The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20131022143606/http://pl.scribd.com/doc/112850489/%CE%94%CE%BF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%A3%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%98%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%9F%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BE%CE%BF%CF%85-%CE%9A%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%95%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%80-%CE%99-%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7
P. 1
Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας π. Ι. Ρωμανίδη

Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας π. Ι. Ρωμανίδη

Ratings: 0|Views: 412|Likes:
Wydawca: costasn

More info:

Published by: costasn on Nov 11, 2012
Prawo autorskie:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
Free download as PDF, TXT or read online for free from Scribd

08/03/2013

pdf

text

original

Δογματική και  Συμβολική Θεολογία  της Ορθοδόξου  Καθολικής Εκκλησίας 

π. Ι. Ρωμανίδη 
               

 

 

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ της  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 
   © Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης   

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
Εις την παρούσαν έκδοσιν της Δογματικής έβαλα μόνον τους αριθμούς των υποσημειώσεων  και όχι τα χωρία δια να μάθουν οι "αρχαίοι" Νεοέλληνες να διαβάζουν τους ίδιους τους  Πατέρες και να μη κλέβουν πατερικά χωρία από βιβλία άλλων. Αυτό κάμνουν άλλωστε οι  ξένοι εδώ και πολλά χρόνια. Παραθέτουν βιβλιογραφίαν και κατά την κρίσιν τους  υποσημειώσεις. Εις μελλοντικήν έκδοσιν θα δοθεί το πλήρες κείμενον των υποσημειώσεων.  Ι. Σ. Ρωμανίδης                             

 

Περιεχόμενα 
ΠΡΟΛΟΓΟΣ     Α' ΜΕΡΟΣ  ΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ  ΤΟΠΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ  Τμήμα 1ο  Α. Εισαγωγικά  Β. Θεολογική μέθοδος γενικώς  Γ. Τα ιστορικά όρια της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής  θεολογίας  Δ. Τα ιστορικά πλαίσια, της λατινόγλωσσης (της διακρινομένης από  την φραγκολατινικήν παράδοσιν) και της ελληνόγλωσσης, ρωμαϊκής  πατερικής θεολογίας  Ε. Περί θεολογικής μεθόδου εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των    Φραγκολατίνων  ΣΤ. Περί θεολογικής μεθόδου ειδικώτερον     Τμήμα 2ο  Ζ. Το κριτήριον της θεολογικής μεθόδου  α) Εξ επόψεως των Πατέρων  β) Εξ επόψεως της δυτικής παραδόσεως γενικώς  Η. Η Αποκάλυψις, η Ιερά Παράδοσις, η Αγία Γραφή και το Αλάθητον  Θ. Ο Κανών της Αγίας Γραφής η Ερμηνευτική και η γλώσσα Αυτής          

 

Τμήμα 3ο  B' ΜΕΡΟΣ  Η ΠΕΡΙ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ, ήτοι   Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ Α', Β' και Η'     Α. Εισαγωγικά τινά  Β. Η Παλαιά Διαθήκη ως βάσις της Καινής  Γ. Η Βασιλεία του Θεού  Δ. Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού  Ε. Η ερμηνευτική της Αγίας Γραφής και η διατύπωσις των δογμάτων  α) Οι Ιουδαίοι και οι σύγχρονοι ετερόδοξοι ερμηνευταί  β) Οι Γνωστικοί και οι Μοναρχιανοί  γ) Ορθόδοξοι και αιρετικαί αντιδράσεις κατά των  Μοναρχιανών  ΣΤ. Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού  α) Συμφωνίαι και διαφωνίαι Ορθοδόξων και  καταδικασθέντων αιρετικών     Τμήμα 4ο  β) Οι υπό της Α' Οικ. Συνόδου καταδικασθέντες Αρειανοί και τα εκ  της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα    γ) Οι υπό της Β' Οικ. Συνόδου καταδικασθέντες Ευνομιανοί και  Πνευματομάχοι και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά  αξιώματα    Ι.   Οι Ευνομιανοί  ΙΙ. Οι Πνευματομάχοι  Ζ. Η υπό της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381) αποτελείωσις της  διατυπώσεως του δόγματος          

 

 Εισαγωγικά  Β. Η βασική θέσις του κ. Σύνοψις της διδασκαλίας του Ευνομίου  ΙΙ. ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ  Α. Παπικών και Προτεσταντών  1) Αγιογραφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque  2) Τα φιλοσοφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque     Παραρτήματα  ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ  και ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ  Ι. Η Νέα έκδοσις του 1984/93  Δ.  Μαρτζέλου που τυγχάνουν να είναι εις το βιβλίον μου  "Το Πρατορικόν Αμάρτημα"  Ε. Γ. Η υπό της Η' Οικουμενικής Συνόδου καταδίκη της περί  εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος αιρέσεως των Φραγκολατίνων  Θ. ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ  ΙΙΙ. Ο Αυγουστίνος και αι περί Αγίας Τριάδος πλάναι των απογόνων  των Φραγκολατίνων.  Τμήμα 5ο  Η. Τα δύο κείμενα­θεμέλια των θέσεων του κ. Μαρτζέλου  Γ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ                      5  .

  Η μέθοδος αυτή ουδεμίαν σχέσιν έχει με την στοχαστικήν και διαλεκτικήν μέθοδον της  φιλοσοφίας και της φραγκολατινικής. Η περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία. ούτως. η οποία είναι ταυτόν με αυτήν των προφητών  και των αποστόλων και ως εκ τούτου αποτελεί την όλην βάσιν και προϋπόθεσιν των  αποφάσεων των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. όπως υπάρχουν  στάδια πνευματικότητος.  Ο Α' τόμος διαιρείται εις 2 μέρη. εκ των οποίων ο Β' τόμος είναι ο  σπουδαιότερος. αποστόλων  και αγίων. Ως  πηγήν έχει τους βίους των αγίων.  Ο επιθυμών να εμβαθύνη εις την δογματικήν θεολογίαν της Ορθοδόξου Καθολικής  Εκκλησίας. των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών  και Τοπικών Συνόδων της Εκκλησίας.   Μέρος Β'.  Το έργον τούτο διαιρείται εις δύο τόμους. δηλαδή την θείαν αποκάλυψιν. οφείλει να δώση πολλήν προσοχήν εις τα περί πνευματικής ζωής και  τελειότητος γραφόμενα των αγίων Πατέρων και να καταλάβη ότι. ασχολούμενα ειδικώς με  τα διαληφθέντα εν τω δοκιμίω τούτω θέματα. Ο ακολουθών στοχαστικήν και  διαλεκτικήν μέθοδον κατανοήσεως των δογμάτων της Εκκλησίας δεν θα καταλάβη    6  . Η κατανόησις αύτη δύναται να επιτευχθή μόνον  μέσω της πατερικής θεολογικής μεθόδου. Ρωμανίδης    ΠΡΟΛΟΓΟΣ    Το ανά χείρας δοκίμιον εγράφη πρωτίστως δια τας διδακτικάς ανάγκας των φοιτητών  του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εις τα μαθήματα της Δογματικής και Συμβολικής  θεολογίας. ήτοι την εν Θεώ θεωρίαν των προφητών. υπάρχουν ανάλογα στάδια κατανοήσεως των  δογμάτων και μεθέξεως των μυστηρίων της πίστεως. ήτοι της λεγομένης Σχολαστικής θεολογίας.   Τα κείμενα του Β' τόμου καλύπτουν τας βασικάς ανάγκας των μαθημάτων της τε  Δογματικής και της Συμβολικής και αποτελούν την απαραίτητον προϋπόθεσιν  εκμαθήσεως της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και των επισήμων  διατυπώσεων και όρων αυτής.   Ο σκοπός του Α' τόμου είναι η καθοδήγησις του αναγνώστου εις την κατανόησιν της  δογματικής θεολογίας της Αγίας Γραφής.   Μέρος Α'.ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ της  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  © Ιωάννης Σ. Αι προϋποθέσεις των Δογμάτων των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Το Α' μέρος του Β' τόμου  συμπεριλαμβάνει κείμενα Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και το Β' μέρος  ωρισμένα αποσπάσματα εκ των συγγραμμάτων των Πατέρων. εφ' όσον αποτελείται από τα κυριώτερα επίσημα δογματικά και  συμβολικά κείμενα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Η  Ορθόδοξος δογματική θεολογία είναι η Βιβλική και η Πατερική και είναι αυθεντική.

 Ιωάννης Καρμίρης. Χρήστου δια την  ιστορικήν και πατερικήν θεμελίωσιν της ορθοδόξου δογματικής παραδόσεως. αλλά με πνεύμα υποτακτικόν  και ταπεινοφροσύνης. Εκείνος όστις δεν θα μάθη τίποτε είναι ο θέτων. τα  οποία συνέλεξεν ο κ.  αποστόλους και αγίους. θα μάθη πολλά. Δεντάκη. Τρεμπέλας εις τα ερμηνευτικά του σχόλια εις την Αγίαν Γραφήν  και να χρησιμοποιήση ταύτα ως γέφυραν προς τα ερμηνευτικά μνημεία των Πατέρων. Α.κ. των Ελλήνων και μη Ελλήνων.  Μεταξύ των Ελλήνων ηγετών εις την προσπάθειαν αυτήν είναι κατά πρώτον λόγον ο  καθηγητής του Πανεπιστημίου των Αθηνών κ.                7  . Τρεμπέλα.  Απαραίτητως είναι και η γνώσις των εργασιών των καθηγητών του Πανεπιστημίου  Αθηνών κ.  Επίσης αναγκαία είναι η μελέτη των έργων των συναδέλφων καθηγητών του  Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. ως και του σεβαστού καθηγητού της  θεολογικής Σχολής της Χάλκης. όστις επίσης ηκολούθησε  γραμμήν επανόδου της νεωτέρας ορθοδόξου θεολογίας εις την πατερικήν παράδοσιν. Ιωάννου Καλογήρου και Π.  Παραλλήλως πρέπει κανείς να κάμνη χρήσιν των ερμηνευτικών πατερικών κειμένων. ως και την  προσπάθειαν αυτών να επανέλθουν εις τας πατερικάς πηγάς. Άνευ των έργων αυτού η σύγχρονος ορθόδοξος  θεολογία δεν θα ευρίσκετο εις την σημερινήν της πρόοδον. Μητροπολίτου Μύρων κ. Θεοδώρου και Β.  κατά μίμησιν των στοχαστών της Δύσεως. Ο επιθυμών να ενδιατρίψη εις τα υπό εξέτασιν  θέματα πρέπει εξάπαντος να μελετήση τα έργα του μεγαλυτέρου τούτου ιστορικού της  ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής. Χρυσοστόμου  Κωνσταντινίδου.ποτέ την αλήθειαν.κ.  Αφού μελετήση κανείς τα βασικά έργα των θεολόγων τούτων.  Μεταξύ των μη Ελλήνων ο καλύτερος οδηγός εις την πατερικήν θεολογίαν είναι ο  Ρώσσος πρωτοπρεσβύτερος καθηγητής Γεώργιος Φλορόφσκυ και ο Ρουμάνος  πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε.  Εξ ίσου απαραίτητος είναι η μελέτη της Δογματικής του κορυφαίου Δογματικού και  καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ο ακολουθών μέθοδον πνευματικήν υπό την καθοδήγησιν  πνευματικού πατρός της παραδόσεως των θεουμένων. τότε δύναται να  επεκταθή και εις τα έργα άλλων σπουδαίων νεωτέρων θεολόγων. όστις παρήγαγε  κολοσσιαίον έργον εις την αναδημιουργίαν των ιστορικών πλαισίων της ορθοδόξου  Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας. γενόμενος υπέρ άνω αυτών κριτής της περί Θεού αληθείας.  Επίσης ο μελετητής των εν προκειμένω θεμάτων οφείλει να έχη υπ' όψιν και να  μελετήση επισταμένως τα περί Δογματικής και Συμβολικής έργα των νεωτέρων  κορυφαίων ορθοδόξων θεολόγων. υπό την κρίσιν του τους προφήτας. Π.

  Ακολουθούντες τους Δυτικούς Ορθόδοξοι τινες. προσπαθούν να εισαγάγουν την  διάκρισιν ταύτην μεταξύ Βιβλικής και Δογματικής θεολογίας εις τον ορθόδοξον χώρον. αλλά και χαρακτηρίζομεν αυτήν  ως αίρεσιν και τονίζομεν ότι η Πατερική θεολογία είναι η Βιβλική θεολογία. της λατινόγλωσσης (της διακρινομένης από την  φραγκολατινικήν παράδοσιν) και της ελληνόγλωσσης. Τα ιστορικά όρια της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας  Δ.  Ημείς όχι μόνον απορρίπτομεν την διάκρισιν ταύτην.    8  . ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας  Ε. Μάλιστα αι Οικουμενικαί Σύνοδοι επικαλούνται ως  βάσιν των αποφάσεών των την αυθεντίαν και την διδασκαλίαν των Πατέρων. Περί θεολογικής μεθόδου ειδικώτερον     Α' Εισαγωγικά τινα  Εξ επόψεως ορθοδόξου η βασιζομένη επί των συμβόλων και όρων των Οικουμενικών  και Τοπικών Συνόδων δογματική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και η θεολογία  των αγίων Πατέρων είναι ταυτόν. Θεολογική μέθοδος γενικώς  Γ.  Επίσης πρέπει να τονισθή ευθύς εξ αρχής. καθ' ό οι ερμηνευταί ευκόλως αποδεικνύουν ότι αι  προϋποθέσεις της Συστηματικής θεολογίας του δυτικού παρελθόντος δεν ευρίσκονται  εις την Αγίαν Γραφήν.Τμήμα 1  1ο Μέρος:  ΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΩΝ  ΣΥΝΟΔΩΝ  Α. Τα ιστορικά πλαίσια. Περί θεολογικής μεθόδου εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των Φραγκολατίνων  ΣΤ. ότι εις την ορθόδοξον παράδοσιν δεν υπάρχει  και δεν δύναται να υπάρχη διάκρισις μεταξύ Πατερικής και Βιβλικής ή Ερμηνευτικής  θεολογίας. Εισαγωγικά  Β. Η Βιβλική θεολογία είναι η Πατερική θεολογία και η Πατερική θεολογία είναι  η Βιβλική θεολογία.  Τονίζομεν τούτο ιδιαιτέρως διότι ενεφανίσθησαν εσχάτως Ορθόδοξοι οίτινες  προσπαθούν να εισαγάγουν εις τον ορθόδοξον χώρον είδος θεολογικού  προβληματισμού το οποίον χαρακτηρίζει τας εξελίξεις των τελευταίων δεκαετηρίδων  εις την δυτικήν θεολογίαν. οίτινες αντικατέστησαν την Συστηματικήν Δογματικήν θεολογίαν με την  λεγομένην Βιβλικήν θεολογίαν. Εξ επόψεως ιστορικής μεθόδου η λεγομένη Συστηματική ή  Δογματική θεολογία των Δυτικών υπέκυψεν εις την κριτικήν μάχαιραν των δυτικών  ερμηνευτών.

 ότι αι  θεολογικαί προϋποθέσεις της Αγίας Γραφής διαφέρουν ουσιαστικώς από αυτάς της  δογματικής των παραδόσεως. επέβαλον  της θεολογικήν γνώμην μιας παρατάξεως ως δόγμα αναγκαίον δια την σωτηρίαν και  ένωσιν των πιστών. Το ότι η θεολογία των  Φραγκολατίνων δεν ήτο Βιβλική. ωδήγησαν σήμερον τους οπαδούς των εις την ουσιαστικήν  απόρριψιν της παλαιοτέρας αυθεντίας της Βίβλου και συνετέλεσαν τα μέγιστα εις τον  κλονισμόν της αυθεντίας και των θεμελίων της χριστιανικής πίστεως μεταξύ των  πιστών του Παπισμού και του Προτεσταντισμού.    9  .  ευρίσκουν οι δυτικοί ερμηνευταί και ιστορικοί την αιτίαν και αφορμήν της δήθεν  διεισδύσεως εις τα δόγματα μεταφυσικών εκ της ελληνικής φιλοσοφίας αρχών ξένων  προς τας προϋποθέσεις της σκέψεως και της ζωής των προφητών και των αποστόλων. Λέγοντες ότι η Πατερική  θεολογία είναι η Βιβλική θεολογία εννοούμεν ότι τούτο ισχύει μόνον δια την ορθόδοξον  παράδοσιν. Υποδουλωμένοι ούτοι εις τα  κατηγορήματα της δυτικής δογματικής μεθοδολογίας απλούστατα αναγνωρίζουν. ότι οι εντός των κόλπων της Εκκλησίας εδέχοντο ασυζητητεί  την θεοπνευστίαν και το κύρος της Αγίας Γραφής και απέρριπτον πάσαν συζήτησιν με  αιρετικούς μη αποδεχομένους ταύτα. αλλά και επί της  αντιθέσεως των Πατέρων προς τας εκάστοτε αναφυείσας αιρέσεις.  Ακριβώς εις την ανάγκην ταύτην. προς εξυπηρέτησιν των διδακτικών  αναγκών των φοιτητών. χωρίς όμως τούτο να σημαίνη ότι πλησιάζουν εις το  συμπέρασμα ότι υπάρχει ταυτότης ή ομοιότης μεταξύ της ελληνόγλωσσης ρωμαϊκής  Πατερικής και της Βιβλικής θεολογίας. Οι εντός της Εκκλησίας αναφανέντες αιρετικοί  εδέχοντο και αυτοί την θεοπνευστίαν και το κύρος της Αγίας Γραφής. αλλά  ίσως μόνον σπερματικώς. Τονίζομεν δε ότι εις την Δύσιν πράγματι υπάρχει διαφορά.  Είναι ιστορικόν γεγονός. συνδυασμός της Δογματικής και Συμβολικής  θεολογίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. αρκετά μεγάλη. εις την Αγίαν Γραφήν. εν τω ανά χείρας δοκιμίω. ίσως είναι και ο καλύτερος τρόπος εκθέσεως της ορθοδόξου  πίστεως γενικώς. άνευ των βιβλικών προϋποθέσεων και προκαταλήψεων του  δυτικού δογματικού παρελθόντος. Μάλιστα όλα τα  κείμενα του Β' τόμου του παρόντος δοκιμίου φέρουν τον τελευταίον αυτόν χαρακτήρα.  Ο παρών.Εδώ χρειάζεται αμέσως να γίνη μία σπουδαία διευκρίνισις.  Ακριβώς επειδή δεν υποπτεύονται τοιαύτην ταυτότητα ή πιθανότητα ταυτότητος οι  ερμηνευταί της Δύσεως. οίτινες βάσει των αποφάσεων της πλειοψηφίας των επισκόπων εν  Οικουμενικαίς αυτοκρατορικαίς Συνόδοις και μέσω της νομικής των εξουσίας. όπως οι Πατέρες καταπολεμήσουν τας αιρέσεις. και 2) ότι τα δόγματα είναι έργον στοχαστών θεολόγων και  των αυτοκρατόρων. τουλάχιστον πραγματικώς. Η προσπάθεια όμως αύτη των δυτικών ερμηνευτών να κατανοήσουν την  Βιβλικήν θεολογίαν. ως μη συμφωνούσας προς τα εκ των προφητών και των αποστόλων περί  Χριστού παραδεδομένα. δεν σημαίνει ότι πράγματι οι δυτικοί ερμηνευταί  επανέρχονται εις την θεολογίαν της Αγίας Γραφής.  Γενικώς επικρατεί μεταξύ των ερμηνευτών της Δύσεως η αντίληψις 1) ότι τα βασικά  δόγματα της πατερικής παραδόσεως των Οικουμενικών Συνόδων περί Αγίας Τριάδος  και Χριστολογίας δεν υπάρχουν. χάρις εις την ενότητα του έθνους.  μεταξύ Βιβλικής και Δογματικής θεολογίας διότι απλούστατα η Δογματική θεολογία του  δυτικού παρελθόντος και παρόντος δεν ήτο και δεν είναι Βιβλική.  δηλαδή αποτελούν την απάντησιν της Εκκλησίας εις αιρέσεις τας οποίας κατεδίκασαν  οι Πατέρες. Και τούτο διότι η διαμόρφωσις της πατερικής δογματικής  παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας εβασίσθη όχι μόνον επί της Αγίας Γραφής και  των κηρυγματικών και ιεραποστολικών αναγκών εκάστης εποχής. ήτο βασική πεποίθησις των ελληνοφώνων Ρωμαίων  Πατέρων.

 είτε την ιστορικήν. την καταδικάσασαν τον Μέγαν Φώτιον.  Ακριβώς το ίδιον έχουν κάμει και οι δυτικοί ιστορικοί των δογμάτων με την θεολογίαν  των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. οίτινες. αφού δεν  δέχονται την θεοπνευστίαν και το απόλυτον κύρος της Αγίας Γραφής. ΣΤ'.  Σημειωτέον.  Ούτως οι Προτεστάνται διαιρούνται εις ομολογίας βασιζομένας 1) εις μόνην την Αγίαν  Γραφήν ή 2) εις την Αγίαν Γραφήν. την  Σύνοδον του 869. των προφητών.  Μόνον οι Γνωστικοί κατά την αρχαίαν εποχήν ήσαν εκλεκτικοί εις το εν προκειμένω  θέμα. την Β' και ίσως την Δ'. Εν όλω δέχονται ούτοι 21  Οικουμενικάς Συνόδους. είτε την σημασιολογικήν. την  θεολογίαν του Κυρίλλου Αλεξανδρείας καθώς και την Γ' Οικουμενικήν Σύνοδον. των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. και Η'. αλλά και εις τας Οικουμενικάς Συνόδους τας  συμφωνούσας με την Αγίαν Γραφήν. απορρίπτουν σήμερον τα περί της Θεοτόκου. Οικουμενικήν Σύνοδον του 879. του Ιωάννου. οι οποίοι ζωηρώς  απορρίπτουν τας δογματικάς αποφάσεις της Ε' Οικουμενικής Συνόδου ισχυριζόμενοι  ότι οι Πάπαι δεχόμενοι την Οικουμενικήν ταύτην Σύνοδον δεν εδέχθησαν τας  δογματικάς αυτής αποφάσεις.  Ομοιάζουν όμως με τους αρχαίους Γνωστικούς καθ' ότι 1) είναι εκλεκτικοί περί του τί  εν τη Αγία Γραφή ανήκει εις την πραγματικότητα. ο δυτικός ευρίσκει εις  τον ίδιον χώρον όχι μόνον ποικιλίαν θεολογιών αλλά πολλάκις και αντιθέσεις. είτε την  υπερφυσικήν. του Ματθαίου. Οι θεολόγοι  των αμφιβάλλουν περί της Δ'. όσον αφορά  εις τας ερμηνευτικάς προϋποθέσεις τας οποίας οι ορθόδοξοι και οι αιρετικοί ανήγαγον  εις την ερμηνευτικήν παράδοσιν των αποστόλων και των αγίων Πατέρων.  Εκ της επόψεως ταύτης οι σύγχρονοι ερμηνευταί της φιλελευθέρας προτεσταντικής  παρατάξεως διαφέρουν ριζικώς από τους αιρετικούς της αρχαιότητος.κ. του Μάρκου. 3     10  . του Λουκά. τουλάχιστον  αυτός της παραδόσεως.Μεταξύ των αιρετικών τούτων και των ορθοδόξων υπήρχε ριζική διαφορά.  κ. όπου οι  Ορθόδοξοι ευρίσκουν ταυτότητα και ενότητα. Ζ'. δηλαδή την γνησίαν κηρυγματικήν. όμως.ο. οι Παπικοί παραδέχονται ομού μετά των  Ορθοδόξων την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον.  Το να ανιχνεύουν οι Δυτικοί ποικιλίαν και αντιθέσεις εις τα ανωτέρω. του Παύλου. των εποχών της  Παλαιάς Διαθήκης. ισχύει όχι μόνον δια τους ερευνητάς και  θεολόγους ως μεμονωμένα ατόμα αλλά και δια τας ομολογιακάς ομάδας της Δύσεως. και απέρριπτον και εδέχοντο τεμάχια της Αγίας Γραφής και είχον  πολλάκις και ιδίας Γραφάς. Ως τοιαύτας Οικουμενικάς Συνόδους  αναγνωρίζουν αι προτεσταντικαί ομολογίαι την Α'. απορρίπτουν όμως την επί Μεγάλου Φωτίου  Η'. βλέπει σαφώς την θεολογικήν ταυτότητα μεταξύ της Αγίας  Γραφής. Συνόδου. ότι υπάρχουν σήμερον παπικοί θεολόγοι. και αντ' αυτής δέχονται επισήμως ως Η'. και 2)  έχουν χωρίσει την Αγίαν Γραφήν εις πολλάς θεολογίας.  Από του 11ου αιώνος επεκράτησε μεταξύ των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων η  γνώμη ότι δια της προσθήκης του Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως οι  Φραγκολατίνοι απέρριψαν τας δογματικάς προϋποθέσεις του δόγματος περί Αγίας  Τριάδος της Α' και Β' Οικ.  Εν αντιθέσει προς τους Διαμαρτυρομένους.  Όλοι επίσης οι Προτεστάνται αποκηρύττουν ή απλώς αγνοούν τας Οικουμενικάς  Συνόδους Ε'. Ενώ ο ορθόδοξος θεολόγος.

 θα δημιουργήση μίαν θεολογίαν κατά τα μέτρα του και κατά  τας προσωπικάς του ορέξεις και επομένως ουχί ορθόδοξον. διότι απλούστατα η κλείς της  ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας είναι η ορθόδοξος εν Χριστώ  πνευματικότης και ζωή και η κλείς της αληθινής εν Χριστώ πνευματικότητος και ζωής  είναι η ορθόδοξος Δογματική και Συμβολική θεολογία.  Τούτο. δεν σημαίνει ότι η ορθόδοξος πνευματικότης συνδέεται με μίαν  εν τη ζωή ταύτη αναμαρτησίαν. αγιαστικά και θεωτικά μυστήρια του Χριστού υπέρ αυτού  και του λαού. δεν δύνανται να έχουν την κατανόησιν των θεμάτων περί  αποκαλύψεως. ως έχουν ταύτην οι άγιοι της  ορθοδόξου παραδόσεως. δόγμα και πνευματικότης  αποτελούν κατά την ορθόδοξον αντίληψιν περί Ιεράς Παραδόσεως. περί αποκαλύψεως και θείας χάριτος.    11  . αλλά και  δικαιολογών εαυτόν κατά τρόπον ώστε να νομίζη ότι ζη κατά Χριστόν και αναλόγως να  θεολογή χωρίς να έχη ως πνευματικούς οδηγούς τους θεοθέντας αγίους και  συμβασιλείς του Χριστού.Κατά τον 14ον αιώνα εγένετο αντιληπτόν εις τους Πατέρας της Εκκλησίας της εν λόγω  εποχής. Σημαίνει όμως ότι ο μη κατά Χριστόν ζών. ότι μόνον εις αγωνιζομένους  κατά της αμαρτίας και του διαβόλου υπέρ της κατά Χριστόν τελειώσεως επιτρέπεται να  θεολογούν. διαφέρουν ριζικώς από την  παράδοσιν των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων. καθηγηταί  Πανεπιστημίων. των Πατέρων και των  Οικουμενικών Συνόδων.  Δεν είναι επίσης δυνατόν εις τους ευρισκομένους εκτός της ορθοδόξου παραδόσεως και  μη μετέχοντας εις την εν Χριστώ ορθόδοξον πνευματικότητα ιστορικούς των δογμάτων  να κατανοήσουν την ουσίαν της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων και των  Οικουμενικών Συνόδων. Ούτω χειροτονία. εφόσον ουδείς  αναμάρτητος ειμή ο Χριστός.     Β' Θεολογική μέθοδος γενικώς  Κατά τας αντιλήψεις των Πατέρων περί Ιεράς Παραδόσεως και αποστολικής διαδοχής  είναι αδύνατον εις τον ευρισκόμενον εκτός της κοινωνίας των εν τω σώματι του  Χριστού αγίων να κατανοήση την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής. Επίσης και η διδασκαλία περί θεολογίας πρέπει να γίνεται αναλόγως προς  την πνευματικήν κατάστασιν και προετοιμασίαν του μαθητευομένου. μίαν αδιάσπαστον  ενότητα.  Ισχύουν τα ανωτέρω περί ορθοδόξου γνωσιολογίας. ώστε να αποκόπτωνται από την αποστολικήν διαδοχήν  και το ορθόδοξον δόγμα οι περιπίπτοντες εις την αμαρτίαν.  Δια τον λόγον αυτόν οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν. αλλά και την ορθήν περί Χριστού διδασκαλίαν και την ορθήν κατά  Χριστόν και εν Χριστώ πνευματικότητα. του  λειτουργούντος τα σωστικά. όπως. γεγονός ιδιαζούσης σημασίας το  οποίον πρέπει να τονισθή ιδιαιτέρως εις τα μαθήματα της Δογματικής ημών. ενσαρκώσεως. Η κατανόησις της ορθοδόξου θεολογίας δεν είναι μία απλή  υπόθεσις της επιστημονικής ερεύνης. ότι αι προϋποθέσεις της φραγκολατινικής ή Σχολαστικής λεγομένης  παραδόσεως. ότι σπουδαίοι ετερόδοξοι ερευνηταί της Αγίας Γραφής. ώστε η έλλειψις του ενός στοιχείου να συνεπάγεται την απουσίαν των άλλων  και άρα την διάσπασιν και διακοπήν της αποστολικής διαδοχής και της μεθέξεως εις  την Ιεράν Παράδοσιν και την Παρακαταθήκην. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν η  αποστολική διαδοχή κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας συμπεριλαμβάνει όχι μόνον την  υπό ορθοδόξων και κανονικών επισκόπων αδιάκοπον χειροτονίαν του κλήρου. θα ίδωμεν. Δια τούτο δεν πρέπει να κάμνη εντύπωσιν το  γεγονός. χάριτος και σωτηρίας.

τι ουν άλλο πράττοντα. διότι η θεολογία αυτού όσον επιστημονική και  στοχαστικώς ωραία και αν φαίνεται δεν θα είναι ορθόδοξος. το μετριώτατον". να  εμβαθύνη εις τα της πίστεως.1   Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων επί των ανωτέρω. Δεί γαρ τω όντι σχολάσαι. "ου παντός. το θεολογείν δέ. και το καλόν ου καλόν. ‐ ει βούλει δέ. και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων.. διανιστάμενον οδοιπορούντα. Τίνα δε φιλοσοφητέον. συνεχίζει λέγων. ο άγιος Γρηγόριος. ενταύθα δε μόνον τον καιρόν ατιμάσομεν. Ηνίκα αν σχολήν άγωμεν  από τής έξωθεν ιλύος και ταραχής. αλλά την  αμετρίαν. αλλ' έστιν ότε. καίπερ όντος μέλιτος. Προσθήσω δέ. ει δει και το Μωυσέως ειπείν.  ουδέ την θεολογίαν. μηδέ άλλο τι ή τούτο πρακτέον. απόστολοι και άγιοι.    12  . ώσπερ ουδέ όψει σαθρά ηλιακής ακτίνος. ή την γήν των υετών οι σφοδρότεροι."2   Παρατηρητέον ότι κατά τον άγιον Γρηγόριον εις την κορυφήν της θεολογίας ίστανται  "οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία. Εις την ορολογίαν της Αγίας Γραφής  και των αγίων Πατέρων "οι διαβεβηκότες εν θεωρία" είναι οι αυτόπται μάρτυρες της  δόξης του Θεού. ή καθαιρόμενοι.. Μνημονευτέον γαρ Θεού μάλλον ή αναπνευστέον. ό. ευρίσκομεν εις τα λεχθέντα υπό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου κατά των  Ευνομιανών. και οίς. η περί ταύτα ερεσχελία και κομψεία των αντιθέσεων. προφήται.  ουδέ πάντα.  Την καλυτέραν ίσως έκφρασιν των ανωτέρω γνωσιολογικών. ουδέ την διδασκαλίαν. Τίσι δέ. καί. ου μάλιστα τιμητέον το  εύκαιρον. αλλά την ακαιρίαν. αποστόλων και  αγίων. Μη καθαρώ γαρ άπτεσθαι καθαρού τυχόν ουδέ  ασφαλές. ή  καθαιρομένων. κρίνειν θεολογίας ευθύτητα. και τη μνήμη  τυπούσθαι πρός καθαρότητα. και προ τούτων και ψυχήν και σώμα  κεκαθαρμένοι. των λόγων καταπιεσθέντες και βαρυνθέντες  ζημιωθείεν και εις την αρχαίαν δύναμιν". την ακοήν  βλάπτουσιν ή τα σώματα. περί ορθοδόξου δόγματος  αρχών.  και επί πόσον. ουχ ούτω το  πράγμα εύωνον και των χαμαί ερχομένων. και ευλογείν τον Κύριον εν παντί καιρώ. και τα άσματα. και την γαστέρα. και γνώναι Θεόν.  και καιρός τω παντί πράγματι. ω ούτοι.  ός μελετάν ημέρας και νυκτός διακελεύεται. ίν' ούτως είπω. και τα  θέατρα. ότι των εξητασμένων  και διαβεβηκότων εν θεωρία. ουδέ πάντοτε. Οι θεόπται ούτοι ευρίσκονται εν  Χριστώ εις το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως. και εφ' όσον η του ακούοντος έξις εφικνείται και  δύναμις. Ώστε ου το μεμνήσθαι διηνεκώς κωλύω. ως η ερμηνευτική και δογματική  αυθεντία εν τη Εκκλησία. ει οίόν  τε τούτο ειπείν. μετά τούς ιππικούς. Καγώ των επαινούντων ειμί τον λόγον. ουδέ πάσιν. ή βορβόρω μύρων ευωδίαν. και μη το ηγεμονικόν ημών συγχέηται τοίς  μοχθηροίς τύποις και πλανωμένοις. των φορτίων τα υπέρ δύναμιν τούς  υποβαίνοντας (ή υπερβαίνοντας). ως Σολομώντι καμοί δοκεί.  κοιταζόμενον. Ου πάντων μέν. και  όταν λάβωμεν καιρόν. Όσα ημίν εφικτά. ίνα μη καθάπερ αι υπερβάλλουσαι των φωνών. ώσπερ ασεβές. και εσπέρας και πρωΐ και μεσημβρίας  διηγείσθαι. ή των τροφών. Μη πάλιν επιφυέσθωσαν ημίν οι  πάντα εύκολοι και ταχείς. Οίς το πράγμα δια σπουδής.  και ουχ ως έν τι των άλλων και τούτο φλυαρείται ηδέως. Η μέλιτος μεν πλησμονή και κόρος έμετον εργάζεται.Αι βασιζόμεναι επί των παθών και των φανταστικών νοημάτων προλήψεις δεν  επιτρέπουν και εις τον φιλοσοφικώτερον και επιστημονικώτερον των ανθρώπων. όταν  μη καλώς γίνηται.  "καί ου λέγω τούτο μη δείν πάντοτε μεμνήσθαι Θεού. ου παντός. ‐ ούτω δη και  ούτοι τοίς στερροίς. Ότε δέ. . και εφ' όσον. διότι ο συγχέων τας  προλήψεις του με την αλήθειαν του Χριστού δεν δύναται να κατανοήση την αλήθειαν  και να γίνη μαθητής του Χριστού και των φίλων Αυτού προφητών. το μεριώτατον. οίον γράμμασι πονηροίς αναμιγνύντων κάλλη  γραμμάτων. και τα υπό γαστέρα. το περί Θεού φιλοσοφείν. οίς και τούτο μέρος  τρυφής.

Τούτο σημαίνει ότι ο κατ' εξοχήν θεολόγος της Εκκλησίας, δεν είναι ο φιλοσοφών  στοχαστικώς και διαλεκτικώς, αλλά ο φθάσας χάριτι Θεού, εις θεωρίαν τη δόξη του  Χριστού και ούτω λαβών την εκ Θεού αποκάλυψιν, γενόμενος αυθεντία τοις πιστοίς.  Η τοιαύτη κλιμάκωσις και διαβάθμησις των περί Θεού γνωστικών είναι μία βασική και  ουσιαστική προϋπόθεσις της πατερικής θεολογικής μεθόδου, ήτις ευρίσκεται εις το  κέντρον της ορθοδόξου πατερικής διδασκαλίας περί παραδόσεως, παρακαταθήκης,  θεοπνευστίας, αυθεντίας, αλαθήτου, σωτηρίας, αγιασμού και θεώσεως.  Ίνα μη μείνη καμμία αμφιβολία, ότι οι εν θεωρία διαβεβηκότες, είναι δια τον άγιον  Γρηγόριον οι αυτόπται μάρτυρες της δόξης του Χριστού, οι ιστάμενοι εις την υψίστην  δυνατήν κορυφήν της θεολογικής και δογματικής αυθεντίας, παραθέτομεν κατωτέρω  τα εξής υπό του αγίου τούτου πατρός λεχθέντα, εφιστώντες την προσοχήν του  αναγνώστου εις το ότι ως παράδειγμα ορθοδόξου θεολογικής μεθόδου και  πνευματικότητος ανατρέχει ούτος εις τον Μέγαν εν θεόπταις Μωϋσήν, "επειδή  ανεκαθήραμεν τω λόγω τον θεολόγον, οίόν τε είναι χρή διελθόντες, και οίστισι  φιλοσοφητέον, και ηνίκα, και όσον, ότι ως οίόν τε καθαρόν, ίνα φωτί καταλαμβάνηται  φώς. Και τοίς επιμελεστέροις, ίνα μη άγονος ή εις άγονον χώραν εμπίπτων ο λόγος, και  όταν γαλήνην έχωμεν ένδον από τής έξω περιφοράς, ώστε μή, καθάπερ οι λυττώντες,  τω πνεύματι διακόπτεσθαι, και όσον εχωρήσαμεν, ή χωρούμεθα, επειδή ταύτα ούτω,  και ενεώσαμεν εαυτοίς θεία νεώματα, ώστε μη σπείρειν επ' ακάνθαις, και το πρόσωπον  τής γής ωμαλίσαμεν, τη Γραφή τυπωθέντες τε και τυπώσαντες, φέρε, τοίς τής  θεολογίας ήδη προσβώμεν λόγοις, προστησάμενοι του λόγου τον Πατέρα, και τον Υιόν,  και το Πνεύμα το Άγιον, περί ών ο λόγος, ώστε το μεν ευδοκείν, το δε συνεργείν, το δε  εμπνείν, μάλλον δε μίαν εκ τής μιάς θεότητος γενέσθαι την έλλαμψιν ενικώς  διαιρουμένην, και συναπτομένην διαιρέτως, ό και παράδοξον." 3  "Ανιόντι δε μοι προθύμως επί το όρος, ή το γε αληθέστερον ειπείν, προθυμουμένω τε  άμα και αγωνιώντι, το μεν δια την ελπίδα, το δε δια την ασθένειαν, ίνα τής νεφέλης είσω  γένωμαι, και Θεώ συγγένωμαι, τούτο γαρ κελεύει Θεός, ει μεν τις Ααρών, συνανίτω και  στηκέτω πλησίον, καν έξω μένειν τής νεφέλης δέη, τούτο δεχόμενος. Ει δε τις Ναδάβ, ή  Αβιούδ, ή τής γερουσίας, ανίτω μέν, αλλά στηκέτω πόρρωθεν, κατά την αξίαν τής  καθάρσεως. Ει δε τις των πολλών και αναξίων ύψους τοιούτου και θεωρίας, ει μεν  άναγνος πάντη, μηδέ προσίτω, ου γαρ ασφαλές, ει δε πρόσκαιρα γούν ηγνισμένος, κάτω  μενέτω, και μόνης ακουέτω τής φωνής και τής σάλπιγγος, των ψιλών τής ευσεβείας  ρημάτων, καπνιζόμενόν τε το όρος βλεπέτω και καταστραπτόμενον, απειλήν τε ομού  και θαύμα τοίς ανιέναι μη δυναμένοις. Ει δε τις θηρίον εστί πονηρόν και ανήμερον και  ανεπίδεκτον πάντη λόγων θεωρίας και θεολογίας, μη εμφωλευέτω ταίς ύλαις  κακούργως και κακοηθώς, ίνα τινός λάβηται δόγματος ή ρήματος, αθρόως  προσπηδήσαν, και σπαράξη τούς υγιαίνοντας λόγους ταίς επηρείαις, αλλ' έτι πόρρωθεν  στηκέτω, και αποχωρείτω του όρους, ή λιθοβοληθήσεται, και συντριβήσεται, και  απολείται κακώς κακός, λίθοι γαρ τοίς θηριώδεσιν οι αληθείς λόγοι και στερροί. Είτε  πάρδαλις είη, συναποθνησκέτω τοίς ποικίλμασιν. ... είτε τι άλλο των ωμοβόρων, και  αποβλήτων τω νόμω, και ου καθαρών εις βρώσίν τε και απόλαυσιν. Βούλεται γαρ  τούτων αποχωρήσας ο λόγος ούτω πλαξί στερραίς και λιθίναις εγγράφεσθαι, και  ταύταις αμφοτέρωθεν, δια τε το φαινόμενον του νόμου και το κρυπτόμενον, το μεν τοίς  πολλοίς και κάτω μένουσι, το δε τοίς ολίγοις και άνω φθάνουσιν."4   Εν συνεχεία βάσει της εν τη νεφέλη θεοπτίας του Μωϋσέως, ο άγιος Γρηγόριος ο  Θεολόγος, οικοδομεί τα κατά των Ευνομιανών επιχειρήματά του. Μάλιστα, ως θα  ίδωμεν εν οικείω τόπω, ευρίσκει εις την εμπειρίαν ταύτην, δηλαδή την προς τον  Μωϋσέα αποκάλυψιν, ουχί την ουσίαν βεβαίως του Θεού αλλά την μεγαλειότητα Αυτού,  την διάκρισιν μεταξύ της κατά πάντα αγνώστου, ακαταλήπτου, απροσίτου και 

 

13 

αμεθέκτου ουσίας του Θεού και της δόξης ή ενεργείας του Θεού. Βάσει της διακρίσεως  ταύτης ο άγιος Γρηγόριος, ως και ο Μέγας Αθανάσιος, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος  Νύσσης και άλλοι Πατέρες, ανατρέπει ωρισμένας βασικάς προϋποθέσεις της αιρέσεως  των Ευνομιανών και Αρειανών.  Σημειωτέον, όμως, ότι και οι αιρετικοί, ως οι Γνωστικοί, οι Αρειανοί, οι Ευνομιανοί και οι  Φραγκολατίνοι εστήριξαν τας αιρέσεις των εις την αποκάλυψιν ταύτην της δόξης του  Θεού εις τους προφήτας και αποστόλους, αλλ' επί τη βάσει όμως θρησκευτικών και  φιλοσοφικών προϋποθέσεων ξένων προς την παράδοσιν των προφητών και  αποστόλων.5 Το δε εσφαλμένον της ερμηνείας των αιρετικών απέδειξαν οι Πατέρες  ευκόλως από την ιδίαν την Αγίαν Γραφήν ως και από την ερμηνευτικήν Αυτής  παράδοσιν, την οποίαν παρέδωσαν οι απόστολοι εις τους αγίους Πατέρας μαζί με την  αποστολικήν διαδοχήν και παράδοσιν.  Την αποστολικήν ταύτην διαδοχήν και παράδοσιν παραδίδει ή μεταδίδει εκάστη γενεά  εις την επομένην και ως ετονίσθη ήδη εμπεριέχεται εν αυτή και η κατά Χριστόν  πνευματικότης, δηλαδή η αποστολική κατά Χριστόν ζωή. Η πνευματικότης αυτή είναι η  εγγύησις δι' εκάστην γενεάν, ότι έχει την δύναμιν και την εκ Θεού χάριν να παραλάβη  από την προηγουμένην γενεάν και να παραδώση εις την επομένην την Παρακαταθήκην  της πίστεως, εφ' όσον μόνον δια της ορθής πνευματικότητος είναι δυνατόν να  κατανοηθούν αι προϋποθέσεις του ορθοδόξου δόγματος.  Προς διατήρησιν της ορθοδόξου διδασκαλίας και πράξεως και προς επίτευξιν της εν  Θεώ θεωρίας, χειροτονούνται οι πνευματικώτεροι των πιστών, χωρίς όμως να  απουσιάζουν, εκτός του κύκλου των χειροτονουμένων, οι βαδίζοντες προς την θέωσιν  και την μετά Θεού ένωσιν και μάλιστα οι φθάσαντες εις τα προπύλαια αυτής θεούμενοι,  οίτινες μετά την προς Κύριον εκδημίαν των αναγνωρίζονται ως άγιοι της Εκκλησίας και  ών τα άγια λείψανα ευωδιάζουν και τίθενται εις προσκύνημα προς αγιασμόν των  πιστών.  Εκ των μέχρι τούδε λεχθέντων φαίνεται σαφώς το γεγονός, ότι η ορθόδοξος Δογματική  και Συμβολική θεολογία και η ορθόδοξος πνευματικότης έχουν χαρακτήρα, όχι μόνον  υπερφυσικόν, εκ του γεγονότος της εν Χριστώ θεωρίας της ακτίστου δόξης του Θεού  υπό των προκρίτων και κορυφαίων θεολόγων και αγίων της Εκκλησίας, αλλά και  ιστορικόν, πρώτον διότι ο Θεός απεκαλύφθη εντός της παραδόσεως της Παλαιάς και  της Καινής Διαθήκης και της συνεχιζόμενης εις τον αιώνα των αιώνων Εκκλησίας εις  σειράν προφητών, αποστόλων και αγίων, οίτινες υπήρξαν οι δέκται, αλλά και φύλακες  και μεταδόται της αποκαλύψεως ταύτης, δεύτερον διότι η σωστική και θεωτική  ενέργεια του Θεού σώζει, αγιάζει και θεοί όχι μόνον την ψυχήν αλλά και το σώμα του  ανθρώπου και εφ' όσον ολόκληρος η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού υπήρξεν, άμα τη  γεννήσει Αυτού, και παραμένει εις τους αιώνας των αιώνων τεθεωμένη, τρίτον, διότι η  από γενεάς εις γενεάν μετάδοσις του φωτός της κατά τας θεοφανείας της Παλαιάς και  Καινής Διαθήκης φανερωθείσης και κατά την ημέραν της Πεντηκοστής ανηφθείσης  λαμπάδος του φωτός της δόξης της τρισυποστάτου θεότητος, γίνεται δια της εν τη  ιστορία ενεργείας των μυστηρίων του βαπτίσματος, του χρίσματος, της θείας  ευχαριστίας, της χειροτονίας, της εξομολογήσεως, της μετανοίας, του γάμου, του  ευχελαίου κ.λ.π. προς αγιασμόν και θέωσιν ολοκλήρου του ανθρώπου και ουχί μόνον  μέρους αυτού, επί τω τέλει της αναστάσεως και της ψυχής και του σώματος.  Ο ιστορικός χαρακτήρ της μεταδόσεως της ορθοδόξου πίστεως και ευσεβείας φαίνεται  σαφώς από το μυστήριον της μετανοίας και εξομολογήσεως, το οποίον απαραιτήτως  προϋποθέτει πνευματικόν πατέρα δια την καθοδήγησιν των πιστών, αλλά και του  κλήρου εις τας πνευματικάς βαθμίδας της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως. 

 

14 

Άνευ πνευματικού πατρός έχοντος δια της χειροτονίας την αποστολικήν διαδοχήν, δεν  υπάρχει μέθεξις των σωστικών, αγιαστικών και θεωτικών ενεργειών των μυστηρίων  του Σώματος του Χριστού, εκτός εις περιπτώσεις, όπου ο Θεός Πατήρ δια του  ενσαρκωθέντος Λόγου και εν Πνεύματι Αγίω ενεργεί μυστηριωδώς εις τας ψυχάς των  εκτός της ορατής Εκκλησίας ευρισκομένων.  Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι το μυστήριον της ιερωσύνης είναι το ουκ άνευ  της Ιεράς Παραδόσεως, όχι μόνον διότι είναι ο φορεύς του ορθοδόξου δόγματος, της  ορθής διδασκαλίας και ερμηνείας της Αγίας Γραφής και της τελέσεως των σωστικών,  αγιαστικών και θεωτικών του Χριστού μυστηρίων, αλλά κυρίως διότι όλα τα  αναφερθέντα έχουν ως σκοπόν την οδήγησιν των πιστών εις την κατά Χριστόν και  κατά Πνεύμα ζωήν. Η αποδοχή, η τήρησις και η μετάδοσις της ανημμένης ταύτης  λαμπάδος της κατά Χριστόν πνευματικότητος είναι το κύριον και μοναδικόν έργον του  κλήρου.  Εις το έργον τούτο συνεργούν οι πιστοί ως φύλακες της ανημμένης ταύτης λαμπάδος  και ως αφοσιωμένα πνευματικά τέκνα των πνευματικών αυτών πατέρων.     Γ' Τα ιστορικά όρια της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας  Πριν προχωρήσωμεν εις εκτενεστέραν έκθεσιν της ορθοδόξου δογματικής θεολογικής  μεθόδου, βάσει σαφούς και ακριβούς ορισμού αυτής, είναι ανάγκη εξ αιτίας ωρισμένων  εντυπώσεων του ιστορικώς προσφάτου παρελθόντος να είπωμέν τινα περί της  ιστορικής εκτάσεως της ορθοδόξου θεολογίας. Επειδή επεκράτουν εις τον τομέα αυτόν  επί αρκετά έτη αντιλήψεις, μάλλον ετερόδοξοι, εις ορθόδοξα δοκίμια, αντιμετωπίζομεν  την υποχρέωσιν να αναπτύξωμεν την πατερικήν αντίληψιν περί του θέματος εν  αντιπαραβολή προς ετεροδόξους τινας αντιλήψεις.1   Εύρε παρ' ημίν τόπον παλαιότερον, η αντίληψις των Φραγκολατίνων ότι η ελληνική  πατερική περίοδος της δογματικής θεολογίας έληξεν.  Ενώ οι Δυτικοί ισχυρίζοντο ότι η πατερική θεολογία των ελληνοφώνων Ρωμαίων έληξε  με τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, Ορθόδοξοι τινες συνεφώνουν ότι η περίοδος της  ελληνόγλωσσης πατερικής θεολογίας πράγματι έληξεν, αλλά με τον Μέγαν Φώτιον.3   Επίσης ισχυρίζοντο οι Δυτικοί ότι η λατινική πατερική περίοδος έληξε με τον Ισίδωρο  Σεβίλης ή τον Βερνάρδον εκ Κλαιρβώ.  Κατά τους Δυτικούς διεδέχθη την πατερικήν θεολογίαν, την ελληνόφωνον και την  λατινόφωνον και την υπερέβη, η λεγομένη Σχολαστική θεολογία.4   Εις τους αποδεχομένους την λήξιν της πατερικής θεολογικής περιόδου Ορθοδόξους  επεκράτησε παλαιότερον η αντίληψις, ότι επηκολούθησε μία θεολογική κατάπτωσις  μεταξύ των ελληνοφώνων, ήτις εύρε την κλασικήν της έκφρασιν εις την ρωμαίϊκην  θεολογίαν του 14ου αιώνος, δηλαδή εις τον άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν και εις τους  ομοφωνούντας μετ' αυτού.5   Επίσης ηκούετο η γνώμη, ότι ο λόγος δια τον οποίον δεν εκαλλιεργήθη μεταξύ των  ελληνοφώνων Ρωμαίων η συστηματοποίησις της Δογματικής θεολογίας, ως συνέβη με  την Σχολαστικήν θεολογίαν της Δύσεως, ήτο ότι εμεσολάβησε μετά τον Θ' αιώνα η 

 

15 

προαναφερθείσα δήθεν θεολογική κατάπτωσις, την οποίαν επηκολούθησεν η  Τουρκοκρατία η οποία δεν επέτρεψε να αναπτυχθή σπουδαία θεολογία.6   Εις την καλλιέργειαν τοιούτων απόψεων συνετέλεσε πολύ η επικράτησις εις την  Ρωσσικήν θεολογίαν της θεολογικής μεθόδου της Σχολαστικής και της Προτεσταντικής  θεολογίας.7   Υπό την επίδρασιν των Δυτικών φαίνεται ότι πρώτον οι Ρώσσοι εδέχθησαν την ιδέαν  περί λήξεως της ελληνόφωνης πατερικής περιόδου. Μετά την εν Ρωσσία επικράτησιν  κατά τον ΙΖ' και ΙΗ' αιώνα της λατινικής γλώσσης, ως γλώσσης της ρωσσικής  θεολογίας, εκαλλιεργήθη η παράδοσις των Δυτικών περί της καταπτώσεως της  ελληνόφωνης θεολογίας. Φαίνεται ότι ταύτην την δήθεν παρακμήν συνεδίαζον οι  Ρώσσοι με ιστορικά γεγονότα ως η ψευδοένωσις της Φλωρεντίας του 1439 και με την  ιδέαν ότι οι κατ' εξοχήν φύλακες της Ορθοδοξίας εγένοντο οι Ρώσσοι μετά την άλωσιν  της Κωνσταντινουπόλεως.  Αι απόψεις αύται εύρον τόπον εις τον ελληνικόν χώρον μετά την ελληνικήν  Επανάστασιν του 1821 μέσω των Ελλήνων εκείνων κυρίως, οίτινες ήσαν επηρεασμένοι  θεολογικώς από τους Ρώσσους και τους Ευρωπαίους και είχον εγκαταλείψει την  ρωμαίϊκην πατερικήν αντίληψιν περί θεολογίας και θεολόγων.  Εις το σημείον αυτό καλόν είναι ο αναγνώστης να μελετήση εκ νέου τα  προαναφερθέντα περί θεολογίας και θεολόγων του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ίνα  εντοπίση πατερικώς το υπό συζήτησιν θέμα.  Εάν δεχθώμεν ως αρχήν και αξίωμα τον ορισμόν του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου,  ότι οι κατ' εξοχήν θεολόγοι είναι "οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία" και  παραδεχθώμεν την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής ότι η υψίστη δυνατή μορφή της  θεογνωσίας και θεολογίας είναι η θέα ή θεωρία της δόξης του Θεού και ότι ο κατ' εξοχήν  θεολόγος είναι ο "είσω της φωτεινής νεφέλης και του λαμπρού γνόφου γενόμενος",  τότε πρέπει να παραδεχθώμεν, ότι η ακμή της θεολογίας συμβαδίζει με την κατά  καιρούς θέωσιν των τοιούτων διαβεβηκότων εν θεωρία και η παρακμή με την απουσίαν  ή απόκρυψιν των τοιούτων θεουμένων.  Επομένως ο ορθόδοξος θεολόγος πρέπει να εξετάση το όλον θέμα περί ακμής και  παρακμής της ορθοδόξου θεολογίας υπό το πρίσμα τούτο και όχι συμφώνως προς την  προπαγάνδα των ευρισκομένων εκτός της ορθοδόξου πατερικής παραδόσεως και  ούτως εχόντων άλλα κριτήρια περί ακμής και παρακμής της θεολογίας, ή και των  επηρεασθέντων, εκ των ετεροδόξων, ορθοδόξων.  Εκ της επόψεως ταύτης φαίνεται σαφώς ότι η πατερική περίοδος του αγίου Γρηγορίου  του Παλαμά, όχι μόνον δεν δύναται να θεωρηθή εποχή καταπτώσεως της ορθοδόξου  θεολογίας, αλλά αντιθέτως εμφανίζει όλα τα εκ πατερικής επόψεως στοιχεία εκείνα τα  δεικνύοντα ότι πρόκειται περί εποχής ακμής της ορθοδόξου θεολογίας. Τα σημεία  παρακμής και καταπτώσεως της εν λόγω εποχής υπάρχουν μόνον εις τους  Λατινόφρονας, οίτινες έστρεψαν την προσοχήν των προς την φραγκολατινικήν, δηλαδή  την λεγομένην Σχολαστικήν θεολογίαν, την οποίαν μετέφραζον με ιεραποστολικόν  ζήλον προς διαφώτησιν τάχα των Ρωμηών.  Είναι δύσκολον σήμερον να καταλάβη κανείς πώς ήτο δυνατόν μορφωμένοι  ελληνόφωνοι Ρωμαίοι της εποχής του Παλαμά να δεχθούν την Σχολαστικήν θεολογίαν  των Φραγκολατίνων εγκαταλείποντες ούτω τας βασικάς προϋποθέσεις της πατερικής  θεολογίας. 

 

16 

 παρεμόρφωσαν την ελληνικήν φιλοσοφίαν.Η σημερινή δυσκολία κατανοήσεως του ιστορικού φαινομένου των Λατινοφρόνων  αυτών οφείλεται εις το γεγονός ότι οι σημερινοί Δυτικοί έχουν γενικώς αποκηρύξει την  Σχολαστικήν ταύτην θεολογίαν ως μη Βιβλικήν. ως και τας απόψεις των περί  της Σχολαστικής θεολογικής παραδόσεως. Ορθοδόξους του μεσαίωνος. Συνόδων.  Της γενικής γνώμης ταύτης προηγήθη η διάλυσις εις τον τομέα της συγχόνου  φιλοσοφίας της Δύσεως των φιλοσοφικών προϋποθέσεων της Σχολαστικής θεολογίας.8   Χωρίς να γνωρίζουν. κυρίως του Αριστοτέλους είχεν. β) το ότι ο ορθόδοξος μοναχισμός. εν τούτοις η ροή των πραγμάτων εν τη Δύσει  έφθασε σήμερον να δικαιώση πλήρως τους πολεμήσαντας.  Πρέπει να τονισθή ότι ως κληρονόμοι άμεσοι κατά το δόγμα και την ευσέβειαν των  αγίων Πατέρων ευκόλως απεδείκνυον ότι η Σχολαστική θεολογική μέθοδος ουδεμίαν  ουσιαστικήν σχέσιν έχει με τας δογματικάς προϋποθέσεις της Αγίας Γραφής. όστις λέγεται και  Ησυχασμός. ίνα στηρίξουν φιλοσοφικώς τα  δόγματά των κατενόουν εσφαλμένως τον Σταγειρίτην και παρεμόρφωνον την  φιλοσοφίαν του.  Εις τον ουσιαστικόν αφανισμόν της πατερικής θεολογικής μεθόδου από την ρωσσικήν  θεολογίαν μεταξύ του ΙΗ' και ΙΘ' αιώνος και εις την εξασθένησιν αυτής εις την  ελληνικήν θεολογίαν από της ελληνικής Επαναστάσεως συνετέλεσαν δύο κυρίως  παράγοντες. της θεολογίας και των δογμάτων.  Η Σχολαστική θεολογία είναι σήμερον έν άψυχον μνημείον το οποίον οι Δυτικοί απλώς  θαυμάζουν ως μέρος της ιστορίας της φιλοσοφίας. αφού γενικώς συμφωνούν σήμερον οι  Δυτικοί ότι η λεγομένη Σχολαστική θεολογία ούτε Βιβλική ήτο ούτε ορθήν κατανόησιν  της ελληνικής φιλοσοφίας. συμφωνούν  όλοι ότι οι Σχολαστικοί καθυποτάσσοντες τους Έλληνας φιλοσόφους Πλάτωνα και  Αριστοτέλην εις τα φραγκικά δόγματα.  Όταν κατά τον 13ον και 14ον αιώνα ενεφανίσθησαν δια πρώτην φοράν μεταφράσεις εις  την Ελληνικήν των έργων του Ιερού Αυγουστίνου και των φραγκολατίνων  Σχολαστικών οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι θεολόγοι της πατερικής παραδόσεως  αντέκρουσαν την Σχολαστικήν θεολογίαν βάσει των δογματικών προϋποθέσεων της  πατερικής θεολογίας. α) το ότι υπέκυψαν οι εν λόγω Ρώσσοι και εν συνεχεία οι Έλληνες  θεολόγοι εις την προπαγάνδα των Ευρωπαίων απογόνων των Φραγκολατίνων. οι εν τη Δύσει ειδήμονες περί της ιστορίας της φιλοσοφίας.  Εκτός τούτου με ιδίαν και ίσως μεγαλυτέραν ευκολίαν απεδείκνυον ότι αν και  εχρησιμοποίουν οι Σχολαστικοί τον Αριστοτέλην.  Ίσως καλόν είναι να τονίσωμεν ότι αν και οι Δυτικοί γενικώς αγνοούν τους  ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας μετά τον Μέγαν Φώτιον. κατεδιώχθη επισήμως εν Ρωσσία και σχεδόν εξηφανίσθη μέχρι της  επαναφοράς αυτού μέσω Ρουμανίας εξ Αγίου Όρους. ότι  υπάρχει κοινή και ενιαία παράδοσις δογματική και θεολογική μεταξύ Δύσεως και  Ανατολής μέχρι του 11ου αιώνος και ότι οι Παπικοί είναι και αυτοί όπως και οι  Ορθόδοξοι αφοσιωμένοι εις τους λατινόφωνας και ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας  των επτά Οικ. την  ρωμαίϊκην πατερικήν ταύτην αξιολόγησιν της Σχολαστικής φιλοσοφίας. των αγίων  Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων.9     17  .  Ούτω οι παλαιότεροι ισχυρισμοί των Φραγκολατίνων και των απογόνων των ότι η  Σχολαστική θεολογία υπερέβη την Πατερικήν ουσιαστικώς εξηφανίσθησαν. τον φραγκολατινικόν  Σχολαστικισμόν.

 της διακρινομένης από την  δυτικήν θεολογικήν μέθοδον πατερικής θεολογίας. Η λατινική γλώσσα εχρησιμοποιήθη  εις την θεολογίαν και την λατρείαν δια πρώτην φοράν εις την Βόρειον Αφρικήν. Μόνον  μεταγενεστέρως εμφανίζεται εις την Γαλλίαν και την Βόρειον Ιταλίαν ως γλώσσα της  θεολογίας και της λατρείας. η κάμψις αυτού εν τη ζωή της Εκκλησίας και εν τη συνειδήσει  των θεολόγων συνεπάγεται ανάλογον κάμψιν όσον αφορά εις την χρήσιν της πατερικής  θεολογικής μεθόδου. Μόλις κατά την εποχήν της Β' Οικ. Συνόδου (381) ήρχισε να  αντικαθιστά η Λατινική την Ελληνικήν εις αυτήν ταύτην την Ρώμην. σπουδαίως συνετέλεσε μεταξύ  άλλων η υπό του πρυτάνεως των συγχρόνων ορθοδόξων Δογματικών κ.  Αντιθέτως έβλεπον σαφώς ριζικήν αντίθεσιν των Σχολαστικών εις τας βασικάς  προϋποθέσεις της πατερικής δογματικής μεθόδου. και των εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδων του ΙΔ' αιώνος.  Προς επάνοδον της συγχρόνου ορθοδόξου θεολογίας.Εν συνεχεία εσημείωσε σοβαράν κάμψιν και υπέστη σοβαρόν κλονισμόν εν Ελλάδι μετά  την Επανάστασιν του 1821. Ιωάννου Ν. εις τήν.  Καρμίρη. Σημειωτέον ότι η  ελληνική γλώσσα διατηρείται μέχρι σήμερον εν τη Κάτω Ιταλία.    18  . ρωμαϊκής πατερικής  θεολογίας  Πρέπει να τονισθή δεόντως. αξιολόγησιν.  Ο παραμερισμός ούτος είχεν ως αποτέλεσμα την λήθην της υπό των εν λόγω Πατέρων  δογματικής αξιολογήσεως της φραγκολατινικής σχολαστικής δογματικής παραδόσεως. καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Τους δύο τούτους παράγοντας συνώδευσε μία ανάλογος ανάπτυξις θαυμασμού εκ  μέρους των ορθοδόξων θεολόγων δια τον μοναχισμόν της φραγκολατινικής  παραδόσεως.10   Μάλιστα διεπίστωσαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες. αφού ο μοναχισμός αυτός είναι ο κατ' εξοχήν φορεύς της  πνευματικότητος εκείνης επί της οποίας στηρίζεται το οικοδόμημα της ορθοδόξου  δογματικής θεολογίας. ουδόλως  επίστευον ότι πρόκειται περί κοινής μετά της Ορθοδοξίας παραδόσεως.  Συνέπεια των ανωτέρω εξελίξεων εις την ρωσσικήν και μεταγενεστέρως εις την  ελληνικήν θεολογίαν υπήρξεν ο παραμερισμός εις την σύγχρονον ορθόδοξον θεολογίαν  της αυθεντίας των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας.  Είναι δε αυτονόητον ότι. Συνόδου του 879. ότι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνας γλώσσα της  λατρείας και θεολογίας εν τη Δύσει ήτο η Ελληνική. μετά τον Μέγαν Φώτιον. υπό των μετά τον Μέγα  Φώτιον ακμασάντων μεγάλων Πατέρων. ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες. Συνόδων. της Η'  Οικ.     Δ' Τα ιστορικά πλαίσια της λατινόγλωσσης (της διακρινομένης από την  φραγκολατινικήν παράδοσιν) και της ελληνόγλωσσης. δημοσίευσις των Δογματικών και  Συμβολικών Μνημείων της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.  Οι πρώτον μελετήσαντες τους Σχολαστικούς. ότι αι μεθοδολογικαί  προϋποθέσεις των Σχολαστικών είχον σπουδαίας ομοιότητας με τας προϋποθέσεις της  διδασκαλίας αιρετικών καταδικασθέντων υπό Οικ.

 συνεργάτου του  Μεγάλου Αθανασίου. Είναι τόσον  πιστός εις τους διδασκάλους του.8 Μεταγενεστέρως ως  επίσκοπος έκαμε πάλιν μίαν προσπάθειαν να τα μάθη. εξ αιτίας των φιλοσοφικών και  θεολογικών του προϋποθέσεων. Τονίζομεν δε ότι ηκολούθουν κατά γράμμα και  μεθ' υπερηφανείας και πεποιθήσεως την ελληνόφωνον ρωμαίϊκην πατερικήν  παράδοσιν. Αναφέρομεν κατωτέρω παραδείγματα μεγάλων λατινοφώνων.  Ο μέγιστος των μεγάλων λατινοφώνων Ρωμαίων άγιος Ιερώνυμος. εν συγκρίσει με τους  ελληνόφωνας. Ο Κασσιανός εδραίωσε τον ανατολικόν μοναχισμόν εις Γαλλίαν. Ρουφίνος3 μετέφρασε συγγράμματα του Μεγάλου  Βασιλείου. αλλά χωρίς σπουδαία  αποτελέσματα.  Ο άγιος Αμβρόσιος. ησκήτευσεν  εις τας ερήμους της Αιγύπτου και εχειροτονήθη εις Κωνσταντινούπολιν υπό του  Πατριάρχου αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.    19  . ούτε τα συγγράμματα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων  Ανατολής τε και Δύσεως. την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν του Ευσεβείου  Καισαρείας. εξαιρέσει του Ιερού Αυγουστίνου.  Ο άγιος Ιερώνυμος υπήρξε μαθητής και φίλος του Γρηγορίου του Θεολόγου και  εγνώρισεν εις την Β' Οικ. τον οποίον υπηρέτησεν ως διάκονος επί  πέντε έτη. μαθητών  μεγάλων ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. 2 ο οποίος διέμεινεν  επί πολλά έτη εις την ελληνόφωνον Ανατολήν.  Ο φίλος του αγίου Ιερωνύμου. και έργα του Ωριγένους. όστις ουδέποτε έμαθεν Ελληνικά. όπου ησκήτευεν. μετέφρασεν εις τα  Λατινικά ολόκληρον την Αγίαν Γραφήν από τα Εβραϊκά και τα Ελληνικά και βίους  πολλών αγίων και πολλά συγγράμματα των ελληνοφώνων Ρωμαίων. να κατανοήση ορθώς τα συγγράμματα των  λατινοφώνων Ρωμαίων. πιθανόν εκ Γαλλίας.1 αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων.  είναι ο σύγχρονος των αναφερθέντων λατινοφώνων Ρωμαίων ιερός Αυγουστίνος7 ο  γνωστός εις την δυτικήν ιστορίαν ως μαθητής και πνευματικόν τέκνον του αγίου  Αμβροσίου. όπου προ  ημίσεως αιώνος περίπου είχε μεταφέρει αυτόν ως εξόριστος ο Μέγας Αθανάσιος. Ούτος όχι μόνον δεν κατώρθωσεν ως μαθητής να μάθη τα Ελληνικά.4 λατινόφωνος Ρωμαίος. αλλά  και τα εμίσησεν. ώστε να αποβαίνη γνωστός δια την έλλειψιν  πρωτοτυπίας. ως μας πληροφορεί εις τας Εξομολογήσεις του. βίους αγίων.  εγνώριζον απταίστως την Ελληνικήν.  Αγνοών την ελληνικήν γλώσσαν. μεγάλοι λατινόφωνοι θεολόγοι. Σύνοδον μεταξύ άλλων και τον άγιον Γρηγόριον Νύσσης και με  αυτόν εμελέτησε τα υπό του Νύσσης γραφέντα κατά των Ευνομιανών.6   Ο πρώτος εκ των μεγάλων λατινοφώνων θεολόγων.  Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός.Μέχρι της εποχής της Γ' Οικουμενικής Συνόδου (431) οι ολίγοι. θεωρείται μαθητής και είναι  μεταφραστής έργων του αγίου Βασιλείου και του Διδύμου του Τυφλού.  Ο Κασσιανός εδίδαξεν εις Γαλλίαν και Ιταλίαν την μονολόγιστον αδιάλειπτον νοεράν  προσευχήν5 και κατά παράκλησιν του Πάπα Ρώμης Κελεστίνου έγραψε σπουδαίον  σύγγραμμα κατά της Νεστοριανικής αιρέσεως. του Γρηγορίου του Θεολόγου. τα γραφέντα εντός των πλαισίων της ελληνοφώνου πατερικής  παραδόσεως. αλλά δυστυχώς και τας προϋποθέσεις της θεολογίας  των Πατερών των Οικουμενικών Συνόδων Α' και Β' δεν ηδύνατο να μελετήση ούτε την  Καινήν Διαθήκην. Αλλ' ουδέ ηδύνατο.

χ. τον άγιον Ιωάννην τον  Κασσιανόν εις τα θέματα περί χάριτος. Οι ελάχιστοι λατινόφωνοι θεολόγοι του ΣΤ' αιώνος δεν ήσαν πλέον εις θέσιν  να ενδιατρίψουν ούτε εις την παλαιοτέραν. ή να διορθώσουν αυτήν.  Εφιστώμεν την προσοχήν του αναγνώστου εις το ιστορικόν γεγονός. αλλ' ουχί τον τρόπον  της υπάρξεως Αυτού. ότι οι λατινόφωνοι ωμίλουν περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του  Πατρός και του Υιού. εξησθένησε σημαντικώς η λατινόφωνη  θεολογία. et ita in  omnes homines [mors] pertransiit. οι Βισηγότθοι την Ισπανίαν και Νότιον Γαλλίαν. υπό την έννοιαν της πέμψεως του Αγίου  Πνεύματος και εκ του Υιού. in quo omnes peccaverunt". αμαρτίας. αι δε της  αυγουστινείου θεολογίας εις τους Φράγκους.  Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. et per peccatum mors.Επίσης πρέπει να σημειωθή ότι ο ιερός Αυγουστίνος ολίγην είχε γνώσιν της ελληνικής  φιλοσοφίας. Είναι βέβαιον π. Είναι φανερόν ότι δεν  είναι η αμαρτία του Αδάμ που κληρονομείται αλλά ο θάνατος εφ' ω πάντες ήμαρτον. δεν παραδέχονται τον Υιόν ως αίτιον ή συναίτιον της  υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. Με  άλλα λόγια η Σύνοδος κατεδίκασεν την θέσιν του Αυγουστίνου ότι πάντες ήμαρτον εν  τω Αδάμ. Το χείριστον πάντως ήτο.12 της προς Ρωμαίους ως εξής: "Per  unum hominem peccatum intravit in mundum [mundo]. Ο 2ος  κανών της Συνόδου ταύτης αναφέρεται εις το 5. ότι ο Αυγουστίνος ήλθεν εις οξείαν  θεολογικήν αντίθεσιν με τον μαθητήν του Χρυσοστόμου.14     20  . ότι εδιάβασεν εν μεταφράσει τον Πλωτίνον και ίσως  τον Πλάτωνα. Τούτο ως έκφρασις υπάρχει εις τον άγιον Αμβρόσιον10 και ως  διδασκαλία το πρώτον εις τον Αυγουστίνον. την οποίαν εγνώριζε μόνον από λατινικάς περιγραφάς και ελαχίστας  μεταφράσεις. ούτε εις την νεωτέραν ελληνόφωνον  ρωμαϊκήν θεολογίαν.  Η συνύπαρξις εις την Δύσιν της θεολογίας των Ρωμαίων Πατέρων και της θεολογίας  του Αυγουστίνου συνεχίσθη μέχρι του Η' αιώνος κατά τρόπον μάλλον αρμονικόν.13 Η διδασκαλία του Αμβροσίου είναι ορθόδοξος ενώ του  Αυγουστίνου δεν είναι. ότι δεν ήτο καν εις θέσιν να παρακολουθήση  την περί των φιλοσοφικών θεωριών κριτικήν των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. Κατά την εποχήν ταύτην οι Φράγκοι είχον κατακτήσει σχεδόν ολόκληρον την  Γαλλίαν.  καθησυχάζει τους ελληνόφωνας Ρωμαίους με την πληροφορίαν. Εξ αιτίας της δουλείας των λατινοφώνων Ορθοδόξων εις τους διαφόρους  βαρβάρους κατακτητάς από του Ε' αιώνος. Παπικών και  Προτεσταντών.  Ενώ κατά τον Ε' αιώνα εφάνη εν τη διαμάχη μεταξύ των θεολογιών Αυγουστίνου και  Κασσιανού η μελλοντική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και Φράγκων και εν συνεχεία  μεταξύ Ορθοδοξίας και των πνευματικών απογόνων των Φράγκων. Το πρώτον μόλις κατά τον 7ον αιώνα εγένετο γνωστόν εις την  Ανατολήν. όστις έζησε τον 7ον αιώνα αρκετά χρόνια εις την Δύσιν.  οίτινες εγνώριζον κάλλιστα την σκέψιν των προγόνων των και ως εκ τούτου. ήσαν εις  θέσιν να βελτιώσουν. οι Βουργουνδοί τμήμα της  Νοτίου Γαλλίας και οι Οστρογότθοι την Ιταλικήν χερσόνησον και την Δυτικήν  Βαλκανικήν. το οποίον χρήζει  εξ επόψεως θεολογικής μεθόδου μεγάλης προσοχής.11 Εις τον Αμβρόσιον η εκ του Υιού  εκπόρευσις σημαίνει την εν χρόνω πέμψιν του Αγίου Πνεύματος.12 ενώ εις τον Αυγουστίνον η εκπόρευσις σημαίνει και πέμψιν αλλά  και τρόπον υπάρξεως. καθ'  όσον αι μεν προϋποθέσεις της ρωμαίϊκης ελληνολατινικής βιβλικής πατερικής  θεολογίας και πνευματικότητος επεκράτουν εις τους λατινοφώνους Ρωμαίους. ότι οι λατινόφωνοι  Ρωμαίοι όταν ομιλούν περί εκπορεύσεως. προορισμού και ελευθερίας.  μέχρις ότου τω 529 η σύνοδος της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Γαλλίας εν Αραουρίω  (Orange) της Μασσαλίας κατεδίκασεν την διδασκαλίαν ταύτην του Αυγουστίνου.9   Επί έναν αιώνα σχεδόν συνεκρούοντο οι οπαδοί του Αυγουστίνου και του Κασσιανού.

 ότι τα υπό των τότε Φράγκων γραφέντα  εναντίον των ελληνοφώνων Ρωμαίων προς στήριξιν του Filioque. ότι εις το Σύμβολον της πίστεως ο όρος  "εκπόρευσις".  Τονίζομεν πάλιν ότι.  διότι εγνώριζον καλώς. ότι αποτελεί το  δόγμα αυτό μίαν πρόοδον εις την κατανόησιν του δόγματος περί Αγίας Τριάδος και δια  τον λόγον αυτόν δεν συνεφώνησαν με τους Πάπας της Ρώμης και τους Πατριάρχας της  Κωνσταντινουπόλεως.  πέντε έτη μετά τον θάνατον του Αλκουΐνου. ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι δεν δέχονται  τον Υιόν ως αίτιον ή συναίτιον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.  Ως αναφέρομεν φραγκική θεολογική παράδοσις ουσιαστικώς δεν υπήρχεν ακόμη. το οποίον εδέχθησαν εις Οικουμενικάς  Συνόδους και το οποίον χρησιμοποιούν όλαι αι αποδεχόμεναι τας Οικουμενικάς  Συνόδους Εκκλησίαι. ως θα ίδωμεν εν οικείω τόπω. είναι κατωτέρας  ποιότητος και ενδεικτικά του επιπέδου μορφώσεως των πρώτων θεολόγων της  φραγκικής παραδόσεως. Ούτως εθεμελιώθη ως αρχή της φραγκολατινικής παραδόσεως η υπεροχή της  θεολογίας των Σχολαστικών έναντι των Πατέρων της Εκκλησίας. Έκτοτε το Filioque εγένετο μέρος της επεκτατικής πολιτικής  των Φράγκων.16   Όλοι οι επιστήμονες συμφωνούν σήμερον. το Filioque εις δόγμα και κατεδίκασαν ως  αιρετικούς τους αντιτιθεμένους προς αυτό. τη επιρροή προφανώς του πρώτου θεολόγου της  παραδόσεώς των. περί της ανάγκης  αφαιρέσεως αυτού από το Σύμβολον. οι Φράγκοι. οι Φράγκοι προσέθεσαν το Filioque του ιερού Αυγουστίνου  εις το Σύμβολον της πίστεως. οίτινες μέσω της ιδικής των ορθοδοξίας επεδίωκον την καθυπόταξιν και  αφομοίωσιν των υπ' αυτών κατακτηθέντων λαών.17   Μάλιστα ο Φώτιος εξέφρασε την αμφιβολίαν του περί της χειρογράφου παραδόσεως  των έργων του Αυγουστίνου και του Αμβροσίου.15   Απαντώντες εις τας γενομένας τω 808 διαμαρτυρίας του Πάπα Ρώμης Λέοντος του Γ'  και των ελληνοφώνων Ρωμαίων της Παλαιστίνης.  τονίζοντα. ότι ο Αυγουστίνος και ο Αμβρόσιος είναι μόνον δύο μεταξύ εκατοντάδων  αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και ότι δεν επιτρέπεται μία τοπική Εκκλησία μόνη της να  προσθέση τι ή να αφαιρέση τι εκ του Συμβόλου.     21  . το Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως. Ούτως εις εποχήν αγραμματωσύνης οι Φράγκοι  εκήρυξαν την δογματικήν των υπεροχήν έναντι των λατινοφώνων και ελληνοφώνων  Ρωμαίων. Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. μετά εγέννησαν  την θεολογικήν των παράδοσιν γράφοντες τα "κατά των πλανών των Γραικών" (Contra  errores Graecorum) περί τα μέσα του 9ου αιώνος. Αλεξανδρείας. ανεκήρυξαν τω 809. όπως και ο όρος "γέννησις". ως συμπολίται των ελληνοφώνων Ρωμαίων της αυτοκρατορίας  των εν Κωνσταντινουπόλει Ρωμαίων Βασιλέων. Γερμανίαν. Δηλαδή ούτοι πρώτον  εκήρυξαν την ανωτερότητα της θεολογικής των παραδόσεως και μετά εδημιούργησαν  και εκαλλιέργησαν αυτήν.18 προφανώς επί τη βάσει των  πληροφοριών του Μαξίμου του Ομολογητού. ότι το περί Filioque δόγμα  είναι πρόοδος εις την κατανόησιν του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος.  Πάντως οι Φράγκοι ή δεν ηδυνήθησαν ή δεν ηθέλησαν να ακούσουν τον Μέγαν Φώτιον. σημαίνει τρόπον υπάρξεως και δηλοί  υποστατικόν ιδίωμα. του Αγγλοσάξωνος Αλκουΐνου.Και πράγματι ουδέποτε εδέχθησαν εκουσίως. Ελβετίαν. Η φραγκική κυριαρχία τώρα  συμπεριελάμβανε την Γαλλίαν. Αυστρίαν και την προ ολίγου  κατακτηθείσαν Βόρειον και Μέσην Ιταλίαν. του οποίου η θεολογία ήτο σχεδόν  αποκλειστικώς του Αυγουστίνου. αφού πρώτον διεκήρυξαν οι Φράγκοι.  Κατά τον 8ον αιώνα όμως. Παρά  ταύτα βάσει της θεολογίας του Αυγουστίνου ισχυρίσθησαν οι Φράγκοι.

    22  . μεγάλην σημασίαν έχει το γεγονός ότι με την  κάθοδον των Φράγκων εις την Ιταλίαν συνέπεσαν η υπό των Φράγκων προσθήκη εις το  Σύμβολον. είχεν ως αποτέλεσμα την εμφάνισιν μεταξύ των λατινοφώνων Ρωμαίων  της Εκκλησίας της Ρώμης των λεγομένων Φραγκοφίλων.  Μετά τον Νικόλαον ολίγοι ήσαν οι φραγκόφιλοι Πάπαι της Ρώμης μέχρι τω 1009 ότε  απεχώρησεν ο τελευταίος Ρωμαίος Πάπας της Ρώμης Ιωάννης ο ΙΗ' και έκτοτε περιήλθε  κατ' αρχήν τη βιαία επεμβάσει των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων η Εκκλησία της  Ρώμης εις χείρας των Φραγκολατίνων (Γάλλων). Τευτονοφράγκων (Γερμανών) και  Ιταλών. ήτις κατεδίκασε την περί  Filioque διδασκαλίαν των Φράγκων ως και την υπό των Φράγκων απόρριψιν της Ζ' Οικ. εξ επόψεως πολιτικής και  στρατιωτικής.  Εν όψει των κινδύνων εκ των Σαρακηνών και των Λογγοβάρδων οι λατινόφωνοι και  ελληνόφωνοι Ρωμαίοι. η εν συνεχεία δογμάτισις αυτής.  Κατά την καθ' όλου ροήν της εξελίψεως ταύτης αφωμοίωσαν και την Αρειανικήν των  Λογγοβάρδων περιφρόνησιν δια την Κωνσταντινούπολιν και τας Οικουμενικάς αυτής  Συνόδους ως και τον συγγενή ανθελληνισμόν των. οίτινες αντιστοιχούν με τους  Λατινόφρονας της Ανατολής.19 Επίσης πρέπει να τονισθή ότι οι Λογγοβάρδοι κατακτηταί της Βορείου  Ιταλίας επέφερον βαθμιδόν αλλοίωσιν εις την εθνικήν και γλωσσικήν σύνθεσιν των  βορειοανατολικών Λατινοφώνων.Πρέπει να τονισθή δεόντως ότι η Εκκλησία της Ρώμης ταχθείσα παρά το πλευρόν των  ελληνοφώνων Ρωμαίων έλαβε μέρος και εδέχθη επισήμως τας αποφάσεις της επί  Μεγάλου Φωτίου συγκροτηθείσης Η' Οικ. Συνόδου τω 879. ενεκαινίασεν επιτυχώς την ανάκτησιν της  ελληνοφώνου Κάτω Ιταλίας και Σικελίας από τους Σαρακηνούς και ούτως ενέπνευσε  και εις τους λατινόφωνας Ρωμαίους την ελπίδα επικειμένης απελευθερώσεως των από  τον ζυγόν των Φράγκων και των Λογγοβαρδοϊταλών. εστράφησαν δια βοήθειαν  προς τους Φράγκους κατά τον 8ον αιώνα μη αξιολογήσαντες ορθώς τας επιπτώσεις. κατά την εν λόγω εποχήν. μόνον εις Μέσην και Κάτω Ιταλίαν. ούτω και οι Φραγκόφιλοι έναντι των κινδύνων εκ των  Σαρακηνών και των Λογγοβάρδων.  Εξ επόψεως Δογματικής και Συμβολικής.  Συνόδου.  Η ουσιαστική απουσία των ελληνοφώνων Ρωμαίων. είχον διάθεσιν να υιοθετήσουν τας θεολογικάς και  εκκλησιαστικάς των παραδόσεις.  Αμιγείς κατά την γλώσσαν και τα εθνικά και θρησκευτικά φρονήματα λατινόφωνοι  Ρωμαίοι υπήρχον. ως και η καταδίκη της Ζ' Οικ. Και τούτο διότι κατά το 867 ο αυτοκράτωρ της  Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος ο Α'.  Το γεγονός ότι η Κάτω Ιταλία και Σικελία ευρίσκοντο υπό το κράτος των Σαρακηνών  εξησθένησε σημαντικώς την υπό της Κωνσταντινουπόλεως ενίσχυσιν των  λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων Ορθοδόξων της Εκκλησίας της Ρώμης. Συνόδου. εν τοις προσώποις του Πάπα και του ελληνόφωνου Ρωμαίου  διοικητού των εν Ιταλία επαρχιών της Κωνσταντινουπόλεως.  Όπως οι Λατινόφρονες αποβλέποντες εις τους Φράγκους.20   Μεταξύ των ετών 867 και 1009 οι φραγκόφιλοι Πάπαι ήσαν πολύ ολίγοι και ως επί το  πλείστον δια της βίας επιβληθέντες.  Ο Πάπας Νικόλαος ο Α' ήτο ο πρώτος πραγματικός φραγκόφιλος Πάπας της Ρώμης. ως εις εθνικούς σωτήρας  έναντι του Τουρκικού κινδύνου. οίτινες συγχωνευθέντες μετά των Λογγοβάρδων  εξελίχθησαν εις αυτό το οποίον εγένετο κατόπιν γνωστόν ως Ιταλικόν έθνος.

 οι Φράγκοι εις απόδειξιν της  κατωτερότητος του λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκού κλήρου εχρησιμοποίουν  την φραγκικής προελεύσεως υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου. Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος.  Το αποτέλεσμα του πρώτου σταδίου της δογματικής και πολιτικής διαμάχης μεταξύ  των Φράγκων και των ελληνολατίνων Ρωμαίων. αυτόν. Ιεροσολύμων).  Ως τέταρτον σκέλος της επεκτατικής ταύτης πολιτικής. Αντιοχείας.  Ο Αυγουστίνος εγένετο δια τους Φράγκους ο μεγαλύτερος θεολόγος και Πατήρ της  Χριστιανοσύνης. παθών.  Οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι Ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί και τα τέσσαρα  εναπομείναντα ελληνόφωνα Πατριαρχεία των Ρωμαίων (Κωνσταντινουπόλεως.24     23  . ενώ οι φραγκόφιλοι Πάπαι είναι  πάντοτε οι άγιοι.  αμαρτίας.21   Ως κατακτηταί της Βορείου και Μέσης Ιταλίας και κυρίαρχοι της Ρώμης κατά περιόδους  από του 8ου μέχρι του 11ου αιώνος ήθελον οι Φράγκοι να χρησιμοποίησουν το υφ' όλων  ανεγνωρισμένον πρωτόθρονον του Πάπα Ρώμης και την λατινικήν γλώσσαν ως όργανα  καθυποτάξεως. χάριτος και προορισμού. Μέγας  Βασίλειος. Προς τον σκοπόν. ελευθερίας. περιγράφεται ως αιχμαλωσία της  Εκκλησίας εις τον λαόν (δηλ. τον ρωμαϊκόν) "από την οποίαν απηλλάγη η Εκκλησία της  Ρώμης τη επεμβάσει αγίων Φράγκων αυτοκρατόρων". δηλαδή ό.  ήτις και υπήρξε το τρίτον σκέλος της επεκτατικής των πολιτικής. ότε η εκ νέου  επέμβασις των Φράγκων επέφερε και το μόνιμον ιστορικόν αποτέλεσμα του έκτοτε  αποκλεισμού από τον θρόνον του Πάπα των πραγματικών Λατινορωμαίων.  Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός ότι εις τα εγχειρίδια των Παπικών και των  Προτεσταντών η εκλογή του Πάπα Ρώμης υπό του κλήρου και του λαού. ήτις ευρίσκει  δικαίωσιν μόνον εις τας προϋποθέσεις της αυγουστινείου θεολογίας περί πτώσεως.  Αλεξανδρείας.τι είναι δια την Ορθοδοξίαν οι Τρείς Ιεράρχαι. υπερήσπισαν τας ορθοδόξους παραδόσεις και  κατεδίκασαν τας φραγκικάς ταύτας περί αγαμίας του κλήρου διδασκαλίας ως  αιρετικάς. ενώσεως και αφομοιώσεως όλων των λαών εις μίαν φραγκορωμαϊκήν  αυτοκρατορίαν. όμως.  Εφαρμόζοντες τας αντιλήψεις αυτάς οι προερχόμενοι εκ του φραγκικού μοναχισμού και  δια της βίας εν Ρώμη εγκαθιστάμενοι τον 11ον αιώνα Πάπαι επέβαλλον την ποινήν του  αφορισμού εις τους λαϊκούς τους κοινωνούντας από τας χείρας εγγάμων ιερέων.[22]   Εξ ίσου άξιον προσοχής είναι το γεγονός ότι περιέργως παρουσιάζονται ως ανήθικοι και  Σιμωνιακοί οι Ορθόδοξοι και ελληνόφιλοι Πάπαι.Ούτως εκτός από την περίοδον του 962‐963 τη ενισχύσει της Κωνσταντινουπόλεως οι  Ρωμαίοι εκράτησαν εις χείρας των τον θρόνον του Πάπα της Ρώμης και παρέμειναν  πιστοί εις τας αποφάσεις των 8 Οικουμενικών Συνόδων μέχρι τω 1009. μετέβαλον τα υπό των Οικουμενικών  Συνόδων θεσπισθέντα πρεσβεία τιμής του Πάπα Ρώμης εις το μέχρι τότε άγνωστον  δόγμα περί της διοικητικής δικαιοδοσίας του Πάπα Ρώμης εφ' όλων των Εκκλησιών. ήτο ότι το νέον περί Παπισμού δόγμα  και ο Αυγουστίνος απετέλεσαν τα δύο σκέλη επί των οποίων εστηρίχθησαν η φραγκική  επεκτατική πολιτική και η ανάπτυξις του φραγκικού πολιτισμού. της προ του  1009 ορθοδόξου και ρωμαϊκής πόλεως της Ρώμης.[23]   Φαίνεται ότι πρόκειται περί μιας εκ συστήματος συκοφαντικής τακτικής των Φράγκων. οίτινες  ήσαν και φανατικοί Ορθόδοξοι και εθεώρουν εαυτούς εθνικώς ταυτόν με τους  ελληνόφωνας Ρωμαίους της Κάτω Ιταλίας και της Ανατολής.

27 τα οποία εντός ολίγου έδωσαν εις  τους Φράγκους.Εκ του γεγονότος τούτου φαίνεται σαφώς η δογματική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και  αυγουστινιανών Φραγκολατίνων εις τας περί πνευματικότητος προϋποθέσεις.  Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός ότι κατά τον 10ον και 11ον αιώνα υπήρχον. Δεν ήσαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι  πλέον εις θέσιν να επηρεάσουν τα εν Ρώμη πράγματα. τω 1071 οι Νορμανδοί είχον ολοκληρώσει την κατάκτησιν  των ελληνοφώνων επαρχιών της Κάτω Ιταλίας και οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχον  παγιώσει την εισβολήν των εις την Μικράν Ασίαν.  Εν συνεχεία όμως μετά την εκδίωξιν των ορθοδόξων Ρωμαίων από τον θρόνον της  Ρώμης και την εγκαθίδρυσιν Φράγκων και Ιταλών Παπών. μέλη του μοναχισμού τούτου  επανεστάτησαν κατά των Γερμανοφράγκων αυτοκρατόρων και ανεκήρυξαν εις δόγμα  την ελευθερίαν του θρόνου της Ρώμης έναντι της κοσμικής εξουσίας. όμως υιοθέτησαν  την εκκλησιαστικήν περί Ρώμης πολιτικήν των ελληνοφώνων Ρωμαίων και  συνεμάχησαν μετά του Γρηγορίου του Ζ' κατά του Γερμανοφράγκου Βασιλέως και των  επεμβάσεων αυτού εν Ρώμη.  Τα μοναχικά ταύτα τάγματα συνειργάσθησαν μετά των Τευτονοφράγκων (Γερμανών)  αυτοκρατόρων δια την πνευματικήν κατάληψιν της Ρώμης και την εκρίζωσιν της  λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαίϊκης ορθοδόξου επικρατίας εκ της Κάτω Ιταλίας.  Ούτω το 1075 ο Πάπας Γρηγόριος ο Ζ' εκήρυξεν επανάστασιν κατά της επί του θρόνου  της Ρώμης κυριαρχίας των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων.26   Ασφαλώς επηρεασμένοι οι Φράγκοι από την πνευματικήν δύναμιν του στρατεύματος  αυτού των ορθοδόξων μοναχών. εξασκούντα μεγάλην πνευματικήν και εθνικήν επίδρασιν επί των  λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων. ήτις εκαλλιεργείτο και εξεφράζετο κατ' εξοχήν εις  τον μοναχισμόν αυτόν της Κάτω Ιταλίας. ουχί όμως τη βοηθεία των  Βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως.25   Η θεολογία και πνευματικότης αύτη. περίπου 1500 ελληνόφωνα μοναστήρια και  ησυχαστήρια κατεσπαρμένα από τας ελληνοφώνους επαρχίας της Κάτω Ιταλίας μέχρι  και της Ρώμης. οίτινες επί δύο αιώνας εστήριζον και ενίσχυον το  Πατριαρχείον της Ρώμης κατά των Φράγκων και των Λογγοβάρδων.    24  .  Ουδόλως πρέπει να γίνεται σύγχυσις μεταξύ του μοναχισμού και της πνευματικότητος  των Φραγκολατίνων και του μοναχισμού και της πνευματικότητος της Ορθοδόξου  Εκκλησίας. κατά  πληροφορίας ίσως υπερβολικάς. ως φορείς της θεολογίας και  πνευματικότητος των αγίων Πατέρων.  Μόλις προ τεσσάρων ετών.  Η θεολογία και η πνευματικότης αυτών εβασίζετο σχεδόν αποκλειστικώς εις τον ιερόν  Αυγουστίνον και τας πλατωνικάς και άλλας προϋποθέσεις αυτού και ολίγην σχέσιν είχε  με τον μοναχισμόν της λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκής παραδόσεως. κατηνόησαν την αξίαν του δια τα γενικά επεκτατικά  των σχέδια και ούτως εδόθη η ώθησις εις την ίδρυσιν κατά τον 10ον αιώνα (920) των  πρώτων φραγκικών μοναστηρίων ή ταγμάτων. τους δυνατωτέρους και φανατικωτέρους πολεμιστάς κατά της  Ορθοδοξίας. κυρίως από της εποχής της Εικονομαχίας ότε  χιλιάδες καταδιωκόμενοι εν Ανατολή μοναχοί κατέφυγον εις την Κάτω Ιταλίαν  προστατευόμενοι υπό των Ρωμαίων Παπών. Οι Νορμανδοί. ήτο η δύναμις εκείνη ήτις δεν επέτρεψεν  εις τους Φράγκους να καταλάβουν θρησκευτικώς και εθνικώς τους λατινόφωνας και  ελληνόφωνας Ρωμαίους και να αφομοιώσουν αυτούς.

 Οι δε ελληνόφωνοι Ρωμαίοι της Κάτω Ιταλίας διατηρούν την γλώσσαν  των μέχρι σήμερον.  Αντεκατεστάθη η Εκκλησία των Ρωμαίων εν Ρώμη υπό της Εκκλησίας των Φράγκων. και έπαυσαν οριστικώς οι Ρωμαίοι  να εκλέγωνται Πάπαι του πνευματικού κέντρου των. ώστε εξελίχθησαν τα πράγματα εις τον συμβιβασμόν της  υποκαταστάσεως της Η' του 879 υπό της καθαιρεσάσης τον Μέγαν Φώτιον και άρα  αρεστής και αποδεκτής εις τους Φράγκους Συνόδου του 869. Σύνοδον.  Δια τούτο οι Φραγκολατίνοι εθεώρουν τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν ως τον  τελευταίον "Έλληνα" Πατέρα της Εκκλησίας.  Ούτως οι Ρωμαίοι της Κάτω Ιταλίας εστερήθησαν.  Μετά την κατάληψιν του Πατριαρχείου των Ρωμαίων υπό των Λατινοφράγκων. ήτις αναγνωρίζεται  επισήμως μέχρι σήμερον εν τη Δύσει ως Η' Οικ. όπου ευρίσκεται μέχρι σήμερον. αφού οι μετά τον Δαμασκηνόν Ρωμαίοι  Πατέρες επολέμησαν το Filioque και το κατεδίκασαν ως αίρεσιν. Τουναντίον εξωντώθη δια της βιαίας  καταλήψεως αυτής υπό των Φράγκων και των μη Ρωμαίων Ιταλών και ούτως  εξηφανίσθη. οπαδός της  ελληνολατινικής ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας και πνευματικότητος. αλλά  φανατικώτατον γέννημα και θρέμμα του φραγκικού μοναχισμού. Αντικατεστάθησαν μάλιστα δια του τονισμού της  προσπαθείας των Φράγκων να ελευθερώσουν την Εκκλησίαν της Ρώμης από την  αμαρτίαν και την ακολασίαν των ρωμαϊκών οικογενειών. Κατά τον 12ον αιώνα οι  Φράγκοι εδέχθησαν τελικώς την Ζ' Οικ. Σύνοδος του 872 κατεδίκασε το φραγκικόν Filioque παρέμεινε φυσικώ τω λόγω  απαράδεκτος εις τους Φράγκους. παρά την φραγκικήν εν  Ιταλία παρουσίαν. 30 Ήτο φυσικόν να παραμείνουν  εις την νέαν φραγκο‐λατινορωμαϊκήν σύνθεσιν οι Ρωμαίοι Πατέρες οι ακμάσαντες προ  της περί Filioque διαμάχης. Η Εκκλησία της  Ρώμης ουδέποτε απεσχίσθη εκ της Ορθοδοξίας. και Ιταλών επήλθε μία σπουδαία δια την Δογματικήν και Συμβολικήν  συγχώνευσις φραγκικών και λατινο‐ρωμαϊκών δογματικών και συμβολικών  παραδόσεων δια της αμοιβαίας υποχωρήσεως και επιδράσεως.  Οι μεν λατινόφωνοι Ρωμαίοι με την πάροδον του χρόνου συνεχωνεύθησαν με τους  Ιταλούς και απωλέσθη ούτως η λατινική γλώσσα ως γλώσσα των λατινοφώνων της  Κάτω Ιταλίας.  Τευτονοφράγκων.  Αναφέραμεν το ιστορικόν τούτο σχεδιάγραμμα.31     25  . ίνα τονίσωμεν ότι η Εκκλησία της  Ρώμης και η Ορθοδοξία αυτής ουδέποτε απεσπάσθη δογματικώς από τα τέσσερα  ελληνόφωνα ορθόδοξα Πατριαρχεία των Ρωμαίων της Ανατολής. Μάλιστα η φραγκική  αντίληψις περί σχίσματος και αιρέσεως του Μεγάλου Φωτίου και των ελληνοφώνων  Ρωμαίων επεκράτησεν εις την νέαν σύνθεσιν και αι δογματικαί διαφοραί μεταξύ  Φράγκων και λατινοφώνων Ρωμαίων μέχρι τω 1009 ημβλύνθησαν εις την δυτικήν  ιστορίαν και σχεδόν ελησμονήθησαν. οίτινες μετά φανατισμού παρέμειναν πιστοί εις αυτήν αρνούμενοι  να προσθέσουν το Filioque εις το Σύμβολον επί δύο αιώνας.Αλλά ο Γρηγόριος ο Ζ' δεν υπήρξεν. αίτινες εκυριάρχουν εις τας  εκλογάς των Παπών και ήσαν προσκολλημέναι εις τους αιρετικούς ελληνόφωνας  Ρωμαίους αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως.   Πάντως η επανάστασις αυτού συνετέλεσεν εις το να περιέλθη ο θρόνος του Πάπα εις  τας χείρας των Ιταλών. 29 Επειδή όμως η επί Μεγάλου Φωτίου  Η' Οικ.  Η αποδοχή όμως μιας Η' Οικ. ως οι προ του 11ου αιώνος Πάπαι. Σύνοδος. Συνόδου ήτο τόσον ισχυρώς ριζωμένη εις την συνείδησιν  των Λατινορωμαίων.

  Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός της υπάρξεως μεταξύ των μη Φράγκων Γερμανών. αλλά τουναντίον υπό το  πρίσμα των θεολογικών προϋποθέσεων της μεθοδολογίας και της πνευματικότητος του  ιερού Αυγουστίνου. ότι οι  Φραγκολατίνοι ουδέποτε ημφισβήτουν το κύρος των προ του Ιωάννου Δαμασκηνού  ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και των έξ Οικουμενικών Συνόδων. εντός των πλαισίων της  ρωμαίϊκης πατερικής μεθοδολογίας και πνευματικότητος. 33            26  . όχι  μόνον δια το Filioque και την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου. ως  συνέβαινε προηγουμένως εις τους λατινόφωνας Ρωμαίους. αλλά και δια τα  λειτουργικά και περί νηστείας έθιμα τα οποία επέβαλον οι Φράγκοι Πάπαι δια της βίας  επί των ελληνοφώνων και λατινοφώνων Ρωμαίων. αλλά ουχί σπουδαίαι. όχι όμως οι  Φράγκοι και οι Ρωμαίοι. Επομένως πολύ αδικούν τον  Κηρουλάριον οι επιπλήττοντες αυτόν ξένοι αλλά δυστυχώς και Ορθόδοξοι δια τας  επιθέσεις του κατά των Φράγκων εις τα πρακτικής φύσεως θέματα.  Ναι μεν η θεολογία των ελληνοφώνων Ρωμαίων παρέμεινεν. μαζί με την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου επέβαλον και  τας φραγκικάς λειτουργικάς και κανονικάς παραδόσεις. αλλά τυπικώς μόνον. διότι δεν ηρμηνεύετο πλέον. Συνόδων. μετά την υπό των  Φράγκων κατάληψιν του Πατριαρχείου της Ρώμης. των δογματικών και  λειτουργικών παραδόσεων των Αρειανών αι οποίαι συνεχωνεύθησαν εν καιρώ μετά της  φραγκικής παραδόσεως.  Πρέπει να τονισθή το γεγονός τούτο. Κατά τον 12ον  αιώνα η Ζ' Οικ. ή τουλάχιστον μέχρι της εποχής του Μεγάλου Φωτίου. Σύνοδος και ο υπέρμαχος αυτής Ιωάννης ο Δαμασκηνός εγένοντο μέρος  της φραγκικής παραδόσεως.  Δια τούτο ακριβώς πρέπει να τονισθή η ιστορική διαφορά μεταξύ Λατινορωμαίων και  Φραγκολατίνων. Ασφαλώς ο μεγαλύτερος πειρασμός της ορθοδόξου  θεολογίας από της εποχής των Λατινοφρόνων μέχρι σήμερον είναι να νομίζουν  Ορθόδοξοι τινές ότι με τους σημερινούς Παπικούς έχομεν κοινήν αρχαίαν παράδοσιν  μέχρι του 11ου αιώνος. εις  την νέαν σύνθεσιν φραγκικών και λατινορωμαϊκών στοιχείων. ότι οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι Ρωμαίοι της  Μέσης και Κάτω Ιταλίας είχον. των  ανατολικών και δυτικών Γότθων και των Λογγοβάρδων.  Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν διεμαρτυρήθησαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι εν τω  προσώπω κυρίως του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλαρίου. και κοινάς λειτουργικάς παραδόσεις και  τον ίδιον σεβασμόν δια τους ιερούς κανόνας των Οικ. ότε οι Φράγκοι αφώρισαν  τους μη αποδεχομένους το Filioque λατινοφώνους και ελληνοφώνους Ρωμαίους. τουλάχιστον από τον 8ον ή 9ον αιώνα. ως ήτο φυσικόν.Ίσως η μεγαλυτέρα δυσκολία εις την διαφοροποίησιν της ρωμαίϊκης πατερικής  θεολογικής μεθόδου από την φραγκολατινικήν προκύπτει από το γεγονός. Υπήρχον ασφαλώς  ωρισμέναι διαφοραί. Εις αυτήν την συγχώνευσιν ήτο αδύνατον οι λατινόφωνοι  Ρωμαίοι να συμμετέχουν εφ' όσον ούτοι εταυτίζοντο εθνικώς και εκκλησιαστικώς με  την Κωνσταντινούπολιν. Όταν όμως οι Φράγκοι κατέλαβον το  Πατριαρχείον της Ρώμης.  Οι λατινόφωνοι και οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι είχον κοινήν παράδοσιν.

 ο οποίος κατεπολέμησε  το περί Filioque δόγμα. ότι ευρίσκοντο εν διαστάσει  δογματική και εκκλησιαστική οι εν Ιταλία κυρίαρχοι Φράγκοι και οι κατακτηθέντες  ορθόδοξοι λατινόφωνοι Ρωμαίοι. ως  αναφέραμεν.Ε' Περί θεολογικής μεθόδου εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των  Φραγκολατίνων  Είμεθα δυστυχώς υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να ασχολούμεθα με την ορθόδοξον  πατερικήν δογματικήν μέθοδον εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των Φραγκολατίνων.  Ούτως η φραγκική αντίληψις περί αιρέσεως και σχίσματος του Μεγάλου Φωτίου  μετεφέρθη υπό των Φράγκων Παπών και μοναχών εις την Ρώμην από του 11ου αιώνος1  και έκτοτε επεκράτησε και εις την πνευματικήν αυτήν πρωτεύουσαν της  Αυτοκρατορίας. αδυνατούν  να συλλάβουν ή να λάβουν σοβαρώς υπ' όψιν το γεγονός. τη βοηθεία της Κωνσταντινουπόλεως.6     27  . 10ον και τας αρχάς του 11ου αιώνος οι ολίγοι εναπομείναντες αμιγείς  λατινόφωνοι Ρωμηοί της περιοχής της Ρώμης είχον αποστροφήν προς τους  Λογγοβάρδους και Φράγκους κατακτητάς και συνεχώς επανεστάτουν κατά της  κυριαρχίας αυτών και κατά των υπό των Φράγκων επιβληθέντων Παπών καί. μεταξύ ελληνολατίνων Ρωμαίων Πατέρων και  φραγκολατίνων Σχολαστικών. ως προηγουμένως υπήρχεν εις την υπόλοιπον φραγκικήν δυτικήν  Ευρώπην. τα οποία έχουν εκ των υστέρων μίαν  φαινομενικήν συνοχήν ήτις δεν υπήρχε ποτέ ιστορικώς. Ούτως ενεφάνιζον οι Δυτικοί τον Πάπαν Ιωάννην τον Η'  πρώτον αποδεχόμενον τον Φώτιον και μετά αφορίζοντα αυτόν.  Εφ' όσον δε τα σήμερον επικρατούντα ξένα προς αυτήν στοιχεία είναι κυρίως  φραγκολατινικής προελεύσεως. μέσω των ελευθέρων  ελληνοφώνων Ρωμαίων και του στρατεύματος αυτής εν τη Κάτω Ιταλία επεκράτησαν  επί το πλείστον ελληνόφιλοι. Παπικοί και Διαμαρτυρόμενοι. ίνα φανή εάν  υπάρχη ή όχι κοινή μεθοδολογική παράδοσις μεταξύ ελληνοφώνων και λατινοφώνων  Ρωμαίων Πατέρων και εν συνεχεία.3   Τα περί δευτέρου σχίσματος και καταδίκης του Μεγάλου Φωτίου της μεταγενεστέρας  δυτικής παραδόσεως απορρίπτονται σήμερον υφ' όλων των ιστορικών.4   Αλλ' αι γενόμεναι προσπάθειαι εξηγήσεως της υπάρξεως του λεγομένου μύθου των  Δυτικών περί δευτέρου σχίσματος και περί δευτέρας καταδίκης του Φωτίου κάμνουν έν  σοβαρόν σφάλμα. δηλαδή Ρωμηοί λατινόφωνοι ορθόδοξοι Πάπαι μέχρι το  1009.2   Αυτός ήτο ο λόγος της εμφανίσεως της δυτικής παραδόσεως περί δευτέρου σχίσματος  και καταδίκης του Φωτίου.  Επομένως ο ακριβέστερος καθορισμός της ορθοδόξου δογματικής μεθόδου έχει σχέσιν  ουσιαστικήν και ζωτικήν με την αποκάθαρσιν αυτής από τα ξένα προς αυτήν στοιχεία. διότι οι δυτικοί Χριστιανοί. ότι το σχίσμα μεταξύ "Γραικών" και "Λατίνων"  ήρχισεν ουσιαστικώς κατά τον 9ον αιώνα επί Μεγάλου Φωτίου.5   Κατά τον 9ον. εξετάζομεν το φαινόμενον όπως είναι.  Εξ αιτίας της συγχωνεύσεως και ταυτίσεως της φραγκικής και της λατινικής  παραδόσεως μετά την υπό των Φράγκων τελειωτικήν κατάληψιν του Πατριαρχείου της  Ρώμης συναρμολογήθησαν στοιχεία αντιφατικά.  αφού είναι κοινώς ομολογουμένη υφ' όλων των συγχρόνων ορθοδόξων θεολόγων η επί  της συγχρόνου ορθοδόξου θεολογίας επίδρασις της δυτικής (παπικής και  προτεσταντικής) θεολογικής παραδόσεως. η φραγκική παράδοσις.

 οίτινες εθεώρουν εαυτούς φυσικά. Δηλαδή πρέπει να ξεχωρίσωμεν σαφώς τους  Φράγκους από τους λατινόφωνας Ρωμαίους.  Πρέπει. οι οποίοι εκήρυξαν το  ορθόδοξον Σύμβολον εν αντιθέσει προς το φραγκικόν ως υπηρέται και αντιπρόσωποι  των ορθοδόξων Παπών της Πρεσβυτέρας Ρώμης.10   Σημειωτέον ότι η υπό της Εκκλησίας της Ρώμης αναγνώρισις ως Πατριάρχου  Κωνσταντινουπόλεως του Ιγνατίου και η μη αναγνώρισις του Φωτίου είχε χαρακτήρα  κανονικόν και ουχί δογματικόν.14   Ο θάνατος του Πάπα Νικολάου του Α' τω 867 συνέπεσε με την έναρξιν της  επανακτήσεως της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας εκ των Αράβων υπό του Βασιλείου  του Α'. εν ή την μεγίστην πλειοψηφίαν και κυριαρχίαν είχον οι  λατινόφωνοι Ρωμηοί. Η διάκρισις λησμονείται συνήθως διότι  μεταξύ άλλων εχρησιμοποίουν οι Φράγκοι ως επίσημον γλώσσαν των την Λατινικήν και  ως αποτέλεσμα της επί αιώνας προπαγάνδας των επεκράτησεν η ανιστόρητος  παράδοσις αυτών ότι είναι ούτοι συνέχεια της λατινοφώνου ρωμαϊκής παραδόσεως.  Μεταξύ Φράγκων και Ορθοδόξων υπήρχεν επί Μεγάλου Φωτίου μόνιμον δογματικόν  σχίσμα εξ αιτίας του Filioque και της Ζ' Οικ.9 και ως φαίνεται τόσον  σαφώς από το έργον των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. αφού εις τα θέματα ταύτα του Filioque και της Ζ'  Οικ. αλλ' ουχί κατά  της Εκκλησίας της Ρώμης.  τους οποίους οι δυτικοί ιστορικοί εμφανίζουν ως σωτήρας της Εκκλησίας από την  κυριαρχίαν των λατινοφώνων Ρωμηών της Μέσης Ιταλίας ή της Ρώμης. με αυτοκράτορα εν Κωνσταντινουπόλει ή Νέα Ρώμη. α) η κατά καιρούς βιαία  κατάληψις του θρόνου του Πάπα Ρώμης υπό φραγκοφίλων ή Φράγκων επισκόπων. ως Ρωμαίους.     28  . ως  φαίνεται σαφώς από τας κατά των Φράγκων αποφάσεις και τα πρακτικά της επί  Μεγάλου Φωτίου Η' Οικ.Συντελεί εις την εν λόγω σύγχυσιν των δυτικών ιστορικών.14 και ούτω με την επάνοδον της ρωμαϊκής (τής Κωνσταντινουπόλεως)  στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος εν Ιταλία η δημιουργηθείσα υπό των φραγκοφίλων  εν Ρώμη κατάστασις εξωμαλύνθη επί μίαν περίπου εκατονταετηρίδα μέχρι της  στρατιωτικής επανόδου των Φράγκων κατά το 962‐315 και της τελειωτικής κατά το  1009 σοβαράς εξασθενήσεως εν Ρώμη της ρωμαϊκής (ρωμαίϊκης) ισχύος. ήτις έφθασεν εις  Κωνσταντινούπολιν εξ Ιταλίας.  Αλλά μεταξύ λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων ούτε υπήρχεν ούτε έγινεν επί  Μεγάλου Φωτίου δογματικόν σχίσμα. Συνόδου. ως ακριβώς συμβαίνει με την εν συνεχεία αναγνώρισιν  του Φωτίου υπό της Ρώμης. Συνόδου αγών του Φωτίου εγένετο κατά των εν Βουλγαρία  Φράγκων ιεραποστόλων και των φραγκοφίλων λατινοφώνων Ρωμαίων. Συνόδου περί εικόνων και Filioque. να τονισθή ότι επί Μεγάλου Φωτίου υπήρχε μόνιμον σχίσμα και  συγχρόνως δεν έγινε δογματικόν σχίσμα. 13 αλλά διαχωρίζει απ' αυτούς τον  φραγκόφιλον Πάπαν Νικόλαον τον Α' δια τον οποίον αρκείται εις την κατ' αυτού περί  τυρανίδος και ανατροπής εκκλησιαστικών θεσμών κατηγορίαν.8   Οι λατινόφωνοι και οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι μέχρι του 1009 εθεώρουν αλλήλους ως  ομοδόξους και ομοεθνείς και τους Φράγκους ως ετεροδόξους και ετερογενείς. λοιπόν. δηλαδή  Ρωμηούς.  Ο περί Filioque και Ζ' Οικ. Συνόδου υπήρχεν απόλυτος συμφωνία. 12   Ούτως εν τη εγκυκλίω επιστολή του προς τους της Ανατολής Αρχιερατικούς θρόνους ο  Μέγας Φώτιος καταγγέλλει τους εν Βουλγαρία Φράγκους ιεραποστόλους και τους  φραγκοφίλους λατινόφωνας Ρωμαίους επί αιρέσει.

 ως  ισχυρίζονται πολλοί.21 Επειδή προ της πατριαρχείας του  ο Κηρουλάριος ήτο εν δημοσία υπηρεσία και ουχί εντρυφής περί τα της εκκλησίας  ιστορικά ενόμιζεν ότι το όνομα του Πάπα διεγράφη των διπτύχων από τον 7ον αιώνα22  και εις το σημείον αυτό ο Πέτρος τον διορθώνει.  Ο Πέτρος γράφει.25   Πρόκειται δηλαδή περί του Πάπα Ιωάννου του ΙΗ' του τελευταίου Ρωμαίου και  ελληνοφίλου ορθοδόξου Πάπα του παραιτηθέντος δι' άγνωστον σήμερον αιτίαν και εις  μοναστήριον αποσυρθέντος τω 1009. Αντιοχείας και  Ιεροσολύμων δεν μετείχον εις τα αναθέματα του 1054 μεταξύ Ρώμης και  Κωνσταντινουπόλεως και άρα το τότε επιτελεσθέν σχίσμα δεν αφεώρα παρά μόνον την  Κωνσταντινούπολιν και την Ρώμην. εύρον επί του μακαρίτου Πατριάρχου κυρού Σεργίου τον δηλωθέντα Πάπαν  εν τη θεία μυσταγωγία μετά των άλλων Πατριαρχών αναφερόμενον.  Εξ άλλων πηγών γνωρίζομεν ότι παρητήθη28 και ότι ο διάδοχος αυτού ο Τοσκανός  Πάπας Σέργιος Δ' δεν συμπεριελήφθη εις τα δίπτυχα. εν τοις ιεροίς διπτύχοις  ανεφέρετο". ότι ο Πέτρος Αντιοχείας διεφώνησε με τον Μιχαήλ  Κηρουλάριον και δεν απεδέχθη την διαγραφήν του ονόματος του Πάπα από τα δίπτυχα  της Αντιοχείας. ότι επί τω μακαρίτη Πατριάρχη Αντιοχείας κυρώ  Ιωάννη. "επί δε τούτοις καγώ μάρτυς απαράγραπτος.20 Μετά τα γεγονότα των αναθεματισμών του 1054 ο Πατριάρχης  Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος περιέγραψε τα συμβάντα εις δύο επιστολάς  του προς τον Πατριάρχην Αντιοχείας Πέτρον τον Γ'. και δι' ήν αιτίαν αγνοώ. και άλλοι σύν εμοί των  της Εκκλησίας ελλογίμων πολλοί.24   Αφού πρώτον διορθώνει τον Κηρουλάριον εις την αναφερθείσαν ιστορικήν  παραδρομήν ο Πέτρος διαβεβαιοί ότι και εν Αντιοχεία δεν μνημονεύεται ο Πάπας από  πολλών ετών. "καί εν Κωνσταντινουπόλει δε προ χρόνων τεσσαράκοντα και πέντε  εισελθών.17 Μάλιστα ιστορικοί τινες ισχυρίζονται.Τα αναθέματα του 1054 δεν ήσαν λοιπόν ούτε η έναρξις. οίτινες διατείνονται ότι αι Εκκλησίαι Δύσεως και Ανατολής ήσαν  ηνωμέναι παρά το εν τη Δύσει Filioque το οποίον έγινεν η πρόφασις και ουδέποτε  υπήρξεν. "καί έκτοτε και μέχρι του νυν αποτμηθήναι της καθ' ημάς αγιωτάτης  και Καθολικής Εκκλησίας τον Πάπαν". ο Πάπας της Ρώμης Ιωάννης και αυτός ακούων.27 Δηλαδή ο Πέτρος δεν γνωρίζει  διατί διεκόπη το μνημόσυνον του Πάπα Ιωάννου ΙΗ'. ως ισχυρίζονται. Μάλιστα κατά προσωπικήν του γνωριμίαν με το θέμα πληροφορεί ότι  κατά ακριβώς την ιδίαν εποχήν διεκόπη το μνημόσυνο του Πάπα και εν  Κωνσταντινουπόλει. βάσει  εσφαλμένων μεταφράσεων. 19 περί ών ησχολήθημεν και  αλλαχού. ενώ εμνημονεύετο. ούτε η αιτία του σχίσματος. Όπως δε ύστερον  η αυτού εξεκόπη αναφορά. αλλ' εκληρονόμησε το σχίσμα.16 Μάλιστα διατείνονταί τινες των  Δυτικών και των ημετέρων ότι τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας.  Ότι πρόκειται περί πραγματικού σχίσματος φαίνεται σαφώς από την εξής προς Πέτρον  έντονον φράσιν. επειδή εις την επί τη ενθρονίσει    29  .  Ιδού όμως η ιστορική περί του θέματος πραγματικότης από τα δημοσιευθέντα εν τω  δευτέρω τόμω του δοκιμίου τούτου σχετικά κείμενα. η αιτία του σχίσματος. δια το οποίον είχε την εντύπωσιν ότι ήτο πολύ  παλαιόν. 23   Πάντως είναι σαφές ότι ο Κηρουλάριος δεν διέγραψε το όνομα του Πάπα από τα  δίπτυχα.18 Βάσει τούτου ισχυρίζονται ότι το ίδιον συνέβη μάλλον και εις την  Αλεξάνδρειαν και τα Ιεροσόλυμα.26   Ο Πέτρος συνεχίζει.

30   Παραπονούμενος ο Πέτρος απήντησεν. "κακόν δέ.  Τους δε προστιθέντας τι ή αφαιρούντας τι. ηνωμένη ουσιαστικώς μετά της Ορθοδοξίας.. ένωσιν  ευρίσκομεν μεταξύ λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων. 3) εν τη προσθήκη του Filioque εις το Σύμβολον.  Συνόδου γράφει. των  γνωστών σήμερον εις ημάς ως Παπικών. και κακών κάκιστον. οίτινες εξηφανίσθησαν και ως Εκκλησία και ως έθνος δια της βίας από την    30  .  τρόφιμος ών ταύτης και ζηλωτής ει και τις άλλος. πλείον ουδέν σε βούλομαι περί της του Πάπα αναφοράς προσεξεργάσασθαι". τουλάχιστον  από του 8ου αιώνος. μη της κατά σε αγίας Εκκλησίας αναφερούσης αυτόν..32   Τα γραφόμενα ταύτα του Πέτρου απαντούν εις τους εμφανίσαντας τον Πατριάρχην  Αντιοχείας ως διαφωνούντα προς τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Κηρουλάριον  περί του μνημοσύνου του Πάπα και της υπάρξεως του σχίσματος και ισχυριζομένους  ότι τα αναθέματα του 1054 είναι ναι μεν η αρχή του σχίσματος αλλά αφορούν μόνον εις  τας Εκκλησίας Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως και ότι τα άλλα Πατριαρχεία  παρέμειναν ηνωμένα μετά του Πάπα μη δίδοντα ούτε εις το Filioque σημασίαν. αναθεματίζομεν".33   Αλλά και δια το Filioque ο Πέτρος παραμένων πιστός εις τας αποφάσεις της Η' Οικ. η εν τω αγίω Συμβόλω προσθήκη . Συνόδου και του Filioque.  Συνόδου. Πώς γαρ και έμελλον τέως αυτόν  εγώ αναφέρειν τον Πάπαν. Εξ όλων των ανωτέρω φαίνεται σαφώς πώς  κάμνουν μέγα σφάλμα οι νομίζοντες ότι η θεολογική μέθοδος και αι δογματικαί  προϋποθέσεις της Ορθοδοξίας και εκείνων των απογόνων των Φραγκολατίνων. Παπικοί και Προτεστάνται δεν είναι απόγονοι των Ρωμαίων  Ορθοδόξων. "ότι προ εξετάσεως και τελείας καταλήψεως το  μη γεγονός ως γεγονός εξ ακοής ματαίως παρέστησας.  Επανερχόμενοι εις την προ του 1009 κατάστασιν άνευ του Filioque εν Ρώμη.αυτού συστατικήν επιστολήν προς τους της Ανατολής Πατριάρχας συμπεριέλαβε το  Filioque.34   Επομένως ο ισχυρισμός ημετέρων τινών ότι η απλή άρσις των αναθεμάτων του 1054  δύναται να έχη ως αποτέλεσμα την μετά των Παπικών μυστηριακήν κοινωνίαν και  ένωσιν δεν ευσταθεί. εάν αληθεύη η  φθάσασα εις την ακοήν του φήμη ότι μνημονεύει τον Πάπαν εις τα δίπτυχα.   Επανερχόμενοι εις την προ του 1054 κατάστασιν πάλιν σχίσμα ευρίσκομεν από του  1009 μεταξύ των εν Ρώμη Φράγκων και των ελληνοφώνων Ρωμαίων εξ αιτίας του  Filioque. έργω και λόγω τα ταύτης πρεσβεία  σεμνύων και μεγαλύνων αεί. 4) εν τη δογματίσει του  Filioque και τω αφορισμώ των Ορθοδόξων και 5) εν τοις έργοις του 9ου αιώνος "κατά  των πλανών των Γραικών" (Contra errores Graecorum).  Ούτω φαίνεται σαφώς ότι ο μόνος δυνατός τρόπος εξαλείψεως του σχίσματος είναι  ουχί η άρσις των αναθεματισμών του 1054. "αλλά περί μεν τούτων ούτως  έχων."31   Δια τούτο παρακάτω παραγγέλλει εις τον Κηρουλάριον. Αντιθέτως  δύναταί τις να στηρίξη την θέσιν ότι η φραγκολατινική παράδοσις ήτις έχει την αρχήν  και την γένεσιν αυτής 1) εν τω προσώπω του Αλκουΐνου.35 ουδέποτε ήτο. Οι σήμερον ως δυτικοί  χριστιανοί γνωστοί. αλλά η άρσις του Filioque και των  προϋποθέσεων και αποτελεσμάτων αυτού. είναι ταυτόν ή περίπου ταυτόν. αλλά σχίσμα μεταξύ  Φράγκων και Ορθοδόξων εξ αιτίας της Ζ' Οικ. 2) εν τη καταδίκη της Ζ' Οικ.29   Εις την πρώτην προς Πέτρον επιστολήν του ο Κηρουλάριος ηρώτησεν.

  Η ιστορία της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως.  Αντί να καταφεύγουν ούτοι εις τας ιστορικάς των ρίζας. την πατερικήν θεολογίαν και πνευματικότητα. Ούτε φαίνεται πουθενά το  γεγονός ότι η ανατολική Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή ιστορία είναι των Ελλήνων. Εις την Αμερικήν ως Ρωμαϊκή ιστορία τελειώνει με τον  Ιουστινιανόν.  Ενώ η Ελληνική ιστορία τελειώνει με τας ρωμαϊκάς κατακτήσεις. δεν θεωρείται ως μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας και  ασφαλώς δεν είναι. αρχίζει πάλιν τω 1821. αλλά και δυστυχώς πολλών Ρώσσων προς τον μεσαιωνικόν  ρωμαίϊκον πολιτισμόν και ο αντίστροφος θαυμασμός όλων δια τους αρχαίους Έλληνας. ήτις οδηγεί  σταθερώς τον Νεοέλληνα εις πολιτιστικήν και πνευματικήν αυτοκτονίαν. όπως είδαμεν και θα  ίδωμεν.οθόνην της ιστορίας. ενώ  περιγράφεται λεπτομερώς η φιλοσοφία των φραγκολατίνων θεολόγων (τών  λεγομένων Σχολαστικών).  Η γενική αυτή περιφρόνησις των Ευρωπαίων και Αμερικανών πνευματικών απογόνων  των Φραγκολατίνων. δηλαδή πτώσιν εκ της προτέρας καλυτέρας ποιότητος  θεολογικήν σκέψιν. εις  τοιούτους κομπλεξικούς να εξοικειωθούν με την πνευματικότητα και την θεολογίαν  των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. βάσει των οποίων οι Ρωμηοί  του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας περιεφρόνουν τον ανθελληνισμόν των  Φραγκολατίνων και εθεώρουν εαυτούς ανωτέρους των αρχαίων Ελλήνων. εάν όχι αδύνατον. Εν συνεχεία γίνεται άλμα εις την ιστορίαν των Τούρκων με την  κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως. Μόνον εις τας πατρολογίας. Τευτονοφράγκων και Ιταλών.  καταφεύγουν δυστυχώς εις μίαν καταπληκτικήν απομίμησιν των Δυτικών. αλλά  υπάρχουν ισχυρώς και ζωντανώς τα αποτελέσματα αυτού εις τους πνευματικούς    31  .  Εξ αιτίας τούτων των συμπλεγμάτων κατωτερότητος τα οποία δηλητηριάζουν τον  ψυχολογικόν κόσμον πολλών Νεοελλήνων είναι δύσκολον. εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Οι φιλόσοφοι και θεολόγοι άγιοι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες της  Ρωμηοσύνης ούτε καν αναφέρονται. Εις την Δύσιν η λεγομένη Βυζαντινή ιστορία δεν διδάσκεται εις την  Μέσην Εκπαίδευσιν. δηλαδή της σήμερον γνωστής ως  Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.  έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα εις τους Νεοέλληνας.  Ακριβώς επειδή η θεολογική μέθοδος των Πατέρων βασίζεται επί της ορθοδόξου  πνευματικότητος.  Ασφαλώς το παλαιόν μίσος κατά των Ρωμηών σήμερον δεν υπάρχει εις την Δύσιν. τας ιστορίας των δογμάτων και  τας εκκλησιαστικάς ιστορίας ασχολούνται οι Δυτικοί με την ελληνόφωνον ρωμαϊκήν  πατερικήν θεολογίαν και εμφανίζουν την προ του Δαμασκηνού περίοδον ως  προετοιμασίαν δια την δήθεν ανωτέραν Σχολαστικήν περίοδον. μετά την τελειωτικήν πλέον κατάληψιν του Πατριαρχείου της  Ρώμης υπό των Λατινοφράγκων. και του μεσαιωνικού και νέου  Ελληνισμού και του πολιτισμού αυτού. ως του Διονυσίου  Αρειοπαγίτου εις τας υπό Δυτικών γραφομένας ιστορίας της φιλοσοφίας. είναι αδύνατον ο κομπλεξικός και πνευματικώς δουλοπρεπής εις  κάθε τι ξένον προς τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν να καταλάβη. και οσάκις ασχολούνται  με τους μετά τον Δαμασκηνόν ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας θεωρούν αυτούς ως  κατωτέρους των προηγουμένων.  Δηλαδή διδάσκεται η Τουρκική ιστορία και όχι η Βυζαντινή.  Μάλιστα εξ αιτίας της φανατικής ανθελληνικής αρχής και εξελίξεως του  φραγκολατινικού πολιτισμού υπάρχουν κληρονομιθείσαι εις τον δυτικόν κόσμον μέχρι  σήμερον ισχυραί προκαταλήψεις και παρανοήσεις περί της ιστορίας της Ορθοδοξίας.

