε. 6 και θήσομαι Σαμάρειαν εις οπωροφυλάκιον αγρού και εις φυτείαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1366 . λαοί. και αποσταλάξει τα όρη γλυκασμόν. ------------------------------------------------------- ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς Μιχαίαν τον του Μωρασθεί εν ημέραις Ιωάθαμ και Άχαζ και Εζεκίου βασιλέων Ιούδα. ης έδωκα αυτοίς. και πάντες οι βουνοί σύμφυτοι έσονται· 14 και επιστρέψω την αιχμαλωσίαν του λαού μου Ισραήλ. και καταλήψεται ο αμητός τον τρυγητόν. και οικοδομήσουσι πόλεις τας ηφανισμένας και κατοικήσουσι και φυτεύσουσιν αμπελώνας και πίονται τον οίνον αυτών και ποιήσουσι κήπους και φάγονται τον καρπόν αυτών· 15 και καταφυτεύσω αυτούς επί της γης αυτών και ου μη εκσπασθώσιν ουκέτι από της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανοικοδομήσω τα πεπτωκότα αυτής και τα κατεσκαμμένα αυτής αναστήσω και ανοικοδομήσω αυτήν καθώς αι ημέραι του αιώνος.

και πάντα τα είδωλα αυτής θήσομαι εις αφανισμόν· διότι εκ μισθωμάτων πορνείας συνήγαγε και εκ μισθωμάτων πορνείας συνέστρεψεν. έως ‘Οδολλάμ ήξει η δόξα της θυγατρός Ισραήλ. ότι εν σοί ευρέθησαν ασέβειαι του Ισραήλ. ότι ηχμαλωτεύθησαν από σου. 13 ψόφος αρμάτων και ιππευόντων. 8 ένεκεν τούτου κόψεται και θρηνήσει. μη μεγαλύνεσθε· οι εν Ακείμ. πορεύσεται ανυπόδετος και γυμνή. 16 ξύρησαι και κείραι επί τα τέκνα τα τρυφερά σου. διότι ουκ ήραν προς τον Θεόν χείρας αυτών. 11 κατοικούσα καλώς τας πόλεις αυτής. 4 εν τη ημέρα εκείνη ληφθήσεται εφ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1367 . ότι κατέβη κακά παρά Κυρίου επί πύλας Ιερουσαλήμ. εξ ων ου μη άρητε τους τραχήλους υμών και ου μη πορευθήτε ορθοί εξαίφνης. ότι καιρός πονηρός εστιν. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΓΕΝΟΝΤΟ λογιζόμενοι κόπους και εργαζόμενοι κακά εν ταις κοίταις αυτών και άμα τη ημέρα συνετέλουν αυτά. 12 τις ήρξατο εις αγαθά κατοικούση οδύνας. 3 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ λογίζομαι επί την φυλήν ταύτην κακά. 15 έως τους κληρονόμους αγάγωσι. κατοικούσα Λαχίς κληρονομία. 10 οι εν Γεθ. εμπλάτυνον την χηρείαν σου ως αετός. αρχηγός αμαρτίας αυτή εστι τη θυγατρί Σιών. ουκ εξήλθε κατοικούσα Σενναάν κόψασθαι οίκον εχόμενον αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμπελώνος και κατασπάσω εις χάος τους λίθους αυτής και τα θεμέλια αυτής αποκαλύψω. 7 και πάντα τα γλυπτά αυτής κατακόψουσι και πάντα τα μισθώματα αυτής εμπρήσουσιν εν πυρί. 2 και επεθύμουν αγρούς και διήρπαζον ορφανούς και οίκους κατεδυνάστευον και διήρπαζον άνδρα και τον οίκον αυτού. 14 δια τούτο δώσεις εξαποστελλομένους έως κληρονομίας Γεθ οίκους ματαίους· εις κενόν εγένοντο τοις βασιλεύσι του Ισραήλ. άνδρα και την κληρονομίαν αυτού. μη ανοικοδομείτε εξ οίκου κατά γέλωτα. διότι ήλθεν έως Ιούδα και ήψατο έως πύλης λαού μου. γην καταπάσασθε κατά γέλωτα υμών. έως Ιερουσαλήμ. λήψεται εξ υμών πληγήν οδύνης. κατοικούσα Λαχίς. ποιήσεται κοπετόν ως δρακόντων και πένθος ως θυγατέρων σειρήνων· 9 ότι κατεκράτησεν η πληγή αυτής.

ο δε Κύριος ηγήσεται αυτών. 12 συναγόμενος συναχθήσεται Ιακώβ συν πάσιν· εκδεχόμενος εκδέξομαι τους καταλοίπους του Ισραήλ. και αποστρέψει το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1368 . και θρηνηθήσεται θρήνος εν μέλει λέγων· ταλαιπωρία εταλαιπωρήσαμεν· μερίς λαού μου κατεμετρήθη εν σχοινίω. εστάλαξέ σοι εις οίνον και μέθυσμα. 10 ανάστηθι και πορεύου. και ουκ εισακούσεται αυτών. και έσται εκ της σταγόνος του λαού τούτου. 5 δια τούτο ουκ έσται σοι βάλλων σχοινίον εν κλήρω εν εκκλησία Κυρίου. 2 μισούντες τα καλά και ζητούντες τα πονηρά. ως ποίμνιον εν μέσω κοίτης αυτών εξαλούνται εξ ανθρώπων· 13 δια της διακοπής προ προσώπου αυτών διέκοψαν και διήλθον πύλην και εξήλθον δι ‘ αυτής. και ουκ ην ο κωλύων αυτόν του αποστρέψαι· οι αγροί υμών διεμερίσθησαν. επί το αυτό θήσομαι την αποστροφήν αυτού· ως πρόβατα εν θλίψει. και εξήλθεν ο βασιλεύς αυτών προ προσώπου αυτών. διεφθάρητε φθορά. 9 δια τούτο ηγούμενοι λαού μου απορριφήσονται εκ των οικιών τρυφής αυτών. 11 κατεδιώχθητε ουδενός διώκοντος· πνεύμα έστησε ψεύδος. 3 ον τρόπον κατέφαγον τας σάρκας του λαού μου και τα δέρματα αυτών απ ‘ αυτών εξέδειραν και τα οστέα αυτών συνέθλασαν και εμέλισαν ως σάρκας εις λέβητα και ως κρέα εις χύτραν. αρπάζοντες τα δέρματα αυτών απ ‘ αυτών και τας σάρκας αυτών από των οστέων αυτών. ουχ υμίν εστι του γνώναι το κρίμα. 7 ο λέγων· οίκος Ιακώβ παρώργισε πνεύμα Κυρίου· ου ταύτα τα επιτηδεύματα αυτού εστιν. δια τα πονηρά επιτηδεύματα αυτών εξώσθησαν· εγγίσατε όρεσιν αιωνίοις. αι αρχαί οίκου Ιακώβ και οι κατάλοιποι οίκου Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμάς παραβολή. 8 και έμπροσθεν ο λαός μου εις έχθραν αντέστη· κατέναντι της ειρήνης αυτού την δοράν αυτού εξέδειραν του αφελέσθαι ελπίδα συντριμμόν πολέμου. 4 ούτως κεκράξονται προς τον Κύριον. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ερεί· ακούσατε δη ταύτα. μηδέ δακρυέτωσαν επί τούτοις· ουδέ γαρ απώσεται ονείδη. ότι ουκ έστι σοι αύτη ανάπαυσις ένεκεν ακαθαρσίας. 6 μη κλαίετε δάκρυσι. ουχ οι λόγοι αυτού εισι καλοί μετ ‘ αυτού και ορθοί πεπόρευνται.

11 οι ηγούμενοι αυτής μετά δώρων έκρινον. και οι ιερείς αυτής μετά μισθού απεκρίνοντο. 10 οι οικοδομούντες Σιών εν αίμασι και Ιερουσαλήμ εν αδικίαις. 8 εάν μη εγώ εμπλήσω ισχύν εν πνεύματι Κυρίου και κρίματος και δυναστείας του απαγγείλαι τω Ιακώβ ασεβείας αυτού και τω Ισραήλ αμαρτίας αυτού. και Ιερουσαλήμ ως οπωροφυλάκιον έσται και το όρος του οίκου εις άλσος δρυμού. ανθ ‘ ων επονηρεύσαντο εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών επ ‘ αυτούς. και κατακόψουσι τας ρομφαίας αυτών εις άροτρα και τα δόρατα αυτών εις δρέπανα. αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ. 12 δια τούτο δι ‘ ημάς Σιών ως αγρός αροτριαθήσεται. και δύσεται ο ήλιος επί τους προφήτας. οι ηγούμενοι οίκου Ιακώβ και οι κατάλοιποι οίκου Ισραήλ. και καταγελασθήσονται οι μάντεις. ήγειραν επ ‘ αυτόν πόλεμον. τους δάκνοντας εν τοις οδούσιν αυτών και κηρύσσοντας ειρήνην επ ‘ αυτόν. 6 δια τούτο νύξ υμίν έσται εξ οράσεως. και ουκ εδόθη εις το στόμα αυτών. και μετεωρισθήσεται υπεράνω των βουνών· και σπεύσουσι προς αυτό λαοί. και ουκέτι μη αντάρη έθνος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1369 . έτοιμον επί τας κορυφάς των ορέων. διότι ουκ έσται ο επακούων αυτών. και καταλαλήσουσι κατ ‘ αυτών πάντες αυτοί. 9 ακούσατε δη ταύτα. και οι προφήται αυτής μετά αργυρίου εμαντεύοντο. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ έσται επ ‘ εσχάτων των ημερών εμφανές το όρος Κυρίου. και σκοτία έσται υμίν εκ μαντείας. 7 και καταισχυνθήσονται οι ορώντες τα ενύπνια. και δείξουσιν ημίν την οδόν αυτού. ου μη επέλθη εφ ‘ ημάς κακά. 3 και κρινεί ανά μέσον λαών πολλών και εξελέγξει έθνη ισχυρά έως εις μακράν. οι βδελυσσόμενοι κρίμα και πάντα τα ορθά διαστρέφοντες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρόσωπον αυτού απ ‘ αυτών εν τω καιρω εκείνω. 5 τάδε λέγει Κύριος επί τους προφήτας τους πλανώντας τον λαόν μου. και πορευσόμεθα εν ταις τρίβοις αυτού· ότι εκ Σιών εξελεύσεται νόμος και λόγος Κυρίου εξ Ιερουσαλήμ. 2 και πορεύσονται έθνη πολλά και ερούσι· δεύτε. και επί τον Κύριον επανεπαύοντο λέγοντες· ουχί ο Κύριος εν ημίν εστιν. και συσκοτάσει επ ‘ αυτούς η ημέρα.

5 ότι πάντες οι λαοί πορεύσονται έκαστος την οδόν αυτού. και αλόα αυτούς. και κατατήξεις εν αυτοίς έθνη και λεπτυνείς λαούς πολλούς και αναθήσεις τω Κυρίω το πλήθος αυτών και την ισχύν αυτών τω Κυρίω πάσης της γης. θύγατερ Σιών. και ουκ έσται ο εκφοβών. οίκος του Εφραθά. θύγατερ Σιών. θύγατερ Σιών. εν ράβδω πατάξουσιν επί σιαγόνα τας φυλάς του Ισραήλ. ή η βουλή σου απώλετο ότι κατεκράτησάν σου ωδίνες ως τικτούσης. . 6 εν τη ημέρα εκείνη. συνοχήν έταξεν εφ ‘ ημάς. ότι συνήγαγεν αυτούς ως δράγματα άλωνος.9 Και νυν ινατί έγνως κακά. ολιγοστός ει του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα· εκ σου μοι εξελεύσεται του είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ. και επόψονται επί Σιών οι οφθαλμοί ημών. ότι τα κέρατά σου θήσομαι σιδηρά και τας οπλάς σου θήσομαι χαλκάς. 10 ώδινε και ανδρίζου και έγγιζε. 12 αυτοί δε ουκ έγνωσαν τον λογισμόν Κυρίου και ου συνήκαν την βουλήν αυτού. 8 και συ πύργος ποιμνίου αυχμώδης. 13 ανάστηθι. και βασιλεύσει Κύριος επ ‘ αυτούς εν όρει Σιών από του νυν και έως εις τον αιώνα. διότι το στόμα Κυρίου παντοκράτορος ελάλησε ταύτα. και αι έξοδοι αυτού απ ‘ αρχής εξ ημερών αιώνος. συνάξω την συντετριμμένην και την εξωσμένην εισδέξομαι και ους απωσάμην· 7 και θήσομαι την συντετριμμένην εις υπόλειμμα και την απωσμένην εις έθνος δυνατόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επ ‘ έθνος ρομφαίαν. επί σε ήξει και εισελεύσεται η αρχή η πρώτη. ημείς δε πορευσόμεθα εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών εις τον αιώνα και επέκεινα. Βηθλεέμ. και ουκέτι μη μάθωσι πολεμείν. 4 και αναπαύσεται έκαστος υποκάτω αμπέλου αυτού και έκαστος υποκάτω συκής αυτού. 2 δια τούτο δώσει αυτούς έως καιρού τικτούσης τέξεται. λέγει Κύριος. μη βασιλεύς ουκ ην σοι. ως τίκτουσα· διότι νυν εξελεύση εκ πόλεως και κατασκηνώσεις εν πεδίω και ήξεις έως Βαβυλώνος· εκείθεν ρύσεταί σε και εκείθεν λυτρώσεταί σε Κύριος ο Θεός σου εκ χειρός εχθρών σου. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ συ. 11 και νυν επισυνήχθησαν επί σε έθνη πολλά οι λέγοντες· επιχαρούμεθα. και οι επίλοιποι των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1370 . βασιλεία εκ Βαβυλώνος τη θυγατρί Ιερουσαλήμ. 14 νυν εμφραχθήσεται θυγάτηρ Εφραίμ εν φραγμω.

8 υψωθήσεται η χείρ σου επί τους θλίβοντάς σε. όταν επέλθη επί την γην υμών και όταν επιβή επί τα όρια υμών. ανθ ‘ ων ουκ εισήκουσαν. και αι φάραγγες θεμέλια της γης.9 Και έσται εν τη ημέρα εκείνη. 3 και στήσεται και όψεται και ποιμανεί το ποίμνιον αυτού εν ισχύϊ Κύριος. 7 και έσται το υπόλειμμα Ιακώβ εν τοις έθνεσιν εν μέσω λαών πολλών ως λέων εν κτήνεσι εν τω δρυμω και ως σκύμνος εν ποιμνίοις προβάτων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αδελφών αυτών επιστρέψουσιν επί τους υιούς Ισραήλ. 2 ακούσατε όρη. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ δη λόγον Κυρίου· Κύριος είπεν· ανάστηθι κρίθητι προς τα όρη. και ακουσάτωσαν βουνοί φωνήν σου. εξολοθρεύσω τους ίππους εκ μέσου σου και απολώ τα άρματά σου 10 και εξολοθρεύσω τας πόλεις της γης σου και εξαρώ πάντα τα οχυρώματά σου· 11 και εξαρώ τα φάρμακά σου εκ των χειρών σου. και μετά του Ισραήλ διελεγχθήσεται. και εν τη δόξη ονόματος Κυρίου Θεού αυτών υπάρξουσι. και πάντες οι εχθροί σου εξολοθρευθήσονται. και αποφθεγγόμενοι ουκ έσονται εν σοί· 12 και εξολοθρεύσω τα γλυπτά σου και τας στήλας σου εκ μέσου σου. 4 και έσται αύτη ειρήνη· όταν Ασσύριος επέλθη επί την γην υμών και όταν επιβή επί την χώραν υμών. λέγει Κύριος. τι εποίησά σοι ή τι ελύπησά σε ή τι παρηνώχλησά σοι. 6 και έσται το υπόλειμμα του Ιακώβ εν τοις έθνεσιν εν μέσω λαών πολλών ως δρόσος παρά Κυρίου πίπτουσα και ως άρνες επί άγρωστιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1371 . 3 λαός μου. και ουκέτι μη προσκυνήσης τοις έργοις των χειρών σου· 13 και εκκόψω τα άλση εκ μέσου σου και αφανιώ τας πόλεις σου· 14 και ποιήσω εν οργή και εν θυμω εκδίκησιν εν τοις έθνεσιν. την κρίσιν του Κυρίου. διότι νυν μεγαλυνθήσονται έως άκρων της γης. ότι κρίσις τω Κυρίω προς τον λαόν αυτού. και επεγερθήσονται επ ‘ αυτόν επτά ποιμένες και οκτώ δήγματα ανθρώπων· 5 και ποιμανούσι τον Ασσούρ εν ρομφαία και την γην του Νεβρώδ εν τη τάφρω αυτής· και ρύσεται εκ του Ασσούρ. ον τρόπον όταν διέλθη και διαστείλας αρπάση και μη ή ο εξαιρούμενος. . όπως μη συναχθή μηδείς μηδέ υποστη εν υιοίς ανθρώπων.

αντιλήψομαι Θεού μου Υψίστου. και οι κατοικούντες αυτήν ελάλουν ψεύδη. φυλή. 13 και εγώ άρξομαι του πατάξαι σε. συ πιέσεις ελαίαν και ου μη αλείψη έλαιον. 10 μη πυρ και οίκος ανόμου θησαυρίζων θησαυρούς ανόμους και μετά ύβρεως αδικία. και ου μη διασωθής· και όσοι αν διασωθώσιν. 15 συ σπερείς και ου μη αμήσης. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΟΙΜΟΙ. ει δώ πρωτότοκά μου υπέρ ασεβείας. και η γλώσσα αυτών υψώθη εν τω στόματι αυτών. καρπόν κοιλίας μου υπέρ αμαρτίας ψυχής μου. ουχ υπάρχοντος βότρυος του φαγείν τα πρωτόγονα. και τις κοσμήσει πόλιν. 7 ει προσδέξεται Κύριος εν χιλιάσι κριών ή εν μυριάσι χιμάρων πιόνων. ει καταλήψομαι αυτόν εν ολοκαυτώμασιν. ή τι Κύριος εκζητεί παρά σου αλλ ‘ ή του ποιείν κρίμα και αγαπάν έλεον και έτοιμον είναι του πορεύεσθαι μετά Κυρίου Θεού σου. 6 εν τίνι καταλάβω τον Κύριον. άκουε.9 Φωνή Κυρίου τη πόλει επικληθήσεται. 14 συ φάγεσαι και ου μη εμπλησθής· και συσκοτάσει εν σοί και εκνεύσει. όπως γνωσθή η δικαιοσύνη του Κυρίου. και οίνον και ου μη πίητε. όπως παραδώ σε εις αφανισμόν και τους κατοικούντας αυτήν εις συρισμόν· και ονείδη λαών λήψεσθε. 5 λαός μου. 16 και εφύλαξας τα δικαιώματα Ζαμβρί και πάντα τα έργα οίκου Αχαάβ και επορεύθητε εν ταις βουλαίς αυτών. οίμοι. 8 ει ανηγγέλη σοι. ότι εγενήθην ως συνάγων καλάμην εν αμήτω. 4 διότι ανήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου και εξ οίκου δουλείας ελυτρωσάμην σε και εξαπέστειλα προ προσώπου σου τον Μωυσήν και Ααρών και Μαριάμ. 2 ότι απόλωλεν ευσεβής από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1372 . 11 ει δικαιωθήσεται εν ζυγω άνομος και εν μαρσίππω στάθμια δόλου. ψυχή. και σώσει φοβουμένους το όνομα αυτού. εν μόσχοις ενιαυσίοις. εις ρομφαίαν παραδοθήσονται. τι καλόν. άνθρωπε. και αφανισθήσεται νόμιμα λαού μου. και ως επιφυλλίδα εν τρυγητω. μνήσθητι δη τι εβουλεύσατο κατά σου Βαλάκ βασιλεύς Μωάβ και τι απεκρίθη αυτω Βαλαάμ υιος του Βεώρ από των σχοίνων έως του Γαλγάλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκρίθητί μοι. 12 εξ ων τον πλούτον αυτών ασεβείας έπλησαν. αφανιώ σε εν ταις αμαρτίαις σου. .

έως του δικαιώσαι αυτόν την δίκην μου· και ποιήσει το κρίμα μου και εξάξει με εις το φως. ουαί ουαί. ότι ήμαρτον αυτω. συγχυθήσονται εν συγκλεισμω αυτών· επί τω Κυρίω Θεω ημών εκστήσονται και φοβηθήσονται από σου. . .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της γης και κατορθών εν ανθρώποις ουχ υπάρχει· πάντες εις αίματα δικάζονται. 18 τις Θεός ωσπερ συ. 3 επί το κακόν τας χείρας αυτών ετοιμάζουσιν. Κύριος φωτιεί μοι. εισακούσεταί μου ο Θεός μου. 8 μη επίχαιρέ μοι.14 Ποίμανε λαόν σου εν ράβδω σου. 10 και όψεται η εχθρά μου και περιβαλείται αισχύνην η λέγουσα προς με· που Κύριος ο Θεός σου. η εχθρά μου. και εξελούμαι τα αγαθά αυτών 4 ως σής εκτρώγων και βαδίζων επί κανόνος εν ημέρα σκοπιάς. 9 οργήν Κυρίου υποίσω. καταδύσει τας αδικίας ημών και απορριφήσονται εις τα βάθη της θαλάσσης. εχθροί πάντες ανδρός οι εν τω οίκω αυτού. ότι θελητής ελέους εστίν.7 Εγώ δε επί τον Κύριον επιβλέψομαι. διότι εάν καθίσω εν τω σκότει. νύμφη επί την πενθεράν αυτής. 16 όψονται έθνη και καταισχυνθήσονται εκ πάσης της ισχύος αυτών. καταθύμιον ψυχής αυτού εστι. 5 μη καταπιστεύετε εν φίλοις και μη ελπίζετε επί ηγουμένοις. οι οφθαλμοί μου επόψονται αυτήν· νυν έσται εις καταπάτημα ως πηλός εν ταις οδοίς 11 ημέρας αλοιφής πλίνθου. 19 αυτός επιστρέψει και οικτειρήσει ημάς. ότι πέπτωκα· και αναστήσομαι. θυγάτηρ επαναστήσεται επί την μητέρα αυτής. έκαστος τον πλησίον αυτού εκθλίβουσιν εκθλιβή. νυν έσονται κλαυθμοί αυτών. τα ώτα αυτών αποκωφωθήσεται. επιθήσουσι χείρας επί το στόμα αυτών. ο άρχων αιτεί. υπομενώ επί τω Θεω τω σωτήρί μου. και ο κριτής ειρηνικούς λόγους ελάλησε. 15 και κατά τας ημέρας εξοδίας σου εξ Αιγύπτου όψεσθε θαυμαστά. πάσας τας αμαρτίας ημών. εξάλειψίς σου η ημέρα εκείνη. κατασκηνούντας καθ ‘ εαυτούς δρυμόν εν μέσω του Καρμήλου· νεμήσονται την Βασανίτιν και την Γαλλαδίτιν καθώς αι ημέραι του αιώνος. εξαίρων ανομίας και υπερβαίνων ασεβείας τοις καταλοίποις της κληρονομίας αυτού και ου συνέσχεν εις μαρτύριον οργήν αυτού. και αποτρίψεται νόμιμά σου η ημέρα εκείνη· 12 και αι πόλεις σου ήξουσιν εις ομαλισμόν και εις διαμερισμόν Ασσυρίων και αι πόλεις σου αι οχυραί εις διαμερισμόν από Τύρου έως του ποταμού και από θαλάσσης έως θαλάσσης και από όρους έως του όρους· 13 και έσται η γη εις αφανισμόν συν τοις κατοικούσιν αυτήν από καρπών επιτηδευμάτων αυτών. έλεον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1373 . αι εκδικήσεις σου ήκασι. 17 λείξουσι χουν ως όφεις σύροντες γην. 20 δώσει εις αλήθειαν τω Ιακώβ. όψομαι την δικαιοσύνην αυτού. πρόβατα κληρονομίας σου. από της συγκοίτου σου φύλαξαι του αναθέσθαι τι αυτη· 6 διότι υιος ατιμάζει πατέρα.

και τα κατάλοιπα της ακρίδος κατέφαγεν ο βρούχος. ------------------------------------------------------- ΙΩΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΟΓΟΣ Κυρίου. πάντες οι κατοικούντες την γην. οι ιερείς. 14 αγιάσατε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1374 . και τα τέκνα αυτών εις γενεάν ετέραν. εξ οίνου αυτών και κλαύσατε· θρηνήσατε. και τα κατάλοιπα του βρούχου κατέφαγεν η ερυσίβη. ότι ήσχυναν χαράν οι υιοί των ανθρώπων. 3 υπέρ αυτών τοις τέκνοις υμών διηγήσασθε. 11 εξηράνθησαν γεωργοί· θρηνείτε. και τα τέκνα υμών τοις τέκνοις αυτών. οδόντες λέοντος. ότι εξήρθη εκ στόματος υμών ευφροσύνη και χαρά. οι ιερείς οι λειτουργούντες θυσιαστηρίω Κυρίου. ότι τεταλαιπώρηκε σίτος. 7 έθετο την άμπελόν μου εις αφανισμόν και τας συκάς μου εις συγκλασμόν· ερευνών εξηρεύνησεν αυτήν και έρριψεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω Αβραάμ. θρηνείτε οι λειτουργούντες θυσιαστηρίω· εισέλθετε υπνώσατε εν σάκκοις λειτουργούντες Θεω. και ενωτίσασθε. 6 ότι έθνος ανέβη επί την γην μου ισχυρόν και αναρίθμητον. 2 Ακούσατε ταύτα. κτήματα. οι μεθύοντες. 5 εκνήψατε. ότι απέσχηκεν εξ οίκου Θεού υμών θυσία και σπονδή. πάντες οι πίνοντες οίνον εις μέθην. και αι συκαί ωλιγώθησαν· ρόα και φοίνιξ και μήλον και πάντα τα ξύλα του αγρού εξηράνθησαν. 4 τα κατάλοιπα της κάμπης κατέφαγεν η ακρίς. ος εγενήθη προς Ιωήλ τον του Βαθουήλ. ότι απόλωλε τρυγητός εξ αγρού· 12 η άμπελος εξηράνθη. 8 θρήνησον προς με υπέρ νύμφην περιεζωσμένην σάκκον επί τον άνδρα αυτής τον παρθενικόν. 13 περιζώσασθε και κόπτεσθε. πενθείτε. ελεύκανε τα κλήματα αυτής. υπέρ πυρού και κριθής. ει γέγονε τοιαύτα εν ταις ημέραις υμών ή εν ταις ημέραις των πατέρων υμών. οι πρεσβύτεροι. ωλιγώθη έλαιον. 10 ότι τεταλαιπώρηκε τα πεδία· πενθείτω η γη. και αι μύλαι αυτού σκύμνου. οι οδόντες αυτού. 9 εξήρται θυσία και σπονδή εξ οίκου Κυρίου. καθότι ώμοσας τοις πατράσιν ημών κατά τας ημέρας τας έμπροσθεν. εξηράνθη οίνος.

κηρύξατε θεραπείαν. 2 ημέρα σκότους και γνόφου. και ως ιππείς ούτως καταδιώξονται· 5 ως φωνή αρμάτων επί τας κορυφάς των ορέων εξαλούνται και ως φωνή φλογός πυρός κατεσθιούσης καλάμην και ως λαός πολύς και ισχυρός παρατασσόμενος εις πόλεμον. βοήσομαι. και τα όπισθεν αυτού πεδίον αφανισμού. διότι πάρεστιν ημέρα Κυρίου. 3 τα έμπροσθεν αυτού πυρ αναλίσκον. 4 ως όρασις ίππων η όψις αυτών. 17 εσκίρτησαν δαμάλεις επί ταις φάτναις αυτών. κατεσκάφησαν ληνοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νηστείαν. ΙΩΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΣΑΛΠΙΣΑΤΕ σάλπιγγι εν Σιών. ως όρθρος χυθήσεται επί τα όρη λαός πολύς και ισχυρός· όμοιος αυτω ου γέγονεν από του αιώνος και μετ ‘ αυτόν ου προστεθήσεται έως ετών εις γενεάς γενεών. 16 κατέναντι των οφθαλμών υμών βρώματα εξωλοθρεύθη. κηρύξατε εν όρει αγίω μου. ημέρα νεφέλης και ομίχλης. 19 προς σε. 8 και έκαστος από του αδελφού αυτού ουκ αφέξεται. και τα οπίσω αυτού αναπτομένη φλόξ· ως παράδεισος τρυφής η γη προ προσώπου αυτού. 6 από προσώπου αυτού συντριβήσονται λαοί. ότι πυρ ανήλωσε τα ωραία της ερήμου. και ου μη εκκλίνουσι τας τρίβους αυτών. παν πρόσωπον ως πρόσκαυμα χύτρας. 7 ως μαχηταί δραμούνται και ως άνδρες πολεμισταί αναβήσονται επί τα τείχη. ηφανίσθησαν θησαυροί. Κύριε. και τα ποίμνια των προβάτων ηφανίσθησαν. ότι εξηράνθη σίτος. οίμοι εις ημέραν. και συγχυθήτωσαν πάντες οι κατοικούντες την γην. έκλαυσαν βουκόλια βοών. ότι εξηράνθησαν αφέσεις υδάτων και πυρ κατέφαγε τα ωραία της ερήμου. καταβαρυνόμενοι εν τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1375 . 18 τι αποθήσομεν εαυτοίς. συναγάγετε πρεσβυτέρους πάντας κατοικούντας γην εις οίκον Θεού υμών και κεκράξετε προς Κύριον εκτενώς· 15 οίμοι. οίμοι. και ανασωζόμενος ουκ έσται αυτω. και φλόξ ανήψε πάντα τα ξύλα του αγρού· 20 και τα κτήνη του πεδίου ανέβλεψαν προς σε. ότι ουχ υπήρχε νομή αυτοίς. και έκαστος εν τη οδω αυτού πορεύσεται. ότι εγγύς η ημέρα Κυρίου και ως ταλαιπωρία εκ ταλαιπωρίας ήξει. εξ οίκου Θεού υμών ευφροσύνη και χαρά. ότι εγγύς.

ότι βεβλάστηκε τα πεδία της ερήμου. 23 και τα τέκνα Σιών. του λαού σου και μη δως την κληρονομίαν σου εις όνειδος του κατάρξαι αυτών έθνη. και τα άστρα δύσουσι το φέγγος αυτών. 24 και πλησθήσονται αι άλωνες σίτου. . κηρύξατε θεραπείαν. κτήνη του πεδίου. και υπερεκχυθήσονται αι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1376 . 17 ανά μέσον της κρηπίδος του θυσιαστηρίου κλαύσονται οι ιερείς οι λειτουργούντες τω Κυρίω και ερούσι· φείσαι. ότι ξύλον ήνεγκε τον καρπόν αυτού. και αναβήσεται ο βρόμος αυτού. ο ήλιος και η σελήνη συσκοτάσουσι. 9 της πόλεως επιλήψονται και επί των τειχέων δραμούνται και επί τας οικίας αναβήσονται και δια θυρίδων εισελεύσονται ως κλέπται. 12 και νυν λέγει Κύριος ο Θεός υμών· επιστράφητε προς με εξ όλης της καρδίας υμών και εν νηστεία και εν κλαυθμω και εν κοπετω· 13 και διαρρήξατε τας καρδίας υμών και μη τα ιμάτια υμών και επιστράφητε προς Κύριον τον Θεόν υμών. 14 τις οίδεν ει επιστρέψει και μετανοήσει και υπολείψεται οπίσω αυτού ευλογίαν και θυσίαν και σπονδήν Κυρίω τω Θεω υμών. αγιάσατε εκκλησίαν. διότι έδωκεν υμίν τα βρώματα εις δικαιοσύνην και βρέξει υμίν υετόν πρώϊμον και όψιμον καθώς έμπροσθεν. 22 θαρσείτε. και τις έσται ικανός αυτη. επιφανής σφόδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όπλοις αυτών πορεύσονται και εν τοις βέλεσιν αυτών πεσούνται και ου μη συντελεσθώσι. ότι ελεήμων και οικτίρμων εστί. μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοών επί ταις κακίαις. 10 προ προσώπου αυτών συγχυθήσεται η γη και σεισθήσεται ο ουρανός. και ου δώσω υμάς ουκέτι εις ονειδισμόν εν τοις έθνεσι· 20 και τον από Βορρά εκδιώξω αφ ‘ υμών και εξώσω αυτόν εις γην άνυδρον και αφανιώ το πρόσωπον αυτού εις την θάλασσαν την πρώτην και τα οπίσω αυτού εις την θάλασσαν την εσχάτην. 16 συναγάγετε λαόν. 19 και απεκρίθη Κύριος και είπε τω λαω αυτού· ιδού εγώ εξαποστέλλω υμίν τον σίτον και τον οίνον και το έλαιον. χαίρε και ευφραίνου. ότι εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι. 15 σαλπίσατε σάλπιγγι εν Σιών. ότι εμεγάλυνε τα έργα αυτού. συκή και άμπελος έδωκαν την ισχύν αυτών. Κύριε. ότι ισχυρά έργα λόγων αυτού· διότι μεγάλη η ημέρα Κυρίου. και εμπλησθήσεσθε αυτών.18 Και εζήλωσε Κύριος την γην αυτού και εφείσατο του λαού αυτού. 11 και Κύριος δώσει φωνήν αυτού προ προσώπου δυνάμεως αυτού. ότι πολλή εστι σφόδρα η παρεμβολή αυτού. συναγάγετε νήπια θηλάζοντα μαστούς. εξελθέτω νυμφίος εκ του κοιτώνος αυτού και νύμφη εκ του παστού αυτής. όπως μη είπωσιν εν τοί έθνεσι· που εστιν ο Θεός αυτών. και αναβήσεται η σαπρία αυτού. αγιάσατε νηστείαν. γη. εκλέξασθε πρεσβυτέρους. χαίρετε και ευφραίνεσθε επί τω Κυρίω Θεω υμών. 21 θάρσει.

3 και δώσω τέρατα εν ουρανω και επί της γης. και οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται· 2 και επί τους δούλους μου και επί τας δούλας μου εν ταις ημέραις εκείναις εκχεώ από του πνεύματός μου. όταν επιστρέψω την αιχμαλωσίαν Ιούδα και Ιερουσαλήμ. ΙΩΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ έσται μετά ταύτα και εκχεώ από του πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ληνοί οίνου και ελαίου. ους Κύριος προσκέκληται. καθότι είπε Κύριος. πας. και ουκ έστιν έτι πλήν εμού. 5 και έσται. σωθήσεται· ότι εν τω όρει Σιών και εν Ιερουσαλήμ έσται ανασωζόμενος. αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού· 4 ο ήλιος μεταστραφήσεται εις σκότος και η σελήνη εις αίμα πριν ελθείν την ημέραν Κυρίου την μεγάλην και επιφανή. και προφητεύσουσιν οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών. α εποίησε μεθ ‘ υμών εις θαυμάσια. ην εξαπέστειλα εις υμάς. ΙΩΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΟΤΙ ιδού εγώ εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρω εκείνω. και ευαγγελιζόμενοι. 25 και ανταποδώσω υμίν αντί των ετών ων κατέφαγεν η ακρίς και ο βρούχος και η ερυσίβη και η κάμπη. ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου. η δύναμίς μου η μεγάλη. και ου μη καταισχυνθώσιν έτι ο λαός μου εις τον αιώνα. και εγώ Κύριος ο Θεός υμών. και ου μη καταισχυνθή ο λαός μου εις τον αιώνα· 27 και επιγνώσεσθε ότι εν μέσω του Ισραήλ εγώ ειμι. 26 και φάγεσθε εσθίοντες και εμπλησθήσεσθε και αινέσετε το όνομα Κυρίου του Θεού υμών. 2 και συνάξω πάντα τα έθνη και κατάξω αυτά εις την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1377 . και οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται.

αγιάσατε πόλεμον. και η Ιδουμαία εις πεδίον αφανισμού έσται εξ αδικιών υιών Ιούδα. Τύρος και Σιδών και πάσα Γαλιλαία αλλοφύλων. διότι πλήρης η ληνός· υπερεκχείτε τα υπολήνια. 14 ήχοι εξήχησαν εν τη κοιλάδι της δίκης. 4 και τι υμείς εμοί. πατείτε. και οι αστέρες δύσουσι φέγγος αυτών. 19 Αίγυπτος εις αφανισμόν έσται. 7 και ιδού εγώ εξεγείρω αυτούς εκ του τόπου. 12 εξεγειρέσθωσαν και αναβαινέτωσαν πάντα τα έθνη εις την κοιλάδα Ιωσαφάτ. 11 συναθροίζεσθε και εισπορεύεσθε. και σεισθήσεται ο ουρανός και η γη· ο δε Κύριος φείσεται του λαού αυτού. και αποδώσονται αυτούς εις αιχμαλωσίαν εις έθνος μακράν απέχον. και πηγή εξ οίκου Κυρίου εξελεύσεται και ποτιεί τον χειμάρρουν των σχοίνων. προσαγάγετε και αναβαίνετε. ότι Κύριος ελάλησε. 16 ο δε Κύριος εκ Σιών ανακεκράξεται και εξ Ιερουσαλήμ δώσει φωνήν αυτού. ου απέδοσθε αυτούς εκεί. διότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών ο κατασκηνών εν Σιών όρει αγίω μου· και έσται Ιερουσαλήμ αγία. ανθ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1378 . 18 και έσται εν τη ημέρα εκείνη αποσταλάξει τα όρη γλυκασμόν. εξεγείρατε τους μαχητάς. . και ανταποδώσω το ανταπόδομα υμών εις κεφαλάς υμών 8 και αποδώσομαι τους υιούς υμών και τας θυγατέρας υμών εις χείρας των υιών Ιούδα. ότι εγγύς ημέρα Κυρίου εν τη κοιλάδι της δίκης. οί διεσπάρησαν εν τοις έθνεσι· και την γην μου καταδιείλαντο 3 και επί τον λαόν μου έβαλον κλήρους και έδωκαν τα παιδάρια πόρναις και τα κοράσια επώλουν αντί του οίνου και έπινον. ότι παρέστηκεν ο τρυγητός· εισπορεύεσθε. και αλλογενείς ου διελεύσονται δι ‘ αυτής ουκέτι. 13 εξαποστείλατε δρέπανα. πάντα τα έθνη κυκλόθεν. και οι βουνοί ρυήσονται γάλα. ότι πεπλήθυνται τα κακά αυτών. και ενισχύσει τους υιούς Ισραήλ.9 Κηρύξατε ταύτα εν τοις έθνεσιν. 15 ο ήλιος και η σελήνη συσκοτάσουσι. ή μνησικακείτε υμείς επ ‘ εμοί οξέως. διότι εκεί καθιώ του διακρίναι πάντα τα έθνη κυκλόθεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κοιλάδα Ιωσαφάτ και διακριθήσομαι προς αυτούς εκεί υπέρ του λαού μου και της κληρονομίας μου Ισραήλ. και πάσαι αι αφέσεις Ιούδα ρυήσονται ύδατα. 17 και επιγνώσεσθε. και συνάχθητε εκεί· ο πραϋς έστω μαχητής. και ταχέως ανταποδώσω το ανταπόδομα υμών εις κεφαλάς υμών. 10 συγκόψατε τα άροτρα υμών εις ρομφαίας και τα δρέπανα υμών εις σειρομάστας· ο αδύνατος λεγέτω ότι ισχύω εγώ. 5 ανθ ‘ ων το αργύριόν μου και το χρυσίον μου ελάβετε και τα επίλεκτά μου τα καλά εισηνέγκατε εις τους ναούς υμών 6 και τους υιούς Ιούδα και τους υιούς Ιερουσαλήμ απέδοσε τοις υιοίς των Ελλήνων. πάντες άνδρες πολεμισταί. μη ανταπόδομα υμείς ανταποδίδοτέ μοι. όπως εξώσητε αυτούς εκ των ορίων αυτών.

και συ ης ως εις εξ αυτών. 3 υπερηφανία της καρδίας σου επήρέ σε κατασκηνούντα εν ταις οπαίς των πετρών. υψών κατοικίαν αυτού. 12 και μη επίδης ημέραν αδελφού σου εν ημέρα αλλοτρίων και μη επιχαρής επί τους υιούς Ιούδα εν ημέρα απωλείας αυτών και μη μεγαλορρημονήσης εν ημέρα θλίψεως. λέγει Κύριος. που αν απερρίφης. λέγε Κύριος. ουκ έστι σύνεσις αυτοίς. και Κύριος κατασκηνώσει εν Σιών. 7 έως των ορίων εξαπέστειλάν σε πάντες οι άνδρες της διαθήκης σου. 4 εάν μετεωρισθής ως αετός και εάν ανά μέσον των άστρων θής νοσσιάν σου. μηδέ επίδης και συ την συναγωγήν αυτών εν ημέρα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1379 . 5 ει κλέπται εισήλθον προς σε ή λησταί νυκτός. όπως εξαρθή άνθρωπος εξ όρους Ησαύ 10 δια την σφαγήν και την ασέβειαν την εις τον αδελφόν σου Ιακώβ. ητιμωμένος ει συ σφόδρα. 20 η δε Ιουδαία εις τον αιώνα κατοικηθήσεται και Ιερουσαλήμ εις γενεάς γενεών. και ει τρυγηταί εισήλθον προς σε. 21 και εκζητήσω το αίμα αυτών και ου μη αθωώσω. ανάστητε. 13 μηδέ εισέλθης εις πύλας λαών εν ημέρα πόνων αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ‘ ων εξέχεαν αίμα δίκαιον εν τη γη αυτών. ουκ αν υπελίποντο επιφυλλίδα. και περιοχήν εις τα έθνη εξαπέστειλεν. 6 Πως εξηρευνήθη Ησαύ και κατελήφθη τα κεκρυμμένα αυτού. και καλύψει σε αισχύνη και εξαρθήση εις τον αιώνα. ηδυνάσθησαν προς σε άνδρες ειρηνικοί σου. Τάδε λέγει Κύριος ο Θεός τη Ιδουμαία· ακοήν ήκουσα παρά Κυρίου. αντέστησάν σοι. απολώ σοφούς εκ της Ιδουμαίας και σύνεσιν εξ όρους Ησαύ· 9 και πτοηθήσονται οι μαχηταί σου οι εκ Θαιμάν. και εξαναστώμεν επ ‘ αυτήν εις πόλεμον. -11 Αφ ‘ ης ημέρας αντέστης εξεναντίας εν ημέραις αιχμαλωτευόντων αλλογενών δύναμιν αυτού και αλλότριοι εισήλθον εις πύλας αυτού και επί Ιερουσαλήμ έβαλον κλήρους. 8 εν τη ημέρα εκείνη. εκείθεν κατάξω σε. ------------------------------------------------------- ΟΒΔΙΟΥ 1 ΟΡΑΣΙΣ ‘Οβδιού. 2 ιδού ολιγοστόν δέδωκά σε εν τοις έθνεσιν. ουκ αν έκλεψαν τα ικανά εαυτοίς. έθηκαν ένεδρα υποκάτω σου. λέγων εν καρδία αυτού· τις κατάξει με επί την γην.

ο δε οίκος Ιωσήφ φλόξ. ούτως έσται σοι· το ανταπόδομά σου ανταποδοθήσεται εις κεφαλήν σου. μηδέ συγκλείσης τους φεύγοντας εξ αυτών εν ημέρα θλίψεως. και έσται άγιον· και κατακληρονομήσουσιν ο οίκος Ιακώβ τους κατακληρονομήσαντας αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολέθρου αυτών και μη συνεπιθή επί την δύναμιν αυτών εν ημέρα απωλείας αυτών. ------------------------------------------------------- ΙΩΝΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιωνάν τον του Αμαθί λέγων· 2 ανάστηθι και πορεύθητι εις Νινευή την πόλιν την μεγάλην και κήρυξον εν αυτη. και έσται τω Κυρίω η βασιλεία. ότι ανέβη η κραυγή της κακίας αυτής προς με. -17 Εν δε τω όρει Σιών έσται η σωτηρία. και εκκαυθήσονται εις αυτούς και καταφάγονται αυτούς. 3 και ανέστη Ιωνάς του φυγείν εις Θαρσίς εκ προσώπου Κυρίου και κατέβη εις Ιόππην και εύρε πλοίον βαδίζον εις Θαρσίς και έδωκε τον ναύλον αυτού και ενέβη εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1380 . 15 διότι εγγύς ημέρα Κυρίου επί πάντα τα έθνη· ον τρόπον εποίησας. 20 και της μετοικεσίας η αρχή αύτη· τοις υιοίς Ισραήλ γη των Χαναναίων έως Σαρεπτών και η μετοικεσία Ιερουσαλήμ έως Εφραθά. 19 και κατακληρονομήσουσιν οι εν Ναγέβ το όρος το Ησαύ και οι εν τη Σεφηλά τους αλλοφύλους και κατακληρονομήσουσι το όρος Εφραίμ και το πεδίον Σαμαρείας και Βενιαμίν και την Γαλααδίτιν. ο δε οίκος Ησαύ εις καλάμην. 16 διότι ον τρόπον έπιες επί το όρος το άγιόν μου. διότι Κύριος ελάλησε. και ουκ έσται πυροφόρος εν τω οίκω Ησαύ. 14 μηδέ επιστης επί τας διεκβολάς αυτών του εξολοθρεύσαι τους ανασωζομένους αυτών. 18 και έσται ο οίκος Ιακώβ πυρ. 21 και αναβήσονται ανασωζόμενοι εξ όρους Σιών του εκδικήσαι το όρος Ησαύ. πίονται πάντα τα έθνη οίνον· πίονται και καταβήσονται και έσονται καθώς ουχ υπάρχοντες. και κληρονομήσουσι τας πόλεις του Ναγέβ.

ότι απήγγειλεν αυτοίς. ον τρόπον εβούλου. και πόθεν έρχη. 9 και είπε προς αυτούς· δούλος Κυρίου ειμί εγώ και τον Κύριον Θεόν του ουρανού εγώ σέβομαι. Κύριε. 5 και εφοβήθησαν οι ναυτικοί και ανεβόησαν έκαστος προς το θεόν αυτού και εκβολήν εποιήσαντο των σκευών των εν τω πλοίω εις την θάλασσαν του κουφισθήναι απ ‘ αυτών. 14 και ανεβόησαν προς Κύριον και είπαν· μηδαμώς. ότι εκ προσώπου Κυρίου ην φεύγων. όπως διασώση ο Θεός ημάς και ου μη απολώμεθα. και μη δως εφ ‘ ημάς αίμα δίκαιον. 13 και παρεβιάζοντο οι άνδρες του επιστρέψαι προς την γην και ουκ ηδύναντο. 11 και είπον προς αυτόν· τι ποιήσομέν σοι και κοπάσει η θάλασσα αφ ‘ ημών. Κύριε. 10 και εφοβήθησαν οι άνδρες φόβον μέγαν και είπον προς αυτόν· τι τούτο εποίησας. διότι συ. και εκ ποίας χώρας και εκ ποίου λαού ει συ. ος εποίησε την θάλασσαν και την ξηράν. και έπεσεν ο κλήρος επί Ιωνάν. 6 και προσήλθε προς αυτόν ο πρωρεύς και είπεν αυτω· τι συ ρέγχεις. και εγένετο κλύδων μέγας εν τη θαλάσση. 15 και έλαβον τον Ιωνάν και εξέβαλον αυτόν εις την θάλασσαν. 4 και Κύριος εξήγειρε πνεύμα μέγα εις την θάλασσαν. Ιωνάς δε κατέβη εις την κοίλην του πλοίου και εκάθευδε και έρρεγχε. και έστη η θάλασσα εκ του σάλου αυτής. ότι η θάλασσα επορεύετο και εξηγείρετο μάλλον επ ‘ αυτούς. διότι έγνωσαν οι άνδρες. πεποίηκας. τις σου η εργασία εστί. και έβαλον κλήρους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτό του πλεύσαι μετ ‘ αυτών εις Θαρσίς εκ προσώπου Κυρίου. και κοπάσει η θάλασσα αφ ‘ υμών· διότι έγνωκα εγώ ότι δι ‘ εμέ ο κλύδων ο μέγας ούτος εφ ‘ υμάς εστι. και του πορεύη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1381 . μη απολώμεθα ένεκεν της ψυχής του ανθρώπου τούτου. ότι η θάλασσα επορεύετο και εξήγειρε μάλλον κλύδωνα. 16 και εφοβήθησαν οι άνδρες φόβω μεγάλω τον Κύριον και έθησαν θυσίαν τω Κυρίω και ηύξαντο τας ευχάς. ανάστα και επικαλού τον Θεόν σου. και το πλοίον εκινδύνευε του συντριβήναι. 12 και είπεν Ιωνάς προς αυτούς· άρατέ με και εμβάλετέ με εις την θάλασσαν. 7 και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· δεύτε βάλωμεν κλήρους και επιγνώμεν τίνος ένεκεν η κακία αύτη εστίν εν ημίν. 8 και είπον προς αυτόν· απάγγειλον ημίν τίνος ένεκεν η κακία αύτη εστίν εν ημίν.

9 φυλασσόμενοι μάταια και ψευδή έλεον αυτών εγκατέλιπον. 6 περιεχύθη μοι ύδωρ έως ψυχής. άβυσσος εκύκλωσέ με εσχάτη. έδυ η κεφαλή μου εις σχισμάς ορέων. 4 και ήρξατο Ιωνάς του εισελθείν εις την πόλιν ωσεί πορείαν ημέρας μιάς και εκήρυξε και είπεν· έτι τρεις ημέραι και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1382 . 5 και εγώ είπα· απώσμαι εξ οφθαλμών σου· άρα προσθήσω του επιβλέψαι με προς ναόν τον άγιόν σου. 7 κατέβην εις γην. και ποταμοί εκύκλωσάν με· πάντες οι μετεωρισμοί σου και τα κύματά σου επ ‘ εμέ διήλθον. και αναβήτω εκ φθοράς η ζωή μου. 11 Και προσέταξε Κύριος τω κήτει. ό εγώ ελάλησα προς σε. καθά ελάλησε Κύριος· η δε Νινευή ην πόλις μεγάλη τω Θεω ωσεί πορείας οδού τριών ημερών. προς σε Κύριε ο Θεός μου. 10 εγώ δε μετά φωνής αινέσεως και εξομολογήσεως θύσω σοι. και έλθοι προς σε η προσευχή μου εις ναόν το άγιόν σου. ης οι μοχλοί αυτής κάτοχοι αιώνιοι. 4 απέρριψάς με εις βάθη καρδίας θαλάσσης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΩΝΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ προσέταξε Κύριος κήτει μεγάλω καταπιείν τον Ιωνάν· και ην Ιωνάς εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας. και εισήκουσέ μου· εκ κοιλίας άδου κραυγής μου ήκουσας φωνής μου. 2 και προσηύξατο Ιωνάς προς Κύριον τον Θεόν αυτού εκ της κοιλίας του κήτους 3 και είπεν· Εβόησα εν θλίψει μου προς Κύριον τον Θεόν μου. όσα ηυξάμην αποδώσω σοι εις σωτηρίαν μου τω Κυρίω. 8 εν τω εκλείπειν απ ‘ εμού την ψυχήν μου του Κυρίου εμνήσθην. και εξέβαλε τον Ιωνάν επί την ξηράν. ΙΩΝΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιωνάν εκ δευτέρου λέγων· 2 ανάστηθι και πορεύθητι εις Νινευή την πόλιν την μεγάλην και κήρυξον εν αυτη κατά το κήρυγμα το έμπροσθεν. 3 και ανέστη Ιωνάς και επορεύθη εις Νινευή.

μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοών επί ταις κακίαις. και απεξηράνθη. 5 και επίστευσαν οι άνδρες Νινευή τω Θεω και εκήρυξαν νηστείαν και ενεδύσαντο σάκκους από μεγάλου αυτών έως μικρού αυτών. έως ου απίδη τι έσται τη πόλει. ουχ ούτοι οι λόγοι μου έτι όντος μου εν τη γη μου. και εξανέστη από του θρόνου αυτού και περιείλετο την στολήν αυτού αφ ‘ εαυτού και περιεβάλετο σάκκον και εκάθισεν επί σποδού. και επάταξε την κολοκύνθαν. 8 και εγένετο άμα τω ανατείλαι τον ήλιον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1383 . ή ελάλησε του ποιήσαι αυτοίς. ή ζήν με. δια τούτο προέφθασα του φυγείν εις Θαρσίς. και εχάρη Ιωνάς επί τη κολοκύνθη χαράν μεγάλην. 10 και είδεν ο Θεός τα έργα αυτών. ότι καλόν το αποθανείν με μάλλον. 2 και προσηύξατο προς Κύριον και είπεν· Ω Κύριε. 6 και προσέταξε Κύριος ο Θεός κολοκύνθη. 5 και εξήλθεν Ιωνάς εκ της πόλεως και εκάθισεν απέναντι της πόλεως· και εποίησεν εαυτω εκεί σκηνήν και εκάθητο υποκάτω αυτής. 7 και προσέταξεν ο Θεός σκώληκι εωθινή τη επαύριον. και ανεβόησαν προς τον Θεόν εκτενώς· και απέστρεψαν έκαστος από της οδού αυτών της πονηράς και από της αδικίας της εν χερσίν αυτών λέγοντες· 9 τις οίδεν ει μετανοήσει ο Θεός και αποστρέψει εξ οργής θυμού αυτού και ου μη απολώμεθα. και ουκ εποίησε. ότι απέστρεψαν από των οδών αυτών των πονηρών. δέσποτα Κύριε. 7 και εκηρύχθη και ερρέθη εν τη Νινευή παρά του βασιλέως και παρά των μεγιστάνων αυτού λέγων· οι άνθρωποι και τα κτήνη και οι βόες και τα πρόβατα μη γευσάσθωσαν μηδέ νεμέσθωσαν μηδέ ύδωρ πιέτωσαν. και μετενόησεν ο Θεός επί τη κακία. και ανέβη υπέρ κεφαλής του Ιωνά του είναι σκιάν υπεράνω της κεφαλής αυτού του σκιάζειν αυτω από των κακών αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Νινευή καταστραφήσεται. 6 και ήγγισεν ο λόγος προς τον βασιλέα της Νινευή. 3 και νυν. λάβε την ψυχήν μου απ ‘ εμού. 8 και περιεβάλλοντο σάκκους οι άνθρωποι και τα κτήνη. διότι έγνων ότι συ ελεήμων και οικτίρμων. 4 και είπε Κύριος προς Ιωνάν· ει σφόδρα λελύπησαι συ. ΙΩΝΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ελυπήθη Ιωνάς λύπην μεγάλην και συνεχύθη.

ο θυμός αυτού τήκει αρχάς. και μεγάλη η ισχύς αυτού. και κτήνη πολλά. 3 Κύριος μακρόθυμος. και οι βουνοί εσαλεύθησαν· και ανεστάλη η γη από προσώπου αυτού η σύμπασα και πάντες οι κατοικούντες εν αυτη. εκδικών Κύριος μετά θυμού. 5 τα όρη εσείσθησαν απ ‘ αυτού. και είπε· σφόδρα λελύπημαι εγώ εως θανάτου. υπέρ ης ουκ εκακοπάθησας επ ‘ αυτήν ουδέ εξέθρεψας αυτήν. 2 Θεός ζηλωτής και εκδικών Κύριος. οίτινες ουκ έγνωσαν δεξιάν αυτών ή αριστεράν αυτών. ------------------------------------------------------- ΝΑΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΗΜΜΑ Νινευή. και τα εξανθούντα του Λιβάνου εξέλιπε. βιβλίον οράσεως Ναούμ του Ελκεσαίου. 11 εγώ δε ου φείσομαι υπέρ Νινευή της πόλεως της μεγάλης. και εξαίρων αυτός τους εχθρούς αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσέταξεν ο Θεός πνεύματι καύσωνι συγκαίοντι. 9 και είπεν ο Θεός προς Ιωνάν· ει σφόδρα λελύπησαι συ επί τη κολοκύνθη. εν ή κατοικούσι πλείους ή δώδεκα μυριάδες ανθρώπων. και αι πέτραι διεθρύβησαν απ ‘ αυτού. ή εγενήθη υπό νύκτα και υπό νύκτα απώλετο. εκδικών Κύριος τους υπεναντίους αυτού. 6 από προσώπου οργής αυτού τις υποστήσεται. 7 χρηστός Κύριος τοις υπομένουσιν αυτόν εν ημέρα θλίψεως και γινώσκων τους ευλαβουμένους αυτόν· 8 και εν κατακλυσμω πορείας συντέλειαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1384 . και αθωον ουκ αθωώσει Κύριος. και τις αντιστήσεται εν οργή θυμού αυτού. 4 απειλών θαλάσση και ξηραίνων αυτήν και πάντας τους ποταμούς εξερημών· ωλιγώθη η Βασανίτις και ο Κάρμηλος. 10 και είπε Κύριος· συ εφείσω υπέρ της κολοκύνθης. εν συντελεία και εν συσσεισμω η οδός αυτού. και νεφέλαι κονιορτός ποδών αυτού. και επάταξεν ο ήλιος επί την κεφαλήν του Ιωνά· και ωλιγοψύχησε και επελέγετο την ψυχήν αυτού και είπε· καλόν μοι αποθανείν με ή ζήν.

ουκ εκδικήσει δις επί το αυτό εν θλίψει· 10 ότι έως θεμελίου αυτού χερσωθήσεται και ως σμίλαξ περιπλεκομένη βρωθήσεται και ως καλάμη ξηρασίας μεστή. και τα βασίλεια διέπεσε. και τους εχθρούς αυτού διώξεται σκότος. τας εορτάς σου. 6 και μνησθήσονται οι μεγιστάνες αυτών και φεύξονται ημέρας και ασθενήσουσιν εν τη πορεία αυτών και σπεύσουσιν επί τα τείχη αυτής και ετοιμάσουσι τας προφυλακάς αυτών. 13 και νυν συντρίψω την ράβδον αυτού από σου και τους δεσμούς σου διαρρήξω· 14 και εντελείται περί σου Κύριος. 7 πύλαι των ποταμών διηνοίχθησαν. . 8 και η υπόστασις απεκαλύφθη. απόδος τας ευχάς σου. και αύτη ανέβαινε.Συντετέλεσται. διέφθειραν 4 όπλα δυναστείας αυτών εξ ανθρώπων. ΝΑΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΙΔΟΥ επί τα όρη οι πόδες ευαγγελιζομένου και απαγγέλλοντος ειρήνην· εόρταζε. 12 τάδε λέγει Κύριος κατάρχων υδάτων πολλών· και ούτως διασταλήσονται. συντέλειαν αυτός ποιήσεται. και οι ιππείς θορυβηθήσονται 5 εν ταις οδοίς. διότι ου μη προσθήσωσιν έτι του διελθείν δια σου εις παλαίωσιν. διότι εκτινάσσοντες εξετίναξαν αυτούς και τα κλήματα αυτών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1385 . Ιούδα. κράτησον οσφύος. ου σπαρήσεται εκ του ονόματός σου έτι· εξ οίκου Θεού σου εξολοθρεύσω τα γλυπτά και χωνευτά· θήσομαι ταφήν σου. άνδρας δυνατούς εμπαίζοντας εν πυρί· αι ηνίαι των αρμάτων αυτών εν ημέρα ετοιμασίας αυτού. και αι δούλαι αυτής ήγοντο καθώς περιστεραί φθεγγόμεναι εν καρδίαις αυτών. 9 και Νινευή. ότι ταχείς. άνδρισαι τη ισχύϊ σφόδρα. καθώς ύβριν του Ισραήλ. 2 ανέβη εμφυσών εις πρόσωπόν σου εξαιρούμενος εκ θλίψεως· σκόπευσον οδόν. 9 τι λογίζεσθε επί τον Κύριον. και η ακοή σου ουκ ενακουσθήσεται έτι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσεται τους επεγειρομένους. ως κολυμβήθρα ύδατος τα ύδατα αυτής. εξήρται. 3 διότι απέστρεψε Κύριος την ύβριν Ιακώβ. 11 εκ σου εξελεύσεται λογισμός κατά του Κυρίου πονηρά βουλευόμενος εναντία. και συγχυθήσονται τα άρματα και συμπλακήσονται εν ταις πλατείαις· η όρασις αυτών ως λαμπάδες πυρός και ως αστραπαί διατρέχουσαι.

και ουκ ην ο επιβλέπων. ου επορεύθη λέων του εισελθείν εκεί. 12 που εστι το κατοικητήριον των λεόντων και η νομή η ούσα τοις σκύμνοις. Αμμών η κατοικούσα εν ποταμοίς. ύδωρ κύκλω αυτής. λέγει Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ. και ου μη ακουσθή ουκέτι τα έργα σου. και αποκαλύψω τα οπίσω σου επί το πρόσωπόν σου και δείξω έθνεσι την αισχύνην σου και βασιλείαις την ατιμίαν σου. 4 πόρνη καλή και επίχαρις ηγουμένη φαρμάκων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοί φεύγοντες ουκ έστησαν. 10 διήρπαζον το αργύριον. ετοίμασαι μερίδα. η πωλούσα έθνη εν τη πορνεία αυτής και λαούς εν τοις φαρμάκοις αυτής. αδικίας πλήρης. 11 εκτιναγμός και ανατιναγμός και εκβρασμός και καρδίας θραυσμός και υπόλυσις γονάτων και ωδίνες επί πάσαν οσφύν. 13 λέων ήρπασε τα ικανά τοις σκύμνοις αυτού και απέπνιξε τοις λέουσιν αυτού και έπλησε θήρας νοσσιάν αυτού και το κατοικητήριον αυτού αρπαγής. 14 ιδού εγώ επί σε. πόθεν ζητήσω παράκλησιν αυτη. ΝΑΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 Ω πόλις αιμάτων. 9 και Αιθιοπία ισχύς αυτής και Αίγυπτος. και εξολοθρεύσω εκ της γης την θήραν σου. 8 ετοίμασαι μερίδα. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και τους λέοντάς σου καταφάγεται ρομφαία. και το πρόσωπον πάντων ως πρόσκαυμα χύτρας. και Λίβυες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1386 . και ουκ ην πέρας του κόσμου αυτής· βεβάρυνται υπέρ πάντα τα σκεύη τα επιθυμητά αυτής. όλη ψευδής. άρμοσαι χορδήν. και εκκαύσω εν καπνω πλήθός σου. και ασθενήσουσιν εν τοις σώμασιν αυτών από πλήθους πορνείας. 6 και επιρρίψω επί σε βδελυγμόν κατά τας ακαθαρσίας σου και θήσομαί σε εις παράδειγμα. 5 ιδού εγώ επί σε. διήρπαζον το χρυσίον. και ουκ έστη πέρας της φυγής. 7 και έσται πας ο ορών σε καταβήσεται από σου και ερεί· δειλαία Νινευή· τις στενάξει αυτήν. 2 φωνή μαστίγων και φωνή σεισμού τροχών και ίππου διώκοντος και άρματος αναβράσσοντος 3 και ιππέως αναβαίνοντος και στιλβούσης ρομφαίας και εξαστραπτόντων όπλων και πλήθους τραυματιών και βαρείας πτώσεως· και ουκ ην πέρας τοις έθνεσιν αυτής. ης η αρχή θάλασσα και ύδωρ τα τείχη αυτής. σκύμνος λέοντος και ουκ ην ο εκφοβών. ου ψηλαφηθήσεται θήρα.

2 ΄Εως τίνος. καταφάγεταί σε ως ακρίς. έμβηθι εις πηλόν και συμπατήθητι εν αχύροις. 14 ύδωρ περιοχής επίσπασαι σεαυτη και κατακράτησον των οχυρωμάτων σου. 16 επλήθυνας τας εμπορίας σου υπέρ τα άστρα του ουρανού· βρούχος ωρμησε και εξεπετάσθη. βοήσομαι προς σε αδικούμενος και ου σώσεις. και συ ζητήσεις σεαυτη στάσιν εξ εχθρών. και καταφάγεται πυρ τους μοχλούς σου. 17 εξήλατο ως αττέλεβος ο σύμμεικτός σου. εξολοθρεύσει σε ρομφαία. και βαρυνθήση ως βρούχος. 19 ουκ έστιν ίασις τη συντριβή σου. 3 ινατί έδειξάς μοι κόπους και πόνους. 10 και αυτή εις μετοικεσίαν πορεύσεται αιχμάλωτος. 18 ενύσταξαν οι ποιμένες σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγένοντο βοηθοί αυτής. ως ακρίς επιβεβηκυία επί φραγμόν εν ημέρα πάγους· ο ήλιος ανέτειλε. εφλέγμανεν η πληγή σου· πάντες οι ακούοντες την αγγελίαν σου κροτήσουσι χείρας επί σε· διότι επί τίνα ουκ επήλθεν η κακία σου διαπαντός. 13 ιδού ο λαός σου ως γυναίκες εν σοί· τοις εχθροίς σου ανοιγόμεναι ανοιχθήσονται πύλαι της γης σου. επιβλέπειν ταλαιπωρίαν και ασέβειαν. κατακράτησον υπέρ πλίνθον· 15 εκεί καταφάγεταί σε πυρ. και πάντες οι μεγιστάνες αυτής δεθήσονται χειροπέδαις. και ουκ ην ο εκδεχόμενος. ------------------------------------------------------- ΑΜΒΑΚΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΤΟ λήμμα ό είδεν Αμβακούμ ο προφήτης. και ουκ έγνω τον τόπον αυτής· ουαί αυτοίς. 12 πάντα τα οχυρώματά σου συκαί σκοπούς έχουσαι· εάν σαλευθώσι. και αφήλατο. βασιλεύς Ασσύριος εκοίμισε τους δυνάστας σου· απήρεν ο λαός σου επί τα όρη. και πεσούνται εις στόμα έσθοντος. και επί πάντα τα ένδοξα αυτής βαλούσι κλήρους. και τα νήπια αυτής εδαφιούσιν επ ‘ αρχάς πασών των οδών αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1387 . Κύριε. 11 και συ μεθυσθήση και έση υπερεωραμένη. κεκράξομαι και ου μη εισακούσης.

οι καταφρονηταί. 5 ίδετε. εις κρίμα τέταχας αυτόν· και έπλασέ με του ελέγχειν παιδείαν αυτού. 8 και εξαλούνται υπέρ παρδάλεις οι ίπποι αυτού και οξύτεροι υπέρ τους λύκους της Αραβίας· και εξιππάσονται οι ιππείς αυτού και ορμήσουσι μακρόθεν και πετασθήσονται ως αετός πρόθυμος εις το φαγείν. 7 φοβερός και επιφανής εστιν. και επιβλέψατε και θαυμάσατε θαυμάσια και αφανίσθητε. εξ αυτού το κρίμα αυτού έσται και το λήμμα αυτού εξ αυτού εξελεύσεται. ότι ο ασεβής καταδυναστεύει τον δίκαιον· ένεκεν τούτου εξελεύσεται το κρίμα διεστραμμένον. 12 ουχί συ απ ‘ αρχής. παρασιωπήση εν τω καταπίνειν ασεβή τον δίκαιον. και ου διεξάγεται εις τέλος κρίμα. ανθεστηκότας προσώποις αυτών εξεναντίας και συνάξει ως άμμον αιχμαλωσίαν. το έθνος το πικρόν και το ταχινόν. 9 συντέλεια εις ασεβείς ήξει. 15 συντέλειαν εν αγκίστρω ανέσπασε και είλκυσεν αυτόν εν αμφιβλήστρω και συνήγαγεν αυτόν εν ταις σαγήναις αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξεναντίας μου γέγονε κρίσις. διότι έργον εγώ εργάζομαι εν ταις ημέραις υμών. Κύριε. Κύριε. 17 δια τούτο αμφιβαλεί το αμφίβληστρον αυτού και δια παντός αποκτέννειν έθνη ου φείσεται. και επιβλέπειν επί πόνους ου δυνήση· ίνα τι επιβλέπεις επί καταφρονούντας. 11 τότε μεταβαλεί το πνεύμα και διελεύσεται και εξιλάσεται· αύτη η ισχύς τω Θεω μου. εάν τις εκδιηγήται. 16 ένεκεν τούτου ευφρανθήσεται και χαρήσεται η καρδία αυτού· ένεκεν τούτου θύσει τη σαγήνη αυτού και θυμιάσει τω αμφιβλήστρω αυτού. 10 και αυτός εν βασιλεύσιν εντρυφήσει και τύραννοι παίγνια αυτού. και ου μη αποθάνωμεν. 14 και ποιήσεις τους ανθρώπους ως τους ιχθύας της θαλάσσης και ως τα ερπετά τα ουκ έχοντα ηγούμενον. και τα βρώματα αυτού εκλεκτά. το πορευόμενον επί τα πλάτη της γης του κατακληρονομήσαι σκηνώματα ουκ αυτού. 4 δια τούτο διεσκέδασται νόμος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1388 . 6 διότι ιδού εγώ εξεγείρω εφ ‘ υμάς τους Χαλδαίους τους μαχητάς. και ο κριτής λαμβάνει. 13 καθαρός ο οφθαλμός του μη οράν πονηρά. και αυτός εις παν οχύρωμα εμπαίξεται και βαλεί χώμα και κρατήσει αυτού. ό ου μη πιστεύσητε. ότι εν αυτοίς ελίπανε μερίδα αυτού. ο Θεός ο άγιός μου.

ουθέν μη περάνη. καρδία σαλεύθητι και σείσθητι· εκύκλωσεν επί σε ποτήριον δεξιάς Κυρίου και συνήχθη ατιμία επί την δόξαν σου. 9 ω ο πλεονεκτών πλεονεξίαν κακήν τω οίκω αυτού του τάξαι εις ύψος νοσσιάν αυτού του εκσπασθήναι εκ χειρός κακών. όπως επιβλέπη επί τα σπήλαια αυτών. 10 εβουλεύσω αισχύνην τω οίκω σου. 5 ο δε κατοιόμενος και καταφρονητής. 13 ου ταύτά εστι παρά Κυρίου παντοκράτορος. 18 τι ωφελεί γλυπτόν. 3 διότι έτι όρασις εις καιρόν και ανατελεί εις πέρας και ουκ εις κενόν· εάν υστερήση. υπόμεινον αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΜΒΑΚΟΥΜ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΠΙ της φυλακής μου στήσομαι και επιβήσομαι επί πέτραν και αποσκοπεύσω του ιδείν τι λαλήσει εν εμοί και τι αποκριθώ επί τον έλεγχόν μου. ουκ ευδοκεί η ψυχή μου εν αυτω· ο δε δίκαιος εκ πίστεώς μου ζήσεται. ως ύδωρ κατακαλύψει αυτούς. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1389 . και ερούσιν· ουαί ο πληθύνων εαυτω τα ουκ όντα αυτού έως τίνος. και ταλαιπωρία θηρίων πτοήσει σε δι ‘ αίματα ανθρώπων και ασεβείας γης και πόλεως και πάντων των κατοικούντων αυτήν. ότι ερχόμενος ήξει και ου μη χρονίση. 15 ω ο ποτίζων τον πλησίον αυτού ανατροπή θολερά και μεθύσκων. ος επλάτυνε καθώς άδης την ψυχήν αυτού και ούτος ως θάνατος ουκ εμπιπλάμενος και επισυνάξει επ ‘ αυτόν πάντα τα έθνη και εισδέξεται προς αυτόν πάντας τους λαούς. και βαρύνων τον κλοιόν αυτού στιβαρώς. 14 ότι επλησθήσεται η γη του γνώναι την δόξαν Κυρίου. και έση εις διαρπαγήν αυτοίς. 16 πλησμονήν ατιμίας εκ δόξης πίε και συ. 12 ουαί ο οικοδομών πόλιν εν αίμασι και ετοιμάζων πόλιν εν αδικίαις. 17 διότι ασέβεια του Λιβάνου καλύψει σε. και εξέλιπον λαοί ικανοί εν πυρί. 6 ουχί ταύτα πάντα κατ ‘ αυτού παραβολήν λήψονται και πρόβλημα εις διήγησιν αυτού. και έθνη πολλά ωλιγοψύχησαν. 2 και απεκρίθη προς με Κύριος και είπε· γράψον όρασιν και σαφώς εις πυξίον. και εκνήψουσιν οι επίβουλοί σου. 8 διότι συ εσκύλευσας έθνη πολλά. και εξήμαρτεν η ψυχή σου· 11 διότι λίθος εκ τοίχου βοήσεται. ανήρ αλαζών. και κάνθαρος εκ ξύλου φθέγξεται αυτά. 7 ότι εξαίφνης αναστήσονται δάκνοντες αυτόν. συνεπέρανας πολλούς λαούς. σκυλεύσουσί σε πάντες οι υπολελειμμένοι λαοί δι ‘ αίματα ανθρώπων και ασεβείας γης και πόλεως και πάντων των κατοικούντων αυτήν. όπως διώκη ο αναγινώσκων αυτά. 4 εάν υποστείληται.

λέγει Κύριος. ή εν θαλάσση το όρμημά σου. διεβρύθη τα όρη βία. 7 πορείας αιωνίας αυτού αντί κόπων είδον· σκηνώματα Αιθιόπων πτοηθήσονται και αι σκηναί γης Μαδιάμ. 9 εντείνων εντενείς το τόξον σου επί σκήπτρα. 8 μη εν ποταμοίς ωργίσθης. και παν πνεύμα ουκ έστιν εν αυτω. 4 και φέγγος αυτού ως φως έσται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έγλυψαν αυτό. και αινέσεως αυτού πλήρης η γη. εν τω ταραχθήναι την ψυχήν μου. εν τω παρείναι τον καιρόν αναδειχθήση. σκορπίζων ύδατα πορείας αυτού· έδωκεν η άβυσσος φωνήν αυτής. ΑΜΒΑΚΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ Προσευχή Αμβακούμ του προφήτου μετά ωδής. ύψος φαντασίας αυτής. 13 εξήλθες εις σωτηρίαν λαού σου του σώσαι τον χριστόν σου· έβαλες εις κεφαλάς ανόμων θάνατον. κέρατα εν χερσίν αυτού. 3 ο Θεός από Θαιμάν ήξει. έπλασεν αυτό χώνευμα. (διάψαλμα). εν μέσω δύο ζώων γνωσθήση. τούτο δε εστιν έλασμα χρυσίου και αργυρίου. εξήγειρας δεσμούς έως τραχήλου. και η ιππασία σου σωτηρία. και διετάκη έθνη. ότι επιβήση επί τους ίππους σου. εις φέγγος αστραπής όπλων σου. 20 ο δε Κύριος εν ναω αγίω αυτού· ευλαβείσθω από προσώπου αυτού πάσα η γη. ότι πέποιθεν ο πλάσας επί το πλάσμα αυτού του ποιήσαι είδωλα κωφά. εξεγέρθητι. εισακήκοα την ακοήν σου και εφοβήθην· 2 Κύριε. εν οργή ελέους μνησθήση. και τω λίθω· υψώθητι· και αυτό εστι φαντασία. ή εν ποταμοίς ο θυμός σου. 10 όψονταί σε και ωδινήσουσι λαοί. 12 εν απειλή ολιγώσεις γην και εν θυμω κατάξεις έθνη. και εξελεύσεται εις παιδείαν κατά πόδας αυτού 6 έστη. και έθετο αγάπησιν κραταιάν ισχύος αυτού. Κύριε. ετάκησαν βουνοί αιώνιοι. εν τω εγγίζειν τα έτη επιγνωσθήση. και ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος. και η σελήνη έστη εν τη τάξει αυτής· εις φως βολίδες σου πορεύσονται. φαντασίαν ψευδή. 5 προ προσώπου αυτού πορεύσεται λόγος. (διάψαλμα). εκάλυψεν ουρανούς η αρετή αυτού. 19 ουαί ο λέγων τω ξύλω· έκνηψον. και εσαλεύθη η γη· επέβλεψε. κατενόησα τα έργα σου και εξέστην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1390 . ποταμών ραγήσεται γη. 11 επήρθη ο ήλιος. 1 ΚΥΡΙΕ.

εκλιπέτω τα πετεινά του ουρανού και οι ιχθύες της θαλάσσης. 3 εκλιπέτω άνθρωπος και κτήνη. λέγει Κύριος. και εισήλθε τρόμος εις τα οστά μου. και υποκάτωθέν μου εταράχθη η έξις μου. εν ημέραις Ιωσίου υιού Αμών βασιλέως Ιούδα. και επτοήθη η κοιλία μου από φωνής προσευχής χειλέων μου. 19 Κύριος ο Θεός δύναμίς μου και τάξει τους πόδας μου εις συντέλειαν· επί τα υψηλά επιβιβά με του νικήσαί με εν τη ωδή αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1391 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ (διάψαλμα). και ουκ έσται γενήματα εν ταις αμπέλοις· ψεύσεται έργον ελαίας. χαρήσομαι επί τω Θεω τω σωτήρί μου. υιόν Γοδολίου. και ασθενήσουσιν οι ασεβείς και εξαρώ τους ανόμους από προσώπου της γης. .7 Ευλαβείσθε από προσώπου Κυρίου του Θεού. και ουχ υπάρχουσι βόες επί φάτναις. 15 και επεβίβασας εις θάλασσαν τους ίππους σου ταράσσοντας ύδατα πολλά. 16 εφυλαξάμην. 18 εγώ δε εν τω Κυρίω αγαλλιάσομαι. ------------------------------------------------------- ΣΟΦΟΝΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΟΓΟΣ Κυρίου. 14 διέκοψας εν εκστάσει κεφαλάς δυναστών. του Εζεκίου. 17 διότι συκή ου καρποφορήσει. λέγει Κύριος. 2 Εκλείψει εκλιπέτω από προσώπου της γης. 4 και εκτενώ την χείρά μου επί Ιούδαν και επί πάντας τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ και εξαρώ εκ του τόπου τούτου τα ονόματα της Βάαλ και τα ονόματα των ιερέων 5 και τους προσκυνούντας επί τα δώματα τη στρατιά του ουρανού και τους ομνύοντας κατά του Κυρίου και τους ομνύοντας κατά του βασιλέως αυτών 6 και τους εκκλίνοντας από του Κυρίου και τους μη ζητούντας τον Κύριον και τους μη αντεχομένους του Κυρίου. και τα πεδία ου ποιήσει βρώσιν· εξέλιπον από βρώσεως πρόβατα. του Αμορίου. ος εγενήθη προς Σοφονίαν τον του Χουσί. σεισθήσονται εν αυτη· διανοίξουσι χαλινούς αυτών ως εσθίων πτωχός λάθρα. αναπαύσομαι εν ημέρα θλίψεως του αναβήναι εις λαόν παροικίας μου.

12 και έσται εν τη ημέρα εκείνη εξερευνήσω την Ιερουσαλήμ μετά λύχνου και εκδικήσω επί τους άνδρας τους καταφρονούντας επί τα φυλάγματα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διότι εγγύς ημέρα του Κυρίου. ημέρα γνόφου και σκότους. ότι τω Κυρίω εξήμαρτον· και εκχεεί το αίμα αυτών ως χουν και τας σάρκας αυτών ως βόλβιτα. λέγει Κύριος. ότι ωμοιώθη πας ο λαός Χαναάν. και οικοδομήσουσιν οικίας και ου μη κατοικήσουσιν εν αυταίς και καταφυτεύσουσιν αμπελώνας και ου μη πίωσι τον οίνον αυτών. 11 θρηνήσατε. 8 και έσται εν ημέρα θυσίας Κυρίου και εκδικήσω επί τους άρχοντας και επί τον οίκον του βασιλέως και επί πάντας τους ενδεδυμένους ενδύματα αλλότρια· 9 και εκδικήσω επί πάντας εμφανώς επί τα πρόπυλα εν εκείνη τη ημέρα. 2 προ του γενέσθαι υμάς ως άνθος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1392 . 16 ημέρα σάλπιγγος και κραυγής επί τας πόλεις τας οχυράς και επί τας γωνίας τας υψηλάς. ημέρα θλίψεως και ανάγκης. 15 δυνατή ημέρα οργής η ημέρα εκείνη. 18 και το αργύριον αυτών και το χρυσίον αυτών ου μη δύνηται εξελέσθαι αυτούς εν ημέρα οργής Κυρίου. εξωλοθρεύθησαν πάντες οι επηρμένοι αργυρίω. 13 και έσται η δύναμις αυτών εις διαρπαγήν και οι οίκοι αυτών εις αφανισμόν. ημέρα νεφέλης και ομίχλης. και εν πυρί ζήλου αυτού καταναλωθήσεται πάσα η γη. και πορεύσονται ως τυφλοί. και ηγίακε τους κλητούς αυτού. φωνή κραυγής από πύλης αποκεντούντων και ολολυγμός από της δευτέρας και συντριμμός μέγας από των βουνών. ημέρα αωρίας και αφανισμού. ΣΟΦΟΝΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΣΥΝΑΧΘΗΤΕ και συνδέθητε. διότι συντέλειαν και σπουδήν ποιήσει επί πάντας τους κατοικούντας την γην. το έθνος το απαίδευτον. τους πληρούντας τον οίκον Κυρίου Θεού αυτών ασεβείας και δόλου. οι κατοικούντες την κατακεκομμένην. 10 και έσται εν τη ημέρα εκείνη. ουδ ‘ ου μη κακώση. εγγύς και ταχεία σφόδρα· φωνή ημέρας Κυρίου πικρά και σκληρά τέτακται. οι δε λέγοντες εν ταις καρδίαις αυτών· ου μη αγαθοποιήση Κύριος. 17 και εκθλίψω τους ανθρώπους.14 Οτι εγγύς ημέρα Κυρίου η μεγάλη. ότι ητοίμακε Κύριος την θυσίαν αυτού. .

διότι κέδρος το ανάστημα αυτής. 15 αύτη η πόλις η φαυλίστρια η κατοικούσα επ ‘ ελπίδι. και Ακκαρών εκριζωθήσεται. και ουκ έστι μετ ‘ εμέ έτι. 7 και έσται το σχοίνισμα της θαλάσσης τοις καταλοίποις οίκου Ιούδα· επ ‘ αυτούς νεμήσονται εν τοις οίκοις Ασκάλωνος. όπως σκεπασθήτε εν ημέρα οργής Κυρίου.8 Ήκουσα ονειδισμούς Μωάβ και κονδυλισμούς υιών Αμμών. 4 διότι Γάζα διηρπασμένη έσται. πάντες ταπεινοί γης· κρίμα εργάζεσθε και δικαιοσύνην ζητήσατε και αποκρίνασθε αυτά. Πως εγενήθη εις αφανισμόν νομή θηρίων· πας ο διαπορευόμενος δι ‘ αυτής συριεί και κινήσει τας χείρας αυτού. διότι ωνείδισαν και εμεγαλύνθησαν επί τον Κύριον τον παντοκράτορα. 14 και νεμήσονται εν μέσω αυτής ποίμνια και πάντα τα θηρία της γης. Αιθίοπες. τραυματίαι ρομφαίας μου εστε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παραπορευόμενον. 10 αύτη αυτοίς αντί της ύβρεως αυτών. και Ασκάλων εις αφανισμόν. πάροικοι Κρητών· λόγος Κυρίου εφ ‘ υμάς. διότι Μωάβ ως Σόδομα έσται και υιοί Αμμών ως Γόμορρα. και προσκυνήσουσιν αυτω έκαστος εκ του τόπου αυτού. προ του επελθείν εφ ‘ υμάς ημέραν θυμού Κυρίου. η λέγουσα εν καρδία αυτής· εγώ ειμι. και απολώ υμάς εκ κατοικίας.12 Και υμείς. πάσαι αι νήσοι των εθνών. προ του επελθείν εφ ‘ υμάς οργήν Κυρίου. . 11 επιφανήσεται Κύριος επ ‘ αυτούς και εξολοθρεύσει πάντας τους θεούς των εθνών της γης. ότι επέσκεπται αυτούς Κύριος ο Θεός αυτών. 9 δια τούτο ζω εγώ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1393 . και αποστρέψει την αιχμαλωσίαν αυτών. λέγει Κύριος των δυνάμεων ο Θεός Ισραήλ. Χαναάν γη αλλοφύλων. δείλης καταλύσουσιν από προσώπου υιών Ιούδα. και θηρία φωνήσει εν τοις διορύγμασιν αυτής και κόρακες εν τοις πυλώσιν αυτής. 6 και έσται Κρήτη νομή ποιμνίων και μάνδρα προβάτων. και Άζωτος μεσημβρίας εκριφήσεται. και χαμαιλέοντες και εχίνοι εν τοις φατνώμασιν αυτής κοιτασθήσονται. εν οίς ωνείδιζον τον λαόν μου και εμεγαλύνοντο επί τα όριά μου. . 3 ζητήσατε τον Κύριον. και Δαμασκός εκλελειμμένη ως θιμωνία άλωνος και ηφανισμένη εις τον αιώνα· και οι κατάλοιποι λαού μου διαρπώνται αυτούς και οι κατάλοιποι έθνους μου κληρονομήσουσιν αυτούς. 13 και εκτενεί την χείρα αυτού επί βορράν και απολεί τον Ασσύριον και θήσει την Νινευή εις αφανισμόν άνυδρον ως έρημον. 5 ουαί οι κατοικούντες το σχοίνισμα της θαλάσσης.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΟΦΟΝΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 Ω η επιφανής και απολελυτρωμένη. ων ησέβησας εις εμέ· ότι τότε περιελώ από σου τα φαυλίσματα της ύβρεώς σου. επί τω Κυρίω ουκ επεποίθει και προς τον Θεόν αυτής ουκ ήγγισεν. θύγατερ Ιερουσαλήμ· ευφραίνου και κατατέρπου εξ όλης της καρδίας σου. 12 και υπολείψομαι εν σοί λαόν πραϋν και ταπεινόν. και ου μη εξολοθρευθήτε εξ οφθαλμών αυτής. 15 περιείλε Κύριος τα αδικήματά σου. . κήρυσσε. άνδρες καταφρονηταί· ιερείς αυτής βεβηλούσι τα άγια και ασεβούσι νόμον· 5 ο δε Κύριος δίκαιος εν μέσω αυτής και ου μη ποιήση άδικον· πρωϊ πρωϊ δώσει κρίμα αυτού εις φως και ουκ απεκρύβη και ουκ έγνω αδικίαν εν απαιτήσει και ουκ εις νείκος αδικίαν. 7 είπα· πλήν φοβείσθέ με και δέξασθε παιδείαν. πάντα όσα εξεδίκησα επ ‘ αυτήν· ετοιμάζου. 3 οι άρχοντες αυτής εν αυτη ως λέοντες ωρυόμενοι· οι κριταί αυτής ως λύκοι της Αραβίας. του εκχέαι επ ‘ αυτούς πάσαν οργήν θυμού μου· διότι εν πυρί ζήλου μου καταναλωθήσεται πάσα η γη. . και ευλαβηθήσονται από του ονόματος Κυρίου 13 οι κατάλοιποι του Ισραήλ και ου ποιήσουσιν αδικίαν και ου λαλήσουσι μάταια. έφθαρται πάσα η επιφυλλίς αυτών. ηφανίσθησαν γωνίαι αυτών· εξερημώσω τας οδούς αυτών το παράπαν του μη διοδεύειν· εξέλιπον αι πόλεις αυτών παρά το μηδένα υπάρχειν μηδέ κατοικείν. 11 εν τη ημέρα εκείνη ου μη καταισχυνθής εκ πάντων των επιτηδευμάτων σου. και ουκέτι μη προσθής του μεγαλαυχήσαι επί το όρος το άγιόν μου.8 Δια τούτο υπόμεινόν με. 9 ότι τότε μεταστρέψω επί λαούς γλώσσαν εις γενεάν αυτής του επικαλείσθαι πάντας το όνομα Κυρίου του δουλεύειν αυτω υπό ζυγόν ένα. οίσουσι θυσίας μοι. όρθρισον. λέγει Κύριος. λελύτρωταί σε εκ χειρός εχθρών σου· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1394 .14 Χαίρε σφόδρα. ουκ εδέξατο παιδείαν. διότι αυτοί νεμήσονται και κοιτασθήσονται. και ου μη ευρεθή εν τω στόματι αυτών γλώσσα δολία. ουχ υπελίποντο εις το πρωϊ· 4 οι προφήται αυτής πνευματοφόροι. θύγατερ Ιερουσαλήμ. 6 εν διαφθορά κατέσπασα υπερηφάνους. 10 εκ περάτων ποταμών Αιθιοπίας προσδέξομαι εν διεσπαρμένοις μου. και ουκ έσται ο εκφοβών αυτούς. η πόλις η περιστερά· 2 ουκ εισήκουσε φωνής. θύγατερ Σιών. εις ημέραν αναστάσεώς μου εις μαρτύριον· διότι το κρίμα μου εις συναγωγάς εθνών του εισδέξασθαι βασιλείς.

3 και εγένετο λόγος Κυρίου εν χειρί Αγγαίου του προφήτου λέγων· 4 ει καιρός μεν υμίν εστι του οικείν εν οίκοις υμών κοιλοστάθμοις. και εν τω καιρω. και την απωσμένην εισδέξομαι. 19 ιδού εγώ ποιώ εν σοί ένεκέν σου εν τω καιρω εκείνω. λέγει Κύριος. και ο τους μισθούς συνάγων συνήγαγεν εις δεσμόν τετρυπημένον. Σιών. ------------------------------------------------------- ΑΓΓΑΙΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΕΝ τω δευτέρω έτει επί Δαρείου του βασιλέως. ουαί. και θήσομαι αυτούς εις καύχημα και ονομαστούς εν πάση τη γη. μια του μηνός. 16 εν τω καιρω εκείνω ερεί Κύριος τη Ιερουσαλήμ· θάρσει. εγένετο λόγος Κυρίου εν χειρί Αγγαίου του προφήτου λέγων· ειπόν προς Ζοροβάβελ τον του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα και προς Ιησούν τον του Ιωσεδέκ τον ιερέα τον μέγαν λέγων· 2 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ λέγων· ο λαός ούτος λέγουσιν· ουχ ήκει ο καιρός του οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου. εφάγετε και ουκ εις πλησμονήν. και σώσω την εκπεπιεσμένην. 20 και καταισχυνθήσονται εν τω καιρω εκείνω. 7 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· θέσθε τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1395 . 18 και συνάξω τους συντετριμμένους σου. λέγει Κύριος. 6 εσπείρατε πολλά και εισηνέγκατε ολίγα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύς Ισραήλ Κύριος εν μέσω σου. επάξει επί σε ευφροσύνην και καινιεί σε εν τη αγαπήσει αυτού και ευφρανθήσεται επί σε εν τέρψει ως εν ημέρα εορτής. επίετε και ουκ εις μέθην. μη παρείσθωσαν αι χείρές σου· 17 Κύριος ο Θεός σου εν σοί. 5 και νυν τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· τάξατε δη καρδίας υμών εις τας οδούς υμών. ο δε οίκος ούτος εξηρήμωται. ουκ όψη κακά ουκέτι. όταν εισδέξωμαι υμάς· διότι δώσω υμάς ονομαστούς και εις καύχημα εν πάσι τοις λαοίς της γης εν τω επιστρέφειν με την αιχμαλωσίαν υμών ενώπιον υμών. όταν καλώς υμίν ποιήσω. περιεβάλεσθε και ουκ εθερμάνθητε εν αυτοίς. εν τω μηνί τω έκτω. τις έλαβεν επ ‘ αυτήν ονειδισμόν. δύνατός σώσει σε.

λέγει Κύριος. και εγένετο ολίγα· και εισηνέχθη εις τον οίκον. και κατίσχυε. μια και εικάδι του μηνός. και εξεφύσησα αυτά. Ζοροβάβελ. καθότι εξαπέστειλεν αυτόν Κύριος ο Θεός αυτών προς αυτούς. λέγει Κύριος. 10 δια τούτο ανέξει ο ουρανός από δρόσου. 14 και εξήγειρε Κύριος το πνεύμα Ζοροβάβελ του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα και το πνεύμα Ιησού του Ιωσεδέκ του ιερέως του μεγάλου και το πνεύμα των καταλοίπων παντός του λαού. 4 και νυν κατίσχυε. δια τούτο τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ανθ ‘ ων ο οίκός μου εστιν έρημος. και κατισχυέτω πας ο λαός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1396 . ελάλησε Κύριος εν χειρί Αγγαίου του προφήτου λέγων· 2 ειπόν δη προς Ζοροβάβελ τον του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα και προς Ιησούν του Ιωσεδέκ τον ιερέα τον μέγαν και προς πάντας τους καταλοίπους του λαού λέγων· 3 τις εξ υμών. και η γη υποστελείται τα εκφόρια αυτής· 11 και επάξω ρομφαίαν επί την γην και επί τα όρη και επί τον σίτον και επί τον οίνον και επί το έλαιον και όσα εκφέρει η γη και επί τους ανθρώπους και επί τα κτήνη και επί πάντας τους πόνους των χειρών αυτών. 12 και ήκουσε Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα και Ιησούς ο του Ιωσεδέκ ο ιερεύς ο μέγας και πάντες οι κατάλοιποι του λαού της φωνής Κυρίου του Θεού αυτών και των λόγων του Αγγαίου του προφήτου. και ευδοκήσω εν αυτω και ενδοξασθήσομαι. 13 και είπεν Αγγαίος άγγελος Κυρίου εν αγγέλοις Κυρίου τω λαω· εγώ ειμι μεθ ‘ υμών. υμείς δε διώκετε έκαστος εις τον οίκον αυτού. και εισήλθον και εποίουν έργα εν τω οίκω Κυρίου παντοκράτορος Θεού αυτών 15 τη τετράδι και εικάδι του μηνός του έκτου. 9 επεβλέψατε εις πολλά. Ιησού ο του Ιωσεδέκ ο ιερεύς ο μέγας. και Πως υμείς βλέπετε αυτόν νυν καθώς ουχ υπάρχοντα ενώπιον υμών. ΑΓΓΑΙΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 Τ† μηνί τω εβδόμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρδίας υμών εις τας οδούς υμών· 8 ανάβητε εις το όρος και κόψατε ξύλα και οικοδομήσατε τον οίκον. τω δευτέρω έτει. επί Δαρείου του βασιλέως. είπε Κύριος. ος είδε τον οίκον τούτον εν τη δόξη αυτού τη έμπροσθεν. και εφοβήθη ο λαός από προσώπου Κυρίου.

και ος εάν εγγίση εκεί. οδυνηθήσονται από προσώπου πόνων αυτών· και εμισείτε εν πύλαις ελέγχοντας 15 και νυν θέσθε δη εις τας καρδίας υμών από της ημέρας ταύτης και υπεράνω προ του θείναι λίθον επί λίθον εν τω ναω Κυρίου.10 Τετράδι και εικάδι του ενάτου μηνός. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. . λέγει Κύριος ο παντοκράτωρ. έτους δευτέρου. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 14 και απεκρίθη Αγγαίος και είπεν· ούτως ο λαός ούτος και ούτως το έθνος τούτο ενώπιον εμού. 18 υποτάξατε δη τας καρδίας υμών από της ημέρας ταύτης και επέκεινα· από της τετράδος και εικάδος του ενάτου μηνός και από της ημέρας. λέγει Κύριος παντοκράτωρ· και εν τω τόπω τούτω δώσω ειρήνην. και ήξει τα εκλεκτά πάντων των εθνών. λέγει Κύριος. και απεκρίθησαν οι ιερείς και είπαν· μιανθήσεται. ει μιανθήσεται. και ούτως πάντα τα έργα των χειρών αυτών. 16 τίνες ήτε. και πλήσω τον οίκον τούτον δόξης. και ουκ επεστρέψατε προς με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της γης. 13 και είπεν Αγγαίος· εάν άψηται μεμιασμένος ακάθαρτος επί ψυχή επί παντός τούτων. ει αγιασθήσεται. και ποιείτε· διότι μεθ ‘ υμών εγώ ειμι. και απεκρίθησαν οι ιερείς και είπαν· ου. μιανθήσεται ένεκεν των λημμάτων αυτών των ορθρινών. και εγένοντο είκοσι. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και ειρήνην ψυχής εις περιποίησιν παντί τω κτίζοντι του αναστήσαι τον ναόν τούτον. 17 επάταξα υμάς εν αφορία και εν ανεμοφθορία και εν χαλάζη πάντα τα έργα των χειρών υμών. εγένετο λόγος Κυρίου προς Αγγαίον τον προφήτην λέγων· 11 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· επερώτησον δη τους ιερείς νόμον λέγων· 12 εάν λάβη άνθρωπος κρέας άγιον εν τω άκρω του ιματίου αυτού και άψηται το άκρον του ιματίου αυτού άρτου ή εψήματος ή οίνου ή ελαίου ή παντός βρώματος. ότε ενεβάλλετε εις κυψέλην κριθής είκοσι σάτα. λέγει Κύριος. 9 διότι μεγάλη έσται η δόξα του οίκου τούτου η εσχάτη υπέρ την πρώτην. . 6 διότι τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έτι άπαξ εγώ σείσω τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και την ξηράν· 7 και συσσείσω πάντα τα έθνη. από της ημέρας ταύτης ευλογήσω. και εγένοντο κριθής δέκα σάτα· και εισεπορεύεσθε εις το υπολήνιον εξαντλήσαι πεντήκοντα μετρητάς. ης τεθεμελίωται ο ναός Κυρίου· θέσθε εν ταις καρδίαις υμών. λέγει Κύριος.20 Και εγένετο λόγος Κυρίου εκ δευτέρου προς Αγγαίον τον προφήτην τετράδι και εικάδι του μηνός λέγων· 21 ειπόν προς Ζοροβάβελ τον του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα λέγων· εγώ σείω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1397 . 19 ει έτι επιγνωσθήσεται επί της άλω και ει έτι η άμπελος και η συκή και η ροά και τα ξύλα της ελαίας τα ου φέροντα καρπόν. 5 και το πνεύμά μου εφέστηκεν εν μέσω υμών· θαρσείτε. επί Δαρείου. 8 εμόν το αργύριον και εμόν το χρυσίον.

λέγει Κύριος. 5 οι πατέρες υμών που εισι και οι προφήται. έκαστος εν ρομφαία προς τον αδελφόν αυτού. και θήσομαί σε ως σφραγίδα.εν τω δευτέρω έτει επί Δαρείου. μη τον αιώνα ζήσονται. τον δούλόν μου. και καταβήσονται ίπποι και αναβάται αυτών. 7 Τη τετράδι και εικάδι. λέγει Κύριος των δυνάμεων. έτους δευτέρου επί Δαρείου. 6 πλήν τους λόγους μου και τα νόμιμά μου δέχεσθε. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 3 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· επιστρέψατε προς με. εγένετο λόγος Κυρίου προς Ζαχαρίαν τον του Βαραχίου υιόν Αδδώ τον προφήτην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1398 . 23 εν τη ημέρα εκείνη. και απεκρίθησαν και είπαν· καθώς παρατέτακται Κύριος παντοκράτωρ του ποιήσαι ημίν κατά τας οδούς ημών και κατά τα επιτηδεύματα ημών. όσα εγώ εντέλλομαι εν πνεύματί μου τοις δούλοις μου τοις προφήταις. διότι σε ηρέτισα. 4 και μη γίνεσθε καθώς οι πατέρες υμών. λέγει Κύριος. ------------------------------------------------------- ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΕΝ τω ογδόω μηνί. οίς ενεκάλεσαν αυτοίς οι προφήται έμπροσθεν λέγοντες· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· αποστρέψατε από των οδών υμών των πονηρών και από των επιτηδευμάτων υμών των πονηρών. εγένετο λόγος Κυρίου προς Ζαχαρίαν τον του Βαραχίου. και επιστραφήσομαι προς υμάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και την ξηράν 22 και καταστρέψω θρόνους βασιλέων και ολοθρεύσω δύναμιν βασιλέων των εθνών και καταστρέψω άρματα και αναβάτας. λέγει Κύριος των δυνάμεων. ούτως εποίησεν ημίν. υιόν Αδδώ τον προφήτην λέγων· 2 ωργίσθη Κύριος επί τους πατέρας υμών οργήν μεγάλην. και ου προσέσχον του εισακούσαί μου. οί κατελάβοσαν τους πατέρας υμών. λήψομαί σε Ζοροβάβελ τον του Σαλαθιήλ. και ουκ εισήκουσαν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. τω ενδεκάτω μηνί -ούτός εστιν ο μην Σαβάτ.

4 και είπα· τι ούτοι έρχονται ποιήσαι. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού τέσσαρα κέρατα. και ελεήσει Κύριος έτι την Σιών και αιρετιεί την Ιερουσαλήμ. και είπε· ταύτα τα κέρατα τα διασκορπίσαντα τον Ιούδα και τον Ισραήλ κατέαξαν. 14 και είπε προς με ο άγγελος ο λαλών εν εμοί· ανάκραγε λέγων· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εζήλωκα την Ιερουσαλήμ και την Σιών ζήλον μέγαν 15 και οργήν μεγάλην εγώ οργίζομαι επί τα έθνη τα συνεπιτιθέμενα. Κύριε. και είπε προς με· ταύτα τα κέρατα τα διασκορπίσαντα τον Ιούδαν και τον Ισραήλ και Ιερουσαλήμ. και ούτος ειστήκει ανά μέσον των ορέων των κατασκίων. 13 και απεκρίθη Κύριος παντοκράτωρ τω αγγέλω τω λαλούντι εν εμοί ρήματα καλά και λόγους παρακλητικούς. και μέτρον εκταθήσεται επί Ιερουσαλήμ έτι. 17 και είπε προς με ο άγγελος ο λαλών εν εμοί· έτι ανάκραγε λέγων· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έτι διαχυθήσονται πόλεις εν αγαθοίς. 16 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· επιστρέψω επί Ιερουσαλήμ εν οικτιρμω. 11 και απεκρίθησαν τω αγγέλω Κυρίου τω εφεστώτι ανά μέσον των ορέων και είπον· περιωδεύσαμεν πάσαν την γην. 2 και είπα προς τον άγγελον τον λαλούντα εν εμοί· τι εστι ταύτα. 10 και απεκρίθη ο ανήρ ο εφεστηκώς ανά μέσον των ορέων. και ιδού πάσα η γη κατοικείται και ησυχάζει. και είπε προς με ο άγγελος ο λαλών εν εμοί· εγώ δείξω σοι τι εστι ταύτα. ας υπερείδες τούτο εβδομηκοστόν έτος. και είπε προς με· ούτοί εισιν ους εξαπέστειλε Κύριος περιοδεύσαι την γην. Κύριε. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. έως τίνος ου μη ελεήσης την Ιερουσαλήμ και τας πόλεις Ιούδα. ανθ ‘ ων μεν εγώ ωργίσθην ολίγα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λέγων· 8 εώρακα την νύκτα και ιδού ανήρ επιβεβηκώς επί ίππον πυρρόν. 3 και έδειξέ μοι Κύριος τέσσαρας τέκτονας. αυτοί δε συνεπέθεντο εις κακά. και οπίσω αυτού ίπποι πυρροί και ψαροί και ποικίλοι και λευκοί. 12 και απεκρίθη ο άγγελος Κυρίου και είπε· Κύριε παντοκράτωρ. και ουδείς αυτών ήρε κεφαλήν· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1399 . και ο οίκός μου ανοικοδομηθήσεται εν αυτη. 9 και είπα· τι ούτοι.

14 τέρπου και ευφραίνου. και επιγνώση ότι Κύριος παντοκράτωρ εξαπέσταλκέ με προς σε. λέγει Κύριος· διότι εκ των τεσσάρων ανέμων του ουρανού συνάξω υμάς. και είπε προς με· διαμετρήσαι την Ιερουσαλήμ του ιδείν πηλίκον το πλάτος αυτής εστι και πηλίκον το μήκος. και γνώσεσθε ότι Κύριος παντοκράτωρ απέσταλκέ με. διότι ιδού εγώ έρχομαι και κατασκηνώσω εν μέσω σου. διότι ο απτόμενος υμών ως ο απτόμενος της κόρης του οφθαλμού αυτού. τον ιερέα τον μέγαν. και έσονται σκύλα τοις δουλεύουσιν αυτοίς. 8 και είπε προς αυτόν λέγων· δράμε και λάλησον προς τον νεανίαν εκείνον λέγων· κατακάρπως κατοικηθήσεται Ιερουσαλήμ από πλήθους ανθρώπων και κτηνών εν μέσω αυτής· 9 και εγώ έσομαι αυτη. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ έδειξέ μοι Κύριος Ιησούν. ότι εξεγήγερται εκ νεφελών αγίων αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξήλθοσαν ούτοι του οξύναι αυτά εις χείρας αυτών τα τέσσαρα κέρατα τα έθνη τα επαιρόμενα κέρας επί την γην Κυρίου του διασκορπίσαι αυτήν. 10 ω ω φεύγετε από γης Βορρά. και άγγελος έτερος εξεπορεύετο εις συνάντησιν αυτω. την μερίδα αυτού επί την αγίαν. 2 και είπε Κύριος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1400 . τείχος πυρός κυκλόθεν και εις δόξαν έσομαι εν μέσω αυτής. λέγει Κύριος. 15 και καταφεύξονται έθνη πολλά επί τον Κύριον εν τη ημέρα εκείνη και έσονται αυτω εις λαόν και κατασκηνώσουσιν εν μέσω σου. 13 διότι ιδού εγώ επιφέρω την χείρά μου επ ‘ αυτούς. 17 ευλαβείσθω πάσα σάρξ από προσώπου Κυρίου. 12 διότι τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· οπίσω δόξης απέσταλκέ με επί τα έθνη τα σκυλεύσαντα υμάς. και αιρετιεί έτι την Ιερουσαλήμ. 16 και κατακληρονομήσει Κύριος τον Ιούδαν. λέγει Κύριος· 11 εις Σιών ανασώζεσθε οι κατοικούντες θυγατέρα Βαβυλώνος. και ο διάβολος ειστήκει εκ δεξιών αυτού του αντικείσθαι αυτω. 5 Και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού ανήρ και εν τη χειρί αυτού σχοινίον γεωμετρικόν. λέγει Κύριος. 6 και είπα προς αυτόν· που συ πορεύη. θύγατερ Σιών. εστώτα προ προσώπου αγγέλου Κυρίου. 7 και ιδού ο άγγελος ο λαλών εν εμοί ειστήκει.

5 και απεκρίθη ο άγγελος ο λαλών εν εμοί και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1401 . και επιτιμήσαι Κύριος εν σοί ο εκλεξάμενος την Ιερουσαλήμ· ουκ ιδού τούτο ως δαλός εξεσπασμένος εκ πυρός. και επτά επαρυστρίδες τοις λύχνοις τοις επάνω αυτής· 3 και δύο ελαίαι επάνω αυτής. 6 και διεμαρτύρατο ο άγγελος Κυρίου προς Ιησούν λέγων· 7 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εάν εν ταις οδοίς μου πορεύη και εάν τα προστάγματά μου φυλάξης. επί τον λίθον τον ένα επτά οφθαλμοί εισιν. Ιησού ο ιερεύς ο μέγας. και περιέβαλον αυτόν ιμάτια και επέθηκαν κίδαριν καθαράν επί την κεφαλήν αυτού και ο άγγελος Κυρίου ειστήκει. 3 και Ιησούς ην ενδεδυμένος ιμάτια ρυπαρά και ειστήκει προ προσώπου του αγγέλου. κύριε. ον έδωκα προ προσώπου του Ιησού. και είπε προς αυτόν· ιδού αφήρηκα τας ανομίας σου. διάβολε. συγκαλέσετε έκαστος τον πλησίον αυτού υποκάτω αμπέλου και υποκάτω συκής. και είπα· εώρακα και ιδού λυχνία χρυσή όλη. και δώσω σοι αναστρεφομένους εν μέσω των εστηκότων τούτων. συ και οι πλησίον σου οι καθήμενοι προ προσώπου σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς τον διάβολον· επιτιμήσαι Κύριος εν σοί. διότι άνδρες τερατοσκόποι εισί· διότι ιδού εγώ άγω τον δούλόν μου Ανατολήν· 9 διότι ο λίθος. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ επέστρεψεν ο άγγελος ο λαλών εν εμοί και εξήγειρέ με ον τρόπον όταν εξεγερθή άνθρωπος εξ ύπνου αυτού 2 και είπε προς με· τι συ βλέπεις. 10 εν τη ημέρα εκείνη. και ψηλαφήσω πάσαν την αδικίαν της γης εκείνης εν ημέρα μια. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 4 και επηρώτησα και είπα προς τον άγγελον τον λαλούντα εν εμοί λέγων· τι εστι ταύτα. μία εκ δεξιών του λαμπαδίου αυτής και μία εξ ευωνύμων. 4 και απεκρίθη και είπε προς τους εστηκότας προ προσώπου αυτού λέγων· αφέλετε τα ιμάτια τα ρυπαρά απ ‘ αυτού. και επτά λύχνοι επάνω αυτής. και το λαμπάδιον επάνω αυτής. και ενδύσατε αυτόν ποδήρη 5 και επίθετε κίδαριν καθαράν επί την κεφαλήν αυτού. και συ διακρινείς τον οίκόν μου· και εάν διαφυλάξης και γε την αυλήν μου. 8 άκουε δη. ιδού εγώ ορύσσω βόθρον.

14 και είπεν· ούτοι οι δύο υιοί της πιότητος παρεστήκασι Κυρίω πάσης της γης. 11 και απεκρίθην και είπα προς αυτόν· τι αι δύο ελαίαι αύται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είπε προς με λέγων· ου γινώσκεις τι εστι ταύτα. 3 και είπε προς με· αύτη η αρά η εκπορευομένη επί πρόσωπον πάσης της γης. το προ προσώπου Ζαροβάβελ του κατορθώσαι. και αι χείρες αυτού επιτελέσουσιν αυτόν. και είπα ουχί. 8 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 9 αι χείρες Ζοροβάβελ εθεμελίωσαν τον οίκον τούτον. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ επέστρεψα. και είπα· ουχί. και επιγνώση. αλλ ‘ ή εν πνεύματί μου. και είπα εγώ· ορώ δρέπανον πετόμενον μήκους πήχεων είκοσι και πλάτους πήχεων δέκα. 13 και είπε προς με· ουκ οίδας τι εστι ταύτα. κύριε. επτά ούτοι οφθαλμοί Κυρίου εισίν οι επιβλέποντες επί πάσαν την γην. και πας ο επίορκος εκ τούτου εκδικηθήσεται· 4 και εξοίσω αυτό. και είπε· τούτο το μέτρον το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1402 . και εισελεύσεται εις τον οίκον του κλέπτου και εις τον οίκον του ομνύοντος τω ονόματί μου επί ψεύδει και καταλύσει εν μέσω του οίκου αυτού και συντελέσει αυτόν και τα ξύλα αυτού και τους λίθους αυτού. 6 και είπα· τι εστι. και εξοίσω τον λίθον της κληρονομίας ισότητα χάριτος χάριτα αυτής. 10 διότι τις εξουδένωσεν εις ημέρας μικράς. και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού δρέπανον πετόμενον. 2 και είπε προς με· τι συ βλέπεις. αι εκ δεξιών της λυχνίας και εξ ευωνύμων. 7 τις ει συ. το όρος το μέγα. κύριε. και χαρούνται και όψονται τον λίθον τον κασσιτέρινον εν χειρί Ζοροβάβελ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. διότι πας ο κλέπτης εκ τούτου έως θανάτου εκδικηθήσεται. 12 και επηρώτησα εκ δευτέρου και είπα προς αυτόν· τι οι δύο κλάδοι των ελαιών οι εν ταις χερσί των δύο μυξωτήρων των χρυσών των επιχεόντων και επαναγόντων τας επαρυστρίδας τας χρυσάς. 6 και απεκρίθη και είπε προς με λέγων· ούτος ο λόγος Κυρίου προς Ζοροβάβελ λέγων· ουκ εν δυνάμει μεγάλη ουδέ εν ισχύϊ. διότι Κύριος παντοκράτωρ εξαπέσταλκέ με προς σε. 5 Και εξήλθεν ο άγγελος ο λαλών εν εμοί και είπε προς με· ανάβλεψον τοις οφθαλμοίς σου και ιδέ τι το εκπορευόμενον τούτο.

και πνεύμα εν ταις πτέρυξιν αυτών. 11 και είπε προς με· οικοδομήσαι αυτω οικίαν εν γη Βαβυλώνος και ετοιμάσαι. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ επέστρεψα και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού τέσσαρα άρματα εκπορευόμενα εκ μέσου δύο ορέων. και είπεν· αύτη η αδικία αυτών εν πάση τη γη. 9 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 10 λάβε τα εκ της αιχμαλωσίας παρά των αρχόντων και παρά των χρησίμων αυτής και παρά των επεγνωκότων αυτήν και εισελεύση Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1403 . και ιδού γυνή μία εκάθητο εν μέσω του μέτρου. και εν τω άρματι τω δευτέρω ίπποι μέλανες. 7 και οι ψαροί εξεπορεύοντο και επέβλεπον του πορεύεσθαι του περιοδεύσαι την γην. εκπορεύονται παραστήναι τω Κυρίω πάσης της γης· 6 εν ω ήσαν οι ίπποι οι μέλανες. και αύται είχον πτέρυγας ως πτέρυγας έποπος· και ανέλαβον το μέτρον αναμέσον της γης και αναμέσον του ουρανού. 4 και απεκρίθην και είπα προς τον άγγελον τον λαλούντα εν εμοί· τι εστι ταύτα. 10 και είπα προς τον άγγελον τον λαλούντα εν εμοί· που αύται αποφέρουσι το μέτρον. 9 και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού δύο γυναίκες εκπορευόμεναι. και τα όρη ην όρη χαλκά. και οι ποικίλοι εξεπορεύοντο επί γην νότου. 7 και ιδού τάλαντον μολίβου εξαιρόμενον. 3 και εν τω άρματι τω τρίτω ίπποι λευκοί. και είπε· πορεύεσθε και περιοδεύσατε την γην· και περιώδευσαν την γην. 5 και απεκρίθη ο άγγελος ο λαλών εν εμοί και είπε· ταύτά εστιν οι τέσσαρες άνεμοι του ουρανού. και οι λευκοί εξεπορεύοντο κατόπισθεν αυτών. εξεπορεύοντο επί γην βορρά. 8 και ανεβόησε και ελάλησε προς με λέγων· ιδού οι εκπορευόμενοι επί γην βορρά ανέπαυσαν τον θυμόν μου εν γη βορρά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκπορευόμενον. και θήσουσιν αυτό εκεί επί την ετοιμασίαν αυτού. κύριε. 2 εν τω άρματι τω πρώτω ίπποι πυρροί. 8 και είπεν· αύτη εστίν η ανομία· και έρριψεν αυτήν εις μέσον του μέτρου και έρριψε τον λίθον του μολίβου εις το στόμα αυτής. και εν τω άρματι τω τετάρτω ίπποι ποικίλοι ψαροί.

6 και εάν φάγητε ή πίητε. επί Δαρείου του βασιλέως εγένετο λόγος Κυρίου προς Ζαχαρίαν τετράδι του μηνός του ενάτου. και ιδού εβδομήκοντα έτη μη νηστείαν νενηστεύκατέ μοι. ότε ην Ιερουσαλήμ κατοικουμένη και ευθηνούσα και αι πόλεις κυκλόθεν αυτής και η ορεινή και η πεδινή κατωκείτο. και υποκάτωθεν αυτού ανατελεί. 14 ο δε στέφανος έσται τοις υπομένουσι και τοις χρησίμοις αυτής και τοις επεγνωκόσιν αυτήν και εις χάριτα υιού Σοφονίου και εις ψαλμόν εν οίκω Κυρίου. και έσται ιερεύς εκ δεξιών αυτού. 8 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ζαχαρίαν λέγων· 9 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· κρίμα δίκαιον κρίνετε και έλεος και οικτιρμόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1404 . 4 και εγένετο λόγος Κυρίου των δυνάμεων προς εμέ λέγων· 5 ειπόν προς άπαντα τον λαόν της γης και προς τους ιερείς λέγων· εάν νηστεύσητε ή κόψησθε εν ταις πέμπταις ή εν ταις εβδόμαις. εάν εισακούοντες εισακούσητε της φωνής Κυρίου του Θεού υμών. καθότι εποίησα ήδη ικανά έτη. και οικοδομήσει τον οίκον Κυρίου· 13 και αυτός λήψεται αρετήν και καθιείται και κατάρξει επί του θρόνου αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συ εν τη ημέρα εκείνη εος τον οίκον Ιωσίου του Σοφονίου του ήκοντος εκ Βαβυλώνος 11 και λήψη αργύριον και χρυσίον και ποιήσεις στεφάνους και επιθήσεις επί την κεφαλήν Ιησού του Ιωσεδέκ του ιερέως του μεγάλου 12 και ερείς προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ιδού ανήρ. και βουλή ειρηνική έσται αναμέσον αμφοτέρων. 15 και οι μακράν απ ‘ αυτών ήξουσι και οικοδομήσουσιν εν τω οίκω Κυρίου. ους ελάλησε Κύριος εν χερσί των προφητών των έμπροσθεν. ανατολή όνομα αυτω. 7 ουχ ούτοι οι λόγοι. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω τετάρτω έτει. ος εστι Χασελεύ· 2 και εξαπέστειλεν εις Βαιθήλ Σαρασάρ και Αρβεσεέρ ο βασιλεύς και οι άνδρες αυτού του εξιλάσασθαι τον Κύριον 3 λέγων προς τους ιερείς τους εν τω οίκω Κυρίου παντοκράτορος και προς τους προφήτας λέγων· εισελήλυθεν ώδε εν τω μηνί τω πέμπτω το αγίασμα. και γνώσεσθε διότι Κύριος παντοκράτωρ απέσταλκέ με προς υμάς· και έσται. ουχ υμείς έσθετε και πίνετε.

και κληθήσεται η Ιερουσαλήμ πόλις αληθινή και το όρος Κυρίου παντοκράτορος όρος άγιον. καγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν εν αληθεία και εν δικαιοσύνη. α ουκ έγνωσαν. 4 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έτι καθήσονται πρεσβύτεροι και πρεσβύτεραι εν ταις πλατείαις Ιερουσαλήμ. μη και ενώπιόν μου αδυνατήσει. 11 και ηπείθησαν του προσέχειν και έδωκαν νώτον παραφρονούντα και τα ώτα αυτών εβάρυναν του μη εισακούειν 12 και την καρδίαν αυτών έταξαν απειθή του μη εσακούειν του νόμου μου και τους λόγους. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου παντοκράτορος λέγων· 2 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εζήλωκα την Ιερουσαλήμ και την Σιών ζήλον μέγαν και θυμω μεγάλω εζήλωκα αυτήν. 9 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· κατισχυέτωσαν αι χείρες υμών των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1405 . έκαστος την ράβδον αυτού έχων εν τη χειρί αυτού από πλήθους ημερών· 5 και αι πλατείαι της πόλεως πλησθήσονται παιδαρίων και κορασίων παιζόντων εν ταις πλατείαις αυτής. 13 και έσται ον τρόπον είπε και ουκ εισήκουσαν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ους εξαπέστειλε Κύριος παντοκράτωρ εν πνεύματι αυτού εν χερσί των προφητών των έμπροσθεν· και εγένετο οργή μεγάλη παρά Κυρίου παντοκράτορος. και έσονται εμοί εις λαόν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 14 και εκβαλώ αυτούς εις πάντα τα έθνη. και κακίαν έκαστος του αδελφού αυτού μη μνησικακείτω εν ταις καρδίαις υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιείτε έκαστος προς τον αδελφόν αυτού 10 και χήραν και ορφανόν και προσήλυτον και πένητα μη καταδυναστεύετε. και η γη αφανισθήσεται κατόπισθεν αυτών εκ διοδεύοντος και εξ αναστρέφοντος· και έταξαν γην εκλεκτήν εις αφανισμόν. 3 τάδε λέγει Κύριος· επιστρέψω επί Σιών και κατασκηνώσω εν μέσω Ιερουαλήμ. 6 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ει αδυνατήσει ενώπιον των καταλοίπων του λαού τούτου εν ταις ημέραις εκείναις. ούτως κεκράξονται και ου μη εισακούσω. 7 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ιδού εγώ σώζω τον λαόν μου από γης ανατολών και από γης δυσμών 8 και εισάξω αυτούς και κατασκηνώσω εν μέσω Ιερουσαλήμ.

16 ούτοι οι λόγοι. 21 και συνελεύσονται κατοικούντες πέντε πόλεις εις μίαν πόλιν λέγοντες· πορευθώμεν δεηθήναι του προσώπου Κυρίου και εκζητήσαι το πρόσωπον Κυρίου παντοκράτορος· πορεύσομαι καγώ. 22 και ήξουσι λαοί πολλοί και έθνη πολλά εκζητήσαι το πρόσωπον Κυρίου παντοκράτορος εν Ιερουσαλήμ και εξιλάσασθαι το πρόσωπον Κυρίου. και ο μισθός των κτηνών ουχ υπάρξει. διότι ταύτα πάντα εμίσησα. και ο ναός αφ ‘ ου ωκοδόμηται. και την αλήθειαν και την ειρήνην αγαπήσατε. 15 ούτως παρατέταγμαι και διανενόημαι εν ταις ημέραις ταύταις του καλώς ποιήσαι την Ιερουσαλήμ και τον οίκον Ιούδα· θαρσείτε. και η γη δώσει τα γεννήματα αυτής. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 17 και έκαστος την κακίαν του πλησίον αυτού μη λογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών και όρκον ψευδή μη αγαπάτε. αλήθειαν και κρίμα ειρηνικόν κρίνατε εν ταις πύλαις υμών. έκαστον επί τον πλησίον αυτού. και κατακληρονομήσω τοις καταλοίποις του λαού μου τούτου ταύτα πάντα. ους ποιήσετε· λαλείτε αλήθειαν έκαστος προς τον πλησίον αυτού. αφ ‘ ης ημέρας τεθεμελίωται ο οίκος Κυρίου παντοκράτορος. και τω εκπορευομένω και τω εισπορευομένω ουκ έσται ειρήνη από της θλίψεως· και εξαποστελώ πάντας τους ανθρώπους. 18 Και εγένετο λόγος Κυρίου παντοκράτορος προς με λέγων· 19 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· νηστεία η τετράς και νηστεία η πέμπτη και νηστεία η εβδόμη και νηστεία η δεκάτη έσονται τω οίκω Ιούδα εις χαράν και ευφροσύνην και εις εορτάς αγαθάς. 11 και νυν ου κατά τας ημέρας τας έμπροσθεν εγώ ποιώ τοις καταλοίποις του λαού τούτου. εάν επιλάβωνται δέκα άνδρες εκ πασών των γλωσσών των εθνών και επιλάβωνται του κρασπέδου ανδρός Ιουδαίου λέγοντες· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1406 . 12 αλλ ‘ ή δείξω ειρήνην· η άμπελος δώσει τον καρπόν αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακουόντων εν ταις ημέραις ταύταις τους λόγους τούτους εκ στόματος των προφητών. 14 διότι τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ον τρόπον διενοήθην του κακώσαι υμάς εν τω παροργίσαι με τους πατέρας υμών. 20 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έτι ήξουσι λαοί πολλοί και κατοικούντες πόλεις πολλάς. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ούτως διασώσω υμάς και έσεσθε εν ευλογία· θαρσείτε και κατισχύετε εν ταις χερσίν υμών. 10 διότι προ των ημερών εκείνων ο μισθός των ανθρώπων ουκ έσται εις όνησιν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και ου μετενόησα. και ο ουρανός δώσει την δρόσον αυτού. 23 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εν ταις ημέραις εκείναις. και ευφρανθήσεσθε. 13 και έσται ον τρόπον ήτε εν κατάρα εν τοις έθνεσιν ο οίκος Ιούδα και οίκος Ισραήλ.

5 όψεται Ασκάλων και φοβηθήσεται. 4 δια τούτο Κύριος κληρονομήσει αυτήν και πατάξει εις θάλασσαν δύναμιν αυτής. και καθελώ ύβριν αλλοφύλων. διότι νυν εώρακα εν τοις οφθαλμοίς μου. 7 και εξαρώ το αίμα αυτώ εκ του στόματος αυτών και τα βδελύγματα αυτών εκ μέσου οδόντων αυτών. και αντί μιάς ημέρας παροικεσίας σου διπλά ανταποδώσω σοι· 13 διότι ενέτεινά σε. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΛΗΜΜΑ λόγου Κυρίου· εν γη Σεδράχ και Δαμασκού θυσία αυτού. διότι Κύριος εφορά ανθρώπους και πάσας φυλάς του Ισραήλ. 6 και κατοικήσουσιν αλλογενείς εν Αζώτω. επί τα τέκνα των Ελλήνων και ψηλαφήσω σε ως ρομφαίαν μαχητού· 14 και Κύριος έσται επ ‘ αυτούς και εξελεύσεται ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1407 . 3 και ωκοδόμησε Τύρος οχυρώματα εαυτη και εθησαύρισεν αργύριον ως χουν και συνήγαγε χρυσίον ως πηλόν οδών. εμαυτω εις τόξον. δίκαιος και σώζων αυτός. και πλήθος και ειρήνη εξ εθνών· και κατάρξει υδάτων έως θαλάσσης και από ποταμών έως διεκβολών γης. διότι εφρόνησαν σφόδρα. και ου μη επέλθη επ ‘ αυτούς ουκέτι εξελαύνων. έπλησα τον Εφραίμ και εξεγερώ τα τέκνα σου. και Ακκάρων. και Ασκάλων ου μη κατοικηθή. ότι ησχύνθη επί τω παραπτώματι αυτής· και απολείται βασιλεύς εκ Γάζης. πραϋς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον. και υπολειφθήσεται και ούτος τω Θεω ημών. Ιούδα. 12 καθήσεσθε εν οχυρώματι δέσμιοι της συναγωγής. 11 και συ εν αίματι διαθήκης σου εξαπέστειλας δεσμίους σου εκ λάκκου ουκ έχοντος ύδωρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορευσόμεθα μετά σου. θύγατερ Ιερουσαλήμ· ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι. 2 και εν Εμάθ εν τοις ορίοις αυτής Τύρος και Σιδών. και Γάζα και οδυνηθήσεται σφόδρα. Σιών. 9 Χαίρε σφόδρα. και εξολοθρεύσεται τόξον πολεμικόν. 10 και εξολοθρεύσει άρματα εξ Εφραίμ και ίππον εξ Ιερουσαλήμ. θύγατερ Σιών· κήρυσσε. διότι ακηκόαμεν ότι ο Θεός μεθ ‘ υμών εστι. και αύτη εν πυρί καταναλωθήσεται. και έσονται ως χιλίαρχος εν Ιούδα και Ακκάρων ως ο Ιεβουσαίος· 8 και υποστήσομαι τω οίκω μου ανάστημα του μη διαπορεύεσθαι μηδέ ανακάμπτειν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αστραπή βολίς. 2 διότι οι αποφθεγγόμενοι ελάλησαν κόπους. και υετόν χειμερινόν δώσει αυτοίς. διότι ουκ ην ίασις. διότι λυτρώσομαι αυτούς. 4 και απ ‘ αυτού επέβλεψε και εξ αυτού έταξε. και οι μακράν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1408 . 8 σημανώ αυτοίς και εισδέξομαι αυτούς. 5 και έσονται ως μαχηταί πατούντες πηλόν εν ταις οδοίς εν πολέμω και παρατάξονται. 9 και σπερώ αυτούς εν λαοίς. και καταισχυνθήσονται αναβάται ίππων. ότι ηγάπησα αυτούς. 15 Κύριος παντοκράτωρ υπερασπιεί αυτούς. διότι λίθοι άγιοι κυλίονται επί γης αυτού. και απ ‘ αυτού τόξον εν θυμω· απ ‘ αυτού εξελεύσεται πας ο εξελαύνων εν τω αυτω. 16 και σώσει αυτούς Κύριος ο Θεός αυτών εν τη ημέρα εκείνη. σίτος νεανίσκοις και οίνος ευωδιάζων εις παρθένους. 17 ότι ει τι αγαθόν αυτού και ει τι καλόν παρ ‘ αυτού. και καταχώσουσιν αυτούς εν λίθοις σφενδόνης και εκπίονται αυτούς ως οίνον και πλήσουσιν ως φιάλας θυσιαστήριον. και οι μάντεις οράσεις ψευδείς. και τα ενύπνια ψευδή ελάλουν. και χαρείται η καρδία αυτών επί τω Κυρίω. και χαρήσεται η καρδία αυτών ως εν οίνω· και τα τέκνα αυτών όψονται και ευφρανθήσονται. και έσονται ον τρόπον ουκ απεστρεψάμην αυτούς· διότι εγώ Κύριος ο Θεός αυτών και επακούσομαι αυτοίς. 3 επί τους ποιμένας παρωξύνθη ο θυμός μου. 7 και έσονται ως μαχηταί του Εφραίμ. εκάστω βοτάνην εν αγρω. και Κύριος παντοκράτωρ εν σάλπιγγι σαλπιεί και πορεύσεται εν σάλω απειλής αυτού. διότι Κύριος μετ ‘ αυτών. και επί τους αμνούς επισκέψομαι· και επισκέψεται Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ το ποίμνιον αυτού τον οίκον Ιούδα και τάξει αυτούς ως ίππον ευπρεπή αυτού εν πολέμω. 6 και κατισχύσω τον οίκον Ιούδα και τον οίκον Ιωσήφ σώσω και κατοικιώ αυτούς. και καταναλώσουσιν αυτούς. ως πρόβατα λαόν αυτού. μάταια παρεκάλουν· δια τούτο εξηράνθησαν ως πρόβατα και εκακώθησαν. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΑΙΤΕΙΣΘΕ παρά Κυρίου υετόν καθ ‘ ωραν πρώϊμον και όψιμον· Κύριος εποίησε φαντασίας. και πληθυνθήσονται καθότι ήσαν πολλοί.

8 και εξαρώ τους τρεις ποιμένας εν μηνί ενί. 4 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ποιμαίνετε τα πρόβατα της σφαγής. και το εκλείπον εκλιπέτω. λέγει Κύριος· και ιδού εγώ παραδίδωμι τους ανθρώπους. και γαρ αι ψυχαί αυτών επωρύοντο επ ‘ εμέ. δρύες της Βασανίτιδος. 7 και ποιμανώ τα πρόβατα της σφαγής εις την Χαναανίτιν· και λήψομαι εμαυτω δύο ράβδους -την μεν μίαν εκάλεσα Κάλλος και την ετέραν εκάλεσα Σχοίνισμα. 3 φωνή θρηνούντων ποιμένων. και τα κατάλοιπα κατεσθιέτωσαν έκαστος τας σάρκας του πλησίον αυτού. και καταφαγέτω πυρ τας κέδρους σου· 2 ολολυξάτω πίτυς. 12 και κατισχύσω αυτούς εν Κυρίω Θεω αυτών. ο Λίβανος. 6 δια τούτο ου φείσομαι ουκέτι επί τους κατοικούντας την γην. 10 και επιστρέψω αυτούς εκ γης Αιγύπτου και εξ Ασσυρίων εισδέξομαι αυτούς. διότι πέπτωκε κέδρος. και εν τω ονόματι αυτού κατακαυχήσονται. και εις την Γαλααδίτιν και εις τον Λίβανον εισάξω αυτούς. 10 και λήψομαι την ράβδον μου τη καλήν και απορρίψω αυτήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1409 . ότι τεταλαιπώρηκεν η μεγαλωσύνη αυτών· φωνή ωρυομένων λεόντων. και ξηρανθήσεται πάντα τα βάθη ποταμών. ότι τεταλαιπώρηκε το φρύαγμα του Ιορδάνου. και βαρυνθήσεται η ψυχή μου επ ‘ αυτούς. τας θύρας σου. και ου μη εξέλωμαι εκ χειρός αυτών. εκθρέψουσι τα τέκνα αυτών και επιστρέψουσι. 9 και είπα· ου ποιμανώ υμάς· το αποθνήσκον αποθνησκέτω. ότι μεγάλως μεγιστάνες εταλαιπώρησαν· ολολύξατε. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΔΙΑΝΟΙΞΟΝ. και οι πωλούντες αυτά έλεγον· ευλογητός Κύριος και πεπλουτήκαμεν· και οι ποιμένες αυτών ουκ έπασχον ουδέν επ ‘ αυτοίς. και κατακόψουσι την γην. και ου μη υπολειφθή εξ αυτών ουδέ εις· 11 και διελεύσονται εν θαλάσση στενή και πατάξουσιν εν θαλάσση κύματα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μνησθήσονταί μου. και σκήπτρον Αιγύπτου περιαιρεθήσεται. ότι κατεσπάσθη ο δρυμός ο σύμφυτος. λέγει Κύριος. και αφαιρεθήσεται πάσα ύβρις Ασσυρίων. 5 α οι κτησάμενοι κατέσφαζον και ου μετεμέλοντο. έκαστον εις χείρα του πλησίον αυτού και εις χείρα βασιλέως αυτού.και ποιμανώ τα πρόβατα.

πατάξω πάντα ίππον εν εκστάσει και τον αναβάτην αυτού εν παραφρονήσει. διότι λόγος Κυρίου εστί. 13 και είπε Κύριος προς με· κάθες αυτούς εις το χωνευτήριον. 15 Και είπε Κύριος προς με· έτι λάβε σεαυτω σκεύη ποιμενικά ποιμένος απείρου. 3 και έσται εν τη ημέρα εκείνη θήσομαι την Ιερουσαλήμ λίθον καταπατούμενον πάσι τοις έθνεσι· πας ο καταπατών αυτήν εμπαίζων εμπαίξεται. ον τρόπον εδοκιμάσθην υπέρ αυτών. 12 και ερώ προς αυτούς· ει καλόν ενώπιον υμών εστι. και επισυναχθήσονται επ ‘ αυτήν πάντα τα έθνη της γης. 17 ω οι ποιμαίνοντες τα μάταια και οι καταλελοιπότες τα πρόβατα· μάχαιρα επί τους βραχίονας αυτού και επί τον οφθαλμόν τον δεξιόν αυτού· ο βραχίων αυτού ξηραινόμενος ξηρανθήσεται. επί δε τον οίκον Ιούδα διανοίξω τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1410 . 11 και διασκεδασθήσεται εν τη ημέρα εκείνη. του διασκεδάσαι την κατάσχεσιν ανά μέσον Ιούδα και ανά μέσον Ισραήλ. και έλαβον τους τριάκοντα αργυρούς και ενέβαλον αυτούς εις τον οίκον Κυρίου εις το χωνευτήριον. και ο οφθαλμός ο δεξιός αυτού εκτυφλούμενος εκτυφλωθήσεται. 16 διότι ιδού εγώ εξεγείρω ποιμένα επί την γην· το εκλιμπάνον ου μη επισκέψηται και το εσκορπισμένον ου μη ζητήση και το συντετριμμένον ου μη ιάσηται και το ολόκληρον ου μη κατευθύνη και τα κρέα των εκλεκτών καταφάγεται και τους αστραγάλους αυτών εκστρέψει. 4 εν τη ημέρα εκείνη. το Σχοίνισμα. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ην διεθέμην προς πάντας τους λαούς. 14 και απέρριψα την ράβδον την δευτέραν. και γνώσονται οι Χαναναίοι τα πρόβατα τα φυλασσόμενα. δότε στήσαντες τον μισθόν μου ή απείπασθε· και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς. και εν τη Ιουδαία έσται περιοχή επί Ιερουσαλήμ. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΛΗΜΜΑ λόγου Κυρίου επί τον Ισραήλ· λέγει Κύριος εκτείνων ουρανόν και θεμελιών γην και πλάσσων πνεύμα ανθρώπου εν αυτω· 2 ιδού εγώ τίθημι την Ιερουσαλήμ ως πρόθυρα σαλευόμενα πάσι τοις λαοίς κύκλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του διασκεδάσαι την διαθήκην μου. και σκέψαι ει δόκιμόν εστιν.

και κατοικήσει Ιερουσαλήμ έτι καθ ‘ εαυτήν εν Ιερουσαλήμ. και έσται ο ασθενών εν αυτοίς εν εκείνη τη ημέρα ως οίκος Δαυίδ. 6 εν τη ημέρα εκείνη θήσομαι τους χιλιάρχους Ιούδα ως δαλόν πυρός εν ξύλοις και ως λαμπάδα πυρός εν καλάμη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οφθαλμούς μου και πάντας τους ίππους των λαών πατάξω εν αποτυφλώσει. 13 φυλή οίκου Λευί καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς. 2 και έσται εν τη ημέρα εκείνη. και οδυνηθήσονται οδύνην ως επί τω πρωτοτόκω. ως άγγελος Κυρίου ενώπιον αυτών. 8 και έσται εν τη ημέρα εκείνη υπερασπιεί Κύριος υπέρ των κατοικούντων Ιερουσαλήμ. φυλή οίκου Νάθαν καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς. φυλή καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς. 11 εν τη ημέρα εκείνη μεγαλυνθήσεται ο κοπετός εν Ιερουσαλήμ ως κοπετός ροώνος εν πεδίω εκκοπτομένου. 9 και έσται εν τη ημέρα εκείνη ζητήσω του εξάραι πάντα τα έθνη τα ερχόμενα επί Ιερουσαλήμ. ως επ ‘ αγαπητω. όπως μη μεγαλύνηται καύχημα οίκου Δαυίδ και έπαρσις των κατοικούντων Ιερουσαλήμ επί τον Ιούδα. εξολοθρεύσω τα ονόματα των ειδώλων από της γης. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΕΝ τη ημέρα εκείνη έσται πας τόπος διανοιγόμενος τω οίκω Δαυίδ και τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ εις την μετακίνησιν και εις τον χωρισμόν. ο δε οίκος Δαυίδ ως οίκος Θεού. 7 και σώσει Κύριος τα σκηνώματα Ιούδα καθώς απ ‘ αρχής. 10 και εκχεώ επί τον οίκον Δαυίδ και επί τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ πνεύμα χάριτος και οικτιρμού. και καταφάγονται εκ δεξιών και εξ ευωνύμων πάντας τους λαούς κυκλόθεν. λέγει Κύριος Σαβαώθ. 5 και ερούσιν οι χιλίαρχοι Ιούδα εν ταις καρδίαις αυτών· ευρήσομεν εαυτοίς τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ εν Κυρίω παντοκράτορι Θεω αυτών. και ουκ έτι αυτών έσται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1411 . 12 και κόψεται η γη κατά φυλάς φυλάς· φυλή οίκου Δαυίδ καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς. και επιβλέψονται προς με ανθ ‘ ων κατωρχήσαντο και κόψονται επ ‘ αυτόν κοπετόν. φυλή του Συμεών καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς· 14 πάσαι αι υπολελειμμέναι φυλαί.

ως δοκιμάζεται το χρυσίον· αυτός επικαλέσεται το όνομά μου. το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1412 . 4 και έσται εν τη ημέρα εκείνη καταισχυνθήσονται οι προφήται. ότι άνθρωπος εγέννησέ με εκ νεότητός μου. εν τω προφητεύειν αυτόν. Κύριος ο Θεός μου. και αι γυναίκες μολυνθήσονται. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΙΔΟΥ ημέραι έρχονται Κυρίου. και εξελεύσεται το ήμισυ της πόλεως εν αιχμαλωσία. έκαστος εκ της οράσεως αυτού. λέγει Κύριος. 5 και ερεί· ουκ ειμί προφήτης εγώ. ότι ψευδή ελάλησας επ ‘ ονόματι Κυρίου· και συμποδιούσιν αυτόν ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού. και αυτός ερεί. 4 και στήσονται οι πόδες αυτού εν τη ημέρα εκείνη επί το όρος των ελαιών το κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών· και σχισθήσεται το όρος των ελαιών. ως πυρούται το αργύριον. 3 και εξελεύσεται Κύριος και παρατάξεται εν τοις έθνεσιν εκείνοις καθώς ημέρα παρατάξεως αυτού εν ημέρα πολέμου. και ενδύσονται δέρριν τριχίνην ανθ ‘ ων εψεύσαντο. και διαρπαγήσονται αι οικίαι. οι γεννήσαντες αυτόν· ου ζήση. εν τω προφητεύειν αυτόν. 6 και ερώ προς αυτόν· τι αι πληγαί αύται αναμέσον των χειρών σου. 3 και έσται εάν προφητεύση άνθρωπος έτι. και ερεί προς αυτόν ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού. 2 και επισυνάξω πάντα τα έθνη επί Ιερουσαλήμ εις πόλεμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μνεία· και τους ψευδοπροφήτας και το πνεύμα το ακάθαρτον εξαρώ από της γης. 7 Ρομφαία εξεγέρθητι επί τους ποιμένας μου και επί άνδρα πολίτην μου. και δοκιμώ αυτούς. και αλώσεται η πόλις. τα δύο μέρη αυτής εξολοθρευθήσεται και εκλείψει. και διαμερισθήσονται τα σκύλά σου εν σοί. το δε τρίτον υπολειφθήσεται εν αυτη· 9 και διάξω το τρίτον δια πυρός και πυρώσω αυτούς. και ερεί· ας επλήγην εν τω οίκω τω αγαπητω μου. και επάξω την χείρά μου επί τους ποιμένας. 8 και έσται εν πάση τη γη. λέγει Κύριος παντοκράτωρ· πατάξατε τους ποιμένας και εκσπάσατε τα πρόβατα. οι γεννήσαντες αυτόν. διότι άνθρωπος εργαζόμενος την γην εγώ ειμι. οι δε κατάλοιποι του λαού μου ου μη εξολοθρευθώσιν εκ της πόλεως. καγώ επακούσομαι αυτω και ερώ· λαός μου ούτός εστι.

12 Και αύτη έσται η πτώσις. 8 και εν τη ημέρα εκείνη εξελεύσεται ύδωρ ζων εξ Ιερουσαλήμ. 17 και έσται όσοι εάν μη αναβώσιν εκ πασών των φυλών της γης εις Ιερουσαλήμ του προσκυνήσαι τω βασιλεί Κυρίω παντοκράτορι. και εγκολληθήσεται φάραγξ ορέων έως Ιασόλ και εμφραχθήσεται καθώς ενεφράγη εν ταις ημέραις του συσσεισμού. και επί τούτους έσται η πτώσις. και επιλήψονται έκαστος της χειρός του πλησίον αυτού. 15 και αύτη έσται η πτώσις των ίππων και των ημιόνων και των καμήλων και των όνων και πάντων των κτηνών των όντων εν ταις παρεμβολαίς εκείναις κατά την πτώσιν ταύτην. 13 και έσται εν τη ημέρα εκείνη έκστασις Κυρίου μεγάλη επ ‘ αυτούς. όσα εάν μη αναβή του εορτάσαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1413 . και ουχ ημέρα και ου νύξ. και κλινεί το ήμισυ του όρους προς τον βορράν και το ήμισυ αυτού προς νότον. και η γλώσσα αυτών τακήσεται εν τω στόματι αυτών. χάος μέγα σφόδρα. 10 κυκλών πάσαν την γην και την έρημον από Γαβέ έως Ρεμμών κατά νότον Ιερουσαλήμ· Ραμά δε επί τόπου μενεί από της πύλης Βενιαμίν έως του τόπου της πύλης της πρώτης. 14 και ο Ιούδας παρατάξεται εν Ιερουσαλήμ και συνάξει την ισχύν πάντων των λαών κυκλόθεν. 9 και έσται Κύριος εις βασιλέα επί πάσαν την γην· εν τη ημέρα εκείνη έσται Κύριος εις και το όνομα αυτού εν. 18 εάν δε φυλή Αιγύπτου μη αναβή μηδέ έλθη εκεί. και η ημέρα εκείνη γνωστή τω Κυρίω. έως της πύλης των γωνιών και έως του πύργου Αναμεήλ. εν ημέραις ‘Οζίου βασιλέως Ιούδα· και ήξει Κύριος ο Θεός μου και πάντες οι άγιοι μετ ‘ αυτού. 11 κατοικήσουσιν εν αυτη. το ήμισυ αυτού εις την θάλασσαν την πρώτην και το ήμισυ αυτού εις την θάλασσαν την εσχάτην. και προς εσπέραν έσται φως. έως των υποληνίων του βασιλέως. 16 και έσται όσοι εάν καταλειφθώσιν εκ πάντων των εθνών των ελθόντων επί Ιερουσαλήμ. και αναβήσονται κατ ‘ ενιαυτόν του προσκυνήσαι τω βασιλεί Κυρίω παντοκράτορι και του εορτάζειν την εορτήν της σκηνοπηγίας. και εν θέρει και εν έαρι έσται ούτως. χρυσίον και αργύριον και ιματισμόν εις πλήθος σφόδρα. όσοι επεστράτευσαν επί Ιερουσαλήμ· τακήσονται αι σάρκες αυτών εστηκότων αυτών επί τους πόδας αυτών. και ούτοι εκείνοις προστεθήσονται. και οι οφθαλμοί αυτών ρυήσονται εκ των οπών αυτών. 6 και έσται εν εκείνη τη ημέρα ουκ έσται φως και ψύχος και πάγος· 7 έσται μίαν ημέραν. 5 και εμφραχθήσεται η φάραγξ των ορέων μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήμισυ αυτού προς ανατολάς και το ήμισυ προς θάλασσαν. και συμπλακήσεται η χείρ αυτού προς την χείρα του πλησίον αυτού. ην πατάξει Κύριος πάντα τα έθνη. ην κόψει Κύριος πάντας τους λαούς. και ανάθεμα ουκ έσται έτι και κατοικήσει Ιερουσαλήμ πεποιθότως.

υμείς οι ιερείς οι φαυλίζοντες το όνομά μου· και είπατε· εν τίνι εφαυλίσαμεν το όνομά σου. 7 προσάγοντες προς το θυσιαστήριόν μου άρτους ηλισγημένους. και εγώ καταστρέψω· και επικληθήσεται αυτοίς όρια ανομίας και λαός εφ ‘ ον παρατέτακται Κύριος έως αιώνος. και έσονται οι λέβητες εν τω οίκω Κυρίου ως φιάλαι προ προσώπου του θυσιαστηρίου. 5 και οι οφθαλμοί υμών όψονται. 4 διότι ερεί η Ιδουμαία· κατέστραπται. 19 αύτη έσται η αμαρτία Αιγύπτου και η αμαρτία πάντων των εθνών. και επιστρέψωμεν και ανοικοδομήσωμεν τας ερήμους. όσα αν μη αναβή εορτάσαι την εορτήν της σκηνοπηγίας. 6 Υιος δοξάζει πατέρα και δούλος τον κύριον αυτού. ------------------------------------------------------- ΜΑΛΑΧΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΗΜΜΑ λόγου Κυρίου επί τον Ισραήλ εν χειρί αγγέλου αυτού· θέσθε δη επί τας καρδίας υμών. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και υμείς ερείτε· εμεγαλύνθη Κύριος υπεράνω των ορίων του Ισραήλ. 3 τον δε Ησαύ εμίσησα και έταξα τα όρια αυτού εις αφανισμόν και την κληρονομίαν αυτού εις δώματα ερήμου. ουκ αδελφός ην Ησαύ του Ιακώβ. και είπατε· εν τίνι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1414 . και ει πατήρ ειμι εγώ. και είπατε· εν τίνι ηγάπησας ημάς. και ει Κύριός ειμι εγώ. τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· αυτοί οικοδομήσουσι. λέγει Κύριος. που εστιν η δόξα μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την εορτήν της σκηνοπηγίας. και ηγάπησα τον Ιακώβ. λέγει Κύριος. και ουκ έσται Χαναναίος ουκέτι εν τω οίκω Κυρίου παντοκράτορος εν τη ημέρα εκείνη. που εστιν ο φόβος μου. 20 εν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου άγιον τω Κυρίω παντοκράτορι. 21 και έσται πας λέβης εν Ιερουσαλήμ και εν τω Ιούδα άγιον τω Κυρίω παντοκράτορι· και ήξουσι πάντες οι θυσιάζοντες και λήψονται εξ αυτών και εψήσουσιν εν αυτοίς. 2 ‘Ηγάπησα υμάς.

