π. Ι. Ρωμανίδη
ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
© Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Εις την παρούσαν έκδοσιν της Δογματικής έβαλα μόνον τους αριθμούς των υποσημειώσεων και όχι τα χωρία δια να μάθουν οι "αρχαίοι" Νεοέλληνες να διαβάζουν τους ίδιους τους Πατέρες και να μη κλέβουν πατερικά χωρία από βιβλία άλλων. Αυτό κάμνουν άλλωστε οι ξένοι εδώ και πολλά χρόνια. Παραθέτουν βιβλιογραφίαν και κατά την κρίσιν τους υποσημειώσεις. Εις μελλοντικήν έκδοσιν θα δοθεί το πλήρες κείμενον των υποσημειώσεων. Ι. Σ. Ρωμανίδης
2
Περιεχόμενα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ Α' ΜΕΡΟΣ ΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ Τμήμα 1ο Α. Εισαγωγικά Β. Θεολογική μέθοδος γενικώς Γ. Τα ιστορικά όρια της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας Δ. Τα ιστορικά πλαίσια, της λατινόγλωσσης (της διακρινομένης από την φραγκολατινικήν παράδοσιν) και της ελληνόγλωσσης, ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας Ε. Περί θεολογικής μεθόδου εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των Φραγκολατίνων ΣΤ. Περί θεολογικής μεθόδου ειδικώτερον Τμήμα 2ο Ζ. Το κριτήριον της θεολογικής μεθόδου α) Εξ επόψεως των Πατέρων β) Εξ επόψεως της δυτικής παραδόσεως γενικώς Η. Η Αποκάλυψις, η Ιερά Παράδοσις, η Αγία Γραφή και το Αλάθητον Θ. Ο Κανών της Αγίας Γραφής η Ερμηνευτική και η γλώσσα Αυτής
3
Τμήμα 3ο B' ΜΕΡΟΣ Η ΠΕΡΙ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ, ήτοι Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ Α', Β' και Η' Α. Εισαγωγικά τινά Β. Η Παλαιά Διαθήκη ως βάσις της Καινής Γ. Η Βασιλεία του Θεού Δ. Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού Ε. Η ερμηνευτική της Αγίας Γραφής και η διατύπωσις των δογμάτων α) Οι Ιουδαίοι και οι σύγχρονοι ετερόδοξοι ερμηνευταί β) Οι Γνωστικοί και οι Μοναρχιανοί γ) Ορθόδοξοι και αιρετικαί αντιδράσεις κατά των Μοναρχιανών ΣΤ. Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού α) Συμφωνίαι και διαφωνίαι Ορθοδόξων και καταδικασθέντων αιρετικών Τμήμα 4ο β) Οι υπό της Α' Οικ. Συνόδου καταδικασθέντες Αρειανοί και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα γ) Οι υπό της Β' Οικ. Συνόδου καταδικασθέντες Ευνομιανοί και Πνευματομάχοι και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα Ι. Οι Ευνομιανοί ΙΙ. Οι Πνευματομάχοι Ζ. Η υπό της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381) αποτελείωσις της διατυπώσεως του δόγματος
4
Μαρτζέλου που τυγχάνουν να είναι εις το βιβλίον μου "Το Πρατορικόν Αμάρτημα" Ε. Η Νέα έκδοσις του 1984/93 Δ. ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΙΙΙ. Γ. Σύνοψις της διδασκαλίας του Ευνομίου ΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ 5 . Η υπό της Η' Οικουμενικής Συνόδου καταδίκη της περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος αιρέσεως των Φραγκολατίνων Θ. Η βασική θέσις του κ. Ο Αυγουστίνος και αι περί Αγίας Τριάδος πλάναι των απογόνων των Φραγκολατίνων. Μαρτζέλου Γ. Παπικών και Προτεσταντών 1) Αγιογραφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque 2) Τα φιλοσοφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque Παραρτήματα ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ και ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ Ι. Τμήμα 5ο Η. ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ Α. Τα δύο κείμεναθεμέλια των θέσεων του κ. Εισαγωγικά Β.
Ως πηγήν έχει τους βίους των αγίων. εκ των οποίων ο Β' τόμος είναι ο σπουδαιότερος. η οποία είναι ταυτόν με αυτήν των προφητών και των αποστόλων και ως εκ τούτου αποτελεί την όλην βάσιν και προϋπόθεσιν των αποφάσεων των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Μέρος Β'. Η περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία. εφ' όσον αποτελείται από τα κυριώτερα επίσημα δογματικά και συμβολικά κείμενα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Η κατανόησις αύτη δύναται να επιτευχθή μόνον μέσω της πατερικής θεολογικής μεθόδου. Αι προϋποθέσεις των Δογμάτων των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. δηλαδή την θείαν αποκάλυψιν. ούτως.ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ © Ιωάννης Σ. ήτοι την εν Θεώ θεωρίαν των προφητών. των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων της Εκκλησίας. υπάρχουν ανάλογα στάδια κατανοήσεως των δογμάτων και μεθέξεως των μυστηρίων της πίστεως. Η μέθοδος αυτή ουδεμίαν σχέσιν έχει με την στοχαστικήν και διαλεκτικήν μέθοδον της φιλοσοφίας και της φραγκολατινικής. Το έργον τούτο διαιρείται εις δύο τόμους. Ρωμανίδης ΠΡΟΛΟΓΟΣ Το ανά χείρας δοκίμιον εγράφη πρωτίστως δια τας διδακτικάς ανάγκας των φοιτητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εις τα μαθήματα της Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας. Μέρος Α'. Τα κείμενα του Β' τόμου καλύπτουν τας βασικάς ανάγκας των μαθημάτων της τε Δογματικής και της Συμβολικής και αποτελούν την απαραίτητον προϋπόθεσιν εκμαθήσεως της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και των επισήμων διατυπώσεων και όρων αυτής. Ο Α' τόμος διαιρείται εις 2 μέρη. Ο επιθυμών να εμβαθύνη εις την δογματικήν θεολογίαν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Το Α' μέρος του Β' τόμου συμπεριλαμβάνει κείμενα Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και το Β' μέρος ωρισμένα αποσπάσματα εκ των συγγραμμάτων των Πατέρων. Η Ορθόδοξος δογματική θεολογία είναι η Βιβλική και η Πατερική και είναι αυθεντική. αποστόλων και αγίων. Ο σκοπός του Α' τόμου είναι η καθοδήγησις του αναγνώστου εις την κατανόησιν της δογματικής θεολογίας της Αγίας Γραφής. Ο ακολουθών στοχαστικήν και διαλεκτικήν μέθοδον κατανοήσεως των δογμάτων της Εκκλησίας δεν θα καταλάβη 6 . όπως υπάρχουν στάδια πνευματικότητος. οφείλει να δώση πολλήν προσοχήν εις τα περί πνευματικής ζωής και τελειότητος γραφόμενα των αγίων Πατέρων και να καταλάβη ότι. ήτοι της λεγομένης Σχολαστικής θεολογίας. ασχολούμενα ειδικώς με τα διαληφθέντα εν τω δοκιμίω τούτω θέματα.
7 . Δεντάκη. Επίσης αναγκαία είναι η μελέτη των έργων των συναδέλφων καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ιωάννου Καλογήρου και Π. Επίσης ο μελετητής των εν προκειμένω θεμάτων οφείλει να έχη υπ' όψιν και να μελετήση επισταμένως τα περί Δογματικής και Συμβολικής έργα των νεωτέρων κορυφαίων ορθοδόξων θεολόγων. ως και την προσπάθειαν αυτών να επανέλθουν εις τας πατερικάς πηγάς. Μητροπολίτου Μύρων κ. αλλά με πνεύμα υποτακτικόν και ταπεινοφροσύνης. τα οποία συνέλεξεν ο κ.ποτέ την αλήθειαν. ως και του σεβαστού καθηγητού της θεολογικής Σχολής της Χάλκης. όστις επίσης ηκολούθησε γραμμήν επανόδου της νεωτέρας ορθοδόξου θεολογίας εις την πατερικήν παράδοσιν. Ιωάννης Καρμίρης. Αφού μελετήση κανείς τα βασικά έργα των θεολόγων τούτων. Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδου. Άνευ των έργων αυτού η σύγχρονος ορθόδοξος θεολογία δεν θα ευρίσκετο εις την σημερινήν της πρόοδον. Εξ ίσου απαραίτητος είναι η μελέτη της Δογματικής του κορυφαίου Δογματικού και καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. γενόμενος υπέρ άνω αυτών κριτής της περί Θεού αληθείας.κ. Ο επιθυμών να ενδιατρίψη εις τα υπό εξέτασιν θέματα πρέπει εξάπαντος να μελετήση τα έργα του μεγαλυτέρου τούτου ιστορικού της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής. Τρεμπέλα. Μεταξύ των Ελλήνων ηγετών εις την προσπάθειαν αυτήν είναι κατά πρώτον λόγον ο καθηγητής του Πανεπιστημίου των Αθηνών κ. αποστόλους και αγίους. Χρήστου δια την ιστορικήν και πατερικήν θεμελίωσιν της ορθοδόξου δογματικής παραδόσεως. Τρεμπέλας εις τα ερμηνευτικά του σχόλια εις την Αγίαν Γραφήν και να χρησιμοποιήση ταύτα ως γέφυραν προς τα ερμηνευτικά μνημεία των Πατέρων. υπό την κρίσιν του τους προφήτας. Α. κατά μίμησιν των στοχαστών της Δύσεως. Εκείνος όστις δεν θα μάθη τίποτε είναι ο θέτων. Θεοδώρου και Β. των Ελλήνων και μη Ελλήνων. όστις παρήγαγε κολοσσιαίον έργον εις την αναδημιουργίαν των ιστορικών πλαισίων της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας. Μεταξύ των μη Ελλήνων ο καλύτερος οδηγός εις την πατερικήν θεολογίαν είναι ο Ρώσσος πρωτοπρεσβύτερος καθηγητής Γεώργιος Φλορόφσκυ και ο Ρουμάνος πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε. Παραλλήλως πρέπει κανείς να κάμνη χρήσιν των ερμηνευτικών πατερικών κειμένων. θα μάθη πολλά. Απαραίτητως είναι και η γνώσις των εργασιών των καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ο ακολουθών μέθοδον πνευματικήν υπό την καθοδήγησιν πνευματικού πατρός της παραδόσεως των θεουμένων. τότε δύναται να επεκταθή και εις τα έργα άλλων σπουδαίων νεωτέρων θεολόγων. Π.κ.
ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας Ε. 8 . αλλά και χαρακτηρίζομεν αυτήν ως αίρεσιν και τονίζομεν ότι η Πατερική θεολογία είναι η Βιβλική θεολογία.Τμήμα 1 1ο Μέρος: ΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ Α. Τα ιστορικά όρια της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας Δ. Ακολουθούντες τους Δυτικούς Ορθόδοξοι τινες. Περί θεολογικής μεθόδου εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των Φραγκολατίνων ΣΤ. Μάλιστα αι Οικουμενικαί Σύνοδοι επικαλούνται ως βάσιν των αποφάσεών των την αυθεντίαν και την διδασκαλίαν των Πατέρων. Εισαγωγικά Β. της λατινόγλωσσης (της διακρινομένης από την φραγκολατινικήν παράδοσιν) και της ελληνόγλωσσης. προσπαθούν να εισαγάγουν την διάκρισιν ταύτην μεταξύ Βιβλικής και Δογματικής θεολογίας εις τον ορθόδοξον χώρον. ότι εις την ορθόδοξον παράδοσιν δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρχη διάκρισις μεταξύ Πατερικής και Βιβλικής ή Ερμηνευτικής θεολογίας. Τονίζομεν τούτο ιδιαιτέρως διότι ενεφανίσθησαν εσχάτως Ορθόδοξοι οίτινες προσπαθούν να εισαγάγουν εις τον ορθόδοξον χώρον είδος θεολογικού προβληματισμού το οποίον χαρακτηρίζει τας εξελίξεις των τελευταίων δεκαετηρίδων εις την δυτικήν θεολογίαν. οίτινες αντικατέστησαν την Συστηματικήν Δογματικήν θεολογίαν με την λεγομένην Βιβλικήν θεολογίαν. Εξ επόψεως ιστορικής μεθόδου η λεγομένη Συστηματική ή Δογματική θεολογία των Δυτικών υπέκυψεν εις την κριτικήν μάχαιραν των δυτικών ερμηνευτών. καθ' ό οι ερμηνευταί ευκόλως αποδεικνύουν ότι αι προϋποθέσεις της Συστηματικής θεολογίας του δυτικού παρελθόντος δεν ευρίσκονται εις την Αγίαν Γραφήν. Περί θεολογικής μεθόδου ειδικώτερον Α' Εισαγωγικά τινα Εξ επόψεως ορθοδόξου η βασιζομένη επί των συμβόλων και όρων των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δογματική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και η θεολογία των αγίων Πατέρων είναι ταυτόν. Τα ιστορικά πλαίσια. Ημείς όχι μόνον απορρίπτομεν την διάκρισιν ταύτην. Θεολογική μέθοδος γενικώς Γ. Η Βιβλική θεολογία είναι η Πατερική θεολογία και η Πατερική θεολογία είναι η Βιβλική θεολογία. Επίσης πρέπει να τονισθή ευθύς εξ αρχής.
εν τω ανά χείρας δοκιμίω. 9 . ωδήγησαν σήμερον τους οπαδούς των εις την ουσιαστικήν απόρριψιν της παλαιοτέρας αυθεντίας της Βίβλου και συνετέλεσαν τα μέγιστα εις τον κλονισμόν της αυθεντίας και των θεμελίων της χριστιανικής πίστεως μεταξύ των πιστών του Παπισμού και του Προτεσταντισμού. συνδυασμός της Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. ότι αι θεολογικαί προϋποθέσεις της Αγίας Γραφής διαφέρουν ουσιαστικώς από αυτάς της δογματικής των παραδόσεως. αλλά και επί της αντιθέσεως των Πατέρων προς τας εκάστοτε αναφυείσας αιρέσεις. Ακριβώς εις την ανάγκην ταύτην. δεν σημαίνει ότι πράγματι οι δυτικοί ερμηνευταί επανέρχονται εις την θεολογίαν της Αγίας Γραφής. δηλαδή αποτελούν την απάντησιν της Εκκλησίας εις αιρέσεις τας οποίας κατεδίκασαν οι Πατέρες. Τονίζομεν δε ότι εις την Δύσιν πράγματι υπάρχει διαφορά. ευρίσκουν οι δυτικοί ερμηνευταί και ιστορικοί την αιτίαν και αφορμήν της δήθεν διεισδύσεως εις τα δόγματα μεταφυσικών εκ της ελληνικής φιλοσοφίας αρχών ξένων προς τας προϋποθέσεις της σκέψεως και της ζωής των προφητών και των αποστόλων. Το ότι η θεολογία των Φραγκολατίνων δεν ήτο Βιβλική. επέβαλον της θεολογικήν γνώμην μιας παρατάξεως ως δόγμα αναγκαίον δια την σωτηρίαν και ένωσιν των πιστών. Μάλιστα όλα τα κείμενα του Β' τόμου του παρόντος δοκιμίου φέρουν τον τελευταίον αυτόν χαρακτήρα. προς εξυπηρέτησιν των διδακτικών αναγκών των φοιτητών. Ακριβώς επειδή δεν υποπτεύονται τοιαύτην ταυτότητα ή πιθανότητα ταυτότητος οι ερμηνευταί της Δύσεως. άνευ των βιβλικών προϋποθέσεων και προκαταλήψεων του δυτικού δογματικού παρελθόντος. αλλά ίσως μόνον σπερματικώς. και 2) ότι τα δόγματα είναι έργον στοχαστών θεολόγων και των αυτοκρατόρων. αρκετά μεγάλη. όπως οι Πατέρες καταπολεμήσουν τας αιρέσεις. Και τούτο διότι η διαμόρφωσις της πατερικής δογματικής παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας εβασίσθη όχι μόνον επί της Αγίας Γραφής και των κηρυγματικών και ιεραποστολικών αναγκών εκάστης εποχής. Οι εντός της Εκκλησίας αναφανέντες αιρετικοί εδέχοντο και αυτοί την θεοπνευστίαν και το κύρος της Αγίας Γραφής. ήτο βασική πεποίθησις των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. Λέγοντες ότι η Πατερική θεολογία είναι η Βιβλική θεολογία εννοούμεν ότι τούτο ισχύει μόνον δια την ορθόδοξον παράδοσιν. χωρίς όμως τούτο να σημαίνη ότι πλησιάζουν εις το συμπέρασμα ότι υπάρχει ταυτότης ή ομοιότης μεταξύ της ελληνόγλωσσης ρωμαϊκής Πατερικής και της Βιβλικής θεολογίας. ίσως είναι και ο καλύτερος τρόπος εκθέσεως της ορθοδόξου πίστεως γενικώς. Είναι ιστορικόν γεγονός. χάρις εις την ενότητα του έθνους. Υποδουλωμένοι ούτοι εις τα κατηγορήματα της δυτικής δογματικής μεθοδολογίας απλούστατα αναγνωρίζουν. Η προσπάθεια όμως αύτη των δυτικών ερμηνευτών να κατανοήσουν την Βιβλικήν θεολογίαν. τουλάχιστον πραγματικώς. εις την Αγίαν Γραφήν. ότι οι εντός των κόλπων της Εκκλησίας εδέχοντο ασυζητητεί την θεοπνευστίαν και το κύρος της Αγίας Γραφής και απέρριπτον πάσαν συζήτησιν με αιρετικούς μη αποδεχομένους ταύτα. Γενικώς επικρατεί μεταξύ των ερμηνευτών της Δύσεως η αντίληψις 1) ότι τα βασικά δόγματα της πατερικής παραδόσεως των Οικουμενικών Συνόδων περί Αγίας Τριάδος και Χριστολογίας δεν υπάρχουν. ως μη συμφωνούσας προς τα εκ των προφητών και των αποστόλων περί Χριστού παραδεδομένα. Ο παρών.Εδώ χρειάζεται αμέσως να γίνη μία σπουδαία διευκρίνισις. μεταξύ Βιβλικής και Δογματικής θεολογίας διότι απλούστατα η Δογματική θεολογία του δυτικού παρελθόντος και παρόντος δεν ήτο και δεν είναι Βιβλική. οίτινες βάσει των αποφάσεων της πλειοψηφίας των επισκόπων εν Οικουμενικαίς αυτοκρατορικαίς Συνόδοις και μέσω της νομικής των εξουσίας.
ΣΤ'. Εν όλω δέχονται ούτοι 21 Οικουμενικάς Συνόδους. Όλοι επίσης οι Προτεστάνται αποκηρύττουν ή απλώς αγνοούν τας Οικουμενικάς Συνόδους Ε'.κ. δηλαδή την γνησίαν κηρυγματικήν. ο δυτικός ευρίσκει εις τον ίδιον χώρον όχι μόνον ποικιλίαν θεολογιών αλλά πολλάκις και αντιθέσεις. την καταδικάσασαν τον Μέγαν Φώτιον. Σημειωτέον. όσον αφορά εις τας ερμηνευτικάς προϋποθέσεις τας οποίας οι ορθόδοξοι και οι αιρετικοί ανήγαγον εις την ερμηνευτικήν παράδοσιν των αποστόλων και των αγίων Πατέρων. των προφητών. του Ιωάννου. είτε την ιστορικήν. είτε την υπερφυσικήν.ο. και αντ' αυτής δέχονται επισήμως ως Η'. αφού δεν δέχονται την θεοπνευστίαν και το απόλυτον κύρος της Αγίας Γραφής. Ζ'. τουλάχιστον αυτός της παραδόσεως. αλλά και εις τας Οικουμενικάς Συνόδους τας συμφωνούσας με την Αγίαν Γραφήν. Ομοιάζουν όμως με τους αρχαίους Γνωστικούς καθ' ότι 1) είναι εκλεκτικοί περί του τί εν τη Αγία Γραφή ανήκει εις την πραγματικότητα. και απέρριπτον και εδέχοντο τεμάχια της Αγίας Γραφής και είχον πολλάκις και ιδίας Γραφάς. βλέπει σαφώς την θεολογικήν ταυτότητα μεταξύ της Αγίας Γραφής. Συνόδου. την Σύνοδον του 869. Από του 11ου αιώνος επεκράτησε μεταξύ των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων η γνώμη ότι δια της προσθήκης του Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως οι Φραγκολατίνοι απέρριψαν τας δογματικάς προϋποθέσεις του δόγματος περί Αγίας Τριάδος της Α' και Β' Οικ. την θεολογίαν του Κυρίλλου Αλεξανδρείας καθώς και την Γ' Οικουμενικήν Σύνοδον. Ακριβώς το ίδιον έχουν κάμει και οι δυτικοί ιστορικοί των δογμάτων με την θεολογίαν των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. Ενώ ο ορθόδοξος θεολόγος. Οικουμενικήν Σύνοδον του 879.Μεταξύ των αιρετικών τούτων και των ορθοδόξων υπήρχε ριζική διαφορά. του Μάρκου. οίτινες. Οι θεολόγοι των αμφιβάλλουν περί της Δ'. όπου οι Ορθόδοξοι ευρίσκουν ταυτότητα και ενότητα. των εποχών της Παλαιάς Διαθήκης. Το να ανιχνεύουν οι Δυτικοί ποικιλίαν και αντιθέσεις εις τα ανωτέρω. Ούτως οι Προτεστάνται διαιρούνται εις ομολογίας βασιζομένας 1) εις μόνην την Αγίαν Γραφήν ή 2) εις την Αγίαν Γραφήν. ισχύει όχι μόνον δια τους ερευνητάς και θεολόγους ως μεμονωμένα ατόμα αλλά και δια τας ομολογιακάς ομάδας της Δύσεως. την Β' και ίσως την Δ'. οι Παπικοί παραδέχονται ομού μετά των Ορθοδόξων την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον. των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. του Ματθαίου. είτε την σημασιολογικήν. Μόνον οι Γνωστικοί κατά την αρχαίαν εποχήν ήσαν εκλεκτικοί εις το εν προκειμένω θέμα. όμως. Εν αντιθέσει προς τους Διαμαρτυρομένους. οι οποίοι ζωηρώς απορρίπτουν τας δογματικάς αποφάσεις της Ε' Οικουμενικής Συνόδου ισχυριζόμενοι ότι οι Πάπαι δεχόμενοι την Οικουμενικήν ταύτην Σύνοδον δεν εδέχθησαν τας δογματικάς αυτής αποφάσεις. του Λουκά. 3 10 . και 2) έχουν χωρίσει την Αγίαν Γραφήν εις πολλάς θεολογίας. Εκ της επόψεως ταύτης οι σύγχρονοι ερμηνευταί της φιλελευθέρας προτεσταντικής παρατάξεως διαφέρουν ριζικώς από τους αιρετικούς της αρχαιότητος. απορρίπτουν όμως την επί Μεγάλου Φωτίου Η'. ότι υπάρχουν σήμερον παπικοί θεολόγοι. κ. και Η'. του Παύλου. Ως τοιαύτας Οικουμενικάς Συνόδους αναγνωρίζουν αι προτεσταντικαί ομολογίαι την Α'. απορρίπτουν σήμερον τα περί της Θεοτόκου.
του λειτουργούντος τα σωστικά.Κατά τον 14ον αιώνα εγένετο αντιληπτόν εις τους Πατέρας της Εκκλησίας της εν λόγω εποχής. αλλά και την ορθήν περί Χριστού διδασκαλίαν και την ορθήν κατά Χριστόν και εν Χριστώ πνευματικότητα. Η κατανόησις της ορθοδόξου θεολογίας δεν είναι μία απλή υπόθεσις της επιστημονικής ερεύνης. ότι σπουδαίοι ετερόδοξοι ερευνηταί της Αγίας Γραφής. θα ίδωμεν. ότι μόνον εις αγωνιζομένους κατά της αμαρτίας και του διαβόλου υπέρ της κατά Χριστόν τελειώσεως επιτρέπεται να θεολογούν. ενσαρκώσεως. χάριτος και σωτηρίας. διότι απλούστατα η κλείς της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας είναι η ορθόδοξος εν Χριστώ πνευματικότης και ζωή και η κλείς της αληθινής εν Χριστώ πνευματικότητος και ζωής είναι η ορθόδοξος Δογματική και Συμβολική θεολογία. Β' Θεολογική μέθοδος γενικώς Κατά τας αντιλήψεις των Πατέρων περί Ιεράς Παραδόσεως και αποστολικής διαδοχής είναι αδύνατον εις τον ευρισκόμενον εκτός της κοινωνίας των εν τω σώματι του Χριστού αγίων να κατανοήση την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής. Σημαίνει όμως ότι ο μη κατά Χριστόν ζών. γεγονός ιδιαζούσης σημασίας το οποίον πρέπει να τονισθή ιδιαιτέρως εις τα μαθήματα της Δογματικής ημών. ότι αι προϋποθέσεις της φραγκολατινικής ή Σχολαστικής λεγομένης παραδόσεως. Ισχύουν τα ανωτέρω περί ορθοδόξου γνωσιολογίας. μίαν αδιάσπαστον ενότητα. ώστε να αποκόπτωνται από την αποστολικήν διαδοχήν και το ορθόδοξον δόγμα οι περιπίπτοντες εις την αμαρτίαν. θα δημιουργήση μίαν θεολογίαν κατά τα μέτρα του και κατά τας προσωπικάς του ορέξεις και επομένως ουχί ορθόδοξον. διαφέρουν ριζικώς από την παράδοσιν των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων. Επίσης και η διδασκαλία περί θεολογίας πρέπει να γίνεται αναλόγως προς την πνευματικήν κατάστασιν και προετοιμασίαν του μαθητευομένου. ώστε η έλλειψις του ενός στοιχείου να συνεπάγεται την απουσίαν των άλλων και άρα την διάσπασιν και διακοπήν της αποστολικής διαδοχής και της μεθέξεως εις την Ιεράν Παράδοσιν και την Παρακαταθήκην. όπως. Τούτο. δεν δύνανται να έχουν την κατανόησιν των θεμάτων περί αποκαλύψεως. αλλά και δικαιολογών εαυτόν κατά τρόπον ώστε να νομίζη ότι ζη κατά Χριστόν και αναλόγως να θεολογή χωρίς να έχη ως πνευματικούς οδηγούς τους θεοθέντας αγίους και συμβασιλείς του Χριστού. αγιαστικά και θεωτικά μυστήρια του Χριστού υπέρ αυτού και του λαού. των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. 11 . δόγμα και πνευματικότης αποτελούν κατά την ορθόδοξον αντίληψιν περί Ιεράς Παραδόσεως. Δεν είναι επίσης δυνατόν εις τους ευρισκομένους εκτός της ορθοδόξου παραδόσεως και μη μετέχοντας εις την εν Χριστώ ορθόδοξον πνευματικότητα ιστορικούς των δογμάτων να κατανοήσουν την ουσίαν της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. Δια τον λόγον αυτόν οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν. καθηγηταί Πανεπιστημίων. ως έχουν ταύτην οι άγιοι της ορθοδόξου παραδόσεως. Δια τούτο δεν πρέπει να κάμνη εντύπωσιν το γεγονός. Ούτω χειροτονία. δεν σημαίνει ότι η ορθόδοξος πνευματικότης συνδέεται με μίαν εν τη ζωή ταύτη αναμαρτησίαν. εφόσον ουδείς αναμάρτητος ειμή ο Χριστός. περί αποκαλύψεως και θείας χάριτος. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν η αποστολική διαδοχή κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας συμπεριλαμβάνει όχι μόνον την υπό ορθοδόξων και κανονικών επισκόπων αδιάκοπον χειροτονίαν του κλήρου.
Καγώ των επαινούντων ειμί τον λόγον. ει δει και το Μωυσέως ειπείν."2 Παρατηρητέον ότι κατά τον άγιον Γρηγόριον εις την κορυφήν της θεολογίας ίστανται "οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία. ή καθαιρομένων. αποστόλων και αγίων. και τα άσματα. των λόγων καταπιεσθέντες και βαρυνθέντες ζημιωθείεν και εις την αρχαίαν δύναμιν". την ακοήν βλάπτουσιν ή τα σώματα. ουδέ την διδασκαλίαν. Τίνα δε φιλοσοφητέον. ίνα μη καθάπερ αι υπερβάλλουσαι των φωνών. διότι ο συγχέων τας προλήψεις του με την αλήθειαν του Χριστού δεν δύναται να κατανοήση την αλήθειαν και να γίνη μαθητής του Χριστού και των φίλων Αυτού προφητών. και γνώναι Θεόν. καί. Μη καθαρώ γαρ άπτεσθαι καθαρού τυχόν ουδέ ασφαλές.. Όσα ημίν εφικτά. κρίνειν θεολογίας ευθύτητα. διότι η θεολογία αυτού όσον επιστημονική και στοχαστικώς ωραία και αν φαίνεται δεν θα είναι ορθόδοξος. διανιστάμενον οδοιπορούντα. ως η ερμηνευτική και δογματική αυθεντία εν τη Εκκλησία. ή την γήν των υετών οι σφοδρότεροι. Ου πάντων μέν. Ότε δέ. η περί ταύτα ερεσχελία και κομψεία των αντιθέσεων. Ηνίκα αν σχολήν άγωμεν από τής έξωθεν ιλύος και ταραχής. Η μέλιτος μεν πλησμονή και κόρος έμετον εργάζεται. και εσπέρας και πρωΐ και μεσημβρίας διηγείσθαι. και επί πόσον. Τίσι δέ. οίς και τούτο μέρος τρυφής. ός μελετάν ημέρας και νυκτός διακελεύεται. ό.1 Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων επί των ανωτέρω. και ουχ ως έν τι των άλλων και τούτο φλυαρείται ηδέως. ουδέ την θεολογίαν. συνεχίζει λέγων. ου μάλιστα τιμητέον το εύκαιρον. και μη το ηγεμονικόν ημών συγχέηται τοίς μοχθηροίς τύποις και πλανωμένοις. Την καλυτέραν ίσως έκφρασιν των ανωτέρω γνωσιολογικών. ουδέ πάντα. ‐ ει βούλει δέ.. ω ούτοι. οίον γράμμασι πονηροίς αναμιγνύντων κάλλη γραμμάτων. ίν' ούτως είπω. ότι των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία. Ώστε ου το μεμνήσθαι διηνεκώς κωλύω. ο άγιος Γρηγόριος. ‐ ούτω δη και ούτοι τοίς στερροίς. και τα θέατρα. και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένοι. μετά τούς ιππικούς. ώσπερ ουδέ όψει σαθρά ηλιακής ακτίνος. και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων. και καιρός τω παντί πράγματι. ουδέ πάσιν. το θεολογείν δέ. ει οίόν τε τούτο ειπείν. καίπερ όντος μέλιτος. ή βορβόρω μύρων ευωδίαν. και ευλογείν τον Κύριον εν παντί καιρώ.Αι βασιζόμεναι επί των παθών και των φανταστικών νοημάτων προλήψεις δεν επιτρέπουν και εις τον φιλοσοφικώτερον και επιστημονικώτερον των ανθρώπων. Μη πάλιν επιφυέσθωσαν ημίν οι πάντα εύκολοι και ταχείς. και όταν λάβωμεν καιρόν. Μνημονευτέον γαρ Θεού μάλλον ή αναπνευστέον. όταν μη καλώς γίνηται. Οι θεόπται ούτοι ευρίσκονται εν Χριστώ εις το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως. και τα υπό γαστέρα. Εις την ορολογίαν της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων "οι διαβεβηκότες εν θεωρία" είναι οι αυτόπται μάρτυρες της δόξης του Θεού. ευρίσκομεν εις τα λεχθέντα υπό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου κατά των Ευνομιανών. "καί ου λέγω τούτο μη δείν πάντοτε μεμνήσθαι Θεού. αλλά την ακαιρίαν. το μετριώτατον". αλλ' έστιν ότε. ως Σολομώντι καμοί δοκεί. Προσθήσω δέ. Δεί γαρ τω όντι σχολάσαι. 12 . ουχ ούτω το πράγμα εύωνον και των χαμαί ερχομένων. και την γαστέρα.τι ουν άλλο πράττοντα. των φορτίων τα υπέρ δύναμιν τούς υποβαίνοντας (ή υπερβαίνοντας). μηδέ άλλο τι ή τούτο πρακτέον. να εμβαθύνη εις τα της πίστεως. ενταύθα δε μόνον τον καιρόν ατιμάσομεν. και το καλόν ου καλόν. και εφ' όσον η του ακούοντος έξις εφικνείται και δύναμις. ή καθαιρόμενοι. και οίς. ουδέ πάντοτε. το περί Θεού φιλοσοφείν. το μεριώτατον. "ου παντός. . περί ορθοδόξου δόγματος αρχών. και τη μνήμη τυπούσθαι πρός καθαρότητα. και εφ' όσον. απόστολοι και άγιοι. αλλά την αμετρίαν. κοιταζόμενον. Οίς το πράγμα δια σπουδής. προφήται. ή των τροφών. ου παντός. ώσπερ ασεβές.
Τούτο σημαίνει ότι ο κατ' εξοχήν θεολόγος της Εκκλησίας, δεν είναι ο φιλοσοφών στοχαστικώς και διαλεκτικώς, αλλά ο φθάσας χάριτι Θεού, εις θεωρίαν τη δόξη του Χριστού και ούτω λαβών την εκ Θεού αποκάλυψιν, γενόμενος αυθεντία τοις πιστοίς. Η τοιαύτη κλιμάκωσις και διαβάθμησις των περί Θεού γνωστικών είναι μία βασική και ουσιαστική προϋπόθεσις της πατερικής θεολογικής μεθόδου, ήτις ευρίσκεται εις το κέντρον της ορθοδόξου πατερικής διδασκαλίας περί παραδόσεως, παρακαταθήκης, θεοπνευστίας, αυθεντίας, αλαθήτου, σωτηρίας, αγιασμού και θεώσεως. Ίνα μη μείνη καμμία αμφιβολία, ότι οι εν θεωρία διαβεβηκότες, είναι δια τον άγιον Γρηγόριον οι αυτόπται μάρτυρες της δόξης του Χριστού, οι ιστάμενοι εις την υψίστην δυνατήν κορυφήν της θεολογικής και δογματικής αυθεντίας, παραθέτομεν κατωτέρω τα εξής υπό του αγίου τούτου πατρός λεχθέντα, εφιστώντες την προσοχήν του αναγνώστου εις το ότι ως παράδειγμα ορθοδόξου θεολογικής μεθόδου και πνευματικότητος ανατρέχει ούτος εις τον Μέγαν εν θεόπταις Μωϋσήν, "επειδή ανεκαθήραμεν τω λόγω τον θεολόγον, οίόν τε είναι χρή διελθόντες, και οίστισι φιλοσοφητέον, και ηνίκα, και όσον, ότι ως οίόν τε καθαρόν, ίνα φωτί καταλαμβάνηται φώς. Και τοίς επιμελεστέροις, ίνα μη άγονος ή εις άγονον χώραν εμπίπτων ο λόγος, και όταν γαλήνην έχωμεν ένδον από τής έξω περιφοράς, ώστε μή, καθάπερ οι λυττώντες, τω πνεύματι διακόπτεσθαι, και όσον εχωρήσαμεν, ή χωρούμεθα, επειδή ταύτα ούτω, και ενεώσαμεν εαυτοίς θεία νεώματα, ώστε μη σπείρειν επ' ακάνθαις, και το πρόσωπον τής γής ωμαλίσαμεν, τη Γραφή τυπωθέντες τε και τυπώσαντες, φέρε, τοίς τής θεολογίας ήδη προσβώμεν λόγοις, προστησάμενοι του λόγου τον Πατέρα, και τον Υιόν, και το Πνεύμα το Άγιον, περί ών ο λόγος, ώστε το μεν ευδοκείν, το δε συνεργείν, το δε εμπνείν, μάλλον δε μίαν εκ τής μιάς θεότητος γενέσθαι την έλλαμψιν ενικώς διαιρουμένην, και συναπτομένην διαιρέτως, ό και παράδοξον." 3 "Ανιόντι δε μοι προθύμως επί το όρος, ή το γε αληθέστερον ειπείν, προθυμουμένω τε άμα και αγωνιώντι, το μεν δια την ελπίδα, το δε δια την ασθένειαν, ίνα τής νεφέλης είσω γένωμαι, και Θεώ συγγένωμαι, τούτο γαρ κελεύει Θεός, ει μεν τις Ααρών, συνανίτω και στηκέτω πλησίον, καν έξω μένειν τής νεφέλης δέη, τούτο δεχόμενος. Ει δε τις Ναδάβ, ή Αβιούδ, ή τής γερουσίας, ανίτω μέν, αλλά στηκέτω πόρρωθεν, κατά την αξίαν τής καθάρσεως. Ει δε τις των πολλών και αναξίων ύψους τοιούτου και θεωρίας, ει μεν άναγνος πάντη, μηδέ προσίτω, ου γαρ ασφαλές, ει δε πρόσκαιρα γούν ηγνισμένος, κάτω μενέτω, και μόνης ακουέτω τής φωνής και τής σάλπιγγος, των ψιλών τής ευσεβείας ρημάτων, καπνιζόμενόν τε το όρος βλεπέτω και καταστραπτόμενον, απειλήν τε ομού και θαύμα τοίς ανιέναι μη δυναμένοις. Ει δε τις θηρίον εστί πονηρόν και ανήμερον και ανεπίδεκτον πάντη λόγων θεωρίας και θεολογίας, μη εμφωλευέτω ταίς ύλαις κακούργως και κακοηθώς, ίνα τινός λάβηται δόγματος ή ρήματος, αθρόως προσπηδήσαν, και σπαράξη τούς υγιαίνοντας λόγους ταίς επηρείαις, αλλ' έτι πόρρωθεν στηκέτω, και αποχωρείτω του όρους, ή λιθοβοληθήσεται, και συντριβήσεται, και απολείται κακώς κακός, λίθοι γαρ τοίς θηριώδεσιν οι αληθείς λόγοι και στερροί. Είτε πάρδαλις είη, συναποθνησκέτω τοίς ποικίλμασιν. ... είτε τι άλλο των ωμοβόρων, και αποβλήτων τω νόμω, και ου καθαρών εις βρώσίν τε και απόλαυσιν. Βούλεται γαρ τούτων αποχωρήσας ο λόγος ούτω πλαξί στερραίς και λιθίναις εγγράφεσθαι, και ταύταις αμφοτέρωθεν, δια τε το φαινόμενον του νόμου και το κρυπτόμενον, το μεν τοίς πολλοίς και κάτω μένουσι, το δε τοίς ολίγοις και άνω φθάνουσιν."4 Εν συνεχεία βάσει της εν τη νεφέλη θεοπτίας του Μωϋσέως, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, οικοδομεί τα κατά των Ευνομιανών επιχειρήματά του. Μάλιστα, ως θα ίδωμεν εν οικείω τόπω, ευρίσκει εις την εμπειρίαν ταύτην, δηλαδή την προς τον Μωϋσέα αποκάλυψιν, ουχί την ουσίαν βεβαίως του Θεού αλλά την μεγαλειότητα Αυτού, την διάκρισιν μεταξύ της κατά πάντα αγνώστου, ακαταλήπτου, απροσίτου και
13
αμεθέκτου ουσίας του Θεού και της δόξης ή ενεργείας του Θεού. Βάσει της διακρίσεως ταύτης ο άγιος Γρηγόριος, ως και ο Μέγας Αθανάσιος, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης και άλλοι Πατέρες, ανατρέπει ωρισμένας βασικάς προϋποθέσεις της αιρέσεως των Ευνομιανών και Αρειανών. Σημειωτέον, όμως, ότι και οι αιρετικοί, ως οι Γνωστικοί, οι Αρειανοί, οι Ευνομιανοί και οι Φραγκολατίνοι εστήριξαν τας αιρέσεις των εις την αποκάλυψιν ταύτην της δόξης του Θεού εις τους προφήτας και αποστόλους, αλλ' επί τη βάσει όμως θρησκευτικών και φιλοσοφικών προϋποθέσεων ξένων προς την παράδοσιν των προφητών και αποστόλων.5 Το δε εσφαλμένον της ερμηνείας των αιρετικών απέδειξαν οι Πατέρες ευκόλως από την ιδίαν την Αγίαν Γραφήν ως και από την ερμηνευτικήν Αυτής παράδοσιν, την οποίαν παρέδωσαν οι απόστολοι εις τους αγίους Πατέρας μαζί με την αποστολικήν διαδοχήν και παράδοσιν. Την αποστολικήν ταύτην διαδοχήν και παράδοσιν παραδίδει ή μεταδίδει εκάστη γενεά εις την επομένην και ως ετονίσθη ήδη εμπεριέχεται εν αυτή και η κατά Χριστόν πνευματικότης, δηλαδή η αποστολική κατά Χριστόν ζωή. Η πνευματικότης αυτή είναι η εγγύησις δι' εκάστην γενεάν, ότι έχει την δύναμιν και την εκ Θεού χάριν να παραλάβη από την προηγουμένην γενεάν και να παραδώση εις την επομένην την Παρακαταθήκην της πίστεως, εφ' όσον μόνον δια της ορθής πνευματικότητος είναι δυνατόν να κατανοηθούν αι προϋποθέσεις του ορθοδόξου δόγματος. Προς διατήρησιν της ορθοδόξου διδασκαλίας και πράξεως και προς επίτευξιν της εν Θεώ θεωρίας, χειροτονούνται οι πνευματικώτεροι των πιστών, χωρίς όμως να απουσιάζουν, εκτός του κύκλου των χειροτονουμένων, οι βαδίζοντες προς την θέωσιν και την μετά Θεού ένωσιν και μάλιστα οι φθάσαντες εις τα προπύλαια αυτής θεούμενοι, οίτινες μετά την προς Κύριον εκδημίαν των αναγνωρίζονται ως άγιοι της Εκκλησίας και ών τα άγια λείψανα ευωδιάζουν και τίθενται εις προσκύνημα προς αγιασμόν των πιστών. Εκ των μέχρι τούδε λεχθέντων φαίνεται σαφώς το γεγονός, ότι η ορθόδοξος Δογματική και Συμβολική θεολογία και η ορθόδοξος πνευματικότης έχουν χαρακτήρα, όχι μόνον υπερφυσικόν, εκ του γεγονότος της εν Χριστώ θεωρίας της ακτίστου δόξης του Θεού υπό των προκρίτων και κορυφαίων θεολόγων και αγίων της Εκκλησίας, αλλά και ιστορικόν, πρώτον διότι ο Θεός απεκαλύφθη εντός της παραδόσεως της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και της συνεχιζόμενης εις τον αιώνα των αιώνων Εκκλησίας εις σειράν προφητών, αποστόλων και αγίων, οίτινες υπήρξαν οι δέκται, αλλά και φύλακες και μεταδόται της αποκαλύψεως ταύτης, δεύτερον διότι η σωστική και θεωτική ενέργεια του Θεού σώζει, αγιάζει και θεοί όχι μόνον την ψυχήν αλλά και το σώμα του ανθρώπου και εφ' όσον ολόκληρος η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού υπήρξεν, άμα τη γεννήσει Αυτού, και παραμένει εις τους αιώνας των αιώνων τεθεωμένη, τρίτον, διότι η από γενεάς εις γενεάν μετάδοσις του φωτός της κατά τας θεοφανείας της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης φανερωθείσης και κατά την ημέραν της Πεντηκοστής ανηφθείσης λαμπάδος του φωτός της δόξης της τρισυποστάτου θεότητος, γίνεται δια της εν τη ιστορία ενεργείας των μυστηρίων του βαπτίσματος, του χρίσματος, της θείας ευχαριστίας, της χειροτονίας, της εξομολογήσεως, της μετανοίας, του γάμου, του ευχελαίου κ.λ.π. προς αγιασμόν και θέωσιν ολοκλήρου του ανθρώπου και ουχί μόνον μέρους αυτού, επί τω τέλει της αναστάσεως και της ψυχής και του σώματος. Ο ιστορικός χαρακτήρ της μεταδόσεως της ορθοδόξου πίστεως και ευσεβείας φαίνεται σαφώς από το μυστήριον της μετανοίας και εξομολογήσεως, το οποίον απαραιτήτως προϋποθέτει πνευματικόν πατέρα δια την καθοδήγησιν των πιστών, αλλά και του κλήρου εις τας πνευματικάς βαθμίδας της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως.
14
Άνευ πνευματικού πατρός έχοντος δια της χειροτονίας την αποστολικήν διαδοχήν, δεν υπάρχει μέθεξις των σωστικών, αγιαστικών και θεωτικών ενεργειών των μυστηρίων του Σώματος του Χριστού, εκτός εις περιπτώσεις, όπου ο Θεός Πατήρ δια του ενσαρκωθέντος Λόγου και εν Πνεύματι Αγίω ενεργεί μυστηριωδώς εις τας ψυχάς των εκτός της ορατής Εκκλησίας ευρισκομένων. Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι το μυστήριον της ιερωσύνης είναι το ουκ άνευ της Ιεράς Παραδόσεως, όχι μόνον διότι είναι ο φορεύς του ορθοδόξου δόγματος, της ορθής διδασκαλίας και ερμηνείας της Αγίας Γραφής και της τελέσεως των σωστικών, αγιαστικών και θεωτικών του Χριστού μυστηρίων, αλλά κυρίως διότι όλα τα αναφερθέντα έχουν ως σκοπόν την οδήγησιν των πιστών εις την κατά Χριστόν και κατά Πνεύμα ζωήν. Η αποδοχή, η τήρησις και η μετάδοσις της ανημμένης ταύτης λαμπάδος της κατά Χριστόν πνευματικότητος είναι το κύριον και μοναδικόν έργον του κλήρου. Εις το έργον τούτο συνεργούν οι πιστοί ως φύλακες της ανημμένης ταύτης λαμπάδος και ως αφοσιωμένα πνευματικά τέκνα των πνευματικών αυτών πατέρων. Γ' Τα ιστορικά όρια της ορθοδόξου Δογματικής και Συμβολικής θεολογίας Πριν προχωρήσωμεν εις εκτενεστέραν έκθεσιν της ορθοδόξου δογματικής θεολογικής μεθόδου, βάσει σαφούς και ακριβούς ορισμού αυτής, είναι ανάγκη εξ αιτίας ωρισμένων εντυπώσεων του ιστορικώς προσφάτου παρελθόντος να είπωμέν τινα περί της ιστορικής εκτάσεως της ορθοδόξου θεολογίας. Επειδή επεκράτουν εις τον τομέα αυτόν επί αρκετά έτη αντιλήψεις, μάλλον ετερόδοξοι, εις ορθόδοξα δοκίμια, αντιμετωπίζομεν την υποχρέωσιν να αναπτύξωμεν την πατερικήν αντίληψιν περί του θέματος εν αντιπαραβολή προς ετεροδόξους τινας αντιλήψεις.1 Εύρε παρ' ημίν τόπον παλαιότερον, η αντίληψις των Φραγκολατίνων ότι η ελληνική πατερική περίοδος της δογματικής θεολογίας έληξεν. Ενώ οι Δυτικοί ισχυρίζοντο ότι η πατερική θεολογία των ελληνοφώνων Ρωμαίων έληξε με τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, Ορθόδοξοι τινες συνεφώνουν ότι η περίοδος της ελληνόγλωσσης πατερικής θεολογίας πράγματι έληξεν, αλλά με τον Μέγαν Φώτιον.3 Επίσης ισχυρίζοντο οι Δυτικοί ότι η λατινική πατερική περίοδος έληξε με τον Ισίδωρο Σεβίλης ή τον Βερνάρδον εκ Κλαιρβώ. Κατά τους Δυτικούς διεδέχθη την πατερικήν θεολογίαν, την ελληνόφωνον και την λατινόφωνον και την υπερέβη, η λεγομένη Σχολαστική θεολογία.4 Εις τους αποδεχομένους την λήξιν της πατερικής θεολογικής περιόδου Ορθοδόξους επεκράτησε παλαιότερον η αντίληψις, ότι επηκολούθησε μία θεολογική κατάπτωσις μεταξύ των ελληνοφώνων, ήτις εύρε την κλασικήν της έκφρασιν εις την ρωμαίϊκην θεολογίαν του 14ου αιώνος, δηλαδή εις τον άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν και εις τους ομοφωνούντας μετ' αυτού.5 Επίσης ηκούετο η γνώμη, ότι ο λόγος δια τον οποίον δεν εκαλλιεργήθη μεταξύ των ελληνοφώνων Ρωμαίων η συστηματοποίησις της Δογματικής θεολογίας, ως συνέβη με την Σχολαστικήν θεολογίαν της Δύσεως, ήτο ότι εμεσολάβησε μετά τον Θ' αιώνα η
15
προαναφερθείσα δήθεν θεολογική κατάπτωσις, την οποίαν επηκολούθησεν η Τουρκοκρατία η οποία δεν επέτρεψε να αναπτυχθή σπουδαία θεολογία.6 Εις την καλλιέργειαν τοιούτων απόψεων συνετέλεσε πολύ η επικράτησις εις την Ρωσσικήν θεολογίαν της θεολογικής μεθόδου της Σχολαστικής και της Προτεσταντικής θεολογίας.7 Υπό την επίδρασιν των Δυτικών φαίνεται ότι πρώτον οι Ρώσσοι εδέχθησαν την ιδέαν περί λήξεως της ελληνόφωνης πατερικής περιόδου. Μετά την εν Ρωσσία επικράτησιν κατά τον ΙΖ' και ΙΗ' αιώνα της λατινικής γλώσσης, ως γλώσσης της ρωσσικής θεολογίας, εκαλλιεργήθη η παράδοσις των Δυτικών περί της καταπτώσεως της ελληνόφωνης θεολογίας. Φαίνεται ότι ταύτην την δήθεν παρακμήν συνεδίαζον οι Ρώσσοι με ιστορικά γεγονότα ως η ψευδοένωσις της Φλωρεντίας του 1439 και με την ιδέαν ότι οι κατ' εξοχήν φύλακες της Ορθοδοξίας εγένοντο οι Ρώσσοι μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Αι απόψεις αύται εύρον τόπον εις τον ελληνικόν χώρον μετά την ελληνικήν Επανάστασιν του 1821 μέσω των Ελλήνων εκείνων κυρίως, οίτινες ήσαν επηρεασμένοι θεολογικώς από τους Ρώσσους και τους Ευρωπαίους και είχον εγκαταλείψει την ρωμαίϊκην πατερικήν αντίληψιν περί θεολογίας και θεολόγων. Εις το σημείον αυτό καλόν είναι ο αναγνώστης να μελετήση εκ νέου τα προαναφερθέντα περί θεολογίας και θεολόγων του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ίνα εντοπίση πατερικώς το υπό συζήτησιν θέμα. Εάν δεχθώμεν ως αρχήν και αξίωμα τον ορισμόν του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ότι οι κατ' εξοχήν θεολόγοι είναι "οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία" και παραδεχθώμεν την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής ότι η υψίστη δυνατή μορφή της θεογνωσίας και θεολογίας είναι η θέα ή θεωρία της δόξης του Θεού και ότι ο κατ' εξοχήν θεολόγος είναι ο "είσω της φωτεινής νεφέλης και του λαμπρού γνόφου γενόμενος", τότε πρέπει να παραδεχθώμεν, ότι η ακμή της θεολογίας συμβαδίζει με την κατά καιρούς θέωσιν των τοιούτων διαβεβηκότων εν θεωρία και η παρακμή με την απουσίαν ή απόκρυψιν των τοιούτων θεουμένων. Επομένως ο ορθόδοξος θεολόγος πρέπει να εξετάση το όλον θέμα περί ακμής και παρακμής της ορθοδόξου θεολογίας υπό το πρίσμα τούτο και όχι συμφώνως προς την προπαγάνδα των ευρισκομένων εκτός της ορθοδόξου πατερικής παραδόσεως και ούτως εχόντων άλλα κριτήρια περί ακμής και παρακμής της θεολογίας, ή και των επηρεασθέντων, εκ των ετεροδόξων, ορθοδόξων. Εκ της επόψεως ταύτης φαίνεται σαφώς ότι η πατερική περίοδος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όχι μόνον δεν δύναται να θεωρηθή εποχή καταπτώσεως της ορθοδόξου θεολογίας, αλλά αντιθέτως εμφανίζει όλα τα εκ πατερικής επόψεως στοιχεία εκείνα τα δεικνύοντα ότι πρόκειται περί εποχής ακμής της ορθοδόξου θεολογίας. Τα σημεία παρακμής και καταπτώσεως της εν λόγω εποχής υπάρχουν μόνον εις τους Λατινόφρονας, οίτινες έστρεψαν την προσοχήν των προς την φραγκολατινικήν, δηλαδή την λεγομένην Σχολαστικήν θεολογίαν, την οποίαν μετέφραζον με ιεραποστολικόν ζήλον προς διαφώτησιν τάχα των Ρωμηών. Είναι δύσκολον σήμερον να καταλάβη κανείς πώς ήτο δυνατόν μορφωμένοι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι της εποχής του Παλαμά να δεχθούν την Σχολαστικήν θεολογίαν των Φραγκολατίνων εγκαταλείποντες ούτω τας βασικάς προϋποθέσεις της πατερικής θεολογίας.
16
9 17 . της θεολογίας και των δογμάτων. εν τούτοις η ροή των πραγμάτων εν τη Δύσει έφθασε σήμερον να δικαιώση πλήρως τους πολεμήσαντας. Ορθοδόξους του μεσαίωνος. συμφωνούν όλοι ότι οι Σχολαστικοί καθυποτάσσοντες τους Έλληνας φιλοσόφους Πλάτωνα και Αριστοτέλην εις τα φραγκικά δόγματα. κυρίως του Αριστοτέλους είχεν. παρεμόρφωσαν την ελληνικήν φιλοσοφίαν. τον φραγκολατινικόν Σχολαστικισμόν. ως και τας απόψεις των περί της Σχολαστικής θεολογικής παραδόσεως. κατεδιώχθη επισήμως εν Ρωσσία και σχεδόν εξηφανίσθη μέχρι της επαναφοράς αυτού μέσω Ρουμανίας εξ Αγίου Όρους. οι εν τη Δύσει ειδήμονες περί της ιστορίας της φιλοσοφίας. β) το ότι ο ορθόδοξος μοναχισμός. των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. Εις τον ουσιαστικόν αφανισμόν της πατερικής θεολογικής μεθόδου από την ρωσσικήν θεολογίαν μεταξύ του ΙΗ' και ΙΘ' αιώνος και εις την εξασθένησιν αυτής εις την ελληνικήν θεολογίαν από της ελληνικής Επαναστάσεως συνετέλεσαν δύο κυρίως παράγοντες. όστις λέγεται και Ησυχασμός.Η σημερινή δυσκολία κατανοήσεως του ιστορικού φαινομένου των Λατινοφρόνων αυτών οφείλεται εις το γεγονός ότι οι σημερινοί Δυτικοί έχουν γενικώς αποκηρύξει την Σχολαστικήν ταύτην θεολογίαν ως μη Βιβλικήν. Ούτω οι παλαιότεροι ισχυρισμοί των Φραγκολατίνων και των απογόνων των ότι η Σχολαστική θεολογία υπερέβη την Πατερικήν ουσιαστικώς εξηφανίσθησαν. αφού γενικώς συμφωνούν σήμερον οι Δυτικοί ότι η λεγομένη Σχολαστική θεολογία ούτε Βιβλική ήτο ούτε ορθήν κατανόησιν της ελληνικής φιλοσοφίας. ίνα στηρίξουν φιλοσοφικώς τα δόγματά των κατενόουν εσφαλμένως τον Σταγειρίτην και παρεμόρφωνον την φιλοσοφίαν του. α) το ότι υπέκυψαν οι εν λόγω Ρώσσοι και εν συνεχεία οι Έλληνες θεολόγοι εις την προπαγάνδα των Ευρωπαίων απογόνων των Φραγκολατίνων. Πρέπει να τονισθή ότι ως κληρονόμοι άμεσοι κατά το δόγμα και την ευσέβειαν των αγίων Πατέρων ευκόλως απεδείκνυον ότι η Σχολαστική θεολογική μέθοδος ουδεμίαν ουσιαστικήν σχέσιν έχει με τας δογματικάς προϋποθέσεις της Αγίας Γραφής. Της γενικής γνώμης ταύτης προηγήθη η διάλυσις εις τον τομέα της συγχόνου φιλοσοφίας της Δύσεως των φιλοσοφικών προϋποθέσεων της Σχολαστικής θεολογίας. Συνόδων. Ίσως καλόν είναι να τονίσωμεν ότι αν και οι Δυτικοί γενικώς αγνοούν τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας μετά τον Μέγαν Φώτιον. Η Σχολαστική θεολογία είναι σήμερον έν άψυχον μνημείον το οποίον οι Δυτικοί απλώς θαυμάζουν ως μέρος της ιστορίας της φιλοσοφίας. Όταν κατά τον 13ον και 14ον αιώνα ενεφανίσθησαν δια πρώτην φοράν μεταφράσεις εις την Ελληνικήν των έργων του Ιερού Αυγουστίνου και των φραγκολατίνων Σχολαστικών οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι θεολόγοι της πατερικής παραδόσεως αντέκρουσαν την Σχολαστικήν θεολογίαν βάσει των δογματικών προϋποθέσεων της πατερικής θεολογίας.8 Χωρίς να γνωρίζουν. την ρωμαίϊκην πατερικήν ταύτην αξιολόγησιν της Σχολαστικής φιλοσοφίας. ότι υπάρχει κοινή και ενιαία παράδοσις δογματική και θεολογική μεταξύ Δύσεως και Ανατολής μέχρι του 11ου αιώνος και ότι οι Παπικοί είναι και αυτοί όπως και οι Ορθόδοξοι αφοσιωμένοι εις τους λατινόφωνας και ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας των επτά Οικ. Εκτός τούτου με ιδίαν και ίσως μεγαλυτέραν ευκολίαν απεδείκνυον ότι αν και εχρησιμοποίουν οι Σχολαστικοί τον Αριστοτέλην.
Η λατινική γλώσσα εχρησιμοποιήθη εις την θεολογίαν και την λατρείαν δια πρώτην φοράν εις την Βόρειον Αφρικήν. 18 . η κάμψις αυτού εν τη ζωή της Εκκλησίας και εν τη συνειδήσει των θεολόγων συνεπάγεται ανάλογον κάμψιν όσον αφορά εις την χρήσιν της πατερικής θεολογικής μεθόδου. Αντιθέτως έβλεπον σαφώς ριζικήν αντίθεσιν των Σχολαστικών εις τας βασικάς προϋποθέσεις της πατερικής δογματικής μεθόδου. Συνόδων. αξιολόγησιν. και των εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδων του ΙΔ' αιώνος. υπό των μετά τον Μέγα Φώτιον ακμασάντων μεγάλων Πατέρων. εις τήν. της Η' Οικ. καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι πρώτον μελετήσαντες τους Σχολαστικούς. ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες. ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας Πρέπει να τονισθή δεόντως. Μόνον μεταγενεστέρως εμφανίζεται εις την Γαλλίαν και την Βόρειον Ιταλίαν ως γλώσσα της θεολογίας και της λατρείας. Ιωάννου Ν. δημοσίευσις των Δογματικών και Συμβολικών Μνημείων της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Μόλις κατά την εποχήν της Β' Οικ. σπουδαίως συνετέλεσε μεταξύ άλλων η υπό του πρυτάνεως των συγχρόνων ορθοδόξων Δογματικών κ. της διακρινομένης από την δυτικήν θεολογικήν μέθοδον πατερικής θεολογίας. ότι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνας γλώσσα της λατρείας και θεολογίας εν τη Δύσει ήτο η Ελληνική. ουδόλως επίστευον ότι πρόκειται περί κοινής μετά της Ορθοδοξίας παραδόσεως. ότι αι μεθοδολογικαί προϋποθέσεις των Σχολαστικών είχον σπουδαίας ομοιότητας με τας προϋποθέσεις της διδασκαλίας αιρετικών καταδικασθέντων υπό Οικ. Συνόδου (381) ήρχισε να αντικαθιστά η Λατινική την Ελληνικήν εις αυτήν ταύτην την Ρώμην. Προς επάνοδον της συγχρόνου ορθοδόξου θεολογίας. Συνέπεια των ανωτέρω εξελίξεων εις την ρωσσικήν και μεταγενεστέρως εις την ελληνικήν θεολογίαν υπήρξεν ο παραμερισμός εις την σύγχρονον ορθόδοξον θεολογίαν της αυθεντίας των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Ο παραμερισμός ούτος είχεν ως αποτέλεσμα την λήθην της υπό των εν λόγω Πατέρων δογματικής αξιολογήσεως της φραγκολατινικής σχολαστικής δογματικής παραδόσεως. μετά τον Μέγαν Φώτιον. Είναι δε αυτονόητον ότι. Συνόδου του 879. Δ' Τα ιστορικά πλαίσια της λατινόγλωσσης (της διακρινομένης από την φραγκολατινικήν παράδοσιν) και της ελληνόγλωσσης. Σημειωτέον ότι η ελληνική γλώσσα διατηρείται μέχρι σήμερον εν τη Κάτω Ιταλία. αφού ο μοναχισμός αυτός είναι ο κατ' εξοχήν φορεύς της πνευματικότητος εκείνης επί της οποίας στηρίζεται το οικοδόμημα της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας.Εν συνεχεία εσημείωσε σοβαράν κάμψιν και υπέστη σοβαρόν κλονισμόν εν Ελλάδι μετά την Επανάστασιν του 1821. Τους δύο τούτους παράγοντας συνώδευσε μία ανάλογος ανάπτυξις θαυμασμού εκ μέρους των ορθοδόξων θεολόγων δια τον μοναχισμόν της φραγκολατινικής παραδόσεως. Καρμίρη.10 Μάλιστα διεπίστωσαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες.
είναι ο σύγχρονος των αναφερθέντων λατινοφώνων Ρωμαίων ιερός Αυγουστίνος7 ο γνωστός εις την δυτικήν ιστορίαν ως μαθητής και πνευματικόν τέκνον του αγίου Αμβροσίου. αλλά χωρίς σπουδαία αποτελέσματα. μεγάλοι λατινόφωνοι θεολόγοι. μετέφρασεν εις τα Λατινικά ολόκληρον την Αγίαν Γραφήν από τα Εβραϊκά και τα Ελληνικά και βίους πολλών αγίων και πολλά συγγράμματα των ελληνοφώνων Ρωμαίων. Αγνοών την ελληνικήν γλώσσαν. αλλά δυστυχώς και τας προϋποθέσεις της θεολογίας των Πατερών των Οικουμενικών Συνόδων Α' και Β' δεν ηδύνατο να μελετήση ούτε την Καινήν Διαθήκην. εγνώριζον απταίστως την Ελληνικήν. 19 . ως μας πληροφορεί εις τας Εξομολογήσεις του.4 λατινόφωνος Ρωμαίος. εν συγκρίσει με τους ελληνόφωνας. ώστε να αποβαίνη γνωστός δια την έλλειψιν πρωτοτυπίας. εξαιρέσει του Ιερού Αυγουστίνου. όπου ησκήτευεν. εξ αιτίας των φιλοσοφικών και θεολογικών του προϋποθέσεων. θεωρείται μαθητής και είναι μεταφραστής έργων του αγίου Βασιλείου και του Διδύμου του Τυφλού. και έργα του Ωριγένους. συνεργάτου του Μεγάλου Αθανασίου. Σύνοδον μεταξύ άλλων και τον άγιον Γρηγόριον Νύσσης και με αυτόν εμελέτησε τα υπό του Νύσσης γραφέντα κατά των Ευνομιανών. Ο Κασσιανός εδραίωσε τον ανατολικόν μοναχισμόν εις Γαλλίαν. να κατανοήση ορθώς τα συγγράμματα των λατινοφώνων Ρωμαίων. Είναι τόσον πιστός εις τους διδασκάλους του. όστις ουδέποτε έμαθεν Ελληνικά. τον οποίον υπηρέτησεν ως διάκονος επί πέντε έτη. αλλά και τα εμίσησεν. Αλλ' ουδέ ηδύνατο. πιθανόν εκ Γαλλίας. Τονίζομεν δε ότι ηκολούθουν κατά γράμμα και μεθ' υπερηφανείας και πεποιθήσεως την ελληνόφωνον ρωμαίϊκην πατερικήν παράδοσιν. Ούτος όχι μόνον δεν κατώρθωσεν ως μαθητής να μάθη τα Ελληνικά. Ο Κασσιανός εδίδαξεν εις Γαλλίαν και Ιταλίαν την μονολόγιστον αδιάλειπτον νοεράν προσευχήν5 και κατά παράκλησιν του Πάπα Ρώμης Κελεστίνου έγραψε σπουδαίον σύγγραμμα κατά της Νεστοριανικής αιρέσεως. Ο άγιος Αμβρόσιος. ησκήτευσεν εις τας ερήμους της Αιγύπτου και εχειροτονήθη εις Κωνσταντινούπολιν υπό του Πατριάρχου αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.6 Ο πρώτος εκ των μεγάλων λατινοφώνων θεολόγων. την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν του Ευσεβείου Καισαρείας.8 Μεταγενεστέρως ως επίσκοπος έκαμε πάλιν μίαν προσπάθειαν να τα μάθη. Ο άγιος Ιερώνυμος υπήρξε μαθητής και φίλος του Γρηγορίου του Θεολόγου και εγνώρισεν εις την Β' Οικ. μαθητών μεγάλων ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. τα γραφέντα εντός των πλαισίων της ελληνοφώνου πατερικής παραδόσεως.1 αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων. όπου προ ημίσεως αιώνος περίπου είχε μεταφέρει αυτόν ως εξόριστος ο Μέγας Αθανάσιος. του Γρηγορίου του Θεολόγου.Μέχρι της εποχής της Γ' Οικουμενικής Συνόδου (431) οι ολίγοι. βίους αγίων. 2 ο οποίος διέμεινεν επί πολλά έτη εις την ελληνόφωνον Ανατολήν. Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός. Ρουφίνος3 μετέφρασε συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου. Αναφέρομεν κατωτέρω παραδείγματα μεγάλων λατινοφώνων. ούτε τα συγγράμματα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων Ανατολής τε και Δύσεως. Ο φίλος του αγίου Ιερωνύμου. Ο μέγιστος των μεγάλων λατινοφώνων Ρωμαίων άγιος Ιερώνυμος.
οι Βισηγότθοι την Ισπανίαν και Νότιον Γαλλίαν. καθησυχάζει τους ελληνόφωνας Ρωμαίους με την πληροφορίαν. ότι δεν ήτο καν εις θέσιν να παρακολουθήση την περί των φιλοσοφικών θεωριών κριτικήν των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. Ενώ κατά τον Ε' αιώνα εφάνη εν τη διαμάχη μεταξύ των θεολογιών Αυγουστίνου και Κασσιανού η μελλοντική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και Φράγκων και εν συνεχεία μεταξύ Ορθοδοξίας και των πνευματικών απογόνων των Φράγκων. δεν παραδέχονται τον Υιόν ως αίτιον ή συναίτιον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. Με άλλα λόγια η Σύνοδος κατεδίκασεν την θέσιν του Αυγουστίνου ότι πάντες ήμαρτον εν τω Αδάμ. Είναι βέβαιον π.14 20 .11 Εις τον Αμβρόσιον η εκ του Υιού εκπόρευσις σημαίνει την εν χρόνω πέμψιν του Αγίου Πνεύματος.12 ενώ εις τον Αυγουστίνον η εκπόρευσις σημαίνει και πέμψιν αλλά και τρόπον υπάρξεως. ότι ο Αυγουστίνος ήλθεν εις οξείαν θεολογικήν αντίθεσιν με τον μαθητήν του Χρυσοστόμου. καθ' όσον αι μεν προϋποθέσεις της ρωμαίϊκης ελληνολατινικής βιβλικής πατερικής θεολογίας και πνευματικότητος επεκράτουν εις τους λατινοφώνους Ρωμαίους. όστις έζησε τον 7ον αιώνα αρκετά χρόνια εις την Δύσιν. Εξ αιτίας της δουλείας των λατινοφώνων Ορθοδόξων εις τους διαφόρους βαρβάρους κατακτητάς από του Ε' αιώνος. Κατά την εποχήν ταύτην οι Φράγκοι είχον κατακτήσει σχεδόν ολόκληρον την Γαλλίαν. Οι ελάχιστοι λατινόφωνοι θεολόγοι του ΣΤ' αιώνος δεν ήσαν πλέον εις θέσιν να ενδιατρίψουν ούτε εις την παλαιοτέραν.χ. et ita in omnes homines [mors] pertransiit.Επίσης πρέπει να σημειωθή ότι ο ιερός Αυγουστίνος ολίγην είχε γνώσιν της ελληνικής φιλοσοφίας. οίτινες εγνώριζον κάλλιστα την σκέψιν των προγόνων των και ως εκ τούτου. τον άγιον Ιωάννην τον Κασσιανόν εις τα θέματα περί χάριτος. υπό την έννοιαν της πέμψεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. et per peccatum mors. οι Βουργουνδοί τμήμα της Νοτίου Γαλλίας και οι Οστρογότθοι την Ιταλικήν χερσόνησον και την Δυτικήν Βαλκανικήν. in quo omnes peccaverunt". το οποίον χρήζει εξ επόψεως θεολογικής μεθόδου μεγάλης προσοχής. Είναι φανερόν ότι δεν είναι η αμαρτία του Αδάμ που κληρονομείται αλλά ο θάνατος εφ' ω πάντες ήμαρτον. την οποίαν εγνώριζε μόνον από λατινικάς περιγραφάς και ελαχίστας μεταφράσεις.13 Η διδασκαλία του Αμβροσίου είναι ορθόδοξος ενώ του Αυγουστίνου δεν είναι. Τούτο ως έκφρασις υπάρχει εις τον άγιον Αμβρόσιον10 και ως διδασκαλία το πρώτον εις τον Αυγουστίνον. αλλ' ουχί τον τρόπον της υπάρξεως Αυτού. Παπικών και Προτεσταντών. ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι όταν ομιλούν περί εκπορεύσεως. Εφιστώμεν την προσοχήν του αναγνώστου εις το ιστορικόν γεγονός. ή να διορθώσουν αυτήν. εξησθένησε σημαντικώς η λατινόφωνη θεολογία. προορισμού και ελευθερίας. ούτε εις την νεωτέραν ελληνόφωνον ρωμαϊκήν θεολογίαν. ότι οι λατινόφωνοι ωμίλουν περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού.9 Επί έναν αιώνα σχεδόν συνεκρούοντο οι οπαδοί του Αυγουστίνου και του Κασσιανού.12 της προς Ρωμαίους ως εξής: "Per unum hominem peccatum intravit in mundum [mundo]. ότι εδιάβασεν εν μεταφράσει τον Πλωτίνον και ίσως τον Πλάτωνα. Το πρώτον μόλις κατά τον 7ον αιώνα εγένετο γνωστόν εις την Ανατολήν. αμαρτίας. αι δε της αυγουστινείου θεολογίας εις τους Φράγκους. Ο 2ος κανών της Συνόδου ταύτης αναφέρεται εις το 5. μέχρις ότου τω 529 η σύνοδος της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Γαλλίας εν Αραουρίω (Orange) της Μασσαλίας κατεδίκασεν την διδασκαλίαν ταύτην του Αυγουστίνου. Η συνύπαρξις εις την Δύσιν της θεολογίας των Ρωμαίων Πατέρων και της θεολογίας του Αυγουστίνου συνεχίσθη μέχρι του Η' αιώνος κατά τρόπον μάλλον αρμονικόν. ήσαν εις θέσιν να βελτιώσουν. Το χείριστον πάντως ήτο.
Ούτως εθεμελιώθη ως αρχή της φραγκολατινικής παραδόσεως η υπεροχή της θεολογίας των Σχολαστικών έναντι των Πατέρων της Εκκλησίας.17 Μάλιστα ο Φώτιος εξέφρασε την αμφιβολίαν του περί της χειρογράφου παραδόσεως των έργων του Αυγουστίνου και του Αμβροσίου. το Filioque εις δόγμα και κατεδίκασαν ως αιρετικούς τους αντιτιθεμένους προς αυτό. Γερμανίαν. Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. ότι τα υπό των τότε Φράγκων γραφέντα εναντίον των ελληνοφώνων Ρωμαίων προς στήριξιν του Filioque. ότι εις το Σύμβολον της πίστεως ο όρος "εκπόρευσις". ότι αποτελεί το δόγμα αυτό μίαν πρόοδον εις την κατανόησιν του δόγματος περί Αγίας Τριάδος και δια τον λόγον αυτόν δεν συνεφώνησαν με τους Πάπας της Ρώμης και τους Πατριάρχας της Κωνσταντινουπόλεως. Δηλαδή ούτοι πρώτον εκήρυξαν την ανωτερότητα της θεολογικής των παραδόσεως και μετά εδημιούργησαν και εκαλλιέργησαν αυτήν. Ελβετίαν.18 προφανώς επί τη βάσει των πληροφοριών του Μαξίμου του Ομολογητού. ως συμπολίται των ελληνοφώνων Ρωμαίων της αυτοκρατορίας των εν Κωνσταντινουπόλει Ρωμαίων Βασιλέων. Τονίζομεν πάλιν ότι. πέντε έτη μετά τον θάνατον του Αλκουΐνου. όπως και ο όρος "γέννησις". το Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως. 21 . περί της ανάγκης αφαιρέσεως αυτού από το Σύμβολον. το οποίον εδέχθησαν εις Οικουμενικάς Συνόδους και το οποίον χρησιμοποιούν όλαι αι αποδεχόμεναι τας Οικουμενικάς Συνόδους Εκκλησίαι. αφού πρώτον διεκήρυξαν οι Φράγκοι. τονίζοντα. Αυστρίαν και την προ ολίγου κατακτηθείσαν Βόρειον και Μέσην Ιταλίαν. Κατά τον 8ον αιώνα όμως. διότι εγνώριζον καλώς. είναι κατωτέρας ποιότητος και ενδεικτικά του επιπέδου μορφώσεως των πρώτων θεολόγων της φραγκικής παραδόσεως. ότι ο Αυγουστίνος και ο Αμβρόσιος είναι μόνον δύο μεταξύ εκατοντάδων αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και ότι δεν επιτρέπεται μία τοπική Εκκλησία μόνη της να προσθέση τι ή να αφαιρέση τι εκ του Συμβόλου. Ως αναφέρομεν φραγκική θεολογική παράδοσις ουσιαστικώς δεν υπήρχεν ακόμη. του οποίου η θεολογία ήτο σχεδόν αποκλειστικώς του Αυγουστίνου. οι Φράγκοι. Παρά ταύτα βάσει της θεολογίας του Αυγουστίνου ισχυρίσθησαν οι Φράγκοι. του Αγγλοσάξωνος Αλκουΐνου.15 Απαντώντες εις τας γενομένας τω 808 διαμαρτυρίας του Πάπα Ρώμης Λέοντος του Γ' και των ελληνοφώνων Ρωμαίων της Παλαιστίνης. Ούτως εις εποχήν αγραμματωσύνης οι Φράγκοι εκήρυξαν την δογματικήν των υπεροχήν έναντι των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων. Η φραγκική κυριαρχία τώρα συμπεριελάμβανε την Γαλλίαν. ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι δεν δέχονται τον Υιόν ως αίτιον ή συναίτιον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.16 Όλοι οι επιστήμονες συμφωνούν σήμερον. ως θα ίδωμεν εν οικείω τόπω. τη επιρροή προφανώς του πρώτου θεολόγου της παραδόσεώς των. Πάντως οι Φράγκοι ή δεν ηδυνήθησαν ή δεν ηθέλησαν να ακούσουν τον Μέγαν Φώτιον. σημαίνει τρόπον υπάρξεως και δηλοί υποστατικόν ιδίωμα. οίτινες μέσω της ιδικής των ορθοδοξίας επεδίωκον την καθυπόταξιν και αφομοίωσιν των υπ' αυτών κατακτηθέντων λαών. οι Φράγκοι προσέθεσαν το Filioque του ιερού Αυγουστίνου εις το Σύμβολον της πίστεως. ότι το περί Filioque δόγμα είναι πρόοδος εις την κατανόησιν του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος.Και πράγματι ουδέποτε εδέχθησαν εκουσίως. ανεκήρυξαν τω 809. Έκτοτε το Filioque εγένετο μέρος της επεκτατικής πολιτικής των Φράγκων. Αλεξανδρείας. μετά εγέννησαν την θεολογικήν των παράδοσιν γράφοντες τα "κατά των πλανών των Γραικών" (Contra errores Graecorum) περί τα μέσα του 9ου αιώνος.
εστράφησαν δια βοήθειαν προς τους Φράγκους κατά τον 8ον αιώνα μη αξιολογήσαντες ορθώς τας επιπτώσεις. Συνόδου τω 879. Και τούτο διότι κατά το 867 ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος ο Α'. Συνόδου. ως εις εθνικούς σωτήρας έναντι του Τουρκικού κινδύνου.20 Μεταξύ των ετών 867 και 1009 οι φραγκόφιλοι Πάπαι ήσαν πολύ ολίγοι και ως επί το πλείστον δια της βίας επιβληθέντες. κατά την εν λόγω εποχήν. ούτω και οι Φραγκόφιλοι έναντι των κινδύνων εκ των Σαρακηνών και των Λογγοβάρδων. εν τοις προσώποις του Πάπα και του ελληνόφωνου Ρωμαίου διοικητού των εν Ιταλία επαρχιών της Κωνσταντινουπόλεως. ως και η καταδίκη της Ζ' Οικ. ενεκαινίασεν επιτυχώς την ανάκτησιν της ελληνοφώνου Κάτω Ιταλίας και Σικελίας από τους Σαρακηνούς και ούτως ενέπνευσε και εις τους λατινόφωνας Ρωμαίους την ελπίδα επικειμένης απελευθερώσεως των από τον ζυγόν των Φράγκων και των Λογγοβαρδοϊταλών. Όπως οι Λατινόφρονες αποβλέποντες εις τους Φράγκους. Εν όψει των κινδύνων εκ των Σαρακηνών και των Λογγοβάρδων οι λατινόφωνοι και ελληνόφωνοι Ρωμαίοι. η εν συνεχεία δογμάτισις αυτής.Πρέπει να τονισθή δεόντως ότι η Εκκλησία της Ρώμης ταχθείσα παρά το πλευρόν των ελληνοφώνων Ρωμαίων έλαβε μέρος και εδέχθη επισήμως τας αποφάσεις της επί Μεγάλου Φωτίου συγκροτηθείσης Η' Οικ.19 Επίσης πρέπει να τονισθή ότι οι Λογγοβάρδοι κατακτηταί της Βορείου Ιταλίας επέφερον βαθμιδόν αλλοίωσιν εις την εθνικήν και γλωσσικήν σύνθεσιν των βορειοανατολικών Λατινοφώνων. Το γεγονός ότι η Κάτω Ιταλία και Σικελία ευρίσκοντο υπό το κράτος των Σαρακηνών εξησθένησε σημαντικώς την υπό της Κωνσταντινουπόλεως ενίσχυσιν των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων Ορθοδόξων της Εκκλησίας της Ρώμης. Εξ επόψεως Δογματικής και Συμβολικής. 22 . Ο Πάπας Νικόλαος ο Α' ήτο ο πρώτος πραγματικός φραγκόφιλος Πάπας της Ρώμης. Αμιγείς κατά την γλώσσαν και τα εθνικά και θρησκευτικά φρονήματα λατινόφωνοι Ρωμαίοι υπήρχον. μεγάλην σημασίαν έχει το γεγονός ότι με την κάθοδον των Φράγκων εις την Ιταλίαν συνέπεσαν η υπό των Φράγκων προσθήκη εις το Σύμβολον. Μετά τον Νικόλαον ολίγοι ήσαν οι φραγκόφιλοι Πάπαι της Ρώμης μέχρι τω 1009 ότε απεχώρησεν ο τελευταίος Ρωμαίος Πάπας της Ρώμης Ιωάννης ο ΙΗ' και έκτοτε περιήλθε κατ' αρχήν τη βιαία επεμβάσει των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων η Εκκλησία της Ρώμης εις χείρας των Φραγκολατίνων (Γάλλων). ήτις κατεδίκασε την περί Filioque διδασκαλίαν των Φράγκων ως και την υπό των Φράγκων απόρριψιν της Ζ' Οικ. εξ επόψεως πολιτικής και στρατιωτικής. Τευτονοφράγκων (Γερμανών) και Ιταλών. Η ουσιαστική απουσία των ελληνοφώνων Ρωμαίων. Κατά την καθ' όλου ροήν της εξελίψεως ταύτης αφωμοίωσαν και την Αρειανικήν των Λογγοβάρδων περιφρόνησιν δια την Κωνσταντινούπολιν και τας Οικουμενικάς αυτής Συνόδους ως και τον συγγενή ανθελληνισμόν των. είχον διάθεσιν να υιοθετήσουν τας θεολογικάς και εκκλησιαστικάς των παραδόσεις. είχεν ως αποτέλεσμα την εμφάνισιν μεταξύ των λατινοφώνων Ρωμαίων της Εκκλησίας της Ρώμης των λεγομένων Φραγκοφίλων. οίτινες αντιστοιχούν με τους Λατινόφρονας της Ανατολής. οίτινες συγχωνευθέντες μετά των Λογγοβάρδων εξελίχθησαν εις αυτό το οποίον εγένετο κατόπιν γνωστόν ως Ιταλικόν έθνος. Συνόδου. μόνον εις Μέσην και Κάτω Ιταλίαν.
ότε η εκ νέου επέμβασις των Φράγκων επέφερε και το μόνιμον ιστορικόν αποτέλεσμα του έκτοτε αποκλεισμού από τον θρόνον του Πάπα των πραγματικών Λατινορωμαίων. της προ του 1009 ορθοδόξου και ρωμαϊκής πόλεως της Ρώμης. ενώσεως και αφομοιώσεως όλων των λαών εις μίαν φραγκορωμαϊκήν αυτοκρατορίαν. χάριτος και προορισμού. Μέγας Βασίλειος. παθών. ήτις ευρίσκει δικαίωσιν μόνον εις τας προϋποθέσεις της αυγουστινείου θεολογίας περί πτώσεως. Αλεξανδρείας. τον ρωμαϊκόν) "από την οποίαν απηλλάγη η Εκκλησία της Ρώμης τη επεμβάσει αγίων Φράγκων αυτοκρατόρων". οι Φράγκοι εις απόδειξιν της κατωτερότητος του λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκού κλήρου εχρησιμοποίουν την φραγκικής προελεύσεως υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου. ήτο ότι το νέον περί Παπισμού δόγμα και ο Αυγουστίνος απετέλεσαν τα δύο σκέλη επί των οποίων εστηρίχθησαν η φραγκική επεκτατική πολιτική και η ανάπτυξις του φραγκικού πολιτισμού.24 23 .τι είναι δια την Ορθοδοξίαν οι Τρείς Ιεράρχαι.[23] Φαίνεται ότι πρόκειται περί μιας εκ συστήματος συκοφαντικής τακτικής των Φράγκων. ελευθερίας. δηλαδή ό. οίτινες ήσαν και φανατικοί Ορθόδοξοι και εθεώρουν εαυτούς εθνικώς ταυτόν με τους ελληνόφωνας Ρωμαίους της Κάτω Ιταλίας και της Ανατολής. μετέβαλον τα υπό των Οικουμενικών Συνόδων θεσπισθέντα πρεσβεία τιμής του Πάπα Ρώμης εις το μέχρι τότε άγνωστον δόγμα περί της διοικητικής δικαιοδοσίας του Πάπα Ρώμης εφ' όλων των Εκκλησιών. Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός ότι εις τα εγχειρίδια των Παπικών και των Προτεσταντών η εκλογή του Πάπα Ρώμης υπό του κλήρου και του λαού.Ούτως εκτός από την περίοδον του 962‐963 τη ενισχύσει της Κωνσταντινουπόλεως οι Ρωμαίοι εκράτησαν εις χείρας των τον θρόνον του Πάπα της Ρώμης και παρέμειναν πιστοί εις τας αποφάσεις των 8 Οικουμενικών Συνόδων μέχρι τω 1009. αμαρτίας. Ιεροσολύμων). Ο Αυγουστίνος εγένετο δια τους Φράγκους ο μεγαλύτερος θεολόγος και Πατήρ της Χριστιανοσύνης. Οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι Ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί και τα τέσσαρα εναπομείναντα ελληνόφωνα Πατριαρχεία των Ρωμαίων (Κωνσταντινουπόλεως. αυτόν. Ως τέταρτον σκέλος της επεκτατικής ταύτης πολιτικής. υπερήσπισαν τας ορθοδόξους παραδόσεις και κατεδίκασαν τας φραγκικάς ταύτας περί αγαμίας του κλήρου διδασκαλίας ως αιρετικάς. όμως.[22] Εξ ίσου άξιον προσοχής είναι το γεγονός ότι περιέργως παρουσιάζονται ως ανήθικοι και Σιμωνιακοί οι Ορθόδοξοι και ελληνόφιλοι Πάπαι. περιγράφεται ως αιχμαλωσία της Εκκλησίας εις τον λαόν (δηλ. ήτις και υπήρξε το τρίτον σκέλος της επεκτατικής των πολιτικής. Εφαρμόζοντες τας αντιλήψεις αυτάς οι προερχόμενοι εκ του φραγκικού μοναχισμού και δια της βίας εν Ρώμη εγκαθιστάμενοι τον 11ον αιώνα Πάπαι επέβαλλον την ποινήν του αφορισμού εις τους λαϊκούς τους κοινωνούντας από τας χείρας εγγάμων ιερέων. Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Το αποτέλεσμα του πρώτου σταδίου της δογματικής και πολιτικής διαμάχης μεταξύ των Φράγκων και των ελληνολατίνων Ρωμαίων. Προς τον σκοπόν. ενώ οι φραγκόφιλοι Πάπαι είναι πάντοτε οι άγιοι. Αντιοχείας.21 Ως κατακτηταί της Βορείου και Μέσης Ιταλίας και κυρίαρχοι της Ρώμης κατά περιόδους από του 8ου μέχρι του 11ου αιώνος ήθελον οι Φράγκοι να χρησιμοποίησουν το υφ' όλων ανεγνωρισμένον πρωτόθρονον του Πάπα Ρώμης και την λατινικήν γλώσσαν ως όργανα καθυποτάξεως.
κυρίως από της εποχής της Εικονομαχίας ότε χιλιάδες καταδιωκόμενοι εν Ανατολή μοναχοί κατέφυγον εις την Κάτω Ιταλίαν προστατευόμενοι υπό των Ρωμαίων Παπών. Η θεολογία και η πνευματικότης αυτών εβασίζετο σχεδόν αποκλειστικώς εις τον ιερόν Αυγουστίνον και τας πλατωνικάς και άλλας προϋποθέσεις αυτού και ολίγην σχέσιν είχε με τον μοναχισμόν της λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκής παραδόσεως. κατηνόησαν την αξίαν του δια τα γενικά επεκτατικά των σχέδια και ούτως εδόθη η ώθησις εις την ίδρυσιν κατά τον 10ον αιώνα (920) των πρώτων φραγκικών μοναστηρίων ή ταγμάτων. μέλη του μοναχισμού τούτου επανεστάτησαν κατά των Γερμανοφράγκων αυτοκρατόρων και ανεκήρυξαν εις δόγμα την ελευθερίαν του θρόνου της Ρώμης έναντι της κοσμικής εξουσίας. Εν συνεχεία όμως μετά την εκδίωξιν των ορθοδόξων Ρωμαίων από τον θρόνον της Ρώμης και την εγκαθίδρυσιν Φράγκων και Ιταλών Παπών. Ουδόλως πρέπει να γίνεται σύγχυσις μεταξύ του μοναχισμού και της πνευματικότητος των Φραγκολατίνων και του μοναχισμού και της πνευματικότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. οίτινες επί δύο αιώνας εστήριζον και ενίσχυον το Πατριαρχείον της Ρώμης κατά των Φράγκων και των Λογγοβάρδων. 24 . ως φορείς της θεολογίας και πνευματικότητος των αγίων Πατέρων. τους δυνατωτέρους και φανατικωτέρους πολεμιστάς κατά της Ορθοδοξίας. Τα μοναχικά ταύτα τάγματα συνειργάσθησαν μετά των Τευτονοφράγκων (Γερμανών) αυτοκρατόρων δια την πνευματικήν κατάληψιν της Ρώμης και την εκρίζωσιν της λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαίϊκης ορθοδόξου επικρατίας εκ της Κάτω Ιταλίας.25 Η θεολογία και πνευματικότης αύτη. ήτο η δύναμις εκείνη ήτις δεν επέτρεψεν εις τους Φράγκους να καταλάβουν θρησκευτικώς και εθνικώς τους λατινόφωνας και ελληνόφωνας Ρωμαίους και να αφομοιώσουν αυτούς. Οι Νορμανδοί. εξασκούντα μεγάλην πνευματικήν και εθνικήν επίδρασιν επί των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων. κατά πληροφορίας ίσως υπερβολικάς. Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός ότι κατά τον 10ον και 11ον αιώνα υπήρχον. τω 1071 οι Νορμανδοί είχον ολοκληρώσει την κατάκτησιν των ελληνοφώνων επαρχιών της Κάτω Ιταλίας και οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχον παγιώσει την εισβολήν των εις την Μικράν Ασίαν.Εκ του γεγονότος τούτου φαίνεται σαφώς η δογματική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αυγουστινιανών Φραγκολατίνων εις τας περί πνευματικότητος προϋποθέσεις.26 Ασφαλώς επηρεασμένοι οι Φράγκοι από την πνευματικήν δύναμιν του στρατεύματος αυτού των ορθοδόξων μοναχών. ουχί όμως τη βοηθεία των Βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως. όμως υιοθέτησαν την εκκλησιαστικήν περί Ρώμης πολιτικήν των ελληνοφώνων Ρωμαίων και συνεμάχησαν μετά του Γρηγορίου του Ζ' κατά του Γερμανοφράγκου Βασιλέως και των επεμβάσεων αυτού εν Ρώμη. Μόλις προ τεσσάρων ετών.27 τα οποία εντός ολίγου έδωσαν εις τους Φράγκους. Ούτω το 1075 ο Πάπας Γρηγόριος ο Ζ' εκήρυξεν επανάστασιν κατά της επί του θρόνου της Ρώμης κυριαρχίας των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων. περίπου 1500 ελληνόφωνα μοναστήρια και ησυχαστήρια κατεσπαρμένα από τας ελληνοφώνους επαρχίας της Κάτω Ιταλίας μέχρι και της Ρώμης. ήτις εκαλλιεργείτο και εξεφράζετο κατ' εξοχήν εις τον μοναχισμόν αυτόν της Κάτω Ιταλίας. Δεν ήσαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι πλέον εις θέσιν να επηρεάσουν τα εν Ρώμη πράγματα.
Σύνοδον. ώστε εξελίχθησαν τα πράγματα εις τον συμβιβασμόν της υποκαταστάσεως της Η' του 879 υπό της καθαιρεσάσης τον Μέγαν Φώτιον και άρα αρεστής και αποδεκτής εις τους Φράγκους Συνόδου του 869. Αντικατεστάθησαν μάλιστα δια του τονισμού της προσπαθείας των Φράγκων να ελευθερώσουν την Εκκλησίαν της Ρώμης από την αμαρτίαν και την ακολασίαν των ρωμαϊκών οικογενειών. Ούτως οι Ρωμαίοι της Κάτω Ιταλίας εστερήθησαν. Πάντως η επανάστασις αυτού συνετέλεσεν εις το να περιέλθη ο θρόνος του Πάπα εις τας χείρας των Ιταλών. όπου ευρίσκεται μέχρι σήμερον. 29 Επειδή όμως η επί Μεγάλου Φωτίου Η' Οικ. ίνα τονίσωμεν ότι η Εκκλησία της Ρώμης και η Ορθοδοξία αυτής ουδέποτε απεσπάσθη δογματικώς από τα τέσσερα ελληνόφωνα ορθόδοξα Πατριαρχεία των Ρωμαίων της Ανατολής. παρά την φραγκικήν εν Ιταλία παρουσίαν. ως οι προ του 11ου αιώνος Πάπαι. αίτινες εκυριάρχουν εις τας εκλογάς των Παπών και ήσαν προσκολλημέναι εις τους αιρετικούς ελληνόφωνας Ρωμαίους αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως. Σύνοδος του 872 κατεδίκασε το φραγκικόν Filioque παρέμεινε φυσικώ τω λόγω απαράδεκτος εις τους Φράγκους. 30 Ήτο φυσικόν να παραμείνουν εις την νέαν φραγκο‐λατινορωμαϊκήν σύνθεσιν οι Ρωμαίοι Πατέρες οι ακμάσαντες προ της περί Filioque διαμάχης. ήτις αναγνωρίζεται επισήμως μέχρι σήμερον εν τη Δύσει ως Η' Οικ. οπαδός της ελληνολατινικής ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας και πνευματικότητος. Μάλιστα η φραγκική αντίληψις περί σχίσματος και αιρέσεως του Μεγάλου Φωτίου και των ελληνοφώνων Ρωμαίων επεκράτησεν εις την νέαν σύνθεσιν και αι δογματικαί διαφοραί μεταξύ Φράγκων και λατινοφώνων Ρωμαίων μέχρι τω 1009 ημβλύνθησαν εις την δυτικήν ιστορίαν και σχεδόν ελησμονήθησαν.Αλλά ο Γρηγόριος ο Ζ' δεν υπήρξεν. και έπαυσαν οριστικώς οι Ρωμαίοι να εκλέγωνται Πάπαι του πνευματικού κέντρου των. Σύνοδος. αλλά φανατικώτατον γέννημα και θρέμμα του φραγκικού μοναχισμού.31 25 . αφού οι μετά τον Δαμασκηνόν Ρωμαίοι Πατέρες επολέμησαν το Filioque και το κατεδίκασαν ως αίρεσιν. Κατά τον 12ον αιώνα οι Φράγκοι εδέχθησαν τελικώς την Ζ' Οικ. Η αποδοχή όμως μιας Η' Οικ. Μετά την κατάληψιν του Πατριαρχείου των Ρωμαίων υπό των Λατινοφράγκων. Τευτονοφράγκων. Αντεκατεστάθη η Εκκλησία των Ρωμαίων εν Ρώμη υπό της Εκκλησίας των Φράγκων. Οι δε ελληνόφωνοι Ρωμαίοι της Κάτω Ιταλίας διατηρούν την γλώσσαν των μέχρι σήμερον. Συνόδου ήτο τόσον ισχυρώς ριζωμένη εις την συνείδησιν των Λατινορωμαίων. και Ιταλών επήλθε μία σπουδαία δια την Δογματικήν και Συμβολικήν συγχώνευσις φραγκικών και λατινο‐ρωμαϊκών δογματικών και συμβολικών παραδόσεων δια της αμοιβαίας υποχωρήσεως και επιδράσεως. Δια τούτο οι Φραγκολατίνοι εθεώρουν τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν ως τον τελευταίον "Έλληνα" Πατέρα της Εκκλησίας. Τουναντίον εξωντώθη δια της βιαίας καταλήψεως αυτής υπό των Φράγκων και των μη Ρωμαίων Ιταλών και ούτως εξηφανίσθη. Αναφέραμεν το ιστορικόν τούτο σχεδιάγραμμα. Οι μεν λατινόφωνοι Ρωμαίοι με την πάροδον του χρόνου συνεχωνεύθησαν με τους Ιταλούς και απωλέσθη ούτως η λατινική γλώσσα ως γλώσσα των λατινοφώνων της Κάτω Ιταλίας. Η Εκκλησία της Ρώμης ουδέποτε απεσχίσθη εκ της Ορθοδοξίας. οίτινες μετά φανατισμού παρέμειναν πιστοί εις αυτήν αρνούμενοι να προσθέσουν το Filioque εις το Σύμβολον επί δύο αιώνας.
και κοινάς λειτουργικάς παραδόσεις και τον ίδιον σεβασμόν δια τους ιερούς κανόνας των Οικ. Οι λατινόφωνοι και οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι είχον κοινήν παράδοσιν. ότι οι Φραγκολατίνοι ουδέποτε ημφισβήτουν το κύρος των προ του Ιωάννου Δαμασκηνού ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και των έξ Οικουμενικών Συνόδων. Εις αυτήν την συγχώνευσιν ήτο αδύνατον οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι να συμμετέχουν εφ' όσον ούτοι εταυτίζοντο εθνικώς και εκκλησιαστικώς με την Κωνσταντινούπολιν. των ανατολικών και δυτικών Γότθων και των Λογγοβάρδων. Σύνοδος και ο υπέρμαχος αυτής Ιωάννης ο Δαμασκηνός εγένοντο μέρος της φραγκικής παραδόσεως. τουλάχιστον από τον 8ον ή 9ον αιώνα. Πρέπει να τονισθή το γεγονός τούτο. Δια τούτο ακριβώς πρέπει να τονισθή η ιστορική διαφορά μεταξύ Λατινορωμαίων και Φραγκολατίνων. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν διεμαρτυρήθησαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι εν τω προσώπω κυρίως του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλαρίου. ως συνέβαινε προηγουμένως εις τους λατινόφωνας Ρωμαίους. Υπήρχον ασφαλώς ωρισμέναι διαφοραί. Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός της υπάρξεως μεταξύ των μη Φράγκων Γερμανών.Ίσως η μεγαλυτέρα δυσκολία εις την διαφοροποίησιν της ρωμαίϊκης πατερικής θεολογικής μεθόδου από την φραγκολατινικήν προκύπτει από το γεγονός. των δογματικών και λειτουργικών παραδόσεων των Αρειανών αι οποίαι συνεχωνεύθησαν εν καιρώ μετά της φραγκικής παραδόσεως. εντός των πλαισίων της ρωμαίϊκης πατερικής μεθοδολογίας και πνευματικότητος. μετά την υπό των Φράγκων κατάληψιν του Πατριαρχείου της Ρώμης. αλλά τουναντίον υπό το πρίσμα των θεολογικών προϋποθέσεων της μεθοδολογίας και της πνευματικότητος του ιερού Αυγουστίνου. 33 26 . Κατά τον 12ον αιώνα η Ζ' Οικ. όχι μόνον δια το Filioque και την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου. αλλά ουχί σπουδαίαι. ότι οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι Ρωμαίοι της Μέσης και Κάτω Ιταλίας είχον. ότε οι Φράγκοι αφώρισαν τους μη αποδεχομένους το Filioque λατινοφώνους και ελληνοφώνους Ρωμαίους. ως ήτο φυσικόν. Ασφαλώς ο μεγαλύτερος πειρασμός της ορθοδόξου θεολογίας από της εποχής των Λατινοφρόνων μέχρι σήμερον είναι να νομίζουν Ορθόδοξοι τινές ότι με τους σημερινούς Παπικούς έχομεν κοινήν αρχαίαν παράδοσιν μέχρι του 11ου αιώνος. εις την νέαν σύνθεσιν φραγκικών και λατινορωμαϊκών στοιχείων. Όταν όμως οι Φράγκοι κατέλαβον το Πατριαρχείον της Ρώμης. ή τουλάχιστον μέχρι της εποχής του Μεγάλου Φωτίου. Ναι μεν η θεολογία των ελληνοφώνων Ρωμαίων παρέμεινεν. αλλά τυπικώς μόνον. Συνόδων. αλλά και δια τα λειτουργικά και περί νηστείας έθιμα τα οποία επέβαλον οι Φράγκοι Πάπαι δια της βίας επί των ελληνοφώνων και λατινοφώνων Ρωμαίων. όχι όμως οι Φράγκοι και οι Ρωμαίοι. διότι δεν ηρμηνεύετο πλέον. Επομένως πολύ αδικούν τον Κηρουλάριον οι επιπλήττοντες αυτόν ξένοι αλλά δυστυχώς και Ορθόδοξοι δια τας επιθέσεις του κατά των Φράγκων εις τα πρακτικής φύσεως θέματα. μαζί με την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου επέβαλον και τας φραγκικάς λειτουργικάς και κανονικάς παραδόσεις.
Ούτως η φραγκική αντίληψις περί αιρέσεως και σχίσματος του Μεγάλου Φωτίου μετεφέρθη υπό των Φράγκων Παπών και μοναχών εις την Ρώμην από του 11ου αιώνος1 και έκτοτε επεκράτησε και εις την πνευματικήν αυτήν πρωτεύουσαν της Αυτοκρατορίας. 10ον και τας αρχάς του 11ου αιώνος οι ολίγοι εναπομείναντες αμιγείς λατινόφωνοι Ρωμηοί της περιοχής της Ρώμης είχον αποστροφήν προς τους Λογγοβάρδους και Φράγκους κατακτητάς και συνεχώς επανεστάτουν κατά της κυριαρχίας αυτών και κατά των υπό των Φράγκων επιβληθέντων Παπών καί. Παπικοί και Διαμαρτυρόμενοι. ο οποίος κατεπολέμησε το περί Filioque δόγμα. μεταξύ ελληνολατίνων Ρωμαίων Πατέρων και φραγκολατίνων Σχολαστικών. αφού είναι κοινώς ομολογουμένη υφ' όλων των συγχρόνων ορθοδόξων θεολόγων η επί της συγχρόνου ορθοδόξου θεολογίας επίδρασις της δυτικής (παπικής και προτεσταντικής) θεολογικής παραδόσεως. διότι οι δυτικοί Χριστιανοί.5 Κατά τον 9ον.Ε' Περί θεολογικής μεθόδου εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των Φραγκολατίνων Είμεθα δυστυχώς υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να ασχολούμεθα με την ορθόδοξον πατερικήν δογματικήν μέθοδον εν τοις πλαισίοις του σχίσματος των Φραγκολατίνων. εξετάζομεν το φαινόμενον όπως είναι. τα οποία έχουν εκ των υστέρων μίαν φαινομενικήν συνοχήν ήτις δεν υπήρχε ποτέ ιστορικώς. ως προηγουμένως υπήρχεν εις την υπόλοιπον φραγκικήν δυτικήν Ευρώπην. μέσω των ελευθέρων ελληνοφώνων Ρωμαίων και του στρατεύματος αυτής εν τη Κάτω Ιταλία επεκράτησαν επί το πλείστον ελληνόφιλοι. Ούτως ενεφάνιζον οι Δυτικοί τον Πάπαν Ιωάννην τον Η' πρώτον αποδεχόμενον τον Φώτιον και μετά αφορίζοντα αυτόν.2 Αυτός ήτο ο λόγος της εμφανίσεως της δυτικής παραδόσεως περί δευτέρου σχίσματος και καταδίκης του Φωτίου. Εξ αιτίας της συγχωνεύσεως και ταυτίσεως της φραγκικής και της λατινικής παραδόσεως μετά την υπό των Φράγκων τελειωτικήν κατάληψιν του Πατριαρχείου της Ρώμης συναρμολογήθησαν στοιχεία αντιφατικά.6 27 . ότι το σχίσμα μεταξύ "Γραικών" και "Λατίνων" ήρχισεν ουσιαστικώς κατά τον 9ον αιώνα επί Μεγάλου Φωτίου.3 Τα περί δευτέρου σχίσματος και καταδίκης του Μεγάλου Φωτίου της μεταγενεστέρας δυτικής παραδόσεως απορρίπτονται σήμερον υφ' όλων των ιστορικών. Εφ' όσον δε τα σήμερον επικρατούντα ξένα προς αυτήν στοιχεία είναι κυρίως φραγκολατινικής προελεύσεως. τη βοηθεία της Κωνσταντινουπόλεως. ίνα φανή εάν υπάρχη ή όχι κοινή μεθοδολογική παράδοσις μεταξύ ελληνοφώνων και λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και εν συνεχεία. ότι ευρίσκοντο εν διαστάσει δογματική και εκκλησιαστική οι εν Ιταλία κυρίαρχοι Φράγκοι και οι κατακτηθέντες ορθόδοξοι λατινόφωνοι Ρωμαίοι. η φραγκική παράδοσις. ως αναφέραμεν. αδυνατούν να συλλάβουν ή να λάβουν σοβαρώς υπ' όψιν το γεγονός.4 Αλλ' αι γενόμεναι προσπάθειαι εξηγήσεως της υπάρξεως του λεγομένου μύθου των Δυτικών περί δευτέρου σχίσματος και περί δευτέρας καταδίκης του Φωτίου κάμνουν έν σοβαρόν σφάλμα. δηλαδή Ρωμηοί λατινόφωνοι ορθόδοξοι Πάπαι μέχρι το 1009. Επομένως ο ακριβέστερος καθορισμός της ορθοδόξου δογματικής μεθόδου έχει σχέσιν ουσιαστικήν και ζωτικήν με την αποκάθαρσιν αυτής από τα ξένα προς αυτήν στοιχεία.
τους οποίους οι δυτικοί ιστορικοί εμφανίζουν ως σωτήρας της Εκκλησίας από την κυριαρχίαν των λατινοφώνων Ρωμηών της Μέσης Ιταλίας ή της Ρώμης. ως φαίνεται σαφώς από τας κατά των Φράγκων αποφάσεις και τα πρακτικά της επί Μεγάλου Φωτίου Η' Οικ. α) η κατά καιρούς βιαία κατάληψις του θρόνου του Πάπα Ρώμης υπό φραγκοφίλων ή Φράγκων επισκόπων. Συνόδου υπήρχεν απόλυτος συμφωνία. Πρέπει.14 Ο θάνατος του Πάπα Νικολάου του Α' τω 867 συνέπεσε με την έναρξιν της επανακτήσεως της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας εκ των Αράβων υπό του Βασιλείου του Α'. 12 Ούτως εν τη εγκυκλίω επιστολή του προς τους της Ανατολής Αρχιερατικούς θρόνους ο Μέγας Φώτιος καταγγέλλει τους εν Βουλγαρία Φράγκους ιεραποστόλους και τους φραγκοφίλους λατινόφωνας Ρωμαίους επί αιρέσει. αφού εις τα θέματα ταύτα του Filioque και της Ζ' Οικ. Συνόδου περί εικόνων και Filioque. Η διάκρισις λησμονείται συνήθως διότι μεταξύ άλλων εχρησιμοποίουν οι Φράγκοι ως επίσημον γλώσσαν των την Λατινικήν και ως αποτέλεσμα της επί αιώνας προπαγάνδας των επεκράτησεν η ανιστόρητος παράδοσις αυτών ότι είναι ούτοι συνέχεια της λατινοφώνου ρωμαϊκής παραδόσεως. Συνόδου αγών του Φωτίου εγένετο κατά των εν Βουλγαρία Φράγκων ιεραποστόλων και των φραγκοφίλων λατινοφώνων Ρωμαίων. Μεταξύ Φράγκων και Ορθοδόξων υπήρχεν επί Μεγάλου Φωτίου μόνιμον δογματικόν σχίσμα εξ αιτίας του Filioque και της Ζ' Οικ. 28 .10 Σημειωτέον ότι η υπό της Εκκλησίας της Ρώμης αναγνώρισις ως Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ιγνατίου και η μη αναγνώρισις του Φωτίου είχε χαρακτήρα κανονικόν και ουχί δογματικόν. Αλλά μεταξύ λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων ούτε υπήρχεν ούτε έγινεν επί Μεγάλου Φωτίου δογματικόν σχίσμα. ως Ρωμαίους. εν ή την μεγίστην πλειοψηφίαν και κυριαρχίαν είχον οι λατινόφωνοι Ρωμηοί. Συνόδου. να τονισθή ότι επί Μεγάλου Φωτίου υπήρχε μόνιμον σχίσμα και συγχρόνως δεν έγινε δογματικόν σχίσμα. οίτινες εθεώρουν εαυτούς φυσικά.Συντελεί εις την εν λόγω σύγχυσιν των δυτικών ιστορικών.14 και ούτω με την επάνοδον της ρωμαϊκής (τής Κωνσταντινουπόλεως) στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος εν Ιταλία η δημιουργηθείσα υπό των φραγκοφίλων εν Ρώμη κατάστασις εξωμαλύνθη επί μίαν περίπου εκατονταετηρίδα μέχρι της στρατιωτικής επανόδου των Φράγκων κατά το 962‐315 και της τελειωτικής κατά το 1009 σοβαράς εξασθενήσεως εν Ρώμη της ρωμαϊκής (ρωμαίϊκης) ισχύος. λοιπόν. 13 αλλά διαχωρίζει απ' αυτούς τον φραγκόφιλον Πάπαν Νικόλαον τον Α' δια τον οποίον αρκείται εις την κατ' αυτού περί τυρανίδος και ανατροπής εκκλησιαστικών θεσμών κατηγορίαν. δηλαδή Ρωμηούς.8 Οι λατινόφωνοι και οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι μέχρι του 1009 εθεώρουν αλλήλους ως ομοδόξους και ομοεθνείς και τους Φράγκους ως ετεροδόξους και ετερογενείς. με αυτοκράτορα εν Κωνσταντινουπόλει ή Νέα Ρώμη.9 και ως φαίνεται τόσον σαφώς από το έργον των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. αλλ' ουχί κατά της Εκκλησίας της Ρώμης. ήτις έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν εξ Ιταλίας. ως ακριβώς συμβαίνει με την εν συνεχεία αναγνώρισιν του Φωτίου υπό της Ρώμης. Ο περί Filioque και Ζ' Οικ. οι οποίοι εκήρυξαν το ορθόδοξον Σύμβολον εν αντιθέσει προς το φραγκικόν ως υπηρέται και αντιπρόσωποι των ορθοδόξων Παπών της Πρεσβυτέρας Ρώμης. Δηλαδή πρέπει να ξεχωρίσωμεν σαφώς τους Φράγκους από τους λατινόφωνας Ρωμαίους.
"καί έκτοτε και μέχρι του νυν αποτμηθήναι της καθ' ημάς αγιωτάτης και Καθολικής Εκκλησίας τον Πάπαν". Ιδού όμως η ιστορική περί του θέματος πραγματικότης από τα δημοσιευθέντα εν τω δευτέρω τόμω του δοκιμίου τούτου σχετικά κείμενα. Αντιοχείας και Ιεροσολύμων δεν μετείχον εις τα αναθέματα του 1054 μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως και άρα το τότε επιτελεσθέν σχίσμα δεν αφεώρα παρά μόνον την Κωνσταντινούπολιν και την Ρώμην. 19 περί ών ησχολήθημεν και αλλαχού. ο Πάπας της Ρώμης Ιωάννης και αυτός ακούων. η αιτία του σχίσματος. εν τοις ιεροίς διπτύχοις ανεφέρετο". 23 Πάντως είναι σαφές ότι ο Κηρουλάριος δεν διέγραψε το όνομα του Πάπα από τα δίπτυχα. ούτε η αιτία του σχίσματος. ενώ εμνημονεύετο.17 Μάλιστα ιστορικοί τινες ισχυρίζονται. Ότι πρόκειται περί πραγματικού σχίσματος φαίνεται σαφώς από την εξής προς Πέτρον έντονον φράσιν.16 Μάλιστα διατείνονταί τινες των Δυτικών και των ημετέρων ότι τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας. ότι επί τω μακαρίτη Πατριάρχη Αντιοχείας κυρώ Ιωάννη. ως ισχυρίζονται πολλοί. εύρον επί του μακαρίτου Πατριάρχου κυρού Σεργίου τον δηλωθέντα Πάπαν εν τη θεία μυσταγωγία μετά των άλλων Πατριαρχών αναφερόμενον. και άλλοι σύν εμοί των της Εκκλησίας ελλογίμων πολλοί. αλλ' εκληρονόμησε το σχίσμα. οίτινες διατείνονται ότι αι Εκκλησίαι Δύσεως και Ανατολής ήσαν ηνωμέναι παρά το εν τη Δύσει Filioque το οποίον έγινεν η πρόφασις και ουδέποτε υπήρξεν. "καί εν Κωνσταντινουπόλει δε προ χρόνων τεσσαράκοντα και πέντε εισελθών.18 Βάσει τούτου ισχυρίζονται ότι το ίδιον συνέβη μάλλον και εις την Αλεξάνδρειαν και τα Ιεροσόλυμα. Όπως δε ύστερον η αυτού εξεκόπη αναφορά.26 Ο Πέτρος συνεχίζει. δια το οποίον είχε την εντύπωσιν ότι ήτο πολύ παλαιόν. Μάλιστα κατά προσωπικήν του γνωριμίαν με το θέμα πληροφορεί ότι κατά ακριβώς την ιδίαν εποχήν διεκόπη το μνημόσυνο του Πάπα και εν Κωνσταντινουπόλει. Ο Πέτρος γράφει. "επί δε τούτοις καγώ μάρτυς απαράγραπτος.27 Δηλαδή ο Πέτρος δεν γνωρίζει διατί διεκόπη το μνημόσυνον του Πάπα Ιωάννου ΙΗ'. Εξ άλλων πηγών γνωρίζομεν ότι παρητήθη28 και ότι ο διάδοχος αυτού ο Τοσκανός Πάπας Σέργιος Δ' δεν συμπεριελήφθη εις τα δίπτυχα.21 Επειδή προ της πατριαρχείας του ο Κηρουλάριος ήτο εν δημοσία υπηρεσία και ουχί εντρυφής περί τα της εκκλησίας ιστορικά ενόμιζεν ότι το όνομα του Πάπα διεγράφη των διπτύχων από τον 7ον αιώνα22 και εις το σημείον αυτό ο Πέτρος τον διορθώνει. ότι ο Πέτρος Αντιοχείας διεφώνησε με τον Μιχαήλ Κηρουλάριον και δεν απεδέχθη την διαγραφήν του ονόματος του Πάπα από τα δίπτυχα της Αντιοχείας.Τα αναθέματα του 1054 δεν ήσαν λοιπόν ούτε η έναρξις. επειδή εις την επί τη ενθρονίσει 29 . βάσει εσφαλμένων μεταφράσεων. ως ισχυρίζονται.20 Μετά τα γεγονότα των αναθεματισμών του 1054 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος περιέγραψε τα συμβάντα εις δύο επιστολάς του προς τον Πατριάρχην Αντιοχείας Πέτρον τον Γ'.25 Πρόκειται δηλαδή περί του Πάπα Ιωάννου του ΙΗ' του τελευταίου Ρωμαίου και ελληνοφίλου ορθοδόξου Πάπα του παραιτηθέντος δι' άγνωστον σήμερον αιτίαν και εις μοναστήριον αποσυρθέντος τω 1009. και δι' ήν αιτίαν αγνοώ.24 Αφού πρώτον διορθώνει τον Κηρουλάριον εις την αναφερθείσαν ιστορικήν παραδρομήν ο Πέτρος διαβεβαιοί ότι και εν Αντιοχεία δεν μνημονεύεται ο Πάπας από πολλών ετών.
Παπικοί και Προτεστάνται δεν είναι απόγονοι των Ρωμαίων Ορθοδόξων.. 3) εν τη προσθήκη του Filioque εις το Σύμβολον. Ούτω φαίνεται σαφώς ότι ο μόνος δυνατός τρόπος εξαλείψεως του σχίσματος είναι ουχί η άρσις των αναθεματισμών του 1054. των γνωστών σήμερον εις ημάς ως Παπικών. "αλλά περί μεν τούτων ούτως έχων. Συνόδου και του Filioque. και κακών κάκιστον. η εν τω αγίω Συμβόλω προσθήκη . Τους δε προστιθέντας τι ή αφαιρούντας τι. "κακόν δέ. εάν αληθεύη η φθάσασα εις την ακοήν του φήμη ότι μνημονεύει τον Πάπαν εις τα δίπτυχα. έργω και λόγω τα ταύτης πρεσβεία σεμνύων και μεγαλύνων αεί. Πώς γαρ και έμελλον τέως αυτόν εγώ αναφέρειν τον Πάπαν. μη της κατά σε αγίας Εκκλησίας αναφερούσης αυτόν. Επανερχόμενοι εις την προ του 1054 κατάστασιν πάλιν σχίσμα ευρίσκομεν από του 1009 μεταξύ των εν Ρώμη Φράγκων και των ελληνοφώνων Ρωμαίων εξ αιτίας του Filioque. αλλά η άρσις του Filioque και των προϋποθέσεων και αποτελεσμάτων αυτού.29 Εις την πρώτην προς Πέτρον επιστολήν του ο Κηρουλάριος ηρώτησεν. Εξ όλων των ανωτέρω φαίνεται σαφώς πώς κάμνουν μέγα σφάλμα οι νομίζοντες ότι η θεολογική μέθοδος και αι δογματικαί προϋποθέσεις της Ορθοδοξίας και εκείνων των απογόνων των Φραγκολατίνων.αυτού συστατικήν επιστολήν προς τους της Ανατολής Πατριάρχας συμπεριέλαβε το Filioque.32 Τα γραφόμενα ταύτα του Πέτρου απαντούν εις τους εμφανίσαντας τον Πατριάρχην Αντιοχείας ως διαφωνούντα προς τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Κηρουλάριον περί του μνημοσύνου του Πάπα και της υπάρξεως του σχίσματος και ισχυριζομένους ότι τα αναθέματα του 1054 είναι ναι μεν η αρχή του σχίσματος αλλά αφορούν μόνον εις τας Εκκλησίας Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως και ότι τα άλλα Πατριαρχεία παρέμειναν ηνωμένα μετά του Πάπα μη δίδοντα ούτε εις το Filioque σημασίαν. Συνόδου γράφει.30 Παραπονούμενος ο Πέτρος απήντησεν."31 Δια τούτο παρακάτω παραγγέλλει εις τον Κηρουλάριον.33 Αλλά και δια το Filioque ο Πέτρος παραμένων πιστός εις τας αποφάσεις της Η' Οικ. είναι ταυτόν ή περίπου ταυτόν. τρόφιμος ών ταύτης και ζηλωτής ει και τις άλλος. τουλάχιστον από του 8ου αιώνος. Οι σήμερον ως δυτικοί χριστιανοί γνωστοί. Συνόδου. Αντιθέτως δύναταί τις να στηρίξη την θέσιν ότι η φραγκολατινική παράδοσις ήτις έχει την αρχήν και την γένεσιν αυτής 1) εν τω προσώπω του Αλκουΐνου. "ότι προ εξετάσεως και τελείας καταλήψεως το μη γεγονός ως γεγονός εξ ακοής ματαίως παρέστησας. οίτινες εξηφανίσθησαν και ως Εκκλησία και ως έθνος δια της βίας από την 30 . ένωσιν ευρίσκομεν μεταξύ λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων. 4) εν τη δογματίσει του Filioque και τω αφορισμώ των Ορθοδόξων και 5) εν τοις έργοις του 9ου αιώνος "κατά των πλανών των Γραικών" (Contra errores Graecorum). αλλά σχίσμα μεταξύ Φράγκων και Ορθοδόξων εξ αιτίας της Ζ' Οικ. Επανερχόμενοι εις την προ του 1009 κατάστασιν άνευ του Filioque εν Ρώμη. 2) εν τη καταδίκη της Ζ' Οικ. πλείον ουδέν σε βούλομαι περί της του Πάπα αναφοράς προσεξεργάσασθαι".34 Επομένως ο ισχυρισμός ημετέρων τινών ότι η απλή άρσις των αναθεμάτων του 1054 δύναται να έχη ως αποτέλεσμα την μετά των Παπικών μυστηριακήν κοινωνίαν και ένωσιν δεν ευσταθεί. αναθεματίζομεν".. ηνωμένη ουσιαστικώς μετά της Ορθοδοξίας.35 ουδέποτε ήτο.
Εις την Δύσιν η λεγομένη Βυζαντινή ιστορία δεν διδάσκεται εις την Μέσην Εκπαίδευσιν. Εις την Αμερικήν ως Ρωμαϊκή ιστορία τελειώνει με τον Ιουστινιανόν. Ασφαλώς το παλαιόν μίσος κατά των Ρωμηών σήμερον δεν υπάρχει εις την Δύσιν. Μάλιστα εξ αιτίας της φανατικής ανθελληνικής αρχής και εξελίξεως του φραγκολατινικού πολιτισμού υπάρχουν κληρονομιθείσαι εις τον δυτικόν κόσμον μέχρι σήμερον ισχυραί προκαταλήψεις και παρανοήσεις περί της ιστορίας της Ορθοδοξίας. καταφεύγουν δυστυχώς εις μίαν καταπληκτικήν απομίμησιν των Δυτικών. δεν θεωρείται ως μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας και ασφαλώς δεν είναι. Ούτε φαίνεται πουθενά το γεγονός ότι η ανατολική Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή ιστορία είναι των Ελλήνων. μετά την τελειωτικήν πλέον κατάληψιν του Πατριαρχείου της Ρώμης υπό των Λατινοφράγκων. δηλαδή της σήμερον γνωστής ως Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μόνον εις τας πατρολογίας. είναι αδύνατον ο κομπλεξικός και πνευματικώς δουλοπρεπής εις κάθε τι ξένον προς τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν να καταλάβη. όπως είδαμεν και θα ίδωμεν. ενώ περιγράφεται λεπτομερώς η φιλοσοφία των φραγκολατίνων θεολόγων (τών λεγομένων Σχολαστικών). Οι φιλόσοφοι και θεολόγοι άγιοι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες της Ρωμηοσύνης ούτε καν αναφέρονται. Η γενική αυτή περιφρόνησις των Ευρωπαίων και Αμερικανών πνευματικών απογόνων των Φραγκολατίνων. εις τοιούτους κομπλεξικούς να εξοικειωθούν με την πνευματικότητα και την θεολογίαν των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. Ακριβώς επειδή η θεολογική μέθοδος των Πατέρων βασίζεται επί της ορθοδόξου πνευματικότητος. βάσει των οποίων οι Ρωμηοί του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας περιεφρόνουν τον ανθελληνισμόν των Φραγκολατίνων και εθεώρουν εαυτούς ανωτέρους των αρχαίων Ελλήνων. τας ιστορίας των δογμάτων και τας εκκλησιαστικάς ιστορίας ασχολούνται οι Δυτικοί με την ελληνόφωνον ρωμαϊκήν πατερικήν θεολογίαν και εμφανίζουν την προ του Δαμασκηνού περίοδον ως προετοιμασίαν δια την δήθεν ανωτέραν Σχολαστικήν περίοδον. αλλά υπάρχουν ισχυρώς και ζωντανώς τα αποτελέσματα αυτού εις τους πνευματικούς 31 . Τευτονοφράγκων και Ιταλών. αρχίζει πάλιν τω 1821. Ενώ η Ελληνική ιστορία τελειώνει με τας ρωμαϊκάς κατακτήσεις. αλλά και δυστυχώς πολλών Ρώσσων προς τον μεσαιωνικόν ρωμαίϊκον πολιτισμόν και ο αντίστροφος θαυμασμός όλων δια τους αρχαίους Έλληνας. Εν συνεχεία γίνεται άλμα εις την ιστορίαν των Τούρκων με την κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως. ήτις οδηγεί σταθερώς τον Νεοέλληνα εις πολιτιστικήν και πνευματικήν αυτοκτονίαν. εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. δηλαδή πτώσιν εκ της προτέρας καλυτέρας ποιότητος θεολογικήν σκέψιν. ως του Διονυσίου Αρειοπαγίτου εις τας υπό Δυτικών γραφομένας ιστορίας της φιλοσοφίας. Δηλαδή διδάσκεται η Τουρκική ιστορία και όχι η Βυζαντινή. και του μεσαιωνικού και νέου Ελληνισμού και του πολιτισμού αυτού. την πατερικήν θεολογίαν και πνευματικότητα.οθόνην της ιστορίας. εάν όχι αδύνατον. Αντί να καταφεύγουν ούτοι εις τας ιστορικάς των ρίζας. και οσάκις ασχολούνται με τους μετά τον Δαμασκηνόν ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας θεωρούν αυτούς ως κατωτέρους των προηγουμένων. Η ιστορία της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα εις τους Νεοέλληνας. Εξ αιτίας τούτων των συμπλεγμάτων κατωτερότητος τα οποία δηλητηριάζουν τον ψυχολογικόν κόσμον πολλών Νεοελλήνων είναι δύσκολον. της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως.
αλλά και περιφρόνησιν δια το Βυζάντιον όπως έχουν οι πνευματικοί απόγονοι αυτών. Σημειωτέον ότι και οι Φράγκοι είχον πάρα πολύ μεγάλον θαυμασμόν δια τους αρχαίους Έλληνας. τους διαδόχους αυτού.χ. Δηλαδή εκεί όπου έπρεπε να ιδούν ως αιτίαν και αφετηρίαν των περί ρωμαίϊκου πολιτισμού γνωμών των Δυτικών την φραγκικήν παράδοσιν η οποία εγένησεν την Δύσιν. Πάντως κατά τρόπον αφελή προσπαθούν οι εν λόγω Έλληνες να πηδήξουν από την γνώμην των ξένων περί της συμβολής των αρχαίων Ελλήνων εις τον δυτικόν πολιτισμόν εις το συμπέρασμα ότι η Ελλάς είναι όχι μόνον μέρος αλλά και μήτηρ της Ευρώπης. να αναφέρουν την περιφρόνησιν πολλάκις των ιδίων ξένων (π. θεμελιούντες την έρευνάν των επί των πηγών αλλά επιλέγοντες τον εύκολον δρόμον της αντιγραφής των θεωριών των ξένων διδασκάλων των ή αποδεχόμενοι εξ αγνοίας τας θεωρίας αυτών εισήγαγον δυτικάς ιστορίας και ερμηνείας του ρωμαίϊκου πολιτισμού και της θεολογίας αυτού με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν εις πολλούς Νεοέλληνας αισθήματα κατωτερότητος όσον αφορά εις τον μεσαιωνικόν και νεώτερον Ελληνισμόν. 2) Αντιθέτως οι Φράγκοι και κατά την περίοδον μάλιστα της αγραμματωσύνης των επίστευον ως εθνικόν δόγμα. ωσάν να μη υπήρχε ποτέ ως μήτηρ αυτής ο φραγκολατινικός πολιτισμός. ότι οι ελληνόφωνοι και οι λατινόφωνοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως είναι πτώσις από την αρχαιοτέραν ελληνορωμαϊκήν εποχήν και εκήρυξαν εαυτούς ως τους πραγματικούς πνευματικούς Ρωμαίους και Ορθοδόξους και δια του κατακτηθέντος και υπ' αυτών διαμορφωθέντος Παπισμού επεδόθησαν εις την κατάκτησιν και την αντικατάστασιν της ρωμαίϊκης αυτοκρατορίας και της Εκκλησίας των ρωμαϊκών Πατριαρχείων της Ανατολής. Συνοψίζομεν τα πνευματικά εμπόδια δια μίαν σημερινήν επάνοδον εις την πατερικήν θεολογικήν μέθοδον. Συνεχώς βλέπει κανείς Έλληνας επιστήμονας να αναφέρωνται εις τας γνώμας των ξένων περί της συμβολής των αρχαίων Ελλήνων εις τον δυτικόν πολιτισμόν. απόστολον και Πατέρα της Εκκλησίας.τι καλόν εκληρονόμησαν από τους αρχαίους Έλληνας και Ρωμαίους προγόνους αυτών. ωσάν να μη υπάρχουν ως απόγονοι αυτού τα παπικά (τά λεγόμενα ρωμαιοκαθολικά) και προτεσταντικά κράτη. ήτις απαιτεί την απόλυτον εμπιστοσύνην του υποτακτικού μαθητευομένου θεολόγου εις τον φθάσαντα εις την εν Θεώ θεωρίαν θεολόγον προφήτην. και ωσάν να είναι ποτέ δυνατόν να γίνη σύγχυσις μεταξύ ρωμαίϊκου και φραγκολατινικού πολιτισμού. και τους ελληνοποιηθέντας Ρωμαίους αυτοκράτορας παρά με την Αθήνα του Περικλέους και ως ιδανικόν είχον την ένωσιν της Ρωμηοσύνης εν τη Ορθοδοξία. χωρίς όμως. 1) Οι Ρωμηοί είχον την απόλυτον πεποίθησιν ότι εις πολιτισμόν είχον πολύ ξεπεράσει τους αρχαίους Έλληνας και Ρωμαίους με τον συνδυασμόν α) της Ορθοδοξίας και β) του ό. πνευματικώς ανεξάρτητοι επιστήμονες. ως και την γνώμην των περισσοτέρων ξένων ότι οι σημερινοί Έλληνες δεν είναι απόγονοι των αρχαίων. Η ξένη θρησκευτική προπαγάνδα εν Ελλάδι και Ανατολή είναι απλώς η συνέχεια της προσπαθείας ταύτης των πνευματικών τούτων προγόνων της. 32 . κυρίως δια τους φιλοσόφους Πλάτωνα και Αριστοτέλην. βλέπουν οι σημερινοί Έλληνες όλως αφελώς ανύπαρκτον επιστημονικήν αντικειμενικότητα.απογόνους των Φράγκων και μέσω αυτών εις τους εξαρτωμένους από τους ξένους Έλληνας διανοουμένους της "ελευθέρας" Ελλάδος. Toynbee) δια την Ρωμηοσύνην και τον ρωμαίϊκον αυτής πολιτισμόν. Είχον περισσοτέραν σχέσιν με τον Μέγαν Αλέξανδρον. Δυστυχώς πολλοί Έλληνες μορφωθέντες εις ξένα Πανεπιστήμια και ουχί υψηλής ποιότητος.