 Δηλαδή εκεί όπου έπρεπε  να ιδούν ως αιτίαν και αφετηρίαν των περί ρωμαίϊκου πολιτισμού γνωμών των  Δυτικών την φραγκικήν παράδοσιν η οποία εγένησεν την Δύσιν.    32  .  Συνεχώς βλέπει κανείς Έλληνας επιστήμονας να αναφέρωνται εις τας γνώμας των  ξένων περί της συμβολής των αρχαίων Ελλήνων εις τον δυτικόν πολιτισμόν.  Σημειωτέον ότι και οι Φράγκοι είχον πάρα πολύ μεγάλον θαυμασμόν δια τους αρχαίους  Έλληνας. χωρίς  όμως.  2) Αντιθέτως οι Φράγκοι και κατά την περίοδον μάλιστα της αγραμματωσύνης των  επίστευον ως εθνικόν δόγμα. αλλά και  περιφρόνησιν δια το Βυζάντιον όπως έχουν οι πνευματικοί απόγονοι αυτών. κυρίως δια τους φιλοσόφους Πλάτωνα και Αριστοτέλην.τι καλόν εκληρονόμησαν από τους αρχαίους Έλληνας και Ρωμαίους προγόνους  αυτών. ήτις απαιτεί την απόλυτον εμπιστοσύνην του υποτακτικού  μαθητευομένου θεολόγου εις τον φθάσαντα εις την εν Θεώ θεωρίαν θεολόγον  προφήτην.απογόνους των Φράγκων και μέσω αυτών εις τους εξαρτωμένους από τους ξένους  Έλληνας διανοουμένους της "ελευθέρας" Ελλάδος. τους διαδόχους αυτού. απόστολον και Πατέρα της Εκκλησίας. και ωσάν να είναι ποτέ δυνατόν να γίνη σύγχυσις μεταξύ ρωμαίϊκου και  φραγκολατινικού πολιτισμού. βλέπουν οι σημερινοί  Έλληνες όλως αφελώς ανύπαρκτον επιστημονικήν αντικειμενικότητα. να αναφέρουν την περιφρόνησιν πολλάκις των ιδίων ξένων (π. Πάντως  κατά τρόπον αφελή προσπαθούν οι εν λόγω Έλληνες να πηδήξουν από την γνώμην των  ξένων περί της συμβολής των αρχαίων Ελλήνων εις τον δυτικόν πολιτισμόν εις το  συμπέρασμα ότι η Ελλάς είναι όχι μόνον μέρος αλλά και μήτηρ της Ευρώπης. ως και την γνώμην των  περισσοτέρων ξένων ότι οι σημερινοί Έλληνες δεν είναι απόγονοι των αρχαίων.  1) Οι Ρωμηοί είχον την απόλυτον πεποίθησιν ότι εις πολιτισμόν είχον πολύ ξεπεράσει  τους αρχαίους Έλληνας και Ρωμαίους με τον συνδυασμόν α) της Ορθοδοξίας και β) του  ό. Η ξένη  θρησκευτική προπαγάνδα εν Ελλάδι και Ανατολή είναι απλώς η συνέχεια της  προσπαθείας ταύτης των πνευματικών τούτων προγόνων της. θεμελιούντες την έρευνάν των επί  των πηγών αλλά επιλέγοντες τον εύκολον δρόμον της αντιγραφής των θεωριών των  ξένων διδασκάλων των ή αποδεχόμενοι εξ αγνοίας τας θεωρίας αυτών εισήγαγον  δυτικάς ιστορίας και ερμηνείας του ρωμαίϊκου πολιτισμού και της θεολογίας αυτού με  αποτέλεσμα να δημιουργηθούν εις πολλούς Νεοέλληνας αισθήματα κατωτερότητος  όσον αφορά εις τον μεσαιωνικόν και νεώτερον Ελληνισμόν.  και τους ελληνοποιηθέντας Ρωμαίους αυτοκράτορας παρά με την Αθήνα του  Περικλέους και ως ιδανικόν είχον την ένωσιν της Ρωμηοσύνης εν τη Ορθοδοξία.  Δυστυχώς πολλοί Έλληνες μορφωθέντες εις ξένα Πανεπιστήμια και ουχί υψηλής  ποιότητος. ωσάν να μη υπάρχουν  ως απόγονοι αυτού τα παπικά (τά λεγόμενα ρωμαιοκαθολικά) και προτεσταντικά  κράτη. Toynbee) δια  την Ρωμηοσύνην και τον ρωμαίϊκον αυτής πολιτισμόν. ωσάν να  μη υπήρχε ποτέ ως μήτηρ αυτής ο φραγκολατινικός πολιτισμός. πνευματικώς ανεξάρτητοι επιστήμονες.χ. ότι οι ελληνόφωνοι και οι λατινόφωνοι της Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως είναι πτώσις από την αρχαιοτέραν  ελληνορωμαϊκήν εποχήν και εκήρυξαν εαυτούς ως τους πραγματικούς πνευματικούς  Ρωμαίους και Ορθοδόξους και δια του κατακτηθέντος και υπ' αυτών διαμορφωθέντος  Παπισμού επεδόθησαν εις την κατάκτησιν και την αντικατάστασιν της ρωμαίϊκης  αυτοκρατορίας και της Εκκλησίας των ρωμαϊκών Πατριαρχείων της Ανατολής. Είχον περισσοτέραν σχέσιν με τον Μέγαν Αλέξανδρον.  Συνοψίζομεν τα πνευματικά εμπόδια δια μίαν σημερινήν επάνοδον εις την πατερικήν  θεολογικήν μέθοδον.

 την δυστυχώς λεγομένην δημοτικήν της υπαίθρου μουσικήν. Τας απόψεις των Τούρκων περί Ελλήνων  ενστικτωδώς τας απορρίπτομεν. Αλλ' όπως είδαμε ο ρωμαίϊκος  πολιτισμός δεν ανήκει ούτε εις την Δύσιν.  Εξ ίσου ίσως σπουδαίον εμπόδιον ψυχολογικόν εις την πραγματικήν επάνοδον του  Νεοέλληνος εις τας ρωμαίϊκάς του ρίζας των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων  είναι η εσφαλμένη βάσις της εν Ελλάδι συζητήσεως περί του που ανήκει πολιτιστικώς ο  Ελληνισμός και ο συνδυασμός του θέματος τούτου με την συμμαχικήν πολιτικήν.τ.λ.  Ερωτώμεν. οίτινες επέτρεψαν εις εαυτούς να  αποδεχθούν ως θαυμαστούς επιστήμονας αλλά και αυθεντικούς ερμηνευτάς.  Ευρωπαίους καθηγητάς και συγγραφείς τω όντι μεγάλους και σπουδαίους αλλά φορείς  της φραγκολατινικής παραδόσεως και των παραλλαγών αυτής.τ.λ. ως και της  ερμηνευτικής περί ιστορίας. τέχνης.  Γερμανίας.  4) Οι μη έχοντες την πρώτην γνώμην είναι εκείνοι οίτινες εφράγκεψαν και ετούρκεψαν. τους ρωμαίϊκους χορούς. Ούτοι όμως δεν είναι Έλληνες αλλά φιλέλληνες τύπου Ευρώπης. Ευτυχώς  ότι οι ξένοι ηγάπων πάντοτε την αρχαίαν Ελλάδα.  παραδόσεως αυτής. Ιστορικώς το ερώτημα  που ανήκει πολιτιστικώς η Ρωμηοσύνη είναι ανύπαρκτον. την βυζαντινήν τέχνην. κ. θεολογίας. Από πίσω  και ημείς. αφού οι Ρωμηοί  εδημιούργησαν δια του συνδυασμού Ελληνισμού και Χριστιανισμού τον ρωμαίϊκον  πολιτισμόν.  Αρχίζουν οι Δυτικοί να εκτιμούν την βυζαντινήν ιστορίαν. εφόσον η  αρχαία Ελλάς είναι μήτηρ του δυτικού πολιτισμού.  θρησκευτικής και πολιτικής του ιστορίας.  Σήμερον επικρατεί η φιλοσοφία της απομιμήσεως του δυνατωτέρου συμμάχου και  συνδυάζεται υπό ωρισμένων με την παράδοξον ιδέαν ότι τούτο είναι φυσικόν. οίτινες  καταδεκτικώς μόνον συμμετέχουν εις την συνεχιζομένην πνευματικήν παράδοσιν των  Ρωμηών του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας.  Είναι καταπληκτική η αφέλεια των Ελλήνων.  Ερωτώμεν. διατί περιμένομεν πρώτα οι πνευματικοί απόγονοι των Φράγκων να  θαυμάσουν κάτι το ρωμαίϊκον δια να επανέλθωμεν και ημείς εις θαυμασμόν τούτου. μουσικής. η περίπου επικράτησις μεταξύ των Ελλήνων διανοουμένων της περί  Βυζαντίου γνώμης των πνευματικών απογόνων των Φράγκων εις τίνος την  επιστημονικήν γνώμην εβασίσθη. Ιταλίας. Ασφαλώς εις αυτήν των απογόνων των Φράγκων εν  τοις Πανεπιστημίοις της Φραγκίας (τής γνωστής μόνον εν Ελλάδι ως Γαλλίας).3) Οι Ρωμηοί της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας οι συνεχίσαντες να έχουν την  πρώτην γνώμην περί υπεροχής του ρωμαίϊκου πολιτισμού είναι εκείνοι οίτινες δεν  εφράγκεψαν και δεν ετούρκεψαν. Από  πίσω και ημείς. κ. Από πίσω και ημείς. Οι θέλοντες αλλαχού να ανήκουν Ρωμαίοι του παρελθόντος εφράγκεψαν ή    33  .  Ερωτώμεν. όπου φωτίζονται οι καθηγηταί και διανοούμενοι της  Ελλάδος είτε δια φοιτήσεως είτε δι' αναγνώσεως των έργων των κέντρων τούτων. φιλολογίας. ποίον έθνος επέτρεψε ποτέ εις τους ιστορικούς εχθρούς του ή εις τους  απογόνους αυτών να εμφανίζωνται ως αντικειμενικοί ερευνηταί της πολιτιστικής. Αρχίζομεν από πίσω τους και  ημείς. φιλοσοφίας. την πατερικήν θεολογίαν. Από πίσω και ημείς. ούτε εις την Ανατολήν.  5) Εκτός από τους ζηλωτάς Ορθοδόξους της πατερικής παραδόσεως και από τους  έχοντας γενικήν τινά πεποίθησιν εις τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν.. οι υπόλοιποι  Νεοέλληνες ισχυρώς κλίνουν προς την περί Βυζαντίου και Ορθοδοξίας γνώμην των  Φράγκων και νομίζουν ότι είναι Έλληνες βάσει της αφοσιώσεώς των εις την αρχαίαν  Ελλάδα. αλλά κρεμόμεθα από τα χείλη των πνευματικών  απογόνων των Φράγκων εναγωνίως αναμένοντες μήπως καταδεκτικώς μας είπουν  κάτι κολακευτικόν δια τους Βυζαντινούς και τους Νεοέλληνας. Αγγλίας. την βυζαντινήν μουσικήν.

 φιλοσοφία και πνευματικός ηρωϊσμός) ως  και αι εκδηλώσεις αυτών εις τον κόσμον της τέχνης και των γραμμάτων με την  υποχρέωσιν να κατευθύνη βάσει των παραδόσεων την πορείαν των εις όλον τον  κόσμον μελών του ρωμαίϊκου πολιτισμού και της προσαρτίσεως εις αυτόν άλλων λαών. πρέπει να γίνη και να τονισθή η  σαφεστάτη διάκρισις μεταξύ α) του Ελληνισμού ως ρωμαίϊκου πολιτισμού και β) του  φραγκολατινικού πολιτισμού και γ) της συγχρόνου τεχνολογικής και επιστημονικής  προόδου.  και (2) εις ούς η Ρωμηοσύνη είναι παράγων ουχί ηγετικός και εις ούς είναι ανάγκη  επιβεβλημένη η Ρωμηοσύνη να ακολουθήση κατά τρόπον άριστον τους εις τους τομείς  αυτούς αρίστους. φίλαυτον αγάπην δια της θεώσεως έθεσεν τα θεμέλια ενός  όντως οικουμενικού πολιτισμού κατά την ημέραν της Πεντηκοστής.  Το σωστόν ερώτημα είναι όχι που ανήκομεν. αλλά ποίοι ανήκουν πνευματικώς εις την  κληρονομίαν του ρωμαίϊκου πολιτισμού.  ελληνόφωνη ρωμαϊκή πατερική θεολογία.  Πρέπει να τονισθή ότι όσον περισσότερον βαδίζει η ελληνική νεολαία προς τον υλισμόν  και τον ηδονισμόν τόσον περισσότερον α) θα αναπτυχθή αδιαφορία και άγνοια δια τον  πρώτον τομέα. αλλά ουχί αντίθετον προς τα νέα περί  ηδονής κρατούντα αλλά εν τω πνεύματι των νυν κρατούντων. Η εν τη Δύσει  επανάστασις κατά της φραγκολατινικής αυγουστινείου πνευματικότητος είναι σχεδόν    34  . ήτις είναι προσιτή μόνον εις τους απόλυτον πεποίθησιν  έχοντας εις την απλανή ορθόδοξον πνευματικότητα. η οποία πρέπει να παύσει να λέγεται εν Ελλάδι πολιτισμός.  το οποίον εκδηλούται εις αυτό το οποίον λέγεται "ξενομανία". Ούτω καταφεύγει ο ηγέτης της  Ρωμηοσύνης εις το να λέγη εις τον ηγέτην του φραγκολατινικού πολιτισμού "σύ είσαι  πρώτος εγώ είμαι δεύτερος".ετούρκεψαν. Ουδέ ελαχίστη υποψία υπάρχει εις  τους περισσοτέρους μορφωμένους και ιθύνοντας ότι υπάρχει ο πρώτος τομεύς εις όν η  Ρωμηοσύνη προεξάρχει. δεν γνωρίζουν  τί ακριβώς σημαίνει το φαινόμενον τούτο και δεν του δίδουν πολλήν σημασίαν.  Εν συναρτήσει προς τα ανωτέρω και επί τω τέλει όπως γίνη καταληπτή η ρωμαίϊκη  πατερική θεολογική μέθοδος. Ο Κύριος της Δόξης  θεραπεύων την ιδιοτελήν. Η Ρωμηοσύνη είναι η ζύμη δια  την δημιουργίαν πραγματικώς παγκοσμίου πολιτισμού στηριζομένου επί του  ακρογωνιαίου Λίθου όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες. και β) θα επικρατήση η πνευματική δουλεία εις τα κράτη τα διαθέτοντα  περισσότερα υλικά αγαθά και ηδονήν. Οι περισσότεροι οίτινες γνωρίζουν ότι υπάρχει. Ούτως όπως ετούρκεψαν τόσοι Ρωμαίοι δια τα  πλούτη και την ηδονήν του ισλαμικού παραδείσου κατά την Τουρκοκρατίαν. αλλά ίσως είναι εις την  πραγματικότητα "δουλοπρέπεια εις τους ξένους". Δυστυχώς. Δι' αυτού τούτου του ερωτήματος "πού ανήκομεν" χωρίς να το  καταλάβωμεν οδηγούμεθα εις νεωτέρας μορφάς φραγκέψεως και τουρκέψεως.  Παρατηρείται ότι ίσως από σύγχυσιν των δύο τούτων έχουν ισχυρώς μεταφερθή  αισθήματα κατωτερότητος από τον (2) τομέα εις τον (1). ακριβώς  το ίδιον κινδυνεύει να πάθη η νεολαία μιμουμένη τον εκφυλισμόν των Ευρωπαίων και  των Αμερικανών. εις βαθμόν ώστε η όλη  ψυχοσύνθεσις του Νεοέλληνος να είναι δηλητηριασμένη από αίσθημα κατωτερότητος. ίνα καθορισθή  σαφώς η επί των διακρίσεων τούτων βασιζομένη περαιτέρω διάκρισις μεταξύ των  τομέων (1) εις ούς η Ρωμηοσύνη είναι ηγεσία και ουχί υποτελής (Ορθοδοξία. όμως. Η απάντησις είναι όλοι οι ορθόδοξοι  χριστιανοί και κατ' επέκτασιν ολόκληρος η οικουμένη. και  ούτως εις εθνικήν και ιδεολογικήν διάσπασιν και διάλυσιν.  Σήμερον κατήντησαν οι θεολόγοι της Δύσεως να αναζητούν κάποιο μήνυμα να  απευθύνουν προς τον σημερινόν δυτικόν κόσμον. ο  Νεοέλλην φοβείται την ευθύνην της ηγεσίας του ρωμαίϊκου πολιτισμού αγνοών  ουσιαστικώς τας ρίζας και τα θεμέλια αυτού.

  Ο μη έχων ιδέαν περί της υπό των προφητών και των αποστόλων εν Θεώ θεωρίας και  μη δεχόμενος την αυθεντίαν των χάριτι Θεού εχόντων την θεωρίαν ταύτην και  θεολογών κατά φαντασίαν. Η αληθής επιστημονική μέθοδος απαιτεί. αλλ' ούτε επιστήμων. Και συμβαίνει τούτο όχι διότι η ορθόδοξος  πνευματικότης έχει τι το κοινόν με την αυγουστίνειον πνευματικότητα. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν οι    35  . σπουδαστήρια και γράφοντες συγγράμματα.  Ούτως.  Θέλουν μίαν Ορθοδοξίαν. Δηλαδή εφ' όσον ο θεολόγος είναι ο χάριτι Θεού ευρεθείς είσω της  λαμπρινής νεφέλης ή του λαμπρινού γνόφου και ο ούτως έχων την ιδίαν εμπειρίαν της  δόξης του Θεού. οίτινες θέλουν  να θέσουν τους θεολόγους εκτός των πλαισίων του ασκητικού χαρακτήρος της  αποστολικής και πατερικής θεολογίας. ίνα  αναδειχθούν και αναγνωρισθούν ως σπουδαίοι δυτικού τύπου επιστήμονες. δεν δύναται να γίνη ούτος ο αξιολογών και ο  εξετάζων την εν Θεώ θεωρίαν του θεουμένου. Δηλαδή αναζητούν μίαν Ορθοδοξίαν άνευ  υποχρεώσεως να άρη κανείς τον εκούσιον σταυρόν του ίνα φθάση εις την θέωσιν. δεν δύναται να θεωρήται όχι μόνον στοχαστικώς ή  διαλεκτικώς ορθόδοξος. γραφεία. αλλά και την διδασκαλίαν περί της μετά την χειροτονίαν αποχής εκ  της ομιλίας ταύτης.ολοκληρωτική. τότε πρέπει τουλάχιστον να αρκεσθή εις την περί Θεού αυθεντίαν των  εχόντων την χάριν της γνωριμίας ταύτης.  Πάντως ίσως το μεγαλύτερον πρόβλημα το οποίον αντιμετωπίζει σήμερον το προ  ολίγων ετών εμφανισθέν εν Ελλάδι κίνημα επανόδου εις την πατερικήν θεολογίαν και  πνευματικότητα είναι το περί σέξ και πλούτου πρόβλημα νεαρών τινων.  όπως ο ίδιος ο μελετητής της θεολογίας των προφητών και των αποστόλων έχη την  γνωριμίαν ήν είχον ούτοι μετά του Θεού. ως σαφώς εξηγεί ο άγιος  Γρηγόριος ο Θεολόγος συνοψίζων την διδασκαλίαν των Πατέρων.36 Εν τη Ορθοδοξία ο έγγαμος βίος και ο άγαμος βίος δεν είναι  αντιθέσεις εξ επόψεως της εν χάριτι ζωής των Ορθοδόξων ως συμβαίνει εις τον  φραγκολατινικόν μοναχισμόν και εις την περί ιερωσύνης διδασκαλίαν αυτού.  προβληματίζοντες τα θεολογικά θέματα μακράν της εν Θεώ θεωρίας και της ασκήσεως  των Πατέρων. Τούτο το  νόημα έχει δια την Ορθοδοξίαν το εν κύκλοις της Δύσεως κίνημα της Νέας Χριστιανικής  Ηθικής.     ΣΤ' Περί θεολογικής μεθόδου ειδικώτερον  Το παράδοξον της μη ασκητικής μεθόδου ήν προσπαθούν ούτοι να εφαρμώσουν εις την  μελέτην της βιβλικής και πατερικής θεολογίας είναι ότι αύτη ουδόλως είναι  επιστημονική. Τουναντίον η  Ορθοδοξία και κυρίως οι ασκηταί αυτής διδάσκουν την φυσικότητα και ιερότητα της  μεταξύ ανδρός και γυναικός εν τω μυστηρίω του γάμου ομιλίας και μάλιστα  κατεδίκασαν ως αίρεσιν όχι μόνον την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου των  Φραγκολατίνων. οδηγούσα μάλιστα εις τας αντιθέτους προϋποθέσεις τας ομοιαζούσας  πώς με την ισλαμικήν πνευματικότητα εξ επόψεως τουλάχιστον ηδονισμού. Εάν δεν έχη προσωπικώς την ιδίαν ταύτην  γνωριμίαν. εφ' όσον δεν είναι τις εις θέσιν να ανακρίνη τον θεούμενον αλλ' αντιθέτως  ανακρίνεται ο ίδιος υπό του θεουμένου. ήτις θα δώση την ευκαιρίαν να καταλάβουν τιμητικάς θέσεις  θεολογούντες εις σαλόνια.  Εξ επόψεως ορθοδόξου δόγματος τοιούτον κίνημα προς τον ενδοκοσμικόν  ευδαιμονισμόν της συγχρόνου δυτικής ηθικής έχει σαφώς ερείσματα αιρετικά και  εντελώς ξένα προς την ορθόδοξον θεολογίαν. έπεται ότι ο μη  ευρεθείς εν ταύτη τη εν Θεώ θεωρία δεν δύναται να έχη την γνώσιν ήν έχει ο θεούμενος. ήν έχουν οι προφήται και απόστολοι.

 αδολεσχίας και  τερατίας. πάσας τας άλλας οδούς αφέντες. ταύτα δια της  μικράς εγνώκαμεν πείρας. Ούτως η δόξα. αλλ' ούτε και αμυδράν τινα ιδέαν περί της  σημασίας της εις τους προφήτας. Δια  τούτο τα χαρίσματα δεν είναι τα ίδια εις όλους. μη πάντες απόστολοι.ερμηνευταί και οι ιστορικοί των δογμάτων και δογματικοί της Δύσεως. αποστόλων και Πατέρων εμπειρίας των περί Θεού δογμάτων και  προσθέτουν ότι "ταύτα δια της μικράς εγνώκαμεν πείρας". γράφων εν τη προς  υπογραφήν εκ μέρους των Μονών κατακλείδι τα ακόλουθα.1   Ούτως οι μοναχοί επικαλούνται εν τω Αγιορειτικώ Τόμω την ταυτότητα της υπό των  προφητών. τούτο πικρώς ονειδίζων μετά την απαρίθμησιν των  χαρισμάτων. και υπέρ τας νεφέλας (ειρωνική νύξις του ότι  υπερέβησαν οι Ευνομιανοί την δόξαν του Θεού και έφθασαν εις την ουσίαν Αυτού) ει  βούλει. "ώσπερ τίνα πενίαν. και ο    36  . ο μετά Ηλίαν μετάρσιος. Όπως είδαμεν. ουδέποτε δύνανται να θεωρηθούν  πραγματικοί επιστήμονες περί των εν λόγω θεμάτων. Επιτιμάτω Παύλος υμίν.  Είναι επιστημονικώς και λογικώς παράλογον να ισχυρίζεται κανείς ότι ο μη ορών την  δόξαν του Θεού. ή η φωτεινή  νεφέλη διαιρείται ενικώς και κατά την αξίαν συνάπτεται τοις αξίοις διαιρετώς. ό και  παράδοξον".  Έστω δε υψηλός σύ. εν οίς φησίν. αποστόλους και αγίους φανερώσεως της εν Χριστώ  δόξης του Θεού και της σχέσεως της φανερώσεως ταύτης με την ερμηνευτικήν της  Αγίας Γραφής παράδοσιν των Πατέρων ως και με την δογματικήν διδασκαλίαν των  Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. ως είδαμεν. προς μίαν ταύτην φέρεσθε και  ωθείσθε την δια λόγου και θεωρίας. και υψηλών πέρα.  Αλλά ίνα φθάση κανείς εις την εν Θεώ θεωρίαν πρέπει να οδεύση την μίαν και στενήν  οδόν την εις πολλάς σχιζομένην και οδευομένην διαφοροτρόπως κατά τας βαθμίδας  τελειότητος εις ας ευρίσκεται ο καθείς. ταύτα παρά των ημετέρων πατέρων παρελάβαμεν. Και τα εξής. ταύτα και τον εν ιερομονάχοις τιμιώτατον και αδελφόν  ημέτερον κύρ Γρηγόριον. "ταύτα υπό των Γραφών  εδιδάχθημεν. αναφέρει ως παράδειγμα την μετά του Μωϋσέως ανάβασιν  των προκρίτων του Ισραήλ εις το όρος Σινά και τονίζει την ύπαρξιν βαθμίδων  τελειώσεως και θεογνωσίας εις την κορυφήν των οποίων ίσταται ο είσω της νεφέλης  γενόμενος Μωϋσής. και μη έχων ιδέαν περί της  σημασίας της υπό των θεουμένων οράσεως ταύτης γνωρίζει την διδασκαλίαν των  προφητών και αποστόλων καλύτερα και ακριβέστερα από τον αοράτως ορώντα χάριτι  Θεού και ούτως εξ ιδίας εμπειρίας αγνώστως γνωρίζοντα τον Θεόν άγιον και Πατέρα  της Εκκλησίας. περιγράφει την εκ της μιας θεότητος γινομένην τοις θεουμένοις  έλλαμψιν ή θέαν ως "ενικώς διαιρουμένην και συναπτομένην διαιρετώς. η μεγαλειότης.  Ομιλών εντός της θεολογικής ταύτης ορθοδόξου παραδόσεως ο άγιος Γρηγόριος ο  Θεολόγος. προς πληροφορίαν των  εντυγχανόντων υπεγράψαμεν". ως αυτοί οίεσθε. ο των αρρήτων ακροατής.  Εκ της επόψεως ταύτης ο καταδικάσας τας σχετικάς φραγκολατινικάς πλάνας του εκ  Καλαβρίας Βαρλαάμ Αγιορειτικός Τόμος έχει σπουδαίαν σημασίαν. ο των αθεάτων θεατής.  Οι εκτός της νεφέλης όμως είχον και αυτοί υπό διαφόρους μορφάς μέθεξίν τινα της  προς τον Μωϋσέα αποκαλύψεως του Θεού. οίτινες δεν  έχουν ούτε εμπειρίαν της δόξης του Θεού.   Ο άγιος Γρηγόριος κατηγορεί τους Ευνομιανούς ότι. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων συγγραψάμενον ιδόντες και  αποδεξάμενοι ως ταις των αγίων ακριβώς εχόμενα παραδόσεσι. καταγνώντες  του ημετέρου λόγου. Μη πάντες προφήται. ως δε εγώ φημι. ήν είδον οι προφήται και απόστολοι.

 μεγαλοπρέπεια. περί  της οποίας ομιλεί ως προσωπικής του πείρας ως εξής. Η δε εστιν. καθ' ήν η "τελευταία και εις  ημάς φθάνουσα (φύσις) . και  μύσται. ως την ονομάζει ο Θεολόγος. συστραφείς. ώσπερ αι καθ' υδάτων ηλίου σκιαί και εικόνες  ταις σαθραίς όψεσι. Επομένως η υπό των Φράγκων και των απογόνων  αυτών ερμηνεία των ανωτέρω λεχθέντων του Θεολόγου. ως Θεόν καταληψόμενος.  όσα μετ' εκείνον εκείνου γνωρίσματα. και την νεφέλην διέσχον. καν υπερουράνιόν τι. και τοις υπ' αυτού προβεβλημένοις και διοικουμένοις  μεγαλειότης.. ή όσον ημών υπεραίνει του συνθέτου.. ως οίόν τε. και της αληθείας συνερασταί. αφού η κάθε φύσις γνωρίζεται από τα φυσικά της γνωρίσματα και όχι  από τα γνωρίσματα ετέρας ή ανομοίου ή και ομοίας ακόμη φύσεως. ω φίλοι. ή. και όση του πρώτου καταπετάσματος είσω μένει. Αν τα γνωρίσματα του Θεού ήσαν κτιστά και ο Θεός  θα ήτο κτιστός. "τί τούτο έπαθον. αγγελικής τινός ή αρχαγγελικής στάσεώς τε  και τάξεως ηξιωμένος... η εν τοις κτίσμασι .  γινωσκομένην...  Είναι βασικόν δόγμα της Εκκλησίας και προϋπόθεσις της όλης δογματικής διδασκαλίας  των Πατέρων ότι τα γνωρίσματα ταύτα του Θεού είναι διακρινόμενα μεν της ουσίας  του Θεού ή της πρώτης Αυτού φύσεως.    37  .  Πάντως μεταξύ κτιστού και ακτίστου ούτε ομοιότης υπάρχει. ως ο θείος Δαβίδ ονομάζει. επεί μη αυτόν προσβλέπειν οίόν τε. μόλις είδον Θεού  τα οπίσθια. Αντιθέτως είναι άκτιστα.3 και τούτο. την  χειροτονούσαν θεολόγους και ούτως εξηγούνται τα ανωτέρω λεχθέντα. Πάντως ο άγιος  Γρηγόριος σαφώς ταυτίζει τον θεολόγον με τον άγιον.4 αλλ' όση τελευταία και εις ημάς φθάνουσα. 5 Ταύτα γαρ Θεού τα οπίσθια. και οίον εμπνείς την  παίδευσιν. κατά τον Παύλον.  μεγαλοπρέπεια" του Θεού. και πεποίηκας λογίων αμαθών πολλά συνέδρια. ο τόπος του Θεού. μεγαλειότης . η εν τοις κτίσμασι. καν μέχρι τρίτου." 2   Πιθανόν οι Ευνομιανοί ισχυρίζοντο ότι είχον και αυτοί την θεωρίαν των αγίων. ώστε κτιστά γνωρίσματα  να αποτελούν γνωρίσματα του Θεού. και μετά Παύλον ουράνιος. παραδεικνύσαι τον ήλιον.. και η δόξα και η ενέργεια και η βασιλεία  Αυτού. ου την πρώτην τε και ακήρατον φύσιν. τω σαρκωθέντι δι' ημάς Λόγω. όσα (ως) εμέ  γινώσκειν.  και Φαραώ Θεός. καν ής Μωσής.7 Κάν υπέρ εκείνους γένη.. και κάτω βρίθοντος  κράματος". τη πέτρα. Είναι ουχί η πρώτη φύσις "άλλ'  όση τελευταία και εις ημάς φθάνουσα . μεγαλειότης . και εις εμαυτόν.8   Αυτή η μεγαλειότης και μεγαλοπρέπεια του Θεού η επηρμένη "υπεράνω των ουρανών"  κατά τον αναφερθέντα υπό του Θεολόγου ψαλμόν Η' του Δαβίδ είναι τα εις τον  Μωϋσέα αποκαλυφθέντα οπίσθια και γνωρίσματα του Θεού και ουχί η γνωστή μόνον  εις την Αγίαν Τριάδα ουσία ή το πρόσωπον του Θεού. σκεπασθείς. και υπό των χερουβίμ  συγκαλύπτεται.  Εν πάση περιπτώσει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αρχίζει την ουσιαστικήν ανασκευήν  της αιρέσεως των Ευνομιανών με την είσω της νεφέλης εμπειρίαν του προφήτου. Έτρεχον μέν. αλλά δεν είναι  κτιστά. Επεί δε προσέβλεψα. λέγω δη τη Τριάδι... είσω γενόμενος από της ύλης και των  υλικών. πλέον απέχει Θεού και της τελείας  καταλήψεως. Κάν γαρ ουράνιον άπαν. Ούτως ουν θεολογήσεις. τω  ακραιφνεί του φωτός νικώντα την αίσθησιν. και ούτως  ανήλθον επί το όρος. τί και τους άλλους  αυθημερόν πλάττεις αγίους και χειροτονείς θεολόγους. αποτελεί παρερμηνείαν και επισήμως καταδικασθείσαν πλάνην.  Το εσφαλμένον της ερμηνείας των Δυτικών φαίνεται σαφώς από τα εξής δύο σημεία.μετά Μωϋσέα θεοφανείας ηξιωμένος. και ταπεινού. και εγγυτέρω Θεού. και πολύ την  φύσιν υψηλότερον ημών ή. και εαυτή. ουρανού6 φθάσης και ακούσης  άρρητα ρήματα. Και μικρόν  διακύψας. και μεγαλοπρέπεια" είναι κτιστά γνωρίσματα  του Θεού.

 Από τα πολλά πατερικά χωρία  τα αναφερόμενα εις το εν προκειμένω θέμα. έπεται ότι κτιστή  είναι η φύσις Αυτού.1) Οι Ευνομιανοί ίνα αποδείξουν το κτιστόν του Λόγου εταύτιζον την ουσίαν και  ενέργειαν του Θεού Πατρός και διέκρινον απ' αυτήν την ουσίαν και ενέργειαν του  Λόγου. αλλά εις την εκ της Παρθένου ληφθείσαν και γεννηθείσαν κτιστήν φύσιν Αυτού. Θα ήτο παράλογον να ισχυρισθή τις ότι  εφόσον δεν είναι αι ενέργειαι αύται η ουσία του Θεού είναι άρα κτισταί. ενεργειών διαφοράς    38  .  Είναι σαφές ότι συμφώνως προς τας προϋποθέσεις ταύτας ο ισχυρισμός ότι τα εν  προκειμένω γνωρίσματα και η μεγαλειότης και μεγαλοπρέπεια του Θεού είναι  κτίσματα. είναι και αυτή κτιστή. Ή  το προγνωστικόν πάλιν ωσαύτως. κ.  αγαθόν τε και δίκαιον. το δημιουργικόν ουσίαν είναι λέγειν. ακολουθούντες τους  Αρειανούς πνευματικούς εξαδέλφους των. Και απαξαπλώς πάσαν ενέργειαν. Επί πλέον ισχυρίζοντο ότι η ουσία του Θεού απεκαλύφθη εν τοις ονόμασι  Πατρότης. γνωστής μόνον τη Αγία Τριάδι. απέδιδον τα κτιστά γνωρίσματα της  ανθρωπίνης φύσεως του Λόγου εις αυτήν ταύτην την προαιώνιον φύσιν του Λόγου.  Επομένως φαίνεται σαφώς ότι ο σκοπός των θεολογικών λόγων του Θεολόγου είναι να  αποδείξη τα εξής:  1) Την διάκρισιν μεταξύ ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας εν τω Θεώ.  αναφέρομεν το εξής χαρακτηριστικόν του Μεγάλου Βασιλείου. οι Ευνομιανοί.  5) Ότι τα κτιστά γνωρίσματα του Λόγου αποδίδονται ουχί εις την προαιώνιον φύσιν  Αυτού.τ. και ότι ως εκ τούτου οι θεολόγοι έχουν κατάληψιν της  ακτίστου ουσίας. ως θα αναπτύξωμεν εν οικείω τόπω. είναι Ούτος όχι ομοούσιος ή ομοιούσιος αλλά ετερούσιος και ανόμοιος τω  Πατρί. και όσα άλλα τοιαύτα μαθόντες. αγεννησία.  4) Το άκτιστον του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος εκ των ακτίστων γνωρισμάτων  Αυτών.  Αναφέρομεν και άλλο χωρίον του Μεγάλου Βασιλείου εν ω πάλιν σαφώς διδάσκει τα  ίδια περί ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ.  2) Το ακατάληπτον τοις κτίσμασι της ουσίας του Θεού. ίνα  δια των κτιστών τούτων γνωρισμάτων αποδείξουν το κτιστόν της ουσίας του Λόγου.  2) Επίσης. ως ο ημέτερος λόγος.  Δηλαδή. εφ' όσον κτιστά είναι τα φυσικά γνωρίσματα του Λόγου. κατά τους Αρειανούς και τους Ευνομιανούς. θα είχον την παράλογον σημασίαν ότι η φύσις του Θεού ήν τα κτιστά δήθεν  γνωρίσματα χαρακτηρίζουν. προνοητική και προγνωστική  ενέργεια του Θεού δεν είναι η ουσία του Θεού.  3) Το γνωστόν μόνον της ενεργείας του Θεού και των μετ' Αυτόν γνωρισμάτων Αυτού  τοις προκρίτοις εν θεωρία διαβεβηκόσι.λ.  Το σκεπτικόν του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου εις την ανάπτυξιν των κατά των  Ευνομιανών επιχειρημάτων του φαίνεται σαφώς από τα συγγράμματα των άλλων  Πατέρων. ουσίαν τίθεσθαι. οίτινες έγραψαν κατά της εν λόγω αιρέσεως. 226‐342 Συμβολικά κείμενα. "πώς ουν ου  καταγέλαστον. "η δε θεία φύσις εν πάσι τοις επινοουμένοις  ονόμασι. Εφ' όσον η ουσία του Θεού είναι η Πατρότης και η αγεννησία και ο  Λόγος είναι εκ της βουλήσεως του Θεού γεννητός και άρα το αντίθετον από τον  αγέννητον. καθό εστι. Ή το προνοητικόν πάλιν ουσίαν."9  Ο Μέγας Βασίλειος σαφώς διδάσκει ότι η δημιουργική. ευεργέτην γαρ και κριτήν. τα οποία δύναται ο αναγνώστης να  διαβάση εις τα δημοσιευθέντα εν τω δευτέρω τόμω σελ. μένει ασήμαντος.

 ίνα  και κατειληφέναι δόξη το χαλεπόν ειπείν. τούτων και η φύσις διάφορος. Διότι αμφότερα  ταύτα τίθενται προς θεωρίαν ημών δι' αυτόν τον σκοπόν. Και εν συνεχεία δεν  μεταδίδουν την γνώσιν ταύτην εις τους ανθρώπους. φράσαι δέ. αδύνατον.13   Η ανύπαρκτος εις τους ελληνόφωνας και λατινόφωνας Ρωμαίους Πατέρας διάκρισις  αυτή είναι αποτέλεσμα του φραγκολατινικού συνδυασμού της διδασκαλίας των  Πατέρων και του Αυγουστίνου. ώς  τις των παρ' Έλλησι θεολόγων (Πλάτων).εδιδάχθημεν. Ουκούν άλλο μεν  εστιν η ουσία. ως θα ίδωμεν  εν οικείω τόπω. Οι  Πατέρες όμως διδάσκουν ότι η ουσία του Θεού είναι γνωστή μόνον εις την Αγίαν  Τριάδα. ετέρα δε των περί αυτήν ονομάτων η  σημασία. αλλά ουχί άγνωστος. και  αγαπηθή ο Ίδιος. Οι προφήται και οι  απόστολοι δια της αποκαλύψεως δεν γνωρίζουν τον Θεόν.  Μελετώντες οι Δυτικοί του μεσαίωνος τα έργα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων  κατά των Ευνομιανών περί του ακαταλήπτου της θείας ουσίας έκαμον την διάκρισιν  μεταξύ γνώσεως και καταλήψεως και ισχυρίσθησαν ότι η ουσία του Θεού είναι μεν  ακατάληπτος. νοήσαι δέ. αντίκειται εις τα προηγουμένως λεχθέντα του. ίνα αναζητηθή ο Ίδιος.16   Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ο ισχυρισμός του αγίου Γρηγορίου. είτε δια της Γραφής Αυτού. όστις εν άκρα αντιθέσει προς τους λατινόφωνας και  ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και συμφωνών με τους Ευνομιανούς διδάσκει ότι ο  σκοπός της θεολογίας είναι η μελέτη και η έρευνα περί της ουσίας του Θεού. "Θεόν νοήσαι μέν. δηλαδή δεν έχει πλήρη γνώσιν αυτής ως έχει η Αγία Τριάς. Όταν γαρ απιδιδώ τις τον λόγον εκάστου τούτων  των ονομάτων.  καθ' ά οι θεολόγοι είναι οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία θα ενόμιζε κανείς  ότι οι τοιούτοι θα έπρεπε να νοούν και να εκφράζουν τον Θεόν.15 εφιλοσόφησεν.  Η απάντησις εν τοις πλαισίοις της πατερικής θεολογίας είναι και ναι και όχι. αγαθός και δίκαιος είναι δηλωτικά  κτιστών ενεργειών του Θεού ή προσκαίρων ή κτιστών έργων του Θεού. ουκ ατέχνως εμοί δοκεί. του δε ενεργούντος την φύσιν ουδέν μάλλον δια της των ενεργειών  κατανοήσεως επιγνώναι δυνάμεθα.  Σημειωτέον ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επικαλείται την εν προκειμένω  διδασκαλίαν του Πλάτωνος κατά των Ευνομιανών και εν συνεχεία ανατρέπει τον  Πλάτωνα ειρωνικώς πώς λέγων.  Επομένως δεν ισχύει το όμοιον γινώσκεται υπό του ομοίου. είτε δια του κτίσματος. Τούτο δε  απλούστατα διότι μεταξύ Θεού και κτισμάτων δεν υπάρχει καμμία απολύτως ομοιότης. αλλά κυρίως δια της αποκαλύψεως γνωρίζει την ουσίαν του Θεού αλλά δεν  καταλαμβάνει αυτήν.12   Δηλαδή ισχυρίζονται ότι οι Πατέρες διδάσκουν ότι ο άνθρωπος δια της μελέτης της  κτίσεως. αδυνατώτερον". ής ούπω λόγος μηνυτής εξευρέθη. Δεν λέγουν μόνον καταληπτή. ότι Θεόν φράσαι  αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον. και διαφύγη τω ανεκφράστω τον έλεγχον.  Αλλά φράσαι μέν. και αυτής της φύσεως περί ήν τα ονόματα. και έκτισε το έτερον". Ών δε ο λόγος έτερος. 14   Φαίνεται ότι εις το θέμα αυτό ο Αυγουστίνος εδέχθη την επίδρασιν της νεοπλατωνικής  φιλοσοφίας εν συνδυασμώ με προϋποθέσεις Αρειανών και Ευνομιανών. "δέν θα βραδύνω να ερευνήσω την  ουσίαν του Θεού. όστις ενέπνευσε το έν. αδύνατον. χαλεπόν. κριτής. ως ο εμός λόγος. Μάλιστα  εις το "Περί Αγίας Τριάδος" έργον του αναγγέλει ότι. εξ ενεργείας τινός ή αξίας ονομαζομένων"10   Μάλλον δεν θα υπάρχη κανείς να ισχυρισθή ότι τα εν τω χωρίω τούτω δηλούντα  ενεργείας του Θεού ονόματα ευεργέτης. Ο νούς του ανθρώπου είναι    39  . ου τον αυτόν αμφοτέρων  αποδώσει λόγον.

 μήτε του υπέρ αίσθησιν  εκστάντα και ορατά τούτω γεγονότα". Εις την θέαν ταύτην της δόξης του Θεού μετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος  όστις όμως ορά ουχί δια του σώματος. υπέρ άνθρωπον τη προς  Θεόν ενώσει γεγονώς. δι' ου πάσά τε  γνώσις αποκαλύπτεται και Θεός προς αλήθειαν τη αξία και φιλουμένη ψυχή  γνωρίζεται". τότε δε  υπέρ ταύτα γεγονότες. απόστολον και  άγιον μυστήριον. ου νοημάτων τις και γνώσεως φωτισμός ήν. τότε δε πρόσωπον προς  πρόσωπον". την δυνατήν και ανάλογον τη καθ' ημάς φύσει θεωρίαν  δεικνύς. "οίδα". Επίσης δια του Θεού ο θεούμενος γνωρίζει εαυτόν. δια τούτο προσέθηκεν  ότι "ο Θεός οίδεν".  οψόμεθα. αλλ' εκείνος αύθις είπεν ως "ουκ οίδα είτε νούς ήν. Και όταν ακόμη αποκαλύπτη ο Θεός Εαυτόν δια του Λόγου εν  Πνεύματι Αγίω. αυτός γαρ ταύτην υπεραναβάς. διότι ο Θεός υπερβαίνει τον νουν και την  λογικήν του ανθρώπου.21     40  . διό και έλεγεν. αλλά δυνάμεως του  αγαθού Πνεύματος καθ' υπόστασιν εν τη ψυχή έλλαμψις ου την υπερβολήν της  λαμπρότητος οι της σαρκός οφθαλμοί μη διενεγκόντες απετυφλώθησαν. το αΐδιον φως αμέσως. "οράς όπως ουχ υπέρ αίσθησιν  μόνον.20   Η έλλαμψις και ο φωτισμός ούτος ως και η θέα της αποκαλύψεως δεν είναι νοημάτων  και γνώσεως αλλ' υπέρ τα νοήματα και υπέρ την γνώσιν. δι' ου και εις τρίτον ουρανόν ήρται και μυστηρίων αλαλήτων  ακουστής εγένετο. όταν γράφη. αλλά και υπέρ τα όντα πάντα τούτό εστι το φως και ως υπερφυής η θεωρία  αύτη. Αυτός δέ. ώστε η αίσθησις αύτη υπέρ αίσθησιν και νουν εστιν. είτε άνθρωπος.  Είναι της φύσεως του ανθρώπου όμως να γνωρίζη δια της εν εαυτώ λογικής ενεργείας  της ψυχής του περί της υπάρξεως του Θεού και περί τινών των ενεργειών Αυτού δια της  αρμονίας και της ευταξίας εν τοις κτίσμασι. ακούσας και ιδών. ώστε το όνομα αυτής να δύναται να  εκφράση τον Θεόν. τον αρραβώνα της παλιγγενεσίας εκείνης και της  κατ' αυτήν θέας λαβών εν εαυτώ.  υπερλογικώς και υπερνοητώς παραμένει εις τον θεούμενον προφήτην. είδε τα  αόρατα και ήκουσε τα ανήκουστα.  "νύν μέν" γαρ φησι "βλέπομεν δι' εσόπτρου και εν αινίγματι. δια του αοράτου εώρα τα αόρατα. όστις τη χάριτι ταύτη του αυτοπτικού θείου φωτός18 ορά εν Θεώ δια του  Θεού τον Θεόν. ότι "η γνώσις του  είναι Θεόν φυσικώς ημίν εγκατέσπαρται".  Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς γράφει περί τούτου τα εξής.  Το ότι ο άνθρωπος δύναται να γνωρίζη περί της υπάρξεως του Θεού και περί των  ενεργειών του Θεού δεν σημαίνει ότι δύναται να νοήση και να εκφράση τον Θεόν. Μάλιστα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός  συνοψίζει την επί του θέματος πατερικήν παράδοσιν.  Τον Θεόν δεν δύναται να νοήση ο άνθρωπος. υπέρ αίσθησίν τε γεγονώς και νούν. ηνίκα γαρ  εκάτερον τούτων ενεργεί και ότι ενεργεί αισθάνεταί τε και νοεί. είτε  σώμα το αισθόμενον". διότι ο Θεός είναι ο Εαυτόν γινώσκων ορών και νοών δια του  θεουμένου. επεί ο Θεός ήν ο τότε ενεργών. Νύν μεν γαρ αισθήσει και δια των όντων και των μεριστών συμβόλων. ως και ο των τοιούτων ιεροτελεστής θειότατος εκφαντορικώς εξηγήσατο. Το  κτιστόν. "Τω μακαρίω δε Παύλω το  ελλάμψον εν τη οδώ φώς. Τον Θεόν δεν δύναται να εκφράση ο άνθρωπος. υπεραισθητώς.19 Το δε "νύν" είπε. ούτε δια της ψυχής. είτε άγγελος. ιδού  αισθήσεως ενέργεια ταυτί δοκεί. ο Θεός γνωριζόμενος αγνώστως και ορώμενος αοράτως. αλλ' ο Θεός ορά δια του  θεουμένου Εαυτόν. ούτε να  εκφράση με ονόματα Αυτόν. μηδενός μεσιτεύοντος παραπετάσματος. δεν δύναται να κατανοήση τον Θεόν.κτιστός ως είναι και ο λόγος αυτού και αι αισθήσεις και δεν είναι της φύσεως του  ανθρώπου να γνωρίζη τον Θεόν δια της εν Θεώ θεωρίας. διότι δεν  υπάρχει νόημα ή εικών κτιστή ομοία τω Θεώ.

 Δι' άφατον  ουν αγαθότητα ηυδόκησεν εκ των καθ' ημάς ονομάζεσθαι. άγνωστος και απρόσιτος. η υπεράρχιος αρχή και τα τοιαύτα.  αυτού γαρ εστι τα πάντα και εξ αυτού και δι' αυτού γέγονε και εν αυτώ συνέστηκεν. αλλ' αγαθός ών ο  Θεός. Τιμιώτερα δε τα άυλα των υλικών και τα καθαρά των ρυπαρών και τα  άγια των εναγών. Τα θεία  ονόματα και τα διδάγματα του Χριστού. αλλ' υπέρ  πάντα εστί. Ει δε και των όντων αι γνώσεις. ίνα κατανοήση και εμβαθύνη εις  την διδασκαλίαν και τα πνευματικής φύσεως γεγονότα της Αγίας Γραφής. ήτις υπερβαίνει την  λογικήν και νόησιν του ανθρώπου και ακόμη την νόησιν των αγγέλων. είναι εκ των  προτέρων καταδικασμένος εις εσφαλμένας ερμηνείας και αξιολογήσεις.  αλλ' ότι πάντων υπεροχικώς των όντων εξήρηται. το υπερούσιον πώς γνωσθήσεται. Καθό μεν ουν  ακατάληπτός εστι. ‐ ταυτόν δε ειπείν ‐ ών ήπερ μη ών. και μάλλον αυτώ πλησιάζοντα. ύδατος και πυρός. ως δε πάντων των  όντων αίτιος. ώσπερ ου της ουσίας αυτού μετέδωκεν ημίν. τους γνωστικούς  και πιστούς και να οδηγήσουν αυτούς εις την θέωσιν. και ζωή ήπερ θάνατος. ουχ ότι τινός ήττων εστίν ή τινος εστέρηται. "τό Θείον ακατάληπτον όν.  Επομένως ο χρησιμοποιών εξωαγιογραφικά και εξωπαραδοσιακά κριτήρια εκ της  φιλοσοφίας.  Οικειότερον ουν μάλλον ονομασθήσεται ήλιος και φώς ήπερ σκότος.  πάντως και ανώνυμον έσται. εκ της θρησκειολογίας. ούτως ουδέ της  γνώσεως της ουσίας αυτού. ομοίως και νούς και νοερός. εκ πάντων των αιτιατών ονομάζεται". των προφητών και των αποστόλων έχουν ως  μοναδικόν σκοπόν να προετοιμάσουν πνευματικώς τους ανθρώπους. και πυρ και πνεύμα και ύδωρ ως ζωτικά ήπερ γή. Ως δε πάντων αίτιος. αλλ' έστι μεν υπερούσιος και ακατονόμαστος. το γαρ  αγαθόν ύπαρξις και υπάρξεως αίτιον. και επί πάντων  των λοιπών ομοίως. εκ της ιστορίας. ζωή και ζών. Μόνον όταν έχη  κανείς ως οδηγούς τους χάριτι Θεού πείραν έχοντας γνωστικούς. μάλλον δε εκ των τιμιωτέρων και πλησιαζόντων αυτώ οικειοτέρως  ονομασθήσεται. το δε κακόν αγαθού ήτοι υπάρξεως στέρησις. της ουσίας αυτού μη  εκζητήσωμεν όνομα. και ως αίτιος  λόγου παντός και σοφίας λογικού τε και σοφού λέγεται λόγος και λογικός. δηλωτικά γαρ των πραγμάτων εστί τα ονόματα. εκ της φιλολογίας.  ανέκφραστος. άχρονος. Αδύνατον γαρ φύσιν τελείως γνώναι την υπερκειμένην  φύσιν. και ακατονόμαστος. Αγνοούντες ουν την ουσίαν αυτού. και  εκ των εναντίων. και πάντων των όντων  τους λόγους και τας αιτίας εν εαυτώ προέχων εκ πάντων των όντων κατονομάζεται. Τα δε καταφατικώς λεγόμενα ως αιτίου των πάντων κατηγορείται.23 ως  γαρ αίτιος πάσης ουσίας και πάντων των όντων λέγεται και Ών και ουσία. και ημέρα ήπερ  νύξ. ίνα μη αμέτοχοι παντελώς  ώμεν της αυτού επιγνώσεως. απερίγραπτος. δηλαδή εις την μετά Θεού και μετ'  αλλήλων ένωσιν της εν Χριστώ θεωρίας της δόξης του Θεού. η υπέρθεος θεότης. ίνα γνώμεν ότι ου ταύτα  κατ' ουσίαν εστίν. αλλ' ότι ουκ έστι φώς αλλ' υπέρ το φώς". σοφία και  σοφός. αόρατος. άναρχος. γλυκυτάτη δε και η εξ αμφοίν συνάφεια  οίον η υπερούσιος ουσία. εκ της  φαντασίας και εκ της θετικής λεγομένης επιστήμης. αλλ' έχωμεν καν αμυδράν αυτού έννοιαν. Εισί δε  και τινα καταφατικώς επί Θεού λεγόμενα δύναμιν υπεροχικής αποφάσεως έχοντα οίον  σκότος. και  γνωστικούς ποιήσας ημάς. Εν προκειμένω ο άγιος Ιωάννης  ο Δαμασκηνός συνοψίζων "Περί Θείων Ονομάτων" γράφει. οίον φωτός και σκότους. Και  αύται μεν αι αποφάσεις και καταφάσεις. επεί και πλέον μετέχουσιν αυτού.Τα ανωτέρω σημαίνουν σαφώς ότι η θεία φύσις είναι παντάπασι ανώνυμος.22   "Διό των θείων ονομάτων τα μεν αποφατικώς λέγεται δηλούντα το υπερούσιον οίον  ανούσιος. δύναμις και δυνατός. και επί μεθέξει της αγαθότητος παραγαγών ημάς εκ του μη όντος εις το είναι. ουχ ότι ο Θεός σκότος εστίν.24  Εξ όλων των ανωτέρω έπεται ότι τα περί Θεού ονόματα εν τη Αγία Γραφή δεν έχουν  σκοπόν να οδηγήσουν τον άνθρωπον εις νοήματα νοησιαρχικά και λογικά απέχοντα  τόπον απολύτου γνώσεως του Θεού είτε της ουσίας είτε της ενεργείας Αυτού. δύναται να αρχίση να  βαδίζη τα πνευματικά στάδια κατανοήσεως της διδασκαλίας του Χριστού εν τη Παλαιά    41  . και προ  πάντων και πλέον αγαθότης ήπερ κακία. ουδέν γαρ των όντων.

  απρόσιτος.  6) Επίσης εκτός της Ιεράς Παραδόσεως υπάρχει μέθεξις εις τας ακτίστους ενεργείας του  Θεού.  7) Τα περί Θεού θεία ονόματα και νοήματα δεν ταυτίζονται μετά του Θεού. αλλά δήθεν  υπάρχει μεταξύ της ενεργείας του Θεού και των κτισμάτων.    42  . εφ' όσον είναι μέτοχος των αχράντων μυστηρίων με πνευματικόν πατέρα  γνώστην γνωστικόν της παραδόσεως και φίλον του Θεού. αλλά είναι  ονόματα εκ των δημιουργημάτων του Θεού.  β) ότι δεν γνωρίζομεν την ουσίαν του Θεού. η υπό των θεουμένων μεθεκτή και η εν τω κόσμω συνεκτική των  απάντων. εκτός εις ωρισμένας κατά  τρόπον γνωστόν μόνον εις τον Θεόν περιπτώσεις. αλλά ουχί εις την φωτιστικήν και θεωτικήν.  υπερλογικώς. υπερνοητώς γνωστή εις τους θεουμένους.και Καινή Διαθήκη.  Τα ρητά και τα νοήματα της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων είναι τα μόνα μέσα  δια των οποίων δύναταί τις να φθάση δια του Χριστού εις την υπερβαίνουσαν την  γνώσιν εν Θεώ θεωρίαν. δηλαδή εις την δημιουργικήν. εν τοις αγίοις Πατράσι και ταις Οικουμενικαίς και Τοπικαίς  Συνόδοις.  αλλά επειδή λείπει η αυθεντική περί Θεού μαρτυρία των εν θεωρία Θεού διαβεβηκότων  προφητών. ήτις εστί γνόφος και φως ουδεμίαν σχέσιν ή ομοιότητα έχουσα με κτιστόν  γνόφον και φώς.  4) Η χάρις του Θεού και η περί Θεού γνώσις φθάνει εις τους πιστούς μέσω των  θεουμένων και των υπ' αυτών χειροτονουμένων. ακατάληπτος. ίσως εις την  σωστικήν. αποστόλων και αγίων είναι συγκεχυμένη και πεπλανημένη. άκτιστος.  Επομένως πρέπει να διορθωθή η πεπλανημένη ιδέα τινών ότι α) η αποφατική θεολογία  αφορά εις την ουσίαν του Θεού και η καταφατική θεολογία εις τας ενεργείας του Θεού. Συνοψίζομεν και  ανακεφαλαιούμεν τας μέχρι τούδε εξετασθείσας προϋποθέσεις της θεολογίας ταύτης. Ουδόλως δε έχουν τον σκοπόν να χρησιμεύσουν  ως μέσα εμβαθύνσεως εις τα μυστήρια της πίστεως δια της λογικής κατανοήσεως  αυτών. ανώνυμος. είναι και αυτή παντάπασιν ανόμοιος τοις κτίσμασι και δια τούτο ακριβώς  αποδίδονται εις αυτήν ονόματα αντίθετα ως φως και γνόφος. ήτις είναι η κατ' εξοχήν θεολογία.  9) Επομένως όχι μόνον η ουσία του Θεού είναι παντάπασιν ανόμοιος τοις κτίσμασι αλλά  και η δόξα του Θεού. αμέτοχος.  8) Δια των θείων ονομάτων και των εν αυτοίς νοημάτων ο άνθρωπος οδηγείται εις την  μετά του Θεού ένωσιν και δια της θεώσεως ταύτης γνωρίζει αγνώστως την υπέρ των  ονομάτων και νοημάτων υπερβαίνουσαν πάντα τα κτιστά φώτα και σκότη δόξαν του  Θεού.  2) Μόνον η φυσική της θείας ουσίας ενέργεια είναι μεθεκτή και υπεραισθητώς. αλλά γνωρίζομεν την ενέργειαν του Θεού. δηλούντα τας σχέσεις του Θεού και τινας  των εν τω κόσμω ενεργειών του Θεού.  3) Η μέθεξις και γνώσις αυτή της Θεότητος υπό των θεουμένων διαφέρει εις βαθμόν  αναλόγως με το στάδιον τελειότητος.  5) Η περί Θεού γνώσις είναι εις τους εκτός της Ιεράς Παραδόσεως ανθρώπους έμφυτος.   1) Η ουσία του Θεού είναι παντελώς άγνωστος. γ)  ότι δεν υπάρχει αναλογία του όντος μεταξύ της ουσίας και των κτισμάτων. προνοητικήν και συνεκτικήν.

Εξ όλων των ανωτέρω τονίζομεν ότι α) τα αποφατικώς περί Θεού λεχθέντα αφορούν  και εις τας ενεργείας του Θεού. Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε. έως αν διαδύη τη  πολυπραγμοσύνη τής διανοίας πρός το αθέατόν τε και ακατάληπτον κακεί τον Θεόν  ίδη.29α     43  . τοσούτω πλέον ορά το τής θείας φύσεως αθεώρητον. αεί πρός το ενδότερον ίεται. ου μόνον όσα καταλαμβάνει η αίσθησις.   Καταλιπών γαρ πάν το φαινόμενον. Διδάσκει γαρ δια τούτων ο  λόγος ότι τής ευσεβείας η γνώσις φώς γίνεται παρά την πρώτην οίς αν εγγένηται. ούτε υπάρχει αναλογία όντος μεταξύ των εν τοις ονόμασι  νοημάτων και των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Μωϋσής εις τον γνόφον. Τούτο δε διότι  τα θεία ονόματα είναι ειλημμένα από τα κτίσματα και όχι από τα άκτιστα. Εν τούτω γαρ η αληθής εστιν είδησις του ζητουμένου και εν τούτω το ιδείν εν τω  μη ιδείν.   Ότε ουν μείζων εγένετο κατά την γνώσιν ο Μωϋσής. η δε αποστροφή του σκότους τη  μετουσία του φωτός γίνεται. Μηδέ τούτο του ειρμού των  κατ' αναγωγήν ημίν θεωρηθέντων απάδειν νομίσωμεν. ότι." 29  Η προϋπόθεσις αυτή. ο εν τω  λαμπρώ γνόφω τούτω γενόμενος. αλλά και πάση νοητή φύσει τής θείας ουσίας την γνώσιν ανέφικτον είναι τη  αποφάσει ταύτη διοριζόμενος. νυν δε εν γνόφω το Θείον οράται. ως συμβαίνει εις τα περί υπάρξεως του Θεού. οίμαι. Διότι  το εξ εναντίου τη ευσεβεία νοούμενον σκότος εστίν." συνεχίζει ο Νύσσης. ου ήν ο Θεός. ως παντός  νοήματος. του κατά τινα περιληπτικήν φαντασίαν εν περινοία τινί και  στοχασμώ τής θείας φύσεως γινομένου. φησί. ότι υπέρκειται πάσης ειδήσεως το ζητούμενον. Εναντίον γαρ δοκεί πως είναι τη πρωτή θεοφανεία το νυν ιστορούμενον.  Τοτέ μεν γαρ εν φωτί. "ά προεπαιδεύθη δια του γνόφου. καθώς φησι Δαβίδ. ως άν.27 ο εν τω αυτώ  αδύτω μυηθείς τα απόρρητα". τουτέστι τότε γνώναι ότι εκείνό εστι τη φύσει το Θείον ό πάσης γνώσεώς τε και  καταλήψεώς εστιν ανώτερον. όσω προσεγγίζει μάλλον  τη θεωρία. ότι η ταύτησις παντός νοήματος με την υπερβαίνουσαν πάσαν  κτιστήν πραγματικότητα θείαν υπερούσιον κρυφιότητα είναι είδος ειδωλολατρείας. Προϊών δε ο νούς και δια μείζονος αεί και τελειοτέρας  προσοχής εν περινοία γινόμενος τής των όντων κατανοήσεως. Ός έθετο σκότος αποκρυφήν αυτού. τον Διονύσιον τον Αρειοπαγίτην25 και άλλους Πατέρες26 εις την  ταύτησιν γνόφου και φωτός ως και εις όλα τα ανωτέρω λεχθέντα. τότε ομολογεί τον Θεόν εν γνόφω  ιδείν. τη  θεία φωνή μαρτυρούμενον. Απαγορεύει γαρ εν πρώτοις ο θείος λόγος πρός μηδέν  των γινωσκομένων ομοιούσθαι παρά των ανθρώπων το Θείον. οίόν τινι γνόφω τη  ακαταληψία πανταχόθεν διειλημμένον. είδωλον Θεού πλάσσοντος και ου Θεόν  καταγγέλλοντος. και γ) δεν υπάρχει  αναλογία του όντος και ομοιότης όχι μόνον μεταξύ ακτίστου θείας ουσίας και  κτισμάτων. παγιώτερον ημίν το περί τούτου γένηται δόγμα. αλλά και  όσα η διάνοια δοκεί βλέπειν. πάλιν δια  του λόγου διδάσκεται. β) ότι και η ενέργεια του Θεού υπερβαίνει την κτιστήν  γνώσιν και νόησιν και ο μη θεούμενος δύναται να γνωρίση μόνον περί της υπάρξεως  τινών τούτων.  Τίς ο Θεός. Εισήλθε γάρ.  Επειδή κυκλοφορεί η θεωρία Ρώσσου τινος θεολόγου24 ότι δια τον άγιον Γρηγόριον  Νύσσης ο γνόφος είναι "όνομα δηλούν την ακαταληψίαν μόνον του Θεού".  "Τί δε δη βούλεται το εντός γενέσθαι του γνόφου τον Μωϋσέα και ούτως εν αυτώ τον  Θεόν ιδείν. Διό φησι και ο υψηλός Ιωάννης. ότι συμφωνεί απόλυτα με τον άγιον  Ιωάννην Δαμασκηνόν. ου μόνον τοίς  ανθρώποις.28   "Ο δε εκεί γεγονώς.  είναι βασικόν δόγμα της ορθοδόξου θεολογίας. αλλά ούτε μεταξύ ακτίστου θείας ενεργείας και κτισμάτων. ως πιστεύουν  οι οπαδοί του Μωάμεθ. εις ά φαίνεται σαφώς. παραθέτομεν  τα εξής του αγίου Πατρός.

 ουδέ  σκότος εστίν. ούτε αφαιρούμεν. ούτε τάξις. ούτε ζή. ως ούτε ψυχή εστιν. ούτε μέγεθος. ουδέ τι των ουκ όντων. ούτε όνομα. ούτε αλήθειά εστιν. ούτε έστηκεν. ούτε πλάνη.  ουδέ άλλο τι των ημίν ή άλλω τινί των όντων συνεγνωσμένων. Ούτε  επιστήμη. επεί και υπέρ πάσαν θέσιν εστίν η παντελής και ενιαία των  πάντων αιτία. ούτε φαντασίαν.  ουδέ ουσία εστίν. ουδέ αυτή  γινώσκει τα όντα ή όντα εστίν. ούτε φώς.  (ακριβώς ότι λέγει ο Θεολόγος κατά Πλάτωνος. "ότι  ουδέν των νοητών ο παντός νοητού καθ' υπεροχήν αίτιος" τα εξής. είναι ίσως ο άγιος Διονύσιος ο  Αρειοπαγίτης. ουδέ φώς. ή  δόξαν. ούτε έχει δύναμιν. Αφού πρώτον ησχολήθη με το κεφάλαιον. ούτε νόησις.  ουδέ τι των όντων εστίν. ούτε ανισότης. ούτε αιών. ουδέ πνεύμα εστιν ως ημάς ειδέναι. ουδέ επαφή εστιν αυτής νοητή.  ούτε αφαίρεσις. ούτε χρόνος. ούτε σμικρότης. ούτε  ισότης. ούτε αλήθεια. ουδέ τα όντα αυτήν γινώσκει ή αυτή εστιν. ούτε νούς (λεχθέντα ασφαλώς εν τοις πλαισίοις των  αυτών λεχθέντων υπό Χρυσοστόμου31 εναντίον των πλατωνικών). ουδέ λέγεται ούτε νοείται. ούτε πατρότης. αδύνατον . ή αγαθότης. ουδέ λόγος αυτής εστιν. ουδέ εστιν αυτής καθόλου θέσις.. ουδέ λόγος εστίν. ουδέ έν. ούτε  τίθεμεν. "ότι ουδέν των αισθητών ο  παντός αισθητού καθ' υπεροχήν αίτιος"30 αναπτύσσει εν συνεχεία εν τω κεφαλαίω. ή νόησιν έχει. ουδέ βασιλεία. "αύθις δε ανιόντες  λέγομεν. νοήσαι δέ. ουδέ ενότης. ούτε ζωή εστιν. ούτε δύναμις εστιν. ουδέ  θεότης. ούτε γνώσις. ούτε κινείται.. ή λόγον. αλλά των μεν αυτήν τας θέσεις και αφαιρέσεις ποιούντες αυτήν."33                                   44  .Εκείνος όστις υπέρ παντός άλλου Πατρός ετόνισε τούτο. "φράσαι μέν. και υπέρ πάσαν αφαίρεσιν η υπεροχή του πάντων απλώς απολελυμένου  και επέκεινα των όλων.  αδυνατώτερον"32) ούτε αριθμός εστίν. ούτε υιότης. ούτε ομοιότης ή ανομοιότης. ούτε σοφία. ούτε  ησυχίαν άγει.

 ο κατά τρόπον φυσικόν εκστάς  παραμένει φίλαυτος άνευ των φανερών τοις Ορθοδόξοις χαρισμάτων της  θεώσεως των εκδηλουμένων δια της ψυχής αλλά και δια του σώματος. Αφού λοιπόν αποκλείεται ο  στοχαστικός και διαλεκτικός τρόπος του θεολογείν και προτάσσεται η επί της  πείρας των προφητών και των αποστόλων βασιζομένη θεολογία.  Η βασική διάκρισις μεταξύ ορθοδόξου και μη ορθοδόξου εμπειρίας της  θεοφανείας είναι ότι 1) η μεν είναι της χάριτος του Θεού και 2) η άλλη της  κτιστής φύσεως του ανθρώπου τη ενεργεία των δαιμόνων. Η διάκρισις αυτή  συμπεριλαμβάνει την διάκρισιν μεταξύ 1) φανερώσεως της ακτίστου δόξης  του Πατρός εν Πνεύματι Αγίω δια του ασάρκου Λόγου προ της ενσαρκώσεως  και του σαρκωθέντος Λόγου και 2) της δια φυσικής εκστάσεως απουσίας του  ακτίστου και αναστολής των ενεργειών του σώματος και της ψυχής ή της  φανερώσεως παραισθησιακών οραμάτων συνοδευομένων ουχί υπό ανειδέου  και ασχηματίστου υπερβαίνοντος το φως φωτός αλλά υπό παρυφισταμένου  φωτός έχοντος σχήμα και είδος. Ενώ ο θεούμενος πυρακτούται ολόκληρος τη  θεία χάριτι και γενόμενος ο ίδιος κατά χάριν Θεός γίνεται φως τοις άλλοις  λάμπον τη όψει και τη ανιδιοτελεί αγάπη. Η Αποκάλυψις.Τμήμα 2  Ζ. εγείρεται  αυτομάτως το όλον πρόβλημα του κριτηρίου της πείρας ταύτης και της επ'  αυτής βασιζομένης δογματικής θεολογίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εξ επόψεως της δυτικής παραδόσεως γενικώς  Η.    45  . Εξ επόψεως των Πατέρων  β.  Εφιστώμεν την προσοχήν του αναγνώστου εις το γεγονός ότι ο συσχετισμός  μεταξύ θεολογίας και εμπειρίας υπάρχει και εις αρχαία καταδικασθέντα υπό  των Πατέρων αιρετικά και φιλοσοφικά συστήματα και εις θρησκεύματα εκτός  της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως και εις μοναχικάς και ευσεβιστικάς εκδηλώσεις  της φραγκολατινικής παραδόσεως. η Αγία Γραφή και το Αλάθητον  Θ. η Ιερά Παράδοσις. Το κριτήριον της θεολογικής μεθόδου α. Μάλιστα εις ωρισμένα από αυτά τα  θρησκευτικο‐φιλοσοφικά φαινόμενα υπάρχουν είδη θεολογίας δυνάμενα να  χαρακτηρισθούν ως αποφατικά. ότι είναι αδύνατον εις  τον άνθρωπον να χρησιμοποιήση μέθοδον στοχαστικήν και διαλεκτικήν προς  τον σκοπόν όπως αποκτήση λογικήν τινα κατανόησιν της περί Θεού  διδασκαλίας των προφητών και των αποστόλων επί τη βάσει των δεδομένων  της φυσικής πείρας και γνώσεως των ανθρώπων. Ο Κανών της Αγίας Γραφής η Ερμηνευτική και η γλώσσα Αυτής        Ζ' Το κριτήριον της θεολογικής μεθόδου  α) Εξ επόψεως των Πατέρων  Καθίσταται από τα μέχρι τούδε αναπτυχθέντα δήλον.

 και ο ουδέποτε μελετήσας την πολεμικήν. αλλά και εξ επόψεως του αγώνος κατά των εμποδίων προς την  τελειότητα.  Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι αι βαθμίδες τελειώσεως κατά τους  Πατέρες δεν αφορούν εις πνευματικότητά τινα διακρινομένην από την  θεολογίαν και τον θεολόγον. Η θεολογία δεν είναι μία  αφηρημένη ή πρακτική επιστήμη. Τούτο ισχύει όχι μόνον εξ επόψεως της  βασιζομένης επί της αποκαλύψεως διδασκαλίας των προφητών και των  αποστόλων.  αστρονομίαν. ή χημείαν. εις την οποίαν πρέπει να επαναφέρη τον ασθενή. Άνευ του χαρίσματος της διακρίσεως των πνευμάτων δεν δύναταί  τις να δοκιμάση τα πνεύματα. αδυνατεί όχι μόνον να αγωνισθή ο ίδιος κατά του εχθρού υπέρ της  τελειώσεώς του. ίνα ίδη αν είναι τι ενέργημα του Αγίου  Πνεύματος ή του διαβόλου και των δαιμόνων.  Επομένως τα γενικώς εν τη Αγία Γραφή και τη Ιερά Παραδόσει ισχύοντα περί  βαθμίδων τελειώσεως έχουν ουσιαστικήν και αδιάσπαστον σχέσιν με την  κατανόησιν της περί των δογμάτων διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και της  Ιεράς Παραδόσεως. Όστις δια της εκδιώξεως των δαιμόνων (κάθαρσις)  εμύησε τους αποστόλους εις το γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού  (φωτισμός) και εν συνεχεία τους τρεις αποστόλους εις το ιδείν την βασιλείαν    46  . η δε με την πολεμικήν εναντίον των ψυχικών και  σωματικών ασθενειών δια της υγείας και των μέσων αποκαταστάσεως της  υγείας. ούτε την  κατάστασιν υγείας. του φωτισμού  και της θέας της δόξης του Χριστού.  Είναι ωσάν να λέγεται ή και να γίνη στρατηγός ο ουδέποτε εκγυμνασθείς. ο  ουδέποτε πολεμήσας. ωσάν την λογικήν. αλλά τουναντίον έχει χαρακτήρα πολεμικόν ωσάν την  στρατηγικήν και την ιατρικήν. Είναι ωσάν να φέρεται ως  χειρουργός ο χασάπης και να κατέχη την θέσιν ιατρού ο μη γνωρίζων ούτε τας  αιτίας των ασθενειών. Είναι σαφές ότι τα στάδια ταύτα  επέρασαν προτύπως οι απόστολοι έχοντες πνευματικόν Πατέρα τον  σαρκωθέντα Λόγον. Ο  θεολόγος είναι εκείνος όστις δια της αμέσου ή εμμέσου γνώσεως ταύτης και  θεωρίας γνωρίζει σαφώς να διακρίνη μεταξύ των ενεργειών του Θεού και των  ενεργειών των κτισμάτων και ιδίως των ενεργημάτων του διαβόλου και των  δαιμόνων.  Επομένως ο θεολόγος και ο πνευματικός πατήρ είναι το ίδιον πράγμα. μαθηματικήν.  Ο θεολόγος. η μεν ασχολείται με την άμυναν και την  επίθεσιν έναντι των εχθρών δια της σωματικής και στρατηγικής  τελειοποιήσεως εις την χρήσιν όπλων. αποστόλων και αγίων  ή μέσω της Αγίας Γραφής. και των  αποφάσεων και των πρακτικών των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. αλλά ούτε  κατά κυριολεξίαν θεολόγος δύναται να λέγεται. όστις αγνοεί τας μεθοδείας του εχθρού και την κατά Χριστόν  τελειότητα. Ούτως έχομεν τα στάδια της καθάρσεως. οχυρωμάτων και αμυντικών και  επιθετικών σχεδίων. αλλά ο  προσέξας μόνον εις την ωραίαν και ένδοξον εμφάνισίν του με μεγαλειώδεις  και λαμπράς στολάς εις δεξιώσεις και παραστάσεις.Ο κατ' εξοχήν ορθόδοξος θεολόγος είναι ο γνωρίζων αμέσως τινάς των  ενεργειών του Θεού δια της ελλάμψεως ή περισσοτέρως αυτάς δια της θέας ή  εμμέσως τας ενεργείας του Θεού μέσω των προφητών. αλλά ούτε είναι εις θέσιν να οδηγή και να θεραπεύη άλλους. Ο  στοχαζόμενος και διαλεγόμενος εις αναζήτησιν νοησιαρχικής κατανοήσεως  των δογμάτων της πίστεως κατά τα πρότυπα της φραγκολατινικής  παραδόσεως ασφαλώς όχι μόνον πνευματικός πατήρ δεν είναι. ούτε τους τρόπους θεραπείας αυτών. των συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων.

του Θεού κατά την Μεταμόρφωσιν. Η μετατροπή του σταδίου του  φωτισμού εις το της θεώσεως. και όλους τους αποστόλους.2 Εντός των ανωτέρω  αναπτυχθέντων πατερικών προϋποθέσεων τα μεθοδολογικά ταύτα είναι  θαυμάσια.  ήτις χαρακτηρίζει την φραγκολατινικήν ή Σχολαστικήν παράδοσιν και ήτις  υπό διαφόρους μορφάς διασώζεται μέχρι σήμερον μεταξύ των Παπικών και  των Προτεσταντών. Ο Αυγουστίνος ιδέαν δεν έχει του "φράσαι αδύνατον και νοήσαι  αδυνατώτερον" του Γρηγορίου του Θεολόγου και ούτε συμφωνεί με τον    47  .  Δυστυχώς όμως η πατερική αντίληψις περί θεολογίας ως βασιζομένης επί της  εμπειρίας της θεώσεως των προφητών.1      β) Εξ επόψεως της δυτικής παραδόσεως γενικώς  Εν αντιθέσει προς την πατερικήν παράδοσιν ο ιερός Αυγουστίνος προσήρμοσε  την κατηχητικήν πράξιν της αρχαίας Εκκλησίας και τα στάδια τελειώσεως εις  την προσωπικήν του σύνθεσιν νεοπλατωνικών.". των αποστόλων και των αγίων και επί  του χρίσματος της διακρίσεως των πνευμάτων λείπει ολοτελώς από την  θεολογίαν του Αυγουστίνου. είναι ουχί κατά τα κριτήρια της  φυσικής γνώσεως εμβάθυνσις αλλά η διάβασις από τα ρητά και τα νοήματα  της Αγίας Γραφής και των Πατέρων εις την γνώσιν και την νόησιν την  υπερβαίνουσαν την φυσικήν γνώσιν και νόησιν.   Ούτως εν τη πράξει της Εκκλησίας υπήρχε πάντοτε 1) η προ του βαπτίσματος  κατήχησις περί των ενεργειών του Θεού και των δαιμόνων και του αγώνος  υπέρ μεθέξεως των μεν και αποκρούσεως των δε και η εν συνεχεία κάθαρσις  εν τω βαπτίσματι 2) Η λήψις εν τω βαπτίσματι και τω χρίσματι του φωτισμού  δια της σφραγίδος και της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος και 3) της οδηγήσεως  των προκρίτων εις την θέωσιν και την μετά του Θεού φιλίαν. Η διδασκαλία του περί φωτισμού είναι καθαρώς  πλατωνική και η εν Χριστώ θεωρία της δόξης του Θεού υπό των προφητών  και των αποστόλων κατηργήθη και μάλιστα εχαρακτηρίσθη υπ' αυτού ως  αίρεσις3 και αντικατεστάθη υπό της νεοπλατωνικής εκστάσεως.   Σημειωτέον ότι εις την ελληνόφωνον και λατινόφωνον ορθόδοξον ρωμαϊκήν  παράδοσιν τα στάδια ταύτα της τελειώσεως ουδέποτε εξελήφθησαν ως  στάδια οδηγούντα εις φιλοσοφικήν τινά δια του λόγου εμβάθυνσιν εις τα  δόγματα της πίστεως και εις την ούτω μετατροπήν της πίστεως των  απλουστέρων εις γνώσιν διανοουμένων και μεγάλων εγκεφαλικών ανδρών  και σπουδαίων κατά κόσμον φιλοσόφων..  Ούτω κατά τον Αυγουστίνον ο πιστός έχει καθήκον να καταβάλη  προσπάθειαν να κατανοήση τα δόγματα λογικώς και να εμβαθύνη ούτως εις  αυτά..  αλλ' υπεροχικώς αγνωσίαν υπάρχον . μανιχαϊκών και ορθοδόξων  στοιχείων και ούτως εγέννησε τας γενικάς αρχάς της θεολογικής μεθόδου. εις την  υψίστην δυνατήν μέθεξιν της δυνάμεως του Πνεύματος εντεύθεν του τάφου  κατά την Πεντηκοστήν. ίνα φθάση εις την τάξιν των γνωστικών.  Βασισθείς επί της διακρίσεως μεταξύ κατηχουμένων. "τούτο τοίνιν ως μη γνώσιν. φωτισμένων και  τελειουμένων ο Αυγουστίνος ορθώς επίστευεν ότι ο πιστός οφείλει πρώτον να  δεχθή και να διδαχθή τα δόγματα της πίστεως και μετά ταύτα να εμβαθύνη εις  αυτά. όπως είδαμεν.

  Αντιθέτως μάλιστα οι περισσότεροι προτεστάνται θεολόγοι κατά την  μεγίστην αυτών πλειοψηφίαν ηρύονται εκ του Αυγουστίνου τας διδασκαλίας  των.  Προβαίνοντες δε οι Προτεστάνται ούτοι έτι περαιτέρω απεκήρυξαν τα  συμπεράσματα της Συνόδου η οποία συνεκλήθη εις την Γαλλίαν το 529 και η    48  .Πλάτωνα "Θεόν νοήσαι μεν χαλεπόν. ο  Αυγουστίνος εν γνώσει του έκαμε χρήσιν της πλατωνικής φιλοσοφίας προς  κατανόησιν των χριστιανικών δογμάτων.6   Σημειωτέον ότι. Και πράγματι πρέπει να  ομολογήσωμεν ότι. αλλά εχρησιμοποιήθησαν με νέαν σημασίαν  φιλοσοφικοί όροι εις την διατύπωσιν και διακήρυξιν των δογμάτων.  ανωτέραν της πατερικής παραδόσεως πριν την γεννήσουν και θεωρείται  ούτως υπό των Δυτικών μέχρι σήμερον.  Ταύτα συνδυάζονται με την ανωτέρω αναφερθείσαν διδασκαλίαν του  Αυγουστίνου ότι ο σκοπός της θεολογίας είναι η διερεύνησις και κατανόησις  της ουσίας του Θεού.  Ενώ εις τους ορθοδόξους Πατέρας η φιλοσοφία ουδέποτε υπήρξε μέσον  κατανοήσεως των δογμάτων. εφραγκοποιήθη. Ακολουθούντες τον Αυγουστίνον οι Φραγκολατίνοι  επεδόθησαν σοβαρώς εις την προσπάθειαν αυτήν και ούτως εδημιούργησαν  την Σχολαστικήν θεολογικήν παράδοσιν. Δέχεται το  χαλεπόν της νοήσεως αλλά και το χαλεπόν και όχι αδύνατον της φράσεως. ούτε η  δογματική επανάστασις του Προτεσταντισμού να δυνηθή να την κλονίση. ώστε ούτε η φιλοσοφία του  Αριστοτέλους. συμμερισθείς την τύχην των  ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. αδύνατον". δηλαδή κατεσκευάσθη  τοιαύτη ερμηνεία αυτού. Προς περίσωσιν της φραγκολατινικής  δογματικής θεολογίας ο Αριστοτέλης. ούτε η μεταφυσική επανάστασις του Νομιναλισμού.  αφού όχι μόνον οι Πατέρες. Η  αυθεντία του Αυγουστίνου ήτο τόσον μεγάλη.5 Δια της γνώσεως του  Αριστοτέλους εκλονίσθη το επί της νεοπλατωνικής γνωσιολογίας και  μεταφυσικής ερειδόμενον οικοδόμημα.  όμως τα δόγματα των Φραγκολατίνων ως διεμορφώθησαν υπό του  Αυγουστίνου και των οπαδών αυτού έμειναν κατ' ουσίαν αναλλοίωτα. Εντεύθεν ο ισχυρισμός των Φράγκων ότι η  προσθήκη του Filioque αποτελεί πρόοδον εις την κατανόησιν και άρα  ανάπτυξιν της περί Θεού διδασκαλίας της Β' Οικουμ. Συνόδου. ώστε όχι μόνον ο πιστός προοδεύει εις την κατανόησιν των  δογμάτων αλλά και η Εκκλησία. φράσαι δέ.τι  εχρειάζετο δια την στήριξιν των φραγκολατινικών δογμάτων. αλλ' ούτε οι άγγελοι έφθασαν ή θα φθάσουν ποτέ  εις τοιαύτα υψηλά ύψη. την οποίαν ανεκήρυξαν. εάν οι Φραγκολατίνοι και οι απόγονοι αυτών  κατώρθωσαν να φθάσουν εις γνώσιν τινά της θείας ουσίας τότε τω όντι όχι  μόνον υπερέβησαν την πατερικήν θεολογίαν αλλ' ακόμη και την αγγελικήν.  Την μέθοδον ταύτην μετέφερεν ο Αυγουστίνος από των πιστών και εις την  Εκκλησίαν. ως είδαμεν. Μέσω του Αυγουστίνου  είχεν επικρατήσει η άποψις των Νεοπλατωνικών ότι μεταξύ Πλάτωνος και  Αριστοτέλους δεν υπάρχει πραγματική διαφορά. Ούτως η πρώτη περίοδος της  Σχολαστικής θεολογίας θεωρείται ως η αυγουστινειο‐πλατωνική. 4   Η εν τη αρχή της αναπτυσσομένη Σχολαστική θεολογία των Φραγκολατίνων  διήλθεν οξείαν κρίσιν κατά τον 13ον αιώνα δια της επικρατήσεως μιας  αραβικής μορφής της φιλοσοφίας του Αριστοτέλους. αν και η φιλοσοφική μέθοδος της δυτικής θεολογίας  προσηρμόσθη εις τα δεδομένα του εκκλησιαστικοποιηθέντος Αριστοτέλους. ήτις παρουσίασεν αυτόν διδάσκοντα πάν ό.

 Ισχυρίζονται λοιπόν οι Προτεστάνται ότι μόνον ο  Αυγουστίνος από τους Πατέρας κατενόησεν ορθώς τας διδασκαλίας του  αποστόλου Παύλου περί χάριτος.11 Πρεσβύτερος ών έγραψεν  απαντήσεις εις ερωτήματα περί της προς Ρωμαίους επιστολής. Πάντοτε ομιλεί με μεγάλον σεβασμόν δια τους  ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και πάντοτε επικαλείται την αυθεντίαν των  ελληνοφώνων Ρωμαίων αγίων. αλλά άνευ  ακόμη τελικού αποτελέσματος. Εις την ομιλίαν αυτήν ο Αυγουστίνος δίδει δύο βασικάς  εσφαλμένας πληροφορίας περί του Συμβόλου. αφού διεκήρυττεν απόλυτον υπακοήν εις τα  δόγματα της πίστεως. ότι οι  ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες ουδέποτε κατηνόησαν τον απόστολον  Παύλον. Συνόδου. ακόμη και καθηγηταί  Πανεπιστημίων. αμαρτίας και ελευθερίας. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος εξηγών διατί  εσταμάτησε.12 Ήρχισε να  γράφη και ερμηνείαν εις την προς Ρωμαίους επιστολήν. και  ασφαλώς θα τους ηκολούθει. προορισμού. δια να αποδείξη εκείνα τα οποία νομίζει ότι  διδάσκουν. Οι  Φραγκολατίνοι και οι Προτεστάνται νομίζουν ότι η Σύνοδος έδωσεν  συμβιβαστικήν λύσιν εις την διαμάχην μεταξύ των οπαδών του Αυγουστίνου  και του Κασσιανού.8  Υπερέβησαν λοιπόν τους Παπικούς αποκηρύξαντες την υποτιθεμένην  συμβιβαστικήν λύσιν. εις την προς Γαλάτας. Οι Διαμαρτυρόμενοι.οποία κατεδίκασεν την διδασκαλίαν του Αυγουστίνου.  1) Ισχυρίζεται εσφαλμένως.  Οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες έγραψαν πολλά ερμηνευτικά έργα εις όλας  τας επιστολάς του αποστόλου Παύλου. ότι ευχαρίστως δέχεται υποδείξεις.15   Παρά τους ισχυρισμούς περί της υπεροχής του ιερού Αυγουστίνου έναντι των  ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. το οποίον εξελίχθη εκ της θεολογικής  μεθόδου του Αυγουστίνου ως και εκ της αγνοίας του περί των πραγματικώς  επικρατούντων εν τη θεολογία των Πατέρων της Β' Οικ.9   Έχων υπ' όψιν τους ισχυρισμούς τούτους ο ορθόδοξος μελετητής της  πατερικής δογματικής θεολογίας εκπλήσσεται. Σύνοδον Συμβόλου της πίστεως προς πληροφορίαν και ενημέρωσιν  των επισκόπων. αλλά εκ των 433  στίχων ετελείωσε μόνον τους πρώτους 7. γράφει ότι έπραξε τούτο εξ αιτίας των δυσκολιών.7 ως είδαμεν. ότι οι  ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες δεν εδίδασκον αυτά τα οποία ενόμιζεν.14 Μάλιστα δηλοί.10   Ο Αυγουστίνος έγραψε πλήρη ερμηνείαν εις μίαν μόνον εκ των 14 επιστολών  του αποστόλου Παύλου.  Τω 393 πρεσβύτερος ών εκλήθη ο Αυγουστίνος να αναπτύξη ενώπιον της  Συνόδου της Αφρικής την διδασκαλίαν του προ 12 ετών τελειοποιηθέντος εις  την Β' Οικ.    49  . δεν έπαυσαν μέχρι σήμερον να διακηρύττουν. όταν εξετάζη τα περί  αποστόλου Παύλου έργα του Αυγουστίνου και τα συγκρίνει με τα των  ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.13   Ούτω φαίνεται σαφώς πώς ο ιερός Αυγουστίνος ήτο μετριοφρονέστερος των  οπαδών του και αν εγνώριζεν Ελληνικά ασφαλώς θα διεπίστου. η αληθής αξιολόγησις των πραγμάτων  φαίνεται και εις το ζήτημα του Filioque. ας συνήντα  ερμηνεύων την επιστολήν. ότι συζητείται υπό των θεολόγων η έναντι του  Πατρός και του Υιού προσωπική ιδιότης του Αγίου Πνεύματος.

τι κοινόν υπάρχει του Πατρός  και του Υιού ανήκει και εις το Πνεύμα το Άγιον. το δημιουργείν.  οι Πατέρες της Β' Οικ. ότι ανήκει  εις έν μόνον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. Σύνοδος  προσέθεσεν εις το Σύμβολον της Νικαίας ως υποστατικήν ιδίοτητα του Αγίου  Πνεύματος την "εκπόρευσιν" Αυτού εκ του Πατρός. αλλά "ουχί γεννητώς". των εξ Αιγύπτου επισκόπων  μαθητών Διδύμου του Τυφλού.22 Τα  άλλα πάντα.λ. η θεότης. ως η ουσία. καθιερώθη εις  το Σύμβολον της πίστεως. Συνόδου καταδικασθείσαν  άποψιν. ότι δηλαδή είναι ακοινώνητον. και των Αντιοχέων επισκόπων. ότι και  Αυτός ως Υιός έχει την ύπαρξίν Του εκ του Πατρός. όμως.16 εδίδασκον ότι η  ακοινώνητος υποστατική ιδιότης του Πατρός είναι η "πατρότης" ή το  "αγέννητον" και σημαίνει ότι ο Πατήρ έχει την ύπαρξίν Του εξ ουδενός. δηλαδή δια της  "γεννήσεως". 27 όστις  εβάπτισε τον Αυγουστίνον. ό. η αγαθότης. Η  εντύπωσις αυτή των Φράγκων ότι ο Αυγουστίνος έλυσεν άλυτον δια την Β'  Οικ.  Ο Αυγουστίνος επεδόθη εις την ανεύρεσιν της υποστατικής ιδιότητος του  Αγίου Πνεύματος και απέθανε χωρίς να μάθη ότι ο όρος "εκπόρευσις" εις το  Σύμβολον είχε τερματίσει πλέον την συζήτησιν. ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι. έχοντες συμφώνους τον Μέγαν Αθανάσιον. Γρηγόριος ο Θεολόγος και  Γρηγόριος Νύσσης. Σύνοδον πρόβλημα εδημιούργησεν έτι περισσότερον την εθνικήν  πεποίθησιν και υπερηφάνειαν.26 Παραδόξως αυτή η  ορθόδοξος άποψις υπάρχει ισχυρώς τονιζομένη εις τον Αμβρόσιον.π. όμως και εν  συνεχεία οι Ιταλοί. Μέγας Βασίλειος.24   2) Εις αυτήν την εν λόγω ομιλίαν ο Αυγουστίνος παραδόξως ως διδασκαλίαν  της Εκκλησίας εμφανίζει την υπό της Β' Οικ. κ. Συνόδου διδάσκουν ότι. η πρόγνωσις.28 Γνωρίζοντες καλώς οι  λατινόφωνοι Ρωμηοί της Ρώμης και Κάτω Ιταλίας ότι ετερματίσθη η  συζήτησις. η  θέλησις. η ενέργεια.23 Ίδε εν τω δευτέρω τόμω τα συνοπτικά επί του θέματος γραφόμενα  του Μεγάλου Φωτίου.19  Εις αυτό το "ουχί γεννητώς" προσέθετον ωρισμένοι ελληνόφωνοι Πατέρες το  "εκπορευτώς" το οποίον.21 το κύριον γνώρισμα εκάστης υποστατικής ιδιότητος είναι. ότι το Άγιον Πνεύμα είναι η κοινή του Πατρός και του Υιού Θεότης και  αγάπη. η πρόνοια.17 Η  ακοινώνητος υποστατική ιδιότης του Υιού είναι το "γεννητόν" και σημαίνει  ότι ο Υιός έχει την ύπαρξίν Του εκ του Πατρός "γεννητώς". όλοι οι Πατέρες. ουδέποτε προσέθεσάν τι εις το Σύμβολον.  Γρηγορίου του Θεολόγου.29   Οι Καππαδόκαι Πατέρες. η βασιλεία.  επίστευσαν εις τον ισχυρισμόν του και ούτως "εβελτίωσαν" το Σύμβολον με  την προσθήκην της επί του θέματος διδασκαλίας του Αυγουστίνου.Εν αντιθέσει προς τον ισχυρισμόν τούτον του Αυγουστίνου. Συνόδου.  είναι κατά πάντα κοινά και ανήκουν και εις τας τρεις υποστάσεις της Αγίας  Τριάδος. τη πρωτοβουλία των Πατέρων της Β' Οικ. Οι Φράγκοι. έχοντες απόλυτον εμπιστοσύνην εις τον Αυγουστίνον.18 Όσον αφορά εις την υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου  Πνεύματος. η Β' Οικ. η αγάπη. εδίδασκον. ως θα είδωμεν εν οικείω  τόπω. η γνώσις. ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι.25 Αντιθέτως. ότι ανεκάλυψαν θεολόγον ασυγκρίτως  καλύτερον από τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και ούτω τον  ανεγνώρισαν ως τον μεγαλύτερον Πατέρα της Εκκλησίας και τοιούτος  θεωρείται εν τη Δύσει μέχρι σήμερον.20   Κατά τους ελληνόφωνας και λατινόφωνας Πατέρας. Δίδυμον τον    50  . η δόξα. Γρηγορίου Νύσσης.  Όλοι οι Ρωμαίοι Πατέρες. Μάλιστα παραθέτει τον όρον "Θεότης" Ελληνιστί.

 η εκπόρευσις (γέννησις) του Υιού και η εκπόρευσις του  Αγίου Πνεύματος διακρίνονται μόνον εφ' όσον η του Υιού γίνεται εξ ενός και η  του Αγίου Πνεύματος εκ δύο. και την  εκπόρευσιν του Πνεύματος.46   Ο Ορθόδοξος εκπλήσσεται με το άλυτον του προβλήματος τούτου. ότι η διάκρισις  αύτη καθιστά αδύνατον την εκ μέρους ημών των Ορθοδόξων αποδοχήν του  Filioque. έκαμον διάκρισιν μεταξύ ουσίας και υποστάσεων  εν τη Αγία Τριάδι. ότι δεν την  κατανοεί και δεν δύναται να εξηγήση διατί οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι κάμνουν  την διάκρισιν αυτήν.  Σύνοδον. ως είδαμεν. Την άγνοιαν ταύτην εκληρονόμησαν οι Φράγκοι και την  διατηρούν οι απόγονοι αυτών ως "θησαυρόν". Παραδόξως.38   Εις το έργον του περί Αγίας Τριάδος μας πληροφορεί ο Αυγουστίνος. λοιπόν. Δια τον  Αυγουστίνον. ότι η εν λόγω υπόσχεσις ήτο απλώς  ευσεβής πόθος. Προβαίνων όμως περαιτέρω.41 και την  εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. Δια τον ίδιον ακριβώς  λόγον όμως το Filioque είναι απαραίτητον δια τον Αυγουστίνον. εφ' όσον οι  Πατέρες διδάσκουν ότι το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός. προκειμένου να αποφευχθή η υπό πολλών τότε γενομένη  σύγχυσις των προσώπων της Αγίας Τριάδος εξ αιτίας της περί ομοουσίου του  Υιού τω Πατρί αποφάνσεως της Α' Οικ. ότι θα  ερευνήση την ουσίαν του Θεού. και παραπληκτίσωμεν άμφω εις Θεού μυστήρια    51  . καγώ την γέννησιν του Υιού φυσιολογήσω. εις το  αυτό έργον του ο Αυγουστίνος ομολογεί. όπως είδαμεν. Ούτως η  υπόσχεσίς του. προωρισμένος να μείνη ανεκπλήρωτος. αλλά ομολογεί. τους οποίους ο άγιος  Γρηγόριος ο Θεολόγος προκαλεί λέγων. ως ο ίδιος μας  πληροφορεί. ότι η  απάντησις θα δοθή εις την άλλην ζωήν. 47 Ως εκ τούτου δεν γνωρίζει ο  Αυγουστίνος διατί το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός.40 την γέννησιν του Υιού. Συνόδου.  Η σύγχυσις αυτή των προαιωνίων ενεργειών του Θεού (ως της γνώσεως και  της αγάπης) μετά της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου  Πνεύματος προέρχεται από την υπό του Αυγουστίνου ταύτισιν θείας ουσίας  και θείων προαιωνίων ενεργειών και από την κατά συνέπειαν έρευναν περί  της ουσίας του Θεού. κατέβαλον παρομοίαν  προσπάθειαν εις την Ανατολήν οι αιρετικοί Ευνομιανοί. "τίς ουν η εκπόρευσις.Τυφλόν και τους Αντιοχείς. 45 Συμπεραίνει δέ. Ειπέ συ την  αγεννησίαν του Πατρός.44 και εδημοσίευσαν. Ο Αυγουστίνος όμως συγχέει τας προαιωνίους  ενεργείας του Θεού με την γέννησιν και εκπόρευσιν και εφόσον αι ενέργειαι  των Τριών Προσώπων είναι ταυτόν κατά φυσικόν τρόπον συγχέει  ουσιαστικώς την γέννησιν με την εκπόρευσιν. πριν προλάβη να φθάση εις το τελευταίον θέμα.42 και θα εξηγήση διατί το Άγιον Πνεύμα δεν  είναι Υιός. απλούστατα διότι δεν  γεννάται αλλά εκπορεύεται.43 Όμως.32   Σημειωθήτω.48 Η δε ιδιαιτέρα διάκρισις του Πατρός είναι ότι  είναι εξ ουδενός. και απέθανε χωρίς ποτέ να μάθη την σημασίαν και αιτίαν της  διακρίσεως ταύτης. ότι το έργον αυτό το επεράτωσε 47 έτη. οι φίλοι  του ανυπομονούντες του αφήρεσαν εν αγνοία του. όπερ συνεπάγεται την σύγχυσιν των υποστατικών ιδιοτήτων εκ της  συγχύσεως θείας ουσίας και θείων υποστάσεων.30   Ο ιερός Αυγουστίνος αναφέρει εις το περί Αγίας Τριάδος έργον του31 την  διάκρισιν αυτήν μεταξύ ουσίας και υποστάσεων. ίνα μη  συγχέωνται τα πρόσωπα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. όσα είχε μέχρι τότε γράψει. ότι θα εξηγήση διατί το Άγιον Πνεύμα δεν λέγεται ή δεν είναι  και Αυτό Υιός παρέμεινεν εις το έργον. Σημειωτέον. μετά την Β' Οικ.

55   Δια να καταλάβη ο αναγνώστης τα περί Αυγουστίνου επικρατούντα εν τη  Δύσει ίσως πρέπει να λάβη υπ' όψιν μίαν επιβλαβή δια το έθνος ημών θεωρίαν  διαμαρτυρομένων καθηγητών σοβαρών Πανεπιστημίων. ως λέγουν. βαδίζοντες τον δρόμον  της αναπτύξεως των δογμάτων και της προόδου. ως κάμουν μέχρι σήμερον οι απόγονοι  αυτών Παπικοί και Προτεστάνται. ότι δεν δύναται  παρά να υπάρχη απόλυτος συμφωνία μεταξύ του Αυγουστίνου και των  ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. ότι την ενοχήν  του Αδάμ εκληρονόμησαν όλοι οι απόγονοι αυτού και ούτως η δικαιοσύνη του  Θεού κατεδίκασεν εις κόλασιν όλην την ανθρωπότητα και επέβαλεν εις αυτήν    52  . βάσει των  προϋποθέσεων των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και της Β' Οικ.  ηρμήνευσαν ορθώς μόνον ο Αυγουστίνος.56  η οποία υπάρχει μέχρι σήμερον εν χρήσει εις διδακτικά εγχειρίδια. αυταπάτην του Αυγουστίνου. Κύρου όστις κατηγόρησε τον Κύριλλον Αλεξανδρείας. ότι οι  ελληνόφωνοι Ρωμαίοι μετά τον Δαμασκηνόν δεν έμειναν πιστοί εις το πνεύμα  και το δόγμα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και των Οικουμενικών  Συνόδων.57 ότι ο απόστολος Παύλος διδάσκει. Επηρεασμένοι οι  Φραγκολατίνοι από τον μεγάλον σεβασμόν του Αυγουστίνου και των άλλων  λατινοφώνων Πατέρων προς τους ελληνόφωνας Πατέρας. ο Λούθηρος και ο Καλβίνος. Ούτω το Filioque του Αυγουστίνου δεν  δύναται να είναι αντίθετον εις την θεολογίαν των ελληνοφώνων.49 Έχων ταύτα υπ' όψιν καταλαβαίνει κανείς πλήρως τον  σκανδαλισμόν των ελληνοφώνων Ρωμαίων.παρακύπτοντες". ότι περί του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. ότι εν αντιθέσει προς τον γνήσιον αυγουστίνειον  Προτεσταντισμόν. παρεσύρθησαν εις το συμπέρασμα. αλλά παρέμειναν στάσιμοι και περιέπεσαν εις αίρεσιν. Συνόδου. όταν έγινε γνωστή εις αυτούς η  θεολογία των Φραγκολατίνων. αλλά  αποτελεί ανάπτυξιν και διασάφησιν του εν λόγω δόγματος. και ότι μόνον  αυτοί.51   Σημειωτέον μάλιστα. αλλά παρεσύρθη από  κάποιον αρχαίον αιρετικόν ονόματι Θεοδώριχον. Αυτή  είναι μία άλλη όψις του ισχυρισμού.  δηλητηριάζουσα ούτω μέλλοντας ηγέτας εις βάρος των Ελλήνων.54 Ίσως δεν πρέπει  να λησμονήσωμεν ότι τω 1054 οι Φραγκολατίνοι αφώρισαν τον Πατριάρχην  Κωνσταντινουπόλεως με την κατηγορίαν.  Ούτω παρουσιάζουν οι Φραγκολατίνοι.50   Πάντως η πλέον παράδοξος δια τους Ρωμηούς εξέλιξις της δυτικής  παραδόσεως είναι ο κωμικός ισχυρισμός των Φραγκολατίνων. ότι ακολουθεί πιστώς την  ρωμαίϊκην παράδοσιν.53 Εννοεί προφανώς τον  Θεοδώρητον. ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες  ουδέποτε κατηνόησαν τον απόστολον Παύλον. οι Φραγκολατίνοι δηλαδή.  Δηλαδή ισχυρίζονται οι ακολουθούντες κατά γράμμα τον Αυγουστίνον  Διαμαρτυρόμενοι ούτοι. ότι εις το σημείον τούτο ο Δαμασκηνός  δεν ακολουθεί τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας. ηννόησαν ορθώς τους ελληνόφωνας  Ρωμαίους Πατέρας και τας Οικουμενικάς Συνόδους. η Ορθοδοξία των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων είναι  μία εξελληνισθείσα και άρα ειδωλολατρική μορφή του Χριστιανισμού. καθ' ήν  ισχυρίζονται.52 ο Θωμάς ο Ακινάτης. ο μέγιστος  των σχολαστικών θεολόγων γράφει. ως και από την  πεποίθησιν. τον οποίον. ότι  διδάσκει εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. ότι οι "Γραικοί" απέκοψαν το  Filioque από το Σύμβολον της πίστεως. όστις  συνοψίζων την διδασκαλίαν των Πατέρων γράφει ρητώς. ότι το Πνεύμα το  Άγιον εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός. ως του Βερολίνου. τους ελληνόφωνας Πατέρας ως  προδρόμους και κήρυκας και οπαδούς του Filioque.

 αλλά και της αντιπαθείας των Προτεσταντών. και θέλει την σωτηρίαν των αμαρτωλών. με αποτέλεσμα να προσέλθη εις το βάπτισμά του.την ποινήν του θανάτου. έχων    53  . ότι ο κατ' εξοχήν υπεύθυνος δια την απόσπασίν του από τον  Μανιχαϊσμόν και την εις Χριστόν μεταστροφήν του. εκλονίσθησαν αι περί Παλαιάς Διαθήκης  μανιχαϊκαί προκαταλήψεις του και έμαθε να εκτιμά την ορθόδοξον ερμηνείαν  των προφητών. Οι μη  εκλεγέντες δεν δύνανται να παραπονούνται.  αν και δεν τους αξίζει. Κατά την αξίαν της κληρονομικής ταύτης ενοχής  αξίζει εις όλους η κόλασις.58   Εκείνο το οποίον προξενεί εντύπωσιν εις τον ορθόδοξον μελετητήν είναι το  γεγονός. εσταυρώθη δια τους  αμαρτωλούς. αλλ' ούτε ημπορεί να θέλη να κάμη τοιαύτα  έργα.59  Θα ανέμενέ τις.  οι οποίοι έχοντες την πεποίθησιν της σωτηρίας των υπερβαίνουν τον φόβον  της κολάσεως.  ο Αυγουστίνος άφησε την μελέτην εις την μέσην διότι. Πάντως κατανοεί  πλήρως κανείς διατί ο άγιος Ιωάννης ο Κασσιανός άμα τω ακούσματι των  ανωτέρω του Αυγουστίνου έκρουσεν αμέσως τον κώδωνα του κινδύνου. αφού ως συνένοχοι δια την  αμαρτίαν του Αδάμ τιμωρούνται δικαίως. ήτο ο άγιος Αμβρόσιος. διότι τους εδόθη η σωτηρία απολύτως δωρεάν. Ο Θεός όμως επειδή ήθελεν. εξέλεξεν εκ των  ανθρώπων μίαν ομάδα και προώρισεν αυτήν δια την σωτηρίαν. Ο Θεός επομένως βραβεύει το δώρον Του. να μελετήση τον προφήτην Ησαΐαν. Απλώς πρέπει  να ευχαριστήσουν τον Θεόν. δεν τον εκατάλαβεν. ότι ως ο Αμβρόσιος ούτω και ο Αυγουστίνος θα ήτο οπαδός  της θεολογίας των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και δεν θα ήρχετο εις  ρήξιν με τα εν τη Δύσει πνευματικά τέκνα του Χρυσοστόμου. Ούτε δύνανται οι σεσωσμένοι να  υπερηφανεύωνται ωσάν να απολαμβάνουν εκείνα τα οποία τους αξίζουν  (αφού εις αυτούς ως και εις τους απολωλότας αξίζει η κόλασις). ότι εις τας "Εξομολογήσεις" του ο Αυγουστίνος δίδει ζωηρώς την  εντύπωσιν. ως και της αιτίας της εν τη Δύσει Ιεράς Εξετάσεως των  Παπικών. ότι ο Χριστός αγαπά τους αμαρτωλούς. όχι  απλώς του μίσους των Φράγκων κατά των κατ' αυτούς αιρετικών Γραικών  αλλά και της αιτίας του μέχρι θανάτου διωγμού των Ρωμηών κατά την  Φραγκοκρατίαν. δεν εννοεί όλους τους  αμαρτωλούς.   Εις αυτά βλέπει κανείς σαφώς τας θεολογικάς εκείνας προϋποθέσεις. τα οποία παρηκολούθει εις τας τάξεις των κατηχουμένων καθ'  εκάστην Κυριακήν εις τα Μεδιόλανα. αλλά μόνον τους προωρισμένους δια την σωτηρίαν αμαρτωλούς.  Ο Αυγουστίνος μας πληροφορεί. Επομένως η σωτηρία δεν είναι συνέργεια μεταξύ Θεού και  ανθρώπου αλλά ενέργεια του Θεού επί του ανθρώπου.61 Όταν όμως ο Αμβρόσιος ανέθεσεν εις τον Αυγουστίνον. Όπου δε η Αγία Γραφή  αναφέρει.62 Αντ' αυτού ησχολήθη με την  φιλοσοφίαν.  προπαρασκευαζόμενον δια το βάπτισμα. ως μας πληροφορεί εις  τας "Εξομολογήσεις" του.60  Δυστυχώς δεν εισηκούσθη όσον θα έπρεπε και όταν πλέον ενεφανίσθη ο  Αυγουστίνος με την πανοπλίαν του Φράγκου κατακτητού πρώτον εν Ιταλία  και εν συνεχεία με τας σταυροφορίας εις την Ανατολήν ήτο πλέον αργά. Δια τούτο η σωστική χάρις  του Θεού ενεργεί ακαταγωνίστως και δίδεται μόνον εις τους προωρισμένους.  Τα απαραίτητα προς σωτηρίαν καλά έργα δεν είναι των σεσωσμένων αλλά  της χάριτος του Θεού. ότι εξ αιτίας των κηρυγμάτων του  Αμβροσίου. διότι ο άνθρωπος χωρίς χάριν όχι μόνον δεν δύναται να  κάμη καλά και αξιόμισθα έργα. Εκ τούτων δύναταί  τις να αξιολογήση τας εις τα τοιαύτα απαντήσεις των Ορθοδόξων εν τω  δευτέρω τόμω.

 1347 και  1351. ότι οι προφήται και οι απόστολοι δεν  επαρουσίαζον κατά τας προς αυτούς θεοφανείας και αποκαλύψεις του  Αγγέλου του Κυρίου και της δόξης Αυτού φαινόμενα και κατάστασιν  ανάλογον προς την νεοπλατωνικήν έκστασιν. αποτελούμενον από τον αμετάβλητον δια τους ευδαίμονας  ουρανόν.68 και η οποία εν τω προσώπω του εκ  Καλαβρίας Βαρλαάμ κατεδικάσθη εν Κωνσταντινουπόλει τω 1341.69   Εν αντιθέσει προς την θεολογίαν των Πατέρων ο Αυγουστίνος διδάσκει ότι οι  σεσωσμένοι θα ίδουν δια της χάριτος και δια της λογικής των την ουσίαν του  Θεού και τα εν αυτή αρχέτυπα των όντων.75 αλλά  μόνον γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα. το θυμοειδές.67 η οποία επεκράτησεν  εις την φραγκολατινικήν παράδοσιν. ως γράφει εις το "Contra Academicos". Αφού οι  Φραγκολατίνοι επίστευσαν.63   Το παράδοξον εκ της ιστορίας ταύτης είναι ότι ο άγιος Αμβρόσιος.78  Μάλιστα η επικράτησις της Αυγουστινείου αντιλήψεως περί αποκαλύψεως  εξησθένησε σημαντικώς την χριστιανικήν εν τη Δύσει θεολογίαν της Παλαιάς  Διαθήκης έναντι των Εβραίων.70 Δια της οράσεως ταύτης της θείας  ουσίας θα απαλλαγούν αι ψυχαί από το επιθυμητικόν. μέσω της Αγίας  Γραφής και των κτισμάτων. τα τόσον γνωστά μέσω  των Dante και John Milton αλλά απαράδεκτα εις τους Πατέρας. ως θα είδωμεν εν τω οικείω τόπω.65 και ακολουθεί την ορθόδοξον διδασκαλίαν περί  αποκαλύψεως του Θεού εις τους προφήτας και τους αποστόλους. συμβολίζοντα τον Θεόν και  χρησιμεύοντα δια την μετάδοσιν μηνυμάτων Αυτού προς τους ανθρώπους. ότι δύναταί τις  εν τη ζωή ταύτη να φθάση εις ένδρασιν των εν τη θεία ουσία αρχετύπων των  όντων δια της εκστάσεως της λογικής. ομού μετά  των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.  Ο ιερός Αυγουστίνος βλέπων. ότι οι κολασμένοι δεν βλέπουν τι το άκτιστον  εξέλαβον το πυρ το αιώνιον της Αγίας Γραφής ως κτιστόν. εκ του σώματος και των του χρόνου72 ή  οφείλει να γνωρίση αυτά δια του φωτισμού της λογικής. συμπεριλαμβανομένου και του Αμβροσίου. και ούτω θα γίνουν αμεταβλήτως ευδαίμονες. οίτινες ουδέν ουσιαστικόν πρόβλημα    54  .74 Συνεπεία τούτου  εφαντάσθησαν. απορρίπτει ρητώς το επί υπερβατικών  αμεταβλήτων ιδεών βασιζόμενον πλατωνικόν και νεοπλατωνικόν σύστημα. προς βαθυτέραν κατανόησιν των ειδών ή των  αρχετύπων λόγων και δι' αυτών του Θεού.  ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των Πλατωνικών και της Αγίας Γραφής.73   Αι προϋποθέσεις αυταί εν συνδυασμώ με τας περί αμαρτίας και προορισμού  διδασκαλίας του Αυγουστίνου ωδήγησαν εις τα περί κολάσεως και  καθαρτηρίου πυρός δόγματα των Φραγκολατίνων. την μεταβλητήν δια την δοκιμασίαν των ανθρώπων γήν.71 Επεκτεινόμενος  επί των νεοπλατωνικών τούτων προϋποθέσεων παραδέχεται.77 και  συμφωνεί κατ' ουσίαν με τας επί του θέματος γνωσιολογικάς προϋποθέσεις  των Αρειανών και των Ευνομιανών. τον κόσμον της σωτηρίας και της απωλείας  τριόφορον. κατέληξεν εις το συμπέρασμα.76  Εις το σημείον αυτό ο Αυγουστίνος διαφέρει των ορθοδόξων ελληνοφώνων  και λατινοφώνων Πατέρων.66 ενώ ο  Αυγουστίνος δημιουργεί μίαν πρωτότυπον σύνθεσιν.64  το οποίον ο Αυγουστίνος και οι Φράγκοι μέχρι του Ουιλιέλμου Όκκαμ  ουδέποτε ημφισβήτησαν.  ότι οι απόστολοι και οι προφήται δεν είδον τον άκτιστον Λόγον εν τη ακτίστω  δόξη Αυτού.σχηματίσει την απόλυτον πεποίθησιν. και τα  μεταβλητά. εξαιρέσει ίσως του Μωϋσέως και του αποστόλου Παύλου. ως και οι αρχαίοι. και τα  μεταβλητά δια τους κολασμένους και καθαριζομένους καταχθόνια.

 ως να επρόκειτο περί της  υπό του Θεού θαμβώσεως κατωτέρας νοήσεως ανθρώπων μέσω  καταπληκτικών φυσικο‐υπερφυσικών φαινομένων. ήτις  εγκαταλείψασα την πατερικήν αποφατικήν της θεώσεως ερμηνευτικήν  παράδοσιν επέβαλεν επί της Αγίας Γραφής μίαν ξένην προς αυτήν  ειδωλολατρικήν κοσμοθεωρίαν.  Η βασική αδυναμία της αυγουστινείου θεολογίας της φραγκολατινικής  παραδόσεως και η αιτία της πτώσεως αυτής εν τη συγχρόνω δυτική σκέψει  είναι η αντίληψις ότι ο άνθρωπος είναι δυνατόν να συλλάβη λογικώς το  άκτιστον και την ουσίαν αυτού δια των αρχετύπων των όντων. 79   Σημειωτέον ότι εξ αιτίας του Αυγουστίνου αγνοούντες την αποφατικήν  γλώσσαν της Αγίας Γραφής ωδηγήθησαν όχι μόνον εις τας δεισιδαιμονικάς  των περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός αντιλήψεις. ως θα είδωμεν. με αποτέλεσμα να μη κατανοή πλέον τον  αποφατικόν τρόπον χρήσεως των περί Θεού και της παρουσίας Αυτού και της  μεθέξεως της χάριτος Αυτού ονομάτων. 2) τα εκ του σκεπτικισμού τεθέντα προβλήματα.  ήτις κατανοείται δια του ηγεμονικού.  Βάσει των ανωτέρω προβλημάτων η πλατωνική φιλοσοφία εδίδαξε τον  Αυγουστίνον α) περί της υπάρξεως μιας πέραν της ύλης πραγματικότητος. 84     55  . β) περί της βεβαίας γνώσεως αυτής. και 3) τα εκ της σαρκός προσωπικά προβλήματα. και  γ) περί της ευδαίμονος ζωής δια της υπερβάσεως των μεταβλητών και δια της  ενώσεως μετά της πνευματικής και αμεταβλήτου πραγματικότητος. ίνα γίνουν τα υπόλοιπα  αποδεκτά από τον σύγχρονον άνθρωπον. να απομυθεύσουν την Αγίαν Γραφήν από τα εν  αυτή δήθεν κοσμοείδωλα και δεισιδαιμονικά στοιχεία. αλλά και εις την  εγκατάληψιν της υφ' όλων των αρχαίων Πατέρων και εκκλησιαστικών  συγγραφέων ταυτίσεως της βασιλείας και της δόξης του Θεού80 και εις  υιοθέτησιν της υπό του Αυγουστίνου ταυτίσεως της βασιλείας μετά της  Εκκλησίας81 και ούτως εις τας ατέρμονας περί ανυπάρκτου προβλήματος  συζητήσεις των νεωτέρων ετεροδόξων ερμηνευτών περί  πραγματοποιουμένης ή μελλοντικής εσχατολογίας ή συνδυασμού των δύο εν  τη πρώτη Εκκλησία.83 Όμως δεν είναι η Αγία Γραφή η  χρήζουσα απομυθεύσεως. βάσει  του ισχυρισμού των λεγομένων ακαδημαϊκών ότι τίποτε το θετικώς και  απολύτως και μετά βεβαιότητος γνωστόν δύναται να υπάρχη εν τη ζωή  ταύτη.82   Επίσης οι Δυτικοί ακολουθούντες τον Αυγουστίνον ηρμήνευσαν τας  θεοφανείας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. αλλά η αυγουστίνειος ερμηνευτική παράδοσις. εφόσον αι αντιτιθέμεναι αύται  δυνάμεις είναι η μόνη και υψίστη κατ' αυτούς πραγματικότης εξ ής  συνίστανται τα πάντα.συναντούν εις την ανατροπήν των παλαιοτέρων περί Παλαιάς Διαθήκης  θέσεων των δυτικών θεολόγων. Επειδή τοιαύται ερμηνείαι απομακρύνουν πολλούς από τον  Χριστιανισμόν ανέλαβον τινές. κατέληξε δυστυχώς ο  Αυγουστίνος εις την πλατωνικήν φιλοσοφίαν προ του βαπτίσματός του και  ουδέποτε εγκατέλειψε τας προϋποθέσεις της φιλοσοφίας ταύτης εις τας  οποίας καθυπέταξε το χριστιανικόν δόγμα.  Ίνα υπερβή 1) τα εκ των Μανιχαίων τεθέντα προβλήματα βάσει του  ισχυρισμού αυτών ότι ο άνθρωπος δύναται να συλλάβη μόνον τα υλικά  κατηγορήματα του φωτός και του σκότους. Αι  προϋποθέσεις αύται ως ρίζαν έχουν την εκ μέρους του Αυγουστίνου  αντιμετώπισιν ωρισμένων συγκεκριμένων προσωπικών προβλημάτων. υποπιπτόντων εις τας  αισθήσεις αυτών.

 η  μεσαιωνική πεποίθησις των Φραγκολατίνων περί της υπάρξεως αμεταβλήτων  ειδών εγκατελείφθη αμεταστρεπτί υπό των εκατομμυρίων πνευματικών  απογόνων αυτών και ως εκ τούτου διαμφισβητείται η ύπαρξις αμεταβλήτου  κριτηρίου της ηθικής ως και η δυνατότης εκπληρώσεως της επιθυμίας του  ανθρώπου. ότε διεδόθησαν αι  αρχαί της Σχολαστικής θεολογίας τόσον ώστε να καταντήσουν οι Ρώσσοι  θεολόγοι να γράφουν και να διδάσκουν με όλας τας συνεπείας Λατινιστί.  αποστόλων και αγίων είναι το θεμέλιον του αλαθήτου της Ορθοδόξου  Εκκλησίας ως και της θεολογικής μεθόδου Αυτής.Πάντως μόνον μετά το βάπτισμα κατηνόησε την περί ενσαρκώσεως του  Λόγου διδασκαλίαν της Εκκλησίας και ούτω μόνον τότε κατάλαβε την  διαφοράν ταύτην μεταξύ Ορθοδόξων και Πλατωνικών.  Το δράμα της Ρωσσίας ήρχισε κυρίως επί Μεγάλου Πέτρου. ούτε την αποστολικήν ευσέβειαν να φθάσωμεν. και άρα ούτε τον  προορισμόν μας να γνωρίζωμεν.  Το παράδοξον είναι. και οι απλοϊκοί  άπιστοι οι οποίοι αγνοούν και την οδόν και τον προορισμόν των.88  Κατά τα τέλη του παρελθόντος αιώνος ήρχισε μία ισχυρά επάνοδος εις την  θεολογίαν των Ρωμαίων Πατέρων.  Εγκαταλείψαντες οι Φραγκολατίνοι την εν Χριστώ ένωσιν των θεουμένων. κοινωνιολογίαν.89 και την Σερβίαν. Το ίδιον παρατηρείται και εις την  Ρουμανίαν. ενώ οι Πλατωνικοί γνωρίζουν που πρέπει να υπάγουν  αλλά δεν γνωρίζουν αυτήν την οδόν. ιστοριογραφίαν. εις την ψυχολογίαν. Μετά είναι οι απλοϊκοί πιστοί οι οποίοι  δεν γνωρίζουν που υπάγουν.90 εις ωρισμένους τουλάχιστον θεολόγους. αντικατέστησαν  εν καιρώ το αλάθητον της κοινωνίας των θεουμένων και των μετ' αυτών    56  . ότι πολλοί εκ των κληρονόμων του φραγκολατινικού  αυγουστινείου πολιτισμού απομακρύνονται σήμερον από τον Χριστιανισμόν. εις τας  θετικάς επιστήμας και την ανθρωπολογίαν και παλαιοντολογίαν. δι' ευδαιμονίαν εις υπερβατικήν στατικήν και αμετάβλητον  δουλοπρεπή κατάστασιν.   Αλλ' ίνα ολοκληρωθή η επάνοδος αυτή και καρποφορήση πρέπει να  απελευθερωθούν οι Ρωμαίοι Πατέρες από την ερμηνευτικήν περί αυτών  παράδοσιν των Φραγκολατίνων και των απογόνων αυτών.  επειδή δεν δύνανται πλέον να πιστεύσουν εις διδασκαλίας.   Η επάνοδος όμως εις την θεολογίαν και πνευματικότητα των αγίων Πατέρων  είναι απαραίτητος.  δηλαδή τον Χριστόν. ούτε την Αγίαν Γραφήν να ερμηνεύσωμεν. Προς τούτο είναι  απαραίτητος η σαφής και ακριβής διάκρισις μεταξύ της πατερικής και της  αυγουστινείου θεολογικής μεθόδου. τας οποίας  απεκήρυξαν οι Πατέρες γνωρίσαντες τον Χριστόν.86 Επομένως η μόνη διαφορά μεταξύ των είναι κατά τον Αυγουστίνον  ότι οι πνεύμα έχοντες Χριστιανοί γνωρίζουν που υπάγουν και την οδόν.  δηλαδή την περί θεώσεως και θεολογίας διδασκαλίαν αυτών. Δηλαδή η εν Χριστώ κοινωνία των προφητών. αλλά ακολουθούν την οδόν.87   Υπό την πίεσιν των συγχρόνων εξελίξεων εις την γνωσιολογίαν και πολιτικήν  φιλοσοφίαν. ότι η Εκκλησία και οι Πλατωνικοί συμφωνούν  εις τας περί Αγίας Τριάδος και προορισμού του ανθρώπου διδασκαλίας  αυτών.  Εις τους Πατέρας το κριτήριον της αληθείας και των δογμάτων είναι η εν Θεώ  θεωρία των θεουμένων.85 Ουδέποτε όμως  εγκατέλειψε την γνώμην του. διότι άνευ των θεουμένων ούτε οδηγούς δυνάμεθα να  έχωμεν.

 της χάριτος και της  αληθείας με το αλάθητον του φραγκολατίνου Πάπα της Ρώμης. όστις εν τω αποκαλύπτοντι και κατά φύσιν  δοτήρι Πνεύματι Αυτού χαρίζει την αποκάλυψιν και μέθεξιν της δωρεάς τοις  ανθρώποις μέσω των προφητών. και 3) τον  δέκτην. των αγίων και του  ιερατείου. 1) Τον  αποκαλύπτοντα και δοτήρα. Η δωρεά της αποκαλύψεως και μεθέξεως της δόξης του Θεού δια  του Αγγέλου του Θεού εν τω Πνεύματι Αυτού τοις προφήταις και τω λαώ του  Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη. όστις ιδέαν  δεν έχει περί της θεώσεως και της επ' αυτής ερειδομένης θεολογίας των  προφητών.     Η' Η Αποκάλυψις.  2) Η αποκαλυπτομένη και μετεχομένη δωρεά της οποίας την μέθεξιν χαρίζει ο  Χριστός εκ του Πατρός εν Πνεύματι Αγίω εις τον λαόν του Θεού. Εις την Παλαιάν Διαθήκην ο Χριστός απεκάλυπτεν Εαυτόν ασάρκως  και εν Εαυτώ τον Πατέρα δια Πνεύματος Αγίου εις τους προφήτας φίλους  Αυτού.κοινωνούντων της αποστολικής διαδοχής της χειροτονίας. αποστόλων και  αγίων.1 Εν τω ενσαρκωθέντι Λόγω  κατηργήθη ο θάνατος.2 Αι πύλαι του Άδου ή του θανάτου  κατίσχυον της Εκκλησίας εν τη Παλαιά Διαθήκη. των αποστόλων και των αγίων. μέσω των  προφητών. και ο έχων το κράτος αυτού εστερήθη της κυριαρχίας  ήν εξήσκει αδίκως επί των δικαίων. διότι και εις τας δύο Διαθήκας είναι ο Χριστός. η Αγία Γραφή και το Αλάθητον  Το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως είναι ο Χριστός και η μετ' Αυτού κοινωνία  και η περί Αυτού μαρτυρία των φίλων Αυτού προφητών. η Ιερά Παράδοσις. φύλακα και μεταδότην της αποκαλυπτομένης δωρεάς.  Όστις αποκαλύπτει τον Θεόν.  Μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ναι μεν υπάρχει ταυτότης της πηγής της  αποκαλυπτομένης δωρεάς. διότι και αυτός υπήρξε κατ' εξοχήν κατασκεύασμα του  Αυγουστίνου και του φραγκολατινικού πολιτισμού. συμπεριλαμβάνει εν τη ενσαρκώσει και την  ανθρωπίνην φύσιν του Θεού Λόγου. Ο απεσταλμένος μεταφορεύς και εν  Εαυτώ κατά φύσιν φέρων και αποκαλύπτων τον Θεόν και την Αυτού δωρεάν  δοτήρ είναι ο Λόγος του Θεού.  Εν τη αποκαλύψει ως και εν τη Ιερά Παραδόσει έχομεν τρία τινα. οδηγεί και σώζει τον λαόν Του. αλλά υπάρχει ριζική διαφορά. αποστόλους και αγίους. αποστόλων και αγίων είναι η άκτιστος φυσική δόξα του Χριστού. δια των  θεουμένων φίλων Αυτού. των αποστόλων. 2) το αποκαλυπτόμενον ή την δωρεάν. μετά δε την ενανθρώπησιν Αυτού εν σαρκί εις τους φίλους Αυτού  προφήτας.  1) Ο αποκαλύπτων δοτήρ είναι ο Θεός.  Ενώ ο λαός του Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη είχε μέθεξιν και πρόγευσιν της  δόξης του Χριστού. αλλά δια της εν Χριστώ  πρώτης αναστάσεως των αγίων και της καταργήσεως του πρώτου θανάτου    57  . Υπό το κράτος του θανάτου ή εις τον Άδην ευρίσκοντο όχι μόνον οι  άδικοι αλλά και οι δίκαιοι φίλοι του Θεού.  ήτις αμερίστως μερίζεται εν μεριστοίς κατά την αξίαν ή προετοιμασίαν των  ανθρώπων. Αλλ' ούτε ο Προτεσταντισμός  υπωπτεύθη ποτέ την ύπαρξιν της τοιαύτης επί της θεώσεως ερειδομένης  θεολογίας. παρά ταύτα εκυριάρχει επ' αυτού ο διάβολος δια του  θανάτου. Την διαφοράν ταύτην  συνοψίζομεν ως εξής.

3 Πρό της ενσαρκώσεως η μέθεξις της δόξης ή  βασιλείας του Λόγου υπό των προφητών και των πιστών ήτο προσωρινή. αγιαστικόν και θεωτικόν. ουδέποτε όμως διαφέρει αυτών.8   Η εκ των προφητών.7 Την έμμεσον ταύτην περί Θεού  γνώσιν μεταδίδει ο Λόγος του Θεού δια των προφητών. Δια τούτο ψευδοπροφήτης και ψευδαπόστολος και  ψευδοάγιος ή ψευδοθεούμενος διδάσκει αντίθετα προς την διδασκαλίαν της  Αγίας Γραφής και των θεουμένων. αποστόλων και αγίων  προφορικώς και γραπτώς εν νοήμασι μέσω εικόνων και ρητών.5   Αυτή η εν τω λαώ του Θεού ενέργεια του Λόγου προ και μετά την ενσάρκωσιν  Αυτού είναι η Παρακαταθήκη της πίστεως. ήτις μεταδίδεται και μετέχεται δια του μυστηρίου της δόξης  και βασιλείας ή δια του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως. Υπάρχει μεταξύ αυτών  ερμηνευτική ταυτότης.6 ως και το κέντρον και η  μορφοποιός δύναμις της Ιεράς Παραδόσεως και η κεντρική διδασκαλία της  Αγίας Γραφής. ως και ο παραμένων εν Πνεύματι Αγίω πιστός εις τους θεουμένους  και την διδασκαλίαν αυτών λαός του Θεού. Όστις τω Πνεύματι Αυτού ενεφάνισεν εν  Εαυτώ τον Πατέρα Θεόν και επ' εσχάτων των ημερών εγεννήθη ως άνθρωπος  εκ της Θεοτόκου.   3) Ο δέκτης. είναι Αυτός η Παρακαταθήκη ήν παραλαμβάνει και  παραδίδει η Ιεραρχία από γενεάς εις γενεάν κατά την θείαν Ευχαριστίαν εις  τους επισκόπους και τους πρεσβυτέρους κατά την ημέραν της χειροτονίας    58  . αλλ' είναι πάντοτε  σύμφωνος προς ταύτα. την φύλαξιν και την  μετάδοσιν ή παράδοσιν της αποκαλυπτομένης και σωστικής.  Η δύναμις ήτις καθιστά δυνατήν την αποδοχήν. και  από τους αποστόλους και τους αγίους νοήματα και εικόνας εν κτιστοίς  ρήμασι. Ο λαός  λαμβάνει από τους θεουμένους προφήτας. φύλαξ και μεταδότης της θείας ταύτης αποκαλύψεως και δωρεάς  είναι ο δια της θεώσεως γενόμενος προφήτης. σωστικόν. Η  δε άμεσος υπό των θεουμένων γνώσις του Θεού υπερβαίνει τα περί Θεού  σύμβολα ταύτα. δηλαδή της Παρακαταθήκης της εν τω  σαρκωθέντι Λόγω ως άνω ενεργείας και χάριτος. από τον ενσαρκωθέντα Λόγον. και ο λαός του Θεού λαμβάνει μέσω των θεουμένων φίλων του  Χριστού έμμεσον γνώσιν περί του Θεού.  απόστολος και άγιος λαμβάνει άμεσον γνώσιν του Θεού δια του Χριστού εν  Πνεύματι. εν  δε τω θανάτω και τη αναστάσει του ενσαρκωθέντος Λόγου κατέστη μόνιμος. Όπως η άμεσος και έμμεσος γνώσις πάντοτε  συμφωνούν ούτω και οι έχοντες την άμεσον γνώσιν πάντοτε συμφωνούν  μεταξύ των και κατανοούν τα νοήματα αλλήλων.4  Και εις τας δύο Διαθήκας η μέθεξις εις την δόξαν ή βασιλείαν του Χριστού έχει  χαρακτήρα αποκαλυπτικόν. αν και προ  της ενσαρκώσεως δεν ήτο μόνιμος. αγιαστικής και  θεωτικής δωρεάς του Θεού. εις τα συγγράμματα των  Πατέρων και εις τας αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. ενώ οι διαβεβηκότες εν θεωρία θεούμενοι βλέπουν αοράτως τα  αόρατα. ακούουν ανηκούστως τα ανήκουστα και τα άρρητα και νοούν  υπερνοητώς τα υπέρ την νόησιν και την λογικήν μυστήρια της βασιλείας.έπαυσαν να κατισχύουν Αυτής. είναι αυτή αύτη η  Παρακαταθήκη. εις την  λειτουργικήν και μυστηριακήν ζωήν της Εκκλησίας. απόστολος και άγιος της  Εκκλησίας. εκ του ενσαρκωθέντος Λόγου και εκ των αποστόλων  έμμεσος γνώσις περί του Θεού εμπεριέχεται εις την Αγίαν Γραφήν.9   Ο εμφανίσας Εαυτόν εν δόξη ασάρκως τοις προφήταις και εν σαρκί αυτοίς και  τοις αποστόλοις Λόγος του Θεού. Ο ούτω θεούμενος προφήτης.