ει προσδέξομαι αυτά εκ των χειρών υμών. ου κακόν. ου κακόν. εν τω λέγειν υμάς· τράπεζα Κυρίου ηλισγημένη εστί και τα επιτιθέμενα εξουδενώσατε. και εάν προσαγάγητε χωλόν ή άρρωστον. οι ιερείς· 2 εάν μη ακούσητε. ει προσδέξεται αυτό. και θυσίαν ου προσδέξομαι εκ των χειρών υμών. και τα επιτιθέμενα εξουδένωται βρώματα αυτού. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ότι υμείς ου τίθεσθε εις την καρδίαν υμών. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και ουκ ανάψεται το θυσιαστήριόν μου δωρεάν· ουκ έστι μου θέλημα εν υμίν. ει λήψεται πρόσωπόν σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηλισγήσαμεν αυτούς. προσάγαγε δη αυτω τω ηγουμένω σου. και εξεφύσησα αυτά. 14 και επικατάρατος ος ην δυνατός και υπήρχεν εν τω ποιμνίω αυτού άρσεν και ευχή αυτού επ ‘ αυτω και θύει διεφθαρμένον τω Κυρίω· διότι βασιλεύς μέγας εγώ ειμι. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ· και εισεφέρετε αρπάγματα και τα χωλά και τα ενοχλούμενα· και εάν φέρητε την θυσίαν. 9 και νυν εξιλάσκεσθε το πρόσωπον του Θεού υμών και δεήθητε αυτού· εν χερσίν υμών γέγονε ταύτα· ει λήψομαι εξ υμών πρόσωπα υμών. και εν παντί τόπω θυμίαμα προσάγεται τω ονόματί μου και θυσία καθαρά. και το όνομά μου επιφανές εν τοις έθνεσι. και εάν μη θήσθε εις την καρδίαν υμών του δούναι δόξαν τω ονόματί μου. 12 υμείς δε βεβηλούτε αυτό εν τω λέγειν υμάς· τράπεζα Κυρίου ηλισγημένη εστί. 8 διότι εάν προσαγάγητε τυφλόν εις θυσίας. 10 διότι και εν υμίν συγκλεισθήσονται θύραι. και εξαποστελώ εφ ‘ υμάς την κατάραν και επικαταράσομαι την ευλογίαν υμών και καταράσομαι αυτήν· και διασκεδάσω την ευλογίαν υμών. 3 ιδού εγώ αφορίζω υμίν τον ώμον και σκορπιώ ένυστρον επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1415 . ΜΑΛΑΧΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ νυν η εντολή αύτη προς υμάς. 13 και είπατε· ταύτα εκ κακοπαθείας εστί. διότι μέγα το όνομά μου εν τοις έθνεσι. 11 διότι από ανατολών ηλίου έως δυσμών το όνομά μου δεδόξασται εν τοις έθνεσι. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και ουκ έσται εν υμίν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 14 και είπατε· ένεκεν τίνος. εν τω λέγειν υμάς· πας ποιών πονηρόν. και νόμον εκζητήσουσιν εκ στόματος αυτού. 11 εγκατελείφθη Ιούδας. διότι εβεβήλωσεν Ιούδας τα άγια Κυρίου. εποιείτε· εκαλύπτετε δάκρυσι το θυσιαστήριον Κυρίου και κλαυθμω και στεναγμω εκ κόπων. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και αύτη κοινωνός σου και γυνή διαθήκης σου. α εμίσουν.17 Οι παροξύναντες τον Θεόν εν τοις λόγοις υμών και είπατε· εν τίνι παρωξύναμεν αυτόν. και επετήδευσεν εις θεούς αλλοτρίους. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1416 . και φυλάξασθε εν τω πνεύματι υμών και ου μη εγκαταλίπητε. 8 υμείς δε εξεκλίνατε εκ της οδού και ησθενήσατε πολλούς εν νόμω. διότι άγγελος Κυρίου παντοκράτορός εστιν. έως και ταπεινωθή εκ σκηνωμάτων Ιακώβ και εκ προσαγόντων θυσίαν τω Κυρίω παντοκράτορι. διεφθείρατε την διαθήκην του Λευί. 12 εξολοθρεύσει Κύριος τον άνθρωπον τον ποιούντα ταύτα. 5 η διαθήκη μου ην μετ ‘ αυτού της ζωής και της ειρήνης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τα πρόσωπα υμών. ένυστρον εορτών υμών. έτι άξιον επιβλέψαι εις θυσίαν ή λαβείν δεκτόν εκ των χειρών υμών. και υπόλειμμα πνεύματος αυτού. και έδωκα αυτω εν φόβω φοβείσθαί με και από προσώπου ονόματός μου στέλλεσθαι αυτόν. 10 Ουχί πατήρ εις πάντων υμών. 9 καγώ δέδωκα υμάς εξουδενουμένους και απερριμμένους εις πάντα τα έθνη. ην εγκατέλιπες. και φυλάξασθε εν τω πνεύματι υμών. καλόν ενώπιον Κυρίου. τι ότι εγκατέλιπε έκαστος τον αδελφόν αυτού του βεβηλώσαι την διαθήκην των πατέρων υμών. 6 νόμος αληθείας ην εν τω στόματι αυτού. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και εν αυτοίς αυτός ευδόκησε· και που εστιν ο Θεός της δικαιοσύνης. 15 και ουκ άλλος εποίησε. και καλύψει ασέβεια επί τα ενθυμήματά σου. ότι Κύριος διεμαρτύρατο αναμέσον σου και αναμέσον γυναικός νεότητός σου. ανθ ‘ ων υμείς ουκ εφυλάξασθε τας οδούς μου. εν οίς ηγάπησε. και αδικία ουχ ευρέθη εν χείλεσιν αυτού· εν ειρήνη κατευθύνων επορεύθη μετ ‘ εμού και πολλούς επέστρεψεν από αδικίας. και είπατε· τι άλλο αλλ ‘ ή σπέρμα ζητεί ο Θεός. ουχί Θεός εις έκτισεν υμάς. και γυναίκα νεότητός σου μη εγκαταλίπης· 16 αλλά εάν μισήσας εξαποστείλης. λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ. 7 ότι χείλη ιερέως φυλάξεται γνώσιν. 13 και ταύτα. . αλλά ελαμβάνετε πρόσωπα εν νόμω. και βδέλυγμα εγένετο εν τω Ισραήλ και εν Ιερουσαλήμ. και λήψομαι υμάς εις το αυτό· 4 και επιγνώσεσθε διότι εγώ εξαπέσταλκα προς υμάς την εντολήν ταύτην του είναι την διαθήκην μου προς τους Λευίτας.

και επιστραφήσομαι προς υμάς. 4 και αρέσει τω Κυρίω θυσία Ιούδα και Ιερουσαλήμ. διότι αυτός εισπορεύεται ως πυρ χωνευτηρίου και ως ποιά πλυνόντων. ή τις υποστήσεται εν τη οπτασία αυτού. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και είπατε· εν τίνι επιστρέψομεν. ον υμείς θέλετε· ιδού έρχεται. και έσται η διαρπαγή αυτού εν τω οίκω αυτού. και ο άγγελος της διαθήκης. ον υμείς ζητείτε. 8 μήτι πτερνιεί άνθρωπος Θεόν. 11 και διαστελώ υμίν εις βρώσιν και ου μη διαφθείρω υμών τον καρπόν της γης. και ουκ ηλλοίωμαι· 7 και υμείς οι υιοί Ιακώβ ουκ απέχεσθε από των αδικιών των πατέρων υμών. και εξαίφνης ήξει εις τον ναόν εαυτού Κύριος. 6 Διότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 12 και μακαριούσιν υμάς πάντα τα έθνη. εάν μη ανοίξω υμίν τους καταρράκτας του ουρανού και εκχεώ την ευλογίαν μου υμίν έως του ικανωθήναι. λέγει Κύριος παντοκράτωρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΑΛΑΧΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΙΔΟΥ εγώ εξαποστέλλω τον άγγελόν μου. 3 και καθιείται χωνεύων και καθαρίζων ως το αργύριον και ως το χρυσίον· και καθαρίσει τους υιούς Λευί και χεεί αυτούς ωσπερ το χρυσίον και το αργύριον· και έσονται τω Κυρίω προσάγοντες θυσίαν εν δικαιοσύνη. και ερείτε· εν τίνι επτερνίσαμέν σε. ότι τα επιδέκατα και αι απαρχαί μεθ ‘ υμών εισι· 9 και αποβλέποντες υμείς αποβλέπετε. και εμέ υμείς πτερνίζετε· το έτος συνετελέσθη. επιστρέψατε προς με. επιστρέψατε δη εν τούτω. διότι έσεσθε υμείς γη θελητή. και ου μη ασθενήση υμών η άμπελος η εν τω αγρω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1417 . 10 και εισηνέγκατε πάντα τα εκφόρια εις τους θησαυρούς. εξεκλίνατε νόμιμά μου και ουκ εφυλάξασθε. διότι υμείς πτερνίζετέ με. και επιβλέψεται οδόν προ προσώπου μου. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 5 και προσάξω προς υμάς εν κρίσει και έσομαι μάρτυς ταχύς επί τας φαρμακούς και επί τας μοιχαλίδας και επί τους ομνύοντας τω ονόματί μου επί ψεύδει και επί τους αποστερούντας μισθόν μισθωτού και τους καταδυναστεύοντας χήραν και τους κονδυλίζοντας ορφανούς και τους εκκλίνοντας κρίσιν προσηλύτου και τους μη φοβουμένους με. 2 και τις υπομενεί ημέραν εισόδου αυτού. καθώς αι ημέραι του αιώνος και καθώς τα έτη τα έμπροσθεν.

και ου μη υπολειφθή εξ αυτών ρίζα ουδέ κλήμα. και εξελεύσεσθε και σκιρτήσετε ως μοσχάρια εκ δεσμών ανειμένα. 2 και ανατελεί υμίν τοις φοβουμένοις το όνομά μου ήλιος δικαιοσύνης και ίασις εν ταις πτέρυξιν αυτού. γ 1 19-24) ΔΙΟΤΙ ιδού ημέρα Κυρίου έρχεται καιομένη ως κλίβανος και φλέξει αυτούς. 15 και νυν ημείς μακαρίζομεν αλλοτρίους. 16 ταύτα κατελάλησαν οι φοβούμενοι τον Κύριον. και ανοικοδομούνται πάντες ποιούντες άνομα και αντέστησαν τω Θεω και εσώθησαν. ην εγώ ποιώ εις περιποίησιν. μη ελθών πατάξω την γην άρδην. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. έκαστος προς τον πλησίον αυτού· και προσέσχε Κύριος και εισήκουσε και έγραψε βιβλίον μνημοσύνου ενώπιον αυτού τοις φοβουμένοις τον Κύριον και ευλαβουμένοις το όνομα αυτού. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1418 . πριν ή ελθείν την ημέραν Κυρίου την μεγάλην και επιφανή. διότι έσονται σποδός υποκάτω των ποδών υμών εν τη ημέρα. 3 και καταπατήσετε ανόμους. ή εγώ ποιώ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και είπατε· εν τίνι κατελαλήσαμεν κατά σου. και έσονται πάντες οι αλλογενείς και πάντες οι ποιούντες άνομα καλάμη. εις ημέραν. καθότι ενετειλάμην αυτω εν Χωρήβ προς πάντα τον Ισραήλ προστάγματα και δικαιώματα. 14 είπατε· μάταιος ο δουλεύων Θεω. και αιρετιώ αυτούς ον τρόπον αιρετίζει άνθρωπος τον υιόν αυτού τον δουλεύοντα αυτω. λέγει Κύριος. 5 ος αποκαταστήσει καρδίαν πατρός προς υιόν και καρδίαν ανθρώπου προς τον πλησίον αυτού. και τι πλέον ότι εφυλάξαμεν τα φυλάγματα αυτού και διότι επορεύθημεν ικέται προ προσώπου Κυρίου παντοκράτορος. και ανάψει αυτούς η ημέρα η ερχομένη. 6 μνήσθητι νόμου Μωσή του δούλου μου. 17 και έσονταί μοι. 18 και επιστραφήσεσθε και όψεσθε αναμέσον δικαίου και αναμέσον ανόμου και αναμέσον του δουλεύοντος Θεω και του μη δουλεύοντος. 4 και ιδού εγώ αποστελώ υμίν ‘Ηλίαν τον Θεσβίτην. ΜΑΛΑΧΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ (Μασ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 Εβαρύνατε επ ‘ εμέ τους λόγους υμών.

17 μάθετε καλόν ποιείν. και εάν πληθύνητε την δέησιν. σπέρμα πονηρόν. ως πόλις πολιορκουμένη· 9 και ει μη Κύριος σαβαώθ εγκατέλιπεν ημίν σπέρμα. 3 έγνω βούς τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αυτού· Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός με ου συνήκεν. 8 εγκαταλειφθήσεται η θυγάτηρ Σιών ως σκηνή εν αμπελώνι και ως οπωροφυλάκιον εν σικυηράτω. λέγει Κύριος· πλήρης ειμί ολοκαυτωμάτων κριών. οί εβασίλευσαν της Ιουδαίας. λαός πλήρης αμαρτιών. και στέαρ αρνών και αίμα ταύρων και τράγων ου βούλομαι. 4 ουαί έθνος αμαρτωλόν. αυτοί δε με ηθέτησαν. αι πόλεις υμών πυρίκαυστοι· την χώραν υμών ενώπιον υμών αλλότριοι κατεσθίουσι αυτήν. παύσασθε από των πονηριών υμών. υιοί άνομοι· εγκατελίπατε τον Κύριον και παρωργίσατε τον άγιον του Ισραήλ. ουκ εισακούσομαι υμών· αι γαρ χείρες υμών αίματος πλήρεις. πάσα κεφαλή εις πόνον και πάσα καρδία εις λύπην. τις γαρ εξεζήτησε ταύτα εκ των χειρών υμών. ην είδεν Ησαϊας υιος Αμώς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΟΡΑΣΙΣ. 2 Άκουε ουρανέ και ενωτίζου γη. αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου. 11 τι μοι πλήθος των θυσιών υμών. αποστρέψω τους οφθαλμούς μου αφ ‘ υμών. 5 τι έτι πληγήτε προστιθέντες ανομίαν. 12 ουδέ αν έρχησθε οφθήναι μοι. ούτε τραύμα ούτε μώλωψ ούτε πληγή φλεγμαίνουσα· ουκ έστιν μάλαγμα επιθήναι ούτε έλαιον ούτε καταδέσμους.10 Ακούσατε λόγον Κυρίου. βδέλυγμά μοί εστι· τας νουμηνίας υμών και τα σάββατα και ημέραν μεγάλην ουκ ανέχομαι· νηστείαν και αργίαν 14 και τας νουμηνίας υμών και τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή μου· εγενήθητέ μοι εις πλησμονήν. 7 η γη υμών έρημος. 15 όταν εκτείνητε τας χείρας υμών προς με. 16 λούσασθε και καθαροί γίνεσθε. άρχοντες Σοδόμων· προσέχετε νόμον Θεού λαός Γομόρρας. και ηρήμωται κατεστραμμένη υπό λαών αλλοτρίων. 6 από ποδών έως κεφαλής ουκ έστιν εν αυτω ολοκληρία. πατείν την αυλήν μου 13 ου προσθήσεσθαι· εάν φέρητε σεμίδαλιν. ην είδε κατά της Ιουδαίας και κατά Ιερουσαλήμ εν βασιλεία ‘Οζίου και Ιωάθαμ και Άχαζ και Εζεκίου. ως Σόδομα αν εγενήθημεν και ως Γόμορρα αν ωμοιώθημεν. . ότι Κύριος ελάλησεν· υιούς εγέννησα και ύψωσα. μάταιον· θυμίαμα. ουκέτι ανήσω τας αμαρτίας υμών. εκζητήσατε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1419 .

εάν δε ώσιν ως κόκκινον. α αυτοί ηβούλοντο. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ησαϊαν υιόν Αμώς περί της Ιουδαίας και περί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1420 . 25 και επάξω την χείρά μου επί σε και πυρώσω σε εις καθαρόν. και επαισχυνθήσονται επί τοις κήποις αυτών. μητρόπολις πιστή Σιών. 21 Πως εγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών. νυν δε φονευταί. μάχαιρα υμάς κατέδεται· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα. πλήρης κρίσεως. ως χιόνα λευκανώ. και κατακαυθήσονται οι άνομοι και οι αμαρτωλοί άμα. λέγει Κύριος· και εάν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν. 24 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο δεσπότης σαβαώθ. διώκοντες ανταπόδομα. κρίνατε ορφανω και δικαιώσατε χήραν· 18 και δεύτε διαλεχθώμεν. 29 διότι αισχυνθήσονται εν τοις ειδώλοις αυτών. και οι εγκαταλιπόντες τον Κύριον συντελεσθήσονται. 22 το αργύριον υμών αδόκιμον· οι κάπηλοί σου μίσγουσι τον οίνον ύδατι· 23 οι άρχοντές σου απειθούσι. 28 και συντριβήσονται οι άνομοι και οι αμαρτωλοί άμα. ως έριον λευκανώ. κοινωνοί κλεπτών αγαπώντες δώρα. τα αγαθά της γης φάγεσθε· 20 εάν δε μη θέλητε. ορφανοίς ου κρίνοντες και κρίσιν χηρών ου προσέχοντες. 26 και επιστήσω τους κριτάς σου ως το πρότερον και τους συμβούλους σου ως το απ ‘ αρχής· και μετά ταύτα κληθήση πόλις δικαιοσύνης. 27 μετά γαρ κρίματος σωθήσεται η αιχμαλωσία αυτής και μετά ελεημοσύνης. τους δε απειθούντας απολέσω και αφελώ πάντας ανόμους από σου και πάντας υπηφάνους ταπεινώσω. ο δυνάστης του Ισραήλ· ουαί τοις ισχύουσιν εν Ιερουσαλήμ· ου παύσεται γαρ μου ο θυμός εν τοις υπεναντίοις. και κρίσιν εκ των εχθρών μου ποιήσω. 30 έσονται γαρ ως τερέβινθος αποβεβληκυία τα φύλλα και ως παράδεισος ύδωρ μη έχων· 31 και έσται η ισχύς αυτών ως καλάμη στιππύου και αι εργασίαι αυτών ως σπινθήρες πυρός. εν ή δικαιοσύνη εκοιμήθη εν αυτη. 19 και εάν θέλητε και εισακούσητέ μου. μηδέ εισακούσητέ μου. ρύσασθε αδικούμενον. α επεθύμησαν. και ουκ έσται ο σβέσων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κρίσιν.

ο οίκος Ιακώβ. 6 ανήκε γαρ τον λαόν αυτού τον οίκον του Ισραήλ. και ουκ ην αριθμός των θησαυρών αυτών· και ενεπλήσθη η γη ίππων. και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη. και πορευσόμεθα εν αυτη· εκ γαρ Σιών εξελεύσεται νόμος και λόγος Κυρίου εξ Ιερουσαλήμ. και ουκ ην αριθμός των αρμάτων αυτών· 8 και ενεπλήσθη η γη βδελυγμάτων των έργων των χειρών αυτών. ως η των αλλοφύλων. οίς εποίησαν οι δάκτυλοι αυτών· 9 και έκυψεν άνθρωπος. και τέκνα πολλά αλλόφυλα εγενήθη αυτοίς. 4 και κρινεί αναμέσον των εθνών και ελέγξει λαόν πολύν.5 Και νυν. και ου μη μάθωσιν έτι πολεμείν. και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη. 12 ημέρα γαρ Κυρίου σαβαώθ επί πάντα υβριστήν και υπερήφανον και επί πάντα υψηλόν και μετέωρον. όταν αναστη θραύσαι την γην. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 Ότι έσται εν ταις εσχάταις ημέραις εμφανές το όρος Κυρίου και ο οίκος του Θεού επ ‘ άκρων των ορέων και υψωθήσεται υπεράνω των βουνών· και ήξουσιν επ ‘ αυτό πάντα τα έθνη. ότι ενεπλήσθη ως το απ ‘ αρχής η χώρα αυτών κληδονισμών. 18 και τα χειροποίητα πάντα κατακρύψουσιν. 11 οι γαρ οφθαλμοί Κυρίου υψηλοί. ο δε άνθρωπος ταπεινός· και ταπεινωθήσεται το ύψος των ανθρώπων. και εταπεινώθη ανήρ. και ταπεινωθήσονται. 13 και επί πάσαν κέδρον του Λιβάνου των υψηλών και μετεώρων και επί παν δένδρον βαλάνου Βασάν 14 και επί παν υψηλόν όρος και επί πάντα βουνόν υψηλόν 15 και επί πάντα πύργον υψηλόν και επί παν τείχος υψηλόν 16 και επί παν πλοίον θαλάσσης και επί πάσαν θέαν πλοίων κάλλους. α εποίησαν προσκυνείν. . 20 τη γαρ ημέρα εκείνη εκβαλεί άνθρωπος τα βδελύγματα αυτού τα αργυρά και τα χρυσά. όταν αναστη θραύσαι την γην. και αναγγελεί ημίν την οδόν αυτού. και πεσείται ύψος ανθρώπων. 10 και νυν εισέλθετε εις τας πέτρας και κρύπτεσθε εις την γην από προσώπου του φόβου Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού. και ου λήψεται έθνος επ ‘ έθνος μάχαιραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Ιερουσαλήμ. τοις ματαίοις και ταις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1421 . δεύτε πορευθώμεν τω φωτί Κυρίου. 3 και πορεύσονται έθνη πολλά και ερούσι· δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ. 7 ενεπλήσθη γαρ η χώρα αυτών αργυρίου και χρυσίου. και ου μη ανήσω αυτούς. και συγκόψουσι τας μαχαίρας αυτών εις άροτρα και τας ζιβύνας αυτών εις δρέπανα. 17 και ταπεινωθήσεται πας άνθρωπος. και προσεκύνησαν. 19 εισενέγκαντες εις τα σπήλαια και εις τας σχισμάς των πετρών και εις τας τρώγλας της γης από προσώπου του φόβου Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού.

και εμπαίκται κυριεύσουσιν αυτών. 7 και αποκριθείς εν τη ημέρα εκείνη ερεί· ουκ έσομαί σου αρχηγός· ου γαρ έστιν εν τω οίκω μου άρτος. 2 γίγαντα και ισχύοντα και άνθρωπον πολεμιστήν και δικαστήν και προφήτην και στοχαστήν και πρεσβύτερον 3 και πεντηκόνταρχον και θαυμαστόν σύμβουλον και σοφόν αρχιτέκτονα και συνετόν ακροατήν· 4 και επιστήσω νεανίσκους άρχοντας αυτών. ο άτιμος προς τον έντιμον. και οι απαιτούντες κυριεύουσιν υμών· λαός μου. 12 λαός μου. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΙΔΟΥ δη ο δεσπότης Κύριος σαβαώθ αφελεί από της Ιουδαίας και από Ιερουσαλήμ ισχύοντα και ισχύουσαν. 8 ότι αινείται Ιερουσαλήμ. 5 και συμπεσείται ο λαός. ουαί τη ψυχή αυτών. ότι δύσχρηστος ημίν εστι· τοίνυν τα γεννήματα των έργων αυτών φάγονται. οι πράκτορες υμών καλαμώνται υμάς. ισχύν άρτου και ισχύν ύδατος. 13 αλλά νυν καταστήσεται εις κρίσιν Κύριος και στήσει εις κρίσιν τον λαόν αυτού· 14 αυτός Κύριος εις κρίσιν ήξει μετά των πρεσβυτέρων του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1422 . και αι γλώσσαι αυτών μετά ανομίας. οι μακαρίζοντες υμάς πλανώσιν υμάς και τον τρίβον των ποδών υμών ταράσσουσιν. 6 ότι επιλήψεται άνθρωπος του αδελφού αυτού ή του οικείου του πατρός αυτού λέγων· ιμάτιον έχεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νυκτερίσι. άνθρωπος προς άνθρωπον και άνθρωπος προς τον πλησίον αυτού· πρσκόψει το παιδίον προς τον πρεσβύτην. αρχηγός ημών γενού. και η Ιουδαία συμπέπτωκε. 9 και η αισχύνη του προσώπου αυτών αντέστη αυτοίς· την δε αμαρτίαν αυτών ως Σοδόμων ανήγγειλαν και ενεφάνισαν. διότι βεβούλευνται βουλήν πονηράν καθ ‘ εαυτών 10 ειπόντες· δήσωμεν τον δίκαιον. 21 του εισελθείν εις τας τρώγλας της στερεάς πέτρας και εις τας σχισμάς των πετρών από προσώπου του φόβου Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού. 11 ουαί τω ανόμω· πονηρά κατά τα έργα των χειρών αυτού συμβήσεται αυτω. ουδέ ιμάτιον· ουκ έσομαι αρχηγός του λαού τούτου. και το βρώμα το εμόν υπό σε έστω. όταν αναστη θραύσαι την γην. τα προς Κύριον απειθούντες· διότι νυν εταπεινώθη η δόξα αυτών.

και οι ισχύοντες υμών μαχαίρα πεσούνται. και Κύριος αποκαλύψει το σχήμα αυτών 18 εν τη ημέρα εκείνη και αφελεί Κύριος την δόξαν του ιματισμού αυτών και τους κόσμους αυτών και τα εμπλόκια και τους κοσύμβους και τους μηνίσκους 19 και το κάθεμα και τον κόσμον του προσώπου αυτών 20 και την σύνθεσιν του κόσμου της δόξης και τους χλιδώνας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαού και μετά των αρχόντων αυτού. 15 τι υμείς αδικείτε τον λαόν μου και το πρόσωπον των πτωχών καταισχύνετε. . και καταλειφθήση μόνη και εις την γην εδαφισθήση. Και ταπεινωθήσονται 26 και πενθήσουσιν αι θήκαι του κόσμου υμών. 25 και ο υιος σου ο κάλλιστος. και αντί ζώνης σχοινίω ζώση και αντί του κόσμου της κεφαλής του χρυσίου φαλάκρωμα έξεις δια τα έργα σου και αντί του χιτώνος του μεσοπορφύρου περιζώση σάκκον. 17 και ταπεινώσει ο Θεός αρχούσας θυγατέρας Σιών. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ επιλήψονται επτά γυναίκες ανθρώπου ενός λέγουσαι· τον άρτον ημών φαγόμεθα και τα ιμάτια ημών περιβαλούμεθα πλήν το όνομα το σόν κεκλήσθω εφ ‘ ημάς. υμείς δε τι ενεπυρίσατε τον αμπελώνά μου και η αρπαγή του πτωχού εν τοις οίκοις υμών. ον αγαπάς. άφελε τον ονειδισμόν ημών. συν χρυσω και υακίνθω συγκαθυφασμένα και θέριστρα κατάκλιτα. μαχαίρα πεσείται.2 Τη δε ημέρα εκείνη επιλάμψει ο Θεός εν βουλή μετά δόξης επί της γης του υψώσαι και δοξάσαι το καταλειφθέν του Ισραήλ· 3 και έσται το υπολειφθέν εν Σιών. 16 Τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων υψώθησαν αι θυγατέρες και επορεύθησαν υψηλω τραχήλω και εν νεύμασιν οφθαλμών και τη πορεία των ποδών άμα σύρουσαι τους χιτώνας και τοις ποσίν άμα παίζουσαι. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1423 . και τα ψέλια και το εμπλόκιον και τα περιδέξια και τους δακτυλίους και τα ενώτια 21 και τα περιπόρφυρα και τα μεσοπόρφυρα 22 και τα επιβλήματα τα κατά την οικίαν και τα διαφανή Λακωνικά 23 και τα βύσσινα και τα υακίνθινα και τα κόκκινα και την βύσσον. 24 και έσται αντί οσμής ηδείας κονιορτός.

ίνα του πλησίον αφέλωνταί τι. 10 ου γαρ εργώνται δέκα ζεύγη βοών. και πάση τη δόξη σκεπασθήσεται· 6 και έσται εις σκιάν από καύματος και εν σκέπη και εν αποκρύφω από σκληρότητος και υετού. οι ενοικούντες εν Ιερουσαλήμ και άνθρωπος του Ιούδα. 7 ο γαρ αμπελών Κυρίου σαβαώθ οίκος του Ισραήλ εστι και άνθρωπος του Ιούδα νεόφυτον ηγαπημένον· έμεινα του ποιήσαι κρίσιν. 5 και ήξει. ποιήσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1424 . εποίησε δε ακάνθας. 8 Ουαί οι συνάπτοντες οικίαν προς οικίαν και αγρόν προς αγρόν εγγίζοντες. πάντες οι γραφέντες εις ζωήν εν Ιερουσαλήμ· 4 ότι εκπλυνεί Κύριος τον ρύπον των υιών και των θυγατέρων Σιών και το αίμα εκκαθαριεί εκ μέσου αυτών εν πνεύματι κρίσεως και πνεύματι καύσεως. 9 ηκούσθη γαρ εις τα ώτα Κυρίου σαβαώθ ταύτα· εάν γαρ γένωνται οικίαι πολλαί. 3 και νυν. και αναβήσονται εις αυτόν ως εις χέρσον άκανθαι· και ταις νεφέλαις εντελούμαι του μη βρέξαι εις αυτόν υετόν. διότι έμεινα του ποιήσαι σταφυλήν. και καθελώ τον τοίχον αυτού και έσται εις καταπάτημα· 6 και ανήσω τον αμπελωνά μου και ου τμηθή ουδέ μη σκαφή. 2 και φραγμόν περιέθηκα και εχαράκωσα και εφύτευσα άμπελον Σωρήχ και ωκοδόμησα πύργον εν μέσω αυτού και προλήνιον ώρυξα εν αυτω· και έμεινα του ποιήσαι σταφυλήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το καταλειφθέν εν Ιερουσαλήμ άγιοι κληθήσονται. 4 τι ποιήσω έτι τω αμπελώνί μου και ουκ εποίησα αυτω. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΑΣΩ δη τω ηγαπημένω άσμα του αγαπητού μου τω αμπελώνί μου. εν τόπω πίονι. εποίησε δε ανομίαν και ου δικαιοσύνην. κρίνατε εν εμοί και αναμέσον του αμπελώνός μου. εποίησε δε ακάνθας. εις έρημον έσονται μεγάλαι και καλαί. και έσται πας τόπος τους όρους Σιών και πάντα τα περικύκλω αυτής σκιάσει νεφέλη ημέρας και ως καπνού και ως φωτός πυρός καιομένου νυκτός. αλλά κραυγήν. αμπελών εγενήθη τω ηγαπημένω εν κέρατι. 5 νυν δε αναγγελώ υμίν τι εγώ ποιήσω τω αμπελώνί μου· αφελώ τον φραγμόν αυτού και έσται εις διαρπαγήν. και ουκ έσονται οι ενοικούντες εν αυταίς. μη οικήσετε μόνοι επί της γης.

και παρωξύνθη τα όρη. και καταβήσονται οι ένδοξοι και οι μεγάλοι και οι πλούσιοι και οι λοιμοί αυτής. 26 τοιγαρούν αρεί σύσσημον εν τοις έθνεσι τοις μακράν και συριεί αυτούς απ ‘ άκρου της γης. και πλήθος εγενήθη νεκρών δια λιμόν και δίψος ύδατος. 24 δια τούτο ον τρόπον καυθήσεται καλάμη υπό άνθρακος πυρός και συγκαυθήσεται υπό φλογός ανειμένης. οι τιθέντες το πικρόν γλυκύ και το γλυκύ πικρόν. 23 οι δικαιούντες τον ασεβή ένεκεν δώρων και το δίκαιον του δικαίου αίροντες. ουδέ μη ραγώσιν οι ιμάντες των υποδημάτων αυτών· 28 ων τα βέλη οξέα εστί και τα τόξα αυτών εντεταμένα. και ιδού ταχύ κούφως έρχονται· 27 ου πεινάσουσιν ουδέ κοπιάσουσιν ουδέ νυστάξουσιν ουδέ κοιμηθήσονται. 13 τοίνυν αιχμάλωτος ο λαός μου εγενήθη δια το μη ειδέναι αυτούς τον Κύριον. 20 Ουαί οι λέγοντες το πονηρόν καλόν και το καλόν πονηρόν. 21 Ουαί οι συνετοί εαυτοίς και ενώπιον αυτών επιστήμονες. 11 Ουαί οι εγειρόμενοι το πρωϊ. οι πόδες των ίππων αυτών ως στερεά πέτρα ελογίσθησαν. 17 και βοσκηθήσονται οι διηρπασμένοι ως ταύροι. ουδέ λύσουσι τας ζώνας αυτών από της οσφύος αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κεράμιον εν. 16 και υψωθήσεται Κύριος σαβαώθ εν κρίματι. και οι οφθαλμοί οι μετέωροι ταπεινωθήσονται. 12 μετά γαρ κιθάρας και ψαλτηρίου και τυμπάνων και αυλών τον οίνον πίνουσι. 25 και εθυμώθη οργή Κύριος σαβαώθ επί τον λαόν αυτού. και επέβαλε την χείρα αυτού επ ‘ αυτούς και επάταξεν αυτούς. 14 και επλάτυνεν ο άδης την ψυχήν αυτού και διήνοιξε το στόμα αυτού του μη διαλιπείν. 22 ουαί οι ισχύοντες υμών. και τας ερήμους των απειλημμένων άρνες φάγονται. και ο Θεός ο άγιος δοξασθήσεται εν δικαιοσύνη. οι τιθέντες το σκότος φως και το φως σκότος. και εν πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός αυτού. αλλά το λόγιον του αγίου Ισραήλ παρώξυναν. και ο σπείρων αρτάβας εξ ποιήσει μέτρα τρία. οι πίνοντες τον οίνον και οι δυνάσται οι κεραννύντες τα σίκερα. ίνα ίδωμεν. και εγενήθη τα θνησιμαία αυτών ως κοπρία εν μέσω οδού. οι τροχοί των αρμάτων αυτών ως καταιγίς. και τα σίκερα διώκοντες. τα δε έργα Κυρίου ουκ εμβλέπουσι και τα έργα των χειρών αυτού ου κατανοούσι. αλλά έτι χείρ υψηλή. ίνα γνώμεν. 15 και ταπεινωθήσεται άνθρωπος. 18 ουαί οι επισπώμενοι τας αμαρτίας ως σχοινίω μακρω και ως ζυγού ιμάντι δαμάλεως τας ανομίας. οι μένοντες το οψέ· ο γαρ οίνος αυτούς συγκαύσει. 19 οι λέγοντες· το τάχος εγγισάτω α ποιήσει. η ρίζα αυτών ως χνούς έσται και το άνθος αυτών ως κονιορτός αναβήσεται· ου γαρ ηθέλησαν τον νόμον Κυρίου σαβαώθ. και ελθάτω η βουλή του αγίου Ισραήλ. 29 ορμώσιν ως λέοντες και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1425 . και ατιμασθήσεται ανήρ.

και ταις μεν δυσί κατεκάλυπτον το πρόσωπον. ότι κατανένυγμαι. ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχων. 6 και απεστάλη προς με εν των Σεραφίμ. είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου. ταις δε δυσί κατεκάλυπτον τους πόδας και ταις δυσίν επέταντο. άγιος Κύριος σαβαώθ. και πληθυνθήσονται οι εγκαταλειφθέντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1426 . και επιστρέψωσι. 8 και ήκουσα της φωνής Κυρίου λέγοντος· τίνα αποστείλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρέστηκαν ως σκύμνοι λέοντος· και επιλήψεται και βοήσει ως θηρίον και εκβαλεί. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο του ενιαυτού. εξ πτέρυγες τω ενί και εξ πτέρυγες τω ενί. 9 και είπε· πορεύθητι και ειπόν τω λαω τούτω· ακοή ακούσετε και ου μη συνήτε και βλέποντες βλέψετε και ου μη ίδητε· 10 επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου. 30 και βοήσει δι ‘ αυτούς τη ημέρα εκείνη ως φωνή θαλάσσης κυμαινούσης· και εμβλέψονται εις την γην. ου απέθανεν ‘Οζίας ο βασιλεύς. και ο οίκος επλήσθη καπνού. εν μέσω λαού ακάθαρτα χείλη έχοντος εγώ οικώ και τον βασιλέα Κύριον σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου. 3 και εκέκραγεν έτερος προς τον έτερον και έλεγον· άγιος. 12 και μετά ταύτα μακρυνεί ο Θεός τους ανθρώπους. 7 και ήψατο του στόματός μου και είπεν· ιδού ήψατο τούτο των χειλέων σου και αφελεί τας ανομίας σου και τας αμαρτίας σου περικαθαριεί. 4 και επήρθη το υπέρθυρον από της φωνής. και είπα· ιδού εγώ ειμι· απόστειλόν με. και πλήρης ο οίκος της δόξης αυτού. και ιάσομαι αυτούς. και είπεν· έως αν ερημωθώσι πόλεις παρά το μη κατοικείσθαι και οίκοι παρά το μη είναι ανθρώπους. πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού. ης εκέκραγον. και εν τη χειρί είχεν άνθρακα. 11 και είπα· έως πότε Κύριε. και τις πορεύσεται προς τον λαόν τούτον. 5 και είπον· ω τάλας εγώ. και ουκ έσται ο ρυόμενος αυτούς. και ιδού σκότος σκληρόν εν τη απορία αυτών. και η γη καταλειφθήσεται έρημος. 2 και Σεραφίμ ειστήκεισαν κύκλω αυτού. ον τη λαβίδι έλαβεν από του θυσιαστηρίου. και τοις ωσίν αυτών βαρέως ήκουσαν και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν μήποτε ίδωσι τοις οφθαλμοίς και τοις ωσίν ακούσωσι και τη καρδία συνώσι. άγιος.

και τέξεται υιόν. αποστρέψομεν αυτούς προς ημάς και βασιλεύσομεν αυτοίς τον υιόν Ταβεήλ· 7 τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· ου μη μείνη η βουλή αύτη ουδέ έσται· 8 αλλ ‘ η κεφαλή Αράμ Δαμασκός και η κεφαλή Δαμασκού Ρασείμ . 13 και είπεν· ακούσατε δη.αλλ ‘ έτι εξήκοντα και πέντε ετών εκλείψει η βασιλεία Εφραίμ από λαού . ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο εν ταις ημέραις Άχαζ του Ιωάθαμ του υιού ‘Οζίου βασιλέως Ιούδα. ανέβη Ρασείμ βασιλεύς Αράμ και Φακεέ υιος Ρομελίου βασιλεύς Ισραήλ επί Ιερουσαλήμ πολεμήσαι αυτήν και ουκ ηδυνήθησαν πολιορκήσαι αυτήν. 14 δια τούτο δώσει Κύριος αυτός υμίν σημείον· ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει. 3 και είπε Κύριος προς ‘Ησαϊαν· έξελθε εις συνάντησιν Άχαζ συ και ο καταλειφθείς Ιασούβ ο υιος σου προς την κολυμβήθραν της άνω οδού του αγρού του κναφέως 4 και ερείς αυτω· φυλάξαι του ησυχάσαι και μη φοβού. ότι εβουλεύσαντο βουλήν πονηράν περί σου λέγοντες· 6 αναβησόμεθα εις την Ιουδαίαν και συλλαλήσαντες αυτοίς. και Πως Κυρίω παρέχετε αγώνα. ον τρόπον εν δρυμω ξύλον υπό πνεύματος σαλευθή. μηδέ η ψυχή σου ασθενείτω από των δύο ξύλων των δαλών των καπνιζομένων τούτων· όταν γαρ οργή του θυμού μου γένηται.9 και η κεφαλή Εφραίμ Σομόρων. 5 και ο υιος του Αράμ και ο υιος του Ρομελίου.10 Και προσέθετο Κύριος λαλήσαι τω Άχαζ λέγων· 11 αίτησαι σεαυτω σημείον παρά Κυρίου Θεού σου εις βάθος ή εις ύψος. ουδέ μη συνιήτε. εκλέξεται το αγαθόν· 16 διότι πριν ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1427 . οίκος Δαυίδ· μη μικρόν υμίν αγώνα παρέχειν ανθρώποις. 2 και ανηγγέλη εις τον οίκον Δαυίδ λέγων· συνεφώνησεν Αράμ προς τον Εφραίμ· και εξέστη η ψυχή αυτού και η ψυχή του λαού αυτού. και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ· 15 βούτυρον και μέλι φάγεται· πριν ή γνώναι αυτόν ή προελέσθαι πονηρά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί της γης· 13 και έτι επ ‘ αυτής έστι το επιδέκατον. . και πάλιν έσται εις προνομήν ως τερέβινθος και ως βάλανος. πάλιν ιάσομαι. 12 και είπεν Άχαζ· ου μη αιτήσω ουδ ‘ ου μη πειράσω Κύριον. όταν εκπέση εκ της θήκης αυτής. και η κεφαλή Σομόρων υιος του Ρομελίου· και εάν μη πιστεύσητε.

και εν γαστρί έλαβε και έτεκεν υιόν. 21 και έσται εν τη ημέρα εκείνη θρέψει άνθρωπος δάμαλιν βοών και δύο πρόβατα. ότι χέρσος και άκανθα έσται πάσα η γη. 17 αλλά επάξει ο Θεός επί σε και επί τον λαόν σου και επί τον οίκον του πατρός σου ημέρας. 19 και ελεύσονται πάντες και αναπαύσονται εν ταις φάραγξι της χώρας και εν ταις τρώγλαις των πετρών και εις τα σπήλαια και εις πάσαν ραγάδα και εν παντί ξύλω. λήψεται δύναμιν Δαμασκού και τα σκύλα Σαμαρείας έναντι βασιλέως Ασσυρίων. ό κυριεύει μέρος ποταμού Αιγύπτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γνώναι το παιδίον αγαθόν ή κακόν. ην συ φοβή. και τον πώγωνα αφελεί. ή εστιν εν χώρα Ασσυρίων. και είπε Κύριός μοι· κάλεσον τον όνομα αυτού Ταχέως σκύλευσον. 3 και προσήλθον προς την προφήτιν. τον Ουρίαν και Ζαχαρίαν υιόν Βαραχίου. 25 και παν όρος αροτριώμενον αροτριωθήσεται. βούτυρον και μέλι φάγεται πας ο καταλειφθείς επί της γης. γάλα. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς με· λάβε σεαυτω τόμον καινού μεγάλου και γράψον εις αυτόν γραφίδι ανθρώπου· του οξέως προνομήν ποιήσαι σκύλων· πάρεστι γαρ. 18 και έσται εν τη ημέρα εκείνη συριεί Κύριος μυίαις. την κεφαλήν και τας τρίχας των ποδών. εις χέρσον έσονται και εις άκανθαν· 24 μετά βέλους και τοξεύματος εισελεύσονται εκεί. 22 και έσται από του πλείστον ποιείν. 2 και μάρτυράς μοι ποίησον πιστούς ανθρώπους. απειθεί πονηρία του εκλέξασθαι το αγαθόν. 20 εν τη ημέρα εκείνη ξυρήσει Κύριος τω ξυρω τω μεγάλω και μεμεθυσμένω. ου εάν ώσι χίλιαι άμπελοι χιλίων σίκλων. και καταλειφθήσεται η γη. αι ούπω ήκασιν αφ ‘ ης ημέρας αφείλεν Εφραίμ από Ιούδα τον βασιλέα των Ασσυρίων. ό εστι πέραν του ποταμού βασιλέως Ασσυρίων. οξέως προνόμευσον· 4 διότι πριν ή γνώναι το παιδίον καλείν πατέρα ή μητέρα. 23 και έσται εν τη ημέρα εκείνη πας τόπος. και τη μελίσση. 5 και προσέθετο Κύριος λαλήσαί μοι έτι· 6 δια το μη βούλεσθαι τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1428 . και ου μη επέλθη εκεί φόβος· έσται γαρ από της χέρσου και ακάνθης εις βόσκημα προβάτου και καταπάτημα βοός. από προσώπου των δύο βασιλέων.

τον βασιλέα των Ασσυρίων και την δόξαν αυτού· και αναβήσεται επί πάσαν φάραγγα υμών και περιπατήσει επί παν τείχος υμών 8 και αφελεί από της Ιουδαίας άνθρωπον. αλλά βούλεσθαι έχειν τον Ρασείμ και τον υιόν Ρομελίου βασιλέα εφ ‘ υμών. θλίψις και στενοχωρία και σκότος. λυπηθήσεσθε και κακώς ερείτε τον άρχοντα και τα πάτρια. 11 Ούτω λέγει Κύριος· τη ισχυρά χειρί απειθούσι τη πορεία της οδού του λαού τούτου λέγοντες· 12 μήποτε είπητε σκληρόν· παν γαρ. και ουκ απορηθήσεται ο εν στενοχωρία ων έως καιρού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαόν τούτον το ύδωρ του Σιλωάμ το πορευόμενον ησυχή. και έσται η παρεμβολή αυτού ωστε πληρώσαι το πλάτος της χώρας σου· μεθ ‘ ημών ο Θεός. 19 και εάν είπωσι προς υμάς· ζητήσατε τους εγγαστριμύθους και τους από της γης φωνούντας. 14 και εάν επ ‘ αυτω πεποιθώς ης. 7 δια τούτο ιδού Κύριος ανάγει εφ ‘ υμάς το ύδωρ του ποταμού το ισχυρόν και το πολύ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1429 . και ιδού απορία στενή και σκότος. πάλιν ηττηθήσεσθε. ου μη εμμείνη εν υμίν. 20 νόμον γαρ εις βοήθειαν έδωκεν. ος δυνήσεται κεφαλήν άραι ή δυνατόν συντελέσασθαί τι. και έσται σημεία και τέρατα εν τω οίκω Ισραήλ παρά Κυρίου σαβαώθ. α μοι έδωκεν ο Θεός. έσται σοι εις αγίασμα και ουχ ως λίθου προσκόμματι συναντήσεσθε αυτω. και αναβλέψονται εις τον ουρανόν άνω. ό εάν είπη ο λαός ούτος. 15 δια τούτο αδυνατήσουσιν εν αυτοίς πολλοί και πεσούνται και συντριβήσονται. επακούσατε έως εσχάτου της γης. 18 ιδού εγώ και τα παιδία.16 Τότε φανεροί έσονται οι σφραγιζόμενοι τον νόμον του μη μαθείν. τους κενολογούντας. ουδέ ως πέτρας πτώματι· οι δε οίκοι Ιακώβ εν παγίδι. οί εκ της κοιλίας φωνούσιν. ισχυκότες ηττάσθε· εάν γαρ πάλιν ισχύσητε. ίνα είπωσιν ουχ ως το ρήμα τούτο. 9 γνώτε έθνη και ηττάσθε. . 17 και ερεί· μενώ τον Θεόν τον αποστρέψαντα το πρόσωπόν αυτού από του οίκου Ιακώβ και πεποιθώς έσομαι επ ‘ αυτω. σκληρόν εστι· τον δε φόβον αυτού ου μη φοβηθήτε. και εγγιούσι και αλώσονται άνθρωποι εν ασφαλεία. διασκεδάσει Κύριος. ος κατοικεί εν τω όρει Σιών. και λόγον ον αν είπητε. 21 και ήξει εφ ‘ υμάς σκληρά λιμός και έσται ως αν πεινάσητε. και αυτός έσται σου φόβος. και εν κοιλάσματι εγκαθήμενοι εν Ιερουσαλήμ. ωστε μη βλέπειν. περί ου ουκ έστι δώρα δούναι περί αυτού. ουδ ‘ ου μη ταραχθήτε· 13 Κύριον αυτόν αγιάσατε. 22 και εις την γην κάτω εμβλέψονται. ότι μεθ ‘ ημών ο Θεός. ουχί έθνος προς Θεόν αυτού εκζητήσουσι. τι εκζητούσι περί των ζώντων τους νεκρούς. 10 και ην αν βουλεύσησθε βουλήν.

15 και έσονται οι μακαρίζοντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1430 . 13 και ο λαός ουκ απεστράφη. επί πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός. 6 ότι παιδίον εγενήθη ημίν. ταχύ ποίει. και ήλθεν επί Ισραήλ. 7 μεγάλη η αρχή αυτού. πρεσβύτην και τους τα πρόσωπα θαυμάζοντας (αύτη η αρχή) και προφήτην διδάσκοντα άνομα (ούτος η ουρά).Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΤΟΥΤΟ πρώτον πίε. και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελός. η γη Νεφθαλίμ οδόν θαλάσσης και οι λοιποί οι την παραλίαν κατοικούντες και πέραν του Ιορδάνου. αλλά δεύτε λαξεύσωμεν λίθους και εκκόψωμεν συκαμίνους και κέδρους και οικοδομήσωμεν εαυτοίς πύργον. φως λάμψει εφ ‘ υμάς. 5 ότι πάσαν στολήν επισυνηγμένην δόλω και ιμάτιον μετά καταλλαγής αποτίσουσι και θελήσουσιν ει εγενήθησαν πυρίκαυστοι. θαυμαστός σύμβουλος. Θεός ισχυρός. έως επλήγη. τα μέρη της Ιουδαίας. και τον Κύριον ουκ εξεζήτησαν. 14 και αφείλε Κύριος από Ισραήλ κεφαλήν και ουράν. Γαλιλαία των εθνών. χώρα Ζαβουλών. ό κατήγαγες εν ευφροσύνη σου. αλλ ‘ έτι η χείρ υψηλή. τους κατεσθίοντας τον Ισραήλ όλω τω στόματι. και ευφρανθήσονται ενώπιόν σου ως οι ευφραινόμενοι εν αμήτω και ον τρόπον οι διαιρούμενοι σκύλα. ου η αρχή εγενήθη επί του ώμου αυτού. 2 ο λαός ο πορευόμενος εν σκότει. μέγαν και μικρόν εν μια ημέρα. 12 Συρίαν αφ ‘ ηλίου ανατολών και τους ΄Ελληνας αφ ‘ ηλίου δυσμών. 8 Θάνατον απέστειλε Κύριος επί Ιακώβ. 4 διότι αφήρηται ο ζυγός ο επ ‘ αυτών κείμενος και η ράβδος η επί του τραχήλου αυτών· την γαρ ράβδον των απαιτούντων διεσκέδασε Κύριος. άρχων ειρήνης. ως τη ημέρα τη επί Μαδιάμ. ειρήνην και υγίειαν αυτω. και της ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον επί τον θρόνον Δαυίδ και την βασιλείαν αυτού κατορθώσαι αυτήν και αντιλαβέσθαι αυτής εν κρίματι και εν δικαιοσύνη από του νυν και εις τον αιώνα· ο ζήλος Κυρίου σαβαώθ ποιήσει ταύτα. 11 και ράξει ο Θεός τους επανισταμένους επί όρος Σιών επ ‘ αυτούς και τους εχθρούς αυτών διασκεδάσει. πατήρ του μέλλοντος αιώνος· εγώ γαρ άξω ειρήνην επί τους άρχοντας. υιος και εδόθη ημίν. 3 το πλείστον του λαού. 9 και γνώσονται πας ο λαός του Εφραίμ και οι εγκαθήμενοι εν Σαμαρεία εφ ‘ ύβρει και υψηλή καρδία λέγοντες· 10 πλίνθοι πεπτώκασιν. ίδετε φως μέγα· οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου. εξουσιαστής.

η γαρ θλίψις υμίν πόρρωθεν ήξει· και προς τίνα καταφεύξεσθε του βοηθηθήναι. αλλ ‘ έτι η χείρ υψηλή. 5 ουαί Ασσυρίοις· η ράβδος του θυμού μου και οργής εστιν εν ταις χερσίν αυτών. επί πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός. ωστε είναι αυτοίς χήραν εις διαρπαγήν και ορφανόν εις προνομήν. 18 δια θυμόν οργής Κυρίου συγκέκαυται η γη όλη. 3 και τι ποιήσουσιν εν τη ημέρα της επισκοπής. επί τούτοις πάσιν ουκ απεστράφη ο θυμός. και που καταλείψετε την δόξαν υμών 4 του μη εμπεσείν εις επαγωγήν. 7 αυτός δε ουχ ούτως ενεθυμήθη και τη ψυχή ουχ ούτως λελόγισται. 9 και ερεί· ουκ έλαβον την χώραν την επάνω Βαβυλώνος και Χαλάνης. και έσται ο λαός ως κατακεκαυμένος υπό πυρός· άνθρωπος τον αδελφόν αυτού ουκ ελεήσει. και ου μη εμπλησθή άνθρωπος έσθων τας σάρκας του βραχίονος αυτού. ου ο πύργος ωκοδομήθη. και έλαβον Αραβίαν και Δαμασκόν και Σαμάρειαν· 10 ον τρόπον ταύτας έλαβον εν τη χειρί μου. ότι πεινάσει και φάγεται εκ των αριστερών. 6 την οργήν μου εις έθνος άνομον αποστελώ και τω εμω λαω συντάξω ποιήσαι σκύλα και προνομήν και καταπατείν τας πόλεις και θείναι αυτάς εις κονιορτόν. 20 φάγεται γαρ Μανασσής του Εφραίμ και Εφραίμ του Μανασσή. αλλά απαλλάξει ο νους αυτού και του έθνη εξολοθρεύσαι ουκ ολίγα. και συγκαταφάγεται τα κύκλω των βουνών πάντα. αλλ ‘ έτι η χείρ υψηλή. 16 δια τούτο επί τους νεανίσκους αυτών ουκ ευφρανθήσεται ο Κύριος και τους ορφανούς αυτών και τας χήρας αυτών ουκ ελεήσει. όπως καταπίωσιν αυτούς. 17 και καυθήσεται ως πυρ η ανομία και ως άγρωσις ξηρά βρωθήσεται υπό πυρός· και καυθήσεται εν τοις δάσεσι του δρυμού. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΟΥΑΙ τοις γράφουσι πονηρίαν· γράφοντες γαρ πονηρίαν γράφουσιν 2 εκκλίνοντες κρίσιν πτωχών. ότι άμα πολιορκήσουσι τον Ιούδαν. 8 και εάν είπωσιν αυτω· συ μόνος ει άρχων. 19 αλλά εκκλινεί εις τα δεξιά. ότι πάντες άνομοι και πονηροί. και παν στόμα λαλεί άδικα. αλλ ‘ έτι η χείρ υψηλή. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1431 . επί πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός. αρπάζοντες κρίμα πενήτων του λαού μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον λαόν τούτον πλανώντες και πλανώσιν.

και ο θυμός αυτού τη οδω τη κατά θάλασσαν εις την οδόν την κατ ‘ Αίγυπτον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάσας τας αρχάς λήψομαι. το κατάλειμμα αυτών σωθήσεται· λόγον συντελών και συντέμνων εν δικαιοσύνη. αφελώ όρια εθνών και την ισχύν αυτών προνομεύσω 14 και σείσω πόλεις κατοικουμένας και την οικουμένην όλην καταλήψομαι τη χειρί ως νοσσιάν και ως καταλελειμμένα ωά αρώ. και παιδίον γράψει αυτούς. από Ασσυρίων. οι κατοικούντες εν Σιών. τα γλυπτά εν Ιερουσαλήμ και εν Σαμαρεία· 11 ον τρόπον γαρ εποίησα Σαμαρεία και τοις χειροποιήτοις αυτής. τον άρχοντα των Ασσυρίων. 21 και έσται το καταλειφθέν του Ιακώβ επί Θεόν ισχύοντα. 24 Δια τούτο τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· μη φοβού. αλλά αποστελεί Κύριος σαβαώθ εις την σήν τιμήν ατιμίαν. ωσαύτως εάν τις άρη ράβδον ή ξύλον. 27 και έσται εν τη ημέρα εκείνη αφαιρεθήσεται ο ζυγός αυτού από του ώμου σου και ο φόβος αυτού από σου. 20 Και έσται εν τη ημέρα εκείνη ουκέτι προστεθήσεται το καταλειφθέν Ισραήλ. 23 ότι λόγον συντετμημένον Κύριος ποιήσει εν τη οικουμένη όλη. όταν συντελέση Κύριος πάντα ποιών εν τω όρει Σιών και εν Ιερουσαλήμ. και καταφθαρήσεται ο ζυγός από των ώμων υμών. και οι σωθέντες του Ιακώβ ουκέτι μη πεποιθότες ώσιν επί τους αδικήσαντας αυτούς. ούτω ποιήσω και Ιερουσαλήμ και τοις ειδώλοις αυτής. 13 είπε γαρ· εν τη ισχύϊ ποιήσω και εν τη σοφία της συνέσεως. επάξει επί τον νουν τον μέγαν. 16 και ουχ ούτως. 28 ήξει γαρ εις την πόλιν Αγγαί 29 και παρελεύσεται εις Μαγγεδώ και εις Μαχμάς θήσει τα σκεύη αυτού· και παρελεύσεται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1432 . 17 και έσται το φως του Ισραήλ εις πυρ και αγιάσει αυτόν εν πυρί καιομένω και φάγεται ωσεί χόρτον την ύλην. ο δε θυμός μου επί την βουλήν αυτών· 26 και εγερεί ο Θεός επ ‘ αυτούς κατά την πληγήν Μαδιάμ εν τόπω θλίψεως. ή υψωθήσεται πρίων άνευ του έλκοντος αυτόν. 12 και έσται. και ουκ έστιν ος διαφεύξεταί με ή αντείπη μοι. 18 τη ημέρα εκείνη αποσβεσθήσεται τα όρη και οι βουνοί και οι δρυμοί. και εις την σήν δόξαν πυρ καιόμενον καυθήσεται. ότι εν ράβδω πατάξει σε· πληγήν γαρ επάγω επί σε του ιδείν οδόν Αιγύπτου. και καταφάγεται από ψυχής έως σαρκών· και έσται ο φεύγων ως ο φεύγων από φλογός καιομένης· 19 και οι καταλειφθέντες απ ‘ αυτών αριθμός έσονται. αλλά έσονται πεποιθότες επί τον Θεόν τον άγιον του Ισραήλ τη αληθεία. 25 έτι γαρ μικρόν και παύσεται η οργή. ο λαός μου. και επί το ύψος της δόξης των οφθαλμών αυτού. 22 και εάν γένηται ο λαός Ισραήλ ως η άμμος της θαλάσσης. 15 μη δοξασθήσεται αξίνη άνευ του κόπτοντος εν αυτη. ολολύξατε.

φόβος λήψεται Ραμά πόλιν Σαούλ· φεύξεται 30 η θυγάτηρ Γαλλείμ. και οι υψηλοί ταπεινωθήσονται. πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας· 3 εμπλήσει αυτόν πνεύμα φόβου Θεού. 33 ιδού γαρ ο δεσπότης Κύριος σαβαώθ συνταράσσει τους ενδόξους μετά ισχύος. 34 και πεσούνται οι υψηλοί μαχαίρα. και παιδίον μικρόν άξει αυτούς· 7 και βούς και άρκος άμα βοσκηθήσονται. και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω. επακούσεται Αναθώθ· 31 και εξέστη Μαδεβηνά και οι κατοικούντες Γιββεϊρ· 32 παρακαλείται σήμερον εν οδω του μείναι. ο δε Λίβανος συν τοις υψηλοίς πεσείται. πνεύμα βουλής και ισχύος. 4 αλλά κρινεί ταπεινω κρίσιν και ελέγξει τους ταπεινούς της γης· και πατάξει γην τω λόγω του στόματος αυτού και εν πνεύματι δια χειλέων ανελεί ασεβή· 5 και έσται δικαιοσύνη εζωσμένος την οσφύν αυτού και αληθεία ειλημένος τας πλευράς. την θυγατέρα Σιών. και οι βουνοί οι εν Ιερουσαλήμ. και άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται. 11 και έσται τη ημέρα εκείνη προσθήσει Κύριος του δείξαι την χείρα αυτού του ζηλώσαι το καταλειφθέν υπόλοιπον του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1433 . το όρος. 9 και ου μη κακοποιήσουσιν. πνεύμα σοφίας και συνέσεως. και λέων και βούς άμα φάγονται άχυρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φάραγγα και ήξει εις Αγγαί. 2 και αναπαύσεται επ ‘ αυτόν πνεύμα του Θεού. ουδέ μη δύνωνται απολέσαι ουδένα επί το όρος το άγιόν μου. και οι υψηλοί τη ύβρει συντριβήσονται. τη χειρί παρακαλείτε. και έσται η ανάπαυσις αυτού τιμή. επακούσεται Λαϊσά. και μοσχάριον και ταύρος και λέων άμα βοσκηθήσονται. 6 και συμβοσκηθήσεται λύκος μετ ‘ αρνός. και άμα τα παιδία αυτών έσονται. 8 και παιδίον νήπιον επί τρώγλην ασπίδων και επί κοίτην εκγόνων ασπίδων την χείρα επιβαλεί. 10 Και έσται εν τη ημέρα εκείνη η ρίζα του Ιεσσαί και ο ανιστάμενος άρχειν εθνών. επ ‘ αυτω έθνη ελπιούσι. ου κατά την δόξαν κρινεί ουδέ κατά την λαλιάν ελέγξει. ότι ενεπλήσθη η σύμπασα του γνώναι τον Κύριον ως ύδωρ πολύ κατακαλύψαι θαλάσσας. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί.

6 αγαλλιάσθε και ευφραίνεσθε. πεποιθώς έσομαι επ ‘ αυτω και σωθήσομαι εν αυτω και ου φοβηθήσομαι. 12 και αρεί σημείον εις τα έθνη και συνάξει τους απολομένους Ισραήλ και τους διεσπαρμένους του Ιούδα συνάξει εκ των τεσσάρων πτερύγων της γης. 3 και αντλήσατε ύδωρ μετ ‘ ευφροσύνης εκ των πηγών του σωτηρίου. διότι η δόξα μου και η αίνεσίς μου Κύριος και εγένετό μοι εις σωτηρίαν. ότι υψηλά εποίησεν· αναγγείλατε ταύτα εν πάση τη γη. οι κατοικούντες Σιών. βοάτε το όνομα αυτού. ωστε διαπορεύεσθαι αυτόν εν υποδήμασι· 16 και έσται δίοδος τω καταλειφθέντι μου λαω εν Αιγύπτω. 14 και πετασθήσονται εν πλοίοις αλλοφύλων θάλασσαν. διότι ωργίσθης μοι και απέστρεψας τον θυμόν σου και ηλέησάς με. 15 και ερημώσει Κύριος την θάλασσαν Αιγύπτου και επιβαλεί την χείρα αυτού επί τον ποταμόν πνεύματι βιαίω και πατάξει επτά φάραγγας. και Ιούδας ου θλίψει Εφραίμ. ότι υψώθη το όνομα αυτού. 2 ιδού ο Θεός μου σωτήρ μου Κύριος. Κύριε. και έσται τω Ισραήλ ως η ημέρα ότε εξήλθεν εκ γης Αιγύπτου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1434 . 13 αφαιρεθήσεται ο ζήλος Εφραίμ και οι εχθροί Ιούδα απολούνται· Εφραίμ ου ζηλώσει Ιούδαν. 5 υμνήσατε το όνομα Κυρίου. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ερείς εν τη ημέρα εκείνη· ευλογήσω σε. οι δε υιοί Αμμών πρώτοι υπακούσονται. ότι υψώθη ο άγιος του Ισραήλ εν μέσω αυτής. μιμνήσκεσθε. 4 και ερείς εν τη ημέρα εκείνη· υμνείτε Κύριον. άμα προνομεύσουσι και τους αφ ‘ ηλίου ανατολών και Ιδουμαίαν· και επί Μωάβ πρώτον τας χείρας επιβαλούσιν. ό αν καταλειφθή από των Ασσυρίων και από Αιγύπτου και Βαβυλωνίας και Αιθιοπίας και από Ελαμιτών και από ηλίου ανατολών και εξ Αραβίας. αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα ένδοξα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαού.

4 φωνή εθνών πολλών επί των ορέων. παρακαλείτε τη χειρί· ανοίξατε. 18 τοξεύματα νεανίσκων συντρίψουσι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1435 . και εγώ άγω αυτούς].Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 Ορασις. οί αργύριον ου λογίζονται. 6 ολολύζετε. Κύριος σαβαώθ εντέταλται έθνει οπλομάχω 5 έρχεσθαι εκ γης πόρρωθεν απ ‘ άκρου θεμελίου του ουρανού. 14 και έσονται οι καταλελειμμένοι ως δορκάδιον φεύγον και ως πρόβατον πλανώμενον. 8 και ταραχθήσονται οι πρέσβεις και ωδίνες αυτούς έξουσιν. γίγαντες έρχονται πληρώσαι τον θυμόν μου χαίροντες άμα και υβρίζοντες. ως γυναικός τικτούσης· και συμφοράσουσιν έτερος προς τον έτερον και εκστήσονται και το πρόσωπον αυτών ως φλόξ μεταβαλούσιν. 9 ιδού γαρ ημέρα Κυρίου έρχεται ανίατος θυμού και οργής θείναι την οικουμένην έρημον και τους αμαρτωλούς απολέσαι εξ αυτής. οι άρχοντες. κατά Βαβυλώνος. μαχαίρα πεσούνται· 16 και τα τέκνα αυτών ενώπιον αυτών ράξουσι και τας οικίας αυτών προνομεύσουσι και τας γυναίκας αυτών έξουσιν. υψώσατε την φωνήν αυτοίς. και ύβριν υπερηφάνων ταπεινώσω. και συντριβή παρά του Θεού ήξει· 7 δια τούτο πάσα χείρ εκλυθήσεται και πάσα ψυχή ανθρώπου δειλιάσει. μη φοβείσθε. και οίτινες συνηγμένοι εισί. του καταφθείραι πάσαν την οικουμένην. ηττηθήσεται. και ο άνθρωπος μάλλον έντιμος έσται ή ο λίθος ο εκ Σουφίρ. 13 ο γαρ ουρανός θυμωθήσεται και η γη σεισθήσεται εκ των θεμελίων σαβαώθ εν τη ημέρα. 11 και εντελούμαι τη οικουμένη όλη κακά και τοις ασεβέσι τας αμαρτίας αυτών· και απολώ ύβριν ανόμων. 10 οι γαρ αστέρες του ουρανού και ο ‘Ωρίων και πας ο κόσμος του ουρανού το φως ου δώσουσι. ομοία εθνών πολλών. 17 ιδού επεγείρω υμίν τους Μήδους. ην είδεν Ησαϊας υιος Αμώς. 2 επ ‘ όρους πεδινού άρατε σημείον. φωνή βασιλέων και εθνών συνηγμένων. Κύριος και οι οπλομάχοι αυτού. ή αν επέλθη ο θυμός αυτού. 15 ος γαρ αν αλω. και ουκ έσται ο συνάγων. και η σελήνη ου δώσει το φως αυτής. 12 και έσονται οι καταλελειμμένοι έντιμοι μάλλον ή το χρυσίον το άπυρον. εγγύς γαρ ημέρα Κυρίου. ωστε άνθρωπον εις τον λαόν αυτού αποστραφήναι και άνθρωπον εις την χώραν εαυτού διώξεται. ουδέ χρυσίου χρείαν έχουσι. 3 εγώ συντάσσω και εγώ άγω αυτούς· [ηγιασμένοι εισί. και σκοτισθήσεται του ηλίου ανατέλλοντος.

9 ο άδης κάτωθεν επικράνθη συναντήσας σοι. συνηγέρθησάν σοι πάντες οι γίγαντες οι άρξαντες της γης. 4 και λήψη τον θρήνον τούτον επί τον βασιλέα Βαβυλώνος και ερείς εν τη ημέρα εκείνη· Πως αναπέπαυται ο απαιτών και αναπέπαυται ο επισπουδαστής. εν ημίν δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1436 . ουδέ ποιμένες ου μη αναπαύσονται εν αυτη· 21 και αναπαύσονται εκεί θηρία και εμπλησθήσονται αι οικίαι ήχου. ή ουκ εφείσατο. οι εγείραντες εκ των θρόνων αυτών πάντας βασιλείς εθνών. ή καλείται ένδοξος από βασιλέως Χαλδαίων. και δαιμόνια εκεί ορχήσονται. 7 πάσα η γη βοά μετ ‘ ευφροσύνης. 22 και ονοκένταυροι εκεί κατοικήσουσι. ανεπαύσατο πεποιθώς. ουδέ μη εισέλθωσιν εις αυτήν δια πολλών γενεών. τον ζυγόν των αρχόντων· 6 πατάξας έθνος θυμω. και κυριευθήσονται οι κυριεύσαντες αυτών. 8 και τα ξύλα του λιβάνου ευφράνθησαν επί σοί και η κέδρος του Λιβάνου· αφ ‘ ου συ κεκοίμησαι. και κατακληρονομήσουσι και πληθυνθήσονται επί της γης του Θεού εις δούλους και δούλας· και έσονται αιχμάλωτοι οι αιχμαλωτεύσαντες αυτούς. 2 και λήψονται αυτούς έθνη και εισάξουσιν εις τον τόπον αυτών. πληγή ανιάτω. και νοσσοποιήσουσιν εχίνοι εν τοις οίκοις αυτών· ταχύ έρχεται και ου χρονιεί. 10 πάντες αποκριθήσονται και ερούσί σοι· και συ εάλως. ουκ ανέβη ο κόπτων ημάς. ης εδούλευσας αυτοίς. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ελεήσει Κύριος τον Ιακώβ και εκλέξεται έτι τον Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και τα τέκνα υμών ου μη ελεήσωσιν. παίων έθνος πληγήν θυμού. και ο γειώρας προστεθήσεται προς αυτούς και προστεθήσεται προς τον οίκον Ιακώβ. και αναπαύσονται επί της γης αυτών. ουδέ επί τοις τέκνοις σου φείσονται οι οφθαλμοί αυτών. 19 και έσται Βαβυλών. 5 συνέτριψε Κύριος τον ζυγόν των αμαρτωλών. ουδέ μη διέλθωσιν αυτήν Άραβες. ον τρόπον κατέστρεψεν ο Θεός Σόδομα και Γόμορρα· 20 ου κατοικηθήσεται εις τον αιώνα χρόνον. 3 Και έσται εν τη ημέρα εκείνη αναπαύσει σε Κύριος από της οδύνης και του θυμού σου και της δουλείας σου της σκληράς. και αναπαύσονται εκεί σειρήνες. ωσπερ και ημείς.

και το κύδος αυτών από των ώμων αφαιρεθήσεται. διότι την γην μου απώλεσας και τον λαόν μου απέκτεινας· ου μη μείνης εις τον αιώνα χρόνον. σπέρμα πονηρόν. εγενήθη το ρήμα τούτο. ο σείων βασιλείς. επί τα όρη τα υψηλά τα προς Βορράν. ίνα μη αναστώσι και κληρονομήσωσι την γην και εμπλήσωσιν την γην πολέμων. 29 μη ευφρανθείητε οι αλλόφυλοι πάντες.23 και θήσω την Βαβυλωνίαν έρημον. ην βεβούλευται Κύριος επί την όλην οικουμένην. και έσται εις ουδέν· και θήσω αυτήν πηλού βάραθρον εις απώλειαν. ου απέθανεν ο βασιλεύς Άχαζ. 22 Και επαναστήσομαι αυτοίς. 17 ο θείς την οικουμένην όλην έρημον και τας πόλεις αυτού καθείλε. ούτως μενεί.τάδε λέγει Κύριος . 13 συ δε είπας εν τη διανοία σου· εις τον ουρανόν αναβήσομαι. 16 οι ιδόντες σε θαυμάσονται επί σοί και ερούσιν· ούτος ο άνθρωπος ο παροξύνων την γην. καθιώ εν όρει υψηλω. πτωχοί δε άνθρωποι επί ειρήνης αναπαύσονται· ανελεί δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1437 . και απολώ αυτών όνομα και κατάλειμμα και σπέρμα . ούτως έσται. και την χείρα αυτού την υψηλήν τις αποστρέψει. τις διασκεδάσει. συνετρίβη εις την γην ο αποστέλλων προς πάντα τα έθνη. 14 αναβήσομαι επάνω των νεφών. ον τρόπον ιμάτιον εν αίματι πεφυρμένον ουκ έσται καθαρόν. και τα έκγονα αυτών εξελεύσονται όφεις πετόμενοι 30 και βοσκηθήσονται πτωχοί δι ‘ αυτού. 12 Πως εξέπεσεν εκ του ουρανού ο εωσφόρος ο πρωϊ ανατέλλων. 27 α γαρ ο Θεός ο άγιος βεβούλευται. 26 αύτη η βουλή. και το κατακάλυμμά σου σκώληξ. συνετρίβη γαρ ο ζυγός του παίοντος υμάς· εκ γαρ σπέρματος όφεως εξελεύσεται έκγονα ασπίδων. και έσονται εις καταπάτημα. λέγει Κύριος σαβαώθ. καταβαινόντων εις άδου. η πολλή ευφροσύνη σου· υποκάτω σου στρώσουσι σήψιν. ωστε κατοικείν εχίνους. έσομαι όμοιος τω Υψίστω. 11 κατέβη εις άδου η δόξα σου. 21 ετοίμασον τα τέκνα σου σφαγήναι ταις αμαρτίαις του πατρός αυτών. και αύτη η χείρ η υψηλή επί πάντα τα έθνη. 20 ούτως ουδέ συ έση καθαρός. και ον τρόπον βεβούλευμαι. και αφαιρεθήσεται απ ‘ αυτών ο ζυγός αυτών. 25 του απολέσαι τους Ασσυρίους από της γης της εμής και από των ορέων μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατελογίσθης. τους εν επαγωγή ουκ έλυσε. 15 νυν δε εις άδην καταβήση και εις τα θεμέλια της γης. 24 τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· ον τρόπον είρηκα. 18 πάντες οι βασιλείς των εθνών εκοιμήθησαν εν τιμή. επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τον θρόνον μου. 28 Του έτους. άνθρωπος εν τω οίκω αυτού· 19 συ δε ριφήση εν τοις όρεσιν ως νεκρός εβδελυγμένος μετά πολλών τεθνηκότων εκκεκεντημένων μαχαίραις.

επάξω γαρ επί την φάραγγα Άραβας. και ουκ έστι του είναι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ Τό ρήμα το κατά της Μωαβίτιδος. πύλαι πόλεων. 9 το δε ύδωρ το Ρεμμών πλησθήσεται αίματος· επάξω γαρ επί Ρεμμών Άραβας και αρώ το σπέρμα Μωάβ και Αριήλ και το κατάλοιπον Αδαμά. ότι Κύριος εθεμελίωσε Σιών. και ο χόρτος αυτής εκλείψει· χόρτος γαρ χλωρός ουκ έσται. τη οδω Αρωνιείμ βοά σύντριμμα και σεισμός. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1438 . 7 μη και ούτως μέλει σωθήναι. έως Ιασσά ηκούσθη η φωνή αυτών· δια τούτο η οσφύς της Μωαβίτιδος βοά. πάντες βραχίονες κατατετμημένοι· 3 εν ταις πλατείαις αυτής περιζώσασθε σάκκους και κόπτεσθε. απολείται γαρ και Δηβών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λιμω το σπέρμα σου και το κατάλειμμά σου ανελεί. 31 ολολύξατε. εκεί αναβήσεσθε κλαίειν· επί Ναβαύ της Μωαβίτιδος ολολύζετε επί πάσης κεφαλής φαλάκρωμα. κεκραγέτωσαν πόλεις τεταραγμέναι. ου ο βωμός υμών. νυκτός γαρ απολείται το τείχος της Μωαβίτιδος. οι αλλόφυλοι πάντες. και δι ‘ αυτού σωθήσονται οι ταπεινοί του λαού. και ολολυγμός αυτής έως του φρέατος του Αιλείμ. 32 και τι αποκριθήσονται βασιλείς εθνών. επί των δωμάτων αυτής και εν ταις πλατείαις αυτής και εν ταις ρύμας αυτής πάντες ολολύζετε μετά κλαυθμού. 6 το ύδωρ της Νεμρείμ έρημον έσται. 4 ότι κέκραγεν Εσεβών και Ελεαλή. 1 ΝΥΚΤΟΣ απολείται η Μωαβίτις. 5 η καρδία της Μωαβίτιδος βοά εν αυτη έως Σηγώρ· δάμαλις γαρ εστι τριετής· επί δε της αναβάσεως Λουείθ προς σε κλαίοντες αναβήσονται. και λήψονται αυτήν. 8 συνήψε γαρ η βοή το όριον της Μωαβίτιδος της Αγαλείμ. ότι από Βορρά καπνός έρχεται. η ψυχή αυτής γνώσεται. 2 λυπείσθε εφ ‘ εαυτοίς.

και τα εντός μου ωσεί τείχος. την υπερηφανίαν εξήρας. εν γαρ τη Μωαβίτιδι πάντες ολολύξουσι· τοις κατοικούσι δε Σέθ μελετήσεις· και ουκ εντραπήση. 2 έση γαρ ως πετεινού ανιπταμένου νεοσσός αφηρημένος. ποίει τε σκέπην πένθους αυτη δια παντός· εν μεσημβρινή σκοτία φεύγουσιν. 6 ‘Ηκούσαμεν την ύβριν Μωάβ. ότι επί τω θερισμω και επί τω τρυγητω σου καταπατήσω. πλανήθητε την έρημον· οι απεσταλμένοι εγκατελείφθησαν. και ου μη δύνηται εξελέσθαι αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΑΠΟΣΤΕΛΩ ως ερπετά επί την γην· μη πέτρα έρημός εστι το όρος θυγατρός Σιών. 5 και διορθωθήσεται μετ ‘ ελέους θρόνος. έσονται σκέπη υμίν από προσώπου διώκοντος. άμπελος Σεβαμά· καταπίνοντες τα έθνη. Εσεβών και Ελεαλή. 13 Τούτο το ρήμα ό ελάλησε Κύριος επί Μωάβ. πλείονα 3 βουλεύου. 11 δια τούτο η κοιλία μου επί Μωάβ ως κιθάρα ηχήσει. θύγατερ Μωάβ. ουχ ούτως. 4 παροικήσουσί σοι οι φυγάδες Μωάβ. καταπατήσατε τας αμπέλους αυτής έως Ιαζήρ· ου μη συνάψητε. και καταλειφθήσεται ολιγοστός και ουκ έντιμος. Αρνών. 7 ολολύξει Μωάβ. 12 και έσται εις το εντραπήναί σε. 10 και αρθήσεται ευφροσύνη και αγαλλίαμα εκ των αμπελώνων σου. ότι εκοπίασε Μωάβ επί τοις βωμοίς και εισελεύσεται εις τα χειροποίητα αυτής ωστε προσεύξασθαι. μη απαχθής. ουχ ούτως η μαντεία σου. 9 δια τούτο κλαύσομαι ως τον κλαυθμόν Ιαζήρ άμπελον Σεβαμά· τα δένδρα σου κατέβαλεν. και καθιείται επ ‘ αυτού μετά αληθείας εν σκηνή Δαυίδ κρίνων και εκζητών κρίμα και σπεύδων δικαιοσύνην. και πάντα πεσούνται. ότι ήρθη η συμμαχία σου. διέβησαν γαρ την έρημον. έπειτα δε. εξέστησαν. πέπαυται γαρ. και εν τοις αμπελώσί σου ου μη ευφρανθήσονται και ου μη πατήσουσιν οίνον εις τα υπολήνια. υβριστής σφόδρα. οπότε και ελάλησε. 14 και νυν λέγω· εν τρισίν έτεσιν ετών μισθωτού ατιμασθήσεται η δόξα Μωάβ εν παντί τω πλούτω τω πολλω. ό ενεκαίνισας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1439 . 8 τα πεδία Εσεβών πενθήσει. και ο άρχων απώλετο ο καταπατών επί της γης.

πλανηθήση· το δε πρωϊ. ανθήσει εις αμητόν ή αν ημέρα κληρώση.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ Τό ρήμα το κατά Δαμασκού. εάν σπείρης. πριν ή πρωϊ και ουκ έσται. και έσται ον τρόπον εάν τις συναγάγη στάχυν εν φάραγγι στερεά 6 και καταλειφθή εν αυτη καλάμη. 10 διότι κατέλιπες τον Θεόν τον σωτήρά σου και Κυρίου του βοηθού σου ουκ εμνήσθης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1440 . εις κοίτην ποιμνίων και ανάπαυσιν. οι δε οφθαλμοί αυτού εις τον άγιον του Ισραήλ εμβλέψονται. ουδέ επί τοις έργοις των χειρών αυτών. ον τρόπον κατέλιπον οι Αμορραίοι και οι Ευαίοι από προσώπου των υιών Ισραήλ. και έσονται έρημοι. και τα πίονα της δόξης αυτού σεισθήσεται. και ουκ έσται ο διώκων. 14 προς εσπέραν έσται πένθος. ουδέ τα βδελύγματα αυτών. 2 καταλελειμμένη εις τον αιώνα. 8 και ου μη πεποιθότες ώσιν επί τοις βωμοίς. α εποίησαν οι δάκτυλοι αυτών. και το λοιπόν των Σύρων απολείται· ου γαρ συ βελτίων ει των υιών Ισραήλ και της δόξης αυτών· τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ. 12 Ουαί πλήθος εθνών πολλών· ως θάλασσα κυμαίνουσα ούτω ταραχθήσεσθε. και ουκ όψονται τα δένδρα. 7 τη ημέρα εκείνη πεποιθώς έσται άνθρωπος επί τω ποιήσαντι αυτόν. ως ύδατος πολλού βία καταφερομένου· και αποσκορακιεί αυτόν και πόρρω αυτόν διώξεται ως χνούν αχύρου λικμώντων απέναντι ανέμου και ως κονιορτόν τροχού καταιγίς φέρουσα. 13 ως ύδωρ πολύ έθνη πολλά. και ως πατήρ ανθρώπου κληρώση τοις υιοίς σου. και ουκέτι έσται βασιλεία εν Δαμασκω. αύτη η μερίς των προνομευσάντων υμάς και κληρονομία τοις υμάς κληρονομήσασιν. 3 και ουκέτι έσται οχυρά του καταφυγείν Εφραίμ. ή αν φυτεύσης. ή ως ρώγες ελαίας δύο ή τρεις επ ‘ άκρου μετεώρου. 1 ΙΔΟΥ Δαμασκός αρθήσεται από πόλεων και έσται εις πτώσιν. 5 και έσται ον τρόπον εάν τις συναγάγη αμητόν εστηκότα και σπέρμα σταχύων εν τω βραχίονι αυτού αμήση. δια τούτο φυτεύσεις φύτευμα άπιστον και σπέρμα άπιστον· 11 τη δε ημέρα. ή τέσσαρες ή πέντε επί των κλάδων αυτών καταλειφθή· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 9 τη ημέρα εκείνη έσονται αι πόλεις σου εγκαταλελειμμέναι. 4 Έσται εν τη ημέρα εκείνη έκλειψις της δόξης Ιακώβ. και ως πατήρ ανθρώπου κληρώση. και νώτος εθνών πολλών ως ύδωρ ηχήσει.

όρος Σιών. ως σάλπιγγος φωνή ακουστόν έσται. 5 προ του θερισμού. 7 εν τω καιρω εκείνω ανενεχθήσεται δώρα Κυρίω σαβαώθ εκ λαού τεθλιμμένου και τετιλμένου και από λαού μεγάλου από του νυν και εις τον αιώνα χρόνον· έθνος ελπίζον και καταπεπατημένον. και πάντα τα θηρία της γης επ ‘ αυτόν ήξει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΟΥΑΙ γης πλοίων πτέρυγες επέκεινα ποταμών Αιθιοπίας. και ως νεφέλη δρόσου ημέρας αμήτου έσται. όταν συντελεσθή άνθος και όμφαξ εξανθήση άνθος ομφακίζουσα. και αφελεί τα βοτρύδια τα μικρά τοις δρεπάνοις και τας κληματίδας αφελεί και αποκόψει 6 και καταλείψει άμα τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. και η καρδία αυτών ηττηθήσεται εν αυτοίς. 2 ο αποστέλλων εν θαλάσση όμηρα και επιστολάς βιβλίνας επάνω του ύδατος· πορεύσονται γαρ άγγελοι κούφοι προς έθνος μετέωρον και ξένον λαόν και χαλεπόν. έθνος ανέλπιστον και καταπεπατημένον. νυν οι ποταμοί της γης 3 πάντες ως χώρα κατοικουμένη· κατοικηθήσεται η χώρα αυτών ωσεί σημείον από όρους αρθή. και πολεμήσει άνθρωπος τον αδελφόν αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1441 . ό εστιν εν μέρει ποταμού της χώρας αυτού. 2 και επεγερθήσονται Αιγύπτιοι επ ‘ Αιγυπτίους. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ Όρασις Αιγύπτου. και συναχθήσεται επ ‘ αυτούς τα πετεινά του ουρανού. 1 ΙΔΟΥ Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης και ήξει εις Αίγυπτον. 4 διότι ούτως είπέ μοι Κύριος· ασφάλεια έσται εν τη εμή πόλει ως φως καύματος μεσημβρίας. τις αυτού επέκεινα. ου το όνομα Κυρίου σαβαώθ επεκλήθη. και σεισθήσεται τα χειροποίητα Αιγύπτου από προσώπου αυτού. εις τον τόπον.

και βασιλείς σκληροί κυριεύσουσιν αυτών· τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ. πόλις επί πόλιν και νομός επί νομόν. ως πλανάται ο μεθύων και ο εμών άμα. ην αυτός επιβαλεί αυτοίς. ό ποιήσει κεφαλήν και ουράν. υιοί βασιλέων των εξ αρχής. και στενάξουσι πάντες οι βάλλοντες άγκιστρον εις τον ποταμόν. 3 και ταραχθήσεται το πνεύμα των Αιγυπτίων εν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και άνθρωπος τον πλησίον αυτού. ο δε ποταμός εκλείψει και ξηρανθήσεται. και υψώθησαν οι άρχοντες Μέμφεως. 17 και έσται η χώρα των Ιουδαίων τοις Αιγυπτίοις εις φόβητρον· πας. 8 και στενάξουσιν οι αλιείς. και οι βάλλοντες σαγήνας και οι αμφιβολείς πενθήσουσι. 11 και μωροί έσονται οι άρχοντες Τάνεως· οι σοφοί σύμβουλοι του βασιλέως. ος εάν ονομάση αυτήν αυτοίς. 19 Τη ημέρα εκείνη έσται θυσιαστήριον τω Κυρίω εν χώρα Αιγυπτίων και στήλη προς το όριον αυτής τω Κυρίω 20 και έσται εις σημείον εις τον αιώνα Κυρίω εν χώρα Αιγύπτου. φοβηθήσονται δια την βουλήν. 4 και παραδώσω την Αίγυπτον εις χείρας ανθρώπων κυρίων σκληρών. 16 Τη δε ημέρα εκείνη έσονται οι Αιγύπτιοι ως γυναίκες εν φόβω και εν τρόμω από προσώπου της χειρός Κυρίου σαβαώθ. 10 και έσονται οι εργαζόμενοι αυτά εν οδύνη. 9 και αισχύνη λήψεται τους εργαζομένους το λίνον το σχιστόν και τους εργαζομένους την βύσσον. και επερωτήσουσι τους θεούς αυτών και τα αγάλματα αυτών και τους εκ της γης φωνούντας και τους εγγαστριμύθους. 15 και ουκ έσται τοις Αιγυπτίοις έργον. τι βεβούλευται Κύριος σαβαώθ επ ‘ Αίγυπτον. και αποστελεί αυτοίς Κύριος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1442 . και την βουλήν αυτών διασκεδάσω. αρχήν και τέλος. 14 Κύριος γαρ εκέρασεν αυτοίς πνεύμα πλανήσεως. ότι κεκράξονται προς Κύριον δια τους θλίβοντας αυτούς. και πάντες οι ποιούντες τον ζύθον λυπηθήσονται και τας ψυχάς πονέσουσι. 18 Τη ημέρα εκείνη έσονται πέντε πόλεις εν τη Αιγύπτω λαλούσαι τη γλώσση τη Χαναανίτιδι και ομνύουσαι τω ονόματι Κυρίου σαβαώθ· πόλις ασεδέκ κληθήσεται η μία πόλις. Πως ερείτε τω βασιλεί· υιοί συνετών ημείς. 5 και πίονται οι Αιγύπτιοι ύδωρ το παρά θάλασσαν. 6 και εκλείψουσιν οι ποταμοί και αι διώρυγες του ποταμού. και ξηρανθήσεται πάσα συναγωγή ύδατος και εν παντί έλει καλάμου και παπύρου· 7 και το άχι το χλωρόν παν το κύκλω του ποταμού. 12 που εισι νυν οι σοφοί σου και αναγγειλάτωσάν σοι και ειπάτωσαν. ην βεβούλευται Κύριος σαβαώθ επ ‘ αυτήν. και πλανήσουσιν Αίγυπτον κατά φυλάς. 13 εξέλιπον οι άρχοντες Τάνεως. και επλάνησαν Αίγυπτον εν πάσι τοις έργοις αυτών. και παν το σπειρόμενον δια του ποταμού ξηρανθήσεται ανεμόφθορον. η βουλή αυτών μωρανθήσεται.

ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΤΟΥ έτους ου εισήλθεν Τανάθαν εις Άζωτον. και δουλεύσουσιν Αιγύπτιοι τοις Ασσυρίοις. νεανίσκους και πρεσβύτας. και Αιγύπτιοι πορεύσονται προς Ασσυρίους. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1443 . ηνίκα απεστάλη υπό Αρνά βασιλέως Ασσυρίων και επολέμησε την Άζωτον και έλαβεν αυτήν. ανακεκαλυμμένους την αισχύνην Αιγύπτου. και επιστραφήσονται προς Κύριον. 3 και είπε Κύριος· ον τρόπον πεπόρευται ο παις μου Ησαϊας γυμνός και ανυπόδετος τρία έτη. γυμνούς και ανυποδέτους. ος σώσει αυτούς. 2 τότε ελάλησε Κύριος προς ‘Ησαϊαν υιόν Αμώς λέγων· πορεύου και άφελε τον σάκκον από της οσφύος σου και τα σανδάλιά σου υπόλυσαι από των ποδών σου· και ποίησον ούτως πορευόμενος γυμνός και ανυπόδετος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνθρωπον. 21 και γνωστός έσται Κύριος τοις Αιγυπτίοις. 23 Τη ημέρα εκείνη έσται η οδός από Αιγύπτου προς Ασσυρίους και εισελεύσονται Ασσύριοι εις Αίγυπτον. 5 και αισχυνθήσονται ηττηθέντες οι Αιγύπτιοι επί τοις Αιθίοψιν. τρία έτη έσται εις σημεία και τέρατα τοις Αιγυπτίοις και Αιθίοψιν· 4 ότι ούτως άξει βασιλεύς Ασσυρίων την αιχμαλωσίαν Αιγύπτου και Αιθιόπων. 22 και πατάξει Κύριος τους Αιγυπτίους πληγή και ιάσεται αυτούς ιάσει. και γνώσονται οι Αιγύπτιοι τον Κύριον εν τη ημέρα εκείνη και ποιήσουσι θυσίας και εύξονται ευχάς τω Κυρίω και αποδώσουσι. 25 ην ευλόγησε Κύριος σαβαώθ λέγων· ευλογημένος ο λαός μου ο εν Αιγύπτω και ο εν Ασσυρίοις και η κληρονομία μου Ισραήλ. 24 Τη ημέρα εκείνη έσται Ισραήλ τρίτος εν τοις Ασσυρίοις και εν τοις Αιγυπτίοις ευλογημένος εν τη γη. οί ουκ ηδύναντο σωθήναι από βασιλέως Ασσυρίων· και Πως ημείς σωθησόμεθα. εφ ‘ οίς ήσαν πεποιθότες οι Αιγύπτιοι. και εισακούσεται αυτών και ιάσεται αυτούς. κρίνων σώσει αυτούς. 6 και ερούσιν οι κατοικούντες εν τη νήσω ταύτη εν τη ημέρα εκείνη· ιδού ημείς ήμεν πεποιθότες του φυγείν εις αυτούς εις βοήθειαν. ήσαν γαρ αυτοίς δόξα.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1444 . εκλείψει η δόξα των υιών Κηδάρ. 5 ετοίμασον την τράπεζαν· φάγετε. και είπεν· έστην διαπαντός ημέρας και επί της παρεμβολής εγώ έστην όλην την νύκτα. και τα χειροποίητα αυτής συνετρίβησαν εις την γην. ο αθετών αθετεί. ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ ελάλησεν. 12 φυλάσσω το πρωϊ και την νύκτα· εάν ζητης. 4 η καρδία μου πλανάται. ακρόασαι ακρόασιν πολλήν 8 και κάλεσον Ουρίαν εις την σκοπιάν Κυρίου. 9 και ιδού αυτός έρχεται αναβάτης ξυνωρίδος. οι ενοικούντες εν χώρα Θαιμάν. ζήτει και παρ ‘ εμοί οίκει· 13 εν τω δρυμω εσπέρας κοιμηθήση εν τη οδω Δαιδάν. άρτοις συναντάτε τοις φεύγουσι δια το πλήθος των πεφονευμένων 15 και δια το πλήθος των πλανωμένων και δια το πλήθος της μαχαίρας και δια το πλήθος των τοξευμάτων των διατεταμένων και δια το πλήθος των πεπτωκότων εν τω πολέμω. 14 εις συνάντησιν διψώντι ύδωρ φέρετε. και η ανομία με βαπτίζει. ο ανομών ανομεί. 1 ΩΣ καταιγίς δι ‘ ερήμου διέλθοι εξ ερήμου ερχομένη εκ γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ Τό όραμα της ερήμου. οι άρχοντες. και ωδίνες έλαβόν με ως την τίκτουσαν· ηδίκησα του μη ακούσαι. 16 διότι ούτως είπέ μοι Κύριος· έτι ενιαυτός ως ενιαυτός μισθωτού. η ψυχή μου εφέστηκεν εις φόβον. και πάντα τα αγάλματα αυτής. εσπούδασα του μη βλέπειν. φοβερόν 2 το όραμα και σκληρόν ανηγγέλη μοι. Πρός εμέ καλεί παρά του Σηείρ· φυλάσσετε επάλξεις. ακούσατε α ήκουσα παρά Κυρίου σαβαώθ· ο Θεός του Ισραήλ ανήγγειλεν ημίν. επ ‘ εμοί οι Ελαμίται. 6 ότι ούτως είπε προς με Κύριος· βαδίσας σεαυτω στήσον σκοπόν και ό αν ίδης ανάγγειλον· 7 και είδον αναβάτας ιππείς δύο και αναβάτην όνου και αναβάτην καμήλου. και αποκριθείς είπε· πέπτωκε πέπτωκε Βαβυλών. 3 δια τούτο ενεπλήσθη η οσφύς μου εκλύσεως. 10 ακούσατε. οι καταλελειμμένοι και οι οδυνώμενοι. 17 και το κατάλοιπον των τοξευμάτων των ισχυρών υιών Κηδάρ έσται ολίγον. και οι πρέσβεις των Περσών επ ‘ εμέ έρχονται. ετοιμάσατε θυρεούς. νυν στενάξω και παρακαλέσω εμαυτόν. 11 Τό όραμα της Ιδουμαίας. πίετε· αναστάντες.

5 ότι ημέρα ταραχής και απωλείας και καταπατήματος και πλάνησις παρά Κυρίου σαβαώθ εν φάραγγι Σιών· πλανώνται από μικρού έως μεγάλου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ Τό ρήμα της φάραγγος Σιών. αναβάται άνθρωποι εφ ‘ ίπποις και συναγωγή παρατάξεως. ότι ανέβητε πάντες εις δώματα μάταια. έως αν αποθάνητε. ουδέ οι νεκροί σου νεκροί πολέμων. 14 και ανακεκαλυμμένα ταύτά εστιν εν τοις ωσί Κυρίου σαβαώθ. 15 Τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· πορεύου εις το παστοφόριον. αύριον γαρ αποθνήσκομεν. και οι ισχύοντες εν σοί πόρρω πεφεύγασι. 17 ιδού δη Κύριος σαβαώθ εκβαλεί και εκτρίψει άνδρα και αφελεί την στολήν σου και τον στέφανόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1445 . 3 πάντες οι άρχοντές σου πεφεύγασι. 7 και έσονται αι εκλεκταί φάραγγές σου πλησθήσονται αρμάτων. ωστε φαγείν κρέατα και πιείν οίνον λέγοντες· φάγωμεν και πίωμεν. 1 ΤΙ εγένετό σοι νυν. ότι ελατόμησας σεαυτω ώδε μνημείον και εποίησας σεαυτω εν υψηλω μνημείον και έγραψας σεαυτω εν πέτρα σκηνήν. 11 και εποιήσατε εαυτοίς ύδωρ αναμέσον των δύο τειχών εσώτερον της κολυμβήθρας της αρχαίας και ουκ ενεβλέψατε εις τον απ ‘ αρχής ποιήσαντα αυτήν και τον κτίσαντα αυτήν ουκ είδετε. 4 δια τούτο είπα· άφετέ με. πλανώνται επί τα όρη. πικρώς κλαύσομαι. μη κατισχύσητε παρακαλείν με επί το σύντριμμα της θυγατρός του γένους μου. και είδοσαν ότι πλείους εισί και ότι απέστρεψε το ύδωρ της αρχαίας κολυμβήθρας εις την πόλιν 10 και ότι καθείλοσαν τους οίκους Ιερουσαλήμ εις οχύρωμα τείχους τη πόλει. 13 αυτοί δε εποιήσαντο ευφροσύνην και αγαλλίαμα σφάζοντες μόσχους και θύοντες πρόβατα. οι δε ιππείς εμφράξουσι τας πύλας σου· 8 και ανακαλύψουσι τας πύλας Ιούδα· και εμβλέψονται τη ημέρα εκείνη εις τους εκλεκτούς οίκους της πόλεως 9 και ανακαλύψουσι τα κρυπτά των οίκων της άκρας Δαυίδ. ότι ουκ αφεθήσεται υμίν αύτη η αμαρτία. προς Σομνάν τον ταμίαν και είπον αυτω· 16 τι συ ώδε. 6 οι δε Ελαμίται έλαβον φαρέτρας. 12 και εκάλεσε Κύριος Κύριος σαβαώθ εν τη ημέρα εκείνη κλαυθμόν και κοπετόν και ξύρησιν και ζώσιν σάκκων. 2 ενεπλήσθη η πόλις βοώντων· οι τραυματίαι σου ου τραυματίαι μαχαίρας. και οι αλόντες σκληρώς δεδεμένοι εισί. και τι σοί εστιν ώδε.

ότι Κύριος ελάλησεν. η δε ισχύς της θαλάσσης είπεν· ουκ ώδινον ουδέ έτεκον ουδέ εξέθρεψα νεανίσκους ουδέ ύψωσα παρθένους. ως αμητού εισφερομένου οι μετάβολοι των εθνών. και έσται ως πατήρ τοις ενοικούσιν εν Ιερουσαλήμ και τοις ενοικούσιν εν Ιούδα. και εξολοθρευθήσεται η δόξα η επ ‘ αυτόν. από μικρού έως μεγάλου. Σιδών. και ουκέτι έρχονται εκ γης Κιτιαίων· ήκται αιχμάλωτος. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ Τό όραμα Τύρου. 6 απέλθατε εις Καρχηδόνα. σπέρμα μεταβόλων. και άρξει. και ουκ έσται ο αντιλέγων. και κλείσει και ουκ έσται ο ανοίγων. και εκεί αποθανή· και θήσει το άρμα σου το καλόν εις ατιμίαν και τον οίκον του άρχοντός σου εις καταπάτημα· 19 και αφαιρεθήση εκ της οικονομίας σου και εκ της στάσεώς σου. μη ήσσων εστίν ή ουκ ισχύει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σου τον ένδοξον 18 και ρίψει σε εις χώραν μεγάλην και αμέτρητον. 5 όταν δε ακουστόν γένηται Αιγύπτω. πλοία Καρχηδόνος. 1 ΟΛΟΛΥΞΑΤΕ. 2 τίνι όμοιοι γεγόνασιν οι ενοικούντες εν τη νήσω μετάβολοι Φοινίκης διαπερώντες την θάλασσαν 3 εν ύδατι πολλω. 7 ουχ αύτη ην υμών η ύβρις απ ‘ αρχής πριν ή παραδοθήναι αυτήν. και έσονται επικρεμάμενοι αυτω. και ουκ έσται ο αποκλείων. 23 και στήσω αυτόν άρχοντα εν τόπω πιστω και έσται εις θρόνον δόξης του οίκου του πατρός αυτού. ότι απώλετο. οι κατοικούντες εν τη νήσω ταύτη. 8 τις ταύτα εβούλευσεν επί Τύρον. 25 εν τη ημέρα εκείνη . 4 αισχύνθητι. 20 και έσται εν τη ημέρα εκείνη καλέσω τον παίδά μου Ελιακείμ τον του Χελκίου 21 και ενδύσω αυτόν την στολήν σου και τον στέφανόν σου δώσω αυτω και κράτος και την οικονομίαν σου δώσω εις τας χείρας αυτού. λήψεται αυτούς οδύνη περί Τύρου. ολολύξατε. 24 και έσται πεποιθώς επ ‘ αυτόν πας ένδοξος εν τω οίκω του πατρός αυτού. και δώσω αυτω την κλείδα οίκου Δαυίδ επί τω ώμω αυτού και ανοίξει. 22 και δώσω την δόξαν Δαυίδ αυτω. οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1446 .κινηθήσεται ο άνθρωπος ο εστηριγμένος εν τόπω πιστω και αφαιρεθήσεται· και πεσείται.τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ . είπεν η θάλασσα.

και πάλιν αποκατασταθήσεται εις το αρχαίον· και έσται εμπόριον πάσαις ταις βασιλείας της οικουμένης. ρέμβευσον. ως χρόνος ανθρώπου· και έσται μετά εβδομήκοντα έτη. διαθήκην αιώνιον. πλοία Καρχηδόνος. 4 επένθησεν η γη. διότι παρήλθοσαν τον νόμον και ήλλαξαν τα προστάγματα. ουδέ εκεί ανάπαυσις έσται σοι· 13 και εις γην Χαλδαίων. 14 ολολύξατε. επισκοπήν ποιήσει ο Θεός Τύρου. 6 δια τούτο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1447 . αλλά τοις κατοικούσιν έναντι Κυρίου πάσα η εμπορία αυτής φαγείν και πιείν και εμπλησθήναι εις συμβολήν μνημόσυνον έναντι Κυρίου. έσται Τύρος ως άσμα πόρνης. ίνα σου μνεία γένηται. η παροξύνουσα βασιλείς· Κύριος σαβαώθ ενετείλατο περί Χαναάν απολέσαι αυτής την ισχύν. και γαρ πλοία ουκέτι έρχεται εκ Καρχηδόνος. 3 φθορά φθαρήσεται η γη. 10 εργάζου την γην σου. άρχοντες της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έμποροι αυτής ένδοξοι. και αύτη ηρήμωται από των Ασσυρίων. 9 Κύριος σαβαώθ εβουλεύσατο παραλύσαι πάσαν την ύβριν των ενδόξων και ατιμάσαι παν ένδοξον επί της γης. 12 και ερούσιν· ουκέτι ου μη προσθήτε του υβρίζειν και αδικείν την θυγατέρα Σιδώνος· και εάν απέλθης εις Κιτιείς. 2 και έσται ο λαός ως ο ιερεύς και ο παις ως ο κύριος και η θεράπαινα ως η κυρία· έσται ο αγοράζων ως ο πωλών. 16 λαβέ κιθάραν. ο δανείζων ως ο δανειζόμενος και ο οφείλων ως ω οφείλει. ότι απόλωλε το οχύρωμα υμών. ουδέ εκεί σοι ανάπαυσις έσται. πολλά άσον. 18 και έσται αυτής η εμπορία και ο μισθός άγιον Κυρίω· ουκ αυτοίς συναχθήσεται. 5 η δε γη ηνόμησε δια τους κατοικούντας αυτήν. και εφθάρη η οικουμένη. 11 η δε χείρ σου ουκέτι ισχύει κατά θάλασσαν. πόλις πόρνη επιλελησμένη· καλώς κιθάρισον. 17 και έσται μετά τα εβδομήκοντα έτη. ότι ο τοίχος αυτής πέπτωκεν. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΙΔΟΥ Κύριος καταφθείρει την οικουμένην και ερημώσει αυτήν και ανακαλύψει το πρόσωπον αυτής και διασπερεί τους ενοικούντας εν αυτη. 15 και έσται εν τη ημέρα εκείνη καταλειφθήσεται Τύρος έτη εβδομήκοντα ως χρόνος βασιλέως. και προνομή προνομευθήσεται η γη· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα. επένθησαν οι υψηλοί της γης.

κατίσχυσε γαρ επ ‘ αυτής η ανομία. ότι θυρίδες εκ του ουρανού ηνεώχθησαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1448 . και σεισθήσεται τα θεμέλια της γης. 13 ταύτα πάντα έσται εν τη γη εν μέσω των εθνών. πικρόν εγένετο το σίκερα τοις πίνουσιν. 9 ησχύνθησαν ουκ έπιον οίνον. δια πολλών γενεών επισκοπή έσται αυτών. 16 από των πτερύγων της γης τέρατα ηκούσαμεν. ελπίς τω ευσεβεί. 18 και έσται ο φεύγων τον φόβον εμπεσείται εις τον βόθυνον. κλείσει οικίαν του μη εισελθείν. πέπαυται αυθαδεία και πλούτος ασεβών. και εάν παύσηται ο τρύγητος. και πεσείται το τείχος. 14 ούτοι φωνή βοήσονται. και καταλειφθήσονται άνθρωποι ολίγοι. και απορία απορηθήσεται η γη· 20 έκλινεν ως ο μεθύων και κραιπαλών. 7 πενθήσει οίνος. ον τρόπον εάν τις καλαμήσηται ελαίαν. 10 ηρημώθη πάσα πόλις. 17 φόβος και βόθυνος και παγίς εφ ‘ υμάς τους ενοικούντας επί της γης. και ερούσιν· ουαί τοις αθετούσιν. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. 8 πέπαυται ευφροσύνη τυμπάνων. και πεσείται και ου μη δύνηται αναστήναι. οι δε καταλειφθέντες επί της γης ευφρανθήσονται άμα τη δόξη Κυρίου. ο δε εκβαίνων εκ του βοθύνου αλώσεται υπό της παγίδος. ταραχθήσεται το ύδωρ της θαλάσσης· 15 δια τούτο η δόξα Κυρίου εν ταις νήσοις έσται της θαλάσσης. 19 ταραχή ταραχθήσεται η γη. και σεισθήσεται ως οπωροφυλάκιον η γη. 23 και τακήσεται η πλίνθος. 21 και επάξει ο Θεός επί τον κόσμον του ουρανού την χείρα και επί τους βασιλείς της γης· 22 και συνάξουσι και αποκλείσουσιν εις οχύρωμα και εις δεσμωτήριον. ότι βασιλεύσει Κύριος εν Σιών και εν Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αρά έδεται την γην. πενθήσει άμπελος. ότι ημάρτοσαν οι κατοικούντες αυτήν· δια τούτο πτωχοί έσονται οι ενοικούντες εν τη γη. και ενώπιον των πρεσβυτέρων δοξασθήσεται. και οίκοι εγκαταλελειμμένοι απολούνται. ούτως καλαμήσονται αυτούς. οι αθετούντες τον νόμον. 11 ολολύζεται περί του οίνου πανταχή· πέπαυται πάσα ευφροσύνη της γης. 12 και καταλειφθήσονται πόλεις έρημοι. το όνομα Κυρίου ένδοξον έσται. στενάξουσι πάντες οι ευφραινόμενοι την ψυχήν. πέπαυται φωνή κιθάρας. απήλθε πάσα ευφροσύνη της γης.

3 δια τούτο ευλογήσει σε ο λαός ο πτωχός. βουλήν αρχαίαν αληθινήν· γένοιτο. 8 κατέπιεν ο θάνατος ισχύσας. και σώσει ημάς. από ανθρώπων πονηρών ρύση αυτούς. 10 ότι ανάπαυσιν δώσει ο Θεός επί το όρος τούτο. 7 χρίσονται μύρον. και καταπατηθήσεται η Μωαβίτις. 6 και ποιήσει Κύριος σαβαώθ πάσι τοις έθνεσιν επί το όρος τούτο. ον τρόπον πατούσιν άλωνα εν αμάξαις· 11 και ανήσει τας χείρας αυτού. πίονται οίνον. ότι εποίησας θαυμαστά πράγματα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΥΡΙΕ ο Θεός μου. και καταβήσεται έως του εδάφους. και σωτήριον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1449 . υπεμείναμεν αυτόν και αγαλλιασόμεθα και εφρανθησόμεθα επί τη σωτηρία ημών. ον τρόπον και αυτός εταπείνωσε του απολέσαι. Κύριε· 2 ότι έθηκας πόλεις εις χώμα. και ταπεινώσει την ύβριν αυτού. το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε. ούτος Κύριος. σκέπη διψώντων και πνεύμα ανθρώπων αδικουμένων. εφ ‘ α τας χείρας επέβαλε· 12 και το ύψος της καταφυγής του τοίχου ταπεινώσει. 5 ως άνθρωποι ολιγόψυχοι διψώντες εν Σιών. υμνήσω το όνομά σου. 9 και ερούσι τη ημέρα εκείνη· ιδού ο Θεός ημών εφ ‘ ω ηλπίζομεν και ηγαλλιώμεθα. και πόλεις ανθρώπων αδικουμένων ευλογήσουσί σε· 4 εγένου γαρ πάση πόλει ταπεινή βοηθός και τοις αθυμήσασι δι ‘ ένδειαν σκέπη. πίονται ευφροσύνην. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 Τ… ημέρα εκείνη άσονται το άσμα τούτο επί γης Ιούδα· ιδού πόλις ισχυρά. εν τω όρει τούτω παράδος ταύτα πάντα τοις έθνεσιν· η γαρ βουλή αύτη επί πάντα τα έθνη. οίς ημάς παρέδωκας. από ανθρώπων ασεβών. δοξάσω σε. και πάλιν αφείλε Κύριος ο Θεός παν δάκρυον από παντός προσώπου· το όνειδος του λαού αφείλεν από πάσης της γης. πόλεις οχυράς του μη πεσείν αυτών τα θεμέλια· των ασεβών πόλις εις τον αιώνα ου μη οικοδομηθή.

αλήθειαν ου μη ποιήσει· αρθήτω ο ασεβής. ούτως εγενήθημεν τω αγαπητω σου δια τον φόβον σου. και ευφρανθήσονται οι εν τη γη· η γαρ δρόσος η παρά σου ίαμα αυτοίς εστιν. έως αν παρέλθη η οργή Κυρίου· 21 ιδού γαρ Κύριος από του αγίου επάγει την οργήν επί τους ενοικούντας επί της γης. εν θλίψει εμνήσθην σου. 11 Κύριε. ο Θεός. 19 αναστήσονται οι νεκροί. και παρεσκευασμένη η οδός των ευσεβών. είσελθε εις τα ταμιείά σου. 7 οδός ευσεβών ευθεία εγένετο. 14 οι δε νεκροί ζωήν ου μη ίδωσιν. οι ενοικούντες επί της γης. αποκρύβηθι μικρόν όσον όσον. και ουκ ήδεισαν. εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν. 2 ανοίξατε πύλας. εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε. Κύριε. 13 Κύριε ο Θεός ημών. 15 πρόσθες αυτοίς κακά. αλλά πεσούνται πάντες οι ενοικούντες επί της γης. έως του αιώνος. Κύριε. 3 αντιλαμβανόμενος αληθείας και φυλάσσων ειρήνην. κτήσαι ημάς. ο Θεός ο μέγας. γνόντες δε αισχυνθήσονται. 5 ος ταπεινώσας κατήγαγες τους ενοικούντας εν υψηλοίς· πόλεις οχυράς καταβαλείς και κατάξεις έως εδάφους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών θήσει τείχος και περίτειχος. Κύριε. 8 η γαρ οδός Κυρίου κρίσις· ηλπίσαμεν επί τω ονόματί σου και επί τη μνεία. Κύριε. ο αιώνιος. 20 βάδιζε. ουδέ ιατροί ου μη αναστήσουσι· δια τούτο επήγαγες και απώλεσας και ήρας παν άρσεν αυτών. 17 και ως η ωδίνουσα εγγίζει του τεκείν και επί τη ωδίνι αυτής εκέκραξεν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1450 . ειρήνην δος ημίν. διότι φως τα προστάγματά σου επί της γης. λαός μου. 9 ή επιθυμεί η ψυχή ημών. πρόσθες κακά τοις ενδόξοις της γης. υψηλός σου ο βραχίων. και ανακαλύψει η γη το αίμα αυτής και ου κατακαλύψει τους ανηρημένους επ ‘ αυτής. εισελθέτω λαός φυλάσσων δικαιοσύνην και φυλάσσων αλήθειαν. το όνομά σου ονομάζομεν. ου πεσούμεθα. ζήλος λήψεται λαόν απαίδευτον. και νυν πυρ τους υπεναντίους έδεται. ότι επί σοί ελπίδι 4 ήλπισαν. απόκλεισον την θύραν σου. και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις. πάντα γαρ απέδωκας ημίν. ίνα μη ίδη την δόξαν Κυρίου. δικαιοσύνην μάθετε. 16 Κύριε. 10 πέπαυται γαρ ο ασεβής· πας ος ου μη μάθη δικαιοσύνην επί της γης. εν θλίψει μικρά η παιδεία σου ημίν. η δε γη των ασεβών πεσείται. 6 και πατήσουσιν αυτούς πόδες πραέων και ταπεινών. 18 εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν· πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γης. 12 Κύριε ο Θεός ημών.

ουδέ ο πλάσας αυτούς ου μη ελεήση.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΕΝ τη ημέρα εκείνη επάξει ο Θεός την μάχαιραν την αγίαν και την μεγάλην και την ισχυράν επί τον δράκοντα όφιν φεύγοντα. γυναίκες ερχόμεναι από θέας. δια την πολεμίαν ταύτην ηθέτηκα αυτήν· τοίνυν δια τούτο εποίησε Κύριος πάντα όσα συνέταξε. ποιήσωμεν ειρήνην. 7 μη ως αυτός επάταξε. όταν θώσι πάντας τους λίθους των βωμών κατακεκομμένους ως κονίαν λεπτήν· και ου μη μείνη τα δένδρα αυτών. πόλις πολιουρκουμένη. τέκνα Ιακώβ. και τούτό εστιν η ευλογία αυτού. ημέρας δε πεσείται το τείχος. 4 ουκ έστιν ή ουκ επελάβετο αυτής· τις με θήσει φυλάσσειν καλάμην εν αγρω. και ήξουσιν οι απολόμενοι εν τη χώρα των Ασσυρίων και οι απολόμενοι εν Αιγύπτω και προσκυνήσουσι τω Κυρίω επί το όρος το άγιον εν Ιερουσαλήμ. ούτως αναιρεθήσεται. 9 δια τούτο αφαιρεθήσεται η ανομία Ιακώβ. 10 το κατοικούμενον ποίμνιον ανειμένον έσται. 12 και έσται εν τη ημέρα εκείνη συμφράξει ο Θεός από της διώρυγος του ποταμού έως Ρινοκορούρων. όταν αφέλωμαι την αμαρτίαν αυτού. και εμπλησθήσεται η οικουμένη του καρπού αυτού. 2 τη ημέρα εκείνη αμπελών καλός επιθύμημα εξάρχειν κατ ‘ αυτής. 6 οι ερχόμενοι. 8 μαχόμενος και ονειδίζων εξαποστελεί αυτούς· ου συ ήσθα ο μελετών τω πνεύματι τω σκληρω ανελείν αυτούς πνεύματι θυμού. δια τούτο ου μη οικτειρήση ο ποιήσας αυτούς. 13 και έσται εν τη ημέρα εκείνη σαλπιούσι τη σάλπιγγι τη μεγάλη. 11 και μετά χρόνον ουκ έσται εν αυτη παν χλωρόν δια το ξηρανθήναι. ποιήσωμεν ειρήνην αυτω. 5 βοήσονται οι ενοικούντες εν αυτη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1451 . υμείς δε συναγάγετε τους υιούς Ισραήλ κατά ένα ένα. ως ποίμνιον καταλελειμμένον και έσται πολύν χρόνον εις βόσκημα. κατακέκαυμαι. και ως αυτός ανείλεν. και τα είδωλα αυτών εκκεκομμένα ωσπερ δρυμός μακράν. βλαστήσει και εξανθήσει Ισραήλ. 3 εγώ πόλις οχυρά. επί τον δράκοντα όφιν σκολιόν και ανελεί τον δράκοντα. και εκεί αναπαύσονται ποίμνια. δεύτε· ου γαρ λαός εστιν έχων σύνεσιν. μάτην ποτιώ αυτήν· αλώσεται γαρ νυκτός. και αυτός ούτως πληγήσεται.

θελήσει αυτό καταπιείν. οι απογεγαλακτισμένοι από γάλακτος. και ουκ ηθέλησαν ακούειν. βία καταφερομένη· ως ύδατος πολύ πλήθος σύρον χώραν τη γη ποιήσει ανάπαυσιν ταις χερσί. 2 ιδού ισχυρόν και σκληρόν ο θυμός Κυρίου ως χάλαζα καταφερομένη ουκ έχουσα σκέπην. επλανήθησαν· τούτ ‘ έστι φάσμα. έτι μικρόν έτι μικρόν. κατεπόθησαν δια τον οίνον. εσείσθησαν από της μέθης. η δε ελεημοσύνη μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1452 . έτι μικρόν έτι μικρόν 11 δια φαυλισμόν χειλέων δια γλώσσης ετέρας. ότι λαλήσουσι τω λαω τούτω 12 λέγοντες αυτω· τούτο το ανάπαυμα τω πεινώντι και τούτο το σύντριμμα. 9 τίνι ανηγγείλαμεν κακά και τίνι ανηγγείλαμεν αγγελίαν. ίνα πορευθώσι και πέσωσιν εις τα οπίσω και κινδυνεύσουσι και συντριβήσονται και αλώσονται. 17 και θήσω κρίσιν εις ελπίδα. καταιγίς φερομένη εάν παρέλθη ου μη έλθη εφ ‘ ημάς· εθήκαμεν ψεύδος την ελπίδα ημών και τω ψεύδει σκεπασθησόμεθα. ελπίδα επ ‘ ελπίδι. 5 τη ημέρα εκείνη έσται Κύριος σαβαώθ ο στέφανος της ελπίδος ο πλακείς της δόξης τω καταλειφθέντι μου λαω· 6 καταλειφθήσονται επί πνεύματι κρίσεως επί κρίσιν και ισχύν κωλύων ανελείν. οι μισθωτοί Εφραίμ· το άνθος το εκπεσόν εκ της δόξης επί της κορυφής του όρους του παχέος. ο ιδών αυτό. 16 δια τούτο ούτω λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ εμβαλώ εις τα θεμέλια Σιών λίθον πολυτελή εκλεκτόν ακρογωνιαίον. οι απεσπασμένοι από μαστού. έντιμον. πριν ή εις την χείραν αυτού λαβείν. 4 και έσται το άνθος το εκπεσόν της ελπίδος της δόξης επ ‘ άκρου του όρους του υψηλού ως πρόδρομος σύκου. 14 δια τούτο ακούσατε λόγον Κυρίου. και ο πιστεύων επ ‘ αυτω ου μη καταισχυνθή. οι μεθύοντες άνευ οίνου. ελπίς επ ‘ ελπίδι. 7 ούτοι γαρ οίνω πεπλανημένοι εισίν. 13 και έσται αυτοίς το λόγιον Κυρίου του Θεού θλίψις επί θλίψιν. 8 αρά έδεται ταύτην την βουλήν· αύτη γαρ η βουλή ένεκεν πλεονεξίας. άνδρες τεθλιμμένοι και άρχοντες του λαού τούτου του εν Ιερουσαλήμ· 15 ότι είπατε· εποιήσαμεν διαθήκην μετά του άδου και μετά του θανάτου συνθήκας. οι μισθωτοί του Εφραίμ. επλανήθησαν δια το σίκερα· ιερεύς και προφήτης εξέστησαν δια το σίκερα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΟΥΑΙ τω στεφάνω της ύβρεως. εις τα θεμέλια αυτής. 10 θλίψιν επί θλίψιν προσδέχου. 3 και τοις ποσί καταπατηθήσεται ο στέφανος της ύβρεως.

έσεσθε αυτη εις καταπάτημα. 19 όταν παρέλθη. και εν νυκτί έσται ελπίς πονηρά· μάθετε ακούειν. 27 ου γαρ μετά σκληρότητος καθαίρεται το μελάνθιον. 21 ωσπερ όρος ασεβών αναστήσεται Κύριος. μηδέ ισχυσάτωσαν υμών οι δεσμοί διότι συντετελεσμένα και συντετμημένα πράγματα ήκουσα παρά Κυρίου σαβαώθ. και εις την γην οι λόγοι σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1453 . υψώσατε ματαίαν παράκλησιν. 2 εκθλίψω γαρ Αριήλ. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΟΥΑΙ Αριήλ πόλις. 3 και κυκλώσω ως Δαυίδ επί σε και βαλώ περί σε χάρακα και θήσω περί σε πύργους. α ποιήσει επί πάσαν την γην. φάγεσθε γαρ συν Μωάβ. 23 ενωτίζεσθε και ακούετε της φωνής μου. ουδέ τροχός αμάξης περιάξει επί τον κύμινον. ην επολέμησε Δαυίδ· συναγάγετε γεννήματα ενιαυτόν επί ενιαυτόν. 25 ουχ όταν ομαλίση το πρόσωπον αυτής. και η πικρία αυτού αλλοτρία. και η ελπίς υμών η προς τον άδην ου μη εμμείνη· καταιγίς φερομένη εάν επέλθη. ουδέ φωνή της πικρίας μου καταπατήσει υμάς. 20 στενοχωρούμενοι ου δυνάμεθα μάχεσθαι. φάγεσθε. λήψεται υμάς· πρωϊ πρωϊ παρελεύσεται ημέρας. 4 και ταπεινωθήσονται εις την γην οι λόγοι σου. 18 μη και αφέλη υμών την διαθήκην του θανάτου. αλλά ράβδω τινάσσεται το μελάνθιον. αυτοί δε ασθενούμεν του υμάς συναχθήναι. και έσται εν τη φάραγγι Γαβαών· μετά θυμού ποιήσει τα έργα αυτού. ή σπόρον προετοιμάσει πριν εργάσασθαι την γην. 28 το δε κύμινον μετά άρτου βρωθήσεται. και οι πεποιθότες μάτην ψεύδει· ότι ου μη παρέλθη υμάς καταιγίς. 29 και ταύτα παρά Κυρίου σαβαώθ εξήλθε τα τέρατα· βουλεύσασθε. 22 και υμείς μη ευφρανθείητε. πικρίας έργον· ο δε θυμός αυτού αλλοτρίως χρήσεται. ου γαρ εις τον αιώνα εγώ ειμι υμίν οργισθήσομαι. και έσται αυτής η ισχύς και ο πλούτος εμοί. τότε σπείρει μικρόν μελάνθιον ή κύμινον και πάλιν σπείρει πυρόν και κριθήν και κέγχρον και ζέαν εν τοις ορίοις σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις σταθμούς. 26 και παιδευθήση κρίματι Θεού σου και ευφρανθήση. προσέχετε και ακούεται τους λόγους μου. 24 μη όλην την ημέραν αροτριάσει ο αροτριών.

και οι εν τω σκότει και οι εν τη ομίχλη οφθαλμοί τυφλών όψονται· 19 και αγαλλιάσονται πτωχοί δια Κύριον εν ευφροσύνη. και πάντες οι στρατευσάμενοι επί Ιερουσαλήμ και πάντες οι συνηγμένοι επ ‘ αυτήν και θλίβοντες αυτήν. και τις ημάς γνώσεται ή α ημείς ποιούμεν. οι ορώντες τα κρυπτά. 14 δια τούτο ιδού εγώ προσθήσω του μετατεθήναι τον λαόν τούτον και μεταθήσω αυτούς και απολώ την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών κρύψω. 5 και έσται ως κονιορτός από τροχού ο πλούτος των ασεβών και ως χνούς φερόμενος το πλήθος των καταδυναστευόντων σε. 11 και έσονται υμίν τα ρήματα πάντα ταύτα ως οι λόγοι του βιβλίου του εσφραγισμένου τούτου. 17 ουκέτι μικρόν και μετατεθήσεται ο Λίβανος. και εξαναστάντων μάταιον αυτών το ενύπνιον. 13 Και είπε Κύριος· εγγίζει μοι ο λαός ούτος εν τω στόματι αυτού και εν τοις χείλεσιν αυτών τιμώσί με. και ερεί αυτω· ανάγνωθι τούτο· και ερεί· ουκ επίσταμαι γράμματα. όσοι επεστράτευσαν επί το όρος Σιών. ως το όρος το Χέρμελ και το Χέρμελ εις δρυμόν λογισθήσεται. η δε ψυχή αυτού εις κενόν ήλπισεν. καταιγίς φερομένη και φλόξ πυρός κατεσθίουσα. εσφράγισται γαρ. 8 και έσονται ως οι εν τω ύπνω πίνοντες και έσθοντες. η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ ‘ εμού· μάτην δε σέβονταί με διδάσκοντες εντάλματα ανθρώπων και διδασκαλίας. όσοι επεστράτευσαν επί Αριήλ. 18 και ακούσονται εν τη ημέρα εκείνη κωφοί λόγους βιβλίου. 15 ουαί οι βαθέως βουλήν ποιούντες και ου δια Κυρίου· ουαί οι εν κρυφή βουλήν ποιούντες και έσται εν σκότει τα έργα αυτών και ερούσι· τις εώρακεν ημάς. και προς το έδαφος η φωνή σου ασθενήσει. και οι απηλπισμένοι των ανθρώπων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1454 . ό εάν δώσιν αυτό ανθρώπω επισταμένω γράμματα λέγοντες· ανάγνωθι ταύτα· και ερεί· ου δύναμαι αναγνώναι. 16 ουχ ως ο πηλός του κεραμέως λογισθήσεσθε. και ον τρόπον ενυπνιάζεται ο διψών ως πίνων και εξαναστάς έτι διψά. ούτως έσται ο πλούτος των εθνών πάντων. μη ερεί το πλάσμα τω πλάσαντι αυτό· ου συ με έπλασας. 9 εκλύθητε και έκστητε και κραιπαλήσατε ουκ από σίκερα ουδέ από οίνου· 10 ότι πεπότικεν υμάς Κύριος πνεύματι κατανύξεως και καμμύσει τους οφθαλμούς αυτών και των προφητών αυτών και των αρχόντων αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δύσονται· και έσται ως οι φωνούντες εκ της γης η φωνή σου. 12 και δοθήσεται το βιβλίον τούτο εις χείρας ανθρώπου μη επισταμένου γράμματα. και έσται ως στιγμή παραχρήμα 6 παρά Κυρίου σαβαώθ· επισκοπή γαρ έσται μετά βροντής και σεισμού και φωνής μεγάλης. 7 και έσται ως ο ενυπνιαζόμενος καθ ‘ ύπνους νυκτός ο πλούτος απάντων των εθνών. ή το ποίημα τω ποιήσαντι· ου συνετώς με εποίησας.

ος ουκ ωφελήσει αυτούς ούτε εις βοήθειαν. 3 έσται γαρ υμίν σκέπη Φαραώ εις αισχύνην και τοις πεποιθόσιν επ ‘ Αίγυπτον όνειδος. τάδε λέγει Κύριος. οι δε γογγύζοντες μαθήσονται υπακούειν. εποιήσατε βουλήν ου δι ‘ εμού και συνθήκας ου δια του πνεύματός μου προσθείναι αμαρτίας εφ ‘ αμαρτίας. ουδέ νυν το πρόσωπον μεταβαλεί Ισραήλ· 23 αλλ ‘ όταν ίδωσι τα τέκνα αυτών τα έργα μου. 20 εξέλιπεν άνομος. . και τοις τα οράματα ορώσι· μη λαλείτε ημίν. 22 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος επί τον οίκον Ιακώβ. 24 και γνώσονται οι πλανώμενοι τω πνεύματι σύνεσιν. εμέ δε ουκ επηρώτησαν. υιοί ψευδείς. ό ουκ ωφελήσει αυτούς. ότι έσται εις ημέρας καιρόν ταύτα και έως εις τον αιώνα. 9 ότι λαός απειθής εστιν. αλλά ημίν λαλείτε και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1455 . ούτε εις ωφέλειαν. δι ‘ εμέ αγιάσουσιν το όνομά μου και αγιάσουσιν τον άγιον Ιακώβ και τον Θεόν του Ισραήλ φοβηθήσονται. 7 Αιγύπτιοι μάταια και κενά ωφελήσουσιν υμάς· απάγγειλον αυτοίς.8 Νυν ουν καθίσας γράψον επί πυξίου ταύτα και εις βιβλίον. και εξωλοθρεύθησαν οι ανομούντες επί κακία. λέων και σκύμνος λέοντος εκείθεν και ασπίδες και έκγονα ασπίδων πετομένων. 10 οι λέγοντες τοις προφήταις· μη αναγγέλλετε ημίν. και απώλετο υπερήφανος. αλλά εις αισχύνην και όνειδος. 21 και οι ποιούντες αμαρτείν ανθρώπους εν λόγω· πάντας δε τους ελέγχοντας εν πύλαις πρόσκομμα θήσουσιν ότι επλαγίασαν επ ‘ αδίκοις δίκαιον. οί ουκ ηβούλοντο ακούειν τον νόμον του Θεού. 2 οι πορευόμενοι καταβήναι εις Αίγυπτον. και αι γλώσσαι αι ψελλίζουσαι μαθήσονται λαλείν ειρήνην. του βοηθηθήναι υπό Φαραώ και σκεπασθήναι υπό Αιγυπτίων. Εν τη θλίψει και τη στενοχωρία. ον αφώρισεν εξ Αβραάμ· ου νυν αισχυνθήσεται Ιακώβ. 4 ότι εισίν εν Τάνει αρχηγοί άγγελοι πονηροί· 5 μάτην κοπιάσουσι προς λαόν. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΟΥΑΙ τέκνα αποστάται. ότι ματαία η παράκλησις υμών αύτη. οί έφερον επί όνων και καμήλων τον πλούτον αυτών προς έθνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εμπλησθήσονται ευφροσύνης. 6 Η όρασις των τετραπόδων των εν τη ερήμω.

έως αν καταλειφθήτε ως ιστός επ ‘ όρους. 20 και δώσει Κύριος υμίν άρτον θλίψεως και ύδωρ στενόν. και ουκέτι μη εγγίσωσί σοι οι πλανώντές σε· ότι οι οφθαλμοί σου όψονται τους πλανώντάς σε. μακάριοι οι εμμένοντες επ ‘ αυτω. 23 τότε έσται ο υετός τω σπέρματι της γης σου. 22 και εξαρείς τα είδωλα τα περιηργυρωμένα και τα περικεχρυσωμένα. 13 δια τούτο έσται υμίν η αμαρτία αύτη ως τείχος πίπτον παραχρήμα πόλεως οχυράς εαλωκυίας. επήκουσέ σου. οι λέγοντες· αύτη η οδός. 14 και το πτώμα αυτής έσται ως σύντριμμα αγγείου οστρακίνου. 26 και έσται το φως της σελήνης ως το φως του ηλίου και το φως του ηλίου έσται επταπλάσιον εν τη ημέρα. και Ιερουσαλήμ κλαυθμω έκλαυσεν· ελέησόν με· ελεήσει σε την φωνήν της κραυγής σου· ηνίκα είδεν. όταν ιάσηται Κύριος το σύντριμμα του λαού αυτού. 17 χίλιοι δια φωνήν ενός φεύξονται. τότε σωθήση και γνώση που ήσθα· ότε επεποίθεις επί τοις ματαίοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναγγέλλετε ημίν ετέραν πλάνησιν. και που καταλείψεται την δόξαν υμών. αφέλετε αφ ‘ ημών τον τρίβον τούτον και αφέλετε αφ ‘ ημών τον άγιον του Ισραήλ. 19 Διότι λαός άγιος εν Σιών οικήσει. 21 και τα ώτά σου ακούσονται τους λόγους των οπίσω σε πλανησάντων. ης παραχρήμα πάρεστι το πτώμα. 11 και αποστρέψατε ημάς από της οδού ταύτης. πορευθώμεν εν αυτη είτε δεξιά είτε αριστερά. όταν απόλωνται πολλοί και όταν πέσωσι πύργοι. και ουκ ηβούλεσθε ακούειν. 24 οι ταύροι υμών και οι βόες οι εργαζόμενοι την γην φάγονται άχυρα αναπεποιημένα εν κριθή λελικμημένα. 18 και πάλιν μενεί ο Θεός του οικτειρήσαι υμάς και δια τούτο υψωθήσεται του ελεήσαι υμάς· διότι κριτής Κύριος ο Θεός υμών εστι. και δια φωνήν πέντε φεύξονται πολλοί. 16 αλλ ‘ είπατε· εφ ‘ ίππων φευξόμεθα· δια τούτο φεύξεσθε· και είπατε· επί κούφοις αναβάται εσόμεθα· δια τούτο κούφοι έσονται οι διώκοντες υμάς. ματαία η ισχύς υμών εγενήθη. 12 δια τούτο τάδε λέγει ο άγιος του Ισραήλ· ότι ηπειθήσατε τοις λόγοις τούτοις και ηλπίσατε επί ψεύδει και ότι εγόγγυσας και πεποιθώς εγένου επί τω λόγω τούτω. 25 και έσται επί παντός όρους υψηλού και επί παντός βουνού μετεώρου ύδωρ διαπορευόμενον εν τη ημέρα εκείνη. εν ω πυρ αρείς και εν ω αποσυριείς ύδωρ μικρόν. λεπτά ποιήσεις και λικμήσεις ως ύδωρ αποκαθημένης και ως κόπρον ώσεις αυτά. εκ κεραμίου λεπτά ωστε μη ευρείν εν αυτοίς όστρακον. και ως σημαίαν φέρων επί βουνού. και ο άρτος του γεννήματος της γης σου έσται πλησμονή και λιπαρός· και βοσκηθήσεταί σου τα κτήνη τη ημέρα εκείνη τόπον πίονα και ευρύχωρον. και την οδύνην της πληγής σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1456 . 15 ούτω λέγει Κύριος Κύριος ο άγιος του Ισραήλ· όταν αποστραφείς στενάξης.

λόγιον οργής πλήρες. 29 μη διαπαντός δεί υμάς ευφραίνεσθαι και εισπορεύεσθαι εις τα άγιά μου διαπαντός ωσεί εορτάζοντας και ωσεί ευφραινομένους εισελθείν μετά αυλού εις το όρος Κυρίου προς τον Θεόν του Ισραήλ. και επαναστήσεται επ ‘ οίκους ανθρώπων πονηρών και επί την ελπίδα αυτών την ματαίαν. ξύλα κείμενα. ίππων σάρκας και ουκ έστι βοήθεια· ο δε Κύριος επάξει την χείρα αυτού επ ‘ αυτούς. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΟΥΑΙ οι καταβαίνοντες εις Αίγυπτον επί βοήθειαν. και εφ ‘ ίπποις. εφ ‘ ή αυτός επεποίθει· αυτοί μετά αυλών και κιθάρας πολεμήσουσιν αυτόν εκ μεταβολής. και κοπιάσουσιν οι βοηθούντες. φάραγγα βαθείαν. όθεν ην αυτών η ελπίς της βοηθείας. και άμα πάντες απολούνται. 32 και έσται αυτω κυκλόθεν. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 27 Ιδού το όνομα Κυρίου έρχεται δια χρόνου πολλού. 31 δια γαρ της φωνής Κυρίου ηττηθήσονται Ασσύριοι τη πληγή. πλήθος σφόδρα. 28 και το πνεύμα αυτού ως ύδωρ εν φάραγγι σύρον ήξει έως του τραχήλου και διαιρεθήσεται του ταράξαι έθνη επί πλανήσει ματαία. και ουκ ήσαν πεποιθότες επί τον άγιον του Ισραήλ και τον Κύριον ουκ εζήτησαν. πυρ και ξύλα πολλά. καιόμενος ο θυμός. και η οργή του θυμού ως πυρ έδεται. και ο λόγος αυτού ου μη αθετηθή. 3 Αιγύπτιον άνθρωπον και ου Θεόν. και διώξεται αυτούς πλάνησις και λήψεται αυτούς κατά πρόσωπον αυτών. 30 και ακουστήν ποιήσει Κύριος την δόξαν της φωνής αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ιάσεται. 33 συ γαρ προ ημερών απαιτηθήση· μη και σοί ητοιμάσθη βασιλεύειν. ο θυμός Κυρίου ως φάραγξ υπό θείου καιομένη. έστι γαρ πολλά. ή έλαβε. ή αν πατάξη αυτούς. έως αν εμπλησθή τα όρη της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1457 . 2 και αυτός σοφώς ήγεν επ ‘ αυτούς κακά. οι εφ ‘ ίπποις πεποιθότες και εφ ‘ άρμασιν. και κεκράξη επ ‘ αυτη. 4 ότι ούτως είπέ μοι Κύριος· ον τρόπον εάν βοήση ο λέων ή ο σκύμνος επί τη θύρα. και τον θυμόν του βραχίονος αυτού δείξει μετά θυμού και οργής και φλογός κατεσθιούσης· κεραυνώσει βιαίως και ως ύδωρ και χάλαζα συγκαταφερομένη βία. μετά δόξης το λόγιον των χειλέων αυτού.

και φεύξεται ουκ από προσώπου μαχαίρας· οι δε νεανίσκοι έσονται εις ήττημα. 6 επιστράφητε. οι την βαθείαν βουλήν βουλευόμενοι και άνομον. 5 ως όρνεα πετόμενα. 10 ημέρας ενιαυτού μνείαν ποιήσασθε εν οδύνη μετ ‘ ελπίδος· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1458 . 9 Γυναίκες πλούσιαι. 8 οι δε ευσεβείς συνετά εβουλεύσαντο. 9 πέτρα γαρ περιληφθήσονται ως χάρακι και ηττηθήσονται. ουδέ μάχαιρα ανθρώπου καταφάγεται αυτόν. και η καρδία αυτού μάταια νοήσει του συντελείν άνομα και λαλείν προς Κύριον πλάνησιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φωνής αυτού. α εποίησαν αι χείρες αυτών. αλλά τα ώτα ακούειν δώσουσι. και άρχοντες μετά κρίσεως άρξουσι. 8 και πεσείται Ασσούρ· ου μάχαιρα ανδρός. ανάστητε. ούτως καταβήσεται Κύριος σαβαώθ επιστρατεύσαι επί το όρος το Σιών. και ουκέτι μη είπωσιν οι υπηρέται σου· σίγα. του διασπείραι ψυχάς πεινώσας και τας ψυχάς τας διψώσας κενάς ποιήσαι. 4 και η καρδία των ασθενούντων προσέξει του ακούειν. ούτως υπερασπιεί Κύριος σαβαώθ υπέρ Ιερουσαλήμ. και ηττήθησαν και το πλήθος του θυμού επτοήθησαν. ο δε φεύγων αλώσεται. και ακούσατε της φωνής μου· θυγατέρες εν ελπίδι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΙΔΟΥ γαρ βασιλεύς δίκαιος βασιλεύσει. 3 και ουκέτι έσονται πεποιθότες επ ‘ ανθρώποις. 7 η γαρ βουλή των πονηρών άνομα βουλεύσεται καταφθείραι ταπεινούς εν λόγοις αδίκοις και διασκεδάσαι λόγους ταπεινών εν κρίσει. υπερασπιεί και εξελείται και περιποιήσεται και σώσει. και αύτη η βουλή μενεί. 7 ότι τη ημέρα εκείνη απαρνήσονται οι άνθρωποι τα χειροποίητα αυτών τα αργυρά και τα χειροποίητα τα χρυσά. και αι γλώσσαι αι ψελλίζουσαι ταχύ μαθήσονται λαλείν ειρήνην. 2 και έσται ο άνθρωπος κρύπτων τους λόγους αυτού και κρυβήσεται ως αφ ‘ ύδατος φερομένου· και φανήσεται εν Σιών ως ποταμός φερόμενος ένδοξος εν γη διψώση. εισακούσατε λόγους μου. 6 ο γαρ μωρός μωρά λαλήσει. 5 και ουκέτι μη είπωσι τω μωρω άρχειν. επί τα όρη αυτής. Τάδε λέγει Κύριος· μακάριος ος έχει εν Σιών σπέρμα και οικείους εν Ιερουσαλήμ.

ελέησον ημάς. και δικαιοσύνη εν τω Καρμήλω κατοικήσει· 17 και έσται τα έργα της δικαιοσύνης ειρήνη. 11 έκστητε. και έσονται οι ενοικούντες εν τοις δρυμοίς πεποιθότες ως οι εν τη πεδινή. οίκοι εγκαταλελειμμένοι πλούτον πόλεως και οίκους επιθυμήματος αφήσουσι· και έσονται αι κώμαι σπήλαια έως του αιώνος. ούτως εμπαίξουσιν υμίν. 4 νυν δε συναχθήσεται τα σκύλα υμών μικρού και μεγάλου· ον τρόπον εάν τις συναγάγη ακρίδας. άκανθα και χόρτος αναβήσεται. υμάς δε ουδείς ποιεί ταλαιπώρους. η δε σωτηρία ημών εν καιρω θλίψεως. 2 Κύριε. γυμναί γένεσθε. βοσκήματα ποιμένων. και διεσπάρησαν τα έθνη. πέπαυται ο σπόρος και ουκέτι μη έλθη. εκεί σοφία και επιστήμη και ευσέβεια προς τον Κύριον· ούτοί εισι θησαυροί δικαιοσύνης. 6 εν νόμω παραδοθήσονται. 13 η γη του λαού μου. και πεποιθότες έως του αιώνος· 18 και κατοικήσει ο λαός αυτού εν πόλει ειρήνης και ενοικήσει πεποιθώς. αι πεποιθυίαι. και έσται έρημος ο Χέρμελ. εκδύσασθε. φοβηθήσονται αφ ‘ υμών· άγγελοι γαρ αποσταλήσονται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1459 . ενεπλήσθη Σιών κρίσεως και δικαιοσύνης. 3 δια φωνήν του φόβου εξέστησαν λαοί από του φόβου σου. και κρατήσει η δικαιοσύνη ανάπαυσιν. λυπήθητε. 19 η δε χάλαζα εάν καταβή. ου βούς και όνος πατεί. περιζώσασθε σάκκους τας οσφύας 12 και επί των μαστών κόπτεσθε από αγρού επιθυμήματος και αμπέλου γεννήματος. ουκ εφ ‘ υμάς ήξει. εν θησαυροίς η σωτηρία ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανήλωται ο τρυγητός. και αναπαύσονται μετά πλούτου. 15 έως αν έλθη εφ ‘ υμάς πνεύμα αφ ‘ υψηλού. επί σοί γαρ πεποίθαμεν· εγενήθη το σπέρμα των απειθούντων εις απώλειαν. και εκ πάσης οικίας ευφροσύνη αρθήσεται· 14 πόλις πλουσία. ούτως ηττηθήσονται. 7 ιδού δη εν τω φόβω υμών αυτοί φοβηθήσονται· ους εφοβείσθε. και ο αθετών υμάς ουκ αθετεί· αλώσονται οι αθετούντες και παραδοθήσονται και ως σής εφ ‘ ιματίου. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΟΥΑΙ τοις ταλαιπωρούσιν υμάς. ευφροσύνη όνων αγρίων. 20 μακάριοι οι σπείροντες επί παν ύδωρ. 5 άγιος ο Θεός ο κατοικών εν υψηλοίς. 16 και αναπαύσεται εν τη ερήμω κρίμα. και ο Χέρμελ εις δρυμόν λογισθήσεται.

14 απέστησαν οι εν Σιών άνομοι. ίνα μη ίδη αδικίαν. και το ύδωρ αυτού πιστόν. πόλις πλουσία. και οι οφθαλμοί υμών όψονται γη πόρρωθεν. ποταμοί και διώρυχες πλατείς και ευρύχωροι· ου πορεύση ταύτην την οδόν. νυν αισθηθήσεσθε· ματαία έσται η ισχύς του πνεύματος υμών. που εισιν οι συμβουλεύοντες. ω ου συνεβουλεύσατο. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1460 . καμμύων τους οφθαλμούς. νυν δοξασθήσομαι. ούτος ημάς σώσει. ησχύνθη ο Λίβανος. 9 επένθησεν η γη. ότι ουκ ενίσχυσαν· ο ιστός σου έκλινεν. 18 η ψυχή ημών μελετήσει φόβον· που εισιν οι γραμματικοί. 22 ο γαρ Θεός μου μέγας εστίν. λήψεται τρόμος τους ασεβείς· τις αναγγελεί υμίν. γνώσονται οι εγγίζοντες την ισχύν μου. 15 πορευόμενος εν διακαιοσύνη. ουδέ ήδει βαθύφωνον ωστε μη ακούσαι λαός πεφαυλισμένος και ουκ έστι τω ακούοντι σύνεσις. λέγει Κύριος. τις αναγγελεί υμίν τον τόπον τον αιώνιον. 23 ερράγησαν τα σχοινία σου. λαλών ευθείαν οδόν. βαρύνων τα ώτα. σκηναί. έλη εγένετο ο Σάρων· φανερά έσται η Γαλιλαία και ο Κάρμηλος. παρακαλούντες ειρήνην. ότι πυρ καίεται. πυρ κατέδεται υμάς. ουδέ μη κινηθώσιν οι πάσσαλοι της σκηνής αυτής εις τον αιώνα χρόνον. 20 ιδού Σιών η πόλις. που έστιν ο αριθμών τους στρεφομένους 19 μικρόν και μέγα λαόν. το σωτήριον ημών· οι οφθαλμοί σου όψονται Ιερουσαλήμ. 24 και ου μη είπη· κοπιώ. ο λαός ενοικών εν αυτοίς· αφέθη γαρ αυτοίς η αμαρτία. 21 ότι το όνομα Κυρίου μέγα υμίν· τόπος υμίν έσται. ου παρελεύσεταί με Κύριος· κριτής ημών Κύριος. 13 ακούσονται οι πόρρωθεν α εποίησα. αι ου μη σεισθώσιν. νυν υψωθήσομαι· 11 νυν όψεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πικρώς κλαίοντες. ουδέ τα σχοινία αυτής ου μη διαρραγώσιν. 12 και έσονται έθνη κατακεκαυμένα ως άκανθα εν αγρω ερριμμένη και κατακεκαυμένη. 8 ερημωθήσονται γαρ αι τούτων οδοί· πέπαυται ο φόβος των εθνών. άρχων ημών Κύριος. μισών ανομίαν και αδικίαν και τας χείρας αποσειόμενος από δώρων. 10 νυν αναστήσομαι. και η προς τούτους διαθήκη αίρεται. ίνα μη ακούση κρίσιν αίματος. ου χαλάσει τα ιστία· ουκ αρεί σημείον. 17 βασιλέα μετά δόξης όψεσθε. βασιλεύς ημών Κύριος. έως ου παραδοθή εις προνομήν· τοίνυν πολλοί χωλοί προνομήν ποιήσουσι. και ου μη λογίσησθε αυτούς ανθρώπους. ουδέ πορεύσεται πλοίον ελαύνον. 16 ούτος οικήσει εν υψηλω σπηλαίω πέτρας ισχυράς· άρτος αυτω δοθήσεται.

εύρον γαρ αυτοίς ανάπαυσιν. και έσται έπαυλις σειρήνων και αυλή στρουθών. και ακούσατε. 6 η μάχαιρα του Κυρίου ενεπλήσθη αίματος. 9 και στραφήσονται αι φάραγγες αυτής εις πίσσαν και η γη αυτής εις θείον. και ελιγήσεται ο ουρανός ως βιβλίον. επαχύνθη από στέατος αρνών και από στέατος τράγων και κριών· ότι θυσία τω Κυρίω εν Βοσόρ και σφαγή μεγάλη εν τη Ιδουμαία. και έσται η γη αυτής ως πίσσα καιομένη 10 νυκτός και ημέρας και ου σβεσθήσεται εις τον αιώνα χρόνον. 17 και αυτός επιβαλεί αυτοίς κλήρους. 3 οι δε τραυματίαι αυτών ριφήσονται και οι νεκροί. και αναβήσεται αυτών η οσμή. και βραχήσεται τα όρη από του αίματος αυτών. και το πνεύμα αυτού συνήγαγεν αυτάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΠΡΟΣΑΓΑΓΕΤΕ. και μεθυσθήσεται η γη από του αίματος και από του στέατος αυτών εμπλησθήσεται. και επιβληθήσεται επ ‘ αυτήν σπαρτίον γεωμετρίας ερήμου. 8 ημέρα γαρ κρίσεως Κυρίου και ενιαυτός ανταποδόσεως κρίσεως Σιών. και έσωσεν η γη τα παιδία αυτής μετά ασφαλείας· εκεί συνήντησαν έλαφοι και είδον τα πρόσωπα αλλήλων· 16 αριθμω παρήλθον. 12 οι άρχοντες αυτής ουκ έσονται· οι γαρ βασιλείς και οι μεγιστάνες αυτής έσονται εις απώλειαν. και αναβήσεται ο καπνός αυτής άνω· εις γενεάς ερημωθήσεται και εις χρόνον πολύν. 4 και τακήσονται πάσαι αι δυνάμεις των ουρανών. 15 εκεί ενόσσευσεν εχίνος. 11 όρνεα και εχίνοι και ίβεις και κόρακες κατοικήσουσιν εν αυτη. ακουσάτω η γη και οι εν αυτη. ετέρα την ετέραν ουκ εζήτησαν. 5 εμεθύσθη η μάχαιρά μου εν τω ουρανω· ιδού επί την Ιδουμαίαν καταβήσεται και επί τον λαόν της απωλείας μετά κρίσεως. 7 και συμπεσούνται οι αδροί μετ ‘ αυτών και οι κριοί και οι ταύροι. και η χείρ αυτού διεμέρισε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1461 . ότι ο Κύριος αυτοίς ενετείλατο. και πάντα τα άστρα πεσείται ως φύλλα εξ αμπέλου και ως πίπτει φύλλα από συκής. και μία αυτών ουκ απώλετο. 13 και αναφύσει εις τας πόλεις αυτών ακάνθινα ξύλα και εις τα οχυρώματα αυτής. άρχοντες. 14 και συναντήσουσι δαιμόνια ονοκενταύροις και βοήσονται έτερος προς τον έτερον· εκεί αναπαύσονται ονοκεύνταυροι. έθνη. 2 διότι θυμός Κυρίου επί πάντα τα έθνη και οργή επί τον αριθμόν αυτών του απολέσαι αυτούς και παραδούναι αυτούς εις σφαγήν. και ονοκένταυροι οικήσουσιν εν αυτη. η οικουμένη και ο λαός ο εν αυτη.