Από πίσω και ημείς.τ. εφόσον η αρχαία Ελλάς είναι μήτηρ του δυτικού πολιτισμού. φιλολογίας. θρησκευτικής και πολιτικής του ιστορίας. οίτινες καταδεκτικώς μόνον συμμετέχουν εις την συνεχιζομένην πνευματικήν παράδοσιν των Ρωμηών του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας. αλλά κρεμόμεθα από τα χείλη των πνευματικών απογόνων των Φράγκων εναγωνίως αναμένοντες μήπως καταδεκτικώς μας είπουν κάτι κολακευτικόν δια τους Βυζαντινούς και τους Νεοέλληνας. ούτε εις την Ανατολήν. 5) Εκτός από τους ζηλωτάς Ορθοδόξους της πατερικής παραδόσεως και από τους έχοντας γενικήν τινά πεποίθησιν εις τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν. Ευρωπαίους καθηγητάς και συγγραφείς τω όντι μεγάλους και σπουδαίους αλλά φορείς της φραγκολατινικής παραδόσεως και των παραλλαγών αυτής. Γερμανίας. Από πίσω και ημείς. Τας απόψεις των Τούρκων περί Ελλήνων ενστικτωδώς τας απορρίπτομεν. παραδόσεως αυτής. Αρχίζουν οι Δυτικοί να εκτιμούν την βυζαντινήν ιστορίαν.3) Οι Ρωμηοί της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας οι συνεχίσαντες να έχουν την πρώτην γνώμην περί υπεροχής του ρωμαίϊκου πολιτισμού είναι εκείνοι οίτινες δεν εφράγκεψαν και δεν ετούρκεψαν. την πατερικήν θεολογίαν. όπου φωτίζονται οι καθηγηταί και διανοούμενοι της Ελλάδος είτε δια φοιτήσεως είτε δι' αναγνώσεως των έργων των κέντρων τούτων. Αρχίζομεν από πίσω τους και ημείς. Αλλ' όπως είδαμε ο ρωμαίϊκος πολιτισμός δεν ανήκει ούτε εις την Δύσιν. Ερωτώμεν. θεολογίας. Ούτοι όμως δεν είναι Έλληνες αλλά φιλέλληνες τύπου Ευρώπης. κ. Αγγλίας. Είναι καταπληκτική η αφέλεια των Ελλήνων. ως και της ερμηνευτικής περί ιστορίας. την βυζαντινήν μουσικήν. Ερωτώμεν. η περίπου επικράτησις μεταξύ των Ελλήνων διανοουμένων της περί Βυζαντίου γνώμης των πνευματικών απογόνων των Φράγκων εις τίνος την επιστημονικήν γνώμην εβασίσθη. Ερωτώμεν. την βυζαντινήν τέχνην.. Από πίσω και ημείς. Οι θέλοντες αλλαχού να ανήκουν Ρωμαίοι του παρελθόντος εφράγκεψαν ή 33 . Ιταλίας. τέχνης. διατί περιμένομεν πρώτα οι πνευματικοί απόγονοι των Φράγκων να θαυμάσουν κάτι το ρωμαίϊκον δια να επανέλθωμεν και ημείς εις θαυμασμόν τούτου.λ.λ. οι υπόλοιποι Νεοέλληνες ισχυρώς κλίνουν προς την περί Βυζαντίου και Ορθοδοξίας γνώμην των Φράγκων και νομίζουν ότι είναι Έλληνες βάσει της αφοσιώσεώς των εις την αρχαίαν Ελλάδα. Ιστορικώς το ερώτημα που ανήκει πολιτιστικώς η Ρωμηοσύνη είναι ανύπαρκτον. την δυστυχώς λεγομένην δημοτικήν της υπαίθρου μουσικήν. τους ρωμαίϊκους χορούς. Ασφαλώς εις αυτήν των απογόνων των Φράγκων εν τοις Πανεπιστημίοις της Φραγκίας (τής γνωστής μόνον εν Ελλάδι ως Γαλλίας). κ. αφού οι Ρωμηοί εδημιούργησαν δια του συνδυασμού Ελληνισμού και Χριστιανισμού τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν. Εξ ίσου ίσως σπουδαίον εμπόδιον ψυχολογικόν εις την πραγματικήν επάνοδον του Νεοέλληνος εις τας ρωμαίϊκάς του ρίζας των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων είναι η εσφαλμένη βάσις της εν Ελλάδι συζητήσεως περί του που ανήκει πολιτιστικώς ο Ελληνισμός και ο συνδυασμός του θέματος τούτου με την συμμαχικήν πολιτικήν. Σήμερον επικρατεί η φιλοσοφία της απομιμήσεως του δυνατωτέρου συμμάχου και συνδυάζεται υπό ωρισμένων με την παράδοξον ιδέαν ότι τούτο είναι φυσικόν. ποίον έθνος επέτρεψε ποτέ εις τους ιστορικούς εχθρούς του ή εις τους απογόνους αυτών να εμφανίζωνται ως αντικειμενικοί ερευνηταί της πολιτιστικής. οίτινες επέτρεψαν εις εαυτούς να αποδεχθούν ως θαυμαστούς επιστήμονας αλλά και αυθεντικούς ερμηνευτάς.τ. Ευτυχώς ότι οι ξένοι ηγάπων πάντοτε την αρχαίαν Ελλάδα. Από πίσω και ημείς. μουσικής. 4) Οι μη έχοντες την πρώτην γνώμην είναι εκείνοι οίτινες εφράγκεψαν και ετούρκεψαν. φιλοσοφίας.
ήτις είναι προσιτή μόνον εις τους απόλυτον πεποίθησιν έχοντας εις την απλανή ορθόδοξον πνευματικότητα. Πρέπει να τονισθή ότι όσον περισσότερον βαδίζει η ελληνική νεολαία προς τον υλισμόν και τον ηδονισμόν τόσον περισσότερον α) θα αναπτυχθή αδιαφορία και άγνοια δια τον πρώτον τομέα. και ούτως εις εθνικήν και ιδεολογικήν διάσπασιν και διάλυσιν. αλλά ίσως είναι εις την πραγματικότητα "δουλοπρέπεια εις τους ξένους". Η Ρωμηοσύνη είναι η ζύμη δια την δημιουργίαν πραγματικώς παγκοσμίου πολιτισμού στηριζομένου επί του ακρογωνιαίου Λίθου όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες. Παρατηρείται ότι ίσως από σύγχυσιν των δύο τούτων έχουν ισχυρώς μεταφερθή αισθήματα κατωτερότητος από τον (2) τομέα εις τον (1). Σήμερον κατήντησαν οι θεολόγοι της Δύσεως να αναζητούν κάποιο μήνυμα να απευθύνουν προς τον σημερινόν δυτικόν κόσμον. Ο Κύριος της Δόξης θεραπεύων την ιδιοτελήν. και (2) εις ούς η Ρωμηοσύνη είναι παράγων ουχί ηγετικός και εις ούς είναι ανάγκη επιβεβλημένη η Ρωμηοσύνη να ακολουθήση κατά τρόπον άριστον τους εις τους τομείς αυτούς αρίστους. η οποία πρέπει να παύσει να λέγεται εν Ελλάδι πολιτισμός. Δι' αυτού τούτου του ερωτήματος "πού ανήκομεν" χωρίς να το καταλάβωμεν οδηγούμεθα εις νεωτέρας μορφάς φραγκέψεως και τουρκέψεως. Ούτως όπως ετούρκεψαν τόσοι Ρωμαίοι δια τα πλούτη και την ηδονήν του ισλαμικού παραδείσου κατά την Τουρκοκρατίαν. το οποίον εκδηλούται εις αυτό το οποίον λέγεται "ξενομανία". Το σωστόν ερώτημα είναι όχι που ανήκομεν. Οι περισσότεροι οίτινες γνωρίζουν ότι υπάρχει. Δυστυχώς. φίλαυτον αγάπην δια της θεώσεως έθεσεν τα θεμέλια ενός όντως οικουμενικού πολιτισμού κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Ουδέ ελαχίστη υποψία υπάρχει εις τους περισσοτέρους μορφωμένους και ιθύνοντας ότι υπάρχει ο πρώτος τομεύς εις όν η Ρωμηοσύνη προεξάρχει. ελληνόφωνη ρωμαϊκή πατερική θεολογία. και β) θα επικρατήση η πνευματική δουλεία εις τα κράτη τα διαθέτοντα περισσότερα υλικά αγαθά και ηδονήν.ετούρκεψαν. ακριβώς το ίδιον κινδυνεύει να πάθη η νεολαία μιμουμένη τον εκφυλισμόν των Ευρωπαίων και των Αμερικανών. Εν συναρτήσει προς τα ανωτέρω και επί τω τέλει όπως γίνη καταληπτή η ρωμαίϊκη πατερική θεολογική μέθοδος. εις βαθμόν ώστε η όλη ψυχοσύνθεσις του Νεοέλληνος να είναι δηλητηριασμένη από αίσθημα κατωτερότητος. ίνα καθορισθή σαφώς η επί των διακρίσεων τούτων βασιζομένη περαιτέρω διάκρισις μεταξύ των τομέων (1) εις ούς η Ρωμηοσύνη είναι ηγεσία και ουχί υποτελής (Ορθοδοξία. δεν γνωρίζουν τί ακριβώς σημαίνει το φαινόμενον τούτο και δεν του δίδουν πολλήν σημασίαν. αλλά ουχί αντίθετον προς τα νέα περί ηδονής κρατούντα αλλά εν τω πνεύματι των νυν κρατούντων. ο Νεοέλλην φοβείται την ευθύνην της ηγεσίας του ρωμαίϊκου πολιτισμού αγνοών ουσιαστικώς τας ρίζας και τα θεμέλια αυτού. πρέπει να γίνη και να τονισθή η σαφεστάτη διάκρισις μεταξύ α) του Ελληνισμού ως ρωμαίϊκου πολιτισμού και β) του φραγκολατινικού πολιτισμού και γ) της συγχρόνου τεχνολογικής και επιστημονικής προόδου. Η απάντησις είναι όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί και κατ' επέκτασιν ολόκληρος η οικουμένη. αλλά ποίοι ανήκουν πνευματικώς εις την κληρονομίαν του ρωμαίϊκου πολιτισμού. φιλοσοφία και πνευματικός ηρωϊσμός) ως και αι εκδηλώσεις αυτών εις τον κόσμον της τέχνης και των γραμμάτων με την υποχρέωσιν να κατευθύνη βάσει των παραδόσεων την πορείαν των εις όλον τον κόσμον μελών του ρωμαίϊκου πολιτισμού και της προσαρτίσεως εις αυτόν άλλων λαών. Ούτω καταφεύγει ο ηγέτης της Ρωμηοσύνης εις το να λέγη εις τον ηγέτην του φραγκολατινικού πολιτισμού "σύ είσαι πρώτος εγώ είμαι δεύτερος". Η εν τη Δύσει επανάστασις κατά της φραγκολατινικής αυγουστινείου πνευματικότητος είναι σχεδόν 34 . όμως.
36 Εν τη Ορθοδοξία ο έγγαμος βίος και ο άγαμος βίος δεν είναι αντιθέσεις εξ επόψεως της εν χάριτι ζωής των Ορθοδόξων ως συμβαίνει εις τον φραγκολατινικόν μοναχισμόν και εις την περί ιερωσύνης διδασκαλίαν αυτού. σπουδαστήρια και γράφοντες συγγράμματα. έπεται ότι ο μη ευρεθείς εν ταύτη τη εν Θεώ θεωρία δεν δύναται να έχη την γνώσιν ήν έχει ο θεούμενος. Και συμβαίνει τούτο όχι διότι η ορθόδοξος πνευματικότης έχει τι το κοινόν με την αυγουστίνειον πνευματικότητα. ήτις θα δώση την ευκαιρίαν να καταλάβουν τιμητικάς θέσεις θεολογούντες εις σαλόνια. αλλ' ούτε επιστήμων. ήν έχουν οι προφήται και απόστολοι. Ο μη έχων ιδέαν περί της υπό των προφητών και των αποστόλων εν Θεώ θεωρίας και μη δεχόμενος την αυθεντίαν των χάριτι Θεού εχόντων την θεωρίαν ταύτην και θεολογών κατά φαντασίαν. ως σαφώς εξηγεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνοψίζων την διδασκαλίαν των Πατέρων. προβληματίζοντες τα θεολογικά θέματα μακράν της εν Θεώ θεωρίας και της ασκήσεως των Πατέρων. Δηλαδή εφ' όσον ο θεολόγος είναι ο χάριτι Θεού ευρεθείς είσω της λαμπρινής νεφέλης ή του λαμπρινού γνόφου και ο ούτως έχων την ιδίαν εμπειρίαν της δόξης του Θεού. τότε πρέπει τουλάχιστον να αρκεσθή εις την περί Θεού αυθεντίαν των εχόντων την χάριν της γνωριμίας ταύτης. Τούτο το νόημα έχει δια την Ορθοδοξίαν το εν κύκλοις της Δύσεως κίνημα της Νέας Χριστιανικής Ηθικής. Εξ επόψεως ορθοδόξου δόγματος τοιούτον κίνημα προς τον ενδοκοσμικόν ευδαιμονισμόν της συγχρόνου δυτικής ηθικής έχει σαφώς ερείσματα αιρετικά και εντελώς ξένα προς την ορθόδοξον θεολογίαν.ολοκληρωτική. ΣΤ' Περί θεολογικής μεθόδου ειδικώτερον Το παράδοξον της μη ασκητικής μεθόδου ήν προσπαθούν ούτοι να εφαρμώσουν εις την μελέτην της βιβλικής και πατερικής θεολογίας είναι ότι αύτη ουδόλως είναι επιστημονική. Θέλουν μίαν Ορθοδοξίαν. Πάντως ίσως το μεγαλύτερον πρόβλημα το οποίον αντιμετωπίζει σήμερον το προ ολίγων ετών εμφανισθέν εν Ελλάδι κίνημα επανόδου εις την πατερικήν θεολογίαν και πνευματικότητα είναι το περί σέξ και πλούτου πρόβλημα νεαρών τινων. οίτινες θέλουν να θέσουν τους θεολόγους εκτός των πλαισίων του ασκητικού χαρακτήρος της αποστολικής και πατερικής θεολογίας. Ούτως. δεν δύναται να θεωρήται όχι μόνον στοχαστικώς ή διαλεκτικώς ορθόδοξος. Δηλαδή αναζητούν μίαν Ορθοδοξίαν άνευ υποχρεώσεως να άρη κανείς τον εκούσιον σταυρόν του ίνα φθάση εις την θέωσιν. όπως ο ίδιος ο μελετητής της θεολογίας των προφητών και των αποστόλων έχη την γνωριμίαν ήν είχον ούτοι μετά του Θεού. ίνα αναδειχθούν και αναγνωρισθούν ως σπουδαίοι δυτικού τύπου επιστήμονες. Εάν δεν έχη προσωπικώς την ιδίαν ταύτην γνωριμίαν. εφ' όσον δεν είναι τις εις θέσιν να ανακρίνη τον θεούμενον αλλ' αντιθέτως ανακρίνεται ο ίδιος υπό του θεουμένου. Τουναντίον η Ορθοδοξία και κυρίως οι ασκηταί αυτής διδάσκουν την φυσικότητα και ιερότητα της μεταξύ ανδρός και γυναικός εν τω μυστηρίω του γάμου ομιλίας και μάλιστα κατεδίκασαν ως αίρεσιν όχι μόνον την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου των Φραγκολατίνων. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν οι 35 . Η αληθής επιστημονική μέθοδος απαιτεί. γραφεία. αλλά και την διδασκαλίαν περί της μετά την χειροτονίαν αποχής εκ της ομιλίας ταύτης. οδηγούσα μάλιστα εις τας αντιθέτους προϋποθέσεις τας ομοιαζούσας πώς με την ισλαμικήν πνευματικότητα εξ επόψεως τουλάχιστον ηδονισμού. δεν δύναται να γίνη ούτος ο αξιολογών και ο εξετάζων την εν Θεώ θεωρίαν του θεουμένου.
ταύτα παρά των ημετέρων πατέρων παρελάβαμεν. πάσας τας άλλας οδούς αφέντες. καταγνώντες του ημετέρου λόγου. προς πληροφορίαν των εντυγχανόντων υπεγράψαμεν". "ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν. ο των αθεάτων θεατής. ο των αρρήτων ακροατής. Και τα εξής. ταύτα και τον εν ιερομονάχοις τιμιώτατον και αδελφόν ημέτερον κύρ Γρηγόριον. Είναι επιστημονικώς και λογικώς παράλογον να ισχυρίζεται κανείς ότι ο μη ορών την δόξαν του Θεού. ταύτα δια της μικράς εγνώκαμεν πείρας. Έστω δε υψηλός σύ. ως αυτοί οίεσθε. Μη πάντες προφήται. και υπέρ τας νεφέλας (ειρωνική νύξις του ότι υπερέβησαν οι Ευνομιανοί την δόξαν του Θεού και έφθασαν εις την ουσίαν Αυτού) ει βούλει.ερμηνευταί και οι ιστορικοί των δογμάτων και δογματικοί της Δύσεως. αλλ' ούτε και αμυδράν τινα ιδέαν περί της σημασίας της εις τους προφήτας. Ομιλών εντός της θεολογικής ταύτης ορθοδόξου παραδόσεως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. ήν είδον οι προφήται και απόστολοι. και ο 36 . αδολεσχίας και τερατίας. Εκ της επόψεως ταύτης ο καταδικάσας τας σχετικάς φραγκολατινικάς πλάνας του εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ Αγιορειτικός Τόμος έχει σπουδαίαν σημασίαν. ο μετά Ηλίαν μετάρσιος. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων συγγραψάμενον ιδόντες και αποδεξάμενοι ως ταις των αγίων ακριβώς εχόμενα παραδόσεσι. ή η φωτεινή νεφέλη διαιρείται ενικώς και κατά την αξίαν συνάπτεται τοις αξίοις διαιρετώς. ουδέποτε δύνανται να θεωρηθούν πραγματικοί επιστήμονες περί των εν λόγω θεμάτων. τούτο πικρώς ονειδίζων μετά την απαρίθμησιν των χαρισμάτων. Αλλά ίνα φθάση κανείς εις την εν Θεώ θεωρίαν πρέπει να οδεύση την μίαν και στενήν οδόν την εις πολλάς σχιζομένην και οδευομένην διαφοροτρόπως κατά τας βαθμίδας τελειότητος εις ας ευρίσκεται ο καθείς. περιγράφει την εκ της μιας θεότητος γινομένην τοις θεουμένοις έλλαμψιν ή θέαν ως "ενικώς διαιρουμένην και συναπτομένην διαιρετώς. αναφέρει ως παράδειγμα την μετά του Μωϋσέως ανάβασιν των προκρίτων του Ισραήλ εις το όρος Σινά και τονίζει την ύπαρξιν βαθμίδων τελειώσεως και θεογνωσίας εις την κορυφήν των οποίων ίσταται ο είσω της νεφέλης γενόμενος Μωϋσής. ως δε εγώ φημι. Ούτως η δόξα. ως είδαμεν. προς μίαν ταύτην φέρεσθε και ωθείσθε την δια λόγου και θεωρίας. αποστόλων και Πατέρων εμπειρίας των περί Θεού δογμάτων και προσθέτουν ότι "ταύτα δια της μικράς εγνώκαμεν πείρας". εν οίς φησίν. Όπως είδαμεν. οίτινες δεν έχουν ούτε εμπειρίαν της δόξης του Θεού. η μεγαλειότης. "ώσπερ τίνα πενίαν. και μη έχων ιδέαν περί της σημασίας της υπό των θεουμένων οράσεως ταύτης γνωρίζει την διδασκαλίαν των προφητών και αποστόλων καλύτερα και ακριβέστερα από τον αοράτως ορώντα χάριτι Θεού και ούτως εξ ιδίας εμπειρίας αγνώστως γνωρίζοντα τον Θεόν άγιον και Πατέρα της Εκκλησίας. Επιτιμάτω Παύλος υμίν. μη πάντες απόστολοι. ό και παράδοξον". γράφων εν τη προς υπογραφήν εκ μέρους των Μονών κατακλείδι τα ακόλουθα. αποστόλους και αγίους φανερώσεως της εν Χριστώ δόξης του Θεού και της σχέσεως της φανερώσεως ταύτης με την ερμηνευτικήν της Αγίας Γραφής παράδοσιν των Πατέρων ως και με την δογματικήν διδασκαλίαν των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων.1 Ούτως οι μοναχοί επικαλούνται εν τω Αγιορειτικώ Τόμω την ταυτότητα της υπό των προφητών. Οι εκτός της νεφέλης όμως είχον και αυτοί υπό διαφόρους μορφάς μέθεξίν τινα της προς τον Μωϋσέα αποκαλύψεως του Θεού. Δια τούτο τα χαρίσματα δεν είναι τα ίδια εις όλους. και υψηλών πέρα. Ο άγιος Γρηγόριος κατηγορεί τους Ευνομιανούς ότι.
τω σαρκωθέντι δι' ημάς Λόγω. η εν τοις κτίσμασι.7 Κάν υπέρ εκείνους γένη. Είναι ουχί η πρώτη φύσις "άλλ' όση τελευταία και εις ημάς φθάνουσα . Αν τα γνωρίσματα του Θεού ήσαν κτιστά και ο Θεός θα ήτο κτιστός. ου την πρώτην τε και ακήρατον φύσιν. και εαυτή. τί και τους άλλους αυθημερόν πλάττεις αγίους και χειροτονείς θεολόγους. 5 Ταύτα γαρ Θεού τα οπίσθια. Έτρεχον μέν. και της αληθείας συνερασταί. και κάτω βρίθοντος κράματος". Επεί δε προσέβλεψα. ουρανού6 φθάσης και ακούσης άρρητα ρήματα. κατά τον Παύλον.. Πάντως ο άγιος Γρηγόριος σαφώς ταυτίζει τον θεολόγον με τον άγιον. επεί μη αυτόν προσβλέπειν οίόν τε." 2 Πιθανόν οι Ευνομιανοί ισχυρίζοντο ότι είχον και αυτοί την θεωρίαν των αγίων. περί της οποίας ομιλεί ως προσωπικής του πείρας ως εξής. και εις εμαυτόν. την χειροτονούσαν θεολόγους και ούτως εξηγούνται τα ανωτέρω λεχθέντα. και την νεφέλην διέσχον. και τοις υπ' αυτού προβεβλημένοις και διοικουμένοις μεγαλειότης. τη πέτρα. αφού η κάθε φύσις γνωρίζεται από τα φυσικά της γνωρίσματα και όχι από τα γνωρίσματα ετέρας ή ανομοίου ή και ομοίας ακόμη φύσεως.4 αλλ' όση τελευταία και εις ημάς φθάνουσα. καν μέχρι τρίτου. ω φίλοι. καθ' ήν η "τελευταία και εις ημάς φθάνουσα (φύσις) . όσα (ως) εμέ γινώσκειν.μετά Μωϋσέα θεοφανείας ηξιωμένος. μεγαλειότης . και μύσται.. Το εσφαλμένον της ερμηνείας των Δυτικών φαίνεται σαφώς από τα εξής δύο σημεία. συστραφείς. ή. Ούτως ουν θεολογήσεις... Αντιθέτως είναι άκτιστα. Και μικρόν διακύψας. ως την ονομάζει ο Θεολόγος.. Η δε εστιν. μεγαλειότης . παραδεικνύσαι τον ήλιον. Επομένως η υπό των Φράγκων και των απογόνων αυτών ερμηνεία των ανωτέρω λεχθέντων του Θεολόγου. ως ο θείος Δαβίδ ονομάζει. ως Θεόν καταληψόμενος. ή όσον ημών υπεραίνει του συνθέτου. αγγελικής τινός ή αρχαγγελικής στάσεώς τε και τάξεως ηξιωμένος. ως οίόν τε. και οίον εμπνείς την παίδευσιν. ώστε κτιστά γνωρίσματα να αποτελούν γνωρίσματα του Θεού. μεγαλοπρέπεια. αλλά δεν είναι κτιστά. και ούτως ανήλθον επί το όρος. μόλις είδον Θεού τα οπίσθια. λέγω δη τη Τριάδι. και πολύ την φύσιν υψηλότερον ημών ή. πλέον απέχει Θεού και της τελείας καταλήψεως.. σκεπασθείς. Εν πάση περιπτώσει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αρχίζει την ουσιαστικήν ανασκευήν της αιρέσεως των Ευνομιανών με την είσω της νεφέλης εμπειρίαν του προφήτου. ο τόπος του Θεού. αποτελεί παρερμηνείαν και επισήμως καταδικασθείσαν πλάνην.. και πεποίηκας λογίων αμαθών πολλά συνέδρια. και υπό των χερουβίμ συγκαλύπτεται. ώσπερ αι καθ' υδάτων ηλίου σκιαί και εικόνες ταις σαθραίς όψεσι. Πάντως μεταξύ κτιστού και ακτίστου ούτε ομοιότης υπάρχει. 37 .8 Αυτή η μεγαλειότης και μεγαλοπρέπεια του Θεού η επηρμένη "υπεράνω των ουρανών" κατά τον αναφερθέντα υπό του Θεολόγου ψαλμόν Η' του Δαβίδ είναι τα εις τον Μωϋσέα αποκαλυφθέντα οπίσθια και γνωρίσματα του Θεού και ουχί η γνωστή μόνον εις την Αγίαν Τριάδα ουσία ή το πρόσωπον του Θεού. η εν τοις κτίσμασι .. και μεγαλοπρέπεια" είναι κτιστά γνωρίσματα του Θεού. "τί τούτο έπαθον. και εγγυτέρω Θεού. τω ακραιφνεί του φωτός νικώντα την αίσθησιν. γινωσκομένην. είσω γενόμενος από της ύλης και των υλικών.3 και τούτο. και όση του πρώτου καταπετάσματος είσω μένει. και ταπεινού. όσα μετ' εκείνον εκείνου γνωρίσματα.. μεγαλοπρέπεια" του Θεού. καν ής Μωσής. καν υπερουράνιόν τι.. και Φαραώ Θεός. και η δόξα και η ενέργεια και η βασιλεία Αυτού. και μετά Παύλον ουράνιος. Κάν γαρ ουράνιον άπαν. Είναι βασικόν δόγμα της Εκκλησίας και προϋπόθεσις της όλης δογματικής διδασκαλίας των Πατέρων ότι τα γνωρίσματα ταύτα του Θεού είναι διακρινόμενα μεν της ουσίας του Θεού ή της πρώτης Αυτού φύσεως.
Εφ' όσον η ουσία του Θεού είναι η Πατρότης και η αγεννησία και ο Λόγος είναι εκ της βουλήσεως του Θεού γεννητός και άρα το αντίθετον από τον αγέννητον."9 Ο Μέγας Βασίλειος σαφώς διδάσκει ότι η δημιουργική. Θα ήτο παράλογον να ισχυρισθή τις ότι εφόσον δεν είναι αι ενέργειαι αύται η ουσία του Θεού είναι άρα κτισταί. ενεργειών διαφοράς 38 . οίτινες έγραψαν κατά της εν λόγω αιρέσεως. το δημιουργικόν ουσίαν είναι λέγειν. 2) Το ακατάληπτον τοις κτίσμασι της ουσίας του Θεού. αγεννησία. 226‐342 Συμβολικά κείμενα. Και απαξαπλώς πάσαν ενέργειαν. Το σκεπτικόν του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου εις την ανάπτυξιν των κατά των Ευνομιανών επιχειρημάτων του φαίνεται σαφώς από τα συγγράμματα των άλλων Πατέρων. Επομένως φαίνεται σαφώς ότι ο σκοπός των θεολογικών λόγων του Θεολόγου είναι να αποδείξη τα εξής: 1) Την διάκρισιν μεταξύ ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας εν τω Θεώ. προνοητική και προγνωστική ενέργεια του Θεού δεν είναι η ουσία του Θεού. 4) Το άκτιστον του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος εκ των ακτίστων γνωρισμάτων Αυτών. εφ' όσον κτιστά είναι τα φυσικά γνωρίσματα του Λόγου. αλλά εις την εκ της Παρθένου ληφθείσαν και γεννηθείσαν κτιστήν φύσιν Αυτού. θα είχον την παράλογον σημασίαν ότι η φύσις του Θεού ήν τα κτιστά δήθεν γνωρίσματα χαρακτηρίζουν. Ή το προγνωστικόν πάλιν ωσαύτως. αναφέρομεν το εξής χαρακτηριστικόν του Μεγάλου Βασιλείου. Αναφέρομεν και άλλο χωρίον του Μεγάλου Βασιλείου εν ω πάλιν σαφώς διδάσκει τα ίδια περί ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ. ουσίαν τίθεσθαι. καθό εστι. ίνα δια των κτιστών τούτων γνωρισμάτων αποδείξουν το κτιστόν της ουσίας του Λόγου. οι Ευνομιανοί. Από τα πολλά πατερικά χωρία τα αναφερόμενα εις το εν προκειμένω θέμα. έπεται ότι κτιστή είναι η φύσις Αυτού. "πώς ουν ου καταγέλαστον. Ή το προνοητικόν πάλιν ουσίαν. τα οποία δύναται ο αναγνώστης να διαβάση εις τα δημοσιευθέντα εν τω δευτέρω τόμω σελ. Δηλαδή. αγαθόν τε και δίκαιον. είναι Ούτος όχι ομοούσιος ή ομοιούσιος αλλά ετερούσιος και ανόμοιος τω Πατρί. κατά τους Αρειανούς και τους Ευνομιανούς. ευεργέτην γαρ και κριτήν. Είναι σαφές ότι συμφώνως προς τας προϋποθέσεις ταύτας ο ισχυρισμός ότι τα εν προκειμένω γνωρίσματα και η μεγαλειότης και μεγαλοπρέπεια του Θεού είναι κτίσματα. 2) Επίσης. Επί πλέον ισχυρίζοντο ότι η ουσία του Θεού απεκαλύφθη εν τοις ονόμασι Πατρότης. απέδιδον τα κτιστά γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως του Λόγου εις αυτήν ταύτην την προαιώνιον φύσιν του Λόγου. ακολουθούντες τους Αρειανούς πνευματικούς εξαδέλφους των. "η δε θεία φύσις εν πάσι τοις επινοουμένοις ονόμασι. γνωστής μόνον τη Αγία Τριάδι. είναι και αυτή κτιστή. και ότι ως εκ τούτου οι θεολόγοι έχουν κατάληψιν της ακτίστου ουσίας. μένει ασήμαντος. 5) Ότι τα κτιστά γνωρίσματα του Λόγου αποδίδονται ουχί εις την προαιώνιον φύσιν Αυτού. και όσα άλλα τοιαύτα μαθόντες.λ.τ. ως ο ημέτερος λόγος.1) Οι Ευνομιανοί ίνα αποδείξουν το κτιστόν του Λόγου εταύτιζον την ουσίαν και ενέργειαν του Θεού Πατρός και διέκρινον απ' αυτήν την ουσίαν και ενέργειαν του Λόγου. ως θα αναπτύξωμεν εν οικείω τόπω. 3) Το γνωστόν μόνον της ενεργείας του Θεού και των μετ' Αυτόν γνωρισμάτων Αυτού τοις προκρίτοις εν θεωρία διαβεβηκόσι. κ.
ου τον αυτόν αμφοτέρων αποδώσει λόγον. Ών δε ο λόγος έτερος. ώς τις των παρ' Έλλησι θεολόγων (Πλάτων). Δεν λέγουν μόνον καταληπτή. όστις εν άκρα αντιθέσει προς τους λατινόφωνας και ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και συμφωνών με τους Ευνομιανούς διδάσκει ότι ο σκοπός της θεολογίας είναι η μελέτη και η έρευνα περί της ουσίας του Θεού. αδύνατον. "δέν θα βραδύνω να ερευνήσω την ουσίαν του Θεού. Ο νούς του ανθρώπου είναι 39 .16 Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ο ισχυρισμός του αγίου Γρηγορίου. του δε ενεργούντος την φύσιν ουδέν μάλλον δια της των ενεργειών κατανοήσεως επιγνώναι δυνάμεθα. και διαφύγη τω ανεκφράστω τον έλεγχον. αδύνατον. "Θεόν νοήσαι μέν. φράσαι δέ. ότι Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον.13 Η ανύπαρκτος εις τους ελληνόφωνας και λατινόφωνας Ρωμαίους Πατέρας διάκρισις αυτή είναι αποτέλεσμα του φραγκολατινικού συνδυασμού της διδασκαλίας των Πατέρων και του Αυγουστίνου. Τούτο δε απλούστατα διότι μεταξύ Θεού και κτισμάτων δεν υπάρχει καμμία απολύτως ομοιότης. ής ούπω λόγος μηνυτής εξευρέθη. Ουκούν άλλο μεν εστιν η ουσία. Μελετώντες οι Δυτικοί του μεσαίωνος τα έργα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων κατά των Ευνομιανών περί του ακαταλήπτου της θείας ουσίας έκαμον την διάκρισιν μεταξύ γνώσεως και καταλήψεως και ισχυρίσθησαν ότι η ουσία του Θεού είναι μεν ακατάληπτος. αγαθός και δίκαιος είναι δηλωτικά κτιστών ενεργειών του Θεού ή προσκαίρων ή κτιστών έργων του Θεού. Μάλιστα εις το "Περί Αγίας Τριάδος" έργον του αναγγέλει ότι. Επομένως δεν ισχύει το όμοιον γινώσκεται υπό του ομοίου. Όταν γαρ απιδιδώ τις τον λόγον εκάστου τούτων των ονομάτων. ετέρα δε των περί αυτήν ονομάτων η σημασία. χαλεπόν. αδυνατώτερον". και αυτής της φύσεως περί ήν τα ονόματα. όστις ενέπνευσε το έν. τούτων και η φύσις διάφορος.15 εφιλοσόφησεν. αλλά ουχί άγνωστος. Οι προφήται και οι απόστολοι δια της αποκαλύψεως δεν γνωρίζουν τον Θεόν. ως θα ίδωμεν εν οικείω τόπω.εδιδάχθημεν. ίνα αναζητηθή ο Ίδιος. εξ ενεργείας τινός ή αξίας ονομαζομένων"10 Μάλλον δεν θα υπάρχη κανείς να ισχυρισθή ότι τα εν τω χωρίω τούτω δηλούντα ενεργείας του Θεού ονόματα ευεργέτης. ως ο εμός λόγος. 14 Φαίνεται ότι εις το θέμα αυτό ο Αυγουστίνος εδέχθη την επίδρασιν της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας εν συνδυασμώ με προϋποθέσεις Αρειανών και Ευνομιανών. αντίκειται εις τα προηγουμένως λεχθέντα του. και αγαπηθή ο Ίδιος. και έκτισε το έτερον". Η απάντησις εν τοις πλαισίοις της πατερικής θεολογίας είναι και ναι και όχι. Σημειωτέον ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επικαλείται την εν προκειμένω διδασκαλίαν του Πλάτωνος κατά των Ευνομιανών και εν συνεχεία ανατρέπει τον Πλάτωνα ειρωνικώς πώς λέγων.12 Δηλαδή ισχυρίζονται ότι οι Πατέρες διδάσκουν ότι ο άνθρωπος δια της μελέτης της κτίσεως. Οι Πατέρες όμως διδάσκουν ότι η ουσία του Θεού είναι γνωστή μόνον εις την Αγίαν Τριάδα. Και εν συνεχεία δεν μεταδίδουν την γνώσιν ταύτην εις τους ανθρώπους. ουκ ατέχνως εμοί δοκεί. δηλαδή δεν έχει πλήρη γνώσιν αυτής ως έχει η Αγία Τριάς. κριτής. αλλά κυρίως δια της αποκαλύψεως γνωρίζει την ουσίαν του Θεού αλλά δεν καταλαμβάνει αυτήν. νοήσαι δέ. Διότι αμφότερα ταύτα τίθενται προς θεωρίαν ημών δι' αυτόν τον σκοπόν. Αλλά φράσαι μέν. καθ' ά οι θεολόγοι είναι οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία θα ενόμιζε κανείς ότι οι τοιούτοι θα έπρεπε να νοούν και να εκφράζουν τον Θεόν. είτε δια του κτίσματος. είτε δια της Γραφής Αυτού. ίνα και κατειληφέναι δόξη το χαλεπόν ειπείν.
το αΐδιον φως αμέσως. μηδενός μεσιτεύοντος παραπετάσματος. αλλά και υπέρ τα όντα πάντα τούτό εστι το φως και ως υπερφυής η θεωρία αύτη. τον αρραβώνα της παλιγγενεσίας εκείνης και της κατ' αυτήν θέας λαβών εν εαυτώ. ιδού αισθήσεως ενέργεια ταυτί δοκεί. Το ότι ο άνθρωπος δύναται να γνωρίζη περί της υπάρξεως του Θεού και περί των ενεργειών του Θεού δεν σημαίνει ότι δύναται να νοήση και να εκφράση τον Θεόν. ούτε δια της ψυχής. "οράς όπως ουχ υπέρ αίσθησιν μόνον. αυτός γαρ ταύτην υπεραναβάς. Τον Θεόν δεν δύναται να νοήση ο άνθρωπος. Νύν μεν γαρ αισθήσει και δια των όντων και των μεριστών συμβόλων. ως και ο των τοιούτων ιεροτελεστής θειότατος εκφαντορικώς εξηγήσατο. Επίσης δια του Θεού ο θεούμενος γνωρίζει εαυτόν. Εις την θέαν ταύτην της δόξης του Θεού μετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος όστις όμως ορά ουχί δια του σώματος.21 40 . αλλ' εκείνος αύθις είπεν ως "ουκ οίδα είτε νούς ήν.20 Η έλλαμψις και ο φωτισμός ούτος ως και η θέα της αποκαλύψεως δεν είναι νοημάτων και γνώσεως αλλ' υπέρ τα νοήματα και υπέρ την γνώσιν. ώστε το όνομα αυτής να δύναται να εκφράση τον Θεόν. Τον Θεόν δεν δύναται να εκφράση ο άνθρωπος. υπέρ αίσθησίν τε γεγονώς και νούν. είτε σώμα το αισθόμενον". απόστολον και άγιον μυστήριον. ου νοημάτων τις και γνώσεως φωτισμός ήν. δι' ου πάσά τε γνώσις αποκαλύπτεται και Θεός προς αλήθειαν τη αξία και φιλουμένη ψυχή γνωρίζεται". υπέρ άνθρωπον τη προς Θεόν ενώσει γεγονώς. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς γράφει περί τούτου τα εξής. διότι δεν υπάρχει νόημα ή εικών κτιστή ομοία τω Θεώ. "νύν μέν" γαρ φησι "βλέπομεν δι' εσόπτρου και εν αινίγματι. τότε δε υπέρ ταύτα γεγονότες. διότι ο Θεός υπερβαίνει τον νουν και την λογικήν του ανθρώπου. διό και έλεγεν. "οίδα". ούτε να εκφράση με ονόματα Αυτόν. μήτε του υπέρ αίσθησιν εκστάντα και ορατά τούτω γεγονότα". ότι "η γνώσις του είναι Θεόν φυσικώς ημίν εγκατέσπαρται". "Τω μακαρίω δε Παύλω το ελλάμψον εν τη οδώ φώς. επεί ο Θεός ήν ο τότε ενεργών. υπεραισθητώς. δια του αοράτου εώρα τα αόρατα. αλλ' ο Θεός ορά δια του θεουμένου Εαυτόν. είδε τα αόρατα και ήκουσε τα ανήκουστα. Αυτός δέ. ο Θεός γνωριζόμενος αγνώστως και ορώμενος αοράτως.19 Το δε "νύν" είπε. ακούσας και ιδών. την δυνατήν και ανάλογον τη καθ' ημάς φύσει θεωρίαν δεικνύς. ώστε η αίσθησις αύτη υπέρ αίσθησιν και νουν εστιν. είτε άγγελος.κτιστός ως είναι και ο λόγος αυτού και αι αισθήσεις και δεν είναι της φύσεως του ανθρώπου να γνωρίζη τον Θεόν δια της εν Θεώ θεωρίας. οψόμεθα. Μάλιστα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζει την επί του θέματος πατερικήν παράδοσιν. όταν γράφη. αλλά δυνάμεως του αγαθού Πνεύματος καθ' υπόστασιν εν τη ψυχή έλλαμψις ου την υπερβολήν της λαμπρότητος οι της σαρκός οφθαλμοί μη διενεγκόντες απετυφλώθησαν. Και όταν ακόμη αποκαλύπτη ο Θεός Εαυτόν δια του Λόγου εν Πνεύματι Αγίω. διότι ο Θεός είναι ο Εαυτόν γινώσκων ορών και νοών δια του θεουμένου. υπερλογικώς και υπερνοητώς παραμένει εις τον θεούμενον προφήτην. όστις τη χάριτι ταύτη του αυτοπτικού θείου φωτός18 ορά εν Θεώ δια του Θεού τον Θεόν. δι' ου και εις τρίτον ουρανόν ήρται και μυστηρίων αλαλήτων ακουστής εγένετο. δεν δύναται να κατανοήση τον Θεόν. είτε άνθρωπος. δια τούτο προσέθηκεν ότι "ο Θεός οίδεν". ηνίκα γαρ εκάτερον τούτων ενεργεί και ότι ενεργεί αισθάνεταί τε και νοεί. τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον". Το κτιστόν. Είναι της φύσεως του ανθρώπου όμως να γνωρίζη δια της εν εαυτώ λογικής ενεργείας της ψυχής του περί της υπάρξεως του Θεού και περί τινών των ενεργειών Αυτού δια της αρμονίας και της ευταξίας εν τοις κτίσμασι.
και πυρ και πνεύμα και ύδωρ ως ζωτικά ήπερ γή. ίνα γνώμεν ότι ου ταύτα κατ' ουσίαν εστίν. και επί μεθέξει της αγαθότητος παραγαγών ημάς εκ του μη όντος εις το είναι. Ει δε και των όντων αι γνώσεις. και ζωή ήπερ θάνατος. ‐ ταυτόν δε ειπείν ‐ ών ήπερ μη ών. και μάλλον αυτώ πλησιάζοντα. και γνωστικούς ποιήσας ημάς. αλλ' έστι μεν υπερούσιος και ακατονόμαστος. ουχ ότι τινός ήττων εστίν ή τινος εστέρηται. εκ της φαντασίας και εκ της θετικής λεγομένης επιστήμης. εκ της θρησκειολογίας. και προ πάντων και πλέον αγαθότης ήπερ κακία. και ακατονόμαστος. και ημέρα ήπερ νύξ. ως δε πάντων των όντων αίτιος. αυτού γαρ εστι τα πάντα και εξ αυτού και δι' αυτού γέγονε και εν αυτώ συνέστηκεν. ύδατος και πυρός. Επομένως ο χρησιμοποιών εξωαγιογραφικά και εξωπαραδοσιακά κριτήρια εκ της φιλοσοφίας. σοφία και σοφός. γλυκυτάτη δε και η εξ αμφοίν συνάφεια οίον η υπερούσιος ουσία. η υπέρθεος θεότης. δηλαδή εις την μετά Θεού και μετ' αλλήλων ένωσιν της εν Χριστώ θεωρίας της δόξης του Θεού. το γαρ αγαθόν ύπαρξις και υπάρξεως αίτιον. δηλωτικά γαρ των πραγμάτων εστί τα ονόματα. Δι' άφατον ουν αγαθότητα ηυδόκησεν εκ των καθ' ημάς ονομάζεσθαι. Καθό μεν ουν ακατάληπτός εστι. ήτις υπερβαίνει την λογικήν και νόησιν του ανθρώπου και ακόμη την νόησιν των αγγέλων. άχρονος. οίον φωτός και σκότους. απερίγραπτος. άγνωστος και απρόσιτος. ίνα μη αμέτοχοι παντελώς ώμεν της αυτού επιγνώσεως. και πάντων των όντων τους λόγους και τας αιτίας εν εαυτώ προέχων εκ πάντων των όντων κατονομάζεται. Τα δε καταφατικώς λεγόμενα ως αιτίου των πάντων κατηγορείται. αόρατος. ώσπερ ου της ουσίας αυτού μετέδωκεν ημίν. ζωή και ζών. Μόνον όταν έχη κανείς ως οδηγούς τους χάριτι Θεού πείραν έχοντας γνωστικούς. άναρχος. εκ πάντων των αιτιατών ονομάζεται". ουδέν γαρ των όντων. εκ της φιλολογίας. και εκ των εναντίων. Εν προκειμένω ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζων "Περί Θείων Ονομάτων" γράφει. Εισί δε και τινα καταφατικώς επί Θεού λεγόμενα δύναμιν υπεροχικής αποφάσεως έχοντα οίον σκότος.Τα ανωτέρω σημαίνουν σαφώς ότι η θεία φύσις είναι παντάπασι ανώνυμος. και ως αίτιος λόγου παντός και σοφίας λογικού τε και σοφού λέγεται λόγος και λογικός. αλλ' ότι πάντων υπεροχικώς των όντων εξήρηται. ανέκφραστος. της ουσίας αυτού μη εκζητήσωμεν όνομα. ουχ ότι ο Θεός σκότος εστίν. εκ της ιστορίας. δύναμις και δυνατός.23 ως γαρ αίτιος πάσης ουσίας και πάντων των όντων λέγεται και Ών και ουσία. αλλ' έχωμεν καν αμυδράν αυτού έννοιαν. επεί και πλέον μετέχουσιν αυτού. Τιμιώτερα δε τα άυλα των υλικών και τα καθαρά των ρυπαρών και τα άγια των εναγών. "τό Θείον ακατάληπτον όν. ούτως ουδέ της γνώσεως της ουσίας αυτού. δύναται να αρχίση να βαδίζη τα πνευματικά στάδια κατανοήσεως της διδασκαλίας του Χριστού εν τη Παλαιά 41 . είναι εκ των προτέρων καταδικασμένος εις εσφαλμένας ερμηνείας και αξιολογήσεις. ομοίως και νούς και νοερός. το υπερούσιον πώς γνωσθήσεται. αλλ' υπέρ πάντα εστί. Αγνοούντες ουν την ουσίαν αυτού. η υπεράρχιος αρχή και τα τοιαύτα. αλλ' ότι ουκ έστι φώς αλλ' υπέρ το φώς". Ως δε πάντων αίτιος.24 Εξ όλων των ανωτέρω έπεται ότι τα περί Θεού ονόματα εν τη Αγία Γραφή δεν έχουν σκοπόν να οδηγήσουν τον άνθρωπον εις νοήματα νοησιαρχικά και λογικά απέχοντα τόπον απολύτου γνώσεως του Θεού είτε της ουσίας είτε της ενεργείας Αυτού. και επί πάντων των λοιπών ομοίως. των προφητών και των αποστόλων έχουν ως μοναδικόν σκοπόν να προετοιμάσουν πνευματικώς τους ανθρώπους.22 "Διό των θείων ονομάτων τα μεν αποφατικώς λέγεται δηλούντα το υπερούσιον οίον ανούσιος. Αδύνατον γαρ φύσιν τελείως γνώναι την υπερκειμένην φύσιν. ίνα κατανοήση και εμβαθύνη εις την διδασκαλίαν και τα πνευματικής φύσεως γεγονότα της Αγίας Γραφής. πάντως και ανώνυμον έσται. αλλ' αγαθός ών ο Θεός. Και αύται μεν αι αποφάσεις και καταφάσεις. το δε κακόν αγαθού ήτοι υπάρξεως στέρησις. Τα θεία ονόματα και τα διδάγματα του Χριστού. μάλλον δε εκ των τιμιωτέρων και πλησιαζόντων αυτώ οικειοτέρως ονομασθήσεται. τους γνωστικούς και πιστούς και να οδηγήσουν αυτούς εις την θέωσιν. Οικειότερον ουν μάλλον ονομασθήσεται ήλιος και φώς ήπερ σκότος.
υπερλογικώς. αποστόλων και αγίων είναι συγκεχυμένη και πεπλανημένη. αλλά ουχί εις την φωτιστικήν και θεωτικήν. αλλά είναι ονόματα εκ των δημιουργημάτων του Θεού. δηλούντα τας σχέσεις του Θεού και τινας των εν τω κόσμω ενεργειών του Θεού.και Καινή Διαθήκη. 2) Μόνον η φυσική της θείας ουσίας ενέργεια είναι μεθεκτή και υπεραισθητώς. γ) ότι δεν υπάρχει αναλογία του όντος μεταξύ της ουσίας και των κτισμάτων. αλλά γνωρίζομεν την ενέργειαν του Θεού. β) ότι δεν γνωρίζομεν την ουσίαν του Θεού. απρόσιτος. Επομένως πρέπει να διορθωθή η πεπλανημένη ιδέα τινών ότι α) η αποφατική θεολογία αφορά εις την ουσίαν του Θεού και η καταφατική θεολογία εις τας ενεργείας του Θεού. 4) Η χάρις του Θεού και η περί Θεού γνώσις φθάνει εις τους πιστούς μέσω των θεουμένων και των υπ' αυτών χειροτονουμένων. αλλά δήθεν υπάρχει μεταξύ της ενεργείας του Θεού και των κτισμάτων. ήτις είναι η κατ' εξοχήν θεολογία. εφ' όσον είναι μέτοχος των αχράντων μυστηρίων με πνευματικόν πατέρα γνώστην γνωστικόν της παραδόσεως και φίλον του Θεού. υπερνοητώς γνωστή εις τους θεουμένους. η υπό των θεουμένων μεθεκτή και η εν τω κόσμω συνεκτική των απάντων. 9) Επομένως όχι μόνον η ουσία του Θεού είναι παντάπασιν ανόμοιος τοις κτίσμασι αλλά και η δόξα του Θεού. άκτιστος. δηλαδή εις την δημιουργικήν. 42 . 7) Τα περί Θεού θεία ονόματα και νοήματα δεν ταυτίζονται μετά του Θεού. ήτις εστί γνόφος και φως ουδεμίαν σχέσιν ή ομοιότητα έχουσα με κτιστόν γνόφον και φώς. ίσως εις την σωστικήν. ανώνυμος. 5) Η περί Θεού γνώσις είναι εις τους εκτός της Ιεράς Παραδόσεως ανθρώπους έμφυτος. Συνοψίζομεν και ανακεφαλαιούμεν τας μέχρι τούδε εξετασθείσας προϋποθέσεις της θεολογίας ταύτης. 3) Η μέθεξις και γνώσις αυτή της Θεότητος υπό των θεουμένων διαφέρει εις βαθμόν αναλόγως με το στάδιον τελειότητος. 6) Επίσης εκτός της Ιεράς Παραδόσεως υπάρχει μέθεξις εις τας ακτίστους ενεργείας του Θεού. αμέτοχος. προνοητικήν και συνεκτικήν. Ουδόλως δε έχουν τον σκοπόν να χρησιμεύσουν ως μέσα εμβαθύνσεως εις τα μυστήρια της πίστεως δια της λογικής κατανοήσεως αυτών. εν τοις αγίοις Πατράσι και ταις Οικουμενικαίς και Τοπικαίς Συνόδοις. είναι και αυτή παντάπασιν ανόμοιος τοις κτίσμασι και δια τούτο ακριβώς αποδίδονται εις αυτήν ονόματα αντίθετα ως φως και γνόφος. αλλά επειδή λείπει η αυθεντική περί Θεού μαρτυρία των εν θεωρία Θεού διαβεβηκότων προφητών. 8) Δια των θείων ονομάτων και των εν αυτοίς νοημάτων ο άνθρωπος οδηγείται εις την μετά του Θεού ένωσιν και δια της θεώσεως ταύτης γνωρίζει αγνώστως την υπέρ των ονομάτων και νοημάτων υπερβαίνουσαν πάντα τα κτιστά φώτα και σκότη δόξαν του Θεού. 1) Η ουσία του Θεού είναι παντελώς άγνωστος. ακατάληπτος. εκτός εις ωρισμένας κατά τρόπον γνωστόν μόνον εις τον Θεόν περιπτώσεις. Τα ρητά και τα νοήματα της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων είναι τα μόνα μέσα δια των οποίων δύναταί τις να φθάση δια του Χριστού εις την υπερβαίνουσαν την γνώσιν εν Θεώ θεωρίαν.
Τοτέ μεν γαρ εν φωτί. β) ότι και η ενέργεια του Θεού υπερβαίνει την κτιστήν γνώσιν και νόησιν και ο μη θεούμενος δύναται να γνωρίση μόνον περί της υπάρξεως τινών τούτων. Τίς ο Θεός. ότι υπέρκειται πάσης ειδήσεως το ζητούμενον. τότε ομολογεί τον Θεόν εν γνόφω ιδείν. Καταλιπών γαρ πάν το φαινόμενον. ο εν τω λαμπρώ γνόφω τούτω γενόμενος. ούτε υπάρχει αναλογία όντος μεταξύ των εν τοις ονόμασι νοημάτων και των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Ότε ουν μείζων εγένετο κατά την γνώσιν ο Μωϋσής. έως αν διαδύη τη πολυπραγμοσύνη τής διανοίας πρός το αθέατόν τε και ακατάληπτον κακεί τον Θεόν ίδη. ότι συμφωνεί απόλυτα με τον άγιον Ιωάννην Δαμασκηνόν. και γ) δεν υπάρχει αναλογία του όντος και ομοιότης όχι μόνον μεταξύ ακτίστου θείας ουσίας και κτισμάτων. πάλιν δια του λόγου διδάσκεται. Διότι το εξ εναντίου τη ευσεβεία νοούμενον σκότος εστίν. αεί πρός το ενδότερον ίεται. Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε. ως πιστεύουν οι οπαδοί του Μωάμεθ. παραθέτομεν τα εξής του αγίου Πατρός. ου ήν ο Θεός. ως παντός νοήματος. Ός έθετο σκότος αποκρυφήν αυτού. τον Διονύσιον τον Αρειοπαγίτην25 και άλλους Πατέρες26 εις την ταύτησιν γνόφου και φωτός ως και εις όλα τα ανωτέρω λεχθέντα. όσω προσεγγίζει μάλλον τη θεωρία. Τούτο δε διότι τα θεία ονόματα είναι ειλημμένα από τα κτίσματα και όχι από τα άκτιστα." 29 Η προϋπόθεσις αυτή. Διό φησι και ο υψηλός Ιωάννης. οίόν τινι γνόφω τη ακαταληψία πανταχόθεν διειλημμένον. νυν δε εν γνόφω το Θείον οράται. "ά προεπαιδεύθη δια του γνόφου. ου μόνον όσα καταλαμβάνει η αίσθησις. φησί. Διδάσκει γαρ δια τούτων ο λόγος ότι τής ευσεβείας η γνώσις φώς γίνεται παρά την πρώτην οίς αν εγγένηται. τοσούτω πλέον ορά το τής θείας φύσεως αθεώρητον. οίμαι. αλλά ούτε μεταξύ ακτίστου θείας ενεργείας και κτισμάτων.29α 43 . Εισήλθε γάρ. ότι. Μωϋσής εις τον γνόφον. παγιώτερον ημίν το περί τούτου γένηται δόγμα. Εναντίον γαρ δοκεί πως είναι τη πρωτή θεοφανεία το νυν ιστορούμενον. Επειδή κυκλοφορεί η θεωρία Ρώσσου τινος θεολόγου24 ότι δια τον άγιον Γρηγόριον Νύσσης ο γνόφος είναι "όνομα δηλούν την ακαταληψίαν μόνον του Θεού". τη θεία φωνή μαρτυρούμενον.27 ο εν τω αυτώ αδύτω μυηθείς τα απόρρητα". είναι βασικόν δόγμα της ορθοδόξου θεολογίας.28 "Ο δε εκεί γεγονώς. ότι η ταύτησις παντός νοήματος με την υπερβαίνουσαν πάσαν κτιστήν πραγματικότητα θείαν υπερούσιον κρυφιότητα είναι είδος ειδωλολατρείας. αλλά και όσα η διάνοια δοκεί βλέπειν.Εξ όλων των ανωτέρω τονίζομεν ότι α) τα αποφατικώς περί Θεού λεχθέντα αφορούν και εις τας ενεργείας του Θεού. καθώς φησι Δαβίδ. εις ά φαίνεται σαφώς. ως άν. Προϊών δε ο νούς και δια μείζονος αεί και τελειοτέρας προσοχής εν περινοία γινόμενος τής των όντων κατανοήσεως. Μηδέ τούτο του ειρμού των κατ' αναγωγήν ημίν θεωρηθέντων απάδειν νομίσωμεν. Εν τούτω γαρ η αληθής εστιν είδησις του ζητουμένου και εν τούτω το ιδείν εν τω μη ιδείν. είδωλον Θεού πλάσσοντος και ου Θεόν καταγγέλλοντος. ως συμβαίνει εις τα περί υπάρξεως του Θεού. η δε αποστροφή του σκότους τη μετουσία του φωτός γίνεται. τουτέστι τότε γνώναι ότι εκείνό εστι τη φύσει το Θείον ό πάσης γνώσεώς τε και καταλήψεώς εστιν ανώτερον. Απαγορεύει γαρ εν πρώτοις ο θείος λόγος πρός μηδέν των γινωσκομένων ομοιούσθαι παρά των ανθρώπων το Θείον. του κατά τινα περιληπτικήν φαντασίαν εν περινοία τινί και στοχασμώ τής θείας φύσεως γινομένου. αλλά και πάση νοητή φύσει τής θείας ουσίας την γνώσιν ανέφικτον είναι τη αποφάσει ταύτη διοριζόμενος. "Τί δε δη βούλεται το εντός γενέσθαι του γνόφου τον Μωϋσέα και ούτως εν αυτώ τον Θεόν ιδείν." συνεχίζει ο Νύσσης. ου μόνον τοίς ανθρώποις.
ούτε αλήθειά εστιν. ούτε χρόνος. ούτε ησυχίαν άγει. ουδέ αυτή γινώσκει τα όντα ή όντα εστίν. ούτε νόησις. επεί και υπέρ πάσαν θέσιν εστίν η παντελής και ενιαία των πάντων αιτία. ουδέ βασιλεία. (ακριβώς ότι λέγει ο Θεολόγος κατά Πλάτωνος. ή νόησιν έχει.. Ούτε επιστήμη. ουδέ τι των ουκ όντων. ουδέ ενότης. ούτε μέγεθος. ουδέ λέγεται ούτε νοείται. ούτε αφαιρούμεν. ούτε γνώσις. αδύνατον . ουδέ λόγος αυτής εστιν. Αφού πρώτον ησχολήθη με το κεφάλαιον. ουδέ λόγος εστίν. "φράσαι μέν. ούτε έστηκεν. ούτε αιών. ούτε δύναμις εστιν. ούτε σοφία. ουδέ ουσία εστίν. ούτε αλήθεια. "ότι ουδέν των αισθητών ο παντός αισθητού καθ' υπεροχήν αίτιος"30 αναπτύσσει εν συνεχεία εν τω κεφαλαίω. ούτε ζή. ή αγαθότης."33 44 . "αύθις δε ανιόντες λέγομεν. ως ούτε ψυχή εστιν. ούτε φαντασίαν.. ούτε όνομα. είναι ίσως ο άγιος Διονύσιος ο Αρειοπαγίτης. ούτε σμικρότης. ούτε κινείται. ούτε ανισότης.Εκείνος όστις υπέρ παντός άλλου Πατρός ετόνισε τούτο. νοήσαι δέ. ουδέ σκότος εστίν. ούτε ομοιότης ή ανομοιότης. ουδέ επαφή εστιν αυτής νοητή. ή δόξαν. ουδέ τι των όντων εστίν. ούτε τίθεμεν. και υπέρ πάσαν αφαίρεσιν η υπεροχή του πάντων απλώς απολελυμένου και επέκεινα των όλων. ουδέ εστιν αυτής καθόλου θέσις. αλλά των μεν αυτήν τας θέσεις και αφαιρέσεις ποιούντες αυτήν. ούτε υιότης. ούτε πλάνη. ούτε φώς. ούτε αφαίρεσις. ούτε έχει δύναμιν. ουδέ φώς. ουδέ θεότης. ούτε νούς (λεχθέντα ασφαλώς εν τοις πλαισίοις των αυτών λεχθέντων υπό Χρυσοστόμου31 εναντίον των πλατωνικών). ούτε πατρότης. ή λόγον. ούτε ισότης. ούτε τάξις. "ότι ουδέν των νοητών ο παντός νοητού καθ' υπεροχήν αίτιος" τα εξής. ουδέ έν. ούτε ζωή εστιν. ουδέ άλλο τι των ημίν ή άλλω τινί των όντων συνεγνωσμένων. ουδέ τα όντα αυτήν γινώσκει ή αυτή εστιν. ουδέ πνεύμα εστιν ως ημάς ειδέναι. αδυνατώτερον"32) ούτε αριθμός εστίν.
Αφού λοιπόν αποκλείεται ο στοχαστικός και διαλεκτικός τρόπος του θεολογείν και προτάσσεται η επί της πείρας των προφητών και των αποστόλων βασιζομένη θεολογία. Μάλιστα εις ωρισμένα από αυτά τα θρησκευτικο‐φιλοσοφικά φαινόμενα υπάρχουν είδη θεολογίας δυνάμενα να χαρακτηρισθούν ως αποφατικά. η Ιερά Παράδοσις.Τμήμα 2 Ζ. Εφιστώμεν την προσοχήν του αναγνώστου εις το γεγονός ότι ο συσχετισμός μεταξύ θεολογίας και εμπειρίας υπάρχει και εις αρχαία καταδικασθέντα υπό των Πατέρων αιρετικά και φιλοσοφικά συστήματα και εις θρησκεύματα εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως και εις μοναχικάς και ευσεβιστικάς εκδηλώσεις της φραγκολατινικής παραδόσεως. Ενώ ο θεούμενος πυρακτούται ολόκληρος τη θεία χάριτι και γενόμενος ο ίδιος κατά χάριν Θεός γίνεται φως τοις άλλοις λάμπον τη όψει και τη ανιδιοτελεί αγάπη. Η Αποκάλυψις. Εξ επόψεως της δυτικής παραδόσεως γενικώς Η. ότι είναι αδύνατον εις τον άνθρωπον να χρησιμοποιήση μέθοδον στοχαστικήν και διαλεκτικήν προς τον σκοπόν όπως αποκτήση λογικήν τινα κατανόησιν της περί Θεού διδασκαλίας των προφητών και των αποστόλων επί τη βάσει των δεδομένων της φυσικής πείρας και γνώσεως των ανθρώπων. Η βασική διάκρισις μεταξύ ορθοδόξου και μη ορθοδόξου εμπειρίας της θεοφανείας είναι ότι 1) η μεν είναι της χάριτος του Θεού και 2) η άλλη της κτιστής φύσεως του ανθρώπου τη ενεργεία των δαιμόνων. Ο Κανών της Αγίας Γραφής η Ερμηνευτική και η γλώσσα Αυτής Ζ' Το κριτήριον της θεολογικής μεθόδου α) Εξ επόψεως των Πατέρων Καθίσταται από τα μέχρι τούδε αναπτυχθέντα δήλον. Το κριτήριον της θεολογικής μεθόδου α. εγείρεται αυτομάτως το όλον πρόβλημα του κριτηρίου της πείρας ταύτης και της επ' αυτής βασιζομένης δογματικής θεολογίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 45 . ο κατά τρόπον φυσικόν εκστάς παραμένει φίλαυτος άνευ των φανερών τοις Ορθοδόξοις χαρισμάτων της θεώσεως των εκδηλουμένων δια της ψυχής αλλά και δια του σώματος. η Αγία Γραφή και το Αλάθητον Θ. Η διάκρισις αυτή συμπεριλαμβάνει την διάκρισιν μεταξύ 1) φανερώσεως της ακτίστου δόξης του Πατρός εν Πνεύματι Αγίω δια του ασάρκου Λόγου προ της ενσαρκώσεως και του σαρκωθέντος Λόγου και 2) της δια φυσικής εκστάσεως απουσίας του ακτίστου και αναστολής των ενεργειών του σώματος και της ψυχής ή της φανερώσεως παραισθησιακών οραμάτων συνοδευομένων ουχί υπό ανειδέου και ασχηματίστου υπερβαίνοντος το φως φωτός αλλά υπό παρυφισταμένου φωτός έχοντος σχήμα και είδος. Εξ επόψεως των Πατέρων β.
αλλά τουναντίον έχει χαρακτήρα πολεμικόν ωσάν την στρατηγικήν και την ιατρικήν. Ο θεολόγος είναι εκείνος όστις δια της αμέσου ή εμμέσου γνώσεως ταύτης και θεωρίας γνωρίζει σαφώς να διακρίνη μεταξύ των ενεργειών του Θεού και των ενεργειών των κτισμάτων και ιδίως των ενεργημάτων του διαβόλου και των δαιμόνων. Ο στοχαζόμενος και διαλεγόμενος εις αναζήτησιν νοησιαρχικής κατανοήσεως των δογμάτων της πίστεως κατά τα πρότυπα της φραγκολατινικής παραδόσεως ασφαλώς όχι μόνον πνευματικός πατήρ δεν είναι. ή χημείαν. Η θεολογία δεν είναι μία αφηρημένη ή πρακτική επιστήμη. Είναι ωσάν να φέρεται ως χειρουργός ο χασάπης και να κατέχη την θέσιν ιατρού ο μη γνωρίζων ούτε τας αιτίας των ασθενειών. ο ουδέποτε πολεμήσας. Όστις δια της εκδιώξεως των δαιμόνων (κάθαρσις) εμύησε τους αποστόλους εις το γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού (φωτισμός) και εν συνεχεία τους τρεις αποστόλους εις το ιδείν την βασιλείαν 46 . του φωτισμού και της θέας της δόξης του Χριστού. Είναι ωσάν να λέγεται ή και να γίνη στρατηγός ο ουδέποτε εκγυμνασθείς. Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι αι βαθμίδες τελειώσεως κατά τους Πατέρες δεν αφορούν εις πνευματικότητά τινα διακρινομένην από την θεολογίαν και τον θεολόγον. ωσάν την λογικήν. των συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων. Τούτο ισχύει όχι μόνον εξ επόψεως της βασιζομένης επί της αποκαλύψεως διδασκαλίας των προφητών και των αποστόλων.Ο κατ' εξοχήν ορθόδοξος θεολόγος είναι ο γνωρίζων αμέσως τινάς των ενεργειών του Θεού δια της ελλάμψεως ή περισσοτέρως αυτάς δια της θέας ή εμμέσως τας ενεργείας του Θεού μέσω των προφητών. Ούτως έχομεν τα στάδια της καθάρσεως. η δε με την πολεμικήν εναντίον των ψυχικών και σωματικών ασθενειών δια της υγείας και των μέσων αποκαταστάσεως της υγείας. Επομένως ο θεολόγος και ο πνευματικός πατήρ είναι το ίδιον πράγμα. η μεν ασχολείται με την άμυναν και την επίθεσιν έναντι των εχθρών δια της σωματικής και στρατηγικής τελειοποιήσεως εις την χρήσιν όπλων. ίνα ίδη αν είναι τι ενέργημα του Αγίου Πνεύματος ή του διαβόλου και των δαιμόνων. αλλά ούτε είναι εις θέσιν να οδηγή και να θεραπεύη άλλους. Άνευ του χαρίσματος της διακρίσεως των πνευμάτων δεν δύναταί τις να δοκιμάση τα πνεύματα. αλλά και εξ επόψεως του αγώνος κατά των εμποδίων προς την τελειότητα. αλλά ούτε κατά κυριολεξίαν θεολόγος δύναται να λέγεται. αδυνατεί όχι μόνον να αγωνισθή ο ίδιος κατά του εχθρού υπέρ της τελειώσεώς του. μαθηματικήν. εις την οποίαν πρέπει να επαναφέρη τον ασθενή. αποστόλων και αγίων ή μέσω της Αγίας Γραφής. αστρονομίαν. και ο ουδέποτε μελετήσας την πολεμικήν. ούτε την κατάστασιν υγείας. Ο θεολόγος. οχυρωμάτων και αμυντικών και επιθετικών σχεδίων. όστις αγνοεί τας μεθοδείας του εχθρού και την κατά Χριστόν τελειότητα. Επομένως τα γενικώς εν τη Αγία Γραφή και τη Ιερά Παραδόσει ισχύοντα περί βαθμίδων τελειώσεως έχουν ουσιαστικήν και αδιάσπαστον σχέσιν με την κατανόησιν της περί των δογμάτων διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως. και των αποφάσεων και των πρακτικών των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. αλλά ο προσέξας μόνον εις την ωραίαν και ένδοξον εμφάνισίν του με μεγαλειώδεις και λαμπράς στολάς εις δεξιώσεις και παραστάσεις. ούτε τους τρόπους θεραπείας αυτών. Είναι σαφές ότι τα στάδια ταύτα επέρασαν προτύπως οι απόστολοι έχοντες πνευματικόν Πατέρα τον σαρκωθέντα Λόγον.
Δυστυχώς όμως η πατερική αντίληψις περί θεολογίας ως βασιζομένης επί της εμπειρίας της θεώσεως των προφητών. "τούτο τοίνιν ως μη γνώσιν. είναι ουχί κατά τα κριτήρια της φυσικής γνώσεως εμβάθυνσις αλλά η διάβασις από τα ρητά και τα νοήματα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων εις την γνώσιν και την νόησιν την υπερβαίνουσαν την φυσικήν γνώσιν και νόησιν. Η μετατροπή του σταδίου του φωτισμού εις το της θεώσεως. και όλους τους αποστόλους.". φωτισμένων και τελειουμένων ο Αυγουστίνος ορθώς επίστευεν ότι ο πιστός οφείλει πρώτον να δεχθή και να διδαχθή τα δόγματα της πίστεως και μετά ταύτα να εμβαθύνη εις αυτά. Βασισθείς επί της διακρίσεως μεταξύ κατηχουμένων.του Θεού κατά την Μεταμόρφωσιν. όπως είδαμεν. ίνα φθάση εις την τάξιν των γνωστικών. Η διδασκαλία του περί φωτισμού είναι καθαρώς πλατωνική και η εν Χριστώ θεωρία της δόξης του Θεού υπό των προφητών και των αποστόλων κατηργήθη και μάλιστα εχαρακτηρίσθη υπ' αυτού ως αίρεσις3 και αντικατεστάθη υπό της νεοπλατωνικής εκστάσεως. εις την υψίστην δυνατήν μέθεξιν της δυνάμεως του Πνεύματος εντεύθεν του τάφου κατά την Πεντηκοστήν.. ήτις χαρακτηρίζει την φραγκολατινικήν ή Σχολαστικήν παράδοσιν και ήτις υπό διαφόρους μορφάς διασώζεται μέχρι σήμερον μεταξύ των Παπικών και των Προτεσταντών. αλλ' υπεροχικώς αγνωσίαν υπάρχον . μανιχαϊκών και ορθοδόξων στοιχείων και ούτως εγέννησε τας γενικάς αρχάς της θεολογικής μεθόδου. Ο Αυγουστίνος ιδέαν δεν έχει του "φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον" του Γρηγορίου του Θεολόγου και ούτε συμφωνεί με τον 47 .1 β) Εξ επόψεως της δυτικής παραδόσεως γενικώς Εν αντιθέσει προς την πατερικήν παράδοσιν ο ιερός Αυγουστίνος προσήρμοσε την κατηχητικήν πράξιν της αρχαίας Εκκλησίας και τα στάδια τελειώσεως εις την προσωπικήν του σύνθεσιν νεοπλατωνικών. Ούτως εν τη πράξει της Εκκλησίας υπήρχε πάντοτε 1) η προ του βαπτίσματος κατήχησις περί των ενεργειών του Θεού και των δαιμόνων και του αγώνος υπέρ μεθέξεως των μεν και αποκρούσεως των δε και η εν συνεχεία κάθαρσις εν τω βαπτίσματι 2) Η λήψις εν τω βαπτίσματι και τω χρίσματι του φωτισμού δια της σφραγίδος και της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος και 3) της οδηγήσεως των προκρίτων εις την θέωσιν και την μετά του Θεού φιλίαν. των αποστόλων και των αγίων και επί του χρίσματος της διακρίσεως των πνευμάτων λείπει ολοτελώς από την θεολογίαν του Αυγουστίνου. Ούτω κατά τον Αυγουστίνον ο πιστός έχει καθήκον να καταβάλη προσπάθειαν να κατανοήση τα δόγματα λογικώς και να εμβαθύνη ούτως εις αυτά..2 Εντός των ανωτέρω αναπτυχθέντων πατερικών προϋποθέσεων τα μεθοδολογικά ταύτα είναι θαυμάσια. Σημειωτέον ότι εις την ελληνόφωνον και λατινόφωνον ορθόδοξον ρωμαϊκήν παράδοσιν τα στάδια ταύτα της τελειώσεως ουδέποτε εξελήφθησαν ως στάδια οδηγούντα εις φιλοσοφικήν τινά δια του λόγου εμβάθυνσιν εις τα δόγματα της πίστεως και εις την ούτω μετατροπήν της πίστεως των απλουστέρων εις γνώσιν διανοουμένων και μεγάλων εγκεφαλικών ανδρών και σπουδαίων κατά κόσμον φιλοσόφων.
αφού όχι μόνον οι Πατέρες. δηλαδή κατεσκευάσθη τοιαύτη ερμηνεία αυτού. Ούτως η πρώτη περίοδος της Σχολαστικής θεολογίας θεωρείται ως η αυγουστινειο‐πλατωνική. Συνόδου. ώστε όχι μόνον ο πιστός προοδεύει εις την κατανόησιν των δογμάτων αλλά και η Εκκλησία. αν και η φιλοσοφική μέθοδος της δυτικής θεολογίας προσηρμόσθη εις τα δεδομένα του εκκλησιαστικοποιηθέντος Αριστοτέλους. Μέσω του Αυγουστίνου είχεν επικρατήσει η άποψις των Νεοπλατωνικών ότι μεταξύ Πλάτωνος και Αριστοτέλους δεν υπάρχει πραγματική διαφορά. ούτε η μεταφυσική επανάστασις του Νομιναλισμού. ήτις παρουσίασεν αυτόν διδάσκοντα πάν ό. αδύνατον".Πλάτωνα "Θεόν νοήσαι μεν χαλεπόν. Ενώ εις τους ορθοδόξους Πατέρας η φιλοσοφία ουδέποτε υπήρξε μέσον κατανοήσεως των δογμάτων. 4 Η εν τη αρχή της αναπτυσσομένη Σχολαστική θεολογία των Φραγκολατίνων διήλθεν οξείαν κρίσιν κατά τον 13ον αιώνα δια της επικρατήσεως μιας αραβικής μορφής της φιλοσοφίας του Αριστοτέλους. Και πράγματι πρέπει να ομολογήσωμεν ότι. ως είδαμεν. ανωτέραν της πατερικής παραδόσεως πριν την γεννήσουν και θεωρείται ούτως υπό των Δυτικών μέχρι σήμερον. φράσαι δέ. Ταύτα συνδυάζονται με την ανωτέρω αναφερθείσαν διδασκαλίαν του Αυγουστίνου ότι ο σκοπός της θεολογίας είναι η διερεύνησις και κατανόησις της ουσίας του Θεού. Ακολουθούντες τον Αυγουστίνον οι Φραγκολατίνοι επεδόθησαν σοβαρώς εις την προσπάθειαν αυτήν και ούτως εδημιούργησαν την Σχολαστικήν θεολογικήν παράδοσιν. την οποίαν ανεκήρυξαν. συμμερισθείς την τύχην των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.6 Σημειωτέον ότι. Η αυθεντία του Αυγουστίνου ήτο τόσον μεγάλη. όμως τα δόγματα των Φραγκολατίνων ως διεμορφώθησαν υπό του Αυγουστίνου και των οπαδών αυτού έμειναν κατ' ουσίαν αναλλοίωτα. εφραγκοποιήθη. ούτε η δογματική επανάστασις του Προτεσταντισμού να δυνηθή να την κλονίση. Εντεύθεν ο ισχυρισμός των Φράγκων ότι η προσθήκη του Filioque αποτελεί πρόοδον εις την κατανόησιν και άρα ανάπτυξιν της περί Θεού διδασκαλίας της Β' Οικουμ. Αντιθέτως μάλιστα οι περισσότεροι προτεστάνται θεολόγοι κατά την μεγίστην αυτών πλειοψηφίαν ηρύονται εκ του Αυγουστίνου τας διδασκαλίας των.5 Δια της γνώσεως του Αριστοτέλους εκλονίσθη το επί της νεοπλατωνικής γνωσιολογίας και μεταφυσικής ερειδόμενον οικοδόμημα. Προβαίνοντες δε οι Προτεστάνται ούτοι έτι περαιτέρω απεκήρυξαν τα συμπεράσματα της Συνόδου η οποία συνεκλήθη εις την Γαλλίαν το 529 και η 48 . Προς περίσωσιν της φραγκολατινικής δογματικής θεολογίας ο Αριστοτέλης. αλλ' ούτε οι άγγελοι έφθασαν ή θα φθάσουν ποτέ εις τοιαύτα υψηλά ύψη.τι εχρειάζετο δια την στήριξιν των φραγκολατινικών δογμάτων. ώστε ούτε η φιλοσοφία του Αριστοτέλους. αλλά εχρησιμοποιήθησαν με νέαν σημασίαν φιλοσοφικοί όροι εις την διατύπωσιν και διακήρυξιν των δογμάτων. Την μέθοδον ταύτην μετέφερεν ο Αυγουστίνος από των πιστών και εις την Εκκλησίαν. ο Αυγουστίνος εν γνώσει του έκαμε χρήσιν της πλατωνικής φιλοσοφίας προς κατανόησιν των χριστιανικών δογμάτων. Δέχεται το χαλεπόν της νοήσεως αλλά και το χαλεπόν και όχι αδύνατον της φράσεως. εάν οι Φραγκολατίνοι και οι απόγονοι αυτών κατώρθωσαν να φθάσουν εις γνώσιν τινά της θείας ουσίας τότε τω όντι όχι μόνον υπερέβησαν την πατερικήν θεολογίαν αλλ' ακόμη και την αγγελικήν.
προορισμού. Ισχυρίζονται λοιπόν οι Προτεστάνται ότι μόνον ο Αυγουστίνος από τους Πατέρας κατενόησεν ορθώς τας διδασκαλίας του αποστόλου Παύλου περί χάριτος. αφού διεκήρυττεν απόλυτον υπακοήν εις τα δόγματα της πίστεως. Οι Φραγκολατίνοι και οι Προτεστάνται νομίζουν ότι η Σύνοδος έδωσεν συμβιβαστικήν λύσιν εις την διαμάχην μεταξύ των οπαδών του Αυγουστίνου και του Κασσιανού. γράφει ότι έπραξε τούτο εξ αιτίας των δυσκολιών.7 ως είδαμεν. η αληθής αξιολόγησις των πραγμάτων φαίνεται και εις το ζήτημα του Filioque.9 Έχων υπ' όψιν τους ισχυρισμούς τούτους ο ορθόδοξος μελετητής της πατερικής δογματικής θεολογίας εκπλήσσεται. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος εξηγών διατί εσταμάτησε. ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες ουδέποτε κατηνόησαν τον απόστολον Παύλον. ότι συζητείται υπό των θεολόγων η έναντι του Πατρός και του Υιού προσωπική ιδιότης του Αγίου Πνεύματος. δεν έπαυσαν μέχρι σήμερον να διακηρύττουν. εις την προς Γαλάτας. 49 . Συνόδου.14 Μάλιστα δηλοί.13 Ούτω φαίνεται σαφώς πώς ο ιερός Αυγουστίνος ήτο μετριοφρονέστερος των οπαδών του και αν εγνώριζεν Ελληνικά ασφαλώς θα διεπίστου. αλλά άνευ ακόμη τελικού αποτελέσματος.15 Παρά τους ισχυρισμούς περί της υπεροχής του ιερού Αυγουστίνου έναντι των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. αλλά εκ των 433 στίχων ετελείωσε μόνον τους πρώτους 7. ας συνήντα ερμηνεύων την επιστολήν.8 Υπερέβησαν λοιπόν τους Παπικούς αποκηρύξαντες την υποτιθεμένην συμβιβαστικήν λύσιν. το οποίον εξελίχθη εκ της θεολογικής μεθόδου του Αυγουστίνου ως και εκ της αγνοίας του περί των πραγματικώς επικρατούντων εν τη θεολογία των Πατέρων της Β' Οικ. Σύνοδον Συμβόλου της πίστεως προς πληροφορίαν και ενημέρωσιν των επισκόπων.οποία κατεδίκασεν την διδασκαλίαν του Αυγουστίνου. Εις την ομιλίαν αυτήν ο Αυγουστίνος δίδει δύο βασικάς εσφαλμένας πληροφορίας περί του Συμβόλου.12 Ήρχισε να γράφη και ερμηνείαν εις την προς Ρωμαίους επιστολήν. Οι Διαμαρτυρόμενοι.10 Ο Αυγουστίνος έγραψε πλήρη ερμηνείαν εις μίαν μόνον εκ των 14 επιστολών του αποστόλου Παύλου. Τω 393 πρεσβύτερος ών εκλήθη ο Αυγουστίνος να αναπτύξη ενώπιον της Συνόδου της Αφρικής την διδασκαλίαν του προ 12 ετών τελειοποιηθέντος εις την Β' Οικ. δια να αποδείξη εκείνα τα οποία νομίζει ότι διδάσκουν. Οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες έγραψαν πολλά ερμηνευτικά έργα εις όλας τας επιστολάς του αποστόλου Παύλου. ακόμη και καθηγηταί Πανεπιστημίων.11 Πρεσβύτερος ών έγραψεν απαντήσεις εις ερωτήματα περί της προς Ρωμαίους επιστολής. και ασφαλώς θα τους ηκολούθει. 1) Ισχυρίζεται εσφαλμένως. αμαρτίας και ελευθερίας. Πάντοτε ομιλεί με μεγάλον σεβασμόν δια τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και πάντοτε επικαλείται την αυθεντίαν των ελληνοφώνων Ρωμαίων αγίων. όταν εξετάζη τα περί αποστόλου Παύλου έργα του Αυγουστίνου και τα συγκρίνει με τα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. ότι ευχαρίστως δέχεται υποδείξεις. ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες δεν εδίδασκον αυτά τα οποία ενόμιζεν.
ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι. 27 όστις εβάπτισε τον Αυγουστίνον. Ο Αυγουστίνος επεδόθη εις την ανεύρεσιν της υποστατικής ιδιότητος του Αγίου Πνεύματος και απέθανε χωρίς να μάθη ότι ο όρος "εκπόρευσις" εις το Σύμβολον είχε τερματίσει πλέον την συζήτησιν. Δίδυμον τον 50 . ουδέποτε προσέθεσάν τι εις το Σύμβολον. η δόξα. είναι κατά πάντα κοινά και ανήκουν και εις τας τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος. τη πρωτοβουλία των Πατέρων της Β' Οικ.26 Παραδόξως αυτή η ορθόδοξος άποψις υπάρχει ισχυρώς τονιζομένη εις τον Αμβρόσιον. Η εντύπωσις αυτή των Φράγκων ότι ο Αυγουστίνος έλυσεν άλυτον δια την Β' Οικ. το δημιουργείν.28 Γνωρίζοντες καλώς οι λατινόφωνοι Ρωμηοί της Ρώμης και Κάτω Ιταλίας ότι ετερματίσθη η συζήτησις.18 Όσον αφορά εις την υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος. Γρηγόριος ο Θεολόγος και Γρηγόριος Νύσσης. η αγάπη. ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι. ότι και Αυτός ως Υιός έχει την ύπαρξίν Του εκ του Πατρός. Μάλιστα παραθέτει τον όρον "Θεότης" Ελληνιστί. όλοι οι Πατέρες.23 Ίδε εν τω δευτέρω τόμω τα συνοπτικά επί του θέματος γραφόμενα του Μεγάλου Φωτίου. Γρηγορίου Νύσσης.22 Τα άλλα πάντα.29 Οι Καππαδόκαι Πατέρες. οι Πατέρες της Β' Οικ.17 Η ακοινώνητος υποστατική ιδιότης του Υιού είναι το "γεννητόν" και σημαίνει ότι ο Υιός έχει την ύπαρξίν Του εκ του Πατρός "γεννητώς". ως θα είδωμεν εν οικείω τόπω. η πρόγνωσις.π. Γρηγορίου του Θεολόγου. όμως και εν συνεχεία οι Ιταλοί. των εξ Αιγύπτου επισκόπων μαθητών Διδύμου του Τυφλού. Μέγας Βασίλειος. Οι Φράγκοι.20 Κατά τους ελληνόφωνας και λατινόφωνας Πατέρας. Όλοι οι Ρωμαίοι Πατέρες. Συνόδου καταδικασθείσαν άποψιν. η Β' Οικ. η θέλησις. επίστευσαν εις τον ισχυρισμόν του και ούτως "εβελτίωσαν" το Σύμβολον με την προσθήκην της επί του θέματος διδασκαλίας του Αυγουστίνου. ότι ανεκάλυψαν θεολόγον ασυγκρίτως καλύτερον από τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και ούτω τον ανεγνώρισαν ως τον μεγαλύτερον Πατέρα της Εκκλησίας και τοιούτος θεωρείται εν τη Δύσει μέχρι σήμερον. η γνώσις. η ενέργεια. έχοντες απόλυτον εμπιστοσύνην εις τον Αυγουστίνον.21 το κύριον γνώρισμα εκάστης υποστατικής ιδιότητος είναι. Συνόδου. έχοντες συμφώνους τον Μέγαν Αθανάσιον.τι κοινόν υπάρχει του Πατρός και του Υιού ανήκει και εις το Πνεύμα το Άγιον. καθιερώθη εις το Σύμβολον της πίστεως.λ. ως η ουσία. και των Αντιοχέων επισκόπων. η βασιλεία. η θεότης. η πρόνοια. Σύνοδον πρόβλημα εδημιούργησεν έτι περισσότερον την εθνικήν πεποίθησιν και υπερηφάνειαν.25 Αντιθέτως. δηλαδή δια της "γεννήσεως". ότι δηλαδή είναι ακοινώνητον. κ. ότι το Άγιον Πνεύμα είναι η κοινή του Πατρός και του Υιού Θεότης και αγάπη. ό. εδίδασκον. Σύνοδος προσέθεσεν εις το Σύμβολον της Νικαίας ως υποστατικήν ιδίοτητα του Αγίου Πνεύματος την "εκπόρευσιν" Αυτού εκ του Πατρός. η αγαθότης.16 εδίδασκον ότι η ακοινώνητος υποστατική ιδιότης του Πατρός είναι η "πατρότης" ή το "αγέννητον" και σημαίνει ότι ο Πατήρ έχει την ύπαρξίν Του εξ ουδενός.24 2) Εις αυτήν την εν λόγω ομιλίαν ο Αυγουστίνος παραδόξως ως διδασκαλίαν της Εκκλησίας εμφανίζει την υπό της Β' Οικ.19 Εις αυτό το "ουχί γεννητώς" προσέθετον ωρισμένοι ελληνόφωνοι Πατέρες το "εκπορευτώς" το οποίον. Συνόδου διδάσκουν ότι.Εν αντιθέσει προς τον ισχυρισμόν τούτον του Αυγουστίνου. αλλά "ουχί γεννητώς". ότι ανήκει εις έν μόνον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. όμως.
ότι θα ερευνήση την ουσίαν του Θεού. Σημειωτέον. αλλά ομολογεί. όπερ συνεπάγεται την σύγχυσιν των υποστατικών ιδιοτήτων εκ της συγχύσεως θείας ουσίας και θείων υποστάσεων. Ούτως η υπόσχεσίς του.46 Ο Ορθόδοξος εκπλήσσεται με το άλυτον του προβλήματος τούτου. "τίς ουν η εκπόρευσις. 47 Ως εκ τούτου δεν γνωρίζει ο Αυγουστίνος διατί το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός. προωρισμένος να μείνη ανεκπλήρωτος. ότι η απάντησις θα δοθή εις την άλλην ζωήν. ίνα μη συγχέωνται τα πρόσωπα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. ότι το έργον αυτό το επεράτωσε 47 έτη. εις το αυτό έργον του ο Αυγουστίνος ομολογεί.41 και την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. οι φίλοι του ανυπομονούντες του αφήρεσαν εν αγνοία του. ότι δεν την κατανοεί και δεν δύναται να εξηγήση διατί οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι κάμνουν την διάκρισιν αυτήν. Σύνοδον. ότι η εν λόγω υπόσχεσις ήτο απλώς ευσεβής πόθος. λοιπόν. Παραδόξως.30 Ο ιερός Αυγουστίνος αναφέρει εις το περί Αγίας Τριάδος έργον του31 την διάκρισιν αυτήν μεταξύ ουσίας και υποστάσεων. 45 Συμπεραίνει δέ. τους οποίους ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προκαλεί λέγων. ως είδαμεν. πριν προλάβη να φθάση εις το τελευταίον θέμα.38 Εις το έργον του περί Αγίας Τριάδος μας πληροφορεί ο Αυγουστίνος. ως ο ίδιος μας πληροφορεί. και παραπληκτίσωμεν άμφω εις Θεού μυστήρια 51 . όπως είδαμεν.44 και εδημοσίευσαν. όσα είχε μέχρι τότε γράψει. Δια τον Αυγουστίνον.32 Σημειωθήτω. Την άγνοιαν ταύτην εκληρονόμησαν οι Φράγκοι και την διατηρούν οι απόγονοι αυτών ως "θησαυρόν". καγώ την γέννησιν του Υιού φυσιολογήσω.48 Η δε ιδιαιτέρα διάκρισις του Πατρός είναι ότι είναι εξ ουδενός. απλούστατα διότι δεν γεννάται αλλά εκπορεύεται. έκαμον διάκρισιν μεταξύ ουσίας και υποστάσεων εν τη Αγία Τριάδι. Δια τον ίδιον ακριβώς λόγον όμως το Filioque είναι απαραίτητον δια τον Αυγουστίνον. ότι η διάκρισις αύτη καθιστά αδύνατον την εκ μέρους ημών των Ορθοδόξων αποδοχήν του Filioque.Τυφλόν και τους Αντιοχείς. μετά την Β' Οικ. Ο Αυγουστίνος όμως συγχέει τας προαιωνίους ενεργείας του Θεού με την γέννησιν και εκπόρευσιν και εφόσον αι ενέργειαι των Τριών Προσώπων είναι ταυτόν κατά φυσικόν τρόπον συγχέει ουσιαστικώς την γέννησιν με την εκπόρευσιν. κατέβαλον παρομοίαν προσπάθειαν εις την Ανατολήν οι αιρετικοί Ευνομιανοί. ότι θα εξηγήση διατί το Άγιον Πνεύμα δεν λέγεται ή δεν είναι και Αυτό Υιός παρέμεινεν εις το έργον. η εκπόρευσις (γέννησις) του Υιού και η εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος διακρίνονται μόνον εφ' όσον η του Υιού γίνεται εξ ενός και η του Αγίου Πνεύματος εκ δύο. και απέθανε χωρίς ποτέ να μάθη την σημασίαν και αιτίαν της διακρίσεως ταύτης.43 Όμως.42 και θα εξηγήση διατί το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός.40 την γέννησιν του Υιού. Η σύγχυσις αυτή των προαιωνίων ενεργειών του Θεού (ως της γνώσεως και της αγάπης) μετά της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προέρχεται από την υπό του Αυγουστίνου ταύτισιν θείας ουσίας και θείων προαιωνίων ενεργειών και από την κατά συνέπειαν έρευναν περί της ουσίας του Θεού. και την εκπόρευσιν του Πνεύματος. εφ' όσον οι Πατέρες διδάσκουν ότι το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός. Προβαίνων όμως περαιτέρω. Συνόδου. προκειμένου να αποφευχθή η υπό πολλών τότε γενομένη σύγχυσις των προσώπων της Αγίας Τριάδος εξ αιτίας της περί ομοουσίου του Υιού τω Πατρί αποφάνσεως της Α' Οικ. Ειπέ συ την αγεννησίαν του Πατρός.
56 η οποία υπάρχει μέχρι σήμερον εν χρήσει εις διδακτικά εγχειρίδια. ως λέγουν. ηννόησαν ορθώς τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας και τας Οικουμενικάς Συνόδους.57 ότι ο απόστολος Παύλος διδάσκει. Αυτή είναι μία άλλη όψις του ισχυρισμού.53 Εννοεί προφανώς τον Θεοδώρητον. ότι εις το σημείον τούτο ο Δαμασκηνός δεν ακολουθεί τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας. όστις συνοψίζων την διδασκαλίαν των Πατέρων γράφει ρητώς. ως του Βερολίνου.51 Σημειωτέον μάλιστα. βαδίζοντες τον δρόμον της αναπτύξεως των δογμάτων και της προόδου. ότι διδάσκει εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. ότι περί του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. και ότι μόνον αυτοί. βάσει των προϋποθέσεων των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και της Β' Οικ. παρεσύρθησαν εις το συμπέρασμα.55 Δια να καταλάβη ο αναγνώστης τα περί Αυγουστίνου επικρατούντα εν τη Δύσει ίσως πρέπει να λάβη υπ' όψιν μίαν επιβλαβή δια το έθνος ημών θεωρίαν διαμαρτυρομένων καθηγητών σοβαρών Πανεπιστημίων. ηρμήνευσαν ορθώς μόνον ο Αυγουστίνος.παρακύπτοντες". Ούτω το Filioque του Αυγουστίνου δεν δύναται να είναι αντίθετον εις την θεολογίαν των ελληνοφώνων. ως κάμουν μέχρι σήμερον οι απόγονοι αυτών Παπικοί και Προτεστάνται. ότι οι "Γραικοί" απέκοψαν το Filioque από το Σύμβολον της πίστεως. αυταπάτην του Αυγουστίνου. Επηρεασμένοι οι Φραγκολατίνοι από τον μεγάλον σεβασμόν του Αυγουστίνου και των άλλων λατινοφώνων Πατέρων προς τους ελληνόφωνας Πατέρας. ότι εν αντιθέσει προς τον γνήσιον αυγουστίνειον Προτεσταντισμόν. τον οποίον. Ούτω παρουσιάζουν οι Φραγκολατίνοι. ότι το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός. Κύρου όστις κατηγόρησε τον Κύριλλον Αλεξανδρείας.54 Ίσως δεν πρέπει να λησμονήσωμεν ότι τω 1054 οι Φραγκολατίνοι αφώρισαν τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως με την κατηγορίαν. ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες ουδέποτε κατηνόησαν τον απόστολον Παύλον. καθ' ήν ισχυρίζονται. τους ελληνόφωνας Πατέρας ως προδρόμους και κήρυκας και οπαδούς του Filioque. δηλητηριάζουσα ούτω μέλλοντας ηγέτας εις βάρος των Ελλήνων. αλλά παρέμειναν στάσιμοι και περιέπεσαν εις αίρεσιν. όταν έγινε γνωστή εις αυτούς η θεολογία των Φραγκολατίνων. αλλά αποτελεί ανάπτυξιν και διασάφησιν του εν λόγω δόγματος.49 Έχων ταύτα υπ' όψιν καταλαβαίνει κανείς πλήρως τον σκανδαλισμόν των ελληνοφώνων Ρωμαίων. Συνόδου. ότι οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι μετά τον Δαμασκηνόν δεν έμειναν πιστοί εις το πνεύμα και το δόγμα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. ως και από την πεποίθησιν.52 ο Θωμάς ο Ακινάτης. ότι την ενοχήν του Αδάμ εκληρονόμησαν όλοι οι απόγονοι αυτού και ούτως η δικαιοσύνη του Θεού κατεδίκασεν εις κόλασιν όλην την ανθρωπότητα και επέβαλεν εις αυτήν 52 . αλλά παρεσύρθη από κάποιον αρχαίον αιρετικόν ονόματι Θεοδώριχον. ο Λούθηρος και ο Καλβίνος. ο μέγιστος των σχολαστικών θεολόγων γράφει. ότι δεν δύναται παρά να υπάρχη απόλυτος συμφωνία μεταξύ του Αυγουστίνου και των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. οι Φραγκολατίνοι δηλαδή.50 Πάντως η πλέον παράδοξος δια τους Ρωμηούς εξέλιξις της δυτικής παραδόσεως είναι ο κωμικός ισχυρισμός των Φραγκολατίνων. η Ορθοδοξία των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων είναι μία εξελληνισθείσα και άρα ειδωλολατρική μορφή του Χριστιανισμού. Δηλαδή ισχυρίζονται οι ακολουθούντες κατά γράμμα τον Αυγουστίνον Διαμαρτυρόμενοι ούτοι. ότι ακολουθεί πιστώς την ρωμαίϊκην παράδοσιν.
προπαρασκευαζόμενον δια το βάπτισμα. έχων 53 . με αποτέλεσμα να προσέλθη εις το βάπτισμά του. Εκ τούτων δύναταί τις να αξιολογήση τας εις τα τοιαύτα απαντήσεις των Ορθοδόξων εν τω δευτέρω τόμω. να μελετήση τον προφήτην Ησαΐαν. ότι ως ο Αμβρόσιος ούτω και ο Αυγουστίνος θα ήτο οπαδός της θεολογίας των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και δεν θα ήρχετο εις ρήξιν με τα εν τη Δύσει πνευματικά τέκνα του Χρυσοστόμου. Όπου δε η Αγία Γραφή αναφέρει.61 Όταν όμως ο Αμβρόσιος ανέθεσεν εις τον Αυγουστίνον. Εις αυτά βλέπει κανείς σαφώς τας θεολογικάς εκείνας προϋποθέσεις. δεν τον εκατάλαβεν. όχι απλώς του μίσους των Φράγκων κατά των κατ' αυτούς αιρετικών Γραικών αλλά και της αιτίας του μέχρι θανάτου διωγμού των Ρωμηών κατά την Φραγκοκρατίαν. ότι εις τας "Εξομολογήσεις" του ο Αυγουστίνος δίδει ζωηρώς την εντύπωσιν.την ποινήν του θανάτου. Οι μη εκλεγέντες δεν δύνανται να παραπονούνται. ότι ο Χριστός αγαπά τους αμαρτωλούς. Ο Θεός όμως επειδή ήθελεν. αν και δεν τους αξίζει. τα οποία παρηκολούθει εις τας τάξεις των κατηχουμένων καθ' εκάστην Κυριακήν εις τα Μεδιόλανα. ήτο ο άγιος Αμβρόσιος. διότι ο άνθρωπος χωρίς χάριν όχι μόνον δεν δύναται να κάμη καλά και αξιόμισθα έργα. εσταυρώθη δια τους αμαρτωλούς.60 Δυστυχώς δεν εισηκούσθη όσον θα έπρεπε και όταν πλέον ενεφανίσθη ο Αυγουστίνος με την πανοπλίαν του Φράγκου κατακτητού πρώτον εν Ιταλία και εν συνεχεία με τας σταυροφορίας εις την Ανατολήν ήτο πλέον αργά. αλλ' ούτε ημπορεί να θέλη να κάμη τοιαύτα έργα. διότι τους εδόθη η σωτηρία απολύτως δωρεάν. δεν εννοεί όλους τους αμαρτωλούς. Δια τούτο η σωστική χάρις του Θεού ενεργεί ακαταγωνίστως και δίδεται μόνον εις τους προωρισμένους. Ούτε δύνανται οι σεσωσμένοι να υπερηφανεύωνται ωσάν να απολαμβάνουν εκείνα τα οποία τους αξίζουν (αφού εις αυτούς ως και εις τους απολωλότας αξίζει η κόλασις).62 Αντ' αυτού ησχολήθη με την φιλοσοφίαν. αλλά μόνον τους προωρισμένους δια την σωτηρίαν αμαρτωλούς. οι οποίοι έχοντες την πεποίθησιν της σωτηρίας των υπερβαίνουν τον φόβον της κολάσεως. Ο Θεός επομένως βραβεύει το δώρον Του. Πάντως κατανοεί πλήρως κανείς διατί ο άγιος Ιωάννης ο Κασσιανός άμα τω ακούσματι των ανωτέρω του Αυγουστίνου έκρουσεν αμέσως τον κώδωνα του κινδύνου. ο Αυγουστίνος άφησε την μελέτην εις την μέσην διότι. εξέλεξεν εκ των ανθρώπων μίαν ομάδα και προώρισεν αυτήν δια την σωτηρίαν. ως και της αιτίας της εν τη Δύσει Ιεράς Εξετάσεως των Παπικών. Ο Αυγουστίνος μας πληροφορεί. αλλά και της αντιπαθείας των Προτεσταντών. ότι ο κατ' εξοχήν υπεύθυνος δια την απόσπασίν του από τον Μανιχαϊσμόν και την εις Χριστόν μεταστροφήν του. Κατά την αξίαν της κληρονομικής ταύτης ενοχής αξίζει εις όλους η κόλασις. και θέλει την σωτηρίαν των αμαρτωλών. Απλώς πρέπει να ευχαριστήσουν τον Θεόν. εκλονίσθησαν αι περί Παλαιάς Διαθήκης μανιχαϊκαί προκαταλήψεις του και έμαθε να εκτιμά την ορθόδοξον ερμηνείαν των προφητών. Τα απαραίτητα προς σωτηρίαν καλά έργα δεν είναι των σεσωσμένων αλλά της χάριτος του Θεού.59 Θα ανέμενέ τις. ότι εξ αιτίας των κηρυγμάτων του Αμβροσίου. αφού ως συνένοχοι δια την αμαρτίαν του Αδάμ τιμωρούνται δικαίως. Επομένως η σωτηρία δεν είναι συνέργεια μεταξύ Θεού και ανθρώπου αλλά ενέργεια του Θεού επί του ανθρώπου.58 Εκείνο το οποίον προξενεί εντύπωσιν εις τον ορθόδοξον μελετητήν είναι το γεγονός. ως μας πληροφορεί εις τας "Εξομολογήσεις" του.
ότι δύναταί τις εν τη ζωή ταύτη να φθάση εις ένδρασιν των εν τη θεία ουσία αρχετύπων των όντων δια της εκστάσεως της λογικής. συμπεριλαμβανομένου και του Αμβροσίου. ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των Πλατωνικών και της Αγίας Γραφής. ομού μετά των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.76 Εις το σημείον αυτό ο Αυγουστίνος διαφέρει των ορθοδόξων ελληνοφώνων και λατινοφώνων Πατέρων.71 Επεκτεινόμενος επί των νεοπλατωνικών τούτων προϋποθέσεων παραδέχεται.74 Συνεπεία τούτου εφαντάσθησαν. ότι οι κολασμένοι δεν βλέπουν τι το άκτιστον εξέλαβον το πυρ το αιώνιον της Αγίας Γραφής ως κτιστόν. την μεταβλητήν δια την δοκιμασίαν των ανθρώπων γήν. απορρίπτει ρητώς το επί υπερβατικών αμεταβλήτων ιδεών βασιζόμενον πλατωνικόν και νεοπλατωνικόν σύστημα. και τα μεταβλητά. και ούτω θα γίνουν αμεταβλήτως ευδαίμονες. το θυμοειδές.65 και ακολουθεί την ορθόδοξον διδασκαλίαν περί αποκαλύψεως του Θεού εις τους προφήτας και τους αποστόλους. οίτινες ουδέν ουσιαστικόν πρόβλημα 54 . Αφού οι Φραγκολατίνοι επίστευσαν.77 και συμφωνεί κατ' ουσίαν με τας επί του θέματος γνωσιολογικάς προϋποθέσεις των Αρειανών και των Ευνομιανών. μέσω της Αγίας Γραφής και των κτισμάτων. τον κόσμον της σωτηρίας και της απωλείας τριόφορον. τα τόσον γνωστά μέσω των Dante και John Milton αλλά απαράδεκτα εις τους Πατέρας. ως και οι αρχαίοι. και τα μεταβλητά δια τους κολασμένους και καθαριζομένους καταχθόνια.63 Το παράδοξον εκ της ιστορίας ταύτης είναι ότι ο άγιος Αμβρόσιος.78 Μάλιστα η επικράτησις της Αυγουστινείου αντιλήψεως περί αποκαλύψεως εξησθένησε σημαντικώς την χριστιανικήν εν τη Δύσει θεολογίαν της Παλαιάς Διαθήκης έναντι των Εβραίων.67 η οποία επεκράτησεν εις την φραγκολατινικήν παράδοσιν.σχηματίσει την απόλυτον πεποίθησιν.68 και η οποία εν τω προσώπω του εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ κατεδικάσθη εν Κωνσταντινουπόλει τω 1341. ότι οι απόστολοι και οι προφήται δεν είδον τον άκτιστον Λόγον εν τη ακτίστω δόξη Αυτού.66 ενώ ο Αυγουστίνος δημιουργεί μίαν πρωτότυπον σύνθεσιν. ως γράφει εις το "Contra Academicos". συμβολίζοντα τον Θεόν και χρησιμεύοντα δια την μετάδοσιν μηνυμάτων Αυτού προς τους ανθρώπους.69 Εν αντιθέσει προς την θεολογίαν των Πατέρων ο Αυγουστίνος διδάσκει ότι οι σεσωσμένοι θα ίδουν δια της χάριτος και δια της λογικής των την ουσίαν του Θεού και τα εν αυτή αρχέτυπα των όντων.73 Αι προϋποθέσεις αυταί εν συνδυασμώ με τας περί αμαρτίας και προορισμού διδασκαλίας του Αυγουστίνου ωδήγησαν εις τα περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός δόγματα των Φραγκολατίνων. ως θα είδωμεν εν τω οικείω τόπω. αποτελούμενον από τον αμετάβλητον δια τους ευδαίμονας ουρανόν. Ο ιερός Αυγουστίνος βλέπων. ότι οι προφήται και οι απόστολοι δεν επαρουσίαζον κατά τας προς αυτούς θεοφανείας και αποκαλύψεις του Αγγέλου του Κυρίου και της δόξης Αυτού φαινόμενα και κατάστασιν ανάλογον προς την νεοπλατωνικήν έκστασιν. προς βαθυτέραν κατανόησιν των ειδών ή των αρχετύπων λόγων και δι' αυτών του Θεού.70 Δια της οράσεως ταύτης της θείας ουσίας θα απαλλαγούν αι ψυχαί από το επιθυμητικόν.64 το οποίον ο Αυγουστίνος και οι Φράγκοι μέχρι του Ουιλιέλμου Όκκαμ ουδέποτε ημφισβήτησαν. εξαιρέσει ίσως του Μωϋσέως και του αποστόλου Παύλου. 1347 και 1351. κατέληξεν εις το συμπέρασμα.75 αλλά μόνον γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα. εκ του σώματος και των του χρόνου72 ή οφείλει να γνωρίση αυτά δια του φωτισμού της λογικής.
και γ) περί της ευδαίμονος ζωής δια της υπερβάσεως των μεταβλητών και δια της ενώσεως μετά της πνευματικής και αμεταβλήτου πραγματικότητος. ήτις εγκαταλείψασα την πατερικήν αποφατικήν της θεώσεως ερμηνευτικήν παράδοσιν επέβαλεν επί της Αγίας Γραφής μίαν ξένην προς αυτήν ειδωλολατρικήν κοσμοθεωρίαν. αλλά και εις την εγκατάληψιν της υφ' όλων των αρχαίων Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων ταυτίσεως της βασιλείας και της δόξης του Θεού80 και εις υιοθέτησιν της υπό του Αυγουστίνου ταυτίσεως της βασιλείας μετά της Εκκλησίας81 και ούτως εις τας ατέρμονας περί ανυπάρκτου προβλήματος συζητήσεις των νεωτέρων ετεροδόξων ερμηνευτών περί πραγματοποιουμένης ή μελλοντικής εσχατολογίας ή συνδυασμού των δύο εν τη πρώτη Εκκλησία. 2) τα εκ του σκεπτικισμού τεθέντα προβλήματα.82 Επίσης οι Δυτικοί ακολουθούντες τον Αυγουστίνον ηρμήνευσαν τας θεοφανείας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ίνα υπερβή 1) τα εκ των Μανιχαίων τεθέντα προβλήματα βάσει του ισχυρισμού αυτών ότι ο άνθρωπος δύναται να συλλάβη μόνον τα υλικά κατηγορήματα του φωτός και του σκότους. να απομυθεύσουν την Αγίαν Γραφήν από τα εν αυτή δήθεν κοσμοείδωλα και δεισιδαιμονικά στοιχεία. ως να επρόκειτο περί της υπό του Θεού θαμβώσεως κατωτέρας νοήσεως ανθρώπων μέσω καταπληκτικών φυσικο‐υπερφυσικών φαινομένων. ίνα γίνουν τα υπόλοιπα αποδεκτά από τον σύγχρονον άνθρωπον.83 Όμως δεν είναι η Αγία Γραφή η χρήζουσα απομυθεύσεως. και 3) τα εκ της σαρκός προσωπικά προβλήματα. ως θα είδωμεν. εφόσον αι αντιτιθέμεναι αύται δυνάμεις είναι η μόνη και υψίστη κατ' αυτούς πραγματικότης εξ ής συνίστανται τα πάντα. με αποτέλεσμα να μη κατανοή πλέον τον αποφατικόν τρόπον χρήσεως των περί Θεού και της παρουσίας Αυτού και της μεθέξεως της χάριτος Αυτού ονομάτων. Επειδή τοιαύται ερμηνείαι απομακρύνουν πολλούς από τον Χριστιανισμόν ανέλαβον τινές. κατέληξε δυστυχώς ο Αυγουστίνος εις την πλατωνικήν φιλοσοφίαν προ του βαπτίσματός του και ουδέποτε εγκατέλειψε τας προϋποθέσεις της φιλοσοφίας ταύτης εις τας οποίας καθυπέταξε το χριστιανικόν δόγμα. Η βασική αδυναμία της αυγουστινείου θεολογίας της φραγκολατινικής παραδόσεως και η αιτία της πτώσεως αυτής εν τη συγχρόνω δυτική σκέψει είναι η αντίληψις ότι ο άνθρωπος είναι δυνατόν να συλλάβη λογικώς το άκτιστον και την ουσίαν αυτού δια των αρχετύπων των όντων.συναντούν εις την ανατροπήν των παλαιοτέρων περί Παλαιάς Διαθήκης θέσεων των δυτικών θεολόγων. Βάσει των ανωτέρω προβλημάτων η πλατωνική φιλοσοφία εδίδαξε τον Αυγουστίνον α) περί της υπάρξεως μιας πέραν της ύλης πραγματικότητος. βάσει του ισχυρισμού των λεγομένων ακαδημαϊκών ότι τίποτε το θετικώς και απολύτως και μετά βεβαιότητος γνωστόν δύναται να υπάρχη εν τη ζωή ταύτη. β) περί της βεβαίας γνώσεως αυτής. αλλά η αυγουστίνειος ερμηνευτική παράδοσις. υποπιπτόντων εις τας αισθήσεις αυτών. 79 Σημειωτέον ότι εξ αιτίας του Αυγουστίνου αγνοούντες την αποφατικήν γλώσσαν της Αγίας Γραφής ωδηγήθησαν όχι μόνον εις τας δεισιδαιμονικάς των περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός αντιλήψεις. 84 55 . Αι προϋποθέσεις αύται ως ρίζαν έχουν την εκ μέρους του Αυγουστίνου αντιμετώπισιν ωρισμένων συγκεκριμένων προσωπικών προβλημάτων. ήτις κατανοείται δια του ηγεμονικού.
εις την ψυχολογίαν. ιστοριογραφίαν. Το δράμα της Ρωσσίας ήρχισε κυρίως επί Μεγάλου Πέτρου. διότι άνευ των θεουμένων ούτε οδηγούς δυνάμεθα να έχωμεν. αποστόλων και αγίων είναι το θεμέλιον του αλαθήτου της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως και της θεολογικής μεθόδου Αυτής.86 Επομένως η μόνη διαφορά μεταξύ των είναι κατά τον Αυγουστίνον ότι οι πνεύμα έχοντες Χριστιανοί γνωρίζουν που υπάγουν και την οδόν.85 Ουδέποτε όμως εγκατέλειψε την γνώμην του.90 εις ωρισμένους τουλάχιστον θεολόγους. ούτε την αποστολικήν ευσέβειαν να φθάσωμεν. ενώ οι Πλατωνικοί γνωρίζουν που πρέπει να υπάγουν αλλά δεν γνωρίζουν αυτήν την οδόν. ότι πολλοί εκ των κληρονόμων του φραγκολατινικού αυγουστινείου πολιτισμού απομακρύνονται σήμερον από τον Χριστιανισμόν. τας οποίας απεκήρυξαν οι Πατέρες γνωρίσαντες τον Χριστόν. ούτε την Αγίαν Γραφήν να ερμηνεύσωμεν. κοινωνιολογίαν. Το ίδιον παρατηρείται και εις την Ρουμανίαν. Προς τούτο είναι απαραίτητος η σαφής και ακριβής διάκρισις μεταξύ της πατερικής και της αυγουστινείου θεολογικής μεθόδου. Εγκαταλείψαντες οι Φραγκολατίνοι την εν Χριστώ ένωσιν των θεουμένων.89 και την Σερβίαν. επειδή δεν δύνανται πλέον να πιστεύσουν εις διδασκαλίας. Εις τους Πατέρας το κριτήριον της αληθείας και των δογμάτων είναι η εν Θεώ θεωρία των θεουμένων. δηλαδή τον Χριστόν. δι' ευδαιμονίαν εις υπερβατικήν στατικήν και αμετάβλητον δουλοπρεπή κατάστασιν. δηλαδή την περί θεώσεως και θεολογίας διδασκαλίαν αυτών. η μεσαιωνική πεποίθησις των Φραγκολατίνων περί της υπάρξεως αμεταβλήτων ειδών εγκατελείφθη αμεταστρεπτί υπό των εκατομμυρίων πνευματικών απογόνων αυτών και ως εκ τούτου διαμφισβητείται η ύπαρξις αμεταβλήτου κριτηρίου της ηθικής ως και η δυνατότης εκπληρώσεως της επιθυμίας του ανθρώπου. εις τας θετικάς επιστήμας και την ανθρωπολογίαν και παλαιοντολογίαν. αντικατέστησαν εν καιρώ το αλάθητον της κοινωνίας των θεουμένων και των μετ' αυτών 56 .87 Υπό την πίεσιν των συγχρόνων εξελίξεων εις την γνωσιολογίαν και πολιτικήν φιλοσοφίαν. Το παράδοξον είναι. Η επάνοδος όμως εις την θεολογίαν και πνευματικότητα των αγίων Πατέρων είναι απαραίτητος. Αλλ' ίνα ολοκληρωθή η επάνοδος αυτή και καρποφορήση πρέπει να απελευθερωθούν οι Ρωμαίοι Πατέρες από την ερμηνευτικήν περί αυτών παράδοσιν των Φραγκολατίνων και των απογόνων αυτών. ότε διεδόθησαν αι αρχαί της Σχολαστικής θεολογίας τόσον ώστε να καταντήσουν οι Ρώσσοι θεολόγοι να γράφουν και να διδάσκουν με όλας τας συνεπείας Λατινιστί. και άρα ούτε τον προορισμόν μας να γνωρίζωμεν. Δηλαδή η εν Χριστώ κοινωνία των προφητών. Μετά είναι οι απλοϊκοί πιστοί οι οποίοι δεν γνωρίζουν που υπάγουν.88 Κατά τα τέλη του παρελθόντος αιώνος ήρχισε μία ισχυρά επάνοδος εις την θεολογίαν των Ρωμαίων Πατέρων. αλλά ακολουθούν την οδόν.Πάντως μόνον μετά το βάπτισμα κατηνόησε την περί ενσαρκώσεως του Λόγου διδασκαλίαν της Εκκλησίας και ούτω μόνον τότε κατάλαβε την διαφοράν ταύτην μεταξύ Ορθοδόξων και Πλατωνικών. και οι απλοϊκοί άπιστοι οι οποίοι αγνοούν και την οδόν και τον προορισμόν των. ότι η Εκκλησία και οι Πλατωνικοί συμφωνούν εις τας περί Αγίας Τριάδος και προορισμού του ανθρώπου διδασκαλίας αυτών.
δια των θεουμένων φίλων Αυτού. των αγίων και του ιερατείου. 1) Τον αποκαλύπτοντα και δοτήρα. 1) Ο αποκαλύπτων δοτήρ είναι ο Θεός. Αλλ' ούτε ο Προτεσταντισμός υπωπτεύθη ποτέ την ύπαρξιν της τοιαύτης επί της θεώσεως ερειδομένης θεολογίας. Εις την Παλαιάν Διαθήκην ο Χριστός απεκάλυπτεν Εαυτόν ασάρκως και εν Εαυτώ τον Πατέρα δια Πνεύματος Αγίου εις τους προφήτας φίλους Αυτού. ήτις αμερίστως μερίζεται εν μεριστοίς κατά την αξίαν ή προετοιμασίαν των ανθρώπων. και 3) τον δέκτην. μέσω των προφητών. Ενώ ο λαός του Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη είχε μέθεξιν και πρόγευσιν της δόξης του Χριστού. η Αγία Γραφή και το Αλάθητον Το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως είναι ο Χριστός και η μετ' Αυτού κοινωνία και η περί Αυτού μαρτυρία των φίλων Αυτού προφητών. της χάριτος και της αληθείας με το αλάθητον του φραγκολατίνου Πάπα της Ρώμης. παρά ταύτα εκυριάρχει επ' αυτού ο διάβολος δια του θανάτου. αποστόλους και αγίους. συμπεριλαμβάνει εν τη ενσαρκώσει και την ανθρωπίνην φύσιν του Θεού Λόγου. και ο έχων το κράτος αυτού εστερήθη της κυριαρχίας ήν εξήσκει αδίκως επί των δικαίων. αποστόλων και αγίων. Υπό το κράτος του θανάτου ή εις τον Άδην ευρίσκοντο όχι μόνον οι άδικοι αλλά και οι δίκαιοι φίλοι του Θεού. Την διαφοράν ταύτην συνοψίζομεν ως εξής.κοινωνούντων της αποστολικής διαδοχής της χειροτονίας.2 Αι πύλαι του Άδου ή του θανάτου κατίσχυον της Εκκλησίας εν τη Παλαιά Διαθήκη. όστις ιδέαν δεν έχει περί της θεώσεως και της επ' αυτής ερειδομένης θεολογίας των προφητών. αλλά δια της εν Χριστώ πρώτης αναστάσεως των αγίων και της καταργήσεως του πρώτου θανάτου 57 . των αποστόλων και των αγίων. διότι και εις τας δύο Διαθήκας είναι ο Χριστός. 2) Η αποκαλυπτομένη και μετεχομένη δωρεά της οποίας την μέθεξιν χαρίζει ο Χριστός εκ του Πατρός εν Πνεύματι Αγίω εις τον λαόν του Θεού. Όστις αποκαλύπτει τον Θεόν. 2) το αποκαλυπτόμενον ή την δωρεάν. Η' Η Αποκάλυψις. φύλακα και μεταδότην της αποκαλυπτομένης δωρεάς. διότι και αυτός υπήρξε κατ' εξοχήν κατασκεύασμα του Αυγουστίνου και του φραγκολατινικού πολιτισμού. όστις εν τω αποκαλύπτοντι και κατά φύσιν δοτήρι Πνεύματι Αυτού χαρίζει την αποκάλυψιν και μέθεξιν της δωρεάς τοις ανθρώποις μέσω των προφητών. οδηγεί και σώζει τον λαόν Του. Η δωρεά της αποκαλύψεως και μεθέξεως της δόξης του Θεού δια του Αγγέλου του Θεού εν τω Πνεύματι Αυτού τοις προφήταις και τω λαώ του Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη. η Ιερά Παράδοσις.1 Εν τω ενσαρκωθέντι Λόγω κατηργήθη ο θάνατος. των αποστόλων. αποστόλων και αγίων είναι η άκτιστος φυσική δόξα του Χριστού. Μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ναι μεν υπάρχει ταυτότης της πηγής της αποκαλυπτομένης δωρεάς. μετά δε την ενανθρώπησιν Αυτού εν σαρκί εις τους φίλους Αυτού προφήτας. Ο απεσταλμένος μεταφορεύς και εν Εαυτώ κατά φύσιν φέρων και αποκαλύπτων τον Θεόν και την Αυτού δωρεάν δοτήρ είναι ο Λόγος του Θεού. Εν τη αποκαλύψει ως και εν τη Ιερά Παραδόσει έχομεν τρία τινα. αλλά υπάρχει ριζική διαφορά.
φύλαξ και μεταδότης της θείας ταύτης αποκαλύψεως και δωρεάς είναι ο δια της θεώσεως γενόμενος προφήτης.έπαυσαν να κατισχύουν Αυτής. και ο λαός του Θεού λαμβάνει μέσω των θεουμένων φίλων του Χριστού έμμεσον γνώσιν περί του Θεού. αλλ' είναι πάντοτε σύμφωνος προς ταύτα. Δια τούτο ψευδοπροφήτης και ψευδαπόστολος και ψευδοάγιος ή ψευδοθεούμενος διδάσκει αντίθετα προς την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής και των θεουμένων.3 Πρό της ενσαρκώσεως η μέθεξις της δόξης ή βασιλείας του Λόγου υπό των προφητών και των πιστών ήτο προσωρινή. είναι Αυτός η Παρακαταθήκη ήν παραλαμβάνει και παραδίδει η Ιεραρχία από γενεάς εις γενεάν κατά την θείαν Ευχαριστίαν εις τους επισκόπους και τους πρεσβυτέρους κατά την ημέραν της χειροτονίας 58 . απόστολος και άγιος της Εκκλησίας. την φύλαξιν και την μετάδοσιν ή παράδοσιν της αποκαλυπτομένης και σωστικής. ήτις μεταδίδεται και μετέχεται δια του μυστηρίου της δόξης και βασιλείας ή δια του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως. από τον ενσαρκωθέντα Λόγον. απόστολος και άγιος λαμβάνει άμεσον γνώσιν του Θεού δια του Χριστού εν Πνεύματι. Όπως η άμεσος και έμμεσος γνώσις πάντοτε συμφωνούν ούτω και οι έχοντες την άμεσον γνώσιν πάντοτε συμφωνούν μεταξύ των και κατανοούν τα νοήματα αλλήλων. Ο λαός λαμβάνει από τους θεουμένους προφήτας. εν δε τω θανάτω και τη αναστάσει του ενσαρκωθέντος Λόγου κατέστη μόνιμος. ενώ οι διαβεβηκότες εν θεωρία θεούμενοι βλέπουν αοράτως τα αόρατα. Όστις τω Πνεύματι Αυτού ενεφάνισεν εν Εαυτώ τον Πατέρα Θεόν και επ' εσχάτων των ημερών εγεννήθη ως άνθρωπος εκ της Θεοτόκου.9 Ο εμφανίσας Εαυτόν εν δόξη ασάρκως τοις προφήταις και εν σαρκί αυτοίς και τοις αποστόλοις Λόγος του Θεού.8 Η εκ των προφητών. δηλαδή της Παρακαταθήκης της εν τω σαρκωθέντι Λόγω ως άνω ενεργείας και χάριτος. εκ του ενσαρκωθέντος Λόγου και εκ των αποστόλων έμμεσος γνώσις περί του Θεού εμπεριέχεται εις την Αγίαν Γραφήν. Ο ούτω θεούμενος προφήτης. 3) Ο δέκτης. εις την λειτουργικήν και μυστηριακήν ζωήν της Εκκλησίας. σωστικόν.6 ως και το κέντρον και η μορφοποιός δύναμις της Ιεράς Παραδόσεως και η κεντρική διδασκαλία της Αγίας Γραφής.4 Και εις τας δύο Διαθήκας η μέθεξις εις την δόξαν ή βασιλείαν του Χριστού έχει χαρακτήρα αποκαλυπτικόν. αποστόλων και αγίων προφορικώς και γραπτώς εν νοήμασι μέσω εικόνων και ρητών. ακούουν ανηκούστως τα ανήκουστα και τα άρρητα και νοούν υπερνοητώς τα υπέρ την νόησιν και την λογικήν μυστήρια της βασιλείας. Υπάρχει μεταξύ αυτών ερμηνευτική ταυτότης.7 Την έμμεσον ταύτην περί Θεού γνώσιν μεταδίδει ο Λόγος του Θεού δια των προφητών. ως και ο παραμένων εν Πνεύματι Αγίω πιστός εις τους θεουμένους και την διδασκαλίαν αυτών λαός του Θεού. Η δύναμις ήτις καθιστά δυνατήν την αποδοχήν. αγιαστικόν και θεωτικόν. αν και προ της ενσαρκώσεως δεν ήτο μόνιμος. και από τους αποστόλους και τους αγίους νοήματα και εικόνας εν κτιστοίς ρήμασι. είναι αυτή αύτη η Παρακαταθήκη. ουδέποτε όμως διαφέρει αυτών. Η δε άμεσος υπό των θεουμένων γνώσις του Θεού υπερβαίνει τα περί Θεού σύμβολα ταύτα.5 Αυτή η εν τω λαώ του Θεού ενέργεια του Λόγου προ και μετά την ενσάρκωσιν Αυτού είναι η Παρακαταθήκη της πίστεως. εις τα συγγράμματα των Πατέρων και εις τας αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. αγιαστικής και θεωτικής δωρεάς του Θεού.