 ουχί παρά την βούλησιν  ακαταγωνίστως. ίνα δια των επισκόπων και των πρεσβυτέρων φυλαχθή και μεταδοθή  προς αγιασμόν και θέωσιν των πιστών. Η Παρακαταθήκη είναι ολόκληρος η άμπελος  μετά των καρποφόρων κλημάτων. προφήτας. αφού.13 ήν εφύτευσεν ο Θεός τη δεξιά Αυτού. του  Ισαάκ και του Ιακώβ. δηλαδή ο σεσαρκωμένος Λόγος του Θεού  σύν τοις μετόχοις του σώματος και της βασιλείας Αυτού αγίοις και πιστοίς. γενικήν τινά της φαντασίας ή της φιλοσοφίας ιδέαν περί Θεού. η Παρακαταθήκη δεν δύναται να  ταυτισθή με το νεκρόν κλήμα. αλλά  πιστεύουν συγκεκριμένως και αποκλειστικώς εις τον Θεόν του Αβραάμ. αρκούνται δε εις τα ρήματα και τα νοήματα αυτών.λ. αποστόλους και αγίους. ο  οίκος του Θεού και το κατοικητήριον των πιστών. φύλακες και μεταδόται της Παρακαταθήκης της Ιεράς  Παραδόσεως διαιρούνται σαφώς και ακριβώς εις γνωστικούς και πιστούς.16  Εξ όλων των μέχρι τούδε λεχθέντων συνάγεται ότι. φυλάσσοντας και μεταδίδοντας με παιδικήν  απλότητα την προφορικήν και γραπτήν περί Θεού μαρτυρίαν και διδασκαλίαν  των θεοπτών πιστούς. Η άμπελος και τα κλήματα ομού είναι  η Εκκλησία.  πρέπει να καθορισθή ορθώς Α) ποίος είναι και πώς καθίσταται ο δέκτης.αυτών. δι' ής κατέστρεψε το βασίλειον του  θανάτου και ανέστησε τας ψυχάς των νεκρών εν τω Άδη και δια του  βαπτίσματος ανιστά τας ψυχάς των κεκαθαρμένων των πεφωτισμένων και  των θεουμένων.14 Αι δε ψυχαί αυταί είναι τα κλήματα της αμπέλου και  γεωργός ο Θεός. οι απόστολοι και οι  άγιοι. δηλαδή τον Εαυτόν Του μετά των  αγγέλων και των φίλων Αυτού προς τελείωσιν του λαού Αυτού.π. Ο Χριστός  είναι η Εκκλησία. οι προφήται. φυλάττει και  μεταδίδει ή παραδίδει την Παρακαταθήκην. των αποστόλων  και των αγίων.  Οι έχοντες την ενδιάθετον πίστιν18 αληθινοί πιστοί δεν παραδέχονται.11 δέχεται. είναι Εκείνος Όστις εν τω  επισκόπω τη ζώση εν τοις μυστηρίοις εικόνι Αυτού.10 Αλλά ο σαρκωθείς Λόγος.  Α) Οι δέκται. Όστις τω  Πνεύματι Αυτού απεκάλυψεν εν Εαυτώ την φυσικήν Αυτού άκτιστον δόξαν  και βασιλείαν και θεότητα του Θεού ασάρκως εν τη Παλαιά Διαθήκη και εν  σαρκί εν τη Καινή Διαθήκη. όπως  είδαμε. φύλαξιν και μετάδοσιν της χάριτος. και 2) εις τους  Πνεύματι Αγίω αποδεχομένους.17  δηλαδή 1) εις τους γνωρίζοντας αμέσως την δόξαν και βασιλείαν του Θεού  γνωστικούς αυτόπτας μάρτυρας της προ και μετά την ενσάρκωσιν φυσικής  θεότητος του Χριστού.  Αποφεύγουν την επιστημονικήν και φιλοσοφικήν μέθοδον ανευρέσεως της  περί Θεού και χάριτος και ενσαρκώσεως και Εκκλησίας κ. ο ίδιος. ίνα έχωμεν ορθήν και  ολοκληρωμένην αντίληψιν περί της Ιεράς Παραδόσεως ή της Παρακαταθήκης.15   Ο Θεός δια του ενσαρκωθέντος Λόγου εν Πνεύματι Αγίω καθιστά δυνατήν την  αποδοχήν. Οι πιστοί αποδέχονται απολύτως και αδιστάκτως  την μαρτυρίαν και περί Θεού διδασκαλίαν των προφητών. αλλ' αντιθέτως τη συνεργεία του ανθρώπου προς  καρποφόρον βλάστησιν των κλημάτων.12 ή η Άμπελος. αλλ'    59  .19 Δηλαδή πιστεύουν εις τον Κύριον της Δόξης.  φύλαξ και μεταδότης της Παρακαταθήκης της πίστεως. δεν είναι στοχασταί διαλεγόμενοι και αναζητούντες την αλήθειαν. αληθείας διότι  α) μεταξύ της αληθείας ταύτης και της εν τω κόσμω επιστημονικής περί της  φύσεως αληθείας ουδεμία ομοιότης υπάρχει και άρα ούτε επιστημονική  μέθοδος υπάρχει γεφυρώσεως της κάτω αληθείας προς την άνω και β) οι  πνευματικοί ηγέται και πατέρες αυτών. και Β) τί και πώς  δέχεται. Το αποκοπτόμενον της αμπέλου άκαρπον και ξηρόν κλήμα παύει  να είναι φορεύς της Παρακαταθήκης. φυλάττει και μεταδίδει. ήτοι  δια της δόξης και της βασιλείας Αυτού.

 δι' αυτών την οικουμένην πάσαν εφώτισεν". Νύν ουν επληρώθη η επαγγελία. Δι' αυτόν τον λόγον οι θεούμενοι  προφήται και απόστολοι και οι ακολουθούντες αυτούς Πατέρες της  Εκκλησίας θεολογούν ουχί στοχαστικώς και διαλεκτικώς αλλά πνευματικώς  εν τω γνόφω της μυστικής θεολογίας. παρ' υμίν μένων. "ταύτα λελάληκα  υμίν. το Πνεύμα της αληθείας"23. δηλαδή της επιδημίας δια μόνιμον μέθεξιν του Παρακλήτου  Πνεύματος και της αποκαλύψεως Αυτού ως υποστάσεως ή προσώπου. "εάν αγαπάτέ με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε. όν εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός.λ.  Επομένως τα λεχθέντα ταύτα του Χριστού περί της υπό του Παρακλήτου  οδηγήσεως των αποστόλων εις πάσαν την αλήθειαν εξεπληρώθησαν την  ημέραν της Πεντηκοστής. της υποστατικής εν Αυτώ  ενώσεως των δύο Αυτού φύσεων. αιωνίου  ζωής επέχοντος λόγον. και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν. Και πάλιν. είναι απαράδεκτος πλάνη και  εντελώς ξένη προς την διδασκαλίαν των Πατέρων της Εκκλησίας και εν  γενικαίς γραμμαίς ομοιάζει με τους καταδικασθέντας ισχυρισμούς των  Μοντανιστών περί της μετά την Πεντηκοστήν οδηγήσεως εις πάσαν την  αλήθειαν.αυτόπται μάρτυρες της εν Χριστώ αληθείας. ό παρά του Πατρός εκπορεύεται. και όλως λαμπάδας ανάψαν θείως.25‐26 : 16. ό πέμψει ο  Πατήρ εν τω ονόματί μου. εκείνος μαρτυρήσει περί εμού. "αλλά και επί το σωτήριον ερχόμενος πάθος προς τους  οικείους μαθητάς έλεγεν.τ. αφού την ημέραν της Πεντηκοστής οι  απόστολοι ωδηγήθησαν εις πάσαν την αλήθειαν υπό του Παρακλήτου  Πνεύματος ως υπεσχέθη εις αυτούς ο Κύριος. ο δε Παράκλητος. το Πνεύμα το Άγιον. ήτις δεν είναι ακόμη η  εμπειρία απάσης της αληθείας. της χάριτος και της δόξης του Χριστού. της  βασιλείας. την οποίαν δεν μανθάνει τις μόνον ούτω και 2)    60  . δηλαδή δια της  εν Θεώ θεωρίας.  Εδώ έχομεν σαφώς την διάκρισιν μεταξύ 1) της υπό του Κυρίου διδασκαλίας  και αποκαλύψεως δια του λόγου και των θαυμάτων. παρά Πατρός τε και Υιού πεμφθέν τε και δοθέν. και  κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον. της  Εκκλησίας. της ομοουσιότητος του Λόγου και του  Αγίου Πνεύματος τω Πατρί.. και  εγώ ερωτήσω τον Πατέρα.22   Συνοψίζων την εν προκειμένω διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας.  μάλλον δε φωστήρας αναδείξαν υπερκοσμίους και παγκοσμίους. της κρίσεως κ. Και πάλιν.12‐13  α) κάμνουν άμεσον λόγον "περί του έργου του Αγίου Πνεύματος εν τη  Εκκλησία μετά την Ανάληψιν του Χριστού και την Πεντηκοστήν" και β)  αναφέρονται εις την οδήγησιν των "πιστών" και γ) αναφέρονται εις την  εκάστοτε οδήγησιν της Εκκλησίας "εις βαθυτέραν κατανόησιν και  εναργεστέραν σύλληψιν των μυστηρίων της δια του Ιησού Χριστού  επιτελεσθείσης σωτηριώδους οικονομίας". "όταν  έλθη ο Παράκλητος. των μυστηρίων της βασιλείας του Θεού. Αναφέρονται εις την εν τη ημέρα ταύτη εμπειρίαν  της θεώσεως.21   Η νεοφανής μεταξύ Ορθοδόξων τινών διδασκαλία ότι τα λόγια του Χριστού  προς τους μαθητάς Αυτού εν τω Ευαγγελίω του Ιωάννου 14. Εκείνα  τα οποία δεν ηδύναντο βαστάζειν οι απόστολοι εν τω 16ω κεφαλαίω του  Ιωάννου εβάσταζον την Πεντηκοστήν δια της θεώσεως αυτών. ίνα μένη μεθ'  υμών εις τον αιώνα. και  οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν". δηλαδή  των αγίων Πατέρων και μάλιστα όλων αυτών ο μέγας της Ορθοδοξίας πατήρ  άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει τα εξής περί της ημέρας της  Πεντηκοστής.20 ήτοι της θεότητος. εκείνος υμάς διδάξει πάντα"24]. το Πνεύμα της  αληθείας.  και τους αγίους μαθητάς περιλάμψαν.

 του φωτισμού και της θεώσεως. εις ά  πιστεύει πεπλανημένως η δυτική Εκκλησία. ίνα με την πάροδον του χρόνου κατανοήση καλύτερον την  αποκάλυψιν δια την ανάπτυξιν των δογμάτων. ότι οφείλει δια των θεολόγων της  να εμβαθύνη. Δηλαδή αυτή η αποκάλυψις μετά την Πεντηκοστήν  είναι απλώς φανέρωσις της δόξης του εν σαρκί Λόγου. Δεν είναι η εμπειρία αυτή όλων των πιστών ή όλων των μελών της  Εκκλησίας αλλά μόνον των γενομένων φίλων του Χριστού αγίων. ανάθεμα έστω".  Αλλά ούτε αποτελεί η εμπειρία αύτη της θεώσεως "εμβάθυνσιν" εις τας ήδη  αποκεκαλυμμένας αληθείας.  ανάθεμα έστω.  Χρειάζεται προσοχή να μη δώσωμεν εις την πατερικήν χρήσιν της λέξεως  αποκάλυψις την δυτικήν της λέξεως σημασίαν. Δεν έχει καθόλου την  σημασίαν της αποκαλύψεως νέων ή συμπληρωματικών αληθειών πέραν των  όσων απεκαλύφθησαν κατά την Πεντηκοστήν. "αλλά και εάν ημείς  ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίσηται υμίν παρ' ό ευηγγελισάμεθα υμίν.  Η Εκκλησία δογματίζουσα και διατυπούσα την διδασκαλίαν της δεν είναι το  ίδιον με την υπό του Παρακλήτου Πνεύματος οδήγησιν εις πάσαν την  αλήθειαν. και άρτι πάλιν λέγω. ως προειρήκαμεν. καθ' ήν πρόκειται περί  αποκαλύψεων λέξεων. αναγκών. Οσάκις άγιοί  τινες ως ο απόστολος Παύλος.της αποκαλύψεως ή φανερώσεως της φυσικής δόξης και θεότητος του  Χριστού εν Αγίω Πνεύματι δια της θεώσεως του όλου ανθρώπου. Δια τούτο ο απόστολος Παύλος  εκφράζει την διδασκαλίαν όλων των αποστόλων γράφων. ως να μη υπήρχε την Πεντηκοστήν η ανωτάτη  δυνατή εν τη ζωή ταύτη βαθμίς εμβαθύνσεως η υπερβαίνουσα πάσαν λογικήν  και νοητήν εμβάθυνσιν. ως σαφώς αναπτύσσει ανωτέρω ο άγιος Γρηγόριος ο  Παλαμάς. αλλά περί δογματίσεως και διατυπώσεως  της κατά την Πεντηκοστήν πλήρως αποκαλυφθείσης πάσης αληθείας.  Πρόοδος μετά την Πεντηκοστήν υπάρχει ουχί εις την οδήγησιν της Εκκλησίας  εις πάσαν την αλήθειαν ή εις την βαθυτέραν κατανόησιν αυτής. άνευ της  υπερβαινούσης τον λόγον και την νόησιν ακτίστου δόξης του Χριστού. ο πρωτομάρτυς Στέφανος. νοημάτων και αξιωμάτων. ήτις  υπερβαίνει τον λόγον και την νόησιν.  Ο ισχυρισμός ότι το Άγιον Πνεύμα οδηγεί την Εκκλησίαν εις βαθυτέραν  κατανόησιν και εναργεστέραν σύλληψιν των μυστηρίων της δια του Ιησού    61  .  Επίσης τα λεχθέντα του Χριστού περί οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν δεν  αναφέρονται εις τους πιστούς γενικώς αλλά εις τους γενομένους φίλους του  Χριστού αποστόλους.26 και άλλοι πολλοί  μεταγενεστέρως έφθαναν εις την θέωσιν ή θεοπτίαν ωδηγούντο οι θεούμενοι  ούτοι εις την ιδίαν ακριβώς αλήθειαν εις ήν ωδηγήθησαν οι απόστολοι την  ημέραν της Πεντηκοστής. Κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να  εκληφθούν τα λόγια του Χριστού περί οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν ως  να επρόκειτο περί οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν μετά την ημέραν της  Πεντηκοστής. αλλά εις την  εν τοις Πατράσι και Οικουμενικαίς και Τοπικαίς Συνόδοις διατύπωσιν της  αληθείας ταύτης υπό την καθοδήγησιν του Αγίου Πνεύματος προς  αντιμετώπισιν εξαιρέτων. εικόνων. Ούτε πρόκειται "περί συμπληρώσεως και ολοκληρώσεως της εν  Χριστώ διδαχής" εις τους πιστούς. και εις την υπό της Εκκλησίας οδήγησιν  των πιστών εις μέθεξιν της ήδη και πλήρως αποκαλυφθείσης την  Πεντηκοστήν αληθείας δια της καθάρσεως. εί τις υμάς  ευαγγελίζεται παρ' ό παρελάβετε.

  συμβόλοις και νοήμασιν έκφρασιν της Παρακαταθήκης. Οι πιστοί μετέχουν και αυτοί μετά των  θεουμένων της ιδίας Παρακαταθήκης. νοήμασι και τελεταίς. αλλά μόνον  ως διατύπωσιν και δογμάτισιν της ήδη και πλήρως κατανοηθείσης  υπερνοητώς δια της θεώσεως αληθείας. Ούτως ο θεούμενος μετέχει και  της αποκαλύψεως της υπερβαινούσης την εν κτισταίς λέξεσι.π. "ομοούσιος". "μία ουσία". Οι  μεταγενεστέρως εν τη Εκκλησία θεούμενοι δεν έχουν ποτέ βαθυτέραν τινά  κατανόησιν από αυτήν των αποστόλων. αλλά απλώς οι πιστοί  οδηγούνται εις βαθυτέραν αυτής κατανόησιν δια της καθάρσεως. του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Filioque κ. τα σαφώς  μαρτυρούντα περί της φυσικής θεότητος του Χριστού και της μετ' Αυτού κατά  χάριν συμβασιλείας των αγίων. συμβόλοις. και  των μυστηρίων της βασιλείας του Χριστού. και προορίζονται και αυτοί να  ίδουν τον Χριστόν κατά πνεύμα εν τη δόξη και βασιλεία Αυτού ως είδον Αυτόν  οι απόστολοι εν Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωσιν. Η κλείς της κατανοήσεως της  δογματικής θεολογίας και της θεολογικής μεθόδου των Πατέρων δεν είναι  φιλοσοφικόν τι σύστημα αλλά οι βίοι των προφητών. αφού υπερβαίνει την νόησιν και την λογικήν. και αυτή η εν Θεώ  θεωρία υπερβαίνει τας ανθρωπίνας δυνάμεις της κατανοήσεως και  συλλήψεως. Αι εσφαλμέναι αυταί ερμηνείαι έχουν την ρίζαν  των εις την θεολογικήν μέθοδον του Αυγουστίνου.  Πρέπει να τονισθή ευθύς εξ αρχής ότι η κτιστή εν λέξεσι. όπως είδωμεν. και  το οποίον δόγμα επί αιώνας καταδικάζει η Ορθόδοξος Εκκλησία. των αποστόλων και των  αγίων. αλλά της κεκρυμμένης εν κτισταίς  λέξεσι. θεότητα.  Όλως εσφαλμένως λοιπόν πιστεύουν οι ετερόδοξοι ιστορικοί των δογμάτων  ότι η εκάστοτε εμφάνισις νέας ορολογίας εν τη Εκκλησία ως τα ονόματα "Αγία  Τριάς". ή εξέλιξιν αυτών. μετά την Ανάστασιν και  κατά την Πεντηκοστήν. Προς το παρόν οι  πιστοί γνωρίζουν τα διδάγματα και θαύματα και τας ενεργείας του Χριστού  και των αγίων Αυτού εν τη Αγία Γραφή και τοις θείοις μυστηρίοις. βασιλείαν. των θαυμάτων. "φυσική ή υποστατική  ένωσις". αλλά πάντοτε την ιδίαν και ταύτην αν  τους την δωρίση ο Χριστός. εικόσι και συμβόλοις  έκφρασις της ακτίστου χάριτος και ενεργείας του Θεού Λόγου και της    62  . μέσω της διδασκαλίας. σημαίνει πρόοδον εις κατανόησιν των δογμάτων ή  ανάπτυξιν.  Εις τους Πατέρας δεν υπάρχει βαθυτέρα κατανόησις των μυστηρίων από την  θεωτικήν εμπειρίαν των αποστόλων την Πεντηκοστήν. εικόσι. ανάπτυξιν ή εξέλιξιν.λ. και μετά  την κατάκτησιν του Πατριαρχείου της Ρώμης όλας τας άλλας πλάνας των. και χάριν  Αυτού. ως ήδη διεπιστώσαμεν. βάσει του οποίου  οι Φράγκοι εδογμάτισαν τω 809 το αιρετικόν περί Filioque δόγμα. Οι Ρωμαίοι Πατέρες είχον  ακριβή και σαφή γνώσιν της εισαγωγής και της εξελίξεως νέας ορολογίας. Όθεν δεν οδηγείται η Εκκλησία εις πάσαν την  αλήθειαν ή εις βαθυτέραν κατανόησιν αυτής. "τρείς υποστάσεις". ίνα αποκτήση βαθυτέραν κατανόησιν  και εναργεστέραν σύλληψιν από την Πεντηκοστήν και με ποίον μέσον. Εις τί λοιπόν  δύναται ο μη θεούμενος να εμβαθύνη. αποστόλων και αγίων)  και των πιστών είναι ότι ο θεούμενος μετέχει μετά των πιστών της  Παρακαταθήκης της θείας χάριτος. αλλ'  ουδέποτε εξέλαβον ταύτην ως εμβάθυνσιν. αλλά επί πλέον ο Χριστός  αποκαλύπτει εις αυτόν την φυσικήν δόξαν. εικόσι.  Η ριζική διαφορά μεταξύ των γνωστικών (προφητών.Χριστού επιτελεσθείσης σωτηριώδους οικονομίας είναι δόγμα της  φραγκοπαπικής αυγουστινείου παραδόσεως. του  φωτισμού και της υπερβαινούσης την κατανόησιν θεώσεως.

  Η υπάρχουσα εν τη παρακαταθήκη διάκρισις μεταξύ της υπερβαινούσης την  νόησιν την λογικήν και την αίσθησιν δόξης του Θεού και της εν κτιστοίς  συμβόλοις και νοήμασι εκφράσεως αυτής προ και μετά την ενσάρκωσιν. την πράξιν και την εμπειρίαν των θεουμένων προφητών. ίνα τονισθή ότι αι περί τον Θεόν ενέργειαι υπερβαίνουν  πάν κτιστόν αγγελικόν.  Είναι φανερόν ότι η μέχρι τούδε περιγραφομένη Παρακαταθήκη της  Παραδόσεως.  Παρά ταύτα η Αγία Γραφή δεν είναι τι διάφορον της Παρακαταθήκης της  Ιεράς Παραδόσεως. εφόσον είναι μέρος αυτής.  δημιουργεί την κτίσιν. αλλά και χωρίς αυτής πάσας οίδεν ακριβώς και των δια μαθήσεως  ιόντων διδάσκαλος αν είη ασφαλής. η οποία είναι η Αγία Γραφή. με το χάρισμα της διακρίσεως των  πνευμάτων.  ουδεμίαν σχέσιν έχει με πλατωνικήν τινα διάκρισιν μεταξύ υπερβατικών  αρχετύπων και εν τω κόσμω εικόνων αυτών εξ επόψεως είτε γνωσιολογικής  είτε σωτηριολογικής. με την Εκκλησίαν.    63  . οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων. υπάρχει προ κτίσεως κόσμου. ανθρώπινον και κοσμολογικόν κατηγόρημα. και η Παρακαταθήκη  εμπεριέχεται εν τη Αγία Γραφή. Εν τούτοις η Παρακαταθήκη δεν είναι ταυτόν  με την Αγίαν Γραφήν. Ουδεμία όμως διαφορά υπάρχει μεταξύ της  Παρακαταθήκης. διότι ταυτίζεται όπως είδαμεν. ουδεμία ομοιότης υπάρχει. όπως είδαμεν. Μεταξύ της ακτίστου δόξης του Θεού και των  κτισμάτων.  αποστόλων και αγίων των γνωρισάντων και γνωριζόντων τον Χριστόν ουχί  μόνον κατά σάρκα αλλά και κατά πνεύμα εν τη δόξη Αυτού. Δια τούτο  ξανατονίζομεν πώς η δόξα του Θεού λέγεται και γνόφος και το πυρ της  κολάσεως λέγεται και σκότος. και  ενεργεί την κάθαρσιν. ήτοι της Εκκλησίας εν τη Αγία Γραφή και τη Ιερά Παραδόσει. όπως είδαμεν. Τα ρήματα  και αι ενέργειαι του Χριστού είναι αλάθητα διότι ο Χριστός είναι φύσει η  αυτοαλήθεια. και η λειτουργική εν τοις  μυστηρίοις ζωή της Εκκλησίας είναι επίσης αλάθητοι εκφράσεις της ενέργειας  του Θεού και οδηγούν κατά τρόπον ασφαλή και απλανή τους πιστούς τους  έχοντας πνευματικούς πατέρας. ουδέ της μαθήσεως των Γραφών  δεήσεται. η  ερμηνευτική παράδοσις των αγίων Πατέρων. Ούτε  δεν ταυτίζεται η Αγία Γραφή με την Ιεράν Παράδοσιν η οποία είναι η καθ'  όλου έκφρασις της Εκκλησίας. τον φωτισμόν και την θέωσιν των πιστών εν τη  Εκκλησία.ενσαρκώσεως Αυτού. φανερούται τοις πρωτοπλάστοις και μετά την πτώσιν  τοις προπατόροις και προφήταις εν τη Παλαιά Διαθήκη. "ο τούτον (τόν Χριστόν) δια της τηρήσεως των  θείων εντολών εν εαυτώ κτησάμενος. τα σύμβολα και οι όροι των  Οικουμενικών Συνόδων και τα συγγράμματα ή η διδασκαλία των Πατέρων  είναι έργον της αλαθήτου ενεργείας του Αγίου Πνεύματος του φωτίζοντος  τους προφήτας. Η απόδοσις αυτή αντιθέσεων εις τον Θεόν  γίνεται. πληρούται δια της  ενσαρκώσεως του Λόγου και της υπ' Αυτού "πατήσεως" του θανάτου. Η Αγία Γραφή. διότι εμπεριέχουν την  διδασκαλίαν. τους αποστόλους και τους αγίους εις την δια της κτιστής  ταύτης εκφράσεως καθοδήγησιν των πιστών εις εκπλήρωσιν του θελήματος  του Θεού δια της μεθέξεως της δόξης και βασιλείας του Χριστού. ως βασιλεία και δόξα του Θεού. ως ο Ιωάννης (ο Βαπτιστής) και ο  Αντώνιος". εις τον αγιασμόν και την θέωσιν ακριβώς. Εκ του γεγονότος τούτου φαίνεται σαφώς ότι η Παρακαταθήκη της  Ιεράς Παραδόσεως είναι τι διάφορον ή ανεξάρτητον του κειμένου της Αγίας  Γραφής και δια της θεώσεως γίνεται γνωστή αμέσως άνευ της μεσολαβήσεως  του κειμένου των Γραφών. Βασισθείς επ' αυτής της διακρίσεως ο άγιος  Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει.

 απόστολον και άγιον ο Θεός και εν αποκαλύψη παραμένει  μυστήριον.  ήτοι η Παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως. ήτοι η Εκκλησία ως περιγράφεται εν τη  Παλαιά και Καινή Διαθήκη.Παρά ταύτα. ως και  εις τα κριτήρια όλων των επιστημών και φιλοσοφιών.  Χρήζει μεγάλης προσοχής το γεγονός ότι η Αγία Γραφή καθ' εαυτήν είναι  βίβλος μυστική και απρόσιτος εις τον κατά κόσμον φυσικόν άνθρωπον.  Είναι όχι μόνον πνευματικώς αλλά και επιστημονικώς αστείον να πιστεύη  κανείς ότι είναι δυνατόν να ερμηνεύση ορθώς την Αγίαν Γραφήν ερμηνευτής  μη έχων ιδέαν περί της εις τους προφήτας και τους αποστόλους  αποκαλύψεως της δόξης του Χριστού. αλλά ακόμη και την ύπαρξιν ταύτης της μεθέξεως ή  θεώσεως και δη εντεύθεν του τάφου. δεν υπάρχει εν τη Αγία Γραφή καθ' εαυτήν. αλλά  μόνον εν τη εκφράσει.  δηλαδή μόνον όταν ο ερμηνευτής ανήκει εις την τάξιν των θεουμένων ή των  φωτισμένων "τό μετριώτατον". Αλλά και εις τον θεούμενον  προφήτην. Είναι  λοιπόν απολύτως αδύνατον επιστημονικώς να χρησιμοποιηθούν δια την  ουσιαστικήν ερμηνείαν της Αγίας Γραφής κριτήρια εκτός της ερμηνευτικής  παραδόσεως των θεουμένων. ήτοι  θεουμένους προφήτας.  Οι αγνοούντες την εμπειρίαν ταύτην της υπό των προφητών. υπάρχει εν τη Αγία Γραφή και  ενεργεί δι' Αυτής μόνον όταν αναγινώσκεται και ερμηνεύεται εν τη Εκκλησία. αποστόλων και  αγίων μεθέξεως της βασιλείας του Θεού και μη κατανοούντες την ταυτότητα  και την σημασίαν της ταυτότητος ταύτης της φανερωθείσης δόξης του Λόγου  εν ταις δύο Διαθήκαις και εν τη Εκκλησία. Η εν τη Αγία Γραφή  περιγραφή της αποκαλυπτικής και θεωτικής εμπειρίας των προφητών και  των αποστόλων δεν είναι και δεν δύναται να είναι αυτή αύτη η εμπειρία της  αποκαλύψεως της δόξης του Χριστού.  εις ας ανήκει και ών μέρος είναι η Αγία Γραφή. διότι αν και η  Παρακαταθήκη μαρτυρείται υπό της Αγίας Γραφής και εμπεριέχεται εν αυτή. Εκτός της Εκκλησίας η Παρακαταθήκη είναι  κεκρυμμένη από τους αναγινώσκοντας την Αγίαν Γραφήν.  εν τούτοις η Αγία Γραφή δεν ερμηνεύεται εξ αυτής αλλά μόνον υπό της  Εκκλησίας και δη υπό των εν Αυτή θεουμένων αγίων των εχόντων την ιδίαν  μετ' αλλήλων της θείας δόξης εμπειρίαν και αποκάλυψιν. αδυνατούν να ανιχνεύσουν και να  αντιληφθούν την απόλυτον ενότητα και ταυτότητα της διδασκαλίας των  προφητών. αφού 1) η εμπειρία και 2) η θεία δόξα  υπερβαίνουν κάθε αισθητήν και νοητήν εμπειρίαν και περιγραφήν. δηλαδή θεούται.  απηλλαγμένης συμβεβηκότων. αποστόλους και αγίους Πατέρας. Εν άλλαις λέξεσι ο Χριστός. εφόσον μεταξύ  ακτίστου και κτιστού ουδεμία ομοιότης υπάρχει. και ουδέποτε τον  τυχόντα επιστήμονα. διότι η θεία δόξα ως και η μέθεξις αυτής υπερβαίνει και την νόησιν  και την αίσθησιν. Την    64  . εφόσον η  Εκκλησία είναι το σώμα και η νύμφη του νυμφίου Χριστού και ο Χριστός είναι  η άμπελος εν ή ζουν και καρποφορούν τα κλήματα. αυτομάτως διαστρέφει την Αγίαν Γραφήν. τους δοξασμένους. καθ' εαυτή υπάρχουσα εις την Ιεράν Παράδοσιν από  προ κτίσεως του κόσμου μέχρι της συντελείας των αιώνων. των αποστόλων και των αγίων και φαντάζονται την ύπαρξιν  πολλών ειδών θεολογιών εις τας δύο Διαθήκας και εις την Εκκλησίαν. όμως η Παρακαταθήκη. αν και ολόκληρος ο άνθρωπος εν τω σαρκωθέντι Λόγω  δοξάζεται. Δια τον λόγον αυτόν ο χρησιμοποιών  επιστημονικήν ή φιλοσοφικήν μέθοδον και έχων αφετηρίαν τα της πείρας και  της λογικής κατηγορήματα της γνώσεως και τα νομιζόμενα υπό τινων υπέρ  την πείραν κατηγορήματα της δήθεν καθαράς ή αμιγούς νοήσεως. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ως γνώμονα  και κανόνα ερμηνείας της Ιεράς Παραδόσεως και της εν Αυτή Παρακαταθήκης. τον πολλάκις αγνοούντα όχι μόνον την προς την μέθεξιν  της θείας δόξης οδόν.

 Αλλά ο λαός είναι  περισσότερον επιστήμων απ' αυτούς διότι τους αγνοεί και προσκυνεί τα άγια  λείψανα των θεουμένων και γνωρίζει τον Θεόν μέσω του βίου και της  θεώσεως αυτών. ως ο φίλος γνωρίζει τον φίλον αυτού.  Η Εκκλησία διδάσκει περί Θεού αλαθήτως. ούτε φωστήρες. και δια της  θεώσεως ταύτης μετέχουν κατά χάριν του φύσει αλαθήτου του Χριστού. Οι οδηγηθέντες υπό του    65  . Όστις  βασιλεύει σύν τοις συμβασιλεύουσι μετ' Αυτού φίλοις Αυτού και μεταδίδει  Εαυτόν μετά των φίλων Αυτού τοις πιστοίς ως Παρακαταθήκην μέσω της  Αγίας Γραφής και εν τοις μυστηρίοις. απόστολοι και άγιοι.ακαταστασίαν ταύτην των απογόνων των Φραγκολατίνων προσπαθούν τινες  των κατά πνεύμα ραγιάδων (οίτινες παιδιόθεν φαίνεται έμαθον να θαυμάζουν  κάθε ξένην αυθεντίαν).  Αν και η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος και εν τη Εκκλησία διδάσκει περί του  Θεού και των σχέσεων Αυτού μετά του κόσμου αλαθήτως. Προσπαθούν  δια της ψευδοεπιστημονικής εκ της Δύσεως μεθόδου των να εκτοπίσουν από  την συνείδησιν του ελληνικού λαού την αυθεντίαν των θεουμένων και να την  αντικαταστήσουν με την ιδικήν των αυθεντίαν. εν δε τη  ενσαρκώσει απεκάλυψε την δόξαν ή θεότητα Αυτού δια της εκ της Παρθένου  γεννηθείσης ανθρωπίνης φύσεως Αυτού και καταπατήσας τον θάνατον και  χαρίσας τοις φίλοις Αυτού την μόνιμον πλέον μέθεξιν της δόξης Αυτού. του σώματος του Χριστού. να εισαγάγουν εις την ορθόδοξον θεολογίαν ως δήθεν  κάτι το επιστημονικόν. οίτινες γνωρίζουν τον Θεόν δια του  Χριστού εν Πνεύματι. Η Παρακαταθήκη αύτη και η Ιερά  Παράδοσις είναι ταυτόν και εκφράζονται εν τη Αγία Γραφή και τη καθ' όλου  ζωή της Εκκλησίας. μετέχουν του αλαθήτου του Χριστού μέσω των φίλων Αυτού και  μέσω των την αποστολικήν διαδοχήν εχόντων επισκόπων. ήτις ζωή ολόκληρος λέγεται Ιερά Παράδοσις. Αλλά όπως είδαμεν ούτε  επιστήμονες πραγματικοί είναι. της ζώσης  Παρακαταθήκης της Ιεράς Παραδόσεως.  εμφανίζει έκτοτε Εαυτόν εν τοις φίλοις Αυτού εις τους αιώνας. Ούτω το  αλάθητον δεν περιορίζεται ούτε κατά τόπον ούτε κατά χρόνον. Είναι  γνώρισμα της Εκκλησίας. Θεωρούν μάλιστα εαυτούς ως φωστήρας και σωτήρας  των δήθεν καθυστερημένων Ορθοδόξων. Οι  πιστοί δέ. διότι λείπει η  ερμηνευτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Η ουσιαστική  διαφορά μεταξύ των Διαθηκών είναι ότι ο Λόγος ενεφάνιζεν εν Εαυτώ τον  Θεόν εν Πνεύματι πρώτον εις τους προφήτας άνευ σαρκός. της Παρακαταθήκης και της Ιεράς Παραδόσεως και  εμπεριέχεται εν τη Αγία Γραφή. τους αποστόλους και τους αγίους  είναι εν αυταίς ταυτόν και αυτή αύτη η Παρακαταθήκη. εν τούτοις η Αγία  Γραφή εκτός της Εκκλησίας. Τούτο διότι εις  το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως περί τον εν δόξη Χριστόν είναι οι φίλοι  Αυτού προφήται. ούτε σωτήρες.  Πάντως μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και μεταξύ Αγίας Γραφής και  Ιεράς Παραδόσεως δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρχη διαφορά ή  αντίθεσις εις την θεολογίαν και την πνευματικότητα ακριβώς διότι η εν δόξη  φανέρωσις του Θεού δια του Λόγου εν Πνεύματι Αγίω εις τους προφήτας και  δια της ενσαρκώσεως εις τους προφήτας. αφού μένουν  πιστοί μετά του κλήρου εις την διδασκαλίαν των φίλων του Θεού και αφού οι  ηγέται αυτών θεολογούν συμφώνως προς τας σαφείς ενδείξεις της θεώσεως  των θεουμένων και περιορίζονται μεθοδολογικώς και πνευματικώς εις τα  ρήματα και τα νοήματα αυτών. διότι είναι ο Χριστός. ήτις αντικαθίσταται υπό της  ενεργείας ξένων προς την θεώσιν κριτηρίων. δεν διδάσκει αλαθήτως. αλλά μόνον όταν αποτελή μέρος της  μυστηριακής εν Χριστώ ζωής των θεουμένων και των πιστών.

 Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς. εξ ών οι πλείονες μένουσιν έως άρτι. είτα τοις αποστόλοις πάσιν. Πάτερ. "Και εγώ την δόξαν ήν δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς. "υμείς φίλοι μου  εστε. "Ουκ αφήσω υμάς ορφανούς.Παρακλήτου Πνεύματος εις πάσαν την αλήθειαν φίλοι του Θεού γνωρίζουν τί  ποιεί ο Κύριος. Μόνον οι  θεούμενοι θεωρούν Αυτόν. ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου". Ότι ο Χριστός εννοεί την εντεύθεν του τάφου θέαν της δόξης  Αυτού φαίνεται σαφώς από την αιτιολογίαν "ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι συ με  απέστειλας . έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς  εφάπαξ. ουκέτι λέγω υμάς δούλους. ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ήν  δέδωκάς μοι. υμείς δε θεωρείτέ με. εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί. την ταφήν και την  τριήμερον Ανάστασιν Αυτού. Το ότι η φιλία αυτή μετά του  Θεού δεν είναι η κατά κόσμον τοιαύτη. ίνα ώσι  τετελειωμένοι εις έν. διότι ευρίσκεται εκτός της Παρακαταθήκης της Παραδόσεως. Την υψίστην μορφήν εν τη  ζωή ταύτη της θέας της δόξης της Αγίας Τριάδος είχον όλοι οι απόστολοι την  Πεντηκοστήν. ο Χριστός είπεν εις τους αποστόλους. ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου.  Έτι μικρόν και ο κόσμος με ουκέτι θεωρεί. ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας Γραφάς.  Β) Ως προϋπόθεσις της θεωρίας ή θέας ταύτης της ακτίστου δόξης του  Χριστού. ούς δέδωκάς μοι. Ο ευρισκόμενος εκτός της κοινωνίας των φίλων του Θεού και  μη ακολουθών υποτακτικώς την διδασκαλίαν αυτών αγνοεί την κλείδα της  Αγίας Γραφής. έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω  εκτρώματι ώφθη καμοί".".  Το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως είναι η εν τη δόξη και τη βασιλεία του Θεού  και του ενσαρκωθέντος Λόγου Αυτού και εν τω Πνεύματι Αυτού ένωσις και  θέωσις των φίλων Αυτού. είτα τοις δώδεκα. τινές δε εκοιμήθησαν. έπειτα  ώφθη Ιακώβω. ή και εχθρός. ότι ο    66  . και ότι  ώφθη Κηφά. Εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμείς ότι εγώ εν τω πατρί μου και  υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν. Παρομοίαν θέαν της θείας δόξης είχον και ο πρωτομάρτυς  Στέφανος και ο απόστολος Παύλος..  Ο Παύλος μάλιστα θέτει τας εν δόξη εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου εις το  κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως μαζί με τον θάνατον. φαίνεται σαφώς από το γεγονός ότι  μετά μακράν συναναστροφήν και μόλις προ της Σταυρώσεως. έρχομαι προς υμάς.  ίνα ώσιν έν καθώς ημείς έν εσμέν. και ότι εγήγερται τη ημέρα τη τρίτη κατά τας Γραφάς. εάν ποιήτε ό εγώ εντέλλομαι υμίν. ό και  παρέλαβον. θέλω ίνα  όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού.  και επομένως εκτός της αληθείας. τίθεται η ου ζητούσα τα εαυτής αγάπη και φιλία  μετά αλλήλων και μετά του Θεού δια της χάριτι Θεού εκριζώσεως της  φιλαυτίας. εκείνός  εστιν ο αγαπών με. ήτοι της θεώσεως. και ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και  ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας.  Δηλαδή η θέωσις ή η θεοπτία ή η θέα της δόξης ή της θεότητος ή της βασιλείας  του Χριστού προϋποθέτει μίαν ριζικήν αλλαγήν της πνευματικής  καταστάσεως του ανθρώπου. καγώ  αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν". ότι εγώ ζώ και  υμείς ζήσετε. ο Βαπτιστής Ιωάννης και οι απόστολοι Πέτρος. Τον αναστάντα Χριστόν δεν ορά πλέον ο κόσμος. ή μισθωτός.  Πρόγευσιν της θέας ταύτης της δόξης του Χριστού είχον οι προφήται της  Παλαιάς Διαθήκης. Ιάκωβος  και Ιωάννης εν Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωσιν. κατά τον  Μυστικόν Δείπνον. "παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις.. Από δούλος. πρέπει  να μεταβληθή ο άνθρωπος εις φίλον του Θεού.  και ότι ετάφη.

 Επομένως τίθενται εις το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως οι  θεούμενοι προφήται. η θεία εκείνη δύναμις και χάρις.46 Η φιλία  αυτή κατορθούται χάριτι Θεού και τη συνεργεία του ανθρώπου δια της  καταλλαγής του ανθρώπου τω Θεώ μέσω του μυστηρίου του Σταυρού και της  Αναστάσεως. όσον χωρεί. ίνα οι έχοντες τον αρραβώνα  του Πνεύματος φθάσουν εις την μόνιμον μέθεξιν της πρώτης αναστάσεως των  πέραν του τάφου φίλων Αυτού.51   Το μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως είναι η προ του κόσμου αεί  υπάρχουσα και τοις πάσι κατά δύναμιν χωρούσα και κατ' αξίαν μετεχομένη  ποικιλοτρόπως θεία δόξα. και τους αμετανοήτους εχθρούς του  Θεού δια της κολάσεως αυτών. απόστολος και άγιος φίλος του Χριστού. Εκ των αναριθμήτων και απείρων και  πολυποικίλων της αμερίστως μεριζομένης τοις μεριστοίς απλής και ενικής  δόξης και ενεργείας του Θεού.. ήτις  καταστρέφει την αμαρτίαν και την δύναμιν των αντιτιθεμένων προς το  θέλημα του Θεού και τελειοί.47 Οι απόστολοι έγιναν φίλοι του Χριστού. είναι το  μυστήριον τούτο του Σταυρού και της Αναστάσεως.. μάλιστα προ της εν  Γολγοθά σταυρικής θυσίας. ούτε γνωρίζει τί είναι προφήτης και τί  είναι απόστολος. αισθητήν και νοητήν. Οι απορρίπτοντες τους αγίους Διαμαρτυρόμενοι και οι  αγνοούντες την θέωσιν Παπικοί ευρίσκονται αποκεκομμένοι από την αλυσίδα  της Ιεράς Παραδόσεως και της αποστολικής διαδοχής και εκτός της αληθείας. η οποία ου ζητεί τα εαυτής και  υπερβαίνει πάν κτιστόν κατηγόρημα και πάσαν ανθρωπίνην και αγγελικήν  εμπειρίαν. μεγαλειότης και μεγαλοπρέπεια.δούλος ουκ οίδε τί ποιεί αυτού ο κύριος.49   Συνάγεται εξ όλων των μέχρι τούδε λεχθέντων εν τω δοκιμίω τούτω ότι ο μη  δεχόμενος ως βάσιν και προϋπόθεσιν της θεολογίας τους θεουμένους αγίους  δεν δύναται να γνωρίση τον Χριστόν. δυνάμεθα να  απαντήσωμεν ότι δια της θεώσεως ή θεοπτίας ή ενώσεως μετά του Χριστού.". οι μετάσχοντες και μετέχοντες του μυστηρίου  του Σταυρού και της Αναστάσεως. του μεταβάλοντος αυτούς εις φίλους του  Θεού. φύλαξ και  μεταδότης προφήτης. ήτις κατ' εξοχήν  εμόρφωσε και μορφοί την Ιεράν Παράδοσιν δια της υπ' Αυτού καθάρσεως και  του φωτισμού των πιστών και της θεώσεως των θεουμένων. υμάς δε είρηκα φίλους . φυλάττει και μεταδίδει το μυστήριον του Σταυρού και της  Αναστάσεως και εν αυτώ τον Πατέρα δια του ενσαρκωθέντος Λόγου εν  Πνεύματι Αγίω.  Ο αναβαλλόμενος το απρόσιτον αυτό φως ως ιμάτιον Θεός διαιρείται  αδιαιρέτως εν διαιρετοίς και μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και  πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως εν ταις ενεργείαις και τοις χαρίσμασι  Αυτού και υπάρχει ολόκληρος αχωρήτως και απεριορίστως εν εκάστη    67  .  δέχεται. διότι ήραν τον σταυρόν αυτών και ηκολούθησαν  τον Χριστόν. εν ή οικεί η Αγία  Τριάς. Είναι η αγαπητική ενέργεια του Θεού. είναι δε και η κολαστική δύναμις.50 Ο Χριστός δια των φίλων Αυτού και δια των διαδόχων των  αποστόλων επισκόπων ενεργεί το μυστήριον του Σταυρού και της  Αναστάσεως εν τοις μυστηρίοις της Εκκλησίας.48 Άνευ του μυστηρίου τούτου δεν δύναται να υπάρχη καταλλαγή  τω Θεώ.  Όταν λοιπόν ερωτώμεν δια τον ακριβέστερον καθορισμόν της Ιεράς  Παραδόσεως τί και πώς δέχεται. απόστολοι και άγιοι φίλοι του Χριστού και αυτόπται  μάρτυρες της θεότητος Αυτού. φυλάττει και μεταδίδει ο δέκτης.  εφ' όσον η θέωσις των θεουμένων είναι η μόνη απλανής και αλάθητος γέφυρα  των πιστών προς τον Χριστόν και προς συμμετοχήν εις την δόξαν και  βασιλείαν Αυτού.

 "καταλλάγητε τω Θεώ. Και ουκ είπε καταλλάξατε εαυτοίς τον  Θεόν. εν τη δημιουργία και  κυβερνήσει του κόσμου.   Οι αντιτιθέμενοι κατά του θελήματος του Θεού όσον αφορά κυρίως εις την δια  του μυστηρίου του Σταυρού θέωσιν αυτών είναι εχθροί του Θεού δια των  αμαρτιών αυτών και της τυφλώσεως αυτών. εν τη σταυρική θυσία και μετά την σταυρικήν θυσίαν. προ της σταυρικής  θυσίας. και όταν ακόμη νομίζουν κατά  φαντασίαν και συναισθηματικώς ότι τα έχουν καλά με τον Θεόν. ήτις  ενεργεί προ του τον κόσμον είναι παρά τω Θεώ. προ της εμφανίσεως του νόμου του Μωϋσέως. Καθιστά δε την  σταυρικήν θυσίαν. ου γαρ εκείνός εστιν ο εχθραίνων.ενεργεία και εκάστω χαρίσματι Αυτού. Δια τον λόγον αυτόν ο άνθρωπος και όχι ο Θεός  καταλλάσεται δια του μυστηρίου του Σταυρού και δια της καταλλαγής ταύτης  μεταμορφούται από εχθρόν εις φίλον του Θεού και ούτως η δύναμις του  Σταυρού παρέχει την μέθεξιν εις την Ανάστασιν του Χριστού. Ο Θεός ουδέποτε παύει να είναι και εις  τους εχθρούς Αυτού φίλος κατά την ιδίαν Αυτού αγάπην. Επομένως η δια της σταυρικής θυσίας καταλλαγή δεν προσθέτει ούτε  αφαιρεί τί από την προς τον κόσμον αγάπην του Θεού. τον  φωτισμόν και την θέωσιν.  Πρέπει να τονισθή ότι το μυστήριον ή η δύναμις του Σταυρού και της  Αναστάσεως είναι άκτιστος ενέργεια ή προσόν περί την υπερούσιον  κρυφιότητα. την κάθαρσιν. αλλ' ημείς. η αγάπη και η φιλία και η θεωτική χάρις και δόξα και βασιλεία και  τόπος και μονή του Θεού καταφθάνει εις τους αμετανοήτους αφελείς και  εχθρούς του Θεού και εις τους πεπτωκότας αγγέλους ως πυρ το αιώνιον. περιβάλλων τας περιβαλλούσας Αυτόν  ενεργείας ταύτας.56 Δια του μυστηρίου του Σταυρού και της  Αναστάσεως και δια της σταυρικής Αυτού θυσίας ο Χριστός μετά του Πατρός  και του Αγίου Πνεύματος καταλλάσει Εαυτώ τον κόσμον και ενεργεί την  διατροφήν των πιστών και την πνευματικήν αύξησιν και άνδρωσιν αυτών  προς την θέωσιν. ήτις συνέχει και μορφοποιεί την Ιεράν Παράδοσιν. μετά  τον νόμον. Θεός γαρ ουδέποτε  εχθραίνει". προ της ενανθρωπήσεως εν τη ενανθρωπήσει. παραμένων αμετακινήτως τρισυπόστατος εν ταις κατ'  ουσίαν σχέσεσιν Αυτού. Εξ αιτίας της σκληρύνσεως των ούτω  συναισθηματικώς αφελών και των θεωρούντων ή φανταζομένων τον Θεόν ως  εχθρόν. Η δύναμις αυτή του Σταυρού και της Αναστάσεως είναι η  διαιρουμένη αδιαιρέτως και κατ' αξίαν μετεχομένη αγάπη του Θεού. Άλλοι  βλέπουν τον Θεόν εχθραίνοντα παρά την πραγματικότητα της προς αυτούς  φιλίας και αγάπης του Θεού. εν τη θεία Ευχαριστία και τοις μυστηρίοις.  σκότος το εξώτερον και τόπος βασάνων. δηλαδή την υπερούσιον  κρυφιότητα. και απλούς την φύσιν. Δια της μονίμου  καταστάσεως της θεώσεως το μυστήριον του Σταυρού γίνεται των  θεουμένων η ανάστασις. αλλά υπάρχει Αυτώ αϊδίως κατά  φύσιν. Ακριβώς δια τον  λόγον αυτόν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύων τον απόστολον  Παύλον γράφει. δύο  αμοιβαίως εχθραινόντων αλλήλους.58 Ο Θεός γίνεται εχθρός και κολαστική δύναμις μόνον εξ επόψεως  των κατά την ιδίαν αυτών βούλησιν και αντίληψιν αντιτιθεμένων κατά της  αγάπης του Θεού. ήτοι την δύναμιν της Αναστάσεως. Η καταλλαγή λοιπόν  του ανθρώπου τω Θεώ ουδέποτε δύναται να εκληφθή ως συμφιλίωσις. παρούσαν και  ενεργούσαν. το οποίον δεν αποκτά ο Θεός. είναι η θεία εκείνη  δύναμις.59   Το μυστήριον αυτό του Σταυρού.60     68  . αλλά και χωρίζει  από Αυτήν τον παλαιόν κόσμον της πλάνης και της απωλείας. το οποίον είναι το μυστήριον της  Αναστάσεως των μονίμως μετεχόντων αυτού θεουμένων.

 ει δε τις  εποικοδομεί επί τον θεμέλιον χρυσίον. λίθους τιμίους. καν ευροή τοις ενταύθα.64  εμφαινομένη ως φωτεινή νεφέλη περιβάλλουσα και έσωθεν φωτίζουσα και  ποτίζουσα και συνάμα υπερβαίνουσα πάν νοητόν και αισθητόν κατηγόρημα. και προς τα άνω καλούμενος.  "όστις δε υπό της συζυγίας χείρων εγένετο. ότι εν  πυρί αποκαλύπτεται.63   Εις την περιγραφήν της κολάσεως χρησιμοποιούνται αι αντιθέσεις "πύρ" και  "σκότος".  ως μη δυνηθήναι εμβλέψαι προς τας της αληθείας αυγάς. ζημιωθήσεται. Εί τινος το έργον μενεί ό εποικοδόμησεν. εκάστου το έργον φανερόν γενήσεται. μισθόν λήψεται.61  Αντιθέτως δέ. και πείθηται άλλο τι καλόν είναι προ του όντος    69  . θα κολάζωνται από την θέαν του ακτίστου πυρός και η  κατάστασις αυτή εν τόποις βασάνων θα είναι δια τους κολαζομένους η  σωτηρία αυτών. ξύλα. γεγονός άνωθεν. αργύριον. θεωτική και κολαστική ενέργεια του Θεού είναι μία και  απλή αλλά μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς κατά την αξίαν των μετεχόντων  ή των μη μετεχόντων. ήτοι την  "φωτεινήν νεφέλην" ή τον "λαμπρινόν γνόφον" τον επισκιάζοντα και  φωτίζοντα υπερνοητώς τους δεχομένους την αποκάλυψιν δοξασμένους ή  θεουμένους. Ακριβώς όπως η δόξα του Θεού είναι εις την εμπειρίαν την  αποκαλυπτικήν των προφητών.  "καπνιζόμενόν τε το όρος βλεπέτω και καταστραπτόμενον. και τοσούτω πλέον.  βασανίζεται από την θέαν της ιδίας πραγματικότητος. Η  φωτιστική. μηδέ υπέρ τα κάτω  γενέσθαι. και τοσούτον τω πηλώ συνεσχέθη. ούτως δε ως δια  πυρός". όσω περ αν μάλλον  υπό της ευροίας παίζηται.71   Όσον αφορά εις τα ανωτέρω περί κολάσεως ο αυτός άγιος γράφει τα εξής.  φωτιστικής και θεωτικής ενεργείας του Θεού. χόρτον. αλλά δεν θα μετέχουν όλοι. ενώ η κόλασις είναι ο χώρος της  καθαρτικής μεν αλλά πυρακτικής και κολαστικής ενεργείας του Θεού. πυρακτική. Όλοι φθάνουν και θα φθάσουν εις την επίγνωσιν της  αληθείας της φανερώσεως του Χριστού εν δόξη.Η Παρακαταθήκη και η Ιερά Παράδοσις είναι ο χώρος της καθαρτικής. και τόπος  βασάνων. σκότος εξώτερον. "θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς  δύναται θείναι παρά τον κείμενον.68   Ενώ ο μετέχων εις τους κόλπους του Αβραάμ πτωχός Λάζαρος ευφραίνεται.  καλάμην. ός εστιν Ιησούς Χριστός. απειλήν τε ομού  και θαύμα τοις ανιέναι μη δυναμένοις". άθλιος ούτος εμοί της  τυφλώσεως.69 Η απάντησις του  Αβραάμ προς τον πλούσιον "έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας" σημαίνει  απλούστατα ότι οι προφήται είδον τον Θεόν εν λαμπρώ γνόφω και εγνώρισαν  ότι δια τους μη αγαπώντας τον Θεόν και μη ποιούντας το θέλημα Αυτού το  ίδιον φώς‐γνόφος είναι πυρ καταναλίσκον.62   Ο απόστολος Παύλος γράφει εν προκειμένω. και εκάστου το έργον οποίόν εστιν το πυρ αυτό  δοκιμάσει.70   Εις τον μη ανιόντα επί το όρος και εκτός της θεωρίας παραμείνοντα πιστόν  και πρόσκαιρα ηγνισμένον παραγγέλει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. εί τινος  το έργον κατακαήσεται.  ούτω και εις τους κολαζομένους η ιδία δόξα και το ίδιον φως εμφανίζεται ως  "πύρ καταναλίσκον"65 και "σκότος εξώτερον"66 και "τόπος βασάνων"67 και εις  τους μη τελείους ακόμη πιστούς η φωτεινή νεφέλη εμφαίνεται ως "καπνός  αστραπτόμενος". αποστόλων και αγίων "φώς" και "γνόφος". ο  μη μετέχων αλλά εις επίγνωσιν της αληθείας καταφθάνων πλούσιος. αυτός δε σωθήσεται. διότι αντιστοιχούν με το "φώς" και τον "γνόφον". η γαρ ημέρα δηλώσει.

72   Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι και της κολάσεως η εμπειρία του πυρός  και του σκότους υπερβαίνει την αίσθησιν. τυφλοίς εοίκασιν. Ουκούν ούτε αισθητόν απλώς. ου  γαρ αγνοήσουσι τότε μάλλον τον Θεόν ή νυν οι νυν τοις κληρονόμοις του  σκότους εκείνου πεπεισμένοι. Ούτε  δύναται όμως το σκότος της κολάσεως να χαρακτηρισθή ως άγνοια ή έλλειψις  ή κενόν ως θα συνέβαινε με μίαν καθαρώς φιλοσοφικήν μορφήν της  αποφατικής θεολογίας. Ει δε και τους ορώντας οι τυφλοί μεταδιδάσκειν εγχειρούσιν. την οποίαν όλοι ανεξαιρέτως  οι άνθρωποι θα δούν ή ως φως ή ως πύρ. αμοιρούσι γαρ αισθήσεως  προητοίμασται τοις πονηροίς αγγέλοις. καταγέλαστοι μεν  ούτοι τοις αισθητώς ορώσιν έσονται. μάλλον. οι της του ηλίου  θέρμης μόνης αντιλαμβανόμενοι τοις ορώσιν απιστούσιν ότι και φαιδρός  εστιν ο ήλιος. πονηρόν πονηράς δόξης καρπόν δρεπόμενος. εκ του πάντων εξηρημένου και αλήπτου και αφθέγκτου. αλλ' ότι και τοις προς το φως  εκείνο χειραγωγούσι δια των λόγων υπό φιλανθρωπίας αγίοις ουκ εθέλοντες  έπεσθαι.  Επίσης φαίνεται αμέσως η πεπλανημένη βάσις της εν τη Δύσει γενομένης  συζητήσεως περί χάριτος. Παπικών και Προτεσταντών. Το ότι η της αποκαλύψεως αποφατική θεολογία της  Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και των αγίων Πατέρων αφορά και εις την  κόλασιν και το ότι βασίζεται αποκλειστικώς η περί αυτής ορθή διδασκαλία εις  τους θεουμένους αναπτύσσει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συνοψίζων την  διδασκαλίαν της Εκκλησίας ως εξής. αλλά και παρά των πιστευόντων τοις  ορώσι θρηνηθήσονται. αυτοί μένουσιν ανέραστοι προς τον  αυτοπτικόν και αυτονόητον εκείνον έρωτα. μηδ' ιδείν  μηδαμώς πιστεύοντες ως φως υπέρ φως οράσθαι τον Θεόν. "οι δε τω μη παθείν τα θεία. Εκείνοι δ' οι τα παραπλήσια πάσχοντες  περί τον του παντός υπερανιδρυμένον "τής δικαιοσύνης ήλιον". "πάσα  γαρ φησι σάρξ εξομολογήσεται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού  Πατρός" αμήν". μάλλον δε τω ηπειλημένω σκότει ταυτόν. αξιομισθίας.76   Η εις τους προφήτας. 73 ου παρά των  νοερώς ως αληθώς ορώντων μόνον.77   Εις όλα τα συστήματα των Φραγκολατίνων. είτε ενδείξεις του δια σωτηρίαν    70  . ούθ απλώς άγνοια τουτί το σκότος. αλλά λογικώς  μόνον θεωρείσθαι (διδασκαλία του ακολουθούντος τον Αυγουστίνον και την  φραγκολατινικήν παράδοσιν Βαρλαάμ). ως  ου φως εστιν ο εν αισθητοίς φανότατος απάντων ήλιος. φέρει αμέσως προ οφθαλμών και  την ριζικήν διαφοράν μεταξύ της διδασκαλίας ταύτης και αυτής των  Πλατωνικών και των ακολουθούντων τον ιερόν Αυγουστίνον Προτεσταντών  και Παπικών οίτινες διδάσκουν ότι η θέα της θείας ουσίας (!!!) συνεπάγεται  την ευδαιμονίαν και την εξουδετέρωσιν του επιθυμητικού και του θυμοειδούς. προς το  νώ μεθεκτόν τε και θεωρητόν αοράτως συγκαταβαίνοντος καθ' υπερούσιον  εαυτού δύναμιν ανεκφοίτητον. 74 ουδέ επίστευσαν. ως αν δήπου κοινωνούς σχοίεν όταν "ως πυρ ίδωσιν" κατά τον  Θεολόγον Γρηγόριον "όν ως φως ουκ εγνώρισαν". αποστόλους και αγίους φανέρωσις ταύτη της  αγαπητικής και κολαστικής δυνάμεως του Θεού.καλού. ελευθερίας. καλών έργων. ή  ως πυρ ιδείν. ή ζόφον κατακριθήναι. μεν ουν και βέλτιον είσονται. Αλλά  γαρ και το πυρ εκείνο σκοτεινόν. τα  καλά έργα είτε καθ' εαυτά αξιόμισθα. όν ως φως ουκ εγνώρισεν". κατά κρημνών φέρουσιν εαυτούς και συγκατασπάν επιχειρούσι τους  πειθομένους.  Ταύτα δε "τώ διαβόλω και τοις Αγγέλοις αυτού προητοίμασται"75 κατά τον  του Κυρίου λόγον. μη μόνον ότι του Θεού δι' υπερβολήν της περί ημάς  αγαθότητος. πίστεως και  σχετικού ή απολύτου προορισμού. την λογικήν και την νόησιν. είτε εξ αιτίας προηγηθείσης  ακαταγωνίστου χάριτος αξιόμισθα.

 ήτις    71  . καταλήγει εις την θεώσιν. Προσθέτομεν δε ότι παρερμηνεύοντες τα περί της  εν τη μέση καταστάσει υπό του πυρός της θεότητος τελειώσεως των προς την  θέωσιν αγομένων της πατερικής παραδόσεως.  Πάντως οι αιώνες των αγγέλων ως και ο χρόνος των ανθρώπων με την εφ'  όλων λάμψιν της δόξης του Θεού και την υπό των ανθρώπων θέαν αυτής δεν  θα εξαλειφθούν. αλλά εισέτι μη θεουμένων. ίνα γίνουν αιωνίως και  ατελευτήτως τελειότεροι.  Εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται. είναι τα μέσα δια των οποίων αποκτά ο  πιστός την ικανοποίησιν ή εξουδετέρωσιν των επιθυμιών του δια της υπό της  λογικής του ενοράσεως της θείας ουσίας. αλλά αλλαγή  του αντικειμένου της αγάπης δια της στροφής αυτής από τα μεταβλητά εις τα  αμετάβλητα προς απόκτησιν της ευδαιμονίας.  Σημειωτέον ότι δια τους Φραγκολατίνους και τους απογόνους αυτών  Παπικούς υπάρχει πρόοδος πνευματική εις την μέσην κατάστασιν. όπου δια  κτιστού πάλιν πυρός τιμωρούνται και καθαρίζονται οι μη τελειοποιηθέντες  ακόμη και προετοιμαζόμενοι δια την μακαρίαν όρασιν της θείας ουσίας.81 Οι άνθρωποι αλλά  και οι άγγελοι επλάσθησαν σχετικώς τέλειοι. Η δύναμις του Θεού. Η επιτευχθείσα δια της χάριτος αλλαγή δεν είναι  αλλαγή αυτής ταύτης της αγάπης δια της θεώσεως ως παρ' ημίν. Τούτο διότι η εμπειρία της θεώσεως  είναι η αρχή του ανωτάτου σταδίου της τελειότητος. εφόσον θα  υπάρχη πάντοτε δια τους ανθρώπους αλλά και δια τους αγγέλους η  αλληλοδιαδοχή καταστάσεων τελειότητος. όπως είδαμεν. Δια τον λόγον αυτόν η τιμωρία  είναι η υπό του Θεού στέρησις εις τον άνθρωπον της ενοράσεως ταύτης της  θείας ουσίας και άρα στέρησις της ευδαιμονίας.80   Πρέπει να τονισθή ότι εν αντιθέσει προς ταύτα εν γένει η βιβλική και πατερική  περί τελειότητος διδασκαλία δεν είναι στατική ούτε δια την μέσην ούτε δια  την τελικήν κατάστασιν μακαριότητος. Η ατελεύτητος αύτη πνευματική πρόοδος μετά τον  θάνατον αλλά και μετά την τελικήν ανάστασιν και αποκατάστασιν δεν έχει  καμμίαν σχέσιν με τας εν τω λεγομένω καθαρτηρίω πυρί τιμωρίας.78 Τούτο. Μετά  τα πρώτα στάδια της θεώσεως εντεύθεν ή πέραν του τάφου η πορεία προς  ανωτέρας καταστάσεις τελειότητος είναι ατελεύτητος. αλλά  εις την αποτυχίαν του ανθρώπου να συνεργασθή με την χάριν του Θεού δια  την απόκτησιν. ως συμβαίνει εις πλατωνιζούσας αντιλήψεις. ότι η θεολογία των θεουμένων βασιζομένη  επί της εν Θεώ θεωρίας αυτών ταυτίζεται με την πνευματικότητα αυτών ή την  περί τελειότητος διδασκαλίαν αυτών.79 έφθασαν εις το συμπέρασμα  ότι υπάρχει ξεχωριστός από τον παράδεισον και την κόλασιν τόπος. μέσω της θεώσεως της ου ζητούσης τα εαυτής αγάπης. Όμως δεν θεωρείται ως εσωτερική αλλαγή της  ιδιοτελούς και φιλαύτου αγάπης εις ανιδιοτελή μη ζητούσα τα εαυτής αγάπη  δια της θείας χάριτος. αλλά  στατική εις διάφορα επίπεδα κατάστασις ευδαιμονίας εις τον παράδεισον. και δια  τον λόγον αυτόν βλέπει τον Θεόν ως πυρ και ουχί φώς.προορισμού του ποιούντος ταύτα.   Ήδη εσημειώσαμεν πώς εξ αιτίας των ανωτέρω οι Φραγκολατίνοι εξέλαβον το  πυρ το αιώνιον ως κτιστόν. Η μέση κατάστασις πέραν του τάφου  των σωζωμένων. Η ενόρασις της θείας ουσίας είναι το  βραβείον ή ο μισθός δια της ακαταγωνίστου ή μη ακαταγωνίστου χάριτος  έργα ή το αποτέλεσμα της υπό της χάριτος παγιώσεως του λογιστικού εν τη  πορεία προς την ευδαιμονίαν.  αντίκειται εις την βιβλικήν και πατερικήν διδασκαλίαν. κατά την οποίαν η  τιμωρία δεν συνίσταται εις την στέρησιν της θέας της δόξης του Θεού. καθάρσεις  και ικανοποιήσεις της θείας δικαιοσύνης δια κτιστού πυρός των  Φραγκολατίνων ή Παπικών.

τελειοποιεί τους θεουμένους και ποιεί αυτούς φίλους του Θεού είναι. όμως. ως αν μη του κατά το προοίμιον διορισμού λήθη  γένοιτο. ώστε δια μιας δουλοπρεπούς και συναλλαγματικής  διαθέσεως να αποκτήση κανείς μίαν στατικήν ευδαίμονα κατάστασιν  οδηγούσαν εις μονιμοποίησιν δουλικής ή ιδιοτελούς προς Θεόν σχέσεως. απλούστατα διότι δεν θα υπήρχον οι προφήται. δικαιοί και ζωοποιεί όλον τον άνθρωπον και καθιστά τη  συνεργεία του ανθρώπου δυνατήν την μέχρι θανάτου υπακοήν εις το θέλημα  του Θεού. όπως  είπαμεν.  ούτε Παναγία. Εις  τα στάδια του δούλου και του μισθωτού ο άνθρωπος μετέχει της τελειότητος  του Θεού δια της εν Χριστώ μεθέξεως της καθαρτικής και φωτιστικής χάριτος  του μυστηρίου του Σταυρού. ασφαλή δείξαι  τον αποδοθέντα ημίν όρον της τελειότητος . ου  μηδεμία περιγραφή τελειότητος κωλύει την πρόοδον. οίτινες γενόμενοι φίλοι του Θεού και χριστοί και  θεοί κατά χάριν. αλλά προϋποθέτει την συνέργειαν του ανθρώπου. ούτε η εξ ανθρώπων  αποτελουμένη Εκκλησία.   Το απαραίτητον μέσον της τελειώσεως των θεουμένων αλλά και των  μισθωτών και των δούλων είναι η σταύρωσις των επιθυμιών και η δι' αυτής  εκρίζωσις της φιλαυτίας δια της ενδιαθέτου πίστεως και της άνευ όρων  υπακοής εις το θέλημα του Θεού. το οποίον καθαρίζει τα πάθη και τον νουν και  φωτίζει. οι  απόστολοι και οι θεούμενοι άγιοι. οδηγούν τον λαόν του Θεού ως οι κατ' εξοχήν φορείς της  Παρακαταθήκης και της Ιεράς Παραδόσεως.   Εξ όσων είδαμεν η συνέργεια αυτή είναι το κύριον γνώρισμα εις τας σχέσεις  μεταξύ του Θεού και των θεουμένων φίλων Αυτού και ως εκ τούτου είναι  ουσιαστικόν μέρος της Ιεράς Παραδόσεως και της των θεουμένων  ερμηνευτικής εν Αυτή ενεργείας εις τοιούτον σημείον. αφού μετά  την πτώσιν δεν υπάρχει δι' αυτούς μετάνοια.82 Η δια της υπακοής τελείωσις ισχύει δια  τους αγγέλους προ της πτώσεως του διαβόλου και των δαιμόνων. καθ'  εαυτή δεν είναι σκοπός. "πλήν. Εν αντιθέσει προς  τας αυγουστινείους δυτικάς αντιλήψεις περί χάριτος τονίζομεν ότι το  μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως δεν είναι απλώς ενέργεια του  Θεού επί του ανθρώπου. και θετός υιός της Παρθένου. Άνευ της χάριτος της θεώσεως Ιερά  Παράδοσις δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρχη. το μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως.83 Δια τους ανθρώπους η υπακοή  είναι το μέσον τελειώσεως προ και μετά την πτώσιν. ούτε Αγία Γραφή. Τούτο είναι  βεβαίως φυσικόν. Η υπακοή. εν οίς ημίν ο λόγος διϊσχυρίζετο τοιούτον είναι το τέλειον βίον. αδελφός και συμβασιλεύς  κατά χάριν του Χριστού. αγιάζει. ώστε άνευ της  συνεργείας ταύτης δεν θα υπήρχεν ούτε περιούσιος λαός. Ομολογίαι άνευ της  θεωτικής ενεργείας του Θεού επί θεουμένων υπάρχουν πολλαί. καλώς αν  έχοι.  Επομένως το απαραίτητον μέσον δια του οποίου ο Θεός γεωργεί τα κλήματα  της Αμπέλου και δίδει εις αυτά αύξησιν και καρποφορίαν είναι η θέωσις τη  συνεργεία των θεουμένων. επί τον ίδιον μεταφέροντα βίον    72  .  Περί των εν προκειμένω ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης βάσει του βίου Μωϋσέως  γράφει τα εξής.. διότι η απουσία των θεουμένων συνεπάγεται την πτώσιν εκ  της αληθείας και την απώλειαν της Παρακαταθήκης και άρα την αποκοπήν  από την Ιεράν Παράδοσιν και την Εκκλησίαν.. προς το πέρας του βίου Μωϋσέως αγαγόντας τον λόγον. ούτε ενσάρκωσις του Λόγου. δια της οποίας υπακοής η χάρις του Θεού μεταβάλλει αυτήν ταύτην  την υποτακτικήν ιδιοτέλειαν εις ανιδιοτελή αγάπην και ούτω θεούται ο  άνθρωπος και γίνεται φίλος και συνεργός του Θεού. αλλ' η προς το κρείττον  αεί γινομένη του βίου επαύξησις οδός εστι τη ψυχή προς τελείωσιν.

 και εις αυτήν την μετά Θεού φιλίαν και παρά Θεώ παρρησίαν    73  .89   Εκ των λεχθέντων τούτων. ναι  μεν ταυτίζεται με την εν Γολγοθά σταυρικήν θυσίαν του Χριστού.  Δια τους λόγους αυτούς η υπό των Προτεσταντών καταδίκη της ασκητικής  κυρίως ζωής των μοναχών είναι αίρεσις.85 Τούτο διότι το μυστήριον του Σταυρού. τον οποίον αίρει ο κάθε θεούμενος και πιστός. η  οποία μαρτυρεί σαφώς περί της υπάρξεως δικαίων φίλων του Θεού προ του  νόμου και μετά τον νόμον ως και η Καινή Διαθήκη προ της εν Γολγοθά  σταυρικής θυσίας. μηδέ τη των μισθών ελπίδι το αγαθόν ενεργείν. όστις 1) εργάζεται επί μισθώ  καλά έργα χωρίς να επιδιώκη την θέωσιν. Δεν  είναι όμως ο σταυρός ούτος τα τυχόν προβλήματα.. μόνον ηγείσθαι φοβερόν το της φιλίας του Θεού εκπεσείν. συνεπεία  της υποστατικής ενώσεως και της εξ αυτής αντιδόσεως των ιδιωμάτων. και  μόνον τίμιόν τε και εράσμιον εαυτοίς κρίναι το φίλον γενέσθαι Θεώ. Αντιθέτως ο σταυρός είναι ο εκούσιος  αγών τον οποίον αναλαμβάνει ο πιστός δια να απελευθερωθή από την  δουλείαν του διαβόλου και της αμαρτίας. ήτις μεταμορφώνει τον φίλαυτον άνθρωπον  εις φίλον του Θεού και θεόν κατά χάριν.  πραγματευτική τινι και συναλλαγματική διαθέσει κατεμπορευομένους της  εναρέτου ζωής. η τελειότης του βίου . την οποίαν αγνοεί και 2)  χρησιμοποιεί τας εν τη ζωή θλίψεις δια την δήθεν ικανοποίησιν της θείας  δικαιοσύνης προς αποφυγήν του καθαρτηρίου πυρός των Φραγκολατίνων και  της κατ' αυτούς κολάσεως. όπερ εστί. όπως εσταυρώθη ο  Χριστός. διότι μόνον δι' αυτής της εκουσίας σταυρώσεως επιτελείται η μέθεξις  εις το μυστήριον του Σταυρού. δια της οποίας φθάνει μέσω της καθάρσεως  και του φωτισμού εις την θεώσιν. αλλ' υπεριδόντας πάντων και των εν επαγγελίαις δι' ελπίδος  αποκειμένων.γνωσθήναί τε υπό του Θεού και φίλον γενέσθαι αυτού. δεν  συνίσταται απλώς εις την υπέρ των ανθρώπων σταύρωσιν του Κυρίου και εις  την επί των προωρισμένων ενέργειαν μιας δήθεν εκ του Γολγοθά  εκπηγαζούσης ακαταγωνίστου χάριτος ενεργούσης την προσοικείωσιν των  καρπών (αξιομισθιών κατά τον δυτικόν όρον) της σταυρικής θυσίας προς  ικανοποίησιν ευδαιμονιστικών επιθυμιών. δια της τηρήσεως της μέχρι θανάτου  υπακοής εις το θέλημα του Θεού. αλλά  και διακρίνεται αυτής (τής εν Γολγοθά θυσίας) διότι προϋπάρχει αυτής και  ενεργεί την καταλλαγήν προ αυτής. Τούτο γαρ εστιν ως  αληθώς η τελειότης το μηκέτι δουλοπρεπώς φόβω κολάσεως του κατά κακίαν  βίου χωρίζεσθαι. Η σωτηρία και θέωσις των ανθρώπων.  κατά γε τον εμόν λόγον.86   Πρέπει να τονισθή ότι η δημιουργούσα την Ιεράν Παράδοσιν δύναμις του  Σταυρού είναι ο σταυρός.. τα οποία συναντά ο καθείς  εις την ζωήν του. προ της ενσαρκώσεως και ακόμη προ του  νόμου Μωϋσέως. ως νομίζουν πολλοί. Αντιθέτως έκαστος πιστός πρέπει  και αυτός να σταυρωθή ουχί κατά τύχην ή κατά τυφλόν ή απόλυτον  προορισμόν αλλά εκουσίως τη ιδία και οικεία βουλήσει.  Επίσης ουσιαστικόν μέρος της Ιεράς Παραδόσεως είναι η εκ της ανιδιοτελούς  της θεώσεως αγάπης και μετά Θεού φιλίας πηγάζουσα παρά τω Θεώ  παρρησία των αγίων των εντεύθεν και πέραν του τάφου εν Χριστώ  θεουμένων.". ως είναι ελαττωματικός ο  μοναχισμός της φραγκολατινικής παραδόσεως. αλλά και από το όλον έργον του Νύσσης περί του  βίου Μωϋσέως ως και από την γενικήν διδασκαλίαν των Πατέρων φαίνεται  σαφώς πώς η τελείωσις κατά Χριστόν υπάρχει εις την Παλαιάν Διαθήκην. το οποίον ενεργεί  την καταλλαγήν του ανθρώπου τω Θεώ και ποιεί αυτόν φίλον του Θεού.

ελπίζει ο λαός του Θεού. όταν ληφθή υπ'  όψιν η γενική διαίρεσις των σταδίων τελειότητος.89 οίτινες ηύχοντο να παραιτηθούν της προσωπικής των  σωτηρίας δια την σωτηρίαν των άλλων. "μείζονα  ταύτης αγάπην ουδείς έχει.  υμάς δε είρηκα φίλους. Δεν είναι τα καλά έργα καθ' εαυτά  ικανά να ετοιμάσουν τον άνθρωπον να ιδή τον Θεόν ως φως και να έχη  τοιαύτην παρρησίαν παρά τω Θεώ υπέρ των αδελφών του ως ο Μωϋσής 88 και  ο απόστολος Παύλος. όταν επικαλείται την παρά τω Θεώ πρεσβείαν της  Παναγίας και των αγίων. ίνα ό. Ο δούλος ποιεί το θέλημα του  Θεού από φόβον. εάν δε αποθάνη πολύν    74  . και τελικώς άμα τω θανάτω του σώματός  του φθάνει εις αυτήν και αναβαίνει ατελευτήτως τα άνω στάδια της  τελειότητος. ώστε όστις έχει τοιούτον καρπόν και αιτήσει τι τον Πατέρα εν τω  ονόματι του Χριστού.91 τα οποία. δοθήσετε αυτώ.87   Ο καρπός εδώ δεν είναι τα κατά τους Δυτικούς αξιόμισθα ή εξ ακαταγωνίστου  δήθεν χάριτος έργα. προ πάντων όταν δεν  συνοδεύεται από σπουδαία και αγαθοεργά κατορθώματα αρεστά εις την  κοινωνικήν ιδιοτέλειαν των πολλών. αλλά η ου ζητούσα τα εαυτής αγάπη των θεουμένων. Ούτω πολύν καρπόν φέρει και ο καρπός μένει. αυτός μόνος μένει. Περί της επί του μυστηρίου του Σταυρού.. την ιδίαν του Θεού κρίσιν παρατρέψαντος. ενώ ο φίλος πάντα ποιεί ως  έκφρασιν του καρπού της ανιδιοτελούς της θεώσεως αγάπης. δεν οδηγούν εις την μετά του Χριστού καταλλαγήν και  φιλίαν της ου ζητούσης τα εαυτής αγάπης. προσκυνούν τα άγια λείψανα αυτών. "Εάν μη ο κόκκος του  σίτου πεσών εις την γήν αποθάνη. Ταύτα εντέλλομαι υμίν ίνα  αγαπάτε αλλήλους". και ζητούν την παρά  Θεώ παρρησίαν αυτών. δώ υμίν.τι αν  αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου. ως και την ηγεσίαν και κατεύθυνσιν αυτών εις την  πνευματικήν των ζωήν. Δια της  θεώσεως ή ελλάμψεως ή θεοπτίας ο φίλος του Θεού φθάνει πλησίον της  καταστάσεως της αναμαρτησίας. ότι πάντα ά ήκουσα παρά του πατρός μου εγνώρισα  υμίν. ίνα την ψυχήν αυτού θή υπέρ των φίλων αυτού . ως ανεφέρθη εις το  ανωτέρω χωρίον του αγίου Γρηγορίου Νύσσης. Ο  πολύς όμως καρπός ούτος δεν είναι αποτέλεσμα επιστημονικής ερεύνης και  στοχαστικής και διαλεκτικής ευφυΐας. η οποία είναι ο καρπός ο οποίος  μένει. ίνα μη λυπήση τον  φίλον". Οι αληθινοί πιστοί όμως γνωρίζουν τους  φίλους του Θεού.90 Αυτά καθ' εαυτά τα καλά έργα εκτός της θεώσεως είναι τα φύλλα  της ξηρανθείσης συκής. ήτοι της  θεώσεως. ο μισθωτός εργάζεται επί μισθώ. δηλαδή της εν Χριστώ δόξης και βασιλείας. Δια τούτο ο θεούμενος είναι ο αληθώς αγαπών δια της αγάπης του  φίλου του Θεού ως και ο γνωρίζων δια της αγάπης ταύτης την αλήθειαν. Εξ επόψεως της  χρησιμοθηρίας του κόσμου.. αλλά αποτέλεσμα αποκλειστικόν της  υπό των θεουμένων μεθέξεως του μυστηρίου του Σταυρού και της  Αναστάσεως. και ο καρπός υμών μένη. ήτις  σταυρούται ως ο Χριστός δια τον πλησίον.  Τα περί φίλων και παρρησίας λεχθέντα γίνονται αντιληπτά. όταν δεν φέρουν ως καρπόν την εν Χριστώ  της θεώσεως αγάπην. όμως ο καρπός αυτός δύναται να μείνη από τους  πολλούς κεκρυμμένος και να φανή άχρηστος. Ουχ υμείς με εξελέξασθε. αλλ' εγώ εξελεξάμην υμάς. βασιζομένης μετά του Θεού φιλίας και της εξ αυτής παρά τω Θεώ  παρρησίας και πρεσβείας των θεουμένων ο Χριστός σαφώς διδάσκει. και έθηκα υμάς ίνα  υμείς υπάγητε και καρπόν φέρητε.  Ο πολύς καρπός της θεώσεως έχει τον διπλούν χαρακτήρα της αγάπης και της  αληθείας. Η τοιαύτη της θεώσεως αγάπη του  φίλου του Θεού είναι εκείνη η οποία δύναται "στήσαι κατά των Ισραηλιτών  την οργήν.

 και αδιστάκτως δέχονται τα  περί Θεού και καθάρσεως.  Περί τούτου ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διακηρύττει. θεότητα.96 Οι εκτός της κοινωνίας των εχόντων το χάρισμα τούτο των  θεουμένων αυτομάτως οδηγούνται και εις την αίρεσιν και εις εσφαλμένην και  πεπλανημένην πνευματικότητα. δηλαδή ακούουν "άρρητα ρήματα". Ίνα μη πλανηθούν δογματικώς και  πνευματικώς οι μη φθάσαντες ακόμη εις την θέωσιν αλλά έχοντες και  διατηρούντες τον αρραβώνα του Πνεύματος και ανημμένας τας λαμπάδας. εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν".  ως τα κριτήρια της δογματικής και της κατά Χριστόν πνευματικής  διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και της Εκκλησίας. Όπως  είδαμεν. ήτοι της Ιεράς  Παραδόσεως. δι' οράσεως υπέρ την όρασιν. δια γεύσεως υπέρ την γεύσιν. δι'  οσφρήσεως υπέρ την όσφρησιν.92   Ο επιτυγχάνων δια του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως την  κάθαρσιν των παθών και του νοός δια της απαλλαγής εκ των δαιμονικών  ενεργειών και υπερβαίνων δια της θεώσεως τον φωτισμόν του βαπτίσματος  γενόμενος φίλος του Χριστού.  φωτεινήν νεφέλην.93   Πρέπει να τονισθή ότι οι προφήται και οι απόστολοι δεν διακρίνουν απλώς  τας εν τη ιστορία ενεργείας ή πράξεις του Θεού. ως διατείνονται σήμερον τινές  των ασχολουμένων με την Βίβλον ερμηνευτών. δια νοήσεως  υπέρ την νόησιν. δι' αφής υπέρ την αφήν. αποστόλους και αγίους. και ο μισών την  ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω. είναι ο κατ' εξοχήν θεολόγος και πνευματικός  πατήρ. ως συνέβη εις τους αποστόλους την Πεντηκοστήν. φωτισμού και θεώσεως ρητά και νοήματα αυτών.94 αλλά βλέπουν και ακούουν  και συνομιλούν με τας ακτίστους ενεργείας του Θεού.  υποτάσσονται εις τους προφήτας. ως εις κατά χάριν  θεούς και χριστούς και κατά πνεύμα πατέρας. Ο φιλών την ψυχήν αυτού απωλέσει αυτήν.  Κατά ταύτα ο θεούμενος γενόμενος εις τα περί Θεού και θεώσεως αλάθητος  γνωρίζει σαφώς και ακριβώς και ουχί στοχαστικώς και διαλεκτικώς την  διάκρισιν μεταξύ των ακτίστων ενεργειών του Θεού και των κτιστών  ενεργειών των κτισμάτων.97   Αν και η δια της δυνάμεως του Σταυρού και της Αναστάσεως θεοπτία είναι  υπέρ τας αισθήσεις και τον λόγον και τον νούν. δι' ακούσματος  υπέρ την ακοήν. βασιλείαν και χάριν του Θεού και  δι' αυτών με τον εν αυταίς Θεόν. το οποίον είναι το  θεμέλιον της δογματικής θεολογίας και της εν Χριστώ πνευματικής ζωής της  Εκκλησίας. συμπεριλαμβανομένων εκείνων του διαβόλου και  των δαιμόνων και ούτως εις υπέρτατον βαθμόν δια τον εντεύθεν του τάφου  άνθρωπον έχει το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων. η δια του μυστηρίου του Σταυρού θέωσις ή θέα της δόξης και  βασιλείας είναι η πηγή και η βάσις του πνευματικού και του δογματικού  αλαθήτου της εν τη Εκκλησία Αγίας Γραφής και Ιεράς Παραδόσεως και είναι  ούτως ο φορεύς των δογμάτων και της πνευματικής εν Χριστώ ζωής. αφού υπό του Παρακλήτου Πνεύματος της Αληθείας οδηγηθή εις  πάσαν την αλήθειαν. στήλην πυρός. παρά ταύτα συμπεριλαμβάνει    75  . αλλά και τας  κακοδόξους δόξας και τους ταύταις συνηγόρους εξελέγχει και απωθείται των  περιβόλων της ιεράς του Χριστού Εκκλησίας καθ' ήν ημίν εχωρίσθη νυν  εορτάζειν και διατρανούν την του Σταυρού προ του Σταυρού θείαν εν τοις  πατράσι χάριν και ενέργειαν". "ούτως η εν Θεώ  θεωρία και το θείον του Σταυρού μυστήριον ου τα πονηρά πάθη μόνον και  τους δημιουργούς τούτων δαίμονας απελαύνει της ψυχής.καρπόν φέρει.95 δηλαδή την δόξαν. δια γνώσεως υπέρ την γνώσιν.

 εκ  της διαδοχικής και πάσης σκέψεως και οντολογικώς εκ της ύλης. είναι ξένος  προς την περί αποκαλύψεως και πνευματικότητος διδασκαλίαν και εμπειρίαν  των θεουμένων της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως. αλλ'  αντιθέτως η κάθαρσις και θέωσις των παθών. όπως δεν έχει η δια της θεώσεως θέα της δόξης του  Θεού.  Εξ όλων των μέχρι τούδε λεχθέντων εν τω δοκιμίω τούτω φαίνεται σαφώς  πώς το αλάθητον εις τα θέματα περί Θεού και θεώσεως. Η δια του μυστηρίου του Σταυρού νέκρωσις των  παθών δεν είναι η εξ αυτών απελευθέρωσις του λογιστικού ή του νοός. εκ του χρόνου. την ζέουσαν συμπάθειαν δια τους επί γης αγωνιζομένους αδελφούς  αυτών μετά των οποίων συναγωνίζονται αδιαλείπτως και μετέχουν  αποτελεσματικώς εις τον υπέρ της σωτηρίας και κατά των δαιμόνων αγώνα  αυτών. αλλ' ουχί συναισθηματικήν  αγάπην. του παραδείγματος.98 Ο Χριστός ως τέλειος  άνθρωπος είχε και έχει φύσει τεθεωμένα τα αδιάβλητα πάθη.  Εκ τούτων φαίνεται σαφώς ότι η περί τελειότητος και θεώσεως διδασκαλία  της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων ουδεμίαν σχέσιν έχει με την  απάθειαν των Στωϊκών και την απελευθέρωσιν εκ του σώματος και των  παθών των Πλατωνικών.99 ως ταύτα  αρχίζουν κατά χάριν να έχουν οι θεούμενοι και κατά χάριν θα έχουν οι  τεθεωμένοι.τον νουν και τον λόγον και τα πάθη και τας αισθήσεις.   Κατά ταύτα ο τέλειος επιθυμεί ουχί δια τον εαυτόν του αλλά δια τον Θεόν και  τον πλησίον και θυμώνει ή οργίζεται ουχί δια τα κατά του εαυτού του  αδικήματα. Η ευοσμία των ιερών λειψάνων  των αγίων είναι μετά των ενεργουμένων δι' αυτών θαυμάτων μία αισθητή  μαρτυρία της θεώσεως αυτών. ως και κατ' εξοχήν δια της μεσιτείας και  παρά Θεώ παρρησίας αυτών. Επομένως η ου ζητούσα  τα εαυτής αγάπη του Θεανθρώπου Χριστού και των θεουμένων ουδεμίαν  σχέσιν έχει προς την αταραξίαν των Στωϊκών και την ευδαιμονίαν των  Πλατωνικών ή και τον ηδονισμόν ή ευδαιμονισμόν των παλαιοτέρων και  νεωτέρων συστημάτων και ρευμάτων.  Τονίζομεν εκ νέου ότι ο μυστικισμός. φωτισμού και  καθάρσεως των πιστών. όπως είδαμεν.  δια της διδασκαλίας. Ούτε έχει καμμίαν σχέσιν με τον  συναισθηματικόν αλτρουϊσμόν της φιλοσοφικής ηθικής. ως και εις τα βιωτικά και οικογενειακά και εθνικά αυτών προβλήματα. δια των αγίων αυτών εικόνων και  λειψάνων και των θαυμάτων αυτών.   Δια τους ανωτέρω λόγους ο Χριστός και οι άγιοι εντεύθεν και πέραν του  τάφου διακρίνονται δια τον ζήλον. δηλαδή δοξάζεται και γίνεται κατά χάριν Θεός και δια του  Χριστού εν Πνεύματι Αγίω βλέπει τον Πατέρα. και γενικώς ειπείν εις τα δόγματα ή την θεολογίαν  δεν ανήκει αδιακρίτως εις όλον τον λαόν του Θεού. διότι ο άνθρωπος  ολόκληρος θεούται. διότι ο Χριστός είναι η Εκκλησία και ο  λαός Αυτού είναι τα μέλη Αυτού. όστις εκπηγάζει από την προσπάθειαν  εκστάσεως του λογιστικού εκ του σώματος. ως και της αναστάσεως των σωμάτων κατά  την συντέλειαν των αιώνων. Το αλάθητον φθάνει εις τον λαόν και    76  . αλλά δια την αδικίαν κατά του πλησίον. εκ της μνήμης. την φλογερήν. Η ορθόδοξος  ασκητική πράξις και θεωρία προς απόκτησιν του χαρίσματος της  μονολογίστου αδιαλείπτου νοεράς προσευχής ουδεμίαν σχέσιν έχει με  τοιούτον μυστικισμόν.  Η Εκκλησία ολόκληρος είναι αλάθητος.

 ή καθαιρόμενοι. ήτοι του Σταυρού και  της Αναστάσεως.κατοικεί εν αυτώ τη ενεργεία του τον Χριστόν και τον Πατέρα εν Εαυτώ  φέροντος Αγίου Πνεύματος. ήτις είναι "ο καρπός" της καθάρσεως και του φωτισμού και "ο πολύς  καρπός" της θεώσεως. Αποφασίζουν τα ανεγνωρισμένα μέλη  του ιατρικού συλλόγου δηλαδή οι κοινωνοί της εμπειρίας των θεουμένων. Πεντηκοστή. ίνα αποφασίσουν αυτοί τί εκ  των καρπών του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως θα κρατήσουν. Εις την Παλαιάν  Διαθήκην. Περί αυτών των μυστηρίων γνωρίζουν εκ της  μαρτυρίας των αυτοπτών μαρτύρων και οι έχοντες τον αρραβώνα του  Πνεύματος πιστοί.  Εις τας τάξεις των θεουμένων και των πιστών ανήκουν μόνον οι εκουσίως και  ουχί κατά τύχην αίροντες δια του μυστηρίου του Σταυρού τον σταυρόν αυτών  και ούτως ακολουθούντες τον Χριστόν. δια των οποίων σταυρούνται τω κόσμω οι μαθηταί του  Κυρίου και ούτω φθάνουν εις την της θεώσεως ανάστασιν την πρώτην και  αναμένουν την δευτέραν.102 Τα μυστήρια της βασιλείας του Χριστού. και συνεπάγεται πτώσιν εκ της    77  .100 2) οι οίς "δέδοται  γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών".105   Εις το κέντρον επομένως της αποστολικής διαδοχής δεν είναι μόνον η  αδιάκοπος από τους αποστόλους διαδοχική χειροτονία.103   Οι θέλοντες να ζήσουν κατά Χριστόν θέτουν εαυτούς υπό την καθοδήγησιν  ορθοδόξου της Ιεράς Παραδόσεως πατρός έχοντος το χάρισμα της διακρίσεως  των πνευμάτων. Στέφανος ενώπιον συνεδρίου. και εις την Εκκλησίαν υπάρχει πνευματική  δημοκρατία εν είδη ιατρικού συνεδρίου. είναι τα μυστήρια της Εκκλησίας. μέσω των θεουμένων προφητών. και προ τούτων και ψυχήν και σώμα  κεκαθαρμένοι. Δεν υπάρχει καμμία τάξις  θεολόγων κατά κόσμον σοφών αφ' εαυτών κλητών και υπό ετεροδόξων  μορφωθέντων. αποστόλων και  αγίων ως και μέσω του την αποστολικήν της χειροτονίας και της αληθούς των  εν Χριστώ θεουμένων διδασκαλίας διαδοχήν έχοντος κλήρου. οίτινες θέτουν υπό την μάχαιραν της κριτικής την διδασκαλίαν  και την κατηχητικήν μέθοδον των θεουμένων. Η διακοπή της παραδόσεως της θεώσεως σημαίνει  αποκοπήν από την αποστολικήν διαδοχήν. "οι  εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία.  τί θα αφαιρέσουν και τί εις τους καρπούς αυτούς θα προσθέσουν. δυναμένου επομένως ορθώς και ακριβώς να διδάξη τον  τρόπον δια του οποίου αίρει τις τον σταυρόν αυτού και γίνεταί τις μέτοχος  του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως.   Κατά την μαρτυρίαν του Κυρίου υπάρχουν τρία στάδια ή τάξεις εις την  κατανόησιν των μυστηρίων της βασιλείας του Χριστού. δηλαδή από την μέθεξιν του  μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως. εις την Καινήν Διαθήκην. πράξις και θεωρία περί της πνευματικής εν Χριστώ  ζωής. Παύλος καθ' οδόν  προς Δαμασκόν). οι καταλλήλως κατηχούμενοι και έχοντες πνευματικούς  πατέρας κατέχοντας το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων ή και  αυτόπτας μάρτυρας της δόξης του Χριστού υπάρχοντας. το μετριώτατον".101 και 3) οι ιδόντες δια της  θεώσεως την βασιλείαν και δόξαν του Χριστού (Βάπτισμα Χριστού. αλλά και η αληθής  δογματική διδασκαλία. Υπάρχουν: 1) οι  διδασκόμενοι περί της βασιλείας του Θεού εν παραβολαίς "ότι βλέποντες ου  βλέπουσιν και ακούοντες ουκ ακούουσιν ουδέ συνιούσιν". ά είδον και  βλέπουν οι θεούμενοι.  Μεταμόρφωσις.104   Οι θέλοντες Χριστόν χωρίς στενήν και τεθλιμμένην οδόν και ανάγκην εκουσίας  σταυρώσεως ευρίσκουν πνευματικούς πατέρας κατά κόσμον σοφούς της  αρεσκείας των με κατά κόσμον θεολογίαν.

 Ως εκ τούτου  ως η ανθρωπίνη φύσις και σάρξ του Κυρίου είναι η δια της αντιδόσεως των  ιδιωμάτων των δύο εν Χριστώ φύσεων πηγή θεωτικής χάριτος. σαφώς εις τον Προτεσταντισμόν. ούτω γίνονται    78  . Απορρίπτοντες οι Προτεστάνται τα περί αγίων. ώστε οι πιο φανατικοί υποστηρικταί του δογματικού χαρακτήρος της  εκκλησιαστικής τέχνης και ιδίως της εικονογραφίας ήσαν οι πιο  προσηλωμένοι εις την παράδοσιν των θεουμένων. αλλά και εν τη κοινωνία γενικώς. Μία τρανή ένδειξις της διακοπής της αποστολικής  διαδοχής είναι η απουσία και κυρίως η καταπολέμησις της υπάρξεως και της  προσκυνήσεως των αγίων και των αγίων εικόνων και λειψάνων αυτών ως και  η απουσία των ενεργουμένων δι' αυτών θαυμάτων. Πάντοτε όμως. την φιλανθρωπίαν. Δια τούτο ακριβώς η  ορθόδοξος λειτουργική. αγαλμάτων.  εν τη φιλανθρωπία. Η δογματική βάσις της  πνευματικότητός των ήτο η βιβλική εμπειρία της θεώσεως ολοκλήρου του  ανθρώπου και ακόμη της λεγομένης αψύχου ύλης.λ.  Εις εκτέλεσιν του σκοπού τούτου η Εκκλησία καλλιεργεί υπό την έμπνευσιν  και καθοδήγησιν των θεουμένων και της θεολογίας και της πνευματικότητος  αυτών την λειτουργικήν. την εικονογραφίαν. εν τη εκκλησιαστική μουσική. αξιομισθιών και υπερπερισσείας των έργων αυτών. το κοινωνικόν  έργον. ως και η μουσική  έχουν σαφώς και καθαρώς δογματικόν χαρακτήρα με σωστικόν και θεωτικόν  σκοπόν. τη οικονομική.  Εις τα εντός της σφαίρας των αμέσων λειτουργημάτων και αρμοδιοτήτων της  η Εκκλησία έχει ως γνώμονα και κανόνα την οδήγησιν των πιστών δια της  καθάρσεως και του φωτισμού εις την θέωσιν.  λειψάνων. αρχιτεκτονική και λειτουργική. χωρίς όμως να έχη δυαρχικάς μεταφυσικάς βάσεις.  απορρίπτουν ασφαλώς την πεπλανημένην περί αυτών διδασκαλίαν της  φραγκολατινικής παραδόσεως και όχι ενσυνειδήτως αυτήν της Ορθοδοξίας. Αποδεκτά και ευπρόσδεκτα είναι τα οδηγούντα εις την  θέωσιν ενώ απόβλητα τα οδηγούντα εις πνευματικήν στασιμότητα ή και εις  προσκόλλησιν εις την φυσικήν ηδονήν ή ηδυπάθειαν ή εις τον κατά κόσμον  συναισθηματισμόν ή εις εκστατικάς δαιμονικάς καταστάσεις. κ.τ. Η εν  προκειμένω πράξις και διδασκαλία της φραγκοπαπικής παραδόσεως δεν  βασίζεται επί της παραδόσεως της θεώσεως και ως εκ τούτου ευρίσκεται  εκτός της Ιεράς Παραδόσεως. κ. Τόσον ριζωμένη είναι η πεποίθησις της Εκκλησίας περί του θέματος  τούτου. με σκοπόν να εξυπηρετηθούν αι πνευματικαί ανάγκαι των σταδίων  της τελειώσεως.χάριτος και της αληθείας. υμνογραφία και τέχνη έχει ασκητικόν και ηρωϊκόν  προσανατολισμόν.  την οποίαν γενικώς αγνοούν. το κριτήριον της μορφής και  της εκτάσεως αυτών είναι η οδήγησις προς την θέωσιν. Ο μόνος και μοναδικός σκοπός  της υπάρξεως της Εκκλησίας είναι η προετοιμασία των πιστών δια την ημέραν  του Κυρίου.λ. την μουσικήν. εν τη πολιτική. ως  είδαμεν. τη στρατιωτική και τη  παιδεία των εντός και όταν είναι δυνατόν και των εκτός της κοινωνίας των  θεουμένων ευρισκομένων.τ.  Η δογματική και πνευματική διδασκαλία και πράξις της Εκκλησίας  εκφράζεται εν τη λειτουργική αυτής και μυστηριακή ζωή. Όχι μόνον αυτοί αλλά ούτε και οι Παπικοί  γνωρίζουν την περί αγίων ορθόδοξον διδασκαλίαν και πράξιν. ως συνέβη με τα  αστράψαντα με την άκτιστον θεότητα ενδύματα του Χριστού.  Η ορθόδοξος εικονογραφία. και σκανδαλωδώς μάλιστα. εν ταις εικόσι. δηλαδή οι μοναχοί και  ασκηταί της ορθοδόξου Ιεράς Παραδόσεως. εν τη  αρχιτεκτονική. ως συμβαίνει τόσον  σαφώς.

 τόσον  απαραίτηται είναι και αι άγιαι εικόνες και τα ιερά λείψανα προς διδασκαλίαν.108   Η βάσις της ορθοδόξου τέχνης είναι. ίνα αποβή η θέα ταύτη θέωσις και ουχί  κόλασις. Όσον απαραίτητος δια την σωτηρίαν  και τελείωσιν των πιστών είναι η Αγία Γραφή. την στρατιωτικήν. διότι η βάσις της  σωτηρίας του ανθρώπου είναι η αδιάλειπτος μνήμη του Θεού και του  θελήματος και των ενεργειών Αυτού δια του Χριστού εν τοις βίοις και ταις  διδασκαλίας των προφητών. Αι άγιαι εικόνες  και τα ιερά λείψανα των αγίων προκαλούν την συνεχή αγάπην. τα ιερά σκεύη και τα  άμφια. την εικονογραφίαν και  την μουσικήν της ρωσσικής Εκκλησίας και εύρε τόπον κυρίως μέσω του  θαυμασμού Ελλήνων τινών δια τα δυτικής εμπνεύσεως δήθεν επιτεύγματα  ταύτα εις την ελληνικήν εικονογραφίαν και ολιγώτερον εις την  εκκλησιαστικήν μουσικήν.λ. τα άγια λείψανα και αι άγιαι εικόνες. Παρουσιάζονται ανοήτως    79  . και νοήματα και ρητά  των προφητών. η Παναγία. το οποίον δεν προκαλεί τον σεβασμόν  των σοβαρών ανθρώπων και κυρίως των ειδημόνων περί την μουσικήν και  ουδεμίαν σχέσιν έχει με την ορθόδοξον πνευματικότητα. βάσει της εμπειρίας και της διδασκαλίας των  θεουμένων.τιδήποτε επιδέχεται τον αγιασμόν του  Χριστού. ήτις επέδρασε μαζί  με την θεολογίαν της ισχυρώς εις την αρχιτεκτονικήν. όπως είπαμεν ο ασκητικός και κατ'  εξοχήν ηρωϊκός προσανατολισμός προς την θέωσιν και ανταποκρίνεται  πλήρως προς την πνευματικήν και ιστορικήν πραγματικότητα και δεν είναι  αποτέλεσμα της φαντασίας του καλλιτέχνου.π. οι άγιοι πάντες έχουν ζωτικόν  ενδιαφέρον δι' όλα τα θέματα του λαού και όταν επικαλούνται υπό των  πιστών ενεργούν κατά τας ατομικάς.106   Επίσης η Εκκλησία ετόνισε. αλλά καθ' οδόν αγιάζει ό.  Έχουσα η Ιερά Παράδοσις προ οφθαλμών την αναπόφευκτον θέαν της δόξης  του Χριστού κατά την Ημέραν του Κυρίου έχει μεν ως πρώτην μέριμναν την δι'  αυτήν προετοιμασίαν των πιστών.  της υγείας. τα σύμβολα του Σταυρού και  των Παθών του Κυρίου και τα υλικά συστατικά των μυστηρίων. των εμπορικών πλοίων και  καταστημάτων κ. την  εκπαίδευσιν και γενικώς τον πολιτισμόν και τα των οικειακών των πιστών.  παραδειγματισμόν και αγιασμόν των πιστών. Εις την παρεκκλησιαστικήν μουσικήν των  κατηχητικών σχολείων της Ελλάδος επεκράτησεν είδος θρησκευτικού  τραγουδιού προτεσταντικού τύπου. ότι η Αγία Γραφή ως αποτελουμένη εκ λέξεων απευθυνομένων  εντός της ερμηνευτικής παραδόσεως των θεουμένων εις τους πιστούς δια την  σωτηρίαν και τελείωσίν των και αποδιδουσών εν νοήμασι ενεργείας του  Λόγου προ της ενσαρκώσεως και μετά την ενσάρκωσιν.[107] Άνευ τούτων είναι  αδύνατον να ανέλθη κανείς τα στάδια της τελειώσεως. τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιον και την  εν ταις ψυχαίς των πιστών επικράτησιν της κατά Χριστόν ευσεβείας δια της  αδιαλείπτου μνήμης Αυτού.109 Ο Χριστός. όσα δύνανται και εν εικόσι και να  τυγχάνουν της εκ μέρους των πιστών προσκυνήσεως. πρέπει  εξ άπαντος να εικονίζωνται όλα τα τοιαύτα. οικογενειακάς.φορείς ταύτης και τα υλικά συστατικά των μυστηρίων. κοινωνικάς και εθνικάς  ανάγκας και μάλιστα αποτελεσματικώς. δηλαδή την πολιτικήν. των αποστόλων και των αγίων. αποστόλων και αγίων και τα θεωτικά βιώματα αυτών. Η  Εκκλησία προσεύχεται και ενεργεί υπέρ της ευημερίας του λαού. των γεωργικών κτημάτων. ίνα εις την μνήμην  αυτών συνεχώς υπάρχουν τυπωμένα. προσκύνησιν  και τιμήν προς τα εικονιζόμενα πρότυπα και δι' αυτών την λατρείαν αγάπην  και αφοσίωσιν προς τον Χριστόν. την οικονομίαν. της ειρήνης. της Παναγίας και των αγίων. ως συμβαίνει εις την  εκκλησιαστικήν τέχνην της φραγκολατινικής παραδόσεως.

 πολλοί θεολόγοι εδηλητηριάσθησαν κατά της  πατερικής παραδόσεως και του μοναχισμού αυτής και έγιναν οι αυτόκλητοι  σωτήρες της Ορθοδοξίας. ο Ευρωπαίος και ο Αμερικανός.τι καλόν έχουν. διότι από τας καλλιτεχνικάς ταύτας  εκδηλώσεις ελλείπει ο ηδονισμός και η ηδυπάθεια και η έκστασις των  ισλαμικών παραδόσεων και η θηλυπρέπεια και ο ερωτισμός της ευρωπαϊκής  παραδόσεως.σκεπτόμενοι οι προσπαθούντες να περιορίσουν τον Χριστόν.     80  . από την γενικήν ταύτην ατμόσφαιραν των νέων τούτων τύπου  Ευρώπης διανοουμένων. Είναι το μυστικόν της ρωμαίϊκης  αρχοντιάς. Η θεολογική.  Φαίνεται ότι το μόνον το οποίον έχει μείνει εις την νεωτέραν Ελλάδα από τον  ρωμαίϊκον πολιτισμόν είναι η Εκκλησία και η τέχνη της και η ελληνική  γλώσσα. Εις όλα σχεδόν τα άλλα κατώρθωσαν οι απόγονοι των Φράγκων να  φραγκέψουν τους Νεοέλληνας. την Παναγίαν  και τους αγίους μαζί με τους ασκητάς και τον κλήρον εις τα ουράνια. δεν θα υπήρχε  σήμερον ούτε ένας Έλληνας από αυτούς που σήμερον προσπαθούν να  προκαλέσουν τον θάνατον του ρωμαίϊκου πολιτισμού δια της απουσίας εκ της  παραδόσεως της Ρωμηοσύνης. ως φαντάζεται. νομίζοντες. ότι  εκλήθησαν υπό του Θεού να φωτίσουν τους συμπατριώτας των με τον  πολιτισμόν των πνευματικών απογόνων των Φράγκων ως και με την  θεολογίαν αυτών. οι οποίοι εν τη ηλιθιότητί και αγραμματοσύνη  των θερμώς ευχαριστούν την Ευρώπην δια την επιτευχθείσαν αυτήν  δολοφονίαν των ρωμαίϊκων καλλιτεχνικών παραδόσεων.  Είναι ολοφάνερη η επίδρασις του ασκητικού ηρωϊκού πνεύματος της  Ορθοδοξίας εις τας παραδόσεις του ελληνικού λαού. Εάν η  Ορθοδοξία πράγματι είχε τας θεολογικάς αρχάς τας οποίας αποδίδουν εις  αυτήν εμπνευσθέντες τινες εκ παλαιοφυλλαδίων των απογόνων των  Φράγκων της Ευρώπης προδόται της Επαναστάσεως του 1821. διότι εις το βάθος  της νεωτέρας ελληνικής ψυχοσυνθέσεως είναι η δαιμονική απόφασις  πολιτιστικής πλέον αυτοκτονίας. αυτοκίνητα.  Πάντως η κατανόησις της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας και  πνευματικότητος απαιτεί όχι δουλοπρέπειαν του πνεύματος αλλά υπακοήν εις  την αυθεντίαν του Χριστού. Ο ρωμαίϊκος πολιτισμός μεταξύ του  λαού έχει περιορισθή εις την αφοσίωσιν εις τας εικόνας και τα ιερά λείψανα  των αγίων. δια της προσκολλήσεως εις κάθε ξένον τρόπον  αξιολογήσεως των πνευματικών και καλλιτεχνικών θεμάτων και του  πολιτισμού. ανέσεις. απλούστατα διότι Νεοέλλην δεν θέλει πλέον  την ευθύνην πνευματικής ηγεσίας. φιλοσοφική και κοινωνιολογική κατανόησις της προς  τους θεουμένους αφοσιώσεως ταύτης του λαού σχεδόν εξηφανίσθη εις τον  επιπόλαιον και κατ' επίφασιν διανοούμενον κόσμον της Ελλάδος.  Επηρεασμένοι. η οποία έδωσεν εις τον κόσμον τους Πατέρας της Εκκλησίας. του ρωμαίϊκου πολιτισμού.  Αυτή η εκούσιος υπακοή μέχρι θανάτου προς απόκτησιν της πραγματικής  ελευθερίας της καταπατήσεως του φόβου του θανάτου και της υπερβάσεως  της συμφεροντολογικής αγάπης είναι το μυστικόν της λεβεντιάς της  ελληνικής ψυχής. των αποστόλων και των αγίων. Τούτο φαίνεται σαφώς  και εις την μουσικήν και εις τους χορούς.  Ταύτα πάντα είναι τα μοιραία αποτελέσματα της συστηματικής εν Ελλάδι  καταπολεμήσεως του ασκητικού ιδεώδους της Ορθοδοξίας ως εκδηλούται  κυρίως εις τον ορθόδοξον μοναχισμόν. ως οι υπόλοιποι διανοούμενοι. Θέλει χρήματα. των προφητών. σέξ  και ό.

  Τα τοιαύτα δύνανται να λέγουν μόνον οι αγνοούντες την επί της θεώσεως  βασιζομένην θεολογικήν μέθοδον των θεουμένων. Υπεράνω όλων είναι ρεαλιστής και ουδέποτε  ρομαντικός ονειροπόλος.  Πάντως ευρισκόμεθα εις μίαν επικίνδυνον δια την Ορθοδοξίαν κατάστασιν εις  την μόρφωσιν των θεολόγων. τελειώσεως  και κρίσεως διδασκαλίαν αυτών μετέχει της αρχοντιάς αυτών και αποκλείεται  να γίνη πνευματικώς δουλοπρεπής εις κατά φαντασίαν θεολογικά και  φιλοσοφικά ρεύματα.  Αλλά το τραγικώτερον όλων δεν είναι ότι λείπει η αρχοντιά της παραδόσεως  των Πατέρων.    81  . Επίσης δια τον  λόγον αυτόν λείπει το άγριον και απάνθρωπον εκείνο φαινόμενον της Ιεράς  Εξετάσεως των Φραγκολατίνων. αλλά ότι λείπει η στοιχειώδης αίσθησις της απουσίας της  αρχοντιάς ταύτης.  Εν κατακλείδι σημειώνομεν τον τίτλον του κλασσικού δογματικού έργου του  αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.Η παράδοσις της θεώσεως συνθέτει την αυθεντίαν και την ταπεινοφροσύνην  με αποτέλεσμα την λεβεντιάν και αρχοντιάν του πνεύματος. χάριτος. Παπικών και Προτεσταντών. Εκκλησίας. η οποία ουδεμία σχέσιν έχει με την θεολογικήν  μέθοδον της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων. συνδυασμένη με το περί αλαθήτου δόγμα των Φραγκολατίνων.110 Εάν εκληφθή η ορθόδοξος θεολογική μέθοδος ως στοχαστική και  διαλεκτική τότε ο όρος "ακριβής" εις τον εν λόγω τίτλον θα ήτο απόδειξις του  εγωϊσμού και της υπερηφανείας του συγγραφέως. της  θανατώσεως των αιρετικών και της καθυποτάξεως της ελληνικής φιλοσοφίας  και θεολογίας εις τα κατηγορήματα του πολιτισμού των βαρβάρων  κατακτητών του δυτικού μέρους της Ρωμαϊκής Αυτόκρατορίας. Εξ επόψεως της πατερικής παραδόσεως είναι γελοία  και η σκέψις μόνον ότι είναι δυνατόν να γίνη θεολόγος ο πνευματικώς  υποτακτικός ετεροδόξων διδασκάλων. τα οποία απασχολούν την Δογματικήν και την Συμβολικήν.  Αντιθέτως η στοχαστική και η διαλεκτική δογματική μέθοδος του  Αυγουστίνου.  παρήγαγεν ανόητον της αγραμματοσύνης αυθεντίαν του εγωϊσμού και της  υπερηφανείας με αποτέλεσμα τον δυτικόν μεσαίωνα της Ιεράς Εξετάσεως. Η γνησιότης ή η μη γνησιότης των εν τη Αγία Γραφή  συγγραμμάτων. ενσαρκώσεως. Δια τούτο η  Ορθόδοξος βεβαιότης περί κατοχής της αληθείας ουδεμίαν σχέσιν έχει με  εθνικόν ή εκκλησιαστικόν τινα εγωϊσμόν ή υπερηφάνειαν.  Θ' Ο Κανών της Αγίας Γραφής η Ερμηνευτική και η γλώσσα Αυτής  Το θέμα αυτό καθ' αυτό ανήκει εις τα μαθήματα της Παλαιάς και της Καινής  Διαθήκης. Πιό γελοίος ακόμη είναι ο ισχυρισμός  ότι πηγαίνει κανείς να σπουδάση την θεολογικήν μέθοδον εις τους  πνευματικούς απογόνους των Φράγκων εις την Ευρώπην και την Αμερικήν. Εξ επόψεως όμως της επί  της θεώσεως βασιζομένης θεολογίας ο τίτλος είναι ο ενδεικνυόμενος και  δηλωτικός της επί της ταπεινοφροσύνης βασιζομένης αρχοντιάς και  αυθεντίας του θεουμένου. "Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου  πίστεως".  Ο γενόμενος πνευματικόν τέκνον των θεουμένων και έχων απόλυτον  πεποίθησιν εις την περί Θεού. δηλαδή το ορθόν ή το μη ορθόν της αποδόσεως αυτών εις  συγκεκριμένους συγγραφείς ή εις συλλογικάς παραδόσεις του Ισραήλ ή εις  συλλογικόν έργον της αρχαίας Εκκλησίας προς κατήχησιν των πιστών δεν  είναι προβλήματα.

 Όλοι συνεφώνουν ότι εξ αιτίας τούτου του  κακού ή κατωτέρου Θεού οι προφήται ευρίσκοντο εν πλάνη και μετ' αυτών το  έθνος των Εβραίων και Ιουδαίων. η Εκκλησία  μέσω των Τοπικών και των Οικουμενικών Συνόδων αντιμετώπισε τας  τοιαύτας παρεκλήσεις των αιρετικών. και εν    82  . ως αυτοί ηρμήνευον. Οι Γνωστικοί αντιμετώπισαν τα επιχειρήματα της Εκκλησίας με τον  εκλεκτισμόν όσον αφορά εις τα κείμενα της Καινής Διαθήκης προτιμώντες  ωρισμένα του αποστόλου Παύλου. εις  τους οποίους απέδιδον μίαν ιδιαιτέραν θεοπνευστίαν και εμμονήν εις  παράδοσιν θεοπνεύστων ανδρών.  Θεός του σκότους.Η Δογματική ενδιαφέρεται δια την θεοπνευστίαν της Αγίας Γραφής και την  αψευδή μαρτυρίαν αυτής περί της επί της θεώσεως βασιζομένης διδασκαλίας  των θεουμένων προφητών και αποστόλων. ως ευκόλως  αποδεικνύεται από τα Ευαγγέλια. και 3)  της Ιεράς Παραδόσεως ή της αποστολικής διαδοχής και διδαχής. ή ο Σατανάς. Τούτο φαίνεται σαφώς από την  ρητήν πληροφορίαν του κανόνος του Μουρατόρι ότι ουδέν έργον των  Γνωστικών συμπεριλαμβάνεται εις τον κανόνα. τη Καινή Διαθήκη. 1   Επίσης οι Μοντανισταί και μετ' αυτούς οι Αρειανοί και οι Ευνομιανοί  ηρμήνευον τας αποκαλυπτικάς εμπειρίας των προφητών και των αποστόλων  κατά τοιούτον τρόπον. και τας Επιστολάς της Καινής  Διαθήκης.  Όταν έχη κανείς προ οφθαλμών την ερμηνευτικήν ταύτην παράδοσιν και την  εξ αιτίας της θεώσεως των προκρίτων απόλυτον ενότητα και ταυτότητα  αυτόπτου. τας Πράξεις.  Εκτός της θεοπνευστίας όμως όλοι εδέχοντο δια τους αντιπάλους και μίαν  δαιμονοπνευστίαν.  Εναντίον αυτών η Εκκλησία ετόνισε την απόλυτον ενότητα της διδασκαλίας  και της αποκαλυπτικής εμπειρίας μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής  Διαθήκης ή μεταξύ των προφητών και των αποστόλων. ή αντίπαλος του Θεού του φωτός. εις την οποίαν απέδιδον τας πλάνας των. οίτινες ισχυρίζοντο μετά των  Μανιχαίων ότι ο εμφανισθείς εις τους προφήτας δημιουργός Θεός της  Παλαιάς Διαθήκης είναι κατώτερος Θεός.  Πρέπει να σημειωθή δεόντως ότι πάντες οι αιρετικοί ως και οι ορθόδοξοι  εστήριζον την διδασκαλίαν των όχι μόνον επί των γραπτών μνημείων της  Αγίας Γραφής αλλά και επί της προσωπικής εμπειρίας των αρχηγών των.  Επομένως εκτός από τας κατηχητικάς και πνευματικάς ανάγκας αυτή η  ανάγκη αντιμετωπίσεως των Γνωστικών υπήρξεν ισχυρά ώθησις εις τον  καθορισμόν του κανόνος της Αγίας Γραφής. ώστε επετρέπετο εις τους μεν να στηρίξουν τας  εκστατικάς των εμπειρίας και τους ισχυρισμούς των περί νέων ή  συμπληρωματικών αποκαλύψεων και εις τους δε τα περί κτιστού Λόγου  επιχειρήματά των.   Μεταξύ των παραδοξοτέρων τούτων εις την αρχαίαν εποχήν της  εκκλησιαστικής ιστορίας ήσαν οι Γνωστικοί. όπου εφαίνετο. μαρτυρίας περί του Λόγου εν τη Παλαιά.  Βάσει της διδασκαλίας 1) αυτής ταύτης της Αγίας Γραφής αλλά και 2) της  εμπειρίας των εν τη Εκκλησία προκρίτων και διαβεβηκότων εν θεωρία.  κάποια αντίθεσις προς την Παλαιάν Διαθήκην και κατά τα άλλα  εδημιούργησαν ιδικάς των Γραφάς.

 τα καλούμενα Γραφεία. η  Σύνοδος της Λαοδικείας. Λευιτικόν. Η  Πενθέκτη ασφαλώς δεν είχε σκοπόν να δεχθή την γνώμην μιας Εκκλησίας  απομεμακρυσμένης. όστις ήκμασεν ένα περίπου αιώνα μετά την  Πενθέκτην και όστις δεν δίδει σημασίαν εις τον μακρόν κανόνα της Αφρικής  και ούτε συμπεριλαμβάνει εις τα αναγινωσκόμενα τα βιβλία Τωβίας. ως είναι τας ενδιαθέτους  βίβλους ούτω. "ούτως ουν σύγκειται αι βίβλοι εν  πεντατεύχοις τέταρσι. εις βάρος μάλιστα της ομοφώνου σχεδόν γνώμης των  άλλων.  Ιεζεκιήλ. τότε το όλον θέμα της εκτάσεως του κανόνος της Αγίας  Γραφής λαμβάνει μίαν ειδικήν όψιν και δεν έχει πολλήν σημασίαν.  Εις τον δεύτερον τόμον του δοκιμίου τούτου δημοσιεύομεν τους κυριωτέρους  συνοδικούς και πατερικούς αντιπροσώπους των δύο παραδόσεων.  Παραθέτομεν την επί του θέματος σύνοψιν της παραδόσεως υπό του αγίου  Ιωάννου Δαμασκηνού. άνευ διακρίσεως των βιβλίων της Παλαιάς  Διαθήκης εις κανονικά και αναγινωσκόμενα. και η  Εσθήρ. όστις γράφει τα εξής. ως πράττει ο Μέγας Αθανάσιος. και αι δύο των  Παραλειπομένων. Τρίτη πεντάτευχος.4 Δηλαδή μαζί με την Εκκλησίαν της Αφρικής ο 85ος  αποστολικός κανών και η Σύνοδος της Λαοδικείας του 360 5 δέχονται το  βιβλίον της Εσθήρ ως κανονικόν.10   Περί των αναγινωσκομένων της Παλαιάς αλλά και της Καινής Διαθήκης  παραθέτομεν την πληροφορίαν του Μεγάλου Αθανασίου. του Ιώβ. η και νομοθεσία. δημοσιευθέντα εν τω  δευτέρω τόμω. Ησαΐας. Δανιήλ. Τετάρτη  πεντάτευχος. Ιερεμίας. η προφητική.  Εκκλησιαστής του αυτού. ούτε τα τρία των Μακκαβαίων. αφού εν τω  κανόνι τούτω εγένοντο αποδεκτοί όλοι οι ανωτέρω κανόνες. η τρίτη μετά της τετάρτης. Δεν σημαίνει  όμως ότι πρόκειται περί αντιφάσεως.τη καθ' όλου Ιερά Παραδόσει. φαίνεται σαφώς από τον άγιον  Ιωάννην τον Δαμασκηνόν. όστις γράφει τα    83  . άτινά εστιν  ούτως. βίβλος μία.2   Αποδοχήν μεγάλου κανόνος. ενάρετοι μεν και καλαί. Αύτη πρώτη πεντάτευχος. Βασιλειών πρώτη μετά της  δευτέρας. Η δε Πανάρετος. το Ψαλτήριον. ο Μέγας Αθανάσιος. τουτέστιν η Σοφία του Σολομώντος. είτα του Έσδρα. Πρώτον διότι μόνον η Σύνοδος της  Καρθαγένης του 419 δεν διακρίνει τα κανονικά από τα αναγινωσκόμενα.  Ως φαίνεται από τον Β' Κανόνα της Πενθέκτης (691‐2). το δωδεκαπρόφητον. Αύτη δευτέρα πεντάτευχος. και μένουσι άλλαι δύο. και η Σοφία του  Ιησού. Αριθμοί. Είτα άλλη  πεντάτευχος. Κατά τα άλλα ο 85ος αποστολικός κανών. Παροιμίαι Σολομώντος. ως  πράττει ο 85ος κανών των αγίων αποστόλων. αλλ'  ουκ αριθμούνται. Το ότι ούτως έχουν τα πράγματα.6 ο Γρηγόριος ο Θεολόγος7 και ο  Αμφιλόχιος Ικονίου8 δέχονται τον βραχύν κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης. παρά τισι δε Αγιόγραφα. βίβλος μία. ουδέ έκειντο εν τη κιβωτώ".  αι στιχήρεις βίβλοι. βίβλος μία. εάν δέχεται  κανείς τον βραχύν κανόνα των περισσοτέρων Πατέρων ή τον μακρόν της  Αφρικής.  Δευτερονόμιον. Ελληνιστί δε ηρμήνευσεν  ο τούτου μεν έγγονος Ιησούς. δηλαδή εν τοις βίοις των αγίων και ειδικώς των  αγίων Πατέρων. Έξοδον. ήν ο πατήρ μεν του Σειράχ εξέθετο Εβραϊστί. αι δύο εις μίαν συναπτόμεναι βίβλον.  και Εσθήρ. Ιησούς ο του Ναυή. Γένεσιν. Κριταί μετά της Ρούθ. του δε Σειράχ υιός. βίβλος μία. έχομεν εις την Σύνοδον της  Καρθαγένης του 419.3 Ο 85ος κανών των αποστόλων διαφέρει όσον αφορά εις  τον βραχύν κανόνα μόνον καθότι δέχεται τα τρία βιβλία των Μακκαβαίων και  την Εσθήρ ως κανονικά. πέντε νομικάς. Ιουδήθ. τα Άσματα των ασμάτων του αυτού.9 έγιναν αποδεκταί όλαι αι ανωτέρω απόψεις.

 χαριζομένων δε και προστιθέντων αυτοίς χρόνους. την Ιούδα δι' εβδόμην".  ουκ εν γνησίαις". αγαπητοί. αλλά αιρετικών εστιν επίνοια. ουκ εύ  λέγοντες." εις τον 85ον  κανόνα των αγίων αποστόλων. ίνα ως  παλαιά προσφέροντες. αποστόλου και αγίου κτιστά.  ας ου χρή δημοσιεύειν επί πάντων δια τα εν αυταίς μυστικά .15   Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος.  Σοφία Σολομώντος.. οι  πλείονες δε γε Νόθον λέγουσιν". ουδαμού των  αποκρύφων μνήμη. Πέτρου δύο.  κακείνων κανονιζομένων και τούτων αναγινωσκομένων. Παύλου Αποστόλου Επιστολαί  δεκατέσσαρες.16   Εξ επόψεως της επί της θεώσεως βασιζομένης ερμηνευτικής παραδόσεως των  Πατέρων σημασίαν έχει το γεγονός ότι υπάρχει απόλυτος ομοφωνία της  παραδόσεως περί των κανονικών και των αναγινωσκομένων βιβλίων της  Αγίας Γραφής και συγχρόνως δύναται να υπάρχουν και ωρισμέναι  αβεβαιότητες. τινές μεν εγκρίνουσιν. Ευαγγέλια τέσσαρα. "τινές δε φασι την προς Εβραίους νόθον. το κατά Ιωάννην. μίαν τε  Πέτρου. εν οκτώ βιβλίοις προσπεφωνημέναι. και  Διδαχή καλουμένη των Αποστόλων και ο Ποιμήν. και Εσθήρ. γραφόντων μεν ότε  θέλουσιν αυτά. γράφει μετά την  παράθεσιν των κανονικών βιβλίων των δύο Διαθηκών. Τούτο διότι η  θέωσις είναι χάρις του Θεού. γνησία γαρ η χάρις. "τήν δ' Αποκάλυψιν του Ιωάννου πάλιν. Ιακώβου  μία. και προς αυταίς τας δύο  Πέτρου δέχονται. Αποκάλυψις Ιωάννου Ευαγγελιστού. Ιωάννου τρείς. Ιούδα μία. Είεν. Κανόνες των αγίων  αποστόλων (καί επιστολαί δύο) δια Κλήμεντος". όστις  γράφει.13   Σημειωτέον ότι η Αποκάλυψις του Ιωάννου λείπει από τον κανόνα του 85ου  κανόνος τούτου των αγίων αποστόλων ως και από τους κανόνας της  Λαοδικείας.  ώστε τα προς τους ανθρώπους εν ρητοίς λεχθέντα είναι του θεουμένου  προφήτου. πρόφασιν έχωσιν απατάν εκ τούτων τους  ακεραίους". Τί λοιπόν. "Εί τι δε τούτων εκτός. "αλλ' ένεκά γε πλείονος ακριβείας προστίθημι και τούτο γράφων  αναγκαίως. χωρίς ποτέ να κινδυνεύη η ορθόδοξος πίστις. το κατά Ματθαίον.εξής.14   Ο ίδιος Αμφιλόχιος συνοψίζει τα υπόλοιπα προβλήματα περί του κανόνος της  Καινής Διαθήκης ως εξής. όστις από τον κανόνα παραλείπει τα  αναγινωσκόμενα όλα της τε Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης του Μεγάλου  Αθανασίου αλλά και την Αποκάλυψιν του Ιωάννου. Πράξεις των αγίων  Αποστόλων δια Λουκά του Ευαγγελιστού. ου  κανονιζόμενα μέν.12   Ως μέρος του κανόνος αναφέρονται Επιστολαί δύο Κλήμεντος και "αι Διαταγαί  υμίν τοις επισκόποις δι' εμού Κλήμεντος. τετυπωμένα δε παρά των Πατέρων αναγινώσκεσθαι τοις  άρτι προσερχομένοις και βουλομένοις κατηχείσθαι τον της ευσεβείας λόγον. και Τωβίας. ουδαμώς τα κτιστά ταύτα  συγχέονται με τα άρρητα άκτιστα ρήματα τα υπερβαίνοντα παντελώς τα    84  . ως ότι έστι και έτερα βιβλία τούτων (τών κανονικών) έξωθεν.11   Τα περί του κανόνος της Καινής Διαθήκης συνοψίζει ο Δαμασκηνός Ιωάννης  ως εξής. Τινές δε τας τρείς. "τής δε Νέας Διαθήκης. το κατά Λουκάν. του τ' Ιωάννου μίαν. του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Αμφιλοχίου Ικονίου. καθολικαί επιστολαί επτά. το  κατά Μάρκον. Καθολικάς επιστολάς τινές μεν  επτά φασιν. την Ιακώβου μίαν. καθ' ήν ο θεούμενος ακούει άρρητα ρήματα. και Σοφία Σειράχ. οι δε τρεις μόνας χρήναι δέχεσθαι. Και όμως. και Ιουδήθ..