οι ολιγόψυχοι τη διανοία· ισχύσατε. χείρες ανειμέναι και γόνατα παραλελυμένα· 4 παρακαλέσατε. και ώτα κωφών ακούσονται. έρημος διψώσα. εις γενεάς γενεών αναπαύσονται επ ‘ αυτής. και ευφροσύνη αιώνιος υπέρ κεφαλής αυτών· επί γαρ της κεφαλής αυτών αίνεσις και αγαλλίαμα. 5 τότε ανοιχθήσονται οφθαλμοί τυφλών. επαύλεις καλάμου και έλη. και ευφροσύνη καταλήψεται αυτούς. 6 τότε αλείται ως έλαφος ο χωλός. αυτός ήξει και σώσει ημάς. τρανή δε έσται γλώσσα μογιλάλων. ότι ερράγη εν τη ερήμω ύδωρ και φάραγξ εν γη διψώση· 7 και έσται η άνυδρος εις έλη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1462 . 2 και εξανθήσει και υλοχαρήσει και αγαλλιάσεται τα έρημα του Ιορδάνου· και η δόξα του Λιβάνου εδόθη αυτη και η τιμή του Καρμήλου. αλλά πορεύσονται εν αυτη λελυτρωμένοι 10 και συνηγμένοι δια Κύριον· και αποστραφήσονται και ήξουσιν εις Σιών μετ ‘ ευφροσύνης. 3 ισχύσατε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βόσκεσθαι· εις τον αιώνα χρόνον κληρονομήσετε. λύπη και στεναγμός. ουδέ των πονηρών θηρίων ου μη αναβή επ ‘ αυτήν. ουδέ έσται εκεί οδός ακάθαρτος· οι δε διεσπαρμένοι πορεύσονται επ ‘ αυτής και ου μη πλανηθώσι. 9 και ουκ έσται εκεί λέων. και ο λαός μου όψεται την δόξαν Κυρίου και το ύψος του Θεού. και εις την διψώσαν γην πηγή ύδατος έσται· εκεί έσται ευφροσύνη ορνέων. αγαλλιάσθω έρημος και ανθήτω ως κρίνον. και ου μη παρέλθη εκεί ακάθαρτος. 8 εκεί έσται οδός καθαρά και οδός αγία κληθήσεται. μη φοβείσθε· ιδού ο Θεός ημών κρίσιν αναταποδίδωσι και ανταποδώσει. απέδρα οδύνη. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΕΥΦΡΑΝΘΗΤΙ. ουδέ μη ευρεθή εκεί.

2 και απέστειλε βασιλεύς Ασσυρίων τον Ραψάκην εκ Λαχείς εις Ιερουσαλήμ προς τον βασιλέα Εζεκίαν μετά δυνάμεως πολλής. ότι ρύσεται υμάς ο Θεός. βασιλεύοντος Εζεκίου. και νυν επί τίνα πέποιθας. εισελεύσεται εις την χείρα αυτού. ει δυνήσεσθε δούναι αναβάτας επ ‘ αυτούς. 4 και είπεν αυτοίς Ραψάκης· είπατε Εζεκία· τάδε λέγει ο βασιλεύς ο μέγας. ουχί προς τους ανθρώπους τους καθημένους επί τω τείχει. και διάφθειρον αυτήν. βασιλεύς Ασσυρίων· τι πεποιθώς ει. 9 και Πως δύνασθε αποστρέψαι εις πρόσωπον των τοπαρχών. βασιλέως Ασσυρίων. 6 ιδού πεποιθώς ει επί την ράβδον την καλαμίνην την τεθλασμένην ταύτην. και τρήσει αυτήν· ούτως εστί Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου και πάντες οι πεποιθότες επ ‘ αυτω. 3 και εξήλθε προς αυτόν Ελιακείμ ο του Χελκίου ο οικονόμος και Σομνάς ο γραμματεύς και Ιωάχ ο του Ασάφ ο υπομνηματογράφος. και έστη εν τω υδραγωγω της κολυμβήθρας της άνω εν τη οδω του αγρού του γναφέως. 11 και είπε προς αυτόν Ελιακείμ και Σομνάς και Ιωάχ· λάλησον προς τους παίδάς σου Συριστί. Κύριος είπε προς με· ανάβηθι επί την γην ταύτην. ακούομεν γαρ ημείς. 7 ει δε λέγετε· επί Κύριον τον Θεόν ημών πεποίθαμεν. και δώσω υμίν δισχιλίαν ίππον. 13 και έστη Ραψάκης και ανεβόησε φωνή μεγάλη Ιουδαϊστί και είπεν· ακούσατε τους λόγους του βασιλέως του μεγάλου. 12 και είπε προς αυτούς Ραψάκης· μη προς τον Κύριον υμών ή προς υμάς απέσταλκέ με ο κύριός μου λαλήσαι τους λόγους τούτους. 8 νυν μείχθητε τω κυρίω μου τω βασιλεί Ασσυρίων. οί ου δυνήσονται ρύσασθαι υμάς· 15 και μη λεγέτω υμίν Εζεκίας. 10 και νυν μη άνευ Κυρίου ανέβημεν επί την χώραν ταύτην πολεμήσαι αυτήν. και μη λάλει προς ημάς Ιουδαϊστί· και ινατί λαλείς εις τα ώτα των ανθρώπων των επί τω τείχει. ίνα φάγωσι κόπρον και πίωσιν ούρον μεθ ‘ υμών άμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο του τεσσαρεσκαιδεκάτου έτους. ανέβη Σενναχηρείμ βασιλεύς Ασσυρίων επί τας πόλεις της Ιουδαίας τας οχυράς και έλαβεν αυτάς. οικέται εισίν οι πεποιθότες επ ‘ Αιγυπτίοις εις ίππον και αναβάτην. και ου μη παραδοθή η πόλις αύτη εν χειρί βασιλέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1463 . ότι απειθείς μοι. 5 μη εν βουλή ή λόγοις χειλέων παράταξις γίνεται. επ ‘ Αίγυπτον· ως αν επιστηριχθή ανήρ επ ‘ αυτήν. 14 τάδε λέγει ο βασιλεύς· μη απατάτω υμάς Εζεκίας λόγοις.

21 και εσιώπησαν. 20 τις των θεών πάντων των εθνών τούτων. ων ήκουσας. εκπορεύεσθε προς με και φάγεσθε έκαστος την άμπελον αυτού και τας συκάς και πίεσθε ύδωρ εκ του λάκκου υμών. δια το προστάξαι τον βασιλέα μηδένα αποκριθήναι. ότι ρύσεται ο Θεός Ιερουσαλήμ εκ χειρός μου. 4 εισακούσαι Κύριος ο Θεός σου τους λόγους Ραψάκου. 17 έως αν έλθω και λάβω υμάς εις γην. ους ήκουσε Κύριος ο Θεός σου· και δεηθήση προς Κύριον τον Θεόν σου περί των καταλελειμμένων τούτων. μη εδύναντο ρύσασθαι Σαμάρειαν εκ χειρός μου. 22 Και εισήλθεν Ελιακείμ ο του Χελκίου οικονόμος και Σομνάς ο γραμματεύς της δυνάμεως και Ιωάχ ο του Ασάφ ο υπομνηματογράφος προς Εζεκίαν εσχισμένοι τους χιτώνας και ανήγγειλαν αυτω τους λόγους Ραψάκου. και ουδείς απεκρίθη αυτω λόγον. γη σίτου και οίνου και άρτων και αμπελώνων. 19 που εστιν ο θεός Αιμάθ και Αρφάθ. 5 και ήλθον οι παίδες του βασιλέως Εζεκίου προς Ησαϊαν. τάδε λέγει ο βασιλεύς Ασσυρίων· ει βούλεσθε ευλογηθήναι. και που ο θεός της πόλεως Σεπφαρείμ. 2 και απέστειλεν Ελιακείμ τον οικονόμον και Σομνάν τον γραμματέα και τους πρεσβυτέρους των ιερέων περιβεβλημένους σάκκους προς Ησαϊαν υιόν Αμώς τον προφήτην. 6 και είπεν αυτοίς Ησαϊας· ούτως ερείτε προς τον κύριον υμών· τάδε λέγει Κύριος· μη φοβηθής από των λόγων. 18 μη απατάτω υμάς Εζεκίας λέγων· ο Θεός υμών ρύσεται υμάς. 3 και είπαν αυτω· τάδε λέγει Εζεκίας· ημέρα θλίψεως και ονειδισμού και ελεγμού και οργής η σήμερον ημέρα. όστις ερρύσατο τη γην αυτού εκ χειρός μου. ους ωνείδισάν με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1464 . ους απέστειλε βασιλεύς Ασσυρίων ονειδίζειν Θεόν ζώντα και ονειδίζειν λόγους. ότι ήκει η ωδίν τη τικτούση.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ασσυρίων· 16 μη ακούετε Εζεκίου. μη ερρύσαντο οι θεοί των εθνών έκαστος την εαυτού χώραν εκ χειρός βασιλέως Ασσυρίων. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω ακούσαι τον βασιλέα Εζεκίαν έσχισε τα ιμάτια και περιεβάλετο σάκκον και ανέβη εις τον οίκον Κυρίου. ως η γη υμών. ισχύν δε ουκ έχει του τεκείν.

ηρήμωσαν βασιλείς Ασσυρίων την οικουμένην όλην και την χώραν αυτών 19 και ενέβαλον τα είδωλα αυτών εις το πυρ· ου γαρ θεοί ήσαν. 20 συ δε. 13 που εισιν οι βασιλείς Αιμάθ και Αρφάθ και πόλεως Σεπφαρείμ. Ανάγ Ουγαυά. 22 ούτος ο λόγος. και απώλεσεν αυτούς. αλλά έργα χειρών ανθρώπων. και ήνοιξεν αυτό εναντίον Κυρίου. ους απέστειλεν ονειδίζειν Θεόν ζώντα. συ Θεός μόνος ει πάσης βασιλείας της οικουμένης. εφ ‘ ω πέποιθας επ ‘ αυτω λέγων· ου μη παραδοθή Ιερουσαλήμ εις χείρας βασιλέως Ασσυρίων. συ εποίησας τον ουρανόν και την γην. 17 κλίνον. Κύριε. Κύριε. ή προς τίνα ύψωσας την φωνήν σου. 14 και έλαβεν Εζεκίας το βιβλίον παρά των αγγέλων. 26 ου ταύτα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1465 . τους οφθαλμούς σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οι πρέσβεις βασιλέως Ασσυρίων. την τε Γωζάν και Χαράν και Ραφές. επί σοί κεφαλήν εκίνησε θυγάτηρ Ιερουσαλήμ. 12 μη ερρύσαντο αυτούς οι θεοί των εθνών. Κύριε ο Θεός ημών. ίνα γνω πάσα βασιλεία της γης ότι συ ει ο Θεός μόνος. 11 ή ουκ ήκουσας α εποίησαν βασιλείς Ασσυρίων πάσαν την γην ως απώλεσαν. 7 ιδού εγώ εμβάλλω εις αυτόν πνεύμα. εισάκουσον. το ους σου. είσβλεψον. 18 επ ‘ αληθείας γαρ. 23 τίνα ωνείδισας και παρώξυνας. και ακούσας αγγελίαν αποστραφήσεται εις την χώραν αυτού και πεσείται μαχαίρα εν τη γη αυτού. σώσον ημάς εκ χειρός αυτών. άνοιξον. 15 και προσηύξατο Εζεκίας προς Κύριον λέγων· 16 Κύριε σαβαώθ ο Θεός Ισραήλ ο καθήμενος επί των Χερουβίμ. 21 Και απεστάλη Ησαϊας υιος Αμώς προς Εζεκίαν και είπεν αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ήκουσα α προσηύξω προς με περί Σενναχηρείμ βασιλέως Ασσυρίων. Κύριε. 24 ότι δι ‘ αγγέλων ωνείδισας Κύριον· συ γαρ είπας· τω πλήθει των αρμάτων εγώ ανέβην εις ύψος ορέων και εις τα έσχατα του Λιβάνου και έκοψα το ύψος της κέδρου αυτού και το κάλλος της κυπαρίσσου και εισήλθον εις ύψος μέρος τους δρυμού 25 και έθηκα γέφυραν και ηρήμωσα ύδατα και πάσαν συναγωγήν ύδατος. 8 Και απέστρεψε Ραψάκης και κατέλαβε τον βασιλέα Ασσυρίων πολιορκούντα Λομνάν. ξύλα και λίθοι. ους απώλεσαν οι πατέρες μου. ον ελάλησε περί αυτού ο Θεός· εφαύλισέ σε και εμυκτήρισέ σε παρθένος θυγάτηρ Σιών. Κύριε. Κύριε. και ήκουσε βασιλεύς Ασσυρίων ότι 9 εξήλθε Θαρακά βασιλεύς Αιθιόπων πολιορκήσαι αυτόν· και ακούσας απέστρεψε και απέστειλεν αγγέλους προς Εζεκίαν λέγων· 10 ούτως ερείτε Εζεκία βασιλεί της Ιουδαίας· μη σε απατάτω ο Θεός σου. και ουκ ήρας εις ύψος τους οφθαλμούς σου προς τον άγιον του Ισραήλ. αι εισιν εν χώρα Θεεμάθ. και ιδέ τους λόγους Σενναχηρείμ.

38 και εν τω αυτόν προσκυνείν εν τω οίκω Νασαράχ τον πάτραρχον αυτού. και η πικρία σου ανέβη προς με. εν αυτη αποστραφήσεται και εις την πόλιν ταύτην ου μη εισέλθη. τω δε ενιαυτω τω δευτέρω το κατάλειμμα. 37 και απήλθεν αποστραφείς Σενναχηρείμ βασιλεύς Ασσυρίων. Αδραμέλεχ και Σαρασάρ οι υιοί αυτού επάταξαν αυτόν μαχαίραις. εξ ημερών αρχαίων συνέταξα. 27 ανήκα τας χείρας. και χαλινόν εις τα χείλη σου και αποστρέψω σε τη οδω ή ήλθες εν αυτη. και εξηράνθησαν και εγένοντο ως χόρτος ξηρός επί δωμάτων και ως άγρωστις. ον εθυμώθης. 33 δια τούτο ούτω λέγει Κύριος επί βασιλέα Ασσυρίων· ου μη εισέλθη εις την πόλιν ταύτην ουδέ μη βάλη επί αυτήν βέλος ουδέ μη επιβάλη επ ‘ αυτήν θυρεόν. 31 και έσονται οι καταλελειμμένοι εν τη Ιουδαία φυήσουσι ρίζαν κάτω και ποιήσουσι σπέρμα άνω. 32 ότι εξ Ιερουσαλήμ έσονται οι καταλελειμμένοι και οι σωζόμενοι εξ όρους Σιών· ο ζήλος Κυρίου σαβαώθ ποιήσει ταύτα. τάδε λέγει Κύριος· 35 υπερασπιώ υπέρ της πόλεως ταύτης του σώσαι αυτήν δι ‘ εμέ και δια Δαυίδ τον παίδά μου. 29 ο δε θυμός σου. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε εν τω καιρω εκείνω εμαλακίσθη Εζεκίας έως θανάτου· και ήλθε προς αυτόν Ησαϊας υιος Αμώς ο προφήτης και είπε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· τάξαι περί του οίκου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1466 . τω δε τρίτω σπείραντες αμήσατε και φυτεύσατε αμπελώνας και φάγεσθε τον καρπόν αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήκουσας πάλαι. αυτοί δε διεσώθησαν εις Αρμενίαν· και εβασίλευσεν Ασορδάν ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. και αναστάντες το πρωϊ εύρον πάντα τα σώματα νεκρά. 36 Και εξήλθεν άγγελος Κυρίου και ανείλεν εκ της παρεμβολής των Ασσυρίων εκατόν ογδοηκονταπέντε χιλιάδας. νυν δε επέδειξα εξερημώσαι έθνη εν οχυροίς και οικούντας εν πόλεσιν οχυραίς. ουδέ μη κυκλώση επ ‘ αυτήν χάρακα. 34 αλλά τη οδω ή ήλθεν. και εμβαλώ φιμόν εις την ρίνά σου. 28 νυν δε την ανάπαυσίν σου και την έξοδόν σου και την είσοδόν σου εγώ επίσταμαι. και ώκησεν εν Νινευή. α εγώ εποίησα. 30 τούτο δε σοι το σημείον· φάγε τούτον τον ενιαυτόν α έσπαρκας.

Κύριε. α αναγγελούσι την δικαιοσύνην σου. το πνεύμά μου παρ ‘ εμοί εγένετο ως ιστός ερίθου εγγιζούσης εκτεμείν. περί αυτής γαρ ανηγγέλη σοι. και ου παύσομαι ευλογών σε μετά ψαλτηρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου κατέναντι του οίκου του Θεού. ιδού προστίθημι προς τον χρόνον σου δεκαπέντε έτη· 6 και εκ χειρός βασιλέως Ασσυρίων ρύσομαί σε και την πόλιν ταύτην και υπερασπιώ υπέρ της πόλεως ταύτης. και εξήγειράς μου την πνοήν. και ανέβη ο ήλιος τους δέκα αναβαθμούς. και ως περιστερά. και ανέστη εκ της μαλακίας αυτού. 13 εν τη ημέρα εκείνη παρεδόθην έως πρωϊ ως λέοντι· ούτως συνέτριψε πάντα τα οστά μου. 7 τούτο δε σοί το σημείον παρά Κυρίου ότι ποιήσει ο Θεός το ρήμα τούτο· 8 ιδού εγώ στρέψω την σκιάν των αναβαθμών. 9 Προσευχή Εζεκίου βασιλέως της Ιουδαίας. από γαρ της ημέρα έως της νυκτός παρεδόθην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σου. ουκέτι μη ίδω το σωτήριον του Ισραήλ επί γης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1467 . ηνίκα εμαλακίσθη. καταλείψω τα έτη τα επίλοιπα. 17 είλου γαρ μου την ψυχήν. 10 Εγώ είπα· εν τω ύψει των ημερών μου πορεύσομαι εν πύλαις άδου. εν καρδία αληθινή. 16 Κύριε. ους κατέβη ο ήλιος. ουδέ οι αποθανόντες ευλογήσουσί σε. 18 ου γαρ οι εν άδου αινέσουσί σε. 14 ως χελιδών. ουκέτι μη ίδω άνθρωπον. 19 οι ζώντες ευλογήσουσί σε ον τρόπον καγώ· από γαρ της σήμερον παιδία ποιήσω. αποστρέψω τον ήλιον τους δέκα αναβαθμούς. και παρακληθείς έζησα. τους δέκα αναβαθμούς του οίκου του πατρός σου. και τα αρεστά ενώπιόν σου εποίησα· και έκλαυσεν Εζεκίας κλαυθμω μεγάλω. ος εξείλατό με και αφείλατό μου την οδύνην της ψυχής. 12 εξέλιπον εκ της συγγενείας μου. ούτω μελετήσω· εξέλιπον γαρ μου οι οφθαλμοί του βλέπειν εις το ύψος του ουρανού προς τον Κύριον. αποθνήσκεις γαρ συ και ου ζήση. 4 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ησαϊαν λέγων· 5 πορεύθητι και ειπόν Εζεκία· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Δαυίδ του πατρός σου· ήκουσα της προσευχής σου και είδον τα δάκρυά σου. εξήλθε και απήλθεν απ ‘ εμού ωσπερ ο καταλύων σκηνήν πήξας. ούτω φωνήσω. ουδέ ελπιούσιν οι εν άδου την ελεημοσύνην σου. ίνα μη απόληται. 2 και απέστρεψεν Εζεκίας το πρόσωπον αυτού προς τον τοίχον και προσηύξατο προς Κύριον 3 λέγων· μνήσθητι. 20 Κύριε της σωτηρίας μου. ως επορεύθην ενώπιόν σου μετά αληθείας. 11 είπα· ουκέτι ου μη ίδω το σωτήριον του Θεού επί γης ζώντων. ους κατέβη η σκιά. και απέρριψας οπίσω μου πάσας τας αμαρτίας. κατέλιπον το επίλοιπον της ζωής μου.

ων εγέννησας. 5 και είπεν Ησαϊας αυτω· άκουσον τον λόγον Κυρίου σαβαώθ· 6 ιδού ημέραι έρχονται. λέγει Κύριος. και είπεν Εζεκίας· πάντα τα εν τω οίκω μου είδοσαν. ον ελάλησε· γενέσθω δη ειρήνη και δικαιοσύνη εν ταις ημέραις μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1468 . εκ Βαβυλώνος. και όσα συνήγαγον οι πατέρες σου έως της ημέρας ταύτης. και υγιής έση. όσα ην εν τοις θησαυροίς αυτού· και ουκ ην ουθέν. αλλά και τα εν τοις θησαυροίς μου. 4 και είπεν Ησαϊας· τι είδοσαν εν τω οίκω σου. 2 και εχάρη επ ‘ αυτοίς Εζεκίας χαράν μεγάλην και έδειξεν αυτοίς τον οίκον του νεχωθά και του αργυρίου και του χρυσίου και της στακτής και των θυμιαμάτων και του μύρου και πάντας τους οίκους των σκευών της γάζης και πάντα. λήψονται και ποιήσουσι σπάδοντας εν τω οίκω του βασιλέως των Βαβυλωνίων. εις Βαβυλώνα ήξει. και ουκ έστιν εν τω οίκω μου ω ουκ είδοσαν. 3 και ήλθεν Ησαϊας ο προφήτης προς τον βασιλέα Εζεκίαν και είπε προς αυτόν· τι λέγουσιν οι άνθρωποι ούτοι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ 1 ΕΝ τω καιρω εκείνω απέστειλε Μαρωδάχ Βαλαδάν ο υιος του Βαλαδάν. ό ουκ έδειξεν Εζεκίας εν τω οίκω αυτού και εν πάση τη εξουσία αυτού. 22 και είπεν Εζεκίας· τούτο το σημείον ότι αναβήσομαι εις τον οίκον του Θεού. και πόθεν ήκασι προς σε. ο βασιλεύς της Βαβυλωνίας. και ουδέν ου μη καταλείπωσιν· είπε δε ο Θεός 7 ότι και από των τέκνων σου. και είπεν Εζεκίας· εκ της γης πόρρωθεν ήκασι προς με. και λήψονται πάντα τα εν τω οίκω σου. επιστολάς και πρέσβεις και δώρα Εζεκία· ήκουσε γαρ ότι εμαλακίσθη έως θανάτου και ανέστη. 8 και είπεν Εζεκίας Ησαϊα· αγαθός ο λόγος Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 21 Και είπεν Ησαϊας προς Εζεκίαν· λάβε παλάθην εκ σύκων και τρίψων και κατάπλασαι.

15 ει πάντα τα έθνη ως σταγών από κάδου και ως ροπή ζυγού ελογίσθησαν και ως σίελος λογισθήσονται· 16 ο δε Λίβανος ουχ ικανός εις καύσιν. 8 το δε ρήμα του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα. ο ευαγγελιζόμενος Σιών· ύψωσον εν ισχύϊ την φωνή σου. ή τις έδειξεν αυτω κρίσιν. 10 ιδού Κύριος Κύριος μετά ισχύος έρχεται και ο βραχίων μετά κυρίας· ιδού ο μισθός αυτού μετ ‘ αυτού και το έργον εναντίον αυτού. και τις αυτού σύμβουλος εγένετο. 9 επ ‘ όρος υψηλόν ανάβηθι. ότι Κύριος ελάλησε. 17 και πάντα τα έθνη ως ουδέν εισι και εις ουθέν ελογίσθησαν. μη φοβείσθε· ειπόν ταις πόλεσιν Ιούδα· ιδού ο Θεός υμών. 18 τίνι ωμοιώσατε Κύριον και τίνι ομοιώματι ωμοιώσατε αυτόν. λέλυται αυτής η αμαρτία· ότι εδέξατο εκ χειρός Κυρίου διπλά τα αμαρτήματα αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΠΑΡΑΚΑΛΕΙΤΕ παρακαλείτε τον λαόν μου. ο ευαγγελιζόμενος Ιερουσαλήμ· υψώσατε. 4 πάσα φάραγξ πληρωθήσεται και παν όρος και βουνός ταπεινωθήσεται. ομοίωμα κατεσκεύασεν αυτόν. λαλήσατε εις την καρδίαν Ιερουσαλήμ. παρακαλέσατε αυτήν· ότι επλήσθη η ταπείνωσις αυτής. πάσα σάρξ χόρτος. 14 ή προς τίνα συνεβουλεύσατο και συνεβίβασεν αυτόν. 13 τις έγνω νουν Κυρίου. 22 ο κατέχων τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1469 . ος συμβιβά αυτόν. 12 Τί εμέτρησε τη χειρί το ύδωρ και τον ουρανόν σπιθαμή και πάσαν την γην δρακί. 19 μη εικόνα εποίησε τέκτων. 2 ιερείς. ουκ έγνωτε τα θεμέλια της γης. και έσται πάντα τα σκολιά εις ευθείαν και η τραχεία εις οδούς λείας· 5 και οφθήσεται η δόξα Κυρίου. 21 ου γνώσεσθε. ουκ ανηγγέλη εξ αρχής υμίν. και πάντα τα τετράποδα ουχ ικανά εις ολοκάρπωσιν. και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου· 7 εξηράνθη ο χόρτος. 3 φωνή βοώντος εν τη ερήμω· ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου. ή οδόν συνέσεως τις έδειξεν αυτω. 20 ξύλον γαρ άσηπτον εκλέγεται τέκτων και σοφώς ζητεί Πως στήσει εικόνα αυτού και ίνα μη σαλεύητε. τις έστησε τα όρη σταθμω και τας νάπας ζυγω. 11 ως ποιμήν ποιμανεί το ποίμνιον αυτού και τω βραχίονι αυτού συνάξει άρνας και εν γαστρί εχούσας παρακαλέσει. και το άνθος εξέπεσε. 6 φωνή λέγοντος· βόησον· και είπα· τι βοήσω. και όψεται πάσα σάρξ το σωτήριον του Θεού. ή χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αυτόν. λέγει ο Θεός. ουκ ακούσεσθε. ευθείας ποιείτε τας τρίβους του Θεού ημών.

ου πεινάσει. 2 τις εξήγειρεν από ανατολών δικαιοσύνην. ο εκφέρων κατ ‘ αριθμόν τον κόσμον αυτού πάντας επ ‘ ονόματι καλέσει· από πολλής δόξης και εν κράτει ισχύος αυτού ουδέν σε έλαθε. βαδιούνται και ου πεινάσουσιν. ο στήσας ως καμάραν τον ουρανόν και διατείνας ως σκηνήν κατοικείν. εκάλεσεν αυτήν κατά πόδας αυτού. και κοπιάσουσι νεανίσκοι. 28 και νυν ουκ έγνως ει μη ήκουσας. πτεροφυήσουιν ως αετοί. και πορεύσεται. 5 είδοσαν έθνη και εφοβήθησαν. είπεν ο άγιος. δραμούνται και ου κοπιάσουσι. Ιακώβ. 30 πεινάσουσι γαρ νεώτεροι. και καταιγίς ως φρύγανα λήψεται αυτούς. 24 ου γαρ μη φυτεύσωσιν. 6 κρίνων έκαστος τω πλησίον και τω αδελφω βοηθήσαι και ερεί· 7 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1470 . και οι ενοικούντες εν αυτη ως ακρίδες. την δε γην ως ουδέν εποίησεν. 26 αναβλέψατε εις ύψος τους οφθαλμούς υμών και ίδετε. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 ΕΓΚΑΙΝΙΖΕΣΘΕ προς με. ουδέ κοπιάσει. ουδέ μη ριζωθή εις την γην η ρίζα αυτών· έπνευσεν επ ‘ αυτούς και εξηράνθησαν. εκάλεσεν αυτήν ο καλών αυτήν από γενεών αρχής· εγώ Θεός πρώτος. τα άκρα της γης ήγγισαν και ήλθον άμα. Ισραήλ· απεκρύβη η οδός μου από του Θεού. και ο Θεός μου την κρίσιν αφείλε και απέστη. 23 ο διδούς άρχοντας ως ουδέν άρχειν. οι γαρ άρχοντες αλλλάξουσιν ισχύν· εγγισάτωσαν και λαλησάτωσαν άμα. δώσει εναντίον εθνών και βασιλείς εκστήσει και δώσει εις γην τας μαχαίρας αυτών και ως φρύγανα εξωσμένα τα τόξα αυτών· 3 και διώξεται αυτούς και διελεύσεται εν ειρήνη η οδός των ποδών αυτού. και εις τα επερχόμενα εγώ ειμι. 25 νυν ουν τίνι με ωμοιώσατε και υψωθήσομαι. τις κατέδειξε ταύτα πάντα. και τι ελάλησας. και εκλεκτοί ανίσχυες έσονται· 31 οι δε υπομένοντες τον Θεόν αλλάξουσιν ισχύν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γύρον της γης. 4 τις ενήργησε και εποίησε ταύτα. ουδέ εστιν εξεύρεσις της φρονήσεως αυτού· 29 διδούς τοις πεινώσιν ισχύν και τοις μη οδυνωμένοις λύπην. 27 Μή γαρ είπης. Θεός αιώνιος ο Θεός ο κατασκευάσας τα άκρα της γης. νήσοι. ουδέ μη σπείρωσιν. τότε κρίσιν αναγγειλάτωσαν.

Ισραήλ. ούτως καταπατηθήσεσθε. θήσουσιν αυτά και ου κινηθήσονται. 14 Ιακώβ. οί παροινήσουσιν εις σε· έσονται γαρ ως ουκ όντες και ουκ έσονται οι αντιπολεμούντές σε. και τα επερχόμενα είπατε ημίν. ον εξελεξάμην. 25 εγώ δε ήγειρα τον από βορρά και τον αφ ‘ ηλίου ανατολών. εξελεξάμην σε και ουκ εγκατέλιπόν σε· 10 μη φοβού. 22 εγγισάτωσαν και αναγγειλάτωσαν υμίν α συμβήσεται. εκ γης· βδέλυγμα εξελέξαντο υμάς. και ουκ έσται. και αλοήσεις όρη και λεπτυνείς βουνούς και ως χνούν θήσεις· 16 και λικμήσεις. είπατε. 11 ιδού αισχυνθήσονται και εντραπήσονται πάντες οι αντικείμενοί σοι· έσονται γαρ ως ουκ όντες και απολούνται πάντες οι αντίδικοί σου· 12 ζητήσεις αυτούς και ου μη εύρης τους ανθρώπους. ή τα πρότερον τίνα ην. και καταιγίς διασπερεί αυτούς. ο λυτρούμενός σε. και θαυμασόμεθα και οψόμεθα άμα· 24 ότι πόθεν εστέ υμείς και πόθεν η εργασία υμών. 23 αναγγείλατε ημίν τα επερχόμενα επ ‘ εσχάτου. λέγει ο Θεός σου. εγώ γαρ ειμι ο Θεός σου ο ενισχύσας σε και εβοήθησά σοι και ησφαλισάμην σε τη δεξιά τη δικαία μου. 21 Εγγίζει η κρίσις υμών. και γνωσόμεθα ότι θεοί εστε· εύ ποιήσατε και κακώσατε. κληθήσονται τω ονόματί μου· ερχέσθωσαν άρχοντες. και ουκ εγκαταλείψω αυτούς. 26 τις γαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1471 . η γλώσσα αυτών από της δίψης εξηράνθη· εγώ Κύριος ο Θεός. συ δε ευφρανθήση εν τοις αγίοις Ισραήλ. ον ηγάπησα. 13 ότι εγώ ο Θεός σου ο κρατών της δεξιάς σου. σπέρμα Αβραάμ. Ισραήλ. 20 ίνα ίδωσι και γνώσι και εννοηθώσι και επιστώνται άμα. λέγει Κύριος ο Θεός· ήγγισαν αι βουλαί υμών. 8 Συ δε. ότι χείρ Κυρίου εποίησε ταύτα και ο άγιος του Ισραήλ κατέδειξεν. 9 ου αντελαβόμην απ ‘ άκρων της γης και εκ των σκοπών αυτής εκάλεσά σε και είπά σοι· παις μου ει. παις μου Ιακώβ. μετά σου γαρ ειμι· μη πλανώ. ολιγοστός Ισραήλ· εγώ εβοήθησά σοι. και ως πηλός κεραμέως και ως κεραμεύς καταπατών τον πηλόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ίσχυσεν ανήρ τέκτων και χαλκεύς τύπτων σφύρη άμα ελαύνων· ποτέ μεν ερεί· σύμβλημα καλόν εστίν· ισχύρωσαν αυτά εν ήλοις. και επιστήσομεν τον νουν και γνωσόμεθα τι τα έσχατα. εγώ επακούσομαι ο Θεός Ισραήλ. 17 και αγαλλιάσονται οι πτωχοί και οι ενδεείς· ζητήσουσι γαρ ύδωρ. λέγει ο βασιλεύς Ιακώβ. 15 ιδού εποίησά σε ως τροχούς αμάξης αλοώντας καινούς πριστηροειδείς. ο λέγων σοι· μη φοβού. και άνεμος λήψεται αυτούς. 18 αλλά ανοίξω επί των ορέων ποταμούς και εν μέσω πεδίων πηγάς· ποιήσω την έρημον εις έλη υδάτων και την διψώσαν γην εν υδραγωγοίς· 19 θήσω εις την άνυδρον γην κέδρον και πύξον και μυρσίνην και κυπάρισσον και λεύκην.

ουδέ ακουσθήσεται έξω η φωνή αυτού. και μάτην οι πλανώντες υμάς. εις φως εθνών 7 ανοίξαι οφθαλμούς τυφλών. ου μη αποκριθώσί μοι. προσεδέξατο αυτόν η ψυχή μου· έδωκα το πνεύμά μου επ ‘ αυτόν. και ερούμεν ότι αληθή εστιν. 8 εγώ Κύριος ο Θεός. οι καταβαίνοντες εις την θάλασσαν και πλέοντες αυτήν. και καινά. και τα έμπροσθεν. 13 Κύριος ο Θεός των δυνάμεων εξελεύσεται και συντρίψει πόλεμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναγγελεί τα εξ αρχής. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ 1 ΙΑΚΩΒ ο παις μου. 10 Υμνήσατε τω Κυρίω ύμνον καινόν. 11 ευφράνθητι. τας αρετάς αυτού εν ταις νήσοις αναγγελούσι. 5 ούτω λέγει Κύριος ο Θεός ο ποιήσας τον ουρανόν και πήξας αυτόν. 3 κάλαμον τεθλασμένον ου συντρίψει και λίνον καπνιζόμενον ου σβέσει. έρημος. εξαγαγείν εκ δεσμών δεδεμένους και εξ οίκου φυλακής καθημένους εν σκότει. κρίσιν τοις έθνεσιν εξοίσει. και προ του αναγγείλαι εδηλώθη υμίν. 28 από γαρ των εθνών ιδού ουδείς. 2 ου κεκράξεται ουδέ ανήσει. η αρχή αυτού· δοξάζετε το όνομα αυτού απ ‘ άκρου της γης. ουκ έστιν ο προλέγων ουδέ ο ακούων υμών τους λόγους. αι νήσοι και οι κατοικούντες αυτάς. έως άνθή επί της γης κρίσιν· και επί τω ονόματι αυτού έθνη ελπιούσιν. αντιλήψομαι αυτού· Ισραήλ ο εκλεκτός μου. ίνα γνώμεν. επεγερεί ζήλον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1472 . 9 τα απ ‘ αρχής ιδού ήκασι. α εγώ αναγγέλλω. αλλά εις αλήθειαν εξοίσει κρίσιν. 4 αναλάμψει και ου θραυσθήσεται. απ ‘ άκρων των ορέων βοήσουσι· 12 δώσουσι τω Θεω δόξαν. επαύλεις και οι κατοικούντες Κηδάρ· ευφρανθήσονται οι κατοικούντες Πέτραν. 29 εισί γαρ οι ποιούντες υμάς. και από των ειδώλων αυτών ουκ ην ο αναγγέλλων· και εάν ερωτήσω αυτούς· πόθεν εστέ. 27 αρχήν Σιών δώσω και Ιερουσαλήμ παρακαλέσω εις οδόν. τούτό μου εστι το όνομα· την δόξαν μου ετέρω ου δώσω ουδέ τας αρετάς μου τοις γλυπτοίς. ο στερεώσας την γην και τα εν αυτη και διδούς πνοήν τω λαω τω επ ‘ αυτής και πνεύμα τοις πατούσιν αυτήν· 6 εγώ Κύριος ο Θεός εκάλεσά σε εν δικαιοσύνη και κρατήσω της χειρός σου και ενισχύσω σε και έδωκά σε εις διαθήκην γένους. και αι κώμαι αυτής.

24 τις έδωκεν εις διαρπαγήν Ιακώβ και Ισραήλ τοις προνομεύουσιν αυτόν. και ουκ ηβούλοντο εν ταις οδοίς αυτού πορεύεσθαι ουδέ ακούειν του νόμου αυτού. εισακούσατε εις τα επερχόμενα. 18 Οι κωφοί. 20 είδετε πλεονάκις. αναβλέψατε ιδείν. Ιακώβ. ου μη κατακαυθής. και ουκ ην ο λέγων· απόδος. και κατίσχυσεν αυτούς πόλεμος και οι συμφλέγοντες αυτούς κύκλω. ότι ελυτρωσάμην σε· εκάλεσά σε το όνομά σου. ακούσατε. και τρίβους ας ουκ ήδεισαν. 25 και επήγαγεν επ ‘ αυτούς οργήν θυμού αυτού. 3 ότι εγώ Κύριος ο Θεός σου ο άγιος Ισραήλ ο σώζων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1473 . και οι τυφλοί. 16 και άξω τυφλούς εν οδω. πατήσαι ποιήσω αυτούς· ποιήσω αυτοίς το σκότος εις φως και τα σκολιά εις ευθείαν· ταύτα τα ρήματα ποιήσω και ουκ εγκαταλείψω αυτούς. 17 αυτοί δε απεστράφησαν εις τα οπίσω· αισχύνθητε αισχύνην. οι λέγοντες τοις χωνευτοίς· υμείς εστε θεοί ημών. μη και αεί σιωπήσομαι και ανέξομαι. οι πεποιθότες επί τοις γλυπτοίς. και θήσω ποταμούς εις νήσους και έλη ξηρανώ. και ουκ εφυλάξασθε· ηνοιγμένα τα ώτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βοήσεται επί τους εχθρούς αυτού μετά ισχύος. εκστήσω και ξηρανώ άμα. και ουκ ηκούσατε. 15 ερημώσω όρη και βουνούς και πάντα χόρτον αυτών ξηρανώ. αλλ ‘ ή οι παίδές μου και κωφοί. 23 τις εν υμίν. φλόξ ου κατακαύσει σε. μετά σου ειμι. εμός ει συ. όπου έκρυψαν αυτούς· εγένοντο εις προνομήν. και εγένετο ο λαός πεπρονομευμένος και διηρπασμένος· η γαρ παγίς εν τοις ταμιείος πανταχού. 21 Κύριος ο Θεός εβουλεύσατο. και ουκ έγνωσαν έκαστος ουδέ έθεντο επί ψυχήν. και ουκ ην εξαιρούμενος άρπαγμα. αλλ ‘ ή οι κυριεύοντες αυτών. και ποταμοί ου συγκλύσουσί σε· και εάν διέλθης δια πυρός. ος ενωτιείται ταύτα. 14 εσιώπησα. ως η τίκτουσα εκαρτέρησα. και εν οίκοις άμα. 19 και τις τυφλός. 2 και εάν διαβαίνης δι ‘ ύδατος. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ 1 ΚΑΙ νυν ούτως λέγει Κύριος ο Θεός ο ποιήσας σε. ω ημάρτοσαν αυτω. και ετυφλώθησαν οι δούλοι του Θεού. ο πλάσας σε. ίνα δικαιωθή και μεγαλύνη αίνεσιν. Ισραήλ· μη φοβού. 22 και είδον. ουχί ο Θεός. ή ουκ έγνωσαν.

16 ούτως λέγει Κύριος. Ισραήλ. 19 ιδού εγώ ποιώ καινά α νυν ανατελεί. ον περιεποιησάμην τας αρετάς μου διηγείσθαι. Ιακώβ. υμείς εμοί μάρτυρες και εγώ Κύριος ο Θεός. 13 έτι απ ‘ αρχής και ουκ έστιν ο εκ των χειρών μου εξαιρούμενος· ποιήσω. ο άγιος του Ισραήλ· ένεκεν υμών αποστελώ εις Βαβυλώνα και επεγερώ φεύγοντας πάντας. έμπροσθέν μου ουκ εγένετο άλλος Θεός και μετ ‘ εμέ ουκ έσται. 17 ο εξαγαγών άρματα και ίππον και όχλον ισχυρόν· αλλ ‘ εκοιμήθησαν και ουκ αναστήσονται. σειρήνες και θυγατέρες στρουθών. εδοξάσθης. εσβέσθησαν ως λίνον εσβεσμένον. και ουκ έστι πάρεξ εμού ο σώζων. ή τα εξ αρχής τις αναγγελεί υμίν. ότι μετά σου ειμι· από ανατολών άξω το σπέρμα σου και από δυσμών συνάξω σε. ουδέ το στέαρ των θυσιών σου επεθύμησα. 22 ου νυν εκάλεσά σε. και οφθαλμοί εισιν ωσαύτως τυφλοί. και εγώ σε ηγάπησα· και δώσω ανθρώπους πολλούς υπέρ σου και άρχοντας υπέρ της κεφαλής σου. 10 γίνεσθέ μοι μάρτυρες. και γνώσεσθε αυτά· και ποιήσω εν τη ερήμω οδόν και τη ανύδρω ποταμούς. 7 πάντας όσοι επικέκληνται τω ονόματί μου· εν γαρ τη δόξη μου κατεσκεύασα αυτόν και έπλασα αυτόν και εποίησα αυτόν· 8 και εξήγαγον λαόν τυφλόν. ίνα γνώτε και πιστεύσητε και συνήτε ότι εγώ ειμι. και τις αποστρέψει αυτό. και τω Λιβί· μη κώλυε. 9 πάντα τα έθνη συνήχθησαν άμα. 14 Ούτως λέγει Κύριος ο Θεός ο λυτρούμενος υμάς. ον εξελεξάμην. 21 λαόν μου. και εγώ μάρτυς. τις αναγγελεί ταύτα. ο διδούς εν θαλάσση οδόν εν ύδατι ισχυρω τρίβον. 15 εγώ Κύριος ο Θεός ο άγιος υμών. 4 αφ ‘ ου έντιμος εγένου εναντίον εμού. αγαγέτωσαν τους μάρτυρας αυτών και δικαιωθήτωσαν και ειπάτωσαν αληθή. αλλά εν ταις αμαρτίαις σου και εν ταις αδικίαις σου προέστην σου. 24 ουδέ εκτήσω μοι αργυρίου θυμίαμα. ουδέ εν ταις θυσίαις σου εδόξασάς με· ουκ εδούλωσά σε εν θυσίαις. ουδέ έγκοπον εποίησά σε εν λιβάνω. ότι έδωκα εν τη ερήμω ύδωρ και ποταμούς εν τη ανύδρω ποτίσαι το γένος μου το εκλεκτόν. 5 μη φοβού. και κωφοί τα ώτα έχοντες. άγιε τους υιούς μου από γης πόρρωθεν και τας θυγατέρας μου απ ‘ άκρων της γης. λέγει Κύριος ο Θεός. 18 μη μνημονεύετε τα πρώτα και τα αρχαία μη συλλογίζεσθε. 20 ευλογήσουσί με τα θηρία του αγρού. και ο παις μου. και Χαλδαίοι εν πλοίοις δεθήσονται. ουδέ κοπιάσαι σε εποίησα. ωνείδισα και ουκ ην εν υμίν αλλότριος. 23 ουκ εμοί ήνεγκας πρόβατα της ολοκαρπώσεώς σου. 12 εγώ ανήγγειλα και έσωσα. ο καταδείξας Ισραήλ βασιλέα υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σε· εποίησα άλλαγμά σου Αίγυπτον και Αιθιοπίαν και Σοήνην υπέρ σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1474 . και συναχθήσονται άρχοντες εξ αυτών. 6 ερώ τω Βορρά· άγε. 11 εγώ ο Θεός.

12 ότι ώξυνε τέκτων σίδηρον. 28 και εμίαναν οι άρχοντες τα άγιά μου. και ούτος βοήσεται επί τω ονόματι Ιακώβ. 7 τις ωσπερ εγώ. και τα επερχόμενα προ του ελθείν αναγγειλάτωσαν υμίν. 13 εκλεξάμενος τέκτων ξύλον έστησεν αυτό εν μέτρω και εν κόλλη ερρύθμισεν αυτό και εποίησεν αυτό ως μορφήν ανδρός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1475 . 11 και πάντες όθεν εγένοντο εξηράνθησαν. 3 ότι εγώ δώσω ύδωρ εν δίψει τοις πορευομένοις εν ανύδρω. σκεπάρνω ειργάσατο αυτό και εν τερέτρω έστησεν αυτό. 26 συ δε μνήσθητι και κριθώμεν· λέγε συ τας ανομίας σου πρώτος. και έτερος επιγράψει χειρί αυτού· του Θεού ειμι. 5 ούτος ερεί· του Θεού ειμι. και έδωκα απολέσαι Ιακώβ και Ισραήλ εις ονειδισμόν. . και επί τω ονόματι Ισραήλ βοήσεται. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ 1 ΝΥΝ δε άκουσον. ίνα δικαιωθής. 27 οι πατέρες υμών πρώτοι και οι άρχοντες υμών ηνόμησαν εις εμέ.6 Ούτως λέγει ο Θεός ο βασιλεύς του Ισραήλ ο ρυσάμενος αυτόν Θεός σαβαώθ· εγώ πρώτος και εγώ μετά ταύτα· πλήν εμού ουκ έστι Θεός. ο εξαλείφων τας ανομίας σου ένεκεν εμού και τας αμαρτίας σου και ου μη μνησθήσομαι. ον εξελεξάμην. ον εξελεξάμην· 2 ούτω λέγει Κύριος ο Θεός ο ποιήσας σε και ο πλάσας σε εκ κοιλίας· έτι βοηθηθήση. εντραπήτωσαν και αισχυνθήτωσαν άμα. α ουκ ωφελήσει αυτούς· αλλά αισχυνθήσονται 10 πάντες οι πλάσσοντες Θεόν και γλύφοντες ανωφελή. ειργάσατο αυτό εν τω βραχίονι της ισχύος αυτού· και πεινάσει και ασθενήσει και ου μη πίη ύδωρ. μάρτυρες υμείς εστε. και κωφοί από ανθρώπων συναχθήτωσαν πάντες και στησάτωσαν άμα. Ιακώβ ο παις μου και Ισραήλ. ει έτσι Θεός πλήν εμού· 9 και ουκ ήσαν τότε οι πλάσσοντες και γλύφοντες πάντες μάταιοι οι ποιούντες τα καταθύμια αυτών. παις μου Ιακώβ και ηγαπημένος Ισραήλ. μη φοβού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 25 εγώ ειμι. 8 μη παρακαλύπτεσθε μηδέ πλανάσθε· ουκ απ ‘ αρχής ηνωτίσασθε και απήγγειλα υμίν. 4 και ανατελούσιν ως αναμέσον ύδατος χόρτος και ως ιτέα επί παραρρέον ύδωρ. στήτω και καλεσάτω και αναγγειλάτω και ετοιμασάτω μοι αφ ‘ ου εποίησα άνθρωπον εις τον αιώνα. επιθήσω το πνεύμά μου επί το σπέρμα σου και τας ευλογίας μου επί τα τέκνα σου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ως ωραιότητα ανθρώπου στήσαι αυτό εν οίκω. οι βουνοί και πάντα τα ξύλα τα εν αυτοίς. 22 ιδού γαρ απήλειψα ως νεφέλην τας ανομίας σου και ως γνόφον τας αμαρτίας σου· επιστράφηθι προς με. 21 Μνήσθητι ταύτα Ιακώβ και Ισραήλ. 19 και ουκ ελογίσατο τη καρδία αυτού ουδέ ανελογίσατο εν τη ψυχή αυτού ουδέ έγνω τη φρονήσει. ότι το ήμισυ αυτού κατέκαυσεν εν πυρί και έπεψεν επί των ανθράκων αυτού άρτους και οπτήσας κρέα έφαγε και το λοιπόν αυτού εις βδέλυγμα εποίησε και προσκυνούσιν αυτω. 15 ίνα ή ανθρώποις εις καύσιν· και λαβών απ ‘ αυτού εθερμάνθη. και καύσαντες έπεψαν άρτους επ ‘ αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1476 . και τα έρημα αυτής ανατελεί· 27 ο λέγων τη αβύσσω· ερημωθήση. ουρανοί. 18 ουκ έγνωσαν φρονήσαι. και τον οίκον τον άγιόν μου θεμελιώσω. εξέτεινα τον ουρανόν μόνος και εστερέωσα την γην. ότι ελυτρώσατο ο Θεός τον Ιακώβ. και πλανώνται. και λυτρώσομαί σε. τα θεμέλια της γης. 16 ου το ήμισυ αυτού κατέκαυσεν εν πυρί και καύσαντες έπεψαν άρτους επ ‘ αυτών· και επ ‘ αυτού κρέας οπτήσας έφαγε και ενεπλήσθη. 17 το δε λοιπόν εποίησεν εις θεόν γλυπτόν και προσκυνεί αυτω και προσεύχεται λέγων· εξελού με. 23 ευφράνθητε. ουκ ερείτε ότι ψεύδος εν τη δεξιά μου. και τους ποταμούς σου ξηρανώ· 28 ο λέγων Κύρω φρονείν και πάντα τα θελήματά μου ποιήσει· ο λέγων Ιερουσαλήμ· οικοδομηθήση. και προσκυνούσιν αυτοίς. αποστρέφων φρονίμους εις τα οπίσω και την βουλήν αυτών μωραίνων 26 και ιστών ρήμα παιδός αυτού και την βουλήν των αγγέλων αυτού αληθεύων. και θερμανθείς είπεν· ηδύ μοι ότι εθερμάνθην και είδον πυρ. και Ισραήλ δοξασθήσεται. ότι ηλέησεν ο Θεός τον Ισραήλ· σαλπίσατε. 24 Ούτω λέγει Κύριος ο λυτρούμενός σε και ο πλάσσων σε εκ κοιλίας· εγώ Κύριος ο συντελών πάντα. και συ Ισραήλ μη επιλανθάνου μου. βοήσατε. όρη. και ουδείς δύναται εξελέσθαι την ψυχήν αυτού· ίδετε. ο λέγων τη Ιερουσαλήμ· κατοικηθήση και ταις πόλεσι της Ιδουμαίας· οικοδομηθήσεσθε. 25 τις έτερος διασκεδάσει σημεία εγγαστριμύθων και μαντείας από καρδίας. ευφροσύνην. 14 έκοψε ξύλον εκ του δρυμού. το δε λοιπόν ειργάσαντο θεούς. ότι θεός μου εις συ. 20 γνώθι ότι σποδός η καρδία αυτών. ότι παις μου ει συ· έπλασά σε παίδά μου. ό εφύτευσε Κύριος και υετός εμήκυνεν. ότι απημαυρώθησαν του βλέπειν τοις οφθαλμοίς αυτών και του νοήσαι τη καρδία αυτών.

14 Ούτω λέγει Κύριος σαβαώθ· εκοπίασεν Αίγυπτος και εμπορία Αιθιόπων. αοράτους ανοίξω σοι. θύρας χαλκάς συντρίψω και μοχλούς σιδηρούς συγκλάσω 3 και δώσω σοι θησαυρούς σκοτεινούς. 8 ευφρανθήτω ο ουρανός άνωθεν. ίνα γνως. και πάσαι αι οδοί αυτού ευθείαι. 11 ότι ούτω λέγει Κύριος ο Θεός ο άγιος Ισραήλ ο ποιήσας τα επερχόμενα· ερωτήσατέ με περί των υιών μου και περί των θυγατέρων μου και περί των έργων των χειρών μου εντείλασθέ μοι. 4 ένεκεν του παιδός μου Ιακώβ και Ισραήλ του εκλεκτού μου. 6 ίνα γνώσι οι απ ‘ ανατολών ηλίου και οι από δυσμών. ότι εγώ Κύριος ο Θεός σου ο καλών το όνομά σου. εγώ τη χειρί μου εστερέωσα τον ουρανόν. και ουκ έστιν έτι· 7 εγώ ο κατασκευάσας φως και ποιήσας σκότος. ούτος οικοδομήσει την πόλιν μου και την αιχμαλωσίαν του λαού μου επιστρέψει ου μετά λύτρων. 13 εγώ ήγειρα αυτόν μετά δικαιοσύνης βασιλέα. 9 Ποίον βέλτιον κατεσκεύασα ως πηλόν κεραμέως. 2 εγώ έμπροσθέν σου πορεύσομαι και όρη ομαλιώ. και ισχύν βασιλέων διαρρήξω. και οι Σεβωείμ άνδρες υψηλοί επί σε διαβήσονται και σοί έσονται δούλοι και οπίσω σου ακολουθήσουσι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1477 . ου εκράτησα της δεξιάς επακούσαι έμπροσθεν αυτού έθνη. και τη μητρί· τι ωδίνεις. συ δε ουκ έγνως με 5 ότι εγώ Κύριος ο Θεός. είπε Κύριος σαβαώθ. ο ποιών ειρήνην και κτίζων κακά· εγώ Κύριος ο Θεός ο ποιών πάντα ταύτα. και πόλεις ου συγκλεισθήσονται. ο λέγων τω πατρί· τι γεννήσεις. αποκρύφους. και ουκ έστι πλήν εμού Θεός. 12 εγώ εποίησα γην και άνθρωπον επ ‘ αυτής. εγώ πάσι τοις άστροις ενετειλάμην. ανοίξω έμπροσθεν αυτού θύρας. ουδέ μετά δώρων. και δικαιοσύνην ανατειλάτω άμα· εγώ ειμι Κύριος ο κτίσας σε. ότι ουκ έστι Θεός πλήν εμού· εγώ Κύριος ο Θεός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ 1 ΟΥΤΩ λέγει Κύριος ο Θεός τω χριστω μου Κύρω. και αι νεφέλαι ρανάτωσαν δικαιοσύνην· ανατειλάτω η γη και βλαστησάτω έλεος. μη ερεί ο πηλός τω κεραμεί· τι ποιείς. εγώ καλέσω σε τω ονόματί σου και προσδέξομαί σε. 10 μη αποκριθήσεται το πλάσμα προς τον πλάσαντα αυτό. ο Θεός Ισραήλ. μη ο αροτριών αροτριάσει την γην όλην την ημέραν. ότι ουκ εργάζη ουδέ έχεις χείρας. ενίσχυσά σε και ουκ ήδεις με.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δεδεμένοι χειροπέδαις και διαβήσονται προς σε. οί ου σώζουσι. ουκ έγνωσαν οι αίροντες το ξύλον γλύμμα αυτών και οι προσευχόμενοι ως προς θεούς. αυτός διώρισεν αυτήν. συνετρίβη Δαγών. οι απ ‘ εσχάτου της γης· εγώ ειμι ο Θεός. και ουκ έστιν έτι. και ουκ ήδειμεν. εγένετο τα γλυπτά αυτών εις θηρία και κτήνη· αίρετε αυτά καταδεδεμένα ως φορτίον κοπιώντι 2 και πεινώντι. ουκ εις κενόν εποίησεν αυτήν. εκλελυμένω. και ουκ έστιν άλλος πλήν εμού· δίκαιος και σωτήρ ουκ έστιν πάρεξ εμού. εγκαινίζεσθε προς με. ουδέ εν τόπω γης σκοτεινω· ουκ είπα τω σπέρματι Ιακώβ· μάταιον ζητήσατε. εγώ ειμι εγώ ειμι Κύριος ο λαλών δικαιοσύνην και αναγγέλλων αλήθειαν. 16 αισχυνθήσονται και εντραπήσονται πάντες οι αντικείμενοι αυτω και πορεύσονται εν αισχύνη. 21 ει αναγγελούσιν. ίνα γνώσιν άμα τις ακουστά εποίησε ταύτα απ ‘ αρχής· τότε ανηγγέλη υμίν· εγώ ο Θεός. 22 επιστράφητε επ ‘ εμέ και σωθήσεσθε. βουλεύσασθε άμα οι σωζόμενοι από των εθνών. 17 Ισραήλ σώζεται υπό Κυρίου σωτηρίαν αιώνιον· ουκ αισχυνθήσονται ουδέ μη εντραπώσιν έως του αιώνος έτι. 18 Ούτως λέγει Κύριος ο ποιήσας τον ουρανόν. ότι εν σοί ο Θεός εστι και ουκ εστι Θεός πλήν σου· 15 συ γαρ ει Θεός.εγώ ειμι Κύριος. εγγισάτωσαν. οί ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1478 . αλλά κατοικείσθαι έπλασεν αυτήν . οι λόγοι μου ουκ αποστραφήσονται. 23 κατ ‘ εμαυτού ομνύω. 19 ουκ εν κρυφή λελάληκα. και ουκ έστιν άλλος. 20 συνάχθητε και ήκετε. ουκ ισχύοντι άμα. ότι εμοί κάμψει παν γόνυ και εξομολογήσεται πάσα γλώσσα τω Θεω 24 λέγων· δικαιοσύνη και δόξα προς αυτόν ήξουσι και αισχυνθήσονται πάντες οι αφορίζοντες εαυτούς· 25 από Κυρίου δικαιωθήσονται και εν τω Θεω ενδοξασθήσονται παν το σπέρμα των υιών Ισραήλ. ο Θεός του Ισραήλ σωτήρ. ή μην εξελεύσεται εκ του στόματός μου δικαιοσύνη. νήσοι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ 1 ΕΠΕΣΕ Βηλ. ούτος ο Θεός ο καταδείξας την γην και ποιήσας αυτήν. και προσκυνήσουσί σοι και εν σοί προσεύξονται.

8 μνήσθητε ταύτα και στενάξατε. και άμα συνετελέσθη. ουκέτι μη παραδώ ανθρώποις. 7 αίρουσιν αυτό επί του ώμου. αυτοί δε αιχμάλωτοι ήχθησαν. μετανοήσατε οι πεπλανημένοι. ποιήσω· 11 καλών από ανατολών πετεινόν και από γης πόρρωθεν περί ων βεβούλευμαι. είσελθε εις το σκότος. 4 είπεν ο ρυσάμενός σε Κύριος σαβαώθ. εγώ αναλήψομαι και σώσω υμάς. 13 ήγγισα την δικαιοσύνην μου και την σωτηρίαν την παρ ‘ εμού ου βραδυνώ· δέδωκα εν Σιών σωτηρίαν τω Ισραήλ εις δόξασμα. όνομα αυτω άγιος Ισραήλ· 5 κάθισον κατανενυγμένη. αποκάλυψαι το κατακάλυμμά σου. τεχνάσασθε. όσα βεβούλευμαι. ήγαγον αυτόν και ευώδωσα την οδόν αυτού. και είπα· πάσα η βουλή μου στήσεται. 12 ακούσατέ μου. από κακών ου μη σώση αυτόν. ίδετε. 3 Ακούετέ μου. και έως αν καταγηράσητε. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ 1 ΚΑΤΑΒΗΘΙ. 5 τίνι με ωμοιώσατε. και πορεύονται· εάν δε θώσιν αυτό. φανήσονται οι ονειδισμοί σου· το δίκαιον εκ σου λήψομαι. 9 και μνήσθητε τα πρότερα από του αιώνος. εγώ ειμι· εγώ ανέχομαι υμών. ανάσυρε τας κνήμας. ότι εγώ ειμι ο Θεός. επί του τόπου αυτού μένει. ανακάλυψαι τας πολιάς. επιστρέψατε τη καρδία. και πάντα. διάβηθι ποταμούς· 3 ανακαλυφθήσεται η αισχύνη σου. ελάλησα και ήγαγον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1479 . στήσουσιν εν σταθμω και μισθωσάμενοι χρυσοχόον εποίησαν χειροποίητα. θυγάτηρ Χαλδαίων. ότι ουκέτι προστεθήση κληθήναι απαλή και τρυφερά. 6 οι συμβαλλόμενοι χρυσίον εκ μαρσιππίου και αργύριον εν ζυγω. άλεσον άλευρον. θυγάτηρ Βαβυλώνος. οι πλανώμενοι. έκτισα και εποίησα. κάθισον επί την γην. εγώ εποίησα και εγώ ανήσω. οι αιρόμενοι εκ κοιλίας και παιδευόμενοι εκ παιδίου 4 έως γήρους· εγώ ειμι. ου μη κινηθή· και ως εάν βοήση προς αυτόν. οι απολωλεκότες την καρδίαν. παρθένος. και ουκ έστιν έτι πλήν εμού 10 αναγγέλλων πρότερον τα έσχατα πριν αυτά γενέσθαι. και κύψαντες προσκυνούσιν αυτοίς. 2 λάβε μύλον. είσελθε εις το σκότος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δυνήσονται σωθήναι από πολέμου. ου μη εισακούση. οίκος του Ιακώβ και παν το κατάλοιπον του Ισραήλ. οι μακράν από της δικαιοσύνης.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυγάτηρ Χαλδαίων. συ δε ουκ έδωκας αυτοίς έλεος. και ου μη γνως. εν τη ισχύϊ των επαοιδών σου σφόδρα. η καθημένη πεποιθυία. εμίανας την κληρονομίαν μου· εγώ έδωκα αυτούς εις την χείρά σου. οι ορώντες τους αστέρας αναγγειλάτωσάν σοι τι μέλλει επί σε έρχεσθαι. μιμνησκόμενοι ου μετά αληθείας ουδέ μετά δικαιοσύνης 2 και αντεχόμενοι τω ονόματι της πόλεως της αγίας και επί τω Θεω Ισραήλ αντιστηριζόμενοι. κάθισαι επ ‘ αυτούς. και είπας τη καρδία σου· εγώ ειμι. 15 ούτοι έσονταί σοι βοήθεια. και ου μη γνως. βόθυνος. σοί δε ουκ έσται σωτηρία. και εμπεσή εις αυτόν· και ήξει επί σε ταλαιπωρία. Κύριος σαβαώθ όνομα αυτω. 8 νυν δε άκουε ταύτα. 13 κεκοπίακας εν ταις βουλαίς σου· στήτωσαν δη και σωσάτωσάν σε οι αστρολόγοι του ουρανού. και εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1480 . και ουκ έστιν ετέρα. 10 τη ελπίδι της πονηρίας σου· συ γαρ είπας· εγώ ειμι. και ου μη δυνήση καθαρά γενέσθαι· και ήξει επί σε εξ απίνης απώλεια. εκοπίασας εν τη μεταβολή εκ νεότητος. ότι η σύνεσις τούτων και η πορνεία σου έσται σοι αισχύνη. γνώθι. ει δυνήση ωφεληθήναι. α εμάνθανες εκ νεότητός σου. οίκος Ιακώβ οι κεκλημένοι τω ονόματι Ισραήλ και εξ Ιούδα εξελθόντες. 3 τα πρότερα έτι ανήγγειλα. 7 και είπας· εις τον αιώνα έσομαι άρχουσα· ουκ ενόησας ταύτα εν τη καρδία σου. 6 παρωξύνθην επί τω λαω μου. του πρεσβυτέρου εβάρυνας τον ζυγόν σφόδρα. 11 και ήξει επί σε απώλεια. οι ομνύοντες τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ. 9 νυν δε ήξει επί σε τα δύο ταύτα εξαίφνης εν ημέρα μια· ατεκνία και χηρεία ήξει εξαίφνης επί σε εν τη φαρμακεία σου. ουκέτι μη κληθήση ισχύς βασιλείας. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ ταύτα. η λέγουσα εν καρδία αυτής· εγώ ειμι. άνθρωπος καθ ‘ εαυτόν επλανήθη. 12 στήθι νυν εν ταις επαοιδαίς σου και εν τη πολλή φαρμακεία σου. ουδέ εμνήσθης τα έσχατα. και ουκ έστιν ετέρα· ου καθιώ χήρα ουδέ γνώσομαι ορφανίαν. 14 ιδού πάντες ως φρύγανα επί πυρί κατακαυθήσονται και ου μη εξέλωνται την ψυχήν αυτών εκ φλογός· ότι έχεις άνθρακας πυρός. και ουκ έστιν ετέρα. η τρυφερά.

πριν ελθείν επί σε ακουστόν σοι εποίησα· μήποτε είπης ότι τα είδωλά μου εποίησε. 12 Άκουέ μου. 17 ούτως λέγει Κύριος ο ρυσάμενός σε. και ουκ είπας. ίνα μη εξολοθρεύσω σε. ήγαγον αυτόν και ευώδωσα την οδόν αυτού. 9 ένεκεν του εμού ονόματος δείξω σοι τον θυμόν μου και τα ένδοξά μου επάξω επί σε. 18 και ει ήκουσας των εντολών μου. ο άγιος Ισραήλ· εγώ ειμι ο Θεός σου. και εγώ ειμι εις τον αιώνα. αγαπών σε εποίησα το θέλημά σου επί Βαβυλώνα του άραι σπέρμα Χαλδαίων. ον εγώ καλώ· εγώ ειμι πρώτος. εν ή πορεύση εν αυτή.20 Έξελθε εκ Βαβυλώνος φεύγων από των Χαλδαίων· φωνήν ευφροσύνης αναγγείλατε. λέγεται· ερρύσατο Κύριος τον δούλον αυτού Ιακώβ· 21 και εάν διψήσωσι. εκεί ήμην. εγώ εκάλεσα. και στήσονται άμα 14 και συναχθήσονται πάντες και ακούσονται. ότι το εμόν όνομα βεβηλούται. και επήλθε. τις αυτοίς ανήγγειλε ταύτα. και υμείς ουκ έγνωτε· αλλά και ακουστά σοι εποίησα τα καινά από του νυν. τοις ασεβέσιν. και είπης ότι τα γλυπτά και τα χωνευτά ενετείλατό μοι. 4 γινώσκω ότι σκληρός ει. 6 ηκούσατε πάντα. δέδειχά σοι του ευρείν σε την οδόν. Ιακώβ και Ισραήλ. 16 προσαγάγετε προς με και ακούσατε ταύτα· ουκ απ ‘ αρχής εν κρυφή λελάληκα. και νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός σου. 15 εγώ ελάλησα. και πίεται ο λαός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του στόματός μου εξήλθε και ακουστόν εγένετο· εξάπινα εποίησα. ουδέ εν τόπω γης σκοτεινω· ηνίκα εγένετο. 8 ούτε έγνως ούτε ηπίστω. και ακουστόν γενέσθω τούτο. 10 ιδού πέπρακά σε ουκ ένεκεν αργυρίου. και ου προτέραις ημέραις ήκουσας αυτά· μη είπης· ναί γινώσκω αυτά. . και ρυήσεται ύδωρ. καλέσω αυτούς. και η δεξιά μου εστερέωσε τον ουρανόν. απαγγείλατε έως εσχάτου της γης. ούτε απ ‘ αρχής ήνοιξά σου τα ώτα· έγνων γαρ ότι αθετών αθετήσεις και άνομος έτι εκ κοιλίας κληθήση. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1481 . λέγει Κύριος. ύδωρ εκ πέτρας εξάξει αυτοίς· σχισθήσεται πέτρα. και νυν Κύριος απέστειλέ με και το πνεύμα αυτού. α μέλλει γίνεσθαι. ουδέ απολείται το όνομά σου ενώπιον εμού. 5 και ανήγγειλά σοι πάλαι. 22 ουκ εστι χαίρειν. και το μέτωπόν σου χαλκούν. εξειλάμην δε σε εκ καμίνου πτωχείας· 11 ένεκεν εμού ποιήσω σοι. και την δόξαν μου ετέρω ου δώσω. 7 νυν γίνεται και ου πάλαι. 13 και η χείρ μου εθεμελίωσε την γην. εγένετο αν ωσεί ποταμός η ειρήνη σου και η δικαιοσύνη σου ως κύμα θαλάσσης· 19 και εγένετο αν ως η άμμος το σπέρμα σου και τα έκγονα της κοιλίας σου ως ο Χους της γης· ουδέ νυν ου μη εξολοθρευθής. δι ‘ ερήμου άξει αυτούς.

και εξελεξάμην σε. ουδέ ο ήλιος. 15 μη επιλήσεται γυνή του παιδίου αυτής του μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1482 . και ο πόνος μου εναντίον του Θεού μου. . και ο Θεός μου έσται μοι ισχύς . . εκ κοιλίας μητρός μου εκάλεσε το όνομά μου 2 και έθηκε το στόμα μου ωσεί μάχαιραν οξείαν και υπό την σκέπην της χειρός αυτού έκρυψέ με. 5 και νυν ούτως λέγει Κύριος ο πλάσας με εκ κοιλίας δούλον εαυτω του συναγαγείν τον Ιακώβ προς αυτόν και Ισραήλ . λέγει Κύριος.6 και είπέ μοι· μέγα σοί εστι του κληθήναί σε παίδά μου του στήσαι τας φυλάς Ιακώβ και την διασποράν του Ισραήλ επιστρέψαι· ιδού δέδωκά σε εις διαθήκην γένους. και τοις εν τω σκότει· ανακαλυφθήναι. η γη. άλλοι δε εκ γης Περσών. άρχοντες και προσκυνήσουσιν αυτω ένεκεν Κυρίου· ότι πιστός εστιν ο άγιος Ισραήλ. και ο Κύριος επελάθετό μου. ουρανοί. ότι ηλέησεν ο Θεός τον λαόν αυτού και τους ταπεινούς του λαού αυτού παρεκάλεσεν. έθηκέ με ως βέλος εκλεκτόν και εν τη φαρέτρα αυτού έκρυψέ με. 4 και εγώ είπα· κενώς εκοπίασα. 8 ούτως λέγει Κύριος· καιρω δεκτω επήκουσά σου και εν ημέρα σωτηρίας εβοήθησά σοι και έπλασά σε και έδωκά σε εις διαθήκην εθνών του καταστήσαι την γην και κληρονομήσαι κληρονομίας ερήμους. ο Θεός Ισραήλ· αγιάσατε τον φαυλίζοντα την ψυχήν αυτού. εν πάσαις ταις οδοίς βοσκηθήσονται. 12 ιδού ούτοι πόρρωθεν έρχονται. εις μάταιον και εις ουδέν έδωκα την ισχύν μου· δια τούτο η κρίσις μου παρά Κυρίω. 3 και είπέ μοι· δούλός μου ει συ. Ισραήλ. 13 ευφραίνεσθαι. ρηξάτωσαν τα όρη ευφροσύνην. νήσοι. και εν σοί δοξασθήσομαι. αλλ ‘ ο ελεών αυτούς παρακαλέσει και δια πηγών υδάτων άξει αυτούς· 11 και θήσω παν όρος εις οδόν και πάσαν τρίβον εις βόσκημα αυτοίς. ούτοι από βορρά και ούτοι από θαλάσσης. ουδέ πατάξει αυτούς καύσων. εις φως εθνών του είναί σε εις σωτηρίαν έως εσχάτου της γης. 9 λέγοντα τοις εν δεσμοίς· εξέλθετε. και εν πάσαις ταις τρίβοις η νομή αυτών· 10 ου πεινάσουσιν ουδέ διψήσουσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ μου. τον βδελυσσόμενον υπό των εθνών των δούλων των αρχόντων· βασιλείς όψονται αυτόν και αναστήσονται. και προσέχετε.συναχθήσομαι και δοξασθήσομαι εναντίον Κυρίου.7 Ούτως λέγει Κύριος ο ρυσάμενός σε. έθνη· δια χρόνου πολλού στήσεται.14 Είπε δε Σιών· εγκατέλιπέ με Κύριος. και αγαλλιάσθω.

ει δε και ταύτα επιλάθοιτο γυνή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ελεήσαι τα έκγονα της κοιλίας αυτής. και ταις ανομίαις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1483 . και εάν αιχμαλωτεύση τις αδίκως. και ουκ αισχυνθήσονται οι υπομένοντές με. σωθήσεται. και οι ερημώσαντές σε εξελεύσονται εκ σου. λέγει Κύριος. ούτοι δε μοι που ήσαν. ω εξαπέστειλα αυτήν. 16 ιδού επί των χειρών μου εζωγράφηκά σου τα τείχη. εγώ δε άτεκνος και χήρα. ποίησόν μοι τόπον. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν 1 ΟΥΤΩΣ λέγει Κύριος· ποίον το βιβλίον του αποστασίου της μητρός υμών. και μακρυνθήσονται από σου οι καταπίνοντές σε. ους απολώλεκας· στενός μοι ο τόπος. ίνα κατοικήσω. ότι πάντας αυτούς ως κόσμον ενδύση και περιθήση αυτούς ως κόσμον νύμφης. 21 και ερείς εν τη καρδία σου· τις εγέννησέ μοι τούτους. και ενώπιόν μου ει διαπαντός· 17 και ταχύ οικοδομηθήση υφ ‘ ων καθηρέθης. ιδού συνήχθησαν και ήλθοσαν προς σε· ζω εγώ. 22 Ούτως λέγει Κύριος Κύριος· ιδού αίρω εις τα έθνη την χείρά μου και εις τας νήσους αρώ σύσσημόν μου. ή τίνι υπόχρεω πέπρακα υμάς. 23 και έσονται βασιλείς τιθηνοί σου. ιδού ταις αμαρτίαις υμών επράθητε. τας δε θυγατέρας σου επ ‘ ώμων αρούσι. 19 ότι τα έρημά σου και τα διεφθαρμένα και τα πεπτωκότα νυν στενοχωρήσει από των κατοικούντων. εγώ δε κατελείφθην μόνη. και εγώ τους υιούς σου ρύσομαι· 26 και φάγονται οι θλίψαντές σε τας σάρκας αυτών και πίονται ως οίνον νέον το αίμα αυτών και μεθυσθήσονται. 20 ερούσι γαρ εις τα ώτά σου οι υιοί σου. αλλ ‘ εγώ ουκ επιλήσομαί σου. λήψεται σκύλα· λαμβάνων δε παρά ισχύοντος σωθήσεται· εγώ δε την κρίσιν σου κρινώ. 25 ούτως λέγει Κύριος· εάν τις αιχμαλωτεύση γίγαντα. τούτους δε τις εξέθρεψέ μοι. 24 μη λήψεταί τις παρά γίγαντος σκύλα. αι δε άρχουσαι τροφοί σου· επί πρόσωπον της γης προσκυνήσουσί σε και τον χουν των ποδών σου λείξουσι· και γνώση ότι εγώ Κύριος. και άξουσι τους υιούς σου εν κόλπω. είπε Κύριος. και αισθανθήσεται πάσα σάρξ ότι εγώ Κύριος ο ρυσάμενός σε και αντιλαμβανόμενος ισχύος Ιακώβ. 18 άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου και ιδέ πάντας.

εμβλέψατε εις την στερεάν πέτραν. 4 Κύριος δίδωσί μοι γλώσσαν παιδείας του γνώναι ηνίκα δεί ειπείν λόγον έθηκέ μοι πρωϊ πρωϊ. και ως σής καταφάγεται υμάς. 11 ιδού πάντες υμείς πυρ καίετε και κατισχύετε φλόγα· πορεύεσθε τω φωτί του πυρός υμών και τη φλογί. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ μου. υπακουσάτω της φωνής του παιδός αυτού. και εις τον βόθυνον του λάκκου. εκάλεσα και ουκ ην ο υπακούων. προσέθηκέ μοι ωτίον ακούειν· 5 και η παιδεία Κυρίου Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα. πεποίθατε επί τω ονόματι Κυρίου και αντιστηρίσασθε επί τω Θεω. το δε πρόσωπόν μου ουκ απέστρεψα από αισχύνης εμπτυσμάτων· 7 και Κύριος Κύριος βοηθός μοι εγενήθη. δια τούτο ουκ ενετράπην. ην ελατομήσατε. εν λύπη κοιμηθήσεσθε. αλλά έθηκα το πρόσωπόν μου ως στερεάν πέτραν και έγνων ότι ου μη αισχυνθώ· 8 ότι εγγίζει ο δικαιώσας με. 10 Τίς εν υμίν ο φοβούμενος τον Κύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμών εξαπέστειλα την μητέρα υμών. και ξηρανθήσονται οι ιχθύες αυτών από του μη είναι ύδωρ και αποθανούνται εν δίψει. ον ωρύξατε. ιδού πάντες υμείς ως ιμάτιον παλαιωθήσεσθε. ή εξεκαύσατε· δι ‘ εμέ εγένετο ταύτα υμίν. ιδού τη απειλή μου εξερημώσω την θάλασσαν και θήσω ποταμούς ερήμους. οι διώκοντες το δίκαιον και ζητούντες τον Κύριον. οι πορευόμενοι εν σκότει και ουκ έστιν αυτοίς φως. 3 ενδύσω τον ουρανόν σκότος και ως σάκκον θήσω το περιβόλαιον αυτού. μη ουκ ισχύει η χείρ μου του ρύσασθαι ή ουκ ισχύω του εξελέσθαι. τας δε σιαγόνας μου εις ραπίσματα. εγώ δε ουκ απειθώ ουδέ αντιλέγω. τις ο κρινόμενός μοι. 3 και σε νυν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1484 . εγγισάτω μοι. 6 τον νώτόν μου έδωκα εις μάστιγας. 2 τι ότι ήλθον και ουκ ην άνθρωπος. και εκάλεσα αυτόν και ευλόγησα αυτόν και ηγάπησα αυτόν και επλήθυνα αυτόν. 9 ιδού Κύριος Κύριος βοηθήσει μοι· τις κακώσει με. αντιστήτω μοι άμα· και τις ο κρινόμενός μοι. 2 εμβλέψατε εις Αβραάμ τον πατέρα υμών και εις Σάρραν την ωδίνουσαν υμάς· ότι εις ην.

7 ακούσατέ μου. 4 ακούσατέ μου. το δε σωτήριόν μου εις γενεάς γενεών. 18 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1485 . ότι νόμος παρ ‘ εμού εξελεύσεται και η κρίσις μου εις φως εθνών. εγώ ειμι ο παρακαλών σε· γνώθι τίνα ευλαβηθείσα εφοβήθης από ανθρώπου θνητού και από υιού ανθρώπου. οι ειδότες κρίσιν. 12 εγώ ειμι. τον ποιήσαντα τον ουρανόν και θεμελιώσαντα την γην. και νυν που ο θυμός του θλίβοντός σε. ου ο νόμος μου εν τη καρδία υμών· μη φοβείσθε ονειδισμόν ανθρώπων και τω φαυλισμω αυτών μη ηττάσθε. ύδωρ αβύσσου πλήθος. Ιερουσαλήμ. η θείσα τα βάθη της θαλάσσης οδόν διαβάσεως ρυομένοις 11 και λελυτρωμένοις. εξομολόγησιν και φωνήν αινέσεως. προς με ενωτίσασθε. 6 άρατε εις τον ουρανόν τους οφθαλμούς υμών και εμβλέψατέ εις την γην κάτω. το δε σωτήριόν μου εις τον αιώνα έσται. η δε γη ως ιμάτιον παλαιωθήσεται. 13 και επελάθου Θεόν τον ποιήσαντά σε. και οι βασιλείς. ως γενεά αιώνος. οί ωσεί χόρτος εξηράνθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρακαλέσω. 5 εγγίζει ταχύ η δικαιοσύνη μου. 9 Εξεγείρου εξεγείρου. λαός μου. ότι ο ουρανός ως καπνός εστερεώθη. ανάστηθι. 14 εν γαρ τω σώζεσθαί σε ου στήσεται ουδέ χρονιεί· 15 ότι εγώ ο Θεός σου ο ταράσσων την θάλασσαν και ηχών τα κύματα αυτής. υπό γαρ Κυρίου αποστραφήσονται και ήξουσιν εις Σιών μετ ‘ ευφροσύνης και αγαλλιάματος αιωνίου· επί κεφαλής γαρ αυτών αγαλλίασις και αίνεσις. 8 ως γαρ ιμάτιον βρωθήσεται υπό χρόνου και ως έρια βρωθήσεται υπό σητός· η δε δικαιοσύνη μου εις τον αιώνα έσται. η δε δικαιοσύνη μου ου μη εκλίπη. 17 Εξεγείρου εξεγείρου. Ιερουσαλήμ. το κόνδυ του θυμού εξέπιες και εξεκένωσας. 16 θήσω τους λόγους μου εις το στόμα σου και υπό την σκιάν της χειρός μου σκεπάσω σε. εν ή έστησα τον ουρανόν και εθεμελίωσα την γην· και ερεί Σιών· λαός μου ει συ. οι δε κατοικούντες την γην ωσπερ ταύτα αποθανούνται. και εξελεύσεται ως φως το σωτήριόν μου και εις τον βραχίονά μου έθνη ελπιούσιν· εμέ νήσοι υπομενούσι και εις τον βραχίονά ελπιούσιν. Κύριος σαβαώθ όνομά μοι. και ένδυσαι την ισχύν του βραχίονός σου· εξεγείρου ως εν αρχή ημέρας. απέδρα οδύνη και λύπη και στεναγμός. ακούσατέ μου. ου συ ει 10 η ερημούσα θάλασσαν. η πιούσα εκ χειρός Κυρίου το ποτήριον του θυμού αυτού· το ποτήριον γαρ της πτώσεως. και εφόβου αεί πάσας τας ημέρας το πρόσωπον του θυμού του θλίβοντός σε· ον τρόπον γαρ εβουλεύσατο του άραί σε. Σιών. και ευφροσύνη καταλήψεται αυτούς. λαός μου. και παρεκάλεσα πάντα τα έρημα αυτής και θήσω τα έρημα αυτής ως παράδεισον Κυρίου· ευφροσύνην και αγαλλίαμα ευρήσουσιν εν αυτη.

8 ότι φωνή των φυλασσόντων σε υψώθη. και εις Ασσυρίους βία ήχθησαν· 5 και νυν τι εστε ώδε. ως ευαγγελιζόμενος αγαθά. και ουκ ην ο αντιλαμβανόμενος της χειρός σου ουδέ από πάντων των υιών σου. πτώμα και σύντριμμα. 6 δια τούτο γνώσεται ο λαός μου το όνομά μου εν τη ημέρα εκείνη. η αιχμάλωτος θυγάτηρ Σιών. 2 εκτίναξαι τον χουν και ανάστηθι. το κόνδυ του θυμού μου. Σιών. οι πλήρεις θυμού Κυρίου. ότι ακουστήν ποιήσω την σωτηρίαν σου λέγων Σιών· βασιλεύσει σου ο Θεός. ίνα παρέλθωμεν· και έθηκας ίσα τη γη τα μετάφρενά σου έξω τοις παραπορευομένοις. και ου προσθήση έτι πιείν αυτό· 23 και δώσω αυτό εις τας χείρας των αδικησάντων σε και των ταπεινωσάντων σε. τάδε λέγει Κύριος· δι ‘ υμάς διαπαντός το όνομά μου βλασφημείται εν τοις έθνεσι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ 1 ΕΞΕΓΕΙΡΟΥ εξεγείρου. τεταπεινωμένη. 4 ούτως λέγει Κύριος· εις Αίγυπτον κατέβη ο λαός μου το πρότερον παροικήσαι εκεί. οι καθεύδοντες επ ‘ άκρου πάσης εξόδου ως σευτλίον ημίεφθον. θαυμάζετε και ολολύζετε. κάθισον. 20 οι υιοί σου. και ένδυσαι την δόξαν σου. 19 δύο ταύτα αντικείμενά σοι· τις συλλυπηθήσεταί σοι. εκλελυμένοι δια Κυρίου του Θεού. ένδυσαι την ισχύν σου. 9 ρηξάτω ευφροσύνην άμα τα έρημα Ιερουσαλήμ. και μεθύουσα ουκ από οίνου· 22 ούτω λέγει Κύριος ο Θεός ο κρίνων τον λαόν αυτού· ιδού είληφα εκ της χειρός σου το ποτήριον της πτώσεως. 21 δια τούτο άκουε. Ιερουσαλήμ πόλις η αγία· ουκέτι προστεθήσεται διελθείν δια σου απερίτμητος και ακάθαρτος. ηνίκα αν ελεήση Κύριος την Σιών. ων ύψωσας. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1486 . λιμός και μάχαιρα. τις παρακαλέσει σε. Σιών. τάδε λέγει Κύριος· ότι ελήφθη ο λαός μου δωρεάν. και τη φωνή άμα ευφρανθήσονται· ότι οφθαλμοί προς οφθαλμούς όψονται. οί είπαν τη ψυχή σου· κύψον. οι απορούμενοι. ως πόδες ευαγγελιζομένου ακοήν ειρήνης. ότι εγώ ειμι αυτός ο λαλών· πάρειμι 7 ως ωρα επί των ορέων. 3 ότι τάδε λέγει Κύριος· δωρεάν επράθητε και ου μετά αργυρίου λυτρωθήσεσθε. ων έτεκες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ουκ ην ο παρακαλών σε από πάντων των τέκνων σου. Ιερουσαλήμ· έκδυσαι τον δεσμόν του τραχήλου σου.

και οί ουκ ακηκόασι. 6 πάντες ως πρόβατα επλανήθημεν. και ο βραχίων Κυρίου τίνι απεκαλύφθη. 13 Ιδού συνήσει ο παις μου και υψωθήσεται και δοξασθήσεται και μετεωρισθήσεται σφόδρα. προπορεύσεται γαρ πρότερος υμών Κύριος και ο επισυνάγων υμάς Θεός Ισραήλ. εξέλθετε εκ μέσου αυτής. 2 ανηγγείλαμεν ως παιδίον εναντίον αυτού. ουδέ φυγή πορεύσεσθε. συνήσουσι. 7 και αυτός δια το κεκακώσθαι ουκ ανοίγει το στόμα αυτού· ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη και ως αμνός εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος. και συνέξουσι βασιλείς το στόμα αυτών· ότι οίς ουκ ανηγγέλη περί αυτού. ουκ έστιν είδος αυτω ουδέ δόξα· και είδομεν αυτόν. 10 και αποκαλύψει Κύριος τον βραχίονα τον άγιον αυτού ενώπιον πάντων των εθνών. οι φέροντες τα σκεύη Κυρίου· 12 ότι ου μετά ταραχής εξελεύσεσθε. 5 αυτός δε ετραυματίσθη δια τας αμαρτίας ημών και μεμαλάκισται δια τας ανομίας ημών· παιδεία ειρήνης ημών επ ‘ αυτόν. απόστητε.ούτως αδοξήσει από των ανθρώπων το είδός σου και η δόξα σου από υιών ανθρώπων . αφορίσθητε. τω μώλωπι αυτού ημείς ιάθημεν. 4 ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται. ητιμάσθη και ουκ ελογίσθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηλέησε Κύριος αυτήν και ερρύσατο Ιερουσαλήμ. 14 ον τρόπον εκστήσονται επί σε πολλοί . ούτως ουκ ανοίγει το στόμα. και ουκ είχεν είδος ουδέ κάλλος· 3 αλλά το είδος αυτού άτιμον και εκλείπον παρά πάντας τους υιούς των ανθρώπων· άνθρωπος εν πληγή ων και ειδώς φέρειν μαλακίαν. ως ρίζα εν γη διψώση. και όψονται πάντα άκρα της γης την σωτηρίαν την παρά του Θεού ημών. 8 εν τη ταπεινώσει η κρίσις αυτού ήρθη· την δε γενεάν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1487 .15 ούτω θαυμάσονται έθνη πολλά επ ‘ αυτω. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ 1 ΚΥΡΙΕ. και ημείς ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού και εν κακώσει. εξέλθατε εκείθεν και ακαθάρτου μη άπτεσθε. 11 απόστητε. τις επίστευσε τη ακοή ημών. όψονται. ότι απέστραπται το πρόσωπον αυτού. άνθρωπος τη οδω αυτού επλανήθη· και Κύριος παρέδωκεν αυτόν ταις αμαρτίαις ημών.

12 δια τούτο αυτός κληρονομήσει πολλούς και των ισχυρών μεριεί σκύλα. η ουκ ωδίνουσα. και πόλεις ηρημωμένας κατοικιείς. και το σπέρμα σου έθνη κληρονομήσει. 4 μη φοβού. Κύριος σαβαώθ όνομα αυτω· και ο ρυσάμενός σε αυτός Θεός Ισραήλ. μηδέ εντραπής. δικαιώσαι δίκαιον εύ δουλεύοντα πολλοίς. 3 έτι εις τα δεξιά και εις τα αριστερά εκπέτασον. πήξον. ότι κατησχύνθης. ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού. ρήξον και βόησον. πάση τη γη κληθήσεται. στείρα η ου τίκτουσα. ότι πολλά τα τέκνα της ερήμου μάλλον ή της εχούσης τον άνδρα· είπε γαρ Κύριος· 2 πλάτυνον τον τόπον της σκηνής σου και των αυλαιών σου. 9 και δώσω τους πονηρούς αντί της ταφής αυτού και τους πλουσίους αντί του θανάτου αυτού· ότι ανομίαν ουκ εποίησεν. από των ανομιών του λαού μου ήχθη εις θάνατον. μη φείση· μάκρυνον τα σχοινίσματά σου και τους πασσάλους σου κατίσχυσον. είπεν ο Θεός σου· 7 χρόνον μικρόν κατέλιπόν σε και μετ ‘ ελέους μεγάλου ελεήσω σε. ούτως ουδέ το παρ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1488 . ουδ ‘ ως γυναίκα εκ νεότητος μεμισημένην. 9 από του ύδατος του επί Νώε τούτό μοί εστι· καθότι ώμοσα αυτω εν τω χρόνω εκείνω τη γη μη θυμωθήσεσθαι επί σοί έτι. 8 εν θυμω μικρω απέστρεψα το πρόσωπόν μου από σου και εν ελέει αιωνίω ελεήσω σε. 6 ουχ ως γυναίκα καταλελειμμένην και ολιγόψυχον κέκληκέ σε Κύριος. ότι αίρεται από της γης η ζωή αυτού. ανθ ‘ ων παρεδόθη εις θάνατον η ψυχή αυτού. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ 1 ΕΥΦΡΑΝΘΗΤΙ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού τις διηγήσεται. 10 και Κύριος βούλεται καθαρίσαι αυτόν από της πληγής. ουδ ‘ οι βουνοί σου μετακινηθήσονται. και εν τοις ανόμοις ελογίσθη· και αυτός αμαρτίας πολλών ανήνεγκε και δια τας αμαρτίας αυτών παρεδόθη. μηδέ εν απειλή σου 10 τα όρη μεταστήσεσθαι. ότι ωνειδίσθης· ότι αισχύνην αιώνιον επιλήση και όνειδος της χηρείας σου ου μη μνησθήση έτι. εάν δώτε περί αμαρτίας. δείξαι αυτω φως και πλάσαι τη συνέσει. και τας αμαρτίας αυτών αυτός ανοίσει. είπεν ο ρυσάμενός σε Κύριος. 5 ότι Κύριος ο ποιών σε. η ψυχή υμών όψεται σπέρμα μακρόβιον· και βούλεται Κύριος αφελείν 11 από του πόνου της ψυχής αυτού.

και λαοί. πορεύεσθε εφ ‘ ύδωρ. 15 ιδού προσήλυτοι προσελεύσονταί σοι δι ‘ εμού και επί σε καταφεύξονται. και εντρυφήσει εν αγαθοίς η ψυχή υμών. ουδέ η διαθήκη της ειρήνης σου ου μη μεταστη· είπε γαρ Κύριος· ίλεώς σοι. επί σε καταφεύξονται ένεκεν Κυρίου του Θεού σου. α ουκ οίδασί σε. 5 ιδού έθνη. βαδίσαντες αγοράσατε. 7 απολιπέτω ο ασεβής τας οδούς αυτού και ανήρ άνομος τας βουλάς αυτού και επιστραφήτω επί Κύριον. έστι κληρονομία τοις θεραπεύουσι Κύριον. . ου παρεκλήθης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εμού σοί έλεος εκλείψει. οί ουκ επίστανταί σε. ακούσατέ μου και φάγεσθε αγαθά. και ζήσεται εν αγαθοίς η ψυχή υμών· και διαθήσομαι υμίν διαθήκην αιώνιον. και όσοι μη έχετε αργύριον. και ημείς έσεσθέ μοι δίκαιοι. άρχοντα και προστάσσοντα έθνεσιν. 4 ιδού μαρτύριον εν έθνεσιν έδωκα αυτόν. και ελεηθήσεται. ιδού εγώ ετοιμάζω σοι άνθρακα τον λίθον σου και τα θεμέλιά σου σάπφειρον 12 και θήσω τας επάλξεις σου ίασπιν και τας πύλας σου λίθους κρυστάλλου και τον περίβολόν σου λίθους εκλεκτούς 13 και πάντας τους υιούς σου διδακτούς Θεού και εν πολλή ειρήνη τα τέκνα σου. οι δε ένοχοί σου έσονται εν αυτη. του αγίου Ισραήλ. 3 προσέχετε τοις ωσίν υμών και επακουλουθήσατε ταις οδοίς μου· εισακούσατέ μου. 16 ιδού εγώ έκτισά σε ουχ ως χαλκεύς φυσών άνθρακας και εκφέρων σκεύος εις έργον· εγώ δε έκτισά σε ουκ εις απώλειαν φθείραι 17 παν σκεύος φθαρτόν. επικαλέσονταί σε. και φάγετε και πίεσθε άνευ αργυρίου και τιμής οίνον και στέαρ. τα όσια Δαυίδ τα πιστά. 2 ινατί τιμάσθε αργυρίου εν ουκ άρτοις και τον μόχθον υμών ουκ εις πλησμονήν. λέγει Κύριος. και τρόμος ουκ εγγιεί σοι. ότι επί πολύ αφήσει τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1489 . 11 Ταπεινή και ακατάστατος. 14 και εν δικαιοσύνη οικοδομηθήση· απέχου από αδίκου και ου φοβηθήση. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ 1 ΟΙ διψώντες. ότι εδόξασέ σε.6 Ζητήσατε τον Κύριον και εν τω ευρίσκειν αυτόν επικαλέσασθε· ηνίκα δ ‘ αν εγγίζη υμίν. και πάσα φωνή αναστήσεται επί σε εις κρίσιν· πάντας αυτούς ηττήσεις. επί σε ουκ ευοδώσω.

3 μη λεγέτω ο αλλογενής ο προσκείμενος προς Κύριον· αφοριεί με άρα Κύριος από του λαού αυτού· και μη λεγέτω ο ευνούχος ότι ξύλον εγώ ειμι ξηρόν. και πάντα τα ξύλα του αγρού επικροτήσει τοις κλάδοις. 13 και αντί της στοιβής αναβήσεται κυπάρισσος. 8 ου γαρ εισιν αι βουλαί μου ωσπερ αι βουλαί υμών. ό εάν εξέλθη εκ του στόματός μου. ου μη αποστραφή. έως αν μεθύση την γην. 10 ως γαρ αν καταβή ο υετός ή χιών εκ του ουρανού και ου μη αποστραφή. όνομα αιώνιον δώσω αυτοίς και ουκ εκλείψει. 11 ούτως έσται το ρήμά μου. 12 εν γαρ ευφροσύνη εξελεύσεσθε και εν χαρά διδαχθήσεσθε· τα γαρ όρη και οι βουνοί εξαλούνται προσδεχόμενοι υμάς εν χαρά. και εκτέκη και εκβλαστήση και δω σπέρμα τω σπείραντι και άρτον εις βρώσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμαρτίας υμών. ούτως απέχει η οδός μου από των οδών υμών και τα διανοήματα υμών από της διανοίας μου. λέγει Κύριος. 2 μακάριος ανήρ ο ποιών ταύτα και άνθρωπος ο αντεχόμενος αυτών και φυλάσσων τα σάββατα μη βεβηλούν και διατηρών τας χείρας αυτού μη ποιείν άδικα. 6 και τοις αλλογενέσι τοις προσκειμένοις Κυρίω δουλεύειν αυτω και αγαπάν το όνομα Κυρίου του είναι αυτω εις δούλους και δούλας και πάντας τους φυλασσομένους τα σάββατά μου μη βεβηλούν και αντεχομένους της διαθήκης μου. 9 αλλ ‘ ως απέχει ο ουρανός από της γης. έως αν τελεσθή όσα αν ηθέλησα και ευοδώσω τας οδούς μου και τα εντάλματά μου. αντί δε της κονύζης αναβήσεται μυρσίνη· και έσται Κύριος εις όνομα και εις σημείον αιώνιον και ουκ εκλείψει. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· φυλάσσεσθε κρίσιν και ποιήσατε δικαιοσύνην· ήγγικε γαρ το σωτήριόν μου παραγίνεσθαι και το έλεός μου αποκαλυφθήναι. 4 τάδε λέγει Κύριος τοις ευνούχοις· όσοι αν φυλάξωνται τα σάββατά μου και εκλέξωνται α εγώ θέλω και αντέχωνται της διαθήκης μου. 5 δώσω αυτοίς εν τω οίκω μου και εν τω τείχει μου τόπον ονομαστόν κρείττω υιών και θυγατέρων. ουδ ‘ ωσπερ αι οδοί υμών αι οδοί μου. 7 εισάξω αυτούς εις το όρος το άγιόν μου και ευφρανώ αυτούς εν τω οίκω της προσευχής μου· τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1490 .

δια τούτο ου κατεδεήθης μου συ. φιλούντες νυστάξαι. υιοί άνομοι. πάντες εν ταις οδοίς αυτών εξηκολούθησαν. και άνδρες δίκαιοι αίρονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολοκαυτώματα αυτών. σπέρμα μοιχών και πόρνης· 4 εν τίνι ενετρυφήσατε. ότι έπραξας ταύτα. 5 οι παρακαλούντες είδωλα υπό δένδρα δασέα. σπέρμα άνομον. και ουδείς κατανοεί. ήρται εκ του μέσου 3 υμείς δε προσαγάγετε ώδε. ου δυνήσονται υλακτείν. και ουδείς εκδέχεται τη καρδία. από γαρ προσώπου αδικίας ήρται ο δίκαιος· 2 έσται εν ειρήνη η ταφή αυτού. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ 1 ΙΔΕΤΕ ως ο δίκαιος απώλετο. ουχ υμείς εστε τέκνα απωλείας. έκαστος κατά το εαυτού. 8 είπε Κύριος ο συνάγων τους διεσπαρμένους Ισραήλ. 8 και οπίσω των σταθμών της θύρας σου έθηκας μνημόσυνά σου· ώου ότι εάν απ ‘ εμού αποστης. 12 και εγώ απαγγελώ την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1491 . και εγώ σε ιδών παρορώ. . και εκεί ανεβίβασας θυσίας σου. 11 και οι κύνες αναιδείς τη ψυχή. πλείόν τι έξεις· ηγάπησας τους κοιμωμένους μετά σου 9 και επλήθυνας την πορνείαν σου μετ ‘ αυτών και πολλούς εποίησας τους μακράν από σου και απέστειλας πρέσβεις υπέρ τα όριά σου και απέστρεψας και εταπεινώθης έως άδου. ουδέ έλαβές με εις την διάνοιαν ουδέ εις την καρδίαν σου. και επί τίνα εχαλάσατε την γλώσσαν υμών. σφάζοντες τα τέκνα αυτών εν ταις φάραγξιν αναμέσον των πετρών. 11 τίνα ευλαβηθείσα εφοβήθης και εψεύσω με και ουκ εμνήσθης μου. ούτός σου ο κλήρος. κακείνοις εξέχεας σπονδάς κακείνοις ανήνεγκας θυσίας· επί τούτοις ουν ουκ οργισθήσομαι. 7 επ ‘ όρος υψηλόν και μετέωρον. ουκ ειδότες πλησμονήν· και εισι πονηροί ουκ ειδότες σύνεσιν. πάντα τα θηρία του δρυμού. εκεί σου η κοίτη. 10 ίδετε ότι εκτετύφλωνται πάντες. ουκ έγνωσαν φρονήσαι. και εμέ ουκ εφοβήθης. δεύτε φάγετε. 6 εκείνη σου η μερίς. ότι συνάξω επ ‘ αυτόν συναγωγήν. και αι θυσίαι αυτών έσονται δεκταί επί του θυσιαστηρίου μου· ο γαρ οίκός μου οίκος προσευχής κληθήσεται πάσι τοις έθνεσιν. ενυπνιαζόμενοι κοίτην. 10 ταις πολιοδίαις σου εκοπίασας και ουκ είπας· παύσομαι ενισχύουσα.9 Πάντα τα θηρία τα άγρια. πάντες κύνες ενεοί. και επί τίνα ηνοίξατε το στόμα υμών.

5 ου ταύτην την νηστείαν εξελεξάμην και ημέραν ταπεινούν άνθρωπον την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1492 . εξελέσθωσάν σε εν τη θλίψει σου· τούτους γαρ πάντας άνεμος λήψεται και αποίσει καταιγίς. 14 και ερούσι· καθαρίσατε από προσώπου αυτού οδούς και άρατε σκώλα από της οδού του λαού μου. 19 ειρήνην επ ‘ ειρήνη τοις μακράν και τοις εγγύς ούσι. ο εν υψηλοίς κατοικών τον αιώνα. οι δε αντεχόμενοί μου κτήσονται γην και κληρονομήσουσι το όρος το άγιόν μου. . ινατί μοι νηστεύετε ως σήμερον. ως σάλπιγγα ύψωσον την φωνήν σου. ουδέ διαπαντός οργισθήσομαι υμίν· πνεύμα γαρ παρ ‘ εμού εξελεύσεται και πνοήν πάσαν εγώ εποίησα. 2 εμέ ημέραν εξ ημέρας ζητούσι και γνώναί μου τας οδούς επιθυμούσιν· ως λαός δικαιοσύνην πεποιηκώς και κρίσιν Θεού αυτού μη εγκαταλελοιπώς αιτούσί με νυν κρίσιν δικαίαν και εγγίζειν Θεω επιθυμούσι 3 λέγοντες· τι ότι ενησταύσαμεν και ουκ είδες.15 Τάδε λέγει Κύριος ο Ύψιστος. 20 οι δε άδικοι ούτως κλυδωνισθήσονται και αναπαύσασθαι ου δυνήσονται. και είπε Κύριος· ιάσομαι αυτούς. 13 όταν αναβοήσης. και ανάγγειλον τω λαω μου τα αμαρτήματα αυτών και τω οίκω Ιακώβ τας ανομίας αυτών. ακουσθήναι εν κραυγή την φωνήν υμών. 21 ουκ έστι χαίρειν τοις ασεβέσιν. 18 τας οδούς αυτού εώρακα και ιασάμην αυτόν και παρεκάλεσα αυτόν και έδωκα αυτω παράκλησιν αληθινήν. και ελυπήθη και επορεύθη στυγνός εν ταις οδοίς αυτού. εν γαρ ταις ημέραις των νηστειών υμών ευρίσκετε τα θελήματα υμών και πάντας τους υποχειρίους υμών υπονύσσετε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δικαιοσύνην μου και τα κακά σου. εταπεινώσαμεν τας ψυχάς ημών και ουκ έγνως. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΗ 1 ΑΝΑΒΟΗΣΟΝ εν ισχύϊ και μη φείση. Κύριος Ύψιστος εν αγίοις αναπαυόμενος και ολιγοψύχοις διδούς μακροθυμίαν και διδούς ζωήν τοις συντετριμμένοις την καρδίαν· 16 ουκ εις τον αιώνα εκδικήσω υμάς. είπε Κύριος ο Θεός. 17 δι ‘ αμαρτίαν βραχύ τι ελύπησα αυτόν και επάταξα αυτόν και απέστρεψα το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτού. άγιος εν αγίοις όνομα αυτω. 4 ει εις κρίσεις και μάχας νηστεύετε και τύπτετε πυγμαίς ταπεινόν. α ουκ ωφελήσει σε.

και από των οικείων του σπέρματός σου ουχ υπερόψει. και προπορεύσεται έμπροσθέν σου η δικαιοσύνη σου. και ο Θεός εισακούσεταί σου· έτι λαλούντός σου ερεί· ιδού πάρειμι. τότε ανατελεί εν τω σκότει το φως σου. 11 και έσται ο Θεός σου μετά σου διαπαντός· και εμπλησθήση καθάπερ επιθυμεί η ψυχή σου. ουδ ‘ ούτω καλέσετε νηστείαν δεκτήν. και τα ιάματά σου ταχύ ανατελεί. εάν αφέλης από σου σύνδεσμον και χειροτονίαν και ρήμα γογγυσμού 10 και δως πεινώντι τον άρτον εκ ψυχής σου και ψυχήν τεταπεινωμένην εμπλήσης. 2 αλλά τα αμαρτήματα υμών διϊστώσιν αναμέσον υμών και αναμέσον του Θεού. και η δόξα του Θεού περιστελεί σε. και έσται σου τα θεμέλια αιώνια γενεών γενεαίς· και κληθήση Οικοδόμος φραγμών. αλλά λύε πάντα σύνδεσμον αδικίας. ουκ αρείς τον πόδα σου επ ‘ έργω. και τους τρίβους τους αναμέσον παύσεις. και το σκότος σου ως μεσημβρία. 8 τότε ραγήσεται πρώϊμον το φως σου. και τα οστά σου πιανθήσεται. άγια τω Θεω σου. και έση ως κήπος μεθύων και ως πηγή ην μη εξέλιπεν ύδωρ και τα οστά σου ως βοτάνη ανατελεί και πιανθήσεται και κληρονομήσουσι γενεάς γενεών. 14 και έση πεποιθώς επί Κύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ψυχήν αυτού· ουδ ‘ αν κάμψης ως κρίκον τον τράχηλόν σου και σάκκον και σποδόν υποστρώση. 9 τότε βοήση. 6 ουχί τοιαύτην νηστείαν εγώ εξελεξάμην. περίβαλε. και δια τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1493 . και αναβιβάσει σε επί τα αγαθά της γης και ψωμιεί σε την κληρονομίαν Ιακώβ του πατρός σου· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα. 13 εάν αποστρέψης τον πόδα σου από των σαββάτων του μη ποιείν τα θελήματά σου εν τη ημέρα τη αγία και καλέσεις τα σάββατα τρυφερά. ουδέ λαλήσεις λόγον εν οργή εκ του στόματός σου. διάλυε στραγγαλιάς βιαίων συναλλαγμάτων. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ 1 ΜΗ ουκ ισχύει η χείρ Κυρίου του σώσαί. λέγει Κύριος. απόστελλε τεθραυσμένους εν αφέσει και πάσαν συγγραφήν άδικον διάσπα· 7 διάθρυπτε πεινώντι τον άρτον σου και πτωχούς αστέγους είσαγε εις τον οίκόν σου· εάν ίδης γυμνόν. ή εβάρυνε το ους αυτού του μη εισακούσαι. 12 και οικοδομηθήσονταί σου αι έρημοι αιώνιοι.

και κατενόησε και ουκ ην ο αντιληψόμενος. 5 ωά ασπίδων έρρηξαν και ιστόν αράχνης υφαίνουσι· και ο μέλλων των ωών αυτών φαγείν συντρίψας ούριον εύρε. 4 ουθείς λαλεί δίκαια. μείναντες αυγήν εν αωρία περιεπάτησαν. ότι κατηναλώθη εν ταις οδοίς αυτών η αλήθεια. και μετέστησαν την διάνοιαν του συνιέναι· και είδε Κύριος. 15 και η αλήθεια ήρται. ήξει μετά θυμού. και τα αδικήματα ημών έγνωμεν. ουδέ εστι κρίσις αληθινή· πεποίθασιν επί ματαίοις και λαλούσι κενά. και αι αμαρτίαι ημών αντέστησαν ημίν· αι γαρ ανομίαι ημών εν ημίν. και ουκ έστι κρίσις εν ταις οδοίς αυτών· αι γαρ τρίβοι αυτών διεστραμμέναι. 6 ο ιστός αυτών ουκ έσται εις ιμάτιον. ότι κύουσι πόνον και τίκτουσιν ανομίαν. ουδέ μη περιβάλωνται από των έργων αυτών· τα γαρ έργα αυτών έργα ανομίας. εκύομεν και εμελετήσαμεν από καρδίας ημών λόγους αδίκους· 14 και απεστήσαμεν οπίσω την κρίσιν. και εν αυτω βασιλίσκος. και ουκ οίδασιν ειρήνην. 20 και ήξει ένεκεν Σιών ο ρυόμενος και αποστρέψει ασεβείας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1494 . 9 δια τούτο απέστη η κρίσις απ ‘ αυτών. ταχινοί εκχέαι αίμα· και οι διαλογισμοί αυτών διαλογισμοί αφρόνων. 16 και είδε και ουκ ην ανήρ. 7 οι δε πόδες αυτών επί πονηρίαν τρέχουσι. 3 αι γαρ χείρες υμών μεμολυσμέναι αίματι και οι δάκτυλοι υμών εν αμαρτίαις. 17 και ενεδύσατο δικαιοσύνην ως θώρακα και περιέθετο περικεφαλαίαν σωτηρίου επί της κεφαλής και περιεβάλετο ιμάτιον εκδικήσεως και το περιβόλαιον 18 ως ανταποδώσων ανταπόδοσιν όνειδος τοις υπεναντίοις. και ουκ έστι· σωτηρία μακράν αφέστηκεν αφ ‘ ημών. 8 και οδόν ειρήνης ουκ οίδασι. και ου μη καταλάβη αυτούς δικαιοσύνη· υπομεινάντων αυτών φως εγένετο αυτοίς σκότος. 10 ψηλαφήσουσιν ως τυφλοί τοίχον και ως ουχ υπαρχόντων οφθαλμών ψηλαφήσουσι· και πεσούνται εν μεσημβρία ως εν μεσονυκτίω. 12 πολλή γαρ η ανομία εναντίον σου. 13 ησεβήσαμεν και εψευσάμεθα και απέστημεν από όπισθεν του Θεού ημών· ελαλήσαμεν άδικα και ηπειθήσαμεν. και η γλώσσα υμών αδικίαν μελετά. ας διοδεύουσι. 19 και φοβηθήσονται οι από δυσμών το όνομα Κυρίου και οι απ ‘ ανατολών ηλίου το όνομα το ένδοξον· ήξει γαρ ως ποταμός βίαιος η οργή παρά Κυρίου. και ουκ ήρεσεν αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμαρτίας υμών απέστρεψε το πρόσωπον αυτού αφ ‘ υμών του μη ελεήσαι. τα δε χείλη υμών ελάλησεν ανομίαν. και η δικαιοσύνη μακράν αφέστηκεν. 11 ως άρκος και ως περιστερά άμα πορεύσονται· ανεμείναμεν κρίσιν. σύντριμμα και ταλαιπωρία εν ταις οδοίς αυτών. ως αποθνήσκοντες στενάξουσιν. και δι ‘ ευθείας ουκ εδύναντο διελθείν. και ημύνατο αυτούς τω βραχίονι αυτού και τη ελεημοσύνη εστηρίσατο. ότι ουκ ην κρίσις.

11 και ανοιχθήσονται αι πύλαι σου διαπαντός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ από Ιακώβ. 12 τα γαρ έθνη και οι βασιλείς. 4 άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου και ιδέ συνηγμένα τα τέκνα σου· ιδού ήκασι πάντες οι υιοί σου μακρόθεν. αγαγείν τα τέκνα σου μακρόθεν και τον άργυρον και το χρυσόν αυτών μετ ‘ αυτών δια το όνομα Κυρίου το άγιον και δια το τον άγιον του Ισραήλ ένδοξον είναι. δοξάσαι τον τόπον τον άγιόν μου και τον τόπον των ποδών μου δοξάσω. 5 τότε όψη και φοβηθήση και εκστήση τη καρδία. ήκει γαρ σου το φως. και ο οίκος της προσευχής μου δοξασθήσεται. ότι μεταβαλεί εις σε πλούτος θαλάσσης και εθνών και λαών. 14 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1495 . και αι θυγατέρες σου επ ‘ ώμων αρθήσονται. 9 εμέ αι νήσοι υπέμειναν και πλοία Θαρσίς εν πρώτοις. 7 και πάντα τα πρόβατα Κηδάρ συναχθήσονταί σοι και κριοί Ναβαιώθ ήξουσί σοι. 8 τίνες οίδε ως νεφέλαι πέτανται και ωσεί περιστεραί συν νεοσσοίς. 21 και αύτη αυτοίς η παρ ‘ εμού διαθήκη. ό εστιν επί σοί. 10 και οικοδομήσουσιν αλλογενείς τα τείχη σου. 2 ιδού σκότος καλύψει γην ως γνόφος επ ‘ έθνη· επί δε σε φανήσεται Κύριος. απολούνται και τα έθνη ερημία ερημωθήσεται. και ήξουσί σοι 6 αγέλαι καμήλων. 3 και πορεύσονται βασιλείς τω φωτί σου και έθνη τη λαμπρότητί σου. και η δόξα αυτού επί σε οφθήσεται. και οι βασιλείς αυτών παραστήσονταί σοι· δια γαρ οργήν μου επάταξά σε και δια έλεον ηγάπησά σε. είπε Κύριος· το πνεύμα το εμόν. α έδωκα εις το στόμα σου. και η δόξα Κυρίου επί σε ανατέταλκεν. οίτινες ου δουλεύσουσί σοι. και καλύψουσί σε κάμηλοι Μαδιάμ και Γαιφά· πάντες εκ Σαβά ήξουσι φέροντες χρυσίον και λίβανον οίσουσι και λίθον τίμιον και το σωτήριον Κυρίου ευαγγελιούνται. εισαγαγείν προς σε δύναμιν εθνών και βασιλείς αυτών αγομένους. ου μη εκλίπη εκ του στόματός σου και εκ του στόματος του σπέρματός σου· είπε γαρ Κύριος. και τα ρήματα. και ανενεχθήσεται δεκτά επί το θυσιαστήριόν μου. 13 και η δόξα του Λιβάνου προς σε ήξει εν κυπαρίσσω και πεύκη και κέδρω άμα. ημέρας και νυκτός ου κλεισθήσονται. από του νυν και εις τον αιώνα. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ξ 1 ΦΩΤΙΖΟΥ φωτίζου Ιερουσαλήμ.

και αι πύλαι σου Γλύμμα. αντί δε ξύλων οίσω σοι χαλκόν. παρακαλέσαι πάντας τους πενθούντας. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ 1 ΠΝΕΥΜΑ Κυρίου επ ‘ εμέ. 18 και ουκ ακουσθήσεται έτι αδικία εν τη γη σου. ου είνεκεν έχρισέ με· ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με. 3 δοθήναι τοις πενθούσι Σιών δόξαν αντί σποδού. 22 ο ολιγοστός έσται εις χιλιάδας και ο ελάχιστος εις έθνος μέγα· εγώ Κύριος κατά καιρόν συνάξω αυτούς. και θήσω σε αγαλλίαμα αιώνιον. 17 και αντί χαλκού οίσω σοι χρυσίον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορεύσονται προς σε δεδοικότες υιοί των ταπεινωσάντων σε και παροξυνάντων σε. 2 καλέσαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν και ημέραν ανταποδόσεως τω Θεω ημών. ουδέ σύντριμμα ουδέ ταλαιπωρία εν τοις ορίοις σου. και κληθήση Πόλις Κυρίου Σιών αγίου Ισραήλ. και δώσω τους άρχοντάς σου εν ειρήνη και τους επισκόπους σου εν δικαιοσύνη. δι ‘ αιώνος κληρονομήσουσι την γην. και αναπληρωθήσονται αι ημέραι του πένθους σου. ουδέ ανατολή σελήνης φωτιεί σου την νύκτα. φύτευμα Κυρίου εις δόξαν. 21 και ο λαός σου πας δίκαιος. εξηρημωμένας πρότερον εξαναστήσουσι· και καινιούσι πόλεις ερήμους εξηρωμένας εις γενεάς. και η σελήνη σοι ουκ εκλείψει· έσται γαρ σοι Κύριος φως αιώνιον. φυλάσσων το φύτευμα. 15 δια το γεγενήσθαί σε εγκαταλελειμμένην και μεμισημένην. 5 και ήξουσι αλλογενείς ποιμαίνοντες τα πρόβατά σου. 19 και ουκ έσται σοι έτι ο ήλιος εις φως ημέρας. κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν. αντί δε σιδήρου οίσω σοι αργύριον. ότι εγώ Κύριος ο σώζων σε και εξαιρούμενός σε ο Θεός ισραήλ. αλλά κληθήσεται Σωτήριον τα τείχη σου. έργα χειρών αυτού εις δόξαν. 16 και θηλάσεις γάλα εθνών και πλούτον βασιλέων φάγεσαι· και γνώση. 20 ου γαρ δύσεται ο ήλιός σοι. ευφροσύνην γενεών γενεαίς. αλλ ‘ έσται σοι Κύριος φως αιώνιον και ο Θεός δόξα σου. και ουκ ην ο βοηθών. ιάσασθαι τους συντετριμένους την καρδίαν. αντί δε λίθων σίδηρον. άλειμμα ευφροσύνης τοις πενθούσι. καταστολήν δόξης αντί πνεύματος ακηδίας· και κληθήσονται γενεαί δικαιοσύνης. και αλλόφυλοι αροτήρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1496 . 4 και οικοδομήσουσιν ερήμους αιωνίας.

7 ούτως εκ δευτέρας κληρονομήσουσι την γην. 2 και όψονται έθνη την δικαιοσύνην σου και βασιλείς την δόξαν σου. Ιερουσαλήμ. εάν διορθώση και ποιήση Ιερουσαλήμ γαυρίαμα επί της γης. το δε σωτήριόν μου ως λαμπάς καυθήσεται. και τη γη σου Οικουμένη. οί δια τέλους ου σιωπήσονται μιμνησκόμενοι Κυρίου. και η γη σου ου κληθήσεται έτι Έρημος· συ γαρ κληθήσεται Θέλημα εμόν. 6 υμείς δε ιερείς Κυρίου κληθήσεσθε. Αγαλλιάσθω η ψυχή μου επί τω Κυρίω· ενέδυσε γαρ με ιμάτιον σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης. και καλέσει σε το όνομά σου το καινόν. ό ο Κύριος ονομάσει αυτό. ούτω κατοικήσουσιν οι υιοί σου· και έσται ον τρόπον ευφρανθήσεται νυμφίος επί νύμφη. 7 ουκ έστι γαρ υμίν όμοιος. και ευφροσύνη αιώνιος υπέρ κεφαλής αυτών. ως νυμφίω περιέθηκέ μοι μίτραν και ως νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμω. ούτως ευφρανθήσεται Κύριος επί σοί. 8 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1497 . 11 και ως γη αύξουσα το άνθος αυτής και ως κήπος τα σπέρματα αυτού. ότι ευδόκησε Κύριος εν σοί και η γη σου συνοικισθήσεται. 9 και γνωσθήσεται εν τοις έθνεσι το σπέρμα αυτών και τα έκγονα αυτών εν μέσω των λαών· πας ο ορών αυτούς επιγνώσεται αυτούς. 6 και επί των τειχών σου. έως αν εξέλθη ως φως η δικαιοσύνη μου. ότι ούτοί εισι σπέρμα ηυλογημένον υπό Θεού 10 και ευφροσύνη ευφρανθήσονται επί Κύριον. κατέστησα φύλακας όλην την ημέραν και όλην την νύκτα. ούτως ανατελεί Κύριος δικαιοσύνην και αγαλλίαμα εναντίον πάντων των εθνών. 5 και ως συνοικών νεανίσκος παρθένω. 8 εγώ γαρ ειμι Κύριος ο αγαπών δικαιοσύνην και μισών αρπάγματα εξ αδικίας· και δώσω τον μόχθον αυτών δικαίοις και διαθήκην αιώνιον διαθήσομαι αυτοίς. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ 1 ΔΙΑ Σιών ου σιωπήσομαι και δια Ιερουσαλήμ ουκ ανήσω. λειτουργοί Θεού· ισχύν εθνών κατέδεσθε και εν τω πλούτω αυτών θαυμασθήσεσθε. 4 και ουκέτι κληθήση Καταλελυμμένη. 3 και έση στέφανος κάλλους εν χειρί Κυρίου και διάδημα βασιλείας εν χειρί Θεού σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και αμπελουργοί. [αντί της αισχύνης υμών της διπλής και αντί της εντροπής αγαλλιάσεται η μερίς αυτών].

και ει έτι πίονται υιοί αλλότριοι τον οίνόν σου. 5 και επέβλεψα. λελυτρωμένον υπό Κυρίου· συ δε κληθήση επιζητουμένη πόλις και ουκ εγκαταλελειμμένη. και ενιαυτός λυτρώσεως πάρεστι. οίς ημίν ανταποδίδωσι· Κύριος κριτής αγαθός τω οίκω Ισραήλ. και κατεπάτησα αυτούς εν θυμω μου και κατέθλασα αυτούς ως γην και κατήγαγον το αίμα αυτών εις γην. εφ ω εμόχθησας· 9 αλλ ‘ ή οι συνάγοντες φάγονται αυτά και αινέσουσι Κύριον. 12 και καλέσει αυτόν λαόν άγιον. 11 ιδού γαρ Κύριος εποίησεν ακουστόν έως εσχάτου της γης· είπατε τη θυγατρί Σιών· ιδού ο σωτήρ σοι παραγέγονεν έχων τον εαυτού μισθόν και το έργον προ προσώπου αυτού. και οι συνάγοντες πίονται αυτά εν ταις επαύλεσι ταις αγίαις μου. 10 πορεύεσθε δια των πυλών μου και οδοποιήσατε τω λαω μου και τους λίθους τους εκ της οδού διαρρίψατε· εξάρατε σύσσημον εις τα έθνη. εγώ διαλέγομαι δικαιοσύνην και κρίσιν σωτηρίου. και ουδείς βοηθός· και προσενόησα. ούτως ωραίος εν στολή βία μετά ισχύος. επάγει ημίν κατά το έλεος αυτού και κατά το πλήθος της δικαιοσύνης αυτού. 6 και κατεπάτησα αυτούς τη οργή μου και κατήγαγον το αίμα αυτών εις γην. αλλ ‘ αυτός Κύριος έσωσεν αυτούς δια το αγαπάν αυτούς και φείδεσθαι αυτών· αυτός ελυτρώσατο αυτούς και ανέλαβεν αυτούς και ύψωσεν αυτούς πάσας τας ημέρας του αιώνος. 8 και είπεν· ουχ ο λαός μου τέκνα ου μη αθετήσωσι.7 Τόν έλεον Κυρίου εμνήσθην. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΓ 1 ΤΙΣ ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ. 10 αυτοί δε ηπείθησαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1498 . και ουθείς αντελαμβάνετο· και ερρύσατο αυτούς ο βραχίων μου. και ο θυμός μου επέστη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ώμοσε Κύριος κατά της δεξιάς αυτού και κατά της ισχύος του βραχίονος αυτού· ει έτι δώσω τον σίτόν σου και τα βρώματά σου τοις εχθροίς σου. ερύθημα ιματίων εκ Βοσόρ. 3 πλήρης καταπεπατημένης. 2 διατί σου ερυθρά τα ιμάτια και τα ενδύματά σου ως από πατητού ληνού. και των εθνών ουκ έστιν ανήρ μετ ‘ εμού. τας αρετάς Κυρίου εν πάσιν. και εγένετο αυτοίς εις σωτηρίαν 9 εκ πάσης θλίψεως αυτών. . ου πρέσβυς ουδέ άγγελος. 4 ημέρα γαρ ανταποδόσεως επήλθεν αυτοίς.

και ημείς ημάρτομεν· δια τούτο επλανήθημεν. απ ‘ αρχής το όνομά σου εφ ‘ ημάς εστι. Κύριε. και ουκ εκοπίασαν. και φανερόν έσται το όνομα Κυρίου εν τοις υπεναντίοις· από προσώπου σου έθνη ταραχθήσονται. ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών· και εξερρύημεν ως φύλλα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1499 . και αυτός επολέμησεν αυτούς. και Ισραήλ ουκ επέγνω ημάς. εσκλήρυνα τας καρδίας ημών του μη φοβείσθαί σε. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΔ 1 ΕΑΝ ανοίξης τον ουρανόν. 12 ο αγαγών τη δεξιά Μωυσήν. 11 και εμνήσθη ημερών αιωνίων ο αναβιβάσας εκ της γης τον ποιμένα των προβάτων· που έστιν ο θείς εν αυτοίς το πνεύμα το άγιον. ότι ανέσχου ημών. 14 και ως κτήνη δια πεδίου. αλλά συ. 16 συ γαρ ει πατήρ ημών. 19 εγενόμεθα ως το απ ‘ αρχής. ότι Αβραάμ ουκ έγνω ημάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και παρώξυναν το πνεύμα το άγιον αυτού· και εστράφη αυτοίς εις έχθραν. τρόμος λήψεται από σου όρη. τρόμος λήψεται από σου όρη. κατέβη πνεύμα παρά Κυρίου και ωδήγησεν αυτούς· ούτως ήγαγες τον λαόν σου ποιήσαι σεαυτω όνομα δόξης. 18 ίνα μικρόν κληρονομήσωμεν του όρους του αγίου σου. 13 ήγαγεν αυτούς δια της αβύσσου ως ίππον δι ‘ ερήμου. 4 από του αιώνος ουκ ηκούσαμεν. 6 και εγενήθημεν ως ακάθαρτοι πάντες ημείς.15 Επίστρεψον εκ του ουρανού και ιδέ εκ του οίκου του αγίου σου και δόξης· που εστιν ο ζήλός σου και η ισχύς σου. και κατακαύσει πυρ τους υπεναντίους. 2 ως κηρός από προσώπου πυρός τήκεται. . ο βραχίων της δόξης αυτού. ιδού συ ωργίσθης. α ποιήσεις τοις υπομένουσιν έλεον. ουδέ οι οφθαλμοί ημών είδον Θεόν πλήν σου και τα έργα σου. ότε ουκ ήρξας ημών ουδέ επεκλήθη το όνομά σου εφ ‘ ημάς. επίστρεψον δια τους δούλους σου. και των οδών σου μνησθήσονται. 17 τι επλάνησας ημάς. που εστι το πλήθος του ελέους σου και των οικτιρμών σου. κατίσχυσεν ύδωρ από προσώπου αυτού ποιήσαι εαυτω όνομα αιώνιον. 3 όταν ποιής τα ένδοξα. δια τας φυλάς της κληρονομίας σου. Κύριε. οι υπεναντίοι ημών κατεπάτησαν το αγίασμά σου. πατήρ ημών· ρύσαι ημάς. και τακήσονται. από της οδού σου. 5 συναντήσεται γαρ τοις ποιούσι το δίκαιον.

αυτοί θυσιάζουσιν εν τοις κήποις και θυμιώσιν επί ταις πλίνθοις τοις δαιμονίοις. Ιερουσαλήμ εις κατάραν. οι έσθοντες κρέα ύεια και ζωμόν θυσιών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δια τας ανομίας ημών. α ουκ έστιν. 4 εν τοις μνήμασι και εν τοις σπηλαίοις κοιμώνται δι ‘ ενύπνια. ούτως ποιήσω ένεκεν του δουλεύοντός μοι. 8 και νυν. ότι λαός σου πάντες ημείς. ημείς δε πηλός. 6 ιδού γέγραπται ενώπιόν μου· ου σιωπήσω έως αν αποδώσω εις τον κόλπον αυτών· 7 τας αμαρτίας αυτών και των πατέρων αυτών. ότι ευλογία εστίν εν αυτω. 3 ο λαός ούτος ο παροξύνων με εναντίον εμού διαπαντός. 7 και ουκ έστιν ο επικαλούμενος το όνομά σου και ο μνησθείς αντιλαβέσθαι σου· ότι απέστρεψας το πρόσωπόν σου αφ ‘ ημών και παρέδωκας ημάς δια τας αμαρτίας ημών. πυρ καίεται εν αυτω πάσας τας ημέρας. ούτως άνεμος οίσει ημάς. 11 ο οίκος. 9 μη οργίζου υμίν σφόδρα και μη εν καιρω μνησθής αμαρτιών ημών. 8 Ούτως λέγει Κύριος· ον τρόπον ευρεθήσεται ο ρώξ εν τω βότρυϊ και ερούσι· μη λυμήνη αυτόν. 2 εξεπέτασα τας χείράς μου όλην την ημέραν προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα. Σιών ως έρημος εγενήθη. εγενήθη πυρίκαυστος. λέγει Κύριος. τούτου ένεκεν ου μη απολέσω πάντας. αποδώσω τα έργα αυτών εις τον κόλπον αυτών. ευρέθην τοις εμέ μη ζητούσιν. πατήρ ημών συ. και πάντα ένδοξα ημών συνέπεσε. μεμολυμμένα πάντα τα σκεύη αυτών· 5 οι λέγοντες· πόρρω απ ‘ εμού. μη εγγίσης μοι. το άγιον ημών. οί εθυμίασαν επί των ορέων και επί των βουνών ωνείδισάν με. 12 και επί πάσι τούτοις ανέσχου. 9 και εξάξω το εξ Ιακώβ σπέρμα και το εξ Ιούδα. και η δόξα. ότι καθαρός ειμι· ούτος καπνός του θυμού μου. αλλ ‘ οπίσω των αμαρτιών αυτών. και εσιώπησας και εταπείνωσας ημάς σφόδρα. οί ουκ εκάλεσάν μου το όνομα. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΕ 1 ΕΜΦΑΝΗΣ εγενήθην τοις εμέ μη επερωτώσιν. 10 πόλις του αγίου σου εγενήθη έρημος. και κληρονομήσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1500 . Κύριε. έργα των χειρών σου πάντες. και νυν επίβλεψον. Κύριε. οί ουκ επορεύθησαν οδω αληθινή. ην ευλόγησαν οι πατέρες ημών. είπα· ιδού ειμι τω έθνει.

υμείς δε κεκράξεσθε δια τον πόνον της καρδίας υμών και από συντριβής πνεύματος υμών ολολύξετε. και καταφυτεύσουσι αμπελώνας και αυτοί φάγονται τα γεννήματα αυτών· 22 και ου μη οικοδομήσουσι και άλλοι ενοικήσουσι. ιδού οι δουλεύοντές μοι πίονται. 15 καταλείψετε γαρ το όνομα υμών εις πλησμονήν τοις εκλεκτοίς μου. και ου μη μνησθώσι των προτέρων. οί εζήτησάν με. 17 έσται γαρ ο ουρανός καινός και η γη καινή. εξελέξασθε. 12 εγώ παραδώσω υμάς εις μάχαιραν. εγώ υπακούσομαι αυτών. και ουχ υπηκούσατε. 20 και ου μη γένηται έτι εκεί άωρος και πρεσβύτης. έτι λαλούντων αυτών ερώ· τι εστι. 21 και οικοδομήσουσιν οικίας και αυτοί ενοικήσουσι. ελάλησα και παρηκούσατε και εποιήσατε το πονηρόν εναντίον εμού και α ουκ εβουλόμην. ος ουκ εμπλήσει τον χρόνον αυτού· έσται γαρ ο νέος εκατόν ετών. 11 υμείς δε οι εγκαταλιπόντες με και επιλανθανόμενοι το όρος το άγιόν μου και ετοιμάζοντες τω δαιμονίω τράπεζαν και πληρούντες τη τύχη κέρασμα. 10 και έσονται εν τω δρυμω επαύλεις ποιμνίων και φάραγξ Αχώρ εις ανάπαυσιν βουκολίων τω λαω μου. ουδ ‘ ου μη επέλθη αυτών επί την καρδίαν. ο δε αποθνήσκων αμαρτωλός εκατόν ετών και επικατάρατος έσται. 18 αλλ ‘ ευφροσύνην και αγαλλίαμα ευρήσουσιν εν αυτη· ότι ιδού εγώ ποιώ αγαλλίαμα Ιερουσαλήμ και τον λαόν μου ευφροσύνην. υμάς δε ανελεί Κύριος· τοις δε δουλεύουσί μοι κληθήσεται όνομα καινόν. υμείς δε πεινάσετε. 24 και έσται πριν ή κεκράξαι αυτούς. υμείς δε αισχυνθήσεσθε· 14 ιδού οι δουλεύοντές μοι αγαλλιάσονται εν ευφροσύνη. 23 οι δε εκλεκτοί μου ου κοπιάσουσιν εις κενόν ουδέ τεκνοποιήσουσιν εις κατάραν.13 Δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού οι δουλεύσαντές μοι φάγονται. υμείς δε διψήσετε· ιδού οι δουλεύοντές μοι ευφρανθήσονται. και κληρονομήσουσιν οι εκλεκτοί μου και οι δούλοί μου και κατοικήσουσιν εκεί. 25 τότε λύκοι και άρνες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1501 . 19 αγαλλιάσομαι επί Ιερουσαλήμ και ευφρανθήσομαι επί τω λαω μου και ουκέτι μη ακουσθή εν αυτη φωνή κλαυθμού ουδέ φωνή κραυγής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το όρος το άγιόν μου. 16 ό ευλογηθήσεται επί της γης· ευλογήσουσι γαρ τον Θεόν τον αληθινόν. και οι ομνύοντες επί της γης ομούνται τον Θεόν τον αληθινόν· επιλήσονται γαρ την θλίψιν αυτών την πρώτην. και ου μη φυτεύσουσι και άλλοι φάγονται· κατά γαρ τας ημέρας του ξύλου της ζωής έσονται αι ημέραι του λαού μου· τα γαρ έργα των πόνων αυτών παλαιώσουσιν. ότι σπέρμα ευλογημένον υπό Θεού εστι. και τα έκγονα αυτών μετ ‘ αυτών έσονται. και ουκ αναβήσεται αυτών επί την καρδίαν. πάντες εν σφαγή πεσείσθε· ότι ελάλησα υμάς. .

είπε Κύριος. και εποίησαν το πονηρόν εναντίον εμού και α ουκ ηβουλόμην εξελέξαντο. λέγει Κύριος· και επί τίνα επιβλέψω. χάρητε άμα αυτη χαρά. πριν ελθείν τον πόνον των ωδίνων.5 Ακούσατε ρήματα Κυρίου οι τρέμοντες τον λόγον αυτού· είπατε. τοις μισούσιν υμάς και βδελυσσομένοις. ίνα εκθηλάσαντες τρυφήσητε από εισόδου δόξης αυτής. Ιερουσαλήμ. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΣΤ 1 ΟΥΤΩΣ λέγει Κύριος· ο ουρανός μοι θρόνος. φωνή Κυρίου ανταποδιδόντος ανταπόδοσιν τοις αντικειμένοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βοσκηθήσονται άμα. 4 καγώ εκλέξομαι τα εμπαίγματα αυτών και τας αμαρτίας ανταποδώσω αυτοίς· ότι εκάλεσα αυτούς ουχ υπήκουσάν μου. όφις δε γην ως άρτον· ουκ αδικήσουσιν ουδέ μη λυμανούνται επί τω όρει τω αγίω μου. 3 ο δε άνομος ο θύων μοι μόσχον ως ο αποκτένων κύνα. α η ψυχή αυτών ηθέλησε. ή και ετέχθη έθνος εις άπαξ. εξέφυγε και έτεκεν άρσεν. ότι ώδινε και έτεκε Σιών τα παιδία αυτής. ο δε αναφέρων σεμίδαλιν ως αίμα ύειον. πάντες όσοι πενθείτε επ ‘ αυτη. 10 ευφράνθητι. 7 πριν ή την ωδίνουσαν τεκείν. και ουκ εμνήσθης μου. 12 ότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εκκλίνω εις αυτούς ως ποταμός ειρήνης και ως χειμάρρους επικλύζων δόξαν εθνών· τα παιδία αυτών επ ‘ ώμων αρθήσονται και επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1502 . 9 εγώ δε έδωκα την προσδοκίαν ταύτην. είπεν ο Θεός σου. λέγει Κύριος. και ποίος τόπος της καταπαύσεώς μου. αλλ ‘ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου. 8 τις ήκουσε τοιούτο. η δε γη υποπόδιον των ποδών μου· ποίον οίκον οικοδομήσετέ μοι. και έστιν εμά πάντα ταύτα. ίνα το όνομα Κυρίου δοξασθή και οφθή εν τη ευφροσύνη αυτών. 11 ίνα θηλάσητε και εμπλησθήτε από μαστού παρακλήσεως αυτής. 2 πάντα γαρ ταύτα εποίησεν η χείρ μου. ο διδούς λίβανον εις μνημόσυνον ως βλάσφημος· και αυτοί εξελέξαντο τας οδούς αυτών και τα βδελύγματα αυτών. αδελφοί ημών. φωνή εκ ναού. πάντες οι αγαπώντες αυτήν. κακείνοι αισχυνθήσονται. 6 φωνή κραυγής εκ πόλεως. ουκ ιδού εγώ γεννώσαν και στείραν εποίησα. και λέων ως βούς φάγεται άχυρα. ή ώδινε γη εν ημέρα μια. και πανηγυρίσατε εν αυτη. . ελάλησα και ουκ ήκουσαν. και τις εώρακεν ούτως.

οί ουκ ακηκόασί μου το όνομα ουδέ εωράκασί μου την δόξαν. 23 και έσται μήνα εκ μηνός και σάββατον εκ σαββάτου ήξει πάσα σάρξ του προσκυνήσαι ενώπιον εμού εν Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γονάτων παρακληθήσονται. λέγει Κύριος. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1503 . 24 και εξελεύσονται και όψονται τα κώλα των ανθρώπων των παραβεβηκότων εν εμοί· ο γαρ σκώληξ αυτών ου τελευτήσει. είπε Κύριος. εις Θαρσίς και Φουδ και Λούδ και Μοσόχ και εις Θοβέλ και εις την Ελλάδα και εις τας νήσους τας πόρρω. 16 εν γαρ τω πυρί Κυρίου κριθήσεται πάσα η γη και εν τη ρομφαία αυτού πάσα σάρξ· πολλοί τραυματίαι έσονται υπό Κυρίου. 20 και άξουσιν τους αδελφούς υμών εκ πάντων των εθνών δώρον Κυρίω μεθ ‘ ίππων και αρμάτων εν λαμπήναις ημιόνων μετά σκιαδίων εις την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ.15 Ιδού γαρ Κύριος ως πυρ ήξει και ως καταιγίς τα άρματα αυτού αποδούναι εν θυμω εκδίκησιν αυτού και αποσκορακισμόν αυτού εν φλογί πυρός. και χαρήσεται η καρδία υμών. και εν Ιερουσαλήμ παρακληθήσεσθε. ως αν ενέγκαισαν οι υιοί Ισραήλ τας θυσίας αυτών εμοί μετά ψαλμών εις τον οίκον Κυρίου. ούτω στήσεται το σπέρμα υμών και το όνομα υμών. 21 και απ ‘ αυτών λήψομαι εμοί ιερείς και Λευίτας. είπε Κύριος. 17 οι αγνιζόμενοι και καθαριζόμενοι εις τους κήπους και εν τοις προθύροις έσθοντες κρέας ύειον και τα βδελύγματα και τον μύν επί το αυτό αναλωθήσονται. και έσονται εις όρασιν πάση σαρκί. 18 καγώ τα έργα αυτών και τον λογισμόν αυτών επίσταμαι. ούτως καγώ παρακαλέσω υμάς. είπε Κύριος. και ήξουσι και όψονται την δόξαν μου. 13 ως ει τινα μήτηρ παρακαλέσει. μένει ενώπιον εμού. και τα οστά υμών ως βοτάνη ανατελεί· και γνωσθήσεται η χείρ Κυρίου τοις φοβουμένοις αυτόν. είπε Κύριος. 14 και όψεσθε. 19 και καταλείψω επ ‘ αυτών σημεία και εξαποστελώ εξ αυτών σεσωσμένους εις τα έθνη. 22 ον τρόπον γαρ ο ουρανός καινός και η γη καινή. α εγώ ποιώ. και αναγγελούσι την δόξαν μου εν τοις έθνεσι. και το πυρ αυτών ου σβεσθήσεται. . έρχομαι συναγαγείν πάντα τα έθνη και τας γλώσσας. και απειλήσει τοις απειθούσιν.

ότι προς πάντας. λέγει Κύριος. ιδού ουκ επίσταμαι λαλείν. ό εγένετο επί Ιερεμίαν τον του Χελκίου εκ των ιερέων. ος κατώκει εν Αναθώθ εν γη Βενιαμείν· 2 ως εγενήθη λόγος του Θεού προς αυτόν εν ταις ημέραις Ιωσία υιού Αμώς βασιλέως Ιούδα. ους εάν εξαποστείλω σε. . 16 και λαλήσω προς αυτούς μετά κρίσεως περί πάσης της κακίας αυτών. 9 και εξέτεινε Κύριος την χείρα αυτού προς με και ήψατο του στόματός μου. 4 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με· 5 προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμαί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας ηγίακά σε. και κατά πάντα. και είπε· βακτηρίαν καρυϊνην. ότι μετά σου εγώ ειμι του εξαιρείσθαί σε. λαλήσεις· 8 μη φοβηθής από προσώπου αυτών. 6 και είπα· ω δέσποτα Κύριε. όσα αν εντείλωμαί σοι· μη φοβηθής από προσώπου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1504 . όσα εάν εντείλωμαί σοι. 17 και συ περίζωσαι την οσφύν σου και ανάστηθι και ειπόν προς αυτούς πάντα. ως εγκατέλιπόν με και έθυσαν θεοίς αλλοτρίοις και προσεκύνησαν τοις έργοις των χειρών αυτών. προφήτην εις έθνη τέθεικά σε. και το πρόσωπον αυτού από προσώπου βορρά. διότι εγρήγορα εγώ επί τους λόγους μου του ποιήσαι αυτούς. ότι νεώτερος εγώ ειμι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΤΟ ρήμα του Θεού. έτους τρισκαιδεκάτου εν τη βασιλεία αυτού· 3 και εγένετο εν ταις ημέραις Ιωακείμ υιού Ιωσία βασιλέως Ιούδα έως ενδεκάτου έτους του Σεδεκία υιού Ιωσία βασιλέως Ιούδα. 14 και είπε Κύριος προς με· από προσώπου βορρά εκκαυθήσεται τα κακά επί πάντας τους κατοικούντας την γην. 12 και είπε Κύριος προς με· καλώς εώρακας. πορεύση. 15 διότι ιδού εγώ συγκαλώ πάσας τας βασιλείας της γης από βορρά. λέγει Κύριος. 13 και εγένετο λόγος Κυρίου εκ δευτέρου προς με λέγων· τι συ οράς. έως της αιχμαλωσίας Ιερουσαλήμ εν τω πέμπτω μηνί. και είπε Κύριος προς με· ιδού δέδωκα τους λόγους μου εις το στόμα σου· 10 ιδού καθέστακά σε σήμερον επί έθνη και επί βασιλείας εκριζούν και κατασκάπτειν και απολλύειν και ανοικοδομείν και καταφυτεύειν.11 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· τι συ οράς Ιερεμία. και είπα· λέβητα υποκαιόμενον. και ήξουσι και θήσουσιν έκαστος τον θρόνον αυτού επί τα πρόθυρα των πυλών Ιερουσαλήμ και επί πάντα τα τείχη τα κύκλω αυτής και επί πάσας τας πόλεις Ιούδα. 7 και είπε Κύριος προς με· μη λέγε ότι νεώτερος εγώ ειμι.

κακά ήξει επ' αυτούς. ο δε λαός μου ηλλάξατο την δόξαν αυτού. 19 και πολεμήσουσί σε και ου μη δύνωνται προς σε. ή ου διώδευσεν εν αυτη ανήρ ουθέν και ου κατώκησεν εκεί υιος ανθρώπου. και εις Κηδάρ αποστείλατε και νοήσατε σφόδρα. 5 τάδε λέγει Κύριος· τι εύροσαν οι πατέρες υμών εν εμοί πλημμέλημα. οχυρόν πάσι τοις βασιλεύσιν Ιούδα και τοις άρχουσιν αυτού και τω λαω της γης. εξ ης ουκ ωφεληθήσονται. και ίδετε ει γέγονε τοιαύτα. 11 ει αλλάξωνται έθνη θεούς αυτών· και ούτοι ουκ εισί θεοί. 18 ιδού τέθεικά σε εν τη σήμερον ημέρα ως πόλιν οχυράν και ως τείχος χαλκούν. και πάσα πατριά οίκου Ισραήλ. και οι αντεχόμενοι του νόμου ουκ ηπίσταντό με. και οι ποιμένες ησέβουν εις εμέ. φησί Κύριος. λέγει Κύριος. μηδέ πτοηθής εναντίον αυτών. 4 ακούσατε λόγον Κυρίου. λέγει Κύριος 3 άγιος Ισραήλ· τω Κυρίω αρχή γεννημάτων αυτού· πάντες οι έσθοντες αυτόν πλημμελήσουσι. εν γη απείρω και αβάτω. ότι απέστησαν μακράν απ' εμού και επορεύθησαν οπίσω των ματαίων και εματαιώθησαν. 6 και ουκ είπαν· που εστι Κύριος ο αναγαγών ημάς εκ γης Αιγύπτου. ότι μετά σου εγώ ειμι του εξαιρείσθαί σε. είπε Κύριος. ο καθοδηγήσας ημάς εν τη ερήμω. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 2 1 ΚΑΙ είπε· τάδε λέγει Κύριος· εμνήσθην ελέους νεότητός σου και αγάπης τελειώσεώς σου του εξακολουθήσαί σε τω αγίω Ισραήλ. οίκος Ιακώβ. 13 ότι δύο και πονηρά εποίησεν ο λαός μου· εμέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1505 . 12 εξέστη ο ουρανός επί τούτω και έφριξεν επί πλείον σφόδρα. 10 διότι διέλθετε εις νήσους Χεττιείμ και ίδετε. διότι μετά σου εγώ ειμι του εξαιρείσθαί σε. και οι προφήται επροφήτευον τη Βάαλ και οπίσω ανωφελούς επορεύθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών. 8 οι ιερείς ουκ είπαν· που εστι Κύριος. λέγει Κύριος. 7 και ήγαγον υμάς εις τον Κάρμηλον του φαγείν υμάς τους καρπούς αυτού και τα αγαθά αυτού· και εισήλθατε και εμιάνατε την γην μου και την κληρονομίαν μου έθεσθε εις βδέλυγμα. και προς τους υιούς των υιών υμών κριθήσομαι. 9 δια τούτο έτι κριθήσομαι προς υμάς λέγει Κύριος. εν γη ανύδρω και ακάρπω. εν γη.