13 ήν εφύτευσεν ο Θεός τη δεξιά Αυτού.19 Δηλαδή πιστεύουν εις τον Κύριον της Δόξης. δι' ής κατέστρεψε το βασίλειον του θανάτου και ανέστησε τας ψυχάς των νεκρών εν τω Άδη και δια του βαπτίσματος ανιστά τας ψυχάς των κεκαθαρμένων των πεφωτισμένων και των θεουμένων. αλλ' 59 . προφήτας. οι προφήται. των αποστόλων και των αγίων.αυτών. όπως είδαμε.16 Εξ όλων των μέχρι τούδε λεχθέντων συνάγεται ότι.λ. Η άμπελος και τα κλήματα ομού είναι η Εκκλησία. αλλά πιστεύουν συγκεκριμένως και αποκλειστικώς εις τον Θεόν του Αβραάμ. Το αποκοπτόμενον της αμπέλου άκαρπον και ξηρόν κλήμα παύει να είναι φορεύς της Παρακαταθήκης. Οι πιστοί αποδέχονται απολύτως και αδιστάκτως την μαρτυρίαν και περί Θεού διδασκαλίαν των προφητών. δεν είναι στοχασταί διαλεγόμενοι και αναζητούντες την αλήθειαν. οι απόστολοι και οι άγιοι. ο οίκος του Θεού και το κατοικητήριον των πιστών.12 ή η Άμπελος. αφού. αποστόλους και αγίους. η Παρακαταθήκη δεν δύναται να ταυτισθή με το νεκρόν κλήμα. ουχί παρά την βούλησιν ακαταγωνίστως. αρκούνται δε εις τα ρήματα και τα νοήματα αυτών. Όστις τω Πνεύματι Αυτού απεκάλυψεν εν Εαυτώ την φυσικήν Αυτού άκτιστον δόξαν και βασιλείαν και θεότητα του Θεού ασάρκως εν τη Παλαιά Διαθήκη και εν σαρκί εν τη Καινή Διαθήκη.11 δέχεται. φυλάττει και μεταδίδει ή παραδίδει την Παρακαταθήκην. ήτοι δια της δόξης και της βασιλείας Αυτού. Οι έχοντες την ενδιάθετον πίστιν18 αληθινοί πιστοί δεν παραδέχονται. είναι Εκείνος Όστις εν τω επισκόπω τη ζώση εν τοις μυστηρίοις εικόνι Αυτού. Ο Χριστός είναι η Εκκλησία. δηλαδή τον Εαυτόν Του μετά των αγγέλων και των φίλων Αυτού προς τελείωσιν του λαού Αυτού. φυλάσσοντας και μεταδίδοντας με παιδικήν απλότητα την προφορικήν και γραπτήν περί Θεού μαρτυρίαν και διδασκαλίαν των θεοπτών πιστούς. πρέπει να καθορισθή ορθώς Α) ποίος είναι και πώς καθίσταται ο δέκτης. ίνα δια των επισκόπων και των πρεσβυτέρων φυλαχθή και μεταδοθή προς αγιασμόν και θέωσιν των πιστών. γενικήν τινά της φαντασίας ή της φιλοσοφίας ιδέαν περί Θεού. ίνα έχωμεν ορθήν και ολοκληρωμένην αντίληψιν περί της Ιεράς Παραδόσεως ή της Παρακαταθήκης.15 Ο Θεός δια του ενσαρκωθέντος Λόγου εν Πνεύματι Αγίω καθιστά δυνατήν την αποδοχήν.14 Αι δε ψυχαί αυταί είναι τα κλήματα της αμπέλου και γεωργός ο Θεός. και Β) τί και πώς δέχεται. δηλαδή ο σεσαρκωμένος Λόγος του Θεού σύν τοις μετόχοις του σώματος και της βασιλείας Αυτού αγίοις και πιστοίς.π. φύλαξιν και μετάδοσιν της χάριτος. Αποφεύγουν την επιστημονικήν και φιλοσοφικήν μέθοδον ανευρέσεως της περί Θεού και χάριτος και ενσαρκώσεως και Εκκλησίας κ. αλλ' αντιθέτως τη συνεργεία του ανθρώπου προς καρποφόρον βλάστησιν των κλημάτων. φύλακες και μεταδόται της Παρακαταθήκης της Ιεράς Παραδόσεως διαιρούνται σαφώς και ακριβώς εις γνωστικούς και πιστούς. Α) Οι δέκται. και 2) εις τους Πνεύματι Αγίω αποδεχομένους. ο ίδιος.10 Αλλά ο σαρκωθείς Λόγος. αληθείας διότι α) μεταξύ της αληθείας ταύτης και της εν τω κόσμω επιστημονικής περί της φύσεως αληθείας ουδεμία ομοιότης υπάρχει και άρα ούτε επιστημονική μέθοδος υπάρχει γεφυρώσεως της κάτω αληθείας προς την άνω και β) οι πνευματικοί ηγέται και πατέρες αυτών. φυλάττει και μεταδίδει. φύλαξ και μεταδότης της Παρακαταθήκης της πίστεως.17 δηλαδή 1) εις τους γνωρίζοντας αμέσως την δόξαν και βασιλείαν του Θεού γνωστικούς αυτόπτας μάρτυρας της προ και μετά την ενσάρκωσιν φυσικής θεότητος του Χριστού. του Ισαάκ και του Ιακώβ. Η Παρακαταθήκη είναι ολόκληρος η άμπελος μετά των καρποφόρων κλημάτων.
της βασιλείας.λ.αυτόπται μάρτυρες της εν Χριστώ αληθείας. αφού την ημέραν της Πεντηκοστής οι απόστολοι ωδηγήθησαν εις πάσαν την αλήθειαν υπό του Παρακλήτου Πνεύματος ως υπεσχέθη εις αυτούς ο Κύριος. "αλλά και επί το σωτήριον ερχόμενος πάθος προς τους οικείους μαθητάς έλεγεν. αιωνίου ζωής επέχοντος λόγον. και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν. ίνα μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα.25‐26 : 16. την οποίαν δεν μανθάνει τις μόνον ούτω και 2) 60 .22 Συνοψίζων την εν προκειμένω διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. το Πνεύμα το Άγιον. "ταύτα λελάληκα υμίν. ο δε Παράκλητος. ό πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου. Και πάλιν. δηλαδή της επιδημίας δια μόνιμον μέθεξιν του Παρακλήτου Πνεύματος και της αποκαλύψεως Αυτού ως υποστάσεως ή προσώπου. δηλαδή των αγίων Πατέρων και μάλιστα όλων αυτών ο μέγας της Ορθοδοξίας πατήρ άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει τα εξής περί της ημέρας της Πεντηκοστής. και τους αγίους μαθητάς περιλάμψαν. είναι απαράδεκτος πλάνη και εντελώς ξένη προς την διδασκαλίαν των Πατέρων της Εκκλησίας και εν γενικαίς γραμμαίς ομοιάζει με τους καταδικασθέντας ισχυρισμούς των Μοντανιστών περί της μετά την Πεντηκοστήν οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν.20 ήτοι της θεότητος. μάλλον δε φωστήρας αναδείξαν υπερκοσμίους και παγκοσμίους. της ομοουσιότητος του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος τω Πατρί. Και πάλιν. το Πνεύμα της αληθείας"23. και κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον. "όταν έλθη ο Παράκλητος. της υποστατικής εν Αυτώ ενώσεως των δύο Αυτού φύσεων.. και όλως λαμπάδας ανάψαν θείως. ό παρά του Πατρός εκπορεύεται. Επομένως τα λεχθέντα ταύτα του Χριστού περί της υπό του Παρακλήτου οδηγήσεως των αποστόλων εις πάσαν την αλήθειαν εξεπληρώθησαν την ημέραν της Πεντηκοστής. και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα. των μυστηρίων της βασιλείας του Θεού. το Πνεύμα της αληθείας. εκείνος μαρτυρήσει περί εμού. Εκείνα τα οποία δεν ηδύναντο βαστάζειν οι απόστολοι εν τω 16ω κεφαλαίω του Ιωάννου εβάσταζον την Πεντηκοστήν δια της θεώσεως αυτών. ήτις δεν είναι ακόμη η εμπειρία απάσης της αληθείας. Δι' αυτόν τον λόγον οι θεούμενοι προφήται και απόστολοι και οι ακολουθούντες αυτούς Πατέρες της Εκκλησίας θεολογούν ουχί στοχαστικώς και διαλεκτικώς αλλά πνευματικώς εν τω γνόφω της μυστικής θεολογίας.τ. της κρίσεως κ. Εδώ έχομεν σαφώς την διάκρισιν μεταξύ 1) της υπό του Κυρίου διδασκαλίας και αποκαλύψεως δια του λόγου και των θαυμάτων. εκείνος υμάς διδάξει πάντα"24]. Αναφέρονται εις την εν τη ημέρα ταύτη εμπειρίαν της θεώσεως.12‐13 α) κάμνουν άμεσον λόγον "περί του έργου του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία μετά την Ανάληψιν του Χριστού και την Πεντηκοστήν" και β) αναφέρονται εις την οδήγησιν των "πιστών" και γ) αναφέρονται εις την εκάστοτε οδήγησιν της Εκκλησίας "εις βαθυτέραν κατανόησιν και εναργεστέραν σύλληψιν των μυστηρίων της δια του Ιησού Χριστού επιτελεσθείσης σωτηριώδους οικονομίας". όν εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός. Νύν ουν επληρώθη η επαγγελία. παρά Πατρός τε και Υιού πεμφθέν τε και δοθέν. "εάν αγαπάτέ με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε. δηλαδή δια της εν Θεώ θεωρίας. της Εκκλησίας.21 Η νεοφανής μεταξύ Ορθοδόξων τινών διδασκαλία ότι τα λόγια του Χριστού προς τους μαθητάς Αυτού εν τω Ευαγγελίω του Ιωάννου 14. και οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν". δι' αυτών την οικουμένην πάσαν εφώτισεν". παρ' υμίν μένων. της χάριτος και της δόξης του Χριστού.
ανάθεμα έστω". και εις την υπό της Εκκλησίας οδήγησιν των πιστών εις μέθεξιν της ήδη και πλήρως αποκαλυφθείσης την Πεντηκοστήν αληθείας δια της καθάρσεως. Δεν είναι η εμπειρία αυτή όλων των πιστών ή όλων των μελών της Εκκλησίας αλλά μόνον των γενομένων φίλων του Χριστού αγίων. αλλά εις την εν τοις Πατράσι και Οικουμενικαίς και Τοπικαίς Συνόδοις διατύπωσιν της αληθείας ταύτης υπό την καθοδήγησιν του Αγίου Πνεύματος προς αντιμετώπισιν εξαιρέτων. ως σαφώς αναπτύσσει ανωτέρω ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Ούτε πρόκειται "περί συμπληρώσεως και ολοκληρώσεως της εν Χριστώ διδαχής" εις τους πιστούς. Οσάκις άγιοί τινες ως ο απόστολος Παύλος. Επίσης τα λεχθέντα του Χριστού περί οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν δεν αναφέρονται εις τους πιστούς γενικώς αλλά εις τους γενομένους φίλους του Χριστού αποστόλους.της αποκαλύψεως ή φανερώσεως της φυσικής δόξης και θεότητος του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι δια της θεώσεως του όλου ανθρώπου. εις ά πιστεύει πεπλανημένως η δυτική Εκκλησία. Πρόοδος μετά την Πεντηκοστήν υπάρχει ουχί εις την οδήγησιν της Εκκλησίας εις πάσαν την αλήθειαν ή εις την βαθυτέραν κατανόησιν αυτής. ίνα με την πάροδον του χρόνου κατανοήση καλύτερον την αποκάλυψιν δια την ανάπτυξιν των δογμάτων. Η Εκκλησία δογματίζουσα και διατυπούσα την διδασκαλίαν της δεν είναι το ίδιον με την υπό του Παρακλήτου Πνεύματος οδήγησιν εις πάσαν την αλήθειαν. Χρειάζεται προσοχή να μη δώσωμεν εις την πατερικήν χρήσιν της λέξεως αποκάλυψις την δυτικήν της λέξεως σημασίαν. ο πρωτομάρτυς Στέφανος. ανάθεμα έστω. Δηλαδή αυτή η αποκάλυψις μετά την Πεντηκοστήν είναι απλώς φανέρωσις της δόξης του εν σαρκί Λόγου. ήτις υπερβαίνει τον λόγον και την νόησιν. άνευ της υπερβαινούσης τον λόγον και την νόησιν ακτίστου δόξης του Χριστού. του φωτισμού και της θεώσεως. ότι οφείλει δια των θεολόγων της να εμβαθύνη. ως προειρήκαμεν.26 και άλλοι πολλοί μεταγενεστέρως έφθαναν εις την θέωσιν ή θεοπτίαν ωδηγούντο οι θεούμενοι ούτοι εις την ιδίαν ακριβώς αλήθειαν εις ήν ωδηγήθησαν οι απόστολοι την ημέραν της Πεντηκοστής. εικόνων. εί τις υμάς ευαγγελίζεται παρ' ό παρελάβετε. καθ' ήν πρόκειται περί αποκαλύψεων λέξεων. Ο ισχυρισμός ότι το Άγιον Πνεύμα οδηγεί την Εκκλησίαν εις βαθυτέραν κατανόησιν και εναργεστέραν σύλληψιν των μυστηρίων της δια του Ιησού 61 . ως να μη υπήρχε την Πεντηκοστήν η ανωτάτη δυνατή εν τη ζωή ταύτη βαθμίς εμβαθύνσεως η υπερβαίνουσα πάσαν λογικήν και νοητήν εμβάθυνσιν. Αλλά ούτε αποτελεί η εμπειρία αύτη της θεώσεως "εμβάθυνσιν" εις τας ήδη αποκεκαλυμμένας αληθείας. αναγκών. "αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίσηται υμίν παρ' ό ευηγγελισάμεθα υμίν. Κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να εκληφθούν τα λόγια του Χριστού περί οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν ως να επρόκειτο περί οδηγήσεως εις πάσαν την αλήθειαν μετά την ημέραν της Πεντηκοστής. και άρτι πάλιν λέγω. Δεν έχει καθόλου την σημασίαν της αποκαλύψεως νέων ή συμπληρωματικών αληθειών πέραν των όσων απεκαλύφθησαν κατά την Πεντηκοστήν. αλλά περί δογματίσεως και διατυπώσεως της κατά την Πεντηκοστήν πλήρως αποκαλυφθείσης πάσης αληθείας. Δια τούτο ο απόστολος Παύλος εκφράζει την διδασκαλίαν όλων των αποστόλων γράφων. νοημάτων και αξιωμάτων.
Οι πιστοί μετέχουν και αυτοί μετά των θεουμένων της ιδίας Παρακαταθήκης. εικόσι. Ούτως ο θεούμενος μετέχει και της αποκαλύψεως της υπερβαινούσης την εν κτισταίς λέξεσι. Η κλείς της κατανοήσεως της δογματικής θεολογίας και της θεολογικής μεθόδου των Πατέρων δεν είναι φιλοσοφικόν τι σύστημα αλλά οι βίοι των προφητών. βασιλείαν. αλλά πάντοτε την ιδίαν και ταύτην αν τους την δωρίση ο Χριστός. Εις τους Πατέρας δεν υπάρχει βαθυτέρα κατανόησις των μυστηρίων από την θεωτικήν εμπειρίαν των αποστόλων την Πεντηκοστήν. Όλως εσφαλμένως λοιπόν πιστεύουν οι ετερόδοξοι ιστορικοί των δογμάτων ότι η εκάστοτε εμφάνισις νέας ορολογίας εν τη Εκκλησία ως τα ονόματα "Αγία Τριάς". "ομοούσιος". του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. "φυσική ή υποστατική ένωσις". τα σαφώς μαρτυρούντα περί της φυσικής θεότητος του Χριστού και της μετ' Αυτού κατά χάριν συμβασιλείας των αγίων. συμβόλοις. αφού υπερβαίνει την νόησιν και την λογικήν. αλλά μόνον ως διατύπωσιν και δογμάτισιν της ήδη και πλήρως κατανοηθείσης υπερνοητώς δια της θεώσεως αληθείας. Όθεν δεν οδηγείται η Εκκλησία εις πάσαν την αλήθειαν ή εις βαθυτέραν κατανόησιν αυτής. των θαυμάτων. αλλά απλώς οι πιστοί οδηγούνται εις βαθυτέραν αυτής κατανόησιν δια της καθάρσεως. νοήμασι και τελεταίς. αλλά της κεκρυμμένης εν κτισταίς λέξεσι. και αυτή η εν Θεώ θεωρία υπερβαίνει τας ανθρωπίνας δυνάμεις της κατανοήσεως και συλλήψεως. όπως είδωμεν.π. και των μυστηρίων της βασιλείας του Χριστού. ή εξέλιξιν αυτών. ως ήδη διεπιστώσαμεν. Η ριζική διαφορά μεταξύ των γνωστικών (προφητών. και μετά την κατάκτησιν του Πατριαρχείου της Ρώμης όλας τας άλλας πλάνας των. Filioque κ. "μία ουσία". "τρείς υποστάσεις". αλλά επί πλέον ο Χριστός αποκαλύπτει εις αυτόν την φυσικήν δόξαν. Οι μεταγενεστέρως εν τη Εκκλησία θεούμενοι δεν έχουν ποτέ βαθυτέραν τινά κατανόησιν από αυτήν των αποστόλων. Αι εσφαλμέναι αυταί ερμηνείαι έχουν την ρίζαν των εις την θεολογικήν μέθοδον του Αυγουστίνου. εικόσι και συμβόλοις έκφρασις της ακτίστου χάριτος και ενεργείας του Θεού Λόγου και της 62 . ίνα αποκτήση βαθυτέραν κατανόησιν και εναργεστέραν σύλληψιν από την Πεντηκοστήν και με ποίον μέσον. Εις τί λοιπόν δύναται ο μη θεούμενος να εμβαθύνη. Οι Ρωμαίοι Πατέρες είχον ακριβή και σαφή γνώσιν της εισαγωγής και της εξελίξεως νέας ορολογίας. του φωτισμού και της υπερβαινούσης την κατανόησιν θεώσεως. βάσει του οποίου οι Φράγκοι εδογμάτισαν τω 809 το αιρετικόν περί Filioque δόγμα.Χριστού επιτελεσθείσης σωτηριώδους οικονομίας είναι δόγμα της φραγκοπαπικής αυγουστινείου παραδόσεως. και το οποίον δόγμα επί αιώνας καταδικάζει η Ορθόδοξος Εκκλησία. των αποστόλων και των αγίων.λ. εικόσι. μετά την Ανάστασιν και κατά την Πεντηκοστήν. μέσω της διδασκαλίας. και προορίζονται και αυτοί να ίδουν τον Χριστόν κατά πνεύμα εν τη δόξη και βασιλεία Αυτού ως είδον Αυτόν οι απόστολοι εν Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωσιν. αλλ' ουδέποτε εξέλαβον ταύτην ως εμβάθυνσιν. αποστόλων και αγίων) και των πιστών είναι ότι ο θεούμενος μετέχει μετά των πιστών της Παρακαταθήκης της θείας χάριτος. σημαίνει πρόοδον εις κατανόησιν των δογμάτων ή ανάπτυξιν. Πρέπει να τονισθή ευθύς εξ αρχής ότι η κτιστή εν λέξεσι. Προς το παρόν οι πιστοί γνωρίζουν τα διδάγματα και θαύματα και τας ενεργείας του Χριστού και των αγίων Αυτού εν τη Αγία Γραφή και τοις θείοις μυστηρίοις. και χάριν Αυτού. θεότητα. συμβόλοις και νοήμασιν έκφρασιν της Παρακαταθήκης. ανάπτυξιν ή εξέλιξιν.
ουδεμία ομοιότης υπάρχει. "ο τούτον (τόν Χριστόν) δια της τηρήσεως των θείων εντολών εν εαυτώ κτησάμενος. πληρούται δια της ενσαρκώσεως του Λόγου και της υπ' Αυτού "πατήσεως" του θανάτου. εφόσον είναι μέρος αυτής. η οποία είναι η Αγία Γραφή. τον φωτισμόν και την θέωσιν των πιστών εν τη Εκκλησία. ως ο Ιωάννης (ο Βαπτιστής) και ο Αντώνιος". 63 . ουδεμίαν σχέσιν έχει με πλατωνικήν τινα διάκρισιν μεταξύ υπερβατικών αρχετύπων και εν τω κόσμω εικόνων αυτών εξ επόψεως είτε γνωσιολογικής είτε σωτηριολογικής. εις τον αγιασμόν και την θέωσιν ακριβώς. και η Παρακαταθήκη εμπεριέχεται εν τη Αγία Γραφή. και ενεργεί την κάθαρσιν. Εκ του γεγονότος τούτου φαίνεται σαφώς ότι η Παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως είναι τι διάφορον ή ανεξάρτητον του κειμένου της Αγίας Γραφής και δια της θεώσεως γίνεται γνωστή αμέσως άνευ της μεσολαβήσεως του κειμένου των Γραφών. διότι ταυτίζεται όπως είδαμεν. την πράξιν και την εμπειρίαν των θεουμένων προφητών. Η απόδοσις αυτή αντιθέσεων εις τον Θεόν γίνεται. ανθρώπινον και κοσμολογικόν κατηγόρημα. όπως είδαμεν. αλλά και χωρίς αυτής πάσας οίδεν ακριβώς και των δια μαθήσεως ιόντων διδάσκαλος αν είη ασφαλής. Εν τούτοις η Παρακαταθήκη δεν είναι ταυτόν με την Αγίαν Γραφήν. Βασισθείς επ' αυτής της διακρίσεως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει.ενσαρκώσεως Αυτού. Μεταξύ της ακτίστου δόξης του Θεού και των κτισμάτων. η ερμηνευτική παράδοσις των αγίων Πατέρων. αποστόλων και αγίων των γνωρισάντων και γνωριζόντων τον Χριστόν ουχί μόνον κατά σάρκα αλλά και κατά πνεύμα εν τη δόξη Αυτού. οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων. Τα ρήματα και αι ενέργειαι του Χριστού είναι αλάθητα διότι ο Χριστός είναι φύσει η αυτοαλήθεια. όπως είδαμεν. διότι εμπεριέχουν την διδασκαλίαν. με την Εκκλησίαν. και η λειτουργική εν τοις μυστηρίοις ζωή της Εκκλησίας είναι επίσης αλάθητοι εκφράσεις της ενέργειας του Θεού και οδηγούν κατά τρόπον ασφαλή και απλανή τους πιστούς τους έχοντας πνευματικούς πατέρας. Ούτε δεν ταυτίζεται η Αγία Γραφή με την Ιεράν Παράδοσιν η οποία είναι η καθ' όλου έκφρασις της Εκκλησίας. φανερούται τοις πρωτοπλάστοις και μετά την πτώσιν τοις προπατόροις και προφήταις εν τη Παλαιά Διαθήκη. Παρά ταύτα η Αγία Γραφή δεν είναι τι διάφορον της Παρακαταθήκης της Ιεράς Παραδόσεως. Ουδεμία όμως διαφορά υπάρχει μεταξύ της Παρακαταθήκης. τους αποστόλους και τους αγίους εις την δια της κτιστής ταύτης εκφράσεως καθοδήγησιν των πιστών εις εκπλήρωσιν του θελήματος του Θεού δια της μεθέξεως της δόξης και βασιλείας του Χριστού. ήτοι της Εκκλησίας εν τη Αγία Γραφή και τη Ιερά Παραδόσει. Δια τούτο ξανατονίζομεν πώς η δόξα του Θεού λέγεται και γνόφος και το πυρ της κολάσεως λέγεται και σκότος. Η Αγία Γραφή. Είναι φανερόν ότι η μέχρι τούδε περιγραφομένη Παρακαταθήκη της Παραδόσεως. ίνα τονισθή ότι αι περί τον Θεόν ενέργειαι υπερβαίνουν πάν κτιστόν αγγελικόν. με το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων. υπάρχει προ κτίσεως κόσμου. τα σύμβολα και οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων και τα συγγράμματα ή η διδασκαλία των Πατέρων είναι έργον της αλαθήτου ενεργείας του Αγίου Πνεύματος του φωτίζοντος τους προφήτας. δημιουργεί την κτίσιν. ουδέ της μαθήσεως των Γραφών δεήσεται. ως βασιλεία και δόξα του Θεού. Η υπάρχουσα εν τη παρακαταθήκη διάκρισις μεταξύ της υπερβαινούσης την νόησιν την λογικήν και την αίσθησιν δόξης του Θεού και της εν κτιστοίς συμβόλοις και νοήμασι εκφράσεως αυτής προ και μετά την ενσάρκωσιν.
Την 64 . αποστόλων και αγίων μεθέξεως της βασιλείας του Θεού και μη κατανοούντες την ταυτότητα και την σημασίαν της ταυτότητος ταύτης της φανερωθείσης δόξης του Λόγου εν ταις δύο Διαθήκαις και εν τη Εκκλησία. εφόσον μεταξύ ακτίστου και κτιστού ουδεμία ομοιότης υπάρχει. ως και εις τα κριτήρια όλων των επιστημών και φιλοσοφιών. των αποστόλων και των αγίων και φαντάζονται την ύπαρξιν πολλών ειδών θεολογιών εις τας δύο Διαθήκας και εις την Εκκλησίαν. καθ' εαυτή υπάρχουσα εις την Ιεράν Παράδοσιν από προ κτίσεως του κόσμου μέχρι της συντελείας των αιώνων. δηλαδή θεούται. αλλά μόνον εν τη εκφράσει. υπάρχει εν τη Αγία Γραφή και ενεργεί δι' Αυτής μόνον όταν αναγινώσκεται και ερμηνεύεται εν τη Εκκλησία. εις ας ανήκει και ών μέρος είναι η Αγία Γραφή. αυτομάτως διαστρέφει την Αγίαν Γραφήν. αλλά ακόμη και την ύπαρξιν ταύτης της μεθέξεως ή θεώσεως και δη εντεύθεν του τάφου. Η εν τη Αγία Γραφή περιγραφή της αποκαλυπτικής και θεωτικής εμπειρίας των προφητών και των αποστόλων δεν είναι και δεν δύναται να είναι αυτή αύτη η εμπειρία της αποκαλύψεως της δόξης του Χριστού. εφόσον η Εκκλησία είναι το σώμα και η νύμφη του νυμφίου Χριστού και ο Χριστός είναι η άμπελος εν ή ζουν και καρποφορούν τα κλήματα. αποστόλους και αγίους Πατέρας. και ουδέποτε τον τυχόντα επιστήμονα. εν τούτοις η Αγία Γραφή δεν ερμηνεύεται εξ αυτής αλλά μόνον υπό της Εκκλησίας και δη υπό των εν Αυτή θεουμένων αγίων των εχόντων την ιδίαν μετ' αλλήλων της θείας δόξης εμπειρίαν και αποκάλυψιν. Οι αγνοούντες την εμπειρίαν ταύτην της υπό των προφητών. Εκτός της Εκκλησίας η Παρακαταθήκη είναι κεκρυμμένη από τους αναγινώσκοντας την Αγίαν Γραφήν. ήτοι η Εκκλησία ως περιγράφεται εν τη Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Είναι όχι μόνον πνευματικώς αλλά και επιστημονικώς αστείον να πιστεύη κανείς ότι είναι δυνατόν να ερμηνεύση ορθώς την Αγίαν Γραφήν ερμηνευτής μη έχων ιδέαν περί της εις τους προφήτας και τους αποστόλους αποκαλύψεως της δόξης του Χριστού. διότι αν και η Παρακαταθήκη μαρτυρείται υπό της Αγίας Γραφής και εμπεριέχεται εν αυτή. απόστολον και άγιον ο Θεός και εν αποκαλύψη παραμένει μυστήριον. απηλλαγμένης συμβεβηκότων. ήτοι θεουμένους προφήτας. όμως η Παρακαταθήκη. αφού 1) η εμπειρία και 2) η θεία δόξα υπερβαίνουν κάθε αισθητήν και νοητήν εμπειρίαν και περιγραφήν. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ως γνώμονα και κανόνα ερμηνείας της Ιεράς Παραδόσεως και της εν Αυτή Παρακαταθήκης.Παρά ταύτα. αν και ολόκληρος ο άνθρωπος εν τω σαρκωθέντι Λόγω δοξάζεται. Δια τον λόγον αυτόν ο χρησιμοποιών επιστημονικήν ή φιλοσοφικήν μέθοδον και έχων αφετηρίαν τα της πείρας και της λογικής κατηγορήματα της γνώσεως και τα νομιζόμενα υπό τινων υπέρ την πείραν κατηγορήματα της δήθεν καθαράς ή αμιγούς νοήσεως. Είναι λοιπόν απολύτως αδύνατον επιστημονικώς να χρησιμοποιηθούν δια την ουσιαστικήν ερμηνείαν της Αγίας Γραφής κριτήρια εκτός της ερμηνευτικής παραδόσεως των θεουμένων. διότι η θεία δόξα ως και η μέθεξις αυτής υπερβαίνει και την νόησιν και την αίσθησιν. δηλαδή μόνον όταν ο ερμηνευτής ανήκει εις την τάξιν των θεουμένων ή των φωτισμένων "τό μετριώτατον". Χρήζει μεγάλης προσοχής το γεγονός ότι η Αγία Γραφή καθ' εαυτήν είναι βίβλος μυστική και απρόσιτος εις τον κατά κόσμον φυσικόν άνθρωπον. Αλλά και εις τον θεούμενον προφήτην. τον πολλάκις αγνοούντα όχι μόνον την προς την μέθεξιν της θείας δόξης οδόν. τους δοξασμένους. αδυνατούν να ανιχνεύσουν και να αντιληφθούν την απόλυτον ενότητα και ταυτότητα της διδασκαλίας των προφητών. δεν υπάρχει εν τη Αγία Γραφή καθ' εαυτήν. Εν άλλαις λέξεσι ο Χριστός. ήτοι η Παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως.
ήτις ζωή ολόκληρος λέγεται Ιερά Παράδοσις.ακαταστασίαν ταύτην των απογόνων των Φραγκολατίνων προσπαθούν τινες των κατά πνεύμα ραγιάδων (οίτινες παιδιόθεν φαίνεται έμαθον να θαυμάζουν κάθε ξένην αυθεντίαν). Τούτο διότι εις το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως περί τον εν δόξη Χριστόν είναι οι φίλοι Αυτού προφήται. αλλά μόνον όταν αποτελή μέρος της μυστηριακής εν Χριστώ ζωής των θεουμένων και των πιστών. εν δε τη ενσαρκώσει απεκάλυψε την δόξαν ή θεότητα Αυτού δια της εκ της Παρθένου γεννηθείσης ανθρωπίνης φύσεως Αυτού και καταπατήσας τον θάνατον και χαρίσας τοις φίλοις Αυτού την μόνιμον πλέον μέθεξιν της δόξης Αυτού. Προσπαθούν δια της ψευδοεπιστημονικής εκ της Δύσεως μεθόδου των να εκτοπίσουν από την συνείδησιν του ελληνικού λαού την αυθεντίαν των θεουμένων και να την αντικαταστήσουν με την ιδικήν των αυθεντίαν. Αλλά ο λαός είναι περισσότερον επιστήμων απ' αυτούς διότι τους αγνοεί και προσκυνεί τα άγια λείψανα των θεουμένων και γνωρίζει τον Θεόν μέσω του βίου και της θεώσεως αυτών. μετέχουν του αλαθήτου του Χριστού μέσω των φίλων Αυτού και μέσω των την αποστολικήν διαδοχήν εχόντων επισκόπων. Η Παρακαταθήκη αύτη και η Ιερά Παράδοσις είναι ταυτόν και εκφράζονται εν τη Αγία Γραφή και τη καθ' όλου ζωή της Εκκλησίας. τους αποστόλους και τους αγίους είναι εν αυταίς ταυτόν και αυτή αύτη η Παρακαταθήκη. Όστις βασιλεύει σύν τοις συμβασιλεύουσι μετ' Αυτού φίλοις Αυτού και μεταδίδει Εαυτόν μετά των φίλων Αυτού τοις πιστοίς ως Παρακαταθήκην μέσω της Αγίας Γραφής και εν τοις μυστηρίοις. ως ο φίλος γνωρίζει τον φίλον αυτού. εμφανίζει έκτοτε Εαυτόν εν τοις φίλοις Αυτού εις τους αιώνας. Είναι γνώρισμα της Εκκλησίας. ούτε σωτήρες. ούτε φωστήρες. Αν και η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος και εν τη Εκκλησία διδάσκει περί του Θεού και των σχέσεων Αυτού μετά του κόσμου αλαθήτως. να εισαγάγουν εις την ορθόδοξον θεολογίαν ως δήθεν κάτι το επιστημονικόν. Οι οδηγηθέντες υπό του 65 . Αλλά όπως είδαμεν ούτε επιστήμονες πραγματικοί είναι. διότι είναι ο Χριστός. αφού μένουν πιστοί μετά του κλήρου εις την διδασκαλίαν των φίλων του Θεού και αφού οι ηγέται αυτών θεολογούν συμφώνως προς τας σαφείς ενδείξεις της θεώσεως των θεουμένων και περιορίζονται μεθοδολογικώς και πνευματικώς εις τα ρήματα και τα νοήματα αυτών. ήτις αντικαθίσταται υπό της ενεργείας ξένων προς την θεώσιν κριτηρίων. Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των Διαθηκών είναι ότι ο Λόγος ενεφάνιζεν εν Εαυτώ τον Θεόν εν Πνεύματι πρώτον εις τους προφήτας άνευ σαρκός. Ούτω το αλάθητον δεν περιορίζεται ούτε κατά τόπον ούτε κατά χρόνον. Πάντως μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και μεταξύ Αγίας Γραφής και Ιεράς Παραδόσεως δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρχη διαφορά ή αντίθεσις εις την θεολογίαν και την πνευματικότητα ακριβώς διότι η εν δόξη φανέρωσις του Θεού δια του Λόγου εν Πνεύματι Αγίω εις τους προφήτας και δια της ενσαρκώσεως εις τους προφήτας. εν τούτοις η Αγία Γραφή εκτός της Εκκλησίας. Οι πιστοί δέ. της ζώσης Παρακαταθήκης της Ιεράς Παραδόσεως. απόστολοι και άγιοι. και δια της θεώσεως ταύτης μετέχουν κατά χάριν του φύσει αλαθήτου του Χριστού. Η Εκκλησία διδάσκει περί Θεού αλαθήτως. δεν διδάσκει αλαθήτως. Θεωρούν μάλιστα εαυτούς ως φωστήρας και σωτήρας των δήθεν καθυστερημένων Ορθοδόξων. του σώματος του Χριστού. οίτινες γνωρίζουν τον Θεόν δια του Χριστού εν Πνεύματι. της Παρακαταθήκης και της Ιεράς Παραδόσεως και εμπεριέχεται εν τη Αγία Γραφή. διότι λείπει η ερμηνευτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
ή μισθωτός. Μόνον οι θεούμενοι θεωρούν Αυτόν. και ότι ετάφη. Εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμείς ότι εγώ εν τω πατρί μου και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν.Παρακλήτου Πνεύματος εις πάσαν την αλήθειαν φίλοι του Θεού γνωρίζουν τί ποιεί ο Κύριος. φαίνεται σαφώς από το γεγονός ότι μετά μακράν συναναστροφήν και μόλις προ της Σταυρώσεως. έρχομαι προς υμάς. ήτοι της θεώσεως. Έτι μικρόν και ο κόσμος με ουκέτι θεωρεί.. την ταφήν και την τριήμερον Ανάστασιν Αυτού. ούς δέδωκάς μοι. ουκέτι λέγω υμάς δούλους. ίνα ώσι τετελειωμένοι εις έν. ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου. Δηλαδή η θέωσις ή η θεοπτία ή η θέα της δόξης ή της θεότητος ή της βασιλείας του Χριστού προϋποθέτει μίαν ριζικήν αλλαγήν της πνευματικής καταστάσεως του ανθρώπου. Το ότι η φιλία αυτή μετά του Θεού δεν είναι η κατά κόσμον τοιαύτη. εξ ών οι πλείονες μένουσιν έως άρτι. "Ουκ αφήσω υμάς ορφανούς. Ο Παύλος μάλιστα θέτει τας εν δόξη εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου εις το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως μαζί με τον θάνατον. Το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως είναι η εν τη δόξη και τη βασιλεία του Θεού και του ενσαρκωθέντος Λόγου Αυτού και εν τω Πνεύματι Αυτού ένωσις και θέωσις των φίλων Αυτού. πρέπει να μεταβληθή ο άνθρωπος εις φίλον του Θεού. και ότι ώφθη Κηφά. ότι εγώ ζώ και υμείς ζήσετε.. ότι ο 66 . έπειτα ώφθη Ιακώβω.". είτα τοις αποστόλοις πάσιν. Πάτερ. καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν". Ιάκωβος και Ιωάννης εν Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωσιν. ο Βαπτιστής Ιωάννης και οι απόστολοι Πέτρος. εάν ποιήτε ό εγώ εντέλλομαι υμίν. ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου". και ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας. είτα τοις δώδεκα. ή και εχθρός. ίνα ώσιν έν καθώς ημείς έν εσμέν. ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ήν δέδωκάς μοι. Ο ευρισκόμενος εκτός της κοινωνίας των φίλων του Θεού και μη ακολουθών υποτακτικώς την διδασκαλίαν αυτών αγνοεί την κλείδα της Αγίας Γραφής. και επομένως εκτός της αληθείας. εκείνός εστιν ο αγαπών με. Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς. έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ. Β) Ως προϋπόθεσις της θεωρίας ή θέας ταύτης της ακτίστου δόξης του Χριστού. τίθεται η ου ζητούσα τα εαυτής αγάπη και φιλία μετά αλλήλων και μετά του Θεού δια της χάριτι Θεού εκριζώσεως της φιλαυτίας. υμείς δε θεωρείτέ με. Ότι ο Χριστός εννοεί την εντεύθεν του τάφου θέαν της δόξης Αυτού φαίνεται σαφώς από την αιτιολογίαν "ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας . και ότι εγήγερται τη ημέρα τη τρίτη κατά τας Γραφάς. κατά τον Μυστικόν Δείπνον. "παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις. ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας Γραφάς. θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού. διότι ευρίσκεται εκτός της Παρακαταθήκης της Παραδόσεως. "Και εγώ την δόξαν ήν δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς. έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί". "υμείς φίλοι μου εστε. Παρομοίαν θέαν της θείας δόξης είχον και ο πρωτομάρτυς Στέφανος και ο απόστολος Παύλος. τινές δε εκοιμήθησαν. ο Χριστός είπεν εις τους αποστόλους. Την υψίστην μορφήν εν τη ζωή ταύτη της θέας της δόξης της Αγίας Τριάδος είχον όλοι οι απόστολοι την Πεντηκοστήν. Από δούλος. ό και παρέλαβον. Πρόγευσιν της θέας ταύτης της δόξης του Χριστού είχον οι προφήται της Παλαιάς Διαθήκης. Τον αναστάντα Χριστόν δεν ορά πλέον ο κόσμος. εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί.
είναι το μυστήριον τούτο του Σταυρού και της Αναστάσεως. απόστολοι και άγιοι φίλοι του Χριστού και αυτόπται μάρτυρες της θεότητος Αυτού. Είναι η αγαπητική ενέργεια του Θεού.48 Άνευ του μυστηρίου τούτου δεν δύναται να υπάρχη καταλλαγή τω Θεώ. φυλάττει και μεταδίδει ο δέκτης.47 Οι απόστολοι έγιναν φίλοι του Χριστού. δέχεται. όσον χωρεί. ίνα οι έχοντες τον αρραβώνα του Πνεύματος φθάσουν εις την μόνιμον μέθεξιν της πρώτης αναστάσεως των πέραν του τάφου φίλων Αυτού. ήτις κατ' εξοχήν εμόρφωσε και μορφοί την Ιεράν Παράδοσιν δια της υπ' Αυτού καθάρσεως και του φωτισμού των πιστών και της θεώσεως των θεουμένων. Επομένως τίθενται εις το κέντρον της Ιεράς Παραδόσεως οι θεούμενοι προφήται. δυνάμεθα να απαντήσωμεν ότι δια της θεώσεως ή θεοπτίας ή ενώσεως μετά του Χριστού. μεγαλειότης και μεγαλοπρέπεια.51 Το μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως είναι η προ του κόσμου αεί υπάρχουσα και τοις πάσι κατά δύναμιν χωρούσα και κατ' αξίαν μετεχομένη ποικιλοτρόπως θεία δόξα. του μεταβάλοντος αυτούς εις φίλους του Θεού. η θεία εκείνη δύναμις και χάρις.". φύλαξ και μεταδότης προφήτης.50 Ο Χριστός δια των φίλων Αυτού και δια των διαδόχων των αποστόλων επισκόπων ενεργεί το μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως εν τοις μυστηρίοις της Εκκλησίας. απόστολος και άγιος φίλος του Χριστού. ήτις καταστρέφει την αμαρτίαν και την δύναμιν των αντιτιθεμένων προς το θέλημα του Θεού και τελειοί. η οποία ου ζητεί τα εαυτής και υπερβαίνει πάν κτιστόν κατηγόρημα και πάσαν ανθρωπίνην και αγγελικήν εμπειρίαν. ούτε γνωρίζει τί είναι προφήτης και τί είναι απόστολος. Εκ των αναριθμήτων και απείρων και πολυποικίλων της αμερίστως μεριζομένης τοις μεριστοίς απλής και ενικής δόξης και ενεργείας του Θεού. είναι δε και η κολαστική δύναμις.δούλος ουκ οίδε τί ποιεί αυτού ο κύριος. Οι απορρίπτοντες τους αγίους Διαμαρτυρόμενοι και οι αγνοούντες την θέωσιν Παπικοί ευρίσκονται αποκεκομμένοι από την αλυσίδα της Ιεράς Παραδόσεως και της αποστολικής διαδοχής και εκτός της αληθείας. υμάς δε είρηκα φίλους . φυλάττει και μεταδίδει το μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως και εν αυτώ τον Πατέρα δια του ενσαρκωθέντος Λόγου εν Πνεύματι Αγίω. εν ή οικεί η Αγία Τριάς. οι μετάσχοντες και μετέχοντες του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως. μάλιστα προ της εν Γολγοθά σταυρικής θυσίας. Ο αναβαλλόμενος το απρόσιτον αυτό φως ως ιμάτιον Θεός διαιρείται αδιαιρέτως εν διαιρετοίς και μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως εν ταις ενεργείαις και τοις χαρίσμασι Αυτού και υπάρχει ολόκληρος αχωρήτως και απεριορίστως εν εκάστη 67 . αισθητήν και νοητήν. διότι ήραν τον σταυρόν αυτών και ηκολούθησαν τον Χριστόν.46 Η φιλία αυτή κατορθούται χάριτι Θεού και τη συνεργεία του ανθρώπου δια της καταλλαγής του ανθρώπου τω Θεώ μέσω του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως. εφ' όσον η θέωσις των θεουμένων είναι η μόνη απλανής και αλάθητος γέφυρα των πιστών προς τον Χριστόν και προς συμμετοχήν εις την δόξαν και βασιλείαν Αυτού.49 Συνάγεται εξ όλων των μέχρι τούδε λεχθέντων εν τω δοκιμίω τούτω ότι ο μη δεχόμενος ως βάσιν και προϋπόθεσιν της θεολογίας τους θεουμένους αγίους δεν δύναται να γνωρίση τον Χριστόν... και τους αμετανοήτους εχθρούς του Θεού δια της κολάσεως αυτών. Όταν λοιπόν ερωτώμεν δια τον ακριβέστερον καθορισμόν της Ιεράς Παραδόσεως τί και πώς δέχεται.
Άλλοι βλέπουν τον Θεόν εχθραίνοντα παρά την πραγματικότητα της προς αυτούς φιλίας και αγάπης του Θεού. παρούσαν και ενεργούσαν. Θεός γαρ ουδέποτε εχθραίνει". είναι η θεία εκείνη δύναμις. ου γαρ εκείνός εστιν ο εχθραίνων.ενεργεία και εκάστω χαρίσματι Αυτού. προ της εμφανίσεως του νόμου του Μωϋσέως. Ο Θεός ουδέποτε παύει να είναι και εις τους εχθρούς Αυτού φίλος κατά την ιδίαν Αυτού αγάπην. εν τη σταυρική θυσία και μετά την σταυρικήν θυσίαν. δηλαδή την υπερούσιον κρυφιότητα. Καθιστά δε την σταυρικήν θυσίαν. το οποίον δεν αποκτά ο Θεός.60 68 . αλλ' ημείς. την κάθαρσιν. προ της σταυρικής θυσίας. τον φωτισμόν και την θέωσιν. Δια της μονίμου καταστάσεως της θεώσεως το μυστήριον του Σταυρού γίνεται των θεουμένων η ανάστασις. Δια τον λόγον αυτόν ο άνθρωπος και όχι ο Θεός καταλλάσεται δια του μυστηρίου του Σταυρού και δια της καταλλαγής ταύτης μεταμορφούται από εχθρόν εις φίλον του Θεού και ούτως η δύναμις του Σταυρού παρέχει την μέθεξιν εις την Ανάστασιν του Χριστού. εν τη δημιουργία και κυβερνήσει του κόσμου.59 Το μυστήριον αυτό του Σταυρού. ήτις συνέχει και μορφοποιεί την Ιεράν Παράδοσιν. και όταν ακόμη νομίζουν κατά φαντασίαν και συναισθηματικώς ότι τα έχουν καλά με τον Θεόν. και απλούς την φύσιν. Εξ αιτίας της σκληρύνσεως των ούτω συναισθηματικώς αφελών και των θεωρούντων ή φανταζομένων τον Θεόν ως εχθρόν.58 Ο Θεός γίνεται εχθρός και κολαστική δύναμις μόνον εξ επόψεως των κατά την ιδίαν αυτών βούλησιν και αντίληψιν αντιτιθεμένων κατά της αγάπης του Θεού. η αγάπη και η φιλία και η θεωτική χάρις και δόξα και βασιλεία και τόπος και μονή του Θεού καταφθάνει εις τους αμετανοήτους αφελείς και εχθρούς του Θεού και εις τους πεπτωκότας αγγέλους ως πυρ το αιώνιον. ήτις ενεργεί προ του τον κόσμον είναι παρά τω Θεώ. μετά τον νόμον. αλλά υπάρχει Αυτώ αϊδίως κατά φύσιν. σκότος το εξώτερον και τόπος βασάνων. Η δύναμις αυτή του Σταυρού και της Αναστάσεως είναι η διαιρουμένη αδιαιρέτως και κατ' αξίαν μετεχομένη αγάπη του Θεού.56 Δια του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως και δια της σταυρικής Αυτού θυσίας ο Χριστός μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος καταλλάσει Εαυτώ τον κόσμον και ενεργεί την διατροφήν των πιστών και την πνευματικήν αύξησιν και άνδρωσιν αυτών προς την θέωσιν. ήτοι την δύναμιν της Αναστάσεως. περιβάλλων τας περιβαλλούσας Αυτόν ενεργείας ταύτας. Οι αντιτιθέμενοι κατά του θελήματος του Θεού όσον αφορά κυρίως εις την δια του μυστηρίου του Σταυρού θέωσιν αυτών είναι εχθροί του Θεού δια των αμαρτιών αυτών και της τυφλώσεως αυτών. προ της ενανθρωπήσεως εν τη ενανθρωπήσει. το οποίον είναι το μυστήριον της Αναστάσεως των μονίμως μετεχόντων αυτού θεουμένων. Επομένως η δια της σταυρικής θυσίας καταλλαγή δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί τί από την προς τον κόσμον αγάπην του Θεού. αλλά και χωρίζει από Αυτήν τον παλαιόν κόσμον της πλάνης και της απωλείας. Πρέπει να τονισθή ότι το μυστήριον ή η δύναμις του Σταυρού και της Αναστάσεως είναι άκτιστος ενέργεια ή προσόν περί την υπερούσιον κρυφιότητα. παραμένων αμετακινήτως τρισυπόστατος εν ταις κατ' ουσίαν σχέσεσιν Αυτού. "καταλλάγητε τω Θεώ. Και ουκ είπε καταλλάξατε εαυτοίς τον Θεόν. δύο αμοιβαίως εχθραινόντων αλλήλους. εν τη θεία Ευχαριστία και τοις μυστηρίοις. Η καταλλαγή λοιπόν του ανθρώπου τω Θεώ ουδέποτε δύναται να εκληφθή ως συμφιλίωσις. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύων τον απόστολον Παύλον γράφει.
απειλήν τε ομού και θαύμα τοις ανιέναι μη δυναμένοις". λίθους τιμίους.61 Αντιθέτως δέ. άθλιος ούτος εμοί της τυφλώσεως. αποστόλων και αγίων "φώς" και "γνόφος". μηδέ υπέρ τα κάτω γενέσθαι. ούτω και εις τους κολαζομένους η ιδία δόξα και το ίδιον φως εμφανίζεται ως "πύρ καταναλίσκον"65 και "σκότος εξώτερον"66 και "τόπος βασάνων"67 και εις τους μη τελείους ακόμη πιστούς η φωτεινή νεφέλη εμφαίνεται ως "καπνός αστραπτόμενος". καλάμην. "καπνιζόμενόν τε το όρος βλεπέτω και καταστραπτόμενον. αργύριον. καν ευροή τοις ενταύθα. "όστις δε υπό της συζυγίας χείρων εγένετο. διότι αντιστοιχούν με το "φώς" και τον "γνόφον". εί τινος το έργον κατακαήσεται. φωτιστικής και θεωτικής ενεργείας του Θεού. ξύλα. ως μη δυνηθήναι εμβλέψαι προς τας της αληθείας αυγάς. εκάστου το έργον φανερόν γενήσεται. ζημιωθήσεται. και εκάστου το έργον οποίόν εστιν το πυρ αυτό δοκιμάσει.Η Παρακαταθήκη και η Ιερά Παράδοσις είναι ο χώρος της καθαρτικής. αυτός δε σωθήσεται. βασανίζεται από την θέαν της ιδίας πραγματικότητος. όσω περ αν μάλλον υπό της ευροίας παίζηται. και προς τα άνω καλούμενος. Η φωτιστική.62 Ο απόστολος Παύλος γράφει εν προκειμένω. γεγονός άνωθεν. και τοσούτον τω πηλώ συνεσχέθη. σκότος εξώτερον. αλλά δεν θα μετέχουν όλοι.70 Εις τον μη ανιόντα επί το όρος και εκτός της θεωρίας παραμείνοντα πιστόν και πρόσκαιρα ηγνισμένον παραγγέλει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. ότι εν πυρί αποκαλύπτεται. η γαρ ημέρα δηλώσει. Εί τινος το έργον μενεί ό εποικοδόμησεν.69 Η απάντησις του Αβραάμ προς τον πλούσιον "έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας" σημαίνει απλούστατα ότι οι προφήται είδον τον Θεόν εν λαμπρώ γνόφω και εγνώρισαν ότι δια τους μη αγαπώντας τον Θεόν και μη ποιούντας το θέλημα Αυτού το ίδιον φώς‐γνόφος είναι πυρ καταναλίσκον. ει δε τις εποικοδομεί επί τον θεμέλιον χρυσίον. Ακριβώς όπως η δόξα του Θεού είναι εις την εμπειρίαν την αποκαλυπτικήν των προφητών. ο μη μετέχων αλλά εις επίγνωσιν της αληθείας καταφθάνων πλούσιος.63 Εις την περιγραφήν της κολάσεως χρησιμοποιούνται αι αντιθέσεις "πύρ" και "σκότος". θα κολάζωνται από την θέαν του ακτίστου πυρός και η κατάστασις αυτή εν τόποις βασάνων θα είναι δια τους κολαζομένους η σωτηρία αυτών. ήτοι την "φωτεινήν νεφέλην" ή τον "λαμπρινόν γνόφον" τον επισκιάζοντα και φωτίζοντα υπερνοητώς τους δεχομένους την αποκάλυψιν δοξασμένους ή θεουμένους.71 Όσον αφορά εις τα ανωτέρω περί κολάσεως ο αυτός άγιος γράφει τα εξής. πυρακτική. και πείθηται άλλο τι καλόν είναι προ του όντος 69 . "θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον. ούτως δε ως δια πυρός".64 εμφαινομένη ως φωτεινή νεφέλη περιβάλλουσα και έσωθεν φωτίζουσα και ποτίζουσα και συνάμα υπερβαίνουσα πάν νοητόν και αισθητόν κατηγόρημα.68 Ενώ ο μετέχων εις τους κόλπους του Αβραάμ πτωχός Λάζαρος ευφραίνεται. μισθόν λήψεται. χόρτον. και τοσούτω πλέον. θεωτική και κολαστική ενέργεια του Θεού είναι μία και απλή αλλά μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς κατά την αξίαν των μετεχόντων ή των μη μετεχόντων. και τόπος βασάνων. Όλοι φθάνουν και θα φθάσουν εις την επίγνωσιν της αληθείας της φανερώσεως του Χριστού εν δόξη. ενώ η κόλασις είναι ο χώρος της καθαρτικής μεν αλλά πυρακτικής και κολαστικής ενεργείας του Θεού. ός εστιν Ιησούς Χριστός.
Το ότι η της αποκαλύψεως αποφατική θεολογία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και των αγίων Πατέρων αφορά και εις την κόλασιν και το ότι βασίζεται αποκλειστικώς η περί αυτής ορθή διδασκαλία εις τους θεουμένους αναπτύσσει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συνοψίζων την διδασκαλίαν της Εκκλησίας ως εξής. Αλλά γαρ και το πυρ εκείνο σκοτεινόν. κατά κρημνών φέρουσιν εαυτούς και συγκατασπάν επιχειρούσι τους πειθομένους. οι της του ηλίου θέρμης μόνης αντιλαμβανόμενοι τοις ορώσιν απιστούσιν ότι και φαιδρός εστιν ο ήλιος. καταγέλαστοι μεν ούτοι τοις αισθητώς ορώσιν έσονται. την οποίαν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι θα δούν ή ως φως ή ως πύρ. μεν ουν και βέλτιον είσονται. ή ως πυρ ιδείν. καλών έργων. Επίσης φαίνεται αμέσως η πεπλανημένη βάσις της εν τη Δύσει γενομένης συζητήσεως περί χάριτος.καλού. ή ζόφον κατακριθήναι. Ούτε δύναται όμως το σκότος της κολάσεως να χαρακτηρισθή ως άγνοια ή έλλειψις ή κενόν ως θα συνέβαινε με μίαν καθαρώς φιλοσοφικήν μορφήν της αποφατικής θεολογίας.77 Εις όλα τα συστήματα των Φραγκολατίνων.76 Η εις τους προφήτας. τα καλά έργα είτε καθ' εαυτά αξιόμισθα. πονηρόν πονηράς δόξης καρπόν δρεπόμενος. πίστεως και σχετικού ή απολύτου προορισμού. μηδ' ιδείν μηδαμώς πιστεύοντες ως φως υπέρ φως οράσθαι τον Θεόν. ως ου φως εστιν ο εν αισθητοίς φανότατος απάντων ήλιος. "πάσα γαρ φησι σάρξ εξομολογήσεται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός" αμήν". αποστόλους και αγίους φανέρωσις ταύτη της αγαπητικής και κολαστικής δυνάμεως του Θεού. Παπικών και Προτεσταντών. μάλλον δε τω ηπειλημένω σκότει ταυτόν. μάλλον. Εκείνοι δ' οι τα παραπλήσια πάσχοντες περί τον του παντός υπερανιδρυμένον "τής δικαιοσύνης ήλιον".72 Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι και της κολάσεως η εμπειρία του πυρός και του σκότους υπερβαίνει την αίσθησιν. ως αν δήπου κοινωνούς σχοίεν όταν "ως πυρ ίδωσιν" κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον "όν ως φως ουκ εγνώρισαν". αλλά και παρά των πιστευόντων τοις ορώσι θρηνηθήσονται. Ταύτα δε "τώ διαβόλω και τοις Αγγέλοις αυτού προητοίμασται"75 κατά τον του Κυρίου λόγον. 74 ουδέ επίστευσαν. φέρει αμέσως προ οφθαλμών και την ριζικήν διαφοράν μεταξύ της διδασκαλίας ταύτης και αυτής των Πλατωνικών και των ακολουθούντων τον ιερόν Αυγουστίνον Προτεσταντών και Παπικών οίτινες διδάσκουν ότι η θέα της θείας ουσίας (!!!) συνεπάγεται την ευδαιμονίαν και την εξουδετέρωσιν του επιθυμητικού και του θυμοειδούς. ου γαρ αγνοήσουσι τότε μάλλον τον Θεόν ή νυν οι νυν τοις κληρονόμοις του σκότους εκείνου πεπεισμένοι. είτε εξ αιτίας προηγηθείσης ακαταγωνίστου χάριτος αξιόμισθα. αμοιρούσι γαρ αισθήσεως προητοίμασται τοις πονηροίς αγγέλοις. είτε ενδείξεις του δια σωτηρίαν 70 . αυτοί μένουσιν ανέραστοι προς τον αυτοπτικόν και αυτονόητον εκείνον έρωτα. τυφλοίς εοίκασιν. "οι δε τω μη παθείν τα θεία. προς το νώ μεθεκτόν τε και θεωρητόν αοράτως συγκαταβαίνοντος καθ' υπερούσιον εαυτού δύναμιν ανεκφοίτητον. εκ του πάντων εξηρημένου και αλήπτου και αφθέγκτου. αλλά λογικώς μόνον θεωρείσθαι (διδασκαλία του ακολουθούντος τον Αυγουστίνον και την φραγκολατινικήν παράδοσιν Βαρλαάμ). αξιομισθίας. ελευθερίας. ούθ απλώς άγνοια τουτί το σκότος. Ει δε και τους ορώντας οι τυφλοί μεταδιδάσκειν εγχειρούσιν. Ουκούν ούτε αισθητόν απλώς. μη μόνον ότι του Θεού δι' υπερβολήν της περί ημάς αγαθότητος. όν ως φως ουκ εγνώρισεν". την λογικήν και την νόησιν. 73 ου παρά των νοερώς ως αληθώς ορώντων μόνον. αλλ' ότι και τοις προς το φως εκείνο χειραγωγούσι δια των λόγων υπό φιλανθρωπίας αγίοις ουκ εθέλοντες έπεσθαι.
Πάντως οι αιώνες των αγγέλων ως και ο χρόνος των ανθρώπων με την εφ' όλων λάμψιν της δόξης του Θεού και την υπό των ανθρώπων θέαν αυτής δεν θα εξαλειφθούν.79 έφθασαν εις το συμπέρασμα ότι υπάρχει ξεχωριστός από τον παράδεισον και την κόλασιν τόπος.προορισμού του ποιούντος ταύτα. Σημειωτέον ότι δια τους Φραγκολατίνους και τους απογόνους αυτών Παπικούς υπάρχει πρόοδος πνευματική εις την μέσην κατάστασιν. όπως είδαμεν. καθάρσεις και ικανοποιήσεις της θείας δικαιοσύνης δια κτιστού πυρός των Φραγκολατίνων ή Παπικών. Η δύναμις του Θεού. αλλά στατική εις διάφορα επίπεδα κατάστασις ευδαιμονίας εις τον παράδεισον. Δια τον λόγον αυτόν η τιμωρία είναι η υπό του Θεού στέρησις εις τον άνθρωπον της ενοράσεως ταύτης της θείας ουσίας και άρα στέρησις της ευδαιμονίας. Εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται. ήτις 71 . εφόσον θα υπάρχη πάντοτε δια τους ανθρώπους αλλά και δια τους αγγέλους η αλληλοδιαδοχή καταστάσεων τελειότητος.81 Οι άνθρωποι αλλά και οι άγγελοι επλάσθησαν σχετικώς τέλειοι. Η ατελεύτητος αύτη πνευματική πρόοδος μετά τον θάνατον αλλά και μετά την τελικήν ανάστασιν και αποκατάστασιν δεν έχει καμμίαν σχέσιν με τας εν τω λεγομένω καθαρτηρίω πυρί τιμωρίας. αλλά εις την αποτυχίαν του ανθρώπου να συνεργασθή με την χάριν του Θεού δια την απόκτησιν. Η επιτευχθείσα δια της χάριτος αλλαγή δεν είναι αλλαγή αυτής ταύτης της αγάπης δια της θεώσεως ως παρ' ημίν. αντίκειται εις την βιβλικήν και πατερικήν διδασκαλίαν. Τούτο διότι η εμπειρία της θεώσεως είναι η αρχή του ανωτάτου σταδίου της τελειότητος. ως συμβαίνει εις πλατωνιζούσας αντιλήψεις.80 Πρέπει να τονισθή ότι εν αντιθέσει προς ταύτα εν γένει η βιβλική και πατερική περί τελειότητος διδασκαλία δεν είναι στατική ούτε δια την μέσην ούτε δια την τελικήν κατάστασιν μακαριότητος. είναι τα μέσα δια των οποίων αποκτά ο πιστός την ικανοποίησιν ή εξουδετέρωσιν των επιθυμιών του δια της υπό της λογικής του ενοράσεως της θείας ουσίας. Μετά τα πρώτα στάδια της θεώσεως εντεύθεν ή πέραν του τάφου η πορεία προς ανωτέρας καταστάσεις τελειότητος είναι ατελεύτητος. Όμως δεν θεωρείται ως εσωτερική αλλαγή της ιδιοτελούς και φιλαύτου αγάπης εις ανιδιοτελή μη ζητούσα τα εαυτής αγάπη δια της θείας χάριτος. Η ενόρασις της θείας ουσίας είναι το βραβείον ή ο μισθός δια της ακαταγωνίστου ή μη ακαταγωνίστου χάριτος έργα ή το αποτέλεσμα της υπό της χάριτος παγιώσεως του λογιστικού εν τη πορεία προς την ευδαιμονίαν. Προσθέτομεν δε ότι παρερμηνεύοντες τα περί της εν τη μέση καταστάσει υπό του πυρός της θεότητος τελειώσεως των προς την θέωσιν αγομένων της πατερικής παραδόσεως. αλλά εισέτι μη θεουμένων. κατά την οποίαν η τιμωρία δεν συνίσταται εις την στέρησιν της θέας της δόξης του Θεού. όπου δια κτιστού πάλιν πυρός τιμωρούνται και καθαρίζονται οι μη τελειοποιηθέντες ακόμη και προετοιμαζόμενοι δια την μακαρίαν όρασιν της θείας ουσίας. Ήδη εσημειώσαμεν πώς εξ αιτίας των ανωτέρω οι Φραγκολατίνοι εξέλαβον το πυρ το αιώνιον ως κτιστόν. και δια τον λόγον αυτόν βλέπει τον Θεόν ως πυρ και ουχί φώς. ίνα γίνουν αιωνίως και ατελευτήτως τελειότεροι. μέσω της θεώσεως της ου ζητούσης τα εαυτής αγάπης. αλλά αλλαγή του αντικειμένου της αγάπης δια της στροφής αυτής από τα μεταβλητά εις τα αμετάβλητα προς απόκτησιν της ευδαιμονίας. ότι η θεολογία των θεουμένων βασιζομένη επί της εν Θεώ θεωρίας αυτών ταυτίζεται με την πνευματικότητα αυτών ή την περί τελειότητος διδασκαλίαν αυτών. Η μέση κατάστασις πέραν του τάφου των σωζωμένων. καταλήγει εις την θεώσιν.78 Τούτο.
Εν αντιθέσει προς τας αυγουστινείους δυτικάς αντιλήψεις περί χάριτος τονίζομεν ότι το μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως δεν είναι απλώς ενέργεια του Θεού επί του ανθρώπου.82 Η δια της υπακοής τελείωσις ισχύει δια τους αγγέλους προ της πτώσεως του διαβόλου και των δαιμόνων. ώστε δια μιας δουλοπρεπούς και συναλλαγματικής διαθέσεως να αποκτήση κανείς μίαν στατικήν ευδαίμονα κατάστασιν οδηγούσαν εις μονιμοποίησιν δουλικής ή ιδιοτελούς προς Θεόν σχέσεως. ου μηδεμία περιγραφή τελειότητος κωλύει την πρόοδον. "πλήν. Τούτο είναι βεβαίως φυσικόν. ούτε Παναγία. προς το πέρας του βίου Μωϋσέως αγαγόντας τον λόγον. Εις τα στάδια του δούλου και του μισθωτού ο άνθρωπος μετέχει της τελειότητος του Θεού δια της εν Χριστώ μεθέξεως της καθαρτικής και φωτιστικής χάριτος του μυστηρίου του Σταυρού. δια της οποίας υπακοής η χάρις του Θεού μεταβάλλει αυτήν ταύτην την υποτακτικήν ιδιοτέλειαν εις ανιδιοτελή αγάπην και ούτω θεούται ο άνθρωπος και γίνεται φίλος και συνεργός του Θεού. εν οίς ημίν ο λόγος διϊσχυρίζετο τοιούτον είναι το τέλειον βίον.τελειοποιεί τους θεουμένους και ποιεί αυτούς φίλους του Θεού είναι. όμως. αλλά προϋποθέτει την συνέργειαν του ανθρώπου. επί τον ίδιον μεταφέροντα βίον 72 . ούτε η εξ ανθρώπων αποτελουμένη Εκκλησία. δικαιοί και ζωοποιεί όλον τον άνθρωπον και καθιστά τη συνεργεία του ανθρώπου δυνατήν την μέχρι θανάτου υπακοήν εις το θέλημα του Θεού.83 Δια τους ανθρώπους η υπακοή είναι το μέσον τελειώσεως προ και μετά την πτώσιν. Το απαραίτητον μέσον της τελειώσεως των θεουμένων αλλά και των μισθωτών και των δούλων είναι η σταύρωσις των επιθυμιών και η δι' αυτής εκρίζωσις της φιλαυτίας δια της ενδιαθέτου πίστεως και της άνευ όρων υπακοής εις το θέλημα του Θεού. Άνευ της χάριτος της θεώσεως Ιερά Παράδοσις δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρχη. απλούστατα διότι δεν θα υπήρχον οι προφήται.. Επομένως το απαραίτητον μέσον δια του οποίου ο Θεός γεωργεί τα κλήματα της Αμπέλου και δίδει εις αυτά αύξησιν και καρποφορίαν είναι η θέωσις τη συνεργεία των θεουμένων. Η υπακοή. ούτε ενσάρκωσις του Λόγου. καλώς αν έχοι.. οδηγούν τον λαόν του Θεού ως οι κατ' εξοχήν φορείς της Παρακαταθήκης και της Ιεράς Παραδόσεως. αφού μετά την πτώσιν δεν υπάρχει δι' αυτούς μετάνοια. όπως είπαμεν. διότι η απουσία των θεουμένων συνεπάγεται την πτώσιν εκ της αληθείας και την απώλειαν της Παρακαταθήκης και άρα την αποκοπήν από την Ιεράν Παράδοσιν και την Εκκλησίαν. καθ' εαυτή δεν είναι σκοπός. ως αν μη του κατά το προοίμιον διορισμού λήθη γένοιτο. Ομολογίαι άνευ της θεωτικής ενεργείας του Θεού επί θεουμένων υπάρχουν πολλαί. οι απόστολοι και οι θεούμενοι άγιοι. Εξ όσων είδαμεν η συνέργεια αυτή είναι το κύριον γνώρισμα εις τας σχέσεις μεταξύ του Θεού και των θεουμένων φίλων Αυτού και ως εκ τούτου είναι ουσιαστικόν μέρος της Ιεράς Παραδόσεως και της των θεουμένων ερμηνευτικής εν Αυτή ενεργείας εις τοιούτον σημείον. ούτε Αγία Γραφή. το μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως. αδελφός και συμβασιλεύς κατά χάριν του Χριστού. αγιάζει. οίτινες γενόμενοι φίλοι του Θεού και χριστοί και θεοί κατά χάριν. και θετός υιός της Παρθένου. ασφαλή δείξαι τον αποδοθέντα ημίν όρον της τελειότητος . ώστε άνευ της συνεργείας ταύτης δεν θα υπήρχεν ούτε περιούσιος λαός. το οποίον καθαρίζει τα πάθη και τον νουν και φωτίζει. Περί των εν προκειμένω ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης βάσει του βίου Μωϋσέως γράφει τα εξής. αλλ' η προς το κρείττον αεί γινομένη του βίου επαύξησις οδός εστι τη ψυχή προς τελείωσιν.
δια της τηρήσεως της μέχρι θανάτου υπακοής εις το θέλημα του Θεού. αλλά και από το όλον έργον του Νύσσης περί του βίου Μωϋσέως ως και από την γενικήν διδασκαλίαν των Πατέρων φαίνεται σαφώς πώς η τελείωσις κατά Χριστόν υπάρχει εις την Παλαιάν Διαθήκην. δια της οποίας φθάνει μέσω της καθάρσεως και του φωτισμού εις την θεώσιν. όστις 1) εργάζεται επί μισθώ καλά έργα χωρίς να επιδιώκη την θέωσιν. Δια τους λόγους αυτούς η υπό των Προτεσταντών καταδίκη της ασκητικής κυρίως ζωής των μοναχών είναι αίρεσις. η τελειότης του βίου . όπως εσταυρώθη ο Χριστός. διότι μόνον δι' αυτής της εκουσίας σταυρώσεως επιτελείται η μέθεξις εις το μυστήριον του Σταυρού.".. Επίσης ουσιαστικόν μέρος της Ιεράς Παραδόσεως είναι η εκ της ανιδιοτελούς της θεώσεως αγάπης και μετά Θεού φιλίας πηγάζουσα παρά τω Θεώ παρρησία των αγίων των εντεύθεν και πέραν του τάφου εν Χριστώ θεουμένων. τον οποίον αίρει ο κάθε θεούμενος και πιστός. Δεν είναι όμως ο σταυρός ούτος τα τυχόν προβλήματα. δεν συνίσταται απλώς εις την υπέρ των ανθρώπων σταύρωσιν του Κυρίου και εις την επί των προωρισμένων ενέργειαν μιας δήθεν εκ του Γολγοθά εκπηγαζούσης ακαταγωνίστου χάριτος ενεργούσης την προσοικείωσιν των καρπών (αξιομισθιών κατά τον δυτικόν όρον) της σταυρικής θυσίας προς ικανοποίησιν ευδαιμονιστικών επιθυμιών.89 Εκ των λεχθέντων τούτων. και μόνον τίμιόν τε και εράσμιον εαυτοίς κρίναι το φίλον γενέσθαι Θεώ.. Αντιθέτως έκαστος πιστός πρέπει και αυτός να σταυρωθή ουχί κατά τύχην ή κατά τυφλόν ή απόλυτον προορισμόν αλλά εκουσίως τη ιδία και οικεία βουλήσει. ναι μεν ταυτίζεται με την εν Γολγοθά σταυρικήν θυσίαν του Χριστού. προ της ενσαρκώσεως και ακόμη προ του νόμου Μωϋσέως. την οποίαν αγνοεί και 2) χρησιμοποιεί τας εν τη ζωή θλίψεις δια την δήθεν ικανοποίησιν της θείας δικαιοσύνης προς αποφυγήν του καθαρτηρίου πυρός των Φραγκολατίνων και της κατ' αυτούς κολάσεως. συνεπεία της υποστατικής ενώσεως και της εξ αυτής αντιδόσεως των ιδιωμάτων. το οποίον ενεργεί την καταλλαγήν του ανθρώπου τω Θεώ και ποιεί αυτόν φίλον του Θεού. τα οποία συναντά ο καθείς εις την ζωήν του.85 Τούτο διότι το μυστήριον του Σταυρού. μόνον ηγείσθαι φοβερόν το της φιλίας του Θεού εκπεσείν. κατά γε τον εμόν λόγον. αλλά και διακρίνεται αυτής (τής εν Γολγοθά θυσίας) διότι προϋπάρχει αυτής και ενεργεί την καταλλαγήν προ αυτής. Αντιθέτως ο σταυρός είναι ο εκούσιος αγών τον οποίον αναλαμβάνει ο πιστός δια να απελευθερωθή από την δουλείαν του διαβόλου και της αμαρτίας. Τούτο γαρ εστιν ως αληθώς η τελειότης το μηκέτι δουλοπρεπώς φόβω κολάσεως του κατά κακίαν βίου χωρίζεσθαι. και εις αυτήν την μετά Θεού φιλίαν και παρά Θεώ παρρησίαν 73 .γνωσθήναί τε υπό του Θεού και φίλον γενέσθαι αυτού. Η σωτηρία και θέωσις των ανθρώπων. ως είναι ελαττωματικός ο μοναχισμός της φραγκολατινικής παραδόσεως. ως νομίζουν πολλοί. ήτις μεταμορφώνει τον φίλαυτον άνθρωπον εις φίλον του Θεού και θεόν κατά χάριν. όπερ εστί. μηδέ τη των μισθών ελπίδι το αγαθόν ενεργείν. αλλ' υπεριδόντας πάντων και των εν επαγγελίαις δι' ελπίδος αποκειμένων. η οποία μαρτυρεί σαφώς περί της υπάρξεως δικαίων φίλων του Θεού προ του νόμου και μετά τον νόμον ως και η Καινή Διαθήκη προ της εν Γολγοθά σταυρικής θυσίας. πραγματευτική τινι και συναλλαγματική διαθέσει κατεμπορευομένους της εναρέτου ζωής.86 Πρέπει να τονισθή ότι η δημιουργούσα την Ιεράν Παράδοσιν δύναμις του Σταυρού είναι ο σταυρός.
ο μισθωτός εργάζεται επί μισθώ. Ο δούλος ποιεί το θέλημα του Θεού από φόβον. Δια τούτο ο θεούμενος είναι ο αληθώς αγαπών δια της αγάπης του φίλου του Θεού ως και ο γνωρίζων δια της αγάπης ταύτης την αλήθειαν.90 Αυτά καθ' εαυτά τα καλά έργα εκτός της θεώσεως είναι τα φύλλα της ξηρανθείσης συκής.89 οίτινες ηύχοντο να παραιτηθούν της προσωπικής των σωτηρίας δια την σωτηρίαν των άλλων. ήτις σταυρούται ως ο Χριστός δια τον πλησίον. και έθηκα υμάς ίνα υμείς υπάγητε και καρπόν φέρητε. αλλά η ου ζητούσα τα εαυτής αγάπη των θεουμένων. ενώ ο φίλος πάντα ποιεί ως έκφρασιν του καρπού της ανιδιοτελούς της θεώσεως αγάπης.87 Ο καρπός εδώ δεν είναι τα κατά τους Δυτικούς αξιόμισθα ή εξ ακαταγωνίστου δήθεν χάριτος έργα.ελπίζει ο λαός του Θεού. όταν δεν φέρουν ως καρπόν την εν Χριστώ της θεώσεως αγάπην. υμάς δε είρηκα φίλους. ως και την ηγεσίαν και κατεύθυνσιν αυτών εις την πνευματικήν των ζωήν. ήτοι της θεώσεως. Ο πολύς όμως καρπός ούτος δεν είναι αποτέλεσμα επιστημονικής ερεύνης και στοχαστικής και διαλεκτικής ευφυΐας. αλλά αποτέλεσμα αποκλειστικόν της υπό των θεουμένων μεθέξεως του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως. ώστε όστις έχει τοιούτον καρπόν και αιτήσει τι τον Πατέρα εν τω ονόματι του Χριστού.91 τα οποία. Εξ επόψεως της χρησιμοθηρίας του κόσμου. ίνα ό. Περί της επί του μυστηρίου του Σταυρού. "Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γήν αποθάνη. βασιζομένης μετά του Θεού φιλίας και της εξ αυτής παρά τω Θεώ παρρησίας και πρεσβείας των θεουμένων ο Χριστός σαφώς διδάσκει. "μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει. δεν οδηγούν εις την μετά του Χριστού καταλλαγήν και φιλίαν της ου ζητούσης τα εαυτής αγάπης. Ούτω πολύν καρπόν φέρει και ο καρπός μένει. ως ανεφέρθη εις το ανωτέρω χωρίον του αγίου Γρηγορίου Νύσσης. Ο πολύς καρπός της θεώσεως έχει τον διπλούν χαρακτήρα της αγάπης και της αληθείας. και ο καρπός υμών μένη. Οι αληθινοί πιστοί όμως γνωρίζουν τους φίλους του Θεού.τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου. όταν επικαλείται την παρά τω Θεώ πρεσβείαν της Παναγίας και των αγίων. εάν δε αποθάνη πολύν 74 . όταν ληφθή υπ' όψιν η γενική διαίρεσις των σταδίων τελειότητος. ότι πάντα ά ήκουσα παρά του πατρός μου εγνώρισα υμίν. και ζητούν την παρά Θεώ παρρησίαν αυτών. δώ υμίν. όμως ο καρπός αυτός δύναται να μείνη από τους πολλούς κεκρυμμένος και να φανή άχρηστος. Τα περί φίλων και παρρησίας λεχθέντα γίνονται αντιληπτά. αυτός μόνος μένει. Ουχ υμείς με εξελέξασθε. Η τοιαύτη της θεώσεως αγάπη του φίλου του Θεού είναι εκείνη η οποία δύναται "στήσαι κατά των Ισραηλιτών την οργήν. ίνα την ψυχήν αυτού θή υπέρ των φίλων αυτού . την ιδίαν του Θεού κρίσιν παρατρέψαντος. προ πάντων όταν δεν συνοδεύεται από σπουδαία και αγαθοεργά κατορθώματα αρεστά εις την κοινωνικήν ιδιοτέλειαν των πολλών.. προσκυνούν τα άγια λείψανα αυτών. ίνα μη λυπήση τον φίλον". δοθήσετε αυτώ. Δεν είναι τα καλά έργα καθ' εαυτά ικανά να ετοιμάσουν τον άνθρωπον να ιδή τον Θεόν ως φως και να έχη τοιαύτην παρρησίαν παρά τω Θεώ υπέρ των αδελφών του ως ο Μωϋσής 88 και ο απόστολος Παύλος.. δηλαδή της εν Χριστώ δόξης και βασιλείας. Ταύτα εντέλλομαι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους". η οποία είναι ο καρπός ο οποίος μένει. αλλ' εγώ εξελεξάμην υμάς. και τελικώς άμα τω θανάτω του σώματός του φθάνει εις αυτήν και αναβαίνει ατελευτήτως τα άνω στάδια της τελειότητος. Δια της θεώσεως ή ελλάμψεως ή θεοπτίας ο φίλος του Θεού φθάνει πλησίον της καταστάσεως της αναμαρτησίας.
και αδιστάκτως δέχονται τα περί Θεού και καθάρσεως. το οποίον είναι το θεμέλιον της δογματικής θεολογίας και της εν Χριστώ πνευματικής ζωής της Εκκλησίας. δι' οράσεως υπέρ την όρασιν. δι' αφής υπέρ την αφήν. δια γεύσεως υπέρ την γεύσιν.92 Ο επιτυγχάνων δια του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως την κάθαρσιν των παθών και του νοός δια της απαλλαγής εκ των δαιμονικών ενεργειών και υπερβαίνων δια της θεώσεως τον φωτισμόν του βαπτίσματος γενόμενος φίλος του Χριστού. ήτοι της Ιεράς Παραδόσεως. αποστόλους και αγίους. φωτισμού και θεώσεως ρητά και νοήματα αυτών. Ο φιλών την ψυχήν αυτού απωλέσει αυτήν. εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν". και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω.96 Οι εκτός της κοινωνίας των εχόντων το χάρισμα τούτο των θεουμένων αυτομάτως οδηγούνται και εις την αίρεσιν και εις εσφαλμένην και πεπλανημένην πνευματικότητα. Ίνα μη πλανηθούν δογματικώς και πνευματικώς οι μη φθάσαντες ακόμη εις την θέωσιν αλλά έχοντες και διατηρούντες τον αρραβώνα του Πνεύματος και ανημμένας τας λαμπάδας.94 αλλά βλέπουν και ακούουν και συνομιλούν με τας ακτίστους ενεργείας του Θεού. ως διατείνονται σήμερον τινές των ασχολουμένων με την Βίβλον ερμηνευτών. θεότητα. παρά ταύτα συμπεριλαμβάνει 75 . φωτεινήν νεφέλην. ως συνέβη εις τους αποστόλους την Πεντηκοστήν.97 Αν και η δια της δυνάμεως του Σταυρού και της Αναστάσεως θεοπτία είναι υπέρ τας αισθήσεις και τον λόγον και τον νούν. Περί τούτου ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διακηρύττει. ως εις κατά χάριν θεούς και χριστούς και κατά πνεύμα πατέρας. αφού υπό του Παρακλήτου Πνεύματος της Αληθείας οδηγηθή εις πάσαν την αλήθειαν.καρπόν φέρει. δια νοήσεως υπέρ την νόησιν. δηλαδή ακούουν "άρρητα ρήματα".93 Πρέπει να τονισθή ότι οι προφήται και οι απόστολοι δεν διακρίνουν απλώς τας εν τη ιστορία ενεργείας ή πράξεις του Θεού. συμπεριλαμβανομένων εκείνων του διαβόλου και των δαιμόνων και ούτως εις υπέρτατον βαθμόν δια τον εντεύθεν του τάφου άνθρωπον έχει το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων. Κατά ταύτα ο θεούμενος γενόμενος εις τα περί Θεού και θεώσεως αλάθητος γνωρίζει σαφώς και ακριβώς και ουχί στοχαστικώς και διαλεκτικώς την διάκρισιν μεταξύ των ακτίστων ενεργειών του Θεού και των κτιστών ενεργειών των κτισμάτων. είναι ο κατ' εξοχήν θεολόγος και πνευματικός πατήρ. δι' οσφρήσεως υπέρ την όσφρησιν. βασιλείαν και χάριν του Θεού και δι' αυτών με τον εν αυταίς Θεόν.95 δηλαδή την δόξαν. δια γνώσεως υπέρ την γνώσιν. ως τα κριτήρια της δογματικής και της κατά Χριστόν πνευματικής διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και της Εκκλησίας. δι' ακούσματος υπέρ την ακοήν. Όπως είδαμεν. αλλά και τας κακοδόξους δόξας και τους ταύταις συνηγόρους εξελέγχει και απωθείται των περιβόλων της ιεράς του Χριστού Εκκλησίας καθ' ήν ημίν εχωρίσθη νυν εορτάζειν και διατρανούν την του Σταυρού προ του Σταυρού θείαν εν τοις πατράσι χάριν και ενέργειαν". η δια του μυστηρίου του Σταυρού θέωσις ή θέα της δόξης και βασιλείας είναι η πηγή και η βάσις του πνευματικού και του δογματικού αλαθήτου της εν τη Εκκλησία Αγίας Γραφής και Ιεράς Παραδόσεως και είναι ούτως ο φορεύς των δογμάτων και της πνευματικής εν Χριστώ ζωής. υποτάσσονται εις τους προφήτας. "ούτως η εν Θεώ θεωρία και το θείον του Σταυρού μυστήριον ου τα πονηρά πάθη μόνον και τους δημιουργούς τούτων δαίμονας απελαύνει της ψυχής. στήλην πυρός.
Η δια του μυστηρίου του Σταυρού νέκρωσις των παθών δεν είναι η εξ αυτών απελευθέρωσις του λογιστικού ή του νοός. ως και της αναστάσεως των σωμάτων κατά την συντέλειαν των αιώνων. Εξ όλων των μέχρι τούδε λεχθέντων εν τω δοκιμίω τούτω φαίνεται σαφώς πώς το αλάθητον εις τα θέματα περί Θεού και θεώσεως. Κατά ταύτα ο τέλειος επιθυμεί ουχί δια τον εαυτόν του αλλά δια τον Θεόν και τον πλησίον και θυμώνει ή οργίζεται ουχί δια τα κατά του εαυτού του αδικήματα. εκ της διαδοχικής και πάσης σκέψεως και οντολογικώς εκ της ύλης. Το αλάθητον φθάνει εις τον λαόν και 76 . Τονίζομεν εκ νέου ότι ο μυστικισμός. διότι ο Χριστός είναι η Εκκλησία και ο λαός Αυτού είναι τα μέλη Αυτού. δηλαδή δοξάζεται και γίνεται κατά χάριν Θεός και δια του Χριστού εν Πνεύματι Αγίω βλέπει τον Πατέρα. Η Εκκλησία ολόκληρος είναι αλάθητος. Εκ τούτων φαίνεται σαφώς ότι η περί τελειότητος και θεώσεως διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων ουδεμίαν σχέσιν έχει με την απάθειαν των Στωϊκών και την απελευθέρωσιν εκ του σώματος και των παθών των Πλατωνικών. αλλ' αντιθέτως η κάθαρσις και θέωσις των παθών. Δια τους ανωτέρω λόγους ο Χριστός και οι άγιοι εντεύθεν και πέραν του τάφου διακρίνονται δια τον ζήλον. του παραδείγματος.99 ως ταύτα αρχίζουν κατά χάριν να έχουν οι θεούμενοι και κατά χάριν θα έχουν οι τεθεωμένοι. ως και εις τα βιωτικά και οικογενειακά και εθνικά αυτών προβλήματα.τον νουν και τον λόγον και τα πάθη και τας αισθήσεις. Η ορθόδοξος ασκητική πράξις και θεωρία προς απόκτησιν του χαρίσματος της μονολογίστου αδιαλείπτου νοεράς προσευχής ουδεμίαν σχέσιν έχει με τοιούτον μυστικισμόν. φωτισμού και καθάρσεως των πιστών. δια των αγίων αυτών εικόνων και λειψάνων και των θαυμάτων αυτών. όπως δεν έχει η δια της θεώσεως θέα της δόξης του Θεού. Ούτε έχει καμμίαν σχέσιν με τον συναισθηματικόν αλτρουϊσμόν της φιλοσοφικής ηθικής. την φλογερήν. την ζέουσαν συμπάθειαν δια τους επί γης αγωνιζομένους αδελφούς αυτών μετά των οποίων συναγωνίζονται αδιαλείπτως και μετέχουν αποτελεσματικώς εις τον υπέρ της σωτηρίας και κατά των δαιμόνων αγώνα αυτών. διότι ο άνθρωπος ολόκληρος θεούται. είναι ξένος προς την περί αποκαλύψεως και πνευματικότητος διδασκαλίαν και εμπειρίαν των θεουμένων της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως. αλλ' ουχί συναισθηματικήν αγάπην. δια της διδασκαλίας. ως και κατ' εξοχήν δια της μεσιτείας και παρά Θεώ παρρησίας αυτών. όστις εκπηγάζει από την προσπάθειαν εκστάσεως του λογιστικού εκ του σώματος. εκ του χρόνου. Η ευοσμία των ιερών λειψάνων των αγίων είναι μετά των ενεργουμένων δι' αυτών θαυμάτων μία αισθητή μαρτυρία της θεώσεως αυτών.98 Ο Χριστός ως τέλειος άνθρωπος είχε και έχει φύσει τεθεωμένα τα αδιάβλητα πάθη. όπως είδαμεν. εκ της μνήμης. αλλά δια την αδικίαν κατά του πλησίον. Επομένως η ου ζητούσα τα εαυτής αγάπη του Θεανθρώπου Χριστού και των θεουμένων ουδεμίαν σχέσιν έχει προς την αταραξίαν των Στωϊκών και την ευδαιμονίαν των Πλατωνικών ή και τον ηδονισμόν ή ευδαιμονισμόν των παλαιοτέρων και νεωτέρων συστημάτων και ρευμάτων. και γενικώς ειπείν εις τα δόγματα ή την θεολογίαν δεν ανήκει αδιακρίτως εις όλον τον λαόν του Θεού.
οι καταλλήλως κατηχούμενοι και έχοντες πνευματικούς πατέρας κατέχοντας το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων ή και αυτόπτας μάρτυρας της δόξης του Χριστού υπάρχοντας. Δεν υπάρχει καμμία τάξις θεολόγων κατά κόσμον σοφών αφ' εαυτών κλητών και υπό ετεροδόξων μορφωθέντων. Εις τας τάξεις των θεουμένων και των πιστών ανήκουν μόνον οι εκουσίως και ουχί κατά τύχην αίροντες δια του μυστηρίου του Σταυρού τον σταυρόν αυτών και ούτως ακολουθούντες τον Χριστόν. δηλαδή από την μέθεξιν του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως. Αποφασίζουν τα ανεγνωρισμένα μέλη του ιατρικού συλλόγου δηλαδή οι κοινωνοί της εμπειρίας των θεουμένων. δια των οποίων σταυρούνται τω κόσμω οι μαθηταί του Κυρίου και ούτω φθάνουν εις την της θεώσεως ανάστασιν την πρώτην και αναμένουν την δευτέραν.103 Οι θέλοντες να ζήσουν κατά Χριστόν θέτουν εαυτούς υπό την καθοδήγησιν ορθοδόξου της Ιεράς Παραδόσεως πατρός έχοντος το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων. ή καθαιρόμενοι. Η διακοπή της παραδόσεως της θεώσεως σημαίνει αποκοπήν από την αποστολικήν διαδοχήν.101 και 3) οι ιδόντες δια της θεώσεως την βασιλείαν και δόξαν του Χριστού (Βάπτισμα Χριστού. ά είδον και βλέπουν οι θεούμενοι. εις την Καινήν Διαθήκην. οίτινες θέτουν υπό την μάχαιραν της κριτικής την διδασκαλίαν και την κατηχητικήν μέθοδον των θεουμένων.104 Οι θέλοντες Χριστόν χωρίς στενήν και τεθλιμμένην οδόν και ανάγκην εκουσίας σταυρώσεως ευρίσκουν πνευματικούς πατέρας κατά κόσμον σοφούς της αρεσκείας των με κατά κόσμον θεολογίαν. Εις την Παλαιάν Διαθήκην. Παύλος καθ' οδόν προς Δαμασκόν). μέσω των θεουμένων προφητών. Πεντηκοστή.100 2) οι οίς "δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών". το μετριώτατον".105 Εις το κέντρον επομένως της αποστολικής διαδοχής δεν είναι μόνον η αδιάκοπος από τους αποστόλους διαδοχική χειροτονία. αποστόλων και αγίων ως και μέσω του την αποστολικήν της χειροτονίας και της αληθούς των εν Χριστώ θεουμένων διδασκαλίας διαδοχήν έχοντος κλήρου. Στέφανος ενώπιον συνεδρίου. ήτοι του Σταυρού και της Αναστάσεως. Υπάρχουν: 1) οι διδασκόμενοι περί της βασιλείας του Θεού εν παραβολαίς "ότι βλέποντες ου βλέπουσιν και ακούοντες ουκ ακούουσιν ουδέ συνιούσιν". και συνεπάγεται πτώσιν εκ της 77 . Κατά την μαρτυρίαν του Κυρίου υπάρχουν τρία στάδια ή τάξεις εις την κατανόησιν των μυστηρίων της βασιλείας του Χριστού. Περί αυτών των μυστηρίων γνωρίζουν εκ της μαρτυρίας των αυτοπτών μαρτύρων και οι έχοντες τον αρραβώνα του Πνεύματος πιστοί. "οι εξητασμένοι και διαβεβηκότες εν θεωρία. πράξις και θεωρία περί της πνευματικής εν Χριστώ ζωής. ίνα αποφασίσουν αυτοί τί εκ των καρπών του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως θα κρατήσουν. και εις την Εκκλησίαν υπάρχει πνευματική δημοκρατία εν είδη ιατρικού συνεδρίου.κατοικεί εν αυτώ τη ενεργεία του τον Χριστόν και τον Πατέρα εν Εαυτώ φέροντος Αγίου Πνεύματος.102 Τα μυστήρια της βασιλείας του Χριστού. τί θα αφαιρέσουν και τί εις τους καρπούς αυτούς θα προσθέσουν. αλλά και η αληθής δογματική διδασκαλία. και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένοι. ήτις είναι "ο καρπός" της καθάρσεως και του φωτισμού και "ο πολύς καρπός" της θεώσεως. Μεταμόρφωσις. είναι τα μυστήρια της Εκκλησίας. δυναμένου επομένως ορθώς και ακριβώς να διδάξη τον τρόπον δια του οποίου αίρει τις τον σταυρόν αυτού και γίνεταί τις μέτοχος του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως.
τ. ούτω γίνονται 78 . Μία τρανή ένδειξις της διακοπής της αποστολικής διαδοχής είναι η απουσία και κυρίως η καταπολέμησις της υπάρξεως και της προσκυνήσεως των αγίων και των αγίων εικόνων και λειψάνων αυτών ως και η απουσία των ενεργουμένων δι' αυτών θαυμάτων. τη στρατιωτική και τη παιδεία των εντός και όταν είναι δυνατόν και των εκτός της κοινωνίας των θεουμένων ευρισκομένων. την φιλανθρωπίαν.χάριτος και της αληθείας. χωρίς όμως να έχη δυαρχικάς μεταφυσικάς βάσεις. Εις τα εντός της σφαίρας των αμέσων λειτουργημάτων και αρμοδιοτήτων της η Εκκλησία έχει ως γνώμονα και κανόνα την οδήγησιν των πιστών δια της καθάρσεως και του φωτισμού εις την θέωσιν. Ως εκ τούτου ως η ανθρωπίνη φύσις και σάρξ του Κυρίου είναι η δια της αντιδόσεως των ιδιωμάτων των δύο εν Χριστώ φύσεων πηγή θεωτικής χάριτος. ως είδαμεν. την οποίαν γενικώς αγνοούν. Όχι μόνον αυτοί αλλά ούτε και οι Παπικοί γνωρίζουν την περί αγίων ορθόδοξον διδασκαλίαν και πράξιν. αγαλμάτων. και σκανδαλωδώς μάλιστα. λειψάνων. Απορρίπτοντες οι Προτεστάνται τα περί αγίων. το κοινωνικόν έργον. κ. αλλά και εν τη κοινωνία γενικώς. εν τη φιλανθρωπία. Η δογματική βάσις της πνευματικότητός των ήτο η βιβλική εμπειρία της θεώσεως ολοκλήρου του ανθρώπου και ακόμη της λεγομένης αψύχου ύλης. εν τη αρχιτεκτονική.λ. Η ορθόδοξος εικονογραφία. εν τη εκκλησιαστική μουσική. εν ταις εικόσι. Εις εκτέλεσιν του σκοπού τούτου η Εκκλησία καλλιεργεί υπό την έμπνευσιν και καθοδήγησιν των θεουμένων και της θεολογίας και της πνευματικότητος αυτών την λειτουργικήν.τ. τη οικονομική. την μουσικήν. αξιομισθιών και υπερπερισσείας των έργων αυτών.λ. ώστε οι πιο φανατικοί υποστηρικταί του δογματικού χαρακτήρος της εκκλησιαστικής τέχνης και ιδίως της εικονογραφίας ήσαν οι πιο προσηλωμένοι εις την παράδοσιν των θεουμένων. την εικονογραφίαν. αρχιτεκτονική και λειτουργική. υμνογραφία και τέχνη έχει ασκητικόν και ηρωϊκόν προσανατολισμόν. εν τη πολιτική. Πάντοτε όμως. Δια τούτο ακριβώς η ορθόδοξος λειτουργική. Η εν προκειμένω πράξις και διδασκαλία της φραγκοπαπικής παραδόσεως δεν βασίζεται επί της παραδόσεως της θεώσεως και ως εκ τούτου ευρίσκεται εκτός της Ιεράς Παραδόσεως. Η δογματική και πνευματική διδασκαλία και πράξις της Εκκλησίας εκφράζεται εν τη λειτουργική αυτής και μυστηριακή ζωή. κ. ως συνέβη με τα αστράψαντα με την άκτιστον θεότητα ενδύματα του Χριστού. Αποδεκτά και ευπρόσδεκτα είναι τα οδηγούντα εις την θέωσιν ενώ απόβλητα τα οδηγούντα εις πνευματικήν στασιμότητα ή και εις προσκόλλησιν εις την φυσικήν ηδονήν ή ηδυπάθειαν ή εις τον κατά κόσμον συναισθηματισμόν ή εις εκστατικάς δαιμονικάς καταστάσεις. ως συμβαίνει τόσον σαφώς. δηλαδή οι μοναχοί και ασκηταί της ορθοδόξου Ιεράς Παραδόσεως. με σκοπόν να εξυπηρετηθούν αι πνευματικαί ανάγκαι των σταδίων της τελειώσεως. ως και η μουσική έχουν σαφώς και καθαρώς δογματικόν χαρακτήρα με σωστικόν και θεωτικόν σκοπόν. το κριτήριον της μορφής και της εκτάσεως αυτών είναι η οδήγησις προς την θέωσιν. απορρίπτουν ασφαλώς την πεπλανημένην περί αυτών διδασκαλίαν της φραγκολατινικής παραδόσεως και όχι ενσυνειδήτως αυτήν της Ορθοδοξίας. σαφώς εις τον Προτεσταντισμόν. Ο μόνος και μοναδικός σκοπός της υπάρξεως της Εκκλησίας είναι η προετοιμασία των πιστών δια την ημέραν του Κυρίου. Τόσον ριζωμένη είναι η πεποίθησις της Εκκλησίας περί του θέματος τούτου.
ήτις επέδρασε μαζί με την θεολογίαν της ισχυρώς εις την αρχιτεκτονικήν. τα άγια λείψανα και αι άγιαι εικόνες. τόσον απαραίτηται είναι και αι άγιαι εικόνες και τα ιερά λείψανα προς διδασκαλίαν. Αι άγιαι εικόνες και τα ιερά λείψανα των αγίων προκαλούν την συνεχή αγάπην. πρέπει εξ άπαντος να εικονίζωνται όλα τα τοιαύτα. αλλά καθ' οδόν αγιάζει ό. όπως είπαμεν ο ασκητικός και κατ' εξοχήν ηρωϊκός προσανατολισμός προς την θέωσιν και ανταποκρίνεται πλήρως προς την πνευματικήν και ιστορικήν πραγματικότητα και δεν είναι αποτέλεσμα της φαντασίας του καλλιτέχνου.π. αποστόλων και αγίων και τα θεωτικά βιώματα αυτών. ίνα εις την μνήμην αυτών συνεχώς υπάρχουν τυπωμένα. την οικονομίαν. Παρουσιάζονται ανοήτως 79 . ότι η Αγία Γραφή ως αποτελουμένη εκ λέξεων απευθυνομένων εντός της ερμηνευτικής παραδόσεως των θεουμένων εις τους πιστούς δια την σωτηρίαν και τελείωσίν των και αποδιδουσών εν νοήμασι ενεργείας του Λόγου προ της ενσαρκώσεως και μετά την ενσάρκωσιν. τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιον και την εν ταις ψυχαίς των πιστών επικράτησιν της κατά Χριστόν ευσεβείας δια της αδιαλείπτου μνήμης Αυτού. την εικονογραφίαν και την μουσικήν της ρωσσικής Εκκλησίας και εύρε τόπον κυρίως μέσω του θαυμασμού Ελλήνων τινών δια τα δυτικής εμπνεύσεως δήθεν επιτεύγματα ταύτα εις την ελληνικήν εικονογραφίαν και ολιγώτερον εις την εκκλησιαστικήν μουσικήν. ως συμβαίνει εις την εκκλησιαστικήν τέχνην της φραγκολατινικής παραδόσεως. η Παναγία. οικογενειακάς.109 Ο Χριστός. διότι η βάσις της σωτηρίας του ανθρώπου είναι η αδιάλειπτος μνήμη του Θεού και του θελήματος και των ενεργειών Αυτού δια του Χριστού εν τοις βίοις και ταις διδασκαλίας των προφητών. οι άγιοι πάντες έχουν ζωτικόν ενδιαφέρον δι' όλα τα θέματα του λαού και όταν επικαλούνται υπό των πιστών ενεργούν κατά τας ατομικάς. Εις την παρεκκλησιαστικήν μουσικήν των κατηχητικών σχολείων της Ελλάδος επεκράτησεν είδος θρησκευτικού τραγουδιού προτεσταντικού τύπου. και νοήματα και ρητά των προφητών. παραδειγματισμόν και αγιασμόν των πιστών. κοινωνικάς και εθνικάς ανάγκας και μάλιστα αποτελεσματικώς. ίνα αποβή η θέα ταύτη θέωσις και ουχί κόλασις. των γεωργικών κτημάτων. της υγείας. την στρατιωτικήν. των εμπορικών πλοίων και καταστημάτων κ. Έχουσα η Ιερά Παράδοσις προ οφθαλμών την αναπόφευκτον θέαν της δόξης του Χριστού κατά την Ημέραν του Κυρίου έχει μεν ως πρώτην μέριμναν την δι' αυτήν προετοιμασίαν των πιστών. την εκπαίδευσιν και γενικώς τον πολιτισμόν και τα των οικειακών των πιστών. Όσον απαραίτητος δια την σωτηρίαν και τελείωσιν των πιστών είναι η Αγία Γραφή. της ειρήνης. των αποστόλων και των αγίων. προσκύνησιν και τιμήν προς τα εικονιζόμενα πρότυπα και δι' αυτών την λατρείαν αγάπην και αφοσίωσιν προς τον Χριστόν. τα ιερά σκεύη και τα άμφια.τιδήποτε επιδέχεται τον αγιασμόν του Χριστού. Η Εκκλησία προσεύχεται και ενεργεί υπέρ της ευημερίας του λαού. τα σύμβολα του Σταυρού και των Παθών του Κυρίου και τα υλικά συστατικά των μυστηρίων.φορείς ταύτης και τα υλικά συστατικά των μυστηρίων.106 Επίσης η Εκκλησία ετόνισε. όσα δύνανται και εν εικόσι και να τυγχάνουν της εκ μέρους των πιστών προσκυνήσεως. της Παναγίας και των αγίων. δηλαδή την πολιτικήν.108 Η βάσις της ορθοδόξου τέχνης είναι.[107] Άνευ τούτων είναι αδύνατον να ανέλθη κανείς τα στάδια της τελειώσεως. βάσει της εμπειρίας και της διδασκαλίας των θεουμένων. το οποίον δεν προκαλεί τον σεβασμόν των σοβαρών ανθρώπων και κυρίως των ειδημόνων περί την μουσικήν και ουδεμίαν σχέσιν έχει με την ορθόδοξον πνευματικότητα.λ.
δεν θα υπήρχε σήμερον ούτε ένας Έλληνας από αυτούς που σήμερον προσπαθούν να προκαλέσουν τον θάνατον του ρωμαίϊκου πολιτισμού δια της απουσίας εκ της παραδόσεως της Ρωμηοσύνης. ότι εκλήθησαν υπό του Θεού να φωτίσουν τους συμπατριώτας των με τον πολιτισμόν των πνευματικών απογόνων των Φράγκων ως και με την θεολογίαν αυτών. νομίζοντες. πολλοί θεολόγοι εδηλητηριάσθησαν κατά της πατερικής παραδόσεως και του μοναχισμού αυτής και έγιναν οι αυτόκλητοι σωτήρες της Ορθοδοξίας. ως οι υπόλοιποι διανοούμενοι. διότι εις το βάθος της νεωτέρας ελληνικής ψυχοσυνθέσεως είναι η δαιμονική απόφασις πολιτιστικής πλέον αυτοκτονίας. Πάντως η κατανόησις της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας και πνευματικότητος απαιτεί όχι δουλοπρέπειαν του πνεύματος αλλά υπακοήν εις την αυθεντίαν του Χριστού. Θέλει χρήματα. δια της προσκολλήσεως εις κάθε ξένον τρόπον αξιολογήσεως των πνευματικών και καλλιτεχνικών θεμάτων και του πολιτισμού. Τούτο φαίνεται σαφώς και εις την μουσικήν και εις τους χορούς. αυτοκίνητα. διότι από τας καλλιτεχνικάς ταύτας εκδηλώσεις ελλείπει ο ηδονισμός και η ηδυπάθεια και η έκστασις των ισλαμικών παραδόσεων και η θηλυπρέπεια και ο ερωτισμός της ευρωπαϊκής παραδόσεως. των αποστόλων και των αγίων. ως φαντάζεται. φιλοσοφική και κοινωνιολογική κατανόησις της προς τους θεουμένους αφοσιώσεως ταύτης του λαού σχεδόν εξηφανίσθη εις τον επιπόλαιον και κατ' επίφασιν διανοούμενον κόσμον της Ελλάδος. 80 . ο Ευρωπαίος και ο Αμερικανός. Ταύτα πάντα είναι τα μοιραία αποτελέσματα της συστηματικής εν Ελλάδι καταπολεμήσεως του ασκητικού ιδεώδους της Ορθοδοξίας ως εκδηλούται κυρίως εις τον ορθόδοξον μοναχισμόν. του ρωμαίϊκου πολιτισμού.τι καλόν έχουν. από την γενικήν ταύτην ατμόσφαιραν των νέων τούτων τύπου Ευρώπης διανοουμένων. Φαίνεται ότι το μόνον το οποίον έχει μείνει εις την νεωτέραν Ελλάδα από τον ρωμαίϊκον πολιτισμόν είναι η Εκκλησία και η τέχνη της και η ελληνική γλώσσα. Αυτή η εκούσιος υπακοή μέχρι θανάτου προς απόκτησιν της πραγματικής ελευθερίας της καταπατήσεως του φόβου του θανάτου και της υπερβάσεως της συμφεροντολογικής αγάπης είναι το μυστικόν της λεβεντιάς της ελληνικής ψυχής. απλούστατα διότι Νεοέλλην δεν θέλει πλέον την ευθύνην πνευματικής ηγεσίας. ανέσεις. Είναι ολοφάνερη η επίδρασις του ασκητικού ηρωϊκού πνεύματος της Ορθοδοξίας εις τας παραδόσεις του ελληνικού λαού. Εάν η Ορθοδοξία πράγματι είχε τας θεολογικάς αρχάς τας οποίας αποδίδουν εις αυτήν εμπνευσθέντες τινες εκ παλαιοφυλλαδίων των απογόνων των Φράγκων της Ευρώπης προδόται της Επαναστάσεως του 1821. Εις όλα σχεδόν τα άλλα κατώρθωσαν οι απόγονοι των Φράγκων να φραγκέψουν τους Νεοέλληνας. των προφητών. Η θεολογική. την Παναγίαν και τους αγίους μαζί με τους ασκητάς και τον κλήρον εις τα ουράνια. Είναι το μυστικόν της ρωμαίϊκης αρχοντιάς. σέξ και ό. Ο ρωμαίϊκος πολιτισμός μεταξύ του λαού έχει περιορισθή εις την αφοσίωσιν εις τας εικόνας και τα ιερά λείψανα των αγίων. η οποία έδωσεν εις τον κόσμον τους Πατέρας της Εκκλησίας. οι οποίοι εν τη ηλιθιότητί και αγραμματοσύνη των θερμώς ευχαριστούν την Ευρώπην δια την επιτευχθείσαν αυτήν δολοφονίαν των ρωμαίϊκων καλλιτεχνικών παραδόσεων. Επηρεασμένοι.σκεπτόμενοι οι προσπαθούντες να περιορίσουν τον Χριστόν.
Τα τοιαύτα δύνανται να λέγουν μόνον οι αγνοούντες την επί της θεώσεως βασιζομένην θεολογικήν μέθοδον των θεουμένων. Πιό γελοίος ακόμη είναι ο ισχυρισμός ότι πηγαίνει κανείς να σπουδάση την θεολογικήν μέθοδον εις τους πνευματικούς απογόνους των Φράγκων εις την Ευρώπην και την Αμερικήν. Επίσης δια τον λόγον αυτόν λείπει το άγριον και απάνθρωπον εκείνο φαινόμενον της Ιεράς Εξετάσεως των Φραγκολατίνων. Πάντως ευρισκόμεθα εις μίαν επικίνδυνον δια την Ορθοδοξίαν κατάστασιν εις την μόρφωσιν των θεολόγων. η οποία ουδεμία σχέσιν έχει με την θεολογικήν μέθοδον της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων. συνδυασμένη με το περί αλαθήτου δόγμα των Φραγκολατίνων. Δια τούτο η Ορθόδοξος βεβαιότης περί κατοχής της αληθείας ουδεμίαν σχέσιν έχει με εθνικόν ή εκκλησιαστικόν τινα εγωϊσμόν ή υπερηφάνειαν. "Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως". Θ' Ο Κανών της Αγίας Γραφής η Ερμηνευτική και η γλώσσα Αυτής Το θέμα αυτό καθ' αυτό ανήκει εις τα μαθήματα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Η γνησιότης ή η μη γνησιότης των εν τη Αγία Γραφή συγγραμμάτων. Αλλά το τραγικώτερον όλων δεν είναι ότι λείπει η αρχοντιά της παραδόσεως των Πατέρων. δηλαδή το ορθόν ή το μη ορθόν της αποδόσεως αυτών εις συγκεκριμένους συγγραφείς ή εις συλλογικάς παραδόσεις του Ισραήλ ή εις συλλογικόν έργον της αρχαίας Εκκλησίας προς κατήχησιν των πιστών δεν είναι προβλήματα.110 Εάν εκληφθή η ορθόδοξος θεολογική μέθοδος ως στοχαστική και διαλεκτική τότε ο όρος "ακριβής" εις τον εν λόγω τίτλον θα ήτο απόδειξις του εγωϊσμού και της υπερηφανείας του συγγραφέως. Εκκλησίας. 81 . τα οποία απασχολούν την Δογματικήν και την Συμβολικήν. Εξ επόψεως όμως της επί της θεώσεως βασιζομένης θεολογίας ο τίτλος είναι ο ενδεικνυόμενος και δηλωτικός της επί της ταπεινοφροσύνης βασιζομένης αρχοντιάς και αυθεντίας του θεουμένου. Παπικών και Προτεσταντών. της θανατώσεως των αιρετικών και της καθυποτάξεως της ελληνικής φιλοσοφίας και θεολογίας εις τα κατηγορήματα του πολιτισμού των βαρβάρων κατακτητών του δυτικού μέρους της Ρωμαϊκής Αυτόκρατορίας. αλλά ότι λείπει η στοιχειώδης αίσθησις της απουσίας της αρχοντιάς ταύτης. χάριτος. παρήγαγεν ανόητον της αγραμματοσύνης αυθεντίαν του εγωϊσμού και της υπερηφανείας με αποτέλεσμα τον δυτικόν μεσαίωνα της Ιεράς Εξετάσεως.Η παράδοσις της θεώσεως συνθέτει την αυθεντίαν και την ταπεινοφροσύνην με αποτέλεσμα την λεβεντιάν και αρχοντιάν του πνεύματος. Ο γενόμενος πνευματικόν τέκνον των θεουμένων και έχων απόλυτον πεποίθησιν εις την περί Θεού. Υπεράνω όλων είναι ρεαλιστής και ουδέποτε ρομαντικός ονειροπόλος. ενσαρκώσεως. τελειώσεως και κρίσεως διδασκαλίαν αυτών μετέχει της αρχοντιάς αυτών και αποκλείεται να γίνη πνευματικώς δουλοπρεπής εις κατά φαντασίαν θεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα. Αντιθέτως η στοχαστική και η διαλεκτική δογματική μέθοδος του Αυγουστίνου. Εν κατακλείδι σημειώνομεν τον τίτλον του κλασσικού δογματικού έργου του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Εξ επόψεως της πατερικής παραδόσεως είναι γελοία και η σκέψις μόνον ότι είναι δυνατόν να γίνη θεολόγος ο πνευματικώς υποτακτικός ετεροδόξων διδασκάλων.
Η Δογματική ενδιαφέρεται δια την θεοπνευστίαν της Αγίας Γραφής και την αψευδή μαρτυρίαν αυτής περί της επί της θεώσεως βασιζομένης διδασκαλίας των θεουμένων προφητών και αποστόλων. Όταν έχη κανείς προ οφθαλμών την ερμηνευτικήν ταύτην παράδοσιν και την εξ αιτίας της θεώσεως των προκρίτων απόλυτον ενότητα και ταυτότητα αυτόπτου. Βάσει της διδασκαλίας 1) αυτής ταύτης της Αγίας Γραφής αλλά και 2) της εμπειρίας των εν τη Εκκλησία προκρίτων και διαβεβηκότων εν θεωρία. εις τους οποίους απέδιδον μίαν ιδιαιτέραν θεοπνευστίαν και εμμονήν εις παράδοσιν θεοπνεύστων ανδρών. Θεός του σκότους. τας Πράξεις. Εναντίον αυτών η Εκκλησία ετόνισε την απόλυτον ενότητα της διδασκαλίας και της αποκαλυπτικής εμπειρίας μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης ή μεταξύ των προφητών και των αποστόλων. ως ευκόλως αποδεικνύεται από τα Ευαγγέλια. Οι Γνωστικοί αντιμετώπισαν τα επιχειρήματα της Εκκλησίας με τον εκλεκτισμόν όσον αφορά εις τα κείμενα της Καινής Διαθήκης προτιμώντες ωρισμένα του αποστόλου Παύλου. ως αυτοί ηρμήνευον. Εκτός της θεοπνευστίας όμως όλοι εδέχοντο δια τους αντιπάλους και μίαν δαιμονοπνευστίαν. Τούτο φαίνεται σαφώς από την ρητήν πληροφορίαν του κανόνος του Μουρατόρι ότι ουδέν έργον των Γνωστικών συμπεριλαμβάνεται εις τον κανόνα. εις την οποίαν απέδιδον τας πλάνας των. η Εκκλησία μέσω των Τοπικών και των Οικουμενικών Συνόδων αντιμετώπισε τας τοιαύτας παρεκλήσεις των αιρετικών. τη Καινή Διαθήκη. και εν 82 . και τας Επιστολάς της Καινής Διαθήκης. και 3) της Ιεράς Παραδόσεως ή της αποστολικής διαδοχής και διδαχής. κάποια αντίθεσις προς την Παλαιάν Διαθήκην και κατά τα άλλα εδημιούργησαν ιδικάς των Γραφάς. μαρτυρίας περί του Λόγου εν τη Παλαιά. ή ο Σατανάς. Όλοι συνεφώνουν ότι εξ αιτίας τούτου του κακού ή κατωτέρου Θεού οι προφήται ευρίσκοντο εν πλάνη και μετ' αυτών το έθνος των Εβραίων και Ιουδαίων. Μεταξύ των παραδοξοτέρων τούτων εις την αρχαίαν εποχήν της εκκλησιαστικής ιστορίας ήσαν οι Γνωστικοί. ή αντίπαλος του Θεού του φωτός. Πρέπει να σημειωθή δεόντως ότι πάντες οι αιρετικοί ως και οι ορθόδοξοι εστήριζον την διδασκαλίαν των όχι μόνον επί των γραπτών μνημείων της Αγίας Γραφής αλλά και επί της προσωπικής εμπειρίας των αρχηγών των. οίτινες ισχυρίζοντο μετά των Μανιχαίων ότι ο εμφανισθείς εις τους προφήτας δημιουργός Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι κατώτερος Θεός. όπου εφαίνετο. Επομένως εκτός από τας κατηχητικάς και πνευματικάς ανάγκας αυτή η ανάγκη αντιμετωπίσεως των Γνωστικών υπήρξεν ισχυρά ώθησις εις τον καθορισμόν του κανόνος της Αγίας Γραφής. ώστε επετρέπετο εις τους μεν να στηρίξουν τας εκστατικάς των εμπειρίας και τους ισχυρισμούς των περί νέων ή συμπληρωματικών αποκαλύψεων και εις τους δε τα περί κτιστού Λόγου επιχειρήματά των. 1 Επίσης οι Μοντανισταί και μετ' αυτούς οι Αρειανοί και οι Ευνομιανοί ηρμήνευον τας αποκαλυπτικάς εμπειρίας των προφητών και των αποστόλων κατά τοιούτον τρόπον.
Εκκλησιαστής του αυτού. και αι δύο των Παραλειπομένων. και η Σοφία του Ιησού. τουτέστιν η Σοφία του Σολομώντος. αλλ' ουκ αριθμούνται.3 Ο 85ος κανών των αποστόλων διαφέρει όσον αφορά εις τον βραχύν κανόνα μόνον καθότι δέχεται τα τρία βιβλία των Μακκαβαίων και την Εσθήρ ως κανονικά. Ιησούς ο του Ναυή. το δωδεκαπρόφητον. όστις γράφει τα 83 . Τρίτη πεντάτευχος. Βασιλειών πρώτη μετά της δευτέρας. είτα του Έσδρα. Ιουδήθ. πέντε νομικάς. Παροιμίαι Σολομώντος. Αύτη πρώτη πεντάτευχος. Κατά τα άλλα ο 85ος αποστολικός κανών.τη καθ' όλου Ιερά Παραδόσει. Γένεσιν. τα Άσματα των ασμάτων του αυτού. η προφητική. ούτε τα τρία των Μακκαβαίων. Δεν σημαίνει όμως ότι πρόκειται περί αντιφάσεως. του Ιώβ. βίβλος μία. Αύτη δευτέρα πεντάτευχος. αι στιχήρεις βίβλοι. Λευιτικόν.10 Περί των αναγινωσκομένων της Παλαιάς αλλά και της Καινής Διαθήκης παραθέτομεν την πληροφορίαν του Μεγάλου Αθανασίου. τότε το όλον θέμα της εκτάσεως του κανόνος της Αγίας Γραφής λαμβάνει μίαν ειδικήν όψιν και δεν έχει πολλήν σημασίαν. η τρίτη μετά της τετάρτης. το Ψαλτήριον. βίβλος μία. ως πράττει ο Μέγας Αθανάσιος. δημοσιευθέντα εν τω δευτέρω τόμω.9 έγιναν αποδεκταί όλαι αι ανωτέρω απόψεις. Ιερεμίας. ο Μέγας Αθανάσιος. η Σύνοδος της Λαοδικείας. "ούτως ουν σύγκειται αι βίβλοι εν πεντατεύχοις τέταρσι. Ελληνιστί δε ηρμήνευσεν ο τούτου μεν έγγονος Ιησούς. Η δε Πανάρετος. Δανιήλ. Δευτερονόμιον. Το ότι ούτως έχουν τα πράγματα. βίβλος μία. η και νομοθεσία. Αριθμοί. Εις τον δεύτερον τόμον του δοκιμίου τούτου δημοσιεύομεν τους κυριωτέρους συνοδικούς και πατερικούς αντιπροσώπους των δύο παραδόσεων. ως πράττει ο 85ος κανών των αγίων αποστόλων. και μένουσι άλλαι δύο. Έξοδον. όστις ήκμασεν ένα περίπου αιώνα μετά την Πενθέκτην και όστις δεν δίδει σημασίαν εις τον μακρόν κανόνα της Αφρικής και ούτε συμπεριλαμβάνει εις τα αναγινωσκόμενα τα βιβλία Τωβίας. βίβλος μία. άτινά εστιν ούτως. Η Πενθέκτη ασφαλώς δεν είχε σκοπόν να δεχθή την γνώμην μιας Εκκλησίας απομεμακρυσμένης. Παραθέτομεν την επί του θέματος σύνοψιν της παραδόσεως υπό του αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού. Ιεζεκιήλ. όστις γράφει τα εξής. άνευ διακρίσεως των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης εις κανονικά και αναγινωσκόμενα. δηλαδή εν τοις βίοις των αγίων και ειδικώς των αγίων Πατέρων. αι δύο εις μίαν συναπτόμεναι βίβλον. του δε Σειράχ υιός. παρά τισι δε Αγιόγραφα.6 ο Γρηγόριος ο Θεολόγος7 και ο Αμφιλόχιος Ικονίου8 δέχονται τον βραχύν κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης. έχομεν εις την Σύνοδον της Καρθαγένης του 419. αφού εν τω κανόνι τούτω εγένοντο αποδεκτοί όλοι οι ανωτέρω κανόνες. ήν ο πατήρ μεν του Σειράχ εξέθετο Εβραϊστί. Είτα άλλη πεντάτευχος. εάν δέχεται κανείς τον βραχύν κανόνα των περισσοτέρων Πατέρων ή τον μακρόν της Αφρικής.2 Αποδοχήν μεγάλου κανόνος. Κριταί μετά της Ρούθ. Ησαΐας.4 Δηλαδή μαζί με την Εκκλησίαν της Αφρικής ο 85ος αποστολικός κανών και η Σύνοδος της Λαοδικείας του 360 5 δέχονται το βιβλίον της Εσθήρ ως κανονικόν. ενάρετοι μεν και καλαί. ως είναι τας ενδιαθέτους βίβλους ούτω. και η Εσθήρ. τα καλούμενα Γραφεία. εις βάρος μάλιστα της ομοφώνου σχεδόν γνώμης των άλλων. φαίνεται σαφώς από τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν. Ως φαίνεται από τον Β' Κανόνα της Πενθέκτης (691‐2). Πρώτον διότι μόνον η Σύνοδος της Καρθαγένης του 419 δεν διακρίνει τα κανονικά από τα αναγινωσκόμενα. ουδέ έκειντο εν τη κιβωτώ". και Εσθήρ. Τετάρτη πεντάτευχος.
γνησία γαρ η χάρις. Καθολικάς επιστολάς τινές μεν επτά φασιν. την Ιούδα δι' εβδόμην". χωρίς ποτέ να κινδυνεύη η ορθόδοξος πίστις. "τήν δ' Αποκάλυψιν του Ιωάννου πάλιν. αλλά αιρετικών εστιν επίνοια. Τούτο διότι η θέωσις είναι χάρις του Θεού. Ιωάννου τρείς. κακείνων κανονιζομένων και τούτων αναγινωσκομένων. γραφόντων μεν ότε θέλουσιν αυτά. το κατά Ιωάννην. Παύλου Αποστόλου Επιστολαί δεκατέσσαρες. Κανόνες των αγίων αποστόλων (καί επιστολαί δύο) δια Κλήμεντος". πρόφασιν έχωσιν απατάν εκ τούτων τους ακεραίους". Τινές δε τας τρείς." εις τον 85ον κανόνα των αγίων αποστόλων. "Εί τι δε τούτων εκτός. "τής δε Νέας Διαθήκης. Πράξεις των αγίων Αποστόλων δια Λουκά του Ευαγγελιστού. καθολικαί επιστολαί επτά. και Σοφία Σειράχ. "αλλ' ένεκά γε πλείονος ακριβείας προστίθημι και τούτο γράφων αναγκαίως. Ιακώβου μία. αγαπητοί. όστις από τον κανόνα παραλείπει τα αναγινωσκόμενα όλα της τε Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης του Μεγάλου Αθανασίου αλλά και την Αποκάλυψιν του Ιωάννου. ίνα ως παλαιά προσφέροντες. και προς αυταίς τας δύο Πέτρου δέχονται. και Εσθήρ. και Τωβίας. ώστε τα προς τους ανθρώπους εν ρητοίς λεχθέντα είναι του θεουμένου προφήτου. Είεν. ουκ εύ λέγοντες.11 Τα περί του κανόνος της Καινής Διαθήκης συνοψίζει ο Δαμασκηνός Ιωάννης ως εξής. ως ότι έστι και έτερα βιβλία τούτων (τών κανονικών) έξωθεν. την Ιακώβου μίαν. Και όμως. και Ιουδήθ.εξής. τινές μεν εγκρίνουσιν.. "τινές δε φασι την προς Εβραίους νόθον.12 Ως μέρος του κανόνος αναφέρονται Επιστολαί δύο Κλήμεντος και "αι Διαταγαί υμίν τοις επισκόποις δι' εμού Κλήμεντος. χαριζομένων δε και προστιθέντων αυτοίς χρόνους. όστις γράφει. του τ' Ιωάννου μίαν. και Διδαχή καλουμένη των Αποστόλων και ο Ποιμήν. το κατά Μάρκον. Ευαγγέλια τέσσαρα. Πέτρου δύο.14 Ο ίδιος Αμφιλόχιος συνοψίζει τα υπόλοιπα προβλήματα περί του κανόνος της Καινής Διαθήκης ως εξής. το κατά Λουκάν. ουδαμού των αποκρύφων μνήμη. το κατά Ματθαίον. Ιούδα μία. ουκ εν γνησίαις". τετυπωμένα δε παρά των Πατέρων αναγινώσκεσθαι τοις άρτι προσερχομένοις και βουλομένοις κατηχείσθαι τον της ευσεβείας λόγον. Αποκάλυψις Ιωάννου Ευαγγελιστού. γράφει μετά την παράθεσιν των κανονικών βιβλίων των δύο Διαθηκών. εν οκτώ βιβλίοις προσπεφωνημέναι. μίαν τε Πέτρου. αποστόλου και αγίου κτιστά. Σοφία Σολομώντος.16 Εξ επόψεως της επί της θεώσεως βασιζομένης ερμηνευτικής παραδόσεως των Πατέρων σημασίαν έχει το γεγονός ότι υπάρχει απόλυτος ομοφωνία της παραδόσεως περί των κανονικών και των αναγινωσκομένων βιβλίων της Αγίας Γραφής και συγχρόνως δύναται να υπάρχουν και ωρισμέναι αβεβαιότητες.13 Σημειωτέον ότι η Αποκάλυψις του Ιωάννου λείπει από τον κανόνα του 85ου κανόνος τούτου των αγίων αποστόλων ως και από τους κανόνας της Λαοδικείας. ας ου χρή δημοσιεύειν επί πάντων δια τα εν αυταίς μυστικά . καθ' ήν ο θεούμενος ακούει άρρητα ρήματα. Τί λοιπόν. οι δε τρεις μόνας χρήναι δέχεσθαι.15 Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Αμφιλοχίου Ικονίου. οι πλείονες δε γε Νόθον λέγουσιν".. ουδαμώς τα κτιστά ταύτα συγχέονται με τα άρρητα άκτιστα ρήματα τα υπερβαίνοντα παντελώς τα 84 . ου κανονιζόμενα μέν.
και ότι πάντα τα ονόματα και τα εν χρήσει ρητά αποδίδοντα νοήματα είναι εκ της περί κτισμάτων εμπειρίας των ανθρώπων και ούτε άκτιστα ούτε υπό του Θεού κτιστά είναι. αποκαλύψεως. Μάλιστα επίστευσαν ότι ο Θεός εδημιούργησε την γλώσσαν του Αδάμ μαζί με την ψυχήν του.17 85 . ενώ οι της δήθεν βυζαντινής Αναγεννήσεως οπαδοί των ειδολωλατρικών θεωριών των αρχαίων φιλοσόφων και των Λατινοφρόνων εμφανίζονται ως οι προοδευτικοί. ότι τάχα ο Θεός απεκάλυψε τα αιώνια ονόματα της ακτίστου θείας ουσίας. Παρά ταύτα αι απόψεις αυταί των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων δεν αναγράφονται εις ουδεμίαν ιστορίαν της φιλοσοφίας και της γνωσιολογίας των απογόνων των Φραγκολατίνων. και απλανώς οδηγούν τους εν τη Εκκλησία οδεύοντας την οδόν των θεουμένων εις την θέωσιν. ρήματα. νοήματα.λ. Περί ακτίστων θείων ρημάτων εδίδασκον οι Ευνομιανοί. οι οποίοι κατ' αυτούς ήσαν οι δήθεν καθυστερημένοι. τον Πετράρχην και τον Έρασμον. δηλαδή μοναχοί οι οποίοι ήσαν οπαδοί της πατερικής διδασκαλίας περί τελειώσεως. Εναντίον της αιρέσεως ταύτης εστράφησαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Παρά ταύτα τα ρηθέντα είναι θεόπνευστα. καθ' ήν τα λόγια της Αγίας Γραφής εγράφησαν καθ' υπαγόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. οίτινες παρεδέχοντο τας περί γλώσσης και θεοπνευστίας πλάνας του δυτικού μεσαίωνος.π. κολάσεως. Η ανιστόρητος των Δυτικών αξιολόγησις των πραγμάτων φαίνεται εκ του γεγονότος ότι ουδείς σημειώνει τας ορθάς εν προκειμένω απόψεις των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. Βάσει όμως των περί αποκαλύψεως προϋποθέσεων του Αυγουστίνου οι Φραγκολατίνοι και οι απόγονοι αυτών ωδηγήθησαν προς μίαν περί κατά γράμμα θεοπνευστίας αντίληψιν. νομίζοντες ότι ευρίσκουν και εις την Ανατολήν Αναγέννησιν ως εις την Δύσιν.ρήματα και τα νοήματα των ανθρώπων. οίτινες περιφρονούν ή μάλλον αγνοούν παντελώς τας επί του θέματος κατά πάντα ορθάς απόψεις της παραδόσεώς των και συγχρόνως παραδέχονται τας περί Αναγεννήσεως και μεσαίωνος αντιλήψεις των δυτικών ιστορικών. αλλά όλοι συγκαταλέγουν μεταξύ των ηγετών της δυτικής Αναγεννήσεως ανθρώπους ωσάν τον Δάντε. θεοπνευστίας. αίτινες ανέτρεψαν τας περί γλώσσης θεωρίας του δυτικού μεσαίωνος και μαζί με τας θεωρίας ταύτας και τας συγγενείς προς τους Φραγκολατίνους θεωρίας περί θεοπνευστίας της Αγίας Γραφής. Εκτός της οδού ταύτης τα ίδια ρηθέντα οδηγούν εις την πλάνην. τονίζοντες ότι η εμπειρία της μετά του Θεού ενώσεως των θεουμένων είναι υπέρ τα ονόματα. Αλλά παραδοξώτεροι των Δυτικών είναι οι σημερινοί απόγονοι των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων. ίνα στηρίξουν την αίρεσίν των. κ. Ούτω βλέπομεν σημερινούς ιστορικούς να ομιλούν περί βυζαντινής Αναγεννήσεως εις την οποίαν αντιστρατεύοντο τάχα δεισιδαίμονες και αγράμματοι μοναχοί. παρ' ότι είναι απόλυτα σύμφωνοι με τα συμπεράσματα των νεωτέρων περί γνωσιολογίας θεωριών. τας οποίας εφαρμόζουν εις την ιστορίαν της μεσαιωνικής ελληνικής σκέψεως.