 Παρά ταύτα τα ρηθέντα είναι  θεόπνευστα. καθ' ήν τα λόγια της Αγίας Γραφής  εγράφησαν καθ' υπαγόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. κολάσεως. τας οποίας εφαρμόζουν εις την ιστορίαν  της μεσαιωνικής ελληνικής σκέψεως. νοήματα.  Βάσει όμως των περί αποκαλύψεως προϋποθέσεων του Αυγουστίνου οι  Φραγκολατίνοι και οι απόγονοι αυτών ωδηγήθησαν προς μίαν περί κατά  γράμμα θεοπνευστίας αντίληψιν. Μάλιστα επίστευσαν ότι  ο Θεός εδημιούργησε την γλώσσαν του Αδάμ μαζί με την ψυχήν του. τον  Πετράρχην και τον Έρασμον. νομίζοντες ότι ευρίσκουν και εις την  Ανατολήν Αναγέννησιν ως εις την Δύσιν. ρήματα. αποκαλύψεως.π. κ. ίνα στηρίξουν την  αίρεσίν των.ρήματα και τα νοήματα των ανθρώπων. Εκτός της οδού ταύτης τα ίδια ρηθέντα  οδηγούν εις την πλάνην. παρ' ότι είναι απόλυτα σύμφωνοι με τα  συμπεράσματα των νεωτέρων περί γνωσιολογίας θεωριών. οι  οποίοι κατ' αυτούς ήσαν οι δήθεν καθυστερημένοι. και ότι πάντα τα  ονόματα και τα εν χρήσει ρητά αποδίδοντα νοήματα είναι εκ της περί  κτισμάτων εμπειρίας των ανθρώπων και ούτε άκτιστα ούτε υπό του Θεού  κτιστά είναι. δηλαδή μοναχοί οι οποίοι ήσαν οπαδοί της πατερικής  διδασκαλίας περί τελειώσεως.  Αλλά παραδοξώτεροι των Δυτικών είναι οι σημερινοί απόγονοι των  ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. Εναντίον της αιρέσεως ταύτης εστράφησαν οι Πατέρες της  Εκκλησίας. αίτινες  ανέτρεψαν τας περί γλώσσης θεωρίας του δυτικού μεσαίωνος και μαζί με τας  θεωρίας ταύτας και τας συγγενείς προς τους Φραγκολατίνους θεωρίας περί  θεοπνευστίας της Αγίας Γραφής.λ.17     85  . αλλά όλοι συγκαταλέγουν μεταξύ των  ηγετών της δυτικής Αναγεννήσεως ανθρώπους ωσάν τον Δάντε. οίτινες περιφρονούν ή μάλλον αγνοούν  παντελώς τας επί του θέματος κατά πάντα ορθάς απόψεις της παραδόσεώς  των και συγχρόνως παραδέχονται τας περί Αναγεννήσεως και μεσαίωνος  αντιλήψεις των δυτικών ιστορικών.  Περί ακτίστων θείων ρημάτων εδίδασκον οι Ευνομιανοί.   Ούτω βλέπομεν σημερινούς ιστορικούς να ομιλούν περί βυζαντινής  Αναγεννήσεως εις την οποίαν αντιστρατεύοντο τάχα δεισιδαίμονες και  αγράμματοι μοναχοί. και απλανώς οδηγούν τους εν τη Εκκλησία οδεύοντας την οδόν  των θεουμένων εις την θέωσιν. θεοπνευστίας.  Η ανιστόρητος των Δυτικών αξιολόγησις των πραγμάτων φαίνεται εκ του  γεγονότος ότι ουδείς σημειώνει τας ορθάς εν προκειμένω απόψεις των  ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. τονίζοντες ότι η εμπειρία της μετά του Θεού ενώσεως των  θεουμένων είναι υπέρ τα ονόματα.  Παρά ταύτα αι απόψεις αυταί των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων δεν  αναγράφονται εις ουδεμίαν ιστορίαν της φιλοσοφίας και της γνωσιολογίας  των απογόνων των Φραγκολατίνων. ενώ οι της δήθεν  βυζαντινής Αναγεννήσεως οπαδοί των ειδολωλατρικών θεωριών των  αρχαίων φιλοσόφων και των Λατινοφρόνων εμφανίζονται ως οι  προοδευτικοί. οίτινες παρεδέχοντο τας περί γλώσσης και  θεοπνευστίας πλάνας του δυτικού μεσαίωνος. ότι τάχα ο Θεός απεκάλυψε τα αιώνια ονόματα της ακτίστου  θείας ουσίας.

 Δια τον Ρωμηόν όμως αυτοί οι πρόδρομοι της Αναγεννήσεως εις  την Δύσιν ήσαν δεισιδαίμονες και οπισθοδρομικοί. Μόνον μετά τας  κατακτήσεις εις τας θετικάς επιστήμας ήρχισαν οι Δυτικοί να μετακινούνται  από τας φραγκολατινικάς των θέσεις εις τα εν προκειμένω θέματα. του ρωμαίϊκου  μοναχισμού και των ελληνικών γραμμάτων της ιδίας εποχής. Αλλά εξ ορθοδόξου επόψεως δεν χρήζει η Γραφή απομυθεύσεως  αλλά η κοσμολογία όχι μόνον του μεσαίωνος. Ούτως  εγεννήθη εκ τοιούτων προϋποθέσεων η επιστήμη της κριτικής του κειμένου    86  . Τα έργα του Δάντε περί  κολάσεως.  Επειδή όμως φαντάζονται ότι αι θέσεις αυταί είναι της Αγίας Γραφής και δεν  συνέλαβον ακόμη το γεγονός ότι ανήκουν όχι εις την Βίβλον αλλά εις την  φραγκολατινικήν παράδοσιν. την περί των ιδίων  θεμάτων γνώμην των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων της παλαιοτέρας και  της ιδίας εποχής. αν τα διαβάση και θα απορή δια τους θαυμάζοντας τα  τοιαύτα "μορφωμένους" νεοέλληνας "διανοουμένους".  καταβάλλουν σήμερον προσπαθείας οι δυτικοί ερμηνευταί να απομυθεύσουν  την Γραφήν. αγνοούν δε. χάρις εις την περί ελληνοφώνου ρωμαϊκής  πατερικής θεολογίας και ερμηνευτικής. αλλά και της Αναγεννήσεως και  της Μεταρρυθμίσεως εν τη Δύσει. όμως και οι της Αναγεννήσεως πρωταγωνισταί  Δυτικοί παρέμειναν εις την φιλοσοφίαν και θεολογίαν των δεισιδαίμονες και  οπισθοδρομικοί ως συνέβη και με τους Προτεστάντας. αγνοίαν των συγχρόνων ορθοδόξων  μη θεολόγων διανοουμένων. και συγχρόνως προσπαθούν να αποδείξουν ότι Έλληνές  τινες εγέννησαν την λεγόμενην Αναγέννησιν της Δύσεως κυρίως μετά την  άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. καθαρτηρίου πυρός.  αλλά επέρασαν αρκετοί αιώνες πριν απελευθερωθή η δυτική σκέψις από την  κοσμολογίαν της ελληνικής. διότι μετέφερον εις την Δύσιν την αρχαίαν  ελληνικήν σκέψιν.18   Παρά την μεταφοράν ταύτην. των Εβραϊκών. από τα οποία θα τρομάξη και ο τελευταίος  Ρωμηός χωρικός. των Ελληνικών και  των Λατινικών και να εξακριβώσουν την ακριβή μορφήν της αποκαλύψεως  δια της κατοχής του αρχικού και γνησίου κειμένου της Αγίας Γραφής. ήτις τυγχάνει να συμφωνή γενικώς με την  αρχαίαν περί κόσμου αντίληψιν των ειδωλολατρών Λατίνων και Ελλήνων.  Το κατάντημα του συγχρόνου προσανατολισμού ημών φαίνεται σαφώς από  το γεγονός ότι οι σημερινοί Έλληνες διανοούμενοι δέχονται περίπου τας περί  Αναγεννήσεως αξιολογήσεις των Δυτικών.  Η σύνθεσις των τριών τούτων κοσμολογιών εύρε την κλασσικήν δια την Δύσιν  έκφρασιν εις τα έργα του Δάντε. ότι η Αναγέννησις εις την Δύσιν είχεν ως  αποτέλεσμα ναι μεν την απελευθέρωσιν της Δύσεως από τα δεσμά της  μεσαιωνικής συνθέσεως του φραγκολατινικού εκκλησιαστικού δεσποτισμού.Ο Δάντε.  Πάντως αποτέλεσμα της περί κατά γράμμα θεοπνευστίας διδασκαλίας των  Φραγκολατίνων ως και της αρχαιολατρείας των διανοουμένων της  Αναγεννήσεως ήτο ότι ενδιαφέρθησαν οι Δυτικοί να μάθουν την γνησίαν  μορφήν των τριών γλωσσών του Θεού.  Πρέπει να τονισθή δεόντως. ο Πετράρχης και ο Έρασμος και άλλοι ήσαν δια την Δύσιν αυτό το  οποίον ήσαν. παραδείσου και δημιουργηθείσης υπό του  Θεού γλώσσης είναι μνημεία αγραμματωσύνης και δεισιδαιμονίας εξ επόψεως  της ελληνοφώνου ρωμαϊκής πατερικής παραδόσεως. λατινικής και φραγκολατινικής μυθολογικής  κοσμογονίας.

 και όσον αφορά εις τας λέξεις και τας συνθέσεις αυτών.της Αγίας Γραφής εν τη Δύσει. από τον μεγάλον  τούτον θεολόγον της αποφατικής θεολογίας. τα εξής. εις αυτήν την  μορφήν γλώσσης ωμίλησαν όλοι οι απόγονοι του Αδάμ μέχρι της οικοδομής  του πύργου της Βαβέλ. ως την  εχαρακτήρησαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Ιεραπόστολοι μεταξύ των Σλαύων. διότι δεν απεκαλύφθη μέσω αυτής ο  Θεός. Επομένως  η Εβραϊκή ήτο η γλώσσα. διότι τάχα μόνον εις τας αρχικάς γλώσσας ωμίλησεν ο Θεός  εν ταις Γραφαίς εις τους ανθρώπους.  αλλά και εις την έκφρασιν της συνθέσεως ταύτης. αλλά της Χάριτος.  Πάντως ίνα έχη τις ιδέαν περί της "αιρέσεως των τριών γλωσσών". παραθέτομεν όχι από Φράγκον θεολόγον. πύργος συγχύσεως. Μόνον εις αυτούς έμεινεν αύτη μετά την σύγχυσιν. αλλά από δήθεν πατέρα της  ιταλικής Αναγεννήσεως και σύγχρονον του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Ούτως εκλόνισαν το κύρος των  ελληνικών και των λατινικών μεταφράσεων της Αγίας Γραφής. Εν  συνδυασμώ δε με τας περί θεοπνευστίας αντιλήψεις των απέκτησε δι' αυτούς  τόσην σημασίαν η ακρίβεια περί του αρχικού κειμένου δια του οποίου  ενόμιζον ότι θα κατέχουν ασφαλεστέραν την αλήθειαν.  οι αντιμετωπίσαντες τα επιχειρήματα των Φράγκων των ισχυριζομένων ότι  δεν επιτρέπεται η χρήσις της Σλαυϊκής. αλλά η υπό θεουμένων ερμηνεία του    87  . Τα αρχικά ελατήρια ταύτα ολίγην σχέσιν είχον  με τα κριτικά ενδιαφέροντα της ελληνοφώνου ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας  και της ερμηνευτικής αυτής μεθόδου.  Βάσει τοιούτων προϋποθέσεων οι Προτεστάνται ωδηγήθησαν εις το  συμπέρασμα ότι μόνον το αρχικόν κείμενον εις την αρχικήν γλώσσαν έχει  απόλυτον κύρος. όχι την γλώσσαν της συγχύσεως.  σήμερον χαίροντα μεγαλυτέρας εν Ελλάδι εκτιμήσεως. την οποίαν τα χείλη του πρώτου ομιλούντος  εσχημάτισαν". και αυτήν  την μορφήν γλώσσης εκληρονόμησαν οι υιοί του Έβερ. εάν δεν  διεσκορπίζετο εξ υπαιτιότητος της ανθρωπίνης αλαζονείας. ίνα ο  Λυτρωτής ημών (Όστις κατά το ανθρώπινον Αυτού θα εξεπήγαζεν εξ αυτών)  χρησιμοποιήση. αλλά και οι Παπικοί (άν και απέδιδον  μεγάλην σημασίαν εις την Βουλγάταν). οίτινες εξ αυτού  ωνομάζοντο Εβραίοι. και την μορφήν ταύτην  εκάστη γλώσσα ομιλούντων ανθρώπων θα εχρησιμοποίη. "λέγομεν ότι  εδημιουργήθη μορφή τινα γλώσσης υπό του Θεού μετά της πρώτης ψυχής. Εντός  τοιούτων πλαισίων δεν εκπλήσσει η υποψία Προτεσταντών τινών ότι κάτι  εχάθη εις την μεταφοράν των λεχθέντων του Χριστού από την μητρικήν του  γλώσσαν εις την Ελληνικήν της Καινής Διαθήκης. αλλά  επετέθησαν και κατά της μεταφράσεως των Ο' της Παλαιάς Διαθήκης. "Εις αυτήν την μορφήν γλώσσης ωμίλησεν ο Αδάμ.  Εξ ορθοδόξου επόψεως εκείνο το οποίον κάμνει το κείμενον θεόπνευστον δεν  είναι αι αρχικαί λέξεις καθ' εαυταί. πώς οι Ορθόδοξοι εθεώρουν εξ ίσου  θεόπνευστον μετά του Εβραϊκού κειμένου και την μετάφρασιν των Ο'.  Πάντως ακριβώς δια τους ιδίους λόγους ουδέποτε ηδυνήθησαν να  καταλάβουν οι Διαμαρτυρόμενοι.19   Εν πάση περιπτώσει εκ τοιούτων περί γλώσσης απόψεων εξεκίνουν και οι  Διαμαρτυρόμενοι εις την ερμηνευτικήν και κριτικήν αυτών εργασίαν. Μετά πολλαπλασιάζεται το  κακόν δια τους ούτω δεχομένους την θεοπνευστίαν από το γεγονός ότι η  Παλαιά Διαθήκη εγράφη Εβραϊστί ενώ ο Χριστός ωμίλει εις το πλήθος  Αραμαϊστί και ίσως Ελληνιστί.  Και λέγω "μορφή". ως θα δείξωμεν  κατωτέρω". ο οποίος ερμηνεύεται.

 αλλά θεόπνευστος  είναι ο γράφων αυτό θεούμενος. διότι θεόπνευστον δεν είναι το κείμενον καθ' εαυτό. ούτε του Χριστού τον  βίον και την διδασκαλίαν. μέσω των αστέρων.  Πάντως αι διδασκαλίαι των Φραγκολατίνων.  του ηλίου και της σελήνης. Και δια ποίον λόγον να εξαιρήται η Αγία  Γραφή. Πώς να μην ισχύει ο  γενικός αυτός επιστημονικός κανών και εις αυτήν την περίπτωσιν. Και τα ίδια τα υπό των προφητών και των αποστόλων ιδιοχείρως  γραφόμενα και αν είχον ούτοι ίνα διαβάσουν και μελετήσουν πάλιν  κεκρυμμένον από αυτούς θα είναι το μέγα της ευσεβείας μυστήριον. διότι πάντα ταύτα  είναι κεκρυμμένα εν τω μυστηρίω της θεώσεως και αποκεκαλυμμένα μόνον  εις τους θεουμένους και τους πιστούς της ορθοδόξου "Παραδόσεως". Εγνώριζον πολλά περί των ουρανίων σωμάτων. Επειδή όμως πρόκειται  περί μορφωμένων ετεροδόξων με σπουδαίαν επιστημονικήν κατάρτισιν. ως εκφράζονται εις τα ανωτέρω    88  . εις  χείρας μη θεουμένων και εκτός της κοινωνίας αυτών ευρισκομένων δεν  ωφελεί. διότι όσον ακριβές προς το πρωτότυπον και αν είναι το κείμενον. Παπικών και Προτεσταντών  περί γλώσσης μέχρι της συγχρόνου εποχής.  Ούτω και οι σύγχρονοι ετερόδοξοι ερμηνευταί και θεολόγοι και τα πνευματικά  "ορθόδοξα" τέκνα αυτών.  Όχι μόνον ο γράφων αλλά και ο διαβάζων πρέπει να γνωρίζη γράμματα.  Οι ορθόδοξοι οι αναθέτοντες εις ετεροδόξους τα καθήκοντα ερμηνείας της  Αγίας Γραφής ομοιάζουν με τον μη γνωρίζοντα γράμματα χωρικόν. όστις παρακαλεί τον μη  γνωρίζοντα μαθηματικήν να του διαβάση και να του ερμηνεύση κείμενον περί  μαθηματικής.  αλλά μόνον. αλλά και  ο διαβάζων και ο ερμηνεύων τα γραφόμενα του μαθηματικού πρέπει να  γνωρίζη την μαθηματικήν. Εν αυτή αναγράφεται η περί Θεού και της βασιλείας και δόξης Αυτού  εμπειρία των θεουμένων προφητών και αποστόλων. Ήσαν  αστρολόγοι.  παρατηρούμεν ότι αι καταβληθείσαι υπ' αυτών προσπάθειαι ερμηνείας της  ιστορίας των θεουμένων με κριτήρια ξένα προς την θέωσιν. γνωρίζουν καταπληκτικά πολλά περί της ιστορίας  του Ισραήλ και της Εκκλησίας του Χριστού εν τη Καινή Διαθήκη και εντεύθεν. Όχι  μόνον ο γράφων περί μαθηματικής πρέπει να γνωρίζη μαθηματικήν. ούτε των αγίων. ούτε των προφητών και των αποστόλων τον βίον  και την διδασκαλίαν. δηλαδή  εις τους εν θεωρία γενομένους θεολόγους και όχι εις τους αστρολόγους περί  της χριστιανικής πίστεως. Το ίδιον ακριβώς ισχύει δια την δια κειμένων  μετάδοσιν οιασδήποτε επιστήμης. των αποστόλων και των αγίων. Και  τούτο. οίτινες προσεπάθουν να  ανιχνεύσουν τα μυστήρια των ανθρωπίνων πραγμάτων. Παρά  ταύτα δεν γνωρίζουν ούτε του Ισραήλ την ιστορίαν. Γνωρίζουν καλά τα σχετικά κείμενα. Ούτως αναθέτουν ορθόδοξοι τινες κείμενα περί θεουμένων εις  ερμηνευτάς. ή θεόπνευστα τα περί θεουμένου γραφόμενα. ομοιάζουν με τους  αρχαίους περί ουρανίων σωμάτων επιστήμονας.  Όμως ούτε ιστορικοί και κοινωνιολόγοι ήσαν ούτε αστρονόμοι.  Γνωρίζουν καλά τα σχετικά κείμενα. ούτε της Εκκλησίας. ή με τον μη γνωρίζοντα μαθηματικήν. όστις άμα  τη λήψει επιστολής τρέχει εις τον εξ ίσου αγράμματον εξάδελφόν του να την  διαβάση.κειμένου. οίτινες δεν έχουν ιδέαν περί θεώσεως. Ότι  δηλαδή οι ορθώς αναγινώσκοντες και ερμηνεύοντες την εμπειρίαν ταύτην  των θεουμένων είναι οι ανήκοντες εις την εν Χριστώ κοινωνίαν των  θεουμένων.  Γνωρίζουν πάρα πολλά περί της ιστορίας των θρησκευμάτων της εποχής και  της περιοχής της ακμής των προφητών. όταν υπό θεουμένου ερμηνεύονται.

 Τούτο γαρ φησιν ο  νέος εξηγητής των μυστικών δογμάτων. Τοιαύτη του προσφάτου Θεού η φύσις δια τής ακολουθίας των ειρημένων  υπό του νέου θεοποιού αναπέφηνεν. τί πρός τον κηδεμόνα τής θείας προνοίας  αποκρινόμεθα. δι' ου πρός την  των αθέων γνώμην αυτομολείν ο διδάσκαλος (Μ. Βασίλειος) τής ευσεβείας  κατηγορείται και συνηθείας εκθέσμου κληρονόμος και συνήγορος και πάντα  ονομάζεται τα δεινότατα. αλλά τοσούτον υπήλλακται παρ' ημών η φράσις. Ειπάτω τοίνυν ο διορθωτής των ημετέρων  πταισμάτων.  καθήσθαι τον Θεόν το πρακτέον εαυτώ διατάττοντα και εαυτώ διακόνω των  προσταγμάτων και υπηρέτη χρώμενον.  . και περικόπτειν την του Θεού κηδεμονίαν φησί. ών σφετερίζεται  την ερμηνείαν. όστις  είχεν εκδημήσει προς Κύριον. το Γενηθήτω φώς και Γενηθήτω στερέωμα και Συναχθήτω τα  ύδατα και Οφθήτω η ξηρά και Βλαστησάτω η γη και Εξαγαγέτω τα ύδατα και  πάντα όσα καθεξής αναγέγραπται. Τίς ουκ οίδε και των κομιδή  νηπίων ότι φυσικήν έχει πρός άλληλα σχέσιν ακοή τε και λόγος. Ει ουν λέγει το ειρηκέναι τον Θεόν.20 Ο Ευνόμιος απήντησεν εις τον Μέγαν Βασίλειον. ουκ επεσκεμμένον  τούς πρώτους των λόγων.  όσον το τραχύ τε και δύσηχον τής συντάξεως των ειρημένων  επανορθώσασθαι. Εναντίον των θεωριών αυτών έγραψεν ο  Μέγας Βασίλειος. δια του κατά τον σίτον και το σπέρμα και την τροφήν  θεωρήματος επάγει τα ειρημένα. οίτινες και αυτοί ισχυρίζοντο ότι ο Θεός εδημιούργησε τα  ονόματα των πραγμάτων εις την εβραϊκήν γλώσσαν μάλιστα και προ της  κτίσεως ακόμη των πρωτοπλάστων. τάς δε των ρημάτων ευρέσεις εις την  λογικήν δύναμιν την εντεθείσαν παρά του Θεού τη φύσει των ανθρώπων  ανάγομεν. μη ομολογούντα  παρ' εκείνου τάς ονομασίας τεθείσθαι τοίς πράγμασι.  Ουκούν εαυτώ προστάσσει ταύτα εγκελευόμενος. και συμμαχείν αυτόν  τοίς αθέοις και κατά τής προνοίας οπλίζεσθαι. Αδικείν ημάς λέγει ότι το μεν λογικόν γεγενήσθαι παρά του  Θεού τον άνθρωπον ουκ αρνούμεθα. αλλ' έχειν τινά και  πρός τα μείζω δύναμιν.παρατεθέντα υπό του Δάντε. όν περί της  επινοίας εκείνός φησι και κατορχείται των ειρημένων. ότι βλάστην και βοτάνην και χόρτον  και σπέρμα και ξύλον και τα τοιαύτα κατωνόμασε προ τής του ανθρώπου  κατασκευής ο Θεός εν τω παράγειν εις κτίσιν τα γεγονότα δια προστάγματος. Ανέλαβε την συνέχισιν του αγώνος εναντίον του  Ευνομίου ο αδελφός αυτού άγιος Γρηγόριος Νύσσης. υποδειξάτω  ημίν και την ακοήν πρός ήν είρηκεν. Ει δε και τούτο δοίη τις ευαγές είναι    89  . Απαγγείλας γαρ τι μέρος  των κατ' επίνοιαν θεωρηθέντων τω διδασκάλω. τη έξωθεν αυτόν φιλοσοφία κατακολουθείν  αιτιώμενος. τούτων επαισχύνεται την μαρτυρίαν. ότι μήπω παραχθέντων των ανθρώπων εις γένεσιν  η του καρπού και του σπέρματος επωνυμία παρά τής Γραφής ωνομάσθη. ο Θεός έθετο τάς προσηγορίας τοίς ούσιν.  Ταύτα καθ' ημών παρ' αυτού τα εγκλήματα. ουχ ούτως γεγραμμένα τοίς  εκείνου ρήμασι τα νοήματα..21 Μετά τέσσαρας αιώνας  ο Μέγας Φώτιος εχαρακτήρισε τα έργα του Γρηγορίου Νύσσης ως τα  καλύτερα επί του θέματος.  Ουκούν εξετάσωμεν την των ειρημένων διάνοιαν. ούτως ουδέ λόγον ενεργόν είναι  μη πρός ακοήν ευθυνόμενον. πάλιν συνήθως τω  κρότω των λεξειδίων ενσατυρίζων τοίς ρήμασι. Ή πρός εαυτόν ταύτα λέγειν φήσει. Και τούτό εστι το χαλεπώτατον των εγκλημάτων. και προστίθησι  τα ρήματα. και την εκείνων γνώμην προ  των νόμων θαυμάζειν κακείνοις πλείον εις σοφίαν νέμειν. και φησιν. Και τίς τούτο δέξεται. "αλλά διασαλεύει (ο Ευνόμιος) τον  διδάσκαλον ημών (τόν Μέγαν Βασίλειον) και περισύρει τον λόγον. Τί ουν ημείς. έχουν ομοιότητα με την διδασκαλίαν των  Ευνομιανών. και ως ουκ  έστιν ακοήν ενεργήσαι μηδενός φθεγγομένου. εν οίς εκείνος ου μόνον επί  των ματαίων ενεργόν έφασκε τής επινοίας είναι την χρήσιν.. Αλλά αντιλαμβάνεται των γεγραμμένων  και φησι ταύτα τον Μωϋσέα διαρρήδην βοάν ότι είπεν ο Θεός.22   Παραθέτομεν τα εξής αποσπάσματα.

 και το παρά  Μωϋσέως νενοηκότες εσόμεθα. Πάντως ο Θεός ουδεμίαν γλώσσαν  ανθρώπων έκτισεν. πρός τίνα ο λόγος εγίνετο. Θεού ρημάτων τινά διδασκαλίαν γεγενήσθαι τοίς ανθρώποις  παρά τής Γραφής μεμαθήκαμεν ούτε εις ποικίλας γλωσσών διαφοράς  διατμηθέντων όπως αν έκαστος φθέγγοιτο θείος επεστάτησε νόμος. φησίν (ο  Ευνόμιος). αλλά  θελήσας ο Θεός τούς ανθρώπους εν άλλαις γενέσθαι γλώσσαις αφήκεν οδώ  την φύσιν πορεύεσθαι κατά το αρέσκον διαρθρούσαν παρ' εκάστοις τον ήχον  πρός την των ονομάτων σαφήνειαν. ουδέ εκεί ποιείν λέγεται γλώσσας ο Θεός των ανθρώπων.. Και ειπών διηγείσθαι τούς ουρανούς και το  στερέωμα και παρά τής ημέρας και τής νυκτός απαγγέλλεσθαι γνώσιν και  ρήματα. ερευνά. Ο τοίνυν Μωϋσής πολλαίς ύστερον  γενεαίς τής πυργοποιΐας γενόμενος μια των μετά ταύτα κέχρηται γλώσση  ιστορικώς την κοσμογένειαν ημίν διηγούμενος και τινας τω Θεώ προσάπτει    90  . η του Μωϋσέως Γραφή.. ότι το διήγημα το ουράνιον και το ρήμα το παρά τής  ημέρας βοώμενον φωνή μεν έναρθρος ουκ έστιν ούτε λαλιά δια στόματος.  Τί ουν περί τούτων υπειλήφαμεν. πάλιν επάγει τοίς ειρημένοις ότι ταύτα λαλιαί ουκ εισίν ουδέ λόγοι  ουδέ φωναί τούτων ακούονται. Άρά τι των ουκ  ενδεχομένων διέξεισιν. Ούτε γαρ εξ αρχής. φησίν. δι' ής το ειρηκέναι τι τον Θεόν  αποφαίνεται. ο Υιός απροσδεής ήν τής εκ ρημάτων  διδασκαλίας.. Όταν δε ο Θεός  αποκαλύπτεται εις τους ανθρώπους μέσω λέξεων. ως αν μη πάντες πάντων ακούοιεν .. χρησιμοποιεί την γλώσσαν  των ακροατών την οποίαν σχηματίζει δι' αέρος.  αισθητικώτερον ημίν την νοητήν υποδείκνυσι θεωρίαν". ώστε μένει παγίως  ημίν ο λόγος ο τάς ανθρωπίνας φωνάς τής ημετέρας διανοίας ευρήματα είναι  διοριζόμενος. Ίδιον  γαρ τής ενσωμάτου φύσεως το δια ρημάτων εξαγγέλλειν τα τής καρδίας  νοήματα. και τα βάθη του Θεού.  " ει δε τις την επί τής πυργοποιΐας σύγχυσιν ως εναντιουμένην τοίς ειρημένοις  προφέρει. πάς δε  λόγος επί ακοής ενεργείται. . ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα και νύξ  αναγγέλλει γνώσιν νυκτί.  Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης συνοψίζει την διδασκαλίαν της Εκκλησίας ως εξής. οι δημηγορείν τον Θεόν εν διεξοδικοίς λόγοις  αποφαινόμενοι γνωρισάτωσαν ημίν και το των θείων λόγων ακροατήριον.  Πρός εαυτόν λαλείν ουκ εδέετο.)"23 Ο άγιος Γρηγόριος αποδεικνύει ότι η Αγία  Γραφή "ου πάντως επί Θεού φωνήν και ρήμα η του ειπείν λέξις ενδείκνυται. ούτε προ του πύργου της Βαβέλ.  η κτίσις ούπω ήν.λέγειν.. Άρα μάχεται πρός εαυτόν ο προφήτης. Ουδέ γαρ ο μέγας Δαβίδ των ψευδομένων εστί. όθεν και ισοδυναμούσα τη χρήσει τής φωνής η δι' επινοίας των  γραμμάτων εξεύρηται δήλωσις. Αλλά  τω Υιώ διαλέγεσθαι πάντως ερεί. Ή παντός μάλλον αληθής η προφητεία η τούτο δια των  ειρημένων διδάσκουσα. δηλαδή  υπέρ την γλώσσαν δι' αρρήτων ρημάτων. Αλλ' ου ψεύδεται. Αρκεί γαρ  εκάστω τής διανοίας η κίνησις την τής προαιρέσεως ορμήν εμποιήσαι. αλλά  συγχείν την ούσαν. καν άνθρωπος ή. το Πνεύμα το Άγιον πάντα. λέγει δε σαφώς  ούτως κατά λέξιν ότι οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού και ποίησιν χειρών  αυτού αναγγέλλει το στερέωμα. Ει ουν ρήματα φθέγγεται ο Θεός.  αλλά τω βουλήματι του Θεού σύνδρομον αποφαίνουσα την δύναμιν. έως ομόφωνον άπαν ήν εαυτώ το  ανθρώπινον.. Εις δε τους προφήτας και  τους αποστόλους αποκαλύπτεται και υπεραισθητώς και υπερνοητώς.  διδασκαλία δε τής θείας δυνάμεως γίνεται τοίς επαΐειν επισταμένοις  σιωπώσης φωνής. Πώς ουν διηγήματα και αναγγελίαι και  ρήματα λαλιαί ουκ εισίν ουδέ φωνή δια τής ακουστικής αισθήσεως  εγγινομένη. (τάχα γαρ εάν τούτο νοήσωμεν. άφθογγον ρήμα και διήγησιν άλαλον και αγγελίαν δίχα  φωνής διδάσκων. τίς εφ' εαυτού ρημάτων εδεήθη και λόγων.. Και τίς ήν χρεία πρός τούτο φωνής.

 φησίν.  Το δε μηδενός κατορθουμένου σκοπού δια τής τοιαύτης του λόγου χρήσεως  έπειτα κατασκευάζειν τοιάδε τινά ρήματα τον Θεόν εφ' εαυτού ραψωδείν. Και  τις εστί του προφήτου λόγος το τοιούτον πιστούμενος.24   Τα περί της γλώσσης της αποκαλύψεως λεχθέντα ταύτα του αγίου Γρηγορίου. ο μετά την του  κόσμου σύστασιν τοσαύταις ετών χιλιάσιν ύστερον γεγονώς και τη καθ'  εαυτόν φωνή τάς του Θεού διηγούμενος ρήσεις άρ' ουχί σαφώς διδάσκει το μη  τοιαύτην φωνήν την κατά άνθρωπον σχηματιζομένην αναγράφειν επί του  Θεού. αλλ' όσοι του Θεού λόγοι παρά του Μωϋσέως ή  των προφητών εγράφησαν. ουδέν αν  τις ανάξιον τής θείας είναι φιλανθρωπίας υποτυπήσειεν.    91  . σημαίνειν δε δια των λεγομένων θεοπρεπή τινα  και μεγαλοφυεστέραν διάνοιαν. Φασί δε τινες των επιμελέστερον ταίς θείαις Γραφαίς  επηκολουθηκότων μηδέ αρχαΐζειν την Εβραίων φωνήν καθ' ομοιότητα των  λοιπών (αυτή είναι η σήμερον αρχαιολογικώς και φιλολογικώς αποδεδειγμένη  πλέον γνώμη και όχι τα ανιστόρητα του Δάντε και των Φραγκολατίνων). εν συνδυασμώ με  την περί θείων εν τη Αγία Γραφή ονομάτων και κολάσεως και παραδείσου  διδασκαλίαν του ιδίου και των Πατέρων γενικώς. Το μεν γαρ συνδιατίθεσθαι τη  των ακουόντων δυνάμει τον λόγον πρός τον τής ωφελείας σκοπόν. επεί και Παύλος ο  μιμητής του Κυρίου πρός τάς των ακουόντων έξεις οίδεν αρμοδίως τον λόγον  μεταχειρίζεσθαι. γάλα τοίς νηπίοις γινόμενος και στερεά τοίς τελείοις τροφή. εν γαρ τω εξελθείν  αυτόν. Ο δε Θεός προ τής κτίσεως ανθρωπικώς διελέγετο  τίνα ωφελείν μέλλων εκ τής τοιαύτης φωνής. Εν ταίς Πράξεσι μεμαθήκαμεν δια τούτο την θείαν  δύναμιν εις πολλάς διεσχίσθαι φωνάς. τη εαυτού γλώσση καθ' ήν πεπαίδευτό τε και συνείθιστο ταύτα  διεξιών και ουκ εξαλλάσσων τάς του Θεού φωνάς αλλοιοτρόπω τινί και  ξενίζοντι φωνής χαρακτήρι. αλλά ταύτα μεν λέγειν δια το μηδέ δυνατόν είναι το νοηθέν ετέρως  ειπείν ή ανθρωπίναις φωναίς. εξ Αιγύπτου τότε γλώσσαν ήν ουκ έγνω ήκουσεν. δεικνύουν σαφώς πόσον πιο  ανεπτυγμένοι ήσαν οι Ρωμαίοι Πατέρες εν συγκρίσει με τους εν τω  φραγκολατινικώ κόσμω Πατέρας της λεγομένης ιταλικής και εν συνεχεία  ευρωπαϊκής Αναγεννήσεως του 13ου ‐ 16ου αιώνος. ενδείξεις εισί του θείου θελήματος άλλως και  άλλως κατά την αξίαν των μετεχόντων τής χάριτος τω καθαρώ τε και  ηγεμονικώ των αγίων ελλάμπουσαι. ουκ  όντος του δεομένου τής δια των τοιούτων φωνών σημασίας. Το γαρ οίεσθαι τη Εβραΐδι γλώσση τον Θεόν  κεχρήσθαι μηδενός όντος του τοιαύτης φωνής επαΐοντος ουκ οίδα πώς ο  λελογισμένος συνθήσεται. Ουκούν εφθέγγετο μεν ο Μωϋσής ως  επεφύκει τε και πεπαίδευτο.φωνάς. Ούτε ουν  Εβραία του Θεού η φωνή ούτε καθ' έτερόν τινα τύπον των εν τοίς έθνεσι  νενομισμένων προφερομένη. τελευταία δε των άλλων η των Εβραίων φωνή. ώστε δια του ξένου τής συνηθείας και  παρηλλαγμένου των ονομάτων αυτού του Θεού είναι τάς φωνάς  κατασκευάζειν. ουκ οίδα πώς  εστι μη καταγέλαστον άμα και βλάσφημον το τοιούτον οίεσθαι. Ει ουν Εβραίος  μεν Μωϋσής. προσετίθει δε τω Θεώ τάς φωνάς ταύτας καθώς  είρηται πολλάκις δια το νηπιώδες των άρτι τη θεογνωσία προσαγομένων πρός  εναργή τε παράστασιν του θείου θελήματος και ως αν ευπειθεστέρους  απεργάσαιτο τούς ακούοντας τη αξιοπιστία του ειρηκότος  δυσωπουμένους". ως αν μηδείς των ετερογλωσσών  αποστεροίτο τής ωφελείας. αλλά τη συνήθει χρώμενος γλώσση ομοίως τα τε εαυτού και  τα του Θεού διεξέρχεται. αλλά  μετά των άλλων θαυμάτων και τούτο τοίς Ισραηλίταις θαυματοποιηθήναι. το  την γλώσσαν ταύτην αθρόως μετά την Αίγυπτον ενσχεδιασθήναι τω έθνει.  γραφέντα μόλις προ της Β' Οικουμενικής Συνόδου τω 381.

τ. και οι Πατέρες αυτών  ουδόλως επίστευον ότι απέκτησαν μίαν βαθυτέραν κατανόησιν των  δογμάτων από ό.  Αι απόψεις των Ρωμαίων Πατέρων είναι σοβαραί. επρόδωσαν τας ανωτέρω  ορθάς θέσεις των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και έγιναν οπαδοί της  φραγκολατινικής πλάνης και δεισιδαιμονίας περί θείας γλώσσης. και σύγχρονοι. αφού οι της δυτικής Αναγεννήσεως και εντεύθεν  Ευρωπαίοι ουδέποτε έφθασαν τα ύψη των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων..  Πάντως είναι ανιστόρητον να φαντάζεται κανείς ότι 1) ενεφανίσθη κάποιο  πολιτιστικόν κίνημα μεταξύ των ελληνοφώνων Ρωμαίων του 14 ου αιώνος. και τη των αγίων και εγκρίτων  Πατέρων απλανώς ευθεία τρίβω κατακολουθήσασα.. "καί συνελόντα φάναι.27   Ο Α' Κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691/2) σαφώς δογματίζει  την θέσιν ταύτην των αγίων Πατέρων ως αυθεντικών της πίστεως  ερμηνευτών ως εξής.τι είχον οι προηγούμενοι Πατέρες. 26 Παρακάτω  το ίδιον ως εξής.  Τουναντίον ωρισμένοι εξ αυτών.λ. χωρίς όμως να  τονίζεται δεόντως ότι αι Σύνοδοι αύται έθετον τας αποφάσεις των υπό την  κρίσιν της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας και ούτως  ηρμήνευον ορθώς τη επιστασία του Αγίου Πνεύματος.  καθαρτηρίου πυρός. οι απόστολοι και οι  προφήται. πάντων των εν τη Εκκλησία του    92  . "Επομένη τε ταις τε αγίαις και οικουμενικαίς πέντε Συνόδοις  και τοις αγίοις εγκρίτοις Πατράσι .Αι απόψεις του Δάντε και των ομοδόξων αυτού είναι όχι μόνον  δεισιδαιμονικαί αλλά και γελοίαι. παραδείσου κ.. ως οι Πατέρες ορθώς ερμηνεύουν. ταις αγίαις και  οικουμενικαίς πέντε Συνόδοις εν άπασιν ευσεβώς συνεφώνησε". κολάσεως.  Η ωμή αλήθεια είναι ότι οι παραμείναντες πιστοί εις την ρωμαίϊκην πατερικήν  παράδοσιν δεν είχον καμμίαν ανάγκην Αναγεννήσεως τύπου Ευρώπης του  13ου ‐ 16ου αιώνος...". Ούτω βλέπομεν εις τον όρον της Δ' Οικουμενικής Συνόδου το  "Επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις Πατράσιν . ορθαί. Όπως  είδαμεν. "25 και εις τον όρον της ΣΤ' το "Όθεν  η καθ' ημάς αγία και οικουμενική Σύνοδος. Οι  μεταβαίνοντες εις την Δύσιν ελληνόφωνοι λόγιοι δεν συνετέλεσαν εις καμμίαν  απελευθέρωσιν των Φραγκολατίνων από τας πλάνας και δεισιδαιμονίας των. επισήμως τουλάχιστον. ως ο Βησσαρίων. το  οποίον δύναται να ονομασθή Αναγέννησις και 2) ότι λόγιοι τινες "Έλληνες"  μετέφερον το πνεύμα μιας Αναγεννήσεως εις την Δύσιν κατά τα χρόνια της  αλώσεως.  Οι δε Ευρωπαίοι της Αναγεννήσεως ήσαν τυφλοί αρχαιολάτραι κυρίως των  αρχαίων Λατίνων οίτινες συνεδύαζον τας φραγκολατινικάς πλάνας και  δεισιδαιμονίας αυτών με τας επί των ιδίων θεμάτων πλάνας και  δεισιδαιμονίας των αρχαίων ειδολωλατρών Λατίνων και Ελλήνων.  μάλιστα εξ επόψεως φιλοσοφικής και επιστημονικής. την από τινων και ώδε χρόνων της  δυσσεβείας πλάνην πόρρωθεν απελάσασα. δεν υπάρχουν εν τη Αγία Γραφή τα  χρήζοντα απομυθεύσεως. Παραλείπομεν την  θεολογικήν άποψιν διότι οι δυτικοί θεολόγοι δεν γνωρίζουν την θεολογικήν  μέθοδον της Αγίας Γραφής πιστεύοντες ότι αι περί τριορόφου κόσμου  σωτηρίας και απωλείας και αι περί γλώσσης απόψεις τύπου Δάντε είναι αυτής  ταύτης της Αγίας Γραφής την οποίαν προσπαθούν να απομυθεύσουν.  Έχει επικρατήσει εις την νεωτέραν ορθόδοξον θεολογίαν να αποκαλούνται ως  αλάθητοι αι Οικουμενικαί Σύνοδοι εις τα δογματικά θέματα. εάν όχι και  κατ' ιδίαν.

28                                                    93  . ούς απέβαλον  και ανεθεμάτισαν.Θεού διαπρεψάντων ανδρών. οι γεγόνασι φωστήρες εν κόσμω. ως της αληθείας εχθρούς και κατά Θεού φρυαξαμένους  κενά και αδικίαν εις ύψος εκμελετήσαντας". λόγον ζωής  επέχοντες. την πίστιν κρατείν βεβαίαν και μέχρι συντελείας του αιώνος  ασάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν και τα αυτών θεοπαράδοτα συγγράμματά τε  και δόγματα πάντας αποβαλλόμενοί τε και αναθεματίζοντες.

π.  Ότι ουδείς γνωρίζει τον Πατέρα ειμή εκείνος εις τον οποίον ο Χριστός αποκαλύπτει  Αυτόν. και ουδείς  επιγινώσκει τον υιόν ει μη ο πατήρ. Θεός Ιακώβ. ο Ών. Β' και Η'  Α. και ουδέποτε άλλην  διδασκαλίαν περί Θεού.  Δι' όλους τους αρχαίους θεολόγους και δι' ολόκληρον την ορθόδοξον παράδοσιν ο  εμφανίσας εν Εαυτώ τον Θεόν εν τω Πνεύματι Αυτού είναι ο Χριστός. Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού  α) Συμφωνίαι και διαφωνίαι Ορθοδόξων και καταδικασθέντων αιρετικών     Α' Εισαγωγικά τινά  Παραλείπομεν ιδιαίτερον κεφάλαιον περί Θεού διότι ο Χριστός αποκαλύπτει πάντοτε εν  Εαυτώ τον Πατέρα εν Πνεύματι Αγίω. Η Παλαιά Διαθήκη ως βάσις της Καινής  Γ. Μεγάλης βουλής  Άγγελος. ήτοι   Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ Α'. "Θεόν ουδείς εώρακε  πώποτε. "πάντα μοί παρεδόθη υπό του πατρός μου. είναι η βασικωτέρα γνωσιολογική αρχή της Αγίας Γραφής. Άγγελος του Κυρίου. κ. Θεός Ισαάκ. Αλλά τούτο ισχύει όχι μόνον δια τας φανερώσεις Αυτού του  Χριστού προς τους αποστόλους. Η ερμηνευτική της Αγίας Γραφής και η διατύπωσις των δογμάτων  α) Οι Ιουδαίοι και οι σύγχρονοι ετερόδοξοι ερμηνευταί  β) Οι Γνωστικοί και οι Μοναρχιανοί  γ) Ορθόδοξοι και αιρετικαί αντιδράσεις κατά των Μοναρχιανών  ΣΤ. Η Βασιλεία του Θεού  Δ. Όστις λέγεται εις  την Παλαιάν Διαθήκην Κύριος. Κύριος Σαβαώθ. εκείνος εξηγήσατο". Εισαγωγικά τινά  Β. δηλαδή την Αγίαν Τριάδα.1   Ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής εκφράζει την αρχήν ταύτην ως εξής. Κύριος της Δόξης. Ο Χριστός περί  τούτου σαφώς διδάσκει. Άγγελος της  Δόξης.λ. αλλ' ισχύει και δια τους προφήτας. Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού  Ε. ο μονογενής υιός ο ών εις τον κόλπον του πατρός. ουδέ τον πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο υιός και ω  εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι".Τμήμα 3  B' ΜΕΡΟΣ  Η ΠΕΡΙ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ.2  Προηγουμένως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εξέφρασε το γεγονός ότι "ο Λόγος σάρξ    94  . Θεός Αβραάμ.

 και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού. και εάν  πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον. ως ήδη  ανεπτύξαμεν. δείξον  ημίν τον πατέρα. Και όπου εγώ υπάγω οίδατε. ασχέτως αν  ευρίσκονται εντεύθεν ή πέραν του τάφου. και τον πατέρα μου εγνώκειτε άν. Απ' άρτι    95  . τους αποστόλους και τους αγίους. Οι  θεούμενοι βλέπουν αοράτως και γνωρίζουν υπεραισθητώς και υπερνοητώς την δόξαν  της Αγίας Τριάδος. επορεύθη προς τον  Πατέρα. και χάριν αντί χάριτος.  Ούτως εντός των πλαισίων αυτών γίνεται αντιληπτόν το "ουδείς έρχεται προς τον  πατέρα ει μη δι' εμού. Λέγει αυτώ ο Ιησούς. πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς  εμαυτόν. πιστεύετε εις τον Θεόν. Όμως  την ουσίαν του Πατρός γνωρίζει μόνον ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα και την ουσίαν του  Υιού και του Πνεύματος μόνον ο Πατήρ. Λέγει αυτώ Φίλιππος. ήτοι τον Πατέρα. διότι η θέωσις των φίλων του Θεού αρχίζει  εντεύθεν του τάφου. Ο  Χριστός δια του θανάτου και της Αναστάσεως Αυτού επάτησε τον θάνατον.4 και 2) δια της εν θεωρία αποκαλύψεως της  ιδίας δόξης και βασιλείας και θεότητος εις τους φίλους γενομένους του Χριστού ως  συνέβη εις το Βάπτισμα. εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Κύριε. Ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστιν. και την οδόν  οίδατε. και πώς δυνάμεθα την οδόν  ειδέναι.6   Ο τόπος και η μονή του Θεού είναι η δόξα εν ή κατοικεί η Αγία Τριάς. είπον αν υμίν. και τον πατέρα μου αν ήδειτε. τοσούτον χρόνον μεθ' υμών ειμί. ώστε και η  ανθρωπίνη φύσις Αυτού μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και ούτως ολόκληρος ο  Χριστός υπάρχει ενεργών εν εκάστη ενεργεία του Πατρός και του Πνεύματος του Αγίου. και  απ' άρτι γινώσκετε αυτόν και εωράκατε αυτόν. ουκ οίδαμεν που υπάγεις. και εις εμέ πιστεύετε εν τη οικία του πατρός μου  μοναί πολλαί εισιν. ότι πρώτός  μου ήν. Κατ'  αυτόν τον τρόπον. δηλαδή δια του φωτός Λόγου βλέπουν εν τω φωτί Πνεύματι το  αρχέτυπον φώς. ουδείς έρχεται  προς τον Πατέρα ει μη δι' εμού. Κύριε. Λέγει αυτώ Θωμάς. ίνα όπου ειμί εγώ. το δε Πνεύμα ερευνά τα βάθη του Θεού. δείξον ημίν  τον πατέρα και αρκεί ημίν. Ο εωρακώς εμέ εώρακεν τον πατέρα πώς συ λέγεις. και υμείς ήτε. Ει εγνώκειτέ με. ει δε μή.  Η δόξα ή η θεότης του Πατρός φανερούται εν Χριστώ εις τους αποστόλους εις δύο  στάδια 1) δια της διδασκαλίας και των θαυμάτων του Χριστού.3   Επομένως ο Χριστός Λόγος ή ο σεσαρκωμένος Λόγος αποκαλύπτει την δόξαν Αυτού εις  τους αποστόλους αλλά και εις τους προφήτας και ούτως εν Εαυτώ τον Πατέρα. πλήρης χάριτος και αληθείας. ο οπίσω μου ερχόμενος έμπροσθέν μου γέγονεν.5   Παραθέτομεν από το Ευαγγέλιον του Ιωάννου την σαφεστέραν ίσως έκφρασιν της εν  προκειμένω γνωσιολογικής αρχής ήν αναπτύσσει ο Ίδιος ο Λόγος. η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο". Και εκ του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ελάβομεν. είναι και οι φίλοι Αυτού. Ιωάννης μαρτυρεί περί αυτού και κέκραγεν  λέγων. πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν. Ει εγνώκειτέ με. "ταύτην εποίησεν αρχήν  των σημείων ο Ιησούς εν Κανά της Γαλιλαίας και εφανέρωσε την δόξαν αυτού. "μή ταρασσέσθω  υμών η καρδία. δηλαδή ανελήφθη εις τους ακτίστους ουρανούς εκάθησεν εν δεξιά του Πατρός. Η δόξα αύτη  μερίζεται εν μεριστοίς αμερίστως και γίνεται μοναί πολλαί και δια τους θεουμένους  κόλπος του Αβραάμ και τόπος εν ω κατοικεί ο Χριστός μετά των φίλων Αυτού. ούτος ήν όν είπον.εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν. ώφθη τοις  αποστόλοις εν τω φυσικώ Αυτού φωτί της δόξης και θεότητος. όπου είναι ο Χριστός. Λέγει αυτώ ο Ιησούς.  ότι ο νόμος δια Μωϋσέως εδόθη. και  επίστευσαν εις αυτόν οι μαθηταί αυτού". και  ουκ εγνωκάς με. δόξαν ως μονογενούς  παρά πατρός. την Μεταμόρφωσιν και μετά την Ανάστασιν. Φίλιππε.  και την Πεντηκοστήν επανήλθεν εν Πνεύματι Αγίω κατά τοιούτον τρόπον. Τα  ρήματα ά εγώ λαλώ υμίν. ως συνέβη με τους προφήτας. απ' εμαυτού ου λαλώ ο δε πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί  τα έργα".

 ίνα μη ίδωσιν τοις οφθαλμοίς και νοήσωσιν τη καρδία και στραφώσιν. διότι τάχα ο Χριστός δεν είχεν ακόμη γεννηθή. πλήρης πάσα η γη της δόξης Αυτού. η μεν αρχαιοτέρα (εννοεί των Εβραίων)  παράδοσις τον Πατέρα είναι λέγει τον οφθέντα. "ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα". Και επήρθη το υπέρθυρον από της φωνής. εις τον  Κύριον αναφέρει την προφητείαν. Ταύτα είπεν Ησαΐας ότε είδε την δόξαν αυτού και ελάλησε  περί αυτού. ίνα ο λόγος Ησαΐου του προφήτου πληρωθή όν είπεν. Και Σεραφείμ  ειστήκεισαν κύκλω αυτού. άγιος Κύριος  Σαβαώθ. Κύριε. άγιος.  Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν ο Λόγος είπεν.9      Β' Η Παλαιά Διαθήκη ως βάσις της Καινής  Πρέπει να τονισθή όμως ότι ταύτα δεν σημαίνουν ότι οι προφήται δεν εγνώρισαν τον  Πατέρα. έξ πτέρυγες τω ενί και έξ πτέρυγες τω ενί. λέγων περί των μη πεπιστευκότων Ιουδαίων τας τω  προφήτη ρηθείσης περί του Κυρίου φωνάς.γινώσκετε αυτόν και εωράκατε". εν τη γενομένη αυτώ προς τους Ιουδαίους κατά την Ρώμην  δημηγορία. ότε είδε τον  καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου. Ότε φησίν. ότι κατανένυγμαι. Τουναντίον η Καινή Διαθήκη  σαφώς διδάσκει ότι οι προφήται εγνώρισαν τον Θεόν εν Χριστώ και προ της  ενσαρκώσεως Αυτού. Δια τούτο ουκ ηδύνατο πιστεύειν.8α οίτινες κατεπολέμησαν τους ισχυρισμούς των  Μοναρχιανών ότι αναφέρονται εις την ανθρωπίνην φύσιν του Λόγου. 9‐10). (Πράξεις 28. ότε είδε την δόξαν  Αυτού.7 Ταύτα βασίζονται εις το γεγονός ότι ο Λόγος είναι  απαράλλακτος Εικών του Πατρός και ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ του  Αρχετύπου Πατρός και της Εικόνος Αυτού εκτός από τας υποστατικάς ιδιότητας. Ο δε μέγας Παύλος τω Αγίω Πνεύματι τον αυτόν τούτον  λόγον προσεμαρτύρησεν. ταις δε δυσί κατεκάλυπτον τους πόδας και ταις δυσίν  επέταντο και εκέκραγεν έτερος προς τον έτερον και έλεγον. Ο δε Γρηγόριος Νύσσης  συνοψίζει την εν προκειμένω διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως  χρησιμοποιών την ερμηνείαν του Ιωάννου αλλά και του αποστόλου Παύλου.  Περί τούτου ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σαφώς μαρτυρεί αναφερόμενος εις την υπό του  Ησαΐα θεοπτίαν εν τω κεφ. δηλαδή  του Χριστού. ου απέθανεν Οζίας ο βασιλεύς. και ταις μεν δυσί  κατεκάλυπτον το πρόσωπον. καλώς είπε περί υμών το Πνεύμα το Άγιον.  ίνα αποδείξουν το άκτιστον του Λόγου κατά των Αρειανών.  ότι άνθρωπος ών και ακάθαρτα χείλη έχων. ω τάλας εγώ. τετύφλωκεν αυτών τους οφθαλμούς και επώρωσεν αυτών την  καρδίαν. άγιος.  ότι πάλιν είπεν Ησαΐας.2   Ακολουθούντες τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας εν προκειμένω οι λατινόφωνοι  Ρωμαίοι άγιοι Ιλάριος Πηκτάβων3 και Αμβρόσιος Μεδιολάνων επικαλούνται την  ερμηνείαν ταύτην της προς τον Ησαΐαν θεοφανείας κατά τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην. "καί  εγένετο του ενιαυτού. Και ο βραχίων Κυρίου τίνι απεκαλύφθη. "Τοσαύτα δε αυτού σημεία πεποιηκότος έμπροσθεν αυτών ουκ επίστευον  εις αυτόν. και ο οίκος επλήσθη καπνού."1   Ο Ησαΐας περιγράφει την υπ' αυτού θέαν ταύτην της δόξης του Χριστού ως εξής. και ελάλησε περί Αυτού. ο δε Ευαγγελιστής Ιωάννης.8 Ότι  ταύτα αναφέρονται εις την άκτιστον φύσιν και τας ακτίστους ενεργείας του Λόγου  είναι η διδασκαλία τώς Πατέρων. "αλλά  και έτι δια του προφήτου Ησαΐου περί της γενομένης αυτώ θεοφανείας. και  ιάσομαι αυτούς (Ησ. είδον τον Κύριον καθήμενον επί  θρόνου υψηλού και επηρμένου και πλήρης ο οίκος της δόξης αυτού. εν μέσω λαού ακάθαρτα χείλη έχοντος εγώ  οικώ και τον Βασιλέα Κύριον Σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου". ότι ταύτα είπεν Ησαΐας.    96  . Και είπον.25‐28). 6.  ής εκέκραγον. ίνα  αποδείξη το άκτιστον και του Αγίου Πνεύματος εναντίον του Ευνομίου ως εξής. τις επίστευσε τη  ακοή ημών. 6 του βιβλίου αυτού ως υπ' αυτού θέαν του Λόγου.

12 Μόνον εις τον Αυγουστίνον  εξησθένησεν η διδασκαλία αυτή13 και μέσω αυτού η φραγκολατινική παράδοσις μέχρι  σήμερον απεμακρύνθη από την ορθήν ταύτην χριστοκεντρικήν ερμηνεία της Παλαιάς  Διαθήκης. αλλά και πλάνη και αίρεσις. και επί του Υιού.16 άλλοι δε νομίζουν ότι  ευρίσκουν και ουράνιον προϋπάρχοντα Μεσσίαν εις ομάδα Ιουδαίων17 και φαντάζονταί  τινες ότι το περί Αγίας Τριάδος δόγμα εξελίχθη από αυτήν την παράδοσιν.  "μή δοκείτε ότι εγώ κατηγορήσω υμών προς τον πατέρα. και ου μη συνήτε. πώς τοις εμοίς  ρήμασιν πιστεύετε. Ει δε τοις εκείνου γράμμασιν ου πιστεύετε. και πάς λόγος εκ προσώπου Θεού  λεγόμενος. αμήν αμήν  λέγω υμίν. η  δε πέτρα ήν ο Χριστός". και πάντες το αυτό πνευματικόν βρώμα έφαγον. επιστεύετε αν εμοί. Παντού ο Χριστός και οι απόστολοι ταυτίζουν τον Λόγον και τον  Πατέρα Αυτού με τον Θεόν και Κύριον της Δόξης των προφητών εν τη Παλαιά Διαθήκη. Τονίζομεν δε ότι η μη χριστοκεντρική ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης δεν  είναι μόνον εσφαλμένη. ως οίμαι. έστιν ο κατηγορών υμών  Μωϋσής. πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί". αφού ο Χριστός ο ίδιος ηρμήνευσεν  ούτω την Παλαιάν Διαθήκην εις τους μαθητάς του και εις τους Ιουδαίους.ότι ακοή ακούσετε.9 και την τονίζει ολόκληρος η παράδοσις των  Πατέρων10 και των Οικουμενικών11 και Τοπικών Συνόδων. είναι ότι εις την περί Χριστού έρευναν της Παλαιάς Διαθήκης  έχουν σχεδόν περιορισθή εις τα χωρία τα αναφερόμενα εις τον Χριστόν ως Μεσσίαν και  προσπαθούν να εύρουν την πηγήν και την αιτίαν της περί προϋπάρχοντος Χριστού  διδασκαλίας της Καινής Διαθήκης εις τας περί εσχατολογίας διδασκαλίας των Ιουδαίων.  όσον αφορά εις τας αντιλήψεις αυτών περί Μεσσία. αδελφοί. και επί του Πνεύματος του Αγίου".5   Το ότι αι θεοπτίαι των προφητών ήσαν φανερώσεις της δόξης του Θεού δια του  Χριστού μαρτυρείται υπό του Λόγου λέγοντος. ότι οι πατέρες ημών πάντες υπό την νεφέλην ήσαν και  πάντες δια της θαλάσσης διήλθον. ήτις εύρε  τόπον εις την Καινήν Διαθήκην.  ίνα ίδη την ημέραν την εμήν.  Ευτυχώς που η Πεντάτευχος αναφέρει μόνον τρεις φοράς ως κεχρισμένον ή χριστόν τον  αρχιερέα του Ισραήλ εις τα χωρία Λευιτικόν 4: 3. εις όν υμείς ηλπίκατε.16 όπου περιγράφονται τα περί  θυσίας καθήκοντα αυτού εν τη Σκηνή του Μαρτυρίου υπέρ των εαυτού αμαρτιών και  των του λαού.7   Ο χριστοκεντρικός ούτος χαρακτήρ της Παλαιάς Διαθήκης μαρτυρείται υπό της Καινής  Διαθήκης διότι ο αποκαλύπτων εν Εαυτώ τον Θεόν εν Πνεύματι εν ταις δύο Διαθήκαις  είναι ο Αυτός Χριστός.5. Ει γαρ επιστεύετε Μωϋσεί. Γράφει ο απόστολος των Εθνών. δι' αυτής της Αγίας Γραφής. επί του Πατρός νοείται.6   Ουδαμού της Καινής Διαθήκης υπάρχει η ελαχίστη υποψία ότι η περί Θεού διδασκαλία  του Χριστού και των αποστόλων διαφέρει από αυτήν της Παλαιάς Διαθήκης. ότι  πάσα οπτασία θειοτέρα. "ου θέλω  γαρ υμάς αγνοείν. έπινον γαρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας. Την αλήθειαν ταύτην ετόνισεν ο ίδιος ο Χριστός εις τους  ακροατάς Του. και πάντες εις τον Μωυσήν εβαπτίσαντο εν τη  νεφέλη και εν τη θαλάσση. δεικνύς. "Αβραάμ ο πατήρ υμών ηγαλλιάσατο. Είπαν ουν οι Ιουδαίοι προς αυτόν. ήτοι ως εξής. περί γαρ  εμού εκείνος έγραψεν."14   Το μεγαλύτερο σφάλμα το οποίον διαπράττουν μέχρι σήμερον οι σύγχρονοι κυρίως  ερμηνευταί εις την Δύσιν.15 Τινές εξ αυτών ευρίσκουν μόνον  επίγειον ανθρώπινον εις τους Εβραίους και Ιουδαίους. και πάσα θεοφάνεια.  πεντήκοντα έτη ούπω έχεις και Αβραάμ εώρακας.8 την ετόνισαν οι απόστολοι. και πάντες  το αυτό πνευματικόν έπιον πόμα. Θα ήτο παράλογον να πιστεύση κανείς ότι ο Χριστός ανεφέρετο εις τα    97  . Είπεν αυτοίς ο Ιησούς. και είδεν και εχάρη. δηλαδή  των προφητών.  Αυτή η διδασκαλία σαφώς μαρτυρείται και υπό του αποστόλου Παύλου ερμηνεύοντος  τα σωστικά του Χριστού μυστήρια δια του Μωϋσέως εν τη Πεντατεύχω και ως  αναγράφονται εις την Σοφίαν Σολομώντος.

 της Παλαιάς Διαθήκης. Περί γαρ εμού  εκείνος έγραψεν"..  κ.37 εις άλλην ερωτών περί του Αδάμ. εις ανατροπήν των τοιούτων ισχυρισμών. εταύτιζον τον  Χριστόν με τον Άγγελον της Δόξης τον Κύριον της Δόξης.λ. γενόμενος ορατός. αναφέρομεν το εξής χωρίον από  διασωθέντα Λατινιστί αποσπάσματα.34 Πώς λοιπόν εμαρτύρησαν αι Γραφαί περί Αυτού. 35 χωρίς αμφιβολίαν.λ.40 και ομιλών μετά του Μωϋσέως από την Βάτον. περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν". "Ει γαρ επιστεύετε Μωϋσεί.43   Πρέπει να τονισθή δεόντως ότι ο Χριστός προϋπάρχει της γεννήσεως Του εκ της  Θεοτόκου ουχί ως Μεσσίας. και προλέγοντα την δι' Αυτού σωτηρίαν. Το όνομα Χριστός αποδίδεται εις τον Λόγον εκ της ανθρωπίνης φύσεως Αυτού και  ως εκ τούτου είναι φυσικόν να μη υπάρχουν εις την Παλαιάν Διαθήκην χωρία περί  προϋπαρχούσης ανθρωπίνης φύσεως του Μεσσία ή του Χριστού. 11:27. "ερευνάτε τας Γραφάς. "ει γαρ επιστεύετε Μωϋσεί.  Περί της εν προκειμένω ερμηνείας..  Οι Γνωστικοί ισχυρίζοντο ότι ο Θεός του Χριστού ουδεμίαν σχέσιν έχει με τον  δημιουργόν Θεόν της Παλαιάς Διαθήκης. και ου θέλετε ελθείν  προς με ίνα ζωήν έχητε".22 Επίσης αξιοπρόσεκτον είναι το γεγονός ότι και ο Φίλων ο Ιουδαίος  ταυτίζει τον Λόγον του Θεού με τον Άγγελον της Δόξης ή Κύριον της Δόξης της Παλαιάς  Διαθήκης. Ο άγιος Ειρηναίος  αναφέρει πώς οι Γνωστικοί βασίζονται εις χωρία.  επιστεύετε αν εμοί. και οι Ιουδαίοι ότι ο Θεός της Παλαιάς  Διαθήκης ουδεμίαν σχέσιν έχει με τον Χριστόν της Καινής Διαθήκης.36 εις άλλην εποχήν με  τον Νώε. Εναντίον των δύο  οι Ορθόδοξοι ως έκαμεν ο ίδιος ο Χριστός και οι απόστολοι Αυτού. Μεταξύ των πολλών αποδείξεων.21 αλλά ουχί την ταύτισιν Αυτού μετά του Χριστού ούτε της Παλαιάς ούτε της  Καινής Διαθήκης. "όθεν και ο Ιωάννης διηγείται δεόντως ότι ο  Κύριος είπεν εις τους Ιουδαίους.π.". και εκείναί εισιν αι μαρτυρούσαι περί εμού.18 Πολύ πιο λογικόν είναι να πιστεύση κανείς εις την ερμηνείαν του  αποστόλου Παύλου και του Ευαγγελιστού Ιωάννου περί του ασάρκου Χριστού ή Λόγου  ή Κυρίου της Δόξης εν τη Παλαιά Διαθήκη. βάσει όμως διαφορερικών αρχών. τας οποίας παραθέτει ο άγιος  Ειρηναίος. Λουκ.23   Όσον αφορά εις την χρήσιν της ερμηνείας ταύτης εναντίον των Γνωστικών  παραθέτομεν ως παράδειγμα τον άγιον Ειρηναίον Λουγδούνων. αν και οι μεν εδέχοντο τον Χριστόν ενώ οι δε τον απέρριπτον. μία ομοιότης μεταξύ  Γνωστικών και Εβραίων.π. αλλά ηπατήθησαν υπό του κατωτέρου  δημιουργού Θεού. δύναταί τις να  διαβάση τον προς Τρύφωνα διάλογον του Ιουστίνου του Μάρτυρος. διότι ο Υιός  του Θεού είναι εμφυτευμένος παντού εις τα γραφόμενά του.38  εις άλλην επιφέρων την κρίσιν επί των Σοδομιτών. ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς  ζωήν αιώνιον έχειν. επιστεύετε αν εμοί. την μίαν εποχήν μάλιστα  ομιλών μετά του Αβραάμ. όσον αφορά εις τους Ιουδαίους.41  Και θα ήτο ατελεύτητον να διηγηθώμεν τον Υιόν του Θεού φανερούμενον υπό του  Μωϋσέως.χωρία ταύτα όταν είπεν. 10:22. ως ενεφανίζετο εις τας προς τους προφήτας  θεοφανείας και ωδήγει μέσω των πατριαρχών και του Μωϋσέως τον περιούσιον λαόν  εις την γήν της επαγγελίας δια της καταστροφής των εχθρών αυτού."42 Τί άλλο νόημα δύνανται να έχουν τα προς Ναθαναήλ ρηθέντα του  Φιλίππου. δηλαδή οι  προφήται δεν εγνώριζον τον αληθινόν Θεόν. διδάσκοντα τους ανθρώπους προ της ελεύσεως του  Υιού Αυτού. τον Μεγάλης Βουλής Άγγελον. ίνα  αποδείξουν ότι προ της ελεύσεως του Χριστού ο κόσμος και ιδίως οι Εβραίοι. Το προϋπάρχον είναι    98  . ως Ματθ. και  οδηγών τον Ιακώβ κατά την πορείαν.39 και πάλιν. ει μη ήσαν  από τον ένα και τον ίδιον Πατέρα. όταν επρόκειτο να φάγη μετ' αυτού. αλλά ως Λόγος και Άγγελος του Θεού ή Κύριος της Δόξης  κ. "όν έγραψεν Μωϋσής εν τω νόμω και οι προφήται ευρήκαμεν . δίδων εις αυτόν τα μέτρα (τής Κιβωτού).  Εις το εν λόγω θέμα υπήρχε.19 Προσοχής άξιον  είναι ότι ο Τρύφων ο Ιουδαίος και οι μετ' αυτού πρεσβύτεροι εδέχοντο ως  διακρινόμενον από τον Θεόν το πρόσωπον του Αγγέλου της Δόξης και την θεότητα  Αυτού.

 το βλέπουν ως αποτέλεσμα στοχαστικών  προσπαθειών και αλληλοσυγκρούσεων ορθοδόξων και αιρετικών. του Ισάακ και του Ιακώβ.[48] Τούτο διότι ως Αγίαν Τριάδα  θεωρούν μόνον το σχήμα το οποίον επήρεν η περί Αυτής διδασκαλία κατά την περίοδον  της πατερικής αντιμετωπίσεως διαφόρων αιρέσεων. Εν άλλαις λέξεσιν η  ιστορία του δόγματος δι' αυτούς συνίσταται εις την βαθμιδόν εμφάνισιν των όρων "μία  ουσία". ιδιοποίησε τον τίτλον τούτον γενόμενος φύσει άνθρωπος εκ της ρίζης  Ιεσσαί και ως εκ τούτου Μεσσίας.  Προφήτης και Βασιλεύς. Το ίδιο γίνεται και με  τα ονόματα Υιός του ανθρώπου και Υιός του Θεού μετά την ενσάρκωσιν. είναι η  υπό του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων καταβίβασις της βασιλείας του Θεού εις  κτίσμα και η ταύτισις αυτής μετά της εκκλησίας ή του λαού του Θεού. Δηλαδή αντί να βλέπουν το δόγμα  εξ επόψεως του μυστηρίου της θεώσεως. "ομοιούσιος".  Πάντως είναι γεγονός ότι έχει κυριαρχήσει επί των δυτικών ερμηνευτών έν είδος  μονοφυσιτισμού ως αποτέλεσμα της ισχυράς προκαταλήψεως αυτών. το μεν  αποδίδεται εις την ανθρωπίνην φύσιν το δε εις την θείαν φύσιν του Χριστού.λ. δεν δύνανται να υποπτευθούν ότι ο Χριστός ως το δεύτερον  πρόσωπον της Αγίας Τριάδος είναι η εν τη Παλαιά Διαθήκη Εικών ή ο Άγγελος του Θεού. εν τη Παλαιά Διαθήκη. αλλά δια πολλούς  ούτε εις την Καινήν.τ. της Καινής Διαθήκης και της ιστορίας της περί αυτού ορολογίας. αποδίδονται εις τον  Χριστόν ή τον Λόγον. "τρία πρόσωπα ή υποστάσεις". ενώ μετά την ενσάρκωσιν χρησιμοποιείται. αλλά και εις την εκ της ρίζης Ιεσσαί πηγάσασαν  ανθρωπίνην φύσιν του Χριστού.1     99  . Επίσης και τα ονόματα Προφήτης και Ιερεύς είναι  ονόματα της ανθρωπίνης φύσεως τα οποία τη αντιδόσει των ιδιωμάτων αποδίδονται  εις τον Λόγον. η Καινή Διαθήκη ονομάζει  τον Κύριον της Δόξης και Μεγάλης Βουλής Άγγελον της Παλαιάς Διαθήκης Χριστόν και  ως εκ τούτου ο Λόγος κατά την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν ονομάζεται Αρχιερεύς.  δι' ου ο Θεός εν Πνεύματι αποκαλύπτει Εαυτόν εις τους προφήτας. τα θεία και τα ανθρώπινα.46 Ούτως ο Λόγος. έστω και εν  προϋπαρχούση μορφή. Δια τούτο  περιωρίσθησαν εις την ανεύρεσιν της ανθρωπίνης μόνον φύσεως του Μεσσία εν τη  Παλαιά Διαθήκη και εις τυχόν ενδείξεις περί προϋπάρχοντος Μεσσία ή Υιού ανθρώπου  εις αυτήν ή και εις απόκρυφα έργα. όπου όμως το όνομα Χριστός δεν χρησιμοποιείται δια τον Θεόν ή  τον Κύριον της Δόξης. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η Παλαιά Διαθήκη ήτο  υποχρεωμένη να ονομάζη τον Κύριον και Χριστόν. Δηλαδή έχουν γίνει Μονοφυσίται  εφόσον δέχονται πλέον ως δόγμα την μη ύπαρξιν της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίαν  προ των στοχαστικών δήθεν προσπαθειών των Πατέρων της Εκκλησίας το οποίον  επιβάλλει εις αυτούς την έρευναν της κτιστής φύσεως του Χριστού. 49  Εφ' όσον ταύτα δεν ευρίσκονται δι' αυτούς εις την Παλαιάν Διαθήκην.  εν τη Παλαιά Διαθήκη. κ.η θεία φύσις του Λόγου ή του Χριστού. "Αγία Τριάς". καθ' ήν θεωρούν  αδύνατον να υπάρχη εις την Παλαιάν Διαθήκην η Αγία Τριάς. ως του Ενώχ.47 Έχει επικρατήσει η ίδια  προκατάληψις όσον αφορά και την Καινήν Διαθήκην.45 και προφήτας. ότε  σάρξ εγένετο. "ομοούσιος". Πάντα τα ονόματα. Το όνομα  Βασιλεύς του Ισραήλ αναφέρεται και εις την θείαν φύσιν.  Γ' Η Βασιλεία του Θεού  Ίσως το σπουδαιότερον σημείον το οποίον συνετέλεσεν εις την εξαφάνισιν εκ της  φραγκολατινικής παραδόσεως της θεωτικής προϋποθέσεως του περί Αγίας Τριάδος  δόγματος και εις την ως εκ τούτου εσφαλμένην περί του εν λόγω δόγματος ερμηνείαν  της Παλαιάς. Ασφαλώς ο Μεσσίας εις την Παλαιάν Διαθήκην  ως τίτλος ανήκει εις επιγείους ιερείς. εφόσον ο Κύριος της Δόξης  είναι ο Βασιλεύς του Ισραήλ. Συνεπεία της υποστατικής ενώσεως και της  αντιδόσεως των ιδιωμάτων των δύο εν τω Λόγω φύσεων. εφόσον ο Χριστός και ο Λόγος κατά την υπόστασιν είναι ταυτόν.44 βασιλείς. Ο Κύριος της Δόξης έγινε Χριστός ή  εσαρκώθη εκ της Θεοτόκου και ως εκ τούτου εν τη Καινή Διαθήκη έγιναν τα ονόματα  Λόγος και Κύριος ταυτόν με το Χριστός και ούτως αναδρομικώς μεταφέρεται υπό της  Καινής Διαθήκης το όνομα Χριστός εις τον Θεόν του Αβραάμ.

 Ούτω και η βασιλεία του Θεού. "εισί τινες των ώδε εστηκότων. ή μία  μελλοντική ελπίς επικρατήσεως της βασιλείας. τα ιστορικά σωστικά γεγονότα εν τη ιστορία του Ισραήλ  διακρίνονται σαφώς από την άκτιστον δόξαν του Θεού. ήτις ταυτίζεται με  την δόξαν Αυτού. Ούτω δύναται να είναι ή η Εκκλησία. "η δε τοιαύτη φαντασία. Επίσης δύναται να έχη κοσμολογικόν.  Ούτως. αλλά δεν είναι κτιστή κατάστασις αποκαταστάσεως. Ου γίνεται τοιγαρούν και απογίνεται. αλλά τοις εστηκόσι μετά του Κυρίου. δι' ής ο Θεός σώζει και θεοί και  δοξάζει. καθρεπτίζοντα τα επικρατούντα μεταξύ των  Ιουδαίων κατά τα χρόνια του Χριστού και των αποστόλων. ως διδάσκουν οι Παπικοί  μέχρι σήμερον. Εις την  Παλαιάν Διαθήκην π. οίτινες ευρίσκουν διάφορα περί του  θέματος ρεύματα εις την Καινήν Διαθήκην. ο Πέτρος ο Κηφάς και οι υιοί βροντής Ιωάννης και Ιάκωβος μετά  Μωϋσέως και Ηλία είδον την φυσικήν δόξαν και θεότητα του Χριστού.  ου του νού χείρων. αλλά πολλώ κρείττων και υψηλοτέρα.2 Ούτως η προφητεία του Χριστού "αμήν λέγω υμίν. το δε  ημάς ανάγων εκ της κάτωθεν ταπεινώσεως. δια τούτο έλεγεν εληλυθυίαν εν δυνάμει. επεί και δια τούτο Θεός εν όρει. ότι  εισίν τινές των ώδε εστηκότων οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσιν την  βασιλείαν του Θεού εληλυθείαν εν δυνάμει"3 καθ' όλους τους Πατέρας της Εκκλησίας  εξεπληρώθη εις την αμέσως και εις τους τρεις σήμερον συνοπτικούς λεγομένους  Ευαγγελιστάς επακολουθήσασαν Μεταμόρφωσιν του Χριστού. ή στρατιωτικόν. δι' ής ο Θεός καταστρέφει τους  εχθρούς Του και σώζει τον λαόν Του. ουδ'    100  . η ομόφωνος ερμηνεία των Πατέρων της αρχαίας περιόδου και ολοκλήρου της  ελληνόφωνης ρωμαϊκής πατερικής παραδόσεως ταυτίζει την βασιλείαν του Θεού με την  άκτιστον δόξαν και χάριν Αυτού. είναι η δύναμις η άκτιστος του Θεού.  ου το άλλοθεν αλλαχόσε παραγίνεσθαι δηλοί. το μεν τοι καταβαίνων αυτός της οικείας περιωπής. και πανταχού εστιν η βασιλεία αυτού. Δηλαδή δεν διακρίνουν μεταξύ της  αποκαταστάσεως και της θείας δυνάμεως. ουδέ περιγράφεται. Πανταχού εστιν ο του παντός  βασιλεύς.χ.  και όσον ασφαλές ο αχώρητος". και  τούτοις αναφερομένοις υπό του λόγου πρότερον εις το όρος υψηλόν.  Ο ίδιος ο Χριστός και οι απόστολοι εντός των πλαισίων τούτων εμφανίζονται υπό  δυτικών ερμηνευτών ως μη όντες βέβαιοι περί του χαρακτήρος και του χρόνου της  βασιλείας και της πραγματοποιήσεως αυτής εν τη ιστορία ή και πέραν της ιστορίας.  Αι εν λόγω θεωρίαι προϋποθέτουν ότι η βασιλεία είναι κάτι το οποίον ο Θεός ή ο  Χριστός ιδρύει εν χρόνω. ήτις δύναμις ουχ απλώς  τοις τυχούσιν εγγίνεται. ίνα χωρηθή μετρίως γούν γεννητή φύσει.  Βασικόν λάθος των Δυτικών τούτων είναι ότι ταυτίζουν την βασιλείαν του Θεού με  αποκατάστασιν τινα του λαού του Θεού.  κατά τον ειπόντα φαντάζεται. αλλά το φανερούσθαι ταύτην τη δυνάμει  του θείου Πνεύματος. οίτινες ου μη γεύσονται θανάτου. αλλά δηλοί την φανέρωσιν της αιωνίως υπαρχούσης δυνάμεως και  χάριτος του Θεού και την υπό των ανθρώπων μέθεξιν της χάριτος ταύτης.Εξ αιτίας της εξελίξεως ταύτης ενεφανίσθησαν αι νέαι περί εβραϊκής και ιουδαϊκής  εσχατολογίας θεωρίαι των νεωτέρων ερμηνευτών.5 Εν συνεχεία ο Παλαμάς επιτίθεται κατά της δυτικής  προελεύσεως επί του θέματος αιρέσεως του Βαρλαάμ ούτως.4   Συνοψίζων την εν προκειμένω διδασκαλίαν της Ιεράς Παραδόσεως ο άγιος Γρηγόριος ο  Παλαμάς γράφει. ήτις ενεργεί την αποκατάστασιν. ή  πολιτικόν. τουτέστι τοις  εστηριγμένοις εν τη πίστει αυτού και τοις κατά Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην. έως  αν ίδωσιν την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει. ως εγγινομένη τη δυνάμει του  θείου Πνεύματος. ή μία πνευματικώς πραγματοποιημένη παρούσα πραγματικότης. δηλονότι της  φυσικής ημών ταπεινότητος υπεραναβιβαζομένοις. ώστε το έρχεσθαι την αυτού βασιλείαν. ότε οι τρεις πρόκριτοι  των αποστόλων. ή καθαρώς πνευματικοϋπερβατικόν χαρακτήρα. Δια τούτο εις την Καινήν  Διαθήκην η έλευσις της βασιλείας δεν ταυτίζεται με έλευσιν καταστάσεως  αποκαταστάσεως.

 τον θείως απορρήτως υπερλάμποντα όψονται Χριστόν. αλλά και την δύναμιν του θείου  Πνεύματος."7 . εις το αισθητόν ευθύς  και κτιστόν κατάγονται φώς.  Πώς δ' εν τη τοιαύτη δόξη και βασιλεία κατά τον μέλλοντα αιώνα ήξει ο Χριστός. και  ούτως είδον. αυτοί κάτω  κείμενοι. και μηδέν υπέρ τα πρόσγεια νοείν δυνάμενοι. κατά τον ειπόντα. άρα προσελάβετό τι φώς. Τις δε αυτοίς χρεία και Πνεύματος δυνάμεως. διό ουδέ προσευχής αυτός εδείτο. εις τούτο με φέρει το μέτριον ενταύθα φέγγος της  αληθείας.. επεί και μετεμορφώθη Χριστός κατά τους θεολόγους. ουδέ εις όπερ ουκ ήν μεταβαλλόμενος. και τοις πνευματικοίς ανδράσι επί των του Πνεύματος λόγων μη πειθαρχείν  όλως. ό πρότερον ουκ  είχεν. Επεί δε και μεταμορφωθείς ο Κύριος έλαμψε. ό μη συνιδόντες οι νυν εις τούτο βλασφημούντες. ο γαρ τούτο λέγων. ως ευδόκησεν. και ήξει πάλιν οίος ώφθη τοις  μαθηταίς εν τω όρει.9 και ούτω φως όλοι γεγενότες θείον. και εν βραχεία του όρους  κορυφή. ως μέλλουσα και μένουσα    101  . λαμπρότητα Θεού και ιδείν και παθείν.. αλλ' όθεν τοις αγίοις η λαμπρότης του Θεού προσγενήσεται..  την τε θείαν και την ανθρωπίνην. και ούτως είδε την δόξαν Κυρίου. ως θείου φωτός  γεννήματα. ου τόπου χρεία και των τοιούτων. "παρήνοιξεν. το γαρ Πνεύμα ερευνά και τα βάθη του Θεού"6 . δια το ενιαίον  της υποστάσεως. επιχειρούσιν εις κτίσμα μη μόνον το  φως εκείνο. και την  δόξαν και την λαμπρότητα και το φως έδειξεν εκείνο. αλλ' αντί πάντων κατά τον  απόστολον ημίν έσται ο Θεός. τουτέστιν αυτών ορώντων. όθεν  δείκνυται πάλιν και το φως εκείνο της θεότητος όν επεί και ο θεολογικώτατος των  Ευαγγελιστών Ιωάννης δια της Αποκαλύψεως εκφαίνει.. κοινή και του σώματος εν Θαβώρ ενδείκνυτο. ταύτην δε πιστεύομεν είναι  την των σωζομένων κληρονομίαν. και ου θέμις φησίν ήρχθαι ή  φθάνεσθαι υπό αιώνων ή χρόνων την του Θεού βασιλείαν. μετέβησαν οι  του Κυρίου μύσται τη εναλλαγή των αισθήσεων. δι' ής τα θεία τοις αξίοις αποκαλύπτεται. τρεις φύσεις επί του Χριστού δοξάσει. Οι δε τον Έλληνα λόγον και την του κόσμου τούτου σοφίαν εφ' ημών  αυχούντες. ή ουκ επίστευσαν  Παύλω λέγοντι. ημίν δε απεκάλυψεν ο Θεός δια  του Πνεύματος αυτού. είπερ αισθητόν τε και κτιστόν. "ά οφθαλμός ουκ είδε.  και όπως αυτοίς οφθήσεται υπεδείκνυ. αλλ' όπερ ήν τοις οικείοις  μαθηταίς εκφαινόμενος. το  απόρρητον εκείνο φώς. .8 Αλλ' έπαθε την Μεταμόρφωσιν.. άκτιστον όν προαπέδειξαν αυτό. Ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. διανοίγων τούτων τα όμματα. το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος  έλαμψεν. και ούς ουκ ήκουσε. αλλά και ανταίρειν προηρημένοι. λάμψουσι γαρ και οι δίκαιοι ως ήλιος εν τη  Βασιλεία του Πατρός αυτών. ουκούν της Θεότητός εστι το φως  εκείνο και άκτιστον εστι. και αντί φωτός πάντως. ου γαρ ήκουσαν. Είχε δε υπό την σάρκα  κεκρυμμένην την λαμπρότητα της φύσεως της θείας. ολίγον της Θεότητος. ου φωτός. και  τοις μύσταις έδειξε τον ενοικούντα Θεόν. κατά τον λέγοντα. ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν. θείω φωτί  λαμπρυνούσης το σώμα. και κατασπώσιν εις τούτο το άϋλον και ανέσπερον και  αΐδιον και μη μόνον υπέρ αίσθησιν.  οίκοθεν είχε την λαμπρότητα εκείνην. Τί εστι μετεμορφώθη. ότε  ουκ αέρος.  ουκ ενήργησε.  αλλ' ήν είχεν αφανώς λαμπρότητα ταύτην εφανέρωσεν. και  μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών. Άπαγε της βλασφημίας.  Φησίν ο Χρυσόστομος Θεολόγος. ου εκ της θεότητος  η δόξα φυσικώς προϊούσα. και της δι' αυτής προσθήκης  ή εναλλαγής ομμάτων προ την του φωτός εκείνου θέαν. ει και δι'  οφθαλμών σωματικών εώρατε.αισθητική δυνάμει υποπίπτει το φως της του Κυρίου Μεταμορφώσεως. ου γαρ  εστίν η βασιλεία του Θεού δούλη και κτιστή.. αλλ' από της σαρκός επί το Πνεύμα τηνικαύτα. ήν αυτοίς το Πνεύμα ενήργησε. και εις τους αιώνας έξει. την του Θεού δόξαν και Βασιλείαν. αισθητική τε  και κτιστή δυνάμει τους εκκρίτους των Αποστόλων ιδείν ωήθησαν το φως της του  Κυρίου Μεταμορφώσεως. φως ακούοντες της επ' όρους του Κυρίου  Μεταμορφώσεως. Ούτω και δια τοιούτου φωτός. και δια τούτο κατασπάν. και χρόνου παντός και αιώνος επέκεινα. και επί καρδίαν ανθρώπου  ουκ ανέβη. το τοις αποστολικοίς οφθαλμοίς εωραμένον. ου ό ουκ  ήν προσλαβόμενος. ου τε και εφ' όσον εχαρίσατο τούτοις η του θείου Πνεύματος δύναμις. και την του φωτός εκείνου. αλλά και υπέρ νουν εκείνο φώς. και εκ τυφλών εργαζόμενος  βλέποντας. μόνη γαρ πάντων αβασίλευτος και  αήττητος. βασιλείαν τούτο καλέσας του Θεού. τοιγαρούν ουχ ετέραν. και τοι αυτός ο κατά τούτο  λάμψας. και προς ολίγον χρόνον. Οράτε ότι και Μωϋσής μετεμορφώθη  αναβάς εις το όρος. Ει δε αντί πάντων.

11  αντικαθιστών εκ παραδρομής τον όρον "δόξαν Αυτού" με τον όρον "βασιλείαν των  Ουρανών" ούτως. "αρχή των σημείων ήν εποίησεν ο Ιησούς εν Κανά της Γαλιλαίας και  εφανέρωσε την βασιλείαν των Ουρανών". 16. "λαμπρότερος εαυτού εφαίνετο ο  Κύριος. Μαρκ. η γαρ  δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν.15 Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς παραθέτει το  χωρίον Μάρκου 9.1.  δόξαν αυτού λέγω".  και νύξ ουκ έσται έτι". Ο  Ωριγένης επίσης βλέπει το Ματθ. παρ' ω ουκ έστι παραλλαγή. 9. Αντιθέτως η εναλλαγή  των όρων βασιλεία και δόξα φαίνεται σαφώς.28. Τί το άτρεπτον και ανέσπερον τούτο φώς. Ο Λουκάς  παραλείπει το "εληλυθυίαν εν δυνάμει" του Μάρκου ως κάμει και ο Ματθαίος.19 Ταύτα υπενθυμίζουν  τα υπό του Γρηγορίου του Θεολόγου λεχθέντα."12   Παραθέσαμεν δια μακρών την εν προκειμένω ερμηνείαν του αγίου Γρηγορίου του  Παλαμά. Παραπέμπομεν εις την επισήμως διατυπωθείσαν εν Συνόδοις  διδασκαλίαν της Εκκλησίας και εις τα σχετικά περί αυτής Συμβολικά κείμενα τα  δημοσιευθέντα εν τω δευτέρω τόμω του δοκιμίου τούτου εν σελ.εκείνη πόλις. Αλλά και περί των ενοικούντων τη πόλει εκείνη ο αυτός φησιν ως. "ουχ  έξουσι χρείαν φωτός λύχνου. σημειώνωμεν το γεγονός ότι ουδείς εκ των αρχαίων θεολόγων  και συγγραφέων εταύτισε ποτέ την βασιλείαν του Θεού με κτίσμα ή με αυτήν ταύτην  την αποκατάστασιν του λαού του Θεού υπό οιανδήποτε μορφήν. όστις γράφει.21     102  .14 Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης παραθέτει το χωρίον Ιωάννου 2. αποστόλων και αγίων Πατέρων με τας ανιστορήτους περί δήθεν  βιβλικής εσχατολογίας θεωρίας των ετεροδόξων.  Ο άγιος Θεόφιλος Αντιοχείας γράφει σαφώς περί του Κυρίου ότι "βασιλείαν εάν είπω. ότε ο Κύριος  Ιησούς επί του όρους έλλαμψε με το φως της θεότητος Αυτού". Αρκετά έχουν κουράσει τους μαθητάς του Χριστού. αντί δε φωτός την εκφανείσαν επ' όρους τοις συναναβάσι δόξαν της  θεότητος. ιστορικής και φιλολογικής επόξεως επιβάλλεται εις τους διαφωνούντας  να αποδείξουν αυτοί το αντίθετον. Λουκ.16 Τούτο διότι είδον  απόστολοί τινες τον Χριστόν εν τη βασιλεία Αυτού εις την Μεταμόρφωσιν. ίνα φαίνωσιν εν αυτή. και ο λύχνος αυτής το αρνίον". "εισί τινες των ώδε εστηκότων. ίνα φανή το  άκτιστον του φωτός τούτου. όστις  παραθέτει "έως αν ίδωσιν τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία αυτού".  των προφητών. Τα αναφερθέντα ευρίσκονται κατεσπαρμένα εις τους  Πατέρας της Εκκλησίας. διότι συνοψίζει την περί των διαλαμβανομένων διδασκαλίαν των Πατέρων  εντός μάλιστα των προϋποθέσεων της θεολογικής αυτών μεθόδου ως εκτίθεται εν  περιλήψει εν τω δοκιμίω τούτω.  Αλλά.17 Το ίδιον ο άγιος Ιλάριος Πηκτάβων18 και ο άγιος  Αμβρόσιος. "ου χρείαν έχει του ηλίου ουδέ της σελήνης. "οι απόστολοι αληθώς είδον την δόξαν αυτήν.11 Τί ουν το φως τούτο. άρ' ου της θεότητος. τόσον μάλιστα.1 αντικαθιστών το "τήν βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει"  με "τόν Υιόν του ανθρώπου εν δόξη" ούτως. "φώς η παραδεχθείσα θεότης επί του  όρους τοις μαθηταίς"20 ως και του Χρυσοστόμου. ή τροπής  αποσκίασμα.10 Άρ' ου φανερώς  υπέδειξεν ημίν κακεί τον εν Θαβωρίω νυν μεταμορφωθέντα θείως Ιησούν. δεν είχεν ακούσει ποτέ περί  κτιστής βασιλείας του Θεού και ως εκ τούτου ενόμιζεν ότι ήρκει να αποδείξη την  ταυτότητα του φωτός της Μεταμορφώσεως με την βασιλείαν του Θεού. οι ου μη  γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι τον Υιόν του ανθρώπου εν δόξη". ότι Κύριος ο Θεός φωτίσει επ' αυτούς.27 εκπληρωθέν εν τη  Μεταμορφώσει του Κυρίου. της θεότητος παραδειξάσης τας ακτίνας αυτής". ός έχει μεν  λύχνον το σώμα. 226‐342. ίνα μη νομισθή ότι επικαλούμεθα την αυθεντίαν των Πατέρων και των Συνόδων  επί τω σκοπώ να ανακόψωμεν την κατά κοσμικήν φαντασίαν και μέθοδον  πολυσπούδαστον περί των εν προκειμένω έρευναν των ορθοδόξων πνευματικών  τέκνων των ετεροδόξων και ούτως επεμβαίνομεν εις την σπουδαίαν αντικειμενικήν  δήθεν αυτών εργασίαν. και φωτός ηλίου. ώστε από μόνης της  επιστημονικής.  Ως φαίνεται σαφώς από τα ανωτέρω λεχθέντα του Παλαμά. 9.

 των θεουμένων προφητών.  αποστόλων και αγίων.  μεταξύ του ενσαρκωμένου Χριστού Λόγου και του Αγγέλου του Κυρίου. ούτε μνείαν τινα κάμνει της αναφερθείσης εν τω  δοκιμίω τούτω ερμηνείας της Ιεράς Παραδόσεως. Ενώ παραθέτει και προσπαθεί να ερευνήση όλα τα περί βασιλείας  σχετικά χωρία της Καινής Διαθήκης.22   Όταν κανείς μελετήση και εννοήση την περί βασιλείας και δόξης του Χριστού  διδασκαλίαν αυτήν και την σχέσιν αυτής με τας προς τους προφήτας και αποστόλους  αποκαλύψεις του Χριστού εν τη Παλαιά και τη Καινή Διαθήκη. εφόσον  ως ρίζαν και πηγήν έχει την πνευματικήν εμπειρίαν των θεουμένων. ότι εάν υπάρχη τί το  αντιληπτόν. ως ετονίσαμεν πολλάκις. διότι εξηφανίσθη  εις την παλαιοτέραν φραγκικήν των παράδοσιν και δεν κατενοήθη η ρωμαϊκή  (λατινόφωνη και ελληνόφωνη) πατερική παράδοσις περί Θεώσεως και ούτως ούτε η  αποφατική θεολογία της Αγίας Γραφής κατανοείται πλέον. ή του Κυρίου  της Δόξης ή του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου του Μωϋσέως και των προφητών.  Γίνεται δε αντιληπτός και ο μη στοχαστικός και διαλεκτικός χαρακτήρ αυτής. την δόξαν του Θεού. ούτε την πραγματικήν Χριστολογίαν της Καινής Διαθήκης  αντιλαμβάνονται ούτε την σχέσιν των βιβλικών τούτων δογμάτων προς τας αποφάσεις  των Οικουμενικών Συνόδων ορθώς κατανοούν. αυτοί θα το αντιληφθούν και μόνον. Τούτο ισχύει δι'  όλας τας δογματικάς διδασκαλίας των Πατέρων και των Οικουμενικών και Τοπικών  Συνόδων. οδηγεί  αυτόν και τους συναδέλφους του εις το να ευρίσκωνται παρά πολύ μακράν της    103  .  Ενδεικτική της γενικής περί βασιλείας του Θεού ερεύνης των σημερινών Δυτικών είναι  το έργον του W. KÜMMEL. την  αποκάλυψιν ή τας θεοφανείας. Τούτο απλούστατα. και την εν Θεώ θεωρίαν. αλλά  και την ταυτότητα της θεολογίας της Αγίας Γραφής και της ορθοδόξου παραδόσεως. Ως εκ τούτου ούτε την περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίαν των προφητών  δύνανται να ανιχνεύσουν.  Παρά ταύτα οι απόγονοι των Φραγκολατίνων ελαχίστην σημασίαν δίδουν εις την  πατερικήν παράδοσιν και την ερμηνευτικήν περί Αγίας Γραφής μέθοδον αυτής. Η άγνοια ταύτη εν συνδυασμώ με το  γεγονός ότι ούτε κατά φαντασίαν υποπτεύεται την ταυτότητα εις την πίστιν των  αποστόλων καί. όχι μόνον αρχίζει να  εννοή την απόλυτον θεολογικήν ενότητα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. εις την διδασκαλίαν του Ιδίου του Χριστού.  Προξενεί κατάπληξιν το γεγονός ότι οι δυτικοί θεολόγοι ασχολούνται με την  Μεταμόρφωσιν χωρίς καν να υποπτευθούν ότι έχει κάποιαν σχέσιν με την βασιλείαν  του Θεού. και ούτε φαίνεται πουθενά εις το  έργον του ότι έχει τουλάχιστον υπ' όψιν την ερμηνείαν των αρχαίων και  μεταγενεστέρων θεολόγων της Εκκλησίας.Πάντως η ανωτέρω ταύτισις και εναλλαγή των όρων δόξα του Θεού και βασιλεία του  Θεού ή του Χριστού ως και η ταύτισις αυτών με το φως και τας ακτίνας της θεότητος  δεικνύουν σαφώς το αδιάσπαστον της Ιεράς Παραδόσεως και την εν αυτή σαφή  τοποθέτησιν των ανωτέρω του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και των αναφερθέντων  Συνόδων του 14ου αιώνος. το σπουδαιότερον ακόμη.  Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν δεν γνωρίζουν την ερμηνευτικήν κλείδα της Αγίας  Γραφής. VERHEISSUNG UND ERFÜLLUNG (Επαγγελία και  Εκπλήρωσις). όταν αυτοί αντιλαμβάνονταί τι. Κατά παρόμοιον τρόπον ασχολούνται με την βασιλείαν του Θεού χωρίς να  υποπτευθούν ότι έχει κάποιαν σχέσιν με την Μεταμόρφωσιν.23 το οποίον ασχολείται με όλας τας περί βασιλείας νεωτέρας θεωρίας των  Δυτικών και προσφέρει συνθετικήν τινα λύσιν των εν προκειμένω δια τους δυτικούς  προβλημάτων. Παρά ταύτα έχουν μίαν εωσφορικήν  πεποίθησιν εις την επιστημονικήν των ικανότητα. τότε  μόνον είναι και αντιληπτόν και έχει επιστημονικήν αξίαν. έχοντες ως προϋπόθεσιν ή τον  παπικόν συνδυασμόν στοχασμού και βεβαιότητος ή τον προτεσταντικόν συνδυασμόν  επιστημονικού στοχασμού και προσωπικής βεβαιότητος. εις των οποίων τας αποφάσεις παρεπέμψαμεν.

 επειδή οι τοιούτοι κατέχουν έδρας δυτικών Πανεπιστημίων.27 με την Μεταμόρφωσιν. G. τας οποίας έβλεπον και βλέπουν τόσον σαφώς οι  θεούμενοι. Οι εκτός της παραδόσεως της θεώσεως θεολογούντες ορθόδοξοι και  ετερόδοξοι αναποφεύκτως χρησιμοποιούν παρομοίας θεολογικάς μεθόδους και ομού  διαφέρουν από την παράδοσιν των Πατέρων. Δηλαδή ο υπό ανθρώπων κατασκευασμένος αλάθητος  καταργεί επισήμως πλέον την κλείδα του αλαθήτου της Ιεράς Παραδόσεως. Λουκ. αποστόλων. Δηλαδή όπως ο επιστημονικός  κόσμος της Ελλάδος αυτομάτως πλέον θαυμάζει τα δυτικά Πανεπιστήμια. Το αγιογραφικόν ευρετήριόν του περιορίζεται μόνον εις την Καινήν  Διαθήκην. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι ο σημερινός  Οικουμενισμός ορθοδόξων τινών θεολόγων δεν είναι αποτέλεσμα της θεωτικής του  Πνεύματος εμπνεύσεως αλλά άλλης τινός εμπνεύσεως και της πτώσεως εκ της  παραδόσεως της θεώσεως και των θεουμένων.           104  . εφόσον υποτίθεται ότι η Επαγγελία είναι η Παλαιά  Διαθήκη και η Καινή η Εκπλήρωσις. 16.αγιογραφικής πραγματικότητος. ήτις πτώσις επιτρέπει εις αυτούς να μη  βλέπουν πλέον τας διαφοράς. αλλά το γεγονός  ότι. G. KÜMMEL ασχολούμενοι με την βασιλείαν του Θεού δεν λαμβάνουν  υπ' όψιν την υπό της Ιεράς Παραδόσεως συσχέτισιν των χωρίων Ματθ.  χωρίς καν να αναφέρη ως απλήν πληροφορίαν την όλως φυσικήν ερμηνείαν της  πατερικής παραδόσεως και την υπ' αυτής συσχέτισιν της Μεταμορφώσεως μετά της  φανερώσεως της ακτίστου βασιλείας και θεότητος του Χριστού εις τους εν λόγω τρεις  αποστόλους κατά τα πρότυπα των θεοφανειών της Παλαιάς Διαθήκης. δεν είναι τούτο. Τινές μάλιστα των Δυτικών πιστεύουν ότι τα περί Μεταμορφώσεως είναι  εις την πραγματικότητα περί Αναστάσεως και εξετοπίσθησαν από την φυσικήν αυτών  θέσιν. Ενδεικτική της ελλείψεως επιστημονικής ακριβείας εις το  αναφερθέν έργον του W.28.  Όπως οι τύπου W. ούτως ο  θαυμασμός αυτός φαίνεται επηρεάζει ωρισμένους θεολόγους αν και οι θεολόγοι της  Δύσεως ουδεμίαν συμμετοχήν έχουν εις την γενικήν πρόοδον προς την ακρίβειαν της  δυτικής επιστήμης. αποσπούν τον  θαυμασμόν Ελλήνων τινων θεολόγων εξ αιτίας της αυθεντίας των δυτικών  Πανεπιστημίων εις άλλους επιστημονικούς κλάδους. Αφού το έργον επιγράφεται "Επαγγελία και Εκπλήρωσις".25   Η εξ επόψεως της Ιεράς Παραδόσεως ανησυχητική κατάστασις της δυτικής θεολογίας  γενικώς φαίνεται από την τελείως αντιπατερικήν πράξιν προ ολίγων ετών  καταβιβάσεως της εορτής της Μεταμορφώσεως από Δεσποτικήν εις δευτερεύουσαν  εορτήν υπό του Πάπα της Ρώμης. και αγίων.  Αλλά τί να είπη κανείς δια τους ορθοδόξους θεολόγους. πώς  δικαιολογείται η παράλειψις αυτή. οίτινες κάμνουν ακριβώς τα ίδια  σφάλματα και επί πλέον ασχολούνται με την βασιλείαν του Θεού και τα περί αλαθήτου  της Εκκλησίας θέματα. ούτω κατά φυσικόν τρόπον ασχοληθέντες τινές  με την Μεταμόρφωσιν δεν σχετίζουν δι' όλου την Μεταμόρφωσιν με την έλευσιν της  πανταχού παρούσης ακτίστου βασιλείας του Θεού και Λόγου Χριστού. Αλλά το τραγικόν. κυρίως δε του  όρους Σινά. 9. RIESENFELD  έγραψε ολόκληρον βιβλίον περί της Μεταμορφώσεως εμπεριέχον παραδόξους θεωρίας.1. χωρίς να συσχετίσουν αυτά με την εν Θεώ θεωρίαν των  θεουμένων προφητών.  9. και περιορίζουν αυτά εις συζητήσεις περί  της κατά τους νεωτέρους δυτικούς εσχατολογίας και περί Ιεραρχίας. KÜMMEL είναι η παντελής απουσία ευρετηρίου χωρίων της  Παλαιάς Διαθήκης. Ούτως ο εν τη  Δύσει σπουδαίος θεωρούμενος και τω όντι σπουδαίος επιστήμων H. Μαρκ. Συνόδων και  κάποιας συνειδήσεως της Εκκλησίας.

 Όπως ο Χριστός ή ο Άγγελος του Θεού. ή ο Μεγάλης  βουλής Άγγελος ή ο Κύριος Σαβαώθ απεκάλυψε την άκτιστον φυσικήν δόξαν Αυτού και  εν Εαυτώ τον Θεόν εν Πνεύματι εις τον Μωϋσέα και εις τους προφήτας.  Πάντως η διάκρισις των τριών Υποστάσεων της Αγίας Τριάδος και η ταυτότης της εν  Αυτή δόξης και θεότητος μαρτυρείται υπό της Παλαιάς Διαθήκης.12   Πάντα έχουν διπλήν σημασίαν και αναφέρονται ή εις τα έργα του Χριστού τα  αποκαλύπτοντα την άκτιστον δόξαν και θεότητα Αυτού. Ο μόνος δυνατός τρόπος  κατανοήσεως της Καινής Διαθήκης είναι δια του παραλληλισμού των θεοφανειών  αυτής με αυτάς της Παλαιάς Διαθήκης. Αντί του όρου  Λόγος1 του Ευαγγελιστού Ιωάννου ο απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί τον όρον Σοφία2  και Εικών του αοράτου Θεού. και ο Κύριος ή Άγγελος της Δόξης να λέγηται Λόγος και  Υιός του Θεού. Ακριβώς η ιδία διδασκαλία και φανέρωσις εις τους  αποστόλους υπάρχει εις όλην την Καινήν Διαθήκην με την διαφοράν ότι επικρατεί εν  Αυτή ο Θεός να λέγεται Πατήρ. Ολόκληρον το  Ευαγγέλιον του Ιωάννου έχει ως προϋπόθεσιν τα τοιαύτα περί αποκαλύψεως του Θεού  δια του Κυρίου της Δόξης εν τη Παλαιά Διαθήκη και κατά σαφή τρόπον ταυτίζει τον  Χριστόν με τον Αποκαλύπτοντα τον Θεόν εις τους προφήτας. την κεκρυμμένην εν τη σαρκί  Αυτού. Μία είναι πάντοτε η  αποκαλυφθείσα δόξα του Θεού και του Αγγέλου του Θεού. Δι' Αυτού γίνεται ορατός και δι'  Αυτού ακουστός και φανεροί Εαυτόν και ομιλεί εις τους προφήτας. αλλά και αυτό τούτο το βίωμα των θεουμένων φίλων του  Χριστού. όσον αφορά εις την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν. Τί άλλο νόημα έχουν τα    105  . αποστόλου Παύλου και Φίλωνος του Ιουδαίου  εις την ταύτησιν του Λόγου και της Σοφίας και Εικόνος του Θεού μετά του Αγγέλου και  του Κυρίου της Δόξης του εμφανισθέντος εις τους προφήτας.6 Ο όρος Εικών του Θεού αναφέρεται εις το ορατικόν. Οι εκκινούντες από μόνον τα λεγόμενα σήμερον  μεσσιανικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης. και Χριστός και Υιός του  ανθρώπου και του Δαβίδ.13 ή εις την άμεσον φανέρωσιν της φυσικής δόξης και θεότητος Αυτού δια της  θεώσεως. αποστόλων και  αγίων.Δ' Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού  Η μελέτη των προς Ιουδαίους και των αντιγνωστικών συγγραμμάτων των αγίων  Πατέρων και κυρίως της διδασκαλίας του Ιδίου του Χριστού και των αποστόλων  αβιάστως πείθει ότι το δόγμα περί Αγίας Τριάδος είναι όχι μόνον η όλη προϋπόθεσις  της διδασκαλίας του Χριστού. όσον αφορά εις την θείαν Αυτού φύσιν.3 Τα νοήματα όμως είναι ακριβώς τα ίδια.14   Το βιβλικόν σχήμα της αποκαλύψεως φαίνεται σαφώς από το γεγονός ότι ο Θεός  αποκαλύπτει τον Εαυτόν Του δια του Αγγέλου Αυτού. κατά τον ίδιον  ακριβώς τρόπον ο Ίδιος ο Χριστός απεκάλυψε τον Εαυτόν Του εις τους αποστόλους. ενώ του Ιωάννου εις τας Παροιμίας. Ώστε ο ακούων τον  Άγγελον ακούει τον Θεόν και ο θεωρών τον Άγγελον βλέπει τον Θεόν. με την διαφοράν  ότι η εν προκειμένω ορολογία του αποστόλου Παύλου έχει σαφή προηγούμενα εις την  Σοφίαν Σολομώντος. δια  της ανθρωπίνης Αυτού φύσεως ως και δια της φυσικής Αυτού δόξης και θεότητος ήν  είχε πάντοτε εκ του Πατρός προ του τον κόσμον είναι. και συγχρόνως τα δύο  πρόσωπα σαφώς διακρίνονται.4 Παραλληλισμός τις υπάρχει  επίσης μεταξύ Ευαγγελιστού Ιωάννου. ή ο Κύριος της Δόξης.7  Ο όρος Σοφία εις τον νουν και την κατανόησιν και τον φωτισμόν. 8 Οι τρεις όροι μαζί  αποδίδονται επανειλημμένος με τα "ακηκόαμεν"9 και "οίδαμεν"10 και "είδαμεν"11 ή  "εωράκαμεν". ουδέποτε θα καταλάβουν την εν Χριστώ  αποκάλυψιν και την περί Αυτού μαρτυρίαν των θεουμένων προφητών.5   Πάντως ο όρος Λόγος του Θεού αναφέρεται εις την εξαγγελτικήν ενέργειαν της υπό του  Θεού αποστολής του Λόγου και ισοδυναμεί με τον όρον Άγγελος του Θεού της  Πεντατεύχου και των προφητών.

  και ο θεωρών εμέ θεωρεί τον πέμψαντά με .17 Αντί της  υποστατικής ιδιότητος της Πατρότητος ο Υιός έλαβεν εκ της πατρικής υποστάσεως την  υποστατικήν ιδιότητα της Υιότητος.  Επομένως κατά την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής υπάρχουν εν τω Θεώ δύο τινα ή  τρία τινα. Επομένως το γεγονός ότι ο Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του  Αρχετύπου Πατρός.  Αυτή η κατά πάντα απόλυτος ομοιότης μεταξύ του Πατρός και του Υιού σημαίνει  επίσης πώς ό. Δια της θεώσεως  εγένετο γνωστόν 1) το άκτιστον της Αγίας Τριάδος και της ουσίας και των ενεργειών  Αυτής ως και 2) το ακοινώνητον των ιδιοτήτων της Αγίας Τριάδος και 3) το κοινόν της  απροσίτου και υπό των κτισμάτων αγνώστου θείας φύσεως και των μεθεκτών  ενεργειών της Αγίας Τριάδος.. του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή η εμπειρία της θεώσεως. εδίδαξε ταύτα και συνεχώς ταύτα διδάσκει εις τους θεουμένους της  Ιεράς Παραδόσεως μέχρι της συντελείας των αιώνων.. των προφητών και των αποστόλων. και ταύτα ποιήσουσιν ότι ουκ έγνωσαν τον πατέρα ουδέ εμέ"15  Επίσης αι βιβλικαί περιγραφαί του Βαπτίσματος και της Μεταμορφώσεως του Χριστού  είναι σαφώς αποκαλύψεις της μιας κατά πάντα φυσικής δόξης και θεότητος του  Χριστού.. δηλαδή το γεγονός ότι ο Λόγος είναι  κατά πάντα όμοιος και απαράλλακτος Εικών του Αρχετύπου Θεού Πατρός. Κατά την σαφή διδασκαλίαν του  Χριστού ο άλλος Παράκλητος είναι διάφορον πρόσωπον ή διάφορος του Πατρός και  του Υιού υπόστασις αλλά όμοιος κατά πάντα και Αυτός τω Πατρί και τω Υιώ.  Ακριβώς το ίδιον ισχύει δια το Πνεύμα το Άγιον. δηλαδή ότι μεταξύ του κτιστού και του ακτίστου ουδεμία  ομοιότης υπάρχει.. αλλά  συγχρόνως φαίνεται σαφώς η ομοιότης Αυτών.  Το δόγμα περί Αγίας Τριάδος και ενσαρκώσεως του Λόγου εγένετο γνωστόν εις τους  προφήτας και εις τους αποστόλους δια της αποκαλύψεως της φυσικής δόξης και  θεότητος του Χριστού εις την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην. ο πιστεύων εις εμέ ου πιστεύει εις εμέ αλλά εις τον πέμψαντά με. ώστε οι βλέποντες τον Χριστόν βλέπουν τον Πατέρα και οι  ακούοντες τον Χριστόν ακούουν τον Πατέρα και οι γνωρίζοντες τον Χριστόν γνωρίζουν  τον Πατέρα.τι έχει ο Πατήρ έχει και ο Υιός. και κυρίως την ημέραν  της Πεντηκοστής.... ή 1) αι ακοινώνητοι υποστατικαί ιδιότητες  2) η κοινή ουσία και 3) η κοινή φυσική ενέργεια... ο λαμβάνων εμέ λαμβάνει τον πέμψαντά  με . καθότι ο Πατήρ ό.λόγια "ταύτα είπεν Ησαΐας ότε είδε την δόξαν αυτού. Εκτός της υποστατικής ιδιότητος της Πατρότητος  και αυτής της Υιότητος ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ του Πατρός και του Υιού. Ιησούς  δε έκραξεν και είπεν.. ότι ο Λόγος είναι και Αυτός άκτιστος  και Θεός κατά φύσιν ακριβώς όπως και ο Πατήρ. ότε όλοι οι σεσωσμένοι και κατ'    106  .  Ίνα κατανοήση κανείς τα τοιαύτα εν τοις ορθοίς πλαισίοις αυτών.τι έχει  κοινόν ο Πατήρ και ο Υιός έχει και το Πνεύμα το Άγιον. Ό. ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα . δύναται να σημαίνη μόνον έν πράγμα.τι έχει έδωκε και εις τον  Υιόν προ του τον κόσμον είναι. 1) τα κοινά και 2) τα ακοινώνητα.16   Πάντως από την Παλαιάν και από την Καινήν Διαθήκην φαίνεται σαφώς η διάκρισις ή  και η διαφορά των δύο προσώπων ή υποστάσεων του Θεού και του Λόγου Αυτού.  Τα τοιαύτα περί Θεού είναι γνωστά 1) δια της αποκαλύψεως της δόξης του Χριστού και  των αρρήτων ρημάτων Αυτού αμέσως εις τους θεουμένους και 2) μέσω της  διδασκαλίας και των έργων του Χριστού. εκτός μόνον από την Πατρότητα. νυν δε εωράκασιν και μεμισήκασιν και εμέ  και τον πατέρα μου . πρέπει να έχη  πάντοτε υπ' όψιν την ουσιαστικήν διαφοράν μεταξύ ακτίστου και κτιστού εις την  διδασκαλίαν των προφητών. και ελάλησεν περί αυτού .

18 Ούτε οι προφήται. και εφ' όσον" λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. τους αποστόλους και τους αρχαίους Πατέρας κατανόησιν της διδασκαλίας της  Εκκλησίας και εις την διατύπωσιν των δογμάτων. "Κύριος ο Θεός σου.. και ο. ούτε ο  Χριστός. και οίς. επί Ελλήνων τραγωδούντες τα μυστήρια . ως εν  αρραβώνος μέρει. "τά μεν αρτίως καθωμιλημένα και κοινή πάσιν  εγνωσμένα και παρρησία κηρυττόμενα δόγματα του δια Μωϋσέως υπήρχε νόμου  μυστήρια τοις προφήταις μόνοις εν πνεύματι προορώμενα. μία ουσία. Τούτο  σημαίνει ότι δεν έγραφον όσα εγνώριζον αλλά όσα εχρειάζοντο και αναλόγως των  αναγκών αλλά και της πνευματικής καταστάσεως των ακροατών και των αναγνωστών. Αλλ' ώσπερ εί τις τότε των Ιουδαίων. οτεδήποτε."20   Ούτω το δόγμα περί Αγίας Τριάδος υπάρχει σαφώς εις την Παλαιάν Διαθήκην.άλλον τρόπον οι κολασμένοι θα καταντήσουν εις την επίγνωσιν της αληθείας ταύτης  των θεουμένων.. Η υπό του Χριστού και  των θεουμένων φανέρωσις των μυστηρίων του Θεού και της βασιλείας Αυτού εγένετο  αναλόγως των πνευματικών καταστάσεων του ανθρώπου. Η Παλαιά Διαθήκη και τα  Ευαγγέλια του Ματθαίου. ουδέ πάντα αλλ'  έστιν ότε.. το περί Θεού φιλοσοφείν . ομοούσιος. τα δ' επηγγελμένα τοις  αγίοις αγαθά κατά τον αιώνα τον μέλλοντα της κατά το ευαγγέλιον πολιτείας εστί  μυστήρια. ίνα μη Έλληνες μεν αγνοούντες γελώσι.  "Ου παντός . όταν  κανείς ορθώς δια της χάριτος της θεώσεως αναγινώσκει Αυτήν και βλέπει τον Χριστόν  εν Αυτή ως τον Κύριον της Δόξης και ούτω κατανοεί τί εννοεί ο απόστολος Παύλος. "καί ουκ αισχύνονται ταύτα επί κατηχουμένων. Είναι φανερόν ότι το Ευαγγέλιον του Ιωάννου έχει τον  ιδιότυπον αυτού χαρακτήρα. ουδέ πάσιν.22 ούτω και νυν τάχα αν πάθοι τις. συνεπεία μιας τάχα τοιαύτης  βαθυτέρας κατανοήσεως.  εθεωρούντο ως εις την τάξιν των μυστηρίων. Ου χρή τα μυστήρια αμυήτοις  τραγωδείν. ούτε οι άγιοι Πατέρες είχον την μέθοδον των συγχρόνων  χριστιανών και θεολόγων να εξαγγέλουν και να συζητούν με οποιονδήποτε. διότι συγκεντρώνει τα διδάγματα και την αποκάλυψιν του  Χριστού ως είναι δυνατόν να διδαχθούν εις τους προς την θέωσιν βαδίζοντας  φωτισμένους. Κύριος είς εστιν". ενώ τα άλλα τρία Ευαγγέλια καθρεπτίζουν σαφώς την προ του  βαπτίσματος κατήχησιν των εις Χριστόν πιστευόντων.  Πρέπει να τονισθή ότι τα δόγματα ταύτα τα γνωστά υπερνοητώς εις τους θεουμένους. και το γε  χείριστον. κατηχούμενοι δέ.  μη μετ' ευλαβείας ακούων των προφητών λεγόντων λόγον και πνεύμα Θεού συναΐδιά τε  και προαιώνια. τα οποία δεν εδιδάσκοντο παρά μόνον εις  τους οδεύοντας την οδόν της μυήσεως εις την εν Χριστώ ζωήν.λ. δύο φύσεις..τιδήποτε περί των μυστηρίων της πίστεως. τοις δια του πνεύματος οράν ηξιωμένοις και τούτοις μετρίως.  φυσική και υποστατική ένωσις. δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία ωδηγήθη εις βαθυτέραν από την Αγίαν  Γραφήν. δύο  θελήματα. "εσταύρωσαν τον Κύριον της Δόξης". δεν σημαίνει ότι δεν  εγνώριζον ακριβώς και υπερνοητώς το μυστήριον της Αγίας Τριάδος. ουδέ πάντοτε. συνέσχεν αν τα ώτα.  οπουδήποτε. Επίσης το γεγονός  ότι η Αγία Γραφή δεν εμπεριέχει τους όρους τρεις υποστάσεις. μη  μετ' ευλαβείας ακούων των μόνοις εγνωσμένων τοις δι' αρετήν κεκαθαρμένοις    107  . δηλονότι της  λεγούσης. σκανδαλίζωνται. διδόμενά τε και προορώμενα. 19 Και κατά των Αρειανών  ο Μέγας Αθανάσιος γράφει. περίεργοι  γενόμενοι.. μία υπόστασις..  Παραθέτομεν μίαν ωραιοτάτην σύνοψιν της πατερικής επί του θέματος ερμηνείας από  τον Αγιορειτικόν Τόμον του 1340‐41. του Μάρκου και του Λουκά εχρησιμοποιούντο εις την  κατήχησιν των κατηχουμένων ενώ το Ευαγγέλιον του Ιωάννου εχρησίμευε μετά το  βάπτισμα δια την τελείωσιν της κατήχησεως και την οδήγησιν των νεοφωτίστων δια  του φωτισμού εις την θέωσιν.21 Το ότι οι προφήται δεν γράφουν  περί της Αγίας Τριάδος με την σαφήνειαν της Καινής Διαθήκης.  όταν γράφη. δύο ενέργειαι. δοκών απηγορευμένων ακούειν τη ευσεβεία  φωνών και της ανωμολογημένοις τοις ευσεβέσι φωνής εναντίον. ούτε οι απόστολοι.τ. κ.

μυστηρίων του Πνεύματος. Πάντως είναι σαφές ότι πρέπει κανείς να πεισθή  πρώτον περί της αυθεντίας και θεοπνευστίας των θεουμένων προφητών. αποστόλων  και αγίων και να υπαχθή εις αυτούς ως εις πνευματικούς πατέρας και ούτω να μυηθή  αναλόγως των πνευματικών του καταστάσεων εις τα περί δογμάτων μυστήρια της  πίστεως. αφού και οι ίδιοι οι αιρετικοί  απέρριπτον ταύτα ως κακόδοξα. τω λόγω της μοναρχίας μηδαμώς λυμαινόμενον. Δεί μέντοι κακείνο  σκοπείν. και πιστεύομεν νυν εις Πατέρα και  Υιόν και Άγιον Πνεύμα. απλήν.  Επίσης το Σύμβολον της πίστεως και οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων δεν εγένοντο  κτήματα των υπ' αυτών καταδικασθέντων αιρετικών.24   Τούτο σημαίνει ότι αι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων ουδέποτε επροωρίζοντο  να γίνουν αντικείμενα μελέτης υπό των αβαπτίστων και εκτός της Εκκλησίας  ευρισκομένων. Συνεδυάζετο το Σύμβολον της πίστεως μετά της τελικής προ του  βαπτίσματος φάσεως της κατηχήσεως. αποτελέσματα των υπέρ  της κατανοήσεως των μυστηρίων της πίστεως στοχαστικών δήθεν προσπαθειών των  θεολόγων της Εκκλησίας. μίαν φύσιν.  Πρέπει να τονισθή και εκ της επόψεως ταύτης ότι τα δόγματα της ορθοδόξου πίστεως  δεν είναι. Θεότητα τρισυπόστατον. ασύνθετον. ακριβώς όπως η Αγία Γραφή ούτω και τα  υπό Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων εξαγγελθέντα δόγματα είναι αλάθητα και  κατανοητά μόνον εντός της μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας και μόνον εν Αυτή  ερμηνεύονται ως τα προς μίμησιν βιώματα των εν τη Εκκλησία θεουμένων. ου μόνον δέ. ως ει και τοις πέρασι της γης ύστερον εξεφάνη το τρισυπόστατον της  Θεότητος. κηρυττομένων και των μυστικώς εν  πνεύματι τοις αξίοις προφαινομένων. όσοι τη τε των  χρημάτων κτήσει και τη των ανθρώπων δόξη και ταις των σωμάτων ου καλαίς ηδοναίς  δια την ευαγγελικήν απετάξαντο ζωήν. οι μεν αυτή τη πείρα μεμνημένοι. Επομένως. σύμφωνα τοις πάσιν εκφανήσεται τοις φανεροίς τα μυστήρια. ως φαντάζονται οι απόγονοι των Φραγκολατίνων. αόρατον απερινόητον. Η διατύπωσις των δογμάτων υπό των Πατέρων είναι έκφρασις και    108  . και τοις αυτοίς  τηνικαύτα πειθομένοις ευπαράδεκτος ήν. αλλά τοις προφήταις  εκείνοις και προ της εκβάσεως των πραγμάτων ακριβώς εγινώσκετο. κατά την άφραστον έκφρασιν του εν τρισί τελείαις υποστάσεσιν ενός  Θεού. αλλά η υπό των αγίων Πατέρων συνοδική κατοχύρωσις της  ήδη αποκαλυφθείσης την Πεντηκοστήν και εν Χριστώ και τοις μυστηρίοις Αυτού  υπαρχούσης πάσης αληθείας της υπό του Παναγίου Πνεύματος εις τους θεουμένους  διδαχθείσης. Τον ίσον άρα τρόπον ουδέ νυν τους λόγους  της ομολογίας αγνοούμεν των τε παρρησία. Αλλ' ώσπερ αύθις η των προρρήσεων εκείνων έκβασις.  άκτιστον.  σύμφωνα τοις φανεροίς ανέδειξε τα τότε μυστήρια. Ούτω το Σύμβολον της πίστεως εδίδετο εις τους κατηχούμενους ολίγον τι προ  του βαπτίσματος προς εκμάθησιν και μόνον μετά το βάπτισμα εκατηχείτο ο  νεοφώτιστος περί των μυστηρίων της Εκκλησίας επί τω τέλει όπως οδηγηθή εις την  θέωσιν. ούτω και του μέλλοντος αιώνος εν καιροίς ιδίοις  αποκαλυφθέντος. αλλά και την αποταγήν ταύτην δια  της προς τους εν τη κατά Χριστόν ηλικία προηκόντας εβεβαίωσαν υποταγής εαυτοίς  γαρ τω Θεώ δι' ησυχίας απεριμερίμνως σχολάσαντες και δια προσευχής ειλικρινούς  υπέρ εαυτούς γενόμενοι και γεγονότες εν Θεώ δια της προς αυτόν μυστικής υπέρ νουν  ενώσεως τα υπέρ νουν εμυήθησαν οι δε τη προς τους τοιούτους αιδοί και πίστει και  στοργή".23   Δεδομένου του χαρακτήρος του υπέρ τον λόγον και τον νουν τούτου δόγματος και του  γνωστού αυτού δια μόνης της θεώσεως και δια μόνης της εις τους θεουμένους  πειθαρχίας φαίνεται σαφώς πώς η εξαγγελία των δογμάτων έχει καθαρώς σωστικόν  και φωτιστικόν σκοπόν και γίνεται αναλόγως της πνευματικής καταστάσεως και  δεκτικότητος του διδασκομένου.

 οι Πατέρες κατέβαλλον πάσαν προσπάθειαν να  αποδείξουν το ισόκυρον των προφητών και των αποστόλων και την ταυτότητα του  Χριστού Λόγου εν σαρκί μετά του ασάρκου Κυρίου της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης. ότε ησχολούντο με θρησκευτικήν ομάδα αποδεχομένην το κύρος ή μόνον  των προφητών ή μόνον των αποστόλων ή μερίδος μόνον των αποστόλων. Γρηγόριο τον Θεολόγον. τον οποίον ηκολούθησαν οι Φράγκοι και εν συνεχεία οι    109  .τ.  Ο πρώτος εντός της Εκκλησίας. όστις εξετράπει απαραιτήτως από αυτήν την  παράδοσιν ήτο ο Αυγουστίνος. Μόνον δια της  θεμελειώσεως των ανωτέρω δύνανται οι ανήκοντες εις άλλα θρησκεύματα να μυηθούν  εις τα πρώτα κατηχητικά στάδια της ορθοδόξου πίστεως. Όταν φθάσουν εις τα στάδια  αυτά τότε εισάγωνται εις το βάπτισμα. και εν συνδυασμώ με την  αυθεντίαν αυτήν διδάσκει την ταυτότητα του ασάρκως και εν σαρκί αποκαλυφθέντος  εις τους θεουμένους Κυρίου της Δόξης και δημιουργού του κόσμου. Ουδέποτε εδέχοντο οι Πατέρες να συζητήσουν τα  μυστήρια και τα δόγματα. Γρηγόριον Νύσσης.  Τούτο ισχύει δι' όλας τας Οικουμενικάς Συνόδους και τους κατ' εξοχήν Πατέρας αυτών. Σωφρόνιον  Ιεροσολύμων.  Μέγαν Αθανάσιον. ήτις ως αποτέλεσμα θα είχε την  καταστροφήν της προς την θέωσιν οδηγήσεως των πιστών. Μέγαν Βασίλειο.τ.  Κύριλλον Αλεξανδρείας. με ανθρώπους οι οποίοι δεν  εδέχοντο πρώτον το κύρος και την αυθεντίαν των προφητών και των αποστόλων. το Ισλάμ κ. τον Γνωστικισμόν.κατοχύρωσις της εν Χριστώ μυστηριακής ζωής των θεουμένων και πιστών και ουδόλως  διαφέρει το εκφρασθέν δια της διατυπώσεως ταύτης από το δόγμα της Αγίας Γραφής. ως τα εγνώριζον οι μεμυημένοι. ως αύτη εκφράζεται εις την Αγίαν Γραφήν.λ. παρουσιάζει ως τα θεμέλεια της πίστεως  όσον αφορά εις τας προϋποθέσεις αυτής την αυθεντίαν των προφητών και των  αποστόλων. Ιωάννην τον Δαμασκηνόν.  Όταν δε συγκρίνη τις την διδασκαλίαν των αιρετικών προς αυτήν των Πατέρων  εξακριβώνει ότι η διαφορά μεταξύ αιρετικών και ορθοδόξων δεν είναι μόνον εις το  δόγμα. Μάξιμον τον Ομολογητήν.λ. Εις  περίπτωσιν. Λεόντιον Βυζάντιον. Δια τον λόγον αυτόν ο  θέλων πραγματικώς να υπεισέλθη εις τα πνευματικά μυστήρια των κατά των αιρετικών  γραφομένων των αγίων Πατέρων. Όλοι οι καταδικασθέντες υπό Οικουμενικών Συνόδων αιρετικοί  εδέχοντο το ισόκυρον των προφητών και των αποστόλων και την ταυτότητα μεταξύ  του Χριστού Λόγου και του Κυρίου της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης του εμφανισθέντος  εις τους προφήτας και εν πνεύματι αποκαλύπτοντος εν Εαυτώ τον Θεόν. οφείλει να διαβάση και να μελετήση και ασκητικά  συγγράμματα αυτών περί καθάρσεως φωτισμού και θεώσεως. αλλά και εις την πνευματικότητα.  Ουδέποτε ενεφανίσθη όμως τοιαύτη ανάγκη αποδείξεως τούτου εντός των κόλπων της  Εκκλησίας κατά τους αντιαιρετικούς αγώνας των Πατέρων κατά την εποχήν των  Οικουμενικών Συνόδων.  Επίσης απαιτεί προσοχήν μεγάλην το γεγονός ότι ο κύριος σκοπός των Οικουμενικών  Συνόδων είναι η περί της ορθής πίστεως πληροφορία των κατηχουμένων και των  πιστών υπό των θεουμένων και καθαιρουμένων πνευματικών ηγετών της Εκκλησίας  έναντι μιας εντός της Εκκλησίας αναφυείσης αιρέσεως. μετά το οποίον μυούνται εις τα μυστήρια της εν  Χριστώ ζωής και των δογμάτων. κ. ως συνέβαινε  με τους Ιουδαίους και τους Γνωστικούς.     Ε' Η ερμηνευτική της Αγίας Γραφής και η διατύπωσις των δογμάτων  Όταν η Εκκλησία αντιμετωπίζη εξωεκκλησιαστικάς θρησκευτικάς ομάδας ως τον  Ιουδαϊσμόν.