λέγει Κύριος. οψέ φωνή αυτής ωλόλυξε. λέγει Κύριος. 17 ουχί ταύτα εποίησέ σοι το καταλιπείν σε εμέ. και ώρυξαν εαυτοίς λάκκους συντετριμμένους. ότι κατ' αριθμόν των πόλεών σου ήσαν θεοί σου. λέγει Κύριος ο Θεός σου· και ουκ ευδόκησα επί σοί. η άμπελος η αλλοτρία. 22 εάν αποπλύνη εν νίτρω και πληθύνης σεαυτη πόαν. διέσπασας τους δεσμούς σου και είπας· ου δουλεύσω σοι. λέγει Κύριος ο Θεός σου. 29 ινατί λαλείτε προς με. και τω λίθω· συ εγέννησάς με. 27 τω ξύλω είπαν. αλλά πορεύσομαι επί πάντα βουνόν υψηλόν και υποκάτω παντός ξύλου κατασκίου. και κατ' αριθμόν διόδων της Ιερουσαλήμ έθυον τη Βάαλ. ιδέ τας οδούς σου εν τω πολυανδρίω και γνώθι τι εποίησας. εν επιθυμίαις ψυχής αυτής επνευματοφορείτο. και αι πόλεις αυτού κατεσκάφησαν παρά το μη κατοικείσθαι. πάντες οι ζητούντες αυτήν ου κοπιάσουσιν. κεκηλίδωσαι εν ταις αδικίαις σου εναντίον εμού. ότι πατήρ μου ει συ. οί έταξαν την γην αυτού εις έρημον. 14 Μή δούλός εστιν Ισραήλ ή οικογενής εστι. διατί εις προνομήν εγένετο. ούτως αισχυνθήσονται οι υιοί Ισραήλ. ότι πικρόν σοι το καταλιπείν σε εμέ. οί ου δυνήσονται ύδωρ συνέχειν. λέγει Κύριος ο Θεός σου. παρεδόθη· τις επιστρέψει αυτήν. 21 εγώ δε εφύτευσά σε άμπελον καρποφόρον πάσαν αληθινήν· Πως εστράφης εις πικρίαν. 15 επ' αυτόν ωρύοντο λέοντες και έδωκαν την φωνήν αυτών. εκεί διαχυθήσομαι εν τη πορνεία μου. Ιούδα. και η κακία σου ελέγξει σε· και γνώθι και ιδέ. 24 τας οδούς αυτής επλάτυνεν εφ' ύδατα ερήμου. πάντες υμείς ησεβήσατε και πάντες υμείς ηνομήσατε εις εμέ. 18 και νυν τι σοι και τη οδω Αιγύπτου του πιείν ύδωρ Γηών. παιδείαν ουκ εδέξασθε· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1506 . 28 και που εισιν οι θεοί σου. εν τη ταπεινώσει αυτής ευρήσουσιν αυτήν. και τι σοι και τη οδω Ασσυρίων του πιείν ύδωρ ποταμών. η δε είπεν· ανδριούμαι· ότι ηγαπήκει αλλοτρίους και οπίσω αυτών επορεύετο. 26 ως αισχύνη κλέπτου όταν αλω. και έστρεψαν επ' εμέ νώτα και ου πρόσωπα αυτών· και εν τω καιρω των κακών αυτών ερούσιν· ανάστα και σώσον ημάς. 20 ότι απ' αιώνος συνέτριψας τον ζυγόν σου. 30 μάτην επάταξα τα τέκνα υμών. 23 Πως ερείς· ουκ εμιάνθην και οπίσω της Βάαλ ουκ επορεύθην. 19 παιδεύσει σε η αποστασία σου. αυτοί και οι βασιλείς αυτών και οι άρχοντες αυτών και οι ιερείς αυτών και οι προφήται αυτών. ει αναστήσονται και σώσουσί σε εν καιρω της κακώσεώς σου. 16 και υιοί Μέμφεως και Τάφνας έγνωσάν σε και κατέπαιζόν σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγκατέλιπον πηγήν ύδατος ζωής. ους εποίησας σεαυτω. 25 απόστρεψον τον πόδα σου από οδού τραχείας και τον φάρυγγά σου από δίψους.

λέγει Κύριος. 5 μη διαμενεί εις τον αιώνα ή φυλαχθήσεται εις νίκος. ιδού ελάλησας και εποίησας τα πονηρά ταύτα και ηδυνάσθης. 35 και είπας· αθωός ειμι. ουχ ούτως· αλλά και συ επονηρεύσω του μιάναι τας οδούς σου. 3 και έσχες ποιμένας πολλούς εις πρόσκομμα σεαυτη· όψις πόρνης εγένετό σοι. διατί είπεν ο λαός μου· ου κυριευθησόμεθα και ουχ ήξομεν προς σε έτι. ο δε λαός μου επελάθετό μου ημέρας. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΑΝ εξαποστείλη ανήρ την γυναίκα αυτού. 32 μη επιλήσεται νύμφη τον κόσμον αυτής και παρθένος την στηθοδεσμίδα αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μάχαιρα κατέφαγε τους προφήτας υμών ως λέων ολοθρεύων. και συ εξεπόρνευσας εν ποιμέσι πολλοίς· και ανέκαμπτες προς με. και αι χείρές σου επί της κεφαλής σου· ότι απώσατο Κύριος την ελπίδα σου. 6 Και είπε Κύριος προς με εν ταις ημέραις Ιωσίου του βασιλέως· είδες α εποίησέ μοι η κατοικία του Ισραήλ. και ουκ εφοβήθητε. και από Αιγύπτου καταισχυνθήση. 4 ουχ ως οίκόν με εκάλεσας και πατέρα και αρχηγόν της παρθενίας σου. ου μιαινομένη μιανθήσεται η γυνή εκείνη. 2 άρον τους οφθαλμούς σου εις ευθείαν και ιδέ· Πως ουχί εξεφύρθης. αλλ' επί πάση δρυϊ. ιδού εγώ κρίνομαι προς σε εν τω λέγειν σε· ουχ ήμαρτον. 34 και εν ταις χερσί σου ευρέθησαν αίματα ψυχών αθώων· ουκ εν διορύγμασιν εύρον αυτούς. καθώς κατησχύνθης από Ασσούρ. μη ανακάμπτουσα ανακάμψει προς αυτόν έτι. επί ταις οδοίς εκάθισας αυτοίς ωσεί κορώνη ερημουμένη και εμίανας την γην εν ταις πορνείαις σου και εν ταις κακίαις σου. αλλά αποστραφήτω ο θυμός αυτού απ' εμού. απηναισχύντησας προς πάντας. και απέλθη απ' αυτού και γένηται ανδρί ετέρω. 36 τι κατεφρόνησας σφόδρα του δευτερώσαι τας οδούς σου. επορεύθησαν επί παν όρος υψηλόν και υποκάτω παντός ξύλου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1507 . ων ουκ έστιν αριθμός. 31 ακούσατε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος· μη έρημος εγενόμην τω Ισραήλ ή γη κεχερσωμένη. 33 τι έτι καλόν επιτηδεύσεις εν ταις οδοίς σου του ζητήσαι αγάπησιν. και ουκ ευοδωθήση εν αυτη. 37 ότι και εντεύθεν εξελεύση.

λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. ιδού δούλοι ημείς εσόμεθά σοι. ότι ηδίκησαν εν ταις οδοίς αυτών. και εξαπέστειλα αυτήν και έδωκα αυτη βιβλίον αποστασίου εις τας χείρας αυτής· και ουκ εφοβήθη η ασύνθετος Ιούδα και επορεύθη και επόρνευσε και αυτή. ουκ ερούσιν έτι· κιβωτός διαθήκης αγίου Ισραήλ. επιστρέφοντες. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. και επόρνευσαν εκεί. και ήξουσιν επί το αυτό από γης βορρά και από πασών των χωρών επί την γην. 18 εν ταις ημέραις εκείναις συνελεύσονται ο οίκος Ιούδα επί τον οίκον του Ισραήλ. 22 επιστράφητε. 12 πορεύου και ανάγνωθι τους λόγους τούτους προς βορράν και ερείς· επιστράφηθι προς με. 20 πλήν ως αθετεί γυνή εις τον συνόντα αυτη. ουκ αναβήσεται επί καρδίαν. 13 πλήν. και ποιμανούσιν υμάς ποιμαίνοντες μετ' επιστήμης. 16 και έσται εάν πληθυνθήτε και αυξηθήτε επί της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αλσώδους. εν οίς εμοιχάτο η κατοικία Ισραήλ. διότι εγώ κατακυριεύσω υμών και λήψομαι υμάς ένα εκ πόλεως και δύο εκ πατριάς και εισάξω υμάς εις Σιών 15 και δώσω υμίν ποιμένας κατά την καρδίαν μου. εν ταις ημέραις εκείναις. και ιάσομαι τα συντρίμματα υμών. και είπα· πατέρα καλέσετέ με και απ' εμού ουκ αποστραφήσεσθε. 14 επιστράφητε. 17 εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρω εκείνω καλέσουσι την Ιερουσαλήμ Θρόνον Κυρίου. αλλ' επί ψεύδει. και ουκ ανέστρεψε· και είδε την ασυνθεσίαν αυτής η ασύνθετος Ιούδα. 8 και είδον διότι περί πάντων ων κατελήφθη. γνώθι την αδικίαν σου. και ου μηνιώ υμίν εις τον αιώνα. ουκ ονομασθήσεται ουδέ επισκεφθήσεται και ου ποιηθήσεται έτι. υιοί. υιοί αφεστηκότες. επελάθοντο Θεού αγίου αυτών. ούτως ηθέτησεν εις εμέ ο οίκος Ισραήλ. 7 και είπα μετά το πορνεύσαι αυτήν ταύτα πάντα· προς με ανάστρεψον. και ου στηριώ το πρόσωπόν μου εφ' υμάς· ότι ελεήμων εγώ ειμι. 11 και είπε Κύριος προς με· εδικαίωσε την ψυχήν αυτού Ισραήλ από της ασυνθέτου Ιούδα. Κύριε· ότι τάξω σε εις τέκνα και δώσω σοι γην εκλεκτήν. και συναχθήσονται πάντα τα έθνη εις αυτήν και ου πορεύσονται έτι οπίσω των ενθυμημάτων της καρδίας αυτών της πονηράς. λέγει Κύριος. η κατοικία του Ισραήλ. της δε φωνής μου ουχ υπήκουσας. λέγει Κύριος. και εμοίχευσε το ξύλον και τον λίθον. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1508 . 19 και εγώ είπα· γένοιτο. ότι εις Κύριον τον Θεόν σου ησέβησας και διέχεας τας οδούς σου εις αλλοτρίους υποκάτω παντός ξύλου αλσώδους. 9 και εγένετο εις ουθέν η πορνεία αυτής. 21 φωνή εκ χειλέων ηκούσθη κλαυθμού και δεήσεως υιών Ισραήλ. κληρονομίαν Θεού παντοκράτορος εθνών. 10 και εν πάσι τούτοις ουκ απεστράφη προς με η ασύνθετος Ιούδα εξ όλης της καρδίας αυτής. ην κατεκληρονόμησα τους πατέρας αυτών.

και αι πόλεις καθαιρεθήσονται παρά το μη κατοικείσθαι αυτάς. 25 εκοιμήθημεν εν τη αισχύνη ημών. και ακουσθήτω εν Ιερουσαλήμ· είπατε· σημάνατε επί της γης σάλπιγγι και κεκράξατε μέγα· είπατε· συνάχθητε και εισέλθωμεν εις τας πόλεις τας τειχήρεις. 3 ότι τάδε λέγει Κύριος τοις ανδράσιν Ιούδα και τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ· νεώσατε εαυτοίς νεώματα και μη σπείρητε επ' ακάνθαις. λέγει Κύριος. 24 η δε αισχύνη κατηνάλωσε τους μόχθους των πατέρων ημών από νεότητος ημών. μη στήτε. τα πρόβατα αυτών και τους μόσχους αυτών και τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών. εξολοθρεύων έθνη εξήρε και εξήλθεν εκ του τόπου αυτού του θείναι την γην εις ερήμωσιν. διότι έναντι του Θεού ημών ημάρτομεν ημείς και οι πατέρες ημών από νεότητος ημών έως της ημέρας ταύτης και ουχ υπηκούσαμεν της φωνής Κυρίου του Θεού ημών. και οι ιερείς εκστήσονται. 6 αναλαβόντες φεύγετε εις Σιών· σπεύσατε. μη εξέλθη ως πυρ ο θυμός μου και εκκαυθήσεται. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΕΑΝ επιστραφή Ισραήλ. ότι κακά εγώ επάγω από βορρά και συντριβήν μεγάλην. 8 επί τούτοις περιζώσασθε σάκκους και κόπτεσθε και αλαλάξατε. λέγει Κύριος. πλήν δια Κυρίου Θεού ημών η σωτηρία του Ισραήλ. 7 ανέβη λέων εκ της μάνδρας αυτού. 9 και έσται εν εκείνη τη ημέρα. άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ.5 Αναγγείλατε εν τω Ιούδα. και ευλογήσουσιν εν αυτω έθνη και εν αυτω αινέσουσι τω Θεω εν Ιερουσαλήμ. και επεκάλυψεν ημάς η ατιμία ημών. απολείται η καρδία του βασιλέως και η καρδία των αρχόντων. και οι προφήται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1509 . 4 περιτμήθητε τω Θεω υμών και περιτέμνεσθε την σκληροκαρδίαν υμών. . διότι ουκ απεστράφη ο θυμός Κυρίου αφ' υμών. και ουκ έσται ο σβέσων από προσώπου πονηρίας επιτηδευμάτων υμών. 23 όντως εις ψεύδος ήσαν οι βουνοί και η δύναμις των ορέων. προς με επιστραφήσεται· και εάν περιέλη τα βδελύγματα αυτού εκ στόματος αυτού και από του προσώπου μου ευλαβηθή 2 και ομόση· ζη Κύριος μετά αληθείας εν κρίσει και εν δικαιοσύνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συ Κύριος ο Θεός ημών ει.

οδός της θυγατρός του λαού μου ουκ εις καθαρόν ουδ' εις άγιον. 10 και είπα· ω δέσποτα Κύριε. ότι ήψατο έως της καρδίας σου. 23 επέβλεψα επί την γην. 13 ιδού ως νεφέλη αναβήσεται και ως καταιγίς τα άρματα αυτού. Ιερουσαλήμ. ότι πικρά. ότι φωνήν σάλπιγγος ήκουσεν η ψυχή μου. 19 την κοιλίαν μου. ότι ταλαιπωρούμεν. και τα αισθητήρια της καρδίας μου· μαιμάσσει η ψυχή μου. 16 αναμνήσατε έθνη. 27 τάδε λέγει Κύριος· έρημος έσται πάσα η γη. 12 πνεύμα πληρώσεως ήξει μοι· νυν δε εγώ λαλώ κρίματά μου προς αυτούς. ότι εμού ημέλησας. και ιδού ήψατο η μάχαιρα έως της ψυχής αυτών. και συσκοτασάτω ο ουρανός άνωθεν. και ιδού ο Κάρμηλος έρημος. 28 επί τούτοις πενθείτω η γη. διότι ελάλησα και ου μετανοήσω. συντροφαί έρχονται εκ γης μακρόθεν και έδωκαν επί τας πόλεις Ιούδα φωνήν αυτών. και εις τον ουρανόν. 11 εν τω καιρω εκείνω ερούσι τω λαω τούτω και τη Ιερουσαλήμ· πνεύμα πλανήσεως εν τη ερήμω. ότι τεταλαιπώρηκε πάσα η γη· άφνω τεταλαιπώρηκεν η σκηνή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θαυμάσονται. ου κατοικεί εν αυταίς άνθρωπος. άρα γε απατών ηπάτησας τον λαόν τούτον και την Ιερουσαλήμ λέγων· ειρήνη έσται υμίν. και πάντας τους βουνούς ταρασσομένους· 25 επέβλεψα. την κοιλίαν μου αλγώ. και ουκ ην τα φώτα αυτού· 24 είδον τα όρη. 30 και συ τι ποιήσεις. ιδού ήκασιν· αναγγείλατε εν Ιερουσαλήμ. κραυγήν πολέμου. και πάντα τα πετεινά του ουρανού επτοείτο· 26 είδον. 22 διότι οι ηγούμενοι του λαού μου εμέ ουκ ήδεισαν. 21 έως πότε όψομαι φεύγοντας ακούων φωνήν σαλπίγγων. εάν περιβάλη κόκκινον και κοσμήση Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1510 . 17 ως φυλάσσοντες αγρόν εγένοντο επ' αυτήν κύκλω. ίνα σωθής· έως πότε υπάρχουσιν εν σοί διαλογισμοί πόνων σου. και ην τρέμοντα. 29 από φωνής ιππέως και εντεταμένου τόξου ανεχώρησε πάσα η χώρα· εισέδυσαν εις τα σπήλαια και εις τα άλση εκρύβησαν και επί τας πέτρας ανέβησαν· πάσα πόλις εγκατελείφθη. υιοί άφρονές εισι και ου συνετοί· σοφοί εισι του κακοποιήσαι. συντέλειαν δε ου μη ποιήσω. 18 αι οδοί σου και τα επιτηδεύματά σου εποίησαν ταύτά σοι· αύτη η κακία σου. και ιδού ουκ ην άνθρωπος. διεσπάσθησαν αι δέρρεις μου. και ακουσθήσεται πόνος εξ όρους Εφραίμ. το δε καλώς ποιήσαι ουκ επέγνωσαν. 15 διότι φωνή αγγέλλοντος εκ Δάν ήξει. και ιδού ουθέν. 20 και ταλαιπωρίαν συντριμμόν επικαλείται. λέγει Κύριος. κουφότεροι αετών οι ίπποι αυτού· ουαί ημίν. και από προσώπου οργής θυμού αυτού ηφανίσθησαν. σπαράσσεται η καρδία μου. ου σιωπήσομαι. ωρμησα και ουκ αποστρέψω απ' αυτής. και πάσαι αι πόλεις εμπεπυρισμέναι πυρί από προσώπου Κυρίου. 14 απόπλυνε από κακίας την καρδίαν σου.

31 ότι φωνήν ως ωδινούσης ήκουσα. ότι επλήθυναν ασεβείας αυτών. ει μάταιον ωραϊσμός σου· απώσαντό σε οι ερασταί σου. ίσχυσαν εν ταις αποστροφαίς αυτών. του στεναγμού σου ως πρωτοτοκούσης. 7 ποία τούτων ίλεως γένωμαί σοι. την ψυχήν σου ζητούσιν. 11 ότι αθετών ηθέτησεν εις εμέ. συνετέλεσας αυτούς. λέγει Κύριος. και μάχαιραν και λιμόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1511 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κόσμω χρυσω. 9 μη επί τούτοις ουκ επισκέψομαι. ότι εκλείπει η ψυχή μου επί τοις ανηρημένοις. λέγουσι· δια τούτο ουκ εν ψεύδεσιν ομνύουσι. και λύκος έως των οικιών ωλόθρευσεν αυτούς. και ουκ επόνεσαν. ει έστι ποιών κρίμα και ζητών πίστιν. ότι ουκ έγνωσαν οδόν Κυρίου και κρίσιν Θεού· 5 πορεύσομαι προς τους αδρούς και λαλήσω αυτοίς. και πάρδαλις εγρηγόρησεν επί τας πόλεις αυτών· πάντες οι εκπορευόμενοι απ' αυτών θηρευθήσονται. λέγει Κύριος. 2 ζη Κύριος. εάν εύρητε άνδρα. 12 εψεύσατο τω Κυρίω αυτών και είπαν· ουκ έστι ταύτα· ουχ ήξει εφ' ημάς κακά. και ουκ ηθέλησαν δέξασθαι παιδείαν· εστερέωσαν τα πρόσωπα αυτών υπέρ πέτραν και ουκ ηθέλησαν επιστραφήναι. 4 και εγώ είπα· ίσως πτωχοί εισι. 6 δια τούτο έπαισεν αυτούς λέων εκ του δρυμού. διέρρηξαν δεσμούς. διότι ουκ εδυνάσθησαν. ή εν έθνει τοιούτω ουκ εκδικήσει η ψυχή μου. λέγει Κύριος. οίκος Ισραήλ και οίκος Ιούδα. έκαστος επί την γυναίκα του πλησίον αυτού εχρεμέτιζον. ότι του Κυρίου εισίν. συντέλειαν δε μη ποιήσητε· υπολίπεσθε τα υποστηρίγματα αυτής. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΠΕΡΙΔΡΑΜΕΤΕ εν ταις οδοίς Ιερουσαλήμ και ίδετε και γνώτε και ζητήσατε εν ταις πλατείαις αυτής. εάν εγχρίση στίβι τους οφθαλμούς σου. 8 ίπποι θηλυμανείς εγενήθησαν. 10 ανάβητε επί τους προμαχώνας αυτής και κατασκάψατε. φωνή θυγατρός Σιών· εκλυθήσεται και παρήσει τας χείρας αυτής· οίμοι εγώ. ότι αυτοί επέγνωσαν οδόν Κυρίου και κρίσιν Θεού· και ιδού ομοθυμαδόν συνέτριψαν ζυγόν. οι υιοί σου εγκατέλιπόν με και ώμνυον εν τοις ουκ ούσι θεοίς· και εχόρτασα αυτούς και εμοιχώντο και εν οίκοις πορνών κατέλυον. και ίλεως έσομαι αυτοίς. 3 Κύριε. οι οφθαλμοί σου εις πίστιν· εμαστίγωσας αυτούς.

30 έκστασις και φρικτά εγενήθη επί της γης. 25 αι ανομίαι υμών εξέκλιναν ταύτα. και αι αμαρτίαι υμών απέστησαν τα αγαθά αφ' υμών· 26 ότι ευρέθησαν εν τω λαω μου ασεβείς και παγίδας έστησαν του διαφθείραι άνδρας και συνελαμβάνοσαν. 18 και έσται εν ταις ημέραις εκείναις. 31 οι προφήται προφητεύουσιν άδικα. 22 μη εμέ ου φοβηθήσεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουκ οψόμεθα· 13 οι προφήται ημών ήσαν εις άνεμον. ούτως οι οίκοι αυτών πλήρεις δόλου· δια τούτο εμεγαλύνθησαν και επλούτησαν· 28 και παρέβησαν κρίσιν. πρόσταγμα αιώνιον. 27 ως παγίς εφεσταμένη πλήρης πετεινών. 19 και έσται όταν είπητε· τίνος ένεκεν εποίησε Κύριος ο Θεός ημών ημίν πάντα ταύτα. ουκ έκριναν κρίσιν ορφανού και κρίσιν χήρας ουκ εκρίνοσαν. και ο λαός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1512 . και ερείς αυτοίς· ανθ' ων εδουλεύσατε θεοίς αλλοτρίοις εν τη γη υμών. λέγει Κύριος. έθνος ου ουκ ακούσει της φωνής της γλώσσης αυτού· 16 πάντες ισχυροί και κατέδονται τον θερισμόν υμών 17 και τους άρτους υμών και κατέδονται τους υιούς υμών και τας θυγατέρας υμών και κατέδονται τα πρόβατα υμών και τους μόσχους υμών και κατέδονται τους αμπελώνας υμών και τους συκώνας υμών και τους ελαιώνας υμών· και αλοήσουσι τας πόλεις τας οχυράς υμών. οφθαλμοί αυτοίς και ου βλέπουσιν. λέγει Κύριος ο Θεός σου. ώτα αυτοίς και ουκ ακούουσι. οίκος Ισραήλ. λέγει Κύριος. 14 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ανθ' ων ελαλήσατε το ρήμα τούτο. και ακουσθήτω εν τω οίκω Ιούδα. 29 μη επί τούτοις ουκ επισκέψομαι. και καταφάγεται αυτούς. εφ' αις υμείς πεποίθατε επ' αυταίς. λαός μωρός και ακάρδιος. και λόγος Κυρίου ουχ υπήρχεν εν αυτοίς· ούτως έσται αυτοίς. και εξέκλιναν και απήλθοσαν· 24 και ουκ είπον εν τη καρδία αυτών· φοβηθώμεν δη Κύριον τον Θεόν ημών. και ουχ υπερβήσεται αυτό. 15 ιδού εγώ επάγω εφ' υμάς έθνος πόρρωθεν. 23 τω δε λαω τούτω εγενήθη καρδία ανήκοος και απειθής. και ταραχθήσεται και ου δυνήσεται. και οι ιερείς επεκρότησαν ταις χερσίν αυτών. 20 αναγγείλατε ταύτα εις τον οίκον Ιακώβ. ή από προσώπου μου ουκ ευλαβηθήσεσθε. ου μη ποιήσω υμάς εις συντέλειαν. ή εν έθνει τω τοιούτω ουκ εκδικήσει η ψυχή μου. τον διδόντα ημίν υετόν πρώϊμον και όψιμον κατά καιρόν πληρώσεως προστάγματος θερισμού και εφύλαξεν ημίν. λέγει Κύριος. 21 ακούσατε δη ταύτα. ιδού εγώ δέδωκα τους λόγους μου εις το στόμα σου πυρ και τον λαόν τούτον ξύλα. και ηχήσουσι τα κύματα αυτής και ουχ υπερβήσεται αυτό. ούτως δουλεύσετε αλλοτρίοις εν τη γη ουχ υμών. τον τάξαντα άμμον όριον τη θαλάσση. εν ρομφαία.

4 παρασκευάσασθε επ' αυτήν εις πόλεμον. ανάστητε και αναβώμεν επ' αυτήν μεσημβρίας· ουαί ημίν. ότι ανήρ και γυνή συλληφθήσονται. καλαμάσθε ως άμπελον τα κατάλοιπα του Ισραήλ. 5 ανάστητε και αναβώμεν επ' αυτήν νυκτί και διαφθείρωμεν τα θεμέλια αυτής. μη αποστη η ψυχή μου από σου.ειρήνη. από ιερέως και έως ψευδοπροφήτου πάντες εποίησαν ψευδή. 12 και μεταστραφήσονται αι οικίαι αυτών εις ετέρους. ου μη βουληθώσιν αυτό ακούσαι. 10 προς τίνα λαλήσω και διαμαρτύρωμαι. 11 και τον θυμόν μου έπλησα και επέσχον και ου συνετέλεσα αυτούς. ότι εκτενώ την χείρά μου επί τους κατοικούντας την γην ταύτην. υιοί Βενιαμίν. ήτις ου κατοικηθήσεται. 6 ότι τάδε λέγει Κύριος· έκκοψον τα ξύλα αυτής. 3 εις αυτήν ήξουσι ποιμένες και τα ποίμνια αυτών και πήξουσιν επ' αυτήν σκηνάς κύκλω και ποιμανούσιν έκαστος τη χειρί αυτού. και εισακούσεται. και συντριβή μεγάλη γίνεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ μου ηγάπησεν ούτως· και τι ποιήσετε εις τα μετά ταύτα. έκχεον επί Ιερουσαλήμ δύναμιν· ω πόλις ψευδής. ότι κακά εκκέκυφεν από βορρά. πόνω και μάστιγι 8 παιδευθήση Ιερουσαλήμ. ιδού απερίτμητα τα ώτα αυτών. ότι κέκλικεν η ημέρα. όλη καταδυναστεία εν αυτη. εκ μέσου της Ιερουσαλήμ και εν Θεκουέ σημάνατε σάλπιγγι και υπέρ Βαιθαχαρμά άρατε σημείον. και ου δυνήσονται ακούειν· ιδού το ρήμα Κυρίου εγένετο αυτοίς εις ονειδισμόν. θύγατερ Σιών. εκχεώ επί νήπια έξωθεν και επί συναγωγήν νεανίσκων άμα. λέγει Κύριος. 7 ως ψύχει λάκκος ύδωρ. επιστρέψατε ως ο τρυγών επί τον κάρταλλον αυτού. 14 και ιώντο σύντριμμα του λαού μου εξουθενούντες και λέγοντες· ειρήνη . πρεσβύτερος μετά πλήρους ημερών. 13 ότι από μικρού αυτών και έως μεγάλου πάντες συνετελέσαντο άνομα. 2 και αφαιρεθήσεται το ύψος σου. μη ποιήσω σε άβατον γην. 9 ότι τάδε λέγει Κύριος· καλαμάσθε. ούτω ψύχει κακία αυτής· ασέβεια και ταλαιπωρία ακουσθήσεται εν αυτη επί πρόσωπον αυτής διαπαντός. ότι εκλείπουσιν αι σκιαί της εσπέρας. και που εστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1513 . αγροί και αι γυναίκες αυτών επί το αυτό. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΕΝΙΣΧΥΣΑΤΕ.

εφ' ίπποις και άρμασι παρατάξεται ως πυρ εις πόλεμον προς σε. και ερωτήσατε τρίβους Κυρίου αιωνίους και ίδετε ποία εστίν η οδός η αγαθή. παρελύθησαν αι χείρες ημών. και ευρήσετε αγνισμόν ταις ψυχαίς υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ειρήνη. ότι απεδοκίμασεν αυτούς Κύριος. γείτων και ο πλησίον αυτού απολούνται. θύγατερ Σιών. περίζωσαι σάκκον. κοπετόν οικτρόν. πένθος αγαπητού ποίησαι σεαυτη. είπε Κύριος. γη· ιδού εγώ επάγω επί τον λαόν τούτον κακά. τον καρπόν αποστροφής αυτών. τα ολοκαυτώματα υμών ουκ εισί δεκτά. 21 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ δίδωμι επί τον λαόν τούτον ασθένειαν. πάντες διεφθαρμένοι εισίν. ακούσατε της φωνής της σάλπιγγος· και είπαν· ουκ ακουσόμεθα. 19 άκουε. 26 θύγατερ λαού μου. 24 ηκούσαμεν την ακοήν αυτών. και έθνη εξεγερθήσονται απ' εσχάτου της γης· 23 τόξον και ζιβύνην κρατήσουσιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1514 . ιταμός εστι και ουκ ελεήσει. 16 τάδε λέγει Κύριος· στήτε επί ταις οδοίς και ίδετε. και ασθενήσουσιν εν αυτω πατέρες και υιοί άμα. ότι των λόγων μου ου προσέσχον και τον νόμον μου απώσαντο. φωνή αυτού ως θάλασσα κυμαίνουσα. ότι ρομφαία των εχθρών παροικεί κυκλόθεν. εξέλιπε μόλυβδος· εις κενόν αργυροκόπος αργυροκοπεί. 18 δια τούτο ήκουσαν τα έθνη και οι ποιμαίνοντες τα ποίμνια αυτών. ότι εξελίποσαν· και ουδ' ως καταισχυνόμενοι κατησχύνθησαν και την ατιμίαν αυτών ουκ έγνωσαν. και βαδίζετε εν αυτη. 17 καθέστακα εφ' υμάς σκοπούς. 22 τάδε λέγει Κύριος· ιδού λαός έρχεται από βορρά. 30 αργύριον αποδεδοκιμασμένον καλέσατε αυτούς. 20 ινατί μοι λίβανον εκ Σαβά φέρετε και κινάμωμον εκ γης μακρόθεν. και αι θυσίαι υμών ουχ ήδυνάν μοι. πορευόμενοι σκολιώς. και είπαν· ου πορευσόμεθα. δια τούτο πεσούνται εν τη πτώσει αυτών και εν καιρω επισκοπής απολούνται. 25 μη εκπορεύεσθε εις αγρόν και εν ταις οδοίς μη βαδίζετε. χαλκός και σίδηρος. 27 δοκιμαστήν δέδωκά σε εν λαοίς δεδοκιμασμένοις. και γνώση με εν τω δοκιμάσαι με την οδόν αυτών· 28 πάντες ανήκοοι. 15 κατησχύνθησαν. θλίψις κατέσχεν ημάς. πονηρία αυτών ουκ ετάκη. ότι εξαίφνης ήξει ταλαιπωρία εφ' υμάς. ωδίνες ως τικτούσης. κατάπασσε εν σποδω. 29 εξέλιπε φυσητήρ από πυρός.

15 και απορρίψω υμάς από προσώπου μου. ότι ουκ εισακούσομαι. ότι το παράπαν ουκ ωφελήσουσιν υμάς λέγοντες· ναός Κυρίου. ου επικέκληται το όνομά μου επ' αυτω εκεί. ω έδωκα υμίν και τοις πατράσιν υμών. εν γη. ου κατεσκήνωσα το όνομά μου εκεί έμπροσθεν. 18 οι υιοί αυτών συλλέγουσι ξύλα. 14 τοίνυν καγώ ποιήσω τω οίκω τούτω. και οι πατέρες αυτών καίουσι πυρ. λέγει Κύριος. 11 μη σπήλαιον ληστών ο οίκός μου. 8 ει δε υμείς πεποίθατε επί λόγοις ψευδέσιν. εφ' ω υμείς πεποίθατε επ' αυτω. και ελάλησα προς υμάς και ουκ ηκούσατέ μου. 9 και φονεύετε και μοιχάσθε και κλέπτετε και ομνύετε επ' αδίκω και θυμιάτε τη Βάαλ και επορεύεσθε οπίσω θεών αλλοτρίων. 3 τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· διορθώσατε τας οδούς υμών και τα επιτηδεύματα υμών. 17 ή ουχ οράς τι αυτοί ποιούσιν εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εν ταις οδοίς Ιερουσαλήμ. 7 και κατοικιώ υμάς εν τω τόπω τούτω. ου επικέκληται το όνομά μου επ' αυτω. του κακώς είναι υμίν 10 και ήλθετε και έστητε ενώπιον εμού εν τω οίκω. και αι γυναίκες αυτών τρίβουσι σταίς του ποιήσαι χαυώνας τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1515 . ενώπιον υμών. και ιδού εγώ εώρακα. 4 μη πεποίθατε εφ' εαυτοίς επί λόγοις ψευδέσιν. παν το σπέρμα Εφραίμ. και είπατε· απεσχήμεθα του μη ποιείν πάντα τα βδελύγματα ταύτα. καθώς εποίησα τη Σηλώ. ή έδωκα τοις πατράσιν υμών εξ αιώνος και έως αιώνος. ναός Κυρίου εστίν. και τω τόπω. 13 και νυν ανθ' ων εποιήσατε πάντα τα έργα ταύτα. και εκάλεσα υμάς και ουκ απεκρίθητε. ω επικέκληται το όνομά μου επ' αυτω. και κατοικιώ υμάς εν τω τόπω τούτω. καθώς απέρριψα τους αδελφούς υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 2 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ λόγον Κυρίου πάσα Ιουδαία. ων ουκ οίδατε. και ίδετε α εποίησα αυτω από προσώπου κακίας λαού μου Ισραήλ. 12 ότι πορεύθητε εις τον τόπον μου τον εν Σηλώ. 16 και συ μη προσεύχου περί του λαού τούτου και μη αξιού του ελεηθήναι αυτούς και μη εύχου και μη προσέλθης μοι περί αυτών. 5 ότι εάν διορθούντες διορθώσητε τας οδούς υμών και τα επιτηδεύματα υμών και ποιούντες ποιήσητε κρίσιν ανά μέσον ανδρός και ανά μέσον του πλησίον αυτού 6 και προσήλυτον και ορφανόν και χήραν μη καταδυναστεύσητε και αίμα αθωον μη εκχέητε εν τω τόπω τούτω και οπίσω θεών αλλοτρίων μη πορεύησθε εις κακόν υμίν. όθεν ουκ ωφεληθήσεσθε.

και ουκ ερούσιν έτι· Βωμός του Ταφέθ και φάραγξ υιού Εννόμ. όπως καταισχυνθή τα πρόσωπα αυτών. φωνήν νυμφίου και φωνήν νύμφης. 32 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. 33 και έσονται οι νεκροί του λαού τούτου εις βρώσιν τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. και έσπεισαν σπονδάς θεοίς αλλοτρίοις. ό ουκ ενετειλάμην αυτοίς και ου διενοήθην εν τη καρδία μου. του κατακαίειν τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών εν πυρί. και ου προσέσχε το ους αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ στρατιά του ουρανού. 34 και καταλύσω εκ πόλεων Ιούδα και εκ διόδων Ιερουσαλήμ φωνήν ευφραινομένων και φωνήν χαιρόντων. λέγων· ακούσατε της φωνής μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1516 . λέγει Κύριος. ότι εις ερήμωσιν έσται πάσα η γη. 26 και ουκ εισήκουσάν μου. και θάψουσιν εν τω Ταφέθ δια το μη υπάρχειν τόπον. περί ολοκαυτωμάτων και θυσίας· 23 αλλ' ή το ρήμα τούτο ενετειλάμην αυτοίς.29 Κείραι την κεφαλήν σου και απόρριπτε και ανάλαβε επί χειλέων θρήνον. 20 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού οργή και θυμός μου χείται επί τον τόπον τούτον και επί τους ανθρώπους και επί τα κτήνη και επί παν ξύλον του αγρού αυτών και επί τα γεννήματα της γης. και καυθήσεται και ου σβεσθήσεται. ημέρας και όρθρου. όπως αν εύ ή υμίν. ου επικέκληται το όνομά μου επ' αυτόν. και εξαπέστειλα προς υμάς πάντας τους δούλους μου. τους προφήτας. αις αν εντείλωμαι υμίν. αλλ' ή Φάραγξ των ανηρημένων. λέγει Κύριος· έταξαν τα βδελύγματα αυτών εν τω οίκω. λέγει Κύριος· ουχί εαυτούς. και έσομαι υμίν εις Θεόν. του μιάναι αυτόν· 31 και ωκοδόμησαν τον βωμόν του Ταφέθ. 22 ότι ουκ ελάλησα προς τους πατέρας υμών και ουκ ενετειλάμην αυτοίς εν ημέρα. ος εστιν εν φάραγγι υιού Εννόμ. ό ουκ ήκουσε της φωνής Κυρίου ουδέ εδέξατο παιδείαν. και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών υπέρ τους πατέρας αυτών. 19 μη εμέ αυτοί παροργίζουσι. ότι απεδοκίμασε Κύριος και απώσατο την γενεάν την ποιούσαν ταύτα. και ου προσέσχε το ους αυτών. και απέστειλα. αλλ' επορεύθησαν εν τοις ενθυμήμασι της καρδίας αυτών της κακής και εγενήθησαν εις τα όπισθεν και ουκ εις τα έμπροσθεν. 21 τάδε λέγει Κύριος· τα ολοκαυτώματα υμών συναγάγετε μετά των θυσιών υμών και φάγετε κρέα. και ουκ έσται ο αποσοβών. εξέλιπεν η πίστις εκ στόματος αυτών. και υμείς έσεσθέ μοι εις λαόν· και πορεύεσθε εν πάσαις ταις οδοίς μου. 30 ότι εποίησαν οι υιοί Ιούδα το πονηρόν εναντίον εμού. 24 και ουκ ήκουσάν μου. . ή ανήγαγον αυτούς εκ γης Αιγύπτου. 25 αφ' ης ημέρας εξήλθοσαν οι πατέρες αυτών εκ γης Αιγύπτου και έως της ημέρας ταύτης. 28 και ερείς αυτοίς τούτον τον λόγον· τούτο το έθνος. ίνα παροργίσωσί με.

τρυγών και χελιδών. εξοίσουσι τα οστά των βασιλέων Ιούδα και τα οστά των αρχόντων αυτού και τα οστά των ιερέων και τα οστά προφητών και τα οστά των κατοικούντων εν Ιερουσαλήμ εκ των τάφων αυτών 2 και ψύξουσιν αυτά προς τον ήλιον και την σελήνην και προς πάντας τους αστέρας και προς πάσαν την στρατιάν του ουρανού. ότι Θεός απέρριψεν ημάς και επότισεν ημάς ύδωρ χολής. και πάσι τοις καταλοίποις τοις καταλειφθείσιν από της γενεάς εκείνης εν παντί τόπω. . διέλιπεν ο τρέχων από του δρόμου αυτού ως ίππος κάθιδρος εν χρεμετισμω αυτού. ή ο αποστρέφων ουκ αναστρέφει. λέγων· τι εποίησα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΕΝ τω καιρω εκείνω. 9 ησχύνθησαν σοφοί και επτοήθησαν και εάλωσαν. και τα φύλλα κατερρύηκεν. ου εάν εξώσω αυτούς εκεί. και ουκ ην αγαθά· εις καιρόν ιάσεως. ουκ έστι σταφυλή εν ταις αμπέλοις. και έσονται εις παράδειγμα επί προσώπου της γης. α ηγάπησαν. λέγει Κύριος. ότι ημάρτομεν εναντίον αυτού. και ιδού σπουδή. ο δε λαός μου ούτος ουκ έγνω τα κρίματα Κυρίου. από φωνής χρεμετισμού ιππασίας ίππων αυτού εσείσθη πάσα η γη· και ήξει και καταφάγεται την γην και το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1517 . 14 επί τι ημείς καθήμεθα. 7 και η ασίδα εν τω ουρανω έγνω τον καιρόν αυτής.4 Οτι τάδε λέγει Κύριος· μη ο πίπτων ουκ ανίσταται. 16 εκ Δάν ακουσόμεθα φωνήν οξύτητος ίππων αυτού. και οίς εδούλευσαν και ων επορεύθησαν οπίσω αυτών και ων αντείχοντο και οίς προσεκύνησαν αυτοίς· ου κοπήσονται και ου ταφήσονται. 15 συνήχθημεν εις ειρήνην. λέγει Κύριος. 6 ενωτίσασθε δη και ακούσατε· ουχ ούτω λαλήσουσιν· ουκ έστιν άνθρωπος μετανοών από της κακίας αυτού. 5 διατί απέστρεψεν ο λαός μου ούτος αποστροφήν αναιδή και κατεκρατήθησαν εν τη προαιρέσει αυτών και ουκ ηθέλησαν του επιστρέψαι. εις μάτην εγενήθη σχοίνος ψευδής γραμματεύσιν. 10 δια τούτο δώσω τας γυναίκας αυτών ετέροις και τους αγρούς αυτών τοις κληρονόμοις· 13 και συνάξουσι τα γεννήματα αυτών. και ουκ έστι σύκα εν ταις συκαίς. 8 Πως ερείτε· ότι σοφοί εσμεν ημείς. 3 ότι είλοντο τον θάνατον ή την ζωήν. και νόμος Κυρίου μεθ' ημών εστιν. ότι τον λόγον Κυρίου απεδοκίμασαν· σοφία τις εστιν εν αυτοίς. συνάχθητε και εισέλθωμεν εις τας πόλεις τας οχυράς και απορριφώμεν. αγρού στρουθία εφύλαξαν καιρούς εισόδων εαυτών.

ότι πας αδελφός πτέρνη πτερνιεί. ή εν λαω τοιούτω ουκ εκδικήσει η ψυχή μου. 19 ιδού φωνή κραυγής θυγατρός λαού μου από γης μακρόθεν· μη Κύριος ουκ έστιν εν Σιών. και κλαύσομαι τον λαόν μου τούτον ημέρας και νυκτός. παρήλθεν άμητος. τους τετραυματισμένους θυγατρός λαού μου. ότι εξέλιπον παρά το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1518 . ότι ποιήσω από προσώπου πονηρίας θυγατρός λαού μου. δόλια τα ρήματα του στόματος αυτών· τω πλησίον αυτού λαλεί ειρηνικά και εν εαυτω έχει την έχθραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πλήρωμα αυτής. φησί Κύριος. λέγει Κύριος. ή βασιλεύς ουκ έστιν εκεί. 20 διήλθε θέρος. 21 επί συντρίμματι θυγατρός λαού μου εσκοτώθην· εν απορία κατίσχυσάν με ωδίνες ως τικτούσης. 22 μη ρητίνη ουκ έστιν εν Γαλαάδ. ψεύδος και ου πίστις ενίσχυσεν επί της γης. 8 βολίς τιτρώσκουσα η γλώσσα αυτών. 7 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ πυρώσω αυτούς και δοκιμώ αυτούς. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΤΙΣ δώσει κεφαλή μου ύδωρ και οφθαλμοίς μου πηγήν δακρύων. σύνοδος αθετούντων. διατί ουκ ανέβη ίασις θυγατρός λαού μου. 2 τις δώη μοι εν τη ερήμω σταθμόν έσχατον και καταλείψω τον λαόν μου και απελεύσομαι απ' αυτών. ή ιατρός ουκ έστιν εκεί. 9 μη επί τούτοις ουκ επισκέψομαι. 4 έκαστος από του πλησίον αυτού φυλάξασθε και επ' αδελφοίς αυτών μη πεποίθατε. πόλιν και τους κατοικούντας εν αυτη. 5 έκαστος κατά του φίλου αυτού καταπαίξεται. και πας φίλος δολίως πορεύσεται. διατί παρώργισάν με εν τοις γλυπτοίς αυτών και εν ματαίοις αλλοτρίοις. 3 και ενέτειναν την γλώσσαν αυτών ως τόξον. 10 Επί τα όρη λάβετε κοπετόν και επί τας τρίβους της ερήμου θρήνον. 6 τόκος επί τόκω και δόλος επί δόλω· ουκ ήθελον ειδέναι με. ότι πάντες μοιχώνται. και ημείς ου διεσώθημεν. ότι εκ κακών εις κακά εξήλθοσαν και εμέ ουκ έγνωσαν. αλήθειαν ου μη λαλήσωσι· μεμάθηκεν η γλώσσα αυτών λαλείν ψευδή. φησί Κύριος. και δήξονται υμάς 18 ανίατα μετ' οδύνης καρδίας υμών απορουμένης. οίς ουκ έστιν επάσαι. ηδίκησαν και ου διέλιπον του επιστρέψαι. 17 διότι ιδού εγώ εξαποστέλλω εις υμάς όφεις θανατούντας.

και πας οίκος Ισραήλ απερίτμητοι καρδίας αυτών. και ω λόγος στόματος Κυρίου προς αυτόν. 22 και έσονται οι νεκροί των ανθρώπων εις παράδειγμα επί προσώπου του πεδίου της γης υμών και ως χόρτος οπίσω θερίζοντος. ότι εγκατελίπομεν την γην και απερρίψαμεν τα σκηνώματα ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μη είναι ανθρώπους· ουκ ήκουσαν φωνήν υπάρξεως· από πετεινών του ουρανού και έως κτηνών εξέστησαν. 13 και είπε Κύριος προς με· δια το εγκαταλιπείν αυτούς τον νόμον μου. 11 και δώσω την Ιερουσαλήμ εις μετοικίαν και εις κατοικητήριον δρακόντων και τας πόλεις Ιούδα εις αφανισμόν θήσομαι. ον έδωκα προ προσώπου αυτών. αναγγειλάτω υμίν· ένεκεν τίνος απώλετο η γη. και συνέτω τούτο. και καταγαγέτωσαν οι οφθαλμοί υμών δάκρυα. παρά το μη κατοικείσθαι. και προς τας σοφάς αποστείλατε και φθεγξάσθωσαν 18 και λαβέτωσαν εφ' υμάς θρήνον. λόγον Θεού. και ουκ έσται ο συνάγων. . 12 τις ο άνθρωπος ο συνετός. 17 τάδε λέγει Κύριος· καλέσατε τας θρηνούσας και ελθέτωσαν.23 Τάδε λέγει Κύριος· μη καυχάσθω ο σοφός εν τη σοφία αυτού. 19 ότι φωνή οίκτου ηκούσθη εν Σιών· Πως εταλαιπωρήσαμεν. ανήφθη ως έρημος παρά το μη διοδεύεσθαι αυτήν. λέγει Κύριος. και ουκ ήκουσαν της φωνής μου. εις ους ουκ εγίνωσκον αυτοί και οι πατέρες αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1519 . λέγει Κύριος. 24 αλλ' ή εν τούτω καυχάσθω ο καυχώμενος. ώχοντο. 21 ότι ανέβη θάνατος δια των θυρίδων υμών. α εδίδαξαν αυτούς οι πατέρες αυτών· 15 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ ψωμιώ αυτούς ανάγκας και ποτιώ αυτούς ύδωρ χολής 16 και διασκορπιώ αυτούς εν τοις έθνεσιν. ότι εν τούτοις το θέλημά μου. τους κατοικούντας εν τη ερήμω· ότι πάντα τα έθνη απερίτμητα σαρκί. 20 ακούσατε δη. 14 αλλ' επορεύθησαν οπίσω των αρεστών της καρδίας αυτών της κακής και οπίσω των ειδώλων. εισήλθεν εις την γην υμών του εκτρίψαι νήπια έξωθεν και νεανίσκους από των πλατειών. 26 επ' Αίγυπτον και επί Ιδουμαίαν και επί Εδώμ και επί υιούς Αμμών και επί υιούς Μωάβ και επί πάντα περικειρόμενον τα κατά πρόσωπον αυτού. κατησχύνθημεν σφόδρα. και δεξάσθω τα ώτα υμών λόγους στόματος αυτού. 25 ιδού ημέραι έρχονται. και επαποστελώ επ' αυτούς την μάχαιραν έως του εξαναλώσαι αυτούς εν αυτη. και τα βλέφαρα υμών ρείτω ύδωρ. συνίειν και γινώσκεν ότι εγώ ειμι Κύριος ο ποιών έλεος και κρίμα και δικαιοσύνην επί της γης. και μη καυχάσθω ο πλούσιος εν τω πλούτω αυτού. και διδάξατε τας θυγατέρας υμών οίκτον και γυνή τον πλησίον αυτής θρήνον. και επισκέψομαι επί πάντας περιτετμημένους ακροβυστίας αυτών. γυναίκες. και μη καυχάσθω ο ισχυρός εν τη ισχύϊ αυτού.

χρυσίον Μωφάζ και χείρ χρυσοχόων. 3 ότι τα νόμιμα των εθνών μάταια· ξύλον εστίν εκ του δρυμού εκκεκομμένον. οί τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν. Κύριος όνομα αυτω. τόπος των δέρρεών μου. αστραπάς εις υετόν εποίησε και εξήγαγε φως εκ θησαυρών αυτού. έργα τεχνιτών πάντα· υάκινθον και πορφύραν ενδύσουσιν αυτά· 5 αιρόμενα αρθήσονται. οίκος Ισραήλ· 2 τάδε λέγει Κύριος· κατά τας οδούς των εθνών μη μανθάνετε και από των σημείων του ουρανού μη φοβείσθε. ου πορεύσονται· αργύριον προσβλητόν από Θαρσίς ήξει. 14 εμωράνθη πας άνθρωπος από γνώσεως. 16 ουκ έστι τοιαύτη μερίς τω Ιακώβ. 11 ούτως ερείτε αυτοίς· θεοί. έργα εμπεπαιγμένα. μη φοβηθήτε αυτά. και ανήγαγε νεφέλας εξ εσχάτου της γης. ώλετο. ότι ου μη κακοποιήσωσι. απολέσθωσαν εκ της γης και υποκάτωθεν του ουρανού τούτου. και πάσαι αι δέρρεις μου διεσπάσθησαν· οι υιοί μου και τα πρόβατά μου ουκ εισίν. και αγαθόν ουκ έστιν εν αυτοίς. 18 ότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ σκελίζω τους κατοικούντας την γην ταύτην εν θλίψει. ότι ο πλάσας τα πάντα αυτός κληρονομία αυτού. 5 θήσουσιν αυτά. έργον τέκτονος και χώνευμα· 4 αργυρίω και χρυσίω κεκαλλωπισμένα εστίν· εν σφύραις και ήλοις εστερέωσαν αυτά. 22 φωνή ακοής ιδού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1520 . 17 Συνήγαγεν έξωθεν την υπόστασίν σου. ότι ουκ επιβήσονται. 13 και πλήθος ύδατος εν ουρανω. κατοικούσα εν εκλεκτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ τον λόγον Κυρίου. αλγηρά η πληγή σου. ουκ έστι πνεύμα εν αυτοίς· 15 μάταιά εστιν. καγώ είπα· όντως τούτο το τραύμά μου και κατέλαβέ με· 20 η σκηνή μου εταλαιπώρησεν. ον ελάλησεν εφ' υμάς. όπως ευρεθή η πληγή σου· 19 ουαί επί συντρίμματί σου. ότι ψευδή εχώνευσεν. ότι φοβούνται αυτά τοις προσώποις αυτών. και ου κινηθήσονται· αργύριον τορευτόν εστιν. 21 ότι οι ποιμένες ηφρονεύσαντο και τον Κύριον ουκ εξεζήτησαν· δια τούτο ουκ ενόησε πάσα η νομή και διεσκοσπίσθησαν. ουκ έστιν έτι τόπος της σκηνής μου. κατησχύνθη πας χρυσοχόος επί τοις γλυπτοίς αυτού. εν καιρω επισκοπής αυτών απολούνται. 12 Κύριος ο ποιήσας την γην εν τη ισχύϊ αυτού. ο ανορθώσας την οικουμένην εν τη σοφία αυτού και τη φρονήσει αυτού εξέτεινε τον ουρανόν.

Κύριε. 24 παίδευσον ημάς. 6 και είπε Κύριος προς με· ανάγνωθι τους λόγους τούτους εν πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ λέγων· ακούσατε τους λόγους της διαθήκης ταύτης και ποιήσατε αυτούς. αι το όνομά σου ουκ επεκαλέσαντο. εκ καμίνου της σιδηράς. ον ώμοσα τοις πατράσιν υμών. 25 έκχεον τον θυμόν σου επί έθνη τα μη ειδότα σε και επί γενεάς. και ιδού αυτοί πορεύονται οπίσω θεών αλλοτρίων του δουλεύειν αυτοίς. και ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1521 . και απεκρίθην και είπα· γένοιτο. ίνα μη ολίγους ημάς ποιήσης. 8 και ουκ εποίησαν. 23 οίδα. όσα εάν εντείλωμαι υμίν. και έσεσθέ μοι εις λαόν. ουδέ ανήρ πορεύσεται και κατορθώσει πορείαν αυτού. ότι ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού. πλήν εν κρίσει και μη εν θυμω. 9 και είπε Κύριος προς με· ευρέθη σύνδεσμος εν ανδράσιν Ιούδα και εν τοις κατοικούσιν εν Ιερουσαλήμ· 10 επεστράφησαν επί τας αδικίας των πατέρων αυτών των πρότερον. και διεσκέδασεν οίκος Ισραήλ και οίκος Ιούδα την διαθήκην μου. ή ανήγαγον αυτούς εκ γης Αιγύπτου. και λαλήσεις προς άνδρας Ιούδα και προς τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ· 3 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· επικατάρατος ο άνθρωπος. 11 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί τον λαόν τούτον κακά. οί ουκ ηθέλησαν εισακούσαι των λόγων μου. ην διεθέμην προς τους πατέρας αυτών. και κεκράξονται προς με. ότι κατέφαγον τον Ιακώβ και εξανήλωσαν αυτόν και την νομήν αυτού ηρήμωσαν. λέγων· ακούσατε της φωνής μου και ποιήσατε πάντα. Κύριε. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 2 ακούσατε τους λόγους της διαθήκης ταύτης. του δούναι αυτοίς γην ρέουσαν γάλα και μέλι καθώς η ημέρα αύτη. ος ουκ ακούσεται των λόγων της διαθήκης ταύτης. Κύριε. 5 όπως στήσω τον όρκον μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έρχεται και σεισμός μέγας εκ γης βορρά του τάξαι τας πόλεις Ιούδα εις αφανισμόν και κοίτην στρουθών. 4 ης ενετειλάμην τοις πατράσιν υμών εν ημέρα. και εγώ έσομαι υμίν εις Θεόν. εξ ων ου δυνήσονται εξελθείν εξ αυτών.

αποθάνη εν ταις χερσίν ημών. ίδοιμι την παρά σου εκδίκησιν εξ αυτών. 23 και εγκατάλειμμα ουκ έσται αυτών. εύσκιον τω είδει εκάλεσε Κύριος το όνομά σου· εις φωνήν περιτομής αυτής ανήφθη πυρ επ' αυτήν. γνώρισόν μοι. 14 και συ μη προσεύχου περί του λαού τούτου και μη αξίου περί αυτών εν δεήσει και προσευχή. 16 ελαίαν ωραίαν. τους λέγοντας· ου μη προφητεύσεις επί τω ονόματι Κυρίου. 13 ότι κατ' αριθμόν των πόλεών σου ήσαν θεοί σου. 12 και πορεύσονται πόλεις Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ και κεκράξονται προς τους θεούς. ότι εποίησαν εαυτοίς του παροργίσαι με εν τω θυμιάν αυτούς τη Βάαλ. οίς αυτοί θυμιώσιν αυτοίς. ότι ουκ εισακούσομαι εν τω καιρω. 17 και Κύριος ο καταφυτεύσας σε ελάλησεν επί σε κακά αντί της κακίας οίκου Ισραήλ και οίκου Ιούδα. 19 εγώ δε ως αρνίον άκακον αγόμενον του θύεσθαι ουκ έγνων· επ' εμέ ελογίσαντο λογισμόν πονηρόν λέγοντες· δεύτε και εμβάλωμεν ξύλον εις τον άρτον αυτού και εκτρίψωμεν αυτόν από γης ζώντων. 22 ιδού εγώ επισκέψομαι επ' αυτούς· οι νεανίσκοι αυτών εν μαχαίρα αποθανούνται. 20 Κύριε κρίνων δίκαια. ει δε μη. δοκιμάζων νεφρούς και καρδίας. οί μη σώσουσιν αυτούς εν τω καιρω των κακών αυτών. 21 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος επί τους άνδρας Αναθώθ τους ζητούντας την ψυχήν μου. 15 τι η ηγαπημένη εν τω οίκω μου εποίησε βδέλυγμα. μη ευχαί και κρέα άγια αφελούσιν από σου τας κακίας σου. Ιούδα. ότι επάξω κακά επί τους κατοικούντας εν Αναθώθ. και οι υιοί αυτών και αι θυγατέρες αυτών τελευτήσουσιν εν λιμω. εν ω επικαλούνταί με. ή τούτοις διαφεύξη. 18 Κύριε. και κατ' αριθμόν εξόδων της Ιερουσαλήμ ετάξατε βωμούς θυμιάν τη Βάαλ. και το όνομα αυτού ου μη μνησθή ουκέτι. εν ενιαυτω επισκέψεως αυτών. μεγάλη η θλίψις επί σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισακούσομαι αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1522 . εν καιρω κακώσεως αυτών. ότι προς σε απεκάλυψα το δικαίωμά μου. και γνώσομαι· τότε είδον τα επιτηδεύματα αυτών. ηχρεώθησαν οι κλάδοι αυτής.

ης εμέρισα τω λαω μου Ισραήλ· ιδού εγώ αποσπώ αυτούς από της γης αυτών και τον Ιούδαν εκβαλώ εκ μέσου αυτών. από ονειδισμού έναντι Κυρίου. 13 εσπείρατε πυρούς και ακάνθας θερίζετε· οι κλήροι αυτών ουκ ωφελήσουσιν αυτούς· αισχύνθητε από καυχήσεως υμών. 11 ετέθη εις αφανισμόν απωλείας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΔΙΚΑΙΟΣ ει. έδωκα την ηγαπημένην ψυχήν μου εις χείρας εχθρών αυτής. συναγάγετε πάντα τα θηρία του αγρού. δι' εμέ αφανισμω ηφανίσθη πάσα η γη. 12 επί πάσαν διεκβολήν εν τη ερήμω ήλθον ταλαιπωρούντες. 6 ότι και οι αδελφοί σου και ο οίκος του πατρός σου. και ούτοι ηθέτησάν σε. δια τούτο εμίσησα αυτήν. ουκ έστιν ειρήνη πάση σαρκί. 2 εφύτευσας αυτούς και ερριζώθησαν· ετεκνοποιήσαντο και εποίησαν καρπόν· εγγύς ει συ του στόματος αυτών και πόρρω από των νεφρών αυτών. έκαστον εις την κληρονομίαν αυτού και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1523 . . εμόλυναν την μερίδα μου. και ελθέτωσαν του φαγείν αυτήν. 15 και έσται μετά το εκβαλείν με αυτούς επιστρέψω και ελεήσω αυτούς και κατοικιώ αυτούς. 9 μη σπήλαιον υαίνης η κληρονομία μου εμοί ή σπήλαιον κύκλω αυτής. βαδίσατε. πλήν κρίματα λαλήσω προς σε· τι ότι οδός ασεβών ευοδούται. γινώσκεις με. 5 σου οι πόδες τρέχουσι και εκλύουσί σε· Πως παρασκευάση εφ' ίπποις και εν γη ειρήνης συ πέποιθας. ότι ουκ έστιν ανήρ τιθέμενος εν καρδία. ότι απολογήσομαι προς σε. δεδοκίμακας την καρδίαν μου εναντίον σου· άγνισον αυτούς εις ημέραν σφαγής αυτών. Κύριε. έδωκαν την μερίδα την επιθυμητήν μου εις έρημον άβατον. και αυτοί εβόησαν. ευθήνησαν πάντες οι αθετούντες αθετήματα.7 Εγκαταλέλοιπα τον οίκόν μου. 4 έως πότε πενθήσει η γη και πας ο χόρτος του αγρού ξηρανθήσεται από κακίας των κατοικούντων εν αυτη. ότι είπαν· ουκ όψεται ο Θεός οδούς ημών. Πως ποιήσεις εν φρυάγματι του Ιορδάνου. Κύριε. . 8 εγενήθη η κληρονομία μου εμοί ως λέων εν δρυμω· έδωκεν επ' εμέ την φωνήν αυτής. ότι λαλήσουσι προς σε καλά.14 Οτι τάδε λέγει Κύριος περί πάντων των γειτόνων των πονηρών των απτομένων της κληρονομίας μου. 3 και συ. ηφανίσθησαν κτήνη και πετεινά. 10 ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνά μου. αφήκα την κληρονομίαν μου. εκ των οπίσω σου επισυνήχθησαν· μη πιστεύσης εν αυτοίς. ότι μάχαιρα του Κυρίου καταφάγεται απ' άκρου της γης έως άκρου της γης.

και οικοδομηθήσονται εν μέσω του λαού μου· 17 εάν δε μη επιστρέψωσι. 3 και εγενήθη λόγος Κυρίου προς με λέγων· 4 λαβέ το περίζωμα το περί την οσφύν σου και ανάστηθι και βάδισον επί τον Ευφράτην και κατάκρυψον αυτό εκεί εν τη τρυμαλιά της πέτρας. 10 την πολλήν ταύτην ύβριν. βάδισον επί τον Ευφράτην και λαβέ εκείθεν το περίζωμα. 7 και επορεύθην επί τον Ευφράτην ποταμόν και ώρυξα και έλαβον το περίζωμα εκ του τόπου. καθώς εδίδαξαν τον λαόν μου ομνύειν τη Βάαλ. τους μη βουλομένους υπακούειν των λόγων μου και πορευθέντας οπίσω θεών αλλοτρίων του δουλεύειν αυτοίς και του προσκυνείν αυτοίς. ό ου μη χρησθή εις ουθέν. 11 ότι καθάπερ κολλάται το περίζωμα περί την οσφύν του ανθρώπου. 16 και έσται εάν μαθόντες μάθωσι την οδόν του λαού μου. καθώς ενετείλατό μοι Κύριος. 8 και εγενήθη λόγος Κυρίου προς με λέγων· τάδε λέγει Κύριος· 9 ούτω φθερώ την ύβριν Ιούδα και την ύβριν Ιερουσαλήμ. ου κατώρυξα αυτό εκεί. ό ενετειλάμην σοι του κατακρύψαι εκεί. 13 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ πληρώ τους κατοικούντας την γην ταύτην και τους βασιλείς αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1524 . και ουκ εισήκουσάν μου. και ιδού διεφθαρμένον ην. και εν ύδατι ου διελεύσεται. 5 και επορεύθην και έκρυψα αυτό εν τω Ευφράτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έκαστον εις την γην αυτού. ούτως εκόλλησα προς εμαυτόν τον οίκον του Ισραήλ και πάντα οίκον Ιούδα του γενέσθαι μοι εις λαόν ονομαστόν και εις καύχημα και εις δόξαν. 6 και εγένετο μεθ' ημέρας πολλάς και είπε Κύριος προς με· ανάστηθι. 12 και ερείς προς τον λαόν τούτον· πας ασκός πληρωθήσεται οίνου. ό ου χρησθήσεται εις ουθέν. του ομνύειν τω ονόματί μου. και έσονται ωσπερ το περίζωμα τούτο. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· βάδισον και κτήσαι σεαυτω περίζωμα λινούν και περίθου περί την οσφύν σου. ζη Κύριος. και εξαρώ το έθνος εκείνο εξάρσει και απωλεία. 2 και εκτησάμην το περίζωμα κατά τον λόγον Κυρίου και περιέθηκα περί την οσφύν μου. και έσται εάν είπωσι προς σε· μη γνόντες ου γνωσόμεθα ότι πας ασκός πληρωθήσεται οίνου.

λέγει Κύριος. . και ίδε τους ερχομένους από βορρά· που εστι το ποίμνιον. ότι ουκ εκαθαρίσθης οπίσω μου· έως τίνος έτι. 26 καγώ αποκαλύψω τα οπίσω σου επί το πρόσωπόν σου. 17 εάν δε μη ακούσητε. 23 ει αλλάξεται Αιθίοψ το δέρμα αυτού και πάρδαλις τα ποικίλματα αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1525 . 27 και η μοιχεία σου και ο χρεμετισμός σου και η απαλλοτρίωσις της πορνείας σου επί των βουνών.20 Ανάλαβε οφθαλμούς σου. και εκεί σκιά θανάτου. και εν τοις αγροίς εώρακα τα βδελύγματά σου· ουαί σοι. και συ εδίδαξας αυτούς επί σε μαθήματα εις αρχήν· ουκ ωδίνες καθέξουσί σε καθώς γυναίκα τίκτουσαν. και ουκ ην ο ανοίγων· απωκίσθη Ιούδας. 24 και διέσπειρα αυτούς ως φρύγανα φερόμενα από ανέμου εις έρημον. 15 Ακούσατε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τους καθημένους υιούς του Δαυίδ επί του θρόνου αυτού και τους ιερείς και τους προφήτας και τον Ιούδαν και πάντας τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ μεθύσματι 14 και διασκορπιώ αυτούς άνδρα και τον αδελφόν αυτού και τους πατέρας αυτών και τους υιούς αυτών εν τω αυτω. 16 δότε τω Κυρίω Θεω υμών δόξαν προ του συσκοτάσαι και προ του προσκόψαι πόδας υμών επ' όρη σκοτεινά. 19 πόλεις αι προς νότον συνεκλείσθησαν. πρόβατα δόξης σου. ως επελάθου μου και ήλπισας επί ψεύδεσι. ουκ επιποθήσω. συνετέλεσεν αποικίαν τελείαν. ότι συνετρίβη το ποίμνιον Κυρίου. ό εδόθη σοι. δια το πλήθος της αδικίας σου ανεκαλύφθη τα οπίσθιά σου παραδειγματισθήναι τας πτέρνας σου. και ενωτίσασθε και μη επαίρεσθε. 22 και εάν είπης εν τη καρδία σου· διατί απήντησέ μοι ταύτα. ότι καθηρέθη από κεφαλής υμών στέφανος δόξης υμών. και κατάξουσιν οι οφθαλμοί υμών δάκρυα. και οφθήσεται η ατιμία σου. Ιερουσαλήμ. κεκρυμμένως κλαύσεται η ψυχή υμών από προσώπου ύβρεως. και αναμενείτε εις φως. 21 τι ερείς όταν επισκέπτωνταί σε. και ουκ οικτειρήσω από διαφθοράς αυτών. και υμείς δυνήσεσθε εύ ποιήσαι μεμαθηκότες τα κακά. και ου φείσομαι. 18 είπατε τω βασιλεί και τοις δυναστεύουσι· ταπεινώθητε και καθίσατε. 25 ούτως ο κλήρός σου και μερίς του απειθείν υμάς εμοί. ότι Κύριος ελάλησε. και τεθήσονται εις σκότος. λέγει Κύριος. Ιερουσαλήμ.

2 1 ΕΠΕΝΘΗΣΕΝ η Ιουδαία. 3 και οι μεγιστάνες αυτής απέστειλαν τους νεωτέρους αυτών εφ' ύδωρ· ήλθοσαν επί τα φρέατα και ουχ εύροσαν ύδωρ και απέστρεψαν τα αγγεία αυτών κενά. ότι αλήθειαν και ειρήνην δώσω επί της γης και εν τω τόπω τούτω. ότι σοί ημάρτομεν. ότι ουκ ην υετός· ησχύνθησαν οι γεωργοί. 15 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος περί των προφητών των προφητευόντων επί τω ονόματί μου ψευδή. ότι ουκ ην βοτάνη. ότι πολλαί αι αμαρτίαι ημών εναντίον σου. εξέλιπον οι οφθαλμοί αυτών. 6 όνοι άγριοι έστησαν επί νάπας· είλκυσαν άνεμον. Κύριε. 7 ει αι αμαρτίαι ημών αντέστησαν ημίν. και η κραυγή της Ιερουσαλήμ ανέβη. και εγώ ουκ απέστειλα αυτούς. Κύριε. ουκ απέστειλα αυτούς και ουκ ενετειλάμην αυτοίς και ουκ ελάλησα προς αυτούς· ότι οράσεις ψευδείς και μαντείας και οιωνίσματα και προαιρέσεις καρδίας αυτών αυτοί προφητεύουσιν υμίν. 8 υπομονή Ισραήλ. ουκ ευδοκήσω εν αυτοίς. επεκάλυψαν τας κεφαλάς αυτών. ότι εν μαχαίρα και εν λιμω και εν θανάτω εγώ συντελέσω αυτούς. Κύριε. 9 μη έση ωσπερ άνθρωπος υπνών ή ως ανήρ ου δυνάμενος σώζειν. 10 ούτως λέγει Κύριος τω λαω τούτω· ηγάπησαν κινείν πόδας αυτών και ουκ εφείσαντο. 11 και είπε Κύριος προς με· μη προσεύχου περί του λαού τούτου εις αγαθά· 12 ότι εάν νηστεύσωσιν. και εάν προσενέγκωσιν ολοκαυτώματα και θυσίας. 13 και είπα· ω Κύριε. και συ εν ημίν ει. ουκ εισακούσομαι της δεήσεως αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ Και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν περί της αβροχίας. ότι ουκ ην χόρτος από λαού αδικίας. και ο Θεός ουκ ευδόκησεν εν αυτοίς· νυν μνησθήσεται της αδικίας αυτών. 4 και τα έργα της γης εξέλιπεν. οί λέγουσι· μάχαιρα και λιμός ουκ έσται επί της γης ταύτης· εν θανάτω νοσερω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1526 . ποίησον ημίν ένεκέν σου. και το όνομά σου επικέκληται εφ' ημάς· μη επιλάθη ημών. και αι πύλαι αυτής εκενώθησαν και εσκοτώθησαν επί της γης. 14 και είπε Κύριος προς με· ψευδή οι προφήται προφητεύουσιν επί τω ονόματί μου. ουδέ λιμός έσται εν υμίν. ιδού οι προφήται αυτών προφητεύουσι και λέγουσιν· ουκ όψεσθε μάχαιραν. και σώζεις εν καιρω κακών· ινατί εγενήθης ωσεί πάροικος επί της γης και ως αυτόχθων εκκλίνων εις κατάλυμα. 5 και έλαφοι εν αγρω έτεκον και εγκατέλιπον.

και ουκ ην αγαθά· εις καιρόν ιάσεως. και ιδού πόνος λιμού· ότι ιερεύς και προφήτης επορεύθησαν εις γην. αδικίας πατέρων ημών. 4 και παραδώσω αυτούς εις ανάγκας πάσαις ταις βασιλείαις της γης δια Μανασσή υιόν Εζεκίου βασιλέως Ιούδα. μη απολέσης θρόνον δόξης σου· μνήσθητι. ινατί έπαισας ημάς. μη διασκεδάσης την διαθήκην σου την μεθ' ημών. και μη διαλιπέτωσαν. ουχί συ ει αυτός. αμαρτήματα ημών. και ιδού τραυματίαι μαχαίρας. εις μάχαιραν· και όσοι εις λιμόν. 22 μη έστιν εν ειδώλοις των εθνών υετίζων. 3 και εκδικήσω επ' αυτούς τέσσαρα είδη. 18 εάν εξέλθω εις το πεδίον. και ουκ έστιν ημίν ίασις. και υπομενούμέν σε. 21 κόπασον δια το όνομά σου. και εάν εισέλθω εις την πόλιν. υπεμείναμεν εις ειρήνην. ότι συντρίμματι συνετρίβη θυγάτηρ λαού μου και πληγή οδυνηρά σφόδρα. και ιδού ταραχή. οίς αυτοί προφητεύουσιν αυτοίς. και έσονται ερριμμένοι εν ταις διόδοις Ιερουσαλήμ από προσώπου μαχαίρας και του λιμού. περί πάντων ων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1527 . ότι ημάρτομεν εναντίον σου. ην ουκ ήδεισαν. 19 μη αποδοκιμάζων απεδοκίμασας τον Ιούδαν. λέγει Κύριος· την μάχαιραν εις σφαγήν και τους κύνας εις διασπασμόν και τα θηρία της γης και τα πετεινά του ουρανού εις βρώσιν και εις διαφθοράν. εις αιχμαλωσίαν. Κύριε. Κύριε. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς με· εάν στη Μωσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου. 17 και ερείς προς αυτούς τον λόγον τούτον· καταγάγετε επ' οφθαλμούς υμών δάκρυα ημέρας και νυκτός. εις θάνατον· και όσοι εις μάχαιραν. ότι συ εποίησας πάντα ταύτα. και από Σιών απέστη η ψυχή σου. και αι γυναίκες αυτών και οι υιοί αυτών και αι θυγατέρες αυτών· και εκχεώ επ' αυτούς τα κακά αυτών. και ει ο ουρανός δώσει πλησμονήν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποθανούνται και εν λιμω συντελεσθήσονται οι προφήται 16 και ο λαός. 2 και έσται εάν είπωσι προς σε· που εξελευσόμεθα. εις λιμόν· και όσοι εις αιχμαλωσίαν. ουκ έστιν η ψυχή μου προς αυτούς· εξαπόστειλον τον λαόν τούτον. και ουκ έσται ο θάπτων αυτούς. 20 έγνωμεν. και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· όσοι εις θάνατον. και εξελθέτωσαν.

οπίσω πορεύση. ότι πικρίας ενεπλήσθην. λέγει Κύριος. 8 επληθύνθησαν αι χήραι αυτών υπέρ την άμμον της θαλάσσης· επήγαγον επί μητέρα νεανίσκους ταλαιπωρίαν εν μεσημβρία. 13 και τους θησαυρούς σου εις προνομήν δώσω αντάλλαγμα δια πάσας τας αμαρτίας σου και εν πάσι τοις ορίοις σου. 17 ουκ εκάθισα εν συνεδρίω αυτών παιζόντων. 5 τις φείσεται επί σοί. Ιερουσαλήμ. 18 ίνα τι οι λυπούντές με κατισχύουσί μου. ή ουκ ήδεις· ότι πυρ εκκέκαυται εκ του θυμού μου. δέσποτα. και έσται ο λόγος σου εμοί εις ευφροσύνην και χαράν καρδίας μου. και περιβόλαιον χαλκούν η ισχύς σου. απεκάκισεν η ψυχή αυτής. 10 Οίμοι εγώ μήτερ. ότι επικέκληται το όνομά σου επ' εμοί. και αποκαταστήσω σε. 20 και δώσω σε τω λαω τούτω ως τείχος οχυρόν χαλκούν. κατησχύνθη και ωνειδίσθη· τους καταλοίπους αυτών εις μάχαιραν δώσω εναντίον των εχθρών αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποίησεν εν Ιερουσαλήμ. ως το στόμα μου έση· και αναστρέψουσιν αυτοί προς σε. 19 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· εάν επιστρέψης. μνήσθητί μου και επίσκεψαί με και αθώωσόν με από των καταδιωκόντων με μη εις μακροθυμίαν· γνώθι ως έλαβον περί σου ονειδισμόν 16 υπό των αθετούντων τους λόγους σου· συντέλεσον αυτούς. και ουκέτι ανήσω αυτούς. 9 εκενώθη η τίκτουσα επτά. αλλά ευλαβούμην από προσώπου χειρός σου· καταμόνας εκαθήμην. 6 συ απεστράφης με. και εκτενώ την χείρά μου και διαφθερώ σε. 12 ει γνωσθήσεται σίδηρος. ει μη παρέστην σοι εν καιρω των κακών αυτών και εν καιρω θλίψεως αυτών εις αγαθά προς τον εχθρόν. διότι μετά σου ειμι του σώζειν σε 21 και του εξαιρείσθαί σε εκ χειρός πονηρών και λυτρώσομαί σε εκ χειρός λοιμών. η πληγή μου στερεά. κατευθυνόντων αυτών. επέδυ ο ήλιος αυτη έτι μεσούσης της ημέρας. 7 και διασπερώ αυτούς εν διασπορά· εν πύλαις λαού μου ητεκνώθησαν. πόθεν ιαθήσομαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1528 . 14 και καταδουλώσω σε κύκλω τοις εχθροίς σου εν τη γη. επέρριψα επ' αυτήν εξαίφνης τρόμον και σπουδήν. 11 γένοιτο. Κύριε παντοκράτωρ. και πολεμήσουσι προς σε και ου μη δύνωνται προς σε. εφ' υμάς καυθήσεται. γινομένη εγενήθη μοι ως ύδωρ ψευδές ουκ έχον πίστιν. 15 Κύριε. ούτε ωφέλησέ με ουδείς· η ισχύς μου εξέλιπεν εν τοις καταρωμένοις με. και τις δειλιάσει επί σοί. ή τις ανακάμψει εις ειρήνην σοι. άνδρα δικαζόμενον και διακρινόμενον πάση τη γη· ούτε ωφέλησα. απώλεσαν τον λαόν μου δια τας κακίας αυτών. και προ προσώπου μου στήση· και εάν εξαγάγης τίμιον από αναξίου. ως τίνα με έτεκες. και συ ουκ αναστρέψεις προς αυτούς.

ος ανήγαγε τον οίκον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1529 . 11 και ερείς προς αυτούς· ανθ' ων εγκατέλιπόν με οι πατέρες υμών. και εδούλευσαν αυτοίς και προσεκύνησαν αυτοίς και εμέ εγκατέλιπον και τον νόμον μου ουκ εφυλάξαντο· 12 και υμείς επονηρεύσασθε υπέρ τους πατέρας υμών και ιδού υμείς πορεύεσθε έκαστος οπίσω των αρεστών της καρδίας υμών της πονηράς του μη υπακούειν μου. ότι αφέστακα την ειρήνην μου από του λαού τούτου. 6 ου μη κόψονται αυτούς ουδέ εντομίδας ου μη ποιήσουσι και ου ξυρηθήσονται. και ώχοντο οπίσω θεών αλλοτρίων. και ουκ ερούσιν έτι· ζη Κύριος ο αναγαγών τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. ου κοπήσονται και ου ταφήσονται· εις παράδειγμα επί προσώπου της γης έσονται και τοις θηρίοις της γης και τοις πετεινοίς του ουρανού· εν μαχαίρα πεσούνται και εν λιμω συντελεσθήσονται. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. και δουλεύσετε εκεί θεοίς ετέροις. 14 Δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. 8 εις οικίαν πότου ουκ εισελεύση συγκαθίσαι μετ' αυτών του φαγείν και πιείν. 2 και ου γεννηθήσεταί σοι υιος ουδέ θυγάτηρ εν τω τόπω τούτω. 5 τάδε λέγει Κύριος· μη εισέλθης εις θίασον αυτών και μη πορευθής του κόψασθαι και μη πενθήσης αυτούς. 7 και ου μη κλασθή άρτος εν πένθει αυτών εις παράκλησιν επί τεθνηκότι. τις η αδικία ημών. φωνήν νυμφίου και φωνήν νύμφης. οί ου δώσουσιν υμίν έλεος. ου ποτιούσιν αυτόν ποτήριον εις παράκλησιν επί πατρί και μητρί αυτού. 9 διότι τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ καταλύω εκ του τόπου τούτου ενώπιον των οφθαλμών υμών και εν ταις ημέραις υμών φωνήν χαράς και φωνήν ευφροσύνης. και τις η αμαρτία ημών. 15 αλλά ζη Κύριος. λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 3 ότι τάδε λέγει Κύριος περί των υιών και περί των θυγατέρων των γεννωμένων εν τω τόπω τούτω και περί των μητέρων αυτών των τετοκυιών αυτούς και περί των πατέρων αυτών των γεγεννηκότων αυτούς εν τη γη ταύτη· 4 εν θανάτω νοσερω αποθανούνται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ συ μη λάβης γυναίκα. 10 και έσται όταν αναγγείλης τω λαω τούτω άπαντα τα ρήματα ταύτα και είπωσι προς σε· διατί ελάλησε Κύριος εφ' ημάς πάντα τα κακά ταύτα. ην ημάρτομεν έναντι Κυρίου του Θεού ημών. 13 και απορρίψω υμάς από της γης ταύτης εις την γην. ην ουκ ήδειτε υμείς και οι πατέρες υμών.

εν γη αλμυρά. και ούτοι ουκ εισί θεοί. 7 και ευλογημένος ο άνθρωπος. 11 εφώνησε πέρδιξ. και κατασκηνώσει εν αλίμοις και εν ερήμω. και ουκ έστιν εν αυτοίς ωφέλημα. 18 και ανταποδώσω διπλάς τας κακίας αυτών και τας αμαρτίας αυτών. και αλιεύσουσιν αυτούς· και μετά ταύτα αποστελώ τους πολλούς θηρευτάς. και από Κυρίου αποστη η καρδία αυτού· 6 και έσται ως η αγριομυρίκη η εν τη ερήμω. συνήγαγεν α ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1530 . 16 ιδού εγώ αποστέλλω τους αλιείς τους πολλούς. 21 δια τούτο ιδού εγώ δηλώσω αυτοίς εν τω καιρω τούτω την χείρά μου και γνωριώ αυτοίς την δύναμίν μου. και έσται επ' αυτω στελέχη αλσώδη. και ουκ εκρύβη τα αδικήματα αυτών απέναντι των οφθαλμών μου. ου εξώσθησαν εκεί· και αποκαταστήσω αυτούς εις την γην αυτών. και επί ικμάδα βαλεί ρίζαν αυτού και ου φοβηθήσεται όταν έλθη καύμα. ος πέποιθεν επί τω Κυρίω και έσται Κύριος ελπίς αυτού· 8 και έσται ως ξύλον ευθηνούν παρ' ύδατα. ος την ελπίδα έχει επ' άνθρωπον και στηρίζει σάρκα βραχίονος αυτού επ' αυτόν. 17 ότι οι οφθαλμοί μου επί πάσας τας οδούς αυτών. 19 Κύριε. εν ενιαυτω αβροχίας ου φοβηθήσεται και ου διαλείψει ποιών καρπόν. και θηρεύσουσιν αυτούς επάνω παντός όρους και επάνω παντός βουνού και εκ των τρυμαλιών των πετρών. εφ' αις εβεβήλωσαν την γην μου εν τοις θνησιμαίοις των βδελυγμάτων αυτών και εν ταις ανομίαις αυτών. και άνθρωπός εστι· και τις γνώσεται αυτόν. ήτις ου κατοικείται. 10 εγώ Κύριος ετάζων καρδίας και δοκιμάζων νεφρούς του δούναι εκάστω κατά τας οδούς αυτού και κατά τους καρπούς των επιτηδευμάτων αυτού. ουκ όψεται όταν έλθη τα αγαθά. ην έδωκα τοις πατράσιν αυτών. λέγει Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ από γης βορρά και από πασών των χωρών. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 5 1 ΕΠΙΚΑΤΑΡΑΤΟΣ ο άνθρωπος. συ ισχύς μου και βοήθειά μου και καταφυγή μου εν ημέρα κακών· προς σε έθνη ήξουσιν απ' εσχάτου της γης και ερούσιν· ως ψευδή εκτήσαντο οι πατέρες ημών είδωλα. εν αις επλημμέλησαν την κληρονομίαν μου. 9 βαθεία η καρδία παρά πάντα. και γνώσονται ότι όνομά μοι Κύριος. 20 ει ποιήσει εαυτω άνθρωπος θεούς.

άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ. εν ημίσει ημερών αυτού εγκαταλείψουσιν αυτόν. 12 θρόνος δόξης υψωμένος. 17 μη γενηθής μοι εις αλλοτρίωσιν φειδόμενός μου εν ημέρα πονηρά. ελθέτω. και μη πτοηθείην εγώ· επάγαγε επ' αυτούς ημέραν πονηράν. 16 εγώ δε ουκ εκοπίασα κατακολουθών οπίσω σου και ημέραν ανθρώπου ουκ επεθύμησα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έτεκε· ποιών πλούτον αυτού ου μετά κρίσεως. τον Κύριον. 25 και εισελεύσονται δια των πυλών της πόλεως ταύτης βασιλείς και άρχοντες καθήμενοι επί θρόνου Δαυίδ και επιβεβηκότες εφ' άρμασι και ίπποις αυτών. συ επίστη· τα εκπορευόμενα δια των χειλέων μου προ προσώπου σου εστι. αφεστηκότες επί της γης γραφήτωσαν. και κατοικισθήσεται η πόλις αύτη εις τον αιώνα. 19 Τάδε λέγει Κύριος· βάδισον και στήθι εν ταις πύλαις υιών λαού σου. φέροντες αίνεσιν εις οίκον Κυρίου. αυτοί και οι άρχοντες αυτών. εν αις εισπορεύονται εν αυταίς βασιλείς Ιούδα και εν αις εκπορεύονται εν αυταίς. και μη καταισχυνθείην εγώ· πτοηθείησαν αυτοί. αγίασμα ημών. οι εισπορευόμενοι εν ταις πύλαις ταύταις· 21 τάδε λέγει Κύριος· φυλάσσεσθε τας ψυχάς υμών και μη αίρετε βαστάγματα εν τη ημέρα των σαββάτων και μη εκπορεύεσθε ταις πύλαις Ιερουσαλήμ 22 και μη εκφέρετε βαστάγματα εξ οικιών υμών εν τη ημέρα των σαββάτων και παν έργον ου ποιήσετε· αγιάσατε την ημέραν των σαββάτων. 18 καταισχυνθήτωσαν οι διώκοντές με. και σωθήσομαι· ότι καύχημά μου συ ει. ότι εγκατέλιπον πηγήν ζωής. και πάσα Ιουδαία και πάσα Ιερουσαλήμ. και ιαθήσομαι· σώσόν με. Κύριε. λέγει Κύριος. πάντες οι καταλιπόντες σε καταισχυνθήτωσαν. 14 ίασαί με. 24 και έσται εάν ακοή ακούσητέ μου. 26 και ήξουσιν εκ των πόλεων Ιούδα και κυκλόθεν Ιερουσαλήμ και εκ γης Βενιαμίν και εκ γης πεδινής και εκ του όρους και εκ της προς νότον φέροντες ολοκαυτώματα και θυσίας και θυμιάματα και μαναά και λίβανον. Κύριε. και επ' εσχάτων αυτού έσται άφρων. 27 και έσται εάν μη ακούσητέ μου του αγιάζειν την ημέραν των σαββάτων. δισσόν σύντριμμα σύντριψον αυτούς. και εν πάσαις ταις πύλαις Ιερουσαλήμ 20 και ερείς αυτοίς· ακούσατε τον λόγον Κυρίου. βασιλείς Ιούδα. του μη εισφέρειν βαστάγματα δια των πυλών της πόλεως ταύτης εν τη ημέρα των σαββάτων και αγιάζειν την ημέραν των σαββάτων του μη ποιείν παν έργον. του μη αίρειν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1531 . και ουκ ήκουσαν και ουκ έκλιναν το ους αυτών 23 και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών υπέρ τους πατέρας αυτών του μη ακούσαί μου και του μη δέξασθαι παιδείαν. 13 υπομονή Ισραήλ. 15 ιδού αυτοί λέγουσι προς με· που εστιν ο λόγος Κυρίου. καθώς ενετειλάμην τοις πατράσιν υμών.

11 και νυν ειπόν προς άνδρας Ιούδα και προς τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ· ιδού εγώ πλάσσω εφ' υμάς κακά και λογίζομαι εφ' υμάς λογισμόν· αποστραφήτω δη έκαστος από οδού αυτού της πονηράς. ό αυτός εποίει εν ταις χερσίν αυτού. και μετανοήσω περί των αγαθών. ων ελάλησα του ποιήσαι αυτοίς. 15 ότι επελάθοντό μου ο λαός μου. 14 μη εκλείψουσιν από πέτρας μαστοί ή χιών από του Λιβάνου. 1 7 πέρας λαλήσω επί έθνος ή επί βασιλείαν του εξάραι αυτούς και του απολλύειν. ων ελογισάμην του ποιήσαι αυτοίς. 9 και πέρας λαλήσω επί έθνος και βασιλείαν του ανοικοδομείσθαι και του καταφυτεύεσθαι. ιδού ως ο πηλός του κεραμέως υμείς εστε εν ταις χερσί μου. και ιδού αυτός εποίει έργον επί των λίθων· 4 και έπεσε το αγγείον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βαστάγματα και μη εισπορεύεσθαι ταις πύλαις Ιερουσαλήμ εν τη ημέρα των σαββάτων. και κατάβηθι εις οίκον του κεραμέως. εις κενόν εθυμίασαν· και ασθενήσουσιν εν ταις οδοίς αυτών σχοίνους αιωνίους του επιβήναι τρίβους ουκ έχοντας οδόν εις πορείαν 16 του τάξαι την γην αυτών εις αφανισμόν και σύριγμα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1532 . και εκεί ακούση τους λόγους μου. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 2 ανάστηθι. και μετανοήσω περί των κακών. και πάλιν αυτός εποίησεν αυτό αγγείον έτερον. 8 και επιστραφή το έθνος εκείνο από πάντων των κακών αυτών. 5 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 6 ει καθώς ο κεραμεύς ούτος ου δυνήσομαι του ποιήσαι υμάς. οίκος Ισραήλ. καθώς ήρεσεν ενώπιον αυτού του ποιήσαι. 3 και κατέβην εις τον οίκον του κεραμέως. 10 και ποιήσωσι τα πονηρά εναντίον μου του μη ακούειν της φωνής μου. και καλλίονα ποιήσατε τα επιτηδεύματα υμών. α εποίησε σφόδρα παρθένος Ισραήλ. και καταφάγεται άμφοδα Ιερουσαλήμ και ου σβεσθήσεται. ότι οπίσω των αποστροφών ημών πορευσόμεθα και έκαστος τα αρεστά της καρδίας αυτού της πονηράς ποιήσομεν. και ανάψω πυρ εν ταις πύλαις αυτής. 12 και είπαν· ανδριούμεθα. 13 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ερωτήσατε δη εν έθνεσι· τις ήκουσε τοιαύτα φρικτά. μη εκκλινή ύδωρ βιαίως ανέμω φερόμενον.

ότι ενεχείρησαν λόγον εις σύλληψίν μου. δείξω αυτοίς ημέραν απωλείας αυτών. 22 γενηθήτω κραυγή εν ταις οικίαις αυτών. 21 δια τούτο δος τους υιούς αυτών εις λιμόν και άθροισον αυτούς εις χείρας μαχαίρας· γενέσθωσαν αι γυναίκες αυτών άτεκνοι και χήραι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αιώνιον· πάντες οι διαπορευόμενοι δι' αυτής εκστήσονται και κινήσουσι την κεφαλήν αυτών. 18 Και είπαν· δεύτε και λογισώμεθα επί Ιερεμίαν λογισμόν. και ανάγνωθι εκεί πάντας τους λόγους τούτους. έγνως άπασαν την βουλήν αυτών επ' εμέ εις θάνατον· μη αθωώσης τας αδικίας αυτών. Κύριε. και τας αμαρτίας αυτών από προσώπου σου μη εξαλείψης· γενέσθω η ασθένεια αυτών εναντίον σου. 2 και εξελεύση εις το πολυάνδριον υιών των τέκνων αυτών. επάξεις επ' αυτούς ληστάς άφνω. 17 ως άνεμον καύσωνα διασπερώ αυτούς κατά πρόσωπον εχθρών αυτών. ό εστιν επί των προθύρων πύλης της Χαρσείθ. και εισάκουσον της φωνής του δικαιώματός μου. Κύριε. 23 και συ. ότι συνελάλησαν ρήματα κακά της ψυχής μου και την κόλασιν αυτών έκρυψάν μοι· μνήσθητι εστηκότος μου κατά πρόσωπόν σου του λαλήσαι υπέρ αυτών αγαθά. ότι ουκ απολείται νόμος από ιερέως και βουλή από συνετού και λόγος από προφήτου· δεύτε και πατάξωμεν αυτόν εν γλώσση και ακουσόμεθα πάντας τους λόγους αυτού. και οι άνδρες αυτών γενέσθωσαν ανηρημένοι θανάτω και οι νεανίσκοι αυτών πεπτωκότες μαχαίρα εν πολέμω. 3 και ερείς αυτοίς· ακούσατε τον λόγον Κυρίου. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΤΟΤΕ είπε Κύριος προς με· βάδισον και κτήσαι βίκον πεπλασμένον οστράκινον και άξεις από των πρεσβυτέρων του λαού και από των ιερέων. ους αν λαλήσω προς σε. και παγίδας έκρυψαν επ' εμέ. εν καιρω θυμού σου ποίησον εν αυτοίς. 20 ει ανταποδίδοται αντί αγαθών κακά. 19 εισάκουσόν μου. του αποστρέψαι τον θυμόν σου απ' αυτών. βασιλείς Ιούδα και άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ και οι εισπορευόμενοι εν ταις πύλαις ταύταις· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ επάγω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1533 .

και οι βασιλείς Ιούδα έπλησαν τον τόπον τούτον αιμάτων αθώων 5 και ωκοδόμησαν υψηλά τη Βάαλ του κατακαίειν τους υιούς αυτών εν πυρί. ου απέστειλεν αυτόν Κύριος εκεί του προφητεύσαι. ό ου δυνήσεται ιαθήναι έτι. και την πόλιν ταύτην. αλλ' ή Πολυάνδριον της σφαγής. και έκαστος τας σάρκας του πλησίον αυτού έδονται εν τη περιοχή και εν τη πολιορκία. 8 και τάξω την πόλιν ταύτην εις αφανισμόν και εις συριγμόν· πας ο παραπορευόμενος επ' αυτής σκυθρωπάσει και συριεί υπέρ πάσης της πληγής αυτής. . α ελάλησα επ' αυτήν.14 Και ήλθεν Ιερεμίας από της διαπτώσεως. και δώσω τους νεκρούς αυτών εις βρώσιν τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. ή πολιορκήσουσιν αυτούς οι εχθροί αυτών. λέγει Κύριος. ότι εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών του μη εισακούειν των εντολών μου. 7 και σφάξω την βουλήν Ιούδα και την βουλήν Ιερουσαλήμ εν τω τόπω τούτω και καταβαλώ αυτούς εν μαχαίρα εναντίον των εχθρών αυτών και εν χερσί των ζητούντων τας ψυχάς αυτών. ωστε παντός ακούοντος αυτά ηχήσει τα ώτα αυτού. καθώς συντρίβεται άγγος οστράκινον. 6 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. λέγει Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί τον τόπον τούτον κακά. 13 και οίκοι Ιερουσαλήμ και οίκοι βασιλέων Ιούδα έσονται καθώς ο τόπος ο διαπίπτων από των ακαθαρσιών αυτών εν πάσαις ταις οικίαις. 4 ανθ' ων εγκατέλιπόν με και απηλλοτρίωσαν τον τόπον τούτον και εθυμίασαν εν αυτω θεοίς αλλοτρίοις. τω τόπω τούτω και τοις κατοικούσιν εν αυτω του δοθήναι την πόλιν ταύτην ως την διαπίπτουσαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1534 . α ουκ ενετειλάμην ουδέ διενοήθην εν τη καρδία μου. 12 ούτως ποιήσω. και ου κληθήσεται τω τόπω τούτω έτι Διάπτωσις και Πολυάνδριον υιού Εννόμ. οίς ουκ ήδεισαν αυτοί και οι πατέρες αυτών. 10 και συντρίψεις τον βίκον κατ' οφθαλμούς των ανδρών των εκπορευομένων μετά σου 11 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ούτως συντρίψω τον λαόν τούτον. 9 και έδονται τας σάρκας των υιών αυτών και τας σάρκας των θυγατέρων αυτών. εν αις εθυμίασαν επί των δωμάτων αυτών πάση τη στρατιά του ουρανού και έσπεισαν σπονδάς θεοίς αλλοτρίοις. και έστη εν τη αυλή οίκου Κυρίου και είπε προς πάντα τον λαόν· 15 τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί την πόλιν ταύτην και επί πάσας τας πόλεις αυτής και επί τας κώμας αυτής άπαντα τα κακά.

συνίων νεφρούς και καρδίας. οίς επροφήτευσας αυτοίς ψευδή. 12 Κύριε. και πεσούνται εν μαχαίρα εχθρών αυτών. πάσαν ημέραν διετέλεσα μυκτηριζόμενος· 8 ότι πικρω λόγω μου γελάσομαι. 11 ο δε Κύριος μετ' εμού καθώς μαχητής ισχύων· δια τούτο εδίωξαν και νοήσαι ουκ ηδύναντο· ησχύνθησαν σφόδρα. ότι προς σε απεκάλυψα τα απολογήματά μου. και άξουσιν αυτούς εις Βαβυλώνα. και είπεν αυτω Ιερεμίας· ουχί Πασχώρ εκάλεσε Κύριος το όνομά σου. 2 και επάταξεν αυτόν και ενέβαλεν αυτόν εις τον καταρράκτην. αι δι' αιώνος ουκ επιλησθήσονται. εκράτησας και ηδυνάσθης· εγενόμην εις γέλωτα. 5 και δώσω την πάσαν ισχύν της πόλεως ταύτης και πάντας τους πόνους αυτής και πάντας τους θησαυρούς του βασιλέως Ιούδα εις χείρας εχθρών αυτού. . συ και πάντες οι φίλοι σου. ότι εγενήθη λόγος Κυρίου εις ονειδισμόν εμοί και εις χλευασμόν πάσαν ημέραν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ήκουσε Πασχώρ ο υιος Εμμήρ ο ιερεύς . 4 διότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ δίδωμί σε εις μετοικίαν συν πάσι τοις φίλοις σου. και παρείμαι πάντοθεν και ου δύναμαι φέρειν. ος ην εν οίκω Κυρίου. αλλ' ή Μέτοικον. ει απατηθήσεται και δυνησόμεθα αυτω και ληψόμεθα την εκδίκησιν ημών εξ αυτού. ίδοιμι την παρά σου εκδίκησιν εν αυτοίς. ότι ουκ ενόησαν ατιμίας αυτών. αθεσίαν και ταλαιπωρίαν επικαλέσομαι. και μετοικιούσιν αυτούς και κατακόψουσιν εν μαχαίραις. και εν Βαβυλώνι αποθανή και εκεί ταφήση. 9 και είπα· ου μη ονομάσω το όνομα Κυρίου και ου μη λαλήσω έτι επί τω ονόματι αυτού.13 Άσατε τω Κυρίω. δοκιμάζων δίκαια. και οι οφθαλμοί σου όψονται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1535 . 7 ‘Ηπάτησάς με. 3 και εξήγαγε Πασχώρ τον Ιερεμίαν εκ του καταρράκτου.και ούτος ην καθεσταμένος ηγούμενος οίκου Κυρίου . και σε και πάντα Ιούδαν δώσω εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. Κύριε. πάντες άνδρες φίλοι αυτού· τηρήσατε την επίνοιαν αυτού. και εγένετο ως πυρ καιόμενον φλέγον εν τοις οστέοις μου. 10 ότι ήκουσα ψόγον πολλών συναθροιζομένων κυκλόθεν· επισύστητε και επισυστώμεν αυτω. 6 και συ και πάντες οι κατοικούντες εν τω οίκω σου πορεύσεσθε εν αιχμαλωσία.του Ιερεμίου προφητεύοντος τους λόγους τούτους. και ηπατήθην. ος ην εν πύλη οίκου αποτεταγμένου του υπερώου.

και συνάξω αυτούς εις το μέσον της πόλεως ταύτης 5 και πολεμήσω εγώ υμάς εν χειρί εκτεταμένη και εν βραχίονι κραταιω μετά θυμού και οργής μεγάλης 6 και πατάξω πάντας τους κατοικούντας εν τη πόλει ταύτη. ας κατέστρεψε Κύριος εν θυμω και ου μετεμελήθη· ακουσάτω κραυγής τω πρωϊ και αλαλαγμού μεσημβρίας. 8 και προς τον λαόν τούτον ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ δέδωκα προ προσώπου υμών την οδόν της ζωής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1536 .δώσω τον Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα και τους παίδας αυτού και τον λαόν τον καταλειφθέντα εν τη πόλει ταύτη από του θανάτου και από του λιμού και από της μαχαίρας εις χείρας εχθρών αυτών των ζητούντων τας ψυχάς αυτών. εν ή έτεκέ με η μήτηρ μου. ότε απέστειλε προς αυτόν ο βασιλεύς Σεδεκίας τον Πασχώρ υιόν Μελχίου και Σοφονίαν υιόν Μαασαίου τον ιερέα λέγων· 2 επερώτησον περί ημών τον Κύριον. 3 και είπε προς αυτούς Ιερεμίας· ούτως ερείτε προς Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα· 4 τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ μεταστρέψω τα όπλα τα πολεμικά. ει ποιήσει Κύριος κατά πάντα τα θαυμάσια αυτού. ότι βασιλεύς Βαβυλώνος εφέστηκεν εφ' ημάς. εν οίς υμείς πολεμείτε εν αυτοίς προς τους Χαλδαίους τους συγκεκλεικότας υμάς έξωθεν του τείχους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αινέσατε αυτω. 15 επικατάρατος ο άνθρωπος ο ευαγγελισάμενος τω πατρί μου λέγων· ετέχθη σοι άρσην. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν. 17 ότι ουκ απέκτεινέ με εν μήτρα μητρός και εγένετό μοι η μήτηρ μου τάφος μου και η μήτρα συλλήψεως αιωνίας. μη έστω επευκτή. 18 ινατί τούτο εξήλθον εκ μήτρας του βλέπειν κόπους και πόνους. ευφραινόμενος. εν θανάτω μεγάλω. και αποθανούνται. και απελεύσεται αφ' ημών. και διετέλεσαν εν αισχύνη αι ημέραι μου. 16 έστω ο άνθρωπος εκείνος ως αι πόλεις. και κατακόψουσιν αυτούς εν στόματι μαχαίρας· ου φείσομαι επ' αυτοίς και ου μη οικτειρήσω αυτούς. . τους ανθρώπους και τα κτήνη. εν ή ετέχθην εν αυτη· η ημέρα.14 Επικατάρατος η ημέρα. ότι εξείλατο ψυχήν πένητος εκ χειρός πονηρευομένων. 7 και μετά ταύτα -ούτως λέγει Κύριος.

την πεδεινήν. λέγει Κύριος. αυτοί και οι παίδες αυτών. κατ' εμαυτού ώμοσα. και ο εκπορευόμενος προσχωρήσαι προς τους Χαλδαίους τους συγκεκλεικότας υμάς ζήσεται. και κατακαύσει αυτήν εν πυρί. και ζήσεται. 13 ιδού εγώ προς σε τον κατοικούντα την κοιλάδα Σόρ. ακούσατε λόγον Κυρίου· 12 οίκος Δαυίδ. 11 ο οίκος βασιλέως Ιούδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και την οδόν του θανάτου· 9 ο καθήμενος εν τη πόλει ταύτη αποθανείται εν μαχαίρα και εν λιμω. και έδεται πάντα τα κύκλω αυτής. ή τις εισελεύσεται προς το κατοικητήριον ημών. 4 διότι εάν ποιούντες ποιήσητε τον λόγον τούτον. πόλεις μη κατοικηθησομένας· 7 και επάξω επί σε ολοθρεύοντα άνδρα και τον πέλεκυν αυτού. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1537 . τους λέγοντας· τις πτοήσει ημάς. και ουκ έσται ο σβέσων. και ο λαός αυτών· 5 εάν δε μη ποιήσητε τους λόγους τούτους. ότι εις ερήμωσιν έσται ο οίκος ούτος. συ και ο οίκός σου και ο λαός σου και οι εισπορευόμενοι ταις πύλαις ταύταις· 3 τάδε λέγει Κύριος· ποιείτε κρίσιν και δικαιοσύνην και εξαιρείσθε διηρπασμένον εκ χειρός αδικούντος αυτόν και προσήλυτον και ορφανόν και χήραν μη καταδυναστεύετε και μη ασεβήτε και αίμα αθωον μη εκχέητε εν τω τόπω τούτω. και έσται η ψυχή αυτού εις σκύλα. αρχή του Λιβάνου. 14 και ανάψω πυρ εν τω δρυμω αυτής. και εισελεύσονται εν ταις πύλαις του οίκου τούτου βασιλείς καθήμενοι επί θρόνου Δαυίδ και επιβεβηκότες εφ' αρμάτων και ίππων. βασιλεύ Ιούδα ο καθήμενος επί θρόνου Δαυίδ. 6 ότι τάδε λέγει Κύριος κατά του οίκου βασιλέως Ιούδα· Γαλαάδ συ μοι. όπως μη αναφθή ως πυρ η οργή μου και καυθήσεται. εάν μη θώ σε εις έρημον. τάδε λέγει Κύριος· κρίνατε πρωϊ κρίμα και κατευθύνατε και εξέλεσθε διηρπασμένον εκ χειρός αδικούντος αυτόν. 10 διότι εστήρικα το πρόσωπόν μου επί την πόλιν ταύτην εις κακά και ουκ εις αγαθά· εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος παραδοθήσεται. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· πορεύου και κατάβηθι εις τον οίκον του βασιλέως Ιούδα και λαλήσεις εκεί τον λόγον τούτον 2 και ερείς· άκουε λόγον Κυρίου.

εις χείρας των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1538 . . ότι συ παροξύνη εν Άχαζ τω πατρί σου. 14 ωκοδόμησας σεαυτω οίκον σύμμετρον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκκόψουσι τας εκλεκτάς κέδρους σου και εμβαλούσιν εις το πυρ. ότι συνετρίβησαν πάντες οι ερασταί σου. εάν γενόμενος γένηται Ιεχονίας υιος Ιωακείμ βασιλεύς Ιούδα αποσφράγισμα επί της χειρός της δεξιάς μου. 19 ταφήν όνου ταφήσεται. 22 πάντας τους ποιμένας σου ποιμανεί άνεμος. ουδέ μη κλαύσονται αυτόν· οίμοι Κύριε. καταστενάξεις εν τω ελθείν σοι οδύνας ως τικτούσης. 8 και διελεύσονται έθνη δια της πόλεως ταύτης και ερεί έκαστος προς τον πλησίον αυτού· διατί εποίησε Κύριος ούτως τη πόλει ταύτη τη μεγάλη. ου μετώκισα αυτόν. ων συ ευλαβή από προσώπου αυτών. 12 αλλ' ή εν τω τόπω.13 Ω ο οικοδομών οικίαν αυτού ου μετά δικαιοσύνης και τα υπερωα αυτού ουκ εν κρίματι. αλλά εις την πλεονεξίαν σου και εις το αίμα το αθωον του εκχέειν αυτό και εις αδικήματα και εις φόνον του ποιείν αυτά. και είπας· ουκ ακούσομαι· αύτη η οδός σου εκ νεότητός σου. 18 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος επί Ιωακείμ υιόν Ιωσία βασιλέα Ιούδα· ουαί επί τον άνδρα τούτον· ου μη κόψονται αυτόν· ω αδελφέ. ουκ ήκουσας της φωνής μου. λέγει Κύριος. 21 ελάλησα προς σε εν τη παραπτώσει σου. ουδέ όψεται την γην πατρίδος αυτού. . 15 μη βασιλεύσης. 11 διότι τάδε λέγει Κύριος επί Σελλήμ υιόν Ιωσία τον βασιλεύοντα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού. 10 Μή κλαίετε τον τεθνηκότα μηδέ θρηνείτε αυτόν· κλαύσατε κλαυμω τον εκπορευόμενον. υπερωα ριπιστά διεσταλμένα θυρίσι και εξυλωμένα εν κέδρω και κεχρισμένα εν μίλτω. 23 κατοικούσα εν τω Λιβάνω. ος εξήλθεν εκ του τόπου τούτου· ουκ αναστρέψει εκεί έτι. 17 ιδού ουκ εισίν οι οφθαλμοί σου ουδέ η καρδία σου καλή. ουκ έκριναν κρίσιν ταπεινω ουδέ κρίσιν πένητος· ου τούτό εστι το μη γνώναί σε εμέ. ότι ουκ επιστρέψει έτι.20 Ανάβηθι εις τον Λίβανον και κράξον και εις την Βασάν δος την φωνήν σου και βόησον εις το πέραν της θαλάσσης. παρά τω πλησίον αυτού εργάται δωρεάν και τον μισθόν αυτού ου μη αποδώσει αυτω. ου φάγονται και ου πίονται· βέλτιον ην σε ποιείν κρίμα και δικαιοσύνην. εκείθεν εκσπάσω σε 25 και παραδώσω σε εις χείρας των ζητούντων την ψυχήν σου. εκεί αποθανείται και την γην ταύτην ουκ όψεται έτι. 24 ζω εγώ. λέγει Κύριος. 16 ουκ έγνωσαν. εννοσσεύουσα εν ταις κέδροις. και οι ερασταί σου εν αιχμαλωσία εξελεύσονται· ότι τότε αισχυνθήση και ατιμωθήση από πάντων των φιλούντων σε. συμψηθείς ριφήσεται επέκεινα της πύλης Ιερουσαλήμ. 9 και ερούσιν· ανθ' ων εγκατέλιπον την διαθήκην Κυρίου Θεού αυτών και προσεκύνησαν θεοίς αλλοτρίοις και εδούλευσαν αυτοίς.

ου έξωσα αυτούς εκεί. 5 ιδού ημέραι έρχονται. 6 εν ταις ημέραις αυτού σωθήσεται Ιούδας. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 Ω οι ποιμένες οι διασκορπίζοντες και απολλύοντες τα πρόβατα της νομής μου. ην αυτοί εύχονται ταις ψυχαίς αυτών. και τούτο το όνομα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Χαλδαίων· 26 και απορρίψω σε και την μητέρα σου την τεκούσάν σε εις γην. και εγένετο ο δρόμος αυτών πονηρός και η ισχύς αυτών ουχ ούτως. και Ισραήλ κατασκηνώσει πεποιθώς. 10 ότι από προσώπου τούτων επένθησεν η γη. λέγει Κύριος. 27 εις δε την γην. εξηράνθησαν αι νομαί της ερήμου. ότι εξερρίφη και εξεβλήθη εις γην. οί ποιμανούσιν αυτούς. και αυξηθήσονται και πληθυνθήσονται· 4 και αναστήσω αυτοίς ποιμένας. και αναστήσω τω Δαυίδ ανατολήν δικαίαν. ό καλέσει αυτόν Κύριος Ιωσεδέκ. και ου φοβηθήσονται έτι ουδέ πτοηθήσονται. και εκεί αποθανείσθε. ιδού εγώ εκδικώ εφ' υμάς κατά τα πονηρά επιτηδεύματα υμών· 3 και εγώ εισδέξομαι τους καταλοίπους του λαού μου επί πάσης της γης. ότι ου μη αυξηθή εκ του σπέρματος αυτού ανήρ καθήμενος επί θρόνου Δαυίδ άρχων έτι εν τω Ιούδα. ην ουκ ήδει. ου ουκ έστι χρεία αυτού. 9 Εν τοις προφήταις συνετρίβη η καρδία μου. εν εμοί εσαλεύθη πάντα τα οστά μου. και βασιλεύσει βασιλεύς και συνήσει και ποιήσει κρίμα και δικαιοσύνην επί της γης. 29 γη γη ακουε λόγον Κυρίου· 30 γράψον τον άνδρα τούτον εκκήρυκτον άνθρωπον. εγενήθην ως ανήρ συντετριμμένος και ως άνθρωπος συνεχόμενος από οίνου από προσώπου Κυρίου και από προσώπου ευπρεπείας δόξης αυτού. ου ουκ ετέχθης εκεί. ου μη αποστρέψωσιν. 2 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος επί τους ποιμαίνοντας τον λαόν μου· υμείς διεσκορπίσατε τα πρόβατά μου και εξώσατε αυτά και ουκ επεσκέψασθε αυτά. 11 ότι ιερεύς και προφήτης εμολύνθησαν και εν τω οίκω μου είδον πονηρίας αυτών. και υποσκελισθήσονται και πεσούνται εν αυτη· διότι επάξω επ' αυτούς κακά εν ενιαυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1539 . και καταστήσω αυτούς εις την νομήν αυτών. 12 δια τούτο γενέσθω η οδός αυτών αυτοίς εις ολίσθημα εν γνόφω. λέγει Κύριος. 28 ητιμώθη Ιεχονίας ως σκεύος.

24 ει κρυβήσεταί τις εν κρυφαίοις. διηγησάσθω το ενύπνιον αυτού. ότι ματαιούσιν εαυτοίς όρασιν. μη ουχί τον ουρανόν και την γην εγώ πληρώ. και εγώ ουκ όψομαι αυτόν. και τον λαόν μου αν απέστρεφον αυτούς από των πονηρών επιτηδευμάτων αυτών. τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1540 . ούτως οι λόγοι μου. και εν ω ο λόγος μου προς αυτόν. 15 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ ψωμιώ αυτούς οδύνην και ποτιώ αυτούς ύδωρ πικρόν. τι το άχυρον προς τον σίτον. 13 και εν τοις προφήταις Σαμαρείας είδον ανομήματα· επροφήτευσαν δια της Βάαλ και επλάνησαν τον λαόν μου Ισραήλ. 25 ήκουσα α λαλούσιν οι προφήται. και ως πέλυξ κόπτων πέτραν. 27 των λογιζομένων του επιλαθέσθαι του νόμου μου εν τοις ενυπνίοις αυτών. α διηγούντο έκαστος τω πλησίον αυτού. 19 ιδού σεισμός παρά Κυρίου και οργή εκπορεύεται εις συσσεισμόν. εν ω το ενύπνιόν εστι. 16 ούτως λέγει Κύριος παντοκράτωρ· μη ακούετε τους λόγους των προφητών. από καρδίας αυτών λαλούσι και ουκ από στόματος Κυρίου. 14 και εν τοις προφήταις Ιερουσαλήμ εώρακα φρικτά. διηγησάσθω τον λόγον μου επ' αληθείας. 28 ο προφήτης. και ουχί Θεός πόρρωθεν. 22 και ει έστησαν εν τη υποστάσει μου και ει ήκουσαν των λόγων μου. καθάπερ επελάθοντο οι πατέρες αυτών του ονόματός μου εν τη Βάαλ. συστρεφομένη επί τους ασεβείς ήξει. και αυτοί έτρεχον· ουδέ ελάλησα προς αυτούς. λέγει Κύριος ο Θεός. 18 ότι τις έστη εν υποστήματι Κυρίου και είδε τον λόγον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επισκέψεως αυτών. και αυτοί επροφήτευον. 23 Θεός εγγίζων εγώ ειμι. φησί Κύριος. παντί τω πορευομένω πλάνη καρδίας αυτού είπαν· ουχ ήξει επί σε κακά. έως αν ποιήση αυτό και έως αν στήση αυτό από εγχειρήματος καρδίας αυτού· επ' εσχάτου των ημερών νοήσουσιν αυτά. λέγει Κύριος. 17 λέγουσι τοις απωθουμένοις τον λόγον Κυρίου· ειρήνη έσται υμίν· και πάσι τοις πορευομένοις τοις θελήμασιν αυτών. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. 30 ιδού εγώ δια τούτο προς τους προφήτας. 26 έως πότε έσται εν καρδία των προφητών των προφητευόντων ψευδή και εν τω προφητεύειν αυτούς τα θελήματα της καρδίας αυτών. 20 και ουκ έτι αποστρέψει ο θυμός Κυρίου. 29 ουκ ιδού οι λόγοι μου ωσπερ πυρ φλέγον. λέγει Κύριος. 21 ουκ απέστελλον τους προφήτας. ότι από των προφητών Ιερουσαλήμ εξήλθε μολυσμός πάση τη γη. μοιχωμένους και πορευομένους εν ψεύδεσι και αντιλαμβανομένους χειρών πονηρών του μη αποστραφήναι έκαστον από της οδού αυτού της πονηράς· εγενήθησάν μοι πάντες ως Σόδομα και οι κατοικούντες αυτήν ωσπερ Γόμορρα. α προφητεύουσιν επί τω ονόματί μου ψευδή λέγοντες· ηνυπνιασάμην ενύπνιον. τις ηνωτίσατο και ήκουσεν.

ος συνήγαγε παν το σπέρμα Ισραήλ από γης βορρά και από πασών των χωρών. λέγει Κύριος. και ουκ ερούσιν έτι· ζη Κύριος. ην έδωκα υμίν και τοις πατράσιν υμών. 32 ιδού εγώ προς τους προφήτας τους προφητεύοντας ενύπνια ψευδή και διηγούντο αυτά και επλάνησαν τον λαόν μου εν τοις ψεύδεσιν αυτών και εν τοις πλάνοις αυτών και εγώ ουκ απέστειλα αυτούς και ουκ ενετειλάμην αυτοίς και ωφέλειαν ουκ ωφελήσουσι τον λαόν τούτον. 40 και δώσω εφ' υμάς ονειδισμόν αιώνιον και ατιμίαν αιώνιον. ότι το λήμμα τω ανθρώπω έσται ο λόγος αυτού· 37 και διατί ελάλησε Κύριος ο Θεός ημών. 34 ο προφήτης και οι ιερείς και ο λαός. . 38 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός ημών· ανθ' ων είπατε τον λόγον τούτον· λήμμα Κυρίου. και απέστειλα προς υμάς λέγων· ουκ ερείτε· λήμμα Κυρίου. και τι ελάλησε Κύριος. και αποκατέστησεν αυτούς εις την γην αυτών. 39 δια τούτο ιδού εγώ λαμβάνω και ράσσω υμάς και την πόλιν. λέγει Κύριος. ος ανήγαγε τον οίκον Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. οί αν είπωσι· λήμμα Κυρίου. και εκδικήσω τον άνθρωπον εκείνον και τον οίκον αυτού. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΕΔΕΙΞΕ μοι Κύριος δύο καλάθους σύκων κειμένους κατά πρόσωπον ναού Κυρίου μετά το αποικίσαι Ναβουχοδονόσορ βασιλέα Βαβυλώνος τον Ιεχονίαν υιόν Ιωακείμ βασιλέα Ιούδα και τους άρχοντας και τους τεχνίτας και τους δεσμώτας και τους πλουσίους εξ Ιερουσαλήμ και ήγαγεν αυτούς εις Βαβυλώνα· 2 ο κάλαθος ο εις σύκων χρηστών σφόδρα. 8 αλλά· ζη Κύριος.7 Δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. 33 και εάν ερωτήσωσί σε ο λαός ούτος ή ιερεύς ή προφήτης λέγων· τι το λήμμα Κυρίου. 35 ότι ούτως ερείτε έκαστος προς τον πλησίον αυτού και έκαστος προς τον αδελφόν αυτού· τι απεκρίθη Κύριος. 31 ιδού εγώ προς τους προφήτας τους εκβάλλοντας προφητείας γλώσσης και νυστάζοντας νυσταγμόν εαυτών. και ερείς αυτοίς· υμείς εστε το λήμμα και ράξω υμάς. 36 και λήμμα Κυρίου μη ονομάζετε έτι. ως τα σύκα τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1541 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κλέπτοντας τους λόγους μου έκαστον παρά του πλησίον αυτού. ου έξωσεν αυτούς εκεί. ήτις ουκ επιλησθήσεται.

9 και δώσω αυτούς εις διασκορπισμόν εις πάσας τας βασιλείας της γης. και έσονταί μοι εις λαόν. 10 και αποστελώ εις αυτούς τον λιμόν και τον θάνατον και την μάχαιραν. ους εξαπέσταλκα εκ του τόπου τούτου εις γην Χαλδαίων εις αγαθά. α ου βρωθήσονται από πονηρίας αυτών. ότι επιστραφήσονται επ' εμέ εξ όλης της καρδίας αυτών. 8 και ως τα σύκα τα πονηρά. και στηριώ τους οφθαλμούς μου επ' αυτούς εις αγαθά και αποκαταστήσω αυτούς εις την γην ταύτην εις αγαθά και ανοικοδομήσω αυτούς και ου μη καθελώ και καταφυτεύσω αυτούς και ου μη εκτίλω. Ιερεμία. και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν. ούτως παραδώσω τον Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα και τους μεγιστάνας αυτού και το κατάλοιπον Ιερουσαλήμ τους υπολελειμμένους εν τη γη ταύτη και τους κατοικούντας εν Αιγύπτω. ης έδωκα αυτοίς. 2 ον ελάλησε προς πάντα τον λαόν Ιούδα και προς τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ λέγων· 3 εν τω τρισκαιδεκάτω έτει Ιωσία υιού Αμώς βασιλέως Ιούδα και έως της ημέρας ταύτης είκοσι και τρία έτη και ελάλησα προς υμάς ορθρίζων και λέγων 4 και απέστελλον προς υμάς τους δούλους μου τους προφήτας. και έσονται εις ονειδισμόν και εις παραβολήν και εις μίσος και εις κατάραν εν παντί τόπω. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν επί πάντα τον λαόν Ιούδα εν τω έτει τω τετάρτω του Ιωακείμ υιού Ιωσία βασιλέως Ιούδα. έως αν εκλείπωσιν από της γης. 4 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 5 τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ως τα σύκα τα χρηστά ταύτα. και τα πονηρά πονηρά λίαν. ότι εγώ ειμι Κύριος. ούτως επιγνώσομαι τους αποικισθέντας Ιούδα. ου έξωσα αυτούς εκεί. και είπα· σύκα· τα χρηστά χρηστά λίαν. και ουκ εισηκούσατε και ου προσέσχετε τοις ωσίν υμών. και ο κάλαθος ο έτερος σύκων πονηρών σφόδρα. τάδε λέγει Κύριος. 3 και είπε Κύριος προς με· τι συ οράς. α ου βρωθήσεται από πονηρίας αυτών. 7 και δώσω αυτοίς καρδίαν του ειδέναι αυτούς εμέ. 5 λέγων· αποστράφητε έκαστος από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1542 . όρθρου αποστέλλων. α ου βρωθήσεται από πονηρίας αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρώϊμα.

ους ελάλησα κατ' αυτής. Α επροφήτευσεν Ιερεμίας επί τα έθνη. οι εξωσμένοι Αιλάμ. αρχή δυναστείας αυτών. . απ' αιώνος και έως αιώνος. . 6 μη πορεύεσθε οπίσω θεών αλλοτρίων του δουλεύειν αυτοίς. (Μασ. 12 και εν τω πληρωθήναι τα εβδομήκοντα έτη. και δουλεύσουσιν εν τοις έθνεσιν εβδομήκοντα έτη. φωνήν νυμφίου και φωνήν νύμφης. ΜΘ 34 ). λέγει Κύριος. και του προσκυνείν αυτοίς. 17 και θήσω τον θρόνον μου εν Αιλάμ και εξαποστελώ εκείθεν βασιλέα και μεγιστάνας. 18 και έσται επ' εσχάτου των ημερών και αποστρέψω την αιχμαλωσίαν Αιλάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της οδού αυτού της πονηράς και από των πονηρών επιτηδευμάτων υμών. πάντα τα γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω. και ουκ έσται έθνος. 14 Τα Αιλάμ. 11 και έσται πάσα η γη εις αφανισμόν. 9 ιδού εγώ αποστέλλω και λήψομαι την πατριάν από βορρά και άξω αυτούς επί την γην ταύτην και επί τους κατοικούντας αυτήν και επί πάντα τα έθνη τα κύκλω αυτής και εξερημώσω αυτούς και δώσω αυτούς εις αφανισμόν και εις συριγμόν και εις ονειδισμόν αιώνιον· 10 και απολώ απ' αυτών φωνήν χαράς και φωνήν ευφροσύνης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1543 . εκδικήσω το έθνος εκείνο. ό ουχ ήξει εκεί. 15 και επάξω επί Αιλάμ τέσσαρας ανέμους εκ των τεσσάρων άκρων του ουρανού και διασπερώ αυτούς εν πάσι τοις ανέμοις τούτοις. και θήσομαι αυτούς εις αφανισμόν αιώνιον· 13 και επάξω επί την γην εκείνην πάντας τους λόγους μου.Εν αρχή βασιλεύοντος Σεδεκίου βασιλέως εγένετο ο λόγος ούτος περί Αιλάμ. οσμήν μύρου και φως λύχνου. φησί Κύριος. 8 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· επειδή ουκ επιστεύσατε τοις λόγοις μου. όπως μη παροργίζητέ με εν τοις έργοις των χειρών υμών του κακώσαι υμάς· 7 και ουκ ηκούσατέ μου. ης έδωκα υμίν και τοις πατράσιν υμών. και κατοικήσετε επί της γης.Τάδε λέγει Κύριος· συνετρίβη το τόξον Αιλάμ. 16 και πτοήσω αυτούς εναντίον των εχθρών αυτών των ζητούντων την ψυχήν αυτών και επάξω επ' αυτούς κακά κατά την οργήν του θυμού μου και επαποστελώ οπίσω αυτών την μάχαιράν μου έως του εξαναλώσαι αυτούς.

7 τις ούτος ως ποταμός αναβήσεται και ως ποταμοί κυμαίνουσιν ύδωρ. είπατε· επίστηθι και ετοίμασον. και κατάστητε εν ταις περικεφαλαίαις υμών· προβάλετε τα δόρατα και ενδύσασθε τους θώρακας υμών. ότι μαχητής προς μαχητήν ησθένησαν. ανάβητε. οι ιππείς. παρασκευάσατε τα άρματα. και της κραυγής σου επλήσθη η γη. ότι Κύριος παρέλυσεν αυτόν. ωφέλεια ουκ έστιν εν σοί. εξέλθατε. επί το αυτό έπεσαν αμφότεροι. ον επάταξε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος. 6 μη φευγέτω ο κούφος. ότι κατέφαγε μάχαιρα την σμίλακά σου. 12 ήκουσαν έθνη φωνήν σου. 10 και η ημέρα εκείνη Κυρίω τω Θεω ημών ημέρα εκδικήσεως του εκδικήσαι τους εχθρούς αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ (Μασ. 13 Α ελάλησε Κύριος εν χειρί Ιερεμίου του ελθείν Ναβουχοδονόσορ τον βασιλέα Βαβυλώνος του κόψαι γην Αιγύπτου. λέγει Κύριος. 14 Αναγγείλατε εις Μάγδωλον και παραγγείλατε εις Μέμφιν. 9 επίβητε επί τους ίππους. 15 διατί έφυγεν από σου ο Άπις. 5 τι ότι αυτοί πτοούνται και αποχωρούσιν εις τα οπίσω. και καταφάγεται η μάχαιρα Κυρίου και εμπλησθήσεται και μεθυσθήσεται από του αίματος αυτών. επίβητε. ος ην επί τω ποταμω Ευφράτη εν Χαρχαμείς. και έκαστος προς τον πλησίον αυτού ελάλει· αναστώμεν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1544 . εν τω έτει τω τετάρτω Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα. εντείνατε τόξον. ΜΣΤ) 2 1 Τ… Αιγύπτω επί δύναμιν Φαραώ Νεχαώ βασιλέως Αιγύπτου. διότι οι ισχυροί αυτών κοπήσονται. φυγή έφυγον και ουκ ανέστρεψαν περιεχόμενοι κυκλόθεν. 16 και το πλήθός σου ησθένησε και έπεσε. ότι θυσία τω Κυρίω σαβαώθ από γης βορρά επί ποταμω Ευφράτη. ο μόσχος ο εκλεκτός σου ουκ έμεινεν. και μη ανασωζέσθω ο ισχυρός· επί βορράν τα παρά τον Ευφράτην ησθένησαν. 1 11 ανάβηθι Γαλαάδ και λάβε ρητίνην τη παρθένω θυγατρί Αιγύπτου· εις κενόν επλήθυνας ιάματά σου. 8 ύδατα Αιγύπτου ωσεί ποταμός αναβήσεται και είπεν· αναβήσομαι και κατακαλύψω την γην και απολώ τους κατοικούντας εν αυτη. οι μαχηταί Αιθιόπων και Λίβυες καθωπλισμένοι όπλοις· και Λυδοί. 3 Αναλάβετε όπλα και ασπίδας και προσαγάγετε εις πόλεμον· 4 επισάξατε τους ίππους. πεπτώκασι.

παρεδόθη εις χείρας λαού από βορρά. 25 ιδού εγώ εκδικώ τον Αμμών τον υιόν αυτής επί Φαραώ και επί τους πεποιθότας επ' αυτω. 22 φωνή ως όφεως συρίζοντος. 21 και οι μισθωτοί αυτής εν αυτη ωσπερ μόσχοι σιτευτοί τρεφόμενοι εν αυτη. 23 εκκόψουσι τον δρυμόν αυτής. 28 μη φοβού. 2 Αναγγείλατε εν τοις έθνεσι και ακουστά ποιήσατε και μη κρύψητε. Σαών. ότι εν άμμω πορεύονται· εν αξίναις ήξουσιν επ' αυτήν ως κόπτοντες ξύλα. λέγει Κύριος ο Θεός. παις μου Ιακώβ. 18 ζω εγώ. ότι ως το Ιταβύριον εν τοις όρεσι και ως ο Κάρμηλος εν τη θαλάσση ήξει.Εμωήδ. ότι ου μη εικασθή. εις ους έξωσά σε εκεί. είπατε· εάλωκε Βαβυλών. 17 καλέσατε το όνομα Φαραώ Νεχαώ βασιλέως Αιγύπτου. κατοικούσα θύγατερ Αιγύπτου. ουκ έστησαν. Ισραήλ· διότι εγώ ιδού σώζων σε μακρόθεν και το σπέρμα σου εκ της αιχμαλωσίας αυτών. Ν) 1 ΛΟΓΟΣ Κυρίου ον ελάλησεν επί Βαβυλώνα.Εσβί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναστρέψωμεν προς τον λαόν ημών εις την πατρίδα ημών από προσώπου μαχαίρας Ελληνικής. μηδέ πτοηθής. και αναστρέψει Ιακώβ και ησυχάσει και υπνώσει. κατησχύνθη Βήλος η απτόητος. ότι πληθύνει υπέρ ακρίδα και ουκ έστιν αυτοίς αριθμός. απόσπασμα από βορρά ήλθεν επ' αυτήν. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ (Μασ. ότι ημέρα απωλείας ήλθεν επ' αυτούς και καιρός εκδικήσεως αυτών. και ουκ έσται ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1545 . διότι και αυτοί απεστράφησαν και έφυγον ομοθυμαδόν. 3 ότι ανέβη επ' αυτήν έθνος από βορρά· ούτος θήσει την γην αυτής εις αφανισμόν. δούλός μου Ιακώβ. 19 σκεύη αποικισμού ποίησον σεαυτη. λέγει Κύριος ο Θεός. ότι μετά σου εγώ ειμι· η απτόητος και τρυφερά παρεδόθη· ότι ποιήσω έθνει συντέλειαν εν παντί έθνει. και ουκ έσται ο παρενοχλών αυτόν. λέγει Κύριος. 24 κατησχύνθη η θυγάτηρ Αιγύπτου. ότι Μέμφις εις αφανισμόν έσται και κληθήσεται ουαί δια το μη υπάρχειν κατοικούντας εν αυτη. 27 συ δε μη φοβηθής. 20 δάμαλις κεκαλλωπισμένη Αίγυπτος. η τρυφερά παρεδόθη Μαρωδάχ. σε δε ου μη ποιήσω εκλιπείν· και παιδεύσω σε εις κρίμα και αθωον ουκ αθωώσω σε.

19 και αποκαταστήσω τον Ισραήλ εις την νομήν αυτού. ώδε γαρ το πρόσωπον αυτών δώσουσι· και ήξουσι και καταφεύξονται προς Κύριον τον Θεόν. και παρατάξονται αυτη· εκείθεν αλώσεται. 9 ότι ιδού εγώ εγείρω επί Βαβυλώνα συναγωγάς εθνών εκ γης βορρά. κατέχοντα δρέπανον εν καιρω θερισμού· από προσώπου μαχαίρας Ελληνικής έκαστος εις τον λαόν αυτού αποστρέψουσι και έκαστος εις την γην αυτού φεύξεται. και έσται εις αφανισμόν πάσα. 16 εξολοθρεύσασθε σπέρμα εκ Βαβυλώνος. 5 έως Σιών ερωτήσουσι την οδόν. ότι εκδίκησις παρά Θεού εστιν· εκδικείτε επ' αυτήν· καθώς εποίησε. 4 εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρω εκείνω ήξουσιν οι υιοί Ισραήλ. ποιήσατε αυτη. 14 παρατάξασθε επί Βαβυλώνα κύκλω. 15 κατακρατήσατε αυτήν· παρελύθησαν αι χείρες αυτής. 7 πάντες οι ευρίσκοντες αυτούς ανήλισκον αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατοικών εν αυτη από ανθρώπου και έως κτήνους. λέοντες έξωσαν αυτόν· ο πρώτος έφαγεν αυτόν βασιλεύς Ασσούρ και ούτος ύστερον τα οστά αυτού βασιλεύς Βαβυλώνος. οι εχθροί αυτών είπαν· μη ανώμεν αυτούς· ανθ' ων ήμαρτον τω Κυρίω νομή δικαιοσύνης τω συναγαγόντι τους πατέρας αυτών. επί τα όρη απεπλάνησαν αυτούς. πάντες τείνοντες τόξον· τοξεύσατε επ' αυτήν. ενετράπη η τεκούσα υμάς μήτηρ επ' αγαθά εσχάτη εθνών έρημος. αυτοί και οι υιοί Ιούδα επί το αυτό· βαδίζοντες και κλαίοντες πορεύσονται τον Κύριον Θεόν αυτών ζητούντες. διαθήκη γαρ αιώνιος ουκ επιλησθήσεται. επελάθοντο κοίτης αυτών. 8 απαλλοτριώθητε εκ μέσου Βαβυλώνος και από γης Χαλδαίων και εξέλθατε και γένεσθε ωσπερ δράκοντες κατά πρόσωπον προβάτων. 10 και έσται η Χαλδαία εις προνομήν. 6 πρόβατα απολωλότα εγενήθη ο λαός μου. 11 ότι ηυφραίνεσθε και κατεκαυχάσθε διαρπάζοντες την κληρονομίαν μου. οι ποιμένες αυτών έξωσαν αυτούς. 18 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εκδικώ επί τον βασιλέα Βαβυλώνος και επί την γην αυτού. πάντες οι προνομεύοντες αυτήν εμπλησθήσονται. και νεμήσεται εν τω Καρμήλω και εν όρει Εφραίμ και εν τω Γαλαάδ και πλησθήσεται η ψυχή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1546 . εξ όρους επί βουνόν ώχοντο. έπεσαν αι επάλξεις αυτής και κατεσκάφη το τείχος αυτής. 12 ησχύνθη η μήτηρ υμών σφόδρα. 17 Πρόβατον πλανώμενον Ισραήλ. μη φείσησθε επί τοις τοξεύμασιν υμών. διότι εσκιρτάτε ως βοϊδια εν βοτάνη και εκερατίζετε ως ταύροι. 13 από οργής Κυρίου ου κατοικηθήσεται. και πας ο διοδεύων δια Βαβυλώνος σκυθρωπάσει και συριούσιν επί πάσαν την πληγήν αυτής. καθώς εξεδίκησα επί τον βασιλέα Ασσούρ. ως βολίς μαχητού συνετού ουκ επιστρέψει κενή.

ανοίξατε τας αποθήκας αυτής. ότι ίλεως έσομαι τοις υπολελειμμένοις επί της γης. και ουδείς έσται ο ανιστών αυτήν· και ανάψω πυρ εν τω δρυμω αυτής. και τας αμαρτίας Ιούδα. 25 ήνοιξε Κύριος τον θησαυρόν αυτού και εξήνεγκε τα σκεύη οργής αυτού. είπε Κύριος. 28 φωνή φευγόντων και ανασωζομένων εκ γης Βαβυλώνος του αναγγείλαι εις Σιών την εκδίκησιν παρά Κυρίου Θεού ημών. παντί εντείνοντι τόξον· παρεμβάλλετε επ' αυτήν κυκλόθεν. μάχαιρα. 29 παραγγείλατε επί Βαβυλώνα πολλοίς. .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. 23 Πως εκλάσθη και συνετρίβη η σφύρα πάσης της γης. και παραλυθήσονται· μάχαιραν επί τους ίππους αυτών και επί τα άρματα αυτών· 37 μάχαιραν επί τους μαχητάς αυτών και επί τον σύμμεικτον τον εν μέσω αυτής. ότι ήκει η ημέρα αυτών και καιρός εκδικήσεως αυτών. ποιήσατε αυτη. και καταφάγεται πάντα τα κύκλω αυτής. ότι προς Κύριον αντέστη Θεόν άγιον του Ισραήλ. λέγει Κύριος. Πως εγενήθη εις αφανισμόν Βαβυλών εν έθνεσιν. 20 εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρω εκείνω ζητήσουσι την αδικίαν Ισραήλ. ότι έργον τω Κυρίω Θεω εν γη Χαλδαίων. 26 ότι εληλύθασιν οι καιροί αυτής. ότι ήκει η ημέρα σου και ο καιρός εκδικήσεώς σου· 32 και ασθενήσει η ύβρις σου και πεσείται. όσα εντέλλομαί σοι. 33 Τάδε λέγει Κύριος· καταδεδυνάστευνται οι υιοί Ισραήλ και οι υιοί Ιούδα άμα. και ου γνώση· ευρέθης και ελήφθης. ότι ουκ ηθέλησαν εξαποστείλαι αυτούς. λέγει Κύριος. 30 δια τούτο πεσούνται οι νεανίσκοι αυτής εν ταις πλατείαις αυτής. κατά πάντα. 24 επιθήσονταί σοι. όπως εξάρη την γην. και καταβήτωσαν εις σφαγήν· ουαί αυτοίς. μη έστω αυτοίς ανασωζόμενος· ανταπόδοτε αυτη κατά τα έργα αυτής. και ποίει κατά πάντα. μη γενέσθω αυτής κατάλειμμα. 35 μάχαιραν επί τους Χαλδαίους και επί τους κατοικούντας Βαβυλώνα και επί τους μεγιστάνας αυτής και επί τους συνετούς αυτής· 36 μάχαιραν επί τους μαχητάς αυτής. όσα εποίησε. 22 φωνή πολέμου και συντριβή μεγάλη εν γη Χαλδαίων. και ουχ υπάρξει. λέγει Κύριος. πάντες οι αιχμαλωτεύσαντες αυτούς κατεδυνάστευσαν αυτούς. ερευνήσατε αυτήν ως σπήλαιον και εξολοθρεύσατε αυτήν. ω Βαβυλών. και πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί αυτής ριφήσονται. και παροξυνεί τοις κατοικούσι Βαβυλώνα. 27 αναξηράνατε αυτής πάντας τους καρπούς. Κύριος παντοκράτωρ όνομα αυτω· κρίσιν κρινεί προς τους αντιδίκους αυτού. και αλώση. και έσονται ωσεί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1547 . και ου μη ευρεθώσιν. και αφάνισον. ότι τω Κυρίω αντέστης. 31 ιδού εγώ επί σε την υβρίστριαν.21 Πικρώς επίβηθι επ' αυτήν και επί τους κατοικούντας επ' αυτήν· εκδίκησον. 34 και ο λυτρούμενος αυτούς ισχυρός.

και κραυγή εν έθνεσιν ακουσθήσεται. 41 ιδού λαός έρχεται από βορρά. 43 ήκουσε βασιλεύς Βαβυλώνος την ακοήν αυτών. εις πόλεμον προς σε. και μη φείσησθε επί τους νεανίσκους αυτής και αφανίσατε πάσαν την δύναμιν αυτής· 4 και πεσούνται τραυματίαι εν γη Χαλδαίων και κατακεκεντημένοι έξωθεν αυτής. 44 ιδού ωσπερ λέων αναβήσεται από του Ιορδάνου εις τόπον Αιθάμ. εάν μη αφανισθή νομή απ' αυτών. και παρελύθησαν αι χείρες αυτού· θλίψις κατεκράτησεν αυτού. 39 δια τούτο κατοικήσουσιν ινδάλματα εν ταις νήσοις. ου κατεκαυχώντο. 3 τεινέτω ο τείνων το τόξον αυτού και περιθέσθω ω εστιν όπλα αυτω. είπε Κύριος. 45 δια τούτο ακούσατε την βουλήν Κυρίου. ος στήσεται κατά πρόσωπόν μου. ους ελογίσατο επί τους κατοικούντας Χαλδαίους· εάν μη διαφθαρή τα αρνία των προβάτων αυτών. και τις ούτος ποιμήν. και έθνος μέγα και βασιλείς πολλοί εξεγερθήσονται απ' εσχάτου της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυναίκες· μάχαιραν επί τους θησαυρούς αυτής. 46 ότι από φωνής αλώσεως Βαβυλώνος σεισθήσεται η γη. ωσπερ πυρ. ΝΑ) 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· ιδού εγώ εξεγείρω επί Βαβυλώνα και επί τους κατοικούντας Χαλδαίους άνεμον καύσωνα διαφθείροντα. ην βεβούλευται επί Βαβυλώνα. ωδίνες ως τικτούσης. 5 διότι ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1548 . και τις αντιστήσεταί μοι. ότι γη των γλυπτών εστι. και καθυβρίσουσιν αυτήν και λυμανούνται την γην αυτής· ουαί επί Βαβυλώνα κυκλόθεν εν ημέρα κακώσεως αυτής. και λογισμούς αυτού. ου μη κατοικήσει εκεί άνθρωπος. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ (Μασ. και εν ταις νήσοις. και κατοικήσουσιν εν αυτη θυγατέρες σειρήνων· ου μη κατοικηθή ουκέτι εις τον αιώνα. 40 καθώς κατέστρεψεν ο Θεός Σόδομα και Γόμορρα και τας ομορούσας αυταίς. 42 τόξον και εγχειρίδιον έχοντες· ιταμός εστι και ου μη ελεήση· η φωνή αυτών ως θάλασσα ηχήσει. 2 και εξαποστελώ εις Βαβυλώνα υβριστάς. θύγατερ Βαβυλώνος. και ου μη παροικήσει εκεί υιος ανθρώπου. εφ' ίπποις ιππάσονται παρεσκευασμένοι. ότι τις ωσπερ εγώ. ότι ταχέως εκδιώξω αυτούς απ' αυτής και πάντα νεανίσκον επ' αυτήν επιστήσω. 38 επί τω ύδατι αυτής επεποίθει και καταισχυνθήσονται. και διασκορπισθήσονται.

ετοιμάσατε όπλα. 6 φεύγετε εκ μέσου Βαβυλώνος και ανασώζετε έκαστος την ψυχήν αυτού. και μη απορριφήτε εν τη αδικία αυτής. και ουκ ιάθη· εγκαταλίπωμεν αυτήν και απέλθωμεν έκαστος εις την γην αυτού. πληρούτε τας φαρέτρας. εγείρατε φυλακάς. ουκ έστι πνεύμα εν αυτοίς· 18 μάταιά εστιν. 17 εματαιώθη πας άνθρωπος από γνώσεως. ότι ήγγικεν εις ουρανόν το κρίμα αυτής. 24 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1549 . ότι εις Βαβυλώνα η οργή αυτού του εξολοθρεύσαι αυτήν. 13 κατασκηνούντας εφ' ύδασι πολλοίς και επί πλήθει θησαυρών αυτής· ήκει το πέρας σου αληθώς εις τα σπλάγχνα σου. ότι ενεχείρησε και ποιήσει Κύριος α ελάλησεν επί τους κατοικούντας Βαβυλώνα.15 Κύριος ποιών γην εν τη ισχύϊ αυτού. εν καιρω επισκέψεως αυτών απολούνται. λάβετε ρητίνην τη διαφθορά αυτής. εν τη συνέσει αυτού εξέτεινε τον ουρανόν. και φθέγξονται επί σε οι καταβαίνοντες. ει πως ιαθήσεται.20 Διασκορπίζεις συ μοι σκεύη πολέμου. δια τούτο εσαλεύθησαν. 11 παρασκευάζετε τα τοξεύματα. ανταπόδομα αυτός ανταποδίδωσιν αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εχήρευσεν Ισραήλ και Ιούδας από Θεού αυτών. ότι καιρός εκδικήσεως αυτής εστι παρά Κυρίου. 14 ότι ώμοσε Κύριος κατά του βραχίονος αυτού· διότι πληρώσω σε ανθρώπων ωσεί ακρίδων. . ότι η γη αυτών επλήσθη αδικίας από των αγίων Ισραήλ. 16 εις φωνήν έθετο ήχος ύδατος εν ουρανω και ανήγαγε νεφέλας απ' εσχάτου της γης. εξήρεν έως των άστρων. 7 ποτήριον χρυσούν Βαβυλών εν χειρί Κυρίου μεθύσκον πάσαν την γην· από του οίνου αυτής επίοσαν έθνη. ότι εκδίκησις Κυρίου εστίν. επιστήσατε φαρέτρας. έργα μεμωκημένα. από Κυρίου παντοκράτορος. 10 εξήνεγκε Κύριος το κρίμα αυτού· δεύτε και αναγγείλωμεν εν Σιών τα έργα Κυρίου του Θεού ημών. αστραπάς εις υετόν εποίησε και εξήγαγε φως εκ θησαυρών αυτού. εκδίκησις λαού αυτού εστιν. ότι ψευδή εχώνευσαν. ήγειρε Κύριος το πνεύμα βασιλέως Μήδων. ότι ο πλάσας τα πάντα αυτός εστι κληρονομία αυτού. 8 και άφνω έπεσε Βαβυλών και συνετρίβη· θρηνείτε αυτήν. 19 ου τοιαύτη μερίς τω Ιακώβ. και διασκορπιώ εν σοί έθνη και εξαρώ εκ σου βασιλείς 21 και διασκορπιώ εν σοί ίππον και επιβάτην αυτού και διασκορπιώ εν σοί άρματα και αναβάτας αυτών 22 και διασκορπιώ εν σοί νεανίσκον και παρθένον και διασκορπιώ εν σοί άνδρα και γυναίκα 23 και διασκορπιώ εν σοί ποιμένα και το ποίμνιον αυτού και διασκορπιώ εν σοί γεωργόν και το γεώργιον αυτού και διασκορπιώ εν σοί ηγεμόνας και στρατηγούς σου. κατησχύνθη πας χρυσοχόος από των γλυπτών αυτού. . 9 ιατρεύσαμεν την Βαβυλώνα. Κύριος όνομα αυτω. ετοιμάζων οικουμένην εν τη σοφία αυτού. 12 επί τειχέων Βαβυλώνος άρατε σημείον.

33 διότι τάδε λέγει Κύριος· οίκοι βασιλέως Βαβυλώνος ως άλων ωριμος αλοηθήσονται· έτι μικρόν και ήξει ο άμητος αυτής. 37 και έσται Βαβυλών εις αφανισμόν. 38 ότι άμα ως λέοντες εξηγέρθησαν και ως σκύμνοι λεόντων. 25 ιδού εγώ προς σε. σαλπίσατε εν έθνεσι σάλπιγγι. ερεί Ιερουσαλήμ· 36 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ κρινώ την αντίδικόν σου και εκδικήσω την εκδίκησίν σου και ερημώσω την θάλασσαν αυτής και ξηρανώ την πηγήν αυτής. λέγει Κύριος· 40 καταβιβάσω αυτούς ως άρνας εις σφαγήν και ως κριούς μετ' ερίφων. και εκτενώ την χείρά μου επί σε και κατακυλιώ σε επί των πετρών και δώσω σε ως όρος εμπεπυρισμένον· 26 και ου μη λάβωσιν από σου λίθον εις γωνίαν και λίθον εις θεμέλιον. 32 απ' εσχάτου των διαβάσεων αυτού ελήφθησαν. τους ηγουμένους αυτού και πάντας τους στρατηγούς αυτού. Πως εγένετο Βαβυλών εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1550 . ας εποίησαν επί Σιών κατ' οφθαλμούς υμών. όπως καρωθώσι και υπνώσωσιν ύπνον αιώνιον και ου μη εξεγερθώσι. το διαφθείρον πάσαν την γην. παραγγείλατε επ' αυτήν βασιλείαις Αραράτ παρ' εμού και τοις Ασχαναζαίοις. 28 αναβιβάσατε επ' αυτήν έθνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ανταποδώσω τη Βαβυλώνι και πάσι τοις κατοικούσι Χαλδαίοις πάσας τας κακίας αυτών. ότι εάλωκεν η πόλις αυτού. ερεί κατοικούσα Σιών· και το αίμά μου επί τους κατοικούντας Χαλδαίους. επιστήσατε επ' αυτήν βελοστάσεις. Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος· κατέπιέ με ως δράκων. έπλησε την κοιλίαν αυτού. εθραύσθη η δυναστεία αυτών. από της τρυφής μου έξωσέ με· 35 οι μόχθοι μου και αι ταλαιπωρίαι μου εις Βαβυλώνα. 39 εν τη θερμασία αυτών δώσω πότημα αυτοίς και μεθύσω αυτούς. κατέλαβέ με σκεύος λεπτόν. ότι εις αφανισμόν έση εις τον αιώνα. 41 Πως εάλω και εθηρεύθη το καύχημα πάσης της γης. καθήσονται εκεί εν περιοχή. και άνδρες αυτού οι πολεμισταί εξέρχονται. αναβιβάσατε επ' αυτήν ίππον ως ακρίδων πλήθος. 29 εσείσθη η γη και επόνεσε. λέγει Κύριος. εμερίσατό με. λέγει Κύριος. τον βασιλέα των Μήδων και πάσης της γης. 30 εξέλιπε μαχητής Βαβυλώνος του πολεμείν. διότι εξανέστη επί Βαβυλώνα λογισμός Κυρίου του θείναι την γην Βαβυλώνος εις αφανισμόν και μη κατοικείσθαι αυτήν. συνετρίβησαν οι μοχλοί αυτής. ενεπυρίσθη τα σκηνώματα αυτής. 34 κατέφαγέ με. και ου κατοικηθήσεται. αγιάσατε επ' αυτήν έθνη. 27 Άρατε σημείον επί της γης. 31 διώκων εις απάντησιν διώκοντος διώξεται και αναγγέλλων εις απάντησιν αναγγέλλοντος του αναγγείλαι τω βασιλεί Βαβυλώνος. το όρος το διεφθαρμένον. εγενήθησαν ωσεί γυναίκες. και τα συστήματα αυτών ενέπρησαν εν πυρί.