αλλά και της Αναγεννήσεως και της Μεταρρυθμίσεως εν τη Δύσει. Τα έργα του Δάντε περί κολάσεως. και συγχρόνως προσπαθούν να αποδείξουν ότι Έλληνές τινες εγέννησαν την λεγόμενην Αναγέννησιν της Δύσεως κυρίως μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Μόνον μετά τας κατακτήσεις εις τας θετικάς επιστήμας ήρχισαν οι Δυτικοί να μετακινούνται από τας φραγκολατινικάς των θέσεις εις τα εν προκειμένω θέματα. αν τα διαβάση και θα απορή δια τους θαυμάζοντας τα τοιαύτα "μορφωμένους" νεοέλληνας "διανοουμένους". Επειδή όμως φαντάζονται ότι αι θέσεις αυταί είναι της Αγίας Γραφής και δεν συνέλαβον ακόμη το γεγονός ότι ανήκουν όχι εις την Βίβλον αλλά εις την φραγκολατινικήν παράδοσιν. λατινικής και φραγκολατινικής μυθολογικής κοσμογονίας. Δια τον Ρωμηόν όμως αυτοί οι πρόδρομοι της Αναγεννήσεως εις την Δύσιν ήσαν δεισιδαίμονες και οπισθοδρομικοί. Αλλά εξ ορθοδόξου επόψεως δεν χρήζει η Γραφή απομυθεύσεως αλλά η κοσμολογία όχι μόνον του μεσαίωνος. ήτις τυγχάνει να συμφωνή γενικώς με την αρχαίαν περί κόσμου αντίληψιν των ειδωλολατρών Λατίνων και Ελλήνων. αλλά επέρασαν αρκετοί αιώνες πριν απελευθερωθή η δυτική σκέψις από την κοσμολογίαν της ελληνικής.18 Παρά την μεταφοράν ταύτην. ότι η Αναγέννησις εις την Δύσιν είχεν ως αποτέλεσμα ναι μεν την απελευθέρωσιν της Δύσεως από τα δεσμά της μεσαιωνικής συνθέσεως του φραγκολατινικού εκκλησιαστικού δεσποτισμού. του ρωμαίϊκου μοναχισμού και των ελληνικών γραμμάτων της ιδίας εποχής. αγνοούν δε. Πρέπει να τονισθή δεόντως. ο Πετράρχης και ο Έρασμος και άλλοι ήσαν δια την Δύσιν αυτό το οποίον ήσαν. των Εβραϊκών. παραδείσου και δημιουργηθείσης υπό του Θεού γλώσσης είναι μνημεία αγραμματωσύνης και δεισιδαιμονίας εξ επόψεως της ελληνοφώνου ρωμαϊκής πατερικής παραδόσεως. καθαρτηρίου πυρός. διότι μετέφερον εις την Δύσιν την αρχαίαν ελληνικήν σκέψιν. την περί των ιδίων θεμάτων γνώμην των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων της παλαιοτέρας και της ιδίας εποχής. από τα οποία θα τρομάξη και ο τελευταίος Ρωμηός χωρικός. Πάντως αποτέλεσμα της περί κατά γράμμα θεοπνευστίας διδασκαλίας των Φραγκολατίνων ως και της αρχαιολατρείας των διανοουμένων της Αναγεννήσεως ήτο ότι ενδιαφέρθησαν οι Δυτικοί να μάθουν την γνησίαν μορφήν των τριών γλωσσών του Θεού. των Ελληνικών και των Λατινικών και να εξακριβώσουν την ακριβή μορφήν της αποκαλύψεως δια της κατοχής του αρχικού και γνησίου κειμένου της Αγίας Γραφής.Ο Δάντε. Ούτως εγεννήθη εκ τοιούτων προϋποθέσεων η επιστήμη της κριτικής του κειμένου 86 . Η σύνθεσις των τριών τούτων κοσμολογιών εύρε την κλασσικήν δια την Δύσιν έκφρασιν εις τα έργα του Δάντε. αγνοίαν των συγχρόνων ορθοδόξων μη θεολόγων διανοουμένων. Το κατάντημα του συγχρόνου προσανατολισμού ημών φαίνεται σαφώς από το γεγονός ότι οι σημερινοί Έλληνες διανοούμενοι δέχονται περίπου τας περί Αναγεννήσεως αξιολογήσεις των Δυτικών. χάρις εις την περί ελληνοφώνου ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας και ερμηνευτικής. καταβάλλουν σήμερον προσπαθείας οι δυτικοί ερμηνευταί να απομυθεύσουν την Γραφήν. όμως και οι της Αναγεννήσεως πρωταγωνισταί Δυτικοί παρέμειναν εις την φιλοσοφίαν και θεολογίαν των δεισιδαίμονες και οπισθοδρομικοί ως συνέβη και με τους Προτεστάντας.
Βάσει τοιούτων προϋποθέσεων οι Προτεστάνται ωδηγήθησαν εις το συμπέρασμα ότι μόνον το αρχικόν κείμενον εις την αρχικήν γλώσσαν έχει απόλυτον κύρος. από τον μεγάλον τούτον θεολόγον της αποφατικής θεολογίας. Και λέγω "μορφή". και όσον αφορά εις τας λέξεις και τας συνθέσεις αυτών. οι αντιμετωπίσαντες τα επιχειρήματα των Φράγκων των ισχυριζομένων ότι δεν επιτρέπεται η χρήσις της Σλαυϊκής. τα εξής. Πάντως ίνα έχη τις ιδέαν περί της "αιρέσεως των τριών γλωσσών". διότι δεν απεκαλύφθη μέσω αυτής ο Θεός. διότι τάχα μόνον εις τας αρχικάς γλώσσας ωμίλησεν ο Θεός εν ταις Γραφαίς εις τους ανθρώπους. πώς οι Ορθόδοξοι εθεώρουν εξ ίσου θεόπνευστον μετά του Εβραϊκού κειμένου και την μετάφρασιν των Ο'. Ούτως εκλόνισαν το κύρος των ελληνικών και των λατινικών μεταφράσεων της Αγίας Γραφής. ως την εχαρακτήρησαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Ιεραπόστολοι μεταξύ των Σλαύων. ως θα δείξωμεν κατωτέρω". αλλά της Χάριτος. ίνα ο Λυτρωτής ημών (Όστις κατά το ανθρώπινον Αυτού θα εξεπήγαζεν εξ αυτών) χρησιμοποιήση. πύργος συγχύσεως. Εντός τοιούτων πλαισίων δεν εκπλήσσει η υποψία Προτεσταντών τινών ότι κάτι εχάθη εις την μεταφοράν των λεχθέντων του Χριστού από την μητρικήν του γλώσσαν εις την Ελληνικήν της Καινής Διαθήκης. οίτινες εξ αυτού ωνομάζοντο Εβραίοι. αλλά και οι Παπικοί (άν και απέδιδον μεγάλην σημασίαν εις την Βουλγάταν). και αυτήν την μορφήν γλώσσης εκληρονόμησαν οι υιοί του Έβερ. "Εις αυτήν την μορφήν γλώσσης ωμίλησεν ο Αδάμ. Εξ ορθοδόξου επόψεως εκείνο το οποίον κάμνει το κείμενον θεόπνευστον δεν είναι αι αρχικαί λέξεις καθ' εαυταί. την οποίαν τα χείλη του πρώτου ομιλούντος εσχημάτισαν". σήμερον χαίροντα μεγαλυτέρας εν Ελλάδι εκτιμήσεως. Πάντως ακριβώς δια τους ιδίους λόγους ουδέποτε ηδυνήθησαν να καταλάβουν οι Διαμαρτυρόμενοι. αλλά και εις την έκφρασιν της συνθέσεως ταύτης. και την μορφήν ταύτην εκάστη γλώσσα ομιλούντων ανθρώπων θα εχρησιμοποίη. εις αυτήν την μορφήν γλώσσης ωμίλησαν όλοι οι απόγονοι του Αδάμ μέχρι της οικοδομής του πύργου της Βαβέλ. Εν συνδυασμώ δε με τας περί θεοπνευστίας αντιλήψεις των απέκτησε δι' αυτούς τόσην σημασίαν η ακρίβεια περί του αρχικού κειμένου δια του οποίου ενόμιζον ότι θα κατέχουν ασφαλεστέραν την αλήθειαν. Επομένως η Εβραϊκή ήτο η γλώσσα. όχι την γλώσσαν της συγχύσεως. "λέγομεν ότι εδημιουργήθη μορφή τινα γλώσσης υπό του Θεού μετά της πρώτης ψυχής. αλλά επετέθησαν και κατά της μεταφράσεως των Ο' της Παλαιάς Διαθήκης. αλλά η υπό θεουμένων ερμηνεία του 87 . αλλά από δήθεν πατέρα της ιταλικής Αναγεννήσεως και σύγχρονον του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Τα αρχικά ελατήρια ταύτα ολίγην σχέσιν είχον με τα κριτικά ενδιαφέροντα της ελληνοφώνου ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας και της ερμηνευτικής αυτής μεθόδου. παραθέτομεν όχι από Φράγκον θεολόγον.19 Εν πάση περιπτώσει εκ τοιούτων περί γλώσσης απόψεων εξεκίνουν και οι Διαμαρτυρόμενοι εις την ερμηνευτικήν και κριτικήν αυτών εργασίαν.της Αγίας Γραφής εν τη Δύσει. Μόνον εις αυτούς έμεινεν αύτη μετά την σύγχυσιν. ο οποίος ερμηνεύεται. Μετά πολλαπλασιάζεται το κακόν δια τους ούτω δεχομένους την θεοπνευστίαν από το γεγονός ότι η Παλαιά Διαθήκη εγράφη Εβραϊστί ενώ ο Χριστός ωμίλει εις το πλήθος Αραμαϊστί και ίσως Ελληνιστί. εάν δεν διεσκορπίζετο εξ υπαιτιότητος της ανθρωπίνης αλαζονείας.
ή με τον μη γνωρίζοντα μαθηματικήν. Εγνώριζον πολλά περί των ουρανίων σωμάτων. ούτε του Χριστού τον βίον και την διδασκαλίαν. Οι ορθόδοξοι οι αναθέτοντες εις ετεροδόξους τα καθήκοντα ερμηνείας της Αγίας Γραφής ομοιάζουν με τον μη γνωρίζοντα γράμματα χωρικόν. Παρά ταύτα δεν γνωρίζουν ούτε του Ισραήλ την ιστορίαν.κειμένου. Όχι μόνον ο γράφων αλλά και ο διαβάζων πρέπει να γνωρίζη γράμματα. Γνωρίζουν καλά τα σχετικά κείμενα. οίτινες προσεπάθουν να ανιχνεύσουν τα μυστήρια των ανθρωπίνων πραγμάτων. αλλά θεόπνευστος είναι ο γράφων αυτό θεούμενος. Εν αυτή αναγράφεται η περί Θεού και της βασιλείας και δόξης Αυτού εμπειρία των θεουμένων προφητών και αποστόλων. Ήσαν αστρολόγοι. οίτινες δεν έχουν ιδέαν περί θεώσεως. αλλά και ο διαβάζων και ο ερμηνεύων τα γραφόμενα του μαθηματικού πρέπει να γνωρίζη την μαθηματικήν. όταν υπό θεουμένου ερμηνεύονται. όστις παρακαλεί τον μη γνωρίζοντα μαθηματικήν να του διαβάση και να του ερμηνεύση κείμενον περί μαθηματικής. Ούτως αναθέτουν ορθόδοξοι τινες κείμενα περί θεουμένων εις ερμηνευτάς. Το ίδιον ακριβώς ισχύει δια την δια κειμένων μετάδοσιν οιασδήποτε επιστήμης. όστις άμα τη λήψει επιστολής τρέχει εις τον εξ ίσου αγράμματον εξάδελφόν του να την διαβάση. γνωρίζουν καταπληκτικά πολλά περί της ιστορίας του Ισραήλ και της Εκκλησίας του Χριστού εν τη Καινή Διαθήκη και εντεύθεν. διότι όσον ακριβές προς το πρωτότυπον και αν είναι το κείμενον. δηλαδή εις τους εν θεωρία γενομένους θεολόγους και όχι εις τους αστρολόγους περί της χριστιανικής πίστεως. αλλά μόνον. του ηλίου και της σελήνης. Γνωρίζουν πάρα πολλά περί της ιστορίας των θρησκευμάτων της εποχής και της περιοχής της ακμής των προφητών. των αποστόλων και των αγίων. Και δια ποίον λόγον να εξαιρήται η Αγία Γραφή. Ούτω και οι σύγχρονοι ετερόδοξοι ερμηνευταί και θεολόγοι και τα πνευματικά "ορθόδοξα" τέκνα αυτών. ούτε της Εκκλησίας. Παπικών και Προτεσταντών περί γλώσσης μέχρι της συγχρόνου εποχής. Όμως ούτε ιστορικοί και κοινωνιολόγοι ήσαν ούτε αστρονόμοι. Πάντως αι διδασκαλίαι των Φραγκολατίνων. Όχι μόνον ο γράφων περί μαθηματικής πρέπει να γνωρίζη μαθηματικήν. Πώς να μην ισχύει ο γενικός αυτός επιστημονικός κανών και εις αυτήν την περίπτωσιν. διότι θεόπνευστον δεν είναι το κείμενον καθ' εαυτό. Γνωρίζουν καλά τα σχετικά κείμενα. εις χείρας μη θεουμένων και εκτός της κοινωνίας αυτών ευρισκομένων δεν ωφελεί. παρατηρούμεν ότι αι καταβληθείσαι υπ' αυτών προσπάθειαι ερμηνείας της ιστορίας των θεουμένων με κριτήρια ξένα προς την θέωσιν. Ότι δηλαδή οι ορθώς αναγινώσκοντες και ερμηνεύοντες την εμπειρίαν ταύτην των θεουμένων είναι οι ανήκοντες εις την εν Χριστώ κοινωνίαν των θεουμένων. ούτε των αγίων. μέσω των αστέρων. ως εκφράζονται εις τα ανωτέρω 88 . ούτε των προφητών και των αποστόλων τον βίον και την διδασκαλίαν. Και τούτο. Και τα ίδια τα υπό των προφητών και των αποστόλων ιδιοχείρως γραφόμενα και αν είχον ούτοι ίνα διαβάσουν και μελετήσουν πάλιν κεκρυμμένον από αυτούς θα είναι το μέγα της ευσεβείας μυστήριον. ομοιάζουν με τους αρχαίους περί ουρανίων σωμάτων επιστήμονας. ή θεόπνευστα τα περί θεουμένου γραφόμενα. Επειδή όμως πρόκειται περί μορφωμένων ετεροδόξων με σπουδαίαν επιστημονικήν κατάρτισιν. διότι πάντα ταύτα είναι κεκρυμμένα εν τω μυστηρίω της θεώσεως και αποκεκαλυμμένα μόνον εις τους θεουμένους και τους πιστούς της ορθοδόξου "Παραδόσεως".
καθήσθαι τον Θεόν το πρακτέον εαυτώ διατάττοντα και εαυτώ διακόνω των προσταγμάτων και υπηρέτη χρώμενον. αλλ' έχειν τινά και πρός τα μείζω δύναμιν. Ουκούν εξετάσωμεν την των ειρημένων διάνοιαν. Τοιαύτη του προσφάτου Θεού η φύσις δια τής ακολουθίας των ειρημένων υπό του νέου θεοποιού αναπέφηνεν. Τί ουν ημείς. και περικόπτειν την του Θεού κηδεμονίαν φησί. Ταύτα καθ' ημών παρ' αυτού τα εγκλήματα.20 Ο Ευνόμιος απήντησεν εις τον Μέγαν Βασίλειον. τί πρός τον κηδεμόνα τής θείας προνοίας αποκρινόμεθα. και συμμαχείν αυτόν τοίς αθέοις και κατά τής προνοίας οπλίζεσθαι. πάλιν συνήθως τω κρότω των λεξειδίων ενσατυρίζων τοίς ρήμασι. Ανέλαβε την συνέχισιν του αγώνος εναντίον του Ευνομίου ο αδελφός αυτού άγιος Γρηγόριος Νύσσης. αλλά τοσούτον υπήλλακται παρ' ημών η φράσις. και ως ουκ έστιν ακοήν ενεργήσαι μηδενός φθεγγομένου. μη ομολογούντα παρ' εκείνου τάς ονομασίας τεθείσθαι τοίς πράγμασι. Αλλά αντιλαμβάνεται των γεγραμμένων και φησι ταύτα τον Μωϋσέα διαρρήδην βοάν ότι είπεν ο Θεός. ών σφετερίζεται την ερμηνείαν. τάς δε των ρημάτων ευρέσεις εις την λογικήν δύναμιν την εντεθείσαν παρά του Θεού τη φύσει των ανθρώπων ανάγομεν. και την εκείνων γνώμην προ των νόμων θαυμάζειν κακείνοις πλείον εις σοφίαν νέμειν. δι' ου πρός την των αθέων γνώμην αυτομολείν ο διδάσκαλος (Μ. . όσον το τραχύ τε και δύσηχον τής συντάξεως των ειρημένων επανορθώσασθαι.. Και τίς τούτο δέξεται.παρατεθέντα υπό του Δάντε. και φησιν. ο Θεός έθετο τάς προσηγορίας τοίς ούσιν. Ή πρός εαυτόν ταύτα λέγειν φήσει.21 Μετά τέσσαρας αιώνας ο Μέγας Φώτιος εχαρακτήρισε τα έργα του Γρηγορίου Νύσσης ως τα καλύτερα επί του θέματος. Απαγγείλας γαρ τι μέρος των κατ' επίνοιαν θεωρηθέντων τω διδασκάλω. τούτων επαισχύνεται την μαρτυρίαν. Εναντίον των θεωριών αυτών έγραψεν ο Μέγας Βασίλειος. Αδικείν ημάς λέγει ότι το μεν λογικόν γεγενήσθαι παρά του Θεού τον άνθρωπον ουκ αρνούμεθα. Ουκούν εαυτώ προστάσσει ταύτα εγκελευόμενος. ούτως ουδέ λόγον ενεργόν είναι μη πρός ακοήν ευθυνόμενον. ουχ ούτως γεγραμμένα τοίς εκείνου ρήμασι τα νοήματα. Και τούτό εστι το χαλεπώτατον των εγκλημάτων.. ότι βλάστην και βοτάνην και χόρτον και σπέρμα και ξύλον και τα τοιαύτα κατωνόμασε προ τής του ανθρώπου κατασκευής ο Θεός εν τω παράγειν εις κτίσιν τα γεγονότα δια προστάγματος. Τούτο γαρ φησιν ο νέος εξηγητής των μυστικών δογμάτων. και προστίθησι τα ρήματα. Ειπάτω τοίνυν ο διορθωτής των ημετέρων πταισμάτων. όστις είχεν εκδημήσει προς Κύριον. το Γενηθήτω φώς και Γενηθήτω στερέωμα και Συναχθήτω τα ύδατα και Οφθήτω η ξηρά και Βλαστησάτω η γη και Εξαγαγέτω τα ύδατα και πάντα όσα καθεξής αναγέγραπται. ότι μήπω παραχθέντων των ανθρώπων εις γένεσιν η του καρπού και του σπέρματος επωνυμία παρά τής Γραφής ωνομάσθη. "αλλά διασαλεύει (ο Ευνόμιος) τον διδάσκαλον ημών (τόν Μέγαν Βασίλειον) και περισύρει τον λόγον.22 Παραθέτομεν τα εξής αποσπάσματα. ουκ επεσκεμμένον τούς πρώτους των λόγων. Βασίλειος) τής ευσεβείας κατηγορείται και συνηθείας εκθέσμου κληρονόμος και συνήγορος και πάντα ονομάζεται τα δεινότατα. υποδειξάτω ημίν και την ακοήν πρός ήν είρηκεν. δια του κατά τον σίτον και το σπέρμα και την τροφήν θεωρήματος επάγει τα ειρημένα. τη έξωθεν αυτόν φιλοσοφία κατακολουθείν αιτιώμενος. όν περί της επινοίας εκείνός φησι και κατορχείται των ειρημένων. εν οίς εκείνος ου μόνον επί των ματαίων ενεργόν έφασκε τής επινοίας είναι την χρήσιν. έχουν ομοιότητα με την διδασκαλίαν των Ευνομιανών. οίτινες και αυτοί ισχυρίζοντο ότι ο Θεός εδημιούργησε τα ονόματα των πραγμάτων εις την εβραϊκήν γλώσσαν μάλιστα και προ της κτίσεως ακόμη των πρωτοπλάστων. Ει δε και τούτο δοίη τις ευαγές είναι 89 . Τίς ουκ οίδε και των κομιδή νηπίων ότι φυσικήν έχει πρός άλληλα σχέσιν ακοή τε και λόγος. Ει ουν λέγει το ειρηκέναι τον Θεόν.
Αλλ' ου ψεύδεται. έως ομόφωνον άπαν ήν εαυτώ το ανθρώπινον. Όταν δε ο Θεός αποκαλύπτεται εις τους ανθρώπους μέσω λέξεων. ώστε μένει παγίως ημίν ο λόγος ο τάς ανθρωπίνας φωνάς τής ημετέρας διανοίας ευρήματα είναι διοριζόμενος. αισθητικώτερον ημίν την νοητήν υποδείκνυσι θεωρίαν". Ούτε γαρ εξ αρχής.. ερευνά. αλλά συγχείν την ούσαν.. Ίδιον γαρ τής ενσωμάτου φύσεως το δια ρημάτων εξαγγέλλειν τα τής καρδίας νοήματα. το Πνεύμα το Άγιον πάντα. πάλιν επάγει τοίς ειρημένοις ότι ταύτα λαλιαί ουκ εισίν ουδέ λόγοι ουδέ φωναί τούτων ακούονται. Και ειπών διηγείσθαι τούς ουρανούς και το στερέωμα και παρά τής ημέρας και τής νυκτός απαγγέλλεσθαι γνώσιν και ρήματα. τίς εφ' εαυτού ρημάτων εδεήθη και λόγων. Ουδέ γαρ ο μέγας Δαβίδ των ψευδομένων εστί.. δι' ής το ειρηκέναι τι τον Θεόν αποφαίνεται. και τα βάθη του Θεού. Εις δε τους προφήτας και τους αποστόλους αποκαλύπτεται και υπεραισθητώς και υπερνοητώς. η κτίσις ούπω ήν.λέγειν. Ο τοίνυν Μωϋσής πολλαίς ύστερον γενεαίς τής πυργοποιΐας γενόμενος μια των μετά ταύτα κέχρηται γλώσση ιστορικώς την κοσμογένειαν ημίν διηγούμενος και τινας τω Θεώ προσάπτει 90 . άφθογγον ρήμα και διήγησιν άλαλον και αγγελίαν δίχα φωνής διδάσκων. καν άνθρωπος ή. οι δημηγορείν τον Θεόν εν διεξοδικοίς λόγοις αποφαινόμενοι γνωρισάτωσαν ημίν και το των θείων λόγων ακροατήριον. (τάχα γαρ εάν τούτο νοήσωμεν. πρός τίνα ο λόγος εγίνετο. και το παρά Μωϋσέως νενοηκότες εσόμεθα. διδασκαλία δε τής θείας δυνάμεως γίνεται τοίς επαΐειν επισταμένοις σιωπώσης φωνής. Ει ουν ρήματα φθέγγεται ο Θεός.. λέγει δε σαφώς ούτως κατά λέξιν ότι οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού και ποίησιν χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα. ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα και νύξ αναγγέλλει γνώσιν νυκτί. η του Μωϋσέως Γραφή. αλλά θελήσας ο Θεός τούς ανθρώπους εν άλλαις γενέσθαι γλώσσαις αφήκεν οδώ την φύσιν πορεύεσθαι κατά το αρέσκον διαρθρούσαν παρ' εκάστοις τον ήχον πρός την των ονομάτων σαφήνειαν. Πρός εαυτόν λαλείν ουκ εδέετο. Θεού ρημάτων τινά διδασκαλίαν γεγενήσθαι τοίς ανθρώποις παρά τής Γραφής μεμαθήκαμεν ούτε εις ποικίλας γλωσσών διαφοράς διατμηθέντων όπως αν έκαστος φθέγγοιτο θείος επεστάτησε νόμος. Ή παντός μάλλον αληθής η προφητεία η τούτο δια των ειρημένων διδάσκουσα. ο Υιός απροσδεής ήν τής εκ ρημάτων διδασκαλίας. Τί ουν περί τούτων υπειλήφαμεν. ότι το διήγημα το ουράνιον και το ρήμα το παρά τής ημέρας βοώμενον φωνή μεν έναρθρος ουκ έστιν ούτε λαλιά δια στόματος. Πάντως ο Θεός ουδεμίαν γλώσσαν ανθρώπων έκτισεν. Πώς ουν διηγήματα και αναγγελίαι και ρήματα λαλιαί ουκ εισίν ουδέ φωνή δια τής ακουστικής αισθήσεως εγγινομένη. αλλά τω βουλήματι του Θεού σύνδρομον αποφαίνουσα την δύναμιν. πάς δε λόγος επί ακοής ενεργείται. ως αν μη πάντες πάντων ακούοιεν . φησίν.. Άρά τι των ουκ ενδεχομένων διέξεισιν. χρησιμοποιεί την γλώσσαν των ακροατών την οποίαν σχηματίζει δι' αέρος. δηλαδή υπέρ την γλώσσαν δι' αρρήτων ρημάτων. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης συνοψίζει την διδασκαλίαν της Εκκλησίας ως εξής.. " ει δε τις την επί τής πυργοποιΐας σύγχυσιν ως εναντιουμένην τοίς ειρημένοις προφέρει. Αλλά τω Υιώ διαλέγεσθαι πάντως ερεί. ουδέ εκεί ποιείν λέγεται γλώσσας ο Θεός των ανθρώπων. φησίν (ο Ευνόμιος). ούτε προ του πύργου της Βαβέλ. Άρα μάχεται πρός εαυτόν ο προφήτης. Και τίς ήν χρεία πρός τούτο φωνής. όθεν και ισοδυναμούσα τη χρήσει τής φωνής η δι' επινοίας των γραμμάτων εξεύρηται δήλωσις.. .)"23 Ο άγιος Γρηγόριος αποδεικνύει ότι η Αγία Γραφή "ου πάντως επί Θεού φωνήν και ρήμα η του ειπείν λέξις ενδείκνυται. Αρκεί γαρ εκάστω τής διανοίας η κίνησις την τής προαιρέσεως ορμήν εμποιήσαι.
σημαίνειν δε δια των λεγομένων θεοπρεπή τινα και μεγαλοφυεστέραν διάνοιαν. γάλα τοίς νηπίοις γινόμενος και στερεά τοίς τελείοις τροφή. 91 . Φασί δε τινες των επιμελέστερον ταίς θείαις Γραφαίς επηκολουθηκότων μηδέ αρχαΐζειν την Εβραίων φωνήν καθ' ομοιότητα των λοιπών (αυτή είναι η σήμερον αρχαιολογικώς και φιλολογικώς αποδεδειγμένη πλέον γνώμη και όχι τα ανιστόρητα του Δάντε και των Φραγκολατίνων). αλλά μετά των άλλων θαυμάτων και τούτο τοίς Ισραηλίταις θαυματοποιηθήναι. δεικνύουν σαφώς πόσον πιο ανεπτυγμένοι ήσαν οι Ρωμαίοι Πατέρες εν συγκρίσει με τους εν τω φραγκολατινικώ κόσμω Πατέρας της λεγομένης ιταλικής και εν συνεχεία ευρωπαϊκής Αναγεννήσεως του 13ου ‐ 16ου αιώνος. ενδείξεις εισί του θείου θελήματος άλλως και άλλως κατά την αξίαν των μετεχόντων τής χάριτος τω καθαρώ τε και ηγεμονικώ των αγίων ελλάμπουσαι. εν συνδυασμώ με την περί θείων εν τη Αγία Γραφή ονομάτων και κολάσεως και παραδείσου διδασκαλίαν του ιδίου και των Πατέρων γενικώς. τη εαυτού γλώσση καθ' ήν πεπαίδευτό τε και συνείθιστο ταύτα διεξιών και ουκ εξαλλάσσων τάς του Θεού φωνάς αλλοιοτρόπω τινί και ξενίζοντι φωνής χαρακτήρι. εξ Αιγύπτου τότε γλώσσαν ήν ουκ έγνω ήκουσεν. αλλά τη συνήθει χρώμενος γλώσση ομοίως τα τε εαυτού και τα του Θεού διεξέρχεται. φησίν.24 Τα περί της γλώσσης της αποκαλύψεως λεχθέντα ταύτα του αγίου Γρηγορίου. Και τις εστί του προφήτου λόγος το τοιούτον πιστούμενος. Ει ουν Εβραίος μεν Μωϋσής. προσετίθει δε τω Θεώ τάς φωνάς ταύτας καθώς είρηται πολλάκις δια το νηπιώδες των άρτι τη θεογνωσία προσαγομένων πρός εναργή τε παράστασιν του θείου θελήματος και ως αν ευπειθεστέρους απεργάσαιτο τούς ακούοντας τη αξιοπιστία του ειρηκότος δυσωπουμένους". γραφέντα μόλις προ της Β' Οικουμενικής Συνόδου τω 381. Το γαρ οίεσθαι τη Εβραΐδι γλώσση τον Θεόν κεχρήσθαι μηδενός όντος του τοιαύτης φωνής επαΐοντος ουκ οίδα πώς ο λελογισμένος συνθήσεται. Το μεν γαρ συνδιατίθεσθαι τη των ακουόντων δυνάμει τον λόγον πρός τον τής ωφελείας σκοπόν. επεί και Παύλος ο μιμητής του Κυρίου πρός τάς των ακουόντων έξεις οίδεν αρμοδίως τον λόγον μεταχειρίζεσθαι. αλλ' όσοι του Θεού λόγοι παρά του Μωϋσέως ή των προφητών εγράφησαν. Ουκούν εφθέγγετο μεν ο Μωϋσής ως επεφύκει τε και πεπαίδευτο. Το δε μηδενός κατορθουμένου σκοπού δια τής τοιαύτης του λόγου χρήσεως έπειτα κατασκευάζειν τοιάδε τινά ρήματα τον Θεόν εφ' εαυτού ραψωδείν. ουδέν αν τις ανάξιον τής θείας είναι φιλανθρωπίας υποτυπήσειεν. ο μετά την του κόσμου σύστασιν τοσαύταις ετών χιλιάσιν ύστερον γεγονώς και τη καθ' εαυτόν φωνή τάς του Θεού διηγούμενος ρήσεις άρ' ουχί σαφώς διδάσκει το μη τοιαύτην φωνήν την κατά άνθρωπον σχηματιζομένην αναγράφειν επί του Θεού.φωνάς. εν γαρ τω εξελθείν αυτόν. ως αν μηδείς των ετερογλωσσών αποστεροίτο τής ωφελείας. ουκ οίδα πώς εστι μη καταγέλαστον άμα και βλάσφημον το τοιούτον οίεσθαι. το την γλώσσαν ταύτην αθρόως μετά την Αίγυπτον ενσχεδιασθήναι τω έθνει. ώστε δια του ξένου τής συνηθείας και παρηλλαγμένου των ονομάτων αυτού του Θεού είναι τάς φωνάς κατασκευάζειν. τελευταία δε των άλλων η των Εβραίων φωνή. Ούτε ουν Εβραία του Θεού η φωνή ούτε καθ' έτερόν τινα τύπον των εν τοίς έθνεσι νενομισμένων προφερομένη. Εν ταίς Πράξεσι μεμαθήκαμεν δια τούτο την θείαν δύναμιν εις πολλάς διεσχίσθαι φωνάς. αλλά ταύτα μεν λέγειν δια το μηδέ δυνατόν είναι το νοηθέν ετέρως ειπείν ή ανθρωπίναις φωναίς. Ο δε Θεός προ τής κτίσεως ανθρωπικώς διελέγετο τίνα ωφελείν μέλλων εκ τής τοιαύτης φωνής. ουκ όντος του δεομένου τής δια των τοιούτων φωνών σημασίας.
χωρίς όμως να τονίζεται δεόντως ότι αι Σύνοδοι αύται έθετον τας αποφάσεις των υπό την κρίσιν της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας και ούτως ηρμήνευον ορθώς τη επιστασία του Αγίου Πνεύματος. Παραλείπομεν την θεολογικήν άποψιν διότι οι δυτικοί θεολόγοι δεν γνωρίζουν την θεολογικήν μέθοδον της Αγίας Γραφής πιστεύοντες ότι αι περί τριορόφου κόσμου σωτηρίας και απωλείας και αι περί γλώσσης απόψεις τύπου Δάντε είναι αυτής ταύτης της Αγίας Γραφής την οποίαν προσπαθούν να απομυθεύσουν. Οι δε Ευρωπαίοι της Αναγεννήσεως ήσαν τυφλοί αρχαιολάτραι κυρίως των αρχαίων Λατίνων οίτινες συνεδύαζον τας φραγκολατινικάς πλάνας και δεισιδαιμονίας αυτών με τας επί των ιδίων θεμάτων πλάνας και δεισιδαιμονίας των αρχαίων ειδολωλατρών Λατίνων και Ελλήνων. Όπως είδαμεν. Πάντως είναι ανιστόρητον να φαντάζεται κανείς ότι 1) ενεφανίσθη κάποιο πολιτιστικόν κίνημα μεταξύ των ελληνοφώνων Ρωμαίων του 14 ου αιώνος. καθαρτηρίου πυρός.. οι απόστολοι και οι προφήται. ορθαί. "Επομένη τε ταις τε αγίαις και οικουμενικαίς πέντε Συνόδοις και τοις αγίοις εγκρίτοις Πατράσι . και οι Πατέρες αυτών ουδόλως επίστευον ότι απέκτησαν μίαν βαθυτέραν κατανόησιν των δογμάτων από ό. "καί συνελόντα φάναι. "25 και εις τον όρον της ΣΤ' το "Όθεν η καθ' ημάς αγία και οικουμενική Σύνοδος. παραδείσου κ.27 Ο Α' Κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691/2) σαφώς δογματίζει την θέσιν ταύτην των αγίων Πατέρων ως αυθεντικών της πίστεως ερμηνευτών ως εξής. Η ωμή αλήθεια είναι ότι οι παραμείναντες πιστοί εις την ρωμαίϊκην πατερικήν παράδοσιν δεν είχον καμμίαν ανάγκην Αναγεννήσεως τύπου Ευρώπης του 13ου ‐ 16ου αιώνος.λ. μάλιστα εξ επόψεως φιλοσοφικής και επιστημονικής. δεν υπάρχουν εν τη Αγία Γραφή τα χρήζοντα απομυθεύσεως.τ. Αι απόψεις των Ρωμαίων Πατέρων είναι σοβαραί. αφού οι της δυτικής Αναγεννήσεως και εντεύθεν Ευρωπαίοι ουδέποτε έφθασαν τα ύψη των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.τι είχον οι προηγούμενοι Πατέρες. και τη των αγίων και εγκρίτων Πατέρων απλανώς ευθεία τρίβω κατακολουθήσασα. 26 Παρακάτω το ίδιον ως εξής. εάν όχι και κατ' ιδίαν.". την από τινων και ώδε χρόνων της δυσσεβείας πλάνην πόρρωθεν απελάσασα.... ταις αγίαις και οικουμενικαίς πέντε Συνόδοις εν άπασιν ευσεβώς συνεφώνησε". Ούτω βλέπομεν εις τον όρον της Δ' Οικουμενικής Συνόδου το "Επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις Πατράσιν . πάντων των εν τη Εκκλησία του 92 . το οποίον δύναται να ονομασθή Αναγέννησις και 2) ότι λόγιοι τινες "Έλληνες" μετέφερον το πνεύμα μιας Αναγεννήσεως εις την Δύσιν κατά τα χρόνια της αλώσεως.Αι απόψεις του Δάντε και των ομοδόξων αυτού είναι όχι μόνον δεισιδαιμονικαί αλλά και γελοίαι. επρόδωσαν τας ανωτέρω ορθάς θέσεις των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και έγιναν οπαδοί της φραγκολατινικής πλάνης και δεισιδαιμονίας περί θείας γλώσσης. Τουναντίον ωρισμένοι εξ αυτών. και σύγχρονοι. κολάσεως. Οι μεταβαίνοντες εις την Δύσιν ελληνόφωνοι λόγιοι δεν συνετέλεσαν εις καμμίαν απελευθέρωσιν των Φραγκολατίνων από τας πλάνας και δεισιδαιμονίας των. επισήμως τουλάχιστον. Έχει επικρατήσει εις την νεωτέραν ορθόδοξον θεολογίαν να αποκαλούνται ως αλάθητοι αι Οικουμενικαί Σύνοδοι εις τα δογματικά θέματα. ως ο Βησσαρίων. ως οι Πατέρες ορθώς ερμηνεύουν..
ούς απέβαλον και ανεθεμάτισαν.28 93 . ως της αληθείας εχθρούς και κατά Θεού φρυαξαμένους κενά και αδικίαν εις ύψος εκμελετήσαντας". λόγον ζωής επέχοντες. οι γεγόνασι φωστήρες εν κόσμω. την πίστιν κρατείν βεβαίαν και μέχρι συντελείας του αιώνος ασάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν και τα αυτών θεοπαράδοτα συγγράμματά τε και δόγματα πάντας αποβαλλόμενοί τε και αναθεματίζοντες.Θεού διαπρεψάντων ανδρών.
Κύριος της Δόξης.2 Προηγουμένως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εξέφρασε το γεγονός ότι "ο Λόγος σάρξ 94 . Άγγελος της Δόξης. Κύριος Σαβαώθ. Η ερμηνευτική της Αγίας Γραφής και η διατύπωσις των δογμάτων α) Οι Ιουδαίοι και οι σύγχρονοι ετερόδοξοι ερμηνευταί β) Οι Γνωστικοί και οι Μοναρχιανοί γ) Ορθόδοξοι και αιρετικαί αντιδράσεις κατά των Μοναρχιανών ΣΤ. Αλλά τούτο ισχύει όχι μόνον δια τας φανερώσεις Αυτού του Χριστού προς τους αποστόλους. ο μονογενής υιός ο ών εις τον κόλπον του πατρός. Ο Χριστός περί τούτου σαφώς διδάσκει. κ. "Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε.λ. Δι' όλους τους αρχαίους θεολόγους και δι' ολόκληρον την ορθόδοξον παράδοσιν ο εμφανίσας εν Εαυτώ τον Θεόν εν τω Πνεύματι Αυτού είναι ο Χριστός. δηλαδή την Αγίαν Τριάδα. Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού Ε. και ουδείς επιγινώσκει τον υιόν ει μη ο πατήρ. και ουδέποτε άλλην διδασκαλίαν περί Θεού. Όστις λέγεται εις την Παλαιάν Διαθήκην Κύριος.π. Εισαγωγικά τινά Β. αλλ' ισχύει και δια τους προφήτας. "πάντα μοί παρεδόθη υπό του πατρός μου. ήτοι Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ Α'. είναι η βασικωτέρα γνωσιολογική αρχή της Αγίας Γραφής. εκείνος εξηγήσατο". Ότι ουδείς γνωρίζει τον Πατέρα ειμή εκείνος εις τον οποίον ο Χριστός αποκαλύπτει Αυτόν. Θεός Αβραάμ. Θεός Ιακώβ. Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού α) Συμφωνίαι και διαφωνίαι Ορθοδόξων και καταδικασθέντων αιρετικών Α' Εισαγωγικά τινά Παραλείπομεν ιδιαίτερον κεφάλαιον περί Θεού διότι ο Χριστός αποκαλύπτει πάντοτε εν Εαυτώ τον Πατέρα εν Πνεύματι Αγίω. Άγγελος του Κυρίου. Μεγάλης βουλής Άγγελος. Η Βασιλεία του Θεού Δ. Η Παλαιά Διαθήκη ως βάσις της Καινής Γ. Β' και Η' Α. Θεός Ισαάκ.1 Ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής εκφράζει την αρχήν ταύτην ως εξής.Τμήμα 3 B' ΜΕΡΟΣ Η ΠΕΡΙ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ. ουδέ τον πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο υιός και ω εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι". ο Ών.
4 και 2) δια της εν θεωρία αποκαλύψεως της ιδίας δόξης και βασιλείας και θεότητος εις τους φίλους γενομένους του Χριστού ως συνέβη εις το Βάπτισμα.3 Επομένως ο Χριστός Λόγος ή ο σεσαρκωμένος Λόγος αποκαλύπτει την δόξαν Αυτού εις τους αποστόλους αλλά και εις τους προφήτας και ούτως εν Εαυτώ τον Πατέρα. όπου είναι ο Χριστός. και χάριν αντί χάριτος. είναι και οι φίλοι Αυτού. και ουκ εγνωκάς με. Και εκ του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ελάβομεν. Ει εγνώκειτέ με. Κύριε. Ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστιν. ότι ο νόμος δια Μωϋσέως εδόθη. επορεύθη προς τον Πατέρα. δείξον ημίν τον πατέρα και αρκεί ημίν. Κατ' αυτόν τον τρόπον. Κύριε. Ει εγνώκειτέ με. δηλαδή ανελήφθη εις τους ακτίστους ουρανούς εκάθησεν εν δεξιά του Πατρός. ο οπίσω μου ερχόμενος έμπροσθέν μου γέγονεν. και εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον. και τον πατέρα μου εγνώκειτε άν. ουκ οίδαμεν που υπάγεις. Ούτως εντός των πλαισίων αυτών γίνεται αντιληπτόν το "ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει μη δι' εμού. "μή ταρασσέσθω υμών η καρδία. ώστε και η ανθρωπίνη φύσις Αυτού μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και ούτως ολόκληρος ο Χριστός υπάρχει ενεργών εν εκάστη ενεργεία του Πατρός και του Πνεύματος του Αγίου. δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός. Λέγει αυτώ Φίλιππος. Λέγει αυτώ ο Ιησούς.6 Ο τόπος και η μονή του Θεού είναι η δόξα εν ή κατοικεί η Αγία Τριάς. ούτος ήν όν είπον. ίνα όπου ειμί εγώ. τοσούτον χρόνον μεθ' υμών ειμί. ήτοι τον Πατέρα. εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν. διότι η θέωσις των φίλων του Θεού αρχίζει εντεύθεν του τάφου. ώφθη τοις αποστόλοις εν τω φυσικώ Αυτού φωτί της δόξης και θεότητος. απ' εμαυτού ου λαλώ ο δε πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα". ως συνέβη με τους προφήτας. ει δε μή. ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι' εμού. Ιωάννης μαρτυρεί περί αυτού και κέκραγεν λέγων. Ο Χριστός δια του θανάτου και της Αναστάσεως Αυτού επάτησε τον θάνατον. Η δόξα ή η θεότης του Πατρός φανερούται εν Χριστώ εις τους αποστόλους εις δύο στάδια 1) δια της διδασκαλίας και των θαυμάτων του Χριστού. και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού. το δε Πνεύμα ερευνά τα βάθη του Θεού. Φίλιππε. τους αποστόλους και τους αγίους. δηλαδή δια του φωτός Λόγου βλέπουν εν τω φωτί Πνεύματι το αρχέτυπον φώς. Λέγει αυτώ ο Ιησούς. και την οδόν οίδατε. και πώς δυνάμεθα την οδόν ειδέναι. ως ήδη ανεπτύξαμεν. και την Πεντηκοστήν επανήλθεν εν Πνεύματι Αγίω κατά τοιούτον τρόπον.εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν. Τα ρήματα ά εγώ λαλώ υμίν. πλήρης χάριτος και αληθείας. Και όπου εγώ υπάγω οίδατε. ασχέτως αν ευρίσκονται εντεύθεν ή πέραν του τάφου. ότι πρώτός μου ήν. και τον πατέρα μου αν ήδειτε. Όμως την ουσίαν του Πατρός γνωρίζει μόνον ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα και την ουσίαν του Υιού και του Πνεύματος μόνον ο Πατήρ. και υμείς ήτε. την Μεταμόρφωσιν και μετά την Ανάστασιν.5 Παραθέτομεν από το Ευαγγέλιον του Ιωάννου την σαφεστέραν ίσως έκφρασιν της εν προκειμένω γνωσιολογικής αρχής ήν αναπτύσσει ο Ίδιος ο Λόγος. και απ' άρτι γινώσκετε αυτόν και εωράκατε αυτόν. η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο". Απ' άρτι 95 . Ο εωρακώς εμέ εώρακεν τον πατέρα πώς συ λέγεις. και εις εμέ πιστεύετε εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί εισιν. δείξον ημίν τον πατέρα. "ταύτην εποίησεν αρχήν των σημείων ο Ιησούς εν Κανά της Γαλιλαίας και εφανέρωσε την δόξαν αυτού. πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν. είπον αν υμίν. πιστεύετε εις τον Θεόν. Λέγει αυτώ Θωμάς. και επίστευσαν εις αυτόν οι μαθηταί αυτού". Η δόξα αύτη μερίζεται εν μεριστοίς αμερίστως και γίνεται μοναί πολλαί και δια τους θεουμένους κόλπος του Αβραάμ και τόπος εν ω κατοικεί ο Χριστός μετά των φίλων Αυτού. Οι θεούμενοι βλέπουν αοράτως και γνωρίζουν υπεραισθητώς και υπερνοητώς την δόξαν της Αγίας Τριάδος.
Και είπον.8 Ότι ταύτα αναφέρονται εις την άκτιστον φύσιν και τας ακτίστους ενεργείας του Λόγου είναι η διδασκαλία τώς Πατέρων.2 Ακολουθούντες τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας εν προκειμένω οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι άγιοι Ιλάριος Πηκτάβων3 και Αμβρόσιος Μεδιολάνων επικαλούνται την ερμηνείαν ταύτην της προς τον Ησαΐαν θεοφανείας κατά τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην. η μεν αρχαιοτέρα (εννοεί των Εβραίων) παράδοσις τον Πατέρα είναι λέγει τον οφθέντα.9 Β' Η Παλαιά Διαθήκη ως βάσις της Καινής Πρέπει να τονισθή όμως ότι ταύτα δεν σημαίνουν ότι οι προφήται δεν εγνώρισαν τον Πατέρα. 9‐10). ίνα ο λόγος Ησαΐου του προφήτου πληρωθή όν είπεν. Δια τούτο ουκ ηδύνατο πιστεύειν. Και επήρθη το υπέρθυρον από της φωνής. ίνα αποδείξη το άκτιστον και του Αγίου Πνεύματος εναντίον του Ευνομίου ως εξής. Περί τούτου ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σαφώς μαρτυρεί αναφερόμενος εις την υπό του Ησαΐα θεοπτίαν εν τω κεφ. 6 του βιβλίου αυτού ως υπ' αυτού θέαν του Λόγου. ότι άνθρωπος ών και ακάθαρτα χείλη έχων. ότε είδε τον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου. εν τη γενομένη αυτώ προς τους Ιουδαίους κατά την Ρώμην δημηγορία. Και ο βραχίων Κυρίου τίνι απεκαλύφθη. άγιος.γινώσκετε αυτόν και εωράκατε"."1 Ο Ησαΐας περιγράφει την υπ' αυτού θέαν ταύτην της δόξης του Χριστού ως εξής. Ταύτα είπεν Ησαΐας ότε είδε την δόξαν αυτού και ελάλησε περί αυτού. και ιάσομαι αυτούς (Ησ. 96 .25‐28). τετύφλωκεν αυτών τους οφθαλμούς και επώρωσεν αυτών την καρδίαν. ότι ταύτα είπεν Ησαΐας.7 Ταύτα βασίζονται εις το γεγονός ότι ο Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του Πατρός και ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ του Αρχετύπου Πατρός και της Εικόνος Αυτού εκτός από τας υποστατικάς ιδιότητας. ότι κατανένυγμαι. τις επίστευσε τη ακοή ημών. ου απέθανεν Οζίας ο βασιλεύς. Κύριε. ίνα μη ίδωσιν τοις οφθαλμοίς και νοήσωσιν τη καρδία και στραφώσιν. ότι πάλιν είπεν Ησαΐας. Ότε φησίν. εις τον Κύριον αναφέρει την προφητείαν. Ο δε Γρηγόριος Νύσσης συνοψίζει την εν προκειμένω διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως χρησιμοποιών την ερμηνείαν του Ιωάννου αλλά και του αποστόλου Παύλου. άγιος Κύριος Σαβαώθ. άγιος. ίνα αποδείξουν το άκτιστον του Λόγου κατά των Αρειανών. "ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα". εν μέσω λαού ακάθαρτα χείλη έχοντος εγώ οικώ και τον Βασιλέα Κύριον Σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου". δηλαδή του Χριστού. και ελάλησε περί Αυτού. "αλλά και έτι δια του προφήτου Ησαΐου περί της γενομένης αυτώ θεοφανείας. ω τάλας εγώ. είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου και πλήρης ο οίκος της δόξης αυτού. έξ πτέρυγες τω ενί και έξ πτέρυγες τω ενί. ο δε Ευαγγελιστής Ιωάννης.8α οίτινες κατεπολέμησαν τους ισχυρισμούς των Μοναρχιανών ότι αναφέρονται εις την ανθρωπίνην φύσιν του Λόγου. Και Σεραφείμ ειστήκεισαν κύκλω αυτού. "καί εγένετο του ενιαυτού. 6. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν ο Λόγος είπεν. "Τοσαύτα δε αυτού σημεία πεποιηκότος έμπροσθεν αυτών ουκ επίστευον εις αυτόν. ής εκέκραγον. και ο οίκος επλήσθη καπνού. Τουναντίον η Καινή Διαθήκη σαφώς διδάσκει ότι οι προφήται εγνώρισαν τον Θεόν εν Χριστώ και προ της ενσαρκώσεως Αυτού. διότι τάχα ο Χριστός δεν είχεν ακόμη γεννηθή. πλήρης πάσα η γη της δόξης Αυτού. καλώς είπε περί υμών το Πνεύμα το Άγιον. λέγων περί των μη πεπιστευκότων Ιουδαίων τας τω προφήτη ρηθείσης περί του Κυρίου φωνάς. (Πράξεις 28. ταις δε δυσί κατεκάλυπτον τους πόδας και ταις δυσίν επέταντο και εκέκραγεν έτερος προς τον έτερον και έλεγον. ότε είδε την δόξαν Αυτού. Ο δε μέγας Παύλος τω Αγίω Πνεύματι τον αυτόν τούτον λόγον προσεμαρτύρησεν. και ταις μεν δυσί κατεκάλυπτον το πρόσωπον.
Την αλήθειαν ταύτην ετόνισεν ο ίδιος ο Χριστός εις τους ακροατάς Του.ότι ακοή ακούσετε. Τονίζομεν δε ότι η μη χριστοκεντρική ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης δεν είναι μόνον εσφαλμένη. πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί". αλλά και πλάνη και αίρεσις. δηλαδή των προφητών. και πάντες το αυτό πνευματικόν έπιον πόμα. "μή δοκείτε ότι εγώ κατηγορήσω υμών προς τον πατέρα.9 και την τονίζει ολόκληρος η παράδοσις των Πατέρων10 και των Οικουμενικών11 και Τοπικών Συνόδων. Ευτυχώς που η Πεντάτευχος αναφέρει μόνον τρεις φοράς ως κεχρισμένον ή χριστόν τον αρχιερέα του Ισραήλ εις τα χωρία Λευιτικόν 4: 3. Ει δε τοις εκείνου γράμμασιν ου πιστεύετε.12 Μόνον εις τον Αυγουστίνον εξησθένησεν η διδασκαλία αυτή13 και μέσω αυτού η φραγκολατινική παράδοσις μέχρι σήμερον απεμακρύνθη από την ορθήν ταύτην χριστοκεντρικήν ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης.15 Τινές εξ αυτών ευρίσκουν μόνον επίγειον ανθρώπινον εις τους Εβραίους και Ιουδαίους. και πάσα θεοφάνεια.16 όπου περιγράφονται τα περί θυσίας καθήκοντα αυτού εν τη Σκηνή του Μαρτυρίου υπέρ των εαυτού αμαρτιών και των του λαού. δι' αυτής της Αγίας Γραφής. επί του Πατρός νοείται. και πάντες εις τον Μωυσήν εβαπτίσαντο εν τη νεφέλη και εν τη θαλάσση. περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν. Αυτή η διδασκαλία σαφώς μαρτυρείται και υπό του αποστόλου Παύλου ερμηνεύοντος τα σωστικά του Χριστού μυστήρια δια του Μωϋσέως εν τη Πεντατεύχω και ως αναγράφονται εις την Σοφίαν Σολομώντος. Είπεν αυτοίς ο Ιησούς. ότι οι πατέρες ημών πάντες υπό την νεφέλην ήσαν και πάντες δια της θαλάσσης διήλθον. Είπαν ουν οι Ιουδαίοι προς αυτόν.8 την ετόνισαν οι απόστολοι. ότι πάσα οπτασία θειοτέρα. και είδεν και εχάρη. Θα ήτο παράλογον να πιστεύση κανείς ότι ο Χριστός ανεφέρετο εις τα 97 . Ει γαρ επιστεύετε Μωϋσεί. έστιν ο κατηγορών υμών Μωϋσής. ήτις εύρε τόπον εις την Καινήν Διαθήκην. και ου μη συνήτε. πώς τοις εμοίς ρήμασιν πιστεύετε.5. έπινον γαρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας. ήτοι ως εξής. αμήν αμήν λέγω υμίν.6 Ουδαμού της Καινής Διαθήκης υπάρχει η ελαχίστη υποψία ότι η περί Θεού διδασκαλία του Χριστού και των αποστόλων διαφέρει από αυτήν της Παλαιάς Διαθήκης. και πάς λόγος εκ προσώπου Θεού λεγόμενος. πεντήκοντα έτη ούπω έχεις και Αβραάμ εώρακας. είναι ότι εις την περί Χριστού έρευναν της Παλαιάς Διαθήκης έχουν σχεδόν περιορισθή εις τα χωρία τα αναφερόμενα εις τον Χριστόν ως Μεσσίαν και προσπαθούν να εύρουν την πηγήν και την αιτίαν της περί προϋπάρχοντος Χριστού διδασκαλίας της Καινής Διαθήκης εις τας περί εσχατολογίας διδασκαλίας των Ιουδαίων. "Αβραάμ ο πατήρ υμών ηγαλλιάσατο. Παντού ο Χριστός και οι απόστολοι ταυτίζουν τον Λόγον και τον Πατέρα Αυτού με τον Θεόν και Κύριον της Δόξης των προφητών εν τη Παλαιά Διαθήκη. δεικνύς. η δε πέτρα ήν ο Χριστός". αδελφοί. όσον αφορά εις τας αντιλήψεις αυτών περί Μεσσία. και πάντες το αυτό πνευματικόν βρώμα έφαγον."14 Το μεγαλύτερο σφάλμα το οποίον διαπράττουν μέχρι σήμερον οι σύγχρονοι κυρίως ερμηνευταί εις την Δύσιν.7 Ο χριστοκεντρικός ούτος χαρακτήρ της Παλαιάς Διαθήκης μαρτυρείται υπό της Καινής Διαθήκης διότι ο αποκαλύπτων εν Εαυτώ τον Θεόν εν Πνεύματι εν ταις δύο Διαθήκαις είναι ο Αυτός Χριστός. και επί του Υιού. "ου θέλω γαρ υμάς αγνοείν. και επί του Πνεύματος του Αγίου". επιστεύετε αν εμοί. εις όν υμείς ηλπίκατε. ως οίμαι. ίνα ίδη την ημέραν την εμήν. αφού ο Χριστός ο ίδιος ηρμήνευσεν ούτω την Παλαιάν Διαθήκην εις τους μαθητάς του και εις τους Ιουδαίους. Γράφει ο απόστολος των Εθνών.5 Το ότι αι θεοπτίαι των προφητών ήσαν φανερώσεις της δόξης του Θεού δια του Χριστού μαρτυρείται υπό του Λόγου λέγοντος.16 άλλοι δε νομίζουν ότι ευρίσκουν και ουράνιον προϋπάρχοντα Μεσσίαν εις ομάδα Ιουδαίων17 και φαντάζονταί τινες ότι το περί Αγίας Τριάδος δόγμα εξελίχθη από αυτήν την παράδοσιν.
Εις το εν λόγω θέμα υπήρχε."42 Τί άλλο νόημα δύνανται να έχουν τα προς Ναθαναήλ ρηθέντα του Φιλίππου. αναφέρομεν το εξής χωρίον από διασωθέντα Λατινιστί αποσπάσματα. όσον αφορά εις τους Ιουδαίους. "Ει γαρ επιστεύετε Μωϋσεί. Εναντίον των δύο οι Ορθόδοξοι ως έκαμεν ο ίδιος ο Χριστός και οι απόστολοι Αυτού.19 Προσοχής άξιον είναι ότι ο Τρύφων ο Ιουδαίος και οι μετ' αυτού πρεσβύτεροι εδέχοντο ως διακρινόμενον από τον Θεόν το πρόσωπον του Αγγέλου της Δόξης και την θεότητα Αυτού. ως ενεφανίζετο εις τας προς τους προφήτας θεοφανείας και ωδήγει μέσω των πατριαρχών και του Μωϋσέως τον περιούσιον λαόν εις την γήν της επαγγελίας δια της καταστροφής των εχθρών αυτού.23 Όσον αφορά εις την χρήσιν της ερμηνείας ταύτης εναντίον των Γνωστικών παραθέτομεν ως παράδειγμα τον άγιον Ειρηναίον Λουγδούνων. "ερευνάτε τας Γραφάς.λ. εις ανατροπήν των τοιούτων ισχυρισμών. Λουκ.21 αλλά ουχί την ταύτισιν Αυτού μετά του Χριστού ούτε της Παλαιάς ούτε της Καινής Διαθήκης. και οδηγών τον Ιακώβ κατά την πορείαν. τον Μεγάλης Βουλής Άγγελον. διότι ο Υιός του Θεού είναι εμφυτευμένος παντού εις τα γραφόμενά του. της Παλαιάς Διαθήκης. αν και οι μεν εδέχοντο τον Χριστόν ενώ οι δε τον απέρριπτον. και προλέγοντα την δι' Αυτού σωτηρίαν. Ο άγιος Ειρηναίος αναφέρει πώς οι Γνωστικοί βασίζονται εις χωρία. δηλαδή οι προφήται δεν εγνώριζον τον αληθινόν Θεόν. βάσει όμως διαφορερικών αρχών. Οι Γνωστικοί ισχυρίζοντο ότι ο Θεός του Χριστού ουδεμίαν σχέσιν έχει με τον δημιουργόν Θεόν της Παλαιάς Διαθήκης. 10:22. και εκείναί εισιν αι μαρτυρούσαι περί εμού. Περί της εν προκειμένω ερμηνείας. όταν επρόκειτο να φάγη μετ' αυτού.18 Πολύ πιο λογικόν είναι να πιστεύση κανείς εις την ερμηνείαν του αποστόλου Παύλου και του Ευαγγελιστού Ιωάννου περί του ασάρκου Χριστού ή Λόγου ή Κυρίου της Δόξης εν τη Παλαιά Διαθήκη. Περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν".43 Πρέπει να τονισθή δεόντως ότι ο Χριστός προϋπάρχει της γεννήσεως Του εκ της Θεοτόκου ουχί ως Μεσσίας. κ. αλλά ηπατήθησαν υπό του κατωτέρου δημιουργού Θεού. τας οποίας παραθέτει ο άγιος Ειρηναίος.. Το όνομα Χριστός αποδίδεται εις τον Λόγον εκ της ανθρωπίνης φύσεως Αυτού και ως εκ τούτου είναι φυσικόν να μη υπάρχουν εις την Παλαιάν Διαθήκην χωρία περί προϋπαρχούσης ανθρωπίνης φύσεως του Μεσσία ή του Χριστού. ει μη ήσαν από τον ένα και τον ίδιον Πατέρα. "όθεν και ο Ιωάννης διηγείται δεόντως ότι ο Κύριος είπεν εις τους Ιουδαίους. μία ομοιότης μεταξύ Γνωστικών και Εβραίων.40 και ομιλών μετά του Μωϋσέως από την Βάτον.π. ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν.37 εις άλλην ερωτών περί του Αδάμ. δίδων εις αυτόν τα μέτρα (τής Κιβωτού). επιστεύετε αν εμοί.". αλλά ως Λόγος και Άγγελος του Θεού ή Κύριος της Δόξης κ. 11:27.λ.. και οι Ιουδαίοι ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης ουδεμίαν σχέσιν έχει με τον Χριστόν της Καινής Διαθήκης. ως Ματθ.36 εις άλλην εποχήν με τον Νώε. Μεταξύ των πολλών αποδείξεων. επιστεύετε αν εμοί.38 εις άλλην επιφέρων την κρίσιν επί των Σοδομιτών. την μίαν εποχήν μάλιστα ομιλών μετά του Αβραάμ. δύναταί τις να διαβάση τον προς Τρύφωνα διάλογον του Ιουστίνου του Μάρτυρος. και ου θέλετε ελθείν προς με ίνα ζωήν έχητε". 35 χωρίς αμφιβολίαν. περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν".34 Πώς λοιπόν εμαρτύρησαν αι Γραφαί περί Αυτού.π.39 και πάλιν. εταύτιζον τον Χριστόν με τον Άγγελον της Δόξης τον Κύριον της Δόξης. γενόμενος ορατός. ίνα αποδείξουν ότι προ της ελεύσεως του Χριστού ο κόσμος και ιδίως οι Εβραίοι. Το προϋπάρχον είναι 98 . διδάσκοντα τους ανθρώπους προ της ελεύσεως του Υιού Αυτού.χωρία ταύτα όταν είπεν. "όν έγραψεν Μωϋσής εν τω νόμω και οι προφήται ευρήκαμεν .41 Και θα ήτο ατελεύτητον να διηγηθώμεν τον Υιόν του Θεού φανερούμενον υπό του Μωϋσέως.22 Επίσης αξιοπρόσεκτον είναι το γεγονός ότι και ο Φίλων ο Ιουδαίος ταυτίζει τον Λόγον του Θεού με τον Άγγελον της Δόξης ή Κύριον της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης. "ει γαρ επιστεύετε Μωϋσεί.
η Καινή Διαθήκη ονομάζει τον Κύριον της Δόξης και Μεγάλης Βουλής Άγγελον της Παλαιάς Διαθήκης Χριστόν και ως εκ τούτου ο Λόγος κατά την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν ονομάζεται Αρχιερεύς. καθ' ήν θεωρούν αδύνατον να υπάρχη εις την Παλαιάν Διαθήκην η Αγία Τριάς. αποδίδονται εις τον Χριστόν ή τον Λόγον. εν τη Παλαιά Διαθήκη. εφόσον ο Χριστός και ο Λόγος κατά την υπόστασιν είναι ταυτόν. Δια τούτο περιωρίσθησαν εις την ανεύρεσιν της ανθρωπίνης μόνον φύσεως του Μεσσία εν τη Παλαιά Διαθήκη και εις τυχόν ενδείξεις περί προϋπάρχοντος Μεσσία ή Υιού ανθρώπου εις αυτήν ή και εις απόκρυφα έργα. έστω και εν προϋπαρχούση μορφή. το βλέπουν ως αποτέλεσμα στοχαστικών προσπαθειών και αλληλοσυγκρούσεων ορθοδόξων και αιρετικών. Πάντα τα ονόματα. Ο Κύριος της Δόξης έγινε Χριστός ή εσαρκώθη εκ της Θεοτόκου και ως εκ τούτου εν τη Καινή Διαθήκη έγιναν τα ονόματα Λόγος και Κύριος ταυτόν με το Χριστός και ούτως αναδρομικώς μεταφέρεται υπό της Καινής Διαθήκης το όνομα Χριστός εις τον Θεόν του Αβραάμ. κ.[48] Τούτο διότι ως Αγίαν Τριάδα θεωρούν μόνον το σχήμα το οποίον επήρεν η περί Αυτής διδασκαλία κατά την περίοδον της πατερικής αντιμετωπίσεως διαφόρων αιρέσεων. της Καινής Διαθήκης και της ιστορίας της περί αυτού ορολογίας. Επίσης και τα ονόματα Προφήτης και Ιερεύς είναι ονόματα της ανθρωπίνης φύσεως τα οποία τη αντιδόσει των ιδιωμάτων αποδίδονται εις τον Λόγον. τα θεία και τα ανθρώπινα. Γ' Η Βασιλεία του Θεού Ίσως το σπουδαιότερον σημείον το οποίον συνετέλεσεν εις την εξαφάνισιν εκ της φραγκολατινικής παραδόσεως της θεωτικής προϋποθέσεως του περί Αγίας Τριάδος δόγματος και εις την ως εκ τούτου εσφαλμένην περί του εν λόγω δόγματος ερμηνείαν της Παλαιάς. Δηλαδή αντί να βλέπουν το δόγμα εξ επόψεως του μυστηρίου της θεώσεως. Συνεπεία της υποστατικής ενώσεως και της αντιδόσεως των ιδιωμάτων των δύο εν τω Λόγω φύσεων. ιδιοποίησε τον τίτλον τούτον γενόμενος φύσει άνθρωπος εκ της ρίζης Ιεσσαί και ως εκ τούτου Μεσσίας. Το όνομα Βασιλεύς του Ισραήλ αναφέρεται και εις την θείαν φύσιν. όπου όμως το όνομα Χριστός δεν χρησιμοποιείται δια τον Θεόν ή τον Κύριον της Δόξης. Πάντως είναι γεγονός ότι έχει κυριαρχήσει επί των δυτικών ερμηνευτών έν είδος μονοφυσιτισμού ως αποτέλεσμα της ισχυράς προκαταλήψεως αυτών.τ. του Ισάακ και του Ιακώβ.46 Ούτως ο Λόγος. "τρία πρόσωπα ή υποστάσεις". Προφήτης και Βασιλεύς. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η Παλαιά Διαθήκη ήτο υποχρεωμένη να ονομάζη τον Κύριον και Χριστόν. δι' ου ο Θεός εν Πνεύματι αποκαλύπτει Εαυτόν εις τους προφήτας.λ. εν τη Παλαιά Διαθήκη. "ομοιούσιος". Ασφαλώς ο Μεσσίας εις την Παλαιάν Διαθήκην ως τίτλος ανήκει εις επιγείους ιερείς.η θεία φύσις του Λόγου ή του Χριστού. 49 Εφ' όσον ταύτα δεν ευρίσκονται δι' αυτούς εις την Παλαιάν Διαθήκην. Δηλαδή έχουν γίνει Μονοφυσίται εφόσον δέχονται πλέον ως δόγμα την μη ύπαρξιν της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίαν προ των στοχαστικών δήθεν προσπαθειών των Πατέρων της Εκκλησίας το οποίον επιβάλλει εις αυτούς την έρευναν της κτιστής φύσεως του Χριστού. αλλά και εις την εκ της ρίζης Ιεσσαί πηγάσασαν ανθρωπίνην φύσιν του Χριστού.44 βασιλείς. Εν άλλαις λέξεσιν η ιστορία του δόγματος δι' αυτούς συνίσταται εις την βαθμιδόν εμφάνισιν των όρων "μία ουσία". "ομοούσιος".45 και προφήτας. ως του Ενώχ.47 Έχει επικρατήσει η ίδια προκατάληψις όσον αφορά και την Καινήν Διαθήκην. Το ίδιο γίνεται και με τα ονόματα Υιός του ανθρώπου και Υιός του Θεού μετά την ενσάρκωσιν. "Αγία Τριάς". είναι η υπό του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων καταβίβασις της βασιλείας του Θεού εις κτίσμα και η ταύτισις αυτής μετά της εκκλησίας ή του λαού του Θεού. δεν δύνανται να υποπτευθούν ότι ο Χριστός ως το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος είναι η εν τη Παλαιά Διαθήκη Εικών ή ο Άγγελος του Θεού.1 99 . ότε σάρξ εγένετο. το μεν αποδίδεται εις την ανθρωπίνην φύσιν το δε εις την θείαν φύσιν του Χριστού. αλλά δια πολλούς ούτε εις την Καινήν. ενώ μετά την ενσάρκωσιν χρησιμοποιείται. εφόσον ο Κύριος της Δόξης είναι ο Βασιλεύς του Ισραήλ.
ου του νού χείρων. δι' ής ο Θεός σώζει και θεοί και δοξάζει. Επίσης δύναται να έχη κοσμολογικόν. Δια τούτο εις την Καινήν Διαθήκην η έλευσις της βασιλείας δεν ταυτίζεται με έλευσιν καταστάσεως αποκαταστάσεως. δι' ής ο Θεός καταστρέφει τους εχθρούς Του και σώζει τον λαόν Του. ίνα χωρηθή μετρίως γούν γεννητή φύσει. αλλά τοις εστηκόσι μετά του Κυρίου. και πανταχού εστιν η βασιλεία αυτού. αλλά πολλώ κρείττων και υψηλοτέρα. Ο ίδιος ο Χριστός και οι απόστολοι εντός των πλαισίων τούτων εμφανίζονται υπό δυτικών ερμηνευτών ως μη όντες βέβαιοι περί του χαρακτήρος και του χρόνου της βασιλείας και της πραγματοποιήσεως αυτής εν τη ιστορία ή και πέραν της ιστορίας. Δηλαδή δεν διακρίνουν μεταξύ της αποκαταστάσεως και της θείας δυνάμεως. δηλονότι της φυσικής ημών ταπεινότητος υπεραναβιβαζομένοις. Βασικόν λάθος των Δυτικών τούτων είναι ότι ταυτίζουν την βασιλείαν του Θεού με αποκατάστασιν τινα του λαού του Θεού. και όσον ασφαλές ο αχώρητος". ως διδάσκουν οι Παπικοί μέχρι σήμερον.Εξ αιτίας της εξελίξεως ταύτης ενεφανίσθησαν αι νέαι περί εβραϊκής και ιουδαϊκής εσχατολογίας θεωρίαι των νεωτέρων ερμηνευτών.5 Εν συνεχεία ο Παλαμάς επιτίθεται κατά της δυτικής προελεύσεως επί του θέματος αιρέσεως του Βαρλαάμ ούτως. αλλά δηλοί την φανέρωσιν της αιωνίως υπαρχούσης δυνάμεως και χάριτος του Θεού και την υπό των ανθρώπων μέθεξιν της χάριτος ταύτης. ή μία μελλοντική ελπίς επικρατήσεως της βασιλείας. ήτις ενεργεί την αποκατάστασιν. Ου γίνεται τοιγαρούν και απογίνεται. κατά τον ειπόντα φαντάζεται. έως αν ίδωσιν την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει. καθρεπτίζοντα τα επικρατούντα μεταξύ των Ιουδαίων κατά τα χρόνια του Χριστού και των αποστόλων. ου το άλλοθεν αλλαχόσε παραγίνεσθαι δηλοί. Αι εν λόγω θεωρίαι προϋποθέτουν ότι η βασιλεία είναι κάτι το οποίον ο Θεός ή ο Χριστός ιδρύει εν χρόνω. "εισί τινες των ώδε εστηκότων.χ. επεί και δια τούτο Θεός εν όρει. ή πολιτικόν. ώστε το έρχεσθαι την αυτού βασιλείαν. "η δε τοιαύτη φαντασία. και τούτοις αναφερομένοις υπό του λόγου πρότερον εις το όρος υψηλόν. είναι η δύναμις η άκτιστος του Θεού. ότε οι τρεις πρόκριτοι των αποστόλων. Εις την Παλαιάν Διαθήκην π. ή στρατιωτικόν. τουτέστι τοις εστηριγμένοις εν τη πίστει αυτού και τοις κατά Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην. οίτινες ου μη γεύσονται θανάτου.4 Συνοψίζων την εν προκειμένω διδασκαλίαν της Ιεράς Παραδόσεως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει. Πανταχού εστιν ο του παντός βασιλεύς. αλλά το φανερούσθαι ταύτην τη δυνάμει του θείου Πνεύματος. Ούτω και η βασιλεία του Θεού. ουδ' 100 . ή μία πνευματικώς πραγματοποιημένη παρούσα πραγματικότης. τα ιστορικά σωστικά γεγονότα εν τη ιστορία του Ισραήλ διακρίνονται σαφώς από την άκτιστον δόξαν του Θεού. ότι εισίν τινές των ώδε εστηκότων οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσιν την βασιλείαν του Θεού εληλυθείαν εν δυνάμει"3 καθ' όλους τους Πατέρας της Εκκλησίας εξεπληρώθη εις την αμέσως και εις τους τρεις σήμερον συνοπτικούς λεγομένους Ευαγγελιστάς επακολουθήσασαν Μεταμόρφωσιν του Χριστού. ήτις δύναμις ουχ απλώς τοις τυχούσιν εγγίνεται. Ούτω δύναται να είναι ή η Εκκλησία. αλλά δεν είναι κτιστή κατάστασις αποκαταστάσεως. η ομόφωνος ερμηνεία των Πατέρων της αρχαίας περιόδου και ολοκλήρου της ελληνόφωνης ρωμαϊκής πατερικής παραδόσεως ταυτίζει την βασιλείαν του Θεού με την άκτιστον δόξαν και χάριν Αυτού. ο Πέτρος ο Κηφάς και οι υιοί βροντής Ιωάννης και Ιάκωβος μετά Μωϋσέως και Ηλία είδον την φυσικήν δόξαν και θεότητα του Χριστού. ήτις ταυτίζεται με την δόξαν Αυτού. ουδέ περιγράφεται. δια τούτο έλεγεν εληλυθυίαν εν δυνάμει. Ούτως.2 Ούτως η προφητεία του Χριστού "αμήν λέγω υμίν. το δε ημάς ανάγων εκ της κάτωθεν ταπεινώσεως. ή καθαρώς πνευματικοϋπερβατικόν χαρακτήρα. οίτινες ευρίσκουν διάφορα περί του θέματος ρεύματα εις την Καινήν Διαθήκην. ως εγγινομένη τη δυνάμει του θείου Πνεύματος. το μεν τοι καταβαίνων αυτός της οικείας περιωπής.
Τί εστι μετεμορφώθη. αλλ' όπερ ήν τοις οικείοις μαθηταίς εκφαινόμενος. επιχειρούσιν εις κτίσμα μη μόνον το φως εκείνο.. αλλ' ήν είχεν αφανώς λαμπρότητα ταύτην εφανέρωσεν. αλλ' όθεν τοις αγίοις η λαμπρότης του Θεού προσγενήσεται. Επεί δε και μεταμορφωθείς ο Κύριος έλαμψε.. ό μη συνιδόντες οι νυν εις τούτο βλασφημούντες. και εκ τυφλών εργαζόμενος βλέποντας. Ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. διό ουδέ προσευχής αυτός εδείτο. ει και δι' οφθαλμών σωματικών εώρατε. ταύτην δε πιστεύομεν είναι την των σωζομένων κληρονομίαν. εις τούτο με φέρει το μέτριον ενταύθα φέγγος της αληθείας. μετέβησαν οι του Κυρίου μύσται τη εναλλαγή των αισθήσεων. τρεις φύσεις επί του Χριστού δοξάσει. ολίγον της Θεότητος. και εις τους αιώνας έξει. ου εκ της θεότητος η δόξα φυσικώς προϊούσα. αλλά και ανταίρειν προηρημένοι. ου ό ουκ ήν προσλαβόμενος. τον θείως απορρήτως υπερλάμποντα όψονται Χριστόν. ως θείου φωτός γεννήματα. το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος έλαμψεν. Τις δε αυτοίς χρεία και Πνεύματος δυνάμεως. ου γαρ εστίν η βασιλεία του Θεού δούλη και κτιστή. αισθητική τε και κτιστή δυνάμει τους εκκρίτους των Αποστόλων ιδείν ωήθησαν το φως της του Κυρίου Μεταμορφώσεως. και ήξει πάλιν οίος ώφθη τοις μαθηταίς εν τω όρει. δια το ενιαίον της υποστάσεως. και ούτως είδον. όθεν δείκνυται πάλιν και το φως εκείνο της θεότητος όν επεί και ο θεολογικώτατος των Ευαγγελιστών Ιωάννης δια της Αποκαλύψεως εκφαίνει. και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών. αλλά και υπέρ νουν εκείνο φώς. ου τε και εφ' όσον εχαρίσατο τούτοις η του θείου Πνεύματος δύναμις. το γαρ Πνεύμα ερευνά και τα βάθη του Θεού"6 . και προς ολίγον χρόνον. άρα προσελάβετό τι φώς. ήν αυτοίς το Πνεύμα ενήργησε. ουδέ εις όπερ ουκ ήν μεταβαλλόμενος. ή ουκ επίστευσαν Παύλω λέγοντι. είπερ αισθητόν τε και κτιστόν. Ει δε αντί πάντων. λαμπρότητα Θεού και ιδείν και παθείν. Οράτε ότι και Μωϋσής μετεμορφώθη αναβάς εις το όρος. ουκούν της Θεότητός εστι το φως εκείνο και άκτιστον εστι. Φησίν ο Χρυσόστομος Θεολόγος. τουτέστιν αυτών ορώντων. και δια τούτο κατασπάν. και την του φωτός εκείνου. ου γαρ ήκουσαν. την τε θείαν και την ανθρωπίνην. Οι δε τον Έλληνα λόγον και την του κόσμου τούτου σοφίαν εφ' ημών αυχούντες. οίκοθεν είχε την λαμπρότητα εκείνην. ου τόπου χρεία και των τοιούτων. ο γαρ τούτο λέγων. αυτοί κάτω κείμενοι. δι' ής τα θεία τοις αξίοις αποκαλύπτεται. μόνη γαρ πάντων αβασίλευτος και αήττητος. Είχε δε υπό την σάρκα κεκρυμμένην την λαμπρότητα της φύσεως της θείας. και αντί φωτός πάντως. και εν βραχεία του όρους κορυφή. κατά τον λέγοντα. ό πρότερον ουκ είχεν."7 . και την δόξαν και την λαμπρότητα και το φως έδειξεν εκείνο. ότε ουκ αέρος. την του Θεού δόξαν και Βασιλείαν.8 Αλλ' έπαθε την Μεταμόρφωσιν. Άπαγε της βλασφημίας. κοινή και του σώματος εν Θαβώρ ενδείκνυτο. και όπως αυτοίς οφθήσεται υπεδείκνυ. αλλά και την δύναμιν του θείου Πνεύματος. αλλ' αντί πάντων κατά τον απόστολον ημίν έσται ο Θεός. "ά οφθαλμός ουκ είδε.. και ούτως είδε την δόξαν Κυρίου. θείω φωτί λαμπρυνούσης το σώμα..αισθητική δυνάμει υποπίπτει το φως της του Κυρίου Μεταμορφώσεως. το απόρρητον εκείνο φώς. και τοι αυτός ο κατά τούτο λάμψας.9 και ούτω φως όλοι γεγενότες θείον. και μηδέν υπέρ τα πρόσγεια νοείν δυνάμενοι. ως μέλλουσα και μένουσα 101 . Ούτω και δια τοιούτου φωτός. λάμψουσι γαρ και οι δίκαιοι ως ήλιος εν τη Βασιλεία του Πατρός αυτών. και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη. και της δι' αυτής προσθήκης ή εναλλαγής ομμάτων προ την του φωτός εκείνου θέαν. και ου θέμις φησίν ήρχθαι ή φθάνεσθαι υπό αιώνων ή χρόνων την του Θεού βασιλείαν. διανοίγων τούτων τα όμματα. Πώς δ' εν τη τοιαύτη δόξη και βασιλεία κατά τον μέλλοντα αιώνα ήξει ο Χριστός. .. και τοις πνευματικοίς ανδράσι επί των του Πνεύματος λόγων μη πειθαρχείν όλως. τοιγαρούν ουχ ετέραν. βασιλείαν τούτο καλέσας του Θεού. και ούς ουκ ήκουσε. και χρόνου παντός και αιώνος επέκεινα. ου φωτός. ουκ ενήργησε. άκτιστον όν προαπέδειξαν αυτό. αλλ' από της σαρκός επί το Πνεύμα τηνικαύτα. επεί και μετεμορφώθη Χριστός κατά τους θεολόγους. φως ακούοντες της επ' όρους του Κυρίου Μεταμορφώσεως. ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν. ημίν δε απεκάλυψεν ο Θεός δια του Πνεύματος αυτού. και τοις μύσταις έδειξε τον ενοικούντα Θεόν. εις το αισθητόν ευθύς και κτιστόν κατάγονται φώς. κατά τον ειπόντα. το τοις αποστολικοίς οφθαλμοίς εωραμένον. "παρήνοιξεν. και κατασπώσιν εις τούτο το άϋλον και ανέσπερον και αΐδιον και μη μόνον υπέρ αίσθησιν.. ως ευδόκησεν.
16. Αντιθέτως η εναλλαγή των όρων βασιλεία και δόξα φαίνεται σαφώς. όστις παραθέτει "έως αν ίδωσιν τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία αυτού". διότι συνοψίζει την περί των διαλαμβανομένων διδασκαλίαν των Πατέρων εντός μάλιστα των προϋποθέσεων της θεολογικής αυτών μεθόδου ως εκτίθεται εν περιλήψει εν τω δοκιμίω τούτω. ίνα μη νομισθή ότι επικαλούμεθα την αυθεντίαν των Πατέρων και των Συνόδων επί τω σκοπώ να ανακόψωμεν την κατά κοσμικήν φαντασίαν και μέθοδον πολυσπούδαστον περί των εν προκειμένω έρευναν των ορθοδόξων πνευματικών τέκνων των ετεροδόξων και ούτως επεμβαίνομεν εις την σπουδαίαν αντικειμενικήν δήθεν αυτών εργασίαν. ός έχει μεν λύχνον το σώμα.14 Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης παραθέτει το χωρίον Ιωάννου 2. της θεότητος παραδειξάσης τας ακτίνας αυτής". σημειώνωμεν το γεγονός ότι ουδείς εκ των αρχαίων θεολόγων και συγγραφέων εταύτισε ποτέ την βασιλείαν του Θεού με κτίσμα ή με αυτήν ταύτην την αποκατάστασιν του λαού του Θεού υπό οιανδήποτε μορφήν. Αρκετά έχουν κουράσει τους μαθητάς του Χριστού. Ως φαίνεται σαφώς από τα ανωτέρω λεχθέντα του Παλαμά.10 Άρ' ου φανερώς υπέδειξεν ημίν κακεί τον εν Θαβωρίω νυν μεταμορφωθέντα θείως Ιησούν. και νύξ ουκ έσται έτι". και φωτός ηλίου. τόσον μάλιστα. Αλλά και περί των ενοικούντων τη πόλει εκείνη ο αυτός φησιν ως. 9. των προφητών. Ο άγιος Θεόφιλος Αντιοχείας γράφει σαφώς περί του Κυρίου ότι "βασιλείαν εάν είπω. ίνα φαίνωσιν εν αυτή.19 Ταύτα υπενθυμίζουν τα υπό του Γρηγορίου του Θεολόγου λεχθέντα. ιστορικής και φιλολογικής επόξεως επιβάλλεται εις τους διαφωνούντας να αποδείξουν αυτοί το αντίθετον."12 Παραθέσαμεν δια μακρών την εν προκειμένω ερμηνείαν του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.εκείνη πόλις. Ο Ωριγένης επίσης βλέπει το Ματθ. Λουκ.1. ίνα φανή το άκτιστον του φωτός τούτου.15 Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς παραθέτει το χωρίον Μάρκου 9. παρ' ω ουκ έστι παραλλαγή. "εισί τινες των ώδε εστηκότων. δόξαν αυτού λέγω".17 Το ίδιον ο άγιος Ιλάριος Πηκτάβων18 και ο άγιος Αμβρόσιος. και ο λύχνος αυτής το αρνίον".21 102 . Παραπέμπομεν εις την επισήμως διατυπωθείσαν εν Συνόδοις διδασκαλίαν της Εκκλησίας και εις τα σχετικά περί αυτής Συμβολικά κείμενα τα δημοσιευθέντα εν τω δευτέρω τόμω του δοκιμίου τούτου εν σελ. Τί το άτρεπτον και ανέσπερον τούτο φώς. αντί δε φωτός την εκφανείσαν επ' όρους τοις συναναβάσι δόξαν της θεότητος. ή τροπής αποσκίασμα. ώστε από μόνης της επιστημονικής. "λαμπρότερος εαυτού εφαίνετο ο Κύριος. η γαρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν. όστις γράφει. "αρχή των σημείων ήν εποίησεν ο Ιησούς εν Κανά της Γαλιλαίας και εφανέρωσε την βασιλείαν των Ουρανών". άρ' ου της θεότητος. αποστόλων και αγίων Πατέρων με τας ανιστορήτους περί δήθεν βιβλικής εσχατολογίας θεωρίας των ετεροδόξων. δεν είχεν ακούσει ποτέ περί κτιστής βασιλείας του Θεού και ως εκ τούτου ενόμιζεν ότι ήρκει να αποδείξη την ταυτότητα του φωτός της Μεταμορφώσεως με την βασιλείαν του Θεού.11 αντικαθιστών εκ παραδρομής τον όρον "δόξαν Αυτού" με τον όρον "βασιλείαν των Ουρανών" ούτως.16 Τούτο διότι είδον απόστολοί τινες τον Χριστόν εν τη βασιλεία Αυτού εις την Μεταμόρφωσιν. "ου χρείαν έχει του ηλίου ουδέ της σελήνης. ότι Κύριος ο Θεός φωτίσει επ' αυτούς. οι ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι τον Υιόν του ανθρώπου εν δόξη". ότε ο Κύριος Ιησούς επί του όρους έλλαμψε με το φως της θεότητος Αυτού". Μαρκ. 9. 226‐342. "οι απόστολοι αληθώς είδον την δόξαν αυτήν.27 εκπληρωθέν εν τη Μεταμορφώσει του Κυρίου. "ουχ έξουσι χρείαν φωτός λύχνου. "φώς η παραδεχθείσα θεότης επί του όρους τοις μαθηταίς"20 ως και του Χρυσοστόμου. Αλλά.1 αντικαθιστών το "τήν βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει" με "τόν Υιόν του ανθρώπου εν δόξη" ούτως. Ο Λουκάς παραλείπει το "εληλυθυίαν εν δυνάμει" του Μάρκου ως κάμει και ο Ματθαίος.28. Τα αναφερθέντα ευρίσκονται κατεσπαρμένα εις τους Πατέρας της Εκκλησίας.11 Τί ουν το φως τούτο.
εις των οποίων τας αποφάσεις παρεπέμψαμεν. ούτε μνείαν τινα κάμνει της αναφερθείσης εν τω δοκιμίω τούτω ερμηνείας της Ιεράς Παραδόσεως. Κατά παρόμοιον τρόπον ασχολούνται με την βασιλείαν του Θεού χωρίς να υποπτευθούν ότι έχει κάποιαν σχέσιν με την Μεταμόρφωσιν.22 Όταν κανείς μελετήση και εννοήση την περί βασιλείας και δόξης του Χριστού διδασκαλίαν αυτήν και την σχέσιν αυτής με τας προς τους προφήτας και αποστόλους αποκαλύψεις του Χριστού εν τη Παλαιά και τη Καινή Διαθήκη. μεταξύ του ενσαρκωμένου Χριστού Λόγου και του Αγγέλου του Κυρίου. έχοντες ως προϋπόθεσιν ή τον παπικόν συνδυασμόν στοχασμού και βεβαιότητος ή τον προτεσταντικόν συνδυασμόν επιστημονικού στοχασμού και προσωπικής βεβαιότητος. την δόξαν του Θεού. ως ετονίσαμεν πολλάκις. οδηγεί αυτόν και τους συναδέλφους του εις το να ευρίσκωνται παρά πολύ μακράν της 103 . αυτοί θα το αντιληφθούν και μόνον. αποστόλων και αγίων. όχι μόνον αρχίζει να εννοή την απόλυτον θεολογικήν ενότητα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. τότε μόνον είναι και αντιληπτόν και έχει επιστημονικήν αξίαν. Προξενεί κατάπληξιν το γεγονός ότι οι δυτικοί θεολόγοι ασχολούνται με την Μεταμόρφωσιν χωρίς καν να υποπτευθούν ότι έχει κάποιαν σχέσιν με την βασιλείαν του Θεού. ή του Κυρίου της Δόξης ή του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου του Μωϋσέως και των προφητών. Τούτο απλούστατα. Η άγνοια ταύτη εν συνδυασμώ με το γεγονός ότι ούτε κατά φαντασίαν υποπτεύεται την ταυτότητα εις την πίστιν των αποστόλων καί. το σπουδαιότερον ακόμη. KÜMMEL. ότι εάν υπάρχη τί το αντιληπτόν. Ενώ παραθέτει και προσπαθεί να ερευνήση όλα τα περί βασιλείας σχετικά χωρία της Καινής Διαθήκης. VERHEISSUNG UND ERFÜLLUNG (Επαγγελία και Εκπλήρωσις). ούτε την πραγματικήν Χριστολογίαν της Καινής Διαθήκης αντιλαμβάνονται ούτε την σχέσιν των βιβλικών τούτων δογμάτων προς τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων ορθώς κατανοούν. Τούτο ισχύει δι' όλας τας δογματικάς διδασκαλίας των Πατέρων και των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. όταν αυτοί αντιλαμβάνονταί τι.23 το οποίον ασχολείται με όλας τας περί βασιλείας νεωτέρας θεωρίας των Δυτικών και προσφέρει συνθετικήν τινα λύσιν των εν προκειμένω δια τους δυτικούς προβλημάτων. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν δεν γνωρίζουν την ερμηνευτικήν κλείδα της Αγίας Γραφής.Πάντως η ανωτέρω ταύτισις και εναλλαγή των όρων δόξα του Θεού και βασιλεία του Θεού ή του Χριστού ως και η ταύτισις αυτών με το φως και τας ακτίνας της θεότητος δεικνύουν σαφώς το αδιάσπαστον της Ιεράς Παραδόσεως και την εν αυτή σαφή τοποθέτησιν των ανωτέρω του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και των αναφερθέντων Συνόδων του 14ου αιώνος. Ενδεικτική της γενικής περί βασιλείας του Θεού ερεύνης των σημερινών Δυτικών είναι το έργον του W. Ως εκ τούτου ούτε την περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίαν των προφητών δύνανται να ανιχνεύσουν. και την εν Θεώ θεωρίαν. Παρά ταύτα έχουν μίαν εωσφορικήν πεποίθησιν εις την επιστημονικήν των ικανότητα. αλλά και την ταυτότητα της θεολογίας της Αγίας Γραφής και της ορθοδόξου παραδόσεως. και ούτε φαίνεται πουθενά εις το έργον του ότι έχει τουλάχιστον υπ' όψιν την ερμηνείαν των αρχαίων και μεταγενεστέρων θεολόγων της Εκκλησίας. εφόσον ως ρίζαν και πηγήν έχει την πνευματικήν εμπειρίαν των θεουμένων. Γίνεται δε αντιληπτός και ο μη στοχαστικός και διαλεκτικός χαρακτήρ αυτής. εις την διδασκαλίαν του Ιδίου του Χριστού. διότι εξηφανίσθη εις την παλαιοτέραν φραγκικήν των παράδοσιν και δεν κατενοήθη η ρωμαϊκή (λατινόφωνη και ελληνόφωνη) πατερική παράδοσις περί Θεώσεως και ούτως ούτε η αποφατική θεολογία της Αγίας Γραφής κατανοείται πλέον. των θεουμένων προφητών. την αποκάλυψιν ή τας θεοφανείας. Παρά ταύτα οι απόγονοι των Φραγκολατίνων ελαχίστην σημασίαν δίδουν εις την πατερικήν παράδοσιν και την ερμηνευτικήν περί Αγίας Γραφής μέθοδον αυτής.
ήτις πτώσις επιτρέπει εις αυτούς να μη βλέπουν πλέον τας διαφοράς. Δηλαδή ο υπό ανθρώπων κατασκευασμένος αλάθητος καταργεί επισήμως πλέον την κλείδα του αλαθήτου της Ιεράς Παραδόσεως. G. G. αλλά το γεγονός ότι. αποσπούν τον θαυμασμόν Ελλήνων τινων θεολόγων εξ αιτίας της αυθεντίας των δυτικών Πανεπιστημίων εις άλλους επιστημονικούς κλάδους. 9. KÜMMEL ασχολούμενοι με την βασιλείαν του Θεού δεν λαμβάνουν υπ' όψιν την υπό της Ιεράς Παραδόσεως συσχέτισιν των χωρίων Ματθ. κυρίως δε του όρους Σινά. Λουκ. Αλλά τί να είπη κανείς δια τους ορθοδόξους θεολόγους.27 με την Μεταμόρφωσιν. Ενδεικτική της ελλείψεως επιστημονικής ακριβείας εις το αναφερθέν έργον του W. επειδή οι τοιούτοι κατέχουν έδρας δυτικών Πανεπιστημίων. 9. 104 .αγιογραφικής πραγματικότητος. Μαρκ. δεν είναι τούτο. ούτω κατά φυσικόν τρόπον ασχοληθέντες τινές με την Μεταμόρφωσιν δεν σχετίζουν δι' όλου την Μεταμόρφωσιν με την έλευσιν της πανταχού παρούσης ακτίστου βασιλείας του Θεού και Λόγου Χριστού. πώς δικαιολογείται η παράλειψις αυτή. Δηλαδή όπως ο επιστημονικός κόσμος της Ελλάδος αυτομάτως πλέον θαυμάζει τα δυτικά Πανεπιστήμια.25 Η εξ επόψεως της Ιεράς Παραδόσεως ανησυχητική κατάστασις της δυτικής θεολογίας γενικώς φαίνεται από την τελείως αντιπατερικήν πράξιν προ ολίγων ετών καταβιβάσεως της εορτής της Μεταμορφώσεως από Δεσποτικήν εις δευτερεύουσαν εορτήν υπό του Πάπα της Ρώμης.1. ούτως ο θαυμασμός αυτός φαίνεται επηρεάζει ωρισμένους θεολόγους αν και οι θεολόγοι της Δύσεως ουδεμίαν συμμετοχήν έχουν εις την γενικήν πρόοδον προς την ακρίβειαν της δυτικής επιστήμης. RIESENFELD έγραψε ολόκληρον βιβλίον περί της Μεταμορφώσεως εμπεριέχον παραδόξους θεωρίας. τας οποίας έβλεπον και βλέπουν τόσον σαφώς οι θεούμενοι. Τινές μάλιστα των Δυτικών πιστεύουν ότι τα περί Μεταμορφώσεως είναι εις την πραγματικότητα περί Αναστάσεως και εξετοπίσθησαν από την φυσικήν αυτών θέσιν. Αλλά το τραγικόν.28. χωρίς να συσχετίσουν αυτά με την εν Θεώ θεωρίαν των θεουμένων προφητών. Ούτως ο εν τη Δύσει σπουδαίος θεωρούμενος και τω όντι σπουδαίος επιστήμων H. εφόσον υποτίθεται ότι η Επαγγελία είναι η Παλαιά Διαθήκη και η Καινή η Εκπλήρωσις. Οι εκτός της παραδόσεως της θεώσεως θεολογούντες ορθόδοξοι και ετερόδοξοι αναποφεύκτως χρησιμοποιούν παρομοίας θεολογικάς μεθόδους και ομού διαφέρουν από την παράδοσιν των Πατέρων. και αγίων. Αφού το έργον επιγράφεται "Επαγγελία και Εκπλήρωσις". χωρίς καν να αναφέρη ως απλήν πληροφορίαν την όλως φυσικήν ερμηνείαν της πατερικής παραδόσεως και την υπ' αυτής συσχέτισιν της Μεταμορφώσεως μετά της φανερώσεως της ακτίστου βασιλείας και θεότητος του Χριστού εις τους εν λόγω τρεις αποστόλους κατά τα πρότυπα των θεοφανειών της Παλαιάς Διαθήκης. Όπως οι τύπου W. αποστόλων. Συνόδων και κάποιας συνειδήσεως της Εκκλησίας. KÜMMEL είναι η παντελής απουσία ευρετηρίου χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης. 16. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι ο σημερινός Οικουμενισμός ορθοδόξων τινών θεολόγων δεν είναι αποτέλεσμα της θεωτικής του Πνεύματος εμπνεύσεως αλλά άλλης τινός εμπνεύσεως και της πτώσεως εκ της παραδόσεως της θεώσεως και των θεουμένων. και περιορίζουν αυτά εις συζητήσεις περί της κατά τους νεωτέρους δυτικούς εσχατολογίας και περί Ιεραρχίας. Το αγιογραφικόν ευρετήριόν του περιορίζεται μόνον εις την Καινήν Διαθήκην. οίτινες κάμνουν ακριβώς τα ίδια σφάλματα και επί πλέον ασχολούνται με την βασιλείαν του Θεού και τα περί αλαθήτου της Εκκλησίας θέματα.
3 Τα νοήματα όμως είναι ακριβώς τα ίδια. Οι εκκινούντες από μόνον τα λεγόμενα σήμερον μεσσιανικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης. ουδέποτε θα καταλάβουν την εν Χριστώ αποκάλυψιν και την περί Αυτού μαρτυρίαν των θεουμένων προφητών. Ώστε ο ακούων τον Άγγελον ακούει τον Θεόν και ο θεωρών τον Άγγελον βλέπει τον Θεόν. ή ο Κύριος της Δόξης. δια της ανθρωπίνης Αυτού φύσεως ως και δια της φυσικής Αυτού δόξης και θεότητος ήν είχε πάντοτε εκ του Πατρός προ του τον κόσμον είναι. την κεκρυμμένην εν τη σαρκί Αυτού.6 Ο όρος Εικών του Θεού αναφέρεται εις το ορατικόν.12 Πάντα έχουν διπλήν σημασίαν και αναφέρονται ή εις τα έργα του Χριστού τα αποκαλύπτοντα την άκτιστον δόξαν και θεότητα Αυτού. Δι' Αυτού γίνεται ορατός και δι' Αυτού ακουστός και φανεροί Εαυτόν και ομιλεί εις τους προφήτας. και ο Κύριος ή Άγγελος της Δόξης να λέγηται Λόγος και Υιός του Θεού. Ακριβώς η ιδία διδασκαλία και φανέρωσις εις τους αποστόλους υπάρχει εις όλην την Καινήν Διαθήκην με την διαφοράν ότι επικρατεί εν Αυτή ο Θεός να λέγεται Πατήρ. Όπως ο Χριστός ή ο Άγγελος του Θεού. και συγχρόνως τα δύο πρόσωπα σαφώς διακρίνονται. αποστόλου Παύλου και Φίλωνος του Ιουδαίου εις την ταύτησιν του Λόγου και της Σοφίας και Εικόνος του Θεού μετά του Αγγέλου και του Κυρίου της Δόξης του εμφανισθέντος εις τους προφήτας. κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπον ο Ίδιος ο Χριστός απεκάλυψε τον Εαυτόν Του εις τους αποστόλους. Μία είναι πάντοτε η αποκαλυφθείσα δόξα του Θεού και του Αγγέλου του Θεού.4 Παραλληλισμός τις υπάρχει επίσης μεταξύ Ευαγγελιστού Ιωάννου. όσον αφορά εις την θείαν Αυτού φύσιν. όσον αφορά εις την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν.7 Ο όρος Σοφία εις τον νουν και την κατανόησιν και τον φωτισμόν.14 Το βιβλικόν σχήμα της αποκαλύψεως φαίνεται σαφώς από το γεγονός ότι ο Θεός αποκαλύπτει τον Εαυτόν Του δια του Αγγέλου Αυτού. Πάντως η διάκρισις των τριών Υποστάσεων της Αγίας Τριάδος και η ταυτότης της εν Αυτή δόξης και θεότητος μαρτυρείται υπό της Παλαιάς Διαθήκης. Αντί του όρου Λόγος1 του Ευαγγελιστού Ιωάννου ο απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί τον όρον Σοφία2 και Εικών του αοράτου Θεού. Ο μόνος δυνατός τρόπος κατανοήσεως της Καινής Διαθήκης είναι δια του παραλληλισμού των θεοφανειών αυτής με αυτάς της Παλαιάς Διαθήκης.5 Πάντως ο όρος Λόγος του Θεού αναφέρεται εις την εξαγγελτικήν ενέργειαν της υπό του Θεού αποστολής του Λόγου και ισοδυναμεί με τον όρον Άγγελος του Θεού της Πεντατεύχου και των προφητών. 8 Οι τρεις όροι μαζί αποδίδονται επανειλημμένος με τα "ακηκόαμεν"9 και "οίδαμεν"10 και "είδαμεν"11 ή "εωράκαμεν". Ολόκληρον το Ευαγγέλιον του Ιωάννου έχει ως προϋπόθεσιν τα τοιαύτα περί αποκαλύψεως του Θεού δια του Κυρίου της Δόξης εν τη Παλαιά Διαθήκη και κατά σαφή τρόπον ταυτίζει τον Χριστόν με τον Αποκαλύπτοντα τον Θεόν εις τους προφήτας.Δ' Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού Η μελέτη των προς Ιουδαίους και των αντιγνωστικών συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων και κυρίως της διδασκαλίας του Ιδίου του Χριστού και των αποστόλων αβιάστως πείθει ότι το δόγμα περί Αγίας Τριάδος είναι όχι μόνον η όλη προϋπόθεσις της διδασκαλίας του Χριστού. αποστόλων και αγίων.13 ή εις την άμεσον φανέρωσιν της φυσικής δόξης και θεότητος Αυτού δια της θεώσεως. και Χριστός και Υιός του ανθρώπου και του Δαβίδ. με την διαφοράν ότι η εν προκειμένω ορολογία του αποστόλου Παύλου έχει σαφή προηγούμενα εις την Σοφίαν Σολομώντος. αλλά και αυτό τούτο το βίωμα των θεουμένων φίλων του Χριστού. ενώ του Ιωάννου εις τας Παροιμίας. Τί άλλο νόημα έχουν τα 105 . ή ο Μεγάλης βουλής Άγγελος ή ο Κύριος Σαβαώθ απεκάλυψε την άκτιστον φυσικήν δόξαν Αυτού και εν Εαυτώ τον Θεόν εν Πνεύματι εις τον Μωϋσέα και εις τους προφήτας.
1) τα κοινά και 2) τα ακοινώνητα.. του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος.. Επομένως το γεγονός ότι ο Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του Αρχετύπου Πατρός. και ο θεωρών εμέ θεωρεί τον πέμψαντά με . αλλά συγχρόνως φαίνεται σαφώς η ομοιότης Αυτών. Εκτός της υποστατικής ιδιότητος της Πατρότητος και αυτής της Υιότητος ουδεμία διαφορά υπάρχει μεταξύ του Πατρός και του Υιού. καθότι ο Πατήρ ό. πρέπει να έχη πάντοτε υπ' όψιν την ουσιαστικήν διαφοράν μεταξύ ακτίστου και κτιστού εις την διδασκαλίαν των προφητών. ή 1) αι ακοινώνητοι υποστατικαί ιδιότητες 2) η κοινή ουσία και 3) η κοινή φυσική ενέργεια.. Ό.16 Πάντως από την Παλαιάν και από την Καινήν Διαθήκην φαίνεται σαφώς η διάκρισις ή και η διαφορά των δύο προσώπων ή υποστάσεων του Θεού και του Λόγου Αυτού.τι έχει κοινόν ο Πατήρ και ο Υιός έχει και το Πνεύμα το Άγιον. Αυτή η κατά πάντα απόλυτος ομοιότης μεταξύ του Πατρός και του Υιού σημαίνει επίσης πώς ό. και ελάλησεν περί αυτού . Το δόγμα περί Αγίας Τριάδος και ενσαρκώσεως του Λόγου εγένετο γνωστόν εις τους προφήτας και εις τους αποστόλους δια της αποκαλύψεως της φυσικής δόξης και θεότητος του Χριστού εις την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην. δηλαδή το γεγονός ότι ο Λόγος είναι κατά πάντα όμοιος και απαράλλακτος Εικών του Αρχετύπου Θεού Πατρός.λόγια "ταύτα είπεν Ησαΐας ότε είδε την δόξαν αυτού. Ίνα κατανοήση κανείς τα τοιαύτα εν τοις ορθοίς πλαισίοις αυτών.τι έχει έδωκε και εις τον Υιόν προ του τον κόσμον είναι.τι έχει ο Πατήρ έχει και ο Υιός. ο λαμβάνων εμέ λαμβάνει τον πέμψαντά με .... ώστε οι βλέποντες τον Χριστόν βλέπουν τον Πατέρα και οι ακούοντες τον Χριστόν ακούουν τον Πατέρα και οι γνωρίζοντες τον Χριστόν γνωρίζουν τον Πατέρα. και ταύτα ποιήσουσιν ότι ουκ έγνωσαν τον πατέρα ουδέ εμέ"15 Επίσης αι βιβλικαί περιγραφαί του Βαπτίσματος και της Μεταμορφώσεως του Χριστού είναι σαφώς αποκαλύψεις της μιας κατά πάντα φυσικής δόξης και θεότητος του Χριστού. νυν δε εωράκασιν και μεμισήκασιν και εμέ και τον πατέρα μου .. Δηλαδή η εμπειρία της θεώσεως. Ακριβώς το ίδιον ισχύει δια το Πνεύμα το Άγιον. ότι ο Λόγος είναι και Αυτός άκτιστος και Θεός κατά φύσιν ακριβώς όπως και ο Πατήρ. των προφητών και των αποστόλων. Επομένως κατά την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής υπάρχουν εν τω Θεώ δύο τινα ή τρία τινα..17 Αντί της υποστατικής ιδιότητος της Πατρότητος ο Υιός έλαβεν εκ της πατρικής υποστάσεως την υποστατικήν ιδιότητα της Υιότητος.. ότε όλοι οι σεσωσμένοι και κατ' 106 . ο πιστεύων εις εμέ ου πιστεύει εις εμέ αλλά εις τον πέμψαντά με. Δια της θεώσεως εγένετο γνωστόν 1) το άκτιστον της Αγίας Τριάδος και της ουσίας και των ενεργειών Αυτής ως και 2) το ακοινώνητον των ιδιοτήτων της Αγίας Τριάδος και 3) το κοινόν της απροσίτου και υπό των κτισμάτων αγνώστου θείας φύσεως και των μεθεκτών ενεργειών της Αγίας Τριάδος. Κατά την σαφή διδασκαλίαν του Χριστού ο άλλος Παράκλητος είναι διάφορον πρόσωπον ή διάφορος του Πατρός και του Υιού υπόστασις αλλά όμοιος κατά πάντα και Αυτός τω Πατρί και τω Υιώ. εδίδαξε ταύτα και συνεχώς ταύτα διδάσκει εις τους θεουμένους της Ιεράς Παραδόσεως μέχρι της συντελείας των αιώνων.. και κυρίως την ημέραν της Πεντηκοστής. εκτός μόνον από την Πατρότητα. δύναται να σημαίνη μόνον έν πράγμα. δηλαδή ότι μεταξύ του κτιστού και του ακτίστου ουδεμία ομοιότης υπάρχει. Τα τοιαύτα περί Θεού είναι γνωστά 1) δια της αποκαλύψεως της δόξης του Χριστού και των αρρήτων ρημάτων Αυτού αμέσως εις τους θεουμένους και 2) μέσω της διδασκαλίας και των έργων του Χριστού. Ιησούς δε έκραξεν και είπεν. ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα .
όταν γράφη. και εφ' όσον" λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. μία ουσία. οτεδήποτε.. τοις δια του πνεύματος οράν ηξιωμένοις και τούτοις μετρίως. δεν σημαίνει ότι δεν εγνώριζον ακριβώς και υπερνοητώς το μυστήριον της Αγίας Τριάδος.. Επίσης το γεγονός ότι η Αγία Γραφή δεν εμπεριέχει τους όρους τρεις υποστάσεις. Κύριος είς εστιν". του Μάρκου και του Λουκά εχρησιμοποιούντο εις την κατήχησιν των κατηχουμένων ενώ το Ευαγγέλιον του Ιωάννου εχρησίμευε μετά το βάπτισμα δια την τελείωσιν της κατήχησεως και την οδήγησιν των νεοφωτίστων δια του φωτισμού εις την θέωσιν. μη μετ' ευλαβείας ακούων των μόνοις εγνωσμένων τοις δι' αρετήν κεκαθαρμένοις 107 . μη μετ' ευλαβείας ακούων των προφητών λεγόντων λόγον και πνεύμα Θεού συναΐδιά τε και προαιώνια. "καί ουκ αισχύνονται ταύτα επί κατηχουμένων. Παραθέτομεν μίαν ωραιοτάτην σύνοψιν της πατερικής επί του θέματος ερμηνείας από τον Αγιορειτικόν Τόμον του 1340‐41. δοκών απηγορευμένων ακούειν τη ευσεβεία φωνών και της ανωμολογημένοις τοις ευσεβέσι φωνής εναντίον.άλλον τρόπον οι κολασμένοι θα καταντήσουν εις την επίγνωσιν της αληθείας ταύτης των θεουμένων. ουδέ πάντα αλλ' έστιν ότε. ενώ τα άλλα τρία Ευαγγέλια καθρεπτίζουν σαφώς την προ του βαπτίσματος κατήχησιν των εις Χριστόν πιστευόντων. φυσική και υποστατική ένωσις."20 Ούτω το δόγμα περί Αγίας Τριάδος υπάρχει σαφώς εις την Παλαιάν Διαθήκην.21 Το ότι οι προφήται δεν γράφουν περί της Αγίας Τριάδος με την σαφήνειαν της Καινής Διαθήκης. εθεωρούντο ως εις την τάξιν των μυστηρίων.λ. συνέσχεν αν τα ώτα. επί Ελλήνων τραγωδούντες τα μυστήρια . μία υπόστασις. "Ου παντός . δύο ενέργειαι. ομοούσιος. διότι συγκεντρώνει τα διδάγματα και την αποκάλυψιν του Χριστού ως είναι δυνατόν να διδαχθούν εις τους προς την θέωσιν βαδίζοντας φωτισμένους. "τά μεν αρτίως καθωμιλημένα και κοινή πάσιν εγνωσμένα και παρρησία κηρυττόμενα δόγματα του δια Μωϋσέως υπήρχε νόμου μυστήρια τοις προφήταις μόνοις εν πνεύματι προορώμενα. δύο θελήματα. συνεπεία μιας τάχα τοιαύτης βαθυτέρας κατανοήσεως. κ.τιδήποτε περί των μυστηρίων της πίστεως. Τούτο σημαίνει ότι δεν έγραφον όσα εγνώριζον αλλά όσα εχρειάζοντο και αναλόγως των αναγκών αλλά και της πνευματικής καταστάσεως των ακροατών και των αναγνωστών.τ. ως εν αρραβώνος μέρει. τα οποία δεν εδιδάσκοντο παρά μόνον εις τους οδεύοντας την οδόν της μυήσεως εις την εν Χριστώ ζωήν. δύο φύσεις. 19 Και κατά των Αρειανών ο Μέγας Αθανάσιος γράφει. διδόμενά τε και προορώμενα. και το γε χείριστον. 18 Ούτε οι προφήται. Η Παλαιά Διαθήκη και τα Ευαγγέλια του Ματθαίου. οπουδήποτε. δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία ωδηγήθη εις βαθυτέραν από την Αγίαν Γραφήν. τους αποστόλους και τους αρχαίους Πατέρας κατανόησιν της διδασκαλίας της Εκκλησίας και εις την διατύπωσιν των δογμάτων.. όταν κανείς ορθώς δια της χάριτος της θεώσεως αναγινώσκει Αυτήν και βλέπει τον Χριστόν εν Αυτή ως τον Κύριον της Δόξης και ούτω κατανοεί τί εννοεί ο απόστολος Παύλος. και οίς. το περί Θεού φιλοσοφείν . ουδέ πάντοτε. τα δ' επηγγελμένα τοις αγίοις αγαθά κατά τον αιώνα τον μέλλοντα της κατά το ευαγγέλιον πολιτείας εστί μυστήρια. "εσταύρωσαν τον Κύριον της Δόξης". κατηχούμενοι δέ. Πρέπει να τονισθή ότι τα δόγματα ταύτα τα γνωστά υπερνοητώς εις τους θεουμένους. Είναι φανερόν ότι το Ευαγγέλιον του Ιωάννου έχει τον ιδιότυπον αυτού χαρακτήρα. περίεργοι γενόμενοι.. "Κύριος ο Θεός σου. ουδέ πάσιν. Η υπό του Χριστού και των θεουμένων φανέρωσις των μυστηρίων του Θεού και της βασιλείας Αυτού εγένετο αναλόγως των πνευματικών καταστάσεων του ανθρώπου. ούτε ο Χριστός. Αλλ' ώσπερ εί τις τότε των Ιουδαίων. ούτε οι απόστολοι. ούτε οι άγιοι Πατέρες είχον την μέθοδον των συγχρόνων χριστιανών και θεολόγων να εξαγγέλουν και να συζητούν με οποιονδήποτε. και ο. σκανδαλίζωνται. ίνα μη Έλληνες μεν αγνοούντες γελώσι. Ου χρή τα μυστήρια αμυήτοις τραγωδείν.. δηλονότι της λεγούσης..22 ούτω και νυν τάχα αν πάθοι τις.
Πάντως είναι σαφές ότι πρέπει κανείς να πεισθή πρώτον περί της αυθεντίας και θεοπνευστίας των θεουμένων προφητών. όσοι τη τε των χρημάτων κτήσει και τη των ανθρώπων δόξη και ταις των σωμάτων ου καλαίς ηδοναίς δια την ευαγγελικήν απετάξαντο ζωήν. μίαν φύσιν. οι μεν αυτή τη πείρα μεμνημένοι. ως ει και τοις πέρασι της γης ύστερον εξεφάνη το τρισυπόστατον της Θεότητος.23 Δεδομένου του χαρακτήρος του υπέρ τον λόγον και τον νουν τούτου δόγματος και του γνωστού αυτού δια μόνης της θεώσεως και δια μόνης της εις τους θεουμένους πειθαρχίας φαίνεται σαφώς πώς η εξαγγελία των δογμάτων έχει καθαρώς σωστικόν και φωτιστικόν σκοπόν και γίνεται αναλόγως της πνευματικής καταστάσεως και δεκτικότητος του διδασκομένου. αλλά και την αποταγήν ταύτην δια της προς τους εν τη κατά Χριστόν ηλικία προηκόντας εβεβαίωσαν υποταγής εαυτοίς γαρ τω Θεώ δι' ησυχίας απεριμερίμνως σχολάσαντες και δια προσευχής ειλικρινούς υπέρ εαυτούς γενόμενοι και γεγονότες εν Θεώ δια της προς αυτόν μυστικής υπέρ νουν ενώσεως τα υπέρ νουν εμυήθησαν οι δε τη προς τους τοιούτους αιδοί και πίστει και στοργή". Αλλ' ώσπερ αύθις η των προρρήσεων εκείνων έκβασις. άκτιστον. σύμφωνα τοις φανεροίς ανέδειξε τα τότε μυστήρια. σύμφωνα τοις πάσιν εκφανήσεται τοις φανεροίς τα μυστήρια. Συνεδυάζετο το Σύμβολον της πίστεως μετά της τελικής προ του βαπτίσματος φάσεως της κατηχήσεως. Ούτω το Σύμβολον της πίστεως εδίδετο εις τους κατηχούμενους ολίγον τι προ του βαπτίσματος προς εκμάθησιν και μόνον μετά το βάπτισμα εκατηχείτο ο νεοφώτιστος περί των μυστηρίων της Εκκλησίας επί τω τέλει όπως οδηγηθή εις την θέωσιν. ασύνθετον. αποστόλων και αγίων και να υπαχθή εις αυτούς ως εις πνευματικούς πατέρας και ούτω να μυηθή αναλόγως των πνευματικών του καταστάσεων εις τα περί δογμάτων μυστήρια της πίστεως. Επίσης το Σύμβολον της πίστεως και οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων δεν εγένοντο κτήματα των υπ' αυτών καταδικασθέντων αιρετικών. Θεότητα τρισυπόστατον. και πιστεύομεν νυν εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα. ούτω και του μέλλοντος αιώνος εν καιροίς ιδίοις αποκαλυφθέντος. αποτελέσματα των υπέρ της κατανοήσεως των μυστηρίων της πίστεως στοχαστικών δήθεν προσπαθειών των θεολόγων της Εκκλησίας.24 Τούτο σημαίνει ότι αι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων ουδέποτε επροωρίζοντο να γίνουν αντικείμενα μελέτης υπό των αβαπτίστων και εκτός της Εκκλησίας ευρισκομένων. απλήν. τω λόγω της μοναρχίας μηδαμώς λυμαινόμενον. κηρυττομένων και των μυστικώς εν πνεύματι τοις αξίοις προφαινομένων. αλλά τοις προφήταις εκείνοις και προ της εκβάσεως των πραγμάτων ακριβώς εγινώσκετο. Τον ίσον άρα τρόπον ουδέ νυν τους λόγους της ομολογίας αγνοούμεν των τε παρρησία. ακριβώς όπως η Αγία Γραφή ούτω και τα υπό Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων εξαγγελθέντα δόγματα είναι αλάθητα και κατανοητά μόνον εντός της μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας και μόνον εν Αυτή ερμηνεύονται ως τα προς μίμησιν βιώματα των εν τη Εκκλησία θεουμένων. Πρέπει να τονισθή και εκ της επόψεως ταύτης ότι τα δόγματα της ορθοδόξου πίστεως δεν είναι. ως φαντάζονται οι απόγονοι των Φραγκολατίνων. αφού και οι ίδιοι οι αιρετικοί απέρριπτον ταύτα ως κακόδοξα. και τοις αυτοίς τηνικαύτα πειθομένοις ευπαράδεκτος ήν.μυστηρίων του Πνεύματος. αόρατον απερινόητον. κατά την άφραστον έκφρασιν του εν τρισί τελείαις υποστάσεσιν ενός Θεού. Η διατύπωσις των δογμάτων υπό των Πατέρων είναι έκφρασις και 108 . Δεί μέντοι κακείνο σκοπείν. αλλά η υπό των αγίων Πατέρων συνοδική κατοχύρωσις της ήδη αποκαλυφθείσης την Πεντηκοστήν και εν Χριστώ και τοις μυστηρίοις Αυτού υπαρχούσης πάσης αληθείας της υπό του Παναγίου Πνεύματος εις τους θεουμένους διδαχθείσης. Επομένως. ου μόνον δέ.
Μέγαν Αθανάσιον.κατοχύρωσις της εν Χριστώ μυστηριακής ζωής των θεουμένων και πιστών και ουδόλως διαφέρει το εκφρασθέν δια της διατυπώσεως ταύτης από το δόγμα της Αγίας Γραφής. Ουδέποτε εδέχοντο οι Πατέρες να συζητήσουν τα μυστήρια και τα δόγματα. παρουσιάζει ως τα θεμέλεια της πίστεως όσον αφορά εις τας προϋποθέσεις αυτής την αυθεντίαν των προφητών και των αποστόλων. οι Πατέρες κατέβαλλον πάσαν προσπάθειαν να αποδείξουν το ισόκυρον των προφητών και των αποστόλων και την ταυτότητα του Χριστού Λόγου εν σαρκί μετά του ασάρκου Κυρίου της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης. Γρηγόριο τον Θεολόγον. Ο πρώτος εντός της Εκκλησίας. Εις περίπτωσιν. κ. ως τα εγνώριζον οι μεμυημένοι. Λεόντιον Βυζάντιον. τον Γνωστικισμόν.τ. και εν συνδυασμώ με την αυθεντίαν αυτήν διδάσκει την ταυτότητα του ασάρκως και εν σαρκί αποκαλυφθέντος εις τους θεουμένους Κυρίου της Δόξης και δημιουργού του κόσμου. Τούτο ισχύει δι' όλας τας Οικουμενικάς Συνόδους και τους κατ' εξοχήν Πατέρας αυτών. Όλοι οι καταδικασθέντες υπό Οικουμενικών Συνόδων αιρετικοί εδέχοντο το ισόκυρον των προφητών και των αποστόλων και την ταυτότητα μεταξύ του Χριστού Λόγου και του Κυρίου της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης του εμφανισθέντος εις τους προφήτας και εν πνεύματι αποκαλύπτοντος εν Εαυτώ τον Θεόν. ήτις ως αποτέλεσμα θα είχε την καταστροφήν της προς την θέωσιν οδηγήσεως των πιστών. Επίσης απαιτεί προσοχήν μεγάλην το γεγονός ότι ο κύριος σκοπός των Οικουμενικών Συνόδων είναι η περί της ορθής πίστεως πληροφορία των κατηχουμένων και των πιστών υπό των θεουμένων και καθαιρουμένων πνευματικών ηγετών της Εκκλησίας έναντι μιας εντός της Εκκλησίας αναφυείσης αιρέσεως.λ. Σωφρόνιον Ιεροσολύμων. με ανθρώπους οι οποίοι δεν εδέχοντο πρώτον το κύρος και την αυθεντίαν των προφητών και των αποστόλων. Δια τον λόγον αυτόν ο θέλων πραγματικώς να υπεισέλθη εις τα πνευματικά μυστήρια των κατά των αιρετικών γραφομένων των αγίων Πατέρων. Κύριλλον Αλεξανδρείας. αλλά και εις την πνευματικότητα. Ιωάννην τον Δαμασκηνόν. το Ισλάμ κ. όστις εξετράπει απαραιτήτως από αυτήν την παράδοσιν ήτο ο Αυγουστίνος. Μέγαν Βασίλειο. Μάξιμον τον Ομολογητήν. οφείλει να διαβάση και να μελετήση και ασκητικά συγγράμματα αυτών περί καθάρσεως φωτισμού και θεώσεως. Γρηγόριον Νύσσης. Μόνον δια της θεμελειώσεως των ανωτέρω δύνανται οι ανήκοντες εις άλλα θρησκεύματα να μυηθούν εις τα πρώτα κατηχητικά στάδια της ορθοδόξου πίστεως. Ε' Η ερμηνευτική της Αγίας Γραφής και η διατύπωσις των δογμάτων Όταν η Εκκλησία αντιμετωπίζη εξωεκκλησιαστικάς θρησκευτικάς ομάδας ως τον Ιουδαϊσμόν. ως συνέβαινε με τους Ιουδαίους και τους Γνωστικούς. Όταν φθάσουν εις τα στάδια αυτά τότε εισάγωνται εις το βάπτισμα. ως αύτη εκφράζεται εις την Αγίαν Γραφήν. μετά το οποίον μυούνται εις τα μυστήρια της εν Χριστώ ζωής και των δογμάτων. Όταν δε συγκρίνη τις την διδασκαλίαν των αιρετικών προς αυτήν των Πατέρων εξακριβώνει ότι η διαφορά μεταξύ αιρετικών και ορθοδόξων δεν είναι μόνον εις το δόγμα. τον οποίον ηκολούθησαν οι Φράγκοι και εν συνεχεία οι 109 .λ. ότε ησχολούντο με θρησκευτικήν ομάδα αποδεχομένην το κύρος ή μόνον των προφητών ή μόνον των αποστόλων ή μερίδος μόνον των αποστόλων.τ. Ουδέποτε ενεφανίσθη όμως τοιαύτη ανάγκη αποδείξεως τούτου εντός των κόλπων της Εκκλησίας κατά τους αντιαιρετικούς αγώνας των Πατέρων κατά την εποχήν των Οικουμενικών Συνόδων.