 εχαρακτήρισαν  Ιουδαίοι τινες ως βλασφημίαν. οι Μονοθελήται και Μονονεργήται και  οι Εικονομάχοι. ως  αυτοπτών μαρτύρων του Χριστού και την ταυτότηταν Αυτού μετά του Κυρίου της  Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης.. που μένεις.  Δεν είναι τυχαίον πρόσωπον ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Εκείνο το οποίον δεν ανέχονται είναι ο  ισχυρισμός των Πατέρων ότι ο Χριστός εδίδασκε περί του εαυτού Του ως περί Θεού. οίτινες ως  φίλοι εγνώριζον τον Χριστόν προ της ενσαρκώσεως Αυτού και εις την παράδοσιν  ταύτην ανήκουν οι μαθηταί του Ιωάννου του Βαπτιστού και του Χριστού. Δηλαδή  παραδέχονται τον ισχυρισμόν ως υπό του Χριστού γενόμενον και συγχρόνως πιστεύουν  ότι έκαμεν ο Χριστός λάθος πιστεύων ούτως. ραββί ..2   Ιουδαίοι τινες ήσαν διατεθημένοι να αποδεχθούν τον Χριστόν ως τον αναμενόμενον  Μεσσίαν. Λέγει    110  . οι Νεστοριανοί. διότι εν τοιαύτη περιπτώσει οι Πατέρες θα ανέτρεπον την διδασκαλίαν του  Ιδίου του Χριστού και την προς τους θεουμένους αποκάλυψιν της θεότητος Αυτού.3 Επ'  ευκαιρία ο Χριστός υπενθυμίζει εις τους Ιουδαίους ότι όχι μόνον ο Κύριος της Δόξης  είναι Θεός. Εν πάση περιπτώσει όμως ουδέποτε  ανέτρεψαν οι αναφερθέντες αιρετικοί το σχήμα του δόγματος τούτου περί  αποκαλύψεως εν τη Παλαιά και Καινή Διαθήκη. διότι κατ' αυτούς άνθρωπος ών εποίει εαυτόν Θεόν. όλοι εδέχοντο το ισόκυρον των προφητών και των αποστόλων. αλλά και οι φίλοι του Θεού λέγονται Θεοί. του οποίου δύο μαθηταί πρώτον  ηκολούθησαν τον Χριστόν και ο οποίος πρώτος εδέχθη την αποκάλυψιν ότι ο Χριστός  είναι ο εμφανίσας Εαυτόν εις τους προφήτας Κύριος της Δόξης και το απρόσιτον φως εν  τω οποίω κατοικεί ο Θεός5. οι σήμερον  γνωστοί ως Δυναμικοί και Τροπικοί τοιούτοι. "Στραφείς δε ο Ιησούς και θεασάμενος αυτούς  ακολουθούντας λέγει αυτοίς τί ζητείτε. ως Θεοί κατά χάριν.4   Δηλαδή έναντι των ετεροδόξων ερμηνευτών η διάκρισις εις τας περί Μεσσία αντιλήψεις  των Ιουδαίων δεν είναι ουσιαστικώς μεταξύ 1) επιγείου ανθρωπίνου και 2)  προϋπάρχοντος ουρανίου Μεσσία. οι Μονοφυσίται. οι Ευνομιανοί. Εκ των αρχαίων μόνον ο Αυγουστίνος  ανέτρεψε το εν λόγω σχήμα καθ' αυτό.απόγονοι αυτών Παπικοί και Προτεστάνται μέχρι σήμερον και επηρεασμένοι απ'  αυτούς Ορθόδοξοι τινες κυρίως Ρώσσοι και ολίγοι άλλοι. .1 Ο ισχυρισμός ούτος είναι ανιστόρητος και  ανόητος.  αν και δεν τον παραδέχονται οι Ιουδαίοι και τινες των Προτεσταντών ούτω. την οποίαν έκαμεν ο  Ίδιος ο Χριστός μεταξύ του Εαυτού Του και του Κυρίου της Δόξης. αλλά μόνον οι ανήκοντες εις την παράδοσιν των θεουμένων προφητών τον  εδέχοντο ως τον Κύριον της Δόξης. Η πραγματική διάκρισις είναι μεταξύ των  αναμενόντων τον εν λόγω επίγειον άνθρωπον Μεσσίαν και των αναμενόντων την  επέμβασιν του Κυρίου της Δόξης εντός της παραδόσεως των προφητών. οι  Απολλιναρισταί. Βεβαίως εκάστη αίρεσις εδέχετο την διδασκαλίαν ταύτην  της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως κατά τας προϋποθέσεις της και ούτω  διέστρεφε την ακρίβειαν του εν λόγω δόγματος.      α) Οι Ιουδαίοι και οι σύγχρονοι ετερόδοξοι ερμηνευταί  Πάντως οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού και οι σύγχρονοι φιλελεύθεροι λεγόμενοι  Προτεστάνται ερμηνευταί δεν έχουν καμμίαν αντίρρησιν εις τον περί του εαυτού Του  ισχυρισμόν του Ιησού ότι είναι ο αναμενόμενος υπό των Ιουδαίων Μεσσίας ή Χριστός. Οι δε είπον αυτώ. οι Αρειανοί. Εκ του γεγονότος τούτου οι δυτικοί ιστορικοί  των δογμάτων και μετ' αυτών Ρώσσοι τινές ισχυρίζονται ότι οι Πατέρες εγκατέλειψαν  την περί ταυτότητος του Λόγου και του Αγγέλου του Κυρίου διδασκαλίαν των αρχαίων  Πατέρων εξ αιτίας της αρειανικής έριδος.  Πρέπει πάντως σοβαρώς να ληφθή υπ' όψιν το γεγονός ότι οι Μοναρχιανοί. Μάλιστα αυτήν την ταύτισιν.

 Μεσσίου και λυτρώσεως  ερμηνείαν της περί αυτών διδασκαλίας των προφητών. όπως δεν ήσαν αυτής όλοι οι Ιουδαίοι οι  έχοντες διεστραμμένην περί Θεού. Ει συ εί ο Χριστός ειπέ ημίν παρρησία. είπον υμίν. ταύτα τα ρήματα ουκ έστιν δαιμονιζομένου. και ακολουθούσι μοι. καγώ ζωήν αιώνιον δίδωμι αυτοίς. Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς. και ουχ αρπάσει τις αυτά εκ της χειρός μου. Ει εκείνους είπε Θεούς. πολλά καλά έργα έδειξα υμίν εκ του πατρός μου. Εγώ και ο πατήρ έν εσμέν. και ου πιστεύετε τα έργα ά εγώ ποιώ εν τω ονόματι του  πατρός μου. εξουσιαστής. Απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαίοι λέγοντες. Ό. Ήλθαν ουν και είδαν που μένει.7 Εν συνεχεία κατά την κλήσιν των  υπολοίπων αποστόλων αποκαλύπτεται ότι ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας.  αλλά και ο Υιός του Θεού. άρχων ειρήνης. καθώς είπον υμίν. δια  ποίον αυτών έργον λιθάζετέ με. εκύκλωσαν ουν αυτόν οι Ιουδαίοι και έλεγον  αυτώ. αλλ' υμείς ου πιστεύετε. αλλά περί βλασφημίας. την οποίαν είδον οι προφήται και ο πνευματικός αυτών πατήρ ο Ιωάννης ο  Βαπτιστής. "Ήν Ανδρέας ο αδελφός Σίμωνος Πέτρου είς εκ των δύο των ακουσάντων  παρά Ιωάννου και ακολουθησάντων αυτώ". μη  πιστεύετέ μοι. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι όσοι βαπτίζονται εν τη  Εκκλησία είναι της παραδόσεως ταύτης. Ει ου ποιώ τα έργα του πατρός μου. ταύτα μαρτυρεί περί εμού. υιός και εδόθη ημίν. μη δαιμόνιον  δύναται τυφλών οφθαλμούς ανοίξαι. ει δε ποιώ. Θεός  ισχυρός. περί καλού  έργου ου λιθάζομέν σε. εγώ είπα Θεοί  εστε.αυτοίς. και ου μη  απόλωνται εις τον αιώνα. ου η αρχή εγεννήθη επί του ώμου αυτού. Έλεγον δε πολλοί εξ αυτών. ότι είπον. "σχίσμα πάλιν εγένετο εν τοις Ιουδαίοις δια τους  λόγους τούτους. όν ο πατήρ ηγίασε και απέστειλεν εις τον κόσμον υμείς λέγετε ότι  βλασφημείς. όταν ερμηνεύεται εντός της Ιεράς  Παραδόσεως των θεουμένων.    111  . Άλλοι έλεγον. πατήρ του μέλλοντος. ουκ έστι γεγραμμένον εν τω νόμω υμών. "ότι  παιδίον εγεννήθη ημίν. τότε είναι σαφέστατον το νόημα των λεχθέντων του Ησαΐα. έρχεσθε και όψεσθε. φαίνεται σαφώς από την εξής περικοπήν του  Ιωάννου εις ήν ο Χριστός σαφώς αναφέρεται εις τας δύο αυτάς παρατάξεις και εις τους  προφήτας ως εις κατά χάριν Θεούς. και παρ' αυτώ έμειναν την  ημέραν εκείνην. ώρα ήν ως δεκάτη". και  καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος. τί αυτού  ακούετε. Ο πατήρ μου. προς ούς ο λόγος του Θεού εγένετο. Υιός του Θεού ειμι.τι είναι οι Ιουδαίοι οι  παρερμηνεύοντες και αγνοούντες την εν Θεώ δια του Κυρίου της Δόξης και εν Πνεύματι  θεωρίαν των προφητών και την περί ενσαρκώσεως προφητείαν αυτών. και ου δύναται  λυθήναι η γραφή. απεκρίθη  αυτοίς ο Ιησούς.. θαυμαστός σύμβουλος. μείζων πάντων εστί. ου γαρ εστε εκ των  προβάτων των εμών.  καγώ γινώσκω αυτά.6 Ο τόπος ούτος όπου μένει ο Χριστός είναι η δόξα  του Χριστού. είναι και οι  εντός της Εκκλησίας αναφυέντες αιρετικοί οι αποκόπτοντες εαυτούς από την  παράδοσιν ταύτην της θεώσεως. Κυρίου της Δόξης. Εβάστασαν ουν πάλιν λίθους οι Ιουδαίοι ίνα λιθάσωσιν  αυτόν. ός  δέδωκέ μοι. έως πότε την ψυχήν ημών αίρεις.. και ότι συ άνθρωπος ών ποιείς σεαυτόν  Θεόν. τοις έργοις πιστεύσατε ίνα γνώτε και  πιστεύσητε ότι εν εμοί ο πατήρ καγώ εν αυτώ"9   Όταν έχει τις υπ' όψιν την υπό του Ιδίου Χριστού και των αποστόλων ταύτισιν του  προσώπου του Χριστού με τον Κύριον και Άγγελον της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης και  το γεγονός ότι οι προφήται ήσαν προ της ενσαρκώσεως αυτόπται μάρτυρες της δόξης ή  θεότητος του Χριστού.8   Η διάκρισις αυτή των Ισραηλιτών 1) εις τους ως άνω αποδεχομένους τον Ιησούν και ως  Μεσσίαν και ως Υιόν του Θεού και 2) τους Ιουδαίους τους πιστεύοντας ότι ο Μεσσίας  θα εμφανισθή μόνον ως άνθρωπος. . καν εμοί μη πιστεύητε. Τα πρόβατα τα εμά της φωνής μου ακούει. και ουδείς δύναται αρπάζειν εκ της χειρός του πατρός  μου."10   Πάντως η διδασκαλία της Αγίας Γραφής περί της Αγίας Τριάδος και της ενσαρκώσεως  του μονογενούς Υιού του Θεού είναι σαφεστάτη. Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς. δαιμόνιον έχει και μαίνεται.

 οι οποίοι. λέγεται Άγγελος του Θεού.11   Ήδη ανεφέραμεν εν γενικαίς γραμμαίς τα βιβλικά πλαίσια εντός των οποίων  αντιμετώπισαν οι Πατέρες τους Γνωστικούς.12 Οι Δυναμικοί Μοναρχιανοί δεν  εδέχοντο την περί πραγματικής ενσαρκώσεως του Θεού. Εκείνο το οποίον προξενεί εντύπωσιν είναι  το γεγονός ότι οι Γνωστικοί συνεφώνουν με την ορθόδοξον παράδοσιν ότι ο Άγγελος  και Κύριος της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης είναι δημιουργός του κόσμου και Θεός.13     112  . διδασκαλίαν των Τροπικών  Μοναρχιανών. ήτις παρεμόρφωσε το δόγμα και κατ' ανάγκην επροκάλεσε την υπό της  Εκκλησίας ανάλογον ορθήν διατύπωσιν του δόγματος.  αλλά δημιουργός είναι και ο Πατήρ. ήτις είχε σκοπόν όχι εμβαθύνσεως  βαθυτέρας ή διασαφήσεως καλυτέρας των δογμάτων. οι μετ' αυτόν Φράγκοι και οι απόγονοι αυτών κατεβίβασαν τον Άγγελον  της Δόξης εις κτίσμα. όστις και Αυτός εμφανίζεται εις τους προφήτας.  Ούτοι ισχυρίζοντο ορθώς ότι η ενέργεια του Πατρός και του Υιού είναι ταυτόν. όστις ενεφανίζετο εις τους προφήτας  είναι ο δημιουργός του κόσμου τούτου Θεός. ο οποίος ως κεκρυμμένος λέγεται Θεός.  και όταν φαίνεται τοις προφήταις.  όπου ανήκουν κατά φύσιν (διδασκαλία των περισσοτέρων) ή κατά χάριν (διδασκαλία  Μαρκίωνος).  Δια του Χριστού και άλλων ανωτέρων όντων απεκαλύφθη ο Ύψιστος Θεός. Ούτω κατά τους τροπικούς  Μοναρχιανούς (Σαβελλιανούς) ο Χριστός λέγεται Υιοπάτωρ και ούτως ο Πατήρ  συνεσταυρώθη μετά του Χριστού επί του Σταυρού. η οποία ουδόλως υπάρχει σήμερον μεταξύ των  Ορθοδόξων και των απογόνων των Φράγκων και κυρίως των φιλελευθέρων  Προτεσταντών. Αλλά προσέθετον οι Γνωστικοί ούτοι ότι  μόνος Του εδημιούργησε τον κόσμον άνευ της συνεργασίας του Υψίστου Θεού και ότι  ούτος παρεπλάνησε τους Ισραηλίτας οι οποίοι επίστευσαν εις αυτόν ως τον μόνον Θεόν. Παραδόξως εις έν τουλάχιστον θέμα υπήρχε μεγαλυτέρα ερμηνευτική  ενότης μεταξύ Ορθοδόξων και Γνωστικών τινων από ότι υπάρχει μεταγενεστέρως  μεταξύ Αυγουστίνου και φραγκολατίνων Δυτικών αφ' ενός.     β) Οι Γνωστικοί και οι Μοναρχιανοί  Επηρεασμένοι από την διδασκαλίαν της Εκκλησίας οι Γνωστικοί γενικώς ισχυρίζοντο  ότι ο Άγγελος του Κυρίου ή ο Κύριος της Δόξης. ενώ παρέμειναν πιστοί εις  το δογματικόν σχήμα της Ιεράς Παραδόσεως.  Αλλά επροχώρησαν οι Μοναρχιανοί εις τον ισχυρισμόν ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι  ονόματα μιας ουσίας και υποστάσεως του Θεού.  Επομένως δημιουργός είναι ο Κύριος της Δόξης ο εμφανίσας Εαυτόν εις τους προφήτας. και όταν ενσαρκούται ο  Θεός λέγεται και Πατήρ και Υιός.Εξ αιτίας των τοιούτων αιρετικών ηναγκάσθη η Εκκλησία να διατυπώση τα ήδη  υπάρχοντα δόγματα μέσω ωρισμένης ορολογίας. ίνα οδηγήσουν τας ψυχάς των Γνωστικών εις τον άϋλον κόσμον. και της ορθοδόξου  πατερικής λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκής παραδόσεως αφ' ετέρου.  Εκτός όμως από την αντίδρασιν των Πατέρων κατά των Γνωστικών υπήρχε και η  αντίδρασις των λεγομένων σήμερον Μοναρχιανών. ενώ  ο Αυγουστίνος. Το  παράδοξον όμως είναι ότι μεταξύ των Ορθοδόξων και των αιρετικών υπήρχε μία  ερμηνευτική περί Αγίας Γραφής ενότης. όστις  απέστειλεν αυτούς. δηλαδή Πατήρ εξ αιτίας της κεκρυμμένης θεότητος και  Υιός εξ αιτίας της ανθρωπίνης αυτού φύσεως. εντούτοις εισήγαγον εκ της φιλοσοφίας  ορολογίαν. αλλά κατοχυρώσεως αυτών δια  της σαφεστέρας εκφράσεως αυτών έναντι των εντός της Εκκλησίας αναφυέντων  κακοδοξιών προς απομάκρυνσιν αυτών και διαφύλαξιν απ' αυτών των πιστών.

Οι εν λόγω Γνωστικοί ισχυρίζοντο βάσει της δυαρχικής των μεταφυσικής ότι ο  εμφανίσας Εαυτόν Άγγελος Δημιουργός της Παλαιάς Διαθήκης είναι κατώτερον όν,  αφού υποπίπτει εις τας αισθήσεις των προφητών, ενώ ο Ύψιστος Θεός ενοράται μόνον  εις καταστάσεις απελευθερώσεως του πνευματικού και μόνου ουσιαστικού μέρους του  ανθρώπου από το σώμα, τας αισθήσεις και τα πάθη.14   Ούτως εξηγείται η αντίδρασις των Μοναρχιανών ότι ο Άγγελος και ο Θεός της Παλαιάς  Διαθήκης και ο Πατήρ και ο Υιός του Θεού εν τη Καινή Διαθήκη είναι ταυτόν όχι μόνον  κατ' ενέργειαν, θεότητα, δόξαν, βασιλείαν κ.τ.λ. αλλά και κατ' ουσίαν και υπόστασιν. Ο  Θεός κατ' αυτούς λέγεται Άγγελος και Λόγος και Υιός του Θεού, όταν οράται, και Θεός  και Πατήρ, όταν κρύπτεται.15   Όμως η εναλλαγή και σύγχυσις των ιδιοτήτων της Πατρότητος και της Υιότητος είναι  αίρεσις και ουχί βιβλική, δηλαδή ουχί σύμφωνος προς την εμπειρίαν της θεώσεως των  θεουμένων.  γ) Ορθόδοξοι και αιρετικαί αντιδράσεις κατά των Μοναρχιανών  Εναντίον των Μοναρχιανών ενεφανίσθησαν τέσσαρες αντιδράσεις, δύο ορθόδοξοι και  δύο αιρετικοί.  1) Οι ορθόδοξοι της Ανατολής με πρωταγωνιστάς τους Αλεξανδρινούς αντέταξαν την  διδασκαλίαν ότι η Αγία Τριάς δεν είναι μία υπόστασις ή μία ουσία αλλά 1) τρεις  υποστάσεις ή ουσίαι όμοιοι κατά πάντα και 2) κατά πάντα ταυτόν εις την βασιλείαν,  θεότητα, κράτος, δόξαν, βούλησιν και ενέργειαν.16 Μάλιστα διασώζεται ρητόν  αποδιδόμενον εις τον Μέγαν Αθανάσιον ότι ο Θεός δεν είναι μονοούσιος.17 Όμως  υπάρχουν χωρία όπου ο άγιος Αθάνασιος γράφει ότι η Αγία Τριάς έχει μίαν θεότητα.  Αλλά ο όρος μία θεότης δεν σημαίνει μίαν ουσίαν ως νομίζουν πολλοί, εις την πατερικήν  ορολογίαν, ως θα ίδωμεν.18 Φαίνεται ότι οι ιδρυταί της περί τριών υποστάσεων  ορολογίας ήσαν κατ' εξοχήν ο Ωριγένης και ο Διονύσιος Αλεξανδρείας.19   Πρό του 362 οι όροι ουσία, υπόστασις και φύσις ήσαν εν Αλεξανδρεία μάλλον ταυτόν.20  Εκ της επόψεως ταύτης ο Θεός ασφαλώς δεν είναι μονοούσιος ως ισχυρίζοντο οι  Σαβελλιανοί (Τροπικοί Μοναρχιανοί) και οι Σαμοσατιανοί (Δυναμικοί Μοναρχιανοί).  2) Οι Ορθόδοξοι της Ρώμης και κυρίως ο Πάπας Διονύσιος, εφάνησαν συντηρητικοί και  ούτως απέφευγον την χρήσιν των όρων SUBSTANTIA και ESSENTIA εις την αρχήν και  ως γνωστόν παρεξήγησεν ο Πάπας Διονύσιος την ορολογίαν του Διονυσίου  Αλεξανδρείας.21 Εξ αιτίας του δισταγμού των επισκόπων της Ρώμης να διευκρινήσουν  την θέσιν των δια της νέας ορολογίας των Μοναρχιανών και των Αλεξανδρινών  κατηγορήθησαν ως κλίνοντες προς τον Μοναρχιανισμόν. 22 Πάντως οι λατινόφωνοι  Ορθόδοξοι ουδέποτε υιοθέτησαν τον όρον τρεις υποστάσεις, δηλαδή TRES  SUBSTATIAE. Τελικώς υιοθέτησαν τον όρον TRES SUBSISTENTIAE ως αντίστοιχον του  τρεις υποστάσεις.23   3) Οι αιρετικοί Μοντανισταί και Φωτινιανοί και Ορθόδοξοι τινες της ελληνόφωνης  Ανατολής και οι οπαδοί των Μοντανιστών εις την Δύσιν υιοθέτησαν την ορολογίαν των  Μοναρχιανών.24 Οι Μοντανισταί εξεδιώχθησαν εκ των κόλπων της Εκκλησίας πριν  τελειοποιηθή η περί Αγίας Τριάδος ορολογία και ούτω δεν έλαβον μέρος εις την  περαιτέρω εξέλιξιν των εν προκειμένω όρων.   Οι Φωτινιανοί και άλλοι τινες ηρνήθησαν να ασπασθούν την ορολογίαν τρεις  υποστάσεις των Αλεξανδρινών, και συγχρόνως κατεπολέμησαν τους παλαιοτέρους 

 

113 

Μοναρχιανούς.25 Ούτοι παρέμειναν μερικώς πιστοί εις μίαν αρχαίαν περί Αγίας Τριάδος  ορολογίαν, ήτις εξέφραζεν ορθοδόξως το εν λόγω δόγμα, αλλά ως εχρησιμοποιήθη υπό  των Μοντανιστών και των Φωτινιανών εξέφραζε αιρετικάς διδασκαλίας.  Ομάς αρχαίων ορθοδόξων θεολόγων και Πατέρων26 επρέσβευον εν γενικαίς γραμμαίς  ότι εν αρχή προ της κτίσεως του κόσμου υπήρχεν ο Θεός με τον ενδιάθετον Αυτού  Λόγον. Προς δημιουργίαν του κόσμου ο Θεός εγέννησε τον ενδιάθετον Αυτόν Λόγον,  Όστις έγινεν ούτω προφορικός. Ούτως ο Θεός έγινε Πατήρ και ο Λόγος Υιός μονογενής.  Ο ενδιάθετος και ο προφορικός Λόγος είναι ο Είς και ο Αυτός Λόγος. Ο Θεός και ο Πατήρ  είναι Είς και ο Αυτός. Ο Λόγος και ο Υιός του Θεού ο Μονογενής είναι επίσης Είς και ο  Αυτός. Ο Προφορικός Λόγος Υιός του Θεού Μονογενής είναι αεί εκ του Θεού. Πάντοτε  υπήρχεν, εν τω Θεώ και ο Θεός εν Αυτώ και δι' Αυτού ο Θεός εδημιούργησε τον κόσμον,  κ.τ.λ. Ο Λόγος ούτος σάρξ εγένετο και ως εκ τούτου λέγεται Χριστός.  Πάντως ουδόλως πρόκειται περί υποστατοποιήσεως του Λόγου δια της υπό του Θεού  γεννήσεως Αυτού. Εν τοιαύτη περιπτώσει θα είχωμεν υποστατοποίησιν του Θεού  γενομένου Πατρός. Εις την ορολογίαν των θεολόγων και Πατέρων τούτων οι όροι  προφορικός Λόγος, Πατήρ και Υιός Μονογενής του Θεού δηλώνουν την προς τον  κόσμον σχέσιν του Θεού, ως και την ενσάρκωσιν του Μονογενούς κατά φύσιν Θεού  Λόγου, και την υπό του Θεού υιοθεσίαν των θεουμένων αδελφών του Χριστού του Θεού  γενομένου Πατρός κατά χάριν αυτών, ενώ υπήρξε κατά φύσιν Πατήρ του Λόγου. Η  ορολογία αυτή είναι κατά πάντα ορθόδοξος και δύναται επιτυχώς να εφαρμοσθή εις  την ερμηνείαν της Αγίας Γραφής. Μεταξύ της ορολογίας ταύτης και αυτής των  μεταγενεστέρων Πατέρων ουδεμία ουσιαστική διαφορά υπάρχει.  Δυστυχώς όμως ως προσηρμόσθη εις την διδασκαλίαν των Μοντανιστών και των  Φωτινιανών, και μετά εις αυτήν των Μοναρχιανών και των Αρειανών, έλαβεν αιρετικήν  τροπήν με αποτέλεσμα να εξαφανισθή τελικώς μεταξύ των Ορθοδόξων ως ορολογία  αλλά να παραμείνη ως διδασκαλία. Εις την επικρατήσασαν μετά την Α' Οικ. Σύνοδον  ορολογίαν εταυτίσθησαν οι όροι Θεός και Πατήρ, Λόγος και Υιός του Θεού Μονογενής,  και η γέννησις εκ του Πατρός του Λόγου ανεφέρθη εις την αιωνίαν σχέσιν μεταξύ των  προσώπων της Αγίας Τριάδος και ουχί πλέον εις την δημιουργίαν και ι;ήή ενσάρκωσιν.  Εις την αρχαίαν περίοδον η ορολογία αυτή υπάρχει εις την παράδοσιν του αγίου  Ειρηναίου Λουγδούνων.27   Εναντίον των ασχολουμένων με τα τοιαύτα θέματα Δυτικών και συγχρόνων  Ισραηλιτών θεολόγων πρέπει να τονισθή ότι η εξέλιξις αυτή εις την ορολογίαν, ούτε  αλλαγήν τινα του δόγματος σημαίνει, ούτε στοχαστικήν εμβάθυνσιν εις το δόγμα  αποτελεί, ως διατείνονται αρκετοί εξ αυτών.28 Επίσης πρέπει να τονισθή ότι οι εν λόγω  αρχαίοι Πατέρες ούτε ημιαρειανοί, ούτε SUBORDINATIONISTS υπήρξαν, ως  ισχυρίζονται σχεδόν όλοι οι Δυτικοί.  Αντί να υιοθετήσουν εναντίον των Μοναρχιανών τον Αλεξανδρινόν όρον τρεις  υποστάσεις, οι Μοντανισταί κατέφυγον εις παράδοξον απόδειξιν περί της διαφοράς και  των μονίμων ιδιοτήτων του Πατρός και του Υιού, και εδίδασκον ότι προ των αιώνων ο  Θεός εγέννησεν ήδη τον αιωνίως υπάρχοντα Λόγον. Ο Θεός έγινεν ούτω Πατήρ και ο  Λόγος Υιός Μονογενής, ίνα δημιουργήση τον κόσμον και γίνη ορατός εις τους  προφήτας. Ο Λόγος έγινεν ορατός εις τους προφήτας, διότι κατά την εν λόγω προ των  αιώνων γέννησιν απέκτησε δια της δημιουργικής ενεργείας Αυτού μίαν κτιστήν φύσιν ή  σάρκα, την οποίαν απέβαλεν όταν εγεννήθη ως άνθρωπος εκ της Θεοτόκου. Απόδειξις  της διαφοράς μεταξύ των προσώπων του Θεού και του Λόγου και της μη συγχύσεως και  εναλλαγής αυτών είναι ότι ο Λόγος και όχι ο Θεός ούτως ορατώς εις την Παλαιάν  Διαθήκην και εις την Καινήν Διαθήκην εγένετο άνθρωπος εσταυρώθη, ανεστήθη κ.τ.λ.29  

 

114 

4) Οι Φωτινιανοί και οι Σαμοσατιανοί εγκατέλειψαν την απόδοσιν των ονομάτων  Πατήρ και Λόγος Μονογενής εις τον Θεόν και Λόγον προ της δημιουργίας του κόσμου  και τα συνεσχέτισαν αποκλειστικώς με την ενσάρκωσιν του Λόγου και την εκ Παρθένου  γέννησιν του Χριστού.30 Τούτο έκαμον προφανώς, ίνα στηρίξουν την διδασκαλίαν των  ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι μία άκτιστος φύσις, υπόστασις και ουσία, η οποία  εσαρκώθη και προσέλαβεν κτιστήν ανθρωπίνην φύσιν.  Πάντως οι Φωτινιανοί, αν και δεν εδέχοντο την περί Θεού ορθόδοξον διδασκαλίαν, εν  τούτοις κατεδίκαζον ως αιρετικούς τους Σαμοσατιανούς (Δυναμικούς Μοναρχιανούς).  Οι Φωτινιανοί των άκρων οπαδοί του Μαρκέλλου Αγκύρας επίστευον ότι η Αγία Τριάς  είναι πλατυασμός του Θεού εις Υιόν και Πνεύμα δια τινος διαστολής, και πάλιν δια τινος  συστολής θα επανέλθη εις μονάδα, ότε θα λήξη και η βασιλεία του Χριστού και θα γίνη ο  Θεός τα πάντα εν πάσι.31   Το πρόβλημα περί της ορατότητος του Θεού εις τους προφήτας ήγειρον, όπως είδαμεν,  κατά δυναμικόν τρόπον οι Γνωστικοί και απήντησαν οι Μοναρχιανοί κατά τρόπον  αιρετικόν με αποτέλεσμα να καταργηθή η περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία. Τούτο διότι  εδέχθησαν ως προϋπόθεσιν τας αντιλήψεις των Γνωστικών, των Πλατωνικών ή  Νεοπλατωνικών, των Αριστοτελικών ως και άλλων επιδράσεων, ότι αόρατος Θεός και  ορατός Θεός Λόγος ή Άγγελος δεν δύνανται να είναι ταυτόν ή κατά πάντα όμοιοι, ή  ομοούσιοι. Οι Μοναρχιανοί έλυσαν το πρόβλημα δια της ταυτίσεως του Θεού και του  Λόγου. Οι Μοντανισταί ισχυρίσθησαν ότι ο Λόγος είναι και Αυτός αόρατως ως ο Πατήρ,  αλλά γίνεται ορατός δια της κτιστής φύσεως ήν προσέλαβεν προ της κτίσεως του  κόσμου. Την άποψιν των Μοντανιστών υιοθέτησεν ο Ιλάριος Πηκτάβων εντός των  πλαισίων των αποφάσεων της Α' Οικ. Συνόδου συνδυάζον αυτήν με απάντησιν προς  τους Αρειανούς εις τον ισχυρισμόν αυτών ότι το χωρίον Παροιμίαι 8,22 "Κύριος έκτισέ  με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού" αναφέρεται εις την φύσιν του Λόγου προ της  κτίσεως του κόσμου. Δηλαδή ο Ιλάριος συμφωνεί ότι αναφέρεται εις τον Λόγον προ της  δημιουργίας, αλλά εις την κτιστήν Αυτού φύσιν και όχι εις την θείαν, ως έλεγεν ο Άρειος.  Όπως η διδασκαλία των Μοναρχιανών ήτο αποτέλεσμα αντιδράσεως κατά των  Γνωστικών και η των Μοντανιστών εναντίον των Γνωστικών και των Μοναρχιανών,  ούτω και η του Ιλαρίου ήτο αποτέλεσμα αντιδράσεως εναντίον των Αρειανών, οίτινες  ισχυρίζοντο μετά των Ευνομιανών ότι απόδειξις του κτιστού του Λόγου είναι αι  εμφανίσεις Αυτού εις τας αισθήσεις των προφητών.     ΣΤ' Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού  Όπως διεπιστώσαμεν μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών υπήρχε περίπου η βασική  συμφωνία ότι η διδασκαλία της Εκκλησίας βασίζεται επί της φανερώσεως του Λόγου  και της δόξης και βασιλείας Αυτού εν τω Πνεύματι Αυτού εις τους προφήτας, τους  αποστόλους και τους αγίους.  Οι αιρετικοί οίτινες ετέλουν υπό την επίδρασιν πνευματικοτήτων ξένων προς την εν τη  ακτίστω δόξη και θεότητι του Θεού φανέρωσιν του Λόγου εις τους προφήτας,  εφαντάζοντο τον ούτω φανερούμενον Λόγον ή 1) ως κτίσμα ή 2) ως δια κτίσματος  φανερούμενον, ή 3) ως ταυτόν κατ' ιδιότητα προσωπικήν με τον Θεόν. Εις την πρώτην  κατηγορίαν ανήκουν οι Γνωστικοί, οίτινες κατεβίβασαν τον δημιουργόν Άγγελον και  Κύριον της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης εις αγνοούντα τον Ύψιστον Θεόν κατώτερον  και πλάνον Θεόν και τον Χριστόν Λόγον εις κατώτερον υπερβατικόν, άνευ πραγματικού  σώματος αντιπρόσωπον του Υψίστου Θεού φανερούμενον δια την απελευθέρωσιν των 

 

115 

ψυχών των εκλεκτών Γνωστικών από την ύλην. Εις την δευτέραν κατηγορίαν είναι οι  Μοντανισταί και ο Ιλάριος Πηκτάβων καί, ως είδαμεν, ο Αυγουστίνος. Εις την τρίτην  κατηγορίαν είναι οι Μοναρχιανοί. Η πρώτη και η δευτέρα κατηγορία συνδέονται δια της  πνευματικότητος της εκστάσεως, ήτις ως προϋπόθεσιν έχει την πλάνην, ότι το σώμα  δεν δύναται να μετέχη εις την εν Θεώ θεωρίαν. Ως εκ τούτου αι θεοφάνειαι της Παλαιάς  και της Καινής Διαθήκης πρέπει να είναι εμφανίσεις κτισμάτων, εφόσον ως  περιγράφονται εν τη Αγία Γραφή, φαίνεται ότι γίνονται εις τας αισθήσεις των  προφητών και των αποστόλων. Οι Μοναρχιανοί εβασίζοντο ως φαίνεται δια την  διδασκαλίαν αυτών εις μίαν λογικήν ερμηνείαν της Αγίας Γραφής, πιστεύοντες ότι ούτω  δύνανται να δώσουν μίαν φιλοσοφημένην ερμηνείαν των περί Θεού Λόγου και της  ενσαρκώσεως Αυτού διδασκαλιών της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως.  Είναι φανερόν ότι και από τας τρεις ανωτέρω κατηγορίας λείπει η εμπειρία και η  διδασκαλία περί θεώσεως και η δι' αυτής αποκάλυψις του Θεού και η επ' αυτής  στηριζομένη αποφατική των θεουμένων θεολογία, ως περιγράφεται εν τω δοκιμίω  τούτω και σαφώς αναπτύσσεται εις τα σχετικά κείμενα εν τω Β' τόμω.[1]   Εντός των μέχρι τούδε αναπτυχθέντων προϋποθέσεων δυνάμεθα να προχωρήσωμεν εις  την μελέτην της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίας των Πατέρων της Α' Οικ. Συνόδου,  αφού πρώτον περιγράψωμεν εν περιλήψει την υπ' αυτής καταδικασθείσαν αίρεσιν και  τας προϋποθέσεις αυτής.     α) Συμφωνίαι και διαφωνίαι Ορθοδόξων και καταδικασθέντων αιρετικών  Μεταξύ Ορθοδόξων και Αρειανών υπήρχεν η απόλυτος συμφωνία ότι ο εμφανισθείς εις  τους προφήτας εν δόξη Άγγελος και Κύριος της Δόξης είναι ο Λόγος του Θεού, Όστις  σάρξ εγένετο και δια της σαρκός ταύτης εφανέρωσε την δόξαν του Πατρός εις τους  αποστόλους. Οι μεν ορθόδοξοι Πατέρες εδίδασκον και επέμενον εις τα της  αγιογραφικής και πατερικής παραδόσεως, ότι ο Λόγος εν τη Παλαιά και Καινή Διαθήκη  είναι άκτιστος και Θεός κατά φύσιν και ότι οι προφήται αοράτως είδαν και ανηκούστως  ήκουσαν και υπερλογικώς και υπερνοητώς εγνώρισαν άκτιστον Λόγον εν τη ακτίστω  φυσική Αυτού δόξη του Θεού και του Πνεύματος Αυτού. Οι δε Αρειανοί επρέσβευον ότι  ο εμφανισθείς εις τους προφήτας και τους αποστόλους Λόγος είναι κτίσμα εκ του μη  όντος προ του χρόνου και των αιώνων δημιουργηθείς τη βουλήσει του Θεού και ουχί εκ  της ουσίας και υποστάσεως Αυτού.  Πάντως ούτε οι Ορθόδοξοι, ούτε οι Αρειανοί και μετ' αυτούς ούτε οι Ευνομιανοί  υπεχρεώθησαν να αποδείξουν ότι ο Λόγος είναι ο ούτως εμφανισθείς. Δια τούτο δεν  συνεζητήθη το θέμα αυτό καθ' αυτό εκτός από εκείνους, οίτινες ήθελον να ξεφύγουν  από τα αρειανικά πυρά, όπως έκαμον προηγουμένως έναντι των Γνωστικών και των  Μοναρχιανών οι Μοντανισταί, δια του ισχυρισμού του Ιλαρίου ότι οι προφήται δεν  είδον τον Λόγον, αλλά κτιστήν φύσιν του Λόγου, ή του Αυγουστίνου, ότι οι προφήται  είδον γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα συμβολίζοντα την Αγίαν Τριάδα.2   Μη πτοηθέντες οι Πατέρες από τα επιχειρήματα των αιρετικών παρέμειναν πιστοί εις  την παράδοσιν της Αγίας Γραφής, ως έχει, και δεν υπέκυψαν εις τα γνωσιολογικά πυρά  των αιρετικών. Τουναντίον αντεπετέθησαν με τα γνωσιολογικά πυρά της Αγίας Γραφής  αλλά και της προσωπικής πείρας των αγίων, όπως είδαμεν. 3   Επειδή όμως το θέμα, εάν ο Λόγος ήτο Εκείνος, Όστις ενεφανίζετο εις τους προφήτας,  δεν συνεζητήθη μεταξύ των ορθοδόξων Πατέρων και των αιρετικών Αρείου και 

 

116 

 Συνόδου ότι αυτό τούτο το γεγονός των θεοφανειών είναι το πραγματικόν  επίκεντρον της εν λόγω διαμάχης. υποχρεούμεθα να παραθέσωμεν σχετικά πατερικά κείμενα  δηλούντα τον τρόπον αντιμετωπίσεως των αιρετικών. ως ανεπτύξαμεν εις άλλην μελέτην5 και θα είδωμεν και κατωτέρω. Η αντίστροφος  συμφωνία ήτο ότι. ότι αι αποκαλυφθείσαι άκτιστοι ενέργειαι ανήκουν φυσικώς  μόνον εις την άκτιστον φύσιν του Θεού και αι κτισταί ενέργειαι πάντοτε εις την κτιστήν  φύσιν.  απρόσιτον και ακοινώνητον της θείας ουσίας.  Επίσης μεταξύ Ορθοδόξων.4 Οι δε θεούμενοι προφήται. ίνα αποδειχθή το άκτιστον του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. την  οποίαν δεν έχει κατά φύσιν ο Λόγος ή το Πνεύμα το Άγιον. ουχί κατά χάριν αλλά κατά φύσιν. αλλά και τους Αρειανούς και  τους Ευνομιανούς και τους Πνευματομάχους. πρέπει να  αποδειχθή ότι όλαι αι ενέργειαι του Θεού. ίνα φανή σαφεστέρα και η  πατερική ερμηνευτική μέθοδος και ο πραγματικός χαρακτήρ της ορολογίας των  Οικουμενικών Συνόδων. εξέφυγεν από την αντίληψιν των μελετητών των σχετικών θεμάτων περί της  Α' και Β' Οικ. ως το επίκεντρον των προϋποθέσεων της μεταξύ  Ορθοδόξων και αιρετικών Αρειανών και Ευνομιανών.   Εις καταπολέμησιν όλων των αιρετικών οι άγιοι Πατέρες ενέμεινον εις την  αγιογραφικήν αρχήν. εάν αποδειχθή ότι υπάρχει έστω μία ενέργεια του Πατρός.8   Επειδή το θέμα περί των θεοφανειών.4α   Άλλη σπουδαία ομοιότης μεταξύ της διδασκαλίας των Πατέρων και των Αρειανών είναι  ότι ο Άρειος. Τα ορθόδοξα ταύτα σημεία της  διδασκαλίας του Αρείου κατήργησαν οι Ευνομιανοί. Τα θεολογικά ταύτα  αξιώματα είχον κληρονομηθή από την αποστολικήν παράδοσιν και απετέλουν μέρος  της περί Αγίας Γραφής ερμηνευτικής παραδόσεως της Εκκλησίας και  εχρησιμοποιήθησαν κυρίως εναντίον των Γνωστικών. όχι μόνον ανήκουν εις τον Λόγον και το  Πνεύμα το Άγιον.6  ακολουθών τους Μοναρχιανούς και την Παράδοσιν. και Ευνομιανών υπήρχεν ομοφωνία εναντίον των  Μοναρχιανών. και εάν αι κτισταί ενέργειαι αποδίδονται εις την ανθρωπίνην φύσιν του Λόγου  μόνον ή και εις την θείαν φύσιν του Λόγου. αλλά ανήκουν ουχί κατά χάριν αλλά κατά φύσιν.  Δια τούτο ακριβώς βλέπει κανείς τους αγίους Πατέρας. ότι αι υποστατικαί ιδιότητες του Πατρός και του Υιού και του Αγίου  Πνεύματος ούτε συγχέονται ούτε εναλλάσονται. οπότε θα πρέπει ο Λόγος να θεωρήται  κτίσμα και Θεός μόνον κατά χάριν. δέχεται την διάκρισιν μεταξύ  ακτίστου θείας ουσίας και ακτίστου θείας ενεργείας. να επικαλούνται αδιακρίτως χωρία από  την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην προς στήριξιν των θέσεών των. ο Αυγουστίνος και οι Φράγκοι ως  είδαμεν7 και πάλιν θα ίδωμεν. απόστολοι και άγιοι μετέχουν κατά χάριν είς τινας  μόνον των ακτίστων ενεργειών του Θεού.Ευνομίου. Η ουσιαστικωτέρα είναι  ότι.  Εκτός τούτου υπήρχον και άλλα σπουδαία σημεία απολύτου συμφωνίας μεταξύ  Ορθοδόξων και Αρειανών.    117  . Ευνομιανών και Πνευματομάχων. ενώ ο σαρκωθείς Λόγος είναι μετά του  Πατρός και του Πνεύματος Αυτού η πηγή των ακτίστων ενεργειών και ούτως εν Χριστώ  κατοικεί πάν το πλήρωμα της θεότητος.  δεν τοποθετείται ορθώς υπό των ετεροδόξων και εξηφανίσθη σχεδόν από την νεωτέρα  ορθόδοξον θεολογίαν. αλλά και Φωτινιανών9 διαμάχης. Η ριζική διαφορά μεταξύ των  Ορθοδόξων και των αιρετικών τούτων ήτο εις το τί ακριβώς είναι αι υποστατικαί  ιδιότητες και τί διακρίνονται από αυτάς ως ενέργειαι του Θεού και ως ενέργειαι κτιστής  φύσεως. τότε αποτελεί τούτο  απόδειξιν του κτιστού του Λόγου ή του Αγίου Πνεύματος. ως και το παντελώς άγνωστον.

 Ει δε ουκ άλλου τινός εστι το ευλογείν  και το ρύεσθαι. ο άγγελος ο  ρυόμενός με εκ πάντων των κακών. κελεύσας αυτώ μη λαλήσαι πονηρά τω  Ιακώβ. δια  τούτο ουκ άλλος ή αυτός Κύριος ο Θεός ο οφθείς είπεν αυτώ. Ου γαρ αυτός  μεν παρά Θεού ηξίου ευλογείσθαι.14 τούτον ευλογήσαι και τούς  υιούς του Ιωσήφ ηύχετο.15 και πέμπεται φυλάξαι τον  λαόν εν τη οδώ. Τούτον γαρ και μεγάλης βουλής Άγγελον12 του Πατρός ειδώς καλούμενον. ουδέ αφείς τον  τρέφοντα αυτόν Θεόν. ούτω γαρ και ο λαβών ασφαλή  την χάριν έχει.. αλλ' όν αυτός  παρεκάλει λέγων. παρ' αγγέλου την ευλογίαν ήτει τοίς εγγόνοις. "ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητός μου έως τής ημέρας ταύτης. αλλά των γινομένων εισίν.. εκ του φωτός εστιν ο  φωτισμός. ουδέν δε εστιν. εξελού με εκ χειρός του  αδελφού μου Ησαύ. του γαρ Πατρός εστι το  απαύγασμα. του δε προστάξαντος και  αποστείλαντος αυτόν Θεού.10   Παραθέτομεν την εξής επιχειρηματολογίαν του Μεγάλου Αθανασίου κατά των  Αρειανών. αλλά παρά Πατρός  και του Υιού δια την ενότητα και την ενοειδή δόσιν.19 και γαρ και ταίς γυναιξίν ομιλών έλεγεν. αλλά τον  Λόγον είναι του Θεού.18 και αυτός δε ουκ άλλον ή τον Θεόν παρεκάλει λέγων."11 ου των κτισθέντων  και την φύσιν αγγέλων όντων ένα συνήπτε τω κτίσαντι αυτούς Θεώ. αλλ' ειρηκώς.Ο αναγνώστης παρακαλείται να προσέξη γενικώς τα τροπάρια και τας ακολουθίας της  Εκκλησίας. τον δε ρυόμενον αυτόν ο πατριάρχης επεκαλείτο επί τούς εκγόνους. ότι φοβούμαι αυτόν. ή παρά τινος των  άλλων κτισμάτων.17 και ουκ άλλος. ρύεται ο  Θεός. όν δια τούτο και  άγγελον εκάλεσεν. εάν μη με ευλογήσης" 13 Θεός δε ήν ούτος.20 . ούτε.   Τούτο δε επί των γενητών και κτισμάτων ουκ αν τις είποι.16 αλλά και ταύτα ουκ έστιν αυτού. και ούτως ο Πατήρ και ο Υιός έν εισι. τούτο το  απαύγασμα καταυγάζει. ου αν πορευθής". βλέπεται ο Πατήρ. δι' ου και ούς εάν θέλη. καθά προείπον. όν τω Πατρί συνάπτων ηύχετο. ουδ' αν είποι τις. δύνανται εργάζεσθαι. έδειξε μη των κτισθέντων τινά αγγέλων. "ει γαρ μη ήν ενότης και ίδιον τής του Πατρός ουσίας γέννημα ο Λόγος. όπερ δε καταυγάζει το απαύγασμα. ευλογών τούς εγγόνους Εφραίμ και Μανασσή  έλεγεν. δήλόν  εστιν.  και διεστηκότες του μόνου. και γαρ όπερ φωτίζει το φώς. ευλογήσαι τα παιδία ταύτα. και ουκ άλλος τις ήν ο ρυόμενος τον Ιακώβ ή αυτός ο  Κύριος. αλλά παρακαλείται ο αναγνώστης ίνα παρακολουθήση την ακρίβειαν αυτής  να μελετήση τα χωρία της Αγίας Γραφής εις ά αναφέρονται τα προσφερόμενα εξ αυτής  παραδείγματα. Τούτο δε και  επί φωτός και απαυγάσματος21 αν τις ίδοι. "είδον Θεόν πρόσωπον πρός πρόσωπον". εις τας θεοφανείας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και να προσέξη  δεόντως το τίτλον "ο ών" εις το φωτοστέφανον της αγίας Εικόνος του Χριστού τον  οποίον εδήλωσεν ο Χριστός εις την αφλέκτως καιομένην Βάτον προς τον Μωϋσέα.  Ουκ αν γούν εύξαιτό τις λαβείν παρά του Θεού και των αγγέλων. Δια γαρ του Υιού δίδοται τα  διδόμενα. Ει δε ο πατριάρχης Ιακώβ. άλλως τε και κεχωρισμένοι. και έργα τυγχάνοντες.  πολλάκις δε και προπορεύεται εκβάλλειν τον Αμορραίον. εργάζεταί τις αυτά των αγγέλων. Ούτω και βλεπομένου του Υιού. και ρυόμενον εκ των κακών έλεγεν. δώη σοι ο Θεός και ο άγγελος.    118  . . δηλαδή του  Χριστού.  διαφυλάσσων σε εν τη οδώ πάση. ίνα διαπιστώση και εκεί την διδασκαλίαν αυτήν περί του Λόγου. ότι μόνος ούτός εστιν ο αποκαλύπτων τον Πατέρα. ότι  ουκ έδωκεν ο Θεός τω Λάβαν κακοποιήσαί με. Ούτε γάρ. ή άλλος τις των κτισμάτων. ουδενός των γενητών επικοινωνούντος πρός τον πεποιηκότα εν  τοίς διδομένοις.  ως το απαύγασμα του φωτός. ως  αυτός φησιν. ούς αν αυτός θελήση ρύεσθαι. ούτε άπερ  εργάζεται ο Θεός. νυν δε η τοιαύτη δόσις δείκνυσι την ενότητα του Πατρός και του Υιού. ως ουκ άλλον εν τη ευχή συνήπτε τω Θεώ ή τον τούτου Λόγον. ήρκει τον  Πατέρα δούναι μόνον. χαριζομένου του Θεού. αλλά διειστήκει τη φύσει ο Υιός του Πατρός. ό μη δι' Υιού ενεργεί ο Πατήρ. "ου μη σε αποστείλω.. Αγγέλου μεν ουν ίδιον το διακονείν τη του Θεού προστάξει. εργαζομένου του  Πατρός. "καί ιδού εγώ μετά σού. και άλλο την φύσιν όντες.. ουδέν γαρ  τούτων ποιητικόν αίτιόν εστιν. ή του Θεού. ουκ  άλλον ή αυτόν είναι τον ευλογούντα. αλλά πάλιν ο Θεός  ο οφθείς επέσχε του Λάβαν την επιβουλήν. τούς δε εκγόνους ήθελε παρ' αγγέλου. ου και το ρύεσθαι έστιν. "Ο  ρυόμενός με εκ πάντων των κακών".

 Ει δε τον νουν  φησι τούτον είναι του γράμματος. Εξετάσωμεν πάλιν αυτά τα ρήματα της βλασφημίας  εκθέμενοι. εν οίς ο Μωϋσής ικετεύει τον Κύριον μη άγγελον τη  ηγεμονία του λαού επιστήσαι.29 Αλλ' ουκ ήν ο άγγελος."36 Είτα απόκρισις του Θεού προς τον Μωϋσέα. πολύ γάρ. και οδήγησον τον λαόν τούτον  εις τον τόπον όν είπον σοι. αυτός ήν ο ών. δι' ου δε απέστειλλεν. εν  δε αγγέλω λαλών ήν ο Θεός. κατάβηθι. Ούτω και ενταύθα ένα των αγγέλων ο  Ευνόμιος αυτόν είναι κατασκευάσας θεραπεύει το τοιούτο πλημμέλημα της θεότητος  κλήσει κατά τον αποδοθέντα λόγον. και ο Θεός Ιακώβ. Και ο μεν φαινόμενος ήν άγγελος. δι' ου και  απέστειλε και ελάλει. Ει δε και ποτε οφθέντος αγγέλου." Και συναποστελώ πρότερόν σου τον  άγγελόν μου. μάλλον δε το όλον διέστηκε τη φύσει τα γενητά  πρός τον κτίσαντα Θεόν.25  εθεώρησε δε και Μωϋσής τον Θεόν. και μίαν ποιεί την δημιουργίαν.συγχαρίζεσθαι. το κληθήναι Θεόν." Αλλ' ότι μεν  ουκ εκ των γεγραμμένων εστίν η ρήσις. "ει εύρηκα χάριν εναντίον σου. ως επί  Ζαχαρίου ο Γαβριήλ. και ιδού άγγελός μου προπορεύεταί σου ή αν ημέρα  επισκέπτωμαι"33 και μετ' ολίγα πάλιν φησί. "ως γαρ εκείθεν ημίν διαλεγομένος τους οικείους μύθους κατ'  εξουσίαν διέξεσι λέγων. "Ο αποστέλλων. ότι τον άγγελον είδε.26 είδε Γεδεών άγγελον.  Και αυτός δε ο άγγελος. ότι τον μέτ' αυτόν Θεόν ο Ευνόμιος ονομάσας τον  Κύριον. Άλλως θα απεδεικνύετο ότι ο Λόγος είναι φύσει Θεός διότι ο τίτλος "ο ών" ανήκει  εις τον Θεόν."35 και πάλιν. ότι και υπό ηλίου φωτίζεται". τον Μωϋσέα. ότι του Πατρός ακούει. είποι αν τις εωρακέναι τον Πατέρα. και ου τον Θεόν. Κύριος και Θεός και οφθείς τοις προφήταις είναι ο Λόγος  του Θεού προσεπάθησε να αποδείξη ότι τα λεχθέντα προς Μωϋσέα εν τη καιομένη  Βάτω υπό του Αγγέλου "Εγώ ειμι ο ών" αναφέρονται ουχί εις τον Λόγον αλλά εις τον  Θεόν. ο Θεός Αβραάμ. εξέβη την ανθρωπότητα. "ει μη αυτός συμπορεύη ημίν. αυτός ημίν εξεταστέος ο πρωτότυπος της Γραφής  λόγος. ως γέγραπται. φησί. είδε και Ησαΐας τον Κύριον. ουδέ όλως τινά των κτισμάτων. ότι δια του Λόγου λαλεί. ουδέν αυτώ πλέον παρά την αγγελικήν δίδωσι φύσιν. και ά δίδωσιν  ο Υιός. άγγελον έβλεπεν. ουδέ μείζονά τινα των αγγέλων. και τούτόν σοι τον    119  . οίδεν. "βάδιζε. ο Θεός  Αβραάμ. και ουδέν εκώλυσεν αυτόν  προς το μη είναι άνθρωπον. ομωνυμία τινί προς αυτόν την του Θεού  προσηγορίαν κοινοποιήσας.31 Ά  δε λαλεί ο Θεός. ορώμενος. μη  με αναγάγης ενταύθα. οίδεν. Είδε γαρ Ζαχαρίας  άγγελον.24 είδε Μανωέ ο πατήρ του Σαμψών άγγελον.  Ως γαρ εν στύλω νεφέλης ελάλει τω Μωϋσή εν τη σκηνή.23 Και ο βλέπων  δε αγγέλων οπτασίαν οίδεν. ταύτα του Πατρός εστιν έργα.  ώσπερ και ο τω απαυγάσματι καταυγαζόμενος οίδεν. γίνεται παρά του θεράποντος προς  τον Θεόν ικετηρία τούτον έχουσα τον τρόπον. εξ αυτής έστι της Γραφής ειδέναι.  συμπορευθήτω ο Κύριός μου μεθ' ημών.  αλλ' αυτόν εώρακε τον Πατέρα. του μεν όντος άγγελος. ουδέ ανόμοιος και ξένος τής ουσίας του Πατρός τυγχάνων. ότι "ο μεν αποστέλλων Μωσήν. ταύτα του Πατρός εστιν η δόσις. και  τάς παρ' αυτού δια του Λόγου δωρεάς διδομένας απαγγέλλοντές εισι τοίς λαμβάνουσι. ούτε ο τον άγγελον ορών  ενόμιζε τον Θεόν οράν.32   Συμφωνών και ο Ευνόμιος με την Ιεράν Παράδοσιν ότι ο αποκαλούμενος εις την  Παλαιάν Διαθήκην Άγγελος. ουκ άγγελον. Ουδέ γαρ ο Μωϋσής  ακούσας Θεός είναι του Φαραώ. ά  εργάζεται. ομολογεί απεστάλθαι παρά του Δεσπότου.27 ώφθη δε και τω Αβραάμ ο  Θεός. ούτε βλεπομένου αγγέλου. Ώφθη γαρ άγγελος Κυρίου εν φλογί πυρός εκ τής βάτου. Εγώ ειμι ο Θεός του πατρός σου. και ο του Λόγου ακούων. και ου δι' άλλου.  ως επί τής βάτου γέγονεν. Ο δε Λόγος ου  κεχωρισμένος του Πατρός. Άγγελοι  μεν γάρ.22 και επί τής Θεοτόκου Μαρίας ο αυτός ωμολόγησε. ο  του όντος άγγελος ήν. ο ορών φωνής ήκουε Θεού. Παραθέτομεν μέρος της υπό του Γρηγορίου Νύσσης ανασκευής των  τοιούτων θέσεων. Και πρώτόν γε καταράσωμεν. τη της εξουσίας υπεροχή των ομογενών υπερήρθη. τούτον  εωρακώς. ότι. και ο Θεός Ισαάκ. και  εκάλεσε Κύριος Μωϋσήν εκ τής βάτου λέγων. λειτουργικά πνεύματά εισιν εις διακονίαν αποστελλόμενοι. πρόδηλον. Έχει δε  ούτως η λέξις εκ προσώπου του Θεού. Και ο εωρακώς τον Υιόν. αυτός ήν ο ών.28 και ούτε ο τον Θεόν ορών. 30 ούτω δι' αγγέλου ελάλει. Ουκούν υπ' αυτής ελέγχεται της  Γραφής η ατοπία του λογογράφου. αλλ' αυτόν της πορείας αυτών αφηγήσασθαι. ο δε Θεός εν αυτώ ελάλει. των δε άλλων απάντων Θεός." ούτως ονομάζων τον Κύριον."34 Είτα μικρόν μετά την ακολουθίαν. αλλ' εν τη φύσει το ομότιμον  έχων.

  άγγελος μεν λεγόμενος ως μηνυτής του Πατρός.  Ουκούν των δύο το έτερον εξ ανάγκης ομολογήσουσιν. παρ' ου ο λόγος προς τον  θεράποντα γίνεται. "Αυτός. "ο ών απέσταλκέ με. ως αν μη προηγησαμένης της του Θεού προσηγορίας  προς τον Πατέρα ταις υπονοίαις απενεχθείημεν. αγγέλου προτετάχθαι φωνήν.. όστις είπεν "Ούτος εστιν ο Υιός μου". Θεός Ιακώβ. ούτως  επάγει τον Θεόν είναι τον Λόγον. Εύρηκας γαρ χάριν ενώπιόν μου. το του  απεικονισθέντος κάλλος δι' αυτής ερμηνεύει. Αλλ' αντιλέγει τοις ειρημένοις αυτήν την Γραφήν προτεινόμενος  λέγουσιν. ούτω και ο μέγας Μωϋσής άγγελον  προονομάσας.λόγον όν είρηκας ποιήσω. αλλ' ο Υιός. Δια τούτο άγγελος της του όντος επωνυμίας προτέτακται. ο δε δια της του όντος επωνυμίας δηλούμενος. ο οφθείς τω Μωϋσή εν τη Βάτω.  και η σφραγίς εν τω ιδίω τύπω το αρχέτυπον δείκνυσι. Θεός Ισαάκ.. φανερώς αποδείκνυται δια τούτων. δούλος μου. και ο Λόγος ωσαύτως εκκαλύπτει το εγκείμενον νόημα. Ει γαρ άγγελος μεν τοις Ισραηλίταις  ου συναπέρχεται. και πάντα τα τοιαύτα κατά την  αυτήν έννοιαν λέγεται. Και ώσπερ ο υψηλός Ιωάννης πρότερον αυτόν Λόγον ειπών.  δεν είπεν. ούτω φαμέν και τον αληθινόν Λόγον τον εν αρχή όντα  διαγγέλλοντα του ιδίου Πατρός την βουλήν. άγγελον τον όντα προσαγορεύσαι. Αλλ' ώσπερ ο ημέτερος λόγος των του νού κινημάτων  μηνυτής τε και άγγελος γίνεται. ο λαλήσας τω Μωϋσή λέγων. όστις  χαρακτηριστικώς μετά την υπ' αυτού γενομένην ορθόδοξον ερμηνείαν της  Μεταμορφώσεως39 συμπεραίνει. όν βλέπετε δεδοξασμένον. ή αυτόν τον Υιόν είναι τον όντα. ών δέ. τον Υιόν μη  συμπαραλαμβάνων εις την του λαού σωτηρίαν. ως αν φανερώς το  κατά τον Χριστόν προαγγελθείη μυστήριον." αλλά "Ούτος εστιν ο Υιός μου. Διό και το όνομα αυτού υπέρ πάν είναι  όνομα παρά της του αποστόλου Γραφής μεμαρτύρηται. ο Μονογενής  ουκ έστι."  Ούτός εστι ο Θεός Αβραάμ."40 Όθεν Ούτος  εστι ο διδούς τον νόμον. τον ερμηνέα του  πατρικού βουλήματος Λόγον της Γραφής διδασκούσης. τη ενεργεία της αγγελίας επονομαζόμενον.  Ουκούν άγγελός τε και Λόγος. αλλά βεβαίωσις των ημετέρων εστίν."37  Ουκούν ει Μωϋσής μεν παραιτείται τον άγγελον. και ούτως επήχθαι τον του όντος διάλογον. δια δε της του όντος  προσηγορίας την κατ' αυτό το είναι του Υιού προς τον Πατέρα φυσικήν οικειότητα ." Ουκ ήν ο Πατήρ ο λαλήσας τω Μωϋσή εν  τη Βάτω ή εν τη ερήμω. Ότε γαρ  άγγελος. "Εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ. Και ημείς γαρ φαμέν  εναργώς τον προφήτην το περί του Χριστού μυστήριον εμφανές ποιήσαι τοις  ανθρώποις βουλόμενον. καθώς Ευνόμιος βούλεται. "Ούτός εστι κτίσμα του χρόνου. ως αν μη μόνης της του  όντος επωνυμίας κατά τον διάλογον ευρισκομένης. αλλά  πάσης υπερκείμενος της ονομαστικής σημασίας. μηνυτής τινος γίνεται. αυτός δε ο χρηματίζων αυτώ  συνέμπορος γίνεται και καθηγεμών της στρατιάς.  άγγελον λέγεσθαι. ο Θεός    120  . ουδέν άλλο ή τα εκ της Συναγωγής δόγματα  προς την Εκκλησίαν του Θεού μεταφέρεται. αλλ' ως υπέρ πάν όνομα όντος του όντως όντος".  "Ει δε προς τούτό τις αντιλέγοι. ο την πατρικήν αγαθότητα δι' εαυτού γνωρίζων.  ποίημά μου. δια μεν του αγγέλου. ο μονογενής εστι Θεός". σφραγίς τε και εικών. αυτόν είναι τον όντα τοις εφεξής εκδιδάσκει λόγοις. ως ισοδυναμείν ταύτα πάντα τω  σημαινομένω προς άλληλα. της Ιουδαϊκής υπολήψεως έσται συνήγορος.  ότι ο τη του όντος επωνυμία εαυτόν γνωρίσας.  περί ου ο Μωϋσής είπεν. ή μηδαμώς παρείναι τω Μωϋσή  τον μονογενή Θεόν." ή "η ουσία αύτη είναι εκ της κτίσεώς μου. Ουχ ως έν τι προτετιμημένον  των άλλων. ως ουκ έχων όνομα γνωριστικόν  της ουσίας (ο Ευνόμιος ισχυρίζεται ότι όνομα ουσίας του Λόγου είναι το γέννημα).38   Επισυνάπτομεν εις τους ανωτέρω αντιπροσώπους της θεολογίας της Αλεξανδρείας και  της Καππαδοκίας ως αντιπρόσωπον της λατινοφώνου Ιταλίας τον Αμβρόσιον. Και οίδά σε παρά πάντας.  Τούτο δε ουκ αντίρρησις.  "ούτος εστιν ο γενόμενος εν τη εκκλησία εν τη ερήμω μετά του αγγέλου. και η εικών. λοιπόν. προς τον Πατέρα ο νούς των  λεγομένων επαναφέροιτο. Περί τούτου του Μωϋσέως ο Στέφανος είπεν.

    121  . "Η περιστερά και το  πύρ. 226‐342 του Β' τόμου. και τότε να απογίνωνται". των οποίων αι αποφάσεις ευρίσκονται εις τας σελ.48 Δια της πίστεως και δια του εκ Θεού φωτισμού οι  πιστοί δύνανται να ερευνήσουν και να εμβαθύνουν δια της λογικής εις τα μυστήρια περί  της θείας ουσίας και ούτω να γνωρίσουν λογικώς το περί Αγίας Τριάδος και περί  ενσαρκώσεως δόγμα. ώστε ο βλέπων Αυτόν βλέπει τον Πατέρα. μοί φαίνονται περισσότερον ως εκείνο το πυρ το οποίον ενεφανίσθη εις  τον Μωϋσέα εν τη Βάτω.52 Πάντως ως  βασικήν αρχήν θέτει το γεγονός ότι "δέν υπάρχει τίποτε το ορατόν το οποίον δεν είναι  και μεταβλητόν". 46   Ίνα κατανοήση τις τα περί θεοφανειών γραφόμενα του Αυγουστίνου πρέπει να έχη υπ'  όψιν το γεγονός ότι ούτος ταυτίζει την άκτιστον ουσίαν και ενέργειαν του Θεού47 και  πιστεύει ότι αι περί Θεού γνώσεις είναι περί της ουσίας του Θεού γνώσεις μέσω της  φιλοσοφίας και της αποκαλύψεως.  Γράφων ο Αυγουστίνος περί του Αγίου Πνεύματος το οποίον κατέβη κατά το Βάπτισμα  του Χριστού ωσεί περιστερά και ως πυρ κατά την Πεντηκοστήν.54 Επίσης ο Αυγουστίνος αγνοεί το αγιογραφικόν  σχήμα της αποκαλύψεως το τόσον ανεπτυγμένον εις όλους τους ελληνόφωνας και  λατινόφωνας Ρωμαίους Πατέρας.41   Επίσης περί του αφλέκτως καιομένου εν τη Βάτω πυρός ο Αμβρόσιος τονίζει ότι αυτό  είναι το Πνεύμα το Άγιον.  Εν άλλαις λέξεσι η εν προκειμένω διδασκαλία του Αυγουστίνου είναι υπό της  Ορθοδόξου Εκκλησίας επισήμως καταδικασμένη ως αίρεσις.44 Δια τον  Αυγουστίνον τα κτίσματα. συμφωνών μετά των Αρειανών.  επολεμήθη υπό των ελληνοφώνωω Ρωμαίων Πατέρων με επί κεφαλής τον άγιον  Γρηγόριον τον Παλαμά και κατεδικάσθη υπό των εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδων του  14ου αιώνος. είναι τα εκ του  μηδενός γινόμενα και πάλιν εις το μη όν απογινόμενα. ή ως εκείνην την στήλην την οποίαν ηκολούθει ο λαός εν τη  ερήμω. δια των οποίων ο Θεός αποκαλύπτεται.51 Εις την Αγίαν Γραφήν τοιαύτην έκστασιν πιθανόν είχον κατ' αυτόν  και τους Φραγκολατίνους μόνον ο Μωϋσής και ο απόστολος Παύλος. ως εδίδασκον οι Μοντανισταί43 και ο Ιλάριος Πηκτάβων. ούτός εστι ο Θεός των  προφητών".42   Ο θεωρούμενος μαθητής του Αμβροσίου Αυγουστίνος αποχωρεί ριζικώς από την ως  άνω πατερικήν περί θεοφανειών παράδοσιν. εκφράζει μετά  βεβαιότητος την γνώμην ότι πρόκειται περί γινομένων και απογινομένων κτισμάτων τα  οποία οι ορώντες είδον με τους σωματικούς αυτών οφθαλμούς.50 και τώρα μόνον δια της εκστάσεως του  λογιστικού εκ του σώματος και των μεταβλητών δύναται να έχη τις κάποιαν ενόρασιν  της θείας ουσίας. ότι ο Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του Πατρός. 45 Η διδασκαλία αυτή ενεφανίσθη  εις την Ανατολήν δια πρώτην φοράν με την εδώ άφιξιν του εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. Διότι το σωματικόν είδος των τοιούτων πραγμάτων ήρχοντο εις το είναι δια  τον ιδικόν σκοπόν να σημαίνουν κάτι.Ισαάκ.49 Επίσης ως βασικήν προϋπόθεσιν έχει την γνώμην των  Πλατωνικών ότι η υπό της ψυχής θέα του Θεού συνεπάγεται την ευδαιμονίαν και ούτω  περιορίζεται εις την συντέλειαν των αιώνων. Όμως τα κτίσματα ταύτα δεν είναι ούτε ο Λόγος ως  επρέσβευον οι Αρειανοί και οι Ευνομιανοί.53 Επομένως εάν οράται ο Λόγος και η δόξα Αυτού τότε η φύσις του  Λόγου είναι κτιστή. ούτε μία κτιστή προ της ενσαρκώσεως φύσις  του Λόγου. ο Θεός Ιακώβ".  Ευνομιανών και Μοντανιστών ότι οι προφήται είδον τον Θεόν όχι κατά τι το άκτιστον  Αυτού αλλά μέσω κτισμάτων.40α   Ο Αμβρόσιος συνεχώς τονίζει μετά των ελληνοφώνων και λατινοφώνων Ρωμαίων  Πατέρων ότι Ούτος ο Άγγελος Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του Αρχετύπου  Πατρός. μάλιστα. ως τας βροντάς και τας αστραπάς. αι οποίαι παρεγένοντο ότε εδόθη ο νόμος εν  τω όρει. Ούτος ουν εστί ο Θεός των Πατριαρχών. Επίσης εάν οράται τι το άκτιστον τούτο πρέπει εξάπαντος να είναι  η ουσία του Θεού ή της Αγίας Τριάδος.

55 Τούτο διότι  δεν υπάρχει ούτε ίχνος της περί θεώσεως διδασκαλίας των Πατέρων εις τα  συγγράμματά του και αι θεοφάνειαι κατεβιβάσθησαν εις εμφανίσεις κτισμάτων. εκτός ότι ουδείς δύναται να είναι τόσον παράφρων. ου ήν ο Θεός". αλλ' όμως αποκαλύπτει την άκτιστον φυσικήν δόξαν Αυτού και εν Εαυτώ  τον Πατέρα και το Πνεύμα Αυτού. Ότι ο Άγγελος του Κυρίου είναι ή είς των  κτιστών αγγέλων. νομίσουν σαρκικά νοήματα. Ενισχύεται η εντύπωσις αυτή 1) από το γεγονός ότι  πάντοτε επίστευεν ότι οι Πλατωνικοί γνωρίζουν την Αγίαν Τριάδα64 και 2) από τα  εξαγγελθέντα του ότι "δέν θα βραδύνω να ερευνήσω την ουσίαν του Θεού. επειδή η νεφέλη τω όντι ωράθη υπό του λαού. η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης. εκτός εάν ίσως. Αφού ούτε οι Αρειανοί ετόλμησαν να είπουν ότι ταύτα ήσαν η ουσία του Θεού  Πατρός. αλλά  εντός της νεφέλης ο Μωϋσής μετά των οφθαλμών της σαρκός είδε τον Υιόν του Θεού. εις τας  αισθήσεις. 58   Επίσης νομίζει ούτος ότι. και η νεφέλη και ο γνόφος. μέσω γινομένων και  απογινομένων κτισμάτων και νοημάτων. διότι λέγεται και Μωϋσής προσήγγισε τη νεφέλη ου ήν ο  Θεός. εξ ου τα  πάντα και δι' ου τα πάντα και εν ω τα πάντα αν και τα αόρατα του Θεού από κτίσεως  κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται. και ό. ο  Αυγουστίνος δεν ηδυνήθη να συλλάβη την αποφατικήν θεολογίαν και γλώσσαν της  Αγίας Γραφής και τας εν Αυτή θεοφανείας. είτε δια της  Γραφής Αυτού.67 Εις το χωρίον  αυτό φαίνεται σαφώς το δίλημμα και η αγωνία του Αυγουστίνου. ότι ναι μεν ο Λόγος δεν αποκαλύπτει την  θείαν φύσιν."62 63   Από τα λεχθέντα ταύτα φαίνεται ότι θέτει εις το ίδιον επίπεδον σχεδόν τας θεοφανείας  με την φυσικήν αποκάλυψιν.  Ερμηνεύων την εν τη Βάτω αποκάλυψιν του Θεού προς τον Μωϋσέα ο Αυγουστίνος  φιλοξενεί μόνον δύο πιθανάς ερμηνείας. ή νοημάτων εις τον νουν κατ' ευθείαν εις ωρισμένας περιπτώσεις.65   Πάντως επειδή ακριβώς νομίζει ότι ο Θεός είναι κατανοητός δια της λογικής. ώστε να πιστεύη  ότι ο καπνός. φέρων εν εαυτώ πρόσωπον ή τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ή  γινόμενον και απογινόμενον κτίσμα. Εις το χωρίον "ειστήκει δε ο λαός μακρόθεν. Αλλά ούτε ως υποψία φαίνεται εις τα συγγράμματά  του ότι γνωρίζει την πατερικήν διδασκαλίαν. είτε δια του κτίσματος". Ως πιστόν τέκνον της  Εκκλησίας ηγωνίζετο να εύρη επιχειρήματα να αποδείξη το άκτιστον του Λόγου και του    122  .  είναι η ουσία του Λόγου και της Σοφίας του Θεού όστις είναι ο Χριστός.59 Ασφαλώς γνωρίζει ότι εις αυτό είναι  σύμφωνος με όλους τους Πατέρας. 66 δίδει την εξής ερμηνείαν. αφού αποδεικνύει ότι ουδαμού εις τας θεοφανείας της  Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης φαίνεται ότι οράται η ουσία του Λόγου τούτο  αποτελεί απόδειξιν ότι ο Λόγος δεν είναι κτίσμα. αλλά και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. και ενεφανίσθησαν δια μιας αρμοδίας οικονομίας εις τας ανθρωπίνας  αισθήσεις.ώστε οι ορώντες τον Λόγον προφήται και απόστολοι έβλεπον τον Πατέρα. Κατ' αυτόν τον τρόπον νομίζει ότι ανατρέπει  τα επιχειρήματα των αιρετικών περί του κτιστού του Λόγου. όχι μόνον τον Πατέρα. ίνα σημαίνουν τον αόρατον και  νοητόν Θεόν. και το πύρ. ίνα εξετάση πρώτον και τας θεοφανείας εν τη  στήλη πυρός και νεφέλης και εν τω όρει61 και ούτω φθάνει εις το γενικόν συμπέρασμα  ότι "τώ όντι όλα τα ορατά και αισθητά ταύτα πράγματα.56   Πάντως ο Αυγουστίνος εξετάζει λεπτομερώς τας κατά τους Πατέρας και τους Αρειανούς  εμφανίσεις του Λόγου εις την Πεντάτευχον57 και προσπαθεί να αποδείξη ότι ο οφθείς  τοις προφήταις δεν είναι ο Λόγος αλλά ο Τριαδικός Θεός.τιδήποτε του είδους τούτου. ως πολλάκις είπαμεν.60 Αφού εκθέτει τα υπέρ και τα κατά δια την κάθε  ερμηνείαν αναβάλλει το συμπέρασμα.  του οποίου οι αιρετικοί φαντάζονται ότι οράται η ιδία Αυτού ουσία".  Μωϋσής δε εισήλθεν εις τον γνόφον. Πάντα ταύτα επομένως κατειργάσθησαν δια του υπηρετούντος τον Κτίστην  κτίσματος. ή το Άγιον  Πνεύμα.  φανερούνται μέσω των υποτεταγμένων κτισμάτων. "καί τί θα  είπω περί τούτου.

73 Ούτως επιρρεασμένος από  τον Αυγουστίνον και την φραγκολατινικήν ταύτην παράδοσιν ο εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ  κατέπληξε τους ελληνορωμηούς με τον ισχυρισμόν του ότι αι θεοφάνειαι της Παλαιάς  και Καινής Διαθήκης ήσαν φανερώσεις του Θεού δια κτισμάτων και ούτω χείρων  νοήσεως. ο Θεός Αβραάμ και  Ισαάκ και Ιακώβ". ουδέ γαρ εξ ατμών  τινων ή αναθυμιάσεων η σύστασις αυτής ήν.. ενίοτε δε και μετασκευάζονται τελέως. ". αλλ' όσης τελευταίας και εις  ημάς φθανούσης .. ότι οι  προφήται και οι απόστολοι δεν έβλεπον τί το άκτιστον.69   Εν αντιθέσει προς τα υπό του Αυγουστίνου γραφόμενα περί του κτιστού και του  γινομένου και του απογινομένου της εις τον Μωϋσέα και τους Ισραηλίτας  εμφανισθείσης στήλης.71   Πάντως την κλασικήν διατύπωσιν της περί αποκαλύψεως πλάνης του Αυγουστίνου  ευρίσκομεν εις τον γίγαντα των φραγκολατίνων θεολόγων. μεγαλειότητος .".."76     123  .. τις ήν αγγέλων ο τω Μωϋσή ειπών. .. Ανάγκας επιτίθης τω και των αναγκών  δεσπότη.. και κληθή  άγγελος του Κυρίου.70   Εν αντιβολή προς τα τοιαύτα ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι όλα τα εμφανισθέντα κατά  τας θεοφανείας είναι γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα με σκοπόν να οραθούν και να  ακουσθούν και ούτω να μεταφέρουν εις τον νουν των προφητών μηνύματα και  νοήματα από τον Θεόν. τον Θωμά Ακινάτον. και Κύριος.. μεγαλοπρεπείας (καί) . ως αναπτύσσει εξ ιδίας πείρας.75 Και απαντά ο άγιος  Γρηγόριος ο Παλαμάς. παχυνομένου τοις ατμοίς του αέρος δια  της ομιχλώδους συστάσεως και προς εαυτόν συμπιλουμένου τοις πνεύμασιν. Ο ισχυρισμός  του ότι "ούτε οι Αρειανοί ετόλμησαν να είπουν ότι ταύτα ήσαν η ουσία του Θεού  Πατρός" μαρτυρεί περί της τραγικής καταστάσεως της θεολογίας του Αυγουστίνου  έναντι των Ορθοδόξων της παραδόσεως. σκιάζουσάν τε το υποκείμενον και  λεπτή δρόσω το φλογώδες του αέρος υποτονίζουσαν και δια της νυκτός πυρ γίνεσθαι. Γνωσιολογικώς κατά τα άλλα συνεφώνει με τους αιρετικούς. τω και ταύτας ηνίκ αν εθέλη λύοντι. της ηλιακής ακτίνος θερμώς  επιλαμπούσης. ότι μόνον ταις αισθήσεσι  έβλεπον ά έβλεπον. ως και Βασίλειος ο Μέγας λέγει. "εγώ ειμι ο ών. ως φαίνεται. το κτίσμα προσελήφθη δια τον σκοπόν του ανά χείρας έργου.  αφ' εσπέρας εις όρθρον τω ιδίω φωτί τοις Ισραηλίταις δαδουχούσαν το φέγγος". δι' αγγέλων γαρ ιεραρχούμεθα".. ουκ ένι ει μη δι' αγγέλου  τον Θεόν ανθρώπω συντυχείν. όσων μετ' εκείνον εκείνου  γνωρισμάτων. ο Γρηγόριος ο  Θεολόγος68 και όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας. οίτινες επίστευον κατά την Αγίαν Γραφήν και  την Παράδοσιν ότι ο Λόγος απεκάλυπτεν εν Εαυτώ τον Πατέρα εις τας θεοφανείας της  Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.  ίνα εμφανισθή εις ανθρώπινα όμματα και ακουσθή εις ανθρώπινα ώτα.74   Ακολουθών τους Φραγκολατίνους ο Βαρλαάμ ισχυρίζετο ότι ". άνθρωπε. ει μη ο του Θεού Υιός. Αλλά ουσιαστικώς σχεδόν μόνον εις αυτό διεφώνει με τους εν λόγω  αιρετικούς.   Επειδή όμως ο ίδιος εταύτιζε τα εν Θεώ πάντα με την ουσίαν του Θεού δεν ηδυνήθη να  φαντασθή ότι η εις τους προφήτας φανέρωσις του Θεού δια του Λόγου δεν είναι  φανέρωσις της "πρώτης φύσεως τη Τριάδι γινωσκομένη . ου κατά την κοινήν φύσιν... και δια της λογικής κατενόουν τα περί Θεού μυστήρια. αλλά  κρείττόν τι και υψηλότερον της ανθρωπίνης καταλήψεως.72 Ισχυρίζεται ότι η  τελευταία ομοιάζει περισσότερον με την μακαρίαν όρασιν της θείας ουσίας υπό των εν  ουρανοίς αγίων και δια τούτο είναι ανωτέρα της πρώτης. διατείχισμα είναι προς τον λαόν. "τί ποιείς. νεφέλης και πυρός ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει.Αγίου Πνεύματος... και Θεός".. "νεφέλης  δε του λαού θεία δυνάμει καθηγουμένης. όστις  δέχεται την διάκρισιν μεταξύ αποκαλύψεων γενομένων δια κτισμάτων εις τας  αισθήσεις και γενομένων δια νοημάτων κατ' ευθείαν εις την λογικήν.  Ειπέ δη μοι. τοιούτον το θαύμα ήν ως καί. δηλαδή χείρων των ελλάμψεων του Πνεύματος κατ' ευθείαν εις τον νούν. εκείνη τη νεφέλη.. της  Γραφής μαρτυρούσης.

78  Άγγελον τοίνυν προτάξασα της διηγήσεως η Γραφή. φησί.Ο Μέγας Βασίλειος ερμηνεύει τας θεοφανείας κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπον ως οι  αναφερθέντες και ως όλοι οι ορθόδοξοι Πατέρες της Εκκλησίας κατά του Ευνομίου  ούτως. αλλά τοις μεν φιλοχρίστοις  εξαρκείν και την υπόμνησιν.79 και μετ' ολίγα πάλιν. τω Μωϋσεί. Όπως υπάρχουν σήμερον ορθόδοξα πνευματικά τέκνα των ετεροδόξων. διότι ούτως απεκαλύφθησαν εις τους αυτόπτας  γενομένους μάρτυρας της κατά πάντα μιας και ταυτόν θεότητος. ω άθεε. προγνώσεως. ο ών. και το θέλημα του Πατρός τοις αγίοις εαυτού διαγγέλων. βασιλείας.  ούτος εκεί λέγει πεφανερώσθαι τω Ιακώβ. Ώστε  και επί του Μωϋσέως όντα εαυτόν ονομάσας. ότι ένθα και άγγελος και  Θεός ο αυτός προσηγορεύεται. προφανώς μη    124  . Ει γαρ και ύστερον εγένετο της μεγάλης βουλής  Άγγελος. προνοίας. Παντί ουν δήλον. τοις δε ανιάτως έχουσι μηδέν όφελος εκ του  πλήθους των λεγομένων έσεσθαι. ουκ άλλος τις παρά τον Θεόν Λόγον.  φησί. ούκουν όστις γε μη το Ιουδαϊκόν  κάλυμμα επί τη αναγνώσει Μωϋσέως κατά της εαυτού καρδίας επικείμενον έχει. τα οποία πάντα ως άκτιστα και παντελώς ανόμοια τοις κτίσμασι υπερβαίνουν  τον νούν."85   Είναι σαφές ότι η ως άνω ερμηνεία των αποκαλύψεων του Θεού δια του Λόγου εν Αγίω  Πνεύματι εν τη Παλαιά και τη Καινή Διαθήκη αποτελεί την όλην προϋπόθεσιν του περί  Αγίας Τριάδος δόγματος των Οικουμενικών Συνόδων. αλλά η αυγουστίνειος και φραγκολατινική ερμηνευτική  παράδοσις. Ός οικείαν εαυτώ και πρέπουσαν τη εαυτού  αϊδιότητι εν τω προς τον ίδιον θεράποντα Μωϋσέα χρηματισμώ προσηγορίαν εξεύρεν. Θεού επάγει την φωνήν. ο Μονογενής εστι δηλούμενος.  Πάντως εξ αιτίας των μυθικών περί θεοφανειών ερμηνειών του Αυγουστίνου και των  Φραγκολατίνων οι σημερινοί πνευματικοί απόγονοι αυτών υποχρεούνται πλέον να  καταβάλουν προσπαθείας να απομυθεύσουν την Αγίαν Γραφήν. και υπερλογικώς.τ. του λόγου. των παθών. φησίν. Εγώ Κύριος ο  Θεός Αβραάμ του πατρός σου. Είπε γάρ.82 και μετ' ολίγα παρά του αυτού. Πώς άλλως εξηγούνται τα περί  της εις Εμμαούς διδασκαλίας του Χριστού μετά την Ανάστασιν. Και είπέ μοι ο άγγελος  του Θεού.83 Καίτοι εκεί επί της στήλης τω Ιακώβ είρηται. τον όντως όντα την πηγήν της ζωής. Εγώ ειμί ο Θεός του πατρός σου Αβραάμ. αλλ' ουδέ πρότερον απηξίου την του αγγέλου προσηγορίαν. ότι  καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής Άγγελος.84 Ο τοίνυν ενταύθα άγγελος ειρημένος.80 Τις ουν ο αυτός και άγγελος και Θεός. τα  οποία φωτισθέντα από τους διδασκάλους των επιμένουν να εισαγάγουν εις την  ορθόδοξον θεολογίαν τας απομυθευτικάς μεθόδους Δυτικών τινών.86 Ταύτα θα ήσαν ανιστόρητα και εκτός πραγματικότητος  εάν ως σκοπόν είχον μίαν απλήν συσχέτισιν του Χριστού με μόνον τον Μεσσίαν της  Παλαιάς Διαθήκης. Άρα ουχί περί ου μεμαθήκαμεν.77 Και τούτοις ουδείς αντερεί μη  ουχί εκ προσώπου του Κυρίου ειρήσθαι. υπερνοητώς. νοηθείη. "καί αρξάμενος από  Μωϋσέως και από πάντων των προφητών διηρμήνευσεν αυτοίς εν πάσαις ταις  γραφαίς τα περί εαυτού". τον λόγον και τας αισθήσεις και ως εκ τούτου είναι χάριτι Θεού μεθεκτά τοις  θεουμένοις και πιστοίς υπεραισθητώς.λ. την οπτασίαν ταις γυναιξί διηγούμενος. τον  εν αρχή όντα προς τον Θεόν. και ο Θεός Ισαάκ. ότι ώφθη τω Μωϋσεί άγγελος Κυρίου επί του Βάτου εν πυρί φλογός.81   Εγώ μεν ουκ οίμαι πλειόνων δείν προς την απόδειξιν. δυνάμεως κ.  Γέγραπται γάρ.  τον πάσι τοις ούσι του είναι παρεκτικόν. εμφανίζων εαυτόν κατά  γενεάν τοις ανθρώποις. ενεργείας.  αλλά και Ιακώβ. Εγώ γαρ ειμι. γνώσεως. δόξης. της Αγίας  Τριάδος.  όντα εαυτόν ονομάσας. Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι εν τω τόπω ου  ήλειψάς μοι εκεί στήλην. και της λογικής δηλαδή ολοκλήρου  του κεχαριτωμένου μέλους του σώματος του Χριστού.  βουλήσεως. "ου παύση μη όντα προσαγορεύων. Η Εκκλησία εδογμάτισεν ότι ο Λόγος και το Πνεύμα Αυτού είναι  άκτιστα και ομοούσια τω Πατρί. Ου γαρ ενταύθα  μόνον ευρήσομεν τον Κύριον ημών και άγγελον και Θεόν υπό της Γραφής ονομασθέντα. ενώ δεν είναι η Βίβλος  η χρήζουσα απομυθεύσεως. αλλά τη  συμμετοχή των αισθήσεων. Εγώ  ειμι ο ών.

90 φαίης άν. και η δόξα  της θεότητος και δόξα του σώματος γίνεται. "τί δε και το είδος των γλωσσών και της  περιστεράς προβάλλη κατά της λαμπρότητος της θείας φύσεως. πίστεως ρήματα λαλούμεν.  Ο άγιος Γρηγόριος γράφει κατά του Ακινδύνου."87 Πώς ουν είδεν Ησαΐας μεν θρόνον  υψηλόν και επηρμένον. κατανοούντες  εξ αυτών διάνοιαν υψηλοτέραν.  φησίν. Πώς δ' αν και περιστεράν απλώς ιδών ο θείος Βαπτιστής την του Αγίου  Πνεύματος κάθοδον συνήκεν. Κάν εί τις  έροιτο πώς είδον. ούτω και  οι αγράμματοι λατινόφρονες Γραικοί. υπό των  αντιλεγόντων αναγκαζόμενοι. ουδόλως κατ' αυτούς πρόκειται περί οράσεως και ακοής αοράτων και  ανηκούστων ακτίστων θεαμάτων και ρημάτων.96   Πάντως είναι σαφές ότι η αιτία της υπό του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων περί  θεοφανειών πλάνης είναι ότι. Σε δη μάλλον ημείς αντερωτήσωμεν. δηλαδή κτιστή  περιστερά και κτισταί πύριναι γλώσσαι.. αλλά και μακρώ των τοιούτων υψηλότερα. γενέσθω και αυτός προφήτης.91 Διόπερ και ημείς είπου τι λέγομεν περί του θειοτάτου φωτός. οι  Φραγκολατίνοι και οι πνευματικοί απόγονοι αυτών πιστεύουν ότι η Αγία Γραφή  διδάσκει ότι κατά την Βάπτισιν του Χριστού και την Πεντηκοστήν κατέβησαν επί του  Κυρίου και των αποστόλων γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα. ότι οφθαλμοίς ετέροις είδον. την φυσικήν ακτίνα άναρχον κέκτηται της  θεότητος. Προς δε τούτοις και τα θεία  θεάματα εκείνα άρρητα ειδότες θεοπρεπώς εκλαμβάνομεν τα ειρημένα. Ούτω κατ' αυτούς ως κατά τον Αυγουστίνον η περιστερά και αι  πύριναι γλώσσαι είναι κτιστά σύμβολα και όχι άκτισται ενέργειαι του Θεού. τη γαρ πείρα ταύτα  γινώσκεται".γνωρίζοντα ότι η πατερική ερμηνεία της Γραφής είναι όχι μόνον η ορθή.89 ο δε Βαπτιστής εν είδει περιστεράς αυτό  το Πνεύμα. ου τοιαύτα μόνον. Επεί δε και την φωτεινήν καρδίαν νυν έφης τα τοιαύτα βλέπειν. οι κατά την τελευταίαν εκατονταετηρίδα της  ελευθέρας Κωνσταντινουπόλεως προδίδοντες το έθνος των Ρωμαίων και την πίστιν  αυτού. καθάπερ και αυτός νυν αύθις  ομολογήσας. πώς οι προφήται και οι  της χάριτος εν σχήμασι και τύποις είδον. Αλλ' όπερ είπον. Ουδείς γαρ τοιούτον  είδος αϊδίως κεκτήσθαι το Πνεύμα το Άγιον εθεολόγησεν ή ενενόησεν. "Ανάρχως δέ. όστις  ισχυρίζετο ότι η δια της εκστάσεως θέα ακτίστων συνοδεύεται υπό της λήθης και    125  . εφόσον ή όταν λείπη από αυτάς η νεοπλατωνικού τύπου  έκστασις. πάντων ανθρωπίνη γλώττη και ακοή και  όψει χωρητών. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συνοψίζει την βιβλικήν πατερικήν  ερμηνευτικήν εν προκειμένω παράδοσιν.  ή γλώσσα94 ή περιστερά95 το θείον Πνεύμα πριν ή φανήναι ή μετά το τοιούτον  πεφηνέναι. Ημείς δ' ίσμεν  και πιστεύομεν. Ταύτα γαρ ου  φυσικής ακολουθίας αλλά πίστεως εστι τα ρήματα. Ου γαρ ως αληθώς λέων92 και βούς93 εστιν επ' ουρανού. επίστευον εις τα μυθικά ερμηνευτικά πλάσματα των Φράγκων. τύπου Θωμά  Ακινάτου και Δάντε. μετά του Χρυσοστόμου πατρός ερούμεν. Εναντίον του Βαρλαάμ. τον πρότερον  αποφηνάμενον πλάνην είναι πάσαν αισθητήν φωτοφάνειαν οπωσδήποτε και  κακοτεχνίαν του εχθρού πάν το εν σχήματι φαινόμενον.  ότι μη τη καθ' ημάς αντιληπτική δυνάμει. υψηλότερα τα θεάματα εκείνα και τρόπος έτερος άρρητος ο την  επιδημίαν του πνεύματος τω θεόπτη παραστήσας".. συμβολίζουσαι το Πνεύμα το Άγιον. ότι δια του πνεύματος εώρων. αλλά και η  μόνη άνευ μυθοπλασιών. . ως ουκ οίδαμεν. τοις πατερικοίς μεμυημένοι λόγοις. ουχ ύστερον το είναι. Όπως ο Αυγουστίνος. ει δε τις  βούλοιτο μαθείν πώς είδον. ου καρδία μόνον αλλά και  οφθαλμοίς ιδείν έσθ' ότε και τους προφήτας και τους αποστόλους και πολλούς των μετ'  αυτούς αγίων. Οι αντίπαλοι του συνεφώνουν με τους  Φραγκολατίνους ότι το μόνον άκτιστον είναι η ουσία του Θεού και επομένως κατά τας  θεοφανείας ενεφανίσθη όχι η αόρατος εις τα όμματα θεία ουσία αλλά κτιστόν  σύμβολον αυτής. ουδέ αυτήν την δόξαν προσλαμβανόμενος. πώς η  καρδία σχήματα και τύπους βλέπει και περιστεράς είδος και γλωσσών.88 Ιεζεκιήλ δε άρματα." ο Υιός εκ του Πατρός γεννηθείς. ούτως οι Λατινόφρονες του 14ου ‐ 15ου αιώνος αντιστρόφως  υιοθέτησαν μαζί με όλας τας δυτικάς μυθολογίας την χαρακτηρίζουσαν τους  Φραγκολατίνους μυθικήν ερμηνείαν των θεοφανειών.

 ύστερον δε  και ως ιερείω εαυτώ χρώμενος υπέρ ημών. "αλλ' ω βέλτιστε. εν ή έκτισται και συνέστηκεν όσα τε ορατά και όσα αόρατα. "Χριστός η Θεού δύναμις και Θεού"  αυθυπόστατος "σοφία".98 Όταν όμως  η έλλαμψις επαναλαμβάνεται και ο ούτω πάσχων συνηθίζει προκόπτων. το Πνεύμα  το Άγιον επιδημήσαν. λέγεται δε έκστασις μόνον εις την περίπτωσιν του δια πρώτην φοράν  πάσχοντος αυτήν και δια τούτο απωλέσαντος τον προσανατολισμόν του.  Επεί δ' εώρα. υπέρ εαυτούς ποιών και αρπάζων απορρήτως εις τα ουράνια. Τί δε των κυρίως συμβόλων.  Πώς γαρ το αυτοπτικόν και αυτονόητον δι' ενεργείας νού οραθείη οιασούν. δεν λέγεται  πλέον έκστασις αλλά θέα. όν είδαμεν. καθότι και εν αυτή ολόκληρος ο άνθρωπος  μετέχει. ών πάντων επιλελήσθαι τους  εν εκστάσει γενομένους επάναγκες. Επεί δ' εαυτόν υπεραναβάς και εν τω  γνόφω γενόμενος εώρα.. ου τοις ούσι συνημμένον.  Μωϋσής γαρ είδεν ά είδεν" εν τεσσαράκοντα ημέρας και τοσαύταις νυξί. ούτε κατά νούν. αι αισθήσεις και το σώμα. "ήν δι' υλικής μιμήσεως τοις κάτω υπέδειξεν"100α αύτη  δ' αν είη. των μεριστών και  αισθητών.. αρχιερεύς μεν ών αυτός προαιώνιος. αυτοπτικόν άρα εστί  το φως εκείνο και τους μεν μη ανομμάτους γενομένους νόας υπεροχικώς αποκρύπτεται." 102 ώστε ανείδεα ήν τα  θεάματα εκείνα. ο  Παλαμάς γράφει. εκείνα δε αυτά τα θεάματα σύμβολα ουκ  ήν . Έτ' ουν έχει τις ειπείν ως ουδέν οράται εν τω θείω γνόφω και μετά την κατά  απόφασιν θεολογίαν υψηλότερον θέαμα ουδέν. ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συνοψίζων  την διδασκαλίαν της Ιεράς Παραδόσεως γράφει. είναι δ' ουδέποτε. Σύμβολα μεν ουν αισθητά ή τε σκηνή  και τα κατά την σκηνήν πάντα. Όταν δ'    126  . "άρα γαρ ο Μωϋσής. ή ουν φώς. Αλλά και εν τω γνόφω εωράτο. ως φαίνεσθαι μεν ποτε. Και συμβολικά τοιαύτα. ορατά ήσαν τα προκείμενα. Πάντα δε τα εν τω  γνόφω απλά και απόλυτα και άτρεπτα. αλλά πυρίναις  γλώσσαις εστόμωσεν αυτούς και δι' αυτών εκείνα ελάλει. πάντων  απολυθείς των τε ορωμένων και των ορώντων πραγμάτων τε και νοημάτων και την  θέαν υπερβάς του τόπου και εις τον γνόφον εισελθών εν αυτώ εώρακεν ουδέν. παραπετάσματα  των εν τω γνόφω Μωσέως υπήρχε θεαμάτων. εν τω θείω γνόφω γεγονώς ο  Μωϋσής. ά και κατά την νομικήν  ιερωσύνην υλικώς και ποικίλως διεζωγράφησε. η πάντα υπερέχουσα και προέχουσα και  περιέχουσα σκηνή. Ή τούτο γούν ότι συμβολικά πάντα τα  των αγίων θεάματα. του Αυγουστίνου ότι ο Μωϋσής δεν είδε  τον άκτιστον Λόγον εν τη νεφέλη και τω γνόφω αλλά κτιστά γινόμενα και απογινόμενα  κτίσματα και εναντίον του ισχυρισμού του Βαρλαάμ ότι ο γνόφος ούτος είναι αφαίρεσις  νοημάτων και ουχί όρασις υπέρ την νόησιν. Και πάσι γαρ τοις  αποστόλοις. ήτις γίνεται δια τους προκρίτους των προκρίτων θεουμένων. ου την άϋλον σκηνήν (δηλαδή τον Λόγον) είδεν μόνον και δι' ύλης υπέγραψεν.100   Εν αντιθέσει προς τον ισχυρισμόν. ποτέ δε  εν εαυτοίς ούσιν αυτός δια τε της ψυχής αυτών και του σώματος ενεργεί τα υπερφυά  και απόρρητα και τοις του αιώνος τούτου σοφοίς ακατάληπτα. και  σώμα λαβών θύσει τούτο υπέρ ημών. κατά τους των αγίων λόγους." Κατά τον  Νύσσης Γρηγόριον. "τής αειδούς ζωής υπό τον γνόφον μετέχων.97   Όπως θα είδωμεν εν οικείω τόπω η έκστασις των Πατέρων διαφέρει αυτής του  Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων. ου σύνθετον. εν τω ιερώ ποτε "προσκαρτερούσι τη προσευχή και τη δεήσει".  αλλά απλά πάντα τα εκεί. τους ειλικρινώς προσευχομένους ο Θεός. φως άρα πάντ' εκείνα. ούτε κατ' αίσθησιν εώρα. είπερ και εαυτών". ουδ' ήρπασεν εις ουρανόν.99 Ουδόλως και ουδέποτε πρόκειται περί  εκμηδενίσεως των φυσικών ενεργειών του ανθρώπου αλλ' αντιθέτως της θεώσεως  αυτών. ιερωσύνη τε και τα καθ' ιερωσύνην. ουκ έκστασιν έδωκεν.επομένως ουδόλως συμμετέχουν εις αυτήν η μνήμη. δηλονότι τοις κτιστοίς. Πώς ουν συμβολικά. προδεικνύσα  δε δια της μωσαϊκής σκηνής ότι δέξεταί ποτε κατασκευήν και εις σχήμα ήξει και ουσίαν  ο υπερούσιος και ασχημάτιστος Λόγος.  διαρκής και τελειοτέρα διηνεκώς. Δια τούτο. ου τρεπτόν.101 άϋλος μεν ούσα και άκτιστος τη εαυτής φύσει. ή εν φωτί άλλω υπήρχον ορατά. ποτέ μεν  εξίστησιν αυτών. και της δι' αυτής υπεραναβάσεως αυτών. Αλλά  μην εκεί είδε την άϋλον σκηνήν.  αλλά και αυτήν την της θεαρχίας ιεραρχίαν και τα κατ' αυτήν.

 αλλά και  εαυτούς. ω του θαύματος. τί  ήν εκείνο το ορών. κρύφιον αυτόν εαυτώ. μόνος εν αυτώ γενόμενος. και δια της υπέρ νουν  ενώσεως αυτό δι' εαυτού το αυτοπτικόν φως έχων απορρήτως και ορών. εν Θεώ χάριτι γενόμενος. Ουκέτι  λοιπόν κρύφιον το θείον είποι τις άν."103                                          127  . Ου γαρ έτι  Μωσής εωράτο τότε.  ότι και αυτόν εαυτού υπεραναβιβάσας και απολύσας απορρήτως εαυτού και υπέρ  πάσαν θείς αισθητικήν και νοεράν ενέργειαν. κρύπτον αυτούς υπό τον θείον γνόφον. κατά το γεγραμμένον. ου τους άλλους πάντας μόνον. Τί ούν. ως και τον θείον Παύλον.  εποίησεν. Και πώς. ώσθ' ορώντας αυτούς μη ειδέναι. ότι και εν αυτή τη απορρήτω και υπερφυεί εκφάνσει κρύφιος εκείνος μένει  και αυτοίς τοις απολυθείσι και κρυβείσιν.υπεραναβάς πάσαν νοεράν ενέργειαν ο νούς ανόμματος υπεροχικώς τελέση. το δ' έτι μείζον. ό γε ουκ εξίσταται της κρυφιότητος. πληρούται  της υπερκάλλου ταύτης αγλαΐας. αλλά διαπορείν. Το δ' αύθις έτι πάσαν παράδοξον υπερβολήν καθ' υπεροχήν  εκβαίνον.  αλλά και τοις άλλοις μεταδίδωσι.

 αφού η προσωπική εμπειρία των πνευματικών  ανδρών των εν προκειμένω αιρέσεων δια της οποίας υποτίθεται γνωρίζουν τον Θεόν  συντελείται πάντοτε δια κτιστού μέσου ή δια της εκτός της θεώσεως δαιμονιώδους  εκστάσεως. Εν τούτοις υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ των αιρετικών  τούτων και των Ορθοδόξων.Τμήμα 4  β) Οι υπό της Α' Οικ. όπως είδαμεν. Η υπό της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381) αποτελείωσις της διατυπώσεως του  δόγματος     β) Οι υπό της Α' Οικ. Εις όλας όμως τας εν λόγω περιπτώσεις τα κτιστά μέσα αποκαλύψεως  του ακτίστου σκοπόν έχουν την μεταφοράν εκ του ακτίστου μηνυμάτων σωτηρίας και  αυτής ταύτης της σωτηρίας. Συνόδου καταδικασθέντες Ευνομιανοί και Πνευματομάχοι και τα εκ  της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα  Ι. η αποφατική θεολογία είναι εκ της προσωπικής του θεουμένου  εμπειρίας του υπέρ τον λόγον ακτίστου της θεότητος φωτός. διότι οι μεν εθεμελίωναν την εν λόγω διάκρισιν επί της  παραδόσεως αλλά και επί της φιλοσοφίας.  Χρήζει μεγάλης προσοχής το γεγονός ότι οι Σαμοσατιανοί και οι Αρειανοί συνεφώνουν  μετά της ορθοδόξου παραδόσεως περί της εν Θεώ διακρίσεως μεταξύ της θείας ουσίας  και της ακτίστου ενεργείας. Οι Πνευματομάχοι  Ζ. εμπειρίαν του ακτίστου φωτός  της θεότητος της Αγίας Τριάδος. Συνόδου καταδικασθέντες Αρειανοί και τα εκ της κατ' αυτών  διαμάχης δογματικά αξιώματα  γ) Οι υπό της Β' Οικ. ενώ οι αιρετικοί παρεμβάλουν μεταξύ των θεουμένων  και του Θεού κτιστά μόνον μέσα αποκαλύψεως. Οι Ευνομιανοί  ΙΙ. Πάντως και η  υπέρ τον λόγον αποφατική θεολογία των Σαμοσατιανών και των Αρειανών και η κατά  τον λόγον καταφατική θεολογία των Ευνομιανών και των Φραγκολατίνων βασίζονται  αποκλειστικώς επί της Αγίας Γραφής.4     128  . προφητών.  αποστόλων και αγίων. Εις την ορθόδοξον παράδοσιν των θεουμένων. Αντιθέτως εις τους εν  λόγω αιρετικούς ο χαρακτήρ της υπέρ τον λόγον ή κατά τον λόγον αποκαλύψεως είναι  αποτέλεσμα της εκ Θεού υπό των ανθρώπων αποδοχής κτιστών μόνον μηνυμάτων. Συνόδου καταδικασθέντες Αρειανοί και τα εκ της κατ'  αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα  Η βασική διάκρισις μεταξύ των Πατέρων και των ως άνω αιρετικών είναι ότι οι Πατέρες  παραδέχονται άμεσον υπό των θεουμένων υπέρλογον. ή δι' αυτής και του κτιστού  Λόγου.3 οι Ορθόδοξοι εστηρίζοντο  επί της εμπειρίας της θεώσεως και της υπό των θεουμένων ερμηνείας της Αγίας  Γραφής.2 ενώ ως είδαμεν. ή  δια της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού μόνον. ως οι Σαμοσατιανοί και οι Αρειανοί αλλά και οι εγκαταλείψαντες παντελώς  την αποφατικήν θεολογίαν Ευνομιανοί και οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον  Φραγκολατίνοι.1   Μεταξύ όμως των αιρετικών τούτων υπάρχουν οπαδοί μιας αποφατικής τινος  θεολογίας. αλλά εν πάση περιπτώσει ως εμπεριέχονται εις την Αγίαν Γραφήν.  Πάλιν δια λόγους φιλοσοφικούς οι Ευνομιανοί και οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον  Φραγκολατίνοι εταύτιζον την θείαν ουσίαν και την άκτιστον θείαν ενέργειαν.

 ταύτα λέγει ο Άρειος δια την ουσίαν του  Θεού και ουχί δια την ενέργειαν Αυτού. Επειδή δε οι Φραγκολατίνοι  επίστευσαν ότι ο Αυγουστίνος γνωρίζει καλύτερα από τους συγχρόνους των  λατινοφώνους και ελληνοφώνους Ρωμαίους την περί Θεού διδασκαλίαν της Εκκλησίας. τον κτιστόν Λόγον. ούτε  καν δύνανται να φαντασθούν ότι μαζί με τον Αυγουστίνον εξετράπησαν εκ της Ιεράς  Παραδόσεως και επρόδωσαν τας προϋποθέσεις των δογμάτων των Οικουμενικών  Συνόδων. Συνόδου εθεολόγησε τελικώς το Filioque.   Την εκ μέρους των Φραγκολατίνων αθέτησιν ταύτην αναπτύσσει ο Γρηγόριος ο  Παλαμάς ως εξής. δια της καταργήσεως των εμφανίσεων του Λόγου εν τη ακτίστω δόξη Αυτού  εις τους προφήτας και εις τους αποστόλους και δια της ταυτίσεως της θείας ουσίας και  της θείας ενεργείας με συνέπειαν την περί Filioque αίρεσιν και την εις εποχήν  αγραμματωσύνης προσθήκην αυτού εις το Σύμβολον της πίστεως. Τούτο διότι  ακολουθούντες τον Αυγουστίνον εις την ταύτισιν ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ και  φανταζόμενοι εαυτούς πιστούς εις τους Πατέρας των Οικουμενικών Συνόδων. αφού προσεπάθει να  υποδείξη ότι ο Λόγος γεννάται ουχί εκ της ουσίας του Πατρός αλλά κατά βούλησιν του  Πατρός εκ του μηδενός. "Θέλησιν δε την ουσίαν του Θεού ουδ' οι θελήσεως Υιόν  ειπόντες τον Λόγον του Θεού ετόλμησαν ειπείν. αλλ' υπέρ  ευδοκίαν και θέλησιν ‐ φύσει γαρ δείκνυσιν εκ Πατρός όντα τον Υιόν ως αυτώ γνήσιον    129  ."9   Ακριβώς επειδή ο Αυγουστίνος δεν εγνώριζε την διδασκαλίαν των Πατέρων της Α' και  της Β' Οικ. όπερ και ο μέγας Αθανάσιος  προς τους Αρειανούς. ότι "τού βούλεσθαι το κατά φύσιν υπέρκειται. και η φύσις ουχ  υπόκειται βουλήσει". ουχί κατ' ουσίαν αλλά μόνον κατ' ενέργειαν. Συνόδου.Ίνα κατανοήση τις την τελικήν διατύπωσιν της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίας της  Εκκλησίας πρέπει να έχη υπ' όψιν τα υπό των αιρέσεων τούτων δημιουργηθέντα  φιλοσοφικά και θεολογικά προβλήματα.5   Επικρατεί η θεωρία ότι το θεολογικόν οικοδόμημα του Αρειανισμού βασίζεται εις την  προκατάληψιν αυτού. Δηλαδή ο Άρειος εδίδασκεν ότι ο Θεός έχει  σχέσεις με τα ετερούσια.10 Ως ουν η γέννησις ευδοκία και θέλησις ουκ έστιν.  απεκήρυξαν την διδασκαλίαν της Α' και της Β' Οικ. Αρειανών και Νεστοριανών.  Ταύτα όμως δεν βλέπουν ως κλείδα εις την ερμηνείαν των Πατέρων.  Πάντως εναντίον του ταυτίζοντος την ουσίαν και την ενέργειαν εν τω Θεώ Βαρλαάμ. νομίσαντες ότι δια του  Filioque κατώρθωσαν κάποιαν περαιτέρω και ανωτέραν ανάπτυξιν δια βαθυτέρας  κατανοήσεως του δόγματος των εν λόγω Συνόδων.6   Η επικράτησις τοιούτων θεωριών οφείλεται εις την αδυναμίαν των ετεροδόξων και των  συγχρόνων θεολόγων να παρατηρήσουν ότι. ως δεν είχεν υπ' όψιν του ταύτα ο εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. Ερούμεν ουν και ημείς προς αυτούς. ότι ο Θεός δεν δύναται ένεκα της απολύτου υπερβατικότητός  Του να έχη άμεσον σχέσιν με τα κτίσματα και δια τούτο υπεχρεούτο να παρεμβάλη ως  ενδιάμεσον όν.7 Επίσης ετόνιζεν  ότι τα κτίσματα δεν γνωρίζουν την ουσίαν του Θεού αλλά μόνον την ενέργειαν του  Θεού. "Αρειανοί μεν ουν τον Υιόν έλεγον θελήσει του Πατρός εις το είναι  προελθείν εκ του μη αθελήτως εκ του Πατρός το είναι λαβείν τούτο δήθεν  κατασκευάζοντες. και  θεωρούντες τον Αυγουστίνον ως τον μεγαλύτερον Πατέρα της Χριστιανοσύνης. ο  Παλαμάς παραπονείται ότι ούτε ο Άρειος ετόλμησε να κάνη αυτό. Ίσως το πιο παράδοξον είναι ότι κατά τας  φιλοσοφικάς αυτών προϋποθέσεις υπήρχε κατά βάσιν συμφωνία μεταξύ  Σαμοσατιανών. οι ακολουθούντες  τον Αυγουστίνον Φραγκολατίνοι και οι απόγονοι αυτών Παπικοί και Προτεστάνται  θεολόγοι.8 Εις τα τοιαύτα είναι σαφές ότι ο Άρειος ακολουθεί το σχήμα της πατερικής  παραδόσεως. εις τας σχέσεις μεταξύ Θεού και κόσμου.

 Φαίνεται ότι η μορφή αυτή της εν  λόγω διακρίσεως ανεπτύχθη μεταξύ των Χριστιανών της ανατολικής Διοικήσεως της  Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ει το είναι τη δυνάμει του είναι τη ενεργεία καθέστηκεν έλαττον. εφόσον η βούλησις είναι αγάπη και ως εκ τούτου ταυτίζεται με την θείαν  ουσίαν. αυθεντικώς ποιεί. πώς ο του  κόσμου ποιητής.14   Εις αποδιδόμενα εις τον μάρτυρα Ιουστίνον έργα ευρίσκομεν στοιχεία τινα της εν λόγω  φιλοσοφίας."16   Και εις άλλο τα εξής χαριτωμένα.15   Εις άλλο της ιδίας ομάδος έργον ευρίσκομεν τα εξής. αλλά ιδία βουλή υφέστηκεν. ανάγκη μεταγομένου του Πλάτωνος εκ του είναι  αυτόν άνθρωπον εις το γενέσθαι αυτόν μύρμηκα."11   Ως θα είδωμεν κατωτέρω ο Αυγουστίνος αντιμετωπίζει το επιχείρημα αυτό των  Αρειανών το οποίον αποδίδει εις τους Ευνομιανούς. "ο Θεός ει τω είναι ποιεί. 12   Ως ανεπτύξαμεν λεπτομερώς εις άλλας εργασίας13 οι Σαμοσατιανοί."  "Απόκρισις. εβασίσθησαν εις την εν λόγω φιλοσοφίαν και  καθυπέταξαν την διδασκαλίαν των θεουμένων εις αυτήν και ούτω διέστρεψαν την  ορθόδοξον διδασκαλίαν περί Αγίας Τριάδος και περί ενσαρκώσεως του Λόγου ως και  περί θεοπνευστίας. προς αντιμετώπισιν των εκ της ελληνικής φιλοσοφίας  επιχειρημάτων κατά του δόγματος της Εκκλησίας περί της εκ του μηδενός δημιουργίας. ούτος ανυπόβλητος τω της ελαττώσεως ονόματι. "ει κατά τους Έλληνας τω είναι.  Φαίνεται ότι αντί να επικαλεσθούν την αυθεντίαν των αυτοπτών μαρτύρων της  θεότητος του Χριστού θεουμένων. οι Αρειανοί. τούτων η  δύναμις ελάττων της ενεργείας καθέστηκεν. Ου δε η δύναμις της ενεργείας ου φυνική  ανάγκη. αλλ' ου θελήσει καθά τα κτίσματα ‐ ούτως ουδέ του Πνεύματος η  εκπόρευσις αποστολή και ευδοκία και θέλησίς εστι. Επομένως το φύσει και βουλήσει γεννάν είναι ταυτόν. πώς ο Πλάτων ποτέ μεν έστι ζώον λογικόν και άνθρωπος. φησί. διότι ταύτα  σημαίνουν δι' αυτούς κατ' ανάγκην. Ει μεν έπεται τω Θεώ το  γενέσθαι τον Πλάτωνα άνθρωπον. Ο φανατισμός των οπαδών αυτής δύναται να εξηγηθή  μόνον από το γεγονός ότι εξ αιτίας αυτής ησπάσθησαν πολλοί τον Χριστιανισμόν. αυθεντικώς δε  ποιών. δύναταί τις να εικάση την μεγάλην επιτυχίαν ταύτης της  αναπτυχθείσης φιλοσοφίας.  αναγκαστικώς ποιεί ά ποιεί. Ών η δύναμις της ενεργείας φυσική τινι ανάγκη υφέστηκεν. και ουκ ενεργεία  τω της ελαττώσεως ουχ υποπίπτει ονόματι.  ποτέ δε ζώον άλογον και μύρμηξ δια της μετεμψυχώσεως. και οι  Νεστοριανοί επρέσβευον ότι ο Θεός έχει πραγματικάς σχέσεις προς τα κτίσματα κατά  βούλησιν και ουδέποτε κατ' ουσίαν ή κατά φύσιν ή και καθ' υπόστασιν.  Προφανώς ευρισκόμεθα ενώπιον μιας φιλοσοφοποιήσεως της εκ της αποκαλύψεως  γνωστής διακρίσεως ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ. αλλ' ου θελήσει κατά  τα κτίσματα. Εκ των έργων τούτων επιλέγομεν τα εξής χωρία. προ της του κόσμου ποιήσεως ποιητής ών δυνάμει. Λατίνοι γούν λέγοντες ταυτόν είναι τη αποστολή του θείου Πνεύματος την  εκπόρευσιν κατά πάσαν ανάγκην κτιστόν είναι το Πνεύμα κατασκευάζουσι. και ου τω βούλεσθαι  ποιεί ο Θεός τους ανθρώπους.  Διενοήθης. με τον ισχυρισμόν ότι είναι  ανόητον. ει δε τω βούλεσθαι ποιεί. μεταγενέσθαι και τον Θεόν του είναι ό    130  .και ομοούσιον.   "Ερώτησις. και πάντα σοι πάρεστιν". φύσει γαρ η εκπόρευσις δείκνυσι το  Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός ως αυτώ γνήσιον και ομοούσιον.  Κρίνοντες από τον φανατισμόν με τον οποίον επέμενον εις ταύτην την φιλοσοφικήν  αρχήν οι εν λόγω αιρετικοί. όσα βούλεται και οία βούλεται και ότε βούλεται ποιεί.

25 Και ως φαίνεται και η πηγή του  μονοενεργητισμού και του μονοθελητισμού.27 Επομένως ο Λόγος ενούται με τον Χριστόν κατ' ενέργειαν και  κατ' ευδοκίαν. αλλά ηρνήθη την κατά φύσιν  ένωσιν εν Χριστώ των δύο φύσεων.20 Και ως  είδαμεν. 2) ότι ο Λόγος κατ' ουσίαν ηνώθη με την  ανθρωπίνην Αυτού φύσιν. και ου τω βούλεσθαι ο Θεός ποιεί τους ανθρώπους. το οποίον συγκατώκει μετά της ενεργείας  του Λόγου εν τω ανθρώπω Χριστώ ως. Είναι βέβαιον όμως ότι 1) προσηρμόσθη εις την επίσημον διδασκαλίαν  της Εκκλησίας μετά την καταδίκην του διδασκάλου του εις τα τρία αναφερθέντα  σημεία.29 Την ακριβή διδασκαλίαν του Λουκιανού  δεν γνωρίζομεν. ο Παύλος Σαμοσατεύς απέρριψεν όχι μόνον την περί Αγίας  Τριάδος διδασκαλίαν των προφητών και των αποστόλων.23   Σημειωτέον ότι ο Παύλος Σαμοσατεύς εδίδασκεν ότι εν Χριστώ υπάρχει μία ενέργεια  βουλήσεως του Θεού και του Χριστού και εκ της ενώσεως αυτής των δύο ενεργειών  συνίσταται η ενσάρκωσις και όχι εκ της κατά φύσιν ενώσεως των δύο φύσεων. του Θεοδώρου Μοψουεστίας. 2) ότι ο Λόγος είναι εν  Εαυτώ ουσία (δηλαδή υπόστασις) και 3) ότι ο Λόγος ούτος ηνώθη κατ' ουσίαν (δηλαδή  καθ' υπόστασιν) με την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν. διότι δεν εδέχετο 1) ότι ο Λόγος είναι ο εκ  του Πατρός γεννηθείς προ των αιώνων μονογενής Υιός του Θεού. αλλά με την διαφοράν ότι ο  Χριστός εγένετο ναός του πληρώματος της θεότητος του Θεού.  οίτινες απεκάλουν εαυτούς Συλλουκιανιστάς. ισχυριζόμενος ότι τούτο σημαίνει κατ' ανάγκην  ένωσιν..19 Κατ' αυτόν η μία ουσία και υπόστασις του Θεού ενούται εν Χριστώ μετά της  ανθρωπίνης φύσεως ουχί κατά φύσιν αλλά κατ' ενέργειαν και ευδοκίαν. τα μεν εν αρχή  των εν γενέσει και φθορά φύσεως εκ της γης και των υδάτων εποίησε. ει δε ο Πλάτων μεν μεταφέρεται. Ούτω βλέπομεν τους Αρειανούς με αρχηγόν τον Άρειον να συμφωνούν ότι 1) η  Αγία Τριάς είναι τρεις υποστάσεις. αλλά αυθεντία βουλήσεως το δοκούν εργαζόμενον. 28   Φαίνεται σαφώς ότι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του Παύλου Σαμοσατέως και των  Αρειανών ήτο ο μαθητής του Σαμοσατέως Λουκιανός ο διδάσκαλος των Αρειανών. εις τους προφήτας.26   Ως ανεπτύξαμεν αλλαχού η όλη φιλοσοφική προϋπόθεσις της διδασκαλίας αυτών είναι  ότι ο Θεός δύναται μόνον με τον ομοούσιον Εαυτώ Υιόν και το ομοούσιον Εαυτώ  Πνεύμα να έχη κατ' ουσίαν σχέσεις και ουχί με τα κτίσματα. πώς  τω είναι.22   Τρείς Σύνοδοι ησχολήθησαν εν Αντιοχεία με την αίρεσιν ταύτην τω 264‐269 και  τελικώς κατεδικάσθη ο Παύλος Σαμοσατεύς.  Παρά την τυπικήν ταύτην συμφωνίαν με την επίσημον διδασκαλίαν της Εκκλησίας και  την απόφασιν της αναφερθείσης Συνόδου. η διδασκαλία των Συλλουκιανιστών ήτο εις    131  . και 3) ότι η εκ του Θεού γέννησις του Λόγου εγένετο προ των  αιώνων.  του Νεστορίου. Ούτω τα δύο πρόσωπα γίνονται άμα τη γεννήσει του Χριστού εκ της  Παρθένου έν πρόσωπον της ενώσεως με μίαν ενέργειαν και θέλησιν.  "εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κατά γένος ."18   Εξ αιτίας τοιούτων αρχών.εστιν.. Το Πνεύμα το Άγιον δια τον Σαμοσατέα  ήτο η εν Χριστώ χάρις και ενέργεια του Θεού. διότι το κατ' ουσίαν  σημαίνει κατ' ανάγκην. προστάξας. εν συνδυασμώ με την απουσίαν της ορθής περί  αποκαλύψεως διδασκαλίας.21 κατά την ενσάρκωσιν ο Θεός γίνεται Πατήρ και ούτω λέγεται ότι γεννά τον  μονογενή Αυτού Υιόν τον άνθρωπον Χριστόν. "πρός ένδειξιν δε της θείας αυτού δυνάμεως και του μη νόμω φύσεως  αυτόν δουλεύειν. ο δε Θεός του είναι ό εστιν ου μεταφέρεται.24 Αυτή  είναι κατ' ουσίαν η διδασκαλία του Διοδώρου Ταρσού."17   Και εις άλλο έργο. και ίσως του Θεοδωρήτου Κύρου.

 το προνοείν. ότι κτίσμα  δεν δύναται να γνωρίση την γνωστήν μόνον εις τον Θεόν θείαν ουσίαν. Δηλαδή το ότι ο Θεός γεννά τον δεύτερον Λόγον εκ  του μηδενός σημαίνει ότι κτίζει. το κυβερνάν. αλλ' ουχί φυσική και απόλυτος ταυτότης ενεργειών. ως και κατά τον Σαμοσατέα. με τας εκ του Υψίστου Θεού απορρίας  των κατωτέρω όντων των Γνωστικών.την πραγματικότητα μία υπεκφυγή και ουσιαστικώς εμμονή. Ισχυρίζετο ότι η κατ'  ουσίαν γέννησις του Λόγου υπό του Θεού συνεπάγεται μίαν κατ' ανάγκην γέννησιν.π. Δια τον Άρειον υπάρχει ταυτότης τις ενεργειών του Πατρός και του  Λόγου. τας ενεργείας. την δόξαν. αφού ήδη υπήρχεν.38   Επίσης συνεπής εις την φιλοσοφικήν αρχήν του Παύλου Σαμοσατέως ο Άρειος  διετήρησε μετά φανατισμού την διδασκαλίαν. διότι δεν εθεωρείτο  τρόπος της υπάρξεως του Λόγου. Όστις ο ίδιος εγένετο προφορικός και Υιός Μονογενής. δια την δημιουργίαν του κόσμου και την ενσάρκωσιν  του Λόγου. ο Άρειος αντιθέτως επρέσβευεν ότι ο Θεός εγέννησε προ των αιώνων  δεύτερον Λόγον εκ του μηδενός.  Σημειωτέον ότι η εκδοχή ότι οι Αρειανοί εδίδασκον την εν χρόνω γέννησιν του Λόγου εκ  του μηδενός είναι όχι η διδασκαλία αυτών αλλά κατηγορία εναντίον αυτών. ουδέποτε όμως την  ουσίαν Αυτού. 32 ότι ο Θεός προ των αιώνων  εγέννησε τον ενδιάθετον Λόγον. την βασιλείαν.31 Ενώ  αρχαίοι τινες Ορθόδοξοι εδίδασκον όπως είδαμεν.τι άκτιστον έχει από τον Πατέρα.36   Συνεπής εις την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως.  του Θεού ούτω γενομένου Πατρός. Ούτως ο Πατήρ έδωσεν εις τον κτιστόν  Αυτού Μονογενή Υιόν το κτίζειν. κατά τον Άρειον. ποιεί.34 Ο  Άρειος όμως εθεώρει την γέννησιν ως τον τρόπον της υπάρξεως του Λόγου εκ του  μηδενός.τ.37 Ούτω δεν έχει κατά φύσιν την  γνώσιν. εις την φιλοσοφίαν του  Σαμοσατέως και μόνον κατ' επίφασιν προσαρμογή εις την ορθόδοξον θεολογίαν. δημιουργεί τον Λόγον τούτον εκ του μηδενός. ο Άρειος  επρέσβευεν ότι ο εκ του μηδενός κτισθείς Λόγος.  Ο Πατήρ αποκαλύπτει εις τον Λόγον τα πάντα όσα χρειάζονται. Όστις εγεννήθη εκ της  ουσίας του Πατρός ή εκ της υποστάσεως Αυτού και Όστις δεν είναι εκ του μηδενός  έργον της βουλήσεως του Πατρός.λ. αλλά ο τρόπος της ενεργείας του  Θεού δια του Λόγου προς δημιουργίαν του κόσμου και ενσάρκωσιν του Λόγου. Και  ούτως έχει φύσιν τρεπτήν. κ. αλλά έχει ταύτα  κατά χάριν εν ω μέτρω θέλει και δίδει ο Πατήρ.  Η μεγάλη πλειοψηφία των επισκόπων και οι αντιπρόσωποι αυτών θεολόγοι Πατέρες  της Εκκλησίας συνεφώνουν με τους Αρειανούς ότι ο όρος γέννησις δηλοί τον τρόπον  της υπάρξεως του Λόγου προ των αιώνων.30   Κατά τον Άρειον.λ. του Πατρός. ήτις  περισσοτέραν συγγένειαν έχει. Αλλά διεφώνουν με τον Άρειον και επέμειναν  εις την παράδοσιν των αρχαίων ότι Είς είναι ο Λόγος του Θεού. ο Θεός είχεν εν Εαυτώ ως ενεργείας  ακτίστους τον Λόγον και το Πνεύμα Αυτού και ήτο μία ουσία και υπόστασις. δεν γνωρίζει ούτε την ουσίαν του  γεννήσαντος Αυτόν Πατρός. αφού εκτίσθη υπό του Θεού υπ' αυτόν τον όρον. Κατά φύσιν έχει μόνον κτιστήν φύσιν  και τας κτιστάς αυτής ενεργείας. το αγιάζειν. ούτε την ιδικήν Του. Ο Λόγος κατά χάριν και  μέθεξιν έχει ό.33 Δια τους αναφερθέντας αρχαίους η γέννησις του  ενδιαθέτου Λόγου εις προφορικόν εγένετο τη βουλήσει του Πατρός.39 Ο Λόγος όμως ως κτίσμα δύναται να ενωθή  κατ' ουσίαν με την σάρκα Αυτού. το σώζειν. κ. Οι  Συλλουκιανισταί μετά ζήλου επέμενον όχι μόνον εις την προ του χρόνου αλλά και εις  την προ των αιώνων γέννησιν του Λόγου εκ του μηδενός. Τον ανθρώπινον λόγον του Χριστού όμως αντικατέστησεν ο    132  .35   Ο Άρειος ετόνιζεν ότι το "γεννάν" δεν είναι της ουσίας αλλά της βουλήσεως ή ενεργείας  του Θεού και άρα σημαίνει "κτίζειν". ότι ο Θεός έχει μόνον κατά βούλησιν και  ουδέποτε κατ' ουσίαν σχέσιν με άλλας ουσίας και υποστάσεις.

 και δια  τούτο φύσει αγαθός εστιν. το αγαθόν είναι και οικτίρμονα τον Θεόν εκ βουλήσεως  πρόσεστιν αυτώ. Οι δε  επιλαθόμενοι.  παρά ταύτα ισχυριζόμενοι ότι το κατ' ουσίαν σημαίνει κατ' ανάγκην. ουκ ήν πριν γεννηθή ο του Θεού Λόγος. σκοπείν δεί. τοσούτω και της βουλήσεως  το κατά φύσιν. και οίον  περίττωμά τι φυσικόν και δυσκάθεκτον. και μη βουλομένου του Πατρός εστιν ο Υιός.  Ο Μέγας Αθανάσιος επισημαίνει το σημείον τούτο ως εξής. ουδέ παρά γνώμην εστίν αυτώ. κατήντουν αυτοί  αντί του Λόγου να γνωρίζουν την θείαν ουσίαν.  τούτο και θελητόν εστιν αυτώ. ώστε να μη την γνωρίζη ούτε ο προ των αιώνων γεννηθείς Λόγος. βούλησιν προβαλλόμενοι και λέγοντες. ει μη βουλήσει  γέγονεν. Και τις  ο την ανάγκην επιβαλών αυτώ. Οικίαν μεν ουν τις βουλόμενος κατασκευάζει.  ακουσάτωσαν άπερ ειρήκασιν αυτοί.κτιστός Λόγος του Αρείου και ούτως όλας τας κτιστάς ενεργείας του Χριστού αποδίδει ο  Άρειος αδιακρίτως εις την προϋπάρχουσαν φύσιν του Λόγου προς απόδειξιν του  κτιστού και του τρεπτού Αυτού. ήκιστα ταις περί θεότητος υπονοίαις  πρέπον". σαφώς ουτωσί λέγων. Το μεν γαρ  αντικείμενον τη βουλήσει εωράκασι. ουκούν ανάγκη και μη θέλων έσχεν ο Θεός Υιόν. Συνόδου. ότι ήρξατο μεν  είναι αγαθός και το μη είναι δε αυτόν αγαθόν ενδεχόμενόν εστι. και ουκ έστιν  έξωθεν αυτού. Το γαρ βουλεύεσθαι και  προαιρείσθαι εις εκάτερα την ροπήν έχει. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνοψίζει  ταύτα κατά Αρειανών. "ου γαρ δη υπέρχυσιν  αγαθότητος ειπείν θαρρήσομεν (ό των παρ' Έλλησι φιλοσοφησάντων ειπείν τις  ετόλμησεν. ή ου βουλήσει. Ώσπερ γαρ της ιδίας    133  . Οίον κρατήρ τις υπερρήη. "άρ' ουν επί φύσει και μη βουλήσεώς εστιν  ο Υιός. ούτω και το είναι τον Υιόν ει και μη εκ βουλήσεως  ήρξατο.41 Ενώ οι Αρειανοί ετόνιζον τόσον πολύ το κατά πάντα άγνωστον της  ουσίας του Θεού. ό γαρ εστι.40   Εις την θεολογίαν του Αρείου υπάρχει μία σπουδαία αντίθεσις την οποίαν εκτύπησαν οι  Πατέρες και την οποίαν εκάλυψαν δια μιας σπουδαίας αναπροσαρμογής οι Ευνομιανοί  ως θα είδωμεν. Και τις ο την ανάγκην  επιβαλών αυτώ πονηρότατοι και πάντα προς την αίρεσιν εαυτών έλκοντες.42   Το ότι φύσει και ουχί βουλήσει γεννά ο Θεός τον Λόγον είναι η ομόφωνος διδασκαλία  των Πατέρων της Α' και της Β' Οικουμ.  Ουμενούν. ίνα το είναι Υιόν αληθινόν αρνήσωνται του Θεού. άλλως πάλιν  κτίσμα λέγουσιν αυτόν είναι. επεί  ειπάτωσαν ημίν αυτοί. καί. ήδη και αθέλητός εστι τω Πατρί. τολμώσιν ανθρωπίνας αντιθέσεις λέγειν επί  Θεού. "ότι καταισχυθέντες επί τω  λέγειν ποίημα και κτίσμα. και το μεν βουλήσει κατασκευαζόμενον ήρξατο γίνεσθαι.  Ώσπερ γαρ αντίκειται τη βουλήσει το παρά γνώμην. Ει μεν ουν εκ βουλήσεως. και πάντα δείκνυσι αυτώ. ίνα μη και περί εαυτού δοκή  βουλεύεσθαι.43 οίτινες τονίζουν ότι το υπό του Θεού  φύσει γεννάν δεν σημαίνει ανάγκη γεννάν. ότι περί Υιού Θεού ακούουσι. διό ουδέ βουλεύεται περί αυτού. ου μην αβουλήτως και αθελήτως εστίν αγαθός. αλλ' ουκ αθέλητον. ου βουλήσει λογίζεσθαι το κατά φύσιν. ουκούν ανάγκη και μη θέλων εστίν αγαθός. Όσω ουν του κτίσματος ο υιός υπέρκειται.46 Ως γαρ το είναι αγαθός ουκ εκ  βουλήσεως μεν ήρξατο. ο  Πατήρ φιλεί τον Υιόν. Ευνομιανών και Πλάτωνος λέγων. εν οίς περί πρώτου αιτίου  και δευτέρου φιλοσοφεί)44 μήποτε ακούσιον την γέννησιν εισαγάγωμεν. Ει δε άτοπόν εστι λέγειν επί Θεού ανάγκην. υιόν δε  γεννά κατά φύσιν. καί. ανάγκην και παρά γνώμην. το δε μείζων και υπερκείμενον ουκ εθεώρησαν. ως αυτός φησιν. και έδει αυτούς ακούοντας. ούτως υπέρκειται και προηγείται  του βουλεύεσθαι το κατά φύσιν. αλλά και θελόμενός εστιν ο Υιός παρά του Πατρός. Ει  δε δια το εκ τούτων άτοπον ουκ εκ βουλήσεως αγαθός και οικτίρμων εστίν.45   Ο Μέγας Αθανάσιος επί του θέματος γράφει. ο δε υιός ίδιόν εστι της ουσίας του πατρός γέννημα. και λογικής φύσεώς εστι τούτο το πάθος. είη αν πολλώ μάλλον και αληθέστερον του Υιού φύσει και  ουκ εκ βουλήσεως Πατήρ". και έξωθέν  εστι του ποιούντος.