λέγει Κύριος. ουδέ μη καταλύσει εν αυτη υιος ανθρώπου. εις οίκον Κυρίου. 61 και είπεν Ιερεμίας προς Σαραίαν· όταν έλθης εις Βαβυλώνα. και εκδικήσω επί τα γλυπτά αυτής. ου κατοικήσει εν αυτη ουδέ εις. 60 και έγραψεν Ιερεμίας πάντα τα κακά. κατεκάλυψεν ατιμία το πρόσωπον ημών. πάντας τους λόγους τούτους τους γεγραμμένους επί Βαβυλώνα. εάλωσαν οι μαχηταί αυτής. 51 ησχύνθημεν. ότι αφανισμός εις τον αιώνα έσται. 59 Ο λόγος. 56 ότι ήλθεν επί Βαβυλώνα ταλαιπωρία. και κατεκαλύφθη. και ου κοπιάσουσι λαοί εις κενόν. και εν πάση τη γη αυτής πεσούνται τραυματίαι. και Σαραίας άρχων δώρων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αφανισμόν εν τοις έθνεσιν. ότι ο Θεός ανταποδίδωσιν αυτοίς. 42 ανέβη επί Βαβυλώνα η θάλασσα εν ήχω κυμάτων αυτής. 54 φωνή κραυγής εν Βαβυλώνι. ον ενετείλατο Κύριος Ιερεμία τω προφήτη ειπείν τω Σαραία υιω Νηρίου. παρ' εμού ήξουσιν εξολοθρεύοντες αυτήν. έδωκεν εις όλεθρον φωνήν αυτής. εν τω έτει τω τετάρτω της βασιλείας αυτού. και έθνη εν αρχή εκλείψουσιν. 57 Κύριος ανταποδίδωσιν αυτω την ανταπόδοσιν· και μεθύσει μέθη τους ηγεμόνας αυτής και τους σοφούς αυτής και τους στρατηγούς αυτής. μνήσθητε του Κυρίου. ότε επορεύετο παρά Σεδεκίου βασιλέως Ιούδα εις Βαβυλώνα. συ ελάλησας επί τον τόπον τούτον του εξολοθρεύσαι αυτόν και του μη είναι εν αυτω κατοικούντας από ανθρώπου έως κτήνους. κατασκαπτόμενον κατασκαφήσεται. λέγει Κύριος. 43 εγενήθησαν αι πόλεις αυτής ως γη άνυδρος και άβατος. και επιδήσεις επ' αυτό λίθον και ρίψεις αυτό εις μέσον του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1551 . 52 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. λέγει ο βασιλεύς. 53 ότι εάν αναβή Βαβυλών ως ο ουρανός και ότι εάν οχυρώση τα τείχη ισχύϊ αυτής. 50 ανασωζόμενοι εκ γης πορεύεσθε και μη ίστασθε· οι μακρόθεν. 63 και έσται όταν παύση του αναγινώσκειν το βιβλίον τούτο. και όψη και αναγνώση πάντας τους λόγους τούτους 62 και ερείς· Κύριε Κύριε. εν βιβλίω ενί. εισήλθον αλλογενείς εις τα άγια ημών. 55 ότι εξωλόθρευσε Κύριος την Βαβυλώνα και απώλεσεν απ' αυτής φωνήν μεγάλην ηχούσαν ως ύδατα πολλά. και αι πύλαι αυτής αι υψηλαί εμπυρισθήσονται. και ου μη συναχθώσι προς αυτήν έτι τα έθνη· 49 και εν Βαβυλώνι πεσούνται τραυματίαι πάσης της γης. Κύριος παντοκράτωρ όνομα αυτω. και Ιερουσαλήμ αναβήτω επί την καρδίαν υμών. και συντριβή μεγάλη εν γη Χαλδαίων. 44 και εκδικήσω επί Βαβυλώνα και εξοίσω α κατέπιεν εκ του στόματος αυτής. υιού Μαασαίου. α ήξει επί Βαβυλώνα. 58 τάδε λέγει Κύριος· τείχος Βαβυλώνος επλατύνθη. επτόηται το τόξον αυτών. ότι ηκούσαμεν ονειδισμόν ημών.

ίνα ζήσητε· και εγώ ζήσομαι. Τη Ιδουμαία (Μασ. και αφανιώ την Τύρον και την Σιδώνα και πάντας τους καταλοίπους της βοηθείας αυτών. Τάδε λέγει Κύριος· ουκ έστιν έτι σοφία εν Θαιμάν. από των οπλών των ποδών αυτού και από σεισμού των αρμάτων αυτού. η μάχαιρα του Κυρίου. ω επεσκεψάμην επ' αυτόν. έως τίνος ουχ ησυχάσεις. 10 ότι εγώ κατέσυρα τον Ησαύ. ήχου τροχών αυτού ουκ επέστρεψαν πατέρες εφ' υιούς αυτών από εκλύσεως χειρών αυτών 4 εν τη ημέρα τη επερχομένη του απολέσαι πάντας τους αλλοφύλους. 8 ηπατήθη ο τόπος αυτών. επεγερθήναι. απώλετο βουλή εκ συνετών. ΜΘ. 1 7-2 1 2 ). ανάπαυσαι και επάρθητι. ότι εξολοθρεύσει Κύριος τους καταλοίπους των νήσων. 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· 2 ιδού ύδατα αναβαίνει από βορρά και έσται εις χειμάρρουν κατακλύζοντα και κατακλύσει γην και το πλήρωμα αυτής. απερρίφη Ασκάλων και οι κατάλοιποι Ενακίμ. επί τας καταλοίπους. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ (Μασ. και Κύριος ενετείλατο αυτη επί την Ασκάλωνα και επί τας παραθαλασσίους. οί ου καταλείψουσί σοι κατάλειμμα· ως κλέπται εν νυκτί επιθήσουσι χείρα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ευφράτου 64 και ερείς· ούτως καταδύσεται Βαβυλών και ου μη αναστη από προσώπου των κακών. πόλιν και τους κατοικούντας εν αυτη· και κεκράξονται οι άνθρωποι. ότι δύσκολα εποίησεν· ήγαγον επ' αυτόν εν χρόνω. 6 έως τίνος κόψεις. 5 ήκει φαλάκρωμα επί Γάζαν. 7 Πως ησυχάσει. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1552 . βαθύνατε εις κάθισιν οι κατοικούντες εν Δαιδάν. ανεκάλυψα τα κρυπτά αυτών. και ουκ έστιν 11 υπολείπεσθαι ορφανόν σου. ώχετο σοφία αυτών. 3 από φωνής ορμής αυτού. και αι χήραι επ' εμέ πεποίθασιν. κρυβήναι ου μη δύνωνται· ώλοντο δια χείρα αδελφού αυτού και γείτονος αυτού. και αλαλάξουσιν άπαντες οι κατοικούντες την γην. αποκατάστηθι εις τον κολεόν σου. ΜΖ 1-7 ) Επί τους αλλοφύλους. ων εγώ επάγω επ' αυτήν. 9 ότι τρυγηταί ήλθόν σοι.

και κραυγή σου εν θαλάσση ηκούσθη. ότι τις ωσπερ εγώ. 19 ιδού ωσπερ λέων αναβήσεται εκ μέσου του Ιορδάνου εις τόπον Αιθάμ. και ου μη κατοικήσει εκεί υιος ανθρώπου. 1-5 ) Τοις υιοίς Αμμών 1 ΟΥΤΩΣ είπε Κύριος· μη υιοί ουκ εισίν εν Ισραήλ. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1553 . ιταμία καρδίας σου κατέλυσε τρυμαλιάς πετρών. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ (Μασ. ον ελογίσατο επί τους κατοικούντας Θαιμάν· εάν μη συμψηθώσι τα ελάχιστα των προβάτων. και αγγέλους εις έθνη απέστειλε· συνάχθητε και παραγένεσθε εις αυτήν. είπε Κύριος παντοκράτωρ. και πάσαι αι πόλεις αυτής έσονται έρημοι εις αιώνα. 18 ωσπερ κατεστράφη Σόδομα και Γόμορρα και αι πάροικοι αυτής. 22 ιδού ωσπερ αετός όψεται και εκτενεί τας πτέρυγας επ' οχυρώματα αυτής· και έσται η καρδία των ισχυρών της Ιδουμαίας εν τη ημέρα εκείνη ως καρδία γυναικός ωδινούσης. ότι εις άβατον και εις ονειδισμόν και εις κατάρασιν έση εν μέσω αυτής. 16 η παιγνία σου ενεχείρησέ σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 ότι τάδε είπε Κύριος· οίς ουκ ην νόμος πιείν το ποτήριον. έπιον· και συ αθωωμένη ου μη αθωωθής. και λογισμόν αυτού. πας ο παραπορευόμενος επ' αυτήν συριεί. ότι πίνων πίεσαι· 13 ότι κατ' εμαυτού ώμοσα. ανάστητε εις πόλεμον. ος στήσεται κατά πρόσωπόν μου. λέγει Κύριος. εκείθεν καθελώ σε· 17 και έσται η Ιδουμαία εις άβατον. ότι ταχύ εκδιώξω αυτούς απ' αυτής· και τους νεανίσκους επ' αυτήν επιστήσατε. ου μη καθίσει εκεί άνθρωπος. 2 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. και ακουτιώ επί Ραββάθ θόρυβον πολέμων. και τις ούτος ποιμήν. 14 ακοήν ήκουσα παρά Κυρίου. 20 δια τούτο ακούσατε βουλήν Κυρίου. ευκαταφρόνητον εν ανθρώποις. συνέλαβεν ισχύν βουνού υψηλού· ότι ύψωσεν ωσπερ αετός νοσσιάν αυτού. και τις αντιστήσεταί μοι. ή παραληψόμενος ουκ έστιν αυτοίς. φησί Κύριος. εάν μη αβατωθή επ' αυτούς κατάλυσις αυτών· 21 ότι από φωνής πτώσεως αυτών εφοβήθη η γη. ην εβουλεύσατο επί την Ιδουμαίαν. ΜΘ. διατί παρέλαβε Μελχόλ την Γαλαάδ. και ο λαός αυτών εν πόλεσιν αυτών ενοικήσει. 15 μικρόν έδωκά σε εν έθνεσιν.

ου μοχλοί. περιζώσασθε σάκκους και κόψασθε. ότι Μελχόλ βαδιείται εν αποικία. η πεποιθυία επί θησαυροίς αυτής. και ουκ έσται ο συνάγων. και παραλήψεται Ισραήλ την αρχήν αυτού. οι ιερείς αυτού και οι άρχοντες αυτού άμα. 12 Τη Δαμασκω. (Μασ. 9 ανάστηθι και ανάβηθι επ' έθνος ευσταθούν. 1 23-2 1 7 ). ότι ήκουσαν ακοήν πονηράν· εξέστησαν. ΜΘ. καθήμενον εις αναψυχήν. Ούτως είπε Κύριος· ανάστητε και ανάβητε επί Κηδάρ και πλήσατε τους υιούς Κεδέμ· 7 σκηνάς αυτών και τα πρόβατα αυτών λήψονται. 5 ιδού εγώ φέρω φόβον επί σε. είπε Κύριος. αναπαύσασθαι ου μη δύνωνται. καθήμενοι εν τη αυλή. 3 αλάλαξον Εσεβών. ότι εβουλεύσατο εφ' υμάς βασιλεύς Βαβυλώνος βουλήν και ελογίσατο εφ' υμάς λογισμόν. και πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί σου πεσούνται. θύγατερ ιταμίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έσονται εις άβατον και εις απώλειαν. οίς ουκ εισί θύραι. εθυμώθησαν. ου βάλανοι. και καταφάγεται άμφοδα υιού Άδερ. και διασπαρήσεσθε έκαστος εις το πρόσωπον αυτού. εκ παντός πέραν αυτών οίσω την τροπήν αυτών. 1 28-3 1 3 ). βαθύνατε εις κάθισιν. και βωμοί αυτής εν πυρί κατακαυθήσονται. 8 φεύγετε λίαν. Κατησχύνθη ‘Ημάθ και Αρφάδ. ην επάταξε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος. 11 και έσται η αυλή διατριβή στρουθών και άβατος έως αιώνος. απεστράφη εις φυγήν. ιμάτια αυτών και πάντα τα σκεύη αυτών και καμήλους αυτών λήψονται εαυτοίς· και καλέσατε επ' αυτούς απώλειαν κυκλόθεν. (Μασ. ου μη καθίση εκεί άνθρωπος. 4 τι αγαλλιάσθε εν τοις πεδίοις Ενακείμ. 6 Τη Κηδάρ τη βασιλίσση της αυλής. κώμην ηγάπησαν· 15 δια τούτο πεσούνται νεανίσκοι εν πλατείαις σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1554 . φησί Κύριος· 16 και καύσω πυρ εν τείχει Δαμασκού. 10 και έσονται κάμηλοι αυτών εις προνομήν και πλήθος κτηνών αυτών εις απώλειαν· και λικμήσω αυτούς παντί πνεύματι κεκαρμένους προ προσώπου αυτών. ότι ώλετο Γαϊ· κεκράξατε θυγατέρες Ραββάθ. η λέγουσα· τις εισελεύσεται επ' εμέ. 13 εξελύθη Δαμασκός. τρόμος επελάβετο αυτής. 14 Πως ουχί εγκατέλιπε πόλιν εμήν. και ου μη κατοικήση εκεί υιος ανθρώπου. μόνοι καταλύουσι. ΜΘ. από πάσης της περιοίκου σου. είπε Κύριος.

φησί Κύριος. αναβήσεται κλαίων εν οδω ‘Ωρωναίμ. ησχύνθη Αμάθ και ηττήθη. και παύσιν παύσεται. και πάσαι αι πόλεις αυτής εις άβατον έσονται· πόθεν ένοικος αυτη. και αποστελώ αυτω κλίνοντας. 12 δια τούτο ιδού ημέραι αυτού έρχονται. πάντες κυκλόθεν αυτού. 14 Πως ερείτε· ισχυροί εσμεν και άνθρωπος ισχύων εις τα πολεμικά. 10 επικατάρατος ο ποιών τα έργα Κυρίου αμελώς. 8 και ήξει όλεθρος επί πάσαν πόλιν. αναγγείλατε εις Ζογόρα. 1 ΟΥΤΩΣ είπε Κύριος· ουαί επί Ναβαύ. και ερώτησον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1555 . εξαίρων μάχαιραν αυτού αφ' αίματος. και κλινούσιν αυτόν και τα σκεύη αυτού λεπτυνούσι και τα κέρατα αυτού συγκόψουσι. καθώς είπε Κύριος. και απολείται ο αυλών. 15 ώλετο Μωάβ πόλις αυτού. κραυγήν συντρίμματος ηκούσατε· 6 φεύγετε και σώσατε τας ψυχάς υμών και έσεσθε ωσπερ όνος άγριος εν ερήμω. 18 κατάβηθι από δόξης και κάθισον εν υγρασία. και εξολοθρευθήσεται η πεδινή. ουκ ενέχεεν εξ αγγείου εις αγγείον και εις αποικισμόν ουκ ώχετο· δια τούτο έστη γεύμα αυτού εν αυτω. 11 ανεπαύσατο Μωάβ εκ παιδαρίου και πεποιθώς ην επί τη δόξη αυτού. ότι ώλετο Μωάβ. όπισθέν σου βαδιείται μάχαιρα. πάντες ειδότες όνομα αυτού· είπατε· Πως συνετρίβη βακτηρία ευκλεής. 9 δότε σημεία τη Μωάβ. καθημένη εν Αροήρ. 5 ότι επλήσθη Αλώθ εν κλαυθμω. ράβδος μεγαλώματος. και συ συλληφθήση· και εξελεύσεται Χαμώς εν αποικία και οι ιερείς αυτού και οι άρχοντες αυτού άμα. καθημένη Δαιβών· εκτριβήσεται. ότι ώλετο· ελήφθη Καριαθαίμ. και πονηρία αυτού ταχεία σφόδρα. 17 κινήσατε αυτω. ότι αφή αναφθήσεται. 19 εφ' οδού στήθι και έπιδε. ανέβη εις σε λυμαινόμενος οχύρωμά σου. και οσμή αυτού ουκ εξέλιπε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ (Μασ. όλεθρος και σύντριμμα μέγα· 4 συνετρίβη Μωάβ. ωσπερ κατησχύνθη οίκος Ισραήλ από Βαιθήλ ελπίδος αυτών πεποιθότες επ' αυτοίς. και εκλεκτοί νεανίσκοι αυτού κατέβησαν εις σφαγήν· 16 εγγύς ημέρα Μωάβ ελθείν. 13 και καταισχυνθήσεται Μωάβ από Χαμώς. γαυρίαμα εν Εσεβών· ελογίσαντο επ' αυτήν κακά· εκόψαμεν αυτήν από έθνους. 2 ουκ έστιν έτι ιατρεία Μωάβ. 7 επειδή επεποίθεις εν οχυρώμασί σου. και πόλις ου μη σωθή. 3 ότι φωνή κεκραγότων εξ ‘Ωρωναίμ. ΜΗ) Τη Μωάβ.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φεύγοντα και σωζόμενον και ειπόν· τι εγένετο. 36 δια τούτο καρδία μου. 39 Πως κατήλλαξε. και ο αναβαίνων εκ του βοθύνου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1556 . ότι συνετρίβη· ολόλυξον και κέκραξον. και τα οχυρώματα συνελήφθη· 42 και απολείται Μωάβ από όχλου. 31 δια τούτο επί Μωάβ ολολύζετε πάντοθεν. 43 παγίς και φόβος και βόθυνος επί σοί. 37 πάσαν κεφαλήν εν παντί τόπω ξυρηθήσονται. και πας πώγων ξυρηθήσεται. επί τρυγηταίς σου όλεθρος επέπεσε. ότι και το ύδωρ Νεβρείν εις κατάκαυμα έσται. φησί Κύριος. Πως έστρεψε νώτον Μωάβ. 29 ήκουσα ύβριν Μωάβ. 33 συνεψήθη χαρμοσύνη και ευφροσύνη εκ της Μωαβίτιδος και οίνος ην επί ληνοίς σου· πρωϊ ουκ επάτησαν ουδέ δείλης. Ιαζήρ ήψαντο· επί οπώραν σου. 27 και ει μη εις γελοιασμόν ην σοι Ισραήλ. 28 κατέλιπον τας πόλεις και ώκησαν εν πέτραις οι κατοικούντες Μωάβ. απώλετο από ανθρώπου. αναβαίνοντα επί τον βωμόν και θυμιώντα θεοίς αυτού. ή εν κλοπαίς σου ευρέθη. ότι επί τον Κύριον εμεγαλύνθη. 35 και απολώ τον Μωάβ. ωσπερ αυλοί βομβήσουσι. ουχ ούτως εποίησε. καρδία μου επ' ανθρώπους κειράδας ωσπερ αυλός βομβήσει· δια τούτο α περιεποιήσατο. από Ζογόρ έως ‘Ωρωναίμ και Αγλάθ-Σαλισία. 20 κατησχύνθη Μωάβ. 25 κατεάχθη κέρας Μωάβ. φησί Κύριος. ησχύνθη και εγένετο Μωάβ εις γέλωτα και εγκότημα πάσι τοις κύκλω αυτής. ότι επολέμεις αυτόν. ότι συνέτριψα τον Μωάβ. άμπελος Σεβημά. ως αγγείον. καθήμενος Μωάβ· 44 ο φεύγων από προσώπου του φόβου εμπεσείται εις τον βόθυνον. ανάγγειλον εν Αρνών. 26 μεθύσατε αυτόν. Μωάβ. εγενήθησαν ωσπερ περιστεραί νοσσεύουσαι εν πέτραις στόματι βοθύνου. 30 εγώ δε έγνων έργα αυτού· ουχί το ικανόν αυτού. βοήσατε επ' άνδρας κειράδας αυχμού· 32 ως κλαυθμόν Ιαζήρ αποκλαύσομαί σοι. 38 και επί πάντων των δωμάτων Μωάβ και επί ταις πλατείαις αυτής. ουκ εποίησαν αιδάδ. και πάσαι χείρες κόψονται. 40 ότι ούτως είπε Κύριος· 41 ελήφθη Ακκαριώθ. κλήματά σου διήλθε θάλασσαν. 34 από κραυγής Εσεβών έως Ελεαλή αι πόλεις αυτών έδωκαν φωνήν αυτών. και το επίχειρον αυτού συνετρίβη. ύβρισε λίαν ύβριν αυτού και υπερηφανίαν αυτού. και επί πάσης οσφύος σάκκος. και υψώθη η καρδία αυτού. ότι επί Κύριον εμεγαλύνθη· και επικρούσει Μωάβ εν χειρί αυτού και έσται εις γέλωτα και αυτός. ου ουκ έστι χρεία αυτού. ότι ώλετο Μωάβ· 21 και κρίσις έρχεται εις την γην Μεισώρ επί Χελών και Ρεφάς και Μωφάθ 22 και επί Δαιβών και επί Ναβαύ και επ' οίκον Δαιβλαθαίμ 23 και επί Καριαθαίμ και επ' οίκον Γαιμώλ και επ' οίκον Μαών 24 και επί Καριώθ και επί Βοσόρ και επί πάσας τας πόλεις Μωάβ τας πόρρω και τας εγγύς.

14 και έσται όταν μη βούλωνται δέξασθαι το ποτήριον εκ της χειρός σου ωστε πιείν. ης εγώ αποστέλλω ανά μέσον υμών. προς α απέστειλέ με Κύριος επ' αυτά. 4 την Ιερουσαλήμ και τας πόλεις Ιούδα και βασιλείς Ιούδα και άρχοντας αυτού του θείναι αυτάς εις ερήμωσιν και εις άβατον και εις συριγμόν 5 και τον Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και τους παίδας αυτού και τους μεγιστάνας αυτού 6 και πάντα τον λαόν αυτού και πάντας τους συμμείκτους και πάντας τους βασιλείς αλλοφύλων. 3 και έλαβον το ποτήριον εκ χειρός Κυρίου και επότισα τα έθνη. ΚΕ. 16 και συ προφητεύσεις επ' αυτούς τους λόγους τούτους και ερείς· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1557 . την Ασκάλωνα και την Γάζαν και την Ακκάρων και το επίλοιπον Αζώτου 7 και την Ιδουμαίαν και την Μωαβίτιν και τους υιούς Αμμών 8 και βασιλείς Τύρου και βασιλείς Σιδώνος και βασιλείς τους εν τω πέραν της θαλάσσης 9 και την Δαιδάν και την Θαιμάν και την Ρώς και παν περικεκαρμένον κατά πρόσωπον αυτού 10 και πάντας τους συμμείκτους τους καταλύοντας εν τη ερήμω 11 και πάντας βασιλείς Αιλάμ και πάντας βασιλείς Περσών 12 και πάντας βασιλείς από απηλιώτου τους πόρρω και τους εγγύς. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ (Μασ. ότι μάχαιραν εγώ καλώ επί πάντας τους καθημένους επί της γης. ότι επάξω ταύτα επί Μωάβ εν ενιαυτω επισκέψεως αυτής. και πάσας βασιλείας τας επί προσώπου της γης. ης εγώ αποστέλλω ανά μέσον αυτών. έκαστον προς τον αδελφόν αυτού. 13 και ερείς αυτοίς· ούτως είπε Κύριος παντοκράτωρ· πίετε και μεθύσθητε και εξεμέσετε και πεσείσθε και ου μη αναστήτε από προσώπου της μαχαίρας. εγώ άρχομαι κακώσαι. προς α εγώ αποστέλλω σε προς αυτούς. 1 15-3 1 8 ) Οσα επροφήτευσεν Ιερεμίας επί πάντα τα έθνη. εν ή ωνομάσθη το όνομά μου επ' αυτήν. 2 και πίονται και εξεμούνται και εκμανήσονται από προσώπου της μαχαίρας. και ερείς· ούτως είπε Κύριος· πιόντες πίεσθε· 15 ότι εν πόλει. και υμείς καθάρσει ου μη καθαρισθήτε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συλληφθήσεται εν τη παγίδι. 1 ΟΥΤΩΣ είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· λαβέ το ποτήριον του οίνου του ακράτου τούτου εκ χειρός μου και ποτιείς πάντα τα έθνη.

και απέστειλα και ουκ ηκούσατέ μου. ους συνέταξά σοι χρηματίσαι αυτοίς. ότι ωλόθρευσε Κύριος τα βοσκήματα αυτών. και αιδάδ ωσπερ τρυγώντες αποκριθήσονται· και επί καθημένους την γην ήκει όλεθρος 17 επί μέρος της γης. και έως εις μέρος της γης· ου μη κατορυγώσιν. ότι κρίσις τω Κυρίω εν τοις έθνεσι. 18 ούτως είπε Κύριος· ιδού κακά έρχεται από έθνους επί έθνος. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ (Μασ. εκ μέρους της γης. 23 και παύσεται τα κατάλοιπα της ειρήνης από προσώπου οργής θυμού μου. λέγει Κύριος. 20 αλαλάξατε. και κεκράξατε· και κόπτεσθε οι κριοί των προβάτων. και παύσομαι από των κακών. 24 εγκατέλιπεν ωσπερ λέων κατάλειμμα αυτού. οι δε ασεβείς εδόθησαν εις μάχαιραν. ων εγώ λογίζομαι του ποιήσαι αυτοίς ένεκεν των πονηρών επιτηδευμάτων αυτών. ποιμένες. 6 και δώσω τον οίκον τούτον ωσπερ Σηλώ και την πόλιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1558 . 22 φωνή κραυγής των ποιμένων και αλαλαγμός των προβάτων και των κριών. ΚΣΤ) 1 ΕΝ αρχή βασιλέως Ιωακείμ υιού Ιωσία εγενήθη ο λόγος ούτος παρά Κυρίου· 2 ούτως είπε Κύριος· στήθι εν αυλή οίκου Κυρίου και χρηματιείς άπασι τοις Ιουδαίοις και πάσι τοις ερχομένοις προσκυνείν εν οίκω Κυρίου άπαντας τους λόγους. κρίνεται αυτός προς πάσαν σάρκα. 4 και ερείς· ούτως είπε Κύριος· εάν μη ακούσητέ μου του πορεύεσθαι εν τοις νομίμοις μου. και λαίλαψ μεγάλη εκπορεύεται απ' εσχάτου της γης. λόγον χρηματιεί επί του τόπου αυτού. 19 και έσονται τραυματίαι υπό Κυρίου εν ημέρα Κυρίου. και πεσείσθε ωσπερ οι κριοί οι εκλεκτοί· 21 και απολείται φυγή από των ποιμένων και σωτηρία από των κριών των προβάτων. από του αγίου αυτού δώσει φωνήν αυτού. 5 εισακούειν των λόγων των παίδων μου των προφητών. ους εγώ αποστέλλω προς υμάς όρθρου. ότι επληρώθησαν αι ημέραι υμών εις σφαγήν. εις κόπρια επί προσώπου της γης έσονται. ότι εγενήθη η γη αυτών εις άβατον από προσώπου της μαχαίρας της μεγάλης. οίς έδωκα κατά πρόσωπον υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος αφ' υψηλού χρηματιεί. μη αφέλης ρήμα· 3 ίσως ακούσονται και αποστραφήσονται έκαστος από της οδού αυτού της πονηράς.

14 και ιδού εγώ εν χερσίν υμών· ποιήσατέ μοι ως συμφέρει και ως βέλτιον υμίν. 8 και εγένετο Ιερεμίου παυσαμένου λαλούντος πάντα. και επροφήτευσε περί της γης ταύτης κατά πάντας τους λόγους Ιερεμίου. 13 και νυν βελτίους ποιήσατε τας οδούς υμών και τα έργα υμών και ακούσατε της φωνής Κυρίου. ει αναιρείτέ με. ουχ ότι εφοβήθησαν τον Κύριον και ότι εδεήθησαν του προσώπου Κυρίου. 20 Και άνθρωπος ην προφητεύων τω ονόματι Κυρίου. ότι επροφήτευσε κατά της πόλεως ταύτης. α συνέταξε Κύριος αυτω λαλήσαι παντί τω λαω. 21 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1559 . 15 αλλ' ή γνόντες γνώσεσθε ότι. Ουρίας υιος Σαμαίου εκ Καριαθιαρίμ. 9 ότι επροφήτευσας τω ονόματι Κυρίου λέγων· ωσπερ Σηλώ έσται ο οίκος ούτος και η πόλις αύτη ερημωθήσεται από κατοικούντων· και εξεκκλησιάσθη πας ο λαός επί Ιερεμίαν εν οίκω Κυρίου.10 Και ήκουσαν οι άρχοντες Ιούδα τον λόγον τούτον και ανέβησαν εξ οίκου του βασιλέως εις οίκον Κυρίου και εκάθισαν εν προθύροις πύλης Κυρίου της καινής. 11 και είπαν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται προς τους άρχοντας και παντί τω λαω· κρίσις θανάτου τω ανθρώπω τούτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώσω εις κατάραν πάσι τοις έθνεσι πάσης της γης. 16 και είπον οι άρχοντες και πας ο λαός προς τους ιερείς και προς τους ψευδοπροφήτας· ουκ έστι τω ανθρώπω τούτω κρίσις θανάτου. ους ηκούσατε. και ημείς εποιήσαμεν κακά μεγάλα επί ψυχάς ημών. και επαύσατο Κύριος από των κακών. και συνελάβοσαν αυτόν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται και πας ο λαός λέγων· θανάτω αποθανή. καθώς ηκούσατε εν τοις ωσίν υμών. ων ελάλησεν επ' αυτούς. . ότι επί τω ονόματι Κυρίου του Θεού ημών ελάλησε προς ημάς. 17 και ανέστησαν άνδρες των πρεσβυτέρων της γης και είπαν πάση τη συναγωγή του λαού· 18 Μιχαίας ο Μωραθίτης ην εν ταις ημέραις Εζεκίου βασιλέως Ιούδα και είπε παντί τω λαω Ιούδα· ούτως είπε Κύριος· Σιών ως αγρός αροτριαθήσεται. ων ελάλησεν εφ' υμάς. και παύσεται Κύριος από των κακών. 19 μη ανελών ανείλεν αυτόν Εζεκίας και πας Ιούδα. 12 και είπεν Ιερεμίας προς τους άρχοντας και παντί τω λαω λέγων· Κύριος απέστειλέ με προφητεύσαι επί τον οίκον τούτον και επί την πόλιν ταύτην πάντας τους λόγους. και Ιερουσαλήμ εις άβατον έσται και το όρος του οίκου εις άλσος δρυμού. 7 και ήκουσαν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται και πας ο λαός του Ιερεμίου λαλούντος τους λόγους τούτους εν οίκω Κυρίου. αίμα αθωον δίδοτε εφ' υμάς και επί την πόλιν ταύτην και επί τους κατοικούντας εν αυτη· ότι εν αληθεία απέσταλκέ με Κύριος προς υμάς λαλήσαι εις τα ώτα υμών πάντας τους λόγους τούτους.

23 και εξηγάγοσαν αυτόν εκείθεν και εισηγάγοσαν αυτόν προς τον βασιλέα. εν μαχαίρα και εν λιμω επισκέψομαι αυτούς. 10 ότι ψευδή αυτοί προφητεύουσιν υμίν προς το μακρύναι υμάς από της γης υμών. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ (Μασ. 2 1 ΟΥΤΩΣ είπε Κύριος· ποίησον σεαυτω δεσμούς και κλοιούς και περίθου περί τον τράχηλόν σου· 3 και αποστελείς αυτούς προς βασιλέα Ιδουμαίας και προς βασιλέα Μωάβ και προς βασιλέα υιών Αμμών και προς τον βασιλέα Τύρου και προς βασιλέα Σιδώνος εν χερσίν αγγέλων αυτών των ερχομένων εις απάντησιν αυτών εις Ιερουσαλήμ προς Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα. όσοι εάν μη εμβάλωσι τον τράχηλον αυτών υπό τον ζυγόν βασιλέως Βαβυλώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ήκουσεν ο βασιλεύς Ιωακείμ και πάντες οι άρχοντες πάντας τους λόγους αυτού και εζήτουν αποκτείναι αυτόν· και ήκουσεν Ουρίας και εισήλθεν εις Αίγυπτον. 4 και συντάξεις αυτοίς προς τους κυρίους αυτών ειπείν· ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ούτως ερείτε προς τους κυρίους υμών· 5 ότι εγώ εποίησα την γην εν τη ισχύϊ μου τη μεγάλη και εν τω επιχείρω μου τω υψηλω και δώσω αυτήν ω εάν δόξη εν οφθαλμοίς μου. 9 και υμείς μη ακούετε των ψευδοπροφητών υμών και των μαντευομένων υμίν και των ενυπνιαζομένων υμίν και των οιωνισμάτων υμών και των φαρμακών υμών των λεγόντων· ου μη εργάσησθε τω βασιλεί Βαβυλώνος. και καταλείψω αυτόν επί της γης αυτού. έως εκλίπωσιν εν χειρί αυτού. ΚΖ. 22 και εξαπέστειλεν ο βασιλεύς άνδρας εις Αίγυπτον. 1 2-2 1 2 ). ό εάν εισαγάγη τον τράχηλον αυτού υπό τον ζυγόν βασιλέως Βαβυλώνος και εργάσηται αυτω. 11 και το έθνος. 24 πλήν χείρ Αχεικάμ υιού Σαφάν ην μετά Ιερεμίου του μη παραδούναι αυτόν εις χείρας του λαού του μη ανελείν αυτόν. 8 και το έθνος και η βασιλεία. . 6 έδωκα την γην τω Ναβουχοδονόσορ βασιλεί Βαβυλώνος δουλεύειν αυτω και τα θηρία του αγρού εργάζεσθαι αυτω. είπε Κύριος. και επάταξεν αυτόν εν μαχαίρα και έρριψεν αυτόν εις το μνήμα υιών λαού αυτού.12 Και προς Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα ελάλησα κατά πάντας τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1560 . και εργάται αυτω και ενοικήσει εν αυτη.

και απολείσθε υμείς και οι προφήται υμών οι προφητεύοντες υμίν επ' αδίκω ψευδή. 10 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1561 . 16 υμίν και παντί τω λαω τούτω και τοις ιερεύσιν ελάλησα λέγων· ούτως είπε Κύριος· μη ακούετε των λόγων των προφητών των προφητευόντων υμίν λεγόντων· ιδού σκεύη οίκου Κυρίου επιστρέψει εκ Βαβυλώνος. ότι άδικα αυτοί προφητεύουσιν υμίν. ότι συντρίψω τον ζυγόν βασιλέως Βαβυλώνος. απαντησάτωσάν μοι· 19 ότι ούτως είπε Κύριος· και των επιλοίπων σκευών. λέγει Κύριος. 5 και είπεν Ιερεμίας προς Ανανίαν κατ' οφθαλμούς παντός του λαού και κατ' οφθαλμούς των ιερέων των εστηκότων εν οίκω Κυρίου. 20 ων ουκ έλαβε βασιλεύς Βαβυλώνος. ΚΗ) 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω τετάρτω έτει Σεδεκία βασιλέως Ιούδα εν μηνί τω πέμπτω είπέ μοι Ανανίας υιος Αζώρ ο ψευδοπροφήτης από Γαβαών εν οίκω Κυρίου κατ' οφθαλμούς των ιερέων και παντός του λαού λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος· συνέτριψα τον ζυγόν του βασιλέως Βαβυλώνος· 3 έτι δύο έτη ημερών και εγώ αποστρέψω εις τον τόπον τούτον τα σκεύη οίκου Κυρίου 4 και Ιεχονίαν και την αποικίαν Ιούδα. 6 και είπεν Ιερεμίας· αληθώς. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ (Μασ. στήσαι τον λόγον σου. ότε απώκισε τον Ιεχονίαν εξ Ιερουσαλήμ. φησί Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λόγους τούτους λέγων· εισαγάγετε τον τράχηλον υμών 14 και εργάσασθε τω βασιλεί Βαβυλώνος. ελθόντος του λόγου γνώσονται τον προφήτην. και προφητεύουσι τω ονόματί μου επ' αδίκω προς το απολέσαι υμάς. 7 πλήν ακούσατε τον λόγον Κυρίου. 18 ει προφήταί εισι και ει έστι λόγος Κυρίου εν αυτοίς. του επιστρέψαι τα σκεύη οίκου Κυρίου και πάσαν την αποικίαν εκ Βαβυλώνος εις τον τόπον τούτον. ον απέστειλεν αυτοίς Κύριος εν πίστει. ον συ προφητεύεις. 17 ουκ απέστειλα αυτούς. ον εγώ λέγω εις τα ώτα υμών και εις τα ώτα παντός του λαού· 8 οι προφήται οι γεγονότες πρότεροί μου και πρότεροι υμών από του αιώνος και επροφήτευσαν επί γης πολλής και επί βασιλείας μεγάλας εις πόλεμον· 9 ο προφήτης ο προφητεύσας εις ειρήνην. ότι άδικα αυτοί προφητεύουσιν υμίν· 15 ότι ουκ απέστειλα αυτούς. ούτως ποιήσαι Κύριος. 22 εις Βαβυλώνα εισελεύσεται.

ότι εν ειρήνη αυτής έσται ειρήνη υμίν. ον απέστειλε Σεδεκίας βασιλεύς Ιούδα προς βασιλέα Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα λέγων· 4 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ επί την αποικίαν. επιστολήν εις Βαβυλώνα τη αποικία και προς άπαντα τον λαόν. 14 ότι ούτως είπε Κύριος· ζυγόν σιδηρούν έθηκα επί τον τράχηλον πάντων των εθνών εργάζεσθαι τω βασιλεί Βαβυλώνος. 8 ότι ούτως είπε Κύριος· μη αναπειθέτωσαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1562 . εις ην απώκισα υμάς εκεί. και ποιήσω αντ' αυτών κλοιούς σιδηρούς. . 17 και απέθανεν εν τω μηνί τω εβδόμω. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ (Μασ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έλαβεν Ανανίας εν οφθαλμοίς παντός του λαού τους κλοιούς από του τραχήλου Ιερεμίου και συνέτριψεν αυτούς· 11 και είπεν Ανανίας κατ' οφθαλμούς παντός του λαού λέγων· ούτως είπε Κύριος· ούτως συντρίψω τον ζυγόν βασιλέως Βαβυλώνος από τραχήλων πάντων των εθνών. και πεποιθέναι εποίησας τον λαόν τούτον επ' αδίκω. 3 εν χειρί Ελεασά υιού Σαφάν και Γαμαρίου υιού Χελκίου.12 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν μετά το συντρίψαι Ανανίαν τους κλοιούς από του τραχήλου αυτού λέγων· 13 βάδιζε και είπον προς Ανανίαν λέγων· ούτως είπε Κύριος· κλοιούς ξυλίνους συνέτριψας. ην απώκισα από Ιερουσαλήμ· 5 οικοδομήσατε οίκους και κατοικήσατε και φυτεύσατε παραδείσους και φάγετε τους καρπούς αυτών 6 και λάβετε γυναίκας και τεκνοποιήσατε υιούς και θυγατέρας και λάβετε τοις υιοίς υμών γυναίκας και τας θυγατέρας υμών δότε ανδράσι και πληθύνεσθε και μη σμικρυνθήτε· 7 και ζητήσατε εις ειρήνην της γης. τούτω τω ενιαυτω αποθανή. ους απέστειλεν Ιερεμίας εξ Ιερουσαλήμ προς τους πρεσβυτέρους της αποικίας και προς τους ιερείς και προς τους ψευδοπροφήτας. 15 και είπεν Ιερεμίας τω Ανανία· ουκ απέσταλκέ σε Κύριος. ΚΘ) 1 ΚΑΙ ούτοι οι λόγοι της βίβλου. 2 ύστερον εξελθόντος Ιεχονίου του βασιλέως και της βασιλίσσης και των ευνούχων και παντός ελευθέρου και δεσμώτου και τεχνίτου εξ Ιερουσαλήμ. και προσεύξασθε περί αυτών προς Κύριον. 16 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ εξαποστέλλω σε από προσώπου της γης. και ώχετο Ιερεμίας εις την οδόν αυτού.

14 και επιφανούμαι υμίν. και ευρήσετέ με. 12 και προσεύξασθε προς με. 9 ότι άδικα αυτοί προφητεύουσιν υμίν επί τω ονόματί μου. ους απετηγάνισε βασιλεύς Βαβυλώνος εν πυρί. . και εγώ μάρτυς. ως Σεδεκίαν εποίησε και ως Αχιάβ.29 Και ανέγνω Σοφονίας το βιβλίον εις τα ώτα Ιερεμίου. και εγώ ουκ απέστειλα αυτόν. και προς Σοφονίαν υιόν Μαασαίου τον ιερέα ειπέ· 26 Κύριος έδωκέ σε ιερέα αντί Ιωδαέ του ιερέως γενέσθαι επιστάτην εν τω οίκω Κυρίου παντί ανθρώπω προφητεύοντι και παντί ανθρώπω μαινομένω. και ουκ έσται αυτών άνθρωπος εν μέσω υμών του ιδείν τα αγαθά. 15 ότι είπατε· κατέστησεν ημίν Κύριος προφήτας εν Βαβυλώνι. 11 και λογιούμαι εφ' υμάς λογισμόν ειρήνης και ου κακά του δούναι υμίν ταύτα. 21 ούτως είπε Κύριος επί Αχιάβ και επί Σεδεκίαν· ιδού εγώ δίδωμι αυτούς εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. και μη αναπειθέτωσαν υμάς οι μάντεις υμών. 32 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ επισκέψομαι επί Σαμαίαν και επί το γένος αυτού. 22 και λήψονται απ' αυτών κατάραν εν πάση τη αποικία Ιούδα εν Βαβυλώνι λέγοντες· ποιήσαι σε Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμάς οι ψευδοπροφήται οι εν υμίν. ουκ όψονται. ότι ζητήσετέ με εν όλη καρδία υμών. και δώσεις αυτόν εις το απόκλεισμα και εις τον καταράκτην. 23 δι' ην εποίησαν ανομίαν εν Ισραήλ και εμοιχώντο τας γυναίκας των πολιτών αυτών και λόγον εχρημάτισαν εν τω ονόματί μου. φησί Κύριος. 27 και νυν διατί συνελοιδορήσατε Ιερεμίαν τον εξ Αναθώθ τον προφητεύσαντα υμίν. και ουκ απέστειλα αυτούς. ον ου συνέταξα αυτοίς. α εγώ ποιήσω υμίν. και πεποιθέναι εποίησεν υμάς επ' αδίκοις. και μη ακούετε εις τα ενύπνια υμών. 10 ότι ούτως είπε Κύριος· όταν μέλλη πληρούσθαι Βαβυλώνι εβδομήκοντα έτη. και πατάξει αυτούς κατ' οφθαλμούς υμών. 28 ου δια τούτο απέστειλε προς υμάς εις Βαβυλώνα λέγων· μακράν εστιν. α υμείς ενυπνιάζεσθε. οικοδομήσατε οικίας και κατοικήσατε και φυτεύσατε κήπους και φάγεσθε τον καρπόν αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1563 . 30 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 31 απόστειλον προς την αποικίαν λέγων· ούτως είπε Κύριος επί Σαμαίαν τον Νελαμίτην· επειδή επροφήτευσεν υμίν Σαμαίας. επισκέψομαι υμάς και επιστήσω τους λόγους μου εφ' υμάς του αποστρέψαι τον λαόν υμών εις τον τόπον τούτον. 24 και προς Σαμαίαν τον Νελαμίτην ερείς· 25 ουκ απέστειλά σε τω ονόματί μου. και εισακούσομαι υμών· 13 και εκζητήσατέ με.

επί βιβλίου. . ωφέλειά σοι ουκ έστι.4 Και ούτοι οι λόγοι. 8 εν τη ημέρα εκείνη. και ο ναός κατά το κρίμα αυτού καθεδείται. και ουκ εργώνται αυτοί έτι αλλοτρίοις· 9 και εργώνται τω Κυρίω Θεω αυτών. και αποστρέψω αυτούς εις την γην. και ου μη ελαττωθώσι. 20 και εισελεύσονται οι υιοί αυτών ως το πρότερον. 5 ούτως είπε Κύριος· φωνήν φόβου ακούσεσθε· φόβος. και πάντες οι εχθροί σου κρέας αυτών παν έδονται· επί πλήθος αδικιών σου επληθύνθησαν αι αμαρτίαι σου. είπε Κύριος. και τα μαρτύρια αυτών κατά πρόσωπόν μου ορθωθήσεται· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1564 . ότι ζητών ουκ έστιν αυτήν. και ουκ έστιν είρήνη. . ου μη επερωτήσωσιν· ότι πληγήν εχθρού έπαισά σε. εποίησαν ταύτά σοι· και έσονται οι διαφορούντές σε εις διαφόρημα. 18 ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ αποστρέψω την αποικίαν Ιακώβ και την αιχμαλωσίαν αυτού ελεήσω· και οικοδομηθήσεται πόλις επί το ύψος αυτής. εις ίκτερον εγενήθη. 7 ότι μεγάλη η ημέρα εκείνη και ουκ έστιν τοιαύτη. φησί Κύριος. και τον Δαυίδ βασιλέα αυτών αναστήσω αυτοίς. ους ελάλησε Κύριος επί Ισραήλ και Ιούδα. 17 ότι ανάξω το ίαμά σου. 3 ότι ιδού ημέραι έρχονται. και περί φόβου. από πληγής οδυνηράς ιατρεύσω σε. εστράφησαν πρόσωπα. και χρόνος στενός εστι τω Ιακώβ. και αποστρέψω την αποικίαν λαού μου Ισραήλ και Ιούδα. εν ω καθέξουσιν οσφύν και σωτηρίαν· διότι εώρακα πάντα άνθρωπον και αι χείρες αυτού επί της οσφύος αυτού. και κυριεύσουσιν αυτής. 6 ερωτήσατε και ίδετε ει έτεκεν άρσεν. ην έδωκα τοις πατράσιν αυτών. 19 και εξελεύσονται απ' αυτών άδοντες και φωνή παιζόντων· και πλεονάσω αυτούς. παιδείαν στερεάν· επί πάσαν αδικίαν σου επλήθυναν αι αμαρτίαι σου. είπε Κύριος. ότι Εσπαρμένη εκλήθης· θήρευμα υμών εστιν. εις αλγηρόν ιατρεύθης. συντρίψω τον ζυγόν από του τραχήλου αυτών και τους δεσμούς αυτών διαρρήξω. φησί Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ (Μασ. 16 δια τούτο πάντες οι έσθοντές σε βρωθήσονται. και πάντας τους προνομεύσαντάς σε δώσω εις προνομήν. και από τούτου σωθήσεται. αλγηρά η πληγή σου· 13 ουκ έστι κρίνων κρίσιν σου. ους εχρημάτισα προς σε. Λ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου ειπείν· 2 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ λέγων· γράψον πάντας τους λόγους.12 Ούτως είπε Κύριος· ανέστησα σύντριμμα. 14 πάντες οι φίλοι σου επελάθοντό σου.

και ου μη πλανηθώσιν εν αυτη· ότι εγενόμην τω Ισραήλ εις πατέρα. έως ποιήση και έως καταστήση εγχείρημα καρδίας αυτού· επ' εσχάτων των ημερών γνώσεσθε αυτά. και αποστρέψουσι προς με. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ (Μασ. 24 ου μη αποστραφή οργή θυμού Κυρίου. είπε Κύριος. 21 και έσονται ισχυρότεροι αυτού επ' αυτούς. φυτεύσατε και αινέσατε. έσομαι εις Θεόν τω γένει Ισραήλ. και εν παρακλήσει ανάξω αυτούς αυλίζων επί διώρυγας υδάτων εν οδω ορθή. δια τούτο είλκυσά σε εις οικτείρημα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επισκέψομαι τους θλίβοντας αυτούς. 8 ιδού εγώ άγω αυτούς από βορρά και συνάξω αυτούς απ' εσχάτου της γης εν εορτη φασέκ· και τεκνοποιήσει όχλον πολύν. 6 ότι εστίν ημέρα κλήσεως απολογουμένων εν όρεσιν Εφραίμ· ανάστητε και ανάβητε εις Σιών προς Κύριον τον Θεόν ημών. και αυτοί έσονταί μοι εις λαόν. ος έδωκε την καρδίαν αυτού αποστρέψαι προς με. εξήλθεν οργή στρεφομένη. το κατάλοιπον του Ισραήλ. ότι τις εστιν ούτος. επί γην σίτου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1565 . 11 ότι ελυτρώσατο Κύριος τον Ιακώβ. εξείλατο αυτόν εκ χειρός στερεωτέρων αυτού. 4 έτι οικοδομήσω σε. και αναγγείλατε εις νήσους τας μακρόθεν· είπατε· ο λικμήσας τον Ισραήλ και συνάξει αυτόν και φυλάξει αυτόν ως ο βόσκων ποίμνιον αυτού. έθνη. 23 ότι οργή Κυρίου εξήλθε θυμώδης. 10 Ακούσατε λόγους Κυρίου. 9 εν κλαυθμω εξήλθον. 7 ότι ούτως είπε Κύριος τω Ιακώβ· ευφράνθητε και χρεμετίσατε επί κεφαλήν εθνών· ακουστά ποιήσατε και αινέσατε· είπατε· έσωσε Κύριος τον λαόν αυτού. 3 Κύριος πόρρωθεν ώφθη αυτω· αγάπησιν αιώνιον ηγάπησά σε. και ο άρχων αυτού εξ αυτού εξελεύσεται· και συνάξω αυτούς. 12 και ήξουσι και ευφρανθήσονται εν τω όρει Σιών· και ήξουσιν επ' αγαθά Κυρίου. παρθένος Ισραήλ· έτι λήψη τύμπανόν σου και εξελεύση μετά συναγωγής παιζόντων. φησί Κύριος. ΛΑ) 1 ΕΝ τω χρόνω εκείνω. 5 έτι φυτεύσατε αμπελώνας εν όρεσι Σαμαρείας. και αποστρέψουσιν ώδε. και οικοδομηθήση. επ' ασεβείς ήξει. και Εφραίμ πρωτότοκός μου εστιν. 2 ούτως είπε Κύριος· εύρον θερμόν εν ερήμω μετά ολωλότων εν μαχαίρα· βαδίσατε και μη ολέσητε τον Ισραήλ.

22 έως πότε αποστρέψεις. και ου πεινάσουσιν έτι. 13 τότε χαρήσονται παρθένοι εν συναγωγή νεανίσκων. 26 δια τούτο εξηγέρθην και είδον. και διαθήσομαι τω οίκω Ισραήλ και τω οίκω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1566 . και οι οδόντες των τέκνων ημωδίασαν. φησί Κύριος. 18 ακοήν ήκουσα Εφραίμ οδυρομένου· επαίδευσάς με και επαιδεύθην εγώ· ωσπερ μόσχος ουκ εδιδάχθην· επίστρεψόν με. και έσται η ψυχή αυτών ωσπερ ξύλον έγκαρπον. ότι συ Κύριος ο Θεός μου. φησί Κύριος. φησί Κύριος. 31 ιδού ημέραι έρχονται. 17 μόνιμον τοις σοίς τέκνοις. αποστράφηθι εις τας πόλεις σου πενθούσα. 21 Στήσον σεαυτήν Σιών. θυγάτηρ ητιμωμένη. 27 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. και επιστρέψω. 25 ότι εμέθυσα πάσαν ψυχήν διψώσαν και πάσαν ψυχήν πεινώσαν ενέπλησα. 28 και έσται ωσπερ εγρηγόρουν επ' αυτούς καθαιρείν και κακούν. ποίησον τιμωρίαν. ότι ανθ' ων οι λόγοι μου εν αυτω. και επιστρέψουσιν εκ γης εχθρών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και οίνου και καρπών και κτηνών και προβάτων. ότι έστι μισθός τοις σοίς έργοις. παιδίον εντρυφών. όταν αποστρέψω την αιχμαλωσίαν αυτού· ευλογημένος Κύριος επί δίκαιον όρος το άγιον αυτού 24 και ενοικούντες εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εν πάση τη γη αυτού άμα γεωργω. ελεών ελεήσω αυτόν. και πρεσβύται χαρήσονται. 29 εν ταις ημέραις εκείναις ου μη είπωσιν· οι πατέρες έφαγον όμφακα. και στρέψω το πένθος αυτών εις χαρμονήν και ποιήσω αυτούς ευφραινομένους. και αρθήσεται εν ποιμνίω. και ο ύπνος μου ηδύς μοι εγενήθη. ότι ουκ εισίν. 23 ότι ούτως είπε Κύριος· έτι ερούσι τον λόγον τούτον εν γη Ιούδα και εν πόλεσιν αυτού. και σπερώ τον Ισραήλ και τον Ιούδαν σπέρμα ανθρώπου και σπέρμα κτήνους. 30 αλλ' ή έκαστος εν τη εαυτού αμαρτία αποθανείται. 20 υιος αγαπητός Εφραίμ εμοί. 16 ούτως είπε Κύριος· διαλειπέτω η φωνή σου από κλαυθμού και οι οφθαλμοί σου από δακρύων σου. 14 μεγαλυνώ και μεθύσω την ψυχήν των ιερέων υιών Λευί. και ο λαός μου των αγαθών μου εμπλησθήσεται. φησί Κύριος. 19 ότι ύστερον αιχμαλωσίας μου μετενόησα και ύστερον του γνώναί με εστέναξα εφ' ημέρας αισχύνης και υπέδειξά σοι. ότι έλαβον ονειδισμόν εκ νεότητός μου. μνεία μνησθήσομαι αυτού· δια τούτο έσπευσα επ' αυτω. εν σωτηρία περιελεύσονται άνθρωποι. ότι έκτισε Κύριος σωτηρίαν εις καταφύτευσιν καινήν. και του φαγόντος τον όμφακα αιμωδιάσουσιν οι οδόντες αυτού. δος καρδίαν σου εις τους ώμους· οδόν ή επορεύθης αποστράφηθι. 15 ούτως είπε Κύριος· φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνου και κλαυθμού και οδυρμού· Ραχήλ αποκλαιομένη ουκ ήθελε παύσασθαι επί τοις υιοίς αυτής. ούτως γρηγορήσω επ' αυτούς του οικοδομείν και καταφυτεύειν. παρθένος Ισραήλ.

ή εστιν εν οίκω βασιλέως. ων εποίησαν. και ουκέτι ου μη εκλίπη και ου μη καθαιρεθή έως του αιώνος. έως γωνίας πύλης ίππων ανατολής αγίασμα τω Κυρίω. και εγώ ουκ αποδοκιμώ το γένος Ισραήλ. 32 ου κατά την διαθήκην. Κύριος παντοκράτωρ όνομα αυτω· 37 εάν παύσωνται οι νόμοι ούτοι από προσώπου μου. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ (Μασ. και αυτοί έσονταί μοι εις λαόν. ην διεθέμην τοις πατράσιν αυτών εν ημέρα επιλαβομένου μου της χειρός αυτών εξαγαγείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. 3 εν ή κατέκλεισεν αυτόν ο βασιλεύς Σεδεκίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1567 . και Ιερεμίας εφυλάσσετο εν αυλή της φυλακής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιούδα διαθήκην καινήν. και το γένος Ισραήλ παύσεται γενέσθαι έθνος κατά πρόσωπόν μου πάσας τας ημέρας. φησί Κύριος· διδούς δώσω νόμους εις την διάνοιαν αυτών και επί καρδίας αυτών γράψω αυτούς· και έσομαι αυτοίς εις Θεόν. 34 και ου μη διδάξωσιν έκαστος τον πολίτην αυτού και έκαστος τον αδελφόν αυτού λέγων· γνώθι τον Κύριον· ότι πάντες ειδήσουσί με από μικρού αυτών έως μεγάλου αυτών. φησί Κύριος. φησί Κύριος. φησί Κύριος. περί πάντων. και κραυγήν εν θαλάσση και εβόμβησε τα κύματα αυτής. 36 ούτως είπε Κύριος ο δούς τον ήλιον εις φως της ημέρας. φησί Κύριος. φησί Κύριος. ην διαθήσομαι τω οίκω Ισραήλ μετά τας ημέρας εκείνας. και οικοδομηθήσεται πόλις τω Κυρίω από πύργου Αναμεήλ έως πύλης της γωνίας· 39 και εξελεύσεται η διαμέτρησις αυτής απέναντι αυτών έως βουνών Γαρήβ και περικυκλωθήσεται κύκλω εξ εκλεκτών λίθων· 40 και πάντες Ασαρημώθ έως Ναχάλ Κέδρων. ούτος ενιαυτός οκτωκαιδέκατος τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ βασιλεί Βαβυλώνος· 2 και δύναμις βασιλέως Βαβυλώνος εχαράκωσεν επί Ιερουσαλήμ. και εγώ ημέλησα αυτών. ΛΒ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν εν τω ενιαυτω δεκάτω βασιλεί Σεδεκία. . 38 ιδού ημέραι έρχονται. 33 ότι αύτη η διαθήκη μου. ότι ίλεως έσομαι ταις αδικίαις αυτών και των αμαρτιών αυτών ου μη μνησθώ έτι. ότι αυτοί ουκ ενέμειναν εν τη διαθήκη μου. και εάν ταπεινωθή το έδαφος της γης κάτω.35 Εάν υψωθή ο ουρανός εις το μετέωρον. σελήνην και αστέρας εις φως της νυκτός.

ότι σοί κρίσις παραλαβείν εις κτήσιν. και συ πρεσβύτερος. ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ δίδωμι την πόλιν ταύτην εν χερσί βασιλέως Βαβυλώνος. 8 και ήλθε προς με Αναμεήλ υιος Σαλώμ. αδελφού πατρός μου. ο Θεός ο μέγας και ισχυρός. ότι σοί κρίμα κτήσασθαι αυτόν. ότι παραδόσει παραδοθήσεται εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λέγων· διατί συ προφητεύεις λέγων. συ εποίησας τον ουρανόν και την γην τη ισχύϊ σου τη μεγάλη και τω βραχίονί σου τω υψηλω και τω μετεώρω. 4 και Σεδεκίας ου μη σωθή εκ χειρός των Χαλδαίων. 9 και εκτησάμην τον αγρόν Αναμεήλ υιού αδελφού πατρός μου και έστησα αυτω επτά σίκλους και δέκα αργυρίου· 10 και έγραψα εις βιβλίον και εσφραγισάμην και διεμαρτυράμην μάρτυρας και έστησα το αργύριον εν ζυγω. ίνα διαμείνη ημέρας πλείους. και έγνων ότι λόγος Κυρίου εστί. εις την αυλήν της φυλακής και είπε· κτήσαι σεαυτω τον αγρόν μου τον εν γη Βενιαμίν τον εν Αναθώθ. και λαλήσει στόμα αυτού προς στόμα αυτού. 19 Κύριος μεγάλης βουλής και δυνατός τοις έργοις. ως ημέρα αύτη 21 και εξήγαγες τον λαόν σου Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου εν σημείοις και εν τέρασιν. ου μη αποκρυβή από σου ουθέν. 18 ποιών έλεος εις χιλιάδας και αποδιδούς αμαρτίας πατέρων εις κόλπους τέκνων αυτών μετ' αυτούς. και λήψεται αυτήν. ο Θεός ο μέγας. 11 και έλαβον το βιβλίον της κτήσεως το εσφραγισμένον και το ανεγνωσμένον 12 και έδωκα αυτό τω Βαρούχ υιω Νηρίου υιω Μαασαίου κατ' οφθαλμούς Αναμεήλ υιού αδελφού πατρός μου και κατ' οφθαλμούς των ανδρών των παρεστηκότων και γραφόντων εν τω βιβλίω της κτήσεως και κατ' οφθαλμούς των Ιουδαίων των εν τη αυλή της φυλακής. 13 και συνέταξα τω Βαρούχ κατ' οφθαλμούς αυτών λέγων· 14 ούτως είπε Κύριος παντοκράτωρ· λάβε το βιβλίον της κτήσεως τούτο και το βιβλίον το ανεγνωσμένον και θήσεις αυτό εις αγγείον οστράκινον. .16 Και προσευξάμην προς Κύριον μετά το δούναί με το βιβλίον της κτήσεως προς Βαρούχ υιόν Νηρίου λέγων· 17 ω Κύριε. 5 και εισελεύσεται Σεδεκίας εις Βαβυλώνα και εκεί καθιείται. ο παντοκράτωρ και μεγαλώνυμος Κύριος· οι οφθαλμοί σου εις τας οδούς των υιών των ανθρώπων δούναι εκάστω κατά την οδόν αυτού· 20 ος εποίησας σημεία και τέρατα εν γη Αιγύπτω έως της ημέρας ταύτης και εν Ισραήλ και εν τοις γηγενέσι· και εποίησας σεαυτω όνομα. εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1568 . 6 και λόγος Κυρίου εγενήθη προς Ιερεμίαν λέγων· 7 ιδού Αναμεήλ υιος Σαλώμ αδελφού πατρός σου έρχεται προς σε λέγων· κτήσαι σεαυτω τον αγρόν μου τον εν Αναθώθ. 15 ότι ούτως είπε Κύριος· έτι κτηθήσονται αγροί και οικίαι και αμπελώνες εν τη γη ταύτη. και οι οφθαλμοί αυτού τους οφθαλμούς αυτού όψονται.

30 ότι ήσαν οι υιοί Ισραήλ και οι υιοί Ιούδα μόνοι ποιούντες το πονηρόν κατ' οφθαλμούς μου εκ νεότητος αυτών. ου διέσπειρα αυτούς εκεί εν οργή μου και τω θυμω μου και εν παροξυσμω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1569 . και ουκ ήκουσαν έτι λαβείν παιδείαν. α ενετείλω αυτοίς ουκ εποίησαν· και εποίησας συμβήναι αυτοίς πάντα τα κακά ταύτα. ην ώμοσας τοις πατράσιν αυτών. 35 και ωκοδόμησαν τους βωμούς τη Βάαλ τους εν φάραγγι υιού Εννόμ του αναφέρειν τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών τω Μολόχ βασιλεί. μη απ' εμού κρυβήσεταί τι.36 Και νυν ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ επί την πόλιν. 26 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 27 εγώ Κύριος ο Θεός πάσης σαρκός. ούτως εγένετο. α ου συνέταξα αυτοίς και ουκ ανέβη επί καρδίαν μου. 28 δια τούτο ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· δοθείσα παραδοθήσεται η πόλις αύτη εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. ων εποίησαν πικράναι με αυτοί και οι βασιλείς αυτών και οι άρχοντες αυτών και οι ιερείς αυτών και οι προφήται αυτών. 25 και συ λέγεις προς με· κτήσαι σεαυτω τον αγρόν αργυρίου· και έγραψα βιβλίον και εσφραγισάμην και επεμαρτυράμην μάρτυρας· και η πόλις εδόθη εις χείρας Χαλδαίων. άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ. αφ' ης ημέρας ωκοδόμησαν αυτήν και έως της ημέρας ταύτης απαλλάξαι αυτήν από προσώπου μου. και η πόλις εδόθη εις χείρας Χαλδαίων των πολεμούντων αυτήν από προσώπου μαχαίρας και του λιμού· ως ελάλησας. εν αις εθυμιώσαν επί των δωμάτων αυτών τη Βάαλ και έσπευδον σπονδάς θεοίς ετέροις προς το παραπικράναι με. ου επεκλήθη το όνομά μου επ' αυτω. ην συ λέγεις· παραδοθήσεται εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος εν μαχαίρα και εν λιμω και εν αποστολή. 34 και έθηκαν τα μιάσματα αυτών εν τω οίκω. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. 24 ιδού όχλος ήκει εις την πόλιν ταύτην συλλαβείν αυτήν. και εδίδαξα. και λήψεται αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω 22 και εν οράμασι μεγάλοις· και έδωκας αυτοίς την γην ταύτην. του ποιήσαι το βδέλυγμα τούτο προς το εφαμαρτείν τον Ιούδαν. 31 ότι επί την οργήν μου και επί τον θυμόν μου ην η πόλις αύτη. . εν ακαθαρσίαις αυτών. 32 δια πάσας τας πονηρίας των υιών Ισραήλ και Ιούδα. 37 ιδού εγώ συνάγω αυτούς εκ πάσης της γης. 29 και ήξουσιν οι Χαλδαίοι πολεμούντες επί την πόλιν ταύτην και καύσουσι την πόλιν ταύτην εν πυρί και κατακαύσουσι τας οικίας. 33 και απέστρεψαν προς με νώτον και ου πρόσωπον· και εδίδαξα αυτούς όρθρου. 23 και εισήλθοσαν και ελάβοσαν αυτήν και ουκ ήκουσαν της φωνής σου και εν τοις προστάγμασί σου ουκ επορεύθησαν· άπαντα.

και αυτός ην έτι δεδεμένος εν τη αυλή της φυλακής λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος ποιών γην και πλάσσων αυτήν του ανορθώσαι αυτήν. 7 και αποστρέψω την αποικίαν Ιούδα και την αποικίαν Ισραήλ και οικοδομήσω αυτούς καθώς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1570 . ΛΓ) 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν δεύτερον. 44 και κτήσονται αγρούς εν αργυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεγάλω. και γράψεις βιβλίον και σφραγιή και διαμαρτυρή μάρτυρας εν γη Βενιαμίν και κύκλω της Ιερουσαλήμ και εν πόλεσιν Ιούδα και εν πόλεσι του όρους και εν πόλεσι της Σεφηλά και εν πόλεσι της Ναγέβ. 4 ότι ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ περί οίκων της πόλεως ταύτης και περί οίκων βασιλέως Ιούδα των καθηρημένων εις χάρακας και προμαχώνας 5 του μάχεσθαι προς τους Χαλδαίους και πληρώσαι αυτήν των νεκρών των ανθρώπων. και αποκριθήσομαί σοι και απαγγελώ σοι μεγάλα και ισχυρά. α ελάλησα επ' αυτούς. 42 ότι ούτως είπε Κύριος· καθά επήγαγον επί τον λαόν τούτον πάντα τα κακά τα μεγάλα ταύτα. και απέστρεψα το πρόσωπόν μου απ' αυτών περί πασών των πονηριών αυτών· 6 ιδού εγώ ανάγω αυτη συνούλωσιν και ίαμα και φανερώσω αυτοίς εισακούειν και ιατρεύσω αυτήν και ποιήσω αυτοίς ειρήνην και πίστιν. ότι αποστρέψω τας αποικίας αυτών. και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν. ή συ λέγεις· άβατός εστιν από ανθρώπων και κτήνους και παρεδόθησαν εις χείρας Χαλδαίων. 43 και κτηθήσονται έτι αγροί εν τη γη. 38 και έσονταί μοι εις λαόν. ην ου μη αποστρέψω όπισθεν αυτών· και τον φόβον μου δώσω εις την καρδίαν αυτών προς το μη αποστήναι αυτούς απ' εμού. ους επάταξα εν οργή μου και εν θυμω μου. ούτως εγώ επάξω επ' αυτούς πάντα τα αγαθά. α ουκ έγνως αυτά. 39 και δώσω αυτοίς οδόν ετέραν και καρδίαν ετέραν φοβηθήναί με πάσας τας ημέρας και εις αγαθόν αυτοίς και τοις τέκνοις αυτών μετ' αυτούς. και επιστρέψω αυτούς εις τον τόπον τούτον και καθιώ αυτούς πεποιθότας. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ (Μασ. 40 και διαθήσομαι αυτοίς διαθήκην αιωνίαν. 41 και επισκέψομαι του αγαθώσαι αυτούς και φυτεύσω αυτούς εν τη γη ταύτη εν πίστει και εν πάση καρδία και εν πάση ψυχή. Κύριος όνομα αυτω· 3 κέκραξον προς με.

ότι αποστρέψω πάσαν την αποικίαν της γης εκείνης κατά το πρότερον. ΛΔ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου (και Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και παν το στρατόπεδον αυτού και πάσα η γη αρχής αυτού επολέμουν επί Ιερουσαλήμ και επί πάσας τας πόλεις Ιούδα) λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος· βάδισον προς Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα και ερείς αυτω· ούτως είπε Κύριος· παραδόσει παραδοθήσεται η πόλις αύτη εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ (Μασ. 11 φωνή ευφροσύνης και φωνή χαρμοσύνης. και φοβηθήσονται και πικρανθήσονται περί πάντων των αγαθών και περί πάσης της ειρήνης. και ου μη μνησθήσομαι αμαρτιών αυτών. ων ημάρτοσάν μοι. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· και εισοίσουσι δώρα εις οίκον Κυρίου. 8 και καθαριώ αυτούς από πασών των αδικιών αυτών. είπε Κύριος. ότι χρηστός Κύριος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1571 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το πρότερον. 4 αλλά άκουσον τον λόγον Κυρίου. ης εγώ ποιήσω αυτοίς. φωνή λεγόντων· εξομολογείσθε Κυρίω παντοκράτορι. φωνή νυμφίου και φωνή νύμφης. ων ήμαρτόν μοι και απέστησαν απ' εμού. ω υμείς λέγετε· έρημός εστιν από ανθρώπων και κτηνών. και συλλήψεται αυτήν και καύσει αυτήν εν πυρί· 3 και συ ου μη σωθής εκ χειρός αυτού και συλλήψει συλληφθήση και εις χείρας αυτού δοθήση. . 9 και έσται εις ευφροσύνην και αίνεσιν και εις μεγαλειότητα παντί τω λαω της γης. οίτινες ακούσονται πάντα τα αγαθά. εν πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ. α εγώ ποιήσω. και οφθαλμοί σου τους οφθαλμούς αυτού όψονται και το στόμα αυτού μετά του στόματός σου λαλήσει.10 Ούτως είπε Κύριος· έτι ακουσθήσεται εν τω τόπω τούτω. και εις Βαβυλώνα εισελεύση. είπε Κύριος· 12 ούτως είπε Κύριος των δυνάμεων· έτι έσται εν τω τόπω τούτω τω ερήμω παρά το μη είναι άνθρωπον και κτήνος και εν πάσαις ταις πόλεσιν αυτού καταλύματα ποιμένων κοιταζόντων πρόβατα· 13 εν πόλεσι της ορεινής και εν πόλεσι της Σεφηλά και εν πόλεσι της Ναγέβ και εν γη Βενιαμίν και εν ταις κύκλω Ιερουσαλήμ και εν πόλεσιν Ιούδα έτι παρελεύσεται πρόβατα επί χείρα αριθμούντος. ταις ηρημωμέναις παρά το μη είναι άνθρωπον και κτήνη.

και εξαποστελείς αυτόν ελεύθερον. 12 και εγενήθη λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 13 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· εγώ διεθέμην διαθήκην προς τους πατέρας υμών εν τη ημέρα. είπε Κύριος. ή εξειλάμην αυτούς εκ γης Αιγύπτου. επί Λαχίς και επί Αζηκά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σεδεκία βασιλεύ Ιούδα· ούτως λέγει Κύριος· 5 εν ειρήνη αποθανή. προς το μη δουλεύειν άνδρα εξ Ιούδα· 10 και επεστράφησαν πάντες οι μεγιστάνες και πας ο λαός οι εισελθόντες εν τη διαθήκη του αποστείλαι έκαστον τον παίδα αυτού και έκαστον την παιδίσκην αυτού και εώσαν 11 αυτούς εις παίδας και παιδίσκας. και ως έκλαυσαν τους πατέρας σου τους βασιλεύσαντας πρότερόν σου. ότι αύται κατελείφθησαν εν πόλεσιν Ιούδα πόλεις οχυραί. 17 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· υμείς ουκ ηκούσατέ μου του καλέσαι άφεσιν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· ιδού εγώ καλώ άφεσιν υμίν εις μάχαιραν και εις τον θάνατον και εις τον λιμόν και δώσω υμάς εις διασποράν πάσαις ταις βασιλείαις της γης. 19 τους άρχοντας Ιούδα και τους δυνάστας και τους ιερείς και τον λαόν. 9 του εξαποστείλαι έκαστον τον παίδα αυτού και έκαστον την παιδίσκην αυτού. και έως άδου κόψονταί σε· ότι λόγον εγώ ελάλησα. 21 και τον Σεδεκίαν βασιλέα της Ιουδαίας και τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1572 . ος παραθήσεταί σοι· και εργάταί σοι εξ έτη. 7 και η δύναμις βασιλέως Βαβυλώνος επολέμει επί Ιερουσαλήμ και επί τας πόλεις Ιούδα. 6 και ελάλησεν Ιερεμίας προς τον βασιλέα Σεδεκίαν πάντας τους λόγους τούτους εν Ιερουσαλήμ. 16 και επεστρέψατε και εβεβηλώσατε το όνομά μου του επιστρέψαι έκαστον τον παίδα αυτού και έκαστον την παιδίσκην αυτού. τον μόσχον. λέγων· 14 όταν πληρωθή εξ έτη. τους μη στήσαντας την διαθήκην μου. ους εξαπεστείλατε ελευθέρους τη ψυχή αυτών. ου επεκλήθη το όνομά μου επ' αυτω. και ουκ ήκουσάν μου και ουκ έκλιναν το ους αυτών. κλαύσονται και σε. εξ οίκου δουλείας. ην εποίησαν κατά πρόσωπόν μου. ουαί Κύριε. του είναι υμίν εις παίδας και παιδίσκας. 8 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου μετά το συντελέσαι τον βασιλέα Σεδεκίαν διαθήκην προς τον λαόν του καλέσαι άφεσιν. 18 και δώσω τους άνδρας τους παρεληλυθότας την διαθήκην μου. ον εποίησαν εργάζεσθαι αυτω. 20 και δώσω αυτούς τοις εχθροίς αυτών και έσται τα θνησιμαία αυτών βρώσις τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. αποστελείς τον αδελφόν σου τον Εβραίον. 15 και επέστρεψαν σήμερον ποιήσαι το ευθές προ οφθαλμών μου του καλέσαι άφεσιν έκαστον του πλησίον αυτού και συνετέλεσαν διαθήκην κατά πρόσωπόν μου εν τω οίκω. τον Εβραίον και την Εβραίαν ελευθέρους.

α ενετείλατο ημίν Ιωναδάβ ο πατήρ ημών. και ποτιείς αυτούς οίνον. 7 και οικίας ου μη οικοδομήσητε και σπέρμα ου μη σπείρητε. 3 και εξήγαγον τον Ιεζονίαν υιόν Ιερεμίου υιού Χαβασίν και τους αδελφούς αυτού και τους υιούς αυτού και πάσαν την οικίαν Αρχαβείν 4 και εισήγαγον αυτούς εις οίκον Κυρίου εις το παστοφόριον υιών Ανανίου. και δώσω αυτάς ερήμους από των κατοικούντων. και δύναμις βασιλέως Βαβυλώνος τοις αποτρέχουσιν απ' αυτών. ΛΕ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου εν ημέραις Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα λέγων· 2 βάδισον εις οίκον Αρχαβείν και άξεις αυτούς εις οίκον Κυρίου. εις μίαν των αυλών. και αμπελών ουκ έσται υμίν. ότι Ιωναδάβ υιος Ρηχάβ ο πατήρ ημών ενετείλατο ημίν λέγων· ου μη πίετε οίνον. και πολεμήσουσιν επ' αυτήν και λήψονται αυτήν και κατακαύσουσιν αυτήν εν πυρί και τας πόλεις Ιούδα. ό εστιν εγγύς του οίκου των αρχόντων των επάνω του οίκου Μαασαίου υιού Σελώμ. υιού Γοδολίου ανθρώπου του Θεού. 9 και προς το μη οικοδομείν οικίας του κατοικείν εκεί. του φυλάσσοντος την αυλήν. ημείς και αι γυναίκες ημών και οι υιοί ημών και αι θυγατέρες ημών. 22 ιδού εγώ συντάσσω. υμείς και οι υιοί υμών έως αιώνος. 5 και έδωκα κατά πρόσωπον αυτών κεράμιον οίνου και ποτήρια και είπα· πίετε οίνον. όπως αν ζήσητε ημέρας πολλάς επί της γης. 10 και ωκήσαμεν εν σκηναίς και ηκούσαμεν και εποιήσαμεν κατά πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άρχοντας αυτών δώσω εις χείρας εχθρών αυτών. και είπαμεν· εισέλθατε και εισέλθωμεν εις Ιερουσαλήμ από προσώπου της δυνάμεως των Χαλδαίων και από προσώπου της δυνάμεως των Ασσυρίων. και επιστρέψω αυτούς εις την γην ταύτην. 8 και ηκούσαμεν της φωνής Ιωναδάβ του πατρός ημών προς το μη πιείν οίνον πάσας τας ημέρας ημών. και ωκούμεν εκεί. φησί Κύριος. 11 και εγενήθη ότε ανέβη Ναβουχοδονόσορ επί την γην. ότι εν σκηναίς οικήσετε πάσας τας ημέρας υμών. 6 και είπαν· ου μη πίωμεν οίνον. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ (Μασ. εφ' ης διατρίβετε υμείς επ' αυτής. και αμπελών και αγρός και σπέρμα ουκ εγένετο ημίν. 12 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 13 ούτως λέγει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1573 .

υιού Ρηχάβ. αφ' ης ημέρας λαλήσαντός μου προς σε. 19 ου μη εκλίπη ανήρ των υιών Ιωναδάβ υιού Ρηχάβ παρεστηκώς κατά πρόσωπόν μου πάσας τας ημέρας της γης. και έγραψεν από στόματος Ιερεμίου πάντας τους λόγους Κυρίου. α εγώ λογίζομαι ποιήσαι αυτοίς. και ουκ ηκούσατε. 15 και απέστειλα προς υμάς τους παίδάς μου τους προφήτας λέγων· αποστράφητε έκαστος από της οδού αυτού της πονηράς και βελτίω ποιήσατε τα επιτηδεύματα υμών και ου πορεύσεσθε οπίσω θεών ετέρων του δουλεύειν αυτοίς. αφ' ημερών Ιωσία βασιλέως Ιούδα και έως της ημέρας ταύτης· 3 ίσως ακούσεται ο οίκος Ιούδα πάντα τα κακά. 16 και έστησαν υιοί Ιωναδάβ υιού Ρηχάβ την εντολήν του πατρός αυτών. 5 και ενετείλατο Ιερεμίας τω Βαρούχ λέγων· εγώ φυλάσσομαι. 18 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· επειδή ήκουσαν υιοί Ιωναδάβ υιού Ρηχάβ την εντολήν του πατρός αυτών ποιείν καθότι ενετείλατο αυτοίς ο πατήρ αυτών. ης έδωκα υμίν και τοις πατράσιν υμών· και ουκ εκλίνατε τα ώτα υμών και ουκ εισηκούσατε. 17 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ φέρω επί Ιούδαν και επί τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ πάντα τα κακά. α ελάλησα επ' αυτούς. 14 έστησαν ρήμα υιοί Ιωναδάβ. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ (Μασ. ΛΣΤ) 1 ΕΝ τω ενιαυτω τω τετάρτω Ιωακείμ υιού Ιωσία βασιλέως Ιούδα εγενήθη λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 λάβε σεαυτω χαρτίον βιβλίου και γράψον επ' αυτού πάντας τους λόγους. και ουκ επίοσαν· και εγώ ελάλησα προς υμάς όρθρου. ους ελάλησα προς σε επί Ιερουσαλήμ και επί Ιούδα και επί πάντα τα έθνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος· πορεύου και ειπόν ανθρώπω Ιούδα και τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ· ου μη λάβητε παιδείαν του ακούειν τους λόγους μου. ίνα αποστρέψωσιν από της οδού αυτών της πονηράς. ό ενετείλατο τοις τέκνοις αυτού προς το μη πιείν οίνον. ου μη δύνωμαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1574 . ους εχρημάτισε προς αυτόν. και ίλεως έσομαι ταις αδικίαις αυτών και ταις αμαρτίαις αυτών. 4 και εκάλεσεν Ιερεμίας τον Βαρούχ υιόν Νηρίου. εις χαρτίον βιβλίου. ο δε λαός ούτος ουκ ήκουσέ μου. και οικήσετε επί της γης.

εν ω συ αναγινώσκεις εν αυτω εν ωσί του λαού. και έγραφον εν βιβλίω. εν τη αυλή τη επάνω εν προθύροις πύλης του οίκου Κυρίου της καινής και εν ωσί παντός του λαού. 21 και απέστειλεν ο βασιλεύς τον Ιουδίν λαβείν το χαρτίον. 6 και αναγνώση εν τω χαρτίω τούτω εις τα ώτα του λαού εν οίκω Κυρίου εν ημέρα νηστείας. και το χαρτίον έδωκαν φυλάσσειν εν οίκω Ελισαμά. και αποστρέψουσιν εκ της οδού αυτών της πονηράς. εν οίκω Γαμαρίου. 13 και ανήγγειλεν αυτοίς Μιχαίας πάντας τους λόγους. υιού Σαφάν του γραμματέως. εις τον οίκον του γραμματέως. 8 και εποίησε Βαρούχ κατά πάντα. 14 και απέστειλαν πάντες οι άρχοντες προς Βαρούχ υιόν Νηρίου τον Ιουδίν υιόν Ναθανίου. α ενετείλατο αυτω Ιερεμίας. και ανήγγειλαν τω βασιλεί πάντας τους λόγους τούτους. 15 και είπαν αυτω· πάλιν ανάγνωθι εις τα ώτα ημών· και ανέγνω Βαρούχ. συνεβουλεύσαντο έκαστος προς τον πλησίον αυτού και είπον· αναγγέλλοντες αναγγείλωμεν τω βασιλεί άπαντας τους λόγους τούτους. 17 και τον Βαρούχ ηρώτησαν λέγοντες· πόθεν έγραψας πάντας τους λόγους τούτους. και εν ωσί παντός Ιούδα των ερχομένων εκ πόλεων αυτών αναγνώση αυτοίς· 7 ίσως πεσείται έλεος αυτών κατά πρόσωπον Κυρίου. 22 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1575 . ους ήκουσεν αναγινώσκοντος Βαρούχ εις τα ώτα του λαού. υιού Σελεμίου. 16 και εγενήθη ως ήκουσαν πάντας τους λόγους. του αναγνώναι εν τω βιβλίω τους λόγους Κυρίου εν οίκω Κυρίου. 10 και ανεγίνωσκε Βαρούχ εν τω βιβλίω τους λόγους Ιερεμίου εν οίκω Κυρίου. λέγοντες· το χαρτίον. ότι μέγας ο θυμός και η οργή Κυρίου. ην ελάλησεν επί τον λαόν τούτον. και ιδού εκεί πάντες οι άρχοντες εκάθηντο. λάβε αυτό εις την χείρά σου και ήκε· και έλαβε Βαρούχ το χαρτίον και κατέβη προς αυτούς. 18 και είπε Βαρούχ· από στόματος αυτού ανήγγειλέ μοι Ιερεμίας πάντας τους λόγους τούτους. και έλαβεν αυτό εξ οίκου Ελισαμά· και ανέγνω Ιουδίν εις τα ώτα του βασιλέως και εις τα ώτα πάντων των αρχόντων των εστηκότων περί τον βασιλέα. υιού Χουσί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισελθείν εις οίκον Κυρίου. 19 και είπον τω Βαρούχ· βάδισον και κατακρύβηθι συ και Ιερεμίας· άνθρωπος μη γνώτω που υμείς. Ελισαμά ο γραμματεύς και Δαλαίας υιος Σελεμίου και Ελνάθαν υιος Ακχοβώρ και Γαμαρίας υιος Σαφάν και Σεδεκίας υιος Ανανίου και πάντες οι άρχοντες. 11 και ήκουσε Μιχαίας υιος Γαμαρίου υιού Σαφάν άπαντας τους λόγους Κυρίου εκ του βιβλίου· 12 και κατέβη εις οικίαν του βασιλέως. 9 και εγενήθη εν τω έτει τω ογδόω τω βασιλεί Ιωακείμ εν τω μηνί τω ενάτω. εξεκκλησίασαν νηστείαν κατά πρόσωπον Κυρίου πας ο λαός εν Ιερουσαλήμ και οίκος Ιούδα. 20 και εισήλθον προς τον βασιλέα εις την αυλήν.

ΛΖ) 1 ΚΑΙ εβασίλευσε Σεδεκίας υιος Ιωσία αντί Ιωακείμ. 26 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Ιερεμεήλ υιω του βασιλέως και τω Σαραία υιω Εσριήλ συλλαβείν τον Βαρούχ και τον Ιερεμίαν· και κατεκρύβησαν. πάντας τους λόγους. και το θνησιμαίον αυτού έσται ερριμμένον εν τω καύματι της ημέρας και εν τω παγετω της νυκτός· 31 και επισκέψομαι επ' αυτόν και επί το γένος αυτού και επί τους παίδας αυτού και επάξω επ' αυτούς και επί τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ και επί την γην Ιούδα πάντα τα κακά. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ (Μασ. 27 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν μετά το κατακαύσαι τον βασιλέα το χαρτίον. ους κατέκαυσεν Ιωακείμ· και έτι προσετέθησαν αυτω λόγοι πλείονες ως ούτοι. α ελάλησα προς αυτούς. απέτεμεν αυτάς τω ξυρω του γραμματέως και έρριπτεν εις το πυρ το επί της εσχάρας. 25 και Ελνάθαν και Γοθολίας και Γαμαρίας υπέθεντο τω βασιλεί προς το μη κατακαύσαι το χαρτίον. και ουκ ήκουσαν. ους έγραψε Βαρούχ από στόματος Ιερεμίου λέγων· 28 πάλιν λάβε συ χαρτίον έτερον και γράψον πάντας τους λόγους τους όντας επί του χαρτίου. 32 και έλαβε Βαρούχ χαρτίον έτερον και έγραψεν επ' αυτω από στόματος Ιερεμίου άπαντας τους λόγους του βιβλίου. 24 και ουκ εζήτησαν και ου διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών ο βασιλεύς και οι παίδες αυτού οι ακούοντες πάντας τους λόγους τούτους. ους κατέκαυσεν ο βασιλεύς Ιωακείμ. έως εξέλιπε πας ο χάρτης εις το πυρ το επί της εσχάρας. 23 και εγενήθη αναγινώσκοντος Ιουδίν τρεις σελίδας και τέσσαρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο βασιλεύς εκάθητο εν οίκω χειμερινω και εσχάρα πυρός κατά πρόσωπον αυτού. ον εβασίλευσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύειν του Ιούδα· 2 και ουκ ήκουσαν αυτός και οι παίδες αυτού και ο λαός της γης τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1576 . 30 δια τούτο ούτως είπε Κύριος επί Ιωακείμ βασιλέα Ιούδα· ουκ έσται αυτω καθήμενος επί θρόνου Δαυίδ. 29 και ερείς· ούτως είπε Κύριος· συ κατέκαυσας το χαρτίον τούτο λέγων· διατί έγραψας επ' αυτω λέγων· εισπορευόμενος εισπορεύσεται βασιλεύς Βαβυλώνος και εξολοθρεύσει την γην ταύτην. και εκλείψει επ' αυτής άνθρωπος και κτήνη.

6 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 7 ούτως είπε Κύριος· ούτως ερείς προς βασιλέα Ιούδα τον αποστείλαντα προς σε του εκζητήσαί με· ιδού δύναμις Φαραώ η εξελθούσα υμίν εις βοήθειαν αποστρέψουσιν εις γην Αιγύπτου. και τι αποστρέφεις με εις οικίαν Ιωνάθαν του γραμματέως και ου μη αποθάνω εκεί. 13 και εγένετο αυτός εν πύλη Βενιαμίν. 11 Και εγένετο ότε ανέβη η δύναμις των Χαλδαίων από Ιερουσαλήμ από προσώπου της δυνάμεως Φαραώ. κύριε βασιλεύ. και εκεί άνθρωπος. 4 και Ιερεμίας ήλθε και διήλθε δια μέσου της πόλεως. 3 και απέστειλεν ο βασιλεύς Σεδεκίας τον Ιωάχαλ υιόν Σελεμίου και τον Σοφονίαν υιόν Μαασαίου τον ιερέα προς Ιερεμίαν λέγων· πρόσευξαι δη περί ημών προς Κύριον. και ουκ έδωκαν αυτόν εις τον οίκον της φυλακής. πεσέτω το έλεός μου κατά πρόσωπόν σου. ότι ου μη απέλθωσι· 10 και εάν πατάξητε πάσαν δύναμιν των Χαλδαίων τους πολεμούντας υμάς. 20 και νυν. και συνέλαβε τον Ιερεμίαν λέγων· προς τους Χαλδαίους συ φεύγεις. 9 ότι ούτως είπε Κύριος· μη υπολάβητε ταις ψυχαίς υμών λέγοντες· αποτρέχοντες απελεύσονται αφ' ημών οι Χαλδαίοι. 15 και επικράνθησαν οι άρχοντες επί Ιερεμίαν και επάταξαν αυτόν και απέστειλαν αυτόν εις την οικίαν Ιωνάθαν του γραμματέως. και καταλειφθώσί τινες εκκεκεντημένοι έκαστος εν τω τόπω αυτού. 12 εξήλθεν Ιερεμίας από Ιερουσαλήμ του πορευθήναι εις γην Βενιαμίν του αγοράσαι εκείθεν εν μέσω του λαού. ότι συ δίδως με εις οικίαν φυλακής. 16 και ήλθεν Ιερεμίας εις οικίαν του λάκκου και εις την χερέθ και εκάθισεν εκεί ημέρας πολλάς· 17 και απέστειλε Σεδεκίας και εκάλεσεν αυτόν. ούτοι αναστήσονται και καύσουσι την πόλιν ταύτην εν πυρί. 5 και δύναμις Φαραώ εξήλθεν εξ Αιγύπτου. και πολεμήσουσιν επί την πόλιν ταύτην και συλλήψονται αυτήν και καύσουσιν αυτήν εν πυρί. Σαρουϊα υιος Σελεμίου. ει έστιν ο λόγος παρά Κυρίου. 18 και είπεν Ιερεμίας τω βασιλεί· τι ηδίκησά σε και τους παίδάς σου και τον λαόν τούτον. και ήκουσαν οι Χαλδαίοι την ακοήν αυτών και ανέβησαν από Ιερουσαλήμ. ότι ταύτην εποίησαν εις οικίαν φυλακής. και είπεν· έστιν· εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος παραδοθήση. ους ελάλησεν εν χειρί Ιερεμίου. και ηρώτα αυτόν ο βασιλεύς κρυφαίως ειπείν. 21 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1577 . 14 και είπε· ψεύδος. και ουκ εισήκουσεν αυτού και συνέλαβε Σαρουϊα τον Ιερεμίαν και εισήγαγεν αυτόν προς τους άρχοντας. 8 και αναστρέψουσιν αυτοί οι Χαλδαίοι. ουκ εις τους Χαλδαίους εγώ φεύγω. υιού Ανανίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λόγους Κυρίου. 19 και που εισιν οι προφήται υμών οι προφητεύσαντες υμίν λέγοντες· ότι ου μη έλθη βασιλεύς Βαβυλώνος επί την γην ταύτην. παρ' ω κατέλυε.

5 και είπεν ο βασιλεύς· ιδού αυτός εν χερσίν υμών· ότι ουκ ηδύνατο ο βασιλεύς προς αυτούς. και εκάθισεν Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής. 11 και έλαβεν Αβδεμέλεχ τους ανθρώπους και εισήλθεν εις την οικίαν του βασιλέως την υπόγαιον και έλαβεν εκείθεν παλαιά ράκη και παλαιά σχοινία και έρριψεν αυτά προς Ιερεμίαν εις τον λάκκον 12 και είπε· ταύτα θές Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1578 . αλλ' ή πονηρά. και ην εν τω βορβόρω.7 Και ήκουσεν Αβδεμέλεχ ο Αιθίοψ. και εχάλασαν αυτόν εις τον λάκκον. και έσται η ψυχή αυτού εις εύρημα. και συλλήψεται αυτήν. και αυτός εν οικία του βασιλέως. ους Ιερεμίας ελάλει επί τον λαόν λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος· ο κατοικών εν τη πόλει ταύτη αποθανείται εν ρομφαία και εν λιμω. 10 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Αβδεμέλεχ λέγων· λάβε εις τας χείράς σου εντεύθεν τριάκοντα ανθρώπους και ανάγαγε αυτόν εκ του λάκκου. ος ην εν τη αυλή της φυλακής. 6 και έρριψαν αυτόν εις λάκκον Μελχίου υιού του βασιλέως. 8 και εξήλθε προς αυτόν και ελάλησε προς τον βασιλέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συνέταξεν ο βασιλεύς και ενεβάλοσαν αυτόν εις οικίαν της φυλακής και εδίδοσαν αυτω άρτον ένα της ημέρας έξωθεν ου πέσσουσιν. και είπεν· 9 επονηρεύσω α εποίησας του αποκτείναι τον άνθρωπον τούτον από προσώπου του λιμού. 4 και είπαν τω βασιλεί· αναιρεθήτω δη ο άνθρωπος εκείνος. και ζήσεται. και εν τω λάκκω ουκ ην ύδωρ αλλ' ή βόρβορος. . 3 ότι ούτως είπε Κύριος· παραδιδομένη παραδοθήσεται η πόλις αύτη εις χείρας δυνάμεως βασιλέως Βαβυλώνος. ότι έδωκαν Ιερεμίαν εις τον λάκκον· και ο βασιλεύς ην εν τη πύλη Βενιαμίν. ίνα μη αποθάνη. ΛΗ) 1 ΚΑΙ ήκουσε Σαφατίας υιος Μάθαν και Γοδολίας υιος Πασχώρ και Ιωάχαλ υιος Σελεμίου τους λόγους. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ (Μασ. ότι αυτός εκλύει τας χείρας των ανθρώπων των πολεμούντων των καταλειπομένων εν τη πόλει και τας χείρας παντός του λαού λαλών προς αυτούς κατά τους λόγους τούτους· ότι ο άνθρωπος ούτος ου χρησμολογεί ειρήνην τω λαω τούτω. και ο εκπορευόμενος προς τους Χαλδαίους ζήσεται. ότι ουκ εισίν έτι άρτοι εν τη πόλει. έως εξέλιπον οι άρτοι εκ της πόλεως.

17 και είπεν αυτω Ιερεμίας· ούτως είπε Κύριος· εάν εξελθών εξέλθης προς ηγεμόνας βασιλέως Βαβυλώνος. ους ενετείλατο αυτω ο βασιλεύς· και απεσιώπησαν. και αύται έλεγον· ηπάτησάν σε και δυνήσονταί σοι άνδρες ειρηνικοί σου και καταλύσουσιν εν ολισθήμασι πόδα σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1579 . 18 και εάν μη εξέλθης. ούτος ο λόγος. και μη δη κρύψης απ' εμού ρήμα. απέστρεψαν από σου. ος εποίησεν ημίν την ψυχήν ταύτην. και τι ελάλησε προς σε ο βασιλεύς. ον εγώ λέγω προς σε. 27 και ήλθοσαν πάντες οι άρχοντες προς Ιερεμίαν και ηρώτησαν αυτόν. και συ ου μη αποθάνης. και ζήσεται η ψυχή σου. και η πόλις αύτη ου μη κατακαυθή εν πυρί. και καταμωκήσονταί μου. 19 και είπεν ο βασιλεύς τω Ιερεμία· εγώ λόγον έχω των Ιουδαίων των πεφευγότων προς τους Χαλδαίους. και συ ου μη σωθής. ει αποκτενώ σε και ει δώσω σε εις χείρας των ανθρώπων τούτων. 26 και ερείς αυτοίς· ρίπτω εγώ το έλεός μου κατ' οφθαλμούς του βασιλέως προς το μη αποστρέψαι με εις οικίαν Ιωνάθαν αποθανείν με εκεί. μη δώσειν με εις χείρας αυτών. 23 και τας γυναίκάς σου και τα τέκνα σου εξάξουσι προς τους Χαλδαίους. ότι εν χειρί βασιλέως Βαβυλώνος συλληφθήση. 20 και είπεν Ιερεμίας· ου μη παραδώσί σε· άκουσον τον λόγον Κυρίου. 16 και ώμοσεν αυτω ο βασιλεύς λέγων· ζη Κύριος. 21 και ει μη θέλεις συ εξελθείν. και ανήγγειλεν αυτοίς κατά πάντας τους λόγους τούτους. και καύσουσιν αυτήν εν πυρί. ότι ουκ ηκούσθη ο λόγος Κυρίου. 13 και είλκυσαν αυτόν τοις σχοινίοις και ανήγαγον αυτόν εκ του λάκκου· και εκάθισεν Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής. ον έδειξέ μοι Κύριος· 22 και ιδού πάσαι αι γυναίκες αι καταλειφθείσαι εν οικία βασιλέως Ιούδα εξήγοντο προς άρχοντας βασιλέως Βαβυλώνος. και εποίησεν Ιερεμίας ούτως. . ουχί θανάτω με θανατώσεις.14 Και απέστειλεν ο βασιλεύς και εκάλεσεν αυτόν προς εαυτόν εις οικίαν Ασελεισή την εν οίκω Κυρίου· και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ερωτήσω σε λόγον. και ου μη ανέλωμέν σε. και ζήσεται η ψυχή σου. και εάν συμβουλεύσω σοι. μη κρύψης αφ' ημών. 28 και εκάθισεν Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής έως χρόνου ου συνελήφθη Ιερουσαλήμ. δοθήσεται η πόλις αύτη εις χείρας των Χαλδαίων. 25 και εάν οι άρχοντες ακούσωσιν ότι ελάλησά σοι και έλθωσι προς σε και είπωσί σοι· ανάγγειλον ημίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υποκάτω των σχοινίων. και ζήση συ και η οικία σου. και η πόλις αύτη κατακαυθήσεται. και βέλτιον έσται σοι. 24 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· άνθρωπος μη γνώτω εκ των λόγων τούτων. και συ ου μη σωθής. τι ελάλησέ σοι ο βασιλεύς. 15 και είπεν Ιερεμίας τω βασιλεί· εάν αναγγείλω σοι. ου μη ακούσης μου.

ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ (Μασ. 2 και εν τω ενδεκάτω έτει του Σεδεκία. ων συ φοβή από προσώπου αυτών. εν τω μηνί τω τετάρτω. ότι ημάρτετε αυτω. ενάτη του μηνός. 2 και έλαβεν αυτόν ο αρχιμάγειρος και είπεν αυτω· Κύριος ο Θεός σου ελάλησε τα κακά ταύτα επί τον τόπον τούτον. και εν ρομφαία ου μη πέσης. Μ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν ύστερον μετά το αποστείλαι αυτόν Ναβουζαρδάν τον αρχιμάγειρον τον εκ Δαμάν εν τω λαβείν αυτόν εν χειροπέδαις. και έσται η ψυχή σου εις εύρημα. 18 ότι σώζων σώσω σε. και ουκ ηκούσατε της φωνής αυτού. 4 ιδού έλυσά σε από των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1580 . και εκάθισεν εν μέσω του λαού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ (Μασ. εν μέσω αποικίας Ιούδα των ηγμένων εις Βαβυλώνα. ΛΘ) 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω έτει τω ενάτω του Σεδεκία βασιλέως Ιούδα εν τω μηνί τω δεκάτω παρεγένετο Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και πάσα η δύναμις αυτού επί Ιερουσαλήμ και επολιόρκουν αυτήν. 17 και σώσω σε εν τη ημέρα εκείνη και ου μη δώσω σε εις χείρας των ανθρώπων. 3 και εποίησε Κύριος. .15 Και προς Ιερεμίαν εγένετο λόγος Κυρίου εν τη αυλή της φυλακής λέγων· 16 πορεύου και ειπέ προς Αβδεμέλεχ τον Αιθίοπα· ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ φέρω τους λόγους μου επί την πόλιν ταύτην εις κακά και ουκ εις αγαθά. ερράγη η πόλις. 3 και εισήλθον πάντες οι ηγούμενοι βασιλέως Βαβυλώνος και εκάθισαν εν πύλη τη μέση Ναργαλασάρ και Σαμαγώθ και Ναβουσαχάρ και Ναβουσαρείς και Ναγαργασνασέρ Ραβαμάγ και οι κατάλοιποι ηγεμόνες βασιλέως Βαβυλώνος· 14 και απέστειλαν και έλαβον τον Ιερεμίαν εξ αυλής της φυλακής και έδωκαν αυτόν προς τον Γοδολίαν υιόν Αχεικάμ υιού Σαφάν· και εξήγαγον αυτόν. ότι επεποίθεις επ' εμοί. φησί Κύριος.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειροπέδων των επί τας χείράς σου· ει καλόν εναντίον σου ελθείν μετ' εμού εις Βαβυλώνα.7 Και ήκουσαν πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως της εν αγρω αυτοί και οι άνδρες αυτών. 6 και ήλθε προς Γοδολίαν εις Μασσηφά και εκάθισεν εν μέσω του λαού αυτού του καταλειφθέντος εν τη γη. ήκε. και υμείς συνάγετε οίνον και οπώραν και έλαιον και βάλετε εις τα αγγεία υμών και οικήσατε εν ταις πόλεσιν. και οίκησον μετ' αυτού εν μέσω του λαού εν γη Ιούδα· εις άπαντα τα αγαθά εν οφθαλμοίς σου του πορευθήναι εκεί. ήλθον προς τον Γοδολίαν εις Μασσηφά 14 και είπαν αυτω· ει γνώσει γινώσκεις ότι Βελεισσά βασιλεύς υιος υιών Αμμών απέστειλε προς σε τον Ισμαήλ πατάξαι σου ψυχήν. και πορεύου. . μη πατάξη σου ψυχήν και διασπαρή πας Ιούδα οι συνηγμένοι προς σε και απολούνται οι κατάλοιποι Ιούδα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1581 . 12 και ήλθον προς Γοδολίαν εις γην Ιούδα εις Μασσηφά και συνήγαγον οίνον και οπώραν πολλήν σφόδρα και έλαιον. και ότι κατέστησεν επ' αυτούς τον Γοδολίαν υιόν Αχεικάμ. οί αν έλθωσιν εφ' υμάς. 9 και ώμοσεν αυτοίς Γοδολίας και τοις ανδράσιν αυτών λέγων· μη φοβηθήτε από προσώπου των παίδων των Χαλδαίων· κατοικήσατε εν τη γη και εργάσασθε τω βασιλεί Βαβυλώνος. 8 και ήλθε προς Γοδολίαν εις Μασσηφά Ισμαήλ υιος Ναθανίου και Ιωνάν υιος Καρηέ και Σαραίας υιος Θαναεμέθ και υιοί Ιωφέ του Νετωφαθί και Εζονίας υιος του Μωχαθί. και έδωκεν αυτω ο αρχιμάγειρος δώρα και απέστειλεν αυτόν. αις κατεκρατήσατε. υιού Σαφάν. ότι κατέστησε βασιλεύς Βαβυλώνος τον Γοδολίαν εν τη γη και παρακατέθετο αυτω άνδρας και γυναίκας αυτών. 15 και είπεν Ιωανάν τω Γοδολία κρυφαίως εν Μασσηφά· πορεύσομαι δη και πατάξω τον Ισμαήλ και μηθείς γνώτω.13 Και Ιωανάν υιος Καρηέ και πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως. 10 και ιδού εγώ κάθημαι εναντίον υμών εις Μασσηφά στήναι κατά πρόσωπον των Χαλδαίων. . ους ουκ απώκισεν εις Βαβυλώνα. ότι ψευδή συ λέγεις περί Ισμαήλ. αυτοί και οι άνδρες αυτών. 16 και είπε Γοδολίας προς Ιωανάν· μη ποιήσης το πράγμα τούτο. και θήσω τους οφθαλμούς μου επί σε· 5 ει δε μη. 11 και πάντες οι Ιουδαίοι οι εν γη Μωάβ και εν υιοίς Αμμών και οι εν τη Ιδουμαία και οι εν πάση τη γη ήκουσαν ότι έδωκε βασιλεύς Βαβυλώνος κατάλειμμα τω Ιούδα. οι εν τοις αγροίς. και ουκ επίστευσεν αυτοίς Γοδολίας. ον κατέστησε βασιλεύς Βαβυλώνος εν γη Ιούδα. απότρεχε και ανάστρεψον προς τον Γοδολίαν υιόν Αχεικάμ. και βέλτιον έσται υμίν.

και άνθρωπος ουκ έγνω. ον κατέστησε βασιλεύς Βαβυλώνος επί της γης. πυροί και κριθαί. και είπεν αυτοίς· εισέλθετε προς Γοδολίαν. α εποίησεν Ισμαήλ. ΜΑ) 1 ΚΑΙ εγένετο τω μηνί τω εβδόμω ήλθεν Ισμαήλ υιος Ναθανίου υιού Ελεασά από γένους του βασιλέως και δέκα άνδρες μετ' αυτού προς Γοδολίαν εις Μασσηφά. . και επάταξαν τον Γοδολίαν.4 Και εγένετο τη ημέρα τη δευτέρα πατάξαντος αυτού τον Γοδολίαν. 13 και εγένετο ότε είδε πας ο λαός ο μετά Ισμαήλ τον Ιωανάν και τους ηγεμόνας της δυνάμεως της μετ' αυτού. και ώχετο εις το πέραν υιών Αμμών. . και μαναά και λίβανος εν χερσίν αυτών του εισενεγκείν εις οίκον Κυρίου. 9 και το φρέαρ. 10 και απέστρεψεν Ισμαήλ πάντα τον λαόν τον καταλειφθέντα εις Μασσηφά και τας θυγατέρας του βασιλέως. 14 και ανέστρεψαν προς Ιωανάν. δυνατούς άνδρας εν πολέμω και τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1582 . 2 και ανέστη Ισμαήλ και οι δέκα άνδρες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ (Μασ. ογδοήκοντα άνδρες. μέλι και έλαιον· και παρήλθε και ουκ ανείλεν αυτούς εν μέσω των αδελφών αυτών. 12 και ήγαγον άπαν το στρατόπεδον αυτών και ώχοντο πολεμείν αυτόν και εύρον αυτόν επί ύδατος πολλού εν Γαβαών. ας παρακατέθετο ο αρχιμάγειρος τω Γοδολία υιω Αχεικάμ. εξυρημένοι πώγωνας και διερρηγμένοι τα ιμάτια και κοπτόμενοι. 15 και Ισμαήλ εσώθη συν οκτώ ανθρώποις και ώχετο προς τους υιούς Αμμών. 5 και ήλθοσαν άνδρες από Συχέμ και από Σαλήμ και από Σαμαρείας. φρέαρ μέγα τούτό εστιν. ους απέστρεψεν από Ισμαήλ. ους επάταξε. οί ήσαν μετ' αυτού.11 Και ήκουσεν Ιωανάν υιος Καρηέ και πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως οι μετ' αυτού πάντα τα κακά. 6 και εξήλθεν εις απάντησιν αυτοίς Ισμαήλ· αυτοί επορεύοντο και έκλαιον. ό εποίησεν ο βασιλεύς Ασά από προσώπου Βαασά βασιλέως Ισραήλ· τούτο ενέπλησεν Ισμαήλ τραυματιών. έσφαξεν αυτούς εις το φρέαρ. 3 και πάντας τους Ιουδαίους τους όντας μετ' αυτού εν Μασσηφά και πάντας τους Χαλδαίους τους ευρεθέντας εκεί. ότι εισίν ημίν θησαυροί εν αγρω. και έφαγον εκεί άρτον άμα. εις ό έρριψεν εκεί Ισμαήλ πάντας. 8 και δέκα άνδρες ευρέθησαν εκεί και είπαν τω Ισμαήλ· μη ανέλης ημάς. 16 Και έλαβεν Ιωανάν και πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως οι μετ' αυτού πάντας τους καταλοίπους του λαού. 7 και εγένετο εισελθόντων αυτών εις το μέσον της πόλεως.

αναγγελώ υμίν. ιδού εγώ προσεύξομαι υπέρ υμών προς Κύριον τον Θεόν ημών κατά τους λόγους υμών· και έσται. ου ημείς αποστέλλομέν σε προς αυτόν.7 Και εγενήθη μεθ' ημέρας δέκα εγενήθη λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν. ους απέστρεψαν από Γαβαών. και λόγον ον ποιήσομεν. ότι μεθ' υμών εγώ ειμι του εξαιρείσθαι υμάς και σώζειν υμάς εκ χειρός αυτού· 12 και δώσω υμίν έλεος και ελεήσω υμάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1583 . ΜΒ) 1 ΚΑΙ προσήλθον πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως και Ιωανάν και Αζαρίας υιος Μαασαίου και πας ο λαός από μικρού έως μεγάλου 2 προς Ιερεμίαν τον προφήτην και είπαν αυτω· πεσέτω δη το έλεος ημών κατά πρόσωπόν σου και πρόσευξαι προς Κύριον τον Θεόν σου περί των καταλοίπων τούτων.Χαμαάμ τη προς Βηθλεέμ του πορευθήναι εις Αίγυπτον 18 από προσώπου των Χαλδαίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυναίκας και τα λοιπά και τους ευνούχους. ο λόγος. . ου υμείς φοβείσθε από προσώπου αυτού. ον κατέστησεν ο βασιλεύς Βαβυλώνος εν τη γη. την φωνήν Κυρίου του Θεού ημών. 8 και εκάλεσε τον Ιωανάν και τους ηγεμόνας της δυνάμεως και πάντα τον λαόν από μικρού έως μεγάλου 9 και είπεν αυτοίς· ούτως είπε Κύριος· 10 εάν καθίσαντες καθίσητε εν τη γη ταύτη. ον αν αποκριθήσεται Κύριος ο Θεός. ίνα βέλτιον ημίν γένηται. ότι αναπέπαυμαι επί τοις κακοίς. ει μη κατά πάντα τον λόγον. 11 μη φοβηθήτε από προσώπου βασιλέως Βαβυλώνος. ακουσόμεθα. ούτως ποιήσωμεν· 6 και εάν αγαθόν και εάν κακόν. ότι ακουσόμεθα της φωνής Κυρίου του Θεού ημών. 17 και ώχοντο και εκάθισαν εν Γαβηρώθ . μη φοβηθήτε. φησί Κύριος. οίς εποίησα υμίν. ότι επάταξεν Ισμαήλ τον Γοδολίαν. ότι εφοβήθησαν από προσώπου αυτών. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ (Μασ. καθώς οι οφθαλμοί σου βλέπουσι· 3 και αναγγειλάτω ημίν Κύριος ο Θεός σου την οδόν. 5 και αυτοί είπαν τω Ιερεμία· έστω Κύριος εν ημίν εις μάρτυρα δίκαιον και πιστόν. οικοδομήσω υμάς και ου μη καθελώ και φυτεύσω υμάς και ου μη εκτίλω. ον εάν αποστείλη Κύριος προς ημάς. 4 και είπεν αυτοίς Ιερεμίας· ήκουσα. ότι κατελείφθημεν ολίγοι από πολλών. ή πορευσόμεθα εν αυτη. ου μη κρύψω αφ' υμών ρήμα.

ους απέστειλεν αυτόν Κύριος προς αυτούς. και εκεί αποθανείσθε. 13 και ει λέγετε υμείς· ου μη καθίσωμεν εν τη γη ταύτη προς το μη ακούσαι φωνής Κυρίου. ην υμείς φοβείσθε από προσώπου αυτής. 17 και έσονται πάντες οι άνθρωποι και πάντες οι αλλογενείς. εκλείψουσιν εν τη ρομφαία και εν τω λιμω. ποιήσομεν. ης απέστειλέ με προς υμάς. 14 ότι εις γην Αιγύπτου εισελευσόμεθα και ου μη ίδωμεν πόλεμον και φωνήν σάλπιγγος ου μη ακούσωμεν και εν άρτοις ου μη πεινάσωμεν και εκεί οικήσομεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και επιστρέψω υμάς εις την γην υμών. ευρήσει υμάς εν γη Αιγύπτου. και κατά πάντα. ίνα δως ημάς εις χείρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1584 . καταλήψεται υμάς οπίσω υμών εν Αιγύπτω. ουκ απέστειλέ σε Κύριος προς ημάς λέγων· μη εισέλθητε εις Αίγυπτον οικείν εκεί. και έσεσθε εις άβατον και υποχείριοι και εις αράν και εις ονειδισμόν και ου μη ίδητε ουκέτι τον τόπον τούτον. ούτως στάξει ο θυμός μου εφ' υμάς εισελθόντων υμών εις Αίγυπτον. 2 και είπεν Αζαρίας υιος Μαασαίου και Ιωανάν υιος Καρηέ και πάντες οι άνδρες οι είπαντες τω Ιερεμία λέγοντες· ψεύδη. η ρομφαία. 16 και έσται. 18 ότι ούτως είπε Κύριος· καθώς έσταξεν ο θυμός μου επί τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ. 3 αλλ' ή Βαρούχ υιος Νηρίου συμβάλλει σε προς ημάς. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν (Μασ. 21 και ουκ ηκούσατε της φωνής Κυρίου. ω υμείς βούλεσθε εισελθείν κατοικείν εκεί. 22 και νυν εν ρομφαία και εν λιμω εκλείψετε εν τω τόπω. α εάν λαλήση σοι Κύριος. και ο λιμός. οι θέντες το πρόσωπον αυτών εις γην Αιγύπτου ενοικείν εκεί. 19 α ελάλησε Κύριος εφ' υμάς τους καταλοίπους Ιούδα· μη εισέλθητε εις Αίγυπτον. 15 δια τούτο ακούσατε λόγον Κυρίου· ούτως είπε Κύριος· εάν υμείς δώτε το πρόσωπον υμών εις Αίγυπτον και εισέλθητε εκεί κατοικείν. ου υμείς λόγον έχετε από προσώπου αυτού. και ουκ έσται αυτών ουθείς σωζόμενος από των κακών. ΜΓ) 1 ΚΑΙ εγενήθη ως επαύσατο Ιερεμίας λέγων προς τον λαόν πάντας τους λόγους Κυρίου. και νυν γνόντες γνώσεσθε 20 ότι επονηρεύσασθε εν ψυχαίς υμών αποστείλαντές με λέγοντες· πρόσευξαι περί ημών προς Κύριον. ων εγώ επάγω επ' αυτούς. πάντας τους λόγους τούτους.

ωσπερ φθειρίζει ποιμήν το ιμάτιον αυτού. ων κατέκρυψας. εις ρομφαίαν. ότι ουκ ήκουσαν της φωνής Κυρίου· και εισήλθον εις Τάφνας. τους αποστρέψαντας κατοικείν εν τη γη. εις θάνατον. α επήγαγον επί Ιερουσαλήμ και επί τας πόλεις Ιούδα. και τας οικίας αυτών κατακαύσει εν πυρί. 8 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν εν Τάφνας λέγων· 9 λαβέ σεαυτω λίθους μεγάλους και κατάκρυψον αυτούς εν προθύροις. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ (Μασ. 5 και έλαβεν Ιωανάν και πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως πάντας τους καταλοίπους Ιούδα. και ους εις αποικισμόν. ους εις θάνατον. 12 και καύσει πυρ εν οικίαις των θεών αυτών και εμπυριεί αυτάς και αποικιεί αυτούς και φθειριεί γην Αιγύπτου. εις αποικισμόν. και εξελεύσεται εν ειρήνη. και θήσει αυτού τον θρόνον επάνω των λίθων τούτων. τους εν Ων. ΜΔ. ΜΕ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν άπασι τοις Ιουδαίοις τοις κατοικούσιν εν γη Αιγύπτου και τοις καθημένοις εν Μαγδώλω και εν Τάφνας και εν γη Παθούρης λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· υμείς εωράκατε πάντα τα κακά. ης εποίησαν παραπικράναί με πορευθέντες θυμιάν θεοίς ετέροις. κατ' οφθαλμούς ανδρών Ιούδα 10 και ερείς· ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ αποστέλλω και άξω Ναβουχοδονόσορ βασιλέα Βαβυλώνος. οίς ουκ έγνωτε. ας κατέλιπε Ναβουζαρδάν μετά Γοδολίου υιού Αχεικάμ. και ιδού εισιν έρημοι από ενοίκων 3 από προσώπου πονηρίας αυτών. 13 και συντρίψει τους στύλους Ηλιουπόλεως. και τας θυγατέρας του βασιλέως και τας ψυχάς. εν πύλη της οικίας Φαραώ εν Τάφνας. και αρεί τα όπλα αυτού επ' αυτούς 11 και εισελεύσεται και πατάξει γην Αιγύπτου. 4 και απέστειλα προς υμάς τους παίδάς μου τους προφήτας όρθρου και απέστειλα λέγων· μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1585 . 4 και ουκ ήκουσεν Ιωανάν και πάντες ηγεμόνες της δυνάμεως και πας ο λαός της φωνής Κυρίου κατοικήσαι εν γη Ιούδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των Χαλδαίων του θανατώσαι ημάς και αποικισθήναι ημάς εις Βαβυλώνα. 6 τους δυνατούς άνδρας και τας γυναίκας και τα νήπια. και Ιερεμίαν τον προφήτην και Βαρούχ υιόν Νηρίου 7 και εισήλθον εις Αίγυπτον. και ους εις ρομφαίαν.

συναγωγή μεγάλη. και ουκ έκλιναν το ους αυτών αποστρέψαι από των κακών αυτών προς το μη θυμιάν θεοίς ετέροις. θυμιάν τη βασιλίσση του ουρανού και σπένδειν αυτη σπονδάς. 8 παραπικράναί με εν τοις έργοις των χειρών υμών θυμιάν θεοίς ετέροις εν γη Αιγύπτω. μη άνευ των ανδρών ημών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1586 . 6 και έσταξεν η οργή μου και ο θυμός μου και εξεκαύθη εν πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ. και εγενήθησαν εις ερήμωσιν και εις άβατον ως η ημέρα αύτη. ων εποίησαν εν γη Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ. καθά εποιήσαμεν ημείς και οι πατέρες ημών και οι βασιλείς ημών και οι άρχοντες ημών εν πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ και επλήσθημεν άρτων και εγενόμεθα χρηστοί και κακά ουκ είδομεν· 18 και ως διελίπομεν θυμιώντες τη βασιλίσση του ουρανού. και πας ο λαός οι καθήμενοι εν γη Αιγύπτω. ουκ ακούσομέν σου. 14 και ουκ έσται σεσωσμένος ουθείς των επιλοίπων Ιούδα των παροικούντων εν γη Αιγύπτω του επιστρέψαι εις γην Ιούδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσητε το πράγμα της μολύνσεως ταύτης. 10 και ουκ επαύσαντο έως της ημέρας ταύτης και ουκ αντείχοντο των προσταγμάτων μου. ων έδωκα κατά πρόσωπον των πατέρων αυτών. νήπιον και θηλάζοντα εκ μέσου Ιούδα προς το μη καταλειφθήναι υμών μηδένα. λέγοντες· 16 ο λόγος. και πεσούνται εν ρομφαία και εν λιμω εκλείψουσιν από μικρού έως μεγάλου και έσονται εις ονειδισμόν και εις απώλειαν και εις κατάραν. ης εμίσησα. εις ην ήλθατε κατοικείν εκεί. 11 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ εφίστημι το πρόσωπόν μου 12 του απολέσαι πάντας τους καταλοίπους τους εν Αιγύπτω. ίνα εκκοπήτε και ίνα γένησθε εις κατάραν και εις ονειδισμόν εν πάσι τοις έθνεσι της γης. 15 και απεκρίθησαν τω Ιερεμία πάντες οι άνδρες οι γνόντες ότι θυμιώσιν αι γυναίκες αυτών θεοίς ετέροις και πάσαι αι γυναίκες. 17 ότι ποιούντες ποιήσομεν πάντα τον λόγον. 5 και ουκ ήκουσάν μου. εν Παθουρή. 7 και νυν ούτως είπε Κύριος παντοκράτωρ· ινατί υμείς ποιείτε κακά μεγάλα επί ψυχαίς υμών εκκόψαι υμών άνθρωπον και γυναίκα. ον ελάλησας προς ημάς τω ονόματι Κυρίου. 19 και ότι ημείς θυμιώμεν τη βασιλίσση του ουρανού και εσπείσαμεν αυτη σπονδάς. 9 μη επιλέλησθε υμείς των κακών των πατέρων υμών και των κακών των βασιλέων Ιούδα και των κακών των αρχόντων υμών και των κακών των γυναικών υμών. ος εξελεύσεται εκ του στόματος ημών. εφ' ην αυτοί ελπίζουσι ταις ψυχαίς αυτών του επιστρέψαι εκεί· ου μη επιστρέψωσιν αλλ' ή ανασεσωσμένοι. 13 και επισκέψομαι επί τους καθημένους εν γη Αιγύπτω ως επεσκεψάμην επί Ιερουσαλήμ εν ρομφαία και εν λιμω και εν θανάτω. ηλαττώθημεν πάντες και εν ρομαία και εν λιμω εξελίπομεν.

είπε Κύριος. και γνώσονται οι κατάλοιποι Ιούδα οι καταστάντες εν γη Αιγύπτω κατοικήσαι εκεί. 28 και οι σεσωσμένοι από ρομφαίας επιστρέψουσιν εις γην Ιούδα ολίγοι αριθμω. και εκλείψουσι πας Ιούδα. και επελάβετο υμών τα κακά ταύτα. 29 και τούτο το σημείον υμίν ότι επισκέψομαι εγώ εφ' υμάς εις πονηρά· 30 ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ δίδωμι τον Ουαφρή βασιλέα Αιγύπτου εις χείρας εχθρού αυτού και εις χείρας ζητούντων την ψυχήν αυτού. εάν γένηται έτι όνομά μου εν τω στόματι παντός Ιούδα ειπείν· ζη Κύριος Κύριος. ότι προσέθηκε Κύριος κόπον επί πόνον μοι. οι κατοικούντες εν γη Αιγύπτω. και ανέβη επί την καρδίαν αυτού. τοις δυνατοίς και ταις γυναιξί και παντί τω λαω. 27 ότι εγώ εγρήγορα επ' αυτούς του κακώσαι αυτούς και ουκ αγαθώσαι. 32 ούτως είπε Κύριος επί σοί. εκοιμήθην εν στεναγμοίς. (Μασ. ων εθυμιάτε και ων ημάρτετε τω Κυρίω και ουκ ηκούσατε της φωνής Κυρίου και εν τοις προστάγμασιν αυτού και εν τω νόμω και εν τοις μαρτυρίοις αυτού ουκ επορεύθητε.. 24 και είπεν Ιερεμίας τω λαω και ταις γυναιξίν· ακούσατε λόγον Κυρίου· 25 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· υμείς γυναίκες τω στόματι υμών ελαλήσατε και ταις χερσίν υμών επληρώσατε λέγουσαι· ποιούσαι ποιήσομεν τας ομολογίας ημών. 26 δια τούτο ακούσατε λόγον Κυρίου. ων εποιήσατε· και εγενήθη η γη υμών εις ερήμωσιν και εις άβατον και εις αράν ως εν τη ημέρα ταύτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποιήσαμεν αυτη χαυώνας και εσπείσαμεν αυτη σπονδάς. 23 από προσώπου. ΜΕ 1-5 ). θυμιάν τη βασιλίσση του ουρανού και σπένδειν αυτη σπονδάς· εμμείνασαι ενεμείνατε ταις ομολογίαις υμών και ποιούσαι εποιήσατε. ότε έγραφε τους λόγους τούτους εν τω βιβλίω από στόματος Ιερεμίου εν τω ενιαυτω τω τετάρτω Ιωακείμ υιω Ιωσία. εμνήσθη Κύριος. εν πάση γη Αιγύπτω. έως αν εκλίπωσι.20 Και είπεν Ιερεμίας αντί τω λαω. 22 και ουκ ηδύνατο Κύριος έτι φέρειν από προσώπου πονηρίας πραγμάτων υμών και από των βδελυγμάτων υμών. Βαρούχ· 33 ότι είπας· οίμοι οίμοι. βασιλέως Ιούδα. τοις αποκριθείσιν αυτω λόγους. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1587 . ας ωμολογήσαμεν. λέγων· 21 ουχί του θυμιάματος. καθά έδωκα τον Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα εις χείρας Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος εχθρού αυτού και ζητούντος την ψυχήν αυτού. 31 Ο λόγος ον ελάλησεν Ιερεμίας ο προφήτης προς Βαρούχ υιόν Νηρίου. ου εθυμιάσατε εν ταις πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ υμείς και οι πατέρες υμών και οι βασιλείς υμών και οι άρχοντες υμών και ο λαός της γης. πας Ιούδα οι καθήμενοι εν γη Αιγύπτω· ιδού ώμοσα τω ονόματί μου τω μεγάλω. λόγος τίνος εμμενεί. εν ρομφαία και εν λιμω.

και όνομα τη μητρί αυτού Αμειτάαλ. και ους εγώ εφύτευσα. και ουκ ήσαν άρτοι τω λαω της γης. 7 και διεκόπη η πόλις. εν μηνί τω δεκάτω. 10 και έσφαξε βασιλεύς Βαβυλώνος τους υιούς Σεδεκίου κατ' οφθαλμούς αυτού. 11 και τους οφθαλμούς Σεδεκίου εξετύφλωσε και έδησεν αυτόν εν πέδαις. μη ζητήσης. και πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί εξήλθον νυκτός κατά την οδόν της πύλης αναμέσον του τείχους και του προτειχίσματος. 4 και εγένετο εν τω έτει τω ενάτω της βασιλείας αυτού. 35 και συ ζητήσεις σεαυτω μεγάλα. ό ην κατά τον κήπον του βασιλέως. και επορεύθησαν οδόν την εις Άραβα. και ελάλησεν αυτω μετά κρίσεως. εγώ εκτίλλω. δεκάτη του μηνός. εκ Λοβενά. θυγάτηρ Ιερεμίου. και πάντας τους άρχοντας Ιούδα έσφαξεν εν Δεβλαθά. ότι ιδού εγώ επάγω κακά επί πάσαν σάρκα. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ 1 ΟΝΤΟΣ εικοστού και ενός έτους Σεδεκίου εν τω βασιλεύειν αυτόν. 8 και κατεδίωξεν η δύναμις των Χαλδαίων οπίσω του βασιλέως και κατέλαβον αυτόν εν τω πέραν Ιεριχώ. εγώ καθαιρω. ήλθε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και πάσα η δύναμις αυτού επί Ιερουσαλήμ και περιεχαράκωσαν αυτήν και περιωκοδόμησαν αυτήν τετραπέδοις λίθοις κύκλω. 13 και ενέπρησε τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως και πάσας τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1588 . 9 και συνέλαβον τον βασιλέα και ήγαγον αυτόν προς τον βασιλέα Βαβυλώνος εις Δεβλαθά. λέγει Κύριος. και ήγαγεν αυτόν βασιλεύς Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα και έδωκεν αυτόν εις οικίαν μύλωνος έως ημέρας ης απέθανε. 12 και εν μηνί πέμπτω. ήλθε Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος ο εστηκώς κατά πρόσωπον του βασιλέως Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ. 34 ειπόν αυτω· ούτως είπε Κύριος· ιδού ους εγώ ωκοδόμησα. δεκάτη του μηνός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανάπαυσιν ουχ εύρον. και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 5 και ήλθεν η πόλις εις συνοχήν έως ενδεκάτου έτους τω βασιλεί Σεδεκία· 6 εν τη ενάτη του μηνός και εστερεώθη ο λιμός εν τη πόλει. ου εάν βαδίσης εκεί. και οι Χαλδαίοι επί της πόλεως κύκλω. και δώσω την ψυχήν σου εις εύρημα εν παντί τόπω. και πάντες οι παίδες αυτού διεσπάρησαν απ' αυτού.

και σπαρτίον δώδεκα πήχεων περιεκύκλου αυτόν. 24 και έλαβεν ο αρχιμάγειρος τον ιερέα τον πρώτον και τον ιερέα τον δευτερούντα και τους τρεις τους φυλάττοντας την οδόν 25 και ευνούχον ένα. 18 και την στεφάνην και τας φιάλας και τας κρεάγρας και πάντα τα σκεύη τα χαλκά. και τον γραμματέα των δυνάμεων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οικίας της πόλεως. τα πάντα χαλκά· και κατά ταύτα τω στύλω τω δευτέρω. και πάσαν οικίαν μεγάλην ενέπρησεν εν πυρί. ος ην επιστάτης των ανδρών των πολεμιστών. 14 και παν τείχος Ιερουσαλήμ κύκλω καθείλεν η δύναμις των Χαλδαίων. και ήσαν αι πάσαι ρόαι εκατόν επί του δικτύου κύκλω. ης εφυλάσσετο· 32 και ελάλησεν αυτω χρηστά και έδωκε τον θρόνον αυτού επάνω των βασιλέων των μετ' αυτού εν Βαβυλώνι· 33 και ήλλαξε την στολήν της φυλακής αυτού και ήσθιεν άρτον δια παντός κατά πρόσωπον αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1589 . εν τη τετράδι και εικάδι του μηνός. έλαβεν Ουλαιμαραδάχ βασιλεύς Βαβυλώνος εν τω ενιαυτω. 31 και εγένετο εν τω τριακοστω και εβδόμω έτει. εν οίς ελειτούργουν εν αυτοίς. τον γραμματεύοντα τω λαω της γης. η μετά του αρχιμαγείρου. α εποίησεν ο βασιλεύς Σαλωμών εις οίκον Κυρίου· ουκ ην σταθμός του χαλκού αυτών. και εξήκοντα ανθρώπους εκ του λαού της γης. 17 και τους στύλους τους χαλκούς τους εν οίκω Κυρίου και τας βάσεις και την θάλασσαν την χαλκήν την εν οίκω Κυρίου συνέτριψαν οι Χαλδαίοι και έλαβον τον χαλκόν αυτών και απήνεγκαν εις Βαβυλώνα. οκτώ ρόαι τω πήχει τοις δώδεκα πήχεσι. 19 και τα σαφφώθ και τα μασμαρώθ και τους υποχυτήρας και τας λυχνίας και τας θυϊσκας και τους κυάθους. και επτά άνδρας ονομαστούς τους εν προσώπω του βασιλέως. 20 και οι στύλοι δύο και η θάλασσα μία και οι μόσχοι δώδεκα χαλκοί υποκάτω της θαλάσσης. 22 και γείσος επ' αυτοίς χαλκούν. και δίκτυον και ρόαι επί του γείσους κύκλω. α ην χρυσά χρυσά και α ην αργυρά αργυρά. 23 και ήσαν αι ρόαι ενενηκονταέξ το εν μέρος. αποικισθέντος του Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα εν τω δωδεκάτω μηνί. έλαβεν ο αρχιμάγειρος. 21 και οι στύλοι. εν γη Αιμάθ. τους ευρεθέντας εν τη πόλει. και πέντε πήχεων το μήκος υπεροχή του γείσους του ενός. και το πάχος αυτού δακτύλων τεσσάρων κύκλω. ω εβασίλευσε. τριακονταπέντε πηχών· ύψος του στύλου του ενός. 27 και επάταξεν αυτούς βασιλεύς Βαβυλώνος εν Δεβλαθά. 16 και τους καταλοίπους του λαού κατέλιπεν ο αρχιμάγειρος εις αμπελουργούς και εις γεωργούς. την κεφαλήν Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα και εξήγαγεν αυτόν εξ οικίας. τους ευρεθέντας εν μέσω της πόλεως· 26 και έλαβεν αυτούς Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος του βασιλέως και ήγαγεν αυτούς προς βασιλέα Βαβυλώνος εις Δεβλαθά.

αποστρέψαι εις γην Ιούδα. ας έζησε. τη δεκάτη του Σειουάν. 7 και απέστειλαν εις Ιερουσαλήμ προς Ιωακείμ υιόν Χελκίου. 3 και ανέγνω Βαρούχ τους λόγους του βιβλίου τούτου εν ωσίν Ιεχονίου. υιού Ασαδίου. πάντων των κατοικούντων εν Βαβυλώνι επί ποταμού Σούδ. καθά εκάστου ηδύνατο η χείρ. 5 και έκλαιον και ενήστευον και ηύχοντο εναντίον Κυρίου 6 και συνήγαγον αργύριον. υιού Σεδεκίου. σκεύη αργυρά. υιού Χελκίου. 34 και η σύνταξις αυτω εδίδοτο δια παντός παρά του βασιλέως Βαβυλώνος εξ ημέρας εις ημέραν έως ημέρας. ίνα ώσιν αι ημέραι αυτών ως αι ημέραι του ουρανού επί της γης. από μικρού έως μεγάλου. ω έλαβον οι Χαλδαίοι την Ιερουσαλήμ και ενέπρησαν αυτήν εν πυρί. εν Βαβυλώνι. τους ευρεθέντας μετ ‘ αυτού εν Ιερουσαλήμ 8 εν τω λαβείν αυτόν τα σκεύη οίκου Κυρίου. υιού Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα και εν ωσί παντός του λαού των ερχομένων προς την βίβλον 4 και εν ωσί των δυνατών και υιών των βασιλέων και εν ωσί των πρεσβυτέρων και εν ωσί παντός του λαού. υιού Μαασαίου. 2 εν τω έτει τω πέμπτω. εν εβδόμη του μηνός. ους έγραψε Βαρούχ υιος Νηρίου. εν τω καιρω. ------------------------------------------------------- ΒΑΡΟΥΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ούτοι οι λόγοι του βιβλίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάσας τας ημέρας. 12 και δώσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1590 . και αγοράσατε του αργυρίου ολοκαυτώματα και περί αμαρτίας και λίβανον και ποιήσατε μάννα και ανοίσατε επί το θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού ημών 11 και προσεύξασθε περί της ζωής Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος και εις ζωήν Βαλτάσαρ υιού αυτού. ης απέθανεν. και προς τους ιερείς και προς πάντα τον λαόν. α εποίησε Σεδεκίας υιος Ιωσία βασιλεύς Ιούδα 9 μετά το αποικίσαι Ναβουχοδονόσορ βασιλέα Βαβυλώνος τον Ιεχονίαν και τους άρχοντας και τους δεσμώτας και τους δυνατούς και τον λαόν της γης από Ιερουσαλήμ και ήγαγεν αυτόν εις Βαβυλώνα· 10 και είπαν· ιδού απεστείλαμεν προς υμάς αργύριον. τα εξενεχθέντα εκ του ναού. υιού Σαλώμ. τον ιερέα.

ό απεστείλαμεν προς υμάς. 19 από της ημέρας. 22 και ωχόμεθα έκαστος εν διανοία καρδίας αυτού της πονηράς εργάζεσθαι θεοίς ετέροις. και ουκ απέστρεψεν ο θυμός Κυρίου και η οργή αυτού αφ ‘ ημών έως της ημέρας ταύτης. και ζησόμεθα υπό την σκιάν Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος και υπό την σκιάν Βαλτάσαρ υιού αυτού και δουλεύσομεν αυτοίς ημέρας πολλάς και ευρήσομεν χάριν εναντίον αυτών. ον ελάλησεν εφ ‘ ημάς και επί τους δικαστάς ημών τους δικάσαντας τον Ισραήλ και επί τους βασιλείς ημών. 14 και αναγνώσεσθε το βιβλίον τούτο. ην συνέταξε Κύριος τω Μωυσή παιδί αυτού εν ημέρα. 2 του αγαγείν εφ ‘ ημάς κακά μεγάλα. α ουκ εποίησεν υποκάτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1591 . 21 και ουκ ηκούσαμεν της φωνής Κυρίου του Θεού ημών κατά πάντας τους λόγους των προφητών. ΒΑΡΟΥΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ έστησε Κύριος τον λόγον αυτού. και έως της ημέρας ταύτης ήμεθα απειθούντες προς Κύριον Θεόν ημών και εσχεδιάζομεν προς το μη ακούειν της φωνής αυτού. ημίν δε αισχύνη των προσώπων ως η ημέρα αύτη. 17 ων ημάρτομεν έναντι Κυρίου 18 και ηπειθήσαμεν αυτω και ουκ ηκούσαμεν της φωνής Κυρίου Θεού ημών πορεύεσθαι τοις προστάγμασι Κυρίου. οίς έδωκε κατά πρόσωπον ημών. και επί τους άρχοντας ημών και επί άνθρωπον Ισραήλ και Ιούδα. ότι ημάρτομεν τω Κυρίω Θεω ημών. ης εξήγαγε Κύριος τους πατέρας ημών εκ γης Αιγύπτου. ων απέστειλε προς ημάς. 13 και προσεύξασθε περί ημών προς Κύριον τον Θεόν ημών. ανθρώπω Ιούδα και τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ 16 και τοις βασιλεύσιν ημών και τοις άρχουσιν ημών και τοις ιερεύσιν ημών και τοις προφήταις ημών και τοις πατράσιν ημών. 20 και εκολλήθη εις ημάς τα κακά και η αρά. ποιήσαι τα κακά κατ ‘ οφθαλμούς Κυρίου Θεού ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος ισχύν ημίν και φωτίσει τους οφθαλμούς ημών. 15 και ερείτε· Τω Κυρίω Θεω ημών η δικαιοσύνη. ή εξήγαγε τους πατέρας ημών εκ γης Αιγύπτου δούναι ημίν γην ρέουσαν γάλα και μέλι ως η ημέρα αύτη. εξαγορεύσαι εν οίκω Κυρίου εν ημέρα εορτής και εν ημέραις καιρού.

οφθαλμούς σου και ιδέ. 7 α ελάλησε Κύριος εφ ‘ ημάς. ότι το όνομά σου επεκλήθη επί Ισραήλ και επί το γένος αυτού. 4 και έδωκεν αυτούς υποχειρίους πάσαις ταις βασιλείαις ταις κύκλω ημών εις ονειδισμόν και εις άβατον εν πάσι τοις λαοίς τοις κύκλω. 20 ότι ενήκας τον θυμόν σου και την οργήν σου εφ ‘ ημάς. ην δέδωκα τοις πατράσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1592 . ηδικήσαμεν. οίς έδωκε κατά πρόσωπον ημών. 3 του φαγείν ημάς άνθρωπον σάρκας υιού αυτού και άνθρωπον σάρκας θυγατρός αυτού. ου διέσπειρεν αυτούς Κύριος εκεί. ημίν δε και τοις πατράσιν ημών η αισχύνη των προσώπων ως η ημέρα αύτη. Κύριε. Κύριε. ό βαδίζει κύπτον και ασθενούν και οι οφθαλμοί οι εκλείποντες και η ψυχή η πεινώσα δώσουσί σοι δόξαν και δικαιοσύνην. 16 Κύριε. 6 τω Κυρίω Θεω ημών η δικαιοσύνη. Κύριε ο Θεός ημών. κατά τα γεγραμμένα εν τω νόμω Μωυσή. ότι συ Κύριος ο Θεός ημών. επί πάσι τοις δικαιώμασί σου. δώσουσι δόξαν και δικαίωμα τω Κυρίω· 18 αλλά η ψυχή η λυπουμένη επί το μέγεθος. ων ελήφθη το πνεύμα αυτών από των σπλάγχνων αυτών. 9 και εγρηγόρησε Κύριος επί τοις κακοίς. 15 ίνα γνω πάσα η γη. το ους σου και άκουσον· 17 άνοιξον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παντός του ουρανού καθά εποιήθη εν Ιερουσαλήμ. 12 ημάρτομεν. Κύριε ο Θεός ημών. 13 αποστραφήτω ο θυμός σου αφ ‘ ημών. και επήγαγε Κύριος εφ ‘ ημάς. κάτιδε εκ του οίκου του αγίου σου και εννόησον εις ημάς· και κλίνον. ησεβήσαμεν. 14 εισάκουσον. ος εξήγαγες τον λαόν σου εκ γης Αιγύπτου εν χειρί κραταιά και εν σημείοις και εν τέρασι και εν δυνάμει μεγάλη και εν βραχίονι υψηλω και εποίησας σεαυτω όνομα ως η ημέρα αύτη. πάντα τα κακά ταύτα ήλθεν εφ ‘ ημάς. 10 και ουκ ηκούσαμεν της φωνής αυτού πορεύεσθαι τοις προστάγμασι Κυρίου. της προσευχής ημών και της δεήσεως ημών και εξελού ημάς ένεκέν σου και δος ημίν χάριν κατά πρόσωπον των αποικισάντων ημάς. καθάπερ ελάλησας εν χειρί των παίδων σου των προφητών λέγων· 21 ούτως είπε Κύριος· κλίνατε τον ώμον υμών εργάσασθαι τω βασιλεί Βαβυλώνος και καθίσατε επί την γην. ου διέσπειρας ημάς εκεί. 19 ότι ουκ επί τα δικαιώματα των πατέρων ημών και των βασιλέων ημών ημείς καταβάλλομεν τον έλεον ημών κατά πρόσωπόν σου. Κύριε. ότι ουχ οι τεθνηκότες εν τω άδη. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. ότι δίκαιος ο Κύριος επί πάντα τα έργα αυτού. Κύριε. ότι ημάρτομεν Κυρίω Θεω ημών προς το μη ακούειν της φωνής αυτού. α ενετείλατο ημίν. . ότι κατελείφθημεν ολίγοι εν τοις έθνεσιν. 5 και εγενήθησαν υποκάτω και ουκ επάνω.11 Και νυν. 8 και ουκ εδεήθημεν του προσώπου Κυρίου του αποστρέψαι έκαστον από των νοημάτων της καρδίας αυτών της πονηράς.

23 εκλείψειν ποιήσω εκ πόλεων Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ φωνήν ευφροσύνης και φωνήν χαρμοσύνης. 25 και ιδού εστιν εξερριμμένα τω καύματι της ημέρας και τω παγετω της νυκτός. και απεθάνοσαν εν πόνοις πονηροίς. και έσται πάσα η γη εις άβατον από ενοικούντων. τω Αβραάμ και τω Ισαάκ και τω Ιακώβ. δια πονηρίαν οίκου Ισραήλ και οίκου Ιούδα. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών. ει μην η βόμβησις η μεγάλη η πολλή αύτη αποστρέψει εις μικράν εν τοις έθνεσιν. ης έδωκα αυτοίς. και ου μη σμικρυνθώσι· 35 και στήσω αυτοίς διαθήκην αιώνιον του είναί με αυτοίς εις Θεόν και αυτοί έσονταί μοι εις λαόν· και ου κινήσω έτι τον λαόν μου Ισραήλ από της γης. και δώσω αυτοίς καρδίαν και ώτα ακούοντα. ους ελάλησας εν χερσί των παίδων σου των προφητών. εν λιμω και εν ρομφαία και εν αποστολή.27 Και εποίησας εις ημάς. κατά πάσα επιείκειάν σου και κατά πάντα οικτιρμόν σου τον μέγαν. ότι μνησθήσονται της οδού πατέρων αυτών των αμαρτόντων έναντι Κυρίου. και επιστρέψουσιν επί καρδίαν αυτών εν γη αποικισμού αυτών 31 και γνώσονται ότι εγώ Κύριος ο Θεός αυτών. 34 και αποστρέψω αυτούς εις την γην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμών· 22 και εάν μη ακούσητε της φωνής Κυρίου εργάσασθαι τω βασιλεί Βαβυλώνος. Κύριε ο Θεός ημών. φωνήν νυμφίου και φωνήν νύμφης. 28 καθά ελάλησας εν χειρί παιδός σου Μωυσή. 32 και αινέσουσί με εν γη αποικισμού αυτών και μνησθήσονται του ονόματός μου 33 και αποστρέψουσιν από του νώτου αυτών του σκληρού και από πονηρών πραγμάτων αυτών. ότι λαός σκληροτράχηλός εστι. . 24 και ουκ ηκούσαμεν της φωνής σου εργάσασθαι τω βασιλεί Βαβυλώνος. του εξενεχθήναι τα οστά βασιλέων ημών και τα οστά των πατέρων ημών εκ του τόπου αυτών. ως η ημέρα αύτη. ου διασπερώ αυτούς εκεί· 30 ότι έγνων ότι ου μη ακούσωσί μου. ου επεκλήθη το όνομά σου επ ‘ αυτω. εν ημέρα εντειλαμένου σου αυτω γράψαι τον νόμον σου εναντίον υιών Ισραήλ λέγων· 29 εάν μη ακούσητε της φωνής μου. 26 και έθηκας τον οίκον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1593 . και έστησας τους λόγους σου. και κυριεύσουσιν αυτής· και πληθυνώ αυτούς.

ουδέ αντελάβοντο αυτής· οι υιοί αυτών από της οδού αυτών πόρρω εγενήθησαν. 22 ουδέ ηκούσθη εν Χαναάν. ω επεποίθεισαν άνθρωποι. αλλά μνήσθητι χειρός σου και ονόματός σου εν τω καιρω τούτω· 6 ότι συ Κύριος ο Θεός ημών. και ημείς απολλύμενοι τον αιώνα. και αινέσομέν σε. 20 νεώτεροι είδον φως και κατώκησαν επί της γης. που εστι σύνεσις του γνώναι άμα που εστι μακροβίωσις και ζωή. 9 Άκουε Ισραήλ εντολάς ζωής. ότι ημάρτομεν εναντίον σου.15 Τίς εύρε τον τόπον αυτής και τις εισήλθεν εις τους θησαυρούς αυτής. 16 που εισιν οι άρχοντες των εθνών και οι κυριεύοντες των θηρίων των επί της γης. 3 ότι συ καθήμενος τον αιώνα. συνεμιάνθης τοις νεκροίς. 11 προσελογίσθης μετά των εις άδου. που εστιν ισχύς. και άλλοι αντανέστησαν αντ ‘ αυτών. 2 άκουσον. οί απέστησαν από Κυρίου Θεού ημών. 8 ιδού ημείς σήμερον εν τη αποικία ημών. 21 ουδέ συνήκαν τρίβους αυτής. και ελέησον. ενωτίσασθε γνώναι φρόνησιν. που εστι φως οφθαλμών και ειρήνη. Κύριε. 19 ηφανίσθησαν και εις άδου κατέβησαν. 10 τι εστιν Ισραήλ. άκουσον δη της προσευχής των τεθνηκότων Ισραήλ και υιών των αμαρτανόντων εναντίον σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΒΑΡΟΥΧ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΥΡΙΕ παντοκράτωρ ο Θεός Ισραήλ. ότι απεστρέψαμεν από καρδίας ημών πάσαν αδικίαν πατέρων ημών των ημαρτηκότων εναντίον σου. . Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1594 . οί ουκ ήκουσαν της φωνής Κυρίου Θεού αυτών και εκολλήθη ημίν τα κακά. και αινέσομέν σε εν τη αποικία ημών. 5 μη μνησθής αδικιών πατέρων ημών. και ουκ έστι τέλος της κτήσεως αυτών. 14 μάθε που εστι φρόνησις. 7 ότι δια τούτο έδωκας τον φόβον σου επί καρδίαν ημών του επικαλείσθαι το όνομά σου. οδόν δε επιστήμης ουκ έγνωσαν. Κύριε. και ουκ έστιν εξεύρεσις των έργων αυτών. τι ότι εν γη των εχθρών ει. 4 Κύριε παντοκράτωρ ο Θεός Ισραήλ. 18 οι το αργύριον τεκταίνοντες και μεριμνώντες. ου διέσπειρας ημάς εκεί εις ονειδισμόν και εις αράν και εις όφλησιν κατά πάσας τας αδικίας πατέρων ημών. ψυχή εν στενοίς και πνεύμα ακηδιών κέκραγε προς σε. 12 εγκατέλιπες την πηγήν της σοφίας. 17 οι εν τοις ορνέοις του ουρανού εμπαίζοντες και το αργύριον θησαυρίζοντες και το χρυσίον. επαλαιώθης εν γη αλλοτρία. κατώκεις αν εν ειρήνη τον αιώνα. 13 τη οδω του Θεού ει επορεύθης.