οι σήμερον γνωστοί ως Δυναμικοί και Τροπικοί τοιούτοι. αλλά και οι φίλοι του Θεού λέγονται Θεοί. Μάλιστα αυτήν την ταύτισιν.2 Ιουδαίοι τινες ήσαν διατεθημένοι να αποδεχθούν τον Χριστόν ως τον αναμενόμενον Μεσσίαν. Πρέπει πάντως σοβαρώς να ληφθή υπ' όψιν το γεγονός ότι οι Μοναρχιανοί. οίτινες ως φίλοι εγνώριζον τον Χριστόν προ της ενσαρκώσεως Αυτού και εις την παράδοσιν ταύτην ανήκουν οι μαθηταί του Ιωάννου του Βαπτιστού και του Χριστού. οι Νεστοριανοί.4 Δηλαδή έναντι των ετεροδόξων ερμηνευτών η διάκρισις εις τας περί Μεσσία αντιλήψεις των Ιουδαίων δεν είναι ουσιαστικώς μεταξύ 1) επιγείου ανθρωπίνου και 2) προϋπάρχοντος ουρανίου Μεσσία. Δεν είναι τυχαίον πρόσωπον ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Η πραγματική διάκρισις είναι μεταξύ των αναμενόντων τον εν λόγω επίγειον άνθρωπον Μεσσίαν και των αναμενόντων την επέμβασιν του Κυρίου της Δόξης εντός της παραδόσεως των προφητών.1 Ο ισχυρισμός ούτος είναι ανιστόρητος και ανόητος. "Στραφείς δε ο Ιησούς και θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας λέγει αυτοίς τί ζητείτε. αν και δεν τον παραδέχονται οι Ιουδαίοι και τινες των Προτεσταντών ούτω. Εν πάση περιπτώσει όμως ουδέποτε ανέτρεψαν οι αναφερθέντες αιρετικοί το σχήμα του δόγματος τούτου περί αποκαλύψεως εν τη Παλαιά και Καινή Διαθήκη. διότι εν τοιαύτη περιπτώσει οι Πατέρες θα ανέτρεπον την διδασκαλίαν του Ιδίου του Χριστού και την προς τους θεουμένους αποκάλυψιν της θεότητος Αυτού. Δηλαδή παραδέχονται τον ισχυρισμόν ως υπό του Χριστού γενόμενον και συγχρόνως πιστεύουν ότι έκαμεν ο Χριστός λάθος πιστεύων ούτως. οι Μονοθελήται και Μονονεργήται και οι Εικονομάχοι. όλοι εδέχοντο το ισόκυρον των προφητών και των αποστόλων. Εκ του γεγονότος τούτου οι δυτικοί ιστορικοί των δογμάτων και μετ' αυτών Ρώσσοι τινές ισχυρίζονται ότι οι Πατέρες εγκατέλειψαν την περί ταυτότητος του Λόγου και του Αγγέλου του Κυρίου διδασκαλίαν των αρχαίων Πατέρων εξ αιτίας της αρειανικής έριδος. Βεβαίως εκάστη αίρεσις εδέχετο την διδασκαλίαν ταύτην της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως κατά τας προϋποθέσεις της και ούτω διέστρεφε την ακρίβειαν του εν λόγω δόγματος. οι Αρειανοί. α) Οι Ιουδαίοι και οι σύγχρονοι ετερόδοξοι ερμηνευταί Πάντως οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού και οι σύγχρονοι φιλελεύθεροι λεγόμενοι Προτεστάνται ερμηνευταί δεν έχουν καμμίαν αντίρρησιν εις τον περί του εαυτού Του ισχυρισμόν του Ιησού ότι είναι ο αναμενόμενος υπό των Ιουδαίων Μεσσίας ή Χριστός. Εκ των αρχαίων μόνον ο Αυγουστίνος ανέτρεψε το εν λόγω σχήμα καθ' αυτό. ως Θεοί κατά χάριν. Εκείνο το οποίον δεν ανέχονται είναι ο ισχυρισμός των Πατέρων ότι ο Χριστός εδίδασκε περί του εαυτού Του ως περί Θεού. Οι δε είπον αυτώ. ως αυτοπτών μαρτύρων του Χριστού και την ταυτότηταν Αυτού μετά του Κυρίου της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης. οι Ευνομιανοί. Λέγει 110 .. .3 Επ' ευκαιρία ο Χριστός υπενθυμίζει εις τους Ιουδαίους ότι όχι μόνον ο Κύριος της Δόξης είναι Θεός. εχαρακτήρισαν Ιουδαίοι τινες ως βλασφημίαν. που μένεις. ραββί .. του οποίου δύο μαθηταί πρώτον ηκολούθησαν τον Χριστόν και ο οποίος πρώτος εδέχθη την αποκάλυψιν ότι ο Χριστός είναι ο εμφανίσας Εαυτόν εις τους προφήτας Κύριος της Δόξης και το απρόσιτον φως εν τω οποίω κατοικεί ο Θεός5. διότι κατ' αυτούς άνθρωπος ών εποίει εαυτόν Θεόν.απόγονοι αυτών Παπικοί και Προτεστάνται μέχρι σήμερον και επηρεασμένοι απ' αυτούς Ορθόδοξοι τινες κυρίως Ρώσσοι και ολίγοι άλλοι. οι Μονοφυσίται. αλλά μόνον οι ανήκοντες εις την παράδοσιν των θεουμένων προφητών τον εδέχοντο ως τον Κύριον της Δόξης. την οποίαν έκαμεν ο Ίδιος ο Χριστός μεταξύ του Εαυτού Του και του Κυρίου της Δόξης. οι Απολλιναρισταί.
και ου δύναται λυθήναι η γραφή. Έλεγον δε πολλοί εξ αυτών. είναι και οι εντός της Εκκλησίας αναφυέντες αιρετικοί οι αποκόπτοντες εαυτούς από την παράδοσιν ταύτην της θεώσεως. καγώ ζωήν αιώνιον δίδωμι αυτοίς. ταύτα τα ρήματα ουκ έστιν δαιμονιζομένου. "ότι παιδίον εγεννήθη ημίν. Εβάστασαν ουν πάλιν λίθους οι Ιουδαίοι ίνα λιθάσωσιν αυτόν. ταύτα μαρτυρεί περί εμού. "Ήν Ανδρέας ο αδελφός Σίμωνος Πέτρου είς εκ των δύο των ακουσάντων παρά Ιωάννου και ακολουθησάντων αυτώ". και ακολουθούσι μοι. Ο πατήρ μου. ου η αρχή εγεννήθη επί του ώμου αυτού. Κυρίου της Δόξης. όταν ερμηνεύεται εντός της Ιεράς Παραδόσεως των θεουμένων. εγώ είπα Θεοί εστε. έως πότε την ψυχήν ημών αίρεις. Άλλοι έλεγον.8 Η διάκρισις αυτή των Ισραηλιτών 1) εις τους ως άνω αποδεχομένους τον Ιησούν και ως Μεσσίαν και ως Υιόν του Θεού και 2) τους Ιουδαίους τους πιστεύοντας ότι ο Μεσσίας θα εμφανισθή μόνον ως άνθρωπος. απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς.. Απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαίοι λέγοντες. 111 . πατήρ του μέλλοντος. Ήλθαν ουν και είδαν που μένει."10 Πάντως η διδασκαλία της Αγίας Γραφής περί της Αγίας Τριάδος και της ενσαρκώσεως του μονογενούς Υιού του Θεού είναι σαφεστάτη. Μεσσίου και λυτρώσεως ερμηνείαν της περί αυτών διδασκαλίας των προφητών. Ει ου ποιώ τα έργα του πατρός μου. δια ποίον αυτών έργον λιθάζετέ με. προς ούς ο λόγος του Θεού εγένετο. πολλά καλά έργα έδειξα υμίν εκ του πατρός μου. Ει εκείνους είπε Θεούς. ου γαρ εστε εκ των προβάτων των εμών. ώρα ήν ως δεκάτη".6 Ο τόπος ούτος όπου μένει ο Χριστός είναι η δόξα του Χριστού. είπον υμίν. και ου πιστεύετε τα έργα ά εγώ ποιώ εν τω ονόματι του πατρός μου. Θεός ισχυρός. όν ο πατήρ ηγίασε και απέστειλεν εις τον κόσμον υμείς λέγετε ότι βλασφημείς. τότε είναι σαφέστατον το νόημα των λεχθέντων του Ησαΐα. τοις έργοις πιστεύσατε ίνα γνώτε και πιστεύσητε ότι εν εμοί ο πατήρ καγώ εν αυτώ"9 Όταν έχει τις υπ' όψιν την υπό του Ιδίου Χριστού και των αποστόλων ταύτισιν του προσώπου του Χριστού με τον Κύριον και Άγγελον της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης και το γεγονός ότι οι προφήται ήσαν προ της ενσαρκώσεως αυτόπται μάρτυρες της δόξης ή θεότητος του Χριστού. καθώς είπον υμίν. Τα πρόβατα τα εμά της φωνής μου ακούει. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι όσοι βαπτίζονται εν τη Εκκλησία είναι της παραδόσεως ταύτης. . αλλά και ο Υιός του Θεού. θαυμαστός σύμβουλος. μη δαιμόνιον δύναται τυφλών οφθαλμούς ανοίξαι. έρχεσθε και όψεσθε. και ουχ αρπάσει τις αυτά εκ της χειρός μου. τί αυτού ακούετε. "σχίσμα πάλιν εγένετο εν τοις Ιουδαίοις δια τους λόγους τούτους. μείζων πάντων εστί. καν εμοί μη πιστεύητε. μη πιστεύετέ μοι. περί καλού έργου ου λιθάζομέν σε. και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος. Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς. Ει συ εί ο Χριστός ειπέ ημίν παρρησία. όπως δεν ήσαν αυτής όλοι οι Ιουδαίοι οι έχοντες διεστραμμένην περί Θεού. ός δέδωκέ μοι. εκύκλωσαν ουν αυτόν οι Ιουδαίοι και έλεγον αυτώ. δαιμόνιον έχει και μαίνεται. φαίνεται σαφώς από την εξής περικοπήν του Ιωάννου εις ήν ο Χριστός σαφώς αναφέρεται εις τας δύο αυτάς παρατάξεις και εις τους προφήτας ως εις κατά χάριν Θεούς. αλλ' υμείς ου πιστεύετε. και ου μη απόλωνται εις τον αιώνα.7 Εν συνεχεία κατά την κλήσιν των υπολοίπων αποστόλων αποκαλύπτεται ότι ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Εγώ και ο πατήρ έν εσμέν.αυτοίς. ότι είπον. αλλά περί βλασφημίας. Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς. ει δε ποιώ. καγώ γινώσκω αυτά. άρχων ειρήνης. εξουσιαστής. Υιός του Θεού ειμι. την οποίαν είδον οι προφήται και ο πνευματικός αυτών πατήρ ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. ουκ έστι γεγραμμένον εν τω νόμω υμών. Ό.τι είναι οι Ιουδαίοι οι παρερμηνεύοντες και αγνοούντες την εν Θεώ δια του Κυρίου της Δόξης και εν Πνεύματι θεωρίαν των προφητών και την περί ενσαρκώσεως προφητείαν αυτών. και παρ' αυτώ έμειναν την ημέραν εκείνην. και ότι συ άνθρωπος ών ποιείς σεαυτόν Θεόν. και ουδείς δύναται αρπάζειν εκ της χειρός του πατρός μου. υιός και εδόθη ημίν..
εντούτοις εισήγαγον εκ της φιλοσοφίας ορολογίαν. όπου ανήκουν κατά φύσιν (διδασκαλία των περισσοτέρων) ή κατά χάριν (διδασκαλία Μαρκίωνος). Αλλά προσέθετον οι Γνωστικοί ούτοι ότι μόνος Του εδημιούργησε τον κόσμον άνευ της συνεργασίας του Υψίστου Θεού και ότι ούτος παρεπλάνησε τους Ισραηλίτας οι οποίοι επίστευσαν εις αυτόν ως τον μόνον Θεόν. Αλλά επροχώρησαν οι Μοναρχιανοί εις τον ισχυρισμόν ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι ονόματα μιας ουσίας και υποστάσεως του Θεού. Το παράδοξον όμως είναι ότι μεταξύ των Ορθοδόξων και των αιρετικών υπήρχε μία ερμηνευτική περί Αγίας Γραφής ενότης. λέγεται Άγγελος του Θεού.11 Ήδη ανεφέραμεν εν γενικαίς γραμμαίς τα βιβλικά πλαίσια εντός των οποίων αντιμετώπισαν οι Πατέρες τους Γνωστικούς. ήτις είχε σκοπόν όχι εμβαθύνσεως βαθυτέρας ή διασαφήσεως καλυτέρας των δογμάτων. η οποία ουδόλως υπάρχει σήμερον μεταξύ των Ορθοδόξων και των απογόνων των Φράγκων και κυρίως των φιλελευθέρων Προτεσταντών. όστις απέστειλεν αυτούς. ενώ παρέμειναν πιστοί εις το δογματικόν σχήμα της Ιεράς Παραδόσεως. ήτις παρεμόρφωσε το δόγμα και κατ' ανάγκην επροκάλεσε την υπό της Εκκλησίας ανάλογον ορθήν διατύπωσιν του δόγματος. και της ορθοδόξου πατερικής λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκής παραδόσεως αφ' ετέρου.12 Οι Δυναμικοί Μοναρχιανοί δεν εδέχοντο την περί πραγματικής ενσαρκώσεως του Θεού. δηλαδή Πατήρ εξ αιτίας της κεκρυμμένης θεότητος και Υιός εξ αιτίας της ανθρωπίνης αυτού φύσεως. Ούτω κατά τους τροπικούς Μοναρχιανούς (Σαβελλιανούς) ο Χριστός λέγεται Υιοπάτωρ και ούτως ο Πατήρ συνεσταυρώθη μετά του Χριστού επί του Σταυρού. Εκτός όμως από την αντίδρασιν των Πατέρων κατά των Γνωστικών υπήρχε και η αντίδρασις των λεγομένων σήμερον Μοναρχιανών. οι οποίοι. Εκείνο το οποίον προξενεί εντύπωσιν είναι το γεγονός ότι οι Γνωστικοί συνεφώνουν με την ορθόδοξον παράδοσιν ότι ο Άγγελος και Κύριος της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης είναι δημιουργός του κόσμου και Θεός. Δια του Χριστού και άλλων ανωτέρων όντων απεκαλύφθη ο Ύψιστος Θεός. και όταν φαίνεται τοις προφήταις. και όταν ενσαρκούται ο Θεός λέγεται και Πατήρ και Υιός. ίνα οδηγήσουν τας ψυχάς των Γνωστικών εις τον άϋλον κόσμον. Παραδόξως εις έν τουλάχιστον θέμα υπήρχε μεγαλυτέρα ερμηνευτική ενότης μεταξύ Ορθοδόξων και Γνωστικών τινων από ότι υπάρχει μεταγενεστέρως μεταξύ Αυγουστίνου και φραγκολατίνων Δυτικών αφ' ενός. όστις ενεφανίζετο εις τους προφήτας είναι ο δημιουργός του κόσμου τούτου Θεός. οι μετ' αυτόν Φράγκοι και οι απόγονοι αυτών κατεβίβασαν τον Άγγελον της Δόξης εις κτίσμα. ο οποίος ως κεκρυμμένος λέγεται Θεός. όστις και Αυτός εμφανίζεται εις τους προφήτας. β) Οι Γνωστικοί και οι Μοναρχιανοί Επηρεασμένοι από την διδασκαλίαν της Εκκλησίας οι Γνωστικοί γενικώς ισχυρίζοντο ότι ο Άγγελος του Κυρίου ή ο Κύριος της Δόξης.13 112 . αλλά δημιουργός είναι και ο Πατήρ. ενώ ο Αυγουστίνος.Εξ αιτίας των τοιούτων αιρετικών ηναγκάσθη η Εκκλησία να διατυπώση τα ήδη υπάρχοντα δόγματα μέσω ωρισμένης ορολογίας. Επομένως δημιουργός είναι ο Κύριος της Δόξης ο εμφανίσας Εαυτόν εις τους προφήτας. Ούτοι ισχυρίζοντο ορθώς ότι η ενέργεια του Πατρός και του Υιού είναι ταυτόν. διδασκαλίαν των Τροπικών Μοναρχιανών. αλλά κατοχυρώσεως αυτών δια της σαφεστέρας εκφράσεως αυτών έναντι των εντός της Εκκλησίας αναφυέντων κακοδοξιών προς απομάκρυνσιν αυτών και διαφύλαξιν απ' αυτών των πιστών.
Οι εν λόγω Γνωστικοί ισχυρίζοντο βάσει της δυαρχικής των μεταφυσικής ότι ο εμφανίσας Εαυτόν Άγγελος Δημιουργός της Παλαιάς Διαθήκης είναι κατώτερον όν, αφού υποπίπτει εις τας αισθήσεις των προφητών, ενώ ο Ύψιστος Θεός ενοράται μόνον εις καταστάσεις απελευθερώσεως του πνευματικού και μόνου ουσιαστικού μέρους του ανθρώπου από το σώμα, τας αισθήσεις και τα πάθη.14 Ούτως εξηγείται η αντίδρασις των Μοναρχιανών ότι ο Άγγελος και ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης και ο Πατήρ και ο Υιός του Θεού εν τη Καινή Διαθήκη είναι ταυτόν όχι μόνον κατ' ενέργειαν, θεότητα, δόξαν, βασιλείαν κ.τ.λ. αλλά και κατ' ουσίαν και υπόστασιν. Ο Θεός κατ' αυτούς λέγεται Άγγελος και Λόγος και Υιός του Θεού, όταν οράται, και Θεός και Πατήρ, όταν κρύπτεται.15 Όμως η εναλλαγή και σύγχυσις των ιδιοτήτων της Πατρότητος και της Υιότητος είναι αίρεσις και ουχί βιβλική, δηλαδή ουχί σύμφωνος προς την εμπειρίαν της θεώσεως των θεουμένων. γ) Ορθόδοξοι και αιρετικαί αντιδράσεις κατά των Μοναρχιανών Εναντίον των Μοναρχιανών ενεφανίσθησαν τέσσαρες αντιδράσεις, δύο ορθόδοξοι και δύο αιρετικοί. 1) Οι ορθόδοξοι της Ανατολής με πρωταγωνιστάς τους Αλεξανδρινούς αντέταξαν την διδασκαλίαν ότι η Αγία Τριάς δεν είναι μία υπόστασις ή μία ουσία αλλά 1) τρεις υποστάσεις ή ουσίαι όμοιοι κατά πάντα και 2) κατά πάντα ταυτόν εις την βασιλείαν, θεότητα, κράτος, δόξαν, βούλησιν και ενέργειαν.16 Μάλιστα διασώζεται ρητόν αποδιδόμενον εις τον Μέγαν Αθανάσιον ότι ο Θεός δεν είναι μονοούσιος.17 Όμως υπάρχουν χωρία όπου ο άγιος Αθάνασιος γράφει ότι η Αγία Τριάς έχει μίαν θεότητα. Αλλά ο όρος μία θεότης δεν σημαίνει μίαν ουσίαν ως νομίζουν πολλοί, εις την πατερικήν ορολογίαν, ως θα ίδωμεν.18 Φαίνεται ότι οι ιδρυταί της περί τριών υποστάσεων ορολογίας ήσαν κατ' εξοχήν ο Ωριγένης και ο Διονύσιος Αλεξανδρείας.19 Πρό του 362 οι όροι ουσία, υπόστασις και φύσις ήσαν εν Αλεξανδρεία μάλλον ταυτόν.20 Εκ της επόψεως ταύτης ο Θεός ασφαλώς δεν είναι μονοούσιος ως ισχυρίζοντο οι Σαβελλιανοί (Τροπικοί Μοναρχιανοί) και οι Σαμοσατιανοί (Δυναμικοί Μοναρχιανοί). 2) Οι Ορθόδοξοι της Ρώμης και κυρίως ο Πάπας Διονύσιος, εφάνησαν συντηρητικοί και ούτως απέφευγον την χρήσιν των όρων SUBSTANTIA και ESSENTIA εις την αρχήν και ως γνωστόν παρεξήγησεν ο Πάπας Διονύσιος την ορολογίαν του Διονυσίου Αλεξανδρείας.21 Εξ αιτίας του δισταγμού των επισκόπων της Ρώμης να διευκρινήσουν την θέσιν των δια της νέας ορολογίας των Μοναρχιανών και των Αλεξανδρινών κατηγορήθησαν ως κλίνοντες προς τον Μοναρχιανισμόν. 22 Πάντως οι λατινόφωνοι Ορθόδοξοι ουδέποτε υιοθέτησαν τον όρον τρεις υποστάσεις, δηλαδή TRES SUBSTATIAE. Τελικώς υιοθέτησαν τον όρον TRES SUBSISTENTIAE ως αντίστοιχον του τρεις υποστάσεις.23 3) Οι αιρετικοί Μοντανισταί και Φωτινιανοί και Ορθόδοξοι τινες της ελληνόφωνης Ανατολής και οι οπαδοί των Μοντανιστών εις την Δύσιν υιοθέτησαν την ορολογίαν των Μοναρχιανών.24 Οι Μοντανισταί εξεδιώχθησαν εκ των κόλπων της Εκκλησίας πριν τελειοποιηθή η περί Αγίας Τριάδος ορολογία και ούτω δεν έλαβον μέρος εις την περαιτέρω εξέλιξιν των εν προκειμένω όρων. Οι Φωτινιανοί και άλλοι τινες ηρνήθησαν να ασπασθούν την ορολογίαν τρεις υποστάσεις των Αλεξανδρινών, και συγχρόνως κατεπολέμησαν τους παλαιοτέρους
113
Μοναρχιανούς.25 Ούτοι παρέμειναν μερικώς πιστοί εις μίαν αρχαίαν περί Αγίας Τριάδος ορολογίαν, ήτις εξέφραζεν ορθοδόξως το εν λόγω δόγμα, αλλά ως εχρησιμοποιήθη υπό των Μοντανιστών και των Φωτινιανών εξέφραζε αιρετικάς διδασκαλίας. Ομάς αρχαίων ορθοδόξων θεολόγων και Πατέρων26 επρέσβευον εν γενικαίς γραμμαίς ότι εν αρχή προ της κτίσεως του κόσμου υπήρχεν ο Θεός με τον ενδιάθετον Αυτού Λόγον. Προς δημιουργίαν του κόσμου ο Θεός εγέννησε τον ενδιάθετον Αυτόν Λόγον, Όστις έγινεν ούτω προφορικός. Ούτως ο Θεός έγινε Πατήρ και ο Λόγος Υιός μονογενής. Ο ενδιάθετος και ο προφορικός Λόγος είναι ο Είς και ο Αυτός Λόγος. Ο Θεός και ο Πατήρ είναι Είς και ο Αυτός. Ο Λόγος και ο Υιός του Θεού ο Μονογενής είναι επίσης Είς και ο Αυτός. Ο Προφορικός Λόγος Υιός του Θεού Μονογενής είναι αεί εκ του Θεού. Πάντοτε υπήρχεν, εν τω Θεώ και ο Θεός εν Αυτώ και δι' Αυτού ο Θεός εδημιούργησε τον κόσμον, κ.τ.λ. Ο Λόγος ούτος σάρξ εγένετο και ως εκ τούτου λέγεται Χριστός. Πάντως ουδόλως πρόκειται περί υποστατοποιήσεως του Λόγου δια της υπό του Θεού γεννήσεως Αυτού. Εν τοιαύτη περιπτώσει θα είχωμεν υποστατοποίησιν του Θεού γενομένου Πατρός. Εις την ορολογίαν των θεολόγων και Πατέρων τούτων οι όροι προφορικός Λόγος, Πατήρ και Υιός Μονογενής του Θεού δηλώνουν την προς τον κόσμον σχέσιν του Θεού, ως και την ενσάρκωσιν του Μονογενούς κατά φύσιν Θεού Λόγου, και την υπό του Θεού υιοθεσίαν των θεουμένων αδελφών του Χριστού του Θεού γενομένου Πατρός κατά χάριν αυτών, ενώ υπήρξε κατά φύσιν Πατήρ του Λόγου. Η ορολογία αυτή είναι κατά πάντα ορθόδοξος και δύναται επιτυχώς να εφαρμοσθή εις την ερμηνείαν της Αγίας Γραφής. Μεταξύ της ορολογίας ταύτης και αυτής των μεταγενεστέρων Πατέρων ουδεμία ουσιαστική διαφορά υπάρχει. Δυστυχώς όμως ως προσηρμόσθη εις την διδασκαλίαν των Μοντανιστών και των Φωτινιανών, και μετά εις αυτήν των Μοναρχιανών και των Αρειανών, έλαβεν αιρετικήν τροπήν με αποτέλεσμα να εξαφανισθή τελικώς μεταξύ των Ορθοδόξων ως ορολογία αλλά να παραμείνη ως διδασκαλία. Εις την επικρατήσασαν μετά την Α' Οικ. Σύνοδον ορολογίαν εταυτίσθησαν οι όροι Θεός και Πατήρ, Λόγος και Υιός του Θεού Μονογενής, και η γέννησις εκ του Πατρός του Λόγου ανεφέρθη εις την αιωνίαν σχέσιν μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος και ουχί πλέον εις την δημιουργίαν και ι;ήή ενσάρκωσιν. Εις την αρχαίαν περίοδον η ορολογία αυτή υπάρχει εις την παράδοσιν του αγίου Ειρηναίου Λουγδούνων.27 Εναντίον των ασχολουμένων με τα τοιαύτα θέματα Δυτικών και συγχρόνων Ισραηλιτών θεολόγων πρέπει να τονισθή ότι η εξέλιξις αυτή εις την ορολογίαν, ούτε αλλαγήν τινα του δόγματος σημαίνει, ούτε στοχαστικήν εμβάθυνσιν εις το δόγμα αποτελεί, ως διατείνονται αρκετοί εξ αυτών.28 Επίσης πρέπει να τονισθή ότι οι εν λόγω αρχαίοι Πατέρες ούτε ημιαρειανοί, ούτε SUBORDINATIONISTS υπήρξαν, ως ισχυρίζονται σχεδόν όλοι οι Δυτικοί. Αντί να υιοθετήσουν εναντίον των Μοναρχιανών τον Αλεξανδρινόν όρον τρεις υποστάσεις, οι Μοντανισταί κατέφυγον εις παράδοξον απόδειξιν περί της διαφοράς και των μονίμων ιδιοτήτων του Πατρός και του Υιού, και εδίδασκον ότι προ των αιώνων ο Θεός εγέννησεν ήδη τον αιωνίως υπάρχοντα Λόγον. Ο Θεός έγινεν ούτω Πατήρ και ο Λόγος Υιός Μονογενής, ίνα δημιουργήση τον κόσμον και γίνη ορατός εις τους προφήτας. Ο Λόγος έγινεν ορατός εις τους προφήτας, διότι κατά την εν λόγω προ των αιώνων γέννησιν απέκτησε δια της δημιουργικής ενεργείας Αυτού μίαν κτιστήν φύσιν ή σάρκα, την οποίαν απέβαλεν όταν εγεννήθη ως άνθρωπος εκ της Θεοτόκου. Απόδειξις της διαφοράς μεταξύ των προσώπων του Θεού και του Λόγου και της μη συγχύσεως και εναλλαγής αυτών είναι ότι ο Λόγος και όχι ο Θεός ούτως ορατώς εις την Παλαιάν Διαθήκην και εις την Καινήν Διαθήκην εγένετο άνθρωπος εσταυρώθη, ανεστήθη κ.τ.λ.29
114
4) Οι Φωτινιανοί και οι Σαμοσατιανοί εγκατέλειψαν την απόδοσιν των ονομάτων Πατήρ και Λόγος Μονογενής εις τον Θεόν και Λόγον προ της δημιουργίας του κόσμου και τα συνεσχέτισαν αποκλειστικώς με την ενσάρκωσιν του Λόγου και την εκ Παρθένου γέννησιν του Χριστού.30 Τούτο έκαμον προφανώς, ίνα στηρίξουν την διδασκαλίαν των ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι μία άκτιστος φύσις, υπόστασις και ουσία, η οποία εσαρκώθη και προσέλαβεν κτιστήν ανθρωπίνην φύσιν. Πάντως οι Φωτινιανοί, αν και δεν εδέχοντο την περί Θεού ορθόδοξον διδασκαλίαν, εν τούτοις κατεδίκαζον ως αιρετικούς τους Σαμοσατιανούς (Δυναμικούς Μοναρχιανούς). Οι Φωτινιανοί των άκρων οπαδοί του Μαρκέλλου Αγκύρας επίστευον ότι η Αγία Τριάς είναι πλατυασμός του Θεού εις Υιόν και Πνεύμα δια τινος διαστολής, και πάλιν δια τινος συστολής θα επανέλθη εις μονάδα, ότε θα λήξη και η βασιλεία του Χριστού και θα γίνη ο Θεός τα πάντα εν πάσι.31 Το πρόβλημα περί της ορατότητος του Θεού εις τους προφήτας ήγειρον, όπως είδαμεν, κατά δυναμικόν τρόπον οι Γνωστικοί και απήντησαν οι Μοναρχιανοί κατά τρόπον αιρετικόν με αποτέλεσμα να καταργηθή η περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία. Τούτο διότι εδέχθησαν ως προϋπόθεσιν τας αντιλήψεις των Γνωστικών, των Πλατωνικών ή Νεοπλατωνικών, των Αριστοτελικών ως και άλλων επιδράσεων, ότι αόρατος Θεός και ορατός Θεός Λόγος ή Άγγελος δεν δύνανται να είναι ταυτόν ή κατά πάντα όμοιοι, ή ομοούσιοι. Οι Μοναρχιανοί έλυσαν το πρόβλημα δια της ταυτίσεως του Θεού και του Λόγου. Οι Μοντανισταί ισχυρίσθησαν ότι ο Λόγος είναι και Αυτός αόρατως ως ο Πατήρ, αλλά γίνεται ορατός δια της κτιστής φύσεως ήν προσέλαβεν προ της κτίσεως του κόσμου. Την άποψιν των Μοντανιστών υιοθέτησεν ο Ιλάριος Πηκτάβων εντός των πλαισίων των αποφάσεων της Α' Οικ. Συνόδου συνδυάζον αυτήν με απάντησιν προς τους Αρειανούς εις τον ισχυρισμόν αυτών ότι το χωρίον Παροιμίαι 8,22 "Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού" αναφέρεται εις την φύσιν του Λόγου προ της κτίσεως του κόσμου. Δηλαδή ο Ιλάριος συμφωνεί ότι αναφέρεται εις τον Λόγον προ της δημιουργίας, αλλά εις την κτιστήν Αυτού φύσιν και όχι εις την θείαν, ως έλεγεν ο Άρειος. Όπως η διδασκαλία των Μοναρχιανών ήτο αποτέλεσμα αντιδράσεως κατά των Γνωστικών και η των Μοντανιστών εναντίον των Γνωστικών και των Μοναρχιανών, ούτω και η του Ιλαρίου ήτο αποτέλεσμα αντιδράσεως εναντίον των Αρειανών, οίτινες ισχυρίζοντο μετά των Ευνομιανών ότι απόδειξις του κτιστού του Λόγου είναι αι εμφανίσεις Αυτού εις τας αισθήσεις των προφητών. ΣΤ' Το δόγμα και η διατύπωσις αυτού Όπως διεπιστώσαμεν μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών υπήρχε περίπου η βασική συμφωνία ότι η διδασκαλία της Εκκλησίας βασίζεται επί της φανερώσεως του Λόγου και της δόξης και βασιλείας Αυτού εν τω Πνεύματι Αυτού εις τους προφήτας, τους αποστόλους και τους αγίους. Οι αιρετικοί οίτινες ετέλουν υπό την επίδρασιν πνευματικοτήτων ξένων προς την εν τη ακτίστω δόξη και θεότητι του Θεού φανέρωσιν του Λόγου εις τους προφήτας, εφαντάζοντο τον ούτω φανερούμενον Λόγον ή 1) ως κτίσμα ή 2) ως δια κτίσματος φανερούμενον, ή 3) ως ταυτόν κατ' ιδιότητα προσωπικήν με τον Θεόν. Εις την πρώτην κατηγορίαν ανήκουν οι Γνωστικοί, οίτινες κατεβίβασαν τον δημιουργόν Άγγελον και Κύριον της Δόξης της Παλαιάς Διαθήκης εις αγνοούντα τον Ύψιστον Θεόν κατώτερον και πλάνον Θεόν και τον Χριστόν Λόγον εις κατώτερον υπερβατικόν, άνευ πραγματικού σώματος αντιπρόσωπον του Υψίστου Θεού φανερούμενον δια την απελευθέρωσιν των
115
ψυχών των εκλεκτών Γνωστικών από την ύλην. Εις την δευτέραν κατηγορίαν είναι οι Μοντανισταί και ο Ιλάριος Πηκτάβων καί, ως είδαμεν, ο Αυγουστίνος. Εις την τρίτην κατηγορίαν είναι οι Μοναρχιανοί. Η πρώτη και η δευτέρα κατηγορία συνδέονται δια της πνευματικότητος της εκστάσεως, ήτις ως προϋπόθεσιν έχει την πλάνην, ότι το σώμα δεν δύναται να μετέχη εις την εν Θεώ θεωρίαν. Ως εκ τούτου αι θεοφάνειαι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης πρέπει να είναι εμφανίσεις κτισμάτων, εφόσον ως περιγράφονται εν τη Αγία Γραφή, φαίνεται ότι γίνονται εις τας αισθήσεις των προφητών και των αποστόλων. Οι Μοναρχιανοί εβασίζοντο ως φαίνεται δια την διδασκαλίαν αυτών εις μίαν λογικήν ερμηνείαν της Αγίας Γραφής, πιστεύοντες ότι ούτω δύνανται να δώσουν μίαν φιλοσοφημένην ερμηνείαν των περί Θεού Λόγου και της ενσαρκώσεως Αυτού διδασκαλιών της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως. Είναι φανερόν ότι και από τας τρεις ανωτέρω κατηγορίας λείπει η εμπειρία και η διδασκαλία περί θεώσεως και η δι' αυτής αποκάλυψις του Θεού και η επ' αυτής στηριζομένη αποφατική των θεουμένων θεολογία, ως περιγράφεται εν τω δοκιμίω τούτω και σαφώς αναπτύσσεται εις τα σχετικά κείμενα εν τω Β' τόμω.[1] Εντός των μέχρι τούδε αναπτυχθέντων προϋποθέσεων δυνάμεθα να προχωρήσωμεν εις την μελέτην της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίας των Πατέρων της Α' Οικ. Συνόδου, αφού πρώτον περιγράψωμεν εν περιλήψει την υπ' αυτής καταδικασθείσαν αίρεσιν και τας προϋποθέσεις αυτής. α) Συμφωνίαι και διαφωνίαι Ορθοδόξων και καταδικασθέντων αιρετικών Μεταξύ Ορθοδόξων και Αρειανών υπήρχεν η απόλυτος συμφωνία ότι ο εμφανισθείς εις τους προφήτας εν δόξη Άγγελος και Κύριος της Δόξης είναι ο Λόγος του Θεού, Όστις σάρξ εγένετο και δια της σαρκός ταύτης εφανέρωσε την δόξαν του Πατρός εις τους αποστόλους. Οι μεν ορθόδοξοι Πατέρες εδίδασκον και επέμενον εις τα της αγιογραφικής και πατερικής παραδόσεως, ότι ο Λόγος εν τη Παλαιά και Καινή Διαθήκη είναι άκτιστος και Θεός κατά φύσιν και ότι οι προφήται αοράτως είδαν και ανηκούστως ήκουσαν και υπερλογικώς και υπερνοητώς εγνώρισαν άκτιστον Λόγον εν τη ακτίστω φυσική Αυτού δόξη του Θεού και του Πνεύματος Αυτού. Οι δε Αρειανοί επρέσβευον ότι ο εμφανισθείς εις τους προφήτας και τους αποστόλους Λόγος είναι κτίσμα εκ του μη όντος προ του χρόνου και των αιώνων δημιουργηθείς τη βουλήσει του Θεού και ουχί εκ της ουσίας και υποστάσεως Αυτού. Πάντως ούτε οι Ορθόδοξοι, ούτε οι Αρειανοί και μετ' αυτούς ούτε οι Ευνομιανοί υπεχρεώθησαν να αποδείξουν ότι ο Λόγος είναι ο ούτως εμφανισθείς. Δια τούτο δεν συνεζητήθη το θέμα αυτό καθ' αυτό εκτός από εκείνους, οίτινες ήθελον να ξεφύγουν από τα αρειανικά πυρά, όπως έκαμον προηγουμένως έναντι των Γνωστικών και των Μοναρχιανών οι Μοντανισταί, δια του ισχυρισμού του Ιλαρίου ότι οι προφήται δεν είδον τον Λόγον, αλλά κτιστήν φύσιν του Λόγου, ή του Αυγουστίνου, ότι οι προφήται είδον γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα συμβολίζοντα την Αγίαν Τριάδα.2 Μη πτοηθέντες οι Πατέρες από τα επιχειρήματα των αιρετικών παρέμειναν πιστοί εις την παράδοσιν της Αγίας Γραφής, ως έχει, και δεν υπέκυψαν εις τα γνωσιολογικά πυρά των αιρετικών. Τουναντίον αντεπετέθησαν με τα γνωσιολογικά πυρά της Αγίας Γραφής αλλά και της προσωπικής πείρας των αγίων, όπως είδαμεν. 3 Επειδή όμως το θέμα, εάν ο Λόγος ήτο Εκείνος, Όστις ενεφανίζετο εις τους προφήτας, δεν συνεζητήθη μεταξύ των ορθοδόξων Πατέρων και των αιρετικών Αρείου και
116
αλλά ανήκουν ουχί κατά χάριν αλλά κατά φύσιν. απρόσιτον και ακοινώνητον της θείας ουσίας. εξέφυγεν από την αντίληψιν των μελετητών των σχετικών θεμάτων περί της Α' και Β' Οικ. να επικαλούνται αδιακρίτως χωρία από την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην προς στήριξιν των θέσεών των. Τα ορθόδοξα ταύτα σημεία της διδασκαλίας του Αρείου κατήργησαν οι Ευνομιανοί. δεν τοποθετείται ορθώς υπό των ετεροδόξων και εξηφανίσθη σχεδόν από την νεωτέρα ορθόδοξον θεολογίαν. Εκτός τούτου υπήρχον και άλλα σπουδαία σημεία απολύτου συμφωνίας μεταξύ Ορθοδόξων και Αρειανών. ουχί κατά χάριν αλλά κατά φύσιν.4α Άλλη σπουδαία ομοιότης μεταξύ της διδασκαλίας των Πατέρων και των Αρειανών είναι ότι ο Άρειος. ίνα αποδειχθή το άκτιστον του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. ο Αυγουστίνος και οι Φράγκοι ως είδαμεν7 και πάλιν θα ίδωμεν. Τα θεολογικά ταύτα αξιώματα είχον κληρονομηθή από την αποστολικήν παράδοσιν και απετέλουν μέρος της περί Αγίας Γραφής ερμηνευτικής παραδόσεως της Εκκλησίας και εχρησιμοποιήθησαν κυρίως εναντίον των Γνωστικών. Η ουσιαστικωτέρα είναι ότι. Επίσης μεταξύ Ορθοδόξων. πρέπει να αποδειχθή ότι όλαι αι ενέργειαι του Θεού. αλλά και τους Αρειανούς και τους Ευνομιανούς και τους Πνευματομάχους.Ευνομίου. εάν αποδειχθή ότι υπάρχει έστω μία ενέργεια του Πατρός. ως ανεπτύξαμεν εις άλλην μελέτην5 και θα είδωμεν και κατωτέρω. ως το επίκεντρον των προϋποθέσεων της μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών Αρειανών και Ευνομιανών. όχι μόνον ανήκουν εις τον Λόγον και το Πνεύμα το Άγιον. την οποίαν δεν έχει κατά φύσιν ο Λόγος ή το Πνεύμα το Άγιον. Δια τούτο ακριβώς βλέπει κανείς τους αγίους Πατέρας. Η αντίστροφος συμφωνία ήτο ότι.6 ακολουθών τους Μοναρχιανούς και την Παράδοσιν. δέχεται την διάκρισιν μεταξύ ακτίστου θείας ουσίας και ακτίστου θείας ενεργείας. 117 . αλλά και Φωτινιανών9 διαμάχης. απόστολοι και άγιοι μετέχουν κατά χάριν είς τινας μόνον των ακτίστων ενεργειών του Θεού. ενώ ο σαρκωθείς Λόγος είναι μετά του Πατρός και του Πνεύματος Αυτού η πηγή των ακτίστων ενεργειών και ούτως εν Χριστώ κατοικεί πάν το πλήρωμα της θεότητος.8 Επειδή το θέμα περί των θεοφανειών. και Ευνομιανών υπήρχεν ομοφωνία εναντίον των Μοναρχιανών. Εις καταπολέμησιν όλων των αιρετικών οι άγιοι Πατέρες ενέμεινον εις την αγιογραφικήν αρχήν. ίνα φανή σαφεστέρα και η πατερική ερμηνευτική μέθοδος και ο πραγματικός χαρακτήρ της ορολογίας των Οικουμενικών Συνόδων. οπότε θα πρέπει ο Λόγος να θεωρήται κτίσμα και Θεός μόνον κατά χάριν. ως και το παντελώς άγνωστον. τότε αποτελεί τούτο απόδειξιν του κτιστού του Λόγου ή του Αγίου Πνεύματος. Συνόδου ότι αυτό τούτο το γεγονός των θεοφανειών είναι το πραγματικόν επίκεντρον της εν λόγω διαμάχης. ότι αι αποκαλυφθείσαι άκτιστοι ενέργειαι ανήκουν φυσικώς μόνον εις την άκτιστον φύσιν του Θεού και αι κτισταί ενέργειαι πάντοτε εις την κτιστήν φύσιν. ότι αι υποστατικαί ιδιότητες του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ούτε συγχέονται ούτε εναλλάσονται. και εάν αι κτισταί ενέργειαι αποδίδονται εις την ανθρωπίνην φύσιν του Λόγου μόνον ή και εις την θείαν φύσιν του Λόγου.4 Οι δε θεούμενοι προφήται. Η ριζική διαφορά μεταξύ των Ορθοδόξων και των αιρετικών τούτων ήτο εις το τί ακριβώς είναι αι υποστατικαί ιδιότητες και τί διακρίνονται από αυτάς ως ενέργειαι του Θεού και ως ενέργειαι κτιστής φύσεως. Ευνομιανών και Πνευματομάχων. υποχρεούμεθα να παραθέσωμεν σχετικά πατερικά κείμενα δηλούντα τον τρόπον αντιμετωπίσεως των αιρετικών.
εάν μη με ευλογήσης" 13 Θεός δε ήν ούτος. αλλά των γινομένων εισίν. και ουκ άλλος τις ήν ο ρυόμενος τον Ιακώβ ή αυτός ο Κύριος. αλλ' ειρηκώς. και ρυόμενον εκ των κακών έλεγεν. ίνα διαπιστώση και εκεί την διδασκαλίαν αυτήν περί του Λόγου. ουδενός των γενητών επικοινωνούντος πρός τον πεποιηκότα εν τοίς διδομένοις. άλλως τε και κεχωρισμένοι. "καί ιδού εγώ μετά σού. εργάζεταί τις αυτά των αγγέλων. βλέπεται ο Πατήρ. Ου γαρ αυτός μεν παρά Θεού ηξίου ευλογείσθαι. αλλά πάλιν ο Θεός ο οφθείς επέσχε του Λάβαν την επιβουλήν. ούς αν αυτός θελήση ρύεσθαι. όν δια τούτο και άγγελον εκάλεσεν. ουδέν δε εστιν. του δε προστάξαντος και αποστείλαντος αυτόν Θεού. "ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητός μου έως τής ημέρας ταύτης. και έργα τυγχάνοντες. Ει δε ο πατριάρχης Ιακώβ. Τούτο δε και επί φωτός και απαυγάσματος21 αν τις ίδοι.16 αλλά και ταύτα ουκ έστιν αυτού. ό μη δι' Υιού ενεργεί ο Πατήρ. ουδέν γαρ τούτων ποιητικόν αίτιόν εστιν. και άλλο την φύσιν όντες.20 . χαριζομένου του Θεού. ως αυτός φησιν. τον δε ρυόμενον αυτόν ο πατριάρχης επεκαλείτο επί τούς εκγόνους. ου και το ρύεσθαι έστιν. εις τας θεοφανείας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και να προσέξη δεόντως το τίτλον "ο ών" εις το φωτοστέφανον της αγίας Εικόνος του Χριστού τον οποίον εδήλωσεν ο Χριστός εις την αφλέκτως καιομένην Βάτον προς τον Μωϋσέα. ή άλλος τις των κτισμάτων. ως ουκ άλλον εν τη ευχή συνήπτε τω Θεώ ή τον τούτου Λόγον.14 τούτον ευλογήσαι και τούς υιούς του Ιωσήφ ηύχετο.. αλλά τον Λόγον είναι του Θεού. του γαρ Πατρός εστι το απαύγασμα. αλλά διειστήκει τη φύσει ο Υιός του Πατρός. όν τω Πατρί συνάπτων ηύχετο. ο άγγελος ο ρυόμενός με εκ πάντων των κακών."11 ου των κτισθέντων και την φύσιν αγγέλων όντων ένα συνήπτε τω κτίσαντι αυτούς Θεώ. δύνανται εργάζεσθαι. πολλάκις δε και προπορεύεται εκβάλλειν τον Αμορραίον. . δηλαδή του Χριστού. ρύεται ο Θεός.19 και γαρ και ταίς γυναιξίν ομιλών έλεγεν. έδειξε μη των κτισθέντων τινά αγγέλων. Ούτω και βλεπομένου του Υιού. και διεστηκότες του μόνου. ου αν πορευθής". "ου μη σε αποστείλω. ότι φοβούμαι αυτόν. ούτε. 118 . ουδ' αν είποι τις. παρ' αγγέλου την ευλογίαν ήτει τοίς εγγόνοις. Δια γαρ του Υιού δίδοται τα διδόμενα. ήρκει τον Πατέρα δούναι μόνον. Αγγέλου μεν ουν ίδιον το διακονείν τη του Θεού προστάξει.17 και ουκ άλλος. αλλά παρά Πατρός και του Υιού δια την ενότητα και την ενοειδή δόσιν. Τούτο δε επί των γενητών και κτισμάτων ουκ αν τις είποι. ούτε άπερ εργάζεται ο Θεός. όπερ δε καταυγάζει το απαύγασμα. και ούτως ο Πατήρ και ο Υιός έν εισι. Τούτον γαρ και μεγάλης βουλής Άγγελον12 του Πατρός ειδώς καλούμενον. εξελού με εκ χειρός του αδελφού μου Ησαύ. ουκ άλλον ή αυτόν είναι τον ευλογούντα. ούτω γαρ και ο λαβών ασφαλή την χάριν έχει. δώη σοι ο Θεός και ο άγγελος. Ει δε ουκ άλλου τινός εστι το ευλογείν και το ρύεσθαι. ως το απαύγασμα του φωτός. εκ του φωτός εστιν ο φωτισμός. και γαρ όπερ φωτίζει το φώς. δια τούτο ουκ άλλος ή αυτός Κύριος ο Θεός ο οφθείς είπεν αυτώ. ευλογήσαι τα παιδία ταύτα. ότι μόνος ούτός εστιν ο αποκαλύπτων τον Πατέρα.10 Παραθέτομεν την εξής επιχειρηματολογίαν του Μεγάλου Αθανασίου κατά των Αρειανών. "ει γαρ μη ήν ενότης και ίδιον τής του Πατρός ουσίας γέννημα ο Λόγος. δήλόν εστιν. κελεύσας αυτώ μη λαλήσαι πονηρά τω Ιακώβ.. "είδον Θεόν πρόσωπον πρός πρόσωπον". αλλά παρακαλείται ο αναγνώστης ίνα παρακολουθήση την ακρίβειαν αυτής να μελετήση τα χωρία της Αγίας Γραφής εις ά αναφέρονται τα προσφερόμενα εξ αυτής παραδείγματα. καθά προείπον.. αλλ' όν αυτός παρεκάλει λέγων. διαφυλάσσων σε εν τη οδώ πάση. δι' ου και ούς εάν θέλη.Ο αναγνώστης παρακαλείται να προσέξη γενικώς τα τροπάρια και τας ακολουθίας της Εκκλησίας. ευλογών τούς εγγόνους Εφραίμ και Μανασσή έλεγεν. τούς δε εκγόνους ήθελε παρ' αγγέλου.15 και πέμπεται φυλάξαι τον λαόν εν τη οδώ. "Ο ρυόμενός με εκ πάντων των κακών". ή παρά τινος των άλλων κτισμάτων. ότι ουκ έδωκεν ο Θεός τω Λάβαν κακοποιήσαί με.18 και αυτός δε ουκ άλλον ή τον Θεόν παρεκάλει λέγων. νυν δε η τοιαύτη δόσις δείκνυσι την ενότητα του Πατρός και του Υιού. Ουκ αν γούν εύξαιτό τις λαβείν παρά του Θεού και των αγγέλων. ουδέ αφείς τον τρέφοντα αυτόν Θεόν. τούτο το απαύγασμα καταυγάζει. ή του Θεού. εργαζομένου του Πατρός.. Ούτε γάρ.
ουδέ όλως τινά των κτισμάτων. αυτός ημίν εξεταστέος ο πρωτότυπος της Γραφής λόγος.32 Συμφωνών και ο Ευνόμιος με την Ιεράν Παράδοσιν ότι ο αποκαλούμενος εις την Παλαιάν Διαθήκην Άγγελος. Ει δε τον νουν φησι τούτον είναι του γράμματος. Παραθέτομεν μέρος της υπό του Γρηγορίου Νύσσης ανασκευής των τοιούτων θέσεων. 30 ούτω δι' αγγέλου ελάλει. Εγώ ειμι ο Θεός του πατρός σου. "βάδιζε. είποι αν τις εωρακέναι τον Πατέρα. Ώφθη γαρ άγγελος Κυρίου εν φλογί πυρός εκ τής βάτου. ταύτα του Πατρός εστιν η δόσις. φησί. ταύτα του Πατρός εστιν έργα. τούτον εωρακώς. και ο Θεός Ισαάκ. και τούτόν σοι τον 119 . γίνεται παρά του θεράποντος προς τον Θεόν ικετηρία τούτον έχουσα τον τρόπον. ο ορών φωνής ήκουε Θεού. ομολογεί απεστάλθαι παρά του Δεσπότου. αυτός ήν ο ών. οίδεν. δι' ου και απέστειλε και ελάλει. ότι. και ου δι' άλλου. αλλ' αυτόν εώρακε τον Πατέρα. αυτός ήν ο ών. και ου τον Θεόν. ο δε Θεός εν αυτώ ελάλει. των δε άλλων απάντων Θεός. Και ο εωρακώς τον Υιόν. και ο Θεός Ιακώβ. και εκάλεσε Κύριος Μωϋσήν εκ τής βάτου λέγων. ομωνυμία τινί προς αυτόν την του Θεού προσηγορίαν κοινοποιήσας.27 ώφθη δε και τω Αβραάμ ο Θεός. το κληθήναι Θεόν. άγγελον έβλεπεν. Είδε γαρ Ζαχαρίας άγγελον. Και αυτός δε ο άγγελος. είδε και Ησαΐας τον Κύριον. Ουκούν υπ' αυτής ελέγχεται της Γραφής η ατοπία του λογογράφου. Εξετάσωμεν πάλιν αυτά τα ρήματα της βλασφημίας εκθέμενοι. ο του όντος άγγελος ήν. Έχει δε ούτως η λέξις εκ προσώπου του Θεού. αλλ' αυτόν της πορείας αυτών αφηγήσασθαι. Κύριος και Θεός και οφθείς τοις προφήταις είναι ο Λόγος του Θεού προσεπάθησε να αποδείξη ότι τα λεχθέντα προς Μωϋσέα εν τη καιομένη Βάτω υπό του Αγγέλου "Εγώ ειμι ο ών" αναφέρονται ουχί εις τον Λόγον αλλά εις τον Θεόν. και οδήγησον τον λαόν τούτον εις τον τόπον όν είπον σοι. συμπορευθήτω ο Κύριός μου μεθ' ημών. και ουδέν εκώλυσεν αυτόν προς το μη είναι άνθρωπον."36 Είτα απόκρισις του Θεού προς τον Μωϋσέα. ότι "ο μεν αποστέλλων Μωσήν. "ει μη αυτός συμπορεύη ημίν. "Ο αποστέλλων. ως γέγραπται. ως επί τής βάτου γέγονεν. Ως γαρ εν στύλω νεφέλης ελάλει τω Μωϋσή εν τη σκηνή.26 είδε Γεδεών άγγελον.28 και ούτε ο τον Θεόν ορών.συγχαρίζεσθαι. Άλλως θα απεδεικνύετο ότι ο Λόγος είναι φύσει Θεός διότι ο τίτλος "ο ών" ανήκει εις τον Θεόν. και τάς παρ' αυτού δια του Λόγου δωρεάς διδομένας απαγγέλλοντές εισι τοίς λαμβάνουσι. πολύ γάρ.23 Και ο βλέπων δε αγγέλων οπτασίαν οίδεν. Ει δε και ποτε οφθέντος αγγέλου." ούτως ονομάζων τον Κύριον."34 Είτα μικρόν μετά την ακολουθίαν. ο Θεός Αβραάμ. πρόδηλον. Και ο μεν φαινόμενος ήν άγγελος. ώσπερ και ο τω απαυγάσματι καταυγαζόμενος οίδεν. ουδέ ανόμοιος και ξένος τής ουσίας του Πατρός τυγχάνων. ότι τον μέτ' αυτόν Θεόν ο Ευνόμιος ονομάσας τον Κύριον. ότι και υπό ηλίου φωτίζεται"." Και συναποστελώ πρότερόν σου τον άγγελόν μου. του μεν όντος άγγελος. μη με αναγάγης ενταύθα. ότι του Πατρός ακούει. Ο δε Λόγος ου κεχωρισμένος του Πατρός. οίδεν. ούτε βλεπομένου αγγέλου. ως επί Ζαχαρίου ο Γαβριήλ. ότι δια του Λόγου λαλεί."35 και πάλιν. "ως γαρ εκείθεν ημίν διαλεγομένος τους οικείους μύθους κατ' εξουσίαν διέξεσι λέγων. ούτε ο τον άγγελον ορών ενόμιζε τον Θεόν οράν. και ο του Λόγου ακούων. ότι τον άγγελον είδε. τον Μωϋσέα.31 Ά δε λαλεί ο Θεός. ορώμενος. εν οίς ο Μωϋσής ικετεύει τον Κύριον μη άγγελον τη ηγεμονία του λαού επιστήσαι. δι' ου δε απέστειλλεν. λειτουργικά πνεύματά εισιν εις διακονίαν αποστελλόμενοι. ουδέ μείζονά τινα των αγγέλων. Ούτω και ενταύθα ένα των αγγέλων ο Ευνόμιος αυτόν είναι κατασκευάσας θεραπεύει το τοιούτο πλημμέλημα της θεότητος κλήσει κατά τον αποδοθέντα λόγον. Άγγελοι μεν γάρ. κατάβηθι. και μίαν ποιεί την δημιουργίαν. ο Θεός Αβραάμ. ά εργάζεται. "ει εύρηκα χάριν εναντίον σου. εξ αυτής έστι της Γραφής ειδέναι.25 εθεώρησε δε και Μωϋσής τον Θεόν.29 Αλλ' ουκ ήν ο άγγελος. ουδέν αυτώ πλέον παρά την αγγελικήν δίδωσι φύσιν. Ουδέ γαρ ο Μωϋσής ακούσας Θεός είναι του Φαραώ. και ιδού άγγελός μου προπορεύεταί σου ή αν ημέρα επισκέπτωμαι"33 και μετ' ολίγα πάλιν φησί. αλλ' εν τη φύσει το ομότιμον έχων.24 είδε Μανωέ ο πατήρ του Σαμψών άγγελον.22 και επί τής Θεοτόκου Μαρίας ο αυτός ωμολόγησε. εν δε αγγέλω λαλών ήν ο Θεός. και ά δίδωσιν ο Υιός. μάλλον δε το όλον διέστηκε τη φύσει τα γενητά πρός τον κτίσαντα Θεόν. Και πρώτόν γε καταράσωμεν." Αλλ' ότι μεν ουκ εκ των γεγραμμένων εστίν η ρήσις. τη της εξουσίας υπεροχή των ομογενών υπερήρθη. εξέβη την ανθρωπότητα. ουκ άγγελον.
αυτόν είναι τον όντα τοις εφεξής εκδιδάσκει λόγοις. Αλλ' ώσπερ ο ημέτερος λόγος των του νού κινημάτων μηνυτής τε και άγγελος γίνεται. ουδέν άλλο ή τα εκ της Συναγωγής δόγματα προς την Εκκλησίαν του Θεού μεταφέρεται. Ουχ ως έν τι προτετιμημένον των άλλων. όστις είπεν "Ούτος εστιν ο Υιός μου". ή μηδαμώς παρείναι τω Μωϋσή τον μονογενή Θεόν. "ούτος εστιν ο γενόμενος εν τη εκκλησία εν τη ερήμω μετά του αγγέλου.. αλλ' ο Υιός. ο την πατρικήν αγαθότητα δι' εαυτού γνωρίζων. όστις χαρακτηριστικώς μετά την υπ' αυτού γενομένην ορθόδοξον ερμηνείαν της Μεταμορφώσεως39 συμπεραίνει. ο οφθείς τω Μωϋσή εν τη Βάτω. σφραγίς τε και εικών. "Ούτός εστι κτίσμα του χρόνου. "Εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ. ως ισοδυναμείν ταύτα πάντα τω σημαινομένω προς άλληλα. ποίημά μου. όν βλέπετε δεδοξασμένον. παρ' ου ο λόγος προς τον θεράποντα γίνεται. λοιπόν. Θεός Ισαάκ. ών δέ. αλλ' ως υπέρ πάν όνομα όντος του όντως όντος". τον ερμηνέα του πατρικού βουλήματος Λόγον της Γραφής διδασκούσης. αυτός δε ο χρηματίζων αυτώ συνέμπορος γίνεται και καθηγεμών της στρατιάς. Διό και το όνομα αυτού υπέρ πάν είναι όνομα παρά της του αποστόλου Γραφής μεμαρτύρηται. και πάντα τα τοιαύτα κατά την αυτήν έννοιαν λέγεται. φανερώς αποδείκνυται δια τούτων. Τούτο δε ουκ αντίρρησις. δεν είπεν.38 Επισυνάπτομεν εις τους ανωτέρω αντιπροσώπους της θεολογίας της Αλεξανδρείας και της Καππαδοκίας ως αντιπρόσωπον της λατινοφώνου Ιταλίας τον Αμβρόσιον. ως αν μη μόνης της του όντος επωνυμίας κατά τον διάλογον ευρισκομένης. και η εικών. άγγελον τον όντα προσαγορεύσαι. ούτως επάγει τον Θεόν είναι τον Λόγον. και ούτως επήχθαι τον του όντος διάλογον." αλλά "Ούτος εστιν ο Υιός μου. ούτω και ο μέγας Μωϋσής άγγελον προονομάσας. Ει γαρ άγγελος μεν τοις Ισραηλίταις ου συναπέρχεται. αλλά πάσης υπερκείμενος της ονομαστικής σημασίας. Αλλ' αντιλέγει τοις ειρημένοις αυτήν την Γραφήν προτεινόμενος λέγουσιν. αλλά βεβαίωσις των ημετέρων εστίν. Ουκούν των δύο το έτερον εξ ανάγκης ομολογήσουσιν. δούλος μου.. ως αν μη προηγησαμένης της του Θεού προσηγορίας προς τον Πατέρα ταις υπονοίαις απενεχθείημεν. ότι ο τη του όντος επωνυμία εαυτόν γνωρίσας. "Αυτός. τη ενεργεία της αγγελίας επονομαζόμενον." Ουκ ήν ο Πατήρ ο λαλήσας τω Μωϋσή εν τη Βάτω ή εν τη ερήμω. Ότε γαρ άγγελος." Ούτός εστι ο Θεός Αβραάμ. και ο Λόγος ωσαύτως εκκαλύπτει το εγκείμενον νόημα."37 Ουκούν ει Μωϋσής μεν παραιτείται τον άγγελον.λόγον όν είρηκας ποιήσω. και η σφραγίς εν τω ιδίω τύπω το αρχέτυπον δείκνυσι. ο δε δια της του όντος επωνυμίας δηλούμενος. αγγέλου προτετάχθαι φωνήν. Θεός Ιακώβ. ο μονογενής εστι Θεός". ως αν φανερώς το κατά τον Χριστόν προαγγελθείη μυστήριον. προς τον Πατέρα ο νούς των λεγομένων επαναφέροιτο. Και ημείς γαρ φαμέν εναργώς τον προφήτην το περί του Χριστού μυστήριον εμφανές ποιήσαι τοις ανθρώποις βουλόμενον. "Ει δε προς τούτό τις αντιλέγοι. Και οίδά σε παρά πάντας." ή "η ουσία αύτη είναι εκ της κτίσεώς μου. ο λαλήσας τω Μωϋσή λέγων. ο Μονογενής ουκ έστι. δια μεν του αγγέλου. τον Υιόν μη συμπαραλαμβάνων εις την του λαού σωτηρίαν. περί ου ο Μωϋσής είπεν. άγγελος μεν λεγόμενος ως μηνυτής του Πατρός. ο Θεός 120 . Και ώσπερ ο υψηλός Ιωάννης πρότερον αυτόν Λόγον ειπών. Ουκούν άγγελός τε και Λόγος. "ο ών απέσταλκέ με. ούτω φαμέν και τον αληθινόν Λόγον τον εν αρχή όντα διαγγέλλοντα του ιδίου Πατρός την βουλήν. ή αυτόν τον Υιόν είναι τον όντα. καθώς Ευνόμιος βούλεται. άγγελον λέγεσθαι. Εύρηκας γαρ χάριν ενώπιόν μου. Περί τούτου του Μωϋσέως ο Στέφανος είπεν. μηνυτής τινος γίνεται. δια δε της του όντος προσηγορίας την κατ' αυτό το είναι του Υιού προς τον Πατέρα φυσικήν οικειότητα . ως ουκ έχων όνομα γνωριστικόν της ουσίας (ο Ευνόμιος ισχυρίζεται ότι όνομα ουσίας του Λόγου είναι το γέννημα)."40 Όθεν Ούτος εστι ο διδούς τον νόμον. το του απεικονισθέντος κάλλος δι' αυτής ερμηνεύει. της Ιουδαϊκής υπολήψεως έσται συνήγορος. Δια τούτο άγγελος της του όντος επωνυμίας προτέτακται.
ή ως εκείνην την στήλην την οποίαν ηκολούθει ο λαός εν τη ερήμω.48 Δια της πίστεως και δια του εκ Θεού φωτισμού οι πιστοί δύνανται να ερευνήσουν και να εμβαθύνουν δια της λογικής εις τα μυστήρια περί της θείας ουσίας και ούτω να γνωρίσουν λογικώς το περί Αγίας Τριάδος και περί ενσαρκώσεως δόγμα. ως τας βροντάς και τας αστραπάς. συμφωνών μετά των Αρειανών. 45 Η διδασκαλία αυτή ενεφανίσθη εις την Ανατολήν δια πρώτην φοράν με την εδώ άφιξιν του εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. των οποίων αι αποφάσεις ευρίσκονται εις τας σελ. 226‐342 του Β' τόμου. δια των οποίων ο Θεός αποκαλύπτεται. Επίσης εάν οράται τι το άκτιστον τούτο πρέπει εξάπαντος να είναι η ουσία του Θεού ή της Αγίας Τριάδος.50 και τώρα μόνον δια της εκστάσεως του λογιστικού εκ του σώματος και των μεταβλητών δύναται να έχη τις κάποιαν ενόρασιν της θείας ουσίας. Εν άλλαις λέξεσι η εν προκειμένω διδασκαλία του Αυγουστίνου είναι υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας επισήμως καταδικασμένη ως αίρεσις.54 Επίσης ο Αυγουστίνος αγνοεί το αγιογραφικόν σχήμα της αποκαλύψεως το τόσον ανεπτυγμένον εις όλους τους ελληνόφωνας και λατινόφωνας Ρωμαίους Πατέρας. Γράφων ο Αυγουστίνος περί του Αγίου Πνεύματος το οποίον κατέβη κατά το Βάπτισμα του Χριστού ωσεί περιστερά και ως πυρ κατά την Πεντηκοστήν. Ούτος ουν εστί ο Θεός των Πατριαρχών. ώστε ο βλέπων Αυτόν βλέπει τον Πατέρα. ως εδίδασκον οι Μοντανισταί43 και ο Ιλάριος Πηκτάβων.41 Επίσης περί του αφλέκτως καιομένου εν τη Βάτω πυρός ο Αμβρόσιος τονίζει ότι αυτό είναι το Πνεύμα το Άγιον.44 Δια τον Αυγουστίνον τα κτίσματα.40α Ο Αμβρόσιος συνεχώς τονίζει μετά των ελληνοφώνων και λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων ότι Ούτος ο Άγγελος Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του Αρχετύπου Πατρός. εκφράζει μετά βεβαιότητος την γνώμην ότι πρόκειται περί γινομένων και απογινομένων κτισμάτων τα οποία οι ορώντες είδον με τους σωματικούς αυτών οφθαλμούς. Ευνομιανών και Μοντανιστών ότι οι προφήται είδον τον Θεόν όχι κατά τι το άκτιστον Αυτού αλλά μέσω κτισμάτων. μάλιστα. και τότε να απογίνωνται".51 Εις την Αγίαν Γραφήν τοιαύτην έκστασιν πιθανόν είχον κατ' αυτόν και τους Φραγκολατίνους μόνον ο Μωϋσής και ο απόστολος Παύλος. μοί φαίνονται περισσότερον ως εκείνο το πυρ το οποίον ενεφανίσθη εις τον Μωϋσέα εν τη Βάτω.52 Πάντως ως βασικήν αρχήν θέτει το γεγονός ότι "δέν υπάρχει τίποτε το ορατόν το οποίον δεν είναι και μεταβλητόν". Διότι το σωματικόν είδος των τοιούτων πραγμάτων ήρχοντο εις το είναι δια τον ιδικόν σκοπόν να σημαίνουν κάτι. Όμως τα κτίσματα ταύτα δεν είναι ούτε ο Λόγος ως επρέσβευον οι Αρειανοί και οι Ευνομιανοί.53 Επομένως εάν οράται ο Λόγος και η δόξα Αυτού τότε η φύσις του Λόγου είναι κτιστή. ότι ο Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του Πατρός. ούτός εστι ο Θεός των προφητών". ο Θεός Ιακώβ". 46 Ίνα κατανοήση τις τα περί θεοφανειών γραφόμενα του Αυγουστίνου πρέπει να έχη υπ' όψιν το γεγονός ότι ούτος ταυτίζει την άκτιστον ουσίαν και ενέργειαν του Θεού47 και πιστεύει ότι αι περί Θεού γνώσεις είναι περί της ουσίας του Θεού γνώσεις μέσω της φιλοσοφίας και της αποκαλύψεως.Ισαάκ. αι οποίαι παρεγένοντο ότε εδόθη ο νόμος εν τω όρει. είναι τα εκ του μηδενός γινόμενα και πάλιν εις το μη όν απογινόμενα.42 Ο θεωρούμενος μαθητής του Αμβροσίου Αυγουστίνος αποχωρεί ριζικώς από την ως άνω πατερικήν περί θεοφανειών παράδοσιν. επολεμήθη υπό των ελληνοφώνωω Ρωμαίων Πατέρων με επί κεφαλής τον άγιον Γρηγόριον τον Παλαμά και κατεδικάσθη υπό των εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδων του 14ου αιώνος. ούτε μία κτιστή προ της ενσαρκώσεως φύσις του Λόγου.49 Επίσης ως βασικήν προϋπόθεσιν έχει την γνώμην των Πλατωνικών ότι η υπό της ψυχής θέα του Θεού συνεπάγεται την ευδαιμονίαν και ούτω περιορίζεται εις την συντέλειαν των αιώνων. 121 . "Η περιστερά και το πύρ.
Αφού ούτε οι Αρειανοί ετόλμησαν να είπουν ότι ταύτα ήσαν η ουσία του Θεού Πατρός."62 63 Από τα λεχθέντα ταύτα φαίνεται ότι θέτει εις το ίδιον επίπεδον σχεδόν τας θεοφανείας με την φυσικήν αποκάλυψιν. Αλλά ούτε ως υποψία φαίνεται εις τα συγγράμματά του ότι γνωρίζει την πατερικήν διδασκαλίαν. νομίσουν σαρκικά νοήματα. εις τας αισθήσεις. Κατ' αυτόν τον τρόπον νομίζει ότι ανατρέπει τα επιχειρήματα των αιρετικών περί του κτιστού του Λόγου. εξ ου τα πάντα και δι' ου τα πάντα και εν ω τα πάντα αν και τα αόρατα του Θεού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται. είτε δια του κτίσματος". ο Αυγουστίνος δεν ηδυνήθη να συλλάβη την αποφατικήν θεολογίαν και γλώσσαν της Αγίας Γραφής και τας εν Αυτή θεοφανείας. 66 δίδει την εξής ερμηνείαν. και ενεφανίσθησαν δια μιας αρμοδίας οικονομίας εις τας ανθρωπίνας αισθήσεις. αλλά και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα.56 Πάντως ο Αυγουστίνος εξετάζει λεπτομερώς τας κατά τους Πατέρας και τους Αρειανούς εμφανίσεις του Λόγου εις την Πεντάτευχον57 και προσπαθεί να αποδείξη ότι ο οφθείς τοις προφήταις δεν είναι ο Λόγος αλλά ο Τριαδικός Θεός.ώστε οι ορώντες τον Λόγον προφήται και απόστολοι έβλεπον τον Πατέρα. Ενισχύεται η εντύπωσις αυτή 1) από το γεγονός ότι πάντοτε επίστευεν ότι οι Πλατωνικοί γνωρίζουν την Αγίαν Τριάδα64 και 2) από τα εξαγγελθέντα του ότι "δέν θα βραδύνω να ερευνήσω την ουσίαν του Θεού. 58 Επίσης νομίζει ούτος ότι. Μωϋσής δε εισήλθεν εις τον γνόφον. αφού αποδεικνύει ότι ουδαμού εις τας θεοφανείας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης φαίνεται ότι οράται η ουσία του Λόγου τούτο αποτελεί απόδειξιν ότι ο Λόγος δεν είναι κτίσμα. και ό. και το πύρ. διότι λέγεται και Μωϋσής προσήγγισε τη νεφέλη ου ήν ο Θεός. ότι ναι μεν ο Λόγος δεν αποκαλύπτει την θείαν φύσιν.60 Αφού εκθέτει τα υπέρ και τα κατά δια την κάθε ερμηνείαν αναβάλλει το συμπέρασμα. είτε δια της Γραφής Αυτού.55 Τούτο διότι δεν υπάρχει ούτε ίχνος της περί θεώσεως διδασκαλίας των Πατέρων εις τα συγγράμματά του και αι θεοφάνειαι κατεβιβάσθησαν εις εμφανίσεις κτισμάτων. ίνα σημαίνουν τον αόρατον και νοητόν Θεόν. Ότι ο Άγγελος του Κυρίου είναι ή είς των κτιστών αγγέλων. ίνα εξετάση πρώτον και τας θεοφανείας εν τη στήλη πυρός και νεφέλης και εν τω όρει61 και ούτω φθάνει εις το γενικόν συμπέρασμα ότι "τώ όντι όλα τα ορατά και αισθητά ταύτα πράγματα. αλλά εντός της νεφέλης ο Μωϋσής μετά των οφθαλμών της σαρκός είδε τον Υιόν του Θεού. εκτός εάν ίσως. ή νοημάτων εις τον νουν κατ' ευθείαν εις ωρισμένας περιπτώσεις. ως πολλάκις είπαμεν. ώστε να πιστεύη ότι ο καπνός. αλλ' όμως αποκαλύπτει την άκτιστον φυσικήν δόξαν Αυτού και εν Εαυτώ τον Πατέρα και το Πνεύμα Αυτού. μέσω γινομένων και απογινομένων κτισμάτων και νοημάτων. Ερμηνεύων την εν τη Βάτω αποκάλυψιν του Θεού προς τον Μωϋσέα ο Αυγουστίνος φιλοξενεί μόνον δύο πιθανάς ερμηνείας. Πάντα ταύτα επομένως κατειργάσθησαν δια του υπηρετούντος τον Κτίστην κτίσματος. "καί τί θα είπω περί τούτου. εκτός ότι ουδείς δύναται να είναι τόσον παράφρων.65 Πάντως επειδή ακριβώς νομίζει ότι ο Θεός είναι κατανοητός δια της λογικής. είναι η ουσία του Λόγου και της Σοφίας του Θεού όστις είναι ο Χριστός.67 Εις το χωρίον αυτό φαίνεται σαφώς το δίλημμα και η αγωνία του Αυγουστίνου. ου ήν ο Θεός". φανερούνται μέσω των υποτεταγμένων κτισμάτων. η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης. Εις το χωρίον "ειστήκει δε ο λαός μακρόθεν. του οποίου οι αιρετικοί φαντάζονται ότι οράται η ιδία Αυτού ουσία". επειδή η νεφέλη τω όντι ωράθη υπό του λαού. φέρων εν εαυτώ πρόσωπον ή τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ή γινόμενον και απογινόμενον κτίσμα.τιδήποτε του είδους τούτου. Ως πιστόν τέκνον της Εκκλησίας ηγωνίζετο να εύρη επιχειρήματα να αποδείξη το άκτιστον του Λόγου και του 122 . ή το Άγιον Πνεύμα.59 Ασφαλώς γνωρίζει ότι εις αυτό είναι σύμφωνος με όλους τους Πατέρας. και η νεφέλη και ο γνόφος. όχι μόνον τον Πατέρα.
όσων μετ' εκείνον εκείνου γνωρισμάτων. ως φαίνεται. νεφέλης και πυρός ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει. ότι μόνον ταις αισθήσεσι έβλεπον ά έβλεπον.. εκείνη τη νεφέλη. ενίοτε δε και μετασκευάζονται τελέως.. ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ". ίνα εμφανισθή εις ανθρώπινα όμματα και ακουσθή εις ανθρώπινα ώτα. και Κύριος. σκιάζουσάν τε το υποκείμενον και λεπτή δρόσω το φλογώδες του αέρος υποτονίζουσαν και δια της νυκτός πυρ γίνεσθαι. Ανάγκας επιτίθης τω και των αναγκών δεσπότη.72 Ισχυρίζεται ότι η τελευταία ομοιάζει περισσότερον με την μακαρίαν όρασιν της θείας ουσίας υπό των εν ουρανοίς αγίων και δια τούτο είναι ανωτέρα της πρώτης. ει μη ο του Θεού Υιός. το κτίσμα προσελήφθη δια τον σκοπόν του ανά χείρας έργου. δι' αγγέλων γαρ ιεραρχούμεθα". . διατείχισμα είναι προς τον λαόν. δηλαδή χείρων των ελλάμψεων του Πνεύματος κατ' ευθείαν εις τον νούν. τω και ταύτας ηνίκ αν εθέλη λύοντι. αφ' εσπέρας εις όρθρον τω ιδίω φωτί τοις Ισραηλίταις δαδουχούσαν το φέγγος"..69 Εν αντιθέσει προς τα υπό του Αυγουστίνου γραφόμενα περί του κτιστού και του γινομένου και του απογινομένου της εις τον Μωϋσέα και τους Ισραηλίτας εμφανισθείσης στήλης.75 Και απαντά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. και δια της λογικής κατενόουν τα περί Θεού μυστήρια. και κληθή άγγελος του Κυρίου.74 Ακολουθών τους Φραγκολατίνους ο Βαρλαάμ ισχυρίζετο ότι ". αλλ' όσης τελευταίας και εις ημάς φθανούσης . όστις δέχεται την διάκρισιν μεταξύ αποκαλύψεων γενομένων δια κτισμάτων εις τας αισθήσεις και γενομένων δια νοημάτων κατ' ευθείαν εις την λογικήν. και Θεός"..73 Ούτως επιρρεασμένος από τον Αυγουστίνον και την φραγκολατινικήν ταύτην παράδοσιν ο εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ κατέπληξε τους ελληνορωμηούς με τον ισχυρισμόν του ότι αι θεοφάνειαι της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης ήσαν φανερώσεις του Θεού δια κτισμάτων και ούτω χείρων νοήσεως. παχυνομένου τοις ατμοίς του αέρος δια της ομιχλώδους συστάσεως και προς εαυτόν συμπιλουμένου τοις πνεύμασιν. της Γραφής μαρτυρούσης..71 Πάντως την κλασικήν διατύπωσιν της περί αποκαλύψεως πλάνης του Αυγουστίνου ευρίσκομεν εις τον γίγαντα των φραγκολατίνων θεολόγων.Αγίου Πνεύματος. "."76 123 . "νεφέλης δε του λαού θεία δυνάμει καθηγουμένης.. ουδέ γαρ εξ ατμών τινων ή αναθυμιάσεων η σύστασις αυτής ήν. τις ήν αγγέλων ο τω Μωϋσή ειπών. τον Θωμά Ακινάτον.. ο Γρηγόριος ο Θεολόγος68 και όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας. ου κατά την κοινήν φύσιν. Αλλά ουσιαστικώς σχεδόν μόνον εις αυτό διεφώνει με τους εν λόγω αιρετικούς. Επειδή όμως ο ίδιος εταύτιζε τα εν Θεώ πάντα με την ουσίαν του Θεού δεν ηδυνήθη να φαντασθή ότι η εις τους προφήτας φανέρωσις του Θεού δια του Λόγου δεν είναι φανέρωσις της "πρώτης φύσεως τη Τριάδι γινωσκομένη . αλλά κρείττόν τι και υψηλότερον της ανθρωπίνης καταλήψεως. "τί ποιείς. ότι οι προφήται και οι απόστολοι δεν έβλεπον τί το άκτιστον. "εγώ ειμι ο ών..70 Εν αντιβολή προς τα τοιαύτα ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι όλα τα εμφανισθέντα κατά τας θεοφανείας είναι γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα με σκοπόν να οραθούν και να ακουσθούν και ούτω να μεταφέρουν εις τον νουν των προφητών μηνύματα και νοήματα από τον Θεόν. ως και Βασίλειος ο Μέγας λέγει.. οίτινες επίστευον κατά την Αγίαν Γραφήν και την Παράδοσιν ότι ο Λόγος απεκάλυπτεν εν Εαυτώ τον Πατέρα εις τας θεοφανείας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ειπέ δη μοι. άνθρωπε. μεγαλειότητος .. τοιούτον το θαύμα ήν ως καί.". μεγαλοπρεπείας (καί) .. της ηλιακής ακτίνος θερμώς επιλαμπούσης. ως αναπτύσσει εξ ιδίας πείρας.. Ο ισχυρισμός του ότι "ούτε οι Αρειανοί ετόλμησαν να είπουν ότι ταύτα ήσαν η ουσία του Θεού Πατρός" μαρτυρεί περί της τραγικής καταστάσεως της θεολογίας του Αυγουστίνου έναντι των Ορθοδόξων της παραδόσεως.. ουκ ένι ει μη δι' αγγέλου τον Θεόν ανθρώπω συντυχείν.. Γνωσιολογικώς κατά τα άλλα συνεφώνει με τους αιρετικούς.
τον πάσι τοις ούσι του είναι παρεκτικόν. ο Μονογενής εστι δηλούμενος.83 Καίτοι εκεί επί της στήλης τω Ιακώβ είρηται. ότι καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής Άγγελος. Όπως υπάρχουν σήμερον ορθόδοξα πνευματικά τέκνα των ετεροδόξων. ότι ώφθη τω Μωϋσεί άγγελος Κυρίου επί του Βάτου εν πυρί φλογός. Ου γαρ ενταύθα μόνον ευρήσομεν τον Κύριον ημών και άγγελον και Θεόν υπό της Γραφής ονομασθέντα. δόξης. φησί. την οπτασίαν ταις γυναιξί διηγούμενος. τοις δε ανιάτως έχουσι μηδέν όφελος εκ του πλήθους των λεγομένων έσεσθαι. και ο Θεός Ισαάκ. και υπερλογικώς. Άρα ουχί περί ου μεμαθήκαμεν.λ. προγνώσεως. τον εν αρχή όντα προς τον Θεόν.τ. ούκουν όστις γε μη το Ιουδαϊκόν κάλυμμα επί τη αναγνώσει Μωϋσέως κατά της εαυτού καρδίας επικείμενον έχει.86 Ταύτα θα ήσαν ανιστόρητα και εκτός πραγματικότητος εάν ως σκοπόν είχον μίαν απλήν συσχέτισιν του Χριστού με μόνον τον Μεσσίαν της Παλαιάς Διαθήκης. των παθών.81 Εγώ μεν ουκ οίμαι πλειόνων δείν προς την απόδειξιν. ενεργείας. ότι ένθα και άγγελος και Θεός ο αυτός προσηγορεύεται. γνώσεως.82 και μετ' ολίγα παρά του αυτού. της Αγίας Τριάδος. Ός οικείαν εαυτώ και πρέπουσαν τη εαυτού αϊδιότητι εν τω προς τον ίδιον θεράποντα Μωϋσέα χρηματισμώ προσηγορίαν εξεύρεν. Είπε γάρ. ουκ άλλος τις παρά τον Θεόν Λόγον.84 Ο τοίνυν ενταύθα άγγελος ειρημένος. ο ών. Εγώ ειμι ο ών. αλλά τη συμμετοχή των αισθήσεων. φησί. εμφανίζων εαυτόν κατά γενεάν τοις ανθρώποις. Παντί ουν δήλον. τον όντως όντα την πηγήν της ζωής. και της λογικής δηλαδή ολοκλήρου του κεχαριτωμένου μέλους του σώματος του Χριστού. "ου παύση μη όντα προσαγορεύων. τον λόγον και τας αισθήσεις και ως εκ τούτου είναι χάριτι Θεού μεθεκτά τοις θεουμένοις και πιστοίς υπεραισθητώς. βουλήσεως. τα οποία πάντα ως άκτιστα και παντελώς ανόμοια τοις κτίσμασι υπερβαίνουν τον νούν."85 Είναι σαφές ότι η ως άνω ερμηνεία των αποκαλύψεων του Θεού δια του Λόγου εν Αγίω Πνεύματι εν τη Παλαιά και τη Καινή Διαθήκη αποτελεί την όλην προϋπόθεσιν του περί Αγίας Τριάδος δόγματος των Οικουμενικών Συνόδων.78 Άγγελον τοίνυν προτάξασα της διηγήσεως η Γραφή. Θεού επάγει την φωνήν. Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι εν τω τόπω ου ήλειψάς μοι εκεί στήλην. Εγώ Κύριος ο Θεός Αβραάμ του πατρός σου. ω άθεε. ούτος εκεί λέγει πεφανερώσθαι τω Ιακώβ. Ει γαρ και ύστερον εγένετο της μεγάλης βουλής Άγγελος. Εγώ ειμί ο Θεός του πατρός σου Αβραάμ.77 Και τούτοις ουδείς αντερεί μη ουχί εκ προσώπου του Κυρίου ειρήσθαι.Ο Μέγας Βασίλειος ερμηνεύει τας θεοφανείας κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπον ως οι αναφερθέντες και ως όλοι οι ορθόδοξοι Πατέρες της Εκκλησίας κατά του Ευνομίου ούτως. βασιλείας. όντα εαυτόν ονομάσας. Εγώ γαρ ειμι. τα οποία φωτισθέντα από τους διδασκάλους των επιμένουν να εισαγάγουν εις την ορθόδοξον θεολογίαν τας απομυθευτικάς μεθόδους Δυτικών τινών. Πώς άλλως εξηγούνται τα περί της εις Εμμαούς διδασκαλίας του Χριστού μετά την Ανάστασιν. αλλά και Ιακώβ. και το θέλημα του Πατρός τοις αγίοις εαυτού διαγγέλων. νοηθείη. Πάντως εξ αιτίας των μυθικών περί θεοφανειών ερμηνειών του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων οι σημερινοί πνευματικοί απόγονοι αυτών υποχρεούνται πλέον να καταβάλουν προσπαθείας να απομυθεύσουν την Αγίαν Γραφήν. Ώστε και επί του Μωϋσέως όντα εαυτόν ονομάσας. προφανώς μη 124 . ενώ δεν είναι η Βίβλος η χρήζουσα απομυθεύσεως. προνοίας. αλλά η αυγουστίνειος και φραγκολατινική ερμηνευτική παράδοσις. διότι ούτως απεκαλύφθησαν εις τους αυτόπτας γενομένους μάρτυρας της κατά πάντα μιας και ταυτόν θεότητος. τω Μωϋσεί. του λόγου.80 Τις ουν ο αυτός και άγγελος και Θεός. αλλά τοις μεν φιλοχρίστοις εξαρκείν και την υπόμνησιν. φησίν. αλλ' ουδέ πρότερον απηξίου την του αγγέλου προσηγορίαν. υπερνοητώς. Και είπέ μοι ο άγγελος του Θεού.79 και μετ' ολίγα πάλιν. "καί αρξάμενος από Μωϋσέως και από πάντων των προφητών διηρμήνευσεν αυτοίς εν πάσαις ταις γραφαίς τα περί εαυτού". Γέγραπται γάρ. δυνάμεως κ. Η Εκκλησία εδογμάτισεν ότι ο Λόγος και το Πνεύμα Αυτού είναι άκτιστα και ομοούσια τω Πατρί.
. καθάπερ και αυτός νυν αύθις ομολογήσας. συμβολίζουσαι το Πνεύμα το Άγιον. ή γλώσσα94 ή περιστερά95 το θείον Πνεύμα πριν ή φανήναι ή μετά το τοιούτον πεφηνέναι." ο Υιός εκ του Πατρός γεννηθείς. τύπου Θωμά Ακινάτου και Δάντε. αλλά και μακρώ των τοιούτων υψηλότερα. πάντων ανθρωπίνη γλώττη και ακοή και όψει χωρητών. ουδόλως κατ' αυτούς πρόκειται περί οράσεως και ακοής αοράτων και ανηκούστων ακτίστων θεαμάτων και ρημάτων. όστις ισχυρίζετο ότι η δια της εκστάσεως θέα ακτίστων συνοδεύεται υπό της λήθης και 125 . ου τοιαύτα μόνον. Όπως ο Αυγουστίνος. πώς η καρδία σχήματα και τύπους βλέπει και περιστεράς είδος και γλωσσών. Εναντίον του Βαρλαάμ. τοις πατερικοίς μεμυημένοι λόγοις. πώς οι προφήται και οι της χάριτος εν σχήμασι και τύποις είδον.. ουχ ύστερον το είναι. γενέσθω και αυτός προφήτης. ούτω και οι αγράμματοι λατινόφρονες Γραικοί. Ημείς δ' ίσμεν και πιστεύομεν. Πώς δ' αν και περιστεράν απλώς ιδών ο θείος Βαπτιστής την του Αγίου Πνεύματος κάθοδον συνήκεν.96 Πάντως είναι σαφές ότι η αιτία της υπό του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων περί θεοφανειών πλάνης είναι ότι. και η δόξα της θεότητος και δόξα του σώματος γίνεται. ει δε τις βούλοιτο μαθείν πώς είδον. επίστευον εις τα μυθικά ερμηνευτικά πλάσματα των Φράγκων. ούτως οι Λατινόφρονες του 14ου ‐ 15ου αιώνος αντιστρόφως υιοθέτησαν μαζί με όλας τας δυτικάς μυθολογίας την χαρακτηρίζουσαν τους Φραγκολατίνους μυθικήν ερμηνείαν των θεοφανειών. εφόσον ή όταν λείπη από αυτάς η νεοπλατωνικού τύπου έκστασις. Ο άγιος Γρηγόριος γράφει κατά του Ακινδύνου. οι κατά την τελευταίαν εκατονταετηρίδα της ελευθέρας Κωνσταντινουπόλεως προδίδοντες το έθνος των Ρωμαίων και την πίστιν αυτού. τον πρότερον αποφηνάμενον πλάνην είναι πάσαν αισθητήν φωτοφάνειαν οπωσδήποτε και κακοτεχνίαν του εχθρού πάν το εν σχήματι φαινόμενον. Κάν εί τις έροιτο πώς είδον. Αλλ' όπερ είπον. "Ανάρχως δέ. ως ουκ οίδαμεν. υπό των αντιλεγόντων αναγκαζόμενοι. δηλαδή κτιστή περιστερά και κτισταί πύριναι γλώσσαι. Ου γαρ ως αληθώς λέων92 και βούς93 εστιν επ' ουρανού. αλλά και η μόνη άνευ μυθοπλασιών. την φυσικήν ακτίνα άναρχον κέκτηται της θεότητος. . φησίν. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συνοψίζει την βιβλικήν πατερικήν ερμηνευτικήν εν προκειμένω παράδοσιν. Οι αντίπαλοι του συνεφώνουν με τους Φραγκολατίνους ότι το μόνον άκτιστον είναι η ουσία του Θεού και επομένως κατά τας θεοφανείας ενεφανίσθη όχι η αόρατος εις τα όμματα θεία ουσία αλλά κτιστόν σύμβολον αυτής. ότι οφθαλμοίς ετέροις είδον. κατανοούντες εξ αυτών διάνοιαν υψηλοτέραν.91 Διόπερ και ημείς είπου τι λέγομεν περί του θειοτάτου φωτός. ότι μη τη καθ' ημάς αντιληπτική δυνάμει. Σε δη μάλλον ημείς αντερωτήσωμεν. υψηλότερα τα θεάματα εκείνα και τρόπος έτερος άρρητος ο την επιδημίαν του πνεύματος τω θεόπτη παραστήσας". Προς δε τούτοις και τα θεία θεάματα εκείνα άρρητα ειδότες θεοπρεπώς εκλαμβάνομεν τα ειρημένα. ουδέ αυτήν την δόξαν προσλαμβανόμενος. Επεί δε και την φωτεινήν καρδίαν νυν έφης τα τοιαύτα βλέπειν.88 Ιεζεκιήλ δε άρματα. ου καρδία μόνον αλλά και οφθαλμοίς ιδείν έσθ' ότε και τους προφήτας και τους αποστόλους και πολλούς των μετ' αυτούς αγίων. οι Φραγκολατίνοι και οι πνευματικοί απόγονοι αυτών πιστεύουν ότι η Αγία Γραφή διδάσκει ότι κατά την Βάπτισιν του Χριστού και την Πεντηκοστήν κατέβησαν επί του Κυρίου και των αποστόλων γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα. Ουδείς γαρ τοιούτον είδος αϊδίως κεκτήσθαι το Πνεύμα το Άγιον εθεολόγησεν ή ενενόησεν. τη γαρ πείρα ταύτα γινώσκεται". μετά του Χρυσοστόμου πατρός ερούμεν. Ούτω κατ' αυτούς ως κατά τον Αυγουστίνον η περιστερά και αι πύριναι γλώσσαι είναι κτιστά σύμβολα και όχι άκτισται ενέργειαι του Θεού."87 Πώς ουν είδεν Ησαΐας μεν θρόνον υψηλόν και επηρμένον. ότι δια του πνεύματος εώρων. πίστεως ρήματα λαλούμεν.89 ο δε Βαπτιστής εν είδει περιστεράς αυτό το Πνεύμα.γνωρίζοντα ότι η πατερική ερμηνεία της Γραφής είναι όχι μόνον η ορθή. Ταύτα γαρ ου φυσικής ακολουθίας αλλά πίστεως εστι τα ρήματα. "τί δε και το είδος των γλωσσών και της περιστεράς προβάλλη κατά της λαμπρότητος της θείας φύσεως.90 φαίης άν.
"άρα γαρ ο Μωϋσής.επομένως ουδόλως συμμετέχουν εις αυτήν η μνήμη. η πάντα υπερέχουσα και προέχουσα και περιέχουσα σκηνή. είπερ και εαυτών". όν είδαμεν. Επεί δ' εώρα. ιερωσύνη τε και τα καθ' ιερωσύνην. εν ή έκτισται και συνέστηκεν όσα τε ορατά και όσα αόρατα. πάντων απολυθείς των τε ορωμένων και των ορώντων πραγμάτων τε και νοημάτων και την θέαν υπερβάς του τόπου και εις τον γνόφον εισελθών εν αυτώ εώρακεν ουδέν. "αλλ' ω βέλτιστε. αλλά απλά πάντα τα εκεί.. υπέρ εαυτούς ποιών και αρπάζων απορρήτως εις τα ουράνια. διαρκής και τελειοτέρα διηνεκώς. "τής αειδούς ζωής υπό τον γνόφον μετέχων. "ήν δι' υλικής μιμήσεως τοις κάτω υπέδειξεν"100α αύτη δ' αν είη. αλλά πυρίναις γλώσσαις εστόμωσεν αυτούς και δι' αυτών εκείνα ελάλει. ορατά ήσαν τα προκείμενα. αι αισθήσεις και το σώμα. φως άρα πάντ' εκείνα. εκείνα δε αυτά τα θεάματα σύμβολα ουκ ήν . Και συμβολικά τοιαύτα. ου τοις ούσι συνημμένον. ποτέ δε εν εαυτοίς ούσιν αυτός δια τε της ψυχής αυτών και του σώματος ενεργεί τα υπερφυά και απόρρητα και τοις του αιώνος τούτου σοφοίς ακατάληπτα. ο Παλαμάς γράφει. δηλονότι τοις κτιστοίς. Αλλά μην εκεί είδε την άϋλον σκηνήν. Αλλά και εν τω γνόφω εωράτο. ύστερον δε και ως ιερείω εαυτώ χρώμενος υπέρ ημών. παραπετάσματα των εν τω γνόφω Μωσέως υπήρχε θεαμάτων. εν τω ιερώ ποτε "προσκαρτερούσι τη προσευχή και τη δεήσει". προδεικνύσα δε δια της μωσαϊκής σκηνής ότι δέξεταί ποτε κατασκευήν και εις σχήμα ήξει και ουσίαν ο υπερούσιος και ασχημάτιστος Λόγος. του Αυγουστίνου ότι ο Μωϋσής δεν είδε τον άκτιστον Λόγον εν τη νεφέλη και τω γνόφω αλλά κτιστά γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα και εναντίον του ισχυρισμού του Βαρλαάμ ότι ο γνόφος ούτος είναι αφαίρεσις νοημάτων και ουχί όρασις υπέρ την νόησιν. Δια τούτο. ούτε κατ' αίσθησιν εώρα. αρχιερεύς μεν ών αυτός προαιώνιος. ή εν φωτί άλλω υπήρχον ορατά. Και πάσι γαρ τοις αποστόλοις. Έτ' ουν έχει τις ειπείν ως ουδέν οράται εν τω θείω γνόφω και μετά την κατά απόφασιν θεολογίαν υψηλότερον θέαμα ουδέν.. αλλά και αυτήν την της θεαρχίας ιεραρχίαν και τα κατ' αυτήν. ου την άϋλον σκηνήν (δηλαδή τον Λόγον) είδεν μόνον και δι' ύλης υπέγραψεν." 102 ώστε ανείδεα ήν τα θεάματα εκείνα. ήτις γίνεται δια τους προκρίτους των προκρίτων θεουμένων.101 άϋλος μεν ούσα και άκτιστος τη εαυτής φύσει. και της δι' αυτής υπεραναβάσεως αυτών. κατά τους των αγίων λόγους." Κατά τον Νύσσης Γρηγόριον. ως φαίνεσθαι μεν ποτε. Μωϋσής γαρ είδεν ά είδεν" εν τεσσαράκοντα ημέρας και τοσαύταις νυξί. ούτε κατά νούν. Πώς ουν συμβολικά. ά και κατά την νομικήν ιερωσύνην υλικώς και ποικίλως διεζωγράφησε.98 Όταν όμως η έλλαμψις επαναλαμβάνεται και ο ούτω πάσχων συνηθίζει προκόπτων. ου σύνθετον. Τί δε των κυρίως συμβόλων. Πώς γαρ το αυτοπτικόν και αυτονόητον δι' ενεργείας νού οραθείη οιασούν. και σώμα λαβών θύσει τούτο υπέρ ημών.99 Ουδόλως και ουδέποτε πρόκειται περί εκμηδενίσεως των φυσικών ενεργειών του ανθρώπου αλλ' αντιθέτως της θεώσεως αυτών. ποτέ μεν εξίστησιν αυτών. Πάντα δε τα εν τω γνόφω απλά και απόλυτα και άτρεπτα. τους ειλικρινώς προσευχομένους ο Θεός. των μεριστών και αισθητών. ή ουν φώς. είναι δ' ουδέποτε. Επεί δ' εαυτόν υπεραναβάς και εν τω γνόφω γενόμενος εώρα. αυτοπτικόν άρα εστί το φως εκείνο και τους μεν μη ανομμάτους γενομένους νόας υπεροχικώς αποκρύπτεται. ουκ έκστασιν έδωκεν. Σύμβολα μεν ουν αισθητά ή τε σκηνή και τα κατά την σκηνήν πάντα. Ή τούτο γούν ότι συμβολικά πάντα τα των αγίων θεάματα.97 Όπως θα είδωμεν εν οικείω τόπω η έκστασις των Πατέρων διαφέρει αυτής του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων.100 Εν αντιθέσει προς τον ισχυρισμόν. εν τω θείω γνόφω γεγονώς ο Μωϋσής. ών πάντων επιλελήσθαι τους εν εκστάσει γενομένους επάναγκες. δεν λέγεται πλέον έκστασις αλλά θέα. ουδ' ήρπασεν εις ουρανόν. λέγεται δε έκστασις μόνον εις την περίπτωσιν του δια πρώτην φοράν πάσχοντος αυτήν και δια τούτο απωλέσαντος τον προσανατολισμόν του. το Πνεύμα το Άγιον επιδημήσαν. ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συνοψίζων την διδασκαλίαν της Ιεράς Παραδόσεως γράφει. καθότι και εν αυτή ολόκληρος ο άνθρωπος μετέχει. Όταν δ' 126 . "Χριστός η Θεού δύναμις και Θεού" αυθυπόστατος "σοφία". ου τρεπτόν.
ότι και εν αυτή τη απορρήτω και υπερφυεί εκφάνσει κρύφιος εκείνος μένει και αυτοίς τοις απολυθείσι και κρυβείσιν. το δ' έτι μείζον. κρύπτον αυτούς υπό τον θείον γνόφον. ως και τον θείον Παύλον. ότι και αυτόν εαυτού υπεραναβιβάσας και απολύσας απορρήτως εαυτού και υπέρ πάσαν θείς αισθητικήν και νοεράν ενέργειαν. Το δ' αύθις έτι πάσαν παράδοξον υπερβολήν καθ' υπεροχήν εκβαίνον.υπεραναβάς πάσαν νοεράν ενέργειαν ο νούς ανόμματος υπεροχικώς τελέση. αλλά και εαυτούς. ώσθ' ορώντας αυτούς μη ειδέναι. και δια της υπέρ νουν ενώσεως αυτό δι' εαυτού το αυτοπτικόν φως έχων απορρήτως και ορών. κατά το γεγραμμένον. εν Θεώ χάριτι γενόμενος. ου τους άλλους πάντας μόνον. αλλά διαπορείν. Ουκέτι λοιπόν κρύφιον το θείον είποι τις άν. ω του θαύματος. εποίησεν. Τί ούν. ό γε ουκ εξίσταται της κρυφιότητος. κρύφιον αυτόν εαυτώ. αλλά και τοις άλλοις μεταδίδωσι. Ου γαρ έτι Μωσής εωράτο τότε. τί ήν εκείνο το ορών. πληρούται της υπερκάλλου ταύτης αγλαΐας. μόνος εν αυτώ γενόμενος."103 127 . Και πώς.
ενώ οι αιρετικοί παρεμβάλουν μεταξύ των θεουμένων και του Θεού κτιστά μόνον μέσα αποκαλύψεως. ή δια της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού μόνον. ως οι Σαμοσατιανοί και οι Αρειανοί αλλά και οι εγκαταλείψαντες παντελώς την αποφατικήν θεολογίαν Ευνομιανοί και οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον Φραγκολατίνοι. διότι οι μεν εθεμελίωναν την εν λόγω διάκρισιν επί της παραδόσεως αλλά και επί της φιλοσοφίας. αφού η προσωπική εμπειρία των πνευματικών ανδρών των εν προκειμένω αιρέσεων δια της οποίας υποτίθεται γνωρίζουν τον Θεόν συντελείται πάντοτε δια κτιστού μέσου ή δια της εκτός της θεώσεως δαιμονιώδους εκστάσεως. προφητών. Συνόδου καταδικασθέντες Ευνομιανοί και Πνευματομάχοι και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα Ι. Εις όλας όμως τας εν λόγω περιπτώσεις τα κτιστά μέσα αποκαλύψεως του ακτίστου σκοπόν έχουν την μεταφοράν εκ του ακτίστου μηνυμάτων σωτηρίας και αυτής ταύτης της σωτηρίας. Συνόδου καταδικασθέντες Αρειανοί και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα Η βασική διάκρισις μεταξύ των Πατέρων και των ως άνω αιρετικών είναι ότι οι Πατέρες παραδέχονται άμεσον υπό των θεουμένων υπέρλογον. όπως είδαμεν.4 128 . Πάντως και η υπέρ τον λόγον αποφατική θεολογία των Σαμοσατιανών και των Αρειανών και η κατά τον λόγον καταφατική θεολογία των Ευνομιανών και των Φραγκολατίνων βασίζονται αποκλειστικώς επί της Αγίας Γραφής. αποστόλων και αγίων.3 οι Ορθόδοξοι εστηρίζοντο επί της εμπειρίας της θεώσεως και της υπό των θεουμένων ερμηνείας της Αγίας Γραφής. η αποφατική θεολογία είναι εκ της προσωπικής του θεουμένου εμπειρίας του υπέρ τον λόγον ακτίστου της θεότητος φωτός. Οι Ευνομιανοί ΙΙ. Αντιθέτως εις τους εν λόγω αιρετικούς ο χαρακτήρ της υπέρ τον λόγον ή κατά τον λόγον αποκαλύψεως είναι αποτέλεσμα της εκ Θεού υπό των ανθρώπων αποδοχής κτιστών μόνον μηνυμάτων. Εις την ορθόδοξον παράδοσιν των θεουμένων. Χρήζει μεγάλης προσοχής το γεγονός ότι οι Σαμοσατιανοί και οι Αρειανοί συνεφώνουν μετά της ορθοδόξου παραδόσεως περί της εν Θεώ διακρίσεως μεταξύ της θείας ουσίας και της ακτίστου ενεργείας. Οι Πνευματομάχοι Ζ.Τμήμα 4 β) Οι υπό της Α' Οικ. ή δι' αυτής και του κτιστού Λόγου. Συνόδου καταδικασθέντες Αρειανοί και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα γ) Οι υπό της Β' Οικ. Εν τούτοις υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ των αιρετικών τούτων και των Ορθοδόξων.2 ενώ ως είδαμεν. Η υπό της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381) αποτελείωσις της διατυπώσεως του δόγματος β) Οι υπό της Α' Οικ. Πάλιν δια λόγους φιλοσοφικούς οι Ευνομιανοί και οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον Φραγκολατίνοι εταύτιζον την θείαν ουσίαν και την άκτιστον θείαν ενέργειαν. αλλά εν πάση περιπτώσει ως εμπεριέχονται εις την Αγίαν Γραφήν.1 Μεταξύ όμως των αιρετικών τούτων υπάρχουν οπαδοί μιας αποφατικής τινος θεολογίας. εμπειρίαν του ακτίστου φωτός της θεότητος της Αγίας Τριάδος.
Πάντως εναντίον του ταυτίζοντος την ουσίαν και την ενέργειαν εν τω Θεώ Βαρλαάμ. Επειδή δε οι Φραγκολατίνοι επίστευσαν ότι ο Αυγουστίνος γνωρίζει καλύτερα από τους συγχρόνους των λατινοφώνους και ελληνοφώνους Ρωμαίους την περί Θεού διδασκαλίαν της Εκκλησίας. οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον Φραγκολατίνοι και οι απόγονοι αυτών Παπικοί και Προτεστάνται θεολόγοι. τον κτιστόν Λόγον.7 Επίσης ετόνιζεν ότι τα κτίσματα δεν γνωρίζουν την ουσίαν του Θεού αλλά μόνον την ενέργειαν του Θεού. και θεωρούντες τον Αυγουστίνον ως τον μεγαλύτερον Πατέρα της Χριστιανοσύνης.10 Ως ουν η γέννησις ευδοκία και θέλησις ουκ έστιν. Ερούμεν ουν και ημείς προς αυτούς. εις τας σχέσεις μεταξύ Θεού και κόσμου. δια της καταργήσεως των εμφανίσεων του Λόγου εν τη ακτίστω δόξη Αυτού εις τους προφήτας και εις τους αποστόλους και δια της ταυτίσεως της θείας ουσίας και της θείας ενεργείας με συνέπειαν την περί Filioque αίρεσιν και την εις εποχήν αγραμματωσύνης προσθήκην αυτού εις το Σύμβολον της πίστεως. Ταύτα όμως δεν βλέπουν ως κλείδα εις την ερμηνείαν των Πατέρων. Τούτο διότι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον εις την ταύτισιν ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ και φανταζόμενοι εαυτούς πιστούς εις τους Πατέρας των Οικουμενικών Συνόδων. νομίσαντες ότι δια του Filioque κατώρθωσαν κάποιαν περαιτέρω και ανωτέραν ανάπτυξιν δια βαθυτέρας κατανοήσεως του δόγματος των εν λόγω Συνόδων. αλλ' υπέρ ευδοκίαν και θέλησιν ‐ φύσει γαρ δείκνυσιν εκ Πατρός όντα τον Υιόν ως αυτώ γνήσιον 129 . και η φύσις ουχ υπόκειται βουλήσει".Ίνα κατανοήση τις την τελικήν διατύπωσιν της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίας της Εκκλησίας πρέπει να έχη υπ' όψιν τα υπό των αιρέσεων τούτων δημιουργηθέντα φιλοσοφικά και θεολογικά προβλήματα. ως δεν είχεν υπ' όψιν του ταύτα ο εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. Ίσως το πιο παράδοξον είναι ότι κατά τας φιλοσοφικάς αυτών προϋποθέσεις υπήρχε κατά βάσιν συμφωνία μεταξύ Σαμοσατιανών. Αρειανών και Νεστοριανών.8 Εις τα τοιαύτα είναι σαφές ότι ο Άρειος ακολουθεί το σχήμα της πατερικής παραδόσεως. ταύτα λέγει ο Άρειος δια την ουσίαν του Θεού και ουχί δια την ενέργειαν Αυτού. "Αρειανοί μεν ουν τον Υιόν έλεγον θελήσει του Πατρός εις το είναι προελθείν εκ του μη αθελήτως εκ του Πατρός το είναι λαβείν τούτο δήθεν κατασκευάζοντες. ο Παλαμάς παραπονείται ότι ούτε ο Άρειος ετόλμησε να κάνη αυτό. ουχί κατ' ουσίαν αλλά μόνον κατ' ενέργειαν. ούτε καν δύνανται να φαντασθούν ότι μαζί με τον Αυγουστίνον εξετράπησαν εκ της Ιεράς Παραδόσεως και επρόδωσαν τας προϋποθέσεις των δογμάτων των Οικουμενικών Συνόδων. ότι "τού βούλεσθαι το κατά φύσιν υπέρκειται. ότι ο Θεός δεν δύναται ένεκα της απολύτου υπερβατικότητός Του να έχη άμεσον σχέσιν με τα κτίσματα και δια τούτο υπεχρεούτο να παρεμβάλη ως ενδιάμεσον όν. Συνόδου. Την εκ μέρους των Φραγκολατίνων αθέτησιν ταύτην αναπτύσσει ο Γρηγόριος ο Παλαμάς ως εξής. Συνόδου εθεολόγησε τελικώς το Filioque. "Θέλησιν δε την ουσίαν του Θεού ουδ' οι θελήσεως Υιόν ειπόντες τον Λόγον του Θεού ετόλμησαν ειπείν.6 Η επικράτησις τοιούτων θεωριών οφείλεται εις την αδυναμίαν των ετεροδόξων και των συγχρόνων θεολόγων να παρατηρήσουν ότι.5 Επικρατεί η θεωρία ότι το θεολογικόν οικοδόμημα του Αρειανισμού βασίζεται εις την προκατάληψιν αυτού. αφού προσεπάθει να υποδείξη ότι ο Λόγος γεννάται ουχί εκ της ουσίας του Πατρός αλλά κατά βούλησιν του Πατρός εκ του μηδενός. απεκήρυξαν την διδασκαλίαν της Α' και της Β' Οικ. Δηλαδή ο Άρειος εδίδασκεν ότι ο Θεός έχει σχέσεις με τα ετερούσια. όπερ και ο μέγας Αθανάσιος προς τους Αρειανούς."9 Ακριβώς επειδή ο Αυγουστίνος δεν εγνώριζε την διδασκαλίαν των Πατέρων της Α' και της Β' Οικ.
Ο φανατισμός των οπαδών αυτής δύναται να εξηγηθή μόνον από το γεγονός ότι εξ αιτίας αυτής ησπάσθησαν πολλοί τον Χριστιανισμόν. Λατίνοι γούν λέγοντες ταυτόν είναι τη αποστολή του θείου Πνεύματος την εκπόρευσιν κατά πάσαν ανάγκην κτιστόν είναι το Πνεύμα κατασκευάζουσι.15 Εις άλλο της ιδίας ομάδος έργον ευρίσκομεν τα εξής. εβασίσθησαν εις την εν λόγω φιλοσοφίαν και καθυπέταξαν την διδασκαλίαν των θεουμένων εις αυτήν και ούτω διέστρεψαν την ορθόδοξον διδασκαλίαν περί Αγίας Τριάδος και περί ενσαρκώσεως του Λόγου ως και περί θεοπνευστίας. εφόσον η βούλησις είναι αγάπη και ως εκ τούτου ταυτίζεται με την θείαν ουσίαν. και οι Νεστοριανοί επρέσβευον ότι ο Θεός έχει πραγματικάς σχέσεις προς τα κτίσματα κατά βούλησιν και ουδέποτε κατ' ουσίαν ή κατά φύσιν ή και καθ' υπόστασιν. αλλ' ου θελήσει καθά τα κτίσματα ‐ ούτως ουδέ του Πνεύματος η εκπόρευσις αποστολή και ευδοκία και θέλησίς εστι. ανάγκη μεταγομένου του Πλάτωνος εκ του είναι αυτόν άνθρωπον εις το γενέσθαι αυτόν μύρμηκα."11 Ως θα είδωμεν κατωτέρω ο Αυγουστίνος αντιμετωπίζει το επιχείρημα αυτό των Αρειανών το οποίον αποδίδει εις τους Ευνομιανούς. Εκ των έργων τούτων επιλέγομεν τα εξής χωρία. δύναταί τις να εικάση την μεγάλην επιτυχίαν ταύτης της αναπτυχθείσης φιλοσοφίας. προ της του κόσμου ποιήσεως ποιητής ών δυνάμει. φησί.14 Εις αποδιδόμενα εις τον μάρτυρα Ιουστίνον έργα ευρίσκομεν στοιχεία τινα της εν λόγω φιλοσοφίας. και ου τω βούλεσθαι ποιεί ο Θεός τους ανθρώπους. πώς ο του κόσμου ποιητής. πώς ο Πλάτων ποτέ μεν έστι ζώον λογικόν και άνθρωπος. και ουκ ενεργεία τω της ελαττώσεως ουχ υποπίπτει ονόματι. αλλά ιδία βουλή υφέστηκεν. προς αντιμετώπισιν των εκ της ελληνικής φιλοσοφίας επιχειρημάτων κατά του δόγματος της Εκκλησίας περί της εκ του μηδενός δημιουργίας. αυθεντικώς δε ποιών. Επομένως το φύσει και βουλήσει γεννάν είναι ταυτόν."16 Και εις άλλο τα εξής χαριτωμένα. ούτος ανυπόβλητος τω της ελαττώσεως ονόματι. Κρίνοντες από τον φανατισμόν με τον οποίον επέμενον εις ταύτην την φιλοσοφικήν αρχήν οι εν λόγω αιρετικοί. 12 Ως ανεπτύξαμεν λεπτομερώς εις άλλας εργασίας13 οι Σαμοσατιανοί. αυθεντικώς ποιεί. τούτων η δύναμις ελάττων της ενεργείας καθέστηκεν. Φαίνεται ότι η μορφή αυτή της εν λόγω διακρίσεως ανεπτύχθη μεταξύ των Χριστιανών της ανατολικής Διοικήσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. αλλ' ου θελήσει κατά τα κτίσματα. αναγκαστικώς ποιεί ά ποιεί. ει δε τω βούλεσθαι ποιεί. ποτέ δε ζώον άλογον και μύρμηξ δια της μετεμψυχώσεως. με τον ισχυρισμόν ότι είναι ανόητον. Προφανώς ευρισκόμεθα ενώπιον μιας φιλοσοφοποιήσεως της εκ της αποκαλύψεως γνωστής διακρίσεως ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ. οι Αρειανοί. φύσει γαρ η εκπόρευσις δείκνυσι το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός ως αυτώ γνήσιον και ομοούσιον. και πάντα σοι πάρεστιν". Ει το είναι τη δυνάμει του είναι τη ενεργεία καθέστηκεν έλαττον. Ει μεν έπεται τω Θεώ το γενέσθαι τον Πλάτωνα άνθρωπον. όσα βούλεται και οία βούλεται και ότε βούλεται ποιεί.και ομοούσιον. μεταγενέσθαι και τον Θεόν του είναι ό 130 . διότι ταύτα σημαίνουν δι' αυτούς κατ' ανάγκην. "ο Θεός ει τω είναι ποιεί. "ει κατά τους Έλληνας τω είναι." "Απόκρισις. "Ερώτησις. Ου δε η δύναμις της ενεργείας ου φυνική ανάγκη. Ών η δύναμις της ενεργείας φυσική τινι ανάγκη υφέστηκεν. Διενοήθης. Φαίνεται ότι αντί να επικαλεσθούν την αυθεντίαν των αυτοπτών μαρτύρων της θεότητος του Χριστού θεουμένων.
"εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κατά γένος . του Θεοδώρου Μοψουεστίας.19 Κατ' αυτόν η μία ουσία και υπόστασις του Θεού ενούται εν Χριστώ μετά της ανθρωπίνης φύσεως ουχί κατά φύσιν αλλά κατ' ενέργειαν και ευδοκίαν. πώς τω είναι.21 κατά την ενσάρκωσιν ο Θεός γίνεται Πατήρ και ούτω λέγεται ότι γεννά τον μονογενή Αυτού Υιόν τον άνθρωπον Χριστόν. "πρός ένδειξιν δε της θείας αυτού δυνάμεως και του μη νόμω φύσεως αυτόν δουλεύειν.25 Και ως φαίνεται και η πηγή του μονοενεργητισμού και του μονοθελητισμού. ει δε ο Πλάτων μεν μεταφέρεται. και ίσως του Θεοδωρήτου Κύρου.. του Νεστορίου."17 Και εις άλλο έργο.22 Τρείς Σύνοδοι ησχολήθησαν εν Αντιοχεία με την αίρεσιν ταύτην τω 264‐269 και τελικώς κατεδικάσθη ο Παύλος Σαμοσατεύς. 2) ότι ο Λόγος είναι εν Εαυτώ ουσία (δηλαδή υπόστασις) και 3) ότι ο Λόγος ούτος ηνώθη κατ' ουσίαν (δηλαδή καθ' υπόστασιν) με την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν. και ου τω βούλεσθαι ο Θεός ποιεί τους ανθρώπους.23 Σημειωτέον ότι ο Παύλος Σαμοσατεύς εδίδασκεν ότι εν Χριστώ υπάρχει μία ενέργεια βουλήσεως του Θεού και του Χριστού και εκ της ενώσεως αυτής των δύο ενεργειών συνίσταται η ενσάρκωσις και όχι εκ της κατά φύσιν ενώσεως των δύο φύσεων. εις τους προφήτας.. αλλά με την διαφοράν ότι ο Χριστός εγένετο ναός του πληρώματος της θεότητος του Θεού. το οποίον συγκατώκει μετά της ενεργείας του Λόγου εν τω ανθρώπω Χριστώ ως.29 Την ακριβή διδασκαλίαν του Λουκιανού δεν γνωρίζομεν. προστάξας. εν συνδυασμώ με την απουσίαν της ορθής περί αποκαλύψεως διδασκαλίας.24 Αυτή είναι κατ' ουσίαν η διδασκαλία του Διοδώρου Ταρσού.εστιν. Ούτω βλέπομεν τους Αρειανούς με αρχηγόν τον Άρειον να συμφωνούν ότι 1) η Αγία Τριάς είναι τρεις υποστάσεις."18 Εξ αιτίας τοιούτων αρχών.27 Επομένως ο Λόγος ενούται με τον Χριστόν κατ' ενέργειαν και κατ' ευδοκίαν. οίτινες απεκάλουν εαυτούς Συλλουκιανιστάς. Το Πνεύμα το Άγιον δια τον Σαμοσατέα ήτο η εν Χριστώ χάρις και ενέργεια του Θεού. αλλά αυθεντία βουλήσεως το δοκούν εργαζόμενον. η διδασκαλία των Συλλουκιανιστών ήτο εις 131 .20 Και ως είδαμεν. τα μεν εν αρχή των εν γενέσει και φθορά φύσεως εκ της γης και των υδάτων εποίησε. Ούτω τα δύο πρόσωπα γίνονται άμα τη γεννήσει του Χριστού εκ της Παρθένου έν πρόσωπον της ενώσεως με μίαν ενέργειαν και θέλησιν. Παρά την τυπικήν ταύτην συμφωνίαν με την επίσημον διδασκαλίαν της Εκκλησίας και την απόφασιν της αναφερθείσης Συνόδου.26 Ως ανεπτύξαμεν αλλαχού η όλη φιλοσοφική προϋπόθεσις της διδασκαλίας αυτών είναι ότι ο Θεός δύναται μόνον με τον ομοούσιον Εαυτώ Υιόν και το ομοούσιον Εαυτώ Πνεύμα να έχη κατ' ουσίαν σχέσεις και ουχί με τα κτίσματα. ο δε Θεός του είναι ό εστιν ου μεταφέρεται. 28 Φαίνεται σαφώς ότι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του Παύλου Σαμοσατέως και των Αρειανών ήτο ο μαθητής του Σαμοσατέως Λουκιανός ο διδάσκαλος των Αρειανών. διότι το κατ' ουσίαν σημαίνει κατ' ανάγκην. ισχυριζόμενος ότι τούτο σημαίνει κατ' ανάγκην ένωσιν. ο Παύλος Σαμοσατεύς απέρριψεν όχι μόνον την περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίαν των προφητών και των αποστόλων. και 3) ότι η εκ του Θεού γέννησις του Λόγου εγένετο προ των αιώνων. διότι δεν εδέχετο 1) ότι ο Λόγος είναι ο εκ του Πατρός γεννηθείς προ των αιώνων μονογενής Υιός του Θεού. Είναι βέβαιον όμως ότι 1) προσηρμόσθη εις την επίσημον διδασκαλίαν της Εκκλησίας μετά την καταδίκην του διδασκάλου του εις τα τρία αναφερθέντα σημεία. 2) ότι ο Λόγος κατ' ουσίαν ηνώθη με την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν. αλλά ηρνήθη την κατά φύσιν ένωσιν εν Χριστώ των δύο φύσεων.
δημιουργεί τον Λόγον τούτον εκ του μηδενός. ο Άρειος επρέσβευεν ότι ο εκ του μηδενός κτισθείς Λόγος. του Θεού ούτω γενομένου Πατρός. Όστις ο ίδιος εγένετο προφορικός και Υιός Μονογενής. Ισχυρίζετο ότι η κατ' ουσίαν γέννησις του Λόγου υπό του Θεού συνεπάγεται μίαν κατ' ανάγκην γέννησιν. Οι Συλλουκιανισταί μετά ζήλου επέμενον όχι μόνον εις την προ του χρόνου αλλά και εις την προ των αιώνων γέννησιν του Λόγου εκ του μηδενός. αλλά ο τρόπος της ενεργείας του Θεού δια του Λόγου προς δημιουργίαν του κόσμου και ενσάρκωσιν του Λόγου. το προνοείν. με τας εκ του Υψίστου Θεού απορρίας των κατωτέρω όντων των Γνωστικών. ότι κτίσμα δεν δύναται να γνωρίση την γνωστήν μόνον εις τον Θεόν θείαν ουσίαν. κ. ο Άρειος αντιθέτως επρέσβευεν ότι ο Θεός εγέννησε προ των αιώνων δεύτερον Λόγον εκ του μηδενός. ως και κατά τον Σαμοσατέα. αλλ' ουχί φυσική και απόλυτος ταυτότης ενεργειών. Δηλαδή το ότι ο Θεός γεννά τον δεύτερον Λόγον εκ του μηδενός σημαίνει ότι κτίζει. την δόξαν. δεν γνωρίζει ούτε την ουσίαν του γεννήσαντος Αυτόν Πατρός. το αγιάζειν. την βασιλείαν. αφού ήδη υπήρχεν. του Πατρός. 32 ότι ο Θεός προ των αιώνων εγέννησε τον ενδιάθετον Λόγον.35 Ο Άρειος ετόνιζεν ότι το "γεννάν" δεν είναι της ουσίας αλλά της βουλήσεως ή ενεργείας του Θεού και άρα σημαίνει "κτίζειν". Σημειωτέον ότι η εκδοχή ότι οι Αρειανοί εδίδασκον την εν χρόνω γέννησιν του Λόγου εκ του μηδενός είναι όχι η διδασκαλία αυτών αλλά κατηγορία εναντίον αυτών. Ο Πατήρ αποκαλύπτει εις τον Λόγον τα πάντα όσα χρειάζονται.λ. ουδέποτε όμως την ουσίαν Αυτού.37 Ούτω δεν έχει κατά φύσιν την γνώσιν. ο Θεός είχεν εν Εαυτώ ως ενεργείας ακτίστους τον Λόγον και το Πνεύμα Αυτού και ήτο μία ουσία και υπόστασις.31 Ενώ αρχαίοι τινες Ορθόδοξοι εδίδασκον όπως είδαμεν. το κυβερνάν. Δια τον Άρειον υπάρχει ταυτότης τις ενεργειών του Πατρός και του Λόγου.30 Κατά τον Άρειον. δια την δημιουργίαν του κόσμου και την ενσάρκωσιν του Λόγου. Η μεγάλη πλειοψηφία των επισκόπων και οι αντιπρόσωποι αυτών θεολόγοι Πατέρες της Εκκλησίας συνεφώνουν με τους Αρειανούς ότι ο όρος γέννησις δηλοί τον τρόπον της υπάρξεως του Λόγου προ των αιώνων.33 Δια τους αναφερθέντας αρχαίους η γέννησις του ενδιαθέτου Λόγου εις προφορικόν εγένετο τη βουλήσει του Πατρός.την πραγματικότητα μία υπεκφυγή και ουσιαστικώς εμμονή.36 Συνεπής εις την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως. αφού εκτίσθη υπό του Θεού υπ' αυτόν τον όρον.34 Ο Άρειος όμως εθεώρει την γέννησιν ως τον τρόπον της υπάρξεως του Λόγου εκ του μηδενός. ότι ο Θεός έχει μόνον κατά βούλησιν και ουδέποτε κατ' ουσίαν σχέσιν με άλλας ουσίας και υποστάσεις. εις την φιλοσοφίαν του Σαμοσατέως και μόνον κατ' επίφασιν προσαρμογή εις την ορθόδοξον θεολογίαν. το σώζειν. ήτις περισσοτέραν συγγένειαν έχει. τας ενεργείας. Ούτως ο Πατήρ έδωσεν εις τον κτιστόν Αυτού Μονογενή Υιόν το κτίζειν. Αλλά διεφώνουν με τον Άρειον και επέμειναν εις την παράδοσιν των αρχαίων ότι Είς είναι ο Λόγος του Θεού. ούτε την ιδικήν Του.39 Ο Λόγος όμως ως κτίσμα δύναται να ενωθή κατ' ουσίαν με την σάρκα Αυτού.38 Επίσης συνεπής εις την φιλοσοφικήν αρχήν του Παύλου Σαμοσατέως ο Άρειος διετήρησε μετά φανατισμού την διδασκαλίαν.τι άκτιστον έχει από τον Πατέρα.λ. Όστις εγεννήθη εκ της ουσίας του Πατρός ή εκ της υποστάσεως Αυτού και Όστις δεν είναι εκ του μηδενός έργον της βουλήσεως του Πατρός.τ. Ο Λόγος κατά χάριν και μέθεξιν έχει ό. Τον ανθρώπινον λόγον του Χριστού όμως αντικατέστησεν ο 132 . Και ούτως έχει φύσιν τρεπτήν. διότι δεν εθεωρείτο τρόπος της υπάρξεως του Λόγου. ποιεί. αλλά έχει ταύτα κατά χάριν εν ω μέτρω θέλει και δίδει ο Πατήρ. κ. Κατά φύσιν έχει μόνον κτιστήν φύσιν και τας κτιστάς αυτής ενεργείας. κατά τον Άρειον.π.
επεί ειπάτωσαν ημίν αυτοί. είη αν πολλώ μάλλον και αληθέστερον του Υιού φύσει και ουκ εκ βουλήσεως Πατήρ".45 Ο Μέγας Αθανάσιος επί του θέματος γράφει. ίνα το είναι Υιόν αληθινόν αρνήσωνται του Θεού. ό γαρ εστι. και το μεν βουλήσει κατασκευαζόμενον ήρξατο γίνεσθαι. ώστε να μη την γνωρίζη ούτε ο προ των αιώνων γεννηθείς Λόγος. ουκούν ανάγκη και μη θέλων έσχεν ο Θεός Υιόν. Το μεν γαρ αντικείμενον τη βουλήσει εωράκασι. σαφώς ουτωσί λέγων. τούτο και θελητόν εστιν αυτώ. και οίον περίττωμά τι φυσικόν και δυσκάθεκτον. ουκ ήν πριν γεννηθή ο του Θεού Λόγος. διό ουδέ βουλεύεται περί αυτού. παρά ταύτα ισχυριζόμενοι ότι το κατ' ουσίαν σημαίνει κατ' ανάγκην.κτιστός Λόγος του Αρείου και ούτως όλας τας κτιστάς ενεργείας του Χριστού αποδίδει ο Άρειος αδιακρίτως εις την προϋπάρχουσαν φύσιν του Λόγου προς απόδειξιν του κτιστού και του τρεπτού Αυτού. καί. ήδη και αθέλητός εστι τω Πατρί. και μη βουλομένου του Πατρός εστιν ο Υιός.40 Εις την θεολογίαν του Αρείου υπάρχει μία σπουδαία αντίθεσις την οποίαν εκτύπησαν οι Πατέρες και την οποίαν εκάλυψαν δια μιας σπουδαίας αναπροσαρμογής οι Ευνομιανοί ως θα είδωμεν. Ευνομιανών και Πλάτωνος λέγων. κατήντουν αυτοί αντί του Λόγου να γνωρίζουν την θείαν ουσίαν. σκοπείν δεί. και έξωθέν εστι του ποιούντος. ο Πατήρ φιλεί τον Υιόν. Ουμενούν. και πάντα δείκνυσι αυτώ. αλλ' ουκ αθέλητον. και δια τούτο φύσει αγαθός εστιν. ου βουλήσει λογίζεσθαι το κατά φύσιν. ή ου βουλήσει. "ότι καταισχυθέντες επί τω λέγειν ποίημα και κτίσμα. Και τις ο την ανάγκην επιβαλών αυτώ. ήκιστα ταις περί θεότητος υπονοίαις πρέπον". "άρ' ουν επί φύσει και μη βουλήσεώς εστιν ο Υιός.42 Το ότι φύσει και ουχί βουλήσει γεννά ο Θεός τον Λόγον είναι η ομόφωνος διδασκαλία των Πατέρων της Α' και της Β' Οικουμ. Όσω ουν του κτίσματος ο υιός υπέρκειται. Συνόδου. τοσούτω και της βουλήσεως το κατά φύσιν. αλλά και θελόμενός εστιν ο Υιός παρά του Πατρός. ότι ήρξατο μεν είναι αγαθός και το μη είναι δε αυτόν αγαθόν ενδεχόμενόν εστι.43 οίτινες τονίζουν ότι το υπό του Θεού φύσει γεννάν δεν σημαίνει ανάγκη γεννάν. και λογικής φύσεώς εστι τούτο το πάθος. ακουσάτωσαν άπερ ειρήκασιν αυτοί. "ου γαρ δη υπέρχυσιν αγαθότητος ειπείν θαρρήσομεν (ό των παρ' Έλλησι φιλοσοφησάντων ειπείν τις ετόλμησεν. Ώσπερ γαρ της ιδίας 133 . ότι περί Υιού Θεού ακούουσι. Οικίαν μεν ουν τις βουλόμενος κατασκευάζει.46 Ως γαρ το είναι αγαθός ουκ εκ βουλήσεως μεν ήρξατο.41 Ενώ οι Αρειανοί ετόνιζον τόσον πολύ το κατά πάντα άγνωστον της ουσίας του Θεού. βούλησιν προβαλλόμενοι και λέγοντες. Ο Μέγας Αθανάσιος επισημαίνει το σημείον τούτο ως εξής. ούτως υπέρκειται και προηγείται του βουλεύεσθαι το κατά φύσιν. Ώσπερ γαρ αντίκειται τη βουλήσει το παρά γνώμην. και ουκ έστιν έξωθεν αυτού. ούτω και το είναι τον Υιόν ει και μη εκ βουλήσεως ήρξατο. Και τις ο την ανάγκην επιβαλών αυτώ πονηρότατοι και πάντα προς την αίρεσιν εαυτών έλκοντες. ο δε υιός ίδιόν εστι της ουσίας του πατρός γέννημα. ανάγκην και παρά γνώμην. Ει δε άτοπόν εστι λέγειν επί Θεού ανάγκην. Οίον κρατήρ τις υπερρήη. το δε μείζων και υπερκείμενον ουκ εθεώρησαν. ου μην αβουλήτως και αθελήτως εστίν αγαθός. ουδέ παρά γνώμην εστίν αυτώ. Ει δε δια το εκ τούτων άτοπον ουκ εκ βουλήσεως αγαθός και οικτίρμων εστίν. εν οίς περί πρώτου αιτίου και δευτέρου φιλοσοφεί)44 μήποτε ακούσιον την γέννησιν εισαγάγωμεν. και έδει αυτούς ακούοντας. Οι δε επιλαθόμενοι. ίνα μη και περί εαυτού δοκή βουλεύεσθαι. Το γαρ βουλεύεσθαι και προαιρείσθαι εις εκάτερα την ροπήν έχει. τολμώσιν ανθρωπίνας αντιθέσεις λέγειν επί Θεού. ως αυτός φησιν. υιόν δε γεννά κατά φύσιν. άλλως πάλιν κτίσμα λέγουσιν αυτόν είναι. Ει μεν ουν εκ βουλήσεως. ει μη βουλήσει γέγονεν. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνοψίζει ταύτα κατά Αρειανών. ουκούν ανάγκη και μη θέλων εστίν αγαθός. το αγαθόν είναι και οικτίρμονα τον Θεόν εκ βουλήσεως πρόσεστιν αυτώ. καί.