  και 3) τα ενεργηθέντα.υποστάσεώς εστι θελητής. αλλ' ουδέποτε δύναται ενέργειά τις να θεωρήται όχι μόνον αιτία  αλλ' ουδέ καν συναιτία της υπάρξεως του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος.. ουκ αθέλητός  εστιν αυτώ. και την Ουαλεντίνου  έννοιαν και θέλησιν προβάλλονται. ως και εκ τούτου θεωρείσθαι  τον Υιόν εν τω Πατρί.   Έχοντες υπ' όψιν ταύτα ως και την υπό του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων  ταύτισιν ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ και τον κατά συνέπειαν ισχυρισμόν αυτών ότι  ο Υιός γεννάται δια της γνώσεως του Πατρός και ότι το Πνεύμα εκπορεύεται δια της  βουλήσεως του Πατρός και του Υιού.. Ή πώς ου βλάσφημον λέγειν βούλησιν προ  του Λόγου είναι εν τω Πατρί. το  πέμπεσθαι. λέγοντας βουλήσει τον Υιόν. ας προσέξωμεν εις την ανωτέρω εμμονήν των  Πατέρων ότι το γεννάν είναι της ουσίας του Θεού. ως  έκαστος. Ο τρόπος υπάρξεως  εκάστης υποστάσεως του Θεού προηγείται ως εκ του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι  πηγή των ενεργειών.. και 3) το ενεργηθέν είναι το κτίσμα. Το γεννάν  ως και το εκπορεύειν απλούστατα δεν είναι ενέργειαι. 1) Οι ενεργούντες είναι ο Πατήρ. ταύτη και αυτός αγαπά και θέλει..τ. Πάντα δε δια του  Λόγου γέγονεν. ίνα μόνον διαστήσωσι τον Υιόν του Πατρός. περί δε τον Θεόν φρόνησιν  και βουλήν και σοφίαν ως έξιν συμβαίνουσαν και αποσυμβαίνουσαν  ανθρωπίνως γίνεσθαι μυθολογούσι. το προνοείν.λ. ει μή. δια του  Υιού. ότι τη του Πατρός  κυριότητι ήνωται. εν Αγίω Πνεύματι. όπως είδαμεν τον  Μέγαν Αθανάσιον γράφοντα. Έδει δε αυτούς. Ως δε εν τοις έμπροσθεν ειρήκαμεν. Της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος  ούτε προηγείται. επεί εκτός της του Πατρός ενότητος εστι. τα δε δούλα. και τιμά τον  Πατέρα. και μάλλον αυτός εστιν η  ζώσα βουλή του Πατρός. Δεν υπάρχει μία  αγάπη του Πατρός και άλλη του Υιού. ειπείν. το πέμπειν. πώς ο  μεν Κύριος. . και θέλει. Πάντων δε Κύριος τυγχάνει ούτος. "ουκούν ει τα ποιήματα  βουλήσει και ευδοκία υπέστη. δι' ου γέγονε. και πάντως η κτίσις δούλη.   Επί των τοιούτων ο Μέγας Αθανάσιος γράφει και τα εξής. το προγινώσκειν.  και ουκ ούσά ποτε γέγονε. Αλλ' οι ασεβείς  ου θέλουσι μεν Λόγον και βουλήν ζώσαν είναι τον Υιόν. ταύτη και αυτός αγαπά. Μη μέντοι κατά Ουαλεντίνον  προηγουμένην τις βούλησιν επειγασέτω. καθά προείπον. ή δι'  ετέρου τινός. ταυτόν γαρ ηγούμαι φρόνησιν και βούλησιν είναι .. "καί γαρ ο Υιός τη θελήσει ή θέλεται παρά του  Πατρός. μηδέ μέσον τις εαυτόν ωθείτω του  μόνου Πατρός προς τον μόνον Λόγον. ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. προφάσει του βουλεύεσθαι. .49 Δια τον λόγον αυτόν δεν υπάρχει εν τη Αγία Τριάδι ο    134  .. αλλά κτίσμα". Θελέσθω και φιλείσθω τοίνυν ο Υιός παρά του Πατρός. ούτω και ο Υιός ίδιος ών αυτού της ουσίας.[47]   Εκ των τοιούτων φαίνεται σαφώς ότι οι Πατέρες ουδεμίαν ενέργειαν παρεμβάλλουν εις  τον τρόπον της υπάρξεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος. το κτίζειν. Τις ουν εστι. και έν εστι θέλημα το εκ Πατρός εν Υιώ. Εν τω Θεώ ο Πατήρ αγαπά  τον Υιόν με την ιδίαν αγάπην με την οποίαν ο Υιός αγαπά τον Πατέρα. .  και μη είπωσιν ίδιον αυτόν του Πατρός είναι Λόγον. εκτός εστιν ούτος των βουλήσει γεγονότων. Μαίνοιτο γαρ  αν τις μεταξύ τιθείς Πατρός και Υιού βούλησιν και σκέψιν". και πάντα κινούσι.48   Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι εν τω Θεώ υπάρχει 1) Ο ενεργών. Και γαρ ο Υιός τη θελήσει ή  θέλεται παρά του Πατρός. και τον Πατέρα εν τω Υιώ. ενώ της ενεργείας του Θεού είναι το  γινώσκειν. εν ή ταύτα πάντα γέγονεν. ει ούτως εστί. ότι και  φρονήσει γέγονε. και ούτω το θέλειν  και μη αβούλητον του Θεού τις ευσεβώς λογιζέσθω.... το βούλεσθαι.. 2) η ενέργεια. ούτε υπέρκειται καμμία ενέργεια αλλά μόνον το φύσει γεννάν και  εκπορεύειν του Πατρός. και τιμά τον Πατέρα". μανέντες πάλιν είπωσιν αυτόν δι' εαυτού γεγονέναι. 2)  Η ενέργεια Αυτών είναι μία και κατά πάντα ταυτόν και άκτιστος εκ του Πατρός. και η κτίσις πάσα θελήματι γέγονεν . Πώς ουν δύναται βουλή και  θέλημα Πατρός υπάρχων ο Λόγος γίνεσθαι και αυτός θελήματι και βουλήσει. κ.

 Βούλει τι προσπαίξω και τον Πατέρα. ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.  θέλων εστί και θέλησις. ο  ενεργών και το ενεργηθέν. το γεννάσθαι και το  εκπορεύεσθαι. ο γινώσκων και το γινωσκόμενον. Ου γαρ πριν  είναι. και του λέγοντος. εφόσον η γνώσις του Πατρός και του Υιού είναι μία και ταυτόν. τα μεν ο  κινούμενος. αλλά μη και θελήσεως κρείττων η γέννησις. λέγων και λόγος. Όχι μόνον αυτό  αλλά και το Πνεύμα τότε γεννά τον Πατέρα. με την αυτήν γνώσιν.50   Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναπτύσσει τα εν λόγω θέματα ως εξής.  εξήγησις θα ήτο ότι ο Υιός και το Πνεύμα έλαβον από τον Πατέρα ελαττωματικήν  γνώσιν. το γεννητόν και το εκπορευτόν. το δε θεληθέν. Ο Μέγας Βασίλειος γράφει ότι "η ενέργεια ούτε ο  ενεργών εστιν ούτε το ενεργηθέν". Ει μεν δη θέλων. ενώ το γεννάν τον Υιόν και εκπορεύειν το Πνεύμα είναι της ουσίας ή της  υποστάσεως του Πατρός. Ταύτα βεβαίως εάν η γνώσις και η βούλησις είναι τρόποι υπάρξεως. ο αγαπών και το αγαπηθέν. εφόσον και Αυτός έχει την ιδίαν ακριβώς  γνώσιν. το  αγέννητον. Το ίδιον ισχύει και δια την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. αγάπην και βούλησιν. ουδέ το γεννηθέν. πότε του θέλειν ηργμένος. ουδέ γαρ έπεται  πάντως. αγαπά και θέλει τον Πατέρα και με τας αυτάς ακριβώς ενεργείας ο  Παράκλητος τον Πατέρα και τον Υιόν και ο Πατήρ και ο Υιός τον Παράκλητον. Έκαστον  πρόσωπον είναι φύσει πηγή της θείας ουσίας και των ακτίστων ενεργειών τας οποίας ο  Υιός και το Πνεύμα έχουν εκ του Πατρός. αγάπην και θέλησιν ο  Υιός γνωρίζει. είναι της ενεργείας  του Θεού. το αναίτιον. ο Πατήρ. Εάν  είναι ενέργειαι τότε ή το γνωσθέν και το βουληθέν είναι κτίσματα ή ο Υιός και το  Πνεύμα είναι απλώς ονόματα και ενέργειαι του Πατρός. Ουκούν θελήσεως. διότι εις την πατερικήν γλώσσαν σημαίνει ότι και ο Υιός γεννά τον  Πατέρα. ει μη μεθύομεν. θέλων Θεός ο Πατήρ.     135  .53   Ούτως η διδασκαλία ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιόν δια του τρόπου της γνώσεως είναι  ανόητος βλασφημία. αλλά και το Πνεύμα εκπορεύει τον Πατέρα  και τον Υιόν. ως είδαμεν σαφώς  να τονίζουν οι αναφερθέντες Πατέρες. Ή το μεν αυτού θελήσαν.θέλων και το θεληθέν.52   Πάντες οι Πατέρες διδάσκουν ότι το κτίζειν. ήτις  γεννά ή είναι ο Υιός. όπως και είναι εις την  αυγουστίνειον και φραγκολατινικήν θεολογίαν. Μεριστός  ούν". ίνα τα έχουν ουχί κατά χάριν. θέλειν. Τα του Θεού δε και υπέρ ταύτα πάντα. ουδέ το ακουσθέν. Πάντα όσα έχει ο Πατήρ έδωσεν εις τον Υιόν  και το Άγιον Πνεύμα. Αυταί αι υποστατικαί ιδιότητες λέγονται και τρόποι υπάρξεως και όχι  μόνον δεν είναι ενέργειαι του Θεού αλλά υπέρκεινται των ενεργειών. το αιτιατόν δια του γεννάσθαι και το αιτιατόν δια του  εκπορεύεσθαι.λ. δηλαδή δεν υπάρχει υποκείμενον και αντικείμενον των  ενεργειών του Θεού εν τω Θεώ. αλλά του  θέλοντος.  ω γέννησίς εστιν ίσως η του γεννάν θέλησις. και του γεννώντος. εί γε και τούτο δεξώμεθα  όλως. ή μη θέλων. εκφωνήσεως. η αγεννησία. ως επρεύσβευον οι Αρειανοί και οι  Πνευματομάχοι αλλά κατά φύσιν. όπως θα ίδωμεν. τότε εις την πατερικήν γλώσσαν τούτο σημαίνει ότι όχι μόνον ο  Πατήρ και ο Υιός εκπορεύουν το Πνεύμα. τα δε οίον η κίνησις. "αλλ' έτερον οίμαι. το θεληθέν.51   Είναι σαφές εκ των ανωτέρω ότι αι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος δεν ενεργούν  προς αλλήλας με διακεκριμένας ενεργείας αλλά με την αυτήν ενέργειαν.τ. Εάν τούτο γίνεται  δια του τρόπου της βουλήσεως με αιτίαν την γνώσιν του Πατρός προς Εαυτόν. γεννήσεως. αλλ' ουδέν μέσον. γεννών και γέννησις. ώστε αι ενέργειαι αυτών να μη ενεργούν την γέννησιν και  την εκπόρευσιν του Πατρός εκ του Υιού και εκ του Αγίου Πνεύματος. ενεργείν κ.54 Η μόνη άλλη.  Παρά σού γαρ έχω τα τοιαύτα τολμάν. Και όπως  αποφεύξη το σόν περιδέξιον. Τα μόνα τα οποία δεν είναι κοινά εις τας τρεις  υποστάσεις είναι τα υποστατικά ιδιώματα. ουδέ γαρ ήν τι πρότερον. Ακριβώς ως ο  Πατήρ γνωρίζει αγαπά και θέλει τον Υιόν.

 ούτε εικών  εστιν.56  Δηλαδή ενώ οι Πατέρες πρεσβεύουν μετά των προφητών ότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει  μεταξύ του ακτίστου και του κτιστού δια την αυγουστίνειον παράδοσιν υπάρχει  τοιαύτη ομοιότης.58 και τηρήσαντες τό. Και γαρ και εν ανθρώποις ευρεθήσονται πολλοί όμοιοι τω Πατρί. Τις όμοιός σοι εν Θεοίς.59 και περιπατείτε εν αγάπη. Εγώ εν τω  Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί. η λογική φύσις  του ανθρώπου είναι εικών επαρκής προς εικόνισιν και γνώσιν της Αγίας Τριάδος. καθώς και ο Χριστός  ηγάπησεν ημάς.61 ή. ούτε μονογενής Υιός. "πώς ούν. μόνον ούτος Υιός μονογενής και  Λόγος και Σοφία εστί.  χωρίς όμως να εννοήσουν τας προϋποθέσεις των δογμάτων τούτων και ούτω  συνέταξαν ξένα προς τας Οικουμενικάς Συνόδους θεολογικά πλαίσια εντός των οποίων  ηρμήνευον όλως εσφαλμένως τας αποφάσεις αυτών.55 Αντί ο Λόγος να είναι η  απαράλλακτος Εικών του Πατρός αποκαλύπτων εν Εαυτώ τον Πατέρα. ο δι' ημάς ύστερον  γενόμενος σάρξ. γίνεσθε ουν μιμηταί  του Θεού. Τις ομοιωθήσεται τω Κυρίω εν υιοίς Θεού.  Οι Πατέρες της Εκκλησίας επέμενον εναντίον των αιρετικών ότι ο Πατήρ και ο Υιός και  το Άγιον Πνεύμα έχουν πάντα τα άκτιστα κοινά εκτός από την ιδιότητα εκάστης  υποστάσεως. τοσούτων όντων ομοίων τω Πατρί. ούτε Σοφία.  Εις το θεολογικόν σύστημα του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων η  διαφοροποίησις των προσώπων της Αγίας Τριάδος δεν συνίσταται μόνον εις την  ιδιότητα εκάστης υποστάσεως.60  Και όμως ουδείς τούτων ούτε Λόγος. ούτε τις τούτων απετόλμησεν ειπείν. κυρίως μέσω της ανθρωπίνης ψυχής η οποία είναι και εικών του  Θεού. ο Αυγουστίνος  κατήργησε τας εμφανίσεις ταύτας του Λόγου και εθεολόγησε φιλοσοφικώς και  στοχαστικώς περί αφηρημένου (τού νοός) Θεού κατά τρόπον ξένον προς την πατερικήν  παράδοσιν. ώστε δύναταί τις να ερευνήση και την ουσίαν ακόμη του Θεού δια  των κτισμάτων. και προ αυτών οι απόστολοι και οι προφήται.Είναι σαφές ότι ενώ οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί εθεολόγουν βάσει της συγκεκριμένης  πραγματικότητος της προς τους προφήτας και αποστόλους αποκαλύψεως του Λόγου  δια των θεοφανειών εις την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην. Εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν.63 καί. πλείστοι μεν  μάρτυρες γενόμενοι. αλλά ου δι' εαυτού πάλιν. Ούτως ο Μέγας  Αθανάσιος γράφει. αι οποίαι άνευ  ουδεμιάς ελαττώσεως ή αλλοιώσεως ή παραλλαγής υπάρχουν αιωνίως και αϊδίως εκ  του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι Αγίω. και πάλιν προ  τούτων οι πατριάρχαι. Η διαφοροποίησις των τριών προσώπων συνίσταται εις τον τρόπον  υπάρξεως αυτών. μιμηταί δε γεγόνασι και του Παύλου πολλοί. 64     136  . Δηλαδή ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και  του Αγίου Πνεύματος. αι  οποίαι είναι αυτά ταύτα τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. ως ο Πατήρ ο εν τοις ουρανοίς. Ή πώς. ταύτην της κλήσεως έχομεν την χάριν". Εναντίον των  Αρειανών ετόνιζον ότι ο Λόγος είναι όμοιος και μόνη Εικών του Πατρός. τούτων ούτως όντων.  Κύριε. ως τέκνα αγαπητά. αλλά τονίζουν ότι είναι εικών κατά χάριν και ουχί φύσει.62 Αλλά περί μεν πάντων είρηται. Ούτος και οι Φραγκολατίνοι εδέχθησαν τύποις τα δόγματα των Πατέρων. γενόμενοι  οικτίρμονες. μόνος ούτος εικών  εστι.57   Σημειωθήτω ότι όλοι οι Πατέρες πιστεύουν βεβαίως ότι ο άνθρωπος είναι εικών του  Θεού. Ει γαρ και κατ' εικόνα γεγόναμεν. ως κακείνος του Χριστού. ουδόλως εις την ουσίαν και εις τας ενεργείας αυτών. ότι μόνος εικών  αληθινή και φύσει του Πατρός εστιν. αλλά ουχί της ουσίας και των ενεργειών αυτών τας οποίας  κοινωνεί αυταίς άνευ ενδιαμέσου τινός μεταξύ του γεννάν και του γεννάσθαι και του  εκπορεύειν και εκπορεύεσθαι. αλλ' ουδόλως έχουν ύπαρξιν δια του Υιού εν  Πνεύματι. και εικών και  δόξα Θεού εχρηματίσαμεν. αλλά δια την ενοικήσασαν εν ημίν  εικόνα και αληθή δόξαν του Θεού. διότι ουδεμία ομοιότης  υπάρχει μεταξύ της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως και του ακτίστου. αλλά κυρίως εις τας προς εαυτόν ενεργείας του Θεού. πολλοί τε και νυν εφύλαξαν την του Σωτήρος εντολήν. ήτις εστίν ο Λόγος αυτού. Περί δε αυτού.

 Τούτο  διότι ο Παύλος ο Σαμοσατεύς ισχυρίσθη ότι ο Λόγος είναι ομοούσιος τω Πατρί υπό την  έννοιαν ότι είναι μαζί με τον Πατέρα μία ουσία και υπόστασις. όπως είδαμεν. Αλλά εν τω ενσαρκωθέντι Λόγω μόνον ενούται ασυγχύτως. και αι  ανθρώπιναι ενέργειαι είναι της ανθρωπίνης φύσεως φυσικαί. Εναντίον των Αρειανών οι Πατέρες επέμενον ότι το γεννάν. είναι της υπερβαινούσης τα κατηγορήματα της ανάγκης και βουλήσεως  ουσίας του Θεού. Μόνον εν τη ενσαρκώσει ο Λόγος ενεργεί φύσει  θεία τα του Θεού και φύσει ανθρωπίνη τα των ανθρώπων. Οι Αρειανοί  ισχυρίζοντο ότι το γεννάν του Πατρός και το γεννάσθαι του Λόγου σημαίνουν ενεργείν  και ενεργηθέν και άρα άκτιστος ο ενεργών ή γεννών και κτιστός ο ενεργηθείς ή  γεννηθείς. οι Πατέρες  μετά μεγάλης προσοχής συνέλεξαν αδιακρίτως.   γ) Οι υπό της Β' Οικ.  Οι Ορθόδοξοι ευκόλως ανέτρεψαν τα τοιαύτα με την διδασκαλίαν του Κυρίου ότι μόνον  ο Πατήρ γνωρίζει τον Υιόν και μόνον ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα. Αγγέλου του Θεού εναντίον των Αρειανών. ατρέπτως. Συνόδου καταδικασθέντες Ευνομιανοί και Πνευνατομάχοι  και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα  Ίνα αποδειχθή το άκτιστον του εν τη δόξη του Θεού εμφανισθέντος εις τους προφήτας  και τους αποστόλους Λόγου.68   Ούτως οι Πατέρες έπληξαν σπουδαίως τους Αρειανούς δια της αποφατικής αυτών  θεολογικής παραδόσεως και μεταξύ άλλων επιχειρημάτων εχρησιμοποίησαν και την  αποφατικήν θεολογίαν των Αρειανών. αλλά ουχί βεβαίως  εις την απόδοσιν των ιδιοτήτων. Αι θείαι ενέργειαι ανήκουν  φύσει εις τον άκτιστον Θεόν μόνον. Δηλαδή οι Αρειανοί συνεφώνουν ουσιαστικώς  ότι μόνον ο Θεός γνωρίζει την Εαυτού ουσίαν και ίνα αποδείξουν ότι ο Λόγος είναι  κτίσμα εδίδασκον ότι ούτος δεν γνωρίζει ούτε την ουσίαν του Πατρός Αυτού. Η βασική αρχή  της μεθόδου ταύτης είναι ότι αι θείαι ενέργειαι είναι της θείας φύσεως φυσικαί.67   Όπως είδαμεν. όλα τα χωρία της Παλαιάς και της  Καινής Διαθήκης τα αναφερόμενα εις τας ενεργείας του Πατρός και του Υιού.70   Εκτός τούτου οι εν λόγω επίσκοποι ενόμιζον ότι ήτο αρκετόν προς ανατροπήν του  Αρειανισμού να λέγηται ότι ο Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του Αρχετύπου Πατρός    137  . είτε εις την ενέργειαν. ούτε την  ιδικήν Του. Φαίνεται σαφώς ότι δι'  αυτόν ομοούσιος σημαίνει ταυτούσιος και ταυτυπόστατος.  αχωρίστως και αδιαιρέτως η θεία φύσις και η ανθρωπίνη φύσις και αι φυσικαί  ιδιότητες εκάστης φύσεως φυσικώς. Πάντα του Πατρός και του Υιού είναι κοινά  εκτός από τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα. και εκ της  συλλογής ταύτης απεδείχθη σαφώς ότι όλας τας ενεργείας του Θεού Πατρός έχει και ο  Μονογενής Λόγος. ουχί χάριτι αλλά φύσει. μεταξύ Αρειανών και Ορθοδόξων υπήρχε συμφωνία περί της υπάρξεως  των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος ως και των ιδιοτήτων αυτών. Συνόδου.69   Υπήρχον πολλοί επίσκοποι οι οποίοι ετάχθησαν αδιστάκτως εναντίων των Αρειανών.  αλλά εφοβούντο το ομοούσιον του Μεγάλου Αθανασίου και της Α' Οικ. αν και ουχί  αβούλητος.66   Επίσης μετά μεγάλης προσοχής συνέλεξαν όλα τα περί των ενεργειών του Λόγου εν  σαρκί τα αναφερόμενα εις την εκ της Θεοτόκου ληφθείσαν κτιστήν φύσιν Αυτού και τα  απέδωσαν ορθώς εις αυτήν και ούτως ανέτρεψαν την προσπάθειαν των Αρειανών να  αποδείξουν το κτιστόν του Λόγου εκ των ανθρωπίνων ενεργειών Αυτού. Αι δε ανθρώπιναι ενέργειαι ανήκουν εις την κτιστήν  φύσιν μόνον. ώστε τα θεία ενεργεί ο  Θεός και τα ανθρώπινα ο άνθρωπος. είτε εις την ουσίαν.

και όμοιος Αυτώ κατά πάντα, ότι γεννάται φύσει και ουχί βουλήσει του Πατρός, εκ της  ουσίας Αυτού, ότι γνωρίζει την ουσίαν Αυτού, ότι δεν είναι εκ του μηδενός, και ότι έχει  όλας τας ενεργείας του Πατρός. Εξ αυτών πολλοί υπεστήριξαν αντί το ομοούσιος τω  Πατρί του Αθανασίου, το ομοιούσιος τω Πατρί. Δηλαδή ούτοι επίστευον ότι εφόσον η  ουσία (δηλ. υπόστασις) του Λόγου είναι ομοία κατά πάντα με την ουσίαν (δηλ.  υπόστασιν) του Πατρός τούτο σημαίνει σαφώς ότι ο Λόγος είναι φύσει Θεός και ουχί  κτίσμα εκ του μηδενός, απλούστατα διότι μεταξύ Θεού και κτισμάτων ουδεμία ομοιότης  υπάρχει.71   Επειδή όμως οι Αρειανοί ήσαν διατεθιμένοι να δεχθούν το "ομοιούσιος", άνευ όμως το  "γεννάσθαι εκ της ουσίας του Πατρός", εδημιουργήθησαν τοιαύτα θεολογικά  προβλήματα δι' αυτούς, ώστε τελικώς με τας περί ομοουσίου διασαφήσεις των  Καππαδοκών Πατέρων τινές εξ αυτών εδέχθησαν το ομοούσιον, άλλοι δε την  διδασκαλίαν του Μακεδονίου.72   Περί των Ομοιουσιανών ο Μέγας Αθανάσιος παρατηρεί, "πρός δε τους αποδεχομένους  τα μεν άλλα πάντα των εν Νικαία γραφέντων, περί δε μόνον το ομοούσιον  αμφιβάλλοντας, χρή μη ως προς εχθρούς διακείσθαι, και γαρ και ημείς ουχ ως προς  Αρειομανίτας, ουδ' ως μαχομένους προς τους Πατέρας ενιστάμεθα, αλλ' ως αδελφοί  προς αδελφούς διαλεγόμεθα, την αυτήν μεν ημίν διάνοιαν έχοντας, περί δε το όνομα  μόνον διστάζοντας. Και γαρ ομολογούντες εκ της ουσίας του Πατρός είναι, και μη εξ  ετέρας υποστάσεως τον Υιόν, κτίσμα τε μη είναι, μηδέ ποίημα Αυτόν, αλλά γνήσιον και  φύσει γέννημα αϊδίως τε αυτόν συνείναι τω Πατρί Λόγον όντα και Σοφίαν, ου μακράν  εισιν αποδέξασθαι και την του ομοουσίου λέξιν. Τοιούτος δε εστι Βασίλειος ο από  Αγκύρας, γράψας περί πίστεως. Το μεν γαρ όμοιον μόνον λέγειν κατ' ουσίαν ου πάντως  σημαίνει και το εκ της ουσίας, εξ ου μάλλον, ως και αυτοί ειρήκασι, σημαίνεται το  γνήσιον του Υιού προς τον Πατέρα ... Επειδή δε και εκ της ουσίας και ομοιούσιον αυτόν  ειρήκασι, τί έτερον σημαίνουσιν εκ τούτων ή το ομοούσιον;" 73 Μεταξύ των  Ομοιουσιανών ήσαν κατ' αρχήν Πατέρες ως ο Μελέτιος Αντιοχείας και ο Κύριλλος  Ιεροσολύμων.74      Ι. Οι Ευνομιανοί  Ευρεθέντες τινές των Αρειανών υπό την πίεσιν της επιτυχίας των κατ' αυτών  επιχειρημάτων των Πατέρων εγκατέλειψαν ωρισμένα έναντι των Πατέρων αδύνατα  σημεία της διδασκαλίας του Αρείου, και υιοθέτησαν τινάς νέας προϋποθέσεις, ίνα  στηρίξουν επιτυχέστερα την περί του κτιστού Λόγου μανίαν των. Με επί κεφαλής τον  Αέτιον και τον Ευνόμιον ούτοι 1) εταύτισαν ουσίαν και ενέργειαν εν τω Θεώ, 2)  επρέσβευσαν ότι όχι μόνον ο Λόγος αλλά και ο άνθρωπος γνωρίζει την ουσίαν του Θεού,  διότι ο Θεός απεκάλυψε την ουσίαν Αυτού και τα ονόματα αυτής ως και τα ονόματα της  ουσίας του Λόγου.75 Κατά τα άλλα η διδασκαλία των Ευνομιανών παραμένει αυτή των  Αρειανών.  Ήδη είδομεν την εις τους Ευνομιανούς υπό των Πατέρων δοθείσαν απάντησιν περί της  αποκαλύψεως των υπό του Θεού δήθεν κτισθέντων ονομάτων της θείας ουσίας και  άλλων ουσιών.76   Οι δυτικοί ιστορικοί των δογμάτων ασχολούνται με τας εν λόγω αιρέσεις χωρίς να  βλέπουν εις τα κείμενα τα οποία εξετάζουν, ότι οι Πατέρες και οι Αρειανοί ομού  διακρίνουν μεταξύ ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ. Μάλιστα ο καθηγητής της  Οξφόρδης J.N.D.KELLY ισχυρίζεται ότι οι Ευνομιανοί διέκρινον μεταξύ ουσίας και 

 

138 

ενεργείας εν τω Θεώ και εις το σημείον αυτό, ως γράφει, διαφέρουν από τους  Αρειανούς.77 Όπως ήδη είδαμεν συμβαίνει ακριβώς το αντίθετον. Το πρόβλημα των  τοιούτων Δυτικών είναι ότι ως πνευματικοί απόγονοι των Φραγκολατίνων πιστεύουν  ότι η ταύτισις ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ είναι η παραδεδομένη και  αναμφισβήτητος διδασκαλία της γνησίας χριστιανικής παραδόσεως. Όταν δε ούτοι και  δυστυχώς τινές των Ορθοδόξων ακούουν περί διακρίσεως ουσίας και ενεργείας εν τω  Θεώ περί αμεθέκτου ουσίας και μεθεκτής θείας δόξης, και περί φανερώσεως του  ακτίστου φωτός της θεότητος τοις θεουμένοις, φαντάζονται ταύτα ως μετά το σχίσμα  κατασκευάσματα των δήθεν πεπτωκότων εις πλάνην "Γραικών". 78 Η πεποίθησις των  Φράγκων ότι μέσω του Αυγουστίνου γνωρίζουν καλύτερα ή ακριβέστερα τα δόγματα  των Οικουμενικών Συνόδων από τους ελληνόφωνας Ρωμαίους, δηλαδή από τον  Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, τον Μέγαν Φώτιον, τον Γρηγόριον τον Παλαμά, κ.τ.λ.  εξακολουθεί να υπάρχη μεταξύ των Δυτικών μέχρι σήμερον, αν και υπό  επιστημονικωτέραν μορφήν.  Το παράδοξον είναι ότι υπάρχει μία σπουδαιοτάτη ομοιότης μεταξύ Φραγκολατίνων  και Ευνομιανών. Ταυτίζοντες και οι δύο την άκτιστον ουσίαν και άκτιστον ενέργειαν  και μη παραδεχόμενοι την διάκρισιν μεταξύ του ενεργούντος Θεού και της ακτίστου  ενεργείας Αυτού, ηναγκάσθησαν να εκλάβουν την εν τοις κτίσμασι ενέργειαν του Θεού  ως κτιστήν, ίνα εξηγήσουν ή δικαιολογήσουν την περί εκ του μηδενός δημιουργίαν του  κόσμου.79   Ακριβώς εις το σημείον αυτό υπάρχει σπουδαία διαφορά μεταξύ Αρειανών και  Ευνομιανών. Όπως είδαμεν, οι Αρειανοί διεφύλαττον την πραγματικήν προς τον κόσμον  σχέσιν του Θεού δια της διακρίσεως ουσίας και ακτίστου ενεργείας εν τω Θεώ.  Αντιθέτως οι Ευνομιανοί ηναγκάσθησαν να παρεμβάλλουν μεταξύ της ουσίας του Θεού  και των κτισμάτων κτιστάς ενεργείας ως αποτελεσματικάς των κτιστών ουσιών. Δια  τους Αρειανούς ο Λόγος έχει την εκ του μηδενός ύπαρξιν τη ακτίστω βουλήσει του Θεού  μηδενός κτίσματος μεσολαβούντος. Δια τους Ευνομιανούς, όμως, ο Λόγος είναι κτίσμα  της ακολουθούσης τον Θεόν κτιστής ενεργείας, ήτις ως αποτελεσματική του Λόγου  περιβάλλει Αυτόν.80 Το ίδιον ακριβώς συμβαίνει με το Άγιον Πνεύμα, το οποίον κτίζεται  υπό της ακολουθούσης τον Λόγον άλλης κτιστής ενεργείας, ήτις ως αποτελεσματική  Αυτού περιβάλλει Αυτό.81   Κατά τον τρόπον αυτόν απέφευγον οι Ευνομιανοί τα υπό των Ορθοδόξων  αντιμετωπισθέντα προβλήματα των Αρειανών περί χάριτι ή φύσει μεταδόσεως των  ακτίστων ενεργειών του Θεού εις τον Λόγον. Ο Θεός κατά τον Ευνόμιον δεν έδωσε την  άκτιστον δόξαν Αυτού, δηλαδή την ουσίαν Αυτού εις τον Λόγον.82 Το μόνον άκτιστον  δια τους Ευνομιανούς αλλά και δια τους Φραγκολατίνους είναι η θεία ουσία. Ούτω κατά  τους Ευνομιανούς ο Λόγος ουδόλως μετέχει όχι μόνον της θείας ουσίας αλλ' ούτε της  ακτίστου ενεργείας. Μετέχει μόνον της ακολουθούσης την απλήν θείαν φύσιν κτιστής  ενεργείας του Θεού.  Προφανώς προσεπάθουν οι Ευνομιανοί δια των τοιούτων επιχειρημάτων να  ανατρέψουν τα εκ της κατά πάντα ταυτότητος των ενεργειών της Αγίας Τριάδος  επιχειρήματα των Ορθοδόξων περί του ομοουσίου του Λόγου και του Πνεύματος τω  Πατρί. Προσέθεσαν μάλιστα εις την πανοπλίαν ταύτην και το παράδοξον επιχείρημα ότι  δι' έκαστον γένος ή είδος ή ομάδα ομοιοτήτων πρέπει να υπάρχη και μία ανάλογος  κτιστή ενέργεια, ήτις κτίζει και συντηρεί ταύτα όπως ακριβώς εις την περίπτωσιν του  Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. Απόδειξις δια τους Ευνομιανούς ότι υπάρχουν  κλιμακώσεις ενεργειών αποτελεστικών των όντων είναι η ύπαρξις κλίμακος ανωτέρων  και κατωτέρων όντων. Εάν υπήρχε μία ενέργεια θα υπήρχεν έν μόνον είδος των όντων  κατά τον Ευνόμιον.83  

 

139 

Η διδασκαλία αύτη είναι σαφώς αποτέλεσμα της ταυτίσεως ουσίας και ενεργείας εν τω  Θεώ, καθ' ήν ο Θεός αποφεύγει την τροπήν της φύσεώς Του ως και την κατ' ανάγκην  σχέσιν με τα εκτός Αυτού όντα, μέσω κτιστών απορρεουσών εξ αυτού κατωτέρων  ενεργειών δι' ών κτίζει, προνοεί, σώζει, αγιάζει, τελοιοί, κ.τ.λ. Αντιστοιχεί με τα ακίνητα  κινούντα του Αριστοτέλους και τα μεθεκτά των Νεοπλατωνικών. Προφανώς είναι και  αντίθεσις εις την διδασκαλίαν των Πατέρων, ότι απλή είναι η δύναμις και ενέργεια του  Θεού, Όστις εν αυτή μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και Όστις εν εκάστη ενεργεία  είναι παρών Όλος εκάστω όντι και ταυτοχρόνως πανταχού παρών βουλήσει και τη  ουσία απών τοις πάσι, εν Χριστώ δε παρών φύσει κατά την υποστατικήν ένωσιν.84   Αντιθέτως προς τους Αριστοτελικούς, Πλατωνικούς, και Ευνομιανούς οι Πατέρες  διδάσκουν ότι η μεριζομένη αμερίστως άκτιστος αυτή δύναμις και ενέργεια είναι της  θείας ουσίας φυσική, ουδέποτε χωρίζεται απ' αυτής, ουδέποτε εν τη εκφαντορική  προόδω αυτής πάσχει τροπήν, αλλοίωσιν, ελάττωσιν, ή γίνεται κτιστή, και ουδέποτε  νοητή ότε υπερνοητώς νοείται, ουδέποτε αισθητή ότε υπεραισθητώς αισθάνεται, και  ουδέποτε υλική ότε αΰλως υλοποιείται, και ουδέποτε ορατή ότε αοράτως οράται.85   Ενώ οι Αρειανοί παρενέβαλον μεταξύ του Θεού και του Λόγου την άκτιστον ενέργειαν  και βούλησιν του Πατρός, με αποτέλεσμα ο Λόγος να θεωρήται υπ' αυτών το ενεργηθέν  και βουληθέν κτίσμα, οι Ευνομιανοί παρενέβαλον κτιστήν ενέργειαν μεταξύ Πατρός και  Λόγου και άλλην κτιστήν ενέργειαν μεταξύ Λόγου και Πνεύματος.  Εναντίον των Ευνομιανών οι Πατέρες επαναλαμβάνουν τα ίδια επιχειρήματα, τα οποία  εξεσφενδόνισαν εναντίον των Αρειανών, ότι δηλαδή μεταξύ των προσώπων της Αγίας  Τριάδος δεν υπάρχει καμμία ενέργεια διαστηματική αλλ' εν Θεώ υπάρχει η αυτή  ενέργεια ήτις ως πηγήν έχει την τρισυπόστατον θεότητα. Καμμία ενέργεια δεν  προηγείται της υπάρξεως του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. "Αρκεί κατά μόνον τον  της αιτίας λόγον προεπινοείν του Υιού τον Πατέρα, και μη κεχωρισμένην, και  ιδιάζουσάν ποτε του Πατρός την ζωήν, προ της του Υιού γεννήσεως, ίνα μη συνεισέλθη  τη υπολήψει ταύτη διαστηματικόν τι νόημα προ της του Υιού αποδείξεως, τη ζωή του  γεγενηκότος παραμετρούμενον", γράφει ο Νύσσης.86   Ο Ευνόμιος εδίδασκε μάλιστα ότι "Υιός γαρ εστι εικών και σφραγίς της του  Παντοκράτορος ενεργείας".87 Εις ταύτα ο Γρηγόριος Νύσσης επικαλούμενος το Ιωαν.  1,1 και το Εβρ. 4,2 μεταξύ άλλων απαντά τα εξής, "τί μετά τούτους λέγει ο  εγγαστρίμυθος; Σφραγίς, φησί, της ενεργείας του Παντοκράτορος, τρίτον αυτόν μετά  τον Πατέρα ποιεί, τη ανυπάρκτω εκείνη ενεργεία μεσιτευόμενον, μάλλον δε προς το  δοκούν τη ανυπαρξία τυπούμενον. Ενεργείας εστί σφραγίς ο εν αρχή ών, Λόγος Θεός,  και τη αϊδιότητι της αρχής των όντων ενθεωρούμενος, ο Μονογενής Θεός ... Και μην  αυτό τούτο διερμηνεύων φησίν ο Παύλος, ότι χαρακτήρ εστιν ου της ενεργείας, αλλά  της υποστάσεως,88 ή το της δόξης απαύγασμα σφραγίς εστιν ενεργείας Θεού. Ω της  ασεβούς αμαθίας, τι μέσον εστι του Θεού και της αϊδίου μορφής; Τίνι δε μεσιτεύεται  προς τον χαρακτήρα εαυτής η υπόστασις;"89   Ίνα αποδείξη το κτιστόν του Λόγου ο Ευνόμιος εταύτισεν όχι μόνον ουσίαν και  ενέργειαν εν τω Θεώ αλλά και υπόστασιν και ουσίαν.90 Προηγουμένως οι όροι ουσία και  υπόστασις φαίνεται ήσαν ταυτόν και εχρησιμοποιούντο αδιακρίτως. Πιθανόν ούτω  χρησιμοποιούνται εις το Σύμβολον της Νικαίας, "ή εξ ετέρας υποστάσεως ή ουσίας  φάσκοντες είναι".91   Ο Μέγας Βασίλειος είναι πεπεισμένος ότι το Σύμβολον της Νικαίας και οι Πατέρες της  Συνόδου ταύτης διέκρινον μεταξύ των δύο ονομάτων.92 Ο Μέγας Αθανάσιος εις  ωρισμένα μέρη των συγγραμμάτων αυτού φαίνεται ότι ταυτίζει ταύτα ως ονόματα και 

 

140 

εις άλλα φαίνεται ότι τα διακρίνει.92 Πάντως ως πρόεδρος της εν Αλεξανδρεία Συνόδου  του 362 εδέχθη ως επιτρεπτήν και χρήσιμον την διάκρισιν ταύτην, εναντίον των  αιρετικών.93 Μετά το 362 η διάκρισις επεκράτησεν ως εκφράζουσα σαφώς την  παραδεδομένην πίστιν. Ο Αυγουστίνος ομολογεί ότι αγνοεί τον λόγον της διακρίσεως.94   Πάντως με το να πρεσβεύη ότι το αγέννητον του Πατρός είναι όνομα της ουσίας του  Θεού, ο Ευνόμιος ενόμιζεν ότι τοιουτοτρόπως αποδεικνύεται ότι το γεννητόν, είναι τω  Πατρί ούτε ομοούσιον, ούτε ομοιούσιον αλλά αντιθέτως ανόμοιον και ετερούσιον  αγέννητος Θεός και γεννητός Υιός δεν δύνανται να ορίζουν την αυτήν ουσίαν.95   Εναντίον των τοιούτων ισχυρισμών οι Πατέρες ενέμενον εις την αγιογραφικήν  παράδοσιν των θεουμένων ότι η θεία ουσία είναι ανώνυμος και παντελώς άγνωστος και  αμέθεκτος. Τα ονόματα αγέννητος και γεννητός δεν σημαίνουν ουσίαν.96   Όπως είδαμεν ο Ευνόμιος εδίδασκεν ότι ο Θεός απεκάλυψε τα ονόματα των όντων ως  και τα ονόματα της ουσίας Αυτού. Επομένως ισχυρίζετο "μή κατ' επίνοιαν ανθρωπίνην  σεμνύνειν τον Θεόν τη του αγεννήτου προσηγορία, εκτιννύναι δε αυτώ το πάντων  αναγκαιότατον όφλημα, εν τη του είναι ό εστιν ομολογία. Αλλά μην ουδέ κατά στέρησιν  εί γε των κατά φύσιν αι στερήσεις, εισί στερήσεις και των έξεων δεύτεραι. Ουκούν, ει  μήτε κατ' επίνοιαν, μήτε κατά στέρησιν, μήτε εν μέρει (αμερής γάρ), μήτε εν αυτώ ως  έτερον (απλούς γάρ), μήτε παρ' αυτόν έτερον (είς γαρ και μόνος αγέννητος), αυτό αν  είη ουσία αγέννητος. Αγέννητος δε ών κατά την προλαβούσαν απόδειξιν, ουκ αν ποτε  πρόσοιτο γέννησιν, ώστε της ιδίας μεταδούναι τω γενομένω φύσεως, εκφύγοι τε αν  πάσαν σύγκρισιν και κοινωνίαν την προς το γεννητόν".97   Εις τα τοιαύτα ο Μέγας Βασίλειος μεταξύ άλλων απαντά, "έν μεν ουδέν εστιν όνομα ό  πάσαν εξαρκεί την του Θεού φύσιν περιλαβόν, ικανώς εξαγγείλαι, πλείω δε και ποικίλα  κατ' ιδίαν έκαστον σημασίαν, αμυδράν μεν παντελώς και μικροτάτην, ως προς το όλον,  ημίν γε μην εξαρκούσαν την έννοιαν συναθροίζει. Εν τοίνυν τοις περί Θεού λεγομένοις  ονόμασι, τα μεν των προσόντων τω Θεώ δηλωτικά εστι, τα δε το εναντίον, των μη  προσόντων. Εκ δύο γαρ τούτων οιονεί χαρακτήρ τις ημίν εγγίνεται του Θεού, έκ τε της  των απεμφαινόντων αρνήσεως και εκ της των υπαρχόντων ομολογίας. Οίον, όταν  άφθαρτον ονομάζωμεν, δυνάμει λέγομεν εαυτοίς ή τοις ακούουσιν, ότι μη οίου φθορά  τον Θεόν υποκείσθαι ...   Ούτω δη και όταν αγέννητον, ότι μηδεμιάς αιτίας μήτε αρχής εξήφθαι το είναι του Θεού  νομίσης ... Πάλιν αγαθόν λέγομεν τον Θεόν, και δίκαιον, και δημιουργόν, και κριτήν, και  άλλα όσα τοιαύτα. Ως ουν επ' εκείνων αθέτησίν τινα και απαγόρευσιν των αλλοτρίων  του Θεού εσήμαινον αι φωναί, ούτως ενταύθα θέσιν και ύπαρξιν των οικείων τω Θεώ  και πρεπόντως περί αυτόν θεωρουμένων αποσημαίνουσιν. Εκ τοίνυν εκατέρου του  είδους των προσηγοριών διδασκόμεθα, ή περί των προσόντων, ότι πρόσεστιν, ή περί  των μη προσόντων, ότι μη πρόσεστι. Το γε μην αγέννητον των μη προσόντων εστί  σημαντικόν, δηλοί γαρ το μη προσείναι γέννησιν τω Θεώ. Τούτο δε είτε αφαιρετικόν,  είτε απαγορευτικόν, ή αρνητικόν τι τοιούτον βούλοιτό τις προσαγορεύειν, ου  διοισόμεθα. Ότι δε ου των υπαρχόντων τω Θεώ σημαντικόν εστι το αγέννητον,  αρκούντως οίμαι δηλούσθαι τοις ειρημένοις. Η δε ουσία ουχ έν τι των μη προσόντων  εστίν, αλλ' αυτό το είναι του Θεού, όπερ εν τοις μη ούσι καταριθμείν παρανοίας εστί της  ανωτάτω ... τις γαρ ανάγκη, υπό έν των απηριθμημένων την αγεννησίαν πεσείν; Ου μην  αλλ' επειδή αυτός ως αναγκαίως συνημμένον τοις προάγουσιν επιφέρει τό, ουκούν ει  μήτε κατ' επίνοιαν, μήτε κατά στέρησιν, μήτε κατά άλλον τινά των απηριθμημένων  τρόπον, αυτό αν είη ουσία αγέννητος, ούτως ημείς αντιστρέψαντες είπωμεν, ότι ουκούν  επειδή κατ' επίνοιαν θεωρείται, και στερητικόν εστι το όνομα, ουχί ουσία του Θεού το  αγέννητον".98  

 

141 

 Τί ουν εκ τούτου κατασκευάζεται.100   Περί τούτου ο Νύσσης γράφει. της ενεργείας και της ουσίας ούτως. "Ει τοίνυν ταυτόν  εστι Πατέρα τε και δημιουργόν αυτόν λέγεσθαι. αντίτυπος πάντως η απάθεια  τω ενεργούντι γενήσεται. συνθησομένους  ετερούσιον είναι τον Υιόν. Ούτως ουσία δια τον  Ευνόμιον είναι αγεννησία.101   Εκ των ανωτέρω έχομεν σαφώς τας βασικάς προϋποθέσεις της πατερικής θεολογίας.. αλλά μη τα δύο διαφυγόντα.  Το ότι ο Πατήρ δεν είναι ταυτόν με την ουσίαν Αυτού. Ως δυοίν θάτερον. ανάγκη πάσα και τα των ενεργειών αποτελέσματα  ομογενώς έχειν αλλήλοις. ως αμφοτέρωθεν ημάς δήσοντες. ενέργειαν γαρ είναι τούτων  εκάτερον επίσης ορίζεται. Ούτως εξ ανάγκης ει ενέργειάν τις ορίζοιτο  την πατρότητα. πατρότης και ενέργεια.. ίνα την ενέργειαν δέξηται. της δημιουργίας. ή παθητήν δια τούτων του Μονογενούς την ουσίαν  ποιήσουσιν. αλλ' ου  γέννημα. Ως γαρ παρ' ημίν αι κλήσεις αύται το γνήσιον και οικείον γνωρίζουσιν. ει ου  συνίσταται καθ' εαυτήν η ενέργεια. ότι ούτε ουσίας όνομα ο Πατήρ. σχέσεως δε και του πώς έχει προς τον Υιόν ο Πατήρ. παντί δήλόν εστι τω επισταμένω  βλέπειν προς το ακόλουθον. ώστε ο Μονογενής ως γεννητός. ει δε ενεργείας. ουσίας. η αποτελεσματική τινος πράγματος. Ο Πατήρ. μη  υποκειμένου του πάσχοντος. ω σοφώτατοι. ποίημα σαφώς ομολογήσοντες."102     142  . ώστε το αεί Πατήρ  συνεπάγεται το αεί Υιός. παθητός άρα δια τούτων ο μονογενής Υιός αποδείκνυται. Ο Πατήρ ως Πατήρ και ουχί ως ουσία είναι η αιτία υπάρξεως του Υιού και του  Αγίου Πνεύματος. σαφώς ούτω διαγορεύων τω λόγω. Το ότι ο Πατήρ γεννά κατ' ουσίαν  δεν σημαίνει ότι η αιτία της υπάρξεως του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι η θεία  ουσία.Κατ' αρχήν ο Ευνόμιος απέφευγε την χρήσιν του ονόματος Πατήρ εν συνδυασμώ με το  αγέννητον. ότε έχομεν ή δύο αιτίας εν τω Θεώ ή εάν ο Πατήρ και ο Λόγος είναι μία αιτία  τότε ως μία υπόστασις μόνον δύνανται να είναι μία αιτία. το ενεργούν ουκ έσται. ει μη κατά τινα παθητήν  πάντως απεργασθείσαν ύλην. Ει μεν ουσίας φήσομεν. ουκ έσται πάντως το  ενεργούμενον.  ουδενός ήττον των ειρημένων όν αξιάγαστον. ως ούτοι  προκατείληφεν ο Πατήρ. θαυμάζειν φήσουσιν. προς την κίνησιν της  υφιστώσης αυτόν ενεργείας τυπούμενος . Επομένως εις την πατερικήν γλώσσαν και ορολογίαν η παρακτική και  υπαρκτική εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού δύναται να  σημαίνη μόνον ότι ο Υιός είναι ως υπόστασις αιτία ή συναιτία της υπάρξεως του  Πνεύματος. ει των δύο το έτερον δέξασθαι ήν αναγκαίον. "εκείνο δε πώς παραδράμωμεν. και της πατρότητος. ή ο Υιός προς τον  Πατέρα. Σφόδρα ά ηδέσθην υμών και αυτός την  διαίρεσιν. Ει γαρ απαθής νομισθείη. ου γαρ ο ενεργών. επειδή εμπεριέχει σαφώς την ιδέαν του Υιού. Ει γαρ  μη το πάσχον είη. ούτω  κακεί την του γεγεννημένου προς το γεγεννηκός ομοφυΐαν σημαίνουσιν. ουδέν έτερον εστιν ή  ενέργεια. ότι Άφθαρτος μεν ουκ  ενεργεία εστιν. κωλυομένης δε της ενεργείας. . Τούτο δε προς ποίον  βλασφημίας πέρας δια της ακολουθίας εκφέρεται. Και πώς το πεποιηκότι  ταυτόν το πεποιημένον.. μη τινος υποδεχομένου της ενεργείας την κίνησιν . Ουκ έστιν ενέργειαν απεργαστικήν τινος πράγματος  αυτήν εφ' εαυτής συστήναι. τω την ενέργειαν αμφοτέρων αυτώ  γίνεσθαι των ονομάτων αιτίαν. Πατήρ δε και δημιουργός εξ ενεργειών ονομάζεται. εκεί πάντως και το ενεργούμενον.  Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιμετωπίζει την υπό των Ευνομιανών ταύτισιν ταύτην  της πατρότητος. επειδή μία μεν ουσία Θεού. κατ' αυτό το εξ ενεργείας ομοίως είναι. ούτε  ενεργείας. ή ενεργείας  όνομα. λέγω.. φησίν. Ο Πατήρ δε καθώς ούτοί φασιν.99 Εις τα μεταγενέστερα συγγράμματά του όμως ο Ευνόμιος  υιοθέτησε και το όνομα Πατήρ ως δηλωτικόν και αυτό της ουσίας. ουκ άλλως αποδείξει του Υιού την υπόστασιν. ταύτην δέ. το μηδέ όλως αυτήν είναι κατασκευάζουσιν". "πώς ταυτόν οίεται των δύο τούτων ονομάτων το  σημαινόμενον. ή τούτο δια το προφανές της ασεβείας  οκνούντες.. Υιός  και το ενεργηθέν είναι ετερούσιος και ανόμοιος τω Πατρί..  τρίτον ειπείν αληθέστερον.

 ουκέτ' αν εν τω κοινώ της φύσεως τον των υποστάσεων λόγον  συντίκτειν αιτιαθείημεν.  νομίζων ότι απαντά εις τους Ευνομιανούς. ήτοι κτίζει και η ουσία του Υιού ως αιτιατόν  γεννάται. τί δε εστι τη φωνή ταύτη ου συνενδείκνυται . το δε εκ του αιτίου πρεσβεύων. μήτε τον Πατέρα δια γεννήσεως ενεδειξάμεθα. Η δε ταύτισις αιτίου  και αιτιατού με την ουσίαν του Πατρός και του Υιού είναι ακριβώς το υπό των Πατέρων  καταδικασθέν σημείον. κατ' ανάγκην γεννά. Ουδαμού γράφει ότι ο Υιός μεταβάλλεται εις αίτιον ή συναίτιον του  αιτιατού εκ της αιτίας Πνεύματος. το δε εκ του αιτίου.  Επιλαμβάνεται ο Αυγουστίνος του υπό των Αρειανών τεθέντος διλήμματος. Ειπόντες γαρ τον μεν αιτιατόν. αλλά μόνον το μήτε τον  Υιόν αγεννήτως είναι. Ούτω δια τους  Ευνομιανούς η θεία ουσία ως αιτία γεννά. της του Υιού μεσιτείας και αυτώ το  Μονογενές φυλαττούσης. Ούτως ηρμήνευσεν εσφαλμένως την  διδασκαλίαν και των αιρετικών και των Ορθοδόξων. το δε εξ αιτίου  είναι πιστεύειν. Την  ουν τοιαύτην διαφοράν επί της αγίας Τριάδος λέγοντες. αλλά είναι αι τρεις ιδιότητες  καθ' ας υπάρχει διαφορά εν τω Θεώ. ουχί την φύσιν τω κατά το λόγω διεχωρίσαμεν. και του εξ αιτίας όντος. τούτο σημαίνει ότι το  φύσει και βουλήσει γεννάν είναι ταυτόν. Απαντά δε ότι ο Πατήρ φύσει γεννά. Αίτιον δε και το εξ αιτίου λέγοντες. την ενέργειαν και την πατρότητα με την  άκτιστον ουσίαν και το γεννητόν και την υιότητα με κτιστήν φύσιν.. Υιός και Άγιον Πνεύμα δεν είναι  δηλωτικά της κατά πάντα μιας φύσεως ή ουσίας του Θεού. πάλιν άλλην διαφοράν  εννοούμεν". "Αίτιον δε και το εξ αιτίου λέγοντες. και το Πνεύμα της φυσικής προς τον Πατέρα σχέσεως μη  απειργούσης. Πρότερον δε ημάς  είναι πιστεύειν τι επάναγκες. Η διαφορά αυτή είναι σχέσεις αιτίου Πατρός προς  αιτιατόν Υιόν και αιτιατό Πνεύμα. ουχί φύσιν δια τούτων των  ονομάτων σημαίνομεν". δια τούτο  κυρίως μία θεότης. "τό  απαράλλακτον της φύσεως ομολογούντες.  τω μεν αίτιον πιστεύειν είναι. Ασχολούμενος με τα ανωτέρω  προβλήματα αποδίδει εις τους Ευνομιανούς επιχειρήματα των Αρειανών και απαντά εις  τα επιχειρήματα αυτά με τα επιχειρήματα των Ευνομιανών εναντίον των Ορθοδόξων.  αλλά την κατά το πώς είναι διαφοράν ενδεικνύμεθα.104α Αυτό όμως είναι το επιχείρημα των    143  .103   Χρήζει προσοχής ότι ο άγιος Γρηγόριος αναφερόμενος εις την υποστατικήν ιδιότητα  του Αγίου Πνεύματος αναφέρει μόνον "καί του εξ αιτίας όντος. την κατά το αίτιον και αιτιατόν διαφοράν  ουκ αρνούμεθα. και  το εκ του Πατρός είναι το Πνεύμα μη αμφιβάλλειν. αλλά επειδή η βούλησις  είναι αγάπη η οποία είναι κατά τον Αυγουστίνον η θεία ουσία. και τα άλλα πάντα των θεοπρεπών ονομάτων  μοναδικώς εξαγγέλεται". και είς Θεός. πώς μεν εστιν υποτίθεται.. το δε δια του  προσεχώς εκ του πρώτου. ως το μεν αίτιον. εν ω μόνω διακρίνεσθαι το έτερον του ετέρου καταλαμβάνομεν. εάν δε κατά βούλησιν. Επί τούτου ο Γρηγόριος Νύσσης γράφει. Το μεν γαρ προσεχώς εκ του πρώτου.Ούτως οι Πατέρες τονίζουν ότι τα ονόματα Πατήρ. και τότε πώς εστι το πεπιστευμένον περιεργάσασθαι.   Ο Αυγουστίνος έλαβε γνώσιν βεβαίως περί των υπό συζήτησιν θεμάτων μεταξύ  Ευνομιανών και Ορθοδόξων και ως έπαθεν εις τα αντίστοιχα περί Αρειανισμού θέματα  δεν συνέλαβεν ακριβώς την πραγματικότητα. ήτοι κτίζεται. το ουν αγεννήτως είναί τι  λέγειν. Επίσης παρατηρήσεως άξιον είναι ότι τα ιδιώματα  αίτιος και αιτιατός ουδέποτε αναφέρονται εις την θείαν ουσίαν.  Άλλος ουν ο του τί εστι. ώστε και το μονογενές αναμφίβολον επί του Υιού μένειν. η δε θεία  φύσις απαράλλακτός τε και αδιαίρετος δια πάσης εννοίας καταλαμβάνεται. το μεν αναιτίως είναι. ότι "εάν ο  Πατήρ γεννά φύσει. κτίσμα γεννά. ουχί φύσιν δια τούτων των  ονομάτων σημαίνομεν. πάλιν  άλλην διαφοράν εννοούμεν. και άλλος ο του πώς εστι λόγος.104 Εξ άλλου αυτή είναι η καταδικασθείσα διδασκαλία του  Ευνομίου. Επειδή τοίνυν τας μεν υποστάσεις της αγίας Τριάδος ο του  αιτίου διακρίνει λόγος. όστις εταύτισε το αγέννητον. τον  δε άνευ αιτίου." νομίζων  ότι είναι των Ευνομιανών. Ουδέ γαρ τον αυτόν αν τις αιτίας και φύσεως αποδοίη λόγον.

 πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστιν". Από την απόλυτον ταυτότητα των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος  μετά του Πατρός και του Υιού αποδεικνύεται η ταυτότης της φύσεως..111   Τα δεδομένα περί Αγίας Τριάδος αξιώματα της Παραδόσεως ήσαν ότι μεταξύ του Θεού  και του Λόγου όλα είναι κοινά εκτός από τας υποστατικάς ιδιότητας. Ό. και  ηλαττώσθαι τοις πάσιν εν δυνάμει και δόξη και αξιώματι και πάσιν άπαξ τοις  θεοπρεπώς λεγομένοις ονόμασί τε και νοήμασι. έχει και το Άγιον  Πνεύμα τη ενότητι του ονόματος της φύσεως Αυτού . κυρίως δε περί του Άλλου Παρακλήτου. εφόσον  το Πνεύμα έχει όλα όσα έχουν κοινά ο Πατήρ και ο Υιός και εφόσον έχει την ύπαρξιν    144  . ο νοών  εσφαλμένως περί του Πνεύματος δεν δύναται ορθώς να νοήση τον Υιόν. διότι πάντα όσα έχει ο Πατήρ. Ούτως έχομεν τον κανόνα ότι. αλλά και από τας  προς τους προφήτας και τους αποστόλους θεοφανείας και κυρίως ως είδαμεν την  ημέραν της Πεντηκοστής. όσον επαρκεί αυτώ προς αποτεταγμένας τινάς και μερικάς ενεργείας. το γεννάσθαι πρέπει να είναι ετερούσιον.  ανάξιον δε της προς τον Πατέρα και Υιόν ομοτιμίας φασί. εδίδασκον ότι το Άγιον Πνεύμα έχει την άμεσον αιτίαν της  εκ του μηδενός υπάρξεώς του εις τας περιβαλλούσας τον κτιστόν Λόγον κτιστάς  ενεργείας. ό. έχει και ο Υιός και  δια τούτο είπεν. μία μεγαλειότης. "οι υπεναντίοι αποξενώσθαι μεν αυτόν προς τον Πατέρα και τον Υιόν  της φυσικής κοινωνίας. ότι η ερμηνευτική παράδοσις της Εκκλησίας  χρησιμοποιεί αδιακρίτως χωρία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης εις έκθεσιν και  στήριξιν του περί Αγίου Πνεύματος δόγματος.τι επομένως έχουν ο Πατήρ και ο Υιός. Ταύτης δε κρατούσης παρ' αυτοίς  της υπολήψεως. Οι Πνευματομάχοι  Την διδασκαλίαν των Πνευματομάχων περί Αγίου Πνεύματος συνοψίζει ο Γρηγόριος  Νύσσης ως εξής. τω αξιώματι και τη  φύσει.τι έχει ο Πατήρ  έχει ο Υιός και ό..τι έχουν κοινόν ο Πατήρ και ο Υιός έχει και το Πνεύμα το Άγιον. δυνάμεως δε τοσούτον  μετέχειν. μία δόξα.Ευνομιανών προς απόδειξιν ότι ο Υιός είναι ετερούσιος. Διότι όπου  υπάρχει μία αξία.τι έχει ο  Χριστός. Όθεν το Πνεύμα έχει ό. Επισημαίνομεν το γεγονός το οποίον παρετηρήσαμεν εις την  περί Λόγου διδασκαλίαν των Πατέρων. και επομένως ό.     ΙΙ.107   Τα υπέρ του ακτίστου και του ομοουσίου του Αγίου Πνεύματος τω Πατρί επιχειρήματα  των Πατέρων είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά υπέρ του ακτίστου και ομοουσίου του  Λόγου τω Πατρί. της δε  δημιουργικής ισχύος έξω παντάπασιν καθεστάναι.  Ο άγιος Αμβρόσιος τονίζει.105   Ως είδαμεν106 οι Ευνομιανοί.108 Αλλαχού γράφει ".τι έχει ο Θεός. εκ του ακολούθου κατασκευάζεται παρ' αυτών το μηδέν έχειν εν  εαυτώ το Πνεύμα των περί της θείας φύσεως ευσεβώς λεγομένων τε και νοουμένων".. Δηλαδή εφόσον  το γεννάν είναι η θεία ουσία.109  Πρέπει να τονισθή πάλιν ότι το άκτιστον ως και το αυθυπόστατον του Αγίου  Πνεύματος μαρτυρείται εις την πατερικήν θεολογίαν όχι μόνον από την σαφή  διδασκαλίαν του Χριστού. Όπως δε ο Λόγος είναι κατώτερος του Θεού κατά φύσιν και ενέργειαν ούτω  και το Πνεύμα είναι κατώτερον του Λόγου. Ούτω και το Άγιον  Πνεύμα έχει και Αυτό πάντα τα εκ των κοινών του Πατρός και του Υιού.τι δήποτε νομίζεις ότι  αφαιρείται από οιονδήποτε των τριών προσώπων αφαιρείται απ' όλα ομοίως". και δια το της φύσεως διαλλάττον υποβεβηκέναι. όπως είδαμεν. Ως δε Αυτοί  ούτω και Αυτό έχει ιδίαν υποστατικήν ιδιοτήτα. μία αγάπη. ο πιστεύων  εσφαλμένως περί του Υιού δεν δύναται να νοήση ορθώς περί του Πατρός. "ό. και δια τούτο δόξης μεν αμέτοχον. και τρίτος τη τάξει.. Θα επανέλθωμεν  εις τον Αυγουστίνον εν οικείω τόπω.

 Αρειανούς και Νεστοριανούς. Ταύτα αναφέρομεν όχι επειδή είναι η ορθή  ερμηνεία των όρων.  όλοι οι Πατέρες συνεφώνουν ότι αι ιδιότητες και οι τρόποι υπάρξεως των προσώπων  της Αγίας Τριάδος είναι ότι ο Πατήρ είναι αίτιος εξ ουδεμιάς αιτίας.  Πάντως είτε είποι τις ουχί γεννητώς απλώς ή εκπορευτώς. αλλά διότι ιστορικώς υπήρξεν. Ούτως η  διαφορά μεταξύ Λόγου και Πνεύματος είναι ότι ο Λόγος εγένετο Μονογενής Υιός του  Θεού προ των αιώνων και εσαρκώθη. Ούτως οι  ευρισκόμενοι εν τω απαραλλάκτως απεικονίζοντι τον Λόγον Πνεύματι βλέπουν δια της  μόνης απαραλλάκτου Εικόνος του Πατρός το Αρχέτυπον Φώς. ότι ο Υιός ύπαρξιν  έχει εκ του Πατρός γεννητώς και το Πνεύμα το Άγιον επίσης υπάρχει μετά του Υιού εκ  του Πατρός αλλ' ουχί γεννητώς. ο Λόγος και το Πνεύμα  είναι αϊδίως εκ του Θεού φύσει. δια την δημιουργίαν. αι οποίαι δεν ταυτίζονται ούτε με την ουσίαν  του Θεού ούτε με την ενέργειαν.113 Τινές εις το ουχί γεννητώς προσέθετον το  εκπορευτώς.112   Εκτός από την αναφερθείσαν αρχαίαν παράδοσιν. Το  δε εκπορευτώς επιβάλλεται ως ο επίσημος όρος της Β' Οικ.114 το οποίον επισήμως υιοθετήθη εις το Σύμβολον της Β' Οικ.  Είδαμεν1 ότι αι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος είναι ασύγχυτοι και ακοινώνητοι  ιδιότητες δηλούσαι εν Θεώ "διαφοράς". δηλαδή ο Θεός είναι εξ ουδενός.    145  . συνετέλεσεν εις το να δοθή μεγαλυτέρα από ότι έπρεπε προσοχή  εις τον όρον εκπόρευσις εις βάρος των πατερικών προϋποθέσεων περί του τρόπου της  υπάρξεως των τριών προσώπων και περί των ενεργειών της μιας φύσεως αυτών. Ερμηνευομένη όμως υπό των ετεροδόξων εμφανίζεται ωσάν αρχαίος  ημιαρειανισμός ενώ δεν ήτο. Εν τοιαύτη περιπτώσει τα υποστατικά ιδιώματα  κατ' ουσίαν παραμένουν τα ίδια. ήτις διέκρινε μεταξύ ενδιαθέτου  Λόγου και του Αυτού γενομένου δια της εκ του Πατρός γεννήσεως προφορικού Λόγου. τη δε μία βουλήσει της Αγίας Τριάδος ο Λόγος ο  ενδιάθετος προφέρεται. ενεργείας και υποστατικών ιδιοτήτων και σχεδόν αδιακρίτως  συγχέοντες ταύτα εις την ιδικήν των αυγουστίνειον θεολογικήν παράδοσιν. ορθώς δε ερμηνευομένη είναι  ορθόδοξος.  Ίσως υπάρχει και κάποια βάσις να αποδεχθή τις ότι απολύτως Ορθόδοξοι ήσαν οι  Πατέρες οι διδάσκοντες ότι τα ονόματα Πατήρ και Υιός αναφέρονται εις την γέννησιν  του ήδη εκ του Θεού αϊδίως και φύσει υπάρχοντος υποστατικού Λόγου δια την  δημιουργίαν και ενσάρκωσιν. τότε και Αυτό είναι ομοούσιον τω Πατρί  ως απαράλλακτος μόνη Εικών της μόνης Εικόνος του Αρχετύπου Πατρός. έχει η  διάκρισις ουσίας και ακτίστου ενεργείας εν τω Θεώ. εφόσον ο Λόγος αεί την ύπαρξιν του έχει εκ του Θεού  Πατρός όπως έχει το Πνεύμα το Άγιον. Επίσης είδαμεν2 πόσο σπουδαίαν σημασίαν δια τους  Πατέρας.Του εκ της ουσίας ή υποστάσεως του Πατρός.  Μη γνωρίζοντες οι Φραγκολατίνοι και οι πνευματικοί απόγονοι αυτών τας εν τω Θεώ  διακρίσεις μεταξύ ουσίας. αλλά και δια τους Σαμοσατιανούς. ως εξελίχθη μετά την άλωσιν της  Κωνσταντινουπόλεως. Συνόδου. Συνόδου.115      Ζ' Η υπό της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381) αποτελείωσις της διατυπώσεως του  δόγματος  Φαίνεται ότι η περί Filioque διαμάχη. δογματικώς είναι το ίδιον. δηλαδή γεννάται και ούτως ο Θεός γίνεται Πατήρ και ο Λόγος  Υιός. την ενσάρκωσιν και την υιοθεσίαν των ανθρώπων. δεν  ηδυνήθησαν μέχρι σήμερον να κατανοήσουν την θεολογικήν μέθοδον των πατερικών  Οικουμενικών Συνόδων.

 ή 5) το άνευ αιτίας ή το αγεννήτως  υπάρχειν. "διό ουδέ τρεις Θεούς λέγομεν. ή 2) το γεννήτωρ και προβολεύς. κ.5   Εκ των εν λόγω αξιωμάτων φαίνεται σαφώς ότι τα εν τη Αγία Τριάδι κοινά και τα  ακοινώνητα ταύτα σημαίνουν σαφώς ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται ή έχει την  ύπαρξίν του εκ μόνου του Πατρός.. αλλ' ουδ'. ή ενός και μόνου των τριών. ενούται γάρ. και το πρόβλημα. ή κοινόν εστι πάντων. εις μίαν μόνον υπόστασιν.4   "Άλλως τε δέ. το αιτιατόν γεννητώς εκ του αιτίου. και αρχή έσται αυτό εαυτού. και το  εκπορεύεσθαι ή προβάλλεσθαι. το ασχημάτιστον. ουκ  άρα όλως εστίν εν τη ζωαρχική και παντελείω Τριάδι η του Πνεύματος  προβολή". ή μη μονογενώς εκ του αιτίου. ή 4) το αγεννήτως άναρχον.  κατά την Σαβελλίου συναίρεσιν.  Δια τούτο μεγάλο λάθος διαπράττουν οι πιστεύοντες ότι η δογματική θεολογία είναι  στοχαστική τις φιλοσοφία των μεγάλων κατά κόσμον νόων διότι ούτω δεν κατανοούν  ούτοι τον αστειευτικόν και απλούν αλλά βεβαίως και σοβαρόν τρόπον με τον οποίον ο  Μέγας Φώτιος γράφει κατά των Φράγκων. Επεί γαρ και άπαν.λ. το άκτιστον. . το αιτιατόν εκπορευτικώς. η  δε του Πνεύματος προβολή ούτε κοινόν εστιν. ή 3) το  αναιτίως εξ ουδενός.  Άλλό τι δεν υπάρχει εν τω Θεώ. ου συντιθεμένων. το γεννάν και το εκπορεύειν. η βασιλεία.τ. ουδέ συναλειφομένων. ουχ ώστε συγχείσθαι. το γεννητόν. η ενέργεια. Περίληψις των κατά των Φράγκων  επιχειρημάτων του Φωτίου υπάρχει εις τον δεύτερον τόμον3 εξ ής παραθέτομεν τα εξής  δύο αστεία. Κατά κυριολεξίαν όμως και ο απλοϊκός πιστός ήτο και είναι εις θέσιν να  κατανοήση την απλότητα των εν λόγω δύο αξιωμάτων. ως αυτοί φασιν. (ίλεως δε ημίν είη. τα ακοινώνητα. τον  Πατέρα. ένα δε μάλλον Θεόν. και του Πνεύματος πάντως υπάρχει  κοινά. και το Άγιον Πνεύμα. και το  εκπορευτόν. αλλ'    146  . η θέλησις. ανήκουν και εις τας τρεις υποστάσεις κατά  φύσιν. ενός και μόνου  τινός. την Αγίαν Τριάδα. Πρώτον τα εν τη Αγία Τριάδι  κοινά. ή προβάλλειν. κοινόν δε Πατρός και Υιού η του Πνεύματος εξ αυτών πρόοδος. εις έν  αίτιον Υιού και Πνεύματος αναφερομένων. το  προγνωστικόν. η θεότης. Δεύτερον. και εξ εαυτού  άρα εκπορευθήσεται το Πνεύμα. όπερ ουδέ οι των Ελλήνων μύθοι ανεπλάσαντο". το ανείδεον. "όρα δε καντεύθεν κατάφωρον αυτών το δυσσεβές και ανόητον  δεικνύμενον βούλημα.   Έχων τις τα απλά ταύτα υπ' όψιν αντιλαμβάνεται την κατάπληξιν των Ορθοδόξων άμα  τω ακούσματι περί του Filioque των βαρβάρων και αγραμμάτων Φράγκων του 8ου και  9ου αιώνος. ή  μη γεννητώς. ό θεωρείται και λέγεται εν τη Παναγία και  ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι.Πάντως η απλότης των δύο βασικών αξιωμάτων της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίας  των Πατέρων της Α' και της Β' Οικ. το προνοητικόν. και εις τας εκείνων τρέποιτο το βλάσφημον κεφαλάς). το γεννητώς  συνάναρχον. ως έφημεν. Ούτε τα κοινά δύνανται να ανήκουν μόνον εις δύο  πρόσωπα και όχι εις το τρίτον. το απερίγραπτον.. ει πάντα τα κοινά Πατρός και Υιού.  Τα εν τω Θεώ ανήκουν ή εις τα τρία πρόσωπα ή καθ' έκαστον εις έν μόνον πρόσωπον. και το εκπορευτώς συνάναρχον.  Δια τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ουδόλως παρεσύρθη υπό αρχαίου τινός  αιρετικού όταν ερμηνεύει τα ανωτέρω ως εξής. και αίτιον άμα και  αιτιατόν. ως 1) το αγέννητον. και τον Υιόν. το γεννάσθαι. Συνόδου θα πρέπει να προξενή κατάπληξιν εις όσους  φαντάζονται την δογματικήν θεολογίαν ως είδος στοχαστικής ενασχολήσεως δεινών  φιλοσόφων. ούτε τα ακοινώνητα δύνανται καθ' έκαστον να ανήκουν  παρά μόνον εις έν πρόσωπον. το γέννημα. ανήκουν εις έν έκαστον. ως η ουσία. το  αγέννητον. η δόξα. το δημιουργικόν.

 είς γαρ κυρίως Υιός.  ονομάζομεν. Πνεύμα δε Υιού. απαύγασμα. πηγή  γεννήτορι. και ουκ άναρχος.  εκφαντορικώ. η γαρ ιδιότης ακίνητος. τουτέστιν ουκ αναίτιος. Όταν δε την προς άλληλα σχέσιν των υποστάσεων εννοήσω. δύναμις. και τα εκ της πρώτης αιτίας αχρόνως εκείθεν όντα. τρία τα  προσκυνούμενα. Υιός. εικών. και την εν αλλήλαις περιχώρησιν έχουσι δίχα πάσης συναλοιφής και  συμφύρσεως . Εκ του Υιού δε το Πνεύμα ου λέγομεν. κινουμένη και μεταπίπτουσα. θεότητος.  Αφού ο Δαμασκηνός εκθέτει πρώτον τα περί κοινών εν τη Αγία Τριάδι γράφει. είς γαρ  κυρίως Πατήρ. Ούτως ως τελεία υπόστασις εκ τελείας  υποστάσεως γεννωμένη. ου γεννητώς. το Πνεύμα το Άγιον. σοφία. ως εκ Πατρός εκπορευόμενον.. ά η θεότης. Όταν γαρ εννοήσω μίαν των υποστάσεων. και δια  λόγου προβολεύς εκφαντορικού Πνεύματος. εκ Πατρός μεν δι'  Υιού εκπορευομένη. αναίτιος. τω Αγίω Πνεύματι. Ει δε την από του  χρόνου λάβοις αρχήν. και προβολεύς του Αγίου  Πνεύματος. πηγή γεννητική και προβλητική του εν αυτή  κρυφίου αγαθού.. Τον Υιόν ου λέγομεν αίτιον ουδέ Πατέρα. αλλ' εν τρισί τελείοις. και εκ του Πατρός. ούτε του Υιού της γεννήσεως. πηγή και αιτία  Υιού και Αγίου Πνεύματος.  οίδα ότι εστίν ο Πατήρ υπερούσιος ήλιος. εκ του Πατρός γάρ. Πατήρ δε Υιού μόνου. και  αδιστάκτως. θελήσει. Πνεύμα του  Πατρός. δύναμις. λέγομεν δε αυτόν και εκ του  Πατρός. Και ει Πατήρ ο Υιός. άβυσσος ουσίας. τουτέστι τας υποστάσεις του Υιού και του Πνεύματος. αλλ' ως δι' αυτού εκ του Πατρός εκπορευόμενον. Χρή δε γινώσκειν. τελεσιουργικώ δυνάμει. θέλησις. και ωσαύτως. Όσα ουν αρμόζει αιτίω Πατρί. ομοίως. Ο Υιός. και άναρχος.  σοφίας. και  Πνεύμα Πατρός ονομάζομεν. Το δε Πνεύμα το  Άγιον. ούτε του  Πατρός εκστάντος της αγεννησίας. ως οίδεν αυτός. ου Πατήρ κυρίως.  και απαραλείπτως (ή απαραλλάκτως). Μόνος  γαρ αίτιος ο Πατήρ".  τέλειον αυτήν Θεόν οίδα. ός εστιν η μόνη δύναμις του Πατρός. ότι τον Πατέρα ου λέγομεν έκ τινος. ου κυρίως Υιός.  ένα Θεόν οίδα τέλειον. και ότι Θεός. προϊόν μεν εκ του Πατρός. και ίνα μη πολλά λέγω. έν τέλειον  αμερές και ασύνθετον. ποιητής γαρ χρόνων. Και εφ' εκάστης των της αγίας Τριάδος υποστάσεων.7   Όταν έχη τις υπ' όψιν την σαφεστάτην. ός Υιός έστι τε και λέγεται. πηγή αγαθότητος. λόγου γεννήτωρ. λόγου. ή  εις Υιόν. χαρακτήρ του  Πατρός.ώστε έχεσθαι. λόγου άβυσσος. ότι  εγεννήθη εξ αγεννήτου. λέγομεν δε αυτόν του Υιού  Πατέρα. Ο Πατήρ. "καί  ταύτα κοινώς επί πάσης λέγεται της θεότητος. ουχ υιϊκώς δέ. ουκ έστι τω Πατρί  λόγος. ότι εκπεπόρευται. εκφαντορική του κρυφίου της θεότητος δύναμις του Πατρός. Ούτε του Πνεύματος. και Υιού  δε Πνεύμα. και άναρχος. Ουδεμία γαρ ορμή άνευ Πνεύματος. και έν Πνεύμα  Άγιον. εκπορευτώ. ως οίδεν αυτός. ή εις Πατέρα μεταπίπτοντος. τουτέστιν. ως θα είδωμεν. Έν Πνεύμα. Είς Πατήρ ο Πατήρ. και εκ του Πατρός λέγομεν. Ου γαρ σύνθετόν εστιν η θεότης. τελείαν ουσίαν. Λόγος. διδασκαλίαν των Πατέρων περί  των εν τη Αγία Τριάδι κοινών και ακοινωνήτων δύναται να αντιληφθή σαφώς τον  λόγον της υπό του Δαμασκηνού γενομένης διακρίσεως μεταξύ "διά του Υιού    147  . δυνάμεως φωτός. σοφία. Διό και το Πνεύμα το Άγιον.  Άγιον το Πνεύμα. η  προκαταρκτική της των πάντων ποιήσεως. αλλ' εκπορευτώς. τω Υιώ. Ουχ Υιός του Πατρός. Όσα δε αιτιατώ γεννητώ Υιώ Λόγω  δυνάμει προκαταρκτική. Όσα δε αιτιατώ. ή πώς αν ιδιότης  μένοι. διότι γεγένηκεν."6   Λοιπόν τί άλλη σημασία δύνανται να έχουν "τόν Υιόν ου λέγομεν αίτιον" και το "εκ του  Υιού δε το Πνεύμα ου λέγομεν". και ομοδόξως. ει γαρ Υιός ο Πατήρ. όταν δε συνάψω και συναριθμήσω τα τρία. ουχ υπό χρόνον. σοφία. Αυτός μεν ουν εστι νούς. και τα καταφατικώς  λεγόμενα. ου γαρ έκ τινος. εκτός του ότι το Πνεύμα ύπαρξιν έχει εκ μόνου του  Πατρός. πώς γάρ. Όταν δε προς τα εν οίς η θεότης (βλέψωμεν). ή το γε ακριβέστερον  ειπείν.  τελεσιουργόν της των απάντων ποιήσεως. ουχ ως εξ αυτού.  Είς Υιός. τω Πατρί μόνω προσαρμοστέον. Το δε Πνεύμα το Άγιον. τα τε αποφατικώς. ει μη ο Υιός. και Υιόν του Πατρός.

 αφίστασται πάλιν εν τω ιδιάζοντι. "ο γαρ την περί του αγαθού  έννοιαν ελαττών έν τινι των εν τη Αγία Τριάδι πεπιστευμένων. Τούτο  ουν το άκτιστον. ο δε Υιός κατά το άκτιστον τω Πατρί. ύπαρξιν έχειν εκ του Υιού.  τη προς τον Υιόν κατά το άκτιστον συναφεία. και  αναλλοιώτω. εν τω Υιός. τρανώς και καθαρώς το έτερον από του ετέρου διΐστησιν.8 Ούτω κατηργήθη η υπό του Δαμασκηνού  γενομένη ως άνω σαφής διάκρισις μεταξύ. και εν ακαταλήπτω τη υπεροχή θεωρουμένη τοις ενυπάρχουσιν εκάστη των  υποστάσεων ιδιώμασιν. Η γαρ επιθεωρουμένη εκάστη των υποστάσεων  ιδιότης.  Πάντως περί των εν τη Αγία Τριάδι κοινών και ακοινωνήτων ο εκ των μεγαλυτέρων  Πατέρων της Β' Οικ. πάλιν δε  της κτίσεως δια του Μονογενούς υποστάσης. οι Λατινόφρονες προ της αλώσεως κατήργησαν την  περί ακοινωνήτων των ιδιοτήτων διδασκαλίαν των Πατέρων και με πνευματικόν  αρχηγόν τον εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ ανέπτυξαν την θέσιν. ούτε επί του Αγίου Πνεύματος ευσεβές εστι λογίζεσθαι. Το δε Πνεύμα το Άγιον εν  τω ακτίστω της φύσεως την κοινωνίαν έχον προς Υιόν. και αγέννητος. και σημείόν εστιν  ιδιαίτατον. ασύγχυτον. εκπορεύει ως μία μετά του  Πατρός ουσία και Αυτός το Άγιον Πνεύμα. Συνόδου Γρηγόριος ο Νύσσης γράφει. οίον ο Πατήρ  άκτιστος είναι ομολογείται. αλλά και  αγέννητος και Πατήρ. το μηδέν εκείνων είναι. τούτο ίδιόν τι και ακοινώνητον. πάλιν απ' αυτού τω μη Πατήρ είναι. άπερ ιδίως τω Πατρί και τω Υιώ ο λόγος  ενεθεώρησε. αλλ' εν άκρα τη  τελειότητι. ήτις εδέχθη ως συνώνυμα το "εκ τού" και το "διά τού" και ούτως ανεγνώρισε  συγχρόνως ότι ο Πατήρ είναι η κυρίως και μόνη πηγή της υπάρξεως του Αγίου  Πνεύματος. είναι δε όλως. και απροσδεεί της ετέρωθεν αγαθότητος. Συνόδου και των Πατέρων αυτών. διακρίνεται το Πνεύμα από της  κτίσεως . ότι πράγματι ο Πατήρ είναι ο  μόνος αίτιος της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος αλλά ο Υιός ως εκ του Πατρός. το απαράλλακτον έχουσα.9   Η διδασκαλία αυτή είναι όχι μόνον σοφιστεία. Δι' ών δε της κτίσεως αφίσταται. και Μονογενής είναι τε και ονομάζεσθαι. καθάπερ ούτος εστι. τοις ιδίοις πάλιν  γνωρίσμασιν απ' αυτών διακρίνεται. και εν τω την αιτίαν της υπάρξεως εκ του  Θεού των όλων έχειν ενούμενον. Τω γαρ Πατρί κατά το άκτιστον  συναπτόμενον. το ιδιάζον έχει. ως αν μη κοινότητά τινα προς ταύτην  έχειν νομισθή το Πνεύμα εκ του δια του Υιού πεφηνέναι εν τω ατρέπτω. Το Πνεύμα δια του Υιού εκπορεύεται  εκφαντορικώς ενώ εκ του Πατρός υπαρκτικώς. την εξαίρετον  αυτού ιδιότητα προς τα ειρημένα παρίστησιν. εν τω μήτε  μονογενώς εκ του Πατρός υποστήναι. και διακεκριμένην την διαφοράν έχει.. και εν τω δι' αυτού του Υιού πεφηνέναι.εκπορευόμενον" και "εκ του Υιού εκπορευόμενον". και "εκ του Υιού δε το Πνεύμα ου λέγομεν". Το γαρ μήτε αγεννήτως είναι μήτε μονογενώς. δια των αυτών τούτων προς τον Πατέρα τε  και Υιόν έχει την οικειότητα". ούτε έκτισται.  Ενώ ο Θωμάς Ακινάτος αναγνωρίζει ως πραγματικήν διδασκαλίαν του Δαμασκηνού την  εκ μόνου του Πατρός εκπόρευσιν. Εν μεν τη  κατά το άκτιστον κοινωνία. και  έχων τα πάντα του Πατρός και ως αρχή εκ της αρχής.. μεμίχθαι τι της εναντίας  έξεως τω κατά το αγαθόν υστερουμένω πάντως παρασκευάσει. και κατασκεύασμα των δουλοπρεπώς  προσκειμένων προς τους Φραγκολατίνους Λατινοφρόνων αλλά και σαφής αίρεσις και  ανατροπή της διδασκαλίας της Α' και της Β' Οικ. διαχωρίζεται. και φανερώσεως  δια του Υιού και ούτως ετέθησαν τα θεμέλια της εν Φλωρεντία ψευδοενώσεως του  1439. ούτε γαρ γεγέννηται. κοινόν αυτώ προς τον Υιόν εστι και το Πνεύμα το Άγιον.10     148  . όπερ ούτε επί του  Μονογενούς. και Πατέρα. Ούτω "Μόνος αίτιος ο Πατήρ" "τόν Υιόν  ου λέγομεν αίτιον".  όπερ ούτε επί πάντων Θεού. όπερ εν ουδενί των υπολοίπων  καταλαμβάνεται. εν δε τοις εξαιρέτοις των  ιδιωμάτων εκάστου το ακοινώνητον. ούτε του Αγίου Πνεύματος εστι. αλλά ο Υιός μετά του Πατρός είναι και Αυτός εκ του Πατρός η ιδία μία πηγή  της εν λόγω υπάρξεως. και τω Πνεύματι  συναπτόμενος. Γνώρισμα γαρ αυτού.

 ας προσέξωμεν το  χωρίον. και  εν τω δι' αυτού του Υιού πεφηνέναι". ουδόλως χρησιμοποιεί τον όρον εκπόρευσις. μετά το κεφάλαιον της  θεογνωσίας. προβληματιζόμενοι επίσης δια τον ανόητον ισχυρισμόν των Φραγκολατίνων  και των απογόνων αυτών ότι οι Δαμασκηνός. εκείθεν πάλιν το εξ αυτού φως κατά  το προσεχές ενοήσαμεν. και δια του ομοίου προς το όμοιον την διάνοιαν αγούσης.  Γράφει ο Νύσσης. αλλά και ο τονισμός ότι το Άγιον Πνεύμα έχει την αιτίαν της υπάρξεώς Του εκ  μόνου του Πατρός. μη εν τη εικόνι του αοράτου  φαινόμενον.  Συνόδου.  Ούτω παραθέτομεν άλλο χωρίον του Νύσσης όπου σαφώς εκθέτει την εκπορευομένην  διδασκαλίαν της Εκκλησίας πάλιν χωρίς να αναφέρη τον όρον εκπόρευσις.12 Συγχρόνως όμως σαφώς παραδέχεται τα περί  κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι. Φώτιος.λ. καθώς φησιν ο απόστολος). Έχοντες υπ'  όψιν τα ήδη εκτεθέντα του Νύσσης περί κοινών και ακοινωνήτων. ου χρόνοις ύστερον προσγινομένη. οίον ακτίνά τινα τω ηλίω συνυφισταμένην. ήτις εστίν ο επί πάντων Θεός. Ώσπερ δε τινα δίαυλον ανακάμπτοντες. ός εστιν η πάντων αρχή. αλλά μίαν θεότητα. με αποτέλεσμα να υπάρχη ο όρος Filioque  εις αυτόν. η δε ύπαρξις ομού τω ηλίω. ήτις εστίν ο Κύριος.  αλλ' ομού τω οφθήναι τον ήλιον εξ αυτού συναναφαινομένη. ής η μεν αιτία του  είναι εκ του ηλίου. της  επέκεινα πάσης αρχής ημίν ευρισκομένης.π. Μάρκος Ευγενικός.Ο Γρηγόριος Νύσσης σαφώς τονίζει ότι το Άγιον Πνεύμα έχει ομοιότητα και οικειότητα  και ένωσιν με τον Υιόν ως έχον μαζί με τον Υιόν την αιτίαν της υπάρξεώς Του. "καί έτι προς τούτοις το μη εις διαφόρους αρχάς τη ετερότητι της  φύσεως διηρημένας το της μοναρχίας δόγμα καταμερίζεσθαι. μίαν των πάντων εξουσίαν είναι πιστεύειν. μάλλον δε (ου γαρ ανάγκη    149  . αυτόν λέγω τον επί πάντων Θεόν. ως  αναπτύσσονται εν τω δοκιμίω τούτω. ως  της πάντων μεν αρχής. Δηλαδή η διάκρισις του Πνεύματος από τον Υιόν  δεν συνίσταται ως εις τον Αυγουστίνον εις το ότι ο Υιός υπάρχει εξ ενός και το Πνεύμα  εκ δύο. δια δε του Κυρίου. Εν  περινοία γαρ του αγεννήτου φωτός καταστάντες. εν τη των ομοίων συμφωνία της  θεότητος θεωρουμένης. αλλά αρκείται εις το ουχί  μονογενώς. Ούτε ο Μέγας Βασίλειος. αλλά εις το ότι ο Υιός ύπαρξιν έχει μονογενώς εκ του Πατρός και το Πνεύμα ουχί  μονογενώς εκ του Πατρός. Δια τον λόγον αυτόν ο Αμβρόσιος χρησιμοποιεί τον όρον εκπόρευσιν ως  δηλούντα ενέργειαν και ως εκ τούτου ομιλεί περί της εκπορεύσεως του Αγίου  Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού.  αλλά δεν ηδύνατο ούτε καν να σκεφθή τοιαύτην κατάλυσιν του ακοινωνήτου των  υποστατικών ιδιοτήτων.13 Δια τούτο εις τα προ της Β' Οικουμενικής Συνόδου γραφόμενα των  Πατέρων δεν πρέπει κανείς να περιορίση την προσοχήν του εις τον όρον εκπόρευσιν  καθ' αυτό. δια των προσεχών τε και οικείων τη  διανοία τρέχοντες εκ του Πατρός δια του Υιού προς το Πνεύμα αναχωρούμεν. μίαν  αρχήν. αλλά εις τα περί της αιτίας της υπάρξεως του Πνεύματος αξιώματα. όπου εχρησιμοποιήθη ο όρος εκπόρευσις ως όρος δηλών τον τρόπον  υπάρξεως και την υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος. κ. ουδέ γαρ  δυνατόν εστιν άλλως το αρχέτυπον αγαθόν επιγνωσθήναι. Τούτο διότι ως φαίνεται ο Νύσσης έγραψε τα εν λόγω προ της Β' Οικ. εκ του  Θεού. δια του Αγίου Πνεύματος ταις ψυχαίς  ελλαμπούσης (αμήχανον γαρ άλλως θεωρηθήναι τον Κύριον Ιησούν.  Γενάδιος Σχολάριος. Πάντως τα αξιώματα  περί των κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι είναι μάλλον ανεξάρτητα από τον  όρον εκπόρευσις προ της Β' Οικ.  Ενώ εις το χωρίον αυτό αναπτύσσει ακριβώς το περί κοινών και ακοινωνήτων εν τη  Αγία Τριάδι θέμα. αλλά "αφίσταται" του Υιού "εν τω μήτε μονογενώς εκ του Πατρός υποστήναι. Εάν ο Υιός είχε μετοχήν ή οικειότητα ή ένωσιν μετά του  Πατρός εις το αίτιον είναι της υπάρξεως του Πνεύματος θα το έλεγε σαφώς ο Νύσσης. Συνόδου. ούτε ο Αμβρόσιος  φαίνεται να είχον ταυτίσει τον όρον εκπόρευσιν με τον τρόπον υπάρξεως του  Πνεύματος. Παλαμάς. ει μη εν Πνεύματι  Αγίω. δεν ηννόησαν τους ελληνόφωνας Ρωμαίους προγόνους των  αλλά τους ηννόησαν οι Φράγκοι του 8ου αιώνος.

 και λέγειν. Μη γαρ νοούντων ημών τους αφωρισμένους περί έκαστον χαρακτήρας. πιστεύω και εις τον Θεόν Πνεύμα το  Άγιον.  ώστε τον του είναι λόγον μη διαφόρως αποδιδόναι. φαιδρότητι. μετά Πατέρα και Υιόν αριθμείται. κοινόν η θεότης. ή εί τι  τοιούτον. Ουδέ γαρ έστι φωτί προς έτερον φως κατ' αυτό  τούτο παραλλαγή. ή της αγιαστικής δυνάμεως θεωρείται". δηλαδή ανήκουν καθ' έκαστον αυτών εις  μίαν μόνην υπόστασιν. επιζητήσομεν δε μόνον. Και πάλιν έτερον τοιούτον φως κατά τον αυτόν τρόπον. πάσι τοις μετασχείν δυναμένοις χαρίζηται". Χρή ουν τω  κοινώ το ιδιάζειν προστιθέντας. αλλά δι' αυτού μεν  εκλάμπον. και πάσιν άπαξ τοις  περί ήλιον θεωρουμένοις. επειδή τοίνυν το Άγιον Πνεύμα. τω κοινώ συνάπτειν το ίδιον.. αλλ' εκ της κοινής εννοίας του είναι  ομολογούντων Θεόν.  Περί των κοινών και των ιδιοτήτων εν τη Αγία Τριάδι γράφει. "ουσία δε και υπόστασις  ταύτην έχει την διαφοράν. οίον το άκτιστον λέγω. υπόστασιν δε ιδιάζουσαν. και κατά πάντα  ωσαύτως έχοντα κάλλει. παρατηρούμεν εις τον αδελφόν του Νύσσης.  φως μέντοι και αυτό καθ' ομοιότητα του προεπινοηθέντος λάμπον. λαμπηδόνι. αλλά πάση τελειότητι προς το ακρότατον επηρμένον.. και τα  άλλα πάντα τα του φωτός εργαζόμενον.. πιστεύω εις Θεόν Πατέρα και πάλιν εν τη του Υιού  ομολογία το παραπλήσιον ποιείν. ίδιον η  πατρότης. ως έχει το ζώον  προς τον δείνα άνθρωπον. Δια τούτο ουσίαν μεν μίαν επί της θεότητος ομολογούμεν. όταν κατ' ουδέν της φωτιστικής χάριτος ενδέον. ή το υπέρ πάσαν κατάληψιν. ου συμπαραληψόμεθα εις την του ιδιάζοντος κρίσιν. η θεότης. Οι δε ταυτόν λέγοντες ουσίαν και υπόστασιν αναγκάζονται πρόσωπα μόνον  ομολογείν διάφορα. η δε υπόστασις εν τω ιδιώματι  της πατρότητος ή της υιότητος. και το  των προσώπων ιδιάζον ομολογείσθαι εν τω αφορισμώ των περί έκαστον νοουμένων  ιδιωμάτων. αφ' ου πάσα επί την κτίσιν η των    150  . το μεν  κοινώς επιθεωρούμενον. Ομοίως και επί του Πνεύματος του Αγίου κατά το ακόλουθον της  εκφωνήσεως την προφοράν σχηματίζοντας λέγειν. "επεί δε χρή δια  των ιδιαζόντων σημείων ασύγχυτον επί της Τριάδος την διάκρισιν έχειν.  Αλλαχού ο Μέγας Βασίλειος σαφέστερον αναπτύσσει το θέμα ως εξής. ώστε δι' όλου και την ενότητα σώζεσθαι εν τη της μιας θεότητος ομολογία. "ο μεν της ουσίας λόγος  κοινός. Αυτή αύτη η χρήσις των όρων ουσία και υπόστασις γίνεται ίνα  αποδοθούν τα εις την Αγίαν Τριάδα κοινά εις την μίαν θείαν ουσίαν και τα ακοινώνητα  υποστατικά ιδιώματα έν έκαστον εις την αρμοδίαν υπόστασιν. μεγέθει. ούτω την πίστιν ομολογείν. δυνάμει.πάσα τη εικόνι δουλεύοντας δούναι τοις συκοφάνταις κατά του Λόγου λαβήν εν τη του  υποδείγματος ατονία) ουχί ακτίνα εξ ηλίου νοήσομεν. και εν τω περιίστασθαι λέγειν τρεις υποστάσεις. οίον  πατρότητα και υιότητα και αγιασμόν.". μετά Πατρός και Υιού  θεωρείται. αλλ' εξ αγεννήτου ηλίου άλλον  ήλιον ομού τη του πρώτου επινοία γεννητώς αυτώ συνεκλάμποντα. τον Μέγαν  Βασίλειον. όστις εξεδήμησε προς Κύριον μόλις προ της συγκλήσεως της Β' Οικ. ήν έχει το κοινόν προς το καθ' έκαστον. την δε της υποστάσεως αιτίαν έχον εκ του πρώτου (πρωτοτύπου) φωτός. ή υστερούμενον  φαίνηται. ίν'  ασύγχυτος ημίν και τετρανωμένη η περί Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος έννοια  ενυπάρχη. ου  χρονικώ τινι διαστήματι του γεννητού φωτός αποτεμνόμενον.14   Την ιδίαν απουσίαν του ονόματος "εκπορευτικόν" ως δηλούντος την υποστατικήν  ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος. πιστεύω εις  Θεόν Υιόν.  δι' ών η περί εκάστου έννοια τηλαυγώς και αμίκτως της συνθεωρουμένης  αφορισθήσεται .15   Αλλαχού ο Μέγας Βασίλειος περί του εν λόγω θέματος γράφει. ή εί τι άλλο νοοίτο. αμήχανον υγιώς τον λόγον της πίστεως αποδίδασθαι. και φωτίζον. και δι' εαυτού την προσαγωγήν προς το  επινοούμενον φώς..16   Αυτή η περί της ανάγκης της χρήσεως των εν λόγω όρων δικαιολογία σαφώς εκθέτει  πώς τα κοινά είναι των τριών προσώπων κοινά της μιας ουσίας. το εν Πατρί και Υιώ. οίον. ενώ τα ιδιάζοντα  υποστατικά ιδιώματα είναι ακοινώνητα. συνάπτοντας δε λέγειν. Συνόδου. οίον η αγαθότης. ευρίσκονται μη  φεύγοντες το του Σαβελλίου κακόν .

αγαθών χορηγία πηγάζει, του Υιού μεν ήρτηται, ω αδιαστάτως συγκαταλαμβάνεται, της  δε του Πατρός αιτίας εξημμένον (ή εξηρτημένον) έχει το είναι, όθεν και  εκπορεύεται, τούτο γνωριστικόν της κατά την υπόστασιν ιδιότητος σημείον έχει, το  μετά τον Υιόν και σύν αυτώ γνωρίζεσθαι, και το εκ του Πατρός υφεστάναι. Ο δε  Υιός, ο το εκ του Πατρός εκπορευόμενον Πνεύμα δι' εαυτού και μεθ' εαυτού γνωρίζων,  μόνος μονογενώς εκ του αγεννήτου φωτός εκλάμψας, ουδεμίαν κατά το ιδιάζον των  γνωρισμάτων, την κοινωνίαν έχει προς τον Πατέρα ή προς το Πνεύμα το Άγιον,  αλλά τοις ειρημένοις σημείοις μόνοις γνωρίζεται. Ο δε επί πάντων Θεός, εξαίρετόν τι  γνώρισμα της εαυτού υποστάσεως, το Πατήρ είναι, και εκ μηδεμιάς αιτίας υποστήναι,  μόνος έχει, και δια τούτου πάλιν του σημείου και αυτός ιδιαζόντως επιγινώσκεται.  Τούτου ένεκεν εν τη της ουσίας κοινότητι ασύμβατά φαμεν είναι και ακοινώνητα  τα επιθεωρούμενα τη Τριάδι γνωρίσματα, δι' ών η ιδιότης παρίστανται των εν τη  πίστει παραδεδομένων προσώπων, εκάστου τοις ιδίοις γνωρίσμασι διακεκριμένως  καταλαμβανομένου, ώστε δια των ειρημένων σημείων το κεχωρισμένον των  υποστάσεων εξευρεθήναι, κατά δε το άπειρον, και ακατάληπτον, και το ακτίστως είναι,  και μηδενί τόπω περιειλήφθαι, και πάσι τοις τοιούτοις, μηδεμίαν είναι παραλλαγήν εν  τη ζωοποιώ φύσει επί Πατρός λέγω και Υιού και Πνεύματος Αγίου, αλλά τινα συνεχή  και αδιάσπαστον κοινωνίαν εν αυτοίς θεωρείσθαι. Και δι' ών αν τις νοημάτων το  μεγαλείον ενός τινος των εν τη Αγία Τριάδι πιστευομένων κατανοήσειε, δια των αυτών  προσελεύσεται, απαραλλάκτως, επί Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίου την δόξαν  βλέπων, εν ουδενί διαλείμματι μεταξύ Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος της  διανοίας κενεμβατούσης, διότι ουδέν εστί το δια μέσου τούτων παρενειρόμενον, ούτε  πράγμα υφεστώς άλλο τι παρά την θείαν φύσιν, ως καταμερίζειν αυτήν προς εαυτήν  δια της του αλλοτρίου παρεμπτώσεως δύνασθαι, ούτε διαστήματός τινος ανυποστάτου  κενότης ήτις κεχηνέναι ποιεί της θείας ουσίας την προς εαυτήν αρμονίαν, τη παρενθήκη  του κενού το συνεχές διαστέλλουσα ... ου γαρ έστιν επινοήσαι τομήν ή διαίρεσιν κατ'  ουδένα τρόπον, ως ή Υιόν χωρίς Πατρός νοηθήναι, ή το Πνεύμα του Υιού διαζευχθήναι,  αλλά τις άρρητος και ακατανόητος εν τούτοις καταλαμβάνεται και η κοινωνία και η  διάκρισις, ούτε της των υποστάσεων διαφοράς το της φύσεως συνεχές διασπώσης,  ούτε της κατά την ουσίαν κοινότητος το ιδιάζον των γνωρισμάτων αναχεούσης. Μη  θαυμάσης δε ει το αυτό συνημμένον και διακεκριμένον είναί φαμεν, και τινα  επινοούμεν, ώσπερ εν αινίγματι, καινήν και παράδοξον διάκρισίν τε συνημμένην και  διακεκριμένην συνάφειαν".17   Ο μελετών επισταμένως ή και προχείρως ακόμη τα ανωτέρω πώς θα εκφύγη από το  συμπέρασμα ότι υπάρχει εις το θέμα περί κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι  απόλυτος συμφωνία μεταξύ Νύσσης, Βασιλείου και Φωτίου; Ο Βασίλειος σαφώς  γράφει, η διάκρισις των ιδιαζόντων σημείων είναι ασύγχυτος. Αν λοιπόν το αίτιον της  υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος είναι των ιδιαζόντων σημείων πώς ο Υιός γίνεται και  αυτός αιτία του Πνεύματος; Αν το αίτιον είναι κοινόν τότε το Πνεύμα είναι αιτία της  υπάρξεως του εαυτού Του. Ο Υιός κατά τον ουρανοφάντορα της Καισαρείας "ουδεμίαν,  κατά το ιδιάζον των γνωρισμάτων, την κοινωνίαν έχει προς τον Πατέρα ή προς το  Πνεύμα το Άγιον". Πώς τότε μετά του Πατρός δύναται να έχη το αίτιον είναι, ή το  συναίτιον είναι, ή το έν αίτιον είναι του Πνεύματος χωρίς και το Πνεύμα να είναι και  Αυτό έν αίτιον του Εαυτού Του; Ο εκ Καππαδοκών χώρας διδάσκαλος της οικουμένης  "ασύμβατά φαμεν είναι και ακοινώνητα τα επιθεωρούμενα τη Τριάδι γνωρίσματα"  θεοπνεύστως τα της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως δογματίζει.  Και πώς ετόλμησαν οι Δυτικοί να ισχυρισθούν ότι οι ημιβάρβαροι και αγράμματοι  Φράγκοι, οι γεγονότες μόλις τον 9ον αιώνα θεολόγοι με τα "Contra errores Graecorum"  των, εγνώρισαν καλύτερα την θεολογίαν των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων  από τους μετά τον 7ον αιώνα ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας, και ότι ο Μέγας Φώτιος  ηγνόει τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας των Οικουμενικών Συνόδων, ενώ οι 

 

151 

πράγματι αγνοούντες την γλώσσαν και τα συγγράμματα αυτών πρωτόγονοι τότε εν  Ευρώπη Φράγκοι κατακτηταί της δυτικής λατινικής Ρωμηοσύνης εγνώριζον αυτούς;  Φαίνεται ότι το πρώτον εις την Διοίκησιν της Ανατολής εταυτίσθη η εκπόρευσις με τον  τρόπον υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος και μετεφέρθη εις την Διοίκησιν της Αιγύπτου,  μέσω κυρίως του Διδύμου του Τυφλού και εις την Καππαδοκίαν και εν συνεχεία εις  Κωνσταντινούπολιν, μέσω του Γρηγορίου του Θεολόγου και ούτως ευρίσκεται εις το  Σύμβολον της Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως.  Η αρχαιοτέρα μαρτυρία της διδασκαλίας των επισκόπων της ανατολικής Διοικήσεως  ευρίσκεται εις αποδιδόμενον εις τον άγιον Ιουστίνον τον μάρτυρα έργον έχουσα ούτω,  "πώς ούν, ερεί τις, ει διαφέρει το γεννάν του γεννωμένου, και το εκπορευτόν του αφ'  ούπερ εκπεπόρευται, (έστι δε ο Πατήρ αγέννητος, αφ' ου και ο Υιός γεγέννηται, και το  Πνεύμα προήλθεν), ταυτόν τω Πατρί ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον; Ότι το μεν  Αγέννητον και Γεννητόν και Εκπορευτόν ουκ ουσίας ονόματα, αλλά τρόποι υπάρξεως, ο  δε τρόπος της υπάρξεως τοις ονόμασι χαρακτηρίζεται τούτοις, η δε της ουσίας δήλωσις  τη Θεού ονομασία σημαίνεται, ως είναι την διαφοράν τω Πατρί προς τον Υιόν και το  Πνεύμα κατά τον της υπάρξεως τρόπον, το δε ταυτόν κατά τον της ουσίας λόγον. Ή γαρ  ο μεν αγεννήτως έχει το είναι, ο δε γεννητώς, το δε εκπορευτώς, τα της διαφοράς  επιθεωρείσθαι πέφυκεν, ει δε και της υποστάσεως αυτού το κατ' ουσίαν είναι  σημαίνεται, τω κοινώ της θεότητος ονόματι παραδηλούται ... επί του Θεού και Πατρός  ευρήσομεν. Ει μεν γαρ τον τρόπον της υπάρξεως αυτού ζητοίης, εξ ουδενός ετέρου  γεγεννημένου, αγέννητον προσαγορεύσεις, ει δε την "αγέννητος προσηγορίαν σκοποίης,  της υπάρξεως τον τρόπον ερμηνεύουσαν ευρήσεις. Ει δε και την ουσίαν αυτήν γνωρίζειν  εθέλοις, καθ' ήν Υιώ και Πνεύματι προς κοινωνίαν συνάπτεται, τη Θεού ονομασία  δηλώσεις. Ώστε το μεν αγέννητον, και της υπάρξεως ο τρόπος, αλλήλων εισί  γνωριστικά, της δε ουσίας το Θεός δηλωτικόν. Ως γαρ Αδάμ, καίτοι γέννησιν μη  προσηκάμενος, τοις εξ αυτού γεννηθείσι κατά το της ουσίας ταυτόν εις κοινωνίαν  συνάπτεται, ούτως ουδείς λόγος το κοινόν της ουσίας Πατρός προς τον Υιόν και το  Πνεύμα διασπάται δια το αγέννητον δυνήσεται, Ώστε το Αγέννητον και Γεννητόν και  Εκπορευτόν, ουκ ουσίας δηλωτικά, σημαντικά δε των υποστάσεών εστιν, ικανά γαρ  ημίν διακρίνειν τα πρόσωπα, και την Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος ιδιαζόντως  δεικνύει υπόστασιν ... ότι μεν ακατάληπτον ακριβώς πεπεισμένοις, εφ' όσον δε  χωρούμεν δια της θεωρίας εαυτούς εκείνω συνάπτοντας, ούτω τοίνυν νοούμεν τον Υιόν  εκ Πατρός γεγεννήσθαι, ως φως εκ φωτός εκλάμψαν. Ικανή γαρ η εικών παραστήσαι το  τε συναΐδιον, το τε της ουσίας ταυτόν, το τε της γεννήσεως απαθές. Ει γαρ εξελάμφθη,  τω εκλάμψαντι αχρόνως συνυπέστη. Τίνι γαρ φωτός έκλαμψις χρόνου μέσω  διακόπτοιτο; Ει δε φως εκ φωτός, το ταυτόν εκείνω δηλώσειεν, αφ' ου και γεγέννηται.  Ει δε πάλιν φως και το γεννώμενον, απαθής η γέννησις αν είη. Ου γαρ κατά τομήν, ή  ρεύσιν, ή διάστασιν, του φωτός η έκλαμψις γίνεται, αλλ' εκ της ουσίας αυτής απαθώς  προέρχεται. Την αυτήν δε γνώσιν και περί του Αγίου Πνεύματος κατέχομεν, ότι ώσπερ ο  Υιός εκ του Πατρός, ούτω και το Πνεύμα, πλην γε δη τω τρόπω της υπάρξεως διοίσει. Ο  μεν γαρ φως μεν εκ φωτός εξέλαμψε, το δε φως μεν εκ φωτός και αυτό, ου μην  γεννητώς, αλλ' εκπορευτώς προήλθεν, ούτω συναΐδιον Πατρί, ούτω την ουσίαν ταυτόν,  ούτως απαθώς εκείθεν εκπορευθέν".18   Κατακλείομεν την σειράν αντιπροσωπευτικών πατερικών χωρίων με τον Γρηγόριον τον  Θεολόγον, τον τυγχάνοντα και Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως κατά την εκεί  σύγκλησιν της Β' Οικ. Συνόδου. Αφού ο Θεολόγος Γρηγόριος αναπτύσσει πρώτον τα  δηλούντα εξουσίαν και οικονομίαν κοινά θεία ονόματα της Αγίας Τριάδος συνεχίζει,  "ταύτα μεν ουν εστι κοινά θεότητος τα ονόματα. Ίδιον δε του μεν ανάρχου, Πατήρ, του  δε ανάρχως γεννηθέντως, Υιός, του δε αγεννήτως προελθόντος, ή προϊόντος, το Πνεύμα  το Άγιον. Αλλ' επί τας του Υιού κλήσεις έλθωμεν, όπερ ωρμήθη λέγειν ο λόγος. Δοκεί γαρ 

 

152 

μοι λέγεσθαι, Υιός μέν, ότι ταυτόν εστι τω Πατρί κατ' ουσίαν, και ουκ εκείνο μόνον,  αλλά κακείθεν. Μονογενής δέ, ουχ ότι μόνος εκ μόνου και μόνον, αλλ' ότι και  μονοτρόπως, ουχ ως τα σώματα".20   Έχοντες υπ' όψιν ταύτα ότι το όνομα Υιός δηλοί "κακείθεν", δηλαδή εκ του Πατρός,  βλέπομεν τον Γρηγόριον να χρησιμοποιή νέαν ορολογίαν προς διατύπωσιν του πόθεν  του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή το "Προβολεύς" και το "Πρόβλημα". Ταύτα αντιστοιχούν  ακριβώς εις το Πατήρ και το Υιός, ή Γεννήτωρ και Γέννημα.  Επισημαίνων την διαφοράν μεταξύ της περί Θεών αναρχίας και πολυαρχίας των  Ελλήνων παίδων και της μοναρχίας των Ορθοδόξων, ο Θεολόγος τονίζει την ταυτότητα  των εν τη Αγία Τριάδι ενεργειών, "ώστε καν αριθμώ διαφέρη, τη γε ουσία μη τέμνεσθαι.  Δια τούτο μονάς απ' αρχής εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη. Και τούτό εστιν  ημίν ο Πατήρ, και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, ο μεν γεννήτωρ και προβολεύς, λέγω δε  απαθώς, και αχρόνως, και ασωμάτως, των δέ, το μεν γέννημα, το δε πρόβλημα, ή ουκ  οίδ' όπως αν τις ταύτα καλέσειεν, αφελών πάντη των ορωμένων ... Δια τούτο επί των  ημετέρων όρων ιστάμενοι, το αγέννητον εισάγομεν, και το γεννητόν, και το εκ του  Πατρός εκπορευόμενον, ώς που φησιν αυτός ο Θεός και Λόγος". 21   Οι Αρειανοί και οι Ευνομιανοί έπλεκον συλλογισμούς, ίνα αποδείξουν το ανόητον της  περί Τριάδος διδασκαλίας των Ορθοδόξων. Εις τα επόμενα ο Θεολόγος ασχολείται με  έναν συλλογισμόν αφορώντα τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. "Ενταύθα σός ο λόγος, αι  σφενδόναι πεμπέσθωσαν, οι συλλογισμοί πλεκέσθωσαν. Ή αγέννητον πάντως, ή  γεννητόν. Και ει μεν αγέννητον, δύο τα άναρχα. Ει δε γεννητόν, υποδιαίρει πάλιν, ή εκ  του Πατρός τούτο, ή εκ του Υιού. Και ει μεν εκ του Πατρός, Υιοί δύο και αδελφοί. Σύ δε  μοι πλάττε και διδύμους, ει βούλει, ή τον μεν πρεσβύτερον, τον δε νεώτερον, επειδή λίαν  εί φιλοσώματος. Ει δε εκ του Υιού, πέφηνε, φησί, και υιωνός ημίν Θεός,"22   Όπως παρετηρήσαμεν αλλαχού23 η πλεκτάνη αυτή έμεινε δια τον Αυγουστίνον άλυτος,  αν και είχεν υποσχεθή εις τους αναγνώστας του ότι κατωτέρω θα εξηγήση διατί το  Πνεύμα δεν είναι αδελφός του Λόγου. Πριν φθάση εις το θέμα αυτό οι φίλοι του  έκλεψαν και εδημοσίευσαν τα χειρόγραφά του. Ούτως η υπόσχεσις παρέμεινε και  ηναγκάσθη να ομολογήση εις την συνέχειαν ότι η υπόσχεσις απεδείχθη ευσεβής πόθος  και ότι την απάντησιν θα εύρη τις εις την άλλην ζωήν.24 Το δίλημμα του Αυγουστίνου  οφείλεται 1) εις τον στοχαστικόν τρόπον της θεολογίας του, 2) εις το ότι ταυτίζει  ουσίαν και ενέργειαν, 3) εις το ότι δεν εννοεί ως ο ίδιος ομολογεί, την σημασίαν της  διακρίσεως ουσίας και υποστάσεως εν τω Θεώ,25 4) εις το ότι μη γνωρίζων Ελληνικά και  αδυνατών να παρακολουθήση την εν προκειμένω συζήτησιν των ελληνοφώνων  Ρωμαίων ενόμιζεν ότι η υποστατική ιδιότης του Αγίου Πνεύματος είναι πρόβλημα περί  του οποίου οι στοχασταί τάχα θεολόγοι της Εκκλησίας ανέλαβαν να μελετήσουν ίνα  εύρουν λύσιν,25 και 5) και το χειρότερον, επίστευεν ότι και μετά την Β' Οικ. Σύνοδον το  θέμα περί υποστατικής ιδιότητος του Πνεύματος παρέμεινεν εκκρεμές και απέθανε τω  430 με την εντύπωσιν ότι ο ίδιος εύρε μίαν λύσιν περί της υποστατικής ιδιότητος (τό  Filioque), αλλά ουχί απάντησιν του διατί το Πνεύμα δεν είναι Υιός του Θεού και  αδελφός του Λόγου.26 Αφού εταύτισε τας προαιωνίους ενεργείας της γνώσεως και της  αγάπης και της βουλήσεως με τους τρόπους υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος και  εταύτισε και την γέννησιν και την εκπόρευσιν με την ενέργειαν της πέμψεως και με  άλλας ενεργείας,27 δεν ηδυνήθη να καταλάβη διατί να μην είναι το Πνεύμα αδελφός του  Λόγου. Ταύτα πάντα διότι κατ' αυτόν σκοπός της θεολογίας είναι η έρευνα περί της  ουσίας του Θεού και η ανίχνευσις του τί είναι γέννησις και εκπόρευσις.  Έχοντες ταύτα υπ' όψιν ας επανέλθομεν εις τον υπό του Θεολόγου βομβαρδισμόν και  αφανισμόν του οχυρού της πλεκτάνης εντός της οποίας απέθανεν αιχμάλωτος ο 

 

153 

Αυγουστίνος. Ιδού η πλεκτάνη. Αν το Πνεύμα είναι εκ του Πατρός, τότε είναι αδελφός  του Λόγου. Αν είναι εκ του Υιού είναι Υιός του Λόγου και εγγονός του Πατρός. Ιδού η  απλουστάτη απάντησις του Θεολόγου, "επεί δε σου την πρώτην διαίρεσιν ου δεχόμεθα,  την μηδέν αγεννήτου και γεννητού μέσον υπολαμβάνουσαν, αυτίκα οιχήσονταί σοι  μετά της σεμνής διαιρέσεως οι αδελφοί και οι υιωνοί, ώσπερ τινός δεσμού πολυπλόκου  της πρώτης αρχής διαλυθείσης, συνδιαλυθέντες, και της θεολογίας υποχωρήσαντες.  Που γαρ θήσεις το εκπορευτόν, ειπέ μοι, μέσον αναφανέν, της σής διαιρέσεως, και παρά  κρείσσονος ή κατά σε θεολόγου, του Σωτήρος ημών εισαγόμενον; Ει μη την φωνήν  εκείνην των σών εξείλες Ευαγγελίων, δια την τρίτην σου Διαθήκην, το Πνεύμα το Άγιον,  ό παρά του Πατρός εκπορεύεται, ό καθ' όσον μεν εκείθεν εκπορεύεται, ου κτίσμα,  καθ' όσον δε ου γεννητόν, ουχ Υιός, καθ' όσον δε αγεννήτου και γεννητού μέσον,  Θεός. Και ούτω σου τας των συλλογισμών άκρυς διαφυγών, Θεός αναπέφηνε, των σών  διαιρέσεων ισχυρότερος. Τις ουν η εκπόρευσις; Ειπέ συ την αγεννησίαν του  Πατρός, καγώ την γέννησιν του Υιού φυσιολογήσω, και την εκπόρευσιν του  Πνεύματος, και παραπληκτίσομεν άμφω εις Θεού μυστήρια παρακύπτοντες ... Τί  ουν εστι, φησίν, ό λείπει τω Πνεύματι το είναι Υιόν; Ει γαρ μη λείπον τι ήν, Υιός αν ήν.  Ου λείπειν φαμέν, ουδέ γαρ ελλειπής Θεός, το δε της εκφάνσεως, ίν' ούτως είπω, ή της  προς άλληλα σχέσεως διάφορον, διάφορον αυτών και την κλήσιν πεποίηκεν. Ουδέ γαρ  τω Υιώ λείπει τι προς το είναι Πατέρα, ουδέ γαρ έλλειψις η υιότης, αλλ' ου παρά τούτο  Πατήρ. Ή ούτω γε και τω Πατρί λείπει τι προς το είναι Υιόν, ου γαρ Υιός ο Πατήρ. Αλλ'  ουκ ελλείψεως ταύτά ποθεν, ουδέ της κατά την ουσίαν υφέσεως, αυτό δε τό, μη  γεγεννήσθαι, και το γεγεννήσθαι, και το εκπορεύεσθαι, τον μεν Πατέρα, το δε Υιόν,  το δέ, τούθ' όπερ λέγεται, Πνεύμα Άγιον προσηγόρευσεν, ίνα το ασύγχυτον σώζηται  των τριών υποστάσεων εν τη μια φύσει τε και αξία της θεότητος. Ούτε γαρ ο Υιός  Πατήρ (είς γαρ Πατήρ), αλλ' όπερ ο Πατήρ, ούτε το Πνεύμα Υιός, ότι εκ του Θεού (είς  γαρ ο Μονογενής), αλλ' όπερ ο Υιός, έν τα τρία τη θεότητι, και το έν τρία ταις ιδιότησιν,  ίνα μήτε το έν Σαβέλλιον ή, μήτε τα τρία της πονηράς νυν διαιρέσεως".28   Το γεγονός ότι ο Γρηγόριος ως υποστατικά ιδιώματα συγκαταλέγει το Προβολεύς δια  τον Πατέρα και το Πρόβλημα δια το Πνεύμα, χωρίς να ονομάζεται ο Υιός Προβολεύς ή  Συμπροβολεύς, σαφώς μαρτυρεί περί του εκ μόνου του Πατρός ύπαρξιν έχειν του  Πνεύματος. Το ίδιον με το "ό καθ' όσον μεν εκείθεν εκ του Πατρός εκπορεύεται, ου  κτίσμα". Κατά τον τρόπον αυτόν απορρίπτει τον συλλογισμόν "ει δε εκ του Υιού,  πέφηνε, φησί, και υιωνός ημίν Θεός". Εάν επίστευεν ότι το Πνεύμα έχει ύπαρξιν και εκ  του Υιού, αυτή ήτο η επιβεβλημένη μάλιστα περίπτωσις καθ' ήν ήτο και υποχρεωμένος  να εξηγήση πώς δύναται το Πνεύμα να είναι και εκ του Υιού χωρίς να είναι υιωνός και  κτίσμα. Αντιθέτως προκαλεί ο έχων "δείξον ουν ότι γέγονε, και τότε τω Υιώ δός, και τοις  κτίσμασι συναρίθμησον ... Ει μεν γαρ γέγονε, δια Χριστού πάντως, ουδέ αυτός  αρνήσωμαι. Ει δε ου γέγονε, πώς ή των πάντων έν, ή δια Χριστού;"29 Σαφώς εννοεί ότι  εάν το Πνεύμα έχει την ύπαρξίν Του δια του Χριστού ή εκ του Χριστού τότε δίκαιον  έχουν οι κτίσμα λέγοντες το Πνεύμα. Ταύτα ως και τον σαφέστατον ισχυρισμόν του  Θεολόγου ότι "αυτό δε τό, μη γεγεννήσθαι, και το γεγεννήσθαι, και το εκπορεύεσθαι ...  προσηγόρευσεν, ίνα το ασύγχυτον σώζηται των τριών υποστάσεων ... ", σημαίνουν  σαφώς ότι αι υποστατικαί ιδιότητες του Προβολεύς και Πρόβλημα, εκπορεύειν, και  εκπορεύεσθαι, και εκείθεν γεννητώς και εκείθεν εκπορευτώς κυριολεκτικώς είναι  γνωρίσματα ιδιάζοντα, ασύγχυτα, και ουχί κοινά.  Δια τούτο περί του Αγίου Πνεύματος ο Θεολόγος Γρηγόριος ερωτά, "τί δε ου  προσαγορεύεται, πλην αγεννησίας και γεννήσεως;"30 και διακηρύττει "πάντα όσα του  Υιού, και του Πνεύματος, πλην της υιότητος".31   Αλλαχού συνοψίζει την περί κοινών και ασυγχύτων εν τη Αγία Τριάδι ούτω, "τηροίτο  γαρ ως ο εμός λόγος, είς μεν Θεός, εις έν αίτιον και Υιού και Πνεύματος 

 

154 

 Πατρός μεν ως ανάρχου και  αρχής επινοουμένου και λεγομένου.  της ουσίας. "Και ότι δια το ταυτόν της ουσίας τα αυτά επ' αμφοτέραις ταις  υποστάσεσιν Πατρός και Υιού ονόματα λέγονται. Συνόδου φαίνεται και από τον  Δίδυμον τον Τυφλόν.  Το πώς εσκέπτοντο οι εξ Αιγύπτου Πατέρες της Β' Οικ. και κατά το έν και ταυτόν της θεότητος.  Έχοντες πάντα τα ανωτέρω υπ' όψιν θα ήτο ανόητον να πιστεύση κανείς ότι ο  Αυγουστίνος ορθώς επίστευεν ότι η περί της ιδιότητος του Αγίου Πνεύματος συζήτησις  δεν ελύθη και δεν έληξεν εις την Β' Οικ. και Αρειανών. ειτούν των ιδιοτήτων αναιρουμένων. 32 Έν αίτιον του Υιού και του  Πνεύματος είναι ο Πατήρ. ή ετερουσίου φύσεως επαγομένης". Σύνοδον. και συναϊδίου της βασιλείας. αφού  ετόνιζον πάντοτε το ιδιάζον. ή της θεότητος τεμνομένης. Υιού δε ανάρχου μεν ουδαμώς. ως μήτε την Σαβελλίου νόσον χώραν  λαβείν συγχεομένων των υποστάσεων. Σύνοδος είχε συγκεκριμένως προ οφθαλμών την εν λόγω διάκρισιν  μεταξύ κοινών και ακοινωνήτων φαίνεται από τα εξής γραφέντα εις την εν τω Β' τόμω  σελ. μηδενός μεσολαβούντος. όστις διδάσκει ως όλοι οι Πατέρες περί των κοινών και ιδιαζόντων  εν τη Αγία Τριάδι.  Το ότι η Β' Οικ. Την  περίπτωσιν αυτήν ούτε κατά φαντασίαν ως υπόθεσιν θα ηδύναντο να έχουν. Ούτως αι υποστάσεις είναι εκτός συγχύσεως διότι ο Πατήρ  του Υιού και του Πνεύματος είναι αρχή ως αίτιος και ως πηγή και αΐδιον φώς. Ασφαλώς το ίδιον ισχύει και δια το Άγιον  Πνεύμα. ομοτίμου τε της αξίας. Προς διευκόλυνσιν εις την διάκρισιν της εν τη Αγία Τριάδι  διαφοράς διακρίνουν μεταξύ των κοινών της μιας φύσεως και των ιδιοτήτων των  υποστάσεων. το ασύμβατον. θα ηδύνατο να σημαίνη ή την κοινήν ενέργειαν της Τριάδος εις ήν μετέχει  ως Κύριος και το Πνεύμα ή δουλικήν αποστολήν και το κτιστόν του Πνεύματος. και τη ακτίστω και ομοουσίω και  συναϊδίω Τριάδι μεταγενεστέρας τινός. Αντιθέτως η φράσις "τό εκ του Πατρός  εκπορευόμενον" σαφώς αντιστοιχεί με "τόν εκ του Πατρός γεννηθέντα". Όμως  το Σύμβολον δεν έχει σκοπόν να προβληματίζεται. το ακοινώνητον.  "πιστεύειν εις το όνομα του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. κίνημά τε και  βούλημα και την της ουσίας ταυτότητα. ίν' ούτως είπω. και του Υιού. Αι δε τρεις υποστάσεις μηδεμιάς  επινοουμένης συναλοιφής ή αναλύσεως ή συγχύσεως. και το ασύγχυτον των μη  κοινών εν τη Αγία Τριάδι. ήγουν τρισί τελείοις προσώποις. τούτο γαρ ίδιον εκάστης υποστάσεως  ιδικώς"33 Αλλαχού γράφει. ή κτιστής. η δε του  Πνεύματος αυτού εκπορευτικώς". και το εκπορευτικώς την ύπαρξιν έχειν Αυτού εκ του  Πατρός.  και της εκπορεύσεως του Πνεύματος. πάρεξ της πατρότητος και υιότητος.34 Ο Δίδυμος επανειλημμένως τονίζει ότι το    155  . αλλά να διακηρύξη το άκτιστον και  το αυθυπόστατον του Πνεύματος. εν τρισί τελείαις  υποστάσεσι. "αλλ' όμως άμφω αι υποστάσεις (Υιού και Πνεύματος) εξ  αυτού (τού Πατρός) κατά φύσιν συμφυώς εισιν. Δηλαδή θεότητος και  δυνάμεως. Ο Υιός δεν  είναι άναρχος αλλά αρχή των πάντων δια το έν και ταυτόν της θεότητος ή δια το κίνημά  τε και βούλημα και την της ουσίας ταυτότητα. και Πνευματομάχων την βλασφημίαν ισχύειν. ίνα αποδείξουν το ομοούσιον του Πνεύματος. και ουσίας μιας του Πατρός. και του Αγίου Πνεύματος  πιστευομένης. 10 δημοσιευθείσαν Συνοδικήν Επιστολήν του 382 έχουσα περί της Νικαίας ούτω.  Ενώ οι Πατέρες δεν εκουράζοντο να τονίζουν ότι πάντα όσα έχουν κοινά ο Πατήρ και ο  Υιός έχει και το Πνεύμα.αναφερομένων. αρχής δε των όλων". ουδείς είπε ποτέ  ότι εξαιρείται η εκπόρευσις την οποίαν έχουν τάχα οι δύο και όχι το Πνεύμα. δηλούσα και  αυτή την υποστατικήν ιδιότητα και τον τρόπον υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. η μεν του Υιού γεννητώς. αρχής δε ως αιτίου και ως πηγής και ως αϊδίου  φωτός. Εάν  εθεωρήτο η εκπόρευσις ως δηλούσα ενέργειαν του Πατρός. ή της φύσεως. πεμπομένου του  Πνεύματος.  μήτε μην των Ευνομιανών.