γενόμενοι ευμεγέθεις. απώλοντο δια την αβουλίαν αυτών.24 Ω Ισραήλ. ότι τα αρεστά τω Θεω ημίν γνωστά εστι. ΒΑΡΟΥΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΥΤΗ η βίβλος των προσταγμάτων του Θεού και ο νόμος ο υπάρχων εις τον αιώνα· πάντες οι κρατούντες αυτήν εις ζωήν. ουδέ εμνήσθησαν τας τρίβους αυτής. . 37 εξεύρε πάσαν οδόν επιστήμης και έδωκεν αυτήν Ιακώβ τω παιδί αυτού και Ισραήλ τω ηγαπημένω υπ ‘ αυτού· 38 μετά τούτο επί γης ώφθη και εν τοις ανθρώποις συνανεστράφη. 23 ούτε υιοί Άγαρ. 27 ου τούτους εξελέξατο ο Θεός ουδέ οδόν επιστήμης έδωκεν αυτοίς· 28 και απώλοντο παρά το μη έχειν φρόνησιν.2 Επιστρέφου. έλαμψαν μετ ‘ ευφροσύνης τω ποιήσαντι αυτούς. ου λογισθήσεται έτερος προς αυτόν. ενέπλησεν αυτήν κτηνών τετραπόδων· 33 ο αποστέλλων το φως. και υπήκουσεν αυτω τρόμω· 34 οι δε αστέρες έλαμψαν εν ταις φυλακαίς αυτών και ευφράνθησαν. 3 μη δως ετέρω την δόξαν σου και τα συμφέροντά σοι έθνει αλλοτρίω. ως μέγας ο οίκος του Θεού και επιμήκης ο τόπος της κτήσεως αυτού· 25 μέγας και ουκ έχει τελευτήν. 26 εκεί εγεννήθησαν οι γίγαντες οι ονομαστοί οι απ ‘ αρχής. και επιλαβού αυτής. εξεύρεν αυτήν τη συνέσει αυτού· ο κατασκευάσας την γην εις τον αιώνα χρόνον. οι εκζητούντες την σύνεσιν επί της γης. οδόν της σοφίας ουκ έγνωσαν. . υψηλός και αμέτρητος. 31 ουκ έστιν ο γινώσκων την οδόν αυτής ουδέ ο ενθυμούμενος την τρίβον αυτής· 32 αλλ ‘ ο ειδώς τα πάντα γινώσκει αυτήν. εκάλεσεν αυτό. 30 τις διέβη πέραν της θαλάσσης και εύρεν αυτήν και οίσει αυτήν χρυσίου εκλεκτού. οι δε καταλείποντες αυτήν αποθανούνται. . οι έμποροι της Μερράν και Θαιμάν. 35 εκάλεσεν αυτούς και είπον· πάρεσμεν. οι μυθολόγοι και οι εκζητηταί της συνέσεως. διόδευσον προς την λάμψιν κατέναντι του φωτός αυτής. .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουδέ ώφθη εν Θαιμάν. μνημόσυνον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1595 .5 Θαρσείτε λαός μου. Ιακώβ. και πορεύεται.29 Τίς ανέβη εις τον ουρανόν και έλαβεν αυτήν και κατεβίβασεν αυτήν εκ των νεφελών. 36 ούτος ο Θεός ημών. 4 μακάριοί εσμεν Ισραήλ. επιστάμενοι πόλεμον.

ή επελεύσεται υμίν μετά δόξης μεγάλης και λαμπρότητος του αιωνίου. και εξελείται υμάς εκ δυναστείας. ελυπήσατε δε και την εκθρέψασαν υμάς Ιερουσαλήμ· 9 είδε γαρ την επελθούσαν υμίν οργήν παρά του Θεού και είπεν· ακούσατε. . 25 τέκνα. 26 οι τρυφεροί μου επορεύθησαν οδούς τραχείας. βοήσατε προς το Θεόν. δια δε το παροργίσαι υμάς τον Θεόν παρεδόθητε τοις υπεναντίοις· 7 παρωξύνατε γαρ τον ποιήσαντα υμάς θύσαντες δαιμονίοις και ου Θεω. 17 εγώ δε τι δυνατή βοηθήσαι υμίν. τέκνα. δεκαπλασιάσατε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1596 . μακροθυμήσατε την παρά του Θεού επελθούσαν υμίν οργήν· κατεδίωξέ σε ο εχθρός σου. 18 ο γαρ επαγαγών τα κακά υμίν εξελείται υμάς εκ χειρός εχθρών υμών. διότι εξέκλιναν εκ νόμου Θεού. 28 ωσπερ γαρ εγένετο η διάνοια υμών εις το πλανηθήναι από του Θεού. 19 βαδίζετε. έθνος αναιδές και αλλόγλωσσον. ήρθησαν ως ποίμνιον ηρπασμένον υπό εχθρών. 12 μηδείς επιχαιρέτω μοι τη χήρα και καταλειφθείση υπό πολλών· ηρημώθην δια τας αμαρτίας των τέκνων μου. ην επήγαγεν αυτοίς ο αιώνιος· 15 επήγαγε γαρ επ ‘ αυτούς έθνος μακρόθεν. ουδέ τρίβους παιδείας εν δικαιοσύνη αυτού επέβησαν.27 Θαρσήσατε τέκνα και βοήσατε προς τον Θεόν. και όψει αυτού την απώλειαν εν τάχει και επί τραχήλους αυτών επιβήση. εκ χειρός εχθρών. και μνήσθητε την αιχμαλωσίαν των υιών μου και θυγατέρων. 6 επράθητε τοις έθνεσιν ουκ εις απώλειαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. εγώ γαρ κατελήφθην έρημος· 20 εξεδυσάμην την στολήν της ειρήνης. ούτως όψονται εν τάχει την παρά του Θεού υμών σωτηρίαν. 13 δικαιώματα δε αυτού ουκ έγνωσαν ουδέ επορεύθησαν οδοίς εντολών Θεού. ή ήξει υμίν εν τάχει παρά του αιωνίου σωτήρος υμών. . 8 επελάθεσθε τον τροφεύσαντα υμάς Θεόν αιώνιον. 22 εγώ γαρ ήλπισα επί τω αιωνίω την σωτηρίαν υμών. βαδίζετε. και ήλθέ μοι χαρά παρά του αγίου επί τη ελεημοσύνη. οι πάροικοι Σιών. επήγαγέ μοι ο Θεός πένθος μέγα· 10 είδον γαρ την αιχμαλωσίαν των υιών μου και των θυγατέρων μου. ενεδυσάμην δε σάκκον της δεήσεώς μου. 11 έθρεψα γαρ αυτούς μετ ‘ ευφροσύνης. εξαπέστειλα δε μετά κλαυθμού και πένθους. 14 ελθέτωσαν αι πάροικοι Σιών. 24 ωσπερ γαρ νυν εωράκασιν αι πάροικοι Σιών την υμετέραν αιχμαλωσίαν. τέκνα. οί ουκ ησχύνθησαν πρεσβύτην ουδέ παιδίον ηλέησαν 16 και απήγαγον τους αγαπητούς της χήρας και από των θυγατέρων την μόνην ηρήμωσαν. 23 εξέπεμψα γαρ υμάς μετά κλαυθμού και πένθους. ην επήγαγεν αυτοίς ο αιώνιος. έσται γαρ υμών υπό του επάγοντος μνεία. αποδώσει δε μοι ο Θεός υμάς μετά χαρμοσύνης και ευφροσύνης εις τον αιώνα.21 Θαρρείτε. κεκράξομαι προς τον αιώνιον εν ταις ημέραις μου.

Ιερουσαλήμ. ίνα βαδίση Ισραήλ ασφαλώς τη του Θεού δόξη· 8 εσκίασαν δε και οι δρυμοί και παν ξύλον ευωδίας τω Ισραήλ προστάγματι του Θεού· 9 ηγήσεται γαρ ο Θεός Ισραήλ μετ ‘ ευφροσύνης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1597 .5 Ανάστηθι. . δειλαία η δεξαμένη τους υιούς σου. 34 και περιελώ αυτής το αγαλλίαμα της πολυοχλίας και το αγαυρίαμα αυτής έσται εις πένθος. εισάγει δε αυτούς ο Θεός προς σε αιρομένους μετά δόξης ως θρόνον βασιλείας. και ίδε την ευφροσύνην την παρά του Θεού σοι ερχομένην.30 Θάρσει Ιερουσαλήμ. έρχονται συνηγμένοι από ανατολών έως δυσμών τω ρήματι του αγίου χαίροντες τη του Θεού δόξη. 33 ωσπερ γαρ εχάρη επί τη σή πτώσει και ευφράνθη επί τω πτώματί σου. Ιερουσαλήμ. 7 συνέταξε γαρ ο Θεός ταπεινούσθαι παν όρος υψηλόν και θίνας αεννάους και φάραγγας πληρούσθαι εις ομαλισμόν της γης. 35 πυρ γαρ επελεύσεται αυτη παρά του αιωνίου εις ημέρας μακράς. παρακαλέσει σε ο ονομάσας σε. ΒΑΡΟΥΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΕΚΔΥΣΑΙ. 3 ο γαρ Θεός δείξει τη υπ ‘ ουρανόν πάση την σήν λαμπρότητα. 37 ιδού έρχονται οι υιοί σου. και στήθι επί του υψηλού και περίβλεψαι προς ανατολάς και ίδε συνηγμένα τα τέκνα σου από ηλίου δυσμών έως ανατολών τω ρήματι του αγίου χαίροντας τη του Θεού μνεία. . επίθου την μίτραν επί την κεφαλήν σου της δόξης του αιωνίου. ους εξαπέστειλας.36 Περίβλεψον προς ανατολάς. 29 ο γαρ επαγαγών υμίν τα κακά επάξει υμίν την αιώνιον ευφροσύνην μετά της σωτηρίας υμών. 6 εξήλθον γαρ παρά σου πεζοί αγόμενοι υπό εχθρών. 32 δείλαιαι αι πόλεις. αις εδούλευσαν τα τέκνα σου. . και κατοικηθήσεται υπό δαιμονίων τον πλείονα χρόνον. 4 κληθήσεται γαρ σου το όνομα παρά του Θεού εις τον αιώνα· Ειρήνη δικαιοσύνης και δόξα θεοσεβείας. 31 δείλαιοι οι σε κακώσαντες και επιχαρέντες τη σή πτώσει. ούτως λυπηθήσεται επί τη εαυτής ερημία. Ιερουσαλήμ. την στολήν του πένθους και της κακώσεώς σου και ένδυσαι την ευπρέπειαν της παρά του Θεού δόξης εις τον αιώνα. 2 περιβαλού την διπλοϊδα της παρά του Θεού δικαιοσύνης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιστραφέντες ζητήσαι αυτόν.

και τα δάκρυα αυτής επί των σιαγόνων αυτής. 3 Μετωκίσθη Ιουδαία από ταπεινώσεως αυτής και από πλήθους δουλείας αυτής· εκάθισεν εν έθνεσιν. 4 Οδοί Σιών πενθούσι παρά το μη είναι ερχομένους εν εορτη· πάσαι αι πύλαι αυτής ηφανισμέναι. εγένοντο αυτη εις εχθρούς. οι ιερείς αυτής αναστενάζουσιν. αι παρθένοι αυτής αγόμεναι. 7 Εμνήσθη Ιερουσαλήμ ημερών ταπεινώσεως αυτής και απωσμών αυτής· πάντα τα επιθυμήματα αυτής. εκάθισεν Ιερεμίας κλαίων. και Ιερουσαλήμ ερημωθήναι. εν τω πεσείν τον λαόν αυτής εις χείρας θλίβοντος και ουκ ην ο βοηθών αυτη. ουχ εύρεν ανάπαυσιν· πάντες οι καταδιώκοντες αυτήν κατέλαβον αυτήν αναμέσον των θλιβόντων. ------------------------------------------------------- ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α ΚΑΙ εγένετο μετά το αιχμαλωσθήναι τον Ισραήλ. και αυτή πικραινομένη εν εαυτη. 6 Και εξήρθη εκ θυγατρός Σιών πάσα η ευπρέπεια αυτής· εγένοντο οι άρχοντες αυτής ως κριοί ουχ ευρίσκοντες νομήν και επορεύοντο εν ουκ ισχύϊ κατά πρόσωπον διώκοντος. άρχουσα εν χώραις εγενήθη εις φόρον. ότι Κύριος εταπείνωσεν αυτήν επί το πλήθος των ασεβειών αυτής· τα νήπια αυτής επορεύθησαν εν αιχμαλωσία κατά πρόσωπον θλίβοντος. και εθρήνησε τον θρήνον τούτον επί Ιερουσαλήμ και είπε· 1 Πως εκάθισε μόνη η πόλις η πεπληθυμμένη λαών. και ουχ υπάρχει ο παρακαλών αυτήν από πάντων των αγαπώντων αυτήν· πάντες οι φιλούντες αυτήν ηθέτησαν εν αυτη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1598 . 2 Κλαίουσα έκλαυσεν εν νυκτί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω φωτί της δόξης αυτού συν ελεημοσύνη και δικαιοσύνη τη παρ ‘ αυτού. δια τούτο εις σάλον εγένετο· πάντες οι δοξάζοντες αυτήν εταπείνωσαν αυτήν. 5 Εγένοντο οι θλίβοντες αυτήν εις κεφαλήν. εγενήθη ως χήρα πεπληθυμμένη εν έθνεσιν. και οι εχθροί αυτής ευθηνούσαν. ιδόντες οι εχθροί αυτής εγέλασαν επί μετοικεσία αυτής. 8 Αμαρτίαν ήμαρτεν Ιερουσαλήμ. όσα ην εξ ημερών αρχαίων.

αυτοί δε παρελογίσαντό με· οι ιερείς μου και οι πρεσβύτεροί μου εν τη πόλει εξέλιπον. ότι έδωκε Κύριος εν χερσί μου οδύνας. ότι παραπικραίνουσα παρεπικράνθην· έξωθεν ητέκνωσέ με μάχαιρα ωσπερ θάνατος εν οίκω. και επίβλεψον. 18 Δίκαιός εστι Κύριος. ανέβησαν επί τον τράχηλόν μου· ησθένησεν η ισχύς μου. επί τούτοις εγώ κλαίω. ότι στενάζω εγώ. ουκ έστιν ο παρακαλών αυτήν· ενετείλατο Κύριος τω Ιακώβ. και ουχ εύρον. όλην την ημέραν ωδυνωμένην. ο επιστρέφων ψυχήν μου· εγένοντο οι υιοί μου ηφανισμένοι. ότι θλίβομαι· η κοιλία μου εταράχθη. 19 Εκάλεσα τους εραστάς μου. και γε αυτή στενάζουσα και απεστράφη οπίσω. 16 Ο οφθαλμός μου κατήγαγεν ύδωρ. κύκλω αυτού οι θλίβοντες αυτόν. 12 Οι προς υμάς πάντες παραπορευόμενοι οδόν. ουκ εμνήσθη έσχατα αυτής· και κατεβίβασεν υπέρογκα. ότι εγενήθη ητιμωμένη. 22 Εισέλθοι πάσα η κακία αυτών κατά πρόσωπόν σου. 11 Πας ο λαός αυτής καταστενάζοντες. εν τοις οστέοις μου κατήγαγεν αυτό· διεπέτασε δίκτυον τοις ποσί μου. ότι το στόμα αυτού παρεπίκραναν· ακούσατε δη. 21 Ακούσατε δη. 14 Εγρηγορήθη επί τα ασεβήματά μου· εν χερσί μου συνεπλάκησαν. 9 Ακαθαρσία αυτής προς ποδών αυτής. και ίδετε το άλγος μου· παρθένοι μου και νεανίσκοι μου επορεύθησαν εν αιχμαλωσία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είδον γαρ την ασχημοσύνην αυτής. ότι εκραταιώθη ο εχθρός. εκάλεσας καιρόν. ον τρόπον εποίησαν επιφυλλίδα περί πάντων των αμαρτημάτων μου. 17 Διεπέτασε Σιών χείρας αυτής. ότι εμακρύνθη απ' εμού ο παρακαλών με. ζητούντες άρτον. ουκ έστιν ο παρακαλών με· πάντες οι εχθροί μου ήκουσαν τα κακά μου και εχάρησαν. εγενήθη Ιερουσαλήμ εις αποκαθημένην αναμέσον αυτών. ότι εζήτησαν βρώσιν αυτοίς. 13 Εξ ύψους αυτού απέστειλε πυρ. απέστρεψέ με εις τα οπίσω. εκάλεσεν επ' εμέ καιρόν του συντρίψαι εκλεκτούς μου· ληνόν επάτησε Κύριος παρθένω θυγατρί Ιούδα. ουκ έστιν ο παρακαλών αυτήν· ιδέ. εγένοντο όμοιοι εμοί. 10 Χείρα αυτού εξεπέτασε θλίβων επί πάντα τα επιθυμήματα αυτής· είδε γαρ έθνη εισελθόντα εις το αγίασμα αυτής. πάντες οι λαοί. έδωκαν τα επιθυμήματα αυτής εν βρώσει του επιτστρέψαι ψυχήν· ιδέ. επιστρέψατε και ίδετε ει έστιν άλγος κατά το άλγος μου. ότι συ εποίησας· επήγαγες ημέραν. Κύριε. έδωκέ με ηφανισμένην. 20 Ιδέ. α ενετείλω μη εισελθείν αυτά εις εκκλησίαν σου. Κύριε. και η καρδία μου εστράφη εν εμοί. ου δυνήσομαι στήναι. την ταπείνωσίν μου. και επιφύλλισον αυτοίς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1599 . ίνα επιστρέψωσι ψυχάς αυτών. ότι εμεγαλύνθη ο εχθρός. ό εγενήθη· φθεγξάμενος εν εμοί εταπείνωσέ με Κύριος εν ημέρα οργής θυμού αυτού. 15 Εξήρε πάντας τους ισχυρούς μου ο Κύριος εκ μέσου μου. Κύριε.

περιεζώσαντο σάκκους. 9 Ενεπάγησαν εις γην πύλαι αυτής. και ουκ εμνήσθη υποποδίου ποδών αυτού εν ημέρα οργής αυτού. και καρδία μου λυπείται. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΠΩΣ εγνόφωσεν εν οργή αυτού Κύριος την θυγατέρα Σιών. 2 Κατεπόντισε Κύριος ου φεισάμενος πάντα τα ωραία Ιακώβ. 4 Ενέτεινε τόξον αυτού ως εχθρός. και τείχος ομοθυμαδόν ησθένησεν. 7 Απώσατο Κύριος θυσιαστήριον αυτού. 6 Και διεπέτασεν ως άμπελον το σκήνωμα αυτού. εβεβήλωσε βασιλέα αυτής και άρχοντας αυτής. και κατέφαγε πάντα τα κύκλω. εσιώπησαν πρεσβύτεροι θυγατρός Σιών. 11 Εξέλιπον εν δάκρυσιν οι οφθαλμοί μου. καθείλεν εν θυμω αυτού τα οχυρώματα της θυγατρός Ιούδα. κατέρριψεν εξ ουρανού εις γην δόξασμα Ισραήλ. εστερέωσε δεξιάν αυτού ως υπεναντίος και απέκτεινε πάντα τα επιθυμήματα των οφθαλμών μου εν σκηνή θυγατρός Σιών. εταράχθη η καρδία Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1600 . συνέτριψεν εν χειρί εχθρού τείχος βάρεων αυτής· φωνήν έδωκαν εν οίκω Κυρίου ως εν ημέρα εορτής. εξέχεεν ως πυρ τον θυμόν αυτού. και γε προφήται αυτής ουκ είδον όρασιν παρά Κυρίου. 10 Εκάθισαν εις την γην. και επένθησε το προτείχισμα. απέστρεψεν οπίσω δεξιάν αυτού από προσώπου εχθρού και ανήψεν εν Ιακώβ ως πυρ φλόγα. απώλεσε και συνέτριψε μοχλούς αυτής· βασιλέα αυτής και άρχοντα αυτής εν τοις έθνεσιν· ουκ έστι νόμος. διέφθειρεν εορτήν αυτού· επελάθετο Κύριος α εποίησεν εν Σιών εορτής και σαββάτου και παρώξυνεν εμβριμήματι οργής αυτού βασιλέα και ιερέα και άρχοντα. 5 Εγενήθη Κύριος ως εχθρός. κατεπόντισε πάσας τας βάρεις αυτής. απετίναξεν αγίασμα αυτού. ανεβίβασαν χουν επί την κεφαλήν αυτών. κατήγαγον εις γην αρχηγούς παρθένους εν Ιερουσαλήμ. ουκ απέστρεψε χείρα αυτού από καταπατήματος. 8 Και επέστρεψε Κύριος του διαφθείραι τείχος θυγατρός Σιών· εξέτεινε μέτρον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ότι πολλοί οι στεναγμοί μου. εκόλλησεν εις την γην. 3 Συνέκλασεν εν οργή θυμού αυτού παν κέρας Ισραήλ. διέφθειρε τα οχυρώματα αυτού και επλήθυνε τη θυγατρί Ιούδα ταπεινουμένην και τεταπεινωμένην. κατεπόντισεν Ισραήλ.

τις σώσει σε και παρακαλέσει σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μου. έκχεον ως ύδωρ καρδίαν σου απέναντι προσώπου Κυρίου. 17 Εποίησε Κύριος α ενεθυμήθη. Κύριε. ερούσι. 21 Εκοιμήθησαν εις την έξοδον παιδάριον και πρεσβύτης. άρον προς αυτόν χείράς σου περί ψυχής νηπίων σου των εκλυομένων λιμω επ' αρχής πασών εξόδων. 12 Ταις μητράσιν αυτών είπαν· που σίτος και οίνος. ύψωσε κέρας θλίβοντός σε. ο οφθαλμός σου. και ηύφρανεν επί σε εχθρόν. ην προσεδοκώμεν. αγαλλίασαι εν νυκτί εις αρχάς φυλακής σου. εν τω εκχείσθαι ψυχάς αυτών εις κόλπον μητέρων αυτών. 19 Ανάστα. θύγατερ Ιερουσαλήμ. ότι εμεγαλύνθη ποτήριον συντριβής σου· τις ιάσεταί σε. συνετέλεσε ρήματα αυτού. εσύρισαν και έβρυξαν οδόντας. α ενετείλατο εξ ημερών αρχαίων. εν ημέρα οργής σου εμαγείρευσας. και είπαν· κατεπίομεν αυτήν. παρθένοι μου και νεανίσκοι μου επορεύθησαν εν αιχμαλωσία· εν ρομφαία και εν λιμω απέκτεινας. 20 Ιδέ. ουκ εφείσω. εν τω εκχείσθαι αυτούς ως τραυματίας εν πλατείαις πόλεως. και είδοσάν σοι λήμματα μάταια και εξώσματα. εν τω εκλύεσθαι αυτούς ως τραυματίας εν πλατείαις πόλεως. επιφυλλίδα εποίησε μάγειρος· φονευθήσονται νήπια θηλάζοντα μαστούς. είδομεν. 16 Διήνοιξαν επί σε στόμα αυτών πάντες οι εχθροί σου. στέφανος ευφροσύνης πάσης της γης. 15 Εκρότησαν επί σε χείρας πάντες οι παραπορευόμενοι οδόν. 22 Εκάλεσεν ημέραν εορτής παροικίας μου κυκλόθεν. και επίβλεψον τίνι επφφύλλισας ούτως· ει φάγονται γυναίκες καρπόν κοιλίας αυτών. καθείλε και ουκ εφείσατο. εύρομεν αυτήν. πλήν αύτη η ημέρα. 14 Προφήταί σου είδοσάν σοι μάταια και αφροσύνην και ουκ απεκάλυψαν επί την αδικίαν σου του επιστρέψαι αιχμαλωσίαν σου. 18 Εβόησε καρδία αυτών προς Κύριον· τείχη Σιών. εξεχύθη εις την γην η δόξα μου επί το σύντριμμα της θυγατρός του λαού μου εν τω εκλείπειν νήπιον και θηλάζοντα εν πλατείαις πόλεως. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1601 . αποκτενείς εν αγιάσματι Κυρίου ιερέα και προφήτην. καταγάγετε ως χειμάρρους δάκρυα ημέρας και νυκτός· μη δως έκνηψιν σεαυτη. ως επεκράτησα και επλήθυνα εχθρούς μου πάντας. θύγατερ. και ουκ εγένοντο εν ημέρα οργής Κυρίου ανασωζόμενος και καταλελειμμένος. 13 Τί μαρτυρήσω σοι ή τι ομοιώσω σοι. εσύρισαν και εκίνησαν την κεφαλήν αυτών επί την θυγατέρα Ιερουσαλήμ· αύτη η πόλις. παρθένος θύγατερ Σιών. μη σιωπήσαιτο.

οστέα μου συνέτριψεν· 5 αωκοδόμησε κατ' εμού και εκύκλωσε κεφαλήν μου και εμόχθησεν. ψαλμός αυτών όλην την ημέραν· 15 εχόρτασέ με πικρίας. 34 Του ταπεινώσαι υπό τους πόδας αυτού πάντας δεσμίους γης. 18 επελαθόμην αγαθά. απέφραξε προσευχήν μου· 9 ανωκοδόμησεν οδούς μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΓΩ ανήρ ο βλέπων πτωχείαν εν ράβδω θυμού αυτού επ' εμέ· 2 παρέλαβέ με και απήγαγέ με εις σκότος και ου φως. ότι ου συνετελέσθημεν. εψώμισέ με σποδόν· 17 και απώσατο εξ ειρήνης ψυχήν μου. ότι ουσυνετελέσθησαν οι οικτιρμοί αυτού· μήνας εις τας πρωϊας ελέησον. 31 Οτι ουκ εις τον αιώνα απώσεται Κύριος. εβάρυνε χαλκόν μου· 8 και γε κεκράξομαι και βοήσω. 22 Τα ελέη Κυρίου. ότι ήρεν εφ' εαυτω· 30 δώσει τω παίοντι αυτόν σιαγόνα. ότι ου συνετελέσθησαν οι οικτιρμοί αυτού. 13 Εισήγαγεν εν τοις νεφροίς μου ιούς φαρέτρας αυτού· 14 εγενήθην γέλως παντί λαω μου. ψυχή ή ζητήσει αυτόν αγαθόν 26 και υπομεννεί και ησυχάσει εις το σωτήριον Κυρίου. δια τούτο υπομενώ. 7 Ανωκοδόμησε κατ' εμού. 19 Εμνήσθην από πτωχείας μου και εκδιωγμού μου πικρίας και χολής μου. 206 μνησθήσεται και καταδολεσχήσει επ' εμέ η ψυχή μου· 21 ταύτην τάξω εις την καρδίαν μου. χορτασθήσεται ονειδισμών. 32 ότι ο ταπεινώσας οικτειρήσει κατά το πλήθος του ελέους αυτού· 33 ότι ουκ απεκρίθη από καρδίας αυτού και εταπείνωσεν υιούς ανδρός. εμέθυσέ με χολής. απέφραξε προσευχήν μου· 8 και γε κεκράξομαι και βοήσω. 36 καταδικάσαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1602 . είπεν η ψυχή μου· δια τούτο υπομενώ αυτω. 28 Καθήσεται κατά μόνας και σιωπήσεται. 35 του εκκλίναι κρίσιν ανδρός κατέναντι προσώπου Υψίστου. 4 Επαλαίωσε σάρκα μου και δέρμα μου. ότι ουκ εξέλιπέμε. και είπα· απώλετο νίκός μου και η ελπίς μου από Κυρίου. έθετό με ηφανισμένην. ενέφραξε τρίβους μου. 25 Αγαθός Κύριος τοις υπομένουσιν αυτόν. λέων εν κρυφαίοις· 11 κατεδίωξεν αφεστηκότα και κατέπαυσέ με. ετάραξεν. 6 εν σκοτεινοίς εκάθισέ με ως νεκρούς αιώνος. και ουκ εξελεύσομαι. πολλή η πίστις σου. όταν άρη ζυγόν εν νεότητι αυτού. Κύριε. 23 καινά εις τας πρωϊας. 3 πλήν εν εμοί επέστρεψε χείρα αυτού όλην την ημέραν. 12 ενέτεινε τόξον αυτού και εστήλωσέ με ως σκοπόν εις βέλος. 24 μερίς μου Κύριος. 16 Και εξέβαλε ψήφω οδόντας μου. 10 Άρκος ενεδρεύουσα αυτός μοι. 27 αγαθόν ανδρί.

και ουχ ιλάσθης. πάντας τους διαλογισμούς αυτών κατ' εμού. 52 Θηρεύοντες εθήρευσάν με ως στρουθίον πάντες οι εχθροί μου δωρεάν. έπαρσις και συντριβή. 62 χείλη επανισταμένων μοι και μελέτας αυτών κατ' εμού όλην την ημέραν. 38 εκ στόματος Υψίστου ουκ εξελεύσεται τα κακά και το αγαθόν. 65 αποδώσεις αυτοίς υπερασπισμόν καρδίας. 53 εθανάτωσαν εν λάκκω ζωήν μου και επέθηκαν λίθον επ' εμοί. 45 καμμύσαι με και απωσθήναι έθηκας ημάς εν μέσω των λαών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1603 . 55 Επεκαλεσάμην το όνομά σου. 49 Ο οφθαλμός μου κατεπόθη. έκρινας την κρίσιν μου· 60 είδες πάσαν την εκδίκησιν αυτών εις πάντας διαλογισμούς αυτών εν εμοί. Κύριε. ησεβήσαμεν. 66 καταδιώξεις εν οργή και εξαναλώσεις αυτούς υποκάτωθεν του ουρανού. εκ λάκκου κατωτάτου· 56 φωνήν μου ήκουσας· μη κρύψης τα ώτά σου εις την δέησίν μου. 63 καθέδραν αυτών και ανάστασιν αυτών· επίβλεψον επί τους οφθαλμούς αυτών. ανήρ περί της αμαρτίας αυτού. Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνθρωπον εν τω κρίνεσθαι αυτόν Κύριος ουκ είπε. 57 εις την βοήθειάν μου ήγγισας εν ημέρα. Κύριε. κί επιστρέψομεν έως Κυρίου· 41 αναλάβωμεν καρδίας ημών επί χειρών προς υψηλόν εν ουρανω· 42 ημαρτήσαμεν. Κύριος ουκ ενετείλατο. μόχθον σου αυτοίας. 46 Διήνοιξαν εφ' ημάς το στόμα αυτών πάντες οι εχθροί ημών· 47 φόβος και θυμός εγενήθη ημίν. ή επεκαλεσάμην σε· είπάς μοι· μη φοβού. 50 έως ου διακύψη και ίδη Κύριος εξ ουρανού· 51 ο οφθαλμός μου επιφυλλιεί επί την ψυχήν μου παρά πάσας θυγατέρας πόλεως. 48 αφέσεις υδάτων κατάξει ο οφθαλμός μου επί το σύντριμμα της θυγατρός του λαού μου. 43 Επεσκέπασας εν θυμω και απεδίωξας ημάς· απέκτεινας. και ου σιγήσομαι του μη είναι έκνηψιν. 54 υπερεχύθη ύδωρ επί την κεφαλήν μου· είπα· απώσμαι. τας ταραχάς μου. κατά τα έργα των χειρών αυτών. Κύριε. 44 Επεσκέπασας νεφέλην σεαυτω ένεκεν προσευχής. 58 Εδίκασας. ελυτρώσω την ζωήν μου· 59 είδες. 39 τι γογγύσει άνθρωπος ζων. 64 Αποδώσεις αυτοίς ανταπόδομα. 61 Ήκουσας τον ονειδισμόν αυτών. 40 Εξηρευνήθη η οδός ημών και ητάσθη. Κύριε. τας δίκας της ψυχής μου. 37 Τίς ούτως είπε. ουκ εφείσω. και εγενήθη.

18 Εθηρεύσαμεν μικρούς ημών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1604 . 3 Και γε δράκοντες εξέδυσαν μαστούς. και κατέφαγε τα θεμέλια αυτής. μη άπτεσθε. αλλοιωθήσεται το αργύριον το αγαθόν. πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην. 17 Έτι όντων ημών εξέλιπον οι οοφθαλμοί ημών εις την βοήθειαν ημών μάταια· αποσκοπευόντων ημών απεσκοπεύσαμεν εις έθνος ου σωζον. έργα χειρών κεραμέως. ο διακλών ουκ έστιν αυτοίς. ουκ επεγνώσθησαν εν ταις εξόδοις· επάγη δέρμα αυτών επί τα οστέα αυτών. εξεχύθησαν λίθοι άγιοι απ' αρχής πασών εξόδων. οι τιθηνούμενοι επί κόκκων περιεβάλλοντο κοπρίας. 8 Εσκότασεν υπέρ ασβόλην το είδος αυτών. Πως ελογίσθησαν εις αγγεία οστράκινα. 9 Καλοί ήσαν οι τραυματίαι ρομφαίας ή οι τραυματίαι λιμού· επορεύθησαν εκκεκεντημένοι από γεννημάτων αγρών. 13 Εξ αμαρτιών προφητών αυτής. 11 Συνετέλεσε Κύριος θυμόν αυτού. εγενήθησαν ωσπερ ξύλον. εγενήθησαν εις βρώσιν αυταίς εν τω συννντρίμματι της θυγατρός του λαού μου. αδικιών ιερέων αυτής των εκχεόντων αίμα δίκαιον εν μέσω αυτής. εξέχεε θυμόν οργής αυτού και ανήψε πυρ εν Σιών. οι επηρμένοι εν χρυσίω. 10 Χείρες γυναικών οικτριρμόνων ήψησαν τα παιδία αυτών.απόστητε. 2 Υιοί Σιών οι τίμιοι. 6 Και εμεγαλύνθη ανομία θυγατρός λαού μου υπέρ ανομίας Σοδόμων της κατεστραμμένης ωσπερ σπουδή. 16 Πρόσωπον Κυρίου μερίς αυτών. επυρώθησαν υπέρ λίθους σαπφείρου το απόσπασμα αυτών. πρεσβύτας ουκ ηλέησαν. 12 Ουκ επίστευσαν βασιλείς γης. 14 Εσαλεύθησαν εγρήγοροι αυτής εν ταις εξόδοις. ότι ανήφθησαν και γε εσαλεύθησαν· είπατε εν τοις έθνεσιν· ου μη προσθώσι του παροικείν. 7 Εκαθαριώθησαν Ναζιραίοι αυτής υπέρ χιόνα. έλαμψαν υπέρ γάλα. 4 Εκολλήθη η γλώσσα θηλάζοντες προς τον φάρυγγα αυτού εν δίψει· νήπια ήτηησαν άρτον. εξηράνθησαν. 15 Απόστητε εκαθάρτων καλέσατε αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΠΩΣ αμαυρωθήσεται χρυσίον. απόστητε. ότι εισελεύσεται εχθρός και εκθλίβων δια των πυλών Ιερουσαλήμ. 5 Οι έσθοντες τας τρυφάς ηφανίσθησαν εν ταις εξόδοις. και ουκ επόνεσαν εν αυτη χείρας. ου προσθήσει επιβλέπψαι αυτοίς· πρόσωπον ιερέων ουκ έλαβον. εμολύνθησαν εν αίματι· εν τω μη δύνασθαι αυτούς ήψαντο ενδυμάτων αυτών. εθήλασαν σκύμνοι αυτών· θυγατέρες λαού μου εις ανίατον ως στρουθίον εν ερήμω.

8 δούλοι εκυρίευσαν ημών. επί των ορέων εξέπτησαν. εκπληρώθησαν αι ημέραι ημών. ξύλα ημών εν αλλάγματι ήλθεν επί τον τράχηλον ημών. ουκ ανεπαύθημεν. θύγατερ Ιδουμαίας η κατοικούσα επί γης· και γε επί σε διελευύσεται το ποτήριον Κυρίου και μεθυσθήση και αποχεείς. εν ερήμω ενύδρευσαν ημάς. 21 Χαίρε και ευφραίνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του μήυ προεύεσθαι εν ταις πλατείαις ημών·19 ήγγικεν ο καιρός ημών. Ασσούρ εις πλησμονήν αυτών. 2 κληρονομία ημών μετεστράφη αλλοτρίοις. 20 Πνεύμα προσώπου ημών χριστός Κυρίου συνελήφθη εν ταις διαφθοραίς αυτών. πρεσβύτεροι ουκ εδοξάσθησαν. θύγατερ Σιών. 11 γυναίκας εν Σιών εταπείνωσαν. παρθένους εν πόλεσιν Ιούδα. 10 το δέρμα ημών ως κλίβανος επελιώθη. ουχ υπάρχει πατήρ· μητέρες ημών ως αι χήραι. 6 Αίγυπτος έδωκε χείρα. συνεσπάσθησαν από προσώπου καταιγίδων λιμού. θύγατερ Εδώμ· απεκάλυψεν επί τα ασεβήματά σου. Κούφοι εγένοντο οι διώκοντες ημάς υπέρ αετούς ουρανού. ότι ηφανίσθη. ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΜΝΗΣΘΗΤΙ. πάρεστιν ο καιρός ημών. επεσκέψατο ανομίας σου. 16 έπεσεν ο στέφανος ημών της κεφαλής· ουαί δη ημίν. 14 και πρεσβύται από πύλης κατέπαυσαν. 5 εδιώχθημεν. αλώπεκες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1605 . 15 κατέλυσε χαρά καρδίας ημών. εστράφη εις πένθος ο χορός ημών. εκοπιάσαμεν. ό. περί τούτου εσκότασαν οι οφθαλμοί ημών. 17 περί τούτου εγενήθη οδυνηρά η καρδία ημών. λυτρούμενος ουκ έστιν εκ της χειρός αυτών. οι οίκοι ημών ξένοις. ουχ υπάραχουσιν· ημείς τα ανομήματα αυτών υπέσχομεν. ότι ημάρτομεν. 22 Εξέλιπεν η ανομία σου. εκλεκτοί εκ ψαλμών αυτών κατέπαυσαν. εισοίσομεν άρτον ημών. 13 εκλεκτοί κλαυθμόν ανέλαβον. 18 επ' όρος Σιών. 12 άρχοντες εν χερσίν αυτών. 3 ορφανοί εγενήθημεν.τι εγενήθη ημίν· επίβλεψον και ιδέ τον ονειδισμόν ημών. και νεανίσκοι εν ξύλω ησθένησαν. Κύριε. 4 ύδωρ ημών εν αργυρίω επίομεν. 9 εν ταίας ψυχαίς ημών. 7 οι πατέρες ημών ήμαρτον. από προσώπου ρομφαίας της ερήμου. εκρεμάσθησαν. ου προσθήσει του αποικίσαι σε. ου είπαμεν· εν τη σκιά αυτού ζησόμεθα εν τοις έθνεσι.

δώσουσι δε απ' αυτών και ταις επί του στέγους πόρναις. και επιστραφησόμεθα· και ανακαίνισον ημέρας ημών καθώς έμπροσθεν. 8 και ωσπερ παρθένω φιλοκόσμω λαμβάνοντες χρυσίον κατασκευάζουσι στεφάνους επί τας κεφαλάς των θεών αυτών· 9 έστι δε και ότε υφαιρούμενοι οι ιερείς από των θεών αυτών χρυσίον και αργύριον εις εαυτούς καταναλώσουσι. 7 γλώσσα γαρ αυτών εστι κετεξυσμένη υπό τέκτονος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διήλθον εν αυτη. 1 Δια τας αμαρτίας. δέσποτα. ης απέστειλεν Ιερεμίας προς τους αχθησομένους αιχμαλώτους εις Βαβυλώνα υπό του βασιλέως των Βαβυλωνίων αναγγείλαι αυτοίς καθότι επετάγη αυτω υπό του Θεού. Κύριε. 21 επίστρεψον ημάς. 20 ινατί εις νίκος επιλήση ημών. 22 ότι απωθούμενος απώσω ημάς. καταλείψεις ημάς εις μακρότητα ημερών. 19 συ δε. 11 περιβεβλημένων αυτών ιματισμόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1606 . 4 ευλαβήθητε ουν μη και υμείς αφομοιωθέντες τοις αλλοφύλοις αφομοιωθήτε και φόβος υμάς λάβη επ' αυτοίς 5 ιδόντας όχλον έμπροσθεν και όπισθεν αυτών προσκυνούντας αυτά· είπατε δε τη διανοία· σοί δεί προσκυνείν. θεούς αργυρούς και θεούς χρυσούς και ξυλίνους· ούτοι δε ου διασώζονται από ιού και βρωμάτων. 3 νυνί δε όψεσθε εν Βαβυλώνι θεούς αργυρούς και χρυσούς και ξυλίνους επ' ώμοις αιρομένους. 6 ο γαρ άγγελός μου μεθ' υμών εστιν. ο θρόνος σου εις γενεάν και γενεάν. Κύριε. 10 κοσμούσί τε αυτούς ως ανθρώπους τοις ενδύμασι. δεικνύντας φόβον τοις έθνεσιν. εις τον αιώνα κατοικήσεις. αχθήσεσθε εις Βαβυλώνα αιχμάλωτοι υπό Ναβουχοδονόσορ βασιλέως των Βαβυλωνίων 2 εισελθόντες ουν εις Βαβυλώνα έσεσθε εκεί έτη πλείονα και χρόνον μακρόν έως γενεών επτά· μετά τούτο δε εξάξω υμάς εκείθεν μετ' ειρήνης. αυτός τε εκζητών τας ψυχάς υμών. ------------------------------------------------------- ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ επιστολής. αυτά τε περίχρυσα και περιάργυρα. ψευδή δ' εστί και ου δύνανται λαλείν. προς σε. ωργίσθης εφ' ημάς έως σφόδρα. ας ημαρτήκατε εναντίον του Θεού.

. 24 εκ πάσης τιμής ηγορασμένα εστίν. τας δε καρδίας αυτών φασίν εκλείχεσθαι. 21 επί το σώμα αυτών και επί την κεφαλήν αυτών εφίπτανται νυκτερίδες. τους οίκους αυτών οχυρούσιν οι ιερείς θυρώμασί τε και κλείθροις και μοχλοίς. τοιούτοι υπάρχουσιν οι θεοί αυτών. έχοντες τους χιτώνας διερρωγότας και τας κεφαλάς και τους πώγωνας εξυρημένους. δι' εαυτού κινηθήσεται. 25 άνευ ποδών επ' ώμοις φέρονται ενδεικνύμενοι την εαυτών ατιμίαν τοις ανθρώποις. των από της γης ερπετών κατεσθόντων αυτούς τε και τον ιματισμόν αυτών. ότε εχωνεύοντο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορφυρούν. δυνήσονται ανταποδούναι· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1607 . 19 έστι μεν ωσπερ δοκός των εκ της οικίας. ων ουδένα δύνανται ιδείν. 28 των θυσιών αυτών αποκαθημένη και λεχώ άπτονται.15 ΄Ωσπερ γαρ σκεύος ανθρώπου συντριβέν αχρείον γίνεται. εάν μη τις εκμάξη τον ιόν. ησθάνοντο. 33 ούτε εάν κακόν πάθωσιν υπό τινος ούτε εάν αγαθόν. 31 ωρύονται δε βοώντες εναντίον των θεών αυτών ωσπερ τινές εν περιδείπνω νεκρού. 13 έχει δε εγχειρίδιον εν δεξιά και πέλεκυν. ό περίκεινται εις κάλλος. ουκ αισθάνονται. ως επί θανάτω απηγμένω. ος εστι πλείω επ' αυτοίς. 14 όθεν γνώριμοί εισιν ουκ όντες θεοί· μη ουν φοβηθήτε αυτούς. γνόντες ουν από τούτων ότι ουκ εισί θεοί. ου μη στίλψωσιν· ουδέ γαρ. αισχύνονταί τε και οι θεραπεύοντες αυτά 26 δια το ει ποτε επί την γην πέση. 32 από του ιματισμού αυτών αφελόμενοι οι ιερείς ενδύσουσι τας γυναίκας αυτών και τα παιδία. εν οίς ουκ ύστι πνεύμα. 27 τας δε θυσίας αυτών αποδόμενοι οι ιερείς αυτών καταχρώνται· ωσαύτως δε και αι γυναίκες αυτών απ' αυτών ταριχεύουσαι ούτε πτωχω ούτε αδυνάτω μη μεταδώσι. μήτε εάν κλιθή. 12 και σκήπτρον έχει ως άνθρωπος κριτής χώρας. 17 και ωσπερ τινί ηδικηκότι βασιλέα περιπεφραγμέναι εισίν αι αυλαί.23 Τό γαρ χρυσίον. 16 οι οφθαλμοί αυτών πλήρεις εισί κονιορτού από των ποδών των εισπορευομένων. εκμάσσονται το πρόσωπον αυτών δια τον εκ της οικίας κονιορτόν. χελιδόνες και τα όρνεα. 22 όθεν γνώσεσθε ότι ουκ εισί θεοί· μη ουν φοβείσθε αυτά. καθιδρυμένων αυτών εν τοις οίκοις. μη δι' αυτών ανίστασθαι· μήτε εάν τις αυτό ορθόν στήση. ος τον εις αυτόν αμαρτάνοντα ουκ ανελεί. εαυτόν δε εκ πολέμου και ληστών ουκ εξελείται. ωσαύτως δε και οι αίλουροι. αλλ' ωσπερ νεκροίς τα δώρα αυτοίς παρατίθεται. . ου μη ορθωθή. 18 λύχνους καίουσι και πλείους ή εαυτοίς. μη φοβηθήτε αυτούς.29 Πόθεν γαρ κληθείησαν θεοί. . όπως υπό των ληστών μη συληθώσι. ότι γυναίκες παραιτιθέασι θεοίς αργυροίς και χρυσοίς και ξυλίνοις· 30 και εν τοις οίκοις αυτών οι ιερείς διφρεύουσιν. 20 μεμελανωμένοι το πρόσωπον αυτών από του καπνού του εκ της οικίας. ων αι κεφαλαί ακάλυπτοί εισιν.

αίσθησιν γαρ ουκ έχουσιν. οί ούτε σώζουσιν εαυτούς εκ πολέμου ούτε εκ κακών. 38 τοις από του όρους λίθοις ωμοιωμένοι εισί τα ξύλινα και τα περίχρυσα και τα περιάργυρα. 46 αυτοί τε οι κατασκευάζοντες αυτά ου μη γένωνται πολυχρόνιοι· 47 Πως τε δη μέλλει τα υπ' αυτών κατασκευασθέντα είναι θεοί. ουδέ μη ρύσωνται αδικούμενον αδύνατοι όντες· ωσπερ γαρ κορώναι αναμέσον του ουρανού και της γης. 44 πάντα τα γενόμενα εν αυτοίς εστι ψευδή· Πως ουν νομιστέον ή κλητέον ως θεούς αυτούς υπάρχειν. ότι ουκ ηξίωται ωσπερ και αυτή ούτε το σχοινίον αυτής διερράγη. 39 Πως ουν νομιστέον ή κλητέον υπάρχειν αυτούς θεούς. 40 έτι δε και αυτών των Χαλδαίων ατιμαζόντων αυτά. 55 βασιλεί δε και πολεμίοις ου μη αντιστώσι. 52 βασιλέα γαρ χώρας ου μη αναστήσωσιν ούτε υετόν ανθρώποις ου μη δώσι. κατέλιπον γαρ ψεύδη και όνειδος τοις επιγινομένοις. 50 υπάρχοντα γαρ ξύλινα και περίχρυσα και περιάργυρα γνωσθήσεται μετά ταύτα. 53 κρίσιν τε ου μη διακρίνωσιν αυτών. αλλά έργα χειρών ανθρώπων. 35 εκ θανάτου άνθρωπον ου μη ρύσωνται ούτε ήττονα από ισχυρού μη εξέλωνται. αυτοί δε ωσπερ δοκοί μέσοι κατακαυθήσονται. οι μεν ιερείς αυτών φεύξονται και διασωθήσονται. 42 αι δε γυναίκες περιθέμεναι σχοινία εν ταις οδοίς εγκάθηνται θυμιώσαι τα πίτυρα· 43 όταν δε τις αυτών εφελκυσθείσα υπό τινος των παραπορευομένων κοιμηθή. 54 και γαρ όταν εμπέση εις οικίαν θεών ξυλίων ή περιχεύσων ή περιαργύρων πυρ. 56 Πως ουν εκδεκτέον ή νομιστέον ότι εισί θεοί. ως δυνατού όντος αυτού αισθέσθαι. οί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτε καταστήσαι βασιλέα δύνανται ούτε αφελέσθαι. την πλησίον ονειδίζει. 48 όταν γαρ επέλθη επ' αυτά πόλεμος και κακά. οι δε θεραπεύοντες αυτά καταισχυνθήσονται. εν ανάγκη άνθρωπον όντα ου μη εξέλωνται. 49 Πως ουν ουκ έστιν αισθέσθαι ότι ουκ εισί θεοί. 51 τίνι ουν γνωστέον εστίν. ότι ουκ εισί θεοί. και ουδέν Θεού έργον εν αυτοίς εστι. προσενεγκάμενοι τον Βήλον αξιούσι φωνήσαι. ου μη επιζητήσωσιν. ότι εστί ψευδή· τοις έθνεσι πάσι τοις τε βασιλεύσι φανερόν έσται. ότι ουκ εισί θεοί. 36 άνθρωπον τυφλόν εις όρασιν ου μη περιστήσωσιν. 37 χήραν ου μη ελεήσωσιν ούτε ορφανόν εύ ποιήσωσι. 45 υπό τεκτόνων και χρυσοχόων κατεσκευασμένα εισίν· ουδέν άλλο μη γένωνται ή ό βούλονται οι τεχνίται αυτά γενέσθαι. βουλεύονται προς εαυτούς οι ιερείς που συναποκρυβώσι μετ' αυτών. 41 και ου δύνανται αυτοί νοήσαντες καταλιπείν αυτά. όταν ίδωσιν ενεόν μη δυνάμενον λαλήσαι. 34 ωσαύτως ούτε πλούτον ούτε χαλκόν ου μη δύνωνται διδόναι· εάν τις ευχήν αυτοίς ευξάμενος μη αποδω. ούτε από κλεπτών ούτε από ληστών ου μη διασωθώσι θεοί ξύλινοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1608 .

67 τα θηρία εστίκρείττω αυτών. συντελούσι το ταχθέν· το τε πυρ εξαποσταλέν άνωθεν εξαναλώσαι όρη και δρυμούς. 61 καίνεφέλαις όταν επιταγή υπό του Θεού επιπορεύεσθαι εφ' όλην την οικουμένην. 57 ων οι ισχύοντες περιελούνται το χρυσίον και το αργύριον. ουδέ ως ο ήλιος λάμψουσιν ουδέ φωτιούσιν ως η σελήνη. 64 γνόντες ουν ότι ουκ εισί θεοί. ωσαύτως δε και νεκρω ερριμμένω εν σκότει αφωμοίωνται οι θεοί αυτών ξύλινοι και περίχρυσοι και περιάργυροι. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1609 . 71 από τε της πορφύρας και της μαρμάρου της επ' αυτοίς σηπομένης γνωσθήσονται ότι ουκ εισί θεοί· αυτά τε εξ υστέρου βρωθήσονται. εφ' ης παν όρνεον επικάθηται. 62 ταύτα δε ούτε ταις ιδέαις ούτε ταις δυνάμεσιν αυτών αφωμοιωμένα εστίν. 68 κατ' ουδένα ουν τρόπον ημίν εστι φανερόν ότι εισί θεοί. και έσται όνειδος εν τη χώρα. ούτε εαυτοίς ου μη βοηθήσωσιν· 58 ωστε κρείσσον είναι βασιλέα επιδεικνύμενον την εαυτού ανδρείαν ή σκεύος εν οικία χρήσιμον. διό μη φοβηθήτε αυτούς· 69 ωσπερ γαρ εν σικυηράτω προβασκάνιον ουδέν φυλάσσον. έσται γαρ μακράν από ονειδισμού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και περιάργυροι και περίχρυσοι. α δύνανται εκφυγόντα εις σκέπην εαυτά ωφελήσαι. ου δυνατών όντων αυτών ούτε κρίσιν κρίναι ούτε εύ ποιήσαι ανθρώποις. μη φοβηθήτε αυτούς· 65 ούτε γαρ βασιλεύσιν ου μη καταράσωνται ούτε μη ευλογήσωσι. ούτως οι θεοί αυτών εισί ξύλινοι και περίχρυσοι και περιάργυροι. το δ' αυτό και πνεύμα εν πάση χώρα πνεί. εφ' ω χρήσεται ο κεκτημένος. και τον ιματισμόν τον περικείμενον αυτοίς απελεύσονται έχοντες. 66 σημείά τε εν έθνεσιν εν ουρανω ου μη δείξωσιν. ποιεί το συνταχθέν. 59 ήλιος μεν γαρ και σελήνη και άστρα όντα λαμπρά και αποστελλόμενα επί χρείας ευήκοά εισιν· 60 ωσαύτως και αστραπή. 63 όθεν ούτε νομιστέον ούτε κλητέον υπάρχειν αυτούς θεούς. ή οι ψευδείς θεοί· ή και θύρα εν οικία διασώζουσα τα εν αυτη όντα ή ψευδείς θεοί· και ξύλινος στύλος εν βασιλείοις ή οι ψευδείς θεοί. εύοπτός εστι. 70 τον αυτόν τρόπον και τη εν κήπω ράμνω. 72 κρείσσον ουν άνθρωπος δίκαιος ουκ έχων είδωλα. όταν επιφανή.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω τριακοστω έτει. και αύτη η όρασις αυτών· ομοίωμα ανθρώπου επ ‘ αυτοίς. 8 και χείρ ανθρώπου υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών επί τα τέσσαρα μέρη αυτών· και τα πρόσωπα αυτών των τεσσάρων 9 ουκ επεστρέφοντο εν τω βαδίζειν αυτά. και ελαφραί αι πτέρυγες αυτών. και το έργον αυτών ην καθώς αν είη τροχός εν τροχω. εν τω τετάρτω μηνί πέμπτη του μηνός και εγώ ήμην εν μέσω της αιχμαλωσίας επί του ποταμού του Χοβάρ. 10 και ομοίωσις των προσώπων αυτών· πρόσωπον ανθρώπου και πρόσωπον λέοντος εκ δεξιών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον μόσχου εξ αριστερών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον αετού τοις τέσσαρσι. 13 και εν μέσω των ζώων όρασις ως ανθράκων πυρός καιομένων. 4 και είδον και ιδού πνεύμα εξαίρον ήρχετο από βορρά. και πτερωτοί οι πόδες αυτών. 18 ουδ ‘ οι νώτοι αυτών. επορεύοντο και ουκ επέστρεφον. εκατέρω δύο συνεζευγμέναι προς αλλήλας. 17 επί τα τέσσαρα μέρη αυτών επορεύοντο. 2 πέμπτη του μηνός (τούτο το έτος το πέμπτον της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ) και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιεζεκιήλ υιόν Βουζεί. και ηνοίχθησαν οι ουρανοί. έκαστον απέναντι του προσώπου αυτών επορεύοντο. εν γη Χαλδαίων επί του ποταμού του Χοβάρ· 3 και εγένετο επ ‘ εμέ χείρ Κυρίου. και δύο επεκάλυπτον επάνω του σώματος αυτών. και σπινθήρες ως εξαστράπτων χαλκός. 12 και εκάτερον κατά πρόσωπον αυτού επορεύετο· ου αν ην το πνεύμα πορευόμενον. και φέγγος κύκλω αυτού και πυρ εξαστράπτον. 7 και τα σκέλη αυτών ορθά. τον ιερέα. και ομοίωμα εν τοις τέσσαρσι. και οι νώτοι αυτών πλήρεις οφθαλμών κυκλόθεν τοις τέσσαρσι. και τέσσαρες πτέρυγες τω ενί. ως όψις λαμπάδων συστρεφομένων αναμέσον των ζώων και φέγγος του πυρός. και είδον οράσεις Θεού. 11 και αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι άνωθεν τοις τέσσαρσιν. 5 και εν τω μέσω ως ομοίωμα τεσσάρων ζώων. και εκ του πυρός εξεπορεύετο αστραπή. και ύψος ην αυτοίς· και είδον αυτά. 19 και εν τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1610 . και εν τω μέσω αυτού ως όρασις ηλέκτρου εν μέσω του πυρός και φέγγος εν αυτω. ουκ επέστρεφον εν τω πορεύεσθαι αυτά. 6 και τέσσαρα πρόσωπα τω ενί. 15 και είδον και ιδού τροχός εις επί της γης εχόμενος των ζώων τοις τέσσαρσι· 16 και το είδος των τροχών ως είδος θαρσείς. και νεφέλη μεγάλη εν αυτω.

21 εν τω πορεύεσθαι αυτά επορεύοντο. ότι πνεύμα ζωής ην εν τοις τροχοίς. όταν ή εν τη νεφέλη εν ημέραις υετού. εκεί το πνεύμα του πορεύεσθαι· επορεύοντο τα ζωα και οι τροχοί και εξήροντο συν αυτοίς. οίτινες παρεπίκρανάν με. 25 και ιδού φωνή υπεράνωθεν του στερεώματος του όντος υπέρ κεφαλής αυτών. 2 και ήλθεν επ ‘ εμέ πνεύμα και ανέλαβέ με και εξήρέ με και έστησέ με επί τους πόδας μου. 20 ου αν ην η νεφέλη. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ είπε προς με· υιε ανθρώπου. αυτοί και οι πατέρες αυτών έως της σήμερον ημέρας. 24 και ήκουον την φωνήν των πτερύγων αυτών εν τω πορεύεσθαι αυτά ως φωνήν ύδατος πολλού· και εν τω εστάναι αυτά κατέπαυον αι πτέρυγες αυτών. 26 ως όρασις λίθου σαπφείρου ομοίωμα θρόνου επ ‘ αυτού. 22 και ομοίωμα υπέρ κεφαλής αυτοίς των ζώων ωσεί στερέωμα ως όρασις κρυστάλλου εκτεταμένον επί των πτερύγων αυτών επάνωθεν· 23 και υποκάτωθεν του στερεώματος αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι. 3 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. εκάστω δύο συνεζευγμέναι επικαλύπτουσαι τα σώματα αυτών.και γνώσονται ότι προφήτης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1611 . στήθι επί τους πόδας σου. και εν τω εστάναι αυτά ειστήκεισαν και εν τω εξαίρειν αυτά από της γης εξήροντο συν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορεύεσθαι τα ζωα επορεύοντο οι τροχοί εχόμενοι αυτών. 28 ως όρασις τόξου. αύτη η όρασις ομοιώματος δόξης Κυρίου· και είδον και πίπτω επί πρόσωπόν μου και ήκουσα φωνήν λαλούντος. και επί του ομοιώματος του θρόνου ομοίωμα ως είδος ανθρώπου άνωθεν. 4 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· 5 εάν άρα ακούσωσιν ή πτοηθώσι -διότι οίκος παραπικραίνων εστί. τους παραπικραίνοντάς με. εξαποστέλλω εγώ σε προς τον οίκον του Ισραήλ. διότι πνεύμα ζωής εν τοις τροχοίς. ούτως η στάσις του φέγγους κυκλόθεν. και από οράσεως οσφύος και έως κάτω είδον ως όρασιν πυρός και το φέγγος αυτού κύκλω. και λαλήσω προς σε. πτερυσσόμεναι ετέρα τη ετέρα. και ήκουον αυτού λαλούντος προς με. και εν τω εξαίρειν τα ζώα από της γης εξήροντο οι τροχοί. 27 και είδον ως όψιν ηλέκτρου από οράσεως οσφύος και επάνω.

8 και συ. κατάφαγε την κεφαλίδα ταύτην και πορεύθητι και λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. διότι οίκος παραπικραίνων εστί. 9 και έσται διαπαντός κραταιότερον πέτρας. 10 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. προς τον οίκον του Ισραήλ. και εγέγραπτο επ ‘ αυτήν θρήνος και μέλος και ουαί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ει συ εν μέσω αυτών. 6 και συ. και ην εν αυτη γεγραμμένα τα έμπροσθεν και τα όπισθεν. ων ουκ ακούση τους λόγους αυτών· και ει προς τοιούτους εξαπέστειλά σε. 9 και είδον και ιδού χείρ εκτεταμένη προς με. 6 ουδέ προς λαούς πολλούς αλλοφώνους ή αλλογλώσσους ουδέ στιβαρούς τη γλώσση όντας. 2 και διήνοιξε το στόμα μου. και η κοιλία σου πλησθήσεται της κεφαλίδος ταύτης της δεδομένης εις σε. και έφαγον αυτήν. και εν αυτη κεφαλίς βιβλίου· 10 και ανείλησεν αυτήν ενώπιόν μου. μη φοβηθής αυτούς μηδέ εκστης από προσώπου αυτών· διότι παροιστρήσουσι και επισυστήσονται επί σε κύκλω. εάν άρα ακούσωσιν ή πτοηθώσιν. και εν μέσω σκορπίων συ κατοικείς· τους λόγους αυτών μη φοβηθής και από προσώπου αυτών μη εκστης. και εγένετο εν τω στόματί μου ως μέλι γλυκάζον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1612 . και εψώμισέ με την κεφαλίδα 3 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. μη φοβηθής απ ‘ αυτών μηδέ πτοηθής από προσώπου αυτών. άκουε του λαλούντος προς σε. 4 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. μη γίνου παραπικραίνων καθώς ο οίκος ο παραπικραίνων· χάνε το στόμα σου και φάγε ό εγώ δίδωμί σοι. 8 και ιδού δέδωκα το πρόσωπόν σου δυνατόν κατέναντι των προσώπων αυτών και το νίκός σου κατισχύσω κατέναντι του νίκους αυτών. 7 και λαλήσεις τους λόγους μου προς αυτούς. υιε ανθρώπου. βάδιζε και είσελθε προς τον οίκον του Ισραήλ και λάλησον τους λόγους μου προς αυτούς· 5 διότι ου προς λαόν βαθύχειλον και βαρύγλωσσον συ εξαποστέλλη. διότι οίκος παραπικραίνων εστί. διότι ου βούλονται εισακούειν μου· ότι πας ο οίκος Ισραήλ φιλόνεικοί εισι και σκληροκάρδιοι. το στόμα σου φάγεται. ότι οίκος παραπικραίνων εστί. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ είπε προς με· υιε ανθρώπου. υιε ανθρώπου. 7 ο δε οίκος του Ισραήλ ου μη θελήσουσιν εισακούσαί σου. ούτοι αν εισήκουσάν σου.

είσελθε εις την αιχμαλωσίαν προς τους υιούς του λαού σου και λαλήσεις προς αυτούς και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· εάν άρα ακούσωσιν. και είπε προς με· ανάστηθι. και δήσουσί σε εν αυτοίς. ην είδον επί του ποταμού του Χοβάρ. 22 Και εγένετο επ ‘ εμέ χείρ Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντας τους λόγους. 11 και βάδιζε. ο άνομος εκείνος εν τη αδικία αυτού αποθανείται. και πίπτω επί πρόσωπόν μου. ιδού δέδονται επί σε δεσμοί. ότι διεστείλω αυτω. εάν άρα ενδώσι. σκοπόν δέδωκά σε τω οίκω Ισραήλ. 18 εν τω λέγειν με τω ανόμω· θανάτω θανατωθήση. και αυτός μη αμάρτη. ας εποίησε. και ου μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1613 . λαβέ εις την καρδίαν σου και τοις ωσί σου άκουε. και συ την ψυχήν σου ρύση. 14 και το πνεύμα εξήρέ με και ανέλαβέ με. και ου διεστείλω αυτω ουδέ ελάλησας του διαστείλασθαι τω ανόμω αποστρέψαι από των οδών αυτού του ζήσαι αυτόν. ους λελάληκα μετά σου. 21 συ δε εάν διαστείλη τω δικαίω του μη αμαρτείν. και εν ταις αμαρτίαις αυτού αποθανείται. 12 και ανέλαβέ με πνεύμα. και έξελθε εις το πεδίον. 19 και συ εάν διαστείλη τω ανόμω. και ήκουσα κατόπισθέν μου φωνήν σεισμού μεγάλου· ευλογημένη η δόξα Κυρίου εκ του τόπου αυτού. και μη αποστρέψη από της ανομίας αυτού και από της οδού αυτού. και ελάλησε προς με και είπέ μοι· είσελθε και εγκλείσθητι εν μέσω του οίκου σου. 15 και εισήλθον εις την αιχμαλωσίαν μετέωρος και περιήλθον τους κατοικούντας επί του ποταμού του Χοβάρ τους όντας εκεί και εκάθισα εκεί επτά ημέρας αναστρεφόμενος εν μέσω αυτών. 25 και συ. και φωνή των τροχών εχομένη αυτών και φωνή του σεισμού. και το αίμα αυτού εκ της χειρός σου εκζητήσω. αυτός αποθανείται. 13 και είδον φωνήν των πτερύγων των ζώων πτερυσσομένων ετέρα προς την ετέραν. ο άνομος εκείνος τη αδικία αυτού αποθανείται. ο δίκαιος ζωή ζήσεται. και το αίμα αυτού εκ της χειρός σου εκζητήσω. και εκεί λαληθήσεται προς σε. 16 Και εγένετο μετά τας επτά ημέρας λόγος Κυρίου προς με λέγων· 17 υιε ανθρώπου. και συ την σεαυτού ψυχήν ρύση. και ιδού εκεί δόξα Κυρίου ειστήκει καθώς η όρασις και καθώς η δόξα Κυρίου. και επορεύθην εν ορμή του πνεύματός μου. διότι ου μη μνησθώσιν αι δικαιοσύναι αυτού. ότι ου διεστείλω αυτω. 23 και ανέστην και εξήλθον προς το πεδίον. 24 και ήλθεν επ ‘ εμέ πνεύμα και έστησέ με επί τους πόδας μου. και ακούση εκ στόματός μου λόγον και διαπειλήση αυτοίς παρ ‘ εμού. υιε ανθρώπου. και χείρ Κυρίου εγένετο επ ‘ εμέ κραταιά. 20 και εν τω αποστρέφειν δίκαιον από των δικαιοσυνών αυτού και ποιήσει παράπτωμα και δώσω την βάσανον εις πρόσωπον αυτού.

2 και δώσεις επ ‘ αυτήν περιοχήν και οικοδομήσεις επ ‘ αυτήν προμαχώνας και περιβαλείς επ ‘ αυτήν χάρακα και δώσεις επ ‘ αυτήν παρεμβολάς και τάξεις τας βελοστάσεις κύκλω. ό φάγεσαι. διότι οίκος παραπικραίνων εστί. . ας συ καθεύδεις επί του πλευρού σου. ημέραν εις ενιαυτόν τέθεικά σοι. 7 και εις τον συγκλεισμόν Ιερουσαλήμ ετοιμάσεις το πρόσωπόν σου και τον βραχίονά σου στερεώσεις και προφητεύσεις επ ‘ αυτήν. 8 και εγώ ιδού δέδωκα επί σε δεσμούς. λαβέ σεαυτω πλίνθον και θήσεις αυτήν προ προσώπου σου και διαγράψεις επ ‘ αυτήν πόλιν την Ιερουσαλήμ. έως ου συντελεσθώσιν ημέραι του συγκλεισμού σου. και αποκωφωθήση. εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1614 . 5 και εγώ δέδωκά σοι τας δύο αδικίας αυτών εις αριθμόν ημερών ενενήκοντα και εκατόν ημέρας. 27 και εν τω λαλείν με προς σε ανοίξω το στόμα σου. και λήψη τας αδικίας αυτών. και λήψη τας αδικίας του οίκου Ισραήλ 6 και συντελέσεις ταύτα πάντα· και κοιμηθήση επί το πλευρόν σου το δεξιόν και λήψη τας αδικίας του οίκου Ιούδα τεσσαράκοντα ημέρας. και μη στραφής από του πλευρού σου επί το πλευρόν σου. και κατά αριθμόν των ημερών. και ουκ έση αυτοίς εις άνδρα ελέγχοντα. . 10 και το βρώμά σου. διότι οίκος παραπικραίνων εστί. 26 και την γλώσσάν σου συνδήσω. υιε ανθρώπου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξέλθης εκ μέσου αυτών. και ο απειθών απειθήτω.4 Και συ κοιμηθήση επί το πλευρόν σου το αριστερόν και θήσεις τας αδικίας του οίκου Ισραήλ επ ‘ αυτού κατά αριθμόν των ημερών πεντήκοντα και εκατόν. και έσται εν συγκλεισμω. και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ο ακούων ακουέτω. ας κοιμηθήση επ ‘ αυτού. ενενήκοντα και εκατόν ημέρας φάγεσαι αυτά. και συγκλείσεις αυτήν· σημείόν εστι τούτο τοις υιοίς Ισραήλ. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ συ. 3 και συ λάβε σεαυτω τήγανον σιδηρούν και θήσεις αυτό τοίχον σιδηρούν ανά μέσον σου και ανά μέσον της πόλεως και ετοιμάσεις το πρόσωπόν σου επ ‘ αυτήν.9 Και συ λάβε σεαυτω πυρούς και κριθάς και κύαμον και φακόν και κέγχρον και όλυραν και εμβαλείς αυτά εις άγγος εν οστράκινον και ποιήσεις αυτά σεαυτω εις άρτους.

Και ερείς παντί οίκω Ισραήλ. . 11 και ύδωρ εν μέτρω πίεσαι το έκτον του είν· από καιρού έως καιρού πίεσαι. 4 και εκ τούτων λήψη έτι και ρίψεις αυτούς εις μέσον του πυρός και κατακαύσεις αυτούς εν πυρί· εξ αυτής εξελεύσεται πυρ. λαβέ σεαυτω ρομφαίαν οξείαν υπέρ ξυρόν κουρέως· κτήση αυτήν σεαυτω και επάξεις αυτήν επί την κεφαλήν σου και επί τον πώγωνά σου. ουδέ εισελήλυθεν εις το στόμα μου παν κρέας έωλον. Κύριε Θεέ του Ισραήλ· ιδού η ψυχή μου συ μεμίανται εν ακαθαρσία. 16 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. και φάγονται άρτον εν σταθμω και εν ενδεία και ύδωρ εν μέτρω και εν αφανισμω πίονται. και το τέταρτον κατακόψεις εν ρομφαία κύκλω αυτής. 15 και είπε προς με· ιδού δέδωκά σοι βόλβιτα βοών αντί των βολβίτων των ανθρωπίνων. 5 τάδε λέγει Κύριος· αύτη η Ιερουσαλήμ εν μέσω των εθνών τέθεικα αυτήν και τας κύκλω αυτής χώρας. και ποιήσεις τους άρτους σου επ ‘ αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σταθμω είκοσι σίκλους την ημέραν· από καιρού έως καιρού φάγεσαι αυτά. και θνησιμαίον και θηριάλωτον ου βέβρωκα από γενέσεώς μου έως του νυν. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ συ. και το τέταρτον διασκορπιείς τω πνεύματι. 3 και λήψη εκείθεν ολίγους εν αριθμω και συμπεριλήψη αυτούς τη αναβολή σου. ιδού εγώ συντρίβω στήριγμα άρτου εν Ιερουσαλήμ. και μάχαιραν εκκενώσω οπίσω αυτών. και λήψη ζυγόν σταθμίων και διαστήσεις αυτούς· 2 το τέταρτον εν πυρί ανακαύσεις εν μέση τη πόλει κατά την πλήρωσιν των ημερών του συγκλεισμού· και λήψη το τέταρτον και κατακαύσεις αυτό εν μέσω αυτής. 12 και εγκρυφίαν κρίθινον φάγεσαι αυτά· εν βολβίτοις κόπρου ανθρωπίνης εγκρύψεις αυτά κατ ‘ οφθαλμούς αυτών 13 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· ούτως φάγονται οι υιοί του Ισραήλ ακάθαρτα εν τοις έθνεσι. 6 και ερείς τα δικαιώματά μου τη ανόμω εκ των εθνών και τα νόμιμά μου εκ των χωρών των κύκλω αυτής. 14 και είπα· μηδαμώς. διότι τα δικαιώματά μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1615 . υιε ανθρώπου. 17 όπως ενδεείς γένωνται άρτου και ύδατος· και αφανισθήσεται άνθρωπος και αδελφός αυτού και τακήσονται εν ταις αδικίαις αυτών.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απώσαντο και εν τοις νομίμοις μου ουκ επορεύθησαν εν αυτοίς. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. αλλ ‘ ουδέ κατά τα δικαιώματα των εθνών των κύκλω υμών ου πεποιήκατε. 8 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί σε και ποιήσω εν μέσω σου κρίμα ενώπιον των εθνών 9 και ποιήσω εν σοί α ου πεποίηκα και α ου ποιήσω όμοια αυτοίς έτι κατά πάντα τα βελύγματά σου. 17 και εξαποστελώ επί σε λιμόν και θηρία πονηρά και τιμωρήσομαί σε. καγώ ουκ ελεήσω. και θάνατος και αίμα διελεύσονται επί σε. 7 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων η αφορμή υμών εκ των εθνών των κύκλω υμών και εν τοις νομίμοις μου ουκ επορεύθητε και τα δικαιώματά μου ουκ εποιήσατε. στήριξον το πρόσωπόν σου επί τα όρη Ισραήλ και προφήτευσον επ ‘ αυτά 3 και ερείς· τα όρη Ισραήλ ακούσατε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος τοις όρεσι και τοις βουνοίς και ταις φάραγξι και ταις νάπαις· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1616 . καγώ απώσομαί σε. και τέκνα φάγονται πατέρας· και ποιήσω εν σοί κρίματα και διασκορπιώ πάντας τους καταλοίπους σου εις πάντα άνεμον. και επιγνώση διότι εγώ Κύριος λελάληκα εν ζήλω μου εν τω συντελέσαι με την οργήν μου επ ‘ αυτούς. και ρομφαίαν επάξω επί σε κυκλόθεν· εγώ Κύριος λελάληκα. και το τέταρτόν σου εν λιμω συντελεσθήσεται εν μέσω σου. 11 δια τούτο ζω εγώ. και μάχαιραν εκκενώσω οπίσω αυτών. και το τέταρτόν σου εις πάντα άνεμον σκορπιώ αυτούς. 12 το τέταρτόν σου εν θανάτω αναλωθήσεται. και το τέταρτόν σου εν ρομφαία πεσούνται κύκλω σου. 10 δια τούτο πατέρες φάγονται τέκνα εν μέσω σου. λέγει Κύριος. και συντρίψω στήριγμα άρτου σου. ου φείσεταί μου ο οφθαλμός. 14 και θήσομαί σε εις έρημον και τας θυγατέρας σου κύκλω σου ενώπιον παντός διοδεύοντος. ή μην ανθ ‘ ων τα άγιά μου εμίανας εν πάσι τοις βδελύγμασί σου. 16 και εν τω αποστείλάι με βολίδας του λιμού επ ‘ αυτούς και έσονται εις έκλειψιν. 13 και συντελεσθήσεται ο θυμός μου και η οργή μου επ ‘ αυτούς. 15 και έση στενακτή και δηλαϊστή εν τοις έθνεσι τοις κύκλω σου εν τω ποιήσαί με εν σοί κρίματα εν εκδικήσει θυμού μου· εγώ Κύριος λελάληκα.

ήκει ο καιρός. ειπόν· τάδε λέγει Κύριος τη γη του Ισραήλ· πέρας ήκει. 12 ο εγγύς εν ρομφαία πεσείται. και επιγνώσεσθε ότι εγώ Κύριος. ο δε μακράν εν θανάτω τελευτήσει. επί πάντα βουνόν υψηλόν και υποκάτω δένδρου συσκίου. και εξαρθήσεται τα τεμένη υμών. 6 και εν πάση τη κατοικία υμών αι πόλεις εξερημωθήσονται και τα υψηλά αφανισθήσεται. 7 και πεσούνται τραυματίαι εν μέσω υμών. 3 ήκει το πέρας 4 επί σε τον κατοικούντα την γην. το πέρας ήκει επί τας τέσσαρας πτέρυγας της γης. και κόψονται πρόσωπα αυτών εν πάσι τοις βδελύγμασιν αυτών· 10 και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος λελάληκα. και ο περιεχόμενος εν λιμω συντελεσθήσεται. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ. όπως εξολοθρευθή τα θυσιαστήρια υμών. υιε ανθρώπου. και καταβαλώ τραυματίας υμών ενώπιον των ειδώλων υμών 5 και διασκορπιώ τα οστά υμών κύκλω των θυσιαστηρίων υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ιδού εγώ επάγων εφ ‘ υμάς ρομφαίαν και εξολοθρευθήσεται τα υψηλά υμών. ου ηχμαλωτεύθησαν εκεί· ομώμοκα τη καρδία αυτών τη εκπορνευούση απ ‘ εμού και τοις οφθαλμοίς αυτών τοις εκπορνεύουσιν οπίσω των επιτηδευμάτων αυτών. ήγγικεν η ημέρα. 13 και γνώσεσθε διότι εγώ Κύριος εν τω είναι τους τραυματίας υμών εν μέσω των ειδώλων υμών κύκλω των θυσιαστηρίων υμών. 11 τάδε λέγει Κύριος· κρότησον τη χειρί και ψόφησον τω πόδι και ειπόν· εύγε εύγε επί πάσι τοις βδελύγμασιν οίκου Ισραήλ· εν ρομφαία και εν θανάτω και εν λιμω πεσούνται. 4 και συντριβήσονται τα θυσιαστήρια υμών και τα τεμένη υμών. 8 εν τω γενέσθαι εξ υμών ανασωζομένους εκ ρομφαίας εν τοις έθνεσι και εν τω διασκορπισμω υμών εν ταις χώραις 9 και μνησθήσονταί μου οι ανασωζόμενοι εξ υμών εν τοις έθνεσιν. και συντριβήσονται τα είδωλα υμών. ου έδωκαν εκεί οσμήν ευωδίας πάσι τοις ειδώλοις αυτών. και συντελέσω την οργήν μου επ ‘ αυτούς. ου μετά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1617 . 14 και εκτενώ την χείρά μου επ ‘ αυτούς και θήσομαι την γην εις αφανισμόν και εις όλεθρον από της ερήμου Δεβλαθά εκ πάσης της κατοικίας· και επιγνώσεσθε ότι εγώ Κύριος.

και επί πάσαν κεφαλήν φαλάκρωμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θορύβων ουδέ μετά ωδίνων. 15 ο πόλεμος εν ρομφαία έξωθεν. ιδού ημέρα Κυρίου· ει και η ράβδος ήνθηκεν. 19 το αργύριον αυτών ριφήσεται εν ταις πλατείαις. και ουκ έσται. και αποστελώ εγώ επί σε και εκδικήσω σε εν ταις οδοίς σου και δώσω επί σε πάντα τα βδελύγματά σου· 8 ου φείσεται ο οφθαλμός μου επί σε. διότι η γη πλήρης λαών. 21 και παραδώσω αυτά εις χείρας αλλοτρίων του διαρπάσαι αυτά και τοις λοιμοίς της γης εις σκύλα. 22 και αποστρέψω το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτών. και ο πωλών μη θρηνείτω· 13 διότι ο κτώμενος προς τον πωλούντα ουκέτι μη επιστρέψη. και μιανούσι την επισκοπήν μου και εισελεύσονται εις αυτά αφυλάκτως και βεβηλώσουσιν αυτά· 23 και ποιήσουσι φυρμόν. και αγγελία επί αγγελίαν έσται. και πάντες μηροί μολυνθήσονται υγρασία. τους δ ‘ εν τη πόλει λιμός και θάνατος συντελέσει. και ο λιμός και ο θάνατος έσωθεν· ο εν τω πεδίω εν ρομφαία τελευτήσει. και ζητηθήσεται όρασις εκ προφήτου. και αι κοιλίαι αυτών ου μη πληρωθώσι. ιδού η ημέρα· ο κτώμενος μη χαιρέτω. 20 εκλεκτά κόσμου εις υπερηφανίαν έθεντο αυτά και εικόνας των βδελυγμάτων αυτών εποίησαν εξ αυτών· ένεκεν τούτου δέδωκα αυτά αυτοίς εις ακαθαρσίαν. και μιανθήσεται τα άγια αυτών. και η πόλις πλήρης ανομίας. 16 και ανασωθήσονται οι ανασωζόμενοι εξ αυτών και έσονται επί των ορέων· πάντας αποκτενώ. διότι τας οδούς σου επί σε δώσω. ουδέ μη ελεήσω. διότι βάσανος των αδικιών αυτών εγένετο. 12 ήκει ο καιρός. 25 εξιλασμός ήξει και ζητήσει ειρήνην. η ύβρις εξανέστηκε. και άνθρωπος εν οφθαλμω ζωής αυτού ου κρατήσει. και τα βδελύγματά σου εν μέσω σου έσται· και επιγνώση διότι εγώ Κύριος· 9 διότι τάδε λέγει Κύριος· 10 ιδού το πέρας ήκει. 11 και συντρίψει στήριγμα ανόμου και ου μετά θορύβου ουδέ μετά σπουδής. 5 νυν εγγύθεν εκχεώ την οργήν μου επί σε και συντελέσω τον θυμόν μου εν σοί και κρινώ σε εν ταις οδοίς σου και δώσω επί σε πάντα τα βδελύγματά σου· 6 ου φείσεται ο οφθαλμός μου. 14 σαλπίσατε εν σάλπιγγι και κρίνατε τα σύμπαντα. διότι την οδόν σου επί σε δώσω. 7 νυν το πέρας προς σε. και επιγνώση διότι εγώ ειμι Κύριος ο τύπτων. και το χρυσίον αυτών υπεροφθήσεται· αι ψυχαί αυτών ου μη εμπλησθώσι. 26 ουαί επί ουαί έσται. 18 και περιζώσονται σάκκους. 17 πάσαι χείρες εκλυθήσονται. και καλύψει αυτούς θάμβος. ουδέ μη ελεήσω. 24 και αποστρέψω το φρύαγμα της ισχύος αυτών. και τα βδελύγματά σου εν μέσω σου έσονται. έκαστον εν ταις αδικίαις αυτού. και βεβηλώσουσιν αυτά. και επί παν πρόσωπον αισχύνη επ ‘ αυτούς. και νόμος απολείται εξ ιερέως και βουλή εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1618 .

εγώ εκαθήμην εν τω οίκω. 27 άρχων ενδύσεται αφανισμόν. και ιδού θύρα μία. και εγένετο επ ‘ εμέ χείρ Κυρίου. εγκαταλέλοιπε Κύριος την γην. και αι χείρες του λαού της γης παραλυθήσονται· κατά τας οδούς αυτών ποιήσω αυτοίς και εν τοις κρίμασιν αυτών εκδικήσω αυτούς· και γνώσονται ότι εγώ Κύριος. 4 και ιδού. ανομίας μεγάλας ποιούσιν ώδε του απέχεσθαι από των αγίων μου. 5 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. ην είδον εν τω πεδίω. έκαστος αυτών εν τω κοιτώνι τω κρυπτω αυτών. 12 και είπε προς με· εώρακας. ου ην η στήλη του κτωμένου. και από της οσφύος αυτού υπεράνω αυτού ως όρασις ηλέκτρου. 6 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. α οι πρεσβύτεροι οίκου Ισραήλ ποιούσιν. και οι πρεσβύτεροι Ιούδα εκάθηντο ενώπιόν μου. ας ούτοι ποιούσιν ώδε. ην εκεί δόξα Κυρίου Θεού Ισραήλ κατά την όρασιν. υιε ανθρώπου. διότι είπαν· ουχ ορά ο Κύριος. εώρακας τι ούτοι ποιούσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρεσβυτέρων. και Ιεζονίας ο του Σαφάν εν μέσω αυτών ειστήκει προ προσώπου αυτών. 10 και εισήλθον και είδον και ιδού μάταια βδελύγματα και πάντα τα είδωλα οίκου Ισραήλ διαγεγραμμένα επ ‘ αυτού κύκλω. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω έκτω έτει εν τω πέμπτω μηνί. 3 και εξέτεινεν ομοίωμα χειρός και ανέλαβέ με της κορυφής μου και ανέλαβέ με πνεύμα αναμέσον της γης και αναμέσον του ουρανού και ήγαγέ με εις Ιερουσαλήμ εν οράσει Θεού επί τα πρόθυρα της πύλης της εσωτέρας της βλεπούσης εις βορράν. ανάβλεψον τοις οφθαλμοίς σου προς βορράν· και ανέβλεψα τοις οφθαλμοίς μου προς βορράν. και έκαστος θυμιατήριον αυτού είχεν εν τη χειρί. πέμπτη του μηνός. 2 και είδον και ιδού ομοίωμα ανδρός. και η ατμίς του θυμιάματος ανέβαινε. και ιδού από βορρά επί την πύλην την προς ανατολάς. και έτι όψει ανομίας μείζονας. από της οσφύος αυτού και έως κάτω πυρ. 9 και είπε προς με· είσελθε και ιδέ τας ανομίας. 11 και εβδομήκοντα άνδρες εκ των πρεσβυτέρων οίκου Ισραήλ. 7 και εισήγαγέ με επί τα πρόθυρα της αυλής 8 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. όρυξον· και ώρυξα. 13 και είπε προς με· έτι όψει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1619 .

διότι έπλησαν την γην ανομίας. 18 και εγώ ποιήσω αυτοίς μετά θυμού· ου φείσεται ο οφθαλμός μου. και εκάλεσε τον άνδρα τον ενδεδυκότα τον ποδήρη. και εκάστου πέλυξ εν τη χειρί αυτού· και εις ανήρ εν μέσω αυτών ενδεδυκώς ποδήρη. και ούτοι προσκυνούσι τω ηλίω· 17 και είπε προς με· εώρακας. εώρακας. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ ανέκραγεν εις τα ώτά μου φωνή μεγάλη λέγων· ήγγικεν η εκδίκησις της πόλεως· και έκαστος είχε τα σκεύη της εξολοθρεύσεως εν χειρί αυτού. ος είχεν επί της οσφύος αυτού την ζώνην. 15 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. ας πεποιήκασιν ώδε. επί δε πάντας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανομίας μείζονας. 3 και δόξα Θεού του Ισραήλ ανέβη από των Χερουβίμ η ούσα επ ‘ αυτών εις το αίθριον του οίκου. και ιδού αυτοί ως μυκτηρίζοντες. ουδέ μη ελεήσω. και ιδού εκεί γυναίκες καθήμεναι θρηνούσαι τον Θαμμούζ. τα οπίσθια αυτών προς τον ναόν του Κυρίου και τα πρόσωπα αυτών απέναντι. εφ ‘ ους εστι το σημείον. και έτι όψει επιτηδεύματα μείζονα τούτων. και ιδού επί των προθύρων του ναού Κυρίου αναμέσον των αιλάμ και αναμέσον του θυσιαστηρίου ως είκοσι άνδρες. και ζώνη σαπφείρου επί της οσφύος αυτού· και εισήλθοσαν και έστησαν εχόμενοι του θυσιαστηρίου του χαλκού. 5 και τούτοις είπεν ακούοντός μου· πορεύεσθε οπίσω αυτού εις την πόλιν και κόπτετε και μη φείδεσθε τοις οφθαλμοίς υμών και μη ελεήσητε· 6 πρεσβύτερον και νεανίσκον και παρθένον και νήπια και γυναίκας αποκτείνατε εις εξάλειψιν. ας ούτοι ποιούσι. και ήρξαντο από των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1620 . 2 και ιδού εξ άνδρες ήρχοντο από της οδού της πύλης της υψηλής της βλεπούσης προς βορράν. μη εγγίσητε· και από των αγίων μου άρξασθε. υιε ανθρώπου. μη μικρά τω οίκω Ιούδα του ποιείν τας ανομίας. 14 και εισήγαγέ με επί τα πρόθυρα της πύλης οίκου Κυρίου της βλεπούσης προς βορράν. 4 και είπε προς αυτόν· δίελθε μέσην την Ιερουσαλήμ και δος το σημείον επί τα μέτωπα των ανδρών των καταστεναζόντων και των κατωδυνωμένων επί πάσαις ταις ανομίαις ταις γινομέναις εν μέσω αυτής. 16 και εισήγαγέ με εις την αυλήν οίκου Κυρίου την εσωτέραν.

7 και εξέτεινε την χείρα αυτού εις μέσον του πυρός του όντος εν μέσω των Χερουβίμ και έλαβε και έδωκεν εις τας χείρας του ενδεδυκότος την στολήν την αγίαν. 8 και εγένετο εν τω κόπτειν αυτούς και πίπτω επί πρόσωπόν μου και ανεβόησα και είπα· οίμοι Κύριε. 7 και είπε προς αυτούς· μιάνατε τον οίκον και πλήσατε τας οδούς νεκρών εκπορευόμενοι και κόπτετε. και η νεφέλη έπλησε την αυλήν την εσωτέραν. ότι επλήσθη η γη λαών πολλών. και η αυλή επλήσθη του φέγγους της δόξης Κυρίου· 5 και φωνή των πτερύγων των Χερουβίμ ηκούετο έως της αυλής της εξωτέρας ως φωνή Θεού Σαδδαϊ λαλούντος. 3 και τα Χερουβίμ ειστήκει εκ δεξιών του οίκου εν τω εισπορεύεσθαι τον άνδρα. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ είδον και ιδού επάνω του στερεώματος του υπέρ κεφαλής των Χερουβίμ ως λίθος σαπφείρου ομοίωμα θρόνου επ ‘ αυτών. οί ήσαν έσω εν τω οίκω. 9 και είπε προς με· αδικία του οίκου Ισραήλ και Ιούδα μεμεγάλυνται σφόδρα σφόδρα. και έπλησε τον οίκον η νεφέλη. και έλαβε και εξήλθε. 9 και είδον και ιδού τροχοί τέσσαρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1621 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανδρών των πρεσβυτέρων. ουδέ μη ελεήσω· τας οδούς αυτών εις κεφαλάς αυτών δέδωκα. 10 και ου φείσεταί μου ο οφθαλμός. και εισήλθε και έστη εχόμενος των τροχών. 6 και εγένετο εν τω εντέλλεσθαι αυτόν τω ανδρί τω ενδεδυκότι την στολήν την αγίαν λέγων· λαβέ πυρ εκ μέσου των τροχών εκ μέσου των Χερουβίμ. 4 και απήρεν η δόξα Κυρίου από των Χερουβίμ εις το αίθριον του οίκου. 11 και ιδού ο ανήρ ο ενδεδυκώς τον ποδήρη και εζωσμένος τη ζώνη την οσφύν αυτού και απεκρίνατο λέγων· πεποίηκα καθώς ενετείλω μοι. ουκ εφορά ο Κύριος. και η πόλις επλήσθη αδικίας και ακαθαρσίας· ότι είπαν· εγκαταλέλοιπε Κύριος την γην. 8 και είδον τα Χερουβίμ ομοίωμα χειρών ανθρώπων υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών. εξαλείφεις συ τους καταλοίπους του Ισραήλ εν τω εκχέαι σε τον θυμόν σου επί Ιερουσαλήμ. 2 και είπε προς τον άνδρα τον ενδεδυκότα την στολήν· είσελθε εις το μέσον των τροχών των υποκάτω των Χερουβίμ και πλήσον τας δράκας σου ανθράκων πυρός εκ μέσου των Χερουβίμ και διασκόρπισον επί την πόλιν· και εισήλθεν ενώπιον εμού.

και έγνων ότι Χερουβίμ εστι. 20 τούτο το ζωόν εστιν. και ομοίωμα χειρών ανθρώπου υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ανέλαβέ με πνεύμα και ήγαγέ με επί την πύλην του οίκου Κυρίου την κατέναντι την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1622 . 15 και ήραν τα Χερουβίμ. 18 και εξήλθε δόξα Κυρίου από του οίκου και επέβη επί τα Χερουβίμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ειστήκεισαν εχόμενοι των Χερουβίμ. ταύτα τα πρόσωπά εστιν α είδον υποκάτω της δόξης του Θεού Ισραήλ επί του ποταμού του Χοβάρ. ον τρόπον όταν ή τροχός εν μέσω τροχού. 12 και οι νώτοι αυτών και αι χείρες αυτών και αι πτέρυγες αυτών και οι τροχοί πλήρεις οφθαλμών κυκλόθεν τοις τέσσαρσι τροχοίς αυτών· 13 τοις δε τροχοίς τούτοις επεκλήθη Γελγέλ ακούοντός μου· [14 και τέσσαρα πρόσωπα τω ενί. και οκτώ πτέρυγες τω ενί. και η όψις των τροχών ως όψις λίθου άνθρακος. 16 και εν τω πορεύεσθαι τα Χερουβίμ επορεύοντο οι τροχοί. και εν τω μετεωρίζεσθαι αυτά εμετεωρίζοντο μετ ‘ αυτών. τροχός εις εχόμενος Χερουβίμ ενός. 10 και η όψις αυτών ομοίωμα εν τοις τέσσαρσιν. τούτο το ζωον. 21 τέσσαρα πρόσωπα τω ενί. 22 και ομοίωσις των προσώπων αυτών. 19 και ανέλαβον τα Χερουβίμ τας πτέρυγας αυτών και εμετεωρίσθησαν από της γης ενώπιον εμού εν τω εξελθείν αυτά. ουκ επέστρεφον εν τω πορεύεσθαι αυτά· ότι εις ον αν τόπον επέβλεψεν η αρχή η μία. και το πρόσωπον του δευτέρου πρόσωπον ανθρώπου και το τρίτον πρόσωπον λέοντος και το τέταρτον πρόσωπον αετού]. επορεύοντο και ουκ επέστρεφον εν τω πορεύεσθαι αυτά. 11 εν τω πορεύεσθαι αυτά εις τα τέσσαρα μέρη αυτών επορεύοντο. το πρόσωπον του ενός πρόσωπον του Χερούβ. διότι πνεύμα ζωής εν αυτοίς ην. και έστησαν επί τα πρόθυρα της πύλης οίκου Κυρίου της απέναντι. και ούτοι εχόμενοι αυτών· και εν τω εξαίρειν τα Χερουβίμ τας πτέρυγας αυτών του μετεωρίζεσθαι από της γης ουκ επέστρεφον οι τροχοί αυτών. ό είδον υποκάτω Θεού Ισραήλ επί του ποταμού του Χοβάρ. και αυτά έκαστον κατά πρόσωπον αυτών επορεύοντο. και οι τροχοί εχόμενοι αυτών. ό είδον επί του ποταμού του Χοβάρ. και δόξα Θεού Ισραήλ ην επ ‘ αυτών υπεράνω. 17 εν τω εστάναι αυτά ειστήκεισαν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βλέπουσαν κατά ανατολάς· και ιδού επί των προθύρων της πύλης ως είκοσι και πέντε άνδρες. 6 επληθύνατε νεκρούς υμών εν τη πόλει ταύτη και ενεπλήσατε τας οδούς αυτής τραυματιών. 14 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 15 υιε ανθρώπου. και έσομαι αυτοίς εις αγίασμα μικρόν εν ταις χώραις. ου διέσπειρα αυτούς εν αυταίς. 19 και δώσω αυτοίς καρδίαν ετέραν και πνεύμα καινόν δώσω εν αυτοίς και εκσπάσω την καρδίαν την λιθίνην εκ της σαρκός αυτών και δώσω αυτοίς καρδίαν σαρκίνην· 20 όπως εν τοις προστάγμασί μου πορεύωνται και τα δικαιώματά μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1623 . οίκος Ισραήλ. Κύριε. επί των ορέων του Ισραήλ κρινώ υμάς· και επιγνώσεσθε ότι εγώ Κύριος. 16 δια τούτον ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ότι απώσομαι αυτούς εις τα έθνη και διασκορπιώ αυτούς εις πάσαν γην. ούτοί εισι τα κρέα. και υμάς εξάξω εκ μέσου αυτής. και δώσω αυτοίς την γην του Ισραήλ. οι αδελφοί σου και οι άνδρες της αιχμαλωσίας σου και πας ο οίκος του Ισραήλ συντετέλεσται. και ρομφαίαν επάξω εφ ‘ υμάς. 8 ρομφαίαν φοβείσθε. υιε ανθρώπου. αύτη εστίν ο λέβης. εις συντέλειαν ποιείς συ τους καταλοίπους του Ισραήλ. λέγει Κύριος· 9 και εξάξω υμάς εκ μέσου αυτής και παραδώσω υμάς εις χείρας αλλοτρίων και ποιήσω εν υμίν κρίματα. 5 και έπεσεν επ ‘ εμέ πνεύμα Κυρίου και είπε προς με· λέγε· τάδε λέγει Κύριος· ούτως είπατε. 3 οι λέγοντες· ουχί προσφάτως ωκοδόμηνται αι οικίαι. και πίπτω επί πρόσωπόν μου και ανεβόησα φωνή μεγάλη και είπα· οίμοι οίμοι. ούτοι οι άνδρες οι λογιζόμενοι μάταια και βουλευόμενοι βουλήν πονηράν εν τη πόλει ταύτη. και υμείς ου μη γένησθε εν μέσω αυτής εις κρέα· επί των ορέων του Ισραήλ κρινώ υμάς. οίς είπαν αυτοίς οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ· μακράν απέχετε από του Κυρίου. προφήτευσον. 10 εν ρομφαία πεσείσθε. και τα διαβούλια του πνεύματος υμών εγώ επίσταμαι. 2 και είπε Κύριος προς με· υιε ανθρώπου. 17 δια τούτο είπόν· τάδε λέγει Κύριος· και εισδέξομαι αυτούς εκ των εθνών και συνάξω αυτούς εκ των χωρών. ημίν δέδοται η γη εις κληρονομίαν. ου εάν εισέλθωσιν εκεί. 18 και εισελεύσονται εκεί και εξαρούσι πάντα τα βδελύγματα αυτής και πάσας τας ανομίας αυτής εξ αυτής. και είδον εν μέσω αυτών τον Ιεζονίαν τον του Έζερ και Φαλτίαν τον του Βαναίου. ους επατάξατε εν μέσω αυτής. αυτή δε ο λέβης εστί. ημείς δε τα κρέα. 11 αυτή υμίν ουκ έσται εις λέβητα. .13 Και εγένετο εν τω προφητεύειν με και Φαλτίας ο του Βαναίου απέθανε. τους αφηγουμένους του λαού. 7 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· τους νεκρούς υμών. 4 δια τούτο προφήτευσον επ ‘ αυτούς. 12 και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάσσωνται και ποιώσιν αυτά· και έσονταί μοι εις λαόν και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν. υιε ανθρώπου. 10 ειπόν προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ο άρχων και ο αφηγούμενος εν Ιερουσαλήμ και παντί οίκω Ισραήλ. 23 και ανέβη η δόξα Κυρίου εκ μέσης της πόλεως και έστη επί του όρους. λέγει Κύριος. επ ‘ ώμων ανελήφθην ενώπιον αυτών. ότι εγώ τέρατα ποιώ εν μέσω αυτής· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1624 . διότι οίκος παραπικραίνων εστί. οί έχουσιν οφθαλμούς του βλέπειν και ου βλέπουσι και ώτα έχουσι του ακούειν και ουκ ακούουσι. ως η καρδία αυτών επορεύετο. οίκος ο παραπικραίνων· τι συ ποιείς. και συ εξελεύση εσπέρας ως εκπορεύεται αιχμάλωτος· 5 ενώπιον αυτών διόρυξον σεαυτω εις τον τοίχον και διεξελεύση δι ‘ αυτού· 6 ενώπιον αυτών επ ‘ ώμων αναληφθήση και κεκρυμμένος εξελεύση.8 Και εγένετο λόγος Κυρίου το πρωϊ προς με λέγων· 9 υιε ανθρώπου. τας οδούς αυτών εις τας κεφαλάς αυτών δέδωκα. 3 και συ. 7 και εποίησα ούτως κατά πάντα. . οί εισιν εν μέσω αυτών. ους έδειξέ μοι. όσα ενετείλατό μοι.22 Και εξήραν τα Χερουβίμ τας πτέρυγας αυτών. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. 4 και εξοίσεις τα σκεύη σου σκεύη αιχμαλωσίας ημέρας κατ ‘ οφθαλμούς αυτών. 11 ειπόν. διότι τέρας δέδωκά σε τω οίκω Ισραήλ. ποίησον σεαυτω σκεύη αιχμαλωσίας ημέρας ενώπιον αυτών και αιχμαλωτευθήση εκ του τόπου σου εις έτερον τόπον ενώπιον αυτών. όπως ίδωσι. και σκεύη εξήνεγκα ως σκεύη αιχμαλωσίας ημέρας και εσπέρας διώρυξα εμαυτω τον τοίχον και κεκρυμμένος εξήλθον. ό ην απέναντι της πόλεως. και ανέβην από της οράσεως. 21 και εις την καρδίαν των βδελυγμάτων αυτών και των ανομιών αυτών. ουκ είπαν προς σε ο οίκος του Ισραήλ. ης είδον. διότι οίκος παραπικραίνων εστί. . 25 και ελάλησα προς την αιχμαλωσίαν πάντας τους λόγους του Κυρίου. και οι τροχοί εχόμενοι αυτών. εν μέσω των αδικιών αυτών συ κατοικείς. το πρόσωπόν σου συγκαλύψεις και ου μη ίδης την γην. και η δόξα Θεού Ισραήλ επ ‘ αυτά υπεράνω αυτών. 24 και ανέλαβέ με πνεύμα και ήγαγέ με εις γης Χαλδαίων εις την αιχμαλωσίαν εν οράσει εν πνεύματι Θεού.

εν ασεβεία γαρ πάντες οι κατοικούντες εν αυτη· 20 και αι πόλεις αυτών αι κατοικούμεναι εξερημωθήσονται. και άξω αυτόν εις Βαβυλώνα εις γην Χαλδαίων. και αυτήν ουκ όψεται και εκεί τελευτήσει. ου εισήλθοσαν εκεί· και γνώσονται ότι εγώ Κύριος. και διασπερώ αυτούς εν ταις χώραις. ιδού ο οίκος Ισραήλ ο παραπικραίνων λέγοντες λέγουσιν· η όρασις. και ουκέτι μη είπωσι την παραβολήν ταύτην οίκος του Ισραήλ. 12 και ο άρχων εν μέσω αυτών επ ‘ ώμων αρθήσεται και κεκρυμμένος εξελεύσεται δια του τοίχου. οίκος ο παραπικραίνων. 25 διότι εγώ Κύριος λαλήσω τους λόγους μου. και εις καιρούς μακρούς ούτος προφητεύει. ην ούτος ορά. 14 και πάντας τους κύκλω αυτού τους βοηθούς αυτού και πάντας τους αντιλαμβανομένους αυτού διασπερώ εις πάντα άνεμον και ρομφαίαν εκκενώσω οπίσω αυτών· 15 και γνώσονται διότι εγώ Κύριος εν τω διασκορπίσαι με αυτούς εν τοις έθνεσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ον τρόπον πεποίηκα. τις η παραβολή υμίν επί της γης του Ισραήλ λέγοντες· μακράν αι ημέραι. όπως αφανισθή η γη συν πληρώματι αυτής. και η γη εις αφανισμόν έσται· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. 21 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 22 υιε ανθρώπου. λαλήσω λόγον και ποιήσω. όπως μη οραθή οφθαλμω. ότι λαλήσεις προς αυτούς· ηγγίκασιν αι ημέραι και λόγος πάσης οράσεως· 24 ότι ουκ έσται έτι πάσα όρασις ψευδής και μαντευόμενος τα προς χάριν εν μέσω των υιών Ισραήλ. λαλήσω και ποιήσω και ου μη μηκύνω έτι· ότι εν ταις ημέραις υμών. 28 δια τούτο ειπόν προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ου μη μηκύνωσιν ουκέτι πάντες οι λόγοι μου. εις ημέρας πολλάς.26 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 27 υιε ανθρώπου.17 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 18 υιε ανθρώπου. ους αν λαλήσω· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1625 . 23 δια τούτο ειπόν προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· αποστρέψω την παραβολήν ταύτην. και συλληφθήσεται εν τη περιοχή μου. . λέγει Κύριος. απόλωλεν όρασις. 13 και εκπετάσω το δίκτυόν μου επ ‘ αυτόν. και διορύξει του εξελθείν αυτόν δι ‘ αυτού· το πρόσωπον αυτού συγκαλύψει. 16 και υπολείψομαι εξ αυτών άνδρας αριθμω εκ ρομφαίας και εκ λιμού και εκ θανάτου. ούτως έσται αυτοίς· εν μετοικεσία και εν αιχμαλωσία πορεύσονται. και αυτός την γην ουκ όψεται. όπως εκδιηγώνται πάσας τας ανομίας αυτών εν τοις έθνεσιν. τον άρτον σου μετά οδύνης φάγεσαι και το ύδωρ σου μετά βασάνου και θλίψεως πίεσαι 19 και ερείς προς τον λαόν της γης· τάδε λέγει Κύριος τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ επί της γης του Ισραήλ· τους άρτους αυτών μετά ενδείας φάγονται και το ύδωρ αυτών μετά αφανισμού πίονται. .

και έσται υετός κατακλύζων. και ήρξαντο του αναστήσαι λόγον. 11 ειπόν προς τους αλείφοντας· πεσείται. και συντελεσθήσεσθε μετ ‘ ελέγχων· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. 15 και συντελέσω τον θυμόν μου επί τον τοίχον και επί τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1626 . ουδέ εν γραφή οίκου Ισραήλ ου γραφήσονται και εις την γην του Ισραήλ ουκ εισελεύσονται· και γνώσονται διότι εγώ Κύριος· 10 ανθ ‘ ων επλάνησαν τον λαόν μου λέγοντες· ειρήνη ειρήνη. προφήτευσον επί τους προφήτας του Ισραήλ και προφητεύσεις και ερείς προς αυτούς· ακούσατε λόγον Κυρίου. 13 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· και ρήξω πνοήν εξαίρουσαν μετά θυμού. 3 τάδε λέγει Κύριος· ουαί τοις προφητεύουσιν από καρδίας αυτών και το καθόλου μη βλέπουσιν. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ λαλήσω και ποιήσω. 7 ουχί όρασιν ψευδή εωράκατε και μαντείας ματαίας ειρήκατε. και πεσούνται. οι λέγοντες· λέγει Κύριος. και αυτοί αλείφουσιν αυτόν. οι προφήταί σου Ισραήλ. μαντευόμενοι μάταια. δια τούτο ιδού εγώ εφ ‘ υμάς. ην ηλείψατε. και Κύριος ουκ απέσταλκεν αυτούς. και πνεύμα εξαίρον. 8 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων οι λόγοι υμών ψευδείς και αι μαντείαι υμών μάταιαι. και ουκ ερούσι προς υμάς· που εστιν η αλοιφή υμών. και τους λίθους τους πετροβόλους εν θυμω επάξω εις συντέλειαν 14 και κατασκάψω τον τοίχον. ει πεσείται. και πεσείται. 4 ως αλώπεκες εν ταις ερήμοις. και πεσείται· και θήσω αυτόν επί την γην. και αποκαλυφθήσεται τα θεμέλια αυτού. και ραγήσεται. και δώσω λίθους πετροβόλους εις τους ενδέσμους αυτών. 5 ουκ έστησαν εν στερεώματι και συνήγαγον ποίμνια επί τον οίκον του Ισραήλ· ουκ ανέστησαν οι λέγοντες· εν ημέρα Κυρίου· 6 βλέποντες ψευδή. και υετός κατακλύζων εν οργή μου έσται. 12 και ιδού πέπτωκεν ο τοίχος. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. και ούτος οικοδομεί τοίχον. ον ηλείψατε. και ουκ έστιν ειρήνη. 9 και εκτενώ την χείρά μου επί τους προφήτας τους ορώντας ψευδή και τους αποφθεγγομένους μάταια· εν παιδεία του λαού μου ουκ έσονται.

εφ ‘ α υμείς εκεί συστρέφετε ψυχάς. και του περιποιήσασθαι ψυχάς. και του κατισχύσαι χείρας ανόμου το καθόλου μη αποστρέψαι από της οδού αυτού της πονηράς και ζήσαι αυτόν. 23 δια τούτο ψευδή ου μη ίδητε και μαντείας ου μη μαντεύσησθε έτι. και ψυχάς περιεποιούντο. 19 και εβεβήλουν με προς τον λαόν μου ένεκεν δρακός κριθών και ένεκεν κλασμάτων άρτων του αποκτείναι ψυχάς. 20 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί τα προσκεφάλαια υμών. ας ουκ έδει αποθανείν. εις διασκορπισμόν· 21 και διαρρήξω τα επιβόλαια υμών και ρύσομαι τον λαόν μου εκ χειρός υμών. 22 ανθ ‘ ων διεστρέφετε καρδίαν δικαίου αδίκως. . στήρισον το πρόσωπόν σου επί τας θυγατέρας του λαού σου τας προφητευούσας από καρδίας αυτών και προφήτευσον επ ‘ αυτάς 18 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ουαί ταις συρραπτούσαις προσκεφάλαια υπό πάντα αγκώνα χειρός και ποιούσαις επιβόλαια επί πάσαν κεφαλήν πάσης ηλικίας του διαστρέφειν ψυχάς· αι ψυχαί διεστράφησαν του λαού μου. λέγει Κύριος. και ρύσομαι τον λαόν μου εκ χειρός υμών· και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος. ας υμείς εκστρέφετε τας ψυχάς αυτών. υιε ανθρώπου. εν τω αποφθέγγεσθαι υμάς λαω εισακούοντι μάταια αποφθέγματα. και ουκέτι έσονται εν χερσίν υμών εις συστροφήν· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. και ουκ έστιν ειρήνη. ας ουκ έδει ζήσαι.17 Και συ. 4 δια τούτο λάλησον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1627 . και είπα προς υμάς· ουκ έστιν ο τοίχος ουδέ οι αλείφοντες αυτόν 16 προφήται του Ισραήλ οι προφητεύοντες επί Ιερουσαλήμ και οι ορώντες αυτη ειρήνην. οι άνδρες ούτοι έθεντο τα διανοήματα αυτών επί τας καρδίας αυτών και την κόλασιν των αδικιών αυτών έθηκαν προ προσώπου αυτών· ει αποκρινόμενος αποκριθώ αυτοίς. και διαρρήξω αυτά από των βραχιόνων υμών και εξαποστελώ τας ψυχάς. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ήλθον προς με άνδρες εκ των πρεσβυτέρων του λαού Ισραήλ και εκάθησαν προ προσώπου μου. 2 και εγένετο προς με λόγος Κυρίου λέγων· 3 υιε ανθρώπου. και εγώ ου διέστρεφον αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αλείφοντας αυτόν. και πεσείται.

ει υιοί ή θυγατέρες σωθήσονται. και ίνα μη μιαίνωνται έτι εν πάσι τοις παραπτώμασιν αυτών· και έσονταί μοι εις λαόν. 17 ή και ρομφαίαν εάν επάγω επί την γην εκείνην και είπω· ρομφαία διελθάτω δια της γης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1628 . και επιγνώσεσθε ότι εγώ Κύριος. 10 και λήψονται την αδικίαν αυτών κατά το αδίκημα του επερωτώντος. και εξαρώ εξ αυτής άνθρωπον και κτήνος. ζω εγώ. 8 και στηριώ το πρόσωπόν μου επί τον άνθρωπον εκείνον και θήσομαι αυτόν εις έρημον και εις αφανισμόν και εξαρώ αυτόν εκ μέσου του λαού μου. εγώ Κύριος πεπλάνηκα τον προφήτην εκείνον. ζω εγώ. λέγει Κύριος. και εκτενώ την χείρά μου επ ‘ αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· άνθρωπος άνθρωπος εκ του οίκου Ισραήλ. η δε γη έσται εις όλεθρον. και κατά το αδίκημα ομοίως τω προφήτη έσται. λέγει Κύριος. Νώε και Δανιήλ και Ιώβ. και αφανιώ αυτόν εκ μέσου του λαού μου Ισραήλ. 5 όπως πλαγιάση τον οίκον του Ισραήλ κατά τας καρδίας αυτών τας απηλλοτριωμένας απ ‘ εμού εν τοις ενθυμήμασιν αυτών. ος αν θή τα διανοήματα αυτού επί την καρδίαν αυτού και την κόλασιν της αδικίας αυτού τάξη προ προσώπου αυτού και έλθη προς τον προφήτην. 15 εάν και θηρία πονηρά επάγω επί την γην και τιμωρήσομαι αυτήν και έσται εις αφανισμόν και ουκ έσται ο διοδεύων από προσώπου των θηρίων. λέγει Κύριος. γη εάν αμάρτη μοι του παραπεσείν παράπτωμα και εκτενών την χείρά μου επ ‘ αυτήν και συντρίψω αυτής στήριγμα άρτου και εξαποστελώ επ ‘ αυτήν λιμόν και εξαρώ εξ αυτής άνθρωπον και κτήνη· 14 και εάν ώσιν οι τρεις άνδρες ούτοι εν μέσω αυτής. 11 όπως μη πλανάται έτι ο οίκος του Ισραήλ απ ‘ εμού. 7 διότι άνθρωπος άνθρωπος εκ του οίκου Ισραήλ και εκ των προσηλύτων των προσηλυτευόντων εν τω Ισραήλ. 18 και οι τρεις άνδρες ούτοι εν μέσω αυτής. αλλ ‘ ή αυτοί μόνοι σωθήσονται. 12 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 13 υιε ανθρώπου. 6 δια τούτο ειπόν προς τον οίκον του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· επιστράφητε και αποστρέψατε από των επιτηδευμάτων υμών και από πασών των ασεβειών υμών και επιστρέψατε τα πρόσωπα υμών. και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν. ος αν απαλλοτριωθή απ ‘ εμού και θήται τα ενθυμήματα αυτού επί την καρδίαν αυτού και την κόλασιν της αδικίας αυτού τάξη προ προσώπου αυτού και έλθη προς τον προφήτην του επερωτήσαι αυτόν εν εμοί. 16 και οι τρεις άνδρες ούτοι εν μέσω αυτής ώσι. 9 και ο προφήτης εάν πλανηθή και λαλήση. αυτοί εν τη δικαιοσύνη αυτών σωθήσονται. εγώ Κύριος αποκριθήσομαι αυτω εν ω ενέχεται εν αυτω. εγώ Κύριος αποκριθήσομαι αυτω εν οίς ενέχεται η διάνοια αυτού.

μη ότι εάν και πυρ αυτό αναλώση εις τέλος. ει έτι έσται εις εργασίαν. οί εξάγουσιν εξ αυτής υιούς και θυγατέρας. ρομφαίαν και λιμόν και θηρία πονηρά και θάνατον. εάν υιοί ή θυγατέρες υπολειφθώσιν. τι αν γένοιτο το ξύλον της αμπέλου εκ πάντων των ξύλων των κλημάτων των όντων εν τοις ξύλοις του δρυμού. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ. 23 και παρακαλέσουσιν υμάς. λέγει Κύριος. 8 και δώσω την γην εις αφανισμόν. την κατ ‘ ενιαυτόν κάθαρσιν απ ‘ αυτής αναλίσκει το πυρ. 20 και Νώε και Δανιήλ και Ιώβ εν μέσω αυτής. αλλ ‘ ή αυτοί μόνοι σωθήσονται. 4 πάρεξ πυρί δέδοται εις ανάλωσιν. 19 ή και θάνατον επαποστείλω επί την γην εκείνην και εκχεώ τον θυμόν μου επ ‘ αυτήν εν αίματι του εξολοθρεύσαι εξ αυτής άνθρωπον και κτήνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λέγει Κύριος. ζω εγώ. 3 ει λήψονται εξ αυτής ξύλον του ποιήσαι εις εργασίαν. 6 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ον τρόπον το ξύλον της αμπέλου εν τοις ξύλοις του δρυμού. 7 και δώσω το πρόσωπόν μου επ ‘ αυτούς· εκ του πυρός εξελεύσονται. ό δέδωκα αυτό πυρί εις ανάλωσιν. λέγει Κύριος. 21 τάδε λέγει Κύριος· εάν δε και τας τέσσαρας εκδικήσεις μου τας πονηράς. ούτως δέδωκα τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ. και επιγνώσονται ότι εγώ Κύριος εν τω στηρίσαι με το πρόσωπόν μου επ ‘ αυτούς. ανθ ‘ ων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1629 . υιε ανθρώπου. ει λήψονται εξ αυτής πάσσαλον του κρεμάσαι επ ‘ αυτόν παν σκεύος. α επήγαγον επί Ιερουσαλήμ. και επιγνώσεσθε διότι ου μάτην πεποίηκα πάντα. και πυρ αυτούς καταφάγεται. εξαποστείλω επί Ιερουσαλήμ του εξολοθρεύσαι εξ αυτής άνθρωπον και κτήνος 22 και ιδού υπολελειμμένοι εν αυτη οι ανασεσωσμένοι αυτής. πάντα τα κακά α επήγαγαν επ ‘ αυτήν. όσα εποίησα εν αυτη. διότι όψεσθε τας οδούς αυτών και τα ενθυμήματα αυτών. αυτοί εν τη δικαιοσύνη αυτών ρύσονται τας ψυχάς αυτών. ου μη ρύσωνται υιούς ουδέ θυγατέρας. και όψεσθε τας οδούς αυτών και τα ενθυμήματα αυτών και μεταμεληθήσεσθε επί τα κακά. ιδού αυτοί εκπορεύονται προς υμάς. και εκλείπει εις τέλος· μη χρήσιμον έσται εις εργασίαν. 5 ουδέ έτι αυτού όντος ολοκλήρου ουκ έσται εις εργασίαν.

συ δε ήσθα γυμνή και ασχημονούσα. και ιδού καιρός σου και καιρός καταλυόντων. λέγει Κύριος. 14 και εξήλθέ σου όνομα εν τοις έθνεσιν εν τω κάλλει σου. 4 και η γένεσίς σου. και η θρίξ σου ανέτειλε. λέγει Κύριος. και τα περιβόλαιά σου βύσσινα και τρίχαπτα και ποικίλα· σεμίδαλιν και έλαιον και μέλι έφαγες και εγένου καλή σφόδρα. και απερρίφης επί πρόσωπον του πεδίου τη σκολιότητι της ψυχής σου εν ημέρα. 6 και διήλθον επί σε και είδόν σε πεφυρμένην εν τω αίματί σου και είπά σοι· εκ του αίματός σου ζωή· 7 πληθύνου. και εγένου μοι. ή ετέχθης. εν ή ημέρα ετέχθης. ο πατήρ σου Αμορραίος. ουδέ αλί ηλίσθης και εν σπαργάνοις ουκ εσπαργανώθης. του παθείν τι επί σοί. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. και διεπέτασα τας πτέρυγάς μου επί σε και εκάλυψα την ασχημοσύνην σου· και ώμοσά σοι και εισήλθον εν διαθήκη μετά σου. . 8 και διήλθον δια σου και είδόν σε. ουκ έδησας τους μαστούς σου και εν ύδατι ουκ ελούσθης. καθώς η ανατολή του αγρού δέδωκά σε· και επληθύνθης και εμεγαλύνθης και εισήλθες εις πόλεις πόλεων· οι μαστοί σου ανωρθώθησαν. 9 και έλουσά σε εν ύδατι και απέπλυνα το αίμά σου από σου και έχρισά σε εν ελαίω 10 και ενέδυσά σε ποικίλα και υπέδυσά σε υάκινθον και έζωσά σε βύσσω και περιέβαλόν σε τριχάπτω 11 και εκόσμημά σε κόσμω και περιέθηκα ψέλια περί τας χείράς σου και κάθεμα περί τον τράχηλόν σου 12 και έδωκα ενώτιον περί τον μυκτήρά σου και τροχίσκους επί τα ώτά σου και στέφανον καυχήσεως επί την κεφαλήν σου. και η μήτηρ σου Χετταία. 13 και εκοσμήθης χρυσίω και αργυρίω. 5 ουδέ εφείσατο ο οφθαλμός μου επί σοί του ποιήσαί σοι εν εκ πάντων τούτων.15 Και επεποίθεις εν τω κάλλει σου και επόρνευσας επί τω ονόματί σου και εξέχεας την πορνείαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1630 . διότι συντετελεσμένον ην εν ευπρεπεία εν τη ωραιότητι. ή έταξα επί σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ παρέπεσον παραπτώματι. διαμάρτυραι τη Ιερουσαλήμ τας ανομίας αυτής 3 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος τη Ιερουσαλήμ· η ρίζα σου και η γένεσίς σου εκ γης Χαναάν. λέγει Κύριος.

16 και έλαβες εκ των ιματίων σου και εποίησας σεαυτη είδωλα ραπτά και εξεπόρνευσας επ ‘ αυτά· και ου μη εισέλθης. 21 και έσφαξας τα τέκνα σου και έδωκας αυτά εν τω αποτροπιάζεσθαί σε εν αυτοίς. 22 τούτο παρά πάσαν την πορνείαν σου. ης ησέβησας. και μετά σου πεπορνεύκασιν εν τω προσδιδόναι σε μισθώματα. ως μικρά εξεπόρνευσας. 24 και ωκοδόμησας σεαυτη οίκημα πορνικόν και εποίησας σεαυτη έκθεμα εν πάση πλατεία 25 και επ ‘ αρχής πάσης οδού ωκοδόμησας τα πορνείά σου και ελυμήνω το κάλλος σου και διήγαγες τα σκέλη σου παντί παρόδω και επλήθυνας την πορνείαν σου· 26 και εξεπόρνευσας επί τους υιούς Αιγύπτου τους ομορούντάς σοι τους μεγαλοσάρκους και πολλαχώς εξεπόρνευσας του παροργίσαι με. λέγει Κύριος. 23 και εγένετο μετά πάσας τας κακίας σου. 32 η γυνή η μοιχωμένη ομοία σοι παρά του ανδρός αυτής λαμβάνουσα μισθώματα· 33 πάσι τοις εκπορνεύσασιν αυτήν προσεδίδου μισθώματα. 30 τι διαθώ την θυγατέρα σου. και ουκ εμνήσθης της νηπιότητός σου. 27 εάν δε εκτείνω την χείρά μου επί σε. 28 και εξεπόρνευσας επί τας θυγατέρας Ασσούρ και ουδ ‘ ούτως ενεπλήσθης· και εξεπόρνευσας και ουκ ενεπίπλω. και εξεπόρνευσας τρισσώς εν ταις θυγατράσι σου· 31 το πορνείον ωκοδόμησας εν πάση αρχή οδού και την βάσιν σου εποίησας εν πάση πλατεία και εγένου ως πόρνη συνάγουσα μισθώματα. και σοί μισθώματα ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1631 . εν τω ποιήσαί σε πάντα ταύτα. και εξαρώ τα νόμιμά σου και παραδώσω εις ψυχάς μισούντων σε. ουδέ μη γένηται. ό ουκ έσται. και έθυσας αυτά αυτοίς εις ανάλωσιν. έργα γυναικός πόρνης. ας εγέννησας. 29 και επλήθυνας τας διαθήκας σου προς γην Χαλδαίων και ουδέ εν τούτοις ενεπλήσθης. και συ δέδωκας μισθώματα πάσι τοις ερασταίς σου και εφόρτιζες αυτούς του έρχεσθαι προς σε κυκλόθεν εν τη πορνεία σου. 34 και εγένετο εν σοί διεστραμμένον παρά τας γυναίκας εν τη πορνεία σου. 20 και έλαβες τους υιούς σου και τας θυγατέρας σου. λέγει Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σου επί πάντα πάροδον. λέγει Κύριος. ότε ήσθα γυμνή και ασχημονούσα και πεφυρμένη εν τω αίματί σου έζησας. εξ ων έδωκά σοι και εποίησας σεαυτη εικόνας αρσενικάς και εξεπόρνευσας εν αυταίς· 18 και έλαβες τον ιματισμόν τον ποικίλον σου και περιέβαλες αυτά και το έλαιόν μου και το θυμίαμά μου έθηκας προ προσώπου αυτών· 19 και τους άρτους μου. σεμίδαλιν και έλαιον και μέλι εψώμισά σε και έθηκας αυτά προ προσώπου αυτών εις οσμήν ευωδίας· και εγένετο. θυγατέρας αλλοφύλων τας εκκλινούσας σε εκ της οδού σου. 17 και έλαβες τα σκεύη της καυχήσεώς σου εκ του χρυσίου μου και εκ του αργυρίου μου. ους έδωκά σοι.

αυτή και αι θυγατέρες αυτής. 42 και επαφήσω τον θυμόν μου επί σε. 40 και άξουσιν επί σε όχλους και λιθοβολήσουσί σε εν λίθοις και κατασφάξουσί σε εν τοις ξίφεσιν αυτών. 44 ταύτά εστι πάντα. και ιδού εγώ τας οδούς σου εις κεφαλήν σου δέδωκα.35 Δια τούτο. όσα είπαν κατά σου εν παραβολή λέγοντες· καθώς η μήτηρ. και κατασκάψουσι το πορνείόν σου και καθελούσι την βάσιν σου. τούτο υπήρχεν αυτη και ταις θυγατράσιν αυτής. ων έδωκας αυτοίς. και εξαρθήσεται ο ζήλός μου εκ σου. ουδέ κατά τας ανομίας αυτών εποίησας· παρά μικρόν και υπέρκεισαι αυτάς εν πάσαις ταις οδοίς σου. 45 και η θυγάτηρ· θυγάτηρ της μητρός σου συ ει η απωσαμένη τον άνδρα αυτής και τα τέκνα αυτής και αδελφοί των αδελφών σου των απωσαμένων τους άνδρας αυτών και τα τέκνα αυτών· η μήτηρ υμών Χετταία. λέγει Κύριος· και ούτως εποίησας την ασέβειαν επί πάσαις ταις ανομίαις σου. συν πάσιν. και χείρα πτωχού και πένητος ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1632 . και αναπαύσομαι και συ μη μεριμνήσω ουκέτι. και ο πατήρ υμών Αμορραίος. ον τρόπον εποίησας συ και αι θυγατέρες σου. . αυτή και αι θυγατέρες αυτής. 39 και παραδώσω σε εις χείρας αυτών. λέγει Κύριος. και μισθώματα ου μη δως ουκέτι. ους ηγάπησας. 46 η αδελφή υμών η πρεσβυτέρα Σαμάρεια. 43 ανθ ‘ ων ουκ εμνήσθης της νηπιότητός σου και ελύπεις με εν πάσι τούτοις. η κατοικούσα εξ ευωνύμων σου· και η αδελφή σου η νεωτέρα σου η κατοικούσα εκ δεξιών σου Σόδομα και αι θυγατέρες αυτής. ει πεποίηκε Σόδομα η αδελφή σου. και αποκαλυφθήσεται η αισχύνη εν τη πορνεία σου προς τους εραστάς σου και εις πάντα τα ενθυμήματα των ανομιών σου και εν τοις αίμασι των τέκνων σου. πόρνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εδόθη. άκουε λόγον Κυρίου· 36 τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων εξέχεας τον χαλκόν σου. εν οίς επεμίγης εν αυτοίς και πάντας. και όψονται πάσαν την αισχύνην σου· 38 και εκδικήσω σε εκδικήσει μοιχαλίδος και εκχεούσης αίμα και θήσω σε εν αίματι θυμού και ζήλου. 47 και ουδ ‘ ώς εν ταις οδοίς αυτών επορεύθης. και εγένετο εν σοί διεστραμμένα. οίς εμίσεις· και συνάξω αυτούς επί σε κυκλόθεν και αποκαλύψω τας κακίας σου προς αυτούς. 48 ζω εγώ. και εκδύσουσί σε τα ιμάτιά σου και λήψονται τα σκεύη της καυχήσεώς σου και αφήσουσί σε γυμνήν και ασχημονούσαν. 49 πλήν τούτο το ανόμημα Σοδόμων της αδελφής σου. 37 δια τούτο ιδού εγώ επί σε συνάγω πάντας τους εραστάς σου. υπερηφανία· εν πλησμονή άρτων και εν ευθηνία οίνου εσπατάλων αυτή και αι θυγατέρες αυτής. 41 και εμπρήσουσι τους οίκους σου πυρί και ποιήσουσιν εν σοί εκδικήσεις ενώπιον γυναικών πολλών· και αποστρέψω σε εκ της πορνείας σου.

εν ή έφθειρας τας αδελφάς σου εν ταις αμαρτίαις σου. και μη ή σοι έτι ανοίξαι το στόμα σου από προσώπου της ατιμίας σου εν τω εξιλάσκεσθαί με σοι κατά πάντα. και εξήρα αυτάς καθώς είδον. 58 τας ασεβείας σου και τας ανομίας σου. λέγει Κύριος. 52 και συ κόμισαι βάσανόν σου. όσα εποίησας. και εδικαίωσας αυτάς υπέρ σεαυτήν· και συ αισχύνθητι και λάβε την ατιμίαν σου εν τω δικαιώσαί σε τας αδελφάς σου. ων εποίησας εν τω παροργίσαι με. και αποστρέψω την αποστροφήν Σαμαρείας και των θυγατέρων αυτής. συ κεκόμισαι αυτάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αντελαμβάνοντο. 55 και η αδελφή σου Σόδομα και αι θυγατέρες αυτής αποκατασταθήσονται καθώς ήσαν απ ‘ αρχής. και αποστρέψω την αποστροφήν σου εν μέσω αυτών. 50 και εμεγαλαύχουν και εποίησαν ανομήματα ενώπιον εμού. 59 τάδε λέγει Κύριος· και ποιήσω εν σοί καθώς εποίησας. 56 και ει μη ην Σόδομα η αδελφή σου εις ακοήν εν τω στόματί σου εν ταις ημέραις υπερηφανίας σου. λέγει Κύριος. 62 και αναστήσω εγώ την διαθήκην μου μετά σου. θυγατέρων αλλοφύλων των περιεχουσών σε κύκλω. και Σαμάρεια και αι θυγατέρες αυτής αποκατασταθήσονται καθώς ήσαν απ ‘ αρχής. 51 και Σαμάρεια κατά τας ημίσεις των αμαρτιών σου ουχ ήμαρτε· και επλήθυνας τας ανομίας σου υπέρ αυτάς και εδικαίωσας τας αδελφάς σου εν πάσαις ταις ανομίαις σου. ως ητίμωσας ταύτα του παραβήναι την διαθήκην μου. την αποστροφήν Σοδόμων και των θυγατέρων αυτής. αις εποίησας. 60 και μνησθήσομαι εγώ της διαθήκης μου της μετά σου εν ημέραις νηπιότητός σου και αναστήσω σοι διαθήκην αιώνιον. 61 και μνησθήση την οδόν σου και εξατιμωθήση εν τω αναλαβείν σε τας αδελφάς σου τας πρεσβυτέρας σου συν ταις νεωτέραις σου. 53 και αποστρέψω τας αποστροφάς αυτών. 63 όπως μνησθής και αισχυνθής. 54 όπως κομίση την βάσανόν σου και ατιμωθήση εκ πάντων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1633 . αις ηνόμησας υπέρ αυτάς. και συ και αι θυγατέρες σου αποκατασταθήσεσθε καθώς απ ‘ αρχής ήτε. 57 προ του αποκαλυφθήναι τας κακίας σου. ον τρόπον νυν όνειδος ει θυγατέρων Συρίας και πάντων των κύκλω αυτής. και επιγνώση ότι εγώ Κύριος. και δώσω αυτάς σοι εις οικοδομήν και ουκ εκ διαθήκης σου.

ουχί αι ρίζαι της απαλότητος αυτής και ο καρπός σαπήσεται. διήγησαι διήγημα και ειπόν παραβολήν προς τον οίκον του Ισραήλ 3 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ο αετός ο μέγας ο μεγαλοπτέρυγος. ο μακρός τη εκτάσει. και τους ηγεμόνας της γης λήψεται 14 του γενέσθαι εις βασιλείαν ασθενή το καθόλου μη επαίρεσθαι. ουχί άμα τω άψασθαι αυτής ανεμον τον καύσωνα ξηρανθήσεται. και ουκ εν βραχίονι μεγάλω. και εγένετο εις άμπελον και εποίησεν απώρυγας και εξέτεινε την αναδενδράδα αυτής. εις πόλιν τετειχισμένην έθετο αυτά. 4 τα άκρα της απαλότητος απέκνισε και ήνεγκεν αυτά εις γην Χαναάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. 13 και λήψεται εκ του σπέρματος της βασιλείας και διαθήσεται προς αυτόν διαθήκην και εισάξει αυτόν εν αρά. ειπόν δη προς τον οίκον τον παραπικραίνοντα· ουκ επίστασθε τι ην ταύτα. 11 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 12 υιε ανθρώπου. ουδέ εν λαω πολλω του εκσπάσαι αυτήν εκ ριζών αυτής· 10 και ιδού πιαίνεται· μη κατευθυνεί. πολύς όνυξι. συν τω βώλω ανατολής αυτής ξηρανθήσεται. 5 και έλαβεν από του σπέρματος της γης και έδωκεν αυτό εις το πεδίον φυτόν εφ ‘ ύδατι πολλω. επιβλεπόμενον έταξεν αυτό. και τα κλήματα αυτής εξαπέστειλεν αυτω του ποτίσαι αυτήν συν τω βώλω της φυτείας αυτής. και ιδού η άμπελος αύτη περιπεπλεγμένη προς αυτόν. 7 και εγένετο αετός έτερος μέγας. 8 εις πεδίον καλόν εφ ‘ ύδατι πολλω αύτη πιαίνεται του ποιείν βλαστούς και φέρειν καρπόν. ος έχει το ήγημα εισελθείν εις τον Λίβανον και έλαβε τα επίλεκτα της κέδρου. ειπόν· όταν έλθη βασιλεύς Βαβυλώνος επί Ιερουσαλήμ. μεγαλοπτέρυγος. του είναι εις άμπελον μεγάλην. 15 και αποστήσεται απ ‘ αυτού του εξαποστέλλειν αγγέλους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1634 . και λήψεται τον βασιλέα αυτής και τους άρχοντας αυτής και άξη αυτούς προς εαυτόν εις Βαβυλώνα. 9 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ει κατευθυνεί. του φυλάσσειν την διαθήκην αυτού και ιστάνειν αυτήν. 6 και ανέτειλε και εγένετο εις άμπελον ασθενούσαν και μικράν τω μεγέθει του επιφαίνεσθαι αυτήν· τα κλήματα αυτής επ ‘ αυτήν και ρίζαι αυτής υποκάτω αυτής ήσαν. και ξηρανθήσεται πάντα τα προανατέλλοντα αυτής. πλήρης ονύχων. και ρίζαι αυτής προς αυτόν.

λέγει Κύριος. εάν μη εν ω τόπω ο βασιλεύς ο βασιλεύσας αυτόν. . ην ητίμωσε. και ιδού δέδωκε την χείρα αυτού και πάντα ταύτα εποίησεν αυτω· μη σωθήσεται. και αναπαύσεται υποκάτω αυτού παν θηρίον. ούτως και η ψυχή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1635 . μετ ‘ αυτού εν μέσω Βαβυλώνος τελευτήσει. εκ κορυφής καρδίας αυτών αποκνιώ και καταφυτεύσω εγώ επ ‘ όρος υψηλόν· 23 και κρεμάσω αυτόν εν όρει μετεώρω τω Ισραήλ και καταφυτεύσω. και δώσω αυτά εις κεφαλήν αυτού. και τους καταλοίπους εις πάντα άνεμον διασπερώ. ος ητίμωσε την αράν μου και ος παρέβη την διαθήκην μου. και αλώσεται εν τη περιοχή αυτού. εάν γένηται έτι λεγομένη η παραβολή αύτη εν τω Ισραήλ· 4 ότι πάσαι αι ψυχαί εμαί εισιν. 24 και γνώσονται πάντα τα ξύλα του πεδίου διότι εγώ Κύριος ο ταπεινών ξύλον υψηλόν και υψών ξύλον ταπεινόν και ξηραίνων ξύλον χλωρόν και αναθάλλων ξύλον ξηρόν· εγώ Κύριος λελάληκα και ποιήσω. και παν πετεινόν υπό την σκιάν αυτού αναπαύσεται. 19 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ζω εγώ εάν μη την ορκωμοσίαν μου. λέγει Κύριος. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος λελάληκα. και παραβαίνων διαθήκην ει διασωθήσεται.22 Διότι τάδε λέγει Κύριος· και λήψομαι εγώ εκ των εκλεκτών της κέδρου. και την διαθήκην μου. ην παρέβη. ει κατευθυνεί. τι υμίν η παραβολή αύτη εν τοις υιοίς Ισραήλ λέγοντες· οι πατέρες έφαγον όμφακα και οι οδόντες των τέκνων εγομφίασαν. εν χαρακοβολία και εν οικοδομή βελοστάσεων του εξάραι ψυχάς. 3 ζω εγώ. 20 και εκπετάσω επ ‘ αυτόν το δίκτυόν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εαυτού εις Αίγυπτον. ει διασωθήσεται ο ποιών εναντία. 18 και ητίμωσεν ορκωμοσίαν του παραβήναι διαθήκην. 21 εν πάση παρατάξει αυτού εν ρομφαία πεσούνται. του δούναι αυτω ίππους και λαόν πολύν. ον τρόπον η ψυχή του πατρός. 17 και ουκ εν δυνάμει μεγάλη ουδέ εν όχλω πολλω ποιήσει προς αυτόν Φαραώ πόλεμον. τα κλήματα αυτού αποκατασταθήσεται. και εξοίσει βλαστόν και ποιήσει καρπόν και έσται εις κέδρον μεγάλην. 16 ζω εγώ.

ενεχυρασμόν οφείλοντος αποδώσει και άρπαγμα ουχ αρπάται. τόκον ουδέ πλεονασμόν ουκ έλαβε. ούτος ζωή ου ζήσεται. κρίμα δίκαιον ποιήσει ανά μέσον ανδρός και ανά μέσον του πλησίον αυτού 9 και τοις προστάγμασί μου πεπόρευται και τα δικαιώματά μου πεφύλακται του ποιήσαι αυτά· δίκαιος ούτός εστι. 15 επί των ορέων ου βέβρωκε και τους οφθαλμούς αυτού ουκ έθετο εις τα ενθυμήματα οίκου Ισραήλ και την γυναίκα του πλησίον αυτού ουκ εμίανε 16 και άνθρωπον ου κατεδυνάστευσε και ενεχυρασμόν ουκ ενεχύρασε και άρπαγμα ουχ ήρπασε. ότι ο υιος δικαιοσύνην και έλεος πεποίηκε. ζωή ζήσεται. ο ποιών κρίμα και δικαιοσύνην. 18 ο δε πατήρ αυτού εάν θλίψει θλίψη και αρπάση άρπαγμα. 17 και από αδικίας απέστρεψε την χείρα αυτού.10 Και εάν γεννήση υιόν λοιμόν εκχέοντα αίμα και ποιούντα αμαρτήματα. . λέγει Κύριος. ανομίαν πεποίηκε. 6 επί των ορέων ου φάγεται και τους οφθαλμούς αυτού ου μη επάρη προς τα ενθυμήματα οίκου Ισραήλ και την γυναίκα του πλησίον αυτού ου μη μιάνη και προς γυναίκα εν αφέδρω ούσαν ου προσεγγιεί 7 και άνθρωπον ου μη καταδυναστεύση. και ανομία ανόμου επ ‘ αυτόν έσται. δικαιοσύνην εποίησε και εν τοις προστάγμασί μου επορεύθη. εμαί εισιν· η ψυχή η αμαρτάνουσα. θανάτω θανατωθήσεται. πάντα τα νόμιμά μου συνετήρησε και εποίησεν αυτά· ζωή ζήσεται. ων εποίησε. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1636 . 20 η δε ψυχή η αμαρτάνουσα αποθανείται· ο δε υιος ου λήψεται την αδικίαν του πατρός. εναντία εποίησεν εν μέσω του λαού μου και αποθανείται εν τη αδικία αυτού. . . ουδέ ο πατήρ λήψεται την αδικίαν του υιού· δικαιοσύνη δικαίου επ ‘ αυτόν έσται. ου τελευτήσει εν αδικίαις πατρός αυτού. το αίμα αυτού επ ‘ αυτόν έσται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του υιού. . ζωή ζήσεται. και φοβηθή και μη ποιήση κατ ‘ αυτάς. τον άρτον αυτού τω πεινώντι δώσει και γυμνόν περιβαλεί 8 και το αργύριον αυτού επί τόκω ου δώσει και πλεονασμόν ου λήψεται και εξ αδικίας αποστρέψει την χείρα αυτού.19 Και ερείτε· τι ότι ουκ έλαβε την αδικίαν ο υιος του πατρός. 11 εν τη οδω του πατρός αυτού του δικαίου ουκ επορεύθη. τον άρτον αυτού τω πεινώντι έδωκε και γυμνόν περιέβαλε.5 Ο δε άνθρωπος ος έσται δίκαιος. αλλά και επί των ορέων έφαγε και την γυναίκα του πλησίον αυτού εμίανε 12 και πτωχόν και πένητα κατεδυνάστευσε και άρπαγμα ήρπασε και ενεχυρασμόν ουκ απέδωκε και εις τα είδωλα έθετο τους οφθαλμούς αυτού. αύτη αποθανείται. πάσας τας ανομίας ταύτας εποίησε. 13 μετά τόκου έδωκε και πλεονασμόν έλαβεν. και ίδη πάσας τας αμαρτίας του πατρός αυτού. 21 και ο άνομος εάν αποστρέψη εκ πασών των ανομιών αυτού. ας εποίησε.14 Εάν δε γεννήση υιόν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάξηται πάσας τας εντολάς μου και ποιήση δικαιοσύνην και έλεος. 22 πάντα τα παραπτώματα αυτού. και εν ταις αμαρτίαις αυτού. 32 διότι ου θέλω τον θάνατον του αποθνήσκοντος. εν αυταίς αποθανείται. μη η οδός μου ου κατορθοί. ης εποίησε. ας ησεβήσατε εις εμέ και ποιήσατε εαυτοίς καρδίαν καινήν και πνεύμα καινόν· και ινατί αποθνήσκετε. ου μη μνησθώσιν· εν τω παραπτώματι αυτού. ω παρέπεσε. ω εποίησεν. 29 και λέγουσιν ο οίκος του Ισραήλ· ου κατορθοί η οδός Κυρίου. λέγει Κύριος. εν τη δικαιοσύνη αυτού. ζωή ζήσεται. ουχί η οδός υμών ου κατευθύνει. σκύμνος· εν μέσω λεόντων εγενήθη. ή εποίησε. λέγει Κύριος. εν μέσω λεόντων επλήθυνε σκύμνους αυτής. 26 εν τω αποστρέψαι τον δίκαιον εκ της δικαιοσύνης αυτού και ποιήσει παράπτωμα και αποθάνη. 3 και απεπήδησεν εις των σκύμνων αυτής. 4 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1637 . πάσαι αι δικαιοσύναι αυτού. ανθρώπους έφαγε. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ συ λαβέ θρήνον επί τον άρχοντα του Ισραήλ 2 και ερείς· τι η μήτηρ σου. 25 και είπατε· ου κατευθύνει η οδός Κυρίου. λέγει Κύριος. λέων εγένετο και έμαθε του αρπάζειν αρπάγματα. και ποιήσει κρίμα και δικαιοσύνην. 27 και εν τω αποστρέψαι άνομον από της ανομίας αυτού. αις ήμαρτεν. ας εποίησεν ο άνομος. ουχί η οδός υμών ου κατορθοί. ως το αποστρέψαι αυτόν εκ της οδού της πονηράς και ζήν αυτόν. ου μνησθήσεται. και ουκ έσονται υμίν εις κόλασιν αδικίας. ακούσατε δη πας ο οίκος Ισραήλ· μη η οδός μου ου κατευθύνει. ας εποίησεν. οίκος Ισραήλ. 31 απορρίψατε αφ ‘ εαυτών πάσας τας ασεβείας υμών. ούτος την ψυχήν αυτού εφύλαξε 28 και απέστρεψεν εκ πασών των ασεβειών αυτού. 23 μη θελήσει θελήσω τον θάνατον του ανόμου. 24 εν δε τω αποστρέψαι δίκαιον εκ της δικαιοσύνης αυτού και ποιήσαι αδικίαν κατά πάσας τας ανομίας. εν αυτω αποθανείται. επιστράφητε και αποστρέψατε εκ πασών των ασεβειών υμών. εν τω παραπτώματι. οίκος Ισραήλ. ου μη αποθάνη. ων εποίησε. ζωή ζήσεται και ου μη αποθάνη. ζήσεται. 30 έκαστον κατά την οδόν αυτού κρινώ υμάς. οίκος Ισραήλ. όσα εποίησεν.

λέων εγένετο και έμαθεν αρπάζειν αρπάγματα. επί γην ερρίφη. και ήγαγον αυτόν εν κημω εις γην Αιγύπτου. 8 και έδωκαν επ' αυτόν έθνη εκ χωρών κυκλόθεν και εξεπέτασαν επ' αυτόν δίκτυα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ήκουσαν κατ' αυτού έθνη. 13 και νυν πεφύτευκαν αυτήν εν τη ερήμω. και έλαβεν άλλον εκ των σκύμνων αυτής. υιε ανθρώπου. ο καρπός αυτής και ο βλαστός αυτής εγένετο εξ ύδατος πολλού. ήλθε προς βασιλέα Βαβυλώνος. εν τω πέμπτω μηνί. όπως μη ακουσθή η φωνή αυτού επί τα όρη του Ισραήλ. και άνεμος ο καύσων εξήρανε τα εκλεκτά αυτής· εξεδικήθη και εξηράνθη η ράβδος ισχύος αυτής. και ουκ ην εν αυτη ράβδος ισχύος. δεκάτη του μηνός. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω έτει τω εβδόμω. φυλή εις παραβολήν θρήνου εστί και έσται εις θρήνον. 6 και ανεστρέφετο εν μέσω λεόντων. ήλθον άνδρες εκ των πρεσβυτέρων οίκου Ισραήλ επερωτήσαι τον Κύριον και εκάθισαν προ προσώπου μου. 10 η μήτηρ σου ως άμπελος και ως άνθος εν ρόα εν ύδατι πεφυτευμένη. εν γη ανύδρω· 14 και εξήλθε πυρ εκ ράβδου εκλεκτών αυτής και κατέφαγεν αυτήν. και εισήγαγεν αυτόν εις φυλακήν. εν τη διαφθορά αυτών συνελήφθη. ζω εγώ ει αποκριθήσομαι υμίν. εν διαφθορά αυτών συνελήφθη· 9 και έθεντο αυτόν εν κημω και εν γαλεάγρα. 5 και είδεν ότι απώσται απ' αυτής. και υψώθη τω μεγέθει αυτής εν μέσω στελεχών και είδε το μέγεθος αυτής εν πλήθει κλημάτων αυτής. λάλησον προς τους πρεσβυτέρους του οίκου Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ει επερωτήσαί με υμείς έρχεσθε. λέοντα έταξεν αυτόν. 12 και κατεκλάσθη εν θυμω. ανθρώπους έφαγε· 7 και ενέμετο τω θράσει αυτού και τας πόλεις αυτών εξηρήμωσε και ηφάνισε γην και το πλήρωμα αυτής από φωνής ωρυώματος αυτού. λέγει Κύριος· 4 ει εκδικήσω αυτούς εκδικήσει. τας ανομίας των πατέρων αυτών διαμάρτυραι αυτοίς 5 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· αφ' ης ημέρας ηρέτισα τον οίκον Ισραήλ και εγνωρίσθην τω σπέρματι οίκου Ιακώβ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1638 . απώλετο η υπόστασις αυτής. πυρ ανήλωσεν αυτήν. 11 και εγένετο αυτη ράβδος επί φυλήν ηγουμένων. 2 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 3 υιε ανθρώπου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εγνώσθην αυτοίς εν γη Αιγύπτου και αντελαβόμην τη χειρί μου αυτών λέγων· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. εν τοις προστάγμασί μου πορεύεσθε και τα δικαιώματά μου φυλάσσεσθε. και ποιείτε αυτά· 20 και τα σάββατά μου αγιάζετε. και έστω εις σημείον ανά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1639 . και εν τοις επιτηδεύμασιν Αιγύπτου μη μιαίνεσθε. 13 και είπα προς τον οίκον του Ισραήλ εν τη ερήμω· εν τοις προστάγμασί μου πορεύεσθε· και ουκ επορεύθησαν και τα δικαιώματά μου απώσαντο. ων αυτοί εισιν εν μέσω αυτών. όσα ποιήσει αυτά άνθρωπος και ζήσεται εν αυτοίς. 10 και ήγαγον αυτούς εις την έρημον 11 και έδωκα αυτοίς τα προστάγματά μου και τα δικαιώματά μου εγνώρισα αυτοίς. τα βδελύγματα των οφθαλμών αυτών ουκ απέρριψαν και τα επιτηδεύματα Αιγύπτου ουκ εγκατέλιπον. 12 και τα σάββατά μου έδωκα αυτοίς του είναι εις σημείον ανά μέσον εμού και ανά μέσον αυτών του γνώναι αυτούς διότι εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτούς. κηρίον εστί παρά πάσαν την γην. 17 και εφείσατο ο οφθαλμός μου επ' αυτούς του εξαλείψαι αυτούς και ουκ εποίησα αυτούς εις συντέλειαν εν τη ερήμω. 6 εν εκείνη τη ημέρα αντελαβόμην τη χειρί μου αυτών του εξαγαγείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου εις την γην. 8 και απέστησαν απ' εμού και ουκ ηθέλησαν εισακούσαί μου. κηρίον εστί παρά πάσαν την γην. 15 και εγώ εξήρα την χείρά μου επ' αυτούς εν τη ερήμω το παράπαν του μη εισαγαγείν αυτούς εις την γην. εν οίς εγνώσθην προς αυτούς ενώπιον αυτών του εξαγαγείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. και είπα του εκχέαι τον θυμόν μου επ' αυτούς του συντελέσαι την οργήν μου εν αυτοίς εν μέσω γης Αιγύπτου. α ποιήσει αυτά άνθρωπος και ζήσεται εν αυτοίς. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. 18 και είπα προς τα τέκνα αυτών εν τη ερήμω· εν τοις νομίμοις των πατέρων υμών μη πορεύεσθε και τα δικαιώματα αυτών μη φυλάσσεσθε και εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών μη συναναμίσγεσθε και μη μιαίνεσθε. 19 εγώ Κύριος ο Θεός υμών. και είπα του εκχέαι τον θυμόν μου επ' αυτούς εν τη ερήμω του εξαναλώσαι αυτούς. 7 και είπα προς αυτούς· έκαστος βδελύγματα των οφθαλμών αυτού απορριψάτω. και τα σάββατά μου εβεβήλωσαν σφόδρα. ων εξήγαγον αυτούς κατ' οφθαλμούς αυτών. εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ην ητοίμασα αυτοίς. ην έδωκα αυτοίς. 9 και εποίησα όπως το όνομά μου το παράπαν μη βεβηλωθή ενώπιον των εθνών. 16 ανθ' ων τα δικαιώματά μου απώσαντο και εν τοις προστάγμασί μου ουκ επορεύθησαν εν αυτοίς και τα σάββατά μου εβεβήλουν και οπίσω των ενθυμημάτων καρδίας αυτών επορεύοντο. 14 και εποίησα όπως το όνομά μου το παράπαν μη βεβηλωθή ενώπιον των εθνών. γην ρέουσαν γάλα και μέλι.