Μαίνοιτο γαρ αν τις μεταξύ τιθείς Πατρός και Υιού βούλησιν και σκέψιν". ας προσέξωμεν εις την ανωτέρω εμμονήν των Πατέρων ότι το γεννάν είναι της ουσίας του Θεού. ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. Εν τω Θεώ ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν με την ιδίαν αγάπην με την οποίαν ο Υιός αγαπά τον Πατέρα.τ. Ο τρόπος υπάρξεως εκάστης υποστάσεως του Θεού προηγείται ως εκ του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι πηγή των ενεργειών. Έδει δε αυτούς.. Θελέσθω και φιλείσθω τοίνυν ο Υιός παρά του Πατρός. "καί γαρ ο Υιός τη θελήσει ή θέλεται παρά του Πατρός. Επί των τοιούτων ο Μέγας Αθανάσιος γράφει και τα εξής. το πέμπεσθαι. Της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος ούτε προηγείται. και την Ουαλεντίνου έννοιαν και θέλησιν προβάλλονται. και μη είπωσιν ίδιον αυτόν του Πατρός είναι Λόγον. Πώς ουν δύναται βουλή και θέλημα Πατρός υπάρχων ο Λόγος γίνεσθαι και αυτός θελήματι και βουλήσει. Πάντα δε δια του Λόγου γέγονεν. ει μή. το προγινώσκειν. όπως είδαμεν τον Μέγαν Αθανάσιον γράφοντα. Ή πώς ου βλάσφημον λέγειν βούλησιν προ του Λόγου είναι εν τω Πατρί. επεί εκτός της του Πατρός ενότητος εστι. ότι και φρονήσει γέγονε. Πάντων δε Κύριος τυγχάνει ούτος. και ούτω το θέλειν και μη αβούλητον του Θεού τις ευσεβώς λογιζέσθω. Μη μέντοι κατά Ουαλεντίνον προηγουμένην τις βούλησιν επειγασέτω. εν ή ταύτα πάντα γέγονεν. το βούλεσθαι. ειπείν. ουκ αθέλητός εστιν αυτώ. Και γαρ ο Υιός τη θελήσει ή θέλεται παρά του Πατρός. και 3) τα ενεργηθέντα. κ. μανέντες πάλιν είπωσιν αυτόν δι' εαυτού γεγονέναι. τα δε δούλα. . . ει ούτως εστί.υποστάσεώς εστι θελητής. ταύτη και αυτός αγαπά και θέλει. ίνα μόνον διαστήσωσι τον Υιόν του Πατρός.λ.. ταυτόν γαρ ηγούμαι φρόνησιν και βούλησιν είναι . Δεν υπάρχει μία αγάπη του Πατρός και άλλη του Υιού. και η κτίσις πάσα θελήματι γέγονεν . το κτίζειν. Ως δε εν τοις έμπροσθεν ειρήκαμεν. 2) Η ενέργεια Αυτών είναι μία και κατά πάντα ταυτόν και άκτιστος εκ του Πατρός.. και πάντα κινούσι. ως έκαστος. ενώ της ενεργείας του Θεού είναι το γινώσκειν. 1) Οι ενεργούντες είναι ο Πατήρ. το προνοείν. Τις ουν εστι. ούτε υπέρκειται καμμία ενέργεια αλλά μόνον το φύσει γεννάν και εκπορεύειν του Πατρός..[47] Εκ των τοιούτων φαίνεται σαφώς ότι οι Πατέρες ουδεμίαν ενέργειαν παρεμβάλλουν εις τον τρόπον της υπάρξεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος.49 Δια τον λόγον αυτόν δεν υπάρχει εν τη Αγία Τριάδι ο 134 . Έχοντες υπ' όψιν ταύτα ως και την υπό του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων ταύτισιν ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ και τον κατά συνέπειαν ισχυρισμόν αυτών ότι ο Υιός γεννάται δια της γνώσεως του Πατρός και ότι το Πνεύμα εκπορεύεται δια της βουλήσεως του Πατρός και του Υιού. λέγοντας βουλήσει τον Υιόν. και πάντως η κτίσις δούλη. δια του Υιού. προφάσει του βουλεύεσθαι. Αλλ' οι ασεβείς ου θέλουσι μεν Λόγον και βουλήν ζώσαν είναι τον Υιόν. εν Αγίω Πνεύματι. και τιμά τον Πατέρα.. και μάλλον αυτός εστιν η ζώσα βουλή του Πατρός.. αλλά κτίσμα".. και ουκ ούσά ποτε γέγονε. το πέμπειν. και τον Πατέρα εν τω Υιώ. και 3) το ενεργηθέν είναι το κτίσμα. και έν εστι θέλημα το εκ Πατρός εν Υιώ. αλλ' ουδέποτε δύναται ενέργειά τις να θεωρήται όχι μόνον αιτία αλλ' ουδέ καν συναιτία της υπάρξεως του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. 2) η ενέργεια. μηδέ μέσον τις εαυτόν ωθείτω του μόνου Πατρός προς τον μόνον Λόγον..48 Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι εν τω Θεώ υπάρχει 1) Ο ενεργών. πώς ο μεν Κύριος. δι' ου γέγονε. ταύτη και αυτός αγαπά. Το γεννάν ως και το εκπορεύειν απλούστατα δεν είναι ενέργειαι. και θέλει.. περί δε τον Θεόν φρόνησιν και βουλήν και σοφίαν ως έξιν συμβαίνουσαν και αποσυμβαίνουσαν ανθρωπίνως γίνεσθαι μυθολογούσι. ως και εκ τούτου θεωρείσθαι τον Υιόν εν τω Πατρί. ούτω και ο Υιός ίδιος ών αυτού της ουσίας. ή δι' ετέρου τινός. και τιμά τον Πατέρα". .. καθά προείπον. "ουκούν ει τα ποιήματα βουλήσει και ευδοκία υπέστη. ότι τη του Πατρός κυριότητι ήνωται. εκτός εστιν ούτος των βουλήσει γεγονότων.
Αυταί αι υποστατικαί ιδιότητες λέγονται και τρόποι υπάρξεως και όχι μόνον δεν είναι ενέργειαι του Θεού αλλά υπέρκεινται των ενεργειών. ο ενεργών και το ενεργηθέν. πότε του θέλειν ηργμένος. Βούλει τι προσπαίξω και τον Πατέρα. τότε εις την πατερικήν γλώσσαν τούτο σημαίνει ότι όχι μόνον ο Πατήρ και ο Υιός εκπορεύουν το Πνεύμα. ως επρεύσβευον οι Αρειανοί και οι Πνευματομάχοι αλλά κατά φύσιν. όπως θα ίδωμεν. εφόσον η γνώσις του Πατρός και του Υιού είναι μία και ταυτόν. αλλ' ουδέν μέσον. αλλά του θέλοντος. ουδέ το ακουσθέν. δηλαδή δεν υπάρχει υποκείμενον και αντικείμενον των ενεργειών του Θεού εν τω Θεώ. η αγεννησία. το θεληθέν.53 Ούτως η διδασκαλία ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιόν δια του τρόπου της γνώσεως είναι ανόητος βλασφημία. Παρά σού γαρ έχω τα τοιαύτα τολμάν. Εάν είναι ενέργειαι τότε ή το γνωσθέν και το βουληθέν είναι κτίσματα ή ο Υιός και το Πνεύμα είναι απλώς ονόματα και ενέργειαι του Πατρός. ώστε αι ενέργειαι αυτών να μη ενεργούν την γέννησιν και την εκπόρευσιν του Πατρός εκ του Υιού και εκ του Αγίου Πνεύματος. όπως και είναι εις την αυγουστίνειον και φραγκολατινικήν θεολογίαν. αγάπην και βούλησιν. ουδέ το γεννηθέν. θέλειν. ως είδαμεν σαφώς να τονίζουν οι αναφερθέντες Πατέρες. Τα μόνα τα οποία δεν είναι κοινά εις τας τρεις υποστάσεις είναι τα υποστατικά ιδιώματα. ο αγαπών και το αγαπηθέν. διότι εις την πατερικήν γλώσσαν σημαίνει ότι και ο Υιός γεννά τον Πατέρα.51 Είναι σαφές εκ των ανωτέρω ότι αι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος δεν ενεργούν προς αλλήλας με διακεκριμένας ενεργείας αλλά με την αυτήν ενέργειαν. ουδέ γαρ έπεται πάντως. ίνα τα έχουν ουχί κατά χάριν. "αλλ' έτερον οίμαι. ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. ουδέ γαρ ήν τι πρότερον. ει μη μεθύομεν. Ου γαρ πριν είναι. Μεριστός ούν". αγάπην και θέλησιν ο Υιός γνωρίζει. γεννήσεως. αλλά μη και θελήσεως κρείττων η γέννησις. ή μη θέλων. Ακριβώς ως ο Πατήρ γνωρίζει αγαπά και θέλει τον Υιόν. το αγέννητον. τα δε οίον η κίνησις. γεννών και γέννησις. ω γέννησίς εστιν ίσως η του γεννάν θέλησις.θέλων και το θεληθέν. Εάν τούτο γίνεται δια του τρόπου της βουλήσεως με αιτίαν την γνώσιν του Πατρός προς Εαυτόν. Ουκούν θελήσεως. Ταύτα βεβαίως εάν η γνώσις και η βούλησις είναι τρόποι υπάρξεως. Το ίδιον ισχύει και δια την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. Έκαστον πρόσωπον είναι φύσει πηγή της θείας ουσίας και των ακτίστων ενεργειών τας οποίας ο Υιός και το Πνεύμα έχουν εκ του Πατρός. εκφωνήσεως. ενώ το γεννάν τον Υιόν και εκπορεύειν το Πνεύμα είναι της ουσίας ή της υποστάσεως του Πατρός. με την αυτήν γνώσιν.52 Πάντες οι Πατέρες διδάσκουν ότι το κτίζειν.λ. Πάντα όσα έχει ο Πατήρ έδωσεν εις τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Τα του Θεού δε και υπέρ ταύτα πάντα. αλλά και το Πνεύμα εκπορεύει τον Πατέρα και τον Υιόν. ο Πατήρ. ενεργείν κ. αγαπά και θέλει τον Πατέρα και με τας αυτάς ακριβώς ενεργείας ο Παράκλητος τον Πατέρα και τον Υιόν και ο Πατήρ και ο Υιός τον Παράκλητον. το γεννάσθαι και το εκπορεύεσθαι.50 Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναπτύσσει τα εν λόγω θέματα ως εξής. εφόσον και Αυτός έχει την ιδίαν ακριβώς γνώσιν. το αναίτιον. ήτις γεννά ή είναι ο Υιός. θέλων εστί και θέλησις. ο γινώσκων και το γινωσκόμενον. είναι της ενεργείας του Θεού. Ο Μέγας Βασίλειος γράφει ότι "η ενέργεια ούτε ο ενεργών εστιν ούτε το ενεργηθέν".54 Η μόνη άλλη. τα μεν ο κινούμενος. Και όπως αποφεύξη το σόν περιδέξιον. και του λέγοντος. το γεννητόν και το εκπορευτόν.τ. 135 . το δε θεληθέν. και του γεννώντος. εξήγησις θα ήτο ότι ο Υιός και το Πνεύμα έλαβον από τον Πατέρα ελαττωματικήν γνώσιν. το αιτιατόν δια του γεννάσθαι και το αιτιατόν δια του εκπορεύεσθαι. Ει μεν δη θέλων. λέγων και λόγος. θέλων Θεός ο Πατήρ. Ή το μεν αυτού θελήσαν. εί γε και τούτο δεξώμεθα όλως. Όχι μόνον αυτό αλλά και το Πνεύμα τότε γεννά τον Πατέρα.
58 και τηρήσαντες τό. μόνος ούτος εικών εστι. Οι Πατέρες της Εκκλησίας επέμενον εναντίον των αιρετικών ότι ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα έχουν πάντα τα άκτιστα κοινά εκτός από την ιδιότητα εκάστης υποστάσεως.60 Και όμως ουδείς τούτων ούτε Λόγος. τούτων ούτως όντων. τοσούτων όντων ομοίων τω Πατρί.59 και περιπατείτε εν αγάπη. ως κακείνος του Χριστού. αλλά ουχί της ουσίας και των ενεργειών αυτών τας οποίας κοινωνεί αυταίς άνευ ενδιαμέσου τινός μεταξύ του γεννάν και του γεννάσθαι και του εκπορεύειν και εκπορεύεσθαι. πλείστοι μεν μάρτυρες γενόμενοι. αλλά ου δι' εαυτού πάλιν. αι οποίαι άνευ ουδεμιάς ελαττώσεως ή αλλοιώσεως ή παραλλαγής υπάρχουν αιωνίως και αϊδίως εκ του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι Αγίω. Τις όμοιός σοι εν Θεοίς. "πώς ούν. Εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν. ήτις εστίν ο Λόγος αυτού. ως τέκνα αγαπητά. Η διαφοροποίησις των τριών προσώπων συνίσταται εις τον τρόπον υπάρξεως αυτών. και προ αυτών οι απόστολοι και οι προφήται. αλλά δια την ενοικήσασαν εν ημίν εικόνα και αληθή δόξαν του Θεού. η λογική φύσις του ανθρώπου είναι εικών επαρκής προς εικόνισιν και γνώσιν της Αγίας Τριάδος. διότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως και του ακτίστου. ο δι' ημάς ύστερον γενόμενος σάρξ. μιμηταί δε γεγόνασι και του Παύλου πολλοί. Δηλαδή ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. μόνον ούτος Υιός μονογενής και Λόγος και Σοφία εστί. Περί δε αυτού. ως ο Πατήρ ο εν τοις ουρανοίς. και πάλιν προ τούτων οι πατριάρχαι.62 Αλλά περί μεν πάντων είρηται. πολλοί τε και νυν εφύλαξαν την του Σωτήρος εντολήν. κυρίως μέσω της ανθρωπίνης ψυχής η οποία είναι και εικών του Θεού. ούτε μονογενής Υιός. ο Αυγουστίνος κατήργησε τας εμφανίσεις ταύτας του Λόγου και εθεολόγησε φιλοσοφικώς και στοχαστικώς περί αφηρημένου (τού νοός) Θεού κατά τρόπον ξένον προς την πατερικήν παράδοσιν. ταύτην της κλήσεως έχομεν την χάριν". γίνεσθε ουν μιμηταί του Θεού. Ούτως ο Μέγας Αθανάσιος γράφει.Είναι σαφές ότι ενώ οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί εθεολόγουν βάσει της συγκεκριμένης πραγματικότητος της προς τους προφήτας και αποστόλους αποκαλύψεως του Λόγου δια των θεοφανειών εις την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην.61 ή. Εις το θεολογικόν σύστημα του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων η διαφοροποίησις των προσώπων της Αγίας Τριάδος δεν συνίσταται μόνον εις την ιδιότητα εκάστης υποστάσεως. αλλά κυρίως εις τας προς εαυτόν ενεργείας του Θεού. αλλ' ουδόλως έχουν ύπαρξιν δια του Υιού εν Πνεύματι. γενόμενοι οικτίρμονες. Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί. ούτε τις τούτων απετόλμησεν ειπείν. καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς. ούτε εικών εστιν. Τις ομοιωθήσεται τω Κυρίω εν υιοίς Θεού. και εικών και δόξα Θεού εχρηματίσαμεν.55 Αντί ο Λόγος να είναι η απαράλλακτος Εικών του Πατρός αποκαλύπτων εν Εαυτώ τον Πατέρα. ούτε Σοφία. Και γαρ και εν ανθρώποις ευρεθήσονται πολλοί όμοιοι τω Πατρί. Εναντίον των Αρειανών ετόνιζον ότι ο Λόγος είναι όμοιος και μόνη Εικών του Πατρός. Ει γαρ και κατ' εικόνα γεγόναμεν. αλλά τονίζουν ότι είναι εικών κατά χάριν και ουχί φύσει. χωρίς όμως να εννοήσουν τας προϋποθέσεις των δογμάτων τούτων και ούτω συνέταξαν ξένα προς τας Οικουμενικάς Συνόδους θεολογικά πλαίσια εντός των οποίων ηρμήνευον όλως εσφαλμένως τας αποφάσεις αυτών. Ούτος και οι Φραγκολατίνοι εδέχθησαν τύποις τα δόγματα των Πατέρων.63 καί. ότι μόνος εικών αληθινή και φύσει του Πατρός εστιν. αι οποίαι είναι αυτά ταύτα τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.56 Δηλαδή ενώ οι Πατέρες πρεσβεύουν μετά των προφητών ότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ του ακτίστου και του κτιστού δια την αυγουστίνειον παράδοσιν υπάρχει τοιαύτη ομοιότης. 64 136 .57 Σημειωθήτω ότι όλοι οι Πατέρες πιστεύουν βεβαίως ότι ο άνθρωπος είναι εικών του Θεού. ώστε δύναταί τις να ερευνήση και την ουσίαν ακόμη του Θεού δια των κτισμάτων. Κύριε. ουδόλως εις την ουσίαν και εις τας ενεργείας αυτών. Ή πώς.
Μόνον εν τη ενσαρκώσει ο Λόγος ενεργεί φύσει θεία τα του Θεού και φύσει ανθρωπίνη τα των ανθρώπων. Συνόδου. ούτε την ιδικήν Του. Εναντίον των Αρειανών οι Πατέρες επέμενον ότι το γεννάν. Αι θείαι ενέργειαι ανήκουν φύσει εις τον άκτιστον Θεόν μόνον. Αι δε ανθρώπιναι ενέργειαι ανήκουν εις την κτιστήν φύσιν μόνον. Τούτο διότι ο Παύλος ο Σαμοσατεύς ισχυρίσθη ότι ο Λόγος είναι ομοούσιος τω Πατρί υπό την έννοιαν ότι είναι μαζί με τον Πατέρα μία ουσία και υπόστασις. Φαίνεται σαφώς ότι δι' αυτόν ομοούσιος σημαίνει ταυτούσιος και ταυτυπόστατος. Αγγέλου του Θεού εναντίον των Αρειανών.67 Όπως είδαμεν. είτε εις την ενέργειαν. και αι ανθρώπιναι ενέργειαι είναι της ανθρωπίνης φύσεως φυσικαί. αλλά εφοβούντο το ομοούσιον του Μεγάλου Αθανασίου και της Α' Οικ. ατρέπτως. Συνόδου καταδικασθέντες Ευνομιανοί και Πνευνατομάχοι και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα Ίνα αποδειχθή το άκτιστον του εν τη δόξη του Θεού εμφανισθέντος εις τους προφήτας και τους αποστόλους Λόγου. αλλά ουχί βεβαίως εις την απόδοσιν των ιδιοτήτων. και εκ της συλλογής ταύτης απεδείχθη σαφώς ότι όλας τας ενεργείας του Θεού Πατρός έχει και ο Μονογενής Λόγος.68 Ούτως οι Πατέρες έπληξαν σπουδαίως τους Αρειανούς δια της αποφατικής αυτών θεολογικής παραδόσεως και μεταξύ άλλων επιχειρημάτων εχρησιμοποίησαν και την αποφατικήν θεολογίαν των Αρειανών. οι Πατέρες μετά μεγάλης προσοχής συνέλεξαν αδιακρίτως. όλα τα χωρία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης τα αναφερόμενα εις τας ενεργείας του Πατρός και του Υιού. Δηλαδή οι Αρειανοί συνεφώνουν ουσιαστικώς ότι μόνον ο Θεός γνωρίζει την Εαυτού ουσίαν και ίνα αποδείξουν ότι ο Λόγος είναι κτίσμα εδίδασκον ότι ούτος δεν γνωρίζει ούτε την ουσίαν του Πατρός Αυτού.70 Εκτός τούτου οι εν λόγω επίσκοποι ενόμιζον ότι ήτο αρκετόν προς ανατροπήν του Αρειανισμού να λέγηται ότι ο Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του Αρχετύπου Πατρός 137 . όπως είδαμεν.69 Υπήρχον πολλοί επίσκοποι οι οποίοι ετάχθησαν αδιστάκτως εναντίων των Αρειανών. είτε εις την ουσίαν.66 Επίσης μετά μεγάλης προσοχής συνέλεξαν όλα τα περί των ενεργειών του Λόγου εν σαρκί τα αναφερόμενα εις την εκ της Θεοτόκου ληφθείσαν κτιστήν φύσιν Αυτού και τα απέδωσαν ορθώς εις αυτήν και ούτως ανέτρεψαν την προσπάθειαν των Αρειανών να αποδείξουν το κτιστόν του Λόγου εκ των ανθρωπίνων ενεργειών Αυτού. είναι της υπερβαινούσης τα κατηγορήματα της ανάγκης και βουλήσεως ουσίας του Θεού. Οι Ορθόδοξοι ευκόλως ανέτρεψαν τα τοιαύτα με την διδασκαλίαν του Κυρίου ότι μόνον ο Πατήρ γνωρίζει τον Υιόν και μόνον ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα. ώστε τα θεία ενεργεί ο Θεός και τα ανθρώπινα ο άνθρωπος. Πάντα του Πατρός και του Υιού είναι κοινά εκτός από τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα. ουχί χάριτι αλλά φύσει. αν και ουχί αβούλητος. Η βασική αρχή της μεθόδου ταύτης είναι ότι αι θείαι ενέργειαι είναι της θείας φύσεως φυσικαί. αχωρίστως και αδιαιρέτως η θεία φύσις και η ανθρωπίνη φύσις και αι φυσικαί ιδιότητες εκάστης φύσεως φυσικώς. Αλλά εν τω ενσαρκωθέντι Λόγω μόνον ενούται ασυγχύτως. Οι Αρειανοί ισχυρίζοντο ότι το γεννάν του Πατρός και το γεννάσθαι του Λόγου σημαίνουν ενεργείν και ενεργηθέν και άρα άκτιστος ο ενεργών ή γεννών και κτιστός ο ενεργηθείς ή γεννηθείς. γ) Οι υπό της Β' Οικ. μεταξύ Αρειανών και Ορθοδόξων υπήρχε συμφωνία περί της υπάρξεως των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος ως και των ιδιοτήτων αυτών.
και όμοιος Αυτώ κατά πάντα, ότι γεννάται φύσει και ουχί βουλήσει του Πατρός, εκ της ουσίας Αυτού, ότι γνωρίζει την ουσίαν Αυτού, ότι δεν είναι εκ του μηδενός, και ότι έχει όλας τας ενεργείας του Πατρός. Εξ αυτών πολλοί υπεστήριξαν αντί το ομοούσιος τω Πατρί του Αθανασίου, το ομοιούσιος τω Πατρί. Δηλαδή ούτοι επίστευον ότι εφόσον η ουσία (δηλ. υπόστασις) του Λόγου είναι ομοία κατά πάντα με την ουσίαν (δηλ. υπόστασιν) του Πατρός τούτο σημαίνει σαφώς ότι ο Λόγος είναι φύσει Θεός και ουχί κτίσμα εκ του μηδενός, απλούστατα διότι μεταξύ Θεού και κτισμάτων ουδεμία ομοιότης υπάρχει.71 Επειδή όμως οι Αρειανοί ήσαν διατεθιμένοι να δεχθούν το "ομοιούσιος", άνευ όμως το "γεννάσθαι εκ της ουσίας του Πατρός", εδημιουργήθησαν τοιαύτα θεολογικά προβλήματα δι' αυτούς, ώστε τελικώς με τας περί ομοουσίου διασαφήσεις των Καππαδοκών Πατέρων τινές εξ αυτών εδέχθησαν το ομοούσιον, άλλοι δε την διδασκαλίαν του Μακεδονίου.72 Περί των Ομοιουσιανών ο Μέγας Αθανάσιος παρατηρεί, "πρός δε τους αποδεχομένους τα μεν άλλα πάντα των εν Νικαία γραφέντων, περί δε μόνον το ομοούσιον αμφιβάλλοντας, χρή μη ως προς εχθρούς διακείσθαι, και γαρ και ημείς ουχ ως προς Αρειομανίτας, ουδ' ως μαχομένους προς τους Πατέρας ενιστάμεθα, αλλ' ως αδελφοί προς αδελφούς διαλεγόμεθα, την αυτήν μεν ημίν διάνοιαν έχοντας, περί δε το όνομα μόνον διστάζοντας. Και γαρ ομολογούντες εκ της ουσίας του Πατρός είναι, και μη εξ ετέρας υποστάσεως τον Υιόν, κτίσμα τε μη είναι, μηδέ ποίημα Αυτόν, αλλά γνήσιον και φύσει γέννημα αϊδίως τε αυτόν συνείναι τω Πατρί Λόγον όντα και Σοφίαν, ου μακράν εισιν αποδέξασθαι και την του ομοουσίου λέξιν. Τοιούτος δε εστι Βασίλειος ο από Αγκύρας, γράψας περί πίστεως. Το μεν γαρ όμοιον μόνον λέγειν κατ' ουσίαν ου πάντως σημαίνει και το εκ της ουσίας, εξ ου μάλλον, ως και αυτοί ειρήκασι, σημαίνεται το γνήσιον του Υιού προς τον Πατέρα ... Επειδή δε και εκ της ουσίας και ομοιούσιον αυτόν ειρήκασι, τί έτερον σημαίνουσιν εκ τούτων ή το ομοούσιον;" 73 Μεταξύ των Ομοιουσιανών ήσαν κατ' αρχήν Πατέρες ως ο Μελέτιος Αντιοχείας και ο Κύριλλος Ιεροσολύμων.74 Ι. Οι Ευνομιανοί Ευρεθέντες τινές των Αρειανών υπό την πίεσιν της επιτυχίας των κατ' αυτών επιχειρημάτων των Πατέρων εγκατέλειψαν ωρισμένα έναντι των Πατέρων αδύνατα σημεία της διδασκαλίας του Αρείου, και υιοθέτησαν τινάς νέας προϋποθέσεις, ίνα στηρίξουν επιτυχέστερα την περί του κτιστού Λόγου μανίαν των. Με επί κεφαλής τον Αέτιον και τον Ευνόμιον ούτοι 1) εταύτισαν ουσίαν και ενέργειαν εν τω Θεώ, 2) επρέσβευσαν ότι όχι μόνον ο Λόγος αλλά και ο άνθρωπος γνωρίζει την ουσίαν του Θεού, διότι ο Θεός απεκάλυψε την ουσίαν Αυτού και τα ονόματα αυτής ως και τα ονόματα της ουσίας του Λόγου.75 Κατά τα άλλα η διδασκαλία των Ευνομιανών παραμένει αυτή των Αρειανών. Ήδη είδομεν την εις τους Ευνομιανούς υπό των Πατέρων δοθείσαν απάντησιν περί της αποκαλύψεως των υπό του Θεού δήθεν κτισθέντων ονομάτων της θείας ουσίας και άλλων ουσιών.76 Οι δυτικοί ιστορικοί των δογμάτων ασχολούνται με τας εν λόγω αιρέσεις χωρίς να βλέπουν εις τα κείμενα τα οποία εξετάζουν, ότι οι Πατέρες και οι Αρειανοί ομού διακρίνουν μεταξύ ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ. Μάλιστα ο καθηγητής της Οξφόρδης J.N.D.KELLY ισχυρίζεται ότι οι Ευνομιανοί διέκρινον μεταξύ ουσίας και
138
ενεργείας εν τω Θεώ και εις το σημείον αυτό, ως γράφει, διαφέρουν από τους Αρειανούς.77 Όπως ήδη είδαμεν συμβαίνει ακριβώς το αντίθετον. Το πρόβλημα των τοιούτων Δυτικών είναι ότι ως πνευματικοί απόγονοι των Φραγκολατίνων πιστεύουν ότι η ταύτισις ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ είναι η παραδεδομένη και αναμφισβήτητος διδασκαλία της γνησίας χριστιανικής παραδόσεως. Όταν δε ούτοι και δυστυχώς τινές των Ορθοδόξων ακούουν περί διακρίσεως ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ περί αμεθέκτου ουσίας και μεθεκτής θείας δόξης, και περί φανερώσεως του ακτίστου φωτός της θεότητος τοις θεουμένοις, φαντάζονται ταύτα ως μετά το σχίσμα κατασκευάσματα των δήθεν πεπτωκότων εις πλάνην "Γραικών". 78 Η πεποίθησις των Φράγκων ότι μέσω του Αυγουστίνου γνωρίζουν καλύτερα ή ακριβέστερα τα δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων από τους ελληνόφωνας Ρωμαίους, δηλαδή από τον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, τον Μέγαν Φώτιον, τον Γρηγόριον τον Παλαμά, κ.τ.λ. εξακολουθεί να υπάρχη μεταξύ των Δυτικών μέχρι σήμερον, αν και υπό επιστημονικωτέραν μορφήν. Το παράδοξον είναι ότι υπάρχει μία σπουδαιοτάτη ομοιότης μεταξύ Φραγκολατίνων και Ευνομιανών. Ταυτίζοντες και οι δύο την άκτιστον ουσίαν και άκτιστον ενέργειαν και μη παραδεχόμενοι την διάκρισιν μεταξύ του ενεργούντος Θεού και της ακτίστου ενεργείας Αυτού, ηναγκάσθησαν να εκλάβουν την εν τοις κτίσμασι ενέργειαν του Θεού ως κτιστήν, ίνα εξηγήσουν ή δικαιολογήσουν την περί εκ του μηδενός δημιουργίαν του κόσμου.79 Ακριβώς εις το σημείον αυτό υπάρχει σπουδαία διαφορά μεταξύ Αρειανών και Ευνομιανών. Όπως είδαμεν, οι Αρειανοί διεφύλαττον την πραγματικήν προς τον κόσμον σχέσιν του Θεού δια της διακρίσεως ουσίας και ακτίστου ενεργείας εν τω Θεώ. Αντιθέτως οι Ευνομιανοί ηναγκάσθησαν να παρεμβάλλουν μεταξύ της ουσίας του Θεού και των κτισμάτων κτιστάς ενεργείας ως αποτελεσματικάς των κτιστών ουσιών. Δια τους Αρειανούς ο Λόγος έχει την εκ του μηδενός ύπαρξιν τη ακτίστω βουλήσει του Θεού μηδενός κτίσματος μεσολαβούντος. Δια τους Ευνομιανούς, όμως, ο Λόγος είναι κτίσμα της ακολουθούσης τον Θεόν κτιστής ενεργείας, ήτις ως αποτελεσματική του Λόγου περιβάλλει Αυτόν.80 Το ίδιον ακριβώς συμβαίνει με το Άγιον Πνεύμα, το οποίον κτίζεται υπό της ακολουθούσης τον Λόγον άλλης κτιστής ενεργείας, ήτις ως αποτελεσματική Αυτού περιβάλλει Αυτό.81 Κατά τον τρόπον αυτόν απέφευγον οι Ευνομιανοί τα υπό των Ορθοδόξων αντιμετωπισθέντα προβλήματα των Αρειανών περί χάριτι ή φύσει μεταδόσεως των ακτίστων ενεργειών του Θεού εις τον Λόγον. Ο Θεός κατά τον Ευνόμιον δεν έδωσε την άκτιστον δόξαν Αυτού, δηλαδή την ουσίαν Αυτού εις τον Λόγον.82 Το μόνον άκτιστον δια τους Ευνομιανούς αλλά και δια τους Φραγκολατίνους είναι η θεία ουσία. Ούτω κατά τους Ευνομιανούς ο Λόγος ουδόλως μετέχει όχι μόνον της θείας ουσίας αλλ' ούτε της ακτίστου ενεργείας. Μετέχει μόνον της ακολουθούσης την απλήν θείαν φύσιν κτιστής ενεργείας του Θεού. Προφανώς προσεπάθουν οι Ευνομιανοί δια των τοιούτων επιχειρημάτων να ανατρέψουν τα εκ της κατά πάντα ταυτότητος των ενεργειών της Αγίας Τριάδος επιχειρήματα των Ορθοδόξων περί του ομοουσίου του Λόγου και του Πνεύματος τω Πατρί. Προσέθεσαν μάλιστα εις την πανοπλίαν ταύτην και το παράδοξον επιχείρημα ότι δι' έκαστον γένος ή είδος ή ομάδα ομοιοτήτων πρέπει να υπάρχη και μία ανάλογος κτιστή ενέργεια, ήτις κτίζει και συντηρεί ταύτα όπως ακριβώς εις την περίπτωσιν του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. Απόδειξις δια τους Ευνομιανούς ότι υπάρχουν κλιμακώσεις ενεργειών αποτελεστικών των όντων είναι η ύπαρξις κλίμακος ανωτέρων και κατωτέρων όντων. Εάν υπήρχε μία ενέργεια θα υπήρχεν έν μόνον είδος των όντων κατά τον Ευνόμιον.83
139
Η διδασκαλία αύτη είναι σαφώς αποτέλεσμα της ταυτίσεως ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ, καθ' ήν ο Θεός αποφεύγει την τροπήν της φύσεώς Του ως και την κατ' ανάγκην σχέσιν με τα εκτός Αυτού όντα, μέσω κτιστών απορρεουσών εξ αυτού κατωτέρων ενεργειών δι' ών κτίζει, προνοεί, σώζει, αγιάζει, τελοιοί, κ.τ.λ. Αντιστοιχεί με τα ακίνητα κινούντα του Αριστοτέλους και τα μεθεκτά των Νεοπλατωνικών. Προφανώς είναι και αντίθεσις εις την διδασκαλίαν των Πατέρων, ότι απλή είναι η δύναμις και ενέργεια του Θεού, Όστις εν αυτή μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και Όστις εν εκάστη ενεργεία είναι παρών Όλος εκάστω όντι και ταυτοχρόνως πανταχού παρών βουλήσει και τη ουσία απών τοις πάσι, εν Χριστώ δε παρών φύσει κατά την υποστατικήν ένωσιν.84 Αντιθέτως προς τους Αριστοτελικούς, Πλατωνικούς, και Ευνομιανούς οι Πατέρες διδάσκουν ότι η μεριζομένη αμερίστως άκτιστος αυτή δύναμις και ενέργεια είναι της θείας ουσίας φυσική, ουδέποτε χωρίζεται απ' αυτής, ουδέποτε εν τη εκφαντορική προόδω αυτής πάσχει τροπήν, αλλοίωσιν, ελάττωσιν, ή γίνεται κτιστή, και ουδέποτε νοητή ότε υπερνοητώς νοείται, ουδέποτε αισθητή ότε υπεραισθητώς αισθάνεται, και ουδέποτε υλική ότε αΰλως υλοποιείται, και ουδέποτε ορατή ότε αοράτως οράται.85 Ενώ οι Αρειανοί παρενέβαλον μεταξύ του Θεού και του Λόγου την άκτιστον ενέργειαν και βούλησιν του Πατρός, με αποτέλεσμα ο Λόγος να θεωρήται υπ' αυτών το ενεργηθέν και βουληθέν κτίσμα, οι Ευνομιανοί παρενέβαλον κτιστήν ενέργειαν μεταξύ Πατρός και Λόγου και άλλην κτιστήν ενέργειαν μεταξύ Λόγου και Πνεύματος. Εναντίον των Ευνομιανών οι Πατέρες επαναλαμβάνουν τα ίδια επιχειρήματα, τα οποία εξεσφενδόνισαν εναντίον των Αρειανών, ότι δηλαδή μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχει καμμία ενέργεια διαστηματική αλλ' εν Θεώ υπάρχει η αυτή ενέργεια ήτις ως πηγήν έχει την τρισυπόστατον θεότητα. Καμμία ενέργεια δεν προηγείται της υπάρξεως του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. "Αρκεί κατά μόνον τον της αιτίας λόγον προεπινοείν του Υιού τον Πατέρα, και μη κεχωρισμένην, και ιδιάζουσάν ποτε του Πατρός την ζωήν, προ της του Υιού γεννήσεως, ίνα μη συνεισέλθη τη υπολήψει ταύτη διαστηματικόν τι νόημα προ της του Υιού αποδείξεως, τη ζωή του γεγενηκότος παραμετρούμενον", γράφει ο Νύσσης.86 Ο Ευνόμιος εδίδασκε μάλιστα ότι "Υιός γαρ εστι εικών και σφραγίς της του Παντοκράτορος ενεργείας".87 Εις ταύτα ο Γρηγόριος Νύσσης επικαλούμενος το Ιωαν. 1,1 και το Εβρ. 4,2 μεταξύ άλλων απαντά τα εξής, "τί μετά τούτους λέγει ο εγγαστρίμυθος; Σφραγίς, φησί, της ενεργείας του Παντοκράτορος, τρίτον αυτόν μετά τον Πατέρα ποιεί, τη ανυπάρκτω εκείνη ενεργεία μεσιτευόμενον, μάλλον δε προς το δοκούν τη ανυπαρξία τυπούμενον. Ενεργείας εστί σφραγίς ο εν αρχή ών, Λόγος Θεός, και τη αϊδιότητι της αρχής των όντων ενθεωρούμενος, ο Μονογενής Θεός ... Και μην αυτό τούτο διερμηνεύων φησίν ο Παύλος, ότι χαρακτήρ εστιν ου της ενεργείας, αλλά της υποστάσεως,88 ή το της δόξης απαύγασμα σφραγίς εστιν ενεργείας Θεού. Ω της ασεβούς αμαθίας, τι μέσον εστι του Θεού και της αϊδίου μορφής; Τίνι δε μεσιτεύεται προς τον χαρακτήρα εαυτής η υπόστασις;"89 Ίνα αποδείξη το κτιστόν του Λόγου ο Ευνόμιος εταύτισεν όχι μόνον ουσίαν και ενέργειαν εν τω Θεώ αλλά και υπόστασιν και ουσίαν.90 Προηγουμένως οι όροι ουσία και υπόστασις φαίνεται ήσαν ταυτόν και εχρησιμοποιούντο αδιακρίτως. Πιθανόν ούτω χρησιμοποιούνται εις το Σύμβολον της Νικαίας, "ή εξ ετέρας υποστάσεως ή ουσίας φάσκοντες είναι".91 Ο Μέγας Βασίλειος είναι πεπεισμένος ότι το Σύμβολον της Νικαίας και οι Πατέρες της Συνόδου ταύτης διέκρινον μεταξύ των δύο ονομάτων.92 Ο Μέγας Αθανάσιος εις ωρισμένα μέρη των συγγραμμάτων αυτού φαίνεται ότι ταυτίζει ταύτα ως ονόματα και
140
εις άλλα φαίνεται ότι τα διακρίνει.92 Πάντως ως πρόεδρος της εν Αλεξανδρεία Συνόδου του 362 εδέχθη ως επιτρεπτήν και χρήσιμον την διάκρισιν ταύτην, εναντίον των αιρετικών.93 Μετά το 362 η διάκρισις επεκράτησεν ως εκφράζουσα σαφώς την παραδεδομένην πίστιν. Ο Αυγουστίνος ομολογεί ότι αγνοεί τον λόγον της διακρίσεως.94 Πάντως με το να πρεσβεύη ότι το αγέννητον του Πατρός είναι όνομα της ουσίας του Θεού, ο Ευνόμιος ενόμιζεν ότι τοιουτοτρόπως αποδεικνύεται ότι το γεννητόν, είναι τω Πατρί ούτε ομοούσιον, ούτε ομοιούσιον αλλά αντιθέτως ανόμοιον και ετερούσιον αγέννητος Θεός και γεννητός Υιός δεν δύνανται να ορίζουν την αυτήν ουσίαν.95 Εναντίον των τοιούτων ισχυρισμών οι Πατέρες ενέμενον εις την αγιογραφικήν παράδοσιν των θεουμένων ότι η θεία ουσία είναι ανώνυμος και παντελώς άγνωστος και αμέθεκτος. Τα ονόματα αγέννητος και γεννητός δεν σημαίνουν ουσίαν.96 Όπως είδαμεν ο Ευνόμιος εδίδασκεν ότι ο Θεός απεκάλυψε τα ονόματα των όντων ως και τα ονόματα της ουσίας Αυτού. Επομένως ισχυρίζετο "μή κατ' επίνοιαν ανθρωπίνην σεμνύνειν τον Θεόν τη του αγεννήτου προσηγορία, εκτιννύναι δε αυτώ το πάντων αναγκαιότατον όφλημα, εν τη του είναι ό εστιν ομολογία. Αλλά μην ουδέ κατά στέρησιν εί γε των κατά φύσιν αι στερήσεις, εισί στερήσεις και των έξεων δεύτεραι. Ουκούν, ει μήτε κατ' επίνοιαν, μήτε κατά στέρησιν, μήτε εν μέρει (αμερής γάρ), μήτε εν αυτώ ως έτερον (απλούς γάρ), μήτε παρ' αυτόν έτερον (είς γαρ και μόνος αγέννητος), αυτό αν είη ουσία αγέννητος. Αγέννητος δε ών κατά την προλαβούσαν απόδειξιν, ουκ αν ποτε πρόσοιτο γέννησιν, ώστε της ιδίας μεταδούναι τω γενομένω φύσεως, εκφύγοι τε αν πάσαν σύγκρισιν και κοινωνίαν την προς το γεννητόν".97 Εις τα τοιαύτα ο Μέγας Βασίλειος μεταξύ άλλων απαντά, "έν μεν ουδέν εστιν όνομα ό πάσαν εξαρκεί την του Θεού φύσιν περιλαβόν, ικανώς εξαγγείλαι, πλείω δε και ποικίλα κατ' ιδίαν έκαστον σημασίαν, αμυδράν μεν παντελώς και μικροτάτην, ως προς το όλον, ημίν γε μην εξαρκούσαν την έννοιαν συναθροίζει. Εν τοίνυν τοις περί Θεού λεγομένοις ονόμασι, τα μεν των προσόντων τω Θεώ δηλωτικά εστι, τα δε το εναντίον, των μη προσόντων. Εκ δύο γαρ τούτων οιονεί χαρακτήρ τις ημίν εγγίνεται του Θεού, έκ τε της των απεμφαινόντων αρνήσεως και εκ της των υπαρχόντων ομολογίας. Οίον, όταν άφθαρτον ονομάζωμεν, δυνάμει λέγομεν εαυτοίς ή τοις ακούουσιν, ότι μη οίου φθορά τον Θεόν υποκείσθαι ... Ούτω δη και όταν αγέννητον, ότι μηδεμιάς αιτίας μήτε αρχής εξήφθαι το είναι του Θεού νομίσης ... Πάλιν αγαθόν λέγομεν τον Θεόν, και δίκαιον, και δημιουργόν, και κριτήν, και άλλα όσα τοιαύτα. Ως ουν επ' εκείνων αθέτησίν τινα και απαγόρευσιν των αλλοτρίων του Θεού εσήμαινον αι φωναί, ούτως ενταύθα θέσιν και ύπαρξιν των οικείων τω Θεώ και πρεπόντως περί αυτόν θεωρουμένων αποσημαίνουσιν. Εκ τοίνυν εκατέρου του είδους των προσηγοριών διδασκόμεθα, ή περί των προσόντων, ότι πρόσεστιν, ή περί των μη προσόντων, ότι μη πρόσεστι. Το γε μην αγέννητον των μη προσόντων εστί σημαντικόν, δηλοί γαρ το μη προσείναι γέννησιν τω Θεώ. Τούτο δε είτε αφαιρετικόν, είτε απαγορευτικόν, ή αρνητικόν τι τοιούτον βούλοιτό τις προσαγορεύειν, ου διοισόμεθα. Ότι δε ου των υπαρχόντων τω Θεώ σημαντικόν εστι το αγέννητον, αρκούντως οίμαι δηλούσθαι τοις ειρημένοις. Η δε ουσία ουχ έν τι των μη προσόντων εστίν, αλλ' αυτό το είναι του Θεού, όπερ εν τοις μη ούσι καταριθμείν παρανοίας εστί της ανωτάτω ... τις γαρ ανάγκη, υπό έν των απηριθμημένων την αγεννησίαν πεσείν; Ου μην αλλ' επειδή αυτός ως αναγκαίως συνημμένον τοις προάγουσιν επιφέρει τό, ουκούν ει μήτε κατ' επίνοιαν, μήτε κατά στέρησιν, μήτε κατά άλλον τινά των απηριθμημένων τρόπον, αυτό αν είη ουσία αγέννητος, ούτως ημείς αντιστρέψαντες είπωμεν, ότι ουκούν επειδή κατ' επίνοιαν θεωρείται, και στερητικόν εστι το όνομα, ουχί ουσία του Θεού το αγέννητον".98
141
Ουκ έστιν ενέργειαν απεργαστικήν τινος πράγματος αυτήν εφ' εαυτής συστήναι. ει ου συνίσταται καθ' εαυτήν η ενέργεια. "πώς ταυτόν οίεται των δύο τούτων ονομάτων το σημαινόμενον. επειδή εμπεριέχει σαφώς την ιδέαν του Υιού. ει δε ενεργείας. ίνα την ενέργειαν δέξηται. προς την κίνησιν της υφιστώσης αυτόν ενεργείας τυπούμενος . ως αμφοτέρωθεν ημάς δήσοντες. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιμετωπίζει την υπό των Ευνομιανών ταύτισιν ταύτην της πατρότητος. παντί δήλόν εστι τω επισταμένω βλέπειν προς το ακόλουθον. ουδενός ήττον των ειρημένων όν αξιάγαστον. ει μη κατά τινα παθητήν πάντως απεργασθείσαν ύλην. αλλά μη τα δύο διαφυγόντα. ώστε ο Μονογενής ως γεννητός. της δημιουργίας. "εκείνο δε πώς παραδράμωμεν. σαφώς ούτω διαγορεύων τω λόγω. ούτε ενεργείας. τρίτον ειπείν αληθέστερον. ει των δύο το έτερον δέξασθαι ήν αναγκαίον. Τούτο δε προς ποίον βλασφημίας πέρας δια της ακολουθίας εκφέρεται. κωλυομένης δε της ενεργείας. εκεί πάντως και το ενεργούμενον. Ο Πατήρ. σχέσεως δε και του πώς έχει προς τον Υιόν ο Πατήρ. Και πώς το πεποιηκότι ταυτόν το πεποιημένον. ή ο Υιός προς τον Πατέρα. ενέργειαν γαρ είναι τούτων εκάτερον επίσης ορίζεται. ούτω κακεί την του γεγεννημένου προς το γεγεννηκός ομοφυΐαν σημαίνουσιν. ου γαρ ο ενεργών. ότι Άφθαρτος μεν ουκ ενεργεία εστιν. Πατήρ δε και δημιουργός εξ ενεργειών ονομάζεται. επειδή μία μεν ουσία Θεού. Ως γαρ παρ' ημίν αι κλήσεις αύται το γνήσιον και οικείον γνωρίζουσιν. Τί ουν εκ τούτου κατασκευάζεται. τω την ενέργειαν αμφοτέρων αυτώ γίνεσθαι των ονομάτων αιτίαν. ώστε το αεί Πατήρ συνεπάγεται το αεί Υιός. πατρότης και ενέργεια. . ή παθητήν δια τούτων του Μονογενούς την ουσίαν ποιήσουσιν.100 Περί τούτου ο Νύσσης γράφει. συνθησομένους ετερούσιον είναι τον Υιόν. Ούτως ουσία δια τον Ευνόμιον είναι αγεννησία. Ει μεν ουσίας φήσομεν.."102 142 . ότι ούτε ουσίας όνομα ο Πατήρ.101 Εκ των ανωτέρω έχομεν σαφώς τας βασικάς προϋποθέσεις της πατερικής θεολογίας. μη υποκειμένου του πάσχοντος. Επομένως εις την πατερικήν γλώσσαν και ορολογίαν η παρακτική και υπαρκτική εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού δύναται να σημαίνη μόνον ότι ο Υιός είναι ως υπόστασις αιτία ή συναιτία της υπάρξεως του Πνεύματος. ή ενεργείας όνομα. Ούτως εξ ανάγκης ει ενέργειάν τις ορίζοιτο την πατρότητα. ως ούτοι προκατείληφεν ο Πατήρ..99 Εις τα μεταγενέστερα συγγράμματά του όμως ο Ευνόμιος υιοθέτησε και το όνομα Πατήρ ως δηλωτικόν και αυτό της ουσίας. φησίν. αντίτυπος πάντως η απάθεια τω ενεργούντι γενήσεται. και της πατρότητος. ταύτην δέ. ω σοφώτατοι. παθητός άρα δια τούτων ο μονογενής Υιός αποδείκνυται.. Το ότι ο Πατήρ γεννά κατ' ουσίαν δεν σημαίνει ότι η αιτία της υπάρξεως του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι η θεία ουσία. μη τινος υποδεχομένου της ενεργείας την κίνησιν . Το ότι ο Πατήρ δεν είναι ταυτόν με την ουσίαν Αυτού.. της ενεργείας και της ουσίας ούτως. ουκ άλλως αποδείξει του Υιού την υπόστασιν. ουδέν έτερον εστιν ή ενέργεια. ουσίας... ότε έχομεν ή δύο αιτίας εν τω Θεώ ή εάν ο Πατήρ και ο Λόγος είναι μία αιτία τότε ως μία υπόστασις μόνον δύνανται να είναι μία αιτία. Σφόδρα ά ηδέσθην υμών και αυτός την διαίρεσιν. αλλ' ου γέννημα. το ενεργούν ουκ έσται. κατ' αυτό το εξ ενεργείας ομοίως είναι. ουκ έσται πάντως το ενεργούμενον. η αποτελεσματική τινος πράγματος. ποίημα σαφώς ομολογήσοντες. Ο Πατήρ ως Πατήρ και ουχί ως ουσία είναι η αιτία υπάρξεως του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ως δυοίν θάτερον. ή τούτο δια το προφανές της ασεβείας οκνούντες. Ει γαρ μη το πάσχον είη. ανάγκη πάσα και τα των ενεργειών αποτελέσματα ομογενώς έχειν αλλήλοις. "Ει τοίνυν ταυτόν εστι Πατέρα τε και δημιουργόν αυτόν λέγεσθαι. Ει γαρ απαθής νομισθείη. λέγω. Υιός και το ενεργηθέν είναι ετερούσιος και ανόμοιος τω Πατρί. Ο Πατήρ δε καθώς ούτοί φασιν. θαυμάζειν φήσουσιν. το μηδέ όλως αυτήν είναι κατασκευάζουσιν".Κατ' αρχήν ο Ευνόμιος απέφευγε την χρήσιν του ονόματος Πατήρ εν συνδυασμώ με το αγέννητον.
εάν δε κατά βούλησιν. τον δε άνευ αιτίου. πάλιν άλλην διαφοράν εννοούμεν. δια τούτο κυρίως μία θεότης. αλλά μόνον το μήτε τον Υιόν αγεννήτως είναι. ήτοι κτίζει και η ουσία του Υιού ως αιτιατόν γεννάται. και του εξ αιτίας όντος. "Αίτιον δε και το εξ αιτίου λέγοντες. ουχί φύσιν δια τούτων των ονομάτων σημαίνομεν". πάλιν άλλην διαφοράν εννοούμεν". και τα άλλα πάντα των θεοπρεπών ονομάτων μοναδικώς εξαγγέλεται". Η δε ταύτισις αιτίου και αιτιατού με την ουσίαν του Πατρός και του Υιού είναι ακριβώς το υπό των Πατέρων καταδικασθέν σημείον. μήτε τον Πατέρα δια γεννήσεως ενεδειξάμεθα. ουχί την φύσιν τω κατά το λόγω διεχωρίσαμεν. εν ω μόνω διακρίνεσθαι το έτερον του ετέρου καταλαμβάνομεν. και το εκ του Πατρός είναι το Πνεύμα μη αμφιβάλλειν. Την ουν τοιαύτην διαφοράν επί της αγίας Τριάδος λέγοντες. ουχί φύσιν δια τούτων των ονομάτων σημαίνομεν. το δε εκ του αιτίου πρεσβεύων. Ουδέ γαρ τον αυτόν αν τις αιτίας και φύσεως αποδοίη λόγον. Επί τούτου ο Γρηγόριος Νύσσης γράφει. νομίζων ότι απαντά εις τους Ευνομιανούς. τί δε εστι τη φωνή ταύτη ου συνενδείκνυται . τω μεν αίτιον πιστεύειν είναι." νομίζων ότι είναι των Ευνομιανών. το ουν αγεννήτως είναί τι λέγειν. ως το μεν αίτιον. το μεν αναιτίως είναι.Ούτως οι Πατέρες τονίζουν ότι τα ονόματα Πατήρ. Ειπόντες γαρ τον μεν αιτιατόν. και είς Θεός. την κατά το αίτιον και αιτιατόν διαφοράν ουκ αρνούμεθα. το δε δια του προσεχώς εκ του πρώτου. και άλλος ο του πώς εστι λόγος. Ούτω δια τους Ευνομιανούς η θεία ουσία ως αιτία γεννά. όστις εταύτισε το αγέννητον.104α Αυτό όμως είναι το επιχείρημα των 143 . Υιός και Άγιον Πνεύμα δεν είναι δηλωτικά της κατά πάντα μιας φύσεως ή ουσίας του Θεού. Η διαφορά αυτή είναι σχέσεις αιτίου Πατρός προς αιτιατόν Υιόν και αιτιατό Πνεύμα. Πρότερον δε ημάς είναι πιστεύειν τι επάναγκες. το δε εκ του αιτίου. Το μεν γαρ προσεχώς εκ του πρώτου. Επειδή τοίνυν τας μεν υποστάσεις της αγίας Τριάδος ο του αιτίου διακρίνει λόγος.103 Χρήζει προσοχής ότι ο άγιος Γρηγόριος αναφερόμενος εις την υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος αναφέρει μόνον "καί του εξ αιτίας όντος. τούτο σημαίνει ότι το φύσει και βουλήσει γεννάν είναι ταυτόν. ουκέτ' αν εν τω κοινώ της φύσεως τον των υποστάσεων λόγον συντίκτειν αιτιαθείημεν. Επιλαμβάνεται ο Αυγουστίνος του υπό των Αρειανών τεθέντος διλήμματος. της του Υιού μεσιτείας και αυτώ το Μονογενές φυλαττούσης. την ενέργειαν και την πατρότητα με την άκτιστον ουσίαν και το γεννητόν και την υιότητα με κτιστήν φύσιν. το δε εξ αιτίου είναι πιστεύειν. κατ' ανάγκην γεννά. Αίτιον δε και το εξ αιτίου λέγοντες. Ασχολούμενος με τα ανωτέρω προβλήματα αποδίδει εις τους Ευνομιανούς επιχειρήματα των Αρειανών και απαντά εις τα επιχειρήματα αυτά με τα επιχειρήματα των Ευνομιανών εναντίον των Ορθοδόξων.104 Εξ άλλου αυτή είναι η καταδικασθείσα διδασκαλία του Ευνομίου. "τό απαράλλακτον της φύσεως ομολογούντες. ήτοι κτίζεται. Επίσης παρατηρήσεως άξιον είναι ότι τα ιδιώματα αίτιος και αιτιατός ουδέποτε αναφέρονται εις την θείαν ουσίαν. αλλά είναι αι τρεις ιδιότητες καθ' ας υπάρχει διαφορά εν τω Θεώ. πώς μεν εστιν υποτίθεται. Ο Αυγουστίνος έλαβε γνώσιν βεβαίως περί των υπό συζήτησιν θεμάτων μεταξύ Ευνομιανών και Ορθοδόξων και ως έπαθεν εις τα αντίστοιχα περί Αρειανισμού θέματα δεν συνέλαβεν ακριβώς την πραγματικότητα. κτίσμα γεννά. η δε θεία φύσις απαράλλακτός τε και αδιαίρετος δια πάσης εννοίας καταλαμβάνεται. αλλά επειδή η βούλησις είναι αγάπη η οποία είναι κατά τον Αυγουστίνον η θεία ουσία. και το Πνεύμα της φυσικής προς τον Πατέρα σχέσεως μη απειργούσης. Απαντά δε ότι ο Πατήρ φύσει γεννά.. Άλλος ουν ο του τί εστι. Ουδαμού γράφει ότι ο Υιός μεταβάλλεται εις αίτιον ή συναίτιον του αιτιατού εκ της αιτίας Πνεύματος.. Ούτως ηρμήνευσεν εσφαλμένως την διδασκαλίαν και των αιρετικών και των Ορθοδόξων. ότι "εάν ο Πατήρ γεννά φύσει. και τότε πώς εστι το πεπιστευμένον περιεργάσασθαι. αλλά την κατά το πώς είναι διαφοράν ενδεικνύμεθα. ώστε και το μονογενές αναμφίβολον επί του Υιού μένειν.
Επισημαίνομεν το γεγονός το οποίον παρετηρήσαμεν εις την περί Λόγου διδασκαλίαν των Πατέρων. έχει και το Άγιον Πνεύμα τη ενότητι του ονόματος της φύσεως Αυτού . όπως είδαμεν. ανάξιον δε της προς τον Πατέρα και Υιόν ομοτιμίας φασί. ότι η ερμηνευτική παράδοσις της Εκκλησίας χρησιμοποιεί αδιακρίτως χωρία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης εις έκθεσιν και στήριξιν του περί Αγίου Πνεύματος δόγματος.105 Ως είδαμεν106 οι Ευνομιανοί. και δια τούτο δόξης μεν αμέτοχον. διότι πάντα όσα έχει ο Πατήρ.111 Τα δεδομένα περί Αγίας Τριάδος αξιώματα της Παραδόσεως ήσαν ότι μεταξύ του Θεού και του Λόγου όλα είναι κοινά εκτός από τας υποστατικάς ιδιότητας. Ο άγιος Αμβρόσιος τονίζει.τι έχει ο Πατήρ έχει ο Υιός και ό. το γεννάσθαι πρέπει να είναι ετερούσιον. Ούτω και το Άγιον Πνεύμα έχει και Αυτό πάντα τα εκ των κοινών του Πατρός και του Υιού. ο πιστεύων εσφαλμένως περί του Υιού δεν δύναται να νοήση ορθώς περί του Πατρός. και επομένως ό. και ηλαττώσθαι τοις πάσιν εν δυνάμει και δόξη και αξιώματι και πάσιν άπαξ τοις θεοπρεπώς λεγομένοις ονόμασί τε και νοήμασι. Όπως δε ο Λόγος είναι κατώτερος του Θεού κατά φύσιν και ενέργειαν ούτω και το Πνεύμα είναι κατώτερον του Λόγου. τω αξιώματι και τη φύσει. "ό.109 Πρέπει να τονισθή πάλιν ότι το άκτιστον ως και το αυθυπόστατον του Αγίου Πνεύματος μαρτυρείται εις την πατερικήν θεολογίαν όχι μόνον από την σαφή διδασκαλίαν του Χριστού. Ούτως έχομεν τον κανόνα ότι.τι επομένως έχουν ο Πατήρ και ο Υιός. εδίδασκον ότι το Άγιον Πνεύμα έχει την άμεσον αιτίαν της εκ του μηδενός υπάρξεώς του εις τας περιβαλλούσας τον κτιστόν Λόγον κτιστάς ενεργείας.τι έχουν κοινόν ο Πατήρ και ο Υιός έχει και το Πνεύμα το Άγιον.107 Τα υπέρ του ακτίστου και του ομοουσίου του Αγίου Πνεύματος τω Πατρί επιχειρήματα των Πατέρων είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά υπέρ του ακτίστου και ομοουσίου του Λόγου τω Πατρί..Ευνομιανών προς απόδειξιν ότι ο Υιός είναι ετερούσιος. και τρίτος τη τάξει. Διότι όπου υπάρχει μία αξία. πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστιν". εφόσον το Πνεύμα έχει όλα όσα έχουν κοινά ο Πατήρ και ο Υιός και εφόσον έχει την ύπαρξιν 144 .108 Αλλαχού γράφει ". εκ του ακολούθου κατασκευάζεται παρ' αυτών το μηδέν έχειν εν εαυτώ το Πνεύμα των περί της θείας φύσεως ευσεβώς λεγομένων τε και νοουμένων". μία αγάπη. Οι Πνευματομάχοι Την διδασκαλίαν των Πνευματομάχων περί Αγίου Πνεύματος συνοψίζει ο Γρηγόριος Νύσσης ως εξής. Δηλαδή εφόσον το γεννάν είναι η θεία ουσία. μία μεγαλειότης.. Ό. έχει και ο Υιός και δια τούτο είπεν.τι έχει ο Θεός. δυνάμεως δε τοσούτον μετέχειν. μία δόξα.. Ταύτης δε κρατούσης παρ' αυτοίς της υπολήψεως.τι δήποτε νομίζεις ότι αφαιρείται από οιονδήποτε των τριών προσώπων αφαιρείται απ' όλα ομοίως". και δια το της φύσεως διαλλάττον υποβεβηκέναι.. Ως δε Αυτοί ούτω και Αυτό έχει ιδίαν υποστατικήν ιδιοτήτα. όσον επαρκεί αυτώ προς αποτεταγμένας τινάς και μερικάς ενεργείας. ΙΙ. Όθεν το Πνεύμα έχει ό.τι έχει ο Χριστός. ό. αλλά και από τας προς τους προφήτας και τους αποστόλους θεοφανείας και κυρίως ως είδαμεν την ημέραν της Πεντηκοστής. ο νοών εσφαλμένως περί του Πνεύματος δεν δύναται ορθώς να νοήση τον Υιόν. κυρίως δε περί του Άλλου Παρακλήτου. της δε δημιουργικής ισχύος έξω παντάπασιν καθεστάναι. Από την απόλυτον ταυτότητα των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος μετά του Πατρός και του Υιού αποδεικνύεται η ταυτότης της φύσεως. Θα επανέλθωμεν εις τον Αυγουστίνον εν οικείω τόπω. "οι υπεναντίοι αποξενώσθαι μεν αυτόν προς τον Πατέρα και τον Υιόν της φυσικής κοινωνίας.
Συνόδου. Το δε εκπορευτώς επιβάλλεται ως ο επίσημος όρος της Β' Οικ. αλλά και δια τους Σαμοσατιανούς. Ούτως οι ευρισκόμενοι εν τω απαραλλάκτως απεικονίζοντι τον Λόγον Πνεύματι βλέπουν δια της μόνης απαραλλάκτου Εικόνος του Πατρός το Αρχέτυπον Φώς. ως εξελίχθη μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως.113 Τινές εις το ουχί γεννητώς προσέθετον το εκπορευτώς. ότι ο Υιός ύπαρξιν έχει εκ του Πατρός γεννητώς και το Πνεύμα το Άγιον επίσης υπάρχει μετά του Υιού εκ του Πατρός αλλ' ουχί γεννητώς. αλλά διότι ιστορικώς υπήρξεν. δεν ηδυνήθησαν μέχρι σήμερον να κατανοήσουν την θεολογικήν μέθοδον των πατερικών Οικουμενικών Συνόδων. την ενσάρκωσιν και την υιοθεσίαν των ανθρώπων. συνετέλεσεν εις το να δοθή μεγαλυτέρα από ότι έπρεπε προσοχή εις τον όρον εκπόρευσις εις βάρος των πατερικών προϋποθέσεων περί του τρόπου της υπάρξεως των τριών προσώπων και περί των ενεργειών της μιας φύσεως αυτών. Ταύτα αναφέρομεν όχι επειδή είναι η ορθή ερμηνεία των όρων. δηλαδή γεννάται και ούτως ο Θεός γίνεται Πατήρ και ο Λόγος Υιός. εφόσον ο Λόγος αεί την ύπαρξιν του έχει εκ του Θεού Πατρός όπως έχει το Πνεύμα το Άγιον. ενεργείας και υποστατικών ιδιοτήτων και σχεδόν αδιακρίτως συγχέοντες ταύτα εις την ιδικήν των αυγουστίνειον θεολογικήν παράδοσιν. Μη γνωρίζοντες οι Φραγκολατίνοι και οι πνευματικοί απόγονοι αυτών τας εν τω Θεώ διακρίσεις μεταξύ ουσίας. Εν τοιαύτη περιπτώσει τα υποστατικά ιδιώματα κατ' ουσίαν παραμένουν τα ίδια. Ίσως υπάρχει και κάποια βάσις να αποδεχθή τις ότι απολύτως Ορθόδοξοι ήσαν οι Πατέρες οι διδάσκοντες ότι τα ονόματα Πατήρ και Υιός αναφέρονται εις την γέννησιν του ήδη εκ του Θεού αϊδίως και φύσει υπάρχοντος υποστατικού Λόγου δια την δημιουργίαν και ενσάρκωσιν. Αρειανούς και Νεστοριανούς. ορθώς δε ερμηνευομένη είναι ορθόδοξος.115 Ζ' Η υπό της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381) αποτελείωσις της διατυπώσεως του δόγματος Φαίνεται ότι η περί Filioque διαμάχη. 145 . Συνόδου.112 Εκτός από την αναφερθείσαν αρχαίαν παράδοσιν. ο Λόγος και το Πνεύμα είναι αϊδίως εκ του Θεού φύσει.114 το οποίον επισήμως υιοθετήθη εις το Σύμβολον της Β' Οικ. δηλαδή ο Θεός είναι εξ ουδενός. δογματικώς είναι το ίδιον. όλοι οι Πατέρες συνεφώνουν ότι αι ιδιότητες και οι τρόποι υπάρξεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος είναι ότι ο Πατήρ είναι αίτιος εξ ουδεμιάς αιτίας. Είδαμεν1 ότι αι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος είναι ασύγχυτοι και ακοινώνητοι ιδιότητες δηλούσαι εν Θεώ "διαφοράς". ήτις διέκρινε μεταξύ ενδιαθέτου Λόγου και του Αυτού γενομένου δια της εκ του Πατρός γεννήσεως προφορικού Λόγου. δια την δημιουργίαν. έχει η διάκρισις ουσίας και ακτίστου ενεργείας εν τω Θεώ. τότε και Αυτό είναι ομοούσιον τω Πατρί ως απαράλλακτος μόνη Εικών της μόνης Εικόνος του Αρχετύπου Πατρός. Επίσης είδαμεν2 πόσο σπουδαίαν σημασίαν δια τους Πατέρας.Του εκ της ουσίας ή υποστάσεως του Πατρός. τη δε μία βουλήσει της Αγίας Τριάδος ο Λόγος ο ενδιάθετος προφέρεται. Ερμηνευομένη όμως υπό των ετεροδόξων εμφανίζεται ωσάν αρχαίος ημιαρειανισμός ενώ δεν ήτο. Ούτως η διαφορά μεταξύ Λόγου και Πνεύματος είναι ότι ο Λόγος εγένετο Μονογενής Υιός του Θεού προ των αιώνων και εσαρκώθη. Πάντως είτε είποι τις ουχί γεννητώς απλώς ή εκπορευτώς. αι οποίαι δεν ταυτίζονται ούτε με την ουσίαν του Θεού ούτε με την ενέργειαν.
και το εκπορεύεσθαι ή προβάλλεσθαι. τον Πατέρα. και τον Υιόν. ή 5) το άνευ αιτίας ή το αγεννήτως υπάρχειν. το γεννάσθαι. το γέννημα.. ή ενός και μόνου των τριών. ως η ουσία. ή μη μονογενώς εκ του αιτίου. Συνόδου θα πρέπει να προξενή κατάπληξιν εις όσους φαντάζονται την δογματικήν θεολογίαν ως είδος στοχαστικής ενασχολήσεως δεινών φιλοσόφων. Τα εν τω Θεώ ανήκουν ή εις τα τρία πρόσωπα ή καθ' έκαστον εις έν μόνον πρόσωπον. ουκ άρα όλως εστίν εν τη ζωαρχική και παντελείω Τριάδι η του Πνεύματος προβολή". ανήκουν και εις τας τρεις υποστάσεις κατά φύσιν. όπερ ουδέ οι των Ελλήνων μύθοι ανεπλάσαντο". αλλ' 146 . ου συντιθεμένων. ούτε τα ακοινώνητα δύνανται καθ' έκαστον να ανήκουν παρά μόνον εις έν πρόσωπον. και εξ εαυτού άρα εκπορευθήσεται το Πνεύμα. Πρώτον τα εν τη Αγία Τριάδι κοινά. το γεννητώς συνάναρχον. και του Πνεύματος πάντως υπάρχει κοινά. κοινόν δε Πατρός και Υιού η του Πνεύματος εξ αυτών πρόοδος. ή προβάλλειν. το αιτιατόν εκπορευτικώς. την Αγίαν Τριάδα. ως έφημεν. ή μη γεννητώς.λ. ουχ ώστε συγχείσθαι. και το εκπορευτώς συνάναρχον. και αρχή έσται αυτό εαυτού. τα ακοινώνητα. η θέλησις. το αιτιατόν γεννητώς εκ του αιτίου. αλλ' ουδ'. ή κοινόν εστι πάντων. κ. Άλλό τι δεν υπάρχει εν τω Θεώ. η βασιλεία. το ασχημάτιστον. ό θεωρείται και λέγεται εν τη Παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι. Δια τούτο μεγάλο λάθος διαπράττουν οι πιστεύοντες ότι η δογματική θεολογία είναι στοχαστική τις φιλοσοφία των μεγάλων κατά κόσμον νόων διότι ούτω δεν κατανοούν ούτοι τον αστειευτικόν και απλούν αλλά βεβαίως και σοβαρόν τρόπον με τον οποίον ο Μέγας Φώτιος γράφει κατά των Φράγκων. εις έν αίτιον Υιού και Πνεύματος αναφερομένων. ή 3) το αναιτίως εξ ουδενός. η δόξα. ενούται γάρ. ει πάντα τα κοινά Πατρός και Υιού. .5 Εκ των εν λόγω αξιωμάτων φαίνεται σαφώς ότι τα εν τη Αγία Τριάδι κοινά και τα ακοινώνητα ταύτα σημαίνουν σαφώς ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται ή έχει την ύπαρξίν του εκ μόνου του Πατρός. ως αυτοί φασιν. ενός και μόνου τινός. και το Άγιον Πνεύμα.4 "Άλλως τε δέ. Επεί γαρ και άπαν. εις μίαν μόνον υπόστασιν. ως 1) το αγέννητον. το προνοητικόν. η δε του Πνεύματος προβολή ούτε κοινόν εστιν.Πάντως η απλότης των δύο βασικών αξιωμάτων της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίας των Πατέρων της Α' και της Β' Οικ. το ανείδεον. "όρα δε καντεύθεν κατάφωρον αυτών το δυσσεβές και ανόητον δεικνύμενον βούλημα. το δημιουργικόν. κατά την Σαβελλίου συναίρεσιν. ή 2) το γεννήτωρ και προβολεύς. το προγνωστικόν. ουδέ συναλειφομένων. και το πρόβλημα.τ. και αίτιον άμα και αιτιατόν.. και εις τας εκείνων τρέποιτο το βλάσφημον κεφαλάς). (ίλεως δε ημίν είη. το απερίγραπτον. ή 4) το αγεννήτως άναρχον. Έχων τις τα απλά ταύτα υπ' όψιν αντιλαμβάνεται την κατάπληξιν των Ορθοδόξων άμα τω ακούσματι περί του Filioque των βαρβάρων και αγραμμάτων Φράγκων του 8ου και 9ου αιώνος. και το εκπορευτόν. το άκτιστον. η ενέργεια. Κατά κυριολεξίαν όμως και ο απλοϊκός πιστός ήτο και είναι εις θέσιν να κατανοήση την απλότητα των εν λόγω δύο αξιωμάτων. το γεννάν και το εκπορεύειν. το αγέννητον. ένα δε μάλλον Θεόν. Ούτε τα κοινά δύνανται να ανήκουν μόνον εις δύο πρόσωπα και όχι εις το τρίτον. Δεύτερον. ανήκουν εις έν έκαστον. Δια τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ουδόλως παρεσύρθη υπό αρχαίου τινός αιρετικού όταν ερμηνεύει τα ανωτέρω ως εξής. "διό ουδέ τρεις Θεούς λέγομεν. Περίληψις των κατά των Φράγκων επιχειρημάτων του Φωτίου υπάρχει εις τον δεύτερον τόμον3 εξ ής παραθέτομεν τα εξής δύο αστεία. το γεννητόν. η θεότης.
Ουδεμία γαρ ορμή άνευ Πνεύματος. Είς Υιός. λόγου άβυσσος. τω Υιώ. ως οίδεν αυτός. Υιός. ουχ υπό χρόνον. εκ Πατρός μεν δι' Υιού εκπορευομένη. ός Υιός έστι τε και λέγεται. αλλ' ως δι' αυτού εκ του Πατρός εκπορευόμενον. και αδιστάκτως. ου κυρίως Υιός. Άγιον το Πνεύμα. εκπορευτώ. το Πνεύμα το Άγιον. και εκ του Πατρός λέγομεν. Είς Πατήρ ο Πατήρ. Αυτός μεν ουν εστι νούς. Ούτως ως τελεία υπόστασις εκ τελείας υποστάσεως γεννωμένη. τω Πατρί μόνω προσαρμοστέον. τέλειον αυτήν Θεόν οίδα. ου γαρ έκ τινος. ουχ υιϊκώς δέ. Όσα ουν αρμόζει αιτίω Πατρί. λέγομεν δε αυτόν και εκ του Πατρός. πηγή αγαθότητος. ή το γε ακριβέστερον ειπείν. ή εις Πατέρα μεταπίπτοντος. προϊόν μεν εκ του Πατρός. σοφία. Ο Υιός. σοφία."6 Λοιπόν τί άλλη σημασία δύνανται να έχουν "τόν Υιόν ου λέγομεν αίτιον" και το "εκ του Υιού δε το Πνεύμα ου λέγομεν". ότι εγεννήθη εξ αγεννήτου. Το δε Πνεύμα το Άγιον. εκτός του ότι το Πνεύμα ύπαρξιν έχει εκ μόνου του Πατρός. και απαραλείπτως (ή απαραλλάκτως). δύναμις. ά η θεότης. λόγου γεννήτωρ. ός εστιν η μόνη δύναμις του Πατρός. ου γεννητώς. Εκ του Υιού δε το Πνεύμα ου λέγομεν. Έν Πνεύμα. άβυσσος ουσίας. απαύγασμα. Ου γαρ σύνθετόν εστιν η θεότης. και άναρχος. ουκ έστι τω Πατρί λόγος. τουτέστιν. πηγή και αιτία Υιού και Αγίου Πνεύματος. θέλησις. Μόνος γαρ αίτιος ο Πατήρ". Και ει Πατήρ ο Υιός. λόγου. κινουμένη και μεταπίπτουσα. και εκ του Πατρός. Πνεύμα του Πατρός. ου Πατήρ κυρίως. τελείαν ουσίαν. είς γαρ κυρίως Πατήρ. Όταν δε την προς άλληλα σχέσιν των υποστάσεων εννοήσω. και ουκ άναρχος. πηγή γεννητική και προβλητική του εν αυτή κρυφίου αγαθού. και ομοδόξως. Αφού ο Δαμασκηνός εκθέτει πρώτον τα περί κοινών εν τη Αγία Τριάδι γράφει. δυνάμεως φωτός.. τελεσιουργόν της των απάντων ποιήσεως. Λόγος. αλλ' εν τρισί τελείοις. τα τε αποφατικώς. και την εν αλλήλαις περιχώρησιν έχουσι δίχα πάσης συναλοιφής και συμφύρσεως . ή εις Υιόν. ει μη ο Υιός. Διό και το Πνεύμα το Άγιον. Το δε Πνεύμα το Άγιον. τρία τα προσκυνούμενα. "καί ταύτα κοινώς επί πάσης λέγεται της θεότητος. οίδα ότι εστίν ο Πατήρ υπερούσιος ήλιος. και Υιού δε Πνεύμα. τουτέστι τας υποστάσεις του Υιού και του Πνεύματος. Τον Υιόν ου λέγομεν αίτιον ουδέ Πατέρα. και δια λόγου προβολεύς εκφαντορικού Πνεύματος. θελήσει. ως οίδεν αυτός. διότι γεγένηκεν. είς γαρ κυρίως Υιός. χαρακτήρ του Πατρός. αναίτιος.ώστε έχεσθαι. ότι εκπεπόρευται. η γαρ ιδιότης ακίνητος. και άναρχος. και έν Πνεύμα Άγιον. ένα Θεόν οίδα τέλειον. λέγομεν δε αυτόν του Υιού Πατέρα. αλλ' εκπορευτώς. πηγή γεννήτορι. πώς γάρ. η προκαταρκτική της των πάντων ποιήσεως. έν τέλειον αμερές και ασύνθετον.. ουχ ως εξ αυτού. ονομάζομεν. Πνεύμα δε Υιού. και τα καταφατικώς λεγόμενα. ομοίως. ότι τον Πατέρα ου λέγομεν έκ τινος. Όσα δε αιτιατώ γεννητώ Υιώ Λόγω δυνάμει προκαταρκτική. τω Αγίω Πνεύματι.7 Όταν έχη τις υπ' όψιν την σαφεστάτην. και Υιόν του Πατρός. ως θα είδωμεν. εικών. τουτέστιν ουκ αναίτιος. Ούτε του Πνεύματος. Ο Πατήρ. Ει δε την από του χρόνου λάβοις αρχήν. ει γαρ Υιός ο Πατήρ. θεότητος. εκ του Πατρός γάρ. όταν δε συνάψω και συναριθμήσω τα τρία. και Πνεύμα Πατρός ονομάζομεν. Όταν δε προς τα εν οίς η θεότης (βλέψωμεν). διδασκαλίαν των Πατέρων περί των εν τη Αγία Τριάδι κοινών και ακοινωνήτων δύναται να αντιληφθή σαφώς τον λόγον της υπό του Δαμασκηνού γενομένης διακρίσεως μεταξύ "διά του Υιού 147 . εκφαντορικώ. ή πώς αν ιδιότης μένοι. εκφαντορική του κρυφίου της θεότητος δύναμις του Πατρός. δύναμις. και ίνα μη πολλά λέγω. και τα εκ της πρώτης αιτίας αχρόνως εκείθεν όντα. Ουχ Υιός του Πατρός. Και εφ' εκάστης των της αγίας Τριάδος υποστάσεων. και ωσαύτως. ούτε του Πατρός εκστάντος της αγεννησίας. ως εκ Πατρός εκπορευόμενον. Όταν γαρ εννοήσω μίαν των υποστάσεων. σοφία. τελεσιουργικώ δυνάμει. ποιητής γαρ χρόνων. σοφίας. και ότι Θεός. Πατήρ δε Υιού μόνου. ούτε του Υιού της γεννήσεως. Όσα δε αιτιατώ. και προβολεύς του Αγίου Πνεύματος. Χρή δε γινώσκειν.
και έχων τα πάντα του Πατρός και ως αρχή εκ της αρχής. τη προς τον Υιόν κατά το άκτιστον συναφεία. δια των αυτών τούτων προς τον Πατέρα τε και Υιόν έχει την οικειότητα". τοις ιδίοις πάλιν γνωρίσμασιν απ' αυτών διακρίνεται. ως αν μη κοινότητά τινα προς ταύτην έχειν νομισθή το Πνεύμα εκ του δια του Υιού πεφηνέναι εν τω ατρέπτω. οι Λατινόφρονες προ της αλώσεως κατήργησαν την περί ακοινωνήτων των ιδιοτήτων διδασκαλίαν των Πατέρων και με πνευματικόν αρχηγόν τον εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ ανέπτυξαν την θέσιν. και σημείόν εστιν ιδιαίτατον. ούτε γαρ γεγέννηται. την εξαίρετον αυτού ιδιότητα προς τα ειρημένα παρίστησιν. Γνώρισμα γαρ αυτού.10 148 . Εν μεν τη κατά το άκτιστον κοινωνία. διακρίνεται το Πνεύμα από της κτίσεως . Ενώ ο Θωμάς Ακινάτος αναγνωρίζει ως πραγματικήν διδασκαλίαν του Δαμασκηνού την εκ μόνου του Πατρός εκπόρευσιν.εκπορευόμενον" και "εκ του Υιού εκπορευόμενον".8 Ούτω κατηργήθη η υπό του Δαμασκηνού γενομένη ως άνω σαφής διάκρισις μεταξύ. και αγέννητος. ούτε επί του Αγίου Πνεύματος ευσεβές εστι λογίζεσθαι. και κατασκεύασμα των δουλοπρεπώς προσκειμένων προς τους Φραγκολατίνους Λατινοφρόνων αλλά και σαφής αίρεσις και ανατροπή της διδασκαλίας της Α' και της Β' Οικ. ήτις εδέχθη ως συνώνυμα το "εκ τού" και το "διά τού" και ούτως ανεγνώρισε συγχρόνως ότι ο Πατήρ είναι η κυρίως και μόνη πηγή της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. εν δε τοις εξαιρέτοις των ιδιωμάτων εκάστου το ακοινώνητον. Το Πνεύμα δια του Υιού εκπορεύεται εκφαντορικώς ενώ εκ του Πατρός υπαρκτικώς. Συνόδου Γρηγόριος ο Νύσσης γράφει. ύπαρξιν έχειν εκ του Υιού. και Πατέρα. όπερ ούτε επί πάντων Θεού. ο δε Υιός κατά το άκτιστον τω Πατρί. Συνόδου και των Πατέρων αυτών. όπερ ούτε επί του Μονογενούς. διαχωρίζεται. το απαράλλακτον έχουσα. και φανερώσεως δια του Υιού και ούτως ετέθησαν τα θεμέλια της εν Φλωρεντία ψευδοενώσεως του 1439. ούτε του Αγίου Πνεύματος εστι.. και τω Πνεύματι συναπτόμενος. και εν τω την αιτίαν της υπάρξεως εκ του Θεού των όλων έχειν ενούμενον. Ούτω "Μόνος αίτιος ο Πατήρ" "τόν Υιόν ου λέγομεν αίτιον". και διακεκριμένην την διαφοράν έχει. Τούτο ουν το άκτιστον. άπερ ιδίως τω Πατρί και τω Υιώ ο λόγος ενεθεώρησε. το ιδιάζον έχει. Το δε Πνεύμα το Άγιον εν τω ακτίστω της φύσεως την κοινωνίαν έχον προς Υιόν. αφίστασται πάλιν εν τω ιδιάζοντι. εν τω Υιός. "ο γαρ την περί του αγαθού έννοιαν ελαττών έν τινι των εν τη Αγία Τριάδι πεπιστευμένων. αλλά και αγέννητος και Πατήρ. και αναλλοιώτω. τρανώς και καθαρώς το έτερον από του ετέρου διΐστησιν. αλλ' εν άκρα τη τελειότητι. όπερ εν ουδενί των υπολοίπων καταλαμβάνεται. Δι' ών δε της κτίσεως αφίσταται. καθάπερ ούτος εστι. εν τω μήτε μονογενώς εκ του Πατρός υποστήναι. τούτο ίδιόν τι και ακοινώνητον. ότι πράγματι ο Πατήρ είναι ο μόνος αίτιος της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος αλλά ο Υιός ως εκ του Πατρός. Το γαρ μήτε αγεννήτως είναι μήτε μονογενώς. οίον ο Πατήρ άκτιστος είναι ομολογείται. μεμίχθαι τι της εναντίας έξεως τω κατά το αγαθόν υστερουμένω πάντως παρασκευάσει. Πάντως περί των εν τη Αγία Τριάδι κοινών και ακοινωνήτων ο εκ των μεγαλυτέρων Πατέρων της Β' Οικ. και "εκ του Υιού δε το Πνεύμα ου λέγομεν". και εν τω δι' αυτού του Υιού πεφηνέναι. ούτε έκτισται. ασύγχυτον. Η γαρ επιθεωρουμένη εκάστη των υποστάσεων ιδιότης. εκπορεύει ως μία μετά του Πατρός ουσία και Αυτός το Άγιον Πνεύμα. και Μονογενής είναι τε και ονομάζεσθαι. είναι δε όλως. και εν ακαταλήπτω τη υπεροχή θεωρουμένη τοις ενυπάρχουσιν εκάστη των υποστάσεων ιδιώμασιν. αλλά ο Υιός μετά του Πατρός είναι και Αυτός εκ του Πατρός η ιδία μία πηγή της εν λόγω υπάρξεως.. πάλιν απ' αυτού τω μη Πατήρ είναι. κοινόν αυτώ προς τον Υιόν εστι και το Πνεύμα το Άγιον. το μηδέν εκείνων είναι.9 Η διδασκαλία αυτή είναι όχι μόνον σοφιστεία. και απροσδεεί της ετέρωθεν αγαθότητος. Τω γαρ Πατρί κατά το άκτιστον συναπτόμενον. πάλιν δε της κτίσεως δια του Μονογενούς υποστάσης.
δεν ηννόησαν τους ελληνόφωνας Ρωμαίους προγόνους των αλλά τους ηννόησαν οι Φράγκοι του 8ου αιώνος. Ενώ εις το χωρίον αυτό αναπτύσσει ακριβώς το περί κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι θέμα. μάλλον δε (ου γαρ ανάγκη 149 . αλλά εις τα περί της αιτίας της υπάρξεως του Πνεύματος αξιώματα. αυτόν λέγω τον επί πάντων Θεόν. Γράφει ο Νύσσης. Δια τον λόγον αυτόν ο Αμβρόσιος χρησιμοποιεί τον όρον εκπόρευσιν ως δηλούντα ενέργειαν και ως εκ τούτου ομιλεί περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού.λ. "καί έτι προς τούτοις το μη εις διαφόρους αρχάς τη ετερότητι της φύσεως διηρημένας το της μοναρχίας δόγμα καταμερίζεσθαι. αλλά δεν ηδύνατο ούτε καν να σκεφθή τοιαύτην κατάλυσιν του ακοινωνήτου των υποστατικών ιδιοτήτων. Ούτε ο Μέγας Βασίλειος. Ούτω παραθέτομεν άλλο χωρίον του Νύσσης όπου σαφώς εκθέτει την εκπορευομένην διδασκαλίαν της Εκκλησίας πάλιν χωρίς να αναφέρη τον όρον εκπόρευσις. αλλά εις το ότι ο Υιός ύπαρξιν έχει μονογενώς εκ του Πατρός και το Πνεύμα ουχί μονογενώς εκ του Πατρός. ής η μεν αιτία του είναι εκ του ηλίου. Εάν ο Υιός είχε μετοχήν ή οικειότητα ή ένωσιν μετά του Πατρός εις το αίτιον είναι της υπάρξεως του Πνεύματος θα το έλεγε σαφώς ο Νύσσης. μετά το κεφάλαιον της θεογνωσίας. Γενάδιος Σχολάριος. ουδόλως χρησιμοποιεί τον όρον εκπόρευσις. ας προσέξωμεν το χωρίον. εκ του Θεού. κ. Συνόδου. Φώτιος. της επέκεινα πάσης αρχής ημίν ευρισκομένης. ούτε ο Αμβρόσιος φαίνεται να είχον ταυτίσει τον όρον εκπόρευσιν με τον τρόπον υπάρξεως του Πνεύματος. η δε ύπαρξις ομού τω ηλίω. ει μη εν Πνεύματι Αγίω. Εν περινοία γαρ του αγεννήτου φωτός καταστάντες. προβληματιζόμενοι επίσης δια τον ανόητον ισχυρισμόν των Φραγκολατίνων και των απογόνων αυτών ότι οι Δαμασκηνός. μίαν των πάντων εξουσίαν είναι πιστεύειν. ήτις εστίν ο Κύριος.Ο Γρηγόριος Νύσσης σαφώς τονίζει ότι το Άγιον Πνεύμα έχει ομοιότητα και οικειότητα και ένωσιν με τον Υιόν ως έχον μαζί με τον Υιόν την αιτίαν της υπάρξεώς Του. αλλά και ο τονισμός ότι το Άγιον Πνεύμα έχει την αιτίαν της υπάρξεώς Του εκ μόνου του Πατρός.12 Συγχρόνως όμως σαφώς παραδέχεται τα περί κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι. δια δε του Κυρίου. και εν τω δι' αυτού του Υιού πεφηνέναι". εν τη των ομοίων συμφωνία της θεότητος θεωρουμένης. ός εστιν η πάντων αρχή. δια των προσεχών τε και οικείων τη διανοία τρέχοντες εκ του Πατρός δια του Υιού προς το Πνεύμα αναχωρούμεν. μίαν αρχήν. ως αναπτύσσονται εν τω δοκιμίω τούτω. Παλαμάς. ου χρόνοις ύστερον προσγινομένη. ήτις εστίν ο επί πάντων Θεός. εκείθεν πάλιν το εξ αυτού φως κατά το προσεχές ενοήσαμεν. Μάρκος Ευγενικός. ως της πάντων μεν αρχής. Δηλαδή η διάκρισις του Πνεύματος από τον Υιόν δεν συνίσταται ως εις τον Αυγουστίνον εις το ότι ο Υιός υπάρχει εξ ενός και το Πνεύμα εκ δύο. δια του Αγίου Πνεύματος ταις ψυχαίς ελλαμπούσης (αμήχανον γαρ άλλως θεωρηθήναι τον Κύριον Ιησούν. Έχοντες υπ' όψιν τα ήδη εκτεθέντα του Νύσσης περί κοινών και ακοινωνήτων. ουδέ γαρ δυνατόν εστιν άλλως το αρχέτυπον αγαθόν επιγνωσθήναι. μη εν τη εικόνι του αοράτου φαινόμενον. αλλ' ομού τω οφθήναι τον ήλιον εξ αυτού συναναφαινομένη. αλλά αρκείται εις το ουχί μονογενώς.13 Δια τούτο εις τα προ της Β' Οικουμενικής Συνόδου γραφόμενα των Πατέρων δεν πρέπει κανείς να περιορίση την προσοχήν του εις τον όρον εκπόρευσιν καθ' αυτό. Πάντως τα αξιώματα περί των κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι είναι μάλλον ανεξάρτητα από τον όρον εκπόρευσις προ της Β' Οικ. αλλά μίαν θεότητα. Συνόδου. και δια του ομοίου προς το όμοιον την διάνοιαν αγούσης. οίον ακτίνά τινα τω ηλίω συνυφισταμένην. αλλά "αφίσταται" του Υιού "εν τω μήτε μονογενώς εκ του Πατρός υποστήναι. καθώς φησιν ο απόστολος). όπου εχρησιμοποιήθη ο όρος εκπόρευσις ως όρος δηλών τον τρόπον υπάρξεως και την υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος.π. Ώσπερ δε τινα δίαυλον ανακάμπτοντες. με αποτέλεσμα να υπάρχη ο όρος Filioque εις αυτόν. Τούτο διότι ως φαίνεται ο Νύσσης έγραψε τα εν λόγω προ της Β' Οικ.
ήν έχει το κοινόν προς το καθ' έκαστον. Ουδέ γαρ έστι φωτί προς έτερον φως κατ' αυτό τούτο παραλλαγή. δυνάμει. οίον πατρότητα και υιότητα και αγιασμόν. και τα άλλα πάντα τα του φωτός εργαζόμενον. "ο μεν της ουσίας λόγος κοινός. και εν τω περιίστασθαι λέγειν τρεις υποστάσεις. Περί των κοινών και των ιδιοτήτων εν τη Αγία Τριάδι γράφει. αλλά δι' αυτού μεν εκλάμπον. η δε υπόστασις εν τω ιδιώματι της πατρότητος ή της υιότητος. αλλά πάση τελειότητι προς το ακρότατον επηρμένον. η θεότης. μεγέθει. και φωτίζον. και λέγειν. την δε της υποστάσεως αιτίαν έχον εκ του πρώτου (πρωτοτύπου) φωτός. μετά Πατρός και Υιού θεωρείται. φως μέντοι και αυτό καθ' ομοιότητα του προεπινοηθέντος λάμπον... πιστεύω εις Θεόν Πατέρα και πάλιν εν τη του Υιού ομολογία το παραπλήσιον ποιείν. Δια τούτο ουσίαν μεν μίαν επί της θεότητος ομολογούμεν. παρατηρούμεν εις τον αδελφόν του Νύσσης.. "επεί δε χρή δια των ιδιαζόντων σημείων ασύγχυτον επί της Τριάδος την διάκρισιν έχειν. αφ' ου πάσα επί την κτίσιν η των 150 . επειδή τοίνυν το Άγιον Πνεύμα. οίον το άκτιστον λέγω. επιζητήσομεν δε μόνον. οίον η αγαθότης. οίον. αμήχανον υγιώς τον λόγον της πίστεως αποδίδασθαι. ου συμπαραληψόμεθα εις την του ιδιάζοντος κρίσιν. το μεν κοινώς επιθεωρούμενον. Χρή ουν τω κοινώ το ιδιάζειν προστιθέντας. μετά Πατέρα και Υιόν αριθμείται. ή της αγιαστικής δυνάμεως θεωρείται". ου χρονικώ τινι διαστήματι του γεννητού φωτός αποτεμνόμενον. ή εί τι τοιούτον. Αυτή αύτη η χρήσις των όρων ουσία και υπόστασις γίνεται ίνα αποδοθούν τα εις την Αγίαν Τριάδα κοινά εις την μίαν θείαν ουσίαν και τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα έν έκαστον εις την αρμοδίαν υπόστασιν. κοινόν η θεότης..16 Αυτή η περί της ανάγκης της χρήσεως των εν λόγω όρων δικαιολογία σαφώς εκθέτει πώς τα κοινά είναι των τριών προσώπων κοινά της μιας ουσίας. ευρίσκονται μη φεύγοντες το του Σαβελλίου κακόν . και το των προσώπων ιδιάζον ομολογείσθαι εν τω αφορισμώ των περί έκαστον νοουμένων ιδιωμάτων. πιστεύω και εις τον Θεόν Πνεύμα το Άγιον. και κατά πάντα ωσαύτως έχοντα κάλλει. πιστεύω εις Θεόν Υιόν.πάσα τη εικόνι δουλεύοντας δούναι τοις συκοφάνταις κατά του Λόγου λαβήν εν τη του υποδείγματος ατονία) ουχί ακτίνα εξ ηλίου νοήσομεν. όστις εξεδήμησε προς Κύριον μόλις προ της συγκλήσεως της Β' Οικ. ούτω την πίστιν ομολογείν. Αλλαχού ο Μέγας Βασίλειος σαφέστερον αναπτύσσει το θέμα ως εξής. δηλαδή ανήκουν καθ' έκαστον αυτών εις μίαν μόνην υπόστασιν. Και πάλιν έτερον τοιούτον φως κατά τον αυτόν τρόπον.". αλλ' εξ αγεννήτου ηλίου άλλον ήλιον ομού τη του πρώτου επινοία γεννητώς αυτώ συνεκλάμποντα. ώστε τον του είναι λόγον μη διαφόρως αποδιδόναι. υπόστασιν δε ιδιάζουσαν. τω κοινώ συνάπτειν το ίδιον. ίδιον η πατρότης.14 Την ιδίαν απουσίαν του ονόματος "εκπορευτικόν" ως δηλούντος την υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος. ή το υπέρ πάσαν κατάληψιν. όταν κατ' ουδέν της φωτιστικής χάριτος ενδέον. Συνόδου.15 Αλλαχού ο Μέγας Βασίλειος περί του εν λόγω θέματος γράφει. συνάπτοντας δε λέγειν. ή υστερούμενον φαίνηται. ως έχει το ζώον προς τον δείνα άνθρωπον. ή εί τι άλλο νοοίτο. αλλ' εκ της κοινής εννοίας του είναι ομολογούντων Θεόν. "ουσία δε και υπόστασις ταύτην έχει την διαφοράν. και δι' εαυτού την προσαγωγήν προς το επινοούμενον φώς. τον Μέγαν Βασίλειον. ώστε δι' όλου και την ενότητα σώζεσθαι εν τη της μιας θεότητος ομολογία. ίν' ασύγχυτος ημίν και τετρανωμένη η περί Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος έννοια ενυπάρχη. φαιδρότητι. και πάσιν άπαξ τοις περί ήλιον θεωρουμένοις. Μη γαρ νοούντων ημών τους αφωρισμένους περί έκαστον χαρακτήρας. το εν Πατρί και Υιώ. Οι δε ταυτόν λέγοντες ουσίαν και υπόστασιν αναγκάζονται πρόσωπα μόνον ομολογείν διάφορα. λαμπηδόνι. ενώ τα ιδιάζοντα υποστατικά ιδιώματα είναι ακοινώνητα. Ομοίως και επί του Πνεύματος του Αγίου κατά το ακόλουθον της εκφωνήσεως την προφοράν σχηματίζοντας λέγειν. πάσι τοις μετασχείν δυναμένοις χαρίζηται". δι' ών η περί εκάστου έννοια τηλαυγώς και αμίκτως της συνθεωρουμένης αφορισθήσεται .
αγαθών χορηγία πηγάζει, του Υιού μεν ήρτηται, ω αδιαστάτως συγκαταλαμβάνεται, της δε του Πατρός αιτίας εξημμένον (ή εξηρτημένον) έχει το είναι, όθεν και εκπορεύεται, τούτο γνωριστικόν της κατά την υπόστασιν ιδιότητος σημείον έχει, το μετά τον Υιόν και σύν αυτώ γνωρίζεσθαι, και το εκ του Πατρός υφεστάναι. Ο δε Υιός, ο το εκ του Πατρός εκπορευόμενον Πνεύμα δι' εαυτού και μεθ' εαυτού γνωρίζων, μόνος μονογενώς εκ του αγεννήτου φωτός εκλάμψας, ουδεμίαν κατά το ιδιάζον των γνωρισμάτων, την κοινωνίαν έχει προς τον Πατέρα ή προς το Πνεύμα το Άγιον, αλλά τοις ειρημένοις σημείοις μόνοις γνωρίζεται. Ο δε επί πάντων Θεός, εξαίρετόν τι γνώρισμα της εαυτού υποστάσεως, το Πατήρ είναι, και εκ μηδεμιάς αιτίας υποστήναι, μόνος έχει, και δια τούτου πάλιν του σημείου και αυτός ιδιαζόντως επιγινώσκεται. Τούτου ένεκεν εν τη της ουσίας κοινότητι ασύμβατά φαμεν είναι και ακοινώνητα τα επιθεωρούμενα τη Τριάδι γνωρίσματα, δι' ών η ιδιότης παρίστανται των εν τη πίστει παραδεδομένων προσώπων, εκάστου τοις ιδίοις γνωρίσμασι διακεκριμένως καταλαμβανομένου, ώστε δια των ειρημένων σημείων το κεχωρισμένον των υποστάσεων εξευρεθήναι, κατά δε το άπειρον, και ακατάληπτον, και το ακτίστως είναι, και μηδενί τόπω περιειλήφθαι, και πάσι τοις τοιούτοις, μηδεμίαν είναι παραλλαγήν εν τη ζωοποιώ φύσει επί Πατρός λέγω και Υιού και Πνεύματος Αγίου, αλλά τινα συνεχή και αδιάσπαστον κοινωνίαν εν αυτοίς θεωρείσθαι. Και δι' ών αν τις νοημάτων το μεγαλείον ενός τινος των εν τη Αγία Τριάδι πιστευομένων κατανοήσειε, δια των αυτών προσελεύσεται, απαραλλάκτως, επί Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίου την δόξαν βλέπων, εν ουδενί διαλείμματι μεταξύ Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος της διανοίας κενεμβατούσης, διότι ουδέν εστί το δια μέσου τούτων παρενειρόμενον, ούτε πράγμα υφεστώς άλλο τι παρά την θείαν φύσιν, ως καταμερίζειν αυτήν προς εαυτήν δια της του αλλοτρίου παρεμπτώσεως δύνασθαι, ούτε διαστήματός τινος ανυποστάτου κενότης ήτις κεχηνέναι ποιεί της θείας ουσίας την προς εαυτήν αρμονίαν, τη παρενθήκη του κενού το συνεχές διαστέλλουσα ... ου γαρ έστιν επινοήσαι τομήν ή διαίρεσιν κατ' ουδένα τρόπον, ως ή Υιόν χωρίς Πατρός νοηθήναι, ή το Πνεύμα του Υιού διαζευχθήναι, αλλά τις άρρητος και ακατανόητος εν τούτοις καταλαμβάνεται και η κοινωνία και η διάκρισις, ούτε της των υποστάσεων διαφοράς το της φύσεως συνεχές διασπώσης, ούτε της κατά την ουσίαν κοινότητος το ιδιάζον των γνωρισμάτων αναχεούσης. Μη θαυμάσης δε ει το αυτό συνημμένον και διακεκριμένον είναί φαμεν, και τινα επινοούμεν, ώσπερ εν αινίγματι, καινήν και παράδοξον διάκρισίν τε συνημμένην και διακεκριμένην συνάφειαν".17 Ο μελετών επισταμένως ή και προχείρως ακόμη τα ανωτέρω πώς θα εκφύγη από το συμπέρασμα ότι υπάρχει εις το θέμα περί κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι απόλυτος συμφωνία μεταξύ Νύσσης, Βασιλείου και Φωτίου; Ο Βασίλειος σαφώς γράφει, η διάκρισις των ιδιαζόντων σημείων είναι ασύγχυτος. Αν λοιπόν το αίτιον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος είναι των ιδιαζόντων σημείων πώς ο Υιός γίνεται και αυτός αιτία του Πνεύματος; Αν το αίτιον είναι κοινόν τότε το Πνεύμα είναι αιτία της υπάρξεως του εαυτού Του. Ο Υιός κατά τον ουρανοφάντορα της Καισαρείας "ουδεμίαν, κατά το ιδιάζον των γνωρισμάτων, την κοινωνίαν έχει προς τον Πατέρα ή προς το Πνεύμα το Άγιον". Πώς τότε μετά του Πατρός δύναται να έχη το αίτιον είναι, ή το συναίτιον είναι, ή το έν αίτιον είναι του Πνεύματος χωρίς και το Πνεύμα να είναι και Αυτό έν αίτιον του Εαυτού Του; Ο εκ Καππαδοκών χώρας διδάσκαλος της οικουμένης "ασύμβατά φαμεν είναι και ακοινώνητα τα επιθεωρούμενα τη Τριάδι γνωρίσματα" θεοπνεύστως τα της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως δογματίζει. Και πώς ετόλμησαν οι Δυτικοί να ισχυρισθούν ότι οι ημιβάρβαροι και αγράμματοι Φράγκοι, οι γεγονότες μόλις τον 9ον αιώνα θεολόγοι με τα "Contra errores Graecorum" των, εγνώρισαν καλύτερα την θεολογίαν των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων από τους μετά τον 7ον αιώνα ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας, και ότι ο Μέγας Φώτιος ηγνόει τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας των Οικουμενικών Συνόδων, ενώ οι
151
πράγματι αγνοούντες την γλώσσαν και τα συγγράμματα αυτών πρωτόγονοι τότε εν Ευρώπη Φράγκοι κατακτηταί της δυτικής λατινικής Ρωμηοσύνης εγνώριζον αυτούς; Φαίνεται ότι το πρώτον εις την Διοίκησιν της Ανατολής εταυτίσθη η εκπόρευσις με τον τρόπον υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος και μετεφέρθη εις την Διοίκησιν της Αιγύπτου, μέσω κυρίως του Διδύμου του Τυφλού και εις την Καππαδοκίαν και εν συνεχεία εις Κωνσταντινούπολιν, μέσω του Γρηγορίου του Θεολόγου και ούτως ευρίσκεται εις το Σύμβολον της Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως. Η αρχαιοτέρα μαρτυρία της διδασκαλίας των επισκόπων της ανατολικής Διοικήσεως ευρίσκεται εις αποδιδόμενον εις τον άγιον Ιουστίνον τον μάρτυρα έργον έχουσα ούτω, "πώς ούν, ερεί τις, ει διαφέρει το γεννάν του γεννωμένου, και το εκπορευτόν του αφ' ούπερ εκπεπόρευται, (έστι δε ο Πατήρ αγέννητος, αφ' ου και ο Υιός γεγέννηται, και το Πνεύμα προήλθεν), ταυτόν τω Πατρί ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον; Ότι το μεν Αγέννητον και Γεννητόν και Εκπορευτόν ουκ ουσίας ονόματα, αλλά τρόποι υπάρξεως, ο δε τρόπος της υπάρξεως τοις ονόμασι χαρακτηρίζεται τούτοις, η δε της ουσίας δήλωσις τη Θεού ονομασία σημαίνεται, ως είναι την διαφοράν τω Πατρί προς τον Υιόν και το Πνεύμα κατά τον της υπάρξεως τρόπον, το δε ταυτόν κατά τον της ουσίας λόγον. Ή γαρ ο μεν αγεννήτως έχει το είναι, ο δε γεννητώς, το δε εκπορευτώς, τα της διαφοράς επιθεωρείσθαι πέφυκεν, ει δε και της υποστάσεως αυτού το κατ' ουσίαν είναι σημαίνεται, τω κοινώ της θεότητος ονόματι παραδηλούται ... επί του Θεού και Πατρός ευρήσομεν. Ει μεν γαρ τον τρόπον της υπάρξεως αυτού ζητοίης, εξ ουδενός ετέρου γεγεννημένου, αγέννητον προσαγορεύσεις, ει δε την "αγέννητος προσηγορίαν σκοποίης, της υπάρξεως τον τρόπον ερμηνεύουσαν ευρήσεις. Ει δε και την ουσίαν αυτήν γνωρίζειν εθέλοις, καθ' ήν Υιώ και Πνεύματι προς κοινωνίαν συνάπτεται, τη Θεού ονομασία δηλώσεις. Ώστε το μεν αγέννητον, και της υπάρξεως ο τρόπος, αλλήλων εισί γνωριστικά, της δε ουσίας το Θεός δηλωτικόν. Ως γαρ Αδάμ, καίτοι γέννησιν μη προσηκάμενος, τοις εξ αυτού γεννηθείσι κατά το της ουσίας ταυτόν εις κοινωνίαν συνάπτεται, ούτως ουδείς λόγος το κοινόν της ουσίας Πατρός προς τον Υιόν και το Πνεύμα διασπάται δια το αγέννητον δυνήσεται, Ώστε το Αγέννητον και Γεννητόν και Εκπορευτόν, ουκ ουσίας δηλωτικά, σημαντικά δε των υποστάσεών εστιν, ικανά γαρ ημίν διακρίνειν τα πρόσωπα, και την Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος ιδιαζόντως δεικνύει υπόστασιν ... ότι μεν ακατάληπτον ακριβώς πεπεισμένοις, εφ' όσον δε χωρούμεν δια της θεωρίας εαυτούς εκείνω συνάπτοντας, ούτω τοίνυν νοούμεν τον Υιόν εκ Πατρός γεγεννήσθαι, ως φως εκ φωτός εκλάμψαν. Ικανή γαρ η εικών παραστήσαι το τε συναΐδιον, το τε της ουσίας ταυτόν, το τε της γεννήσεως απαθές. Ει γαρ εξελάμφθη, τω εκλάμψαντι αχρόνως συνυπέστη. Τίνι γαρ φωτός έκλαμψις χρόνου μέσω διακόπτοιτο; Ει δε φως εκ φωτός, το ταυτόν εκείνω δηλώσειεν, αφ' ου και γεγέννηται. Ει δε πάλιν φως και το γεννώμενον, απαθής η γέννησις αν είη. Ου γαρ κατά τομήν, ή ρεύσιν, ή διάστασιν, του φωτός η έκλαμψις γίνεται, αλλ' εκ της ουσίας αυτής απαθώς προέρχεται. Την αυτήν δε γνώσιν και περί του Αγίου Πνεύματος κατέχομεν, ότι ώσπερ ο Υιός εκ του Πατρός, ούτω και το Πνεύμα, πλην γε δη τω τρόπω της υπάρξεως διοίσει. Ο μεν γαρ φως μεν εκ φωτός εξέλαμψε, το δε φως μεν εκ φωτός και αυτό, ου μην γεννητώς, αλλ' εκπορευτώς προήλθεν, ούτω συναΐδιον Πατρί, ούτω την ουσίαν ταυτόν, ούτως απαθώς εκείθεν εκπορευθέν".18 Κατακλείομεν την σειράν αντιπροσωπευτικών πατερικών χωρίων με τον Γρηγόριον τον Θεολόγον, τον τυγχάνοντα και Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως κατά την εκεί σύγκλησιν της Β' Οικ. Συνόδου. Αφού ο Θεολόγος Γρηγόριος αναπτύσσει πρώτον τα δηλούντα εξουσίαν και οικονομίαν κοινά θεία ονόματα της Αγίας Τριάδος συνεχίζει, "ταύτα μεν ουν εστι κοινά θεότητος τα ονόματα. Ίδιον δε του μεν ανάρχου, Πατήρ, του δε ανάρχως γεννηθέντως, Υιός, του δε αγεννήτως προελθόντος, ή προϊόντος, το Πνεύμα το Άγιον. Αλλ' επί τας του Υιού κλήσεις έλθωμεν, όπερ ωρμήθη λέγειν ο λόγος. Δοκεί γαρ
152
μοι λέγεσθαι, Υιός μέν, ότι ταυτόν εστι τω Πατρί κατ' ουσίαν, και ουκ εκείνο μόνον, αλλά κακείθεν. Μονογενής δέ, ουχ ότι μόνος εκ μόνου και μόνον, αλλ' ότι και μονοτρόπως, ουχ ως τα σώματα".20 Έχοντες υπ' όψιν ταύτα ότι το όνομα Υιός δηλοί "κακείθεν", δηλαδή εκ του Πατρός, βλέπομεν τον Γρηγόριον να χρησιμοποιή νέαν ορολογίαν προς διατύπωσιν του πόθεν του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή το "Προβολεύς" και το "Πρόβλημα". Ταύτα αντιστοιχούν ακριβώς εις το Πατήρ και το Υιός, ή Γεννήτωρ και Γέννημα. Επισημαίνων την διαφοράν μεταξύ της περί Θεών αναρχίας και πολυαρχίας των Ελλήνων παίδων και της μοναρχίας των Ορθοδόξων, ο Θεολόγος τονίζει την ταυτότητα των εν τη Αγία Τριάδι ενεργειών, "ώστε καν αριθμώ διαφέρη, τη γε ουσία μη τέμνεσθαι. Δια τούτο μονάς απ' αρχής εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη. Και τούτό εστιν ημίν ο Πατήρ, και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, ο μεν γεννήτωρ και προβολεύς, λέγω δε απαθώς, και αχρόνως, και ασωμάτως, των δέ, το μεν γέννημα, το δε πρόβλημα, ή ουκ οίδ' όπως αν τις ταύτα καλέσειεν, αφελών πάντη των ορωμένων ... Δια τούτο επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι, το αγέννητον εισάγομεν, και το γεννητόν, και το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, ώς που φησιν αυτός ο Θεός και Λόγος". 21 Οι Αρειανοί και οι Ευνομιανοί έπλεκον συλλογισμούς, ίνα αποδείξουν το ανόητον της περί Τριάδος διδασκαλίας των Ορθοδόξων. Εις τα επόμενα ο Θεολόγος ασχολείται με έναν συλλογισμόν αφορώντα τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. "Ενταύθα σός ο λόγος, αι σφενδόναι πεμπέσθωσαν, οι συλλογισμοί πλεκέσθωσαν. Ή αγέννητον πάντως, ή γεννητόν. Και ει μεν αγέννητον, δύο τα άναρχα. Ει δε γεννητόν, υποδιαίρει πάλιν, ή εκ του Πατρός τούτο, ή εκ του Υιού. Και ει μεν εκ του Πατρός, Υιοί δύο και αδελφοί. Σύ δε μοι πλάττε και διδύμους, ει βούλει, ή τον μεν πρεσβύτερον, τον δε νεώτερον, επειδή λίαν εί φιλοσώματος. Ει δε εκ του Υιού, πέφηνε, φησί, και υιωνός ημίν Θεός,"22 Όπως παρετηρήσαμεν αλλαχού23 η πλεκτάνη αυτή έμεινε δια τον Αυγουστίνον άλυτος, αν και είχεν υποσχεθή εις τους αναγνώστας του ότι κατωτέρω θα εξηγήση διατί το Πνεύμα δεν είναι αδελφός του Λόγου. Πριν φθάση εις το θέμα αυτό οι φίλοι του έκλεψαν και εδημοσίευσαν τα χειρόγραφά του. Ούτως η υπόσχεσις παρέμεινε και ηναγκάσθη να ομολογήση εις την συνέχειαν ότι η υπόσχεσις απεδείχθη ευσεβής πόθος και ότι την απάντησιν θα εύρη τις εις την άλλην ζωήν.24 Το δίλημμα του Αυγουστίνου οφείλεται 1) εις τον στοχαστικόν τρόπον της θεολογίας του, 2) εις το ότι ταυτίζει ουσίαν και ενέργειαν, 3) εις το ότι δεν εννοεί ως ο ίδιος ομολογεί, την σημασίαν της διακρίσεως ουσίας και υποστάσεως εν τω Θεώ,25 4) εις το ότι μη γνωρίζων Ελληνικά και αδυνατών να παρακολουθήση την εν προκειμένω συζήτησιν των ελληνοφώνων Ρωμαίων ενόμιζεν ότι η υποστατική ιδιότης του Αγίου Πνεύματος είναι πρόβλημα περί του οποίου οι στοχασταί τάχα θεολόγοι της Εκκλησίας ανέλαβαν να μελετήσουν ίνα εύρουν λύσιν,25 και 5) και το χειρότερον, επίστευεν ότι και μετά την Β' Οικ. Σύνοδον το θέμα περί υποστατικής ιδιότητος του Πνεύματος παρέμεινεν εκκρεμές και απέθανε τω 430 με την εντύπωσιν ότι ο ίδιος εύρε μίαν λύσιν περί της υποστατικής ιδιότητος (τό Filioque), αλλά ουχί απάντησιν του διατί το Πνεύμα δεν είναι Υιός του Θεού και αδελφός του Λόγου.26 Αφού εταύτισε τας προαιωνίους ενεργείας της γνώσεως και της αγάπης και της βουλήσεως με τους τρόπους υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος και εταύτισε και την γέννησιν και την εκπόρευσιν με την ενέργειαν της πέμψεως και με άλλας ενεργείας,27 δεν ηδυνήθη να καταλάβη διατί να μην είναι το Πνεύμα αδελφός του Λόγου. Ταύτα πάντα διότι κατ' αυτόν σκοπός της θεολογίας είναι η έρευνα περί της ουσίας του Θεού και η ανίχνευσις του τί είναι γέννησις και εκπόρευσις. Έχοντες ταύτα υπ' όψιν ας επανέλθομεν εις τον υπό του Θεολόγου βομβαρδισμόν και αφανισμόν του οχυρού της πλεκτάνης εντός της οποίας απέθανεν αιχμάλωτος ο
153
Αυγουστίνος. Ιδού η πλεκτάνη. Αν το Πνεύμα είναι εκ του Πατρός, τότε είναι αδελφός του Λόγου. Αν είναι εκ του Υιού είναι Υιός του Λόγου και εγγονός του Πατρός. Ιδού η απλουστάτη απάντησις του Θεολόγου, "επεί δε σου την πρώτην διαίρεσιν ου δεχόμεθα, την μηδέν αγεννήτου και γεννητού μέσον υπολαμβάνουσαν, αυτίκα οιχήσονταί σοι μετά της σεμνής διαιρέσεως οι αδελφοί και οι υιωνοί, ώσπερ τινός δεσμού πολυπλόκου της πρώτης αρχής διαλυθείσης, συνδιαλυθέντες, και της θεολογίας υποχωρήσαντες. Που γαρ θήσεις το εκπορευτόν, ειπέ μοι, μέσον αναφανέν, της σής διαιρέσεως, και παρά κρείσσονος ή κατά σε θεολόγου, του Σωτήρος ημών εισαγόμενον; Ει μη την φωνήν εκείνην των σών εξείλες Ευαγγελίων, δια την τρίτην σου Διαθήκην, το Πνεύμα το Άγιον, ό παρά του Πατρός εκπορεύεται, ό καθ' όσον μεν εκείθεν εκπορεύεται, ου κτίσμα, καθ' όσον δε ου γεννητόν, ουχ Υιός, καθ' όσον δε αγεννήτου και γεννητού μέσον, Θεός. Και ούτω σου τας των συλλογισμών άκρυς διαφυγών, Θεός αναπέφηνε, των σών διαιρέσεων ισχυρότερος. Τις ουν η εκπόρευσις; Ειπέ συ την αγεννησίαν του Πατρός, καγώ την γέννησιν του Υιού φυσιολογήσω, και την εκπόρευσιν του Πνεύματος, και παραπληκτίσομεν άμφω εις Θεού μυστήρια παρακύπτοντες ... Τί ουν εστι, φησίν, ό λείπει τω Πνεύματι το είναι Υιόν; Ει γαρ μη λείπον τι ήν, Υιός αν ήν. Ου λείπειν φαμέν, ουδέ γαρ ελλειπής Θεός, το δε της εκφάνσεως, ίν' ούτως είπω, ή της προς άλληλα σχέσεως διάφορον, διάφορον αυτών και την κλήσιν πεποίηκεν. Ουδέ γαρ τω Υιώ λείπει τι προς το είναι Πατέρα, ουδέ γαρ έλλειψις η υιότης, αλλ' ου παρά τούτο Πατήρ. Ή ούτω γε και τω Πατρί λείπει τι προς το είναι Υιόν, ου γαρ Υιός ο Πατήρ. Αλλ' ουκ ελλείψεως ταύτά ποθεν, ουδέ της κατά την ουσίαν υφέσεως, αυτό δε τό, μη γεγεννήσθαι, και το γεγεννήσθαι, και το εκπορεύεσθαι, τον μεν Πατέρα, το δε Υιόν, το δέ, τούθ' όπερ λέγεται, Πνεύμα Άγιον προσηγόρευσεν, ίνα το ασύγχυτον σώζηται των τριών υποστάσεων εν τη μια φύσει τε και αξία της θεότητος. Ούτε γαρ ο Υιός Πατήρ (είς γαρ Πατήρ), αλλ' όπερ ο Πατήρ, ούτε το Πνεύμα Υιός, ότι εκ του Θεού (είς γαρ ο Μονογενής), αλλ' όπερ ο Υιός, έν τα τρία τη θεότητι, και το έν τρία ταις ιδιότησιν, ίνα μήτε το έν Σαβέλλιον ή, μήτε τα τρία της πονηράς νυν διαιρέσεως".28 Το γεγονός ότι ο Γρηγόριος ως υποστατικά ιδιώματα συγκαταλέγει το Προβολεύς δια τον Πατέρα και το Πρόβλημα δια το Πνεύμα, χωρίς να ονομάζεται ο Υιός Προβολεύς ή Συμπροβολεύς, σαφώς μαρτυρεί περί του εκ μόνου του Πατρός ύπαρξιν έχειν του Πνεύματος. Το ίδιον με το "ό καθ' όσον μεν εκείθεν εκ του Πατρός εκπορεύεται, ου κτίσμα". Κατά τον τρόπον αυτόν απορρίπτει τον συλλογισμόν "ει δε εκ του Υιού, πέφηνε, φησί, και υιωνός ημίν Θεός". Εάν επίστευεν ότι το Πνεύμα έχει ύπαρξιν και εκ του Υιού, αυτή ήτο η επιβεβλημένη μάλιστα περίπτωσις καθ' ήν ήτο και υποχρεωμένος να εξηγήση πώς δύναται το Πνεύμα να είναι και εκ του Υιού χωρίς να είναι υιωνός και κτίσμα. Αντιθέτως προκαλεί ο έχων "δείξον ουν ότι γέγονε, και τότε τω Υιώ δός, και τοις κτίσμασι συναρίθμησον ... Ει μεν γαρ γέγονε, δια Χριστού πάντως, ουδέ αυτός αρνήσωμαι. Ει δε ου γέγονε, πώς ή των πάντων έν, ή δια Χριστού;"29 Σαφώς εννοεί ότι εάν το Πνεύμα έχει την ύπαρξίν Του δια του Χριστού ή εκ του Χριστού τότε δίκαιον έχουν οι κτίσμα λέγοντες το Πνεύμα. Ταύτα ως και τον σαφέστατον ισχυρισμόν του Θεολόγου ότι "αυτό δε τό, μη γεγεννήσθαι, και το γεγεννήσθαι, και το εκπορεύεσθαι ... προσηγόρευσεν, ίνα το ασύγχυτον σώζηται των τριών υποστάσεων ... ", σημαίνουν σαφώς ότι αι υποστατικαί ιδιότητες του Προβολεύς και Πρόβλημα, εκπορεύειν, και εκπορεύεσθαι, και εκείθεν γεννητώς και εκείθεν εκπορευτώς κυριολεκτικώς είναι γνωρίσματα ιδιάζοντα, ασύγχυτα, και ουχί κοινά. Δια τούτο περί του Αγίου Πνεύματος ο Θεολόγος Γρηγόριος ερωτά, "τί δε ου προσαγορεύεται, πλην αγεννησίας και γεννήσεως;"30 και διακηρύττει "πάντα όσα του Υιού, και του Πνεύματος, πλην της υιότητος".31 Αλλαχού συνοψίζει την περί κοινών και ασυγχύτων εν τη Αγία Τριάδι ούτω, "τηροίτο γαρ ως ο εμός λόγος, είς μεν Θεός, εις έν αίτιον και Υιού και Πνεύματος
154
"πιστεύειν εις το όνομα του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. αρχής δε των όλων". και τη ακτίστω και ομοουσίω και συναϊδίω Τριάδι μεταγενεστέρας τινός. ή κτιστής. και το ασύγχυτον των μη κοινών εν τη Αγία Τριάδι. Πατρός μεν ως ανάρχου και αρχής επινοουμένου και λεγομένου. ίνα αποδείξουν το ομοούσιον του Πνεύματος. ίν' ούτως είπω. εν τρισί τελείαις υποστάσεσι. 32 Έν αίτιον του Υιού και του Πνεύματος είναι ο Πατήρ. και Αρειανών. Προς διευκόλυνσιν εις την διάκρισιν της εν τη Αγία Τριάδι διαφοράς διακρίνουν μεταξύ των κοινών της μιας φύσεως και των ιδιοτήτων των υποστάσεων. Έχοντες πάντα τα ανωτέρω υπ' όψιν θα ήτο ανόητον να πιστεύση κανείς ότι ο Αυγουστίνος ορθώς επίστευεν ότι η περί της ιδιότητος του Αγίου Πνεύματος συζήτησις δεν ελύθη και δεν έληξεν εις την Β' Οικ. και του Υιού. ως μήτε την Σαβελλίου νόσον χώραν λαβείν συγχεομένων των υποστάσεων. μήτε μην των Ευνομιανών. και ουσίας μιας του Πατρός. "αλλ' όμως άμφω αι υποστάσεις (Υιού και Πνεύματος) εξ αυτού (τού Πατρός) κατά φύσιν συμφυώς εισιν. και το εκπορευτικώς την ύπαρξιν έχειν Αυτού εκ του Πατρός. 10 δημοσιευθείσαν Συνοδικήν Επιστολήν του 382 έχουσα περί της Νικαίας ούτω. Ο Υιός δεν είναι άναρχος αλλά αρχή των πάντων δια το έν και ταυτόν της θεότητος ή δια το κίνημά τε και βούλημα και την της ουσίας ταυτότητα. και Πνευματομάχων την βλασφημίαν ισχύειν.αναφερομένων. Το πώς εσκέπτοντο οι εξ Αιγύπτου Πατέρες της Β' Οικ. ή της θεότητος τεμνομένης. και κατά το έν και ταυτόν της θεότητος. Ενώ οι Πατέρες δεν εκουράζοντο να τονίζουν ότι πάντα όσα έχουν κοινά ο Πατήρ και ο Υιός έχει και το Πνεύμα. και της εκπορεύσεως του Πνεύματος. θα ηδύνατο να σημαίνη ή την κοινήν ενέργειαν της Τριάδος εις ήν μετέχει ως Κύριος και το Πνεύμα ή δουλικήν αποστολήν και το κτιστόν του Πνεύματος. αρχής δε ως αιτίου και ως πηγής και ως αϊδίου φωτός. Την περίπτωσιν αυτήν ούτε κατά φαντασίαν ως υπόθεσιν θα ηδύναντο να έχουν. Ασφαλώς το ίδιον ισχύει και δια το Άγιον Πνεύμα. και συναϊδίου της βασιλείας. Αντιθέτως η φράσις "τό εκ του Πατρός εκπορευόμενον" σαφώς αντιστοιχεί με "τόν εκ του Πατρός γεννηθέντα". και του Αγίου Πνεύματος πιστευομένης. όστις διδάσκει ως όλοι οι Πατέρες περί των κοινών και ιδιαζόντων εν τη Αγία Τριάδι. η μεν του Υιού γεννητώς. αφού ετόνιζον πάντοτε το ιδιάζον. κίνημά τε και βούλημα και την της ουσίας ταυτότητα. ειτούν των ιδιοτήτων αναιρουμένων. ή της φύσεως. "Και ότι δια το ταυτόν της ουσίας τα αυτά επ' αμφοτέραις ταις υποστάσεσιν Πατρός και Υιού ονόματα λέγονται. πεμπομένου του Πνεύματος. Αι δε τρεις υποστάσεις μηδεμιάς επινοουμένης συναλοιφής ή αναλύσεως ή συγχύσεως. Όμως το Σύμβολον δεν έχει σκοπόν να προβληματίζεται. Εάν εθεωρήτο η εκπόρευσις ως δηλούσα ενέργειαν του Πατρός. της ουσίας. το ακοινώνητον.34 Ο Δίδυμος επανειλημμένως τονίζει ότι το 155 . Σύνοδον. το ασύμβατον. Συνόδου φαίνεται και από τον Δίδυμον τον Τυφλόν. τούτο γαρ ίδιον εκάστης υποστάσεως ιδικώς"33 Αλλαχού γράφει. ομοτίμου τε της αξίας. Το ότι η Β' Οικ. πάρεξ της πατρότητος και υιότητος. Σύνοδος είχε συγκεκριμένως προ οφθαλμών την εν λόγω διάκρισιν μεταξύ κοινών και ακοινωνήτων φαίνεται από τα εξής γραφέντα εις την εν τω Β' τόμω σελ. Υιού δε ανάρχου μεν ουδαμώς. ουδείς είπε ποτέ ότι εξαιρείται η εκπόρευσις την οποίαν έχουν τάχα οι δύο και όχι το Πνεύμα. Δηλαδή θεότητος και δυνάμεως. μηδενός μεσολαβούντος. η δε του Πνεύματος αυτού εκπορευτικώς". Ούτως αι υποστάσεις είναι εκτός συγχύσεως διότι ο Πατήρ του Υιού και του Πνεύματος είναι αρχή ως αίτιος και ως πηγή και αΐδιον φώς. ή ετερουσίου φύσεως επαγομένης". ήγουν τρισί τελείοις προσώποις. δηλούσα και αυτή την υποστατικήν ιδιότητα και τον τρόπον υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. αλλά να διακηρύξη το άκτιστον και το αυθυπόστατον του Πνεύματος.