 "ότι τα κοινά τω Πατρί  και τω Υιώ. ο μη έχει. ήτις διασώζεται εν Λατινική  μεταφράσει του αγίου Ιερωνύμου και κάμνει πολύν λόγον περί εκπορεύσεως εκ του  Πατρός.15. ουδέποτε όμως και εκ του Υιού.  Το Άγιον Πνεύμα είναι το μόνον "εκπορευθέν" εκ της υποστάσεως του Πατρός άνευ  αρχής και διαστήματος. ως  αλλοίος τη φύσει αλλοίω. αλλά ούτε  ζητούμεν να μάθωμεν τον τρόπον της διαφοράς μεταξύ γεννήσεως και εκπορεύσεως. ταύτα κοινά τω Πνεύματι. και ουκ άλλω. ως αν εξ αυτού εκπορευόμενον. και φοβερόν ενθυμήσει καθέστηκε τούτο. μόνην δε την εις  τον Πατέρα.46   Τα ίδια περί κοινών και ιδιαζόντων γραφόμενα ευρίσκομεν εις όλους τους Πατέρας. Συνόδω  διατυπώσεως του περί Αγίου Πνεύματος δόγματος επισημαίνομεν την περί  εκπορεύσεως συζήτησιν μεταξύ Θεοδωρήτου Κύρου και αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας. εν αυτοίς χαρακτηρίζεται και το Πνεύμα το Άγιον εξ ών συνάγεται  της αυτής θεότητος το Πνεύμα τω Πατρί". 36 Η γέννησις του Υιού και η  εκπόρευσις του Πνεύματος εκ του Θεού εγένετο ομοουσίως διαφοροτρόπως. επειδή και ταις ουρανίοις λειτουργικαίς  δυνάμεσιν άγνωστον. ουδέ  ακούον λαλεί. ότι εν οίς χαρακτηρίζεται Θεός ο Πατήρ και ο  Υιός εν τη Γραφή. και το γέννημα εξ αυτού εκφαίνει Λόγον ουκ ανθρώπινον. 43 Αλλαχού ο Δίδυμος γράφει.  ούτω και το θεϊκόν Πνεύμα. και εκπέμπει Πνεύμα δια στόματος. άφραστον. επεί μηδέ  στόμα Θεού σωματικόν. αλλ' ως Υιός Λόγος γνησίω Πατρί. "καί  πρόοδον μεν την εκ του Πατρός έχει. ούτ'  εντολήν λαμβάνει. Βασίλειον.  Ερμηνεύων το χωρίον αυτό ο Δίδυμος μεταξύ άλλων γράφει. το μόνον ειδός. αλλά υπό των  Παπικών εις τον Δίδυμον διαβάζομεν τα εξής ενδιαφέροντα. γεννά δε  αληθώς. ούθ' υφέσει δυνάμεως. ως αγνοών το δέον και το πατρικόν βούλημα αλλ' ως προείρηται).    156  . εξ αυτού δε και το Πνεύμα. τω μεν ομοουσίω της Τριάδος μη απιστούντες. 16. εκφαίνει δε Λόγον  αληθώς εξ εαυτού. Επίσης ο  Δίδυμος έγραψεν ειδικήν περί Αγίου Πνεύματος εργασίαν.37   Δια τον Δίδυμον ο όρος πρόοδος αναφέρεται εις την γέννησιν και εκπόρευσιν και  ισοδυναμεί με το ύπαρξιν έχειν εκ του Πατρός. Και ω τρόπω τα του Θεού Λόγου αναφέρεται εις τον  Θεόν Πατέρα. "ώσπερ γαρ ο διδούς Υιός  ουδενός στερείται.35   Εκάστη "πρόοδος" γίνεται μέσω των ίσων και ομοίων.45 "Γεννά Θεός ουχ ως άνθρωπος. έχουσα αεί ωσαύτως και κατά ταύτα". ίνα στηρίξουν το Filioque.  Πάντως ουδεμία αμφιβολία χωρεί περί της διδασκαλίας των Πατέρων της Β' Οικ. Σύνοδος κατεδίκασεν ως αίρεσιν την  υπό των Φράγκων προσθήκην του Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως. ούτω το Άγιον Πνεύμα ου λαμβάνει. ουχ οίον ανθρωπίνως. τούτω.  "τό μόνον εκ της υποστάσεως αυτού (τού Πατρός) ανάρχως και αδιαστάστως  εκπορευθέν.   Ίνα κατανοήση τις την ομοφωνίαν των αγίων Πατέρων περί της εν τη Β' Οικ. τα του Αγίου Πνεύματος".  Συνόδου και ούτε περί των λόγων δι' ούς η Η' Οικ.44   Πάντως εξ έργων υπό της παραδόσεως αποδιδομένων εις Μ. τρόπον δε και διαφοράν  γεννήσεως και εκπορεύσεως ου ζητούντες. και το πώς  εαυτή συνυφέστηκεν ανάρχως η Αγία Τριάς.εκπορευόμενον εκ του Πατρός "εξεφάνη ανάρχως και ομοουσίως εκ της πατρικής  υποστάσεως.  "ως τοίνυν ουδεμία επινοείται παραλλαγή θεότητος επί του Υιού (ούτε γαρ διακονεί. και ουχ ετέρωθεν". ουδέ κενούται.40 Ούτω το Άγιον Πνεύμα έχει την "μόνην πρόοδον" προς τον Πατέρα. κατά Παύλον τα του Θεού". Δεν αμφιβάλλομεν το ομοούσιον της Τριάδος.39 Η πρόοδος αυτή είναι εκ του Πατρός αλλά και προς τον  Πατέρα.41 Ασφαλώς εάν είχε πρόοδον το Πνεύμα εκ  του Πατρός και του Υιού δεν θα είχε "μόνην πρόοδον" προς τον Πατέρα.42   Οι Φράγκοι έκαμον πολλήν χρήσιν του Ιωαν.38 Ούτως έχομεν πρόοδον γεννητώς και  πρόοδον εκπορευτικώς. ως αν έν και ταυτόν υπάρχον".

52   Περί της εν λόγω ενωτικής επιστολής του Κυρίλλου οι επίσκοποι της ανατολικής  Διοικήσεως απήντησαν προς τον Ιωάννην Αντιοχείας επί των θεμάτων της  Χριστολογίας και της εκπορεύσεως ούτω. "Ήν γαρ έστιν αυτού το Πνεύμα. Μάλιστα κατά την  διάρκειαν της Δ' Οικ. ότε εδέχθη την Γ' Οικ.48   Εν τη ανατροπή του Θ' κεφαλαίου ο Θεοδώρητος παρατηρεί τα εξής. Συνόδου και των 12  κεφαλαίων του Κυρίλλου. πάντα όσα έχει  ο Πατήρ εμά εστί. υπό Κυρίλλου)  τη ευαγγελική ευγενεία καλλύνεται.  Συνόδου. αλλ' ουκ αλλότριον εστί του Υιού. ό εκ του Πατρός εκπορεύεται. ως αλλοτρία δυνάμει τη δι' αυτού χρώμενον.  και παρ' αυτού λαβόντα το ενεργείν δύνασθαι κατά πνευμάτων ακαθάρτων. Ο Θεοδώρητος Κύρου έγραψε μίαν ανατροπήν των εν λόγω κεφαλαίων και  επεσήμαινε το Θ' κεφάλαιον. αλλά και της Ρώμης.49   Εις ταύτα ο Κύριλλος δηλοί την συμφωνίαν του ούτως. αλλά το Πνεύμα το εκ  του Πατρός Θεού".  Το εν λόγω Θ' κεφάλαιον του Κυρίλλου έχει ούτως. ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν".Αι εκφρασθείσαι γνώμαι αντιπροσωπεύουν την περί της Β' Οικ. Και το Πνεύμα το Άγιον ουκ εξ Υιού ή δι'  Υιού ύπαρξιν έχον. Συνόδου εδέχθη ότι δεν υπάρχει δογματική διαφορά μεταξύ του    157  . ει μεν ως ομοφυές. πάντα γαρ έχει μετά  του Πατρός. Και τούτο αυτός εδίδαξεν ειπών περί του Αγίου Πνεύματος. Σύνοδον. και άνθρωπος τέλειος ο Κύριος  ημών Ιησούς Χριστός αναδείκνυται εν αυτοίς. το Πνεύμα. Συνόδου ερμηνευτικήν  παράδοσιν της Αντιοχείας. ή δι' Υιού την  ύπαρξιν έχον. και τούτο ημίν εύ μάλα σαφηνιεί γεγραφώς ο  θεσπέσιος Παύλος.54 αλλ' ουδέποτε επανήλθεν εις το περί εκπορεύσεως θέμα.  Ο άγιος Κύριλλος συνοδικώς είχε συντάξει 12 κεφάλαια κατά των αιρέσεων του  Νεστορίου. ως βλάσφημον τούτο και ως δυσσεβές απορρίψομεν. ει δ' ως εξ Υιού. Ο Θεοδώρητος καθηρέθη υπό της  Ληστρικής Συνόδου του 449 και απεκατεστάθη κατά την Η' συνεδρίαν της Δ' Οικ. και εκ Πατρός εκπορευόμενον έφη. Δια τούτο είπον υμίν. αλλά το Πνεύμα του Θεού και Πατρός. και τελικώς όλων  των Εκκλησιών εις την Δ' Οικ.  συνομολογήσομεν. ανάθεμα έστω". "ει τις φησί τον ένα Κύριον Ιησούν  Χριστόν δεδόξασθαι παρά του Πνεύματος. "ου γαρ  ήσαν αυτοί οι λαλούντες. Σύνοδον και αφώρισε τον Νεστόριον. "τά γε νυν απεσταλμένα (δηλ. Θεός γαρ τέλειος. έστι δε ουκ αλλότριον του Υιού.53   Ο Θεοδώρητος Κύρου συνέχισε τον κατά του Κυρίλλου αγώνα του μετά τας εν λόγω  διαλλαγάς του 433. ό εκπορεύεται μεν εξ  αυτού. και ως ευσεβή δεξόμεθα την φωνήν. αλλ' εκ του Πατρός εκπορευόμενον.51 ο Κύριλλος εις την ενωτικήν επιστολήν του προς Ιωάννην  επανήλθεν εις το θέμα περί της εκπορεύσεως ίνα μη υπάρχει αμφιβολία ούτως. ως ίσως διδάσκον ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Υιού  ή δια του Υιού και χαρακτηρίζει την τοιαύτην διδασκαλίαν "ως βλάσφημον" και  "δυσσεβές". Πιστεύομεν γαρ τω  Κυρίω λέγοντι.  καθάπερ αμέλει και του Πατρός.50   Κατά την επανένωσιν της Εκκλησίας της Αντιοχείας μετά της Ορθοδόξου Καθολικής  Εκκλησίας δια της υπό των Αντιοχειανών αποδοχής της Γ' Οικ. "ίδιον δε το  Πνεύμα του Υιού. ημείς δε ου το Πνεύμα του κόσμου ελάβομεν. Εκπορεύεται μεν γαρ εκ του Θεού και Πατρός το Πνεύμα το Άγιον  κατά την του Σωτήρος φωνήν. και το  πληρούν εις ανθρώπους τας θεοσημίας. Και τω θειοτάτω Παύλω  ομοίως φάσκοντι. ίδιον δε Υιού ως ομοούσιον  ονομαζόμενον". Μετά  των λοιπών επισκόπων της ανατολικής Διοικήσεως (Πατριαρχείου Αντιοχείας) εδέχθη  τας περί εκπορεύσεως επεξηγήσεις του Κυρίλλου ως Ορθοδόξους και περιωρίσθη εις  επίθεσιν κατά της Χριστολογίας του Κυρίλλου. της Αλεξανδρείας. κατά γε τον της ουσίας λόγον".

 οι της Βασιλίδος επελάβοντο. ούτε οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες της Δ' Οικ.   Πάντως όταν εις την Β' Οικ. ότε μόνος αίτιος της υπάρξεως του Πνεύματος είναι ο Πατήρ και 2)  ενέργειαν ωσάν την πέμψιν. εν  οίς περιείχοντο τα περί εκπορεύσεως του Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού  απέκτησαν κύρος. ούτε υπεστήριξαν  ποτέ οι αποσχισθέντες μετά του Διοσκόρου λεγόμενοι Μονοφυσίται τα ανόητα των  Φραγκολατίνων. ως άνθρωπον. σημαίνει σαφώς ότι η Εκκλησία της Ρώμης ησπάζετο την περί  εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος διδασκαλίαν της Β' Οικ. ότι ο Κύριλλος διδάσκει τάχα ότι το Πνεύμα έχει ύπαρξιν και εκ του  Υιού και ότι εις τούτο διαφέρει από τον Θεοδώρητον. Πάντα τα ανωτέρω βοούν περί  της ιστορικής και δογματικής αληθείας. ότε πέμπει και ο Υιός αλλά με την μίαν και αυτήν  πεμπτικήν ενέργειαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. μίαν γαρ ίσασιν  Υιού και Πνεύματος τον Πατέρα αιτίαν. εξ ών. φασίν. την αποκήρυξιν της διδασκαλίας του περί  εκπορεύσεως του Πνεύματος εκ μόνου του Πατρός. Ών το μεν υπάρχει. δυσί δε  μόνοις. Συνόδου έθεσαν  ως όρον αποκαταστάσεως του Θεοδωρήτου.  ουκ αιτίαν τον Υιόν ποιούντος του Πνεύματος σφάς αυτούς απέδειξαν. ότι τε. του μεν κατά την γέννησιν.   Ο άγιος Μάξιμος περί αυτής γράφει τα εξής.56              158  . Το δ' άλλο περί της θείας σαρκώσεως. Σύνοδον επεκράτησεν ο όρος εκπόρευσις να σημαίνη την  ακοινώνητον υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος και την υπαρκτικήν σχέσιν  αιτίου Πατρός και αιτιατού Πνεύματος ώφειλον οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι της εποχής να  προσαρμοσθούν. Και εις μεν το πρώτον.Τόμου του Λέοντος και των δώδεκα κατά Νεστορίου Κεφαλαίων του Κυρίλλου.  συμφώνους παρήγαγον χρήσεις Ρωμαίων Πατέρων. αλλά ηρμηνεύοντο υπό το πρίσμα της διδασκαλίας ή της  διατυπώσεως της Β' Οικ. "τών του νυν αγιωτάτου Πάπα Συνοδικών. Ούτε εις την Ληστρικήν Σύνοδον  κατεδικάσθη ο Θεοδώρητος δια τα επί του θέματος γραφόμενά του. του δε κατά την  εκπόρευσιν. περί θεολογίας. 55   Το γεγονός ότι ο Πάπας Λέων της Ρώμης ουδέποτε απεδέχθη την καθαίρεσιν του  Θεοδωρήτου. Φαίνεται όμως ότι εξ αιτίας της περί θεοπνευστίας των Πατέρων  διδασκαλίας της παραδόσεως τα κείμενα του Αμβροσίου και ίσως του Αυγουστίνου. Δηλαδή εις την  πέμψιν ταύτην μετέχει και το Πνεύμα ως Θεός και Κύριος. έτι μην και Κυρίλλου Αλεξανδρείας. και ταύτη το συναφές της  ουσίας και απαράλλακτον παραστήσωσι". Ούτε οι Λεγάτοι  του Πάπα Λέοντος.  Ούτως οι λατινόφωνοι Ορθόδοξοι ουδέποτε εδέχθησαν την φραγκολατινικήν ερμηνείαν  του αυγουστινείου Filioque περί του συναιτίου του Υιού εις την αιτιατήν ύπαρξιν του  Αγίου Πνεύματος. Συνόδου. είπεν εκπορεύεσθαι κακ του  Υιού το Πνεύμα το Άγιον. Επεκράτησεν ο όρος εκπόρευσις να σημαίνη 1)  τρόπον υπάρξεως.  εκ της πονηθείσης αυτώ ιεράς πραγματείας εις τον Ευαγγελιστήν άγιον Ιωάννην. ότι περ γέγραφε δίχα  τον Κύριον είναι της προπατορικής αμαρτίας. ως  απεδείξαμεν αλλαχού και θα είδωμεν εν οικείω τόπω. αλλ' ίνα και δι' αυτού προϊέναι δηλώσωσι. όσοις γεγράφατε Κεφαλαίοις. Συνόδου.  ουκ εν τοσούτοις. Τούτο φαίνεται σαφώς από την υπό του αγίου Μαξίμου του  Ομολογητού ερμηνείαν των αποφάσεων της υπό τον Πάπαν Μαρτίνον εν τω Λατερανώ  συνελθούσης τω 649 Συνόδου κατά του Μονοθελητισμού.

2 ή την  ερμηνεύουν φραγκολατινικώς. τους  ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας ως και τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων  τας συζητηθείσας και συνταχθείσας εις την Ελληνικήν υπό ελληνοφώνων Ρωμαίων. ασχέτως των επί του θέματος    159  ."1 Την ως άνω προαναφερθείσαν  ερμηνείαν της Συνόδου του 649 παρασχεθείσαν εις τον άγιον Μάξιμον υπό του Πάπα  Μαρτίνου και της Συνόδου αυτού αγνοεί ο Άγγλος ούτος και οι γνωρίζοντες αυτήν ή την  παραμερίζουν.  Παπικών και Προτεσταντών  1) Αγιογραφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque  2) Τα φιλοσοφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque     Η'. Kelly. είναι αίρεσις οδηγούσα εις την  κατάλυσιν των εν τη Τριάδι κοινών και ακοινωνήτων.3 Πάντως ο κύριος Kelly θέλει να πη ότι οι Δυτικοί  βελτιώνουν και διασαφηνίζουν κάτι και πριν ακόμη έχουν συναίσθησιν ότι πράττουν  ούτω. Η απάντησις απλώς θα  καθώριζε σαφέστερα αν ο ίδιος ήτο ορθόδοξος ή αιρετικός.N. ή  τουλάχιστον διασάφησιν. Ο Αυγουστίνος και αι περί Αγίας Τριάδος πλάναι των απογόνων των Φραγκολατίνων.  Όλοι οι Δυτικοί αναγνωρίζουν ως γεγονός ότι ο Πάπας Λέων ο Γ' αντέκρουσε την υπό  των Φράγκων γενομένην προσθήκην εις το Σύμβολον της πίστεως. επί της διδασκαλίας προηγουμένων αιώνων. Η υπό της Η' Οικουμενικής Συνόδου καταδίκη της περί εκπορεύσεως του  Αγίου Πνεύματος αιρέσεως των Φραγκολατίνων  Χαρακτηριστικόν του εις απίστευτον βαθμόν σκοταδισμού των Δυτικών μέχρι σήμερον  εις τα θέματα περί Filioque είναι η εξής παρατήρησις του καθηγητού της Οξφόρδης  J. τω 680 συγκληθείσα ίνα σταθεροποιήση την Εκκλησίαν  κατά των υποτιθεμένων Ευτυχιανών τάσεων του Μονοθελητισμού.Τμήμα 5  Η. απεδέχθη τας πέντε  Οικουμενικάς Συνόδους και την εν Λατερανώ Σύνοδον του 649 και συνέγραψε το  κείμενον των αποφάσεών της με το Filioque.  Πάντως υπάρχει κάτι το δαιμονικόν εις την ψυχοσύνθεσιν των απογόνων των  Φραγκολατίνων έναντι των ελληνοφώνων Ρωμαίων ορθοδόξων Πατέρων. Τα ίδια κατά θαυμαστόν τρόπον πιστεύουν δι' όλα όσα. Το Filioque το διδάσκον την συμμετοχήν του Υιού υπό οιανδήποτε μορφήν  εις την αιτίαν του ύπαρξιν έχειν του Πνεύματος.  Πρέπει να τονισθή ότι εξ επόψεως δογματικής δεν έχει σημασίαν εάν ή όχι ο Λέων Γ'  παρεδέχετο τον Υιόν συναίτιον της υπάρξεως του Πνεύματος. Πώς άλλως  εξηγείται το παράδοξον φαινόμενον να νομίζουν και οι σημερινοί Δυτικοί ότι οι  αγράμματοι Φράγκοι εγνώριζον καλύτερα από τους ελληνόφωνας Ρωμαίους. ως έκαμον εις την ψευδοενωτικήν Σύνοδον της Φλωρεντίας (1437‐ 1439) οι Φραγκολατίνοι όταν την επαρουσίασεν ο Μάρκος Ευγενικός.D. Η υπό της Η' Οικουμενικής Συνόδου καταδίκη της περί εκπορεύσεως του Αγίου  Πνεύματος αιρέσεως των Φραγκολατίνων  Θ. Ούτως η  Σύνοδος του Hatfield (Αγγλία). όχι εάν ή όχι το Filioque  είναι ορθόν. 4Εκείνο το οποίον  μας ενδιαφέρει τώρα είναι ο ισχυρισμός των περισσοτέρων Δυτικών ότι ο Λέων ο Γ'  εδήλωσε δήθεν την συμφωνίαν του με το Filioque ως διδασκαλίαν. "εις την αρχήν η Δύσις φαίνεται πραγματικώς να μην είχε κατανοήσει ότι η  περί διπλής εκπορεύσεως διδασκαλία αντιπροσώπευε μίαν οριστικήν πρόοδον. και επομένως το  αντέκρουσε τάχα μόνον ως προσθήκην εις το Σύμβολον.

 ό και ιδιοτρόπως παρά πάντα εκπορεύεται παρά Θεού. ότι το Πνεύμα "καί δι' αυτού (τού Υιού) και εξ αυτού φυσικώς και δίδοται και  πέμπεται και προχείται και προέρχεται. Και δια τούτο οι  λατινόφωνοι Ρωμαίοι ουδέποτε προσέθεσαν εκουσίως το Filioque εις το Σύμβολον. το δε Πνεύμα το  Άγιον έν. επειδή ομιλούν περί της εξ αμφοίν εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. αλλ' ουχί ως δόγμα. ορθοδόξως νοουμένης  γράφει. Άπαγε.λ.  δεν αποδεικνύει τίποτε υπέρ της φραγκολατινικής θέσεως.τ. μόνω ζήσεται  άνθρωπος. Δια τούτο η προσθήκη του Filioque είναι αίρεσις. ει δε  βούλει και εκπορευόμενον προς ούς άξιον. "ουκ επ' άρτω γάρ."8   Την τοιαύτην διάκρισιν.11   Πάντως δεν επιτρέπεται να ισχυρισθή τις ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες ή ο Λέων  ο Γ' διδάσκουν ότι ο Υιός μετά του Πατρός είναι η αιτία της υπάρξεως του Πνεύματος  απλώς. δι' αυτού δεδόμενόν τε και φανερούμενον. όστις επιμένει εις την ταύτισιν του Πνεύματος με την  δωρεάν. χύσιν κ.9 Η διδασκαλία αυτή του Αυγουστίνου είναι  αποτέλεσμα της ταυτίσεως των πάντων εν τω Θεώ μετά της θείας ουσίας εκτός των  σχέσεων. εις  ήν μετέχει ως Κύριος και Θεός το Πνεύμα. όστις να διδάσκει ρητώς ότι ο Πατήρ  και ο Υιός είναι ομού η αιτία της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. καίτοι ταύτην την χάριν ο Κύριος  πνεύμα προσηγόρευσεν ειπών "τά ρήματα ά εγώ λαλώ. αν και δεν υπάρχει ούτε είς ελληνόφωνος ή λατινόφωνος Ρωμαίος Πατήρ  της Εκκλησίας.  Κατά τας φραγκικάς πηγάς το θέμα περί Filioque εκινήθη υπό τινος μοναχού ονόματι  Ιωάννου των Ιεροσολύμων. αλλά και πάσαι αι δωρεαί του Αγίου  Πνεύματος. δόσιν. Επίσης είναι αίρεσις  ασχέτως οιασδήποτε μεμονωμένης γνώμης ή εκφράσεως και ελληνοφώνου  συγγραφέως. μεταξύ της αυθυποστάσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του  Πατρός και των δωρεών των ακτίστων εκ του Πατρός δια του Υιού ή και εκ του Υιού εν  τω Πνεύματι και δια του Πνεύματος εις τα κτίσματα απέρριψαν οι Φραγκολατίνοι  ακολουθούντες τον Αυγουστίνον.  Πρέπει να τονισθή ότι δεν είναι αίρεσις ο όρος καθ' αυτός ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ  του Πατρός και του Υιού ή δια του Υιού. την φανέρωσιν νόει ου γαρ αεί το εκπορεύεσθαι παρά Θεού  υπάρξεως εστι σημαντικόν αυθυποστάτου. αλλά είναι αίρεσις όταν σημαίνη τρόπον  υπάρξεως του Πνεύματος."5 Οράς ότι τα μεν  παρά Θεού εκπορευόμενα πολλά.απόψεων του Λέοντος Γ' ή οιουδήποτε δυτικού συγγραφέως.  Ο δε Παλαμάς περί εκπορεύσεως του Πνεύματος και εκ του Υιού."6 Άρ' ουν η των λόγων χάρις αυθυπόστατος. ως και 2) η έναντι των Φράγκων στάσις του Λέοντος Γ'.  Επομένως κατ' αρχήν ο ισχυρισμός ότι ο Λέων ο Γ' αποκρούει το Filioque ως  προσθήκην. φησί. Και πάλιν. όμως. επειδή δέχεται ως έκφρασιν την διπλήν εκπόρευσιν.  φησίν οι όχλοι επί τοις λόγοις της χάριτος της εκπορευομένοις εκ του στόματος  αυτού. ώσπερ το Πνεύμα το  εκπορευόμενον παρά μόνου του Πατρός. Εις το Σύμβολον ο όρος εκπόρευσις σημαίνει τρόπον  υπάρξεως. Και εκπόρευσιν γαρ είπουπερ αν εν τοις  τοιούτοις ακροάση. πλήθους γαρ συνεκτικόν το πάν. του Πνεύματος.7 Αλλ'  οράς όπως εξ Υιού η χάρις και ουκ αυτή μόνον. ως θα είδωμεν.12 Εις το όρος των Ελαιών υπήρχε μοναστήριον των  Φράγκων όπου τω 808 κατά το μόλις τότε εισαχθέν εκεί φραγκικόν έθιμον εψάλλετο το    160  . πνεύμά εισι και ζωή εισιν". "εθαύμαζον.  Μόνον υπό το πρίσμα τούτο γίνεται αντιληπτή 1) η υπό του Μαξίμου του Ομολογητού  γενομένη ερμηνεία του Filioque των ορθοδόξων λατινοφώνων Ρωμαίων της εποχής  του. όταν ο όρος σημαίνη ενέργειαν και πέμψιν. αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού.10 Σπουδαίον αποτέλεσμα της ταυτίσεως ταύτης είναι όχι  μόνον το Filioque αλλά και η αίρεσις περί κτιστής μετεχομένης εν τοις μυστηρίοις  χάριτος των Φραγκολατίνων. εκτός ίσως από τον Αυγουστίνον.

  ήτις εθέσπισεν ως δόγμα την γενομένην περί το 780 προσθήκην του Filioque και  αφώρισε τους μη συμφωνούντας.16 το δε του  μοναχού Σμαράγδου ενός των τριών Φράγκων αποκρισαρίων του Καρόλου. ότε μετ' επιμονής διεκήρυξαν οι  Φράγκοι το Filioque εις αντίδρασιν προς τα γραφόμενα του Κωνσταντινουπόλεως  αγίου Ταρασίου περί εκπορεύσεως εκ μόνου του Πατρός. ως λέγεται.24   Αφού αποπερατώθησαν αι ανακρίσεις ο Κάρολος απεφάσισε να λάβη απόφασιν βάσει  ορκωμοσίας του Πάπα περί των κατηγοριών τη 23η Δεκεμβρίου.22   Οι Φράγκοι επίσκοποι. Η λέξις    161  . εκτός της αραβοκρατουμένης Ισπανίας.21 Οι  δολοφόνοι παραδόξως μετετράπησαν οι ίδιοι εις κατηγόρους κατά του Πάπα.13 Οι Φράγκοι απετάθησαν εις τον Πάπαν Λέοντα Γ' όστις  ενημέρωσε δεόντως και τον Κάρολον τον εν τη Δύσει λεγόμενον Μέγαν.  Περί της επισκέψεως ταύτης σώζονται δύο ενδιαφέροντα πρακτικά.. Ο Κάρολος ευρέθη κυρίαρχος όλων των δυτικών επαρχιών της Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας. Ήτο  φυσικόν να θεωρή τον εαυτόν του κληρονόμον της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εξουσίας  και να εποφθαλμιά τας ανατολικάς επαρχίας των ελληνοφώνων Ρωμαίων και των  Αράβων. Ουδείς μάρτυς κατηγορίας ευρέθη.25 Δύο ημέρας μετά. το οποίον είχε υποστηρίξει  και ο Πάπας Αδριανός Α'.17 Παρά την φραγκικήν προέλευσιν των πρακτικών  φαίνεται σαφώς η δογματικά ορθόδοξος θέσις του Πάπα. (ελληνικός τίτλος ανήκων μόνον εις τον Βασιλέα των Ρωμαίων. είχον κακήν γνώμην περί του Λέοντος και δια τούτο  ο Κάρολος δεν τον απεκατέστησεν εις τον παπικόν θρόνον αμέσως. Από τα  λεχθέντα όμως των αποκρισαρίων του Καρόλου προς Λέοντα Γ' φαίνεται ότι η περί του  Filioque συζήτησις εν τη εν λόγω Συνόδω ήτο θυελλώδης. Εστάλη πάλιν εις Ρώμην δια  ανακρίσεις.. 23 Τον Ιούλιον του  799 μετεφέρθη ο Λέων εις τον Κάρολον εις Φραγκίαν. ως λέγουν αι φραγκικαί πηγαί. Παραδόξως τα πρακτικά δεν σώζονται. Μάλιστα εθεώρει εαυτόν προστάτην των Αγίων Τόπων. όστις παρά των σοβαρών τραυμάτων του διεσώθη δια θαύματος. δηλαδή την  ημέραν των Χριστουγέννων. το μεν  δημοσιευμένον εις την συλλογήν των πρακτικών των ρωμαϊκών Συνόδων.20   Κατά τα τέλη του 800 δύο πολίται της Ρώμης έκαμον απόπειραν να δολοφονήσουν τον  Πάπαν Λέοντα Γ'. ". Τον Νοέμβριον του 800 κατέφθασεν εις Ρώμην ο Κάρολος και ανέλαβε  προσωπικώς τας ανακρίσεις επί τρεις εβδομάδας.Σύμβολον μετά της προσθήκης. Οι Ρωμαίοι (ελληνόφωνοι) μοναχοί κατηγόρησαν τους  Φράγκους ως αιρετικούς. ο Λέων έστεψεν αυτόν "Imperator Romanorum" "Βασιλέα των  Ρωμαίων".18   Η εκκλησιαστική πολιτική του Καρόλου ήτο μέρος της πολιτικής και στρατιωτικής του  επεκτατικής πολιτικής και απετέλεσε την βάσιν της έναντι της ανατολικής ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας πολιτικής των Φράγκων μέχρι σήμερον. ο Πάπας ωρκίσθη ότι  αι κατηγορίαι δεν είναι αληθείς και αφέθη ελεύθερος. όστις  εκράτησε λεπτομερές πρακτικόν των περί της προσθήκης συζητήσεων μεταξύ του  Πάπα και των αποκρισαρίων. "Συχναίς γαρ και  αλλεπαλλήλοις συζητήσεων βάλλεται προσβολαίς η καθ' ημάς Εκκλησία . Συνόδου. ίνα ενημερώση τον Πάπαν περί των πεπραγμένων και ως  φαίνεται ίνα αποσπάση την σύμφωνον γνώμην του.19   Ήδη ο Κάρολος τω 794 απεκήρυξε τους Ρωμαίους ως αιρετικούς δια της εν τη Συνόδω  της Φραγκφούρτης καταδίκης της Ζ' Οικ. χωρίς δήθεν να το περιμένη  ο Καρλομάγνος. και της Βορείου Αφρικής.14 Τω 809 ο  Κάρολος συνεκρότησε μεγάλην Σύνοδον εν Ακυϊσγράνω της Ιεραρχίας των Φράγκων.  Η μελέτη των εν λόγω πρακτικών πρέπει να γίνη εντός των πλαισίων της έναντι των  Φράγκων καταστάσεως των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων της Μέσης και  Κάτω Ιταλίας.15 Τω 809  απεστάλη τριμελής επιτροπή.

 Πώς εξηγείται το φαινόμενον  ότι οι Φράγκοι από τας αρχάς του 9ου αιώνος γράφουν συνέχεια "κατά των πλανών των  Γραικών". Ο  Καρλομάγνος ήθελεν τον τίτλον "Βασιλεύς" αλλά όχι τον τίτλον "Βασιλεύς των  Ρωμαίων". εννοούσε σαφώς. Ο Πάπας πρέπει να το εγνώριζεν αυτό. Αυτοκράτωρ. εάν ο Καρλομάγνος  εγνώριζεν την πρόθεσιν του Πάπα. εάν αληθεύουν αι πληροφορίαι η εκ μέρους του Πάπα των  Ρωμαίων της Μέσης και Κάτω Ιταλίας προδοσία κατά του εν Κωνσταντινουπόλει.Imperator μεταφράζεται εις τα Ελληνικά. Οι Φράγκοι είχον αποφασίσει. ότι κυβερνούσε ολόκληρον την Ρωμαϊκήν  Αυτοκρατορίαν. 28   Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκ πείρας έμαθον οι Φράγκοι να θαυμάζουν την ακλόνητον  αφοσίωσιν των υπ' αυτών κατακτηθέντων επί το πλείστον λατινοφώνων Ρωμαίων εις  τον εν Κωνσταντινουπόλει "Βασιλέα των Ρωμαίων" και εις την Ορθόδοξον Καθολικήν  θρησκείαν αυτού. ενώ ουδέποτε γράφουν κατά των πλανών των λατινοφώνων Ρωμαίων  Παπών και πιστών της Δύσεως. Ο αντίστοιχος όμως ελληνικός  όρος μέχρι της αλώσεως ήτο το Βασιλεύς).  Συνόδου καταδίκην του Filioque. Η κατά των ελληνοφώνων Ρωμαίων  προπαγάνδα των Φράγκων ουδέποτε θα επετύγχανεν εάν εχρησιμοποίει δια τους  ανατολικούς τον όρον "Ρωμαίοι αιρετικοί". ότι το Ανατολικόν τμήμα της  Αυτοκρατορίας είχε γίνει Γραικικόν και ο ηγέτης του "Βασιλεύς των Γραικών". και ούτως εκίνησαν τον θρησκευτικόν φανατισμόν της Δύσεως εναντίον  των ελληνοφώνων Ρωμαίων της Ανατολής.  Επομένως ίνα διασπάσουν την εν λόγω εθνικήν και θρησκευτικήν ενότητα των  λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων και την αφοσίωσιν των πρώτων εις την  Κωνσταντινούπολιν. 26α Ο  Καρλομάγνος είχεν κανονίσει να λάβει τον τίτλον "Βασιλεύς" εις αντάλλαγμα της  αθωώσεως του Λέοντος. Ο βιογράφος του Καρλομάγνου Αϊνχαρντ ισχυρίζεται ότι. 10ον και 11ον αιώνα δεν αμφισβητούνται  υπό κανενός ιστορικού. και  αιρετικούς. ήτις απετέλεσε τον συνδετικόν κρίκον του ρωμαϊκού έθνους. Ο Λέων όμως εχάλασεν την υπόθεσιν.  Και ούτω διεπράχθη.  Ο φανατισμός και το μίσος των Ρωμαίων της Μέσης και Κάτω Ιταλίας κατά των  Φράγκων και των Λογγοβάρδων κατά τον 9ον. επειδή ο Καρλομάγνος  ήθελεν τίτλον αναγνωρίσημον από την Κωνσταντινούπολιν‐Νέα Ρώμη.  Το Filioque δεν είναι τυχαία προσθήκη εις το Σύμβολον. εσφετερίσθησαν οι Φράγκοι μέσω του ως άνω πραξικοπήματος  του Λέοντος Γ' το όνομα "Βασιλεύς" και απεφάσισαν να ονομάσουν τους ανατολικούς  Ρωμαίους. Αι  πραγματικαί διαθέσεις των Φράγκων φαίνονται σαφώς από το γεγονός ότι έκτοτε  επεκράτησε μεταξύ των Φράγκων να λέγωνται οι Ρωμαίοι της Ανατολής Γραικοί και οι  Βασιλείς αυτών όχι "Imperator Romanorum" αλλά "Imperator Graecorum" . δεν θα εισήρχετο εις την εκκλησίαν. Αντ' αυτού  εχρησιμοποίει τους τίτλους "κυβερνών Βασιλεύς και Αύγουστος" και "διοικών την  Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν".26Υπάρχει όμως και ετέρα εκδοχή. δια τούτο ίσως  προσέθεσεν "τών Ρωμαίων".     162  . Γραικούς. Ισχυριζόμενος ο Καρλομάγνος ότι κυβερνά την "Ρωμαϊκήν  Αυτοκρατορίαν".  πραγματικού Ρωμαίου "Βασιλέως των Ρωμαίων". της οποίας ο  πραγματικός "Βασιλεύς των Ρωμαίων" ουδέποτε θα αναγνώριζεν αυτόν τον πλήρη  τίτλον εις έναν Φράγκον. αφού ούτοι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι φανατικώς  υπεστήριζον την ορθόδοξον παράδοσιν και έλαβον μέρος εις την υπό της Η' Οικ.27   Έκτοτε οι Ευρωπαίοι ωνόμαζον "Imperator Romanorum" μόνον τον δυτικόν  θεωρούμενον διάδοχον του Καρόλου. ή του Όθωνος της Γερμανίας. Και ο Καρλομάγνος πρέπει να το εγνώριζεν διότι ουδέποτε  εχρησιμοποίησεν αυτόν τον τίτλον εις τα επίσημα έγγραφά του. Εκτός τούτου ωνόμασαν τους κατ' αυτούς Γραικούς.

 οι δυτικοί ιστορικοί. Ουδείς όμως δυτικός  ιστορικός συνδέει τον κατά των Φράγκων φανατισμόν των Ρωμαίων με το ορθόδοξον  δόγμα των Οικουμενικών Συνόδων. ήτις εκυκλοφόρησεν εις επιστολήν του Ταρασίου προς τους Πατριάρχας.  Ότι και να είπη κανείς δια την υπό του Λέοντος κάμψιν εις το θέμα της στέψεως του  Καρόλου. Εις τον Πάπαν χαρακτηριστικώς  παραγγέλλουν οι αποκρισάριοι του Καρόλου να αποχωρήση μακράν άπασα νάρκη της  ραθυμίας των Ποιμένων.30 Ο  Πάπας εν τη επιστολή του ταύτη προς τον Κάρολον υποστηρίζει τον Ταράσιον.  συνεζητήθη παλαιότερα υπό των Πατέρων αλλά παρημελήθη. εάν βεβαίως αληθεύουν.  ισχυριζόμενος ότι η ομολογία του είναι η διδασκαλία των Πατέρων και της Εκκλησίας  των Ρωμαίων. η στάσις του εις τα καθαρώς δογματικά θέματα ήτο  ναι μεν διπλωματική.  Τα αυγουστίνεια πλαίσια της ενώπιον του Λέοντος επιχειρηματολογίας των Φράγκων  αποκρισαρίων υπέρ του δόγματος του Filioque και της προσθήκης αυτού είναι σαφή. οίτινες  ίσχυον από καιρού εις καιρόν μόνον τη επεμβάσει των Φράγκων. Αλλά ώς τι το  απόκρυπτον ανεκαλύφθη υπό των Φράγκων θεία τινι επιπνοία και ο Θεός εφώτισεν  αυτούς να εκτινάξουν την εκ ραθυμίας απονάρκωσιν και να ανορύξουν αυτόν τον  ουράνιον θησαυρόν.τ. ότι οι Φράγκοι "Βασιλείς  των Ρωμαίων" απελευθέρωσαν τους λατινόφωνας Ρωμαίους της Μέσης Ιταλίας από  τους Γραικούς (ή ως ωνομάσθησαν τελευταίως Βυζαντινούς) της Κάτω Ιταλίας και της  Ανατολής.  Ισχυρίζονται οι Φράγκοι αποκρισάριοι ότι το Filioque το οποίον μόλις ανεφάνη.  Πρέπει να επανατονισθή το σήμερον υπό Δυτικών ανεγνωρισμένον γεγονός της υπό  του Πάπα Αδριανού Α' υποστηρίξεως της εμμονής του αγίου Ταρασίου κατά την Ζ' Οικ.28 Εάν ήσαν άνθρωποι τίμιοι οι δυτικοί ιστορικοί θα έπρεπε να αποδείξουν  πώς είναι δυνατόν να πιστεύση τις τον ισχυρισμόν ότι οι Φράγκοι ψευδορωμαίοι  Βασιλείς απελευθέρωσαν τους Ρωμαίους της Ιταλίας από τους Ρωμαίους της Ανατολής.Επίσης δεν αμφισβητείται η αφοσίωσις των Ρωμαίων τούτων γενικώς εις την  Κωνσταντινούπολιν. εξαιρέσει βεβαίως των φραγκοφίλων Ρωμαίων προδοτών.  Σύνοδον.  Ούτω δημιουργούν την ψευδή εικόνα.29 Μάλιστα διασώζεται  απάντησις του Αδριανού Α' εις τας διαμαρτυρίας του Καρόλου περί της ομολογίας  ταύτης.  Η δολοφονική απόπειρα κατά του Λέοντος ως και αι υπό των ιδίων δολοφόνων εν  συνεχεία κατηγορίαι κατά του Πάπα ενώπιον του Καρόλου ως κριτού. ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός. να φύγη η νωθρότης της διανοίας κ. Είχαν σαφώς σκοπόν να  κάμψουν τον διάδοχον τοιούτων φανατικών Ρωμηών Ορθοδόξων. ο τρόπος  απαλλαγής δι' ορκωμοσίας μόλις δύο ημέρας προ της υπό του Λέοντος στέψεως του  Καρόλου ως Βασιλέως δεν είναι γεγονότα άσχετα και τυχαία. ως του Αδριανού Α'  και να αποσπάσουν τους λατινοφώνους Ρωμαίους της Δύσεως από το κέντρον της  Ρωμηοσύνης εν Κωνσταντινουπόλει κάμνοντες τάχα κέντρον την Ρώμην. Τούτο διότι οι δυτικοί ιστορικοί δέχονται την  μεταγενεστέραν φραγκικήν ταύτισιν της θρησκευτικής ιστορίας των Ρωμαίων και των  Φράγκων και βλέπουν τον σύνδεσμον των Ρωμαίων της Μέσης και Κάτω Ιταλίας με  τους κατ' αυτούς Γραικούς ως εξωτερικόν και επιφανειακόν. Η διακήρυξις της υπεροχής της φραγκικής κατανοήσεως των  Πατέρων έναντι αυτής των Ρωμαίων είναι σαφεστάτη.  Το ψεύδος των σημερινών ιστορικών της φραγκολατινικής παραδόσεως καλύπτεται με  την χρήσιν των ονομάτων "Γραικοί" και "Βυζαντινοί" δια τους ανατολικούς Ρωμαίους.λ. αλλά ήτο εξ ίσου σαφής ως αυτή των προκατόχων του Μαρτίνου  Α' και Αδριανού Α'. Δεν υπάρχει άλλη  εξήγησις των ισχυρισμών και νουθεσιών τούτων παρά την υπό των Φράγκων  αποδοχήν των εξηγήσεων εν τη ομιλία του Αυγουστίνου του 393 περί του Συμβόλου εν    163  .31   Εντός των τοιούτων πλαισίων θα ήτο φυσικόν ο Λέων Γ' να εμμείνη εις την παράδοσιν.

 Πόρρω τοιγαρούν  των Ποιμένων ραθυμίας άπασα νάρκη αποχωρείτω. έφη. ότι  η χύσις είναι της Αγίας Τριάδος μία. και ταις ομολογίαις  της υιγιώς εχούσης πίστεως οίον. αλλ' οίόν τι απόκρυφον αίφνης εφ' ημών προύκυψεν  αναδύσαν. ουχ  ηρέμησεν ως έκπαλαι διαλικμηθέν. τον περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος".  επιμελέστατα αυτών ο αποστολικός Δεσπότης ακροασάμενος. και κατά τας εκ της Ιεράς Γραφής  μαρτυρίας.34   Ακριβώς τα ίδια θα έλεγεν οιοσδήποτε Πατήρ της Εκκλησίας. το περί της του  Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως. εκχύται υπό του Υιού. (Τούτο ισχύει. ως είδαμεν.33   Εν συνεχεία οι Φράγκοι αποκρισάριοι αναπτύσσουν πώς κατά την Αγίαν Γραφήν το  Πνεύμα είναι εν τω Υιώ.λ. κ.. απαγορεύω.32 ότι 1) η διδασκαλία περί της ιδιότητος του Αγίου  Πνεύματος εισέτι δεν ελύθη και 2) η επικρατούσα γνώμη είναι ότι το Πνεύμα είναι η  μεταξύ του Πατρός και του Υιού αγάπη. Μετά τα αγιογραφικά παραθέτουν χωρία από  τον Γρηγόριον τον Διάλογον. Αλλά γαρ ήδη τον λόγον  αναβαλούμαι. εις τραχείας μεν  επικερδείς δε όμως διεγρηγόρσεις.  ως προέφην της ζητήσεως ταύτης παρά των ζητούντων ερεύνης εκτός. ως αντιφρονούντα πάντη  αποκηρύττω". ίνα της δια  ραθυμίαν εκτιναχθείσης αποναρκώσεως τω βραχίονι της ιεράς συγγυμνασίας  ενδυναμωθέντες. φθάση ποτέ τω Κυρίω αιωνίως συμβασιλεύουσα. "ούτω φρονώ. τον παρά των διδασκάλων σπόρον δεξάμενος. τον Κύριλλον Αλεξανδρείας. τον Ιερώνυμον και τέλος 4 ισχυρά χωρία από τον Αυγουστίνον. της των υιών εν κατασχέσει γενομένη  κληρονομίας.  "ως δε υπό των ειρημένων αποκρισαρίων ανεγνώσθησαν εν τάξει αι μαρτυρίαι. Πόρρω διανοίας ακμής η  υπεύθυνος νωθρότης γινέσθω.  Παραθέτομεν σχετικά εξελληνισθέντα κατά γράμμα αποσπάσματα του λατινικού  κειμένου των πρακτικών. Δηλαδή οι Φράγκοι εκήρυξαν από τότε την  στασιμότητα των ελληνολατίνων Ρωμαίων και την προοδευτικότητα των Φράγκων εις  την αποδοχήν της υπό του Αυγουστίνου προσφερθείσης λύσεως του Filioque εις το  φανταστικόν του Αυγουστίνου και όχι της Εκκλησίας πρόβλημα. μετά τούτων καγώ των συγγραφέων. ότι φωτισθέντες ούτοι άνωθεν  κατενόησαν την Αγίαν Γραφήν και τους εν λόγω Πατέρας. Τρυφής δ' ηδυπάθεια. Αποκειμένης αλλ' ούν. ως αν τοις καθολικοίς διδάγμασι διεκπαιδευθείσα. Ταύτα όμως δεν σημαίνουν ότι ο  Λέων συμφωνεί με τον ισχυρισμόν των Φράγκων. Συχναίς γαρ και αλλεπαλλήλοις συζητήσεων βάλλεται προσβολαίς η καθ'  ημάς Εκκλησία.  Εις τα τοιαύτα ο αποκρισάριος Σμάραγδος εμφανίζει τον Πάπαν απαντώντα ως εξής. όπερ αρτίως ανέφυ. πάλαι ήδη υπό των ιερών Πατέρων  επιμελέστατα αναλελίκμηται. τας περί την ανάγνωσιν. ή διδάσκειν. δηλαδή ότι συμφωνεί με  την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής και των Πατέρων.αίς διατείνεται. δίδεται υπό του Υιού. Λέγουν οι Φράγκοι εις τον Πάπαν. τον  Αμβρόσιον. ισχύσωσιν ανορύξαι τον θησαυρόν τον ουράνιον . δια τον Αυγουστίνον και μόνον  δι' αυτόν). και ραστώνη πάσα τα του  σώματος μέλη απολιπέτω. Εί τις δε άλλως περί τούτου φρονείν έλοιτο. και καρπούς αποδώη εκατοστεύοντας. Συνόδου και ασφαλώς από το    164  . όπερ εκ θείας τινός επιπνοίας γενέσθαι στερώς πιστεύων ήκιστα αν  ενδοιάσαιμι. ούτω  κατέχω. Και  ειμή μεταγνούς τόδε κατέχειν εθελήση το φρόνημα.. κάρος δε βαθύς και απαλός ύπνος. Επειδή δε προ πολλού υπό των ζητούντων έκειτο παρημελημένον. ίν' ο της  Εκκλησίας αγρός. τον Μέγαν Αθανάσιον.τ. τας των Ποιμένων επ' αυτήν διαναστήσαι καρδίας. ευδόκησε τέως  ο πάντων ισχύων Θεός. αναδυέτω. και μάλιστα καλύτερα από  τους Ρωμαίους της Ανατολής και της Δύσεως και καλύτερα από τους Πατέρας των επτά  Οικουμενικών Συνόδων. αποξεσθείσα. "τό ζήτημα. τη του Παναλκούς  δυνάμει διευθυνήση. ως είδαμεν. είναι του Υιού. Η υπερηφάνεια των Φράγκων έναντι των Ρωμαίων φαίνεται  σαφώς από την υπ' αυτών αποκήρυξιν της Ζ' Οικ. Εις όλα τα  χωρία είναι σαφές ότι οι Φράγκοι μαζί με τον Αυγουστίνον συγχέουν ενεργείας του  Πατρός και του Υιού με τον τρόπον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.

 Εις ταύτα ο Πάπας  απήντησεν. μηδ' αποφαίνεσθαι. καθ' οποίαν δη τινα ανάγκην. κατά προσλαλιάν μάλλον. "αλλά και τούτο." ο Λέων  απήντησεν. ου μην αλλ' ουκ αεί. ή κατά  ζήλον τον υπέρ της των ανθρώπων σωτηρίας συντάττεσθαι.) τον μεν επιεική και    165  . έξεστι μεν διδάσκοντας άδειν. και των εσχάτων εν  συμπεράσματι όρων το κεφάλαιον". θεία  δε τινί ελλαμφέντες σοφία εποίησαν. ούκουν ερώ. τί δήποτε ου θέμις  άδειν. ούτως ου τολμώ λέγειν. "έξεστι φημί. και πολλαί μεν αν έχοιεν επενεχθήναι πίστεις . Σύ.  λυμαντικόν απειργάσηται". καν επ' ενίοις πράττειν καλόν.. ότι  αναμφιβόλως. ούτε  γράφοντας.. ή προσθήκης. αλλ' εάν τυχόν τις το αγαθόν προενεγκείν πειρώτο επί το βέλτιον. "αύτη η απαγόρευσις. ως  ουκ εκείνων πρότερον θήσω. οίον την εν Χαλκηδόνι Δ' και την εν Κωνσταντινουπόλει ομοίως Ε'  και την ΣΤ' καινόν περαιτέρω Σύμβολον υπό τινος. αλλά και το οίεσθαί με αυτοίς εκείνοις  συνεξισούσθαι.γεγονός ότι ανέλαβον την ευθύνην ούτοι να διδάξουν τον Πάπαν και τους Ρωμηούς περί  μιας μέχρι τότε δήθεν κεκρυμμένης αληθείας και "ουρανίου θησαυρού". "μήτοι γε ουχί καλώς οι διδάσκαλοι  τότ' αν εποίησαν. εμπαρεισάγεσθαί τι απηγορευκέναι.  "διαφέρει και γάρ.  Πάντως το πρόβλημα περί της ακριβείας των πρακτικών του Σμαράγδου εγείρει ο ίδιος  ούτω.38   Οι ίδιοι αποκρισάριοι ερμηνεύουν τας απόψεις του Πάπα λέγοντες προς αυτόν.  και άδοντας διδάσκειν. ειδότες πάντως. ή προσδιάλεξιν. ουδ' εν  άπασι πρακτέον είναι δοκεί. ή καθάπερ ανωτέρω. ώσπερ και τα λοιπά διεκώλυσαν. είπερ εποίησαν." απήντησε. το  εξ αγαθής προαιρέσεως τα καλά επί το κρείττον προάγειν". Ή τίνος χάριν  παραλειφθέν. ή θεσπίσαι. αλλ' αθεμίτως εν τοις απηγορευμένοις ούτε άδοντας. πώς περί υμών αυτών γινώσκετε. καθ' όσον αλλ'  ουν οίος τε ειμί μεμνήσθαι. "τούτων ειρημένων. τοις εφεξής πάσιν αιώσιν εμφανές κατέστησαν. ουχί τόδ' αφορά. προσλαλιά  είναι παρεμφερής. απέστωμοι". η υποστολή αύτη.35   Εις την γενομένην συζήτησιν ο Πάπας εις ερώτημα των Φράγκων ". ή μεταβολής. "επειδή  τοίνυν γνωστόν εκατέροις.  προηγησάμενα. έξεστί τι εμπαρεισάγειν". και τοι μη τοιάδε τις ήν η κατά την έκφρασιν ιδιότης. εκείνο  συνοράν πρώτον. ουκ  έστιν ό. ει τέτταρας μόνον συλλαβάς προσθέντες. Και γαρ αυτός εμαυτόν. ως μάλλον ευτάκτω προσεοικέναι συνδιαλέξει.. ών η των νοημάτων. και οι περί  σε ίδετε. αύτη η των νοημάτων υπήρχεν έφοδος. μη και εαυτόν εξ  απονοίας οιηματίαν τινά αναδείξηται και το καθ' εαυτό υγιεινόν διαφθείρας. είτ' ουν ει ούτως  έξεστι λέγειν. το ούτως αναγκαιότατον όν  εις πίστιν μυστήριον.36   Εις την παιδαριώδη ερώτησιν των αποκρισαρίων. τούτο αυτούς  ήττον ημών νενοηκέναι. ή ρημάτων ακολουθία. και ως οίόν τε ακριβώς επισταθμάσθαι. δια το τους συνταξαμένους  το Σύμβολον μη παρεισαγαγείν και τούτο ως και τα λοιπά και δια το τας εφεξής  μεγάλας Συνόδους. μη επέκεινα εκδιαδοθείη. καν τοις Παλαιοίς δι'  αφαιρέσεως..) ουκ επ' ακριβές τη μνήμη υπέρχεται. καθά και τ' άλλ' ά παρέλιπον. τούτου δέ. ότι δια τούτο άδοντας. ή άδοντας εκδιδάσκειν. ή γράφοντας εν τω Συμβόλω εκείνο  εμπαρεισάγειν αθέμιτον παρ' υμών κρίνεται.τι και χρή επί πλέον εν τούτω προσεπιδιατρίβειαν". 39   Εις τα τοιαύτα ο Πάπας απήντησεν ως εξής. το (παρά το μη  τους Πατέρας αυτό διακρίναι.37   Υπεραμυνόμενοι ισχυρίσθησαν μεταξύ άλλων οι αποκρισάριοι των Φράγκων ότι. οίδα τινά. (ει μη μόνον το απ'  εντεύθεν εξής.  ή γούν. ουδ' εις τόδε σκοπεί. ουδ' έχω σταθμήσασθαι τί ότι παρέλιπον. "ώσπερ ου τολμώ ειπείν μη καλώς αν ποιήσαι. Επεί δ' η συνέλευσις ές γ' επί τούτο  εχώρει. ή λέγεται. και ουκ ανθρωπίνη. του εκ θρασύτητος υπερπηδώντας των αγαθών κατολιγωρείν.

. ως και την ιδέαν ότι ο  Πάπας είναι υπεράνω των Συνόδων. ή  αφαιρείν. ο αυτός λόγος παρά πάντων. σύν ημίν φρονείν τε και γινώσκειν.45   Η ιδέα ότι το Filioque παρελήφθη από το Σύμβολο της Β' Οικ. αλλά διαφωνούντα μόνον  όσον αφορά εις το Filioque ως προσθήκην. Συνόδου ουδέποτε εγένετο αποδεκτή  εις την Εκκλησίαν των Ρωμαίων εν Ρώμη. ως ορώ. αφαιρέσεως και αλλαγής του κειμένου του Συμβόλου. Ο Πάπας ρητώς και απεριφράστως απορρίπτει την  γεννήσασαν την φραγκολατινικήν θεολογικήν παράδοσιν ιδέαν περί βαθυτέρας με την  πάροδον του χρόνου κατανοήσεως των μυστηρίων της πίστεως."  Ο Πάπας. το περί ου η ζήτησις. ή μεταβάλλειν". ίνα μη εισεμεχθή απειρηκέναι. ως ει  κατά της πίστεως είη βαίνων. και τότε τέως υφ' ενός εκάστου θεμιτώς και ελευθέρως. κριτής και φορεύς της αληθείας. ή ενεισαχθήναι κατά τα λοιπά. τους τοσούτους  Καθολικούς παλαιούς Πατέρας. εν ούτω φιλίω τε και ειρηναία τη διαλέξει. ή  προσήκον εστί. ως ήδιστα αφεξόμεθα". και εκδιδάσκηται".44   Πάντως η δογματική αντίρρησις του Πάπα κατά της προσθήκης είναι σαφεστάτη εκ  των ανωτέρω ως και εκ της εξής διασωθείσης υπό του Φράγκου Σμαράγδου ρήσεως  του Λέοντος. Η πεποίθησις των Φράγκων περί της αληθείας του  Filioque φαίνεται από το ερώτημά των περί των πρακτέων. Μη παρ' ημών ενταύθα  προήλθε το έθος του αυτό άδειν. μανθάνηται. "μή ουχί παρά σού. "ο Πάπας . ου παρ' ημών ενθάδε η  συνήθεια αύτη αφίκετο. πείθειν υμάς απόχρη.42   Εις την συνέχειαν συνεζητήθη το πρακτικόν μέρος του τρόπου άρσεως της προσθήκης  χωρίς να προξενήση σκάνδαλον. είτε δια παραδόσεως.41   Οι αποκρισάριοι συνώψισαν τα λεχθέντα του Πάπα ούτω. ουμήν δε και άδοντας προστιθέναι τι. Ούτω φαίνεται  σαφώς πώς η αυγουστίνειος ερμηνεία της Β' Οικ. εκ του πολλάκις  ειρημένου Συμβόλου αρθή. "εγώ μεν άδειν επέτρεψα. "τοιγαρούν. είτε  δι' άσματος. μη κατ' ενεστώσαν άγνοιαν. "μήπου γε. ίνα πρώτον. ούκουν δε τον δύσνουν τε και αλλοτριόφρονα. ως αν μη αυτό  τούτο τραπείη είς τινα όλεθρον. Τίνα ουν δώσεις βουλήν. Εντεύθεν γαρ εφ' ημάς.εύφρονα περιποιείσθαι τούτο. οίτινες προσπαθούν να εμφανίσουν τον  Λέοντα συμφωνούντα με τους Φράγκους περί του Filioque. ή τοις Συμβόλοις μη  ενεισαγαγόντας. κατακριθήσεται. ει τοίνυν  τα δισσά ταύτα.  απηγορευτηκότας. εάν ο λόγος ο  πλήρης της αληθούς πίστεως εκ μέσου αρθή. του  πληθύν μαρτυριών συνεπιφορήσασθαι. ότι οι Πατέρες δεν έλυσαν ακόμη το κατ' αυτόν πρόβλημα της υποστατικής  ιδιότητος του Αγίου Πνεύματος. και πώς αυτό άχρι της σήμερον ψάλλομεν. ήτις ελέχθη προς το μέσον των ανωτέρω προς επεξήγησιν της ρητής υπό  των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων γενομένης απαγορεύσεως οιασδήποτε  προσθήκης. Εξ όλων των ανωτέρω φαίνεται σαφώς η  επιστημονική ανεντιμότης των Δυτικών. μη κατά μέλλουσαν ραθυμίας  πρόνοιαν παραλελοιπέναι. σοφούς άνδρας. πιστεύων εις το Filioque ως δόγμα και είς    166  . αλλά  το μηδαμής μηδένα".. παραλειφθέν δέ. δέδοται άδεια. Υπενθυμίζομεν ότι ο γράψας τα εν λόγω  πρακτικά μοναχός Σμάραγδος είναι Φράγκος. Συνόδου "κατ' ενεστώσαν  άγνοιαν" δύναται να εξηγηθή μόνον βάσει του αναφερθέντος ισχυρισμού του  Αυγουστίνου εις την προς την Σύνοδον της Αφρικής ομιλίαν του τω 393 περί του  Συμβόλου. τους το περί ου ο λόγος."43   Συνιστά ο Πάπας να μη ψαλλή "κατά μικρόν εν τω Παλατίω" το Σύμβολον και ούτω να  αφαιρεθή η προσθήκη. η του το  Σύμβολον αυτό ούτως άδεσθαι επ' Εκκλησίας. η  Υμετέρα Πατρότης αποφαίνεται. ως προείρηται.40   Εις ταύτα οι Φράγκοι θυμωνένοι ως φαίνεται απήντησαν.

 και  ασφαλώς ο Πάπας θα είχεν απαντήσει και εις τούτο. καθ' όν τρόπον άδειν. ή αφαιρείν. Ο Λέων ούτε το ένα ηυλόγησεν. η αγία των  Ρωμαίων Εκκλησία στοιχεί. κατά ζήλον. ο αντίπαλος του  Ρωμηού Πάπα Βενεδίκτου Γ' (855‐858). διότι άλλων προ υμών. και επί προφυλακή της  ορθοδόξου πίστεως. ούτε το άλλο. ουγκιών δε 6". ως οι Πάπαι  διεμαρτυρήθησαν δια την προσθήκην των Φράγκων θα διεμαρτύροντο δια μίαν  παρομοίαν πράξιν των Ισπανών.48   Δηλαδή όπως εις την περίπτωσιν της εν Λατερανώ Συνόδου του 649 ούτω και  προγενεστέρως η απλή έκφρασις ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και  του Υιού δεν εννοεί ότι εκπόρευσις σημαίνει τρόπον υπάρξεως. "ούτος.E. ή  μεταβάλλειν.50 Πρόκειται περί του λειψάνου του αγίου Παύλου.των αποσταλέντων ίνα πείση τον Λέοντα να ευλογήση όχι μόνον την προσθήκην αλλά  και το δόγμα. Διερωτάταί τις δικαίως  διατί οι Δυτικοί αποφεύγουν να παραθέσουν το κείμενον των αναφερθέντων  πρακτικών και αρκούνται εις αορίστους μόνον παραπομπάς. ουμήν δε και άδοντας προστιθέναι τι. επί δυσίν ασπίσιν αργυραίς επέταξεν επιγραφήναι το Σύμβολον  εκατέρωσε. ή τα ιερά και σεπτά μυστήρια επιτελείν. Ο όρος Εκκλησία των  Ρωμαίων περιωρίσθη μόνον εις την Πρεσβυτέραν Ρώμην. Ημείς γαρ αυτόγε τούτο ουκ άδομεν. εις την γλώσσαν της Δύσεως. επεί αναγκάζετε. και μετέπειτα γνωστός ως Αναστάσιος  Βιβλιοθηκάριος. δηλαδή από τους Ισπανούς.  Ο φραγκολατίνος θεολόγος Πέτρος Δαμιανός (1007‐1072) γράφων περί εκπορεύσεως  του Αγίου Πνεύματος πληροφορεί ότι είδεν ο ίδιος εις Ρώμην το εν λόγω Σύμβολον άνευ    167  .  ούτως αδόντων ακηκόατε. εκ των οποίων οι  τέσσαρες της Ανατολής συνεχίζουν μέχρι σήμερον να λέγωνται Ρούμ Πατρίκ εις τα  Αραβικά και τα Τουρκικά."47 πρέπει η λέξις "τών Ρωμαίων" να αποδοθή με το "τών  Ρωμηών" διότι Ρωμαίοι είναι οι ανήκοντες πολιτικώς εις την Κωνσταντινούπολιν και  εκκλησιαστικώς εις την Πενταρχίαν των Ρωμαίων Πατριαρχών. γράφει τα εξής εις τον  υπ' αυτού συγγραφέντα βίον Λέοντος Γ'.   Πάντως η συνήθης εκδοχή ότι το Filioque παρεισήχθη εις το Σύμβολον ήδη εις την  Ισπανίαν κατά την εν Τολέδω Σύνοδον του 589. θατέρα μεν γράμμασιν Ελληνικοίς. Ίνα δε τι και σαφέστερον.46   Δια να καταλάβωμεν τα βαθειά αισθήματα του Λέοντος όταν λέγη εις τους Φράγκους:  "εγώ μεν άδειν επέτρεψα. ως ανέπτυξεν εν άρθρω του ο  A. Ο Πάπας λέγει. θα το είχεν αναφέρει. δηλαδή Πατριάρχαι των Ρωμαίων.  Πάντως ο φραγκόφιλος αντικανονικός Πάπας Αναστάσιος (855‐858). ως δια τούτο υμείς ούτως άδετε. διότι η διπλή εκπόρευσις αναφέρεται  εις τον τρίτον αναθεματισμόν και εις την προς την Σύνοδον ομολογίαν πίστεως του  ηγεμόνος των Γότθων 'Ρηκαρήδου. Burn τω 1908.[49] Εάν ο Σμάραγδος είχεν υπ' όψιν ότι οι Φράγκοι είχον δανεισθή  την προσθήκην αλλαχόθεν. δεν ευσταθεί διότι εις τα διασωθέντα πρακτικά το  Σύμβολον της Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως υπάρχει ή χωρίς την προσθήκην ή μετ'  αυτής προστεθείσης όμως υπό μεταγενεστέρας χειρός. εφ' όσον υμίν εν τούτω  εξήρκει. είπω.  Δια τούτο η επομένη έκφρασις του Πάπα Λέοντος προς τους Φράγκους αποκρισαρίους  αναφέρεται όχι εις την προσθήκην αλλά εις το άδειν το Σύμβολον. κατ' εκείνα τα μέρη. Λατινικοίς δε θατέρα. Το  αναπόφευκτον συμπέρασμα εκ των ανωτέρω είναι ότι οι το πρώτον προσθέσαντες το  Filioque εις το Σύμβολον είναι οι Φράγκοι. άνωθεν της εισόδου της εις το Λείψανον. "ό δε  φατε. Είναι βέβαιον ότι. αλλ'  αναγινώσκομεν". ούτε ότι οι  χρησιμοποιούντες αυτήν την έχουν προσθέσει εις το Σύμβολον της πίστεως. φανατικός κατ' αρχήν πράκτωρ των Φράγκων. τί προς ημάς. ών ο σταθμός  λιτρών μεν 94. δεξιόθεν τε και  αριστερόθεν επηωρημέναις.  όταν επεκράτησε να ονομάζη Γραικούς τους ανατολικούς Ρωμαίους.

 "Κατά ζήλον". το σύν Πατρί και Υιώ  συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον".51   Ο δε μεγάλος υπό των Φραγκολατίνων θεωρούμενος σχολαστικός θεολόγος Πέτρος  Λομβαρδός. "ως αυτός φησί. "προστιθέασι δε προς εμπέδωσιν της οικείας δόξης. και εις το  Πνεύμα το Άγιον .55   Πάντως η αναστήλωσις του Συμβόλου άνευ της προσθήκης επί αργυρών ασπίδων  Λατινιστί και Ελληνιστί είναι πράξις απολύτως σύμφωνος με τα λεχθέντα του Λέοντος  προς τους Φράγκους αποκρισαρίους." Εν ω δη Συμβόλω. Παρακαλείται ο αναγνώστης να ξαναμελετήση τα  υπό του Φράγκου Σμαράγδου κρατηθέντα λόγια του Λέοντος και θα διαπιστώση πώς  απεριφράστως εδήλωσεν ο Πάπας την πίστιν του ότι οι Πατέρες της Β' Οικουμενικής  Συνόδου παρέλειψαν το Filioque αλαθήτως. το εκ του Πατρός εκπορευόμενον.τ. "αλλ' εάν τυχόν τις το αγαθόν προενεγκείν πειρώτο επί το  βέλτιον. ότι μόνον εις την ελληνίδα φωνήν "εγράφει το Σύμβολον" και ότι "κατά τας  πύλας της Εκκλησίας προσέπηξεν". ειδότες πάντως. ός προ του ιερωτάτου  λειψάνου του αγίου Παύλου καθοράται ηωρημένος. μαρτυρίαν της ημών αυτών κατακρίτου  πίστεως. ότι κατά την παράδοσιν των προειρημένων Συνόδων. θεία δε τινί ελλαμφθέντες σοφία  εποίησαν". ως αυτός  φησί." Κατά  ζήλον. μη  κατ' ενεστώσαν άγνοιαν.  Και προσπαθούν οι ανέντιμοι καταστροφείς της ενότητος της των Ρωμαίων κατ'  Ανατολάς και Δυσμάς Εκκλησίας να ισχυρισθούν ότι ο ειπών τα τοιαύτα (κατά  πληροφορίας Φράγκων και λατινοφώνων Ρωμαίων μάλιστα) δεν έστησεν επί αργυρών    168  . μη και εαυτόν  εξ απονοίας οιηματίαν τινά αναδείξηται. ως ουκ εκείνων πρότερον θήσω. εκείνο συνοράν πρώτον. "προστιθέασι  δε προς επαύξησιν της ημών ανειδείας. επί της προόδου  του Αγίου Πνεύματος. απηγορευκότας.. αλλά και το οίεσθαί με αυτοίς εκείνοις  συνεξισούσθαι. Λέων Γ' ανάγραπτον αυτό επ' αργυρού πίνακος στηλωθέντος  όπισθεν της ιεράς Τραπέζης του μακαρίου Παύλου κατέλιπε.". μετά τας λοιπάς της ιδίας εαυτού  πίστεως συμβολάς φησί. το εκ του  Πατρός εκπορευομένον. ο αποβιώσας ως επίσκοπος Παρισίων τω 1160 γράφει περί του εν λόγω  θέματος ούτω.. μη κατά μέλλουσαν ραθυμίας πρόνοιαν παραλελοιπέναι"." και επί προφυλακή της ορθοδόξου πίστεως.. και ουκ ανθρωπίνη.  λυμαντικόν απεργάσηται".52   Με το αυτό πνεύμα και τας αυτάς πληροφορίας γράφει ο μεγάλος θεωρούμενος  σχολαστικός φραγκολατίνος θεολόγος Πέτρος Αβελάρδος (1079‐1142). ότι κατά την παράδοσιν των  προειρημένων Συνόδων. μόνου μνεία γίνεται του Πατρός τοίσδε τοις ρήμασι. "καί γαρ αυτός εμαυτόν. "ο μακάριος Λέων ο Πάπας επί αργυρού πίνακος. και ως οίόν τε ακριβώς επισταθμάσθαι.53   Ο Μέγας Φώτιος αναφέρει τας ιδίας περί Λέοντος Γ' πληροφορίας με την διαφοράν ότι  νομίζει. και εις το Πνεύμα το Άγιον.. δηλαδή "ότι αναμφιβόλως. ούκουν  ερώ. ." Εν ω δη Συμβόλω  παραπλησίως επί της προόδου του Πνεύματος. απέστω μοι". "καί επί προφυλακή της ορθοδόξου πίστεως. μόνου μνημονεύει του Πατρός τοις δε  τοις ρήμασι. και το καθ' εαυτό υγιεινόν διαφθείρας.. το σύν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και  συνδοξαζόμενον".54   Ανεφέραμεν τας ανωτέρω μαρτυρίας διότι εσχάτως παπικός ιστορικός προσέβαλε την  γνησιότητα της ως άνω περί Λέοντος εκδοχής και απήντησε δεόντως ο ημέτερος  συνάδελφος Ι. και "παραληφθέν δε ίνα μη εισενεχθή απειρηκέναι". "ου  τολμώ λέγειν.λ. μαρτυρίαν τε της  ημών κατακρίσεως. το Κύριον και ζωοποιόν. Καλογήρου. καθά και τ'  άλλ' ά παρέλιπον. περί του της πίστεως Συμβόλου. το σύν Πατρί κ. ". τούτο αυτούς ήττον ημών νενοηκέναι". Λέων ο Γ' εν 'Ρώμη  ανάγραπτον το Σύμβολον επ' αργυρού Πίνακος τοις εισέπειτα καταλέλοιπε. το εκ του Πατρός εκπορευόμενον..Filioque.

 και τονίζομεν.χ. Μάλιστα έγινε συνήγορος της ορθοδοξίας του ελληνοφώνου Ρωμαίου  αποστόλου των Σλαύων αγίου Μεθοδίου. τα περί της του Αγίου Πνεύματος    169  . ίνα επιτύχουν τους σκοπούς των: 1) να  στέφωνται "Βασιλείς των Ρωμαίων" και 2) να αποσπάσουν την Εκκλησίαν της  Πρεσβυτέρας Ρώμης και τους εναπομείναντας δυτικούς Ρωμαίους από τους  ανατολικούς Ρωμαίους.  νομίζοντες ότι είναι ταυτόν με αυτό της Εκκλησίας της Ρώμης. ως το ηρμήνευσεν ο  Μάξιμος ο Ομολογητής. "παρά ταύτα διηρμηνευκότες εσμέν εκ της επιστολής του αυτού  θείου Μαξίμου της προς Μαρίνον τον πρεσβύτερον. ο Νικόλαος Α'. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όπως έπαιξαν οι Φράγκοι  αποκρισάριοι το θέμα της πιθανής αφαιρέσεως του Filioque από το Σύμβολον με τον  Λέοντα Γ'.  Εις επιστολήν προς Ιωάννην Διάκονον ο Αναστάσιος Βιβλιοθηκάριος επικαλείται την  περί Filioque ερμηνείαν του Μαξίμου εναντίον των επί αιρέσει κατηγοριών των  "Γραικών" μη γνωρίζων ακόμη ότι οι Φράγκοι διδάσκουν ότι το Άγιον Πνεύμα έχει  ύπαρξιν και εκ του Υιού. ως Φράγκος τα μεταδίδει μάλιστα. Εκείνο όμως το οποίον δεν είχον  κατανοήσει επαρκώς εις την Ρώμην είναι το γεγονός ότι οι Φράγκοι θεολόγοι είχον  καθυποτάξει την πατερικήν παράδοσιν εις τον Αυγουστίνον και ως εκ τούτου  εξελάμβανον την εκ του Πατρός και εκ του Υιού εκπόρευσιν ως τρόπον υπάρξεως του  Αγίου Πνεύματος και ως είδαμεν ανωτέρω βελτίωσιν εις την κατανόησιν και  διατύπωσιν του δόγματος.  Το ότι επεκράτουν εις τον Λέοντα Γ' τα υπό Μαξίμου του Ομολογητού ανωτέρω  εξηγηθέντα περί διπλής εκπορεύσεως φαίνεται από τα γραφόμενα υπό του Αναστασίου  του διατελέσαντος αντικανονικού των φραγκοφίλων Πάπα της Ρώμης τω 855‐858 και  εν συνεχεία διατελέσαντος βιβλιοθηκαρίου επί των Παπών Νικολάου Α' (858‐867). ούτως έκαμον οι Φράγκοι και με τους μεταγενέστερους Πάπας ίνα επιτύχουν  τους αναφερθέντας σκοπούς. και ίσως ο φανατικός  μισέλλην Φορμόζος είχον εσφαλμένως κατανοήσει το Filioque των Φράγκων. Φαίνεται ότι οι Φράγκοι σκοπίμως  δεν εφαίνοντο φανατικοί έναντι της Ρώμης εις το θέμα του Filioque δίδοντες την  εντύπωσιν ότι δύνανται πιθανόν να αλλάξουν. και να υποστηρίζη  τον κατά του Filioque αγώνα του αγίου Μεθοδίου.  Ασφαλώς εκφράζων τας επί του θέματος απόψεις και του φραγκοφίλου Πάπα  Νικολάου Α' γράφει.  αφού είχε στραφή πλέον προς την Κωνσταντινούπολιν εις τον αγώνα κατά των  Φράγκων. νομίζοντες ότι θα έπειθον τους Φράγκους τελικώς να το αφαιρέσουν. Συνόδου (879) τας καταδικασάσας το Filioque. Ο Αναστάσιος απεβίωσε περί το 878.  Αυτά τα ολίγα τα οποία προσπαθούν τινες να αποδείξουν ότι δεν έγραψεν ο Λέων είναι  πολύ ολίγα εν συγκρίσει με τα ως άνω υπό Λέοντος λεχθέντα εις τους Φράγκους  αποκρισαρίους. "Ταύτα Λέων εθέμην κατά ζήλον  και επί προφυλακή της ορθοδόξου πίστεως". να παρακαλή τον  Μέγαν Φώτιον να αφεθή εις αυτόν η προσπάθεια να πείση τους Φράγκους να  αφαιρέσουν το Filioque από το Σύμβολον.  Αδριανού Β' (867‐872). να στέφη ως Βασιλείς τους Φράγκους  Κάρολον Β' τον Φαλακρόν (876) και Κάρολον Γ' τον Παχύν (881).ασπίδων το Σύμβολον άνευ Filioque με την επιγραφήν. Φαίνεται σαφώς ότι ο Αναστάσιος. Ίσως δεν έδιδον εις την αρχήν τόσην σημασίαν εις την  προσθήκην. και Ιωάννου Η' (872‐882). τον Ιωάννην Η' να υπογράφη τας  αποφάσεις της Η' Οικ. Δεν  υπάρχει αμφιβολία ότι οι Φράγκοι εχρησιμοποίουν το Filioque ως μοχλόν εις τας  διαπραγματεύσεις των με τους Πάπας. αδελφού του αγίου Κυρίλλου. Ούτω βλέπομεν π. Τα υπό του Αναστασίου γραφέντα περί του  Filioque πριν στραφή προς την εκκλησιαστικήν πολιτικήν της Κωνσταντινουπόλεως  πρέπει εξάπαντος να καθρεπτίζουν τας απόψεις του Πάπα Νικολάου Α' περί του ιδίου  θέματος. ότε  κατηγορήθη ο Μεθόδιος υπό των Γερμανών επί αιρέσει εξ αιτίας της υπ' αυτού  δράσεως κατά του Filioque των Φράγκων.

 εξ εκείνου συνιδείν αν έχοις. ά και επιδοθήναι αυτώ φής. Αυτό δη τούτο και τω Επιφανεί Άρχοντι  Σφενδοπούλκρω.) φανερώς ή εν αποκρύφω έτερον τι  διαπρακτέον είναι διεστειλάμεθα.  ουδέ αρχήν τον Υιόν φαμέν του Αγίου Πνεύματος. τη διδασκαλία της αγίας των 'Ρωμαίων Εκκλησίας. ευσεβώς εξηγούμενος. εξ ότουγε ημών ενώπιον  παραστάντα. ότι και όρκον ητησάμεθα τον ειρημένον επίσκοπον. Ο  Πάπας ούτος υπέγραψε τα πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει καταδικασάσης τον  Μέγαν Φώτιον ως αντικανονικόν Πατριάρχην Συνόδου του 869. δια των απεσταλμένων αυτού. ακριβώς όπως δεν εγνώριζεν ο Αναστάσιος.εκπορεύσεως. και σε της ορθοδόξου  πίστεως γενναίον θεραπευτήν καθορώντες. και σε προς καταρτισμόν της  αυτού Εκκλησίας. αποστολήν  δηλονότι ηγούμενοι την εκπόρευσιν.  Ο γράψας π. έστι μεν ως εκπορεύεσθαι. όσον σοι  συμπαθώς συνηλγήσαμεν. ο οποίος ενέκρινε το  έργον αυτών υπέρ της σλαυϊκής γλώσσης και εναντίον του φραγκικού Filioque. φαίνεται από τα  δημοσιευθέντα εκ των πρακτικών εν τω Β' τόμω του δοκιμίου τούτου. ούτως αυτό εκπορεύεται και εκ του Υιού ομολογούμεν.χ.. κατά του Φωτίου. ουδέ τω  επισκόπω εκείνω (τώ κατηγορήσαντι δηλ. εν ω δηλαδή. Ιδού μία τρανή  απόδειξις ότι η διένεξις μεταξύ του Μεγάλου Φωτίου και των Παπών Νικολάου και  Αδριανού περί της υπό του Φωτίου αντικαταστάσεως του Ιγνατίου είχε κυρίως  κανονικόν χαρακτήρα και δεν αφεώρα ουσιαστικώς το Filioque των Φράγκων. εξ αιτίας του Νικολάου Α' μοναχός 'Ρατράμνος  Κορβηΐας ακολουθών τον Αυγουστίνον διατείνεται. οι απόστολοι άγιοι  Κύριλλος και Μεθόδιος επεσκέφθησαν τον Πάπαν Αδριανόν Β'. έστι δι' ώς μη εκπορεύεσθαι το  Άγιον Πνεύμα εκ του Υιού. ώσπερ εκ του Πατρός  εκπορεύεται. και τό. Πόσου ουν  και δει του πιστεύσαι. δι' Αποστολικών ημετέρων Γραμμάτων. επί την της ετέρας  ιδιότητα γλώσσης δηλών".59 ως και από τα  γραφόμενα του Φωτίου. ούτω και εξ αμφοίν εκπορεύεται το Άγιον Πνεύμα. οί ουκ αιτίαν. το δυσέκφραστον από της ετέρας. Ούτε δ' επιστολαί παρ' ημών άλλαι αυτώ διεπέμφθησαν. προσβολής οιασούν αντικειμένης οικτείρων εξαίροιτο.57 και "τό είναι το Άγιον Πνεύμα.60 Όμως ο ίδιος ο Πάπας Ιωάννης Η' γράφει προς τον άγιον  Μεθόδιον. τε Σύμβολον και την ορθήν  πίστιν διδάσκειν τε και κηρύττειν υπετιθέμεθα. σφόδρα εν αυτώ τω Κυρίω αγαλλιώμεν. Σύνοδον. Μαθόντες δε  δια των παρά σου γραμμάτων. κατεδικάσθη και εφυλακίσθη επί δύο και ήμισυ έτη και απελύθη  τη επεμβάσει του Πάπα Ιωάννου Η' και εγκατεστάθη εις Μοραβίαν). και τους εκατέρας της  γλώσσης ειδήμονας προς ειρήνην διεκπαιδεύων.. όστις είχε κατηγορηθή υπό Φράγκου επισκόπου επί αιρέσει δια την εκ μόνου  του Πατρός αιτιατήν εκπόρευσιν διδασκαλίαν του τα εξής.  επεσημηνάμεθα. και  απείρους αυτώ τους ύμνους και τας ευχαριστίας ομολογείν ου παυόμεθα. ώσπερ ουδέ    170  . "ώσπερ μιας εισίν ουσίας ο Πατήρ  και ο Υιός.  Η συμμετοχή του Ιωάννου Η' εις την αποκατάστασιν του Φωτίου και εις την καταδίκην  του Filioque κατά την Η' Οικ. κατά την ασφαλή των  θείων Πατέρων παράδοσιν στοιχείν σε παρηνούμεν. αλλά την κατ'  ουσίαν ενότητα Πατρός και Υιού μηδαμώς αγνοούντες. όπως δη σε  μάλλον και μάλλον εν τοις αυτού προστάγμασι διεκκαίοι. λαμβάνει την της  ομοουσιότητος ύπαρξιν". ημάς τε και τους  Γραικούς εκδιδάσκει. άλλο δε τι υπό σού ποιητέον εγνώκαμεν. και εκ του Πατρός ομοίως  λαμβάνει και εκ του Υιού. ά σοι πολλά και ποικίλα συνέπεσεν (υπό των Βαυαρών  Φράγκων συνελήφθη. ". αλλά  χωρίς να γνωρίζη ότι οι Φράγκοι διδάσκουν το συναίτιον του Υιού εις την αιτιατήν προς  ύπαρξιν εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. ή περ οίονται.56   Πάντως φαίνεται ότι εξ αιτίας της προς τον Ίγκμαρον τον 'Ρημήνσιον επιστολής του  εξήγειρεν ο Νικόλαος Α' την κατά του Φωτίου συγγραφικήν δράσιν των Φράγκων. καθάπερ και ο Υιός το ουσιωδώς είναι λαμβάνει εκ του  Πατρός".58   Σημειωτέον ότι μετά τας πρώτας μεταξύ των Σλαύων επιτυχίας των. ένθα μάτην ημίν επεγκαλείν τους Γραικούς αποφαίνεται.

 η μεν αφορμή του  σκοπού τούτου ου ψευδής. περί της ενταύθα Εκκλησίας.  τοιαύτην ολοκληρωμένην εικόνα των πολλαπλών πλευρών των συνθηκών του 879. και ως η των 'Ρωμαίων αγία  Εκκλησία διδάσκει.61   Προς τον εν λόγω Άρχοντα Σφενδοπούλκρον ο Πάπας Ιωάννης Η' μεταξύ άλλων γράφει. την της ορθοδόξου πίστεως λατρείαν επιμόνως τοις πιστοίς πάσι  κατάγγελε". και προς τον Θεόν  στήσαντα έχθραν.62   Πάντως το γεγονός ότι ο Πάπας είχε το κύρος και την δύναμιν να επέμβη δραστηρίως  υπέρ της Ορθοδοξίας.  καθάπερ και εν τη 'Ρωμαίων Εκκλησία κατέχεσθαι. είτα και τον ημών προπάτορα της του κτίσαντος αγάπης χωρίσαντα. καν τω την Ιεράν Λειτουργίαν επιτελείν ούτως άδων. και διεγείρειν τους τοιούτους. Ημείς ουν εν πάσαις τον άνδρα ταις εκκλησιαστικαίς διδασκαλίαις και  χρήσεσιν ορθοδοξούντα τε και ευδόκιμον ευρηκότες. και ο Θεός άνωθεν ημίν επιμαρτυρήσει.  "τούτον τοιγαρούν τον Μεθόδιον. και αυτός είποιμι αν εγώ.   Ιδού το κείμενον. ήτις μόνον εις τας αναφερθείσας  ιστορικάς περιστάσεις προσαρμόζεται και έχει πλήρες νόημα. Ο δε ωμολόγησε  κατά την ευαγγελικήν τε και αποστολικήν διδασκαλίαν. και ώσπερ υπό των Πατέρων παραδεδομένον εστί κατέχειν τε αυτό  και ψάλλειν. ώσπερ η ευαγγελική τε και αποστολική  περιέχει διδασκαλία. αλλά και της αποφυλακίσεως του αγίου Μεθοδίου σημαίνει  σαφώς 1) ότι το Filioque δεν είχε παγιωθή οριστικώς ακόμη μεταξύ των Φράγκων. και αυτοί ου προς αλήθειαν ορώντες. 2) η  σταθερά αντίδρασις των Παπών είχεν ακόμη πραγματικήν ανασταλτικήν δύναμιν  μεταξύ των Φράγκων και 3) το Filioque δεν είχε καμίαν αισθητήν εισχώρησιν μεταξύ  των λατινοφώνων Ρωμαίων της Μέσης και Κάτω Ιταλίας. και σοι του Θεού συναιρομένου. Ούτω μόνον  εξηγείται η υπό του Πάπα Ιωάννου Η' συνέχισις της έναντι των Φράγκων καλής  πολιτικής προ και μετά την Η' Οικουμενικήν Σύνοδον και η προς τον Φώτιον υπό του  Ιωάννου εκφρασθείσα γνώμη ότι ίσως δια της πειθούς καταφέρει τους Φράγκους να  εξαλείψουν το Filioque από το Σύμβολον. ως και ο λόγος προϊών  παραστήσει. όπως  εμβάλωσι μέσον της Εκκλησίας σκάνδαλον. "ουκ αγνοείν συμβαίνει ημάς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η  επάνοδος εν δυνάμει του ρωμαϊκού στόλου και στρατού της Κωνσταντινουπόλεως και  η εκδίωξις των Αράβων μετά το 867 ήλλαξε την όλην κατάστασιν της Μέσης και Κάτω  Ιταλίας υπέρ των Ρωμαίων. Αλλά κατά τους τον οίνον  καπηλεύοντας ύδατι. Αλλ' εγώ προς τον την ειρήνην δόντα    171  . Ενώπιον της ισχύος ταύτης. δει γαρ τον απ' αρχής δημιουργόν της κακίας. ει το της ορθοδόξου πίστεως Σύμβολον  ούτω τυγχάνει πιστεύων. ως τινές των αυτόθι. ουκ αγαθάς υπολήψεις  έχειν εις ημάς και τους υφ' ημάς παραπείθουσι.  και νυν τινάς έχειν προς υπηρεσίαν αυτού. παραμιγνύουσι και τινα αφ' εαυτών ψευδοληρήσαντες.ψιλοίς τοις ρήμασι περί τούδε του πράγματος συνετύχομεν. τον Σεβάσμιον υμών Αρχιεπίσκοπον. Και  θαυμαστόν ουδέν. προς υμάς αύθις. κατά τινα  λέγουσι. ως ανήκουσαν εις τον 14ον αιώνα. ελλείψει όλων των ανωτέρω στοιχείων. και εν ταις αγίαις Οικουμενικαίς έξ  Συνόδοις υπό των θείων Πατέρων κατά την Χριστού του Θεού ημών ευαγγελικήν  διδασκαλίαν κηρυχθήναι τε αυτό και παραδοθήναι πρόδηλον εστίν.  Η προσπάθεια τινών των απογόνων των Φραγκολατίνων να χρονολογήσουν την  ακόλουθον επιστολήν του Πάπα Ιωάννου Η' προς Φώτιον. Και έστι τούτοις.  ώστε να δημιουργήσουν μορφήν της επιστολής. υπό την ως ισχυρίζονται  διασωθείσαν μορφήν. ότι και την σήν αδελφότητα μικρού δείν. διερωτήσαμεν  ενώπιον των συναδέλφων ημών επισκόπων. και τόσον. δεν ευσταθεί διότι οι δήθεν  αναμορφώσαντες ταύτην δεν θα είχον. ως και εν όψει της ουσιαστικής  καταρρεύσεως της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου υπήρχε πλέον μία βάσις  λελογισμένων διαπραγματεύσεων μεταξύ Ρωμαίων και Φράγκων. ουκ ειρήνης  άνθρωποι. την  επιτραπείσαν αυτώ Εκκλησίαν του Θεού διοικήσοντα απεστάλκαμεν". Παυσάσθω τοίνυν η τοιάδε  υπόνοια.

 και δια τούτο. αλλά και τους πρώτον  θαρρήσαντας τη εαυτών απονοία τούτο ποιήσαι. μήδ' εκκόπτειν του λοιπού της Εκκλησίας  ημάς Σώματος. Σύνοδος αναθεματίζει 1) τους μη αποδεχομένους την  Ζ' Οικ.  και των λοιπών Πατέρων. μηδέ την σήν Ιερότητα αγνοείν. παραβάτας των θείων λόγων  κρίνομεν. έχης  πληροφορίαν εις ημάς.  Αλλά εις περίπτωσιν καθ' ήν δεν θα εφηρμόζετο η εν προκειμένω παράκλησις του Πάπα  περί του χειρισμού της περί Filioque υποθέσεως. ου  παραδόντες εις θάνατον το Κυριακόν Σώμα. και ούτως αιωνίω  παραπέμψαντες θανάτω. διατηρούντας. υπήρχε κίνδυνος οι Φράγκοι. ότι και ταυτόν εκείνω τετολμήκασιν. χωρίς  όμως να κατονομάζωνται οι εν λόγω αιρετικοί. όσοι της αληθείας εξέκλιναν.  αποπνίξαντες. μη παρέχης ώτα τοις θέλουσι λοιδορείν. ίνα μη μετά βίας  αναγκασθή τις παρ' ημίν εάσθαι την προσθήκην. Και  γαρ η σή αδελφότης επίσταται. ίνα περί του  άρθρου τούτου. (καί) περί του αγίου Συμβόλου ημάς εδοκίμασεν εύρεν  απαράτρωτον. Και δια ταύτα καλώς έχειν έδοξεν ημίν. ως έχω δυνατόν  σπουδάσω τα στόματα των χαιρεκάκων ανδρών αποφράττειν. να ενήργουν έναντι της Ρώμης  πραξικοπηματικώς δια της βίας. ως ούσαν νουνεχή τε και  πλήρη σοφίας. ότι ου μόνον ου λέγομεν τούτο.  ουδείς αν ευκόλως δυνηθείη. Και πάλιν ουν παραδηλούμεν τη αιδεσιμότητί σου.  ερεθισθέντες από μίαν επίσημον ονομαστί καταδίκην. Ίν' ειδώς όπως έχει τα καθ' ημάς. ότι το και τους λοιπούς ημών επισκόπους καταπείσαι ούτω φρονείν. αλλ' επιεικώς. δι' ό συνέβη τα σκάνδαλα μέσον των Εκκλησιών του Θεού. οί εισίν ως μέλη του  Σώματος αυτού. αλλά τους πιστούς. οι τοιούτοι ου ψευδώς λέγουσι.Χριστόν αφορών. και μεταποιητάς της θεολογίας του Δεσπότου Χριστού. οι τοίνυν ούτως ημών κατηγορούντες  ως τούτο φρονούντων. διασχίσαντες και διατέμνοντες αλλήλων. Ότι πράγματι θειότερον ούτω ταχέως μεταβαλείν. εις  δυσχέρειαν ημών ου μικράν εμπίπτει. πράγμα πρωτοφανές εν τοις πρακτικοίς  και τοις όροις Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. και προ  του όλως την σήν αδελφότητα δηλώσαι μοί τι. άλλοις δε τισι τετολμημένον και  νυν καθ' ημάς καταγγέλουσιν. Το φαινόμενον τούτο εξηγείται  μόνον βάσει της ανωτέρω περιγραφείσης γενικής καταστάσεως της Ευρώπης και της  Κάτω Ιταλίας και της ισχύος του Πάπα μεταξύ των ηγεμόνων και του κλήρου της  Ευρώπης. ει και βραχεί χρόνω την έναρξιν είληφε. ακριβώς ειδότας. και ουκ έστι  παγιωθέν εκ πολλών ενιαυτών. ουδ' ως κατακυριεύοντες του κλήρου. και των Αποστόλων.  αλλά μάλλον αποσοβείν αυτούς. κατά βραχύ  παραινούντας αποστήναι της βλασφημίας. ο άκρος των αποστόλων Πέτρος έφη.  και μετά του Ιούδα αυτούς τάττομεν. Φαίνεται ότι πράγματι υπήρχεν ή ο Ιωάννης ενόμιζεν ότι υπήρχε δυνατότης  αφαιρέσεως του Filioque από το Σύμβολον των Φράγκων και των Λογγοβάρδων. Οιόμεθα δέ. προφθάσω αυτός περί των τοιούτων  γνωρίζων σοι.  Συνόδου. και μήτε προστιθέντας τι  ή αφαιρούντας. ουκ αληθεία προς την κατηγορίαν ταύτην κέχρηνται. αλλά μάλλον συναγωνίζεσθαι ημίν μετ' οικονομίας και επιεικείας. Σύνοδον και 2) τους προσθέσαντας ή αφαιρέσαντάς τι εις το Σύμβολον. ως ότε παρεγένετο προς ημάς ο μικρώ πρότερον  αποσταλείς παρ' αυτής. Τη σή τοίνυν Αδελφότητι  αρμόζει μηδέν τι έχειν καθ' ημών σκάνδαλον. αλλά μάλλον μετά επιεικείας και οικονομίας παρασκευάσαι. αλλ' ως τύποι  γινόμενοι. και μάλλον εαυτούς ως εποίησεν ο ρηθείς ουκ ορθώς μαθητής. και  τους λοιπούς. ως τοις τα τοιαύτα τολμώσι βαρεία καταδίκη  αναμένουσα απόκειται. Όσοι δε  περί μεν της εμής γνώμης τούτο ουκ αμφιβάλλουσιν. καθώς αρχήθεν παρεδόθη ημίν. και άλλους ποιείν μη ακούειν τους λόγους αυτών. ίνα δη και τον υπέρ  τούτου μισθόν σύν ημίν η αυτή απολήψηται". ήν έφθασεν εν τω Συμβόλω  προσθήναι. προς αυτήν επανάγειν.    172  . Σημειωτέον ότι η Η' Οικ. ός και την έχθραν τη αυτού σαρκί έκτεινεν.63   Τα λεχθέντα ταύτα του Πάπα συμφωνούν απόλυτα με τας αποφάσεις της Η' Οικ. οί συνελθόντες Συνοδικώς παρέδωκαν το Άγιον Σύμβολον. Ποιμένετε γαρ το εν υμίν ποίμνιον ουκ  αναγκαστικώς.

Δια τούτο παρακαλεί ο Πάπας να δοκιμασθή η πειθώ εις απάλειψιν του Filioque.    173  . δεν εβοήθουν τους Ρωμαίους της Μέσης και Κάτω Ιταλίας. Σλαύων και  Ιταλολογγοβάρδων.  Αλλά η Η' Οικ. τα κατά την λατινόφωνον Δύσιν αντικανονικά μάλιστα. Πρέπει να μη λησμονηθή ποτέ ότι αι  σχέσεις μεταξύ των πέντε ρωμαϊκών Πατριαρχείων ήσαν εθνικώς ενδοοικογενειακαί  και με μόνην ελευθέραν Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν την Νέαν Ρώμην. γ! Ώστε μη εξ άλλης  εκκλησίας προάγεσθαι εις αρχιερέα της Κωνσταντινουπολιτών εκκλησίας.69   Φαίνεται σαφώς ότι η Εκκλησία της Ρώμης ήθελε να κατοχυρώση τον θρόνον της  Ρώμης εναντίον της διαβρώσεως αυτού υπό μη Ρωμαίων Ορθοδόξων και ούτω να  αποκλείση τους εκ βορρά και εκτός Ρώμης υποψηφίους. εξ ής εθεσπίζοντο οι  πολιτικοί και εκκλησιαστικοί νόμοι και κανόνες.  Όλοι όσοι ασχολούνται με την Η' Οικ. αλλά παρεκλήθη η Σύνοδος υπό του Πάπα να ενισχύση και την  αμυντικήν δύναμιν της Εκκλησίας της Ρώμης έναντι των διαβρωτικών ενεργειών των  φανατικών εν Ευρώπη οπαδών της νέας αιρέσεως. ουδέποτε οι εκτός της Ρώμης πρεσβύτεροι και  διάκονοι. ήν έφθασεν εν  τω Συμβόλω προσθείναι". διότι  ασφαλώς επεκαλούντο ταύτα προς μίμησιν οι βόρειοι αλλά και οι Φραγκόφιλοι οι  ανήκοντες εις την Αυτοκέφαλον Ιεράν Σύνοδον της ρωμαϊκής Διοικήσεως της Ρώμης. Κατά της δια μεταθέσεως εκλογής ταύτης διεμαρτυρήθη ο  "Βασιλεύς των Ρωμαίων" Βασίλειος Α' προς τον διάδοχον του Μαρίνου Αδριανόν Γ'  (884‐885). Όμως τα ανατολικά  παραδείγματα. μεταθέσεων δι'  εκλογής εις επίσκοπον πρεσβυτέρων από μίαν επισκοπήν εις άλλην ή από έν  Πατριαρχείον εις άλλο. το  οποίον "ουκ έστι παγιωθέν εκ πολλών ενιαυτών και δια ταύτα καλώς έχειν έδοξεν ημίν.  ίνα μη μετά βίας αναγκασθή τις παρ' ημίν εάσαι την προσθήκην.  δηλαδή των προϊσταμένων και διακόνων καρδιναλίων των ναών της πόλεως. Σύνοδον σχολιάζουν την προσπάθειαν των  λεγάτων του Πάπα να εγκριθή υπό της Συνόδου κανών απαγορεύων την εκλογήν και  την χειροτονίαν λαϊκών εις το αρχιερατικόν αξίωμα.68   Πάντως ο προταθείς και απορριφθείς κανών έχει ούτω.65 Ούτως ηνοίχθησαν αι πύλαι έτι περισσότερον εις τας διαβρωτικάς  προσπαθείας των βορείων. Ο πρώτος  μάλιστα επίσκοπος δια μεταθέσεως γενόμενος Πάπας ήτο ο διάδοχος του Ιωάννου Η' ο  Μαρίνος Ι'66 (882‐824). Σύνοδος όχι μόνον την ενίσχυσιν του Πάπα παρεκλήθη να επιτελέση δια  της επιβολής της διδασκαλίας της Ορθοδόξου των Ρωμαίων Εκκλησίας περί  εκπορεύσεως εις τους βορείους τότε βαρβάρους λαούς των Φράγκων. Ο Μαρίνος ούτος απεκατέστησε μάλιστα τον υπό του  Ιωάννου Η' καθαιρεθέντα φραγκόφιλον Φορμόζον. Συνόδου είχαν σκοπόν την ενίσχυσιν της θέσεως του Πάπα  έναντι των Φράγκων και των Ιταλολογγοβάρδων. Αλλ' ουδείς επρόσεξε την σημασίαν  της εκ μέρους του Πάπα προσπαθείας των λεγάτων της πρεσβυτέρας Ρώμης να εγκριθή  υπό της Συνόδου κανών απαγορεύων την υποψηφιότητα οιουδήποτε ανδρός μη  ανήκοντος εις την τάξιν των "καρδιναλίων" κληρικών της Κωνσταντινουπόλεως. των εχόντων σκοπόν την κατάληψιν  του θρόνου της Ρώμης. "Κεφάλ. τη υπογραφή του "Βασιλέως των  Ρωμαίων". αλλ' εκ των  καρδιναλίων πρεσβυτέρων και διακόνων".64   Επίσης είναι σαφές ότι όλα τα περί του πρωτείου του Πάπα λεχθέντα και γραφέντα εις  τα πρακτικά της Η' Οικ. Τότε  μόνον οι προϊστάμενοι κληρικοί της πόλεως της Πρεσβυτέρας Ρώμης και από τω 768‐ 772 οι επτά της ενδημούσης Συνόδου επίσκοποι της επαρχίας της Ρώμης εγένοντο  καρδινάλιοι εκλέκτορες του Πάπα.65 Επίσης απηγορεύετο η μετάθεσις των εν λόγω επισκόπων και ούτως ο  Πάπας εξελέγετο πάντοτε εκ των καρδιναλίων κληρικών της πόλεως.

  δηλαδή Πατριάρχας των Ρωμαίων.71 ακριβώς ως συνέβαινε με τα των Ρωμαίων Πατριαρχεία της  Αλεξανδρείας.  Όταν έχη κανείς υπ' όψιν τα ανωτέρω αντιλαμβάνεται το τελείως αβάσιμον της  προσπαθείας των απογόνων των Φράγκων να εμφανίσουν τους προγόνους αυτών ως  απελευθερωτάς των λατινοφώνων Ρωμαίων από τους "Βυζαντινούς Γραικούς". Αλεξανδρείας. και ότι "οι  Γάλλοι" ως και οι υπόλοιποι Φραγκοευρωπαίοι είναι εις τας περί Ελληνορωμαίων  κρίσεις των αντικειμενικοί. Αντιοχείας και Ιεροσολύμων "Ρούμ Πατρίκ". οίτινες εξ αιτίας αισθημάτων  κατωτερότητος και εθνικής ενοχής περιφρονούν την Ρωμηοσύνην και θεωρούν  εαυτούς μόνον ως αρχαίους Έλληνας. η Εκκλησία της Ρώμης και ο ρωμαϊκός λαός διοικείτο  υπό του ρωμαϊκού Δικαίου της των Ρωμαίων Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης ή  Κωνσταντινουπόλεως. Οι ίδιοι όμως απόγονοι των Φράγκων  δεν δύνανται να αποκρύψουν πώς το πλήθος των πολιτών της Ρώμης και της Κάτω  Ιταλίας εμίσουν τους Φράγκους και τους Λογγοβάρδους κατακτητάς και ηγάπων τους  Ρωμηούς μοναχούς και τον ρωμαίϊκον κλήρον. και ως  δήθεν αρεστούς εις την Μέσην και Κάτω Ιταλίαν. και κάμνουν το πάν να γίνουν το ταχύτερον μέρος    174  . Παλαιστίνης. "φιλάργυρος.73   Το κακόν όμως είναι ότι οι μη γνωρίζοντες την προέλευσιν των σημασιών τούτων. Και  αναπόσπαστον μέρος του ρωμαϊκού Δικαίου είναι οι κανόνες και αι αποφάσεις  Οικουμενικών Συνόδων φερουσών την υπογραφήν του "Βασιλέως των Ρωμαίων" εν  Κωνσταντινουπόλει.  φαντάζονται πολλάκις ότι το πταίσμα είναι των δήθεν τοιούτων Ρωμηών. Συνόδου. Όθεν η μεγάλη σημασία ήν απέδιδεν ο Πάπας Ιωάννης εις τας  αποφάσεις δογματικάς και κανονικάς της Η' Οικ. Ρωμηοί.  Ο θρησκευτικός φανατισμός όν εξαπέλυσαν οι Φράγκοι κατά των ανατολικών Ρωμαίων  με τα "Contra errores Graecorum" των φαίνεται σαφώς από τας διασωθείσας σημασίας  του ονόματος Grec εις την φραγκικήν. Ρούμ δηλαδή Ρωμαίους. Γραικοί και αιρετικοί και προ ολίγων ετών επεβλήθησαν εις τους  ιστορικούς και εις τους Έλληνας ακόμη να δεχθούν το όνομα Βυζαντινοί αντί τα  ονόματα Ρωμαίοι. Σήμερον μόνον οι  Μουσουλμάνοι συνεχίζουν την ονομαστικήν παράδοσιν της μεσσαιωνικής Ρωμηοσύνης  και ονομάζουν τους ορθοδόξους Χριστιανούς της Αιγύπτου. 70   Αν και υπό φραγκικήν κυριαρχίαν.  αγύρτης και απατεών". διότι τότε θα ισχυρίζωντο ότι οι Φράγκοι  απελευθέρωσαν τους δυτικούς Ρωμαίους από τους ανατολικούς Ρωμαίους και εις  αυτόν τον ισχυρισμόν θα απεκαλύπτετο αμέσως η έναντι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας  ατιμία των κατακτητών της δυτικής Ρωμηοσύνης και των απογόνων αυτών ιστορικών  μέχρι σήμερον. Λιβάνου. Οι Φράγκοι (δηλαδή οι σήμερον μόνον εν Ελλάδι μετονομασθέντες και  γνωστοί ως Γάλλοι) είναι εκείνοι οίτινες επέμενον μετά φανατισμού να λέγωνται οι  ανατολικοί Ρωμαίοι.Εις την Δύσιν παλαιότερα μόνον εις την περίπτωσιν της Καρθαγένης επετρέπετο η  εκλογή ως Αρχιεπισκόπου πρεσβυτέρου άλλης επισκοπής. Ρωμανία και Ρούμ.  Συρίας και Τουρκίας. ως και τον "Βασιλέα των Ρωμαίων" εν  Κωνσταντινουπόλει. και τους Πατριάρχας  Κωνσταντινουπόλεως. Ρωμηοσύνη. Ούτω παρατηρείται εις καταπληκτικόν βαθμόν προδοσία  της Ρωμηοσύνης υπό ευρωπαϊζόντων Νεοελλήνων. Αντιοχείας και Ιεροσολύμων υπό Αραβικήν κυριαρχίαν. Μόνον ούτως έχει νόημα η προσπάθεια του Πάπα να  πείση την Η' Οικ. αφού νομικώς οι Φράγκοι  είχον υποχρέωσιν να σεβασθούν την εφαρμογήν των ρωμαϊκών νόμων εις τους υπό  φραγκικήν κυριαρχίαν Ρωμαίους. δηλαδή γαλλικήν γλώσσαν.72   Η ιστορική αλήθεια θα εφαίνετο εάν οι ιστορικοί εχρησιμοποίουν την πραγματικήν  ονομασίαν των "Βυζαντινών Γραικών". Σύνοδον να θεσπίση τον εν λόγω κανόνα τον οποίον όμως η Σύνοδος  απέρριψεν.

  Εφαντάσθησαν ότι εξ αιτίας της κατωτερότητος των Ρωμαίων έμεινε το Filioque  παρημελημένον. Ο Αυγουστίνος και αι περί Αγίας Τριάδος πλάναι των απογόνων των  Φραγκολατίνων. Ούτω το Filioque  και η θεολογική μέθοδος εις ήν στηρίζεται απέβησαν δια της φραγκικής Σχολαστικής  παραδόσεως το μνημείον του εγωϊσμού και του θανάτου της φραγκολατινικής  δογματικής παραδόσεως. ότι  ιδική του είναι πλέον η κληρονομία της βασιλείας των Ρωμαίων Βασιλέων και ότι εις  τους Φράγκους έπεσεν ο εκ Θεού κλήρος να αναδημιουργήσουν την Αυτοκρατορίαν  των Ρωμαίων και να προωθήσουν τα γράμματα και την θεολογίαν αυτής. το Filioque.  Πάντως ο Φώτιος και άλλοι Ελληνορωμαίοι εξέφρασαν εντόνως την αμφιβολίαν των  περί της υπό των Φράγκων αποδόσεως της εκ του Πατρός και του Υιού παρακτικής και  υπαρκτικής εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εις τον Αυγουστίνον. Συνόδων ως και εις τας εν τοις πλαισίοις  τούτοις συνεπείας του Filioque και δεν εμελέτων ποτέ τον ίδιον τον Αυγουστίνον. Δυστυχώς όμως και όταν γίνεται άθεος ο Δυτικός δεν παύει να  πιστεύη εις την μητέρα του. Ούτως ο Μάρκος Ευγενικός εδέχετο ως γνήσια λατινικά πατερικά  κείμενα μόνον τα συμφωνούντα με την υπό των λατινοφώνων Ρωμαίων  παρασχεθείσαν εις τον Μάξιμον τον Ομολογητήν ερμηνείαν της εκπορεύσεως του Αγίου  Πνεύματος. ως φαίνεται σαφώς από τας υπό αυτών παρασχεθείσας  περί εκπορεύσεως πληροφορίας εις τον Μάξιμον τον Ομολογητήν. Πατέρες της Εκκλησίας.  Οι Φράγκοι ανώρυξαν τον ουράνιον τούτον θησαυρόν και έθεσαν ούτω τα θεμέλια δια  να ξεπεράση δήθεν η φραγκική Σχολαστική θεολογία την Πατερικήν.4 Μάλιστα ήσαν  σχεδόν βέβαιοι ότι οι Φράγκοι ενόθευσαν ή είχον νοθευμένα κείμενα του Αυγουστίνου  και των άλλων λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων των οποίων τα  χωρία επεκαλούντο.     Θ'.1 Τούτο φαίνεται εξ ίσου σαφώς από τον διάλογον μεταξύ του Λέοντος Γ' και  των Φράγκων αποκρισαρίων.  ράστώνην. ως είδαμεν.2   Πρόκειται περί βαρβάρων οίτινες με τας τότε πολύ περιωρισμένας περί ιστορίας και  θεολογίας αντιλήψεις των εφαντάσθησαν ότι εν τω Αυγουστίνω εύρον πολύ  σπουδαιότερον από τους υπολοίπους Πατέρας θεολόγον. Η Σχολαστική θεολογία όχι  μόνον έπαυσε να συγκινή τους δυτικούς θεολόγους. τας οποίας  επαναλαμβάνει ο Αναστάσιος Βιβλιοθηκάριος κατά την εποχήν του Φωτίου.του φραγκολατινικού ευρωπαϊκού δυτικού πολιτισμού.  περιώριζον τα κατά των Φράγκων επιχειρήματά των εις απλήν έκθεσιν της περί Αγίας  Τριάδος διδασκαλίας των Πατέρων των Οικ. αλλά προκαλεί σήμερον μάλλον τον  χλευασμόν των Δυτικών.5 παρά το γεγονός ότι το ΙΕ' κεφάλαιον του De Trinitate του Αυγουστίνου  είχε μεταφρασθή εις τα Ελληνικά υπό του Μαξίμου Πλανούδη κατά τα τέλη του 13ου    175  . ως  είδαμεν.3 Ιδού μία χρυσή δια τον Καρλομάγνον ευκαιρία να αποδείξη.  Ούτε οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι έδιδον πολλήν σημασίαν εις την περί Αγίας Τριάδος  διδασκαλίαν του Αυγουστίνου. βαθύν κόρον και ραθυμίας νάρκην. την οποίαν οι ίδιοι οι πνευματικοί απόγονοι των Φράγκων  κατά τας ημέρας μας εξήλωσαν. Παπικών και Προτεσταντών  Οι το πρώτον αντιμετωπίσαντες τους Φραγκολατίνους. ενέκρωσαν και έθαψαν. νωθρότητα. όστις έλυσε το δήθεν άλυτον  δια τους ελληνόφωνας Ρωμαίους πρόβλημα περί προσωπικής ιδιότητος του Αγίου  Πνεύματος. όπως ακριβώς έκαμον οι  Ρώσσοι εις μεγάλον βαθμόν. Οι Φράγκοι αποκρισάριοι κατηγορούν τους  λατινοφώνους και ελληνοφώνους Ρωμαίους δι' οπισθοδρομικότητα.

 Ούτως  εφιλοσόφησε μίαν προσπάθειαν κατανοήσεως της προηγουμένως υπό της πίστεως  γενομένης αποδεκτής διδασκαλίας της Εκκλησίας περί Θεού. αντί να θεολογή από τας προς τους προφήτας και τους αποστόλους  εμφανίσεις του Λόγου εν τη ακτίστω δόξη και βασιλεία Αυτού και τας εν Πνεύματι  αποκαλύψεις του Θεού δια του Χριστού. ήτοι βάσει της ανθρωπίνης  ψυχής ή ψυχολογίας. ως  και περί της γνησιότητος των κειμένων του Αυγουστίνου. ως  ο ίδιος ομολογεί. ως  και την αφελή ιδέαν ότι.7   Ήδη ετονίσαμεν πολλάς σπουδαίας δογματικάς και μεθοδολογικάς διαφοράς μεταξύ  του Αυγουστίνου και των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.8 Εκείνο  όμως το οποίον προξενεί την μεγαλυτέραν εντύπωσιν είναι η κακόδοξος ερμηνεία των  θεοφανειών και η κατά συνέπειαν σύγχυσις της ακτίστου θείας ενεργείας μετά της  θείας ουσίας. ουδόλως δε πατερικώς. αλλά ούτε βάσει της εμπειρίας των εχόντων την εμπειρίαν ταύτην. Τούτο σημαίνει ότι όχι μόνον ηγνόει την σχετικήν επί των θεμάτων  διδασκαλίαν των Πατέρων και του βαπτίσαντος αυτόν Αμβροσίου. αλλά ιδέαν δεν είχε  περί της εμπειρίας της εν Θεώ θεωρίας ή της θεώσεως ως βάσεως της αγιογραφικής και  πατερικής θεολογίας. και τους τρόπους υπάρξεως. ο Αυγουστίνος απλώς κατήργησε τας  θεοφανείας του Λόγου. 1)  Αγιογραφικώς μεν δια μέσου πλήρους παρερμηνείας.12 Πάντα ταύτα είχον ως αποτέλεσμα να στηρίξη ο Αυγουστίνος το  Filioque 1) αγιογραφικώς και 2) φιλοσοφικώς.  Επίσης αποδεχόμενος τα περί αμεταβλήτων ειδών του Πλάτωνος και ταυτίζων ταύτα  με την θείαν ουσίαν εθεμελίωσε την ομοιότητα μεταξύ κτιστού και ακτίστου.11   Έτερον σημαντικόν σημείον της εν προκειμένω θεολογίας είναι ότι ουδέποτε έμαθεν ο  Αυγουστίνος διατί οι Πατέρες διακρίνουν την μίαν ουσίαν από τας τρεις υποστάσεις. 10   Ούτως αντί η περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία του Αυγουστίνου να έχη ως βάσιν και  αφετηρίαν τας θεοφανείας. Μόνον οι Νεστοριανοί επρέσβευον ότι οι προφήται  ενόμιζον ότι έβλεπον τον Θεόν. μέσω των εν τω κόσμω  κτιστών εικόνων των εν τω Θεώ ακτίστων αρχετύπων ειδών. αφού πρώτον πιστεύση τις εις το δόγμα δύναται δια της  λογικής γυμνασίας να κατανοήση την ουσίαν του Θεού. βάσει της  οποίας αυτός και οι Φραγκολατίνοι ηρεύνουν την θείαν ουσίαν.  Ως είδαμεν. αποστόλων και αγίων. ως βάσιν έχει το αποκεκομμένον από την θέωσιν δόγμα. Ούτως  εθεολόγει ουχί βάσει προσωπικής εμπειρίας της εν Χριστώ θεωρίας της ακτίστου δόξης  του Θεού.αιώνος.9 ούτε  οι Αρειανοί ούτε οι Ευνομιανοί.  ως και της περί κτιστής θείας χάριτος και εμμέσου σχέσεως του Θεού προς τον κόσμον  διδασκαλίας των Φραγκολατίνων. Αντιθέτως  εθεολόγει βάσει των φιλοσοφικών του προκαταλήψεων περί του κριτηρίου της  αληθείας και της πνευματικότητος και καθυπέταξεν εις αυτό την διδασκαλίαν της Αγίας  Γραφής. ως επαρκούς δια την θεολογίαν εικόνος της Αγίας Τριάδος. ως είδαμεν. τους κατά τους  Πατέρας ανήκοντας εις τας υποστάσεις. πράγμα το οποίον δεν είχε κάμει ουδείς άλλος.6 Πάντως φαίνεται ότι ο Γεννάδιος Σχολάριος είναι ο πρώτος όστις επείσθη περί  της γνησιότητος της αποδόσεως του φραγκολατινικού Filioque εις τον Αυγουστίνον. των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. εταύτισε και αυτούς με την θείαν ουσίαν και  ενέργειαν. Ούτως η υπό του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων ταύτισις  της θείας ουσίας και της ακτίστου θείας ενεργείας ήτο αποτέλεσμα της παραδόξου  αγνοίας του περί της εν Χριστώ ζωής των προφητών. διότι τας ενεργείας της Αγίας  Τριάδος εταύτισε με την θείαν ουσίαν. Όπως ανεπτύξαμεν προ  ετών δια μακροτάτων παρατηρήσεων τα τοιαύτα απετέλεσαν την βάσιν του Filioque. ως αλλαχού ανεπτύξαμεν.       176  . 2) Φιλοσοφικώς μέσω του Νεοπλατωνισμού.

 5. ούτε κοινόν τι. το οποίον υπήρχε μεν ήδη αλλά δεν το είχεν αποκτήσει. είναι κακόν συνοθύλευμα και μίξις των αμίκτων μέσα εις την οποίαν ο  εκκινών από πατερικάς προϋποθέσεις διαπιστώνει μίαν πλήρη σύγχυσιν.1) Αγιογραφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque  Είναι γεγονός ότι ο Αυγουστίνος ταυτίζει την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος με την  πέμψιν Αυτού υπό του Πατρός και του Υιού..τι  έχει . είναι Αυτώ ουδέν έτερον  ειμή το οράν τον Πατέρα . Ουσιαστικώς  δεν έχει πολλήν σχέσιν με την πατερικήν παράδοσιν και πρέπει να απορριφθή ως  σύνολον.  Ούτως η περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία του Αυγουστίνου. εξ επόψεως της πατερικής  παραδόσεως. εγέννησε τον Υιόν ίνα ή  αμετάβλητος ζωή. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν ο Αυγουστίνος δεν γνωρίζει τελικώς εις τί  διαφέρει η γέννησις από την εκπόρευσιν και διατί το Πνεύμα δεν είναι Υιός του Πατρός  και αδελφός του Χριστού.. αλλά ότι το ακριβές νόημα  τού. Δια τούτο δεν συμβαίνει ως  με το κτίσμα ούτω και με τον Υιόν του Θεού προ της ενσαρκώσεως και πριν ο  Μονογενής δι' ου τα πάντα εγένετο αναλάβη την ημετέραν σάρκα. Εάν η  Ορθόδοξος Εκκλησία σκέπτεται σοβαρώς διάλογον με τους απογόνους των  Φραγκολατίνων.". δηλαδή ως γέννησιν Αυτού εκ του Πατρός..16 Αλλά και ο Πατήρ ορά και τον Υιόν και το Πνεύμα. Διό  το είναι εκ του Πατρός. και τω Υιώ έδωκε ζωήν έχειν εν εαυτώ" ερμηνεύει ο Αυγουστίνος ως  τρόπον υπάρξεως του Υιού. όχι ότι.16     177  . ενώ ο  τρόπος της υπάρξεως ούτε ενέργεια είναι. δηλαδή. "καί ο  Υιός ούτως ορά τον Πατέρα. εφόσον και το Πνεύμα ορά τον  Πατέρα..  Το Ιωάν.26 ". αλλά υπάρχει κατά τοιούτον τρόπον ώστε να είναι ό." δι' ου θέλει να εννοηθή ότι ο Πατήρ εγέννησεν Αυτόν.14 Δυστυχώς όμως ταυτίζει την πεμπτικήν ταύτην ενέργειαν με την  θείαν ουσίαν και με τον τρόπον της υπάρξεως ακριβώς. ούτε την υπόστασιν από την ουσίαν.13 Βάσει  τούτου προσεπάθουν Ορθόδοξοι να αποδείξουν ότι η διδασκαλία του Αυγουστίνου  είναι Ορθόδοξος.. "εγεννήθη ίνα υπάρχη". το γεννάσθαι εκ του Πατρός. Η περί εκπορεύσεως διδασκαλία του Αυγουστίνου είναι μόνον το ελάχιστον  μέρος μιας μεγάλης και συγκεχυμένης μεγαλοπρεπούς αιρετικής συνθέσεως. ήτις είναι αιώνιος ζωή". διότι δεν διακρίνει ούτε την  ουσίαν από την ενέργειαν. Έχοντες υπ' όψιν την πατερικήν διάκρισιν μεταξύ ουσίας και ενεργείας  και μεταξύ ενεργούντος και ακτίστου ενεργείας.  Ο Αυγουστίνος δεν ταυτίζει μόνον την εκπόρευσιν του Πνεύματος με την θείαν  ενέργειαν αλλά και την γέννησιν του Λόγου με την ενέργειαν. αλλά ιδιάζον και υποστατικόν. έδωκεν εις Αυτόν  κάτι.  Συμβιβασμός μεταξύ των θεολογικών προϋποθέσεων του Αυγουστίνου και της  θεολογίας των Πατέρων αποκλείεται. ως κάμνει σαφώς ο Αμβρόσιος. πρέπει πρώτον να καταδικάση επισήμως τα συγγράμματα του  Αυγουστίνου και εν συνεχεία να εξηγήση εις τους Ευρωπαίους τους λόγους.15   Ο Αυγουστίνος σαφώς ταυτίζει την υπό του Υιού όρασιν του Πατρός με τον τρόπον της  υπάρξεως του Υιού.. έχει δε έτερόν τι. Όχι μόνον είναι αίρεσις ο τοιούτος ισχυρισμός αλλά εάν αληθεύη εις  τί διαφέρει η γέννησις αύτη από την εκπόρευσιν.26 "διό είθισθαι να λέγη ο Χριστός "ο Θεός μοί  έδωκεν. Εις την  πατερικήν θεολογίαν μία είναι η ορατική ενέργεια της Αγίας Τριάδος κοινή. αναγινώσκομεν εις τον Αυγουστίνον τα  εξής παράδοξα εν σχέσει με το Ιωάν. ότι δηλαδή ούτος  είναι μεν κάτι. Αλλά επίσης  ταυτίζει τον Υιόν με τα εκ του Πατρός υπ' Αυτού ληφθέντα. όπερ εις την πατερικήν  γλώσσαν σημαίνει όχι μόνον ταύτισιν ενεργείας και τρόπου υπάρξεως αλλά και  υποστάσεως. "εδόθη εις Αυτόν ίνα έχη" είναι. Ούτω και τω Υιώ έδωκε ζωήν έχειν εν εαυτώ σημαίνει.χ. 5. Ούτω γράφει π. ώστε Ούτος είναι Υιός εν αυτώ τούτω τω οράν Αυτόν.

19 Πάντως είναι γενικώς  αναγνωρισμένον το γεγονός ότι ο Αυγουστίνος δεν εδιάβασε τα έργα των Πατέρων της  Α' και της Β' Οικουμενικής Συνόδου περί Αγίας Τριάδος. Εις την πατερικήν γλώσσαν ή θεολογίαν  δεν υπάρχει τρόπος υπάρξεως των ενεργειών εκ του Πατρός. κρίνοντες από τα ολίγα τα οποία δι' ημάς μετεφράσθησαν. "διό κατά την μορφήν του Θεού. αλλά αυτή αύτη η ζωή είναι ο Υιός: ούτως ο Υιός δεν  είναι κάτι και έτερόν τι η διδασκαλία Αυτού. Ούτω πάλιν ότε λέγεται.  Εν αντιθέσει προς τους Πατέρας ο Αυγουστίνος θεολογεί στοχαστικώς.17   Πάντως είναι σαφές ότι ο Αυγουστίνος ταυτίζει τον Υιόν με ό. αφού δεν είμεθα τόσον γνώσται της  ελληνικής γλώσσης. ο οποίος ακολουθεί  τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας. ή πάντως δεν δυνάμεθα ευκόλως να τα  προμηθευθώμεν εις την λατινικήν γλώσσαν. Πώς άλλως εξηγείται η άκρα αντίθεσις των δύο εις το  βασικώτατον θέμα περί θεοφανειών παραδείγματος χάριν.  ορθώς εννοείται να σημαίνη. Περί αυτού ο ίδιος γράφει. Ούτως εις το Β' βιβλίον του De Trinitate υπόσχεται να  εξηγήση διατί το Πνεύμα δεν είναι και αυτός Υιός του Θεού και αδελφός του Χριστού. όστις είναι διδασκαλία". εγέννησε τον Υιόν. και ως ο Πατήρ διαφέρει του Υιού κατά το αίτιον και αιτιατόν των  υποστάσεων. Εάν  κατά την ενέργειαν ή ουσίαν είναι ο Πατήρ αίτιος και αιτιατά ο Υιός και το Πνεύμα.. ως ο Υιός δεν είναι  κάτι και έτερόν τι η ζωή Αυτού.  αλλά όταν φθάνη εις το θέμα ομολογεί ότι δεν γνωρίζει.  δεν αμφιβάλλω ότι εμπεριέχουν πάντα όσα επωφελώς δυνάμεθα να ζητήσωμεν". 18 Εις το Γ' βιβλίον του ιδίου  έργου γράφει αποκαλυπτικά ότι ".τι ο Υιός έχει εκ του  Πατρός και επίσης ταυτίζει τον τρόπον της υπάρξεως του Υιού με τον τρόπον της  υπάρξεως των εκ Πατρός ενεργειών του Υιού. έδωκε διδασκαλίαν τω Υιώ. ώστε να ευρεθώμεν καθ' οιονδήποτε τρόπον ικανοί να διαβάσωμεν  και να κατανοήσωμεν τα εις τα βιβλία αναπτυχθέντα τοιαύτα θέματα. αι οποίαι απουσιάζουν εντελώς από τον Αμβρόσιον. τότε  ο Υιός και το Πνεύμα είναι ετερούσια τω Πατρί και ουχί απαραλλάκτως ταυτόν κατά  την απολύτως μίαν ενέργειαν και ουσίαν. ότι ο  Αυγουστίνος ή δεν συνεβουλεύθη τον Αμβρόσιον ή διεπίστωσεν ότι ο Αμβρόσιος  ευρίσκεται εν πλάνη.20   Εις ταύτα οι σχολιασταί παρατηρούν. θα διαφέρουν και κατά το αίτιον και αιτιατόν των ενεργειών.  ότι ο Αυγουστίνος ησχολήθη με το δόγμα περί Αγίας Τριάδος χωρίς να συμβουλευθή  τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας. Εις την πατερικήν γλώσσαν  τα του Αυγουστίνου σημαίνουν ότι όχι μόνον η υπόστασις του Υιού αλλά και αι  ενέργειαι του Υιού έχουν ως αιτίαν της υπάρξεώς των τον Πατέρα.23   Πάντως ταύτα σημαίνουν σαφώς ότι ο Αυγουστίνος όχι μόνον δεν συμμετείχεν εις τας  γενομένας συζητήσεις των Πατέρων τας διαμορφωσάσας τα πλαίσια εντός των οποίων  διετυπώθησαν τα περί Αγίας Τριάδος και Χριστολογίας δόγματα εν ταις Οικουμενικαίς    178  . ή ούτε δι' όλου ευρίσκονται.. εις την οποίαν  τάξιν των συγγραμμάτων. "τώ Υιώ έδωκεν ζωήν.Αλλαχού ο Αυγουστίνος γράφει. αλλά κοινωνούν κατά  φύσιν τω Υιώ και τω Πνεύματι αι θείαι ενέργειαι ώστε ο Υιός και το Πνεύμα να είναι  μετά του Πατρός φύσει μία πηγή των ακτίστων ενεργειών.  εγέννησε τον Υιόν. όστις είναι ζωή. αλλά σημειωτέον μετά μεγάλης υπερηφανείας. Όταν αρχίζη να  θεολογή περί Αγίας Τριάδος δεν γνωρίζει ακριβώς που βαδίζει και τί θα καταφέρη να  καταλάβη δια να ερμηνεύση. αλλά αυτή αύτη η διδασκαλία είναι ο Υιός." κατ' ουδένα άλλον τρόπον εννοείται ει μη ότι.21 Θα προσθέταμεν. "αλλ'  εάν εκείνα τα οποία εδιαβάσαμεν περί των θεμάτων αυτών δεν αναπτύσσονται  επαρκώς. ως ανωτέρω εσημειώσαμεν. εγώ ο ίδιος ομολογώ ότι με την συγγραφήν έχω  μάθει πολλά πράγματα τα οποία δεν εγνώριζα". Και πώς  τότε διαφέρουν κατά την υπόστασιν μόνον και είναι ταυτόν κατά την ενέργειαν.  Και πώς εξηγούνται όλαι αι άλλαι εν τω δοκιμίω τούτω σημειωθείσαι παρερμηνείαι του  Αυγουστίνου. Εν τοιαύτη  περιπτώσει ως είναι αιτιατός εκ του Πατρός ο Υιός ούτω και αιτιατή είναι η ενέργεια  του Υιού. μετ' επιμονής μάλιστα.  Όθεν το χωρίον.