οίς υμείς μιαίνεσθε εν πάσι τοις ενθυμήμασιν υμών έως της σήμερον ημέρας. και εγώ αποκριθώ υμίν. 31 και εν ταις απαρχαίς των δομάτων υμών. ζω εγώ. 21 και παρεπίκρανάν με και τα τέκνα αυτών. όπως αφανίσω αυτούς. ου διεσκορπίσθητε εν αυταίς. α ποιήσει άνθρωπος και ζήσεται εν αυτοίς. 32 και ουκ έσται ον τρόπον υμείς λέγετε· εσόμεθα ως τα έθνη και ως αι φυλαί της γης του λατρεύειν ξύλοις και λίθοις. και επεκάλεσαν το όνομα αυτού Αβαμά έως της σήμερον ημέρας. οίκος του Ισραήλ. εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω και εν θυμω κεχυμένω βασιλεύσω εφ' υμάς· 34 και εξάξω υμάς εκ των λαών και εισδέξομαι υμάς εκ των χωρών. ει αποκριθήσομαι υμίν. ζω εγώ. και είπα του εκχέαι τον θυμόν μου επ' αυτούς εν τη ερήμω του συντελέσαι την οργήν μου επ' αυτούς· 22 και εποίησα όπως το όνομά μου το παράπαν μη βεβηλωθή ενώπιον των εθνών. 28 και εισήγαγον αυτούς εις την γην. λέγει Κύριος. 23 και εξήρα την χείρά μου επ' αυτούς εν τη ερήμω του διασκορπίσαι αυτούς εν τοις έθνεσι και διασπείραι αυτούς εν ταις χώραις. 29 και είπον προς αυτούς· τι εστιν Αβαμά. εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω και εν θυμω κεχυμένω. και τα δικαιώματά μου ουκ εφυλάξαντο του ποιείν αυτά. εν τοις αφορισμοίς. 25 και εγώ έδωκα αυτοίς προστάγματα ου καλά και δικαιώματα. υιε ανθρώπου. εν οίς ου ζήσονται εν αυτοίς. εν τοις προστάγμασί μου ουκ επορεύθησαν. και διακριθήσομαι προς υμάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1640 . ων εξήγαγον αυτούς κατ' οφθαλμούς αυτών. 24 ανθ' ων τα δικαιώματά μου ουκ εποίησαν και τα προστάγματά μου απώσαντο και τα σάββατά μου εβεβήλουν. ότι υμείς εισπορεύεσθε εκεί. και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· έως τούτου παρώργισάν με οι πατέρες υμών εν τοις παραπτώμασιν αυτών. και τα σάββατά μου εβεβήλουν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μέσον εμού και υμών του γινώσκειν διότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 30 δια τούτο ειπόν προς τον οίκον του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ει εν ταις ανομίαις των πατέρων υμών υμείς μιαίνεσθε και οπίσω των βδελυγμάτων αυτών υμείς εκπορνεύετε. και είδον πάντα βουνόν υψηλόν και παν ξύλον κατάσκιον και έθυσαν εκεί τοις θεοίς αυτών και έταξαν εκεί οσμήν ευωδίας και έσπεισαν εκεί τας σπονδάς αυτών. και ει αναβήσεται επί το πνεύμα υμών τούτο. 27 Δια τούτο λάλησον προς τον οίκον του Ισραήλ. λέγει Κύριος. 26 και μιανώ αυτούς εν τοις δόμασιν αυτών εν τω διαπορεύεσθαί με παν διανοίγον μήτραν. και οπίσω των ενθυμημάτων των πατέρων αυτών ήσαν οι οφθαλμοί αυτών. ην ήρα την χείρά μου του δούναι αυτήν αυτοίς. 35 και άξω υμάς εις την έρημον των λαών. 33 δια τούτο. εν οίς παρέπεσον εις εμέ.

και αγιασθήσομαι εν υμίν κατ' οφθαλμούς των λαών. ου σβεσθήσεται η φλόξ η εξαφθείσα. εις την γην. και εις την γην του Ισραήλ ουκ εισελεύσονται· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος Κύριος. επ' όρους υψηλού. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος· 37 και διάξω υμάς υπό την ράβδον μου και εισάξω υμάς εν αριθμω 38 και εκλέξω εξ υμών τους ασεβείς και τους αφεστηκότας. και κατακαυθήσεται εν αυτη παν πρόσωπον από απηλιώτου έως βορρά· 48 και επιγνώσεται πάσα σάρξ ότι εγώ Κύριος εξέκαυσα αυτό και ου σβεσθήσεται. λέγει Κύριος Κύριος. 39 και υμείς οίκος Ισραήλ. 42 και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος εν τω εισαγαγείν με υμάς εις την γην του Ισραήλ. εν οίς εμιαίνεσθε εν αυτοίς. (Μασ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1641 . 44 και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος εν τω ποιήσαί με ούτως υμίν. 36 ον τρόπον διεκρίθην προς τους πατέρας υμών εν τη ερήμω της Αιγύπτου. και κόψεσθε τα πρόσωπα υμών εν πάσαις ταις κακίαις υμών. ΚΑ 1). όπως το όνομά μου μη βεβηλωθή κατά τας οδούς υμών τας κακάς και κατά τα επιτηδεύματα υμών τα διεφθαρμένα. διότι εκ της παροικεσίας αυτών εξάξω αυτούς. εν αις διεσκορπίσθητε εν αυταίς. και καταφάγεται εν σοί παν ξύλον χλωρόν και παν ξύλον ξηρόν. 43 και μνησθήσεσθε εκεί τας οδούς υμών και τα επιτηδεύματα υμών. και εκεί προσδέξομαι και εκεί επισκέψομαι τας απαρχάς υμών και τας απαρχάς των αφορισμών υμών εν πάσι τοις αγιάσμασιν υμών· 41 εν οσμή ευωδίας προσδέξομαι υμάς εν τω εξαγαγείν με υμάς εκ των λαών και εισδέχεσθαι υμάς εκ των χωρών. τάδε λέγει Κύριος Κύριος· έκαστος τα επιτηδεύματα αυτού εξάρατε· και μετά ταύτα ει υμείς εισακούετέ μου και το όνομά μου το άγιον ου βεβηλώσετε ουκέτι εν τοις δώροις υμών και εν τοις επιτηδεύμασιν υμών· 40 διότι επί του όρους του αγίου μου. ούτως κρινώ υμάς. 45 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 46 υιε ανθρώπου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκεί πρόσωπον κατά πρόσωπον. εις ην ήρα την χείρά μου του δούναι αυτήν τοις πατράσιν υμών. στήρισον το πρόσωπόν σου επί Θαιμάν και επίβλεψον επί Δαρόμ και προφήτευσον επί δρυμόν ηγούμενον Ναγέβ 47 και ερείς τω δρυμω Ναγέβ· άκουε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ ανάπτω εν σοί πυρ. εκεί δουλεύσουσί μοι πας οίκος Ισραήλ εις τέλος. 49 και είπα· μηδαμώς Κύριε Κύριε· αυτοί λέγουσι προς με· ουχί παραβολή εστι λεγομένη αύτη.

διότι έρχεται. οξύνου όπως γένη εις στίλβωσιν. λέγει Κύριος Κύριος. 13 ότι δεδικαίωται· και τι ει και φυλή απώσθη. 17 και εγώ δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1642 . οξύνου και θυμώθητι. οξύνου. 6 και συ υιε ανθρώπου. ότι αυτή εγένετο εν τω λαω μου. και εκψύξει πάσα σάρξ και παν πνεύμα. ετοίμη εις παράλυσιν. και πάσαι χείρες παραλυθήσονται. και ερείς· επί τη αγγελία. 12 ανάκραγε και ολόλυξον. αυτή εν πάσι τοις αφηγουμένοις του Ισραήλ· παροικήσουσιν επί ρομφαία. προφήτευσον και κρότησον χείρα επί χείρα και διπλασίασον ρομφαίαν· η τρίτη ρομφαία τραυματιών εστι. εγένετο εν τω λαω μου. 10 όπως σφάξης σφάγια. ούτως εξελεύσεται το εγχειρίδιόν μου εκ του κολεού αυτού επί πάσαν σάρκα από απηλιώτου έως βορρά· 5 και επιγνώσεται πάσα σάρξ διότι εγώ Κύριος εξέσπασα το εγχειρίδιόν μου εκ του κολεού αυτού και ουκ αποστρέψει ουκέτι. και στήρισον το πρόσωπόν σου επί Ιερουσαλήμ και επίβλεψον επί τα άγια αυτών και προφητεύσεις επί την γην του Ισραήλ 3 και ερείς προς την γην του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ προς σε και εκσπάσω το εγχειρίδιόν μου εκ του κολεού αυτού και εξολοθρεύσω εκ σου άνομον και άδικον· 4 ανθ' ων εξολοθρεύσω εκ σου άδικον και άνομον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 δια τούτο προφήτευσον. σφάζε. 7 και έσται εάν είπωσι προς σε· ένεκα τίνος συ στενάζεις. υιε ανθρώπου. εύ γέγονεν εις σφαγήν. 16 και διαπορεύου. καταστέναξον εν συντριβή οσφύος σου και εν οδύναις στενάξεις κατ' οφθαλμούς αυτών. ουκ έσται. 14 και συ. εστίν ετοίμη του δούναι αυτήν εις χείρα αποκεντούντος. εκ δεξιών και εξ ευωνύμων. 11 και έδωκεν αυτήν ετοίμην του κρατείν χείρα αυτού· εξηκονήθη η ρομφαία. υιε ανθρώπου. προφήτευσον και ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ειπόν· ρομφαία ρομφαία. 8 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με. και πάντες μηροί μολυνθήσονται υγρασία· ιδού έρχεται και έσται λέγει Κύριος. λέγων· 9 υιε ανθρώπου. δια τούτο κρότησον επί την χείρά σου. και θραυσθήσεται πάσα καρδία. εύ γέγονεν εις στίλβωσιν. απωθού παν ξύλον. υιε ανθρώπου. ρομφαία τραυματιών η μεγάλη και εκστήσει αυτούς. εξουδένει. 15 όπως θραυσθή η καρδία και πληθυνθώσιν οι ασθενούντες επί πάσαν πύλην αυτών· παραδέδονται εις σφάγια ρομφαίας. ου αν το πρόσωπόν σου εξεγείρηται.

του βαλείν χάρακα επί τας πύλας αυτής και βαλείν χώμα και οικοδομήσαι βελοστάσεις. του μαντεύσασθαι μαντείαν. και χείρ εν αρχή οδού πόλεως. ανθ' ανεμνήσατε. έως ου έλθη ω καθήκει. 21 διότι στήσεται βασιλεύς Βαβυλώνος επί την αρχαίαν οδόν. του οραθήναι αμαρτίας υμών εν πάσαις ταις ασεβείαις υμών και εν τοις επιτηδεύμασιν υμών. εν καιρω αδικίας πέρας. επ' αρχής οδού διατάξεις του εισελθείν ρομφαίαν επί Ραββάθ υιών Αμμών και επί την Ιουδαίαν και επί Ιερουσαλήμ εν μέσω αυτής. 26 τάδε λέγει Κύριος· αφείλου την κίδαριν και επέθου τον στέφανον· αύτη ου τοιαύτη έσται· εταπείνωσας το υψηλόν και ύψωσας το ταπεινόν. ων ήκει η ημέρα. 27 αδικίαν αδικίαν θήσομαι αυτήν. 23 και αυτός αυτοίς ως μαντευόμενος μαντείαν ενώπιον αυτών και αυτός αναμιμνήσκων αδικίας αυτού μνησθήναι. του αναβράσαι ράβδον και επερωτήσαι εν τοις γλυπτοίς και κατασκοπήσασθαι εκ δεξιών αυτού. επ' αρχής των δύο οδών. ουδ' αύτη τοιαύτη έσται. εγείρου όπως στίλβης 29 εν τη οράσει σου τη ματαία και εν τω μαντεύεσθαί σε ψευδή. και παραδώσω αυτω.28 Και συ υιε ανθρώπου. 22 εγένετο το μαντείον επί Ιερουσαλήμ του βαλείν χάρακα. διάταξον σεαυτω δύο οδούς 20 του εισελθείν ρομφαίαν βασιλέως Βαβυλώνος· εκ χώρας μιάς εξελεύσονται αι δύο. αφηγούμενε του Ισραήλ. μη καταλύσης εν τω τόπω τούτω. 18 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 19 και συ υιε ανθρώπου. 32 εν πυρί έση κατάβρωμα. 24 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων ανεμνήσατε τας αδικίας υμών. υψώσαι φωνήν μετά κραυγής. ω γεγέννησαι· εν τη γη τη ιδία σου κρινώ σε 31 και εκχεώ επί σε οργήν μου. άνομε. 30 απόστρεφε. . βέβηλε. του διανοίξαι στόμα εν βοή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κροτήσω χείρά μου προς χείρά μου και αναφήσω τον θυμόν μου· εγώ Κύριος λελάληκα. εν καιρω αδικίας πέρας. ου ήκει η ημέρα. 25 και συ. διότι εγώ Κύριος λελάληκα. εν τούτοις αλώσεσθε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1643 . εν πυρί οργής μου εμφυσήσω επί σε και παραδώσω σε εις χείρας ανδρών βαρβάρων τεκταινόντων διαφθοράν. προφήτευσον. του παραδούναί σε επί τραχήλους τραυματιών ανόμων. εν τω αποκαλυφθήναι τας ασεβείας υμών. το αίμά σου έσται εν μέσω της γης σου· ου μη γένηταί σου μνεία. και ερείς· τάδε λέγει Κύριος προς τους υιούς Αμμών και προς τον ονειδισμόν αυτών και ερείς· ρομφαία ρομφαία εσπασμένη εις σφάγια και εσπασμένη εις συντέλειαν.

και έκαστος την νύμφην αυτού εμίαινεν εν ασεβεία. και επί τοις αίμασί σου τοις γεγενημένοις εν μέσω σου. και ήγγισας τας ημέρας σου και ήγαγες καιρόν ετών σου. ιδού γεγόνασί μοι ο οίκος Ισραήλ αναμεμειγμένοι πάντες χαλκω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1644 . και παράδειξον αυτη πάσας τας ανομίας αυτής 3 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ω πόλις εκχέουσα αίματα εν μέσω αυτής του ελθείν καιρόν αυτής και ποιούσα ενθυμήματα καθ' εαυτής. και εις εμπαιγμόν πάσαις ταις χώραις 5 ταις εγγιζούσαις προς σε και ταις μακράν απεχούσαις από σου. και εμπαίξονται εν σοί· ακάθαρτος η ονομαστή και πολλή εν ταις ανομίαις. . 13 εάν δε πατάξω χείρά μου προς χείρά μου εφ' οίς συντετέλεσαι. όπως εκχέωσιν αίμα· 7 πατέρα και μητέρα εκακολόγουν εν σοί. και προς τον προσήλυτον ανεστρέφοντο εν αδικίαις εν σοί. εμιαίνου. ανόσια εποίουν εν μέσω σου. του μιαίνειν αυτήν. λέγει Κύριος. 10 αισχύνην πατρός απεκάλυψαν εν σοί και εν ακαθαρσίαις αποκαθημένην εταπείνουν εν σοί· 11 έκαστος την γυναίκα του πλησίον αυτού ηνομούσαν. ορφανόν και χήραν κατεδυνάστευον εν σοί· 8 και τα άγιά μου εξουθένουν και τα σάββατά μου εβεβήλουν εν σοί. αις εγώ ποιώ εν σοί. 16 και κατακληρονομήσω εν σοί κατ' οφθαλμούς των εθνών· και γνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. εγώ Κύριος λελάληκα και ποιήσω. οίς εποίησας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ υιε ανθρώπου. ει κρατήσουσιν αι χείρές σου εν ταις ημέραις.17 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 18 υιε ανθρώπου. ει κρινείς την πόλιν των αιμάτων. δια τούτο δέδωκά σε εις ονειδισμόν τοις έθνεσι. οίς εποίεις. και έκαστος την αδελφήν αυτού θυγατέρα του πατρός αυτού εταπείνουν εν σοί. όπως εκχέωσιν αίμα. 14 ει υποστήσεται η καρδία σου. 4 εν τοις αίμασιν αυτών. εμού δε επελάθου. 9 άνδρες λησταί ήσαν εν σοί. 12 δώρα ελαμβάνοσαν εν σοί. 15 και διασκορπιώ σε εν τοις έθνεσι και διασπερώ σε εν ταις χώραις. και επί των ορέων ήσθιον εν σοί. έκαστος προς τους συγγενείς αυτού συνανεφύροντο εν σοί. τόκον και πλεονασμόν ελαμβάνοσαν εν σοί· και συνετελέσω συντέλειαν κακίας σου την εν καταδυναστεία. και εκλείψει η ακαθαρσία σου εκ σου. παραπέπτωκας και εν τοις ενθυμήμασί σου. 6 ιδού οι αφηγούμενοι οίκου Ισραήλ. οίς εξέχεας. όπως εκχέωσιν εν σοί αίμα.

ψυχάς κατεσθίοντες εν δυναστεία. 30 και εζήτουν εξ αυτών άνδρα αναστρεφόμενον ορθώς και εστώτα προ προσώπου μου ολοσχερώς εν τω καιρω της γης του μη εις τέλος εξαλείψαι αυτήν. 19 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ανθ' ων εγένεσθε εις σύγκρασιν μίαν. ειπόν αυτη· συ ει γη η ου βρεχομένη. 22 ον τρόπον χωνεύεται αργύριον εν μέσω καμίνου. δύο γυναίκες ήσαν θυγατέρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1645 . . μαντευόμενοι ψευδή. όπως πλεονεξία πλεονεκτώσι. 27 οι άρχοντες αυτής εν μέσω αυτής ως λύκοι αρπάζοντες αρπάγματα του εκχέαι αίμα. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. ούτως εισδέξομαι εν οργή μου και συνάξω και χωνεύσω υμάς 21 και εκφυσήσω εφ' υμάς εν πυρί οργής μου. εν μέσω αργυρίου αναμεμειγμένος εστί. πτωχόν και πένητα καταδυναστεύοντες και προς τον προσήλυτον ουκ αναστρεφόμενοι μετά κρίματος. και χωνευθήσεσθε εν μέσω αυτής. και Κύριος ουκ ελάλησε. 31 και εξέχεα επ' αυτήν θυμόν μου εν πυρί οργής μου του συντελέσαι· τας οδούς αυτών εις κεφαλάς αυτών δέδωκα. 29 λαόν της γης εκπιεζούντες αδικία και διαρπάζοντες αρπάγματα. και ουχ εύρον. 28 και οι προφήται αυτής αλείφοντες αυτούς πεσούνται. ορώντες μάταια. 26 και οι ιερείς αυτής ηθέτησαν νόμον μου και εβεβήλουν τα άγιά μου· αναμέσον αγίου και βεβήλου ου διέστελλον και αναμέσον ακαθάρτου και του καθαρού ου διέστελλον και από των σαββάτων μου παρεκάλυπτον τους οφθαλμούς αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και σιδήρω και κασσιτέρω και μολίβω. 20 καθώς εισδέχεται άργυρος και χαλκός και σίδηρος και κασσίτερος και μόλιβος εις μέσον καμίνου του εκφυσήσαι εις αυτό πυρ του χωνευθήναι. λέγει Κύριος Κύριος. ούτως χωνευθύσεσθε εν μέσω αυτής· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος εξέχεα τον θυμόν μου εφ' υμάς. ουδέ υετός εγένετο επί σε εν ημέρα οργής· 25 ης οι αφηγούμενοι εν μέσω αυτής ως λέοντες ωρυόμενοι αρπάζοντες αρπάγματα. και αι χήραί σου επληθύνθησαν εν μέσω σου. λέγοντες· τάδε λέγει Κύριος. και εβεβηλούμην εν μέσω αυτών. δια τούτο εγώ εισδέχομαι υμάς εις μέσον Ιερουσαλήμ.23 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 24 υιε ανθρώπου. και τιμάς λαμβάνοντες εν αδικία.

εζωγραφημένους εν γραφίδι. εκεί διεπαρθενεύθησαν. 14 και προσέθετο προς την πορνείαν αυτής και είδεν άνδρας εζωγραφημένους επί του τοίχου. γης πατρίδος αυτών. ιππείς ιππαζόμενοι εφ' ίππων.11 Και είδεν η αδελφή αυτής ‘Οολιβά και διέφθειρε την επίθεσιν αυτής υπέρ αυτήν και την πορνείαν αυτής υπέρ την πορνείαν της αδελφής αυτής. 18 και απεκάλυψε την πορνείαν αυτής και απεκάλυψεν αισχύνην αυτής. και εμιάνθη εν αυτοίς· και απέστη η ψυχή αυτής απ' αυτών. και αυτοί διεπαρθένευσαν αυτήν και εξέχεαν την πορνείαν αυτών επ' αυτήν. και εγένετο λάλημα εις γυναίκας. ότι μετ' αυτής εκοιμώντο εν νεότητι αυτής. 9 δια τούτο παρέδωκα αυτήν εις χείρας των εραστών αυτής. και τιάραι βαπταί επί των κεφαλών αυτών. υιούς και θυγατέρας αυτής έλαβον και αυτήν εν ρομφαία απέκτειναν. 21 και επεσκέψω την ανομίαν νεότητός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μητρός μιάς 3 και εξεπόρνευσαν εν Αιγύπτω εν τη νεότητι αυτών· εκεί έπεσον οι μαστοί αυτών. 6 ενδεδυκότας υακίνθινα. 7 και έδωκε την πορνείαν αυτής επ' αυτούς· επίλεκτοι υιοί Ασσυρίων πάντες. ομοίωμα υιών Χαλδαίων. 13 και είδον ότι μεμίανται· οδός μία των δύο. όψις τρισσή πάντων. και εποίησαν εκδικήσεις εν αυτη εις τας θυγατέρας. ους επέθετο. 20 και επέθου επί τους Χαλδαίους. 5 και εξεπόρνευσεν η ‘Οολά απ' εμού και επέθετο επί τους εραστάς αυτής. ου οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1646 . ων ως όνων αι σάρκες αυτών και αιδοία ίππων τα αιδοία αυτών. και επί πάντας. 8 και την πορνείαν αυτής εξ Αιγύπτου ουκ εγκατέλιπεν. εν αις επόρνευσας εν Αιγύπτω. 4 και τα ονόματα αυτών ην ‘Οολά η πρεσβυτέρα και ‘Οολιβά η αδελφή αυτής. ηγουμένους και στρατηγούς τους εγγύς αυτής ενδεδυκότας ευπάρυφα. και εγένοντό μοι και έτεκον υιούς και θυγατέρας. εν πάσι τοις ενθυμήμασιν αυτοίς εμιαίνετο. ον τρόπον απέστη η ψυχή μου από της αδελφής αυτής. . 10 αυτοί απεκάλυψαν την αισχύνην αυτής. 16 και επέθετο επ' αυτούς τη οράσει οφθαλμών αυτής και εξαπέστειλεν αγγέλους προς αυτούς εις γην Χαλδαίων. ηγουμένους και στρατηγούς· νεανίσκοι και επίλεκτοι πάντες. εικόνας Χαλδαίων. εις χείρας υιών Ασσυρίων. 12 επί τους υιούς των Ασσυρίων επέθετο. 15 εζωσμένους ποικίλματα επί τας οσφύας αυτών. α εποίεις εν Αιγύπτω εν τω καταλύματί σου. 17 και ήλθοσαν προς αυτήν υιοί Βαβυλώνος εις κοίτην καταλυόντων και εμίαινον αυτήν εν τη πορνεία αυτής. και τα ονόματα αυτών· Σαμάρεια ην ‘Οολά και Ιερουσαλήμ ην ‘Οολιβά. 19 και επλήθυνας την πορνείαν σου του αναμνήσαι ημέραν νεότητός σου. επί τους Ασσυρίους τους εγγίζοντας αυτη. και απέστη η ψυχή μου απ' αυτής. εφ' ους επετίθετο. ιππείς ιππαζομένους εφ' ίππων· νεανίσκοι επίλεκτοι πάντες.

και ποιήσουσι μετά σου εν οργή θυμού· μυκτήρά σου και ώτά σου αφελούσι και τους καταλοίπους σου εν ρομφαία καταβαλούσιν. 26 και εκδύσουσί σε τον ιματισμόν σου και λήψονται τα σκεύη της καυχήσεώς σου. και έση γυμνή και αισχύνουσα. αφ' ων απέστη η ψυχή σου απ' αυτών. και η πορνεία σου 30 εποίησε ταύτά σοι εν τω εκπορνεύσαί σε οπίσω εθνών και εμιαίνου εν τοις ενθυμήμασιν αυτών. και επάξω αυτούς επί σε κυκλόθεν. και εκδικήσουσί σε εν τοις κρίμασιν αυτών.22 Δια τούτο ‘Οολιβά. 27 και αποστρέψω τας ασεβείας σου εκ σου και την πορνείαν σου εκ γης Αιγύπτου. αυτοί υιούς σου και θυγατέρας σου λήψονται. και δώσω το ποτήριον αυτής εις χείράς σου. διήγαγον αυτοίς δι' εμπύρων. α εγέννησάν μοι. τρισσούς και ονομαστούς ιππεύοντας εφ' ίππων· 24 και πάντες ήξουσιν επί σε από βορρά. 32 τάδε λέγει Κύριος· το ποτήριον της αδελφής σου πίεσαι. το πλεονάζον του συντελέσαι μέθην. 25 και δώσω προ προσώπου αυτών κρίμα. και βαλούσι φυλακήν επί σε κύκλω. το βαθύ και το πλατύ. 38 έως και ταύτα εποίησάν μοι· τα άγιά μου εμίαινον και τα σάββατά μου εβεβήλουν· 39 και εν τω σφάζειν αυτούς τα τέκνα αυτών τοις ειδώλοις αυτών και εισεπορεύοντο εις τα άγιά μου του βεβηλούν αυτά· και ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1647 . λέγει Κύριος. και αποκαλυφθήσεται αισχύνη πορνείας σου και ασέβειά σου. ηγεμόνας και στρατηγούς πάντας. και τους καταλοίπους σου πυρ καταφάγεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μαστοί νεότητός σου. νεανίσκους επιλέκτους. και τα τέκνα αυτών. 35 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων επελάθου μου και απέρριψάς με οπίσω του σώματός σου. άρματα και τροχοί μετ' όχλου λαών. ποτήριον αδελφής σου Σαμαρείας. και αναγγελείς αυταίς τας ανομίας αυτών. και Αιγύπτου ου μη μνησθής ουκέτι. . 33 και εκλύσεως πλησθήση· και το ποτήριον αφανισμού. θυρεοί και πέλται. και συ λαβέ την ασέβειάν σου και την πορνείαν σου. 23 υιούς Βαβυλώνος και πάντας τους Χαλδαίους. ου κρινείς την ‘Οολάν και την ‘Οολιβάν. Φακούδ και Σουέ και Κουέ και πάντας υιούς Ασσυρίων μετ' αυτών. και αίμα εν χερσίν αυτών· τα ενθυμήματα αυτών εμοιχώντο. αφ' ων απέστη η ψυχή σου απ' αυτών. 29 και ποιήσουσιν εν σοί εν μίσει και λήψονται πάντας τους πόνους σου και τους μόχθους σου.36 Και είπε Κύριος προς με· υιε ανθρώπου. 31 εν τη οδω της αδελφής σου επορεύθης. τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εξεγείρω τους εραστάς σου επί σε. . και ου μη άρης τους οφθαλμούς σου επ' αυτούς. και δώσω τον ζήλόν μου εν σοί. 37 ότι εμοιχώντο. 34 και πίεσαι αυτό· και τας εορτάς και τας νουμηνίας αυτής αποστρέψω· διότι εγώ λελάληκα. 28 διότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ παραδίδωμί σε εις χείρας ων μισείς.

ον τρόπον εισπορεύονται προς γυναίκα πόρνην. αφ' ης απηρείσατο βασιλεύς Βαβυλώνος επί Ιερουσαλήμ. 44 και εισεπορεύοντο προς αυτήν. εν τω μηνί τω δεκάτω. και εδίδοσαν ψέλλια επί τας χείρας αυτών και στέφανον καυχήσεως επί τας κεφαλάς αυτών. και έργα πόρνης και αυτή εξεπόρνευσε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτως εποίουν εν μέσω του οίκου μου. 40 και ότι τοις ανδράσι τοις ερχομένοις μακρόθεν. παν διχοτόμημα καλόν. και αίμα εν χερσίν αυτών. 46 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ανάγαγε επ' αυτάς όχλον και δος εν αυταίς ταραχήν και διαρπαγήν 47 και λιθοβόλησον επ' αυτάς λίθοις όχλων και κατακέντει αυτάς εν τοις ξίφεσιν αυτών· υιούς αυτών και θυγατέρας αυτών αποκτενούσι και τους οίκους αυτών εμπρήσουσι. και τράπεζα κεκοσμημένη προ προσώπου αυτής. και το θυμίαμα και το έλαιόν μου ευφραίνοντο εν αυτοίς. γράψον σεαυτω εις ημέραν από της ημέρας ταύτης. 42 και φωνήν αρμονίας ανεκρούοντο. και παιδευθήσονται πάσαι αι γυναίκες και ου μη ποιήσουσι κατά τας ασεβείας αυτών. σκέλος και ώμον εκσεσαρκισμένα από των οστών 5 εξ επιλέκτων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1648 . ότι μοιχαλίδες εισί. 48 και αποστρέψω ασέβειαν εκ της γης. ούτως εισεπορεύοντο προς ‘Οολάν και προς ‘Οολιβάν του ποιήσαι ανομίαν. οίς αγγέλους εξαπέστειλαν προς αυτούς. από της ημέρας της σήμερον. 43 και είπα· ουκ εν τούτοις μοιχεύουσι. και άμα τω έρχεσθαι αυτούς ευθύς ελούου και εστιβίζου τους οφθαλμούς σου και εκόσμου κόσμω 41 και εκάθου επί κλίνης εστρωμένης. και τας αμαρτίας των ενθυμημάτων υμών λήψεσθε· και γνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. 45 και άνδρες δίκαιοι αυτοί και εκδικήσουσιν αυτάς εκδικήσει μοιχαλίδος και εκδικήσει αίματος. 49 και δοθήσεται η ασέβεια υμών εφ' υμάς. δεκάτη του μηνός. λέγων· 2 υιε ανθρώπου. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με εν τω έτει τω ενάτω. 3 και ειπόν επί τον οίκον τον παραπικραίνοντα παραβολήν και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· επίστησον τον λέβητα και έγχεον εις αυτόν ύδωρ 4 και έμβαλε εις αυτόν τα διχοτομήματα. και προς άνδρας εκ πλήθους ανθρώπων ήκοντας εκ της ερήμου.

7 ότι αίμα αυτής εν μέσω αυτής εστιν. ον τρόπον ενετείλατό μοι. επιθυμήματα οφθαλμών υμών. ους εγκατελίπετε. ιδού εγώ λαμβάνω εκ σου τα επιθυμήματα των οφθαλμών σου εν παρατάξει· ου μη κοπής ουδ' ου μη κλαυσθής. ουκ έπεσεν επ' αυτήν κλήρος. 9 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· καγώ μεγαλυνώ τον δαλόν 10 και πληθυνώ τα ξύλα και ανακαύσω το πυρ. και τι εάν μη καθαρισθής έτι. έως ου εμπλήσω τον θυμόν μου. 13 ανθ' ων εμιαίνου συ. η ονομαστή και πολλή του παραπικραίνειν. καταισχυνθήσεται ο ιός αυτής. α συ ποιείς. επί λεωπετρίαν τέταχα αυτό. φρύαγμα ισχύος υμών. 12 και ου μη εξέλθη εξ αυτής πολύς ο ιός αυτής. πένθους εστίν· ουκ έσται το τρίχωμά σου συμπεπλεγμένον επί σε και τα υποδήματά σου εν τοις ποσί σου. λέβης εν ω εστιν ιός εν αυτω. και τα υποδήματα υμών εν τοις ποσίν υμών· ούτε μη κόψησθε ούτε μη κλαύσητε. εν ρομφαία πεσούνται. και ο ιός ουκ εξήλθεν εξ αυτής· κατά μέλος αυτής εξήνεγκεν. ου διαστελώ ουδέ μη ελεήσω· κατά τας οδούς σου. και ποιήσω. 18 και ελάλησα προς τον λαόν το πρωϊ. 19 και είπε προς με ο λαός· ουκ αναγγελείς ημίν τι εστι ταύτα. δια τούτο εγώ κρινώ σε κατά τα αίματά σου και κατά τα ενθυμήματά σου κρινώ σε. ουκ εκκέχυκα αυτό επί την γην του καλύψαι επ' αυτό γην· 8 του αναβήναι θυμόν εις εκδίκησιν εκδικηθήναι δέδωκα το αίμα αυτής επί λεωπετρίαν του μη καλύψαι αυτό. 24 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1649 . και υπέρ ων φείδονται αι ψυχαί υμών· και οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών. 17 στεναγμός αίματος. όπως προσκαυθή και θερμανθή ο χαλκός αυτής και τακή εν μέσω ακαθαρσίας αυτής. και εποίησα το πρωϊ ον τρόπον επετάγη μοι. η ακάθαρτος. και εντακήσεσθε εν ταις αδικίαις υμών και παρακαλέσετε έκαστος τον αδελφόν αυτού. 20 και είπα προς αυτούς· λόγος Κυρίου εγένετο προς με λέγων· 21 ειπόν προς τον οίκον του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ βεβηλώ τα άγιά μου. και ήψηται τα οστά αυτής εν μέσω αυτής. και κατά τα ενθυμήματά σου κρινώ σε. 6 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ω πόλις αιμάτων. και απέθανεν η γυνή μου εσπέρας. και εκλίπη ο ιός αυτής. ου μη παρακληθής εν χείλεσιν αυτών και άρτον ανδρών ου μη φάγης. και ήξει. 15 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 16 υιε ανθρώπου. 14 εγώ Κύριος λελάληκα. 22 και ποιήσετε ον τρόπον πεποίηκα· από στόματος αυτών ου παρακληθήσεσθε και άρτον ανδρών ου φάγεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κτηνών ειλημμένων και υπόκαιε τα οστά υποκάτω αυτών· έζεσεν έζεσε. όπως τακή τα κρέα και ελαττωθή ο ζωμός 11 και στη επί τους άνθρακας. οσφύος. λέγει Κύριος. 23 και αι κόμαι υμών επί της κεφαλής υμών.

υιούς αυτών και θυγατέρας αυτών. στήρισον το πρόσωπόν σου επί τους υιούς Αμμών και προφήτευσον επ' αυτούς 3 και ερείς τοις υιοίς Αμμών· ακούσατε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων επεχάρητε επί τα άγιά μου. ότι επορεύθησαν εν αιχμαλωσία. όσα εποίησα. 27 εν τη ημέρα εκείνη διανοιχθήσεται το στόμα σου προς τον ανασωζόμενον και λαλήσεις και ου μη αποκωφωθής ουκέτι· και έση αυτοίς εις τέρας.25 Και συ υιε ανθρώπου. 6 διότι τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων εκρότησας την χείρά σου και εψόφησας τω ποδί σου και επέχαρας εκ ψυχής σου επί την γην του Ισραήλ. ποιήσετε. 7 δια τούτο εκτενώ την χείρά μου επί σε και δώσω σε εις διαρπαγήν εν τοις έθνεσι και εξολοθρεύσω σε εκ των λαών και απολώ σε εκ των χωρών απωλεία· και επιγνώση διότι εγώ Κύριος. και κατασκηνώσουσιν εν τη απαρτία αυτών εν σοί και δώσουσιν εν σοί τα σκηνώματα αυτών· αυτοί φάγονται τους καρπούς σου. . 5 και δώσω την πόλιν του Αμμών εις νομάς καμήλων και τους υιούς Αμμών εις νομήν προβάτων· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος.8 Τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων είπε Μωάβ· ιδού ον τρόπον πάντα τα έθνη οίκος Ισραήλ και Ιούδα. και αυτοί πίονται την πιότητά σου. και επί την γην του Ισραήλ. τα επιθυμήματα οφθαλμών αυτών και την έπαρσιν ψυχής αυτών. την έπαρσιν της καυχήσεως αυτών. 4 δια τούτο ιδού εγώ παραδίδωμι υμάς τοις υιοίς Κεδέμ εις κληρονομίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έσται Ιεζεκιήλ υμίν εις τέρας· κατά πάντα. ότι ηφανίσθη. 26 εν τη ημέρα εκείνη ήξει ο ανασωζόμενος προς σε του αναγγείλαί σοι εις τα ώτα. και επί τον οίκον του Ιούδα. 9 δια τούτο ιδού εγώ παραλύω τον ώμον Μωάβ από πόλεων ακρωτηρίων αυτού. όπως μη μνεία γένηται των υιών Αμμών· 11 και εις Μωάβ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1650 . ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. ουχί εν τη ημέρα. οίκον Ασιμούθ επάνω πηγής πόλεως παραθαλασσίας. 10 τοις υιοίς Κεδέμ επί τους υιούς Αμμών δέδωκα αυτούς εις κληρονομίαν. . όταν έλθη ταύτα· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. ότι εβεβηλώθη. όταν λαμβάνων την ισχύν παρ' αυτών. εκλεκτήν γην. και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος.

συνετρίβη. 14 και δώσω εκδίκησίν μου επί την Ιδουμαίαν εν χειρί λαού μου Ισραήλ. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν τω ενδεκάτω έτει. λέγει Κύριος· και έσται εις προνομήν τοις έθνεσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσω εκδίκησιν. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. 16 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εκτείνω την χείρά μου επί τους αλλοφύλους και εξολοθρεύσω Κρήτας και απολώ τους καταλοίπους τους κατοικούντας την παραλίαν· 17 και ποιήσω εν αυτοίς εκδικήσεις μεγάλας. 8 ούτος τας θυγατέρας σου τας εν τω πεδίω μαχαίρα ανελεί και δώσει επί σε προφυλακήν και περιοικοδομήσει και ποιήσει επί σε κύκλω χάρακα και περίστασιν όπλων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1651 . επεστράφη προς με.15 Δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων εποίησαν οι αλλόφυλοι εν εκδικήσει και εξανέστησαν εκδίκησιν επιχαίροντες εκ ψυχής του εξαλείψαι έως ενός. μια του μηνός. και γνώσονται ότι εγώ Κύριος. 4 και καταβαλούσι τα τείχη Σόρ και καταβαλούσι τους πύργους σου. και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος εν τω δούναι την εκδίκησίν μου επ' αυτούς. λέγει Κύριος. και λικμήσω τον χουν αυτής απ' αυτής και δώσω αυτήν εις λεωπετρίαν. και ποιήσουσιν εν τη Ιδουμαία κατά την οργήν μου και κατά τον θυμόν μου· και επιγνώσονται την εκδίκησίν μου. ότι εγώ λελάληκα. και ανάξω επί σε έθνη πολλά. η πλήρης ηρήμωται.12 Τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων εποίησεν η Ιδουμαία εν τω εκδικήσαι αυτούς εκδίκησιν εις τον οίκον Ιούδα και εμνησικάκησαν και εξεδίκησαν δίκην. τον Ναβουχοδονόσορ βασιλέα Βαβυλώνος από του βορρά (βασιλεύς βασιλέων εστί) μεθ' ίππων και αρμάτων και ιππέων και συναγωγής εθνών πολλών σφόδρα. Σόρ. 3 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί σε. απόλωλε τα έθνη. . και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος. 5 ψυγμός σαγηνών έσται εν μέσω θαλάσσης. 7 ότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί σε. 6 και αι θυγατέρες αυτής αι εν τω πεδίω μαχαίρα αναιρεθήσονται. ως αναβαίνει η θάλασσα τοις κύμασιν αυτής. 13 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· και εκτενώ την χείρά μου επί την Ιδουμαίαν και εξολοθρεύσω εξ αυτής άνθρωπον και κτήνος και θήσομαι αυτήν έρημον. και εκ Θαιμάν διωκόμενοι εν ρομφαία πεσούνται. Σόρ. ανθ' ων είπε Σόρ επί Ιερουσαλήμ· εύγε. .

λέγει Κύριος. 13 και καταλύσει το πλήθος των μουσικών σου. εν τω σπάσαι μάχαιραν εν μέσω σου σεισθήσονται αι νήσοι. 20 και καταβιβάσω σε προς τους καταβαίνοντας εις βόθρον προς λαόν αιώνος και κατοικιώ σε εις βάθη της γης ως έρημον αιώνιον μετά καταβαινόντων εις βόθρον. και ουχ υπάρξεις έτι εις τον αιώνα. η δούσα τον φόβον αυτής πάσι τοις κατοικούσιν αυτήν. ως εισπορευόμενος εις πόλιν εκ πεδίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και τας λόγχας αυτού απέναντί σου δώσει· 9 τα τείχη σου και τους πύργους σου καταβαλεί εν ταις μαχαίραις αυτού. εν τω αναγαγείν με επί σε την άβυσσον και κατακαλύψει σε ύδωρ πολύ. 14 και δώσω σε εις λεωπετρίαν. εκστάσει εκστήσονται. 11 εν ταις οπλαίς των ίππων αυτού καταπατήσουσί σου πάσας τας πλατείας· τον λαόν σου μαχαίρα ανελεί και την υπόστασιν της ισχύος σου επί την γην κατάξει. ου μη οικοδομηθής έτι. ψυγμός σαγηνών έση. 10 από του πλήθους των ίππων αυτού κατακαλύψει σε ο κονιορτός αυτών. ότι εγώ Κύριος ελάλησα. 21 απώλειάν σε δώσω. και τους λίθους σου και τα ξύλα σου και τον χουν σου εις μέσον της θαλάσσης σου εμβαλεί. 16 και καταβήσονται από των θρόνων αυτών πάντες οι άρχοντες εκ των εθνών της θαλάσσης και αφελούνται τας μίτρας από των κεφαλών αυτών και τον ιματισμόν τον ποικίλον αυτών εκδύσονται. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ υιε ανθρώπου. επί γην καθεδούνται και φοβηθήσονται την απώλειαν αυτών και στενάξουσιν επί σε· 17 και λήψονται επί σε θρήνον και ερούσί σοι· Πως κατελύθης εκ θαλάσσης. 12 και προνομεύσει την δύναμίν σου και σκυλεύσει τα υπάρχοντά σου και καταβαλεί τα τείχη σου και τους οίκους σου τους επιθυμητούς καθελεί. η πόλις η επαινετή. λέγει Κύριος Κύριος. όπως μη κατοικηθής μηδέ αναστης επί γης ζωής. λαβέ επί Σόρ θρήνον 3 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1652 . 18 και φοβηθήσονται αι νήσοι από ημέρας πτώσεώς σου· 19 ότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· όταν δώ σε πόλιν ηρημωμένην ως τας πόλεις τας μη κατοικισθησομένας. και από της φωνής των ιππέων αυτού και των τροχών των αρμάτων αυτού σεισθήσεται τα τείχη σου εισπορευομένου αυτού τας πύλας σου. και η φωνή των ψαλτηρίων σου ου μη ακουσθή έτι. 15 διότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος τη Σόρ· ουκ από φωνής της πτώσεώς σου εν τω στενάξαι τραυματίας.

καμήλους και αμνούς και κριούς εν οίς εμπορεύονταί σε. 17 Ιούδας και οι υιοί του Ισραήλ. 20 Δαιδάν έμποροί σου μετά κτηνών εκλεκτών εις άρματα. 18 Δαμασκός έμπορός σου εκ πλήθους πάσης δυνάμεώς σου· οίνος εκ Χελβών και έρια εκ Μιλήτου. 7 βύσσος μετά ποικιλίας εξ Αιγύπτου εγένετό σοι στρωμνή του περιθείναί σοι δόξαν και περιβαλείν σε υάκινθον και πορφύραν εκ των νήσων Ελεισαί και εγένετο περιβόλαιά σου. 4 εν καρδία θαλάσσης τω Βεελείμ υιοί σου περιέθηκάν σοι κάλλος. 15 υιοί Ροδίων έμποροί σου από νήσων επλήθυναν την εμπορίαν σου οδόντας ελεφαντίνους. στακτήν και ποικίλματα εκ Θαρσίς. 10 Πέρσαι και Λυδοί και Λίβυες ήσαν εν τη δυνάμει σου. ταινίαι σανίδων κυπαρίσσου εκ του Λιβάνου ελήφθησαν του ποιήσαί σοι ιστούς ελατίνους· 6 εκ της Βασανίτιδος εποίησαν τας κώπας σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ερείς τη Σόρ τη κατοικούση επί της εισόδου της θαλάσσης. 9 οι πρεσβύτεροι βιβλίων και οι σοφοί αυτών ήσαν εν σοί. 16 ανθρώπους εμπορίαν σου από πλήθους του συμμείκτου σου. 13 η Ελλάς και η σύμπασα και τα παρατείνοντα. 19 εξ Ασήλ σίδηρος ειργασμένος και τροχός εν τω συμμείκτω σου εστι. τω εμπορίω των λαών από νήσων πολλών· τάδε λέγει Κύριος τη Σόρ· συ είπας· εγώ περιέθηκα εμαυτη κάλλος μου. ούτοι κυβερνήταί σου. ούτοι ενεπορεύοντό σοι εν ψυχαίς ανθρώπων και σκεύη χαλκά έδωκαν την εμπορίαν σου. και τοις εισαγομένοις αντεδίδους τους μισθούς σου. ούτοι έδωκαν την δόξαν σου. αργύριον και χρυσίον και σίδηρον και κασσίτερον και μόλιβον έδωκαν την αγοράν σου. 11 υιοί Αραδίων και η δύναμίς σου επί των τειχέων σου φύλακες εν τοις πύργοις σου ήσαν. ούτοι ενίσχυον την βουλήν σου· και πάντα τα πλοία της θαλάσσης και οι κωπηλάται αυτών εγένοντό σοι επί δυσμάς δυσμών. 8 και οι άρχοντές σου οι κατοικούντες Σιδώνα και Αράδιοι εγένοντο κωπηλάται σου· οι σοφοί σου. και Ραμόθ και Χορχόρ έδωκαν την αγοράν σου. 22 έμποροι Σαββά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1653 . οί ήσαν εν σοί. και πρώτον μέλι και έλαιον και ρητίνην έδωκαν εις τον σύμμεικτόν σου. ούτοι έμποροί σου εν πράσει σίτου και μύρων και κασίας. 12 Καρχηδόνιοι έμποροί σου από πλήθους πάσης ισχύος σου. 21 η Αραβία και πάντες οι άρχοντες Κηδάρ. τα ιερά σου εποίησαν εξ ελέφαντος. 5 κέδρος εκ Σανείρ ωκοδομήθη σοι. ούτοι έμποροί σου δια χειρός σου. και οίνον εις την αγοράν σου έδωκαν. 14 εξ οίκου Θεργαμά ίππους και ιππείς έδωκαν την αγοράν σου. τας φαρέτρας αυτών εκρέμασαν επί των όρμων σου κύκλω· ούτοι ετελείωσάν σου το κάλλος. οίκους αλσώδεις από νήσων των Χετιείμ. Σόρ. άνδρες πολεμισταί σου πέλτας και περικεφαλαίας εκρέμασαν εν σοί.

ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ υιε ανθρώπου. και οι βασιλείς αυτών εκστάσει εξέστησαν. 25 πλοία. 28 προς την κραυγήν της φωνής σου οι κυβερνήταί σου φόβω φοβηθήσονται. και ουκέτι έση εις τον αιώνα. 34 νυν συνετρίβης εν θαλάσση. και είπας· θεός ειμι εγώ. συ δε ει άνθρωπος και ου Θεός. εν βάθει ύδατος· ο σύμμεικτός σου και πάσα η συναγωγή σου εν μέσω σου 35 έπεσον. απώλεια εγένου. 32 και λήψονται οι υιοί αυτών επί σε θρήνον και θρήνημά σοι· 33 πόσον τινά εύρες μισθόν από της θαλάσσης. εν αυτοίς Καρχηδόνιοι έμποροί σου εν τω πλήθει. 26 εν ύδατι πολλω ήγόν σε οι κωπηλάται σου· το πνεύμα του νότου συνέτριψέ σε εν καρδία θαλάσσης. 29 και καταβήσονται από των πλοίων πάντες οι κωπηλάται και οι επιβάται και οι πρωρείς της θαλάσσης επί την γην στήσονται 30 και αλαλάξουσιν επί σε τη φωνή αυτών και κεκράξονται πικρόν και επιθήσουσι γην επί την κεφαλήν αυτών και σποδόν υποστρώσονται. 27 ήσαν δυνάμεις σου και ο μισθός σου και των συμμείκτων σου και οι κωπηλάται σου και οι κυβερνήταί σου και οι σύμβουλοί σου και οι σύμμεικτοί σου εκ των συμμείκτων σου και πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί σου οι εν σοί και πάσα συναγωγή σου εν μέσω σου. πεσούνται εν καρδία θαλάσσης εν τη ημέρα της πτώσεώς σου. 36 έμποροι από εθνών εσύρισάν σε. και έδωκας την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1654 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ραγμά. ειπόν τω άρχοντι Τύρου· τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων υψώθη σου η καρδία. ούτοι έμποροί σου μετά πρώτων ηδυσμάτων και λίθων χρηστών και χρυσόν έδωκαν την αγοράν σου. ούτοι έμποροί σου· Ασσούρ και Χαρμάν έμποροί σου 24 φέροντες εμπορίαν υάκινθον και θησαυρούς εκλεκτούς δεδεμένους σχοινίοις και κυπαρύσσινα. και εδάκρυσε το πρόσωπον αυτών. ενέπλησας έθνη από του πλήθους σου και από του συμμείκτου σου επλούτησας πάντας βασιλείς της γης. εν τω συμμείκτω σου. πάντες οι κωπηλάται σου. κατοικίαν θεού κατώκησα εν καρδία θαλάσσης. 23 Χαρράν και Χαννά. και ενεπλήσθης και εβαρύνθης σφόδρα εν καρδία θαλάσσης. πάντες οι κατοικούντες τας νήσους εστύγνασαν επί σε.

αφ' ης ημέρας συ εκτίσθης έως ευρέθη τα αδικήματα εν σοί. και ήγαγέ σε το Χερούβ εκ μέσου λίθων πυρίνων. 19 και πάντες οι επιστάμενοί σε εν τοις έθνεσι στυγνάσουσιν επί σε· απώλεια εγένου και ουχ υπάρξεις έτι εις τον αιώνα. 6 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· επειδή δέδωκας την καρδίαν σου ως καρδίαν Θεού. τούτο καταφάγεταί σε· και δώσω σε εις σποδόν επί της γης σου εναντίον πάντων των ορώντων σε. και εκκενώσουσι τας μαχαίρας αυτών επί σε και επί το κάλλος της επιστήμης σου και στρώσουσι το κάλλος σου εις απώλειαν· 8 και καταβιβάσουσί σε. συ δε ει άνθρωπος και ου Θεός. και αποθανή θανάτω τραυματιών εν καρδία θαλάσσης. 9 μη λέγων ερείς· Θεός ειμι εγώ. εγενήθης εν μέσω λίθων πυρίνων. ενώπιον των αναιρούντων σε. 17 υψώθη η καρδία σου επί τω κάλλει σου. και ενδοξασθήσομαι εν σοί.11 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 12 υιε ανθρώπου. λέγει Κύριος. εναντίον βασιλέων έδωκά σε παραδειγματισθήναι. διεφθάρη η επιστήμη σου μετά του κάλλους σου· δια πλήθος αμαρτιών σου επί την γην έρριψά σε. 10 εν πλήθει απεριτμήτων απολή εν χερσίν αλλοτρίων. 4 μη εν τη επιστήμη σου ή τη φρονήσει σου εποίησας σεαυτω δύναμιν και χρυσίον και αργύριον εν τοις θησαυροίς σου. 7 αντί τούτου ιδού εγώ επάγω επί σε αλλοτρίους λοιμούς από εθνών. και χρυσίου ενέπλησας τους θησαυρούς σου και τας αποθήκας σου εν σοί 14 αφ' ης ημέρας εκτίσθης συ. υψώθη η καρδία σου εν τη δυνάμει σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρδίαν σου ως καρδίαν Θεού. και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος εν τω ποιήσαί με εν σοί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1655 . ή σοφοί ουκ επαίδευσάν σε τη επιστήμη αυτών. στήρισον το πρόσωπόν σου επί Σιδώνα και προφήτευσον επ' αυτήν 22 και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί σε. 16 από πλήθους της εμπορίας σου έπλησας τα ταμιείά σου ανομίας και ήμαρτες και ετραυματίσθης από όρους του Θεού. 20 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 21 υιε ανθρώπου. μετά του Χερούβ έθηκά σε εν όρει αγίω Θεού. 5 εν τη πολλή επιστήμη σου και εμπορία σου επλήθυνας δύναμίν σου. σάρδιον και τοπάζιον και σμάραγδον και άνθρακα και σάπφειρον και ίασπιν και αργύριον και χρυσίον και λιγύριον και αχάτην και αμέθυστον και χρυσόλιθον και βηρύλλιον και ονύχιον. Σιδών. 15 εγενήθης συ άμωμος εν ταις ημέραις σου. . 3 μη σοφώτερος ει συ του Δανιήλ. λαβέ θρήνον επί τον άρχοντα Τύρου και ειπόν αυτω· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· συ αποσφράγισμα ομοιώσεως και στέφανος κάλλους 13 εν τη τρυφή του παραδείσου του Θεού εγενήθης· πάντα λίθον χρηστόν ενδέδεσαι. ότι εγώ ελάλησα. 18 δια το πλήθος των αμαρτιών σου και των αδικιών της εμπορίας σου εβεβήλωσα τα ιερά σου. και εξάξω πυρ εκ μέσου σου.

όταν ποιήσω κρίμα εν πάσι τοις ατιμάσασιν αυτούς εν τοις κύκλω αυτών· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών και ο Θεός των πατέρων αυτών. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΕΝ τω έτει τω δωδεκάτω. στήρισον το πρόσωπόν σου επί Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και προφήτευσον επ' αυτόν και επ' Αίγυπτον όλην 3 και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί Φαραώ. και αγιασθήσομαι εν αυτοίς ενώπιον των λαών και των εθνών· 26 και κατοικήσουσιν επί της γης αυτών. και εγώ εποίησα αυτούς. συνετρίβης και συνέκλασας αυτών πάσαν οσφύν. . ου διεσκορπίσθησαν εκεί. 25 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· και συνάξω τον Ισραήλ εκ των εθνών. εν τω δεκάτω μηνί. ην δέδωκα τω δούλω μου Ιακώβ. και αγιασθήσομαι εν σοί. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. και ότε επεκρότησεν επ' αυτούς πάσα χείρ και ότε επανεπαύσαντο επί σε. 4 και εγώ δώσω παγίδας εις τας σιαγόνας σου και προσκολλήσω τους ιχθύας του ποταμού σου προς τας πτέρυγάς σου και ανάξω σε εκ μέσου του ποταμού σου· 5 και καταβαλώ σε εν τάχει και πάντας τους ιχθύας του ποταμού σου· επί πρόσωπον του πεδίου πεσή. 8 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί σε ρομφαίαν και απολώ από σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1656 . 7 ότε επελάβοντό σου τη χειρί αυτών. και κατοικήσουσιν επ' αυτής εν ελπίδι και οικοδομήσουσιν οικίας και φυτεύσουσιν αμπελώνας και κατοικήσουσιν εν ελπίδι. τον λέγοντα· εμοί εισιν οι ποταμοί. ανθ' ων εγενήθης ράβδος καλαμίνη τω οίκω Ισραήλ. και ου μη συναχθής και ου μη περισταλής.24 Και ουκ έσονται ουκέτι εν τω οίκω του Ισραήλ σκόλοψ πικρίας και άκανθα οδύνης από πάντων των περικύκλω αυτών των ατιμασάντων αυτούς· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κρίματα. τον δράκοντα τον μέγαν τον εγκαθήμενον εν μέσω ποταμών αυτού. μια του μηνός. και πεσούνται τετραυματισμένοι εν μαχαίραις εν σοί περικύκλω σου· και γνώσονται διότι εγώ ειμι Κύριος. εθλάσθης. 23 αίμα και θάνατος εν ταις πλατείαις σου. τοις θηρίοις της γης και τοις πετεινοίς του ουρανού δέδωκά σε εις κατάβρωμα· 6 και γνώσονται πάντες οι κατοικούντες Αίγυπτον ότι εγώ ειμι Κύριος.

και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. και αι πόλεις αυτής εν μέσω πόλεων ηρημωμένων έσονται τεσσαράκοντα έτη· και διασπερώ Αίγυπτον εν τοις έθνεσι και λικμήσω αυτούς εις τας χώρας. 11 ου μη διέλθη εν αυτη πούς ανθρώπου. τάδε λέγει Κύριος Κύριος· 21 εν τη ημέρα εκείνη ανατελεί κέρας παντί τω οίκω Ισραήλ. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. και ου κατοικηθήσεται τεσσαράκοντα έτη. 14 και αποστρέψω την αιχμαλωσίαν των Αιγυπτίων και κατοικίσω αυτούς εν γη Φαθωρής. και πούς κτήνους ου μη διέλθη αυτήν. και εγώ εποίησα αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανθρώπους και κτήνη· 9 και έσται η γη Αιγύπτου απώλεια και έρημος. εν τη γη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1657 . 16 και ουκέτι έσονται τω οίκω Ισραήλ εις ελπίδα αναμιμνήσκουσαν ανομίαν εν τω ακολουθήσαι αυτούς οπίσω αυτών· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. αντί του λέγειν σε· οι ποταμοί εμοί εισι. και σοί δώσω στόμα ανεωγμένον εν μέσω αυτών. 17 και εγένετο εν τω εβδόμω και εικοστω έτει. ης εδούλευσαν επ' αυτήν. ου μη υψωθή έτι επί τα έθνη. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 18 υιε ανθρώπου. ου διεσκορπίσθησαν εκεί. 12 και δώσω την γην αυτής απώλειαν εν μέσω γης ηρημωμένης. ης εδούλευσεν επί Τύρον. 19 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ δίδωμι τω Ναβουχοδονόσορ βασιλεί Βαβυλώνος γην Αιγύπτου. και μισθός ουκ εγενήθη αυτω και τη δυνάμει αυτού επί Τύρου και της δουλείας. και έσται μισθός τη δυνάμει αυτού· 20 αντί της λειτουργίας αυτού. και ολιγοστούς αυτούς ποιήσω του μη είναι αυτούς πλείονας εν τοις έθνεσι. Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος κατεδουλώσατο την δύναμιν αυτού δουλεία μεγάλη επί Τύρου. 13 τάδε λέγει Κύριος· μετά τεσσαράκοντα έτη συνάξω Αιγυπτίους από των εθνών. πάσα κεφαλή φαλακρά και πας ώμος μαδών. όθεν ελήφθησαν· και έσται αρχή ταπεινή 15 παρά πάσας τας αρχάς. 10 δια τούτο ιδού εγώ επί σε και επί πάντας τους ποταμούς σου και δώσω γην Αιγύπτου εις έρημον και ρομφαίαν και απώλειαν από Μαγδώλου και Συήνης και έως ορίων Αιθιόπων. δέδωκα αυτω γην Αιγύπτου. και προνομεύσει την προνομήν αυτής και σκυλεύσει τα σκύλα αυτής. μια του μηνός του πρώτου.

4 και ήξει μάχαιρα επ' Αιγυπτίους. 12 και δώσω τους ποταμούς αυτών ερήμους και απολώ την γην και το πλήρωμα αυτής εν χερσίν αλλοτρίων· εγώ Κύριος λελάληκα. προφήτευσον και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ω ω η ημέρα. πέρας εθνών έσται. ημέρα νεφέλης. 16 και δώσω πυρ επ' Αίγυπτον. και πλησθήσεται η γη τραυματιών.13 Οτι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· και απολώ μεγιστάνας από Μέμφεως και άρχοντας εκ γης Αιγύπτου. 18 και εν Τάφναις συσκοτάσει η ημέρα εν τω συντρίψαι με εκεί τα σκήπτρα Αιγύπτου. και ταύτην νεφέλη καλύψει. 6 και πεσούνται τα αντιστηρίγματα Αιγύπτου. και ουκ έσονται έτι. και πεσούνται τετραυματισμένοι εν Αιγύπτω. και αι θυγατέρες αυτής αιχμάλωτοι αχθήσονται. και καταβήσεται η ύβρις της ισχύος αυτής από Μαγδώλου έως Συήνης· μαχαίρα πεσούνται εν αυτη. . και αι γυναίκες εν αιχμαλωσία πορεύσονται. 9 εν τη ημέρα εκείνη εξελεύσονται άγγελοι σπεύδοντες αφανίσαι την Αιθιοπίαν. 5 Πέρσαι και Κρήτες και Λυδοί και Λίβυες και πάντες οι επίμεικτοι και των υιών της διαθήκης μου μαχαίρα πεσούνται εν αυτη. και συμπεσείται τα θεμέλια αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1658 . και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. όταν δώ πυρ επ' Αίγυπτον και συντριβώσι πάντες οι βοηθούντες αυτη. 17 νεανίσκοι Ηλιουπόλεως και Βουβάστου εν μαχαίρα πεσούνται. λέγει Κύριος. . 19 και ποιήσω κρίμα εν Αιγύπτω. 7 και ερημωθήσεται εν μέσω χωρών ηρημωμένων. και εν Διοσπόλει έσται έκρηγμα και διαχυθήσεται ύδατα. 11 αυτού και του λαού αυτού· λοιμοί από εθνών απεσταλμένοι απολέσαι την γην και εκκενώσουσι πάντες τας μαχαίρας αυτών επ' Αίγυπτον. και έσται ταραχή εν αυτοίς εν τη ημέρα Αιγύπτου. και ταραχή ταραχθήσεται η Συήνη. ότι ιδού ήκει. 14 και απολώ γην Φαθωρής και δώσω πυρ επί Τάνιν και ποιήσω εκδίκησιν εν Διοσπόλει 15 και εκχεώ τον θυμόν μου επί Σαίν την ισχύν Αιγύπτου και απολώ το πλήθος Μέμφεως. 3 ότι εγγύς ημέρα του Κυρίου. και αι πόλεις αυτών εν μέσω πόλεων ηρημωμένων έσονται· 8 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. και απολείται εκεί η ύβρις ισχύος αυτής. και έσται ταραχή εν τη Αιθιοπία.10 Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· και απολώ πλήθος Αιγυπτίων δια χειρός Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου.

4 ύδωρ εξέθρεψεν αυτόν. εν τη σκιά αυτού κατώκησε παν πλήθος εθνών. 7 και εγένετο καλός εν τω ύψει αυτού δια το πλήθος των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1659 . 3 ιδού Ασσούρ κυπάρισσος εν τω Λιβάνω και καλός ταις παραφυάσι και υψηλός τω μεγέθει. του δοθήναι επ' αυτόν μάλαγμα. μια του μηνός. και επλατύνθησαν οι κλάδοι αυτού αφ' ύδατος πολλού. εις μέσον νεφελών εγένετο η αρχή αυτού. οι δε βραχίονες Φαραώ πεσούνται· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. ειπόν προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και τω πλήθει αυτού· τίνι ωμοίωσας σεαυτόν εν τω ύψει σου. 25 και ενισχύσω τους βραχίονας βασιλέως Βαβυλώνος. 22 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και συντρίψω τους βραχίονας αυτού τους ισχυρούς και τους τεταμένους και καταβαλώ την μάχαιραν αυτού εκ της χειρός αυτού 23 και διασπερώ Αίγυπτον εις τα έθνη και λικμήσω αυτούς εις τας χώρας· 24 και κατισχύσω τους βραχίονας βασιλέως Βαβυλώνος και δώσω την ρομφαίαν μου εις την χείρα αυτού. εν τω πρώτω μηνί. 26 και διασπερώ Αίγυπτον εις τα έθνη και λικμήσω αυτούς εις τας χώρας· και γνώσονται πάντες ότι εγώ ειμι Κύριος. η άβυσσος ύψωσεν αυτόν. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 21 υιε ανθρώπου. εβδόμη του μηνός. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω ενδεκάτω έτει. και ιδού ου κατεδέθη του δοθήναι ίασιν. και υποκάτω των κλάδων αυτού εγεννώσαν πάντα τα θηρία του πεδίου. 6 εν ταις παραφυάσιν αυτού ενόσσευσαν πάντα τα πετεινά του ουρανού. τους ποταμούς αυτής ήγαγε κύκλω των φυτών αυτού και τα συστέματα αυτής εξαπέστειλεν εις πάντα τα ξύλα του πεδίου. εν τω τρίτω μηνί. εν τω δούναι την ρομφαίαν μου εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. του δοθήναι ισχύν επιλαβέσθαι μαχαίρας. τους βραχίονας Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου συνέτριψα. και εκτενεί αυτήν επί γην Αιγύπτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 20 Και εγένετο εν τω ενδεκάτω έτει. και επάξει αυτήν επ' Αίγυπτον και προνομεύσει την προνομήν αυτής και σκυλεύσει τα σκύλα αυτής. 5 ένεκεν τούτου υψώθη το μέγεθος αυτού παρά πάντα τα ξύλα του πεδίου.

και πίτυες ουχ όμοιαι ταις παραφυάσιν αυτού. και παρεκάλουν αυτόν εν γη πάντα τα ξύλα της τρυφής και τα εκλεκτά του Λιβάνου. 11 και παρέδωκα αυτόν εις χείρας άρχοντος εθνών. και εποίησε την απώλειαν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κλάδων αυτού. 14 όπως μη υψωθώσιν εν τω μεγέθει αυτών πάντα τα ξύλα τα εν τω ύδατι· και έδωκαν την αρχήν αυτών εις μέσον νεφελών και ουκ έστησαν εν τω ύψει αυτών προς αυτά πάντες οι πίνοντες ύδωρ. . επένθησεν αυτόν η άβυσσος. 8 κυπάρισσοι τοιαύται ουκ εγενήθησαν εν τω παραδείσω του Θεού. 13 επί την πτώσιν αυτού ανεπαύσαντο πάντα τα πετεινά του ουρανού. ότε κατεβίβαζον αυτόν εις άδου μετά των καταβαινόντων εις λάκκον. και ελάται ουκ εγένοντο όμοιαι τοις κλάδοις αυτού· παν ξύλον εν τω παραδείσω του Θεού ουχ ωμοιώθη αυτω εν τω κάλλει αυτού 9 δια το πλήθος των κλάδων αυτού. και είδον εν τω υψωθήναι αυτόν. πάντα τα ξύλα του πεδίου επ' αυτω εξελύθησαν. 17 και γαρ αυτοί κατέβησαν μετ' αυτού εις άδου εν τοις τραυματίαις από μαχαίρας. εν μέσω της ζωής αυτών απώλοντο.15 Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· εν ή ημέρα κατέβη εις άδου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1660 . και το σπέρμα αυτού. ούτως Φαραώ και το πλήθος της ισχύος αυτού. 10 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων εγένου μέγας τω μεγέθει και έδωκας την αρχήν σου εις μέσον νεφελών. και κατέβησαν από της σκέπης αυτών πάντες οι λαοί των εθνών και ηδάφισαν αυτόν. λέγει Κύριος Κύριος. κατάβηθι και καταβιβάσθητι μετά των ξύλων της τρυφής εις γης βάθος· εν μέσω απεριτμήτων κοιμηθήση μετά τραυματιών μαχαίρας. οι κατοικούντες υπό την σκέπην αυτού. και εζήλωσαν αυτόν τα ξύλα του παραδείσου της τρυφής του Θεού. εις γης βάθος. και συνετρίβη τα στελέχη αυτού εν παντί πεδίω της γης. 16 από της φωνής της πτώσεως αυτού εσείσθησαν τα έθνη. και εσκότασεν επ' αυτόν ο Λίβανος. και επέστησα τους ποταμούς αυτής και εκώλυσα πλήθος ύδατος. εν μέσω υιών ανθρώπων προς καταβαίνοντας εις βόθρον. πάντες εδόθησαν εις θάνατον. πάντα τα πίνοντα ύδωρ. 18 τίνι ωμοιώθης. 12 και εξωλόθρευσαν αυτόν αλλότριοι λοιμοί από εθνών και κατέβαλον αυτόν επί των ορέων. ότι εγενήθησαν αι ρίζαι αυτού εις ύδωρ πολύ. εν πάσαις ταις φάραγξιν έπεσαν οι κλάδοι αυτού. και επί τα στελέχη αυτού εγένοντο πάντα τα θηρία του αγρού.

λέγει Κύριος. 5 και δώσω τας σάρκας σου επί τα όρη και εμπλήσω από του αίματός σου. φάραγγας εμπλήσω από σου. 15 όταν δώ Αίγυπτον εις απώλειαν και ερημωθή η γη συν τη πληρώσει αυτής. προσδεχόμενοι την πτώσιν αυτών αφ' ημέρας πτώσεώς σου. ην ουκ έγνως. και καταβαλώ την ισχύν σου· λοιμοί από εθνών πάντες. ήλιον εν νεφέλη καλύψω. 12 εν μαχαίραις γιγάντων. 14 ούτως τότε ησυχάσει τα ύδατα αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1661 . λέγει Κύριος Κύριος. εν τω δωδεκάτω μηνί. 10 και στυγνάσουσιν επί σε έθνη πολλά. 11 ότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ρομφαία βασιλέως Βαβυλώνος ήξει σοι. 16 θρήνός εστι και θρηνήσεις αυτόν. και απολούσι την ύβριν Αιγύπτου. 7 και κατακαλύψω εν τω σβεσθήναί σε ουρανόν και συσκοτάσω τα άστρα αυτού. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου λαβέ θρήνον επί Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και ερείς αυτω· λέοντι εθνών ωμοιώθης και συ ως δράκων ο εν τη θαλάσση και εκεράτιζες τοις ποταμοίς σου και ετάρασσες ύδωρ τοις ποσί σου και κατεπάτεις τους ποταμούς σου. και δώσω σκότος επί την γην σου. και συντριβήσεται πάσα η ισχύς αυτής. και σελήνη ου μη φάνη το φως αυτής· 8 πάντα τα φαίνοντα φως εν τω ουρανω συσκοτάσουσιν επί σε. μια του μηνός. και ου μη ταράξη αυτό πούς ανθρώπου έτι. 13 και απολώ πάντα τα κτήνη αυτής αφ' ύδατος πολλού. 17 και εγενήθη εν τω δωδεκάτω έτει του πρώτου μηνός. εις γην. όταν διασπείρω πάντας τους κατοικούντας εν αυτη. και αι θυγατέρες των εθνών θρηνήσουσιν αυτόν· επ' Αίγυπτον και επί πάσαν την ισχύν αυτής θρηνήσουσιν αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω ενδεκάτω έτει. 3 τάδε λέγει Κύριος· και περιβαλώ επί σε δίκτυα λαών πολλών και ανάξω σε εν τω αγκίστρω μου 4 και εκτενώ σε επί την γην· πεδία πλησθήσεταί σου. 6 και ποτισθήσεται η γη από των προχωρημάτων σου από του πλήθους σου επί των ορέων. λέγει Κύριος Κύριος. ηνίκα αν άγω αιχμαλωσίαν σου εις τα έθνη. και επικαθιώ επί σε πάντα τα πετεινά του ουρανού και εμπλήσω εκ σου πάντα τα θηρία πάσης της γης. και οι ποταμοί αυτών ως έλαιον πορεύσονται. και οι βασιλείς αυτών εκστάσει εκστήσονται εν τω πέτασθαι την ρομφαίαν μου επί πρόσωπα αυτών. 9 και παροργιώ καρδίαν λαών πολλών. και ίχνος κτηνών ου μη καταπατήση αυτό.

λέγει Κύριος Κύριος. και η ταφή αυτών εν βάθει βόθρου. θρήνησον επί την ισχύν Αιγύπτου. πάντες τραυματίαι αυτού. οι δεδωκότες τον φόβον αυτών επί γης ζωής. πάντες απερίτμητοι τραυματίαι από μαχαίρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεντεκαιδεκάτη του μηνός. 24 εκεί Αιλάμ και πάσα η δύναμις αυτού περικύκλω του μνήματος αυτού. 22 εκεί Ασσούρ και πάσα η συναγωγή αυτού. 21 και ερούσί σοι οι γίγαντες· εν βάθει βόθρου γίνου. και κοιμηθήσεται εν μέσω απεριτμήτων μετά τραυματιών μαχαίρας. 29 εκεί εδόθησαν οι άρχοντες Ασσούρ οι δόντες την ισχύν αυτού εις τραύμα μαχαίρας· ούτοι μετά τραυματιών εκοιμήθησαν. κατάβηθι και κοιμήθητι μετά απεριτμήτων εν μέσω τραυματιών μαχαίρας. οι δεδωκότες αυτών φόβον επί γης ζωής και ελάβοσαν την βάσανον αυτών μετά των καταβαινόντων εις βόθρον 25 εν μέσω τραυματιών. 27 και εκοιμήθησαν μετά των γιγάντων των πεπτωκότων απ' αιώνος. και εγενήθη η συναγωγή αυτού περικύκλω του μνήματος αυτού. 19 εν μέσω μαχαίρας τραυματιών πεσούνται μετ' αυτού. Φαραώ και παν το πλήθος αυτού. λέγει Κύριος Κύριος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1662 . ότι εξεφόβησαν γίγαντας εν γη ζωής. 32 ότι δέδωκα τον φόβον αυτού επί γης ζωής. 28 και συ εν μέσω απεριτμήτων κοιμηθήση μετά τετραυματισμένων μαχαίρα. 26 εκεί εδόθησαν Μοσόχ και Θοβέλ και πάσα η ισχύς αυτών περικύκλω του μνήματος αυτού. πάντες οι τραυματίαι οι πεπτωκότες μαχαίρα και καταβαίνοντες απερίτμητοι εις γης βάθος. πάντες οι τραυματίαι οι πεπτωκότες μαχαίρα. 31 εκείνους όψεται βασιλεύς Φαραώ και παρακληθήσεται επί πάσαν την ισχύν αυτών. οί κατέβησαν εις άδου εν όπλοις πολεμικοίς και έθηκαν τας μαχαίρας αυτών υπό τας κεφαλάς αυτών· και εγενήθησαν αι ανομίαι αυτών επί των οστέων αυτών. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 18 υιε ανθρώπου. οι καταβαίνοντες τραυματίαι. 23 οι δόντες τον φόβον αυτών επί γης ζωής. πάντες τραυματίαι εκεί εδόθησαν. 20 και κοιμηθήσεται πάσα η ισχύς αυτού. 30 εκεί οι άρχοντες του βορρά πάντες στρατηγοί Ασσούρ. μετά καταβαινόντων εις βόθρον. συν τω φόβω αυτών και τη ισχύϊ αυτών εκοιμήθησαν απερίτμητοι μετά τραυματιών μαχαίρας και απήνεγκαν την βάσανον αυτών μετά των καταβαινόντων εις βόθρον. και καταβιβάσουσιν αυτής τας θυγατέρας τα έθνη νεκράς εις το βάθος της γης. προς τους καταβαίνοντας εις βόθρον. τίνος κρείττων ει.

και μη αποστρέψη από της οδού αυτού. ούτος τη ασεβεία αυτού αποθανείται. εφ' ην αν επάγω ρομφαίαν. 4 και ακούση ο ακούσας την φωνήν της σάλπιγγος και μη φυλάξηται. εάν ίδη την ρομφαίαν ερχομένην και μη σημάνη τη σάλπιγγι. υιε ανθρώπου. το αίμα αυτού επ' αυτού έσται. 13 εν τω ειπείν με τω δικαίω· ούτος πέποιθεν επί τη δικαιοσύνη αυτού. σκοπόν δέδωκά σε τω οίκω Ισραήλ. και συ την ψυχήν σεαυτού εξήρησαι. και το αίμα εκ χειρός του σκοπού εκζητήσω. 7 και συ. πάσαι αι δικαιοσύναι αυτού ου μη αναμνησθώσιν· εν τη αδικία αυτού. αυτός ο άνομος τη ανομία αυτού αποθανείται. 14 και εν τω ειπείν με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1663 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 Υιε ανθρώπου. εν αυτη αποθανείται. και ποιήσει ανομίαν. 9 συ δε εάν προαπαγγείλης τω ασεβεί την οδόν αυτού του αποστρέψαι απ' αυτής. 6 και ο σκοπός. την ψυχήν αυτού εξείλατο. τάδε λέγει Κύριος. και ανομία ασεβούς ου μη κακώση αυτόν εν ή αν ημέρα αποστρέψη από της ανομίας αυτού· και δίκαιος ου μη δύνηται σωθήναι. το αίμα αυτού επί της κεφαλής αυτού έσται· 5 ότι την φωνήν της σάλπιγγος ακούσας ουκ εφυλάξατο. και ακούση εκ στόματός μου λόγον.10 Και συ. 3 και ίδη την ρομφαίαν ερχομένην επί την γην και σαλπίση τη σάλπιγγι και σημάνη τω λαω. 12 ειπόν προς τους υιούς του λαού σου· δικαιοσύνη δικαίου ου μη εξελείται αυτόν εν ή αν ημέρα πλανηθή. και ούτος ότι εφυλάξατο. αύτη δια την αυτής ανομίαν ελήφθη. ή εποίησεν. ου βούλομαι τον θάνατον του ασεβούς ως το αποστρέψαι τον ασεβή από της οδού αυτού και ζήν αυτόν. και λάβη ο λαός της γης άνθρωπον ένα εξ αυτών και δώσιν αυτόν εαυτοίς εις σκοπόν. 11 ειπόν αυτοίς· ζω εγώ. αποστροφή αποστρέψατε από της οδού υμών· και ινατί αποθνήσκετε. υιε ανθρώπου. ειπόν τω οίκω Ισραήλ· ούτως ελαλήσατε λέγοντες· αι πλάναι ημών και αι ανομίαι ημών εφ' ημίν εισι και εν αυταίς ημείς τηκόμεθα· και Πως ζηζόμεθα. και ελθούσα η ρομφαία λάβη εξ αυτών ψυχήν. και μη λαλήσης του φυλάξασθαι τον ασεβή από της οδού αυτού. λάλησον τοις υιοίς του λαού σου και ερείς προς αυτούς· γη. το δε αίμα αυτού εκ της χειρός σου εκζητήσω. και επέλθη η ρομφαία και καταλάβη αυτόν. 8 εν τω ειπείν με τω αμαρτωλω· θανάτω θανατωθήση. οίκος Ισραήλ. . και ο λαός μη φυλάξηται.

και αυτά ου μη ποιήσουσιν. 30 και συ. εν αυτοίς ζήσεται. και ημείς πλείους εσμέν. 29 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος· και ποιήσω την γην αυτών έρημον. ήλθε προς με ο ανασωθείς από Ιερουσαλήμ λέγων· εάλω η πόλις. και απολείται η ύβρις της ισχύος αυτής. 28 και δώσω την γην έρημον. 31 έρχονται προς σε. οι υιοί του λαού σου οι λαλούντες περί σου παρά τα τείχη και εν τοις πυλώσι των οικιών και λαλούσιν άνθρωπος τω αδελφω αυτού λέγοντες· συνέλθωμεν και ακούσωμεν τα εκπορευόμενα παρά Κυρίου. οίκος Ισραήλ. εν προστάγμασι ζωής διαπορεύηται του μη ποιήσαι άδικον. ας ήμαρτεν. ζωή ζήσεται και ου μη αποθάνη. ημίν δέδοται η γη εις κατάσχεσιν. και οπίσω των μιασμάτων η καρδία αυτών. ό είπατε· ουκ ευθεία η οδός Κυρίου· έκαστον εν ταις οδοίς αυτού κρινώ υμάς. ου μη αναμνησθώσιν. και αποστρέψει από της αμαρτίας αυτού και ποιήσει κρίμα και δικαιοσύνην 15 και ενεχύρασμα αποδω και άρπαγμα αποτίσει. ότι κρίμα και δικαιοσύνην εποίησεν. και ανοιχθέν το στόμα μου ου συνεσχέθη έτι. και αποθανείται εν αυταίς· 19 και εν τω αποστρέψαι τον αμαρτωλόν από της ανομίας αυτού και ποιήσει κρίμα και δικαιοσύνην. και ακούσονταί σου τα ρήματα και ου μη ποιήσουσιν αυτά. α εποίησαν. και τους εν ταις τετειχισμέναις και τους εν τοις σπηλαίοις θανάτω αποκτενώ. 25 δια τούτο ειπόν αυτοίς· 27 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ζω εγώ. οι κατοικούντες τας ηρημωμένας επί της γης του Ισραήλ λέγουσιν· εις ην Αβραάμ και κατέσχε την γην. 32 και γίνη αυτοίς ως φωνή ψαλτηρίου ηδυφώνου. 33 και ηνίκα εάν έλθη. και ερημωθήσεται τα όρη του Ισραήλ δια το μη είναι διαπορευόμενον. υιε ανθρώπου. 16 πάσαι αι αμαρτίαι αυτού. 18 εν τω αποστρέψαι δίκαιον από της δικαιοσύνης αυτού και ποιήσει ανομίας. και κάθηνται εναντίον σου και ακούουσι τα ρήματά σου. ευαρμόστου. ερούσιν· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1664 . έως ήλθε προς με το πρωϊ. ως συμπορεύεται λαός. 17 και ερούσιν οι υιοί του λαού σου· ουκ ευθεία η οδός του Κυρίου· και αύτη η οδός αυτών ουκ ευθεία. 21 Και εγενήθη εν τω δωδεκάτω έτει. πέμπτη του μηνός της αιχμαλωσίας ημών. εν αυτοίς αυτός ζήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω ασεβεί· θανάτω θανατωθήση. 22 και χείρ Κυρίου εγενήθη επ' εμέ εσπέρας πριν ελθείν αυτόν και ήνοιξέ μου το στόμα. ότι ψεύδος εν τω στόματι αυτών. 23 και εγενήθη λόγος Κυρίου προς με λέγων· 24 υιε ανθρώπου. εν τω δωδεκάτω μηνί. και ερημωθήσεται δια πάντα τα βδελύγματα αυτών. ει μην οι εν ταις ηρημωμέναις μαχαίρα πεσούνται. 20 και τούτό εστιν. και οι επί προσώπου του πεδίου τοις θηρίοις του αγρού δοθήσονται εις κατάβρωμα.

10 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί τους ποιμένας και εκζητήσω τα πρόβατά μου εκ των χειρών αυτών και αποστρέψω αυτούς του μη ποιμαίνειν τα πρόβατά μου. 13 και εξάξω αυτούς εκ των εθνών και συνάξω αυτούς από των χωρών και εισάξω αυτούς εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1665 . ούτως εκζητήσω τα πρόβατά μου και απελάσω αυτά από παντός τόπου. 7 δια τούτο. λέγει Κύριος Κύριος. 5 και διεσπάρη τα πρόβατά μου δια το μη είναι ποιμένας και εγενήθη εις κατάβρωμα πάσι τοις θηρίοις του αγρού. 4 το ησθενηκός ουκ ενισχύσατε και το κακώς έχον ουκ εσωματοποιήσατε και το συντετριμμένον ου κατεδήσατε και το πλανώμενον ουκ επεστρέψατε και το απολωλός ουκ εζητήσατε και το ισχυρόν κατηργάσασθε μόχθω. παρά το μη είναι ποιμένας. και ουκ έσονται αυτοίς έτι εις κατάβρωμα. 3 ιδού το γάλα κατέσθετε και τα έρια περιβάλλεσθε και το παχύ σφάζετε και τα πρόβατά μου ου βόσκετε. ποιμένες. και ουκ ην ο εκζητών ουδέ ο αποστρέφων. ποιμένες. προφήτευσον και ειπόν τοις ποιμέσι· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ω ποιμένες Ισραήλ. και εβόσκησαν οι ποιμένες εαυτούς. τα δε πρόβατά μου ουκ εβόσκησαν. ακούσατε λόγον Κυρίου· 8 ζω εγώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ιδού ήκει· και γνώσονται ότι προφήτης ην εν μέσω αυτών. 12 ωσπερ ζητεί ο ποιμήν το ποίμνιον αυτού εν ημέρα. ου τα πρόβατα βόσκουσιν οι ποιμένες. ει μην αντί του γενέσθαι τα πρόβατά μου εις προνομήν και γενέσθαι τα πρόβατά μου εις κατάβρωμα πάσι τοις θηρίοις του πεδίου. 9 αντί τούτου. και ουκ εξεζήτησαν οι ποιμένες τα πρόβατά μου. όταν ή γνόφος και νεφέλη εν μέσω προβάτων διακεχωρισμένων. ου διεσπάρησαν εκεί εν ημέρα νεφέλης και γνόφου. 11 διότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ εκζητήσω τα πρόβατά μου και επισκέψομαι αυτά. 6 και διεσπάρη τα πρόβατά μου εν παντί όρει και επί παν βουνόν υψηλόν και επί προσώπου πάσης της γης διεσπάρη. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. και ου βοσκήσουσιν έτι οι ποιμένες αυτά· και εξελούμαι τα πρόβατά μου εκ του στόματος αυτών. προφήτευσον επί τους ποιμένας του Ισραήλ. μη βόσκουσι ποιμένες εαυτούς.

και έσται αυτών ποιμήν· 24 και εγώ Κύριος έσομαι αυτοίς εις Θεόν. υετόν ευλογίας. 20 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ διακρινώ αναμέσον προβάτου ισχυρού και αναμέσον προβάτου ασθενούς. και το λοιπόν τοις ποσίν υμών εταράσσετε. και Δαυίδ άρχων εν μέσω αυτών· εγώ Κύριος ελάλησα. και εν νομή πίονι βοσκηθήσονται επί των ορέων Ισραήλ. τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ διακρινώ αναμέσον προβάτου και προβάτου. πρόβατα. 18 και ουχ ικανόν υμίν ότι την καλήν νομήν ενέμεσθε. και κρινώ αναμέσον κριού προς κριόν. τάδε λέγει Κύριος Κύριος· 16 το απολωλός ζητήσω και το πλανώμενον επιστρέψω και το συντετριμμένον καταδήσω και το εκλείπον ενισχύσω και το ισχυρόν φυλάξω και βοσκήσω αυτά μετά κρίματος. και ουκ έσται ο εκφοβών αυτούς. λέγει Κύριος Κύριος. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος εν τω συντρίψαι με τον ζυγόν αυτών· και εξελούμαι αυτούς εκ χειρός των καταδουλωσαμένων αυτούς. 29 και αναστήσω αυτοίς φυτόν ειρήνης. 26 και δώσω αυτούς περικύκλω του όρους μου· και δώσω τον υετόν υμίν. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. τον δούλόν μου Δαυίδ. 31 πρόβατά μου και πρόβατα ποιμνίου μου εστε. 15 εγώ βοσκήσω τα πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω αυτά. 28 και ουκ έσονται έτι εν προνομή τοις έθνεσι. και τα κατάλοιπα της νομής υμών κατεπατείτε τοις ποσίν υμών. και τα θηρία της γης ουκέτι μη φάγωσιν αυτούς· και κατοικήσουσιν εν ελπίδι. 27 και τα ξύλα τα εν τω πεδίω δώσει τον καρπόν αυτών. και αυτοί λαός μου. και κατοικήσουσιν επί της γης αυτών εν ελπίδι ειρήνης. 30 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών. και εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1666 . 23 και αναστήσω επ' αυτούς ποιμένα ένα και ποιμανεί αυτούς. 17 και υμείς. 25 και διαθήσομαι τω Δαυίδ διαθήκην ειρήνης και αφανιώ θηρία πονηρά από της γης. και το καθεστηκός ύδωρ επίνετε. 19 και τα πρόβατά μου τα πατήματα των ποδών υμών ενέμοντο και το τεταραγμένον ύδωρ υπό των ποδών υμών έπινον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την γην αυτών και βοσκήσω αυτούς επί τα όρη Ισραήλ και εν ταις φάραγξι και εν πάση κατοικία της γης· 14 εν νομή αγαθή βοσκήσω αυτούς και εν τω όρει τω υψηλω Ισραήλ έσονται αι μάνδραι αυτών· εκεί κοιμηθήσονται και εκεί αναπαύσονται εν τρυφή αγαθή. 22 και σώσω τα πρόβατά μου. 21 επί ταις πλευραίς και τοις ώμοις υμών διωθείσθε και τοις κέρασιν υμών εκερατίζετε και παν το εκλείπον εξεθλίβετε. οίκος Ισραήλ. και κατοικήσουσιν εν τη ερήμω και υπνώσουσιν εν τοις δρυμοίς. και ουκέτι έσονται απολλύμενοι λιμω επί της γης και ονειδισμόν εθνών ου μη ενέγκωσιν έτι. κριών και τράγων. και η γη δώσει την ισχύν αυτής. και ου μη ώσιν έτι εις προνομήν.

λέγει Κύριος Κύριος. λέγει Κύριος. 9 ερημίαν αιώνιον θήσομαί σε. όρος Σηείρ. 5 αντί του γενέσθαι σε εχθράν αιωνίαν και ενεκάθισας τω οίκω Ισραήλ δόλω. εν χειρί εχθρών μαχαίρα εν καιρω αδικίας επ' εσχάτω. ηνίκα αν κρινώ σε. 11 δια τούτο. εις αίμα ήμαρτες. 14 τάδε λέγει Κύριος· εν τη ευφροσύνη πάσης της γης έρημον ποιήσω σε. 10 δια το είπείν σε· τα δύο έθνη και αι δύο χώραι εμαί έσονται και κληρονομήσω αυτάς. ότι είπας· τα όρη Ισραήλ έρημα. όρος Σηείρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1667 . 12 και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος. 6 δια τούτο. και Κύριος εκεί εστι. ει μην. και εκτενώ την χείρά μου επί σε και δώσω σε εις έρημον και ερημωθήση. επίστρεψον το πρόσωπόν σου επ' όρος Σηείρ και προφήτευσον εις αυτό 3 και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί σε. και εν πάσι τοις πεδίοις σου τετραυματισμένοι μαχαίρα πεσούνται εν σοί. ζω εγώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Κύριος ο Θεός υμών. και συ έρημος έση· και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. και πάσα η Ιδουμαία εξαναλωθήσεται· και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών. 4 και ταις πόλεσί σου ερημίαν ποιήσω. ήκουσα της φωνής των βλασφημιών σου. και αι πόλεις σου ου μη κατοικηθώσιν έτι· και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος. 15 έρημον έση. λέγει Κύριος Κύριος. ζω εγώ. και ποιήσω σοι κατά την έχθραν σου και γνωσθήσομαί σοι. 7 και δώσω το όρος Σηείρ εις έρημον και ηρημωμένον και απολώ απ' αυτού ανθρώπους και κτήνη 8 και εμπλήσω των τραυματιών τους βουνούς σου και τας φάραγγάς σου. ημίν δέδοται εις κατάβρωμα· 13 και εμεγαλορρημόνησας επ' εμέ τω στόματί σου· εγώ ήκουσα. και αίμα διώξεταί σε.

10 και πληθυνώ εφ' υμάς ανθρώπους. τον λαόν μου Ισραήλ. ότι ελπίζουσι του ελθείν. προφήτευσον επί τα όρη Ισραήλ και ειπόν τοις όρεσι του Ισραήλ· ακούσατε λόγον Κυρίου· 2 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ανθ' ων είπεν εφ' υμάς ο εχθρός· εύγε έρημα αιώνια εις κατάσχεσιν ημίν εγενήθη. όρη Ισραήλ. 4 δια τούτο όρη Ισραήλ. ότι έδωκαν την γην μου εαυτοίς εις κατάσχεσιν μετ' ευφροσύνης ατιμάσαντες ψυχάς του αφανίσαι εν προνομή. την σταφυλήν και τον καρπόν υμών καταφάγεται ο λαός μου. και κληρονομήσουσιν υμάς. και κατεργασθήσεσθε και σπαρήσεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ συ υιε ανθρώπου. ακούσατε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος τοις όρεσι και τοις βουνοίς και τοις χειμάρροις και ταις φάραγξι και τοις εξηρημωμένοις και ηφανισμένοις και ταις πόλεσι ταις εγκαταλελειμμέναις. 14 δια τούτο ανθρώπους ουκέτι φάγεσαι και το έθνος σου ουκ ατεκνώσεις έτι. αι εγένοντο εις προνομήν και εις καταπάτημα τοις καταλειφθείσιν έθνεσι περικύκλω· 5 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ει μην εν πυρί θυμού μου ελάλησα επί τα λοιπά έθνη και επί την Ιδουμαίαν πάσαν. ούτοι την ατιμίαν αυτών λήψονται· 8 υμών δε. 9 ότι ιδού εγώ εφ' υμάς και επιβλέψω εφ' υμάς. λέγει Κύριος Κύριος. 6 δια τούτο προφήτευσον επί την γην του Ισραήλ και ειπόν τοις όρεσι και τοις βουνοίς και ταις φάραγξι και ταις νάπαις· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εν τω ζήλω μου και εν τω θυμω μου ελάλησα. 11 και πληθυνώ εφ' υμάς ανθρώπους και κτήνη και κατοικιώ υμάς ως το εν αρχή υμών και εύ ποιήσω υμάς ωσπερ τα έμπροσθεν υμών· και γνώσεσθε ότι εγώ ειμι Κύριος. 15 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1668 . 7 δια τούτο εγώ αρώ την χείρά μου επί τα έθνη τα περικύκλω υμών. 12 και γεννήσω εφ' υμάς ανθρώπους. 13 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ανθ' ων είπάν σοι· κατέσθουσα ανθρώπους ει και ητεκνωμένη υπό του έθνους σου εγένου. παν οίκον Ισραήλ εις τέλος· και κατοικηθήσονται αι πόλεις και η ηρημωμένη οικοδομηθήσεται. και έσεσθε αυτοίς εις κατάσχεσιν· και ου μη προστεθήτε έτι ατεκνωθήναι απ' αυτών. 3 δια τούτο προφήτευσον και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· αντί του ατιμασθήναι υμάς και μισηθήναι υμάς υπό των κύκλω υμών του είναι υμάς εις κατάσχεσιν τοις καταλοίποις έθνεσι και ανέβητε λάλημα γλώσση και εις ονείδισμα έθνεσι. αντί του ονειδισμούς εθνών ενέγκαι υμάς.

και τα κρίματά μου φυλάξησθε και ποιήσητε. 20 και εισήλθοσαν εις τα έθνη. γνωστόν έσται υμίν· αισχύνθητε και εντράπητε εκ των οδών υμών. 29 και σώσω υμάς εκ πασών των ακαθαρσιών υμών και καλέσω τον σίτον 30 και πληθυνώ αυτόν και ου δώσω εφ' υμάς λιμόν· και πληθυνώ τον καρπόν του ξύλου και τα γεννήματα του αγρού. και καθαριώ υμάς. ου εισήλθετε εκεί. 31 και μνησθήσεσθε τας οδούς υμών τας πονηράς και τα επιτηδεύματα υμών τα μη αγαθά και προσοχθιείτε κατά πρόσωπον αυτών εν ταις ανομίαις υμών και επί τοις βδελύγμασιν αυτών. αλλ' ή δια το όνομά μου το άγιον. και καθαρισθήσεσθε από πασών των ακαθαρσιών υμών και από πάντων των ειδώλων υμών. και έσεσθέ μοι εις λαόν. 26 και δώσω υμίν καρδίαν καινήν και πνεύμα καινόν δώσω εν υμίν και αφελώ την καρδίαν την λιθίνην εκ της σαρκός υμών και δώσω υμίν καρδίαν σαρκίνην. 33 τάδε λέγει Αδωναϊ Κύριος· εν ημέρα. και ονειδισμούς λαών ου μη ανενέγκητε έτι. 27 και το πνεύμά μου δώσω εν υμίν και ποιήσω ίνα εν τοις δικαιώμασί μου πορεύησθε. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1669 . ου εισήλθοσαν εκεί. 23 και αγιάσω το όνομά μου το μέγα το βεβηλωθέν εν τοις έθνεσιν. 22 δια τούτο ειπόν τω οίκω Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ουχ υμίν εγώ ποιώ. οίκος Ισραήλ. 32 ου δι' υμάς εγώ ποιώ. 18 και εξέχεα τον θυμόν μου επ' αυτούς 19 και διέσπειρα αυτούς εις τα έθνη και ελίκμησα αυτούς εις τας χώρας· κατά την οδόν αυτών και κατά την αμαρτίαν αυτών έκρινα αυτούς. λέγει Κύριος Κύριος. και εγώ έσομαι υμίν εις Θεόν. οίκος Ισραήλ. 24 και λήψομαι υμάς εκ των εθνών και αθροίσω υμάς εκ πασών των γαιών και εισάξω υμάς εις την γην υμών. ή καθαριώ υμάς εκ πασών ανομιών υμών. ό εβεβηλώσατε εν τοις έθνεσιν. 25 και ρανώ εφ' υμάς καθαρόν ύδωρ. όπως αν μη λάβητε ονειδισμόν λιμού εν τοις έθνεσι. ό εβεβηλώσατε εν μέσω αυτών. 28 και κατοικήσετε επί της γης. ό εβεβήλωσαν οίκος Ισραήλ εν τοις έθνεσιν. οίκος Ισραήλ κατώκησεν επί της γης αυτών και εμίαναν αυτήν εν τη οδω αυτών και εν τοις ειδώλοις αυτών και εν ταις ακαθαρσίαις αυτών· κατά την ακαθαρσίαν της αποκαθημένης εγενήθη η οδός αυτών προ προσώπου μου. και εβεβήλωσαν το όνομά μου το άγιον εν τω λέγεσθαι αυτούς· λαός Κυρίου ούτοι και εκ της γης αυτού εξεληλύθασι. ης έδωκα τοις πατράσιν υμών. 16 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 17 υιε ανθρώπου. λέγει Κύριος Κύριος. και γνώσονται τα έθνη ότι εγώ ειμι Κύριος εν τω αγιασθήναί με εν υμίν κατ' οφθαλμούς αυτών. 21 και εφεισάμην αυτών δια το όνομά μου το άγιον. ου εισήλθοσαν εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουκ ακουσθήσεται ουκέτι εφ' υμάς ατιμία εθνών.

και αι πόλεις αι έρημοι και ηφανισμέναι και κατεσκαμμέναι οχυραί εκάθισαν. ει ζήσεται τα οστέα ταύτα. και πνεύμα ουκ ην επ' αυτοίς. και τούτο ην μεστόν οστέων ανθρωπίνων· 2 και περιήγαγέ με επ' αυτά κυκλόθεν κύκλω. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΚΑΙ εγένετο επ' εμέ χείρ Κυρίου. όσα αν καταλειφθώσι κύκλω υμών. 8 και είδον και ιδού επ' αυτά νεύρα και σάρκες εφύοντο. εγώ Κύριος ελάλησα και ποιήσω. 34 και η γη η ηφανισμένη εργασθήσεται. και προσήγαγε τα οστά εκάτερον προς την αρμονίαν αυτού. ανθ' ων ότι ηφανισμένη εγενήθη κατ' οφθαλμούς παντός παροδεύοντος. ως πρόβατα Ιερουσαλήμ εν ταις εορταίς αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατοικιώ τας πόλεις. και ζήσεσθε· και γνώσεσθε ότι εγώ ειμι Κύριος. 3 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. και ιδού πολλά σφόδρα επί προσώπου του πεδίου. και οικοδομηθήσονται έρημοι. και ειπόν τω πνεύματι· τάδε λέγει Κύριος· εκ των τεσσάρων πνευμάτων ελθέ και εμφύσησον εις τους νεκρούς τούτους. 7 και επροφήτευσα καθώς ενετείλατό μοι. 9 και είπε προς με· προφήτευσον επί το πνεύμα. 37 τάδε λέγει Αδωναϊ Κύριος· έτι τούτο ζητηθήσομαι τω οίκω Ισραήλ του ποιήσαι αυτοίς· πληθυνώ αυτούς ως πρόβατα ανθρώπους. και εξήγαγέ με εν πνεύματι Κύριος και έθηκέ με εν μέσω του πεδίου. και εγένετο εν τω εμέ προφητεύσαι και ιδού σεισμός. και ζησάτωσαν. υιε ανθρώπου. και γνώσονται ότι εγώ Κύριος. 35 και ερούσιν· η γη εκείνη η ηφανισμένη εγενήθη ως κήπος τρυφής. 38 ως πρόβατα άγια. 5 τάδε λέγει Κύριος τοις οστέοις τούτοις· ιδού εγώ φέρω εφ' υμάς πνεύμα ζωής 6 και δώσω εφ' υμάς νεύρα και ανάξω εφ' υμάς σάρκας. προφήτευσον. ότι εγώ Κύριος ωκοδόμησα τας καθηρημένας και κατεφύτευσα τας ηφανισμένας. ακούσατε λόγον Κυρίου. ξηρά σφόδρα. 4 και είπε προς με· προφήτευσον επί τα οστά ταύτα και ερείς αυτοίς· τα οστά τα ξηρά. και εκτενώ εφ' υμάς δέρμα και δώσω πνεύμά μου εις υμάς. ούτως έσονται αι πόλεις αι έρημοι πλήρεις προβάτων ανθρώπων. 10 και επροφήτευσα καθότι ενετείλατό μοι· και εισήλθεν εις αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1670 . και είπα· Κύριε Κύριε. και ανέβαινεν επ' αυτά δέρμα επάνω. 36 και γνώσονται τα έθνη. συ επίστη ταύτα.

και εγώ Κύριος έσομαι αυτοίς εις Θεόν. και ζήσεσθε. 21 και ερείς αυτοίς· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ λαμβάνω πάντα οίκον Ισραήλ εκ μέσου των εθνών. ου κατώκησαν εκεί οι πατέρες αυτών· και κατοικήσουσιν επ' αυτής αυτοί. και Δαυίδ ο δούλός μου άρχων αυτών έσται εις τον αιώνα. τα οστά ταύτα πας οίκος Ισραήλ εστι. και θήσομαι υμάς επί την γην υμών. απόλωλεν η ελπίς ημών. 15 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 16 υιε ανθρώπου. και έζησαν και έστησαν επί των ποδών αυτών. ου εισήλθοσαν εκεί. 18 και έσται όταν λέγωσι προς σε οι υιοί του λαού σου· ουκ αναγγέλλεις ημίν τι εστι ταύτά σοι. και ουκ έσονται έτι εις δύο έθνη. και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος· λελάληκα και ποιήσω. διαπεφωνήκαμεν. 17 και συνάψεις αυτάς προς αλλήλας σαυτω εις ράβδον μίαν του δήσαι αυτάς. και ρύσομαι αυτούς από πασών των ανομιών αυτών. 14 και δώσω πνεύμά μου εις υμάς. εφ' αις συ έγραψας επ' αυταίς. 24 και ο δούλός μου Δαυίδ άρχων εν μέσω αυτών έσται ποιμήν εις πάντων· ότι εν τοις προστάγμασί μου πορεύσονται και τα κρίματά μου φυλάξονται και ποιήσουσιν αυτά. εν τη χειρί σου ενώπιον αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το πνεύμα. 23 ίνα μη μιαίνωνται έτι εν τοις ειδώλοις αυτών. και συνάξω αυτούς από πάντων των περικύκλω αυτών και εισάξω αυτούς εις την γην του Ισραήλ· 22 και δώσω αυτούς εις έθνος εν εν τη γη μου και εν τοις όρεσιν Ισραήλ. 11 και ελάλησε Κύριος προς με λέγων· υιε ανθρώπου. ράβδον Εφραίμ και πάντας τους υιούς Ισραήλ τους προστεθέντας προς αυτόν. συναγωγή πολλή σφόδρα. 12 δια τούτο προφήτευσον και ειπόν προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ ανοίγω τα μνήματα υμών και ανάξω υμάς εκ των μνημάτων υμών και εισάξω υμάς εις την γην του Ισραήλ. 26 και διαθήσομαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1671 . και έσονται εις ράβδον μίαν τη χειρί Ιούδα. λαβέ σεαυτω ράβδον και γράψον επ' αυτήν τον Ιούδαν και τους υιούς Ισραήλ τους προσκειμένους επ' αυτόν· και ράβδον δευτέραν λήψη σεαυτω και γράψεις αυτήν τω Ιωσήφ. την δια χειρός Εφραίμ. 25 και κατοικήσουσιν επί της γης αυτών. ων ημάρτοσαν εν αυταίς. και αυτοί λέγουσι· ξηρά γέγονε τα οστά ημών. και έσονταί μοι εις λαόν. και έσονται εν τη χειρί σου. ουδέ μη διαιρεθώσιν ουκέτι εις δύο βασιλείας. και τας φυλάς Ισραήλ τας προσκειμένας προς αυτόν και δώσω αυτούς επί την φυλήν Ιούδα. 20 και έσονται αι ράβδοι. λέγει Κύριος. 19 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ λήψομαι την φυλήν Ιωσήφ. ην εγώ δέδωκα τω δούλω μου Ιακώβ. 13 και γνώσεσθε ότι εγώ ειμι Κύριος εν τω ανοίξαί με τους τάφους υμών του αναγαγείν με εκ των τάφων τον λαόν μου. και καθαριώ αυτούς. και άρχων εις έσται αυτών.

και πάσα η συναγωγή σου η συνηγμένη μετά σου και έση μοι εις προφυλακήν. και αυτοί μου έσονται λαός. 27 και έσται η κατασκήνωσίς μου εν αυτοίς. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. 8 αφ' ημερών πλειόνων ετοιμασθήσεται και επ' εσχάτου ετών ελεύσεται και ήξει εις την γην την απεστραμμένην από μαχαίρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς διαθήκην ειρήνης. Μοσόχ και Θοβέλ. ίππους και ιππείς ενδεδυμένους θώρακας πάντας. 12 προνομεύσαι προνομήν και σκύλα σκυλεύσαι αυτών. πάντες περικεφαλαίαις και πέλταις. πάντας κατοικούντας γην. κατοικούντας επί τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1672 . 28 και γνώσονται τα έθνη ότι εγώ ειμι Κύριος ο αγιάζων αυτούς εν τω είναι τα άγιά μου εν μέσω αυτών εις τον αιώνα. ή εγενήθη έρημος δι' όλου· και ούτος εξ εθνών εξελήλυθε και κατοικήσουσιν επ' ειρήνης άπαντες. στήρισον το πρόσωπόν σου επί Γώγ και την γην του Μαγώγ. ήξω επί ησυχάζοντας εν ησυχία και οικούντας επ' ειρήνης. εν ή ουχ υπάρχει τείχος ουδέ μοχλοί. άρχοντα Ρώς. και θύραι ουκ εισίν αυτοίς. και επ' έθνος συνηγμένον από εθνών πολλών. 10 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· και έσται εν τη ημέρα εκείνη αναβήσεται ρήματα επί την καρδίαν σου. και προφήτευσον επ' αυτόν 3 και ειπόν αυτω τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί σε Γώγ άρχοντα Ρώς. πέλται και περικεφαλαίαι και μάχαιραι. συνηγμένων από εθνών πολλών. 6 Γομέρ και πάντες οι περί αυτόν. 9 και αναβήση ως υετός και ήξεις ως νεφέλη κατακαλύψαι γην και έση συ και πάντες οι περί σε και έθνη πολλά μετά σου. πεποιηκότας κτήσεις. διαθήκη αιωνία έσται μετ' αυτών· και θήσω τα άγιά μου εν μέσω αυτών εις τον αιώνα. του επιστρέψαι χείράς μου εις την ηρημωμένην. Μοσόχ και Θοβέλ 4 και συνάξω σε και πάσαν την δύναμίν σου. και έσομαι αυτοίς Θεός. ή κατωκίσθη. επί γην Ισραήλ. ετοίμασον σεαυτόν συ. οίκος του Θεργαμά απ' εσχάτου βορρά και πάντες οι περί αυτόν. και έθνη πολλά μετά σου· 7 ετοιμάσθητι. και λογιή λογισμούς πονηρούς 11 και ερείς· αναβήσομαι επί γην απερριμμένην. 5 Πέρσαι και Αιθίοπες και Λίβυες. συναγωγή πολλή.

λέγει Κύριος Κύριος. 20 και σεισθήσονται από προσώπου Κυρίου οι ιχθύες της θαλάσσης και τα πετεινά του ουρανού και τα θηρία του πεδίου και πάντα τα ερπετά τα έρποντα επί της γης. ίνα γνώσι πάντα τα έθνη εμέ εν τω αγιασθήναί με εν σοί ενώπιον αυτών. και πάντες οι άνθρωποι οι επί προσώπου της γης. και παν τείχος επί την γην πεσείται. εν ημέρα. 16 και αναβήση επί τον λαόν μου Ισραήλ ως νεφέλη καλύψαι γην· επ' εσχάτων των ημερών έσται. εν πυρί της οργής μου ελάλησα. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ 1 ΚΑΙ συ. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. 18 και έσται εν τη ημέρα εκείνη. λέγει Κύριος· μάχαιρα ανθρώπου επί τον αδελφόν αυτού έσται. και ανάξω σε επί την γην μου. και ραγήσεται τα όρη και πεσούνται αι φάραγγες. 22 και κρινώ αυτόν θανάτω και αίματι και υετω κατακλύζοντι και λίθοις χαλάζης. αναβήσεται ο θυμός μου 19 και ο ζήλός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ομφαλόν της γης. ει μην εν τη ημέρα εκείνη έσται σεισμός μέγας επί γης Ισραήλ. προφήτευσον επί Γώγ και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί σε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1673 . υιε ανθρώπου. του αναγαγείν σε επ' αυτούς. 21 και καλέσω επ' αυτόν παν φόβον. εν ταις ημέραις εκείναις και έτεσι. αναβάται ίππων πάντες. συνήγαγες συναγωγήν σου λαβείν αργύριον και χρυσίον. συναγωγή μεγάλη και δύναμις πολλή. 13 Σαββά και Δαιδάν και έμποροι Καρχηδόνιοι και πάσαι αι κώμαι αυτών ερούσί σοι· εις προνομήν του προνομεύσαι συ έρχη και σκυλεύσαι σκύλα. 15 και ήξεις εκ του τόπου σου απ' εσχάτου βορρά και έθνη πολλά μετά σου. και ειπόν τω Γώγ· τάδε λέγει Κύριος· ουκ εν τη ημέρα εκείνη εν τω κατοικισθήναι τον λαόν μου Ισραήλ επ' ειρήνης εγερθήση. 17 τάδε λέγει Κύριος Κύριος τω Γώγ· συ ει περί ου ελάλησα προ ημερών των έμπροσθεν δια χειρός των δούλων μου των προφητών του Ισραήλ. υιε ανθρώπου. ή αν έλθη Γώγ επί την γην του Ισραήλ. 14 δια τούτο προφήτευσον. 23 και μεγαλυνθήσομαι και αγιασθήσομαι και ενδοξασθήσομαι και γνωσθήσομαι εναντίον εθνών πολλών. και πυρ και θείον βρέξω επ' αυτόν και επί πάντας τους μετ' αυτού και επ' έθνη πολλά μετ' αυτού. απενέγκασθαι κτήσιν του σκυλεύσαι σκύλα.

λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. και κατοικηθήσονται αι νήσοι επ' ειρήνης· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. και γνώση ότι έσται. πέλταις και κοντοίς και τόξοις και τοξεύμασι και ράβδοις χειρών και λόγχαις· και καύσουσιν εν αυτοίς πυρ επτά έτη. θυσίαν μεγάλην επί τα όρη Ισραήλ. εν ή ελάλησα. παντί πετεινω και πάσι τοις θηρίοις του πεδίου δέδωκά σε καταβρωθήναι. αλλ' ή τα όπλα κατακαύσουσι πυρί· και προνομεύσουσι τους προνομεύσαντας αυτούς και σκυλεύσουσι τους σκυλεύσαντας αυτούς. 17 και συ. εν επταμήνω· και κατορύξουσιν αυτούς πας ο λαός της γης. 6 και αποστελώ πυρ επί Γώγ. και ου βεβηλωθήσεται το όνομά μου το άγιον ουκέτι· και γνώσονται τα έθνη ότι εγώ ειμι Κύριος άγιος εν Ισραήλ. έως ότου θάψωσιν αυτό οι θάπτοντες εις το γαί το πολυάνδριον του Γώγ· 16 και γαρ το όνομα της πόλεως Πολυάνδριον· και καθαρισθήσεται η γη. ότι εγώ ελάλησα. και τα έθνη τα μετά σου δοθήσονται εις πλήθη ορνέων. Μοσόχ και Θοβέλ 2 και συνάξω σε και καθοδηγήσω σε και αναβιβώ σε επ' εσχάτου του βορρά και ανάξω σε επί τα όρη τα Ισραήλ. 18 κρέα γιγάντων φάγεσθε και αίμα αρχόντων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1674 . καθαρίσαι αυτήν μετά την επτάμηνον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γώγ άρχοντα Ρώς. 5 επί προσώπου του πεδίου πεσή. 15 και πας ο διαπορευόμενος την γην και ιδών οστούν ανθρώπου οικοδομήσει παρ' αυτω σημείον. 8 ιδού ήκει. και κληθήσεται Τό γαί το πολυάνδριον του Γώγ. λέγει Κύριος. 12 και κατορύξουσιν εκεί τον Γώγ και παν το πλήθος αυτού. 10 και ου μη λάβωσι ξύλα εκ του πεδίου ουδέ μη κόψωσιν εκ των δρυμών. ίνα καθαρισθή η γη. και πεσή συ και πάντες οι περί σε. και εκζητήσουσι. υιε ανθρώπου. ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ειπόν παντί ορνέω πετεινω και προς πάντα τα θηρία του πεδίου· συνάχθητε και έρχεσθε. και περιοικοδομήσουσι το περιστόμιον της φάραγγος. το πολυάνδριον των επελθόντων προς τη θαλάσση. και έσται αυτοίς ονομαστόν ή ημέρα εδοξάσθη. 7 και το όνομά μου το άγιον γνωσθήσεται εν μέσω λαού μου Ισραήλ. συνάχθητε από πάντων των περικύκλω επί την θυσίαν μου ην τέθυκα υμίν. 9 και εξελεύσονται οι κατοικούντες τας πόλεις Ισραήλ και καύσουσιν εν τοις όπλοις. και φάγεσθε κρέα και πίεσθε αίμα. 11 και έσται εν τη ημέρα εκείνη δώσω τω Γώγ τόπον ονομαστόν. 3 και απολώ το τόξον σου από της χειρός σου της αριστεράς και τα τοξεύματά σου από της χειρός σου της δεξιάς και καταβαλώ σε 4 επί τα όρη Ισραήλ. 13 και κατορύξουσιν αυτούς οίκος Ισραήλ. λέγει Κύριος Κύριος· αύτη εστίν η ημέρα. 14 και άνδρας δια παντός διαστελούσιν επιπορευομένους την γην θάψαι τους καταλελειμμένους επί προσώπου της γης. μνημείον εν Ισραήλ.

και οι μόσχοι εστεατωμένοι πάντες. 22 και γνώσονται οίκος Ισραήλ ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών από της ημέρας ταύτης και επέκεινα. 19 και φάγεσθε στέαρ εις πλησμονήν και πίεσθε αίμα εις μέθην από της θυσίας μου. 29 και ουκ αποστρέψω ουκέτι το πρόσωπόν μου απ' αυτών. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω πέμπτω και εικοστω έτει της αιχμαλωσίας ημών. ανθ' ων ηθέτησαν εις εμέ. 20 και εμπλησθήσεσθε επί της τραπέζης μου ίππον και αναβάτην. γίγαντα και πάντα άνδρα πολεμιστήν. και έπεσαν πάντες μαχαίρα. δεκάτη του μηνός. και όψονται πάντα τα έθνη την κρίσιν μου. και επ' αυτού ωσεί οικοδομή πόλεως απέναντι. εν τη ημέρα εκείνη εγένετο επ' εμέ χείρ Κυρίου και ήγαγέ με· 2 εν οράσει Θεού εις την γην του Ισραήλ και έθηκέ με επ' όρους υψηλού σφόδρα. 27 εν τω αποστρέψαι με αυτούς εκ των εθνών και συναγαγείν με αυτούς εκ των χωρών των εθνών και αγιασθήσομαι εν αυτοίς ενώπιον των εθνών. εν τω κατοικισθήναι αυτούς επί την γην αυτών επ' ειρήνης. λέγει Κύριος Κύριος. ην επήγαγον επ' αυτούς. εν τω πρώτω μηνί. ην εποίησα. λέγει Κύριος. και ουκ έσται ο εκφοβών. 26 και λήψονται την ατιμίαν αυτών και την αδικίαν. 3 και εισήγαγέ με εκεί. και η όρασις αυτού ην ωσεί όρασις χαλκού στίλβοντος. ανθ' ου εξέχεα τον θυμόν μου επί τον οίκον Ισραήλ. κριούς και μόσχους και τράγους. ην ηδίκησαν. και απέστρεψα το πρόσωπόν μου απ' αυτών και παρέδωκα αυτούς εις χείρας των εχθρών αυτών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1675 . ης έθυσα υμίν. 25 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· νυν αποστρέψω την αιχμαλωσίαν Ιακώβ και ελεήσω τον οίκον Ισραήλ και ζηλώσω δια το όνομα το άγιόν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της γης πίεσθε. 24 κατά τας ακαθαρσίας αυτών και κατά τα ανομήματα αυτών εποίησα αυτοίς και απέστρεψα το πρόσωπόν μου απ' αυτών. 23 και γνώσονται πάντα τα έθνη ότι δια τας αμαρτίας αυτών ηχμαλωτεύθησαν οίκος Ισραήλ. και την χείρά μου. 28 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών εν τω επιφανήναί με αυτοίς εν τοις έθνεσι. εν τω τεσσαρεσκαιδεκάτω έτει μετά το αλώναι την πόλιν. 21 και δώσω την δόξαν μου εν υμίν. και ιδού ανήρ.

και αυτός ειστήκει επί της πύλης. το τε μήκος αυτής και το πλάτος. 18 και αι στοαί κατά νώτου των πυλών. και ίσον τω καλάμω πλάτος και το αιλάμ του πυλώνος πλησίον του αιλάμ της πύλης 8 πηχών οκτώ 9 και τα αιλεύ πηχών δύο και το αιλάμ της πύλης έσωθεν 10 και τα θεέ της πύλης του θεέ κατέναντι τρεις ένθεν και τρεις ένθεν και μέτρον εν τοις τρισί και μέτρον εν τοις αιλάμ ένθεν και ένθεν. 4 και είπε προς με ο ανήρ· εώρακας. και διεμέτρησεν αυτήν. υιε ανθρώπου. τριάκοντα παστοφόρια εν τοις περιστύλοις. πλάτος ίσον τω καλάμω και το ύψος αυτού ίσον τω καλάμω. 21 και τα θεέ τρεις ένθεν και τρεις ένθεν και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ και τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1676 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τη χειρί αυτού ην σπαρτίον οικοδόμων και κάλαμος μέτρου. 12 και πήχυς επισυναγόμενος επί πρόσωπον των θεείμ ένθεν και ένθεν. εν τοις οφθαλμοίς σου ιδέ και εν τοις ωσί σου άκουε και τάξον εις την καρδίαν σου πάντα. κατά το μήκος των πυλών το περίστυλον το υποκάτω. 17 και εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν. και ωσαύτως τοις αιλάμ θυρίδες κύκλω έσωθεν. το μέτρον πηχών εξ εν πήχει και παλαιστής. 20 και ιδού πύλη βλέπουσα προς βορράν τη αυλή τη εξωτέρα. διότι ένεκα του δείξαί σοι εισελήλυθας ώδε και δείξεις πάντα. 6 και εισήλθεν εις την πύλην την βλέπουσαν κατά ανατολάς εν επτά αναβαθμοίς και διεμέτρησε το αιλάμ της πύλης ίσον τω καλάμω 7 και το θεέ ίσον τω καλάμω το μήκος και ίσον τω καλάμω το πλάτος και το αιλάμ αναμέσον του θεηλαθά πηχών εξ και το θεέ το δεύτερον ίσον τω καλάμω το πλάτος και ίσον τω καλάμω το μήκος και το αιλάμ πηχέων πέντε και το θεέ το τρίτον ίσον τω καλάμω το μήκος. της βλεπούσης κατά ανατολάς. και ιδού παστοφόρια και περίστυλα κύκλω της αυλής. και ήγαγέ με επί βορράν. είκοσι θεείμ της πύλης κύκλω· 15 και το αίθριον της πύλης έξωθεν εις το αίθριον αιλάμ της πύλης έσωθεν πηχών πεντήκοντα· 16 και θυρίδες κρυπταί επί το θεείμ και επί τα αιλάμ έσωθεν της πύλης της αυλής κυκλόθεν. και επί το αιλάμ φοίνικες ένθεν και ένθεν. και διεμέτρησε το προτείχισμα. όσα συ οράς. 13 και διεμέτρησε την πύλην από του τοίχου του θεέ επί τον τοίχον του θεέ πλάτος πήχεις είκοσι και πέντε. 5 Και ιδού περίβολος έξωθεν του οίκου κύκλω· και εν τη χειρί του ανδρός κάλαμος. όσα εγώ δεικνύω σοι. πήχεις εκατόν. τω οίκω του Ισραήλ. 11 και διεμέτρησε το πλάτος της θύρας του πυλώνος πηχών δέκα και το εύρος του πυλώνος πηχών δεκατριών. και το θεέ πηχών εξ ένθεν και πηχών εξ ένθεν. αύτη πύλη επί πύλην· 14 και το αίθριον του αιλάμ της πύλης εξήκοντα πήχεις. 19 και διεμέτρησε το πλάτος της αυλής από του αιθρίου της πύλης της εξωτέρας έσωθεν επί το αίθριον της πύλης της βλεπούσης έξω.

και ιδού πύλη βλέπουσα προς νότον. και εγένετο κατά τα μέτρα της πύλης της βλεπούσης κατά ανατολάς πηχών πεντήκοντα το μήκος αυτής και πηχών εικοσιπέντε το εύρος αυτής. εις ένθεν και εις ένθεν επί τα αιλεύ. 27 και πύλη κατέναντι της πύλης της αυλής της εσωτέρας προς νότον· και διεμέτρησε την αυλήν από πύλης επί πύλην. και αιλαμμώ έσωθεν και φοίνικες αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φοίνικας αυτής. 25 και αι θυρίδες αυτής και τα αιλαμμώ κυκλόθεν καθώς αι θυρίδες του αιλάμ. 41 τέσσαρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1677 . 38 τα παστοφόρια αυτής και τα θυρώματα αυτής και τα αιλαμμώ αυτής επί της πύλης της δευτέρας έκρυσις. 22 και αι θυρίδες αυτής και τα αιλαμμώ και οι φοίνικες αυτής καθώς η πύλη η βλέπουσα κατά ανατολάς· και εν επτά κλιμακτήρσιν ανέβαινον επ' αυτήν. και φοίνικες επί του αιλεύ ένθεν και ένθεν. και οκτώ κλιμακτήρες. 31 και αιλαμμώ εις την αυλήν την εξωτέραν και φοίνικες τω αιλεύ. 26 και επτά κλιμακτήρες αυτη. 34 και αιλαμμώ εις την αυλήν την εσωτέραν. και τα αιλαμμώ έσωθεν. 37 και τα αιλαμμώ εις την αυλήν την εξωτέραν. και διεμέτρησεν αυτήν και τα θεέ και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ κατά τα μέτρα ταύτα. και οκτώ κλιμακτήρες αυτη. 23 και πύλη τη αυλή τη εσωτέρα βλέπουσα επί πύλην του βορρά ον τρόπον της πύλης της βλεπούσης κατά ανατολάς. 28 Και εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν της πύλης της προς νότον και διεμέτρησε την πύλην κατά τα μέτρα ταύτα 29 και τα θεέ και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ κατά τα μέτρα ταύτα· και θυρίδες αυτη και τω αιλαμμώ κύκλω· πήχεις πεντήκοντα το μήκος αυτής και το εύρος πήχεις εικοσιπέντε. 39 όπως σφάζωσιν εν αυτη τα υπέρ αμαρτίας και τα υπέρ αγνοίας· 40 και κατά νώτου του ρύακος των ολοκαυτωμάτων της βλεπούσης προς βορράν δύο τράπεζαι προς ανατολάς και κατά νώτου της δευτέρας και του αιλάμ της πύλης δύο τράπεζαι κατά ανατολάς. 32 και εισήγαγέ με εις την πύλην την βλέπουσαν κατά ανατολάς και διεμέτρησεν αυτήν κατά τα μέτρα ταύτα 33 και τα θεέ και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ κατά τα μέτρα ταύτα· και θυρίδες αυτη και τω αιλαμμώ κύκλω. 24 και ήγαγέ με κατά νότον. πήχεις πεντήκοντα μήκος αυτής και εύρος αυτής πήχεις εικοσιπέντε. και διεμέτρησε την αυλήν από πύλης επί πύλην πήχεις εκατόν. και οκτώ κλιμακτήρες αυτη. και φοίνικες τω αιλεύ ένθεν και ένθεν. 35 και εισήγαγέ με εις την πύλην την προς βορράν και διεμέτρησε κατά τα μέτρα ταύτα 36 και τα θεέ και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ· και θυρίδες αυτη κύκλω και τω αιλαμμώ αυτής· πήχεις πεντήκοντα μήκος αυτής και εύρος πήχεις εικοσιπέντε. πηχών πεντήκοντα το μήκος αυτής και πηχών εικοσιπέντε το εύρος αυτής. πήχεις εκατόν το εύρος προς νότον.

επ' αυτάς επιθήσουσι τα σκεύη. και διεμέτρησε το αίλ του αιλάμ πηχών πέντε το πλάτος ένθεν και πηχών πέντε ένθεν. και επωμίδες της θύρας του αιλάμ πηχών τριών ένθεν και πηχών τριών ένθεν. και ιδού δύο εξέδραι εν τη αυλή τη εσωτέρα. 45 και είπε προς με· η εξέδρα αύτη η βλέπουσα προς νότον τοις ιερεύσι τοις φυλάσσουσι την φυλακήν του οίκου. και επωμίδες του πυλώνος πηχών πέντε ένθεν και πηχών πέντε ένθεν· και διεμέτρησε το μήκος αυτού πηχών τεσσαράκοντα και το εύρος πηχών είκοσι. 3 και εισήλθεν εις την αυλήν την εσωτέραν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1678 . . ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 ΚΑΙ εισήγαγέ με εις τον ναόν. ω διεμέτρησε το αιλάμ πηχών εξ το πλάτος ένθεν 2 και πηχών εξ το εύρος του αιλάμ ένθεν. εν οίς σφάζουσιν εκεί τα ολοκαυτώματα και τα θύματα. 46 και η εξέδρα η βλέπουσα προς βορράν τοις ιερεύσι τοις φυλάσσουσι την φυλακήν του θυσιαστηρίου· εκείνοί εισιν οι υιοί Σαδδούκ οι εγγίζοντες εκ του Λευϊ προς Κύριον λειτουργείν αυτω.48 Και εισήγαγέ με εις το αιλάμ του οίκου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ένθεν και τέσσαρες ένθεν κατά νώτου της πύλης. εις ένθεν και εις ένθεν. και το εύρος του θυρώματος πηχών δεκατεσσάρων. και το εύρος του πυλώνος πηχών δέκα. επ' αυτάς σφάξουσι τα θύματα κατέναντι των οκτώ τραπεζών των θυμάτων. βλεπούσης δε προς βορράν. 44 και εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν. 49 και το μήκος του αιλάμ πηχών είκοσι και το εύρος πηχών δώδεκα· και επί δέκα αναβαθμών ανέβαινον επ' αυτό· και στύλοι ήσαν επί το αιλάμ. μία κατά νώτου της πύλης της βλεπούσης προς βορράν φέρουσα προς νότον και μία κατά νώτου της πύλης της προς νότον. 43 και παλαιστήν έξουσιν γείσος λελαξευμένον έσωθεν κύκλω και επί τας τραπέζας επάνωθεν στέγας του καλύπτεσθαι από του υετού και από της ξηρασίας. 42 και τέσσαρες τράπεζαι των ολοκαυτωμάτων λίθιναι λελαξευμέναι πήχεως και ημίσους το πλάτος και πήχεων δύο και ημίσους το μήκος και επί πήχυν το ύψος. 47 και διεμέτρησε την αυλήν μήκος πηχών εκατόν και εύρος πήχεις εκατόν επί τα τέσσαρα μέρη αυτής και το θυσιαστήριον απέναντι του οίκου.

εύρος κυκλόθεν και μήκος αυτού πηχών ενενήκοντα. 13 και διεμέτρησε κατέναντι του οίκου μήκος πηχών εκατόν. 14 και το εύρος κατά πρόσωπον του οίκου και τα απόλοιπα κατέναντι πηχών εκατόν. 7 και το εύρος της ανωτέρας των πλευρών κατά το πρόσθεμα εκ του τοίχου προς την ανωτέραν κύκλω του οίκου. 20 εκ του εδάφους έως του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1679 . 6 και τα πλευρά πλευρόν επί πλευρόν τριάκοντα και τρεις δις. 5 και διεμέτησε τον τοίχον του οίκου πηχών εξ και το εύρος της πλευράς πηχών τεσσάρων κυκλόθεν. 16 και αι θυρίδες δικτυωταί. 11 και αι θύραι των εξεδρών επί το απόλοιπον της θύρας της μιάς της προς βορράν· και η θύρα η μία προς νότον. 17 και έως πλησίον της εσωτέρας και έως της εξωτέρας και εφ' όλον τον τοίχον κύκλω εν τω έσωθεν και εν τω έξωθεν 18 γεγλυμμένα Χερουβίμ. και αι θυρίδες αναπτυσσόμεναι τρισσώς εις το διακύπτειν. όπως το παράπαν μη άπτωνται των τοίχων του οίκου. πηχών εξ διάστημα. και ο ναός και αι γωνίαι και το αιλάμ το εξώτερον πεφατνωμένα. και είπε· τούτο το άγιον των αγίων. 9 και εύρος του τοίχου της πλευράς έξωθεν πηχών πέντε· και τα απόλοιπα αναμέσον των πλευρών του οίκου 10 και αναμέσον των εξεδρών εύρος πηχών είκοσι. 8 και το θραέλ του οίκου ύψος κύκλω διάστημα των πλευρών ίσον τω καλάμω. πλάτος του τοίχου του διορίζοντος πηχών πέντε. και τα απόλοιπα και τα διορίζοντα και οι τοίχοι αυτών μήκος πηχών εκατόν. και διάστημα εν τω τοίχω του οίκου εν τοις πλευροίς κύκλω του είναι τοις επιλαμβανομένοις οράν. 4 και διεμέτρησε το μήκος των θυρών πηχών τεσσαράκοντα και εύρος πηχών είκοσι κατά πρόσωπον του ναού. 15 και διεμέτρησε μήκος του διορίζοντος κατά πρόσωπον του απολοίπου των κατόπισθεν του οίκου εκείνου και τα απόλοιπα ένθεν και ένθεν πηχών εκατόν το μήκος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διεμέτρησε το αίλ του θυρώματος πηχών δύο και το θύρωμα πηχών εξ και τας επωμίδας του θυρώματος πηχών επτά ένθεν και πηχών επτά ένθεν. 12 και το διορίζον κατά πρόσωπον του απολοίπου ως προς θάλασσαν πηχών εβδομήκοντα. και φοίνικες αναμέσον Χερούβ και Χερούβ· δύο πρόσωπα τω Χερούβ. υποφαύσεις κύκλω τοις τρισίν ωστε διακύπτειν· και ο οίκος και τα πλησίον εξυλωμένα κύκλω και το έδαφος και εκ του εδάφους έως των θυρίδων. και το εύρος του φωτός του απολοίπου πηχών πέντε πλάτος κυκλόθεν. όπως διαπλατύνηται άνωθεν και εκ των κάτωθεν αναβαίνωσιν επί τα υπερωα και εκ των μέσων επί τα τριώροφα. 19 πρόσωπον ανθρώπου προς τον φοίνικα ένθεν και ένθεν και πρόσωπον λέοντος προς τον φοίνικα ένθεν και ένθεν· διαγεγλυμμένος όλος ο οίκος κυκλόθεν. το περιφερές τω οίκω κύκλω.

και σπουδαία ξύλα κατά πρόσωπον του αιλάμ έξωθεν 26 και θυρίδες κρυπταί. και διεμέτρησεν ένθεν και ένθεν εις τα οροφώματα του αιλάμ και τα πλευρά του οίκου εζυγωμένα. 4 και κατέναντι των εξεδρών περίπατος πηχών δέκα το πλάτος. επί πήχεις εκατόν το μήκος· και τα θυρώματα αυτών προς βορράν. 7 και φως έξωθεν ον τρόπον αι εξέδραι της αυλής της εξωτέρας αι βλέπουσαι απέναντι των εξεδρών των προς βορράν. εκ του υποκάτωθεν περιστύλου. κατά πρόσωπον των αγίων όρασις ως όψις 22 θυσιαστηρίου ξυλίνου. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ 1 ΚΑΙ εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν κατά ανατολάς κατέναντι της πύλης της προς βορράν· και εισήγαγέ με. 3 διαγεγραμμέναι ον τρόπον αι πύλαι της αυλής της εσωτέρας και ον τρόπον τα περίστυλα της αυλής της εξωτέρας. μήκος πηχών πεντήκοντα· 8 ότι το μήκος των εξεδρών των βλεπουσών εις την αυλήν την εξωτέραν ην πηχών πεντήκοντα. δια τούτο εξείχοντο των υποκάτωθεν και των μέσων από της γης. και το διάστημα· ούτως περίστυλον και διάστημα 6 και ούτως στοαί· διότι τριπλαί ήσαν και στύλους ουκ είχον καθώς οι στύλοι των εξωτέρων. και ιδού εξέδραι πέντε εχόμεναι του απολοίπου και εχόμεναι του διορίζοντος προς βορράν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φατνώματος τα Χερουβίμ και οι φοίνικες διαγεγλυμμένοι. 5 και οι περίπατοι οι υπερωοι ωσαύτως. πηχών τριών το ύψος αυτού και το μήκος πηχών δύο και το εύρος πηχών δύο· και κέρατα είχε. 2 επί πήχεις εκατόν μήκος προς βορράν και το πλάτος πεντήκοντα πηχών. 21 και το άγιον και ο ναός αναπτυσσόμενος τετράγωνα. δύο θυρώματα τω ενί και δύο θυρώματα τη θύρα τη δευτέρα. και δύο θυρώματα τω ναω 23 και τω αγίω· 24 δύο θυρώματα τοις δυσί θυρώμασι τοις στροφωτοίς. και φοίνικες κατά την γλυφήν των αγίων. και η βάσις αυτού και οι τοίχοι αυτού ξύλινοι· και είπε προς με· αύτη η τράπεζα η προ προσώπου Κυρίου. και επί τα θυρώματα του ναού Χερουβίμ. εστιχισμέναι αντιπρόσωποι στοαί τρισσαί. 25 και γλυφή επ' αυτών. ότι εξείχετο το περίστυλον εξ αυτού. και αυταί εισιν αι αντιπρόσωποι ταύταις· το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1680 .

εν αις φάγονται εκεί οι ιερείς υιοί Σαδδούκ οι εγγίζοντες προς Κύριον τα άγια των αγίων· και εκεί θήσουσι τα άγια των αγίων και την θυσίαν και τα περί αμαρτίας και τα περί αγνοίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1681 . . 11 και ο περίπατος κατά πρόσωπον αυτών κατά τα μέτρα εξεδρών των προς βορράν και κατά το μήκος αυτών και κατά το εύρος αυτών και κατά πάσας τας εξόδους αυτών και κατά πάσας τας επιστροφάς αυτών και κατά τα φώτα αυτών και κατά τα θυρώματα αυτών 12 των εξεδρών των προς νότον και κατά τα θυρώματα απ' αρχής του περιπάτου ως επί φως διαστήματος καλάμου και κατά ανατολάς του εισπορεύεσθαι δι' αυτών. διότι άγιά εστι· και ενδύσονται ιμάτια έτερα. 14 ουκ εισελεύσονται εκεί πάρεξ των ιερέων· ουκ εξελεύσονται εκ του αγίου εις την αυλήν την εξωτέραν. 16 και έστη κατά νώτου της πύλης της βλεπούσης κατά ανατολάς και διεμέτρησε πεντακοσίους εν τω καλάμω του μέτρου· 17 και επέστρεψε προς βορράν και διεμέτρησε το κατά πρόσωπον του βορρά πήχεις πεντακοσίους εν τω καλάμω του μέτρου· 18 και επέστρεψε προς θάλασσαν και διεμέτρησε το κατά πρόσωπον της θαλάσσης πεντακοσίους εν τω καλάμω του μέτρου. 9 και αι θύραι των εξεδρών τούτων της εισόδου της προς ανατολάς του εισπορεύεσθαι δι' αυτών εκ της αυλής της εξωτέρας 10 κατά το φως του εν αρχή περιπάτου. διότι ο τόπος άγιος. και διέταξεν αυτόν και περίβολον αυτών κύκλω πεντακοσίων προς ανατολάς και πεντακοσίων πηχών εύρος του διαστέλλειν αναμέσον των αγίων και αναμέσον του προτειχίσματος του εν διατάξει του οίκου.13 Και είπε προς με· αι εξέδραι αι προς βορράν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παν πηχών εκατόν. και αι εξέδραι αι προς νότον αι ούσαι κατά πρόσωπον των διαστημάτων. όταν άπτωνται του λαού. και μη άπτωνται του στολισμού αυτών. 19 και επέστρεψε προς νότον και διεμέτρησε κατέναντι του νότου πεντακοσίους εν τω καλάμω του μέτρου· 20 τα τέσσαρα μέρη του αυτού καλάμου. και τα προς νότον κατά πρόσωπον του νότου κατά πρόσωπον του απολοίπου και κατά πρόσωπον του διορίζοντος εξέδραι. και εξήγαγέ με καθ' οδόν της πύλης της βλεπούσης προς ανατολάς και διεμέτρησε το υπόδειγμα του οίκου κυκλόθεν εν διατάξει. όπως διαπαντός άγιοι ώσιν οι προσάγοντες. εν οίς λειτουργούσιν εν αυτοίς.15 Και συνετελέσθη η διαμέτρησις του οίκου έσωθεν. αύταί εισιν αι εξέδραι του αγίου. .

ην είδον επί του ποταμού του Χοβάρ· και πίπτω επί πρόσωπόν μου. και η γη εξέλαμπεν ως φέγγος από της δόξης κυκλόθεν. εν οίς κατασκηνώσει το όνομά μου εν μέσω οίκου Ισραήλ τον αιώνα· και ου βεβηλώσουσιν ουκέτι οίκος Ισραήλ το όνομα το άγιόν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ 1 ΚΑΙ ήγαγέ με επί την πύλην την βλέπουσαν κατά ανατολάς και εξήγαγέ με. και φυλάξονται πάντα τα δικαιώματά μου και πάντα τα προστάγματά μου και ποιήσουσιν αυτά· 12 και την διαγραφήν του οίκου επί της κορυφής του όρους. και ιδού πλήρης δόξης Κυρίου ο οίκος. 11 και αυτοί λήψονται την κόλασιν αυτών περί πάντων. και κοπάσουσιν από των αμαρτιών αυτών· και την όρασιν αυτού και την διάταξιν αυτού. 10 και συ. αυτοί και οι ηγούμενοι αυτών. 9 και νυν απωσάσθωσαν την πορνείαν αυτών και τους φόνους των ηγουμένων αυτών απ' εμού. και ο ανήρ ειστήκει εχόμενός μου. και η όρασις του άρματος. ην είδον ότε εισεπορευόμην του χρίσαι την πόλιν. 7 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. εν τη πορνεία αυτών και εν τοις φόνοις των ηγουμένων εν μέσω αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1682 . 6 και έστην. 2 και ιδού δόξα Θεού Ισραήλ ήρχετο κατά την οδόν της πύλης της βλεπούσης προς ανατολάς. και ιδού φωνή εκ του οίκου λαλούντος προς με. και διαγράψεις τον οίκον και τας εξόδους αυτού και την υπόστασιν αυτού και πάντα τα προστάγματα αυτού και πάντα τα νόμιμα αυτού γνωριείς αυτοίς και διαγράψεις εναντίον αυτών. 4 και δόξα Κυρίου εισήλθεν εις τον οίκον κατά την οδόν της πύλης της βλεπούσης κατά ανατολάς. αις εποίουν· και εξέτριψα αυτούς εν θυμω μου και εν φόνω. 5 και ανέλαβέ με πνεύμα και εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν. κατά την όρασιν. ην είδον. 8 εν τω τιθέναι αυτούς το πρόθυρόν μου εν τοις προθύροις αυτών και τας φλιάς μου εχομένας των φλιών αυτών και έδωκαν τον τοίχόν μου ως συνεχόμενον εμού και αυτών και εβεβήλωσαν το όνομα το άγιόν μου εν ταις ανομίαις αυτών. 3 και η όρασις. υιε ανθρώπου. εώρακας τον τόπον του θρόνου μου και τον τόπον του ίχνους των ποδών μου. ων εποίησαν. πάντα τα όρια αυτού κυκλόθεν άγια αγίων. δείξον τω οίκω Ισραήλ τον οίκον. ου είδον. κατά την όρασιν. και κατασκηνώσω εν μέσω αυτών τον αιώνα. και φωνή της παρεμβολής ως φωνή διπλασιαζόντων πολλών.

μόσχον εκ βοών περί αμαρτίας· 20 και λήψονται εκ του αίματος αυτού και επιθήσουσιν επί τα τέσσαρα κέρατα του θυσιαστηρίου και επί τας τέσσαρας γωνίας του ιλαστηρίου και επί την βάσιν κύκλω και εξιλάσονται αυτό· 21 και λήψονται τον μόσχον τον περί αμαρτίας. άμωμα ποιήσουσιν 26 επτά ημέρας· και εξιλάσονται το θυσιαστήριον και καθαριούσιν αυτό και πλήσουσι χείρας αυτών. 18 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. 24 και προσοίσετε εναντίον Κυρίου. και γείσος επί το χείλος αυτού κυκλόθεν σπιθαμής. και προσδέξομαι υμάς. τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ταύτα τα προστάγματα του θυσιαστηρίου εν ημέρα ποιήσεως αυτού του αναφέρειν επ' αυτού ολοκαυτώματα και προσχέειν προς αυτό αίμα. και κατακαυθήσεται εν τω αποκεχωρισμένω του οίκου έξωθεν των αγίων. τετράγωνον επί τα τέσσαρα μέρη αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 Και ταύτα τα μέτρα του θυσιαστηρίου εν πήχει του πήχεως και παλαιστής· κόλπωμα βάθους επί πήχυν και πήχυς το εύρος. λέγει Κύριος. και τούτο το ύψος του θυσιαστηρίου· 14 εκ βάθους της αρχής του κοιλώματος αυτού προς το ιλαστήριον το μέγα το υποκάτωθεν πηχών δύο και το εύρος πήχεως· και από του ιλαστηρίου του μικρού επί το ιλαστήριον το μέγα πήχεις τέσσαρες και εύρος πήχυς· 15 και τω αριήλ πηχών τεσσάρων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1683 . 25 επτά ημέρας ποιήσεις έριφον υπέρ αμαρτίας καθ' ημέραν και μόσχον εκ βοών και κριόν εκ προβάτων. 17 και το ιλαστήριον πηχών δεκατεσσάρων το μήκος επί πήχεις δεκατέσσαρας το εύρος επί τέσσαρα μέρη αυτού· και το γείσος αυτω κυκλόθεν κυκλούμενον αυτω. ήμισυ πήχεως. 19 και δώσεις τοις ιερεύσι τοις Λευίταις τοις εκ του σπέρματος Σαδδούκ τοις εγγίζουσι προς με. του λειτουργείν μοι. και επιρρίψουσιν οι ιερείς επ' αυτά άλα και ανοίσουσιν αυτά ολοκαυτώματα τω Κυρίω. και το κύκλωμα αυτού πήχυς κυκλόθεν· και οι κλιμακτήρες αυτού βλέποντες κατά ανατολάς. 22 και τη ημέρα τη δευτέρα λήψονται ερίφους δύο αιγών αμώμους υπέρ αμαρτίας και εξιλάσονται το θυσιαστήριον καθότι εξιλάσαντο εν τω μόσχω· 23 και μετά το συντελέσαι τον εξιλασμόν προσοίσουσι μόσχον εκ βοών άμωμον και κριόν εκ προβάτων άμωμον. και από του αριήλ και υπεράνω των κεράτων πήχυς· 16 και το αριήλ πηχών δώδεκα μήκους επί πήχεις δώδεκα πλάτους. 27 και έσται από της ημέρας της ογδόης και επέκεινα ποιήσουσιν οι ιερείς επί το θυσιαστήριον τα ολοκαυτώματα υμών και τα του σωτηρίου υμών. λέγει Κύριος ο Θεός.

λέγει Κύριος ο Θεός. 9 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός· πας υιος αλλογενής απερίτμητος καρδία και απερίτμητος σαρκί ουκ εισελεύσεται εις τα άγιά μου εν πάσιν υιοίς αλλογενών των όντων εν μέσω οίκου Ισραήλ. . ούτος καθήσεται εν αυτη του φαγείν άρτον εναντίον Κυρίου. όσα εγώ λαλώ μετά σου. και λήψονται αδικίαν αυτών 11 και έσονται εν τοις αγίοις μου λειτουργούντες θυρωροί επί των πυλών του οίκου και λειτουργούντες τω οίκω· ούτοι σφάξουσι τας θυσίας και τα ολοκαυτώματα τω λαω. και ούτοι στήσονται εναντίον του λαού του λειτουργείν αυτοίς. 10 αλλ' ή οι Λευίται. 7 του εισαγαγείν υμάς υιούς αλλογενείς απεριτμήτους καρδία και απεριτμήτους σαρκί του γίνεσθαι εν τοις αγίοις μου. τάξον εις την καρδίαν σου και ιδέ τοις οφθαλμοίς σου και τοις ωσί σου άκουε πάντα. και αύτη ην κεκλεισμένη. 12 ανθ' ων ελειτούργουν αυτοίς προ προσώπου των ειδώλων αυτών και εγένετο τω οίκω Ισραήλ εις κόλασιν αδικίας. ουκ ανοιχθήσεται. ένεκα τούτου ήρα την χείρά μου επ' αυτούς. και πίπτω επί πρόσωπόν μου. οίτινες αφήλαντο απ' εμού εν τω πλανάσθαι τον Ισραήλ απ' εμού κατόπισθεν των ενθυμημάτων αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ 1 ΚΑΙ επέστρεψέ με κατά την οδόν της πύλης των αγίων της εξωτέρας της βλεπούσης κατά ανατολάς. και εβεβήλουν αυτά εν τω προσφέρειν υμάς άρτους. και έσται κεκλεισμένη· 3 διότι ο ηγούμενος. και ουδείς μη διέλθη δι' αυτής. 5 και είπε Κύριος προς με· υιε ανθρώπου. κατά πάντα τα προστάγματα του οίκου Κυρίου και κατά πάντα τα νόμιμα αυτού· και τάξεις την καρδίαν σου εις την είσοδον του οίκου κατά πάσας τας εξόδους αυτού εν πάσι τοις αγίοις. και παρεβαίνετε την διαθήκην μου εν πάσαις ταις ανομίαις υμών 8 και διετάξατε του φυλάσσειν φυλακάς εν τοις αγίοις μου. ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι' αυτής. 2 και είπε Κύριος προς με· η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται. οίκος Ισραήλ. και είδον και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος του Κυρίου. 13 και ουκ εγγιούσι προς με του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1684 .4 Και εισήγαγέ με κατά την οδόν της πύλης της προς βορράν κατέναντι του οίκου. προς τον οίκον του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός· ικανούσθω υμίν από πασών των ανομιών υμών. 6 και ερείς προς τον οίκον τον παραπικραίνοντα. κατά την οδόν αιλάμ της πύλης εισελεύσεται και κατά την οδόν αυτού εξελεύσεται. στέαρ και αίμα.