ως αγνοών το δέον και το πατρικόν βούλημα αλλ' ως προείρηται). αλλά ούτε ζητούμεν να μάθωμεν τον τρόπον της διαφοράς μεταξύ γεννήσεως και εκπορεύσεως. το μόνον ειδός. εκφαίνει δε Λόγον αληθώς εξ εαυτού. ούτω το Άγιον Πνεύμα ου λαμβάνει.35 Εκάστη "πρόοδος" γίνεται μέσω των ίσων και ομοίων. ούθ' υφέσει δυνάμεως. ούτω και το θεϊκόν Πνεύμα. ίνα στηρίξουν το Filioque.15. τω μεν ομοουσίω της Τριάδος μη απιστούντες. ταύτα κοινά τω Πνεύματι. Πάντως ουδεμία αμφιβολία χωρεί περί της διδασκαλίας των Πατέρων της Β' Οικ. και ουχ ετέρωθεν".46 Τα ίδια περί κοινών και ιδιαζόντων γραφόμενα ευρίσκομεν εις όλους τους Πατέρας. Και ω τρόπω τα του Θεού Λόγου αναφέρεται εις τον Θεόν Πατέρα. ουδέ ακούον λαλεί.37 Δια τον Δίδυμον ο όρος πρόοδος αναφέρεται εις την γέννησιν και εκπόρευσιν και ισοδυναμεί με το ύπαρξιν έχειν εκ του Πατρός. ως αλλοίος τη φύσει αλλοίω.42 Οι Φράγκοι έκαμον πολλήν χρήσιν του Ιωαν.44 Πάντως εξ έργων υπό της παραδόσεως αποδιδομένων εις Μ. "τό μόνον εκ της υποστάσεως αυτού (τού Πατρός) ανάρχως και αδιαστάστως εκπορευθέν. Το Άγιον Πνεύμα είναι το μόνον "εκπορευθέν" εκ της υποστάσεως του Πατρός άνευ αρχής και διαστήματος. τρόπον δε και διαφοράν γεννήσεως και εκπορεύσεως ου ζητούντες. ως αν έν και ταυτόν υπάρχον". και ουκ άλλω. ήτις διασώζεται εν Λατινική μεταφράσει του αγίου Ιερωνύμου και κάμνει πολύν λόγον περί εκπορεύσεως εκ του Πατρός. τούτω. "ότι τα κοινά τω Πατρί και τω Υιώ. και φοβερόν ενθυμήσει καθέστηκε τούτο. και το πώς εαυτή συνυφέστηκεν ανάρχως η Αγία Τριάς. αλλά υπό των Παπικών εις τον Δίδυμον διαβάζομεν τα εξής ενδιαφέροντα. 156 . και εκπέμπει Πνεύμα δια στόματος. μόνην δε την εις τον Πατέρα. ουδέ κενούται. έχουσα αεί ωσαύτως και κατά ταύτα".40 Ούτω το Άγιον Πνεύμα έχει την "μόνην πρόοδον" προς τον Πατέρα. ουδέποτε όμως και εκ του Υιού. ως αν εξ αυτού εκπορευόμενον. "καί πρόοδον μεν την εκ του Πατρός έχει. Συνόδου και ούτε περί των λόγων δι' ούς η Η' Οικ. ούτ' εντολήν λαμβάνει. Ίνα κατανοήση τις την ομοφωνίαν των αγίων Πατέρων περί της εν τη Β' Οικ. επεί μηδέ στόμα Θεού σωματικόν. 16. ότι εν οίς χαρακτηρίζεται Θεός ο Πατήρ και ο Υιός εν τη Γραφή. 43 Αλλαχού ο Δίδυμος γράφει.εκπορευόμενον εκ του Πατρός "εξεφάνη ανάρχως και ομοουσίως εκ της πατρικής υποστάσεως.38 Ούτως έχομεν πρόοδον γεννητώς και πρόοδον εκπορευτικώς. εν αυτοίς χαρακτηρίζεται και το Πνεύμα το Άγιον εξ ών συνάγεται της αυτής θεότητος το Πνεύμα τω Πατρί". κατά Παύλον τα του Θεού". Συνόδω διατυπώσεως του περί Αγίου Πνεύματος δόγματος επισημαίνομεν την περί εκπορεύσεως συζήτησιν μεταξύ Θεοδωρήτου Κύρου και αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας. τα του Αγίου Πνεύματος". Σύνοδος κατεδίκασεν ως αίρεσιν την υπό των Φράγκων προσθήκην του Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως. άφραστον. γεννά δε αληθώς.41 Ασφαλώς εάν είχε πρόοδον το Πνεύμα εκ του Πατρός και του Υιού δεν θα είχε "μόνην πρόοδον" προς τον Πατέρα. και το γέννημα εξ αυτού εκφαίνει Λόγον ουκ ανθρώπινον. επειδή και ταις ουρανίοις λειτουργικαίς δυνάμεσιν άγνωστον.45 "Γεννά Θεός ουχ ως άνθρωπος.39 Η πρόοδος αυτή είναι εκ του Πατρός αλλά και προς τον Πατέρα. "ώσπερ γαρ ο διδούς Υιός ουδενός στερείται. ο μη έχει. εξ αυτού δε και το Πνεύμα. 36 Η γέννησις του Υιού και η εκπόρευσις του Πνεύματος εκ του Θεού εγένετο ομοουσίως διαφοροτρόπως. Ερμηνεύων το χωρίον αυτό ο Δίδυμος μεταξύ άλλων γράφει. "ως τοίνυν ουδεμία επινοείται παραλλαγή θεότητος επί του Υιού (ούτε γαρ διακονεί. Βασίλειον. ουχ οίον ανθρωπίνως. αλλ' ως Υιός Λόγος γνησίω Πατρί. Επίσης ο Δίδυμος έγραψεν ειδικήν περί Αγίου Πνεύματος εργασίαν. Δεν αμφιβάλλομεν το ομοούσιον της Τριάδος.
και εκ Πατρός εκπορευόμενον έφη. και το πληρούν εις ανθρώπους τας θεοσημίας. Και τω θειοτάτω Παύλω ομοίως φάσκοντι. και τούτο ημίν εύ μάλα σαφηνιεί γεγραφώς ο θεσπέσιος Παύλος. κατά γε τον της ουσίας λόγον". Συνόδου ερμηνευτικήν παράδοσιν της Αντιοχείας. ότε εδέχθη την Γ' Οικ. Μάλιστα κατά την διάρκειαν της Δ' Οικ. ει δ' ως εξ Υιού. αλλά το Πνεύμα του Θεού και Πατρός.54 αλλ' ουδέποτε επανήλθεν εις το περί εκπορεύσεως θέμα. "Ήν γαρ έστιν αυτού το Πνεύμα. ό εκ του Πατρός εκπορεύεται.51 ο Κύριλλος εις την ενωτικήν επιστολήν του προς Ιωάννην επανήλθεν εις το θέμα περί της εκπορεύσεως ίνα μη υπάρχει αμφιβολία ούτως. πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστί. αλλ' εκ του Πατρός εκπορευόμενον.Αι εκφρασθείσαι γνώμαι αντιπροσωπεύουν την περί της Β' Οικ. ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν". ημείς δε ου το Πνεύμα του κόσμου ελάβομεν. Πιστεύομεν γαρ τω Κυρίω λέγοντι. ανάθεμα έστω". συνομολογήσομεν. ως ίσως διδάσκον ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Υιού ή δια του Υιού και χαρακτηρίζει την τοιαύτην διδασκαλίαν "ως βλάσφημον" και "δυσσεβές". Σύνοδον και αφώρισε τον Νεστόριον. της Αλεξανδρείας. Θεός γαρ τέλειος. Ο Θεοδώρητος καθηρέθη υπό της Ληστρικής Συνόδου του 449 και απεκατεστάθη κατά την Η' συνεδρίαν της Δ' Οικ.52 Περί της εν λόγω ενωτικής επιστολής του Κυρίλλου οι επίσκοποι της ανατολικής Διοικήσεως απήντησαν προς τον Ιωάννην Αντιοχείας επί των θεμάτων της Χριστολογίας και της εκπορεύσεως ούτω. Δια τούτο είπον υμίν. "ίδιον δε το Πνεύμα του Υιού. το Πνεύμα. Μετά των λοιπών επισκόπων της ανατολικής Διοικήσεως (Πατριαρχείου Αντιοχείας) εδέχθη τας περί εκπορεύσεως επεξηγήσεις του Κυρίλλου ως Ορθοδόξους και περιωρίσθη εις επίθεσιν κατά της Χριστολογίας του Κυρίλλου. Το εν λόγω Θ' κεφάλαιον του Κυρίλλου έχει ούτως. "ει τις φησί τον ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν δεδόξασθαι παρά του Πνεύματος.50 Κατά την επανένωσιν της Εκκλησίας της Αντιοχείας μετά της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας δια της υπό των Αντιοχειανών αποδοχής της Γ' Οικ. υπό Κυρίλλου) τη ευαγγελική ευγενεία καλλύνεται. "ου γαρ ήσαν αυτοί οι λαλούντες. Εκπορεύεται μεν γαρ εκ του Θεού και Πατρός το Πνεύμα το Άγιον κατά την του Σωτήρος φωνήν.53 Ο Θεοδώρητος Κύρου συνέχισε τον κατά του Κυρίλλου αγώνα του μετά τας εν λόγω διαλλαγάς του 433. ό εκπορεύεται μεν εξ αυτού. Συνόδου. "τά γε νυν απεσταλμένα (δηλ. ει μεν ως ομοφυές. ίδιον δε Υιού ως ομοούσιον ονομαζόμενον". Σύνοδον. αλλά και της Ρώμης. έστι δε ουκ αλλότριον του Υιού. και τελικώς όλων των Εκκλησιών εις την Δ' Οικ. πάντα γαρ έχει μετά του Πατρός. αλλά το Πνεύμα το εκ του Πατρός Θεού". αλλ' ουκ αλλότριον εστί του Υιού. Ο Θεοδώρητος Κύρου έγραψε μίαν ανατροπήν των εν λόγω κεφαλαίων και επεσήμαινε το Θ' κεφάλαιον. Συνόδου και των 12 κεφαλαίων του Κυρίλλου. Και τούτο αυτός εδίδαξεν ειπών περί του Αγίου Πνεύματος. Συνόδου εδέχθη ότι δεν υπάρχει δογματική διαφορά μεταξύ του 157 . και άνθρωπος τέλειος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αναδείκνυται εν αυτοίς. ως αλλοτρία δυνάμει τη δι' αυτού χρώμενον. Ο άγιος Κύριλλος συνοδικώς είχε συντάξει 12 κεφάλαια κατά των αιρέσεων του Νεστορίου. Και το Πνεύμα το Άγιον ουκ εξ Υιού ή δι' Υιού ύπαρξιν έχον. και ως ευσεβή δεξόμεθα την φωνήν. ή δι' Υιού την ύπαρξιν έχον. καθάπερ αμέλει και του Πατρός. και παρ' αυτού λαβόντα το ενεργείν δύνασθαι κατά πνευμάτων ακαθάρτων. ως βλάσφημον τούτο και ως δυσσεβές απορρίψομεν.49 Εις ταύτα ο Κύριλλος δηλοί την συμφωνίαν του ούτως.48 Εν τη ανατροπή του Θ' κεφαλαίου ο Θεοδώρητος παρατηρεί τα εξής.
περί θεολογίας.56 158 . Και εις μεν το πρώτον. ότι περ γέγραφε δίχα τον Κύριον είναι της προπατορικής αμαρτίας.Τόμου του Λέοντος και των δώδεκα κατά Νεστορίου Κεφαλαίων του Κυρίλλου. ως απεδείξαμεν αλλαχού και θα είδωμεν εν οικείω τόπω. Ούτε οι Λεγάτοι του Πάπα Λέοντος. και ταύτη το συναφές της ουσίας και απαράλλακτον παραστήσωσι". Επεκράτησεν ο όρος εκπόρευσις να σημαίνη 1) τρόπον υπάρξεως. 55 Το γεγονός ότι ο Πάπας Λέων της Ρώμης ουδέποτε απεδέχθη την καθαίρεσιν του Θεοδωρήτου. μίαν γαρ ίσασιν Υιού και Πνεύματος τον Πατέρα αιτίαν. εξ ών. ουκ εν τοσούτοις. αλλ' ίνα και δι' αυτού προϊέναι δηλώσωσι. συμφώνους παρήγαγον χρήσεις Ρωμαίων Πατέρων. είπεν εκπορεύεσθαι κακ του Υιού το Πνεύμα το Άγιον. Ών το μεν υπάρχει. Ούτως οι λατινόφωνοι Ορθόδοξοι ουδέποτε εδέχθησαν την φραγκολατινικήν ερμηνείαν του αυγουστινείου Filioque περί του συναιτίου του Υιού εις την αιτιατήν ύπαρξιν του Αγίου Πνεύματος. έτι μην και Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Συνόδου έθεσαν ως όρον αποκαταστάσεως του Θεοδωρήτου. "τών του νυν αγιωτάτου Πάπα Συνοδικών. οι της Βασιλίδος επελάβοντο. φασίν. εκ της πονηθείσης αυτώ ιεράς πραγματείας εις τον Ευαγγελιστήν άγιον Ιωάννην. Το δ' άλλο περί της θείας σαρκώσεως. Τούτο φαίνεται σαφώς από την υπό του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού ερμηνείαν των αποφάσεων της υπό τον Πάπαν Μαρτίνον εν τω Λατερανώ συνελθούσης τω 649 Συνόδου κατά του Μονοθελητισμού. ουκ αιτίαν τον Υιόν ποιούντος του Πνεύματος σφάς αυτούς απέδειξαν. αλλά ηρμηνεύοντο υπό το πρίσμα της διδασκαλίας ή της διατυπώσεως της Β' Οικ. Σύνοδον επεκράτησεν ο όρος εκπόρευσις να σημαίνη την ακοινώνητον υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος και την υπαρκτικήν σχέσιν αιτίου Πατρός και αιτιατού Πνεύματος ώφειλον οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι της εποχής να προσαρμοσθούν. ότε μόνος αίτιος της υπάρξεως του Πνεύματος είναι ο Πατήρ και 2) ενέργειαν ωσάν την πέμψιν. δυσί δε μόνοις. εν οίς περιείχοντο τα περί εκπορεύσεως του Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού απέκτησαν κύρος. σημαίνει σαφώς ότι η Εκκλησία της Ρώμης ησπάζετο την περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος διδασκαλίαν της Β' Οικ. ότι ο Κύριλλος διδάσκει τάχα ότι το Πνεύμα έχει ύπαρξιν και εκ του Υιού και ότι εις τούτο διαφέρει από τον Θεοδώρητον. Συνόδου. την αποκήρυξιν της διδασκαλίας του περί εκπορεύσεως του Πνεύματος εκ μόνου του Πατρός. Ο άγιος Μάξιμος περί αυτής γράφει τα εξής. Φαίνεται όμως ότι εξ αιτίας της περί θεοπνευστίας των Πατέρων διδασκαλίας της παραδόσεως τα κείμενα του Αμβροσίου και ίσως του Αυγουστίνου. ούτε οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες της Δ' Οικ. Δηλαδή εις την πέμψιν ταύτην μετέχει και το Πνεύμα ως Θεός και Κύριος. Συνόδου. ούτε υπεστήριξαν ποτέ οι αποσχισθέντες μετά του Διοσκόρου λεγόμενοι Μονοφυσίται τα ανόητα των Φραγκολατίνων. ότι τε. του δε κατά την εκπόρευσιν. ότε πέμπει και ο Υιός αλλά με την μίαν και αυτήν πεμπτικήν ενέργειαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ούτε εις την Ληστρικήν Σύνοδον κατεδικάσθη ο Θεοδώρητος δια τα επί του θέματος γραφόμενά του. Πάντα τα ανωτέρω βοούν περί της ιστορικής και δογματικής αληθείας. ως άνθρωπον. Πάντως όταν εις την Β' Οικ. όσοις γεγράφατε Κεφαλαίοις. του μεν κατά την γέννησιν.
Παπικών και Προτεσταντών 1) Αγιογραφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque 2) Τα φιλοσοφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque Η'. και επομένως το αντέκρουσε τάχα μόνον ως προσθήκην εις το Σύμβολον.3 Πάντως ο κύριος Kelly θέλει να πη ότι οι Δυτικοί βελτιώνουν και διασαφηνίζουν κάτι και πριν ακόμη έχουν συναίσθησιν ότι πράττουν ούτω.Τμήμα 5 Η. ασχέτως των επί του θέματος 159 . 4Εκείνο το οποίον μας ενδιαφέρει τώρα είναι ο ισχυρισμός των περισσοτέρων Δυτικών ότι ο Λέων ο Γ' εδήλωσε δήθεν την συμφωνίαν του με το Filioque ως διδασκαλίαν. Η απάντησις απλώς θα καθώριζε σαφέστερα αν ο ίδιος ήτο ορθόδοξος ή αιρετικός. Η υπό της Η' Οικουμενικής Συνόδου καταδίκη της περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος αιρέσεως των Φραγκολατίνων Χαρακτηριστικόν του εις απίστευτον βαθμόν σκοταδισμού των Δυτικών μέχρι σήμερον εις τα θέματα περί Filioque είναι η εξής παρατήρησις του καθηγητού της Οξφόρδης J. επί της διδασκαλίας προηγουμένων αιώνων. ή τουλάχιστον διασάφησιν. Ούτως η Σύνοδος του Hatfield (Αγγλία). Η υπό της Η' Οικουμενικής Συνόδου καταδίκη της περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος αιρέσεως των Φραγκολατίνων Θ. Kelly. Το Filioque το διδάσκον την συμμετοχήν του Υιού υπό οιανδήποτε μορφήν εις την αιτίαν του ύπαρξιν έχειν του Πνεύματος. απεδέχθη τας πέντε Οικουμενικάς Συνόδους και την εν Λατερανώ Σύνοδον του 649 και συνέγραψε το κείμενον των αποφάσεών της με το Filioque. Ο Αυγουστίνος και αι περί Αγίας Τριάδος πλάναι των απογόνων των Φραγκολατίνων. Τα ίδια κατά θαυμαστόν τρόπον πιστεύουν δι' όλα όσα. Πώς άλλως εξηγείται το παράδοξον φαινόμενον να νομίζουν και οι σημερινοί Δυτικοί ότι οι αγράμματοι Φράγκοι εγνώριζον καλύτερα από τους ελληνόφωνας Ρωμαίους. είναι αίρεσις οδηγούσα εις την κατάλυσιν των εν τη Τριάδι κοινών και ακοινωνήτων. τω 680 συγκληθείσα ίνα σταθεροποιήση την Εκκλησίαν κατά των υποτιθεμένων Ευτυχιανών τάσεων του Μονοθελητισμού. τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας ως και τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων τας συζητηθείσας και συνταχθείσας εις την Ελληνικήν υπό ελληνοφώνων Ρωμαίων. Πρέπει να τονισθή ότι εξ επόψεως δογματικής δεν έχει σημασίαν εάν ή όχι ο Λέων Γ' παρεδέχετο τον Υιόν συναίτιον της υπάρξεως του Πνεύματος.N. Όλοι οι Δυτικοί αναγνωρίζουν ως γεγονός ότι ο Πάπας Λέων ο Γ' αντέκρουσε την υπό των Φράγκων γενομένην προσθήκην εις το Σύμβολον της πίστεως. "εις την αρχήν η Δύσις φαίνεται πραγματικώς να μην είχε κατανοήσει ότι η περί διπλής εκπορεύσεως διδασκαλία αντιπροσώπευε μίαν οριστικήν πρόοδον.D. ως έκαμον εις την ψευδοενωτικήν Σύνοδον της Φλωρεντίας (1437‐ 1439) οι Φραγκολατίνοι όταν την επαρουσίασεν ο Μάρκος Ευγενικός.2 ή την ερμηνεύουν φραγκολατινικώς."1 Την ως άνω προαναφερθείσαν ερμηνείαν της Συνόδου του 649 παρασχεθείσαν εις τον άγιον Μάξιμον υπό του Πάπα Μαρτίνου και της Συνόδου αυτού αγνοεί ο Άγγλος ούτος και οι γνωρίζοντες αυτήν ή την παραμερίζουν. Πάντως υπάρχει κάτι το δαιμονικόν εις την ψυχοσύνθεσιν των απογόνων των Φραγκολατίνων έναντι των ελληνοφώνων Ρωμαίων ορθοδόξων Πατέρων. όχι εάν ή όχι το Filioque είναι ορθόν.
τ. Κατά τας φραγκικάς πηγάς το θέμα περί Filioque εκινήθη υπό τινος μοναχού ονόματι Ιωάννου των Ιεροσολύμων. Εις το Σύμβολον ο όρος εκπόρευσις σημαίνει τρόπον υπάρξεως. αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού. του Πνεύματος. ώσπερ το Πνεύμα το εκπορευόμενον παρά μόνου του Πατρός."8 Την τοιαύτην διάκρισιν.12 Εις το όρος των Ελαιών υπήρχε μοναστήριον των Φράγκων όπου τω 808 κατά το μόλις τότε εισαχθέν εκεί φραγκικόν έθιμον εψάλλετο το 160 . μόνω ζήσεται άνθρωπος. δι' αυτού δεδόμενόν τε και φανερούμενον. Πρέπει να τονισθή ότι δεν είναι αίρεσις ο όρος καθ' αυτός ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού ή δια του Υιού.10 Σπουδαίον αποτέλεσμα της ταυτίσεως ταύτης είναι όχι μόνον το Filioque αλλά και η αίρεσις περί κτιστής μετεχομένης εν τοις μυστηρίοις χάριτος των Φραγκολατίνων.απόψεων του Λέοντος Γ' ή οιουδήποτε δυτικού συγγραφέως. Επίσης είναι αίρεσις ασχέτως οιασδήποτε μεμονωμένης γνώμης ή εκφράσεως και ελληνοφώνου συγγραφέως. όταν ο όρος σημαίνη ενέργειαν και πέμψιν. εκτός ίσως από τον Αυγουστίνον. επειδή ομιλούν περί της εξ αμφοίν εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. χύσιν κ. Επομένως κατ' αρχήν ο ισχυρισμός ότι ο Λέων ο Γ' αποκρούει το Filioque ως προσθήκην. την φανέρωσιν νόει ου γαρ αεί το εκπορεύεσθαι παρά Θεού υπάρξεως εστι σημαντικόν αυθυποστάτου."5 Οράς ότι τα μεν παρά Θεού εκπορευόμενα πολλά. ότι το Πνεύμα "καί δι' αυτού (τού Υιού) και εξ αυτού φυσικώς και δίδοται και πέμπεται και προχείται και προέρχεται. Και δια τούτο οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι ουδέποτε προσέθεσαν εκουσίως το Filioque εις το Σύμβολον. Δια τούτο η προσθήκη του Filioque είναι αίρεσις. αλλά είναι αίρεσις όταν σημαίνη τρόπον υπάρξεως του Πνεύματος. εις ήν μετέχει ως Κύριος και Θεός το Πνεύμα. μεταξύ της αυθυποστάσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και των δωρεών των ακτίστων εκ του Πατρός δια του Υιού ή και εκ του Υιού εν τω Πνεύματι και δια του Πνεύματος εις τα κτίσματα απέρριψαν οι Φραγκολατίνοι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον. όμως. αλλ' ουχί ως δόγμα. "εθαύμαζον. δεν αποδεικνύει τίποτε υπέρ της φραγκολατινικής θέσεως. αν και δεν υπάρχει ούτε είς ελληνόφωνος ή λατινόφωνος Ρωμαίος Πατήρ της Εκκλησίας. επειδή δέχεται ως έκφρασιν την διπλήν εκπόρευσιν. όστις να διδάσκει ρητώς ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι ομού η αιτία της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. "ουκ επ' άρτω γάρ. Μόνον υπό το πρίσμα τούτο γίνεται αντιληπτή 1) η υπό του Μαξίμου του Ομολογητού γενομένη ερμηνεία του Filioque των ορθοδόξων λατινοφώνων Ρωμαίων της εποχής του. αλλά και πάσαι αι δωρεαί του Αγίου Πνεύματος. πλήθους γαρ συνεκτικόν το πάν. το δε Πνεύμα το Άγιον έν. Και εκπόρευσιν γαρ είπουπερ αν εν τοις τοιούτοις ακροάση.7 Αλλ' οράς όπως εξ Υιού η χάρις και ουκ αυτή μόνον. δόσιν. ει δε βούλει και εκπορευόμενον προς ούς άξιον. καίτοι ταύτην την χάριν ο Κύριος πνεύμα προσηγόρευσεν ειπών "τά ρήματα ά εγώ λαλώ.9 Η διδασκαλία αυτή του Αυγουστίνου είναι αποτέλεσμα της ταυτίσεως των πάντων εν τω Θεώ μετά της θείας ουσίας εκτός των σχέσεων. Άπαγε. πνεύμά εισι και ζωή εισιν". Και πάλιν.11 Πάντως δεν επιτρέπεται να ισχυρισθή τις ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες ή ο Λέων ο Γ' διδάσκουν ότι ο Υιός μετά του Πατρός είναι η αιτία της υπάρξεως του Πνεύματος απλώς. φησίν οι όχλοι επί τοις λόγοις της χάριτος της εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού. Ο δε Παλαμάς περί εκπορεύσεως του Πνεύματος και εκ του Υιού."6 Άρ' ουν η των λόγων χάρις αυθυπόστατος. ορθοδόξως νοουμένης γράφει. ό και ιδιοτρόπως παρά πάντα εκπορεύεται παρά Θεού. όστις επιμένει εις την ταύτισιν του Πνεύματος με την δωρεάν. φησί. ως και 2) η έναντι των Φράγκων στάσις του Λέοντος Γ'. ως θα είδωμεν.λ.
.Σύμβολον μετά της προσθήκης. Η λέξις 161 . ο Λέων έστεψεν αυτόν "Imperator Romanorum" "Βασιλέα των Ρωμαίων". Μάλιστα εθεώρει εαυτόν προστάτην των Αγίων Τόπων. "Συχναίς γαρ και αλλεπαλλήλοις συζητήσεων βάλλεται προσβολαίς η καθ' ημάς Εκκλησία .13 Οι Φράγκοι απετάθησαν εις τον Πάπαν Λέοντα Γ' όστις ενημέρωσε δεόντως και τον Κάρολον τον εν τη Δύσει λεγόμενον Μέγαν.17 Παρά την φραγκικήν προέλευσιν των πρακτικών φαίνεται σαφώς η δογματικά ορθόδοξος θέσις του Πάπα. ως λέγουν αι φραγκικαί πηγαί.25 Δύο ημέρας μετά. ήτις εθέσπισεν ως δόγμα την γενομένην περί το 780 προσθήκην του Filioque και αφώρισε τους μη συμφωνούντας. Περί της επισκέψεως ταύτης σώζονται δύο ενδιαφέροντα πρακτικά. το οποίον είχε υποστηρίξει και ο Πάπας Αδριανός Α'. Συνόδου. εκτός της αραβοκρατουμένης Ισπανίας.24 Αφού αποπερατώθησαν αι ανακρίσεις ο Κάρολος απεφάσισε να λάβη απόφασιν βάσει ορκωμοσίας του Πάπα περί των κατηγοριών τη 23η Δεκεμβρίου. Η μελέτη των εν λόγω πρακτικών πρέπει να γίνη εντός των πλαισίων της έναντι των Φράγκων καταστάσεως των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων της Μέσης και Κάτω Ιταλίας.18 Η εκκλησιαστική πολιτική του Καρόλου ήτο μέρος της πολιτικής και στρατιωτικής του επεκτατικής πολιτικής και απετέλεσε την βάσιν της έναντι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας πολιτικής των Φράγκων μέχρι σήμερον. ως λέγεται. ο Πάπας ωρκίσθη ότι αι κατηγορίαι δεν είναι αληθείς και αφέθη ελεύθερος.15 Τω 809 απεστάλη τριμελής επιτροπή. (ελληνικός τίτλος ανήκων μόνον εις τον Βασιλέα των Ρωμαίων. όστις παρά των σοβαρών τραυμάτων του διεσώθη δια θαύματος. 23 Τον Ιούλιον του 799 μετεφέρθη ο Λέων εις τον Κάρολον εις Φραγκίαν. χωρίς δήθεν να το περιμένη ο Καρλομάγνος. ότε μετ' επιμονής διεκήρυξαν οι Φράγκοι το Filioque εις αντίδρασιν προς τα γραφόμενα του Κωνσταντινουπόλεως αγίου Ταρασίου περί εκπορεύσεως εκ μόνου του Πατρός. Ουδείς μάρτυς κατηγορίας ευρέθη. Παραδόξως τα πρακτικά δεν σώζονται.22 Οι Φράγκοι επίσκοποι.19 Ήδη ο Κάρολος τω 794 απεκήρυξε τους Ρωμαίους ως αιρετικούς δια της εν τη Συνόδω της Φραγκφούρτης καταδίκης της Ζ' Οικ.20 Κατά τα τέλη του 800 δύο πολίται της Ρώμης έκαμον απόπειραν να δολοφονήσουν τον Πάπαν Λέοντα Γ'.21 Οι δολοφόνοι παραδόξως μετετράπησαν οι ίδιοι εις κατηγόρους κατά του Πάπα. Οι Ρωμαίοι (ελληνόφωνοι) μοναχοί κατηγόρησαν τους Φράγκους ως αιρετικούς. δηλαδή την ημέραν των Χριστουγέννων. όστις εκράτησε λεπτομερές πρακτικόν των περί της προσθήκης συζητήσεων μεταξύ του Πάπα και των αποκρισαρίων.16 το δε του μοναχού Σμαράγδου ενός των τριών Φράγκων αποκρισαρίων του Καρόλου. ίνα ενημερώση τον Πάπαν περί των πεπραγμένων και ως φαίνεται ίνα αποσπάση την σύμφωνον γνώμην του. Τον Νοέμβριον του 800 κατέφθασεν εις Ρώμην ο Κάρολος και ανέλαβε προσωπικώς τας ανακρίσεις επί τρεις εβδομάδας. Ο Κάρολος ευρέθη κυρίαρχος όλων των δυτικών επαρχιών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ήτο φυσικόν να θεωρή τον εαυτόν του κληρονόμον της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εξουσίας και να εποφθαλμιά τας ανατολικάς επαρχίας των ελληνοφώνων Ρωμαίων και των Αράβων. το μεν δημοσιευμένον εις την συλλογήν των πρακτικών των ρωμαϊκών Συνόδων. Από τα λεχθέντα όμως των αποκρισαρίων του Καρόλου προς Λέοντα Γ' φαίνεται ότι η περί του Filioque συζήτησις εν τη εν λόγω Συνόδω ήτο θυελλώδης. Εστάλη πάλιν εις Ρώμην δια ανακρίσεις. είχον κακήν γνώμην περί του Λέοντος και δια τούτο ο Κάρολος δεν τον απεκατέστησεν εις τον παπικόν θρόνον αμέσως. και της Βορείου Αφρικής.14 Τω 809 ο Κάρολος συνεκρότησε μεγάλην Σύνοδον εν Ακυϊσγράνω της Ιεραρχίας των Φράγκων. "..
Ο Καρλομάγνος ήθελεν τον τίτλον "Βασιλεύς" αλλά όχι τον τίτλον "Βασιλεύς των Ρωμαίων". εάν ο Καρλομάγνος εγνώριζεν την πρόθεσιν του Πάπα. Το Filioque δεν είναι τυχαία προσθήκη εις το Σύμβολον.26Υπάρχει όμως και ετέρα εκδοχή. ότι κυβερνούσε ολόκληρον την Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν. Αυτοκράτωρ. Η κατά των ελληνοφώνων Ρωμαίων προπαγάνδα των Φράγκων ουδέποτε θα επετύγχανεν εάν εχρησιμοποίει δια τους ανατολικούς τον όρον "Ρωμαίοι αιρετικοί". ήτις απετέλεσε τον συνδετικόν κρίκον του ρωμαϊκού έθνους. Ο αντίστοιχος όμως ελληνικός όρος μέχρι της αλώσεως ήτο το Βασιλεύς). Αι πραγματικαί διαθέσεις των Φράγκων φαίνονται σαφώς από το γεγονός ότι έκτοτε επεκράτησε μεταξύ των Φράγκων να λέγωνται οι Ρωμαίοι της Ανατολής Γραικοί και οι Βασιλείς αυτών όχι "Imperator Romanorum" αλλά "Imperator Graecorum" . Γραικούς. Οι Φράγκοι είχον αποφασίσει. δια τούτο ίσως προσέθεσεν "τών Ρωμαίων". αφού ούτοι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι φανατικώς υπεστήριζον την ορθόδοξον παράδοσιν και έλαβον μέρος εις την υπό της Η' Οικ. και αιρετικούς. Ο Πάπας πρέπει να το εγνώριζεν αυτό. ή του Όθωνος της Γερμανίας. Ισχυριζόμενος ο Καρλομάγνος ότι κυβερνά την "Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν". 10ον και 11ον αιώνα δεν αμφισβητούνται υπό κανενός ιστορικού. ότι το Ανατολικόν τμήμα της Αυτοκρατορίας είχε γίνει Γραικικόν και ο ηγέτης του "Βασιλεύς των Γραικών". δεν θα εισήρχετο εις την εκκλησίαν. 162 . εάν αληθεύουν αι πληροφορίαι η εκ μέρους του Πάπα των Ρωμαίων της Μέσης και Κάτω Ιταλίας προδοσία κατά του εν Κωνσταντινουπόλει.27 Έκτοτε οι Ευρωπαίοι ωνόμαζον "Imperator Romanorum" μόνον τον δυτικόν θεωρούμενον διάδοχον του Καρόλου. εννοούσε σαφώς. ενώ ουδέποτε γράφουν κατά των πλανών των λατινοφώνων Ρωμαίων Παπών και πιστών της Δύσεως. Επομένως ίνα διασπάσουν την εν λόγω εθνικήν και θρησκευτικήν ενότητα των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων και την αφοσίωσιν των πρώτων εις την Κωνσταντινούπολιν. Αντ' αυτού εχρησιμοποίει τους τίτλους "κυβερνών Βασιλεύς και Αύγουστος" και "διοικών την Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν". και ούτως εκίνησαν τον θρησκευτικόν φανατισμόν της Δύσεως εναντίον των ελληνοφώνων Ρωμαίων της Ανατολής. Και ο Καρλομάγνος πρέπει να το εγνώριζεν διότι ουδέποτε εχρησιμοποίησεν αυτόν τον τίτλον εις τα επίσημα έγγραφά του. εσφετερίσθησαν οι Φράγκοι μέσω του ως άνω πραξικοπήματος του Λέοντος Γ' το όνομα "Βασιλεύς" και απεφάσισαν να ονομάσουν τους ανατολικούς Ρωμαίους. πραγματικού Ρωμαίου "Βασιλέως των Ρωμαίων". Και ούτω διεπράχθη. Ο Λέων όμως εχάλασεν την υπόθεσιν. επειδή ο Καρλομάγνος ήθελεν τίτλον αναγνωρίσημον από την Κωνσταντινούπολιν‐Νέα Ρώμη. Συνόδου καταδίκην του Filioque. 26α Ο Καρλομάγνος είχεν κανονίσει να λάβει τον τίτλον "Βασιλεύς" εις αντάλλαγμα της αθωώσεως του Λέοντος. Ο βιογράφος του Καρλομάγνου Αϊνχαρντ ισχυρίζεται ότι. της οποίας ο πραγματικός "Βασιλεύς των Ρωμαίων" ουδέποτε θα αναγνώριζεν αυτόν τον πλήρη τίτλον εις έναν Φράγκον.Imperator μεταφράζεται εις τα Ελληνικά. Ο φανατισμός και το μίσος των Ρωμαίων της Μέσης και Κάτω Ιταλίας κατά των Φράγκων και των Λογγοβάρδων κατά τον 9ον. Πώς εξηγείται το φαινόμενον ότι οι Φράγκοι από τας αρχάς του 9ου αιώνος γράφουν συνέχεια "κατά των πλανών των Γραικών". 28 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκ πείρας έμαθον οι Φράγκοι να θαυμάζουν την ακλόνητον αφοσίωσιν των υπ' αυτών κατακτηθέντων επί το πλείστον λατινοφώνων Ρωμαίων εις τον εν Κωνσταντινουπόλει "Βασιλέα των Ρωμαίων" και εις την Ορθόδοξον Καθολικήν θρησκείαν αυτού. Εκτός τούτου ωνόμασαν τους κατ' αυτούς Γραικούς.
Το ψεύδος των σημερινών ιστορικών της φραγκολατινικής παραδόσεως καλύπτεται με την χρήσιν των ονομάτων "Γραικοί" και "Βυζαντινοί" δια τους ανατολικούς Ρωμαίους. Δεν υπάρχει άλλη εξήγησις των ισχυρισμών και νουθεσιών τούτων παρά την υπό των Φράγκων αποδοχήν των εξηγήσεων εν τη ομιλία του Αυγουστίνου του 393 περί του Συμβόλου εν 163 . Αλλά ώς τι το απόκρυπτον ανεκαλύφθη υπό των Φράγκων θεία τινι επιπνοία και ο Θεός εφώτισεν αυτούς να εκτινάξουν την εκ ραθυμίας απονάρκωσιν και να ανορύξουν αυτόν τον ουράνιον θησαυρόν. Ισχυρίζονται οι Φράγκοι αποκρισάριοι ότι το Filioque το οποίον μόλις ανεφάνη. Σύνοδον. εάν βεβαίως αληθεύουν.29 Μάλιστα διασώζεται απάντησις του Αδριανού Α' εις τας διαμαρτυρίας του Καρόλου περί της ομολογίας ταύτης. οίτινες ίσχυον από καιρού εις καιρόν μόνον τη επεμβάσει των Φράγκων.28 Εάν ήσαν άνθρωποι τίμιοι οι δυτικοί ιστορικοί θα έπρεπε να αποδείξουν πώς είναι δυνατόν να πιστεύση τις τον ισχυρισμόν ότι οι Φράγκοι ψευδορωμαίοι Βασιλείς απελευθέρωσαν τους Ρωμαίους της Ιταλίας από τους Ρωμαίους της Ανατολής. Πρέπει να επανατονισθή το σήμερον υπό Δυτικών ανεγνωρισμένον γεγονός της υπό του Πάπα Αδριανού Α' υποστηρίξεως της εμμονής του αγίου Ταρασίου κατά την Ζ' Οικ. αλλά ήτο εξ ίσου σαφής ως αυτή των προκατόχων του Μαρτίνου Α' και Αδριανού Α'. Ούτω δημιουργούν την ψευδή εικόνα. ο τρόπος απαλλαγής δι' ορκωμοσίας μόλις δύο ημέρας προ της υπό του Λέοντος στέψεως του Καρόλου ως Βασιλέως δεν είναι γεγονότα άσχετα και τυχαία. ήτις εκυκλοφόρησεν εις επιστολήν του Ταρασίου προς τους Πατριάρχας. ισχυριζόμενος ότι η ομολογία του είναι η διδασκαλία των Πατέρων και της Εκκλησίας των Ρωμαίων. Η δολοφονική απόπειρα κατά του Λέοντος ως και αι υπό των ιδίων δολοφόνων εν συνεχεία κατηγορίαι κατά του Πάπα ενώπιον του Καρόλου ως κριτού. Τούτο διότι οι δυτικοί ιστορικοί δέχονται την μεταγενεστέραν φραγκικήν ταύτισιν της θρησκευτικής ιστορίας των Ρωμαίων και των Φράγκων και βλέπουν τον σύνδεσμον των Ρωμαίων της Μέσης και Κάτω Ιταλίας με τους κατ' αυτούς Γραικούς ως εξωτερικόν και επιφανειακόν. ως του Αδριανού Α' και να αποσπάσουν τους λατινοφώνους Ρωμαίους της Δύσεως από το κέντρον της Ρωμηοσύνης εν Κωνσταντινουπόλει κάμνοντες τάχα κέντρον την Ρώμην.λ. οι δυτικοί ιστορικοί. Εις τον Πάπαν χαρακτηριστικώς παραγγέλλουν οι αποκρισάριοι του Καρόλου να αποχωρήση μακράν άπασα νάρκη της ραθυμίας των Ποιμένων. ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός. Η διακήρυξις της υπεροχής της φραγκικής κατανοήσεως των Πατέρων έναντι αυτής των Ρωμαίων είναι σαφεστάτη. συνεζητήθη παλαιότερα υπό των Πατέρων αλλά παρημελήθη. Τα αυγουστίνεια πλαίσια της ενώπιον του Λέοντος επιχειρηματολογίας των Φράγκων αποκρισαρίων υπέρ του δόγματος του Filioque και της προσθήκης αυτού είναι σαφή.Επίσης δεν αμφισβητείται η αφοσίωσις των Ρωμαίων τούτων γενικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Ουδείς όμως δυτικός ιστορικός συνδέει τον κατά των Φράγκων φανατισμόν των Ρωμαίων με το ορθόδοξον δόγμα των Οικουμενικών Συνόδων. Είχαν σαφώς σκοπόν να κάμψουν τον διάδοχον τοιούτων φανατικών Ρωμηών Ορθοδόξων.30 Ο Πάπας εν τη επιστολή του ταύτη προς τον Κάρολον υποστηρίζει τον Ταράσιον. Ότι και να είπη κανείς δια την υπό του Λέοντος κάμψιν εις το θέμα της στέψεως του Καρόλου. η στάσις του εις τα καθαρώς δογματικά θέματα ήτο ναι μεν διπλωματική.τ. εξαιρέσει βεβαίως των φραγκοφίλων Ρωμαίων προδοτών.31 Εντός των τοιούτων πλαισίων θα ήτο φυσικόν ο Λέων Γ' να εμμείνη εις την παράδοσιν. ότι οι Φράγκοι "Βασιλείς των Ρωμαίων" απελευθέρωσαν τους λατινόφωνας Ρωμαίους της Μέσης Ιταλίας από τους Γραικούς (ή ως ωνομάσθησαν τελευταίως Βυζαντινούς) της Κάτω Ιταλίας και της Ανατολής. να φύγη η νωθρότης της διανοίας κ.
Λέγουν οι Φράγκοι εις τον Πάπαν. Αποκειμένης αλλ' ούν. ως αν τοις καθολικοίς διδάγμασι διεκπαιδευθείσα. ως προέφην της ζητήσεως ταύτης παρά των ζητούντων ερεύνης εκτός. Παραθέτομεν σχετικά εξελληνισθέντα κατά γράμμα αποσπάσματα του λατινικού κειμένου των πρακτικών. και κατά τας εκ της Ιεράς Γραφής μαρτυρίας. κάρος δε βαθύς και απαλός ύπνος. μετά τούτων καγώ των συγγραφέων. ισχύσωσιν ανορύξαι τον θησαυρόν τον ουράνιον . ίν' ο της Εκκλησίας αγρός. Και ειμή μεταγνούς τόδε κατέχειν εθελήση το φρόνημα. Αλλά γαρ ήδη τον λόγον αναβαλούμαι. Εί τις δε άλλως περί τούτου φρονείν έλοιτο. τον Μέγαν Αθανάσιον. Ταύτα όμως δεν σημαίνουν ότι ο Λέων συμφωνεί με τον ισχυρισμόν των Φράγκων. Συνόδου και ασφαλώς από το 164 . και ραστώνη πάσα τα του σώματος μέλη απολιπέτω. τον Κύριλλον Αλεξανδρείας. τη του Παναλκούς δυνάμει διευθυνήση. εις τραχείας μεν επικερδείς δε όμως διεγρηγόρσεις. της των υιών εν κατασχέσει γενομένη κληρονομίας. αλλ' οίόν τι απόκρυφον αίφνης εφ' ημών προύκυψεν αναδύσαν. κ. Εις όλα τα χωρία είναι σαφές ότι οι Φράγκοι μαζί με τον Αυγουστίνον συγχέουν ενεργείας του Πατρός και του Υιού με τον τρόπον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. Η υπερηφάνεια των Φράγκων έναντι των Ρωμαίων φαίνεται σαφώς από την υπ' αυτών αποκήρυξιν της Ζ' Οικ. και ταις ομολογίαις της υιγιώς εχούσης πίστεως οίον. Δηλαδή οι Φράγκοι εκήρυξαν από τότε την στασιμότητα των ελληνολατίνων Ρωμαίων και την προοδευτικότητα των Φράγκων εις την αποδοχήν της υπό του Αυγουστίνου προσφερθείσης λύσεως του Filioque εις το φανταστικόν του Αυγουστίνου και όχι της Εκκλησίας πρόβλημα. ούτω κατέχω.τ. ότι η χύσις είναι της Αγίας Τριάδος μία. Τρυφής δ' ηδυπάθεια.33 Εν συνεχεία οι Φράγκοι αποκρισάριοι αναπτύσσουν πώς κατά την Αγίαν Γραφήν το Πνεύμα είναι εν τω Υιώ. όπερ εκ θείας τινός επιπνοίας γενέσθαι στερώς πιστεύων ήκιστα αν ενδοιάσαιμι. φθάση ποτέ τω Κυρίω αιωνίως συμβασιλεύουσα. τον Ιερώνυμον και τέλος 4 ισχυρά χωρία από τον Αυγουστίνον. και καρπούς αποδώη εκατοστεύοντας. είναι του Υιού. Επειδή δε προ πολλού υπό των ζητούντων έκειτο παρημελημένον.. έφη. ουχ ηρέμησεν ως έκπαλαι διαλικμηθέν. ίνα της δια ραθυμίαν εκτιναχθείσης αποναρκώσεως τω βραχίονι της ιεράς συγγυμνασίας ενδυναμωθέντες. επιμελέστατα αυτών ο αποστολικός Δεσπότης ακροασάμενος. Εις τα τοιαύτα ο αποκρισάριος Σμάραγδος εμφανίζει τον Πάπαν απαντώντα ως εξής. Συχναίς γαρ και αλλεπαλλήλοις συζητήσεων βάλλεται προσβολαίς η καθ' ημάς Εκκλησία. πάλαι ήδη υπό των ιερών Πατέρων επιμελέστατα αναλελίκμηται.34 Ακριβώς τα ίδια θα έλεγεν οιοσδήποτε Πατήρ της Εκκλησίας. αναδυέτω. Πόρρω διανοίας ακμής η υπεύθυνος νωθρότης γινέσθω. δίδεται υπό του Υιού. ως είδαμεν.. Μετά τα αγιογραφικά παραθέτουν χωρία από τον Γρηγόριον τον Διάλογον. ευδόκησε τέως ο πάντων ισχύων Θεός. εκχύται υπό του Υιού. ότι φωτισθέντες ούτοι άνωθεν κατενόησαν την Αγίαν Γραφήν και τους εν λόγω Πατέρας. ως αντιφρονούντα πάντη αποκηρύττω". "ως δε υπό των ειρημένων αποκρισαρίων ανεγνώσθησαν εν τάξει αι μαρτυρίαι. "ούτω φρονώ. ως είδαμεν. και μάλιστα καλύτερα από τους Ρωμαίους της Ανατολής και της Δύσεως και καλύτερα από τους Πατέρας των επτά Οικουμενικών Συνόδων. ή διδάσκειν. Πόρρω τοιγαρούν των Ποιμένων ραθυμίας άπασα νάρκη αποχωρείτω. τας των Ποιμένων επ' αυτήν διαναστήσαι καρδίας.λ. το περί της του Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως.32 ότι 1) η διδασκαλία περί της ιδιότητος του Αγίου Πνεύματος εισέτι δεν ελύθη και 2) η επικρατούσα γνώμη είναι ότι το Πνεύμα είναι η μεταξύ του Πατρός και του Υιού αγάπη. "τό ζήτημα. αποξεσθείσα. τον παρά των διδασκάλων σπόρον δεξάμενος. τον περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος". (Τούτο ισχύει.αίς διατείνεται. όπερ αρτίως ανέφυ. δια τον Αυγουστίνον και μόνον δι' αυτόν). δηλαδή ότι συμφωνεί με την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. απαγορεύω. τας περί την ανάγνωσιν. τον Αμβρόσιον.
"έξεστι φημί. ουδ' εν άπασι πρακτέον είναι δοκεί. ούκουν ερώ. ή καθάπερ ανωτέρω. αύτη η των νοημάτων υπήρχεν έφοδος. καθ' όσον αλλ' ουν οίος τε ειμί μεμνήσθαι. του εκ θρασύτητος υπερπηδώντας των αγαθών κατολιγωρείν. και πολλαί μεν αν έχοιεν επενεχθήναι πίστεις . το (παρά το μη τους Πατέρας αυτό διακρίναι. Ή τίνος χάριν παραλειφθέν. ει τέτταρας μόνον συλλαβάς προσθέντες.) τον μεν επιεική και 165 . τοις εφεξής πάσιν αιώσιν εμφανές κατέστησαν. ως μάλλον ευτάκτω προσεοικέναι συνδιαλέξει. το εξ αγαθής προαιρέσεως τα καλά επί το κρείττον προάγειν". κατά προσλαλιάν μάλλον. οίδα τινά. ή γούν. πώς περί υμών αυτών γινώσκετε. "διαφέρει και γάρ. ή μεταβολής. δια το τους συνταξαμένους το Σύμβολον μη παρεισαγαγείν και τούτο ως και τα λοιπά και δια το τας εφεξής μεγάλας Συνόδους. ή ρημάτων ακολουθία. ώσπερ και τα λοιπά διεκώλυσαν. ών η των νοημάτων. Πάντως το πρόβλημα περί της ακριβείας των πρακτικών του Σμαράγδου εγείρει ο ίδιος ούτω. μη και εαυτόν εξ απονοίας οιηματίαν τινά αναδείξηται και το καθ' εαυτό υγιεινόν διαφθείρας. μη επέκεινα εκδιαδοθείη. ουδ' έχω σταθμήσασθαι τί ότι παρέλιπον. και άδοντας διδάσκειν. θεία δε τινί ελλαμφέντες σοφία εποίησαν. καν επ' ενίοις πράττειν καλόν.38 Οι ίδιοι αποκρισάριοι ερμηνεύουν τας απόψεις του Πάπα λέγοντες προς αυτόν. προσλαλιά είναι παρεμφερής. τούτο αυτούς ήττον ημών νενοηκέναι.. 39 Εις τα τοιαύτα ο Πάπας απήντησεν ως εξής. είτ' ουν ει ούτως έξεστι λέγειν. εμπαρεισάγεσθαί τι απηγορευκέναι. ουκ έστιν ό. Επεί δ' η συνέλευσις ές γ' επί τούτο εχώρει. ουχί τόδ' αφορά. ου μην αλλ' ουκ αεί. το ούτως αναγκαιότατον όν εις πίστιν μυστήριον. ή λέγεται. "τούτων ειρημένων. ούτε γράφοντας. και ως οίόν τε ακριβώς επισταθμάσθαι. Και γαρ αυτός εμαυτόν. αλλά και το οίεσθαί με αυτοίς εκείνοις συνεξισούσθαι." απήντησε. είπερ εποίησαν. ως ουκ εκείνων πρότερον θήσω. αλλ' αθεμίτως εν τοις απηγορευμένοις ούτε άδοντας.37 Υπεραμυνόμενοι ισχυρίσθησαν μεταξύ άλλων οι αποκρισάριοι των Φράγκων ότι. έξεστι μεν διδάσκοντας άδειν. εκείνο συνοράν πρώτον. ουδ' εις τόδε σκοπεί. αλλ' εάν τυχόν τις το αγαθόν προενεγκείν πειρώτο επί το βέλτιον. η υποστολή αύτη. "αλλά και τούτο.τι και χρή επί πλέον εν τούτω προσεπιδιατρίβειαν". μηδ' αποφαίνεσθαι. και ουκ ανθρωπίνη. καθά και τ' άλλ' ά παρέλιπον. "επειδή τοίνυν γνωστόν εκατέροις. ειδότες πάντως.γεγονός ότι ανέλαβον την ευθύνην ούτοι να διδάξουν τον Πάπαν και τους Ρωμηούς περί μιας μέχρι τότε δήθεν κεκρυμμένης αληθείας και "ουρανίου θησαυρού". οίον την εν Χαλκηδόνι Δ' και την εν Κωνσταντινουπόλει ομοίως Ε' και την ΣΤ' καινόν περαιτέρω Σύμβολον υπό τινος. και τοι μη τοιάδε τις ήν η κατά την έκφρασιν ιδιότης. τί δήποτε ου θέμις άδειν.) ουκ επ' ακριβές τη μνήμη υπέρχεται. τούτου δέ. απέστωμοι". ή προσθήκης." ο Λέων απήντησεν.. λυμαντικόν απειργάσηται". (ει μη μόνον το απ' εντεύθεν εξής. "ώσπερ ου τολμώ ειπείν μη καλώς αν ποιήσαι. και οι περί σε ίδετε. έξεστί τι εμπαρεισάγειν". Εις ταύτα ο Πάπας απήντησεν. ή γράφοντας εν τω Συμβόλω εκείνο εμπαρεισάγειν αθέμιτον παρ' υμών κρίνεται. ή θεσπίσαι.35 Εις την γενομένην συζήτησιν ο Πάπας εις ερώτημα των Φράγκων ".36 Εις την παιδαριώδη ερώτησιν των αποκρισαρίων. καν τοις Παλαιοίς δι' αφαιρέσεως. ή προσδιάλεξιν. ή άδοντας εκδιδάσκειν. προηγησάμενα. ότι δια τούτο άδοντας. "αύτη η απαγόρευσις.. και των εσχάτων εν συμπεράσματι όρων το κεφάλαιον". ούτως ου τολμώ λέγειν. Σύ. ότι αναμφιβόλως. "μήτοι γε ουχί καλώς οι διδάσκαλοι τότ' αν εποίησαν. ή κατά ζήλον τον υπέρ της των ανθρώπων σωτηρίας συντάττεσθαι. καθ' οποίαν δη τινα ανάγκην..
"ο Πάπας . δέδοται άδεια. Η πεποίθησις των Φράγκων περί της αληθείας του Filioque φαίνεται από το ερώτημά των περί των πρακτέων. αφαιρέσεως και αλλαγής του κειμένου του Συμβόλου. εν ούτω φιλίω τε και ειρηναία τη διαλέξει. ή προσήκον εστί. οίτινες προσπαθούν να εμφανίσουν τον Λέοντα συμφωνούντα με τους Φράγκους περί του Filioque. ούκουν δε τον δύσνουν τε και αλλοτριόφρονα. και εκδιδάσκηται". αλλά το μηδαμής μηδένα". ίνα πρώτον. "μή ουχί παρά σού. ο αυτός λόγος παρά πάντων. και τότε τέως υφ' ενός εκάστου θεμιτώς και ελευθέρως. ως αν μη αυτό τούτο τραπείη είς τινα όλεθρον. ίνα μη εισεμεχθή απειρηκέναι. μανθάνηται. σοφούς άνδρας. η Υμετέρα Πατρότης αποφαίνεται. Εξ όλων των ανωτέρω φαίνεται σαφώς η επιστημονική ανεντιμότης των Δυτικών. Ο Πάπας ρητώς και απεριφράστως απορρίπτει την γεννήσασαν την φραγκολατινικήν θεολογικήν παράδοσιν ιδέαν περί βαθυτέρας με την πάροδον του χρόνου κατανοήσεως των μυστηρίων της πίστεως. "τοιγαρούν.. ή ενεισαχθήναι κατά τα λοιπά. ή μεταβάλλειν".. το περί ου η ζήτησις. τους το περί ου ο λόγος. μη κατ' ενεστώσαν άγνοιαν. "εγώ μεν άδειν επέτρεψα. τους τοσούτους Καθολικούς παλαιούς Πατέρας. Τίνα ουν δώσεις βουλήν. Εντεύθεν γαρ εφ' ημάς. Μη παρ' ημών ενταύθα προήλθε το έθος του αυτό άδειν. ως προείρηται. και πώς αυτό άχρι της σήμερον ψάλλομεν."43 Συνιστά ο Πάπας να μη ψαλλή "κατά μικρόν εν τω Παλατίω" το Σύμβολον και ούτω να αφαιρεθή η προσθήκη.40 Εις ταύτα οι Φράγκοι θυμωνένοι ως φαίνεται απήντησαν. Συνόδου ουδέποτε εγένετο αποδεκτή εις την Εκκλησίαν των Ρωμαίων εν Ρώμη. είτε δι' άσματος.εύφρονα περιποιείσθαι τούτο." Ο Πάπας. κατακριθήσεται. του πληθύν μαρτυριών συνεπιφορήσασθαι. ή τοις Συμβόλοις μη ενεισαγαγόντας. "μήπου γε. παραλειφθέν δέ.44 Πάντως η δογματική αντίρρησις του Πάπα κατά της προσθήκης είναι σαφεστάτη εκ των ανωτέρω ως και εκ της εξής διασωθείσης υπό του Φράγκου Σμαράγδου ρήσεως του Λέοντος. Συνόδου "κατ' ενεστώσαν άγνοιαν" δύναται να εξηγηθή μόνον βάσει του αναφερθέντος ισχυρισμού του Αυγουστίνου εις την προς την Σύνοδον της Αφρικής ομιλίαν του τω 393 περί του Συμβόλου. απηγορευτηκότας. ως ει κατά της πίστεως είη βαίνων. ου παρ' ημών ενθάδε η συνήθεια αύτη αφίκετο. εάν ο λόγος ο πλήρης της αληθούς πίστεως εκ μέσου αρθή. ήτις ελέχθη προς το μέσον των ανωτέρω προς επεξήγησιν της ρητής υπό των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων γενομένης απαγορεύσεως οιασδήποτε προσθήκης. ή αφαιρείν. ει τοίνυν τα δισσά ταύτα. Υπενθυμίζομεν ότι ο γράψας τα εν λόγω πρακτικά μοναχός Σμάραγδος είναι Φράγκος. Ούτω φαίνεται σαφώς πώς η αυγουστίνειος ερμηνεία της Β' Οικ. είτε δια παραδόσεως.41 Οι αποκρισάριοι συνώψισαν τα λεχθέντα του Πάπα ούτω. ως και την ιδέαν ότι ο Πάπας είναι υπεράνω των Συνόδων. αλλά διαφωνούντα μόνον όσον αφορά εις το Filioque ως προσθήκην. ως ήδιστα αφεξόμεθα". κριτής και φορεύς της αληθείας. ουμήν δε και άδοντας προστιθέναι τι. μη κατά μέλλουσαν ραθυμίας πρόνοιαν παραλελοιπέναι. σύν ημίν φρονείν τε και γινώσκειν. πιστεύων εις το Filioque ως δόγμα και είς 166 . εκ του πολλάκις ειρημένου Συμβόλου αρθή.45 Η ιδέα ότι το Filioque παρελήφθη από το Σύμβολο της Β' Οικ. η του το Σύμβολον αυτό ούτως άδεσθαι επ' Εκκλησίας. ότι οι Πατέρες δεν έλυσαν ακόμη το κατ' αυτόν πρόβλημα της υποστατικής ιδιότητος του Αγίου Πνεύματος. πείθειν υμάς απόχρη. ως ορώ.42 Εις την συνέχειαν συνεζητήθη το πρακτικόν μέρος του τρόπου άρσεως της προσθήκης χωρίς να προξενήση σκάνδαλον.
Λατινικοίς δε θατέρα. διότι η διπλή εκπόρευσις αναφέρεται εις τον τρίτον αναθεματισμόν και εις την προς την Σύνοδον ομολογίαν πίστεως του ηγεμόνος των Γότθων 'Ρηκαρήδου."47 πρέπει η λέξις "τών Ρωμαίων" να αποδοθή με το "τών Ρωμηών" διότι Ρωμαίοι είναι οι ανήκοντες πολιτικώς εις την Κωνσταντινούπολιν και εκκλησιαστικώς εις την Πενταρχίαν των Ρωμαίων Πατριαρχών. ως ανέπτυξεν εν άρθρω του ο A. ως οι Πάπαι διεμαρτυρήθησαν δια την προσθήκην των Φράγκων θα διεμαρτύροντο δια μίαν παρομοίαν πράξιν των Ισπανών. δηλαδή από τους Ισπανούς. διότι άλλων προ υμών. "ούτος. ούτε ότι οι χρησιμοποιούντες αυτήν την έχουν προσθέσει εις το Σύμβολον της πίστεως. Διερωτάταί τις δικαίως διατί οι Δυτικοί αποφεύγουν να παραθέσουν το κείμενον των αναφερθέντων πρακτικών και αρκούνται εις αορίστους μόνον παραπομπάς. κατ' εκείνα τα μέρη. ούτε το άλλο. ή τα ιερά και σεπτά μυστήρια επιτελείν. και επί προφυλακή της ορθοδόξου πίστεως. τί προς ημάς. ουγκιών δε 6". Ο Λέων ούτε το ένα ηυλόγησεν. ο αντίπαλος του Ρωμηού Πάπα Βενεδίκτου Γ' (855‐858). Ο φραγκολατίνος θεολόγος Πέτρος Δαμιανός (1007‐1072) γράφων περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος πληροφορεί ότι είδεν ο ίδιος εις Ρώμην το εν λόγω Σύμβολον άνευ 167 .[49] Εάν ο Σμάραγδος είχεν υπ' όψιν ότι οι Φράγκοι είχον δανεισθή την προσθήκην αλλαχόθεν. θατέρα μεν γράμμασιν Ελληνικοίς. Ο όρος Εκκλησία των Ρωμαίων περιωρίσθη μόνον εις την Πρεσβυτέραν Ρώμην. ών ο σταθμός λιτρών μεν 94. ή αφαιρείν. δεν ευσταθεί διότι εις τα διασωθέντα πρακτικά το Σύμβολον της Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως υπάρχει ή χωρίς την προσθήκην ή μετ' αυτής προστεθείσης όμως υπό μεταγενεστέρας χειρός. Πάντως η συνήθης εκδοχή ότι το Filioque παρεισήχθη εις το Σύμβολον ήδη εις την Ισπανίαν κατά την εν Τολέδω Σύνοδον του 589. δεξιόθεν τε και αριστερόθεν επηωρημέναις.50 Πρόκειται περί του λειψάνου του αγίου Παύλου. Ημείς γαρ αυτόγε τούτο ουκ άδομεν.48 Δηλαδή όπως εις την περίπτωσιν της εν Λατερανώ Συνόδου του 649 ούτω και προγενεστέρως η απλή έκφρασις ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού δεν εννοεί ότι εκπόρευσις σημαίνει τρόπον υπάρξεως. Ίνα δε τι και σαφέστερον. και ασφαλώς ο Πάπας θα είχεν απαντήσει και εις τούτο. επί δυσίν ασπίσιν αργυραίς επέταξεν επιγραφήναι το Σύμβολον εκατέρωσε. ουμήν δε και άδοντας προστιθέναι τι.των αποσταλέντων ίνα πείση τον Λέοντα να ευλογήση όχι μόνον την προσθήκην αλλά και το δόγμα. ούτως αδόντων ακηκόατε. κατά ζήλον. Πάντως ο φραγκόφιλος αντικανονικός Πάπας Αναστάσιος (855‐858). ή μεταβάλλειν. Δια τούτο η επομένη έκφρασις του Πάπα Λέοντος προς τους Φράγκους αποκρισαρίους αναφέρεται όχι εις την προσθήκην αλλά εις το άδειν το Σύμβολον. εκ των οποίων οι τέσσαρες της Ανατολής συνεχίζουν μέχρι σήμερον να λέγωνται Ρούμ Πατρίκ εις τα Αραβικά και τα Τουρκικά. είπω. η αγία των Ρωμαίων Εκκλησία στοιχεί.E. γράφει τα εξής εις τον υπ' αυτού συγγραφέντα βίον Λέοντος Γ'. ως δια τούτο υμείς ούτως άδετε. φανατικός κατ' αρχήν πράκτωρ των Φράγκων. θα το είχεν αναφέρει. Το αναπόφευκτον συμπέρασμα εκ των ανωτέρω είναι ότι οι το πρώτον προσθέσαντες το Filioque εις το Σύμβολον είναι οι Φράγκοι. άνωθεν της εισόδου της εις το Λείψανον. εφ' όσον υμίν εν τούτω εξήρκει. επεί αναγκάζετε.46 Δια να καταλάβωμεν τα βαθειά αισθήματα του Λέοντος όταν λέγη εις τους Φράγκους: "εγώ μεν άδειν επέτρεψα. αλλ' αναγινώσκομεν". Είναι βέβαιον ότι. "ό δε φατε. Burn τω 1908. καθ' όν τρόπον άδειν. Ο Πάπας λέγει. εις την γλώσσαν της Δύσεως. και μετέπειτα γνωστός ως Αναστάσιος Βιβλιοθηκάριος. δηλαδή Πατριάρχαι των Ρωμαίων. όταν επεκράτησε να ονομάζη Γραικούς τους ανατολικούς Ρωμαίους.
. μη κατ' ενεστώσαν άγνοιαν. μη και εαυτόν εξ απονοίας οιηματίαν τινά αναδείξηται. το σύν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον". ότι μόνον εις την ελληνίδα φωνήν "εγράφει το Σύμβολον" και ότι "κατά τας πύλας της Εκκλησίας προσέπηξεν". το εκ του Πατρός εκπορευόμενον. ως ουκ εκείνων πρότερον θήσω.. "Κατά ζήλον". ότι κατά την παράδοσιν των προειρημένων Συνόδων." και επί προφυλακή της ορθοδόξου πίστεως. απέστω μοι". "αλλ' εάν τυχόν τις το αγαθόν προενεγκείν πειρώτο επί το βέλτιον. και ως οίόν τε ακριβώς επισταθμάσθαι.55 Πάντως η αναστήλωσις του Συμβόλου άνευ της προσθήκης επί αργυρών ασπίδων Λατινιστί και Ελληνιστί είναι πράξις απολύτως σύμφωνος με τα λεχθέντα του Λέοντος προς τους Φράγκους αποκρισαρίους.τ. επί της προόδου του Αγίου Πνεύματος.". και εις το Πνεύμα το Άγιον . Και προσπαθούν οι ανέντιμοι καταστροφείς της ενότητος της των Ρωμαίων κατ' Ανατολάς και Δυσμάς Εκκλησίας να ισχυρισθούν ότι ο ειπών τα τοιαύτα (κατά πληροφορίας Φράγκων και λατινοφώνων Ρωμαίων μάλιστα) δεν έστησεν επί αργυρών 168 . και "παραληφθέν δε ίνα μη εισενεχθή απειρηκέναι". το εκ του Πατρός εκπορευομένον. ".53 Ο Μέγας Φώτιος αναφέρει τας ιδίας περί Λέοντος Γ' πληροφορίας με την διαφοράν ότι νομίζει.51 Ο δε μεγάλος υπό των Φραγκολατίνων θεωρούμενος σχολαστικός θεολόγος Πέτρος Λομβαρδός. "ως αυτός φησί. μετά τας λοιπάς της ιδίας εαυτού πίστεως συμβολάς φησί. μαρτυρίαν τε της ημών κατακρίσεως. θεία δε τινί ελλαμφθέντες σοφία εποίησαν". μόνου μνεία γίνεται του Πατρός τοίσδε τοις ρήμασι. περί του της πίστεως Συμβόλου. καθά και τ' άλλ' ά παρέλιπον.. μόνου μνημονεύει του Πατρός τοις δε τοις ρήμασι. ούκουν ερώ. "προστιθέασι δε προς εμπέδωσιν της οικείας δόξης. Λέων ο Γ' εν 'Ρώμη ανάγραπτον το Σύμβολον επ' αργυρού Πίνακος τοις εισέπειτα καταλέλοιπε. και ουκ ανθρωπίνη. το εκ του Πατρός εκπορευόμενον. λυμαντικόν απεργάσηται"... εκείνο συνοράν πρώτον. αλλά και το οίεσθαί με αυτοίς εκείνοις συνεξισούσθαι. το Κύριον και ζωοποιόν. ο αποβιώσας ως επίσκοπος Παρισίων τω 1160 γράφει περί του εν λόγω θέματος ούτω. το σύν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον". "καί γαρ αυτός εμαυτόν. Λέων Γ' ανάγραπτον αυτό επ' αργυρού πίνακος στηλωθέντος όπισθεν της ιεράς Τραπέζης του μακαρίου Παύλου κατέλιπε. Παρακαλείται ο αναγνώστης να ξαναμελετήση τα υπό του Φράγκου Σμαράγδου κρατηθέντα λόγια του Λέοντος και θα διαπιστώση πώς απεριφράστως εδήλωσεν ο Πάπας την πίστιν του ότι οι Πατέρες της Β' Οικουμενικής Συνόδου παρέλειψαν το Filioque αλαθήτως. ότι κατά την παράδοσιν των προειρημένων Συνόδων. Καλογήρου.. μη κατά μέλλουσαν ραθυμίας πρόνοιαν παραλελοιπέναι". και το καθ' εαυτό υγιεινόν διαφθείρας.52 Με το αυτό πνεύμα και τας αυτάς πληροφορίας γράφει ο μεγάλος θεωρούμενος σχολαστικός φραγκολατίνος θεολόγος Πέτρος Αβελάρδος (1079‐1142). τούτο αυτούς ήττον ημών νενοηκέναι". απηγορευκότας. δηλαδή "ότι αναμφιβόλως.λ. ως αυτός φησί. "ου τολμώ λέγειν. "προστιθέασι δε προς επαύξησιν της ημών ανειδείας." Εν ω δη Συμβόλω παραπλησίως επί της προόδου του Πνεύματος. ός προ του ιερωτάτου λειψάνου του αγίου Παύλου καθοράται ηωρημένος. ειδότες πάντως." Κατά ζήλον. μαρτυρίαν της ημών αυτών κατακρίτου πίστεως." Εν ω δη Συμβόλω. και εις το Πνεύμα το Άγιον. το σύν Πατρί κ. .54 Ανεφέραμεν τας ανωτέρω μαρτυρίας διότι εσχάτως παπικός ιστορικός προσέβαλε την γνησιότητα της ως άνω περί Λέοντος εκδοχής και απήντησε δεόντως ο ημέτερος συνάδελφος Ι. "καί επί προφυλακή της ορθοδόξου πίστεως.Filioque. "ο μακάριος Λέων ο Πάπας επί αργυρού πίνακος.
ως το ηρμήνευσεν ο Μάξιμος ο Ομολογητής. Ασφαλώς εκφράζων τας επί του θέματος απόψεις και του φραγκοφίλου Πάπα Νικολάου Α' γράφει. "Ταύτα Λέων εθέμην κατά ζήλον και επί προφυλακή της ορθοδόξου πίστεως".χ. τον Ιωάννην Η' να υπογράφη τας αποφάσεις της Η' Οικ. νομίζοντες ότι είναι ταυτόν με αυτό της Εκκλησίας της Ρώμης. Το ότι επεκράτουν εις τον Λέοντα Γ' τα υπό Μαξίμου του Ομολογητού ανωτέρω εξηγηθέντα περί διπλής εκπορεύσεως φαίνεται από τα γραφόμενα υπό του Αναστασίου του διατελέσαντος αντικανονικού των φραγκοφίλων Πάπα της Ρώμης τω 855‐858 και εν συνεχεία διατελέσαντος βιβλιοθηκαρίου επί των Παπών Νικολάου Α' (858‐867). Αδριανού Β' (867‐872). "παρά ταύτα διηρμηνευκότες εσμέν εκ της επιστολής του αυτού θείου Μαξίμου της προς Μαρίνον τον πρεσβύτερον. Φαίνεται ότι οι Φράγκοι σκοπίμως δεν εφαίνοντο φανατικοί έναντι της Ρώμης εις το θέμα του Filioque δίδοντες την εντύπωσιν ότι δύνανται πιθανόν να αλλάξουν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όπως έπαιξαν οι Φράγκοι αποκρισάριοι το θέμα της πιθανής αφαιρέσεως του Filioque από το Σύμβολον με τον Λέοντα Γ'. Αυτά τα ολίγα τα οποία προσπαθούν τινες να αποδείξουν ότι δεν έγραψεν ο Λέων είναι πολύ ολίγα εν συγκρίσει με τα ως άνω υπό Λέοντος λεχθέντα εις τους Φράγκους αποκρισαρίους.ασπίδων το Σύμβολον άνευ Filioque με την επιγραφήν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Φράγκοι εχρησιμοποίουν το Filioque ως μοχλόν εις τας διαπραγματεύσεις των με τους Πάπας. να στέφη ως Βασιλείς τους Φράγκους Κάρολον Β' τον Φαλακρόν (876) και Κάρολον Γ' τον Παχύν (881). ούτως έκαμον οι Φράγκοι και με τους μεταγενέστερους Πάπας ίνα επιτύχουν τους αναφερθέντας σκοπούς. Ίσως δεν έδιδον εις την αρχήν τόσην σημασίαν εις την προσθήκην. αδελφού του αγίου Κυρίλλου. Ούτω βλέπομεν π. Μάλιστα έγινε συνήγορος της ορθοδοξίας του ελληνοφώνου Ρωμαίου αποστόλου των Σλαύων αγίου Μεθοδίου. Ο Αναστάσιος απεβίωσε περί το 878. Συνόδου (879) τας καταδικασάσας το Filioque. τα περί της του Αγίου Πνεύματος 169 . Φαίνεται σαφώς ότι ο Αναστάσιος. και τονίζομεν. Τα υπό του Αναστασίου γραφέντα περί του Filioque πριν στραφή προς την εκκλησιαστικήν πολιτικήν της Κωνσταντινουπόλεως πρέπει εξάπαντος να καθρεπτίζουν τας απόψεις του Πάπα Νικολάου Α' περί του ιδίου θέματος. νομίζοντες ότι θα έπειθον τους Φράγκους τελικώς να το αφαιρέσουν. αφού είχε στραφή πλέον προς την Κωνσταντινούπολιν εις τον αγώνα κατά των Φράγκων. και Ιωάννου Η' (872‐882). και να υποστηρίζη τον κατά του Filioque αγώνα του αγίου Μεθοδίου. και ίσως ο φανατικός μισέλλην Φορμόζος είχον εσφαλμένως κατανοήσει το Filioque των Φράγκων. Εκείνο όμως το οποίον δεν είχον κατανοήσει επαρκώς εις την Ρώμην είναι το γεγονός ότι οι Φράγκοι θεολόγοι είχον καθυποτάξει την πατερικήν παράδοσιν εις τον Αυγουστίνον και ως εκ τούτου εξελάμβανον την εκ του Πατρός και εκ του Υιού εκπόρευσιν ως τρόπον υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος και ως είδαμεν ανωτέρω βελτίωσιν εις την κατανόησιν και διατύπωσιν του δόγματος. ότε κατηγορήθη ο Μεθόδιος υπό των Γερμανών επί αιρέσει εξ αιτίας της υπ' αυτού δράσεως κατά του Filioque των Φράγκων. ίνα επιτύχουν τους σκοπούς των: 1) να στέφωνται "Βασιλείς των Ρωμαίων" και 2) να αποσπάσουν την Εκκλησίαν της Πρεσβυτέρας Ρώμης και τους εναπομείναντας δυτικούς Ρωμαίους από τους ανατολικούς Ρωμαίους. ο Νικόλαος Α'. να παρακαλή τον Μέγαν Φώτιον να αφεθή εις αυτόν η προσπάθεια να πείση τους Φράγκους να αφαιρέσουν το Filioque από το Σύμβολον. ως Φράγκος τα μεταδίδει μάλιστα. Εις επιστολήν προς Ιωάννην Διάκονον ο Αναστάσιος Βιβλιοθηκάριος επικαλείται την περί Filioque ερμηνείαν του Μαξίμου εναντίον των επί αιρέσει κατηγοριών των "Γραικών" μη γνωρίζων ακόμη ότι οι Φράγκοι διδάσκουν ότι το Άγιον Πνεύμα έχει ύπαρξιν και εκ του Υιού.
προσβολής οιασούν αντικειμένης οικτείρων εξαίροιτο.57 και "τό είναι το Άγιον Πνεύμα. κατά την ασφαλή των θείων Πατέρων παράδοσιν στοιχείν σε παρηνούμεν. επί την της ετέρας ιδιότητα γλώσσης δηλών". άλλο δε τι υπό σού ποιητέον εγνώκαμεν. ημάς τε και τους Γραικούς εκδιδάσκει. ευσεβώς εξηγούμενος. ".) φανερώς ή εν αποκρύφω έτερον τι διαπρακτέον είναι διεστειλάμεθα. εξ εκείνου συνιδείν αν έχοις. δι' Αποστολικών ημετέρων Γραμμάτων. ουδέ αρχήν τον Υιόν φαμέν του Αγίου Πνεύματος.εκπορεύσεως. ουδέ τω επισκόπω εκείνω (τώ κατηγορήσαντι δηλ. Η συμμετοχή του Ιωάννου Η' εις την αποκατάστασιν του Φωτίου και εις την καταδίκην του Filioque κατά την Η' Οικ. οι απόστολοι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος επεσκέφθησαν τον Πάπαν Αδριανόν Β'. "ώσπερ μιας εισίν ουσίας ο Πατήρ και ο Υιός. όσον σοι συμπαθώς συνηλγήσαμεν. Ιδού μία τρανή απόδειξις ότι η διένεξις μεταξύ του Μεγάλου Φωτίου και των Παπών Νικολάου και Αδριανού περί της υπό του Φωτίου αντικαταστάσεως του Ιγνατίου είχε κυρίως κανονικόν χαρακτήρα και δεν αφεώρα ουσιαστικώς το Filioque των Φράγκων. όπως δη σε μάλλον και μάλλον εν τοις αυτού προστάγμασι διεκκαίοι. ακριβώς όπως δεν εγνώριζεν ο Αναστάσιος. ο οποίος ενέκρινε το έργον αυτών υπέρ της σλαυϊκής γλώσσης και εναντίον του φραγκικού Filioque.60 Όμως ο ίδιος ο Πάπας Ιωάννης Η' γράφει προς τον άγιον Μεθόδιον. ώσπερ ουδέ 170 . οί ουκ αιτίαν.58 Σημειωτέον ότι μετά τας πρώτας μεταξύ των Σλαύων επιτυχίας των. ούτω και εξ αμφοίν εκπορεύεται το Άγιον Πνεύμα..59 ως και από τα γραφόμενα του Φωτίου. εν ω δηλαδή. λαμβάνει την της ομοουσιότητος ύπαρξιν". αλλά την κατ' ουσίαν ενότητα Πατρός και Υιού μηδαμώς αγνοούντες. το δυσέκφραστον από της ετέρας. τη διδασκαλία της αγίας των 'Ρωμαίων Εκκλησίας. αποστολήν δηλονότι ηγούμενοι την εκπόρευσιν. και σε της ορθοδόξου πίστεως γενναίον θεραπευτήν καθορώντες. Ούτε δ' επιστολαί παρ' ημών άλλαι αυτώ διεπέμφθησαν. σφόδρα εν αυτώ τω Κυρίω αγαλλιώμεν. επεσημηνάμεθα. ώσπερ εκ του Πατρός εκπορεύεται. Ο γράψας π. Πόσου ουν και δει του πιστεύσαι. φαίνεται από τα δημοσιευθέντα εκ των πρακτικών εν τω Β' τόμω του δοκιμίου τούτου.χ. και σε προς καταρτισμόν της αυτού Εκκλησίας. έστι μεν ως εκπορεύεσθαι. καθάπερ και ο Υιός το ουσιωδώς είναι λαμβάνει εκ του Πατρός". εξ αιτίας του Νικολάου Α' μοναχός 'Ρατράμνος Κορβηΐας ακολουθών τον Αυγουστίνον διατείνεται. Μαθόντες δε δια των παρά σου γραμμάτων. εξ ότουγε ημών ενώπιον παραστάντα. τε Σύμβολον και την ορθήν πίστιν διδάσκειν τε και κηρύττειν υπετιθέμεθα. όστις είχε κατηγορηθή υπό Φράγκου επισκόπου επί αιρέσει δια την εκ μόνου του Πατρός αιτιατήν εκπόρευσιν διδασκαλίαν του τα εξής. Ο Πάπας ούτος υπέγραψε τα πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει καταδικασάσης τον Μέγαν Φώτιον ως αντικανονικόν Πατριάρχην Συνόδου του 869. Αυτό δη τούτο και τω Επιφανεί Άρχοντι Σφενδοπούλκρω. ένθα μάτην ημίν επεγκαλείν τους Γραικούς αποφαίνεται. ά και επιδοθήναι αυτώ φής. ότι και όρκον ητησάμεθα τον ειρημένον επίσκοπον. δια των απεσταλμένων αυτού.56 Πάντως φαίνεται ότι εξ αιτίας της προς τον Ίγκμαρον τον 'Ρημήνσιον επιστολής του εξήγειρεν ο Νικόλαος Α' την κατά του Φωτίου συγγραφικήν δράσιν των Φράγκων. και τους εκατέρας της γλώσσης ειδήμονας προς ειρήνην διεκπαιδεύων. αλλά χωρίς να γνωρίζη ότι οι Φράγκοι διδάσκουν το συναίτιον του Υιού εις την αιτιατήν προς ύπαρξιν εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. κατεδικάσθη και εφυλακίσθη επί δύο και ήμισυ έτη και απελύθη τη επεμβάσει του Πάπα Ιωάννου Η' και εγκατεστάθη εις Μοραβίαν). και απείρους αυτώ τους ύμνους και τας ευχαριστίας ομολογείν ου παυόμεθα. έστι δι' ώς μη εκπορεύεσθαι το Άγιον Πνεύμα εκ του Υιού. και εκ του Πατρός ομοίως λαμβάνει και εκ του Υιού.. κατά του Φωτίου. ά σοι πολλά και ποικίλα συνέπεσεν (υπό των Βαυαρών Φράγκων συνελήφθη. και τό. ούτως αυτό εκπορεύεται και εκ του Υιού ομολογούμεν. Σύνοδον. ή περ οίονται.
δεν ευσταθεί διότι οι δήθεν αναμορφώσαντες ταύτην δεν θα είχον. τον Σεβάσμιον υμών Αρχιεπίσκοπον. Ημείς ουν εν πάσαις τον άνδρα ταις εκκλησιαστικαίς διδασκαλίαις και χρήσεσιν ορθοδοξούντα τε και ευδόκιμον ευρηκότες. προς υμάς αύθις. και σοι του Θεού συναιρομένου. ώστε να δημιουργήσουν μορφήν της επιστολής. ως και εν όψει της ουσιαστικής καταρρεύσεως της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου υπήρχε πλέον μία βάσις λελογισμένων διαπραγματεύσεων μεταξύ Ρωμαίων και Φράγκων. Ούτω μόνον εξηγείται η υπό του Πάπα Ιωάννου Η' συνέχισις της έναντι των Φράγκων καλής πολιτικής προ και μετά την Η' Οικουμενικήν Σύνοδον και η προς τον Φώτιον υπό του Ιωάννου εκφρασθείσα γνώμη ότι ίσως δια της πειθούς καταφέρει τους Φράγκους να εξαλείψουν το Filioque από το Σύμβολον. καθάπερ και εν τη 'Ρωμαίων Εκκλησία κατέχεσθαι. και αυτός είποιμι αν εγώ. τοιαύτην ολοκληρωμένην εικόνα των πολλαπλών πλευρών των συνθηκών του 879. "ουκ αγνοείν συμβαίνει ημάς. ελλείψει όλων των ανωτέρω στοιχείων. και ο Θεός άνωθεν ημίν επιμαρτυρήσει. διερωτήσαμεν ενώπιον των συναδέλφων ημών επισκόπων. και διεγείρειν τους τοιούτους. κατά τινα λέγουσι. Και έστι τούτοις. την της ορθοδόξου πίστεως λατρείαν επιμόνως τοις πιστοίς πάσι κατάγγελε". ως ανήκουσαν εις τον 14ον αιώνα. Ο δε ωμολόγησε κατά την ευαγγελικήν τε και αποστολικήν διδασκαλίαν. Αλλά κατά τους τον οίνον καπηλεύοντας ύδατι.ψιλοίς τοις ρήμασι περί τούδε του πράγματος συνετύχομεν. Αλλ' εγώ προς τον την ειρήνην δόντα 171 . Και θαυμαστόν ουδέν. υπό την ως ισχυρίζονται διασωθείσαν μορφήν. ουκ αγαθάς υπολήψεις έχειν εις ημάς και τους υφ' ημάς παραπείθουσι. ει το της ορθοδόξου πίστεως Σύμβολον ούτω τυγχάνει πιστεύων. 2) η σταθερά αντίδρασις των Παπών είχεν ακόμη πραγματικήν ανασταλτικήν δύναμιν μεταξύ των Φράγκων και 3) το Filioque δεν είχε καμίαν αισθητήν εισχώρησιν μεταξύ των λατινοφώνων Ρωμαίων της Μέσης και Κάτω Ιταλίας. δει γαρ τον απ' αρχής δημιουργόν της κακίας. παραμιγνύουσι και τινα αφ' εαυτών ψευδοληρήσαντες. και προς τον Θεόν στήσαντα έχθραν. Η προσπάθεια τινών των απογόνων των Φραγκολατίνων να χρονολογήσουν την ακόλουθον επιστολήν του Πάπα Ιωάννου Η' προς Φώτιον. ως και ο λόγος προϊών παραστήσει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επάνοδος εν δυνάμει του ρωμαϊκού στόλου και στρατού της Κωνσταντινουπόλεως και η εκδίωξις των Αράβων μετά το 867 ήλλαξε την όλην κατάστασιν της Μέσης και Κάτω Ιταλίας υπέρ των Ρωμαίων. αλλά και της αποφυλακίσεως του αγίου Μεθοδίου σημαίνει σαφώς 1) ότι το Filioque δεν είχε παγιωθή οριστικώς ακόμη μεταξύ των Φράγκων. "τούτον τοιγαρούν τον Μεθόδιον. και νυν τινάς έχειν προς υπηρεσίαν αυτού. είτα και τον ημών προπάτορα της του κτίσαντος αγάπης χωρίσαντα. η μεν αφορμή του σκοπού τούτου ου ψευδής. και ώσπερ υπό των Πατέρων παραδεδομένον εστί κατέχειν τε αυτό και ψάλλειν. ως τινές των αυτόθι. Ενώπιον της ισχύος ταύτης. ουκ ειρήνης άνθρωποι. καν τω την Ιεράν Λειτουργίαν επιτελείν ούτως άδων. ήτις μόνον εις τας αναφερθείσας ιστορικάς περιστάσεις προσαρμόζεται και έχει πλήρες νόημα.62 Πάντως το γεγονός ότι ο Πάπας είχε το κύρος και την δύναμιν να επέμβη δραστηρίως υπέρ της Ορθοδοξίας. Παυσάσθω τοίνυν η τοιάδε υπόνοια. όπως εμβάλωσι μέσον της Εκκλησίας σκάνδαλον. την επιτραπείσαν αυτώ Εκκλησίαν του Θεού διοικήσοντα απεστάλκαμεν". περί της ενταύθα Εκκλησίας.61 Προς τον εν λόγω Άρχοντα Σφενδοπούλκρον ο Πάπας Ιωάννης Η' μεταξύ άλλων γράφει. και εν ταις αγίαις Οικουμενικαίς έξ Συνόδοις υπό των θείων Πατέρων κατά την Χριστού του Θεού ημών ευαγγελικήν διδασκαλίαν κηρυχθήναι τε αυτό και παραδοθήναι πρόδηλον εστίν. και ως η των 'Ρωμαίων αγία Εκκλησία διδάσκει. ότι και την σήν αδελφότητα μικρού δείν. και τόσον. ώσπερ η ευαγγελική τε και αποστολική περιέχει διδασκαλία. Ιδού το κείμενον. και αυτοί ου προς αλήθειαν ορώντες.
και ουκ έστι παγιωθέν εκ πολλών ενιαυτών. ότι και ταυτόν εκείνω τετολμήκασιν. Ίν' ειδώς όπως έχει τα καθ' ημάς. ο άκρος των αποστόλων Πέτρος έφη. Τη σή τοίνυν Αδελφότητι αρμόζει μηδέν τι έχειν καθ' ημών σκάνδαλον. Ότι πράγματι θειότερον ούτω ταχέως μεταβαλείν. δι' ό συνέβη τα σκάνδαλα μέσον των Εκκλησιών του Θεού. οί εισίν ως μέλη του Σώματος αυτού. Ποιμένετε γαρ το εν υμίν ποίμνιον ουκ αναγκαστικώς. ουδείς αν ευκόλως δυνηθείη. αλλά μάλλον αποσοβείν αυτούς. αλλά και τους πρώτον θαρρήσαντας τη εαυτών απονοία τούτο ποιήσαι. Σύνοδον και 2) τους προσθέσαντας ή αφαιρέσαντάς τι εις το Σύμβολον. ου παραδόντες εις θάνατον το Κυριακόν Σώμα. και μάλλον εαυτούς ως εποίησεν ο ρηθείς ουκ ορθώς μαθητής. ήν έφθασεν εν τω Συμβόλω προσθήναι. ίνα δη και τον υπέρ τούτου μισθόν σύν ημίν η αυτή απολήψηται".63 Τα λεχθέντα ταύτα του Πάπα συμφωνούν απόλυτα με τας αποφάσεις της Η' Οικ. ερεθισθέντες από μίαν επίσημον ονομαστί καταδίκην.Χριστόν αφορών. και μετά του Ιούδα αυτούς τάττομεν. χωρίς όμως να κατονομάζωνται οι εν λόγω αιρετικοί. και άλλους ποιείν μη ακούειν τους λόγους αυτών. ότι ου μόνον ου λέγομεν τούτο. προφθάσω αυτός περί των τοιούτων γνωρίζων σοι. προς αυτήν επανάγειν. ως ότε παρεγένετο προς ημάς ο μικρώ πρότερον αποσταλείς παρ' αυτής. Όσοι δε περί μεν της εμής γνώμης τούτο ουκ αμφιβάλλουσιν. και μήτε προστιθέντας τι ή αφαιρούντας. αλλά μάλλον μετά επιεικείας και οικονομίας παρασκευάσαι. και μεταποιητάς της θεολογίας του Δεσπότου Χριστού. ακριβώς ειδότας. και προ του όλως την σήν αδελφότητα δηλώσαι μοί τι. Και δια ταύτα καλώς έχειν έδοξεν ημίν. οι τοίνυν ούτως ημών κατηγορούντες ως τούτο φρονούντων. όσοι της αληθείας εξέκλιναν. ουκ αληθεία προς την κατηγορίαν ταύτην κέχρηνται. μη παρέχης ώτα τοις θέλουσι λοιδορείν. παραβάτας των θείων λόγων κρίνομεν. οί συνελθόντες Συνοδικώς παρέδωκαν το Άγιον Σύμβολον. Οιόμεθα δέ. ει και βραχεί χρόνω την έναρξιν είληφε. ουδ' ως κατακυριεύοντες του κλήρου. εις δυσχέρειαν ημών ου μικράν εμπίπτει. ός και την έχθραν τη αυτού σαρκί έκτεινεν. Σημειωτέον ότι η Η' Οικ. μήδ' εκκόπτειν του λοιπού της Εκκλησίας ημάς Σώματος. υπήρχε κίνδυνος οι Φράγκοι. ως τοις τα τοιαύτα τολμώσι βαρεία καταδίκη αναμένουσα απόκειται. διατηρούντας. πράγμα πρωτοφανές εν τοις πρακτικοίς και τοις όροις Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. και των λοιπών Πατέρων. (καί) περί του αγίου Συμβόλου ημάς εδοκίμασεν εύρεν απαράτρωτον. και των Αποστόλων. οι τοιούτοι ου ψευδώς λέγουσι. κατά βραχύ παραινούντας αποστήναι της βλασφημίας. ίνα μη μετά βίας αναγκασθή τις παρ' ημίν εάσθαι την προσθήκην. αλλά μάλλον συναγωνίζεσθαι ημίν μετ' οικονομίας και επιεικείας. και τους λοιπούς. άλλοις δε τισι τετολμημένον και νυν καθ' ημάς καταγγέλουσιν. 172 . Φαίνεται ότι πράγματι υπήρχεν ή ο Ιωάννης ενόμιζεν ότι υπήρχε δυνατότης αφαιρέσεως του Filioque από το Σύμβολον των Φράγκων και των Λογγοβάρδων. Και πάλιν ουν παραδηλούμεν τη αιδεσιμότητί σου. διασχίσαντες και διατέμνοντες αλλήλων. αλλ' ως τύποι γινόμενοι. και ούτως αιωνίω παραπέμψαντες θανάτω. μηδέ την σήν Ιερότητα αγνοείν. να ενήργουν έναντι της Ρώμης πραξικοπηματικώς δια της βίας. Συνόδου. και δια τούτο. Και γαρ η σή αδελφότης επίσταται. αλλά τους πιστούς. αποπνίξαντες. Σύνοδος αναθεματίζει 1) τους μη αποδεχομένους την Ζ' Οικ. ως ούσαν νουνεχή τε και πλήρη σοφίας. ότι το και τους λοιπούς ημών επισκόπους καταπείσαι ούτω φρονείν. καθώς αρχήθεν παρεδόθη ημίν. ως έχω δυνατόν σπουδάσω τα στόματα των χαιρεκάκων ανδρών αποφράττειν. έχης πληροφορίαν εις ημάς. αλλ' επιεικώς. Το φαινόμενον τούτο εξηγείται μόνον βάσει της ανωτέρω περιγραφείσης γενικής καταστάσεως της Ευρώπης και της Κάτω Ιταλίας και της ισχύος του Πάπα μεταξύ των ηγεμόνων και του κλήρου της Ευρώπης. ίνα περί του άρθρου τούτου. Αλλά εις περίπτωσιν καθ' ήν δεν θα εφηρμόζετο η εν προκειμένω παράκλησις του Πάπα περί του χειρισμού της περί Filioque υποθέσεως.
το οποίον "ουκ έστι παγιωθέν εκ πολλών ενιαυτών και δια ταύτα καλώς έχειν έδοξεν ημίν. εξ ής εθεσπίζοντο οι πολιτικοί και εκκλησιαστικοί νόμοι και κανόνες. γ! Ώστε μη εξ άλλης εκκλησίας προάγεσθαι εις αρχιερέα της Κωνσταντινουπολιτών εκκλησίας.65 Επίσης απηγορεύετο η μετάθεσις των εν λόγω επισκόπων και ούτως ο Πάπας εξελέγετο πάντοτε εκ των καρδιναλίων κληρικών της πόλεως. Συνόδου είχαν σκοπόν την ενίσχυσιν της θέσεως του Πάπα έναντι των Φράγκων και των Ιταλολογγοβάρδων. μεταθέσεων δι' εκλογής εις επίσκοπον πρεσβυτέρων από μίαν επισκοπήν εις άλλην ή από έν Πατριαρχείον εις άλλο. δεν εβοήθουν τους Ρωμαίους της Μέσης και Κάτω Ιταλίας. Ο πρώτος μάλιστα επίσκοπος δια μεταθέσεως γενόμενος Πάπας ήτο ο διάδοχος του Ιωάννου Η' ο Μαρίνος Ι'66 (882‐824). Όμως τα ανατολικά παραδείγματα. Σύνοδος όχι μόνον την ενίσχυσιν του Πάπα παρεκλήθη να επιτελέση δια της επιβολής της διδασκαλίας της Ορθοδόξου των Ρωμαίων Εκκλησίας περί εκπορεύσεως εις τους βορείους τότε βαρβάρους λαούς των Φράγκων. Σλαύων και Ιταλολογγοβάρδων.65 Ούτως ηνοίχθησαν αι πύλαι έτι περισσότερον εις τας διαβρωτικάς προσπαθείας των βορείων. Αλλά η Η' Οικ. Ο Μαρίνος ούτος απεκατέστησε μάλιστα τον υπό του Ιωάννου Η' καθαιρεθέντα φραγκόφιλον Φορμόζον.69 Φαίνεται σαφώς ότι η Εκκλησία της Ρώμης ήθελε να κατοχυρώση τον θρόνον της Ρώμης εναντίον της διαβρώσεως αυτού υπό μη Ρωμαίων Ορθοδόξων και ούτω να αποκλείση τους εκ βορρά και εκτός Ρώμης υποψηφίους. Πρέπει να μη λησμονηθή ποτέ ότι αι σχέσεις μεταξύ των πέντε ρωμαϊκών Πατριαρχείων ήσαν εθνικώς ενδοοικογενειακαί και με μόνην ελευθέραν Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν την Νέαν Ρώμην. διότι ασφαλώς επεκαλούντο ταύτα προς μίμησιν οι βόρειοι αλλά και οι Φραγκόφιλοι οι ανήκοντες εις την Αυτοκέφαλον Ιεράν Σύνοδον της ρωμαϊκής Διοικήσεως της Ρώμης.64 Επίσης είναι σαφές ότι όλα τα περί του πρωτείου του Πάπα λεχθέντα και γραφέντα εις τα πρακτικά της Η' Οικ. Τότε μόνον οι προϊστάμενοι κληρικοί της πόλεως της Πρεσβυτέρας Ρώμης και από τω 768‐ 772 οι επτά της ενδημούσης Συνόδου επίσκοποι της επαρχίας της Ρώμης εγένοντο καρδινάλιοι εκλέκτορες του Πάπα. "Κεφάλ.68 Πάντως ο προταθείς και απορριφθείς κανών έχει ούτω. αλλά παρεκλήθη η Σύνοδος υπό του Πάπα να ενισχύση και την αμυντικήν δύναμιν της Εκκλησίας της Ρώμης έναντι των διαβρωτικών ενεργειών των φανατικών εν Ευρώπη οπαδών της νέας αιρέσεως. 173 . αλλ' εκ των καρδιναλίων πρεσβυτέρων και διακόνων". ουδέποτε οι εκτός της Ρώμης πρεσβύτεροι και διάκονοι. ήν έφθασεν εν τω Συμβόλω προσθείναι". των εχόντων σκοπόν την κατάληψιν του θρόνου της Ρώμης. Κατά της δια μεταθέσεως εκλογής ταύτης διεμαρτυρήθη ο "Βασιλεύς των Ρωμαίων" Βασίλειος Α' προς τον διάδοχον του Μαρίνου Αδριανόν Γ' (884‐885). Σύνοδον σχολιάζουν την προσπάθειαν των λεγάτων του Πάπα να εγκριθή υπό της Συνόδου κανών απαγορεύων την εκλογήν και την χειροτονίαν λαϊκών εις το αρχιερατικόν αξίωμα. δηλαδή των προϊσταμένων και διακόνων καρδιναλίων των ναών της πόλεως. τη υπογραφή του "Βασιλέως των Ρωμαίων". Όλοι όσοι ασχολούνται με την Η' Οικ. τα κατά την λατινόφωνον Δύσιν αντικανονικά μάλιστα. ίνα μη μετά βίας αναγκασθή τις παρ' ημίν εάσαι την προσθήκην. Αλλ' ουδείς επρόσεξε την σημασίαν της εκ μέρους του Πάπα προσπαθείας των λεγάτων της πρεσβυτέρας Ρώμης να εγκριθή υπό της Συνόδου κανών απαγορεύων την υποψηφιότητα οιουδήποτε ανδρός μη ανήκοντος εις την τάξιν των "καρδιναλίων" κληρικών της Κωνσταντινουπόλεως.Δια τούτο παρακαλεί ο Πάπας να δοκιμασθή η πειθώ εις απάλειψιν του Filioque.
φαντάζονται πολλάκις ότι το πταίσμα είναι των δήθεν τοιούτων Ρωμηών. Συρίας και Τουρκίας. Αντιοχείας και Ιεροσολύμων "Ρούμ Πατρίκ".72 Η ιστορική αλήθεια θα εφαίνετο εάν οι ιστορικοί εχρησιμοποίουν την πραγματικήν ονομασίαν των "Βυζαντινών Γραικών". αγύρτης και απατεών". Μόνον ούτως έχει νόημα η προσπάθεια του Πάπα να πείση την Η' Οικ. η Εκκλησία της Ρώμης και ο ρωμαϊκός λαός διοικείτο υπό του ρωμαϊκού Δικαίου της των Ρωμαίων Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης ή Κωνσταντινουπόλεως. Λιβάνου. Ούτω παρατηρείται εις καταπληκτικόν βαθμόν προδοσία της Ρωμηοσύνης υπό ευρωπαϊζόντων Νεοελλήνων. Ρωμανία και Ρούμ. και τους Πατριάρχας Κωνσταντινουπόλεως. Παλαιστίνης. αφού νομικώς οι Φράγκοι είχον υποχρέωσιν να σεβασθούν την εφαρμογήν των ρωμαϊκών νόμων εις τους υπό φραγκικήν κυριαρχίαν Ρωμαίους. διότι τότε θα ισχυρίζωντο ότι οι Φράγκοι απελευθέρωσαν τους δυτικούς Ρωμαίους από τους ανατολικούς Ρωμαίους και εις αυτόν τον ισχυρισμόν θα απεκαλύπτετο αμέσως η έναντι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ατιμία των κατακτητών της δυτικής Ρωμηοσύνης και των απογόνων αυτών ιστορικών μέχρι σήμερον. Και αναπόσπαστον μέρος του ρωμαϊκού Δικαίου είναι οι κανόνες και αι αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων φερουσών την υπογραφήν του "Βασιλέως των Ρωμαίων" εν Κωνσταντινουπόλει. Σήμερον μόνον οι Μουσουλμάνοι συνεχίζουν την ονομαστικήν παράδοσιν της μεσσαιωνικής Ρωμηοσύνης και ονομάζουν τους ορθοδόξους Χριστιανούς της Αιγύπτου. Ρωμηοσύνη. Σύνοδον να θεσπίση τον εν λόγω κανόνα τον οποίον όμως η Σύνοδος απέρριψεν. δηλαδή γαλλικήν γλώσσαν. και ως δήθεν αρεστούς εις την Μέσην και Κάτω Ιταλίαν. Όθεν η μεγάλη σημασία ήν απέδιδεν ο Πάπας Ιωάννης εις τας αποφάσεις δογματικάς και κανονικάς της Η' Οικ.73 Το κακόν όμως είναι ότι οι μη γνωρίζοντες την προέλευσιν των σημασιών τούτων. Συνόδου. Αλεξανδρείας. και κάμνουν το πάν να γίνουν το ταχύτερον μέρος 174 . οίτινες εξ αιτίας αισθημάτων κατωτερότητος και εθνικής ενοχής περιφρονούν την Ρωμηοσύνην και θεωρούν εαυτούς μόνον ως αρχαίους Έλληνας. ως και τον "Βασιλέα των Ρωμαίων" εν Κωνσταντινουπόλει. και ότι "οι Γάλλοι" ως και οι υπόλοιποι Φραγκοευρωπαίοι είναι εις τας περί Ελληνορωμαίων κρίσεις των αντικειμενικοί. Ο θρησκευτικός φανατισμός όν εξαπέλυσαν οι Φράγκοι κατά των ανατολικών Ρωμαίων με τα "Contra errores Graecorum" των φαίνεται σαφώς από τας διασωθείσας σημασίας του ονόματος Grec εις την φραγκικήν. Ρούμ δηλαδή Ρωμαίους. 70 Αν και υπό φραγκικήν κυριαρχίαν. Ρωμηοί. Οι Φράγκοι (δηλαδή οι σήμερον μόνον εν Ελλάδι μετονομασθέντες και γνωστοί ως Γάλλοι) είναι εκείνοι οίτινες επέμενον μετά φανατισμού να λέγωνται οι ανατολικοί Ρωμαίοι. Αντιοχείας και Ιεροσολύμων υπό Αραβικήν κυριαρχίαν.71 ακριβώς ως συνέβαινε με τα των Ρωμαίων Πατριαρχεία της Αλεξανδρείας. Οι ίδιοι όμως απόγονοι των Φράγκων δεν δύνανται να αποκρύψουν πώς το πλήθος των πολιτών της Ρώμης και της Κάτω Ιταλίας εμίσουν τους Φράγκους και τους Λογγοβάρδους κατακτητάς και ηγάπων τους Ρωμηούς μοναχούς και τον ρωμαίϊκον κλήρον. Όταν έχη κανείς υπ' όψιν τα ανωτέρω αντιλαμβάνεται το τελείως αβάσιμον της προσπαθείας των απογόνων των Φράγκων να εμφανίσουν τους προγόνους αυτών ως απελευθερωτάς των λατινοφώνων Ρωμαίων από τους "Βυζαντινούς Γραικούς". "φιλάργυρος.Εις την Δύσιν παλαιότερα μόνον εις την περίπτωσιν της Καρθαγένης επετρέπετο η εκλογή ως Αρχιεπισκόπου πρεσβυτέρου άλλης επισκοπής. δηλαδή Πατριάρχας των Ρωμαίων. Γραικοί και αιρετικοί και προ ολίγων ετών επεβλήθησαν εις τους ιστορικούς και εις τους Έλληνας ακόμη να δεχθούν το όνομα Βυζαντινοί αντί τα ονόματα Ρωμαίοι.
τας οποίας επαναλαμβάνει ο Αναστάσιος Βιβλιοθηκάριος κατά την εποχήν του Φωτίου. Ούτω το Filioque και η θεολογική μέθοδος εις ήν στηρίζεται απέβησαν δια της φραγκικής Σχολαστικής παραδόσεως το μνημείον του εγωϊσμού και του θανάτου της φραγκολατινικής δογματικής παραδόσεως.2 Πρόκειται περί βαρβάρων οίτινες με τας τότε πολύ περιωρισμένας περί ιστορίας και θεολογίας αντιλήψεις των εφαντάσθησαν ότι εν τω Αυγουστίνω εύρον πολύ σπουδαιότερον από τους υπολοίπους Πατέρας θεολόγον. Συνόδων ως και εις τας εν τοις πλαισίοις τούτοις συνεπείας του Filioque και δεν εμελέτων ποτέ τον ίδιον τον Αυγουστίνον. Πατέρες της Εκκλησίας.5 παρά το γεγονός ότι το ΙΕ' κεφάλαιον του De Trinitate του Αυγουστίνου είχε μεταφρασθή εις τα Ελληνικά υπό του Μαξίμου Πλανούδη κατά τα τέλη του 13ου 175 . Ούτως ο Μάρκος Ευγενικός εδέχετο ως γνήσια λατινικά πατερικά κείμενα μόνον τα συμφωνούντα με την υπό των λατινοφώνων Ρωμαίων παρασχεθείσαν εις τον Μάξιμον τον Ομολογητήν ερμηνείαν της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος.3 Ιδού μία χρυσή δια τον Καρλομάγνον ευκαιρία να αποδείξη. βαθύν κόρον και ραθυμίας νάρκην. την οποίαν οι ίδιοι οι πνευματικοί απόγονοι των Φράγκων κατά τας ημέρας μας εξήλωσαν. Ούτε οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι έδιδον πολλήν σημασίαν εις την περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίαν του Αυγουστίνου. Οι Φράγκοι ανώρυξαν τον ουράνιον τούτον θησαυρόν και έθεσαν ούτω τα θεμέλια δια να ξεπεράση δήθεν η φραγκική Σχολαστική θεολογία την Πατερικήν. ότι ιδική του είναι πλέον η κληρονομία της βασιλείας των Ρωμαίων Βασιλέων και ότι εις τους Φράγκους έπεσεν ο εκ Θεού κλήρος να αναδημιουργήσουν την Αυτοκρατορίαν των Ρωμαίων και να προωθήσουν τα γράμματα και την θεολογίαν αυτής. το Filioque. ως φαίνεται σαφώς από τας υπό αυτών παρασχεθείσας περί εκπορεύσεως πληροφορίας εις τον Μάξιμον τον Ομολογητήν. όστις έλυσε το δήθεν άλυτον δια τους ελληνόφωνας Ρωμαίους πρόβλημα περί προσωπικής ιδιότητος του Αγίου Πνεύματος. Δυστυχώς όμως και όταν γίνεται άθεος ο Δυτικός δεν παύει να πιστεύη εις την μητέρα του.του φραγκολατινικού ευρωπαϊκού δυτικού πολιτισμού. περιώριζον τα κατά των Φράγκων επιχειρήματά των εις απλήν έκθεσιν της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίας των Πατέρων των Οικ. ως είδαμεν. Η Σχολαστική θεολογία όχι μόνον έπαυσε να συγκινή τους δυτικούς θεολόγους. Εφαντάσθησαν ότι εξ αιτίας της κατωτερότητος των Ρωμαίων έμεινε το Filioque παρημελημένον. ενέκρωσαν και έθαψαν. Παπικών και Προτεσταντών Οι το πρώτον αντιμετωπίσαντες τους Φραγκολατίνους. ως είδαμεν. Ο Αυγουστίνος και αι περί Αγίας Τριάδος πλάναι των απογόνων των Φραγκολατίνων. ράστώνην. όπως ακριβώς έκαμον οι Ρώσσοι εις μεγάλον βαθμόν. Πάντως ο Φώτιος και άλλοι Ελληνορωμαίοι εξέφρασαν εντόνως την αμφιβολίαν των περί της υπό των Φράγκων αποδόσεως της εκ του Πατρός και του Υιού παρακτικής και υπαρκτικής εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εις τον Αυγουστίνον. νωθρότητα. Οι Φράγκοι αποκρισάριοι κατηγορούν τους λατινοφώνους και ελληνοφώνους Ρωμαίους δι' οπισθοδρομικότητα.1 Τούτο φαίνεται εξ ίσου σαφώς από τον διάλογον μεταξύ του Λέοντος Γ' και των Φράγκων αποκρισαρίων.4 Μάλιστα ήσαν σχεδόν βέβαιοι ότι οι Φράγκοι ενόθευσαν ή είχον νοθευμένα κείμενα του Αυγουστίνου και των άλλων λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων των οποίων τα χωρία επεκαλούντο. Θ'. αλλά προκαλεί σήμερον μάλλον τον χλευασμόν των Δυτικών.
αποστόλων και αγίων.12 Πάντα ταύτα είχον ως αποτέλεσμα να στηρίξη ο Αυγουστίνος το Filioque 1) αγιογραφικώς και 2) φιλοσοφικώς. Επίσης αποδεχόμενος τα περί αμεταβλήτων ειδών του Πλάτωνος και ταυτίζων ταύτα με την θείαν ουσίαν εθεμελίωσε την ομοιότητα μεταξύ κτιστού και ακτίστου. ως βάσιν έχει το αποκεκομμένον από την θέωσιν δόγμα. πράγμα το οποίον δεν είχε κάμει ουδείς άλλος. Τούτο σημαίνει ότι όχι μόνον ηγνόει την σχετικήν επί των θεμάτων διδασκαλίαν των Πατέρων και του βαπτίσαντος αυτόν Αμβροσίου. Μόνον οι Νεστοριανοί επρέσβευον ότι οι προφήται ενόμιζον ότι έβλεπον τον Θεόν. 10 Ούτως αντί η περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία του Αυγουστίνου να έχη ως βάσιν και αφετηρίαν τας θεοφανείας. ως και περί της γνησιότητος των κειμένων του Αυγουστίνου. βάσει της οποίας αυτός και οι Φραγκολατίνοι ηρεύνουν την θείαν ουσίαν. ως επαρκούς δια την θεολογίαν εικόνος της Αγίας Τριάδος.6 Πάντως φαίνεται ότι ο Γεννάδιος Σχολάριος είναι ο πρώτος όστις επείσθη περί της γνησιότητος της αποδόσεως του φραγκολατινικού Filioque εις τον Αυγουστίνον. ουδόλως δε πατερικώς. Αντιθέτως εθεολόγει βάσει των φιλοσοφικών του προκαταλήψεων περί του κριτηρίου της αληθείας και της πνευματικότητος και καθυπέταξεν εις αυτό την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής.7 Ήδη ετονίσαμεν πολλάς σπουδαίας δογματικάς και μεθοδολογικάς διαφοράς μεταξύ του Αυγουστίνου και των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.8 Εκείνο όμως το οποίον προξενεί την μεγαλυτέραν εντύπωσιν είναι η κακόδοξος ερμηνεία των θεοφανειών και η κατά συνέπειαν σύγχυσις της ακτίστου θείας ενεργείας μετά της θείας ουσίας. ως και της περί κτιστής θείας χάριτος και εμμέσου σχέσεως του Θεού προς τον κόσμον διδασκαλίας των Φραγκολατίνων. Όπως ανεπτύξαμεν προ ετών δια μακροτάτων παρατηρήσεων τα τοιαύτα απετέλεσαν την βάσιν του Filioque. ως ο ίδιος ομολογεί. ως αλλαχού ανεπτύξαμεν.αιώνος. διότι τας ενεργείας της Αγίας Τριάδος εταύτισε με την θείαν ουσίαν. αλλά ιδέαν δεν είχε περί της εμπειρίας της εν Θεώ θεωρίας ή της θεώσεως ως βάσεως της αγιογραφικής και πατερικής θεολογίας. αντί να θεολογή από τας προς τους προφήτας και τους αποστόλους εμφανίσεις του Λόγου εν τη ακτίστω δόξη και βασιλεία Αυτού και τας εν Πνεύματι αποκαλύψεις του Θεού δια του Χριστού. 176 . Ούτως εφιλοσόφησε μίαν προσπάθειαν κατανοήσεως της προηγουμένως υπό της πίστεως γενομένης αποδεκτής διδασκαλίας της Εκκλησίας περί Θεού.9 ούτε οι Αρειανοί ούτε οι Ευνομιανοί. ήτοι βάσει της ανθρωπίνης ψυχής ή ψυχολογίας. Ως είδαμεν. ο Αυγουστίνος απλώς κατήργησε τας θεοφανείας του Λόγου. μέσω των εν τω κόσμω κτιστών εικόνων των εν τω Θεώ ακτίστων αρχετύπων ειδών. αφού πρώτον πιστεύση τις εις το δόγμα δύναται δια της λογικής γυμνασίας να κατανοήση την ουσίαν του Θεού. ως είδαμεν. και τους τρόπους υπάρξεως. Ούτως εθεολόγει ουχί βάσει προσωπικής εμπειρίας της εν Χριστώ θεωρίας της ακτίστου δόξης του Θεού. ως και την αφελή ιδέαν ότι. εταύτισε και αυτούς με την θείαν ουσίαν και ενέργειαν. αλλά ούτε βάσει της εμπειρίας των εχόντων την εμπειρίαν ταύτην. Ούτως η υπό του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων ταύτισις της θείας ουσίας και της ακτίστου θείας ενεργείας ήτο αποτέλεσμα της παραδόξου αγνοίας του περί της εν Χριστώ ζωής των προφητών. τους κατά τους Πατέρας ανήκοντας εις τας υποστάσεις. των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων.11 Έτερον σημαντικόν σημείον της εν προκειμένω θεολογίας είναι ότι ουδέποτε έμαθεν ο Αυγουστίνος διατί οι Πατέρες διακρίνουν την μίαν ουσίαν από τας τρεις υποστάσεις. 1) Αγιογραφικώς μεν δια μέσου πλήρους παρερμηνείας. 2) Φιλοσοφικώς μέσω του Νεοπλατωνισμού.
Ούτως η περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία του Αυγουστίνου. αναγινώσκομεν εις τον Αυγουστίνον τα εξής παράδοξα εν σχέσει με το Ιωάν. ως κάμνει σαφώς ο Αμβρόσιος. Το Ιωάν.". 5. εφόσον και το Πνεύμα ορά τον Πατέρα. όπερ εις την πατερικήν γλώσσαν σημαίνει όχι μόνον ταύτισιν ενεργείας και τρόπου υπάρξεως αλλά και υποστάσεως. και τω Υιώ έδωκε ζωήν έχειν εν εαυτώ" ερμηνεύει ο Αυγουστίνος ως τρόπον υπάρξεως του Υιού. είναι Αυτώ ουδέν έτερον ειμή το οράν τον Πατέρα .26 "διό είθισθαι να λέγη ο Χριστός "ο Θεός μοί έδωκεν. 5. το οποίον υπήρχε μεν ήδη αλλά δεν το είχεν αποκτήσει.. εγέννησε τον Υιόν ίνα ή αμετάβλητος ζωή. έδωκεν εις Αυτόν κάτι. αλλά ότι το ακριβές νόημα τού. δηλαδή. έχει δε έτερόν τι. Έχοντες υπ' όψιν την πατερικήν διάκρισιν μεταξύ ουσίας και ενεργείας και μεταξύ ενεργούντος και ακτίστου ενεργείας. ούτε την υπόστασιν από την ουσίαν. "εδόθη εις Αυτόν ίνα έχη" είναι. Συμβιβασμός μεταξύ των θεολογικών προϋποθέσεων του Αυγουστίνου και της θεολογίας των Πατέρων αποκλείεται. είναι κακόν συνοθύλευμα και μίξις των αμίκτων μέσα εις την οποίαν ο εκκινών από πατερικάς προϋποθέσεις διαπιστώνει μίαν πλήρη σύγχυσιν. ενώ ο τρόπος της υπάρξεως ούτε ενέργεια είναι. Ούτω και τω Υιώ έδωκε ζωήν έχειν εν εαυτώ σημαίνει.15 Ο Αυγουστίνος σαφώς ταυτίζει την υπό του Υιού όρασιν του Πατρός με τον τρόπον της υπάρξεως του Υιού. αλλά υπάρχει κατά τοιούτον τρόπον ώστε να είναι ό. πρέπει πρώτον να καταδικάση επισήμως τα συγγράμματα του Αυγουστίνου και εν συνεχεία να εξηγήση εις τους Ευρωπαίους τους λόγους.1) Αγιογραφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque Είναι γεγονός ότι ο Αυγουστίνος ταυτίζει την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος με την πέμψιν Αυτού υπό του Πατρός και του Υιού. Ο Αυγουστίνος δεν ταυτίζει μόνον την εκπόρευσιν του Πνεύματος με την θείαν ενέργειαν αλλά και την γέννησιν του Λόγου με την ενέργειαν. όχι ότι. Η περί εκπορεύσεως διδασκαλία του Αυγουστίνου είναι μόνον το ελάχιστον μέρος μιας μεγάλης και συγκεχυμένης μεγαλοπρεπούς αιρετικής συνθέσεως. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν ο Αυγουστίνος δεν γνωρίζει τελικώς εις τί διαφέρει η γέννησις από την εκπόρευσιν και διατί το Πνεύμα δεν είναι Υιός του Πατρός και αδελφός του Χριστού. Όχι μόνον είναι αίρεσις ο τοιούτος ισχυρισμός αλλά εάν αληθεύη εις τί διαφέρει η γέννησις αύτη από την εκπόρευσιν. εξ επόψεως της πατερικής παραδόσεως. Εις την πατερικήν θεολογίαν μία είναι η ορατική ενέργεια της Αγίας Τριάδος κοινή.26 ". διότι δεν διακρίνει ούτε την ουσίαν από την ενέργειαν. δηλαδή ως γέννησιν Αυτού εκ του Πατρός. Διό το είναι εκ του Πατρός.13 Βάσει τούτου προσεπάθουν Ορθόδοξοι να αποδείξουν ότι η διδασκαλία του Αυγουστίνου είναι Ορθόδοξος. Δια τούτο δεν συμβαίνει ως με το κτίσμα ούτω και με τον Υιόν του Θεού προ της ενσαρκώσεως και πριν ο Μονογενής δι' ου τα πάντα εγένετο αναλάβη την ημετέραν σάρκα. Ουσιαστικώς δεν έχει πολλήν σχέσιν με την πατερικήν παράδοσιν και πρέπει να απορριφθή ως σύνολον. ότι δηλαδή ούτος είναι μεν κάτι..16 Αλλά και ο Πατήρ ορά και τον Υιόν και το Πνεύμα. ήτις είναι αιώνιος ζωή".. αλλά ιδιάζον και υποστατικόν.χ. ώστε Ούτος είναι Υιός εν αυτώ τούτω τω οράν Αυτόν..14 Δυστυχώς όμως ταυτίζει την πεμπτικήν ταύτην ενέργειαν με την θείαν ουσίαν και με τον τρόπον της υπάρξεως ακριβώς." δι' ου θέλει να εννοηθή ότι ο Πατήρ εγέννησεν Αυτόν. Ούτω γράφει π.. Εάν η Ορθόδοξος Εκκλησία σκέπτεται σοβαρώς διάλογον με τους απογόνους των Φραγκολατίνων. το γεννάσθαι εκ του Πατρός. "εγεννήθη ίνα υπάρχη".τι έχει ..16 177 . ούτε κοινόν τι. "καί ο Υιός ούτως ορά τον Πατέρα. Αλλά επίσης ταυτίζει τον Υιόν με τα εκ του Πατρός υπ' Αυτού ληφθέντα.
Και πώς τότε διαφέρουν κατά την υπόστασιν μόνον και είναι ταυτόν κατά την ενέργειαν. αλλά κοινωνούν κατά φύσιν τω Υιώ και τω Πνεύματι αι θείαι ενέργειαι ώστε ο Υιός και το Πνεύμα να είναι μετά του Πατρός φύσει μία πηγή των ακτίστων ενεργειών. εγέννησε τον Υιόν. "αλλ' εάν εκείνα τα οποία εδιαβάσαμεν περί των θεμάτων αυτών δεν αναπτύσσονται επαρκώς. δεν αμφιβάλλω ότι εμπεριέχουν πάντα όσα επωφελώς δυνάμεθα να ζητήσωμεν". αλλά όταν φθάνη εις το θέμα ομολογεί ότι δεν γνωρίζει. και ως ο Πατήρ διαφέρει του Υιού κατά το αίτιον και αιτιατόν των υποστάσεων. Εις την πατερικήν γλώσσαν τα του Αυγουστίνου σημαίνουν ότι όχι μόνον η υπόστασις του Υιού αλλά και αι ενέργειαι του Υιού έχουν ως αιτίαν της υπάρξεώς των τον Πατέρα. εγέννησε τον Υιόν. εγώ ο ίδιος ομολογώ ότι με την συγγραφήν έχω μάθει πολλά πράγματα τα οποία δεν εγνώριζα". Εν αντιθέσει προς τους Πατέρας ο Αυγουστίνος θεολογεί στοχαστικώς.Αλλαχού ο Αυγουστίνος γράφει. ως ο Υιός δεν είναι κάτι και έτερόν τι η ζωή Αυτού. Και πώς εξηγούνται όλαι αι άλλαι εν τω δοκιμίω τούτω σημειωθείσαι παρερμηνείαι του Αυγουστίνου. αλλά αυτή αύτη η διδασκαλία είναι ο Υιός. τότε ο Υιός και το Πνεύμα είναι ετερούσια τω Πατρί και ουχί απαραλλάκτως ταυτόν κατά την απολύτως μίαν ενέργειαν και ουσίαν. ως ανωτέρω εσημειώσαμεν. Εν τοιαύτη περιπτώσει ως είναι αιτιατός εκ του Πατρός ο Υιός ούτω και αιτιατή είναι η ενέργεια του Υιού.23 Πάντως ταύτα σημαίνουν σαφώς ότι ο Αυγουστίνος όχι μόνον δεν συμμετείχεν εις τας γενομένας συζητήσεις των Πατέρων τας διαμορφωσάσας τα πλαίσια εντός των οποίων διετυπώθησαν τα περί Αγίας Τριάδος και Χριστολογίας δόγματα εν ταις Οικουμενικαίς 178 .20 Εις ταύτα οι σχολιασταί παρατηρούν. Εις την πατερικήν γλώσσαν ή θεολογίαν δεν υπάρχει τρόπος υπάρξεως των ενεργειών εκ του Πατρός. ο οποίος ακολουθεί τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας. ορθώς εννοείται να σημαίνη. θα διαφέρουν και κατά το αίτιον και αιτιατόν των ενεργειών. Περί αυτού ο ίδιος γράφει. μετ' επιμονής μάλιστα. Όταν αρχίζη να θεολογή περί Αγίας Τριάδος δεν γνωρίζει ακριβώς που βαδίζει και τί θα καταφέρη να καταλάβη δια να ερμηνεύση. εις την οποίαν τάξιν των συγγραμμάτων. αι οποίαι απουσιάζουν εντελώς από τον Αμβρόσιον. αφού δεν είμεθα τόσον γνώσται της ελληνικής γλώσσης. Ούτω πάλιν ότε λέγεται. αλλά αυτή αύτη η ζωή είναι ο Υιός: ούτως ο Υιός δεν είναι κάτι και έτερόν τι η διδασκαλία Αυτού. όστις είναι ζωή. Ούτως εις το Β' βιβλίον του De Trinitate υπόσχεται να εξηγήση διατί το Πνεύμα δεν είναι και αυτός Υιός του Θεού και αδελφός του Χριστού. ώστε να ευρεθώμεν καθ' οιονδήποτε τρόπον ικανοί να διαβάσωμεν και να κατανοήσωμεν τα εις τα βιβλία αναπτυχθέντα τοιαύτα θέματα. "διό κατά την μορφήν του Θεού. έδωκε διδασκαλίαν τω Υιώ.τι ο Υιός έχει εκ του Πατρός και επίσης ταυτίζει τον τρόπον της υπάρξεως του Υιού με τον τρόπον της υπάρξεως των εκ Πατρός ενεργειών του Υιού.. Εάν κατά την ενέργειαν ή ουσίαν είναι ο Πατήρ αίτιος και αιτιατά ο Υιός και το Πνεύμα. ή πάντως δεν δυνάμεθα ευκόλως να τα προμηθευθώμεν εις την λατινικήν γλώσσαν. όστις είναι διδασκαλία". ότι ο Αυγουστίνος ή δεν συνεβουλεύθη τον Αμβρόσιον ή διεπίστωσεν ότι ο Αμβρόσιος ευρίσκεται εν πλάνη.19 Πάντως είναι γενικώς αναγνωρισμένον το γεγονός ότι ο Αυγουστίνος δεν εδιάβασε τα έργα των Πατέρων της Α' και της Β' Οικουμενικής Συνόδου περί Αγίας Τριάδος. 18 Εις το Γ' βιβλίον του ιδίου έργου γράφει αποκαλυπτικά ότι ".17 Πάντως είναι σαφές ότι ο Αυγουστίνος ταυτίζει τον Υιόν με ό. κρίνοντες από τα ολίγα τα οποία δι' ημάς μετεφράσθησαν. "τώ Υιώ έδωκεν ζωήν." κατ' ουδένα άλλον τρόπον εννοείται ει μη ότι. αλλά σημειωτέον μετά μεγάλης υπερηφανείας. ή ούτε δι' όλου ευρίσκονται. Όθεν το χωρίον..21 Θα προσθέταμεν. Πώς άλλως εξηγείται η άκρα αντίθεσις των δύο εις το βασικώτατον θέμα περί θεοφανειών παραδείγματος χάριν. ότι ο Αυγουστίνος ησχολήθη με το δόγμα περί Αγίας Τριάδος χωρίς να συμβουλευθή τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας.