 Τα ονόματα αρχή  και αιτία δηλούν 1) υποστατικήν ιδιότητα του Πατρός αλλά και 2) κοινήν φυσικήν  ενέργειαν της Αγίας Τριάδος. η οποία  είναι η ουσιοποιός ενέργεια της τρισυποστάτου Θεότητος. και είς Ποιητής. δεν είναι ταυτόν.  Πάντως η ταύτισις ενεργείας και ουσίας εν τω Θεώ ωδήγησε τον Αυγουστίνον εις τον  ισχυρισμόν ότι αι προς τα έξω ενέργειαι του Θεού έχουσαι ύπαρξιν εκ της εσωτερικής  κατασκευής της πνευματικής φύσεως.32     179  . Ούτως ο Πατήρ δια τον Αυγουστίνον  είναι μία αρχή του Υιού. δεν  ηδυνήθησαν να αποδώσουν ορθώς το όνομα αρχή.τι έγινε δια τον φραγκολατινικόν πολιτισμόν. ή  υποστατική ιδιότης ακοινώνητος και 2) η φυσική εν Θεώ κοινή αρχή και αιτία.28   Ο ισχυρισμός ούτος εις την πατερικήν γλώσσαν σημαίνει ότι το Άγιον Πνεύμα είναι ή  κτίσμα. όμως ο Αυγουστίνος και οι Φραγκολατίνοι δεν συνέλαβον ακριβώς την σαφή  ταύτην διάκρισιν μεταξύ κοινών και ακοινωνήτων και ούτε αυτήν μεταξύ 1) των  τρόπων υπάρξεως των προσώπων και 2) της κοινής θείας ουσίας και ενεργείας.25 Ως η γέννησις δίδει ύπαρξιν ή ουσίαν ή ενέργειαν εις  τον Υιόν. 2) ουσία.31   Η μόνη άλλη δυνατότης είναι ο Πατήρ και ο Υιός να είναι υποστατικώς μία αρχή. Αλλ' ως η γέννησις δια τον Αυγουστίνον είναι ενέργεια και τρόπος  υπάρξεως αλλά και θεία ουσία. "πρέπει να γίνη αποδεκτόν  ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι μία αρχή του Αγίου Πνεύματος. και είς Κύριος εν σχέσει προς το  κτίσμα. αλλά ως ο  Πατήρ και ο Υιός είναι είς Θεός.30 ή υπάρχει όχι Τριάς αλλά Μυριάς. ούτως η εκ του Πατρός και του Υιού εκπόρευσις δίδει ύπαρξιν ή ουσίαν ή  ενέργειαν εις το Πνεύμα.24 Επομένως δεν  δύναται να υπάρχη διαφορά μεταξύ των προς τα έξω ενεργειών του Θεού και της  εσωτερικής υπάρξεως του Θεού. ως επίσης είς  ποιητής και είς Θεός". οπότε  καταργείται η υποστατική διαφορά και συγχέονται ο Πατήρ και ο Υιός και έχομεν είδος  ημισαβελλιανισμού ως το χαρακτηρίζει ο Μέγας Φώτιος.27   Ούτω σαφώς διασώζεται η διαφορά μεταξύ των κοινών και των ακοινωνήτων εν τω  Θεώ.29 ή κάτι μεταξύ κτιστού και ακτίστου (πάντως εξάπαντος κάτι κατώτερον του  Πατρός και του Υιού). ο Πατήρ και ο Υιός είναι μία αρχή του Πνεύματος και η Αγία  Τριάς είναι μία αρχή των κτισμάτων. όχι δύο Αρχαί. εφόσον το Πνεύμα έχον και  Αυτό ό. 3) ενέργεια.26 Δια τον Αυγουστίνον. ούτω και η εκπόρευσις είναι ναι μεν ενέργεια αλλά και  τρόπος υπάρξεως και θεία ουσία. Εν σχέσει όμως με τα κτίσματα ο Πατήρ και ο Υιός και το  Άγιον Πνεύμα δεν είναι τρεις αρχαί και αιτίαι αλλά μία αρχή και αιτία. Αλλά ο Πατήρ. 1) ύπαρξιν έχειν.  αλλά και 4) πρόσωπον είναι ταυτόν. οπότε και αυτό το τέταρτον πρόσωπον γίνεται συναίτιον άλλου  και ούτω καθεξής. ούτως είναι μία Αρχή εν σχέσει προς το Άγιον Πνεύμα.τι κοινόν του Πατρός και του Υιού πρέπει να είναι και Αυτό πρακτικόν συναίτιον  ακτίστου προσώπου.  Επειδή. επ' άπειρον. Γράφει ο Αυγουστίνος. Επομένως η υπό του Πατρός πέμψις του Υιού σημαίνει  γέννησιν και η υπό του Πατρός και του Υιού πέμψις του Πνεύματος σημαίνει  εκπόρευσιν. Αλλά 1) ο Πατήρ ως υποστατική αρχή και αιτία.  Εις την πατερικήν θεολογίαν ο Πατήρ είναι η μόνη αρχή και αιτία της υπάρξεως του  Υιού και του Αγίου Πνεύματος. ο  Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι μία Αρχή εν σχέσει προς το κτίσμα. Μόνον χάρις  εις τους Φράγκους έγινεν ό.Συνόδοις. Ήτο απλώς  εκτός της ροής της τότε συζητήσεως και της διατυπώσεως των δογμάτων. Τα αιτιατά  της μιας είναι αι δύο άκτιστοι και ομοούσιοι τω Πατρί υποστάσεις και τα αιτιατά της  άλλης είναι τα κτίσματα. και ούτε ησχολείτο με  αυτά πατερικώς βάσει των νοημάτων και των ρημάτων των θεουμένων. αλλ' ούτε πραγματικός γνώστης ήτο των θεμάτων. δηλούν αυτήν ταύτην την φύσιν.

 άτρεπτον και  αγέννητον τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα.34   Παρά το γεγονός ότι ο Αυγουστίνος συμφωνεί με τους Πατέρας ότι τα ονόματα ταύτα  των σχέσεων δεν είναι ονόματα της θείας ουσίας. Τα  πάντα ταυτίζονται με την θείαν ουσίαν εκτός από τας σχέσεις. ως νούς. Πιθανόν να είναι  επηρεασμένος εις το θέμα αυτό και από τους Νεοπλατωνικούς.37 Δηλαδή η διδασκαλία του Αυγουστίνου είναι  σαβελλιανίζουσα και μόνον φραστικώς είναι ορθόδοξος εις το σημείον αυτό.  Υιόν και Άγιον Πνεύμα.35 εν τούτοις διαφωνεί με τους  Πατέρας. οίτινες εταύτισαν Πατρότητα. Εν άλλαις  λέξεσι δέχεται την διάκρισιν μεταξύ της θείας ουσίας και των σχέσεων.40α Μετά όμως ως επίσκοπος έγραψεν εις τας "Εξομολογήσεις" του ότι δεν είχε  απόλυτον δίκαιον διότι μεταξύ Πλατωνισμού και Χριστιανισμού υπάρχουν διαφοραί. Ακόμη και το ομοούσιος του Λόγου τω  Πατρί θα ήτο εις την πραγματικότητα περιττόν. διότι θα ισχυρίζωντο τότε οι Ομοιουσιανοί ότι η μία θεία ουσία είναι ομοία  εαυτή κατά πάντα. Το ότι δεν εννοεί την διάκρισιν φαίνεται σαφώς από το ότι δεν εννοεί διατί  οι Πατέρες διακρίνουν την μίαν ουσίαν από τας τρεις υποστάσεις. αλλά των τριών υποστάσεων προς αλλήλας. αιτίου και αιτιατών.41 Ίνα τώρα ολοκληρώσωμεν  την περί του αυγουστινείου Filioque εικόνα πρέπει να επαναφέρωμεν εις μνήμην την  ήδη σημειωθείσαν προ του βαπτίσματος αυτού και εκφρασθείσαν πεποίθησιν ότι "θά  εύρω μεταξύ των Πλατωνικών εκείνο το οποίον δεν είναι αντίθετον εις τας Αγίας ημών  Γραφάς". ως  είδαμεν. ίνα αποκλείσουν από το άκτιστον.36 και διακρίνει μόνον νοερώς τας σχέσεις εις Πατέρα. Ως η ουσία ούτω και αι σχέσεις αυταί είναι  αμετάβλητοι.33   Ούτω βλέπομεν τον Αυγουστίνον να τονίζη εις το Ε' βιβλίον του De Trinitate ότι τα  πάντα εν τω Θεώ λέγονται ουχί κατά συμβεβηκός αλλά ή κατ' ουσίαν ή κατά σχέσιν.38   Εν αντιθέσει προς την αυγουστίνειον φραγκολατινικήν παράδοσιν αι εν τη Αγία Τριάδι  σχέσεις είναι κατά τους Πατέρας ονόματα σχέσεων αναιτίου.Πάντως φαίνεται ότι ο Αυγουστίνος έλαβε μίαν αμυδράν πληροφορίαν περί των  επιχειρημάτων των Ευνομιανών. Ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει ότι το  ομοούσιος δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά αυτό το οποίον πιστεύουν οι τοιούτοι  Ομοιουσιανοί. Υιός και Άγιον Πνεύμα. όπως είδαμεν. Η διαφορά  μεταξύ του Αυγουστίνου και των Πατέρων φαίνεται σαφώς από το ότι οι Πατέρες. τους λέγοντας ότι  ο Λόγος είναι εκ της ουσίας και εκ της υποστάσεως του Πατρός και όμοιος τω Πατρί  κατά πάντα αν και απέρριπτον το ομοούσιος ως όρον. δηλαδή εκτός από τον  Πατέρα. επειδή γνωρίζει  ότι οι Πατέρες κάμνουν την διάκρισιν. αυτογνωσία και  αυταγάπη αίτινες λέγονται Πατήρ. αγέννητον και  ενέργειαν με την θείαν ουσίαν. ως ετονίσαμεν αλλαχού. θα ελέγαμεν απλώς ότι η απλή κατά  πάντα θεία ουσία είναι άκτιστος και έχει προς εαυτήν σχέσεις. ουχί  της μιας ουσίας προς εαυτήν. και υπεράνω όλων θέλει να είναι πιστός εις την  Παράδοσιν.39 Τα τοιαύτα εις την αυγουστίνειον σύνθεσιν θα ήσαν. Ουδέποτε θα εγείρετο εν  τοιαύτη περιπτώσει θέμα περί του ομοουσίου του Λόγου και του Πνεύματος τω Πατρί. όπερ δεν σημαίνει τίποτε.     2) Τα φιλοσοφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque  Ήδη εσημειώσαμεν τα φιλοσοφικά περί Filioque θεμέλια της αυγουστινείου θεολογίας  εις άλλας μελέτας40 ως και εκτενώς εν τω δοκιμίω τούτω.41  Πάντως ο Αυγουστίνος ουδέποτε εγκατέλειψε την πεποίθησίν του ότι οι Πλατωνικοί    180  . τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Τούτο διότι εκλαμβάνει τας σχέσεις ταύτας ως σχέσεις της θείας ουσίας προς  εαυτήν.38α εδέχοντο ως Ορθοδόξους αδελφούς τους Ομοιουσιανούς. Έκαστον πρόσωπον ταυτίζεται με την θείαν ουσίαν αλλά ουχί  με τα άλλα θεία πρόσωπα.  ακατανόητα.

 αλλά ο Λόγος. Εκεί επίσης εδιάβασα ότι ο Θεός Λόγος δεν εγεννήθη εκ  σαρκός ή εξ αίματος. εκτός λεκτικήν τοιαύτην. Και ότι η  ψυχή του ανθρώπου.  Ουδέ γαρ έχει τι κοινόν προς ημάς. εν τούτοις δεν είναι αυτή εκείνο  το φώς. Και το φως εν τη σκοτία φαίνει.. ταύτα γαρ πόρρω της θείας και ακηράτου φύσεως.". το αγαπώμενον    181  . Ούτως έχομεν την Τριάδα ο αγαπών. μένει  προ όλων των χρόνων και υπέρ όλους τους χρόνους αμετάβλητος .  Αλλά ότι ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν". ούτος ήν εν αρχή προς τον Θεόν. "εν αυτώ ζωή εστι.43 Τα  τοιαύτα συνέταξεν ο Αυγουστίνος το ίδιον έτος κατά το οποίον ήρχισε να γράφη το  "Περί Αγίας Τριάδος" έργον του. διότι κατά φύσιν είναι  ταυτόν. ούτε εκ θελήματος σαρκός.  όχι βεβαίως με τα ίδια λόγια. "διά τούτο εντεύθεν πρώτον  ποιείται την αρχήν. ως είδαμεν. δεν εδιάβασα εκεί. είναι εκεί". ή εκ θελήματος ανδρός. και προϊών και Θεόν φησιν είναι (ο Λόγος). πάντα δι' αυτού εγένετο. ότι ο Υιός "εν μορφή  Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ". συναιώνιος μετά Σού. και ο  κόσμος αυτόν ουκ έγνω" . και ζωή ήν το φως των  ανθρώπων. ου μην της κατά την σχέσιν". 42   Περί των βιβλίων των Πλατωνικών (εννοεί του Πλωτίνου) γράφει. αλλά με τον ίδιον σκοπόν. ότι ο Μονογενής Σου Υιός.Ι διακηρύττει.  τα βιβλία αυτό δεν έχουν.  της κατ' ουσίαν λέγω. και Θεός ήν ο  Λόγος. ούτε εις τας διορθώσεις όλων των έργων του τας οποίας προς το τέλος της  ζωής του συνέταξεν εις το έργον του "Retractationum". "αλλά εκένωσε μορφήν δούλου λαβών. Αυτό ό γέγονεν.. αλλ' εκ Θεού. διδασκαλίας του Αυγουστίνου.46   Πάντως ο Αυγουστίνος εκκινεί από τας ανωτέρω αναπτυχθείσας προϋποθέσεις.. αλλά ανακεχώρηκε της προς την κτίσιν κοινωνίας. και ο κόσμος δι' αυτού εγένετο.  Εις την ελληνόφωνον κυρίως ρωμαϊκήν πατερικήν παράδοσιν η τοιαύτη ταύτισις των  περί Θεού διδασκαλιών των Πλατωνικών και των Χριστιανών θα προεκάλη τον γέλωτα... και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν. Ι. αυτός ο Θεός. Το γεγονός τούτο συμβαδίζει με την  γενικώς ομολογουμένην επί του Αυγουστίνου επίδρασιν του γενομένου χριστιανού  νεοπλατωνικού φιλοσόφου Βικτωρίνου. Αντιθέτως υποστηρίζει εκεί ότι  οι Πλατωνικοί διδάσκουν περί Θεού και δημιουργίας δια του Λόγου τα της Εκκλησίας. Όθεν πρέπει μεταξύ άλλων  να θεωρηθούν αι Εννεάδες του Πλωτίνου ως μία και ουσιαστική των πηγών της περί  Filioque διδασκαλίας του Αυγουστίνου. Τούτο πρέπει να σημαίνη ότι και η  εκ της δευτέρας υποστάσεως ύπαρξις της τρίτης πρέπει να παρουσιάζη παρομοίαν  ομοιότητα μεταξύ Χριστιανισμού και Πλατωνισμού. Πάλιν.. ίνα  κατανοήση το περί Αγίας Τριάδος δόγμα εξ επόψεως του ρητού του Ευαγγελιστού  Ιωάννου ότι ο Θεός είναι αγάπη. Τονίζει  μάλιστα. Μόνον την ενσάρκωσιν του Λόγου και τα περί  θείας χάριτος δεν γνωρίζουν οι Πλατωνικοί κατά τον Αυγουστίνον. Δηλαδή η εκ του Υιού ύπαρξις του  Πνεύματος. Ουδέποτε εδήλωσεν αλλαγήν τινα των απόψεων  τούτων. εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος . και ουχ ως Πλάτων. ή η εκ του νοός ύπαρξις της ψυχής του κόσμου πρέπει και τούτο να είναι το  ίδιον εις τα δύο δόγματα των Πλατωνικών και Χριστιανών.44  Επομένως πρέπει να θεωρηθούν αι Εννεάδες του Πλωτίνου ως πρωτίστη πηγή της περί  Αγίας Τριάδος. πεισθείς με πολλούς λόγους. Ανεκάλυψα  εις τα βιβλία αυτά. Εν τω κόσμω ήν. μεταξύ των τριών αρχικών  υποστάσεων του Πλωτίνου και της χριστιανικής περί Θεού διδασκαλίας. και χωρίς αυτού  εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν". τον  μεν νούν. ότι "εν αρχή ήν ο Λόγος και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν. "καί εκεί εδιάβασα. Εκπροσωπών την πατερικήν  παράδοσιν ο Χρυσόστομος εν άκρα αντιθέσει προς την περί Πλάτωνος αφέλειαν του  Αυγουστίνου και ερμηνεύων το Ιωαν. και  διαφόρων ειδών. είναι "τό αληθινόν φως ό φωτίζει πάντα άνθρωπον  ερχόμενον εις τον κόσμον. ότι κατά τον ίδιον τρόπον οι Πλατωνικοί και Χριστιανοί  εκλαμβάνουν την εκ του Πατρός ύπαρξιν του Υιού.45 Πάντως είναι σημαντικόν ότι ο Αυγουστίνος  δεν διέκρινε διαφοράν τινα. τον δε ψυχήν λέγων είναι. αν και ελέγετο αλλέως και διαφοροτρόπως. αν και μαρτυρεί περί του φωτός.ορθώς πιστεύουν περί Αγίας Τριάδος.  όχι μόνον των Ορθοδόξων αλλά και των Νεοπλατωνικών.

 του Filioque του Αυγουστίνου δεν είναι μία απλή προσθήκη  "τεττάρων συλλαβών".  Άλλη τριάς δια τον Αυγουστίνον είναι ο νούς. voluntas). amor).  Κατά τον Αυγουστίνον ο Αδάμ έπεσεν από την ευδαίμονα κατάστασιν αμέσου γνώσεως  των αρχετύπων ειδών της θείας ουσίας και δια της πτώσεως ταύτης η ανθρωπότης  μετά του Αδάμ απώλεσε την μνήμην της καταστάσεως ταύτης.50 Ο νούς ίνα αγαπά εαυτόν  γνωρίζει εαυτόν. Όθεν το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του νοός. 53 Εκ των υστέρων ο Αυγουστίνος  εγκατέλειψε την περί προϋπάρξεως των ψυχών θεωρίαν του Πλάτωνος. ήτις αμυδρώς εικονίζει την Αγίαν Τριάδα. δηλαδή της  Αγίας Τριάδος. amor). ή υποστάσεις.και η αγάπη (amans. Το τραγικόν είναι ότι οι Φράγκοι εις εποχήν  αγραμματωσύνης και εθνικής εξάρσεως προέβαλον το Filioque κατά τον τρόπον τον  οποίον οι ίδιοι περιέγραψαν εις τον Πάπαν Λέοντα Γ'. Αι προϋποθέσεις του Filioque μετέβαλον τον Χριστιανισμόν των  Φράγκων και εν συνεχεία των υπ' αυτών διαμορφωθέντων Ευρωπαίων εις κάτι ξένον    182  . όμως. velle). διότι δια της μνήμης περί Θεού. αλλά και εκ της  αυτογνωσίας του νοός.51 Πάλιν φαίνεται σαφώς η εξάρτησις της βουλήσεως εκ της  μνήμης και της νοήσεως. δια της νοήσεως των  περί του Θεού και δια της προς Θεόν αγάπης ο άνθρωπος τελειοποιείται και φθάνει εις  την εν Θεώ ευδαιμονίαν και ούτω τελειοποιείται η εν αυτώ εικών του Θεού. θα γίνη δια της μεταβολής των γνώσεων  εις σοφίαν δια της αμέσου οράσεως ή ενοράσεως της θείας ουσίας.47 Το Πνεύμα το Άγιον είναι η κοινή αγάπη ή  θεότης του Πατρός και του Υιού. ότε ήτο κατηχούμενος και  υποτίθεται μαθητής του Αμβροσίου.54 Αλλά η μνήμη αυτής  διατηρείται εν τη παραδόσει της Αγίας Γραφής αλλά και εις ωρισμένους φιλοσόφους.56 Η επαναφορά αυτή τελειοποιείται εν Χριστώ και η  τελεία αποκατάστασις της εν τω ανθρώπω εικόνος του Θεού.48 Πάντως είναι σαφές ότι εάν εκληφθούν  τα τοιαύτα ως σχέσεις. επίχρισιν  εγγραμματωσύνης. συνάπτων ταύτην με την περί δημιουργίας και  πτώσεως του ανθρώπου διδασκαλίαν της Εκκλησίας. το γινώσκειν και το θέλειν (esse.  Άλλη τριάς. αλλά  διετήρησε την περί μνήμης θεωρίαν του. nosse. συμπεριλαμβάνουσα το  σώμα του ανθρώπου κατ' εικόνα του Χριστού.49 Και εδώ  βλέπομεν πώς το θέλειν δια την ύπαρξίν του εξαρτάται από το είναι και από το  γινώσκειν.55  Ο Λόγος του Θεού δεν έπαυσε ποτέ να ενεργή την επαναφοράν της περί Θεού γνώσεως  εις την μνήμην των ανθρώπων.  Η αποδοχή. notitia.58 Εν καιρώ έμαθον γράμματα  υπερασπίζοντες τον εθνικόν των εγωϊσμόν. η νόησις και η βούλησις (memoria. όστις σήμερον απέκτησεν. ήτις προϋποθέτει την προΰπαρξιν της ψυχής εις ευδαίμονα  κατάστασιν αμέσου γνώσεως των αρχετύπων ειδών. ως είδαμεν. δια τον Αυγουστίνον.  intelligentia.57   Αι θέσεις των Φραγκολατίνων και των Προτεσταντών περί Filioque είναι παραλλαγαί  των θέσεων του Αυγουστίνου.  Άλλη τριάς εν τη ψυχή του ανθρώπου είναι η μνήμη. τότε το Άγιον Πνεύμα  εξάπαντος ύπαρξιν έχει πρωτίστως εκ του Πατρός αλλά και εξίσου εκ του Υιού.52   Πάντως εις τα προ του βαπτίσματος γραφόμενα έργα του. ο Αυγουστίνος σαφώς παρεδέχετο την περί μνήμης  θεωρίαν του Πλάτωνος. ή τρόποι υπάρξεως.  Αυτή η τελευταία τριάς δια τον Αυγουστίνον καθρεπτίζει καλύτερον των άλλων την εν  τω ανθρώπω εικόνα του Θεού. είναι εν τη  ψυχή του ανθρώπου το είναι. η γνώσις και η αγάπη ή ο νούς η  αυτογνωσία και η αυτοαγάπη (mens. quod amatur.

 εν συνδυασμώ με το αόρατον και αμέτοχον της  θείας ουσίας. αλλά εν αδιασπάστω ενότητι μετά τούτων. και ούτως εν τοις πλαισίοις τούτοις οι σημερινοί δυτικοί βιβλισταί  δαπανούν και εξαντλούν τας δυνάμεις των επί ανυπάρκτων δια τον Χριστόν και τους  αποστόλους προβλημάτων. εφόσον επικρατεί εις αυτούς η ιδέα ότι ο Αυγουστίνος είναι ο  μεγαλύτερος και βαθύτερος Πατήρ της Εκκλησίας. αι προϋποθέσεις του Filioque  επέτρεψαν την μεταξύ των Φραγκολατίνων ανάπτυξιν των δυσειδαιμονικών των  αντιλήψεων περί καθαρτηρίου πυρός. Όχι μόνον απωλέσθη εξ αιτίας του Filioque η θέωσις. κολάσεως και παραδείσου. Ούτως η  μυστηριακή ζωή των Φράγκων μετεβλήθη εις το δυσειδαιμονικόν μυστηριακόν  σύστημα του φραγκολατινικού μεσαίωνος. οι οποίοι διαισθάνονται πλέον την  ουσιαστικήν διαφοράν μεταξύ της αυγουστινείου παραδόσεως και της παραδόσεως    183  . εφόσον πιστεύουν  ότι ο Αυγουστίνος είναι συνέχεια και μέρος της πατερικής παραδόσεως και εφόσον  μάλιστα πιστεύουν ότι είναι και το καλύτερον μέλος της παραδόσεως ταύτης. αποστόλους  και αγίους. διότι λείπει η μυστηριακή προσέγγισις μέσω της  παραδόσεως των θεουμένων. Εξ αιτίας των προϋποθέσεων αυτού ο  Αυγουστίνος εταύτισε την βασιλείαν του Θεού με τον λαόν του Θεού. Τούτο διότι η  ταύτισις ουσίας και ακτίστου ενεργείας. Ακριβώς επειδή αι προϋποθέσεις του Filioque δεν επιτρέπουν την άμεσον  δια της ακτίστου θείας ενεργείας και χάριτος σχέσιν του Θεού δια του Χριστού εν Αγίω  Πνεύματι προς τους θεουμένους και τους πιστούς. Ως τονίζωμεν εκτενώς  από το 1955 και ως γνωρίζουν καλώς οι λεηλατήσαντες τας απόψεις του  υποφαινομένου.  Το χειρότερον είναι ότι οι απαρνούμενοι τον φραγκολατινικόν Χριστιανισμόν του  Αυγουστίνου Δυτικοί. αι προϋποθέσεις του  Filioque είχον ως αποτέλεσμα να μεταβληθή ολόκληρος η μυστηριακή ζωή της  φραγκολατινικής παραδόσεως. ηναγκάσθησαν οι Φραγκολατίνοι να  εκλάβουν την μετεχομένην εν τοις μυστηρίοις σωστικήν χάριν ως κτιστήν. Εξ επόψεως της  συγχρόνου σκέψεως δεν ημπορεί να υπάρχη πιο αφελής ιδέα από την πεποίθησιν του  πλατωνικού Αυγουστίνου. Αφού  απορρίπτουν το κατ' αυτούς καλύτερον μέλος της παραδόσεως ταύτης διατί να χάνουν  καιρόν με τα κατώτερα μέλη.  δηλαδή η εμπειρία αυτής και η επ' αυτής ερειδομένη αποφατική θεολογία της Αγίας  Γραφής και των Πατέρων. Οι ασχολούμενοι με τους  ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας Δυτικοί ή καθυποτάσσουν αυτούς εις τον  Αυγουστίνον. ως ακριβώς συνέβη με  τας εν δόξη νεφέλη και γνόφω φανερώσεις του Θεού εις τους προφήτας.  Δυστυχώς όμως αποκλείεται οι Δυτικοί να στραφούν προς τους ελληνόφωνας  Ρωμαίους Πατέρας. αλλά και το επί της θεώσεως ερειδόμενον αλάθητον της  Εκκλησίας. ότι τα εν τω κόσμω είναι εικόνες των δήθεν αρχετύπων  ειδών της θείας φύσεως. ουδέποτε θα στραφούν προς την Ορθοδοξίαν. την κτιστήν  όψιν της Εκκλησίας. υπεχρέωσαν τον Αυγουστίνον και τους Φραγκολατίνους να εκλάβουν το  πυρ το αιώνιον ως και το καθαρτήριον πυρ ως κάτι το κτιστόν.  Εν κατακλείδι τονίζομεν ότι αι φιλοσοφικαί προϋποθέσεις του Filioque θεωρούνται εις  την σύγχρονον φιλοσοφικήν σκέψιν φαντασίαι του μεσαίωνος. ή δεν τους εννοούν.59   Εκτός τούτου.  Μάλιστα εις την βάσιν των συζητήσεων των σημερινών Δυτικών περί βασιλείας του  Θεού και εσχατολογίας είναι πάλιν το Filioque. δηλ.προς τον ορθόδοξον ρωμαϊκόν Χριστιανισμόν της Νέας Ρώμης. άνευ σχετικών και εντίμων παραπομπών.  Πάντως εξ αιτίας των επαφών των με ορθοδόξους θεολόγους υπάρχουν σήμερον  πολλοί πνευματικοί απόγονοι των Φραγκολατίνων.

 Καλόν θα ήτο να  καταβάλουν παρομοίας προσπαθείας και τα ευρισκόμενα εκτός της πατερικής  παραδόσεως "ορθόδοξα" πνευματικά τέκνα των προϋποθέσεων του Filioque.των Πατέρων και προσπαθούν να κατανοήσουν την διαφοράν ταύτην.                                                    184  .

 κυρίως της Β' το 381 και  της Η' το 879. Εισαγωγικά  Β. Συμπεράσματα και Θεολογική Μέθοδος      Ι. Η Νέα έκδοσις του 1984/93  Δ.Θ. Το 1983 και το 1984/93 εδημοσιεύθη η διδακτορική διατριβή του κ.. Εις το Μέρος ΙΙ (σ. Τούτο διότι έφθασαν και οι δύο τους μαζί με τον  Γρηγόριον τον Θεολόγον εις την εν Χριστώ θεωρίαν της δόξης του Πατρός εν Αγίω    185  . 20‐26) θα μας απασχολήση η κατάργησις του δόγματος περί των  κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος από ολόκληρον το τμήμα θεολογίας  του Α. Η βασική θέσις του κ. Μαρτζέλου  Γ. Μαρτζέλου να  ανατρέψη την παραδοσιακήν. ή κοινόν εστι πάντων. ό θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και  ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι. Γεωργίου  Μαρτζέλου με τον τίτλον "ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΝ  ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ". ή ενός και μόνου των τριών".2 Ο συγγραφεύς ασχολείται με τους ως άνω τρεις ωσάν να επρόκειτο περί  στοχαστών. Μαρτζέλου που τυγχάνουν να  είναι εις το βιβλίον μου "Το Πρατορικόν Αμάρτημα"  Ε. Δηλαδή κατήργησε την αποκάλυψιν του Θεού εις την ανθρωπότητα μέσω  του δοξασμού των θεουμένων ότι ". Εισαγωγικά  1.Π. αλλά όχι δια τους Πατέρας Μ. Γ.  ΙΙΙ. ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ  ΙΙΙ.άπαν. Εις το Μέρος Ι (σ. ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ  Α'.  Μάλιστα την τελικήν μορφήν της ορολογίας περί αυτών των κοινών και των  ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος ετελειοποίησαν κυρίως οι εν λόγω αδελφοί Μέγας  Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσσης και ο φίλος τους Γρηγόριος ο Θεολόγος και η οποία  ήτο το βασικόν θεμέλιον όλων των Οικουμενικών Συνόδων. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ     Ι..  ΙΙ.ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ  ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ και   ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ  Ι.  Βασίλειον και Γρηγόριον Νύσσης. ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ Α. Σύνοψις της διδασκαλίας του Ευνομίου  ΙΙ. 1‐20) της εκθέσεως ταύτης θα μας απασχολήση η προσπάθεια του  καθηγητού του τμήματος θεολογίας της θεολογικής σχολής του ΑΠΘ κ. Γ. Ασφαλώς τούτο ισχύει δια τον Ευνόμιον. δηλαδή την πατερικήν αντίληψιν περί της διαμάχης  μεταξύ του αιρετικού Ευνομίου και κυρίως των Πατέρων Μεγάλου Βασιλείου και  Γρηγορίου Νύσσης επάνω εις την διάκρισιν μεταξύ της θείας ουσίας και των θείων  "ενεργειών". Τα δύο κείμενα­θεμέλια των θέσεων του κ.

 Από τους θεουμένους προφήτας. Δια τούτο  μάλιστα εγνώρισαν εμπειρικώς ότι το θεμέλιον του δόγματος της Αγίας Τριάδος είναι  τα κοινά και τα ακοινώνητά της όπως μαρτυρεί η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. αποστόλους και  Πατέρας γνωρίζομεν ότι 1) "Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον. Μαρτζέλος και οι συνάδελφοί του κ.Πνεύματι δι' εσόπτρου εν αινίγματι και πρόσωπον προς πρόσωπον. Μάλιστα  ο Γρηγόριος Νύσσης εξηγεί το φαινόμενον των αιρετικών κληρικών εντός των κόλπων  της Εκκλησίας.. και άφησαν τα άγια λείψανά τους εις μαρτυρίαν του  γεγονότος τούτου. ούτε πλατωνική.5           186  . Εκτός τούτου ο κ. δηλαδή η πρώτη  ουσία του είναι αυτή αύτη η κατά πάντα αδέσμευτος βούλησίς του. όπερ ηθέλησεν". Μάλιστα είναι εξίσου πρόβλημα εάν δύναται το σύστημα του Ευνομίου να  χαρακτηρισθή ως "οντολογική θεώρησις" εφόσον πράγματι η "ανωτάτω και κυριωτάτη  πρώτη ουσία" είναι η ίδια η βούλησίς της που δεν δεσμεύεται ούτε από την  "παρεπομένην ενέργειάν της" μέσω της οποίας παράγει την δευτέραν ουσίαν κ. ή ενός και μόνου των τριών.  Ματσούκας και Τσελεγγίδης. εποίησεν. Επομένως το σύστημα του Ευνομίου δεν είναι  οντολογικο‐μεταφυσική. Έτσι η αδέσμευτος  βούλησις που είναι η ουσία της "ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας" βούλεται την  ύπαρξιν της παρεπομένης ενεργείας της και το προσφυές όνομά της και έγινε αμέσως  το θέλημα της. Ου γαρ επιδέεταί τινος προς την ών  βούλεται σύστασιν. ούτε καν νεοπλατωνική. αλλ' άμα τε βούλεται. εποίησεν." Τα τρία αξιώματα αυτά αποκλείουν  την μεταφυσικήν οντολογίαν και τους βάσει αυτής στοχασμούς.  ή κοινόν εστι πάντων. και γέγονε.άπαν. Δεν έχει τίποτε  εκτός και εντός εαυτής που καθορίζει τα αποτελέσματα της βουλήσεώς του. Χρησιμοποιεί τον  όρον "οντολογικήν θεώρησιν" που δεν υπάρχει στους Πατέρας. Εν αντιθέσει προς τους θεουμένους αυτούς Πατέρας ο Ευνόμιος ανοήτως  κάμνει τον θρησκευόμενον φιλόσοφον σε πράγματα που δεν είδε τουλάχιστον δι'  εσόπτρου εν αινίγματι.  Είναι απλώς μία ειδωλολατρεία τριθεϊκή της οποίας το ύψιστον όν. Βασίλειον και τον Γρηγόριον Νύσσης σαν  εμπειρικούς επιστήμονας που είδαν μέσω της κοινής ακτίστου δόξης των  περιχωρούντων αλλήλοις υποστάσεων της Αγίας Τριάδος εν τω ενσαρκωθέντι Κυρίω  της Δόξης. αλλ' άμα τε βούλεται. κατήργησαν την ανωτέρω διάκρισιν μεταξύ των "κοινών"  και των περιχωρούντων αλλήλοις "ακοινωνήτων" της Αγίας Τριάδος και έτσι  κατέρριψαν τα θεμέλια της διαμάχης των Πατέρων κατά των αιρετικών που  κατεδικάσθησαν από τας Οικουμενικάς Συνόδους Α' μέχρι Η'. δηλαδή στοχασταί. "Πάντα γαρ όσα ηθέλησε.4 Ως καθαρά βούλησις η  πρώτη εν λόγω ουσία δεν δεσμεύεται ούτε από την παρεπομένην ενέργειάν της και  ούτε από το προσφυές όνομά της.  3. Αυτοί εμφανίσθησαν όταν εισήλθον στον κλήρον μη φωτισμένοι και μη  δοξασμένοι. Μαρτζέλος δεν αντιμετωπίζει τον Μ. Εκτός Ελλάδος σημαίνει σχεδόν πάντοτε την μεταφυσικήν. ό θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι..  2. Δια τούτο  δεν έχει ανάγκην ακτίστου ενεργείας δια να κάμνη ό. Μαρτζέλος όχι μόνον χρησιμοποιεί συχνά τον όρον οντολογία. ούτε αριστοτελική. Ου γαρ επιδέεταί τινος προς την ών βούλεται  σύστασιν. όχι ως στοχασταί.Ο κ.τ. Ο κ. όπερ ηθέλησεν". αλλά και  τιτλοφορεί το Κεφάλαιο Β' "Ο οντολογικός χαρακτήρ των θείων ενεργειών"! Αν είναι  δυνατόν. δηλαδή δια του  φωτισμού και της θεώσεως. και γέγονε.τι θέλει.  "Πάντα γαρ όσα ηθέλησε. Δηλαδή εθεολόγησαν ως θεόπται.3   4.λ." 2)  "ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ των κτισμάτων και της ακτίστου δόξης του Θεού"  και 3) ".

 81 υποσημ. Δια λόγους που θα ίδωμεν παρακάτω ο κ. της "ανωτάτης και κυριωτάτης  ουσίας" δια της οποίας κτίζει την δευτέραν ουσίαν.7 Το "ουσιαστικώς" δεν  υπάρχει στον Βασίλειον. Μαρτζέλου  5. Και απαξαπλώς  πάσαν ενεργειαν.  Μαρτζέλον ο Ευνόμιος είναι απλώς οπαδός του Αρείου. Όμως ο Μέγας  Βασίλειος το ανακάλυψε και όχι μόνον το ανασκεύασε δημοσίως. κυκλοφορούσε το έργον του εις στενούς κύκλους.. αλλά και το  γελοιοποίησε. "πώς ουν ου καταγέλαστον.Β'. 84 ότι "ο Υιός.  90 και υποσημ. Μαρτζέλος παραθέτει αυτό  τούτο το κείμενον εις την υποσημείωσιν 4 της σελίδος 93‐94 και το 1984/93 στην  υποσημείωσιν 2 στην σελίδα 83 παρατηρεί ότι. Μαρτζέλος υποστηρίζει ότι ασφαλώς ο Μ. 95 και το 1984/93 εις την σ. Βασίλειος  κατηγορεί τον Ευνόμιον ότι ταυτίζει την θείαν άκτιστον ενέργειαν με την άκτιστον  θείαν ουσίαν ως εξής. Μάλιστα το εδημοσίευσε μετά τον  θάνατον του Μεγάλου Βασιλείου.. Μαρτζέλος έχει υπόψιν του την διδασκαλίαν του Ευνομίου περί Θεού και των  "ενεργειών" του από το έργον αυτού "Απολογία" και από την ανασκευήν του εις το  έργον του Μεγάλου Βασιλείου "Ανατρεπτικός της Απολογίας του δυσσεβούς Ευνομίου. Μαρτζέλος προβληματίζεται με το κατά πόσον ο Μέγας Βασίλειος κατενόησε την  διδασκαλίαν του Ευνομίου περί ουσίας και ενεργείας του Θεού. όπως έχουμε  περιγράψει την διδασκαλίαν του Ευνομίου εις την παρούσα έκδοσιν της Δογματικής και  εις το Franks. 5 το 1984/93. Romans. Βασίλειος τον κατηγορεί ότι  ουσιαστικώς ταυτίζει ουσίαν και ενέργειαν εις τον Θεόν". Ο Μ."  Ο Ευνόμιος." σ. το δημιουργικόν ουσίαν είναι λέγειν. Εις  απάντησιν του Βασιλείου ο Ευνόμιος έγραψε το έργον του "Απολογία υπέρ Απολογίας"  πάλιν δια εκλεκτούς φίλους και οπαδούς του.   7. κατά τον κ. Ο κ. σώζονται όμως πολλά εις τον "Αντιρρητικόν προς Ευνόμιον". η  ενέργεια." όπως διαβάζει κατ' επανάληψιν τα  περιορισμένα κείμενα του Ευνομίου που γνωρίζει ο κ. "καίτοι όμως ο Ευνόμιος σαφώς τονίζει  την διάκρισιν μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. Το εν λόγω έργον του  Ευνομίου δεν σώζεται.. αλλά κτιστή. Ή το προγνωστικόν πάλιν ωσαύτως. και όχι αι κατά τον κ.  6. 6 το 1983 και σ.  Ή το προνοητικόν πάλιν ουσίαν. Εκεί διατείνεται το 1983 εις  την σ. Ο κ. Η βασική θέσις του κ. Feudalism and Doctrine το 1981 και όπως θα ίδωμεν πάλιν. Βασίλειος γνωρίζει την διάκρισιν που  κάμνει ο Ευνόμιος μεταξύ της "ουσίας και των ενεργειών του Θεού" και υπόσχεται ότι  θα εξηγήση το φαινόμενον αυτό στο τέταρτον κεφάλαιον. Ο κ. Αλλά αντιθέτως. Μαρτζέλος δεν έχει υπ' όψιν του τα  κείμενα βάσει των οποίων ο Ευνόμιος μας αποκαλύπτει την σαφεστέραν διδασκαλίαν  και ορολογίαν του και βάσει των οποίων περιγράφω την διδασκαλίαν του."6 Αφού το 1983 ο κ. Η δε "παρεπομένη  ενέργεια" αυτή δεν είναι άκτιστος. εις την οποίαν οφείλει την ύπαρξίν του"." και όχι "ενεργείας.  β) Ο κ. "εγεννήθη" και "εκτίσθη" κατ'  άμεσον τρόπον δια της ακτίστου ενεργείας του Πατρός. α) Όπως θα ίδωμεν από κείμενα του Ευνομίου η "ανωτάτω και κυριωτάτη ουσία" έχει  μίαν "παρεπομένην ενέργειαν. Μαρτζελος. Δηλαδή.η αιτιώδης σχέσις μεταξύ του  Πατρός και του Υιού προσδιορίζεται κατά τον Ευνόμιον μόνον υπό της ακτίστου  ενεργείας του Πατρός. Μαρτζέλος είχε βρει ένα μόνον  χωρίον του Γρηγορίου Νύσσης όπου γίνεται μνεία του όρου "παρεπομένη ενέργεια. Εις το σημείον αυτό ο Γρηγόριος Νύσσης ανέλαβε να  το ανασκευάση εις το έργον του "Αντιρρητικός προς Ευνόμιον". όμως. δηλαδή τον Λόγον. Εν  συνεχεία ο Ευνόμιος εξέδωσε το έργον του "Έκθεσις Πίστεως" του οποίου πολλά  σώζονται εις τον "Αντιρρητικόν προς την Ευνομίου Έκθεσιν" του Γρηγορίου Νύσσης. παρ' ότι ο όρος αυτός είναι  το βασικό κλειδί του περί ενεργείας συστήματος του Ευνομίου.    187  . ο Μ. Αλλά το έργον αυτό του Ευνομίου δεν ήτο η πλήρης διδασκαλία του.. Μαρτζέλον ενέργειαι. ουσίαν τίθεσθαι. είναι  "παρεπομένη" και αποτέλεσμα κτιστόν της βουλήσεως της που είναι αυτή αύτη η ουσία  της.

 όπως θα ίδωμεν. Μαρτζέλος  ούτε καν αναφέρεται εις την περί "τής ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας" και "τής  παρεπομένης ενεργείας και του προσφυούς ονόματος της" διδασκαλίαν του Ευνομίου. Με άλλα λόγια εδούλεψε μόνον με τα περί Θεού  και των θείων ενεργειών κείμενα του Ευνομίου με τα οποία ασχολείται ο Μέγας  Βασίλειος. αλλά και ούτε σχεδόν όλοι που κάμνουν τους σημερινούς ορθοδόξους  θεολόγους. σαν τον J. Ο Ευνόμιος δεν είχε αποκαλύψει ακόμη όλην την διδασκαλίαν του περί των τριών  θεϊκών ουσιών του και των ονομάτων τους εις το έργον "Απολογία" που ανεσκεύασε ο  Μ. είναι ο Ιαχβέ. Αλλά δια τον Ευνόμιον η εν λόγω  "παρεπομένη ενέργεια" της "ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας" δεν είναι άναρχος  απλούστατα διότι είναι "κτιστή".γ) Παραδόξως ο κ." ή ως "τό  παρεπόμενον" είτε "ως τι κατ' ανάγκη αποτέλεσμα" είτε "ως τι συμβεβηκός". Kelly στον  οποίον εστηρίχθησαν. Ούτε οι Παπικοί.  δ) Έτσι η πρωτοτυπία του κ. Δια τούτο. υποσημ.Δ. Αλλά πάντως το χωρίον αυτό δεν είναι του Ευνομίου. έχουν ακόμη καταλάβει ότι δια όλους τους Πατέρας των Οικουμενικών  Συνόδων ο Λόγος της Κ. Δ.  Τούτο σημαίνει απλούστατα ότι.  8) Οι κ. Μαρτζέλος βαπτίζει την ενέργειαν αυτήν "άκτιστον" και αγωνίζεται με σοφιστίες  να καλύψη την αδυναμίαν του να τεκμηριώση με χωρία του Ευνομίου και των  αντιπάλων του πώς είναι δυνατόν μία ενέργεια που δεν είναι άναρχος να είναι  συγχρόνως και άκτιστος. Βασίλειος. 79‐81 το 1984/93  ο κ. δηλαδή ο Κύριος της Δόξης της Π. δεν  κατάλαβε τί είναι η εν λόγω "παρεπομένη ενέργεια" κατά τον Ευνόμιον αφού και την  εξέλαβε ως άκτιστον. Μη έχων υπόψιν του τα περί Θεού και "τής παρεπομένης ενεργείας του"  κείμενα του Ευνομίου ως σώζονται εις τα εν λόγω έργα του Γρηγορίου Νύσσης. δηλαδή της  ακτίστου ουσίας. Μαρτζέλου. Το ότι είναι κτιστή μάλιστα φαίνεται από το ίδιο το ρήμα  "παρέπομαι" που σημαίνει "ακολουθώ από δίπλα" ή "από κοντά. 90‐92 το 1983 και την σ.  δηλαδή ότι ο Λόγος είναι ο Ιαχβέ των προφητών. Μόνον τρία απ' αυτά τα κείμενα του  Ευνομίου8 αναφέρονται εις την διδασκαλίαν του περί Θεού. Είναι η μόνη φορά που ο τεχνικός και βασικός όρος κλειδί του  συστήματος του Ευνομίου. D. Αυτό    188  . Είναι  μέρος κολοβωμένου ερωτήματος.  Μαρτζέλος δεν είχε τα μέσα δια να έχει ακριβή εικόνα της διδασκαλίας του Ευνομίου. Μαρτζέλος και Καλογήρου νομίζουν ότι οι ξένοι. ενώ τα υπόλοιπα περίπου  25 κείμενα αναφέρονται εις την διδασκαλίαν του Ευνομίου περί των ονόματων του  Θεού. καταλαβαίνουν πραγματικά τας διαμάχας μεταξύ Πατέρων και  αιρετικών της εποχής των Οικουμενικών Συνόδων. Σ' αυτό. ο κ. Εις την σ. Μαρτζέλος παραπέμπει εις περίπου 27 κείμενα του Ευνομίου από τα  ογκώδη κατ' αυτού έργα του Γρηγορίου Νύσσης. 81. Με  το κείμενον του αυτό ο Γρηγόριος Νύσσης χλευάζει την "παρεπομένην ενέργειαν" του  Θεού του Ευνομίου. συμφωνούν και οι Αρειανοί και οι  Πατέρες και ο Ευνόμιος ο ίδιος και οι αδελφοί Μ. που ολοκληρώνεται το 1984/93 σ. όχι μόνον δεν έχει ολοκληρωμένην εικόνα της περί  Θεού και "τής ενεργείας του" διδασκαλίας του Ευνομίου. N. κάμνει την εμφάνισίν του  εις το βιβλίον αυτό του κ. Μαρτζέλου και του συμβούλου καθηγητού του συνίσταται  εις το ότι ίσως είναι οι πρώτοι που ισχυρίσθηκαν ότι δύναται κάτι που δεν είναι  "άναρχον" να είναι και συγχρόνως άκτιστον.  Υπεύθυνος δια την κατάστασιν αυτήν είναι ο σύμβουλος καθηγητής του που θα έπρεπε  να επιμείνη να χρησιμοποιήση και τα περί Θεού και ενεργείας κείμενα του Ευνομίου εις  τα κατ' αυτού συγράμματα του Γρηγορίου Νύσσης. διότι απλούστατα είναι κτίσμα της ακτίστου βουλήσεως. Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσσης. Κατά τον  Ευνόμιον "η παρεπομένη αυτή ενέργεια" δεν είναι κατά την φύσιν της ούτε άναρχος  ούτε ατελεύτητος. αλλά την εικόνα που έχει  κατασκευάσει είναι εντελώς πλανεμένη. 5. ούτε οι  Προτεστάνται. δηλαδή "παρεπομένη ενέργεια". 90 εις επικουρίαν του τον  Γρηγόριον Νύσσης ο οποίος γράφει ότι η ενέργεια του Θεού είναι κατά τον Ευνόμιον  "δύναμίς τις ουσιώδης καθ' εαυτήν υφεστώσα και το δοκούν εργαζομένη δι'  αυτεξουσίου κινήματος". Μη έχων παρά τα τρία ανωτέρω κείμενα του Ευνομίου ο κ. Μάλιστα καλεί ήδη το 1983 σ.

 (2) "Κριτική  Θεώρησις των εφαρμογών της Θεολογίας". Επίσης είναι το  κατ' εξοχήν Κλειδί των διαφορών μεταξύ Αυγουστίνου και των υπολοίπων Πατέρων  Δύσεως και Ανατολής. δηλαδή ο  Λόγος. "Οι Ευνομιανοί". της Τριάδος του Ευνομίου. 87‐88 εις τας οποίας δεν παραπέμπει. Μαρτζέλου που τυγχάνουν να  είναι εις το βιβλίον μου "Το Πρατορικόν Αμάρτημα" 9  10. και τους ακολουθούν "σχεδόν όλοι" οι  σημερινοί δήθεν "ορθόδοξοι θεολόγοι". 4) στην έκδοσιν του 1983 ή  στην σ. Η Νέα έκδοσις του 1984/93  9) Ο κ. την πεποίθησιν ότι ο αναγνώστης θα έχη  τώρα πιστεύση στην μέχρι τούδε ερμηνείαν του ότι ο Ευνόμιος δεν ταυτίζει την θείαν  ουσίαν με την άκτιστον θείαν ενέργειαν.     Γ'. ως φαίνεται. Εταύτισε την ουσίαν του Θεού με την βούλησιν  του Θεού και διακρίνει από αυτήν την ενέργειαν του Θεού που ακολουθεί την βούλησίν  του.είναι και ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ των διαμαχών μεταξύ αιρετικών και Ορδοδόξων. σ.      Δ'. το δημιουργικόν  ουσίαν είναι λέγειν. Μαρτζέλος αποκαλύπτει μόλις στην σ. 1 παραπέμπει στα έργα μου (1) Δογματική κεφ. 2 στην έκδοσιν του 1984/93 τα λεγόμενα αυτά του Μ. Feudalism  and Doctrine". όπως τον κατηγορεί ο Μ. 77. ενεργείας  της πρώτης ουσίας. συμφωνούσαν με τους Ορθοδόξους φαινομενικά στη διάκρισιν μεταξύ  θείας ουσίας και θείων ενεργειών και στην ανομοιότητα ακτίστου και κτιστού δια να  τους ανατρέψουν από μέσα.  11.  Αλλά εχάραξε νέαν γραμμήν στο θέμα. και μεταξύ Φραγκο‐Λατίνων και των Πατέρων. Ούτε στο στάδιον αυτό μου εζήτησε εις ποία χωρία θεμελειώνω την  περιγραφήν μου της διδασκαλίας του Ευνομίου.  αλλά εις τας σ. Ή το προνοητικόν πάλιν ουσίαν. ουσίαν τίθεσθαι. Έτσι συνέχισε να υποστηρίζη ότι ο  Ευνόμιος ακολουθεί τον Άρειον. Αυτά κατέγραψε ο Ευνόμιος εις  το έργον του "Απολογία" που κυκλοφορούσε μυστικώς μεταξύ των οπαδών του που  ελέγοντο Ανόμοιοι και που δεν εδέχοντο καμμίαν ομοιότητα μεταξύ ακτίστου και  κτιστού. σελ.  Στο σημείον αυτό έχει πλέον. α) Το 1957 και πάλιν το 1987 είχα επικαλεσθεί τον Μέγαν Βασίλειον  διαμαρτυρόμενον κατά του Ευνομίου ότι. 83 υποσημ. "παρεπομένης".  Μαρτζέλος δεν συνέλαβε τα κρυπτόμενα μέσα στα κείμενα του Ευνομίου και έτσι    189  . Και απαξαπλώς πάσαν ενέργειαν.  όπως στον Άρειον. 425 και (3) "Franks. Εκεί περιγράφω πώς η δευτέρα ουσία. α) Ο Ευνόμιος είχε υπόψιν του την διδασκαλίαν και των Ορθοδόξων και των  Αρειανών περί της διακρίσεως μεταξύ της θείας ουσίας και της ακτίστου ενεργείας. Δηλαδή. Μαρτζέλος είχε κάμει νέαν έκδοσιν της διατριβής του το 1984. "πώς ουν ου καταγέλαστον. Ήτο φυσικόν να  πιστεύσω ότι ίσως διώρθωσε την νέαν αυτήν έκδοσιν. δεν είναι έργον της ακτίστου ενεργείας του Πατρός. Τα δύο κείμενα­θεμέλια των θέσεων του κ. 78  υποσημ. αλλά έργον της κτιστής ακολουθούσης. Βασιλείου. Το ότι δεν διάβασε το τελευταίο βιβλίον σωστά φαίνεται από το  γεγονός ότι η περίληψίς μου της διδασκαλίας του Ευνομίου δεν ευρίσκεται στην σ. 77. Αυτό το έργον του Ευνομίου είναι εκείνο που έπεσε εις τα  χέρια του Βασιλείου και από τούτο κατάλαβε τον κίνδυνον που διέτρεχον οι πιστοί. 93 (υποσημ. Ο κ."10  β) Ο κ. Γ. Romans. Οι σημερινοί  Παπικοί και Προτεστάνται ταυτίζουν τον εαυτόν τους ουσιαστικά με τον Αυγουστίνον  εις το ότι ο Χριστός δεν είναι ο Ιαχβέ της Π. Και ούτε κατάλαβε το κεφάλαιον  "Οι Ευνομιανοί" της Δογματικής μου. Δια τούτο την "ενέργειαν ηγείσθαι την βούλησιν". Τώρα στην ιδικήν του σ. Βασίλειος. Ή το προγνωστικόν πάλιν  ωσαύτως.Δ. "βιβλικοί" και "δογματικοί".

 αρχομένων τε των έργων. αληθεστάτην δε και Θεώ πρεπωδεστάτην  ενέργειαν ηγείσθαι την βούλησιν. Αλλά στο εν λόγω χωρίον του Ευνομίου η ενέργεια του ιδικού του Θεού δεν  είναι αΐδιος. Αλλά εν αντιθέσει προς τους Ορθοδόξους ο Ευνόμιος  υποστηρίζει ότι η διακρινομένη από την θείαν ουσίαν ενέργεια της "ανωτάτω και  κυριωτάτης ουσίας" είναι "παρεπομένη" και κτιστή. Μαρτζέλος πιστεύει ότι στο κείμενο αυτό της "Απολογίας" του Ευνομίου η  διακρινομένη από την θείαν ουσίαν ενέργεια είναι άκτιστος. αλλ' άμα τε βούλεται. "ούτοι μερισμόν ή  κίνησίν τινα την ουσίαν ηγουμένους.. επεί μηδέ οίόν τε παυσαμένων των έργων άπαυστον είναι την  ενέργειαν. όπως θα ίδωμεν στην παραγ. Ώστε ου το τέλος έχον ανάγκη και αρχήν έχειν".  28. Πάντα γαρ όσα ηθέλησε. όπως εσημειώσαμεν.. μετά το γενέσθαι περί ών προέγνω τέλος  έχει.  δ) Αλλά ο κ.. Μαρτζέλος κάμνει την σχετικήν ερμηνείαν του μόλις προμνημονευθέντος στην  παράγραφον 17 β) χωρίου του Ευνομίου στην σ.  Βασιλείου. μη άπαυστον.    190  . και φρενώς νηπίας. και γέγονε. Το παράδοξον είναι ότι δια τον Ευνόμιον δεν υπάρχει "ενέργεια" της Τριθεΐας του  που να μη είναι "παρεπομένη". Εν τω μεταξύ είχε ανακαλύψει τα ιδικά μου περί Ευνομίου και το γεγονός ότι  περιγράφω την διακρινομένην από την θείαν ουσίαν ενέργειαν ως κτιστήν. αληθές το λειπόμενον.  εμφανίζεται. Μαρτζέλον. Αλλά κατά τους Πατέρες "η  άκτιστος ενέργεια του Θεού είναι αΐδιος παρά το γεγονός ότι δεν είναι αγέννητος και  άναρχος και πάντοτε ατελεύτητος. Δια τούτο. παυομένων τε.  μαρτυρούσης και προφητικής φωνής. όπερ  ηθέλησεν". ουκ ασφαλές οιόμεθα δείν ενούν τη ουσία. άπερ επινοείν αναγκαίον τους υπαγομένους τοις  Έλλησι σοφίσμασιν. μητ' ατελευτήτως. ουδέν δε μάλλον εκ τούτου την ατοπίαν  διαφευγόντων. μία φορά μόνον εις το βιβλίον του κ. Θα επανέλθωμεν παρακάτω στην παρ. Μαρτζέλος δεν εδιάβασε καν τα σχετικά κείμενα του  Ευνομίου εις τον Γρηγόριον Νύσσης και δια τούτο δεν κατάλαβε το απλούν τούτο  γεγονός που είναι βασικόν κλειδί του θρησκευτικού συστήματος του Ευνομίου. προηγείται η  άκτιστος ουσία/βούλησις και παρέπεται η ενέργεια και δια τούτο ο Ευνόμιος την  ονομάζει "παρεπομένην".ευρίσκει περίεργον την καταγγελίαν του Μεγάλου Βασιλείου ότι ο Ευνόμιος ταυτίζει  ουσίαν και ενέργειαν εις τον Θεόν. Ου χρή τοίνυν πειθομένοις γνώμαις ετέρων  ανεξετάστοις ενούν τη ουσία την ενέργειαν.11  γ) Εις το κείμενον αυτό μόνον η βούλησις του αγεννήτου είναι άκτιστος αφού αυτή  ταυτίζεται με την άκτιστον θείαν ουσίαν. 92 το 1983 ή στην σ. μη άναρχον είναι την  ενέργειαν.   β) Ιδού το κείμενον του Ευνομίου που επαγίδευσε τον κ. ή το έργον αγέννητον. Ο κ.  ε)Ο κ. Λίαν γαρ μειριακώδες. την μεν άναρχον απλήν τε και  ατελεύτητον ειδότες. ".Ημείς δε κατά τα μικρώ πρόσθεν ρηθέντα την ενέργειαν εκ των έργων  κρίνοντες. α) του Μ. και δια τούθ' άμα μεν τω Θεώ  τον κόσμον αποφαινομένων. εποίησεν. Είχε ήδη  στο βιβλίον του χωρίον όπου φαντάζεται ότι ο Γρηγόριος Νύσσης του παρέχει βοήθειαν  κατά της ιδικής μου ερμηνείας του Ευνομίου. Μαρτζέλου εις  χωρίον του Γρηγορίου Νύσσης το οποίον δεν κατάλαβε. (καί ο Λόγος είναι αΐδιος παρά το γεγονός ότι δεν  είναι αγέννητος και άναρχος.  ούτ' ατελεύτητον. Ή γαρ αν ήν και το έργον άναρχον. αφού είναι γεννητός και συνάναρχος τω Πατρί). Ει δ' εκάτερον τούτων ομολογουμένως  άτοπον. αλλά έχει αρχήν. την δε ενέργειαν ουκ άναρχον. δηλαδή 2 ή 3 σελίδες πριν αναφέρει την ανωτέρω καταγγελίαν (16. αρκούσαν προς τε το είναι και σώζεσθαι τα πάντα. δηλαδή "παρεπομένη ενέργεια".Η  πρόγνωσις δε του Θεού. αρχήν ουκ έχουσα." 12 Ταύτα κατά τον Μέγαν  Βασίλειον. ή την ενέργειαν  άπρακτον είναι του Θεού. Εκ γαρ τούτων συμβαίνει δυοίν θάτερον. 79‐81 το  1984/93. όπως θα δούμεν.. Ο τεχνικός όρος αυτός. 22. αγέννητον και ατελεύτητον λέγειν  την ενέργειαν ταυτόν τη ουσία τιθεμένους μηδενός των έργων αγεννήτως γίνεσθαι  δυναμένου. ενούντων τη ουσία την ενέργειαν. Ου γαρ  επιδέεταί τινος προς την ών βούλεται σύστασιν.

 Μαρτζέλος γνωρίζει μόνον δύο  περί Θεού κείμενα του Ευνομίου Migne. αλλά τη μεν δια  την αιτίαν. συμπεριλαμβανομένων  δηλαδή προς την του παντός λόγου συμπλήρωσιν και των ταις ουσίαις παρεπομένων    191  . "Οι Ευνομιανοί". Ο Ευνόμιος απήντησε με το έργον του  "Έκθεσις Πίστεως" εις την οποίαν απήντησε ο Γρηγόριος Νύσσης με το έργον του  "Αντιρρητικόν εις την Ευνομίου Έκθεσιν".) Επίσκοπος.   13. Μετά τον θάνατον του Μ. Μαρτζελου. Ο Γρηγόριος Νύσσης ανασκεύασε το  έργον τούτο του Ευνομίου εις τρία σταδια.  14.  151‐154 "Πάς ο των καθ' ημάς δογμάτων συμπληρούται λόγος εκ τε της Α ανωτάτω και  κυριωτάτης ουσίας και εκ της δι' εκείνην μεν ούσης μετ' εκείνην δε πάντων των άλλων  πρωτευούσης και τρίτης γε της μηδεμιά μεν τούτων συνταττομένης.  Κεφ. να διακρίνη την εν τω Θεώ άκτιστον θείαν ουσίαν από την  κτιστήν ενέργειαν του Θεού δια της οποίας κτίζει τον κτιστόν Λόγον κτλ.12. και το  Migne. Αφού ο Ευνόμιος εταύτισε την άκτιστον θείαν βούλησιν με την άκτιστον θείαν  ουσίαν ήτο υποχρεωμένος ως Χριστιανός (. "Οι Ευνομιανοί"  εξηγώ πώς οι ταυτίζοντες την άκτιστον ουσίαν του Θεού με την άκτιστον ενέργειαν  Αυτού είναι υποχρεωμένοι να δεχθούν ή είδος πανθεϊσμού ή να εκλάβουν την εν τω  κόσμω και τοις ανθρώποις ενέργειαν και χάριν του Θεού ως κτιστήν. Βασιλείου. Εις αυτά έχομε πληρεστέραν εικόνα της  διδασκαλίας του Ευνομίου. Την τελευταίαν  αυτήν επιλογήν ακριβώς κάμνουν οι Ευνόμιος. Αυγουστίνος και Θωμάς Ακινάτης. Αλλά αυτή η πληρεστέρα εικών ανατρέπει πλήρως την περιγραφήν  της διδασκαλίας του Ευνομίου περί θείας ουσίας και "ενεργειών" που κάμνει ο κ. Αυτό  ακριβώς έκαμαν σχεδόν όλοι οι Φραγκολατίνοι. με την  διαφοράν ότι μεταξύ των τελευταίων πολλοί απέρριψαν την κτιστήν θείαν χάριν και  έμειναν με την άκτιστον βούλησιν του Θεού και τον απόλυτον προορισμόν.G. 45. Ο Μέγας  Βασίλειος και ο αδελφός του ο Γρηγόριος Νύσσης πολεμούν τον Ευνόμιον ακριβώς μέσα  εις τα πλαίσια αυτά.  Μαρτζέλος.     Ε'. Γρηγορίου του Θεολόγου και Γρηγορίου του  Παλαμά και όχι του κ. Επίσης μέσα στα ίδια πλαίσια ο Ορθοδοξος Ησυχασμός ή  Παλαμισμός πολέμησε τον Φραγκολατινικόν Σχολαστικισμόν. Κείμενον συνοψίζον την διδασκαλίαν του Ευνομίου από την "Απολογίαν υπέρ  Απολογίας" του από τον "Αντιρρητικόν" του Γρηγορίου Νύσσης. που ήδη εμνημονεύσαμεν. τη δε δια ενέργειαν καθ' ήν γέγονεν υποταττομένης. ιγ' Μνήμη των δογματικώς αυτώ ειρημένων και κατά διαίρεσιν προς τα ειρημένα  μάχη. 45. Γρηγορίου Νύσσης. Εις την Εισαγωγήν και εις τα Κεφάλαια Α' και Β' του έργου μου "Το Προπατορικόν  Αμάρτημα" (1957/1989) και στην παρούσα Δογματικήν μου κεφ. όπως ακριβώς  περιγράφουν ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νύσσης και όπως φαίνεται σαφώς  από τα αυτούσια κείμενα του Ευνομίου που παραθέτουν. Σύνοψις της διδασκαλίας του Ευνομίου  15.  16. 325C. Εκ των κειμένων του Ευνομίου επικρατεί η παραδοσιακή ερμηνεία των  Πατέρων Μ. Παραθέτω την σύνοψιν της διδασκαλίας του που κάμνει ο ίδιος ο Ευνόμιος από την  παρούσαν Δογματικήν μου κεφ. P. 297BC.. Παπικοί και Προτεστάνται. που πιστεύει εις το δόγμα της  εκ του μηδενός δημιουργίας. Βασιλείου ο αδελφός του ο Γρηγόριος ο Νύσσης συνέχισε  τον αγώνα κατά των θρησκευτικών στοχασμών του Ευνομίου ο οποίος είχε γράψει την  "Απολογία υπέρ Απολογίας" του και την κυκλοφορούσε μόνον μεταξύ των οπαδών του  και μετά τον θάνατον του Βασιλείου δημοσίως. Αλλά από τα έργα αυτά ο κ.

  Πάντως το ελλείπον 297Α είναι το κατ' εξοχήν κλειδί που το 297Β και το 297C  ολοκληρώνουν ως σύνοψιν της διδασκαλίας του κατά την μαρτυρίαν αυτού τούτου του  Ευνομίου. Εδώ φαίνεται σαφώς πλέον η τριθεΐα του Ευνομίου την οποίαν ο κ.Ο κ. με την διαφοράν ότι η  τρίτη ουσία έχει τόσας παρεπομένας ενεργείας και τόσα προσφυή ονόματα όσα είναι τα  κτίσματα. συνόλως τε ειπείν προς τοσαύτην εξικνείσθαι διαφοράν. αλλά τη μεν δια την αιτίαν. Δηλαδή  και η πρώτη των τριών ουσιών έχει κατά τον Ευνόμιον την "παρεπομένην ενέργειάν"  της και "τό προσφυές όνομά" της όπως και αι άλλαι δύο ουσίαι. όπως κτιστόν είναι και    192  . Δια τούτο φαίνεται ότι δεν επρόσεξε ότι στο σύστημα του  Ευνομίου η κάθε μία των τριών ουσιών έχει την "παρεπομένην" ενέργειάν της και "τό  προσφυές όνομά της"..B. και  ίσως καθόλου μάλιστα. συμπεριλαμβανομένων δηλαδή προς την του παντός λόγου  συμπλήρωσιν και των ταις ουσίαις παρεπομένων ενεργειών και των ταύταις προσφυών  ονομάτων. Πάλιν δ' αύ εκάστης τούτων ουσίας  ειλικρινώς απλής και πάντη μιας ούσης τε και νοουμένης κατά την ιδίαν αξίαν.  Μαρτζέλος βαπτίζει Τριαδολογίαν.G. αλλ' όσω τα έργα των έργων πρεσβύτερα και  τιμιώτερα.ενεργειών και των ταύταις προσφυών ονομάτων.  93 και 142 το 1983 ή σ." (Migne. 297Β (σ. άτε δη των αυτών ενεργειών την ταυτότητα των έργων αποτελουσών. ει μεν περί ταις ουσίαις κινοί το τις  αμφισβήτησις.  προσήκει δήπου τους κατά την συμφυή τοις πράγμασι τάξιν την εξέτασιν ποιουμένους  και μη φέρειν ομού πάντα και συγχείν βιαζομένους. Αυτό το κομμάτι κλειδί της αιρετικής διδασκαλίας του Ευνομίου "εγλύστρησε" από  τα χέρια του κ. μία φορά στο 297C (σ.  Μαρτζελος παραπέμπει στο 297Β και στο 297C ούτε καν τα διάβασε με προσοχήν. συμπεριγραφομένων δε τοις έργοις των  ενεργειών. και τας μεν πρώτην τας δε  δευτέραν επέχειν τάξιν. ανάγκη Β δήπου πάσα και τας εκάστη των  ουσιών επομένας ενεργείας ελλάττους τε και μείζους είναι. την δε επί ταις  ενεργείαις αμφιβολίαν δαλύειν εκ των ουσιών. Ούτω δε  τούτων εχόντων και τη προς άλλα σχέσει τον ειρμόν C απαράβατον διατηρούντων. 83 και 127 το 1984/93).. Τουνταντίον τας εντάσσει όλας εις την ιδίαν ομάδα "τών  ταις ουσίαις παρεπομένων ενεργειών και των ταύταις προσφυών ονομάτων". Αλλά παρ' ότι ο κ.G. και των έργων ταις των εργασμένων ενεργείαις παραμετρουμένων. Αλλά δεν παραπέμπει ούτε μίαν φοράν στο 297Α ούτε το 1983 και  ούτε το 1984/93 παρ' ότι είναι το κλειδί της τριθεΐας του Ευνομίου. Έτσι η ενέργεια και της πρώτης ουσίας είναι κτιστή. 45.)13  17. 45. Μαρτζέλου. 142 το 1983 ή  σ. P.  και των παρηλλαγμένων έργων παρηλλαγμένας τας ενεργείας εμφαινόντων. και των έργων ταις των  εργασμένων ενεργείαις παραμετρουμένων. Ο Ευνόμιος δεν ξεχωρίζει εδώ την παρεπομένην ενέργειαν και το  προσφυές όνομα "τής ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας" από τας παρεπομένας  ενεργείας και τα προσφυή ονόματα των ετέρων δύο ουσιών ώστε η μία να είναι  άκτιστος και αι άλλαι κτισταί. τοσούτω και την ενέργειαν της ενεργείας αναβεβηκέναι φαίη αν τις ευσεβώς  διανοούμενος. P.  297 A. προς  οπόσην αν εξικνήται τα έργα. Μάλλον τα εδανείσθηκε από παραπομπάς κάποιου βιβλίου.C. Τούτο σημαίνει απλούστατα ότι δεν επρόσεξε την  είδησιν του Ευνομίου στο 297Α ότι προσφέρει στον αναγνώστην αυτήν την περίληψιν  της διδασκαλίας του: "Πάς ο των καθ' ημάς δογμάτων συμπληρούται λόγος εκ τε της  ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας και εκ της δι' εκείνην μεν ούσης μετ' εκείνην δε  πάντων των άλλων πρωτευούσης και τρίτης γε της μηδεμιά μεν τούτων  συνταττομένης. εκ των πρώτων και προσεχών ταις ουσίαις ενεργειών ποιείσθαι των  δεικνυμένων την πίστιν και των αμφισβητουμένων την διάλυσιν. αρμοδιωτέραν γε μην και τοις πάσιν  ανυσιμωτέραν ηγείσθαι την από των πρώτων επί τα δεύτερα κάθοδον. Μαρτζέλος παραπέμπει δύο φοράς στο ως άνω κομμάτι Migne. Πάλιν δ' αύ εκάστης τούτων ουσίας ειλικρινώς απλής και πάντη μιας ούσης  τε και νοουμένης κατά την ιδίαν αξίαν. επεί μηδέ θεμιτόν την αυτήν ενέργειαν ειπείν καθ' ήν τους  αγγέλους εποίησεν ή τον άνθρωπον. τη δε δια ενέργειαν καθ' ήν γέγονεν  υποταττομένης."  18. 127 το 1984/93).  συμπεριγραφομένων δε τοις έργοις των ενεργειών.

Ο Γρηγόριος Νύσσης αναλύει και ανατρέπει την σύνοψιν αυτήν της "Απολογίας Υπέρ  Απολογίας" του Ευνομίου βήμα προς βήμα μέχρι το κεφ. 45. εξ  επόψεως Ορθοδόξου.  μαζί με το προσφυές όνομά της. που κτίζει και ονομάζει την τρίτην ουσίαν είναι κτιστή. Έτσι φαντάσθηκε ότι ήδη είχε την βοήθειαν που  χρειάζεται κατά της ιδικής μου ερμηνείας του Ευνομίου από το χωρίον αυτό του    193  . ο Ευνόμιος επομένως. που δεν ταυτίζεται με την θείαν ουσίαν. 5) Εκάστη  ενέργεια εκ των ενεργειών της τρίτης αυτής ουσίας. στους Πατέρες η θεία βούλησις  είναι θεία ενέργεια. μαζί με το προσφυές όνομά της. Έτσι η ενέργεια και το προσφυές όνομα της δευτέρας ουσίας είναι κτιστή  και αι ενέργειαι της τρίτης ουσίας κατά τον Ευνόμιον είναι παρεπόμεναι και κτισταί. Μετά δημοσίευσε τον Λόγον Β' του ιδίου  έργου το 380 και μετά τον Λόγον Γ' εις απάντησιν νέας επιθέσεως του Ευνομίου κατά  του Μ. Μαρτζέλου ότι ο Ευνόμιος συμφωνεί με τον Άρειον.  21. 2) Ακόμη και η παρεπομένη ενέργεια της "ανωτάτω και  της κυριωτάτης ουσίας". μαζί με τα προσφυή ονόματά της. Αφού ο Ευνόμιος διεκδικούσε την θέσιν  Ορδοδόξου επισκόπου κρίνεται με Ορδόδοξα κριτήρια. Η θέσις του κ. όπως είδαμε εις το 297Α κομμάτι της ανωτέρω  περιλήψεως που κάμνει ο ίδιος ο Ευνόμιος.G.  19. α) Αφού τελικά ο κ. 90. όπως ακριβώς τον καταγγέλλει ο Μέγας Βασίλειος.το όνομά της.  Αφού όμως δεν έψαξε δια επιπρόσθετα χωρία του Ευνομίου εις τα έργα του Γρηγορίου  Νύσσης. Το μόνον άκτιστον δια τον Ευνόμιον είναι η πρώτη ουσία και η  ταυτιζομένη μετ' αυτής βούλησίς της. P. 8) Έτσι εξηγείται η ύπαρξις τόσων ανωτέρων και  κατωτέρων ειδών και γενών με τα ονόματά τους. είναι κτιστή.  22. ότι ο Θεός κτίζει  κατά την άκτιστον βούλησιν και ενέργειάν Του τον κτιστόν υποστατικόν του Λόγον δεν  είναι ορθή..  που κτίζει και ονομάζει και συντηρεί συγκεκριμμένο γένος ή είδος. σαφώς ταυτίζει την θείαν ουσίαν με τας κατ' Ορθοδόξους  ακτίστους θείας ενεργείας.  που κτίζουν και ονομάζουν τα υπόλοιπα κτίσματα πάντα είναι κτισταί. 7) Αντιστρόφως κάθε γένος και κάθε είδος μαρτυρεί την  ύπαρξιν μέσα του της μιας εκ των αναρριθμήτων παρεπομένων ενεργειών και  ονομάτων της τρίτης αυτής ουσίας. Εις την δημοσίευσιν της Εκθέσεως πίστεως του Ευνομίου απήντησε ο  Γρηγόριος Νύσσης με τον Λόγον "Αντιρρητικόν προς την Ευνομίου Έκθεσιν". όμως.  20. Αν είχε μελετήση το  294Β και το 294C θα είχε ανακαλύψει και το 294Α. 294BC εις το οποίο παραπέμπει.  325C στην έκδοσιν του 1983 σ.  Αλλά και η ενέργεια και το προσφυές όνομα "τής ανωτάτης και κυριωτάτης ουσίας"  είναι παρεπομένη και κτιστή. Θα έπρεπε να ψάξη δια χωρίον του Ευνομίου δια να αποδείξη ότι κάμνω λάθος. Μαρτζέλος ανεκάλυψε τα ιδικά μου γραφόμενα περί Ευνομίου  είδε ότι περιγράφω την κατ' αυτόν διακρινομένην από την θείαν ουσίαν ενέργειαν ως  κτιστήν. Βασιλείου. παρέμεινε ευχαριστημένος με τα τρία χωρία περί Θεού και ενεργειών που ήδη  είχε από τον Γρηγόριον Νύσσης.  4) Αι παρεπόμεναι ενέργειαι της τρίτης αυτής ουσίας. μαζί με το προσφυές όνομά της. Δεν υποψιάσθηκε καν ότι θα έπρεπε να διαβάση το  ανωτέρω κείμενον Migne. που κτίζει και ονομάζει την  δευτέραν ουσίαν είναι κτιστή. 31 και εν συνεχεία εκθέτει  συστηματικά και ανατρέπει άλλας θέσεις του Ευνομίου εις αυτόν τον Λόγον Α' του Α'  Αντιρρητικού του που εκυκλοφόρησε το 379. 45. Εις αυτά τα κείμενα ο Ευνόμιος διδάσκει ότι: 1) Όλαι αι ενέργειαι της ιδικής του  τριάδος θεϊκών ουσιών είναι κτισταί και παρεπόμεναι ταις τρισίν ουσίαις μετά των  αυταίς προσφυών ονομάτων. Αλλά όμως είχε το δεύτερον χωρίον  του Γρηγορίου Νύσσης περί της παρεπομένης κατά Ευνόμιον ενεργείας Migne.G. P. Έτσι  είχαμεν θεμελειώσει την περιγραφήν της διδασκαλίας του Ευνομίου επάνω στα κείμενα  του ως ερμηνεύονται από τους πατέρας που τον πολέμησαν και όχι βάσει των  στοχασμών τύπου Kelly και Μαρτζέλου. και όχι με τα ιδικά του. Επειδή. 3) Η παρεπομένη ενέργεια της δευτέρας αυτής ουσίας. 6) Η  τρίτη αυτή ουσία έχει όσας ειδικάς κτιστάς ενεργείας και ονόματα δια κάθε κτιστόν  γένος και είδος που υπάρχουν..

 παυομένων τε. Μαρτζέλος. Μαρτζέλος αυξάνει το μέγεθος του εν λόγω χωρίου δια να το ενδυναμώση  περισσότερον εναντίον της ιδικής μου ερμηνείας του Ευνομίου. αληθές το λειπόμενον. όπως είδαμεν. αρχομένων τε των έργων. άπερ επινοείν αναγκαίον τους υπαγομένους τοις  Έλλησι σοφίσμασιν. Δύναμίς τις ουσιώδης καθ'  εαυτήν υφεστώσα και το δοκούν εργαζομένη δι' αυτεξουσίου κινήματος". Πλέκει  υποθετικούς λόγους διατί συμπεραίνω τοιαύτα στα δημοσιεύματά μου το 1973 και το  1981. Ει δ' εκάτερον τούτων ομολογουμένως  άτοπον.   23. μη άπαυστον.. αληθεστάτην δε και Θεώ πρεπωδεστάτην  ενέργειαν ηγείσθαι την βούλησιν. ή το έργον αγέννητον. Έτσι εις την έκδοσίν του του 1984/93 προσθέτει στη σ. Μαρτζέλος είχε γράψει ότι. μητ' ατελευτήτως. Πάντα γαρ όσα ηθέλησε. 90 τρεις παραγράφους πίσω εις την σελίδα που θα ήταν 92 αλλά  που τώρα το 1984/93 είναι σ. Μαρτζέλου λανθασμένην κατανόησιν του αστείου του Γρηγορίου  Νύσσης εις βάρος του Ευνομίου. Ου γαρ    194  . "Τις τοίνυν η ενέργεια η τω Θεώ μεν των όλων παρεπομένη.Ημείς δε κατά τα μικρώ πρόσθεν ρηθέντα την ενέργειαν εκ των έργων  κρίνοντες. "ως παρατηρεί ο Γρηγόριος  Νύσσης. αλλά κατά βούλησιν. ή την ενέργειαν  άπρακτον είναι του Θεού. την μεν άναρχον απλήν τε και  ατελεύτητον ειδότες. αρκούσαν προς τε το είναι και σώζεσθαι τα πάντα. Μαρτζέλος  προσεπάθησε να αποδείξη τας θέσεις του. Ιδού πάλιν το κείμενον: "Ούτοι μερισμόν ή  κίνησίν τινα την ουσίαν ηγουμένους. αγέννητον και ατελεύτητον λέγειν  την ενέργειαν ταυτόν τη ουσία τιθεμένους μηδενός των έργων αγεννήτως γίνεσθαι  δυναμένου. Λίαν γαρ μειριακώδες. 81‐82  κάποιαν ιδικήν του προσπάθειαν να ερμηνεύση διατί υποστηρίζω ότι δια τον Ευνόμιον  η ενέργεια δια της οποίας ο "Πατήρ" κτίζει τον "Λόγον" είναι κτιστή. ουκ ασφαλές οιόμεθα δείν ενούν τη ουσία.  ούτ' ατελεύτητον. Αντιθέτως προς την  εκ μέρους του κ. ενέργεια που ακολουθεί τον Θεόν  ωσάν υπασπιστής που εκτελεί την βούλησιν του αποστολέα του κατά το δοκούν  αυτεξουσίως και όχι φυσική ενέργεια του Θεού που νομίζει ο κ. μη άναρχον είναι την  ενέργειαν. ενούντων τη ουσία την ενέργειαν. προ δε  του Μονογενούς νοουμένη και περιγράφουσα την ουσίαν. Επανερχόμεθα εις το κείμενον του Ευνομίου με το οποίον ο κ.  μαρτυρούσης και προφητικής φωνής. Μάλιστα  επιμένει ότι στο χωρίο αυτό ο Γρηγόριος συμφωνεί με την ιδικήν του θέσιν ότι η  "παρεπομένη" ενέργεια αυτή είναι η κατά τον Άρειον άκτιστος και "ουσιώδης" ενέργεια  δια της οποίας ο Πατήρ κτίζει τον κτιστόν του Λόγον.Γρηγορίου Νύσσης. Μαρτζέλος δεν  κατάλαβε ότι στο χωρίον αυτό ο Γρηγόριος Νύσσης αστειευόμενος εις βάρος του  Ευνομίου ερωτά. Ο Καππαδόκης συμπατριώτης  μου μιλά εδώ Ρωμαίϊκα και κάμνει εδώ "ψιλό γαζί"! Δηλαδή η παρεπομένη εν λόγω  ενέργεια είναι δήθεν "καθ' εαυτήν υφεστώσα και το δοκούν εργαζομένη δι' αυτεξουσίου  κινήματος". Ουδέποτε θα εδέχετο ο Άρειος τον όρον "δύναμις  ουσιώδης" του Θεού αφού "δύναμις ουσιώδης" σημαίνει δ'αυτόν κατ' ανάγκην δύναμις  ή ενέργεια και όχι κατά βούλησιν δύναμις ή ενέργεια.14 Αλλά  παρεπομένη τω Θεώ ενέργεια σημαίνει. ουδέν δε μάλλον εκ τούτου την ατοπίαν  διαφευγόντων. και δια τούθ' άμα μεν τω Θεώ  τον κόσμον αποφαινομένων.  όχι κατά φύσιν. δηλαδή σαν ρομπότ "καθ' εαυτήν υφεστώσα" που αποστέλει η "ανωτάτω  και κυριωτάτη ουσία" δια να επιτελέση έργον της βουλήσεώς της.. Αλλά το  1984/93 ο κ. Ή γαρ αν ήν και το έργον άναρχον. επεί μηδέ οίόν τε παυσαμένων των έργων άπαυστον είναι την  ενέργειαν. Δια να προδιαθέση τον αναγνώστην να συμφωνήση μαζί του κατά της ιδικής  μου ερμηνείας ασχολείται πρώτον με το εν λόγω χωρίον του Γρηγορίου Νύσσης που  μεταφέρει από την σ. δηλαδή ότι η ενέργεια δια της οποίας ο Θεός του Ευνομίου κτίζει τον Λόγον είναι  κτιστή. Ου χρή τοίνυν πειθομένοις γνώμαις ετέρων  ανεξετάστοις ενούν τη ουσία την ενέργειαν. Αλλά ο κ. 5. και φρενών νηπίας. η ενέργεια του Θεού είναι κατά τον Ευνόμιον "δύναμίς τις ουσιώδης καθ'  εαυτήν υφεστώσα και το δοκούν εργαζομένη δι' αυτεξουσίου κινήματος" ". Εκ γαρ τούτων συμβαίνει δυοίν θάτερον.  β) Εις την έκδοσιν του 1983 ο κ. οι Αρειανοί υπεστήριζον ότι ο Θεός κτίζει τον Λόγον. 81 και υποσημ. εποίησεν. την δε ενέργειαν ουκ άναρχον.

 αλλ' άμα τε βούλεται.15  24. που κτίζει την "δευτέραν ουσίαν". Αλλά δεν είχα παραπέμψει εδώ εις τον  "Αντιρρητικόν προς Ευνόμιον" Α. ο Ευνόμιος  συνδέει και σχεδόν ταυτίζει την γέννησιν των θεϊκών ονομάτων με την γέννησιν των    195  . Μαρτζέλος παραπέμπει  εις 25 κείμενα του Ευνομίου εις το εν λόγω έργον του Γρηγορίου Νύσσης που  ασχολούνται με το θέμα περί θείων ονομάτων. Μαρτζέλος δεν  υποψιάσθηκε το μέγεθος των επιπροσθέτων πληροφοριών περί της διδασκαλίας του  που παρέχει ο Ευνόμιος εις το έργον του "Απολογία υπέρ Απολογίας". Βασίλειον. και γέγονε. Μαρτζέλου  δια τα κατά τον Ευνόμιον θέματα περί των "τριών" θείων "ουσιών" και "τών  παρεπομένων ενεργειών τους". σ. Τούτο φαίνεται σαφώς εις το Κεφάλαιόν του Δ' "Η  ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΟΥΣΙΑΣ‐ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ". 172 υποσημ. Εδώ  δεν παραθέτω κείμενα. αλλά δια να τον χρησιμοποιήσω ως  εισαγωγήν εις την διδασκαλίαν των Πατέρων περί γλωσσών και θεοπνευστίας όπως  την αναπτύσσει ο Γρηγόριος Νύσσης. "Η περί επινοίας και καταγωγής των ονομάτων αντίληψις του  Ευνομίου".G. 1. αλλά παραπέμπω εις τον "Αντιρρητικόν προς Ευνόμιον" Β. Ο σκοπός μου εις την παράγραφον αυτήν  δεν ήτο να ασχοληθώ ειδικά με τον Ευνόμιον. 45. Migne. Εις το κείμενον αυτό η βούλησις του Θεού προπορεύεται της ενεργείας και η  ενέργεια έπεται. P. όπερ  ηθέλησεν". Μαρτζέλος ότι εδιάβασε έστω μίαν  φοράν επιτροχάδην τα σωζόμενα κείμενα του Ευνομίου όπου περιγράφονται τα  τοιαύτα.17  Αλλά δεν αναφέρει το πώς περιγράφω την προ του κτιστού κόσμου ύπαρξιν των  ονομάτων μέσα στον Θεόν.  Migne. Αφού  εδιάβασε την "Απολογία" του Ευνομίου έπρεπε ο κ. δηλαδή ακολουθεί την βούλησιν. Μαρτζέλος γνωρίζει τον Ευνόμιον σχεδόν αποκλειστικώς ως εμφανίζεται εις  το έργον του "Απολογία" και εις τον Μ. Μέσα εις Ορθόδοξα πλαίσια θα εθεωρούντο "άκτιστα". όχι μόνον δια τα θέματα περί θείων ονομάτων. Το παράδοξον είναι ότι ό. Εδώ ο κ. Βασίλειος. P. α. Αλλά ο κ. Δια τούτο  δεν κατάλαβε το ανωτέρω χωρίον του Ευνομίου από το έργον του "Απολογία".  αλλά κυρίως δια τα θέματα περί των τριών θείων ουσιών και των παρεπομένων  ενεργειών και προσφυών ονομάτων των. ισχύει και δια τα "παρεπόμενα" μετά των εν λόγω  ενεργειών "προσφυή ονόματα". που δεν είχε υπ'  όψιν του ο Μ. 45 909‐1122. Αλλά ο κ. 156 υποσημ.  25. ειδικά 973 και εξής. (1983.. Μαρτζέλος να ρίξη μια ματιά και στο  έργον του "Απολογία υπέρ Απολογίας". όπως είδαμεν. Αλλά από το απολεσθέν τούτο έργον του Ευνομίου σώζονται  τα ουσιαστικά και τα κύρια κείμενά του εις το έργον "Αντιρρητικός προς Ευνόμιον" του  Γρηγορίου Νύσσης. Επίσης αγνοεί ότι  και τα αναρίθμητα "προσφυή ονόματα" που συνοδεύουν τας αναριθμήτους  παρεπομένας ενεργείας της τρίτης θείας ουσίας είναι μαζί τους και αυτά "παρεπόμενα". Παρά ταύτα δεν χρησιμοποιεί το  κείμενον του Ευνομίου όπου συνοψίζει όλην την διδασκαλίαν του που παραθέσαμεν  ανωτέρω εις την παράγραφον 22. 297 όπου. 165‐174: 1984/1993. 1 του 1983 ή στην σ.τι ισχύει δια την άγνοιαν του κ.  Ούτε μίαν φοράν δίδει την ελαχίστην εντύπωσιν ο κ. Ο κ. Εις την σ. σ. Μαρτζέλος δεν υποβλήθηκε εις τον  κόπον να προσοικειωθή με τα χωρία του Ευνομίου περί των τριών θείων ουσιών και  των παρεπομένων ενεργειών τους εις αυτό το έργον του Γρηγορίου Νύσσης. ως  "παρεπομένην". 2 του 1984/93 παραπέμπει  και εις τα ιδικά μου γραφόμενα δια την διδασκαλίαν του Ευνομίου περί ονομάτων.επιδέεταί τινος προς την ών βούλεται σύστασιν.16  β.G. Δια τούτο ο Ευνόμιος περιγράφει την  ενέργειαν της "ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας". Αλλά ο Ευνόμιος κάμνει τούτο σαφώς δια πρώτην φοράν εις το έργον  του "Απολογία υπέρ Απολογίας" που είναι ενσωματωμένον εις το έργον του Γρηγορίου  Νύσσης "Αντιρρητικός προς Ευνόμιον". 148‐158). Δια τούτο αγνοεί αυτό τούτο το γεγονός ότι δια τον  Ευνόμιον το σχετικόν "προσφυές όνομα" της εκάστης των πρώτων δύο παρεπομένων  ενεργειών είναι και αυτό "παρεπόμενον" μαζί με την ενέργειάν του. "ΠΡΟΕΛΕΥΣΙΣ ΤΩΝ  ΘΕΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ". Α..

  εμελέτησε ο κ. 297 ούτε μίαν φοράν εις το κεφ.Π.    196  . Theil. Γ.Σ.. τίθεται αυτομάτως το ερώτημα. "Η δια των ενεργειών θεολογική μέθοδος του Ευνομίου". Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς όμως απέδειξε ότι  στα κείμενα του Ευνομίου η εν λόγω διακρινομένη από την θείαν ουσίαν ενέργεια είναι  κτιστή18 και όχι άκτιστος. Ν.Π. όπως υποστηρίζουν οι Γρηγοράς. Τσελεγγίδης κατέθεσαν  Εισηγητικήν Έκθεσιν εις τα πρακτικά της Γ.     ΙΙ.  Μαρτζέλος. 9 της εν λόγω Εισηγητικής Εκθέσεώς τους. Οι καθηγηταί κ. Schindler εις τους οποίους  παραπέμπει. Παραδόξως όμως ο κ.  όπως μόλις είδαμεν.παρεπομένων ενεργειών των τριών αρχικών ουσιών. Γ' 2.Θ.  κατήργησε το δόγμα περί των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος. Γρηγόριος  ο Θεολόγος και Γρηγόριος Νύσσης βάσει της διακρίσεως μεταξύ της μιας ουσίας και  των τριών υποστάσεων της Αγίας Τριάδος που απετέλεσε το θεμέλιον του Συμβόλου  της πίστεως της Β' Οικουμενικής Συνόδου και των αποφάσεων των επομένων  Οικουμενικών Συνόδων και κυρίως της Η'.20  28.Θ. την δια του Αγίου Πνεύματος και εν τω  ενσαρκωθέντι Κυρίω της Δόξης υπό των θεουμένων Θεοπτίαν ότι ". αποστόλων  και Πατέρων δόγμα τούτο είναι το "ό ουκ άνευ" θεμέλιον όλων των Οικουμενικών  Συνόδων.Θ. Αν είχα παραπέμψη εις αυτό το εν  λόγω κείμενον πιθανόν να είχε εντοπίση την σχέσιν του χωρίου τούτου με τα κατά τον  Ευνόμιον ονόματα του Θεού και των κτισμάτων του. 286 της Δογματικής μου (Έκδοσις 1983). A. Ακίνδυνος και κ. Α. ή  ενός και μόνου των τριών".άπαν. ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ 19  27. α. Μαρτζέλος  παραπέμπει εις το εν λόγω χωρίον αυτό Migne. και αφού ούτε καν  παραπέμπει εις αυτό τουλάχιστον εις το κεφ.Π. Ακριβώς με χωρία του Ευνομίου προσεπάθησαν και ο Γρηγοράς και ο Ακίνδυνος να  αποδείξουν ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι οπαδός της αιρέσεως του Ευνομίου. ή τα  εσήκωσε από τους V. ή κοινόν εστι πάντων. I. Lossky..  δηλαδή ότι συμφωνεί με τον Ευνόμιον ότι διακρίνονται μεταξύ των η άκτιστος θεία  ουσία και αι άκτιστοι θείαι ενέργειαι. της 14ης Μαΐου 1992 του Τμήματος  Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α. του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α. Μαρτζέλος τα εν λόγω σωζόμενα κείμενα του έργου του Ευνομίου  "Απολογία υπέρ Απολογίας" κατ' ευθείαν από τα έργα του Γρηγορίου Νύσσης. Ολόκληρον το διδακτικόν προσωπικόν του Τμήματος Θεολογίας του Α. Το εξ εμπειρίας της θεώσεως των προφητών. δεν παραπέμπει εις το Migne. μία φορά εις το κεφ. 8 και παραθέτουν "εντός εισαγωγικών" γραφόμενά μου παραπέμποντες  στην σ. 1. όπου μεταξύ άλλων μνημονεύουν το όνομά  μου στην σ. Αλλά. 297Β. 45. αλλά απιστεύτως αλλοιωμένας. Ματσούκας.Σ. ό θεωρείται  και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι. J. Δ'. "Η περί επινοίας και καταγωγής των ονομάτων αντίληψις  του Ευνομίου".  26. Β' Α. Δηλαδή  ανέτρεψαν.  Δ' "Η ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΟΥΣΙΑΣ‐ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ". Μάλιστα την τελικήν μορφήν της ορολογίας περί αυτών των κοινών και των  ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος ετελειοποίησαν κυρίως οι Μέγας Βασίλειος. Danielou. Παραθέτουν απ' εκεί δύο προτάσεις  μου στην σ. 1. "ΠΡΟΕΛΕΥΣΙΣ  ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ". ασφαλώς εν αγνεία τους. "Η  ευνομιανή αντίληψις περί διακρίσεως ουσίας και ενεργειών του Θεού" και στο 297C δύο  φοράς εις κεφ. Αφού δεν εχρησιμοποίησε το κείμενον αυτό ως αυτό τούτο το θεμέλιον  του κεφαλαίου τούτου και ολοκλήρου της διατριβής του. Αφορμή της Εισηγήσεως ταύτης είναι το ότι το όνομά μου και "αλλοιωμένον"  κείμενον της Δογματικής μου απετέλεσαν θέμα συζητήσεως και κριτικής αρνητικής εις  Γ. 45.   29. Μαρτζέλος και Δ.

 Πάντως εις τα πρακτικά της 14ης Μαΐου 1992 η εν λόγω Εισήγησις των ειρημένων  τριών καθηγητών αναμειγνύει. η εν λόγω εισήγησις με εμφανίζει  γράφοντα ότι ". Γ. δηλαδή εις τα ακοινώνητα. Παραδόξως εξαφανίζονται το πρώτο μέρος  της πρώτης προτάσεως μου και το δεύτερον μέρος της δευτέρας προτάσεώς μου. των τριών προσώπων. αλλά ουχί της ουσίας  και των ενεργειών>> .Θεωρώ απαράδεκτον και αδιανόητον την αυθαιρεσίαν με την οποίαν χρησιμοποιούνται  αι εν λόγω δύο προτάσεις μου από τας οποίας λείπει το πρώτο μέρος της πρώτης  προτάσεως και το τελευταίο μέρος της δευτέρας προτάσεως.. Ιδού το θέαμα της διπλής  αλλοιώσεως των εξής δύο προτάσεών μου. Δηλαδή ο Πατήρ είναι η αιτία της  υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αντιθέτως επιβάλλουν  τους ιδικούς των ασχέτους με τα γραφόμενά μου βλακώδεις στοχασμούς. ουδόλως εις την ουσίαν και εις τας ενεργείας αυτών. Γράφω. Ματσούκας. Τριάδος" και  συνεχίζουν με ιδικά μου λόγια ως άνω μέχρι την φράσιν μου <<αλλά ουχί της ουσίας και  των ενεργειών αυτών>>. Ιδού  αι εν λόγω δύο πλήρεις προτάσεις μου δια να φανή σαφώς η εν προκειμένω αλλοίωσις. και όχι μόνον εις  τας θείας ενεργείας. 188 της 10ης  Νοεμβρίου 1994 του εν λόγω Τμήματος Θεολογίας εις την οποίαν μεταξύ άλλων πάλιν  μνημονεύουν το όνομά μου εις τας σ.   30) Αλλά οι ίδιοι καθηγηταί κ. αι οποίαι άνευ  ουδεμιάς ελαττώσεως ή αλλοιώσεως ή παραλλαγής <<υπάρχουν αιωνίως και αϊδίως εκ  του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι Αγίω.  31.  Τα υπογραμμισμένα δύο τεμάχια των δύο προτάσεων εις την μέσην εντός εισαγωγικών  <<. με αλλοιωμένας δύο προτάσεις μου. αλλ' ουδόλως έχουν ύπαρξιν δια του Υιού εν  Πνεύματι. Ενώ εις το πρώτο μέρος της πρώτης προτάσεώς μου είχα αναφερθή εις την  διαφοροποίησιν. Οι εισηγηταί διακόπουν εδώ την δευτέραν πρότασίν μου και  έτσι διαστρέφουν τελείως το νόημα της ιδικής μου συνεχείας.. Δηλαδή ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και  του Αγίου Πνεύματος. Ν.Σ.οι ενέργειες των προσώπων της Αγ. Γράφουν οι    197  ... "Η διαφοροποίησις των τριών προσώπων συνίσταται εις τον τρόπον  υπάρξεως αυτών."  35.>> είναι τα δύο τεμάχια που χρησιμοποιούν οι εισηγηταί.  34. Εις την Γ. Τσελεγγίδης  κατέθεσαν εκ νέου Εισηγητικήν Έκθεσιν εις τα πρακτικά της Γ.. 2‐3 κατά την κρίσιν της υποψηφιότητος του ιδίου  προσώπου που είχε κριθή ανωτέρω...  αλλ' ουδόλως έχουν ύπαρξιν δια του Υιού εν Πνεύματι. εντός εισαγωγικών μάλιστα. Τριάδος (παραλείπει την θείαν  ουσίαν) <<υπάρχουν αιωνίως και αϊδίως εκ του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι Αγίω.   32. Μαρτζέλος και Δ. αλλά ουχί της ουσίας και των ενεργειών>> αυτών τας οποίας  κοινωνεί αυταίς άνευ ενδιαμέσου τινός μεταξύ του γεννάν και του γεννάσθαι και του  εκπορεύειν και εκπορεύεσθαι".. λόγια που δεν είναι ιδικά  μου.  Όμως χωρίς τα δύο ελλείποντα άκρα ή τεμάχιά των αι δύο προτάσεις αποβαίνουν  ακατανόητοι.οι ενέργειες των προσώπων της Αγ. αλλά και εις την θείαν ουσίαν. Παραταύτα οι τρεις εισηγηταί  και ολόκληρον το εκλεκτορικόν σώμα ενέμειναν εις τας ιδίας απόψεις των έναντι του εν  λόγω κειμένου μου. Οι εισηγηταί αντικατέστησαν το πρώτο μέρος της πρώτης προτάσεως μου με λόγια  που δεν είναι ιδικά μου ως εξής..Σ.. της 14ης Μαΐου 1992. αυτήν το κρινόμενον πρόσωπον  αναφέρει το πλήρες κείμενόν μου εις τας κρινομένας εργασίας του που είχε  παραχαραχθεί εις την ανωτέρω Γ. Από τα ανωτέρω κείμενα φαίνεται σαφώς πώς απεκόπησαν αι δύο άκραι των ως  άνω δύο προτάσεών μου και πώς εχρησιμοποιήθησαν τα δύο μεσαία απομείναντα  τεμάχια προφανώς δια να εξυπηρετήσουν τον σκοπόν που γνωρίζουν οι αλλοιώσαντες. ".   33.Σ.

 της Αγίας  Τριάδος. αλλά είναι ο κοινωνών μετ' Αυτών συναϊδίως της  αυτής ουσίας Του και των ακτίστων ενεργειών Του. Τριάδος  "υπάρχουν. όπως εσφαλμένα γράφει η υποψηφία. και όχι εις τα ακοινώνητα.εισηγηταί τα εξής. ".  37. τονίζει εσφαλμένα ότι "δέν έχουν ύπαρξιν  δια του Υιού εν Πνεύματι".τών ενεργειών του Υιού και του Πνεύματος" (σ.. Τα κοινά δεν έχουν αιτίαν ή τρόπον  υπάρξεώς τους από τον Πατέρα.. Τριάδος "υπάρχουν . "πώς είναι δυνατόν οι ενέργειες των προσώπων της Αγ. Πώς δεν σημαίνει το ομοούσιον του Υιού και του Αγίου Πνεύματος με τον  Πατέρα ότι η εν λόγω θεία ουσία συμπεριλαμβάνει τας ακτίστους φυσικάς ενεργείας  της παρ' ότι δεν ταυτίζονται με αυτήν. οι  υποστάσεις του Υιού και του Αγ.. όπως υποστηρίζουν οι Εισηγηταί. Με την επεξήγηση που δίνει στη συνέχεια μπλέκει ακόμα  περισσότερα τα πράγματα: Ενώ δηλ.  38.. στην  πραγματικότητα αλλοίωσε ολόκληρον την πατερικήν παράδοσιν περί των κοινών και  των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος και έτσι επεκύρωσε το Filioque των Φράγκων και  ανακήρυξε έτσι και το αλάθητον των Φραγκο‐Λατίνων Παπών και την Ψευδο‐ Οικουμενικήν Σύνοδόν των της Φερράρας‐Φλωρεντίας (1438‐1442).. Πνεύματος. Δηλαδή ο Πατήρ δεν είναι. Τα ανωτέρω γραφόμενα των Εισηγητών θα  ίσχυαν μόνον αν ήσαν οι γράψαντες και οι ψηφίσαντες αυτά Ομοιουσιανοί προ της Β'    198  . Πέρα όμως από τη λογική απάντηση που μπορούν να  έχουν τα ερωτήματα αυτά. όπως  γράφει η συνέχεια του κειμένου μου. Αλλά η πρότασις μου που αλλοιώθηκε στην ως άνω παράγραφον 39 με την  αποκοπήν του δευτέρου μέρους συνεχίζει ως εξής. αλλά είναι τα κοινά που έχουν ο Υιός και το Άγιον  Πνεύμα συναϊδίως από τον Πατέρα.."  36.3)" Και  συνεχίζουν οι Εισηγηταί.τάς οποίας κοινωνεί αυταίς άνευ  ενδιαμέσου τινός μεταξύ του γεννάν και του γεννάσθαι και του εκπορεύειν και  εκπορεύεσθαι". η  υποψηφία υποστηρίζει σωστά ότι οι ενέργειες των προσώπων της Αγ. Σύμφωνα μ'  αυτήν ο Πατέρας δεν είναι η αιτία της υπάρξεως μόνον των υποστάσεων του Υιού και  του Πνεύματος. υπάρχει και η θεολογική απάντηση. Πώς δύναται να έχει  τρόπον και αιτίαν υπάρξεως το "ομοούσιον" του Υιού και του Αγίου Πνεύματος με τον  Πατέρα. Δια τούτο οι Πατέρες συγκαταλέγουν την θείαν  ουσίαν και τας θείας ενεργείας εις τα κοινά. "Στο σημείον αυτό.  Τριάδος να πηγάζουν "εκ του Πατρός" και ο Πατέρας να μην είναι η αιτία των ενεργειών  του Υιού και του Πνεύματος. με βάση τη δογματική  διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και ιδιαίτερα των Καππαδοκών. αλλά και με τον Πατέρα. τα γραφόμενα αυτά είναι σαφώς αιρετικά αφού καταργούνται τα κοινά της  Αγίας Τριάδος και ταυτίζονται με τα ακοινώνητα. γράφει σωστά ότι οι ενέργειες των προσώπων της  Αγ. αλλά "όχι της ουσίας και  των ενεργειών αυτών". Αφού το Τμήμα Θεολογίας  συνεφώνησε με τα γραφόμενα εις την ως άνω παρ.. αλλά "κοινωνεί" την  ουσίαν Του και τας φυσικάς ενεργείας της στον Υιόν και στο Άγιον Πνεύμα. εκ του Πατρός" (σ. 2) διευκρινίζει εσφαλμένα ότι ο Πατήρ δεν  "είναι η αιτία της υπάρξεως. αλλά ‐ σε αντίθεση με όσα γράφει η υποψηφία ‐ και της ουσίας και των  ενεργειών τους. Μου κάμνει εντύπωσιν ότι παρ' ότι παρουσιάζω αρκετά κείμενα των Πατέρων εις  την παρούσαν Δογματικήν μου επάνω στα ακοινώνητα και τα κοινά της Αγίας Τριάδος. υπάρχουν δύο σημαντικές  και γλωσσικές αντιφάσεις που καταλήγουν σε δογματικά σφάλματα. ο Πατέρας να είναι η αιτία της  υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγ. η αιτία της  υπάρξεως της υπαρχούσης Ιδικής Του ουσίας και των Ιδικών Του φυσικών ενεργειών  εις τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. όπως γίνεται σαφές.διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι". Πώς είναι δυνατόν. Είναι ποτέ δυνατόν. Δηλαδή οι θεολογικώς ελλειπείς αποκόψαντες το τελευταίο αυτό μέρος  της προτάσεως ταύτης δεν κατάλαβαν ότι ο Πατήρ δεν είναι η αιτία της υπάρξεως της  ουσίας και των ενεργειών Του μέσα στα δύο έτερα θεία πρόσωπα. Δηλαδή. Ενώ δηλ. 9 από την εν λόγω εισήγησιν. Πνεύματος που προέρχονται από τον Πατέρα να είναι  χωρίς ουσία και χωρίς ενέργειες..  όμως η εν λόγω εισήγησις αλλοίωσε μόνον αυτό το κείμενον.

 Έχω τον φόβον ότι οι εισηγηταί αλλοίωσαν τα εν λόγω γραφόμενά μου όχι από  τόσον καλήν πρόθεσιν. 824 ΑΒ ότι ο Πατήρ είναι η αιτία της ουσίας και των  ενεργειών του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. και 2) των τριών  υποστάσεων. Που γράφει ο Δαμασκηνός ρητώς με λέξεις  ελληνικές ότι ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως της ιδικής του ουσίας και ενεργείας  μέσα στον Υιόν και στο Άγιον Πνεύμα. Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων και  είναι επομένως αιρετικός. Εις την εποχήν του  Αθανασίου επικρατούσε ακόμη η ταύτισις των όρων ουσίας και υποστάσεως και δια  τούτο πολλοί Ορθόδοξοι Ομοιουσιανοί ούτε ήθελαν να ακούσουν δια το ομοούσιον. της 10ης Νοεμβρίου 1994. δηλαδή μεταξύ των 1) κοινών και 2) ακοινωνήτων. Αλλά δια  να κάμη την ερμηνείαν του. Μαρτζέλος τα σχετικά με  αυτό το θέμα κείμενα των Πατέρων. ή κοινόν εστι πάντων. της 14ης Μαίου 1992 όταν η υποψηφία  αποκατέστησε το πλήρες κείμενόν μου εις την Γ.. P. αποστόλων. Δια τούτο δεν κατανοεί ο κ. Αλλά το    199  .  Είναι κοινόν ή ακοινώνητον. Αν είχαν επιμείνει στα γραφόμενά τους αυτά και μετά την Β'  Οικουμενικήν Σύνοδον. Η  ορολογία τους είναι κατά πάντα ορθή και ορθόδοξος. Αλλά τα ακοινωνήτως περιχωρούντα αλλήλοις πρόσωπα  της Αγίας Τριάδος και η μεταξύ Των κοινωνία ουσίας και ενεργειών δεν έχουν καμμίαν  σχέσιν με την "λογικήν" καθηγητών Πανεπιστημίων. Μαρτζέλον. Αλλά με την επικράτησιν της  διακρίσεως μεταξύ της μιας θείας ουσίας και των τριών υποστάσεων επεκράτησε και η  τελική μορφή της διακρίσεως μεταξύ των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας  Τριάδος. Με άλλα λόγια δεν καταλαβαίνει ότι  αφού ο Δαμασκηνός έζησε αρκετούς αιώνες μετά την Β' Οικουμενικήν Σύνοδον  θεολογεί μέσα στα πλαίσια της τελικής αυτής διακρίσεως μεταξύ των κοινών και των  ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος.G. Ποιός μεταξύ των θεουμένων γράφει ότι ο Πατήρ  είναι η αιτία της υπάρξεως της ιδικής Του ουσίας και των ιδικών Του ενεργειών εις τον  Υιόν και εις το Άγιον Πνεύμα. όχι την ουσίαν του Πατρός. Συνήντησα επανάληψιν της ιδίας επιθέσεως κατά των αλλοιωμένων γραφομένων  μου (σ. Εις  το Σύμβολον της Νικαίας ο Λόγος είναι εκ της ουσίας του Πατρός. όπως φαντάζεται ο κ. αλλά την υπόστασιν του Πατρός. Ενδεικτικόν είναι ότι δεν έδωσαν σημασίαν εις το κείμενόν  μου που είχαν αλλοιώσει εις την Γ.Σ. 94. σημαίνει ότι ο  διαφωνών με τον ορισμόν αυτόν του Μεγάλου Φωτίου περί των κοινών και των  ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος απορρίπτει την περί Αγίας Τριάδος και ενσαρκώσεως  παράδοσιν των προφητών. 286 (Έκδοσις 1983 της Δογματικής μου) στην σ. Εδώ επικαλείται εις βοήθειαν χωρίων του αγίου  Ιωάννου του Δαμασκηνού και άλλο του Μεγάλου Αθανασίου. Όταν η Β'  Οικουμενική Σύνοδος υιοθέτησε την διάκρισιν μία ουσία και τρεις υποστάσεις γίνεται  ορθόν πλέον να υποστηρίζη κανείς ότι ο Υιός και το Πνεύμα έχουν ως την αιτίαν της  υπάρξεώς των.Σ. "Επεί γαρ και άπαν.Οικουμενικής Συνόδου. Δηλαδή φοβούμαι ότι το έκαμαν δια να αποκρούσουν  επιστημονικόν αντίλογον. 65 στα πρακτικά της εν λόγω  συνεδρίας από τον κ.   39.  41.   40. Μαρτζέλος το δόγμα της Αγίας  Τριάδος. όχι ο  στοχασμός του ενός και του άλλου. αλλά μόνον με την εμπειρίαν του  δοξασμού των θεουμένων. Μέσα στα πλαίσια της  διακρίσεως μεταξύ 1) της μιας ουσίας και των ενεργειών της. ή ενός και μόνου των τριών". Μόνον "ό υπ' αυτών θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και  ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι" είναι η διδασκαλία και το δόγμα των Ορθοδόξων. Επικαλείται το Σύμβολον της Νικαίας και τον Μέγα Αθανάσιον. τότε κατ' ουσίαν και κατ' ενέργειαν απέρριψαν το ομοούσιον  στο Σύμβολον της πίστεως και της Β' Οικουμενικής Συνόδου. Που τέλος πάντων ανήκει το φαινόμενο αυτό. τα εν λόγω  γραφόμενα είναι αιρετικά. πάλιν καταργεί την διάκρισιν μεταξύ των κοινών και των ακοινωνήτων της  Αγίας Τριάδος. ό θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και  ομοουσίω Τριάδι. Μαρτζέλος υποστηρίζει ότι και ο Δαμασκηνός διδάσκει στο χωρίον που  παραθέτει από το Migne. Ο κ.

 Δ.  Η θέωσις των προφητών της Π. έγιναν στους προφήτας της Π. ούτε τον Ευνόμιον. που  είναι η καρδιά της Ορδοδοξίας. αλλά ούτε τα γραφόμενά μου δια τον Ευνόμιον. Από όλους τους Πατέρας ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Οι ειδικοί  καθηγηταί Πανεπιστημίου που ασχολούνται με την ειδικότητα της Δογματικής και της  Ιστορίας των Δογμάτων είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν τα ειδικά βιβλία του κλάδου  τους. γενομένης της  Εκκλησίας το Σώμα Του. Βασίλειος και ο Γρηγόριος  Νύσσης ανέπτυξαν ίσως περισσότερον από τους άλλους την διδασκαλίαν περί των  κοινών και των ακοινωνήτων στην Αγίαν Τριάδα βάσει της διακρίσεως μεταξύ της μιας  ουσίας και των τριών υποστάσεων της Αγίας Τριάδος.   44. Το μένον εν δόξη εγκαινιάσθη δια 1)  της Ενσαρκώσεως του Κυρίου (Ιαχβέ) της Δόξης.21     ΙΙΙ. εν τω Αυτώ Κυρίω  της Δόξης και εις τους αποστόλους εν τω Αυτώ Ενσαρκωθέντι πλέον Κυρίω της Δόξης. Μαρτζέλος και οι δύο συνάδελφοί του κ.  Ολόκληρον το διδακτικόν προσωπικόν του τμήματος θεολογίας συνεφώνησε με τους  Εισηγητάς εις το σημείον αυτό. Δοξασμοί.  Επί πλέον ο κ. Γ. Τούτο συγχαίει τα κοινά και τα ακοινώνητα της Αγίας Τριάδος. Αν οι κ. Μαρτζέλος. 366.χειρότερον είναι το γεγονός ότι οι Εισηγηταί δεν κατάλαβαν το "ό ουκ άνευ" του  δόγματος περί Αγίας Τριάδος που είναι το ότι ο αίτιος Πατήρ και ο αιτιατός Του Υιός  και το αιτιατόν Του Πνεύμα είναι ακοινώνητα υποστατικώς και ότι έχουν ως τα κοινά  Τους την θείαν ουσίαν Τους και τας φυσικάς ενεργείας της.Δ. 155 του Τμήματος Θεολογίας της 14ης Μαΐου 1992.   42. Μαρτζέλος δεν κατάλαβε ούτε τον Μ. Βασίλειον. Ν. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ  43. Δηλαδή. Ματσούκας και Δ. Ματσούκας και Δ. τουλάχιστον τα Ορθόδοξα.  Τσελεγγίδης δεν κατάλαβαν τα γραφόμενά μου στο κείμενόν μου που αλλοίωσαν εις  την Εισηγητικήν τους Έκθεσιν που κατέθεσαν και ανέγνωσαν κατά την Γενικήν  Συνέλευσιν αριθμ. 2) της Σταυρικής Του Θυσίας. δηλαδή θεώσεις. 3) της  εις Άδου Καθόδου Του. ήτο καταργουμένη (προσωρινά μέχρι την κατάργησιν  του Άδου δια της εν αυτώ καθόδου του Κυρίου). Αφού παραθέτω εις την  Δογματικήν μου πατερικά κείμενα δια το δόγμα περί των κοινών και των ακοινωνήτων.  κυρίως από την σ. Είδαμεν πώς ο κ. έκτοτε η ανθρωπίνη φύσις του Κυρίου της Δόξης  διαιρείται όπως η άκτιστος ενέργειά Του αδιαιρέτως εν τοις φωτιζομένοις και  δοξασμένοις μέλεσί Του και δι'αυτών οδηγεί και άλλους εις την αυτήν πάσαν Αλήθειαν  όπως ακριβώς προσεύχεται ο σεσαρκωμένος Ιαχβέ στο Ιωάννου 17. δεν δικαιολογείται με κανένα τρόπον το αίσχος  που εμφανίζει το εν λόγω Τμήμα επάνω στην καρδιά του δόγματος της Αγίας Τριάδος  που είναι αυτά τα ακοινώνητα και τα κοινά Της. Δια τους Πατέρας το Άγιον Πνεύμα ωδήγησεν τους αποστόλους εις πάσαν την  Αλήθειαν την ημέραν της Πεντηκοστής όταν η Εκκλησία έγινε το Σώμα του Κυρίου της  Δόξης. ούτε τον  Γρηγόριον Νύσσης. 268 μέχρι την σ.    200  . θα είχαν αποφύγη τας ανοησίας που έγραψαν στην εν λόγω Εισηγητικήν τους  Έκθεσιν. ο Μ. Ο Μέγας Φώτιος έκαμε "ρεζίλι" το  Filioque των αγραμμάτων και βαρβάρων Φράγκων βάσει του δόγματος τούτου. 4) της Αναλήψεώς Του και 5) ετελειώθη την Πεντηκοστήν όταν  η Εκκλησία έγινε το Σώμα Του. Τσελεγγίδης  είχαν έστω επιτροχάδην αναγνώση τα πατερικά κείμενα που παραθέτω δια το δόγμα  περί των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος εις την παρούσαν Δογματικήν  μου. Έκτοτε κάθε δοξασμός πιστού είναι είσοδος εις πάσαν  την Αλήθειαν. που είναι ο Ένσαρκος Αναληφθείς και επιστραφείς Λόγος. δηλαδή το ΟΜΟΟΥΣΙΟΝ. δηλαδή ότι ο Πατήρ είναι δήθεν η αιτία της υπάρξεως  της ήδη υπαρχούσης ουσίας Του και των ήδη υπαρχουσών ενεργειών της εις τον Λόγον  και το Άγιον Πνεύμα.

Εξ αιτίας της νοσούσης νοεράς ενεργείας έχομεν εικόνα περί Θεού κατά τας  επιθυμίας των διαβλητών μας παθών που εμφωλεύουν εις την καρδίαν.  "γλώσσας".. Δεν  προστίθεται τίποτε εις την τελικήν αποκάλυψιν της πάσης Αληθείας την ημέραν της  Πεντηκοστής παρά μόνον νέα μέλη του Σώματος του Χριστού μέσω της καθάρσεως και  του φωτισμού της καρδίας των και του δοξασμού των. Όλα τα περί Θεού Ορθοδόξως λεγόμενα ανήκουν ή  στα κοινά ή στα ακοινώνητα. Μόνον από την εμπειρίαν του εν Χριστώ δοξασμού των αποστόλων. Κατά μίαν διαρκή θέαν της δόξης του  Χριστού ο θεούμενος κοινωνεί και συνομιλεί με το περιβάλλον του αφού η κατάστασις  αυτή δεν έχει καμμίαν σχέσιν με τας δαιμονικάς εκστάσεις τύπου Νεοπλατωνικών και  Φραγκολατίνων μοναχών της παραδόσεως του Αυγουστίνου.   46. ωσάν να μη είχαν  πλήρως φθάση εις πάσαν την Αλήθειαν οι μαθηταί του Χριστού την ημέραν της  Πεντηκοστής και οι μαθηταί των μαθητών τους μέχρι σήμερα κατά τους δοξασμούς  των.  49. Αλλά απατεώνες είναι κυρίως και οι αποδεχόμενοι οποιαδήποτε μορφή του παπικού  δόγματος ότι το Άγιον Πνεύμα οδηγεί ή κάποιαν εκκλησίαν ή κάποιαν ομάδα  στοχαζομένων δήθεν θεολόγων βαθμηδόν εις πάσαν την αλήθειαν. αλλά καταργούνται μαζί με τας "προφητείας". δηλαδή της  θεραπείας της νευροβιολογικής νόσου της. που στην νέαν ιατρικήν γλώσσαν θα ηδύνατο να λέγεται η νευροβιολογική νόσος  της καρδίας που παράγει τας φαντασιώσεις και τας δεισιδαιμονίας των μη Ορθοδόξως  θρησκευομένων και των κατά κόσμον αρχηγών τους. αλλά και των αιρετικών και των τυπικώς Ορθοδόξων. που φθάνει στον δοξασμόν της Πεντηκοστής. Τα ακοινώνητα κατέχουν τα κοινά ομοουσίως και τα ακοινώνητα μη  ταυτιζόμενα περιχωρούν αλλήλοις. όχι από στοχαζομένους και ψάχνοντας δια κάποιαν  φιλοσοφικήν ή κοινωνικήν βαθυτέραν κατανόησιν των δογμάτων της πίστεως. διαπιστώνει μόνος του τα  τρία θεμελιώδη αξιώματα της Ορθοδόξου πίστεως. και "γνώσεις" (Α' Κορ. Το κύριον έργον της Εκκλησίας είναι η θεραπεία του κέντρου της ανθρωπίνης  προσωπικότητος της οποίας η νόσος ευρίσκεται εις την καρδίαν.. Άλλα είναι  επομένως τα θεόπνευστα γραφόμενα των θεουμένων. 13:9)  "πρόσωπον προς πρόσωπον" (Α' Κορ.  δια την διδασκαλίαν και δια την καθημερινήν συνενόησιν με το περιβάλλον. Με την λήξιν της  θεώσεως τα περί Θεού ρήματα και νοήματα επανέρχονται με την νοεράν προσευχήν. δηλαδή εις το πνεύμα  της. Και δια  τούτο επίσης είναι απατεώνες οι νομίζοντες ότι τα περί Θεού ρήματα και νοήματά τους  έχουν μεταφυσικήν ή οντολογικήν ή προσωπολογικήν μονιμότητα. όχι μόνον των ειδωλολατρών και  αλλοθρήσκων.  47. Τα περί Θεού  ρήματα και νοήματα χρησιμεύουν εις την προσευχήν και εις την διδασκαλίαν δια να  φθάση κανείς εις τον φωτισμόν. Έτσι κάθε μέλος του Σώματος  του Χριστού. Το έργον της  Εκκλησίας είναι θεραπευτικόν.  48. και άλλα είναι τα δήθεν  θεολογικά συγγράμματα των μη θεουμένων. και η θέωσις μαζί με τας κοινωνικάς  προεκτάσεις της. ή κοινόν εστι πάντων.45. δηλαδή ότι 1) "Θεόν φράσαι  αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον". η κάθαρσις και ο φωτισμός της καρδίας.άπαν. 13:8) κατά την διάρκειαν της θεώσεως ενώ "η αγάπη  ουδέποτε εκπίπτει" (αυτόθι) και εν ή "θεωρείται" "τό τέλειον" (Α' Κορ. ό θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και  ομοουσίω Τριάδι. προφητών και  Πατέρων γνωρίζομεν ότι εν τω Θεώ υπάρχουν μόνον τα κοινά του Πατρός και του Υιού  και του Αγίου Πνεύματος και τα ακοινώνητα μεταξύ του Πατρός και του Υιού και του  Αγίου Πνεύματος. Η εξέλιξις της δογματικής ορολογίας της Εκκλησίας έγινε και γίνεται μόνον έναντι  συγκεκριμένης αιρέσεως. Οι θεούμενοι μας έδωσαν από την    201  . 13:12). ότι 2) ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ κτιστού  και ακτίστου και ότι 3) ". αφού και τα  ορθόδοξως αποδιδόμενα εις Θεόν ονόματα δεν είναι άκτιστα. ή ενός και μόνου των τριών". "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται".

   53. Μόνον εντός των πλαισίων αυτών της ιατρικής και της θεραπευτικής γίνονται  κατανοητά τα κείμενα του αποστόλου Παύλου.    202  . δια της καθάρσεως και του φωτισμού της και του  δοξασμού είναι η μόνη αποτελεσματική. "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν  όψονται".   52.  51. της Μεγάλης Βρεταννίας και της  Φράντσιας ίδρυσαν τον Νέον Ελληνισμόν και την δυτικοποιημένην Ορθοδοξίαν του  μέσω των Μασώνων πρακτόρων τους όπισθεν του Αδαμαντίου Κοραή. φωτιστικήν και δοξαστικήν άκτιστον  ενέργειαν του Κυρίου της Δόξης. 12:26). Εξακολουθούν να γράφουν συνταγάς φαρμάκων ή πνευματολογίας22 ή  οντολογικο‐μεταφυσικής23 ή προσωπισμού. Τους ενδιαφέρει μόνον η ένωσις και  η "μυστηριακή" κοινωνία. των αποστόλων και των Πατέρων.  Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν. της πνευματολογίας και του προσωπισμού  (περσοναλισμού). Όποια συνταγή απομακρύνει τον άνθρωπον  από την θεραπείαν αυτήν είναι κομπογιανίτικη. Αι τρεις αυτοκρατορίαι της Τσαρικής Ρωσίας. υπήρχαν και  υπάρχουν ακόμη εκείνοι που συνεχίζουν να απορρίπτουν την θεραπευτικήν  Ορθοδοξίαν.εμπειρίαν της θεώσεώς τους την διάκρισιν μεταξύ των εν τη Αγία Τριάδι κοινών και  ακοινωνήτων και τα αξιώματα ότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ του Θεού και των  δημιουργημάτων Του και δια τούτο "Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι  αδυνατώτερον". που διασώζετο κυρίως  εις τον μοναχισμόν. ο γαρ εσθίων και πίνων κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει μη διακρίνων το σώμα.25 Όπως κάθε ασθένεια οφείλει να έχει την  θεραπείαν της δια να ιατρευθεί. Δια να  επιτύχουν την ένωσιν αναγκάζονται να υιοθετήσουν την περιεκτικότητα θεολογιών. Έχουν ειδικούς  με την ευθύνη να παρακολουθούν τους Ορθοδόξους ηγέτας και θεολόγους δια να  δημιουργήσουν φωτοστεφάνους γύρω απ' αυτούς που τους συμφέρει δια να  επιβάλλουν μέσω αυτών την ποικιλίαν και την περιεκτικότητα που χαρακτηρίζει τας  ιδικάς τους παραδόσεις. Όπισθεν της εξελίξεως αυτής του Οικουμενισμού η κάποτε ηνωμένη θρησκευτικώς  τάξις των Φραγκολατίνων βασιλέων και ευγενών της Ευρώπης. 11:28‐30). εις ομοίωμα της μεταφυσικής Τσαρικής Ορθοδοξίας. που είχε διαιρεθεί σε  Παπικούς και Προτεστάντες μετά από συνεχή θρησκευτικόν πόλεμον πέντε αιώνων  απεφάσισαν να συμφιλιωθούν και να βρουν τρόπους να ξαναενωθούν. Δεν έχουν σκοπόν τον αφανισμόν της θεραπευτικής  Ορθοδοξίας αλλά να την μεταβάλλουν εις μίαν εκ πολλών θέσεων της Ορθοδοξίας. και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου  πινέτω. Η συνταγή Αυτού Τούτου του Κυρίου  της Δόξης είναι σαφεστάτη. Η συνταγή που οδηγεί εις την θεραπείαν της νευροβιολογικής νόσου της καρδίας. Εντός των πλαισίων των αξιωμάτων αυτών αποκλείονται αι πλάναι  και αι αιρέσεις της μεταφυσικο‐οντολογίας. "ώστε ός αν εσθίη τον άρτον ή πίνη το  ποτήριον του Κυρίου αναξίως. Ίδρυσαν τας  Θεολογικάς Σχολάς του ΚΠΑ και της Χάλκης δια να μεταμορφώσουν την θεραπευτικήν  Ορθοδοξίαν των προφητών.24 Δια τούτο μάλιστα προωθούνται οι  "ορθόδοξοι" ηγέται των ρευμάτων αυτών από το Βατικανό και το ΠΣΕ.ε. Και το ότι η θεραπεία αυτή της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας  και του δοξασμού γίνεται εντεύθεν του τάφου είναι η συμπαγής παράδοσις των  αποστόλων και των Πατέρων (Α' Κορ. Παρ' ότι εις  την Ελλάδα άρχισε προ ετών η επανάστασις κατά της προδοσίας αυτής. Το ερώτημα είναι σε τί διαφέρουν ουσιαστικώς απ' αυτούς οι  Ορθόδοξοι εκείνοι που δεν συνδέουν πλέον την ιδικήν τους θεολογίαν με την θεραπείαν  της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και της θεώσεως. ένοχος έσται του σώματος και του αίματος του Κυρίου. έτσι και η νόσος της θρησκείας που εδρεύει εις την  καρδίαν θεραπεύεται από την καθαρτικήν. Δεν τους ενδιαφέρει το γεγονός ότι όλοι έχομεν την ιδίαν  νόσον και έχομεν την ανάγκην της ιδίας θεραπείας.  50.  δογμάτων και παραδόσεων. της νοεράς ενεργείας της ψυχής. του ιατρού των σωμάτων και των ψυχών ημών.  τ. Δια  τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί" (Α' Κορ.

 ίνα μη  σύν τω κόσμω κατακριθώμεν" (Α' Κορ. Άλλως  εσθίει τον άρτον και πίνει το ποτήριον του Κυρίου αναξίως (Α' Κορ. αλλά εις  κατάκριμα.Με άλλα λόγια πρέπει κανείς να δοκιμάση τον εαυτόν του αν είναι στην κατάστασιν  φωτισμού. δηλαδή μη μετέχων εις την πρώτην ανάστασιν  του έσω ανθρώπου. Εν τοιαύτη  περιπτώσει ευρίσκεται μεταξύ ή των "ασθενών" ή των "αρρώστων" ή των πνευματικώς  "κοιμωμένων (νεκρών)" (Α' Κορ. Δεν πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί τον δείπνον της αγάπης (πού τότε  συνόδευε κάθε ευχαριστιακήν σύναξιν) ως ευκαιρίαν να τρώη και να πίνη. Τούτο κάμνει  κανείς στο σπίτι του (Α' Κορ. Ο τοιούτος μετέχει εις την Θείαν Ευχαριστίαν ουχί αξίως. 11:30). και επομένως μέλος του σώματος του Χριστού και ναός του Αγίου  Πνεύματος. ουκ εκρινόμεθα.34) "ει δε εαυτούς διεκρίνομεν (δηλαδή δια της  νοεράς προσευχής). Την θεραπείαν αυτήν περιγράφει εν  συνεχεία ο απόστολος Παύλος στην Α' Κορ. με τουλάχιστον τα "γένη γλωσσών". κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόμεθα. 12‐15:11. 11:31‐32). 11:21‐22. δηλαδή την νοεράν προσευχήν. 11:27).       203  . Εις τον φωτισμόν και εις τον  δοξασμόν κρινόμενοι οι φωτισθέντες και οι θεωθέντες εκπαιδεύονται εντός του  πνεύματός των από τον ίδιον τον Χριστόν.

Aktywność (22)

gabtheo liked this|2 months ago
1 hundred reads|9 months ago
bobankarpos liked this|2 months ago
vovchka liked this|2 months ago
George Papamitrou liked this|2 months ago
Dimitrios S liked this|3 months ago
George Pentezides liked this|3 months ago
George Pentezides liked this|4 months ago
ritsos liked this|6 months ago

You're Reading a Free Preview

Pobierz