αλλ' ή επί πατρί και επί μητρί και επί υιω και επί θυγατρί και επί αδελφω και επί αδελφή αυτού. ουδέ του προσάγειν προς τα άγια υιών του Ισραήλ ουδέ προς τα άγια των αγίων μου και λήψονται ατιμίαν αυτών εν τη πλανήσει. λήψονται. 20 και τας κεφαλάς αυτών ου ξυρήσονται και τας κόμας αυτών ου ψιλώσουσι. καλύπτοντες καλύψουσι τας κεφαλάς αυτών. και θήσουσιν αυτάς εν ταις εξέδραις των αγίων και ενδύσονται στολάς ετέρας και ου μη αγιάσωσι τον λαόν εν ταις στολαίς αυτών. 17 και έσται εν τω εισπορεύεσθαι αυτούς τας πύλας της αυλής της εσωτέρας στολάς λινάς ενδύσονται και ουκ ενδύσονται έρια εν τω λειτουργείν αυτούς από της πύλης της εσωτέρας αυλής· 18 και κιδάρεις λινάς έξουσιν επί ταις κεφαλαίς αυτών και περισκελή λινά έξουσιν επί τας οσφύας αυτών και ου περιζώσονται βία. 25 και επί ψυχήν ανθρώπου ουκ εισελεύσονται του μιανθήναι. ή ου γέγονεν ανδρί. 26 και μετά το καθαρισθήναι αυτόν επτά ημέρας εξαριθμηθήση αυτω· 27 και ή αν ημέρα εισπορεύωνται εις την αυλήν την εσωτέραν του λειτουργείν εν τω αγίω. μιανθήσεται. ούτοι προσάξουσι προς με του λειτουργείν μοι και στήσονται προ προσώπου μου του προσφέρειν μοι θυσίαν. στέαρ και αίμα. 21 και οίνον ου μη πίωσι πας ιερεύς εν τω εισπορεύεσθαι αυτούς εις την αυλήν την εσωτέραν. 14 και κατατάξουσιν αυτούς φυλάσσειν φυλακάς του οίκου εις πάντα τα έργα αυτού και εις πάντα. εν αις αυτοί λειτουργούσιν εν αυταίς. λέγει Κύριος ο Θεός. και κατάσχεσις αυτοίς ου δοθήσεται εν τοις υιοίς Ισραήλ. οι υιοί του Σαδδούκ. προσοίσουσιν ιλασμόν. 19 και εν τω εκπορεύεσθαι αυτούς εις την αυλήν την εξωτέραν προς τον λαόν εκδύσονται τας στολάς αυτών. ότι εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1685 . 24 και επί κρίσιν αίματος ούτοι επιστήσονται του διακρίνειν· τα δικαιώματά μου δικαιώσουσι και τα κρίματά μου κρινούσι και τα νόμιμά μου και τα προστάγματά μου εν πάσαις ταις εορταίς μου φυλάξονται και τα σάββατά μου αγιάσουσι. 15 οι ιερείς οι Λευίται. ή επλανήθησαν. οίτινες εφυλάξαντο τας φυλακάς των αγίων μου εν τω πλανάσθαι οίκον Ισραήλ απ' εμού. 28 και έσται αυτοίς εις κληρονομίαν· εγώ κληρονομία αυτοίς. όσα αν ποιήσωσιν. 22 και χήραν και εκβεβλημένην ου λήψονται εαυτοίς εις γυναίκα. 16 ούτοι εισελεύσονται εις τα άγιά μου. και ούτοι προσελεύσονται προς την τράπεζάν μου του λειτουργείν μοι και φυλάξουσι τας φυλακάς μου. αλλ' ή παρθένον εκ του σπέρματος Ισραήλ· και χήρα εάν γένηται εξ ιερέως. λέγει Κύριος ο Θεός. 23 και τον λαόν μου διδάξουσιν ανά μέσον αγίου και βεβήλου και ανά μέσον ακαθάρτου και καθαρού γνωριούσιν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ιερατεύειν μοι.

και το μήκος ως μία των μερίδων από των ορίων των προς θάλασσαν και το μήκος επί τα όρια τα προς ανατολάς της γης. και πεντήκοντα πήχεις διάστημα αυτω κυκλόθεν. 6 και την κατάσχεσιν της πόλεως δώσεις πέντε χιλιάδας εύρος και μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδας· ον τρόπον η απαρχή των αγίων παντί οίκω Ισραήλ έσονται. αυτοίς εις κατάσχεσιν. 7 και τω ηγουμένω εκ τούτου και από τούτου εις τας απαρχάς των αγίων εις κατάσχεσιν της πόλεως. πόλεις του κατοικείν. και παν αφόρισμα εν τω Ισραήλ αυτοίς έσται· 30 απαρχαί πάντων και τα πρωτότοκα πάντων και τα αφαιρέματα πάντα εκ πάντων των απαρχών υμών τοις ιερεύσιν έσται· και τα πρωτογεννήματα υμών δώσετε τω ιερεί του θείναι ευλογίας υμών επί τους οίκους υμών. 2 και έσται εκ τούτου εις αγίασμα πεντακόσιοι επί πεντακοσίους τετράγωνον κυκλόθεν. 4 από της γης έσται τοις ιερεύσι τοις λειτουργούσιν εν τω αγίω και έσται τοις εγγίζουσι λειτουργείν τω Κυρίω. πέντε και είκοσι χιλιάδας μήκος και εύρος είκοσι χιλιάδας· άγιον έσται εν πάσι τοις ορίοις αυτού κυκλόθεν. 3 και εκ ταύτης της διαμετρήσεως διαμετρήσεις μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδας και εύρος είκοσι χιλιάδας. και έσται αυτοίς τόπος εις οίκους αφωρισμένους τω αγιασμω αυτών. 5 είκοσι και πέντε χιλιάδας μήκος και εύρος είκοσι χιλιάδες έσται τοις Λευίταις τοις λειτουργούσι τω οίκω. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ 1 ΚΑΙ εν τω καταμετρείσθαι υμάς την γην εν κληρονομία αφοριείτε απαρχήν τω Κυρίω άγιον από της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατάσχεσις αυτών. και εν αυτη έσται το αγίασμα άγια των αγίων. και την γην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1686 . 31 και παν θνησιμαίον και θηριάλωτον εκ των πετεινών και εκ των κτηνών ου φάγονται οι ιερείς. και ου καταδυναστεύσουσιν ουκέτι οι αφηγούμενοι του Ισραήλ τον λαόν μου. κατά πρόσωπον των απαρχών των αγίων και κατά πρόσωπον της κατασχέσεως της πόλεως τα προς θάλασσαν και από των προς θάλασσαν προς ανατολάς. 29 και τας θυσίας και τα υπέρ αμαρτίας και τα υπέρ αγνοίας ούτοι φάγονται. 8 και έσται αυτω εις κατάσχεσιν εν τω Ισραήλ.

14 και το πρόσταγμα του ελαίου· κοτύλην ελαίου από δέκα κοτυλών. ότι αι δέκα κοτύλαι εισί γομόρ. τας επτά ημέρας και υπέρ αμαρτίας έριφον αιγών καθ' ημέραν. οι αφηγούμενοι του Ισραήλ· αδικίαν και ταλαιπωρίαν αφέλεσθε και κρίμα και δικαιοσύνην ποιήσατε. ην αφοριείτε. και πεντήκοντα σίκλοι η μνά έσται υμίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατακληρονομήσουσιν οίκος Ισραήλ κατά φυλάς αυτών. εν τη εορτη. έκτον μέτρου από του γομόρ του πυρού και το έκτον του οιφί από του κόρου των κριθών. 21 και εν τω πρώτω μηνί. ποιήσεις κατά τα αυτά επτά ημέρας καθώς τα υπέρ της αμαρτίας και καθώς τα ολοκαυτώματα και καθώς το μαναά και καθώς το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1687 . και το δέκατον του γομόρ το μέτρον. 9 τάδε λέγει Κύριος Θεός· ικανούσθω υμίν. 22 και ποιήσει ο αφηγούμενος εν εκείνη τη ημέρα υπέρ αυτού και του οίκου και υπέρ παντός του λαού της γης μόσχον υπέρ αμαρτίας. μια του μηνός. 11 το μέτρον και η χοίνιξ ομοίως μία έσται του λαμβάνειν· το δέκατον του γομόρ η χοίνιξ. και οι δέκα σίκλοι δέκα. επτά μόσχους και επτά κριούς αμώμους καθ' ημέραν. λέγει Κύριος Θεός. 18 Τάδε λέγει Κύριος Θεός· εν τω πρώτω μηνί μια του μηνός λήψεσθε μόσχον εκ βοών άμωμον του εξιλάσασθαι το άγιον. . 20 και ούτως ποιήσεις εν τω μηνί τω εβδόμω. πεντεκαιδεκάτη του μηνός. 16 και πας ο λαός δώσει την απαρχήν ταύτην τω αφηγουμένω του Ισραήλ. 24 και θυσίαν πέμμα τω μόσχω και πέμμα τω κριω ποιήσεις και ελαίου το είν τω πέμματι. λήψη παρ' εκάστου απόμοιραν και εξιλάσεσθε τον οίκον. 15 και πρόβατον από των δέκα προβάτων αφαίρεμα εκ πασών των πατριών του Ισραήλ εις θυσίας και εις ολοκαυτώματα και εις σωτηρίου του εξιλάσκεσθαι περί υμών λέγει Κύριος Θεός. 12 και τα στάθμια είκοσιν οβολοί· οι πέντε σίκλοι πέντε. 10 ζυγός δίκαιος και μέτρον δίκαιον και χοίνιξ δικαία έστω υμίν. έσται υμίν το πάσχα εορτή· επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. προς το γομόρ έσται ίσον. 17 και δια του αφηγουμένου έσται τα ολοκαυτώματα και αι θυσίαι και αι σπονδαί έσονται εν ταις εορταίς και εν ταις νουμηνίαις και εν τοις σαββάτοις και εν πάσαις ταις εορταίς οίκου Ισραήλ· αυτός ποιήσει τα υπέρ αμαρτίας και την θυσίαν και τα ολοκαυτώματα και τα του σωτηρίου του εξιλάσκεσθαι υπέρ του οίκου Ισραήλ. 19 και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος του εξιλασμού και δώσει επί τας φλιάς του οίκου και επί τας τέσσαρας γωνίας του ιερού και επί το θυσιαστήριον και επί τας φλιάς της πύλης της αυλής της εσωτέρας. τεσσαρεσκαιδεκάτη του μηνός. 25 και εν τω εβδόμω μηνί.13 Και αύτη η απαρχή. 23 και τας επτά ημέρας της εορτής ποιήσει ολοκαυτώματα τω Κυρίω. εξάρατε καταδυναστείαν από του λαού μου.

εν δε τη ημέρα των σαββάτων ανοιχθήσεται και εν τη ημέρα της νουμηνίας ανοιχθήσεται. 7 και πέμμα τω κριω και πέμμα τω μόσχω έσται μαναά. και τοις αμνοίς καθώς αν εκποιή η χείρ αυτού. 2 και εισελεύσεται ο αφηγούμενος κατά την οδόν του αιλάμ της πύλης της έσωθεν και στήσεται επί τα πρόθυρα της πύλης. και προσκυνήσει ο λαός της γης κατά τα πρόθυρα της πύλης εκείνης εν τοις σαββάτοις και εν ταις νουμηνίαις εναντίον Κυρίου. εις ην εισελήλυθεν. 6 και εν τη ημέρα της νουμηνίας μόσχον άμωμον και εξ αμνούς. και κριός άμωμος έσται. 4 και τα ολοκαυτώματα προσοίσει ο αφηγούμενος τω Κυρίω· εν τη ημέρα των σαββάτων εξ αμνούς αμώμους και κριόν άμωμον 5 και μαναά πέμμα τω κριω και τοις αμνοίς θυσίαν δόμα χειρός αυτού. 9 και όταν εισπορεύηται ο λαός της γης εναντίον Κυρίου εν ταις εορταίς. και ελαίου το είν τω πέμματι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ έλαιον. 8 και εν τω εισπορεύεσθαι τον αφηγούμενον κατά την οδόν του αιλάμ της πύλης εισελεύσεται και κατά την οδόν της πύλης εξελεύσεται. αλλ' ή κατ' ευθύ αυτής εξελεύσεται. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος Θεός· η πύλη η εν τη αυλή τη εσωτέρα η βλέπουσα προς ανατολάς έσται κεκλεισμένη εξ ημέρας τας ενεργούς. και ελαίου το είν τω πέμματι. και ο εισπορευόμενος κατά την οδόν της πύλης της προς νότον εξελεύσεται κατά την οδόν της πύλης της προς βορράν· ουκ αναστρέψει κατά την πύλην. ο εισπορευόμενος κατά την οδόν της πύλης της βλεπούσης προς βορράν προσκυνείν εξελεύσεται κατά την οδόν της πύλης της προς νότον. 11 και εν ταις εορταίς και εν ταις πανηγύρεσιν έσται το μαναά πέμμα τω μόσχω και πέμμα τω κριω και τοις αμνοίς καθώς αν εκποιή η χείρ αυτού και ελαίου το είν τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1688 . και ποιήσουσιν οι ιερείς τα ολοκαυτώματα αυτού και τα του σωτηρίου αυτού· 3 και προσκυνήσει επί του προθύρου της πύλης και εξελεύσεται και η πύλη ου μη κλεισθή έως εσπέρας. 10 και ο αφηγούμενος εν μέσω αυτών εν τω εισπορεύεσθαι αυτούς εισελεύσεται μετ' αυτών και εν τω εκπορεύεσθαι αυτούς εξελεύσεται.

μέτρον εν ταις τέσσαρσι. 24 και είπε προς με· ούτοι οι οίκοι των μαγειρείων. . όπως μη διασκορπίζηται ο λαός μου έκαστος εκ της κατασχέσεως αυτού. ου εψήσουσιν εκεί οι λειτουργούντες τω οίκω τα θύματα του λαού. τούτο τοις υιοίς αυτού έσται κατάσχεσις εν κληρονομία. 21 και εξήγαγέ με εις την αυλήν την εξωτέραν και περιήγαγέ με επί τα τέσσαρα μέρη της αυλής. 20 και είπε προς με· ούτος ο τόπος εστίν. 23 και εξέδραι κύκλω εν αυταίς. και εξελεύσεται και κλείσει τας θύρας μετά το εξελθείν αυτόν. και ιδού αυλή κατά το κλίτος της αυλής· 22 επί τα τέσσαρα κλίτη της αυλής αυλή μικρά. πρόσταγμα διαπαντός. 16 Τάδε λέγει Κύριος Θεός· εάν δω ο αφηγούμενος δόμα ενί εκ των υιών αυτού εκ της κληρονομίας αυτού. και ιδού εκεί τόπος κεχωρισμένος. πρωϊ ποιήσει αυτόν· 14 και μαναά ποιήσει επ' αυτω το πρωϊ έκτον του μέτρου και ελαίου το τρίτον του είν του αναμείξαι την σεμίδαλιν μαναά τω Κυρίω.19 Και εισήγαγέ με εις την είσοδον της κατά νώτου της πύλης εις την εξέδραν των αγίων των ιερέων την βλέπουσαν προς βορράν. μήκους πηχών τεσσαράκοντα και εύρος πηχών τριάκοντα. 12 εάν δε ποιήση ο αφηγούμενος ομολογίαν ολοκαύτωμα σωτηρίου τω Κυρίω. και αποδώσει τω αφηγουμένω· πλήν της κληρονομίας των υιών αυτού. αυτοίς έσται. και έσται αυτω έως του έτους της αφέσεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέμματι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1689 . κύκλω ταις τέσσαρσι. 18 και ου μη λάβη ο αφηγούμενος εκ της κληρονομίας του λαού του καταδυναστεύσαι αυτούς· εκ της κατασχέσεως αυτού κατακληρονομήσει τοις υιοίς αυτού. και ανοίξη εαυτω την πύλην την βλέπουσαν κατά ανατολάς και ποιήσει το ολοκαύτωμα αυτού και τα του σωτηρίου αυτού. 15 ποιήσετε τον αμνόν και το μαναά και το έλαιον ποιήσετε το πρωϊ ολοκαύτωμα δια παντός. 17 εάν δε δω δόμα ενί των παίδων αυτού. ου εψήσουσιν εκεί οι ιερείς τα υπέρ αγνοίας και τα υπέρ αμαρτίας και εκεί πέψουσι το μαναά το παράπαν του μη εκφέρειν εις την αυλήν την εξωτέραν του αγιάζειν τον λαόν. ον τρόπον ποιεί εν τη ημέρα των σαββάτων. και μαγειρεία γεγονότα υποκάτω των εξεδρών κύκλω. 13 και αμνόν ενιαύσιον άμωμον ποιήσει εις ολοκαύτωμα καθ' ημέραν τω Κυρίω.

και ιδού το ύδωρ κατεφέρετο από του κλίτους του δεξιού. 2 και εξήγαγέ με κατά την οδόν της πύλης της προς βορράν και περιήγαγέ με την οδόν έξωθεν προς την πύλην της αυλής της βλεπούσης κατά ανατολάς. και ήγαγέ με και επέστρεψέ με επί το χείλος του ποταμού. ου μη παλαιωθή επ ‘ αυτού. 11 και εν τη διεκβολή αυτού και εν τη επιστροφή αυτού και εν τη υπεράρσει αυτού ου μη υγιάσωσιν· εις άλας δέδονται. και έσται εκεί ιχθύς πολύς σφόδρα. 9 και έσται πάσα ψυχή των ζώων των εκζεόντων επί πάντα. 8 και είπε προς με· το ύδωρ τούτο το εκπορευόμενον εις την Γαλιλαίαν την προς ανατολάς και κατέβαινεν επί την Αραβίαν και ήρχετο έως επί την θάλασσαν επί το ύδωρ της διεκβολής. ουδέ μη εκλείπη ο καρπός αυτού· της καινότητος αυτού πρωτοβολήσει. διότι τα ύδατα αυτών εκ των αγίων ταύτα εκπορεύεται. υιε ανθρώπου. και έσται ο καρπός αυτών εις βρώσιν και ανάβασις αυτών εις υγίειαν. και οι ιχθύες αυτής ως οι ιχθύες της θαλάσσης της μεγάλης. και διήλθεν ύδωρ έως οσφύος· 5 και διεμέτρησε χιλίους. και διήλθεν εν τω ύδατι ύδωρ αφέσεως· 4 και διεμέτρησε χιλίους. εφ ‘ α αν επέλθη εκεί ο ποταμός. ζήσεται. πλήθος πολύ σφόδρα. 6 και είπε προς με· εώρακας. επί του χείλους αυτού ένθεν και ένθεν παν ξύλον βρώσιμον. ζήσεται. και υγιάσει και ζήσεται· παν εφ ‘ ό αν έλθη ο ποταμός εκεί. 7 εν τη επιστροφή μου και ιδού επί του χείλους του ποταμού δένδρα πολλά σφόδρα ένθεν και ένθεν. καθ ‘ εαυτήν έσται. και ουκ ηδύνατο διελθείν. ότι ήκει εκεί το ύδωρ τούτο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ 1 ΚΑΙ εισήγαγέ με επί τα πρόθυρα του οίκου. και διήλθεν εν τω ύδατι ύδωρ έως των μηρών· και διεμέτρησε χιλίους. 13 Τάδε λέγει Κύριος Θεός· ταύτα τα όρια κατακληρονομήσετε της γης. ταις δώδεκα φυλαίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1690 . 10 και στήσονται εκεί αλιείς από Αινγαδείν έως Εναγαλείμ· ψυγμός σαγηνών έσται. 12 και επί του ποταμού αναβήσεται. και υγιάσει τα ύδατα. και ιδού ύδωρ εξεπορεύετο υποκάτωθεν του αιθρίου κατά ανατολάς. και μέτρον εν τη χειρί αυτού. ον ου διαβήσονται. και το ύδωρ κατέβαινεν από του κλίτους του δεξιού από νότου επί το θυσιαστήριον. και διεμέτρησε χιλίους εν τω μέτρω. ότι το πρόσωπον του οίκου έβλεπε κατά ανατολάς. ότι εξύβριζε το ύδωρ ως ροίζος χειμάρρου. 3 καθώς έξοδος ανδρός εξεναντίας.

λέγει Κύριος Θεός. εις ην ήρα την χείρά μου του δούναι αυτήν τοις πατράσιν αυτών. 18 και τα προς ανατολάς αναμέσον της Αυρανίτιδος και αναμέσον Δαμασκού και αναμέσον της Γαλααδίτιδος και αναμέσον της γης του Ισραήλ. αυλή του Σαυνάν. ο Ιορδάνης διορίζει επί την θάλασσαν την προς ανατολάς Φοινικώνος· ταύτα τα προς ανατολάς. και πεσείται η γη αύτη υμίν εν κληρονομία. εκεί δώσετε κληρονομίαν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των υιών Ισραήλ πρόσθεσις σχοινίσματος. μία. 14 και κατακληρονομήσετε αυτήν έκαστος καθώς ο αδελφός αυτού. 15 και ταύτα τα όρια της γης της προς βορράν· από θαλάσσης της μεγάλης της καταβαινούσης και περισχιζούσης της εισόδου ‘Ημάθ Σεδαδά. μία. μεθ ‘ υμών φάγονται εν κληρονομία εν μέσω των φυλών του Ισραήλ· 23 και έσονται εν φυλή προσηλύτων εν τοις προσηλύτοις τοις μετ ‘ αυτών. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ 1 ΚΑΙ ταύτα τα ονόματα των φυλών· από της αρχής της προς βορράν κατά το μέρος της καταβάσεως του περισχίζοντος επί την είσοδον της ‘Ημάθ αυλής του Αινάν. 3 και από των ορίων Ασσήρ από των προς ανατολάς έως των προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1691 . οίτινες εγέννησαν υιούς εν μέσω υμών· και έσονται υμίν ως αυτόχθονες εν τοις υιοίς του Ισραήλ. 16 Βηρωθά Σεβραίμ Ηλιάμ αναμέσον ορίων Δαμασκού και αναμέσον ορίων ‘Ημάθ. 22 βαλείτε αυτήν εν κλήρω υμίν και τοις προσηλύτοις τοις παροικούσιν εν μέσω υμών. 21 και διαμερίσετε την γην ταύτην αυτοίς. έως εισόδου αυτού· ταύτά εστι τα προς θάλασσαν ‘Ημάθ. και έσται αυτοίς τα προς ανατολάς έως προς θάλασσαν Δάν. 2 και από των ορίων του Δάν τα προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ασσήρ. τούτο το μέρος της θαλάσσης της μεγάλης· ορίζει έως κατέναντι της εισόδου ‘Ημάθ. ταις φυλαίς του Ισραήλ. όρια Δαμασκού και τα προς βορράν. 17 ταύτα τα όρια από της θαλάσσης από της αυλής του Αινάν. όριον Δαμασκού προς βορράν κατά μέρος ‘Ημάθ αυλής. αι εισιν επάνω των ορίων Αυρανίτιδος. 19 και τα προς νότον και λίβα από Θαιμάν και Φοινικώνος έως ύδατος Μαριμώθ Κάδης παρεκτείνον επί την θάλασσαν την μεγάλην· 20 τούτο το μέρος νότος και λίψ.

και από των προς ανατολάς πεντακόσιοι και τέσσαρες χιλιάδες. ον τρόπον επλανήθησαν οι Λευίται. και το όρος των αγίων έσται εν μέσω αυτού· 11 τοις ιερεύσι τοις ηγιασμένοις. ότι άγιόν εστι τω Κυρίω. πέντε και είκοσι χιλιάδες εύρος και μήκος καθώς μία των μερίδων από των προς ανατολάς και έως των προς θάλασσαν. μία. 12 και έσται αυτοίς η απαρχή δεδομένη εκ των απαρχών της γης. 18 και το περισσόν του μήκους το εχόμενον των απαρχών των αγίων δέκα χιλιάδες προς ανατολάς και δέκα χιλιάδες προς θάλασσαν· και έσονται αι απαρχαί του αγίου και έσται τα γεννήματα αυτής εις άρτους τοις εργαζομένοις την πόλιν· 19 οι δε εργαζόμενοι την πόλιν εργώνται αυτήν εκ πασών των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1692 . και είκοσι χιλιάσι. 14 ου πραθήσεται εξ αυτού ουδέ καταμετρηθήσεται. τοις φυλάσσουσι τας φυλακάς του οίκου. 6 και από των ορίων Εφραίμ από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ρουβήν. παν το μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδες και εύρος είκοσι χιλιάδες. και από των προς νότον πεντακόσιοι και τέσσαρες χιλιάδες. μία. και έσται η πόλις εν μέσω αυτού. υιοίς Σαδδούκ. 8 και από των ορίων Ιούδα από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν έσται η απαρχή του αφορισμού. 15 τας δε πέντε χιλιάδας τας περισσάς επί τω πλάτει επί ταις πέντε. 4 και από των ορίων Νεφθαλίμ από ανατολών έως των προς θάλασσαν Μανασσή. και έσται το άγιον εν μέσω αυτών· 9 απαρχή. μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδες. και από των προς θάλασσαν τετρακισχιλίους πεντακόσιους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θάλασσαν Νεφθαλίμ. 5 και από των ορίων Μανασσή από των προς ανατολάς ως των προς θάλασσαν Εφραίμ. ην αφοριούσι τω Κυρίω. μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδες και εύρος είκοσι και πέντε χιλιάδες. 17 και έσται διάστημα τη πόλει προς βορράν διακόσιοι πεντήκοντα και προς νότον διακόσιοι και πεντήκοντα και προς ανατολάς διακόσιοι πεντήκοντα και προς θάλασσαν διακόσιοι πεντήκοντα. προτείχισμα έσται τη πόλει εις την κατοικίαν και εις διάστημα αυτού. μία. 13 τοις δε Λευίταις τα εχόμενα των ορίων των ιερέων. άγιον αγίων από των ορίων των Λευιτών. μία. 10 τούτων έσται η απαρχή των αγίων· τοις ιερεύσι. 16 και ταύτα τα μέτρα αυτής· από των προς βορράν πεντακόσιοι και τετρακισχίλιοι. οίτινες ουκ επλανήθησαν εν τη πλανήσει υιών Ισραήλ. μία. 7 και από των ορίων Ρουβήν από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ιούδα. ουδέ αφαιρεθήσεται τα πρωτογεννήματα της γης. και εύρος δέκα χιλιάδες. προς βορράν πέντε και είκοσι χιλιάδες και προς θάλασσαν πλάτος δέκα χιλιάδες και προς ανατολάς πλάτος δέκα χιλιάδες και προς νότον μήκος είκοσι και πέντε χιλιάδες.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

φυλών του Ισραήλ. 20 πάσα η απαρχή πέντε και είκοσι χιλιάδες επί πέντε και είκοσι χιλιάδας· τετράγωνον αφοριείτε αυτού την απαρχήν του αγίου από της κατασχέσεως της πόλεως. 21 το δε περισσόν τω αφηγουμένω εκ τούτου και εκ τούτου από των απαρχών του αγίου και εις την κατάσχεσιν της πόλεως επί πέντε και είκοσι χιλιάδας μήκος έως των ορίων των προς ανατολάς και προς θάλασσαν επί πέντε και είκοσι χιλιάδας έως των ορίων των προς θάλασσαν εχόμενα των μερίδων του αφηγουμένου· και έσται η απαρχή των αγίων και το αγίασμα του οίκου εν μέσω αυτής. 22 και από της κατασχέσεως των Λευιτών και από της κατασχέσεως της πόλεως εν μέσω των αφηγουμένων έσται· αναμέσον των ορίων Ιούδα και αναμέσον των ορίων Βενιαμίν των αφηγουμένων έσται. - 23 Και το περισσόν των φυλών από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Βενιαμίν, μία. 24 και από των ορίων των Βενιαμίν από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Συμεών, μία. 25 και από των ορίων των Συμεών από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ισσάχαρ, μία. 26 και από των ορίων των Ισσάχαρ από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ζαβουλών, μία. 27 και από των ορίων των Ζαβουλών από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Γάδ, μία. 28 και από των ορίων των Γάδ από των προς ανατολάς έως των προς λίβα και έσται τα όρια αυτού από Θαιμάν και ύδατος Μαριμώθ Κάδης κληρονομίας έως της θαλάσσης της μεγάλης. 29 αύτη η γη, ην βαλείτε εν κλήρω ταις φυλαίς του Ισραήλ, και ούτοι οι διαμερισμοί αυτών, λέγει Κύριος Θεός. - 30 Και αύται αι διεκβολαί της πόλεως αι προς βορράν, τετρακισχίλιοι και πεντακόσιοι μέτρω. 31 και αι πύλαι της πόλεως επ ‘ ονόματι φυλών του Ισραήλ· πύλαι τρεις προς βορράν, πύλη Ρουβήν μία και πύλη Ιούδα μία και πύλη Λευϊ μία. 32 και τας προς ανατολάς τετρακισχίλιοι και πεντακόσιοι· και πύλαι τρεις, πύλη Ιωσήφ μία και πύλη Βενιαμίν μία και πύλη Δάν μία. 33 και τα προς νότον τετρακισχίλιοι και πεντακόσιοι μέτρω· και πύλαι τρεις, πύλη Συμεών μία και πύλη Ισσάχαρ μία και πύλη Ζαβουλών μία. 34 και τα προς θάλασσαν τετρακισχίλιοι και πεντακόσιοι μέτρω· πύλαι τρεις, πύλη Γάδ μία και πύλη Ασσήρ μία και πύλη Νεφθαλίμ μία. 35 κύκλωμα δέκα και οκτώ χιλιάδες. και το όνομα της πόλεως, αφ ‘ ης αν ημέρας γένηται, έσται το όνομα αυτής.

------------------------------------------------------Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1693

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΩΣΑΝΝΑ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

1 ΚΑΙ ην ανήρ οικών εν Βαβυλώνι, και όνομα αυτω Ιωακείμ. 2 και έλαβε γυναίκα, ή όνομα Σωσάννα, θυγάτηρ Χελκίου, καλή σφόδρα και φοβουμένη τον Κύριον· 3 και οι γονείς αυτής δίκαιοι και εδίδαξαν την θυγατέρα αυτών κατά τον νόμον Μωυσή. 4 και ην Ιωακείμ πλούσιος σφόδρα, και ην αυτω παράδεισος γειτνιών τω οίκω αυτού· και προς αυτόν προσήγοντο οι Ιουδαίοι δια το είναι αυτόν ενδοξότερον πάντων. 5 και απεδείχθησαν δύο πρεσβύτεροι εκ του λαού κριταί εν τω ενιαυτω εκείνω, περί ων ελάλησεν ο δεσπότης, ότι εξήλθεν ανομία εκ Βαβυλώνος εκ πρεσβυτέρων κριτών, οί εδόκουν κυβερνάν τον λαόν. 6 ούτοι προσεκαρτέρουν εν τη οικία Ιωκείμ, και ήρχοντο προς αυτούς πάντες οι κρινόμενοι. 7 και εγένετο ηνίκα απέτρεχεν ο λαός μέσον ημέρας, εισεπορεύετο Σωσάννα και περιεπάτει εν τω παραδείσω του ανδρός αυτής. 8 και εθεώρουν αυτήν οι δύο πρεσβύτεροι καθ ‘ ημέραν εισπορευομένην και περιπατούσαν και εγένοντο εν επιθυμία αυτής. 9 και διέστρεψαν τον εαυτών νουν και εξέκλιναν τους οφθαλμούς αυτών του μη βλέπειν εις τον ουρανόν, μηδέ μνημονεύειν κριμάτων δικαίων. 10 και ήσαν αμφότεροι κατανενυγμένοι περί αυτής και ουκ ανήγγειλαν αλλήλοις την οδύνην αυτών, 11 ότι ησχύνοντο αναγγείλαι την επιθυμίαν αυτών ότι ήθελον συγγενέσθαι αυτη. 12 και παρετηρούσαν φιλοτίμως καθ' ημέραν οράν αυτήν. 13 και είπαν έτερος τω ετέρω· πορευθώμεν δη εις οίκον, ότι αρίστου ωρα εστί. και εξελθόντες διεχωρίσθησαν απ' αλλήλων, 14 και ανακάμψαντες ήλθον επί το αυτό και ανετάζοντες αλλήλους την αιτίαν, ωμολόγησαν την επιθυμίαν αυτών· και τότε κοινή συνετάξαντο καιρόν ότε αυτήν δυνήσονται ευρείν μόνην. 15 και εγένετο εν τω παρατηρείν αυτούς ημέραν εύθετον εισήλθέ ποτε καθώς εχθές και τρίτης ημέρας μετά δύο μόνων κορασίων και επεθύμησε λούσασθαι εν τω παραδείσω, ότι καύμα ην. 16 και ουκ ην ουδείς εκεί πλήν οι δύο πρεσβύτεροι κεκρυμμένοι και παρατηρούντες αυτήν. 17 και είπε τοις κορασίοις· ενέγκατε δη μοι έλαιον και σμήγματα και τας θύρας του παραδείσου κλείσατε, όπως λούσωμαι. 18 και εποίησαν καθώς είπε και απέκλεισαν τας θύρας του παραδείσου και εξήλθαν κατά τας πλαγίας θύρας ενέγκαι τα προστεταγμένα αυταίς και ουκ είδοσαν τους πρεσβυτέρους, ότι ήσαν κεκρυμμένοι. 19 και εγένετο ως εξήλθοσαν τα κοράσια, και ανέστησαν οι δύο πρεσβύται και επέδραμον αυτη 20 και είπον· ιδού αι θύραι του παραδείσου κέκλεινται, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1694

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ουδείς θεωρεί ημάς, και εν επιθυμία σου εσμεν· διό συγκατάθου ημίν και γενού μεθ' ημών· 21 ει δε μη, καταμαρτυρήσομέν σου ότι ην μετά σου νεανίσκος και δια τούτο εξαπέστειλας τα κοράσια από σου. 22 και ανεστέναξε Σωσάννα και είπε· στενά μοι πάντοθεν· εάν τε γαρ τούτο πράξω, θάνατός μοί εστιν, εάν τε μη πράξω, ουκ εκφεύξομαι τας χείρας υμών. 23 αιρετώτερόν μοί εστι μη πράξασαν εμπεσείν εις χείρας υμών ή αμαρτείν ενώπιον Κυρίου. 24 και ανεβόησε φωνή μεγάλη Σωσάννα, εβόησαν δε και οι δύο πρεσβύται κατέναντι αυτής. 25 και δραμών ο εις ήνοιξε τας θύρας του παραδείσου. 26 ως δε ήκουσαν την κραυγήν εν τω παραδείσω οι εκ της οικίας, εισεπήδησαν δια της πλαγίας θύρας ιδείν το συμβεβηκός αυτη. 27 ηνίκα δε είπαν οι πρεσβύται τους λόγους αυτών, κατησχύνθησαν οι δούλοι σφόδρα, ότι πώποτε ουκ ερρήθη λόγος τοιούτος περί Σωσάννης. 28 Και εγένετο τη επαύριον ως συνήλθεν ο λαός προς τον άνδρα αυτής Ιωακείμ, ήλθον οι δύο πρεσβύται πλήρεις της ανόμου εννοίας κατά Σωσάννης του θανατώσαι αυτήν και είπαν έμπροσθεν του λαού· 29 αποστείλατε επί Σωσάνναν θυγατέρα Χελκίου, ή εστι γυνή Ιωακείμ· οι δε απέστειλαν. 30 και ήλθεν αυτή και οι γονείς αυτής και τα τέκνα αυτής και πάντες οι συγγενείς αυτής· 31 η δε Σωσάννα ην τρυφερά σφόδρα και καλή τω είδει. 32 οι δε παράνομοι εκέλευσαν αποκαλυφθήναι αυτήν, ην γαρ κατακεκαλυμμένη, όπως εμπλησθώσι του κάλλους αυτής· 33 έκλαιον δε οι παρ' αυτής και πάντες οι ιδόντες αυτήν. 34 αναστάντες δε οι δύο πρεσβύται εν μέσω τω λαω έθηκαν τας χείρας επί την κεφαλήν αυτής· 35 η δε κλαίουσα ανέβλεψεν εις τον ουρανόν, ότι ην η καρδία αυτής πεποιθυία επί τω Κυρίω. 36 είπον δε οι πρεσβύται· περιπατούντων ημών εν τω παραδείσω μόνων, εισήλθεν αύτη μετά δύο παιδισκών και απέκλεισε τας θύρας του παραδείσου και απέλυσε τας παιδίσκας· 37 και ήλθε προς αυτήν νεανίσκος, ος ην κεκρυμμένος, και ανέπεσε μετ' αυτής. 38 ημείς δε όντες εν τη γωνία του παραδείσου, ιδόντες την ανομίαν εδράμομεν επ' αυτούς· και ιδόντες συγγινομένους αυτούς, 39 εκείνου μεν ουκ ηδυνήθημεν εγκρατείς γενέσθαι δια το ισχύειν αυτόν υπέρ ημάς και ανοίξαντα τας θύρας εκπεπηδηκέναι, 40 ταύτης δε επιλαβόμενοι επηρωτώμεν τις ην ο νεανίσκος, 41 και ουκ ηθέλησεν αγγείλαι ημίν. ταύτα μαρτυρούμεν. και επίστευσεν αυτοίς η συναγωγή ως πρεσβυτέροις του λαού και κριταίς και κατέκριναν αυτήν αποθανείν. 42 ανεβόησε δε φωνή μεγάλη Σωσάννα και είπεν· ο Θεός ο αιώνιος ο των κρυπτών γνώστης, ο ειδώς τα πάντα πριν γενέσεως αυτών, 43 συ επίστασαι ότι ψευδή μου
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1695

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

κατεμαρτύρησαν· και ιδού αποθνήσκω μη ποιήσασα μηδέν ων ούτοι επονηρεύσαντο κατ' εμού. 44 Και εισήκουσε Κύριος της φωνής αυτής. 45 και απαγομένης αυτής απολέσθαι, ο Θεός εξήγειρε το πνεύμα το άγιον παιδαρίου νεωτέρου, ω όνομα Δανιήλ, 46 και εβόησε φωνή μεγάλη· αθωος εγώ από του αίματος ταύτης. 47 επέστρεψε δε πας ο λαός προς αυτόν και είπαν· τις ο λόγος ούτος, ον συ λελάληκας; 48 ο δε στάς εν μέσω αυτών είπεν· ούτως μωροί οι υιοί Ισραήλ; ουκ ανακρίναντες ουδέ το σαφές επιγνόντες κατεκρίνατε θυγατέρα Ισραήλ; 49 αναστρέψατε εις το κριτήριον· ψευδή γαρ ούτοι κατεμαρτύρησαν αυτής. 50 και ανέστρεψε πας ο λαός μετά σπουδής. και είπαν αυτω οι πρεσβύτεροι· δεύρο κάθισον εν μέσω ημών και ανάγγειλον ημίν, ότι σοί δέδωκεν ο Θεός το πρεσβείον. 51 και είπε προς αυτούς Δανιήλ· διαχωρίσατε αυτούς απ' αλλήλων μακράν, και ανακρινώ αυτούς. 52 ως δε διεχωρίσθησαν εις από του ενός, εκάλεσε τον ένα αυτών και είπε προς αυτόν· πεπαλαιωμένε ημερών κακών, νυν ήκασιν αι αμαρτίαι σου, ας εποίεις το πρότερον 53 κρίνων κρίσεις αδίκους και τους μεν αθώους κατακρίνων, απολύων δε τους αιτίους, λέγοντος του Κυρίου· αθωον και δίκαιον ουκ αποκτενείς· 54 νυν ουν ταύτην είπερ είδες, ειπόν· υπό τι δένδρον είδες αυτούς ομιλούντας αλλήλοις; ο δε είπεν· υπό σχίνον. 55 είπε δε Δανιήλ· ορθώς έψευσαι εις την σεαυτού κεφαλήν· ήδη γαρ άγγελος Θεού λαβών φάσιν παρά του Θεού σχίσει σε μέσον. 56 και μεταστήσας αυτόν εκέλευσε προσαγαγείν τον έτερον· και είπεν αυτω· σπέρμα Χαναάν και ουκ Ιούδα, το κάλλος εξηπάτησέ σε, και επιθυμία διέστρεψε την καρδίαν σου· 57 ούτως εποιείτε θυγατράσιν Ισραήλ, και εκείναι φοβούμεναι ωμίλουν υμίν, αλλ' ου θυγάτηρ Ιούδα υπέμεινε την ανομίαν υμών. 58 νυν ουν λέγε μοι· υπό τι δένδρον κατέλαβες αυτούς ομιλούντας αλλήλοις; ο δε είπεν· υπό πρίνον. 59 είπε δε αυτω Δανιήλ· ορθώς έψευσαι και συ εις την σεαυτού κεφαλήν· μένει γαρ ο άγγελος του Θεού την ρομφαίαν έχων πρίσαι σε μέσον, όπως εξολοθρεύση υμάς. 60 και ανεβόησε πάσα η συναγωγή φωνή μεγάλη και ευλόγησαν τω Θεω τω σώζοντι τους ελπίζοντας επ' αυτόν. 61 και ανέστησαν επί τους δύο πρεσβύτας, ότι συνέστησεν αυτούς Δανιήλ εκ του στόματος αυτών ψευδομαρτυρήσαντας, και εποίησαν αυτοίς ον τρόπον επονηρεύσαντο τω πλησίον, 62 ποιήσαι κατά τον νόμον Μωυσή, και απέκτειναν αυτούς· και εσώθη αίμα αναίτιον εν τη ημέρα εκείνη. 63 Χελκίας δε και η γυνή αυτού ήνεσαν τον Θεόν περί της θυγατρός αυτών μετά Ιωακείμ του ανδρός αυτής
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1696

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και των συγγενών πάντων, ότι ουχ ευρέθη εν αυτη άσχημον πράγμα. 64 και Δανιήλ εγένετο μέγας ενώπιον του λαού από της ημέρας εκείνης και επέκεινα.

------------------------------------------------

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

1 ΕΝ έτει τρίτω της βασιλείας Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ και επολιόρκει αυτήν. 2 και έδωκε Κύριος εν χειρί αυτού τον Ιωακείμ βασιλέα Ιούδα και από μέρους των σκευών οίκου του Θεού, και ήνεγκεν αυτά εις γην Σενναάρ οίκου του Θεού αυτού· και τα σκεύη εισήνεγκεν εις τον οίκον θησαυρού του Θεού αυτού. 3 και είπεν ο βασιλεύς τω Ασφανέζ τω αρχιευνούχω αυτού εισαγαγείν από των υιών της αιχμαλωσίας Ισραήλ και από του σπέρματος της βασιλείας και από των φορθομμίν 4 νεανίσκους. οίς ουκ έστιν εν αυτοίς μώμος και καλούς τη όψει και συνιέντας εν πάση σοφία και γινώσκοντας γνώσιν και διανοουμένους φρόνησιν και οίς εστιν ισχύς εν αυτοίς εστάναι εν τω οίκω ενώπιον του βασιλέως, και διδάξαι αυτούς γράμματα και γλώσσαν Χαλδαίων. 5 και διέταξεν αυτοίς ο βασιλεύς το της ημέρας καθ' ημέραν από της τραπέζης του βασιλέως και από του οίνου του ποτού αυτού και θρέψαι αυτούς έτη τρία και μετά ταύτα στήναι ενώπιον του βασιλέως. 6 και εγένετο εν αυτοίς εκ των υιών Ιούδα Δανιήλ και Ανανίας και Αζαρίας και Μισαήλ. 7 και επέθηκεν αυτοίς ο αρχιευνούχος ονόματα τω Δανιήλ Βαλτάσαρ και τω Ανανία Σεδράχ και τω Μισαήλ Μισάχ και τω Αζαρία Αβδεναγώ. 8 και έθετο Δανιήλ εις την καρδίαν αυτού ως ου μη αλισγηθή εν τη τραπέζη του βασιλέως και εν τω οίνω του ποτού αυτού και ηξίωσε τον αρχιευνούχον ως ου μη αλισγηθή. 9 και έδωκεν ο Θεός τον Δανιήλ εις έλεον και εις οικτιρμόν ενώπιον του αρχιευνούχου. 10 και είπεν ο αρχιευνούχος τω Δανιήλ· φοβούμαι εγώ τον κύριόν μου τον βασιλέα τον εκτάξαντα την
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1697

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

βρώσιν υμών και την πόσιν υμών, μη ποτε ίδη τα πρόσωπα υμών σκυθρωπά παρά τα παιδάρια τα συνήλικα υμών και καταδικάσητε την κεφαλήν μου τω βασιλεί. 11 και είπε Δανιήλ προς Αμελσάδ, ον κατέστησεν ο αρχιευνούχος επί Δανιήλ, Ανανίαν, Μισαήλ, Αζαρίαν· 12 πείρασον δη τους παίδάς σου ημέρας δέκα, και δότωσαν ημίν από των σπερμάτων, και φαγώμεθα και ύδωρ πιώμεθα· 13 και οφθήτωσαν ενώπιόν σου αι ιδέαι ημών και αι ιδέαι των παιδαρίων των εσθιόντων την τράπεζαν του βασιλέως, και καθώς εάν ίδης, ποίησον μετά των παίδων σου. 14 και εισήκουσεν αυτών και επείρασεν αυτούς ημέρας δέκα. 15 και μετά το τέλος των δέκα ημερών ωράθησαν αι ιδέαι αυτών αγαθαί και ισχυραί ταις σαρξίν υπέρ τα παιδάρια τα εσθίοντα την τράπεζαν του βασιλέως. 16 και εγένετο Αμελσάδ αναιρούμενος το δείπνον αυτών και τον οίνον του πόματος αυτών και εδίδου αυτοίς σπέρματα. 17 και τα παιδάρια ταύτα, οι τέσσαρες αυτοί, έδωκεν αυτοίς ο Θεός σύνεσιν και φρόνησιν εν πάση γραμματική και σοφία· και Δανιήλ συνήκεν εν πάση οράσει και ενυπνίοις. 18 και μετά το τέλος των ημερών, ων είπεν ο βασιλεύς εισαγαγείν αυτούς, και εισήγαγεν αυτούς ο αρχιευνούχος εναντίον Ναβουχοδονόσορ. 19 και ελάλησε μετ' αυτών ο βασιλεύς, και ουχ ευρέθησαν εκ πάντων αυτών όμοιοι Δανιήλ και Ανανία και Μισαήλ και Αζαρία· και έστησαν ενώπιον του βασιλέως. 20 και εν παντί ρήματι σοφίας και επιστήμης, ων εζήτησε παρ' αυτών ο βασιλεύς, εύρεν αυτούς δεκαπλασίονας παρά πάντας τους επαοιδούς και τους μάγους τους όντας εν πάση τη βασιλεία αυτού. 21 και εγένετο Δανιήλ έως έτους ενός Κύρου του βασιλέως.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

1 ΕΝ τω έτει τω δευτέρω της βασιλείας Ναβουχοδονόσορ ενυπνιάσθη Ναβουχοδονόσορ ενύπνιον, και εξέστη το πνεύμα αυτού, και ο ύπνος αυτού εγένετο απ' αυτού. 2 και είπεν ο βασιλεύς καλέσαι τους επαοιδούς και τους μάγους και τους φαρμακούς και τους Χαλδαίους του αναγγείλαι τω βασιλεί τα ενύπνια αυτού, και ήλθαν και έστησαν ενώπιον του βασιλέως.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1698

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

3 και είπεν αυτοίς ο βασιλεύς· ηνυπνιάσθην, και εξέστη το πνεύμά μου του γνώναι το ενύπνιον. 4 και ελάλησαν οι Χαλδαίοι τω βασιλεί συριστί· βασιλεύ, εις τους αιώνας ζήθι· συ ειπόν το ενύπνιον τοις παισί σου, και την σύγκρισιν αναγγελούμεν. 5 απεκρίθη ο βασιλεύς τοις Χαλδαίοις· ο λόγος απ' εμού απέστη· εάν μη γνωρίσητέ μοι το ενύπνιον και την σύγκρισιν αυτού, εις απώλειαν έσεσθε, και οι οίκοι υμών διαρπαγήσονται· 6 εάν δε το ενύπνιον και την σύγκρισιν αυτού γνωρίσητέ μοι, δόματα και δωρεάς και τιμήν πολλήν λήψεσθε παρ' εμού· πλήν το ενύπνιον και την σύγκρισιν αυτού απαγγείλατέ μοι. 7 απεκρίθησαν δεύτερον και είπαν· ο βασιλεύς ειπάτω το ενύπνιον τοις παισίν αυτού, και την σύγκρισιν αυτού αναγγελούμεν. 8 και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπεν· επ' αληθείας οίδα εγώ ότι καιρόν υμείς εξαγοράζετε, καθότι είδετε ότι απέστη απ' εμού το ρήμα. 9 εάν ουν το ενύπνιον μη αναγγείλητέ μοι, οίδα ότι ρήμα ψευδές και διεφθαρμένον συνέθεσθε ειπείν ενώπιόν μου, έως ου ο καιρός παρέλθη· το ενύπνιόν μου είπατέ μοι, και γνώσομαι ότι την σύγκρισιν αυτού αναγγελείτέ μοι. 10 απεκρίθησαν οι Χαλδαίοι ενώπιον του βασιλέως και λέγουσιν· ουκ έστιν άνθρωπος επί της ξηράς, όστις το ρήμα του βασιλέως δυνήσεται γνωρίσαι, καθότι πας βασιλεύς μέγας και άρχων ρήμα τοιούτον ουκ επερωτά επαοιδόν, μάγον και Χαλδαίον· 11 ότι ο λόγος, ον ο βασιλεύς επερωτά, βαρύς, και έτερος ουκ έστιν, ος αναγγελεί αυτόν ενώπιον του βασιλέως, αλλ' οι θεοί, ων ουκ έστιν η κατοικία μετά πάσης σαρκός. 12 τότε ο βασιλεύς εν θυμω και οργή είπεν απολέσαι πάντας τους σοφούς Βαβυλώνος· 13 και το δόγμα εξήλθε, και οι σοφοί απεκτέννοντο, και εζήτησαν Δανιήλ και τους φίλους αυτού ανελείν. 14 τότε Δανιήλ απεκρίθη βουλήν και γνώμην τω Αριώχ τω αρχιμαγείρω του βασιλέως, ος εξήλθεν αναιρείν τους σοφούς Βαβυλώνος· 15 άρχων του βασιλέως, περί τίνος εξήλθεν η γνώμη η αναιδής εκ προσώπου του βασιλέως; εγνώρισε δε ο Αριώχ το ρήμα τω Δανιήλ. 16 και Δανιήλ εισήλθε και ηξίωσε τον βασιλέα, όπως χρόνον δω αυτω, και την σύγκρισιν αυτού αναγγείλη τω βασιλεί. 17 και εισήλθε Δανιήλ εις τον οίκον αυτού και τω Ανανία και τω Μισαήλ και τω Αζαρία τοις φίλοις αυτού το ρήμα εγνώρισε· 18 και οικτιρμούς εζήτουν παρά του Θεού του ουρανού υπέρ του μυστηρίου τούτου, όπως αν μη απόλωνται Δανιήλ και οι φίλοι αυτού μετά των επιλοίπων σοφών Βαβυλώνος. 19 τότε τω Δανιήλ εν οράματι της νυκτός το μυστήριον απεκαλύφθη· και ευλόγησε τον Θεόν του ουρανού Δανιήλ 20 και είπεν· είη το όνομα του Θεού ευλογημένον από του αιώνος και έως
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1699

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του αιώνος, ότι η σοφία και η σύνεσις αυτού εστι· 21 και αυτός αλλοιοί καιρούς και χρόνους, καθιστά βασιλείς και μεθιστά, διδούς σοφίαν τοις σοφοίς και φρόνησιν τοις ειδόσι σύνεσιν· 22 αυτός αποκαλύπτει βαθέα και απόκρυφα, γινώσκων τα εν τω σκότει, και το φως μετ' αυτού εστι· 23 σοί, ο Θεός των πατέρων μου, εξομολογούμαι και αινώ, ότι σοφίαν και δύναμιν δέδωκάς μοι και νυν εγνώρισάς μοι α ηξιώσαμεν παρά σου και το όραμα του βασιλέως εγνώρισάς μοι. 24 και ήλθε Δανιήλ προς Αριώχ, ον κατέστησεν ο βασιλεύς απολέσαι τους σοφούς Βαβυλώνος, και είπεν αυτω· τους σοφούς Βαβυλώνος μη απολέσης, εισάγαγε δε με ενώπιον του βασιλέως, και την σύγκρισιν τω βασιλεί αναγγελώ. 25 τότε Αριώχ εν σπουδή εισήγαγε τον Δανιήλ ενώπιον του βασιλέως και είπεν αυτω· εύρηκα άνδρα εκ των υιών της αιχμαλωσίας της Ιουδαίας, όστις το σύγκριμα τω βασιλεί αναγγελεί. 26 και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπε τω Δανιήλ, ου το όνομα Βαλτάσαρ· ει δύνασαί μοι αναγγείλαι το ενύπνιον, ό είδον, και την σύγκρισιν αυτού; 27 και απεκρίθη Δανιήλ ενώπιον του βασιλέως και είπε· το μυστήριον, ό ο βασιλεύς επερωτά, ουκ έστι σοφών, μάγων, επαοιδών, γαζαρηνών αναγγείλαι τω βαασιλεί, 28 αλλ' ή εστι Θεός εν ουρανω αποκαλύπτων μυστήρια και εγνώρισε τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ α δεί γενέσθαι επ' εσχάτων των ημερών. το ενύπνιόν σου και αι οράσεις της κεφαλής σου επί της κοίτης σου, τούτό εστι. 29 συ, βασιλεύ, οι διαλογισμοί σου επί της κοίτης σου ανέβησαν τι δεί γενέσθαι μετά ταύτα, και ο αποκαλύπτων μυστήρια εγνώρισέ σοι α δεί γενέσθαι. 30 και εμοί δε ουκ εν σοφία τη ούση εν εμοί παρά πάντας τους ζώντας το μυστήριον τούτο απεκαλύφθη, αλλ' ένεκεν του την σύγκρισιν τω βασιλεί γνωρίσαι, ίνα τους διαλογισμούς της καρδίας σου γνως. 31 συ, βασιλεύ, εθεώρεις, και ιδού εικών μία, μεγάλη η εικών εκείνη, και η πρόσοψις αυτής υπερφερής, εστώσα προ προσώπου σου, και η όρασις αυτής φοβερά· 32 εικών, ης η κεφαλή χρυσίου χρηστού, αι χείρες και το στήθος και οι βραχίονες αυτής αργυροί, η κοιλία και οι μηροί χαλκοί, 33 αι κνήμαι σιδηραί, οι πόδες μέρος τι σιδηρούν και μέρος τι οστράκινον. 34 εθεώρεις έως ου ετμήθη λίθος εξ όρους άνευ χειρών και επάταξε την εικόνα επί τους πόδας τους σιδηρούς και οστρακίνους και ελέπτυνεν αυτούς εις τέλος. 35 τότε ελεπτύνθησαν εις άπαξ το όστρακον, ο σίδηρος, ο χαλκός, ο άργυρος, ο χρυσός, και εγένετο ωσεί κονιορτός από άλωνος θερινής· και εξήρεν αυτά το πλήθος του πνεύματος, και τόπος ουχ ευρέθη αυτοίς· και ο λίθος ο πατάξας την εικόνα εγενήθη όρος μέγα και επλήρωσε πάσαν την γην.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1700

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

36 τούτό εστι το ενύπνιον και την σύγκρισιν αυτού ερούμεν ενώπιον του βασιλέως. 37 συ, βασιλεύ, βασιλεύς βασιλέων, ω ο Θεός του ουρανού βασιλείαν ισχυράν και κραταιάν και έντιμον έδωκεν, 38 εν παντί τόπω, όπου κατοικούσιν οι υιοί των ανθρώπων, θηρία τε αγρού και πετεινά ουρανού και ιχθύας της θαλάσσης έδωκεν εν τη χειρί σου και κατέστησέ σε κύριον πάντων, συ ει η κεφαλή η χρυσή. 39 και οπίσω σου αναστήσεται βασιλεία ετέρα ήττων σου και βασιλεία τρίτη, ήτις εστίν ο χαλκός, ή κυριεύσει πάσης της γης. 40 και βασιλεία τετάρτη, ήτις έσται ισχυρά ως σίδηρος· ον τρόπον ο σίδηρος λεπτύνει και δαμάζει πάντα, ούτως πάντα λεπτυνεί και δαμάσει. 41 και ότι είδες τους πόδας και τους δακτύλους μέρος μεν τι οστράκινον μέρος δε τι σιδηρούν, βασιλεία διηρημένη έσται, και από της ρίζης της σιδηράς έσται εν αυτη, ον τρόπον είδες τον σίδηρον αναμεμειγμένον τω οστράκω· 42 και οι δάκτυλοι των ποδών μέρος μεν τι σιδηρούν μέρος δε τι οστράκινον, μέρος τι της βασιλείας έσται ισχυρόν και απ' αυτής έσται συντριβόμενον. 43 ότι είδες τον σίδηρον αναμεμειγμένον τω οστράκω, συμμειγείς έσονται εν σπέρματι ανθρώπων και ουκ έσονται προσκολλώμενοι ούτος μετά τούτου, καθώς ο σίδηρος ουκ αναμείγνυται μετά του οστράκου. 44 και εν ταις ημέραις των βασιλέων εκείνων αναστήσει ο Θεός του ουρανού βασιλείαν, ήτις εις τους αιώνας ου διαφθαρήσεται, και η βασιλεία αυτού λαω ετέρω ουχ υπολειφθήσεται· λεπτυνεί και λικμήσει πάσας τας βασιλείας, και αυτή αναστήσεται εις τους αιώνας. 45 ον τρόπον είδες ότι από όρους ετμήθη λίθος άνευ χειρών και ελέπτυνε το όστρακον, τον σίδηρον, τον χαλκόν, τον άργυρον, τον χρυσόν, ο Θεός ο μέγας εγνώρισε τω βασιλεί α δεί γενέσθαι μετά ταύτα, και αληθινόν το ενύπνιον, και πιστή η σύγκρισις αυτού. 46 τότε ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ έπεσεν επί πρόσωπον και τω Δανιήλ προσεκύνησε και μαναά και ευωδίας είπε σπείσαι αυτω. 47 και αποκριθείς ο βασιλεύς είπε τω Δανιήλ· επ' αληθείας ο Θεός υμών αυτός εστι Θεός θεών και κύριος των βασιλέων και αποκαλύπτων μυστήρια, ότι ηδυνήθης αποκαλύψαι το μυστήριον τούτο. 48 και εμεγάλυνεν ο βασιλεύς τον Δανιήλ και δόματα μεγάλα και πολλά έδωκεν αυτω και κατέστησεν αυτόν επί πάσης χώρας Βαβυλώνος και άρχοντα σατραπών επί πάντας τους σοφούς Βαβυλώνος. 49 και Δανιήλ ητήσατο παρά του βασιλέως, και κατέστησεν επί τα έργα της χώρας Βαβυλώνος τον Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ· και Δανιήλ ην εν τη αυλή του βασιλέως.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1701

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΑΝΙΗΛ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ

1 ΕΤΟΥΣ οκτωκαιδεκάτου Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς εποίησεν εικόνα χρυσήν, ύψος αυτής πήχεων εξήκοντα, εύρος αυτής πήχεων εξ, και έστησεν αυτήν εν πεδίω Δεειρά, εν χώρα Βαβυλώνος. 2 και απέστειλε συναγαγείν τους υπάτους και τους στρατηγούς και τους τοπάρχας, ηγουμένους τε και τυράννους και τους επ' εξουσιών και πάντας τους άρχοντας των χωρών ελθείν εις τα εγκαίνια της εικόνος, ην έστησε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς. 3 και συνήχθησαν οι τοπάρχαι, ύπατοι, στρατηγοί, ηγούμενοι, τύραννοι μεγάλοι, οι επ' εξουσιών και πάντες οι άρχοντες των χωρών εις τον εγκαινισμόν της εικόνος, ην έστησε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς, και ειστήκεισαν ενώπιον της εικόνος. 4 και ο κήρυξ εβόα εν ισχύϊ· υμίν λέγεται, λαοί, φυλαί, γλώσσαι· 5 ή αν ωρα ακούσητε της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης τε και ψαλτηρίου, συμφωνίας και παντός γένους μουσικών, πίπτοντες προσκυνείτε τη εικόνι τη χρυσή, ή έστησε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς· 6 και ος αν μη πεσών προσκυνήση, αυτη τη ωρα εμβληθήσεται εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. 7 και εγένετο όταν ήκουον οι λαοί της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης τε και ψαλτηρίου και συμφωνίας και παντός γένους μουσικών, πίπτοντες πάντες οι λαοί, φυλαί, γλώσσαι, προσεκύνουν τη εικόνι τη χρυσή, ή έστησε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς. 8 τότε προσήλθοσαν άνδρες Χαλδαίοι και διέβαλον τους Ιουδαίους 9 τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ· βασιλεύ, εις τους αιώνας ζήθι. 10 συ βασιλεύ, έθηκας δόγμα πάντα άνθρωπον, ος αν ακούση της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης και ψαλτηρίου και συμφωνίας και παντός γένους μουσικών 11 και μη πεσών προσκυνήση τη εικόνι τη χρυσή, εμβληθήσεται εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. 12 εισίν άνδρες Ιουδαίοι, ους κατέστησας επί τα έργα της χώρας Βαβυλώνος, Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ, οί ουχ υπήκουσαν, βασιλεύ, τω δόγματί σου, τοις θεοίς σου ου λατρεύουσι, και τη εικόνι τη χρυσή, ή έστησας, ου προσκυνούσι. 13 τότε Ναβουχοδονόσορ εν θυμω και οργή είπεν αγαγείν τον Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, και ήχθησαν ενώπιον του βασιλέως. 14 και απεκρίθη Ναβουχοδονόσορ και είπεν αυτοίς· ει αληθώς Σεδράχ,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1702

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μισάχ, Αβδεναγώ, τοις θεοίς μου ου λατρεύετε και τη εικόνι τη χρυσή, ή έστησα, ου προσκυνείτε; 15 νυν ουν ει έχετε ετοίμως, ίνα ως αν ακούσητε της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης τε και ψαλτηρίου και συμφωνίας και παντός γένους μουσικών, πεσόντες προσκυνήσητε τη εικόνι τη χρυσή, ή εποίησα· εάν δε μη προσκυνήσητε, αυτη τη ωρα εμβληθήσεσθε εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. και τις εστι Θεός, ος εξελείται υμάς εκ των χειρών μου; 16 και απεκρίθησαν Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ· ου χρείαν έχομεν ημείς περί του ρήματος τούτου αποκριθήναί σοι· 17 έστι γαρ Θεός ημών εν ουρανοίς, ω ημείς λατρεύομεν, δυνατός εξελέσθαι ημάς εκ της καμίνου του πυρός της καιομένης, και εκ των χειρών σου, βασιλεύ, ρύσεται ημάς· 18 και εάν μη, γνωστόν έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν και τη εικόνι, ή έστησας, ου προσκυνούμεν. 19 τότε Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμού, και η όψις του προσώπου αυτού ηλλοιώθη επί Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, και είπεν εκκαύσαι την κάμινον επταπλασίως, έως ου εις τέλος εκκαή· 20 και άνδρας ισχυρούς ισχύϊ είπε πεδήσαντας τον Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ εμβαλείν εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. 21 τότε οι άνδρες εκείνοι επεδήθησαν συν τοις σαραβάροις αυτών και τιάραις και περικνημίσι και εβλήθησαν εις το μέσον της καμίνου του πυρός της καιομένης, 22 επεί το ρήμα του βασιλέως υπερίσχυσε και η κάμινος εξεκαύθη εκ περισσού. 23 και οι τρεις ούτοι, Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, έπεσον εις μέσον της καμίνου του πυρός της καιομένης πεπεδημένοι. και περιεπάτουν εν μέσω της φλογός υμνούντες τον Θεόν και ευλογούντες τον Κύριον.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΖΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ

1 ΚΑΙ συστάς Αζαρίας προσύξατο ούτως και ανοίξας το στόμα αυτού εν μέσω του πυρός είπεν· 2 Ευλογητός ει, Κύριε ο Θεός των πατέρων ημών, και αινετός, και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας, 3 ότι δίκαιος ει επί πάσιν, οίς εποίησας ημίν, και πάντα τα έργα σου αληθινά, και ευθείαι αι οδοί σου, και πάσαι αι κρίσεις σου αλήθεια, 4 και κρίματα αληθείας εποίησας κατά πάντα, α επήγαγες ημίν και επί την πόλιν την αγίαν την των πατέρων ημών Ιερουσαλήμ, ότι εν αληθεία και κρίσει επήγαγες ταύτα πάντα, δια τας αμαρτίας ημών. 5 ότι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1703

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ημάρτομεν και ηνομήσαμεν αποστήναι από σου 6 και εξημάρτομεν εν πάσι και των εντολών σου ουκ ηκούσαμεν, ουδέ συνετηρήσαμεν ουδέ εποιήσαμεν καθώς ενετείλω ημίν, ίνα εύ ημίν γένηται. 7 και πάντα, όσα επήγαγες ημίν και πάντα όσα εποίησας ημίν, εν αληθινή κρίσει εποίησας 8 και παρέδωκας ημάς εις χείρας εχθρών ανόμων, εχθίστων αποστατών, και βασιλεί αδίκω και πονηροτάτω παρά πάσαν την γην. 9 και νυν ουκ έστιν ημίν ανοίξαι το στόμα· αισχύνη και όνειδος εγενήθημεν τοις δούλοις σου και τοις σεβομένοις σε. 10 μη δη παραδώης ημάς εις τέλος δια το όνομά σου και μη διασκεδάσης την διαθήκην σου 11 και μη αποστήσης το έλεός σου αφ' ημών δια Αβραάμ τον ηγαπημένον υπό σου και δια Ισαάκ τον δούλόν σου και Ισραήλ τον άγιόν σου, 12 οίς ελάλησας πληθύναι το σπέρμα αυτών ως τα άστρα του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης. 13 ότι, δέσποτα, εσμικρύνθημεν παρά πάντα τα έθνη και εσμεν ταπεινοί εν πάση τη γη σήμερον δια τας αμαρτίας ημών, 14 και ουκ έστιν εν τω καιρω τούτω άρχων και προφήτης και ηγούμενος, ουδέ ολοκαύτωσις ουδέ θυσία ουδέ προσφορά ουδέ θυμίαμα, ου τόπος του καρπώσαι ενώπιόν σου και ευρείν έλεος· 15 αλλ' εν ψυχή συντετριμμένη και πνεύματι ταπεινώσεως προσδεχθείημεν 16 ως εν ολοκαυτώμασι κριών και ταύρων και ως εν μυριάσιν αρνών πιόνων, ούτως γενέσθω η θυσία ημών ενώπιόν σου σήμερον και εκτελέσαι όπισθέν σου, ότι ουκ έσται αισχύνη τοις πεποιθόσιν επί σε. 17 και νυν εξακολουθούμεν εν όλη καρδία και φοβούμεθά σε και ζητούμεν το πρόσωπόν σου, 18 μη καταισχύνης ημάς, αλλά ποίησον μεθ' ημών κατά την επιείκειάν σου και κατά το πλήθος του ελέους σου 19 και εξελού ημάς κατά τα θαυμάσιά σου και δος δόξαν τω ονόματί σου, Κύριε. και εντραπείησαν πάντες οι ενδεικνύμενοι τοις δούλοις σου κακά 20 και καταισχυνθείησαν από πάσης δυναστείας, και η ισχύς αυτών συντριβείη· 21 και γνώτωσαν ότι συ ει Κύριος Θεός μόνος και ένδοξος εφ' όλην την οικουμένην. 22 Και ου διέλιπον οι εμβάλλοντες αυτούς υπηρέται του βασιλέως καίοντες την κάμινον νάφθαν και πίσσαν και στυππίον και κληματίδα. 23 και διεχείτο η φλόξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαρακονταεννέα. 24 και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. 25 ο δε άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον και εξετίναξε την φλόγα του πυρός εκ της καμίνου 26 και εποίησε το μέσον της καμίνου ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ και ουκ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1704

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ελύπησεν ουδέ παρηνώχλησεν αυτοίς.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

27 Τότε οι τρεις ως εξ ενός στόματος ύμνουν και εδόξαζον και ηυλόγουν τον Θεόν εν τη καμίνω λέγοντες· 28 Ευλογητός ει, Κύριε ο Θεός των πατέρων ημών, και αινετός και υπερυψούμενος εις τους αιώνας, 29 και ευλογημένον το όνομα της δόξης σου το άγιον και υπεραινετόν και υπερυψούμενον εις πάντας τους αιώνας. 30 ευλογημένος ει εν τω ναω της αγίας δόξης σου και υπερύμνητος και υπερένδοξος εις τους αιώνας. 31 ευλογημένος ει ο επιβλέπων αβύσσους, καθήμενος επί Χερουβίμ και αινετός και υπερυψούμενος εις τους αιώνας. 32 ευλογημένος ει επί θρόνου της βασιλείας σου και υπερύμνητος και υπερυψούμενος εις τους αιώνας. 33 ευλογημένος ει εν τω στερεώματι του ουρανού και υμνητός και δεδοξασμένος εις τους αιώνας. 34 ευλογείτε, πάντα τα έργα Κυρίου τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 35 ευλογείτε, ουρανοί τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 36 ευλογείτε, άγγελοι Κυρίου τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 37 ευλογείτε, ύδατα πάντα τα υπεράνω του ουρανού τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 38 ευλογείτε, πάσαι αι δυνάμεις Κυρίου τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 39 ευλογείτε, ήλιος και σελήνη τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 40 ευλογείτε, άστρα του ουρανού τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 41 ευλογείτω πας όμβρος και δρόσος τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 42 ευλογείτε, πάντα τα πνεύματα τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 43 ευλογείτε, πυρ και καύμα τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. [44 ευλογείτε, ψύχος και καύσων τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 45 ευλογείτε, δρόσοι και νιφετοί τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας]. 46 ευλογείτε, νύκτες και ημέραι τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 47 ευλογείτε, φως και σκότος τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 48 ευλογείτε, ψύχος και καύμα, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 49 ευλογείτε, πάχναι και χιόνες, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 50 ευλογείτε, αστραπαί και νεφέλαι τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 51 ευλογείτω η γη τον Κύριον· υμνείτω και υπερυψούτω αυτόν εις τους αιώνας. 52 ευλογείτε,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1705

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

όρη και βουνοί τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 53 ευλογείτε, πάντα τα φυόμενα εν τη γη, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 54 ευλογείτε, θάλασσα και ποταμοί, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 55 ευλογείτε, αι πηγαί, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 56 ευλογείτε, κήτη και πάντα τα κινούμενα εν τοις ύδασι, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 57 ευλογείτε, πάντα τα πετεινά του ουρανού, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 58 ευλογείτε, πάντα τα θηρία και τα κτήνη, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 59 ευλογείτε, υιοί των ανθρώπων, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 60 ευλογείτε, Ισραήλ, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 61 ευλογείτε, ιερείς Κυρίου, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 62 ευλογείτε, δούλοι Κυρίου, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 63 ευλογείτε, πνεύματα και ψυχαί δικαίων, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 64 ευλογείτε, όσιοι και ταπεινοί τη καρδία, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 65 ευλογείτε, Ανανία, Αζαρία, Μισαήλ, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας, ότι εξείλετο ημάς εξ άδου και εκ χειρός θανάτου έσωσεν ημάς, ερρύσατο ημάς εκ μέσου καμίνου καιομένης φλογός και εκ μέσου πυρός ερρύσατο ημάς. 66 εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι χρηστός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 67 ευλογείτε, πάντες οι σεβόμενοι τον Κύριον τον Θεόν των θεών, υμνείτε και εξομολογείσθε, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 24 Και Ναβουχοδονόσορ ήκουσεν υμνούντων αυτών και εθαύμασε και εξανέστη εν σπουδή και είπε τοις μεγιστάσιν αυτού· ουχί άνδρας τρεις εβάλομεν εις το μέσον του πυρός πεπεδημένους; και είπον τω βασιλεί· αληθώς, βασιλεύ. 25 και είπεν ο βασιλεύς· ιδού εγώ ορώ άνδρας τέσσαρας λελυμένους και περιπατούντας εν μέσω του πυρός, και διαφθορά ουκ έστιν εν αυτοίς, και η όρασις του τετάρτου ομοία υιω Θεού. 26 τότε προσήλθε Ναβουχοδονόσορ προς την θύραν της καμίνου του πυρός της καιομένης και είπε· Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ, οι δούλοι του Θεού του Υψίστου, εξέλθετε και δεύτε. και εξήλθον Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ εκ μέσου του πυρός. 27 και συνάγονται οι σατράπαι και οι στρατηγοί και οι τοπάρχαι και οι δυνάσται του βασιλέως και εθεώρουν τους άνδρας ότι ουκ εκυρίευσε το
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1706

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πυρ του σώματος αυτών, και η θρίξ της κεφαλής αυτών ουκ εφλογίσθη, και τα σαράβαρα αυτών ουκ ηλλοιώθη, και οσμή πυρός ουκ ην εν αυτοίς. 28 και απεκρίθη Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς και είπεν· ευλογητός ο Θεός του Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ, ος απέστειλε τον άγγελον αυτού και εξείλατο τους παίδας αυτού, ότι επεποίθεισαν επ' αυτω και το ρήμα του βασιλέως ηλλοίωσαν και παρέδωκαν τα σώματα αυτών εις πυρ, όπως μη λατρεύσωσι μηδέ προσκυνήσωσι παντί θεω, αλλ' ή τω Θεω αυτών. 29 και εγώ εκτίθεμαι δόγμα· πας λαός, φυλή, γλώσσα, ή εάν είπη βλασφημίαν κατά του Θεού Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ, εις απώλειαν έσονται και οι οίκοι αυτών εις διαρπαγήν, καθότι ουκ έστι θεός έτερος, όστις δυνήσεται ρύσασθαι ούτως. 30 τότε ο βασιλεύς κατεύθυνε τον Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ εν τη χώρα Βαβυλώνος και ηύξησεν αυτούς και ηξίωσεν. αυτούς ηγείσθαι πάντων των Ιουδαίων των εν τη βασιλεία αυτού. 31 Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς πάσι τοις λαοίς, φυλαίς και γλώσσαις τοις οικούσιν εν πάση τη γη· ειρήνη υμίν πληθυνθείη· 32 τα σημεία και τα τέρατα, α εποίησε μετ' εμού ο Θεός ο Ύψιστος, ήρεσεν εναντίον εμού αναγγείλαι υμίν 33 ως μεγάλα και ισχυρά· η βασιλεία αυτού βασιλεία αιώνιος και η εξουσία αυτού εις γενεάν και γενεάν.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ

1 ΕΓΩ Ναβουχοδονόσορ ευθηνών ήμην εν τω οίκω μου και ευθαλών. 2 ενύπνιον είδον, και εφοβέρισέ με, και εταράχθην επί της κοίτης μου, και αι οράσεις της κεφαλής μου ετάραξάν με. 3 και δι' εμού ετέθη δόγμα του εισαγαγείν ενώπιόν μου πάντας τους σοφούς Βαβυλώνος, όπως την σύγκρισιν του ενυπνίου γνωρίσωσί μοι. 4 και εισεπορεύοντο οι επαοιδοί, μάγοι, γαζαρηνοί, Χαλδαίοι, και το ενύπνιον εγώ είπα ενώπιον αυτών, και την σύγκρισιν αυτού ουκ εγνώρισάν μοι, 5 έως ήλθε Δανιήλ, ου το όνομα Βαλτάσαρ κατά το όνομα του Θεού μου, ος πνεύμα Θεού άγιον εν εαυτω έχει, και το ενύπνιον ενώπιον αυτού είπα· 6 Βαλτάσαρ ο άρχων των επαοιδών, ον εγώ έγνων ότι πνεύμα Θεού άγιον εν σοί και παν μυστήριον ουκ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1707

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αδυνατεί σε, άκουσον την όρασιν του ενυπνίου μου, ου είδον, και την σύγκρισιν αυτού ειπόν μοι· 7 επί της κοίτης μου εθεώρουν, και ιδού δένδρον εν μέσω της γης, και το ύψος αυτού πολύ. 8 εμεγαλύνθη το δένδρον και ίσχυσε, και το ύψος αυτού έφθασεν έως του ουρανού και το κύτος αυτού εις το πέρας απάσης της γης· 9 τα φύλλα αυτού ωραία, και ο καρπός αυτού πολύς, και τροφή πάντων εν αυτω· και υποκάτω αυτού κατεσκήνουν τα θηρία τα άγρια, και εν τοις κλάδοις αυτού κατώκουν τα όρνεα του ουρανού, και εξ αυτού ετρέφετο πάσα σάρξ. 10 εθεώρουν εν οράματι της νυκτός επί της κοίτης μου, και ιδού είρ και άγιος απ' ουρανού κατέβη 11 και εφώνησεν εν ισχύϊ και ούτως είπε· εκκόψατε το δένδρον και εκτίλατε τους κλάδους αυτού και εκτινάξατε τα φύλλα αυτού και διασκορπίσατε τον καρπόν αυτού· σαλευθήτωσαν τα θηρία υποκάτωθεν αυτού και τα όρνεα από των κλάδων αυτού· 12 πλήν την φυήν των ριζών αυτού εν τη γη εάσατε και εν δεσμω σιδηρω και χαλκω και εν τη χλόη τη έξω, και εν τη δρόσω του ουρανού κοιτασθήσεται, και μετά των θηρίων η μερίς αυτού εν τω χόρτω της γης. 13 η καρδία αυτού από των ανθρώπων αλλοιωθήσεται, και καρδία θηρίου δοθήσεται αυτω, και επτά καιροί αλλαγήσονται επ' αυτόν. 14 δια συγκρίματος είρ ο λόγος, και ρήμα αγίων το επερώτημα, ίνα γνώσιν οι ζώντες ότι Κύριός εστιν ο ύψιστος της βασιλείας των ανθρώπων, και ω εάν δόξη, δώσει αυτήν και εξουδένωμα ανθρώπων αναστήσει επ' αυτήν. 15 τούτο το ενύπνιον, ό είδον εγώ Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς, και συ, Βαλτάσαρ, το σύγκριμα ειπόν, ότι πάντες οι σοφοί της βασιλείας μου ου δύνανται το σύγκριμα αυτού δηλώσαί μοι, συ δε, Δανιήλ, δύνασαι, ότι πνεύμα Θεού άγιον εν σοί. - 16 Τότε Δανιήλ, ου το όνομα Βαλτάσαρ, απηνεώθη ωσεί ωραν μίαν, και οι διαλογισμοί αυτού συνετάρασσον αυτόν. και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπεν· Βαλτάσαρ, το ενύπνιον και η σύγκρισις μη κατασπευσάτω σε· και απεκρίθη Βαλτάσαρ και είπε· κύριε, το ενύπνιον έστω τοις μισούσί σε και η σύγκρισις αυτού τοις εχθροίς σου. 17 το δένδρον, ό είδες το μεγαλυνθέν και το ισχυκός, ου το ύψος έφθανεν εις τον ουρανόν και το κύτος αυτού εις πάσαν την γην 18 και τα φύλλα αυτού ευθαλή και ο καρπός αυτού πολύς και τροφή πάσιν εν αυτω, υποκάτω αυτού κατώκουν τα θηρία τα άγρια και εν τοις κλάδοις αυτού κατεσκήνουν τα όρνεα του ουρανού, 19 συ ει, βασιλεύ, ότι εμεγαλύνθης και ίσχυσας και η μεγαλωσύνη σου εμεγαλύνθη και έφθασεν εις τον ουρανόν και η κυριεία σου εις τα πέρατα της γης. 20 και ότι είδεν ο βασιλεύς είρ και άγιον καταβαίνοντα από του ουρανού, και είπεν· εκτίλατε το
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1708

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

δένδρον και διαφθείρατε αυτό, πλήν την φυήν των ριζών αυτού εν τη γη εάσατε και εν δεσμω σιδηρω και εν χαλκω και εν τη χλόη τη έξω, και εν τη δρόσω του ουρανού αυλισθήσεται, και μετά θηρίων αγρίων η μερίς αυτού, έως ου επτά καιροί αλλοιωθώσιν επ' αυτόν, 21 τούτο η σύγκρισις αυτού, βασιλεύ. και σύγκριμα Υψίστου εστίν, ό έφθασεν επί τον κύριόν μου τον βασιλέα, 22 και σε εκδιώξουσιν από των ανθρώπων, και μετά θηρίων αγρίων έσται η κατοικία σου, και χόρτον ως βούν ψωμιούσί σε και από της δρόσου του ουρανού αυλισθήση, και επτά καιροί αλλαγήσονται επί σε, έως ου γνως ότι κυριεύει ο Ύψιστος της βασιλείας των ανθρώπων, και ω αν δόξη, δώσει αυτήν. 23 και ότι είπαν· εάσατε την φυήν των ριζών του δένδρου, η βασιλεία σου σοί μενεί, αφ' ης αν γνως την εξουσίαν την ουράνιον. 24 δια τούτο, βασιλεύ, η βουλή μου αρεσάτω σοι και τας αμαρτίας σου εν ελεημοσύναις λύτρωσαι και τας αδικίας εν οικτιρμοίς πενήτων· ίσως έσται μακρόθυμος τοις παραπτώμασί σου ο Θεός. - 25 Ταύτα πάντα έφθασεν επί Ναβουχοδονόσορ τον βασιλέα. 26 μετά δωδεκάμηνον επί τω ναω της βασιλείας αυτού εν Βαβυλώνι περιπατών 27 απεκρίθη ο βασιλεύς και είπεν· ουχ αύτη εστί Βαβυλών η μεγάλη, ην εγώ ωκοδόμησα εις οίκον βασιλείας εν τω κράτει της ισχύος μου εις τιμήν της δόξης μου; 28 έτι του λόγου εν τω στόματι του βασιλέως όντος, φωνή απ' ουρανού εγένετο· σοί λέγουσι, Ναβουχοδονόσορ βασιλεύ, η βασιλεία παρήλθεν από σου, 29 και από των ανθρώπων σε εκδιώξουσι, και μετά θηρίων αγρίων η κατοικία σου και χόρτον ως βούν ψωμιούσί σε, και επτά καιροί αλλαγήσονται επί σε, έως ου γνως, ότι κυριεύει ο Ύψιστος της βασιλείας των ανθρώπων, και ω αν δόξη, δώσει αυτήν. 30 αυτη τη ωρα ο λόγος συνετελέσθη επί Ναβουχοδονόσορ, και από των ανθρώπων εξεδιώχθη και χόρτον ως βούς ήσθιε, και από της δρόσου του ουρανού το σώμα αυτού εβάφη, έως ου αι τρίχες αυτού ως λεόντων εμεγαλύνθησαν και οι όνυχες αυτού ως ορνέων. - 31 Και μετά το τέλος των ημερών εγώ Ναβουχοδονόσορ τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν ανέλαβον, και αι φρένες μου επ' εμέ επεστράφησαν, και τω Υψίστω ηυλόγησα και τω ζώντι εις τον αιώνα ήνεσα και εδόξασα, ότι η εξουσία αυτού εξουσία αιώνιος και η βασιλεία αυτού εις γενεάν και γενεάν, 32 και πάντες οι κατοικούντες την γην ως ουδέν ελογίσθησαν, και κατά το θέλημα αυτού ποιεί εν τη δυνάμει του ουρανού και εν τη κατοικία της γης, και ουκ έστιν ος αντιποιήσεται τη χειρί αυτού και ερεί αυτω· τι εποίησας; 33 αυτω τω καιρω αι φρένες μου επεστράφησαν επ' εμέ, και εις την τιμήν της βασιλείας μου
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1709

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ήλθον, και η μορφή μου επέστρεψεν επ' εμέ, και οι τύραννοί μου και οι μεγιστάνές μου εζήτουν με, και επί την βασιλείαν μου εκραταιώθην, και μεγαλωσύνη περισσοτέρα προσετέθη μοι. 34 νυν ουν εγώ Ναβουχοδονόσορ αινώ και υπερυψώ και δοξάζω τον βασιλέα του ουρανού, ότι πάντα τα έργα αυτού αληθινά και αι τρίβοι αυτού κρίσεις, και πάντας τους πορευομένους εν υπερηφανία δύναται ταπεινώσαι.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

1 ΒΑΛΤΑΣΑΡ ο βασιλεύς εποίησε δείπνον μέγα τοις μεγιστάσιν αυτού χιλίοις, και κατέναντι των χιλίων ο οίνος. 2 και πίνων Βαλτάσαρ είπεν εν τη γεύσει του οίνου του ενεγκείν τα σκεύη τα χρυσά και τα αργυρά, α εξήνεγκε Ναβουχοδονόσορ ο πατήρ αυτού εκ του ναού του εν Ιερουσαλήμ, και πιέτωσαν εν αυτοίς ο βασιλεύς και οι μεγιστάνες αυτού και αι παλλακαί αυτού και αι παράκοιτοι αυτού. 3 και ηνέχθησαν τα σκεύη τα χρυσά και τα αργυρά, α εξήνεγκεν εκ του ναού του Θεού του εν Ιερουσαλήμ, και έπινον εν αυτοίς ο βασιλεύς και οι μεγιστάνες αυτού και αι παλλακαί αυτού και αι παράκοιτοι αυτού· 4 έπινον οίνον και ήνεσαν τους θεούς τους χρυσούς και αργυρούς και χαλκούς και σιδηρούς και ξυλίνους και λιθίνους. 5 εν αυτη τη ωρα εξήλθον δάκτυλοι χειρός ανθρώπου και έγραφον κατέναντι της λαμπάδος επί το κονίαμα του τοίχου του οίκου του βασιλέως, και ο βασιλεύς εθεώρει τους αστραγάλους της χειρός της γραφούσης. 6 τότε του βασιλέως η μορφή ηλλοιώθη, και οι διαλογισμοί αυτού συνετάρασσον αυτόν, και οι σύνδεσμοι της οσφύος αυτού διελύοντο, και τα γόνατα αυτού συνεκροτούντο. 7 και εβόησεν ο βασιλεύς εν ισχύϊ του εισαγαγείν μάγους, Χαλδαίους, γαζαρηνούς και είπε τοις σοφοίς Βαβυλώνος· ος αν αναγνω την γραφήν ταύτην και την σύγκρισιν γνωρίση μοι, πορφύραν ενδύσεται, και ο μανιάκης ο χρυσούς επί τον τράχηλον αυτού, και τρίτος εν τη βασιλεία μου άρξει. 8 και εισεπορεύοντο πάντες οι σοφοί του βασιλέως και ουκ ηδύναντο την γραφήν αναγνώναι, ουδέ την σύγκρισιν γνωρίσαι τω βασιλεί. 9 και ο βασιλεύς Βαλτάσαρ πολύ εταράχθη, και η
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1710

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μορφή αυτού ηλλοιώθη επ' αυτω, και οι μεγιστάνες αυτού συνεταράσσοντο. - 10 Και εισήλθεν η βασίλισσα εις τον οίκον του πότου και είπε· βασιλεύ, εις τον αιώνα ζήθι· μη ταρασσέτωσάν σε οι διαλογισμοί σου, και η μορφή σου μη αλλοιούσθω· 11 έστιν ανήρ εν τη βασιλεία σου, εν ω πνεύμα Θεού, και εν ταις ημέραις του πατρός σου γρηγόρησις και σύνεσις ευρέθη εν αυτω, και ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ ο πατήρ σου άρχοντα επαοιδών, μάγων, Χαλδαίων, γαζαρηνών κατέστησεν αυτόν, 12 ότι πνεύμα περισσόν εν αυτω και φρόνησις και σύνεσις εν αυτω, συγκρίνων ενύπνια και αναγγέλλων κρατούμενα και λύων συνδέσμους, Δανιήλ, και ο βασιλεύς επέθηκεν όνομα αυτω Βαλτάσαρ· νυν ουν κληθήτω, και την σύγκρισιν αυτού αναγγελεί σοι. - 13 Τότε Δανιήλ εισήχθη ενώπιον του βασιλέως, και είπεν ο βασιλεύς τω Δανιήλ· συ ει Δανιήλ, ο από των υιών της αιχμαλωσίας της Ιουδαίας, ης ήγαγεν ο βασιλεύς ο πατήρ μου; 14 ήκουσα περί σου ότι πνεύμα Θεού εν σοί, και γρηγόρησις και σύνεσις και σοφία περισσή ευρέθη εν σοί. 15 και νυν εισήλθον ενώπιόν μου οι σοφοί, μάγοι, γαζαρηνοί, ίνα την γραφήν ταύτην αναγνώσι και την σύγκρισιν αυτής γνωρίσωσί μοι, και ουκ ηδυνήθησαν αναγγγείλαί μοι. 16 και εγώ ήκουσα περί σου ότι δύνασαι κρίματα συγκρίναι· νυν ουν εάν δυνηθής την γραφήν αναγνώναι και την σύγκρισιν αυτής γνωρίσαι μοι, πορφύραν ενδύση, και ο μανιάκης ο χρυσούς έσται επί τον τράχηλόν σου, και τρίτος εν τη βασιλεία μου άρξεις. 17 τότε απεκρίθη Δανιήλ και είπεν ενώπιον του βασιλέως· τα δόματά σου σοί έστω, και την δωρεάν της οικίας σου ετέρω δος, εγώ δε την γραφήν αναγνώσομαι τω βασιλεί και την σύγκρισιν αυτής γνωρίσω σοι. 18 Βασιλεύ, ο Θεός ο ύψιστος την βασιλείαν και την μεγαλωσύνην και την τιμήν και την δόξαν έδωκε Ναβουχοδονόσορ τω πατρί σου, 19 και από της μεγαλωσύνης, ης έδωκεν αυτω, πάντες οι λαοί, φυλαί, γλώσσαι ήσαν τρέμοντες και φοβούμενοι από προσώπου αυτού· ους ηβούλετο αυτός ανήρει, και ους ηβούλετο αυτός έτυπτε, και ους ηβούλετο αυτός ύψου, και ους ηβούλετο αυτός εταπείνου. 20 και ότε υψώθη η καρδία αυτού και το πνεύμα αυτού εκραταιώθη του υπερηφανεύσασθαι, κατηνέχθη από του θρόνου της βασιλείας αυτού, και η τιμή αφηρέθη απ' αυτού, 21 και από των ανθρώπων εξεδιώχθη, και η καρδία αυτού μετά των θηρίων εδόθη, και μετά των ονάγρων η κατοικία αυτού, και χόρτον ως βούν εψώμιζον αυτόν, και από της δρόσου του ουρανού το σώμα αυτού εβάφη, έως ου έγνω ότι κυριεύει ο Θεός ύψιστος της βασιλείας των ανθρώπων, και ω αν δόξη, δώσει αυτήν. 22 και συ ουν ο
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1711

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

υιος αυτού Βαλτάσαρ ουκ εταπείνωσας την καρδίαν σου κατενώπιον του Θεού· ου πάντα ταύτα έγνως; 23 και επί τον Κύριον Θεόν του ουρανού υψώθης, και τα σκεύη του οίκου αυτού ήνεγκαν ενώπιόν σου, και συ και οι μεγιστάνές σου και αι παλλακαί σου και αι παράκοιτοί σου οίνον επίνετε εν αυτοίς, και τους θεούς τους χρυσούς και αργυρούς και χαλκούς και σιδηρούς και ξυλίνους και λιθίνους, οί ου βλέπουσι και οί ουκ ακούουσι και ου γινώσκουσιν, ήνεσας και τον Θεόν, ου η πνοή σου εν χειρί αυτού και πάσαι αι οδοί σου, αυτόν ουκ εδόξασας. 24 δια τούτο εκ προσώπου αυτού απεστάλη αστράγαλος χειρός και την γραφήν ταύτην ενέταξε. 25 και αύτη η γραφή εντεταγμένη· μανή, θεκέλ, φάρες. 26 τούτο το σύγκριμα του ρήματος· μανή, εμέτρησεν ο Θεός την βασιλείαν σου και επλήρωσεν αυτήν· 27 θεκέλ, εστάθη εν ζυγω και ευρέθη υστερούσα· 28 φάρες, διήρηται η βασιλεία σου, και εδόθη Μήδοις και Πέρσαις. - 29 Και είπε Βαλτάσαρ και ενέδυσαν τον Δανιήλ πορφύραν και τον μανιάκην τον χρυσούν περιέθηκαν περί τον τράχηλον αυτού, και εκήρυξε περί αυτού είναι αυτόν άρχοντα τρίτον εν τη βασιλεία. 30 εν αυτη τη νυκτί ανηρέθη Βαλτάσαρ ο βασιλεύς ο Χαλδαίων. 31 και Δαρείος ο Μήδος παρέλαβε την βασιλείαν, ων ετών εξήκοντα δύο.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΚΑΙ ήρεσεν ενώπιον Δαρείου και κατέστησεν επί της βασιλείας σατράπας εκατόν είκοσι του είναι αυτούς εν όλη τη βασιλεία αυτού 2 και επάνω αυτών τακτικούς τρεις, ων ην Δανιήλ εις εξ αυτών, του αποδιδόναι αυτοίς τους σατράπας λόγον, όπως ο βασιλεύς μη ενοχλήται. 3 και ην Δανιήλ υπέρ αυτούς, ότι πνεύμα περισσόν εν αυτω. και ο βασιλεύς κατέστησεν αυτόν εφ' όλης της βασιλείας αυτού. 4 και οι τακτικοί και οι σατράπαι, εζήτουν πρόφασιν ευρείν κατά Δανιήλ· και πάσαν πρόφασιν και παράπτωμα και αμπλάκημα ουχ εύρον κατ' αυτού, ότι πιστός ην. 5 και είπον οι τακτικοί· ουχ ευρήσομεν κατά Δανιήλ πρόφασιν, ει μη εν νομίμοις Θεού αυτού. - 6 Τότε οι τακτικοί και οι σατράπαι παρέστησαν τω βασιλεί και είπαν αυτω· Δαρείε βασιλεύ, εις τους αιώνας ζήθι· 7 συνεβουλεύσαντο πάντες
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1712

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

οι επί της βασιλείας σου στρατηγοί και σατράπαι, ύπατοι και τοπάρχαι, του στήσαι στάσει βασιλική και ενισχύσαι ορισμόν, όπως ος αν αιτήση αίτημα παρά παντός θεού και ανθρώπου έως ημερών τριάκοντα, αλλ' ή παρά σου, βασιλεύ, εμβληθήσεται εις τον λάκκον των λεόντων. 8 νυν ουν, βασιλεύ, στήσον τον ορισμόν και έκθες γραφήν, όπως μη αλλοιωθή το δόγμα Περσών και Μήδων. 9 τότε ο βασιλεύς Δαρείος επέταξε γραφήναι το δόγμα. - 10 Και Δανιήλ, ηνίκα έγνω ότι ενετάγη το δόγμα, εισήλθεν εις τον οίκον αυτού, και αι θυρίδες ανεωγμέναι αυτω εν τοις υπερώοις αυτού κατέναντι Ιερουσαλήμ, και καιρούς τρεις της ημέρας ην κάμπτων επί τα γόνατα αυτού και προσευχόμενος και εξομολογούμενος εναντίον του Θεού αυτού, καθώς ην ποιών έμπροσθεν. 11 τότε οι άνδρες εκείνοι παρετήρησαν και εύρον τον Δανιήλ αξιούντα και δεόμενον του Θεού αυτού. 12 και προσελθόντες λέγουσι τω βασιλεί· βασιλεύ, ουχ ορισμόν έταξας, όπως πας άνθρωπος, ος αν αιτήση παρά παντός θεού και ανθρώπου αίτημα έως ημερών τριάκοντα, αλλ' ή παρά σου, βασιλεύ, εμβληθήσεται εις τον λάκκον των λεόντων; και είπεν ο βασιλεύς· αληθινός ο λόγος, και το δόγμα Μήδων και Περσών ου παρελεύσεται. 13 τότε απεκρίθησαν και λέγουσιν ενώπιον του βασιλέως· Δανιήλ ο από των υιών της αιχμαλωσίας της Ιουδαίας ουχ υπετάγη τω δόγματί σου, και καιρούς τρεις της ημέρας αιτεί παρά του Θεού αυτού τα αιτήματα αυτού. 14 τότε ο βασιλεύς, ως το ρήμα ήκουσε, πολύ ελυπήθη επ' αυτω και περί του Δανιήλ ηγωνίσατο του εξελέσθαι αυτόν και έως εσπέρας ην αγωνιζόμενος του εξελέσθαι αυτόν. 15 τότε οι άνδρες εκείνοι λέγουσι τω βασιλεί· γνώθι, βασιλεύ, ότι το δόγμα Μήδοις και Πέρσαις του παν ορισμόν και στάσιν, ην αν ο βασιλεύς στήση, ου δεί παραλλάξαι. - 16 Τότε ο βασιλεύς είπε και ήγαγον τον Δανιήλ και ενέβαλον αυτόν εις τον λάκκον των λεόντων· και είπεν ο βασιλεύς τω Δανιήλ· ο Θεός σου, ω συ λατρεύεις ενδελεχώς, αυτός εξελείταί σε. 17 και ήνεγκαν λίθον και επέθηκαν επί το στόμα του λάκκου, και εσφραγίσατο ο βασιλεύς εν τω δακτυλίω αυτού και εν τω δακτυλίω των μεγιστάνων αυτού, όπως μη αλλοιωθή πράγμα εν τω Δανιήλ. 18 και απήλθεν ο βασιλεύς εις τον οίκον αυτού και εκοιμήθη άδειπνος, και εδέσματα ουκ εισήνεγκαν αυτω και ο ύπνος απέστη απ' αυτού. και έκλεισεν ο Θεός τα στόματα των λεόντων, και ου παρηνώχλησαν τω Δανιήλ. 19 τότε ο βασιλεύς ανέστη το πρωϊ εν τω φωτί και εν σπουδή ήλθεν επί τον λάκκον των λεόντων· 20 και εν τω εγγίζειν αυτόν τω λάκκω εβόησε φωνή ισχυρά· Δανιήλ, ο δούλος του Θεού του ζώντος, ο Θεός σου, ω συ λατρεύεις ενδελεχώς, ει ηδυνήθη εξελέσθαι σε εκ του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1713

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

στόματος των λεόντων; 21 και είπε Δανιήλ τω βασιλεί· βασιλεύ, εις τους αιώνας ζήθι. 22 ο Θεός μου απέστειλε τον άγγελον αυτού, και ενέφραξε τα στόματα των λεόντων, και ουκ ελυμήναντό με, ότι κατέναντι αυτού ευθύτης ευρέθη εμοί· και ενώπιον δε σου, βασιλεύ, παράπτωμα ουκ εποίησα. 23 τότε ο βασιλεύς πολύ ηγαθύνθη επ' αυτω, και τον Δανιήλ είπεν ανενέγκαι εκ του λάκκου. και ανηνέχθη Δανιήλ εκ του λάκκου, και πάσα διαφθορά ουχ ευρέθη εν αυτω, ότι επίστευσεν εν τω Θεω αυτού. 24 και είπεν ο βασιλεύς, και ηγάγοσαν τους άνδρας τους διαβαλόντας τον Δανιήλ, και εις τον λάκκον των λεόντων ενεβλήθησαν, αυτοί και οι υιοί αυτών και αι γυναίκες αυτών· και ουκ έφθασαν εις το έδαφος του λάκκου, έως ου εκυρίευσαν αυτών οι λέοντες και πάντα τα οστά αυτών ελέπτυναν. - 25 Τότε Δαρείος ο βασιλεύς έγραψε πάσι τοις λαοίς, φυλαίς, γλώσσαις, τοις οικούσιν εν πάση τη γη· ειρήνη υμίν πληθυνθείη· 26 εκ προσώπου μου ετέθη δόγμα τούτο εν πάση αρχή της βασιλείας μου είναι τρέμοντας και φοβουμένους από προσώπου του Θεού Δανιήλ, ότι αυτός εστι Θεός ζων και μένων εις τους αιώνας, και η βασιλεία αυτού ου διαφθαρήσεται, και η κυριεία αυτού έως τέλους· 27 αντιλαμβάνεται και ρύεται και ποιεί σημεία και τέρατα εν τω ουρανω και επί της γης, όστις εξείλατο τον Δανιήλ εκ χειρός των λεόντων. 28 και Δανιήλ κατηύθυνεν εν τη βασιλεία Δαρείου και εν τη βασιλεία Κύρου του Πέρσου.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΕΝ έτει πρώτω Βαλτάσαρ βασιλέως Χαλδαίων Δανιήλ ενύπνιον είδε, και αι οράσεις της κεφαλής αυτού επί της κοίτης αυτού, και το ενύπνιον αυτού έγραψεν· 2 εγώ Δανιήλ εθεώρουν εν οράματί μου της νυκτός και ιδού οι τέσσαρες άνεμοι του ουρανού προσέβαλον εις την θάλασσαν την μεγάλην. 3 και τέσσαρα θηρία μεγάλα ανέβαινον εκ της θαλάσσης διαφέροντα αλλήλων. 4 το πρώτον ωσεί λέαινα, και πτερά αυτη ωσεί αετού· εθεώρουν έως ου εξετίλη τα πτερά αυτής, και εξήρθη από της γης και επί ποδών ανθρώπου εστάθη, και καρδία ανθρώπου εδόθη αυτη. 5 και ιδού θηρίον δεύτερον όμοιον άρκω, και εις μέρος εν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1714

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εστάθη, και τρεις πλευραί εν τω στόματι αυτής αναμέσον των οδόντων αυτής, και ούτως έλεγον αυτη· ανάστηθι, φάγε σάρκας πολλάς. 6 οπίσω τούτου εθεώρουν και ιδού θηρίον έτερον ωσεί πάρδαλις, και αυτη πτερά τέσσαρα πετεινού υπεράνω αυτής, και τέσσαρες κεφαλαί τω θηρίω, και εξουσία εδόθη αυτη. 7 οπίσω τούτου εθεώρουν και ιδού θηρίον τέταρτον φοβερόν και έκθαμβον και ισχυρόν περισσώς, και οι οδόντες αυτού σιδηροί μεγάλοι, εσθίον και λεπτύνον και τα επίλοιπα τοις ποσίν αυτού συνεπάτει, και αυτό διάφορον περισσώς παρά πάντα τα θηρία τα έμπροσθεν αυτού, και κέρατα δέκα αυτω. 8 προσενόουν τοις κέρασιν αυτού, και ιδού κέρας έτερον μικρόν ανέβη εν μέσω αυτών, και τρία κέρατα των έμπροσθεν αυτού εξερριζώθη από προσώπου αυτού, και ιδού οφθαλμοί ωσεί οφθαλμοί ανθρώπου εν τω κέρατι τούτω και στόμα λαλούν μεγάλα. 9 εθεώρουν έως ότου οι θρόνοι ετέθησαν, και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν, ο θρόνος αυτού φλόξ πυρός, οι τροχοί αυτού πυρ φλέγον· 10 ποταμός πυρός είλκεν έμπροσθεν αυτού· χίλιαι χιλιάδες ελειτούργουν αυτω, και μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αυτω· κριτήριον εκάθισε, και βίβλοι ηνεώχθησαν. 11 εθεώρουν τότε από φωνής των λόγων των μεγάλων, ων το κέρας εκείνο ελάλει, έως ου ανηρέθη το θηρίον και απώλετο, και το σώμα αυτού εδόθη εις καύσιν πυρός. 12 και των λοιπών θηρίων μετεστάθη η αρχή, και μακρότης ζωής εδόθη αυτοίς έως καιρού και καιρού. 13 εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιος ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών έφθασε και ενώπιον αυτού προσηνέχθη. 14 και αυτω εδόθη η αρχή και η τιμή και η βασιλεία, και πάντες οι λαοί, φυλαί, γλώσσαι αυτω δουλεύσουσιν· η εξουσία αυτού εξουσία αιώνιος, ήτις ου παρελεύσεται, και η βασιλεία αυτού ου διαφθαρήσεται. - 15 Έφριξε το πνεύμά μου εν τη έξει μου, εγώ Δανιήλ, και αι οράσεις της κεφαλής μου ετάρασσόν με. 16 και προσήλθον ενί των εστηκότων και την ακρίβειαν εζήτουν παρ' αυτού μαθείν περί πάντων τούτων, και είπέ μοι την ακρίβειαν και την σύγκρισιν των λόγων εγνώρισέ μοι· 17 ταύτα τα θηρία τα μεγάλα τα τέσσαρα, τέσσαρες βασιλείαι αναστήσονται επί της γης, 18 αι αρθήσονται· και παραλήψονται την βασιλείαν άγιοι Υψίστου και καθέξουσιν αυτήν έως αιώνος των αιώνων. 19 και εζήτουν ακριβώς περί του θηρίου του τετάρτου, ότι ην διαφέρον παρά παν θηρίον, φοβερόν περισσώς, οι οδόντες αυτού σιδηροί και όνυχες αυτού χαλκοί. εσθίον και λεπτύνον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1715

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και τα επίλοιπα τοις ποσίν αυτού συνεπάτει· 20 και περί των κεράτων αυτού των δέκα των εν τη κεφαλή αυτού και του ετέρου του αναβάντος και εκτινάξαντος των προτέρων τρία, κέρας εκείνο, ω οι οφθαλμοί και στόμα λαλούν μεγάλα και η όρασις αυτού μείζων των λοιπών. 21 εθεώρουν και το κέρας εκείνο εποίει πόλεμον μετά των αγίων και ίσχυσε προς αυτούς, 22 έως ου ήλθεν ο παλαιός ημερών και το κρίμα έδωκεν αγίοις Υψίστου, και ο καιρός έφθασε και την βασιλείαν κατέσχον οι άγιοι. 23 και είπε· το θηρίον το τέταρτον, βασιλεία τετάρτη έσται εν τη γη, ήτις υπερέξει πάσας τας βασιλείας και καταφάγεται πάσαν την γην και συμπατήσει αυτήν και κατακόψει. 24 και τα δέκα κέρατα αυτού, δέκα βασιλείς αναστήσονται, και οπίσω αυτών αναστήσεται έτερος, ος υπεροίσει κακοίς πάντας τους έμπροσθεν, και τρεις βασιλείς ταπεινώσει· 25 και λόγους προς τον Ύψιστον λαλήσει και τους αγίους Υψίστου παλαιώσει και υπονοήσει του αλλοιώσαι καιρούς και νόμον. και δοθήσεται εν χειρί αυτού έως καιρού και καιρών και ήμισυ καιρού. 26 και το κριτήριον καθίσει και την αρχήν μεταστήσουσι του αφανίσαι και του απολέσαι έως τέλους. 27 και η βασιλεία και η εξουσία και η μεγαλωσύνη των βασιλέων των υποκάτω παντός του ουρανού εδόθη αγίοις Υψίστου, και η βασιλεία αυτού βασιλεία αιώνιος, και πάσαι αι αρχαί αυτω δουλεύσουσι και υπακούσονται. 28 έως ώδε το πέρας του λόγου. εγώ Δανιήλ, οι διαλογισμοί μου επί πολύ συνετάρασσόν με, και η μορφή μου ηλλοιώθη επ' εμοί, και το ρήμα εν τη καρδία μου διετήρησα.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΕΝ έτει τρίτω της βασιλείας Βαλτάσαρ του βασιλέως όρασις ώφθη προς με, εγώ Δανιήλ, μετά την οφθείσάν μοι την αρχήν. 2 και ήμην εν Σούσοις τη βάρει, ή εστιν εν χώρα Αιλάμ και είδον εν οράματι και ήμην επί του Ουβάλ 3 και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον· και ιδού κριός εις εστηκώς προ του Ουβάλ. και αυτω κέρατα υψηλά, και το εν υψηλότερον του ετέρου, και το υψηλόν ανέβαινεν επ' εσχάτων. 4 και είδον τον κριόν κερατίζοντα κατά
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1716

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

θάλασσαν και βορράν και νότον, και πάντα τα θηρία ου στήσεται ενώπιον αυτού, και ουκ ην ο εξαιρούμενος εκ χειρός αυτού, και εποίησε κατά το θέλημα αυτού και εμεγαλύνθη. 5 και εγώ ήμην συνίων και ιδού τράγος αιγών ήρχετο από λιβός επί πρόσωπον πάσης της γης και ουκ ην απτόμενος της γης, και τω τράγω κέρας θεωρητόν αναμέσον των οφθαλμών αυτού. 6 και ήλθεν έως του κριού του τα κέρατα έχοντος, ου είδον, εστώτος ενώπιον του Ουβάλ και έδραμε προς αυτόν εν ορμή της ισχύος αυτού. 7 και είδον αυτόν φθάνοντα έως του κριού, και εξηγριάνθη προς αυτόν και έπαισε τον κριόν και συνέτριψεν αμφότερα τα κέρατα αυτού, και ουκ ην ισχύς τω κριω του στήναι ενώπιον αυτού· και έρριψεν αυτόν επί την γην και συνεπάτησεν αυτόν, και ουκ ην ο εξαιρούμενος τον κριόν εκ χειρός αυτού. 8 και ο τράγος των αιγών εμεγαλύνθη έως σφόδρα, και εν τω ισχύσαι αυτόν συνετρίβη το κέρας αυτού το μέγα, και ανέβη έτερα κέρατα τέσσαρα υποκάτω αυτού εις τους τέσσαρας ανέμους του ουρανού. 9 και εκ του ενός αυτών εξήλθε κέρας εν ισχυρόν και εμεγαλύνθη περισσώς προς τον νότον και προς την ανατολήν και προς την δύναμιν· 10 και εμεγαλύνθη έως της δυνάμεως του ουρανού, και έπεσεν επί την γην από της δυνάμεως του ουρανού και από των άστρων, και συνεπάτησαν αυτά, 11 και έως ου ο αρχιστράτηγος ρύσεται την αιχμαλωσίαν, και δι' αυτόν θυσία εταράχθη, και εγενήθη και κατευοδώθη αυτω, και το άγιον ερημωθήσεται· 12 και εδόθη επί την θυσίαν αμαρτία, και ερρίφη χαμαί η δικαιοσύνη, και εποίησε και ευοδώθη. 13 και ήκουσα ενός αγίου λαλούντος, και είπεν εις άγιος τω φελμουνί τω λαλούντι· έως πότε η όρασις στήσεται, η θυσία η αρθείσα και η αμαρτία ερημώσεως η δοθείσα, και το άγιον και η δύναμις συμπατηθήσεται; 14 και είπεν αυτω· έως εσπέρας και πρωϊ ημέραι δισχίλιαι και τριακόσιαι, και καθαρισθήσεται το άγιον. - 15 Και εγένετο εν τω ιδείν με, εγώ Δανιήλ, την όρασιν και εζήτουν σύνεσιν, και ιδού έστη ενώπιον εμού ως όρασις ανδρός. 16 και ήκουσα φωνήν ανδρός αναμέσον του Ουβάλ, και εκάλεσε και είπε· Γαβριήλ, συνέτισον εκείνον την όρασιν. 17 και ήλθε και έστη εχόμενος της στάσεώς μου, και εν τω ελθείν αυτόν εθαμβήθην, και πίπτω επί πρόσωπόν μου, και είπε προς με· σύνες, υιε ανθρώπου· έτι γαρ εις καιρού πέρας η όρασις. 18 και εν τω λαλείν αυτόν μετ' εμού πίπτω επί πρόσωπόν μου επί την γην, και ήψατό μου και έστησέ με επί πόδας 19 και είπεν· ιδού εγώ γνωρίζω σοι τα εσόμενα επ' εσχάτων της οργής· έτι γαρ εις καιρού πέρας η όρασις. 20 ο κριός, ον είδες, ο έχων τα κέρατα βασιλεύς Μήδων και Περσών. 21 ο τράγος των αιγών
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1717

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

βασιλεύς Ελλήνων· και το κέρας το μέγα, ό ην αναμέσον των οφθαλμών αυτού, αυτός εστιν ο βασιλεύς ο πρώτος. 22 και του συντριβέντος, ου έστησαν τέσσαρα κέρατα υποκάτω, τέσσαρες βασιλείς εκ του έθνους αυτού αναστήσονται και ουκ εν τη ισχύϊ αυτού. 23 και επ' εσχάτων της βασιλείας αυτών, πληρουμένων των αμαρτιών αυτών, αναστήσεται βασιλεύς αναιδής προσώπω και συνίων προβλήματα. 24 και κραταιά η ισχύς αυτού και θαυμαστά διαφθερεί και κατευθυνεί και ποιήσει και διαφθερεί ισχυρούς και λαόν άγιον. 25 και ο ζυγός του κλοιού αυτού κατευθυνεί· δόλος εν τη χειρί αυτού, και εν καρδία αυτού μεγαλυνθήσεται και δόλω διαφθερεί πολλούς και επί απωλείας πολλών στήσεται και ως ωά χειρί συντρίψει. 26 και η όρασις της εσπέρας και της πρωϊας της ρηθείσης αληθής εστι· και συ σφράγισον την όρασιν, ότι εις ημέρας πολλάς. 27 και εγώ Δανιήλ εκοιμήθην και εμαλακίσθην ημέρας και ανέστην και εποίουν τα έργα του βασιλέως· και εθαύμαζον την όρασιν, και ουκ ην ο συνίων.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΕΝ τω πρώτω έτει Δαρείου του υιού Ασουήρου από του σπέρματος των Μήδων, ος εβασίλευσεν επί βασιλείαν Χαλδαίων, 2 εν έτει ενί της βασιλείας αυτού εγώ Δανιήλ συνήκα εν ταις βίβλοις τον αριθμόν των ετών, ος εγενήθη λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν τον προφήτην εις συμπλήρωσιν ερημώσεως Ιερουσαλήμ, εβδομήκοντα έτη. 3 και έδωκα το πρόσωπόν μου προς Κύριον τον Θεόν του εκζητήσαι προσευχήν και δεήσεις εν νηστείαις και σάκκω και σποδω· 4 και προσευξάμην προς Κύριον τον Θεόν μου και εξωμολογησάμην και είπα· Κύριε ο Θεός ο μέγας και θαυμαστός, ο φυλάσσων την διαθήκην σου και το έλεός σου τοις αγαπώσί σε και τοις φυλάσσουσι τας εντολάς σου, 5 ημάρτομεν, ηδικήσαμεν, ηνομήσαμεν και απέστημεν και εξεκλίναμεν από των εντολών σου και από των κριμάτων σου. 6 και ουκ εισηκούσαμεν των δούλων σου των προφητών, οί ελάλουν εν τω ονόματί σου προς τους βασιλείς ημών και άρχοντας ημών και πατέρας ημών, και προς πάντα τον λαόν της γης. 7 σοί Κύριε η δικαιοσύνη, και ημίν η αισχύνη του προσώπου ως η ημέρα αύτη,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1718

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ανδρί Ιούδα και τοις ενοικούσιν εν Ιερουσαλήμ και παντί Ισραήλ, τοις εγγύς και τοις μακράν εν πάση τη γη, ου διέσπειρας αυτούς εκεί, εν αθεσία αυτών, ή ηθέτησαν. 8 εν σοί Κύριέ εστιν ημών η δικαιοσύνη και ημίν η αισχύνη του προσώπου και τοις βασιλεύσιν ημών και τοις άρχουσιν ημών και τοις πατράσιν ημών, οίτινες ημάρτομέν σοι. 9 Κυρίω τω Θεω ημών οι οικτιρμοί και οι ιλασμοί, ότι απέστημεν 10 και ουκ εισηκούσαμεν της φωνής Κυρίου του Θεού ημών πορεύεσθαι εν τοις νόμοις αυτού, οίς έδωκε κατά πρόσωπον ημών εν χερσί των δούλων αυτού των προφητών. 11 και πας Ισραήλ παρέβησαν τον νόμον σου και εξέκλιναν του μη ακούσαι της φωνής σου, και επήλθεν εφ' ημάς η κατάρα και ο όρκος ο γεγραμμένος εν νόμω Μωυσέως δούλου του Θεού, ότι ημάρτομεν αυτω. 12 και έστησε τους λόγους αυτού, ους ελάλησεν εφ' ημάς και επί τους κριτάς ημών, οί έκρινον ημάς, επαγαγείν εφ' ημάς κακά μεγάλα, οία ου γέγονεν υποκάτω παντός του ουρανού κατά τα γενόμενα εν Ιερουσαλήμ. 13 καθώς γέγραπται εν τω νόμω Μωυσή, πάντα τα κακά ταύτα ήλθεν εφ' ημάς, και ουκ εδεήθημεν του προσώπου Κυρίου του Θεού ημών αποστρέψαι από των αδικιών ημών και του συνιέναι εν πάση αληθεία σου. 14 και εγρηγόρησε Κύριος και επήγαγεν αυτά εφ' ημάς, ότι δίκαιος Κύριος ο Θεός ημών επί πάσαν την ποίησιν αυτού, ην εποίησε, και ουκ εισηκούσαμεν της φωνής αυτού. 15 και νυν, Κύριε ο Θεός ημών, ος εξήγαγες τον λαόν σου εκ γης Αιγύπτου εν χειρί κραταιά και εποίησας σεαυτω όνομα ως η ημέρα αύτη, ημάρτομεν, ηνομήσαμεν. 16 Κύριε, εν πάση ελεημοσύνη σου αποστραφήτω δη ο θυμός σου και η οργή σου από της πόλεώς σου Ιερουσαλήμ όρους αγίου σου, ότι ημάρτομεν, και εν ταις αδικίαις ημών και των πατέρων ημών Ιερουσαλήμ και ο λαός σου εις ονειδισμόν εγένετο εν πάσι τοις περικύκλω ημών. 17 και νυν εισάκουσον, Κύριε ο Θεός ημών, της προσευχής του δούλου σου και των δεήσεων αυτού και επίφανον το πρόσωπόν σου επί το αγίασμά σου το έρημον ένεκέν σου, Κύριε· 18 κλίνον ο Θεός μου το ους σου και άκουσον· άνοιξον τους οφθαλμούς σου και ιδέ τον αφανισμόν ημών και της πόλεώς σου, εφ' ης επικέκληται το όνομά σου επ' αυτής, ότι ουκ επί ταις δικαιοσύναις ημών ριπτούμεν τον οικτιρμόν ημών ενώπιόν σου, αλλ' επί τους οικτιρμούς σου τους πολλούς, Κύριε. 19 εισάκουσον, Κύριε, ιλάσθητι Κύριε, πρόσχες Κύριε και ποίησον· μη χρονίσης ένεκέν σου, ο Θεός μου, ότι το όνομά σου επικέκληται επί την πόλιν σου και επί τον λαόν σου. - 20 Και έτι εμού λαλούντος και προσευχομένου και εξαγορεύοντος τας αμαρτίας μου και τας αμαρτίας του λαού μου Ισραήλ και ριπτούντος τον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1719

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έλεόν μου εναντίον του Κυρίου του Θεού μου περί του όρους του αγίου 21 και έτι εμού λαλούντος εν τη προσευχή και ιδού ανήρ Γαβριήλ, ον είδον εν τη οράσει εν τη αρχή, πετόμενος και ήψατό μου ωσεί ωραν θυσίας εσπερινής. 22 και συνέτισέ με και ελάλησε μετ' εμού και είπε· Δανιήλ, νυν εξήλθον συμβιβάσαι σε σύνεσιν· 23 εν αρχή της δεήσεώς σου εξήλθε λόγος, και εγώ ήλθον του αναγγείλαί σοι. ότι ανήρ επιθυμιών ει συ· και εννοήθητι εν τω ρήματι και σύνες εν τη οπτασία. 24 εβδομήκοντα εβδομάδες συνετμήθησαν επί τον λαόν σου και επί την πόλιν την αγίαν σου του συντελεσθήναι αμαρτίαν και του σφραγίσαι αμαρτίας και απαλείψαι τας ανομίας και του εξιλάσασθαι αδικίας και του αγαγείν δικαιοσύνην αιώνιον και του σφραγίσαι όρασιν και προφήτην και του χρίσαι άγιον αγίων. 25 και γνώση και συνήσεις· από εξόδου λόγου του αποκριθήναι και του οικοδομήσαι Ιερουσαλήμ έως χριστού ηγουμένου εβδομάδες επτά και εβδομάδες εξηκονταδύο· και επιστρέψει και οικοδομηθήσεται πλατεία και τείχος, και εκκενωθήσονται οι καιροί. 26 και μετά τας εβδομάδας τας εξηκονταδύο εξολοθρευθήσεται χρίσμα, και κρίμα ουκ έστιν εν αυτω· και την πόλιν και το άγιον διαφθερεί συν τω ηγουμένω τω ερχομένω και εκκοπήσονται εν κατακλυσμω, και έως τέλους πολέμου συντετμημένου τάξει αφανισμοίς. 27 και δυναμώσει διαθήκην πολλοίς, εβδομάς μία· και εν τω ημίσει της εβδομάδος αρθήσεταί μου θυσία και σπονδή, και επί το ιερόν βδέλυγμα των ερημώσεων, και έως της συντελείας καιρού συντέλεια δοθήσεται επί την ερήμωσιν.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΕΝ έτει τρίτω Κύρου βασιλέως Περσών λόγος απεκαλύφθη τω Δανιήλ, ου το όνομα επεκλήθη Βαλτάσαρ, και αληθινός ο λόγος, και δύναμις μεγάλη και σύνεσις εδόθη αυτω εν τη οπτασία. 2 εν ταις ημέραις εκείναις εγώ Δανιήλ ήμην πενθών τρεις εβδομάδας ημερών· 3 άρτον επιθυμιών ουκ έφαγον, και κρέας και οίνος ουκ εισήλθεν εις το στόμα μου, και άλειμμα ουκ ηλειψάμην έως πληρώσεως τριών εβδομάδων ημερών. 4 εν ημέρα εικοστη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1720

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

τετάρτη του μηνός του πρώτου, και εγώ ήμην εχόμενα του ποταμού του μεγάλου, αυτός εστι Τίγρις, Εδδεκέλ, 5 και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού ανήρ εις ενδεδυμένος βαδδίν, και η οσφύς αυτού περιεζωσμένη εν χρυσίω ‘Ωφάζ, 6 και το σώμα αυτού ωσεί θαρσίς, και το πρόσωπον αυτού ωσεί όρασις αστραπής, και οι οφθαλμοί αυτού ωσεί λαμπάδες πυρός, και οι βραχίονες αυτού και τα σκέλη ως όρασις χαλκού στίλβοντος και η φωνή των λόγων αυτού ως φωνή όχλου. 7 και είδον εγώ Δανιήλ μόνος την οπτασίαν, και οι άνδρες οι μετ' εμού ουκ είδον την οπτασίαν, αλλ' ή έκστασις μεγάλη επέπεσεν επ' αυτούς, και έφυγον εν φόβω. 8 και εγώ υπελείφθην μόνος, και είδον την οπτασίαν την μεγάλην ταύτην, και ουχ υπελείφθη εν εμοί ισχύς, και η δόξα μου μετεστράφη εις διαφθοράν, και ουκ εκράτησα ισχύος. 9 και ήκουσα την φωνήν των λόγων αυτού και εν τω ακούσαί με αυτού ήμην κατανενυγμένος, και το πρόσωπόν μου επί την γην. 10 και ιδού χείρ απτομένη μου και ήγειρέ με επί τα γόνατά μου. 11 και είπε προς με· Δανιήλ ανήρ επιθυμιών, σύνες εν τοις λόγοις, οίς εγώ λαλώ προς σε, και στήθι επί τη στάσει σου, ότι νυν απεστάλην προς σε. και εν τω λαλήσαι αυτόν προς με τον λόγον τούτον ανέστην έντρομος. 12 και είπε προς με· μη φοβού, Δανιήλ, ότι από της πρώτης ημέρας, ης έδωκας την καρδίαν σου του συνείναι και κακωθήναι εναντίον Κυρίου του Θεού σου, ηκούσθησαν οι λόγοι σου, και εγώ ήλθον εν τοις λόγοις σου. 13 και ο άρχων βασιλείας Περσών ειστήκει εξ εναντίας μου είκοσι και μίαν ημέραν, και ιδού Μιχαήλ εις των αρχόντων των πρώτων ήλθε βοηθήσαί μοι, και αυτόν κατέλιπον εκεί μετά του άρχοντος βασιλείας Περσών, 14 και ήλθον συνετίσαι σε όσα απαντήσεται τω λαω σου επ' εσχάτων των ημερών, ότι έτι η όρασις εις ημέρας. - 15 Και εν τω λαλήσαι αυτόν μετ' εμού κατά τους λόγους τούτους έδωκα το πρόσωπόν μου επί την γην και κατενύγην. 16 και ιδού ως ομοίωσις υιού ανθρώπου ήψατο των χειλέων μου· και ήνοιξα το στόμα μου και ελάλησα και είπα προς τον εστώτα εναντίον μου· Κύριε, εν τη οπτασία σου εστράφη τα εντός μου εν εμοί, και ουκ έσχον ισχύν· 17 και Πως δυνήσεται ο παις σου, Κύριε, λαλήσαι μετά του Κυρίου μου τούτου; και εγώ από του νυν ου στήσεται εν εμοί ισχύς, και πνεύμα ουχ υπελείφθη εν εμοί. 18 και προσέθετο και ήψατό μου ως όρασις ανθρώπου και ενίσχυσέ με 19 και είπέ μοι· μη φοβού ανήρ επιθυμιών, ειρήνη σοι· ανδρίζου και ίσχυε. και εν τω λαλήσαι αυτόν μετ' εμού ίσχυσα και είπα· λαλείτω ο Κύριός μου, ότι ενίσχυσάς με. 20 και είπεν· ει οίδας, ινατί ήλθον προς σε; και νυν επιστρέψω του πολεμήσαι μετά του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1721

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

άρχοντος Περσών· και εγώ εξεπορευόμην, και ο άρχων των Ελλήνων ήρχετο, 21 αλλ' ή αναγγελώ σοι το εντεταγμένον εν γραφή αληθείας, και ουκ έστιν εις αντεχόμενος μετ' εμού περί τούτων, αλλ' ή Μιχαήλ ο άρχων υμών.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

1 ΚΑΙ εγώ εν έτει πρώτω Κύρου έστην εις κράτος και ισχύν. 2 και νυν αλήθειαν αναγγελώ σοι· ιδού έτι τρεις βασιλείς αναστήσονται εν τη Περσίδι, και ο τέταρτος πλουτήσει πλούτον μέγαν παρά πάντας· και μετά το κρατήσαι αυτόν του πλούτου αυτού επαναστήσεται πάσαις βασιλείαις Ελλήνων. 3 και αναστήσεται βασιλεύς δυνατός και κυριεύσει κυριείας πολλής και ποιήσει κατά το θέλημα αυτού. 4 και ως αν στη, η βασιλεία αυτού συντριβήσεται, και διαιρεθήσεται εις τους τέσσαρας ανέμους του ουρανού και ουκ εις τα έσχατα αυτού, ουδέ κατά την κυριείαν αυτού, ην εκυρίευσεν· ότι εκτιλήσεται η βασιλεία αυτού και ετέροις εκτός τούτων. 5 και ενισχύσει ο βασιλεύς του νότου· και εις των αρχόντων αυτού ενισχύσει επ' αυτόν και κυριεύσει κυριείαν πολλήν επ' εξουσίας αυτού. 6 και μετά τα έτη αυτού συμμειγήσονται, και θυγάτηρ βασιλέως του νότου εισελεύσεται προς βασιλέα του βορρά του ποιήσαι συνθήκας μετ' αυτού· και ου κρατήσει ισχύος βραχίονος, και ου στήσεται το σπέρμα αυτού, και παραδοθήσεται αυτή και οι φέροντες αυτήν και η νεάνις και ο κατισχύων αυτήν εν τοις καιροίς. 7 και στήσεται εκ του άνθους της ρίζης αυτής της ετοιμασίας αυτού και ήξει προς την δύναμιν και εισελεύσεται εις τα υποστηρίγματα του βασιλέως του βορρά και ποιήσει εν αυτοίς και κατισχύσει. 8 και γε τους θεούς αυτών μετά των χωνευτών αυτών, παν σκεύος επιθυμητόν αυτών αργυρίου και χρυσίου, μετά αιχμαλωσίας οίσει εις Αίγυπτον· και αυτός στήσεται υπέρ βασιλέα του βορρά. 9 και εισελεύσεται εις την βασιλείαν του βασιλέως του νότου, και αναστρέψει εις την γην αυτού. 10 και οι υιοί αυτού συνάξουσιν όχλον δυνάμεων πολλών, και ελεύσεται ερχόμενος και κατακλύζων· και παρελεύσεται και καθίεται και συμπροσπλακήσεται έως της ισχύος αυτού. 11 και αγριανθήσεται βασιλεύς του νότου και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1722

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εξελεύσεται και πολεμήσει μετά του βασιλέως του βορρά· και στήσει όχλον πολύν, και παραδοθήσεται ο όχλος εν χειρί αυτού· 12 και λήψεται τον όχλον, και υψωθήσεται η καρδία αυτού, και καταβαλεί μυριάδας και ου κατισχύσει. 13 και επιστρέψει ο βασιλεύς του βορρά και άξει όχλον πολύν υπέρ τον πρότερον και εις το τέλος των καιρών ενιαυτών επελεύσεται εισόδια εν δυνάμει μεγάλη και εν υπάρξει πολλή. 14 και εν τοις καιροίς εκείνοις πολλοί επαναστήσονται επί βασιλέα του νότου· και οι υιοί των λοιμών του λαού σου επαρθήσονται του στήσαι όρασιν και ασθενήσουσι. 15 και εισελεύσεται βασιλεύς του βορρά και εκχεεί πρόσχωμα και συλλήψεται πόλεις οχυράς, και οι βραχίονες του βασιλέως του νότου ου στήσονται, και αναστήσονται οι εκλεκτοί αυτού, και ουκ έσται ισχύς του στήναι. 16 και ποιήσει ο εισπορευόμενος προς αυτόν κατά το θέλημα αυτού, και ουκ έστιν εστώς κατά πρόσωπον αυτού· και στήσεται εν τη γη του Σαβεί, και συντελεσθήσεται εν τη χειρί αυτού. 17 και τάξει το πρόσωπον αυτού εισελθείν εν ισχύϊ πάσης της βασιλείας αυτού και ευθεία πάντα μετ' αυτού ποιήσει· και θυγατέρα των γυναικών δώσει αυτω του διαφθείραι αυτήν, και ου μη παραμείνη και ουκ αυτω έσται. 18 και επιστρέψει το πρόσωπον αυτού εις τας νήσους και συλλήψεται πολλάς και καταπαύσει άρχοντας ονειδισμού αυτών, πλήν ονειδισμός αυτού επιστρέψει αυτω. 19 και επιστρέψει το πρόσωπον αυτού εις την ισχύν της γης αυτού και ασθενήσει και πεσείται και ουχ ευρεθήσεται. 20 και αναστήσεται εκ της ρίζης αυτού φυτόν της βασιλείας επί την ετοιμασίαν αυτού παραβιβάζων, πράσσων δόξαν βασιλείας και εν ταις ημέραις εκείναις συντριβήσεται και ουκ εν ποσώποις ουδέ εν πολέμω. 21 στήσεται επί την ετοιμασίαν αυτού· εξουδενώθη, και ουκ έδωκαν επ' αυτόν δόξαν βασιλείας· και ήξει εν ευθηνία και κατισχύσει βασιλείας εν ολισθήμασι. 22 και βραχίονες του κατακλύζοντος κατακλυσθήσονται από προσώπου αυτού και συντριβήσονται, και ηγούμενος διαθήκης 23 και από των συναναμείξεων προς αυτόν ποιήσει δόλον και αναβήσεται και υπερισχύσει αυτού εν ολίγω έθνει. 24 και εν ευθηνία και εν πίοσι χώραις ήξει και ποιήσει α ουκ εποίησαν οι πατέρες αυτού και πατέρες των πατέρων αυτού· προνομήν και σκύλα και ύπαρξιν αυτοίς διασκορπιεί και επ' Αίγυπτον λογιείται λογισμούς αυτού και έως καιρού. 25 και εξεγερθήσεται η ισχύς αυτού και η καρδία αυτού επί βασιλέα του νότου εν δυνάμει μεγάλη, και ο βασιλεύς του νότου συνάψει πόλεμον εν δυνάμει μεγάλη και ισχυρά σφόδρα· και ου στήσονται, ότι λογιούνται επ' αυτόν λογισμούς· 26 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1723

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

φάγονται τα δέοντα αυτού και συντρίψουσιν αυτόν, και δυνάμεις κατακλύσει, και πεσούνται τραυματίαι πολλοί. 27 και αμφότεροι οι βασιλείς, αι καρδίαι αυτών εις πονηρίαν, και επί τραπέζη μια ψευδή λαλήσουσι, και ου κατευθυνεί, ότι έτι πέρασις καιρών. 28 και επιστρέψει εις την γην αυτού εν υπάρξει πολλή, και η καρδία αυτού επί διαθήκην αγίαν, και ποιήσει και επιστρέψει εις την γην αυτού. 29 εις τον καιρόν επιστρέψει και ήξει εν τω νότω, και ουκ έσται ως η πρώτη και ως η εσχάτη. 30 και εισελεύσονται εν αυτω οι εκπορευόμενοι Κίτιοι, και ταπεινωθήσεται· και επιστρέψει και θυμωθήσεται επί διαθήκην αγίαν· και ποιήσει και επιστρέψει και συνήσει επί τους καταλιπόντας διαθήκην αγίαν. 31 και σπέρματα εξ αυτού αναστήσονται και βεβηλώσουσι το αγίασμα της δυναστείας και μεταστήσουσι τον ενδελεχισμόν και δώσουσι βδέλυγμα ηφανισμένων. 32 και οι ανομούντες διαθήκην επάξουσιν εν ολισθήμασι, και λαός γινώσκοντες Θεόν αυτού κατισχύσουσι και ποιήσουσι. 33 και οι συνετοί του λαού συνήσουσιν εις πολλά· και ασθενήσουσιν εν ρομφαία και εν φλογί και εν αιχμαλωσία και εν διαρπαγή ημερών. 34 και εν τω ασθενήσαι αυτούς βοηθηθήσονται βοήθειαν μικράν, και προστεθήσονται προς αυτούς πολλοί εν ολισθήμασι. 35 και από των συνιέντων ασθενήσουσι του πυρώσαι αυτούς και του εκλέξασθαι και του αποκαλυφθήναι έως καιρού πέρας, ότι έτι εις καιρόν. 36 και ποιήσει κατά το θέλημα αυτού και ο βασιλεύς υψωθήσεται και μεγαλυνθήσεται επί πάντα θεόν και λαλήσει υπέρογκα και κατευθυνεί, μέχρις ου συντελεσθή η οργή, εις γαρ συντέλειαν γίνεται. 37 και επί πάντας θεούς των πατέρων αυτού ου συνήσει και επί επιθυμίαν γυναικών και επί παν θεόν ου συνήσει, ότι επί πάντας μεγαλυνθήσεται· 38 και θεόν μαωζείν επί τόπου αυτού δοξάσει και θεόν, ον ουκ έγνωσαν οι πατέρες αυτού, δοξάσει εν χρυσω και αργύρω και λίθω τιμίω και εν επιθυμήμασι. 39 και ποιήσει τοις οχυρώμασι των καταφυγών μετά θεού αλλοτρίου και πληθυνεί δόξαν και υποτάξει αυτοίς πολλούς και γην διελεί εν δώροις. 40 και εν καιρού πέρατι συγκερατισθήσεται μετά του βασιλέως του νότου, και συναχθήσεται επ' αυτόν βασιλεύς του βορρά εν άρμασι και εν ιππεύσι και εν ναυσί πολλαίς και εισελεύσονται εις την γην και συντρίψει και παρελεύσεται. 41 και εισελεύσεται εις την γην του σαβεί, και πολλοί ασθενήσουσι· και ούτοι διασωθήσονται εκ χειρός αυτού, Εδώμ και Μωάβ, και αρχή υιών Αμμών. 42 και εκτενεί την χείρα αυτού επί την γην, και γη Αιγύπτου ουκ έσται εις σωτηρίαν. 43 και κυριεύσει εν τοις αποκρύφοις του χρυσού και του αργύρου και εν πάσιν επιθυμητοίς
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1724

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αιγύπτου και Λιβύων και Αιθιόπων εν τοις οχυρώμασιν αυτών. 44 και ακοαί και σπουδαί ταράξουσιν αυτόν εξ ανατολών και από βορρά, και ήξει εν θυμω πολλω του αφανίσαι και του αναθεματίσαι πολλούς 45 και πήξει την σκηνήν αυτού εφαδανώ αναμέσον των θαλασσών, εις όρος σαβεί άγιον· και ήξει έως μέρους αυτού, και ουκ έστιν ο ρυόμενος αυτόν.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

1 ΚΑΙ εν τω καιρω εκείνω αναστήσεται Μιχαήλ ο άρχων ο μέγας, ο εστηκώς επί τους υιούς του λαού σου· και έσται καιρός θλίψεως, θλίψις οία ου γέγονεν αφ' ου γεγένηται έθνος εν τη γη έως του καιρού εκείνου· και εν τω καιρω εκείνω σωθήσεται ο λαός σου, πας ο γεγραμμένος εν τη βίβλω· 2 και πολλοί των καθευδόντων εν γης χώματι εξεγερθήσονται, ούτοι εις ζωήν αιώνιον και ούτοι εις ονειδισμόν και εις αισχύνην αιώνιον. 3 και οι συνιέντες εκλάμψουσιν ως η λαμπρότης του στερεώματος και από των δικαίων των πολλών ως οι αστέρες εις τους αιώνας και έτι. 4 και συ, Δανιήλ, έμφραξον τους λόγους και σφράγισον το βιβλίον έως καιρού συντελείας, έως διδαχθώσι πολλοί και πληθυνθή η γνώσις. - 5 Και είδον εγώ Δανιήλ και ιδού δύο έτεροι ειστήκεισαν, εις εντεύθεν του χείλους του ποταμού και εις εντεύθεν του χείλους του ποταμού. 6 και είπε τω ανδρί τω ενδεδυμένω τα βαδδίν, ος ην επάνω του ύδατος του ποταμού· έως πότε το πέρας ων είρηκας των θαυμασίων; 7 και ήκουσα του ανδρός του ενδεδυμένου τα βαδδίν, ος ην επάνω του ύδατος του ποταμού, και ύψωσε την δεξιάν αυτού και την αριστεράν αυτού εις τον ουρανόν και ώμοσεν εν τω ζώντι εις τον αιώνα, ότι εις καιρόν καιρών και ήμισυ καιρού· εν τω συντελεσθήναι διασκορπισμόν γνώσονται πάντα ταύτα. 8 και εγώ ήκουσα και ου συνήκα και είπα· Κύριε, τι τα έσχατα τούτων; 9 και είπε· δεύρο Δανιήλ, ότι εμπεφραγμένοι και εσφραγισμένοι οι λόγοι, έως καιρού πέρας· 10 εκλεγώσι και εκλευκανθώσι και πυρωθώσι και αγιασθώσι πολλοί, και ανομήσωσιν άνομοι· και ου συνήσουσι πάντες άνομοι, και οι νοήμονες συνήσουσι. 11 και από καιρού παραλλάξεως του ενδελεχισμού και του δοθήναι βδέλυγμα ερημώσεως ημέραι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1725

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

χίλιαι διακόσιαι ενενήκοντα. 12 μακάριος ο υπομένων και φθάσας εις ημέρας χιλίας τριακοσίας τριάκοντα πέντε. 13 και συ δεύρο και αναπαύου· έτι γαρ ημέραι και ώραι εις αναπλήρωσιν συντελείας, και αναστήση εις τον κλήρόν σου, εις συντέλειαν ημερών.

-------------------------------------------

ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ

1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Αστυάγης προσετέθη προς τους πατέρας αυτού, και παρέλαβε Κύρος ο Πέρσης την βασιλείαν αυτού. 2 και ην Δανιήλ συμβιωτής του βασιλέως και ένδοξος υπέρ πάντας τους φίλους αυτού. 3 και ην είδωλον τοις Βαβυλωνίοις, ω όνομα Βηλ, και εδαπανώντο εις αυτόν εκάστης ημέρας σεμιδάλεως αρτάβαι δώδεκα και πρόβατα τεσσαράκοντα και οίνου μετρηταί εξ. 4 και ο βασιλεύς εσέβετο αυτόν και επορεύετο καθ' εκάστην ημέραν προσκυνείν αυτω· Δανιήλ δε προσεκύνει τω Θεω αυτού. και είπεν αυτω ο βασιλεύς· διατί ου προσκυνείς τω Βηλ; 5 ο δε είπεν· ότι ου σέβομαι είδωλα χειροποίητα, αλλά τον ζώντα Θεόν τον κτίσαντα τον ουρανόν και την γην και έχοντα πάσης σαρκός κυριείαν. 6 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ου δοκεί σοι Βηλ είναι ζων θεός; ή ουχ οράς όσα εσθίει και πίνει καθ' εκάστην ημέραν; 7 και είπε Δανιήλ γελάσας· μη πλανώ, βασιλεύ· ούτος γαρ έσωθεν μεν εστι πηλός έξωθεν δε χαλκός και ου βέβρωκεν ουδέ πέπωκε πώποτε. 8 θυμωθείς δε ο βασιλεύς εκάλεσε τους ιερείς αυτού και είπεν αυτοίς· εάν μη είπητέ μοι τις ο κατέσθων την δαπάνην ταύτην, 9 αποθανείσθε. εάν δε δείξητε ότι Βηλ κατεσθίει αυτά, Δανιήλ αποθανείται, ότι εβλασφήμησεν εις τον Βηλ. και είπε Δανιήλ τω βασιλεί· γινέσθω κατά το ρήμά σου. 10 και ήσαν ιερείς του Βηλ εβδομήκοντα εκτός γυναικών και τέκνων. και ήλθεν ο βασιλεύς μετά Δανιήλ εις τον οίκον του Βηλ. 11 και είπαν οι ιερείς του Βηλ· ιδού ημείς αποτρέχομεν έξω, συ δε, βασιλεύ, παράθες τα βρώματα και τον οίνον κεράσας θές και απόκλεισον την θύραν και σφράγισον τω δακτυλίω σου· και ελθών πρωϊ, εάν μη εύρης πάντα βεβρωμένα υπό του Βηλ, αποθανούμεθα ή Δανιήλ ο ψευδόμενος καθ' ημών. 12 αυτοί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1726

και απήλθον. 18 και εγένετο άμα τω ανοίξαι τας θύρας. 23 Και ην δράκων μέγας. βασιλεύ. 29 και είπαν ελθόντες προς τον βασιλέα· παράδος ημίν τον Δανιήλ· ει δε μη. και κατέστρεψεν αυτόν και το ιερόν αυτού. 17 και είπεν ο βασιλεύς· σωοι αι σφραγίδες. 27 και έλαβεν ο Δανιήλ πίσσαν και στέαρ και τρίχας και ήψησεν επί το αυτό και εποίησε μάζας και έδωκεν εις το στόμα του δράκοντος. 31 οι δε έβαλον αυτόν εις τον λάκκον των λεόντων. 15 οι δε ιερείς ήλθον την νύκτα κατά το έθος αυτών και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών και κατέφαγον πάντα και εξέπιον. 24 και είπεν ο βασιλεύς τω Δανιήλ· μη και τούτον ερείς ότι χαλκούς εστιν. αποκτενούμέν σε και τον οίκόν σου. και εσέβοντο αυτόν οι Βαβυλώνιοι. 28 και εγένετο ως ήκουσαν οι Βαβυλώνιοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε κατεφρόνουν. 21 και οργισθείς ο βασιλεύς τότε συνέλαβε τους ιερείς και τας γυναίκας και τα τέκνα αυτών. ηγανάκτησαν λίαν και συνεστράφησαν επί τον βασιλέα και είπαν· Ιουδαίος γέγονεν ο βασιλεύς· τον Βηλ κατέσπασε και τον δράκοντα απέκτεινε και τους ιερείς κατέσφαξε. ότι πεποιήκεισαν υπό την τράπεζαν κεκρυμμένην είσοδον και δι' αυτής εισεπορεύοντο διόλου και ανήλουν αυτά. Δανιήλ. 13 και εγένετο ως εξήλθοσαν εκείνοι. 19 και εγέλασε Δανιήλ και εκράτησε τον βασιλέα του μη εισελθείν αυτόν έσω και είπεν· ιδέ δη το έδαφος και γνώθι τίνος τα ίχνη ταύτα. ο δε είπε· σωοι. και αναγκασθείς ο βασιλεύς παρέδωκεν αυτοίς τον Δανιήλ. και είπεν ο βασιλεύς· δίδωμί σοι. 16 και ώρθρισεν ο βασιλεύς το πρωϊ και Δανιήλ μετ' αυτού. 14 και επέταξε Δανιήλ τοις παιδαρίοις αυτού και ήνεγκαν τέφραν και κατέστρωσαν όλον τον ναόν ενώπιον του βασιλέως μόνου· και εξελθόντες έκλεισαν την θύραν και εσφραγίσαντο εν τω δακτυλίω του βασιλέως. και προσκύνησον αυτω. δι' ων εισεπορεύοντο και εδαπάνων τα επί της τραπέζης. και ην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1727 . και είπεν· ίδετε τα σεβάσματα υμών. και ο βασιλεύς παρέθηκε τα βρώματα τω Βηλ. 30 και είδεν ο βασιλεύς ότι επείγουσιν αυτόν σφόδρα. ότι ούτός εστι Θεός ζων· 26 συ δε. Βηλ. και φαγών διερράγη ο δράκων. 20 και είπεν ο βασιλεύς· ορώ τα ίχνη ανδρών και γυναικών και παιδίων. και ουκ έστι παρά σοί δόλος ουδέ εις. επιβλέψας επί την τράπεζαν ο βασιλεύς εβόησε φωνή μεγάλη· μέγας ει. ιδού ζη και εσθίει και πίνει· ου δύνασαι ειπείν ότι ουκ έστιν ούτος θεός ζων. 22 και απέκτεινεν αυτούς ο βασιλεύς και έδωκε τον Βηλ έκδοτον τω Δανιήλ. δος μοι εξουσίαν. βασιλεύ. και αποκτενώ τον δράκοντα άνευ μαχαίρας και ράβδου. και έδειξαν αυτω τας κρυπτάς θύρας. 25 και είπε Δανιήλ· Κυρίω τω Θεω μου προσκυνήσω.

ό απέστειλέ σοι ο Θεός. ο Θεός. 33 και ην Αμβακούμ ο προφήτης εν τη Ιουδαία. 36 και επελάβετο ο άγγελος Κυρίου της κορυφής αυτού και βαστάσας της κόμης της κεφαλής αυτού έθηκεν αυτόν εις Βαβυλώνα επάνω του λάκκου εν τω ροίζω του πνεύματος αυτού. και ιδού Δανιήλ καθήμενος. 42 και ανέσπασεν αυτόν. ίνα καταφάγωσι τον Δανιήλ. 38 και είπε Δανιήλ· εμνήσθης γαρ μου. Κύριε ο Θεός του Δανιήλ. 41 και αναβοήσας φωνή μεγάλη είπε· μέγας ει. 37 και εβόησεν Αμβακούμ λέγων· Δανιήλ Δανιήλ. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1728 . τους δε αιτίους της απωλείας αυτού ενέβαλεν εις τον λάκκον. 39 και αναστάς Δανιήλ έφαγεν· ο δε άγγελος του Θεού αποκατέστησε τον Αμβακούμ παραχρήμα εις τον τόπον αυτού. και εδίδοτο αυτοίς την ημέραν δύο σώματα και δύο πρόβατα· τότε δε ουκ εδόθη αυτοίς. 34 και είπεν ο άγγελος Κυρίου τω Αμβακούμ· απένεγκε το άριστον. λαβέ το άριστον. 32 ήσαν δε εν τω λάκκω επτά λέοντες. και κατεβρώθησαν παραχρήμα ενώπιον αυτού. 35 και είπεν Αμβακούμ· Κύριε. 40 ο δε βασιλεύς ήλθε τη ημέρα τη εβδόμη πενθήσαι τον Δανιήλ· και ήλθεν επί τον λάκκον και ενέβλεψε. και ουκ έστιν άλλος πλήν σου. ό έχεις. και ουκ εγκατέλιπες τους αγαπώντάς σε. Βαβυλώνα ουχ εώρακα και τον λάκκον ου γινώσκω. και αυτός ήψησεν έψεμα και ενέθρυψεν άρτους εις σκάφην και επορεύετο εις το πεδίον απενέγκαι τοις θερισταίς. εις Βαβυλώνα τω Δανιήλ εις τον λάκκον των λεόντων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκεί ημέρας εξ.

Hoạt động (5)

ritsos liked this|2 months ago
1 hundred reads|about 1 year ago
nic1238 liked this|6 months ago
Paulpap Pap liked this|11 months ago
nic1238 liked this|about 1 year ago

You're Reading a Free Preview

Tải về