28 Ο ισχυρισμός ούτος εις την πατερικήν γλώσσαν σημαίνει ότι το Άγιον Πνεύμα είναι ή κτίσμα. ούτω και η εκπόρευσις είναι ναι μεν ενέργεια αλλά και τρόπος υπάρξεως και θεία ουσία. οπότε καταργείται η υποστατική διαφορά και συγχέονται ο Πατήρ και ο Υιός και έχομεν είδος ημισαβελλιανισμού ως το χαρακτηρίζει ο Μέγας Φώτιος. Εις την πατερικήν θεολογίαν ο Πατήρ είναι η μόνη αρχή και αιτία της υπάρξεως του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Πάντως η ταύτισις ενεργείας και ουσίας εν τω Θεώ ωδήγησε τον Αυγουστίνον εις τον ισχυρισμόν ότι αι προς τα έξω ενέργειαι του Θεού έχουσαι ύπαρξιν εκ της εσωτερικής κατασκευής της πνευματικής φύσεως. Γράφει ο Αυγουστίνος. ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι μία Αρχή εν σχέσει προς το κτίσμα. Αλλά 1) ο Πατήρ ως υποστατική αρχή και αιτία.31 Η μόνη άλλη δυνατότης είναι ο Πατήρ και ο Υιός να είναι υποστατικώς μία αρχή. Τα αιτιατά της μιας είναι αι δύο άκτιστοι και ομοούσιοι τω Πατρί υποστάσεις και τα αιτιατά της άλλης είναι τα κτίσματα.26 Δια τον Αυγουστίνον. αλλά ως ο Πατήρ και ο Υιός είναι είς Θεός. αλλ' ούτε πραγματικός γνώστης ήτο των θεμάτων. οπότε και αυτό το τέταρτον πρόσωπον γίνεται συναίτιον άλλου και ούτω καθεξής. και είς Κύριος εν σχέσει προς το κτίσμα. η οποία είναι η ουσιοποιός ενέργεια της τρισυποστάτου Θεότητος. "πρέπει να γίνη αποδεκτόν ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι μία αρχή του Αγίου Πνεύματος. 1) ύπαρξιν έχειν. όχι δύο Αρχαί.27 Ούτω σαφώς διασώζεται η διαφορά μεταξύ των κοινών και των ακοινωνήτων εν τω Θεώ. 2) ουσία. Επομένως η υπό του Πατρός πέμψις του Υιού σημαίνει γέννησιν και η υπό του Πατρός και του Υιού πέμψις του Πνεύματος σημαίνει εκπόρευσιν. αλλά και 4) πρόσωπον είναι ταυτόν. 3) ενέργεια. και ούτε ησχολείτο με αυτά πατερικώς βάσει των νοημάτων και των ρημάτων των θεουμένων.τι έγινε δια τον φραγκολατινικόν πολιτισμόν. Ήτο απλώς εκτός της ροής της τότε συζητήσεως και της διατυπώσεως των δογμάτων. δηλούν αυτήν ταύτην την φύσιν. ούτως είναι μία Αρχή εν σχέσει προς το Άγιον Πνεύμα. Ούτως ο Πατήρ δια τον Αυγουστίνον είναι μία αρχή του Υιού. Εν σχέσει όμως με τα κτίσματα ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα δεν είναι τρεις αρχαί και αιτίαι αλλά μία αρχή και αιτία.30 ή υπάρχει όχι Τριάς αλλά Μυριάς. Αλλά ο Πατήρ. δεν ηδυνήθησαν να αποδώσουν ορθώς το όνομα αρχή.τι κοινόν του Πατρός και του Υιού πρέπει να είναι και Αυτό πρακτικόν συναίτιον ακτίστου προσώπου.24 Επομένως δεν δύναται να υπάρχη διαφορά μεταξύ των προς τα έξω ενεργειών του Θεού και της εσωτερικής υπάρξεως του Θεού.29 ή κάτι μεταξύ κτιστού και ακτίστου (πάντως εξάπαντος κάτι κατώτερον του Πατρός και του Υιού).32 179 .25 Ως η γέννησις δίδει ύπαρξιν ή ουσίαν ή ενέργειαν εις τον Υιόν. Αλλ' ως η γέννησις δια τον Αυγουστίνον είναι ενέργεια και τρόπος υπάρξεως αλλά και θεία ουσία. ο Πατήρ και ο Υιός είναι μία αρχή του Πνεύματος και η Αγία Τριάς είναι μία αρχή των κτισμάτων. Επειδή. Τα ονόματα αρχή και αιτία δηλούν 1) υποστατικήν ιδιότητα του Πατρός αλλά και 2) κοινήν φυσικήν ενέργειαν της Αγίας Τριάδος. ως επίσης είς ποιητής και είς Θεός". ή υποστατική ιδιότης ακοινώνητος και 2) η φυσική εν Θεώ κοινή αρχή και αιτία. και είς Ποιητής.Συνόδοις. επ' άπειρον. δεν είναι ταυτόν. εφόσον το Πνεύμα έχον και Αυτό ό. όμως ο Αυγουστίνος και οι Φραγκολατίνοι δεν συνέλαβον ακριβώς την σαφή ταύτην διάκρισιν μεταξύ κοινών και ακοινωνήτων και ούτε αυτήν μεταξύ 1) των τρόπων υπάρξεως των προσώπων και 2) της κοινής θείας ουσίας και ενεργείας. Μόνον χάρις εις τους Φράγκους έγινεν ό. ούτως η εκ του Πατρός και του Υιού εκπόρευσις δίδει ύπαρξιν ή ουσίαν ή ενέργειαν εις το Πνεύμα.
Το ότι δεν εννοεί την διάκρισιν φαίνεται σαφώς από το ότι δεν εννοεί διατί οι Πατέρες διακρίνουν την μίαν ουσίαν από τας τρεις υποστάσεις.33 Ούτω βλέπομεν τον Αυγουστίνον να τονίζη εις το Ε' βιβλίον του De Trinitate ότι τα πάντα εν τω Θεώ λέγονται ουχί κατά συμβεβηκός αλλά ή κατ' ουσίαν ή κατά σχέσιν. Εν άλλαις λέξεσι δέχεται την διάκρισιν μεταξύ της θείας ουσίας και των σχέσεων. όπερ δεν σημαίνει τίποτε. ακατανόητα. Ουδέποτε θα εγείρετο εν τοιαύτη περιπτώσει θέμα περί του ομοουσίου του Λόγου και του Πνεύματος τω Πατρί. Τούτο διότι εκλαμβάνει τας σχέσεις ταύτας ως σχέσεις της θείας ουσίας προς εαυτήν.41 Πάντως ο Αυγουστίνος ουδέποτε εγκατέλειψε την πεποίθησίν του ότι οι Πλατωνικοί 180 . επειδή γνωρίζει ότι οι Πατέρες κάμνουν την διάκρισιν.40α Μετά όμως ως επίσκοπος έγραψεν εις τας "Εξομολογήσεις" του ότι δεν είχε απόλυτον δίκαιον διότι μεταξύ Πλατωνισμού και Χριστιανισμού υπάρχουν διαφοραί.34 Παρά το γεγονός ότι ο Αυγουστίνος συμφωνεί με τους Πατέρας ότι τα ονόματα ταύτα των σχέσεων δεν είναι ονόματα της θείας ουσίας. ίνα αποκλείσουν από το άκτιστον. ουχί της μιας ουσίας προς εαυτήν. 2) Τα φιλοσοφικά θεμέλια του αυγουστινείου Filioque Ήδη εσημειώσαμεν τα φιλοσοφικά περί Filioque θεμέλια της αυγουστινείου θεολογίας εις άλλας μελέτας40 ως και εκτενώς εν τω δοκιμίω τούτω. Υιόν και Άγιον Πνεύμα. Η διαφορά μεταξύ του Αυγουστίνου και των Πατέρων φαίνεται σαφώς από το ότι οι Πατέρες. τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. και υπεράνω όλων θέλει να είναι πιστός εις την Παράδοσιν. όπως είδαμεν.38α εδέχοντο ως Ορθοδόξους αδελφούς τους Ομοιουσιανούς. Τα πάντα ταυτίζονται με την θείαν ουσίαν εκτός από τας σχέσεις. αλλά των τριών υποστάσεων προς αλλήλας. Ως η ουσία ούτω και αι σχέσεις αυταί είναι αμετάβλητοι. θα ελέγαμεν απλώς ότι η απλή κατά πάντα θεία ουσία είναι άκτιστος και έχει προς εαυτήν σχέσεις.41 Ίνα τώρα ολοκληρώσωμεν την περί του αυγουστινείου Filioque εικόνα πρέπει να επαναφέρωμεν εις μνήμην την ήδη σημειωθείσαν προ του βαπτίσματος αυτού και εκφρασθείσαν πεποίθησιν ότι "θά εύρω μεταξύ των Πλατωνικών εκείνο το οποίον δεν είναι αντίθετον εις τας Αγίας ημών Γραφάς". αυτογνωσία και αυταγάπη αίτινες λέγονται Πατήρ. Έκαστον πρόσωπον ταυτίζεται με την θείαν ουσίαν αλλά ουχί με τα άλλα θεία πρόσωπα. διότι θα ισχυρίζωντο τότε οι Ομοιουσιανοί ότι η μία θεία ουσία είναι ομοία εαυτή κατά πάντα.37 Δηλαδή η διδασκαλία του Αυγουστίνου είναι σαβελλιανίζουσα και μόνον φραστικώς είναι ορθόδοξος εις το σημείον αυτό.38 Εν αντιθέσει προς την αυγουστίνειον φραγκολατινικήν παράδοσιν αι εν τη Αγία Τριάδι σχέσεις είναι κατά τους Πατέρας ονόματα σχέσεων αναιτίου. οίτινες εταύτισαν Πατρότητα. δηλαδή εκτός από τον Πατέρα. ως είδαμεν. άτρεπτον και αγέννητον τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα.35 εν τούτοις διαφωνεί με τους Πατέρας. αιτίου και αιτιατών. Πιθανόν να είναι επηρεασμένος εις το θέμα αυτό και από τους Νεοπλατωνικούς.36 και διακρίνει μόνον νοερώς τας σχέσεις εις Πατέρα. Ακόμη και το ομοούσιος του Λόγου τω Πατρί θα ήτο εις την πραγματικότητα περιττόν. αγέννητον και ενέργειαν με την θείαν ουσίαν. Ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει ότι το ομοούσιος δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά αυτό το οποίον πιστεύουν οι τοιούτοι Ομοιουσιανοί. ως ετονίσαμεν αλλαχού. ως νούς.Πάντως φαίνεται ότι ο Αυγουστίνος έλαβε μίαν αμυδράν πληροφορίαν περί των επιχειρημάτων των Ευνομιανών. Υιός και Άγιον Πνεύμα.39 Τα τοιαύτα εις την αυγουστίνειον σύνθεσιν θα ήσαν. τους λέγοντας ότι ο Λόγος είναι εκ της ουσίας και εκ της υποστάσεως του Πατρός και όμοιος τω Πατρί κατά πάντα αν και απέρριπτον το ομοούσιος ως όρον.
εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος .44 Επομένως πρέπει να θεωρηθούν αι Εννεάδες του Πλωτίνου ως πρωτίστη πηγή της περί Αγίας Τριάδος. ή η εκ του νοός ύπαρξις της ψυχής του κόσμου πρέπει και τούτο να είναι το ίδιον εις τα δύο δόγματα των Πλατωνικών και Χριστιανών. αλλά ο Λόγος. Όθεν πρέπει μεταξύ άλλων να θεωρηθούν αι Εννεάδες του Πλωτίνου ως μία και ουσιαστική των πηγών της περί Filioque διδασκαλίας του Αυγουστίνου. πεισθείς με πολλούς λόγους.. Εις την ελληνόφωνον κυρίως ρωμαϊκήν πατερικήν παράδοσιν η τοιαύτη ταύτισις των περί Θεού διδασκαλιών των Πλατωνικών και των Χριστιανών θα προεκάλη τον γέλωτα. ότι κατά τον ίδιον τρόπον οι Πλατωνικοί και Χριστιανοί εκλαμβάνουν την εκ του Πατρός ύπαρξιν του Υιού. ίνα κατανοήση το περί Αγίας Τριάδος δόγμα εξ επόψεως του ρητού του Ευαγγελιστού Ιωάννου ότι ο Θεός είναι αγάπη. δεν εδιάβασα εκεί.. συναιώνιος μετά Σού. ου μην της κατά την σχέσιν". μένει προ όλων των χρόνων και υπέρ όλους τους χρόνους αμετάβλητος .ορθώς πιστεύουν περί Αγίας Τριάδος. και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω" . ότι ο Μονογενής Σου Υιός.46 Πάντως ο Αυγουστίνος εκκινεί από τας ανωτέρω αναπτυχθείσας προϋποθέσεις. ή εκ θελήματος ανδρός. Εκπροσωπών την πατερικήν παράδοσιν ο Χρυσόστομος εν άκρα αντιθέσει προς την περί Πλάτωνος αφέλειαν του Αυγουστίνου και ερμηνεύων το Ιωαν. αλλά ανακεχώρηκε της προς την κτίσιν κοινωνίας. "διά τούτο εντεύθεν πρώτον ποιείται την αρχήν. "καί εκεί εδιάβασα. και προϊών και Θεόν φησιν είναι (ο Λόγος)... αυτός ο Θεός. 42 Περί των βιβλίων των Πλατωνικών (εννοεί του Πλωτίνου) γράφει. Ουδέ γαρ έχει τι κοινόν προς ημάς. είναι εκεί".". και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν. διότι κατά φύσιν είναι ταυτόν. και ο κόσμος δι' αυτού εγένετο. τον μεν νούν. Και ότι η ψυχή του ανθρώπου. Ουδέποτε εδήλωσεν αλλαγήν τινα των απόψεων τούτων. Αυτό ό γέγονεν. Το γεγονός τούτο συμβαδίζει με την γενικώς ομολογουμένην επί του Αυγουστίνου επίδρασιν του γενομένου χριστιανού νεοπλατωνικού φιλοσόφου Βικτωρίνου. Ανεκάλυψα εις τα βιβλία αυτά. Αλλά ότι ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν". Μόνον την ενσάρκωσιν του Λόγου και τα περί θείας χάριτος δεν γνωρίζουν οι Πλατωνικοί κατά τον Αυγουστίνον. πάντα δι' αυτού εγένετο. Αντιθέτως υποστηρίζει εκεί ότι οι Πλατωνικοί διδάσκουν περί Θεού και δημιουργίας δια του Λόγου τα της Εκκλησίας.Ι διακηρύττει. είναι "τό αληθινόν φως ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. Και το φως εν τη σκοτία φαίνει. Εν τω κόσμω ήν. "εν αυτώ ζωή εστι. της κατ' ουσίαν λέγω.45 Πάντως είναι σημαντικόν ότι ο Αυγουστίνος δεν διέκρινε διαφοράν τινα. τον δε ψυχήν λέγων είναι.. μεταξύ των τριών αρχικών υποστάσεων του Πλωτίνου και της χριστιανικής περί Θεού διδασκαλίας. ότι "εν αρχή ήν ο Λόγος και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν. όχι βεβαίως με τα ίδια λόγια. και διαφόρων ειδών. ούτε εκ θελήματος σαρκός. Ι. Τούτο πρέπει να σημαίνη ότι και η εκ της δευτέρας υποστάσεως ύπαρξις της τρίτης πρέπει να παρουσιάζη παρομοίαν ομοιότητα μεταξύ Χριστιανισμού και Πλατωνισμού. και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν". Ούτως έχομεν την Τριάδα ο αγαπών. και ουχ ως Πλάτων. ως είδαμεν. ούτος ήν εν αρχή προς τον Θεόν. όχι μόνον των Ορθοδόξων αλλά και των Νεοπλατωνικών. Τονίζει μάλιστα. διδασκαλίας του Αυγουστίνου. και ζωή ήν το φως των ανθρώπων. αν και ελέγετο αλλέως και διαφοροτρόπως.. Δηλαδή η εκ του Υιού ύπαρξις του Πνεύματος. ότι ο Υιός "εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ". αλλ' εκ Θεού.43 Τα τοιαύτα συνέταξεν ο Αυγουστίνος το ίδιον έτος κατά το οποίον ήρχισε να γράφη το "Περί Αγίας Τριάδος" έργον του. ταύτα γαρ πόρρω της θείας και ακηράτου φύσεως. τα βιβλία αυτό δεν έχουν. αν και μαρτυρεί περί του φωτός. Εκεί επίσης εδιάβασα ότι ο Θεός Λόγος δεν εγεννήθη εκ σαρκός ή εξ αίματος. εκτός λεκτικήν τοιαύτην. Πάλιν. ούτε εις τας διορθώσεις όλων των έργων του τας οποίας προς το τέλος της ζωής του συνέταξεν εις το έργον του "Retractationum". και Θεός ήν ο Λόγος. εν τούτοις δεν είναι αυτή εκείνο το φώς. "αλλά εκένωσε μορφήν δούλου λαβών. αλλά με τον ίδιον σκοπόν. το αγαπώμενον 181 .
δηλαδή της Αγίας Τριάδος. ή υποστάσεις. διότι δια της μνήμης περί Θεού.58 Εν καιρώ έμαθον γράμματα υπερασπίζοντες τον εθνικόν των εγωϊσμόν.55 Ο Λόγος του Θεού δεν έπαυσε ποτέ να ενεργή την επαναφοράν της περί Θεού γνώσεως εις την μνήμην των ανθρώπων. θα γίνη δια της μεταβολής των γνώσεων εις σοφίαν δια της αμέσου οράσεως ή ενοράσεως της θείας ουσίας. δια της νοήσεως των περί του Θεού και δια της προς Θεόν αγάπης ο άνθρωπος τελειοποιείται και φθάνει εις την εν Θεώ ευδαιμονίαν και ούτω τελειοποιείται η εν αυτώ εικών του Θεού. Άλλη τριάς εν τη ψυχή του ανθρώπου είναι η μνήμη. quod amatur. ή τρόποι υπάρξεως. ότε ήτο κατηχούμενος και υποτίθεται μαθητής του Αμβροσίου. Κατά τον Αυγουστίνον ο Αδάμ έπεσεν από την ευδαίμονα κατάστασιν αμέσου γνώσεως των αρχετύπων ειδών της θείας ουσίας και δια της πτώσεως ταύτης η ανθρωπότης μετά του Αδάμ απώλεσε την μνήμην της καταστάσεως ταύτης. Άλλη τριάς.49 Και εδώ βλέπομεν πώς το θέλειν δια την ύπαρξίν του εξαρτάται από το είναι και από το γινώσκειν. amor). όμως. αλλά διετήρησε την περί μνήμης θεωρίαν του. συμπεριλαμβάνουσα το σώμα του ανθρώπου κατ' εικόνα του Χριστού. του Filioque του Αυγουστίνου δεν είναι μία απλή προσθήκη "τεττάρων συλλαβών". Το τραγικόν είναι ότι οι Φράγκοι εις εποχήν αγραμματωσύνης και εθνικής εξάρσεως προέβαλον το Filioque κατά τον τρόπον τον οποίον οι ίδιοι περιέγραψαν εις τον Πάπαν Λέοντα Γ'. Άλλη τριάς δια τον Αυγουστίνον είναι ο νούς. ως είδαμεν. Αυτή η τελευταία τριάς δια τον Αυγουστίνον καθρεπτίζει καλύτερον των άλλων την εν τω ανθρώπω εικόνα του Θεού. intelligentia. αλλά και εκ της αυτογνωσίας του νοός. επίχρισιν εγγραμματωσύνης.48 Πάντως είναι σαφές ότι εάν εκληφθούν τα τοιαύτα ως σχέσεις.54 Αλλά η μνήμη αυτής διατηρείται εν τη παραδόσει της Αγίας Γραφής αλλά και εις ωρισμένους φιλοσόφους. δια τον Αυγουστίνον. voluntas). όστις σήμερον απέκτησεν. Η αποδοχή. Όθεν το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του νοός. η γνώσις και η αγάπη ή ο νούς η αυτογνωσία και η αυτοαγάπη (mens. nosse. Αι προϋποθέσεις του Filioque μετέβαλον τον Χριστιανισμόν των Φράγκων και εν συνεχεία των υπ' αυτών διαμορφωθέντων Ευρωπαίων εις κάτι ξένον 182 . η νόησις και η βούλησις (memoria. 53 Εκ των υστέρων ο Αυγουστίνος εγκατέλειψε την περί προϋπάρξεως των ψυχών θεωρίαν του Πλάτωνος. το γινώσκειν και το θέλειν (esse. συνάπτων ταύτην με την περί δημιουργίας και πτώσεως του ανθρώπου διδασκαλίαν της Εκκλησίας.και η αγάπη (amans. ο Αυγουστίνος σαφώς παρεδέχετο την περί μνήμης θεωρίαν του Πλάτωνος.56 Η επαναφορά αυτή τελειοποιείται εν Χριστώ και η τελεία αποκατάστασις της εν τω ανθρώπω εικόνος του Θεού. velle). ήτις προϋποθέτει την προΰπαρξιν της ψυχής εις ευδαίμονα κατάστασιν αμέσου γνώσεως των αρχετύπων ειδών.47 Το Πνεύμα το Άγιον είναι η κοινή αγάπη ή θεότης του Πατρός και του Υιού. ήτις αμυδρώς εικονίζει την Αγίαν Τριάδα.52 Πάντως εις τα προ του βαπτίσματος γραφόμενα έργα του.50 Ο νούς ίνα αγαπά εαυτόν γνωρίζει εαυτόν. τότε το Άγιον Πνεύμα εξάπαντος ύπαρξιν έχει πρωτίστως εκ του Πατρός αλλά και εξίσου εκ του Υιού.57 Αι θέσεις των Φραγκολατίνων και των Προτεσταντών περί Filioque είναι παραλλαγαί των θέσεων του Αυγουστίνου. είναι εν τη ψυχή του ανθρώπου το είναι.51 Πάλιν φαίνεται σαφώς η εξάρτησις της βουλήσεως εκ της μνήμης και της νοήσεως. notitia. amor).
διότι λείπει η μυστηριακή προσέγγισις μέσω της παραδόσεως των θεουμένων. Εξ επόψεως της συγχρόνου σκέψεως δεν ημπορεί να υπάρχη πιο αφελής ιδέα από την πεποίθησιν του πλατωνικού Αυγουστίνου. οι οποίοι διαισθάνονται πλέον την ουσιαστικήν διαφοράν μεταξύ της αυγουστινείου παραδόσεως και της παραδόσεως 183 .59 Εκτός τούτου. Αφού απορρίπτουν το κατ' αυτούς καλύτερον μέλος της παραδόσεως ταύτης διατί να χάνουν καιρόν με τα κατώτερα μέλη. ηναγκάσθησαν οι Φραγκολατίνοι να εκλάβουν την μετεχομένην εν τοις μυστηρίοις σωστικήν χάριν ως κτιστήν. ως ακριβώς συνέβη με τας εν δόξη νεφέλη και γνόφω φανερώσεις του Θεού εις τους προφήτας. Τούτο διότι η ταύτισις ουσίας και ακτίστου ενεργείας. δηλαδή η εμπειρία αυτής και η επ' αυτής ερειδομένη αποφατική θεολογία της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. αποστόλους και αγίους. Ούτως η μυστηριακή ζωή των Φράγκων μετεβλήθη εις το δυσειδαιμονικόν μυστηριακόν σύστημα του φραγκολατινικού μεσαίωνος. κολάσεως και παραδείσου. ή δεν τους εννοούν. ουδέποτε θα στραφούν προς την Ορθοδοξίαν. αλλά και το επί της θεώσεως ερειδόμενον αλάθητον της Εκκλησίας. Ακριβώς επειδή αι προϋποθέσεις του Filioque δεν επιτρέπουν την άμεσον δια της ακτίστου θείας ενεργείας και χάριτος σχέσιν του Θεού δια του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι προς τους θεουμένους και τους πιστούς.προς τον ορθόδοξον ρωμαϊκόν Χριστιανισμόν της Νέας Ρώμης. Το χειρότερον είναι ότι οι απαρνούμενοι τον φραγκολατινικόν Χριστιανισμόν του Αυγουστίνου Δυτικοί. Οι ασχολούμενοι με τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας Δυτικοί ή καθυποτάσσουν αυτούς εις τον Αυγουστίνον. υπεχρέωσαν τον Αυγουστίνον και τους Φραγκολατίνους να εκλάβουν το πυρ το αιώνιον ως και το καθαρτήριον πυρ ως κάτι το κτιστόν. και ούτως εν τοις πλαισίοις τούτοις οι σημερινοί δυτικοί βιβλισταί δαπανούν και εξαντλούν τας δυνάμεις των επί ανυπάρκτων δια τον Χριστόν και τους αποστόλους προβλημάτων. Μάλιστα εις την βάσιν των συζητήσεων των σημερινών Δυτικών περί βασιλείας του Θεού και εσχατολογίας είναι πάλιν το Filioque. αι προϋποθέσεις του Filioque επέτρεψαν την μεταξύ των Φραγκολατίνων ανάπτυξιν των δυσειδαιμονικών των αντιλήψεων περί καθαρτηρίου πυρός. εφόσον πιστεύουν ότι ο Αυγουστίνος είναι συνέχεια και μέρος της πατερικής παραδόσεως και εφόσον μάλιστα πιστεύουν ότι είναι και το καλύτερον μέλος της παραδόσεως ταύτης. δηλ. Δυστυχώς όμως αποκλείεται οι Δυτικοί να στραφούν προς τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας. Ως τονίζωμεν εκτενώς από το 1955 και ως γνωρίζουν καλώς οι λεηλατήσαντες τας απόψεις του υποφαινομένου. αλλά εν αδιασπάστω ενότητι μετά τούτων. Εν κατακλείδι τονίζομεν ότι αι φιλοσοφικαί προϋποθέσεις του Filioque θεωρούνται εις την σύγχρονον φιλοσοφικήν σκέψιν φαντασίαι του μεσαίωνος. ότι τα εν τω κόσμω είναι εικόνες των δήθεν αρχετύπων ειδών της θείας φύσεως. άνευ σχετικών και εντίμων παραπομπών. Όχι μόνον απωλέσθη εξ αιτίας του Filioque η θέωσις. την κτιστήν όψιν της Εκκλησίας. Πάντως εξ αιτίας των επαφών των με ορθοδόξους θεολόγους υπάρχουν σήμερον πολλοί πνευματικοί απόγονοι των Φραγκολατίνων. εν συνδυασμώ με το αόρατον και αμέτοχον της θείας ουσίας. Εξ αιτίας των προϋποθέσεων αυτού ο Αυγουστίνος εταύτισε την βασιλείαν του Θεού με τον λαόν του Θεού. αι προϋποθέσεις του Filioque είχον ως αποτέλεσμα να μεταβληθή ολόκληρος η μυστηριακή ζωή της φραγκολατινικής παραδόσεως. εφόσον επικρατεί εις αυτούς η ιδέα ότι ο Αυγουστίνος είναι ο μεγαλύτερος και βαθύτερος Πατήρ της Εκκλησίας.
των Πατέρων και προσπαθούν να κατανοήσουν την διαφοράν ταύτην. 184 . Καλόν θα ήτο να καταβάλουν παρομοίας προσπαθείας και τα ευρισκόμενα εκτός της πατερικής παραδόσεως "ορθόδοξα" πνευματικά τέκνα των προϋποθέσεων του Filioque.
Τούτο διότι έφθασαν και οι δύο τους μαζί με τον Γρηγόριον τον Θεολόγον εις την εν Χριστώ θεωρίαν της δόξης του Πατρός εν Αγίω 185 . Η βασική θέσις του κ. Εισαγωγικά 1. Μάλιστα την τελικήν μορφήν της ορολογίας περί αυτών των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος ετελειοποίησαν κυρίως οι εν λόγω αδελφοί Μέγας Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσσης και ο φίλος τους Γρηγόριος ο Θεολόγος και η οποία ήτο το βασικόν θεμέλιον όλων των Οικουμενικών Συνόδων. Δηλαδή κατήργησε την αποκάλυψιν του Θεού εις την ανθρωπότητα μέσω του δοξασμού των θεουμένων ότι ". Το 1983 και το 1984/93 εδημοσιεύθη η διδακτορική διατριβή του κ. ό θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι. Γ. ΙΙΙ. ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ Α. Γεωργίου Μαρτζέλου με τον τίτλον "ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ". δηλαδή την πατερικήν αντίληψιν περί της διαμάχης μεταξύ του αιρετικού Ευνομίου και κυρίως των Πατέρων Μεγάλου Βασιλείου και Γρηγορίου Νύσσης επάνω εις την διάκρισιν μεταξύ της θείας ουσίας και των θείων "ενεργειών".ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ και ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ Ι. Συμπεράσματα και Θεολογική Μέθοδος Ι.Θ.Π. Μαρτζέλου να ανατρέψη την παραδοσιακήν. ή ενός και μόνου των τριών". Γ. ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΙΙΙ. Εις το Μέρος ΙΙ (σ.άπαν. Μαρτζέλου που τυγχάνουν να είναι εις το βιβλίον μου "Το Πρατορικόν Αμάρτημα" Ε. Η Νέα έκδοσις του 1984/93 Δ. Εις το Μέρος Ι (σ. Βασίλειον και Γρηγόριον Νύσσης. Εισαγωγικά Β. ή κοινόν εστι πάντων. Ασφαλώς τούτο ισχύει δια τον Ευνόμιον. Μαρτζέλου Γ. αλλά όχι δια τους Πατέρας Μ. Τα δύο κείμεναθεμέλια των θέσεων του κ..2 Ο συγγραφεύς ασχολείται με τους ως άνω τρεις ωσάν να επρόκειτο περί στοχαστών. ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΚΑΤΑ ΕΥΝΟΜΙΟΥ Α'. κυρίως της Β' το 381 και της Η' το 879. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ Ι. 1‐20) της εκθέσεως ταύτης θα μας απασχολήση η προσπάθεια του καθηγητού του τμήματος θεολογίας της θεολογικής σχολής του ΑΠΘ κ. ΙΙ.. 20‐26) θα μας απασχολήση η κατάργησις του δόγματος περί των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος από ολόκληρον το τμήμα θεολογίας του Α. Σύνοψις της διδασκαλίας του Ευνομίου ΙΙ.
τι θέλει.. Ματσούκας και Τσελεγγίδης. αλλ' άμα τε βούλεται. Δεν έχει τίποτε εκτός και εντός εαυτής που καθορίζει τα αποτελέσματα της βουλήσεώς του.3 4. εποίησεν. "Πάντα γαρ όσα ηθέλησε. Εκτός Ελλάδος σημαίνει σχεδόν πάντοτε την μεταφυσικήν. και άφησαν τα άγια λείψανά τους εις μαρτυρίαν του γεγονότος τούτου. αλλ' άμα τε βούλεται.Πνεύματι δι' εσόπτρου εν αινίγματι και πρόσωπον προς πρόσωπον. Μαρτζέλος όχι μόνον χρησιμοποιεί συχνά τον όρον οντολογία.λ. Εν αντιθέσει προς τους θεουμένους αυτούς Πατέρας ο Ευνόμιος ανοήτως κάμνει τον θρησκευόμενον φιλόσοφον σε πράγματα που δεν είδε τουλάχιστον δι' εσόπτρου εν αινίγματι. ούτε καν νεοπλατωνική. Βασίλειον και τον Γρηγόριον Νύσσης σαν εμπειρικούς επιστήμονας που είδαν μέσω της κοινής ακτίστου δόξης των περιχωρούντων αλλήλοις υποστάσεων της Αγίας Τριάδος εν τω ενσαρκωθέντι Κυρίω της Δόξης. Δια τούτο δεν έχει ανάγκην ακτίστου ενεργείας δια να κάμνη ό. όπερ ηθέλησεν". Επομένως το σύστημα του Ευνομίου δεν είναι οντολογικο‐μεταφυσική. ή κοινόν εστι πάντων. Ο κ. όπερ ηθέλησεν". Χρησιμοποιεί τον όρον "οντολογικήν θεώρησιν" που δεν υπάρχει στους Πατέρας.άπαν. Από τους θεουμένους προφήτας. Μάλιστα ο Γρηγόριος Νύσσης εξηγεί το φαινόμενον των αιρετικών κληρικών εντός των κόλπων της Εκκλησίας. Ου γαρ επιδέεταί τινος προς την ών βούλεται σύστασιν. εποίησεν. αποστόλους και Πατέρας γνωρίζομεν ότι 1) "Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον.5 186 .4 Ως καθαρά βούλησις η πρώτη εν λόγω ουσία δεν δεσμεύεται ούτε από την παρεπομένην ενέργειάν της και ούτε από το προσφυές όνομά της. δηλαδή δια του φωτισμού και της θεώσεως. Ου γαρ επιδέεταί τινος προς την ών βούλεται σύστασιν. Αυτοί εμφανίσθησαν όταν εισήλθον στον κλήρον μη φωτισμένοι και μη δοξασμένοι. όχι ως στοχασταί.τ. και γέγονε. ό θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι. "Πάντα γαρ όσα ηθέλησε. Εκτός τούτου ο κ." Τα τρία αξιώματα αυτά αποκλείουν την μεταφυσικήν οντολογίαν και τους βάσει αυτής στοχασμούς. Δηλαδή εθεολόγησαν ως θεόπται.Ο κ.. δηλαδή στοχασταί. Μαρτζέλος δεν αντιμετωπίζει τον Μ. αλλά και τιτλοφορεί το Κεφάλαιο Β' "Ο οντολογικός χαρακτήρ των θείων ενεργειών"! Αν είναι δυνατόν. Έτσι η αδέσμευτος βούλησις που είναι η ουσία της "ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας" βούλεται την ύπαρξιν της παρεπομένης ενεργείας της και το προσφυές όνομά της και έγινε αμέσως το θέλημα της. ή ενός και μόνου των τριών. Δια τούτο μάλιστα εγνώρισαν εμπειρικώς ότι το θεμέλιον του δόγματος της Αγίας Τριάδος είναι τα κοινά και τα ακοινώνητά της όπως μαρτυρεί η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Μαρτζέλος και οι συνάδελφοί του κ. κατήργησαν την ανωτέρω διάκρισιν μεταξύ των "κοινών" και των περιχωρούντων αλλήλοις "ακοινωνήτων" της Αγίας Τριάδος και έτσι κατέρριψαν τα θεμέλια της διαμάχης των Πατέρων κατά των αιρετικών που κατεδικάσθησαν από τας Οικουμενικάς Συνόδους Α' μέχρι Η'. 3. Μάλιστα είναι εξίσου πρόβλημα εάν δύναται το σύστημα του Ευνομίου να χαρακτηρισθή ως "οντολογική θεώρησις" εφόσον πράγματι η "ανωτάτω και κυριωτάτη πρώτη ουσία" είναι η ίδια η βούλησίς της που δεν δεσμεύεται ούτε από την "παρεπομένην ενέργειάν της" μέσω της οποίας παράγει την δευτέραν ουσίαν κ. δηλαδή η πρώτη ουσία του είναι αυτή αύτη η κατά πάντα αδέσμευτος βούλησίς του. Είναι απλώς μία ειδωλολατρεία τριθεϊκή της οποίας το ύψιστον όν. 2. ούτε αριστοτελική. και γέγονε." 2) "ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ των κτισμάτων και της ακτίστου δόξης του Θεού" και 3) ". ούτε πλατωνική.
Ο κ. Εκεί διατείνεται το 1983 εις την σ. 6." Ο Ευνόμιος. Δηλαδή. Μαρτζέλος είχε βρει ένα μόνον χωρίον του Γρηγορίου Νύσσης όπου γίνεται μνεία του όρου "παρεπομένη ενέργεια. Μαρτζέλος προβληματίζεται με το κατά πόσον ο Μέγας Βασίλειος κατενόησε την διδασκαλίαν του Ευνομίου περί ουσίας και ενεργείας του Θεού. 7. Βασίλειος κατηγορεί τον Ευνόμιον ότι ταυτίζει την θείαν άκτιστον ενέργειαν με την άκτιστον θείαν ουσίαν ως εξής.. α) Όπως θα ίδωμεν από κείμενα του Ευνομίου η "ανωτάτω και κυριωτάτη ουσία" έχει μίαν "παρεπομένην ενέργειαν. 6 το 1983 και σ. η ενέργεια. 5 το 1984/93. κυκλοφορούσε το έργον του εις στενούς κύκλους. "καίτοι όμως ο Ευνόμιος σαφώς τονίζει την διάκρισιν μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. "εγεννήθη" και "εκτίσθη" κατ' άμεσον τρόπον δια της ακτίστου ενεργείας του Πατρός. αλλά και το γελοιοποίησε. Ο κ. ο Μ. Ή το προγνωστικόν πάλιν ωσαύτως. Βασίλειος τον κατηγορεί ότι ουσιαστικώς ταυτίζει ουσίαν και ενέργειαν εις τον Θεόν". ουσίαν τίθεσθαι. αλλά κτιστή. 95 και το 1984/93 εις την σ. β) Ο κ. 84 ότι "ο Υιός. εις την οποίαν οφείλει την ύπαρξίν του". 187 . Το εν λόγω έργον του Ευνομίου δεν σώζεται. το δημιουργικόν ουσίαν είναι λέγειν. Δια λόγους που θα ίδωμεν παρακάτω ο κ. Και απαξαπλώς πάσαν ενεργειαν. Μαρτζέλος παραθέτει αυτό τούτο το κείμενον εις την υποσημείωσιν 4 της σελίδος 93‐94 και το 1984/93 στην υποσημείωσιν 2 στην σελίδα 83 παρατηρεί ότι. Αλλά το έργον αυτό του Ευνομίου δεν ήτο η πλήρης διδασκαλία του. είναι "παρεπομένη" και αποτέλεσμα κτιστόν της βουλήσεως της που είναι αυτή αύτη η ουσία της. Βασίλειος γνωρίζει την διάκρισιν που κάμνει ο Ευνόμιος μεταξύ της "ουσίας και των ενεργειών του Θεού" και υπόσχεται ότι θα εξηγήση το φαινόμενον αυτό στο τέταρτον κεφάλαιον. Ή το προνοητικόν πάλιν ουσίαν." και όχι "ενεργείας. Μαρτζέλος υποστηρίζει ότι ασφαλώς ο Μ. κατά τον κ. 81 υποσημ." όπως διαβάζει κατ' επανάληψιν τα περιορισμένα κείμενα του Ευνομίου που γνωρίζει ο κ. όμως. Η βασική θέσις του κ.Β'. Εις απάντησιν του Βασιλείου ο Ευνόμιος έγραψε το έργον του "Απολογία υπέρ Απολογίας" πάλιν δια εκλεκτούς φίλους και οπαδούς του. δηλαδή τον Λόγον. παρ' ότι ο όρος αυτός είναι το βασικό κλειδί του περί ενεργείας συστήματος του Ευνομίου. Μαρτζέλον ο Ευνόμιος είναι απλώς οπαδός του Αρείου. Ο κ. όπως έχουμε περιγράψει την διδασκαλίαν του Ευνομίου εις την παρούσα έκδοσιν της Δογματικής και εις το Franks. Μαρτζελος.. 90 και υποσημ.7 Το "ουσιαστικώς" δεν υπάρχει στον Βασίλειον. Εις το σημείον αυτό ο Γρηγόριος Νύσσης ανέλαβε να το ανασκευάση εις το έργον του "Αντιρρητικός προς Ευνόμιον". της "ανωτάτης και κυριωτάτης ουσίας" δια της οποίας κτίζει την δευτέραν ουσίαν. Η δε "παρεπομένη ενέργεια" αυτή δεν είναι άκτιστος."6 Αφού το 1983 ο κ. Μαρτζέλου 5. Romans. Ο Μ. Μάλιστα το εδημοσίευσε μετά τον θάνατον του Μεγάλου Βασιλείου. Όμως ο Μέγας Βασίλειος το ανακάλυψε και όχι μόνον το ανασκεύασε δημοσίως.. Μαρτζέλος δεν έχει υπ' όψιν του τα κείμενα βάσει των οποίων ο Ευνόμιος μας αποκαλύπτει την σαφεστέραν διδασκαλίαν και ορολογίαν του και βάσει των οποίων περιγράφω την διδασκαλίαν του. Μαρτζέλος έχει υπόψιν του την διδασκαλίαν του Ευνομίου περί Θεού και των "ενεργειών" του από το έργον αυτού "Απολογία" και από την ανασκευήν του εις το έργον του Μεγάλου Βασιλείου "Ανατρεπτικός της Απολογίας του δυσσεβούς Ευνομίου. Αλλά αντιθέτως. Μαρτζέλον ενέργειαι. σώζονται όμως πολλά εις τον "Αντιρρητικόν προς Ευνόμιον". Εν συνεχεία ο Ευνόμιος εξέδωσε το έργον του "Έκθεσις Πίστεως" του οποίου πολλά σώζονται εις τον "Αντιρρητικόν προς την Ευνομίου Έκθεσιν" του Γρηγορίου Νύσσης." σ. "πώς ουν ου καταγέλαστον.. και όχι αι κατά τον κ. Feudalism and Doctrine το 1981 και όπως θα ίδωμεν πάλιν.η αιτιώδης σχέσις μεταξύ του Πατρός και του Υιού προσδιορίζεται κατά τον Ευνόμιον μόνον υπό της ακτίστου ενεργείας του Πατρός.
όχι μόνον δεν έχει ολοκληρωμένην εικόνα της περί Θεού και "τής ενεργείας του" διδασκαλίας του Ευνομίου. Το ότι είναι κτιστή μάλιστα φαίνεται από το ίδιο το ρήμα "παρέπομαι" που σημαίνει "ακολουθώ από δίπλα" ή "από κοντά. D." ή ως "τό παρεπόμενον" είτε "ως τι κατ' ανάγκη αποτέλεσμα" είτε "ως τι συμβεβηκός". 90‐92 το 1983 και την σ. 8) Οι κ.Δ. Εις την σ. Είναι μέρος κολοβωμένου ερωτήματος. Ούτε οι Παπικοί. Κατά τον Ευνόμιον "η παρεπομένη αυτή ενέργεια" δεν είναι κατά την φύσιν της ούτε άναρχος ούτε ατελεύτητος. 81. κάμνει την εμφάνισίν του εις το βιβλίον αυτό του κ. δ) Έτσι η πρωτοτυπία του κ. 5. Μόνον τρία απ' αυτά τα κείμενα του Ευνομίου8 αναφέρονται εις την διδασκαλίαν του περί Θεού. δηλαδή "παρεπομένη ενέργεια". διότι απλούστατα είναι κτίσμα της ακτίστου βουλήσεως. Μαρτζέλος και Καλογήρου νομίζουν ότι οι ξένοι. 79‐81 το 1984/93 ο κ. Μαρτζέλος δεν είχε τα μέσα δια να έχει ακριβή εικόνα της διδασκαλίας του Ευνομίου. ούτε οι Προτεστάνται. Μαρτζέλος βαπτίζει την ενέργειαν αυτήν "άκτιστον" και αγωνίζεται με σοφιστίες να καλύψη την αδυναμίαν του να τεκμηριώση με χωρία του Ευνομίου και των αντιπάλων του πώς είναι δυνατόν μία ενέργεια που δεν είναι άναρχος να είναι συγχρόνως και άκτιστος. Τούτο σημαίνει απλούστατα ότι. δηλαδή της ακτίστου ουσίας. αλλά και ούτε σχεδόν όλοι που κάμνουν τους σημερινούς ορθοδόξους θεολόγους. N. 90 εις επικουρίαν του τον Γρηγόριον Νύσσης ο οποίος γράφει ότι η ενέργεια του Θεού είναι κατά τον Ευνόμιον "δύναμίς τις ουσιώδης καθ' εαυτήν υφεστώσα και το δοκούν εργαζομένη δι' αυτεξουσίου κινήματος". Με άλλα λόγια εδούλεψε μόνον με τα περί Θεού και των θείων ενεργειών κείμενα του Ευνομίου με τα οποία ασχολείται ο Μέγας Βασίλειος. αλλά την εικόνα που έχει κατασκευάσει είναι εντελώς πλανεμένη. ενώ τα υπόλοιπα περίπου 25 κείμενα αναφέρονται εις την διδασκαλίαν του Ευνομίου περί των ονόματων του Θεού. Kelly στον οποίον εστηρίχθησαν. Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσσης. Μαρτζέλου και του συμβούλου καθηγητού του συνίσταται εις το ότι ίσως είναι οι πρώτοι που ισχυρίσθηκαν ότι δύναται κάτι που δεν είναι "άναρχον" να είναι και συγχρόνως άκτιστον. που ολοκληρώνεται το 1984/93 σ. Μαρτζέλος ούτε καν αναφέρεται εις την περί "τής ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας" και "τής παρεπομένης ενεργείας και του προσφυούς ονόματος της" διδασκαλίαν του Ευνομίου. Μάλιστα καλεί ήδη το 1983 σ. δεν κατάλαβε τί είναι η εν λόγω "παρεπομένη ενέργεια" κατά τον Ευνόμιον αφού και την εξέλαβε ως άκτιστον. δηλαδή ο Κύριος της Δόξης της Π.γ) Παραδόξως ο κ. Μαρτζέλος παραπέμπει εις περίπου 27 κείμενα του Ευνομίου από τα ογκώδη κατ' αυτού έργα του Γρηγορίου Νύσσης. Αλλά δια τον Ευνόμιον η εν λόγω "παρεπομένη ενέργεια" της "ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας" δεν είναι άναρχος απλούστατα διότι είναι "κτιστή". είναι ο Ιαχβέ. όπως θα ίδωμεν. Μη έχων υπόψιν του τα περί Θεού και "τής παρεπομένης ενεργείας του" κείμενα του Ευνομίου ως σώζονται εις τα εν λόγω έργα του Γρηγορίου Νύσσης. Ο Ευνόμιος δεν είχε αποκαλύψει ακόμη όλην την διδασκαλίαν του περί των τριών θεϊκών ουσιών του και των ονομάτων τους εις το έργον "Απολογία" που ανεσκεύασε ο Μ. σαν τον J. ο κ. Βασίλειος. Αυτό 188 . υποσημ. συμφωνούν και οι Αρειανοί και οι Πατέρες και ο Ευνόμιος ο ίδιος και οι αδελφοί Μ. Αλλά πάντως το χωρίον αυτό δεν είναι του Ευνομίου. Με το κείμενον του αυτό ο Γρηγόριος Νύσσης χλευάζει την "παρεπομένην ενέργειαν" του Θεού του Ευνομίου. δηλαδή ότι ο Λόγος είναι ο Ιαχβέ των προφητών. καταλαβαίνουν πραγματικά τας διαμάχας μεταξύ Πατέρων και αιρετικών της εποχής των Οικουμενικών Συνόδων. Υπεύθυνος δια την κατάστασιν αυτήν είναι ο σύμβουλος καθηγητής του που θα έπρεπε να επιμείνη να χρησιμοποιήση και τα περί Θεού και ενεργείας κείμενα του Ευνομίου εις τα κατ' αυτού συγράμματα του Γρηγορίου Νύσσης. Μαρτζέλου. Είναι η μόνη φορά που ο τεχνικός και βασικός όρος κλειδί του συστήματος του Ευνομίου. Δια τούτο. Δ. Σ' αυτό. Μη έχων παρά τα τρία ανωτέρω κείμενα του Ευνομίου ο κ. έχουν ακόμη καταλάβει ότι δια όλους τους Πατέρας των Οικουμενικών Συνόδων ο Λόγος της Κ.
δηλαδή ο Λόγος. και τους ακολουθούν "σχεδόν όλοι" οι σημερινοί δήθεν "ορθόδοξοι θεολόγοι". ενεργείας της πρώτης ουσίας. Μαρτζέλος δεν συνέλαβε τα κρυπτόμενα μέσα στα κείμενα του Ευνομίου και έτσι 189 . Αυτά κατέγραψε ο Ευνόμιος εις το έργον του "Απολογία" που κυκλοφορούσε μυστικώς μεταξύ των οπαδών του που ελέγοντο Ανόμοιοι και που δεν εδέχοντο καμμίαν ομοιότητα μεταξύ ακτίστου και κτιστού. όπως στον Άρειον. "πώς ουν ου καταγέλαστον. Ήτο φυσικόν να πιστεύσω ότι ίσως διώρθωσε την νέαν αυτήν έκδοσιν. Romans. ως φαίνεται. όπως τον κατηγορεί ο Μ. α) Το 1957 και πάλιν το 1987 είχα επικαλεσθεί τον Μέγαν Βασίλειον διαμαρτυρόμενον κατά του Ευνομίου ότι."10 β) Ο κ. Επίσης είναι το κατ' εξοχήν Κλειδί των διαφορών μεταξύ Αυγουστίνου και των υπολοίπων Πατέρων Δύσεως και Ανατολής. Βασίλειος. "Οι Ευνομιανοί". Ούτε στο στάδιον αυτό μου εζήτησε εις ποία χωρία θεμελειώνω την περιγραφήν μου της διδασκαλίας του Ευνομίου. 77. 77. Ή το προνοητικόν πάλιν ουσίαν.Δ. Τώρα στην ιδικήν του σ. της Τριάδος του Ευνομίου. Αλλά εχάραξε νέαν γραμμήν στο θέμα. το δημιουργικόν ουσίαν είναι λέγειν. αλλά εις τας σ. την πεποίθησιν ότι ο αναγνώστης θα έχη τώρα πιστεύση στην μέχρι τούδε ερμηνείαν του ότι ο Ευνόμιος δεν ταυτίζει την θείαν ουσίαν με την άκτιστον θείαν ενέργειαν. "βιβλικοί" και "δογματικοί". Βασιλείου. Γ. Εταύτισε την ουσίαν του Θεού με την βούλησιν του Θεού και διακρίνει από αυτήν την ενέργειαν του Θεού που ακολουθεί την βούλησίν του. 87‐88 εις τας οποίας δεν παραπέμπει. Οι σημερινοί Παπικοί και Προτεστάνται ταυτίζουν τον εαυτόν τους ουσιαστικά με τον Αυγουστίνον εις το ότι ο Χριστός δεν είναι ο Ιαχβέ της Π. Ο κ. Αυτό το έργον του Ευνομίου είναι εκείνο που έπεσε εις τα χέρια του Βασιλείου και από τούτο κατάλαβε τον κίνδυνον που διέτρεχον οι πιστοί. Τα δύο κείμεναθεμέλια των θέσεων του κ. Στο σημείον αυτό έχει πλέον. συμφωνούσαν με τους Ορθοδόξους φαινομενικά στη διάκρισιν μεταξύ θείας ουσίας και θείων ενεργειών και στην ανομοιότητα ακτίστου και κτιστού δια να τους ανατρέψουν από μέσα. αλλά έργον της κτιστής ακολουθούσης. Feudalism and Doctrine". 78 υποσημ. Εκεί περιγράφω πώς η δευτέρα ουσία. Γ'. Μαρτζέλος αποκαλύπτει μόλις στην σ. Και απαξαπλώς πάσαν ενέργειαν. Δ'. α) Ο Ευνόμιος είχε υπόψιν του την διδασκαλίαν και των Ορθοδόξων και των Αρειανών περί της διακρίσεως μεταξύ της θείας ουσίας και της ακτίστου ενεργείας. Δια τούτο την "ενέργειαν ηγείσθαι την βούλησιν". "παρεπομένης". Ή το προγνωστικόν πάλιν ωσαύτως. 425 και (3) "Franks. 93 (υποσημ.είναι και ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ των διαμαχών μεταξύ αιρετικών και Ορδοδόξων. (2) "Κριτική Θεώρησις των εφαρμογών της Θεολογίας". σελ. Το ότι δεν διάβασε το τελευταίο βιβλίον σωστά φαίνεται από το γεγονός ότι η περίληψίς μου της διδασκαλίας του Ευνομίου δεν ευρίσκεται στην σ. και μεταξύ Φραγκο‐Λατίνων και των Πατέρων. Η Νέα έκδοσις του 1984/93 9) Ο κ. 1 παραπέμπει στα έργα μου (1) Δογματική κεφ. 4) στην έκδοσιν του 1983 ή στην σ. Και ούτε κατάλαβε το κεφάλαιον "Οι Ευνομιανοί" της Δογματικής μου. σ. δεν είναι έργον της ακτίστου ενεργείας του Πατρός. Μαρτζέλου που τυγχάνουν να είναι εις το βιβλίον μου "Το Πρατορικόν Αμάρτημα" 9 10. 2 στην έκδοσιν του 1984/93 τα λεγόμενα αυτά του Μ. Δηλαδή. 11. Μαρτζέλος είχε κάμει νέαν έκδοσιν της διατριβής του το 1984. Έτσι συνέχισε να υποστηρίζη ότι ο Ευνόμιος ακολουθεί τον Άρειον. ουσίαν τίθεσθαι. 83 υποσημ.
Ή γαρ αν ήν και το έργον άναρχον. (καί ο Λόγος είναι αΐδιος παρά το γεγονός ότι δεν είναι αγέννητος και άναρχος.. Μαρτζέλος δεν εδιάβασε καν τα σχετικά κείμενα του Ευνομίου εις τον Γρηγόριον Νύσσης και δια τούτο δεν κατάλαβε το απλούν τούτο γεγονός που είναι βασικόν κλειδί του θρησκευτικού συστήματος του Ευνομίου. μη άναρχον είναι την ενέργειαν. επεί μηδέ οίόν τε παυσαμένων των έργων άπαυστον είναι την ενέργειαν. Δια τούτο. δηλαδή "παρεπομένη ενέργεια". Ει δ' εκάτερον τούτων ομολογουμένως άτοπον. μαρτυρούσης και προφητικής φωνής. δηλαδή 2 ή 3 σελίδες πριν αναφέρει την ανωτέρω καταγγελίαν (16. Ώστε ου το τέλος έχον ανάγκη και αρχήν έχειν". μητ' ατελευτήτως. την δε ενέργειαν ουκ άναρχον. και φρενώς νηπίας. όπερ ηθέλησεν". Αλλά κατά τους Πατέρες "η άκτιστος ενέργεια του Θεού είναι αΐδιος παρά το γεγονός ότι δεν είναι αγέννητος και άναρχος και πάντοτε ατελεύτητος. 28. 79‐81 το 1984/93. εμφανίζεται. ή το έργον αγέννητον. αφού είναι γεννητός και συνάναρχος τω Πατρί). Λίαν γαρ μειριακώδες. αρχομένων τε των έργων. την μεν άναρχον απλήν τε και ατελεύτητον ειδότες. και δια τούθ' άμα μεν τω Θεώ τον κόσμον αποφαινομένων. Εκ γαρ τούτων συμβαίνει δυοίν θάτερον. Βασιλείου. προηγείται η άκτιστος ουσία/βούλησις και παρέπεται η ενέργεια και δια τούτο ο Ευνόμιος την ονομάζει "παρεπομένην". 22. Μαρτζέλον. αρχήν ουκ έχουσα. εποίησεν. Ο τεχνικός όρος αυτός. ". Μαρτζέλος πιστεύει ότι στο κείμενο αυτό της "Απολογίας" του Ευνομίου η διακρινομένη από την θείαν ουσίαν ενέργεια είναι άκτιστος. όπως θα δούμεν.. δ) Αλλά ο κ.11 γ) Εις το κείμενον αυτό μόνον η βούλησις του αγεννήτου είναι άκτιστος αφού αυτή ταυτίζεται με την άκτιστον θείαν ουσίαν. Μαρτζέλου εις χωρίον του Γρηγορίου Νύσσης το οποίον δεν κατάλαβε. Εν τω μεταξύ είχε ανακαλύψει τα ιδικά μου περί Ευνομίου και το γεγονός ότι περιγράφω την διακρινομένην από την θείαν ουσίαν ενέργειαν ως κτιστήν. ουκ ασφαλές οιόμεθα δείν ενούν τη ουσία. αλλ' άμα τε βούλεται. και γέγονε. Ου χρή τοίνυν πειθομένοις γνώμαις ετέρων ανεξετάστοις ενούν τη ουσία την ενέργειαν. ενούντων τη ουσία την ενέργειαν. μία φορά μόνον εις το βιβλίον του κ. ε)Ο κ. αληθεστάτην δε και Θεώ πρεπωδεστάτην ενέργειαν ηγείσθαι την βούλησιν. Είχε ήδη στο βιβλίον του χωρίον όπου φαντάζεται ότι ο Γρηγόριος Νύσσης του παρέχει βοήθειαν κατά της ιδικής μου ερμηνείας του Ευνομίου.Η πρόγνωσις δε του Θεού. Μαρτζέλος κάμνει την σχετικήν ερμηνείαν του μόλις προμνημονευθέντος στην παράγραφον 17 β) χωρίου του Ευνομίου στην σ. Πάντα γαρ όσα ηθέλησε. β) Ιδού το κείμενον του Ευνομίου που επαγίδευσε τον κ. ούτ' ατελεύτητον. α) του Μ.ευρίσκει περίεργον την καταγγελίαν του Μεγάλου Βασιλείου ότι ο Ευνόμιος ταυτίζει ουσίαν και ενέργειαν εις τον Θεόν. αληθές το λειπόμενον. μετά το γενέσθαι περί ών προέγνω τέλος έχει. "ούτοι μερισμόν ή κίνησίν τινα την ουσίαν ηγουμένους." 12 Ταύτα κατά τον Μέγαν Βασίλειον. Αλλά στο εν λόγω χωρίον του Ευνομίου η ενέργεια του ιδικού του Θεού δεν είναι αΐδιος. Το παράδοξον είναι ότι δια τον Ευνόμιον δεν υπάρχει "ενέργεια" της Τριθεΐας του που να μη είναι "παρεπομένη". ουδέν δε μάλλον εκ τούτου την ατοπίαν διαφευγόντων. 190 . μη άπαυστον. Θα επανέλθωμεν παρακάτω στην παρ. ή την ενέργειαν άπρακτον είναι του Θεού.. αλλά έχει αρχήν.. αρκούσαν προς τε το είναι και σώζεσθαι τα πάντα. όπως θα ίδωμεν στην παραγ. Ου γαρ επιδέεταί τινος προς την ών βούλεται σύστασιν. Ο κ. Αλλά εν αντιθέσει προς τους Ορθοδόξους ο Ευνόμιος υποστηρίζει ότι η διακρινομένη από την θείαν ουσίαν ενέργεια της "ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας" είναι "παρεπομένη" και κτιστή. αγέννητον και ατελεύτητον λέγειν την ενέργειαν ταυτόν τη ουσία τιθεμένους μηδενός των έργων αγεννήτως γίνεσθαι δυναμένου. παυομένων τε. 92 το 1983 ή στην σ. άπερ επινοείν αναγκαίον τους υπαγομένους τοις Έλλησι σοφίσμασιν.Ημείς δε κατά τα μικρώ πρόσθεν ρηθέντα την ενέργειαν εκ των έργων κρίνοντες. όπως εσημειώσαμεν.
P. Παραθέτω την σύνοψιν της διδασκαλίας του που κάμνει ο ίδιος ο Ευνόμιος από την παρούσαν Δογματικήν μου κεφ. που πιστεύει εις το δόγμα της εκ του μηδενός δημιουργίας. Εις αυτά έχομε πληρεστέραν εικόνα της διδασκαλίας του Ευνομίου. Την τελευταίαν αυτήν επιλογήν ακριβώς κάμνουν οι Ευνόμιος. τη δε δια ενέργειαν καθ' ήν γέγονεν υποταττομένης. Μαρτζελου. Μετά τον θάνατον του Μ. 45. όπως ακριβώς περιγράφουν ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νύσσης και όπως φαίνεται σαφώς από τα αυτούσια κείμενα του Ευνομίου που παραθέτουν. 45. Ο Γρηγόριος Νύσσης ανασκεύασε το έργον τούτο του Ευνομίου εις τρία σταδια. Κεφ. 151‐154 "Πάς ο των καθ' ημάς δογμάτων συμπληρούται λόγος εκ τε της Α ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας και εκ της δι' εκείνην μεν ούσης μετ' εκείνην δε πάντων των άλλων πρωτευούσης και τρίτης γε της μηδεμιά μεν τούτων συνταττομένης. Ο Μέγας Βασίλειος και ο αδελφός του ο Γρηγόριος Νύσσης πολεμούν τον Ευνόμιον ακριβώς μέσα εις τα πλαίσια αυτά. Ε'.G. Παπικοί και Προτεστάνται.. Κείμενον συνοψίζον την διδασκαλίαν του Ευνομίου από την "Απολογίαν υπέρ Απολογίας" του από τον "Αντιρρητικόν" του Γρηγορίου Νύσσης. και το Migne. Βασιλείου ο αδελφός του ο Γρηγόριος ο Νύσσης συνέχισε τον αγώνα κατά των θρησκευτικών στοχασμών του Ευνομίου ο οποίος είχε γράψει την "Απολογία υπέρ Απολογίας" του και την κυκλοφορούσε μόνον μεταξύ των οπαδών του και μετά τον θάνατον του Βασιλείου δημοσίως. Βασιλείου. Σύνοψις της διδασκαλίας του Ευνομίου 15. με την διαφοράν ότι μεταξύ των τελευταίων πολλοί απέρριψαν την κτιστήν θείαν χάριν και έμειναν με την άκτιστον βούλησιν του Θεού και τον απόλυτον προορισμόν.) Επίσκοπος. Ο Ευνόμιος απήντησε με το έργον του "Έκθεσις Πίστεως" εις την οποίαν απήντησε ο Γρηγόριος Νύσσης με το έργον του "Αντιρρητικόν εις την Ευνομίου Έκθεσιν". Επίσης μέσα στα ίδια πλαίσια ο Ορθοδοξος Ησυχασμός ή Παλαμισμός πολέμησε τον Φραγκολατινικόν Σχολαστικισμόν. που ήδη εμνημονεύσαμεν. "Οι Ευνομιανοί" εξηγώ πώς οι ταυτίζοντες την άκτιστον ουσίαν του Θεού με την άκτιστον ενέργειαν Αυτού είναι υποχρεωμένοι να δεχθούν ή είδος πανθεϊσμού ή να εκλάβουν την εν τω κόσμω και τοις ανθρώποις ενέργειαν και χάριν του Θεού ως κτιστήν. Αλλά από τα έργα αυτά ο κ. 325C. Αφού ο Ευνόμιος εταύτισε την άκτιστον θείαν βούλησιν με την άκτιστον θείαν ουσίαν ήτο υποχρεωμένος ως Χριστιανός (. ιγ' Μνήμη των δογματικώς αυτώ ειρημένων και κατά διαίρεσιν προς τα ειρημένα μάχη. Μαρτζέλος. 14. 297BC. αλλά τη μεν δια την αιτίαν. 16. Εκ των κειμένων του Ευνομίου επικρατεί η παραδοσιακή ερμηνεία των Πατέρων Μ. Εις την Εισαγωγήν και εις τα Κεφάλαια Α' και Β' του έργου μου "Το Προπατορικόν Αμάρτημα" (1957/1989) και στην παρούσα Δογματικήν μου κεφ. Αλλά αυτή η πληρεστέρα εικών ανατρέπει πλήρως την περιγραφήν της διδασκαλίας του Ευνομίου περί θείας ουσίας και "ενεργειών" που κάμνει ο κ. συμπεριλαμβανομένων δηλαδή προς την του παντός λόγου συμπλήρωσιν και των ταις ουσίαις παρεπομένων 191 . "Οι Ευνομιανοί". να διακρίνη την εν τω Θεώ άκτιστον θείαν ουσίαν από την κτιστήν ενέργειαν του Θεού δια της οποίας κτίζει τον κτιστόν Λόγον κτλ. 13.12. Αυγουστίνος και Θωμάς Ακινάτης. Αυτό ακριβώς έκαμαν σχεδόν όλοι οι Φραγκολατίνοι. Μαρτζέλος γνωρίζει μόνον δύο περί Θεού κείμενα του Ευνομίου Migne. Γρηγορίου του Θεολόγου και Γρηγορίου του Παλαμά και όχι του κ. Γρηγορίου Νύσσης.
τοσούτω και την ενέργειαν της ενεργείας αναβεβηκέναι φαίη αν τις ευσεβώς διανοούμενος. ει μεν περί ταις ουσίαις κινοί το τις αμφισβήτησις. Ο Ευνόμιος δεν ξεχωρίζει εδώ την παρεπομένην ενέργειαν και το προσφυές όνομα "τής ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας" από τας παρεπομένας ενεργείας και τα προσφυή ονόματα των ετέρων δύο ουσιών ώστε η μία να είναι άκτιστος και αι άλλαι κτισταί." (Migne." 18.B. τη δε δια ενέργειαν καθ' ήν γέγονεν υποταττομένης. Μάλλον τα εδανείσθηκε από παραπομπάς κάποιου βιβλίου. 297 A.Ο κ. Πάντως το ελλείπον 297Α είναι το κατ' εξοχήν κλειδί που το 297Β και το 297C ολοκληρώνουν ως σύνοψιν της διδασκαλίας του κατά την μαρτυρίαν αυτού τούτου του Ευνομίου. P. προς οπόσην αν εξικνήται τα έργα. και των έργων ταις των εργασμένων ενεργείαις παραμετρουμένων. και των έργων ταις των εργασμένων ενεργείαις παραμετρουμένων. Εδώ φαίνεται σαφώς πλέον η τριθεΐα του Ευνομίου την οποίαν ο κ. 142 το 1983 ή σ.. και ίσως καθόλου μάλιστα. συνόλως τε ειπείν προς τοσαύτην εξικνείσθαι διαφοράν. με την διαφοράν ότι η τρίτη ουσία έχει τόσας παρεπομένας ενεργείας και τόσα προσφυή ονόματα όσα είναι τα κτίσματα. και των παρηλλαγμένων έργων παρηλλαγμένας τας ενεργείας εμφαινόντων.. την δε επί ταις ενεργείαις αμφιβολίαν δαλύειν εκ των ουσιών. Δια τούτο φαίνεται ότι δεν επρόσεξε ότι στο σύστημα του Ευνομίου η κάθε μία των τριών ουσιών έχει την "παρεπομένην" ενέργειάν της και "τό προσφυές όνομά της". αλλ' όσω τα έργα των έργων πρεσβύτερα και τιμιώτερα. Δηλαδή και η πρώτη των τριών ουσιών έχει κατά τον Ευνόμιον την "παρεπομένην ενέργειάν" της και "τό προσφυές όνομά" της όπως και αι άλλαι δύο ουσίαι. Μαρτζελος παραπέμπει στο 297Β και στο 297C ούτε καν τα διάβασε με προσοχήν. Μαρτζέλος βαπτίζει Τριαδολογίαν. 127 το 1984/93). συμπεριγραφομένων δε τοις έργοις των ενεργειών. Έτσι η ενέργεια και της πρώτης ουσίας είναι κτιστή. 83 και 127 το 1984/93). P. συμπεριλαμβανομένων δηλαδή προς την του παντός λόγου συμπλήρωσιν και των ταις ουσίαις παρεπομένων ενεργειών και των ταύταις προσφυών ονομάτων.C. και τας μεν πρώτην τας δε δευτέραν επέχειν τάξιν.G. Πάλιν δ' αύ εκάστης τούτων ουσίας ειλικρινώς απλής και πάντη μιας ούσης τε και νοουμένης κατά την ιδίαν αξίαν. Ούτω δε τούτων εχόντων και τη προς άλλα σχέσει τον ειρμόν C απαράβατον διατηρούντων.G. αρμοδιωτέραν γε μην και τοις πάσιν ανυσιμωτέραν ηγείσθαι την από των πρώτων επί τα δεύτερα κάθοδον.ενεργειών και των ταύταις προσφυών ονομάτων. Αλλά παρ' ότι ο κ. εκ των πρώτων και προσεχών ταις ουσίαις ενεργειών ποιείσθαι των δεικνυμένων την πίστιν και των αμφισβητουμένων την διάλυσιν.)13 17. επεί μηδέ θεμιτόν την αυτήν ενέργειαν ειπείν καθ' ήν τους αγγέλους εποίησεν ή τον άνθρωπον. αλλά τη μεν δια την αιτίαν. 45. Τούτο σημαίνει απλούστατα ότι δεν επρόσεξε την είδησιν του Ευνομίου στο 297Α ότι προσφέρει στον αναγνώστην αυτήν την περίληψιν της διδασκαλίας του: "Πάς ο των καθ' ημάς δογμάτων συμπληρούται λόγος εκ τε της ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας και εκ της δι' εκείνην μεν ούσης μετ' εκείνην δε πάντων των άλλων πρωτευούσης και τρίτης γε της μηδεμιά μεν τούτων συνταττομένης. 93 και 142 το 1983 ή σ. μία φορά στο 297C (σ. 297Β (σ. 45. Μαρτζέλου. ανάγκη Β δήπου πάσα και τας εκάστη των ουσιών επομένας ενεργείας ελλάττους τε και μείζους είναι. Αυτό το κομμάτι κλειδί της αιρετικής διδασκαλίας του Ευνομίου "εγλύστρησε" από τα χέρια του κ. Αλλά δεν παραπέμπει ούτε μίαν φοράν στο 297Α ούτε το 1983 και ούτε το 1984/93 παρ' ότι είναι το κλειδί της τριθεΐας του Ευνομίου. προσήκει δήπου τους κατά την συμφυή τοις πράγμασι τάξιν την εξέτασιν ποιουμένους και μη φέρειν ομού πάντα και συγχείν βιαζομένους. Μαρτζέλος παραπέμπει δύο φοράς στο ως άνω κομμάτι Migne. Πάλιν δ' αύ εκάστης τούτων ουσίας ειλικρινώς απλής και πάντη μιας ούσης τε και νοουμένης κατά την ιδίαν αξίαν. άτε δη των αυτών ενεργειών την ταυτότητα των έργων αποτελουσών. συμπεριγραφομένων δε τοις έργοις των ενεργειών. Τουνταντίον τας εντάσσει όλας εις την ιδίαν ομάδα "τών ταις ουσίαις παρεπομένων ενεργειών και των ταύταις προσφυών ονομάτων". όπως κτιστόν είναι και 192 .
μαζί με τα προσφυή ονόματά της. 19. 45. 2) Ακόμη και η παρεπομένη ενέργεια της "ανωτάτω και της κυριωτάτης ουσίας". Μετά δημοσίευσε τον Λόγον Β' του ιδίου έργου το 380 και μετά τον Λόγον Γ' εις απάντησιν νέας επιθέσεως του Ευνομίου κατά του Μ. 31 και εν συνεχεία εκθέτει συστηματικά και ανατρέπει άλλας θέσεις του Ευνομίου εις αυτόν τον Λόγον Α' του Α' Αντιρρητικού του που εκυκλοφόρησε το 379. ο Ευνόμιος επομένως.G. σαφώς ταυτίζει την θείαν ουσίαν με τας κατ' Ορθοδόξους ακτίστους θείας ενεργείας. Αφού όμως δεν έψαξε δια επιπρόσθετα χωρία του Ευνομίου εις τα έργα του Γρηγορίου Νύσσης. 294BC εις το οποίο παραπέμπει. 21. Επειδή.G. 325C στην έκδοσιν του 1983 σ. Εις αυτά τα κείμενα ο Ευνόμιος διδάσκει ότι: 1) Όλαι αι ενέργειαι της ιδικής του τριάδος θεϊκών ουσιών είναι κτισταί και παρεπόμεναι ταις τρισίν ουσίαις μετά των αυταίς προσφυών ονομάτων. 5) Εκάστη ενέργεια εκ των ενεργειών της τρίτης αυτής ουσίας. 3) Η παρεπομένη ενέργεια της δευτέρας αυτής ουσίας. P.. που δεν ταυτίζεται με την θείαν ουσίαν. ότι ο Θεός κτίζει κατά την άκτιστον βούλησιν και ενέργειάν Του τον κτιστόν υποστατικόν του Λόγον δεν είναι ορθή. Έτσι είχαμεν θεμελειώσει την περιγραφήν της διδασκαλίας του Ευνομίου επάνω στα κείμενα του ως ερμηνεύονται από τους πατέρας που τον πολέμησαν και όχι βάσει των στοχασμών τύπου Kelly και Μαρτζέλου. Δεν υποψιάσθηκε καν ότι θα έπρεπε να διαβάση το ανωτέρω κείμενον Migne. όπως ακριβώς τον καταγγέλλει ο Μέγας Βασίλειος.Ο Γρηγόριος Νύσσης αναλύει και ανατρέπει την σύνοψιν αυτήν της "Απολογίας Υπέρ Απολογίας" του Ευνομίου βήμα προς βήμα μέχρι το κεφ. 8) Έτσι εξηγείται η ύπαρξις τόσων ανωτέρων και κατωτέρων ειδών και γενών με τα ονόματά τους. Μαρτζέλου ότι ο Ευνόμιος συμφωνεί με τον Άρειον. που κτίζουν και ονομάζουν τα υπόλοιπα κτίσματα πάντα είναι κτισταί. Μαρτζέλος ανεκάλυψε τα ιδικά μου γραφόμενα περί Ευνομίου είδε ότι περιγράφω την κατ' αυτόν διακρινομένην από την θείαν ουσίαν ενέργειαν ως κτιστήν. όπως είδαμε εις το 297Α κομμάτι της ανωτέρω περιλήψεως που κάμνει ο ίδιος ο Ευνόμιος. 4) Αι παρεπόμεναι ενέργειαι της τρίτης αυτής ουσίας. 22. είναι κτιστή. στους Πατέρες η θεία βούλησις είναι θεία ενέργεια. Αφού ο Ευνόμιος διεκδικούσε την θέσιν Ορδοδόξου επισκόπου κρίνεται με Ορδόδοξα κριτήρια. που κτίζει και ονομάζει την δευτέραν ουσίαν είναι κτιστή. Έτσι φαντάσθηκε ότι ήδη είχε την βοήθειαν που χρειάζεται κατά της ιδικής μου ερμηνείας του Ευνομίου από το χωρίον αυτό του 193 . 90. μαζί με το προσφυές όνομά της. εξ επόψεως Ορθοδόξου. Αλλά και η ενέργεια και το προσφυές όνομα "τής ανωτάτης και κυριωτάτης ουσίας" είναι παρεπομένη και κτιστή. που κτίζει και ονομάζει την τρίτην ουσίαν είναι κτιστή. Εις την δημοσίευσιν της Εκθέσεως πίστεως του Ευνομίου απήντησε ο Γρηγόριος Νύσσης με τον Λόγον "Αντιρρητικόν προς την Ευνομίου Έκθεσιν". Θα έπρεπε να ψάξη δια χωρίον του Ευνομίου δια να αποδείξη ότι κάμνω λάθος. Το μόνον άκτιστον δια τον Ευνόμιον είναι η πρώτη ουσία και η ταυτιζομένη μετ' αυτής βούλησίς της. 7) Αντιστρόφως κάθε γένος και κάθε είδος μαρτυρεί την ύπαρξιν μέσα του της μιας εκ των αναρριθμήτων παρεπομένων ενεργειών και ονομάτων της τρίτης αυτής ουσίας. Έτσι η ενέργεια και το προσφυές όνομα της δευτέρας ουσίας είναι κτιστή και αι ενέργειαι της τρίτης ουσίας κατά τον Ευνόμιον είναι παρεπόμεναι και κτισταί. παρέμεινε ευχαριστημένος με τα τρία χωρία περί Θεού και ενεργειών που ήδη είχε από τον Γρηγόριον Νύσσης. Βασιλείου. 20. Αν είχε μελετήση το 294Β και το 294C θα είχε ανακαλύψει και το 294Α. α) Αφού τελικά ο κ. που κτίζει και ονομάζει και συντηρεί συγκεκριμμένο γένος ή είδος. και όχι με τα ιδικά του. μαζί με το προσφυές όνομά της.. 45. όμως. Η θέσις του κ. Αλλά όμως είχε το δεύτερον χωρίον του Γρηγορίου Νύσσης περί της παρεπομένης κατά Ευνόμιον ενεργείας Migne. P. 6) Η τρίτη αυτή ουσία έχει όσας ειδικάς κτιστάς ενεργείας και ονόματα δια κάθε κτιστόν γένος και είδος που υπάρχουν.το όνομά της. μαζί με το προσφυές όνομά της.
Ή γαρ αν ήν και το έργον άναρχον. Επανερχόμεθα εις το κείμενον του Ευνομίου με το οποίον ο κ. προ δε του Μονογενούς νοουμένη και περιγράφουσα την ουσίαν. ή την ενέργειαν άπρακτον είναι του Θεού. επεί μηδέ οίόν τε παυσαμένων των έργων άπαυστον είναι την ενέργειαν. όχι κατά φύσιν. Μάλιστα επιμένει ότι στο χωρίο αυτό ο Γρηγόριος συμφωνεί με την ιδικήν του θέσιν ότι η "παρεπομένη" ενέργεια αυτή είναι η κατά τον Άρειον άκτιστος και "ουσιώδης" ενέργεια δια της οποίας ο Πατήρ κτίζει τον κτιστόν του Λόγον. Αντιθέτως προς την εκ μέρους του κ. μη άπαυστον. την μεν άναρχον απλήν τε και ατελεύτητον ειδότες. αληθές το λειπόμενον. Μαρτζέλος δεν κατάλαβε ότι στο χωρίον αυτό ο Γρηγόριος Νύσσης αστειευόμενος εις βάρος του Ευνομίου ερωτά. "ως παρατηρεί ο Γρηγόριος Νύσσης. αλλά κατά βούλησιν. Αλλά το 1984/93 ο κ. 81 και υποσημ. Αλλά ο κ. Έτσι εις την έκδοσίν του του 1984/93 προσθέτει στη σ. την δε ενέργειαν ουκ άναρχον. ουκ ασφαλές οιόμεθα δείν ενούν τη ουσία.14 Αλλά παρεπομένη τω Θεώ ενέργεια σημαίνει. αρκούσαν προς τε το είναι και σώζεσθαι τα πάντα. η ενέργεια του Θεού είναι κατά τον Ευνόμιον "δύναμίς τις ουσιώδης καθ' εαυτήν υφεστώσα και το δοκούν εργαζομένη δι' αυτεξουσίου κινήματος" ". β) Εις την έκδοσιν του 1983 ο κ. Δια να προδιαθέση τον αναγνώστην να συμφωνήση μαζί του κατά της ιδικής μου ερμηνείας ασχολείται πρώτον με το εν λόγω χωρίον του Γρηγορίου Νύσσης που μεταφέρει από την σ. "Τις τοίνυν η ενέργεια η τω Θεώ μεν των όλων παρεπομένη. Μαρτζέλος είχε γράψει ότι. 23. παυομένων τε. Ιδού πάλιν το κείμενον: "Ούτοι μερισμόν ή κίνησίν τινα την ουσίαν ηγουμένους. Ει δ' εκάτερον τούτων ομολογουμένως άτοπον. ή το έργον αγέννητον. Μαρτζέλος. μητ' ατελευτήτως. και φρενών νηπίας.. μαρτυρούσης και προφητικής φωνής. Ου γαρ 194 . 81‐82 κάποιαν ιδικήν του προσπάθειαν να ερμηνεύση διατί υποστηρίζω ότι δια τον Ευνόμιον η ενέργεια δια της οποίας ο "Πατήρ" κτίζει τον "Λόγον" είναι κτιστή. οι Αρειανοί υπεστήριζον ότι ο Θεός κτίζει τον Λόγον. Πλέκει υποθετικούς λόγους διατί συμπεραίνω τοιαύτα στα δημοσιεύματά μου το 1973 και το 1981. εποίησεν. Εκ γαρ τούτων συμβαίνει δυοίν θάτερον. και δια τούθ' άμα μεν τω Θεώ τον κόσμον αποφαινομένων. Μαρτζέλος αυξάνει το μέγεθος του εν λόγω χωρίου δια να το ενδυναμώση περισσότερον εναντίον της ιδικής μου ερμηνείας του Ευνομίου. Μαρτζέλος προσεπάθησε να αποδείξη τας θέσεις του. δηλαδή ότι η ενέργεια δια της οποίας ο Θεός του Ευνομίου κτίζει τον Λόγον είναι κτιστή. ουδέν δε μάλλον εκ τούτου την ατοπίαν διαφευγόντων.. ενέργεια που ακολουθεί τον Θεόν ωσάν υπασπιστής που εκτελεί την βούλησιν του αποστολέα του κατά το δοκούν αυτεξουσίως και όχι φυσική ενέργεια του Θεού που νομίζει ο κ. Ουδέποτε θα εδέχετο ο Άρειος τον όρον "δύναμις ουσιώδης" του Θεού αφού "δύναμις ουσιώδης" σημαίνει δ'αυτόν κατ' ανάγκην δύναμις ή ενέργεια και όχι κατά βούλησιν δύναμις ή ενέργεια. άπερ επινοείν αναγκαίον τους υπαγομένους τοις Έλλησι σοφίσμασιν. όπως είδαμεν.Γρηγορίου Νύσσης. Μαρτζέλου λανθασμένην κατανόησιν του αστείου του Γρηγορίου Νύσσης εις βάρος του Ευνομίου. αρχομένων τε των έργων. ενούντων τη ουσία την ενέργειαν. Δύναμίς τις ουσιώδης καθ' εαυτήν υφεστώσα και το δοκούν εργαζομένη δι' αυτεξουσίου κινήματος". 90 τρεις παραγράφους πίσω εις την σελίδα που θα ήταν 92 αλλά που τώρα το 1984/93 είναι σ. Πάντα γαρ όσα ηθέλησε. Ο Καππαδόκης συμπατριώτης μου μιλά εδώ Ρωμαίϊκα και κάμνει εδώ "ψιλό γαζί"! Δηλαδή η παρεπομένη εν λόγω ενέργεια είναι δήθεν "καθ' εαυτήν υφεστώσα και το δοκούν εργαζομένη δι' αυτεξουσίου κινήματος". ούτ' ατελεύτητον. αγέννητον και ατελεύτητον λέγειν την ενέργειαν ταυτόν τη ουσία τιθεμένους μηδενός των έργων αγεννήτως γίνεσθαι δυναμένου. δηλαδή σαν ρομπότ "καθ' εαυτήν υφεστώσα" που αποστέλει η "ανωτάτω και κυριωτάτη ουσία" δια να επιτελέση έργον της βουλήσεώς της. 5.Ημείς δε κατά τα μικρώ πρόσθεν ρηθέντα την ενέργειαν εκ των έργων κρίνοντες. Λίαν γαρ μειριακώδες. αληθεστάτην δε και Θεώ πρεπωδεστάτην ενέργειαν ηγείσθαι την βούλησιν. μη άναρχον είναι την ενέργειαν. Ου χρή τοίνυν πειθομένοις γνώμαις ετέρων ανεξετάστοις ενούν τη ουσία την ενέργειαν.
σ. Αλλά ο κ. 45 909‐1122. όπως είδαμεν.επιδέεταί τινος προς την ών βούλεται σύστασιν. Αλλά ο κ. που κτίζει την "δευτέραν ουσίαν". Μαρτζέλος γνωρίζει τον Ευνόμιον σχεδόν αποκλειστικώς ως εμφανίζεται εις το έργον του "Απολογία" και εις τον Μ. που δεν είχε υπ' όψιν του ο Μ. 1.G. Επίσης αγνοεί ότι και τα αναρίθμητα "προσφυή ονόματα" που συνοδεύουν τας αναριθμήτους παρεπομένας ενεργείας της τρίτης θείας ουσίας είναι μαζί τους και αυτά "παρεπόμενα". Εδώ ο κ. Εδώ δεν παραθέτω κείμενα. ο Ευνόμιος συνδέει και σχεδόν ταυτίζει την γέννησιν των θεϊκών ονομάτων με την γέννησιν των 195 . Ο σκοπός μου εις την παράγραφον αυτήν δεν ήτο να ασχοληθώ ειδικά με τον Ευνόμιον. Αλλά δεν είχα παραπέμψει εδώ εις τον "Αντιρρητικόν προς Ευνόμιον" Α. Παρά ταύτα δεν χρησιμοποιεί το κείμενον του Ευνομίου όπου συνοψίζει όλην την διδασκαλίαν του που παραθέσαμεν ανωτέρω εις την παράγραφον 22. 25.. Migne. 148‐158). P.15 24. Εις το κείμενον αυτό η βούλησις του Θεού προπορεύεται της ενεργείας και η ενέργεια έπεται. 45.τι ισχύει δια την άγνοιαν του κ. Μαρτζέλος παραπέμπει εις 25 κείμενα του Ευνομίου εις το εν λόγω έργον του Γρηγορίου Νύσσης που ασχολούνται με το θέμα περί θείων ονομάτων. Βασίλειον. Ούτε μίαν φοράν δίδει την ελαχίστην εντύπωσιν ο κ.. 172 υποσημ.17 Αλλά δεν αναφέρει το πώς περιγράφω την προ του κτιστού κόσμου ύπαρξιν των ονομάτων μέσα στον Θεόν. α. Μαρτζέλος δεν υποβλήθηκε εις τον κόπον να προσοικειωθή με τα χωρία του Ευνομίου περί των τριών θείων ουσιών και των παρεπομένων ενεργειών τους εις αυτό το έργον του Γρηγορίου Νύσσης. "ΠΡΟΕΛΕΥΣΙΣ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ". 156 υποσημ. Εις την σ. Μέσα εις Ορθόδοξα πλαίσια θα εθεωρούντο "άκτιστα". 165‐174: 1984/1993. όπερ ηθέλησεν". Migne. όχι μόνον δια τα θέματα περί θείων ονομάτων. Δια τούτο ο Ευνόμιος περιγράφει την ενέργειαν της "ανωτάτω και κυριωτάτης ουσίας". Μαρτζέλος να ρίξη μια ματιά και στο έργον του "Απολογία υπέρ Απολογίας". ισχύει και δια τα "παρεπόμενα" μετά των εν λόγω ενεργειών "προσφυή ονόματα". σ. αλλά παραπέμπω εις τον "Αντιρρητικόν προς Ευνόμιον" Β. Μαρτζέλος δεν υποψιάσθηκε το μέγεθος των επιπροσθέτων πληροφοριών περί της διδασκαλίας του που παρέχει ο Ευνόμιος εις το έργον του "Απολογία υπέρ Απολογίας". αλλ' άμα τε βούλεται. Βασίλειος. Δια τούτο δεν κατάλαβε το ανωτέρω χωρίον του Ευνομίου από το έργον του "Απολογία". P. Ο κ. "Η περί επινοίας και καταγωγής των ονομάτων αντίληψις του Ευνομίου". αλλά κυρίως δια τα θέματα περί των τριών θείων ουσιών και των παρεπομένων ενεργειών και προσφυών ονομάτων των. Το παράδοξον είναι ότι ό. ειδικά 973 και εξής. Αφού εδιάβασε την "Απολογία" του Ευνομίου έπρεπε ο κ. 1 του 1983 ή στην σ. Αλλά ο Ευνόμιος κάμνει τούτο σαφώς δια πρώτην φοράν εις το έργον του "Απολογία υπέρ Απολογίας" που είναι ενσωματωμένον εις το έργον του Γρηγορίου Νύσσης "Αντιρρητικός προς Ευνόμιον". Δια τούτο αγνοεί αυτό τούτο το γεγονός ότι δια τον Ευνόμιον το σχετικόν "προσφυές όνομα" της εκάστης των πρώτων δύο παρεπομένων ενεργειών είναι και αυτό "παρεπόμενον" μαζί με την ενέργειάν του. 2 του 1984/93 παραπέμπει και εις τα ιδικά μου γραφόμενα δια την διδασκαλίαν του Ευνομίου περί ονομάτων. Τούτο φαίνεται σαφώς εις το Κεφάλαιόν του Δ' "Η ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΟΥΣΙΑΣ‐ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ". 297 όπου. Μαρτζέλος ότι εδιάβασε έστω μίαν φοράν επιτροχάδην τα σωζόμενα κείμενα του Ευνομίου όπου περιγράφονται τα τοιαύτα. Α.16 β. και γέγονε. αλλά δια να τον χρησιμοποιήσω ως εισαγωγήν εις την διδασκαλίαν των Πατέρων περί γλωσσών και θεοπνευστίας όπως την αναπτύσσει ο Γρηγόριος Νύσσης. Αλλά από το απολεσθέν τούτο έργον του Ευνομίου σώζονται τα ουσιαστικά και τα κύρια κείμενά του εις το έργον "Αντιρρητικός προς Ευνόμιον" του Γρηγορίου Νύσσης.G. δηλαδή ακολουθεί την βούλησιν. (1983. ως "παρεπομένην". Μαρτζέλου δια τα κατά τον Ευνόμιον θέματα περί των "τριών" θείων "ουσιών" και "τών παρεπομένων ενεργειών τους".
Γρηγόριος ο Θεολόγος και Γρηγόριος Νύσσης βάσει της διακρίσεως μεταξύ της μιας ουσίας και των τριών υποστάσεων της Αγίας Τριάδος που απετέλεσε το θεμέλιον του Συμβόλου της πίστεως της Β' Οικουμενικής Συνόδου και των αποφάσεων των επομένων Οικουμενικών Συνόδων και κυρίως της Η'. Schindler εις τους οποίους παραπέμπει.Σ. 9 της εν λόγω Εισηγητικής Εκθέσεώς τους. 286 της Δογματικής μου (Έκδοσις 1983). δηλαδή ότι συμφωνεί με τον Ευνόμιον ότι διακρίνονται μεταξύ των η άκτιστος θεία ουσία και αι άκτιστοι θείαι ενέργειαι. όπως μόλις είδαμεν. "Η περί επινοίας και καταγωγής των ονομάτων αντίληψις του Ευνομίου". δεν παραπέμπει εις το Migne. "Η δια των ενεργειών θεολογική μέθοδος του Ευνομίου". ό θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι. 45. ή κοινόν εστι πάντων.Θ. Danielou. Ολόκληρον το διδακτικόν προσωπικόν του Τμήματος Θεολογίας του Α. Μαρτζέλος και Δ. αποστόλων και Πατέρων δόγμα τούτο είναι το "ό ουκ άνευ" θεμέλιον όλων των Οικουμενικών Συνόδων. Οι καθηγηταί κ. μία φορά εις το κεφ. Ν. Lossky. Ματσούκας. 1. 297 ούτε μίαν φοράν εις το κεφ. και αφού ούτε καν παραπέμπει εις αυτό τουλάχιστον εις το κεφ. της 14ης Μαΐου 1992 του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α. Αν είχα παραπέμψη εις αυτό το εν λόγω κείμενον πιθανόν να είχε εντοπίση την σχέσιν του χωρίου τούτου με τα κατά τον Ευνόμιον ονόματα του Θεού και των κτισμάτων του. ασφαλώς εν αγνεία τους.20 28. Αφού δεν εχρησιμοποίησε το κείμενον αυτό ως αυτό τούτο το θεμέλιον του κεφαλαίου τούτου και ολοκλήρου της διατριβής του. I. όπως υποστηρίζουν οι Γρηγοράς. τίθεται αυτομάτως το ερώτημα. Α. Ακίνδυνος και κ. α. A. αλλά απιστεύτως αλλοιωμένας. Παραδόξως όμως ο κ. Τσελεγγίδης κατέθεσαν Εισηγητικήν Έκθεσιν εις τα πρακτικά της Γ.Θ. Αλλά.άπαν. Μαρτζέλος παραπέμπει εις το εν λόγω χωρίον αυτό Migne... Β' Α. 1. Δ' "Η ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΟΥΣΙΑΣ‐ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ". 297Β. 26. ΙΙ. ή τα εσήκωσε από τους V. κατήργησε το δόγμα περί των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος.Σ. Γ' 2. 45. J. ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ 19 27. Μαρτζέλος τα εν λόγω σωζόμενα κείμενα του έργου του Ευνομίου "Απολογία υπέρ Απολογίας" κατ' ευθείαν από τα έργα του Γρηγορίου Νύσσης. Δ'. Μαρτζέλος.Π. Αφορμή της Εισηγήσεως ταύτης είναι το ότι το όνομά μου και "αλλοιωμένον" κείμενον της Δογματικής μου απετέλεσαν θέμα συζητήσεως και κριτικής αρνητικής εις Γ. 8 και παραθέτουν "εντός εισαγωγικών" γραφόμενά μου παραπέμποντες στην σ.Π.Π. όπου μεταξύ άλλων μνημονεύουν το όνομά μου στην σ. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς όμως απέδειξε ότι στα κείμενα του Ευνομίου η εν λόγω διακρινομένη από την θείαν ουσίαν ενέργεια είναι κτιστή18 και όχι άκτιστος. Theil. Μάλιστα την τελικήν μορφήν της ορολογίας περί αυτών των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος ετελειοποίησαν κυρίως οι Μέγας Βασίλειος. Ακριβώς με χωρία του Ευνομίου προσεπάθησαν και ο Γρηγοράς και ο Ακίνδυνος να αποδείξουν ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι οπαδός της αιρέσεως του Ευνομίου. "Η ευνομιανή αντίληψις περί διακρίσεως ουσίας και ενεργειών του Θεού" και στο 297C δύο φοράς εις κεφ.παρεπομένων ενεργειών των τριών αρχικών ουσιών. την δια του Αγίου Πνεύματος και εν τω ενσαρκωθέντι Κυρίω της Δόξης υπό των θεουμένων Θεοπτίαν ότι ". ή ενός και μόνου των τριών". 196 . Γ. εμελέτησε ο κ. Το εξ εμπειρίας της θεώσεως των προφητών. Δηλαδή ανέτρεψαν. του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Θ. "ΠΡΟΕΛΕΥΣΙΣ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ". Παραθέτουν απ' εκεί δύο προτάσεις μου στην σ. 29.
λόγια που δεν είναι ιδικά μου.. Οι εισηγηταί αντικατέστησαν το πρώτο μέρος της πρώτης προτάσεως μου με λόγια που δεν είναι ιδικά μου ως εξής. 31. των τριών προσώπων. 33. αι οποίαι άνευ ουδεμιάς ελαττώσεως ή αλλοιώσεως ή παραλλαγής <<υπάρχουν αιωνίως και αϊδίως εκ του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι Αγίω. Μαρτζέλος και Δ. Όμως χωρίς τα δύο ελλείποντα άκρα ή τεμάχιά των αι δύο προτάσεις αποβαίνουν ακατανόητοι. 30) Αλλά οι ίδιοι καθηγηταί κ. Ενώ εις το πρώτο μέρος της πρώτης προτάσεώς μου είχα αναφερθή εις την διαφοροποίησιν.. αυτήν το κρινόμενον πρόσωπον αναφέρει το πλήρες κείμενόν μου εις τας κρινομένας εργασίας του που είχε παραχαραχθεί εις την ανωτέρω Γ. και όχι μόνον εις τας θείας ενεργείας. Παραδόξως εξαφανίζονται το πρώτο μέρος της πρώτης προτάσεως μου και το δεύτερον μέρος της δευτέρας προτάσεώς μου. Ματσούκας. Γράφω.. "Η διαφοροποίησις των τριών προσώπων συνίσταται εις τον τρόπον υπάρξεως αυτών. με αλλοιωμένας δύο προτάσεις μου. 188 της 10ης Νοεμβρίου 1994 του εν λόγω Τμήματος Θεολογίας εις την οποίαν μεταξύ άλλων πάλιν μνημονεύουν το όνομά μου εις τας σ.οι ενέργειες των προσώπων της Αγ. Δηλαδή ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τσελεγγίδης κατέθεσαν εκ νέου Εισηγητικήν Έκθεσιν εις τα πρακτικά της Γ.οι ενέργειες των προσώπων της Αγ. Οι εισηγηταί διακόπουν εδώ την δευτέραν πρότασίν μου και έτσι διαστρέφουν τελείως το νόημα της ιδικής μου συνεχείας. Τα υπογραμμισμένα δύο τεμάχια των δύο προτάσεων εις την μέσην εντός εισαγωγικών <<.Θεωρώ απαράδεκτον και αδιανόητον την αυθαιρεσίαν με την οποίαν χρησιμοποιούνται αι εν λόγω δύο προτάσεις μου από τας οποίας λείπει το πρώτο μέρος της πρώτης προτάσεως και το τελευταίο μέρος της δευτέρας προτάσεως. Αντιθέτως επιβάλλουν τους ιδικούς των ασχέτους με τα γραφόμενά μου βλακώδεις στοχασμούς. ουδόλως εις την ουσίαν και εις τας ενεργείας αυτών. της 14ης Μαΐου 1992.Σ. Γ. 2‐3 κατά την κρίσιν της υποψηφιότητος του ιδίου προσώπου που είχε κριθή ανωτέρω... Τριάδος (παραλείπει την θείαν ουσίαν) <<υπάρχουν αιωνίως και αϊδίως εκ του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι Αγίω. Τριάδος" και συνεχίζουν με ιδικά μου λόγια ως άνω μέχρι την φράσιν μου <<αλλά ουχί της ουσίας και των ενεργειών αυτών>>. αλλ' ουδόλως έχουν ύπαρξιν δια του Υιού εν Πνεύματι. Παραταύτα οι τρεις εισηγηταί και ολόκληρον το εκλεκτορικόν σώμα ενέμειναν εις τας ιδίας απόψεις των έναντι του εν λόγω κειμένου μου.. δηλαδή εις τα ακοινώνητα. Από τα ανωτέρω κείμενα φαίνεται σαφώς πώς απεκόπησαν αι δύο άκραι των ως άνω δύο προτάσεών μου και πώς εχρησιμοποιήθησαν τα δύο μεσαία απομείναντα τεμάχια προφανώς δια να εξυπηρετήσουν τον σκοπόν που γνωρίζουν οι αλλοιώσαντες. αλλά και εις την θείαν ουσίαν. Ιδού το θέαμα της διπλής αλλοιώσεως των εξής δύο προτάσεών μου. 32.Σ. Πάντως εις τα πρακτικά της 14ης Μαΐου 1992 η εν λόγω Εισήγησις των ειρημένων τριών καθηγητών αναμειγνύει. η εν λόγω εισήγησις με εμφανίζει γράφοντα ότι ". Εις την Γ." 35. Γράφουν οι 197 .>> είναι τα δύο τεμάχια που χρησιμοποιούν οι εισηγηταί.. Δηλαδή ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.. αλλά ουχί της ουσίας και των ενεργειών>> αυτών τας οποίας κοινωνεί αυταίς άνευ ενδιαμέσου τινός μεταξύ του γεννάν και του γεννάσθαι και του εκπορεύειν και εκπορεύεσθαι".. Ν. ". αλλ' ουδόλως έχουν ύπαρξιν δια του Υιού εν Πνεύματι. 34. αλλά ουχί της ουσίας και των ενεργειών>> . εντός εισαγωγικών μάλιστα..Σ. Ιδού αι εν λόγω δύο πλήρεις προτάσεις μου δια να φανή σαφώς η εν προκειμένω αλλοίωσις.
διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι"." 36. Τριάδος "υπάρχουν .. τα γραφόμενα αυτά είναι σαφώς αιρετικά αφού καταργούνται τα κοινά της Αγίας Τριάδος και ταυτίζονται με τα ακοινώνητα. 2) διευκρινίζει εσφαλμένα ότι ο Πατήρ δεν "είναι η αιτία της υπάρξεως. Είναι ποτέ δυνατόν. Τριάδος "υπάρχουν. Πνεύματος που προέρχονται από τον Πατέρα να είναι χωρίς ουσία και χωρίς ενέργειες. Δηλαδή οι θεολογικώς ελλειπείς αποκόψαντες το τελευταίο αυτό μέρος της προτάσεως ταύτης δεν κατάλαβαν ότι ο Πατήρ δεν είναι η αιτία της υπάρξεως της ουσίας και των ενεργειών Του μέσα στα δύο έτερα θεία πρόσωπα. της Αγίας Τριάδος. αλλά είναι τα κοινά που έχουν ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα συναϊδίως από τον Πατέρα. Πέρα όμως από τη λογική απάντηση που μπορούν να έχουν τα ερωτήματα αυτά. αλλά και με τον Πατέρα. εκ του Πατρός" (σ. Μου κάμνει εντύπωσιν ότι παρ' ότι παρουσιάζω αρκετά κείμενα των Πατέρων εις την παρούσαν Δογματικήν μου επάνω στα ακοινώνητα και τα κοινά της Αγίας Τριάδος. αλλά είναι ο κοινωνών μετ' Αυτών συναϊδίως της αυτής ουσίας Του και των ακτίστων ενεργειών Του. και όχι εις τα ακοινώνητα. Με την επεξήγηση που δίνει στη συνέχεια μπλέκει ακόμα περισσότερα τα πράγματα: Ενώ δηλ.. η αιτία της υπάρξεως της υπαρχούσης Ιδικής Του ουσίας και των Ιδικών Του φυσικών ενεργειών εις τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. όμως η εν λόγω εισήγησις αλλοίωσε μόνον αυτό το κείμενον. ο Πατέρας να είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγ. αλλά "όχι της ουσίας και των ενεργειών αυτών". Πώς δύναται να έχει τρόπον και αιτίαν υπάρξεως το "ομοούσιον" του Υιού και του Αγίου Πνεύματος με τον Πατέρα. Δια τούτο οι Πατέρες συγκαταλέγουν την θείαν ουσίαν και τας θείας ενεργείας εις τα κοινά. Αφού το Τμήμα Θεολογίας συνεφώνησε με τα γραφόμενα εις την ως άνω παρ. "πώς είναι δυνατόν οι ενέργειες των προσώπων της Αγ. η υποψηφία υποστηρίζει σωστά ότι οι ενέργειες των προσώπων της Αγ. 9 από την εν λόγω εισήγησιν. όπως γίνεται σαφές. Δηλαδή ο Πατήρ δεν είναι. Τα ανωτέρω γραφόμενα των Εισηγητών θα ίσχυαν μόνον αν ήσαν οι γράψαντες και οι ψηφίσαντες αυτά Ομοιουσιανοί προ της Β' 198 . υπάρχουν δύο σημαντικές και γλωσσικές αντιφάσεις που καταλήγουν σε δογματικά σφάλματα. Πνεύματος. Ενώ δηλ. Τα κοινά δεν έχουν αιτίαν ή τρόπον υπάρξεώς τους από τον Πατέρα. οι υποστάσεις του Υιού και του Αγ. υπάρχει και η θεολογική απάντηση. 38. στην πραγματικότητα αλλοίωσε ολόκληρον την πατερικήν παράδοσιν περί των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος και έτσι επεκύρωσε το Filioque των Φράγκων και ανακήρυξε έτσι και το αλάθητον των Φραγκο‐Λατίνων Παπών και την Ψευδο‐ Οικουμενικήν Σύνοδόν των της Φερράρας‐Φλωρεντίας (1438‐1442).τών ενεργειών του Υιού και του Πνεύματος" (σ.. "Στο σημείον αυτό. με βάση τη δογματική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και ιδιαίτερα των Καππαδοκών.τάς οποίας κοινωνεί αυταίς άνευ ενδιαμέσου τινός μεταξύ του γεννάν και του γεννάσθαι και του εκπορεύειν και εκπορεύεσθαι".. γράφει σωστά ότι οι ενέργειες των προσώπων της Αγ.. Σύμφωνα μ' αυτήν ο Πατέρας δεν είναι η αιτία της υπάρξεως μόνον των υποστάσεων του Υιού και του Πνεύματος. όπως εσφαλμένα γράφει η υποψηφία. Πώς είναι δυνατόν. όπως υποστηρίζουν οι Εισηγηταί. 37. ".. Αλλά η πρότασις μου που αλλοιώθηκε στην ως άνω παράγραφον 39 με την αποκοπήν του δευτέρου μέρους συνεχίζει ως εξής.. αλλά "κοινωνεί" την ουσίαν Του και τας φυσικάς ενεργείας της στον Υιόν και στο Άγιον Πνεύμα. όπως γράφει η συνέχεια του κειμένου μου. Πώς δεν σημαίνει το ομοούσιον του Υιού και του Αγίου Πνεύματος με τον Πατέρα ότι η εν λόγω θεία ουσία συμπεριλαμβάνει τας ακτίστους φυσικάς ενεργείας της παρ' ότι δεν ταυτίζονται με αυτήν. αλλά ‐ σε αντίθεση με όσα γράφει η υποψηφία ‐ και της ουσίας και των ενεργειών τους. τονίζει εσφαλμένα ότι "δέν έχουν ύπαρξιν δια του Υιού εν Πνεύματι".3)" Και συνεχίζουν οι Εισηγηταί. Τριάδος να πηγάζουν "εκ του Πατρός" και ο Πατέρας να μην είναι η αιτία των ενεργειών του Υιού και του Πνεύματος.εισηγηταί τα εξής.. Δηλαδή.
δηλαδή μεταξύ των 1) κοινών και 2) ακοινωνήτων. της 10ης Νοεμβρίου 1994.G. 65 στα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας από τον κ. Μέσα στα πλαίσια της διακρίσεως μεταξύ 1) της μιας ουσίας και των ενεργειών της. Εδώ επικαλείται εις βοήθειαν χωρίων του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και άλλο του Μεγάλου Αθανασίου. Μόνον "ό υπ' αυτών θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι" είναι η διδασκαλία και το δόγμα των Ορθοδόξων. Που γράφει ο Δαμασκηνός ρητώς με λέξεις ελληνικές ότι ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως της ιδικής του ουσίας και ενεργείας μέσα στον Υιόν και στο Άγιον Πνεύμα. 41. "Επεί γαρ και άπαν. Ενδεικτικόν είναι ότι δεν έδωσαν σημασίαν εις το κείμενόν μου που είχαν αλλοιώσει εις την Γ.Σ. Δια τούτο δεν κατανοεί ο κ. Είναι κοινόν ή ακοινώνητον.Οικουμενικής Συνόδου. 94. αλλά την υπόστασιν του Πατρός. Συνήντησα επανάληψιν της ιδίας επιθέσεως κατά των αλλοιωμένων γραφομένων μου (σ. Αλλά το 199 . 286 (Έκδοσις 1983 της Δογματικής μου) στην σ. Εις την εποχήν του Αθανασίου επικρατούσε ακόμη η ταύτισις των όρων ουσίας και υποστάσεως και δια τούτο πολλοί Ορθόδοξοι Ομοιουσιανοί ούτε ήθελαν να ακούσουν δια το ομοούσιον. 39. 824 ΑΒ ότι ο Πατήρ είναι η αιτία της ουσίας και των ενεργειών του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Μαρτζέλον. Ποιός μεταξύ των θεουμένων γράφει ότι ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως της ιδικής Του ουσίας και των ιδικών Του ενεργειών εις τον Υιόν και εις το Άγιον Πνεύμα. τα εν λόγω γραφόμενα είναι αιρετικά. αποστόλων.. Μαρτζέλος το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Μαρτζέλος τα σχετικά με αυτό το θέμα κείμενα των Πατέρων. Με άλλα λόγια δεν καταλαβαίνει ότι αφού ο Δαμασκηνός έζησε αρκετούς αιώνες μετά την Β' Οικουμενικήν Σύνοδον θεολογεί μέσα στα πλαίσια της τελικής αυτής διακρίσεως μεταξύ των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος. Ο κ. Έχω τον φόβον ότι οι εισηγηταί αλλοίωσαν τα εν λόγω γραφόμενά μου όχι από τόσον καλήν πρόθεσιν. Αν είχαν επιμείνει στα γραφόμενά τους αυτά και μετά την Β' Οικουμενικήν Σύνοδον. όχι την ουσίαν του Πατρός. 40. ή κοινόν εστι πάντων. Εις το Σύμβολον της Νικαίας ο Λόγος είναι εκ της ουσίας του Πατρός. πάλιν καταργεί την διάκρισιν μεταξύ των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος. Δηλαδή φοβούμαι ότι το έκαμαν δια να αποκρούσουν επιστημονικόν αντίλογον.Σ. ό θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι. Που τέλος πάντων ανήκει το φαινόμενο αυτό. σημαίνει ότι ο διαφωνών με τον ορισμόν αυτόν του Μεγάλου Φωτίου περί των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος απορρίπτει την περί Αγίας Τριάδος και ενσαρκώσεως παράδοσιν των προφητών. P. Μαρτζέλος υποστηρίζει ότι και ο Δαμασκηνός διδάσκει στο χωρίον που παραθέτει από το Migne. αλλά μόνον με την εμπειρίαν του δοξασμού των θεουμένων. και 2) των τριών υποστάσεων. της 14ης Μαίου 1992 όταν η υποψηφία αποκατέστησε το πλήρες κείμενόν μου εις την Γ. Αλλά με την επικράτησιν της διακρίσεως μεταξύ της μιας θείας ουσίας και των τριών υποστάσεων επεκράτησε και η τελική μορφή της διακρίσεως μεταξύ των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος. Αλλά τα ακοινωνήτως περιχωρούντα αλλήλοις πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και η μεταξύ Των κοινωνία ουσίας και ενεργειών δεν έχουν καμμίαν σχέσιν με την "λογικήν" καθηγητών Πανεπιστημίων. ή ενός και μόνου των τριών". όπως φαντάζεται ο κ. Αλλά δια να κάμη την ερμηνείαν του. όχι ο στοχασμός του ενός και του άλλου. Επικαλείται το Σύμβολον της Νικαίας και τον Μέγα Αθανάσιον. Όταν η Β' Οικουμενική Σύνοδος υιοθέτησε την διάκρισιν μία ουσία και τρεις υποστάσεις γίνεται ορθόν πλέον να υποστηρίζη κανείς ότι ο Υιός και το Πνεύμα έχουν ως την αιτίαν της υπάρξεώς των. τότε κατ' ουσίαν και κατ' ενέργειαν απέρριψαν το ομοούσιον στο Σύμβολον της πίστεως και της Β' Οικουμενικής Συνόδου. Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων και είναι επομένως αιρετικός. Η ορολογία τους είναι κατά πάντα ορθή και ορθόδοξος.
Οι ειδικοί καθηγηταί Πανεπιστημίου που ασχολούνται με την ειδικότητα της Δογματικής και της Ιστορίας των Δογμάτων είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν τα ειδικά βιβλία του κλάδου τους. δηλαδή το ΟΜΟΟΥΣΙΟΝ. 268 μέχρι την σ. Η θέωσις των προφητών της Π. δηλαδή θεώσεις. 2) της Σταυρικής Του Θυσίας. 42. 4) της Αναλήψεώς Του και 5) ετελειώθη την Πεντηκοστήν όταν η Εκκλησία έγινε το Σώμα Του. 44. Δια τους Πατέρας το Άγιον Πνεύμα ωδήγησεν τους αποστόλους εις πάσαν την Αλήθειαν την ημέραν της Πεντηκοστής όταν η Εκκλησία έγινε το Σώμα του Κυρίου της Δόξης. Δηλαδή. Ματσούκας και Δ. κυρίως από την σ. αλλά ούτε τα γραφόμενά μου δια τον Ευνόμιον. Ολόκληρον το διδακτικόν προσωπικόν του τμήματος θεολογίας συνεφώνησε με τους Εισηγητάς εις το σημείον αυτό. 3) της εις Άδου Καθόδου Του. Το μένον εν δόξη εγκαινιάσθη δια 1) της Ενσαρκώσεως του Κυρίου (Ιαχβέ) της Δόξης. Μαρτζέλος δεν κατάλαβε ούτε τον Μ. δεν δικαιολογείται με κανένα τρόπον το αίσχος που εμφανίζει το εν λόγω Τμήμα επάνω στην καρδιά του δόγματος της Αγίας Τριάδος που είναι αυτά τα ακοινώνητα και τα κοινά Της. Ν. Μαρτζέλος. Ο Μέγας Φώτιος έκαμε "ρεζίλι" το Filioque των αγραμμάτων και βαρβάρων Φράγκων βάσει του δόγματος τούτου. Γ. ούτε τον Ευνόμιον. θα είχαν αποφύγη τας ανοησίας που έγραψαν στην εν λόγω Εισηγητικήν τους Έκθεσιν. Τούτο συγχαίει τα κοινά και τα ακοινώνητα της Αγίας Τριάδος. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ 43. Επί πλέον ο κ. Μαρτζέλος και οι δύο συνάδελφοί του κ. γενομένης της Εκκλησίας το Σώμα Του.21 ΙΙΙ. Είδαμεν πώς ο κ. ούτε τον Γρηγόριον Νύσσης. Από όλους τους Πατέρας ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. ο Μ. Ματσούκας και Δ. που είναι ο Ένσαρκος Αναληφθείς και επιστραφείς Λόγος. Αν οι κ. 200 . έκτοτε η ανθρωπίνη φύσις του Κυρίου της Δόξης διαιρείται όπως η άκτιστος ενέργειά Του αδιαιρέτως εν τοις φωτιζομένοις και δοξασμένοις μέλεσί Του και δι'αυτών οδηγεί και άλλους εις την αυτήν πάσαν Αλήθειαν όπως ακριβώς προσεύχεται ο σεσαρκωμένος Ιαχβέ στο Ιωάννου 17.Δ. Δοξασμοί. 366. Τσελεγγίδης είχαν έστω επιτροχάδην αναγνώση τα πατερικά κείμενα που παραθέτω δια το δόγμα περί των κοινών και των ακοινωνήτων της Αγίας Τριάδος εις την παρούσαν Δογματικήν μου. 155 του Τμήματος Θεολογίας της 14ης Μαΐου 1992.χειρότερον είναι το γεγονός ότι οι Εισηγηταί δεν κατάλαβαν το "ό ουκ άνευ" του δόγματος περί Αγίας Τριάδος που είναι το ότι ο αίτιος Πατήρ και ο αιτιατός Του Υιός και το αιτιατόν Του Πνεύμα είναι ακοινώνητα υποστατικώς και ότι έχουν ως τα κοινά Τους την θείαν ουσίαν Τους και τας φυσικάς ενεργείας της. ήτο καταργουμένη (προσωρινά μέχρι την κατάργησιν του Άδου δια της εν αυτώ καθόδου του Κυρίου). έγιναν στους προφήτας της Π. Αφού παραθέτω εις την Δογματικήν μου πατερικά κείμενα δια το δόγμα περί των κοινών και των ακοινωνήτων. Τσελεγγίδης δεν κατάλαβαν τα γραφόμενά μου στο κείμενόν μου που αλλοίωσαν εις την Εισηγητικήν τους Έκθεσιν που κατέθεσαν και ανέγνωσαν κατά την Γενικήν Συνέλευσιν αριθμ. εν τω Αυτώ Κυρίω της Δόξης και εις τους αποστόλους εν τω Αυτώ Ενσαρκωθέντι πλέον Κυρίω της Δόξης. τουλάχιστον τα Ορθόδοξα. Βασίλειον. δηλαδή ότι ο Πατήρ είναι δήθεν η αιτία της υπάρξεως της ήδη υπαρχούσης ουσίας Του και των ήδη υπαρχουσών ενεργειών της εις τον Λόγον και το Άγιον Πνεύμα. Δ. Έκτοτε κάθε δοξασμός πιστού είναι είσοδος εις πάσαν την Αλήθειαν. Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νύσσης ανέπτυξαν ίσως περισσότερον από τους άλλους την διδασκαλίαν περί των κοινών και των ακοινωνήτων στην Αγίαν Τριάδα βάσει της διακρίσεως μεταξύ της μιας ουσίας και των τριών υποστάσεων της Αγίας Τριάδος. που είναι η καρδιά της Ορδοδοξίας.
Δεν προστίθεται τίποτε εις την τελικήν αποκάλυψιν της πάσης Αληθείας την ημέραν της Πεντηκοστής παρά μόνον νέα μέλη του Σώματος του Χριστού μέσω της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας των και του δοξασμού των. Και δια τούτο επίσης είναι απατεώνες οι νομίζοντες ότι τα περί Θεού ρήματα και νοήματά τους έχουν μεταφυσικήν ή οντολογικήν ή προσωπολογικήν μονιμότητα. δια την διδασκαλίαν και δια την καθημερινήν συνενόησιν με το περιβάλλον. 13:9) "πρόσωπον προς πρόσωπον" (Α' Κορ. αλλά καταργούνται μαζί με τας "προφητείας". όχι μόνον των ειδωλολατρών και αλλοθρήσκων. και "γνώσεις" (Α' Κορ. ότι 2) ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ κτιστού και ακτίστου και ότι 3) ". ό θεωρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι. Το κύριον έργον της Εκκλησίας είναι η θεραπεία του κέντρου της ανθρωπίνης προσωπικότητος της οποίας η νόσος ευρίσκεται εις την καρδίαν. 13:12). Έτσι κάθε μέλος του Σώματος του Χριστού.Εξ αιτίας της νοσούσης νοεράς ενεργείας έχομεν εικόνα περί Θεού κατά τας επιθυμίας των διαβλητών μας παθών που εμφωλεύουν εις την καρδίαν. δηλαδή εις το πνεύμα της. δηλαδή ότι 1) "Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον". Τα περί Θεού ρήματα και νοήματα χρησιμεύουν εις την προσευχήν και εις την διδασκαλίαν δια να φθάση κανείς εις τον φωτισμόν. Τα ακοινώνητα κατέχουν τα κοινά ομοουσίως και τα ακοινώνητα μη ταυτιζόμενα περιχωρούν αλλήλοις. δηλαδή της θεραπείας της νευροβιολογικής νόσου της. διαπιστώνει μόνος του τα τρία θεμελιώδη αξιώματα της Ορθοδόξου πίστεως. Το έργον της Εκκλησίας είναι θεραπευτικόν. που φθάνει στον δοξασμόν της Πεντηκοστής.45. Οι θεούμενοι μας έδωσαν από την 201 . 48. 49. όχι από στοχαζομένους και ψάχνοντας δια κάποιαν φιλοσοφικήν ή κοινωνικήν βαθυτέραν κατανόησιν των δογμάτων της πίστεως. "γλώσσας".άπαν.. ή κοινόν εστι πάντων. 47. "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται". 13:8) κατά την διάρκειαν της θεώσεως ενώ "η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει" (αυτόθι) και εν ή "θεωρείται" "τό τέλειον" (Α' Κορ. Με την λήξιν της θεώσεως τα περί Θεού ρήματα και νοήματα επανέρχονται με την νοεράν προσευχήν. Όλα τα περί Θεού Ορθοδόξως λεγόμενα ανήκουν ή στα κοινά ή στα ακοινώνητα. και η θέωσις μαζί με τας κοινωνικάς προεκτάσεις της. Άλλα είναι επομένως τα θεόπνευστα γραφόμενα των θεουμένων. Μόνον από την εμπειρίαν του εν Χριστώ δοξασμού των αποστόλων. αφού και τα ορθόδοξως αποδιδόμενα εις Θεόν ονόματα δεν είναι άκτιστα. Αλλά απατεώνες είναι κυρίως και οι αποδεχόμενοι οποιαδήποτε μορφή του παπικού δόγματος ότι το Άγιον Πνεύμα οδηγεί ή κάποιαν εκκλησίαν ή κάποιαν ομάδα στοχαζομένων δήθεν θεολόγων βαθμηδόν εις πάσαν την αλήθειαν. η κάθαρσις και ο φωτισμός της καρδίας. ή ενός και μόνου των τριών". Κατά μίαν διαρκή θέαν της δόξης του Χριστού ο θεούμενος κοινωνεί και συνομιλεί με το περιβάλλον του αφού η κατάστασις αυτή δεν έχει καμμίαν σχέσιν με τας δαιμονικάς εκστάσεις τύπου Νεοπλατωνικών και Φραγκολατίνων μοναχών της παραδόσεως του Αυγουστίνου.. Η εξέλιξις της δογματικής ορολογίας της Εκκλησίας έγινε και γίνεται μόνον έναντι συγκεκριμένης αιρέσεως. αλλά και των αιρετικών και των τυπικώς Ορθοδόξων. και άλλα είναι τα δήθεν θεολογικά συγγράμματα των μη θεουμένων. προφητών και Πατέρων γνωρίζομεν ότι εν τω Θεώ υπάρχουν μόνον τα κοινά του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και τα ακοινώνητα μεταξύ του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 46. που στην νέαν ιατρικήν γλώσσαν θα ηδύνατο να λέγεται η νευροβιολογική νόσος της καρδίας που παράγει τας φαντασιώσεις και τας δεισιδαιμονίας των μη Ορθοδόξως θρησκευομένων και των κατά κόσμον αρχηγών τους. ωσάν να μη είχαν πλήρως φθάση εις πάσαν την Αλήθειαν οι μαθηταί του Χριστού την ημέραν της Πεντηκοστής και οι μαθηταί των μαθητών τους μέχρι σήμερα κατά τους δοξασμούς των.
εις ομοίωμα της μεταφυσικής Τσαρικής Ορθοδοξίας. Η συνταγή που οδηγεί εις την θεραπείαν της νευροβιολογικής νόσου της καρδίας. "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται". Εξακολουθούν να γράφουν συνταγάς φαρμάκων ή πνευματολογίας22 ή οντολογικο‐μεταφυσικής23 ή προσωπισμού. τ. της νοεράς ενεργείας της ψυχής. Έχουν ειδικούς με την ευθύνη να παρακολουθούν τους Ορθοδόξους ηγέτας και θεολόγους δια να δημιουργήσουν φωτοστεφάνους γύρω απ' αυτούς που τους συμφέρει δια να επιβάλλουν μέσω αυτών την ποικιλίαν και την περιεκτικότητα που χαρακτηρίζει τας ιδικάς τους παραδόσεις. των αποστόλων και των Πατέρων. που είχε διαιρεθεί σε Παπικούς και Προτεστάντες μετά από συνεχή θρησκευτικόν πόλεμον πέντε αιώνων απεφάσισαν να συμφιλιωθούν και να βρουν τρόπους να ξαναενωθούν. φωτιστικήν και δοξαστικήν άκτιστον ενέργειαν του Κυρίου της Δόξης. Παρ' ότι εις την Ελλάδα άρχισε προ ετών η επανάστασις κατά της προδοσίας αυτής. 12:26). υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη εκείνοι που συνεχίζουν να απορρίπτουν την θεραπευτικήν Ορθοδοξίαν. 52.24 Δια τούτο μάλιστα προωθούνται οι "ορθόδοξοι" ηγέται των ρευμάτων αυτών από το Βατικανό και το ΠΣΕ. Και το ότι η θεραπεία αυτή της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και του δοξασμού γίνεται εντεύθεν του τάφου είναι η συμπαγής παράδοσις των αποστόλων και των Πατέρων (Α' Κορ. Το ερώτημα είναι σε τί διαφέρουν ουσιαστικώς απ' αυτούς οι Ορθόδοξοι εκείνοι που δεν συνδέουν πλέον την ιδικήν τους θεολογίαν με την θεραπείαν της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και της θεώσεως. δογμάτων και παραδόσεων. "ώστε ός αν εσθίη τον άρτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως. Όπισθεν της εξελίξεως αυτής του Οικουμενισμού η κάποτε ηνωμένη θρησκευτικώς τάξις των Φραγκολατίνων βασιλέων και ευγενών της Ευρώπης. της Μεγάλης Βρεταννίας και της Φράντσιας ίδρυσαν τον Νέον Ελληνισμόν και την δυτικοποιημένην Ορθοδοξίαν του μέσω των Μασώνων πρακτόρων τους όπισθεν του Αδαμαντίου Κοραή. Τους ενδιαφέρει μόνον η ένωσις και η "μυστηριακή" κοινωνία. Δεν έχουν σκοπόν τον αφανισμόν της θεραπευτικής Ορθοδοξίας αλλά να την μεταβάλλουν εις μίαν εκ πολλών θέσεων της Ορθοδοξίας. Όποια συνταγή απομακρύνει τον άνθρωπον από την θεραπείαν αυτήν είναι κομπογιανίτικη. Μόνον εντός των πλαισίων αυτών της ιατρικής και της θεραπευτικής γίνονται κατανοητά τα κείμενα του αποστόλου Παύλου. 11:28‐30). Εντός των πλαισίων των αξιωμάτων αυτών αποκλείονται αι πλάναι και αι αιρέσεις της μεταφυσικο‐οντολογίας. ένοχος έσται του σώματος και του αίματος του Κυρίου.25 Όπως κάθε ασθένεια οφείλει να έχει την θεραπείαν της δια να ιατρευθεί. Δια να επιτύχουν την ένωσιν αναγκάζονται να υιοθετήσουν την περιεκτικότητα θεολογιών. ο γαρ εσθίων και πίνων κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει μη διακρίνων το σώμα. Δια τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί" (Α' Κορ. που διασώζετο κυρίως εις τον μοναχισμόν. 50. 202 . του ιατρού των σωμάτων και των ψυχών ημών. της πνευματολογίας και του προσωπισμού (περσοναλισμού). και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω. Ίδρυσαν τας Θεολογικάς Σχολάς του ΚΠΑ και της Χάλκης δια να μεταμορφώσουν την θεραπευτικήν Ορθοδοξίαν των προφητών.εμπειρίαν της θεώσεώς τους την διάκρισιν μεταξύ των εν τη Αγία Τριάδι κοινών και ακοινωνήτων και τα αξιώματα ότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ του Θεού και των δημιουργημάτων Του και δια τούτο "Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον". δια της καθάρσεως και του φωτισμού της και του δοξασμού είναι η μόνη αποτελεσματική. Η συνταγή Αυτού Τούτου του Κυρίου της Δόξης είναι σαφεστάτη. 51. 53. Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν. έτσι και η νόσος της θρησκείας που εδρεύει εις την καρδίαν θεραπεύεται από την καθαρτικήν.ε. Δεν τους ενδιαφέρει το γεγονός ότι όλοι έχομεν την ιδίαν νόσον και έχομεν την ανάγκην της ιδίας θεραπείας. Αι τρεις αυτοκρατορίαι της Τσαρικής Ρωσίας.
11:21‐22. Εν τοιαύτη περιπτώσει ευρίσκεται μεταξύ ή των "ασθενών" ή των "αρρώστων" ή των πνευματικώς "κοιμωμένων (νεκρών)" (Α' Κορ. Την θεραπείαν αυτήν περιγράφει εν συνεχεία ο απόστολος Παύλος στην Α' Κορ. Ο τοιούτος μετέχει εις την Θείαν Ευχαριστίαν ουχί αξίως. κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόμεθα. δηλαδή την νοεράν προσευχήν. Δεν πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί τον δείπνον της αγάπης (πού τότε συνόδευε κάθε ευχαριστιακήν σύναξιν) ως ευκαιρίαν να τρώη και να πίνη. 11:31‐32). με τουλάχιστον τα "γένη γλωσσών".34) "ει δε εαυτούς διεκρίνομεν (δηλαδή δια της νοεράς προσευχής). ουκ εκρινόμεθα. Τούτο κάμνει κανείς στο σπίτι του (Α' Κορ. και επομένως μέλος του σώματος του Χριστού και ναός του Αγίου Πνεύματος. Άλλως εσθίει τον άρτον και πίνει το ποτήριον του Κυρίου αναξίως (Α' Κορ. αλλά εις κατάκριμα. ίνα μη σύν τω κόσμω κατακριθώμεν" (Α' Κορ. 11:30). 12‐15:11. Εις τον φωτισμόν και εις τον δοξασμόν κρινόμενοι οι φωτισθέντες και οι θεωθέντες εκπαιδεύονται εντός του πνεύματός των από τον ίδιον τον Χριστόν. δηλαδή μη μετέχων εις την πρώτην ανάστασιν του έσω ανθρώπου. 11:27).Με άλλα λόγια πρέπει κανείς να δοκιμάση τον εαυτόν του αν είναι στην κατάστασιν φωτισμού. 203 .